1927.02.23
2,748 rows · 22,032 words · 127 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 39
Τετάρτη 23 Φεβρουαρίου 1927
Προεδρία κ. Θ. Σοφούλη
(Ὥρα 6.25′ μ. μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Νὰ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς: — Αἱ ἐν Κρήτῃ βιομηχανίαι πυρηνελαιουργίας καὶ σαπουνοποιΐας ζητοῦν τὴν κατάργησιν τοῦ φόρου διὰ τὴν νῆσον Κρήτην ἐπὶ τῶν ἐξαγομένων καὶ μεταφερομένων προϊόντων των. — Οἱ κάτοικοι Θουρίας Καλαμῶν ζητοῦν τὴν ἐπαναφορὰν τοῦ καταργηθέντος νόμου «περὶ ἀγροφυλακῆς». — Οἱ στρατευθέντες φοιτηταὶ τῶν κλάσεων 1924 καὶ 1925 ὑποβάλουσιν ὑπόμνημα ὅπως ἀπαλλαγῶσι τῶν τμηματικῶν ἐξετάσεων τοῦ ἔτους, καθ’ ὃ ὑπηρέτησαν ἐν τῷ Στρατῷ. — Ὁ Σύνδεσμος «Διὰ τὰ δικαιώματα τῆς γυναίκας» ὑποβάλλει ὑπόμνημα, δι’ οὗ ζητεῖ ὅπως ἡ ἀναλαβοῦσα Ἑταιρεία Κυρκίνη τὴν ραφὴν τοῦ στρατιωτικοῦ ἱματισμοῦ δίδῃ ἐργασίαν καὶ εἰς τὰς ἐν Πειραιεῖ ἐργάτιδας. — Οἱ κάτοικοι Βρωμοβρύσης, Ἀϊδινίου, Μεσοποταμίας (Ἀσλάναγα), Ἀνδρούσης, Λαμπαίλης, Ναζηρίου κλπ. νομοῦ Μεσσηνίας ζητοῦν τὴν ἐπαναφορὰν τοῦ καταργηθέντος νόμου «περὶ ἀγροφυλακῆς». — Ὁ Ἐλευθέριος Χ. Ἐλευθεριάδης, κάτοικος Γουμενίτσης καὶ ἤδη ἐξόριστος, εὑρισκόμενος ἐν Θεσσαλονίκῃ, ὑποβάλλει ὑπόμνημα περὶ ἀπαλλαγῆς αὐτοῦ ἐκ τῆς συκοφαντικῆς κατηγορίας δι’ ἣν ἀπελάθη. — Ὁ ἐργολάβος κατασκευῆς φρεάτων Μιχαλάκης διαμαρτύρεται, διότι δὲν ἔλαβε τὰς ὀφειλομένας παρὰ τοῦ Ὑπουργείου Προνοίας 42,000 δραχμὰς διὰ τὴν κατασκευὴν φρέατος εἰς θέσιν «Ἀναστάση» Πειραιῶς. — Ἡ Ὁμοσπονδία προσφύγων φοιτητῶν ζητεῖ νὰ ἀπορριφθοῦν τὰ ἄρθρα ἐκ τῆς Ἑλληνοτουρκικῆς συμβάσεως τὰ ἀκυροῦντα τὰ προσφυγικὰ συμφέροντα. — Ὁ Ἱερατικὸς Σύνδεσμος τῆς ἐπαρχίας Φλωρίνης παρακαλεῖ τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐπισπεύσῃ τὴν κύρωσιν τοῦ νόμου «περὶ μισθοδοσίας Κλήρου». — Τὸ πρῶτον Πανθρακικὸν σηροτροφικὸν καὶ γεωργικὸν Συνέδριον παρακαλεῖ ὅπως εἰσακουσθῇ ἡ περὶ οἰκονομικῆς βελτιώσεως τῶν σηροτρόφων παράκλησις αὐτοῦ. — Ἐπιτροπὴ κατοίκων Καλλιθέας ὑποβάλλει ψήφισμα τοῦ γενομένου τὴν 20ὴν Φεβρουαρίου ἐν Καλλιθέᾳ συλλαλητηρίου διὰ τὴν διατήρησιν τῶν διαρκῶν εἰσιτηρίων τοῦ τροχιοδρόμου διὰ τὸν συνοικισμὸν Καλλιθέας, ὑπὸ τοὺς ὅρους τῆς ἰσχυούσης συμβάσεως. — Οἱ ἐμποροεπαγγελματίαι Πραδίου ζητοῦν τὴν γενικὴν ἀναθεώρησιν τῆς κατατάξεως τῶν ἐπιτηδευματιῶν ὑπὸ τῆς ἐκεῖ Ἐφορίας. — Ὁ Σύνδεσμος τῶν ἰδιωτικῶν ὑπαλλήλων ἐμπορικῶν ἐπιχειρήσεων Δράμας διαμαρτύρεται διὰ τὴν κατάργησιν τῶν ὑπὲρ τοῦ ὑπαλληλικοῦ κόσμου προστατευτικῶν Διαταγμάτων. — Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν κ. Α. Κανάρης ὑποβάλλει νομοσχέδιον «περὶ καταργήσεως τῆς σχολῆς τῶν δοκίμων μηχανικῶν τοῦ Πολεμικοῦ Ναυτικοῦ». — Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας κ. Γ. Μερκούρης ὑποβάλλει τὰ κάτωθι νομοσχέδια: 1) «Περὶ ἰαματικῶν πηγῶν Μακεδονίας ποσίμου ὕδατος κατεχομένων ὑπὸ τῶν συμμαχικῶν στρατευμάτων διαρκοῦντος τοῦ πολέμου». 2) «Περὶ προστασίας φυσικῶν καλλονῶν, φυτῶν ἢ δένδρων καὶ ἀξιοθεάτων σημείων». 3) «Περὶ τρόπου αὐξήσεως διδάκτρων δημοσίων καὶ πρὸς ταύτας ἀφομοιουμένων Ἐμπορικῶν Σχολῶν καὶ 4) «Περὶ προστατευτικῆς περιοχῆς Ἰαματικῶν πηγῶν». — Ὁ βουλευτὴς κ. Λ. Κυβετὸς ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ αὐτεπαγγέλτου ὑποβολῆς εἰς ἐκ νέου ἀνάκρισιν καὶ συζήτησιν κτλ». — Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Β. Κοζάκης, Α. Κόρακας, Ε. Ἀλεξιάδης, Γ. Χατζηγεωργίου κλπ. ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ καταργήσεως τοῦ Ν. Διατάγματος «περὶ ὁρισμοῦ ὁρίου ἡλικίας ἐκπαιδευτικῶν συμβούλων κλπ.» — Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Β. Κοζάκης, Θ. Μαγκριώτης, Α. Κόρακας, Ν. Κουπαροῦσος κλπ. ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀναμεταθέσεως καὶ ὑποβιβασμοῦ τῶν ἄνευ τῶν ὑπὸ τῶν Δ. Συμβουλίων παρεχομένων ἐγγυήσεων μετατεθέντων λειτουργῶν τῆς Μέσης καὶ Δημ. Ἐκπαιδεύσεως». Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς Νομοθετικῆς Ἐργασίας.
§2Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως, κ. Πρόεδρε, παρεκάλεσα καὶ ἄλλοτε καὶ παρακαλῶ καὶ τώρα καὶ ὑμᾶς καὶ τὴν Βουλὴν νὰ προτιμηθῇ δι’ ὀλίγα λεπτὰ ἡ ψήφισις ἑνὸς σχεδίου νόμου κατατεθειμένου «περὶ ὑποβολῆς ἐκ νέου εἰς ἀνάκρισιν καὶ συζήτησιν τῶν ὑποθέσεων ἐφ’ ὧν ἐξεδόθησαν καταδικαστικαὶ ἀποφάσεις τῶν ἑπταμελῶν Στρατοδικείων». Εἶναι ἔργον δικαίου καὶ φιλανθρωπίας.
§3ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ αὐτεπαγγέλτου ὑποβολῆς εἰς ἐκ νέου ἀνάκρισιν καὶ συζήτησιν τῶν ὑποθέσεων ἐφ’ ὧν ἐξεδόθησον καταδικαστικαὶ ἀποφάσεις τῶν ἑπταμελῶν Στρατοδικείων κλπ.» (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον).
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συνεχίζεται ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ 19ου ἄρθρου τοῦ Συντάγματος. Ὁ κ. Ν. Βλιάμος ἔχει τὸν λόγον.
§6Ν. ΒΛΙΑΜΟΣ. Εἶναι ἀναμφίρηστον, κύριοι βουλευταί, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς τρέφει αἴσθημα βαθυτάτου σεβασμοῦ καὶ ἀγάπης πρὸς τὸν θεσμὸν τῆς ἰδιοκτησίας. Τὸ τοιοῦτον αἴσθημα εἶναι τόσον βαθύ, ὥστε δύναται νὰ εἴπῃ τις ὅτι ἀπαντᾷ μόνον εἰς τοὺς λαοὺς οἱ ὁποῖοι διατελοῦσιν ὑπὸ τὰς αὐτὰς μὲ ἡμᾶς συνθήκας. Εἶναι γνωστὸν ὅτι κατὰ μεγίστην πλειονότητα ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς ἀποτελεῖται ἐκ μικρῶν ἰδιοκτητῶν, οἱ ὁποῖοι παρέλαβον τὴν ἰδιοκτησίαν ταύτην ἀπὸ γενεᾶς εἰς γενεὰν ἢ ἀπέκτησαν ταύτην δι’ ἀτρύτων μόχθων. Ἡ ἀφοσίωσις αὕτη ἐξηγεῖται ὄχι μόνον δι’ οἰκονομικῶν λόγων, δηλαδὴ ἐκ λόγων οἱ ὁποῖοι ἀνάγονται εἰς τὰς θετικὰς ἀνάγκας, ἀλλὰ καὶ ἐκ ψυχολογικῶν λόγων. Εἶναι λοιπὸν ἀνεξήγητον τὸ αἴσθημα τῆς εὐλαβείας καὶ ἀγάπης πρὸς τὴν ἰδιοκτησίαν, πρὸς τὴν γῆν, τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ. Ἀλλὰ τὸ αἴσθημα τοῦτο τοῦ σεβασμοῦ εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἔχει θιγῆ ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν καὶ ἔχει θιγῆ διὰ τῶν διαφόρων νομοθετημάτων, τὰ ὁποῖα ἐφηρμόσθησαν κατὰ τρόπον ἀτάσθαλον καὶ ἀνεξήγητον. Βεβαίως δὲν δύναταί τις νὰ κακίσῃ τὴν ἀποκατάστασιν τῶν ἀκτημόνων γεωργῶν, οὔτε τῶν προσφύγων. Εἶναι θεσμὸς ἀναγκαῖος καὶ δὲν δύναταί τις παρὰ νὰ τὸν ἐπαινέσῃ. Ἦτο μία ἀνάγκη ἐθνική, κοινωνικὴ καὶ κρατική, ἡ ὁποία ἐπέβαλε τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ μέτρου τούτου. Ἀλλ’ ἐν τῇ ἐφαρμογῇ διεπράχθησαν σφάλματα τερατώδη, οὕτως ὥστε νὰ δημιουργηθῇ τάξις σκληρῶς ἀδικουμένων. Καὶ δὲν εἶναι μόνον ὁ θεσμὸς οὗτος, ἀλλὰ καὶ διὰ τοῦ Ἐνοικιοστασίου, τῆς τριχοτομήσεως τῶν κυκλοφορούντων χαρτονομισμάτων, τῆς δραχμοποιήσεως τῶν εἰς χρυσὸν καταθέσεων, τοῦ δικαιοστασίου, διεπράχθησαν ἀδικίαι καὶ ἐδημιουργήθησαν τάξεις σκληρῶς ἀδικηθεῖσαι, ἐνῷ ἄλλαι τάξεις ἐπωφελήθησαν παρὰ πάντα λόγον ἐκ τῆς ἀδικίας αὐτῆς, οὕτως ὥστε αἱ τάξεις αὐταὶ αἱ εὔποροι νὰ λιμοκτονῶνται... Εἶναι λοιπὸν ἀναμφίρηστον ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς τρέφει ἀγάπην ἀπεριόριστον πρὸς τὸν θεσμὸν τῆς ἰδιοκτησίας, ἐνῷ εἶναι ἀληθὲς ὅτι τὸ αἴσθημα τοῦτο ἐτρώθη καιριώτατα, εἶναι ἀληθὲς ὅτι τὸ ἄρθρον τὸ ὁποῖον εἶναι προωρισμένον νὰ προστατεύῃ τὸν θεσμὸν τοῦτον πολλαχῶς ἐκακοποιήθη. Ἵνα λοιπὸν τὸ αἴσθημα τοῦτο τύχῃ ἱκανοποιήσεως, πρέπει τὸ ὑπὸ κρίσιν ἄρθρον νὰ τύχῃ μεταβολῆς σοβαρᾶς καὶ σπουδαίας καὶ ὑπὸ ἔποψιν οὐσίας καὶ ὑπὸ ἔποψιν μορφῆς, οὕτως ὥστε νὰ ἀναζωογονηθῇ ἡ πίστις τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ πρὸς τὸν θεσμὸν τῆς ἰδιοκτησίας. Πρὸς αὐτὸν τὸν σκοπὸν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ προτείνω τὰς ἑξῆς μεταβολὰς (ἀναγινώσκει): «Οὐδεὶς στερεῖται τῆς ἰδιοκτησίας αὐτοῦ εἰμὴ διὰ δημοσίαν ὠφέλειαν προσηκόντως ἀποδεδειγμένην ὅτε καὶ ὅπως ὁ νόμος διατάσσει, πάντοτε δὲ προηγουμένης ἀποζημιώσεως.... κλπ.» Μετὰ τὰς ἀδικίας τὰς διαπραχθείσας κατὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐμφυσηθῇ νέα δύναμις, νέον κῦρος εἰς τὸ ἄρθρον 19 καὶ δὲν φρονῶ ὅτι αἱ λέξεις αὐταὶ ἔχουν τὴν δύναμιν ταύτην. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνορθωθῇ ἡ καταπεπτωκυῖα αὐτὴ πίστις πρὸς τὸν θεσμὸν τῆς ἰδιοκτησίας, ἂν δὲν δοθῇ νέα δύναμις εἰς τὴν ὅλην φρασεολογίαν τοῦ ἄρθρου. Καὶ ὡς πρὸς τοῦτο προτείνω ὅπως ἐπανέλθωμεν εἰς τὴν λέξιν «ἀνάγκη», ἡ ὁποία φέρεται καὶ εἰς πολλὰ ἀκόμη προπολεμικὰ Συντάγματα, ὅπως εἶναι τῆς Βυτεμβέργης, τῆς Σαξωνίας, τῆς Νορβηγίας κλπ., ἀλλὰ μετὰ τὴν λέξιν «δημοσίαν» νὰ προστεθῇ «ἢ κοινωνικὴν ἀνάγκην» καὶ νομίζω τότε ὅτι ὅλαι αἱ βλέψεις καὶ ἀπόψεις ἱκανοποιοῦνται. Ἀλλ’ ἡ λέξις «ὠφέλεια» εἶναι μετάφρασις τῆς λέξεως «utilité». Ἀλλ’ ἡ λέξις «utilité» σημαίνει «ὠφελιμότης», σημαίνει τὸ αἴτιον, ἐνῷ «ὠφέλεια» σημαίνει τὸ ἀποτέλεσμα, τὸ ἄγνωστον, τὸ ἀποτέλεσμα τὸ προβληματικόν, εἶναι μία λέξις σχετικωτέρα πάσης ἄλλης. Εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὴν λέξιν «ἀνάγκη», ἡ ὁποία δηλοῖ τὸ πᾶν, δηλοῖ τὸ αἴτιον διὰ τὸ ὁποῖον θὰ ἀπαλλοτριωθῇ ἡ ἰδιοκτησία. Προτείνω λοιπὸν αὐτὴν τὴν μεταβολήν, συγχρόνως δὲ ἀντὶ τῆς φράσεως «προσηκόντως ἀποδεδειγμένων ὅτε καὶ ὅπως ὁ νόμος.... κλπ.» νὰ θέσωμεν τὴν φράσιν τοῦ Ἰταλικοῦ Συντάγματος, ἡ ὁποία λέγει «νομίμως βεβαιωμένων». Διότι καὶ τοῦτο τὸ «προσηκόντως ἀποδεδειγμένων» εἶναι μία λέξις σχετικωτέρα, μία λέξις ἀόριστος. Τὸ «νομίμως», τὸ ὁποῖον ἔχει τὸ Ἰταλικὸν Σύνταγμα, εἶναι ἡ καταλληλοτέρα. Ὅταν γίνῃ δεκτὸν τοῦτο, παρέλκει τὸ «ὅταν καὶ ὅπως ὁ νόμος διατάσσει», τὸ ὁποῖον ἀναφέρεται εἰς τὸ «ἀποδεδειγμένον». (Ἀναγινώσκει): «Πάντοτε δὲ προηγουμένης ἀποζημιώσεως», ἀντὶ τῆς λέξεως «προηγουμένης» νὰ τεθῇ «προκαταβαλλομένης», ἡ ὁποία θὰ συμφωνῇ καὶ πρὸς τὸ κατωτέρω ἐδάφιον (ἀναγινώσκει): «Πρὸ τῆς καταβολῆς τῆς ὁριστικῆς.... κλπ.» Καὶ τοῦτο διότι θὰ δοθῇ νέα δύναμις εἰς τὸ ἄρθρον αὐτό, διότι ἐγὼ οὐδέποτε εἶδα νὰ προκαταβληθῇ ἀποζημίωσις. Ὑπάρχουν ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἀκόμη περιμένουν νὰ καταβληθῇ ἡ ἀποζημίωσις. Φρονῶ ὅτι πρέπει νὰ προστεθῇ ἡ λέξις «πλήρης ἀποζημίωσις», διότι ἡ λέξις «ἀποζημίωσις», ὅπως εἶπον πολλοὶ τῶν κ. κ. συναδέλφων, ἔχει τὴν σημασίαν τῆς πλήρους, ἀλλὰ παρ’ ἡμῖν ἔχουν χάσει τὴν ἀρχαίαν σημασίαν. Διότι, ὅταν ὁ ἀρχαῖος Ἕλλην ἔλεγε π.χ. ἀποπληρῶ, ἠννόει τὸ πλῆρες, ἐνῷ σήμερον ἔχομεν ἀνάγκην νὰ προσθέσωμεν καὶ ἐπίρρημά τι ἵνα παραστήσωμεν τὸ πλῆρες. Ἑπομένως εἶναι ἀναγκαιότατον νὰ τεθῇ «πλήρης ἀποζημίωσις» μετὰ τὸ γεγονὸς τῆς μὴ πλήρους ἢ μηδαμινῆς ἀποζημιώσεως τῶν διαφόρων κτηματιῶν, τῶν ὁποίων ἀπηλλοτριώθη ἡ περιουσία. Καὶ μετὰ ταῦτα θέλω νὰ φέρω τὸν λόγον ἐπὶ τῆς τροπολογίας τοῦ ἐξ Ἰωαννίνων βουλευτοῦ κ. Μυλωνᾶ, ἤτοι τῆς περικοπῆς ἐκείνης τοῦ ἄρθρου 153 τοῦ Γερμανικοῦ Συντάγματος. Φρονῶ, κύριοι βουλευταί, ὅτι δὲν πρέπει νὰ πειραματιζώμεθα ἐπὶ τοιούτων πραγμάτων. Τὸ αἴσθημα τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ εἶναι ἐναντίον τοιούτων πειραματισμῶν ἐν τῷ Συντάγματι, ὅτι ἡ ἰδιοκτησία ὑπέχει ὑποχρεώσεις. Κακῶς ὁ εἰσηγητὴς αὐτῆς τῆς τροπολογίας ἠθέλησε νὰ εἰσαγάγῃ εἰς τὸ ἡμέτερον Σύνταγμα, πλανώμενος ἴσως διότι δὲν ἔζησεν ἐν τῇ Γερμανίᾳ ἢ δὲν παρηκολούθησε τὸν λαὸν ἐκεῖνον διὰ νὰ ἴδῃ ὅτι μόνον ἐκεῖ ἠδύνατο ἓν τοιοῦτον ἄρθρον νὰ εἰσαχθῇ. Διότι ὁ Γερμανικὸς λαός, ἐκτὸς τοῦ μεγάλου πολιτισμοῦ τὸν ὁποῖον ἔχει, εἶναι εἷς τῶν συντηρητικωτέρων λαῶν τοῦ κόσμου, ὁ λαὸς ὅστις ἔχεται ἀπρὶξ τῶν ἐθνικῶν ἰδανικῶν καὶ οἰκογενειακῶν παραδόσεων, εἶναι δὲ ἡ Χώρα ἡ ὁποία χρησιμεύει ὡς προπύργιον κατὰ τοῦ μπολσεβικισμοῦ καὶ ἂν ἔλειπεν ἡ Γερμανία, ὁ μπολσεβικισμὸς θὰ εἶχε κατακλύσει τὴν Εὐρώπην, ἐκεῖ εἶναι ἀδύνατον τοιοῦτον ἄρθρον νὰ ὑπάρχῃ, διότι θὰ γίνῃ ἡ προσήκουσα χρῆσις. Ἀλλὰ παρ’ ἡμῖν ὅπου τὰ πάντα εἶναι μετέωρα, ὅπου τὰ πάντα εἶναι ἀόριστα, ὅπου λείπει ἡ πολιτικὴ διαπαιδαγώγησις, πρὸ παντὸς ἡ πολιτικὴ διαπαιδαγώγησις, οὐδεὶς δύναται νὰ φαντασθῇ τὰς συνεπείας μιᾶς τοιαύτης συνταγματικῆς διατάξεως. Μία τοιαύτη διάταξις δύναται νὰ ὠθήσῃ τολμηροὺς κυβερνήτας εἰς πράξεις αἱ ὁποῖαι ἀντίκρυς θὰ ἀντίκεινται εἰς τὸ αἴσθημα τῆς εὐλαβείας καὶ τῆς ἀγάπης, τὸ αἴσθημα τὸ πατροπαράδοτον αὐτὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ πρὸς τὴν ἰδιοκτησίαν. Διὰ τοῦτο φρονῶ ὅτι πρέπει νὰ ἀπέχωμεν αὐτῶν τῶν νεωτερισμῶν, ὅπως οἱ Πυθαγόρειοι ἀπεῖχον τῶν κυάμων.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Σωτηριάδης ἔχει τὸν λόγον.
§8Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Καὶ ἐν τῷ παρελθόντι εἶπον καὶ πάλιν ἤδη ἐπαναλαμβάνω ὅτι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον δὲν ἔπρεπε νὰ προκαλῇ μεγάλην συζήτησιν εἶναι τὸ κείμενον ταύτης τῆς συνταγματικῆς διατάξεως, ἡ ὁποία συζητεῖται σήμερον. Ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς ἀφωσιωμένος πράγματι εἰς τὴν ἰδέαν καὶ τὸ αἴσθημα τῆς ἰδιοκτησίας, διὰ τῶν ἀντιπροσώπων αὐτοῦ ἐπανειλημμένως, δηλαδὴ ἀπὸ τῆς Συνελεύσεως καὶ ἐντεῦθεν, ἔκρινεν ὅτι πρέπει νὰ προστατεύσῃ τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας καὶ τὸ ἐπροστάτευσε κατὰ τὴν γνώμην μου ἐπαρκέστατα. Ἂν πταίῃ τι, δὲν εἶναι βέβαια ἡ συνταγματικὴ διάταξις, ἡ ὁποία χρῄζει συμπληρώσεως. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον πταίει εἶναι ἡ παραβίασις τῆς συνταγματικῆς διατάξεως, διότι τὸ ἄρθρ ὁρίζει (ἀναγινώσκει): «Οὐδεὶς στερεῖται τῆς ἰδιοκτησίας εἰμὴ διὰ δημοσίαν ὠφέλειαν». Ἀληθῶς κατὰ τὴν πρώτην Συνέλευσιν ἀνεγράφετο ὁ ὅρος ὄχι «δημοσίαν ὠφέλειαν», ἀλλὰ διὰ «δημοσίαν ἀνάγκην». Ἀλλὰ μὴ λησμονεῖτε ὅτι καὶ τότε τὸ σχέδιον τὸ ὁποῖον εἰσήχθη πρὸς συζήτησιν ἐν τῇ Βουλῇ, ἀνέγραφε τὸν ὅρον πάλιν διὰ «δημόσιον ὄφελος». Ἀλλὰ καὶ πάλιν, κύριοι συνάδελφοι, αὐτὸ δὲν εἶναι εἰμὴ ζήτημα ἐφαρμογῆς. Ἑπομένως καὶ διὰ δημοσίαν ὠφέλειαν ἂν ἦτο, δὲν θὰ συνετέλει, ὥστε ἡ δημοσία ἀνάγκη νὰ ἐκληφθῇ κατ’ ἔννοιαν πολὺ εὐρυτέρα, ὥστε νὰ περιλάβῃ καὶ τὴν δημοσίαν ὠφέλειαν. Ἐκεῖνο δηλαδὴ τὸ ὁποῖον ἔχω νὰ εἴπω εἶναι ὅτι δὲν πταίει τὸ κείμενον τῆς συνταγματικῆς διατάξεως, πταίει ἡ ἐφαρμογὴ αὐτῆς. Καὶ συνεζητήθη καὶ τότε ἐν τῇ Γʹ Συνελεύσει, ἐν τῇ Συνταγματικῇ Ἐπιτροπῇ καὶ ἤδη ἐν τῇ παρούσῃ Ἐπιτροπῇ, ὅτι ἡ συνταγματικὴ διάταξις δὲν προστατεύει ἐπαρκῶς τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας καὶ πρέπει εἰς τὸν ὅρον «ἄνευ προηγουμένης ἀποζημιώσεως» νὰ προστεθῇ «ἄνευ πλήρους, ἀκεραίας ἢ δικαίας καὶ εὐλόγου ἀποζημιώσεως». Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔχω νὰ εἴπω, κύριοι βουλευταί, εἶναι ὅτι ὁ ὅρος «ἀποζημίωσις» εἰς ὅλας ἐν γένει τὰς Συνελεύσεις, αἱ ὁποῖαι προηγήθησαν, ἀνεγράφετο ἀσφαλῶς, ἀναμφισβητήτως, ἐν τῇ ἐννοίᾳ τῆς «πλήρους ἀποζημιώσεως», δηλαδὴ ἀποζημιώσεως, ἥτις νὰ περιλαμβάνῃ πᾶσαν ζημίαν ἡ ὁποία θὰ προέκυπτεν ἐκ τῆς στερήσεως τῆς ἰδιοκτησίας. Τοῦτο δὲν ἐφιλονεικήθη ποτέ.
§9Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Δὲν ἐφηρμόσθη ποτέ.
§10Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Εἶμαι σύμφωνος καὶ ἀκριβῶς αὐτὸ θὰ ἔλεγον τώρα. Εἰς τὴν πρᾶξιν ἔλαβον χώραν ἀπαλλοτριώσεις ἄνευ βεβαίως πλήρους ἀποζημιώσεως, ὅταν τὸ κείμενον τῆς συνταγματικῆς διατάξεως λέγει «ἀποζημίωσις» ἐννοεῖ ἀσφαλῶς πλήρη ἀποζημίωσιν, ὅταν δὲ ἡ ἀποζημίωσις ὁρίζεται ὑπὸ τοῦ νόμου, ὥστε νὰ μειοῦται εἰς τὸ ἐλάχιστον ἢ εἰς τὸ νὰ ἀναιρεῖται, ὅπως ἐνίοτε ἀνῃρέθη ἐν τῷ παρελθόντι ἡ ἰδέα τῆς ἀποζημιώσεως, τότε δὲν ἔχομεν τίποτε ἄλλο παρὰ μίαν παραβίασιν τῆς συνταγματικῆς διατάξεως. Ἑπομένως δὲν ἔχομεν ζήτημα κειμένου διατάξεως, ἀλλὰ ζήτημα ἐφαρμογῆς τῆς διατάξεως. Διότι μὴ λησμονεῖτε—τοὐλάχιστον αὐτὸ ἡ πεῖρά μου μαρτυρεῖ—ὅτι ὅσους ὅρους ἂν θέσητε διὰ πλήρη, ἀκεραίαν, δικαίαν, ὁλοκληρωτικὴν ἀποζημίωσιν, αὐτὸ δὲν σᾶς προστατεύει παντάπασι, διότι εἰς περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ὑπάρξῃ διάθεσις νὰ παραβιασθῇ ἡ διάταξις, ἀσφαλῶς θὰ παραβιασθῇ. Εἶναι δηλαδὴ κατὰ τὴν γνώμην μου ζήτημα ἐφαρμογῆς. Ἔχω δὲ νὰ δηλώσω ὅτι ὅλοι οἱ νόμοι περὶ ἀπαλλοτριώσεως, οἱ ὁποῖοι ὁρίζουσιν ἀποζημίωσιν τοιαύτην, ὥστε νὰ ἐξικνεῖται εἰς τὸ ἐλάχιστον, εἰς τὸ ἀνύπαρκτον, δὲν εἶναι ἄλλο τι παρὰ νόμοι ἀντισυνταγματικοί, θὰ ἐναπέκειτο δὲ εἰς τὰ δικαστήρια, ἂν ὦσιν ἄξια τῆς ἀποστολῆς των, νὰ ἀποκρούσουν τὴν ἐφαρμογὴν τῶν νόμων αὐτῶν ὡς ἀντισυνταγματικῶν. Ἑπομένως φρονῶ ὅτι δὲν ἀπαιτεῖται καμμία μεταβολὴ εἰς τὸ κείμενον τῆς συνταγματικῆς διατάξεως. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ προστεθῇ ἡ λέξις «πλήρης ἀποζημίωσις», διότι ὅταν λέγωμεν ἀποζημίωσιν, τὴν ἐννοοῦμεν πλήρη καὶ ἀκεραίαν. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ θὰ ἦτο μία ἑρμηνευτικὴ δήλωσις, διότι θὰ ἤρκουν αἱ συζητήσεις αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο ἐν τῇ Βουλῇ νὰ δείξωσι τὸ πνεῦμα ἀπὸ τὸ ὁποῖον ἐλαύνεται ἡ Συνέλευσις καὶ τὸ πνεῦμα τὸ ὁποῖον ἐννοεῖ ἡ Συνέλευσις, εἶναι ὅτι ἡ ἀποζημίωσις εἶναι πλήρης καὶ ἀκεραία. Καὶ ἔρχομαι εἰς ἄλλας προσθήκας, αἱ ὁποῖαι ἔλαβον χώραν μεταγενεστέρως. Μὴ λησμονεῖτε ὅτι κατὰ τὴν ἀναθεωρητικὴν Βουλὴν τοῦ 1911, ὅταν ὑπεβλήθη πάλιν εἰς τὴν ψῆφον τῆς ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς ἡ αὐτὴ διάταξις, προσετέθη μία παράγραφος (ἀναγινώσκει): «Εἰδικοὶ νόμοι κανονίζουν τὰ τῆς ἰδιοκτησίας καὶ διαθέσεως τῶν μεταλλείων, ὀρυχείων, ἀρχαιολογικῶν θησαυρῶν, ἰαματικῶν καὶ ρεόντων ὑδάτων». Ἡ διάταξις αὕτη κατὰ τὴν γνώμην μου ἦτο ἐντελῶς περιττή. Διότι ἡ ἰδιοκτησία καὶ χωρὶς τὴν συνταγματικὴν διάταξιν ὑποβάλλεται εἰς νομίμους περιορισμοὺς ἀπὸ τῶν ἀρχαιοτάτων χρόνων, περιορισμοὺς φαίνεται διὰ λόγους γενικωτέρου συμφέροντος, περιορισμοὺς ἀπείρους καὶ δὲν ἐφιλονεικήθη οὐδέποτε ὅτι οἱ περιορισμοὶ αὐτοὶ ἀποτελοῦν ἀναίρεσιν τῆς ἐννοίας τῆς ἰδιοκτησίας, περιορισμοὺς οἱ ὁποῖοι ἐπεβλήθησαν καὶ διὰ μεταγενεστέρων νόμων ἀπὸ τὰς διατάξεις τοῦ Ρωμαϊκοῦ δικαίου, ὅπως προκειμένου περὶ τῆς σπορᾶς τῆς ὀρύζης, ὅπως οἱ ἀφορῶντες τὰς οἰκοδομὰς καὶ τὸ ἐμβαδὸν τῶν οἰκοπέδων, περιορισμοὺς οἱ ὁποῖοι εἶναι συναφεῖς μὲ τὴν ἔννοιαν τῆς ἰδιοκτησίας. Εἶχον λοιπὸν καὶ τότε κατὰ τὴν Γʹ Συνέλευσιν, ὡς εἰσηγητὴς ἀκριβῶς αὐτῆς τῆς διατάξεως, τὴν ἰδέαν ὅτι ὁ περιορισμὸς αὐτὸς ἦτο ἐντελῶς περιττὸς καὶ ἔπρεπε νὰ λείψῃ, ἀλλὰ τότε ἐπεκράτησεν ἡ ἰδέα ὅτι τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν τὸν ἔχομεν, δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ μεταβάλωμεν τὸ κείμενον καὶ βεβαίως ἡ ἰδέα αὐτὴ ἀπὸ μιᾶς ἀπόψεως ἦτο ὀρθή. Καὶ ἔρχομαι εἰς μίαν ἄλλην παράγραφον, ἡ ὁποία προσετέθη πάλιν τῇ ἰδικῇ μου εἰσηγήσει, ἡ ὁποία ἀτυχῶς ἐγένετο δεκτὴ καὶ μεταμελλοῦμαι τώρα δι’ αὐτὸ (ἀναγινώσκει): «Εἰδικοὶ νόμοι.... κλπ.» Ἦτο ἡ προσθήκη τὴν ὁποίαν εἶχον εἰσηγηθῆ ἐγὼ ὡς μέλος τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ ἡ πρότασις αὕτη ὀφείλεται εἰς τὸ ἑξῆς γεγονός. Πρέπει νὰ σημειωθῇ ὅτι εἶχον γίνει τότε ἐπιτάξεις καὶ ἐξεδόθησαν νόμοι ὑπὸ τῶν Ὑπουργείων τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῶν Ναυτικῶν καὶ οἱ ὁποῖοι ἐκανόνιζον τὰς ἐπιτάξεις αὐτάς. Καὶ τότε ὁ πολύτιμος φίλος μου κ. Τσιτσεκλῆς εἶχε κάμει μίαν ἐκστρατείαν νομικήν, ὑποστηρίζων ὅτι ἔδει διὰ τὰς ἐπιτάξεις αὐτὰς νὰ τηρηθῇ ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 19 καὶ νὰ λάβῃ χώραν ἀπαλλοτρίωσις. Διεξήχθη εἷς μακρὸς νομικὸς ἀγὼν καὶ ἀντετάχθη τότε κατὰ τοῦ κ. Τσιτσεκλῆ ὁ κ. Χαντζάκος καὶ ὁ κ. Τζιβανόπουλος, οἱ ὁποῖοι ὑπεστήριζον ὅτι δὲν ὑπέκειντο αἱ ἐπιτάξεις αὐταὶ εἰς τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος καὶ ἐξεδόθη ἡ ἀπόφασις τοῦ Ἀρείου Πάγου ἐναντίον τῆς γνώμης τοῦ κ. Τσιτσεκλῆ. Εἰλικρινῶς λοιπὸν σᾶς βεβαιῶ ὅτι μεταμελοῦμαι, διότι ἡ προσθήκη αὐτὴ ἔδωκεν ἀφορμὴν πάλιν εἰς τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπὴν τῆς παρούσης Βουλῆς νὰ εἰσηγηθῇ καὶ μίαν ἄλλην προσθήκην «ἢ πρὸς θεραπείαν ἀμέσου κοινωνικῆς ἀνάγκης δυναμένης νὰ θέσῃ εἰς κίνδυνον τὴν δημοσίαν τάξιν ἢ ὑγείαν». Καὶ θὰ ἔλεγον πρὸς τί ἡ προσθήκη αὐτή; Ἂν ἐπρόκειτο τὸ Κράτος νὰ θέσῃ περιορισμοὺς διὰ λόγους κοινωνικῆς ἀνάγκης, ἠδύνατο νὰ τοὺς θέσῃ καὶ δὲν θὰ εἶχον οἱ περιορισμοὶ αὐτοὶ ἄλλην ἔννοιαν, παρὰ ἐκείνην τὴν ὁποίαν ἔχουν καὶ οἱ ἄλλοι περιορισμοί, οἱ ὁποῖοι τίθενται. Ἐπίσης εὑρίσκω ὅτι ἡ προσθήκη τοῦ κ. Μυλωνᾶ ὅτι ἡ ἰδιοκτησία δὲν εἶναι μόνον δικαίωμα, ἀλλὰ γεννᾷ καὶ ὑποχρεώσεις καὶ ἡ ἄσκησις αὐτῆς πρέπει νὰ εἶναι συνάμα ὑπηρεσία πρὸς τὴν κοινὴν ὠφέλειαν, νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ εἴπω ὅτι οὔτε προσθέτει οὔτε ἀφαιρεῖ τίποτε καὶ δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ μία φιλολογία καὶ θὰ ἠδύνατο μόνον νὰ παράσχῃ ἔδαφος παρεξηγήσεων. Κατὰ τοῦτο εὑρίσκω ὅτι εἶναι ἐντελῶς περιττὴ κάθε προσθήκη εἰς τὸ ἄρθρον τοῦ Συντάγματος καὶ νὰ εἶσθε βέβαιοι ὅτι θὰ ἔμενεν ἀκριβῶς ὅπως εἶχεν, ἂν δὲν ὑπῆρχον τὰ κατηραμένα ξένα Συντάγματα, περὶ τῶν ὁποίων ὡμίλησα. Ἂν δὲν εἶχε γίνει αὐτὸ τὸ ἀναθεματισμένον Γερμανικὸν Σύνταγμα καὶ δὲν μετεφράζετο εἰς τὴν Ἑλληνικὴν γλῶσσαν, νὰ εἶσθε βέβαιοι ὅτι δὲν θὰ ὑπῆρχεν αὐτὴ ἡ προσθήκη. Ἀλλὰ κατεχόμεθα ἀπὸ μίαν μανίαν νεωτερισμοῦ, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ πολεμήσωμεν διὰ τὸν ἑξῆς λόγον· διότι ἡμεῖς ἔχομεν ἕνα Καταστατικὸν Χάρτην ἀληθῶς ἀπαράμιλλον εἰς κάλλος γλώσσης καὶ εἶναι τόσον ὡραῖα γραμμένος καὶ τόσον καλὰ βαλμένος, ὥστε ἐγὼ τοὐλάχιστον θὰ ἤμην διατεθειμένος νὰ ψηφίσω τὸ Σύνταγμα ὡς εἶχε μὲ μίαν μόνην ἐπιφύλαξιν, τὴν ὁποίαν θὰ εἶχα διὰ τὴν μορφὴν τοῦ πολιτεύματος.
