1927.02.16
3,732 rows · 29,750 words · 146 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 34
Τετάρτη 16 Φεβρουαρίου 1927
Προεδρία κ. Θ. Σοφούλη
(Ὥρα 6.30′ μ. μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Νὰ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Τὰ πρακτικὰ δὲν ἐξετυπώθησαν ἀκόμη. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς: —Ἡ διοίκησις Σωματείου καπνεργατῶν Ξάνθης ὑποβάλλει διάφορα αἰτήματα ἐν σχέσει μὲ τὴν διοίκησιν τοῦ ταμείου ἀσφαλίσεως, τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ ὀκταώρου κλπ. —Ὁ Δημήτριος Τριανταφύλλου, ἱερεὺς ἐν Κοσμαδαίοις Σάμου, ζητεῖ τὴν παροχὴν ἀποζημιώσεως ἐκ δραχμῶν 48,000 διὰ τὴν πυρποληθεῖσαν οἰκίαν του ἐκ τῆς συμμορίας Γιαγιάδων. —Ἐπιτροπὴ ἰδιοκτητῶν ὑποδεικνύει διαφόρους τροπολογίας ἐπὶ τοῦ Ἐνοικιοστασίου. —Ὁ Σύλλογος νεοκτηματιῶν Καβάλλας παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν ὅπως ἐνεργήσῃ παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ τῆς Ἑλλάδος, ἵνα αὕτη χορηγήσῃ εἰς τοὺς κτηματίας τὰ αἰτούμενα δάνεια. —Ὁ Θεόδωρος Γαβριὴλ παρακαλεῖ τὴν Σεβαστὴν Βουλὴν ὅπως ψηφίσῃ τὸ ἀπὸ 10 Δεκεμβρίου 1925 Ν. Διάταγμα «περὶ τῶν ὑποπεσόντων εἰς τὸ ἀδίκημα τῆς λιποταξίας ὑπαλλήλων τοῦ Κράτους». —Ὁ Γεωργικὸς Πιστωτικὸς Συνεταιρισμὸς Κλενιᾶς τῆς ἐπαρχίας Κορινθίας ζητεῖ τὴν κατάργησιν τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ ἀπὸ 24 Νοεμβρίου 1926 Ν. Διατάγματος. —Τὸ Σωματεῖον κτιστῶν Ἀθηνῶν ὑποβάλλει ὑπόμνημα διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ ὀκταώρου διὰ νόμου, δημιουργίαν δημοσίων καὶ δημοτικῶν ἔργων κλπ. — Ὁ Σύνδεσμος τῶν ἐφέδρων ἀξιωματικῶν τοῦ 1924 ζητεῖ τὴν διὰ νόμου χορήγησιν, ἅμα τῇ ἀπολύσει ἐκ τῶν τάξεων τοῦ Στρατοῦ, πλήρων ἀποδοχῶν τριῶν μηνῶν. — Οἱ μοναχοὶ τῆς ἱερᾶς μονῆς Μεγάλου Σπηλαίου ζητοῦν τὴν ἐπαναφορὰν τοῦ παλαιοῦ ἡμερολογίου. — Τὸ Σωματεῖον ἐργατῶν λατόμων Ἀθηνῶν ζητεῖ τὴν οἰκονομικὴν ἐνίσχυσιν τῶν μελῶν του ἐκ μέρους τοῦ Κράτους, λόγῳ τῆς ἐπικρατούσης ἀνεργίας ἐκ τῆς εἰσαγωγῆς τῶν μηχανῶν. — Οἱ κάτοικοι τῶν παρὰ τὰς ὄχθας τοῦ ἰχθυοτροφείου τοῦ ποταμοῦ Ἀλφειοῦ κοινοτήτων, ὑποβάλλουσιν ὑπόμνημα διὰ τὴν τροποποίησιν τῶν ὅρων τῆς δημοπρασίας ταύτης. — Ἡ Παλλεσβιακὴ Καπνεργατικὴ Ἕνωσις Μυτιλήνης ὑποβάλλει ὑπόμνημα, δι’ οὗ ζητεῖ τὴν κατάργησιν τοῦ καπνικοῦ νόμου κτλ. — Οἱ ἰδιοκτῆται κάτοικοι Ἐδέσσης ζητοῦν τὴν ὁλοσχερῆ ἄρσιν τοῦ Ἐνοικιοστασίου. — Ὁ μοναχὸς Κύριλος Δαληβήρης διαμαρτύρεται διότι, ἂν καὶ τυγχάνει ἀπόφοιτος τοῦ Πανεπιστημίου, παραμένει ἄνευ τινὸς θέσεως ἐν ἐκκλησίᾳ ἢ Ἑλληνικῷ σχολείῳ. — Οἱ κάτοικοι τῆς κοινότητος Πορτίτσης (Καρδίτσης– Θεσσαλίας) ὑποβάλλουσιν ὑπόμνημα διὰ τὴν παραχώρησιν τοῦ λειβαδίου Πέτραινο πρὸς κτηνοτροφίαν. — Ἡ Προσφυγικὴ Ἕνωσις ἀμύνης δικαιούχων ἀνταλλαξίμων τῆς ἐπαρχίας Καρδίτσης ὑποβάλλει ὑπόμνημα διὰ τὴν ἵδρυσιν συνοικισμοῦ πρὸς ἐγκατάστασιν τῶν μελῶν αὐτῆς. — Οἱ πρόεδροι τῶν κοινοτήτων τῆς περιφερείας τοῦ Εἰρηνοδικείου Ἀληκιανοῦ Κυδωνίας ζητοῦν νὰ μὴ καταργηθῇ τὸ Εἰρηνοδικεῖον Ἀληκιανοῦ. — Ὁ πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς συλλογῆς ἐράνων διὰ τὴν καλλιτέχνησιν ἀνδριάντος τοῦ Ν. Σκουφᾶ παρακαλεῖ τὴν Σεβαστὴν Βουλὴν ὅπως ἔλθῃ ἀρωγὸς καὶ ψηφίσῃ μικρόν τι ποσὸν διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ ὡς ἄνω ἔργου. — Ὁ Μιχαὴλ Παναγιωτάκης, ἀρχηγὸς τῶν Κρητικῶν Ἐπαναστάσεων, ζητεῖ ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς λόγῳ τῶν πολλῶν ὑπηρεσιῶν καὶ διὰ τὴν ἀπελευθέρωσιν τῆς Πατρίδος μικρὸν χρηματικὸν βοήθημα, ἄγων τὸ 88ον ἔτος τῆς ἡλικίας του, καθότι δὲν δύναται νὰ ἐργασθῇ. — Οἱ ὑπάλληλοι τοῦ ἐναερίου σιδηροδρόμου Νάξου ζητοῦν τὴν πληρωμὴν δύο μισθῶν, διακοπείσης τῆς ἐργασίας των κατόπιν διαταγῆς τοῦ Ὑπουργείου τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας. — Οἱ κάτοικοι τῶν ἐν Νεζερῷ Ὀλύμπου κοινοτήτων ζητοῦν τὴν ἄρσιν τῶν ἐνταλμάτων τοῦ ταμίου Λαρίσσης τῶν ἐτῶν 1924, 1925 καὶ 1926 διὰ τὰ ἀκαλλιέργητα στρέμματα τῆς λίμνης Νεζεροῦ. — Ὁ Δημήτριος Π. Κυριακίδης, φαρμακοποιὸς ἐν τῷ Ναυτικῷ Νοσοκομείῳ Πειραιῶς, ζητεῖ τὴν πληρωμὴν καθυστερουμένων μισθῶν του 9 μηνῶν. — Ἡ Γενικὴ Ἕνωσις Ἰδιοκτησίας ὑποβάλλει τὴν γνώμην της περὶ τῆς ἐπιβεβλημένης διατυπώσεως τοῦ ἄρθρου 19 τοῦ Συντάγματος. — Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας κ. Α. Ἀργυρὸς ὑποβάλλει νομοσχέδιον «περὶ καταργήσεως τῶν Ν. Διαταγμάτων περὶ ὁρισμοῦ ἡλικίας ἐκπαιδευτικῶν συμβούλων κλπ», ὅπερ κηρύσσεται κατεπεῖγον. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τήν....
§2Α. ΠΑΠΑΔΑΤΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως τὸν λόγον.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε.
§4Α. ΠΑΠΑΔΑΤΟΣ. Ὑποθέτω ὅτι ἡ Βουλὴ ἔλαβε γνῶσιν ἐκ τοῦ Ἡμερησίου Τύπου καὶ τῶν ἄλλων πληροφοριῶν τῶν λυπηρῶν γεγονότων, τὰ ὁποῖα ἔλαβον χθὲς χώραν εἰς τὴν Θεσσαλονίκην, τῶν γεγονότων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἐδημιούργησαν οἱ καπνεργάται καθὼς καὶ οἱ καπνέμποροι.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὔριον εἶναι ἡ ἡμέρα ἐπερωτήσεων.
§6Α. ΠΑΠΑΔΑΤΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶναι πολὺ σοβαρὸν τὸ ζήτημα καὶ ἤθελον ν’ ἀπαρακαλέσω τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργόν, ὁ ὁποῖος δὲν εἶναι ἐδῶ δυστυχῶς νὰ δώσῃ σχετικὰς πληροφορίας, διότι ὑπάρχουν καὶ θύματα ἀνθρώπων καὶ ὡς ἐκ τούτου ὑπάρχει δικαιολογημένη ἀνησυχία τοῦ Κοινοῦ, καθὼς καὶ τῆς Βουλῆς.
§7Σ. ΜΑΞΙΜΟΣ. Παρακαλῶ ὅπως αὔριον συζητηθῇ ἐπειγόντως, κ. Πρόεδρε, τὸ ἀνωτέρω ζήτημα, δι’ ὃ ὀφείλει νὰ παράσχῃ ἀμέσως πληροφορίας ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργός.
§8Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Αὔριον θὰ ἀποφασισθῇ περὶ αὐτοῦ.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς Νομοθετικῆς Ἐργασίας. Συζήτησις ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας συμφωνίας....
§10Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ὑποθέτω ὅτι θὰ εἶναι σύμφωνος ἡ Βουλὴ νὰ συζητηθῇ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ μετὰ τοῦ ἑτέρου νομοσχεδίου «περὶ τρόπου διακανονισμοῦ προκυψασῶν κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν τῶν ἄρθρων 2 καὶ 16 τῆς συμβάσεως περὶ ἀνταλλαγῆς Ἑλληνικῶν καὶ Τουρκικῶν πληθυσμῶν δυσχερειῶν».
§11ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας συμφωνίας καὶ τῶν συναφῶν αὐτῇ πράξεων, περὶ τρόπου ἐφαρμογῆς διατάξεών τινων τῆς συνθήκης εἰρήνης τῆς Λωζάννης καὶ τῆς προσηρτημένης τῇ συνθήκῃ ταύτῃ ὑπ’ ἀριθ. 9 Δηλώσεως». Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Γ. Ἐξηντάρης.
§13Ι. ΣΠΕΤΣΙΩΤΗΣ. Θὰ ἐπεθύμουν, κ. Πρόεδρε, νὰ ἐλάμβανον τὸν λόγον πρὸ τοῦ κ. Ἐξηντάρη, διότι ἐπεθύμουν νὰ ἀπευθύνω μερικὰ ἐρωτήματα καὶ νὰ ζητήσω τὴν κατάθεσιν μερικῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ συντελέσωσιν εἰς τὴν συζήτησιν τῆς ὑποθέσεως.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἐξηντάρης εἶναι ὁ εἰσηγητὴς καὶ διὰ τοῦτο προηγεῖται.
§15Γ. ΕΞΗΝΤΑΡΗΣ. Κύριοι βουλευταί, διὰ τὴν πλήρη ἀντίληψιν τῶν θεμάτων, περὶ ὧν διαλαμβάνουν τὰ ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς τιθέμενα κείμενα, θεωρῶ ἀπαραίτητον ὅπως προβῶ ἐνώπιον ἡμῶν εἰς συντομωτάτην ἀνασκόπησιν τῶν ἀπὸ τῆς ὑπογραφῆς τῆς συνθήκης τῆς Λωζάννης μέχρι σήμερον διατρεξάντων. Ὑπὸ τὸ φῶς τῆς τοιαύτης ἀνασκοπήσεως θὰ δυνηθῇ, ἐλπίζω, ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία, νὰ σχηματίσῃ σαφῆ καὶ ἐμπεριστατωμένην γνώμην περὶ τῆς φύσεως καὶ τῆς θέσεως τῶν ζητημάτων τῶν ρυθμιζομένων ὑπὸ τῶν προσκομιζομένων αὐτῇ πρὸς κύρωσιν συμφωνιῶν, ὡς καὶ τῶν δυσχερειῶν αἱ ὁποῖαι εἶχον προκύψει ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς καὶ ἑρμηνείας τῶν συμβάσεων τῆς Λωζάννης, δυσχερειῶν αἱ ὁποῖαι κατέστησαν ἀναπότρεπτον τὴν σύναψιν τῶν περὶ ὧν πρόκειται συμφωνιῶν. Ὡς γνωστόν, κύριοι βουλευταί, ἐν Λωζάννῃ ὑπεγράφησαν ἐκτὸς τῆς συνθήκης τῆς εἰρήνης, ἡ σύμβασις περὶ ἀνταλλαγῆς τῶν πληθυσμῶν καὶ ἡ προσηρτημένη τῇ συνθήκῃ τῆς εἰρήνης 9η λεγομένη Δήλωσις. Διὰ τοῦ συνδυασμοῦ διατάξεών τινων τῆς συνθήκης τῆς εἰρήνης, τῶν διατάξεων τῆς συμβάσεως περὶ ἀνταλλαγῆς τῶν πληθυσμῶν καὶ τῆς 9ης Δηλώσεως ἐρρυθμίσθη ἡ τύχη τῶν Ἑλλήνων καὶ Τούρκων ἀνταλλαξίμων καὶ μή. Τὰ κείμενα ὅμως ταῦτα συνταχθέντα ἴσως ἐν σπουδῇ, ὑπὸ τὸ κράτος ἐξαιρετικῶν συνθηκῶν ἢ σοβαρωτέρων ἀσχολιῶν διὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, δὲν καθώριζον μὲ ἐπαρκῆ σαφήνειαν ὅρους τινὰς καὶ δὲν ἐλάμβανον πλήρως ὑπ’ ὄψιν δημιουργηθείσας, συνεπείᾳ τῶν πολεμικῶν γεγονότων, πραγματικὰς καταστάσεις, τῶν ὁποίων τόσον δύσκολος ἀποβαίνει ὄχι μόνον ἡ τελεία ἀνατροπή, ἀλλὰ καὶ συνήθως καὶ ἡ ἐλαφρὰ εἰς σύντομον διάστημα μεταλλαγή. Δὲν ἦτο ἄλλως τε εὔκολον, ἴσως μάλιστα ἦτο ἀδύνατον, νὰ προΐδῃ τις ὅλας τὰς δυσχερείας, αἵτινες ἠδύναντο νὰ προκύψωσι καὶ νὰ λύσωσιν ἐκ τῶν προτέρων ὅλα τὰ ἐμφανισθησόμενα προβλήματα. Ὁπωσδήποτε ἡ ἐλλειπὴς διατύπωσις τῶν ὅρων τούτων καὶ ἡ ἀνεπαρκὴς ἐκτίμησις τῆς πραγματικῆς καταστάσεως ἦτο μοιραῖον νὰ δημιουργήσουν δυσχερείας καὶ προστριβὰς μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας. Αἱ δυσχέρειαι αὗται καὶ προστριβαὶ δὲν παρουσιάζοντο τόσον σοβαραὶ οὐδὲ θὰ περιεβάλλοντο τὸν ὀξὺν ἐνίοτε καὶ δραματικὸν χαρακτῆρα ὑπὸ τὸν ὁποῖον ἐνεφανίσθησαν, ἂν εἶχον ἀναφυῆ μεταξὺ ἄλλων Κρατῶν μὴ ἐχόντων τὸ ἱστορικὸν παρελθὸν τὸ ὁποῖον συνέδεσεν ἢ ἐχώρισε μέχρι τοῦδε τὸ Ἑλληνικὸν καὶ Τουρκικὸν Ἔθνος. Αἰώνων προκαταλήψεις, συνεχὴς κεκαλυμμένη ἢ ἀπροκάλυπτος ἐχθρότης καὶ ἰδίᾳ τὰ πρόσφατα πολεμικὰ γεγονότα ἐδημιούργησαν μεταξὺ τῶν δύο λαῶν ψυχικὰς καταστάσεις λίαν εὐπαθεῖς καὶ ἀνέπτυξαν ἀτμόσφαιραν ἰδιαιτέρως εὐεπίφορον εἰς παρεξηγήσεις καὶ ἀδιαλλάκτους ἐντυπώσεις καὶ ἀντιλήψεις. Ὑπὸ τοὺς ὅρους τούτους ἡ δυσπιστία εἶναι εὔληπτος καὶ ἡ καχυποψία φυσικὴ καὶ αὐθόρμητος. Ἡ ἐλαχίστη δυσχέρεια, ἡ παραμικρὰ βραδύτης δὲν ἐξετάζεται μὲ τὴν δέουσαν ἀντικειμενικότητα, τῆς ὁποίας εἶναι ἱκανοὶ δύο ἀμερόληπτοι καὶ ἀνεξάρτητοι ἀπὸ διάφορα αἰσθήματα συζητηταί, ἀλλ’ ἀποδίδεται εἰς τὴν κακὴν θέλησιν ἢ κακὴν πίστιν τῶν μὲν ἢ τῶν δέ. Τὸ παρελθὸν καλύπτει μὲ τὴν σκιάν του τὸ παρὸν καὶ συσκοτίζει τὴν κρίσιν, ὁ δὲ ἀστάθμητος παράγων παίζει ἐπὶ τοῦ προκειμένου δεσπόζοντα ρόλον. Διὰ τοῦτο ἡ ὑπογραφὴ τῆς εἰρήνης δὲν ἤρκεσε διὰ νὰ φέρῃ καὶ τὴν εἰρήνευσιν τῶν πνευμάτων, ἀπῃτήθη δὲ χρόνος ἱκανὸς καὶ ὑπομονὴ μεγάλη μέχρις ὅτου ἐπέλθῃ σὺν τῷ χρόνῳ ποιά τις βεβαίωσις τῆς καταστάσεως ἐπὶ τῶν χωριζόντων τὰς δύο Χώρας θεμάτων. Εἶναι εὐνόητον, κύριοι βουλευταί, ὅταν τοιαῦται συνθῆκαι ὑφίστανται μεταξὺ τῶν δύο Κρατῶν, ὁπόσον λεπτὴ καὶ δύσκολος ἀποβαίνει ἡ θέσις τῶν καλουμένων νὰ ἀναλάβωσι τὴν εὐθύνην τῆς ἐφαρμογῆς καὶ τῆς ἑρμηνείας, συμβάσεων αἱ ὁποῖαι θίγουσι πλεῖστα ὅσα καὶ ποικίλα ἀτομικὰ καὶ κρατικὰ συμφέροντα καὶ πόσον ἀκανθώδης καθίσταται ἡ λύσις τῶν γεννωμένων προβλημάτων. Ὡς γνωστόν, διὰ τῆς συμβάσεως περὶ ἀνταλλαγῆς τῶν πληθυσμῶν συνιστᾶται ἑνδεκαμελὴς Μικτὴ Ἐπιτροπὴ ἀποτελουμένη ἐκ τριῶν μελῶν ὁριζομένων ὑπὸ τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν, τεσσάρων Ἑλλήνων ἀντιπροσώπων καὶ τεσσάρων Τούρκων καὶ ἐπιφορτισμένη τὴν ἐφαρμογὴν τῆς ἐν λόγῳ συμβάσεως. Ἡ Μικτὴ αὕτη Ἐπιτροπὴ καταρτισθεῖσα ἤρξατο τῶν ἐργασιῶν της κατὰ τὸν Σεπτέμβριον τοῦ 1923, ἀλλὰ δὲν παρῆλθον ἐλάχιστοι μῆνες καὶ πρὶν ἢ τερματισθῇ τὸ πρῶτον μέρος τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς, ἡ μεταφορὰ τουτέστιν—ἃς μοὶ ἐπιτραπῇ ἡ φράσις—τοῦ ἀνθρωπίνου ὑλικοῦ καὶ προέκυψαν καὶ ἐν τῷ μέσῳ τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ μεταξὺ τῶν δύο Κυβερνήσεων δυσχέρειαι, αἱ ὁποῖαι εὑροῦσαι εὐρυτάτην ἀπήχησιν καὶ ἐν τῇ Κοινῇ Γνώμῃ καὶ ἐν τῷ Τύπῳ προέδωσαν εἰς τὴν κατάστασιν μίαν νευρικότητα ἥκιστα συντελεστικὴν εἰς τὴν φιλικὴν διευθέτησιν αὐτῶν. Ἡ Τουρκικὴ ἀντιπροσωπεία καὶ ἡ Τουρκικὴ Κυβέρνησις κατηγόρουν γενικῶς τοὺς Ἕλληνας ὅτι δὲν ἐξετέλουν τὰς ἀναληφθείσας δυνάμει τῆς συνθήκης τῆς Λωζάνης ὑποχρεώσεις των, ὅτι δὲν ἀπέδιδον τὴν καταληφθεῖσαν περιουσίαν τῶν Μουσουλμάνων ἀπὸ τοῦ 1912 καὶ ἐφεξῆς, οὔτε τὰς προσόδους αὐτῆς, ὅτι ἐδημιούργησαν διὰ τὸν Μουσουλμανικὸν πληθυσμὸν ἐν Θράκῃ κατάστασιν ἀφόρητον, ἡ ὁποία, ἂν δὲν ἐτερματίζετο ταχέως, θὰ ἐξηνάγκαζε τοὺς Μουσουλμάνους νὰ ἀποδημήσωσιν. Ἐξ ἄλλου ἡ Ἑλληνικὴ ἀντιπροσωπεία ἰσχυρίζετο ὅτι ἡ Τουρκία δὲν ἀποδίδει τὴν καταληφθεῖσαν περιουσίαν τῶν Ἑλλήνων, ὅτι διὰ διαφόρων μέσων κατέστησε τὸν βίον τῶν Κωνσταντινουπολιτῶν ἀβίωτον, ὅτι παρὰ τὴν συνθήκην προβαίνει εἰς κατάληψιν περιουσίας τῶν Ἑλλήνων τῶν ἀπόντων καὶ ὅτι παραβιάζοντες οἱ Τοῦρκοι τὸ 15ον ἄρθρον τῆς συνθήκης περὶ ἀνταλλαγῆς τῶν πληθυσμῶν, δὲν ἐπιτρέπουσιν εἰς τούτους τὴν ἐπάνοδον, ὅτι δὲν ἐπιτρέπουσι τὴν ἐλευθέραν κυκλοφορίαν τῶν ὁμογενῶν Κωνσταντινουπόλεως εἴτε εἰς τὸ ἐσωτερικόν, εἴτε εἰς τὸ ἐξωτερικὸν κλπ. Αἱ κατηγορίαι αὗται καὶ πλεῖσται ὅσαι ἄλλαι αἰτιάσεις ἐκτοξευόμεναι ἑκατέρωθεν συνεχῶς καὶ βιαίως ἐξεταζόμεναι ὑπὸ ἀμφοτέρων τῶν μερῶν ἀπὸ τῆς ἰδικῆς των μόνον ἀπόψεως, τὸ ἔντονον καὶ συνήθως ἐχθρικὸν ὕφος τοῦ Τύπου, ἀντὶ νὰ προαγάγουν τὴν ὑπόθεσιν, τοὐναντίον συνετέλουν εἰς τὴν ἀνάφλεξιν τῶν παλαιῶν παθῶν καὶ παρεξηγήσεων καὶ καθίστων ἀδύνατον τὴν περαιτέρω συνέχισιν τῶν συζητήσεων. Κατέληξαν τότε ὁ κ. Παπᾶς καὶ ὁ Τεφὴκ Ρουσδῆ βέης νὰ μεταβῶσιν εἰς Ἄγκυραν μετὰ τοῦ προέδρου τῆς διεθνοῦς Ἐπιτροπῆς πρὸς ἐξεύρεσιν λύσεων. Αἱ λύσεις αὗται δὲν κατέστη δυνατὸν νὰ εὑρεθοῦν. Καὶ ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλὰ καὶ προέκυψεν ἐντὸς τῆς Ἐπιτροπῆς ζήτημα σοβαρόν, τὸ ζήτημα τῶν «établis»—ἐγκατεστημένων. Δυνάμει τοῦ ἄρθρου 2 τῆς περὶ ἀνταλλαγῆς τῶν πληθυσμῶν συμβάσεως ἐξαιροῦνται τῆς ἀνταλλαγῆς οἱ Ἕλληνες οἱ ἐγκατεστημένοι ἐν Κωνσταντινουπόλει πρὸ τῆς 30ῆς Ὀκτωβρίου 1918, καθὼς καὶ οἱ Τοῦρκοι οἱ ἐγκατεστημένοι ἐν Θράκῃ. Ποία ἦτο ἡ ἑρμηνεία τοῦ ὅρου établis; Ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου προῆλθε ῥιζικὴ διαφωνία μεταξὺ τῶν δύο ἀντιπροσωπειῶν. Οἱ Τοῦρκοι ἰσχυρίζοντο ὅτι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι πρὸ τῆς ἄνω προθεσμίας εἶχον συμμορφωθῆ πρὸς τὸν Τουρκικὸν νόμον καὶ ἐγγραφῆ εἰς τὰ Τουρκικὰ ληξιαρχικὰ βιβλία ἐφωδιασθέντες μὲ τὰ σχετικὰ πιστοποιητικὰ εἶναι établis. Οἱ Ἕλληνες ἀφ’ ἑτέρου ἀντιπρόσωποι ἰσχυρίζοντο ὅτι ἡ ἐγκατάστασις δὲν ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν τήρησιν ὡρισμένων τύπων, ἀλλ’ ἀποτελεῖ πραγματικὸν γεγονὸς τὸ ὁποῖον δύναται νὰ ἀποδειχθῇ δι’ ὅλων τῶν μέσων. Ἀρκεῖ ἓν ἄτομον νὰ εὑρίσκετο ἐν Κωνσταντινουπόλει καὶ Θράκῃ πρὸ τῶν ταχθεισῶν προθεσμιῶν καὶ νὰ ἐξεδήλωσε καθ’ οἱονδήποτε τρόπον τὴν πρόθεσίν του περὶ μονίμου παραμονῆς διὰ νὰ θεωρηθῇ ἐγκατεστημένος. Τὸ ζήτημα ἦτο σοβαρόν, διότι ἐκ τῆς μιᾶς ἢ τῆς ἄλλης λύσεως αὐτοῦ ἐξηρτᾶτο ἡ παραμονὴ ἢ ἡ ἀναχώρησις πολλῶν χιλιάδων Ἑλλήνων. Ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου αἱ συζητήσεις διεξήγοντο μετὰ πείσματος, ἐν μέσῳ ἐπεισοδίων μεταξὺ τῶν δύο ἀντιπροσωπειῶν, ἡ Κοινὴ Γνώμη παρηκολούθει τὴν ἐξέλιξιν τῶν συζητήσεων μετὰ πάθους καὶ ἀγωνίας, καθ’ ὅμοιον περίπου τρόπου κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ παρηκολούθει τὴν ἀγριωτέραν πάλην. Ὄταν αἱ συζητήσεις ἐμφανίζωνται ὑπὸ τοιαύτην μορφήν, ἡ συνεννόησις καὶ ἐπὶ τῶν παραμικροτέρων ζητημάτων καθίσταται ἀδύνατος. Ἕκαστος τῶν διαμαχομένων προσπαθεῖ νὰ λάβῃ τὸ γέρας. Καὶ τὸ γέρας μὲν συνήθως οὐδέτερος αὐτῶν λαμβάνει, τὰ συμφέροντα ὅμως τῶν ὁποίων ἀμφότερα ἔχουν τὴν διαχείρισιν, ὑφίστανται ὡρισμένως βλάβην. Κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην—τέλος Αὐγούστου τοῦ 1924—ἡ τότε Κυβέρνησις μοὶ ἔκαμε τὴν τιμὴν νὰ ζητήσῃ τὰς ὑπηρεσίας μου, ἀναθέτουσά μοι τὴν προεδρείαν τῆς Ἑλληνικῆς ἀντιπροσωπείας παρὰ τῇ Μικτῇ Ἐπιτροπῇ, τὴν ὁποίαν καὶ ἐθεώρησα καθῆκόν μου νὰ δεχθῶ. Ὅταν μετέβην εἰς Κωνσταντινούπολιν εὗρον τὴν ἐκεῖ κατάστασιν ἀπὸ ἀπόψεως Κοινῆς Γνώμης περιελθοῦσαν εἰς λίαν δυσάρεστον σημεῖον. Ὁ Τουρκικὸς Τύπος ἐμαίνετο· διάφοροι ἀπειλαὶ ἐδημοσιεύοντο, ἀνησυχαστικαὶ πληροφορίαι ἐκυκλοφόρουν διατηροῦσαι ἐν ἀγωνίᾳ τὸν ὁμογενῆ πληθυσμόν. Προσεπάθησα ἀμέσως διὰ τῆς ὅλης μου στάσεως καὶ διὰ καταλλήλων δηλώσεων εἰς τὸν Τύπον νὰ φέρω κάποιον κατευνασμὸν εἰς τὰ πνεύματα, ἀλλὰ τὸ πρᾶγμα ἐστάθη ἀδύνατον. Ὁ Τουρκικὸς Τύπος ὄχι μόνον ἐξηκολούθει τὰς ἐπιθέσεις, ἀλλ’ ἐπετίθετο μὲ ἰδιαιτέραν δριμύτητα προσωπικῶς ἐναντίον τοῦ νέου ἀντιπροσώπου τῆς Ἑλλάδος, τοῦ ὁποίου ἐζήτει τίποτε περισσότερον, τίποτε ὀλιγώτερον, ἢ τὴν κεφαλήν του ἐπὶ πίνακι. Παρὰ ταῦτα ὁ νέος ἀντιπρόσωπος τῆς Ἑλλάδος ἐπεδίωξε τὴν ταχεῖαν καὶ ἱκανοποιητικὴν λύσιν τοῦ ζητήματος τῶν établis. Τὴν στιγμὴν ὅμως, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Μικτὴ Ἐπιτροπὴ ἐπρόκειτο νὰ λάβῃ ἀπόφασιν ἐπ’ αὐτοῦ, εὑρέθη ἐνώπιον τῆς παραιτήσεως τοῦ Τούρκου συναδέλφου διὰ λόγους ὑγείας καὶ μετ’ ὀλίγας ἡμέρας ἐνώπιον τῆς δημιουργίας ἑνὸς σοβαρωτάτου ἐπεισοδίου, τοῦ γνωστοῦ ἐπεισοδίου τοῦ Μπαλουκλῆ. Μὲ τὴν πρόθεσιν ἢ τὴν πρόφασιν νὰ ἀναζητήσωσι τοὺς ἀνταλλαξίμους, αἱ Τουρκικαὶ Ἀρχαὶ προέβησαν εἰς τὴν σύλληψιν πέντε ἕως ἓξ χιλιάδων ὁμογενῶν, τοὺς ὁποίους συνήντων καθ’ ὁδὸν ἢ ἀνεζήτουν εἰς τὰ καταστήματά των καὶ τὰς οἰκίας των. Ἄνδρες, γυναῖκες καὶ παιδία συνεκεντρώθησαν εἰς τὰ Φιλανθρωπικὰ Καταστήματα τοῦ Μπαλουκλῆ, ὅπου διέμενον ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας ὑπὸ τὰς χειροτέρας ὑγιεινὰς καιρικὰς συνθήκας καὶ ἄλλας συνθήκας. Ἡ ἀνησυχία καὶ ὁ φόβος ὁ ὁποῖος κατέλαβε τότε τὸν Κωνσταντινουπολιτικὸν πληθυσμὸν ἦτο ἐξαιρετικός. Ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ φόβου τούτου ἄλλοι ἐκλείσθησαν εἰς τὰς οἰκίας των, ἄλλοι δὲ προσήρχοντο ἀθρόοι εἰς τὰ γραφεῖα τῆς Ἑλληνικῆς ἀντιπροσωπείας ζητοῦντες ὅπως τοῖς παρασχεθῶσι διάφοροι εὐκολίαι καὶ διαβατήρια, ἵνα ὅπως–ὅπως δυνηθῶσι νὰ ἀναχωρήσωσιν ἐκ Τουρκίας εἰς τὴν Ἑλλάδα. Πρὸ τῆς δημιουργηθείσης καταστάσεως ἡ Κυβέρνησις ἠναγκάσθη νὰ προσφύγῃ εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν, τὸ ὁποῖον συνέρχεται κατὰ Ὀκτώβριον εἰς ἐξαιρετικὴν συνεδρίασιν εἰς τὰς Βρυξέλας. Ἡ Κοινωνία τῶν Ἐθνῶν, κύριοι, εἶναι θεσμὸς κατ’ ἐξοχὴν εὐεργετικός, προώρισται δὲ σὺν τῷ χρόνῳ—πάντες τὸ εὐχόμεθα καὶ πάντες τὸ ἐλπίζομεν —νὰ ἀποβῇ ἐν τῇ ἐξελίξει του ὁ κυριώτερος ῥυθμιστὴς τῶν διεθνῶν ὑποθέσεων καὶ ἡ κυριωτέρα ἐγγύησις διὰ τὴν παγίωσιν τῆς εἰρήνης ἐν τῷ κόσμῳ. Πρὸς τὸ παρὸν ὅμως ἡ δικαιοδοσία της καὶ ἡ ἐπιρροή της δὲν εἶναι τοιαύτη, ὥστε νὰ λύωνται δι’ αὐτῆς ἱκανοποιητικῶς καὶ δὴ ταχέως αἱ προκύπτουσαι μεταξὺ τῶν Ἐθνῶν διαφοραί. Ποικίλει δὲ ἡ ἐπιρροὴ αὕτη ἀναλόγως τῶν Κρατῶν, οὖσα εὐρυτέρα μὲν ἐπὶ τῶν Κρατῶν ἐκείνων τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦσι μέλη τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν, ἀσθενεστέρα δὲ ἐπὶ τῶν Κρατῶν τὰ ὁποῖα δὲν ἀποτελοῦσι μέλη αὐτῆς, ἔτι δὲ ἀσθενεστέρα ἐπὶ τῆς Τουρκίας, τῆς ὁποίας ἡ Κοινὴ Γνώμη ἔχουσα πρόσφατον καὶ ζωηρὰν τὴν ἀνάμνησιν τῶν διομολογήσεων, αἰσθάνεται ἀσθενικὴν αὐτόχρημα ἀπέχθειαν πρὸς οἱανδήποτε ξενικὴν ἐπέμβασιν. Τὸ Συμβούλιον τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν ἀκοῦσαν τὰς ἀπόψεις τῆς Ἑλληνικῆς ἀντιπροσωπείας ἔδωσαν εἰς ἀμφοτέρους συμβουλὰς μετριοπαθείας, συνέστησεν ὅπως πνεύματι συμβιβαστικῷ λύονται αἱ προκύπτουσαι διαφοραί, ἐξέφρασε τὴν εὐχὴν ὅπως μὴ ληφθοῦν μέτρα ἐπιδεινοῦντα τὴν ὑπάρχουσαν κατάστασιν καὶ παρεκάλεσε νὰ ὑποβληθοῦν ὑπομνήματα περιέχοντα τὰς ἀπόψεις τῶν δύο Κυβερνήσεων. Κατόπιν τούτων οἱ ἀντιπρόσωποι, ὁ Ἕλλην καὶ ὁ Τοῦρκος, ἐπανῆλθον εἰς Κωνσταντινούπολιν. Ἐκεῖ κατωρθώθη ἐπὶ τέλους νὰ παραπεμφθῇ τὸ ζήτημα τῶν établis εἰς τὸ Δικαστήριον τῆς Χάγης. Παρὰ ταῦτα ἡ ἔντασις τῆς καταστάσεως ἐξηκολούθει καὶ κατὰ Ἰανουάριον τοῦ 1925 ἐψηφίζετο ἐν Ἀγκύρᾳ ὁ νόμος περὶ ἀντιποίνων, δυνάμει τοῦ ὁποίου ἤρχισαν νὰ καταλαμβάνωνται τὰ Ἑλληνικὰ κτήματα. Ἀφ’ ἑτέρου ἐξερράγη ἐπεισόδιον ἐξαιρετικῆς ὅλως τὴν φορὰν ταύτην σοβαρότητος· τὸ ἐπεισόδιον τὸ πατριαρχικόν. Ἡ συγκίνησις καὶ ἡ ἐντύπωσις παρὰ τῇ Κοινῇ Γνώμῃ ὑπῆρξε τοιαύτη, ὥστε ἔθεσεν εἰς ἀνησυχίαν καὶ αὐτὰς ἀκόμη τὰς Μεγάλας Δυνάμεις. Ὁ Τύπος ἐπελήφθη μὲ σφοδρότητα ὅλως διόλου ἀσυνήθη, ἀπειλητικὰ ἄρθρα ἐδημοσιεύοντο καθ’ ἑκάστην εἰς τὰς στήλας τῶν ἐφημερίδων καὶ πολεμικὰ σαλπίσματα ἐδόνουν τὴν ἀτμόσφαιραν. Ὁ Κωνσταντινουπολιτικὸς ὁμογενὴς πληθυσμὸς κατελήφθη ὑπὸ πανικοῦ καὶ ἠτοιμάζετο νὰ ἀναχωρήσῃ σύσσωμος. Πρὸς στιγμὴν εἶχεν ἀπειληθῆ σύρραξις, ἡ ὁποία ἀπεσοβήθη χάρις εἰς τὴν ἔγκαιρον ὑποβολὴν τοῦ ζητήματος εἰς τὴν Κοινωνίαν τῶν Ἐθνῶν. Ἀλλ’ ἄν, κύριοι, ἡ ρῆξις ἀπεφεύχθη, ἀπεδείχθη ἐξ ἄλλου περιτράνως ὅτι ἡ συνέχισις τῆς μέχρι τοῦδε ἀκολουθηθείσης μεθόδου, τῆς προσπαθείας τουτέστι τῆς ἐπιλύσεως τῶν ἐκκρεμῶν ζητημάτων διὰ μέσου τρίτων, ἐμπεριεῖχε κινδύνους συνεχίσεως τῆς καταστάσεως τῆς ἐκκρεμότητος τῶν ζητημάτων, τῶν ὁποίων τὴν ἔκτασιν καὶ τὰς συνεπείας δὲν εἶναι δυνατὸν κανεὶς νὰ προΐδῃ. Ἀπεδείχθη προφανῶς ἐξ ἄλλου ὅτι ἡ Κοινωνία τῶν Ἐθνῶν λόγῳ τῆς βραδύτητος τῶν μεθόδων καὶ τῆς ἀνίσου ἐπιβολῆς ἐπὶ τῶν δύο Κρατῶν ἦτο δυνατὸν ἴσως νὰ χρησιμεύσῃ ἐν δεδομένῃ στιγμῇ ἡ δικλεὶς ἀσφαλείας καὶ νὰ ἀποσοβήσῃ ἀμέσως κίνδυνον—καὶ ἡ τοιαύτη ὠφέλεια δὲν ἦτο βεβαίως μικρά—δὲν ἠδύνατο ὅμως νὰ θεραπεύσῃ τὰς ρίζας τοῦ κακοῦ καὶ νὰ ἐξεύρῃ μέσα ἱκανοποιητικῆς λύσεως τῶν ζητημάτων καὶ νὰ ἐξαλείψῃ τὰς αἰτίας τῶν προστριβῶν. Συμβιβασθείς, εὐαγγελιζόμενος εἰς ὅλους εἰρήνην, δὲν ἠδύνατο, ἄνευ τῆς συγκαταθέσεως τῶν ἐνδιαφερομένων, νὰ μεταβληθῇ εἰς διαιτητὴν καὶ νὰ ἐπιβάλῃ τὰς ἐνδεικνυομένας λύσεις. Συνεπῶς ἐπεβάλλετο ὅπως καταβληθῇ μεγίστη προσπάθεια ἀπ’ εὐθείας συνεννοήσεως μεταξὺ τῶν δύο Κυβερνήσεων. Αὐτὴ ἦτο ἡ μόνη ἡ ὁποία ἠδύνατο νὰ παρέχῃ ἐλπίδας ὅπως ἐκλείψουν αἱ ἑκατέρωθεν ὑπάρχουσαι καχυποψίαι καὶ ἡ μόνη ἡ ὁποία ἦτο δυνατὴ νὰ φέρῃ μίαν ἱκανοποιητικὴν λύσιν εἰς τὴν ὑπάρχουσαν κατάστασιν. Αἱ ἐλπίδες αὗται ἐφαίνοντο τόσον μᾶλλον βάσιμοι ὅσον ἡ ἐπελθοῦσα ἐν τῷ μεταξὺ προσωπικὴ γνωριμία μεταξὺ τοῦ Ἕλληνος καὶ τοῦ Τούρκου ἀντιπροσώπου ἐπέτρεπε τὴν μεταξὺ αὐτῶν ἤρεμον συζήτησιν ἐπὶ τῶν χωριζουσῶν τὰς δύο Χώρας διαφορῶν. Συνεπῶς εὐθὺς μετὰ τὴν ἄφιξίν μου ἐκ Γενεύης, ὅπου εἶχον μεταβῆ κατὰ Μάρτιον τοῦ 1925 διὰ τὸ πατριαρχικὸν ζήτημα, ἀπεφασίσθη κατόπιν λεπτομεροῦς μελέτης τοῦ ζητήματος ὅπως μεταβοῦν εἰς τὴν Ἄγκυραν καὶ ἐδόθη εὐμενὴς λύσις διὰ τὸ πατριαρχικὸν ζήτημα καὶ ἀνεστάλη ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου περὶ ἀντιποίνων.
§16ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τί ἔγινε διὰ τὸ πατριαρχικόν;
§17Γ. ΕΞΗΝΤΑΡΗΣ. Ἀφηγοῦμαι ἱστορικῶς. Δὲν ἔχω σκοπὸν νὰ εἰσέλθω εἰς συζήτησιν τοῦ πατριαρχικοῦ ζητήματος. Σκοπός μου εἶναι ὅπως διευκολύνω τὴν Βουλὴν χωρὶς νὰ προκαλέσω ζητήματα παρελθόντος. Ἂν ὁ κ. συνάδελφος νομίζῃ ὅτι εἰς στιγμὴν καθ’ ἣν ἐπιδιώκεται ἡ βελτίωσις τῶν σχέσεων μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας, συμφέρει νὰ προκαλέσῃ τοιοῦτον ζήτημα, δύναται νὰ λάβῃ τὸν λόγον. Ἐγὼ διηγοῦμαι ἱστορικῶς. Αἱ διαπραγματεύσεις διαρκέσασαι ἐπὶ τρίμηνον κατέληξαν εἰς τὴν ὑπογραφὴν συμφωνιῶν, τῶν ὁποίων πολλαὶ ἐν τῷ συνόλῳ τῶν διατάξεων αὐτῶν καὶ ἐν μέρει περιλαμβάνονται εἰς τὰς νέας συμφωνίας τῆς προσαγομένης ὁμοῦ πρὸς τήρησιν. Θὰ ἐξετάσω συντόμως τὰς συμφωνίας ταύτας καὶ θὰ καταλήξω μὲ τὴν νέαν συμφωνίαν ἡ ὁποία ἀντικατέστησε τὴν ἐν Ἀγκύρᾳ τοιαύτην περὶ κτημάτων Ἑλλήνων καὶ Τούρκων ὑπηκόων. Ὑπεγράφη ἐν πρώτοις ἓν σχέδιον ἀποφάσεως, ἥτις θὰ ἐλαμβάνετο ὑπὸ τῆς Μικτῆς Ἐπιτροπῆς σχετικῶς πρὸς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ 16ου ἄρθρου τῆς συμβάσεως περὶ ἀνταλλαγῆς τῶν πληθυσμῶν. Ἡ σχετικὴ διάταξις τοῦ ἄρθρου τούτου, ἥτις ὑπῆρξε μία ἐκ τῶν κυριωτέρων ἀφορμῶν τῶν παραπόνων τῶν διαμαρτυριῶν ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Οὐδὲν ἐμπόδιον θέλει παρεμβληθῆ εἰς τὴν ἐλευθέραν ἄσκησιν ὑπὸ τῶν κατοίκων τῶν περιφερειῶν τῶν ἐξαιρουμένων τῆς ἀνταλλαγῆς, δυνάμει τοῦ ἄρθρου 2, τοῦ δικαιώματος αὐτῶν νὰ παραμείνουν ἐκεῖ, νὰ ἐπανέλθουν καὶ νὰ ἀπολαύουν ἐλευθέρως τῶν ἐλευθεριῶν των καὶ τῶν δικαιωμάτων ἰδιοκτησίας ἐν Τουρκίᾳ καὶ ἐν Ἑλλάδι». Εἶχε παρέλθει μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης διετία καὶ ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ εἶχε μείνει κατὰ μέγα μέρος γράμμα νεκρόν. Συνεπείᾳ τῆς ἀθρόας εἰσροῆς τῶν προσφύγων εἰς τὴν Ἑλλάδα κατὰ τὸ 1922 καὶ τῆς ἐλλείψεως χώρου καὶ στέγης, ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἠναγκάσθη νὰ καταλάβῃ πλεῖστα ὅσα κτήματα τῶν Τούρκων τῆς Θράκης τῶν παρόντων καὶ ἀπόντων χάριν ἀποκαταστάσεως καὶ στεγάσεως τῶν προσφύγων. Ἐξ ἄλλου ἡ Τουρκικὴ Κυβέρνησις προέβη εἰς τὴν κατάληψιν πολλῶν κτημάτων τῶν ἀπόντων Ἑλλήνων καὶ πρὸς ἐγκατάστασιν, ὡς διεκήρυττεν ἡ Τουρκικὴ ἀντιπροσωπεία, τῶν προσφύγων καὶ δυνάμει τοῦ νόμου περὶ ἐγκαταλελειμένων περιουσιῶν. Κατὰ τὸν Μάϊον τοῦ 1925 καὶ ἡ κατάστασις ἐν Θράκῃ ὅσον ἀφορᾷ τοὺς παρόντας εἶχεν ἐπαισθητῶς βελτιωθῆ, δὲν κατωρθώθη ὅμως μέχρι τότε οὔτε καὶ μέχρι τοῦδε ἡ ἐκκένωσις ὅλων τῶν κτημάτων τῶν παρόντων ἐλλείψει ὑλικῶν καὶ τεχνικῶν μέσων πρὸς κατασκευὴν οἰκιῶν πρὸς στέγασιν τῶν προσφύγων. Ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ἀπόντας τὸ ζήτημα τῆς ἐπανόδου εἰς τὰς ἑστίας των ἀπετέλει πρόβλημα τοῦ ὁποίου ἡ προμνησθεῖσα ἔλλειψις χώρου καὶ μέσων καὶ ἄλλαι ἀπόψεις καθίστων ἐφεκτὴν τὴν πιστὴν πρὸς τὸ ἄρθρον 16 λύσιν. Δὲν ὑπῆρχεν ἐξ ἄλλου οὐδεμία ἐλπὶς ὅπως ἡ Τουρκικὴ Κυβέρνησις καὶ ἡ Τουρκικὴ Κοινὴ Γνώμη λαμβάνουσαι ὑπ’ ὄψιν τὰς ἰδιαιτέρας μας ἐπὶ τοῦ προκειμένου δυσχερείας ἦσαν διατεθειμέναι νὰ συγκατατεθοῦν εἰς ἐλαστικωτέραν ὑπὲρ ἡμῶν ἐφαρμογὴν τοῦ ἄρθρου 16 ἐμπνευσμένην ἀπὸ τὴν διαφορὰν τῶν δημιουργηθεισῶν εἰς ἑκατέραν τῶν Χωρῶν συνθηκῶν. Ἡ κατάστασις ἐν Κωνσταντινουπόλει ἐπίσης ἔμενεν ἡ αὐτή, ἂν μὴ ἐπιδεινωθεῖσα. Αἱ Τουρκικαὶ Ἀρχαὶ ἐξηκολούθουν νὰ καταλαμβάνωσι τὰ κτήματα τῶν ἀπόντων καὶ δὲν ἐπέτρεπον ταξείδια οὔτε εἰς τὸ ἐσωτερικόν, οὔτε εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Ἐδέησε συνεπῶς νὰ εὑρεθῇ λύσις διὰ τὴν τοιαύτην κατάστασιν. Ἡ λύσις ἡ εὑρεθεῖσα περιλαμβάνεται εἰς τὸ 11ον ἄρθρον τῆς σχετικῆς ἀποφάσεως ἔχει δὲ ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Οὐδὲν ἐμπόδιον δύναται νὰ παρεμβληθῇ εἰς τοὺς κατοίκους τῶν ἐν λόγῳ περιοχῶν τοὺς μὴ ὑποκειμένους εἰς ἀνταλλαγὴν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἄρθρου ΙΙ τῆς συνθήκης ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐλευθέραν ἄσκησιν τοῦ δικαιώματος αὐτῶν νὰ παραμένωσιν ἢ νὰ ἐπανέρχωνται εἰς τὰς κατοικίας των, νὰ ἀπολαμβάνωσι πλήρους ἀτομικῆς ἐλευθερίας καὶ νὰ καρποῦνται τὰ δικαιώματα τῶν ἰδιοκτησιῶν των ἐν Τουρκίᾳ καὶ ἐν Ἑλλάδι. Ἐν πάσῃ περιπτώσει αἱ Κυβερνήσεις Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας δύνανται ἑκατέρωθεν νὰ ἀρνηθῶσι τὸ δικαίωμα τῆς ἐπανόδου εἰς πρόσωπα ἀπόντα, τὰ ὁποῖα ἔχουν ἐγκαταλείψει τὴν Χώραν ἄνευ κανονικοῦ διαβατηρίου, Ἑλληνικοῦ ἢ Τουρκικοῦ, ἀναλόγως. Αἱ διατάξεις αὗται δὲν ἐφαρμόζονται ἐπὶ γυναικῶν, ἀνηλίκων παιδίων ἀμφοτέρων τῶν φύλων καὶ ἐνηλίκων, ἀλλ’ ἀγάμων κορῶν, τῶν ὁποίων ὁ ἀρχηγὸς τῆς οἰκογενείας εὑρίσκετο ἤδη εἰς τὴν διαμονήν του ἐντὸς τῶν ρηθεισῶν περιοχῶν, μὴ δυναμένων τῶν προσώπων τούτων νὰ παρεμποδισθῶσιν εἰς τὴν ἐπάνοδόν των πλησίον τῶν ἀρχηγῶν τῆς οἰκογενείας των. Αἱ χῆραι μητέρες ἔχουσιν ἐπίσης τὸ δικαίωμα νὰ ἐπανέλθωσι πλησίον τοῦ ἐνηλίκου υἱοῦ των, εὑρισκομένου ἐν Κωνσταντινουπόλει ἢ κατ’ ἀναλογίαν ἐν Δυτικῇ Θρᾴκῃ. Τὰ πρόσωπα, τῶν ὁποίων ἡ ἐπάνοδος δὲν δύναται νὰ πραγματοποιηθῇ λόγῳ τῆς ἐφαρμογῆς τῶν διατάξεων τοῦ ἀνωτέρω ἄρθρου διατηροῦσιν ἐν πάσῃ περιπτώσει τὸ δικαίωμα τῆς διαθέσεως καὶ πωλήσεως διὰ τῶν νομίμων αὐτῶν πληρεξουσίων ἐν πάσῃ ἐλευθερίᾳ καὶ ἄνευ ἰδιωτικῆς ἐξουσιοδοτήσεως, τῶν κινητῶν καὶ ἀκινήτων κτημάτων των, τὰ ὁποῖα θέλουσιν ἀποδοθῆ εἰς αὐτούς, τῶν σχετικῶν πρὸς ταῦτα συμβολαίων, τὰ ὁποῖα ἔχουσι συνομολογηθῆ παρά τινος τῶν ἐνδιαφερομένων Κυβερνήσεων μετὰ τρίτων προσώπων καὶ τῶν ὁποίων ἡ προθεσμία δὲν ἔχει λήξει εἰσέτι, ἀκυρουμένων συμφώνως πρὸς τὴν εἰδικῶς ἑκατέρωθεν ἀναγνωρισθεῖσαν ἀκυρωτικὴν διάταξιν. Ἡ καθ’ οἱονδήποτε τρόπον διάθεσις ἢ δήλωσις τῶν ἐν λόγῳ κτημάτων θέλει λάβει χώραν ἐντὸς προθεσμίας τεσσάρων ἐτῶν, ἀρχομένης ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς ἀποδόσεως τῶν ἐν λόγῳ κτημάτων εἰς τοὺς δικαιούχους. Ἐν πάσῃ ὅμως περιπτώσει εἰς κεκτημένα δίκαια ἐκ δανείων οἱασδήποτε φύσεως ἢ ὑποθηκῶν συμπεριλαμβανομένων τῶν ζητήσεων καὶ ἐφόσον ὑπὲρ τῶν μνημονευομένων προσώπων οὐδεμία δύναται νὰ ἐπενεχθῇ ζημία». Οὕτω διὰ τῆς σχετικῆς ἀποφάσεως ἐκ τῶν ἀπόντων ὅσοι ἀνεχώρησαν μὲ τοιαῦτα διαβατήρια ἐκ Θράκης καὶ Κωνσταντινουπόλεως δύνανται νὰ ἐπιστρέψωσι καὶ νὰ παραλάβουν τὰς περιουσίας των καὶ νὰ τὰς διαχειρισθῶσιν ἀνενοχλήτως. Ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ἄνευ τακτικῶν διαβατηρίων ἀναχωρήσαντας, διατηροῦν καὶ οὗτοι κατ’ ἀρχὴν τὸ δικαίωμα τῆς ἐπανόδου, ἐπιτρέπεται ὅμως εἰς ἑτέραν τῶν Κυβερνήσεων νὰ ἀρνηθῇ τὴν ἄσκησιν τοῦ τοιούτου δικαιώματος εἰς ὅσους ἤθελε κρίνει τοῦτο σκόπιμον. Πάντως ἡ τοιαύτη ἄρνησις δὲν δύναται νὰ ἀντιταχθῇ ἐν τοῖς συζύγοις, τὰ ἀνήλικα τέκνα, ὡς καὶ διὰ τὰς ἀνηλίκους ἀγάμους κόρας. Ἐπίσης δὲν δύνανται νὰ στερηθῶσι τοῦ δικαιώματος τῆς ἐπανόδου αἱ χῆραι μητέρες, τῶν ὁποίων τὰ ἐνήλικα ἄρρενα τέκνα εὑρίσκονται ἐν Κωνσταντινουπόλει ἢ Θρᾴκῃ. Ἄν ὅμως οἱ ἄνευ τακτικῶν διαβατηρίων ἀναχωρήσαντες ἀπόντες, δύνανται νὰ στερηθῶσι τοῦ δικαιώματος τῆς ἐπανόδου αὐτῶν, τὰ δικαιώματά των ἐπὶ τῆς περιουσίας αὐτῶν μένουσιν ἀνέπαφα καὶ δύνανται ἀνενοχλήτως διὰ τῶν πληρεξουσίων αὐτῶν νὰ τὰ διαχειρίζωνται ὑπὸ ἕνα μόνον χρονικὸν περιορισμὸν ὅπως ἐντὸς τεσσάρων ἐτῶν προβῶσιν εἰς τὴν ἐκποίησιν αὐτῶν. Ἡ προθεσμία αὕτη ἄρχεται ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς παραδόσεως τοῦ κτήματος. Παρελθούσης τῆς προθεσμίας χωρὶς νὰ δυνηθῶσιν οἱ ἐν λόγῳ ἰδιοκτῆται νὰ πωλήσουν τὴν περιουσίαν των, αἱ δύο Κυβερνήσεις εἶναι ὑποχρεωμέναι νὰ ἐξαγοράσουν ταύτην εἰς τιμὴν καθορισθησομένην ὑπὸ τῆς Μικτῆς Ἐπιτροπῆς, ἐν ἐλλείψει δὲ ταύτης ὑπὸ οἱασδήποτε ἄλλης Μικτῆς Ἐπιτροπῆς. Τοιαύτη εἶναι ἡ οἰκονομία τοῦ συστήματος, ἡ θεσπιζομένη διὰ τῆς ἐν λόγῳ ἀποφάσεως, ἡ ὁποία περιέχει καὶ ἄλλας διατάξεις, διευκολυνούσας τὴν ἐγκατάστασιν τῶν προσφύγων μας ἐν Θράκῃ ἄνευ δημιουργίας ἐπεισοδίων μετὰ τῶν Τούρκων. Ἡ λύσις αὕτη, κύριοι, εἶχε προκαλέσει τότε πολὺν θόρυβον καὶ σφοδρὰς διαμαρτυρίας ἰδίως ἐκ μέρους τῶν ἀπόντων Κωνσταντινουπολιτῶν διὰ τὸν ἐπερχόμενον περιορισμὸν τῶν δικαιωμάτων αὐτῶν. Τὰ παράπονα ταῦτα καὶ αἱ διαμαρτυρίαι εἶναι φυσικαὶ καὶ εὔλογοι, ἡ δὲ λύσις ἦτο ὡρισμένως δι’ αὐτοὺς σκληρά. Οὐδεὶς δὲ ἐκ τῶν ἀντιπροσώπων τῆς Ἑλλάδος ἐθλίβη περισσότερον, διότι εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ θέσῃ τὴν ὑπογραφήν του κάτω ἀπὸ μίαν τοιαύτην λύσιν. Ἀλλὰ ἡ λύσις αὕτη, κύριοι, ἦτο ἀναπότρεπτος, ἦτο ἀναγκαία. Ὑπάρχουν περιστάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας ἡ σκληρότης μιᾶς ἀποφάσεως μακρὰν τοῦ νὰ παραβλάψῃ τὰ καλῶς ἐννοούμενα συμφέροντα τῶν ἀτόμων, σώζει τουναντίον ταῦτα ἐξ ἐπικειμένων ἄλλων κινδύνων, προλαμβάνουσα καὶ κινδύνους διὰ τὰ συμφέροντα ἄλλων ἀτόμων, τῶν ὁποίων μέχρι τότε ἡ θέσις δὲν εἶχε θιγῆ. Τοιοῦτον συνέβη καὶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Ἄν ἡ Κυβέρνησις δὲν ἦτο διατεθειμένη νὰ ἀντιμετωπίσῃ ἀνδρικῶς τὴν δημιουργηθεῖσαν ἀνεξαρτήτως τῆς θελήσεως τῆς πραγματικότητος καὶ προετίμα νὰ ἀφίσῃ διακανονιζομένην τὴν ἐκκρεμότητα, τὰ συμφέροντα τῶν ἀπόντων Κωνσταντινουπολιτῶν, ὄχι μόνον δὲν θὰ ἐξησφαλίζοντο, ἀλλὰ συνεπείᾳ τῆς ἐντάσεως τῶν σχέσεων, ἡ ὁποία θὰ ἐπήρχετο μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας, θὰ ὑφίσταντο νέας ζημίας. Πρὸς δὲ καὶ ἡ θέσις καὶ τὰ συμφέροντα τῶν παρόντων θὰ καθίσταντο προβληματικά, αἱ δὲ συνέπειαι μιᾶς τοιαύτης καταστάσεως ἀπὸ ἀπόψεως οἰκονομικῆς, κοινωνικῆς καὶ ἄλλης θὰ ἦσαν ἀνυπολόγιστοι διὰ τὴν Ἑλλάδα.
