1927.02.15
2,231 rows · 17,587 words · 144 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 33
Τρίτη 15 Φεβρουαρίου 1927
Προεδρία κ. Θ. Σοφούλη
(Ὥρα 6.10′ μ. μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Νὰ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Νὰ ἀναγνωσθῶσι τὰ πρακτικά. (Ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως).
§2Α. ΚΟΡΑΚΑΣ. Ἐπὶ τῶν πρακτικῶν, κ. Πρόεδρε. Ἐλέχθη εἰς τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν ὅτι θὰ ἔπρεπε καὶ τὰ ἀκυρωτέα ἢ καταργητέα Διατάγματα νὰ παραπέμπωνται εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον ὅτι πιθανὸν νὰ ἐπανέρχωνται ἐν ἰσχύϊ διατάξεις προγενέστεραι ἢ διὰ τὸν λόγον ὅτι πιθανὸν αἱ ὑπηρεσίαι....
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λείπουν οἱ ἁρμόδιοι Ὑπουργοί.
§4Α. ΚΟΡΑΚΑΣ. .... καὶ ἔκαμαν δήλωσιν οἱ κ. κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργοὶ ὅτι ταῦτα τὰ Διατάγματα, ὅσα δὲν ἀκυρωθοῦν, θὰ παραπεμφθοῦν εἰς τὴν Ἐπιτροπήν. Τοιαύτη δήλωσις τῶν κ. κ. Ὑπουργῶν δὲν ὑπάρχει, ὅτι δηλαδὴ τὰ μὴ ἀκυρωθησόμενα Διατάγματα θὰ ὑποβληθοῦν πάντως εἰς κύρωσιν.
§5Σ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Ἐπὶ τῆς παραγράφου τοῦ σχεδίου ψηφίσματος ὅτι μετὰ πάροδον ἔτους αὐτοδικαίως καταργοῦνται τὰ Διατάγματα, τὰ ὁποῖα δὲν θὰ ἐπικυρωθοῦν, πρόκειται περὶ ἐρωτήσεώς μου, ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς ἔκαμε δήλωσιν ὅτι μετὰ τὴν πάροδον τοῦ ἔτους καταργοῦνται καὶ δὲν δύνανται πλέον νὰ λειτουργήσουν τὰ Διατάγματα αὐτά, ἀλλ’ αἱ συνέπειαι αὐτῶν, αἱ δημιουργούμεναι μέχρι τότε ὑποχρεώσεις, μέχρι τῆς καταργήσεως δηλαδὴ τῆς παρόδου τοῦ ἔτους, εἶναι νόμιμοι καὶ καλῶς ἔχουσαι, δὲν συγκαταργοῦνται καὶ αὐταί. Ἐν τούτοις τὸ ἀντίθετον φέρεται εἰς τὴν 4ην σελίδα τῶν πρακτικῶν. Θὰ παρεκάλουν νὰ διορθωθῇ.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζω ὅτι ἀπαραίτητος εἶναι ἡ παρουσία τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἀλλὰ πάντως θὰ γίνῃ σύμφωνα μὲ τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικὰ ἡ διόρθωσις.
§7Ι. ΒΑΛΑΛΑΣ. Πρέπει νὰ εἶναι οἱ κ. κ. Ὑπουργοὶ ἐδῶ διὰ νὰ διορθώσουν μερικὰ πράγματα. Τὰ ἐντελῶς ὑπηρεσιακῆς φύσεως Διατάγματα δὲν πρέπει νὰ ἀφεθοῦν εἰς τὴν μεγάλην προθεσμίαν τοῦ ἔτους.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὰ δὲν ἔχουν σχέσιν μὲ τὰ πρακτικά.
§9Ι. ΒΑΛΑΛΑΣ. Ὄχι, κ. Πρόεδρε, ὑπάρχει δήλωσις τῆς Κυβερνήσεως, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐντὸς ἐλαχίστου χρονικοῦ διαστήματος θὰ διορθωθοῦν.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αἱ δηλώσεις αὐταὶ θὰ περιληφθοῦν ἀπὸ τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικά. Τὰ πρακτικὰ ἐγκρίνονται. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς: — Οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου Καστρίου καὶ Σούβλασι τῆς περιφερείας Ἡγουμενίτσης τῆς Ἠπείρου ζητοῦν τὴν ἀπαλλοτρίωσιν τοῦ Βάλτου Ραγίου. — Οἱ ἰδιοκτῆται Ἀθηνῶν, Πειραιῶς καὶ περιχώρων ὑποβάλλουσι ψήφισμα δι’ οὗ ζητοῦν ὅπως κατοχυρωθῇ συνταγματικῶς ἡ ἰδιοκτησία καὶ ἀπορριφθῇ ἡ ἐν τῷ ἄρθρῳ 19 τοῦ Συντάγματος τροπολογία κλπ. — Οἱ κάτοικοι τῶν κοινοτήτων Εὔας–Μεσοποταμίας ζητοῦν τὴν ἐπισκευὴν τῆς ὁδοῦ πλησίον τοῦ ποταμοῦ Παμίσου. — Οἱ κάτοικοι τῆς κοινότητος Ζακωνίων τοῦ νομοῦ Αἰτωλακαρνανίας ζητοῦν τὴν παροχὴν πιστώσεως πρὸς ἐπισκευὴν τῶν ὁδῶν των. — Οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου Καλύβια Ἀγρινίου ζητοῦν τὴν ἐπισκευὴν τῆς δημοσίας ὁδοῦ Ἀγρινίου–Ἀμφιλοχίας κλπ. — Οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου Σκουντερᾶς ζητοῦν τὴν παροχὴν πιστώσεως διὰ τὴν ἐπισκευὴν τῶν ὁδῶν των. Ἐπιτροπὴ ἐπιδιορθωτῶν ἁμαξῶν τῶν Πατρῶν ζητεῖ τὴν κρατικὴν ἀποζημίωσιν, λόγῳ τῆς ἐπικρατούσης ἀνεργίας κατόπιν τῆς καταργήσεως τῶν ἁμαξῶν κλπ. — Ὁ Ἰωάννης Μαρκόπουλος, δημοδιδάσκαλος ἐν Βελκαμένῃ Φλωρίνης, διαμαρτύρεται διότι ἀπὸ τοῦ 1920 ἐκκρεμεῖ ἐν τῷ Ἐφετείῳ τῶν Πατρῶν ὑπόθεσις ἀφορῶσα τὴν μίσθωσιν τῆς οἰκίας του. — Ὁ Σύνδεσμος τῶν ἀναπήρων τραυματιῶν Ἀχαϊοήλιδος διαμαρτύρεται διὰ τὴν μελετωμένην ἐπιβολὴν ἐνοικίων εἰς τὰ περίπτερα τῶν ἀναπήρων, ὡς καὶ διὰ τὸν φόρον ἐπιτηδεύματος. — Ὁ Σύνδεσμος ἀκαδημαϊκῆς προόδου Ἀθηνῶν παρακαλεῖ τὴν Σεβαστὴν Βουλὴν νὰ προστατεύσῃ τὴν ἐθνικὴν ἐκπαίδευσιν ἐκ τῆς μανίας τῶν παραδόξων «μεταρρυθμιστῶν καὶ γλωσσοπλαστῶν» τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης. — Ὁ Σύνδεσμος τῶν σιδηροδρομικῶν Ἀττικῆς καὶ τὸ προσωπικὸν ΣΠΑΠ διαμαρτύρεται διὰ τὴν καταδικαστικὴν ἀπόφασιν τοῦ δικαστηρίου Λαρίσσης κατὰ τῶν σιδηροδρομικῶν. — Ὁ Φιλόπτωχος Σύλλογος Κυριῶν Καλαμῶν ὑποβάλλει ὑπόμνημα περὶ ταχείας ἐπιψηφίσεως νόμου, διὰ τὴν ἐπιβολὴν μικροῦ φόρου ἐν τοῖς δημοσίοις θεάμασι διὰ τοὺς πτωχοὺς τῆς πόλεως. — Οἱ δευτεροβάθμιοι διδάσκαλοι τοῦ ἐν Γιαννιτσοῖς ἡμιγυμνασίου ὑποβάλλουσιν ὑπόμνημα δι’ οὗ ζητοῦν τὴν διαβάθμισίν των. — Ἡ Γενικὴ Συνέλευσις καπνεργατῶν Δράμας καὶ Ξάνθης δηλοῖ ὅτι θὰ ἀγωνισθῇ διὰ τὴν πλήρη ἐπιτυχίαν τῶν γνωστῶν αἰτημάτων των. — Διακόσιαι οἰκογένειαι προσφύγων τῆς κοινότητος Γαστούνης ζητοῦν τὴν λῆψιν μέτρων πρὸς προστασίαν τῶν σπαρτῶν των ἐκ τῶν συνεχῶν πλημμυρῶν τοῦ ποταμοῦ Πηνειοῦ. — Οἱ προϋπηρετήσαντες μόνιμοι ἐπιλοχίαι τῶν τεχνικῶν ὑπηρεσιῶν ζητοῦν τὴν τροποποίησιν τοῦ 20 ἄρθρου τοῦ ἀπὸ 14 Ἰουλίου 1926 Ν. Διατάγματος «περὶ τεχνικῶν ὑπηρεσιῶν». — Σύμπας ὁ νομοταγὴς ἐπαγγελματικὸς κόσμος Λαρίσσης ζητεῖ τὴν ὁλοσχερῆ ἄρσιν τοῦ Ἐνοικιοστασίου. — Ὁ δημαρχῶν Ρεθύμνης μετὰ τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου ζητεῖ τὴν ψήφισιν νόμου περὶ ἀπαλλαγῆς τοῦ δήμου Ρεθύμνης τῆς πληρωμῆς χαρτοσήμου δι’ ἐκδοθέντα χρηματικὰ ἐντάλματα, γενομένων δαπανῶν συντηρήσεως Δ. Νοσοκομείου Ρεθύμνης. — Ἡ Πανελλήνιος Κινηματογραφικὴ Ἕνωσις ὑποβάλλει ὑπόμνημα «περὶ ἐλαττώσεως τοῦ φόρου τῶν κινηματογραφικῶν ἐπιχειρήσεων». — Ἡ Χρυσοῦλα σύζυγος Ἰωάννου Γιαγιᾶ ζητεῖ τὴν παροχὴν ἀμνηστείας διὰ τὴν οἰκογένειαν τοῦ Ι. Γιαγιᾶ. — Οἱ κατασκευασταὶ ἀρβυλῶν ζητοῦν νὰ παρακληθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ἐγκρίνῃ τὴν ἐπὶ τῇ ὁρισθείσῃ κατωτέρᾳ τιμῇ παραλαβὴν τῶν ὑπὸ κρίσιν ἀρβυλῶν των. — Τὸ Ἀνώτατον Ἀνακριτικὸν Συμβούλιον ὑποβάλλει εἰς τὴν Βουλὴν διὰ τῶν ὑπ’ ἀριθ. 59, 61, 65, 67, 71, 73, 74 75 76 καὶ 77 ἐγγράφων αὐτοῦ τὰς κάτωθι ἐκδοθείσας παρ’ αὐτοῦ ἀποφάσεις ἐπὶ τῶν ὑποβληθεισῶν κατηγοριῶν κατὰ τῶν τέως Ὑπουργῶν, Ὑφυπουργῶν καὶ ἄλλων προσώπων, συνεργασθέντων ἐπὶ τῆς δικτατορίας Παγκάλου μετ’ αὐτοῦ, διὰ νὰ ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ περὶ εἰσαγωγῆς ἢ μὴ εἰς δίκην. 1) Γ. Βογοπούλου, Ὑφυπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐπὶ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 56145 τῆς 13 Ὀκτωβρίου 1926 ἀνακοινώσεως τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν. 2) Γ. Βογοπούλου ἐπὶ τῆς ὑπ’ ἀπὸ 7 Ὀκτωβρίου 1926 μηνύσεως τοῦ Β. Τσούλα, σχετικῶς πρὸς τὴν παράνομον πληρωμὴν μισθοδοσιῶν εἰς ἐν διαθεσιμότητι διατελοῦντας ἀξιωματικοὺς Χωροφυλακῆς. 3) Α. Ταβουλάρη καὶ Δ. Τανταλίδου ἐπὶ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 237470 τῆς 20 Ὀκτωβρίου 1926 ἀνακοινώσεως τοῦ Ὑπουργείου τῆς Συγκοινωνίας. 4) Γ. Βογοπούλου καὶ Θ. Παγκάλου ἐπὶ τῆς ἀπὸ 22 Σεπτεμβρίου 1926 ἀνακοινώσεως τῆς Διευθύνσεως Στρατιωτικῆς Δικαιοσύνης. 5) Κ. Σταμούλη καὶ Γ. Μητρομελέτη ἐπὶ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 125329 τῆς 6 Σεπτεμβρίου 1926 καὶ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 146604 τῆς 23 Ὀκτωβρίου 1926 ἀνακοινώσεως τοῦ Ὑπουργείου τῆς Γεωργίας. 6) Δ. Τανταλίδου, Κ. Στασινάκη καὶ Π. Μάνου ἐπὶ τῆς μηνύσεως Γ. Μπουραζάνη, σχετικῶς πρὸς τὴν κατάσχεσιν τοῦ λαθραίου σιγαροχάρτου. 7) Γ. Βογοπούλου ἐπὶ τῆς ἀνακοινώσεως τοῦ Ὑπουργείου Ἐσωτερικῶν σχετικῶς πρὸς τὴν ὑπ’ ἀριθ. 397 τῆς 4 Φεβρουαρίου 1926 ἐκδοθεῖσαν ἀπόφασίν του. 8) Θεοδώρου Παγκάλου ἐπὶ τῆς ἀπὸ 25 Δεκεμβρίου 1926 αἰτήσεως αὐτοῦ περὶ ἀποφυλακίσεώς του. 9) Τὰ βουλεύματα τῶν πενταμελῶν Ἐπιτροπῶν διὰ τῆς ὑποβληθείσης μηνύσεως τῶν τέως Ὑπουργῶν, καθὼς καὶ τὴν ἀπόφασιν αὐτοῦ κατὰ τῶν Θ. Παγκάλου, Κ. Ρέντη, Ἰωσὴφ Κουνδούρου, Α. Παναγιωτοπούλου, Ι. Τσιριμώκου, Ι. Κοφινᾶ Γ. Μπούμπουλη, Α. Ταβουλάρη, Φ. Μανουηλίδου καὶ Α. Χατζηκυριάκου ἐπὶ τῆς ἀνακοινώσεως τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης διὰ τὴν διάταξιν τοῦ ἀπὸ 29 Ἰουλίου 1925 Νομοθετικοῦ Διατάγματος «περὶ ἀναδρομικῆς ἐφαρμογῆς βαρυτέρων ποινῶν κλπ.» 10) Γ. Βογοπούλου ἐπὶ τῆς ἀνακοινώσεως τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν σχετικῶς πρὸς τὰς συμβάσεις τῶν σιτηρῶν. 11) Θ. Παγκάλου, Δ. Τανταλίδου καὶ Μποδοσάκη Ἀθανασιάδου ἐπὶ τῆς μηνύσεως τοῦ Θ. Σακελλαράκου, σχετικῶς πρὸς τὴν διαχείρισιν τοῦ κρατικοῦ συναλλάγματος. 12) Ἰωάννου Γρηγοράκη ἐπὶ τῆς μηνύσεως Γεωργ. Μητσέα, σχετικῶς πρὸς τὴν κατασκευὴν τῆς ἁμαξιτῆς ὁδοῦ Γυθείου–Ἀρεοπόλεως εἰς Σκουτάριον κτλ. 13) Χ. Τσερούλη καὶ Π. Ζερλῆ ἐπὶ τῆς μηνύσεως Χ. Θεοφιλίδου, σχετικῶς πρὸς τὴν κακῶς ἀναθεωρηθεῖσαν ὑγειονομικὴν ἀπόφασιν τὴν ἀφορῶσαν τὸν μηνυτήν. 14) Θ. Παγκάλου ἐπὶ τῆς μηνύσεως τοῦ ὑπολοχαγοῦ Ἀνδρ. Γαλοπούλου, σχετικῶς πρὸς τὴν αὐθαίρετον προαγωγὴν τῶν λοχαγῶν Γιαννίρη Δ., Πυλαρινοῦ Γ. καὶ Χρήστου Α. 15) Ι. Γρηγοράκη ἐπὶ τῆς μηνύσεως Γ. Μητσέα σχετικῶς πρὸς τὴν παράβασιν τοῦ νόμου ΦΠϚʹ καὶ τὴν ἔκδοσιν ἀδείας οἰκοδομῆς ἐναντίον τοῦ σχεδίου τῆς πόλεως Ἀθηνῶν. 16) Γ. Βογοπούλου ἐπὶ τῆς ἀνακοινώσεως τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν «περὶ προμηθείας σίτου ἄνευ δημοπρασίας κλπ.» 17) Θ. Παγκάλου, Α. Ταβουλάρη, Φ. Μανουηλίδου, Β. Μακρῆ, Λουκᾶ Ρούφου, Κ. Φιλάνδρου κλπ. ἐπὶ τῆς μηνύσεως Ἀλεξ. Ζαχαρόγλου, σχετικῶς πρὸς τὴν παραγγελίαν τῶν ξυλίνων σπιτιῶν διὰ τὴν στέγασιν τῶν προσφύγων. 18) Α. Ταβουλάρη καὶ Θ. Παγκάλου ἐπὶ τῆς ἀνακοινώσεως τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, σχετικῶς πρὸς τὴν σύμβασιν μετὰ τῆς Ἑταιρείας «Ἤστερν». 19) Α. Ταβουλάρη καὶ Κ. Φιλάνδρου ἐπὶ τῆς μηνύσεως Ἰω. Χριστοδούλου διὰ τὴν παράνομον ἐνέργειαν τῶν εἰρημένων Ὑπουργῶν, κατὰ παράβασιν τοῦ ἄρθρου 28 παρ. 3 τοῦ Ν. Διατάγματος τῆς 6 Σεπτεμβρίου 1925. 20) Θ. Παγκάλου ἐπὶ τῆς μηνύσεως Μ. Μεταξᾶ, σχετικῶς πρὸς τὴν παράνομον ματαίωσιν διαγωνισμοῦ, ἀφορῶντος τὴν προμήθειαν αὐτοκινήτων καὶ διὰ διαφόρους ἄλλας παρανομίας λαβούσας χώραν ἐν τῇ ὑποθέσει τῆς προμηθείας αὐτοκινήτων, ἐξ ἧς τὸ Δημόσιον ἐζημιώθη μεγάλα ποσά. 21) Θ. Παγκάλου, Γ. Κοφινᾶ, Α. Ταβουλάρη, Κ. Σταμούλη ἐπὶ τῆς μηνύσεως Ἰω. Κωνσταντοπούλου, σχετικῶς πρὸς τὴν σύμβασιν μετὰ τῆς Ἑταιρείας «Φαουντέσιον» διὰ τὴν ἐκτέλεσιν διαφόρων ἔργων ἐν Μακεδονίᾳ. 22) Θ. Παγκάλου καὶ Κ. Νίδερ ἐπὶ τῆς ἀνακοινώσεως τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, σχετικῶς πρὸς τὴν σύμβασιν μετὰ τῆς Ἑταιρείας Ἐριουργίας Κιρκίνη κατ’ Ὀκτώβριον τοῦ 1925. 23) Α. Ταβουλάρη ἐπὶ τῆς μηνύσεως Ἰω. Σπάνια, σχετικῶς πρὸς τὴν παραχώρησιν διαφόρων ἔργων ὁδοποιΐας ἐν Ζακύνθῳ κατὰ παράβασιν τῶν σχετικῶν νόμων καὶ δι’ ἁπλῶν συμβάσεων μὴ στηριζομένων ἐπ’ οὐδενὸς νόμου. 24) Κ. Φιλάνδρου, Δημ. Φραγκοπούλου, Κ. Καμπᾶ, Δ. Φικιώτου ἐπὶ τῆς μηνύσεως Παναγ. Δημοπούλου, σχετικῶς πρὸς τὴν ἀπαλλαγὴν ἀπὸ τῆς ἐπιτάξεως ἐπὶ δεκαετίαν τῶν μέχρι 31ης Δεκεμβρίου 1925 νεοδμήτων οἰκιῶν κλπ. πρὸς μὴ ἐγκατάστασιν τῶν προσφύγων. 