§11Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ἀκόμη ἔχετε ἐπιφυλάξεις;
§12Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Ἐγώ; Τί λές, ἀγάπη μου; Σεῖς θὰ ἀλλάξητε καὶ θὰ εἶσθε κατὰ τῆς Δημοκρατίας καὶ ἡμεῖς δὲν θὰ ἐρχόμαστε.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Κουμάνταρος ἔχει τὸν λόγον.
§14Ν. ΚΟΥΜΑΝΤΑΡΟΣ. Ἡ μεταρρύθμισις ἑνὸς Συντάγματος, κύριοι βουλευταί, ὁσονδήποτε ῥιζικὴ καὶ ἂν εἶναι, οὐδέποτε πρέπει νὰ ἀπομακρύνεται ἁλματωδῶς καὶ νὰ παραβλέπῃ τὰς πολιτικὰς καὶ κοινωνικὰς παραδόσεις, συνηθείας καὶ πεποιθήσεις ἑνὸς λαοῦ, οὐδὲ πρέπει νὰ εἰσάγῃ ἢ μεταβάλλῃ θεσμούς, οἵτινες οὐδὲ ἐπὶ μίαν στιγμὴν εὗρον θέσιν ἐν τῇ λαϊκῇ συνειδήσει, οὐδὲ ἠδυνήθησαν νὰ δημιουργήσωσι κοινὴν πεποίθησιν περὶ τῆς ἀνάγκης τῆς ὑπάρξεως ἢ τῆς μεταβολῆς αὐτῶν. Ἀπὸ τῆς ἀπόψεως ταύτης ἐξετάζων, κύριοι βουλευταὶ καὶ τὸν θεσμὸν τῆς ἰδιοκτησίας, παρατηρῶ ὅτι ἡ ἰδιοκτησία ὡς δικαίωμα ἱερὸν καὶ ἀναφαίρετον οὐδὲ ἐπὶ μίαν στιγμὴν ἐκλονίσθη ἢ κατέπεσεν εἰς τὴν κοινὴν συνείδησιν, ὥστε νὰ δικαιολογεῖται ἡ κατάργησις ἢ ὁ περιορισμὸς τοῦ δικαιώματος τούτου. Τουναντίον μάλιστα παρατηρῶ ὅτι τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας παραμένει εἰς τὴν λαϊκὴν συνείδησιν τόσον σεβαστὸν καὶ ἱερόν, ὥστε δύναταί τις νὰ εἴπῃ ἀφόβως ὅτι εἷς ἐκ τῶν κυριωτέρων σκοπῶν τοῦ πολίτου εἶναι καὶ ἡ ἀπόκτησις ἰδιοκτησίας. Ὁ ἐργάτης καὶ ὁ ἀστὸς ποθοῦσι τὴν ἀπόκτησιν γωνίας τινὸς γῆς πρὸς στέγασιν τῆς οἰκογενείας των. Ὁ ἀγρότης καὶ γεωργὸς ποθεῖ τὴν ἀπόκτησιν ἐκτάσεώς τινος καλλιεργησίμου γῆς, τὴν ὁποίαν ἀφοῦ ἀποκτήσῃ ἐπιδίδεται πρὸς αὐτήν, τὴν περιποιεῖται, τὴν καλλιεργεῖ, τὴν ἀγαπᾷ. Ἡ καταπάτησις αὐτῆς, ἡ προσπάθεια ἀφαιρέσεως σπιθαμῆς τινὸς ἐξ αὐτῆς, φέρει ἕτοιμον αὐτὸν νὰ θυσιάσῃ καὶ αὐτὴν τὴν ζωήν του. Τοιαύτη εἶναι ἡ λαϊκὴ συνείδησις περὶ τῆς ἰδιοκτησίας καὶ δὲν ἀνέχεται οὐδεμίαν ἀφαίρεσιν ἢ περιορισμὸν τοῦ δικαιώματος τούτου. Ἑπομένως ὁτιδήποτε ἤθελε θεσπισθῆ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ πρὸς μείωσιν ἢ περιορισμὸν τοῦ δικαιώματος τούτου, θὰ εἶναι ἐναντίον τῆς λαϊκῆς συνειδήσεως, παρὰ τὴν θέλησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ καὶ παρὰ τὴν ἐντολὴν αὐτοῦ. Συνέπεια δὲ τούτου θὰ εἶναι ἡ δυσφορία καὶ ἀπογοήτευσις τοῦ λαοῦ καὶ ἡ κατάπτωσις τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ καὶ πάλιν ἀπὸ τὴν λαϊκὴν συνείδησιν. Λέγω δὲ παρὰ τὴν θέλησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ, διότι ἐδηλώσαμεν καθαρῶς καὶ ἀπεριφράστως τὰς ἀντιλήψεις ἡμῶν πρὸς αὐτόν, ὅταν ἐζητήσαμεν τὰς ψήφους αὐτοῦ, ὅτι ἐρχόμενοι ἐνταῦθα δὲν θὰ ἀποτελέσωμεν Βουλὴν ἢ Συνέλευσιν κομμουνιστικήν, ἀλλὰ Βουλὴν συντηρητικήν, ἀστικὴν καὶ πάντες διεκηρύξαμεν ὅτι εἴμεθα συντηρητικοί. Ἡ προσθήκη τῆς δευτέρας παραγράφου εἰς τὸ ἄρθρον 19 τοῦ Συντάγματος περὶ ὑποχρεώσεων τῆς ἰδιοκτησίας καὶ χρήσεως αὐτῆς πρὸς κοινὴν ὠφέλειαν οὐδεμίαν ἄλλην ἔννοιαν δύναται νὰ ἔχῃ ἢ σοσιαλιστικήν. Εἶναι καθαρὰ ἀντιγραφὴ ἐκ τοῦ Γερμανικοῦ Συντάγματος, εἰς τὸ ὁποῖον γνωρίζομεν πάντες ὑπὸ ποίας πιέσεις καὶ περιστάσεις ἐγένετο ἀποδεκτὴ ἡ διάταξις αὕτη, δηλαδὴ ὑπὸ τὴν πίεσιν τοῦ σοσιαλιστικοῦ κόμματος, τὸ ὁποῖον ἠπείλει ταραχὰς καὶ κοινωνικὰς ἀνατροπὰς ὁμοίας τῶν ἐν Ρωσσίᾳ, προτοῦ συνέλθῃ ὁ Γερμανικὸς λαὸς ἐκ μιᾶς ἐθνικῆς συντριβῆς. Ἡ προσθήκη αὕτη ἀσφαλῶς ἐμπερικλείει διὰ πάντα καλῆς πίστεως συζητητήν, ἕνα προφανῆ καὶ σοβαρὸν κίνδυνον διὰ τὴν ἰδιοκτησίαν, ἥτις καθίσταται διὰ τῆς διατάξεως ταύτης ἕρμαιον τῆς νοοτροπίας τῶν δῆθεν νεωτεριζόντων. Εἶναι ὄγκος δυναμίτιδος ὑπὸ τὰ θεμέλια τῆς ἰδιοκτησίας, ὅστις θὰ ἐκραγῇ ὁπόταν οἱ νεωτερίζοντες κρίνωσι πρόσφορον τὴν περίστασιν. Οἱ εἰσηγηθέντες τὴν διάταξιν ταύτην μᾶς εἶπον ἐκ τῆς θέσεως ταύτης μὲ πλήρη ἀφέλειαν καὶ ἀγαθότητα ὅτι οὐδὲν ἄλλο ἐπεδίωξαν δι’ αὐτῆς εἰμὴ τὴν συνταγματικὴν νομιμοποίησιν μιᾶς ὑφισταμένης πραγματικῆς καταστάσεως. Πραγματικὴν κατάστασιν ὑπολαμβάνουσι μίαν τεραστίαν ἀνάγκην ἐπελθοῦσαν ἐκ μιᾶς ἐθνικῆς συμφορᾶς. Πραγματικὴν κατάστασιν θεωροῦσι τὰ ἀποτελέσματα μιᾶς ἀνωμάλου καταστάσεως καὶ ἐκνόμου βίας. Πραγματικὴν κατάστασιν, τέλος, θεωροῦσι τὴν κατ’ ἐξακολούθησιν διάπραξιν τοῦ ἀδικήματος τῆς κλοπῆς καὶ τῆς ἁρπαγῆς καὶ λησμονοῦσι τὴν νομικὴν ἔννοιαν τῆς πραγματικῆς καταστάσεως. Ἡ εἰσηγητικὴ ἔκθεσις πρὸς δικαιολογίαν τῆς ἀναγραφῆς τῆς διατάξεως ἀναφέρει τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Καὶ παρὰ Ρωμαίοις ἀκόμη, οἱ ὁποῖοι ἀνεγνώριζον ἀπόλυτον τὸ δικαίωμα τῆς χρήσεως καὶ καταχρήσεως τοῦ πράγματος, ὁ ἐρευνητὴς ἀνευρίσκει μυρίους ὅτους τοιούτους περιορισμοὺς τῆς κυριότητος. Παρ’ ἡμῖν δὲ ἀπειρίαν νομοθετημάτων ἀπὸ τῆς συγκροτήσεως τοῦ Κράτους μέχρι σήμερον. Εὑρέθησαν ὅμως καὶ νομοθέται καταχρασθέντες τὰς ἐννοίας τῆς ἀγράφου μέχρι τοῦδε ἀρχῆς ταύτης καὶ ἑρμηνευταί, ἐξ ἄλλου καὶ δικασταί, οἵτινες τοιούτους ὀρθότατα νόμους ἐχαρακτήρισαν ἀντισυνταγματικοὺς κλπ.» Μήπως οἱ εἰσηγηταὶ τῆς διατάξεως ταύτης ἤθελον νὰ σταθεροποιήσωσι τοὺς ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ Βασιλείου ὑπάρχοντας περιοριστικοὺς νόμους, ἐκ τῶν ὁποίων ἄλλοι μὲν ἐγένοντο πρὸς ὠφέλειαν αὐτῆς ταύτης τῆς ἰδιοκτησίας, ἄλλοι δὲ πρὸς θεραπείαν δημοσίας ἀνάγκης καὶ ἄλλοι διὰ κρατικὴν ἀσφάλειαν, οἵτινες νόμοι ἔχουσι καταστῆ εἰς τὴν λαϊκὴν συνείδησιν συνταγματικὸν ἔθιμον; Φαντάζομαι ὄχι, διότι θὰ ηὐχόμην καὶ θὰ ἐπεθύμουν τὴν σταθερότητα ταύτην νὰ ἀπέκτων καὶ αὐταὶ αὗται αἱ ψηφιζόμεναι συνταγματικαὶ διατάξεις. Μήπως ἐπεδίωξαν διὰ τῆς διατάξεως ταύτης νὰ θέσωσι φραγμοὺς εἰς τοὺς νομοθέτας ἐκείνους, οἵτινες ἔκαμνον κατάχρησιν τῆς ἐννοίας τῆς ἀγράφου αὐτῆς ἀρχῆς; Ἀλλ’ ἐρωτῶ τοὺς εἰσηγητὰς τῆς διατάξεως αὐτῆς ἀφοῦ ὁμολογοῦσιν ὅτι εὑρέθησαν νομοθέται, οἵτινες ἔκαμον κατάχρησιν τῆς ἀγράφου αὐτῆς ἀρχῆς, δὲν φοβοῦνται μήπως διὰ τῆς ἀορίστου καὶ ἐγγράφου ταύτης διατάξεως, δὲν φοβοῦνται, λέγω, μήπως εὑρεθῶσι νομοθέται, οἵτινες θὰ κάμουν ὑπερκατάχρησιν τῆς ἀρχῆς ταύτης; Τὴν ἔννοιαν τῆς φράσεως ὅτι ἡ ἰδιοκτησία γεννᾷ καὶ ὑποχρεώσεις μᾶς τὴν δίδει αὐτὴ αὕτη ἡ εἰσηγητικὴ ἔκθεσις ἐπεξηγοῦσα ταύτας ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Τουτέστιν ἡ χρῆσις (ἄσκησις) τῆς ἰδιοκτησίας δύναται νὰ περιορισθῇ ὥστε αὕτη ἐπωφελὴς οὖσα διὰ τὸν ἰδιοκτήτην κατὰ πρῶτον λόγον νὰ μὴ εἶναι συνάμα καὶ ἐπιβλαβὴς εἰς τὴν κοινὴν ὠφέλειαν, ἀλλ’ ἐπωφελὴς καὶ δι’ αὐτήν». Δηλαδὴ ἂν ἡ χρῆσις τῆς ἰδιοκτησίας σας δὲν εἶναι ἐπωφελὴς καὶ διὰ τὴν κοινὴν ὠφέλειαν θὰ δύναται ὁ νομοθέτης νὰ σᾶς ἐπιβάλλῃ διὰ τοῦ Εἰρηνοδίκου ἢ χωροφύλακος νὰ κάμητε τοιαύτην χρῆσιν τῆς ἰδιοκτησίας σας, τῆς οἰκίας σας, τοῦ ἀγροῦ σας, τοῦ κήπου σας, ὥστε νὰ εἶναι ἐπωφελὴς καὶ διὰ τὴν κοινὴν ὠφέλειαν, ὁ δὲ νόμος θὰ ὁρίζῃ ἢ θὰ ὁρίσῃ—ὡς γράφει ἡ ἔκθεσις—τὰς συνεπείας τῆς μὴ συμμορφώσεως τοῦ ἰδιοκτήτου, δύναται δηλ. νὰ σᾶς ἀφαιρῆται καὶ ἡ χρῆσις, ἡ νομὴ τῆς περιουσίας σας, τῆς οἰκίας σας ἂν δὲν δεχθῆτε νὰ συμπεριλάβητε ἐν αὐτῇ ὡς συνοίκους καὶ ἄλλους ἀγνώστους σας, ἀλλ’ ἀρεστοὺς τοῦ χωροφύλακος. Καὶ ὅταν σᾶς ἀφαιρεθῇ ἡ χρῆσις, ἡ νομὴ τῆς ἰδιοκτησίας ποίαν σημασίαν θὰ ἔχῃ ἡ ὑψηλῷ τῷ ὀνόματι κυριότης αὐτῆς; Πᾶς τις δύναται νὰ φαντασθῇ τὴν ἔκτασιν, ἣν δύναται νὰ λάβῃ ἡ νομοθετικὴ ἰσχὺς νεωτερίζοντος ἢ κομματίζοντος νομοθέτου διὰ τῆς διατάξεως ταύτης. Καὶ προχωρῶν, κύριοι βουλευταί, ὀφείλω νὰ κάμω πρὸς τὴν Βουλὴν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τὴν δήλωσιν ὅτι σήμερον ὑπέρ ποτε ἄλλοτε ἡ ἰδιοκτησία ἔχει ἀνάγκην μεγαλυτέρας προστασίας καὶ ἐκ τοῦ κλονισμοῦ, τὸν ὁποῖον ὑπέστη ἐκ τῶν ἀστόχων καὶ ἀψυχολογήτων κρατικῶν ἐνεργειῶν τοῦ προσφάτου παρελθόντος πρὸς παγίωσιν τῆς ἐμπιστοσύνης ἐν τε τῷ ἐσωτερικῷ καὶ ἐξωτερικῷ καὶ πρὸς παρέλκυσιν τῶν φυγαδευθέντων κεφαλαίων, τῶν ὁποίων τοσαύτην ἀνάγκην ἔχομεν διὰ τὴν οἰκονομικήν μας ἀνόρθωσιν καὶ θεραπείαν τῆς ἐργατικῆς μας κρίσεως. Ταῦτα δὲ λέγων νομίζω ὅτι δὲν ἀπομακρύνομαι τῶν σκέψεων ἐκείνων, αἵτινες ἤγαγον δύο ἐκ τῶν κ. κ. Ὑπουργῶν καὶ τὴν Κυβέρνησιν διὰ τοῦ σεβαστοῦ Προέδρου αὐτῆς νὰ δηλώσῃ ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης ὅτι δὲν δύνανται διὰ λόγους κρατικῆς πίστεως νὰ θεωρήσουν ἄκυρον μίαν σύμβασιν ἐπιζημίαν εἰς τε τὸ Κράτος καὶ τὴν Κοινωνίαν. Καὶ ἀφοῦ διὰ τὴν ἀκύρωσιν μιᾶς τοιαύτης συμβάσεως τοιοῦτοι ἀκούονται λόγοι, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ τολμήσωμεν κἆν νὰ θίξωμεν θεσμόν, ὡς τὸν τῆς ἰδιοκτησίας, τοῦ ὁποίου τὴν ἱερότητα τὴν ἐσεβάσθησαν οἱ αἰῶνες καὶ διὰ τῆς καταργήσεως τοῦ ὁποίου θὰ ἀπολέσωμεν οὐχὶ μόνον τὴν κρατικήν, ἀλλὰ καὶ τὴν ἰδιωτικὴν πίστιν ἔν τε τῷ ἐσωτερικῷ καὶ τῷ ἐξωτερικῷ; Ὑπὸ τοιούτων ἀγόμενος σκέψεων προτείνω τὴν διαγραφὴν ὁλοκλήρου τῆς βʹ παραγράφου τοῦ 19 ἄρθρου καὶ διότι νομίζω καὶ εἶμαι βέβαιος ὅτι ἡ παροῦσα Βουλή, ἥτις ἦλθε μὲ τὰς καλυτέρας ἐλπίδας τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ, δὲν θὰ θελήσῃ ποτὲ νὰ ἀποδεχθῇ διάταξιν, ἥτις θὰ ἀντίκειται πρὸς τὴν λαϊκὴν συνείδησιν, πρὸς τὰς παραδόσεις καὶ πεποιθήσεις ὁλοκλήρου τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ. (Χειροκροτήματα).
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Δαρβέρης ἔχει τὸν λόγον.
§16Ν. ΔΑΡΒΕΡΗΣ. Τὸ ὑπὸ συζήτησιν θέμα, κύριοι βουλευταί, ἐπιτρέπει ἀκριβῶς κάθε, δύναμαι νὰ εἴπω, παράτασιν χρόνου, ὁ ὁποῖος ἦτο δυνατὸν νὰ χρησιμοποιηθῇ διὰ κάθε ἄλλο τι ἐκ τῶν συζητουμένων θεμάτων. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν ἡ Πολιτεία ἐμερίμνησε καὶ περὶ τῆς προστασίας τῆς ἰδιοκτησίας, ἀλλὰ καὶ περὶ τῆς ἐγκαταστάσεως τῶν γεωργῶν, ἰδίως τῶν κολλίγων, ἰδίᾳ δὲ διὰ τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911 ἐλήφθη φροντὶς ὥστε νὰ ἐξευρεθῇ τρόπος νὰ ἐγκατασταθῶσιν οὗτοι κατὰ τρόπον τοιοῦτον, ὁ ὁποῖος νὰ ἱκανοποιῇ πλήρως τὴν ἀξίωσιν τῆς Κοινῆς Γνώμης, τοῦ νὰ μὴ ὑπάρχωσιν ἄνθρωποι καλλιεργοῦντες τὴν γῆν, ἄνθρωποι συνδεδεμένοι μὲ τὴν γῆν, χωρὶς νὰ ἔχωσι καὶ τὸ δικαίωμα τῆς κυριότητος ἐπ’ αὐτῆς. Δηλαδὴ ἐμερίμνησεν ὥστε νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ καταργηθῇ πράγματι κάθε ἔννοια δουλοπαροικίας. Ἀπὸ τοῦ σημείου ὅμως ἐκείνου μέχρι τοῦ ἐκτροχιασμοῦ, δύναμαι νὰ εἴπω, τῆς τελευταίας περιόδου ἡ ἀπόστασις εἶναι πολὺ μεγάλη. Εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι ἡ ἀνάγκη τῆς ἐγκαταστάσεως τῶν προσφύγων, μετὰ τὸ ἐπελθὸν ἀτύχημα, γεννᾷ ὑποχρεώσεις, αἱ ὁποῖαι ἐπιβάλλουν τὴν ἐπιτακτικὴν ἀξίωσιν νὰ παροραθῶσι πολλοὶ τύποι διὰ νὰ γίνῃ ὅ,τι ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ πρὸς ἐγκατάστασιν αὐτῶν. Καὶ περὶ τούτου οὐδεὶς δύναται νὰ ἔχῃ ἀμφιβολίαν καὶ οὐδεμία φωνή, δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἀντετάχθη κατὰ τοῦ μέτρου καὶ τῶν μέτρων ἐν γένει, τὰ ὁποῖα ἐλήφθησαν διὰ τὴν ἐγκατάστασιν τῶν προσφύγων. Ἀπὸ τοῦ σημείου ὅμως αὐτοῦ μέχρι τῆς πραγματικῆς δημεύσεως τοῦ περιουσιῶν εἰς βάρος ὡρισμένων ἰδιοκτημόνων, νομίζω ὅτι δὲν εἶναι πρέπον νὰ ἀφεθῇ ἡ κατάστασις εἰς ὃ σημεῖον ἐξελίσσεται, δηλαδὴ εἰς τὴν πλήρη δήμευσιν. Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ χωρίσω τὸ ζήτημα τῆς ἐγκαταστάσεως τῶν ἀκτημόνων καλλιεργητῶν ἢ τῶν προσφύγων ἐν γένει, νὰ χωρίσω τὸ ζήτημα τῆς κρατικῆς ἀνάγκης τῆς ἐγκαταστάσεως ἀπὸ τὸ ζήτημα τῆς ὀφειλομένης ἀποζημιώσεως καὶ νὰ ἐξετάσωμεν, ὑπάρχει κανείς, ὁ ὁποῖος νὰ φέρῃ ἀντιρρήσεις εἰς τὴν ἐγκατάστασιν τῶν κολλίγων ἢ εἰς τὴν ἐγκατάστασιν τῶν προσφύγων; Ἀναμφισβητήτως ὄχι. Εἶναι ὅμως δίκαιον μία μερὶς καὶ ἡ ἐλαχίστη μάλιστα Ἑλλήνων πολιτῶν νὰ ὑποστῇ τὸ βάρος μόνον αὐτὴ τῆς ἐγκαταστάσεως, τῆς ἐκπληρώσεως μιᾶς ὑποχρεωτικῆς ἀνάγκης τοῦ Κράτους; Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀξιώσωμεν ἀπὸ τοὺς ἐλαχίστους αὐτούς, τοὺς 50 ἢ 100 πολίτας Ἕλληνας, ἀπὸ τὰς 100 αὐτὰς Ἑλληνικὰς οἰκογενείας νὰ καλύψουν τὴν τοιαύτην ἀνάγκην διὰ τῶν ἰδίων αὐτῶν περιουσιῶν, διότι τότε τίποτε ἄλλο δὲν θὰ ἔχουν πλέον. Ἀλλά, κύριοι, ἂν περιορισθῶμεν μόνον εἰς τὸ νὰ καταλάβωμεν κτήματα καὶ τότε θὰ εἶχον κάποιαν δικαιολογίαν, διότι κατελήφθησαν κτήματα ὑπερβολικά, ἰδίᾳ τσιφλίκια, εἰς τὰ ὁποῖα ἐγένοντο συνασπισμοὶ ὁλόκληροι, ἀλλὰ κατελήφθησαν καὶ χωράφια, ἀλλὰ κατελήφθησαν ὡρισμένα ἰδίᾳ ἐν Μακεδονίᾳ μικροκτήματα δύο τριῶν στρεμμάτων, τὰ ὁποῖα ἐδημεύθησαν, ἀπηλλοτριώθησαν, ἐκηρύχθησαν διὰ δημοσίαν ὠφέλειαν ἀπαλλοτριωτέα καὶ κατελήφθησαν ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀποζημιώσεως. Εἰς τετρακόσια ὅλα ἑκατομμύρια ἀνέρχονται αἱ ἀξίαι τῶν καταληφθέντων κτημάτων ὡρισμένων χωρίων Καπουτσίδων, Λαγκαδᾶ καὶ Ἡγουμενίτσης καὶ ἄλλων, τὰ ὁποῖα κτήματα κατελήφθησαν ἵνα ἀνεγερθῶσι συνοικισμοὶ ἵνα δοθῶσιν εἰς πρόσφυγας. Ἐρωτῶ, οἱ χωρικοὶ αὐτοὶ εἶναι δίκαιον νὰ στερηθῶσι τῆς περιουσίας των καὶ νὰ μείνουν πένητες, διότι δὲν μένει τίποτε ἄλλο εἰς αὐτοὺς παρὰ ἡ ἐλαχίστη ἰδιοκτησία, ἀφοῦ δὲν ἦσαν μεγάλοι καλλιεργηταί, ἀλλὰ καλλιεργηταὶ μικρῶν κτημάτων; Ἂν ἐξετάσητε, ἂν ζητήσητε πληροφορίας θὰ βεβαιωθῆτε ὅτι εἰς τετρακόσια ὅλα ἑκατομμύρια ἀνέρχεται τὸ ποσόν, τὸ ὀφειλόμενον ἵνα ἀποζημιωθῶσιν οἱ μικροὶ καλλιεργηταί. Ἄν σημειώσητε δὲ ὅτι ἡ πρώτη τετραετία παρῆλθε καὶ οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ δὲν ἔλαβον τίποτε ἐκ τῶν ὀφειλομένων ἀποζημιώσεων, ἐρωτῶ, ἡ ἀποζημίωσις αὐτὴ πῶς πρέπει νὰ γίνῃ, πῶς πρέπει νὰ κανονισθῇ; Δὲν πρέπει οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ νὰ πληρωθῶσιν ἀμέσως, ἀφοῦ ἐπιτακτικὴ ἀνάγκη τοῦ Κράτους ἐπιβάλλει τὴν ἀποζημίωσιν; Ἀναμφισβητήτως ναί. Ἐφόσον, λοιπόν, κατὰ τοιοῦτον τρόπον γίνεται χρῆσις τοῦ δικαιώματος, δὲν νομίζετε ὅτι ἐνεπνεύσθησαν ἀπὸ ἀπόλυτον δυσπιστίαν ὅλοι οἱ πολῖται πρὸς τὰ μέτρα τῶν Κυβερνήσεων καὶ ἕνεκα τούτου ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς ἔχει κάποιαν ἀξίωσιν νὰ ἀσπασθῇ τὸ πνεῦμα τῆς συντηρητικότητος, τὸ πνεῦμα τῆς προστασίας τῆς ἰδιοκτησίας; Κύριοι, πάντες γνωρίζομεν ὅτι διὰ νὰ εἶναι ὁ νομοθέτης, διὰ νὰ εἶναι αὐτὸ τὸ Σύνταγμα σεβαστόν, πρέπει νὰ ἔχῃ ὡς βάσιν τὴν πλήρη ἰσότητα. Οὐδεὶς Ἕλλην ὑπάρχει, ὁ ὁποῖος δὲν ἐπίστευσε καὶ δὲν ἐμερίμνησεν ὑπὲρ τῆς πλήρους ἀποκαταστάσεως τῶν προσφύγων, ἀλλ’ ὀφείλομεν νὰ ἀξιώσωμεν ὅπως τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἐλήφθησαν ἐκεῖθεν, ληφθῶσι καὶ διὰ τοὺς γηγενεῖς, τοὺς κτηματίας, τοὺς εὑρισκομένους ἐν Ἑλλάδι καὶ ὅταν ἔχωμεν ὑπαλλήλους, οἱ ὁποῖοι διωρίσθησαν διὰ νὰ ὁρισθῇ ἡ τιμὴ τῶν κτημάτων, τὰ ὁποῖα ἐγκατελήφθησαν ἐν Μικρᾷ Ἀσίᾳ, ἀξίαν ζητηθεῖσαν 350,000 λιρῶν χρυσῶν Τουρκικῶν καὶ ἑπομένως ἐπιδικάζονται 192 χιλιάδες λίραι χρυσαῖ, σᾶς ἐρωτῶ· ἐλήφθη μέριμνα ποτὲ νὰ λάβωσι μίαν δικαίαν καὶ εὔλογον ἀποζημίωσιν διὰ τὰ κτήματα, τὰ ὁποῖα κατελήφθησαν ὑπὸ τῆς Πολιτείας δι’ ὡρισμένας ἐγκαταστάσεις;
§17Α. ΜΕΡΟΣ. Ἀπὸ ποῦ θὰ τὴν πάρουν τὴν ἀποζημίωσιν, κ. συνάδελφε;
§18Ν. ΔΑΡΒΕΡΗΣ. Θὰ τὴν πάρουν ἀπὸ τὸ ὅλον Κράτος· ὅταν τὸ ὅλον Κράτος θελήσῃ νὰ ἐνεργήσῃ μίαν δημοσίαν πρᾶξιν, εἶναι ὑποχρεωμένον νὰ μὴ φορολογήσῃ μόνον τοὺς πέντε δέκα πολίτας, ἀλλὰ νὰ φορολογῇ καὶ τοὺς ἐν μέρει ἐγκατεστημένους, διότι, σᾶς διαβεβαιῶ, καὶ γνωρίζω ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως ὅτι ὑπάρχουν οἰκογένειαι, αἱ ὁποῖαι περιῆλθον εἰς πραγματικὴν ἔνδειαν καὶ εἶναι ἄξιαι πάσης προστασίας, καὶ προσέφερον ἀρκετὴν ὑπηρεσίαν εἰς τὴν Πατρίδα, καὶ αἱ οἰκογένειαι αὐταὶ παρέμειναν εἰς τοὺς δρόμους καὶ κατόπιν μοῦ λέγετε καὶ μὲ ἐρωτᾶτε ἀπὸ ποῦ θὰ τὴν πάρουν; Ἀπὸ τὸ Κράτος ἁπλούστατα.
§19Λ. ΚΥΒΕΤΟΣ. Εἶναι ἀληθές, κ. συνάδελφε, ὅτι εἰς τὴν Μακεδονίαν, εἰς τὴν περιφέρειαν τῆς Θεσσαλονίκης, ἀπὸ τὰ Μουσουλμανικὰ κτήματα οἱ ἐντόπιοι ἐπῆραν τετραπλάσια ἀπὸ ὅ,τι ἐπῆραν οἱ πρόσφυγες;
§20Ν. ΔΑΡΒΕΡΗΣ. Δὲν εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἐπῆραν καὶ οἱ ἐντόπιοι, σᾶς ἀναφέρω καὶ παράδειγμα τὴν Ἡγουμενίτσαν, ἡ ὁποία εἶναι καὶ ἐκλογικὴ περιφέρεια. Σᾶς ἀναφέρω τὸ χωρίον Καποτσίδι, τὸ ὁποῖον καὶ σᾶς ἐψήφισεν, οἱ γηγενεῖς δὲν ἐπῆραν τίποτε ἀπὸ τὰ Μουσουλμανικὰ κτήματα.
§21Λ. ΚΥΒΕΤΟΣ. Δὲν εἶχον δικαίωμα νὰ πάρουν.
§22Ν. ΔΑΡΒΕΡΗΣ. Δὲν λέγω ὅτι εἶχον δικαίωμα. Κύριοι, νομίζω, ὅτι ἡ ἀποζημίωσις πρέπει νὰ χωρισθῇ τελείως ἀπὸ τὸ ζήτημα τῆς ἐγκαταστάσεως τῶν ἀκτημόνων γεωργῶν, διότι πρόκειται περὶ δύο χωριστῶν ζητημάτων. Ἄλλο τὸ ζήτημα τῆς ἐγκαταστάσεως καὶ ἄλλο τὸ ζήτημα τῆς ἀποζημιώσεως. Ἡ ἀποζημίωσις ὀφείλει καὶ πρέπει νὰ βαρύνῃ ἀναμφισβητήτως τὸ Κράτος· ἡ ἐγκατάστασις εἶναι ἐπιβεβλημένη καὶ πρέπει νὰ γίνῃ· δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω ἂν ἡ μεγάλη καλλιέργεια ἔχῃ μεγάλην ἀποζημίωσιν· αὐτὰ εἶναι ζητήματα, τὰ ὁποῖα τὸ Κράτος θὰ ἐξετάσῃ καὶ θὰ ρυθμίσῃ. Ἂν ἐξακολουθήσωμεν κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον νὰ φερώμεθα ἀπέναντι τῆς ἰδιοκτησίας, εἶμαι βέβαιος ὅτι μετὰ παρέλευσιν ὀλίγων ἐτῶν θὰ μεταμεληθῶμεν. Τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα μεταχειριζόμεθα ἐκεῖ, μέτρα ἀναμφισβητήτως σπασμωδικὰ καὶ μέτρα κομματικῆς ἐκμεταλλεύσεως, δύναμαι νὰ εἴπω....
§23ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὁ ὑπέρτερος νόμος τῆς ἀνάγκης τὰ ἐπέβαλεν.
§24Ν. ΔΑΡΒΕΡΗΣ. Ὑπέρτερος νόμος τῆς ἀνάγκης δὲν εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος παρέχει πλεῖστον μέρος τῆς καταληφθείσης περιουσίας εἰς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι δὲν δικαιοῦνται νὰ τύχωσι προστασίας.
§25ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποῖοι δὲν ἔπρεπε νὰ τύχωσι προστασίας, κ. συνάδελφε;
§26Ν. ΔΑΡΒΕΡΗΣ. Μία μερὶς ἐξ αὐτῶν, οἱ ὁποῖοι ἐπῆραν πολὺ μέρος ἀπὸ τὰ καταληφθέντα κτήματα. Κύριοι, νομίζω, ὅτι ὅπως εἶχε τὸ ἄρθρον ἦτο πλῆρες, ἀλλ’ ἀτυχῶς, ἐτέθη ἡ λέξις «πλήρης» καὶ ἐτέθη ἐκ μέρους τοῦ κόμματος ὑμῶν· νομίζω ὅτι, διότι ἐγένετο μακρὰ συζήτησις ἐπ’ αὐτοῦ, θὰ ἦτο ἐπιβεβλημένον νὰ γίνῃ μία δέουσα δήλωσις, διότι ἂν διαγραφῇ ἁπλῶς καὶ μόνον ἡ λέξις «πλήρης», ἀσφαλῶς ἀφίνει ἓν κενὸν εἰς τὴν ἔννοιαν τοῦ νομοθέτου, εἰς τὴν ἔννοιαν ἀκριβῶς τοῦ δικαστοῦ, ὁ ὁποῖος θὰ ἐξετάσῃ τὸ περιεχόμενον τῆς ἐννοίας τῆς ἀποζημιώσεως. Δύναμαι δηλαδὴ νὰ ὑποστηρίξω ὅτι διὰ τῆς λέξεως ἀποζημίωσις περιλαμβάνεται ἡ πληρωμὴ κάθε ἀξίας, ἡ ὁποία περιέχεται εἰς τὸ ἀπαλλοτριούμενον μέρος. Ἐκ τῆς συζητήσεως ὅμως κατεδείχθη ὅτι ἐν ᾗ περιπτώσει σήμερον ἀποσυρθῇ ἡ λέξις αὐτή, θὰ ἀφίσῃ ἓν κενόν, τὸ ὁποῖον θὰ εἶναι μειωτικὸν τῆς ἐννοίας τῆς ἀποζημιώσεως. Φρονῶ ὅμως ὅτι δυνάμεθα νὰ πληρώσωμεν τὸ κενὸν τοῦτο διὰ μιᾶς σχετικῆς δηλώσεως, ὥστε τότε νὰ δύναται νὰ λείψῃ ἡ ἔννοια τοῦ «πλήρους». Φρονῶ ἐπίσης ὅτι ἡ ἀναγραφὴ τοῦ ὅρου ὅτι ἡ ἀποζημίωσις θὰ πληρώνηται διὰ τακτικῶν δικαστηρίων θὰ περιέχῃ καὶ τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ γίνεται ἡ διαδικασία, δηλαδὴ τὸ κύριον ζήτημα τῆς περιγραφῆς τοῦ τύπου διὰ τοῦ τακτικοῦ δικαστηρίου· ὀφείλομεν νὰ ὁμολογήσωμεν ὅτι ἡ διαδικασία, τὴν ὁποίαν ἀκολουθοῦν τὰ τακτικὰ δικαστήρια, εἶναι μακρά· νομίζω ὅτι πρόκειται περὶ ἑνὸς δικονομικοῦ τύπου, ὁ ὁποῖος δύναται νὰ περιορισθῇ, ἀλλὰ μὴ λησμονῶμεν ὅτι δὲν εἶναι πρέπον νὰ ἀφεθῇ ἡ ἐκτίμησις εἰς δικαστικὴν Ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία θὰ ἀποτελῆται ἀπὸ ἕνα τακτικὸν δικαστήν, οἱονδήποτε, ἀπὸ ἕνα Πρόεδρον Ἐφετῶν καὶ ἀπὸ ἕνα πολίτην, ὁ ὁποῖος ἀσφαλῶς θὰ ἔχῃ συμφέροντα εἴτε ὑπὲρ τῆς μιᾶς εἴτε ὑπὲρ τῆς ἄλλης μερίδος. Ἐνῷ, ἂν ἀντιθέτως καθορισθῇ ὁ τρόπος τῆς ἀποζημιώσεως διὰ τῶν τακτικῶν δικαστηρίων μὲ ὡρισμένην δικονομικὴν διατύπωσιν, νομίζω ὅτι τὸ ζήτημα θεραπεύεται ἀπολύτως καὶ ἱκανοποιεῖται καὶ ἡ ἄποψις, ἡ ὁποία εἶναι ὑπὲρ τῆς ταχείας λύσεως τοῦ ζητήματος· προσέτι καὶ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀπόδοσιν τῆς ἀποζημιώσεως ἐκείνης, ἡ ὁποία θὰ χαρακτηρίζηται πράγματι δικαίως, δηλαδὴ κατὰ τὴν κρίσιν τοῦ δικαστηρίου καὶ θὰ εἶναι ἡ τελειοτέρα ἀπὸ πάσης ἄλλης, ἡ ὁποία δύναται νὰ ὑπάρξῃ. Εἶμαι ἐπίσης τῆς γνώμης νὰ ἀφεθῇ ἡ λέξις τακτικὰ δικαστήρια, ἡ ὁποία πληροῖ πᾶσαν ἔλλειψιν ἐνδεχομένην οὕτως ὥστε καὶ τὸ τακτικὸν δικαστήριον νὰ ὑποχρεοῦται ἐντὸς ὡρισμένου χρονικοῦ ὁρίου καὶ ἐπὶ τῇ βάσει ὡρισμένου τύπου νὰ ἐκδίδῃ ἀπόφασιν ὁριστικὴν ἐντὸς βραχυτάτου χρονικοῦ διαστήματος, ἀλλὰ καὶ πᾶσα θεραπεία τοῦ κακοῦ εἶναι δυνατή. Νομίζω ὅτι τὸ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρον εἶναι ἀπολύτως ἐπιβεβλημένον νὰ συζητηθῇ ἐν εὐρύτητι, εἶναι ἀπόλυτος ἀνάγκη, διότι ἐξ αὐτοῦ ἐξαρτᾶται νὰ διαγνωσθῇ ἡ κατεύθυνσις τῆς Βουλῆς, ἂν πράγματι ἀνταποκρίνεται εἰς τὴν ἐπιτακτικὴν ἀξίωσιν τῆς Κοινῆς Γνώμης, διὰ τῆς ὁποίας ἀξιώσεως ζητεῖται ἡ προστασία τῆς ἰδιοκτησίας, χωρὶς νὰ ἐπηρεαζώμεθα ἀπὸ τὸ τί ἔγινεν ἀλλαχοῦ, τὸ ὁποῖον οὐδαμῶς πρέπει νὰ λαμβάνηται ὑπ’ ὄψιν, διότι παρασυρόμενοι οὕτως δημιουργοῦμεν μίαν κατάστασιν, διὰ τὴν ὁποίαν πρῶτοι ἡμεῖς θὰ μετανοήσωμεν.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Οἰκονομίδης ἔχει τὸν λόγον.