§18Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὑπάρχει συμφωνία Παπᾶ– Σουκρῆ, ἡ ὁποία ἐγένετο τῷ 1924.
§19Γ. ΕΞΗΝΤΑΡΗΣ. Δὲν ὑπάρχει, ὁ Σουκρῆ διωρίσθη μετὰ τὸ 1925.
§20Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐγὼ ἔχω πληροφορίας ὅτι προτοῦ ἔλθετε σεῖς εἶχε ἔλθει ὁ κ. Παπᾶς εἰς συμφωνίαν μετὰ τοῦ Σουκρῆ καὶ ἐξησφαλίζοντο διὰ τῆς συμφωνίας αὐτῆς τὰ δικαιώματα τῶν Κωνσταντινουπολιτῶν. Διὰ ποῖον λόγον; Ποῖος ὁ λόγος τῆς ἐπὶ τὰ χείρω καταστάσεως;
§21Γ. ΕΞΗΝΤΑΡΗΣ. Ὑπῆρχε πάντοτε ἓν σχέδιον συμβάσεως ἐκ μέρους τῶν Ἑλλήνων, προβλέπον τὴν ἐπάνοδον τῶν Τούρκων ἐν Θράκῃ καὶ τῶν Κωνσταντινουπολιτῶν εἰς Κωνσταντινούπολιν. Ἐφόσον ἡ ἐπάνοδος τῶν Τούρκων δὲν ἦτο ἐφικτὴ διὰ τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους γνωρίζομεν, δὲν ἦτο δυνατὸν οἱ Τοῦρκοι, δὲν ἠδύναντο νὰ δεχθοῦν νὰ δοθῇ μονομερὴς λύσις ὑπὲρ ἡμῶν, μόνον διὰ τὴν ἐπάνοδον τῶν ἀπόντων Κωνσταντινουπολιτῶν.
§22Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, θὰ ἐπεθύμουν νὰ κατατεθῇ τὸ σχέδιον αὐτὸ τῆς συμβάσεως.
§23Γ. ΕΞΗΝΤΑΡΗΣ. Θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ προσθέσω τὰ ἑξῆς: Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι ἀνεχώρησαν ἐκ Κωνσταντινουπόλεως δεκάδες χιλιάδες Ἑλλήνων. Ὁ ἀριθμὸς ὅμως τῶν ἐχόντων συμφέρον νὰ ἐπιστρέψουν εἶναι κατὰ πολὺ μικρότερος. Ἔχουν συμφέρον νὰ ἐπιστρέψουν μόνον ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι διετήρησαν τὴν περιουσίαν των εἰς Κωνσταντινούπολιν· οἱ ἄλλοι δὲν ἔχουν, πρὸς τὸ παρὸν τουλάχιστον, οὐδὲν συμφέρον νὰ ἐπιστρέψουν. Ἀπόδειξιν τούτου ἀποτελεῖ τὸ γεγονὸς ὅτι πολλοὶ ἀνεχώρουν ἐκ Κωνσταντινουπόλεως καὶ ἐξακολουθοῦν νὰ ἀναχωροῦν διὰ τὰς γενικὰς συνθήκας, αἱ ὁποῖαι ἀνεπτύχθησαν ἐν Κωνσταντινουπόλει, κυρίως δὲ δι’ οἰκονομικοὺς λόγους, φρονοῦντες ὅτι ἐν Ἑλλάδι ἢ ἀλλαχοῦ θὰ δυνηθοῦν νὰ ἐξεύρουν καλυτέρους ὅρους ἐργασίας καὶ ζωῆς. Προσέτι δὲ καὶ ἡ ἐνδεχομένη μείωσις τῶν συμφερόντων τῶν ἀπόντων Κωνσταντινουπολιτῶν, ἡ ὁποία θὰ ἐπήρχετο ἐνδεχομένως ἀπὸ τὸν περιορισμὸν τῶν δικαιωμάτων αὐτῶν, τὸν χρονικόν, ὅπερ ἐλπὶς ὑπῆρχε νὰ μετριασθῇ κατὰ πολὺ διὰ τῆς μεταγραφῆς τῶν κτημάτων αὐτῶν εἰς πρόσωπα ἐμπιστοσύνης των ἢ συγγενικὰ ἢ καὶ διὰ τῆς συστάσεως ἀκόμη Ἑταιρειῶν, προωρισμένων νὰ διαχειρισθοῦν τὴν κτηματικὴν αὐτῶν περιουσίαν. Τέλος, κύριοι, δὲν ἦτο ἀπίθανον ὅπως καὶ αὐτὴ ἡ Τουρκικὴ Κυβέρνησις προβῇ αὐθορμήτως εἰς τὴν ἔκδοσιν ἀδειῶν ἐπανόδου εἰς τοὺς ἀπόντας Κωνσταντινουπολίτας, θὰ ὡδηγῆτο εἰς τοῦτο πιθανῶς καὶ διὰ λόγους οἰκονομικοὺς καὶ ἰδίως συνεπείᾳ τῆς ἐπιδιώξεως τῆς βελτιώσεως τῶν σχέσεων τῶν δύο Κρατῶν. Διότι δὲν θὰ ἦτο φυσικὸν μεταξὺ δύο Κρατῶν, ἐπιδιωκόντων τὴν ὁλονὲν βελτίωσιν τῶν σχέσεών των, ἡ ὕπαρξις διαρκῶς στεγανῶν διαφραγμάτων, παρεμποδιζόντων τὴν ἐμπορικὴν κίνησιν καὶ ἐπικοινωνίαν μεταξὺ αὐτῶν. Ὁμοῦ μετὰ τοῦ σχεδίου αὐτοῦ τῆς ἀποφάσεως περὶ ἀπόντων Κωνσταντινουπολιτῶν, ὑπεγράφη καὶ ἕτερον σχέδιον, ἀποφάσεων, κατὰ ριζικώτερον καὶ πλέον εὐνοϊκὸν δι’ ἡμᾶς τρόπον τὸ περίφημον ζήτημα τῶν établis. Ὡς ἐνθυμεῖσθε, κύριοι βουλευταί, τὸ Δικαστήριον τῆς Χάγης, εἰς τὸ ὁποῖον εἶχε παραπεμφθῆ ἡ ὑπόθεσις, ἀπεφάνθη ὑπὲρ τῆς Ἑλληνικῆς ἀπόψεως, γνωματεῦσαν ὅτι ἡ ἐγκατάστασις ἀποτελεῖ πραγματικὸν γεγονός, ἀνεξάρτητον ὡρισμένων διατυπώσεων καὶ δυνάμενον νὰ ἀποδειχθῇ δι’ ὅλων τῶν μέσων. Διὰ νὰ θεωρηθῇ τις ἐγκατεστημένος ἐν Κωνσταντινουπόλει καὶ Θρᾴκῃ ἀπαιτοῦνται, κατὰ τὴν ἀπόφασιν τῆς Χάγης, δύο τινά: Πρῶτον νὰ ἔχῃ ἔλθει ἐπὶ τόπου πρὸ τῶν τεθεισῶν προθεσμιῶν καὶ δεύτερον νὰ ἐξεδήλωσε δι’ οἱασδήποτε πράξεώς του, οἷον ἄσκησις ἐπαγγέλματος, ἀπόκτησις πελατείας κλπ. τὴν πρόθεσίν του περὶ μονίμου ἐγκαταστάσεως. Ἁρμοδία νὰ κρίνῃ ἐπὶ τοῦ προκειμένου εἶναι ἡ Μικτὴ Ἐπιτροπή. Ὁσονδήποτε καὶ εὐνοϊκὴ ἂν ἦτο ἡ ἀπόφασις αὕτη, ἄφηνεν ἓν σημεῖον ἀσαφές. Ἡ δὲ τοιαύτη ἀσάφεια ἠδύνατο νὰ προκαλέσῃ καὶ πάλιν δυσχερείας, αἵτινες μὲ τὴν ὑπάρχουσαν νοοτροπίαν ἑκατέρωθεν θὰ ἠδύναντο νὰ δημιουργήσουν νέας προστριβὰς μεταξὺ τῶν δύο Κρατῶν. Ὑπάρχει μία κατηγορία ἀτόμων Ἑλλήνων καταγομένων ἐκ Μικρᾶς Ἀσίας καὶ κατοικούντων ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν ἐν Τουρκίᾳ, οἱ ὁποῖοι εἶχον τὴν συνήθειαν νὰ ἀφίνουν τὴν οἰκογένειάν των εἰς τὰς ἐπαρχίας των. Ὑπῆρχε κίνδυνος περὶ αὐτῶν νὰ γίνῃ διάκρισις μεταξὺ τῆς οἰκογενειακῆς καὶ ἐμπορικῆς αὐτῶν ἐγκαταστάσεως καὶ νὰ διαμφισβητηθῇ κατὰ πόσον εἶναι ἐγκατεστημένοι οὗτοι σύμφωνα μὲ τὴν ἀπόφασιν τῆς Χάγης. Διὰ τοῦ ὑπογραφέντος σχεδίου ἀποφάσεως λύεται ὁριστικῶς ὑπὲρ ἡμῶν τὸ ζήτημα τοῦτο. Τουτέστι θὰ θεωρηθοῦν ἐγκατεστημένοι ὅλοι οἱ παραμένοντες ἐν Κωνσταντινουπόλει καὶ Θράκῃ καὶ ἐλθόντες πρὸ τῆς ταχθείσης προθεσμίας τῆς 30ῆς Ὀκτωβρίου 1918 ἀνεξαρτήτως τῆς ἐκδηλώσεως οἱασδήποτε προθέσεως δι’ οἱασδήποτε πράξεις, οἷαι ἄσκησις ἐπαγγέλματος, ἐμπορίου, ἀπόκτησις πελατείας κλπ., παραμονή των ἐκεῖ. Ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ἀπόντας ἐφαρμόζεται ἡ ἀπόφασις τῆς Χάγης. Τοιουτοτρόπως παύει ἡ ἀγωνία τοῦ περὶ οὗ πρόκειται Μικρασιατικοῦ κόσμου, σώζονται καὶ τὰ συμφέροντα καὶ ἡ θέσις τῶν établis, τῶν ἐκτὸς τῆς Κωνσταντινουπόλεως εὑρισκομένων τὴν στιγμὴν ταύτην. Ἑτέρα συμφωνία, μονογραφηθεῖσα ἐν Ἀγκύρᾳ, εἶναι ἡ συμφωνία περὶ κτημάτων Ἑλλήνων καὶ Τούρκων. Τῆς συμφωνίας ταύτης ἀντικατασταθείσης διὰ νέας, προσαχθείσης πρὸς κύρωσιν, δὲν ἔχω νὰ εἴπω παρὰ ἐλάχιστα. Βάσις τῆς συμφωνίας ἐκείνης ἦτο ἡ συμφώνως πρὸς τὰ κείμενα τῆς Λωζάννης ἀπόδοσις τῶν Τουρκικῶν περιουσιῶν εἰς τοὺς Ἕλληνας καὶ τῶν Ἑλληνικῶν εἰς τοὺς Τούρκους. Ἐπειδὴ ὅμως, ἰδίᾳ ἐν Ἑλλάδι, ἡ τοιαύτη ἀπόδοσις διὰ πλεῖστα ἀγροτικὰ κτήματα ἦτο ἀδύνατος, συνεπείᾳ τῆς ἐγκαταστάσεως τῶν προσφύγων ἢ ἀκτημόνων, ἀπεφασίζετο ὅπως ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις προβῇ εἰς τὴν ἐξαγορὰν αὐτῶν. Ἡ τιμὴ θὰ καθωρίζετο κατόπιν συμφωνίας μεταξὺ τῶν ἰδιοκτητῶν καὶ τῆς Κυβερνήσεως. Ἐν περιπτώσει διαφωνίας θὰ ἀπεφάσιζεν ἡ Μικτὴ Ἐπιτροπή. Ἡ πληρωμὴ θὰ ἐγίνετο τὸ ⅕ τοῖς μετρητοῖς, διὰ τὰ λοιπὰ δὲ ⅘ θὰ ἐξεδίδοντο ὁμολογίαι πληρωτέαι ἐντὸς τετραετίας. Ἐπίσης ἡ Τουρκικὴ Κυβέρνησις ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ἡ ἀπόδοσις ἑνὸς Τουρκικοῦ κτήματος καθίστατο ἀδύνατος διὰ λόγους παρεμφερεῖς, ἦτο ὑποχρεωμένη νὰ ἀγοράσῃ καὶ ἐκτιμήσῃ τὸ ἐν λόγῳ κτῆμα ὑπὸ τοὺς ἰδίους ὅρους. Ἡ τοιαύτη ὑποχρέωσις τῆς Τουρκικῆς Κυβερνήσεως, ἐξασφαλίζουσα τὸν ὅρον τῆς ἀμοιβαιότητος, εἶχε ζητηθῆ ὑπὸ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ μετά τινας ἀντιρρήσεις ἡ Τουρκικὴ Κυβέρνησις τὴν ἐδέχθη. Ἡ συμφωνία αὕτη προεβλέπετο ὅτι θὰ ἐστοίχιζεν εἰς τὸ Κράτος περὶ τὰ ἑπτακόσια ἕως ὀκτακόσια ἑκατομμύρια δραχμῶν. Ἀλλ’ ἐν τοῖς πράγμασιν ὑπῆρχε μεγάλη πιθανότης ὅπως τὸ ποσὸν τοῦτο εἶναι πολὺ κατώτερον, δεδομένου ὅτι πλεῖστοι ἐκ τῶν δικαιούχων Τούρκων διὰ λόγους οἰκονομικοὺς καὶ ἄλλους εἶναι διατεθειμένοι νὰ προσφέρωσι τὰ κτήματά των εἰς εὐνοϊκὰς τιμάς. Μετὰ τῆς συμφωνίας ταύτης ὑπεγράφησαν καὶ δύο ἑρμηνευτικὰ πρωτόκολλα, ἑρμηνεύοντα μερικὰς διατάξεις τῶν συμβάσεων τῆς Λωζάννης. Τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 1 πρωτόκολλον καθορίζει τὴν ἔννοιαν τῶν νομικῶν προσώπων καὶ διευκολύνει τὴν ἐπικύρωσιν τῶν προσαγομένων εἰς τὰς ἀρχὰς ὑπὸ τῶν πληρεξουσίων τῶν δικαιούχων Ἐπιτροπῶν. Τὸ πρωτόκολλον τοῦτο ἦτο χρήσιμον, δεδομένου ὅτι ἡ Τουρκικὴ νομοθεσία μόλις πρὸ ὀλίγων ἐτῶν ἀνεγνώρισε τὴν ὕπαρξιν νομικῶν προσώπων. Τὸ πρωτόκολλον ὑπ’ ἀριθμὸν 2 καθορίζει τὴν ἑρμηνείαν καὶ τὴν ἔκτασιν τοῦ ἄρθρου 3ου τῆς συμβάσεως περὶ ἀνταλλαγῆς τῶν πληθυσμῶν. Κατὰ τὸ ἄρθρον τοῦτο, «οἱ Ἕλληνες καὶ Μουσουλμᾶνοι, οἱ ἐγκαταλείψαντες ἤδη τὰ ἐδάφη, τῶν ὁποίων οἱ κάτοικοι Ἕλληνες καὶ Τοῦρκοι πρέπει νὰ ἀνταλλαγοῦν, θέλουν θεωρηθῆ ὡς συμπεριλαμβανόμενοι εἰς τὴν ἀνταλλαγήν, τὴν προβλεπομένην ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 1». Ὁ συνδυασμὸς τοῦ ἄρθρου τούτου μετὰ τοῦ ἄρθρου 1ου ἠδύνατο νὰ δημιουργήσῃ μερικὰς ἀμφισβητήσεις, αἱ ὁποῖαι ἦτο καλὸν νὰ προληφθῶσιν. Ὑπάρχει ἱκανὸς ἀριθμὸς Μουσουλμάνων, οἱ ὁποῖοι, δυνάμει τῆς συμβάσεως τῶν Ἀθηνῶν, ἔκαμον ἐπιλογὴν ὑπὲρ τῆς Τουρκικῆς ἰθαγενείας καὶ ἐγκατέλειψαν ὄντως ἐντὸς τῆς ταχθείσης τριετοῦς προθεσμίας τὴν Ἑλλάδα. Ἄλλοι δὲ ἐπιλεξάμενοι τὴν Τουρκικὴν ἰθεγένειαν δὲν κατώρθωσαν νὰ ἀναχωρήσουν· εἶχεν ὅμως παραταθῆ δι’ αὐτοὺς ἡ προθεσμία, συνεπείᾳ τοῦ ἐνσκήψαντος πολέμου. Ἠδύνατο νὰ ἐγερθῇ περὶ αὐτῶν ζήτημα κατὰ πόσον ἦσαν Τοῦρκοι ὑπήκοοι ἢ ὄχι καὶ συνεπῶς ἀνταλλάξιμοι ἢ μή. Διὰ τοῦ πρωτοκόλλου 12ου καθωρίζετο ὅτι πάντες οὗτοι συμπεριελαμβάνοντο εἰς τὴν ἀνταλλαγήν. Τέλος εἶχεν ὑπογραφῆ καὶ συνταχθῆ πρακτικὸν ἐν Ἀγκύρᾳ περιλαμβάνον διαφόρους διατάξεις ἐφαρμογῆς πρακτικῶς τῶν συμβάσεων καὶ καθορίζον καὶ τὴν θέσιν τῶν βακουφικῶν κτημάτων, τὰ ὁποῖα ἐπίσης διεσαφηνίζετο ὅτι ὑπάγονται εἰς τὴν ἀνταλλαγήν. Τοιαῦται ἦσαν ἐν συνόλῳ αἱ συμφωνίαι τῆς Ἀγκύρας. Αἱ συμφωνίαι αὗται βεβαίως δὲν ἦσαν τέλειαι, οὔτε ἀπετέλουν θρίαμβον, οὐδεὶς δὲ λογικὸς ἄνθρωπος ἠδύνατο νὰ ἀναμένῃ τι μετὰ τὴν Μικρασιατικὴν καταστροφήν. Ἦσαν ὅμως, κατὰ τὴν γνώμην μου, λύσεις καλαί, λύσεις συμβιβαστικαί, ἐπιτευχθεῖσαι δι’ ἑκατέρωθεν ὑποχωρήσεων καὶ ἐπιδείξεως καλῆς θελήσεως. Διηυθέτουν τὰ ἐκκρεμῆ μεταξὺ τῶν δύο Κρατῶν ζητήματα, ἐπέτρεπον τὴν ἄνετον ἐγκατάστασιν τῶν προσφύγων μας καὶ τῶν ἀκτημόνων ἐν Θράκῃ καὶ εἰς τὴν λοιπὴν Ἑλλάδα, χωρὶς αὕτη νὰ συναντᾷ καθ’ ἕκαστον βῆμα τὰς Τουρκικὰς διαμαρτυρίας. Ἐξησφαλίζοντο δι’ αὐτῶν αἱ Ἑλληνικαὶ περιουσίαι ἐν Τουρκίᾳ, ἔπαυεν ἡ ἀγωνία τοῦ ὁμογενοῦς πληθυσμοῦ ἐν Κωνσταντινουπόλει, περιεφρουροῦντο ἐν τῷ μέτρῳ τοῦ δυνατοῦ τὰ συμφέροντα τῶν ἀπόντων Κωνσταντινουπολιτῶν καὶ τέλος, τοῦθ’ ὅπερ κατ’ ἐμὲ σπουδαιότερον, διὰ πρώτην φορὰν ἤρχισε νὰ γεννᾶται μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας ἓν αἴσθημα ἐμπιστοσύνης καὶ καλῆς διαθέσεως. Θεωρῶ δὲ τοῦτο σπουδαιότερον ὅλων, διότι ἄνευ καλῆς διαθέσεως καὶ ἐμπιστοσύνης, οἱαιδήποτε συμβάσεις δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῶσι καλῶς, νὰ διαλύσωσι τὰς ὑπαρχούσας ὀξύτητας καὶ νὰ φέρουν ἐν γένει ἀγαθοὺς καρπούς. Ἐφαρμοζόμεναι καλῶς αἱ συμβάσεις αὗται ἠδύναντο, ὡς εὐλόγως ἠλπίζετο, νὰ ἔχωσι πολὺ εὐχάριστα ἀποτελέσματα διὰ τὰς δύο Χώρας καὶ ἴσως καὶ ἀπροσδόκητα τοιαῦτα ἐπὶ τοῦ πολιτικοῦ ἐπιπέδου. Πράγματι, πᾶς προσεκτικὸς παρατηρητὴς ἀπὸ τῆς στιγμῆς τῆς ἐνάρξεως τῶν διαπραγματεύσεων καὶ ἐφόσον καθίστατο πρόδηλον ὅτι θὰ ἐτερματίζοντο μὲ αἴσιον πέρας, ἠδύνατο νὰ παρατηρήσῃ τὴν συνεχῆ βελτίωσιν τῆς καταστάσεως. Ὁ γενικὸς ἐρεθισμὸς εἶχεν ἐκλείψει. Ὁ νόμος περὶ ἀντιποίνων εἶχεν ἀνασταλῆ, νέαι καταλήψεις κτημάτων ἀπόντων δὲν ἐγένοντο πλέον. Ἐδόθησαν ἄδειαι εἰς τοὺς ὁμογενεῖς νὰ ταξειδεύσουν εἰς τὸ ἐξωτερικόν, ἤρχισαν νὰ δίδωνται ἄδειαι, μερικαὶ τουλάχιστον, νὰ ταξειδεύουν εἰς τὸ ἐσωτερικὸν καὶ ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλὰ καὶ εἰς πολλοὺς πρόσφυγας ἀκόμη ἐδόθησαν ἄδειαι κυκλοφορίας, δυνάμει τῶν ὁποίων μετέβησαν ἐν Τουρκίᾳ καὶ ἐμπορεύθησαν. Πολλὰ συνεπῶς στοιχεῖα παρεῖχον τὴν ἐλπίδα ὅτι νέα ἐποχὴ ἤρχιζεν εἰς τὰς σχέσεις Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας καὶ ὅτι ὑπὸ τὴν ἐπήρειαν τῶν νέων ἀναγκῶν καὶ τῶν νέων συνθηκῶν τὸ ζοφερὸν παρελθὸν θὰ περιήρχοντο σὺν τῷ χρόνῳ εἰς τὸ σκότος τῆς λήθης. Τὴν στιγμὴν ἀκριβῶς ἐκείνην ἐπῆλθεν ἡ πτῶσις τῆς Κυβερνήσεως τοῦ κ. ἀρχηγοῦ τῶν Συντηρητικῶν Δημοκρατικῶν καὶ ἡ κατάληψις τῆς Ἀρχῆς ὑπὸ τοῦ κ. Παγκάλου. Ἡ πρώτη ἐντύπωσις, ἡ δημιουργηθεῖσα ἐν Τουρκίᾳ ὑπὸ τοῦ γεγονότος τούτου ἦτο ἓν αἴσθημα—πῶς νὰ τὸ καθορίσω—δυσπίστου προσοχῆς. Καὶ ναὶ μὲν κατεβάλλετο πᾶσα προσπάθεια παρὰ τοῖς ἐπισήμοις κύκλοις ὅπως μὴ διατυπωθῇ οἱαδήποτε ἀμφιβολία περὶ τῶν ἀγαθῶν προθέσεων τῆς νέας Κυβερνήσεως ἀλλὰ τὸ αἴσθημα τοῦτο ἦτο λίαν ζωηρὸν εἰς τὴν Κοινὴν Γνώμην, ὁ δὲ Τουρκικὸς Τύπος δὲν ἐδίστασε νὰ γίνῃ διερμηνεὺς τῶν τοιούτων αἰσθημάτων. Ἠναγκάσθην, κύριοι, ἐν τῇ ἐκτελέσει τῆς ἀποστολῆς μου καὶ ἐν τῇ ἀντιλήψει τῶν πρὸς τὴν Πατρίδα καθηκόντων μου, νὰ γίνω ὁ ἀκούσιος μέν, ἀλλὰ διαπρήσιος κῆρυξ τῶν πολιτικῶν, πρακτικῶν ἢ ἀνυπάρκτων ἀρετῶν τοῦ δικτάτορος καὶ νὰ βεβαιώσω τὴν Τουρκικὴν Κοινὴν Γνώμην περὶ τῶν ἀγαθῶν προαιρέσεων τῆς νέας Κυβερνήσεως. Καὶ ἡ προσπάθειά μου αὕτη δὲν θὰ ἀπέβαινεν ἴσως ἄκαρπος, ἂν λόγοι τινὲς ἐπιπόλαιοι τοῦ κ. Παγκάλου, δημοσιευθέντες, μὲ δυσάρεστα δι’ ἡμᾶς σχόλια, εἰς τὸν Τουρκικὸν Τύπον καὶ ἡ διστακτικὴ πολιτικὴ τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργοῦ του, δὲν καθίστα ματαίαν πᾶσαν προσπάθειαν. Ἡ ἐμπιστοσύνη, κύριοι, εἶναι αἴσθημα κατ’ ἐξοχὴν λεπτὸν καὶ εὔθραυστον. Δημιουργεῖται μὲ κόπους πολλούς, κυρίως ὅταν πρόκειται περὶ λαῶν, οἱ ὁποῖοι ἔχουν ἱστορικὸν παρελθόν, οἷον τὸ τῶν ἡμετέρων. Διὰ νὰ μὴ κλονισθῇ ἡ μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας γεννηθεῖσα μὲ τόσους κόπους πίστις θὰ ἔπρεπεν ἡ νέα Κυβέρνησις, τῆς ὁποίας ἡ στρατοκρατικὴ μορφὴ πᾶν ἄλλο συνετέλει ἢ εἰς τὴν ἑδραίωσιν τῆς, ἐπὶ τὰς φιλειρηνικὰς διαθέσεις της, πίστεως, νὰ σπεύσῃ νὰ ἐφαρμόσῃ ταχέως τὰς συμβάσεις διὰ νὰ προλάβῃ οἱανδήποτε ἐνδεχομένην ὑπόνοιαν περὶ τῶν διαθέσεών της καὶ ἀντίστοιχον μεταβολὴν τῶν Τουρκικῶν διαθέσεων. Συνέβη ὅμως ὅλως τὸ ἐναντίον. Καὶ ὁ μὲν κ. Πάγκαλος μὲ τὴν ἀμεριμνησίαν, τὴν ὁποίαν ἐδείκνυε, δὲν ἀπέδωσεν οὐδεμίαν σημασίαν εἰς τὸν ἀντίκτυπον, τὸν ὁποῖον ἠδύναντο νὰ ἔχουν οἱ λόγοι του, ὁ δὲ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν δὲν ἐγνώριζε νὰ λαμβάνῃ ἀποφάσεις, δὲν ἐτόλμα ν’ ἀπορρίψῃ τὰς συμβάσεις, ἀλλ’ οὔτε καὶ ἀπεφάσιζε νὰ τὰς ἐγκρίνῃ. Ἀναβάλλων ἑκάστοτε τὴν ἀπόφασιν καὶ ἀφοῦ μὲ ἐκράτησεν ἐπὶ τρεῖς ἑβδομάδας ἐνταῦθα, ἀπεφάσισε τέλος νὰ τὰς ἐγκρίνῃ, μόλις ὅμως ἔφθασα εἰς Κωνσταντινούπολιν, ἤλλαξεν αἰφνηδίως γνώμην καὶ μοῦ ἀπηγόρευσε νὰ τὰς εἰσαγάγω εἰς τὴν Ἐπιτροπήν.
§24Γ. ΣΑΚΑΛΗΣ. Ποῖος ἦτο αὐτὸς ὁ Ταλλεϋράνδος;
§25Γ. ΕΞΗΝΤΑΡΗΣ. Ὁ τότε Ὑπουργός. Εἰς μάτην παρέστησα εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τὸ ἐπιβλαβὲς τῆς πολιτικῆς του, εἰς μάτην τῷ παρετήρησα ὅτι ὑπὸ τὰς δημιουργηθείσας συνθήκας ἡ διστακτικότης ἠδύνατο νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς παρέλκυσις, εἰς μάτην τῷ ἐξήγησα ὅτι ἡ ἐκκρεμότης, μᾶλλον ἢ κυρίως τὰ ἰδικά μας συμφέροντα ἠδύνατο νὰ παραβλάψῃ. Ὁ κ. Ὑπουργός, διὰ λόγους τοὺς ὁποίους ἀγνοῶ, δὲν ἠθέλησε νὰ ἀκούσῃ τίποτε, ἴσως φρονῶν ὅτι θὰ ἠδύνατο νὰ ἐπιτύχῃ περισσότερα ἐκ τῆς ἐπαφῆς του, τῆς προσωπικῆς, μετὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Τουρκίας, τὸν ὁποῖον ἐπρόκειτο νὰ συναντήσῃ ἐν Γενεύῃ, ὅπου συνήρχετο ἡ ὁλομέλεια τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν κατὰ Σεπτέμβριον τοῦ 1926. Μὴ δυνηθεὶς νὰ πείσω τὸν κ. Ὑπουργὸν περὶ τοῦ ὀρθοῦ τῆς πολιτικῆς τὴν ὁποίαν τῷ εἰσηγούμην καὶ βλέπων ὅτι ἡ περαιτέρω παραμονή μου ἐπὶ κεφαλῆς τῆς Ἑλληνικῆς ἀντιπροσωπείας ἐν Κωνσταντινουπόλει μόνον μείωσιν τοῦ κύρους μου θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπιφέρῃ, ἐθεώρησα καθῆκόν μου νὰ ὑποβάλω τὴν παραίτησίν μου. Ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν ἐδέχθη τὴν παραίτησίν μου, ἀλλὰ μὲ ἀνεκάλεσεν ἐκ τῶν καθηκόντων μου. Μεταβὰς εἰς Γενεύην ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἐπέστρεψεν ἄπρακτος. Ἐπιστρέψας ἐξηκολούθησε τὴν αὐτὴν διστακτικὴν πολιτικὴν καὶ κατ’ Ὀκτώβριον τοῦ 1925 παρῃτήθη. Ὁ διάδοχός του ἀντελήφθη βεβαίως τὴν ἀνάγκην τῆς ἐφαρμογῆς τῶν συμφωνιῶν, τὴν ἀντελήφθη ὅμως ὀλίγον ἀργά, ὅταν δηλαδὴ ἤρχισεν ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου περὶ ἀντιποίνων καὶ ἤρχισαν λαμβανόμενα καὶ διάφορα μέτρα εἰς βάρος τῶν Ἑλλήνων Κωνσταντινουπόλεως, Ἑλλήνων καὶ Τούρκων ὑπηκόων. Ὁ κ. Ροῦφος ἀνέλαβε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν κατὰ Ὀκτώβριον καὶ μόλις κατὰ Φεβρουάριον ἀπέστειλε τὸν κ. Παπᾶν εἰς Ἄγκυραν ὅπως συζητήσῃ τὴν ἐφαρμογὴν τῶν συμφωνιῶν τῆς Ἀγκύρας. Ὁ κ. Παπᾶς μεταβὰς εἰς τὴν Ἄγκυραν εὑρέθη πρὸ μιᾶς καταστάσεως ἐντελῶς ἀλλοίας. Ἡ Τουρκικὴ Κυβέρνησις δὲν ἐδέχετο πλέον τὴν βάσιν τῆς ἀποδόσεως καὶ προέτεινε νέαν λύσιν, τὴν λύσιν τοῦ συμψηφισμοῦ, ἡ δὲ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις μετά τινας ἀμφιταλαντεύσεις ἐδέχετο τὴν λύσιν ταύτην. Οὕτω ἤρχισαν νέαι διαπραγματεύσεις, αἱ ὁποῖαι κατέληξαν εἰς τὴν ὑπογραφὴν τῆς νέας συμφωνίας, περὶ τῆς ὁποίας θὰ ἀσχοληθῶμεν ὀλίγον κατόπιν. Πρὶν ἀσχοληθῶ μὲ αὐτάς, θὰ ἤθελον νὰ κάμω τὰς ὀλίγας ἀκολούθους παρατηρήσεις. Θεωρῶ τὴν λύσιν τῆς ἀποδόσεως καλυτέραν τῆς λύσεως τοῦ συμψηφισμοῦ, πρῶτον, διότι ἡ λύσις τῆς ἀποδόσεως εὑρίσκετο ἐντὸς τοῦ πλαισίου τῶν συμβάσεων τῆς Λωζάννης καὶ εἶναι φρόνιμον, ἐφόσον εἶναι τοῦτο δυνατόν, νὰ ἀποφεύγωμεν οἱανδήποτε τροποποίησιν τῶν διατάξεων τούτων. Δεύτερον διότι διὰ τῆς ἀποδόσεως ἐσώζετο ἡ περιουσία τῶν Ἑλλήνων ὑπηκόων, ἡ ὁποία σὺν τῷ χρόνῳ ὑπάρχει ἐλπίς, προϊούσης τῆς οἰκονομικῆς ἀναρρώσεως τῆς Τουρκίας, νὰ ἀνακτήσῃ μέρος ἢ τὸ ὅλον τῆς ἀπολεσθείσης αὐτῆς ἀξίας, ἐνῷ σήμερον θὰ συμπεριληφθῇ εἰς τὸν συμψηφισμὸν μὲ τὴν σημερινήν της ἀξίαν. Τρίτον, διότι ἡ διατήρησις τῆς Ἑλληνικῆς περιουσίας ἐν Τουρκίᾳ θὰ ἐγίνετο ἀφορμὴ ἐπανόδου τῶν Ἑλλήνων ὑπηκόων σὺν τῷ χρόνῳ εἰς τὴν Πατρίδα των καὶ ἀφετηρία ἀναβλαστήσεως ὀλίγον κατ’ ὀλίγον τοῦ Ἑλληνικοῦ ἐμπορίου. Ὁ Ἕλλην ἰδιοκτήτης, ὁ μεταβαίνων ἐν Τουρκίᾳ χάριν τῆς διαχειρίσεως τῆς περιουσίας του, θὰ συνήντα τὸν παλαιόν του πελάτην Ὀθωμανὸν καὶ ἦτο φυσικὸν νὰ συνάψῃ ἐμπορικὰς πράξεις μετ’ αὐτοῦ. Οὕτω θὰ ἤρχιζε μία ἐμπορικὴ κίνησις, ἡ ὁποία θὰ ἐνισχύετο σὺν τῷ χρόνῳ. Ἕκαστος ἀντιλαμβάνεται τὰ ἀγαθὰ ἀποτελέσματα διὰ τὴν Ἑλλάδα μιᾶς τοιαύτης οἰκονομικῆς ἀναβλαστήσεως. Τέταρτον διότι ἡ λύσις τῆς ἀποδόσεως εἶναι λύσις πρακτικωτέρα, ἁπλουστέρα καὶ ὀλιγώτερον δαπανηρὰ παρὰ ἡ λύσις τοῦ συμψηφισμοῦ. Καὶ ἔρχομαι, κύριοι, ἤδη εἰς τὴν συμφωνίαν. Πρέπει νὰ ὁμολογηθῇ ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἅπαξ δεχθεῖσα τὴν ἰδέαν τοῦ συμψηφισμοῦ, προσεπάθησε καὶ ἐπέτυχεν ἔν τινι μέτρῳ νὰ μετριάσῃ τὰ δυσάρεστα ἀποτελέσματα αὐτοῦ. Διὰ τοῦ ἄρθρου 7 τῆς συμφωνίας ἐξαιροῦνται τοῦ τρόπου τῆς ἐξαγορᾶς τοῦ προβλεπομένου ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 6, τὰ κτήματα τὰ εὑρισκόμενα εἰς τὰς περιοχάς, τῶν ὁποίων οἱ κάτοικοι ἐξαιροῦνται τῆς ἀνταλλαγῆς, τουτέστι τὰ κτήματα τὰ εὑρισκόμενα ἐν Δυτικῇ Θράκῃ καὶ Κωνσταντινουπόλει. Ἐπίσης διὰ τοῦ ἄρθρου 8 ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις διαφυλάττει εἰς ἑαυτὴν τὸ δικαίωμα νὰ ἐξαιρέσῃ τοῦ συμψηφισμοῦ οἱονδήποτε ἄλλο κτῆμα κρίνῃ σκόπιμον ἐν Τουρκίᾳ. Ἐν τοιαύτῃ ὅμως περιπτώσει ὀφείλει ἐντὸς ἑνὸς μηνὸς ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς ἐκτιμήσεως τοῦ κτήματος ὑπὸ τῆς Μικτῆς Ἐπιτροπῆς νὰ μετρήσῃ εἰς τὴν Τουρκικὴν Κυβέρνησιν τὴν ἀξίαν αὐτοῦ, τὸ δὲ ποσὸν τοῦτο θὰ συμπεριληφθῇ εἰς τὸν γενικὸν λογαριασμόν. Διὰ τῶν δύο τούτων ἐξαιρέσεων σώζονται τὰ κτήματα τῶν Ἑλλήνων ὑπηκόων ἐν Κωνσταντινουπόλει, δύνανται δὲ νὰ σωθοῦν καὶ τὰ ἐκτὸς τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἐκεῖνα, τῶν ὁποίων θὰ ἤθελε κρίνει ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ὅτι εἶναι σκόπιμον νὰ διατηρηθοῦν. Πῶς θὰ γίνῃ ὁ συμψηφισμός; Διὰ τὰ ἐν Ἑλλάδι Τουρκικὰ κτήματα θὰ ἀποδοθοῦν κατ’ ἀρχὴν ὅλα τὰ ἀστικά, αἱ θεριναὶ βοσκαὶ καὶ τὰ δάση, ἐκ δὲ τῶν ἀγροτικῶν θὰ συμπεριληφθοῦν εἰς τὸν συμψηφισμὸν ἐκεῖνα, τῶν ὁποίων ἡ ἀπόδοσις εἶναι ἀδύνατος συνεπείᾳ τῆς ἐγκαταστάσεως τῶν ἀκτημόνων προσφύγων, δηλαδὴ τὸ μεγαλύτερον μέρος αὐτῶν. Ἀπέναντι τῆς οὕτω συμψηφισθησομένης Τουρκικῆς περιουσίας θὰ συμπεριληφθοῦν κατ’ ἀρχὴν εἰς τὸν συμψηφισμὸν ὅλα τὰ κτήματα τὰ Ἑλληνικὰ ἐν Τουρκίᾳ, ἐκτὸς τῶν ἐν Κωνσταντινουπόλει εὑρισκομένων καὶ ἐκείνων τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις θὰ θελήσῃ νὰ ἐξαιρέσῃ, πληρώνουσα τὴν ἀξίαν αὐτῶν. Ὅλα τὰ κτήματα αὐτὰ θὰ συμπεριληφθοῦν εἰς τὸν συμψηφισμόν, ἐκτὸς ἂν κατὰ τὴν πρόοδον τῶν ἐργασιῶν τῶν Μικτῶν Ἐπιτροπῶν ἀποδειχθῇ ὅτι μέρος τῆς Ἑλληνικῆς κτηματικῆς περιουσίας ἀρκεῖ διὰ νὰ συμπληρώσῃ ποσὸν ἴσον πρὸς τὴν ἀξίαν τῶν κτημάτων τῶν συμπεριλαμβανομένων εἰς τὸν συμψηφισμόν. Οἱ διαπραγματευθέντες ὅμως τὴν σύμβασιν προέβλεψαν καὶ τὴν ἀντίθετον ἄποψιν, καθ’ ἣν ὅλη ἡ ἐν Τουρκίᾳ Ἑλληνικὴ περιουσία δὲν θὰ ἀρκέσῃ διὰ νὰ ἰσοφαρίσῃ τὴν ἀξίαν τῶν Τουρκικῶν ἐν Ἑλλάδι κτημάτων τῶν συμπεριλαμβανομένων εἰς τὸν συμψηφισμόν. Ὡς ἐγγύησιν τοῦ χρεωστικοῦ ὑπολοίπου, τὸ ὁποῖον θὰ προκύψῃ ἀπὸ τὸν γενικὸν λογαριασμόν, ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ διαθέσῃ ἀπὸ τοῦδε ἐκ τῶν πλεονασμάτων τῶν ὑπεγγύων εἰς τὸν ἔλεγχον τῆς Διεθνοῦς Οἰκονομικῆς Ἐπιτροπῆς προσόδων, ποσὸν μέχρι 500,000 λιρῶν. Αὐτὴ εἶναι ἡ οἰκονομία τοῦ συστήματος τοῦ προβλεπομένου ὑπὸ τῆς συμφωνίας, μετὰ τῆς ὁποίας ὑπάρχει καὶ ἓν παράρτημα περὶ τοῦ τρόπου τῆς ἐκτιμήσεως τῶν κτημάτων. Περὶ τοῦ παραρτήματος τούτου ἔχω μόνον νὰ σᾶς εἴπω ὅτι ὁ ὅρος καθ’ ὃν ἡ ἐκτίμησις τῶν περιουσιῶν θὰ γίνῃ μὲ τὴν σημερινὴν ἐμπορικὴν ἀξίαν τῶν κτημάτων, εἶναι προφανῶς δυσμενὴς διὰ τοὺς Ἕλληνας ἰδιοκτήτας, διότι, καθὼς γνωρίζετε, ἡ μὲν Ἑλληνικὴ περιουσία ἐν Τουρκίᾳ ὑπέστη μεγάλην μείωσιν, ἡ δὲ Τουρκικὴ περιουσία ἐν Ἑλλάδι ἀπ’ ἐναντίας ἀνετιμήθη καταπληκτικῶς. Κύριοι, συνοψίζω. Ἐκ τῶν συμφωνιῶν τῆς Ἀγκύρας διετηρήθησαν τὰ σχέδια ἀποφάσεων, τὰ ὁποῖα θὰ εἰσαχθοῦν ἐνώπιον τῆς Μικτῆς Ἐπιτροπῆς περὶ ἐταμπλὶ καὶ περὶ τῆς διαρρυθμίσεως τοῦ ἄρθρου 16 τῆς συμβάσεως, δηλαδὴ περὶ τῶν ἀπόντων Κωνσταντινουπολιτῶν καὶ Θρακῶν. Διετηρήθησαν ἐπίσης μέ τινας ἀσαφεῖς ἐπιφυλάξεις τὰ ἄρθρα 1 καὶ 2 τοῦ πρωτοκόλλου, ρυθμίζοντα τὰ ζητήματα νομικῶν προσώπων καὶ δίδοντα τὴν ἑρμηνείαν τοῦ ἄρθρου 3 τῆς συμβάσεως περὶ ἀνταλλαγῆς. Ἐπίσης διετηρήθησαν καὶ τὰ ἄρθρα 3 καὶ 4 τοῦ πρακτικοῦ ἀπογραφῆς, τὰ ἀφορῶντα τὴν διασάφισιν τῶν βακουφικῶν κτημάτων, τὰ ὁποῖα, ὅπως προεῖπον, ἀνάγονται εἰς τὴν ἀνταλλαγήν. Ἀφ’ ἑτέρου ἡ συμφωνία περὶ κτημάτων Ἑλλήνων καὶ Τούρκων ἀντικαθίσταται διὰ τῆς νέας τοιαύτης τῆς ὑπογραφείσης τὴν 1ην Δεκεμβρίου 1926. Αἱ συμφωνίαι αὗται ἀποτελοῦν ἓν σύνολον ἀδιαίρετον. Ἡ Ἐπιτροπή, κατὰ τὴν κρατήσασαν παρ’ αὐτῇ γνώμην, δὲν δύναται νὰ ἀποκρύψῃ ὅτι αἱ λύσεις αἱ προσφερόμεναι σήμερον διὰ τῶν συμφωνιῶν τῶν εἰσαγομένων πρὸς κύρωσιν εἶναι κατώτεραι τῶν λύσεων αἱ ὁποῖαι ἐξευρέθησαν ἐν Ἀγκύρᾳ καὶ δὲν δύναται παρὰ νὰ ἐκφράσῃ τὴν θλῖψίν της διὰ τοῦτο. Παρὰ ταῦτα ὅμως ἡ Ἐπιτροπὴ φρονεῖ ὅτι αἱ συμβάσεις αὗται πρέπει νὰ ἐπικυρωθοῦν. Καταλήγει εἰς τὸ συμπέρασμα τοῦτο ἡ Ἐπιτροπή, διότι φρονεῖ ὅτι συμφέρει καὶ εἰς τὰ δύο Κράτη, ὅπως αἱ σχέσεις αὐτῶν ἐξελιχθοῦν βελτιούμενοι καὶ καθιστάμεναι ὁλονὲν φιλικώτεραι. Καὶ διὰ τοῦτο νομίζει ὅτι πρέπει νὰ παύσῃ ἡ ὑπάρχουσα ἐκκρεμότης, τῆς ὁποίας ἡ συνέχισις δύναται νὰ δημιουργήσῃ νέας προστριβὰς καὶ μόνον βλάβης πρόξενος δύναται νὰ γίνῃ. Δὲν διαφεύγει τὴν ἀντίληψιν τῆς Ἐπιτροπῆς ὅτι τὸ νέον σύστημα πολύπλοκον καὶ πολυσύνθετον δύναται νὰ συναντήσῃ δυσχερείας, ἀλλ’ ἐλπίζει ὅτι μὲ καλὴν θέλησιν ἐπιδεικνυομένην ἑκατέρωθεν θὰ δυνηθῶσιν αἱ δυσκολίαι αὗται νὰ παρακαμφθοῦν εὐκόλως. Τέλος ἡ Ἐπιτροπὴ ἐλπίζει ὅτι καὶ ἡ Τουρκικὴ Κυβέρνησις λαμβάνουσα ὑπ’ ὄψιν τὴν διαλλακτικὴν καὶ φιλικὴν στάσιν τῆς Ἑλλάδος θὰ ἐπιδείξῃ καὶ αὐτὴ ἀνάλογα αἰσθήματα καὶ εὐμενεῖς διαθέσεις ὅσον ἀφορᾷ τὰ Ἑλληνικὰ συμφέροντα, οὕτως ὥστε νὰ δυνηθοῦν νὰ ἀποκατασταθοῦν μεταξὺ τῶν δύο Χωρῶν σχέσεις ἐγκάρδιαι καὶ νὰ δυνηθοῦν τὰ δύο Κράτη νὰ βαδίσουν ἐν πλήρει συμπνοίᾳ καὶ συμπράξει τὴν ὁδὸν τῆς προόδου καὶ τοῦ πολιτισμοῦ. Ὁμοῦ μετὰ τῶν συμφωνιῶν καὶ τὴν φυσικὴν συνέπειαν αὐτῶν, ἡ Ἐπιτροπὴ ἔχει τὴν τιμὴν νὰ συστήσῃ εἰς τὴν Βουλὴν ὅπως ἐξουσιοδοτήσῃ τὴν Κυβέρνησιν ἵνα πρὸς ἀποζημίωσιν τῶν δικαιούχων Ἑλλήνων ὑπηκόων προβῇ εἰς τὴν ἔκδοσιν δανείου 800,000,000 ὑπὸ τοὺς ὅρους τοὺς ἐκτιθεμένους εἰς τὸ σχετικὸν σχέδιον νόμου τὸ ὑποβληθὲν πρὸς κύρωσιν εἰς τὴν Βουλήν. Ἡ Ἐπιτροπὴ φρονεῖ ὅτι ἡ ἐξουσιοδότησις αὕτη ἐπιβάλλεται καὶ δι’ ἄλλους μὲν πολλοὺς λόγους, ἀλλὰ κυρίως διὰ λόγους στοιχειώδους δικαιοσύνης. Οἱ Ἕλληνες δικαιοῦχοι, οἱ ὁποῖοι ἔπεσαν θύματα τῆς κρατικῆς ἀνάγκης ἢ τῆς κρατικῆς ἐν τῷ παρελθόντι ἀπερισκεψίας, τὸ ὀλιγώτερον τὸ ὁποῖον δύνανται νὰ ἀπαιτήσουν, εἶναι νὰ ζητήσουν ὅπως μὴ μείνουν ἀναποζημίωτοι καὶ δὲν ἐπιτρέπεται νὰ μείνουν ἀναποζημίωτοι.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λ. Κυβετὸς ἔχει τὸν λόγον.