25) Κ. Σταμούλη ἐπὶ τῆς μηνύσεως τοῦ Χρ. Νικολοπούλου, σχετικῶς πρὸς τὴν ἐκμετάλλευσιν τῶν ἰαματικῶν ὑδάτων καὶ τὴν παραχώρησιν ἰαματικῶν πηγῶν πρὸ τριετίας ἄνευ δημοπρασίας. 26) Θ. Παγκάλου καὶ Α. Ταβουλάρη ἐπὶ τῆς μηνύσεως Γ. Φραγκούλη διὰ βλάβην ἐκ προθέσεως τῶν συμφερόντων τῆς Ἐπικρατείας καὶ ἐπὶ δωροδοκίᾳ, σχετικῶς πρὸς τὴν διαταχθεῖσαν ἐπείγουσαν παρ’ αὐτῶν προμήθειαν διαφόρων ὑλικῶν ὅπλων, πολεμεφοδίων κλπ. ἐφοδιασμοῦ τοῦ Ἑλληνικοῦ Στρατοῦ. 27) Γ. Βαλσαμάκη, ἀποστράτου συνταγματάρχου, ἐπὶ τῆς μηνύσεως τοῦ Χρήστου Καλέλη διὰ πράξεις πραχθείσας παρ’ αὐτοῦ, διατελοῦντος προσωπάρχου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. 28) Γ. Σεχιώτου ἐπὶ τῆς μηνύσεως τοῦ Κοινοτικοῦ Συμβουλίου Λαγκαδᾶ σχετικῶς πρὸς τὴν διαρρύθμισιν τοῦ σχεδιαγράμματος τῆς ἐκμεταλλεύσεως τῶν ἰαματικῶν πηγῶν Λαγκαδᾶ ἐπ’ ὠφελείᾳ τοῦ ἐνοικιαστοῦ. 29) Θ. Παγκάλου καὶ τῶν μετ’ αὐτοῦ συμπραξάντων ὡς Ὑπουργῶν καὶ Ὑφυπουργῶν ἐπὶ τῆς μηνύσεως Γ. Κονδύλη, σχετικῶς πρὸς τὴν ὑπογραφὴν τῶν Διαταγμάτων, δι’ ὧν διελύθη ἡ Δʹ Συνέλευσις καὶ ἐπεξετάθη ἡ κατάστασις τῆς πολιορκίας καθ’ ὅλην τὴν Ἐπικράτειαν κλπ. 30) 1) Θ. Παγκάλου, Γ. Κοφινᾶ, Ε. Τσουδεροῦ καὶ Ζέραλ Τάλμποτ ἐπὶ τῆς μηνύσεως Ἐμ. Παπαδήτσα καὶ 2) Α. Ταβουλάρη, Γ. Κοφινᾶ, Θ. Παγκάλου, Κ. Ρέντη, Α. Παναγιωτοπούλου, Ι. Τσιριμώκου, Γ. Μπούμπουλη, Κ. Σταμούλη, Φ. Μανουηλίδη, Α. Χατζηκυριάκου καὶ Ἰωσὴφ Κουνδούρου ἐπὶ τῆς μηνύσεως τοῦ Συνδέσμου ἰδιοκτητῶν αὐτοκινήτων λεωφορείων, σχετικῶς πρὸς τὸ Ἀγγλικὸν δάνειον καὶ τὴν σύμβασιν μετὰ τῆς Ἑταιρείας Πάουερ–Ἀντ–Τράξιον. 31) Θ. Παγκάλου καὶ τῶν μετ’ αὐτοῦ συμπραξάντων Ὑπουργῶν καὶ Ὑφυπουργῶν ἐπὶ τῆς μηνύσεως Γ. Κονδύλη, σχετικῶς πρὸς τὴν μετὰ τῆς Βουλγαρίας διαφορὰν καὶ τῆς ἐπ’ αὐτῆς ἀποφάσεως τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν. — Οἱ Ὑπουργοὶ τῶν Ἐσωτερικῶν κ. Π. Τσαλδάρης καὶ τῆς Συγκοινωνίας κ. Ι. Μεταξᾶς ὑποβάλλουσι νομοσχέδιον «περὶ διαθέσεως τοῦ χρηματικοῦ ὑπολοίπου τοῦ Ταμείου Ἀγροφυλακῆς Καρδίτσης πρὸς ἐκτέλεσιν ἔργων συγκοινωνίας ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Καρδίτσης». — Οἱ Ὑπουργοὶ τῶν Οἰκονομικῶν κ. Γ. Καφαντάρης καὶ τῆς Περιθάλψεως κ. Μ. Κύρκος ὑποβάλλουσι σχέδιον ψηφίσματος «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἐδαφ. 2 τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ ἀπὸ 17 Σεπτεμβρίου 1926 Ν. Δ. «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν περὶ φορολογίας κληρονομιῶν νόμων». — Ἡ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐπαναφορᾶς ἐν ἰσχύϊ καὶ τροποποιήσεως τῶν διατάξεων περὶ διορισμοῦ προσωρινῶν διδασκάλων Ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της. — Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Σ. Παϊπέτης, Ι. Θεοτόκης, Α. Πιέρρης καὶ Δ. Ζυμάρης ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 119 τοῦ Συντάγματος. — Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Α. Μητσοτάκης, Γ. Κακουλίδης, Γ. Ζερβός, Κ. Γεωργιάδης, Α. Μυλωνᾶς, Γ. Μαρῆς, Μ. Κοθρῆς, Α. Παπαδᾶτος, Α. Κόρακας, Μ. Βολουδάκης κλπ. ὑποβάλλουσι πρότασιν νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου 1110 περὶ μονιμοποιήσεως ἐφέδρων ἀξιωματικῶν καὶ ἀνθυπασπιστῶν τῆς χωροφυλακῆς». — Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Π. Εὐριπαῖος, Δ. Πετρακάκος, Ν. Παχνός, Ο. Πανταζίδης, Α. Παπαδᾶτος κλπ. ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐπαναφορᾶς εἰς ἰσχὺν τῆς § 1 τοῦ ἄρθρου 70 τοῦ νόμου 2905 κλπ». — Ὁ βουλευτὴς κ. Δ. Πετρακάκος ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐγγραφῆς καὶ ἐξετάσεως φοιτητῶν τοῦ Πανεπιστημίου». — Ὡσαύτως οἱ βουλευταὶ κ. κ. Κ. Τσαλδάρης, Ν. Μπακόπουλος, Γ. Κακουλίδης, Α. Μάρκου, Δ. Εὐθυμιάδης, Χ. Βοζίκης, Κ. Δεμερτζῆς, Ε. Φωτάκης, Ι. Ράλλης, Γ. Ζερβός, Ι. Κουμουνδοῦρος κλπ. ὑποβάλλουσι πρότασιν, δι’ ἧς προτείνουσι τὴν σύστασιν Κοινοβουλευτικῆς ἐξεταστικῆς Ἐπιτροπῆς πρὸς ἐξέτασιν τοῦ ζητήματος κατὰ τίνα τρόπον καὶ διὰ ποίους λόγους συνήφθη ἡ σύμβασις περὶ παροχῆς ἠλεκτρισμοῦ καὶ μεταφορῶν Πάουερ–Ἀντ–Τράξιον.
§11Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Θὰ παρεκάλουν, κ. Πρόεδρε, νὰ καταρτισθῇ ἡ Ἐπιτροπὴ αὕτη ἐξ ὅλων τῶν κομμάτων.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πρότασις αὕτη σύμφωνα μὲ τὸ ἄρθρον 53 τοῦ Συντάγματος εἶναι ὑποχρεωτικὴ καὶ θὰ καταρτίσω τὴν σχετικὴν Ἐπιτροπὴν ἀναλόγως τῆς δυνάμεως τῶν κομμάτων. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς Νομοθετικῆς Ἐργασίας. Κατὰ τὴν χθεσινὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς τερματισθείσης τῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ σχεδίου ψηφίσματος «περὶ περαιτέρω ἰσχύος συντακτικῶν τινων πράξεων καὶ Ν. Διαταγμάτων ἐκδοθέντων ἀπρακτούσης τῆς Βουλῆς», ἀπομένει σήμερον νὰ διεξαχθῇ ἡ ἐπὶ τούτου ψηφοφορία.
§13Ι. ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ. Μίαν λέξιν ἐπὶ τῆς ψηφοφορίας.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λυποῦμαι πολύ, ἀλλὰ δὲν δύναμαι.
§15Ι. ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς ψηφοφορίας. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ εἴπω μίαν λέξιν.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε.
§17Ι. ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ. Ἐκ τῆς συζητήσεως χθὲς διεπιστώθη ὅτι ἡ Κυβέρνησις θέλει νὰ ἐπιφυλάξῃ τὴν αὐτὴν τύχην διὰ τὰς συμβάσεις, οἵαν τύχην θέλει νὰ δώσῃ καὶ εἰς τὰ Ν. Διατάγματα καὶ ἐν γένει εἰς τὰ ψηφίσματα, ὁ δὲ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, καθὼς καὶ ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας εἰς σχετικὴν παρατήρησίν μας εἶπον ὅτι τὴν αὐτὴν τύχην ἀκυρώσεως θὰ ἔχουν καὶ αἱ συμβάσεις μετὰ πάροδον τοῦ ἔτους. Ἐδέχθη δὲ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας καθὼς καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τὸ 4ον ἄρθρον τοῦ ψηφίσματος νὰ γίνῃ 3ον, τὸ δὲ 3ον νὰ γίνῃ 4ον. Παρετήρησε δὲ ἐπὶ πλέον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας ὅτι εἶναι μέσα εἰς τὸ ψήφισμα τὸ ὁποῖον λέγει «κατὰ τὴν αὐτὴν διαδικασίαν ἐπικυροῦνται ἢ ἀκυροῦνται αἱ συμβάσεις». Ὡς ἔχει τροποποιηθῆ ἤδη τὸ ψήφισμα κατὰ τρόπον κατηγορηματικὸν καὶ ἀνεπίδεκτον ἀμφιβολίας, αἱ συμβάσεις ἐξαιροῦνται τῆς διατάξεως κατὰ τὴν ὁποίαν μετὰ τὴν πάροδον ἑνὸς ἔτους ἔπρεπε νὰ εἶναι ἄκυρα. Διότι, ἐνῷ ἀνωτέρω λέγει ὅτι ἐπίσης ἐπικυροῦνται καὶ τροποποιοῦνται κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον, καθ’ ὃν καὶ τὰ Διατάγματα καὶ αἱ πράξεις, εἰς τὸ προτελευταῖον ἐδάφιον ὁρίζεται μετὰ πάροδον ἑνὸς ἔτους καταργοῦνται αὐτοδικαίως ὅσα ἐκ τῶν ἀνωτέρω Διαταγμάτων ἢ πράξεων δὲν ἀκυρωθῶσιν ὡς ἀνωτέρω. Ἄρα αἱ συμβάσεις δὲν περιλαμβάνονται εἰς τὴν διάταξιν αὐτήν.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν ἂν θεωρῇ ἄκυρον τὴν χθεσινήν της ἀπόφασιν καὶ ἂν δέχεται τὴν ἐπανάληψιν τῆς χθεσινῆς ψηφοφορίας.
§19ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν λέγω νὰ ἀκυρωθῇ ἡ χθεσινὴ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ λέγω ὅτι προφανῶς ἐκ παραδρομῆς δὲν ἔχει τεθῆ μία λέξις εἰς τὸ προτελευταῖον ἐδάφιον ἡ φράσις «καὶ συμβάσεις». Διότι τοῦτο κατηγορηματικῶς ἐδήλωσε καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας Ὑπουργὸς καὶ ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργός. Ἐδηλώθη χθὲς ρητῶς καὶ ἐπὶ τούτου ἡ Βουλὴ εἶχε λάβει ἀπόφασιν.
§21Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Προφανῶς ἐκ παραδρομῆς δὲν ἐτέθη. «Μετὰ πάροδον ἔτους καταργοῦνται αὐτοδικαίως ὅσα ἐκ τῶν ἀνωτέρω Διαταγμάτων, πράξεων, συμβάσεων ἢ ἐργολαβιῶν δὲν κυρωθοῦν ὡς ἀνωτέρω... κλπ.» Εἰς τὰ Διατάγματα καὶ τὰς πράξεις συμπεριλαμβάνονται πᾶσαι αἱ συμβάσεις. Διὰ τὸ σαφέστερον, κ. Πρόεδρε, νὰ τεθῇ καὶ αὐτό.
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ ζητοῦντες ψηφοφορίαν δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως εἶναι 11. Ἐπειδὴ κατὰ τὸν Κανονισμὸν ἀπαιτοῦνται 15, θεωρεῖται ὡς μὴ ὑποβληθεῖσα ἡ πρότασις αὐτή.
§23ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δι’ ἀναστάσεως.
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Τσαρλαμπᾶ νὰ προστεθῇ ὡς τελευταία παράγραφος....
§25Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Ἐξήγησα τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους ἡ Βουλὴ δὲν πρέπει νὰ δεχθῇ τὴν τροπολογίαν αὐτήν.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀπορρίπτεται... Ἐπίσης ἀπορρίπτονται αἱ τροπολογίαι τῶν κ. κ. Τσιτσεκλῆ, Στάη καὶ λοιπῶν. Ἐπίσης ἄλλη τροπολογία τοῦ κ. Χαβίνη (ἀναγινώσκει): «Ἐπιτρέπεται ὅπως διὰ Διατάγματος.... κλπ.»
§27Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Πρόκειται περὶ τῆς ἀποσπάσεως ἀπὸ ἕνα νομὸν εἰς ἕτερον. Ζητοῦμεν διὰ τῆς τροπολογίας αὐτῆς νὰ μείνουν οἱ νομοὶ ὅπως ἦσαν ἀνέκαθεν.
§28Ι. ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ. Καὶ ἂν ἡ Κυβέρνησις αὕτη μεταβάλλῃ ἄλλας ἐπαρχίας, τί θὰ γίνῃ;
§29Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Τὰ ἀφορῶντα τὸν ἐκλογικὸν νόμον εἴπομεν ὅτι δὲν θὰ ἀποτελέσουν ἀντικείμενον τῆς ἰδιαιτέρας διαδικασίας.
§30Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει νομίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν θὰ μελετήσῃ τὸν νόμον.
§31Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Εἶμαι καὶ ἐγὼ τῆς γνώμης αὐτῆς. Τὰ τοῦ νόμου περὶ ἐκλογῆς βουλευτῶν θὰ ἔλθουν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς δι’ εἰδικοῦ νόμου.
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον μόνον (ἀναγινώσκει): «Ἐντὸς ἔτους ἀπὸ τῆς ἰσχύος τοῦ παρόντος.... κλπ.»
§33Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Θὰ παρεκάλουν νὰ γραφοῦν εἰς τὰ πρακτικὰ ὡρισμέναι ἑρμηνεῖαι, αἱ ὁποῖαι ἐδόθησαν ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐγένοντο ἀποδεκταὶ ἀπὸ τὴν Βουλήν.
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ἤδη γίνει λόγος καὶ ὑπάρχουν εἰς τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικά.
§35Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Νομίζω ὅτι τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικὰ ἔχουν ὡρισμένας ἀνωμαλίας. Κατὰ τὴν ψήφισιν φαίνεται ὅτι ἐγένετο ἑρμηνεία ὅσον ἀφορᾷ τὸ τί ἐννοοῦμεν «Οἰκουμενικὴν Κυβέρνησιν», Ἐννοοῦμεν τὴν Κυβέρνησιν ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ κ. Ζαΐμη, συμπραττόντων τῶν πέντε κομμάτων. Δεύτερον κατὰ παράκλησιν τοῦ κ. Κρεμεζῆ χθὲς ἐγένετο ἡ δήλωσις ὅτι (ἀναγινώσκει): «Μετὰ πάροδον ἔτους καταργοῦνται αὐτοδικαίως.... κλπ.» «Καταργοῦνται αὐτοδικαίως» ἐννοοῦμεν ὅτι τὰ ἕως τότε ἐνεργηθέντα ἰσχύουν. Αὐτὰ νὰ γραφοῦν εἰς τὰ πρακτικὰ ὡς δήλωσις ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως ἑρμηνευτική, τὴν ὁποίαν ἀποδέχεται ἡ Βουλή.
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ψήφισμα παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι).
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ψήφισμα).
§38Ι. ΚΑΛΟΓΕΡΑΣ. Νὰ ὁρισθοῦν αἱ Ἐπιτροπαί, κύριε Πρόεδρε.
§39Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Θὰ παρεκάλουν κατόπιν τῆς ψηφίσεως τοῦ ψηφίσματος νὰ κληθοῦν τὰ κόμματα νὰ ἐκλέξουν μέλη διὰ τὰς Ἐπιτροπὰς καθ’ Ὑπουργεῖον. Μάλιστα ὑπάρχουν Ὑπουργεῖα εἰς τὰ ὁποῖα δύναται νὰ αὐξήσῃ ὁ ἀριθμὸς τῶν μελῶν, διότι ὑπάρχουν Ὑπουργεῖα εἰς τὰ ὁποῖα θέλουν νὰ μετάσχουν πολλοὶ βουλευταί.