§28Σ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Τὸ ζήτημα, κύριοι συνάδελφοι, ἔχει δύο ἀπόψεις· ἔχει ἄποψιν νομικήν, ἔχει ἄποψιν κοινωνικήν. Ἀναμφιβόλως ἂν ἐπρόκειτο νὰ ὁμιλήσω μόνον διὰ τὴν νομικὴν ἄποψιν, δὲν θὰ ἀπησχόλουν πολὺ τὴν Βουλήν, διότι τὸ θέμα εἶναι σχεδὸν ἐξηντλημένον τόσον ἀπὸ τὰς συζητήσεις αἱ ὁποῖαι ἔλαβον σειρὰν παλαιότερον παρ’ ἡμῖν εἰς τὸ 1911, ὅσον καὶ ἀπὸ τὰς συζητήσεις τῆς παρούσης Βουλῆς καὶ ἑπομένως ἐπαναλαμβάνω ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ ἀπασχολήσω τὴν Βουλήν δι’ αὐτό. Προέχουσα σημασία τοῦ ζητήματος εἶναι ἡ κοινωνικὴ κατ’ ἐμέ, τὴν ὁποίαν εἰσήγαγε μία τροπολογία ἀψυχολόγητος καὶ ἀβασάνιστος καὶ ἡ ὁποία διῆλθε διὰ τοῦ κριτηρίου τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς. Ἤμην καὶ ἐγὼ μέλος τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς, ἀλλ’ ἐκ συμπτώσεως τὴν ἑσπέραν καθ’ ἣν ἐπρόκειτο νὰ φέρω τὰς ἐπὶ ταύτης ἀντιρρήσεις μου διεκόπη πρὸ τῆς ὁμιλίας μου ἡ συνεδρίασις, ὥστε τὴν ἑπομένην ἡ ἀναχώρησίς μου καὶ ἡ ἀπουσία μου ἐξ Ἀθηνῶν δὲν μοὶ ἐπέτρεψε νὰ ἐπιφέρω τὰς ἀντιρρήσεις μου, τὰς ὁποίας ἔχω τὴν τιμὴν σήμερον νὰ φέρω ἐνώπιον ὑμῶν. Εἶναι, ἐπαναλαμβάνω, τροπολογία, ἡ ὁποία ἀνοίγει εὐρέως τὴν κοινωνικὴν ἄποψιν τοῦ ζητήματος καὶ εἶναι εἰλημμένη ἀπὸ τὸ Γερμανικὸν Σύνταγμα. Ἀλλ’ ὁ εἰσηγητής της, ὅπως καὶ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἠθέλησαν νὰ τὴν ἐπικροτήσουν, παρέλειψαν νὰ λάβουν ὑπ’ ὄψιν των ὅτι ἡ διάταξις αὐτὴ εἶναι τιθεμένη ἐν Συντάγματι ἐν συνδυασμῷ μὲ ἄλλας διατάξεις συνταγματικάς, αἱ ποῖαι κοσμοῦσι καὶ πληροῦσιν ἐν ἀφθονίᾳ ἓν ὁλόκληρον κεφάλαιον τοῦ Γερμανικοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον προνοεῖ περὶ τῆς ρυθμίσεως τῆς οἰκονομικῆς ἐν Γερμανίᾳ ζωῆς. Εἶναι γνωστή, φρονῶ, ἡ ἱστορία τοῦ ζητήματος τόσον εἰς ὁλόκληρον τὴν Εὐρώπην, ὅσον ἰδίᾳ ἐν Γερμανίᾳ, ὅπου ἡ οἰκονομικὴ ζωὴ ἐπροστατεύθη συνταγματικῶς ἀπὸ ὅλους ἐκείνους τοὺς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι ὑπερεμάχουν τοῦ σοσιαλιστικοῦ συστήματος καὶ οἱ ὁποῖοι διῴκησαν ἀμέσως μετὰ τὸν πόλεμον τὸ Γερμανικὸν Κράτος. Ἂν ἤθελέ τις νὰ ἐρευνήσῃ τὴν ἱστορίαν αὐτήν, θὰ εὕρισκεν ὅτι ὁλόκληρον τὸ κεφάλαιον τοῦτο τὸ ἀφορῶν τὴν ρύθμισιν τῆς οἰκονομικῆς ζωῆς οὐδὲν ἄλλο εἶναι παρὰ ἀκριβὲς ἀντίγραφον τῆς προκηρύξεως ἢ τοῦ διαγγέλματος, τὸ ὁποῖον ἐξέδωκαν πρὸς τὸν Γερμανικὸν λαὸν τὴν ἑπομένην τῆς ἐπικρατήσεως αὐτῶν οἱ σοσιαλισταί. Ἔχω ὑπ’ ὄψει μου ἓν ἐγχειρίδιον Γερμανικοῦ Συντάγματος μὲ σχόλια τοῦ συγγραφέως, ὁ ὁποῖος σχολιάζων τὸ κεφάλαιον τοῦτο λέγει πράγματα ἐλάχιστα μὲν ἀλλὰ σημαντικά, τὰ ὁποῖα θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε ἐν συντομίᾳ νὰ σᾶς εἴπω διὰ νὰ ἀποδείξω ὅτι ὅλαι αὐταὶ αἱ διατάξεις τοῦ κεφαλαίου τούτου τοῦ Γερμανικοῦ Συντάγματος, οὐδὲν ἄλλο πράττουν εἰμὴ νὰ προνοοῦν σοσιαλιστικῶς περὶ τῆς ρυθμίσεως τῆς οἰκονομικῆς ζωῆς ἐν Γερμανίᾳ καὶ δὴ πρὸς τὰς ἄκρας σοσιαλιστικὰς ἀντιλήψεις. Σᾶς ἀναγινώσκω τὰ ὀλίγα σχόλια, τὰ ὁποῖα παραθέτει ὁ συγγραφεύς....
§29ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποῖος συγγραφεύς;
§30Σ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Εἰς Poetsch. Διὰ νὰ ἀποδείξω ἀκριβῶς ὅτι ἡ διάταξις ὡς ἐτέθη, παρ’ ὅτι δὲν εὑρίσκεται ἐν συναρτήσει πρὸς ἄλλας διατάξεις σχετικάς, ἐτέθη διὰ νὰ ἀποτελέσῃ ἓν νέον συγκρότημα οἰκονομικῆς ζωῆς, ἐπικαλοῦμαι τὰ ἑξῆς. Τί σημαίνει ἡ διάταξις; Ἡ διάταξις σημαίνει ὅτι οἱαδήποτε Κυβέρνησις, οἱαδήποτε νομοθετικὴ ἐξουσία, ὅταν ἤθελε νομίσει ὅτι τὸ Α ἢ τὸ Β κτῆμα ἑνὸς ἰδιοκτήτου ἔχει ὑποχρεώσεις, δύναται νὰ τὸ ρυθμίσῃ κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε εἶναι δυνατὸν νὰ φθάσῃ καὶ μέχρι δημεύσεως. Εἶναι ἡ κοινωνικὴ σημασία τῆς διατάξεως, ἡ ὁποία ἀποκλίνει εἰς τὴν καθαρῶς σοσιαλιστικὴν ἄποψιν καὶ κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ ἰδιοκτησία παύει νὰ ὑφίσταται ὡς ἀτομικὸν δικαίωμα καὶ γίνεται κτῆμα τοῦ Κράτους. Εἶμαι σύμφωνος μὲ τὸν τῆς ἄκρας ἀριστερᾶς συνάδελφον, κατὰ τὸν ὁποῖον τὴν ἰδιοκτησίαν ὅπως ἐμφανίζεται, πρέπει νὰ τὴν θεωρήσωμεν ὡς βάσιν τοῦ ἀστικοῦ καθεστῶτος, ἀλλ’ ὅταν ἀφαιρέσητε τὴν βάσιν ταύτην, παραλύει ὁλοτελῶς ἡ ἔννοια τοῦ ἀστικοῦ καθεστῶτος καὶ δημιουργεῖται ἡ βάσις τοῦ κομμουνισμοῦ καὶ τοῦ μπολσεβικισμοῦ, διότι ἂν λείψῃ ἡ ἰδιοκτησία, παύει ἡ δυνατότης καὶ πᾶσα ἰδέα ἀτομικισμοῦ, θὰ μεταφερθῶμεν δὲ οὕτως ἐντὸς τοῦ πλαισίου τοῦ κομμουνισμοῦ. Ἀπὸ τῆς κοινωνικῆς ἀπόψεως θὰ πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν δύο τινά: ἂν εἶναι δυνατὸν νὰ λείψῃ ἡ ἰδιοκτησία ἐντελῶς καὶ ἂν εἶναι ὀρθὸν νὰ λείψῃ. Οὕτω θὰ κρίνωμεν, ἂν πράγματι συμφέρῃ ἢ εἶναι κοινωνικώτερον νὰ προσφύγωμεν εἰς τοὺς τύπους τῶν κομμουνιστικῶν πολιτευμάτων. Συμπαθῶ, κύριοι, ὅπως καὶ ἄλλοτε ἐδήλωσα, ἀπὸ θεωρίας τὰ κομμουνιστικὰ πολιτεύματα, διότι εἶναι ἀπὸ θεωρίας τὸ ὀρθότερα. Εὑρίσκω ὅτι θεωρητικῶς εἶναι τὰ ὀρθότερα, ὅπως θὰ ἦτο ὀρθότερον ἴσως καὶ ἂν ἐλέγομεν ὅτι προτιμώτερον πολίτευμα εἶναι τὸ ἀναρχικόν. Ἀλλ’ ἐπειδὴ εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατον νὰ ἐφαρμοσθῶσι καὶ ἐπειδὴ εἶναι ἀνεφάρμοστα, διότι εἶναι ἀνεφάρμοστος ἐν τῇ φύσει ὁ σκοπὸς αὐτῶν, διὰ τοῦτο ἀποστέργω τὴν ἄποψιν ταύτην τὴν θεωρητικὴν καὶ ἐξετάζων πρακτικώτερον τὰ πράγματα εὑρίσκω ὅτι τὸ ὀρθότερον, τὸ ἀσφαλέστερον καὶ καλύτερον πολίτευμα εἶναι τὸ ἀστικόν, εἰς τὸ ὁποῖον ὑπάρχει ὁ θεσμὸς τῆς ἰδιοκτησίας, τὸν ὁποῖον θεωρῶ ὡς τὸ κύριον ἴσως καὶ τὸ μόνον διακριτικὸν τοῦ ἀστικοῦ πολιτεύματος, διότι τοῦτο εἶναι τὸ πολίτευμα, εἰς τὸ ὁποῖον προάγεται ὁ πολιτισμός, στηριζόμενος ἀκριβῶς ἐπὶ τοῦ θεσμοῦ τῆς ἰδιοκτησίας. Διὰ νὰ ἀντιληφθῶμεν σαφέστερον τὴν ἐμφάνισιν καὶ τὴν χρησιμότητα τοῦ θεσμοῦ τῆς ἰδιοκτησίας θὰ πρέπει νὰ προσφύγωμεν εἰς τὴν ἱστορικὴν τοῦ θεσμοῦ ἀνασκόπησιν ἢ μᾶλλον εἰς τὴν ἱστορίαν καὶ τὸν τρόπον τῆς συγκροτήσεως καὶ τὴν ἔννοιαν τῆς Πολιτείας. Ἀλλὰ διὰ νὰ μὴ σᾶς κουράσω μὲ πράγματα τὰ ὁποῖα εἶναι γνωστά, θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς εἴπω μόνον τοῦτο· ὅτι συνεκροτήθη ἡ Πολιτεία ἐκ τῆς ἀνάγκης, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρέθησαν οἱ ἄνθρωποι νὰ ἐπιβάλλωσι μίαν διοίκησιν διὰ τὴν διατήρησιν τῶν κοινωνικῶν πραγμάτων ἢ ἀκριβέστερον μίαν δύναμιν, ἡ ὁποία ἔδει νὰ τεθῇ ὑπεράνω τῶν ἀτόμων. Τὰ ἄτομα καὶ ὁ κόσμος ἐν γένει ἐν ἀρχῇ βεβαίως δὲν ἦσαν συγκεκροτημένα εἰς Πολιτείαν. Ἔζων ὁμαδικῶς ἐντὸς πλαισίου οἰκογενειῶν, ἔπειτα κοινωνιῶν καὶ ἐπὶ τέλους εὑρέθησαν εἰς τὴν ἀνάγκην διὰ νὰ συγκροτηθῶσι διὰ τῶν Πολιτειῶν εἰς ἓν σύνολον, ὅπου ἕκαστος νὰ αἰσθάνεται, νὰ γνωρίζῃ καὶ νὰ σέβεται τὰ δικαιώματα καὶ τὰς ὑποχρεώσεις του πρὸς τὸν ἄλλον, ἔφθασαν, λέγω, εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ συγκροτήσουν τὴν Πολιτείαν, ἡ ὁποία θὰ ἠδύνατο διὰ τῆς δυνάμεώς της νὰ προσφέρῃ εἰς αὐτὰ τὴν καλυτέραν διαμόρφωσιν διοικήσεως ἐν τῷ κοινωνικῷ συνόλῳ. Ὅσον ὁ κόσμος προήγετο καὶ ἕκαστον ἄτομον ἀπέκτα μεγαλυτέρας ἀξιώσεις δι’ ἑαυτό, ἐπὶ τοσοῦτον αἱ διακρίσεις τῶν τάξεων ἐγένοντο μεγαλύτεραι. Ἐφόσον ὁ κόσμος ἀνεπτύσσετο πνευματικῶς, ἐφόσον προήγετο ὑπὸ τὸν πολιτισμόν, ἐπὶ τοσοῦτον εἶχε πρὸ ὀφθαλμῶν τὴν ἀνάπτυξιν τῶν ἐπιθυμιῶν αὑτοῦ, τῶν ὀρέξεών του, τοιουτοτρόπως ὥστε νὰ γίνῃ ἀπαιτητικώτερος ἀπέναντι τοῦ πλησίον. Ἰδού, κύριοι, ἡ βάσις ἐπὶ τῆς ὁποίας, κατ’ ἐμέ, στηρίζεται ἡ ἰδιοκτησία, ἡ ἀπαιτητικότης τοῦ διανοητικῶς ἀνεπτυγμένου ἀνθρώπου ἀπετέλεσε τὴν ἀνάγκην καὶ τὴν βάσιν ἐπὶ τῆς ὁποίας ἐστηρίχθη ἡ ἔννοια τῆς ἰδιοκτησίας διότι ὁ ἄνθρωπος ὁ ὁποῖος ἐδημιούργησε μείζονας ἀξιώσεις διὰ τὸν ἑαυτόν του, εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐργασθῇ πλέον τοῦ ἄλλου. Αὐτὴ εἶναι ἡ βάσις καὶ ἡ φυσικότης τοῦ δικαίου τῆς ἰδιοκτησίας, ὅπως ὁ ἄνθρωπος ἐννοεῖ τὴν ζωήν του ὡς δίκαιον φυσικόν, τοιουτοτρόπως ἐννοεῖ καὶ τὴν ἰδιοκτησίαν, διότι αὐτὸ εἶναι τὸ μέσον μὲ τὸ ὁποῖον ἀνταποκρίνεται ἕκαστος εἰς τὰς ἀνάγκας του. Τοιουτοτρόπως ἀντιλαμβάνομαι καὶ ἐγὼ τὴν ἔννοιαν τῆς ἰδιοκτησίας ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῆς κοινωνικῆς καὶ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῆς φυσικότητος αὐτῆς. Νομίζω λοιπὸν ὅτι ἀπ’ αὐτῆς τῆς ἀπόψεως ἐξεταζόμενον τὸ πρᾶγμα, θὰ μᾶς δώσῃ τὴν ἀντίληψιν ὅτι πρόκειται περὶ δικαίου φυσικοῦ, ὅτι εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατον νὰ λείψῃ ἀπὸ τὴν ἔννοιαν τοῦ κοινωνικοῦ συνόλου, διότι εἶναι δίκαιον τὸ ὁποῖον φυσικῶς ἀνήκει εἰς τὸν ἄνθρωπον. Τώρα ἂς ἐξετάσωμεν εἶναι δίκαιον καὶ ὀρθὸν νὰ λείψῃ ἡ ἰδιοκτησία; Εἶμαι ὑποχρεωμένος ἐρευνῶν τὸ θέμα τοῦτο νὰ ἀνατρέξω ἐπ’ ὀλίγον εἰς τὰς σκέψεις μου περὶ τοῦ πῶς ἐνεφανίσθη ἡ ἰδιοκτησία ἐν τῇ Κοινωνίᾳ. Θὰ ἀπησχόλουν βεβαίως πολὺ τὴν Βουλὴν ἂν ἤθελον διεξοδικῶς ἐνδιατρίψει εἰς τὰ ἱστορικὰ σημεῖα, τὰ ὁποῖα διέτρεξεν ἡ ἔννοια τῆς ἰδιοκτησίας. Ἡ βάσις εἶναι αὐτή· ὅτι ἡ ἰδιοκτησία ἐνεφανίσθη τὸ πρῶτον ὅταν ὁ κόσμος ἐνεφάνισε τὴν ἀνάγκην τῆς διακρίσεως τῶν ἀξιώσεων. Ἡ βάσις τῆς διανομῆς τοῦ πλούτου, ἡ ἀφορμὴ τῆς διανομῆς τοῦ πλούτου εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία ἐνεφάνισε τὴν ἰδιοκτησίαν. Εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς ἐμφανίσεως τοῦ ἀνθρώπου, ὅτε ἡ γῆ παρεῖχε τὰ προϊόντα της ἄφθονα εἰς τοὺς ὀλίγους κατοίκους της, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀναφανῇ φυσικῶς ἡ ἔννοια τῆς ἀτομικῆς ἰδιοκτησίας, διότι οὐδεὶς τότε ἦτο δυνατὸν νὰ παραπονεθῇ διὰ τὴν ἄνισον τοῦ πλούτου διανομήν. Οὕτω λοιπὸν ἡ ἰδιοκτησία ἐνεφανίσθη κατ’ ἀρχὰς ὡς συλλογικὴ ἰδιοκτησία, διῆλθεν ἔκτοτε τὰ στάδια τῆς ἀτομικῆς ἰδιοκτησίας, ἤδη γίνεται πάλιν ἀπόπειρα νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὸ σύστημα, ἀπὸ τὸ ὁποῖον ἀφωρμήθησαν καὶ ἐξεκίνησαν οἱ ἄνθρωποι. Ἄν νομίζητε ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς αὐτὸ τὸ σύστημα, τότε δύνασθε νὰ ψηφίσητε τὴν διάταξιν αὐτήν, ἀλλὰ τότε καὶ ἀνοίγετε τὰς θύρας διάπλατα εἰς τὴν σοσιαλιστικὴν ἀντίληψιν. Διὰ νὰ μὴ σᾶς κουράσω πολύ, θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀναγνώσω ὅσα εἶπεν ὁ Portalis, ὁ εἰσηγητὴς τοῦ περὶ ἰδιοκτησίας θέματος εἰς τὴν Συντακτικὴν Συνέλευσιν τῶν Γάλλων, ὁ ὁποῖος ἀντικρούων τὰς ἰδέας ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐνεφοροῦντο ἀπὸ τὸ πνεῦμα τοῦ Ρουσσὼ καὶ τοῦ Μαλβίνου, ἐπολέμησεν ὡραιότατα τὴν βάσιν τῆς κοινοτικῆς ἰδιοκτησίας, ὑποστηρίξας διὰ πειστικωτάτων ἐπιχειρημάτων τὴν βάσιν τῆς ἀτομικῆς ἰδιοκτησίας, διότι ἐπιμένω καὶ νομίζω ὅτι ἡ ἀτομικὴ ἰδιοκτησία ἀπετέλεσε τὴν βάσιν τῆς προόδου καὶ τοῦ πολιτισμοῦ ἐπὶ ἕνα ὁλόκληρον αἰῶνα καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὸ σύστημα τὸ παλαιόν, τὸ ὁποῖον κατεφάνη ἀδύνατον ἐν τῇ ἐφαρμογῇ του. Λέγει λοιπὸν (ἀναγινώσκει): «Τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας.... κλπ.» Μὲ τόσον ἐπιμεμελημένας φράσεις καὶ σοβαρὰ ἐπιχειρήματα ὑπεστηρίχθη ἡ ἄποψις τῆς ἰδιοκτησίας ἀπὸ ἀνθρώπους οἱ ὁποῖοι ἠσθάνθησαν βαθέως τὴν ἔννοιαν αὐτῆς. Ἰδοὺ διατί πιστεύω ὅτι τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας εἶναι ἀπολύτως φυσικὸν καὶ ἰδοὺ διατί πιστεύω ὅτι εἶναι τόσον πολύτιμος ὅσον καὶ ἡ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου. Διότι πιστεύω ὅτι ἐπ’ αὐτοῦ στηρίζεται ὁλόκληρον τὸ εἶναι τῆς ἀνθρωπίνης ὑπάρξεως, ὁλόκληρος ἡ πρόοδος ἡ ἐκπολιτιστικὴ καὶ ὁλόκληρος ἀκόμη, ἄν θέλητε, ἡ φιλοσοφία τοῦ τελευταίου αἰῶνος, ἡ ὁποία ἐπ’ αὐτοῦ ἐστηρίχθη. Τώρα ἐπαναλαμβάνω μεταξὺ αὐτῶν τῶν σκέψεων θὰ πρέπει ἀκόμη νὰ ἐξετάσωμεν ποία θὰ εἶναι ἡ ὀρθοτέρα, ποῖον τὸ ὀρθότερον σύστημα. Ἡ ἐξάλειψις τῆς ἰδιοκτησίας ἢ ἡ διατήρησις αὐτῆς ὡς διετηρήθη μέχρι σήμερον; Ἐγώ, κύριοι, ἀδιστάκτως πιστεύω ὅτι ἄνευ θεσμοῦ ἀτομικῆς ἰδιοκτησίας δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ Κοινωνία καὶ ἂν ὑπάρξῃ πρὸς στιγμήν, θὰ ἐξαλειφθῇ μετ’ ὀλίγον, ἀκολουθοῦσα τὸν νόμον τῆς ἀντιθέσεως καὶ τοῦ φυσικῶς ἀδυνάτου τῆς ἰσότητος. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ φαντασθῇ κανεὶς ζωὴν ἐν πλήρει ἰσότητι ὅπως τὴν φαντάζονται οἱ κομμουνισταί. Τίς θὰ κοπιάσῃ, τίς θὰ ἐργασθῇ διὰ τὸν ἄλλον; Αὐτὸς ὁ Λένιν τῆς Ρωσσίας ὁ πράγματι σοφὸς τί λέγει περὶ τῆς ὀργανώσεως τῆς Κοινωνίας; (Ἀναγινώσκει). Ἀλλ’ ἐρωτῶ· εἶναι δυνατὸν ποτὲ νὰ ὑπάρξῃ τοιοῦτος πολιτισμός, τοιαύτη πρόοδος ἐκπολιτιστική, ὥστε πάντες νὰ ἐργασθοῦν διὰ τὸ σύνολον, ὥστε τὸ συμφέρον τοῦ ἀτόμου νὰ ὑποχωρήσῃ εἰς τοιοῦτον σημεῖον, εἰς τὸ συμφέρον τοῦ συνόλου, ὥστε εἷς ἕκαστος νὰ ἵσταται ἐπὶ τοῦ ἠθικοῦ ἐκείνου ἐπιπέδου, ὥστε νὰ ἐργάζεται διὰ τὸ σύνολον; Ἀναμφισβητήτως ὄχι. Καὶ ἐπὶ τέλους δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ αὐτοῦ τοῦ εἴδους ἡ ἰσότης, ἐφόσον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ αὐτοῦ τοῦ εἴδους ἡ ἐργασία τοῦ ἀτόμου διὰ τὸ σύνολον. Πρέπει νὰ ὑπάρξῃ τι κίνητρον, νὰ ὑπάρχῃ μία ἀφετηρία πρέπει νὰ ὑπάρχῃ μία βάσις, ἐπὶ τῆς ὁποίας στηριζόμενον τὸ ἀτομικὸν κίνητρον νὰ δημιουργήσῃ τὰ στοιχεῖα ἐκεῖνα, ἐπὶ τῶν ὁποίων στηρίζεται ὁλόκληρος ὁ πολιτισμός. Οὕτω τέλος ἐγὼ ἀντιλαμβάνομαι ὅτι δύναται νὰ ὀρθοποδήσῃ ἡ Κοινωνία Ἡ μομφή, ἡ ὁποία ἐξεφράσθη κατὰ τῆς Κοινωνίας, ὅτι δημιουργεῖ τὴν κοινωνικὴν ἀνισότητα, εἶναι ἀπολύτως ἄδικος διότι αὐτὸς ὁ ἴδιος, ὁ ὁποῖος χθὲς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου μᾶς εἶπεν ὅτι ἡ ἰδιοκτησία δημιουργεῖ τὴν κοινωνικὴν ἀνισότητα, ἐρωτηθεὶς ὑπ’ ἐμοῦ ἂν εἰς τὴν κοινωνικὴν ἀνισότητα αὐτὴν ὑπάρχουν καὶ ἄλλοι παράγοντες οἱ ὁποῖοι πρέπει νὰ ὑπολογισθοῦν, δὲν ἠθέλησε νὰ ἀπαντήσῃ. Δίδω τὴν ἀπάντησιν αὐτὴν ἐγὼ λέγων ὅτι ἡ κοινωνικὴ ἀνισότης δημιουργεῖται ἀκριβῶς ἀπὸ τὴν ἀνισότητα τὴν ἐνυπάρχουσαν ἐν τῇ φύσει τοῦ ἀτόμου καὶ τῆς ζωῆς. Ἡ κοινωνικὴ ἀνισότης ἐκείνη, περὶ τῆς ὁποίας ἀκριβῶς ὑπῃνίχθη ὁ κ. Μάξιμος καὶ τὴν ὁποίαν μᾶς ἐνεφάνισε καὶ διὰ παραδείγματος, κατὰ τὸ ὁποῖον τινὲς ἐκ τῶν κληρούχων ἔλαβον μερικὰ στρέμματα σήμερον διὰ νὰ ἔχουν αὔριον περισσότερα, αὐτή, λέγω, στηρίζεται κυρίως ἐπ’ τῆς ἐλλείψεως τῆς ἱκανότητος τοῦ ἀτόμου ἐκείνου, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διατηρήσῃ τὸ κτηθέν, ὅπως ἐξαρτᾶται, ἐπαναλαμβάνω καὶ ἐκ τῆς ἱκανότητος τοῦ ἄλλου, ὁ ὁποῖος θὰ κατακτήσῃ ἀπολύτως τὰ τοῦ πλησίον του, ἐπειδὴ εἶναι ἱκανώτερος. Αὐτὴ εἶναι ἡ βάσις ἡ δικαιολογητική, ἐκ τῆς ὁποίας ὁρμώμενος λέγω ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ἰσότης τοιαύτη, τὴν ὁποίαν σεῖς ζητεῖτε διὰ τῆς καταργήσεως τῆς ἰδιοκτησίας. Καταλήγω λοιπὸν εἰς τὴν ἀντίληψιν ὅτι βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ στερήσωμεν τοὺς ἀγρότας ἐκείνου τὸ ὁποῖον ἔχουν ἢ ἐκείνου τὸ ὁποῖον τοὺς ἀνήκει, ἀλλὰ θέλω νὰ δώσω μίαν ἄλλην δικαιολογίαν ἢ νὰ δώσωμεν πάντες τὴν δικαιολογίαν ὅτι ὁ ἀγρότης ὁ καλλιεργῶν ἐπὶ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν τὴν γῆν ἀποκτᾷ ἐπὶ τοῦ ἀγροῦ τὸν ὁποῖον θέλει νὰ ἀπαλλοτριώσῃ ἓν εἶδος ἰδιωνύμου συγκυριότητος μετὰ τοῦ ἰδιοκτήτου. Οὕτω δυνάμεθα νὰ δικαιολογήσωμεν πλήρως τὴν ἀποκατάστασιν τῶν ἀκτημόνων καλλιεργητῶν, χωρὶς νὰ διαταράσσωμεν τὴν ἀλήθειαν τῆς ἰδιοκτησίας. Ἀλλ’ ἐφόσον θέλομεν νὰ προχωρήσωμεν ἔτι περαιτέρω διὰ νὰ ἐγκαταστήσωμεν ἄλλους, οἱ ὁποῖοι ἔχουν ἀνάγκην ἐγκαταστάσεως χωρὶς νὰ ἔχουν τοιαύτην σχέσιν πρὸς τὴν γῆν δικαιολογοῦσαν τὴν ἰδιώνυμον συγκυριότητα, περὶ τῆς ὁποίας εἶπον, ἐπαναλαμβάνω ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ στραφῶμεν πρὸς τὸ Κράτος διὰ νὰ ἱκανοποιήσωμεν τοὺς ἰδιοκτήτας αὐτοὺς τοὺς στερουμένους διὰ τὸν λόγον αὐτὸν τῆς γῆς. Προκειμένου δὲ νὰ κρίνωμεν τὴν ἀποζημίωσιν, πρέπει νὰ εἴπω ὅτι αὕτη πρέπει νὰ εἶναι καὶ πλήρης καὶ δικαία. Ἡ λέξις «ἀποζημίωσις»....
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ σᾶς διακόψω, διότι παρῆλθε τὸ τέταρτον.
§32Σ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Τελειώνω, κ. Πρόεδρε. Ἡ λέξις «ἀποζημίωσις» ἔχασεν ὁλοκληρωτικῶς τὴν σημασίαν της, διότι σήμερον ἡ ἀποζημίωσις εἶναι τὸ 20ὸν τῆς προπολεμικῆς ἀξίας καὶ διὰ τοῦτο εἶμαι τῆς γνώμης ὅτι πρέπει νὰ προσθέσωμεν τὴν λέξιν «πλήρους», ἡ ὁποία θὰ ἐξασφαλίζῃ τὴν δικαιοσύνην ἐν τῇ ἐννοίᾳ τῆς ἀπαλλοτριώσεως. Θὰ ἐνόμιζα δὲ ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ προνοήσωμεν καὶ περὶ τῶν ἀπαλλοτριώσεων ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι γίνονται ὑπὸ τὴν ἐπιφάνειαν τοῦ ἐδάφους, διότι, ὅπως ἐξειλίχθησαν σήμερον αἱ βιομηχανίαι, ἰδίως τῆς ἐκμεταλλεύσεως τῶν μετάλλων, δημιουργοῦν πολλάκις ζητήματα ἀποζημιώσεων καὶ ἔχω παραδείγματα μεταλλωρυχείων ἐν τῇ πατρίδι μου, κατὰ τὰ ὁποῖα οἱ μεταλλωρῦχοι ἔφθασαν μέχρι τοιούτου σημείου ὑπὸ τὴν γῆν, ὥστε διέσεισαν ὁλόκληρα χωρία καὶ οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ δὲν γνωρίζουν ποῦ νὰ στραφοῦν νὰ ζητήσουν ἀποζημίωσιν. Αὐτά, κύριοι, εἶχον νὰ εἴπω προκειμένου περὶ τῆς συνταγματικῆς αὐτῆς διατάξεως.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Θ. Χαβίνης ἔχει τὸν λόγον.
§34Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Κύριοι βουλευταί, ὑφ’ ὅλων τῶν συναδέλφων τῶν ἀγορευσάντων εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἰδιοκτησίας ἀνεγνωρίσθη τὸ δικαίωμα αὐτῆς, ἀλλὰ καὶ ὑπὸ τῶν πλείστων ἀνεγνωρίσθη ἐπίσης ὅτι ἡ ἰδιοκτησία ὑπέστη καὶ ὑφίσταται προσβολὰς καὶ περιορισμούς. Μεγαλυτέραν προσβολὴν ὑπέστη ἡ ἰδιοκτησία διὰ τοῦ ἀγροτικοῦ νόμου. Δὲν θέλω νὰ ἀναφέρω παραδείγματα ἐξ ἄλλων Κρατῶν. Θ’ ἀναφέρω μόνον τὰ Κράτη, τὰ ὁποῖα δὲν συνδέονται μὲ τὸν Ρωμαϊκὸν πολιτισμόν, ὅπου ἡ ἰδιοκτησία ὑπέστη τὸν μεγαλύτερον περιορισμόν. Αὐτὴ ἡ Μουσουλμανικὴ νομοθεσία δὲν ἀναγνωρίζει τὸ δικαίωμα τῆς ἀτομικῆς ἐγγείου ἰδιοκτησίας παρὰ μόνον εἰς τὸν ἀγρόν, τὸν ὁποῖον ὁ ἰδιοκτήτης ἐκαλλιέργησεν ἢ ἤρδευσεν ἤ, ὅπως λέγει τὸ Κοράνιον, τὸν ὁποῖον ἐξωογόνησε. Γενικῶς δὲ σύμφωνα μὲ τὴν σημερινὴν ἀντίληψιν τῆς ἰδιοκτησίας ὁ ἰδιοκτήτης ἑνὸς ἀγροκτήματος θεωρεῖται ἁπλοῦς διαχειριστὴς αὐτοῦ διὰ λογαρισμὸν τοῦ Ἔθνους, ἀπέναντι τοῦ ὁποίου εἶναι δι’ αὐτὸ ὑπεύθυνος. Θεωρεῖται δηλ. ἡ ἰδιοκτησία ὡς δημόσιον λειτούργημα. Αἱ μεγάλαι ἀγροτικαὶ ἰδιοκτησίαι παρ’ ἡμῖν, ἰδίως εἰς τὰς Νέας Χώρας, ὡς καὶ εἰς ὅλα τὰ Κράτη, εἶναι ἀποτέλεσμα κατακτήσεως καὶ ἁρπαγῆς. Δὲν σᾶς διαφεύγει βεβαίως τὸ γεγονὸς τῆς Ἰρλανδικῆς Ἐπαναστάσεως. Τὸ Ἰρλανδικὸν ζήτημα δὲν ἦτο τίποτε ἄλλο παρὰ ἀγροτικὸν ζήτημα. Ὅλαι αἱ γαῖαι ἐν Ἰρλανδίᾳ ἦσαν διανεμημέναι μεταξὺ ὀλίγων λόρδων, οἱ δὲ ἀγρόται, καίτοι εἰργάζοντο ἐντατικῶς, ἐστεροῦντο ἐν τούτοις τῶν ἀπολύτως ἀναγκαίων πρὸς τὸ ζῆν. Ἐδέησε τότε νὰ γίνῃ μία ἐπανάστασις, ἡ ὁποία διήρκεσε τόσα ἔτη καὶ ἡ ὁποία ἐξειλίχθη εἰς ἐθνικὴν ἐπανάστασιν, ἧς ἀποτέλεσμα ἦτο ἡ σχεδὸν πλήρης ἀνεξαρτησία τῆς Ἰρλανδίας. Ἐν αὐτῇ τῇ Γαλλίᾳ κατὰ τὸν πόλεμον ἔγιναν πλεῖστοι περιορισμοὶ τῆς ἰδιοκτησίας. Διὰ νόμου ἐθεσπίσθη ὅτι, ἂν εἷς ἀγρὸς δὲν ἐκαλλιεργεῖτο ὑπὸ ἰδιοκτήτου, ἠδύνατο νὰ καλλιεργηθῇ ὑπὸ τοῦ γείτονος ἢ ὑπὸ τῆς κοινότητος. Τοιαύτη εἶναι ἡ ἀντίληψις περὶ τῆς ἰδιοκτησίας σήμερον. Προκειμένου δὲ περὶ ἀγροκτημάτων μεγάλων, λόγῳ τῆς προελεύσεως αὐτῶν, δύναταί τις νὰ εἴπῃ ὅτι ἡ ἰδέα τῆς ἰδιοκτησίας ἔπαυσε νὰ εἶναι ἱερά. Διότι δὲν δύναμαι νὰ φαντασθῶ τοὐλάχιστον ἐγὼ πῶς εἶναι δυνατὸν εἷς ἄνθρωπος γεννηθεὶς ἑκατομμυριοῦχος, εἷς ἰδιοκτήτης μεγάλων ἀγροκτημάτων νὰ νέμεται αὐτὰ ἐπὶ ὁλόκληρα ἔτη χωρὶς νὰ συντελῇ διὰ τῆς προσωπικῆς του ἐργασίας εἰς τὴν καλλιέργειαν καὶ εἰς τὴν βελτίωσιν αὐτῶν. Διὰ τοῦτο ὅλα τὰ Ἔθνη μετὰ τοὺς πολέμους ἀνεγνώρισαν τὴν ἱερὰν ὑποχρέωσιν αὐτῶν ὅπως φροντίσωσι διὰ τὴν ἀποκατάστασιν τῆς μερίδος ἐκείνης τοῦ λαοῦ, τῶν γεωργῶν οἱ ὁποῖοι προσέφεραν εἰς τὴν Πατρίδα ὑπὲρ πᾶσαν ἄλλην τάξιν ὅ,τι εἶχον πολυτιμώτερον, τὴν ζωήν των, κατὰ τοὺς πολέμους. Διότι οἱ γεωργοί, κύριοι συνάδελφοι, ἀπετέλεσαν πάντοτε τὴν πρώτην γραμμὴν τῆς μάχης ἢ μᾶλλον αὐτοὶ καὶ μόνοι κατὰ τὰ 99%, ἐνῷ ὅλοι οἱ ἐγγράμματοι ἦσαν εἰς τὰ διάφορα γραφεῖα.
§35Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Ὄχι δά.