§27Λ. ΚΥΒΕΤΟΣ. Κύριοι βουλευταί, πρὶν εἰσέλθω εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν ὑπὸ κρίσιν συμφωνιῶν, καθὼς καὶ τοῦ σχεδίου νόμου περὶ ἀποζημιώσεως τῶν δικαιούχων Ἑλλήνων πολιτῶν καὶ τῶν μὴ ἀνταλλαξίμων Ἑλλήνων ὑπηκόων ἐν Τουρκίᾳ, θὰ ἤθελον νὰ κάμω μίαν δήλωσιν γενικήν. Καίτοι ὡς εἰσηγητὴς θὰ ἤμην διατεθειμένος νὰ ἀπαντήσω εἰς οἱανδήποτε ἐρώτησιν ἤθελεν ὑποβληθῆ παρά τινος συναδέλφου, θὰ ἤθελον νὰ ἐπιφυλάξω εἰς τὸν ἑαυτόν μου τὸ δικαίωμα τῆς μὴ ἀπαντήσεως εἰς τὰς ἐρωτήσεις ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι κατὰ τὴν κρίσιν μου ἤθελον προκαλέσει εἴτε ἀντεγκλήσεις λόγῳ τῆς ὑφισταμένης μεταξὺ τῶν δύο πολιτικῶν παρατάξεων διαμάχης, διότι κατ’ ἀνάγκην θὰ ἀνατρέξωμεν εἰς τὸ παρελθόν, εἴτε εἰς ἐκείνας τὰς ἐρωτήσεις, τὰς ὁποίας θὰ νομίσω ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται εἰς ἐμέ, ὡς εἰσηγητὴν ἐπὶ τῶν συμφωνιῶν, νὰ δώσω ἀπάντησιν. Θὰ παρακαλέσω μόνον νὰ μὴ θεωρηθῇ ἡ μὴ ἀπάντησις εἰς τὴν ἐρώτησιν, ἀποδοχὴν τῶν γνωμῶν τοῦ ἐρωτῶντος. Ὑποβάλλονται εἰς τὴν κρίσιν μας, κύριοι βουλευταί, δύο σχέδια νόμου. Διὰ τοῦ ἑνὸς προβλέπεται ἡ κύρωσις τῶν συμφωνιῶν αἱ ὁποῖαι ὑπεγράφησαν μεταξὺ τῆς Ἑλληνικῆς καὶ τῆς Τουρκικῆς Κυβερνήσεως ἢ μᾶλλον τῶν Ἑλλήνων καὶ τῶν Τούρκων ἀντιπροσώπων, σχετικῶς μὲ τὴν περιουσίαν τῶν Ἑλλήνων ὑπηκόων ἐν Τουρκίᾳ, διὰ τοῦ ἑτέρου δὲ τὰ ζητήματα τῶν ἐγκατεστημένων ἐν Κωνσταντινουπόλει καὶ ἐν Δυτικῇ Θράκῃ καὶ μὴ ἀνταλλαξίμων ἐν γένει καὶ διὰ τὰ ὁποῖα ἁπλῆ ἐξουσιοδότησις ζητεῖται παρὰ τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῇ βάσει τῶν σχεδίων συμφωνιῶν, τὰ ὁποῖα ὑπεγράφησαν εἰς τὸ παρελθόν, συναινέσει δὲ τῶν ἀντιπροσώπων αὐτῆς παρὰ τῇ Μικτῇ Ἐπιτροπῇ, ὅπως καταστῶσιν ἀποφάσεις τῆς Μικτῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς ἀνταλλαγῆς. Ὅπως γνωρίζετε, ἔχομεν τὰ ἄρθρα 65 καὶ ἑπόμενα τῆς συνθήκης περὶ εἰρήνης τῆς Λωζάννης, διὰ τῶν ὁποίων προβλέπεται ἡ ἄμεσος ἀπόδοσις τῆς ὑφισταμένης κινητῆς καὶ ἀκινήτου περιουσίας τῶν Ἑλλήνων ὑπηκόων, τῆς εὑρισκομένης ἐν Τουρκίᾳ, καθὼς καὶ ἀντιστοίχως, ἡ ἀπόδοσις τῶν Τουρκικῶν περιουσιῶν αἱ ὁποῖαι εὑρίσκονται ἐν Ἑλλάδι. Περὶ κινητῶν περιουσιῶν ἐγένετο μνεία εἰς τὴν συμφωνίαν ταύτην ἐν τῇ συνθήκῃ τῆς Λωζάννης. Ἀλλ’ ὅπως κάλλιον ἐμοῦ γνωρίζετε, λόγος μὴ ἀποδόσεως κινητῶν Τουρκικῶν περιουσιῶν δὲν δύναται νὰ γίνῃ, διότι ὅλοι οἱ Τοῦρκοι ἔχουν φύγει ἀπὸ ἐδῶ μὲ τὰ κινητά των καὶ μόνον μερικὰς ἀξιώσεις ἔχουν κατὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου περὶ πληρωμῆς τῶν εἰσοδημάτων τῶν κτημάτων αὐτῶν ἀπὸ τοῦ 1912 μέχρι σήμερον, παρὰ τὴν συνθήκην αὐτὴν τῆς Λωζάννης, ἡ ὁποία προβλέπει ὅτι ὅλα τὰ ἐξαιρετικὰ μέτρα, εἴτε δημευτικά, εἴτε ἐξαιρετικά, ὁπωσδήποτε ληφθέντα κατὰ τῆς Ἑλληνικῆς ἐν Τουρκίᾳ περιουσίας ἢ τῆς Τουρκικῆς ἐν Ἑλλάδι, αἴρονται αὐτοδικαίως καὶ συνεπῶς ἀποδίδονται αἱ περιουσίαι αὐταὶ ὡς νὰ μὴ εἶχον ληφθῆ τὰ μέτρα ταῦτα. Ὑπεγράφη συγχρόνως ἢ μᾶλλον ὑπεγράφη πέντε μῆνας πρίν, τὴν 30ὴν Ἰανουαρίου 1923, ἡ λεγομένη συμφωνία περὶ ἀνταλλαγῆς τῶν πληθυσμῶν, διὰ τῆς ὁποίας συμφωνίας καθορίζεται ὅτι οἱ Ὀθωμανοὶ ὑπήκοοι, Ἕλληνες τὸ γένος, οἱ ἐν Τουρκίᾳ εὑρισκόμενοι, καθὼς καὶ οἱ Ἕλληνες ὑπήκοοι, Τοῦρκοι τὸ γένος, Μουσουλμάνοι δηλαδή, οἱ εὑρισκόμενοι ἐν Ἑλλάδι, ἀνταλλάσσονται καὶ κατ’ ἀνθρώπους καὶ κατὰ περιουσίας. Τῆς συμφωνίας αὐτῆς τῆς ἀνταλλαγῆς ἐξῃρέθη διὰ σχετικοῦ ἄρθρου, τοῦ 2ου, τῆς συνθήκης περὶ ἀνταλλαγῆς, πρῶτον ἡ περιοχὴ τῆς Δυτικῆς Θράκης ὅσον ἀφορᾷ τοὺς Μουσουλμάνους καὶ δεύτερον ἡ περιοχὴ τῆς Κωνσταντινουπόλεως, τῆς δημαρχιακῆς περιφερείας, ὅσον ἀφορᾷ τοὺς Ἕλληνας. Ἐδῶ ἀπὸ τὴν πρώτην στιγμὴν ἐγεννήθησαν πολλαὶ διαφωνίαι, ἰδίᾳ ὅσον ἀφορᾷ τὴν 9ην Δήλωσιν, περὶ τῆς ὁποίας σᾶς εἶπεν ὁ προλαλήσας συνάδελφος, τὴν ὁποίαν ὑπέγραψεν ἡ Ἑλληνικὴ ἀντιπροσωπεία κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς ὑπογραφῆς τῆς συνθήκης τῆς εἰρήνης κατὰ Ἰούλιον τοῦ 1923 καὶ διὰ τῆς ὁποίας καθορίζεται ὅτι οἱ πρὸ τῆς 18 Ὀκτωβρίου 1912, τῆς κηρύξεως δηλαδὴ τῶν Βαλκανικῶν πολέμων, ἀναχωρήσαντες ἐξ Ἑλλάδος καὶ Τοῦρκοι κάτοικοι ἐκ τῆς Κρήτης καὶ ἀφ’ ἑτέρου οἱ ἐκ Τουρκίας ἀναχωρήσαντες Ὀθωμανοὶ ὑπήκοοι πρὸ τῆς ἡμερομηνίας ταύτης ἢ οὐδέποτε διαμείναντες ἐν Τουρκίᾳ, δὲν ὑπόκεινται εἰς τὴν ἀνταλλαγήν. Ἠγέρθη ἀπὸ τὴν συμφωνίαν ταύτην διαφωνία ὅσον ἀφορᾷ τὴν ὑποχρέωσιν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως περὶ ἀποδόσεως τῶν ἀγροτικῶν ἐκείνων κτημάτων, τὰ ὁποῖα ἀνῆκον εἰς τοὺς μὴ ἀνταλλαξίμους τούτους Ὀθωμανοὺς Ἕλληνας ὑπηκόους, διότι ἡ 9η Δήλωσις καθώριζεν ὅτι πᾶσαι αἱ διατάξεις καὶ τὰ μέτρα τὰ ὁποῖα ἤθελον ληφθῆ ἢ ἐφαρμοσθῆ ἐξαιρετικῶς ἐπὶ τῶν κτημάτων τῶν Μουσουλμάνων τούτων Ἑλλήνων ὑπηκόων ὑπὸ τῶν Ἑλληνικῶν Ἀρχῶν, θὰ εἶναι ἄκυροι καὶ ὅτι πᾶσαι αἱ ἀπαιτήσεις περὶ ἀποδόσεως τῆς περιουσίας αὐτῶν, καθὼς καὶ πᾶσα ἀξίωσις ἀφορῶσα τὴν ἄμεσον ἐφαρμογὴν τῶν νόμων ἐπὶ τῶν περιουσιῶν αὐτῶν, θὰ δημιουργήσῃ μίαν ἀξίωσιν τῶν ἐνδιαφερομένων Μουσουλμάνων Ἑλλήνων ὑπηκόων κατὰ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, τὴν ὁποίαν θὰ ἐξήταζεν ἡ Μικτὴ Ἐπιτροπὴ τῆς Ἀνταλλαγῆς. Δηλαδή, ἂν εἷς τσιφλικιοῦχος Μουσουλμάνος ἔβλεπε τὸ κτῆμα αὐτοῦ ἀπαλλοτριούμενον καὶ δὲν ἐτύγχανε τῆς αὐτῆς προστασίας ὡς ἰδιοκτήτης ἢ ἐτύγχανεν ὀλιγωτέρας ἱκανοποιήσεως, πάλιν ὡς ἰδιοκτήτης, ἀπὸ ἐκείνης τὴν ὁποίαν θὰ ἐτύγχανεν εἷς Χριστιανὸς ἰδιοκτήτης τσιφλικιοῦχος, τότε βεβαίως εἶχε τὴν ἀξίωσιν νὰ ἀποζημιωθῇ διὰ τὴν ἄρνησιν αὐτὴν τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ ἀγροτικοῦ νόμου. Καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις δὲν ἀπέδιδεν εἴτε τὰ εἰσοδήματα τῶν κτημάτων, εἴτε τὸ νόμιμον τίμημα τῆς ἀπαλλοτριώσεως, εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ ἀποτανθῇ εἰς τὴν Μικτὴν Ἐπιτροπὴν τῆς ἀνταλλαγῆς καὶ νὰ ζητήσῃ ἱκανοποίησιν διὰ τὴν λῆψιν ἐξαιρετικῶν μέτρων. Ἐθεωρήθη ὅμως ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ περιορισθῇ ἡ ἀξίωσις τῶν Μουσουλμάνων τούτων εἰς μόνην τὴν ἀπαίτησιν ἀποζημιώσεως διὰ τὴν ἄμεσον ἐφαρμογήν, ἀλλὰ νὰ γίνῃ διὰ τὴν ἀπόδοσιν καὶ τὴν ἀπαλλοτρίωσιν ὅ,τι εἶχον ἀξιώσει, νὰ ζητήσουν δηλαδὴ ἀποζημίωσιν καὶ τὴν ἀπόδοσιν αὐτῶν, ὡς νὰ μὴ εἶχον γίνει αἱ ἐπιτάξεις. Ἀφ’ ἑτέρου οὐδέποτε μέχρι σήμερον ἤρχισεν ἡ ἀπόδοσις τῆς ἀκινήτου Ἑλληνικῆς περιουσίας τῆς εὑρισκομένης ἐν Τουρκίᾳ. Εἰς τοὺς δακτύλους τῶν δύο χειρῶν μόλις ἀριθμοῦνται ἐκεῖνοι οἱ Ἕλληνες ὑπήκοοι, οἱ ὁποῖοι κατώρθωσαν νὰ λάβουν τὴν κατοχὴν τῶν κτημάτων τῶν εὑρισκομένων ἐν Τουρκίᾳ. Δὲν ὁμιλῶ περὶ τῆς Κωνσταντινουπόλεως, διότι ἡ Κωνσταντινούπολις, ὅπως γνωρίζετε, ὑπέστη διωγμὸν καὶ συνεπῶς οἱ Ἕλληνες ὑπήκοοι, καθὼς καὶ οἱ ἐν Κωνσταντινουπόλει, κατὰ μεγάλην πλειονότητα, κατέχουν τὰ κτήματά των, ἐκτὸς ἐκείνων τὰ ὁποῖα ἀφῃρέθησαν εἴτε λόγῳ ἀμφισβητήσεως τῆς ἰδιότητος αὐτῶν, εἴτε κατ’ ἐφαρμογὴν τῶν νόμων περὶ ἀντιποίνων, περὶ τῶν ὁποίων θὰ ὁμιλήσωμεν. Ἐνῷ ὅλα τὰ ἀκίνητα αὐτὰ τὰ Ἑλληνικὰ δὲν ἀπεδίδοντο καὶ δὲν ἀποδίδονται, ἀφ’ ἑτέρου ἡ περιουσία ἡ κινητή, εἴτε συνισταμένη εἰς ἐμπορεύματα ἐμπεπιστευμένα εἰς τὰς Τραπέζας, εἴτε εὑρισκομένη εἰς ἀποθήκας ἰδιωτικὰς τῶν ἐνδιαφερομένων Ἑλλήνων ὑπηκόων, οἵτινες τὴν ἀπώλεσαν κατὰ τὸν διωγμόν, εἴτε εὑρισκομένη εἰς θυρίδας χρηματοκιβωτίων παρὰ ταῖς Τραπέζαις τῆς Σμύρνης καὶ τῶν ἄλλων πόλεων τῆς Μ. Ἀσίας, ἅτινα εἶχον κατασχεθῆ ὑπὸ τῆς Τουρκικῆς Κυβερνήσεως, δὲν κατωρθώθη νὰ περιέλθῃ εἰς τὴν κατοχήν των. Ἀφ’ ἑτέρου γνωρίζετε κάλλιον ἐμοῦ πάντες ὅτι ὄχι μόνον οἱ μὴ ἀνταλλάξιμοι Μουσουλμάνοι, ἀλλὰ καὶ αὐτοὶ οἱ ἀνταλλάξιμοι, μὲ τὸν τρόπον τὸν ἥμερον, τὸν πρᾷον, τὸν γλυκύν, μὲ τὸν ὁποῖον ἀνεχώρησαν, κατώρθωσαν καὶ πᾶσαν τὴν κινητήν αὐτῶν περιουσίαν μεθ’ ἑαυτῶν νὰ συμπεριλάβουν καὶ τὰ οἰκιακὰ αὐτῶν ζῷα ἀκόμη καὶ πολλάκις καὶ μισθώματα τριῶν μηνῶν τῶν κτημάτων αὐτῶν, τὰ ὁποῖα εἶχον ἐνοικιάσει, νὰ λάβουν. Γνωρίζομεν ὅτι ἐν ταῖς συμφωνίαις, αἱ ὁποῖαι ὑποβάλλονται ὑμῖν, περιλαμβάνεται κατάλογος ἀναφέρων 57 κτήματα εἰς Σμύρνην, 10 εἰς Μερσίναν καὶ 7 εἰς ἓν προάστειον τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ἅτινα λέγεται ὅτι κατέχονται ὑπὸ τῶν Ἑλλήνων ἐν Τουρκίᾳ. Ἄν, κύριοι, ἀναγνώσητε τὰ ὀνόματα τῶν ἰδιοκτητῶν εἰς τὸ σχέδιον νόμου, τὸ ὁποῖον ὑποβάλλεται εἰς ὑμᾶς, θὰ ἴδητε ὅτι ἡ μεγάλη πλειονότης αὐτῶν εἶναι πρόσωπα, τὰ ὁποῖα λόγῳ τοῦ θρησκεύματός των δὲν ὑπεχρεώθησαν νὰ ἐγκαταλείψουν τὸ Ἑλληνικὸν ἔδαφος, δὲν ὑπέστησαν διωγμὸν καὶ συνεπῶς οὐδέποτε κατέλειπον τὴν κατοχὴν καὶ τὴν νομὴν τῶν κτημάτων αὐτῶν. Εἶναι δηλαδὴ εἴτε Ἰσραηλῖται, εἴτε Ἕλληνες ὑπήκοοι. Ἐλάχιστοι εἶναι ἐκεῖνοι οἱ Ἕλληνες τὸ γένος, οἱ ὁποῖοι κατώρθωσαν διὰ διαφόρων μέσων νὰ λάβωσι κατοχὴν τῶν κτημάτων αὐτῶν....
§28Σ. ΣΥΜΕΟΝΟΓΛΟΥ. Ἐλησμονήσατε, εἶναι καὶ μερικοὶ Ἄραβες.
§29Λ. ΚΥΒΕΤΟΣ. .... ἐνῷ τοὐναντίον ἐκ τοῦ καταλόγου αὐτοῦ ἔχουν παραλειφθῆ ἐλάχιστοι Ἕλληνες ὑπήκοοι, οἱ ὁποῖοι ἔχουν νομὴν τῶν κτημάτων αὐτῶν διὰ τῶν μισθωτῶν των καὶ ἐν τούτοις δὲν θεωροῦνται ὡς δικαιούμενοι εἰς ἄμεσον ἀπόδοσιν τῆς περιουσίας των. Ἡ μὴ δυνατότης τῆς ἀποδόσεως τῶν Μουσουλμανικῶν κτημάτων τῶν ἀνηκόντων εἰς μὴ ἀνταλλαξίμους καὶ εἰς τοιούτους ὑπηκόους, ὅπως γνωρίζετε πολὺ καλά, κατὰ μέγα μέρος ὅσον ἀφορᾷ μὲν τὴν ἀγροτικὴν περιουσίαν ὀφείλεται εἰς τὴν ἐγκατάστασιν ἀκτημόνων καὶ προσφύγων. Ἀλλ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀστικὴν αὐτῶν περιουσίαν ὀφείλεται ἐν μέρει καὶ εἰς κατάληψιν παρὰ προσώπων οὐδὲν ἐχόντων δικαίωμα καὶ συνεπῶς θὰ ἠθέλομεν συστήσει εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ προβῇ εἰς τὴν ἄμεσον ἀπόδοσιν ἐκείνων τῶν κτημάτων, τῶν ὁποίων εἶναι δυνατὴ ἡ ἄνευ ἐγέρσεως κοινωνικοῦ ζητήματος ἀπόδοσις, οὕτως ὥστε νὰ μειωθῇ καὶ τὸ παθητικὸν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἀπέναντι τῆς Τουρκικῆς καὶ συνεπῶς καὶ τὸ ἐνδεχόμενον τοῦ συμψηφισμοῦ τῆς Ἑλληνικῆς κτηματικῆς περιουσίας. Πρὸ τῆς τοιαύτης καταστάσεως, ἡμεῖς οἱ Ἕλληνες ὑπήκοοι οἱ ἔχοντες περιουσίαν ἐν Τουρκίᾳ οὔτε τὰ πληρεξούσια ἡμῶν ἠμποροῦμεν νὰ ἐπικυρώσωμεν, διὰ νὰ ζητήσωμεν νὰ λάβωμεν κατοχὴν τῆς περιουσίας ἡμῶν, εἴτε κινητῆς εἴτε ἀκινήτου. Δὲν κατωρθώσαμεν νὰ λάβωμεν οὔτε ἓν διαβατήριον διὰ νὰ ἀντιληφθῶμεν τὰ τῆς διαχειρίσεως τῆς περιουσίας ἡμῶν, διότι μᾶς ἐζήτουν νὰ στείλωμεν τὰ δικαιολογητικὰ τῆς ἰθαγενείας μας εἰς τὴν Ἄγκυραν καὶ ἐκεῖ μετὰ πολλὰς διατυπώσεις νὰ κριθῇ κατὰ τὴν κρίσιν τῆς ἁρμοδίας ὑπηρεσίας ἡ ὑπηκοότης μας καὶ ἂν ἤθελε κριθῆ ὡς μὴ ἐπιλήψιμος ἡ παραμονή μας ἐκεῖ, τότε ἐπεκυροῦντο τὰ διαβατήριά μας. Ἐξ ἄλλου ἐβλέπομεν τοιούτους Μουσουλμάνους τῶν διαφόρων κατηγοριῶν, ἀλλὰ καὶ Μουσουλμάνους ἐκ τῶν ἀνταλλαξίμων ἀκόμη νὰ ἔρχωνται ἐν Ἑλλάδι καὶ νὰ ἐμπορεύωνται ἐλευθέρως. Δὲν εἶναι σφάλμα βεβαίως τῶν Ἑλληνικῶν Κυβερνήσεων αὐτό, ἀλλ’ ὀφείλεται εἰς τὴν δυσκολίαν τῆς ἐξευρέσεως τῆς ἰδιότητος ἑνὸς Τούρκου, ἂν εἶναι δηλαδὴ ἀνταλλάξιμος ἢ μή, ἐνῷ ἡμεῖς εἴμεθα πολὺ γνωστότεροι καὶ λόγῳ τῆς ὑπάρξεως καὶ λόγῳ τῶν διατυπώσεων, τὰς ὁποίας μετὰ πολλῆς αὐστηρότητος ἀπαιτεῖ ἡ Τουρκικὴ Κυβέρνησις. Ἡμεῖς εἰς αὐτὰ τὰ ζητήματα εἴμεθα ὀλίγον ἐλαστικώτεροι. Πρὸ τῆς τοιαύτης καταστάσεως, δημοσιευθέντος καὶ τοῦ νόμου περὶ ἀντιποίνων καὶ μετὰ τὴν διαρρύθμισιν τοῦ ζητήματος τῶν établis τῆς Κωνσταντινουπόλεως καὶ τῆς Δυτικῆς Θράκης ὑπὸ τοῦ Δικαστηρίου τῆς Χάγης, ὑπεγράφησαν αἱ πρῶται συμφωνίαι μεταξὺ τοῦ ἐκ Καβάλλας ἀξιοτίμου βουλευτοῦ κ. Ἐξηντάρη καὶ τοῦ Χαμδῆ βέης, γνωσταὶ ὑπὸ τὸ ὄνομα συμφωνίαι Ἐξηντάρη–Ρουσδῆ, διὰ τῶν ὁποίων ἐκανονίζοντο ἀφ’ ἑνὸς μὲν τὰ ζητήματα τῶν μὴ ἀνταλλαξίμων, ἀφ’ ἑτέρου δὲ τὰ ζητήματα μόνον Ἑλλήνων ὑπηκόων Χριστιανῶν καὶ Τούρκων ὑπηκόων Μουσουλμάνων. Ἐπὶ τῶν συμφωνιῶν αὐτῶν κατὰ πρῶτον τρεῖς γενικὰς παρατηρήσεις θὰ ἤθελον νὰ ἐπιφέρω. Δὲν μοὶ φαίνεται ὅτι ἦτο ἀνάγκη νὰ γίνῃ τροποποίησις τοῦ ἄρθρου 2 τῆς συμβάσεως περὶ ἀνταλλαγῆς ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἰδιότητα τοῦ ἐγκατεστημένου Ἕλληνος ἐν Κωνσταντινουπόλει καὶ τοῦ ἐγκατεστημένου Μουσουλμάνου ἐν τῇ Δυτικῇ Θράκῃ, μετὰ τὴν ὕπαρξιν μάλιστα τῆς ἀποφάσεως τοῦ Μικτοῦ Δικαστηρίου τῆς Χάγης, τὸ ὁποῖον λέγει ποῖοι νοοῦνται ἐγκατεστημένοι. Ὅτι δηλαδὴ δὲν ἀπαιτεῖται μόνιμος ἐγκατάστασις, ἀλλ’ ἁπλῆ τοιαύτη, ἀποδεικνυομένη δι’ οἱουδήποτε μέσου καὶ ὡς μόνον ἀποδεικτικὸν ἀπῃτεῖτο ἡ μεταδημότευσις. Τὸ ἄρθρον 2 λέγει (ἀναγινώσκει): «Θέλουσι θεωρηθῆ ὡς κάτοικοι τῆς Κωνσταντινουπόλεως.... κλπ.» Ἐφόσον δὲν ὑπάρχει διάκρισις ἡμερομηνιῶν εἰς τὴν δευτέραν ταύτην παράγραφον, πρέπει νὰ θεωρήσωμεν ὅτι ἡ ἐγκατάστασις διὰ τὸν Μουσουλμάνον ἐν τῇ Δυτικῇ Θράκῃ ἔπρεπε νὰ εἶναι προγενεστέρα τῆς 30ῆς Ὀκτωβρίου 1918, ὅπως ἀπαιτεῖται τοῦτο εἰς τὴν πρώτην παράγραφον διὰ τοὺς Ἕλληνας κατοίκους τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Παρὰ ταῦτα ἡ συμφωνία ἡ ὑπογραφεῖσα κατὰ Ἰούνιον τοῦ 1925 ἐν Ἀγκύρᾳ λέγει (ἀναγινώσκει): «Ὅλοι οἱ Μουσουλμάνοι τῆς Δυτικῆς Θράκης.... κλπ.». Δηλαδὴ οἱ Μουσουλμάνοι οἱ ὁποῖοι εὑρέθησαν εἰς τὴν Δυτικὴν Θράκην μετὰ τὴν συνθήκην....
§30Γ. ΕΞΗΝΤΑΡΗΣ. Οὔτε εἷς Μουσουλμάνος δὲν εὑρέθη εἰς τὴν Δυτικὴν Θράκην.
§31Λ. ΚΥΒΕΤΟΣ. Εἶναι πολλοὶ Μουσουλμάνοι, οἱ ὁποῖοι φεύγοντες ἀπὸ τὴν Μακεδονίαν καὶ τὴν Ἤπειρον διήρχοντο πρὸς τὴν Θράκην καὶ ἐκεῖ ἐγκαθίσταντο. Ἄλλως τε, ἂν δὲν ὑπάρχῃ οὔτε εἷς, δὲν ὑπάρχει κανεὶς λόγος νὰ γίνῃ αὐτὴ ἡ διάκρισις. Ἐπίσης ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἑρμηνείαν τοῦ ὅρου établis, ἡ ἁπλῆ παρουσία, κατὰ τὴν ἡμερομηνίαν ἐκείνην καὶ ὄχι ἐγκατάστασις, εἴτε οἰκονομική, εἴτε οἰκογενειακή, μοὶ φαίνεται ὅτι εἶναι ἄνισος ἀπέναντι τῶν Ἑλλήνων, διότι ἔχομεν τὴν μεταβολὴν τῆς προθεσμίας τοῦ 1923. Καὶ εἶναι γνωστὸν ὅτι κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ πολέμου κατεχομένης τῆς Μακεδονίας ὑπὸ τῆς Ἑλλάδος, εἶχον μεταβῆ εἰς τὴν Τουρκίαν καὶ ἐγκατεστάθησαν εἰς τὴν Ἀνατολικὴν καὶ Δυτικὴν Θράκην, αἱ ὁποῖαι κατὰ ἓν μέρος τοὐλάχιστον κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἦσαν κατειλημμέναι ὑπὸ τῶν Τούρκων. Λοιπὸν ὅταν ἐπῆγεν ὁ Ἑλληνικὸς Στρατὸς εἰς τὰ 1920 καὶ κατέλαβε τὴν Δυτικὴν Θράκην καὶ μέρος τῆς Ἀνατολικῆς, δὲν τοὺς παρεσχέθη ἡ εὐκολία νὰ φύγουν καὶ νὰ ὑπάγουν ἀλλοῦ, διότι ἡ Κωνσταντινούπολις ἦτο κατειλημμένη τότε ἀπὸ τοὺς Συμμάχους καὶ ἡ Μικρὰ Ἀσία ἀπὸ ἡμᾶς, ἐλάχιστοι δὲ ἐξ αὐτῶν τότε διέδραμον εἰς τὴν ἀπέναντι ὄχθην, εἰς τὰ βορειοδυτικὰ μέρη τῆς Μικρᾶς Ἀσίας. Ἡ μεγάλης ὅμως πλειονότης τῶν κατοίκων τῆς Ἀν. καὶ τῆς Δ. Θράκης παραμένει ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης καὶ μέχρι σήμερον ἀκόμη ἐκεῖ, καθὼς καὶ οἱ κάτοικοι τῆς Μακεδονίας, οἱ ὁποῖοι εἶχον ἀναχωρήσει ἀπὸ τοῦ 1914 καὶ ἐντεῦθεν καὶ ἐγκατεστάθησαν ἐν Θράκῃ. Ἡ πρώτη συμφωνία ἡ ὑπογραφεῖσα τῷ 1925 καὶ ἡ σημερινὴ παρεκλίνουσι καὶ αἱ δύο ἐκ τῶν ὅρων, τοὺς ὁποίους θέτουσιν αἱ συνθῆκαι περὶ εἰρήνης, τῆς διαφυλάξεως δηλαδὴ τῶν δικαιωμάτων τῶν περιουσιῶν τῶν Ἑλλήνων ὑπηκόων ἐν Τουρκίᾳ καὶ τῶν Τούρκων ὑπηκόων ἐν Ἑλλάδι, ἀλλὰ καὶ τῶν περὶ ἰδιοκτησίας διατάξεων τοῦ Συντάγματος, καθόσον δι’ ὑποχρεώσεις ὄχι ἰδικάς των οἱ Ἕλληνες ὑπήκοοι τῆς Τουρκίας ὀφείλουν νὰ ἀποζημιωθοῦν τῆς περιουσίας αὐτῶν, ἐπίσης δὲ δι’ ὑποχρεώσεις ὄχι ἰδικάς των, ἀλλ’ ὑποχρεώσεις τῆς Τουρκικῆς Πολιτείας, ὅπως οἱ πρῶτοι τῆς Ἑλληνικῆς Πολιτείας, ὀφείλουν νὰ ἀποζημιωθοῦν τῆς ἰδικῆς των περιουσίας καὶ οἱ Τοῦρκοι. Αὐτὴ ἡ διάταξις εἶναι πολὺ δυσμενεστέρα διὰ τοὺς ἐκ Τουρκίας Ἕλληνας, διότι ὅπως γνωρίζετε, ἐλάχιστον τῆς ἀκινήτου αὐτῶν περιουσίας μέρος, ἰδίᾳ εἰς τὰ παράλια τῆς Σμύρνης, εὑρεθὲν ἐσώθη ἢ μέγα μέρος τῆς ἀκινήτου αὐτῶν περιουσίας ἔχει καταστραφῆ. Ἡ κινητὴ αὐτῶν περιουσία σχεδὸν ἔχει ἐξαφανισθῆ καὶ δὲν ἀπομένουν παρὰ ψιχία τινα, τὰ ὁποῖα καλοῦνται σήμερον οἱ ἴδιοι νὰ θυσιάσουν ὑπὲρ τῆς κοινῆς Πατρίδος. Βεβαίως οἱ πολῖται Ἕλληνες οἱ ἐγκατεστημένοι καὶ ἔχοντες περιουσίαν εἰς Μικρὰν Ἀσίαν καὶ Θράκην, ὑφιστάμενοι τὰς συνεπείας τῶν συμφωνιῶν αὐτῶν, πρῶτοι αὐτοὶ θέλουν νὰ συντελέσωσι—διότι καὶ συμφέρον των εἶναι— εἰς τὴν ἀποκατάστασιν ὁμαλῶν φιλικῶν σχέσεων μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας. Φοβοῦνται ὅμως διὰ τὴν ἀνυπαρξίαν οἱασδήποτε πλέον περιουσίας Ἑλληνικῆς ἐν Τουρκίᾳ καὶ διὰ τὴν ἀνυπαρξίαν ἐπίσης οἱασδήποτε περιουσίας Τούρκων ἐν Ἑλλάδι, ἐκτὸς τῆς Δυτικῆς Θράκης. Διὰ τῆς ἐλλείψεως ἐνδιαφέροντος τῶν Ἑλλήνων ἐν Τουρκίᾳ, δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποκατασταθῶσιν αἱ ἐμπορικαὶ σχέσεις καὶ αἱ οἰκονομικαὶ ἐν γένει μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας, αἱ ὁποῖαι συνεισφέρουσι φυσικὰ τὰς φιλικὰς πολιτικὰς σχέσεις. Ὅταν 500 ἕως 800 ἐπὶ παραδείγματι ἔχοντες περιουσίαν ἀκίνητον ἐν Σμύρνῃ δυνηθῶσι νὰ λάβωσι κατοχὴν τῶν κτημάτων των καὶ νὰ ἐγκατασταθῶσιν ἐκεῖ, θὰ δυνηθῶσι νὰ προσλάβωσι καὶ Ἕλληνας μὴ ὄντας προηγουμένως ἐγκατεστημένους ἐκεῖ, ἐν Μικρᾷ Ἀσίᾳ, Ἕλληνας ἐκ τῆς Παλαιᾶς καὶ τῆς Νέας Ἑλλάδος, εἴτε ὡς ὑπαλλήλους, εἴτε ὡς συνεργάτας, εἴτε θὰ χρησιμοποιήσωσι τὰ ἀκίνητά των ὡς ἐμπόριον καὶ θὰ δυνηθῶσι νὰ συνάψουν σχέσεις μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας. Ὅταν ὅμως καὶ ὁ πυρὴν αὐτὸς σβύσῃ ἀπὸ τὴν Τουρκίαν, δὲν βλέπω πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτρέπῃ σήμερον τὴν ὁμαλότητα τῶν σχέσεων, διὰ τὴν ὁποίαν κοπτόμεθα σήμερον. Ἀφ’ ἑτέρου δὲν νομίζω ὅτι εἶναι δίκαιον τὰς συνεπείας μιᾶς πολιτικῆς, εἴτε διαφόρου πολιτικῆς, εἴτε τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Κράτους, λόγῳ ἀδυναμίας πρὸς παροχήν, πρὸς ἀπόδοσιν ὡρισμένων Τουρκικῶν ἀκινήτων διὰ λόγους κοινωνικῆς ἀνάγκης καταληφθέντων καὶ χρησιμοποιηθέντων, νὰ πληρώσουν μόνον ἐκεῖνοι οἱ Ἕλληνες πολῖται οἱ Παλαιοελλαδῖται, διότι ἔτυχον νὰ ἔχωσι κτήματα ἐν Μικρᾷ Ἀσίᾳ καὶ Θράκῃ καὶ νὰ μὴ περιληφθῶσιν εἰς τὰς ὑποχρεώσεις αὐτὰς ὄχι μόνον αὐτοὶ οἱ Ἕλληνες πολῖται, ἀλλὰ καὶ οἱ ἄλλοι Ἕλληνες πολῖται, οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν εἰς τὰ λοιπὰ μέρη τῆς Ἑλλάδος. Νομίζω ὅτι δικαιοτέρα λύσις θὰ ἦτο, ἀσχέτως τῆς ὑπογραφῆς τῶν συμφωνιῶν αὐτῶν, διότι εἶναι ζήτημα τὸ ὁποῖον δὲν ἐνδιαφέρει τὴν Τουρκίαν, νὰ ἐπιβαρυνθῶσιν ὅλοι οἱ κτηματίαι, ἀναλόγως, οἱ ἔχοντες περιουσίαν ἐν Ἑλλάδι, εἰς τὴν κατάστασιν δὲ νὰ περιληφθῶσι καὶ οἱ κτηματίαι οἱ ἔχοντες περιουσίας ἐν Τουρκίᾳ. Ὡρισμένως ὡς Ἕλλην ὁ ὁποῖος ἔχει γεννηθῆ ἐν Τουρκίᾳ καὶ ὡς ἐκπρόσωπος, κατὰ τεκμήριον τοὐλάχιστον ἱκανοῦ ἀριθμοῦ Ἑλλήνων πολιτῶν, οἱ ὁποῖοι κατεστράφησαν ἐν Τουρκίᾳ καὶ ἔχουν ἀκίνητα ἐν Τουρκίᾳ, νομίζω ὅτι ὀφείλω νὰ διαμαρτυρηθῶ ἐντόνως διὰ τὴν παραβίασιν αὐτὴν τῶν δικαιωμάτων τῆς ἰδιοκτησίας ἐπὶ τῶν κτημάτων ἐν Τουρκίᾳ καὶ διὰ τὰς ὑποχρεώσεις τὰς ὁποίας ἐπιβάλλει εἰς αὐτὰς τὸ Κράτος νὰ πληρώσωσιν αὐτοὶ καὶ μόνον τὰς κρατικὰς ὑποχρεώσεις. Ἂν νῦν θελήσωμεν νὰ συγκρίνωμεν τὰς δύο συμφωνίας, τὴν μίαν τοῦ Ἰουλίου 1925 καὶ τὴν ἄλλην τοῦ 1926, βεβαίως θὰ εἴπωμεν ὅτι ἡ δευτέρα συμφωνία εἶναι καταθλιπτικωτέρα τῆς πρώτης, καίτοι ὑπάρχουν εἰς τὴν πρώτην συμφωνίαν ὡρισμένα σημεῖα, τὰ ὁποῖα θὰ ἔπρεπε νὰ λείψουν, διότι εἶναι δυσμενέστερα ἀπὸ τῆς δευτέρας. Ἀλλ’ ἐφόσον πρόκειται περὶ ἱστορίας ἁπλῆς, νομίζω ὅτι εἶναι περιττὸν νὰ σᾶς κουράσω περὶ αὐτῶν. Διὰ τὰς συμφωνίας τὰς τελευταίας, αἱ ὁποῖαι ὑποβάλλονται ὑπὸ τὴν κρίσιν μας, τὰς ὑπογραφείσας, πρὶν εἰσέλθω εἰς τὴν ἐξέτασιν αὐτῶν, θὰ ἤθελον νὰ δώσω μίαν ἀπάντησιν εἰς τὴν εἰσήγησιν τοῦ φίλου μου ἐκ Καβάλλας βουλευτοῦ κ. Ἐξηντάρη, ὅσον ἀφορᾷ τὴν μὴ ἐπικύρωσιν τῶν συμφωνιῶν ἐκείνων ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως Παγκάλου. Δὲν εἶμαι βεβαίως ἐγὼ ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος θὰ ὑπεραμυνθῶ καθ’ οἱονδήποτε τρόπον εἰς οἱονδήποτε σημεῖον τῆς ἐνεργείας αὐτῆς τῆς Κυβερνήσεως Παγκάλου, ἐφόσον ἐπρόκειτο περὶ συμφωνιῶν τὰς ὁποίας ἡμεῖς οἱ ἐνδιαφερόμενοι Ἕλληνες πολῖται κτηματίαι δὲν δεχόμεθα ὡς συμφερούσας ἢ διὰ τὰς ὁποίας διετυπώσαμεν ὡρισμένας διαμαρτυρίας καὶ διὰ τὰς ὁποίας ἅμα τῷ σχηματισμῷ τῆς Κυβερνήσεως Παγκάλου μετ’ ἄλλων ἰδιοκτητῶν μετέβημεν παρὰ τῷ Ὑπουργῷ τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ ἐζητήσαμεν νὰ μὴ ἐπικυρώσῃ τὰς συμφωνίας αὐτὰς πρὶν ἢ τὰς μελετήσωμεν καὶ τὰς ἴδωμεν καὶ ἡμεῖς. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἰσχυρισθῶμεν ὅτι ἐχειροτέρευσεν ἡ κατάστασις, διότι δὲν ἠθέλησεν ἡ τότε Κυβέρνησις νὰ ἐπικυρώσῃ τὰς συμφωνίας. Μὴ λησμονῶμεν δὲ ὅτι τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν ἦτο διατεθειμένη ἡ Τουρκία νὰ ὑπογράψῃ καὶ ἐπικυρώσῃ τὰς συμφωνίας αὐτάς, δὲν εἶχεν ἀποβληθῆ ὁ κοινοβουλευτικὸς μανδύας ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν Παγκάλου, διότι ὑπῆρχε τὸ Διάταγμα συγκλήσεως τῶν ἐκλογέων πρὸς ἐκλογὴν νέας Βουλῆς καὶ συνεπῶς δὲν εἶχεν ἐκδηλωθῆ ἀκόμη ἡ πρόθεσίς του πρὸς δικτατορίαν καὶ δὲν ἠδυνάμεθα ὡς ἐκ τούτου νὰ ἀξιώσωμεν ὅτι ἔπρεπε τὴν ἐποχὴν ἐκείνην νὰ κάμῃ Ν. Διατάγματα διὰ τῶν ὁποίων νὰ ἐπικυρώσῃ συμφωνίας, ἐκ τῶν ὁποίων νὰ ζημιωθῶμεν ἡμεῖς οἱ Ἕλληνες πολῖται. Καὶ προκειμένου περὶ τῶν Ἑλληνικῶν ζητημάτων δὲν λέγομεν ὅτι δὲν ἐδικαιοῦτο νὰ ἐκδίδῃ Ν. Διατάγματα, ὅπως ἐπίσης νομίζομεν ὅτι κακῶς ἔπραξεν ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ὄχι πλέον μὴ οὔσης δικτατορίας, ἀλλὰ καὶ μετὰ τὴν διενέργειαν τῶν ἐκλογῶν καὶ μετὰ τὴν σύγκλησιν τῆς Βουλῆς καὶ τὸν ὁρισμὸν ἡμέρας πρὸς ἐκλογὴν τοῦ Προεδρείου, προέβη, ὑπὸ παραίτησιν εὑρισκομένη, εἰς τὴν ἐπικύρωσιν τῶν συμφωνιῶν ἐκείνων, ἐκτὸς ἂν θελήσωμεν νὰ εἴπωμεν ὅτι ἠθέλησεν αὐτὴ νὰ ἀναλάβῃ τὴν εὐθύνην τῆς ὑπογραφῆς καὶ νὰ ἀφήσῃ ἐλεύθερον τὸ ἔδαφος εἰς τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν.
§32ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὁ κ. Ἀργυρόπουλος εἶχε λάβει τὴν γνώμην τῶν ἀρχηγῶν.
§33Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγνωρίζομεν ὅτι ὑπῆρχεν ἐδῶ μία Βουλὴ καὶ ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη δὲν ἐξεπροσώπει τὸ Κράτος.
§34Λ. ΚΥΒΕΤΟΣ. Ἂν ἐξετάσωμεν νῦν εἰδικῶς τὰς συμφωνίας, αἱ ὁποῖαι ὑποβάλλονται πρὸς κύρωσιν, πρέπει νὰ κάμωμεν τὴν ἑξῆς παρατήρησιν ἐν γενικαῖς γραμμαῖς, διὰ νὰ μὴ ἀπασχολήσω περισσότερον τὴν Βουλήν. Ὡς βάσις τῶν συμφωνιῶν αὐτῶν ἐτέθη ἡ ἀπόδοσις ὅσον τὸ δυνατὸν περισσοτέρων κτημάτων Μουσουλμανικῶν καὶ ἡ ἀποζημίωσις τῶν δικαιούχων μὲ τὴν πραγματικὴν σήμερον ἀγοραίαν ἀξίαν τῶν κτημάτων αὐτῶν διὰ τὰ ὑπόλοιπα. Αὐτὸ λέγει ὅτι, ἂν ἔχῃ γίνει πώλησις ἄλλου κτήματος παραπλησίου ἐδῶ εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἐκείνη ἡ τιμὴ θὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ὅπως κρίνωμεν καὶ ποία εἶναι ἡ ἀξία τοῦ Μουσουλμανικοῦ κτήματος τοῦ ἐξαγοραζομένου. Καὶ ἂν θελήσωμεν νὰ ἴδωμεν ποία εἶναι ἡ ἀξία τοῦ Ἑλληνικοῦ κτήματος τοῦ εὑρισκομένου ἐν Τουρκίᾳ, τὸ ὁποῖον θὰ συμψηφισθῇ, θὰ ἐξετάσωμεν τὴν τιμὴν τὴν ὁποίαν ἀπέκτησε κάποιος ἄλλος πολίτης θέλων νὰ ἐκποιήσῃ τὸ κτῆμά του ἐν Τουρκίᾳ. Δὲν θὰ καινοτομίσω ἂν εἴπω ὅτι ἐδῶ εἰς τὴν Ἑλλάδα λόγῳ τῆς ζωῆς τοσούτου ἀριθμοῦ προσφύγων, ὑπάρχει μεγάλη ζήτησις γαιῶν καὶ ἀγρῶν, ἐνῷ ἐν Τουρκίᾳ τοὐναντίον λόγῳ τῆς μεγάλης ἐκποιήσεως τῶν γαιῶν καὶ πρίν, ἀλλὰ καὶ σήμερον, ὅπου εὑρίσκεται μέγα μέρος τοῦ χριστιανικοῦ πληθυσμοῦ, εἶναι ἀζήτητα τὰ ἀγροτικὰ κτήματα. Ὅσον ἀφορᾷ τὰ ἀστικὰ ἴσως θὰ ἠδύνατο νὰ εἴπῃ τις ὅτι δύο ἢ τρεῖς πόλεις, ἰδίως εἰς τὴν Σμύρνην ὅπου ἔγινεν ἡ πυρκαϊὰ καὶ εἶναι ὀλιγώτερα τὰ κτήματα, ὑπάρχει περισσοτέρα ζήτησις. Ἀλλὰ δι’ ὅλα τὰ ἄλλα μέρη δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ὅτι ὑπάρχει ἰσότης μεταξὺ τῆς ἀγοραίας ἀξίας τῶν Τουρκικῶν καὶ τῶν Ἑλληνικῶν κτημάτων. Ἂν θελήσωμεν νὰ παραβῶμεν τὴν βάσιν διὰ τὰ οἰκόπεδα Σμύρνης καὶ Θεσσαλονίκης, τότε περιπίπτομεν εἰς μίαν ἐπικίνδυνον διατύπωσιν, ἡ ὁποία θὰ στοιχίσῃ χιλιάδας λιρῶν καὶ ἑκατομμύρια δραχμῶν διὰ τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος ἢ μᾶλλον εἰς τοὺς Ἕλληνας ἰδιοκτήτας. Διότι καθορίζεται εἰδικῶς προκειμένου διὰ τὰ οἰκόπεδα Σμύρνης καὶ Θεσσαλονίκης ἡ τιμὴ τῆς διὰ πλειστηριασμοῦ ἐκποιήσεως. Γνωρίζομεν πολὺ καλά, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι εἰς τὴν Θεσσαλονίκην ἔφθασε νὰ πωληθῇ τὸ τετραγωνικὸν μέτρον καὶ μέχρι 1000 δραχμάς.
§35Ι. ΚΑΛΟΓΕΡΑΣ. Μόνον 1000; 4,000 δύναμαι νὰ σᾶς εἴπω.
§36Λ. ΚΥΒΕΤΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ὑπάρχει ἓν παράδειγμα κατὰ τὸ ὁποῖον ἐν Σμύρνῃ οἰκόπεδα τῆς προκατόχου ζώνης ἐπωλήθησαν διὰ πλειστηριασμοῦ — διότι ἔγιναν εἰκονικοὶ πλειστηριασμοί — λόγῳ ἐλλείψεως τοῦ συναγωνισμοῦ, δικαιολογημένου ἐκ τοῦ γεγονότος ὅτι δὲν ἔγινεν εἰσέτι τὸ σχέδιον τῆς πόλεως καὶ πιθανὸν ὁ ἀγοραστὴς νὰ εὑρεθῇ μὲ ρυμοτομίαν σχεδίου, τὴν ὁποίαν θὰ κάμῃ ὁ ἴδιος. Ἀκόμη δὲ τὰ ἐρείπια ὑφίστανται ἐκεῖ καὶ διαπράττονται καθ’ ἡμέραν λῃστεῖαι εἰς βάρος ἐκείνων οἱ ὁποῖοι θὰ τολμήσωσι νὰ διέλθωσι διὰ τῶν ἐρειπίων τούτων. Λοιπὸν αὐτὴ ἡ βάσις θὰ μᾶς ἀγάγῃ εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι ἡ Μουσουλμανικὴ περιουσία ἡ μὴ ἀποδόσιμος εἶναι πολὺ μικροτέρα ἀπὸ τὴν Ἑλληνικὴν περιουσίαν τὴν εὑρισκομένην εἰς Τουρκίαν. Θὰ καταλήξωμεν εἰς τὸ δυσάρεστον συμπέρασμα ἡμεῖς νὰ εἴμεθα χρεῶσται εἰς τὸ τέλος, νὰ ἀφαιρεθῶσιν ὅλοι οἱ ἐν Ἑλλάδι περιορισμοὶ ἐπὶ ἀκινήτων καὶ νὰ φθάσωμεν εἰς τὰ κινητὰ καὶ ἴσως νὰ χρειασθῶμεν ἀκόμη νὰ δώσωμεν καὶ ἄλλας 500,000 λιρῶν Ἀγγλίας διὰ νὰ ἐξοικονομίσωμεν τὰς πιστοχρεώσεις μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας. Ὡμίλησα περὶ τῆς κινητῆς περιουσίας. Καὶ πράγματι τὸ ἄρθρον 11 τῆς ὑπογραφείσης συμφωνίας ἔχει μίαν διάταξιν, ἡ ὁποία ὑπούλως περιλαμβάνει καὶ τὴν κινητὴν περιουσίαν. Ἐφόσον θὰ ἀναφερθῶμεν εἰς τὸ ἄρθρον 11, θὰ ἴδωμεν ὅτι καὶ αὐτὸ τὸ ἄρθρον ἀνατρέπει ἐπίσης τὴν βάσιν τὴν ὁποίαν ἔχει θέσει ἡ ὡς ἄνω σύμβασις, προκειμένου περὶ τῆς ἀξίας τὴν ὁποίαν ἔχουν τὰ κτήματα τὰ ἀγροτικά, διότι, ἐνῷ ἡ 9η Δήλωσις μᾶς λέγει ὅτι δὲν θὰ ἀποδοθῶσιν αἱ περιουσίαι τῶν Μουσουλμάνων, ἐδῶ τὸ ἄρθρον 11 καθορίζει ὅτι (ἀναγινώσκει): «Τὰ ἀπαλλοτριωθέντα κτήματα.... κλπ.» Ἐδῶ δημιουργεῖται μία προνομιοῦχος τάξις εἰς βάρος τῆς ἰδικῆς μας περιουσίας, ἡ τάξις τῶν Μουσουλμάνων μὴ ἀνταλλαξίμων, οἱ ὁποῖοι εἶχον ἀκίνητα κτήματα ἐν Ἑλλάδι. Αὐτοὶ δὲν θὰ λάβουν τὴν ἀξίαν, τὴν ὁποίαν ἔχουν τὰ κτήματά των σήμερον, μετὰ τὰς γενομένας ἀπαλλοτριώσεις, ἀλλὰ θὰ λάβουν τὴν ἀξίαν, τὴν ὁποίαν θὰ εἶχον ἂν δὲν ἐγίνοντο αἱ ἀπαλλοτριώσεις αὐταί. Προκειμένου διὰ τὰ ἀστικὰ ἀκίνητα προβλέπει, τὸ Παράρτημα λεγόμενον, περὶ ἐκτιμήσεως ὅτι θὰ γίνῃ ἓν συνεργεῖον μικτὸν ἀπὸ ἕνα Ἕλληνα ἀντιπρόσωπον, ἕνα Τοῦρκον καὶ ἕνα οὐδέτερον καὶ θὰ ἀρχίσῃ νὰ ἐκτιμᾷ τὰ κτήματα τὰ Ἑλληνικὰ ἐν Τουρκίᾳ, ἕως ὅτου διὰ τῆς ἀξίας τῶν κτημάτων τούτων συμψηφισθῇ ἡ ἀξία τῶν μὴ ἀποδιδομένων Τουρκικῶν κτημάτων ἐν Ἑλλάδι. Ὡς βάσις δὲ τοῦ συμψηφισμοῦ τούτου, προκειμένου διὰ τὰ ἀστικὰ ἀκίνητα, τίθεται, ὡς εἶπον, ἡ σημερινὴ πραγματικὴ ἀγοραία ἀξία, ἐνῷ προκειμένου περὶ μιᾶς μόνης κατηγορίας κτημάτων καὶ μιᾶς μόνης περιπτώσεως, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ δικαιοῦται ἡ Τουρκία νὰ ἔχῃ τὴν ἐπιλογὴν τῆς τιμῆς, ἐφαρμόζεται ὁ Τουρκικὸς νόμος περὶ ἀξίας τῶν ἀκινήτων τῆς 5ης Φεβρουαρίου τοῦ 1909. Ὁ νόμος δηλαδὴ αὐτὸς καθώρισε διὰ τὰ ἀστικὰ ἀκίνητα ὅτι ἀναλόγως τοῦ εἰσοδήματος τὸ ὁποῖον ἀπέφερεν ἓν ἀκίνητον, τῆς ἀκαθαρίστου δηλαδὴ προσόδου, κανονίζεται καὶ ἡ ἀξία τοῦ κτήματος αὐτοῦ. Καὶ ἐγένετο πράγματι ἡ ἐκτίμησις τῶν μισθωμάτων, τὰ ὁποῖα εἰσεπράττοντο ἀπὸ τὰ διάφορα ἀκίνητα ἐν Τουρκίᾳ, ἡ δὲ ἐκτίμησις αὐτὴ ἐγένετο πρὸ τῶν Βαλκανικῶν πολέμων καὶ συνεπῶς καὶ τὰ ἀστικὰ Μουσουλμανικὰ κτήματα τὰ εὑρισκόμενα ἐν Ἑλλάδι ἔχουν ὑποστῆ τὴν τοιαύτην διαδικασίαν καὶ τὸ μίσθωμα τὸ ὁποῖον ἀνεφέρθη εἰς τοὺς φορολογικοὺς καταλόγους ἐπολλαπλασιάσθη ἐπὶ ἕνα ὡρισμένον συντελεστὴν ἐν σχέσει μὲ τὴν ποιότητα τοῦ κτήματος, ἂν ἦτο δηλαδὴ λιθόκτιστον ἢ ἐκ ξύλου καὶ εὑρέθη ἡ ἀξία τοῦ κτήματος ἡ ἀναγραφομένη εἰς τοὺς καταλόγους τοῦ 1911. Ἄν λοιπὸν αὐτὴ ἐτίθετο ὡς βάσις, θὰ εἴχομεν ἀναμφισβητήτως συμφέρον νὰ γίνῃ ἡ ἐκτίμησις ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νόμου τούτου, διότι καὶ ἂν κανεὶς ἐξ ἡμῶν εἶχε κατορθώσει διὰ πλαγίων μέσων νὰ ἐπιτύχῃ μείωσιν τῆς ἀξίας τοῦ ἀκινήτου αὐτοῦ ἢ τῆς ἀξίας τῶν εἰσοδημάτων του, θὰ ὑφίστατο τὰς συνεπείας τοῦ δόλου, τὸν ὁποῖον ἠθέλησε νὰ μετέλθῃ τότε. Ἀλλὰ δὲν μοὶ φαίνεται ὅτι θὰ εἶναι τόσοι πολλοὶ οἱ Ἕλληνες ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ κατώρθωναν διὰ τῶν πλαγίων αὐτῶν μέσων νὰ ἐπιτύχωσι τὴν μείωσιν τῆς φορολογίας τῶν κτημάτων αὐτῶν, ὅσοι θὰ ἦσαν οἱ Τοῦρκοι, οἱ ὁποῖοι ὄχι διὰ πλαγίων μέσων, ἀλλὰ μόνον λόγῳ τῆς ἰδιαιτέρας εὐνοίας, τῆς ὁποίας ἐτύγχανον ὑπὸ τοῦ Κράτους, θὰ ἐτύγχανον τοιαύτης χαμηλῆς τιμῆς. Μόνον εἰς τὴν περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν ἤθελεν εὑρεθῆ ὅτι ἐξετιμήθησαν τὰ κτήματα αὐτὰ ἐν τῇ πραγματικότητι εἰς ἀξίαν ἀνωτέραν τοῦ 110% δηλαδὴ τοῦ ἀναγραφομένου ἐν τοῖς φορολογικοῖς καταλόγοις, τότε μόνον δικαιοῦται ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις νὰ ἐξαιρέσῃ τὰ κτήματα αὐτά, καταβάλλουσα τὴν κατ’ ἐκτίμησιν ἀξίαν. Ἄν δηλαδὴ ἕν κτῆμα ἦτο ἐγγεγραμμένον εἰς τοὺς φορολογικοὺς καταλόγους ἀντὶ 1000 λιρῶν καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ τὸ ἐξετίμησε 2100, δηλαδὴ 1100 λίρας περισσότερον, δικαιοῦται ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις νὰ εἴπῃ ὅτι τὸ κτῆμα αὐτὸ δὲν τὸ θέλει διὰ 2000, ἀλλὰ μόνον διὰ 1000 λίρας. Ἐξαιρετικῶς διὰ τὴν περιφέρειαν τῶν Βρυούλων ἐδόθη τὸ δικαίωμα τοῦτο εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἐνῷ γενικῶς δὲν τὸ ἔχει τὸ δικαίωμα αὐτὸ ἡ Ἑλλάς. Προκειμένου ὅμως περὶ τοῦ συμψηφισμοῦ ἀκινήτων ἔπρεπε νὰ ἐξετάσωμεν καὶ ἕν ἄλλο ζήτημα· περὶ τοῦ τίνες εἶναι Ἕλληνες ὑπήκοοι ἀφ’ ἑνὸς καὶ τίνες Ὀθωμανοὶ ὑπήκοοι. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι εἰς τὴν συμφωνίαν αὐτὴν προβλέπεται ὅτι Ἕλληνες ὑπήκοοι εἶναι ἐκεῖνοι, τῶν ὁποίων ἡ ἰδιότης ἀνεγνωρίσθη ὑπὸ τῶν κατὰ τόπους Ἀρχῶν. Ὥστε διὰ τοῦ τρόπου αὐτοῦ κλείεται καὶ μία θύρα ἀμφισβητήσεως, διότι ἴσως εἶναι γνωστὸν εἰς ὑμᾶς ὅτι ἡ Τουρκία ἀμφισβητεῖ τὴν ἰδιότητα κάθε Ἕλληνος ὑπηκόου. Ὅταν ὅμως παρουσιάσῃ τις σήμερον τίτλον ἰδιοκτησίας, ἐν τῷ ὁποίῳ ἀναφέρεται ἡ ἰδιότης αὐτοῦ ὡς Ἕλληνος ὑπηκόου, δὲν δύναται νὰ γεννηθῇ πλέον ἀμφισβήτησις περὶ τῆς ὑπηκοότητος αὐτοῦ. Μόνον θὰ παρακαλέσωμεν τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν της ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, ἐκείνων, οἵτινες κατὰ πρώτην φορὰν ἀπέκτησαν ἰδιοκτησίαν κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς Ἑλληνικῆς κατοχῆς, διότι πολὺ δικαίως ἡ Τουρκία δὲν θὰ θελήσῃ νὰ ἀναγνωρίσῃ ἐκ μόνου τοῦ λόγου ὅτι ἀναγράφεται εἰς τὸν τίτλον τῆς ἰδιοκτησίας ἡ ἰδιότης τοῦ Ἕλληνος ὑπηκόου, ὅτι εἶναι πραγματικῶς Ἕλλην ὑπήκοος. Συναφὲς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι καὶ τὸ ζήτημα τῆς γεννέσεως τοῦ πλείστου ἀριθμοῦ μὴ ἀνταλλαξίμων Μουσουλμάνων, ἐκείνων δηλαδὴ οἱ ὁποῖοι εἶχον ἀναχωρήσει πρὸ τῆς 18ης Ὀκτωβρίου 1912. Δυστυχῶς καὶ ἐσχάτως ἀκόμη εἰς τὴν Θεσσαλονίκην ἔγινε μία δίκη, εἰς τὴν ὁποίαν ἀπεδείχθη ὅτι καὶ ἀνώτεροι διοικητικοὶ ὑπάλληλοι ἠνείχοντο εἰς τὴν ἔκδοσιν πλαστῶν πιστοποιητικῶν περὶ τῆς μὴ ἀνταλλαξιμότητος Μουσουλμάνων. Δυστυχῶς, λέγω, καὶ λόγῳ τῆς δυσκολίας τῆς ἐξακριβώσεως τοῦ γεγονότος τοῦ ἂν κάποιος Μουσουλμάνος εἶχεν ἀναχωρήσει ἀπὸ τὴν Μακεδονίαν πρὸ τῆς 18ης Ὀκτωβρίου 1912 καὶ λόγῳ διαφόρων ἄλλων μέσων, τὰ ὁποῖα μεταχειρίζονται ἑκάστοτε οἱ ἐνδιαφερόμενοι κατωρθώθη ὑπὸ τῆς Μικτῆς Ἐπιτροπῆς ἀνταλλαγῆς, συμπραττούσης δυστυχῶς καὶ τῆς Ἑλληνικῆς ἀντιπροσωπείας, νὰ ἀναγνωρισθῶσιν 119 οἰκογένειαι Μουσουλμανικαὶ ὡς μὴ ἀνταλλάξιμοι. Αἱ 119 αὐταὶ οἰκογένειαι δὲν εἶναι μόνον 119 ἄτομα, ἀλλ’ ἴσως ὑπερβαίνουν καὶ τὰ 1009 καὶ ἴσως οὗτοι κατέχουν τὸ ⅓ τῆς Μουσουλμανικῆς περιουσίας ἐν Μακεδονίᾳ. Κάποιος ἐξ αὐτῶν τῶν 119 παρουσιάσθη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Γεωργίας καὶ δυνάμει ἑνὸς πιστοποιητικοῦ τῆς Μικτῆς Ἐπιτροπῆς τῆς ἀνταλλαγῆς ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολιν, βεβαιούσης ὅτι δὲν εἶναι ἀνταλλάξιμος, ἐζήτησε τὴν ἀπόδοσιν τῆς περιουσίας του. Ἐξεπλάγησαν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Γεωργίας, διότι εἶχον γνῶσιν ὅτι ἐπανειλημμένως εἶχον ζητηθῆ τοιαῦτα πιστοποιητικὰ παρ’ Ἑλλήνων μὴ ἀνταλλαξίμων Ὀθωμανῶν ὑπηκόων, ἀναχωρησάντων πολὺ πρὸ τοῦ 1912 ἐκ Τουρκίας καὶ ἐγκατασταθέντων ἐδῶ, γνωστοτάτων καὶ ἡ Μικτὴ Ἐπιτροπὴ τῆς ἀνταλλαγῆς εἶχεν ἀπαντήσει ὅτι εἶναι Ἐπιτροπὴ πιστοποιοῦσα τὴν ἀνταλλαγὴν καὶ ὄχι τὴν μὴ ἀνταλλαγήν. Ὅταν λοιπὸν παρουσιάσθη αὐτὸς εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Γεωργίας, ἠρεύνησαν εἰς τὰ βιβλία των καὶ εὑρῆκαν ὅτι αὐτὸς ὁ ὁποῖος ἐζήτει τὴν ἀναγνώρισίν του ὡς μὴ ἀνταλλαξίμου καὶ τὴν ἀπόδοσιν τῶν κτημάτων ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀναγνωρίσεως τῆς Μικτῆς Ἐπιτροπῆς, δὲν ἦτο πραγματικῶς μὴ ἀνταλλάξιμος, ἀλλ’ ὅτι καὶ εἰς τὰ 1921 ἀκόμη εὑρίσκετο ἐδῶ εἰς τὴν Ἑλλάδα ἐγκατεστημένος καὶ εἶχεν ἀσκήσει καὶ τὰ πολιτικά του δικαιώματα κατὰ τὰς ἐκλογὰς δίς.
§37Γ. ΚΑΛΔΗΣ. Εἶναι ὑποχρεωτικαί, κ. συνάδελφε, αἱ ἀποφάσεις αὐταὶ τῆς Ἐπιτροπῆς;
§38Λ. ΚΥΒΕΤΟΣ. Δυστυχῶς ὑποχρεωτικαί, ἀλλὰ δικαιοῦται νὰ τὰς ἀναθεωρήσῃ ἡ Μικτὴ Ἐπιτροπὴ, ἂν προσαχθῶσιν ὑπὸ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἀποδείξεις ἰσχυραί. Λοιπὸν ἔρχεται ἡ ἀξίωσις τῆς Τουρκικῆς Κυβερνήσεως περὶ ἀναγνωρίσεως αὐτῶν τῶν 119. Ἐγένετο ἔλεγχος ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Γεωργίας δι’ αὐτοὺς τοὺς 119 ὅταν ἔλαβε γνῶσιν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις καὶ ἐξ αὐτῶν ἀνεγνωρίσθησαν 32 ἐν ὅλῳ μόνον, οἱ δὲ ἄλλοι 86 ἀπεδείχθη ὅτι ἦσαν ἀνταλλάξιμοι καὶ ὅτι κακῶς ἔλαβον τὰ πιστοποιητικὰ παρὰ τῆς Μικτῆς Ἐπιτροπῆς τῆς Ἀνταλαγῆς.
§39ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Θὰ σᾶς εἴπω μίαν περίπτωσιν ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ. Μεταξὺ τῶν 119 ὑπάρχουν καὶ Τοῦρκοι, οἱ ὁποῖοι κατὰ τὸ 1917–1918 ἐπέστρεψαν ἀπὸ τὴν Τουρκίαν εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ ἔκαμαν δήλωσιν Ἑλληνικῆς ὑπηκοότητος, κατέλαβον δὲ τὰ κτήματά του καὶ σήμερον οἱ ἴδιοι παρουσιάζονται ὡς μὴ ἀνταλλάξιμοι.
§40Λ. ΚΥΒΕΤΟΣ. Ὄχι μόνον αὐτοί, ἀλλ’ ὑπάρχει πρόσωπον τὸ ὁποῖον ἐπέστρεψε τὸ 1924 ἀπὸ τὸν Βόλον. Καὶ αὐτὸ περιλαμβάνεται εἰς τοὺς 119 τοὺς ἠμφισβητημένους ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Γεωργίας. Ὑπάρχει πρόσωπον τὸ ὁποῖον παρεκάθησεν εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην καὶ ἐν τούτοις περιλαμβάνεται εἰς τὸν κατάλογον τῶν ἀμφισβητουμένων ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Γεωργίας. Εἰς τὴν συμφωνίαν ἡ ὁποία ἐγένετο λαμβάνεται μία μέριμνα περὶ αὐτῶν τῶν μὴ ἀνταλλαξίμων καὶ εὐτυχῶς ἐγράφη μία ἐπιστολὴ ἐκ μέρους τοῦ κ. Παπᾶ πρὸς τὸν Σουκρῆ βέην, διὰ τῆς ὁποίας ἀναγνωρίζεται ὡρισμένος ἀριθμὸς μὴ ἀνταλλαξίμων Μουσουλμάνων, ἀνερχομένων κατὰ τὴν ἐπιστολὴν εἰς 123 οἰκογενείας. Μεταξὺ τῶν 123 αὐτῶν οἰκογενειῶν, ὅπως σᾶς εἶπον, οἱ 33 εἶναι ἐκ τοῦ καταλόγου τῶν 119, αἱ δὲ ἄλλαι εἶναι νέα πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἐξηκρίβωσε τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Συγκοινωνίας ὅτι εἶναι μὴ ἀνταλλάξιμοι. Θὰ ἤθελον νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Γεωργίας καθὼς καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ὅπως μετ’ ἐνδελεχοῦς μερίμνης ἐξακριβοῦται ἑκάστοτε ἡ ἰδιότης τῶν μὴ ἀνταλλαξίμων, νὰ ἐπωφεληθῶσι δὲ καὶ μιᾶς ἀποφάσεως τῆς Μικτῆς Ἐπιτροπῆς τῆς ἀνταλλαγῆς καὶ τῶν στοιχείων τοῦ Ὑπουργείου τῆς Γεωργίας καὶ τῶν στοιχείων τὰ ὁποῖα περισυνέλλεξεν ἓν τμῆμα ἐρεύνης ἀνταλλαξίμων καὶ μὴ ἀνταλλαξίμων ἀκινήτων, τὸ ὁποῖον ἔχει κάμει ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ὡς διαχειρίστρια τῆς Μουσουλμανικῆς ἀκινήτου περιουσίας. Σχετικῶς μὲ τὸ ζήτημα τῆς ἀναγνωρίσεως ὡρισμένων ἰδιωτικῶν προσώπων ὡς δικαιουμένων νὰ λάβωσι τὴν περιουσίαν αὐτήν, ὑπάρχει μέσα εἰς τὴν συμφωνίαν τοῦ 1925, ἡ ὁποία ἐπίσης ὑποβάλλεται ὑπὸ τὴν κρίσιν ἡμῶν καὶ διάταξις, τὴν ὁποίαν ὀφείλω νὰ φέρω εἰς γνῶσιν τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς Βουλῆς. Ἡ διάταξις αὕτη ἐνέχει κίνδυνον διὰ τὴν περιφέρειαν τῆς Θεσσαλονίκης. Εἶναι γνωστὸν ὅτι κρατικὰ νομικὰ πρόσωπα δὲν ὑπάρχουν παρὰ ἐλάχιστα. Εἶναι ἐπίσης γνωστὸν ὅτι νομικὰ πρόσωπα Ἑλληνικὰ ἔχοντα κτήματα εἰς τὴν Τουρκίαν εἶναι 2 ἢ 3 τὸ πολύ, εἶναι δὲ ταῦτα ἡ Ἑταιρεία Ποντοηρακλείας, ἡ Τράπεζα Ἀθηνῶν, ἥτις ἔχει κτήματα εἰς τὴν Τουρκίαν καὶ ἴσως κανὲν ἄλλο νομικὸν πρόσωπον. Ἀφ’ ἑτέρου ἀναγνωρίζονται ὅλα τὰ Σωματεῖα καὶ ἰδίως ἡ «Ἕνωσις καὶ Πρόοδος». Εἶναι ἀληθὲς ὅτι διὰ τῆς ἐπιστολῆς τοῦ ἀντιπροσώπου τῆς Ἑλλάδος κ. Παπᾶ ἀνεγνωρίζετο ἡ «Ἕνωσις καὶ Πρόοδος» ὡς νομικὸν πρόσωπον. Ἀλλὰ σήμερον, εἰς τὰ 1927, εἰς στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ «Ἕνωσις καὶ Πρόοδος» δὲν ὑφίσταται πλέον καὶ ἡ περιουσία της περιῆλθεν εἰς ἄλλους, τὰ δὲ μέλη αὐτῆς ἔχουν ὑποστῆ τὸν δι’ ἀγχόνης θάνατον, μοὶ φαίνεται παράδοξον τοῦ νὰ ἀναγνωρίσωμεν ὅτι ἡ «Ἕνωσις καὶ Πρόοδος» εἶναι νομικὸν πρόσωπον. Διὰ νὰ μὴ ἐνοχλήσω τὴν Βουλὴν περισσότερον θὰ ἔλθω εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ ἄρθρου περὶ ἀποζημιώσεως τῶν Ἑλλήνων ὑπηκόων, ἐκείνων δηλαδὴ τῶν ὁποίων τὰ κτήματα θὰ συμψηφισθῶσιν ἢ θὰ ἐξαγορασθῶσιν ἢ ὄχι ὑπὸ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Πρὸ αὐτοῦ θὰ ὑποβάλω μίαν εὐχὴν εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν καὶ δὲν ἠξεύρω ἂν θὰ ἔπρεπεν ἡ Βουλὴ νὰ ὑποθέσῃ τὴν εὐχὴν αὐτὴν ὡς ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς. Δηλαδὴ νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐξαγοράν, εἰς τὴν κατάλληλον στιγμήν, ὅλων τῶν κτημάτων τῶν εὑρισκομένων τοὐλάχιστον εἰς τὰς παραλίους κεντρικὰς πόλεις τῆς Μικρᾶς Ἀσίας καὶ τῆς Θράκης, ἐκτὸς βεβαίως ἐκείνων τῶν ἰδιοκτητῶν, οἱ ὁποῖοι θὰ δηλώσουν ὅτι δὲν θέλουν τὰ κτήματά των νὰ ἐξαγορασθῶσιν, ἀλλὰ θὰ προτιμήσωσι τὸν συμψηφισμὸν αὐτῶν. Ἀσχέτως αὐτοῦ—διότι δὲν ἠξεύρω πότε θὰ φθάσωμεν εἰς τὴν ἐποχὴν τῆς ἐκτιμήσεως τῶν κτημάτων αὐτῶν τῶν εὑρισκομένων εἰς τὰ παράλια καὶ τὴν διαδικασία ἡ ὁποία προβλέπεται—θὰ γίνῃ μία ἐκτίμησις τῶν κτημάτων τῶν Τούρκων καὶ θὰ εὑρεθῇ ἓν ποσὸν τόσων χιλιάδων ἢ ἑκατομμυρίων λιρῶν καταβαλλομένου ὑπὸ τῆς Ἑλλάδος εἰς τὴν Τουρκίαν καὶ τότε θὰ ἀρχίσῃ μία ἐκτίμησις τῶν Ἑλληνικῶν κτημάτων κατὰ μίαν συμφωνίαν ἀπὸ τὰς ἐνδοτέρας ζώνας. Θὰ ἐκτιμεῖται καὶ θὰ τὸ λαμβάνῃ ἡ Τουρκία, θὰ δικαιοῦται δὲ κατὰ τὴν συμφωνίαν νὰ ἐξαιρῇ τοῦ συμψηφισμοῦ οἱονδήποτε κτῆμα θελήσῃ. Καὶ δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία—χωρὶς νὰ θίξω τὴν καλὴν πίστιν τῶν συμβαλλομένων—δὲν ὑπάρχει, λέγω, ἀμφιβολία ὅτι ἂν πρόκειται νὰ ἐκτιμηθῇ ἓν ἀγροτικὸν κτῆμα εὑρισκόμενον εἰς τὰ ἐνδότερα τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, ἀνῆκον εἰς Ἕλληνα ἢ εἰς Τοῦρκον, θὰ θελήσῃ νὰ τὸ περάσῃ εἰς τὸν συμψηφισμὸν παρὰ νὰ εἶναι εἰς τὴν πλατωνικὴν κατοχὴν τοῦ Ἕλληνος ὑπηκόου, διότι θὰ γνωρίζῃ ὅτι εἶναι δύσκολος ἡ παρουσία τοῦ Ἕλληνος ὑπηκόου καὶ εὐκολωτέρα ἡ τοῦ Τούρκου ὑπηκόου, ἵνα χρησιμοποιήσῃ αὐτὸ ἄνευ συναλλάγματος. Καὶ συνεπῶς ἐξαιρουμένων βαθμηδὸν τῶν κτημάτων τοῦ ἐσωτερικοῦ, νὰ καταλήξωμεν εἰς τὰ κτήματα τῶν παραλίων, δηλαδὴ εἰς τὸ ψαχνόν, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ ἀφαιρέσωμεν δι’ ἕνα κομμάτι ψωμὶ ἀπὸ τὴν Ἑλληνικὴν περιουσίαν. Διὰ τὸν λόγον αὐτὸν νομίζω ὅτι πρέπει νὰ μειωθῇ κατά τι ἡ ἀδικία, ἡ ὁποία γίνεται εἰς τοὺς Ἕλληνας ὑπηκόους καὶ δι’ αὐτὸ ἐκτὸς τῶν προτάσεων τὰς ὁποίας ὑπεβάλλομεν ἀπὸ κοινοῦ μετὰ τῆς Ἐπιτροπῆς, εἶχον τὴν τιμὴν νὰ διατυπώσω καὶ τροπολογίας τινὰς εἰς σχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλον τὴν παρελθοῦσαν ἑβδομάδα εἰς τὴν Βουλήν. Διὰ τῶν τροπολογιῶν δὲ αὐτῶν ζητῶ ἰδίως νὰ καθορισθῇ τὸ ποσὸν τῶν ὁμολογιῶν εἰς τὸ νόμισμα ἐκεῖνο εἰς τὸ ὁποῖον θὰ γίνῃ καὶ ἡ ἐκτίμησις τῶν κτημάτων. Ὅπως εἶναι γνωστόν, δὲν θὰ ἐκτιμήσουν τὰ Ἑλληνικὰ κτήματα τὰ εὑρισκόμενα εἰς τὴν Ἄγκυραν ἢ τὴν Σμύρνην εἰς δραχμάς. Θὰ τὰ ἐκτιμήσουν εἰς κάποιο νόμισμα ὑγιές, εἰς κάποιο νόμισμα διεθνές, οὕτως εἰπεῖν, ἀνεγνωρισμένον ὡς ὑγιές. Ἢ θὰ εἶναι εἰς Ἀγγλικὰς λίρας ἢ θὰ εἶναι εἰς δολλάρια ἢ εἰς Ἑλβετικὰ φράγκα. Δὲν θὰ εἶναι οὔτε εἰς δραχμάς, οὔτε εἰς λίρας Τουρκίας. Ἐκτὸς τῆς δυσκολίας ἡ ὁποία παρουσιάζεται διὰ τῆς μετατροπῆς τοῦ νομίσματος ἐκείνου τοῦ ὑγειοῦς, τῆς λίρας Ἀγγλίας, εἰς δραχμὰς κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς ἐκδόσεως τῶν ὁμολογιῶν, διότι θὰ ἐγερθῇ ζήτημα, θὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ ἀξία τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ λίρα εἰς δραχμὰς κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς ἐκτιμήσεως, ὅπερ δικαιότατον, ἢ θὰ ληφθῇ ἡ ἀξία τὴν ὁποίαν εἶχεν ἡ λίρα κατὰ τὴν ἡμέραν κατὰ τὴν ὁποίαν ἐξεδόθη ἡ ὁμολογία. Ἀλλὰ θὰ μοὶ εἴπῃ τις: ἐγώ, τοῦ ὁποίου δίδεται ἓν κτῆμα, πρὸς πληρωμὴν τῆς ἀξίας ἑνὸς Τουρκικοῦ κτήματος εὑρισκομένου ἐδῶ ἢ πρὸς πληρωμὴν ἑνὸς χρέους τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἀπέναντι τῆς Τουρκίας εἰς λίρας Ἀγγλίας, ἐφόσον σύ, τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος, δὲν δύνασαι νὰ πληρώσῃς εἰς λίρας Ἀγγλίας καὶ πωλεῖς τὸ ἰδικόν μου κτῆμα, τὸ ὁποῖον κάμνει 1000 λίρας, διατί νὰ μὴ εἶσαι ὑποχρεωμένος ἀπέναντι τοῦ τρίτου, τὸν ὁποῖον ὑπολαμβάνεις ὡς ἐγγυητήν, ὡς μεσολαβοῦντα, νὰ πληρώσῃς τὸ αὐτὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον ἐπλήρωσα ἐγὼ εἰς τὸν Τοῦρκον ἰδιοκτήτην διὰ τὸ κτῆμά του, διατί νὰ μοῦ δώσῃς μίαν ὁμολογίαν χιλίων λιρῶν Ἀγγλίας καὶ νὰ ἠξεύρω ὅτι ἔχω ἐξησφαλισμένον τὸ ποσὸν αὐτὸ εἰς ὑγειὲς νόμισμα; Ἀλλὰ καὶ ἀπὸ ἀπόψεως τοῦ συμφέροντος τοῦ Κράτους ἂν ἐξετάσωμεν τὸ ζήτημα, μήπως γνωρίζομεν ὅτι μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἀλλάξουν αἱ ὁμολογίαι, θὰ ἔχουν τὴν τιμὴν τὴν ὁποίαν θὰ ἔχουν σήμερον; Ἐλπίζομεν ὄχι. Διότι μετὰ παρέλευσιν τριακονταετίας θὰ εἴμεθα πολὺ ἀπαισιόδοξοι, ἂν ἰσχυρισθῶμεν ὅτι, ἂν δὲν ἔχει φθάσει τοὐλάχιστον τὰς 150 δραχμὰς ἡ Ἀγγλικὴ λίρα ἢ ἂν ἐπέλθῃ μία ἰσοσκέλισις τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ μία σταθεροποίησις τοῦ νομίσματος, ποτὲ δὲν ἠμπορεῖ νὰ μείνῃ εἰς τὴν τιμὴν τῶν 375 δραχμῶν. Θὰ ὑποχρεωθῇ τότε τὸ Κράτος νὰ πληρώσῃ καὶ ἓν δισεκατομμύριον δραχμάς, διὰ τὰς ὁποίας ἔχει ἀναλάβει σήμερον ὑποχρέωσιν, δηλαδὴ δύο δισεκατομμύρια λιρῶν Ἀγγλίας. Δηλαδὴ θὰ πληρώσῃ πέντε δισεκατομμύρια, διότι θὰ πληρώσῃ ἓν δισεκατομμύριον δραχμῶν, τὸ ὁποῖον θὰ ἔχῃ ἀξίαν δύο δισεκατομμυρίων. Νομίζω λοιπὸν ὅτι ἡ δικαιοτέρα ἄποψις εἶναι νὰ τεθῇ ἡ τιμὴ εἰς χρυσόν, διότι θὰ ἀπετέλει μίαν καλὴν προπαγάνδαν παρὰ τοῖς ξένοις, οἱ ὁποῖοι θὰ ἴδουν ὅτι οἱ Ἕλληνες πολῖται δὲν φοβοῦνται νὰ πληρώσουν τὰς ὑποχρεώσεις των εἰς ὑγειὲς νόμισμα, διότι ἔχουν τὴν ἐλπίδα καὶ τὴν πεποίθησιν ὅτι θὰ βελτιωθοῦν τὰ οἰκονομικὰ τῆς πατρίδος των ὥστε καὶ τὸ ἐθνικόν των νόμισμα νὰ φθάσῃ εἰς καλὸν ἐπίπεδον. Ἐκτὸς τούτου θὰ εἶχον νὰ προτείνω μίαν ἄλλην ἄποψιν. Χθὲς εἰς τὸν κατάλογον προεβλέπετο ὅτι ὡρισμένα Ἑλληνικὰ κτήματα ἐξαιροῦνται τοῦ συμψηφισμοῦ. Μοὶ φαίνεται ὅτι ἡ διάκρισις ἀπέναντι ἐκείνων, τῶν ὁποίων τὰ κτήματα ἐξηρέθησαν τοῦ συμψηφισμοῦ καὶ οἱ ὁποῖοι ἔχουν τὴν ἐλπίδα ὅτι μετὰ παρέλευσιν 5 ἢ 6 ἐτῶν ἀποκαθισταμένων οἰκονομικῶν ὅρων ἐν Τουρκίᾳ καλυτέρων, θὰ ἴδουν τὰ κτήματά των ἐκποιούμενα εἰς τιμὴν ἀνωτέραν, νὰ συνεισφέρουν καὶ αὐτοὶ κάτι τι ὑπὲρ ἐκείνων τῶν ὁποίων τὰ κτήματα ἐξαγοράζονται κατὰ τοὺς ὅρους τῆς συμφωνίας εἰς τὴν σημερινὴν ἀγοραίαν τρέχουσαν τιμὴν καὶ πληρώνονται ὄχι τοῖς μετρητοῖς, ἀλλ’ εἰς ὁμολογίαν. Νὰ ὑποχρεωθῇ ἕκαστος ἰδιοκτήτης τοῦ ὁποίου εἴτε ἀπὸ σήμερον εἰς τὸ μέλλον κατὰ τὴν διάκρισιν τῆς Κυβερνήσεως ἐξηρέθη τοῦ συμψηφισμοῦ ἢ μᾶλλον ἐξηγοράσθησαν ὑπὸ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ καταβάλλῃ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις 1000 λίρας, ἐπὶ παραδείγματι, πρὸς ἐξαγορὰν τοῦ ἰδικοῦ μας κτήματος, τὸ ὁποῖον θὰ ἐξαιρεθῇ τοῦ συμψηφισμοῦ, τὴν στιγμὴν ἐκείνην νὰ ὑποχρεοῦμαι ἐγὼ νὰ καταβάλω ἓν ποσοστὸν τῆς ἀξίας τοῦ κτήματός μου ὑπὲρ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔτυχον αὐτῆς τῆς εὐτυχίας. Βεβαίως εἶναι πολύπλοκον τὸ σχέδιον αὐτό, ἀλλὰ πρὸς ἀποσόβησιν μιᾶς μεγάλης ἀδικίας, ἡ ὁποία γίνεται εἰς βάρος αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ὑποστῶμεν καὶ ἡμεῖς αὐτὴν τὴν ταλαιπωρίαν, οἱ ὁποῖοι εἴχομεν τὸ εὐτύχημα νὰ περιληφθῶμεν εἰς αὐτὴν τὴν ἐξαίρεσιν τῶν κτημάτων. Ἐπίσης, ὅπως ἤρχισα νὰ λέγω προηγουμένως, ὑπάρχει μία διάταξις ἀφορῶσα τὰ κινητά, δηλαδὴ λέγει ἡ διάταξις αὐτὴ ὅτι πᾶσαι αἱ ὑποχρεώσεις εἰς χρήματα, τὰς ὁποίας κατὰ τὰ ἄρθρα 65 καὶ 66 τῆς συνθήκης τῆς εἰρήνης θὰ ἔχῃ νὰ ἐκπληρώσῃ ἡ Τουρκικὴ Κυβέρνησις ἀπέναντι οἱουδήποτε Ἕλληνος ὑπηκόου καὶ περὶ τοῦ ὁποίου ἤθελεν ἐκδοθῆ ἀπόφασις τοῦ Μικτοῦ Διαιτητικοῦ Δικαστηρίου, αὐτὴ θὰ συμψηφίζεται καὶ θὰ περιέρχεται εἰς τὸν γενικὸν λογαριασμὸν συμψηφισμοῦ. Γνωρίζετε πολὺ καλῶς, κύριοι βουλευταί, ὅτι ὑπάρχει κινητὴ περιουσία ἐγκαταληφθεῖσα καὶ σωζομένη ἐν Τουρκίᾳ καὶ προκειμένου μὲν περὶ χρεωγράφων ἢ κοσμημάτων, ἐπειδὴ ἀναγράφει ἡ σύμβασις τῆς εἰρήνης τοῦ Ἰουνίου τοῦ 1923 ὅτι τὰ ὑφιστάμενα τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἀντικείμενα δέον νὰ νὰ ἀποδοθῶσιν αὐτούσια, τὰ δὲ ὑπόλοιπα θὰ ἀποδώσῃ τὴν ἀξίαν αὐτῶν ἢ τὸ ὑπόλοιπον τῆς πωλήσεώς των, ὑπάρχει ὁ κίνδυνος δι’ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα θὰ δυνηθοῦν νὰ ἀποδείξουν οἱ Τοῦρκοι ὅτι τὰ ἐξεποίησαν πρὸ τῆς ὑπογραφῆς τῆς εἰρήνης νὰ ὑποχρεωθῇ μίαν ἡμέραν ὄχι νὰ τὰ ἀποδώσῃ αὐτούσια, ἀλλὰ νὰ πληρώσῃ τὴν ἀξίαν αὐτῶν. Διὰ τὰ χρεώγραφα καὶ κοσμήματα καὶ τὰ ἄλλα ἀντικείμενα, τὰ ὁποῖα δὲν θὰ δυνηθοῦν νὰ ἀποδείξουν ὅτι τὰ ἐπώλησαν πρὸ τῆς ὑπογραφῆς τῆς συνθήκης τῆς εἰρήνης, ὑποχρεοῦνται εἰς ἀπόδοσιν τῆς πραγματικῆς των ἀξίας. Ἂν ὅμως ἀποδειχθῇ ὅτι τὰ ἐπώλησαν τὸ 1924 ἐπὶ παραδείγματι καὶ συνεπῶς εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ πληρώσουν ἓν ποσὸν τόσων λιρῶν Ἀγγλίας, θὰ ἐπιτύχουν μίαν ἀπόφασιν τοῦ Μικτοῦ Διαιτητικοῦ Δικαστηρίου Κωνσταντινουπόλεως, ἡ ὁποία θὰ καταδικάσῃ τὸ Τουρκικὸν Δημόσιον νὰ μὴ πληρώσῃ 1000 λίρας Ἀγγλίας. Ἔχομεν τὸ ἄρθρον τῆς συμφωνίας, τὴν ὁποίαν ὑπεγράψαμεν καὶ θὰ τὴν ἐπικυρώσωμεν — ἂν τὴν ἐπικυρώσωμεν — τὸ ὁποῖον ἀναγράφει ὅτι καὶ αὐταὶ αἱ ὑποχρεώσεις θὰ συμψηφισθοῦν μὲ τὰς ἀπαιτήσεις τῶν Τούρκων ὑπηκόων ἀπέναντι τῆς Ἑλλάδος. Δηλαδὴ ἡ ἀπαίτησις τὴν ὁποίαν θὰ μοὶ ἐπιδικάσῃ τὸ Μικτὸν Διαιτητικὸν Δικαστήριον τῆς Κωνσταντινουπόλεως διὰ τὴν κινητήν μου περιουσίαν, τὴν ὁποίαν θὰ μοὶ ἀποδώσῃ ἐκεῖνο, θὰ συμψηφισθῇ. Ὥστε πρέπει καὶ ἐγὼ νὰ λάβω ἀνάλογον ποσὸν ὁμολογιῶν, διότι δὲν εἶναι μόνον οἱ κτηματίαι, οἱ ὁποῖοι θὰ στερηθῶσι τῆς περιουσίας των, ἀλλὰ θὰ στερηθῶ καὶ ἐγὼ τῆς περιουσίας μου. Σχετικῶς ὅμως μὲ αὐτὸ θὰ ἤθελον νὰ ὑποβάλω καὶ μίαν ἄλλην εὐχὴν εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Εἶναι τὸ ζήτημα τῶν κιβωτιδίων τῆς Τραπέζης Ἀθηνῶν, Ἀνατολῆς, Κτηματικῆς Πίστεως κλπ., ἀνηκόντων εἴτε εἰς ἀνταλλαξίμους εἴτε μή. Δι’ αὐτὸ ἔχουν ληφθῆ διάφορα μέτρα εἴτε ὑπὸ τῆς Μικτῆς Ἐπιτροπῆς, εἴτε ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως. Ἔχομεν πρῶτον μίαν αἴτησιν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ τότε ἀντιπρόσωπος τῆς Ἑλλάδος παρὰ τῷ Συμβουλίῳ τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν καθηγητὴς τοῦ Πανεπιστημίου κ. Σεφεριάδης τὴν 25ην Σεπτεμβρίου 1924. Ἔκαμε μίαν ἔκκλησιν διὰ τὴν ἀπόδοσιν τῶν κινητῶν περιουσιῶν τῶν διαπεπιστευμένων εἰς τὰ κιβωτίδια τῶν Τραπεζῶν, εἴτε κατατεθειμένων εἰς τὰς Τραπέζας. Ἡ Γενικὴ Συνέλευσις τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν ἀκούσασα τῆς αἰτήσεως τοῦ κ. Σεφεριάδου διώρισεν εἰσηγητὴν τὸν κ. Μίλο Φράγκο διὰ νὰ ὑποβάλῃ τὴν γνώμην του περὶ τῆς ἀποδόσεως. Καὶ πράγματι εἰς τὴν 23ην συνεδρίασιν τοῦ Συνεδρίου ἠγέρθη οὗτος νὰ ὑποβάλῃ τὴν ἔκθεσίν του, δι’ ἧς ἐζήτει ὅπως ἀντιπρόσωπος τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν μεταβῇ εἰς Ἄγκυραν καὶ παραλάβῃ τὸ περιεχόμενον τῶν κιβωτιδίων αὐτῶν. Δυστυχῶς ὁ ἀντιπρόσωπος τότε τῆς Ἑλλάδος ἐγερθεὶς εἶπεν ὅτι, ἐφόσον ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἔχει ζητήσει τὴν ἐνέργειαν αὐτῆς τῆς κινήσεως, παρακαλεῖ νὰ μὴ συζητηθῇ ἡ πρότασις τοῦ κ. Μίλο Φράγκο περὶ ἀποστολῆς ἀντιπροσωπείας. Τὴν ἰδίαν ἐποχὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἐγένετο αὐτὴ ἡ συζήτησις εἰς τὴν Κοινωνίαν τῶν Ἐθνῶν, εἶχε γίνει ἐνέργεια ὑπὸ τῆς Μικτῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς ἀνταλλαγῆς καὶ ἀπεστέλλετο ἐδῶ κάποιος Μότλκε ὀνόματι, μέλος τῆς Ἐπιτροπῆς ἀνταλλαγῆς, διὰ νὰ παραλάβῃ τὰ πληρεξούσια πάντων τῶν ἐνδιαφερομένων. Δυστυχῶς καὶ ἐδῶ ἔχομεν τηλεγράφημα ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολιν ἐκ μέρους τῆς Μικτῆς Ἐπιτροπῆς ἀνταλλαγῆς, τὸ ὁποῖον λέγει ὅτι, ἐπειδὴ διεξάγονται διαπραγματεύσεις νὰ κανονίσῃ τὸ ζήτημα τοῦτο ἡ Μικτὴ Ἐπιτροπὴ τῆς ἀνταλλαγῆς, νὰ σταματήσῃ ἡ ὑπογραφὴ τῶν συνολικῶν πληρεξουσίων καὶ ἂν παρουσιασθῇ πάλιν ἀνάγκη καὶ παραστοῦν δυσχέρειαι εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, τότε νὰ ζητήσωμεν τὴν ἐπέμβασιν πάλιν τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν. Αὐτὸ ἀκόμη δὲν ἔχει γίνει καὶ εὑρισκόμεθα εἰς τὸ 1927 καὶ μόνον αὐτοὶ οἱ ὁποῖοι κατώρθωσαν νὰ δώσουν ἓν μέρος τῆς περιουσίας των, κατώρθωσαν κάτι νὰ πάρουν. Λοιπὸν θὰ παρακαλέσωμεν τὴν Κυβέρνησιν σήμερον, ὁπότε περιλαμβάνεται ἐν τῇ συμφωνίᾳ, ἡ διάταξις κατὰ τὴν ὁποίαν πάντα τὰ μέτρα τὰ ληφθέντα τὰ ἐξαιρετικὰ ἐπὶ τῆς κινητῆς καὶ ἀκινήτου Ἑλληνικῆς περιουσίας νὰ αἴρωνται, θὰ παρακαλέσωμεν, λέγω, τὴν Κυβέρνησιν νὰ φροντίσῃ διὰ τὴν ἄμεσον παραλαβὴν ὅλων τῶν περιεχομένων τῶν κιβωτιδίων, εἴτε Ἑλλήνων ὑπηκόων, εἴτε ἀνταλλαξίμων καὶ τὴν μετακόμισίν των ἐνταῦθα πρὸς διανομὴν εἰς τοὺς δικαιούχους. Ἐπίσης θὰ παρακαλέσω νὰ τεθῇ εἰς ἐφαρμογὴν τὸ Ν. Διάταγμα τῆς 31ης Μαΐου 1923 ὡς ἐτροποποιήθη διὰ τὰ ἀπωλεσθέντα Ἑλληνικὰ χρεώγραφα. Ἐδημοσιεύθη ἓν τεῦχος τῶν διανεμηθέντων ὡς ἀπωλεσθέντων χρεωγράφων ἐν Μικρᾷ Ἀσίᾳ, τὰ περισσότερα τῶν ὁποίων εὑρίσκονται εἰς τὴν κατοχὴν τῆς Τουρκικῆς Κυβερνήσεως ἢ ἄλλων ἁρπάγων. Ἀλλὰ δυστυχῶς κατ’ αἴτησιν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης μετὰ εἴκοσιν ἡμέρας ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ τεύχους τούτου ἐξεδόθη ἓν σημείωμα εἰς τὸ Παράρτημα πάλιν τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως καὶ λέγει ὅτι, ἐπειδὴ παρεισέφρυσαν τυπογραφικαὶ ἀβλεψίαι εἰς τὸν πίνακα αὐτόν, ἀναστέλλεται ἡ εἰσαγωγή του καὶ ἀπὸ τοῦ 1924 δὲν κατωρθώθη. Αἱ πράγματι ὑπάρξασαι ὀλίγαι τυπογραφικαὶ ἀβλεψίαι εἰς τοὺς ἀριθμοὺς τῶν χρεωγράφων αὐτῶν νὰ διορθωθῶσι. Θὰ παρκαλέσωμεν τὸν κ. ἐπὶ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας Ὑπουργὸν νὰ φροντίσῃ περὶ τῆς συντόμου ἐκδόσεως διορθωμένου τοῦ τεύχους αὐτοῦ, ἵνα τεθῇ εἰς ἐφαρμογὴν καὶ τὸ Διάταγμα αὐτὸ τοῦ Μαΐου τοῦ 1923 περὶ ἀντικαταστάσεως τῶν ἀπωλεσθέντων χρεωγράφων. Ἡ γνώμη μου ἐπὶ τῶν συμφωνιῶν ἠκούσθη. Εἶναι λυπηρὰ ἡ θέσις μου ὡς Ἕλληνος ἔχοντος προσφυγικὴν συγχρόνως ἰδιότητα νὰ ἔρχωμαι ὡς εἰσηγητὴς καὶ νὰ ἀναπτύσσω τὰς συμφωνίας αὐτὰς ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, διότι δὲν δύναμαι νὰ παρίδω καὶ τὴν ἰδιότητά μου, τὴν τελευταίαν ταύτην καὶ νὰ λησμονήσω τὴν ἰδιότητά μου τοῦ εἰσηγητοῦ καὶ νὰ ἐκφράσω ἐκ νέου τὴν διαμαρτυρίαν μου διὰ τὰς συμφωνίας αὐτάς, αἱ ὁποῖαι παραβιάζουν καὶ γραπτὸν καὶ ἄγραφον δίκαιον. Ὡς μόνην δὲ θεραπείαν εὑρίσκω τὴν ἐκτέλεσιν μὲν τῶν συμφωνιῶν ἐκ μέρους τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, διότι ὑπεσχέθη νὰ ἀποδώσῃ ὅσα εἶναι ἀποδοτέα καὶ πρέπει νὰ τὰ ἀποδώσῃ καὶ ὑπεσχέθη νὰ ἱκανοποιήσῃ καθ’ οἱονδήποτε τρόπον, διότι αὐτὸ ἐνδιαφέρει τὴν Τουρκίαν, δηλαδὴ τοὺς ὑπολοίπους Τούρκους κτηματίας, ἀλλ’ ἐκφράζω τὴν εὐχὴν ὅπως μὴ θελήσῃ νὰ ἐφαρμόσῃ τὸν νόμον αὐτόν, ὁ ὁποῖος θὰ τῆς παρεῖχε τυχὸν τὸ δικαίωμα νὰ δώσῃ τὰ Ἑλληνικὰ κτήματα, παρὰ τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος καὶ παρὰ τὸ δίκαιον τὸ ἄγραφον, νὰ δίδῃ τὰ κτήματα αὐτὰ εἰς πληρωμὴν ὑποχρεώσεων τοῦ Κράτους τοῦ Ἑλληνικοῦ, ἀλλὰ νὰ ἐξαγοράσῃ ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότερα.
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Πεσμαζόγλου ἔχει τὸν λόγον.