§40ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§41Δ. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, πρέπει νὰ ψηφισθῇ καὶ τὸ ὑπολειπόμενον μέρος τοῦ Κανονισμοῦ.
§42Γ. ΕΞΗΝΤΑΡΗΣ. Ἐπειδή, κ. Πρόεδρε, ἀπουσιάζει ὁ ἕτερος τῶν εἰσηγητῶν, παρακαλῶ ὅπως ὁρισθῇ διὰ τὴν αὔριον ἡ συζήτησις ἐπὶ τῶν Ἑλληνοτουρκικῶν συμφωνιῶν.
§43Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Παραδεχόμεθα νὰ συζητηθοῦν αὔριον αἱ Ἑλληνοτουρκικαὶ συμφωνίαι καὶ παρακαλῶ νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὸ Σύνταγμα.
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συζήτησις ἐπὶ τοῦ Συντάγματος. Ἄρθρον 19.
§45Χ. ΑΛΑΜΑΝΗΣ. Ἐπειδὴ ἐλήφθη, κ. Πρόεδρε, ἡ ἀπόφασις ὅσα ἄρθρα προκαλοῦν συζήτησιν νὰ ἀναβληθοῦν, παρακαλῶ νὰ ἀναβληθῇ καὶ αὐτὸ τὸ 19ον ἄρθρον, τὸ ὁποῖον θὰ προκαλέσῃ μεγάλην συζήτησιν.
§46ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, κ. Πρόεδρε, νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ.
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 19. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Α. Μυλωνᾶς.
§48Α. ΜΥΛΩΝΑΣ. Μεταξὺ τῶν τῶν ἀτομικῶν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα τὸ Σύνταγμα προστατεύει, εἶναι καὶ τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας. Κατ’ αὐτοῦ οὐδὲ ὡς ποινὴ ἐπιτρέπεται νὰ ἐπιβληθῇ διὰ νόμου ἡ γενικὴ δήμευσις. Ἀλλ’ οὔτε τὸ Σύνταγμα, οὔτε ἡ ὅλη μας νομοθεσία, οὔτε τώρα, οὔτε καὶ παλαιότερον, ἐννοεῖ ἀπόλυτον τὴν ἐξουσίαν τῆς ἰδιοκτησίας. Ἐννοεῖ τὴν ἰδιοκτησίαν τοιαύτην, ὥστε νὰ παρέχῃ μὲν ὠφέλειαν φυσικὰ εἰς τὸν ἀσκοῦντα αὐτήν, χωρὶς ὅμως νὰ προσκρούῃ ἡ ἄσκησις αὐτῆς εἰς τὸ γενικὸν συμφέρον. Τοῦτο εἶναι τίποτε νέον; Εἶναι καμμία θεωρία ριζοσπαστική, καινοφανής; Δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ ἡ πιστοποίησις ὑφισταμένης ἀπὸ μακροῦ χρόνου πραγματικότητος. Τὸ ὅτι ἄσκησις τῆς ἰδιοκτησίας πρέπει νὰ εἶναι σύμφωνος πρὸς τὸ κοινὸν συμφέρον προκύπτει πρῶτον ἀπὸ αὐτὸ τοῦτο τὸ ἄρθρον περὶ ἀναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως. Διότι τί λέγει τὸ ἄρθρον τοῦτο, παρὰ τὴν προστασίαν τὴν ὁποίαν παρέχει τὸ Σύνταγμα εἰς τὴν ἰδιοκτησίαν; Ὅτι ἡ ἰδιοκτησία εἶναι δυνατὸν νὰ ἀφαιρεθῇ’ ἐφόσον ἐπιβάλλουν τοῦτο λόγοι δημοσίας ὠφελείας. Ἰδοὺ λοιπὸν ὅτι αὐτὸ τοῦτο τὸ Σύνταγμα καθιερώνει τὴν ἀρχὴν περὶ τῆς ὁποίας θὰ ὁμιλήσω. Τὸ αὐτὸ ἄρθρον, ὡς εἶχεν ἤδη ἀπὸ τὸ 1911 καὶ πρότερον, ὥριζε παρεκκλίσεις ὡς πρὸς ὡρισμένας κατηγορίας ἰδιοκτησίας τῶν μεταλλείων, τῶν ὀρυχείων, τῶν ρεόντων ὑδάτων, τῶν ἀρχαιοτήτων, ὅτι εἶναι δηλαδὴ δυνατὸν οἱ νόμοι νὰ καθορίσουν ἄλλως τὰ τῆς ἰδιοκτησίας ταύτης. Καὶ διατί τοῦτο; Ἀκριβῶς ἐπειδὴ αἱ κατηγορίαι αὐταὶ τῆς ἰδιοκτησίας ἐνέχουν μεγαλύτερον τὸ κοινωνικὸν συμφέρον. Ἰδοὺ ἄλλη πιστοποίησις τῆς ἀρχῆς δημοσίας ὠφελείας. Ἀλλ’ ἂς ἔλθωμεν καὶ τὴν κειμένην νομοθεσίαν. Ἀπὸ παλαιῶν χρόνων ὑφίστανται οἱ περιορισμοὶ τῆς ἰδιοκτησίας. Τί ἄλλο εἶναι οἱ περιορισμοὶ αὐτοί; Ποῦ βασίζονται; Εἰς τὴν αὐτὴν ἀρχὴν ὅτι ἡ ἰδιοκτησία πρέπει νὰ εἶναι ὠφέλιμος καὶ εἰς τὸ κοινὸν συμφέρον. Καὶ ἐν τούτοις τὰ δικαστήρια ἠμφισβήτησαν ἐνίοτε τὴν συνταγματικὴν νομιμότητα τῶν περιορισμῶν τῆς ἰδιοκτησίας, λ. χ. ὡς πρὸς τὸ ὕψος τῶν οἰκοδομῶν. Περιορίζουν πρὸς τούτοις τὴν ἰδιοκτησίαν τὰ ἐνοικιοστάσια, αἱ ἐπιτάξεις, οἱ δασικοὶ καὶ πολλοὶ γεωργικοὶ νόμοι κλπ., τὰ ὁποῖα θὰ μοὶ ἀντιταχθῇ ὅτι ἠσκήθησαν ὑπερβολικῶς καὶ ἀστόχως. Θὰ συμφωνήσω, ἀλλὰ τοῦτο εἶναι ζήτημα κακῆς ἐφαρμογῆς, οὐχὶ δὲ ἀρχῆς. Ἰδοὺ λοιπὸν ὅτι εἰς αὐτὴν τὴν ἀρχὴν καὶ πραγματικότητα ἐγὼ ἐστηρίχθην, προτείνας ὅπως καὶ ἄλλοι συνάδελφοι, εἰς τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπὴν τὴν διάταξιν, καθ’ ἣν ἡ ἰδιοκτησία δὲν εἶναι μόνον δικαίωμα, ἀλλ’ ὅτι ἡ ἄσκησις αὐτῆς γεννᾷ καὶ ὑποχρεώσεις, ἡ ἄσκησις αὐτῆς δέον νὰ εἶναι συνάμα ὑπηρεσία πρὸς τὴν κοινὴν ὠφέλειαν. Καὶ εἶναι δυνατὸν νὰ ἀμφισβητηθῇ ὅτι ἐπιβάλλεται πάντοτε ἐπὶ τοῦ δικαιώματος τῆς ἰδιοκτησίας τὸ κοινὸν συμφέρον; Τὰ παλαιότερα Συντάγματα δὲν περιέχουν τὴν διάταξιν ταύτην καὶ πλεῖστα ἀπὸ τὰ νεώτερα ἐπίσης δὲν τὴν περιέχουν. Τὴν περιέχει τὸ Γερμανικὸν καί τινα ἄλλα Συντάγματα, ὡς τὸ Σερβικὸν τοῦ 1921, τὰ ὁποῖα κατ’ ἀπομίμησιν αὐτοῦ τὴν περιέλαβον. Ὅλα τὰ ἀτομικὰ δικαιώματα ὑφίστανται περιορισμοὺς ἐπὶ τῆς ἀνάγκης τῆς συμβιώσεως εἰς μίαν Κοινωνίαν. Οἱ χάριν δὲ τῆς ὁλότητος περιορισμοὶ τῶν δικαιωμάτων τούτων ἀποτελοῦν συγχρόνως καὶ τὴν ἐξασφάλισιν τῆς ἐλευθερίας τῆς ἀσκήσεως αὐτῶν καὶ προστασίαν. Οὕτως ἐπιβάλλονται εἰς τὰς ἀναγκαίας ἐκ τῆς κοινωνικῆς ἀλληλεγγύης δεσμεύσεις εἰς αὐτὴν τὴν ἀτομικὴν ἐλευθερίαν, εἰς τὴν ἐλευθερίαν τῆς σκέψεως, τοῦ Τύπου, τοῦ συνέρχεσθαι καὶ συνεταιρίζεσθαι, τοῦ δικαιώματος τῆς ἀπεργίας κλπ. Ἀπόλυτα, ἀδέσμευτα δικαιώματα ἄνευ ἀντιστοίχων ὑποχρεώσεων δὲν δύνανται νὰ ἐννοηθοῦν εἰς μίαν Κοινωνίαν. Τὸ Γερμανικὸν Σύνταγμα περιέλαβε καὶ διατάξεις, αἱ ὁποῖαι δὲν περιέχουν κυρώσεις, ἀλλὰ καθιεροῦν ἀρχὰς καὶ δίδουν κατευθύνσεις πρὸς τὴν νομοθεσίαν. Περιέχει διατάξεις περὶ τῆς ἐκπαιδεύσεως, περὶ τῆς ἐργασίας, περὶ τῆς τέχνης, περὶ τῆς ἐπιστήμης, διατάξεις τὰς ὁποίας θεωροῦν ὡς περιττάς, διότι καθορίζουσιν ἀρχὰς ἄνευ θετικῶν ἐπιταγῶν καὶ δι’ αὐτὸ καὶ παρ’ ἡμῖν ἐπροτάθη ἀπό τινα μέλη τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς ὅτι ὅλαι αὐταὶ αἱ διατάξεις πρέπει νὰ διαγραφῶσι καὶ νὰ μείνῃ τὸ Σύνταγμα μὲ τὰς θετικὰς μόνον διατάξεις. Βεβαίως ἂν τοιοῦτόν τι ἤθελεν ἐπικρατήσει, δὲν θὰ εἶχε θέσιν καὶ ἡ διάταξις αὐτὴ ἐδῶ, ἥτις πιστοποιεῖ μίαν κοινωνικὴν ἀρχὴν κατ’ ἀνάγκην τίποτε πλέον τούτου. Ἀλλὰ καὶ παρ’ ἡμῖν εἰς τὸ ὑπὸ κρίσιν Σύνταγμα περιελήφθησαν τοιαῦται διατάξεις, ἀποτελοῦσαι κατεύθυνσιν πρὸς τὴν νομοθεσίαν. Σᾶς ὑπενθυμίζω τὴν διάταξιν περὶ ἐκπαιδεύσεως, τὴν ὁποίαν ἐψηφίσατε, περὶ τέχνης, περὶ ἐπιστήμης, περὶ ἐργασίας κλπ. Παρακάτω ἄλλη διάταξις περὶ αὐτοδιοικήσεως καὶ ἀποκεντρώσεως. Ἐφόσον γίνεται προτίμησις τῆς Γερμανικῆς διατυπώσεως, ἐνόμισα ὅτι ἦτο ἀρτιώτερον νὰ περιληφθῇ καὶ τοιαύτη τις διάταξις μὲ τοιαύτην κατεύθυνσιν, ἀδιαφορῶν διὰ τὰς ἐξ ἀγνοίας ἢ συντηρητικῆς φιλυποψίας παρεξηγήσεις καὶ φρονῶ ὅτι ἐπιβάλλεται ὁ διαφωτισμὸς διὰ τῆς Βουλῆς.
§49Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ἡ διατύπωσις δὲν ἀντίκειται εἰς τὴν ἔννοιαν τοῦ ἄρθρου τοῦ Συντάγματος.
§50Α. ΜΥΛΩΝΑΣ. Ἐπαναλαμβάνω λοιπόν, κύριοι, ὅτι ἡ διάταξις δὲν ἀποτελεῖ καμμίαν οὐσιαστικὴν καινοτομίαν καὶ ὀφείλεται εἰς προφανῆ παρεξήγησιν ὁ θόρυβος ὁ ὁποῖος ἠγέρθη κατὰ τῆς διατάξεως ταύτης. Καὶ ἂν ἡ πρότασίς μου ἀπαλειφθῇ καὶ ἂν δὲν θελήσωμεν νὰ ἀφήσωμεν τὸ Σύνταγμα νὰ ὁμιλήσῃ καθαρὰ τὴν γλῶσσαν τῆς ἀληθείας, τὸ πρᾶγμα δὲν ἔχει πρακτικὴν σημασίαν. Ὁμιλοῦν ἐντονώτερον καὶ εὐγλωττώτερον τὰ πράγματα καὶ αἱ κοινωνικαὶ συνθῆκαι. Διὰ τοῦτο ὁμολογῶ ὅτι δὲν θὰ ἠσθανόμην καμμίαν λύπην ἂν ἤθελε διαγραφῆ ἡ διάταξις, ἥτις τόσον σκανδαλίζει τοὺς φοβουμένους νὰ ἀτενίσουν κατάμματα τὴν πραγματικότητα καὶ τὴν ἀλήθειαν.
§51ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὐτὸ εἶναι εὐχάριστον.
§52Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Δὲν τὸ δεχόμεθα ἡμεῖς αὐτό.
§53Α. ΜΥΛΩΝΑΣ. Ἐγὼ ἰσχυρίζομαι ὅτι πρέπει νὰ ἔχωμεν τὸ θάρρος νὰ εἴπωμεν μίαν ἀλήθειαν, νὰ πιστοποιήσωμεν μίαν πραγματικότητα. Ἂν ἡ Βουλὴ νομίζῃ ὅτι αὐτὴ ἡ ἀλήθεια δὲν πρέπει νὰ διατυπωθῇ, ὅτι περὶ αὐτῆς πρέπει νὰ ἀφήσωμεν νὰ λαλοῦν μόνον τὰ πράγματα, τὰ βιβλία καὶ ὄχι τὸ Σύνταγμα, δικαίωμά της εἶναι νὰ προτιμήσῃ τὴν συντηρητικὴν σιωπήν. Τὰ πράγματα, ἐπαναλαμβάνω, δὲν πρόκειται νὰ μεταβληθῶσιν, ἂν ἡ διάταξις δὲν περιληφθῇ εἰς τὸ Σύνταγμα. Ταῦτα εἶχον νὰ εἴπω ὡς πρὸς τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ἐπρότεινον εἰς τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπήν, τὰ πλεῖστα μέλη τῆς ὁποίας συνεφώνησαν μὲ τὴν πρότασίν μου, κατόπιν τῆς γενομένης ἀναπτύξεως ὑπάρχει καὶ μειονοψηφία, ἡ ὁποία φυσικὰ θὰ ἀκουσθῇ. Τώρα ὡς πρὸς μίαν ἄλλην τροποποίησιν ἤθελον νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις. Ἐπροτάθη, κύριοι, ὅπως ἀντὶ τῆς ὑφισταμένης διατάξεως τοῦ Συντάγματος, καθ’ ἣν πρέπει νὰ γίνεται ἡ ἀπαλλοτρίωσις διὰ τῆς δικαστικῆς ὁδοῦ, τεθῇ «διὰ τῶν τακτικῶν δικαστηρίων». Δὲν θὰ εἶχον καμμίαν ἀντίρρησιν εἰς τὴν διάταξιν ταύτην, διότι ὄντως ἡ ἀφαίρεσις τῆς ἰδιοκτησίας πρέπει νὰ γίνεται διὰ τῆς δικαστικῆς ὁδοῦ. Ἄν ὅμως διὰ τῆς προσθήκης ταύτης ὑπάρχῃ πρόθεσις νὰ χαρακτηρισθῇ ἡ κειμένη ἀγροτικὴ νομοθεσία ὡς προσκρούουσα πλέον εἰς τὸ Σύνταγμα, βεβαίως θὰ εἶχον ἀντίρρησιν. Φρονῶ ὅτι δὲν προσκρούει εἰς αὐτὸ ποσῶς ἡ ἀγροτικὴ νομοθεσία, διότι διὰ τῆς δικαστικῆς ὁδοῦ γίνεται ἡ ἀφαίρεσις τῆς ἰδιοκτησίας, ἔστω καὶ περιωρισμένης ὡς πρὸς τοὺς βαθμοὺς τῆς δικαιοδοσίας, πάντως πρόκειται περὶ δικαστικῆς ἐξουσίας κρινούσης τὰ τῆς ἀποζημιώσεως. Διότι ἡ πρώτη κρίσις γίνεται ἀπὸ μίαν Ἐπιτροπὴν προεδρευομένην ἀπὸ τὸν πρόεδρον τῶν Πρωτοδικῶν, τὰ δὲ μέλη τὰ συμπαρεδρεύοντα μὲ τὸν πρόεδρον καθιστῶσιν αὐτὸν ἐνήμερον καὶ εἰς τὰς διαφόρους τεχνικὰς λεπτομερείας τῆς ἀπαλλοτριώσεως, κατόπιν δὲ τὸ ζήτημα τῆς ἀποζημιώσεως κρίνεται τελικῶς ἀπὸ μόνον τὸ Πρωτοδικεῖον κατὰ δεύτερον βαθμόν. Φρονῶ ὅτι ἡ κειμένη ἀγροτικὴ νομοθεσία δὲν θὰ προσκρούσῃ καὶ εἰς τὴν νέαν τυχὸν διατύπωσιν, τὴν προτεινομένην ὑπὸ τινων συναδέλφων, ἄλλως θὰ ἐπρότεινον τοὐλάχιστον ὅπως ρητῶς ἐξαιρεθῇ τοῦ ἄρθρου περὶ ἰδιοκτησίας ἡ ἀγροτικὴ νομοθεσία καὶ τοῦτο διὰ νὰ μὴ τορπιλλίσωμεν ἐνδεχομένως μίαν ὑπάρχουσαν κατάστασιν αἰφνιδιαστικῶς καὶ δημιουργήσωμεν ἓν ὁλόκληρον κοινωνικὸν ζήτημα. Ὡς πρὸς τὸ ποσὸν τῆς ἀποζημιώσεως ἤθελον νὰ εἴπω τὰ ἑξῆς. Εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι τὸ ἄρθρον τοῦ Συντάγματός μας μὲ τὸν ὅρον «ἀποζημίωσις» ἐννοεῖ φυσικὰ τὴν πλήρη ἀποζημίωσιν, τὴν ἀποκατάστασιν τῶν πραγμάτων μὲ μίαν ἄλλην ἀξίαν, ἀντὶ δηλαδὴ τοῦ ἀφαιρουμένου ἀκινήτου, ἐκτιμωμένου χωρὶς τὰς παροδικὰς ἢ ἄλλας ὑπερτιμήσεις, τὰς ὀφειλομένας εἰς τὸ κοινωνικὸν σύνολον, διὰ μιᾶς ἄλλης ἴσης ἀξίας, ἔστω καὶ οὐχὶ διὰ μετρητῶν, ἀλλὰ δι’ ὁμολογιῶν. Εὑρισκόμεθα ἤδη ὅμως διὰ τῆς ἐφαρμογῆς τῆς ἀγροτικῆς νομοθεσίας πρὸ τῆς ἑξῆς πραγματικότητος. Ὅταν ἐθεσπίζετο μὲ ἄρτιον τὸ νόμισμα ἡ ἀγροτικὴ νομοθεσία, τότε ζήτημα ἀποζημιώσεως δὲν ἐγεννᾶτο, ἀμφισβητήσεις τινὲς ἠγέρθησαν, ἀλλ’ οὐσιαστικῶς βάσιμοι ἀμφισβητήσεις δὲν ἦσαν. Τὸ ζήτημα προέκυψε μετὰ τὴν ὑποτίμησιν τοῦ νομίσματος πρὸς τούτοις καὶ μετὰ τὴν ἔκπτωσιν τῆς ἀξίας τῶν ὁμολογιῶν, αἱ ὁποῖαι ἐδίδοντο διὰ τὴν ἀφαιρουμένην ἰδιοκτησίαν. Θεραπεία τῆς καταστάσεως αὐτῆς μέχρι τοῦδε δὲν ἐγένετο λόγῳ τῶν ἀνωμάλων περιστάσεων, λόγῳ τῆς οἰκονομικῆς δυσκολίας τοῦ ζητήματος. Τὸ πρῶτον παρουσιάσθη τὸ ζήτημα τῆς ὑποτιμήσεως τοῦ νομίσματος ἐπὶ τῆς Γʹ Συνελεύσεως, ὅτε ἐψηφίσθη ὁ τροποποιηθεὶς ἀγροτικὸς νόμος, κατὰ τὸ 1922. Τότε ἡ δραχμὴ εἶχε πέσει ἀρκετά, οὐχ ἧττον δὲν ἐλήφθη ὑπ’ ὄψιν ἡ ὑποτίμησις, καίτοι δὲν ἔμεινε τότε ἐπιχειρηματολογία ἡ ὁποία νὰ μὴ ἠκούσθη, ὅπως ἡ ὑποτίμησις ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν εἰς τὴν ἀποζημίωσιν. Τὸ ζήτημα τῆς ἀποζημιώσεως δὲν ἐπρόφθασε νὰ ἔλθῃ πρὸς συζήτησιν εἰς τὴν Δʹ Συνέλευσιν. Ἀλλὰ δὲν νομίζω ὅτι καὶ τῆς Δʹ Συνελεύσεως αἱ διαθέσεις ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς πτώσεως τοῦ νομίσματος θὰ ἦσαν πολὺ διάφοροι. Ἡ Δʹ Συνέλευσις διὰ μιᾶς ἐν λευκῷ ἐξουσιοδοτήσεως ὥρισεν ὅπως κατὰ τὸ θέρος τοῦ 1924 ἡ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ἀσχοληθῆ καὶ μὲ τὸ ἀγροτικὸν ζήτημα, τροποποιοῦσα τὴν κειμένην νομοθεσίαν. Εἶχε ψηφισθῆ εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν τὸ νομοσχέδιον τότε ἄνευ τροποποιήσεως ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς ἀποζημιώσεως, ἀλλὰ καὶ μὲ τὴν ἐπιφύλαξιν μελλούσης συζητήσεως. Ὁ μόνος περιορισμὸς ὁ ὁποῖος ἐτέθη τότε εἰς τὴν ἐξουσιοδότησιν πρὸς τὴν Ἐπιτροπὴν ἦτο ὅτι δὲν θὰ μετέβαλε τὸ πνεῦμα τῆς ὅλης νομοθεσίας ἡ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπή, δὲν θὰ μετέβαλε δηλαδὴ τὰς θεμελιώδεις διατάξεις.