§36Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε, κ. συνάδελφε, νὰ ἔχω ἀντίθετον γνώμην. Ὑπῆρξαν στιγμαὶ κατὰ τὸν πόλεμον, κατὰ τὰς ὁποίας διοικηταὶ Συνταγμάτων δὲν εὕρισκον γραφεῖς διὰ τοὺς λόχους των. Ἂν θέλητε νὰ πεισθῆτε περὶ τούτου, ζητήσατε τὰ ὀνόματα τῶν φονευθέντων στρατιωτῶν καὶ θὰ ἴδητε ὅτι τὰ 99% εἶναι ἐκ τῶν ἀγροτῶν καὶ γενικῶς τῆς κατωτέρας τάξεως τοῦ λαοῦ. Καὶ ἐν Ρουμανίᾳ, ἐν τῇ εἰσηγητικῇ ἐκθέσει τοῦ νομοσχεδίου τοῦ καθορίζοντος ὅπως τὸ ⅓ τοῦ τιμήματος τῆς ἀπαλλοτριώσεως ἑκάστου κτήματος βαρύνει τοὺς ἰδιοκτήτας, τὸ ⅓ τὸ Κράτος καὶ τὸ ⅓ τοὺς ἀγρότας ἀνεφέρετο ὅτι ὤφειλον αἱ λοιπαὶ τάξεις, χάριν τῶν ἀγροτῶν πολεμιστῶν, νὰ ἐπιβαρυνθοῦν μὲ τὸ ⅓ καὶ ὄχι ὅλον τὸ Κράτος, διότι τὸ Κράτος εἶναι 70% ἀγρόται. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἔπρεπεν ἐν τῷ ἀγροτικῷ νόμῳ νὰ γίνεται διάκρισις μεταξὺ μεγάλων καὶ μικρῶν ἀγροκτημάτων, ὡς καὶ μεταξὺ κτημάτων τὰ ὁποῖα δι’ ἰδίας ἐργασίας ἀπεκτήθησαν καὶ κτημάτων τὰ ὁποῖα ἐκληρονόμησαν ἢ ἠγόρασαν τινὲς ἀντὶ ἐλαχίστου ποσοῦ οἱ σήμερον ἰδιοκτῆται. Ταῦτα ἔπρεπε νὰ ἀπαλλοτριοῦνται κατὰ προτίμησιν καὶ καθολοκληρίαν. Ὑπὸ τὰς ἀντιλήψεις αὐτὰς καὶ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἐψήφισε τὸν πρῶτον ἀγροτικὸν νόμον, ὅστις ἐφηρμόζετο μεθοδικῶς. Ἦλθεν ὅμως ἡ θεομηνία τῆς Μικρασιατικῆς καταστροφῆς, ἕνεκα τῆς ὁποίας ἑκατοντάδες χιλιάδων ἀγροτῶν προσφύγων συνεσωρεύθησαν εἰς τὰς ἀκτὰς τῆς Ἑλλάδος. Ἡ τότε Κυβέρνησις εὑρέθη εἰς τὴν ἐπείγουσαν ἀνάγκην νὰ ἐπιτάξῃ γαίας, τὰς ὁποίας παρεχώρησεν εἰς αὐτοὺς πρὸς καλλιέργειαν. Συνεπείᾳ τούτου ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη εὑρέθη πρὸ τοῦ ἑξῆς ζητήματος. Διὰ τῆς ἐπιτάξεως ἀγροκτημάτων πρὸς ἀποκατάστασιν τῶν προσφύγων ἐγεννήθη μία τρομερὰ ἀνισότης μεταξὺ ἀγροτῶν προσφύγων καὶ γηγενῶν, διότι, ἐνῷ οἱ πρόσφυγες ἀποκαθίσταντο ἀγροτικῶς, οἱ γηγενεῖς ἔβλεπον πλησιέστατα τῶν χωρίων των τοὺς πρόσφυγας καλλιεργοῦντας, ἐνῷ αὐτοὶ ἐστεροῦντο καὶ τῆς ἐλαχίστης ἐκτάσεως γῆς πρὸς καλιέργειαν. Ἐν Ἠπείρῳ ἰδίως συμβαίνει καὶ τοῦτο τὸ ἐξαιρετικόν, ὅτι τὰ περισσότερα μεγάλα ἀγροκτήματα προέρχονται ἐκ κατακτήσεων καὶ ἁρπαγῆς τῶν κτημάτων τῶν χωρικῶν, εἰς τὰ ὁποῖα ἀγροκτήματα εἶναι ἀκόμη εὐκρινῆ τὰ ὅρια τῶν κτημάτων ἑνὸς ἑκάστου χωρικοῦ. Καὶ ἔβλεπον οἱ ἀκτήμονες ἀγρόται τοὺς πρόσφυγας ἀποκαθισταμένους εἰς τὰ χωράφια των, αὐτοὶ δὲ νὰ μὴ δύνανται νὰ ἀποκατασταθῶσιν. Ὡς ἐκ τῆς ἀδικίας καὶ ἀνισότητος ταύτης ἠναγκάσθη ἡ τότε Κυβέρνησις νὰ ἐπιταχύνῃ τὴν ἀποκατάστασιν τῶν γηγενῶν ἀκτημόνων καλλιεργητῶν καὶ νὰ ἐπιτρέψῃ τὴν ἀπαλλοτρίωσιν ὑπὲρ αὐτῶν καὶ ἄνευ προηγουμένης ἀποζημιώσεως πλείστων ἐκτάσεων. Ἐλέχθη ὑφ’ ὅλων τῶν ἀγορευσάντων ἀξιοτίμων συναδέλφων ὅτι ὅλοι εἶναι ὑπὲρ τῆς ἀποκαταστάσεως τῶν ἀκτημόνων καλλιεργητῶν, ὑπὸ τὸν ὅρον ὅμως νὰ ἀποζημιωθῶσιν οἱ ἰδιοκτῆται καὶ μάλιστα διὰ πλήρους ἀποζημιώσεως. Καὶ ἐρωτῶ· ποῖος θὰ τοὺς ἀποζημιώσῃ διὰ πλήρους ἀποζημιώσεως; Ἀπαντοῦν· τὸ Κράτος. Πῶς θὰ ἀποζημιώσῃ τὸ Κράτος τοὺς ἰδιοκτήτας; Διὰ φορολογίας;
§37ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Νὰ παύσῃ τοὺς μεγάλους μισθοὺς καὶ τὰς συντάξεις.
§38Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Νὰ τὰς καταργήσῃ.
§39Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Ὅλοι οἱ νέοι ἄνθρωποι νὰ μὴ λαμβάνωσι συντάξεις. Ὑπάρχουν στρατηγοὶ 30 ἐτῶν ἐν ἀποστρατείᾳ. Νὰ δώσητε τὸ παράδειγμα σεῖς. (Θόρυβος).
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις διὰ 10 λεπτά.
(Ὥρα 7.30′ μ. μ.)
ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΚΟΠΗΝ
(Ὥρα 7.40′ μ. μ.)
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Ὁ κ. Θ. Χαβίνης παρακαλεῖται νὰ συνεχίσῃ τὴν ἀγόρευσίν του.
§42Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Ἐλέχθη, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι πρέπει νὰ πληρώσῃ τὴν ἀποζημίωσιν εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας τὸ Κράτος. Ἠρώτησα, πῶς πρέπει νὰ πληρώσῃ τὸ Κράτος; Διὰ φορολογίας τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ;
§43Μ. ΜΑΝΤΑΣ. Νὰ περικόψῃ τὰς συντάξεις.
§44Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Χιλίων ἑπτακοσίων δραχμῶν σύνταξιν λαμβάνω. Ἂς τὰς κόψῃ, ἐμοῦ τοὐλάχιστον, ἂν νομίζητε ὅτι 32 ἐτῶν ὑπηρεσία δὲν ἀξίζει 1700 δραχμῶν σύνταξιν. Ἐγὼ εἶμαι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου εἰς τὴν προηγουμένην Συνέλευσιν ὑπεστήριξα τὴν ἐλάττωσιν τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ Στρατοῦ εἰς 9 μεραρχίας καὶ ἂν θέλητε νὰ βεβαιωθῆτε, δύνασθε νὰ ἀναγνώσητε τὰ σχετικὰ πρακτικά.
§45Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Βέβαια, ἀφοῦ ἔγινες στρατηγός, ἐζήτεις τὴν ἐλάττωσιν.
§46Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Δὲν ἀπαντῶ σὲ σᾶς.
§47Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Βεβαίως δὲν ἠμπορεῖς νὰ ἀπαντήσῃς σὲ μένα.
§48Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ παρεκάλουν νὰ περιορίσητε τὸν κ. συνάδελφον, ὁ ὁποῖος κατὰ σύστημα διακόπτει κατὰ τρόπον οὐχὶ σύμφωνον πρὸς τὰς ἀντιλήψεις τῆς Βουλῆς καὶ νὰ τὸν ὑποχρεώσητε νὰ τηρῇ τὴν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἐπιβεβλημένην σοβαρότητα, ἐφαρμόζοντες τὸν Κανονισμόν.
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἔχω νὰ κάμω ἄλλο παρὰ μίαν σύστασιν. Αὐτὸ τὸ δικαίωμα ἔχω ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ.
§50Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Ἐλέχθη ὅτι πρέπει τὸ Κράτος νὰ πληρώσῃ τοὺς ἰδιοκτήτας δι’ ἐπιβολῆς φορολογίας. Διὰ ποίας φορολογίας, ἀμέσου ἢ ἐμμέσου; Τῶν ἀμέσων φόρων ἡ εἴσπραξις ὡς γνωρίζετε, κύριοι συνάδελφοι, εἶναι προβληματική, διότι μέχρι σήμερον ἐλαχίστη εἶναι ἡ ἀπόδοσις αὐτῶν. Ἂν ἡ εἴσπραξις τῶν ἀμέσων φόρων ἦτο εὔκολος, τὸ Κράτος θὰ ἦτο εἰς θέσιν καὶ τὴν ἀποζημίωσιν τῶν ἰδιοκτητῶν νὰ πληρώσῃ καὶ τὴν ἰσοσκέλισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ νὰ ἐπιτύχῃ. Συνεπῶς θὰ καταλήξῃ ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν ἐπιβολὴν ἐμμέσου φορολογίας, ἥτις εἶναι καὶ εὐκόλου εἰσπράξεως καὶ ταχείας ἀποδόσεως. Ἡ ἔμμεσος ὅμως φορολογία ἐπιβαρύνει, ὡς γνωστόν, τὸν λαόν, δηλαδὴ τοὺς ἀγρότας ἀποτελοῦντας τὰ 60% τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ. Ἐλέχθη ἐπίσης ὅτι δύνανται νὰ πληρώσωσιν οἱ ἀγρόται περισσότερον ἀπὸ ὅ,τι πληρώνουν σήμερον. Δὲν πιστεύω νὰ ἀγνοεῖτε ὅτι γίνεται σκέψις ὅπως ὅλοι οἱ ἀποκατασταθέντες καὶ ἀποκατασταθησόμενοι ἀκτήμονες καλλιεργηταὶ πληρώσωσι φορολογίαν τινὰ πλέον διὰ τὴν ἀποζημίωσιν τῶν ἀπαλλοτριωθέντων κτημάτων τῶν Τούρκων ὑπηκόων, ἅτινα συμφώνως πρὸς τὴν Ἑλληνοτουρκικὴν σύμβασιν θὰ ἐξαγορασθῶσιν ὑπὸ τοῦ Κράτους εἰς τὴν πραγματικὴν αὐτῶν τιμήν. Ἐκτὸς αὐτοῦ δὲν φαντάζομαι ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνθέξωσιν οἱ ἀγρόται εἰς μεγαλυτέραν φορολογίαν. Ἀλλ’ ἂς ἐξετάσωμεν τί πληρώνουν σήμερον οἱ ἀγρόται ὡς ἀποζημίωσιν τῶν ἀπαλλοτριωθέντων κτημάτων καὶ ἂν ἡ ἀποζημίωσις αὕτη εἶναι ἐπαρκής. Ἀξιότιμοι συνάδελφοι, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ ὁ κ. Μάρκου, ὑπέβαλον τὴν γνώμην ὅπως οἱ ἀγρόται πληρώσωσι τὸ ⅓ τῆς ἀξίας τῶν κτημάτων. Οἱ ἀγρόται ἤδη σχεδὸν πληρώνουν τὸ ⅓ τῆς προπολεμικῆς ἀξίας ἐκτιμημένης εἰς χρυσόν, οὐχὶ δὲ καὶ τὸ ⅓ τῆς σημερινῆς ἀξίας τοῦ κτήματος, καθόσον τὰ κτήματα ὑπερετιμήθησαν κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη κατὰ πολύ, διότι κτῆμα τὸ ὁποῖον προπολεμικῶς ἐτιμᾶτο 20 δραχμὰς κατὰ στρέμμα καὶ τὸ ὁποῖον σήμερον ἔπρεπε νὰ τιμᾶται μόνον 20x16=320 δραχμάς, τιμᾶται σήμερον ἄνω τῶν 1000 δραχμῶν κατὰ στρέμμα. Ἡ ὑπερτίμησις ὅμως αὕτη δὲν προῆλθεν ἐκ τῆς ἐργασίας τῶν ἰδιοκτητῶν. Οὗτοι εἶναι ἀνεύθυνοι τῆς ὑπερτιμήσεως τῶν κτημάτων. Συνεπῶς αὐτὴν τὴν ὑπερτίμησιν πρέπει νὰ φορολογήσῃ τὸ Κράτος. Ἤδη οἱ ἀγρόται πληρώνουσι τὸ ⅓, διότι ἡ τιμὴ ἀπαλλοτριώσεως κατὰ στρέμμα ἀνέρχεται περίπου εἰς 100–150 δραχμὰς προκειμένου περὶ ἀγροκτημάτων, τὰ ὁποῖα προπολεμικῶς ἐτιμῶντο 20–25 δραχμὰς κατὰ στρέμμα καὶ τὰ ὁποῖα σήμερον ἔπρεπε νὰ ἔχουν τιμὴν μόνον 320–400 δραχμὰς κατὰ στρέμμα. Συνεπῶς οἱ ἀγρόται πληρώνοντες σήμερον 100–150 δραχμὰς κατὰ στρέμμα ὡς τιμὴν ἀπαλλοτριώσεως, πληρώνουσι τὸ ⅓ τῆς πραγματικῆς ἀξίας τοῦ κτήματος, ἥτις ἔπρεπε νὰ εἶναι 320–400 δραχμάς. Πέραν τούτου εἶναι ἀδύνατον νὰ πληρώσωσι. Τόσον τοῦτο εἶναι ἀληθές, ὥστε ὅταν οὗτοι ἐπληροφορήθησαν τὴν πρότασιν περὶ πλήρους ἀποζημιώσεως, προέβησαν εἰς διαμαρτυρίας καὶ εἰς συλλαλητήρια. Ἔχω ἐδῶ πλεῖστα τηλεγραφήματα διαμαρτυρίας ὄχι ἀτόμων, ἀλλὰ συνεταιρισμῶν καὶ Ἑνώσεων συνεταιρισμῶν. Ἀλλά, κύριοι συνάδελφοι, εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας παραμένουσιν εἰς μὲν τὴν Παλαιὰν Ἑλλάδα 300 στρέμματα, εἰς δὲ τὴν Νέαν Ἑλλάδα 100 στρέμματα περίπου κατὰ μέσον ὅρον, ἀναλόγως τῆς γῆς. Ἂν εἶναι γῆ εἰς τὴν ὁποίαν καλλιεργεῖται καπνός, ὁ κλῆρος εἶναι περίπου 20 στρέμματα, ἂν εἶναι σῖτος ἢ ἀραβόσιτος καὶ ἡ γῆ δὲν εἶναι εὔφορος, εἶναι 100–150 στρέμματα.
§51Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Εἰς τὴν Π. Ἑλλάδα δυνάμει τοῦ ἀγροτικοῦ νόμου εἰς τὰ Κεφαλοχώρια καὶ τὰ 300 στρέμματα ἀκόμη καὶ μέχρι τῶν 10 στρεμμάτων ἂν καλλιεργοῦνται ὑπόκεινται εἰς ἀπαλλοτρίωσιν.
§52Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Διὰ ταῦτα φρονῶ, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι οἱ ἀγρόται δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ πληρώσουν οὔτε πεντάραν περαιτέρω ἀποζημιώσεως. Πρέπει ἡ Κυβέρνησις νὰ κατανοήσῃ καλῶς τοῦτο, ὅτι οἱαδήποτε αὔξησις τῆς ἀποζημιώσεως δὲν θὰ βαρύνῃ τοὺς ἀγρότας, οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ προέρχεται ἐξ ἐμμέσου φορολογίας.
§53Α. ΜΑΡΚΟΥ. Διατί δὲν δύναται;
§54Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Διότι πληρώνουσιν ἤδη τὸ ⅓, τὸ ὁποῖον θέλετε σεῖς, κ. Μάρκου. Ἀπομένει δὲ καὶ εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας εἷς κλῆρος, ὁ ὁποῖος, κατ’ ἐμέ, πρέπει νὰ καλλιεργεῖται ἀπὸ τὸν ἰδιοκτήτην. Ἂν δὲν καλλιεργεῖται ἀπὸ τὸν ἰδιοκτήτην, πρέπει νὰ παραχωρηθῇ καὶ αὐτὸς εἰς τοὺς καλλιεργητάς. Ἡ γῆ πρέπει νὰ καλλιεργεῖται. Εἶμαι ἐπίσης, κύριοι βουλευταί, κατὰ τῆς διατάξεως τοῦ καθορισμοῦ τῆς ἀποζημιώσεως ὑπὸ τῶν τακτικῶν δικαστηρίων, καίτοι καὶ σήμερον ἡ τελικὴ ἀποτίμησις τῆς ἀποζημιώσεως γίνεται διὰ τῶν Πρωτοδικείων. Εἶμαι ἀντίθετος πρὸς τοῦτο, διότι, ἂν ἀφήσωμεν τὴν ἐκδίκασιν τῶν ἀγροκτημάτων εἰς τὰ τακτικὰ δικαστήρια, ἡ ἀπαλλοτρίωσις δὲν θὰ τελειώσῃ ποτέ, διότι δὲν ὑπάρχει ἐπαρκὴς ἀριθμὸς δικαστῶν, ὥστε νὰ ἀσχοληθῶσιν εἰδικῶς διὰ τὴν ἀπαλλοτρίωσιν. Εἰς πολλὰς περιφερείας ὁ νόμος ἐφαρμόζεται ἀπὸ 10 ἐτῶν καὶ ἐν τούτοις πολὺ ὀλίγα ἀγροκτήματα ἀπηλλοτριώθησαν, διότι ὁ δικαστὴς καὶ πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς ἀπαλλοτριώσεως ἰσχυρίζεται ὅτι δὲν ἔχει ἐπαρκῆ χρόνον. Καὶ πράγματι δὲν ἔχει, διότι εἰς πολλὰ δικαστήρια εἶναι τρεῖς μόνον δικασταί. Ὅλοι οἱ προαγορεύσαντες κ. κ. συνάδελφοι ἐδήλωσαν ὅτι εἶναι ὑπὲρ τῆς πλήρους ἀποκαταστάσεως τῶν ἀκτημόνων καλλιεργητῶν. Ὅστις θέλει τὴν ἀποκατάστασιν τῶν ἀκτημόνων καλλιεργητῶν πρέπει νὰ ἐπιζητήσῃ τὴν ταχυτέραν συγκρότησιν τῶν Ἐπιτροπῶν ἀπαλλοτριώσεως, διὰ τῆς ἀποσπάσεως πρὸς τοῦτο ἀρκετῶν δικαστῶν καὶ τὴν ταχεῖαν ἔκδοσιν τῶν ἀποφάσεων. Διότι, καίτοι ὁ νόμος λέγει ὅτι ἐντὸς διμήνου πρέπει νὰ ἐκδίδωνται αἱ ἀποφάσεις, ἐν τούτοις ὑπὸ διάφορα προσχήματα αἱ ἀποφάσεις δὲν ἐκδίδονται ἐγκαίρως, τινὲς δὲ οὔτε μετὰ ἓν ἔτος. Πολλάκις δὲ ὑπὸ διάφορα προσχήματα καὶ ἕνεκα τυπικῶν λόγων πολλαὶ ἐκδικάσεις ἀκυροῦνται πρὸ τῆς ἐκδόσεως τῆς ἀποφάσεως, ἵνα γίνουν ἐκ νέου πρὸς μεγάλην ζημίαν τῶν συνεταιρισμῶν. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον δυστυχῶς ἐφαρμόζεται ὁ ἀγροτικὸς νόμος. Εἶναι λοιπὸν καθῆκον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Γεωργίας καὶ τῆς Κυβερνήσεως ὁλοκλήρου, ἐφόσον ἀντιλαμβάνεται ποίαν σημασίαν ἔχει ἡ ταχυτέρα ἀποκατάστασις τῶν ἀκτημόνων καλλιεργητῶν, νὰ διατάξῃ τὰς Ἐπιτροπὰς ἀπαλλοτριώσεων νὰ ἐκδικάζωσι καὶ νὰ ἐκδίδωσι τὰς ἀποφάσεις των ταχέως, διότι μόνον οὕτω θὰ πιστεύσῃ ὁ ἀγρότης ὅτι πράγματι ἐνδιαφερόμεθα διὰ τὴν ἀποκατάστασίν του. Περαίνων, κύριοι βουλευταί, τὸν λόγον μου, ἔχω νὰ συστήσω εἰς τὴν Βουλὴν ὅπως ἀπορρίψῃ διὰ παμψηφίας τὴν τροπολογίαν τῆς πλήρους ἀποζημιώσεως, διότι τοῦτο εἶναι ἀδύνατον, ἐφόσον οὔτε τὸ Κράτος δύναται νὰ ἀποζημιώσῃ τοὺς ἰδιοκτήτας, οὔτε οἱ ἀγρόται. Εἶναι πλάνη νὰ νομίζωμεν ὅτι εἶναι δυνατὸν τὸ Κράτος νὰ πληρώσῃ τὸ ὑπόλοιπον ποσὸν τῆς ἀποζημιώσεως καὶ μάλιστα ὅπως τινὲς ἰσχυρίσθησαν, μὲ τὴν σημερινὴν ἀξίαν τῶν ἀγροκτημάτων.
§55ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§56Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Ἐλέχθη καὶ τοῦτο. Συνιστῶ λοιπὸν εἰς τὴν Βουλὴν ὅπως ἀπορρίψῃ τὴν τροπολογίαν τοῦ Κόμματος τῶν Ἐλευθεροφρόνων περὶ πλήρους ἀποζημιώσεως καὶ ὅπως δεχθῇ τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Μυλωνᾶ.
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Καμπάνης ἔχει τὸν λόγον.
§58Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Ἤμην καὶ ἐγὼ μέλος τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς καὶ ἤμην ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἀπὸ ἐπιστημονικῆς καθαρᾶς ἀπόψεως κρίνοντες ἐδέχθησαν ν’ ἀναγραφῇ ἐν τῷ Συντάγματι ἡ τροπολογία τοῦ κ. Μυλωνᾶ, ὑπὸ δύο ὅμως ἀναγκαίας προϋποθέσεις, ἄνευ τῶν ὁποίων ἐθεώρουν ὡς βλαπτικὴν τὴν ἀναγραφὴν τῆς τοιαύτης διατάξεως, ὑπὸ τὰς προϋποθέσεις δηλαδὴ τῆς πλήρους ἀποζημιώσεως καὶ τῆς χορηγήσεως αὐτῆς διὰ τῶν τακτικῶν δικαστηρίων. Ἐφόσον ὅμως αἱ δύο αὐταὶ προϋποθέσεις δὲν ἐγένοντο δεκταί—διότι ὀφείλω νὰ δηλώσω εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς τροπολογίας τοῦ κ. Μυλωνᾶ ἐγένετο πρώτη τοῦ ὅλου ἄρθρου καὶ κατόπιν συνεζητήθη ἡ οὐσία τοῦ ἄρθρου καὶ αἱ ἐν αὐτῇ ἐμπεριεχόμεναι ἔννοιαι—ἐφόσον, λέγω, δὲν ἐγένοντο δεκταὶ οἱ δύο οὗτοι ὅροι, ἐγὼ ἐθεωρούμην, ὡς καὶ ὁ κ. Βελέντζας, ὡς μὴ ἀποδεχθέντες τὴν τροπολογίαν αὐτήν. Ἀλλ’ ἠθέλησα καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ διατυπώσω τὴν γνώμην μου εἰς τὴν Βουλὴν καὶ νὰ δικαιολογήσω διατί μετέβαλον γνώμην. Ὡς γνωστόν, κύριοι συνάδελφοι, ὁ θεσμὸς τῆς ἰδιοκτησίας ἐν τῇ ἐξελίξει τῶν αἰώνων, ὑπέστη μεταβολήν. Βεβαίως δὲν εἶναι πλέον ἡ ἔννοια τῆς ἰδιοκτησίας ὅπως ἦτο κατὰ τὸ Ρωμαϊκὸν δίκαιον, ὅτε ὁ ἰδιοκτήτης εἶχε τὸ δικαίωμα τῆς χρήσεως καὶ καταχρήσεως τοῦ πράγματος τὸ ὁποῖον κατεῖχε. Βεβαίως σήμερον ἡ ἰδιοκτησία πρέπει νὰ ἀποβλέπῃ καὶ εἰς τὸ κοινὸν ὄφελος, ἀλλὰ πάντως ἡ ἀπόβλεψις αὐτὴ νὰ εἶναι τοιαύτη, ὥστε νὰ μὴ καταργήσῃ οὐσιαστικῶς τὸ περιεχόμενον τῆς ἐννοίας τῆς ἰδιοκτησίας. Ἐδέχθην δὲ τὴν ἀναγραφὴν μόνον καὶ μόνον διότι ἐν τῇ ἐξελίξει της ἡ τοιαύτη ἔννοια ἠδύνατο νὰ θεωρηθῇ ὅτι ἐμπεριεῖχε καὶ τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Μυλωνᾶ, διότι βεβαίως ἡ ἰδιοκτησία διὰ τῆς τοιαύτης διατάξεως, ὅπως ἐγὼ τὴν ἠνόουν, δὲν εἶναι πλέον μόνον ἀπόλυτον ἀτομικὸν δικαίωμα, ἀλλ’ ἔχει καί τινας περιορισμοὺς σχέσιν ἔχοντας πρὸς τὸ κοινὸν ὄφελος. Ἐφόσον ὅμως δὲν εἶχον σχέσιν πρὸς τὸ κοινὸν ὄφελος, βεβαίως θεωρῶ αὐτὴν βλαπτικήν. Ἀλλὰ μένει νὰ ἐξετάσωμεν ἂν μὲν αὐτὴ ἦτο ἡ ἔννοια τῆς ἀναγραφῆς τῆς διατάξεως καὶ ἐφόσον ἡ ἰδιοκτησία πρέπει νὰ συντελέσῃ εἰς τὸ κοινὸν ὄφελος, ἡ ἀναγραφὴ τῆς τοιαύτης διατάξεως εἶναι ὠφέλιμος ἢ βλαπτική; Ἀνενδοιάστως λέγω βλαπτική, διότι βάσις βέβαια παντὸς ἀστικοῦ καθεστῶτος καὶ μάλιστα εἰς τὸ Κράτος ἡμῶν, εἶναι ἡ ἰδιοκτησία, ὅπως εἶναι καθ’ ὅλην τὴν Ἑλλάδα διαδεδομένη. Ἂν λοιπὸν διὰ τῆς ἀναγραφῆς τῆς τοιαύτης διατάξεως μένει ἡ πίστις ἐπὶ τὴν ἰδιοκτησίαν καὶ ἡ ἔννοια τοῦ λαοῦ ὅτι ἡ πίστις περὶ τὴν ἰδιοκτησίαν ἔχει τὴν αὐτὴν δύναμιν, τὴν αὐτὴν ἔννοιαν, τὸ αὐτὸ περιεχόμενον, τὸ ὁποῖον εἶχε πρὸ τῆς τοιαύτης ἀναγραφῆς, δὲν θὰ εἶχον δισταγμὸν νὰ ἀναγραφῇ. Ἀλλὰ μόλις ὑπεγράφη καὶ ἀμέσως συγκλονισμὸς ἐκ θεμελίων ἐπῆλθε περὶ τὴν πίστιν τῆς ἀσφαλείας τῆς ἰδιοκτησίας. Εἴδομεν διαπρεπεῖς νομομαθεῖς καθαπτομένους τοῦ ζητήματος, διαφόρους Συλλόγους ἐπιστημονικούς, Συλλόγους ἰδιοκτημόνων, Συλλόγους ἰδιοκτητῶν νὰ καταφερθοῦν ἐναντίον τῆς διατάξεως αὐτῆς καὶ οἱ ὁποῖοι ἔλεγον ὅτι ἡ διάταξις αὕτη θὰ ἀπετέλει ἓν μέγα βῆμα πρὸς τὸν σοσιαλισμόν. Ἀλλὰ τοῦτο τί σημαίνει; Ὁ κλονισμὸς ἐπὶ τὴν ἀσφάλειαν τῶν συναλλαγῶν, θὰ συντελέσῃ εἰς τὴν μείωσιν τῶν συναλλαγῶν, θὰ συντελέσῃ εἰς τὴν ὑποτίμησιν τῆς ἀξίας τῆς ἰδιοκτησίας καὶ πρὸ παντὸς θὰ συντελέσῃ εἰς τὴν φυγὴν τῶν κεφαλαίων καὶ εἰς τὴν μὴ ἐπάνοδον τῶν κεφαλαίων εἰς τὴν Ἑλλάδα, τὰ ὁποῖα ἕως τώρα ἐπλήγησαν καιριώτατα. Ἐνθυμεῖσθε τὴν πρᾶξιν τῆς κατασχέσεως τῶν λιρῶν. Εἴδατε τί ἐσήμαινεν; Ὁλόκληρος ὁ Ἑλληνικὸς πληθυσμὸς ὁ ἔξω τῆς Ἑλλάδος δὲν στέλλει πλέον συνάλλαγμα. Πρὸ καιροῦ ἀνέγνωσα εἰς μίαν πραγματείαν ὅτι εἰς τὴν Τράπεζαν τῆς Ἀγγλίας μετὰ τοὺς Ἄγγλους καταθέτας ἤρχοντο δεύτεροι οἱ Ἕλληνες καταθέται. Πλέον τῶν 400,000,000 λιρῶν εἶχον καταθέσεις. Καὶ ὅμως ὅλος ὁ χρυσὸς αὐτὸς ἂν ἐθεώρουν ὅτι εἶχον ἀσφάλειαν ἐν Ἑλλάδι καὶ ἤρχετο ἐδῶ θὰ ἤλλασσε καθολοκληρίαν τὸ ζήτημα ἡμῶν. Δι’ αὐτὸν λοιπὸν τὸν λόγον, κύριοι βουλευταί, ἐπειδὴ διὰ τὸν κλονισμόν, ὁ ὁποῖος ἐπῆλθεν, ἀδιστάκτως φρονῶ ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γραφῇ ἡ τροπολογία αὐτὴ ἐν τῷ Συντάγματι, διότι θὰ ἀποβῇ μεγίστης βλάβης πρόξενος. Ἐπίσης ἐπιμένω εἰς τὴν ἀναγραφὴν τῆς λέξεως «πλήρης». Βεβαίως ἡ λέξις «ἀποζημίωσις» ἀποτελεῖ νομικὴν ἔννοιαν καὶ ἐν τῇ ἐννοίᾳ τῆς ἀποζημιώσεως εἶναι ἡ ἀνόρθωσις πάσης ζημίας τοῦ ζημιουμένου. Ἀλλ’ ἐφόσον, κύριοι βουλευταί, διὰ τῆς πολιτικῆς τὴν ὁποίαν ἀκολουθεῖ τὸ Κράτος ἀπό τινος ἡ λέξις «ἀποζημίωσις» ἀπέβαλε πᾶσαν τοιαύτην ἔννοιαν καὶ εἴδομεν πότε μὲν τὸ ⅙, πότε δὲ τὸ ⅕, πότε δὲ ἓν ποσὸν οἱονδήποτε νὰ θεωρεῖται ὡς ἀποζημίωσις, εἶναι ἀνάγκη νὰ τεθῇ ἡ λέξις «πλήρης», διότι διὰ τῆς λέξεως «πλήρους» θὰ δώσωμεν εἰς τὸν δικαστὴν νὰ ἐννοήσῃ ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ἀντὶ ψιχίου τινὸς νὰ ἀφαιρέσῃ τὴν περιουσίαν τοῦ ἄλλου. Δὲν εἶναι μόνον τὸ ἡμέτερον Σύνταγμα εἰς τὸ ὁποῖον ζητεῖται νὰ προστεθῇ, εἶναι καὶ τὸ Βελγικὸν Σύνταγμα, Κράτους σοσιαλιστικῆς πολιτικῆς, ἂν δὲν μὲ ἀπατᾷ δὲ ἡ μνήμη μου, σοσιαλιστὴς εἶναι ὁ Πρωθυπουργὸς τοῦ Βελγικοῦ Κράτους. Εἰς ἄλλα Κράτη, κύριοι συνάδελφοι, ὑπάρχει ἡ πλήρης ἀποζημίωσις καὶ δίδεται ἐπὶ πλέον τι διὰ τὴν στέρησιν τῆς περιουσίας. Ἡμεῖς συνεζητήσαμεν ἀπὸ ἀπόψεως Ἑλληνικῆς. Νομίζω ὅτι εἴμεθα σύμφωνοι. Τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος κυρίως εἶναι κατ’ ἐξοχὴν συντηρητικόν, ἡ μεγίστη αὐτοῦ πλειονοψηφία εἶναι συντηρητικὴ καὶ αὐτὴ συνεισφέρει ἀδιακρίτως τὰ βάρη τὰ περιουσιακά. Ἐπίσης δὲ ἀναλόγως συνεισέφερεν εἰς τὴν θυσίαν τοῦ αἵματος. Καὶ διὰ τοῦτο διαφωνῶ πλήρως πρὸς τὸν ἀγορεύσαντα συνάδελφον, ὁ ὁποῖος εἶπεν ὅτι μόνον οἱ ἀγρόται ἐπολέμησαν. Τιμῶ τοὺς ἀγρότας. Ποταμοὺς αἵματος ἔχυσαν ὑπὲρ τῆς Πατρίδος, ἀλλὰ καὶ αἱ διανοούμεναι τάξεις, κ. συνάδελφε, ἔπραξαν ὑπὲρ πάντα ἄλλον τὸ καθῆκόν των καὶ ἄνευ τῶν διανοουμένων τάξεων δὲν θὰ ὑπῆρχον αὐτοί. Ἀνέπτυξαν τὸν πολιτισμόν, ἀνέπτυξαν τὰς ἐπιστήμας, ἀνέπτυξαν τὸ ἐμπόριον καὶ ἐφρονιμάτησαν τοὺς ἀγρότας καὶ τοὺς ὡδήγησαν εἰς τοὺς πολέμους καὶ ὅταν θὰ ἴδητε τὰ Ἡρῷα, θὰ ἴδητε ὅτι οὔτε αὗται δὲν ὑστέρησαν εἰς τὴν θυσίαν τοῦ αἵματος. Ὅλοι οἱ Ἕλληνες ἀγαπῶμεν τὴν Πατρίδα καὶ ὅλοι εἴμεθα ἕτοιμοι νὰ ὑποστῶμεν πᾶσαν θυσίαν αἵματος καὶ χρήματος ὑπὲρ τοῦ μεγαλείου αὐτῆς.
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Φ. Παπαγεωργίου ἔχει τὸν λόγον.
§60Φ. ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Φρονῶ, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι τὸ ὑπὸ κρίσιν ζήτημα ἐξητάσθη μετὰ μεγίστης προσοχῆς ὑπὸ τῶν προλαλησάντων κ. κ. συναδέλφων καὶ διὰ τοῦτο ἀναγκάζομαι νὰ ἀποφύγω ἱστορικὰς ἀνασκοπήσεις, νὰ παραλείψω φιλοσοφικὰς θεωρίας, ὡς καὶ ἐπιστημονικὰς μελέτας καὶ ἀναπτύξεις, ἵνα ἔλθω εὐθὺς ἀμέσως εἰς τὰ συμπεράσματα, εἰς τὰ ὁποῖα κατέληξα κατόπιν προσεκτικῆς παρακολουθήσεως τῶν διαφόρων ῥητόρων, καθόσον τοῦτο εἶναι καὶ πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ ἀγορεύοντος καὶ πρὸς τὸ συμφέρον τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία κατεπονήθη ἤδη ἐκ τῶν μακρῶν καὶ πολυημέρων ἀγορεύσεων. Παρ’ ὅλην τὴν συμπάθειαν καὶ τὴν ἐκτίμησιν τὴν ὁποίαν αἰσθάνομαι πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἰωαννίνων βουλευτήν, δὲν δύναμαι νὰ συμφωνήσω πρὸς τὴν προσθήκην του ἐν τῷ ὑπὸ κρίσιν ἄρθρῳ. Πάντες οἱ ἔχοντες τὸ εὐτύχημα καὶ τὴν εὐκαιρίαν νὰ παρακολουθήσωσιν ἐκ τοῦ σύνεγγυς τὰς νεωτεριστικὰς ἰδέας καὶ θεωρίας μετ’ ἐνθουσιασμοῦ ἀποβλέπομεν πρὸς ταύτας, σκεπτόμενοι ὅμως ὡριμώτερον καταλήγομεν εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι τὸ ὡραῖον ἐκεῖνο ἀπαύγασμα τῆς ἐπιστημονικῆς ἐρεύνης τῶν διαφόρων ἐπιστημόνων, δρώντων καὶ σκεπτομένων ἐν ἄλλῳ περιβάλλοντι καὶ ὑπὸ ἀλλοίας συνθήκας, δὲν δύναται νὰ μεταφυτευθῇ ἐν Ἑλλάδι. Τὰ ἄνθη τοῦ τροπικοῦ, κύριοι συνάδελφοι, εἶναι ὡραῖα καὶ εὔοσμα, δὲν δύνανται ὅμως νὰ ἐγκληματισθῶσιν εἰς τὰ μέρη ἡμῶν, ἐγκλιματιζόμενα δὲ τυχὸν εἶναι εἰς ἄκρον ἐπικίνδυνα, διότι τὰ πλεῖστα ἐξ αὐτῶν εἶναι καὶ δηλητηριώδη. Ὡς πρὸς τὸ πρῶτον λοιπὸν ζήτημα φρονῶ ὅτι ἡ τροπολογία τοῦ κ. ἐξ Ἰωαννίνων βουλευτοῦ δέον νὰ ἀπορριφθῇ. Ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς ἀποζημιώσεως, βεβαίως ὡς ἔχων τὴν τιμὴν νὰ εἶμαι νομικός, γνωρίζω ὅτι ἀποζημίωσις σημαίνει πλήρης ἀποζημίωσις, ἐπειδὴ ὅμως τόσος θόρυβος ἠγέρθη ἐν προκειμένῳ καὶ ἐπειδὴ τόση κατάχρησις ἐγένετο ἐν τῷ παρελθόντι λέγω τοῦ πλημμελοῦς καὶ ἀνεπαρκοῦς τῶν ἀποζημιώσεων, φρονοῦμεν ὅτι σκόπιμον θὰ ἦτο νὰ προστεθῇ ἡ λέξις «πλήρης», καίπερ αὕτη θὰ ἀπετέλει πλεονασμόν. Ὅσον ἀφορᾷ τέλος τὸν τρόπον τῆς ἐκδικάσεως τῶν καταβλητέων ἀποζημιώσεων φρονοῦμεν ἀδιστάκτως ὅτι αὕτη δέον νὰ ἀνατεθῇ εἰς τὰ τακτικὰ δικαστήρια. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λευκάδος βουλευτὴς διὰ μακρῶν ἀνέπτυξε τοὺς λόγους, δι’ οὕς, παρ’ ὅλον τὸν κλονισμὸν τὸν ὁποῖον ὑπέστησαν μεταπολεμικῶς τὰ πάντα, ἡ ἐμπιστοσύνη καὶ τοῦ λαοῦ καὶ τῶν ἀνεπτυγμένων τάξεων εἶναι πλήρης πρὸς τὴν δικαιοσύνην. Συμφωνῶ πλήρως εἰς τὴν ἀντίληψιν τοῦ ἀξιοτίμου κ. συναδέλφου.