§42Γ. ΠΕΣΜΑΖΟΓΛΟΥ. Ἡ ἐπὶ τῶν Ἑλληνοτουρκικῶν συμφωνιῶν Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπή, τῆς ὁποίας εἶχον τὴν τιμὴν νὰ εἶμαι μέλος, εἰσηγουμένη εἰς τὴν Βουλὴν τὴν κύρωσιν τῶν μετὰ τῆς Τουρκίας συμφωνιῶν, δὲν νομίζει βεβαίως ὅτι αὗται ἀποτελοῦν ἐπωφελῆ διὰ τὴν Ἑλλάδα διακανονισμὸν τῶν μετὰ τῆς Τουρκίας ἐκκρεμῶν της ζητημάτων. Δὲν πιστεύω δὲ καὶ ἡ Κυβέρνησις νὰ εἶχεν ἀντίθετον γνώμην ὅταν κατέθεσε πρὸ τῆς Βουλῆς τὰ σχετικὰ νομοσχέδια. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἔξεστιν ἐν ἀρχῇ τὸ εὖ λέγειν, ὀφείλομεν νὰ ὁμολογήσωμεν ὅτι αὕτη ἀποτελεῖ τὴν πρώτην ἐμπράγματον ἐκδήλωσιν τῆς ἐκπροσωπευούσης τὸ σύνολον τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ Κυβερνήσεως, καθ’ ἣν ἐπιδιώκεται ἡ ἐν πνεύματι ἀπολύτου διαλλακτικότητος διευθέτησις τῶν ἐκκρεμούντων μετὰ τῶν γειτόνων μας ζητημάτων. Ἀποτελεῖ καὶ τὸν τερματισμὸν τῆς διαρκοῦς ἀγωνίας ἐν τῇ ὁποίᾳ ζῇ μία μερὶς τοῦ Ἑλληνικοῦ πληθυσμοῦ ἐν ἀναμονῇ τοῦ διακανονισμοῦ τῶν ὑλικῶν του συμφερόντων. Ἀποδεικνύει ἐπίσης ὅτι ἥ τε Ἑλληνικὴ καὶ Τουρκικὴ Κυβέρνησις κατενόησαν τὸ γενικώτερον συμφέρον, τὸ ὁποῖον ὑπαγορεύει τὴν πλήρη ἀποκατάστασιν τῶν Ἑλληνοτουρκικῶν σχέσεων. Τὸ αἴσθημα τοῦτο δὲν νομίζω ὅτι ἔχουν μόνον ὅσοι ἐξ ἡμῶν ἐθεωρήσαμεν πάντοτε ὡς σφάλμα τὴν Μικρασιατικὴν πολιτικήν, τὴν ἀκολουθηθεῖσαν ἀπὸ τὴν μίαν ἢ τὴν ἑτέραν μερίδα τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ, ἀλλὰ καὶ ὅσοι, κινούμενοι ἐκ πατριωτικῶν ἐλατηρίων, ἐνόμισαν ὅτι ἔπρεπε νὰ τὴν ἐγκαινιάσουν ἢ νὰ τὴν ἀποπερατώσουν, ἀποδίδοντες τὴν ἀποτυχίαν της εἰς τοῦτον ἢ ἐκεῖνον τὸν λόγον. Ἡ ἀνασυντασσομένη Ἑλλὰς καὶ ἡ ἀναγεννωμένη Τουρκία δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξακολουθοῦν θυσιάζουσαι τὰ γενικώτερα συμφέροντα τῶν λαῶν των εἰς ἐξαντληθείσας διαφοράς των. Οἱ Τοῦρκοι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παραβλέψωσιν ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ λεκάνη τῆς Μεσογείου, διὰ τῶν Ἑλλήνων θαλασσοπόρων, θὰ τοὺς ἑνώνῃ ἐπωφελέστερον καὶ ἀσφαλέστερον μὲ τὴν Δύσιν, ἀπὸ τὰ ἐπανειλημμένα σύνορα, τὰ ὁποῖα θὰ πρέπει νὰ διαβοῦν διὰ νὰ ἐπικοινωνήσουν ἄλλως μετ’ αὐτῆς. Καὶ οἱ Ἕλληνες, τοὺς ὁποίους κατέχει πάντοτε τὸ ἐμπορικὸν δαιμόνιον, θὰ ἀποβλέψουν καὶ εἰς τὸ μέλλον, εἰς τὸ προσεχὲς μέλλον, νὰ ἐμπορευθῶσιν εἰρηνικῶς εἰς τὰ παράλια τῆς Μικρᾶς Ἀσίας. Αὐτομάτως ὅμως τίθεται τὸ ἐρώτημα, κύριοι συνάδελφοι, ἐὰν ἡ σημερινὴ συμφωνία, ὑπὸ τὰς σημερινὰς συνθήκας, ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπιτευχθῇ ὑπὸ καλυτέρους ὅρους. Ἡ ἱστορία τῶν πραγμάτων μᾶς δίδει, ἀτυχῶς, ἀρνητικὴν τὴν ἀπάντησιν. Τὴν συνθήκην τῆς Λωζάννης, προβλέπουσαν τὴν ἀπόδοσιν τῶν Ἑλληνικῶν τε καὶ Τουρκικῶν περιουσιῶν εἰς οἵαν κατάστασιν εὑρίσκοντο τότε, διεδέχθη ἡ ἥσσονος ὠφελείας τοιαύτη συμφωνία Ρουσδῆ–Ἐξηντάρη καὶ ταύτην ἡ συμφωνία τῆς 1ης Δεκεμβρίου τοῦ 1926, ἥτις εἶναι ἀναμφιβόλως ὀλιγώτερον τῶν δύο πρώτων ἐπωφελής. Κατὰ συνέπειαν, ἐκ τῆς πείρας τῶν πραγμάτων πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν ὅτι ἡ παράτασις τῆς ἐκκρεμοῦς καταστάσεως δὲν ἀπέβαινεν ἐπ’ ὠφελείᾳ τῶν Ἑλληνικῶν συμφερόντων. Ἐὰν διὰ τὴν τοιαύτην τῶν πραγμάτων κατάστασιν πταίῃ ἡ ἐφαρμοσθεῖσα ἀγροτικὴ πολιτικὴ τοῦ Κράτους ἀπέναντι τῆς περιουσίας ξένων ὑπηκόων, ὡς λέγουν οἱ Τοῦρκοι, ἢ ἡ ἀκατανόητος Τουρκικὴ πολιτική, ἡ ὁποία ἀποβλέπει εἰς τὴν ἐκρίζωσιν τῶν Ἑλληνικῶν πληθυσμῶν ἐκ τῆς Χώρας της. Ἐὰν πταίῃ ἡ Κυβέρνησις Παγκάλου, μὴ ἐπωφεληθεῖσα τῶν συμφωνιῶν Ρουσδῆ–Ἐξηντάρη, ἢ ἐὰν εὐθύνεται ἡ Κυβέρνησις Κονδύλη, ὑπογράψασα τὴν παροῦσαν συμφωνίαν, ἐνῷ κατηρτίζετο ἡ παροῦσα Κοινοβουλευτικὴ Κυβέρνησις, οὔτε συμφέρει, οὔτε ἔχω κανένα λόγον νὰ τὸ πράξω. Ἡ εὐθυνολογία παρέλκει. Ἡ παροῦσα συμφωνία ὄχι μόνον ὡς πᾶσα συμφωνία τοῦ εἴδους της, ἀλλὰ καὶ ὡς ἐξαιρετικὴ τοιαύτη, ἐρχομένη νὰ ρυθμίσῃ ὅ,τι δὲν κατωρθώθη νὰ ρυθμισθῇ διὰ τῆς συνθήκης τῆς Λωζάννης, ἔχει πολλὰ ἀσθενῆ σημεῖα, μὴ δυνάμενα νὰ καθορισθῶσιν ἢ νὰ κατοχυρωθῶσιν ἐπαρκῶς διὰ τῶν κειμένων. Διὰ τοῦτο πρέπει νὰ τεθῇ ὡς βάσις ἡ εἰλικρινὴς καὶ ἀνυστερόβουλος ἐφαρμογή της ἵνα καταστῇ αὕτη ἀφετηρία ἐπωφελοῦς συμβιώσεως τῶν δύο ὁμόρων λαῶν. Ἡ Συμφωνία μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας ἐπέβαλεν εἰς τὸ Κράτος τὴν λῆψιν μέτρων πρὸς ἀποζημίωσιν τῶν μὴ ἀνταλλαξίμων Ἑλλήνων ὑπηκόων, ὧν αἱ ἐν Τουρκίᾳ εὑρισκόμεναι περιουσίαι θὰ συμψηφισθῶσι μὲ ὅσας ἐνταῦθα, Τουρκικὰς τοιαύτας, τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος ἠναγκάσθη νὰ μεταχειρισθῇ διὰ τὴν ἀποκατάστασιν προσφύγων ἢ ἀκτημόνων καλλιεργητῶν. Ἡ ὅσον ἔνεστι δικαιοτέρα ἀποζημίωσις τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν ἐπιβάλλεται μὲ πᾶσαν δυνατὴν θυσίαν ἐκ μέρους τοῦ Κράτους. Τὴν ὑποχρέωσιν ταύτην δὲν παρεῖδεν ἡ Κυβέρνησις ἀφοῦ ἐν τῷ κυρωτικῷ τῆς Συμφωνίας ψηφίσματι περιέλαβε τοὺς ὅρους, διὰ τῶν ὁποίων ἀποσκοπεῖται ἡ ἐπανόρθωσις τοῦ προσγενομένου ἀδικήματος. Ἡ Ἐπιτροπή, ἀσχοληθεῖσα ἰδιαιτέρως μὲ τὸ ζήτημα, νομίζει ὅτι κατώρθωσεν ἄνευ αὐξήσεως τῶν προβλεφθεισῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Κράτους νὰ διασκευάσῃ ἐπὶ τὸ λυσιτελέστερον τὰ προτεινόμενα μέτρα. Μολονότι ὁ ἀρχικῶς προβλεπόμενος εἰς 600 ἑκατομμύρια περιορισμὸς τῶν ἐκδοθεισῶν ὁμολογιῶν, οὐδεμίαν σημασίαν ἠδύνατο νὰ ἔχῃ εἰς βάρος τῶν πραγματικῶν ἀξιώσεων τῶν δικαιούχων, ἀφοῦ προεβλέπετο δι’ ἑτέρας διατάξεως καὶ ἡ ἐνδεχομένως μεγαλυτέρα ταύτης ὑποχρέωσις τοῦ Κράτους ἀπέναντί των, ἐνομίσθη ἐν τούτοις ὅτι ἔπρεπεν ἀπὸ τοῦδε νὰ αὐξηθῇ τοῦτο εἰς ὀκτακόσια ἑκατομμύρια, ποσόν, τὸ ὁποῖον πλησιάζει μᾶλλον πρὸς τὴν πραγματικότητα, κατὰ τὴν κρίσιν τῆς Ἐπιτροπῆς. Ἐκρίθη ἐπίσης ἀναγκαία ἡ εἰς τριάκοντα ἔτη μείωσις τῆς προβλεπομένης τεσσαρακονταετοῦς ἐξοφλήσεως τῶν ὁμολογιῶν, διότι τὸ χρονικὸν διάστημα θὰ ἦτο μακρὸν καὶ θὰ ἠδύνατο νὰ ἐπιδράσῃ ἐπὶ τῆς ἀγοραστικῆς ἀξίας τῶν ὁμολογιῶν. Δὲν λανθάνει βεβαίως ὑμᾶς, κύριοι συνάδελφοι, ἡ σκληρὰ ἀνάγκη, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκονται ἀπὸ οἰκονομικῆς ἀπόψεως οἱ μὴ ἀνταλλάξιμοι Ἕλληνες ὑπήκοοι, οἵτινες μέχρι τοῦδε δὲν ἠδυνήθησαν νὰ διαθέσωσιν οὐδὲ λεπτὸν ἐκ τῆς ἐν Τουρκίᾳ ἐγκαταλελειμένης περιουσίας των. Εἶναι πολὺ πιθανὸν ἡ ἀνάγκη αὕτη νὰ τοὺς ἐξαναγκάσῃ εἰς ἀθρόαν προσφορὰν τῶν ὁμολογιῶν των, συνεπείᾳ τῆς ὁποίας, παρ’ ὅλας των τὰς ἐγγυήσεις, δὲν εἶναι ἀπίθανον νὰ ὑποστῶσιν αὗται οὐσιώδη ἀπὸ τῆς ὀνομαστικῆς των ἀξίας μείωσιν. Διὰ τὸν λόγον τοῦτον ἡ Ἐπιτροπὴ ἐνόμισεν ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ περιβάλῃ τὰς ὁμολογίας καὶ μὲ ἐξοφλητικὴν εἰς τὸ ἄρτιον δυναμικότητα ἐνίων ὑποχρεώσεων ἀπέναντι τοῦ Δημοσίου Ταμείου ὡς καὶ μὲ ἐξοφλητικὴν τοιαύτην διὰ τὴν ἀγορὰν τῶν πωλουμένων κτημάτων τοῦ Δημοσίου ἢ τῆς Ἀεροπορικῆς Ἀμύνης, χωρὶς αὕτη νὰ ἐπεκτείνεται καὶ ἐπὶ τῆς ἐν Ἑλλάδι ἐγκαταλειφθείσης περιουσίας τῶν Τούρκων, ἵνα μὴ θιγῶσι τὰ συμφέροντα τῶν ἀνταλλαξίμων. Αἱ τοιαῦται διατάξεις περιλαμβάνονται εἰς τὸ 3ον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου. Ἐπειδὴ ἡ διανομὴ τῶν ὁμολογιῶν, διὰ τῶν ὁποίων προβλέπεται ἡ ἀποζημίωσις τῶν δικαιούχων, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ ἀμέσως, ἀλλὰ μετὰ τὸν ἑκάστοτε ἔλεγχον καὶ ἐκτίμησιν τῶν συμψηφισθησομένων περιουσιῶν, ἐξ ἄλλου δὲ ἡ οἰκονομικὴ κατάστασίς των ἀποβαίνει ὁσημέραι δυσχερεστάτη, ἡ Ἐπιτροπὴ ἐνόμισεν ἀναγκαῖον νὰ εἰσηγηθῇ τήν, εἰς τοὺς ἀποδεδειγμένους δικαιούχους, καταβολὴν ἐλαχίστου τινὸς ποσοστοῦ ἀπέναντι τῆς ἀπαιτήσεώς των. Τὸ ποσοστὸν τοῦτο ἐν τῷ συνόλῳ του δὲν θὰ ὑπερβῇ τὰ ἑξήκοντα τέσσαρα ἑκατομμύρια. Ὁ ἀριθμὸς οὗτος τῶν ἑξήκοντα τεσσάρων ἑκατομμυρίων δὲν ἐλήφθη εἰκῇ καὶ ὡς ἔτυχεν. Ὡς ἔλεγον καὶ ἀνωτέρω, ἡ Ἐπιτροπὴ δὲν ἠθέλησε νὰ ἐπιβαρύνῃ οἰκονομικῶς τὸ Κράτος πέραν τῶν κυβερνητικῶν προβλέψεων. Τὰ 64 ταῦτα ἑκατομμύρια ἀντιπροσωπεύουν τὸ διὰ τὸ πρῶτον ἔτος ἐπιτόκιον τοῦ δανείου τῶν 800 ἑκατομμυρίων καὶ θὰ ἀναγραφοῦν εἰς τὸν παρόντα Προϋπολογισμόν. Ἐπειδὴ δέ, ὡς προβλέπεται, ἡ ἐκτίμησις καὶ ὁ ἔλεγχος τῶν ἀνταλλαχθησομένων περιουσιῶν δὲν θὰ συντελεσθῇ πρὸ τῆς παρελεύσεως ἑνὸς ἔτους, τὸ ποσὸν τοῦτο θὰ παρέμενεν εἰς τὴν διάθεσιν τῶν δικαιούχων εἰς τὰ Ταμεῖα τοῦ Κράτους. Ἂν τὸ ποσὸν τοῦτο δοθῇ ὑπὸ τύπον δανείου εἰς αὐτοὺς ἀπὸ τοῦδε, ὡς προτείνει ἡ Ἐπιτροπή, ἡ μόνη ζητουμένη ἐπιβάρυνσις εἶναι ἡ πρὸ τῆς παρελεύσεως τοῦ ἔτους προκαταβολή του. Ἀλλὰ καὶ τὴν τυχὸν ταμειακὴν ταύτην δυσχέρειαν τοῦ Κράτους προσπαθεῖ νὰ καλύψῃ ἡ Ἐπιτροπὴ διὰ δανειακοῦ μηχανισμοῦ μέσῳ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἥτις ἐπίσης καλύπτεται πλήρως διὰ ποσοῦ ὁμολογιῶν 75 ἑκατομμυρίων τοῦ γενικοῦ δανείου τῶν 800 ἑκατομμυρίων, μὲ τὸ πλεονέκτημα τῆς προνομιακῆς εἰς τὸ ἄρτιον κληρώσεώς των. Εἰς ταῦτα συνοψίζονται τὰ οἰκονομικὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπρότεινε. Τὰ μέτρα ταῦτα ἔλαβεν ἡ Ἐπιτροπὴ ἐν τῇ μεγίστῃ αὐτῆς πλειονοψηφίᾳ. Αἰσθάνομαι, ἐν τούτοις, τὸ καθῆκον νὰ θέσω ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς διαφωνίαν μου, ἥτις ἀποτελεῖ τὸ μοναδικὸν σημεῖον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου δὲν κατώρθωσα νὰ συμφωνήσω οὔτε μὲ τὴν πλειονοψηφίαν τῶν ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ συναδέλφων μου, οὔτε μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, τοῦ ὁποίου ὀφείλω νὰ τονίσω ὅτι ὅλως ἰδιαιτέρως ἐκτιμῶ τὰς ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν πραγμάτων τῆς Χώρας κρίσεις. Τὸ σημεῖον τοῦτο ἀφορᾷ τὸ ποιὸν τοῦ χαρτονομίσματος, εἰς τὸ ὁποῖον θὰ καθορισθῇ ἡ ὀφειλομένη τοῖς δικαιούχοις ἀποζημίωσις. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἡ πλειονοψηφία τῶν ἐν τῇ Ἐἐπιτροπῇ συναδέλφων μου νομίζουν ὅτι πρέπει νὰ ὁρισθῇ εἰς χαρτίνας δραχμάς, ἐνῷ ἐγὼ ἐπιμένω ὅτι πρέπει νὰ ὁρισθῇ εἰς ἄρτιον νόμισμα, δηλαδὴ εἰς μεταλλικὰς δραχμάς. Παρ’ ὅλην τὴν καλήν μου διάθεσιν, τὰ ἀντίθετα ἐπιχειρήματα δὲν κατώρθωσαν νὰ μὲ πείσουν. Τουναντίον μάλιστα ἐκραταίωσαν τὴν σκέψιν μου ὅτι ἡ εἰς μεταλλικὰς δραχμὰς καταβολὴ τῆς ἀποζημιώσεως ὄχι μόνον συμφέρει εἰς τοὺς δικαιούχους, ἀλλ’ ὅτι καὶ ἐπιβάλλεται εἰς τὸ Κράτος ἀπὸ ἠθικῆς τε καὶ ὑλικῆς ἀπόψεως. Συμφέρει εἰς τοὺς ἀνταλλαξίμους, διότι ἡ ἀνταλλασσομένη περιουσία των θὰ ὑπολογισθῇ εἰς χρυσόν. Συμφέρει αὐτούς, διότι θὰ δυνηθοῦν ἀπὸ τοῦδε νὰ ὑπολογίζουν ἐπὶ τῆς πραγματικῆς καὶ ἀμεταβλήτου ἀξίας τοῦ λαβεῖν των καὶ οὕτω θὰ δύνανται νὰ ὑπολογίζωσιν ἐπὶ θετικοῦ πλέον περιουσιακοῦ στοιχείου. Συμφέρει εἰς αὐτούς, διότι θὰ καταστῶσι μετ’ οὐ πολὺ κάτοχοι ἀξιῶν, αἵτινες ἔχουν ὡς ἐγγύησιν εἰσπράξεις τοῦ Κράτους εἰς μεταλλικὰς δραχμὰς καὶ ἐφόσον ἡ δραχμὴ ἀνατιμᾶται αἱ ἐγγυήσεις μειοῦνται, ἐφόσον δὲ αὕτη ὑποτιμᾶται τὸ ἐπιτόκιον δὲν αὐξάνει. Συμφέρει εἰς τὸ Κράτος; Ἂν κατέστη πλέον βέβαιον, κύριοι, ὅτι κατήλθομεν εἰς τὴν κατωτάτην οἰκονομικὴν βαθμίδα, εἰς τὴν ὁποίαν ἐπέπρωτο ἡ Ἑλλὰς νὰ φθάσῃ, ἂν δὲν ἐπιτρέπεται πλέον νὰ ὑποτεθῇ ὅτι μᾶς ἀναμένουν νέα οἰκονομικὰ ἀτυχήματα, ἂν ἡ ἀποδιδομένη ὀρθὴ νομισματικὴ πολιτικὴ εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἀπεφασίσθη ὁριστικῶς καὶ πρόκειται νὰ προβῶμεν εἰς τὴν παγίωσιν τοῦ νομίσματος, δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὸ Κράτος νὰ συνάπτῃ δάνεια εἰς δραχμὰς ἀπὸ τοῦδε καὶ εἰς τὸ ἑξῆς. Ὅτι τοῦτο ἀποτελεῖ τὸ πρῶτον οἰκονομικὸν μέτρον, τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλεται εἰς κάθε Κράτος, τὸ ὁποῖον προετοιμάζεται διὰ τὴν τοιαύτην νομισματικὴν πολιτικήν, ὄχι μόνον τὸ παράδειγμα ἄλλων Κρατῶν—Γαλλία—μᾶς ἀποδεικνύει καὶ ἡ γνώμη τῶν νεωτέρων οἰκονομολόγων, ἀλλὰ καὶ ἡ ἁπλῆ λογική. Πρέπει ἢ δὲν πρέπει νὰ τείνωμεν εἰς τὴν ἐκκαθάρισιν καὶ τὸν πραγματικὸν καθορισμὸν τῶν ὑποχρεώσεών μας; Ὁ πραγματικὸς καθορισμὸς τῶν ὑποχρεώσεών μας διὰ νὰ ἐπιτευχθῇ πρέπει νὰ γίνεται ἀπὸ τοῦδε καὶ εἰς τὸ ἑξῆς πρὸς τὸ ἀνταλλακτικὸν μέτρον, πρὸς τὸ ὁποῖον θέλομεν νὰ ἀφομοιωθῶμεν, ἐκτὸς ἂν ὑποτεθῇ ὅτι θέλομεν νὰ παγιώσωμεν τὸ νόμισμά μας εἰς πολὺ κατωτέραν τῆς σημερινῆς του ἀξίας. Περίπτωσιν, τὴν ὁποίαν δὲν δύναμαι νὰ ἀντιμετωπίσω, διότι ἐκ τοῦ πορίσματος τῆς μελέτης, εἰς τὴν ὁποίαν κατέληξα, καὶ περὶ τοῦ ὁποίου ἐν καιρῷ ἐπιφυλλάσσομαι νὰ σᾶς ὑποβάλω τὰς σκέψεις μου, πιστεύω ὅτι ἡ ὁριστικὴ παγίωσις τοῦ νομίσματος, ἀφοῦ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν καὶ μὴ διακανονισθεῖσαι ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους, εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ εἰς τὴν τιμὴν τῶν 350–380 δραχμῶν περίπου κατ’ Ἀγγλικὴν λίραν.
§43ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὁ κ. Μιχαλακόπουλος εἶχε δηλώσει ὅτι θὰ σταθεροποιηθῇ ἡ λίρα εἰς τὰ 450.
§44Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ὁ βουλευτὴς Μιχαλακόπουλος, ὄχι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἐξέφερε τὴν γνώμην ταύτην πρὸ καιροῦ, προτοῦ κἂν νὰ γίνῃ Ὑπουργός. Ἐξέφερον τὴν γνώμην ταύτην καὶ ἐδικαιούμην νὰ τὴν ἐκφέρω, ὅπως κάθε βουλευτὴς καὶ κάθε Ἕλλην ἔχει μίαν γνώμην. Ἀφ’ ἧς ὅμως ἡμέρας μετέσχον τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως ἀπέβαλα πάσας τὰς ὀρθὰς ἢ σφαλερὰς γνώμας μου καὶ ἀφῆκα τὴν εὐθύνην εἰς τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, περιορισθεὶς μόνον εἰς τὰ ἔργα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν.
§45Γ. ΠΕΣΜΑΖΟΓΛΟΥ. Ὁπωσδήποτε ἂν ὑποτεθῇ ὅτι ὁ ὑπολογισμός μου εἶναι ὀρθός, εἶναι εὔκολον τὸ Κράτος νὰ ζημιωθῇ 50 ἑκατομμύρια σημερινῶν δραχμῶν, καθορίζον τὴν ἀποζημίωσιν εἰς 800 ἑκατομμύρια δραχμὰς καὶ ὄχι εἰς τὸ ἀντίτιμον αὐτῶν εἰς μεταλλικὰς δραχμάς, ὡς νομίζω ὅτι πρέπει νὰ πράξῃ. Ἡ ἀπὸ τοῦδε καὶ εἰς τὸ ἑξῆς ἀνάληψις τῶν ὑποχρεώσεών μας εἰς ἄρτιον νόμισμα θέλει ἀποδώσει εἰς τὸ Ἐξωτερικὸν τὴν πραγματικὴν ἐντύπωσιν ὅτι δὲν ἔχομεν σκοπὸν νὰ διακινδυνεύσωμεν τὴν περαιτέρω ὑποτίμησιν τοῦ νομίσματός μας καὶ θέλει ἐπιρρώσῃ τὴν πίστιν μας ἐπὶ τοῦ νομίσματος. Τοῦτο εἶναι ἀρκετὸν διὰ νὰ ἀνατρέψῃ καὶ τὸ ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον ἤκουσα ὅτι, ἐφόσον συνομολογοῦμεν ἐσωτερικὰ δάνεια εἰς ἄρτιον νόμισμα, μαρτυροῦμεν δυσπιστίαν ἐπὶ τοῦ νομίσματός μας, ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον ἀπορῶ μάλιστα πῶς προτάσσεται, ἀφοῦ ἓν μέγα μέρος τῶν φόρων εἰσπράττεται εἰς μεταλλικὰς δραχμάς. Δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω ἐπίσης πῶς τὸ Κράτος διὰ νὰ καλύψῃ τὰς ὀφειλάς του εἰς ἄρτιον νόμισμα παραδίδει ὁμολογίας μακροχρονίου λήξεως εἰς χαρτίνας δραχμάς, καθ’ ἣν στιγμὴν ἐπὶ τέλους δὲν εἶναι ἀπολύτως ἐξηκριβωμένον ἂν ἡ ὀρθὴ ἢ πραγματικῶς ὀρθὴ πολιτική, ἡ ὁποία ἀποδίδεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν, δὲν ἀνατραπῇ ἐν τῷ μεταξὺ καὶ εὑρεθῶμεν πρὸ τῆς ἐντελῶς ἀπιθάνου περιπτώσεως τῆς οὐσιώδους ἀνατιμήσεως τῆς δραχμῆς. Εἶναι ἆρά γε ἐπιτετραμμένον εἰς τὸ Κράτος νὰ ἀναλαμβάνῃ ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ἔστω καὶ ἐν ἀπιθάνῳ περιπτώσει, εἶναι ποτὲ δυνατὸν νὰ μὴ ἐκτελέσῃ. Σπεύδω, ἐν τούτοις, νὰ ἀναγνωρίσω ὅτι τὸ ἐπιχείρημά μου τοῦτο χωρὶς νὰ δύναται νὰ στραφῇ ἐναντίον τῆς ἰδέας μου, ἔχει, ἐξ ἄλλων λόγων, τὰς πλευρὰς ἀσθενεῖς. Θὰ ἀνατρέψω, κύριοι συνάδελφοι, προκαταβολικῶς καὶ τὸ ἐπιχείρημα ὅτι ἀφοῦ τὸ ἐκδοθὲν δάνειον ὑπὲρ τῶν ἀνταλλαξίμων προσφύγων ἐξεδόθη εἰς δραχμάς, δὲν θὰ ἦτο δίκαιον τὸ δάνειον τῶν μὴ ἀνταλλαξίμων νὰ ἐκδοθῇ εἰς ἕτερον νόμισμα. Ἁπλῆ μελέτη τῶν ὅρων τοῦ ἑνὸς καὶ τοῦ ἑτέρου δανείου ἀποδεικνύει ὅτι οὐδεμία σχέσις ὑπάρχει μεταξύ των. Τὸ δάνειον τῶν ἀνταλλαξίμων προσφύγων καλῶς ἐξεδόθη εἰς δραχμάς, διότι εἶναι ἐντελῶς προσωρινόν, ὡς μέλλον νὰ ἐξοφληθῇ ὄχι ἐκ κρατικῶν προσόδων, ἀλλ’ ἐκ τῆς ἀξίας τῶν ἐν Ἑλλάδι ἐγκαταλειφθέντων μουσουλμανικῶν κτημάτων, τὰ ὁποῖα, κατὰ τὰς βεβαιώσεις τῶν ἁρμοδίων, ὄχι μόνον ὑπερβαίνουν κατ’ ἀξίαν τὸ ὀνομαστικὸν κεφάλαιον τῶν ἐκδοθησομένων ὁμολογιῶν, ἀλλ’ εἶναι καὶ περιζήτητα. Κατὰ συνέπειαν, αἱ ὁμολογίαι αὗται θὰ ἔχουν ἐξοφληθῇ συγχρόνως ἢ καὶ πρὸ τῆς παντελοῦς ἐκκαθαρίσεως τῆς ἐγκαταλειφθείσης ἐνταῦθα Μουσουλμανικῆς περιουσίας. Ἐνῷ τὸ δάνειον τῶν μὴ ἀνταλλαξίμων Ἑλλήνων πρόκειται νὰ ἐξοφληθῇ εἰς τὸ ἀπώτατον χρονικὸν διάστημα τῶν τριάκοντα ἐτῶν ἐκ προσόδων τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, αἵτινες ἐπηρεάζονται ἐκ τῶν αὐξομοιώσεων τοῦ συναλλάγματος, ἐφόσον πρόκειται νὰ καλύψωσιν ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους εἰς δραχμάς. Παραμένει ἐπίσης νὰ ἐξετάσωμεν τὴν περίστασιν, τὴν ὁποίαν ἐγὼ ἀντιμετωπίζω ἀφοῦ ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἐσταμάτησε τὴν πρὸς τὰ κάτω οἰκονομικήν της φοράν, τῆς οὐσιώδους ὑποτιμήσεως τῆς δραχμῆς καὶ πέραν τῶν σημερινῶν της ἐπιπέδων. Εἰς τοὺς τοιαύτην περίστασιν ἀντιμετωπίζοντας ἔχω νὰ ἀπαντήσω ἀδιστάκτως ὅτι ἐφόσον τὴν περιουσίαν τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν μεταχειριζόμεθα διὰ νὰ πληρώσωμεν ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους, μόνον ἐν περιπτώσει ἐπισήμου χρεωκοπίας δυνάμεθα νὰ μὴ ἀποκληρώσωμεν.
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις διὰ νὰ ἐπαναληφθῇ αὕτη τὴν 10.30′ μ. μ.
(Ὥρα 9 μ. μ.)
ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΚΟΠΗΝ
(Ὥρα 11 μ. μ.)
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Ὁ κ. Α. Ἐμπειρῖκος Κουμουνδοῦρος ἔχει τὸν λόγον.
§48Α. ΕΜΠ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριοι βουλευταί, ἐπειδὴ ἡ συζήτησις τοῦ παρόντος σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας συμφωνίας» θὰ μὲ φέρῃ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ εἴπω μερικὰς πικρὰς ἀληθείας, ἐπιθυμῶ νὰ δηλώσω ἐκ τῶν προτέρων, διὰ νὰ μὴ παρεξηγηθῶ περὶ τῶν αἰσθημάτων μου, ὅτι εἶμαι ἐξ ἐκείνων, οἵτινες πιστεύουν ὅτι ἡ πολιτικὴ φιλία μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας ἐπιβάλλεται ὑπὸ τῶν καλῶς ἐννοουμένων συμφερόντων καὶ τῶν δύο Κρατῶν, καθότι, παρ’ ὅλας τὰς διαμάχας, παρ’ ὅλας τὰς ἀντιξόους περιστάσεις, αἵτινες ἔφερον τὰ δύο Ἔθνη δι’ ὅπλων ἔτι νὰ λύσωσι τὰς διαφοράς των, ἡ Ἑλλὰς καὶ ἡ Τουρκία ἔχουσι τόσα κοινὰ συμφέροντα, δύναμαι δὲ νὰ προσθέσω τόσους κοινοὺς κινδύνους ἴσως δὲ καὶ κοινοὺς ἐχθροὺς νὰ ἀντιμετωπίσωσιν ἐν τῷ μέλλοντι, ὥστε δέον πάντες ἡμεῖς νὰ ἀποβλέψωμεν ὅπως ἡ Ἑλληνοτουρκικὴ φιλία ἑδραιωθῇ ἐπὶ βάσεων ἀκλονήτων, ἀνεξαρτήτων πάσης ἐπιδράσεως, εἴτε τρίτων ἐχόντων ἀντίθετον πρὸς τοῦτο ὄφελος εἴτε καὶ ἰδιωτικῶν συμφερόντων. Ἀτυχῶς, ἡ παροῦσα συνθήκη, ἡ ὑποβαλλομένη σήμερον εἰς τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς, δὲν φαίνεται ἐμπνευσμένη ἐκ τῶν ἀρχῶν τούτων, ἀλλὰ συνετάχθη διακανονιστικὴ ἰδιωτικῶν συμφερόντων, μάλιστα δὲ ὀφείλομεν νὰ ὁμολογήσωμεν ἐν πνεύματι λίαν εὐνοϊκῷ διὰ τὴν Τουρκίαν, δυσμενεστάτῳ δὲ καὶ ἀδικωτάτῳ διὰ τὸν Ἑλληνισμόν. Τὸ κακὸν ἄρχεται ἀπὸ τῆς 9ης δηλώσεως, τῆς προσηρτημένης εἰς τὴν συνθήκην τῆς Λωζάννης, ἡ ὁποία, ὁρίζουσα ὅτι τὰ κτήματα τῶν Μουσουλμάνων τῶν ἀναχωρησάντων πρὸ τῆς 18ης Ὀκτωβρίου 1912 ἐξ Ἑλλάδος ἐπιστρέφονται εἰς τοὺς κυρίους αὐτῶν, κανονίζει ἐπιπροσθέτως ὅτι τὰ εἰσοδήματα τῶν ἀπαλλοτριωθέντων καὶ ὁπωσδήποτε κατασχεθέντων κτημάτων ὅσα εἰσεπράχθησαν ὑπὸ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἐπιστρέφονται εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας αὐτῶν. Ἐνῷ ἀντιθέτως μοὶ φαίνεται ὅτι ἡ στοιχειώδης δικαιοσύνη ἀπῄτει ὅπως δεσμευθῇ ἡ Τουρκία ὑπὸ τῶν Ἑλλήνων ἀντιπροσώπων, τῶν διαπραξάντων τὸ φοβερὸν τοῦτο ἁμάρτημα, νὰ ἀναγνωρίσῃ ὅτι οἱ ὑπήκοοί της θὰ ἀπεζημιοῦντο διὰ τὰ ἀπαλλοτριωθέντα κτήματα καθ’ ὃν τρόπον ὁρίζει ὁ Ἑλληνικὸς νόμος περὶ ἀπαλλοτριώσεων, τὸν ὁποῖον δὲν ὑποθέτω ὅτι ἠγνόει ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς Ἑλλάδος, ὅστις ὁ ἴδιος ὑπῆρξε πατὴρ τῆς σχετικῆς νομοθεσίας ἐν Ἑλλάδι. Δίδεται οὕτω μία ἐξαιρετικὴ θέσις εἰς τοὺς Τούρκους μεγαλοκτηματίας ἀπέναντι τῶν Ἑλλήνων. Εἰς οὐδὲν ὅμως Κράτος, ἐκτὸς δυστυχῶς τῆς Ἑλλάδος, ξένος ὑπήκοος ἀποκτᾷ μείζονα δικαιώματα ἐκείνων τῶν ἰδίων τοῦ Κράτους τούτου ὑπηκόων. Καθ’ ὅλας τὰς νομοθεσίας, ἡ θέσις τοῦ ἰδίου ὑπηκόου ἀπέναντι τῶν ξένων εἶναι πλεονεκτική, θεωρεῖται δὲ ὑποχώρησις τοῦ Κράτους πρὸς τὸν ἕτερον συμβαλλόμενον ὅταν τοῦτο ἐξισοῖ τοὺς ὑπηκόους τῆς Χώρας, μεθ’ ἧς συμβάλλεται, πρὸς τοὺς ἰδίους αὑτοῦ ὑπηκόους. Παράδειγμα δὲ τούτου αἱ διάφοροι συμβάσεις, τὰς ὁποίας τὰ Κράτη συνάπτουσι πρὸς ἄλληλα. Νὰ παρέχωνται ὅμως μείζονα δικαιώματα καὶ προνομιοῦχος θέσις εἰς ξένους ὑπηκόους ἔναντι τῶν ἐγχωρίων, τοῦτο εἶναι τερατούργημα καὶ προσβολή, ἥτις εἶναι ἀναξία παντὸς πεπολιτισμένου Κράτους σεβομένου ἑαυτό. Ὄταν ὅλα τὰ Κράτη, τὰ ὁποῖα εἶχον διομολογήσεις, προσεπάθησαν παντὶ σθένει νὰ ἀπαλλαγῶσι τούτων καὶ νὰ ἐξισώσωσι τοὺς ξένους πρὸς τοὺς ἰδίους αὑτῶν ὑπηκόους, ἔρχεται ἡ Ἑλλάς, ἥτις ἀπὸ Καποδιστρίου καὶ τῶν δύο δυναστειῶν ἠκολούθει τὴν πολιτικὴν τὴν διέπουσαν πᾶν Εὐρωπαϊκὸν Κράτος, ἔρχεται, λέγω, ἡ Ἑλλὰς τοῦ 1923 ἡ συμπολεμήσασα παρὰ τὸ πλευρὸν τῶν μεγάλων συμμάχων ὑπὲρ τοῦ πολιτισμοῦ, νὰ ὑπαγάγῃ ἑαυτὴν εἰς τὴν θέσιν ἡμιβαρβάρου ἀσιατικοῦ Κράτους, δίδουσα προνομιοῦχον θέσιν εἰς τοὺς ξένους. Ἀπόδειξις δὲ τούτου εἶναι ὅτι οὐδεὶς ἀπετόλμησε νὰ κάμῃ τοιαύτην πρότασιν εἰς τὴν Ἑλλάδα, αὐτοπροαιρέτως δὲ καὶ ἐκ παραδόξου ζήλου νὰ φανῶσι πρὸς τοὺς ξένους εὐάρεστοι οἱ Ἕλληνες ἀντιπρόσωποι προέθησαν εἰς τὴν τοιαύτην δήλωσιν, ὅτι δὲ τὰ πράγματα ἔχουσιν οὕτω μὲ πείθουσι τὰ πρακτικὰ τῶν συνεδριάσεων τῆς ἐν Λωζάννῃ συνθήκης. Μὲ ὅλα της ὅμως τὰ μειονεκτήματα ἡ τόσον ἐπαχθὴς δι’ ἡμᾶς συνθήκη τῆς Λωζάννης εἶχε τοὐλάχιστον ἓν φαεινὸν σημεῖον καὶ ἐννοῶ τοὺς ὅρους τοὺς ἀναφερομένους εἰς τὴν προστασίαν τῶν μειονοτήτων, οἵτινες, ὡς ἐμφαίνεται ἐκ τῶν συζητήσεων ἐν τῷ συνεδρίῳ, ἐξησφάλιζον τὴν θέσιν τοῦ Ἑλληνικοῦ στοιχείου Κωνσταντινουπόλεως καὶ τῆς χρηματικῆς περιουσίας αὐτῶν. Ἡ τρομερὰ καταιγίς, ἥτις ἐξερράγη κατὰ τῆς Ἑλλάδος τῷ 1922 καὶ ἐξερρίζωσε τὸν Ἑλληνισμὸν τόσων αἰώνων, ἥτις ἠνάγκασε τοὺς πάλαι ποτε γηγενεῖς κατοίκους τῆς ἐνδόξου Ἰωνίας νὰ ἐγκαταλείψωσι τὰς ἑστίας αὐτῶν καὶ τοὺς ἔρριψεν ἀστέγους καὶ ἀκτήμονας ἐπὶ τῶν Ἑλληνικῶν ἀκτῶν, ἠναγκάσθη νὰ σταματήσῃ πρὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ βράχου τῆς Κωνσταντινουπόλεως, τῆς ἐνδόξου πρωτευούσης τῆς Ἑλληνικῆς Φυλῆς, ὡς ἂν αἱ ψυχαὶ τῶν μεγάλων Ἑλλήνων Αὐτοκρατόρων, οἵτινες εἶχον ὑπερασπίσει τὰ ἄλλοτε ἀπόρθητά της τείχη κατὰ τῶν στιφῶν τῶν βαρβάρων ἐπιδρομέων, εἶχον ἐγερθῆ μίαν ὑστάτην φορὰν ἐκ τοῦ τάφου αὐτῶν διὰ νὰ προασπίσωσι καὶ πάλιν αὐτὴν ἐκ κινδύνου πολὺ μεγαλυτέρου τῆς Ἁλώσεως, τοῦ κινδύνου τῆς ὁλοσχεροῦς ἀπωλείας τοῦ Ἑλληνικοῦ της χαρακτῆρος, τὸν ὁποῖον εἶχον σεβασθῆ τόσοι κατακλυσμοί. Μάλιστα, κύριοι. Κατὰ τὴν τόσον τραγικὴν διὰ τὸν Ἑλληνισμὸν στιγμὴν ἐκείνην δύναμαι νὰ εἴπω ὅτι τὸ παρελθόν μας ἀνεζωογονήθη καὶ ὅτι ἡ ψυχή του ἐπέδρασεν ἐπὶ τῶν ἀποφάσεων ἐκείνων, οἵτινες εἶχον εἰς χεῖράς των τὰς τύχας τοῦ Ἑλληνισμοῦ καὶ αὐτοὶ οὗτοι, οἱ προκαλέσαντες ἀμέσως ἢ ἐμμέσως τὴν ἧτταν αὐτοῦ, ἠναγκάσθησαν νὰ ἀναγνωρίσουν τὰ ἱερὰ δικαιώματα τῶν Ἑλλήνων, νὰ ἐξαιρέσωσι τῆς ἀνταλλαγῆς τοὺς κληρονόμους τῶν Κωνσταντίνων καὶ νὰ προστατεύσωσι τὴν περιουσίαν των. Τὰ δικαιώματα ταῦτα, ἅτινα ἐσεβάσθησαν πάντες οἱ ὑπογράψαντες τὴν συνθήκην τῆς Λωζάννης, οὐδ’ ἐτόλμησαν κἂν νὰ ἀμφισβητήσωσι οἱ χειρότεροι ἐχθροὶ τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἔρχεται σήμερον χεὶρ Ἑλληνικὴ διὰ τῆς παρούσης συμφωνίας νὰ τὰ σβύσῃ διὰ παντός. Τίς δὲ ὁ λόγος ὁ ὠθήσας ταύτην εἰς τοῦτο; Οὔτε ἡ ἀναπόδραστος ἀνάγκη τῆς ἥττης, οὔτε ὁ ἐχθρὸς ἐπὶ θύραις, ἀλλ’ ἡ δῆθεν ἀνάγκη ἀποκαταστάσεως ὀλίγων χιλιάδων ὁμαιμόνων ἀδελφῶν ἐν τοῖς κτήμασι τῶν μὴ ἀνταλλαξίμων Μουσουλμάνων τῆς Δυτικῆς Θράκης. Ὡς ἂν ἡ Ἑλλὰς νὰ μὴ εἶχεν ἀρκετὰς ἐκτάσεις διὰ νὰ ἐγκατασταθῶσιν οὗτοι, ἐκτάσεις ἐθνικάς, μοναστηριακὰς καὶ ἄλλας. Γαῖαι ὅμως, ὡς πάντες γνωρίζομεν, ὑπῆρχον καὶ ὑπάρχουν ἀρκεταὶ πρὸς ἀποκατάστασιν τῶν ὀλίγων χιλιάδων—δέκα μοὶ φαίνεται περίπου—αἵτινες ἀποκατεστάθησαν ἐν τῇ Δυτικῇ Θράκῃ. Ἀλλὰ καὶ ἂν δὲν ὑπῆρχον ἀρκεταὶ ἐθνικαὶ γαῖαι, εἶμαι βέβαιος ὅτι πᾶς Ἕλλην προκειμένου νὰ διασωθῇ ὁ Ἑλληνισμὸς τῆς Κωνσταντινουπόλεως, θὰ ἦτο πρόθυμος νὰ προβῇ εἰς οἱανδήποτε θυσίαν. Τὰ πράγματα ὅμως ἀποδεικνύουσιν ὅτι θυσίαι τοιαῦται ἐπερίττευον, διότι βλέπομεν ἀκόμη πρὸ ὀλίγων μηνῶν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν δεχομένην νὰ παραμείνωσιν οἱ θεωρηθέντες ἀνταλλάξιμοι ὑπὸ τῆς Διεθνοῦς Ἐπιτροπῆς Μουσουλμάνων Τσαμουργιᾶς εἰς τὰ ἑαυτῶν κτήματα ἄνευ μεγάλης βλάβης τῆς ἀποκαταστάσεως τῶν Χριστιανῶν προσφύγων, ἴσως ὅμως ἐπὶ βλάβῃ τῶν συμφερόντων τοῦ Ἑλληνισμοῦ τῆς ἐπαρχίας ταύτης. Δὲν θὰ ἐξετάσω τίνες λόγοι συνηγόρησαν ὑπὲρ τῆς ἐγκαταστάσεως ταύτης, κύριοι βουλευταί. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἐπέπρωτο νὰ ἀκριβοπληρώσωμεν τὸ σφάλμα τοῦτο, διότι ἠναγκάσθημεν νὰ προέλθωμεν εἰς νέας συνεννοήσεις καὶ νὰ χάσωμεν οὕτω τὰ περισωθέντα κτήματα διὰ τῆς συνθήκης τῆς Λωζάννης. Ὁμιλῶ περὶ τῆς συνθήκης Ρουσδῆ–Ἐξηντάρη, τὴν ὁποίαν, καίτοι ἠγέρθη τοσαύτη κατακραυγὴ ἐναντίον της, πρόκειται σήμερον, κύριοι βουλευταί, νὰ κυρώσητε ἐμμέσως διὰ τῆς συνθήκης τῆς 1ης Δεκεμβρίου 1926. Διὰ τῆς περιφήμου λοιπὸν αὐτῆς συμφωνίας τῆς Ἀγκύρας, ἥτις ἀποτελεῖ μίαν κατάφωρον παραβίασιν τῆς συνθήκης τῆς Λωζάννης τῆς περιβεβλημένης διεθνὲς κῦρος διὰ τῆς ὑπογραφῆς ἁπάντων τῶν συμμάχων Κρατῶν καὶ τῆς Τουρκίας, ἡ Ἑλλὰς μονομερῶς πλέον μετὰ τῆς Τουρκίας συμβαλλομένη ἀποδέχεται ὅπως αἱ 40,000 Ἕλληνες, οἵτινες ἔφυγον κατὰ τὸ 1922 ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολιν, μὴ ἐπιστρέψωσι πλέον ἐν τῇ πόλει αὐτῶν, τὰ δὲ πατρογονικὰ αὐτῶν κτήματα περιέλθωσιν ἀναγκαστικῶς εἰς ξένας χεῖρας, συνομολογούσης ἐπιπροσθέτως τῆς Ἑλλάδος ὅτι τὰ ἀκίνητα αὐτῶν ἐντὸς τετραετοῦς προθεσμίας θὰ ἐκποιηθῶσιν ἀναγκαστικῶς ὑπὸ τῶν Τούρκων. Ὅπως δὲ δοθῇ μεῖζον κῦρος εἰς τὴν τερατώδη αὐτὴν συμφωνίαν, τὴν ἐκδιώκουσαν ὁριστικῶς ἐκ Κωνσταντινουπόλεως τὸ ἄνθος τοῦ Ἑλληνισμοῦ καὶ καταδικάζουσαν αὐτὸ εἰς τὴν πενίαν καὶ τὴν δυστυχίαν, συνομολογεῖται προσέτι ὅτι αἱ διατάξεις αὗται θὰ περιβληθῶσιν εἰς τὸν τύπον τῆς ἀποφάσεως τῆς Μικτῆς Ἐπιτροπῆς. Ἐπαναλαμβάνω ὅτι ἡ μονομερὴς αὕτη συμφωνία μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας εὑρίσκεται ἐν προφανεῖ ἀντιθέσει πρὸς τὴν συνθήκην τῆς Λωζάννης, ἡ ὁποία ὁρίζει ὅτι αἱ ὑποχρεώσεις αἱ ἀπορρέουσαι ἀπὸ τὰς διατάξεις περὶ μειονοτήτων εἶναι δημοσίου διεθνοῦς συμφέροντος καὶ δὲν δύναται νὰ καταργηθῶσι διὰ μονομερῶν συμφωνιῶν. Ἵνα δὲ πεισθῇ τις πόσον ἀντιβαίνουσιν αἱ διατάξεις τῆς παρούσης συμφωνίας εἰς τὰς διατάξεις τῆς συνθήκης τῆς Λωζάννης, ἀρκεῖ σὺν τοῖς ἄλλοις νὰ ρίψῃ ἓν βλέμμα εἰς τὰ ἄρθρα 38, 39 καὶ 40, ὡς καὶ εἰς τὴν δήλωσιν περὶ ἀμνηστείας. Καὶ τὸ μὲν ἄρθρον 39 ἐξασφαλίζει εἰς τοὺς Τούρκους ὑπηκόους τοὺς ἀνήκοντας εἰς τὰς μὴ Μουσουλμανικὰς μειονότητας τὰ αὐτὰ πολιτικὰ καὶ ἀστικὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα κέκτηνται καὶ οἱ Μουσουλμάνοι, συνεπῶς λοιπὸν καὶ τὴν πλήρη καὶ ἐλευθέραν κατοχὴν τῆς περιουσίας των, ὡς καὶ τὸ δικαίωμα διαμονῆς. Τὸ ἄρθρον 38 ἐξασφαλίζει εἰς τοὺς ἰδίους τὴν ἐλευθερίαν κινήσεως. Τέλος τὸ ἄρθρον 40 ἐξασφαλίζει αὐτοῖς τὴν ἀπόλαυσιν τῆς ἰδίας προστασίας καὶ τῶν ἰδίων ἐγγυήσεων, τὰς ὁποίας ἀπολαμβάνουν καὶ οἱ λοιποὶ Μουσουλμάνοι Τοῦρκοι ὑπήκοοι. Ἀφ’ ἑτέρου αἱ διατάξεις τῆς Λωζάννης αἱ ἀναφερόμεναι εἰς τὴν προστασίαν τῶν μειονοψηφιῶν δὲν κάμνουσιν οὐδεμίαν διάκρισιν μεταξὺ τῶν εὑρισκομένων εἰς Κωνσταντινούπολιν καὶ ἐκείνων οἵτινες προσωρινῶς εὑρίσκονται μακρὰν αὐτῆς. Ὡς νὰ μὴ ἤρκουν αἱ ἀνωτέρω διατάξεις, ἔχομεν καὶ τὸ ἄρθρον 16 τῆς συμφωνίας τῆς ἀνταλλαγῆς, ἐν τῷ ὁποίῳ ἡ Τουρκία καὶ ἡ Ἑλλὰς συνομολογοῦσιν ὅτι οὐδὲν ἐμπόδιον θέλει παρεμβληθῆ διὰ τὴν παρὰ τῶν κατοίκων τῶν δυνάμει τοῦ ἄρθρου 2 ἐξαιρουμένων τῆς ἀνταλλαγῆς περιοχῶν ἐλευθέραν ἄσκησιν τοῦ δικαιώματος αὐτῶν ὅπως παραμείνωσιν ἐκεῖ ἢ ἐπιστρέψωσι καὶ ἀπολαμβάνωσιν ἀκωλύτως τῆς ἐλευθερίας των καὶ τῶν δικαιωμάτων αὐτῶν ἰδιοκτησίας ἐν Τουρκίᾳ καὶ Ἑλλάδι. Μὴ λησμονεῖτε, κύριοι βουλευταί, ὅτι μετὰ τὸν Μέγαν Πόλεμον ἐδημιουργήθη ἐν τῇ συνειδήσει τῶν λαῶν ἓν νέον δίκαιον· τὸ δίκαιον τῶν μειονοτήτων. Τὸ δίκαιον τοῦτο λαβὸν σάρκα καὶ ὀστᾶ ἐν ταῖς διαφόροις μεταπολεμικαῖς συνθήκαις, ἀποτελεῖ ἤδη δίκαιον θετικὸν καὶ ἀπαρτίζει ἰδιαίτερον κεφάλαιον τοῦ δημοσίου διεθνοῦς δικαίου. Ἡ βασικὴ ἀρχὴ αὐτοῦ τοῦ δικαίου εἶναι ὅτι ἕκαστον Κράτος ἀνῆκον εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν πεπολιτισμένων Χωρῶν, πρέπει νὰ ἐξασφαλίσῃ εἰς πᾶσαν ἐθνικὴν μειονότητα ἐνυπάρχουσαν ἐν τῷ ἐδάφει της τὸ πρῶτον τὸ δικαίωμα νὰ διαβιοῖ ἐπὶ τοῦ ἐδάφους ἐκείνου, τὸ ὁποῖον εἶναι ἡ γεννέτειρά του καὶ δεύτερον τὸ δικαίωμα νὰ διαβιοῖ ἐν πλήρει ἰσότητι δικαίων μετὰ τῶν ἄλλων πολιτῶν τῆς Χώρας αὐτῆς ἐν τῇ θρησκείᾳ τῶν γονέων του, ἐν τῇ ἀπολύτῳ χρήσει τῆς γλώσσης αὐτοῦ καὶ ἐν τῇ ἐλευθέρᾳ διαπαιδαγωγήσει τῶν τέκνων του. Ἡ ὑποχρέωσις αὕτη ἀποτελεῖ δι’ ἕκαστον πολιτισμένον Κράτος ἑτεροβαρῆ ὑποχρέωσιν ἀπορρέουσαν ἐκ τοῦ γεγονότος ὅτι ἀνήκει τοῦτο εἰς τὴν σφαῖραν τῶν πεπολιτισμένων Κρατῶν καὶ ὄχι συμβατικὴν ἀμφοτεροβαρῆ ὑποχρέωσιν, τὴν ὁποίαν ἀναλαμβάνει ἀπέναντι ἑτέρου Κράτους καὶ ἥτις ἔχει τὸν γεννεσιουργικόν της λόγον ἐν τῷ γεγονότι ὅτι τὸ ἕτερον Κράτος ἀναλαμβάνει παρομοίαν ὑποχρέωσιν ἀπέναντι τοῦ πρώτου ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀμοιβαιότητος. Κράτος τι ἀναγνωρίζον διὰ συνθήκης ἐθνικὴν μειονότητα ἐν τῷ ἐδάφει του, δεσμεύεται οὐχὶ ἀπέναντι ἑτέρου Κράτους, ἀλλ’ ἀπέναντι τῆς τῶν Ἐθνῶν Κοινωνίας, οὐδ’ εἶναι δυνατὸν νὰ ἀπαλλαγῇ τῆς ὑποχρεώσεώς του τῇ συγκαταθέσει τινὸς τῶν συμβαλλομένων Κρατῶν. Καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει ἔτι δύο μόνον εἶναι τὰ συμβαλλόμενα Κράτη καὶ ἀναγνωρίζουσιν ἀμοιβαίως ἐθνικὰς μειονότητας ἐν τῷ ἐδάφει των, δὲν πρόκειται καὶ πάλιν, παρ’ ὅλα τὰ φαινόμενα, περὶ ἀμφοτεροβαρῶν ὑποχρεώσεων, ἀλλὰ περὶ ἑτεροβαρῶν παραλλήλων τοιούτων τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν ἐγγυωμένης τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ὑποχρεώσεων αὐτῶν. Τὸ τοιοῦτον, ὅπερ ὑποστηρίζω, δὲν ἀποτελεῖ αὐθαίρετον ἑρμηνείαν, συνάγεται δὲ σὺν τοῖς ἄλλοις ἐκ τῶν δηλώσεων τῶν κ. κ. Σπαλαΐκοβιτς καὶ Λαρὸς ἐν τῷ συνεδρίῳ τῆς Λωζάννης καὶ λαμβάνει ὑπόστασιν ἐν τῷ ἄρθρῳ 44 τῶν διατάξεων περὶ προστασίας τῶν μειονοτήτων. Ὡς βλέπετε, κύριοι βουλευταί, διὰ τῶν νῦν οὕτω παραβιαζομένων διατάξεων περὶ μειονοτήτων τῆς Λωζάννης καὶ τῆς σχετικῆς αὐτῶν περιουσίας ἡ ὑπόθεσις τῶν Ἑλλήνων Κωνσταντινουπόλεως εἶχε γίνει ὑπόθεσις ὅλων τῶν πεπολιτισμένων Κρατῶν, ὡς ἡ τύχη αὐτῶν ἠγγυημένη ὑπὸ τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν ἐξησφαλίζετο κατὰ πάσης ἐναντίον αὐτῆς ἐπιβουλῆς οἱουδήποτε, ἔστω καὶ αὐτῆς τῆς μητρὸς Ἑλλάδος. Τὴν ἠθικὴν ὅμως, τὴν ἱστορικὴν αὐτὴν ἀνάγκην, ἡ ὁποία ἐπέβαλεν εἰς τοὺς ξένους τὴν ἣν ἔδωκαν λύσιν καὶ πρὸ τῆς ὁποίας ὑπέκυψε πᾶσα ἄλλη ἀντίρρησις, ἔρχεται ἡ Ἑλλὰς τοῦ 1927 νὰ παραγνωρίσῃ, ἐπιλήσμων τῶν ἰδεωδῶν τὰ ὁποῖα τῆς ἐνεφύσησαν ἄλλοτε πνοὴν ζωῆς καὶ νὰ σβύσῃ διὰ τῆς ὑπογραφῆς της αἰῶνας ὁλοκλήρους ἱστορίας. Διότι, κύριοι, καταφέρομεν ἀνεπανόρθωτον πλῆγμα κατὰ τοῦ Ἑλληνισμοῦ ὅταν ἐκδιώκωμεν ἐκ Κωνσταντινουπόλεως τὸ ἄνθος τούτου, διότι, κύριοι, θυσιάζομεν αὐτὸν ἐν τῇ συνειδήσει μας εἰς τὸν βωμὸν τῆς Ἑλληνοτουρκικῆς φιλίας, ὅταν ἐναντίον αὐτοῦ δημιουργῶμεν τοιοῦτον προηγούμενον, τὸ ὁποῖον πράγματι αἴρει τὰς ὑπὲρ αὐτοῦ ἐγγυήσεις τῆς συνθήκης τῆς Λωζάννης καὶ ἐγκαταλείπει αὐτὸν ἕρμαιον πλέον τῶν διαθέσεων τῆς Τουρκίας. Μὴ προνόησε τοὐλάχιστον ὁ διαπραγματευθεὶς τοὺς ὅρους αὐτοὺς νὰ διαβεβαιωθῇ δι’ ἐπισήμων ὑποσχέσεων τῆς Τουρκίας ὅτι ἡ τούτους περιλαμβάνουσα συμφωνία δὲν θέλει ἀποτελέσει προηγούμενον διὰ τὴν προσβολὴν τῶν δικαίων τῶν ὑπολειπομένων ἐν Κωνσταντινουπόλει Ἑλλήνων καὶ ὅτι ἡ Τουρκία δὲν θὰ ζητήσῃ ἐν τῷ μέλλοντι καὶ αὐτῶν τὰ δίκαια νὰ καταργήσῃ διὰ μονομεροῦς μεθ’ ἡμῶν συνθήκης, τὴν ὁποίαν τυχὸν αἱ περιστάσεις ἤθελον μᾶς ἐπιβάλλει; Ὁμολογῶ ὅτι οὐδὲν δυστυχῶς περὶ τοιαύτης διαβεβαιώσεως τῆς Τουρκίας γνωρίζω, ἡ ὁποία θὰ μὲ καθησύχαζε τοὐλάχιστον περὶ τῆς τύχης τῶν ὑπολειπομένων Ἑλλήνων Κωνσταντινουπολιτῶν. Ὁπωσδήποτε ἡ Ἑλλὰς καὶ ἡ Τουρκία συνεφώνησαν ὅπως ἐμμέσως καταργήσωσι τὰς διατάξεις τὰς προστατευούσας τὸ δικαίωμα τῶν μειονοτήτων καὶ τὸν Ἑλληνικὸν χαρακτῆρα τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Ἀλλὰ παριστάμεθα πρὸ παραδόξου θεάματος. Τὰ οὐδέτερα μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς σεβόμενα ἑαυτὰ καὶ τὸ κῦρος τῶν διατάξεων τῆς συνθήκης τῆς Λωζάννης, ἠρνήθησαν—καὶ ὡς μανθάνω ἐξακολουθοῦσιν ἀρνούμενα—νὰ συντελέσουν εἰς τὴν καταστρατήγησιν τὴν τελεσθεῖσαν εἰς βάρος τοῦ ἀτυχοῦς Ἑλληνικοῦ πληθυσμοῦ. Δὲν θὰ ἦτο ὀρθότερον ἂν εἶχεν ἐπιτύχει ἡ Ἑλλὰς πρὶν ἢ προβῇ εἰς τοιαύτας πρὸς τὴν Τουρκίαν προτάσεις, τὴν συναίνεσιν τῶν μελῶν τῆς Ἐπιτροπῆς νὰ μὴ παριστάμεθα πρὸ τοῦ ἀποκαρδιωτικοῦ θεάματος νὰ βλέπωμεν Ἱσπανὸν καὶ Σουηδὸν ἀντιπρόσωπον ὑπερασπίζοντας τὰ δικαιώματα τῆς μειονοψηφίας κατὰ τῶν ἐνεργειῶν τοῦ παρὰ τῇ Ἐπιτροπῇ ταύτῃ Ἕλληνος μέλους; Ἀλλὰ τίς ἔσται ἡ θέσις τῆς Ἑλλάδος ἀπέναντι τοῦ πεπολιτισμένου κόσμου, ἀπέναντι τῆς Ἱστορίας, ἀπέναντι τῶν ἀπαραγράπτων δικαίων τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἂν δύναμίς τις ἐξ οἱουδήποτε λόγου κινουμένη, μέλους δὲ τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν, θελήσῃ νὰ ποιήσηται χρῆσιν τοῦ ἄρθρου 44 τῶν διατάξεων περὶ προστασίας τῶν μειονοτήτων, τοῦ ὁρίζοντος τι «πᾶν μέλος τοῦ Συμβουλίου τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐπισύρῃ τὴν προσοχὴν τοῦ Συμβουλίου ἐπὶ πάσης παραβάσεως ἢ κινδύνου παραβάσεως τῶν ὑποχρεώσεων τούτων, τὸ δὲ Συμβούλιον δύναται νὰ ἐνεργῇ καθ’ οἱονδήποτε τρόπον κρινόμενον κατάλληλον καὶ ἀποτελεσματικὸν ἐν τῇ περιστάσει; Ἄλλως τε τίς μὲ βεβαιοῖ ὅτι αὐτοὶ οἱ Κωνσταντινουπολῖται, ἰσχυροὶ ἐν τῷ δικαίῳ αὐτῶν καὶ ὑπὲρ ἑστιῶν καὶ βωμῶν ἀγωνιζόμενοι, δὲν θὰ κινήσωσι γῆν καὶ θάλασσαν, ἵνα προασπίσωσι τὰ ὑπὸ πράξεως διεθνοῦς ἀναγνωρισθέντα αὐτοῖς δικαιώματα καὶ ἵνα διασώσωσι τὴν περιουσίαν αὐτῶν; Πῶς δέ, κύριοι βουλευταί, θέλετε δώσει τὴν ψῆφόν σας εἰς συνθήκην, ἧς τὸ κῦρος βλέπετε πανταχόθεν διασειόμενον; Πῶς θέλετε δώσει τὴν ψῆφόν σας εἰς μίαν συμφωνίαν ἔκθεσμον, ἔκνομον διεθνῶς; Ἐφιστῶ ὡσαύτως τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς καὶ ἐπὶ τοῦ κατωτέρω ζητήματος. Παρ’ ὅλην τὴν καλήν μου διάθεσιν, δὲν δύναμαι ἢ νὰ θεωρήσω τὸ σχέδιον τῆς συνθήκης, ὅπερ ὑποβάλλεται εἰς τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς, ὡς ρίπτον τὸν σπόρον τῆς πλάνης. Διότι πρῶτον ὁ ἀναγνώστης βλέπων εἰς τὸ ἄρθρον 1ον τῆς συμβάσεως ὅτι ἡ παροῦσα συμφωνία ἀντικαθιστᾷ μίαν μόνον τῶν ὑπογραφεισῶν ἐν Ἀγκύρᾳ τὴν 21ην Ἰουνίου 1925 πράξεων, τὴν συμφωνίαν περὶ ἀκινήτων, εἰς δὲ τὸ ἄρθρον 2 βλέπων ὅτι τὰ ἐν Ἀγκύρᾳ ὑπογραφέντα πρωτόκολλα τὴν 21ην Ἰουνίου ὑπ’ ἀριθ. 1 καὶ 2 διατηροῦνται ἐφόσον δὲν τροποποιεῖται διὰ τῆς νέας συμφωνίας, ἐν πάσῃ καλῇ πίστει δύναται νὰ πλανηθῇ νομίζων ὅτι τὰ ἐν λόγῳ δύο πρωτόκολλα, ἅτινα ἀναγράφονται παρακατιόν, ἀποτελοῦσι τὸ ὑπόλοιπον μέρος τῶν διεθνῶν πράξεων τῆς Ἀγκύρας, αἵτινες διατηροῦσι τὴν ἰσχύν, τοῦθ’ ὅπερ εἶναι ἀνυπόστατον, διότι ὁλόκληρος ἡ διεθνὴς πρᾶξις τῆς συμφωνίας Ρουσδῆ–Ἐξηντάρη περὶ Κωνσταντινουπολιτῶν, περὶ ἐταμπλί, περὶ τῆς περιουσίας των—δέκα περίπου ἄρθρα νομίζω—ἅτινα, καίτοι πρόκειται νὰ κυρωθῶσιν ὑπὸ τῆς Βουλῆς, λάμπουσι διὰ τῆς ἀπουσίας των. Δεύτερον διότι ἀναγινώσκων τις ἐν τῷ ἄρθρῳ 2 τῆς Δηλώσεως ὅτι διατηρεῖ τὴν ἰσχύν της ἡ πρᾶξις τῆς Ἀγκύρας ἡ καλουμένη «πρακτικὸν ὑπογραφῆς», θὰ ἀντιληφθῇ ἐν σελίδι 15ῃ ὅτι τοῦ εἰρημένου πρακτικοῦ ὑπογραφῆς μᾶς δίδονται μόνον αἱ παράγραφοι 3 καὶ 4, προσέτι δὲ ὅτι ἐν τῇ ἀρχῇ τοῦ Γαλλικοῦ κειμένου ἔχουσι τεθῇ μυστηριώδη τινὰ ἀποσιωπητικά, τὰ ὁποῖα βεβαίως οὐχὶ κατὰ παραδρομὴν ἔχουσι παραλειφθῆ ἀπὸ τὴν Ἑλληνικὴν μετάφρασιν. Καὶ διατί ἆρά γε τοῦτο; Διὰ νὰ διατηρηθῇ ἡ Βουλὴ ἐν ἀγνοίᾳ τοῦ γεγονότος ὅτι τὸ εἰρημένον πρακτικὸν ὑπογραφῆς ἀπεκεφαλίσθη ἀσπλάγχνως καὶ ὅτι ἐλλείπει τὸ οὐσιῶδες αὐτοῦ μέρος, ἐν τῷ ὁποίῳ προβλέπεται ὅτι θὰ ὑποβληθῶσιν εἰς τὴν Μικτὴν Ἐπιτροπὴν ἀνταλλαγῆς ὅπως κυρωθῶσι παρ’ αὐτῆς ὑπὸ τύπον ἀποφάσεως αἱ ἀφορῶσαι τὴν μὴ ἐπιστροφὴν τῶν φυγάδων Κωντινουπολιτῶν, αἱ περὶ ἀπαλλοτριώσεως ἐντὸς τετραετίας τῆς περιουσίας των καὶ αἱ περὶ ἑρμηνείας τοῦ ὅρου «ἐταμπλὶ» μεταξὺ Ἐξηντάρη–Ρουσδῆ ὑπογραφεῖσαι διατάξεις. Ἐν πάσῃ περιπτώσει διὰ τῆς εὐφυοῦς ταύτης μεθόδου, ἵνα μὴ ἄλλως πως τὴν καλέσω, ὑποβαλλομένην πρὸς κύρωσιν κατὰ τμήματα μόνον τῶν ἤδη ὑπογραφεισῶν διεθνῶν πράξεων κατορθοῦται ὅπως ἡ Βουλὴ μὴ λάβῃ γνῶσιν τῆς σκανδαλώδους ἐκ μέρους τῆς Μητρὸς Ἑλλάδος ἀπεμπολήσεως τῶν δικαιωμάτων τῶν Ἑλλήνων Κωνσταντινουπολιτῶν. Διὰ νὰ θέσω τὰ πράγματα εἰς τὴν θέσιν των ὀφείλω νὰ δηλώσω ὅτι ἡ παροῦσα Κυβέρνησις δὲν φέρει τὰς εὐθύνας τῶν συνθηκῶν αὐτῶν. Εὑρεθεῖσα πρὸ τετελεσμένων γεγονότων, πρὸ μιᾶς συνθήκης ὑπογεγραμμένης πλέον ὅτε ἀνέλαβε τὴν διακυβέρνησιν τῆς Χώρας, ἐκβιασθεῖσα οὕτως εἰπεῖν ὑπὸ τῶν πραγμάτων, εἶχε καθῆκον νὰ ἐξοικονομήσῃ τὰ πράγματα οὕτως ὥστε ἡ Βουλὴ νὰ μὴ ἀρνηθῇ τὴν κύρωσιν τῆς συνθήκης. Εἰς τὴν Βουλὴν ἐνασκοῦσαν τὰ κυριαρχικὰ αὐτῆς δικαιώματα ἐναπόκειται νὰ τὴν ἐπικυρώσῃ ἢ νὰ τὴν ἀπορρίψῃ. Δὲν θεωρῶ ὅμως ὡς ἀστήρικτον τὴν γνώμην ὅτι ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς πολιτευόμενος ὡς ἐπολιτεύθη ἔπραξε τὸ καθῆκόν του καὶ μόνον, ἀδιαφόρως τῆς ἐφαρμοσθείσης τακτικῆς πρὸς ἐπίτευξιν τοῦ ὑπ’ αὐτοῦ ἐπιδιωκομένου σκοποῦ. Τὰς εὐθύνας πρέπει νὰ ζητήσωμεν ἀπὸ ἐκείνους οἵτινες κατεσπευσμένως μετὰ τὰς ἐκλογάς, συνελθούσης δὲ ἤδη τῆς Βουλῆς τὴν 25ην Δεκεμβρίου καὶ τέσσαρας ἡμέρας πρὶν ἢ ὁρκισθῇ ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, ἔσπευσαν νὰ ὑπογράψουν τὴν διεθνῆ αὐτὴν πρᾶξιν, ἡ ὁποία ἐδέσμευε τὴν Ἑλλάδα, ἐνῷ προφανῶς ἀποτελοῦντες ἁπλῆν ὑπηρεσιακὴν Κυβέρνησιν, ὑπάρχοντος μόνον πρὸς διεκπεραίωσιν τῆς τρεχούσης ὑπηρεσίας, ἀντλοῦντες δὲ τὰ δικαιώματά των ἐξ ἑνὸς στρατοκρατικοῦ κινήματος δὲν εἶχον τὸ δικαίωμα νὰ ὑπογράψωσι τὴν παροῦσαν συνθήκην, ἐν ᾗ διεκυβεύοντο τόσα μεγάλα ἐθνικὰ συμφέροντα, ἀλλ’ ὤφειλον νὰ ἀφήσωσι τὸ δικαίωμα τοῦτο εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν ἐξ ἐλευθέρων ἐκλογῶν προελθοῦσαν καὶ ἀντλοῦσαν τὴν ἐξουσίαν της ἐκ τοῦ λαοῦ. Ἐπὶ τῆς τοιαύτης βεβιασμένης ὑπογραφῆς μιᾶς συνθήκης περιεχούσης τόσον βαρεῖς ὅρους διὰ τὴν Ἑλλάδα, ὀφείλω νὰ ἐφελκύσω τὴν προσοχὴν τοῦ Κοινοβουλίου, ὅπως κρίνῃ αὐτὸ ἂν ὑπῆρχέ τι, τὸ ὁποῖον ἐδικαιολόγει αὐτὴν τὴν σπουδήν, ὡς καὶ ἂν δὲν πρέπει νὰ ζητηθῶσιν εὐθύναι ἀπ’ ἐκείνους, οἵτινες μετὰ τόσης ἐλαφρότητος διέθεσαν τὰ ἀπαράγραπτα δικαιώματα τοῦ Ἑλληνισμοῦ καὶ τὰ ζωτικὰ συμφέροντα τοῦ Ἔθνους. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἐξαιτοῦμαι ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν νὰ καταθέσῃ ὅλον τὸ κείμενον τῆς συνθήκης Ρουσδῆ–Ἐξηντάρη, ὅπως ἡ Βουλὴ δυνηθῇ νὰ ψηφίσῃ, οὐχὶ τυφλῶς καὶ ἐν πλάνῃ διατελοῦσα, ἀλλ’ ἐν πλήρει ἐπιγνώσει τοῦ τί ψηφίζει καὶ τῆς εὐθύνης, ἣν ἀναλαμβάνει διὰ τῆς ψήφου της ἀπέναντι τῆς Ἱστορίας. (Χειροκροτήματα).