§54ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Καὶ θὰ ἄφινεν ἐκκρεμὲς τὸ ζήτημα τῆς ἀποζημιώσεως μέχρις ὅτου ψηφισθῆ ἐν τῇ Συνελεύσει τὸ σχετικὸν ἄρθρον τὸ ἀφορῶν τὴν ἰδιοκτησίαν;
§55Α. ΜΥΛΩΝΑΣ. Ἀκριβῶς. Ἡ Ἐπιτροπὴ ἑπομένως δὲν ἐπελήφθη οὐσιώδους τροποποιήσεως τῆς ἀποζημιώσεως. Ἐπειδὴ ὅμως ὑπῆρχεν ἡ διάταξις εἰς τὸ νομοσχέδιον περὶ συμβολῆς τοῦ Κράτους πρὸς τοὺς ἰδιοκτήτας κατὰ 50% ἐκ τῆς ἐπιδικαζομένης ἀποζημιώσεως, ἐγένετο δεκτὴ καὶ ἡ διάταξις αὕτη εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν, εἰς ἣν παριστάμην τότε καὶ ἐγὼ ὡς Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Γεωργίας.
§56Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Εἶχε χορηγηθῆ τὸ 50%. Κατόπιν ἐπηυξήθη.
§57Α. ΜΥΛΩΝΑΣ. Σεῖς ὁμιλεῖτε περὶ τῆς προσαυξήσεως, ἐγὼ ὅμως ὁμιλῶ περὶ εἰσφορᾶς τοῦ Κράτους.
§58Γ. ΣΑΚΑΛΗΣ. Μεγάλα κουβαρνταλίκια.
§59Α. ΜΥΛΩΝΑΣ. Ἀσφαλῶς τὴν σήμερον γεννᾶται αὐτὸ τὸ ζήτημα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἡ Βουλὴ θὰ ἔχῃ τὴν γνώμην της καὶ τὴν τελικὴν ἀπόφασιν. Γεννᾶται ἐπίσης τὸ ζήτημα τῆς ὑποτιμήσεως τῶν ὁμολογιῶν. Ἀλλ’ ἐρωτῶ· εἶναι δυνατὸν νὰ λύσωμεν τὰ ζητήματα αὐτὰ συνταγματικῶς; Εἶναι ζήτημα ἀφ’ ἑνὸς ἀντοχῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ ὡς πρὸς τὴν συμβολὴν τυχὸν τοῦ Κράτους καὶ ἐξ ἄλλου οἰκονομικῆς ἀντοχῆς τῶν ἀγροτῶν διὰ τὴν ἐπαύξησιν τυχὸν τῆς καταλογιζομένης εἰς αὐτοὺς ἀποζημιώσεως, χωρὶς νὰ κινδυνεύσῃ τὸ βιώσιμον τῆς δημιουργουμένης οὐχὶ ἐπαρκῶς μικρᾶς ἐκμεταλλεύσεως ἑκάστου κληρούχου. Τὰ ζητήματα ταῦτα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λυθῶσι συνταγματικῶς διὰ μονοκονδυλιᾶς. Ὅτι δὲ τοῦτο εἶναι ἀληθές, σᾶς ὑπενθυμίζω καὶ μίαν διάταξιν, τὴν ὁποίαν εἶχε προτείνει ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Συντηρικοῦ Κόμματος εἰς τὴν Δʹ Συνέλευσιν, καθ’ ἣν ἀνέβαινε κατὰ τὸ ⅓ ἐπὶ ζημίᾳ τῶν ἰδιοκτητῶν τὸ ζήτημα τῆς ἀποζημιώσεως, διότι ἀνεγνωρίζετο ὅτι τὸ ⅓ θὰ ἔφερε τὸ Κράτος, τὸ ἄλλο τρίτον οἱ ἰδιοκτῆται καὶ τὸ ἕτερον τρίτον οἱ καλλιεργηταί.
§60Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Ἐπρόκειτο περὶ ἀποφάσεως τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία ἐπρόκειτο νὰ διατυπωθῇ ὑπὸ τύπον ψηφίσματος. Καὶ ἐρωτῶ δὲν εἶναι δυνατὸν σήμερον ἡ Βουλὴ διὰ ψηφίσματος νὰ ἀποφανθῇ ἐπὶ τοῦ ζητήματος;
§61Α. ΜΥΛΩΝΑΣ. Δὲν ἦτο ἀπόφασις, ἀλλὰ πρότασις, αὐτὴ δὲ ἡ διάταξις ὀρθῶς δὲν προτείνεται σήμερον, διότι δὲν εἶναι κατάλληλος.
§62Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Ἐπρόκειτο περὶ ἀποφάσεως τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία ἐπρόκειτο νὰ διατυπωθῇ ὑπὸ τύπον ψηφίσματος.
§63Α. ΜΥΛΩΝΑΣ. Φρονῶ, κύριοι, ὅτι ἡ δημιουργηθεῖσα πραγματικότης δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λυθῇ συνταγματικῶς, διότι διὰ τοῦ Συντάγματος δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξετάσωμεν τὴν ἀντοχὴν τοῦ δημοσίου Προϋπολογισμοῦ αὐτὴν τὴν στιγμήν, ὡς καὶ τὴν ἀντοχὴν τῶν χωρικῶν, ὅπως αὐξήσωμεν τὴν ἀποζημίωσιν. Δὲν εἶναι οἱ ἰδιοκτῆται οἱ μόνοι ζημιούμενοι, ἡ ἀνώμαλος οἰκονομικὴ κατάστασις ἔπληξεν ἐπίσης καὶ τοὺς κατόχους χρεωγράφων, χαρτονομίσματος καὶ τόσων ἄλλων ἀξιῶν. Δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν τὴν πρόθεσιν νὰ βελτιώσωμεν τὴν ἀποζημίωσιν, κατὰ τὸ δυνατόν, ἐννοεῖται, ἀλλὰ τὸ ὅριον τῆς αὐξήσεως δὲν δύναται νὰ καθορισθῇ αὐτὴν τὴν στιγμήν. Ἑπομένως ἂν προσθέσωμεν τὰς προτεινομένας λέξεις «πλήρους ἀποζημιώσεως», ἴσως δυσχεράνωμεν τὴν περαιτέρω ἐφαρμογὴν τοῦ ἀγροτικοῦ νόμου, κατὰ τοῦτο, ὅτι καθιστῶμεν ἐντονώτερον τὸ Σύνταγμα, ἂν θεωρηθῇ ὅτι ἀπὸ τῆς ἐπαύριον τῆς ψηφίσεως τούτου μεταβάλλονται τὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα ἰσχύουσι μέχρι τοῦδε. Φοβοῦμαι ὅτι ἀπὸ τὴν ἐπαύριον αὐτὴν θὰ ἐπέλθῃ ἀντιθέτως μία ἀσέβεια καὶ μία καταπάτησις τοῦ Συντάγματος, διότι δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ ἡ τοιαύτη διάταξις καὶ διὰ τοῦτο θὰ προέτεινον νὰ μείνῃ τὸ Σύνταγμα ὡς ἔχει, ἄνευ οὐδεμιᾶς τοιαύτης προσθήκης. Εἶμαι πεπεισμένος, κύριοι, ὅτι ὅλαι αἱ Κυβερνήσεις θὰ προσπαθήσωσι νὰ προαγάγουν τὸ ζήτημα τῆς ἀποζημιώσεως κατὰ τὸ δυνατόν, ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω ὅτι ἀποκρούω ὡς ἀστάθμητον καὶ ἀνεφάρμοστον τὴν συνταγματικὴν πρόχειρον λύσιν. Ὡς πρὸς τὴν βελτίωσιν τῆς ἀξίας τῶν ὁμολογιῶν εἶναι δυνατὸν ἄνευ οἰκονομικῶν βαρῶν νὰ ληφθῇ μέριμνα καὶ ὅταν θὰ ἔλθῃ ἡ στιγμὴ καὶ ἐγὼ θὰ προτείνω σχετικὴν λύσιν. Τέλος καὶ μίαν ἀκόμη προσθήκην θέλω νὰ προτείνω εἰς τὴν Συνέλευσιν, γενομένην δεκτὴν ἀπὸ τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν, ὅτι εἰς τὴν διάταξιν τοῦ κειμένου Συντάγματος, ἡ ὁποία περιλαμβάνει ὡρισμένας διατάξεις ἰδιοκτησίας καὶ παραπέμπει τὴν ρύθμισιν αὐτῶν εἰς εἰδικοὺς νόμους, τὰ μεταλλεῖα, τὰ ὀρυχεῖα, τὰς ἀρχαιότητας καὶ τὰ ρέοντα ὕδατα, νὰ προστεθῇ καὶ τὰ «ὑπόγεια ὕδατα», διότι ὑπάρχει, ὡς γνωστόν, ἀνάγκη ὅπως εἰδικὴ νομοθεσία ρυθμίσῃ τὸ ζήτημα τοῦτο. Ταῦτα εἶχον νὰ εἴπω ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς ἰδιοκτησίας καὶ ἀναμένω τοὺς ἀντιλέγοντας ὅπως ἀποκρούσω ἐν τέλει τὰς ἀντιρρήσεις των. (Χειροκροτήματα).
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Μάρκου ἔχει τὸν λόγον.