§61Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Καὶ πρέπει νὰ εἶναι.
§62Φ. ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Καὶ ἐκ τῆς πείρας τὴν ὁποίαν ἔχω ἐκ τῶν δικαστηρίων, ἀλλὰ καὶ ἐκ τῆς ἐμπιστοσύνης τὴν ὁποίαν ἐμπνέουσι τὰ δικαστήρια, καταλήγω εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι πρέπει τὸ σπουδαῖον τοῦτο ζήτημα νὰ ἀνατεθῇ εἰς χεῖρας ἀνθρώπων οἱ ὁποῖοι παρέχουσι τὰ ἐχέγγυα δικαίας καὶ ἀμερολήπτου κρίσεως. Ἐλέχθη, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι κατοχυρώνοντες τὴν ἰδιοκτησίαν δημιουργοῦμεν θνησιγενὲς καὶ ἐπικίνδυνον οἰκοδόμημα, τὸ ὁποῖον θὰ καταπέσῃ ἐκ βάθρων. Ἀλλὰ μήπως ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἀθάνατος; Καίπερ ὅμως πεπείσμεθα περὶ τοῦ φθαρτοῦ προσκαίρου τοῦ ἀνθρωπίνου βίου, ἐν τούτοις ἐπιμελῶς ἀποφεύγομεν τὰς ἀσθενείας, ἀσθένειαι δὲ ἐπικίνδυνοι τοῦ κοινωνικοῦ ὀργανισμοῦ εἶναι αἱ νεωτεριστικαὶ ἰδέαι, αἱ ὁποῖαι πλήττουσι τὸν θεμελιώδη τῆς ἰδιοκτησίας θεσμόν, τὸν ὁποῖον ὁ ἀείμνηστος πολιτευτὴς Στέφανος Δραγούμης λίαν προσφυῶς ἐχαρακτήρισεν ὡς τὸν ἀδάμαντα τοῦ Συντάγματος. (Χειροκροτήματα).
§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μ. Γούδας ἔχει τὸν λόγον.
§64Μ. ΓΟΥΔΑΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ἐγὼ λόγῳ τοῦ πρώην ἐπαγγέλματός μου, ἐκείνου τοῦ ἐπαγγέλματος τὸ ὁποῖον ἤσκουν πρὶν εἰσέλθω εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην, ἴσως ἀνήκω εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων, περὶ τῶν ὁποίων ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐξ Ἀθηνῶν κατά τινα συνεδρίασιν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ εἶπεν, ὅτι ἐκ τῶν νομικῶν πραγμάτων μόνον ἐγχειρίδιά τινα τοῦ διεθνοῦς δικαίου ἔχομεν μελετήσει. Κατὰ συνέπειαν δὲν θὰ ἀσχοληθῶ περὶ τὴν νομικὴν ἄποψιν τοῦ ὑπὸ συζήτησιν σήμερον θέματος. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἡ συζήτησις περιστρέφεται κυρίως περὶ δύο ἐννοίας, τὴν ἀνάγκην τοῦ καθορισμοῦ τῆς πλήρους ἀποζημιώσεως καὶ τὴν ἀνάγκην τοῦ καθορισμοῦ τοῦ τίνες θὰ εἶναι ἁρμόδιοι νὰ ἐπιδικάζουν τὴν τοιαύτην πλήρη ἀποζημίωσιν, θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀναφέρω ἓν παράδειγμα, τὸ ὁποῖον εἶμαι βέβαιος ὅτι θὰ πείσῃ καὶ τοὺς περισσότερον ἔχοντας ἀντίθετον γνώμην, ὅτι εἶναι ἀνάγκη ὄχι μόνον διὰ λέξεων νὰ κατοχυρωθῇ ἡ ἰδιοκτησία εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἀλλ’ ἂν εἶναι δυνατὸν καὶ δι’ ἁλύσσεων ἀκόμη. Πρέπει μὲ ἁλύσσεις νὰ περιβάλλωμεν τὰς χεῖρας τῶν Ὑπουργῶν εἰς τὴν αὐθαίρετον βούλησιν τῶν ὁποίων εὑρίσκεται ἐνίοτε ἡ διάθεσις πάσης ἰδιωτικῆς περιουσίας. Ἀτυχῶς κατὰ τὸ παρελθὸν Ὑπουργοὶ διέπραξαν τοιαῦτα ἀδικήματα, ὥστε ἐπιβάλλεται αὐτὴ ἡ σκέψις περὶ μερίμνης πρὸς κατοχύρωσιν τῆς ἰδιοκτησίας, ὅπως εἶπε καὶ προηγουμένως ὁ ποιήσας μοι τὴν τιμὴν νὰ μὲ διακόψῃ ἀξιότιμος κ. συνάδελφος. Θὰ ἀναφέρω παραδείγματά τινα, ἐκ τῶν ὁποίων εἶμαι βέβαιος ὅτι θέλετε πεισθῆ περὶ ὅσων λέγω. Ἐγὼ εἶχον τὴν ἀτυχίαν νὰ ἔχω μικρά τινα κτήματα περιελθόντα ἐκ κληρονομίας εἰς τὴν σύζυγόν μου, προήρχοντο δὲ ταῦτα ἐκ κτήματος, τὸ ὁποῖον ἐπώλησε τὸ ἀνύπαρκτον καὶ ἀσύστατον ἀκόμη Κράτος εἰς τὴν οἰκογένειαν τῆς γυναικός μου κατὰ τὸ ἔτος 1826, ὅτε δηλαδὴ τὸ Κράτος εὑρίσκετο ἐγκεκλεισμένον ἐντὸς τῶν Βενετικῶν τειχῶν τοῦ Ναυπλίου, ἡ δὲ ὑπόλοιπος τῆς Ἑλλάδος Χώρα κατείχετο κατὰ τὴν αὐτὴν ἐποχὴν ὑπὸ τῶν στρατευμάτων τοῦ Ἰμβραήμ, ἀντὶ ὀκτὼ καὶ ἥμισυ χιλιάδων ταλλήρων.
§65Σ. ΜΑΞΙΜΟΣ. Ἀντὶ ποίου ποσοῦ;
§66Μ. ΓΟΥΔΑΣ. Τὸ ποσὸν τῶν ὀκτὼ καὶ ἥμισυ χιλιάδων ταλλήρων, λέγω, ἀπαντῶν εἰς τὴν διακοπήν σας, εἶναι πολὺ περισσότερον ἀπὸ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα λαμβάνετε σεῖς ἀπὸ τὴν Γʹ Διεθνῆ. Ἐξηκολούθει ἀκόμη τότε ἡ τελευταία πολιορκία τοῦ Μεσολογγίου καὶ τὸ Κράτος εἶχε περιέλθει εἰς τοιαύτην οἰκονομικὴν ἀμηχανίαν, ὥστε οὐδαμοῦ ἠδύνατο νὰ ἐξεύρῃ χρήματα πρὸς περαιτέρω ἐπισιτισμὸν τῶν ὑπερασπιστῶν τοῦ Μεσολογγίου. Ταῦτα ἐγένοντο κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς Ἐπαναστάσεως τοῦ 1821, οὐχὶ δὲ τῆς Ἐπαναστάσεως τοῦ 1922, ἡ ὁποία ἐνέσπειρε ζιζάνια καὶ ἄλλα πολλὰ κακά.
§67ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ μείνῃ ἀπαρατήρητος ἡ φράσις αὕτη.
§68Μ. ΓΟΥΔΑΣ. Τὰς φράσεις μου τὰς τονίζω καὶ τὰς ὑπογραμμίζω. Λοιπὸν τοῦ κτήματος τούτου, κατὰ διαφόρους ἐποχὰς καὶ διὰ διαφόρων διανομῶν τμηματικῶς γενομένων, περιῆλθον εἰς τὴν γυναῖκά μου ἐλάχιστα τμήματα, μὴ συνεχόμενα πρὸς ἄλληλα καὶ ἀφιστάμενα ἀπ’ ἀλλήλων ὥρας ὁλοκλήρους ὁδοιπορικάς. Ἐγὼ κατὰ τὸ 1923 εὑρισκόμην εἰς τὴν φυλακήν, διότι ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας κ. Χαβίνης μὲ εἶχε καταδικάσει εἰς ἰσόβια δεσμά. Εὑρισκόμενος εἰς τὴν φυλακὴν ἐπληροφορήθην ὅτι ἐκινδύνευεν ἡ περιουσία μου νὰ διαρπαγῇ. Ὑπουργὸς τότε ἐπὶ τῆς Γεωργίας ἦτο ὁ κ. Γ. Σίδερης, γενόμενος Ὑπουργὸς ἐκ χειροτονίας τινὸς ἐν τῇ πλατείᾳ τοῦ Συντάγματος.
§69ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πάντοτε παρατηρεῖται ὅτι μόνον ἀπὸ ἐκείνην τὴν πλευρὰν ἀκούονται διαμαρτυρίαι καὶ τοῦτο ἀποδεικνύει ὅτι σεῖς δὲν σέβεσθε κανένα, ἐνῷ ἡμεῖς σεβόμεθα ὅλους.
§70Μ. ΓΟΥΔΑΣ. Καθ’ ὑποκίνησιν ἑνὸς ἐνδιαφερομένου πρὸς δημοκοπίαν συνεστήθη τότε εἷς συνεταιρισμός, μὴ ὑπάρχων ἐννοεῖται πρότερον καὶ ἀφοῦ συνεστήθη οὗτος, τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Γεωργίας συνεκάλεσε τὸ Γνωμοδοτικὸν αὐτοῦ Συμβούλιον, τὸ ὁποῖον τὴν 23ην Αὐγούστου 1923 ἐξέδωκε τὴν ἑξῆς γνωμοδότησιν (ἀναγινώσκει): «Κατὰ πλειονοψηφίαν γνωμοδοτεῖ τὸ Συμβούλιον ὑπὲρ τῆς πενταετοῦς ἐπιτάξεως τοῦ κτήματος «Πολυμάνα–Κοκκινιά», ἐκφράζει δὲ τὴν εὐχὴν νὰ ἐπακολουθήσῃ ἡ ἀπαλλοτρίωσις τοῦ κτήματος τούτου». Πρέπει ὅμως νὰ σημειωθῇ ὅτι τὸ κτῆμα τοῦτο εἶναι ἐξ ὁλοκλήρου ἀνύπαρκτον, δὲν ὑπάρχει κτῆμα ὑπὸ τὸ ὄνομα τοῦτο. Ὑπάρχουν δύο τοποθεσίαι, ἡ «Μάνα» καὶ τὸ «Πουλί», ἀφιστάμεναι ἀλλήλων κατ’ ἀπόστασιν μιᾶς περίπου ὁδοιπορικῆς ὥρας. Εἰς τὰς τοποθεσίας ταύτας εἶχον ἐγὼ ἀνὰ ἓν κτῆμα. Ἐκεῖθεν τῆς δευτέρας τοποθεσίας καὶ εἰς ἀπόστασιν ἀπ’ αὐτῆς πάλιν μιᾶς ὁδοιπορικῆς ὥρας ὑπάρχει ἕτερον κτῆμα, μὴ ἀνῆκον εἰς ἐμὲ καὶ ὀνομαζόμενον «Κοκκινιά». Τὰ κτήματα πάντα ταῦτα τὰ ἀφιστάμενα ἀλλήλων καὶ ξένα καὶ πρὸς ἐμέ, τὸ Γνωμοδοτικὸν Συμβούλιον τὰ ἐμάζευσε καὶ τὰ ὠνόμασεν αὐθαιρέτως «Πολυμάνα–Κοκκινιά». Εἰς αὐτὸ τὸ μεταξὺ ἐξῆλθον τῶν φυλακῶν καὶ μετέβην εἰς Πόρον διὰ νὰ ἴδω τί γίνεται ἡ περιουσία μου, ὁπότε ὁ ἀστυνόμος μοὶ ἐκοινοποίησεν αὐτὴν τὴν διαταγὴν (ἀναγινώσκει): «Ἀριθ. 7529. Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας. Ἔχοντες ὑπ’ ὄψει τὸ ἄρθρον 1 § 1 τοῦ νόμου 1046 καὶ τὴν ἀπὸ 23 Αὐγούστου ἐ. ἔ. γνωμοδότησιν τοῦ παρ’ ἡμῖν Συμβουλίου Γεωργίας, ἐπιτάσσομεν ὑπὲρ τοῦ Συνεταιρισμοῦ Δαμαλᾶ Τροιζηνίας καὶ ἐπὶ μίαν πενταετίαν, ἀρχομένην ἀπὸ τῆς παραδόσεως εἰς τὸν αὐτὸν Συνεταιρισμὸν τὰ κάτωθι κτήματα, κείμενα ἐν τῇ περιφερείᾳ τῆς κοινότητος Δαμαλᾶ καὶ πρὸς τὸ ΒΔ καὶ Β αὐτῆς μέρος: 1ον) Τὸ ἀγρόκτημα «Κοκκινιά», ἀνῆκον ἐξ ἀδιαιρέτου κατὰ τὰ 26)30 εἰς τὸν Γεώργιον Κρίνωναν καὶ κατὰ τὰ 4)30 εἰς τὸν Ἰωάννην Μέλλην 2ον) Τὸ ἀγρόκτημα «Πουλὶ–μάνα» αʹ ἀνῆκον εἰς τοὺς κληρονόμους Νικ. Πασπάτη καὶ 3ον) Τὸ ἀγρόκτημα «Πουλὶ– μάνα» βʹ ἀνῆκον εἰς τὸν Μιχαὴλ Γούδαν καὶ ἐκτάσεως 1800 στρεμμάτων». Ὡς βλέπετε, κύριοι συνάδελφοι, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας ἐλησμόνησε τὸ πρακτικὸν τοῦ Συμβουλίου του, τὸ ὁποῖον ὡμίλει περὶ ἑνὸς ἀγροκτήματος «Πολυμάνα–Κοκκινιὰ» καὶ τὸ χωρίζει τώρα εἰς τρία: 1ον) Τὸ ἀγρόκτημα «Κοκκινιά». 2ον) Τὸ ἀγρόκτημα «Πουλὶ–μάνα» αʹ δηλαδὴ δύο ἀγροὺς μὴ συνεχομένους καὶ ἀφισταμένους κατὰ διάστημα μιᾶς ὥρας ὁδοιπορικῆς καὶ ἀνήκοντας εἰς τοὺς κληρονόμους Ν. Πασπάτη καὶ 3ον) Τὸ ἀγρόκτημα «Πουλὶ–μάνα» βʹ ἀνῆκον εἰς τὸν Μ. Γούδαν. Ὅταν ἔλαβον γνῶσιν τούτου διεμαρτυρήθην καὶ εἶπον εἰς τὸν ἀστυνόμον: «Πήγαινε, ἀλλ’ ἔχε ὑπ’ ὄψει σου ὅτι θὰ περιορισθῇς συμφώνως πρὸς τὴν διαταγὴν τῆς ἐπιτάξεως, εἰς ὅσα αὕτη κτήματα ὁρίζει, παράλαβε ἀπὸ τὰ κτήματα τῆς συζύγου μου, ὅσα θέλεις, διότι ἐγὼ δὲν θὰ σοῦ παραδώσω τίποτε· σὺ ἔχεις νὰ ἐκτελέσῃς τὴν διαταγὴν τοῦ Ὑπουργείου καὶ ὄχι ἐγώ. Ἔχε ὅμως ὑπ’ ὄψει σου ὅτι ὑπάρχουν καὶ ἄλλα κτήματα ἀνήκοντα εἰς τὴν σύζυγόν μου καὶ τὰ ὁποῖα δὲν δύνασαι νὰ καταλάβῃς». Δὲν παρῆλθον ὅμως πολλαὶ ἡμέραι καὶ ἐκδίδεται νέα διαταγή, ἡ ὑπ’ ἀριθ. 7529 βʹ. Βλέπετε ὅτι ἔχει τὸν αὐτὸν ἀριθμὸν μὲ τὴν προτέραν, ἵνα φαίνεται ὅτι εἶναι ἡ αὐτὴ διαταγή. Τὸ δεύτερον τοῦτο ἔγγραφον λέγει (ἀναγινώσκει): «Θέλετε παραδώσει ὁλόκληρον τὸ κτῆμα τῶν κληρονόμων Ζώτου», ἔπαυσε βλέπετε νὰ εἶναι κτῆμα Γούδα καὶ ἔγεινε κτῆμα κληρονόμων Ζώτου, ὡς ὄντως καὶ ἦτο· καὶ συνεχίζει ἡ διαταγὴ «μετὰ τῆς βαλτώδους ἐκτάσεως καὶ Ἀλογομάνδρας—σημειωτέον ὅτι Ἀλογομάνδρα εἶναι τοπωνυμία, ἐν ᾗ ἔκειτο ἄλλοτε κτῆμα τῆς συζύγου μου μὴ ἐπιταχθὲν διὰ τῆς πρώτης διαταγῆς «μετὰ τῶν ἐν αὐτῷ δένδρων—συνεχίζεται ἐν τῇ διαταγῇ—φρέατος οἰκήματος μέχρι Σκάλας καὶ τὸ ἐν θέσει Πουλὶ ὁλόκληρον. Ἐν γένει δὲ θέλετε παραδώσει οἱασδήποτε καὶ ἂν εἶναι ἐκτάσεως αἱ ἐκτάσεις τῶν ἄνω κτημάτων. Ἂν ὑπάρχουν ἐκτάσεις κεχωρισμέναι τῶν κτημάτων τούτων, ἔχουσαι διάφορον τοπικὸν ὄνομα, ἀλλὰ συνεκμεταλλευόμεναι μετ’ αὐτῶν, θεωρούμεναι ὡς ὑπαγόμεναι εἰς αὐτά, συνεπιτάσσονται». Ἐδῶ πλέον πᾶσα ἔκτασις καὶ πᾶν κτῆμα μετεβλήθη εἰς ἀντικείμενον ἐπιτάξεως, ἐνῷ ἡ Ἀλογομάνδρα εἶναι τοπωνυμία εὐρυτάτης ἐκτάσεως, εἰς τὴν ὁποίαν περιλαμβάνονται πολλὰ κτήματα ξένα πρὸς τὰ κτήματα τῆς συζύγου μου, ἐπιτάσσεται ὡς ἂν ἦτο μόνον ἰδικόν της κτῆμα καὶ διὰ νὰ φαίνεται ὅτι τοῦτο ἀποτελεῖ συνέχειαν τῆς ἐπιτάξεως τοῦ εἰς Μάναν κτήματος ἐπεκτείνεται ὁλόκληρον τὸ κτῆμα Μάνα μέχρι τῆς θαλάσσης καὶ ἐπιτάσσεται δῆθεν τὸ αὐτὸ κτῆμα, ἐνῷ πρόκειται περὶ ἑτέρου, εὑρισκομένου εἰς ἄλλην τοποθεσίαν, ἀφισταμένου ἀπὸ τοῦ πρώτου κτήματος, μὴ συνεχομένου μετ’ αὐτοῦ καὶ οὕτως εὑρισκομένου ὥστε διὰ νὰ μεταβῆτε ἀπὸ τοῦ ἑνὸς κτήματος εἰς τὸ ἄλλο πρέπει νὰ περάσητε 50 ἄλλων ἰδιοκτητῶν τουλάχιστον κτήματα. Ἐδῶ παρακαλῶ νὰ προσέξητε, κύριοι συνάδελφοι, τὸ ὕψος τῆς ἀφελείας, μὲ τὴν ὁποίαν εἶναι συντεταγμένη ἡ διαταγὴ (ἀναγινώσκει): «Ἂν ὑπάρχουν ἐκτάσεις κεχωρισμέναι τῶν κτημάτων τούτων, ἔχουσαι διάφορον τοπικὸν ὄνομα, ἀλλὰ συνεκμεταλλευόμεναι μετ’ αὐτῶν, θεωρούμεναι ὡς ὑπαγόμεναι εἰς αὐτά, συνεπιτάσσονται». Καὶ βεβαίως ὅταν ὑπάρχουσιν ἐκτάσεις ἀνήκουσαι εἰς τὸν ἴδιον ἰδιοκτήτην, ἔστω καὶ ἀλλαχοῦ κείμεναι, δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω κατὰ τίνα τρόπον εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ συνεκμεταλλεύωνται. Κατὰ συνέπειαν μετέβη ὁ ἀστυνόμος ἀμέσως ἐπιτοπίως καὶ προέβη εἰς καθολικὴν ἐπίταξιν ἁπάσης τῆς περιουσίας τῆς συζύγου μου. Ἐπηκολούθησεν ἓν πρακτικόν, κατάληψις τῶν κτημάτων, παρεδόθησαν ταῦτα πάντα εἰς τὸν λεγόμενον συνεταιρισμὸν Δαμαλᾶ καὶ ὁ συνεταιρισμὸς Δαμαλᾶ ἤρχισε νὰ ἐκμεταλλεύεται τὸ κτῆμα τῆς συζύγου μου κατὰ τρόπον χειρότερον ἐκείνου, τὸν ὁποῖον θὰ ἠδύνατο νὰ μεταχειρισθῇ ὁ ἀμελέστερος καὶ ἀμαθέστερος τῶν ἰδιοκτητῶν. Ἐξέθεσαν δῆθεν εἰς δημοπρασίαν τὰς ἐκτάσεις τῶν κτημάτων τῆς συζύγου μου, τὰς ἐνοικίασεν εἰς τρίτους, εἰσέπραξε τὰ χρήματα ὁ συνεταιρισμός, τὰ κατέθεσεν εἰς τὴν Τράπεζαν, ἐπλήρωσεν ἐκ τῶν χρημάτων τούτων ἐπανειλημμένως ὡς δικηγόρον τὸν ὑποκινήσαντα αὐτὴν τὴν ὑπόθεσιν, γενόμενον κατόπιν καὶ Ὑπουργόν, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, τοῦ κ. Παπαναστασίου.
§71ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποῖος εἶναι;
§72Μ. ΓΟΥΔΑΣ. Ὁ κ. Δουζίνας. Ἐπλήρωσε λοιπὸν ἀπὸ τὰ κτήματα τῆς συζύγου μου εἰς τὸν δικηγόρον 15 ἢ καὶ 20 χιλιάδας δραχμῶν, ἡ δὲ ἰδιοκτήτις δὲν ἔλαβεν οὐδὲ ὀβολὸν ἀπὸ τὰ κτήματά της. Αὐτὴ εἶναι ἡ πλήρης ἀποζημίωσις, τὴν ὁποίαν μᾶς ἔδωκεν ἡ περίφημος ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῆς Γεωργίας καὶ αἱ αὐθαιρεσίαι τῶν κ. κ. Ὑπουργῶν τῆς Ἐπαναστάσεως. Ἀλλὰ θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σταματήσω μίαν στιγμὴν καὶ νὰ εἰσέλθω εἰς τὰ ἐδάφη τὰ νομικὰ πλέον. Δὲν γνωρίζω ἂν ὁ κ. Τσιτσεκλῆς εἶναι ἐδῶ νὰ μοὶ δώσῃ τὴν ἄδειαν. Ὁ νόμος 1046, τὸν ὁποῖον ἐπικαλοῦνται ἀμφότεραι αἱ διαταγαὶ τοῦ Ὑπουργείου—ἐλησμόνησα νὰ σᾶς εἴπω ὅτι τὴν δευτέραν διαταγὴν δὲν τὴν ἔχει ὑπογράψει ὁ Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας, ἀλλ’ ὁ γενικὸς γραμματεὺς Νικολόπουλος, ὥστε δὲν κινδυνεύει μόνον ἐκ τῶν ἐνεργειῶν τῶν Ὑπουργῶν ἡ ἀγροτικὴ ἰδιοκτησία, ἀλλὰ καὶ ἐκ τῶν ἐνεργειῶν τῶν γενικῶν γραμματέων καὶ ἂν μείνῃ ἀπεριφρούρητος ἐν τῷ Συντάγματι θὰ κινδυνεύῃ μίαν ἡμέραν καὶ ἀπὸ τὰς ἐνεργείας τῶν κλητήρων ἀκόμη, διότι δυνατὸν καὶ αὐτοὶ νὰ ἐκδόσουν κἄποτε καμμίαν διαταγὴν διὰ νὰ ἀφαιροῦν τὴν περιουσίαν τῶν πολιτῶν—ἀλλ’ ἐπανέρχομαι εἰς τὸν νόμον 1046, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου ἐγένοντο πάντα ταῦτα. Ἐψηφίσθη ὁ νόμος οὗτος κατὰ τὸ ἔτος 1917, λέγει δὲ ἐν ἄρθρῳ αὐτοῦ 1ῳ (ἀναγινώσκει): «Ἐπιτρέπεται καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν τοῦ πολέμου καὶ ἐπὶ δύο ἔτη μετὰ τὴν λῆξιν αὐτοῦ ἡ ἐπίταξις ἀγροτικῶν ἐκτάσεων, ὅπως διατεθοῦν αὗται πρὸς καλλιέργειαν....» Ἡ ἀπόφασις τῆς ἐπιτάξεως καθορίζει σαφῶς τὰ ὅρια καὶ τὴν ἔκτασιν, ὡς καὶ τὴν διάρκειαν τῆς ἐπιτάξεως». Ὁ αὐτὸς νόμος 1046 ἐν ἄρθρῳ αὐτοῦ 3ῳ §1 ὁρίζει (ἀναγινώσκει): «ἡ ἐκμετάλλευσις τῶν ἐπιτασσομένων ἀγροτικῶν κτημάτων γίνεται κατὰ τοὺς ὅρους εἰδικῆς δι’ ἕκαστον κτῆμα γνωμοδοτήσεως τοῦ Συμβουλίου τῆς Γεωργίας ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Γεωργίας, δι’ ἀντεπιστασίας ἢ ἐργολαβίας ἢ παραχωρεῖται εἰς τρίτους πρὸς καλλιέργειαν δι’ ἐνοικιάσεως κατόπιν δημοπρασίας εἴτε ἄνευ τοιαύτης δι’ εἰδικῆς συμβάσεως». Ὥστε κατὰ τὸν νόμον 1046 ἐπετράπη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ἐν ἔτει 1917 νὰ ἐπιτάσσῃ κτήματα πρὸς ἐπέκτασιν τῆς καλλιεργείας καὶ συνεπῶς τῆς παραγωγῆς, καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν τοῦ πολέμου, τοῦ ὑφισταμένου ἐν ἔτει 1917 καὶ ἐπὶ δύο ἔτη μετὰ τὴν λῆξιν αὐτοῦ ἐνῷ τὸ Ὑπουργεῖον ἐπέταξε τὰ κτήματα τῆς συζύγου μου εἰς τὸ τέλος τοῦ ἔτους 1923, ὅτε οὐδεὶς ὑφίστατο πόλεμος. Ἐπίσης ὁ αὐτὸς νόμος ὁρίζει ὅτι ἡ καλλιέργεια καὶ ἡ ἐκμετάλλευσις τῶν ἐπιτασσομένων κτημάτων γίνεται ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Γεωργίας δι’ ἀντεπιστασίας ἢ ἐργολαβίας ἢ παραχωρεῖται εἰς τρίτους διὰ δημοπρασίας κλπ. Καὶ τώρα ἐρωτῶ· ὁ νόμος 1046, τὸν ὁποῖον ἐπεκαλέσθη τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Γεωργίας διὰ νὰ στερήσῃ τὴν σύζυγόν μου τῆς περιουσίας της, ὁμιλεῖ πουθενὰ εἰς τὰς διατάξεις του ὅτι δύναται ὁ Ὑπουργὸς νὰ πάρῃ τὴν ἰδιοκτησίαν ἑνὸς ἰδιοκτήτου, νὰ κατασκευάσῃ μόνος του ἕνα συνεταιρισμὸν τῆς ἀρεσκείας του καὶ νὰ τὴν δώσῃ εἰς τὸν συνεταιρισμὸν αὐτὸν νὰ τὴν ἐκμεταλλεύεται; Ὁ νόμος ὁμιλεῖ περὶ ἀναγκῶν τοῦ Κράτους, περὶ δημοσίων ἀναγκῶν.
§73Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ποίαν ἡμερομηνίαν φέρει ὁ νόμος;
§74Μ. ΓΟΥΔΑΣ. 1917.
§75Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὥστε διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ πολέμου διετάχθη ἡ ἐπίταξις;
§76Μ. ΓΟΥΔΑΣ. Ἀλλ’ ἡ ἐπίταξις ἐγένετο εἰς τὰ 1923, δηλαδὴ πέντε ἔτη μετὰ τὴν ἐκπνοὴν τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου.
§77Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὑπῆρχον ἐπιτάξεις εἰς τὰ 1923.
§78Μ. ΓΟΥΔΑΣ. Ἐγὼ ὅταν ἐπετάχθησαν τὰ κτήματα τῆς συζύγου μου καὶ μοὶ ἐδόθη ἀφορμὴ νὰ ἀναγνώσω τὸν νόμον αὐτὸν ἔκαμα ἓν ὑπόμνημα καὶ τὸ ἔστειλα εἰς τὸν τότε Πρωθυπουργὸν τοῦ Κράτους κ. Γονατᾶν. Ὁ κ. Γονατᾶς τὸ διεβίβασεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον. Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ἐθορυβήθησαν, διότι ἐγὼ ἠπείλουν ὅτι θὰ ζητήσω ἀποζημίωσιν, τὴν ὁποίαν δὲν ἐζήτησα, οὐδὲ θὰ τὴν λάβω ποτὲ καὶ ἂν τὴν ζητήσω καὶ τὸ Γνωμοδοτικὸν Συμβούλιον, τὸ ὁποῖον ἀπεφάνθη περὶ τῆς ἐπιτάξεως τῶν κτημάτων τῆς συζύγου μου καὶ τοῦ ὁποίου τὸ πρῶτον πρακτικὸν σᾶς ἀνέγνωσα πρὸ ὀλίγου, συνέρχεται ἐν τάχει κατὰ τὰς 5 τοῦ μηνὸς Ὀκτωβρίου, δηλαδὴ τρεῖς μόνον ἡμέρας μετὰ τὴν βιαίαν ὑπὸ τοῦ ἀστυνόμου κατάληψιν τῶν περὶ ὧν ὁ λόγος κτημάτων, καὶ ἀναιρεῖ τὴν πρώτην γνωμοδότησιν λέγον ἐν τῷ πρακτικῷ αὑτοῦ τῆς 5ης Ὀκτωβρίου 1923 ἐπὶ λέξει τὰ ἑξῆς.
§79ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὸ Γνωμοδοτικὸν Συμβούλιον ἀπὸ ποίους ἀποτελεῖται;
§80Μ. ΓΟΥΔΑΣ. Δὲν γνωρίζω. Μοῦ ἠρνήθησαν νὰ μοῦ δώσουν καὶ τὰ πρακτικά. Τὸ Γνωμοδοτικὸν Συμβούλιον λοιπὸν εἰς τὰς 5 Ὀκτωβρίου λέγει τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Λαβὸν ὑπ’ ὄψιν τὴν εἰσήγησιν τοῦ τμηματάρχου κ. Κουμπουροπούλου ἐπειδή, κρίνει ὅτι ἡ ἐπίταξις κακῶς ἐγένετο, καθόσον ὁ νόμος 1046 ἀποσκοπεῖ τὴν ἐπέκτασιν τῆς καλλιεργείας γαιῶν μὴ καλλιεργουμένων, ἰδίᾳ λόγῳ τῶν πολεμικῶν περιστάσεων, ἐνῷ ἐν τῇ προκειμένῃ περιπτώσει ἐγένετο ἐπίταξις καὶ ἀνεπιδέκτου καλλιεργείας ἐκτάσεων καὶ κήπων καὶ κτηνοτροφικῶν ἐγκαταστάσεων, τὰς ὁποίας, κατὰ τὴν ἀναφορὰν τοῦ ἁρμοδίου νομογεωπόνου, δὲν δύναται ὁ γεωργικὸς συνεταιρισμὸς Δαμαλᾶ νὰ ἐκμεταλλευθῇ κατὰ τρόπον συμφέροντα. Ἐπειδὴ κρίνει ὅτι ἡ ἐπίταξις τοῦ ὅλου τούτου κτήματος θὰ ἠδύνατο νὰ ἐμπλέξῃ τὸ Δημόσιον εἰς δίκας περὶ ἀποζημιώσεως τῶν ἰδιοκτητῶν ὑπὸ τοῦ Δημοσίου. Ἐπειδὴ κρίνει ὅτι ἡ ἐπίταξις χάριν τῶν ἐν τῷ κτήματι ἀκτημόνων προβλέπεται οὐχὶ ὑπὸ τοῦ νόμου 1046, ἀλλ’ ὑπὸ τοῦ ἀγροτικοῦ νόμου. Διὰ ταῦτα. Ἀποφαίνεται ὅτι πρέπει νὰ ἀναθεωρηθῇ ἡ προγενεστέρα ἀπόφασίς του περὶ ἐπιτάξεως τῶν κτημάτων Κοκκινιὰ καὶ Πουλιμάνα Α καὶ Β μετὰ τῶν ἐγκαταστάσεών των καὶ κρῖνον ὅτι πρὸς ἱκανοποίησιν τῶν ἀναγκῶν τῶν ἀκτημόνων εἶναι σκοπιμώτερον νὰ ἐφαρμοσθῶσι γενικοὶ περὶ ἀπαλλοτριώσεως ἀγροκτημάτων ἀγροτικοὶ νόμοι, οἵτινες δὲν θέλουσι προκαλέσει ἀξιώσεις τῶν ἰδιοκτητῶν ἀπέναντι τοῦ Δημοσίου». Ὥστε διὰ τοῦ δευτέρου τούτου πρακτικοῦ ἔπαυσεν ὑφισταμένη ὑπὲρ τῆς ἐνεργείας τοῦ Ὑπουργοῦ ἡ προϋπόθεσις τοῦ νόμου 1046 ἄρθρον 1 § 1 τῆς συμφώνου γνωμοδοτήσεως τοῦ Συμβουλίου Γεωργίας, ἄλλωστε καὶ ὁ νόμος ἀπεσκόπει τὴν ἐκπλήρωσιν ἀναγκῶν τοῦ Κράτους διὰ τῆς ἐπεκτάσεως τῆς καλλιεργείας κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ πολέμου καὶ οὐχὶ εἰς τὸ διηνεκές.
§81Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Τί πταίει τὸ Σύνταγμα εἰς ὅλα αὐτά, κ. συνάδελφε; Εἶναι κατάχρησις τῆς ἐξουσίας.
§82Μ. ΓΟΥΔΑΣ. Ὥστε βλέπετε ὅτι τὸ Συμβούλιον μετέβαλε γνώμην ἀμέσως.
§83ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἄλλο Συμβούλιον.
§84Μ. ΓΟΥΔΑΣ. Ὄχι, τὸ αὐτὸ Συμβούλιον.
§85ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἦτο γεωπονικὸν Συμβούλιον, ὄχι ἐποικιστικόν.
§86Μ. ΓΟΥΔΑΣ. Γνωμοδοτικὸν Συμβούλιον τοῦ Ὑπουργείου τῆς Γεωργίας, κ. συνάδελφε, εἰς ἀμφότερα τὰ πρακτικά, τὰ ὁποῖα σᾶς ἀνέγνωσα, δηλαδὴ ἀκριβῶς ἐκεῖνο, οὗ τὴν γνωμοδότησιν ἀπαιτεῖ ὁ νόμος 1046. Ἔκτοτε παρῆλθον τρία ὁλόκληρα ἔτη, κατὰ τὰ ὁποῖα ἠγωνιζόμην νὰ ἐγκαταστήσω τὴν σύζυγόν μου εἰς τὴν νόμιμον κατοχὴν τῶν κτημάτων της, τρία ὁλόκληρα ἔτη, κατὰ τὰ ὁποῖα ἐπὶ πέντε μῆνας ἀπηλλοτρίωνον τὰ κτήματα ταῦτα καὶ ἐπὶ ἄλλους πέντε μῆνας τὰ ἀπέδιδον διὰ νὰ τὰ καταλάβουν καὶ πάλιν ἐκ νέου. Δὲν ἔκαμον δὲ τίποτε ἄλλο κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο παρὰ νὰ ἔχω τὸν Εἰρηνοδίκην διαρκῶς σχεδὸν ἐπιτεταγμένον διὰ νὰ λαμβάνῃ προσωρινὰ μέτρα, ἀναγκασθεὶς νὰ δαπανήσω ὑπὲρ τὰς πεντήκοντα χιλιάδας δραχμῶν δι’ αὐτὴν τὴν ὑπόθεσιν.
§87ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Κατὰ τίνος ἐλαμβάνοντο;
§88Μ. ΓΟΥΔΑΣ. Κατὰ τῶν διαφόρων χωρικῶν, οἱ ὁποῖοι παροτρυνόμενοι παρ’ ἐνδιαφερομένων καὶ παρ’ ὑπαλλήλων ἀκόμη τοῦ Ὑπουργείου τῆς Γεωργίας, εἰσήρχοντο ὡς ἰδιοκτῆται μέσα μὲ τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα τοὺς ἔδωσε δῆθεν τὸ Κράτος. Διὰ νὰ ἀντιληφθῆτε ποῖαι ζημίαι ἐγένοντο κατὰ τὸ διάστημα αὐτὸ θὰ σᾶς εἴπω τὰ συμπεράσματα ἑνὸς ὑπαλλήλου τοῦ Ὑπουργείου τῆς Γεωργίας, ὁ ὁποῖος ἀπεστάλη ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Γεωργίας διὰ νὰ ἐξετάσῃ ποῖαι ζημίαι ἐπηνέχθησαν. Ὁ γεωπόνος αὐτὸς ἀποφαίνεται δι’ ἐκθέσεώς του ἀπὸ 15 Μαρτίου 1924, δηλαδὴ ἕξ μῆνας ἀπὸ τῆς πρώτης ἐπιτάξεως, ὅτι αἱ γενόμεναι εἰς τὴν σύζυγόν μου ζημίαι ἀνήρχοντο εἰς 58,000 δραχμῶν. Τέλος συνεβούλευσα τὴν σύζυγόν μου νὰ πωλήσῃ τὰ κτήματά της ὅσο–ὅσο διὰ νὰ ἀποφύγῃ καὶ ἐκείνη καὶ ἐγὼ τὰς ἁρπακτικὰς διαθέσεις τοῦ Ὑπουργείου τῆς Γεωργίας καὶ νὰ μείνῃ ἥσυχος. Ἀφοῦ δὲν θὰ εἶχον κτήματα, οὔτε νὰ μοὶ ἀπαλλοτριώσουν, οὔτε νὰ μοὶ ἐπιτάξουν. Ἀλλὰ μὲ τὴν μέθοδον αὐτὴν δὲν ἔχω οὔτε χρήματα, διότι τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα ἐπῆρα ἐκ τῶν κτημάτων, δὲν εἶναι οὐδὲ τὸ ¼ ἀπὸ ὅσα ἐξώδευσα εἰς ὅλην αὐτὴν τὴν ὑπόθεσιν. Ὑπὸ τοιαύτας συνθήκας λοιπὸν ὅταν προΐστανται τῶν Ὑπουργείων Ὑπουργοί, οἱ ὁποῖοι ἐφαρμόζουν ἕνα νόμον μὴ ὑπάρχοντα, μὴ ἔχοντα καμμίαν ἰσχύν, ἀφοῦ τὸν ἐφαρμόζουν μετὰ τρία ὁλόκληρα ἔτη ἀπὸ τῆς λήξεως τῆς ἰσχύος αὐτοῦ, ὅταν εὑρίσκωνται Ὑπουργοί, οἵτινες διατάσσουν ὑπαλλήλους καὶ ἐκτελοῦν τὰς παρανόμους διαταγὰς τῶν Ὑπουργῶν καὶ μᾶς στεροῦν τῆς ἰδιοκτησίας μας ὅταν ἔχωμεν Ὑπουργεῖα καὶ ὑπηρεσίας Ὑπουργείων, αἱ ὁποῖαι κάμνουν τοιαύτας γνωμοδοτήσεις, εἰς τὰς ὁποίας ἐλέγχονται ἀγνοοῦντες καὶ τὰ πράγματα καὶ τὰ ἀντικείμενα, περὶ ὧν γνωμοδοτοῦν, νομίζω ὅτι ὄχι μόνον λέξεις περιφρουροῦσαι τὴν ἰδιοκτησίαν πρέπει νὰ θέσωμεν εἰς τὸ Σύνταγμα, ἀλλὰ καὶ ἁλύσσεις, μὲ τὰς ὁποίας νὰ δεσμεύσωμεν τὰς ἁρπακτικὰς χεῖρας τῶν Ὑπουργῶν, αἱ ὁποῖαι δὲν θὰ παύσουν νὰ ὑφίστανται δυστυχῶς ἐν Ἑλλάδι.