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Θ. Νικολούδης ἔχει τὸν λόγον.
§50Θ. ΝΙΚΟΛΟΥΔΗΣ. Ἀποτελέσας μέλος τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς τῆς κληθείσης νὰ ἐξετάσῃ τὰς Ἑλληνοτουρκικὰς συμφωνίας, ἃς ὑπεγράψαμεν μετὰ τῆς Τουρκίας τῇ 1ῃ Δεκεμβρίου 1926, αἰσθάνομαι τὴν ὑποχρέωσιν νὰ διατυπώσω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ τὰς ἐπὶ τῶν συμφωνιῶν τούτων βασικὰς ἀντιρρήσεις καὶ ἐπιφυλάξεις μου καὶ τοὺς λόγους δι’ οὓς κρίνω ὅτι αὗται ἐκ τῶν ὑστέρων πλέον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παραμείνουν ἀνεπικύρωτοι ἐκ μέρους ἡμῶν. Οἱ προλαλήσαντες συνάδελφοι κ. κ. Ἐξηντάρης καὶ Κυβετὸς σᾶς ἀνέλυσαν μετὰ περισσῆς εὐγλωττίας καὶ σαφηνείας καὶ μὲ ὅλην τὴν γνῶσιν ἣν ἔχουσι τοῦ ζητήματος, τὰς ἐπὶ τῶν συμφωνιῶν τούτων ἀπόψεις τῆς ἁρμοδίας Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς. Ἐπιθυμῶ νὰ διασαφηνίσω ὅτι αἱ ἀπόψεις αὐταὶ περιορίζονται εἰς τὰ λεπτομερειακὰ σημεῖα, τὰ τρωτὰ καὶ μή, τῶν συμφωνιῶν, παραμένουσαι ἐντὸς τοῦ πλαισίου τῆς πολιτικῆς, ἥτις ἐγέννησε καὶ ὁλοκλήρωσε τελικῶς τὰς συμφωνίας ταύτας. Ἐνῷ ἐγὼ καί τινες ἐκ τῶν συναδέλφων μου —ὡς καὶ ὁ προλαλήσας κ. Κουμουνδοῦρος, ὅστις μὲ ἀπαλλάσσει δι’ ὅσων ὑπεστήριξε μακροτέρων ἀναλύσεων τῆς ἀντιπολιτευτικῆς ἀπόψεως—τῆς Ἐπιτροπῆς, διαφωνοῦμεν ὡς πρὸς τὴν βάσιν τῆς πολιτικῆς, ἥτις ἐδημιούργησε τὸ τετελεσμένον γεγονὸς τῶν συμφωνιῶν τούτων καὶ ὡς πρὸς τὴν ἐν γένει διαχείρισιν τῶν μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας μεταπολεμικῶν ὑποθέσεων ἐκ μέρους τῶν Ἑλλήνων ἀντιπροσώπων τόσῳ ἐν Λωζάννῃ ὅσῳ ἐν Χάγῃ, ἐν Ἀγκύρᾳ καὶ ἐν Ἀθήναις. Ἐνῷ συνοπτικῶς διατίθεμαι νὰ διατρέξω τὴν κλίμακα τῶν σφαλμάτων τούτων τῶν Ἑλλήνων ἀντιπροσώπων, σπεύδω νὰ ἐπαναλάβω ὅτι τὰς ὑπογραφείσας συμφωνίας ὀφείλομεν νὰ κυρώσωμεν ἐνταῦθα, διότι ὑπάρχει φόβος ὅτι, τοῦ ἀρχικοῦ κακοῦ συντελεσθέντος, πᾶσα ἐπανάληψις διαπραγματεύσεων μεταξὺ ἡμῶν καὶ τῆς Τουρκίας θὰ μᾶς ὁδηγήσῃ εἰς ἔτι δυσμενεστέραν τῶν σημερινῶν διὰ τὰ Ἑλληνικὰ συμφέροντα συμφωνίαν. Πράγματι ἀπὸ τοῦ 1924 καὶ ἐντεῦθεν περιπίπτομεν συνεχῶς ἐκ κακῶν εἰς χειροτέρας διαπραγματεύσεις. Αἱ διεξαχθεῖσαι ἀρχικῶς ἐν Κωνσταντινουπόλει μεταξὺ τοῦ Ἕλληνος ἀντιπροσώπου κ. Παπᾶ καὶ τοῦ Τούρκου ἀντιπροσώπου Τεβφὴκ Ρουσδῆ βέη διαπραγματεύσεις ἔσωζον τοὺς 40.000 Κωνσταντινουπολίτας, οἵτινες μεταγενεστέρως ἀπεκλείσθησαν νὰ ἐπανέλθουν εἰς Κωνσταντινούπολιν. Κατόπιν αὐτῶν αἱ καλούμεναι συμφωνίαι Ἐξηντάρη–Ρουσδῆ ἀπεζημίωνον μὲν τοὺς Τούρκους διὰ τὰ καταληφθέντα παρ’ ἡμῶν κτήματα, ἔσωζον ὅμως τὰς Ἑλληνικὰς ἐν Τουρκίᾳ ἀκινήτους περιουσίας, παραμενούσας ὑπὸ Ἑλληνικὴν κυριότητα. Ἐνῷ αἱ μεταξὺ τοῦ κ. Ἀργυροπούλου καὶ τοῦ Σαράτσογλου βέη καὶ Τζεβὰτ βέη ὑπογραφεῖσαι κατὰ τὸν λήξαντα Δεκέμβριον συμφωνίαι κατορθώνουν διὰ τῆς μεθόδου τοῦ συμψηφισμοῦ νὰ ἐξαλείψουν τελείως πᾶσαν ἐν Τουρκίᾳ, ἐκτὸς τῆς Κωνσταντινουπόλεως, Ἑλληνικὴν ἀκίνητον περιουσίαν καὶ συνεπῶς πᾶσαν ἐλπίδα διατηρήσεως Ἑλληνικῆς ζωῆς ἐν Τουρκίᾳ. Ἐπανερχόμεθα ἐπὶ τῆς ἀρχικῆς ἐσφαλμένης βάσεως τῆς τεθείσης ἐν Λωζάννῃ ἐκ μέρους τῆς Ἑλληνικῆς ἀντιπροσωπείας. Ἐνῷ διὰ τῆς Μικρασιατικῆς καταστροφῆς καὶ τῆς ἐκριζώσεως τοῦ ἐκεῖ καὶ ἐν Ἀνατολικῇ Θράκῃ Ἑλληνισμοῦ ἐξεκαθαρίζετο, οὕτως εἰπεῖν, τὸ ἀκανθῶδες παρελθὸν τῶν δύο Κρατῶν, ἡ Ἑλληνικὴ ἀντιπροσωπεία δεχομένη νὰ ἐπιστρέψῃ διὰ τοῦ 65ου ἄρθρου τῆς συνθήκης τῆς Λωζάννης τὰ ἐν Ἑλλάδι Τουρκικὰ κτήματα, ἅτινα ἐν τούτοις ἔχομεν ἀπαλλοτριώσει καὶ δωρεὰν διανείμει εἰς πρόσφυγας καὶ καλλιεργητάς, ἔκτιζε τὴν ἑστίαν νέων μελλοντικῶν προστριβῶν μεταξὺ Ἑλλάδος καὰ Τουρκίας. Ἀτυχῶς οἱ κ. κ. Βενιζέλος καὶ Κακλαμάνος δὲν περιωρίσθησαν εἰς τὸ σφάλμα τοῦτο, ἀλλὰ καὶ εἰς ἄλλα σημεῖα δὲν κατέβαλον τὴν δέουσαν προσοχήν. Δὲν ἐπέτυχον τὸν σαφῆ καθορισμὸν τῆς θέσεως τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου ἐν Κωνσταντινουπόλει. Ἡ ἀσάφεια δὲ αὕτη συνδυαζομένη μὲ σφάλμα τακτικῆς τοῦ κ. Πολίτου βραδύτερον ἐν Χάγῃ, συνεπιβοηθούσης καὶ τῆς καχυποψίας τῶν Τούρκων, συνετέλεσεν εἰς τὸ λυπηρὸν ἐπεισόδιον τῆς ἐξώσεως τοῦ Πατριάρχου Κωνσταντίνου ἐν ἔτει 1925, ἐπεισόδιον δυσχεράναν κατὰ πολὺ τὰς σχέσεις τῶν δύο Κρατῶν. Ἡ ἐν Λωζάννῃ Ἑλληνικὴ ἀντιπροσωπεία ἐπίσης δὲν διηυκρίνησε τίνες θὰ εἶναι οἱ Κωνσταντινουπολῖται, οἵτινες θὰ ἐξῃροῦντο τῆς ἀνταλλαγῆς. Ὁ ὅρος «établis» ἀφέθη ἀσαφής. Ἡ δὲ διαχείρισις βραδύτερον τοῦ ζητήματος ἐνώπιον τοῦ Διαιτητικοῦ Δικαστηρίου τῆς Χάγης ἐκ μέρους τῶν κ. κ. Ἐξηντάρη καὶ Πολίτου δὲν ἐπέφερεν ἱκανοποιητικὰ ἀποτελέσματα ὑπὲρ ἡμῶν. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα τῶν μὴ ἀνταλλαξίμων Κωνσταντινουπολιτῶν εὑρέθη ἐξηρτημένον καὶ ἐξ ἄλλης δυσχερείας. Οἱ μὴ ἀνταλλάξιμοι Τοῦρκοι τῆς Δυτικῆς Θράκης, συνεπείᾳ τῆς ἀθρόας ἐγκαταστάσεως προσφύγων, εὑρέθησαν συμπεπιεσμένοι. Πολλὰ δὲ κτήματα ἀγροτικὰ καὶ ἀστικὰ Τούρκων κατελήφθησαν χάριν τῆς στεγάσεως καὶ ἐγκαταστάσεως τῶν προσφύγων. Ἔναντι τῆς καταστάσεως ταύτης τῶν Τούρκων τῆς Δυτικῆς Θράκης ἡ Τουρκικὴ Κυβέρνησις ἐφήρμοζεν ἀντίποινα ἐναντίον τῶν μὴ ἀνταλλαξίμων Ἑλλήνων Κωνσταντινουπόλεως. Εἰς τὴν Ἑλλάδα ἐπεβάλλετο ἀραίωσις τῶν προσφύγων τῆς Δυτικῆς Θράκης καὶ ἡ ἐξαγορὰ κτημάτων ἀνηκόντων εἰς μὴ ἀνταλλαξίμους Τούρκους. Τὸ δεύτερον ἐγένετο, ἡ ἀραίωσις ὅμως διὰ διαφόρους λόγους δὲν συνετελέσθη εἰς οἵαν ὤφειλε νὰ γίνῃ κλίμακα. Οὕτως ἡ Ἑλλὰς διὰ νὰ μὴ ἀραιώσῃ τοὺς πρόσφυγας ἐν Δυτικῇ Θράκῃ ἀφ’ ἑνὸς καὶ διὰ νὰ ἐπιτύχῃ μίαν λογικὴν ἑρμηνείαν τοῦ ὅρου «établis» ἀφ’ ἑτέρου, ἔφθασεν εἰς τὴν ἀπόφασιν νὰ τροποποιήσῃ τὸ 16ον ἄρθρον τῆς συμβάσεως περὶ ἀνταλλαγῆς καὶ νὰ προσυπογράψῃ τὴν μὴ ἐπάνοδον εἰς Κωνσταντινούπολιν ὅλων τῶν Ἑλλήνων τῶν μὴ ἀνταλλαξίμων, οἵτινες κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην ἀπουσίαζον ἐκ Κωνσταντινουπόλεως. Κατὰ τὰς ἡμετέρας πληροφορίας, οἱ Ἕλληνες οἵτινες πλήττονται διὰ τοῦ μέτρου ἐκείνου ἀνέρχονται εἰς 40,000. Ἀνεξαρτήτως ὅμως τούτων ἡμεῖς ἐπικρίνομεν τὴν τροποποίησιν ἄρθρων συνθηκῶν διὰ λόγους ἀρχῆς. Ἐξ ἄλλου φρονοῦμεν ὅτι οἱ Ἕλληνες μὴ ἀνταλλάξιμοι Κωνσταντινουπόλεως τελοῦσιν ὑπὸ τὴν προστασίαν τῶν περὶ μειονοτήτων διατάξεων τῆς συνθήκης τῆς Λωζάννης, διατάξεων περιφρουρουμένων παρὰ τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν καὶ ἀπορίας ἄξιον εἶναι πῶς Ἕλληνες πολιτικοὶ ἐσκέφθησαν ὅτι ἠδύναντο νὰ δημιουργήσουν ἓν προηγούμενον τροποποιήσεως τῶν περὶ μειονοτήτων διατάξεων διὰ μονομεροῦς συμφωνίας μεταξὺ τῶν δύο Κρατῶν. Διότι τὸ προηγούμενον τοῦτο ἐνεθάρρυνε τὴν Τουρκίαν νὰ παραγνωρίσῃ ἔτι περαιτέρω τὰς ἐπὶ τῶν μειονοτήτων ὑποχρεώσεις της. Οὕτως ἀργότερον αἱ ἐν Τουρκίᾳ Ἑβραϊκαὶ καὶ Ἀρμενικαί, ἐν μέρει δὲ καὶ ἡ Ἑλληνικὴ μειονότης, ἐξηναγκάσθησαν νὰ δηλώσωσι παραίτησιν ἀπὸ τῆς σχετικῆς προστασίας τῶν περὶ μειονοτήτων διατάξεων τῆς συνθήκης τῆς Λωζάννης. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου ἡ ἐν Λωζάννῃ ἀντιπροσωπεία ὑπογράφουσα τὴν 9ην Δήλωσιν, ὡς αὕτη εἶναι διατυπωμένη ἀπέδειξεν, ὡς μὴ ὤφειλεν, ἄγνοιαν τῆς ἐν Ἑλλάδι πραγματικότητος. Ἡ Ἑλλὰς ἐξηντλημένη οἰκονομικῶς ἐκ τοῦ μακροῦ πολέμου, ἔχουσα δὲ πρόσθετον βάρος τὴν ἐγκατάστασιν τῶν προσφύγων, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἔχῃ διαθέσιμα κεφάλαια ἵνα δυνηθῇ νὰ ἀποδώσῃ τὰ εἰσπραχθέντα εἰσοδήματα τῶν μεσεγγυημένων κτημάτων τῶν Τούρκων ὑπηκόων. Ἀλλὰ τὸ ἐκπληκτικώτερον σημεῖον τῆς ὑποθέσεως εἶναι ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ ἀντιπροσωπεία ἐγνώριζεν ὅτι οἱ Τοῦρκοι ὑπήκοοι ἦσαν ἰδίᾳ ἰδιοκτῆται μεγάλων ἀγροτικῶν ἐκτάσεων. Ὅτι ἐν Ἑλλάδι ἴσχυσε νόμος περὶ ἀπαλλοτριώσεως, κατὰ τὸν ὁποῖον οἱ ἰδιοκτῆται ἐστεροῦντο τῶν ἀγροτικῶν των κτημάτων ἄνευ ἀποζημιώσεως, ὅτι τὰ κτήματα τῶν Τούρκων ὑπηκόων εἶχον ἀπαλλοτριωθῆ ἢ ὑπὲρ τῶν ἐντοπίων καλλιεργητῶν ἢ ὑπὲρ τῶν προσφύγων, ἡ δὲ ἀπόδοσίς των εἰς τοὺς Τούρκους ἰδιοκτήτας ἦτο τι τὸ πραγματικῶς ἀδύνατον. Ἐφόσον ὅμως ἐγένετο τὸ σφάλμα ἐν Λωζάννῃ νὰ μὴ διευκρινισθῇ τὸ ζήτημα τοῦ τρόπου ἀποδόσεως τῶν μεγάλων ἀγροτικῶν κτημάτων εἰς τοὺς Τούρκους, ἀπέκειτο εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Γεωργίας νὰ ἀναζητήσῃ λύσιν. Δυστυχῶς αἱ ὑπηρεσίαι τοῦ Ὑπουργείου τῆς Γεωργίας ἠρνήθησαν νὰ ἀναγνωρίσωσι τὴν 9ην Δήλωσιν. Ἐκ τούτου δὲ τοῦ γεγονότος προεκλήθησαν ἀντίποινα ἐκ μέρους τῆς Τουρκίας ἐπὶ τῶν ἀστικῶν περιουσιῶν τῶν Ἑλλήνων ὑπηκόων, ἰδίᾳ τῶν ἀπόντων. Καθ’ ἡμᾶς αἱ ἀπὸ τοῦ 1923 καὶ ἐντεῦθεν Κυβερνήσεις ἢ ἔπρεπε νὰ τροποποιήσωσι τὰ τῆς ἀπαλλοτριώσεως, οὕτως ὥστε νὰ ἀποτελῇ καθαρὰν δήμευσιν ὁ νόμος ἐκεῖνος, ἢ ἔπρεπε νὰ διαπραγματευθῶσι τὴν συνολικὴν ἐξαγορὰν τῶν κτημάτων τῶν Τούρκων ὑπηκόων, οὐχὶ ἀπὸ τοὺς ἰδιοκτήτας, ἀλλ’ ἀπὸ τὴν Τουρκικὴν Κυβέρνησιν, ἢ ἔπρεπε νὰ ἱδρυθῇ ἰδιαίτερον ταμεῖον διὰ τὴν ἐξαγορὰν τῶν Τουρκικῶν κτημάτων καὶ τὴν ἀποζημίωσιν αὐτῶν. Ἡ συστηματικὴ ἀντίδρασις τοῦ Ὑπουργείου τῆς Γεωργίας ἐπικρατήσασα ἤγαγε τελικῶς εἰς τὸν συμψηφισμόν. Δηλονότι εἰς τὴν ἀποζημίωσιν τῶν Τούρκων ὑπηκόων διὰ τῆς ἐν Τουρκίᾳ περιουσίας τῶν Ἑλλήνων ὑπηκόων. Δὲν γνωρίζομεν τίνα ποσὰ θὰ εἰσπράξωσι τελικῶς οἱ Τοῦρκοι μὲν ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου τῆς Τουρκίας, οἱ Ἕλληνες δὲ— τὰ ἀτυχῆ αὐτὰ θύματα τῶν σφαλμάτων καὶ τῶν ἐρίδων μας— ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου τῆς Ἑλλάδος. Αἱ ἐκτιμήσεις θὰ ἀπαιτήσωσι χρόνον μακρὸν καὶ ζήτημα εἶναι ἂν θὰ καταλήξωσιν εἰς σαφῆ καὶ τελικὰ συμπεράσματα. Τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον βεβαρυμένον οἰκονομικῶς, ἐφόσον δίδει δωρεὰν τὰς Τουρκικὰς γαίας εἰς τοὺς καλλιεργητὰς ἢ τοὺς πρόσφυγας, ἑπόμενον εἶναι νὰ δυσκολευθῇ νὰ ἀποζημιώσῃ τοὺς ἀτυχεῖς Ἕλληνας ὑπηκόους, διὰ τῆς περιουσίας τῶν ὁποίων ἀπέκτησε τὰς ἰδιοκτησίας τῶν Τούρκων. Τὰ ὑπὸ τὴν κρίσιν ἡμῶν νομοσχέδια προβλέπουσι βεβαίως καὶ περὶ σχετικοῦ δανείου τοῦ Κράτους καὶ διὰ μίαν δικαίαν προκαταβολὴν εἰς τοὺς δικαιούχους. Κατὰ πόσον ὅμως ἐν τῇ πράξει πάντα τὰ ὑπὸ τῶν συμφωνιῶν προβλεπόμενα καὶ τὰ ἐκ τῶν οἰκονομικῶν συνδυασμῶν αὐτῶν ἀπορρέοντα θὰ κατορθωθῇ νὰ πραγματοποιηθοῦν ὄντως, ἀγνοοῦμεν. Εἴμεθα δύσπιστοι καὶ ὡς πρὸς τὴν τελικὴν τύχην τῶν συμφωνιῶν τούτων. Τὰ πρῶτα συμπτώματα τῶν πρώτων πρακτικῶν δυσχερειῶν ἐν τῇ ἀποδόσει τῶν κτημάτων ἀνεφάνησαν ἤδη. Ἄν δὲ ἡ Διεθνὴς Οἰκονομικὴ Ἐπιτροπὴ ἐν Ἀθήναις ἀρνηθῇ μέχρι τέλους νὰ ἐγγυηθῇ πρὸς τὴν Τουρκίαν τὸ ποσὸν τῶν 500,000 λιρῶν Ἀγγλίας, τὸ προβλεπόμενον διὰ τοῦ ἄρθρου 6 τῶν συμφωνιῶν, ἀγνοοῦμεν τίνες νέαι δυσχέρειαι θὰ ἀναφυοῦν ἐν τῷ παρόντι καὶ ἐν τῷ μέλλοντι. Ὡς ἐν τῇ ἀρχῇ εἴπομεν, τὸ πηγαῖον σφάλμα τῆς ὅλης ὑποθέσεως βαρύνει τὴν Ἑλληνικὴν ἐν Λωζάννῃ ἀντιπροσωπείαν, δεχθεῖσαν νὰ ἐπιστρέψῃ κτήματα, ἅτινα δὲν διέθετε πλέον. Δεχομένη ἐκ τῶν ὑστέρων νὰ πληρώσῃ κτήματα δωρεὰν διανεμηθέντα, ὑπερβαίνοντα ἴσως τὴν ἀξίαν καὶ τὸ δισεκατομμύριον, δὲν τίθεται μόνον εἰς τραγικὴν δυσχέρειαν ἀναλήψεως καὶ τοῦ οἰκονομικοῦ τούτου βάρους, ἀλλὰ καὶ δημιουργεῖ δικαίας ἀξιώσεις μεταξὺ τῶν γηγενῶν Ἑλλήνων καὶ τῶν ὑπηκόων ἄλλων Κρατῶν, τῶν ὁποίων τὰ κτήματα ἀπηλλοτριώθησαν ἀντὶ ἀποζημιώσεως. Ταύτας εἶχον νὰ διατυπώσω τὰς βασικὰς ἐπιφυλάξεις καὶ ἀντιρρήσεις ἐπὶ τῶν ὑπὸ κύρωσιν Ἑλληνοτουρκικῶν συμφωνιῶν. Ἐφόσον ὅμως ἀλλεπάλληλα σφάλματα τῶν διαχειριζομένων τὰς μετὰ τῆς Τουρκίας μεταπολεμικὰς ἡμῶν ὑποθέσεις, ἐφόσον εἰς τὸ σημερινὸν σημεῖον τὰ ζητήματα ταῦτα εὑρίσκονται, ἐφόσον δὲν ὑπάρχει συντεταγμένη Ἀντιπολίτευσις δυναμένη νὰ ἀναλάβῃ τὴν εὐθύνην τῆς ἀπορρίψεως τῶν συμφωνιῶν καὶ ἐφόσον ἡ θέσις τοῦ ἡττημένου, ἥτις ἐπεφυλάχθη εἰς τὴν Ἑλλάδα, δὲν ἐπιτρέπει ἴσως αὐτῇ μείζονα ἀκαμψίας ἀπέναντι τῶν Τουρκικῶν ἀξιώσεων, δὲν ἀναλαμβάνομεν τὴν εὐθύνην, κατόπιν καὶ τοῦ τετελεσμένου γεγονότος τῆς ὑπογραφῆς τῶν συμφωνιῶν, νὰ συστήσωμεν τὴν ἀπόρριψιν αὐτῶν. Συνιστῶντες ἀντιθέτως τὴν κύρωσιν αὐτῶν, ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ὅτι δεχόμεθα τὰς συμφωνίας ὡς ἀπόρροιαν μιᾶς ἥττης καὶ μιᾶς ἀνάγκης, εὐχόμεθα ὅπως ἡ θυσία τῆς κυρώσεως ταύτης συντελέσῃ τοὐλάχιστον εἰς τὴν βελτίωσιν τῶν μεταξὺ τῶν δύο Κρατῶν σχέσεων.
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Φ. Δραγούμης ἔχει τὸν λόγον.
§52Φ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν θὰ ἀσχοληθῶ μὲ τὰς λεπτομερείας τοῦ περιεχομένου τῶν ὑπὸ κρίσιν Ἑλληνοτουρκικῶν συμβάσεων· ἡ γενομένη εἰσήγησις εἶναι, νομίζω, ἀρκετή. Ἔρχομαι μόνον νὰ δικαιολογήσω τὴν ψῆφόν μου, τὴν ὁποίαν ἔδωκα εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν καὶ τὴν σύστασιν τὴν ὁποίαν κάμνω πρὸς τὴν Βουλὴν νὰ κυρώσῃ τὰς συμβάσεις. Αὗται, κατὰ τὴν ἀντίληψίν μου, ἀποτελοῦν μοιραίαν συνέπειαν τῆς συνθήκης τῆς Λωζάννης καὶ μιᾶς τῶν κυριωτέρων βάσεων ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐστηρίχθη ἡ συνθήκη αὕτη, τῆς ἀρχῆς τῆς ἀνταλλαγῆς τῶν πληθυσμῶν. Μὲ ἄλλας λέξεις αἱ Ἑλληνοτουρκικαὶ συμβάσεις ἀποτελοῦν ἀναγκαίαν ἐκκαθάρισιν τῶν φοβερῶν ἀποτελεσμάτων τῆς ὅλης Μικρασιατικῆς πολιτικῆς τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους καὶ ἐπισφράγισίν της. Ἡ ἐκκαθάρισις θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ εἶχεν ἐπιτευχθῆ μὲ καλυτέρους ὅρους ὑπὲρ τῶν Ἑλλήνων, ἀλλὰ πιστεύω ὅτι δὲν θὰ ἐχρησίμευε νὰ ἀσχοληθῶμεν τώρα μὲ τὸ ἱστορικὸν τῆς διαχειρίσεως τῶν διαπραγματεύσεων πρὸς σύναψιν τῆς εἰρήνης καὶ πρὸς ἐφαρμογὴν τῆς συνθήκης τῆς Λωζάννης καὶ τῆς 9ης Δηλώσεως, θέλω μόνον νὰ ἐξηγήσω διατί ἐνῷ ἔχω κηρυχθῆ ἀπὸ τὸ 1914 ἐναντίον τῆς ἀρχῆς τῆς ἀνταλλαγῆς πληθυσμῶν καὶ ἀπὸ τὸ 1915 καὶ 1919 ἐναντίον τῆς πολιτικῆς τῆς ἐδαφικῆς ἐπεκτάσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους εἰς τὴν Μικρὰν Ἀσίαν, σήμερον συνιστῶ ἐπικύρωσιν τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς τοιαύτης πολιτικῆς. Δὲν εἶμαι, νομίζω, ἀσυνεπὴς συνιστῶν ἤδη τὴν ἐπικύρωσιν, διότι οὕτω ἐλπίζω ὅτι θὰ τερματισθῇ ἡ σημερινὴ βλαβερὰ ἐκκρεμότης ὡς πρὸς τὰς σχέσεις μας πρὸς τὴν Τουρκίαν. Ἐθεώρουν καὶ πρὸ τοῦ 1914, θεωρῶ δὲ ἀκόμη περισσότερον τώρα, ὁπότε ἔχει ἐπέλθει ἐδαφικὸς διακανονισμὸς μεταξὺ τῶν Κρατῶν τῆς Ἀνατολῆς περίπου σύμφωνος πρὸς τοὺς ἐθνολογικοὺς ὅρους καὶ περιορισμοὺς τῆς Τουρκίας ἐντὸς τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, ὅτι ἀπόλυτος ἀνάγκη ἐπιβάλλει καὶ εἰς τὰ δύο Ἔθνη νὰ ἐπιδιώξουν ἐπὶ τοῦ οἰκονομικοῦ καὶ πολιτικοῦ ἐπιπέδου συνεννόησιν καὶ εἰρηνικὴν συνεργασίαν εἰλικρινῆ. Ἐπὶ πλέον ἡ Ἑλληνοτουρκικὴ εἰρηνικὴ συνεργασία ἐπιτυγχανομένη θὰ ἀποτελέσῃ σταθμὸν ἀφετηρίας ὁμοίως εἰρηνικῆς συνεργασίας καὶ πρὸς πάντας τοὺς λοιποὺς λαοὺς τῶν δύο χερσονήσων τῆς Ἀνατολῆς, αἱ ὁποῖαι συναντῶνται εἰς τὰ Στενά. Ἡ συνεργασία ἀνεξαρτήτως ὅλων τῶν λαῶν τούτων, ἴσως ὑπὸ τύπον συμφώνου ἀμοιβαίας ἐργασίας τῆς ἀσφαλείας των θὰ ἀπετέλει κατοχύρωσιν τῆς εἰρήνης καὶ τῆς εὐημερίας τοῦ σπουδαιοτάτου τούτου τμήματος τῆς γῆς. Μὲ τὴν ἐλπίδα λοιπὸν ὅτι ἡ πιστὴ ἐφαρμογὴ τῶν ὑπὸ κρίσιν Ἑλληνοτουρκικῶν συμβάσεων θὰ ἐκκαθαρίσῃ μέγα μέρος τῶν ἐκκρεμῶν λογαριασμῶν μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας καὶ ὅτι οὕτω θὰ διευκολυνθῇ ἡ βαθμιαία ἐξουδετέρωσις τῶν ποικίλων ἐμποδίων εἰς τὴν φιλίαν καὶ συνεργασίαν τῶν δύο γειτόνων λαῶν, συνιστῶ καὶ ἐγὼ τὴν ἐπικύρωσιν τῶν συμβάσεων ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Ἡ ἐπικύρωσις θὰ σημειώσῃ σημαντικὸν βῆμα πρὸς τὴν ἐπίτευξιν καλυτέρου μέλλοντος δι’ ὁλόκληρον τὴν Ἀνατολήν, τονίζω δὲ ὅτι κάθε βῆμα ἔστω καὶ μικρὸν πρὸς τὴν κατεύθυνσιν αὐτὴν συμφέρει νὰ ἐξασφαλίζεται ἔστω καὶ μὲ βαρείας θυσίας. Βαθεῖα εἶναι ἡ θλῖψις τὴν ὁποίαν αἰσθάνομαι, ὅπως ἀναμφιβόλως θὰ αἰσθάνεται καὶ ὁλόκληρος ἡ Βουλή, ὅτι διὰ τοῦ τρόπου ἐκκαθαρίσεως, ὁ ὁποῖος καθιερώνεται ἀπὸ τὰς συμβάσεις αὐτάς, τὸ μεγαλύτερον μέρος τοῦ βαρυτάτου ἀντιτίμου τῆς καλυτερεύσεως τῶν σχέσεών μας πρὸς τοὺς Τούρκους πληρώνεται ἀπὸ τοὺς ἀπανθρώπως ἐκριζωθέντας Ἕλληνας τῆς Τουρκίας. Ἡ ἰδέα ὅμως τῶν συνεπειῶν τῶν σφαλμάτων μας δὲν πρέπει νὰ μᾶς ἀπελπίζῃ. Ὑπάρχει καὶ τώρα καιρὸς καὶ τρόπος νὰ λάβῃ τὸ Κράτος μας τὴν ὀρθὴν ἐξωτερικὴν κατεύθυνσιν τὴν ὁποίαν ὑποδεικνύω. (Χειροκροτήματα).
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Σπετσιώτης ἔχει τὸν λόγον.
§54Ι. ΣΠΕΤΣΙΩΤΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι, εἰς τὴν 4ην παράγραφον τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ σχεδίου νόμου τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἀναγράφονται αἱ ἑξῆς διατάξεις (ἀναγινώσκει): «Ἡ ὑπηρεσία τοῦ δανείου τούτου.... κλπ.» Ἔχω, κύριοι, τὴν ἀναμφισβήτητον πληροφορίαν, ὅτι μεταξὺ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Τουρκικῆς τοιαύτης ἀντηλλάγησαν ἐπιστολαί, διὰ τῶν ὁποίων ἀνελήφθη ἐκ μέρους τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἡ ὑποχρέωσις ὅπως τὴν ἐγγύησιν τῆς ἐκτελέσεως τῶν παραγράφων, τὰς ὁποίας πρὸ ὀλίγου ἀνέγνωσα, ἀναλάβῃ ὁ Διεθνὴς Οἰκονομικὸς Ἔλεγχος, κατ’ ἐπέκτασιν τῆς δικαιοδοσίας του.
§55Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Αὐτὸ τὸ λέγει τὸ κείμενον. Τοιαῦται ἐπιστολαὶ δὲν ὑπάρχουν.
§56Ι. ΣΠΕΤΣΙΩΤΗΣ. Τὸ διαβεβαιεῖτε αὐτό;
§57Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ὄχι. Δὲν ὑπάρχουν.
§58Ι. ΣΠΕΤΣΙΩΤΗΣ. Νὰ γραφῇ αὐτὸ εἰς τὰ πρακτικά.
§59Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Τί σᾶς χρειάζονται αἱ ἐπιστολαί, ἀφοῦ τὸ λέγει ἡ σύμβασις;
§60Ι. ΣΠΕΤΣΙΩΤΗΣ. Ἁπλούστατα, διότι ὁ Διεθνὴς Οἰκονομικὸς Ἔλεγχος οὐδὲ κἂν εἶχεν ἐρωτηθῆ προηγουμένως. Πῶς εἶναι δυνατὸν μὲ μίαν ἐπιστολὴν νὰ ἐπεκτείνητε μίαν δικαιοδοσίαν τοῦ Ἐλέγχου μειοῦσαν τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ Κράτους;
§61Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Δὲν μὲ ἀφίνετε νὰ τελειώσω. Ὁ Διεθνὴς Οἰκονομικὸς Ἔλεγχος ἔχει μίαν ὡρισμένην δικαιοδοσίαν, τὴν ὁποίαν καθορίζει σαφῶς ὁ νόμος τοῦ 1898. Σᾶς ἐρωτῶ καὶ ἐγώ· γνωρίζετε ἂν ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἐπεξετάθη ἡ δικαιοδοσία του εἰς εἴκοσιν ἄλλας περιπτώσεις; Ἐπεξετάθη ἀναμφισβητήτως. Προχθὲς ἀκόμη διὰ τὸ δάνειον τῆς ὑδρεύσεως. Οὐδέποτε ἐζητήθη ἡ συγκατάθεσίς του. Γίνεται ἡ συμφωνία, ὁ δὲ Ἔλεγχος, ἂν δὲν θέλῃ νὰ ἀναλάβῃ αὐτὸ τὸ βάρος, λέγει· κύριοι, δὲν ἐννοῶ νὰ τὸ ἀναλάβω. Αὐτὸ ἔγινε καὶ μὲ τὴν συμφωνίαν μετὰ τῆς Τουρκίας καὶ ὁ Ἔλεγχος θὰ ἔπρεπε νὰ στείλῃ μίαν ἐπιστολὴν καὶ νὰ εἴπῃ προσχωρῶ εἰς τὴν συμφωνίαν αὐτήν. Ἡ κυριαρχία τοῦ Κράτους ὀρθότατα εἴπατε ὅτι ἐμειώθη διὰ τοῦ Ἐλέγχου, ἀλλ’ ἡ κυριαρχία τοῦ Κράτους ἐμειώθη ἀπὸ τοῦ 1898.
§62Ι. ΣΠΕΤΣΙΩΤΗΣ. Ναί, ἀλλ’ ἐφόσον προσπαθοῦμεν νὰ τὴν ἐπεκτείνωμεν, δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι συντελοῦμεν καὶ ἡμεῖς εἰς τὴν μείωσιν αὐτήν. Ἡ σημασία δηλαδὴ εἶναι ἡ ἑξῆς· ὅτι περιήλθομεν εἰς τοιοῦτον σημεῖον ἐξουθενώσεως, ὥστε καὶ αὐτὴ ἡ Τουρκία νὰ ἀμφισβητῇ τὸ ἀξιόχρεον τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου καὶ νὰ ἀποτολμᾷ νὰ ἀξιοῖ τὴν ἐγγύησιν τῆς Διεθνοῦς Οἰκονομικῆς Ἐπιτροπῆς.
§63Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν πρόκειται περὶ ἐπεκτάσεως τῆς δικαιοδοσίας τοῦ Διεθνοῦς Οἰκονομικοῦ Ἐλέγχου εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτήν, ἡ ὁποία ἔχει ἤδη ἐπεκταθῆ πλειστάκις, προκειμένου ἡ Ἑλλὰς νὰ συνομολογήσῃ δάνεια καὶ ἐφόσον ἐζητοῦντο παρ’ αὐτῆς ἐγγυήσεις. Ἀλλ’ εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν δὲν πρόκειται ποσῶς περὶ τοιαύτης ἐπεκτάσεως, ἀλλ’ ἁπλῶς πρόκειται περὶ παρακρατήσεως ἑνὸς ποσοῦ 600,000 λιρῶν Ἀγγλίας, διότι ἡ Τουρκία ἐζήτησε τοῦτο, ἀντὶ νὰ κατατίθενται εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν. Ἄλλο τὸ ζήτημα τὸ τί ἡ Τουρκία ἤθελε νὰ πράξῃ καὶ τί ἐπράξαμεν ἡμεῖς. Τὸ γεγονὸς εἶναι τοῦτο· ὅτι ὁ Ἔλεγχος εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν δὲν κάμει τίποτε ἄλλο παρὰ τὰ καθήκοντα ἁπλοῦ διαχειριστοῦ τοῦ ποσοῦ τῶν 500 χιλιάδων λιρῶν Ἀγγλίας, τὸ ὁποῖον ἡ Ἑλλὰς ὁπωσδήποτε ἐπρόκειτο νὰ δώσῃ καὶ τὸ ὁποῖον ἀντὶ νὰ κατατεθῇ εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, τὸ κρατεῖ ὁ Ἔλεγχος. Δεύτερον ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἄρθρον τοῦ σχεδίου νόμου τοῦ ἀφορῶντος τὴν ἀποζημίωσιν τῶν Ἑλλήνων ὑπηκόων ἐκ μέρους πλέον τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους καὶ δι’ αὐτὸ δὲν ὑπάρχει ἐπέκτασις, διότι ἁπλῶς δίδονται διὰ τὴν ἀσφάλειαν τοῦ δανείου αἱ πρόσοδοι, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἤδη ὑπέγγυοι.