§65Α. ΜΑΡΚΟΥ. Κύριοι, εἶμαι ἐξ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι πιστεύουν ἀπὸ συνειδήσεως ὅτι καὶ τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας εἶναι ἓν ἀπὸ τὰ ἱερώτερα καὶ πολυτιμώτερα τοῦ ἀνθρώπου δικαιώματα, ὅτι καὶ τὸ δικαίωμα τοῦτο ἔχει ἀνάγκην συνταγματικῆς κατοχυρώσεως, ὅπως ἔχουν ἀνάγκην κατοχυρώσεως καὶ τὰ δικαιώματα τῆς ἐλευθερίας καὶ τῆς ζωῆς τοῦ πολίτου. Ὅπως δὲ τὰ δικαιώματα τῆς ζωῆς καὶ ἐλευθερίας τοῦ πολίτου ὑπόκεινται καὶ ὑποβάλλονται εἰς ἀναλόγους θυσίας ἀπέναντι τοῦ συνόλου, ἀναντιρρήτως καὶ τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας παρέστη σὺν τῇ ἐξελίξει τοῦ χρόνου ἀνάγκη νὰ ὑποβληθῇ καὶ τοῦτο εἰς ὡρισμένας θυσίας. Ἀλλ’ αἱ θυσίαι εἰς τὰς ὁποίας ἔπρεπε νὰ ὑποβληθῇ τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας δὲν ἔπρεπε νὰ ἐξικνοῦνται μέχρι τοῦ σημείου κατὰ τὸ ὁποῖον νὰ μὴ ὑπάρχῃ πλέον ἰδιοκτησία, μέχρι τοῦ σημείου καθ’ ὃ ἡ διὰ δημοσίαν ὠφέλειαν ἀπαλλοτρίωσις νὰ ἐξισοῦται πρὸς πραγματικὴν δήμευσιν. Πρὸ τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911 ἡ ἀπαλλοτρίωσις τῆς ἰδιοκτησίας ἐπετρέπετο μόνον διὰ δημοσίαν ἀνάγκην, ἀλλὰ κατὰ τὸ 1911 ἀνέκυψεν ἐπιτακτικῶς τὸ γεωργικὸν ἐν Θεσσαλίᾳ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἔχρηζε ταχίστης ρυθμίσεως. Διὰ τοῦτο παρέστη ἀνάγκη νὰ μεταρρυθμισθῇ τὸ ἄρθρον καὶ νὰ ἐπιτραπῇ ἡ ἀπαλλοτρίωσις ὄχι μόνον διὰ δημοσίαν ἀνάγκην, ἀλλὰ καὶ διὰ κοινὴν ὠφέλειαν. Ἀλλὰ καὶ τότε τὸ Σύνταγμα ἠξίωσεν ὅπως διὰ τὴν κοινὴν ὠφέλειαν ὁ ἰδιοκτήτης ὁ στερούμενος τῆς ἰδιοκτησίας του ἀποζημιοῦται πλήρως. Ὡς εἶχε τὸ κείμενον τοῦ Συντάγματος, ἦτο πλῆρες, ὁ συνταγματικὸς νομοθέτης κατεδείκνυεν ὅτι ἡ θέλησίς του ἦτο νὰ εἶναι σεβαστὴ ἡ ἰδιοκτησία, νὰ κάμπτεται πρὸ τῆς ἀνάγκης ἢ τῆς κοινῆς ὠφελείας, νὰ μὴ θραύεται ὅμως, νὰ μὴ ἐξισοῦται ἡ στέρησις τῆς ἰδιοκτησίας πρὸς δήμευσιν. Ἀλλ’ ἀτυχῶς ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία, παρασυρομένη ἀφ’ ἑνὸς ἀπὸ τὰς ροπὰς τῶν νεωτέρων χρόνων, πιεζομένη δὲ ἀφ’ ἑτέρου ἀπὸ τὰς ἐπιτακτικὰς ἀνάγκας τῆς ἀποκαταστάσεως τῶν ἀκτημόνων καλλιεργητῶν ἐν Θεσσαλίᾳ, ἔφθασεν εἰς τὸ σημεῖον, ὥστε νὰ παρερμηνεύῃ τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος τὴν ἀξιοῦσαν τὴν πρὸ πάσης ἀφαιρέσεως τῆς ἰδιοκτησίας πλήρη ἀποζημίωσιν τοῦ ἰδιοκτήτου. Καὶ οὕτως ἐψηφίσθησαν οἱ ἀγροτικοὶ νόμοι, ἐψηφίσθη ὁ νόμος περὶ ἐξαγορᾶς τῆς ψιλῆς κυριότητος τῶν ἐμφυτευτικῶν κτημάτων, ἡ ὁποία δὲν εἶναι ἄλλο τι παρὰ ἀληθὴς πραγματικὴ καὶ γυμνὴ δήμευσις τῆς ἰδιοκτησίας, διότι ὁ ἰδιοκτήτης στερούμενος τῆς ἰδιοκτησίας του, δὲν ἀποζημιοῦται διὰ τοῦ ἴσου ποσοῦ, ὥστε ἡ οἰκονομική του κατάστασις νὰ παραμείνῃ ἡ αὐτὴ καὶ μετὰ τὴν στέρησιν τῆς ἰδιοκτησίας του. Ἐψηφίσθησαν νόμοι, οἱ ὁποῖοι κατ’ ἐπίφασιν φαίνονται συνταγματικοί, κατὰ βάσιν ὅμως ῥιζικῶς ἀντιτίθενται πρὸς τὰς συνταγματικὰς διατάξεις τὰς προστατευούσας τὴν ἰδιοκτησίαν, διότι ἔθεσαν περιορισμοὺς ἐντὸς τῶν ὁποίων ἔπρεπεν ἡ δικαστικὴ ἐξουσία νὰ ἀνεύρῃ τὴν ἀξίαν τοῦ ἀπαλλοτριουμένου κτήματος ἢ ἔδωκαν ἀποζημίωσιν εἰκονικὴν εἰς κτηματόγραφα μηδεμίαν ἔχοντα πραγματικὴν ἀξίαν. Ἐν παραδείγματι εἰς τὸν νόμον περὶ ἐξαγορᾶς τῶν ἐμφυτευτικῶν κτημάτων τάσσει ὡρισμένον ὅριον ἀξίας τὸ ἀπαλλοτριούμενον, τὸ ὁποῖον δὲν δικαιοῦται νὰ ὑπερβῇ ἡ δικαστικὴ ἐξουσία. Καὶ ἔφθασε νὰ ἐπιδικασθῇ ὡς ἀποζημίωσις ἀπαλλοτριωθείσης ἰδιοκτησίας ποσὸν μὴ ὑπερβαῖνον τὴν ἀξίαν τῶν κλεσμάτων (κανόνος) ἑνὸς καὶ μόνον ἔτους. Ἐκ τούτων ὅλων καὶ κατὰ τὰς δύο προγενεστέρας Συνελεύσεις καὶ ἐν τῇ Συνταγματικῇ Ἐπιτροπῇ ἐκρίθη ἀναγκαῖον νὰ συζητηθῇ εὐρύτερον ἡ ἔννοια τῆς ἀποζημιώσεως καὶ νὰ ἐξευρεθῇ ὁ τρόπος τοῦ νὰ παρεμποδισθῇ ἡ εἰς τὸ μέλλον παρερμηνεία τοῦ σαφοῦς τούτου ὅρου. Καὶ εἰς τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπὴν τῆς Δʹ Ἐθνικῆς Συνελεύσεως, τῆς ὁποίας εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἀποτελῶ καὶ ἐγὼ μέλος, ἡ ὁποία προεδρεύετο ἀπὸ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργόν, μᾶς ἀπησχόλησεν ἐπὶ μακρὸν ἡ συζήτησις τοῦ ἄρθρου τοῦ ἀφορῶντος τὴν ἰδιοκτησίαν. Ὑπεστηρίχθη παρὰ πολλῶν τότε ὅτι ἔπρεπεν ὁ ὅρος ἀποζημιώσεως νὰ συμπληρωθῇ διὰ τῆς φράσεως «πλήρης καὶ ἀκεραία», ἵνα ἐντονώτερον καταδηλοῦται πρὸς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν τοῦ μέλλοντος, ὅτι δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον αὐτῇ νὰ ψηφίζωνται νόμοι, οἱ ὁποῖοι νὰ δίδωσιν ἀντάλλαγμα εἰς τὸν στερούμενον τῆς ἰδιοκτησίας του κατωτέρας ἀπ’ αὐτὴν ἀξίας. Ὑπεστηρίχθη ἐξ ἀντιθέτου καὶ ἡ ἑτέρα γνώμη νὰ θεσπισθῇ ὅπως μὴ δικαιοῦται ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία νὰ θέσῃ ὅρια καὶ περιορισμοὺς εἰς τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν προκειμένου νὰ ἀνεύρῃ αὕτη τὴν ἀξίαν ἀπαλλοτριουμένου κτήματος καὶ τὴν δοτέαν πρὸς ἰδιοκτήτην ἀποζημίωσιν. Ἀλλὰ καὶ τότε καὶ εἰς τὴν τῆς σημερινῆς Βουλῆς Συνταγματικὴν Ἐπιτροπήν, ἧς ἀποτελῶ ἐπίσης μέλος, δὲν ἐκρίθη σκόπιμον νὰ προστεθῇ εἰς τὸν ὅρον «ἀποζημίωσις» καὶ ἑτέρα λέξις ἢ φράσις καθιστῶσα τὴν νομικὴν ἔννοιαν τῆς λέξεως ἐντονωτέραν, μόνον καὶ μόνον διότι ἐν τῇ ἐννοίᾳ τῆς λέξεως ταύτης ὑπονοεῖται ὅτι ὁ ἀποζημιούμενος διὰ τὴν στέρησιν τῆς ἰδιοκτησίας του διὰ τοῦ ποσοῦ τὸ ὁποῖον θὰ λάβῃ, θὰ ἀντιπαρέλθῃ εἰς τὸ αὐτὸ οἰκονομικὸν ἐπίπεδον, εἰς τὸ ὁποῖον εὑρίσκετο κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς ἀφαιρέσεως τῆς ἰδιοκτησίας του δι’ ὠφέλειαν ἢ ἀνάγκην. Ἐν τῇ ἐννοίᾳ λοιπὸν τῆς λέξεως «ἀποζημίωσις» δὲν εἶναι δυνατὸν νομικῶς νὰ ὑποστηριχθῇ ὅτι περιλαμβάνεται μερικὴ ἱκανοποίησις τῆς ζημίας, ἀλλ’ ἐννοεῖται ὅτι ὁ στερούμενος τῆς ἰδιοκτησίας του δικαιοῦται νὰ ἱκανοποιηθῇ διὰ πᾶσαν ζημίαν τὴν ὁποίαν θέλει ὑποστῆ. Δι’ αὐτὸν ἀκριβῶς τὸν λόγον καὶ οὐχὶ διότι ἦτο δυνατὸν νὰ φρονῇ ἔτι στερούμενος τῆς ἰδιοκτησίας του πρέπει νὰ λάβῃ τμῆμα μόνον ταύτης, ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπὴ τῆς παρούσης Βουλῆς δὲν ἐδέχθη τὴν τροπολογίαν τοῦ Κόμματος τῶν Ἐλευθεροφρόνων, τὸ ὁποῖον ἐπρότεινε νὰ προστεθῇ εἰς τὴν λέξιν «ἀποζημίωσις» καὶ ἡ λέξις «πλήρης». Δι’ αὐτὸν δὲ τὸν λόγον καὶ ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπὴ τῆς Δʹ Συντακτικῆς Συνελεύσεως, ἡ μεγάλη καὶ ὄχι τῶν 22, διὰ τοῦ ψηφισθέντος σχεδίου ἢ μᾶλλον δι’ αἰτήσεώς της πρὸς τὴν Συνέλευσιν ἔκρινεν ὅτι δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ ἀποδεχθῇ τὰς προταθείσας τροπολογίας καὶ νὰ θέση τὰς προσθήκας «πλήρης.... κλπ.», καθόσον ἐφρόνει ὅτι, ἐφόσον ὑπῆρχεν εἰς τὸ ἄρθρον τοῦ Συντάγματος ἡ νομικὴ λέξις «ἀποζημίωσις», δὲν ἦτο ἐπιτετραμμένον εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν, μὴ αὐθαιρετοῦσαν, νὰ θέση ὅριον εἰς τὴν δικαστικὴν περὶ τοῦ τρόπου καθ’ ὃν θὰ ἐξευρίσκετο ἡ ἀξία ἡ πραγματικὴ τῆς ἀφαιρουμένης ἰδιοκτησίας. Φρονῶ λοιπὸν καὶ ἐγὼ ὅτι μετὰ τὴν σαφῆ ταύτην ἑρμηνείαν δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ τεθῇ φράσις ἢ λέξις τις καθιστῶσα ἐντονωτέραν τὴν ἔννοιαν τῆς λέξεως «ἀποζημίωσις». Ἡ προσθήκη λέξεώς τινος ἢ φράσεως θὰ ἦτο—ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ ὁ χαρακτηρισμὸς— ἀντιεπιστημονική, διότι θὰ ἦτο εἷς πλεονασμὸς ἄνευ ἀνάγκης νομικῆς. Ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπὴ τῆς παρούσης Βουλῆς ἐδέχθη ἄνευ ἀντιρρήσεώς τινος ὅπως ἡ ἀποζημίωσις τοῦ στερουμένου τῆς ἰδιοκτησίας του πολίτου ὁρίζεται ἀπὸ τὰ τακτικὰ δικαστήρια, μεταρρυθμίσασα κατὰ τοῦτο τὸ 19ον ἄρθρον καὶ τοῦτο διότι κατὰ τὸ παρελθὸν καὶ αὖθις ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία παρερμηνεύουσα τὴν φράσιν τοῦ ἄρθρου 17 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911, καθ’ ἣν «ἡ ἀποζημίωσις ὁρίζεται διὰ τῆς δικαστικῆς ὁδοῦ», διὰ διαφόρων νόμων ἀνέθηκε τὸν κανονισμὸν τῆς δοτέας εἰς τὸν ἰδιοκτήτην ἀποζημιώσεως, οὐχὶ εἰς τὰ τακτικὰ δικαστήρια, ἀλλ’ εἰς ἐπιτροπὰς ἀποτελουμένας κατὰ τὸ πλεῖστον ἀπὸ ὄργανα τῆς Διοικήσεως, εἰς ἃς τὸ ἓν καὶ μόνον μέλος εἶναι τακτικὸς δικαστὴς καὶ ἡ μεταρρύθμισις αὕτη, ἣν ἀναντιρρήτως πρέπει νὰ δεχθῇ ἡ Βουλή, κατοχυρώνει τὴν ἰδιοκτησίαν ἀπέναντι τῶν διαφόρων ἐπεμβάσεων. Ὥστε καὶ ἡ τροποποίησις αὐτὴ εἶναι ἀναγκαία, ἂν πράγματι θέλομεν νὰ σώσωμεν τὴν κλονιζομένην ἰδιοκτησίαν. Ἀλλ’ ὡς κατηρτίσθη τὸ Σύνταγμα καὶ μετὰ τὴν γενομένην ἑρμηνευτικὴν ἀπὸ μέρους τῆς Βουλῆς δήλωσιν ὅτι ὁ δικαστὴς εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ ἐξετάσῃ ἂν εἷς νόμος εἶναι ἀντισυνταγματικός, μετὰ τὰς συζητήσεις τὰς γενομένας καὶ γενησομένας ἐν τῇ Βουλῇ καὶ μετὰ τὴν ἀκριβῆ ἐκτίμησιν τοῦ ὅρου «ἀποζημίωσις» ἔχω ἀκράδαντον τὴν πεποίθησιν ὅτι ἡ δικαστικὴ ἐξουσία, ἂν ὑπ’ ὄψιν της ἤθελε τεθῆ πρὸς ἐφαρμογὴν νόμος ὁ ὁποῖος ἤθελε κανονίσει κατ’ ἄλλον τρόπον τὰ τῆς ἀποζημιώσεως, δηλαδὴ ἤθελε θέσει εἰς τὸν δικαστὴν ὅρια, τὰ ὁποῖα οὗτος νὰ μὴ δικαιοῦται νὰ ὑπερβῇ πρὸς ὁρισμὸν τῆς ἀποζημιώσεως, συμφώνως πρὸς τὴν συντακτικὴν ὑποχρέωσιν ἣν ἔχει νὰ ἐξετάζῃ ἂν εἷς νόμος ἀντιτίθεται ἢ οὔ πρὸς τὸ Σύνταγμα, θὰ ἀρνηθῇ τὴν ἐφαρμογὴν τοιούτου νόμου προφανῶς ἀντισυνταγματικοῦ καὶ θὰ ἐπιδικάσῃ εἰς τὸν στερούμενον τῆς ἰδιοκτησίας του πολίτην ὅσον ποσὸν ἀρκεῖ πρὸς ἀνόρθωσιν τῆς ζημίας, ἣν ὑπέστη οὗτος στερηθεὶς τῆς ἰδιοκτησίας του.
§66Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Κύριε συνόδελφε, ἂν πρὸ τῆς λέξεως «ἀποζημίωσις» τεθῇ ἡ λέξις «πλήρης», δὲν θὰ εἶναι ἐνδεικτικὴ εἰς τὸν δικαστὴν ὅτι δὲν δύναται νὰ καθορίσῃ ἀποζημίωσιν μικροτέραν τῆς πραγματικῆς ἀξίας;
§67Α. ΜΑΡΚΟΥ. Ἡ λέξις «πλήρης» εἶναι πλεονασμός, ἐφόσον ὅμως φρονῶ ὅτι ὁ ἰδιοκτήτης πρέπει νὰ ἀποζημιώνεται πλήρως, εἶμαι σύμφωνος μαζί σας, κ. συνάδελφε, νὰ τεθῇ κατὰ πλεονασμὸν καὶ ἡ λέξις «πλήρης». Ἀλλ’ ἔχω τὴν γνώμην ὅτι καὶ ἂν δὲν τεθῇ ἡ λέξις «πλήρης», ἀσφαλῶς ὁ δικαστὴς δὲν δύναται νὰ καθορίσῃ μικρότερον ποσὸν τῆς πραγματικῆς ἀξίας τῆς ἀφαιρουμένης ἰδιοκτησίας.
§68Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Ποῖος θὰ πληρώσῃ τὴν ἀποζημίωσιν;
§69Α. ΜΑΡΚΟΥ. Θὰ σᾶς εἴπω ποῖος θὰ πληρώσῃ τὴν ἀποζημίωσιν μετ’ ὀλίγον.
§70Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Νὰ ἀρχίσητε ἀπὸ αὐτό.
§71Α. ΜΑΡΚΟΥ. Δὲν θὰ ἀρχίσωμεν ἀπὸ αὐτό, διότι τοῦτο δὲν εἶναι ἀντικείμενον συνταγματικῆς διατάξεως. Ἡμεῖς ἤλθομεν ἐδῶ διὰ νὰ θέσωμεν συνταγματικοὺς κανόνας καὶ νὰ προστατεύσωμεν δι’ αὐτῶν τὰ δικαιώματα καὶ τὰ ἀγαθὰ τοῦ πολίτου.
§72Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Τὸ Κράτος θὰ πληρώσῃ.
§73Α. ΜΑΡΚΟΥ. Τὸ Κράτος, δηλαδὴ ἡ ὁλότης τῶν πολιτῶν θὰ πληρώσῃ, ἂν πρόκειται διὰ τῆς ἀφαιρέσεως τῆς ἰδιοκτησίας νὰ θεραπευθῇ κοινὴ ἀνάγκη ἢ κοινὴ ὠφέλεια.
§74Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Εἶναι κοινωνικὴ ἀνάγκη;
§75Α. ΜΑΡΚΟΥ. Ἀλλὰ τὰς πρὸς θεραπείαν μιᾶς κοινωνικῆς ἀνάγκης ζημίας νομίζω ἀδιστάκτως ὅτι δὲν εἶναι ὀρθόν, οὐδὲ δίκαιον νὰ ὑποστῇ μία καὶ μόνη τάξις, ἡ τῶν ἰδιοκτητῶν, ἀλλ’ εἶναι ὀρθὸν καὶ δίκαιον καὶ ἀνθρώπινον τὴν ζημίαν τῆς θεραπείας κοινωνικῆς ἀνάγκης ἢ κοινῆς ὠφελείας νὰ ὑποστῇ ἡ ὁλότης τοῦ Κράτους, οἱ πολῖται. Ἂν εἶναι ἀνάγκη κοινωνικὴ ἡ ἀποκατάστασις τῶν ἀκτημόνων καλλιεργητῶν, τὴν δαπάνην τῆς ἀποκαταστάσεως, τῆς ἀπαλλοτριώσεως τῶν κτημάτων εἶναι ὑποχρεωμένη ἡ ὁλότης τοῦ Κράτους, οἱ πολῖται νὰ τὴν ὑποστοῦν καὶ ὄχι μόνον οἱ ἰδιοκτῆται. Δὲν νομίζω ὅτι εἶναι ὀρθὸν διὰ νὰ θεραπεύσωμεν μίαν τοιαύτην πραγματικὴν κοινωνικὴν ἀνάγκην, τὰς δαπάνας καὶ τὰς θυσίας τῆς θεραπείας τῆς ἀνάγκης αὐτῆς νὰ τὰς ὑποστῇ μία μόνον τάξις, νὰ γίνῃ δηλαδὴ μία αὐτόχρημα δήμευσις, διότι ὀφείλομεν νὰ ὁμολογήσωμεν ὅτι ἡ ἀπαλλοτρίωσις τῶν ἀγροτικῶν κτημάτων ὡς ἐγένετο δὲν ὑπῆρξε παρὰ μία καθαρά, καθαρωτάτη δήμευσις.
§76ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Γνωρίζετε τὴν προέλευσιν τῶν ἀγροτικῶν κτημάτων; (Θόρυβος).
§77Α. ΜΑΡΚΟΥ. Τί σημασίαν ἔχει τοῦτο; Εἶπον, κύριοι, ὅτι ἐγὼ δὲν θὰ εἶχον καμμίαν ἀντίρρησιν ἂν εἰς τὸ ἄρθρον προσετίθετο πρὸ τοῦ ὅρου «ἀποζημίωσις» ἡ λέξις «πλήρης». Τοῦτο θὰ ἀνταπεκρίνετο πρὸς τὴν ζωηράν μου ἐπιθυμίαν καὶ θέλησιν.
§78Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Ποίαν θέλησιν;
§79Α. ΜΑΡΚΟΥ. Τὴν ἰδικήν μου καὶ τὴν τοῦ λαοῦ τοῦ Ἑλληνικοῦ ὁλοκλήρου, ὅστις ἔχει τὴν ἀστικὴν διανοητικότητα καὶ ἀγαπᾷ τὴν ἰδιοκτησίαν.
§80Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Τὰ 70 ἑκατοστὰ τοῦ λαοῦ εἶναι ἀγρόται.
§81Α. ΜΑΡΚΟΥ. Πράγματι, ἀγαπητὲ συνάδελφε, τὰ 70 ἑκατοστὰ τοῦ λαοῦ εἶναι ἀγρόται, ἀλλὰ καὶ οἱ ἀγρόται ἔχουσι τὸ αἴσθημα τῆς ἰδιοκτησίας ἀνεπτυγμένον κατὰ μείζονα βαθμὸν καὶ αὐτοὶ πρῶτοι ἀξιοῦν τὴν συνταγματικὴν κατοχύρωσίν της. (Διακοπαί).
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἐπιτρέπονται διακοπαί. Σᾶς παρακαλῶ.