§89Α. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ νὰ ψηφισθῇ τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 3 τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως νομοσχέδιον.
§90Μ. ΤΣΑΡΛΑΜΠΑΣ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἀφεθῇ ἐλευθέρα καὶ ἡ ἐξαγωγὴ τῶν ἐλαιοπυρήνων ἀτελής.
§91Α. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Ἐφόσον ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς ὑπέβαλε τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, νομίζω ὅτι θὰ ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν του νὰ μὴ κινδυνεύσουν τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου.
§92Μ. ΤΣΑΡΛΑΜΠΑΣ. Ἔχω ὑποβάλει τροπολογίαν, ἡ ὁποία πρέπει νὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ καὶ ἑπομένως τὸ νομοσχέδιον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ψηφισθῇ.
§93ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἔχω καμμίαν τροπολογίαν.
§94Μ. ΤΣΑΡΛΑΜΠΑΣ. Ἡ τροπολογία εἶναι ὅπως ἐξάγωνται ἀτελῶς οἱ ἐλαιοπυρῆνες.
§95ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὰ νομοσχέδια εἰσάγονται παρὰ τὸν Κανονισμόν.
§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑπάρχει τροπολογία, δὲν ἔχει ὑποβληθῆ τοιαύτη.
§97ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὔριον, αὔριον.
§98ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται τὸ νομοσχέδιον δι’ αὔριον καὶ διακόπτεται ἡ συνεδρίασις διὰ νὰ ἐπαναληφθῇ αὕτη τὴν 10:30′ μ. μ.
(Ὥρα 9.30′ μ. μ.)
ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΚΟΠΗΝ
(Ὥρα 11 μ. μ.)
§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Συνεχίζεται ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ 19ου ἄρθρου τοῦ Συντάγματος. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Ε. Μαχαίρας.
§100Ε. ΜΑΧΑΙΡΑΣ. Παρ’ ὅλον τὸν κάματον, κύριοι βουλευταί, τὸν ὁποῖον αἰσθάνεται ἡ Βουλὴ ἐκ τῆς συζητήσεως τοῦ ἄρθρου 19 τοῦ Συντάγματος, εἶμαι καὶ ἐγὼ ὑποχρεωμένος νὰ ἐκθέσω δι’ ὀλίγων τὰς ἀπόψεις τῆς ἐργατικῆς τάξεως ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου. Εἶναι ἐκτὸς πάσης ἀμφισβητήσεως, κύριοι βουλευταί, ὅτι τὸ ἄρθρον αὐτό, τὸ ὁποῖον ἔχομεν σήμερον ὑπὸ συζήτησιν, ἀποτελεῖ τὴν βάσιν τοῦ ἀστικοῦ καθεστῶτος καὶ τὴν μορφὴν καὶ τὴν βάσιν, τὸ Α καὶ τὸ Ω, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἑδράζεται τὸ οἰκονομικὸν καὶ τὸ κοινωνικὸν καθεστὼς καὶ εἶναι ἐπίσης εἰς ὅλους γνωστὸν ὅτι ἡ ἰδεολογία τῆς ἐργατικῆς τάξεως τείνει εἰς τὸ νὰ καταστήσῃ τὴν γῆν κοινὸν κτῆμα τῶν ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι νὰ διανέμωνται ἐξ ἴσου τὰ ἀγαθὰ αὐτῆς. Ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι δὲν ἀκολουθοῦμεν τὴν τακτικήν, τὴν ὁποίαν ἀκολουθεῖ μία μερὶς τῆς ἐργατικῆς τάξεως, πεπεισμένη ὅτι διὰ τῆς ἰδικῆς της τακτικῆς θὰ δυνηθῇ νὰ καταλύσῃ διὰ τῆς ἐπαναστάσεως καὶ ἀμέσου δράσεως τὸ ἀστικὸν καθεστὼς καὶ νὰ φθάσῃ εἰς τὸ τέρμα τοῦ ἀγῶνος, εἰς τὴν κατάργησιν δηλαδὴ τῆς ἐκμεταλλεύσεως τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὸν ἄνθρωπον, δικτατορεύοντος τοῦ προλεταριάτου. Ἡμεῖς, λέγω, οἱ ὁποῖοι δὲν ἀκολουθοῦμεν τὴν τακτικὴν αὐτήν, ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι ἀναμφισβητήτως ἀποτελοῦμεν τὴν πλειονότητα τῆς ἐργατικῆς τάξεως, τὴν μεγάλην πλειονότητα, πιστεύομεν ὅτι διὰ πολλὰ χρόνια ἀκόμη, δὲν γνωρίζω πόσα, θὰ εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ στεγαζώμεθα καὶ ἡμεῖς ὑπὸ τὴν αὐτὴν στέγην, ὑπὸ τὴν ὁποίαν στεγάζεται σήμερον τὸ κοινωνικὸν ἀστικὸν καθεστώς. Ἐνδιαφερόμεθα ὥστε νὰ παρακολουθῶμεν τοὺς θεσμούς, τοὺς ἑκάστοτε ψηφιζομένους, νὰ ἀγωνιζώμεθα καὶ νὰ προσπαθῶμεν ὅπως οἱ θεσμοὶ αὐτοὶ βελτιώνωνται ἐπὶ τὸ προοδευτικώτερον διὰ τὴν τάξιν μας καὶ νὰ συγχρονίζωνται μὲ τὴν ἐποχήν μας. Καὶ ἐρχόμενος τώρα εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ ἄρθρου 19 ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι ἡ διατύπωσις αὐτοῦ δὲν μᾶς ἱκανοποιεῖ, δὲν ἱκανοποιεῖ τὴν ἀντίληψίν μας, διότι ἐνῷ διὰ τῆς πραγματικῆς ὡραίας προσπαθείας καὶ προοδευτικῆς προσθήκης τῆς τροπολογίας τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου κ. Μυλωνᾶ ἐμφανίζεται κάπως προοδευτικόν, δὲν δυνάμεθα νὰ ἀποδεχθῶμεν καθ’ ὁλοκληρίαν ὅτι ἀνταποκρίνεται εἰς τὴν παροῦσαν κατάστασιν, θὰ δυνάμεθα δηλαδὴ νὰ ὑποστηρίξωμεν ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ ἀφεθῇ ἐλευθερία εἰς τὸν νομοθέτην τοῦ μέλλοντος ὥστε νὰ δύναται νὰ ρυθμίζηται ἡ ἀπαλλοτρίωσις χωρὶς οὐδεμίαν ἀποζημίωσιν. Ὡς ἐπίσης θὰ δυνάμεθα νὰ ὑποστηρίξωμεν ὅτι εἰς τὴν ἔννοιαν τῆς ἰδιοκτησίας, ὅπως ἑρμηνεύεται εἰς τὸ ἄρθρον 19, ἔπρεπε νὰ περιλαμβάνηται ὄχι ἐν ἑρμηνευτικῇ δηλώσει, ἀλλὰ ἐν παραγράφῳ τοῦ ἄρθρου, ἐν κειμένῳ τοῦ ἄρθρου, ὅτι ἰδιοκτησία εἶναι καὶ ἡ κινητὴ ἰδιοκτησία καὶ ἡ πνευματικὴ ἰδιοκτησία καὶ ἡ ἐμπορικὴ ἰδιοκτησία καὶ αὐτὴ ἡ ἐλευθέρα ἡ ἐπαγγελματική. Ἡ τροπολογία τοῦ ἀξιοτίμου κ. Μυλωνᾶ δὲν εἶναι ἀπορριπτέα, ἀποροῦμεν δὲ πῶς εὑρέθησαν τόσοι ἐναντίον τῆς προτάσεως αὐτῆς. Εἶναι λυπηρόν, κύριοι βουλευταί, ὀδυνηρὸν νὰ εἴπῃ κανεὶς νὰ μὴ ἔχωμεν τὸ ψυχικὸν σθένος νὰ ἀντιμετωπίσωμεν μίαν πραγματικότητα, ἡ ὁποία πρὸ πολλοῦ ὑφίσταται καὶ θὰ ἐξακολουθήσῃ νὰ ὑφίσταται. Ἡμεῖς ὁπωσδήποτε θὰ ψηφίσωμεν τὸ ἄρθρον ὅπως ἔχει, δὲν θὰ μᾶς κάμῃ δὲ πολλὴν λύπην καὶ ἂν ἀκόμη ἤθελεν ἀπαλειφθῆ ἡ τροπολογία τοῦ κ. Μυλωνᾶ. Εἴμεθα ὅμως ὑποχρεωμένοι νὰ διακηρύξωμεν ὅτι ἡ ἰδιοκτησία, ἡ ὁποία δὲν ἀναγνωρίζει ὑποχρεώσεις, εἶναι ἰδιοκτησία, ἡ ὁποία δημιουργεῖ κινδύνους. Καὶ πρὶν κατέλθω τοῦ βήματος τούτου εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ παρακαλέσω τοὺς κ. κ. συναδέλφους, οἱ ὁποῖοι ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὑπεστήριξον ὅτι θὰ καταψηφίσουν τὴν πρότασιν ταύτην, διότι τὴν θεωροῦν ὅτι θὰ γίνῃ ἀφορμὴ νὰ φυγαδευθῇ τὸ κεφάλαιον ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα, θὰ τοὺς παρακαλέσω προτοῦ ψηφίσουν ὑπὲρ ἢ κατά, νὰ σκεφθοῦν καὶ νὰ φέρουν τὸν νοῦν εἰς τοὺς ἐκλογεῖς, οἱ ὁποῖοι μᾶς ἀπέστειλαν ἐδῶ καὶ μὴ θελήσουν νὰ θέσουν ὑπεράνω τῶν συμφερόντων τοῦ κοινωνικοῦ συνόλου τὰ τοπικά των συμφέροντα, διότι οὐαὶ καὶ ἀλλοίμονον.
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Εὐθυμιάδης ἔχει τὸν λόγον.
§102Δ. ΕΥΘΥΜΙΑΔΗΣ. Ὅλοι ὡμίλησαν περὶ καλῆς θελήσεως, ὅταν γίνεται λόγος περὶ ἀποκαταστάσεως ἀκτημόνων. Ἀλλ’ ἡμεῖς οἱ παρακολουθήσαντες τὰ πράγματα ἐκ τοῦ σύνεγγυς ἀπὸ τοῦ 1920 καὶ ἐντεῦθεν, ἐσχηματίσαμεν ἄλλην γνώμην καὶ πιστοποιοῦμεν ὅτι πᾶν ὅ,τι ἔγινεν, ἔγινε παρὰ τὴν θέλησιν καὶ τῶν ἀρχῶν τῶν ἐνδιαφερομένων τῇ ἐπιβολῇ μιᾶς κοινωνικῆς ἀνάγκης. Κατὰ τὴν ἰσχύουσαν ἀγροτικὴν νομοθεσίαν, δὲν ἐπετρέπετο ἡ ἐγκατάστασις εἰς τὰ ἀγροκτήματα τὰ αὐτοκαλλιεργούμενα καὶ ἤρκει ὁ ἰδιοκτήτης νὰ διατηρήσῃ ζεῦγος βοῶν διὰ νὰ θεωρήσῃ τὸ κτῆμά του αὐτοκαλλιεργούμενον καὶ οὕτω νὰ ἀπέφευγε τὴν ἐν αὐτῷ ἐγκατάστασιν προσφύγων. Δι’ ὃ καὶ ἡ ὑπηρεσία ἠναγκάζετο νὰ ἐγκαταστήσῃ τοὺς γεωργοὺς εἰς βαλτώδη μέρη, ὅταν δὲ ἀπέθνησκον 30–40% καὶ πλέον, ἐστέλλοντο ὑπὸ τῆς αὐτῆς ὑπηρεσίας ἄλλοι τόσοι πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ ἀρχικοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἀποσταλλέντων καὶ τοῦτο ἵνα μὴ θιγῇ οὐδεὶς ἰδιοκτήτης. Μόνον μετὰ τὴν Ἐθνικὴν καταστροφὴν ἔπαυσαν τὰ τοιαῦτα ἄτοπα, ἐνῷ καὶ τότε εἴχομεν ἀντίδρασιν ἐκ μέρους τῶν ἐνδιαφερομένων, μέχρι τοιούτου βαθμοῦ, ὥστε εὐσυνείδητοι ὑπάλληλοι ἐκτελέσαντες τὸ καθῆκον αὐτῶν ἀπεμακρύνθησαν ἐκ τῆς ὑπηρεσίας καὶ ἐτέθησαν εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ Ὑπουργείου. Ὥστε ὅ,τι συνετελέσθη μέχρι σήμερον ὀφείλεται εἰς ἐπιτακτικὴν κοινωνικὴν ἀνάγκην, ἀλλ’ οὐχὶ εἰς τὴν καλὴν θέλησιν. Καὶ ἤδη περὶ ἀποζημιώσεως τῶν ἰδιοκτητῶν. Εἰς τὴν Δʹ Ἐθνοσυνέλευσιν ὁ ἀρχηγὸς τῶν Συντηρητικῶν ἐπρότεινεν ὅπως οἱ ἰδιοκτῆται ἀποζημιωθοῦν ὡς ἑξῆς. Νὰ παραιτηθῇ τοῦ ἑνὸς τρίτου τῆς ἀξίας τοῦ κτήματος ὁ ἰδιοκτήτης, τὸ ἓν τρίτον νὰ πληρώσῃ τὸ Κράτος καὶ τὸ ὑπόλοιπον ἓν τρίτον οἱ καλλιεργηταί. Ἡμεῖς δὲν συμφωνοῦμεν πρὸς τὴν λύσιν τὴν προταθεῖσαν ὑπὸ τοῦ ἀρχηγοῦ τῶν Συντηρητικῶν. Παραδεχόμεθα ὅμως τὴν ἁγνήν, εἰλικρινῆ καὶ δικαίαν πρότασιν τοῦ συναδέλφου τοῦ Κόμματος τῶν Ἐλευθεροφρόνων κ. Πεσμαζόγλου, ὅστις ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὰς ὑπὸ τῶν λοιπῶν ἀγορητῶν τοῦ βήματος ὑποστηριχθείσας ὑστεροβούλους ἀπόψεις προτείνει (ἀναγινώσκει): «Νὰ τεθῇ ὑπὸ τὸ 19ον ἄρθρον ἑρμηνευτικὴ διάταξις περιορίζουσα τὰ δικαστήρια νὰ δικάζουν προκειμένου περὶ ἀποζημιώσεως πέραν ἑνὸς ὡρισμένου ὁρίου. Εἰς τὴν ἀποζημίωσιν πρέπει νὰ προστίθεται ὁ νόμιμος τόκος ἀπὸ τῆς ἀποκτήσεως τοῦ κτήματος, νὰ ἀφαιροῦνται δὲ τὰ εἰσοδήματα τὰ ὁποῖα ἔλαβεν ὁ ἰδιοκτήτης». Ἀναλύοντες τὴν πρότασιν ταύτην δικαιολογοῦμεν πληρέστατα τὴν ἄποψιν τῶν κολλήγων, μετὰ τῶν ὁποίων ἤλθομεν εἰς ἐπαφήν, ὅπως ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ συνεχισθῇ ἡ περαιτέρω ἀποζημίωσις τῶν τσιφλικιούχων καὶ ἐπείσθην ἐκ τῆς ἐπαφῆς μου ταύτης ὅτι ἡ ἀξία ἑνὸς ἀγροκτήματος δὲν ἐξαρτᾶται μόνον ἐκ τῆς ἐκτάσεως αὐτοῦ, ἀλλὰ καὶ ἐκ τῆς παραγωγῆς του. Ὡς παράδειγμα ἀναφέρω τὸν νομὸν τῆς Ρωσσίας Ἀρχάγγελση, ὁ ὁποῖος ἔχει ἔκτασιν ἴσην πρὸς τὴν τῆς Γαλλίας καὶ Γερμανίας ὁμοῦ, ἀλλ’ εἶναι ἄχρηστος, διότι τυγχάνει ἀραιῶς κατῳκημένος. Ἡ παραγωγὴ δέ, ὡς γνωστόν, εἶναι προϊόν τῆς ἐργασίας τῶν καλλιεργούντων τὸ κτῆμα. Τοιουτοτρόπως ὡς κύριοι ἑνὸς κτήματος φέρονται καὶ ὁ ἰδιοκτήτης καὶ οἱ καλλιεργηταὶ αὐτοῦ. Ἀγόμεθα λοιπὸν εἰς τὸν διακανονισμὸν τῶν σχέσεων τῶν δύο τούτων στοιχείων, τῶν δύο συνιδιοκτητῶν. Αἱ κολληγικαὶ σχέσεις μὲ τὸν ἰδιοκτήτην εἶναι συνήθως ἡ ἐξ ἡμισείας διανομὴ τῆς παραγωγῆς. Ἀναλύω λεπτομερέστερον τὴν ἄποψιν ταύτην. Μία ἀγροτικὴ οἰκογένεια δύναται νὰ καλλιεργήσῃ μέχρι 100 στρέμματα γῆς, ἐκ τῶν ὁποίων 50 στρέμματα διὰ τὸν ἰδιοκτήτην καὶ 50 στρέμματα διὰ τὸν ἑαυτόν της. Ἄν θὰ ἠδύνατο ὁ χωρικὸς νὰ δανεισθῇ 1150 δραχμάς, θὰ ἦτο εἰς θέσιν νὰ ἐξαγοράσῃ καὶ τὰ 50 στρέμματα δι’ ἑαυτὸν καλλιεργῶν καὶ τὸν ἀπαιτούμενον σπόρον, μὲ βάσιν τὰς ἑξῆς προπολεμικὰς τιμάς: 20 δραχ. ἕκαστον στρέμμα πρὸς 50=1000 δραχμάς. 20 λεπτὰ ἡ ὀκᾶ τοῦ σίτου, 0,20x 15x 50=150 δραχ. Σύνολον 1150 δραχμάς. (15 ὀκάδες ἀπαιτούμενος σπόρος διὰ στρέμμα). Ἐφόσον ὅμως ὁ γεωργὸς στερεῖται τούτων, προσφέρει εἰς τὸν ἰδιοκτήτην τὴν ἐργασίαν του, ἡ ὁποία ἀποδίδει κέρδος πολὺ περισσότερον τῆς ἀξίας τοῦ κτήματος (50 στρέμματα). Ἐπὶ τῶν 50 στρεμμάτων τοῦ ἰδιοκτήτου σπείρονται 750 ὀκάδες σίτου. Μὲ δεκαπλασίαν ἀπόδοσιν ἔχομεν ἑπομένως 15x 50 x 10=7500 ὀκάδες, ἤτοι 7500 ὀκάδες σίτου πρὸς 20 λεπτὰ ἀποδίδουν 1500 δραχμάς. Ἄρα τὸ κέρδος ὅπερ ἀποκομίζει ὁ ἰδιοκτήτης εἶναι περισσότερον τῆς ἀξίας τῆς καλλιεργηθείσης παρὰ τοῦ κολλήγου μερίδος καὶ τοῦτο χωρὶς νὰ ἐργασθῇ κἂν ὁ ἰδιοκτήτης, οὔτε νὰ διακινδυνεύσῃ ἀπὸ καιρικὰς μεταβολὰς ἡ ζωή του. Τοῦτο δὲ γίνεται κατ’ ἔτος. Συνεπῶς τὸ κτῆμα ὑπὸ τῶν κολλήγων ἀγοράζεται κατ’ ἔτος. Συμφωνῶν πληρέστατα μὲ τὴν ἄποψιν τῶν κολλήγων καταλήγων εἰς τὸ συμπέρασμα νὰ μὴ πληρωθοῦν πλέον οἱ ἰδιοκτῆται, καθόσον ἂν πράξωμεν τὸ ἀντίθετον, θὰ εἴμεθα οἱ ἐκμεταλλευταὶ τῆς ἐργασίας. Καὶ πῶς θέλετε νὰ ἀποζημιώσητε τοὺς ἰδιοκτήτας; Διὰ νέας φορολογίας; Κύριοι, οὐδεὶς τῶν προσφύγων ἤθελε νὰ ἀλλάξῃ τὴν τύχην του. Οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν ἤθελε νὰ προσφυγοποιηθῇ. Διατηροῦμεν ἡμεῖς, ὁ ἀγροτικὸς προσφυγικὸς πληθυσμός, ὁλόκληρον πολυτελέστατον Ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον ὀνομάζεται Ἐπιτροπὴ Ἀποκαταστάσεως Προσφύγων, τοῦ ὁποίου καὶ ὁ κατώτερος ὑπάλληλος ἀμείβεται μὲ μισθὸν ἀνώτερον τοῦ εἰρηνοδίκου. Καὶ τώρα θέλετε νὰ δημεύσητε καὶ τὴν ἐργασίαν μας ἐπικαλούμενοι τὸ δίκαιον; Ἐνθυμοῦμαι μίαν φράσιν τοῦ ἄλλοτε Ὑπουργοῦ, Γενικοῦ Διοικητοῦ Μακεδονίας κ. Στάη «ὅτι ἐσεῖς οἱ πρόσφυγες εἶσθε ἀδύνατοι καὶ ἐφόσον εἶσθε ἀδύνατοι, ποτὲ δὲν θὰ ἔχετε δίκαιον». Θὰ προσπαθήσωμεν νὰ καταστῶμεν δυνατοί, διὰ νὰ εὕρωμεν τὸ δίκαιόν μας, ἀδιαφοροῦντες ὁποία θὰ εἶναι ἡ διατύπωσις τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρου τοῦ Συντάγματος.
§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Χασιώτης ἔχει τὸν λόγον.
§104Σ. ΧΑΣΙΩΤΗΣ. Πολὺς κόπος κατεβλήθη ἵνα πεισθῇ ἢ Βουλή, ὡσὰν νὰ ὑπῆρξε καμμία ἀμφισβήτησις ὅτι ἡ ἰδιοκτησία εἶναι δικαίωμα παντὸς ἐλευθέρου πολίτου καὶ ὅτι πρέπει νὰ προστατεύεται. Δὲν ὑπῆρξαν σπουδαῖαι ἀντιρρήσεις περὶ τούτου εἰς τὴν Βουλήν, οὔτε ὑπάρχει καμμία ἐναντίον τῆς ἰδιοκτησίας ἀντίληψις παρ’ ἡμῖν, οὔτε εἰς τὴν Πολιτείαν, οὔτε εἰς τὴν Κοινωνίαν. Σπανιότατοι θὰ εἶναι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι πιστεύουν ὅτι τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας δὲν εἶναι σεβαστόν. Αὐτὴν τὴν ἀντίληψιν ἐγὼ νομίζω ὅτι εἶχον καὶ ἔχουν ὅλοι οἱ γεωργοί μας. Ὅταν οἱ γεωργοὶ ἐζήτησαν τὴν ἀποκατάστασιν αὐτῶν, δὲν τὴν ἐζήτησαν ὑπὸ ὅρους ἵνα μὴ πληρώνουν εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας τὴν ἀξίαν τῶν γαιῶν. Πάντοτε ἐγὼ παρηκολούθησα τοὺς ἀγροτικοὺς ἀγῶνας. Ἀπὸ τοὺς παλαιοτέρους ἀκόμη χρόνους παρ’ ἡμῖν οὐδὲν ἄλλο ἐζήτουν οἱ γεωργοὶ παρὰ νὰ ἐξαγοράσουν τὴν γῆν, πληρώνοντες τοκοχρεωλυτικῶς τὸ ἀντίτιμον αὐτῆς, παρεχομένης πάσης πρὸς τοῦτο εὐκολίας. Αὐτὴ ἦτο ἡ ἀντίληψις ὅλου τοῦ γεωργικοῦ κόσμου. Τώρα, ἂν ἐπρόκειτο νὰ ἐξετάσωμεν τὴν καταγωγὴν τῆς ἰδιοκτησίας παρ’ ἡμῖν, θὰ ἠδυνάμεθα νὰ ὑποστηρίξωμεν τὴν ἀναμφισβήτητον ἀλήθειαν ὅτι ὑπῆρξαν πολλαὶ περιστάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας ἡ ἰδιοκτησία τῆς γῆς δὲν θὰ εἶχε πλήρη τὰ δικαιώματα ἀποζημιώσεως κατὰ τὴν ἀπαλλοτρίωσιν αὐτῆς ὑπὸ τοῦ Κράτους, ὑπὸ αὐστηρὰν ἠθικὴν ἄποψιν ἐξεταζομένου τοῦ ζητήματος. Οὕτω λ. χ. εἰς τὴν Ἤπειρον ὅλα σχεδὸν τὰ μεγάλα κτήματα εἶναι ἁρπαγμένα διὰ τῆς βίας ἀπὸ τοὺς Τουρκαλβανούς. Ὀλίγοι εἶναι οἱ Χριστιανοὶ οἱ ὁποῖοι ἠγόρασαν βραδύτερον μερικὰ ἀπὸ τὰ κτήματα ταῦτα πληρώσαντες τὴν ἀξίαν των. Εἰς τὴν Θεσσαλίαν ἐπίσης πρὸ τῆς προσαρτήσεως, σχεδὸν ὅλα τὰ κτήματα ἦσαν Τουρκικά. Καὶ ὅταν ἀπηλευθερώθη ἡ Μακεδονία καὶ ἐκεῖ τὰ πλεῖστα κτήματα κατέχονται ὑπὸ τῶν Ὀθωμανῶν. Βεβαίως εἰς ὅλους θὰ ἐγεννήθη ἡ περιέργεια πῶς αὐτοὶ οἱ Ὀθωμανοὶ κατώρθωσαν νὰ εἶναι κύριοι ὅλης σχεδὸν τῆς γῆς εἰς τὰς ἐπαρχίας ταύτας. Πότε ὑπῆρξαν μεγαλέμποροι καὶ μεγαλοκεφαλαιοῦχοι καὶ πότε ἠγόρασαν, πότε εἰργάσθησαν διὰ νὰ ἀποκτήσουν κτήματα, νὰ ἐναποθηκεύσουν δηλαδὴ ἐργασίαν διὰ νὰ ἀγοράσουν ὅλα αὐτὰ τὰ κτήματα, χιλιάδας χωρίων. Ἡ ἰδιοκτησία αὐτῶν δὲν εἶναι βεβαίως προϊὸν προηγουμένης τινος ἐργασίας, ἀλλὰ βίας, σφαγῆς καὶ ἐξοντώσεως τῶν πρώην ἰδιοκτητῶν, τῶν Χριστιανῶν. Αὐτὸ εἶναι ἀναμφισβήτητον. Ἑπομένως ὑπάρχει εἰς τὴν ψυχολογίαν τοῦ γεωργοῦ κατὰ παράδοσιν ἡ ἰδέα ὅτι πρόκειται περὶ μιᾶς μεγάλης ἀδικίας καὶ ἀνέμενεν οὗτος τὴν ἐπανόρθωσιν. Δὲν ἠξεύρουν θεωρητικῶς νὰ ἀναπτύξουν οὗτοι τὸ δικαίωμά των τοῦτο. Ἀλλ’ ἀπὸ παποῦν εἰς πατέρα καὶ υἱὸν ἐθεώρουν τὸν ἰδιοκτήτην ἐχθρόν των, διότι ἀφῆκαν εἰς αὐτοὺς τὴν ἐντύπωσιν ὅτι αὐτοὶ ἥρπασαν τὰ κτήματά των καὶ τοὺς ἔκαμαν ἀκτήμονας δουλοπαροίκους των. Ὅταν δὲ εἶχον εἰς τὸν νοῦν των νὰ ἀπελευθερωθῶσι καὶ τοὺς ἐρωτούσατε τί ἠννόουν μὲ τὴν ἀπελευθέρωσιν καὶ ποῖα ἐκ τῆς ἐλευθερίας των ἀνέμενον ἀγαθά, θὰ σᾶς ἔλεγον ὡς πρώτιστον μεταξὺ ὅλων τῶν ἀγαθῶν τὴν ἀνάκτησιν τῶν γαιῶν των, δηλαδὴ τὴν ἀγροτικήν των ἀποκατάστασιν. Αὐτὸ τὸ γνωρίζετε ὅλοι, ὥστε αὐτὴ ἡ ψυχολογικὴ κατάστασις ὑπῆρχεν εἰς τὸν λαὸν καὶ μὴ σᾶς φανῇ παράδοξον ἂν καμμίαν φορὰν ἀκούσητε ἐκ μέρους τοῦ γεωργικοῦ πληθυσμοῦ κανὲν παράπονον κατὰ τῶν ἰδιοκτητῶν. Αὐτὴ ἡ ἀντιπάθεια πρὸς τὸν ἰδιοκτήτην, τὸν ὁποῖον πολλάκις ὠνόμαζον καὶ ἀφέντην, μετεδόθη δυστυχῶς καὶ ἀδίκως, ὡς νομίζω, καὶ εἰς ἐκείνους ἐκ τῶν Χριστιανῶν τσιφλικιούχων, οἱ ὁποῖοι ἠγόραζον τὰ κτήματα ἀπὸ τοὺς Τούρκους. Καὶ τινὲς μὲν ἐξ αὐτῶν κατὰ τὴν προσάρτησιν τῆς Θεσσαλονίκης, ἐπειδὴ οἱ Τοῦρκοι φανατισθέντες ἔφευγον ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον, εὕρισκον εὐκαιρίαν καὶ τὰ ἠγόραζον εἰς ἐξευτελιστικὰς τιμάς. Τὸ Κράτος ἐπέτρεπεν εἰς πάντα νὰ ἀγοράζῃ ἐλευθέρως. Συνεπῶς παρεῖχε τὴν ἐγγύησιν ὅτι, ὅ,τι ἀγοράζει τις, ἀνήκει εἰς αὐτόν. Καὶ ἑπομένως ὑπάρχει μία σύμβασις μεταξὺ τοῦ Κράτους καὶ τῶν πολιτῶν, ἵνα ἐλευθέρως ἀγοράζωσιν ἀγροτικὰ κτήματα καὶ δι’ ὅσα ἀγοράσουν, ἐγγυᾶται τρόπον τινὰ τὸ Κράτος ὅτι θὰ τὸ διατηρήσουν. Ἑπομένως δὲν ἔκαμαν οἱ ἀγοράσαντες τὰ κτήματα καμμίαν ἀδικίαν, ἔστω καὶ ἂν τὰ ἠγόρασαν πολὺ εὐθηνά. Διότι δὲν ὑπάρχει κανεὶς ὁ ὁποῖος νὰ μὴ θέλῃ νὰ ἀγοράζῃ μὲ τιμὰς ὅσον τὸ δυνατὸν μικροτέρας. Αὐτὸ εἶναι φυσικόν. Ὑπάρχουν ὅμως καὶ γαιοκτήμονες, οἱ ὁποῖοι ἠγόρασαν τὰ τσιφλίκια μὲ κανονικὰς τιμάς. Ἐν πάσῃ δὲ περιπτώσει διὰ γενικοὺς λόγους τόσον οἰκονομικοὺς καὶ κοινωνικούς, ὅσον καὶ πολιτικοὺς ἀκόμη δὲν πρέπει νὰ ἐξετάζωμεν πῶς προέκυψεν ἡ μεγάλη ἰδιοκτησία παρ’ ἡμῖν, ποία εἶναι ἡ καταγωγὴ αὐτῆς, ἵνα ἀμφισβητήσωμεν τὰ δικαιώματα αὐτῆς. Εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ παραδεχθῶμεν, ὅπως εἰς ὅλον τὸν πολιτισμένον κόσμον, ὅτι τὰ δικαιώματα τῆς ἰδιοκτησίας ὁπωσδήποτε καὶ ἂν ἀπεκτήθη κατὰ τὸ ἀπώτατον παρελθὸν εἶναι ἀναμφισβήτητον. Καὶ δὲν πρέπει νὰ τὰ ἀμφισβητοῦμεν. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ αὐτῶν. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐτέθη ὑπὸ συζήτησιν ἤδη εἶναι ἂν τὰ δικαιώματα τῆς ἰδιοκτησίας εἶναι περιωρισμένα ἢ εἶναι ἀπεριόριστα. Ὅλοι οἱ ὁμιλήσαντες ἐνταῦθα ἀπεδέχθησαν, καὶ οἱ πλέον συντηρητικοί, ὅτι εἶναι περιωρισμένα τὰ δικαιώματα, ὅτι ἡ ἰδιοκτησία πρέπει νὰ συντρέχῃ καὶ εἰς τὸν σκοπὸν τῆς κοινῆς ὠφελείας. Καὶ δὲν ἤκουσα κανένα, ὁ ὁποῖος νὰ εἶπε τὸ ἀντίθετον. Ὁ περιορισμὸς δὲ οὗτος δὲν ἀφορᾷ μόνον τὸν μεγάλον, ἀλλ’ ἀφορᾷ καὶ τὸν μικρὸν ἰδιοκτήτην τῆς γῆς, τὸν ὁποῖον τώρα δημιουργοῦμεν. Ὑποθέσατε, λόγου χάριν, ὅτι ὑποχρεώνομεν διὰ νόμου τὸν γεωργόν, εἰς τὸν ὁποῖον παραχωροῦμεν τὴν γῆν, νὰ τὴν καλλιεργήσῃ καὶ ἂν δὲν τὴν καλλιεργήσῃ νὰ τοῦ τὴν ἀφαιροῦμεν. Δὲν εἶναι ὁ περιορισμὸς οὗτος δίκαιος καὶ ἀναγκαῖος διὰ τὸ καλὸν τῆς Κοινωνίας; Ὁ περιορισμὸς λοιπὸν αὐτὸς τῆς ἰδιοκτησίας ὑπάρχει, εἴτε τὸν γράψωμεν, εἴτε δὲν τὸν γράψωμεν εἰς τὸ Σύνταγμα. Διότι ὅλοι τὸν παραδεχόμεθα καὶ ἑπομένως εἶναι ἀναμφισβήτητος καὶ δὲν χρήζει ἰδιαιτέρας πρὸς τοῦτο διατάξεως. Ὑπάρχει μόνον μία διαφορά, περὶ τῆς ὁποίας σεῖς οἱ νομομαθεῖς, σεῖς οἱ συνταγματολόγοι πρέπει νὰ μᾶς δώσητε πληροφορίας. Τί συμφέρει καλύτερον, νὰ περιορίσωμεν τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας διὰ νόμου χωρὶς νὰ προβλέπεται ἡ ἀνάγκη αὕτη ὑπὸ τοῦ Συντάγματος καὶ νὰ φαίνεται ὅτι παραβιάζομεν τὸ Σύνταγμα ἢ ὁ περιορισμὸς οὗτος, τὸν ὁποῖον ἐξ ἀνάγκης πολλάκις νομοθετοῦμεν, πρέπει νὰ προβλέπεται δι’ εἰδικῆς διατάξεως ἐν τῷ Συντάγματι; Ἀφοῦ δηλαδὴ εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ κάμωμεν χρῆσιν τοῦ περιορισμοῦ τῆς ἰδιοκτησίας, διατί νὰ μὴ προβλέπεται ὑπὸ τοῦ Συντάγματος; Οὕτω λόγου χάριν ὁ κ. Τσιτσεκλῆς ὅταν ἔκαμε τὸν νόμον περὶ Ἐνοικιοστασίου δὲν ἐγνώριζεν ὅτι περιορίζει τὰ δικαιώματα τῆς ἰδιοκτησίας; Διατί τὸν ἔκαμεν ἀφοῦ δὲν προέβλεπε τὸ Σύνταγμα; Ὥστε παρεδέχθη ὅτι ὑπάρχουν ἀνάγκαι αἱ ὁποῖαι εἶναι ὑπέρτεραι καὶ ἀπὸ τὸ Σύνταγμα. Ἂν ὅμως κανεὶς προβλέπῃ τὰς ἀνάγκας αὐτάς, φαίνεται εἰς ἐμέ, ὁ ὁποῖος δὲν εἶμαι οὔτε συνταγματολόγος, οὔτε νομικός, ὅτι καλύτερον εἶναι νὰ ἔχῃ σχετικὴν διάταξιν τὸ Σύνταγμα, ἵνα μὴ ἔχωμεν τὴν ἰδέαν ὅτι παραβαίνομεν αὐτό. Διότι, ὅταν ἀναγκαζόμεθα νὰ παραβαίνωμεν τὸ Σύνταγμα εἰς ἐκεῖνα διὰ τὰ ὁποῖα παρουσιάζεται ἀπόλυτος ἀνάγκη, τότε συνηθίζομεν νὰ παραβαίνωμεν αὐτὸ καὶ εἰς ἐκεῖνα διὰ τὰ ὁποία δὲν ὑπάρχει ἀπόλυτος ἀνάγκη καὶ τότε περισσότερον κινδυνεύει τὸ Σύνταγμα. Ἕν ἄλλο ζήτημα εἶναι καὶ τὸ ἑξῆς. Ἡ ἰδιοκτησία δύναται νὰ ἀπαλλοτριώνεται. Αὐτὸ βεβαίως τὸ παρεδέχθητε ὅλοι. Ὥστε, ἂν θέσωμεν εἰς τὸ Σύνταγμα ὅτι ἡ ἀπαλλοτρίωσις γίνεται διὰ κοινὴν ὠφέλειαν καὶ κατωτέρω προσθέσωμεν ὅτι ἡ ἰδιοκτησία βαρύνεται καὶ μὲ ὑποχρεώσεις πρὸς τὴν Κοινωνίαν, τοῦτο δὲν εἶναι ἄλλο, εἰμὴ μία δικαιολογία τῆς περὶ τῆς ἀπαλλοτριώσεως προηγουμένης διατάξεως. Λέγομεν δηλαδὴ ὅτι ἐν περιπτώσει ἀνάγκης ἢ ἐν περιπτώσει κοινῆς ὠφελείας, δυνάμεθα νὰ ἀπαλλοτριοῦμεν τὰ κτήματα, διότι τὰ κτήματα βαρύνονται καὶ μὲ ὑποχρεώσεις πρὸς τὴν Κοινωνίαν. Πρὸς τί λοιπὸν ἡ ἀνησυχία διὰ τὴν προσθήκην μιᾶς τοιαύτης διατάξεως, πάντως ὑπονοουμένης; Ὑπερβολικὸς εἶναι ὁ φόβος ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι νομίζουν ὅτι θὰ γίνῃ μεγάλη κατάχρησις. Ἔγραφε λ. χ. ὁ κ. Τσιτσεκλῆς εἰς μίαν ἐφημερίδα πρὸ ἡμερῶν ὅτι θὰ ἠδύνατο ἡ Κυβέρνησις νὰ εἴπῃ· θέλω τὸ σπίτι σου νὰ τὸ μεταβάλω εἰς θέατρον ἢ εἰς κινηματογράφον, ἐφόσον τὸ Σύνταγμα θὰ ἀναγράφῃ ὅτι τῆς ἰδιοκτησίας τὸ δικαίωμα εἶναι περιωρισμένον, ἔχει ὑποχρεώσεις πρὸς τὴν Κοινωνίαν. Διότι ὁ κινηματογράφος ἠμπορεῖ νὰ παρασταθῇ ὡς κοινὴ ὠφέλεια διὰ τὸν κόσμον, διότι ὁ κινηματογράφος διδάσκει τὸν λαὸν κλπ. Δὲν πιστεύω νὰ φθάσῃ μία νομοθετικὴ ἐξουσία νὰ κάμῃ τοιαύτην κατάχρησιν τοῦ δικαιώματος αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον θὰ παρέχῃ τὸ Σύνταγμα, ἐκτὸς ἂν εἶναι μία Κυβέρνησις αὐθαίρετος, ὑπεράγαν λ. χ. σοσιαλιστικὴ ἢ μᾶλλον κομμουνιστική, ἡ ὁποία ἠμπορεῖ νὰ τὸ κάμῃ αὐτό. Ἀλλ’ ἂν ὑποθέσῃ τις τὴν ὕπαρξιν τοιαύτης Κυβερνήσεως, τότε αὕτη καὶ ὅλον τὸ Σύνταγμα θὰ δύναται νὰ τὸ καταργήσῃ καὶ δὲν θὰ τὸ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, ὁπωσδήποτε καὶ ἂν τὸ κατοχυρώσωμεν. Ἂν μία Κυβέρνησις ἔκαμεν αὐτό, δὲν θὰ ἦτο Κυβέρνησις τοῦ κοινοβουλευτικοῦ καθεστῶτος, οὔτε τῆς Δημοκρατίας, ἡ ὁποία σέβεται βεβαίως τὴν ἰδιοκτησίαν, ἀφοῦ μεταξὺ τῶν πρώτων δικαιωμάτων τοῦ ἀνθρώπου εἶναι καὶ ὁ σεβασμὸς τῆς ἰδιοκτησίας τῶν πολιτῶν. Τὸ ἰδικόν μας πολίτευμα εἶναι ἀστικὸν μέν, ἀλλὰ καὶ προοδευτικὸν καὶ μεταρρυθμιστικόν. Ἀλλ’ ἀφοῦ εἶναι πολίτευμα μεταρρυθμιστικὸν καὶ προοδευτικόν, δὲν δύναται νὰ εἶναι συγχρόνως καὶ ὑπεράγαν συντηρητικόν. Ἂς ἔλθωμεν τώρα εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἀποζημιώσεως. Πρέπει ἡ ἀποζημίωσις νὰ συνοδεύεται καὶ μὲ τὴν λέξιν «πλήρης» ἐν τῷ Συντάγματι ἢ δὲν χρειάζεται ἡ λέξις αὐτή; Ἂν κατορθώνατε σεῖς οἱ ἄγαν συντηρητικοὶ νὰ εὕρητε φράσεις, τὰς ὁποίας νὰ προσθέσητε εἰς τὸ Σύνταγμα, ἵνα διὰ τῶν φράσεων αὐτῶν καὶ μόνων ἦτο δυνατὸν τὸ Κράτος νὰ ἱκανοποιήσῃ τοὺς ἰδιοκτήτας καὶ νὰ ἱκανοποιήσῃ συγχρόνως καὶ τοὺς γεωργούς, ἄν, λέγω, κατορθώσητε διὰ τῶν φράσεων αὐτῶν νὰ κάμητε αὐτὴν τὴν διπλῆν ἱκανοποίησιν, τότε διατί νὰ μὴ ἐπικροτήσωμεν ὅλοι μίαν σχετικὴν διατύπωσιν εἰς τὰς σχετικὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος; Ἀλλὰ μοὶ φαίνεται ὅτι μόνον διὰ φράσεων τὰς ὁποίας θὰ προσθέσωμεν εἰς τὸ Σύνταγμα δὲν κατοχυρώνομεν τὴν ἰδιοκτησίαν περισσότερον ἀπὸ ὅ,τι ἦτο κατωχυρωμένη κατὰ τὸ 1911. Ἂν δὲ ἡ ἰδιοκτησία δὲν ἐπροστατεύθη ἐπαρκῶς κατὰ τὸ 1911, τότε εἴτε πλήρως θέλετε, εἴτε ὑπερπλήρως νὰ ὁρίζεται ἡ ἀποζημίωσις αὕτη εἰς τὸ νέον Σύνταγμα, πάλιν τὸ ἴδιον θὰ συμβῇ ὡς πρὸς τὴν ἐφαρμογήν. Διότι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἠναγκάσθησαν ὅπως μὴ δώσωσι τὴν ἀποζημίωσιν πλήρη διὰ τοῦ ἀγροτικοῦ νόμου, αὐτοὶ δὲν ἦσαν Κυβέρνησις αὐθαίρετος, ἐπαναστατικὴ ἢ δικτατορική, ἀλλὰ Κυβέρνησις κοινοβουλευτική. Πολλοὶ δὲ ἀπὸ σᾶς ἦσαν τότε μέλη τοῦ Κοινοβουλίου καὶ ἐψήφισαν τοὺς νόμους αὐτούς. Μάλιστα ἦσαν καὶ οἱ ἄριστοι πολιτικοὶ ἀρχηγοὶ μεταξὺ αὐτῶν. Ἦτο ὁ κ. Βενιζέλος ὅταν ἐψηφίζετο ὁ νόμος, ἀργότερον ἦτο ὁ μακαρίτης Γούναρης. Δηλαδὴ αὐτοὶ οἱ ἀρχηγοί σας ἦσαν ἀντίθετοι πρὸς τὴν σημερινὴν γνώμην σας. Μετὰ τόσου δὲ σήμερον πείσματος ὑποστηρίζετε τὰ ἀντίθετα πρὸς τὰς διατάξεις τῶν ἀγροτικῶν νόμων, τοὺς ὁποίους οἱ ἀρχηγοί σας εἰσηγήθησαν ὡς πρὸς τὴν ἀποζημίωσιν, τὴν ὁποίαν ἠθέλησαν οὐχὶ πλήρη, ὥστε θὰ ἔλεγέ τις ὅτι κάμετε κατηγορητήριον κατὰ τῶν ἀρχηγῶν σας. Καὶ αὐτὸς ὁ κ. Καφαντάρης, ὁ νῦν ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν Φιλελευθέρων, τροποποιῶν τὸν νόμον ὡς εἶχε γίνει ἀρχικῶς κατὰ τὸ 1917, δὲν εἶχε τὴν ἰδικήν σας γνώμην. Καὶ τότε ὑπῆρχε μία διαφορὰ τιμῆς μεταξὺ τῆς προπολεμικῆς καὶ τῆς τρεχούσης, διότι εἶχον ὑπερτιμηθῆ τὰ προϊόντα. Διότι ναὶ μὲν δὲν εἶχεν ὑπερτιμηθῆ τότε τὸ συνάλλαγμα κατὰ τὸ 1917 καὶ μέχρι τοῦ 1920, ἀλλὰ τὸ σιτάρι ἐπωλεῖτο 4–5 φορὰς ἀκριβώτερα. Καὶ τότε αὐτὸ ἔφεραν ὡς παράδειγμα οἱ γαιοκτήμονες καὶ ἔλεγον ὅτι, ἀφοῦ τὰ προϊόντα εἶναι σήμερον πενταπλασίας ἀξίας, διατί νὰ μὴ γίνῃ ἡ κεφαλαιοποίησις τοῦ σημερινοῦ εἰσοδήματος διὰ τοῦ προσδιορισμοῦ τῆς ἀποζημιώσεως; Καὶ ἀπεφάνθητε σεῖς καὶ οἱ ἀρχηγοί σας ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ προπολεμικὴ ἀξία καὶ ὄχι αἱ ἔκτακτοι περιστάσεις, αἱ ὁποῖαι ἔδωσαν μίαν προσωρινὴν ὑπερτίμησιν. Αἱ ἔκτακτοι αὐταὶ περιστάσεις θὰ παρέλθουν καὶ δὲν δυνάμεθα ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν νὰ ἐκτιμήσωμεν τὴν ἀξίαν τῶν κτημάτων. Μάλιστα ὁ μακαρίτης Γούναρης ἀνέπτυξε διὰ μακρῶν αὐτὸ τὸ θέμα, ἵνα ἀποδείξῃ θεωρητικῶς ὅτι οὕτως εἶχε τὸ πρᾶγμα. Καὶ παρεδέχετο τὴν προπολεμικὴν ἀξίαν πληρωτέαν μὲ τρέχον νόμισμα, καίτοι ἡ δραχμὴ εἶχεν ὑποτιμηθῆ εἰς τὸ ἕβδομον περίπου τῆς προπολεμικῆς ἀξίας της. Πιστεύω δὲ ὅτι καὶ ὁ κ. Σωτηριάδης τότε, ὁ τοσοῦτον σήμερον συνηγορῶν ὑπὲρ τῆς πλήρους ἀποζημιώσεως εἰς τὴν σημερινὴν τῶν κτημάτων ἀξίαν, θὰ ἐχειροκρότει τότε τὸν ἀρχηγόν του ἀναπτύσσοντα τὸ θέμα του. Πάντως ἐψήφισε καὶ οὗτος τὸν νόμον, ὅπως ἤθελεν ὁ τότε κυβερνήτης. Καὶ οἱ Φιλελεύθεροι τὸ ἴδιον ἔκαμαν ἐπὶ Κυβερνήσεως Βενιζέλου καὶ κατόπιν ὅταν ἐκυβέρνα ὁ κ. Καφαντάρης. Καὶ ἐπὶ τοῦ κ. Παπαναστασίου τὸ ἴδιον ἐγένετο. Ὅλαι δηλαδὴ αἱ Κυβερνήσεις μέχρι τοῦδε καὶ ὅλαι αἱ μέχρι τοῦδε Συνελεύσεις ἀπὸ τοῦ 1917 μέχρι σήμερον ὡς μέτρον διὰ τὴν ἀποζημίωσιν ἔλαβον τὸ προπολεμικὸν εἰσόδημα, πληρωτέον μὲ μικράς τινας προσαυξήσεις εἰς δραχμὰς τρεχούσας καὶ οὐχὶ εἰς δραχμὰς μεταλλικάς, μὴ λαβόντες δηλαδὴ ὑπ’ ὄψιν τὴν ὑποτίμησιν τῆς δραχμῆς, παραδεχόμενοι τὴν ἀδυναμίαν τῶν ἀποκαθισταμένων ἀγροτῶν νὰ καταβάλλωσι πλήρη ἀποζημίωσιν, ἴσην δηλαδὴ μὲ τὴν τρέχουσαν τῶν κτημάτων ἀξίαν. Ὁ κ. Βελέντζας εἶπεν, ἑρμηνεύων τὰς γνώμας τοῦ Κόμματος τῶν Ἐλευθεροφρόνων, ὅτι πρέπει νὰ δοθῇ πλήρης ἀποζημίωσις εἰς τοὺς τσιφλικιούχους καὶ ὅτι οἱ πρώην κολλῆγοι θὰ ἦσαν εἰς θέσιν νὰ πληρώνωσιν ἐπὶ τῇ βάσει τῆς σημερινῆς τῶν κτημάτων τιμῆς. Ἄν τοῦτο ἦτο δυνατόν, θὰ ἦτο βεβαίως πολὺ εὐχάριστον. Δυστυχῶς ὅμως εἶναι ἀδύνατον. Τὸ Κράτος οἰκονομικῶς εὑρίσκεται πολὺ στενοχωρημένον καὶ πραγματικῶς θὰ περιέλθῃ εἰς μεγαλυτέραν στενοχωρίαν, ἂν τὸ ἐξαναγκάσωμεν διὰ τῆς τροποποιήσεως τοῦ Συντάγματος καὶ διὰ τῶν δικαστηρίων ἢ νὰ πληρώσῃ τὰ κτήματα εἰς τὸ ἀκέραιον ἢ εὑρισκόμενον—ὡς θὰ εὑρεθῇ βεβαίως—εἰς ἀδυναμίαν νὰ θεωρηθῇ χρεωκοπῆσαν. Διότι ἓν ἐκ τῶν δύο θὰ συμβῇ. Δι’ αὐτὸ τὴν πλήρη ἀποζημίωσιν δὲν τὴν ζητοῦν οὔτε οἱ γαιοκτήμονες.
§105ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Καὶ οἱ γεωπόνοι ποὺ ἐπῆραν κλῆρον δὲν πρέπει νὰ πληρώσουν τίποτε;
§106Σ. ΧΑΣΙΩΤΗΣ. Δὲν εἶπον αὐτό. Ἐγὼ θέλω νὰ ὑπῆρχεν ὁ τρόπος διὰ νὰ δύνανται νὰ πληρώσουν. Οἱ γαιοκτήμονες δὲν ζητοῦν πλήρη ἀποζημίωσιν, διότι καὶ ἐκεῖνοι ἀναγνωρίζουν τὴν ἀδυναμίαν καὶ τῶν γεωργῶν καὶ τοῦ Κράτους, ἀλλὰ προτείνουν συμβιβασμόν. Θὰ ἦτο εὐχάριστον, ἂν τὸ μέρος τὸ ὁποῖον ζητοῦν οἱ γαιοκτήμονες ὡς ἀμοιβὴν τῶν κτημάτων των νὰ εἶναι ὅσον τὸ δυνατὸν πλησιέστερον πρὸς τὴν πραγματικὴν ἀξίαν τῶν κτημάτων. Βεβαίως ὅταν συζητηθῇ ὁ ἀγροτικὸς νόμος ἐκεῖ, σκεφθῆτε νὰ εὕρητε ἕνα τρόπον ἵνα ἡ ἀποζημίωσις εἶναι πλησιεστέρα πρὸς τὴν πραγματικὴν ἀξίαν. Τοῦτο ἐγὼ ἤθελον νὰ σᾶς εἴπω· ὅτι ὡς ἔχει σήμερον ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τῶν γεωργῶν, παραδόξως μάλιστα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ πληρώσουν περισσότερον ἀπὸ ὅσα πληρώνουν. Ὀλίγοι μόνον ἐξ αὐτῶν ὄντως ἔχουν μίαν σχετικὴν εὐπορίαν καὶ θὰ ἠδύναντο νὰ πληρώσουν περισσότερα. Οἱ πλεῖστοι ὅμως ἐξ αὐτῶν δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ πληρώσουν, διότι ὁ τρόπος καθ’ ὃν ἐγένετο ἡ ἀπαλλοτρίωσις δὲν τοὺς ἐνεθάρρυνεν ἵνα παράγουν περισσότερα. Ἐγὼ μάλιστα ὁ ἴδιος ἐπρότεινα ἵνα ἡ γῆ αὕτη καταστῇ μᾶλλον παραγωγική. Ὑπέδειξα καὶ τρόπους νὰ τὴν καταστήσουν παραγωγικωτέραν ἢ μέχρι τοῦδε, διὰ συστηματικῆς διδασκαλίας τῶν χωρικῶν. Εἶχον εἴπει ὅτι πρέπει νὰ εὕρητε τρόπον ταχίστης διανομῆς τῶν κλήρων διὰ τῆς συστάσεως 5–6 διὰ μιᾶς γεωμετρικῶν σχολῶν πρὸς σύστασιν ἐντὸς 3–4 ἐτῶν 300 τουλάχιστον συνεργείων διὰ μιᾶς. Δὲν κατωρθώθη ἀκόμη ἐπὶ 10 ἤδη ἔτη τώρα, τὸ ἁπλούστατον τῶν πραγμάτων, νὰ ὑπάρχουν δηλαδὴ 300 τοὐλάχιστον συνεργεῖα, τὰ ὁποῖα εἰς διάστημα 3–4 ἐτῶν νὰ μοιράσουν τοὺς κλήρους. Αὐτὸς ἦτο ὁ πρῶτος ὅρος, ὁ ὁποῖος θὰ καθίστα τὸν γεωργὸν ἱκανὸν νὰ παράγῃ περισσότερα. Διότι, ἂν εἷς γεωργὸς ἀντὶ νὰ παράγῃ κατὰ μέσον ὅρον 20,000 δρ. ὅπως μέχρι τοῦδε ὡς ἀκαθόριστον πρόσοδον, κατορθώσῃ νὰ παράγῃ λ. χ. 30,000 δρ. ἐτησίως διὰ τῶν μέσων τὰ ὁποῖα θὰ δώσωμεν εἰς αὐτόν, θὰ εἶναι εἰς θέσιν τότε νὰ πληρώνῃ περισσότερα. Περιμένει ὁ γεωργὸς νὰ γίνῃ ἡ διανομὴ καὶ νὰ λάβῃ μετὰ τῆς διδασκαλίας καὶ τὰ ἀπαραίτητα ὑλικὰ μέσα διὰ νὰ αὐξήσῃ τὴν παραγωγήν. Ἡ παροχὴ τῶν ὑλικῶν μέσων ἐπὶ πιστώσει, ἀροτριώντων κτηνῶν διὰ τοὺς μὴ ἔχοντας, ἐργαλείων, σπορᾶς, λιπασμάτων κλπ. εἶναι σήμερον δυσκολοτέρα βεβαίως. Ἀλλ’ ὅταν τὸ πρῶτον ἐφηρμόζετο ὁ νόμος, τὸ πρᾶγμα ἦτο εὐκολώτερον, διότε τότε οἱ ἀποκαθιστάμενοι γεωργοὶ εἰς τὴν Θεσσαλίαν δὲν ἦσαν περισσότεροι τῶν 15 χιλιάδων.
§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς ὑπενθυμίζω, κ. συνάδελφε, ὅτι παρῆλθε τὸ ἓν τέταρτον τῆς ὥρας.
§108Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ὁ κ. Χασιώτης ὁμιλεῖ τόσον σπανίως, κ. Πρόεδρε, ὥστε ἠμπορεῖ νὰ ὑπερβῇ καὶ τὸ τέταρτον.
§109Σ. ΧΑΣΙΩΤΗΣ. Ἔπρεπε, εἶπον, νὰ δώσωμεν ἓν κεφάλαιον, ἔπρεπε νὰ ἔχωμεν δώσει εἰς τοὺς μὴ ἔχοντας ἕνα ζευγάρι ἀροτριώντων κτηνῶν ὅταν ἐδώσαμεν τὴν γῆν. Εἰς τὴν πεδιάδα τῆς Λαρίσσης τοὺς ἀφῃρέσαμεν ἓν κεφάλαιον τὸ ὁποῖον προϋπῆρξε. Διότι προϋπῆρχεν ὁ γαιοκτήμων, ὁ ὁποῖος κατὰ τὸ μεσιακὸν λεγόμενον σύστημα ἔδιδεν εἰς τοὺς κολλήγους τὸν σπόρον, τοὺς ἔδιδε τὸν ἥμισυ τοῦ φόρου, τὸ ἥμισυ τῶν ἐξόδων τῆς συγκομιδῆς κλπ. Ἀποτόμως τοὺς ἀφῃρέσαμεν ὅλην αὐτὴν τὴν πιστωτικὴν δύναμιν, τὴν ὁποίαν εἶχον οἱ γεωργοί. Τοὺς ἀφηρέσαμεν τὸ κεφάλαιον τῆς καλλιεργείας. Ἐπίσης εἶχον μειώσει τὰ ζῷα τῆς καλλιεργείας. Ἐπὶ πλέον εἶχε γίνει ἐπιστράτευσις. Μετὰ τὸν πόλεμον πλεῖστοι ἐπιστρέψαντες ἐκ τοῦ Μετώπου εὑρέθησαν ἄνευ κεφαλαίων καὶ εἶχον τὴν δικαίαν βεβαίως ἀξίωσιν νὰ λάβουν γῆν. Δὲν δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν αὐτὸ τὸ ὁποῖον πολλάκις ἀκούεται, ὅτι ἔπρεπε νὰ δώσωμεν τὴν γῆν μόνον εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι εἶχον τὰ κεφάλαια τῆς καλλιεργείας, εἰς ἐκείνους δὲ οἱ ὁποῖοι δὲν εἶχον νὰ τοὺς ἀφήσωμεν ἀκτήμονας. Ὥστε ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἔμεινεν εἰς τὸ χωρίον ἔπρεπε νὰ πάρῃ, διότι ὄντως ἔκαμεν οἰκονομίας καὶ ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος εἶχε 10 ἔτη εἰς τοὺς πολέμους δὲν εἶχε δικαίωμα νὰ ἀποκτήσῃ ἰδιοκτησίαν γῆς. Δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ αὐτό. Δι’ αὐτὸ εἶπον ὅτι καὶ αὐτοὶ ἦτο ἀνάγκη νὰ λάβουν κλῆρον γῆς καὶ μετ’ αὐτῆς καὶ τὰ ἀνάλογα ἐφόδια τῆς καλλιεργείας. Νὰ τοὺς δώσωμεν δὲ μὲ τὴν γῆν καὶ τὰ κεφάλαια. Ἔπειτα τοὺς ἐστερήσαμεν τὴν δύναμιν τῶν τεχνικῶν ὁδηγιῶν καὶ τῆς ἐπιβλέψεως, τὴν ὁποίαν ἤσκουν ἐπ’ αὐτῶν οἱ γαιοκτήμονες. Διότι οὗτοι ἢ οἱ διευθυνταί των, χάριν τοῦ συμφέροντος αὐτῶν βεβαίως ἐκανόνιζον τὰς καλλιεργείας καὶ τοὺς ὤθουν πρὸς τὴν ἐργασίαν καὶ τοὺς συνεβούλευον νὰ εἶναι οἰκονομικώτεροι, προνοητικώτεροι κλπ. Ἀφηρέσαμεν λοιπὸν αὐτὴν τὴν δύναμιν τῆς διευθύνσεως ἀπὸ τὰ κτήματα, ἡ ὁποία καθίστα παραγωγικώτερον τὸν γεωργόν, δὲν ἐδώσαμεν δὲ οὔτε κεφάλαια εἰς τοὺς μὴ ἔχοντας τοιαῦτα, οὔτε διδασκαλίαν τινά. Διότι ὁ γαιοκτήμων εἶχε μίαν διδασκαλίαν εἰς τὰ κτήματά του, ἡ ὁποία ἔλειψε μετὰ τὴν ἀπαλλοτρίωσιν, χωρὶς νὰ ἀντικατασταθῇ ἀμέσως ὑπὸ τοῦ Κράτους διὰ γεωπονικῆς ἀνὰ τὰ χωρία διδασκαλίας. Δι’ αὐτὸ οἱ γαιοκτήμονες λέγουν· ἰδοὺ ποῖον εἶναι τὸ μειονέκτημα μεταξὺ μικρᾶς καὶ μεγάλης καλλιεργείας, τὸ μειονέκτημα εἶναι ὅτι ἡ μεγάλη καλλιέργεια ἔχει κεφάλαια, ἐπιστημονικὴν ἐπιστασίαν καὶ ὁδηγίας. Καὶ ἡμεῖς ἐδώσαμεν τὰ κτήματα καὶ δὲν ἐδώσαμεν συγχρόνως τὰ πλεονεκτήματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶχεν ἡ μεγάλη καλιέργεια. Δὲν ἐστείλαμεν ἀνθρώπους νὰ τοὺς διδάξουν. Ἂν δὲ εἴχομεν ἓν ἰδιαίτερον πιστωτικὸν ἵδρυμα διὰ παροχὴν ζώων, ἐργαλείων, λιπασμάτων, σπορᾶς κλπ., ἦτο δυνατὸν νὰ καταστήσωμεν τὸν γεωργὸν ἱκανώτερον, ἵνα παράγῃ πολὺ περισσότερα καὶ ὄχι ὅπως τώρα, ὅπου σπάνιοι εἶναι οἱ παράγοντες ὡς ἀκαθόριστον πρόσοδον ἀνωτέραν τῶν 20,000 δραχμῶν ἐτησίως, εἰς τὴν Ἤπειρον δὲ μόνον 10,000 δραχμῶν ἐτησίως. Ὅταν θελήσωμεν νὰ ἐξαναγκάσωμεν τοὺς γεωργοὺς νὰ τὰ πληρώσουν τὰ κτήματα εἰς τὴν ἀξίαν τὴν πραγματικήν, ὅσον δηλαδὴ θὰ ἐτιμῶντο πωλούμενα σήμερον ἢ ἔστω τὴν προπολεμικὴν εἰς μεταλλικὰς δραχμάς, δηλαδὴ εἰς χρυσόν, τότε θὰ ἀνεβιβάζετο ἡ ἀξία ἑκάστου στρέμματος εἰς 500–600 δραχμὰς εἰς τὴν Θεσσαλίαν κατὰ μέσον ὅρον. Οὕτως ὁ λαβὼν εἰς τὴν περιφέρειαν Λαρίσσης λ. χ. κλῆρον 130 στρεμμάτων θὰ ἦτο χρεωμένος μὲ 65 περίπου χιλιάδας δραχμῶν, διὰ νὰ πληρώνῃ 6,500 δραχμὰς ἐτησίως τόκον, χρεωλύσιον κλπ. Ἀλλὰ δοθέντος ὅτι ἡ ἀκαθάριστος πρόσοδος ἑκάστου γεωργοῦ κληρούχου δὲν ὑπερβαίνει πλὴν ἐξαιρετικῶν περιστάσεων, τὰς 20 χιλιάδας δραχμῶν ἐτησίως, ἐξ ὧν τοὐλάχιστον αἱ 5,000 εἶναι ἔξοδα, ἂν ἐπρόκειτο νὰ πληρώνῃ καὶ ἓν τοκοχρεωλύσιον ἐξ ἄλλων 6½ χιλιάδων δραχμῶν, τί θὰ ἀπέμενε διὰ τὴν συντήρησιν τῆς οἰκογενείας του καὶ διὰ τὴν ἐξακολούθησιν τῆς καλλιεργείας; Ἐλέχθη ἀκόμη ὅτι οἱ ἀποκατασταθέντες γεωργοὶ δὲν καλλιεργοῦν τοὺς κλήρους των καὶ ὅτι πολλοὶ ἐξ αὐτῶν δὲν εἶναι κἂν γεωργοί. Διακρίνουν δηλαδὴ τοὺς γεωργοὺς καὶ εἰς καλοὺς καὶ κακοὺς. Κακοὺς δὲ θεωροῦν τοὺς μετὰ περιφρονήσεως ὀνομαζομένους παρακεντέδες. Ἀλλ’ οἱ παρακεντέδες αὐτοὶ ἦσαν γεωργοί. Τούτους δὲ συνήθως μεταχειρίζονται οἱ μεγάλοι ἰδιοκτῆται διὰ τὴν καλλιέργειαν τῶν κτημάτων ὡς μισθωτοὺς ἐργάτας, ζευγίτας κλπ. Ἄρα εἶναι καλοὶ γεωργοὶ καὶ ἐργατικοί. Ἐκεῖνα μόνον τὰ ὁποῖα λείπουν ἀπὸ αὐτοὺς εἶναι τὰ ἐφόδια τῆς καλλιεργείας, τὰ ὁποῖα ἠδύναντο νὰ δοθῶσι διὰ δανείου ἀπὸ πιστωτικὸν ἵδρυμα ἰδιαίτερον ὑπὸ τοῦ Κράτους πρὸς τοιοῦτον σκοπὸν ἱδρυόμενον. Καὶ ἓν ἄλλο ἐλέχθη, ὅτι ἠλαττώθη ἡ παραγωγὴ ἀφ’ ὅτου ἐμοιράσθησαν τὰ κτήματα, ἐνῷ, προσθέτουν, ἡ μεγάλη καλλιέργεια θὰ ἔσωζε τὴν Ἑλλάδα διὰ τῆς σιταρκείας. Μάθετε λοιπὸν ὅτι ὅλα τὰ ζευγάρια, τὰ ὁποῖα ὑπῆρχον εἰς τὰ ὑπὸ τῶν γαιοκτημόνων αὐτοκαλλιεργούμενα κτήματα πρὸ τῆς ἀπαλλοτριώσεως, δὲν ὑπερέβαινον τὰ χίλια. Ἕκαστον αὐτῶν ἔσπειρε κατ’ ἀνώτατον ὅρον 150 στρέμματα καὶ συνολικῶς 150,000 στρέμματα μὲ σιτηρά. Ἂν ὑπολογίσωμεν καὶ πρὸς 100 ὀκάδας τὴν ἀπόδοσιν, καίτοι δὲν ὑπερέβαινε τὰς 70 ὀκάδας, πάλιν ἡ παραγωγὴ εἰς τὰ αὐτοκαλλιεργούμενα κτήματα δὲν ὑπερέβαινε τὰ 15,000,000 ὀκάδας. Κύριοι, σᾶς βεβαιῶ ὅτι παράγομεν 500–600 ἑκατομμύρια ὀκάδας σιτηρῶν. Ἂν ὑποτεθῇ ὅτι χάριν τῆς ἀπαλλοτριώσεως ἐμειώθη ἡ παραγωγὴ κατὰ 10 ἢ 15 ἑκατομμύρια ὀκάδας, δὲν εἶναι τὸ ζήτημα τόσον σοβαρόν. Τοῦτο τὸ γεγονὸς ἀποδεικνύει ὅτι ὑπῆρχε μὲν μεγάλη ἰδιοκτησία, ἀλλὰ δὲν ὑπῆρχε μεγάλη καλλιέργεια, παρὰ εἰς ὀλίγιστα μόνον κτήματα, 20–30 τὸ πολύ, εἰς τὰ ὁποῖα διὰ τῶν μηχανημάτων τὰ ὁποῖα ἐχρησιμοποίουν ὠφέλησαν μὲν τὴν καλλιέργειαν, ἀλλὰ πλὴν αὐτῶν εἰς ὅλην τὴν ἄλλην Θεσσαλίαν δὲν ὑπῆρχε μεγάλη καλλιέργεια. Καὶ τὰ τριακόσια περίπου τσιφλίκια ἐκαλλιεργοῦντο ὑπὸ τῶν κολλήγων, δηλαδὴ ὑπὸ τῶν εἰς τὰ κτήματα αὐτὰ ἀκτημόνων γεωργῶν. Μόνον κατὰ τὸν πόλεμον ἠθέλησαν καὶ ὀλίγοι ἄλλοι νὰ κάμουν αὐτοκαλλιέργειαν, διότι εἶδον ὅτι εἶχεν αὐξήσει ἡ τιμὴ τῶν προϊόντων. Πάντως καὶ μετὰ τὴν ἀπαλλοτρίωσιν δὲν ἐμειώθη ἡ παραγωγὴ τῶν σιτηρῶν ἐν Θεσσαλίᾳ. Κατὰ τὴν στατιστικὴν τὴν ὁποίαν κατήρτισε τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, τὸ 1911 ἐσπάρησαν εἰς τὴν Θεσσαλίαν 1496 στρέμματα, τὸ 1914 στρέμματα 1563, τὸ 1915 στρέμματα 1535, τὸ 1917 στρέμματα 1556, τὸ 1918 στρέμματα 1751, τὸ 1919 στρέμματα 1872, τὸ 1921 στρέμματα 1419, τὸ 1924 στρέμματα 1505, τὸ 1925 στρέμματα 1513. Δὲν βλέπω μεγάλην διαφοράν.
§110ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποία ἦτο ἡ παραγωγὴ εἰς κιλά;
§111Σ. ΧΑΣΙΩΤΗΣ. Ἔχω καὶ περὶ αὐτοῦ πίνακα στατιστικόν. Τὸ 1915 ἡ παραγωγὴ σιτηρῶν εἰς τὴν Θεσσαλίαν ἦτο 86 ἑκατομμύρια χιλιόγραμμα, τὸ 1914 εἶχε φθάσει τὰ 111 ἑκατομμύρια χιλιόγραμμα, τὸ 1921 88 ἑκατομμύρια χιλιόγραμμα, τὸ 1924 86 ἑκατομμύρια χιλιόγραμμα. Ἀπὸ τοῦ 1915 μέχρι σήμερον εἶναι σχεδὸν σταθερά.
§112ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὥστε βλέπετε ὅτι ὀλιγοστεύουν μετὰ τὴν διανομὴν τῶν κτημάτων.
§113Σ. ΧΑΣΙΩΤΗΣ. Ἡ κατὰ τὸ 1914 ἐπὶ πλέον διαφορὰ ἐκ 30 περίπου ἑκατομμυρίων χιλιογράμμων δὲν ἐπανελήφθη κατὰ τὰ πρὸ τῆς ἀπαλλοτριώσεως ἄλλα ἔτη, ἀφοῦ ἡ ἀπαλλοτρίωσις ἤρχισε μετὰ τὸ 1918. Πάντως ὅμως δὲν προοδεύσαμεν, καίτοι τὸ 1925 εἴχομεν παραγωγὴν 103 ἑκατομμυρίων χιλιογράμμων, μικροτέραν δὲ λόγῳ τοῦ καιροῦ κατὰ τὸ 1926. Ἐν γένει δὲ ἀπὸ 80 ἕως 100 ἑκατομμύρια χιλιόγραμμα ἀνέρχεται ἀπὸ δεκαετίας ἤδη ἡ ἐτησία παραγωγὴ σιτηρῶν κατὰ μέσον ὅρον ἐν Θεσσαλίᾳ. Ἔπρεπε πραγματικῶς νὰ ἔχωμεν περισσότερα, ἂν ἐλαμβάνοντο τὰ προσήκοντα μέτρα. Ἡ ἀπόδοσις τῶν γαιῶν μας εἶναι μικρά. Θεομηνίαι πολλαὶ συμβαίνουν εἰς τὴν Θεσσαλίαν. Δὲν ἐλήφθη πρόνοια διὰ τὴν προφύλαξιν τῶν γαιῶν ἀπὸ πλημμύρας, δὲν ὑπάρχει δὲ οὐδὲ συγκοινωνία. Τώρα τί ἔπρεπε νὰ γίνῃ; Ἔπρεπε νὰ εὑρεθῇ τρόπος ἀντὶ νὰ παράγωνται 100 ἑκατομμύρια χιλιόγραμμα σιτηρῶν, νὰ παράγωνται 150 ἑκατομμύρια. Εἶναι δυνατόν; Μάλιστα. Εἶναι γνωστοὶ καὶ ἁπλοῖ οἱ τρόποι. Ἔπρεπε διὰ πειραμάτων ἐπανειλημμένων νὰ εὕρωμεν ποικιλίας σιτηρῶν καλυτέρας. Δὲν εἶναι δύσκολον αὐτὸ τὸ πρᾶγμα, ἀλλὰ δὲν θέλομεν νὰ τὸ ἐννοήσωμεν. Εἶναι δυνατὸν νὰ ἐγκαθίστανται εἰς τὰ χωρία ὑπὸ τὴν ἐποπτείαν τῶν ἐπαρχιακῶν γεωπόνων πειραματικοὶ ἀγροί, νὰ ἐξοδεύσωμεν πρὸς τοῦτο δι’ ὅλην τὴν Ἑλλάδα ἔστω καὶ 5–6 ἑκατομμύρια δραχμῶν ἐτησίως, διὰ νὰ κάμωμεν εἰς διάφορα κτήματα πειραματικοὺς ἀγρούς, νὰ δοκιμάσωμεν σιτηρὰ ἀπὸ τὴν Αὐστραλίαν, ἀπὸ τὸν Καναδᾶν, ἀπὸ ἄλλας Χώρας, ὡς καὶ ἐγχωρίας ποικιλίας συγκριτικῶς, διὰ νὰ ἀποδείξωμεν ποία ποικιλία εἶναι ἐκείνη ἡ ὁποία ἀντέχει περισσότερον εἰς τὸν λίβαν, ποία ὡριμάζει πρωϊμότερον καὶ ἀντέχει εἰς τὴν ξηρασίαν ἢ εἰς ὡρισμένας ἀσθενείας εἰς ἕκαστον τόπον κλπ.
§114ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὰ ἔχετε γράψει αὐτά;
§115Σ. ΧΑΣΙΩΤΗΣ. Τὰ ἔχω γράψει, ἀλλὰ δυστυχῶς μέχρι σήμερον δὲν ἔχει ἐκτελεσθῆ τίποτε ἀπὸ αὐτά, ἐνῷ εἰς τὴν Βουλγαρίαν τὰ θαύματα αὐτὰ πρὸ πολλοῦ πραγματοποιοῦνται. Ἐπίσης χρειάζονται πειραματικοὶ ἀγροὶ διὰ χημικὰ λιπάσματα.
§116ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Χασιώτη, ἐπέρασεν ἡ ὥρα.
§117Σ. ΧΑΣΙΩΤΗΣ. Λοιπὸν τί θὰ κάμωμεν τώρα; Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀποζημίωσιν νὰ ἀφήσωμεν ἁπλῶς τὸ ἄρθρον τοῦ Συντάγματος ὅπως ἔχει καὶ νὰ μὴ θέσωμεν τὴν λέξιν «πλήρης» οὐδὲ τίποτε ἄλλο, ἀφοῦ ὅλοι εἶπον ὅτι ἀποζημίωσις σημαίνει πλήρη ἀποζημίωσιν.