§64Ι. ΣΠΕΤΣΙΩΤΗΣ. Ἐγὼ ἔχω πληροφορίας ὅτι ὑπάρχουν καὶ ἐπιστολαί, αἱ ὁποῖαι κανονίζουν ἰδιαιτέρως αὐτό.
§65Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἡ μόνη ἐπιστολὴ ἡ ὁποία ὑπάρχει εἶναι ὅτι ὁ Ἔλεγχος ἔκαμε μίαν ἐπιστολὴν εἰς τὴν Τουρκικὴν Κυβέρνησιν καὶ εἶπεν ὅτι προσχωρεῖ εἰς τὴν συμφωνίαν αὐτήν.
§66Ι. ΣΠΕΤΣΙΩΤΗΣ. Πότε τὸ ἔκαμεν αὐτό;
§67Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Νομίζω χθές.
§68Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἀφῆστε, κ. συνάδελφε, νὰ σᾶς εἴπω πῶς ἔχει τὸ πρᾶγμα. Εἰς δύο σημεῖα ἀναφέρεται εἰς τὰς συμφωνίας αὐτὰς ὁ Διεθνὴς Οἰκονομικὸς Ἔλεγχος. Τὸ πρῶτον εἶναι εἰς τὸ ἄρθρον 6 τῶν συμφωνιῶν, κατὰ τὸ ὁποῖον ὁ Ἔλεγχος δὲν κάμνει τίποτε ἄλλο, παρὰ νὰ λαμβάνει τὰς 500,000 λίρας Ἀγγλίας, τὰς ὁποίας ἡ Ἑλλὰς θὰ δώσῃ εἰς τὴν Τουρκίαν, δηλαδὴ εἶναι ἁπλοῦς διακάτοχος, ἄνευ οὐδεμιᾶς ἐπεκτάσεως τῶν δικαιωμάτων του. Καὶ δεύτερον ὑπάρχει καὶ εἰς τὸ σχέδιον νόμου ἁπλῆ μνεία τοῦ Διεθνοῦς Οἰκονομικοῦ Ἐλέγχου διὰ νὰ καθορισθοῦν αἱ πρόσοδοι αἱ ὁποῖαι δίδονται πρὸς ἐξασφάλισιν τοῦ ποσοῦ τῶν 500,000 λιρῶν Ἀγγλίας καὶ λέγομεν ὅτι τὰ περισσεύματα τῶν προσόδων, τὰ ὁποῖα διαχειρίζεται ἡ Διεθνὴς Οἰκονομικὴ Ἐπιτροπή, καθίστανται ὑπέγγυα διὰ τὸ ποσὸν αὐτό. Ἑπομένως καὶ εἰς τὴν μίαν καὶ εἰς τὴν ἄλλην περίπτωσιν τὸ ὅτι ὁ κλοιὸς αὐτὸς τῆς Ἑλλάδος καθίσταται σφικτότερος εἶναι ἀνακριβές. Προκειμένου περὶ τῆς ἐπιστολῆς, δὲν πρόκειται περὶ γεγονότος, τὸ ὁποῖον θίγει ἀντικειμενικῶς τὴν Ἑλλάδα προσθέτως, παρ’ ὅ,τι τὴν ἔχει θίξει ἤδη κατ’ ἐπανάληψιν ὁ κλοιὸς τοῦ Ἐλέγχου, ὁ ὁποῖος εἶναι ἀναμφισβητήτως βαρὺς καὶ δυσβάστακτος.
§69Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Ἠμπορεῖ νὰ βεβαιώσῃ ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς ὅτι οὐδεμία ὑπάρχει ἐπιστολὴ ἀφορῶσα τὸ ζήτημα περὶ τοῦ ὁποίου ὁμιλεῖ ὁ κ. συνάδελφος ἐκ μέρους τοῦ ἐλέγχου πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν;
§70Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐγὼ δὲν ἠξεύρω. (Γέλωτες).
§71Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐρωτῶ ἂν ἡ Κυβέρνησις δύναται νὰ βεβαιώσῃ ὅτι δὲν ὑπάρχουν τοιαῦται ἐπιστολαί. Διότι ἐγὼ πληροφοροῦμαι περὶ τοῦ ἐναντίου. Τοῦτο μόνον ἔχω νὰ εἴπω καὶ ἂς γελάσουν ὅσοι θέλουν νὰ γελάσουν....
§72Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Τί εἴδους ἐπιστολαὶ εἶναι αὐταί; Ὁ κ. ἀγορεύων εἶπεν ὅτι ἀντηλλάγησαν ἐπιστολαὶ μεταξὺ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ τῆς Τουρκίας ἀφορῶσαι τὴν ἐξασφάλισιν τῶν 500,000 λιρῶν Ἀγγλίας. Ἀλλ’ αὐτὸ τοῦτο λέγει ἡ σύμβασις. Δὲν ἔχει ἀνάγκην ἐπιστολῆς.
§73Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Συνεπῶς οὐδεμία ἐγένετο διαπραγμάτευσις;
§74Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Τὸ ἐρωτᾶτε σεῖς;
§75Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Ἄν ἐγένετο ἀπόπειρα ὑποχωρήσεως ἐν ζητήματι εἰς τὸ ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις δὲν ἠδύνατο νὰ ὑποχωρήσῃ.
§76Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἀπέναντι τοῦ Ἐλέγχου.
§77Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Μάλιστα.
§78Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ὄχι.
§79Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Μὴ παίζωμεν μὲ τὰς λέξεις. Νὰ λέγωμεν τὴν ἀλήθειαν, διότι θὰ ἀναγκασθῶ νὰ ἀποκαλύψω....
§80Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἀποκαλύψατε.
§81Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Τοῦτο μόνον, εἰς ἀπάντησιν τοῦ κ. Σπετσιώτη, λέγω· ὅτι ἐπιστολαὶ εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν δὲν ἐγένοντο.
§82Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Αὐτὸ τὸ γνωρίζω. Ἠρώτησα ἂν ἐγένετο ἀπόπειρα. Πρέπει ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία νὰ ἀντιτάξῃ τὸ ἀνάστημά της ἀπέναντι αὐτῶν, ὁσονδήποτε ὑψηλὰ καὶ ἂν εὑρίσκωνται. Ἄλλως τε δὲν ἀφορᾷ ὑμᾶς.
§83Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἐφόσον παρουσιάζω μίαν σύμβασιν εἰς τὴν Βουλήν, δὲν ἕπεται ὅτι εἶμαι ἀνεύθυνος. Ποίαν σύμβασιν εἶχον κάμει ἐγώ, εἶναι γνωστόν, διὰ τοῦ κ. Ἐξηντάρη καὶ δύναται κανεὶς νὰ τὴν συγκρίνῃ μὲ τὴν παροῦσαν καὶ νὰ εἴπῃ ἂν ἡ σύμβασις τὴν ὁποίαν ἔκαμον ἐγὼ τότε ἦτο καλυτέρα ἢ ὄχι. Ἀλλὰ παρουσιάζων αὐτὴν τὴν σύμβασιν, εἶμαι ἐγὼ ὑπεύθυνος καὶ δι’ αὐτήν.
§84Ι. ΣΠΕΤΣΙΩΤΗΣ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν ἀπεδέχθη τὴν προβληθεῖσαν Τουρκικὴν ἀξίωσιν, χωρὶς προηγουμένως νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν ἄδειαν τῆς Διεθνοῦς Οἰκονομικῆς Ἐπιτροπῆς. Ὅταν ἦλθεν ἡ στιγμὴ τῆς πραγματοποιήσεως τῆς ὑποσχέσεως εὑρέθη πρὸ ἀδιεξόδου. Οἱ τότε διευθύνοντες Μεττερνῖχοι τῆς ὁδοῦ Φιλελλήνων πρὸ τοῦ ἀδιεξόδου αὐτοῦ ἀπετάνθησαν εἰς Πρεσβευτὴν Μεγάλης Δυνάμεως, ὁ ὁποῖος πρὸ ὀλίγου καιροῦ ἐγκατέλειψε τὰς Ἀθήνας διὰ νὰ ἀπέλθῃ εἰς τὴν πρωτεύουσαν τοῦ Κράτους του καὶ τὸν παρεκάλεσαν νὰ μεσολαβήσῃ παρὰ τῷ ἀντιπροσώπῳ τῆς αὐτῆς Δυνάμεως παρὰ τῇ Δ. Ο. Ἐπιτροπῇ ὅπως πείσῃ καὶ τὰ ἄλλα μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ μὴ φέρωσιν ἀντιρρήσεις ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου. Καὶ ὁ ὑποχωρητικώτατος ἀντιπρόσωπος τῆς ξένης Δυνάμεως, ἐσκέφθη τότε, κύριοι, νὰ μὴ ἀφήσῃ ἀνεκμετάλλευτον τὴν παρουσιαζομένην εὐκαιρίαν, χωρὶς νὰ ζητήσῃ καὶ ὡρισμένα ἀνταλλάγματα ὑπὲρ τῶν ἰδίων αὐτοῦ ὑπηκόων. Τὰ ἀνταλλάγματα ταῦτα συνίστανται εἰς τὴν ἀπαλλαγὴν τῶν ὑπηκόων τοῦ Κράτους, τὸ ὁποῖον ὑπαινίσσομαι ἀπὸ τῶν διατάξεων τοῦ ἀγροτικοῦ νόμου, ἀπὸ πάσης ἀναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως κλπ. Καὶ ἐν γένει ἀποζημίωσιν εἰς ὁλόκληρον. Οἱ Μεττερνῖχοι τῆς ὁδοῦ Φιλελλήνων δὲν ἐδίστασαν....
§85Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ὅταν θίγητε ζητήματα τοιαῦτα, εἶμαι ὑποχρεωμένος, δυστυχῶς, νὰ ἀποκαθιστῶ τὴν ἀλήθειαν τῶν πραγμάτων. Διότι τὸ νὰ ἀφήσω νὰ παραχθῇ μία ἐντύπωσις ἀνακριβής, θὰ μὲ ἐξέθετεν ἴσως εἰς παράπονα καὶ δὴ οὐχὶ ἄδικα. Πρόκειται περὶ τῶν πεπλανημένων πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας ἔχετε. Εἴπατε ὅτι, ὅταν ὑπεγράφησαν αἱ συμβάσεις αὐταί, ἀπετάνθη ὁ τότε ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς εἰς ἕνα Πρεσβευτὴν μιᾶς Μεγάλης Δυνάμεως καὶ ἐζήτησε τὴν μεσολάβησίν του παρὰ τῷ Διεθνεῖ Οἰκονομικῷ Ἐλέγχῳ, ἐκεῖνος δέ, καθ’ ὑμᾶς, ἐπωφελήθη τῆς εὐκαιρίας διὰ νὰ ἐξασφαλίσῃ ὑπὲρ τῶν ὑπηκόων τῆς Χώρας του ἀπαλλαγήν τινα ἀπὸ τῆς ἐφαρμογῆς τῆς κατὰ τὸν ἀγροτικὸν νόμον ἀποζημιώσεως. Ἡ σύμβασις ὑπεγράφη τὴν 1ην Δεκεμβρίου. Ἡ Κυβέρνησις, ἥτις τὴν ἐνέκρινε, κατέθεσε τὴν Ἀρχὴν τὴν 4ην Δεκεμβρίου. Κατὰ συνέπειαν καθ’ ὑμᾶς ἡ ἀνταλλαγὴ τῶν ἐπιστολῶν ἔγινε μεταξὺ 1–4 Δεκεμβρίου. Δύναμαι νὰ σᾶς εἴπω ὅτι τοιαῦται ἐπιστολαὶ ἐδόθησαν μέν, ἀλλ’ ὄχι, ὡς ἀνακριβῶς λέγετε, ὡς ἀντάλλαγμα δῆθεν μεσολαβήσεως εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτήν. Ἐδόθησαν, κατ’ ἀτυχῆ, κατ’ ἐμέ, τρόπον. Καί, ἂν θέλητε μίαν ἄλλην ἡμέραν, ὄχι σήμερον, διότι τὸ πρᾶγμα δὲν ἔχει καμμίαν σχέσιν μὲ τὰ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδια, τὸ συζητοῦμεν. Ἐδόθησαν ὡς παράρτημα ἐμπορικῆς συμφωνίας πολὺ πρὸ τῆς 1ης Δεκεμβρίου. Τὸ πρᾶγμα εἶναι διάφορον. Ἄλλο ὅ,τι λέγετε, ὅτι ἐδόθησαν ὡς ἀντάλλαγμα τῆς μεσολαβήσεως Πρεσβευτοῦ καὶ ἄλλο ὅτι ἐδόθησαν εἰς μίαν ἐμπορικὴν συμφωνίαν καὶ ὡς παράρτημα αὐτῆς, δεχόμενα τὴν ἀπαλαγὴν ὡρισμένων ὑπηκόων ἀπὸ τῆς κατὰ τοὺς ὅρους τοῦ ἀγροτικοῦ νόμου ἀποζημιώσεως.
§86Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Διεμαρτυρήθην ἐγκαίρως.
§87Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Σεῖς τὸ ἐγνωρίζατε, ἐγὼ ὅμως δὲν τὸ ἐγνώριζον τότε. Καθιερώθη τοιαύτη ἐξαίρεσις ἐναντίον τῆς ἀρχῆς, ἡ ὁποία διέπει ὅλας τὰς ἐμπορικὰς συμφωνίας τὰς γενομένας μεταξὺ φίλων Κρατῶν, τῆς ἀρχῆς δηλαδὴ τῆς ρήτρας τοῦ μᾶλλον εὐνοουμένου Κράτους. Αὐτό, ὅπερ ὑπαινίττεσθε, ἔγινεν εἰς προγενεστέραν ἐποχὴν καὶ ἔγινεν, ἐπαναλαμβάνω, ὡς παράρτημα καὶ ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τῆς ὑπογραφῆς τῆς ἐμπορικῆς συμφωνίας. Τώρα ὀφείλω νὰ προσθέσω καὶ τοῦτο· ὅτι ἡ ὡραία καὶ θεωρητικὴ ἀρχὴ ὅτι δύναται ἕκαστον Κράτος νὰ ἐφαρμόζῃ τοὺς ἀγροτικούς του νόμους ἐξίσου ἐπὶ τῶν ὑπηκόων αὐτοῦ καὶ ἐπὶ τῶν ξένων ὑπηκόων, δὲν παρεβιάσθη τὸ πρῶτον ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα. Καὶ ἄλλα Κράτη, τὰ ὁποῖα ἐφήρμοσαν ἀγροτικὸν νόμον, ἔκαμαν ἐξαιρέσεις ὑπὲρ ὡρισμένων ὑπηκόων. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ καὶ ὁ κ. ἀγορεύων, ὅστις ἔδωκε τὴν ἀφορμὴν εἰς τὸ παρεμπίπτον τοῦτο ζήτημα, νὰ προσθέσω ὅτι, ὅταν πρὸ δύο περίπου ἐτῶν ἠγόρευον ὡς ἁπλοῦς βουλευτής, ὑπενθύμιζον εἰς τοὺς ὑποστηρίζοντας ὅτι πρέπει ἡ ἀποζημίωσις τῶν Ἑλλήνων, οἵτινες ἀπώλεσαν τὴν ἰδιοκτησίαν των διὰ νὰ ἐγκατασταθῶσι γηγενεῖς ἢ ὁμογενεῖς, νὰ εἶναι μικρά, ἔλεγον ὅτι δὲν εἶναι δίκαιον τοῦτο, ἀφοῦ καὶ τὰ Τουρκικὰ κτήματα εἴμεθα ὑποχρεωμένοι δυνάμει διεθνοῦς ὑποχρεώσεως νὰ τὰ πληρώσωμεν εἰς ἀκέραιον, δυσκόλως καὶ κτήματα ξένων τινῶν ὑπηκόων θὰ ἀπεφεύγομεν νὰ πληρώσωμεν θᾶττον ἢ βράδιον κάπως ἀκριβώτερον. Εἶχον ὑπ’ ὄψει μου ὅτι συνέπεσε καὶ ἄλλα Κράτη νὰ εὑρεθῶσιν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ κάμωσιν ἐξαίρεσίν τινα δι’ ὡρισμένους ὑπηκόους ξένων Κρατῶν. Καὶ τελευταῖον μάλιστα ἐπ’ εὐκαιρίᾳ τῆς συμβάσεως μεταξὺ Ρουμανίας καὶ Πολωνίας, ἡ Ρουμανία ἐξησφάλισεν ὑπὲρ τῶν ὑπηκόων της κάποιαν εὐρυτέραν ἀποζημίωσιν. Δὲν πρέπει νὰ ἀφήσωμεν νὰ παραχθῇ ἡ ἐντύπωσις ὅτι διεπράχθη κάτι τι ἐξαιρετικώτατον καὶ τερατῶδες. Ὁ τρόπος ὑπῆρξεν ἐν τούτοις ἀτυχής. Ἂν θέλητε, ἂς συζητηθῇ τὸ ζήτημα ἄλλην ἡμέραν, κανονικώτερον.
§88Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν γνωρίζει ὅτι δὲν πρόκειται περὶ τῆς ἐποχῆς τῆς 1ης Δεκεμβρίου, ἀλλ’ ἀπὸ τῆς πρὸ τῆς 1ης Δεκεμβρίου.
§89Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Κύριε βουλευτά, ἐπειδὴ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ εὐρεῖα συζήτησις καὶ ἐπειδὴ εἶναι πιθανὸν νὰ μὴ κατεννοήθησαν οἱ λόγοι τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου μου, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ δηλώσω ὅτι ὅλαι αὐταὶ αἱ ἰδιωτικαὶ συμφωνίαι αἱ γενόμεναι ἐπὶ τῇ βάσει μιᾶς ἐμπορικῆς συμβάσεως, δὲν ἀποβλέπουν εἰς τὴν ἐξαίρεσιν ἐκ τοῦ ἀγροτικοῦ νόμου, ἀλλ’ εἰς κατάληξιν ἠπιωτέρων ὅρων ἀπὸ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἐφαρμόζονται.
§90Ι. ΡΑΛΛΗΣ. (Ἀναγινώσκει): «.... ὅτι τὰ ἀγροτικὰ καὶ κοινοτικὰ κτήματα.... κλπ.»
§91Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Πρόκειται περὶ ἠπιωτέρων ὅρων.
§92Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Σᾶς εἶπον, ἂν θέλητε νὰ γίνῃ συζήτησις ἐπ’ αὐτοῦ, θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ ὁρίσωμεν ἄλλην ἡμέραν, διότι τώρα εὑρίσκομαι εἰς κάποιαν δυσκολίαν.
§93Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Εἰς τὴν Ρουμανίαν λέγει ὁ ἀγροτικὸς νόμος ὅτι ἀπαλλοτριοῦνται κατὰ προτίμησιν.
§94Ι. ΣΠΕΤΣΙΩΤΗΣ. Ἡ Ρουμανία ἔχει ἀγροτικὴν συνείδησιν.
§95Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Καὶ ὅταν εἴχομεν ἐπέμβασιν καὶ ἀπὸ τὸν Πρεσβευτὴν τοῦ Βελγίου, δὲν ὑπεχωρήσαμεν τὸ 1924. Τὰ κτήματα ἀπηλλοτριώθησαν καὶ ἀπεζημιώθησαν. Ἀλλ’ ὅταν ἡμεῖς εἰς τὴν τελευταίαν παράκλησιν ὑποχωροῦμεν, τότε θὰ συρρεύσουν οἱ ξένοι....
§96Ι. ΣΠΕΤΣΙΩΤΗΣ. Καὶ αὐτοὶ οἱ Κινέζοι ἐξηγέρθησαν καὶ ἀπεκήρυξαν τὰς διομολογήσεις.
§97Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Ὅταν ὁ κ. συνάδελφος πιεσθεὶς ἀπὸ τὸν Βέλγον Πρεσβευτὴν δι’ ἓν κτῆμα, ἔκαμε τὴν ἐπερώτησιν, ἐζήτησε τὴν ἄδειαν τῆς Βουλῆς καὶ ἀπὸ ἐκείνης τῆς ἡμέρας ἔγινεν ἡ ἔναρξις. Ἂν θέλητε, πηγαίνετε εἰς τὸ Ὑπουργεῖον νὰ ἴδητε.
§98Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ὁ κ. συνάδελφος ἔχει ἐν μέρει ἀκριβεῖς καὶ ἐν μέρει ἐσφαλμένας πληροφορίας.
§99Ι. ΣΠΕΤΣΙΩΤΗΣ. Καὶ ὁ μὲν κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς μᾶς διεβεβαίωσε πρὸ ὀλίγου ὅτι ἡ ἐπιστολὴ ἡ δοθεῖσα εἰς τὸν κ. Πρεσβευτὴν τῆς Γαλλίας ἐδόθη ὄχι ἐκ τῆς ἀφορμῆς τὴν ὁποίαν ἐγὼ ἔθιξα, ἀλλ’ ἐξ ἑτέρων λόγων. Εἶμαι ὑποχρεωμένος κατόπιν τοῦ ἐπισήμου τῆς δηλώσεως νὰ τὸ δεχθῶ. Ἀλλ’ ἔστω καὶ ἀφηγηματικῶς ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ἀνακοινώσω καὶ τὰς ἰδικάς μου πληροφορίας. Κατὰ τὰς πληροφορίας μου ταύτας, ἡ ἐπιστολὴ περὶ τῆς ὁποίας ἔκαμον ὑπαινιγμόν, εἶχε δοθῆ ἐκ μέρους τοῦ προκατόχου τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν εἰς τὸν Πρεσβευτὴν τῆς Γαλλίας. Ἡ συμφωνία ἦτο νὰ παραμείνῃ μυστική. Ἀλλ’ ἐπειδή, ὡς γνωρίζετε, οὐδὲν τὸ κρυπτὸν ὃ μὴ φανερὸν γενήσεται, ἡ ὑψηλὴ πολιτικὴ τῶν Μεττερνίχων τῆς ὁδοῦ Φιλελλήνων ἀπεκαλύφθη καὶ ἡ παραχώρησις τῆς τοιαύτης ἐπιστολῆς ἐγένετο γνωστὴ εἰς τοὺς διπλωματικοὺς κύκλους καὶ ὅταν ὁ Γάλλος Πρεσβευτὴς ἠθέλησε νὰ πείσῃ τὸν ἀντιπρόσωπον τῆς Γαλλίας παρὰ τῇ Διεθνεῖ Οἰκονομικῇ Ἐπιτροπῇ νὰ συναινέσῃ εἰς τὴν περίπτωσιν ταύτην, ὁ Ἄγγλος ἀντιπρόσωπος ἐν γνώσει τῶν διατρεξάντων ἀντέταξε κατηγορηματικὴν ἄρνησιν. Ἔκτοτε ἡ Διεθνὴς Οἰκονομικὴ Ἐπιτροπὴ προεξάρχοντος τοῦ Ἄγγλου ἀντιπροσώπου ἠρνεῖτο συστηματικῶς τὴν ἔγκρισίν της ὅπως ἀναλάβῃ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἐν ἄρθρῳ 6 τῆς Ἑλληνοτουρκικῆς συμφωνίας διαλαμβανομένων καὶ αὐτὸς ἦτο ὁ λόγος διὰ τὸν ὁποῖον διαρκῶς ἀνεβάλλετο ἡ ἐν τῇ Βουλῇ συζήτησις τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου. Πρὸ ὀλίγου μᾶς εἶπεν ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς ὅτι ἐπέτυχε πλήρη συναίνεσιν τοῦ Ἐλέγχου. Εἶμαι βέβαιος ἔχω δὲ καὶ περὶ τούτου πληροφορίας ὅτι ἠναγκάσθημεν νὰ πληρώσωμεν ἐπὶ πλέον λύτρα ὅπως ἐπιτύχωμεν τὴν τοιαύτην συναίνεσιν καὶ τὰ λύτρα ταῦτα ἐκτείνονται ἤδη, ὄχι μόνον εἰς τὰς παραχωρήσεις πρὸς τοὺς Γάλλους ὑπηκόους, ἀλλὰ καὶ πρὸς αὐτοὺς τοὺς Ἄγγλους ὑπηκόους. Διότι εὑρισκόμενος ἴσως πρὸ καταστάσεως ἀνάγκης ὁ ἀξιότιμος κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργός, ἠναγκάσθη νὰ ὑποχωρήσῃ εἰς τὴν ρητὴν καὶ κατηγορηματικὴν ἀξίωσιν τοῦ Πρεσβευτοῦ τῆς Ἀγγλίας καὶ χθὲς ἀκόμη ἴσως παρεχώρησε τὸ παρόμοιον δικαίωμα καὶ εἰς τοὺς Ἄγγλους ὑπηκόους καὶ δὲν εἶναι ἀπίθανον παρομοία παραχώρησις νὰ ζητηθῇ καὶ διὰ τοὺς Ἰταλοὺς καὶ κατόπιν οἱ Πρεσβευταὶ ὅλων τῶν ἄλλων Κρατῶν, δυνάμει τῆς ρήτρας τοῦ μᾶλλον εὐνοουμένου Κράτους νὰ ζητῶσι τὰς αὐτὰς παραχωρήσεις καὶ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ὅλα τὰ ἐν Ἑλλάδι ὑπάρχοντα ἀγροκτήματα, τὰ ἀνήκοντα εἰς ξένους θὰ ἀπαλλαγῶσι τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ Ἑλληνικοῦ νόμου καὶ ἓν νέον εἶδος διομολογήσεων θὰ καθιερωθῇ εἰς τὴν Ἑλλάδα εἰς τρόπον ὥστε νὰ ἐρωτᾶται ἂν οἱ Ἑλληνικοὶ νόμοι ὑπάρχουν μόνον διὰ τοὺς ἐντοπίους καὶ ἐξαιροῦνται αὐτῶν οἱ ξένοι. Δὲν βλέπω ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει πόσον διάφορος θὰ εἶναι ἡ ἐν Ἑλλάδι δημιουργουμένη κατάστασις ἀπὸ αὐτὴν τὴν Κίναν, τοσοῦτον μᾶλλον ἀφοῦ καὶ αὐτοὶ ἀκόμη οἱ Κινέζοι ἐξηγέρθησαν διὰ νὰ ἀποτινάξουν τὸν ζυγὸν τῶν διομολογήσεων καὶ τῶν προνομίων τῶν ξένων. Θὰ παρεκάλουν τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸν νὰ μᾶς πληροφορήσῃ, ἂν ἔχεται ἀληθείας αὐτὸ τὸ ὁποῖον εἶπον, ἂν ἠναγκάσθη....
§100Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Σᾶς εἶπον ὅτι δύνασθε νὰ ὁρίσητε μίαν ἡμέραν συζητήσεως καὶ νὰ ἐπερωτήσητε τὴν Κυβέρνησιν. Ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ δεχθῶ, ὅταν συζητῶνται νομοσχέδια, παρεπιμπτόντως τοιαύτην συζήτησιν.
§101Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Καὶ ἄσχετον πρὸς τὰ νομοσχέδια.
§102Ι. ΣΠΕΤΣΙΩΤΗΣ. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον δὲν δέχεται ὁ κ. Καφαντάρης, τῆς ἐπεκτάσεως τῆς δικαιοδοσίας, εἶναι ἐν τούτοις ἀληθέστατον, διότι οὐσιαστικῶς....
§103Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν ὑπάρχει ἐπέκτασις δικαιοδοσίας τῆς Διεθνοῦς Οἰκονομικῆς Ἐπιτροπῆς.
§104Ι. ΣΠΕΤΣΙΩΤΗΣ. Ἔστω, ὑπάρχει ὅμως διαχείρισις ἐκ μέρους τῆς Διεθνοῦς Οἰκονομικῆς Ἐπιτροπῆς, ὅπερ εἶναι τὸ ἴδιον.
§105Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Οὔτε ὑποθέτω ὅτι αἱ συνεννοήσεις τὰς ὁποίας ὑπαινίττεσθε ἔχουσι σχέσιν μὲ τὴν προκειμένην συμφωνίαν ἢ μὲ τὸν ὅρον τῶν 500,000 λιρῶν Ἀγγλίας.
§106Ι. ΣΠΕΤΣΙΩΤΗΣ. Ἀναμένω ἤδη ἀπὸ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸν νὰ μᾶς εἴπῃ διὰ τὴν περίπτωσιν τῶν Ἄγγλων ὑπηκόων, ἂν πράγματι παρεχωρήθη τὸ προνόμιον αὐτὸ καὶ εἰς αὐτούς.
§107Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Δὲν εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ διαβεβαιώσω τίποτε ἄλλο. Εἶναι πρωτότυπος ἡ τακτικὴ νὰ νομίζῃ τις ὅτι ἠμπορεῖ ἕκαστος τῶν κ. κ. βουλευτῶν ἀνερχόμενος εἰς τὸ βῆμα νὰ ἀπαιτῇ ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ δώσῃ ὡρισμένας πληροφορίας προκειμένου περὶ ἐξωτερικῶν ζητημάτων. Ἀλλ’ ἄν τις τῶν κ. κ. βουλευτῶν θέλῃ μίαν πληροφορίαν, ἐγγράφει αὐτὴν δι’ ἐπερωτήσεως εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν καὶ ὁρίζεται μία ἡμέρα, κατὰ τὴν ὁποίαν προπαρασκευαζόμενος ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν δίδει τὴν ἀπάντησιν, τὴν ὁποίαν θέλει νομίσει κατάληλον καὶ ἂν ἡ Βουλὴ δὲν ἤθελε μείνει εὐχαριστημένη, τότε ὁ Ὑπουργὸς δύναται νὰ ἀπέλθῃ, ἀλλὰ νὰ ἀπέλθῃ ἥσυχος ὅτι δὲν διέπραξε κανὲν σφάλμα καλοσσιαῖον. Δὲν εἶναι εὔκολον νὰ μὲ ἐρωτᾶτε συζητοῦντες ἓν νομοσχέδιον, ἂν ἐκάματε τοῦτο ἢ ἐκεῖνο, κ. Ὑπουργέ. Θὰ ἤμην ἀνάξιος νὰ κατέχω τὴν θέσιν αὐτήν, ἔστω καὶ μίαν ὥραν, ἂν ἐδεχόμην τοιούτου εἴδους συζητήσεις.
§108Ι. ΣΠΕΤΣΙΩΤΗΣ. Δημιουργεῖτε διομολογήσεις. Πῶς δὲν θὰ σᾶς ἐρωτήσω; Πῶς εἶναι δυνατὸν διὰ μιᾶς ἐπιστολῆς νὰ παραχωρεῖτε δικαιώματα δεσμεύοντα τὴν ἐθνικὴν κυριαρχίαν καὶ ἀπεμπολοῦντα ἐθνικὰ συμφέροντα; Κύριε Ὑπουργέ, δὲν πρέπει νὰ λησμονεῖτε ὅτι γίνεται δέσμευσις τῆς ἐθνικῆς κυριαρχίας καὶ τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων δι’ ἁπλῆς ἐπιστολῆς. Διὰ μιᾶς ἐπιστολῆς πρό τινος ἰδιόρρυθμος Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν παρεχώρησε τὰ 14 χωρία τῆς Βορείου Ἠπείρου. Ἐπίσης ὁ κ. Βενιζέλος δι’ ἐπιστολῆς, τὴν ὁποίαν ἔδωκαν εἰς τοὺς ὁμολογιούχους τοῦ σιδηροδρόμου Γευγελῆς–Θεσσαλονίκης ἐζημίωσε τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον κατὰ δεκάδας ἑκατομμυρίων. Εἶναι καιρὸς νὰ σταματήσῃ πλέον αὐτὴ ἡ μέθοδος τῆς δεσμεύσεως τῆς Ἑλλάδος διὰ διαφόρων ἐπιστολῶν, τὰς ὁποίας οἱ κατὰ καιροὺς Ὑπουργοὶ παρεχώρησαν.
§109Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Θεωρεῖτε ὅτι ἡ μέθοδος τῶν ἐπιστολῶν εἶναι πρωτότυπος διὰ τὴν Ἑλλάδα;
§110Ι. ΣΠΕΤΣΙΩΤΗΣ. Νὰ δίδωνται, νομίζω, κατόπιν ἐξουσιοδοτήσεως καὶ οὐχὶ κατὰ τὴν αὐθαίρετον κρίσιν τοῦ Ὑπουργοῦ. Ἰδοὺ ὅτι καὶ σεῖς εἴπατε ὅτι κακῶς ἐδόθη ἡ ἐπιστολὴ αὕτη.
§111Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Δὲν εἶπον κακῶς. Εἶπον ἀτυχῶς. Εἶναι κάποια διαφορά.
§112Ι. ΣΠΕΤΣΙΩΤΗΣ. Δὲν φαντάζομαι ὅτι ἐπιδοκιμάζετε καὶ τὴν πρᾶξιν τοῦ Ὑπουργοῦ κ. Ρούσου, ὁ ὁποῖος ἔδωσεν ἐπιστολήν, ὅπως εἶπον, ἄλλοτε, δυνάμει τῆς ὁποίας ἐχάσαμεν τὰ 14 χωρία τῆς Βορείου Ἠπείρου. Ἐν πάσῃ περιπτώσει θὰ ἐπεθύμουν νὰ καταθέσητε τὴν ἐπιστολὴν αὐτὴν καὶ νὰ τεθῇ ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς. Ἐπ’ αὐτοῦ θὰ ἀναμείνω τὴν ἀπάντησιν τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργοῦ.
§113Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Δὲν εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ ζητήματος παρεμπίπτοντος. Δύνασθε νὰ τὸ φέρητε τὸ ζήτημα πρὸ τῆς Βουλῆς δι’ ἐπερωτήσεως καὶ τότε θὰ σᾶς ἀπαντήσω.
§114Ι. ΣΠΕΤΣΙΩΤΗΣ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει θέτω τὸ ἐρώτημα καὶ ζητῶ νὰ κατατεθῶσιν αἱ ἐπιστολαὶ αὐταὶ ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς, καθὼς ἐπίσης ζητῶ νὰ ἀναγραφῇ τοῦτο εἰς τὰ πρακτικά. Διότι κατὰ τὴν ἰδικήν μου γνώμην, αὗται ἀφοροῦν οὐσιώδη μέρη τῆς προκειμένης συμφωνίας καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν αἱ συμφωνίαι αὗται νὰ κυρωθοῦν ἄνευ τῆς συγχρόνου καταθέσεως τῶν ἐπιστολῶν τούτων, τῶν ὁποίων πρέπει νὰ λάβῃ γνῶσιν ἡ Βουλὴ καὶ νὰ κρίνῃ ἐπ’ αὐτῶν.
§115Γ. ΠΕΣΜΑΖΟΓΛΟΥ. Μὲ συγχωρεῖτε, κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργέ, δὲν ἤκουσα τὴν ἀπάντησιν τὴν ὁποίαν ἐδώσατε εἰς τὸν κ. Σπετσιώτην διὰ τὴν ἀνάμιξιν τοῦ Ἐλέγχου ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Ἐγὼ ἐννοῶ ὅτι ἀπὸ τὰς προσόδους τὰς ὁποίας ἔχομεν ὑπεγγύους εἰς τὸν Ἔλεγχον, ἀφοῦ πληρωθῶσι τὰ ὑπέγγυα δάνεια, αὐτὸ τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον περισσεύει 500 χιλιάδες λίραι Ἀγγλίας θὰ μείνωσιν εἰς χεῖρας τοῦ Ἐλέγχου διὰ νὰ πληρωθῇ ἐνδεχομένως ἡ Τουρκία.
§116Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Μάλιστα. Ἐπὶ ἓν τέταρτον ἀγωνίζομαι διὰ νὰ πείσω τὸν κ. βουλευτὴν ἐκ Πειραιῶς ἐπ’ αὐτοῦ ἀκριβῶς τοῦ πράγματος, ἀλλ’ ἐστάθη ἀδύνατον.
§117Ι. ΣΠΕΤΣΙΩΤΗΣ. Δὲν πρόκειται νὰ πείσητε ἐμέ. Πρόκειται νὰ πεισθῆτε σεῖς ὅτι ἡ πρᾶξις αὕτη ἀποτελεῖ ἐπέμβασιν ξένην εἰς ἀλλότρια ζητήματα. Ἡ Τουρκία ἠξίωσε τοῦτο, διότι δὲν ἔχει ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν Ἑλλάδα. Εἰς τοιοῦτον σημεῖον ἐξασθενίσεως ἐφθάσαμεν.
§118Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν ἔχει καμμίαν σχέσιν μὲ τὸ ζήτημα τοῦτο ὁ Ἔλεγχος, οὔτε αἱ ἐπιστολαί. Ὁ ἔλεγχος εἶναι ἁπλοῦς διαχειριστής. Δὲν πρόκειται περὶ ἐπεκτάσεως τῶν δικαιωμάτων αὐτοῦ. Πρόκειται περὶ ξένου ἐντελῶς ζητήματος.
§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Μπούσιος ἔχει τὸν λόγον.
§120Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Ἐτονίσθη, κύριοι βουλευταί, παρ’ ὅλων τῶν προλαλησάντων ὅτι διὰ τῆς κυρώσεως τῆς παρούσης συμβάσεως μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας θὰ διευκολυνθῇ ἡ ἐπανασύνδεσις φιλικῶν σχέσεων μεταξὺ τῶν δύο Κρατῶν. Καὶ ἀκριβῶς ὁ κυριώτερος σκοπὸς πάσης συμβάσεως γινομένης κατόπιν διακοπῆς τῶν φιλικῶν σχέσεων μεταξὺ δύο Κρατῶν, ἀποβλέπει εἰς τὴν ἐπανασύνδεσιν τῶν φιλικῶν σχέσεων. Ὑπάρχει ὅμως γνωστὴ παροιμία, ἡ ὁποία λέγει: «Τοὺς καλοὺς φίλους τοὺς κάμουν οἱ καλοὶ λογαριασμοί». Ἔχω δὲ τὴν πεποίθησιν, τὴν ὁποίαν ἀντελήφθην ὅτι ἔχουσι σχεδὸν ὅλοι οἱ προλαλήσαντες—δὲν δύναμαι νὰ εἴπω τὸ αὐτὸ καὶ διὰ τοὺς μὴ ὁμιλήσαντας, ἀλλὰ φαντάζομαι ὅτι δὲν θὰ ἀπέχῃ πολὺ καὶ αὐτῶν ἡ ἀντίληψις—ὅτι δὲν ὑπάρχουσι καλοὶ λογαριασμοὶ εἰς αὐτὴν τὴν σύμβασιν καὶ ἑπομένως, ἐπειδὴ ἐλλείπουν οἱ καλοὶ λογαριασμοί, θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ἀμφιβάλλω ἂν ὑπάρξουν καλοὶ φίλοι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ ὑπογράψωσι τὴν σύμβασιν αὐτήν. Ἡ πολιτικὴ μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας, μεταξὺ Κράτους Ἑλληνικοῦ καὶ Κράτους Τουρκικοῦ, δὲν εἶναι ἐντελῶς ὁμοία πρὸς φιλίαν, ἡ ὁποία θὰ ἠδύνατο νὰ ἀφορᾷ δύο ἄλλα οἱαδήποτε Κράτη. Ἀνέκαθεν ἡ Ἑλληνικὴ πολιτικὴ ἀπέναντι τῆς Τουρκίας δὲν ἦτο πολιτικὴ κυρίως Κράτους πρὸς Κράτος, ἀλλ’ ἦτο πολιτικὴ Ἔθνους πρὸς Ἔθνος. Ὑπῆρξεν ἐποχὴ καθ’ ἣν Τουρκία δὲν ὑπῆρχεν, ὑπῆρχεν ὅμως Ἑλλάς, ὑπῆρχεν Ἑλληνισμὸς ὑπὸ τὴν Βυζαντινὴν Αὐτοκρατορίαν. Κατόπιν ἐδημιουργήθη ἡ Ὀθωμανικὴ Αὐτοκρατορία καὶ ἦλθεν ἐποχὴ κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν ὑπῆρχεν Ἑλλάς, ὑπῆρχεν ὅμως ὁ Ἑλληνισμὸς ἐντὸς τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας. Ὅταν πρὸ 100 περίπου ἐτῶν ἐδημιουργήθη τὸ μικρὸν τότε Ἑλληνικὸν Κράτος, ἤρχισαν βεβαίως νὰ συνάπτωνται τὴν ἐπαύριον τῆς ἱδρύσεώς του σχέσεις κρατικαὶ τοῦ μικροῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους πρὸς τὴν μεγάλην ἀκόμη τότε Ὀθωμανικὴν Αὐτοκρατορίαν. Πάντοτε ὅμως αἱ σχέσεις μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας ἐστηρίζοντο ὄχι ἐπὶ πολιτικῆς ἀφορώσης τοὺς κατοίκους τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, ἀλλ’ ἐπὶ πολιτικῆς ἡ ὁποία εἶχεν ὡς σκοπὸν τὴν τύχην τῶν ἐντὸς τῆς Τουρκικῆς Αὐτοκρατορίας παραμενόντων ὁμοεθνῶν καὶ ὁμαιμόνων τῶν εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος περιληφθέντων Ἑλλήνων. Ἐπ’ αὐτῆς τῆς βάσεως ἐξηκολούθησεν ἡ Ἑλληνοτουρκικὴ ἐξωτερικὴ πολιτική. Δὲν ἦτο πολιτικὴ ἐξωτερικὴ κυριολεκτικῶς οἵα εἶναι σήμερον παραδεδεγμένη εἰς τὸ διεθνὲς δίκαιον. Ἦτο πολιτική, καθὼς σᾶς εἶπον, ἀφορῶσα τὴν ἐντὸς τοῦ Ὀθωμανικοῦ Κράτους ὕπαρξιν τῶν ὁμαιμόνων πρὸς τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος. Ἡ πολιτικὴ τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους ἀπέναντι τῆς Τουρκίας οὐδέποτε ὑπῆρξεν ἐχθρική, ὑπῆρξε μάλιστα ἐποχὴ καθ’ ἣν ἡ πολιτικὴ αὕτη ἐγένετο πλέον ἢ φιλική. Διότι, ὅταν ἡ μικρὰ τότε Ἑλλὰς ᾐσθάνετο ὅτι ἐκινδύνευεν ὁ ἐν Τουρκίᾳ Ἑλληνισμὸς καὶ ᾐσθάνετο ὅτι ὁ Ἑλληνισμὸς αὐτὸς ἐκινδύνευε διότι ἐκινδύνευεν ἡ Τουρκικὴ Αὐτοκρατορία, ὅλας τὰς μικρὰς δυνάμεις της συνεκέντρωνε διὰ νὰ ἐνισχύσῃ, ὅσον ἦτο δυνατὸν εἰς αὐτήν, ἂν ὄχι ὑλικῶς, ἀλλ’ ἠθικῶς, νὰ ἐνισχύσῃ, λέγω, τὴν Ὀθωμανικὴν Αὐτοκρατορίαν. Διότι εἶχε τὴν ἀντίληψιν ὅτι κάθε κίνδυνος τῆς Τουρκικῆς Αὐτοκρατορίας θὰ συνεπήγετο τὸν διαμελισμὸν τοῦ ἐντὸς τῆς Τουρκίας Ἑλληνισμοῦ. Αὐτὴ ἡ πολιτικὴ διετηρήθη πάντοτε. Ἔχομεν παράδειγμα τὸν Ρωσσοτουρκικὸν πόλεμον τοῦ 1878, ὁπότε, παρ’ ὅλας τὰς παρακελεύσεις τῆς Ρωσσίας, ἡ ὁποία ἤγειρε μέγαν τότε πόλεμον κατὰ τῆς Τουαρίας, ἡ Ἑλλὰς δὲν κατῆλθεν εἰς τὸν πόλεμον, διότι ἔβλεπε κατερχόμενον τὸν Σλαυϊκὸν κίνδυνον. Τὸ 1886, ὁπότε ἔγινεν ἡ ἐπιστράτευσις τῆς Ἑλλάδος, δὲν εἶχε σκοπὸν ἀντιτουρκικόν, ἀλλ’ ἀπέβλεπεν εἰς τὴν ἀποτροπὴν τῆς προσαρτήσεως τῆς Ἀνατολικῆς Ρωμυλίας πρὸς τὴν Βουλγαρίαν. Ἐπῆλθεν ὁ ἀτυχὴς πόλεμος τοῦ 1897, ὁ ὁποῖος δὲν ἀπέβλεπεν εἰς ἐδαφικὰς ἐπεκτάσεις τῆς Ἑλλάδος, ἀλλ’ εἰς τὴν ἀνάγκην κατοχυρώσεως βιωσίμου καταστάσεως εἰς τὴν πολλάκις ἐπαναστατήσασαν μεγαλόνησον Κρήτην. Κατόπιν ἐφθάσαμεν εἰς τὸν Μακεδονικὸν ἀγῶνα, ὁ ὁποῖος, ὡς γνωρίζετε, δὲν διεξήχθη κατὰ τῆς Τουρκίας, ἀλλὰ κατὰ τῆς Σλαυϊκῆς ἐν αὐτῇ προπαγάνδας. Καὶ τοιουτοτρόπως ἐφθάσαμεν εἰς τὴν ἐποχὴν καθ’ ἣν ἐκηρύχθη εἰς τὴν Τουρκίαν ἓν ψευδοσύνταγμα. Ἕως τότε ἡ πολιτικὴ τοῦ Κράτους, καθὼς σᾶς εἶπον, ἦτο πολιτικὴ ἀποβλέπουσα εἰς τὴν ἐν Τουρκίᾳ ὕπαρξιν τοῦ Ἔθνους. Τὸ Ἔθνος ἕως τότε δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἔχῃ αὐτοτελῆ καὶ φανερὰν πολιτικήν. Ὅλαι αἱ ἐλπίδες του ἐστρέφοντο εἰς τὸ Κράτος. Ἠγωνίζετο καὶ αὐτὸ νὰ σώσῃ τὴν ὕπαρξιν τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἀλλὰ πάντοτε μὲ τὴν προσδοκίαν ὅτι τὸ Κράτος μίαν ἡμέραν ἀνδρούμενον θὰ κατώρθωνε νὰ πραγματώσῃ τὰ πεπρωμένα τῆς Φυλῆς. Ὅταν δὲ ἔφθασεν ἡ στιγμὴ καθ’ ἣν ἠδύνατο ὑπὸ συνθήκας ὁπωσοῦν ἐλευθέρας πολιτικῆς ἐνεργείας νὰ δηλώσῃ καὶ αὐτὸ τὴν γνώμην του, ἐνεφανίσθη ἡ ἑνιαία πολιτικὴ τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους, δούλου καὶ ἐλευθέρου, ἥτις καὶ πάλιν ἐξηκολούθησε νὰ μὴ παρέχῃ πράγματα εἰς τὴν Τουρκίαν. Δὲν πταίει δὲ τὸ Ἑλληνικὸν Ἔθνος, ἂν ἡ τετραετὴς συνταγματικὴ περίοδος ἐκείνη ἀπέληξεν εἰς τὸν πρῶτον Βαλκανικὸν πόλεμον, ὁ ὁποῖος ἐγένετο ἡ ἀπαρχὴ τοῦ διαμελισμοῦ τῆς Εὐρωπαϊκῆς Τουρκίας, ἔν τινι δὲ μοίρᾳ τοῦ ἐν Τουρκίᾳ Ἑλληνισμοῦ. Δὲν ἤρχισε δὲ μόνον ὁ διαμελισμὸς αὐτὸς τοῦ ἐν τῇ Εὐρωπαϊκῇ Τουρκίᾳ Ἑλληνισμοῦ, ἀλλ’ ὁ πρῶτος ἐκεῖνος Βαλκανικὸς πόλεμος, τὸν ὁποῖον ἐπηκολούθησε καὶ ὁ δεύτερος συμμαχικὸς ἀγών, ἐγένετο ἀφορμὴ δημιουργίας τοιαύτης ἀτμοσφαίρας, ὥστε ἐκ τῶν δύο αὐτῶν πολέμων νὰ ἐπέλθῃ ἡ ἔκρηξις καὶ τοῦ μεγάλου Εὐρωπαϊκοῦ πολέμου. Ἡ Ἑλλὰς καὶ κατὰ τὸ 1912, ὁπότε ἔλαβε μέρος εἰς τοὺς Βαλκανικοὺς πολέμους καὶ κατὰ τὸ 1916–1917, ὁπότε ἔλαβε μέρος εἰς τὸν Πανευρωπαϊκὸν πόλεμον, ὡς μόνον σκοπὸν εἶχε τὴν βελτίωσιν τῆς θέσεως τῶν ἐν Τουρκίᾳ ὁμαιμόνων. Καθὼς γνωρίζετε πολὺ καλά, τὸ τελεσίγραφον τὸ ὁποῖον ἐπεδόθη τῷ 1912 ἐκ μέρους τῶν τότε συμμάχων μετὰ τῆς Ἑλλάδος δὲν ἐζήτει τίποτε ἄλλο παρὰ τὴν βελτίωσιν τῆς θέσεως τῶν ἐν Τουρκίᾳ Χριστιανῶν, διότι εἶχε προαχθῆ ἡ πολιτικὴ τῶν ἐθνοτήτων, χάρις εἰς τὴν ὁποίαν ὁ Ἑλληνισμὸς ἐνόμιζεν ὅτι ἠδύνατο νὰ δράσῃ καὶ νὰ ἀναπτυχθῇ ἐν σχετικῇ ἀνέσει. Ἐπίσης καὶ εἰς τὸν μέγαν Εὐρωπαϊκὸν πόλεμον ἡ ἀνάμιξις τῆς Ἑλλάδος ἀπέβλεπεν εἰς τὴν ἀποκατάστασιν, εἴτε κρατικήν, εἴτε καὶ μόνον ἐθνικήν, τοῦ ἐν Τουρκίᾳ ὑπολειφθέντος Ἑλληνισμοῦ. Δι’ ὅλων αὐτῶν, τὰ ὁποῖα σᾶς ἐξέθεσα, θέλω νὰ εἴπω ὅτι ἡ πολιτικὴ τῆς Ἑλλάδος ἔναντι τῆς Τουρκίας οὐδέποτε ὑπῆρξεν ἐχθρική. Ἂν ὑπῆρξεν ἀνάγκη ἡ Ἑλλὰς νὰ εὑρεθῇ ἀντιμέτωπος τῆς Τουρκίας, ἡ ἀρχὴ τοῦ κακοῦ αὐτοῦ πρέπει νὰ εὑρεθῇ ἐντὸς τῆς Τουρκίας καὶ ὄχι ἐν Ἑλλάδι. Καὶ ἐφεξῆς δὲ αἱ σχέσεις τῶν δύο Κρατῶν θὰ ἔχουν ὡς βάσιν τὴν πατροπαράδοτον ἐθνικὴν πολιτικήν. Χωρὶς νὰ ἐπεκταθῶ περισσότερον ἐξετάζων τὴν πολυτάραχον τελευταίαν ἐποχὴν καὶ τὰς ἐθνικὰς περιπετείας καὶ συμφοράς, αἱ ὁποῖαι ὀφείλονται κυρίως εἰς τὴν ἐσωτερικὴν διαίρεσίν μας, καταλήγω εἰς τὴν σύμβασιν τῆς Λωζάννης, ἐξ ἧς ἀπορρέει καὶ ἡ παροῦσα συμφωνία. Δὲν θὰ ἐξετάσω τὰς συνθήκας ὑφ’ ἃς συνήφθη ἡ συνθήκη τῆς Λωζάννης, θὰ ἐξάρω μόνον τὸ γεγονὸς ὅτι, ὅπως ὁμολογοῦσιν οἱ ἐκεῖ παρευρεθέντες ἐπίσημοι καὶ ἀνεπίσημοι παραστάται τῶν ἐπισήμων ἀντιπροσώπων τῆς Ἑλλάδος, κατεβλήθη μεγίστη προσπάθεια καὶ ἐθεωρήθη μέγα ἀπόκτημα κατόπιν τῆς ἐπιβληθείσης ἀνταλλαγῆς τῶν πληθυσμῶν νὰ περισωθῇ ὅ,τι ἦτο δυνατὸν περισσότερον ὑπὲρ τοῦ ἐν Τουρκίᾳ Ἑλληνισμοῦ. Αὐτὰ τὰ ψιχία, τὰ ὁποῖα περιεσώθησαν, εἶναι δύο· ὁ ἐντὸς τῆς νομαρχίας Κωνσταντινουπόλεως ὑπολειφθεὶς Ἑλληνισμὸς καὶ τὰ δικαιώματα τῶν Ἑλλήνων μόνον ὑπηκόων τῶν ἐχόντων κτηματικὰς ἐγκαταστάσεις ἐντὸς τοῦ Τουρκικοῦ Κράτους. Ἐπ’ αὐτῶν ἐρχόμεθα σήμερον νὰ συζητήσωμεν διὰ τῶν ὑπὸ κρίσιν συμβάσεων. Ὅλος ὁ Ἑλληνισμὸς τῆς Τουρκίας ἐκηρύχθη ἀνταλλάξιμος ὅπως καὶ ὅλοι οἱ Μουσουλμάνοι τῆς Ἑλλάδος, ἐξαιρεθέντων τῆς ἀνταλλαγῆς τῶν ἐν Κωνσταντινουπόλει Ἑλλήνων καὶ τῶν ἐν τῇ Δυτικῇ Θράκῃ Μουσουλμάνων. Οἱ ὑπήκοοι τῶν οἰκείων Κρατῶν διατηροῦνται εἰς τὰς θέσεις των μὲ ὅλην των τὴν κτηματικὴν ὑπόστασιν καὶ περιουσίαν, ἀφομοιώθησαν δὲ πρὸς τοὺς ὑπηκόους αὐτοὺς καὶ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι πρὸ τοῦ Ὀκτωβρίου τοῦ 1912 ἔτυχε νὰ ἐγκαταλείψωσι τὰ Κράτη Ἑλλάδος ἢ Τουρκίας. Τὴν ἐπαύριον ὅμως τῆς ὑπογραφῆς τῶν συνθηκῶν τῆς Λωζάννης, τῆς μεγάλης συνθήκης εἰρήνης, καθὼς καὶ τῆς συμβάσεως περὶ ἀνταλλαγῆς τῶν πληθυσμῶν ἤρχισε καὶ πάλιν ἡ παλαιὰ Τουρκικὴ πολιτική. Ἡ Τουρκία ἠθέλησε καὶ πάλιν νὰ ἐφαρμόσῃ τὸ ἀρχικὸν πρόγραμμά της. Παρ’ ὅλας τὰς συμφοράς, τὰς ὁποίας ὑπέστη ἐκ τοῦ πολέμου τοῦ 1912–1913 καὶ τὰς μεγαλυτέρας τὰς ὁποίας ὑπέστη κατὰ τὸν Εὐρωπαϊκὸν πόλεμον, προσεπάθησε καὶ πάλιν νὰ θέσῃ εἰς ἐφαρμογὴν τὸ πρόγραμμά της, τῆς ἐξοντώσεως δηλαδὴ τοῦ ἐν αὐτῇ χριστιανικοῦ πληθυσμοῦ καὶ ἰδίᾳ τοῦ Ἑλληνικοῦ στοιχείου. Καὶ δι’ αὐτό, μολονότι ὑπέγραψε τὰς συμβάσεις ἐν Λωζάννῃ περὶ ἀνταλαγῆς πληθυσμῶν καὶ μολονότι ἐξῄρεσε ῥητῶς ἀπὸ τὴν ἀνταλλαγὴν τοὺς ἐν Κωνσταντινουπόλει ἐγκατεστημένους Ἕλληνας, ἤρχισεν ἀμέσως νὰ ἀνακινῇ τὸ ζήτημα περὶ établis. Ἐπὶ ἓν καὶ ἥμισυ ἔτος ἐγίνοντο ἀλλεπάλληλοι συσκέψεις ἐν Ἀθήναις καὶ ἐν Κωνσταντινουπόλει καὶ ὁ ὅρος αὐτὸς «établis» ἔμενεν ἄλυτος, ἐνῷ ἦτο ἁπλούστατα λελυμένος μῆνας ὁλοκλήρους πρὸ τῆς ὑπογραφῆς τῆς σχετικῆς συνθήκης, ἀπὸ μίαν συζήτησιν εἰς ὑποεπιτροπὴν προεδρευομένην παρὰ τοῦ Ἰταλοῦ ἀντιπροσώπου κ. Μοντιάνα, ὅπου ὁ Τοῦρκος ἀντιπρόσωπος ἐδέχθη τὴν λέξιν «établis» μὲ τὴν ὀρθὴν σημασίαν της. Καὶ ὅμως ἐξηκολούθει ἡ Τουρκία νὰ διαστρέφῃ τὰ πράγματα καὶ νὰ δημιουργῇ ψυχρότητα σχέσεων. Καὶ ἐξηκολούθει ἐπὶ μακρὸν ἡ περὶ τὴν λέξιν «établis» ἔρις, ἐξ ἧς προεκλήθη καὶ τὸ πατριαρχικὸν ζήτημα. Ἡ ἔξωσις τοῦ Πατριάρχου εἶχεν ὡς ἐπακολούθημα καὶ μέχρις ἀκόμη προχθὲς ἀπειλὰς ἀπελάσεως καὶ ἄλλων Μητροπολιτῶν ὡς δῆθεν ἀνταλλαξίμων. Καὶ ὁ Τουρκικὸς Τύπος καὶ οἱ ὑπάλληλοι τῆς Τουρκικῆς Κυβερνήσεως ἐξεφράζοντο ἀσεβέστατα κατὰ τοῦ Πατριαρχείου καὶ ἐδημιούργουν εἰς βάρος του προστριβάς, αἱ ὁποῖαι εἶχον βεβαίως τὴν ἀπήχησίν των καὶ εἰς τὴν Ἑλληνικὴν δημοσίαν γνώμην καὶ δὲν ἦτο ποτὲ δυνατὸν ὑπ’ αὐτὰς τὰς συνθήκας νὰ ἐπανέλθῃ ἡ ἐλαχίστη ἀγαθὴ σχέσις μεταξὺ τῶν δύο Κρατῶν. Παρημελήθησαν ζητήματα ὁμήρων καὶ αἰχμαλώτων, δημευομένων καὶ διαρπαζομένων κινητῶν περιουσιῶν, ὅπως τὰ χρηματοκιβώτια, τὰ ἔπιπλα καὶ τὰ ἐπιστημονικὰ ἐργαλεῖα καὶ ἄλλα τῶν ἐκ Κωνσταντινουπόλεως προσωρινῶς ἀπουσιαζόντων, ἀλλὰ δικαιουμένων ὅπως ἐπιστρέψουν καθὸ μὴ ἀνταλλαξίμων. Κατόπιν αὐτῆς τῆς καταστάσεως ἐπεχειρήθη ἐκ μέρους τῆς τότε Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως μία ἀπ’ εὐθείας συνεννόησις μετὰ τῆς Τουρκικῆς. Ἡ ἀπ’ εὐθείας συνεννόησις δὲν ἦτο δυνατὸν καὶ δὲν ἔπρεπε νὰ γίνῃ ἐπὶ βάσεων ἀπεχουσῶν ἀπὸ τὸ περιεχόμενον τῆς συμβάσεως τῆς Λωζάννης. Ἦτο δυνατὸν ἡ σύμβασις αὕτη νὰ ἀφήσῃ καὶ μερικὰ σημεῖα μὴ καλῶς ἑρμηνευθέντα καὶ ἔχοντα ἀνάγκην συμπληρωματικῶν συνεννοήσεων μεταξὺ τῶν δύο Κρατῶν. Ἀλλὰ φρονῶ καὶ νομίζω ὅτι οὐδεὶς θὰ ἀπέχῃ ἀπὸ τὴν κυριαρχοῦσαν αὐτὴν σκέψιν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ παραβλέψωμεν τὰς βάσεις τῶν συνεννοήσεων τῆς Λωζάννης, διότι θιγομένων τούτων δὲν θὰ εἴχομεν ποῦ ἀλλοῦ νὰ στηριχθῶμεν. Ἐνδεχόμενον νὰ ὑπάρξῃ καὶ ἐκ μέρους τῆς Τουρκίας καλὴ θέλησις. Ἀλλ’ ἐνδεχόμενον νὰ συμβῇ καὶ τὸ ἀντίθετον καὶ τότε δὲν ἠμπορῶ νὰ ἐννοήσω ποῦ πλέον θὰ ἀποτανθῶμεν διὰ νὰ ζητήσωμεν τὴν διόρθωσιν τῶν τυχὸν κακῶς γενησομένων εἰς τὸ μέλλον. Καὶ ἀπὸ κακοῦ εἰς τὸ χεῖρον βαίνοντες ἐφθάσαμεν εἰς τὴν θεωρίαν περὶ συμψηφισμοῦ, ἡ ὁποία συνεπληρώθη ἀπὸ τὴν αἴτησιν ἐγγυήσεως ἐκ μέρους τῆς Τουρκίας διὰ τὰ τυχὸν ἐλλείμματα εἰς βάρος τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους κατόπιν τοῦ συμψηφισμοῦ. Καὶ ἠκούσαμεν πρὸ ὀλίγου συζήτησιν περὶ ὑπαρχόντων μυστηρίων ὡς πρὸς τὴν παραχώρησιν τῆς ἐγγυήσεως αὐτῆς. Ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ θέματος εἰδικῶς θὰ ἤθελον νὰ παρατηρήσω τὰ ἑξῆς, ἐπὶ τῇ βάσει ἰδιωτικῶν στατιστικῶν, διὰ τὴν ἀκρίβειαν τῶν ὁποίων δὲν ἐγγυῶμαι καὶ τὰς ὁποίας εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ λάβω ὑπ’ ὄψιν, διότι αἱ ἐπίσημοι στατιστικαὶ δὲν μᾶς παρεχωρήθησαν, μὲ τὴν δικαιολογίαν ἴσως ὅτι δὲν ἦτο κατορθωτὴ ἡ συγκέντρωσίς των. Ὑπάρχει εἰς τὴν συνθήκην περὶ ἀνταλλαγῆς τῶν πληθυσμῶν ἄρθρον, τὸ ὁποῖον λέγει ὅτι ἡ Μικτὴ Ἐπιτροπὴ θὰ ἐπιληφθῇ τῆς ἐκτιμήσεως τῶν περιουσιῶν τῶν Μουσουλμάνων τῶν ἐγκαταλειψάντων τὴν Ἑλλάδα καὶ τῶν Ἑλλήνων τῶν ἐγκαταλειψάντων τὴν Τουρκίαν καὶ εἰς τὸ τέλος, ἀφοῦ γίνῃ ὁ ἀμοιβαῖος συμψηφισμός, ὅ,τι ὑπολείπεται θὰ βαρύνῃ τὸ ὀφεῖλον Κράτος, ὑποχρεούμενον νὰ καταβάλλῃ τὸ ὑπόλοιπον. Πόση εἶναι κατὰ τοὺς μετριωτέρους ὑπολογισμοὺς ἡ ἐν Τουρκίᾳ ἐγκαταλειφθεῖσα Ἑλληνικὴ περιουσία; Μοὶ ἔδωκαν μίαν πληροφορίαν ὅτι κατὰ τὰς δηλώσεις αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο ἐκ μέρους τῶν εἰς τὴν Ἑλλάδα καταφυγόντων Ἑλλήνων, ἡ ἐν Τουρκίᾳ ἐγκαταλειφθεῖσα περιουσία τῶν ἀνέρχεται εἰς 300 ἑκατομμύρια χρυσῶν Τουρκικῶν λιρῶν ἡ ἀστικὴ καὶ εἰς 200 ἑκατομμύρια ἡ τῶν ἀγροτῶν. Κατόπιν τῆς ἐκδικάσεως τῆς γενομένης εἰς τὰς Ἐπιτροπὰς ὑπεβιβάσθη τὸ ποσὸν διὰ τοὺς ἀστοὺς εἰς 140 ἑκατομμύρια χρυσῶν Τουρκικῶν λιρῶν, διὰ δὲ τοὺς ἀγρότας εἰς 80 ἑκατομμύρια. Ἐκ μέρους δὲ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἡ ὁποία ἀνέλαβε τὴν ἀποζημίωσιν τῶν ἀστῶν προσφύγων, ἐγένετο καὶ ἄλλη ὑποβίβασις, δηλαδὴ εἰς 100 ἑκατομμύρια διὰ τοὺς ἀστοὺς καὶ εἰς 60 ἑκατομμύρια διὰ τοὺς ἀγρότας. Ἔχομεν λοιπὸν κατὰ τὸν ἀρχικὸν ὑπολογισμὸν 500 ἑκατομμύρια, κατὰ δὲ τὸν ὑπὸ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης γενόμενον 160 ἑκατομμύρια χρυσᾶς Τουρκικὰς λίρας περιουσίαν ἐν Τουρκίᾳ. Ἀπέναντι αὐτῶν τῶν ἀριθμῶν ποία εἶναι ἡ Μουσουλμανικὴ περιουσία, ἡ ὁποία ἐγκατελείφθη ἐν Ἑλλάδι ὡς ἀντάλλαγμα τῆς ἐν Τουρκίᾳ ἐγκαταλειφθείσης ὑπὸ τῶν Ἑλλήνων; Καὶ ἐπ’ αὐτοῦ ἔχω ἰδιωτικὴν πληροφορίαν, ἡ ὁποία ἀναβιβάζει τόσον τὴν ἀστικὴν ὅσον καὶ τὴν ἀγροτικήν, περιλαμβανομένης καὶ τῆς βακουφικῆς περιουσίας, εἰς 75 ἑκατομμύρια χρυσῶν Τουρκικῶν λιρῶν. Ἔχομεν δηλαδὴ μίαν διαφορὰν μεταξὺ τῆς ἐν Τουρκίᾳ ἐγκαταλειφθείσης Ἑλληνικῆς περιουσίας καὶ τῆς Ἑλλάδι Τουρκικῆς, ὄχι ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀρχικῶς δηλωθείσης τῶν 500 ἑκατομμυρίων χρυσῶν Τουρκικῶν λιρῶν, ἀλλ’ ἐπὶ τῆς ὑπὸ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης γενομένης, 85 ἑκατομμυρίων χρυσῶν Τουρκικῶν λιρῶν, διαφορὰν ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος. Ἐνῷ λοιπὸν ἔχομεν νὰ λάβωμεν 85 ἑκατομμύρια χρυσῶν Τουρκικῶν λιρῶν ἀπὸ τὴν Τουρκίαν, ἀναγκαζόμεθα σήμερον ἡμεῖς νὰ δώσωμεν καὶ ἐγγύησιν τῆς Διεθνοῦς Οἰκονομικῆς Ἐπιτροπῆς διὰ τὸ ἄγνωστον ποσόν, τὸ ὁποῖον θὰ χρειασθῇ ἡ Ἑλλὰς ὅταν τελειώσῃ αὐτὴ ἡ ἐργασία.