§83Α. ΜΑΡΚΟΥ. Ἀκριβῶς διότι τὸ πλεῖστον τῶν κατοίκων τῆς Ἑλλάδος εἶναι ἀγρόται καὶ οἱ ἀγρόται εἶναι προσηλωμένοι εἰς τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας καὶ τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας οἱ ἀγρόται τὸ θεωροῦν ἱερόν....
§84Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Νὰ κάμωμεν δημοψήφισμα, κ. συνάδελφε. Μόνον διὰ δημοψηφίσματος.... (Θόρυβος).
§85Β. ΑΛΕΞΑΤΟΣ. Δίδω τὴν ἑξῆς πληροφορίαν· ὅτι οἱ πλεῖστοι ἐκ τῶν ἀγροτῶν, εἰς τοὺς ὁποίους ἐδόθησαν τὰ κτήματα κατόπιν ἀναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως, δὲν τὰ καλλιεργοῦν, ὡς εἶναι γνωστὸν εἰς ὅλους. Ἔγιναν κεφαλαιοῦχοι ἀπὸ τὰ κτήματα αὐτά, τὰ ὁποῖα ἔχουν μισθώσει τὸ πλεῖστον διὰ βοσκὰς καὶ τὰ κτήματα μένουν ἀκαλλιέργητα εἰς βλάβην τῆς γεωργίας.
§86Α. ΜΑΡΚΟΥ. Ἔλεγον, κύριοι, ὅτι δὲν θὰ εἶχον καμμίαν ἀντίρρησιν, ἀλλ’ ἀπεναντίας θὰ ἀνταπεκρίνετο πρὸς τὴν ἐπιθυμίαν καὶ τὴν θέλησίν μου, ἂν πρὸ τοῦ ὅρου «ἀποζημίωσις» ἐτίθετο ἡ λέξις «πλήρης». Ἀλλὰ καὶ ἂν δὲν τεθῇ ἡ λέξις «πλήρης», ὡς εἶχον τὴν τιμὴν νὰ εἴπω εἰς τὴν Βουλήν, ὑπονοεῖται ἡ ἀνόρθωσις πάσης ζημίας, τὴν ὁποίαν θὰ ὑποστῇ ὁ ἰδιοκτήτης στερούμενος τῆς ἰδιοκτησίας του. Μετὰ τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος, κατὰ τὴν ὁποίαν τὰ δικαστήρια εἶναι ὑποχρεωμένα νὰ ἐξετάσωσιν, ἂν νόμος τις ἀντιτίθεται, τὸ δικαστήριον, τὸ ὁποῖον θὰ ἐφαρμόσῃ τὸν νόμον, θὰ ἴδῃ ἂν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον καθορίζει ὁ νόμος ὡς ἀποζημίωσιν, εἶναι πράγματι ἀποζημίωσις ἢ εἶναι φενάκη καὶ ἐμπαιγμός. Καὶ ἂν μὲν εἶναι πραγματικὴ ἀποζημίωσις, θὰ δεχθῇ νὰ τὴν ἐφαρμόσῃ, ἄλλως θὰ ἀρνηθῇ τὴν ἐφαρμογήν του ὡς ἀντισυνταγματικοῦ. Καὶ οὕτω, κύριοι, ὡς διετυπώθη ἀπὸ τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπὴν τὸ πρῶτον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 19, νομίζω ὅτι κατοχυρώνει, κατὰ τὴν ἰδικήν μου ἀντίληψιν, πλήρως τὴν ἰδιοκτησίαν, παρεμποδίζει δὲ τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν, ὅπως εἰς τὸ μέλλον προβῇ εἰς ὑπερβασίας κατὰ τῆς ἰδιοκτησίας. Ἀλλ’ ἀτυχῶς μετὰ τὸ πρῶτον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου τούτου ἀκολουθοῦντες τὰς θεωρίας, αἱ ὁποῖαι ἐδιδάχθησαν εἰς τὴν Γερμανικὴν Δημοκρατίαν, εἰς Δημοκρατίαν οὐχὶ πολιτικήν, ὡς ἡ ἰδική μας, ἀλλὰ Δημοκρατίαν σοσιαλιστικήν, ἐπροτάθησαν προσθῆκαι, αἵτινες ἐγένοντο κατὰ πλειονοψηφίαν δεκταί, αἱ ὁποῖαι κατὰ τὴν ἐμὴν ἀντίληψιν—ἐνδεχόμενον νὰ πλανῶμαι— εἶναι αὐταὶ καθ’ ἑαυταὶ μία ὑπόνομος τεθεῖσα ὑπὸ τὸ προηγούμενον ἐδάφιον διὰ τὴν προστασίαν τῆς ἰδιοκτησίας. Διότι, ὅταν θεσπίζωμεν συνταγματικῶς ὅτι ἡ ἰδιοκτησία δὲν εἶναι μόνον δικαίωμα, ἀλλὰ γεννᾷ καὶ ὑποχρεώσεις—καὶ τοῦτο ἀνάγομεν εἰς κανόνα συνταγματικόν—δὲν κάμνομεν τίποτε ἄλλο παρὰ δίδομεν τὸ δικαίωμα εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν τῆς αὔριον νὰ διατυπώσῃ τοιαύτας ὑποχρεώσεις εἰς τὴν ἰδιοκτησίαν, αἱ ὁποῖαι νὰ καταστήσωσι τὴν ἔννοιαν αὐτῆς σκιώδη.
§87ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ψιλὴν κυριότητα.
§88Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Συμφώνως πρὸς τὰς κοινωνικὰς ἀνάγκας.
§89Α. ΜΑΡΚΟΥ. Ἂν αἱ κοινωνικαὶ ἀνάγκαι, ἂν δηλαδὴ ἡ ὠφέλεια ἡ δημοσία, ὅπως λέγει τὸ ἄρθρον 19, ἐπιβάλλῃ ἡ ἰδιοκτησία νὰ ὑποστῇ ὡρισμένους περιορισμούς, ὡρισμένας στερήσεις, τότε θὰ ἔλθῃ ὁ νομοθέτης, ὁ ὁποῖος θὰ εἴπῃ, ἂν ὑπάρχῃ ἢ δὲν ὑπάρχῃ ἡ ὠφέλεια ἡ δημοσία καὶ ὁ ἰδιοκτήτης ὁ ὑποβαλλόμενος εἰς τὰς στερήσεις αὐτάς, ὁ δεχόμενος τοὺς τοιούτους περιορισμοὺς τῆς ἰδιοκτησίας του, πρέπει νὰ ἀποζημιωθῇ πλήρως. Δι’ αὐτό, κύριοι, εἶμαι τῆς γνώμης ὅτι ἡ προσθήκη αὐτὴ πρέπει νὰ ἀπαλειφθῇ. Εὐτυχῶς ὁ πατὴρ αὐτῆς κατανοήσας πόσον ἦτο ἐπικίνδυνος ἡ προσθήκη, ἔστερξεν ἐμμέσως νὰ ἀπαλειφθῇ ἡ προσθήκη ὀλίγον προτοῦ κατέλθῃ τοῦ βήματος. Δὲν ἔχω ἀνάγκην, κύριοι, νὰ ἐπιμένω περισσότερον εἰς τὸ ἀπαλειπτέον τῆς προσθήκης αὐτῆς.
§90Α. ΜΥΛΩΝΑΣ. Παρερμηνεύσατε τοὺς λόγους μου. Εἴπατε ὅτε ἀντελήφθην καθ’ ἑρμηνείαν ὅλως αὐθαίρετον, ἐνῷ φρονῶ ὅτι ἐξηγήθην ἀρκετὰ σαφῶς. Εἴπατε ὅτι κατανοήσας τὸ παρακεκινδυνευμένον τῆς προτάσεώς μου, ἔσπευσα νὰ τὴν ἀποσύρω, ἐνῷ ἄλλο τι δὲν ἔπραξα παρὰ νὰ ἀναπτύξω τὸ ἀπολύτως ἀκίνδυνον αὐτῆς. Εἶπον δηλαδὴ ὅτι δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ μία ἀπὸ τὰς διατάξεις αἱ ὁποῖαι περιελήφθησαν εἰς τὸ Γερμανικὸν Σύνταγμα, κατευθύνσεως πρὸς τὴν νομοθεσίαν, διατάξεις αἱ ὁποῖαι δὲν περιλαμβάνονται εἰς ἄλλα Συντάγματα, τὰ ὁποῖα ἐπεθύμουν νὰ ἔχουν θετικὰς μόνον διατάξεις, διατάξεις δὲ αἱ ὁποῖαι περιελήφθησαν εἰς ἄλλα θέματα εἰς τὸ ὑπὸ κρίσιν Σύνταγμα, ὡς αἱ διατάξεις περὶ ἐκπαιδεύσεως, περὶ ἐπιστήμης, περὶ ἐργασίας, αὐτοδιοικήσεως καὶ ἀποκεντρώσεως. Εἰς τὸν εἱρμὸν τῶν ἰδεῶν μου τίποτε ἄλλο δὲν ἔγινεν ἀπὸ τὴν διάταξιν αὐτὴν παρὰ νὰ πιστοποιηθῇ μία ῥιζοσπαστικὴ ἀλήθεια εἰς τὰ συντηρητικότερα κείμενα τῆς Ἑλλάδος, ὅτι τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας πρέπει νὰ εἶναι ἐπωφελὲς διὰ τὸν ἀσκοῦντα ἰδιοκτήτην, ἀλλὰ νὰ εἶναι καὶ πρὸς τὸ κοινὸν συμφέρον καὶ μία ἀπόρροια τούτου εἶναι ἡ ἀναγκαστικὴ ἀπαλλοτρίωσις πρὸς τὸ κοινὸν συμφέρον.
§91Α. ΜΑΡΚΟΥ. Εἴπατε νὰ ἀνασκευάσητε τὸ συμπέρασμά μου, ὄχι νὰ ἀρχίσητε νὰ ἀγορεύητε.
§92Α. ΜΥΛΩΝΑΣ. Σαφῶς ἐξεφράσθην.
§93Α. ΜΑΡΚΟΥ. Εἶχον ὅλον τὸ δικαίωμα νὰ ἑρμηνεύω τὰς ἀφορμὰς καὶ τὰ συμπεράσματα εἰς τὰ ὁποῖα καταλήγει ὁ ῥήτωρ. Ἐγὼ δὲν εἶπον ὅτι εἴπατε τὸ Α ἢ τὸ Β. Ἐγὼ εἶπον ὅτι ἡ ἰδική μου γνώμη εἶναι ὅτι κατενοήσατε ὅτι ἦτο παρακεκινδυνευμένη ἡ προσθήκη καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἐστρέξατε εἰς τὴν ἀπάλειψιν. Καὶ αὐτὸ σαφῶς συνάγεται ἀπὸ τὴν πρὸ ὀλίγου ἀγόρευσίν σας, ἂν θέλῃ κανεὶς νὰ ἀναγνώσῃ διὰ μέσου τῶν γραμμῶν.
§94Α. ΜΥΛΩΝΑΣ. Δὲν ἔστρεξα εἰς τὴν ἀπάλειψιν. Εἶπον ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ μία πιστοποίησις τῶν πραγμάτων, εἴτε ὁμιλήσῃ, εἴτε δὲν ὁμιλήσῃ τὸ Σύνταγμα, διότι βοοῦν τὰ πράγματα.
§95Α. ΜΑΡΚΟΥ. Εἴπατε καὶ ἐπροτείνατε νὰ τεθῇ μία προσθήκη εἰς τὸ Σύνταγμα, ἡ ὁποία καθ’ ἡμᾶς δὲν ἔχει καμμίαν σημασίαν, διότι εἶναι ἀκατανόητος. Ἀφοῦ λοιπὸν δὲν ἐχρειάζετο, διατί ἐπροτείνατε νὰ τεθῇ; Ἐγὼ ὅμως λέγω ἀντιθέτως ὅτι δι’ αὐτῆς δημιουργοῦμεν σοβαροὺς κινδύνους διὰ τὴν ἰδιοκτησίαν καὶ σᾶς ἀνέφερα ὁποίους κινδύνους δύναται νὰ δημιουργήσῃ ἡ παραμονὴ τοιαύτης διατάξεως. Ἂν δὲ πράγματι θέλωμεν νὰ κατοχυρωθῇ ἡ ἰδιοκτησία, πρέπει νὰ τὴν ἀποκλείσωμεν. Ἂν ὅμως δὲν θέλωμεν, τότε πρέπει νὰ ἔχωμεν ὅλον τὸ θάρος νὰ τὸ εἴπωμεν καὶ ὄχι διὰ τροπολογιῶν νὰ ὑπονομεύωμεν τὴν ἰδιοκτησίαν. Κύριοι, ἡ Ἑλλὰς ἐκλυδωνίσθη ἐπὶ μακρὸν χρόνον. Αἱ κοινωνικαὶ ἀνάγκαι ἐξηνάγκασαν τὰς ἑκάστοτε Κυβερνήσεις νὰ θεσπίσουν νόμους ἀντισυνταγματικοὺς διὰ τὴν θεραπείαν τῶν ἀναγκῶν αὐτῶν. Ἀποτέλεσμα τῶν νόμων τούτων εἶναι νὰ κλονισθῇ ἡ πίστις καὶ τῶν ἔξω καὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ κεφαλαίου πρὸς τὴν Ἑλλάδα. Ἔχομεν ἀνάγκην ἤδη ὁπότε εἰσήλθομεν εἰς τὴν ὁμαλότητα καὶ ἀποκατεστάθη ὁ κοινοβουλευτικὸς βίος, νὰ καταδείξωμεν κατὰ τρόπον ἐναργῆ, ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν εἶναι ἓν Κράτος σοβιετικὸν μὴ σεβόμενον τὴν ἰδιοκτησίαν, ἀλλ’ ἀστικὸν καὶ κοινοβουλευτικὸν τοιοῦτον, ὅτι ἡ Ἑλλὰς πρὸς στιγμὴν ἠναγκάσθη πρὸς θεραπείαν ἐκτάκτων καὶ ἐπιτακτικῶν κοινωνικῶν ἀναγκῶν νὰ παραβῇ ὡρισμένας διατάξεις τοῦ Συντάγματος, ὅτι ἡ Ἑλλὰς εἶναι ὁ τόπος οὗ τὸ κεφάλαιον ἔχει ἀσφάλειαν ἀμετάβλητον καὶ ὅτι ἡ ἰδιοκτησία εἶναι σεβαστή. Ἀλλὰ κατὰ τίνα τρόπον θὰ καταδείξωμεν τοῦτο, ὅταν ἔχωμεν σωρείαν ἀπαλλοτριωθέντων κτημάτων πολιτῶν, οἱ ὁποῖοι ἐστερήθησαν τῆς ἰδιοκτησίας των καὶ ἀπὸ κτηματίαι ἔγιναν ἀκτήμονες καὶ πένητες πρὸς ἀποκατάστασιν ἀκτημόνων γεωργῶν; Καὶ εἰς τοῦτο, κύριοι, θὰ συντελέσῃ ἡ ἀποδοχὴ τῆς προτάσεως, ἣν ὑπέβαλεν ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Δʹ Συνελεύσεως, ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπὴ αὐτῆς. Λόγῳ τῶν μεγάλων κοινωνικῶν ἀναγκῶν, τὸ Κράτος παρέστη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἀδικήσῃ ὡρισμένους πολίτας, οἵτινες δίκαιον εἶναι νὰ τύχωσιν ἀποζημιώσεως. Θὰ ἦτο λοιπὸν ὀρθὸν τὴν ἀξίαν τῶν κτημάτων αὐτῶν τῶν ἤδη ἀπαλλοτριωθέντων νὰ τὸ διαμοιράσωμεν εἰς τρία μέρη. Τὸ πρῶτον τμῆμα νὰ τὸ καταβάλουν οἱ ἀποκατασταθέντες, τὸ δεύτερον τὸ Δημόσιον καὶ τὸ τρίτον νὰ τὸ στερηθῶσιν οἱ ἰδιοκτῆται. Κύριοι, θὰ λάβω τὴν τιμὴν νὰ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν ὑποβάλων ἰδιαίτερον ψήφισμα ἐν καιρῷ μετ’ ἄλλων συναδέλφων, τὸ ὁποῖον θὰ κανονίσῃ τὸ ζήτημα τῶν γενομένων εἰς τὸ παρελθὸν ἀπαλλοτριώσεων. Εἶναι ἀνάγκη νὰ μὴ τερματισθοῦν τὰ ἔργα τῆς Βουλῆς χωρὶς νὰ μὴ κανονισθῇ αὐτὸ τὸ ζήτημα τῆς κατοχυρώσεως τῆς ἰδιοκτησίας, ἥτις εἶναι ὁ ἀκρογωνιαῖος λίθος τοῦ πολιτεύματος ἡμῶν τοῦ ἀστικοῦ. Φοβοῦνται τινὲς τῶν συναδέλφων ὅτι διὰ τῆς κατοχυρώσεως τῆς ἰδιοκτησίας διατρέχει κίνδυνον ἡ ἀποκατάστασις τῶν ἀκτημόνων καλλιεργητῶν. Ὄχι, κύριοι, πλανῶνται, οὐδένα κίνδυνον διατρέχει ἡ ἀποκατάστασίς των, οὐδείς, κατὰ μείζονα λόγον ἐγώ, διενοήθην νὰ ματαιώσω ἢ παρεμποδίσω τὴν ἀποκατάστασιν τῶν ἀκτημόνων ἢ προσφύγων, ἀλλὰ λέγω σαφῶς τὸ ὀρθόν, τὸ δίκαιον, ὅτι τὴν ἀποκατάστασιν οὐδεὶς τὴν ἀμφισβητεῖ, ἀλλ’ οὐδεὶς μὴ ἀνήκων βέβαια εἰς τὸ Ἑνιαῖον Μέτωπον δύναται μετὰ λόγου νὰ ὑποστηρίξῃ ὅτι τὴν θεραπείαν τῆς κοινωνικῆς ταύτης ἀνάγκης θὰ τὴν ἀναλάβῃ δαπάναις της μία καὶ μόνη τάξις. Τοῦτο δὲν θὰ ἦτο οὔτε ἠθικόν, οὔτε δίκαιον. Κράτος ἀστικὸν μὴ προστατεῦον τὴν ἰδιοκτησίαν εἶναι προωρισμένον νὰ χαθῇ. Καὶ ἂν θέλωμεν ἡ Ἑλλὰς νὰ ἐξακολουθήσῃ τὴν τροχιάν της, ἔχομεν ἐπιτακτικὴν ὑποχρέωσιν νὰ κατοχυρώσωμεν συνταγματικῶς τὴν ἰδιοκτησίαν. Ἔχω δὲ πεποίθησιν ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ τὸ πράξῃ. (Χειροκροτήματα).