§118ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Διατί νὰ μὴ τὸ βάλωμεν τότε;
§119Σ. ΧΑΣΙΩΤΗΣ. Διότι ἂν τὸ βάλετε, θὰ δώσετε τὴν ἰδέαν εἰς τὸν κόσμον ὅτι ἀπεφασίσατε νὰ ἐπιβαρύνετε τοὺς γεωργοὺς ὑπὲρ τὰς δυνάμεις των. Ἂν οἱ γεωργοὶ ἐπρόκειτο νὰ ἐπιβαρυνθοῦν ὑπὲρ τὰς δυνάμεις των, δὲν θὰ τοὺς συνέφερεν ἡ ἀποκατάστασίς των. Τοὺς εἴπατε· ἐλᾶτε νὰ σᾶς κάμωμεν ὄργανα παραγωγικά, νὰ σᾶς δώσωμεν τὰ κτήματα μὲ τιμὰς προπολεμικάς. Θὰ ἔλθετε τώρα νὰ τοὺς εἰπῆτε· ὄχι, σᾶς ἐγελέσαμεν. Θὰ τοὺς ἐξεγείρετε καὶ ἴσως δυσχεράνετε τὴν θέσιν τῶν γαιοκτημόνων. Τὸ μόνον λοιπὸν τὸ ὁποῖον ἔχετε νὰ κάμετε εἶναι τὸ ἑξῆς· τὸ Κράτος νὰ φροντίσῃ νὰ ἐξεύρῃ διὰ τὸ μέλλον τὰ μέσα τῆς ἀναπτύξεως τῆς παραγωγῆς διὰ νὰ γίνῃ αὐτὸ ἱκανὸν νὰ συμπληρώσῃ τὴν ἀποζημίωσιν.
§120ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποῖος ἰδιοκτήτης θὰ φροντίσῃ νὰ ἀναπτύξῃ τὴν παραγωγὴν ὅταν ἠξεύρῃ ὅτι θὰ τοῦ πάρουν τὸ κτῆμα;
§121Σ. ΧΑΣΙΩΤΗΣ. Ὅλα σχεδὸν τὰ κτήματα ἔχουν ἤδη ἀπαλλοτριωθῆ. Ὑποστηρίζετε μίαν ὑπόθεσιν, ἡ ὁποία δὲν ὑπάρχει. Πρόκειται μόνον περὶ ἀποζημιώσεως. Τὸ μόνον τὸ ὁποῖον ἔχετε νὰ κάμετε εἶναι νὰ εὕρετε τρόπον ἄνευ καταστροφῆς τῶν ἀποκαθισταμένων γεωργῶν νὰ ἱκανοποιηθοῦν ὁπωσδήποτε οἱ γαιοκτήμονες, ὅπως πρέπει νὰ ἱκανοποιηθοῦν, διότι βεβαίως δὲν εἶναι σωστόν, δὲν εἶναι δίκαιον, δὲν εἶναι ἠθικὸν ὅλον αὐτὸ τὸ βάρος, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ὑποστῇ ἡ Κοινωνία γενικῶς διὰ τὴν ἀποκατάστασιν τῶν ἀκτημόνων γεωργῶν, διὰ κοινωνικοὺς πραγματικῶς, οἰκονομικοὺς καὶ ἐθνικοὺς σκοποὺς, νὰ τὸ ὑποστῶσι μόνον οἱ ἰδιοκτῆται τῆς γῆς. Οὔτε οἱ γεωργοὶ δύνανται νὰ τὸ ὑποστῶσι. Τὸ οὐκ ἂν λάβοις παρὰ τοῦ μὴ ἔχοντος εἶναι ἀνώτερον ἀπὸ ὅλα τὰ Συντάγματα. Ἀφοῦ λοιπὸν πονεῖτε διὰ τὰ κεφάλαια—καὶ πρέπει νὰ πονῶμεν διὰ τὰ κεφάλαια, διότι τὰ κεφάλαια δημιουργοῦσιν ἐργασίαν— πρέπει ὅλοι οἱ μεγάλοι κεφαλαιοῦχοι ἐξ ἀλληλεγγύης πραγματικῶς καὶ ὄχι δι’ ἄρθρων ἐν τῷ Συντάγματι, ἀναλόγως νὰ φορολογηθῶσι διὰ τὴν ἀνακούφισιν τῶν γαιοκτημόνων, οὐχὶ διὰ λέγων, ἀλλὰ δι’ ἔργων, ὅλοι οἱ κεφαλαιοῦχοι πρέπει νὰ συνεισφέρωσι καὶ ἰδίως οἱ μεγάλοι κεφαλαιοῦχοι, ἂν θέλωμεν νὰ σώσωμεν τὸ κεφάλαιον. Χρειάζεται ἀλληλεγγύη. Ἐγὼ εἶδον συζητοῦντας ἐπὶ τοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος καὶ μὴ εὑρίσκοντας λύσιν πρὸς ἱκανοποίησιν αὐτῶν, ἐνῷ οἱ ἴδιοι κέκτηνται 10 καὶ περισσότερα μεγάλα σπίτια εἰς τὰς Ἀθήνας. Καὶ λέγουν· τί νὰ γίνῃ, ἂς χάσουν οἱ γαιοκτήμονες τὰ 9)10 καὶ ἂς πάρουν τὸ ⅒. Ἐγὼ θὰ ἔλεγον εἰς αὐτούς· ἀπὸ τὰ 10 σπίτια νὰ χάσουν αὐτοὶ τὸ ἓν καὶ νὰ κρατήσουν τὰ ἄλλα 9. Δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἀποζημιωθῶσιν οἱ γαιοκτήμονες. Ἠμπορεῖτε νὰ κάμητε αὐτὸ δι’ ἀναλογικῆς τῶν κεφαλαίων προσθέτου φορολογίας. Λύεται τὸ ζήτημα, ἂν ὡς φαίνεται συμπαθεῖτε τοὺς ἀνθρώπους αὐτούς, τῶν ὁποίων ἀπηλλοτριώθησαν τὰ κτήματα καὶ ἂν ὄντως λυπεῖσθε διὰ τὴν ἀδικίαν ἡ ὁποία γίνεται εἰς τὴν τάξιν αὐτῶν, οἱ ὁποῖοι δὲν ἠγόρασαν οἰκόπεδα καὶ σπίτια εἰς τὰς Ἀθήνας διὰ νὰ εἶναι σήμερον πολυεκατομμυριοῦχοι, ἀλλ’ ἔσχον τὸν πόθον νὰ ἀποκτήσουν γαίας. Καὶ πραγματικῶς δὲν ὠφελήθησαν. Καὶ πρὸ τῆς ἀπαλλοτριώσεως πολλοὺς ἄλλους κινδύνους ζημιῶν εἶχον. Ὅλα αὐτὰ τὰ γνωρίζω. Ἀλλὰ πρέπει δι’ ἔργων νὰ τοὺς ἀποζημιώσωμεν καὶ ὄχι ἀναγράφοντες μόνον φράσεις νέας εἰς τὸ Σύνταγμα, διότι αὐτὰ δὲν εἶναι παρὰ λόγια. Ὥστε ἀφήσατε τὸ ἄρθρον ὅπως ἔχει διὰ νὰ μὴ νομίσῃ ὁ κόσμος ὅτι ἀλλάσσομεν τὰ πράγματα καὶ θέλομεν νὰ ὑποστηρίξωμεν τὴν ἀπαλλοτρίωσιν πρὸς ματαίωσιν τοῦ σκοποῦ τῆς ἀποκαταστάσεως τῶν γεωργῶν. Διότι αὐτὸ εἶναι λίαν ἐπικίνδυνον ψυχολογικῶς καὶ ἰδίως διὰ τὴν ἐξασφάλισιν τῆς ἰδιοκτησίας, διότι ὁ κομμουνισμός, κύριοι, θὰ εὕρῃ ἔδαφος ὅπως καλλιεργήσῃ τὴν πολιτικήν του λίαν ἐπιβλαβῶς καὶ διὰ τὸ Ἔθνος καὶ διὰ τὴν Κοινωνίαν καὶ πρὸ παντὸς διὰ τὴν ἰδιοκτησίαν.
§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Ἀλεξανδρῆς ἔχει τὸν λόγον.
§123Π. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Οὐδεμίαν, κύριοι, παρατήρησιν ἔχω νὰ κάμω ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 19 τοῦ Συντάγματος, ἀλλὰ πολλὰς τοιαύτας ἔχω ἐπὶ τῶν ἐπ’ αὐτοῦ τροπολογιῶν καὶ τοῦ σχετικοῦ ἄρθρου 119. Διότι ἡ Ἐπιτροπὴ ἔχουσα ὑπ’ ὄψει τὸ πολύτιμον τοῦ δικαιώματος τῆς ἰδιοκτησίας, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ ἓν ἐκ τῶν κυριωτέρων ἐρεισμάτων τῆς Κοινωνίας καὶ τῆς ἐννόμου τάξεως, φιλοτίμους προσπαθείας κατέβαλε καὶ κατήρτισε τὸ ἄρθρον τοῦτο ὅσον τὸ δυνατὸν τελειότερον. Τὸ δὲ περίβλημα μὲ τὸ ὁποῖον ἠθέλησάν τινες ἐκ τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων νὰ περιβάλωσι τὴν ἀποζημίωσιν, τὸ περίβλημα, λέγω, τὸ συνυφασμένον μὲ τὰς λέξεις «πλήρης», «δικαία», «ἀκεραία», «εὔλογος», νομίζω ὅτι εἶναι ἓν περίβλημα, μία προσθήκη περιττὴ καὶ πρέπει τὸ ἄρθρον νὰ μείνῃ ὅπως ἔχει διατυπωθῆ ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς. Διότι, κύριοι, τὰ Συντάγματα πρέπει νὰ εἶναι ὅσον τὸ δυνατὸν σύντομα καὶ περιοριστικά. Ἡ τροπολογία τοῦ κ. Μυλωνᾶ, ἡ ὁποία ἐπροξένησε μεγάλας συζητήσεις καὶ ἀπησχόλησε πολὺ τὴν Βουλήν, φρονῶ ὅτι κατόπιν τοῦ τόσου θορύβου ὁ ὁποῖος ἠγέρθη, πρέπει νὰ ἀπαλειφθῇ, καίτοι φρονῶ ὅτι αὕτη δὲν βλάπτει, οὐδὲ ὠφελεῖ τὴν ἰδιοκτησίαν καὶ εἶναι μία ἀθώα τροπολογία, ὅπως ἐντεῦθεν ἐλέχθη. Ἀλλὰ καὶ ἐνῷ εἶναι τοιαύτη, λέγω ὅτι πρέπει νὰ ἀπαλειφθῇ, διότι δυστυχῶς ἐκ τῆς ἀσαφοῦς διατυπώσεώς της ἐπροξένησε μέγαν θόρυβον καὶ πολὺ κακῶς ἀπήχησεν εἰς τὴν Κοινὴν Γνώμην καὶ ἑπομένως, ἀφοῦ δὲν πρόκειται οὐδὲ νὰ ὠφελήσῃ, οὐδὲ νὰ βλάψῃ, καλὸν εἶναι νὰ ἀπαλειφθῇ καὶ διότι ἡ Κοινὴ Γνώμη, κύριοι, εἶναι, ὅπως γνωρίζετε, ὁ τελικὸς ρυθμιστὴς τῶν ζητημάτων, ὅπως τὸ τοῦ Συνταγματικοῦ Χάρτου, ὁ ὁποῖος θὰ μᾶς διέπῃ ἐπὶ μακρὸν καὶ πρέπει αἱ ἀντιλήψεις της νὰ εἶναι σεβασταί. Καὶ προσθέτω ἀκόμη ὅτι πρέπει νὰ ἀπαλειφθῇ ἡ τροπολογία αὕτη, ὡς καὶ πᾶσα ἄλλη τροπολογία εἰς αὐτό, διότι αἱ ἐγγυήσεις αἱ ὁποῖαι ἐλήφθησαν διὰ τὴν ἰδιοκτησίαν εἶναι ἀρκεταί. Ἄλλως τε ὅπως ἔχει διατυπωθῆ τὸ ἄρθρον, διὰ τὰς ὁμαλὰς περιστάσεις εἶναι τελείως ἐξησφαλισμένη ἡ ἰδιοκτησία, διὰ δὲ τὰς ἀνωμάλους ὅσας ἀσφαλείας καὶ ἂν θέσωμεν, μὲ οἱαδήποτε τείχη καὶ ἂν τὴν περιβάλλωμεν, δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ παρασυρθῇ πρὸ τῆς ὁρμητικῆς δυνάμεως τῶν πραγμάτων. Αὐτά, κύριοι, εἶχον νὰ εἴπω περὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρου τῆς ἰδιοκτησίας. Ἀλλ’ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον κυρίως μὲ ἔφερεν ἐπὶ τὸ βῆμα τοῦτο εἶναι αἱ τροπολογίαι ἐπ’ αὐτοῦ καὶ ἰδίᾳ αἱ σχετιζόμεναι μὲ τὸ φλέγον ζήτημα τῆς ἀποζημιώσεως τῶν ἀπαλλοτριωθέντων ἢ ἀπαλλοτριωθησομένων ἀγροτικῶν κτημάτων πρὸς ἀποκατάστασιν τῶν ἀκτημόνων γεωργῶν καὶ προσφύγων, δι’ ὧν ζητεῖται νὰ καθορισθῇ αὕτη εἰς μεταλλικὰς δραχμάς. Τὴν τροπολογίαν αὐτὴν τὴν ἀποκρούω, ἐφόσον ἰδίως διὰ τῆς τροπολογίας αὐτῆς πρόκειται νὰ ἐπιβαρυνθῇ ὁ γεωργός. Καὶ ἀποκρούω τὴν τροπολογίαν αὐτὴν ὡς ἀντιτιθεμένην εἰς τὴν πραγματικότητα καὶ εἰς τὸν ἀγροτικὸν νόμον, ὅστις εἶναι προϊόν τῆς ἀγροτικῆς πολιτικῆς, τὴν ὁποίαν τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων πρῶτον ἐχάραξε. Καὶ ἦτο καιρός, κύριοι, νὰ ἐξαλειφθῇ τὸ στίγμα τῆς δουλοπαροικίας εἰς τὸ κατ’ ἐξοχὴν φιλελεύθερον Ἑλληνικὸν Κράτος διὰ τοῦ νόμου τούτου, ὃν ἐπέβαλε τόσον ἡ δύναμις τῶν πραγμάτων ὅσον καὶ τὸ καθῆκον καὶ συμφέρον τοῦ Κράτους, συμφέρον ἐθνικόν, οἰκονομικόν, κοινωνικὸν διὰ τὴν ἀποκατάστασιν τῶν ἀκτημόνων γεωργῶν. Διότι διὰ τοὺς γνωρίζοντας τὰ Θεσσαλικὰ ἰδίως πράγματα, τὸ ἀγροτικὸν ζήτημα εἶχε προκαλέσει τοιαύτην ἐξέγερσιν, ὥστε εἶχε καταντήσει μέγα κοινωνικὸν πρόβλημα. Πρόκειται λοιπὸν νὰ ἀσχοληθῶ ἐπὶ τῆς τροπολογίας τῆς αὐξήσεως τῆς ἀποζημιώσεως, τὴν ὁποίαν, ἐφόσον δι’ αὐτῆς ζητεῖται ἡ ἐπιβάρυνσις τοῦ χωρικοῦ, τὴν ἀποκρούω διαρρήδην, διότι ὁ γεωργὸς δὲν εὐημερεῖ ὅπως ἴσως νομίζουν πολλοί, διὰ πολλοὺς λόγους, διότι τὸ προϊόν τῶν ἱδρώτων των ὑφίσταται πολλοὺς κινδύνους ἰδίως ἐκ τῶν καιρικῶν μεταβολῶν, τῆς ξηρασίας, τῶν πλημμυρῶν κλπ., διότι ὁ γεωργὸς δὲν ἔλαβε τὰς ἀπαραιτήτους γαίας διὰ τὰς καλλιεργητικάς του ἀνάγκας καὶ διότι ὑφίσταται τὴν πληρωμὴν διαφόρων φόρων ἀμέσων, ὑπέστη δὲ ἐφέτος κατ’ ἐξοχὴν τὸν φόρον τῆς δεκάτης τοῦ ἀπαισίου δικτάτορος. Ἰδίως πληρώνει ἐμμέσους φόρους, ἀναλόγως τῆς πρὸς κατανάλωσιν ἱκανότητος, πετρελαίου, σπίρτων κλπ. Τὸ προϊόν του ὑφίσταται πολλὰς πιέσεις εἰς τρόπον ὥστε χάνει πολὺ ἀπὸ τὴν ἀξίαν του. Ὑφίσταται τὴν πίεσιν τῶν διατυπώσεων τοῦ νόμου καὶ τῶν ἐφαρμοζόντων αὐτούς, λ. χ. δηλώσεις, ἔλεγχος, τὴν ἔλλειψιν συγκοινωνίας διὰ νὰ μεταφέρῃ τὸ προϊόν του εἰς τὰς ἀγορὰς τῆς καταναλώσεως, τὴν πίεσιν τῶν ἐνδιαμέσων ἀγοραστῶν κλπ. Ὁ χωρικὸς ὁ κολλῆγος στερεῖται πίστεως καὶ συνεπῶς τῶν μέσων πρὸς ἀγορὰν σπόρου, ἀροτριώντων κτηνῶν, λιπασμάτων κλπ. Ὑφίσταται τὴν πίεσιν τῶν ἐμπόρων καὶ τῶν ἀστόχων διατιμήσεων. Ἕνεκα τῶν λόγων αὐτῶν δὲν εὐημερεῖ, ἀλλ’ ὑποφέρει οἰκονομικῶς καὶ ἀπόδειξις μία ἔτι τούτου εἶναι ὅτι διὰ τῶν διαφόρων ὑπομνημάτων τηλεγραφημάτων ἐκλιπαρεῖ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν διὰ νὰ τῷ χορηγήσῃ δάνεια διὰ νὰ δυνηθῇ νὰ ἀνθέξῃ εἰς τὰς καλλιεργητικάς του ἀνάγκας. Πρὸς τὸν σκοπὸν αὐτὸν ἐπεσκέφθημεν τὸν Διοικητὴν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης κ. Δροσόπουλον, πρὸς ὃν ἐξεθέσαμεν τὰ πράγματα καὶ μετ’ εὐμενείας μᾶς ἤκουσε καὶ ἔσπευσε νὰ ἱκανοποιήσῃ ὀπωσδήποτε ἐπιτακτικὰς ἀνάγκας τοῦ γεωργικοῦ πληθυσμοῦ. Κατόπιν τῶν ἐμποδίων τούτων χάνει τὸ προϊόν του μέγα μέρος τῆς ἀξίας του καὶ δὲν ἱκανοποιεῖ τὸν γεωργόν, πολλῷ δὲ μᾶλλον δὲν τοῦ ἀφίνει τὰ μέσα τῆς εὐημερίας. Ὁ γεωργὸς δὲν ἱκανοποιεῖται σήμερον, διότι μακρὰν τοῦ νὰ ἔχῃ ἐπάρκειαν γαιῶν, ὅπως ἰσχυρίσθησάν τινες πεπλανημένως καὶ παρὰ τὰ πράγματα, προχωρήσαντες μάλιστα καὶ μέχρι τοῦ σημείου νὰ ἰσχυρισθοῦν ὅτι ἔχει τοιαύτην ἐπάρκειαν, ὥστε νὰ ἀφίνῃ καὶ ἀκαλλιέργητον ἔκτασιν, μακράν, λέγω, τοῦ νὰ ἔχῃ ἐπάρκειαν γῆς, ἔχει ἔλλειψιν καλλιεργησίμων γαιῶν. Στατιστικὴ πρόχειρος λέγει ὅτι ὁ κλῆρος κατὰ μέσον ὅρον ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Καρδίτσης ἀνέρχεται εἰς 56 στρέμματα, ἐν τῇ τῶν Τρικκάλων εἰς 42 στρέμματα καὶ ἐν τῇ τῆς Λαρίσσης εἰς 131 στρέμματα, δηλαδὴ κλῆροι ἀνεπαρκεῖς διὰ τὰς γεωργικὰς ἀνάγκας τῶν καλλιεργητῶν. Τώρα βέβαια θὰ μοὶ εἴπητε ὅτι δὲν ὑπάρχει ἄλλη γῆ, τὴν ὁποίαν νὰ δυνάμεθα νὰ δώσωμεν εἰς αὐτούς, οὔτε ἔχομεν τὴν δημιουργικὴν δύναμιν, ὥστε νὰ διαπλατύνωμεν τὰς γαίας διὰ νὰ εἶναι αὗται ἀρκεταὶ εἰς τοὺς γεωργούς. Ἀλλ’ ἂν δὲν ἔχωμεν τὴν δύναμιν ταύτην, ἔχομεν ὅμως τὴν δύναμιν νὰ ἀποκαλύψωμεν γαίας εἰς τρόπον ὥστε νὰ ἱκανοποιήσωμεν τοὺς γεωργοὺς καὶ νὰ αὐξήσωμεν τὴν παραγωγήν. Καὶ αἱ γαῖαι αὗται εἶναι αἱ κεκαλυμμέναι ἀπὸ τὰ διάφορα ἕλη τῆς Θεσσαλίας καὶ τῆς Μακεδονίας, τὰ ὁποῖα καθιστῶσι τὰς χώρας ταύτας μίαν λίμνην, ἰδίως τὴν Θεσσαλίαν. Τὰ ἕλη αὐτὰ δυστυχῶς ἡ Πολιτεία δὲν ἀνέλαβε νὰ τὰ ἀποξηράνῃ. Ὁ ἀείμνηστος Τρικούπης, τοῦ ὁποίου ἡ πολιτικὴ ὀξυδέρκεια εἶναι γνωστὴ εἰς ὅλους, εὐθὺς ὡς ἀπηλευθερώθη ἡ Θεσσαλία πρῶτος ἔσπευσε νὰ ἀναγράψῃ εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1884, νομίζω, 14,000,000 δραχμῶν διὰ τὰ ὑδραυλικὰ ἔργα τῆς Θεσσαλίας πίστωσιν. Δυστυχῶς ὅμως αἱ μεταγενέστεραι Κυβερνήσεις δὲν παρηκολούθησαν τὴν προσπάθειαν ταύτην τοῦ Τρικούπη καὶ ἔμεινεν ἡ Θεσσαλία εἰς τὸ ἀξιοθρήνητον σημεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται καὶ σήμερον. Ἐνῷ ἠδύνατο κάλλιστα ἡ Θεσσαλία σήμερον νὰ ἀποβῇ πηγὴ ἐθνικοῦ πλούτου ἂν ἔκτοτε ἀπηλλάσσετο τοῦ σάρακος τούτου τῶν ἑλῶν καὶ νὰ προμηθεύσῃ τὰ τηλεβόλα καὶ τῶν ἄλλων ἀναγκαίων διὰ τὸν Στρατὸν πραγμάτων καὶ νὰ μὴ γίνεται ἡ προμήθεια αὕτη διὰ τῶν ἱδρώτων τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ, καμφθέντος ἐκ τῶν δυσβαστάκτων φορολογικῶν βαρῶν καὶ μετ’ ἀγωνίας ἀντιμετωπίζοντος τὰς ἀνάγκας τοῦ βίου. Ἰσχυρίζονται ὅτι τὰ κτήματα ἀπηλλοτριώθησαν μὲ τίμημα εὐθηνόν. Εἶναι ἀληθές, κύριοι, τοῦτο, ἀλλὰ τὸ μέτρον τοῦτο ἐφηρμόσθη εἰς ὅλα τὰ Κράτη, τὰ ὁποῖα προέκυψαν ἐκ τοῦ μεγάλου πολέμου καὶ εἰς τὰ ὁποῖα ἐπεκράτησε τὸ σύστημα τοῦ τεμαχισμοῦ τῆς γῆς. Ὅλα τὰ Κράτη τὰ ἐκ τοῦ πολέμου προκύψαντα, ἀλλὰ καὶ τὰ μεγάλα ἀκόμη Κράτη ἔδωσαν εἰς τοὺς χωρικοὺς τὰς γαίας εἰς εὐθηνὴν τιμήν, εἴς τινα μάλιστα Κράτη ὑπάρχουν διατάξεις, καθ’ ἃς τὸ Κράτος δύναται νὰ παραχωρήσῃ τὰ κτήματα δωρεὰν εἰς τοὺς χωρικούς. Τὴν πολιτικὴν ταύτην ἐπέβαλον οὐχὶ λόγοι αἰσθηματικοί, οὐδὲ λόγοι δημοκοπίας, ἀλλ’ οἰκονομικά, κοινωνικὰ καὶ ἐθνικὰ συμφέροντα. Ὁ γεωργὸς πρέπει νὰ εὐημερῇ καὶ νὰ ἔχῃ μικρὸν τοὐλάχιστον περιθώριον οἰκονομιῶν. Ἡ οἰκονομικὴ ἐπάρκεια τοῦ γεωργοῦ θὰ συντελέσῃ μεγάλως εἰς τὴν λύσιν τῶν μεγάλων προβλημάτων, τοῦ ἐθνικοῦ, τοῦ οἰκονομικοῦ καὶ τοῦ κοινωνικοῦ. Τότε μόνον ὁ γεωργὸς θὰ πληρώνῃ ἀγογγύστως τοὺς φόρους, τότε μόνον θὰ δυνηθῇ νὰ τονώσῃ τὸ ἐμπόριον καὶ τὴν βιομηχανίαν διὰ τῆς ἀφθόνου παροχῆς τῶν πρώτων ὑλῶν. Ἐκ τοῦ γεωργικοῦ καὶ κτηνοτροφικοῦ πληθυσμοῦ, ἀποτελοῦντος τὰ 65 ἕως 70 ἑκατοστὰ τοῦ πληθυσμοῦ τοῦ Κράτους, ἐξαρτᾶται ἡ ἐξασφάλισις τῶν ἀμυντικῶν δυνάμεων τῆς Χώρας καὶ ἡ ἀκεραιότης αὐτῆς, καθόσον ἐκτὸς τῆς ἀριθμητικῆς ὑπεροχῆς, ὑπερέχει καὶ κατὰ τὸ θάρρος, ὡς παλαίων μὲ τὰ στοιχεῖα τῆς φύσεως ἐν καιρῷ χειμῶνος καὶ θυελλῶν καὶ κατὰ τὴν ἀντοχήν, ὡς ἐξησκημένος εἰς τὴν σκληραγωγίαν καὶ ἀποτελεῖ ἐν μιᾷ λέξει τὰς ἀμυντικὰς καὶ τὰς μαχητικὰς δυνάμεις τῆς Χώρας. Ἐπιπροσθέτως διὰ τῆς οἰκονομικῆς ἐνισχύσεως τοῦ γεωργοῦ θὰ ἐπέλθῃ εἰς τὴν Χώραν ἡ σιτάρκεια ἢ τοὐλάχιστον ἡ ἐπαύξησις τῆς σιτοπαραγωγῆς καὶ ἡ αὐτάρκεια πολλῶν δημητριακῶν καρπῶν καὶ κτηνοτροφικῶν προϊόντων πρὸς προμήθειαν τῶν ὁποίων ἐπὶ βλάβῃ τῆς ἐθνικῆς οἰκονομίας καὶ τοῦ ἐθνικοῦ μας νομίσματος ἀρκετὴ ἐξαγωγὴ χρυσοῦ ἑκάστοτε γίνεται. Θὰ λύσωμεν οὕτω καὶ τὸ ἐθνικὸν καὶ τὸ οἰκονομικὸν ζήτημα, ἀλλὰ συγχρόνως θὰ λύσωμεν καὶ τὸ ζήτημα τὸ κοινωνικόν, διότι, ἂν ὁ γεωργὸς δὲν ἀγαπήσῃ τὴν γῆν καὶ δὲν εὐημερήσῃ, θὰ ριφθῇ εἰς τὰς ἀγκάλας τοῦ κομμουνισμοῦ, ὁ ὁποῖος τοῦ ὑπόσχεται παραδείσους. Θὰ γεννηθῇ ἀνεργία καὶ κοινωνικαὶ ἀνατροπαί, τὰς ὁποίας θὰ διευκολύνῃ καὶ ὁ ἀποκλεισμὸς τῆς μεταναστεύσεως εἰς Ἀμερικήν. Ὁ γεωργός, κύριοι, ὑπάρχει καὶ ἕτερος λόγος ψυχολογικὸς δι’ ὃν δὲν δύναται οὔτε πρέπει νὰ ἐπιβαρυνθῇ μὲ περισσότερα βάρη, διότι ἐτράφη μὲ τὴν ἰδέαν ὅτι ἐπλήρωσε τὸ ἱκανὸν πρὸς ἀπόκτησιν τῶν κτημάτων του τίμημα καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἰδέας αὐτῆς ἐκανόνισε καὶ τὰς οἰκονομικάς του συνθήκας καὶ δὲν εἶναι εὔκολος πᾶσα μεταβολὴ καὶ ἐπιβάρυνσις αὐτοῦ ἄνευ κλονισμοῦ κοινωνικοῦ. Ἐκτὸς δὲ αὐτοῦ παρὰ τοῖς χωρικοῖς ἐπικρατεῖ ἡ ἀντίληψις ὅτι ἡ γῆ τὴν ὁποίαν ἠγόρασαν ἀνήκει εἰς τοὺς προπάτοράς των καὶ αὐτὸ εἶναι μία ἰδέα ἡ ὁποία ἱστορικῶς ὑποστηρίζεται. Ἀλλὰ βεβαίως οὐσιαστικῶς καὶ νομικῶς εἶναι ἀσύστατος καὶ ἀβάσιμος ἡ ἀντίληψις αὕτη, διότι ἡ ἰδιοκτησία ὑπέστη πολλὰς μεταβολὰς καὶ οἱ σημερινοὶ ἰδιοκτῆται ἐγένοντο κύριοι κατὰ νόμιμον τρόπον. Ἀλλ’ ὁπωσδήποτε ἡ ἰδέα αὐτὴ τοὺς ἐνισχύει, ὥστε νὰ μὴ ἀνέχωνται μεγάλας θυσίας. Ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ ἓν ἄλλο πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον εἶναι οὐσιῶδες καὶ τὸ ὁποῖον γνωρίζουν ὅλοι ὅσοι παρηκολούθησαν τὰ πράγματα τῆς Θεσσαλίας, ὅτι ἡ κυριότης τῶν κτημάτων τούτων καὶ ἐπὶ τῆς Τουρκοκρατίας δὲν ἦτο ἀπόλυτος, ἀλλὰ περιωρίζετο ἀπὸ πολλοὺς περιορισμούς, π. χ. εἰς τὰ κτήματα αὐτὰ εἶχον τὸ δικαίωμα οἱ κολλῆγοι νὰ βόσκουν τὰ ζῷά των δωρεάν, δεύτερον νὰ ἀπολαμβάνουν ὅλων τῶν ὠφελημάτων τῆς παραγωγῆς τῶν ἀμπέλων, τὰ ὄσπρια, τὴν βρώμην κλπ. Αὐτὸ εἶναι δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἀπέκτησαν δι’ ἐθίμου, ἀλλ’ ἰσχῦσαν καὶ ἐπὶ τῆς Τουρκοκρατίας. Ἐπελθούσης κατόπιν τῆς ἑνώσεως τῆς Θεσσαλίας διάφοροι ἐπίμορτοι καλλιεργηταὶ ἠμφισβήτησαν, ὠθούμενοι ἀπό τινας πολιτικοὺς καὶ δικηγόρους, τὴν κυριότητα τῶν κτημάτων αὐτῶν ὡς ἴδια καὶ ἠρνήθησαν τὴν ἀπόδοσιν τοῦ Ἰμόρου εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας. Ἐντεῦθεν ἠγέρθησαν δικαστικοὶ ἀγῶνες, ἐλήφθησαν αὐστηρὰ διοικητικὰ μέτρα, ἀποτέλεσμα τῶν ὁποίων ὑπῆρξεν ἡ νίκη τῶν ἰδιοκτητῶν, ἀλλὰ καὶ τὸ χειρότερον ἡ ἀπώλεια καὶ τῶν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα ἀναμφισβητήτως εἶχον, ὡς προεῖπον, οἱ ἡττηθέντες εἰς τὸν δικαστικὸν ἀγῶνα, ἐπτοήθησαν δὲ τόσον αὐτοὶ ὅσον καὶ ὁ μὴ μετασχὼν τοῦ ἀγῶνος ἀγροτικὸς κόσμος καὶ ὑπέκυψαν εἰς τὴν ἀσκηθεῖσαν ψυχολογικὴν βίαν ὑπὸ τῶν ἰδιοκτητῶν, οἵτινες ἐπισείοντες καὶ τὸ φάσμα τῆς ἐξώσεως κατώρθωσαν νὰ συνάψουν συμβόλαια μετὰ τῶν γεωργῶν, διὰ τῶν ὁποίων οἱ τελευταῖοι ἀπεμπόλησαν τὰ δικαιώματα τὰ ὁποῖα εἶχον καὶ τὰ ὁποῖα ἀπώλεσαν διὰ παντός, διότι ἐν Ἑλλάδι δὲν εὑρέθη Γλάδστων νὰ κηρύξῃ τὰ συμβόλαια ταῦτα ἄκυρα ὡς προϊόντα ψυχολογικῆς βίας. Καὶ τώρα ἐρωτᾶται· ἀφοῦ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιβαρύνωμεν τοὺς χωρικοὺς μὲ προσαύξησιν τιμήματος, τί θὰ γίνῃ διὰ τοὺς ἰδιοκτήτας; Αὐτὴ ἡ δρὰξ τῶν ἀνθρώπων πρέπει νὰ ὑποστῇ ὅλην τὴν ζημίαν τῆς ἀποκαταστάσεως τῶν ἀκτημόνων γεωργῶν καὶ τῶν προσφύγων; Αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι θὰ ἔχουν τὸ παράπονον ὅτι ἠδικήθησαν ὑπὸ τῆς Πατρίδος των, ἡ ὁποία ἕνεκεν σκληρᾶς ἀνάγκης ὑπεχρεώθη νὰ ἀποκαταστήσῃ τόσον τοὺς ἀκτήμονας γεωργοὺς ὅσον καὶ τοὺς πρόσφυγας. Δὲν εἶναι δίκαιον λοιπὸν νὰ ὑποστοῦν αὐτοὶ ὅλην τὴν θυσίαν, ὅταν μάλιστα οἱ Μουσουλμάνοι ἀκεραίως ἀποζημιώνονται, οὔτε δίκαιον εἶναι νὰ μὴ μετάσχωσιν εἰς τὰς θυσίας, τὰς ὁποίας ὑπέστησαν ὅλοι οἱ Ἕλληνες οἱ ἔχοντες περιουσιακὰ στοιχεῖα ἐκ τῆς μεταπολεμικῆς θυέλης, ἡ ὁποία ἔπληξεν ὅλας τὰς κοινωνικὰς τάξεις. Μήπως δὲν ἐζημιώθησαν οἱ ἰδιοκτῆται ἀστικῶν κτημάτων διὰ τοῦ Ἐνοικιοστασίου καὶ τῶν ἐπιτάξεων, οἱ τοκισταὶ ἀντὶ χρυσῶν νομισμάτων λαβόντες χαρτίνας δραχμάς, οἱ καταθέται χρυσῶν νομισμάτων καὶ πάντες ἐν γένει οἱ εὑρεθέντες μὲ περιουσιακὰ στοιχεῖα; Δίκαιον ὅθεν εἶναι νὰ λάβωσι προσαύξησίν τινα τοῦ τιμήματος, ἀνάλογον πρὸς τὴν ἀντοχὴν τοῦ κρατικοῦ Προϋπολογισμοῦ, παρ’ οὗ καὶ μόνον δύνανται νὰ ἐλπίζωσι τὴν ἱκανοποίησιν ταύτην. Διότι, ἐπαναλαμβάνω διὰ πολλοστὴν φορὰν καὶ βροντοφωνῶ ὅτι ὁ γεωργὸς δὲν δύναται, οὔτε πρέπει νὰ συμμετάσχῃ εἰς ταύτην, διότι δὲν ἀντέχει εἰς νέα βάρη. Ἐν πάσῃ περιπτώσει τὸ τοῦ κανονισμοῦ τῆς ἀποζημιώσεως ζήτημα εἶναι τῆς ἁρμοδιότητος τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας καὶ οὐχὶ τοῦ Συντάγματος. Περαίνων, κύριοι, συνιστῶ καὶ παρακαλῶ ὅπως ὅλοι τείνωμεν τὰς προσπαθείας μας εἰς τὴν βελτίωσιν τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ γεωργοῦ, ἐφοδιάσωμεν αὐτὸν μὲ τὰς ἀπαραιτήτους διὰ τὰς καλλιεργητικὰς ἀνάγκας των γαίας καὶ εἶναι δυνατὸν τοῦτο νὰ γίνῃ διὰ τῶν ὑδραυλικῶν ἔργων, ἡ κατασκευὴ τῶν ὁποίων ἐπιβαλλομένη ἐξ ἐπιτακτικῆς ἀνάγκης δὲν παρουσιάζει ἀνυπερβλήτους δυσχερείας. Ἑταιρεῖαι ἀλλοδαποὶ καὶ ἐγχώριοι παρουσιάζονται συχνὰ ζητοῦσαι τὴν ἀνάληψιν αὐτῶν καὶ ἔργον τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ἡ πραγματοποίησις τῶν σχετικῶν συμβάσεων καὶ ἐλπίζομεν εἰς γενναίαν χειρονομίαν τῆς Κυβερνήσεως, δι’ ἧς θὰ ἀποκαλυφθοῦν κεκρυμμένοι ὄντως θησαυροί. Ἐπίσης νὰ ἐφοδιάσωμεν τὸν χωρικὸν διὰ χημικῶν λιπασμάτων, ἡ προμήθεια τῶν ὁποίων δι’ ἐγγυήσεως τοῦ Κράτους οὐδεμίαν δυσκολίαν παρουσιάζει, οὐδὲ ζημίαν τινὰ διὰ τὸ Κράτος, διότι διὰ νόμου τὰ ἐργοστάσια, ἅτινα θὰ χορηγήσουν ἐπὶ πιστώσει τὰ λιπάσματα εἰς τοὺς γεωργούς, θὰ ἀποκτήσουν τὸ δικαίωμα τῆς προνομιακῆς εἰσπράξεως τοῦ ἀντιτίμου, ἀλλ’ ἡ χρησιμοποίησις τῶν λιπασμάτων ὑπὸ τῶν γεωργῶν προϋποθέτει γνώσεις γεωπονικὰς καὶ πρὸς τοῦτο πρέπει διὰ πρακτικῶν σχολῶν νὰ μορφώσωμεν τοιούτους καὶ ὅταν πρὸς τούτοις, κύριοι, ἐνισχύσωμεν αὐτοὺς καὶ διὰ γεωργικῶν Τραπεζῶν, ἐστὲ βέβαιοι ὅτι τὰ προβλήματα, ἅτινα ἐμνημόνευσα, θὰ λυθῶσι κατ’ εὐχὴν καὶ θὰ μεταβληθῇ ἡ ὄψις τῶν Ἑλληνικῶν πραγμάτων.
§124ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 19 τοῦ Συντάγματος συζήτησις. Αʹ κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου «περὶ ἐπιβολῆς προσθέτου τέλους ἐπὶ τῶν ἐν Καλάμαις λειτουργούντων δημοσίων θεαμάτων ὑπὲρ τοῦ Φιλοπτώχου Συλλόγου Κυριῶν τῆς πόλεως ταύτης». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον).
§125ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτῶ τὴν Βουλὴν ἂν δέχεται ὅπως ἡ ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 19 συζήτησις συνεχισθῇ αὔριον, ἀναβαλλομένου τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου.
§126ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§127ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις ἵνα ἐπαναληφθῇ αὕτη τὴν 4.30′ μ. μ. τῆς αὔριον. (Ὥρα 1 π. μ.)