§121Γ. ΕΞΗΝΤΑΡΗΣ. Ἐπειδὴ ὁμιλοῦμεν περὶ ἀριθμῶν, οἱ ὁποῖοι κατὰ τὸ μᾶλλον καὶ ἧττον εἶναι αὐθαίρετοι, σᾶς λέγω ὅτι ἡ Τουρκία, ὅταν συζητηθοῦν αὐτὰ τὰ πράγματα, θὰ ἔχῃ τὰ ἤδη λεγόμενα ἐπιχειρήματα εἰς βάρος μας. Ταῦτα λέγω χωρὶς νὰ θέλω νὰ εἴπω ὅτι οἱ Τοῦρκοι ἔχουσι δίκαιον. Θέλω δὲ νὰ παρατηρήσω ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν ἀπὸ τοῦδε ἀκριβῆ στατιστικήν. Οἱ λογαριασμοὶ θὰ γίνουν ἀπὸ τὴν Μικτὴν Ἐπιτροπήν.
§122Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Ἂν ἡ Μικτὴ Ἐπιτροπὴ βραδύνῃ ἀκόμη νὰ περατώσῃ τὸ ἔργον της καὶ δὲν ἔχει ἴσως κανὲν συμφέρον νὰ ἐπισπεύσῃ τὴν περάτωσιν τοῦ ἔργου της, δὲν ἕπεται ὅτι καὶ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις μετὰ πέντε ἔτη τουλάχιστον, τὰ ὁποῖα διέρρευσαν, δὲν εἶχε τὸν ἀπαιτούμενον καιρὸν νὰ προβῇ εἰς μίαν ἐκτίμησιν τῆς ἐν Τουρκίᾳ ἐγκαταλειφθείσης Ἑλληνικῆς περιουσίας. Εἶχεν ἀρκετά, κατὰ τὴν ἀντίληψίν μου, τὸν ἀπαιτούμενον καιρὸν νὰ προβῇ, ὅπως προέβη ἐσχάτως εἰς μίαν ἐκτίμησιν τῆς ἐγκαταλειφθείσης ἐν Τουρκίᾳ Ἑλληνικῆς περιουσίας, πολὺ δὲ εὐκολώτερον ἦτο διὰ τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐκτιμήσῃ τὴν ἐν Ἑλλάδι ἐγκαταλειφθεῖσαν περιουσίαν τῶν Μουσουλμάνων.
§123ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἔχει ἐκτιμηθῆ κατὰ τὸ μέγιστον μέρος ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν.
§124Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Αὐτὰ εἶπον, ἀλλ’ ὁ κ. συνάδελφος εἶπε νὰ μὴ δίδωμεν πίστιν.
§125Γ. ΕΞΗΝΤΑΡΗΣ. Δὲν εἶπον νὰ μὴ δίδητε πίστιν, ἀλλ’ ἔρχονται οἱ ἀντίθετοι ἐνδιαφερόμενοι καὶ σᾶς προβάλουν ἄλλα ἐπιχειρήματα. Διὰ νὰ ἀποδειχθῇ τίς ἐκ τῶν δύο ἔχει δίκαιον, πρέπει νὰ γίνῃ πρῶτον ἡ ἐκτίμησις ἀπὸ τὴν Μικτὴν Ἐπιτροπήν. Δὲν εἶναι δυνατὸν ἐκ τῶν προτέρων ἐπὶ τῇ βάσει τῶν συλλογισμῶν τῶν ἰδικῶν μας νὰ προτείνῃ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις πρὸς τὴν Τουρκίαν ὅτι ἀπὸ τοῦδε θὰ χρεωστεῖ τὸ τὸ Α ἢ τὸ Β ποσόν.
§126Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Βεβαίως δὲν θὰ ἠδύνατο ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις νὰ καταλογήσῃ ἀπὸ τοῦδε εἰς βάρος τῆς Τουρκίας ὡρισμένον χρηματικὸν ποσόν, ἀλλὰ θὰ ἠδύνατο πολὺ καλὰ νὰ τῆς εἴπῃ: Κύριοι, ἐλᾶτε· σεῖς ἐπήρατε τετρακοσίας χιλιάδας Μουσουλμάνους ἐξ Ἑλλάδος κατὰ μέγιστον ὅρον, ἡμεῖς ἐπήραμεν 1,400,000 Ἑλλήνων ἐκ Τουρκίας· καὶ μόνον αὐτοὶ οἱ ἀριθμοὶ ἔπρεπε νὰ σᾶς πείσουν ὅτι αὐτὸ τὸ 1,400,000 ἀφῆκε πολὺ περισσοτέραν περιουσίαν ἐν Τουρκίᾳ ἀπὸ ὅ,τι αἱ 400,000 ἐν Ἑλλάδι.
§127ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Οἱ Ἕλληνες δὲν εἶχον περιουσίας κτηματικάς;
§128Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Ὅλα αὐτὰ εἶναι ἀστήρικτα ἐντελῶς. Ἐπὶ τῇ βάσει ὅλων αὐτῶν γίνεται ἡ ἀποζημίωσις τῶν ἀστῶν προσφύγων σήμερον. Ἂν δὲν ἔχωμεν αὐτὴν τὴν βάσιν, τότε πῶς προβαίνομεν εἰς τὴν ἀποζημίωσιν τῶν ἀστῶν προσφύγων; Πῶς θὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἀποζημίωσιν τῶν ἀγροτῶν προσφύγων, ὅταν ἔχωμεν 5,000,000 στρέμματα γῆς ἐνυπόθηκα εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν Ἀποκαταστάσεως, τὰ ὁποῖα ἐξετιμήθησαν διὰ 13 ἑκατομμύρια λίρας Ἀγγλίας; Δὲν εἶναι περιουσία αὐτά; Καὶ δὲν χρησιμεύουσιν αὐτὰ ὡς ἀντίκρυσμα; Ὁ κ. Ἐξηντάρης ὡμίλησε περὶ συλλογισμῶν αὐθαιρέτων. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται ἐδῶ περὶ συλλογισμῶν αὐθαιρέτων, ἀλλὰ πρόκειται περὶ ὀργανισμῶν, οἱ ὁποῖοι λειτουργοῦσι κατὰ τοὺς νόμους τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους καὶ οἱ ὁποῖοι κατὰ τὸ μᾶλλον καὶ ἧττον ἀκριβῶς ἐξετίμησαν τὴν περιουσίαν αὐτήν. Αἱ Ἐκτιμητικαὶ Ἐπιτροπαί, αἱ ὁποῖαι συνεστήθησαν κατόπιν ψηφίσματος τῆς Συνελεύσεως ἀποτελοῦσι βάσιν διὰ τὴν σύμβασιν μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Λοιπὸν αἱ 1100 Ἐκτιμητικαὶ Ἐπιτροπαὶ ἐξετίμησαν κατὰ τὸ μᾶλλον καὶ ἧττον ἀκριβῶς τὴν ἐγκαταλειφθεῖσαν περιουσίαν ὑπὸ τῶν Ἑλλήνων προσφύγων εἰς 150 ἑκατομμύρια.
§129Γ. ΕΞΗΝΤΑΡΗΣ. Οἱ Τοῦρκοι δὲν εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ σεβασθοῦν αὐτοὺς τοὺς συλλογισμούς.
§130Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ συλλογισμῶν, ἀλλὰ πρόκειται περὶ δεδομένων, τὰ ὁποῖα ἐδόθησαν ἀπὸ ὀργανισμοὺς ἐπισήμους δημιουργηθέντας ἀπὸ τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος.
§131ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προχωρήσατε, κ. βουλευτά.
§132Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Φρονῶ λοιπὸν κατόπιν τούτων ὅτι ἠδύνατο πολὺ καλὰ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις—δὲν λέγω ἡ Ἑλληνικὴ ἀντιπροσωπεία, διότι ἡ Ἑλληνικὴ ἀντιπροσωπεία ἐξεπροσώπει τὸ Ἑλληνικὸν καθεστὼς—ἔδει νὰ ἐπιμείνῃ καὶ πείσῃ τοὺς Τούρκους ὅτι πᾶσα αἴτησις ὁπωσδήποτε ἐξευτελιστικῆς ἐγγυήσεως εἰς βάρος τῆς Ἑλλάδος παρεῖλκεν ἐντελῶς, ὄχι μόνον διότι αἱ περιουσίαι αἱ ἐκεῖ ἐγκαταλειφθεῖσαι τῶν Ἑλλήνων εἶναι πλέον ἢ ἐπαρκεῖς ὅπως καλύψωσι τὸ τυχὸν αὔριον παρουσιασθησόμενον εἰς βάρος τῆς Ἑλλάδος ποσὸν ἐλλείμματος, ἀλλὰ διότι δὲν εἶναι δυνατὸν ποτὲ νὰ ἀξιωθῇ ἀπὸ ἓν Κράτος εἰς βάρος ἄλλου Κράτους ἐγγύησις δι’ ἓν ποσὸν τέλος πάντων, τὸ ὁποῖον ὑπὸ οἱασδήποτε περιστάσεις πάντοτε ἡ Ἑλλὰς καὶ ἂν ἦτο ἀκόμη τελικῶς χρεώστης, θὰ ἠδύνατο καὶ δὲν θὰ ἠρνεῖτο ποτὲ νὰ τὸ δώσῃ. Ὑπῆρξε λοιπὸν μία πίεσις ἐκ μέρους τῆς Τουρκίας καὶ ἡ πίεσις αὐτὴ εἶναι γεγονὸς τὸ ὁποῖον ὀφείλομεν νὰ διαπιστώσωμεν εἰς βάρος μας. Μία ἄλλη κακὴ διατύπωσις ἐντὸς τοῦ κειμένου τῶν συνθηκῶν εἶναι ἡ ἀναγνώρισις μεταξὺ τῶν νομικῶν προσώπων, τὰ ὁποῖα ἐξομοιοῦνται μὲ τὰ φυσικὰ πρόσωπα καὶ τοῦ Κομιτάτου τῆς «Ἑνώσεως καὶ Προόδου». Δὲν εἶναι δυνατὸν ποτὲ τὸ περίφημον αὐτὸ Νεοτουρκικὸν Κομιτάτον τῆς «Ἑνώσεως καὶ Προόδου», τὸ ὁποῖον οὐδέποτε ὑπῆρξεν ἐν Τουρκίᾳ Σωματεῖον ἀνεγνωρισμένον κατὰ τοὺς νόμους τοῦ Κράτους τοῦ Τουρκικοῦ, τὸ ὁποῖον δὲν ὑπῆρξε τίποτε ἄλλο παρὰ μία πολιτική, πολιτικοστρατιωτικὴ μᾶλλον ὀργάνωσις, ἡ ὁποία κατ’ ἀρχὰς ἐνεφανίσθη ὡς ἀπελευθερωτικὴ ἀπὸ τὸν ζυγὸν τοῦ Σουλτάνου καὶ κατόπιν ἐγένετο πολὺ χειροτέρα καὶ ἀπὸ αὐτὸν τὸν ζυγὸν εἰς βάρος ὅλων τῶν ἐν Τουρκίᾳ Ἐθνοτήτων, ἡ ὁποία καὶ διὰ τῆς δημιουργίας τοῦ πρώτου Βαλκανικοῦ πολέμου καὶ διὰ τῆς συμμετοχῆς τῆς Τουρκίας εἰς τὸν μέγαν Εὐρωπαϊκὸν πόλεμον ἐπέφερε τὴν καταστροφὴν ὄχι μόνον τῆς Τουρκίας ἀπὸ μιᾶς ἀπόψεως, ἀλλὰ καὶ ὅλων τῶν ἄλλων Ἐθνῶν τῶν συζώντων ἕως τότε καὶ ἐντὸς τῆς Τουρκίας καὶ ἐκτὸς αὐτῆς ἐν σχετικῇ ἁρμονίᾳ, δὲν εἶναι δυνατὸν τὸ κομιτάτον τοῦτο νὰ ἀναγνωρισθῇ ὡς ἠθικὸν πρόσωπον ἐξομοιούμενον μὲ τὰ λοιπὰ νομικὰ πρόσωπα, Ἑταιρείας κλπ. καὶ τὰ φυσικὰ πρόσωπα. Αὐτὴ ἡ ἀπόπειρα ἐγένετο ὡς ἐνθυμεῖσθε καὶ εἰς τὴν συνθήκην τῶν Ἀθηνῶν τοῦ 1913 διὰ πρωτοκόλου προσαρτηθέντος. Καὶ ἐξηγέρθη τότε ἡ Ἑλληνικὴ συνείδησις ὁλόκληρος καὶ δὲν ἐφηρμόσθη ποτὲ ἡ ὑποχρέωσις αὐτὴ τῆς Ἑλλάδος πρὸς τὸ Νεοτουρκικὸν Κομιτάτον, τὸ ὁποῖον δι’ αὐτοῦ τοῦ παραρτήματος τῆς συνθήκης τῶν Ἀθηνῶν ἀπέβλεψε μόνον καὶ μόνον νὰ ἁρπάσῃ τὰ κτήματα τοῦ Ὀθωμανικοῦ Δημοσίου, τὰ ἐν Θεσσαλονίκῃ, ὅπως τὰ εἶχεν ἁρπάσει ἀπὸ τὸν Σουλτάνον Χαμίτ, τρομοκρατῆσαν αὐτόν, ὅταν ἀνεκηρύχθη τὸ Σύνταγμα. Εἶναι δὲ ἀποδεδειγμένον διὰ τῶν κτηματολογικῶν ἀρχείων τῶν εὑρισκομένων ἐν Ἑλλάδι, ὅτι αὐτὰ τὰ κτήματα δὲν ἐνεγράφησαν ἐν ὀνόματι τοῦ Κομιτάτου τῆς «Ἑνώσεως καὶ Προόδου», ἀλλ’ ἐδόθη μόνον μία ἐξουσιοδότησις ἐκ μέρους τοῦ τότε Σουλτάνου Χαμίτ, ὅπως χρησιμοποιηθοῦν τὰ εἰσοδήματα τῶν κτημάτων τούτων ὡς ἀντίκρυσμα ἑνὸς δανείου, τὸ ὁποῖον ἐπρόκειτο τὸ Ὀθωμανικὸν Κράτος νὰ συνάψῃ ἀπὸ τὴν Ὀθωμανικὴν Τράπεζαν. Τὰ εἰσοδήματα αὐτὰ εἶχον ὑπολογισθῆ εἰς 400 χιλιάδας λίρας ἐτησίως. Ἐπρόκειτο νὰ γίνῃ δάνειον ἑνὸς ἑκατομμυρίου λιρῶν καὶ ἐτέθη ὡς ἀντίκρυσμα τῆς ἐν βραχεῖ χρόνῳ ἀποσβέσεως τοῦ δανείου αὐτοῦ τὸ εἰσόδημα τῶν κτημάτων αὐτῶν. Οὐδὲ τὸ δάνειον ὅμως συνωμολογήθη, οὐδὲ τὰ κτήματα αὐτὰ ἐξεχωρήθησαν κατὰ τοὺς Τουρκικοὺς νόμους καὶ κατὰ τοὺς κανόνας ὅλων τῶν ἀγοραπωλησιῶν πρὸς τὸ Σωματεῖον αὐτὸ τὸ λεγόμενον τῆς «Ἑνώσεως καὶ Προόδου». Νομίζω λοιπὸν ὅτι καὶ ἐπ’ αὐτοῦ ἐγένετο μία ὑπέρβασις ἐντολῆς ἐκ μέρους τῆς Ἑλληνικῆς ἀντιπροσωπείας καὶ δὲν ἔπρεπε ποτὲ νὰ ὑποχωρήσωμεν καὶ εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον, διότι ἐπράξαμεν πρᾶξιν ὄχι μόνον ἐπιζημίαν ἀπὸ ἀπόψεως ἐντολῆς....
§133Γ. ΕΞΗΝΤΑΡΗΣ. Ποίας ἐντολῆς;
§134Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Τῆς ἐντολῆς τῆς ἠθικῆς ἐπὶ τέλους, ἂν δὲν θέλητε ἄλλην ἐντολήν, ἥτις διεγράφετο ἀπὸ τὴν ἐντολὴν τὴν ἱστορικὴν διὰ κάθε Ἕλληνα. Διότι δὲν ἦτο δυνατὸν εἷς Ἕλλην νὰ παραδεχθῇ ὡς νομικὸν πρόσωπον τὴν «Ἕνωσιν καὶ Πρόοδον», ἀφοῦ εἶχε καὶ ὅλα τὰ νομικὰ ἐπιχειρήματα διὰ νὰ πείσῃ τοὺς ἀντιθέτους.
§135Γ. ΕΞΗΝΤΑΡΗΣ. Ἀφοῦ δὲν ἔπεισεν, ἠμπορεῖτε νὰ εἴπητε ὅτι ἦτο ἀνεπαρκὴς ἡ ἀντιπροσωπεία νὰ πείσῃ τοὺς Τούρκους, δὲν ἠμπορεῖτε ὅμως νὰ εἴπητε ὅτι δὲν μετεχειρίσθη τὰ ἐπιχειρήματα. Ἐκεῖνο ὅμως τὸ ὁποῖον θέλω νὰ εἴπω, εἶναι ὅτι ὑπάρχει δέσμευσις διεθνής, ἐφόσον ὑπάρχει ἡ ὑπογραφὴ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἑλλάδος κάτωθι μιᾶς ἐπιστολῆς.
§136Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Καὶ πάλιν αἱ ἐπιστολαί;
§137Γ. ΕΞΗΝΤΑΡΗΣ. Εἰς ὅλα τὰ Κράτη ὑπάρχουν αἱ ἐπιστολαί, κ. βουλευτά.
§138Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Ἔρχομαι εἰς τὸ ἄλλο ζήτημα τὸ ἀφοροῦν τοὺς Ἕλληνας μὴ ἀνταλλαξίμους, Ὀθωμανοὺς ὑπηκόους, οἱ ὁποῖοι ἠναγκάσθησαν νὰ ἐγκαταλείψουν τὴν Κωνσταντινούπολιν οὐχὶ μὲ τακτικὰ διαβατήρια. Ἡ συνθήκη τῆς Λωζάννης ἔδωκε τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιστρέψουν καὶ ἐγκατασταθοῦν εἰς τὴν Κωνσταντινούπολη καὶ ὅπως οἱ ἐκεῖ παραμένοντες Κωνσταντινουπολῖται νὰ ἀπολαμβάνουν ὅλων τῶν δικαιωμάτων τῆς ἰδιοκτησίας καὶ νὰ μὴ ὑστεροῦν ὅλων τῶν δικαιωμάτων τὰ ὁποῖα ἔχουν οἱ λοιποὶ πάσης θρησκείας Κωνσταντινουπολῖται. Ἔρχεται ὁ Ἕλλην ἀντιπρόσωπος καὶ ὑπογράφει συμφωνίαν, διὰ τῆς ὁποίας δίδει τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Τουρκίαν νὰ μὴ ἐπιτρέπῃ εἰς αὐτοὺς τοὺς Κωνσταντινουπολίτας νὰ ἐπιστρέψουν εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν, ἂν καὶ δὲν εἶναι ἀνταλλάξιμοι. Ἤκουσα τοὺς λόγους, οἱ ὁποῖοι σᾶς ἔκαμαν νὰ δεχθῆτε αὐτὴν τὴν ὑποχώρησιν διὰ τοὺς Ἕλληνας Κωνσταντινουπολίτας. Εἴπατε ὅτι ἦτο ἀδύνατον νὰ ἐπιστρέψουν εἰς τοὺς ἐκ τῆς Τουρκίας ἐπιστρέφοντας Τούρκους τὰ ἐν τῇ Δυτικῇ Θράκῃ κτήματά των, εἰς τὰ ὁποῖα εἶχον ἐπεκτείνει τὴν ἀποκατάστασιν τῶν προσφύγων, ὅσοι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐγκατασταθῶσιν εἰς ἄλλα μέρη τῆς Ἑλλάδος. Παραδέχομαι ὅτι τὴν ἐποχὴν ἐκείνην δὲν ἦτο εὔκολον νὰ ἀποκατασταθοῦν εἰς ἄλλα μέρη τῆς Ἑλλάδος ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἐγκατεστάθησαν ἐπὶ Τουρκικῶν κτημάτων τῆς Δυτικῆς Θράκης. Πρέπει ὅμως νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ὅτι ὄχι τόσον ἐπὶ τῆς ἐποχῆς τῆς ἐν Ἀγκύρᾳ συναφθείσης συμφωνίας, ὅσον ἐπὶ τῆς ἐποχῆς τῆς ἐσχάτως συναφθείσης ἐν Ἀθήναις, τὸ ζήτημα τῆς ἀποδόσεως τῶν ἐν τῇ Δυτικῇ Θράκῃ καταληφθέντων Μουσουλμανικῶν κτημάτων εἶχε διευθετηθῆ κατὰ τὸ μέγιστον αὐτοῦ μέρος. Οὐδὲν ἑπομένως ὑπάρχει ἐντεῦθεν κώλυμα διὰ τὴν ἐπάνοδον τῶν Κωνσταντινουπολιτῶν. Τὸ ζήτημα αὐτὸ τῆς ἐπανόδου τῶν 30 ἢ 40 χιλιάδων Κωνσταντινουπολιτῶν δὲν εἶναι ζήτημα προσωπικὸν ἢ ζήτημα ἀτομικοῦ καὶ ὑλικοῦ συμφέροντος, εἶναι ζήτημα ἐθνικὸν μεγίστης σπουδαιότητος. Ἑπομένως δὲν ἔπρεπε νὰ ἐξετάζεται τί θέλουν καὶ τί δὲν θέλουν οἱ Τοῦρκοι ἢ καὶ μερικοὶ Ἕλληνες ἐκ Κωνσταντινουπόλεως ἐγκατασταθέντες ἐνταῦθα. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ θελήσουν ὅλοι, εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον συμφέρει καὶ εἰς τὰ δύο Κράτη, διὰ νὰ δημιουργηθοῦν ἐκ παραλλήλου καλαὶ φιλικαὶ σχέσεις, διότι παρεμβαλλομένης τῆς διατάξεως αὐτῆς περὶ μὴ ἐπανόδου τῶν ἀνωτέρω Ἑλλήνων εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν, καθίσταται μειονεκτικὴ καὶ προβληματικὴ ἡ θέσις τῶν ἤδη ἐκεῖ παραμενόντων. Οὕτω δὲ ἐγὼ δὲν προβλέπω καθόλου φιλικὰς τὰς σχέσεις μας μετὰ τῆς Τουρκίας, λαμβάνων ὑπ’ ὄψιν τὴν ψυχολογικὴν κατάστασιν τῶν Τούρκων σήμερον, ἥτις εἶναι ἀπόρροια προγράμματος σχεδιασθέντος πρὸ δεκαετηρίδων. Ἑπομένως ἡ ὑπογραφὴ τοιαύτης συμφωνίας ἐξευτελιστικῆς διὰ τὴν Ἑλλάδα δὲν ἔχει κἂν τὸ πρακτικὸν ἀποτέλεσμα, παρ’ ὅλας τὰς θυσίας τῆς ἐπανασυνδέσεως τῶν φιλικῶν σχέσεων. Δὲν μὲ ἐνδιαφέρει ἡ προσωπικὴ ἄποψις, τὴν ὁποίαν εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Καβάλλας συνάδελφος, ὅτι οἱ περισσότεροι τῶν ἐκ Κωνσταντινουπόλεως Ἑλλήνων δὲν θέλουν ἢ δὲν ἔχουν τὴν ἀνάγκην νὰ ἐπανέλθουν εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν, διότι κατώρθωσαν νὰ ἐγκατασταθοῦν καὶ νὰ ζοῦν ἐδῶ. Μὲ ἐνδιαφέρει ἡ ὑποχρεωτικὴ ἐπάνοδος αὐτῶν εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν, καθὼς καὶ τῶν Ἑλλήνων ὑπηκόων εἰς τὴν λοιπὴν Τουρκίαν. Διότι θέλουν ἀποτελέσει ἑστίαν νέας Ἑλληνικῆς ἐπεκτάσεως. Ἀπὸ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς εἶναι ἐπιζήμιος ἡ συνθήκη, ἡ ὁποία πρόκειται νὰ ψηφισθῇ. Ὅσον ἀφορᾷ τὰς λεπτομερείας τοῦ συμψηφισμοῦ, ἐφόσον πρεσβεύω ὅτι ἡ κατ’ ἀρχὴν παραδοχὴ τῆς συμβάσεως εἶναι εἰς βάρος τῆς ἐθνικῆς συνειδήσεώς μας, δὲν ἔχω κανένα λόγον νὰ εἰσέλθω εἰς αὐτάς. Αἰσθάνομαι δὲ τὴν ὑποχρέωσιν μαζὶ μὲ αὐτὴν τὴν δήλωσιν νὰ προσθέσω καὶ τὴν λύπην μου, διότι δὲν ἠκούσθη μία φωνὴ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, μολονότι εἶμαι βέβαιος ὅτι εἰς τὴν καρδίαν ὅλων ὑπάρχει αὐτὴ ἡ πεποίθησις, διὰ τὸν θεσμὸν τῆς ἀνταλλαγῆς τῶν πληθυσμῶν, ὁ ὁποῖος ὅσον καὶ ἂν δὲν ἐδημιουργήθη παρ’ ἡμῶν, μᾶς ἐπεβλήθη ὅμως ὑπὸ τὰ ἀδιάφορα ὄμματα τῆς Εὐρώπης. Εἰς τὴν Ἀμερικὴν ἠκούσθη εὐτυχῶς αὐτὴ ἡ φωνὴ εἰς βάρος τῶν Μεγάλων Κρατῶν, ἅτινα θέλουν νὰ ἀπαρτίζουν τὴν Κοινωνίαν τῶν Ἐθνῶν καὶ νὰ διέπουν τὴν τύχην καὶ τῶν μεγάλων, ἀλλὰ πρὸ παντὸς τῶν μικρῶν Ἐθνῶν. Νομίζω ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀκουσθῇ εἰς τὴν Βουλὴν ἡ φωνὴ αὐτή, διότι εἶμαι βέβαιος ὅτι ἡ ἀνταλλαγὴ αὐτὴ τῶν πληθυσμῶν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διαρκέσῃ τόσον πολὺν καιρόν, ὥστε νὰ λησμονηθοῦν ἐντελῶς αἱ προγονικαὶ ἑστίαι τοῦ Ἑλληνισμοῦ καὶ δὲν θὰ παύσῃ προέχουσα εἰς τὴν σκέψιν ὅλων ἡμῶν ἡ ὑπὸ αἰσιωτέρους οἰωνοὺς παρασκευασθησομένη παλιννόστησις.
§139ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Εὐριπαῖος ἔχει τὸν λόγον.
§140Π. ΕΥΡΙΠΑΙΟΣ. Μετὰ δυσκολίας, κύριοι βουλευταί, προτίθεμαι νὰ ὑπερασπίσω συμφωνίαν, ἡ ὁποία ἀντιτίθεται πρὸς πᾶσαν ἀνθρωπίνην συνείδησιν καὶ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ τὴν ὑπερασπίσω, διότι ἐνῷ μὲν καὶ ἐγὼ ἐξ αὐτῆς ἀτομικῶς θίγομαι, ἀναγκάζομαι εἰς τοῦτο ὁρμώμενος ἀπὸ τὰ γενικώτερα συμφέροντα τοῦ Κράτους. Τὸ κῦμα τῆς Μικρασιατικῆς καταστροφῆς ἐξερρίζωσεν ἀπὸ τοὺς τόπους τῆς γεννήσεώς του ἀνθοῦντα Ἑλληνισμόν, μεταξὺ τῶν ὁποίων τοὺς Ἕλληνας ὑπηκόους τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, τῆς Θράκης καὶ τοῦ Πόντου καὶ τοὺς ἔρριψεν ἀνεστίους καὶ γυμνητεύοντας εἰς τοὺς κόλπους τῆς Μητρὸς Ἑλλάδος. Εἶναι κοσμοϊστορικὸν γεγονὸς ὅμοιον τοῦ ὁποίου δὲν ἔχει ἀναγράψει ἡ Ἱστορία τοῦ κόσμου καὶ πρὸ τοῦ ὁποίου ὁ ἱστορικὸς τοῦ μέλλοντος θὰ αἰσθάνεται ἱερὰν ἀγανάκτησιν. Ἐκεῖ εἰς Λωζάννην ἐσύρθη ἡ Ἑλλὰς καὶ ἠναγκάσθη ὑπὸ τὴν πίεσιν τῶν πραγμάτων νὰ ὑποκύψῃ εἰς τὰς ὑπερφιάλους ἀξιώσεις τοῦ νικητοῦ. Τινὲς ὅμως τῶν διατάξεων τῆς συνθήκης τῆς Λωζάννης δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ τύχουν καὶ πρακτικῆς ἐφαρμογῆς ἐκ μέρους τῆς Ἑλλάδος καὶ ἐντεῦθεν ἤρχισαν προστριβαὶ μεταξὺ τῶν δύο Κρατῶν. Ἡ τότε Κυβέρνησις τοῦ κ. Μιχαλακοπούλου διὰ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου κ. Ἑξηντάρη ἐπελήφθη τῆς συνεννοήσεως μετὰ τῆς Τουρκίας καὶ αἱ συνεννοήσεις αὗται εὐωδοῦντο, ἀλλ’ ἡ δικτατορικὴ λαῖλαψ ἐπελθοῦσα παρέσυρε τὴν Κυβέρνησιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Πατρῶν πολιτευτοῦ, ὅπως συμπαρέσυρε καὶ ὅλας τὰς συμφωνίας. Ἡ κατόπιν δικτατορικὴ Κυβέρνησις ἠναγκάσθη νὰ ἔλθῃ εἰς νεωτέρας συμφωνίας, διότι εἰς τὴν Ἑλλάδα δύο ἀπέμενον δρόμοι· ἢ νὰ διεκδικήσῃ τὰ δίκαια αὐτῆς ἢ νὰ ἔλθῃ εἰς νεωτέραν συμφωνίαν, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον καὶ ἔπραξε, διότι τὸ πρῶτον ἀπεκλείετο. Ἀποτέλεσμα τῆς δευτέρας συμφωνίας εἶναι ἡ προκειμένη ὑπὸ συζήτησιν συνεννόησις. Βεβαίως, κύριοι, ἡ συνεννόησις αὕτη ἀπέχει πολὺ ἀπὸ τοῦ νὰ ἱκανοποιήσῃ τοὺς Ἕλληνας ὑπηκόους τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, Θράκης καὶ Πόντου, οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξευρεθῇ λύσις ἱκανοποιοῦσα αὐτοὺς τελείως. Διότι οἱαδήποτε λύσις καὶ ἂν ἐξευρεθῇ, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποδώσῃ εἰς τὰ θύματα αὐτὰ τῆς Εὐρωπαϊκῆς ἀσυνειδησίας, δὲν εἶναι δυνατὸν, λέγω, νὰ ἀποδώσῃ τὴν προτέραν των εὐδαιμονίαν τὴν προτέραν αὐτῶν εὐτυχίαν. Εἴμεθα λοιπὸν ὑποχρεωμένοι νὰ ἀποδεχθῶμεν τὴν συμφωνίαν αὐτὴν σώζοντες μερικὰ ψιχία ἐκ τῆς πλουσίας τραπέζης τοῦ ὑποδούλου Ἑλληνισμοῦ. Εἰς τὸ ὑπὸ κύρωσιν νομοσχέδιον τῆς συμφωνίας αὐτῆς ἔχω νὰ κάμω μερικὰς παρατηρήσεις, ὅτι πρέπει νὰ ληφθῇ καὶ πρόνοια περὶ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐγκατέλειψαν κινητὴν περιουσίαν. Δεύτερον φρονῶ ὅτι εἶναι πολὺ μακροχρόνιον τὸ δικαίωμα τῶν 30 ἐτῶν καὶ παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ τὸ περιορίσῃ, ἂν εἶναι δυνατὸν, εἰς 20 καὶ τρίτον ὅτι τὸ δάνειον πρέπει νὰ συναφθῇ εἰς χρυσόν. Αὐτὰς τὰς τρεῖς παρατηρήσεις ἔχω νὰ ἐπιφέρω ἐπὶ τῆς συμφωνίας αὐτῆς.
§141Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ αὐτῇ τῶν ὑποδείξεών σας θὰ παρακαλέσω νὰ ψηφισθῇ κατ’ ἀρχὴν τὸ ὑπάρχον κείμενον μετὰ τὴν δήλωσιν ὅτι δέχομαι τὴν ἐπέκτασιν καὶ αὔξησιν τοῦ δανείου μέχρι ποσοῦ 800 ἑκατομμυρίων, ἀντὶ 600 ἑκατομμυρίων, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀναγεγραμμένον εἰς τὸ ἀρχικὸν νομοσχέδιον. Ἐπίσης δέχομαι καὶ τὴν προκαταβολὴν τῶν 64 ἑκατομμυρίων. Ὅσον ἀφορᾷ ἄλλους ὅρους ἐπιφυλάσσομαι νὰ τοὺς ἐξετάσω καὶ νὰ δώσω ἀπάντησιν κατὰ τὴν δευτέραν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν.
§142Π. ΕΥΡΙΠΑΙΟΣ. Ἀναγνωρίζω, κύριοι βουλευταί, τὴν θέσιν τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι ἰδίως ἀντιπροσωπεύουν προσφυγικὰς μάζας. Ἀναγνωρίζω, λέγω, τὴν θέσιν αὐτῶν ὅτι εἶναι δεινή, ἀλλ’ ἀναγνωρίζω ἐπίσης καὶ τὸν πατριωτισμὸν τὸν ὁποῖον πολλάκις ἐπέδειξαν καὶ ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τῆς αἰθούσης ταύτης, θὰ τοὺς παρακαλέσω ὅμως νὰ σφίξουν τὴν καρδίαν των καὶ νὰ ψηφίσουν τὴν σύμβασιν αὐτήν, βέβαιοι ὄντες ὅτι ψηφίζοντες τὴν σύμβασιν δημιουργοῦν ἓν ἔρεισμα διὰ τὴν Ἑλλάδα, ἡ ὁποία θὰ δυνηθῇ εἰς πολὺ προσεχὲς μέλλον, ὅταν ἐπιστῇ ὁ χρόνος, νὰ διεκδικήσῃ τὰ ἀπαράγραπτα δίκαια αὐτῆς. (Χειροκροτήματα).
§143Β. ΚΑΡΑΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ. Νομίζω ὅτι ἀφοῦ πρόκειται περὶ σχεδίου νόμου, νὰ ψηφισθῇ ἀπόψε κατ’ ἀρχήν, οἱ δὲ ὑπολειπόμενοι ἀξιότιμοι συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι πρόκειται νὰ ὁμιλήσουν, νὰ ἀγορεύσουν κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν.
§144ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§145ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἀποδέχεται τὴν πρότασιν. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν ὅτι κατετέθη ἡ κάτωθι δήλωσις (ἀναγινώσκει): «Οἱ ὑπογεγραμμένοι πρόσφυγες βουλευταὶ πρὸ τῆς ἐπικειμένης κυρώσεως τῶν μετὰ τῆς Τουρκίας συμφωνιῶν, θεωροῦμεν καθῆκον ἡμῶν νὰ προβῶμεν εἰς τὴν κάτωθι δήλωσιν: «Ἀποφεύγοντες νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τῆς τε βασικῆς ἀρχῆς καὶ τῶν λεπτομερειῶν τῶν πρὸς κύρωσιν ὑποβαλλομένων συμφωνιῶν, δὲν δυνάμεθα νὰ ἀφήσωμεν νὰ παρέλθῃ ἡ παροῦσα ἐπίσημος στιγμὴ τῆς ἐπισφραγίσεως τῆς σκληρᾶς Ἐθνικῆς τραγῳδίας χωρὶς νὰ ἐκφράσωμεν τὸν βαθύτατον πόνον τὸν συνέχοντα τὴν ψυχὴν ἡμῶν, διὰ τὴν πρωτοφανῆ εἰς τὴν Ἱστορίαν παρὰ πᾶν δίκαιον γενομένην τῷ ὑποδούλῳ Ἑλληνισμῷ ἀδικίαν, ἣν διεθνὴς πρᾶξις ἐπεκύρωσε καὶ ἰδιαίτεραι σήμερον συμφωνίαι συμπληροῦσιν. Ἐν τούτοις ἔχοντες ὑπ’ ὄψει τὰ γενικὰ ἐθνικὰ συμφέροντα, εἰς τὸν βωμὸν τῶν ὁποίων πλειστάκις καὶ προθύμως ὁ ὑπόδουλος Ἑλληνισμὸς παρέσχεν ἑαυτὸν ὁλοκαύτωμα καὶ ἐπιθυμοῦντες νὰ διευκολύνωμεν τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὸ βαρὺ αὐτῆς ἔργον τῆς ἐξωτερικῆς καὶ ἐσωτερικῆς ἀνορθώσεως τῆς Χώρας, μὲ τὴν πεποίθησιν ὅτι καὶ ἡ δικαία ἱκανοποίησις τῶν θυμάτων τῶν συμφωνιῶν τούτων ἔσεται πλήρης καὶ ταχίστη, δηλοῦμεν ὅτι ἀνεχόμεθα τὴν κύρωσιν, μὲ τὴν ἐλπίδα ὅτι ἡ χειρονομία αὕτη θὰ εὕρῃ ἀνάλογον ἀπήχησιν καὶ εἰς τὸ ἕτερον τῶν συμβαλλομένων μερῶν. Α. Παπαδᾶτος, Σ. Νικολαΐδης, Α. Βουτυρᾶς, Δ. Εὐθυμιάδης, Λ. Λαμπριανίδης, Κ. Μουζενίδης». Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας συμφωνίας καὶ τῶν συναφῶν αὐτῇ πράξεων, περὶ τρόπου ἐφαρμογῆς διατάξεών τινων τῆς συνθήκης εἰρήνης τῆς Λωζάννης καὶ τῆς προσηρτημένης τῇ συνθήκῃ ταύτῃ ὑπ’ ἀριθ 9 Δηλώσεως». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς σχεδίου νόμου «περὶ τρόπου διακανονισμοῦ προκυψασῶν κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν τῶν ἄρθρων 2 καὶ 16 τῆς συμβάσεως περὶ ἀνταλλαγῆς Ἑλληνικῶν καὶ Τουρκικῶν πληθυσμῶν δυσχερειῶν». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). Ψήφισις συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 19 Ἰανουαρίου 1927 Νομ. Διατάγματος «περὶ τρόπου πληρωμῆς πωληθέντων ἢ πωληθησομένων κτημάτων τοῦ Δημοσίου εἰς πρόσφυγας». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). Ψήφισις συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συστάσεως Γραφείου πληροφοριῶν καὶ προσλήψεως ὑπαλλήλων διὰ τὴν λειτουργίαν αὐτῶν». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). Αʹ κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ αὐθεντικῆς ἑρμηνείας τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ Ν. Δ. τῆς 21 Αὐγούστου 1925 «περὶ καταργήσεως διατάξεων τελωνειακῶν τινων νόμων κλπ». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν).
§146ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις ἵνα ἐπαναληφθῇ αὕτη τὴν 4.30′ μ. μ. σήμερον. (Ὥρα 1.30′ π. μ.)