§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Ταλιαδοῦρος ἔχει τὸν λόγον.
§97Σ. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΟΣ. Μετὰ τὸ ζήτημα, κύριοι, τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας, ἡ ἰδιοκτησία εἶναι τὸ ζήτημα ἐκ τῶν κατ’ ἐξοχὴν δικαιωμάτων τοῦ ἀτόμου καὶ τοῦ πολίτου, ἐκ τῶν πολυτιμωτέρων. Καὶ κατόπιν τῆς πολεμικῆς περιόδου καὶ τῆς μεταπολεμικῆς, κατὰ τὰς ὁποίας ἡ ἰδιοκτησία ὑπέστη πολλὰ πλήγματα καὶ κατόπιν τῶν ροπῶν καὶ τάσεων αἱ ὁποῖαι ἐδημιουργήθησαν εἰς ὡρισμένας κοινωνικὰς τάξεις κατὰ τῆς ἰδιοκτησίας, εἶναι δίκαιον νὰ ἐνδιατρίψωμεν ὀλίγον περισσότερον ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Δὲν θὰ ἀναφέρω ὑμῖν τὰς κρατούσας θεωρίας εἰς τὰ ἄλλα Κράτη περὶ ἰδιοκτησίας, φρονῶν ὅτι ἡ αἴθουσα αὕτη δὲν εἶναι αἴθουσα νομικοῦ φροντιστηρίου, ἀλλ’ ἁπλῶς καὶ μόνον θὰ ἔτεμνον μέσην ὁδὸν μεταξὺ τῶν δύο ἀκροτήτων, αἱ ὁποῖαι ὑφίστανται ἐν Ἑλλάδι εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἰδιοκτησίας. Θὰ ἐκθέσω τὰς γνώμας μου ἀπὸ Ἑλληνικῆς ἀπόψεως, ἀπὸ πραγματικῆς Ἑλληνικῆς ἀπόψεως. Μετ’ ἐμὲ θὰ ἔλθουν ἄλλοι νομικοὶ διάσημοι ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ καὶ ἐπιστήμονες, οἱ ὁποῖοι θὰ ἀναπτύξουν καλύτερον ἐμοῦ τὰ τῆς ἰδιοκτησίας. Εὔχομαι ἵνα αἱ γνῶμαί μου, δηλαδὴ ἡ μέση λύσις τὴν ὁποίαν προτείνω, νὰ ἐπικρατήσουν. Τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος καὶ ἡ Ἑλληνικὴ Κοινωνία ἀνέκαθεν ἀπὸ τῆς συστάσεώς της ἠγάπησε τὴν ἰδιοκτησίαν. Ἐθεωρήθη αὕτη ὅτι ἀπετέλει τὸ θεμέλιον τῆς κοινωνικῆς της ὑποστάσεως. Εἰς τὴν Ἑλλάδα παρουσιάζεται τὸ φαινόμενον, ὥστε κατὰ τὸ πλεῖστον καὶ αἱ ἐργατικαὶ τάξεις ἀκόμη νὰ εἶναι μικροϊδιοκτῆται, φαινόμενον τὸ ὁποῖον εἰς ἄλλας Χώρας ἴσως δὲν παρουσιάζεται. Ἀσήμαντος εἶναι ἡ μειονοψηφία ἐκείνη ἡ ἔχουσα τάσεις κομμουνιστικὰς καὶ τάσεις καταστρεπτικὰς διὰ τὴν ἰδιοκτησίαν, ἡ δὲ ἀσήμαντος αὕτη μειονοψηφία διὰ τῆς ἀναλογικῆς ψηφοφορίας κατεδείχθη κατὰ τὰς παρελθούσας ἐκλογὰς καὶ παρουσιάσθη ἡ μερὶς αὕτη εἰς τὸ μηχάνημα τῶν ἀξιώσεών της ἄφθαρτος πολιτικῶς, εἰσελθοῦσα πρώτην φορὰν εἰς τὴν Βουλὴν μὲ τὰς δυνάμεις της τὰς πολιτικὰς ἀκεραίας, καθ’ ἣν στιγμὴν τὰ ἄλλα κόμματα τὰ ὁποῖα ἀντιπροσωπεύουσι τὰς ἄλλας τάξεις τῆς Ἑλλάδος ἔχουν φθαρῆ. Ὅταν φθαροῦν καὶ αὐτοί, ἡ μειονοψηφία αὐτὴ θὰ ἐλαττωθῇ ἀκόμη περισσότερον. Ἐν τῷ σχεδίῳ τοῦ ψηφίσματος ἡ προστασία τῆς ἰδιοκτησίας παρέχεται γενικῶς, διότι λέγει «οὐδεὶς στερεῖται τῆς ἰδιοκτησίας του». Κατὰ τὸ γράμμα καὶ τὴν ἑρμηνείαν, ἡ ὁποία ἐδόθη ὑπὸ τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς, προστατεύεται ἡ ἰδιοκτησία κινητῶν καὶ ἀκινήτων. Δὲν ἐθεωρήθη σκόπιμον νὰ ἐπεκταθῇ καὶ εἰς τὰ ἐνοχικὰ δικαιώματα. Ἐνθυμεῖσθε ὅτι ἀπὸ τοῦ 1911 κατὰ τὴν συζήτησιν ἡ ὁποία ἐγένετο ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ διὰ τὴν τροποποίησιν τοῦ Συντάγματος ἀνεκινήθη καὶ τὸ ζήτημα τοῦτο καὶ πολλαὶ ἐξηνέχθησαν γνῶμαι. Ὀρθοτέρα βεβαίως γνώμη εἶναι αὐτή, τὴν ὁποίαν ἀπεδέχθη καὶ ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπὴ καὶ ἡ ὁποία διατυποῦται ἐν τῷ ὑπὸ κρίσιν ἄρθρῳ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐννοηθῇ προστασία τῶν ἐνοχικῶν δικαιωμάτων διὰ τοῦ Συντάγματος ὅταν ἔχωμεν τὸ ζήτημα τῆς ἀναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως, ἡ ὁποία θεσπίζεται διὰ τοῦ 19ου ἄρθρου. Φαντασθῆτε ἂν ἔχωμεν ἀπαλλοτρίωσιν ἀγροτικοῦ κτήματος καὶ ἂν πρόκειται νὰ προστατευθῶσι καὶ τὰ ἐνοχικὰ δικαιώματα τὰ ἔχοντα συνάφειαν πρὸς τὸ κτῆμα τοῦτο, π. χ. νὰ ὑπάρχῃ ἐνοικιαστὴς τοῦ ἀγροκτήματος. Ὁ ἐνοικιαστὴς οὗτος ἦλθεν εἰς συμφωνίας μὲ ἐργολάβους διὰ νὰ ἐνεργήσουν ἀποξηραντικὰ ἢ ὑδραυλικὰ ἔργα, ἔκαμε δὲ ἐγκαταστάσεις κτηνοτροφικάς. Ὅταν γίνῃ ἡ ἀπαλλοτρίωσις τοῦ κτήματος αὐτοῦ, πρέπει νὰ θεωρηθῇ ὅτι ὅλα αὐτὰ τὰ ἐνοχικὰ δικαιώματα πρέπει νὰ προστατευθοῦν. Τότε φθάνομεν πλέον εἰς τελείαν ἐξοβέλισιν τοῦ θεσμοῦ τῆς προστασίας τῆς ἰδιοκτησίας. Διὰ τοῦτο ὀρθῶς ἔπραξεν ἡ Ἐπιτροπὴ μὴ ἐπεκτείνασα τὴν προστασίαν καὶ εἰς τὰ ἐνοχικὰ δικαιώματα. Τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας δὲν εἶναι ἀπόλυτον. Ἀπόλυτον κατὰ τὸ Σύνταγμα εἶναι τὸ δικαίωμα τοῦ ἀπορρήτου τῶν ἐπιστολῶν. Καὶ ἡ προσωπικὴ ἐλευθερία δὲν εἶναι ἀπόλυτος., ὑπόκειται καὶ αὐτὴ εἰς περιορισμούς, ὅπως π. χ. ἡ στράτευσις εἶναι περιορισμὸς τοῦ δικαιώματος τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας, τὸ ὅτι τὸ Κράτος ὥρισεν ὅτι δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ ἐργάζεσθε κατὰ τὰς Κυριακὰς δὲν εἶναι ἄλλο τι παρὰ περιορισμὸς τῆς ἀτομικῆς ἐλευθερίας. Κατὰ τοὺς λόγους λοιπὸν αὐτοὺς καὶ τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας δὲν εἶναι ἀπόλυτον. Ὑπόκειται εἰς περιορισμούς, εἴτε χάριν κρατικῶν συμφερόντων, εἴτε χάριν τοῦ κοινωνικοῦ συνόλου ἢ ὡρισμένης τάξεως τῆς Κοινωνίας. Καὶ διὰ τοῦτο μακρὰ ὑπῆρξεν ἡ ἔρις ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ κατὰ τὸ 1911, ἂν ἔπρεπε νὰ παραμείνῃ ἐν τῷ ἄρθρῳ τοῦ Συντάγματος ἡ φράσις διὰ δημοσίαν ἀνάγκην ἢ διὰ δημοσίαν ὠφέλειαν. Συζήτησις μακρὰ ἐγένετο τότε καὶ ἔκτοτε ἐγένετο ἀποδεκτὴ ἡ ἄποψις αὕτη καὶ ἐτέθη ἐν τῷ τότε Συντάγματι ὅτι ἡ ἀναγκαστικὴ ἀπαλλοτρίωσις ἐπιτρέπεται διὰ δημοσίαν ὠφέλειαν. Ἡ φράσις «διὰ δημοσίαν ὠφέλειαν» βεβαίως εἶναι πλέον περιεκτική, πλέον ὡραία τῆς φράσεως «διὰ δημοσίαν ἀνάγκην». Δύναται ἓν πρᾶγμα νὰ μὴ εἶναι δημοσίας ἀνάγκης, ὅπως ἡ κατασκευὴ μιᾶς γεφύρας, δύναται ὅμως νὰ εἶναι καὶ ἀντικείμενον δημοσίας ὠφελείας μιᾶς τάξεως ἐργατῶν, βιομηχάνων καὶ ἄλλων. Ὀρθῶς λοιπὸν ἔπραξε καὶ ἡ παροῦσα Ἐπιτροπὴ ἀποδεχθεῖσα τὴν εὐρεῖαν ταύτην ἔννοιαν. Πρέπει νὰ ἐξετασθῇ, κύριοι καὶ τὸ ζήτημα νομικῶς, τοῦ τί εἶναι ἡ ἀναγκαστικὴ ἀπαλλοτρίωσις, διότι ἐκ τῆς τοιαύτης ἑρμηνείας τοῦ ζητήματος τούτου ἐξαρτῶνται καὶ διάφορα συμπεράσματα καὶ ἀποτελέσματα. Ἐγένετο δεκτὸν κατὰ μειονοψηφίαν δύναταί τις νὰ εἴπῃ ὑπὸ τῶν συγγραφέων καὶ τῆς νομολογίας ὅτι ἀναγκαστικὴ ἀπαλλοτρίωσις δὲν εἶναι ἀναγκαστικὴ πώλησις, ἡ δὲ ἀποζημίωσις ἡ διδομένη εἰς τὸν ἰδιοκτήτην δὲν ἀποτελεῖ τίμημα, ἀλλ’ ὅτι εἶναι πρᾶξις τοῦ Κράτους δημοσίου δικαίου. Καὶ ἡ ἀπαίτησις τοῦ ἰδιοκτήτου περὶ ἀποζημιώσεως εἶναι καὶ αὐτὴ πρᾶξις τοῦ δημοσίου δικαίου. Καὶ ἐκ τῆς λύσεως τοῦ ζητήματος τούτου παρέχονται διάφοροι λύσεις. Περιμάχητον εἶναι τὸ ζήτημα, κύριοι, ἂν ἐπιτρέπεται ἀπαλλοτρίωσις τῶν μοναστηριακῶν κτημάτων. Ἐκ τοῦ ἄρθρου τὸ ὁποῖον ἐψηφίσθη προχθές, τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ Συντάγματος, προστατεύονται συνταγματικῶς οἱ ἱεροὶ κανόνες. Ὅπως γνωρίζετε, οἱ ἱεροὶ κανόνες ἀπαγορεύουσι τὴν ἀπαλλοτρίωσιν τῶν μοναστηριακῶν κτημάτων. Ἀλλὰ τὸ ἄρθρον 19, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν, δὲν ποιεῖται διάκρισιν καὶ τῆς ἰδιοκτησίας ἰδιωτῶν ἢ μονῶν. Καὶ ἔρχεται τὸ ζήτημα συνταγματικῶς· ὑπάρχει ἀπαγόρευσις τῆς ἀπαλλοτριώσεως τῶν μοναστηριακῶν κτημάτων; Ὄχι. Διότι ἰσχύουσιν οἱ κανόνες οἱ ἱεροί, προστατευόμενοι ὑπὸ τοῦ Συντάγματος καὶ θὰ ἰσχύουν διὰ τὸ ζήτημα τῆς ἀναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως ἐφόσον δὲν ἀντίκεινται εἰς τὸ Σύνταγμα. Ἀλλ’ ἐφόσον τὸ γενικὸν ἄρθρον τῆς ἰδιοκτησίας δὲν ποιεῖται οὐδεμίαν ἐξαίρεσιν, βεβαίως δὲν δύναται ἄλλη λύσις νὰ χωρίσῃ ἢ ὅτι καὶ τῶν μοναστηριακῶν κτημάτων ἐπιτρέπεται ἡ ἀπαλλοτρίωσις νομιμώτατα. Καὶ πρέπει νὰ ἐπιτρέπεται καὶ ἀπὸ οὐσιαστικῆς καὶ ἀπὸ πρακτικῆς ἀπόψεως. Διότι, ἐφόσον ἀφαιροῦμεν τὴν ἰδιοκτησίαν ἀπὸ τὰ ἄτομα, τὰ ὀρφανά, τὰ ἄλλα νομικὰ πρόσωπα, δὲν βλέπω τὸν λόγον διατί καὶ τὰ πρόσωπα αὐτὰ νὰ μὴ συνεισφέρουν χάριν τῶν ἀναγκῶν τοῦ Κράτους καὶ τῆς Κοινωνίας. Τὸ ζήτημα τοῦτο καὶ κατὰ τὸ 1922 ὅτε συνεζητήθη τὸ ἐργατικὸν νομοσχέδιον προεκάλεσε μεγάλας συζητήσεις ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο, κύριοι, ἔνθα ὁμιλῶ περὶ ἀπαλλοτριώσεως, θεωρῶ καθῆκόν μου νὰ ἐπισκοπήσωμεν διὰ βραχέων καὶ τί ἔπραξεν ἡ Ἑλλὰς ἐφαρμόσασα τὴν ἀναγκαστικὴν ἀπαλλοτρίωσιν. Ἀπὸ τοῦ 1906, ὅτε ἡ Βουλγαρία ἐξεδίωξε τοὺς Ἕλληνας τῆς Ἀνατολικῆς Ρωμυλίας, ἡ Ἑλλὰς, ἡ πτωχὴ Ἑλλάς, ἡ Ἑλλὰς τῶν τριῶν ἑκατομμυρίων ἤνοιξε τὰς ἀγκάλας της, ἐφαρμόσασα τὴν ἀναγκαστικὴν ἀπαλλοτρίωσιν, ἠγόρασε κτήματα καὶ ἀπὸ τοῦ 1997 ἀπεκατέστησεν ἀδελφοὺς κατατρεχομένους. Ἡ Ἑλλὰς ἐξηκολούθησε τὴν ἐποικιστικήν της πολιτικὴν κατὰ τὰ μεθεπόμενα ἔτη τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ πολέμου. Τὴν ἐποικιστικὴν πολιτικὴν ἡ Ἑλλὰς διὰ μὲν τοὺς ἀγρότας εὐρέως ἐφήρμοσε ἀπὸ τοῦ 1917 διὰ τοῦ νόμου 2052 καὶ αἱ μετέπειτα Κυβερνήσεις συνεχῶς ἠκολούθησαν τὴν φιλαγροτικὴν λεγομένην πολιτικήν, ἀποκαταστήσασαι χιλιάδας ἀγροτικῶν οἰκογενειῶν, ἐν συνδυασμῷ μὲ ἓν καὶ ἥμισυ ἑκατομμύριον τῶν ἀδελφῶν προσφύγων. Ἡ Ἑλλὰς ἡ στερουμένη χρημάτων καὶ μέσων, ἡ στερουμένη καὶ ἐποικιστικῆς ὑπηρεσίας, ἀπέσπασε διὰ τῆς βίας μίαν ὡρισμένην τάξιν ὑπαλλήλων, τοὺς γεωπόνους, τοὺς μετέβαλλεν εἰς ἐποικιστὰς καὶ ἐδημιούργησε τὸ ἐποικιστικόν της ἔργον, τὸ ὁποῖον περιλαμβάνει ἀποκατάστασιν ἀγροτῶν καὶ προσφύγων 2½ ἑκατομμυρίων περίπου. Ὀφείλομεν, κύριοι, νὰ παύσωμεν τὰς συνήθεις Ἑλληνικὰς μεμψιμοιρίας καὶ νὰ βλέπωμεν τὰ πράγματα μὲ τὴν καλήν των ὄψιν. Καὶ μετ’ εὐλαβείας καὶ σεβασμοῦ εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο νὰ ἀτενίσωμεν τὴν μικράν μας Ἑλλάδα, ἡ ὁποία, ἐνῷ εἶχεν ἓξ ἑκατομμύρια πληθυσμοῦ, ἐδέχθη 2½ ἑκατομμύρια ἐπὶ πλέον, τὰ ὁποῖα ἀπεκατέστησε σχεδόν. Οὐδείς, νομίζω, οὔτε καὶ ἰδιοκτήτης ἀκόμη, εἶναι ἐναντίον τῆς ἀναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως. Πάντες ἀναγνωρίζομεν κατ’ ἀρχὴν τὴν ἀνάγκην τῆς ἀναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως, εἴτε διὰ νόμου, εἴτε διὰ δημοσίαν ἀνάγκην, εἴτε διὰ δημοσίαν ὠφέλειαν. Τὸ περιμάχητον σημεῖον, εἰς ὃ συγκρούονται αἱ δύο ἀντίθετοι γνῶμαι καὶ εἰς ὃ θὰ συγκρουσθοῦν καὶ τὸ δικαίωμα τῆς ἀποζημιώσεως εἶναι τοῦτο. Οἱ μὲν εἶπον ὅτι πρέπει νὰ ὁρισθῇ καὶ νὰ κατοχυρωθῇ διὰ τοῦ Συντάγματος ὅτι ἡ ἀποζημίωσις πρέπει νὰ ὁρίζεται εἰς τὴν τρέχουσαν τιμὴν ἢ εἰς μεταλλικὰς δραχμάς, αὐξανομένας ἑκάστοτε ἀναλόγως τῆς συναλλαγματικῆς καταστάσεως, οἱ δὲ κατ’ ἀντίθετον γνώμην ὅτι τὰ ζητήματα ταῦτα πρέπει νὰ τὰ ἀφήσωμεν νὰ τὰ λύσῃ ὁ ἑκάστοτε νομοθέτης, ἀναλόγως τῶν ἑκάστοτε συνθηκῶν κοινωνικῶν καὶ συναλλαγματικῶν. Ἡ ἀξία τῆς ἰδιοκτησίας, κύριοι, ὅπως γνωρίζετε, αὐξάνει ἑκάστοτε ἐξελικτικῶς. Καὶ αὐτὸ ἀναφέρει καὶ ἡ ἱστορία. Καθ’ ἕκαστον ἔτος κατὰ μικρόν τι πολλοστημόριον ἡ ἀξία τῆς ἰδιοκτησίας αὐξάνει ἕνεκα τῆς ἐξελίξεως τῆς κοινωνικῆς, τῆς κρατικῆς, τῆς οἰκονομολογικῆς κλπ. Ἀλλ’ ἐσχάτως ἕνεκα τοῦ παγκοσμίου πολέμου, ἕνεκα τῶν ἀνατροπῶν τὰς ὁποίας ἐπέφερεν οὗτος εἰς τὰς διαφόρους ἐκφάνσεις τῆς κοινωνικῆς ζωῆς, παρετηρήθησαν καὶ ἀνατροπαὶ οὐσιώδεις εἰς τὸ ζήτημα τῆς τιμῆς, τῆς ἀξίας τῆς ἰδιοκτησίας. Ἐπελθοῦσα δὲ ἡ συναλλαγματικὴ κατάστασις εἰς τὰ Κράτη ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὑπέστησαν καὶ αὐτὰ τὰ δεινὰ τοῦ πολέμου, ἐπέφερεν ἀνατροπὴν εἰς τοὺς κανόνας τοὺς ἐφαρμοζομένους μέχρι τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ πολέμου εἰς τὴν ἀξίαν τῆς ἰδιοκτησίας. Καὶ τὰ πράγματα ἔφθασαν εἰς ἓν σημεῖον, ὥστε νὰ προκαλῶσιν ἐνδοιασμοὺς εἰς ἐκεῖνον ὅστις ἤθελε νὰ ἀποφανθῇ μετὰ παρρησίας τί πρέπει νὰ ἰσχύῃ εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο. Ἀλλ’ ἂν πρόκειται, κύριοι, νὰ ἔχωμεν ἀπαλλοτρίωσιν ἀκινήτων πρὸς ἐγκατάστασιν προσφύγων ἢ ἀκτημόνων γεωργῶν ἢ κτηνοτρόφων καὶ ἡ πληρωμή, ὡς γνωρίζετε, δὲν εἶναι ἄμεσος, ἀλλὰ γίνεται εἰς προθεσμίαν καὶ ἐθεσπίσθη ἡ τριακονταετία πρὸς πληρωμὴν τῶν τοκοχρεωλυτικῶν δόσεων, εἶναι δυνατὸν νὰ προχωρήσῃ τις τόσον θαρραλέως καὶ νὰ εἴπῃ ὅτι θὰ δώσωμεν τὴν τρέχουσαν ἀξίαν κατὰ τὸν χρόνον τῆς ἀπαλλοτριώσεως; Καὶ ἂς ἐξετάσωμεν ποία εἶναι ἡ ἀξία ἑνὸς πράγματος. Ἡ ἀξία ἑνὸς πράγματος εἶναι ἡ φυσιολογικὴ ἀξία, ἡ τρέχουσα τιμή. Ἀλλὰ μὲ τὰς μεταπολεμικὰς συνθήκας ἀντιπροσωπεύει τοῦτο τὴν ἀξίαν τοῦ ἀπαλλοτριουμένου πράγματος; Καὶ νὰ σᾶς ἀναφέρω ἓν παράδειγμα. Φαντασθῆτε ἂν εἴχομεν ἕνα ἀποκλεισμὸν ἑνὸς ὁλοκλήρου νομοῦ ἕνεκα νόσου μολυσματικῆς, ἕνεκα ἐπιδημίας, ἂν εἴχομεν ἀποκλεισμὸν ἕνεκα πολέμου. Ἂς ὑποθέσωμεν ὅτι ὁ Πάγκαλος φεύγει ἀπὸ τὸ Ἰτζεδὶν καὶ κάμνει Κράτος νησιωτικόν. Τὰ εἴδη τὰ ἀποκλειόμενα θὰ λάβουν ἢ δὲν θὰ λάβουν τὴν τιμὴν παθολογικῶς; Βεβαίως. Ἂν τὸ Κράτος τώρα εἰς τὸ μέρος ἐκεῖνο λάβῃ ἀνάγκην νὰ ἐπιτάξῃ οἰκόπεδα πρὸς ἀνέγερσιν νοσοκομείων ἢ νὰ ἐπιτάξῃ βόας ἢ πρόβατα, πρέπει νὰ δώσῃ τὴν τρέχουσαν τιμὴν κατὰ τὸν χρόνον τῆς ἐπιτάξεως; Καὶ ἡ τιμὴ αὐτὴ εἶναι δικαία καὶ λογική, εἶναι φυσιολογική; Καὶ θὰ μείνῃ αὐτή, ἀφοῦ εἶναι βέβαιον ὅτι αἰρομένης τῆς ἐπιτάξεως αὐτῆς δὲν θὰ περάσῃ ἡ τιμὴ αὐτή, ἀλλὰ θὰ ἐπανέλθῃ ἄλλη τιμή, ἡ φυσιολογική; Τὸ ζήτημα τοῦ ὅτι οὐδέποτε τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος ὄχι μόνον ὅταν συνεζητεῖτο τὸ Σύνταγμα, ἀλλὰ καὶ ὅταν συνεζήτει τοὺς νόμους, ἐφήρμοσε τὴν θεωρίαν ταύτην, ἀποδεικνύεται καὶ ἐκ τῆς ἁπλῆς ἐξετάσεως τῶν νόμων περὶ ὁδοποιΐας, διότι εὑρίσκεται ἡ ἀξία τῶν ἀπαλλοτριουμένων κτημάτων κατὰ τὴν πρόσοδον τὴν ὁποίαν εἶχε κατὰ τὴν τελευταίαν τριετίαν ἢ πενταετίαν. Τί σημαίνει τοῦτο; Ὅτι ἀνέκαθεν τὸ Κράτος δὲν εἶχε θεσπίσει εἰς τοὺς διαφόρους του νόμους τὸ ζήτημα τῆς τρεχούσης τιμῆς, ὅταν ἐθεσμοθέτει προπολεμικῶς, ὅτε δὲν ὑπῆρχον αἱ περιστάσεις αἱ ὁποῖαι ὑπάρχουν σήμερον, ἕνεκα τῶν συνθηκῶν αἱ ὁποῖαι ἐδημιουργήθησαν ὑπὸ τοῦ πολέμου καὶ τῆς μεγάλης συναλλαγματικῆς διαφορᾶς, ἡ ὁποία ὑπάρχει ἐν Ἑλλάδι. Ἀλλ’ εἶπον ὅτι θὰ ἐξεύρῃ τὴν τιμὴν διὰ τῆς προσόδου τὴν ὁποίαν τὸ κτῆμα ἔδιδε κατὰ τὸ διάστημα τῆς τελευταίας δεκαετίας. Ὥστε βλέπετε ὅτι τὸ Κράτος δὲν λαμβάνει ἑκάστοτε τὴν τρέχουσαν τιμὴν κατὰ τὸν χρόνον τῆς ἀπαλλοτριώσεως. Ὅπως γνωρίζετε, ἡ μεταπολεμικὴ κατάστασις εἰς ὅλα τὰ Κράτη ἐδημιούργησε τὸ ὑπερτίμημα καὶ συνεπῶς τὸν νόμον περὶ ὑπερτιμήματος, διότι ἐθεωρήθη ὅτι ἡ ἀνώμαλος κατάστασις ἡ μεταπολεμικὴ καὶ ἡ πολεμική, ἡ ὁποία ἐπέφερε τὴν αὔξησιν τῆς ἀξίας τῶν ἀκινήτων, δὲν ἦτο φυσικὴ κατάστασις. Καὶ ἡ αὔξησις τῆς ἀξίας τῶν ἀκινήτων δὲν ἀνήκει ἐξ ὁλοκλήρου εἰς τὸν ἰδιοκτήτην. Λοιπὸν ὥρισε τὸ ἑξῆς (ἀναγινώσκει). Ταῦτα ἔλεγεν ὁ Γούναρης κατὰ τὸ 1922. Καὶ ὅταν ἐδιάβασα καὶ ἐγὼ τὴν ἄποψίν του ταύτην, ὅτι δὲν ὑπάρχει τρέχουσα τιμή, τότε ἐξανέστην πρὸς στιγμήν. Μοὶ ἐφάνη ἡ ἔκφρασις, ἡ γνώμη του αὕτη παράτολμος, ὄχι ἐντελῶς νομικῶς ὀρθή. Ἀλλ’ ὅταν ἐμελέτησα τὸ πρᾶγμα καλύτερον, εἶδα ὅτι ὄντως ἡ γνώμη αὕτη, ὅτι τρέχουσα τιμὴ ὑπὸ τὰς συνθήκας αἱ ὁποῖαι ἐδημιουργήθησαν ἀπὸ τὰς ἀνατροπὰς τῆς μεταπολεμικῆς καταστάσεως, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ, διότι δὲν εἶναι φυσική, εἶναι παθολογική. Ἡ πρότασις συνεζητήθη καὶ τότε καὶ σήμερον ὑπεβλήθη εἰς τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπήν, ὅτι πρέπει νὰ κανονίζεται ἐκ τῆς αὐξομειώσεως ἑκάστοτε, κατὰ τὰς τιμὰς τὰς ὁποίας θὰ ἔχῃ κατὰ τὴν συναλλαγματικὴν διαφοράν. Ἀλλ’ ἡ γνώμη αὕτη θεωρητικῶς δύναταί τις νὰ εἴπῃ ὅτι εἶναι ὀρθή, ἀλλὰ πρακτικῶς καὶ ἐν Ἑλλάδι μάλιστα, τελείως ἀνεφάρμοστος, τελείως ἄστοχος. Πῶς εἶναι δυνατὸν ὁ ἀγρότης ἢ ὁ πρόσφυξ, ὁ ὁποῖος λαμβάνει τὸ κτῆμα μὲ λίραν 400, βεβαίως ἡ ἀξία, ἂν δεχθῶμεν τὴν ἄποψιν ταύτην τῆς τρεχούσης τιμῆς τοῦ κτήματος, εἶναι 200 δραχ. τὸ στρέμμα, πῶς εἶναι δυνατόν, λέγω, νὰ καταβάλῃ τὰς τοκοχρεωλυτικὰς δόσεις εἰς χρυσὸν μὲ τὴν σημερινὴν τρέχουσαν τιμήν; Ἄν ὅμως ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τῆς Ἑλλάδος μετεβλήθη, ὡς καὶ θὰ μεταβληθῇ, ἂν ὄχι εἰς ἀπώτερον μέλλον, ἀλλὰ καὶ εἰς προσεχές, μὲ τὰ μέτρα τὰ ὁποῖα θὰ λάβῃ ἡ Οἰκουμενικὴ Κυβέρνησις καὶ ἡ λίρα ἐπανέλθῃ εἰς τὴν τιμὴν τῶν 70 ἢ 60 δραχμῶν, εἶναι δυνατὸν ὁ πρόσφυξ ἢ ὁ ἀγρότης νὰ καταβάλῃ τὰς τοκοχρεωλυτικὰς δόσεις εἰς χρυσὸν μὲ τὴν σημερινὴν τρέχουσαν τιμήν. Αὐτὸ θὰ εἴπῃ ἀποκατάστασις προσφύγων, ἀποκατάστασις ἀκτημόνων γεωργῶν ἢ καταστροφὴ τοῦ σκοποῦ τῆς ἀναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως. Θὰ ἔλθῃ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία, ἡ ὁποία τώρα μὲ τὴν ἐπιψήφισιν μάλιστα καὶ τῆς Γερουσίας δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποθέσῃ κανεὶς ὅτι θὰ ἔχῃ τάσεις ἀνατρεπτικάς, θὰ ἔλθουν τὰ νομοθετικὰ Σώματα τὰ ὁποῖα θὰ διακανονίσουν ὡς ἐλπίζω τὰ ζητήματα ταῦτα. Θὰ ἐπρότεινον λοιπόν, κύριοι, ἐπειδὴ τὰ ζητήματα ταῦτα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὰ τοποθετήσωμεν εἰς τὸ Σύνταγμα, ἀλλὰ πρέπει διὰ νόμου νὰ καθορίζεται, ὅπως ἐγένετο δεκτὸν καὶ εἰς ἄλλα Κράτη, ἐν Γερμανίᾳ ἂν δὲν ἀπατῶμαι καὶ προπολεμικῶς εἶχε τὸν κανονισμὸν τῆς ἀξίας τῆς ἀποζημιώσεως τῶν ἀπαλλοτριουμένων κτημάτων διὰ νόμου, ὥστε αὐτὰ τὰ ζητήματα νὰ τὰ ἀφήσωμεν εἰς τὸν μέλλοντα νομοθέτην, εἰς τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ ἔχωμεν ἐμπιστοσύνην ὅτι ὁ μέλλων νομοθέτης δὲν θὰ ἁρπάξῃ τὴν ἰδιοκτησίαν, ἀλλὰ θὰ λογικεύεται καὶ θὰ κανονίζῃ, ὅπως σᾶς εἶπον, μὲ τὸ δεύτερον νομοθετικὸν Σῶμα λογικὰς τιμὰς τῆς ἰδιοκτησίας. Θὰ προτείνω δὲ νὰ λέγῃ τὸ ἄρθρον ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Οὐδεὶς στερεῖται.... κλπ.» Θὰ ἐπρότεινον λοιπὸν νὰ δεχθῆτε τὴν ἀρχὴν ὅτι τὰ ζητήματα ταῦτα εἶναι ζητήματα νομοθετικά.
§98Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἐννοεῖτε, ὁ νόμος νὰ ὁρίσῃ τὰς ἀποζημιώσεις;
§99Σ. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΟΣ. Βεβαίως. Πῶς θὰ γίνεται ἡ ἀποζημίωσις; Θὰ ὁρίσῃ ὁ νόμος. Τὸ ἄρθρον ὅπως διετυπώθη ἀπὸ τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπήν, ἐπαφίεται τὸ ζήτημα τῆς ἀποζημιώσεως εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν. Δὲν λέγω ὅτι εἶναι τὸ ἀντίθετον ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπή. Αὐτὴ ἐπλειοδότησε μάλιστα καὶ πολὺ ὀρθῶς ἔπραξε. Τώρα ἔρχομαι εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἀγροτικῆς ἀποζημιώσεως. Σᾶς εἶπον ὅτι θὰ τηρήσουν τὴν μέσην ὁδόν. Οὐδεὶς ἀρνεῖται οὔτε ἐγὼ ὅτι ἐγένοντο καὶ ἀδικίαι, ὅτι ὑπάρχει τάξις ἀνθρώπων, ἡ ὁποία ἠδικήθη. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι ἀντικείμενον συνταγματικῶν διατάξεων· διότι ἠδικήθη μία τάξις ἀνθρώπων πρέπει νὰ θεσπίσωμεν διατάξεις εἰς τὸ Σύνταγμα καὶ νὰ μὴ τὸ ἀφήσωμεν τὸ ζήτημα εἰς τὴν μέλλουσαν νομοθετικὴν ἐξουσίαν; Καὶ ἀφοῦ τὸ Κράτος ἀπὸ τοῦ 1924, ὅπως εἶπε καὶ ὁ κ. Μυλωνᾶς, ἐδέχθη τὴν ἄποψιν ταύτην καὶ ἦλθε συνεπίκουρον εἰς τὴν ἀδικίαν τῶν ἰδιοκτητῶν καὶ ἔδωκε 50% εἰς ὁμολογίας εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας, ἀλλὰ διὰ τῆς ἄλλης χειρὸς ἔλαβεν 20%, δηλαδὴ 10% ἀπὸ τοὺς ἰδιοκτήτας καὶ 10% ἀπὸ τοὺς γεωργούς, ἵνα κάμῃ τὰ γραφεῖα τοῦ Ἐποικισμοῦ. Ἐφόσον ἐπιστημονικῶς εἶναι δεκτὸν ὅτι ἡ ἀπαλλοτρίωσις ἐνεργεῖται ὑπὸ τοῦ Κράτους χάριν μιᾶς ὁμάδος πολιτῶν ἢ χάριν τῶν ἀναγκῶν αὐτοῦ, πρέπει τὸ Κράτος, ἐφόσον πρόκειται διὰ δημοσίαν ἀνάγκην, νὰ ὑποστῇ θυσίας καὶ νὰ συνεισφέρῃ εἰς τὰς ἀδικηθείσας τάξεις τῶν πολιτῶν. Ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς συνέστησεν Ἐπιτροπήν....
§100Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ὄχι ὡς Ὑπουργός, ἀλλ’ ὡς ἀρχηγὸς κόμματος.
§101Σ. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΟΣ. .... ἥτις ἐλπίζω ὅτι θὰ ἀποδώσῃ δικαιοσύνην. Ἔχω, κύριοι, ὑποβάλει εἰς τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπὴν καὶ μίαν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ἔχω ὑποχρέωσιν νὰ ἐξακολουθήσω ὑποστηρίζων. Τὸ Δημόσιον εἰς τὰς σχέσεις αὐτοῦ πρὸς τοὺς πολίτας ὡς διάδικος δὲν εἶναι ἐν τάξει εἰς τὴν ἐμὴν συνείδησιν. Ὅταν εἶναι διάδικος τὸ Δημόσιον, νὰ σᾶς εἴπω τὴν ἀλήθειαν, δὲν τὸ χωνεύω, διότι τὰ μέσα τὰ ὁποῖα μεταχειρίζεται δὲν μοὶ ἀρέσουν, ὅταν προσβάλλῃ δίκαια πολιτῶν, αἱ διάφοροι ἐφέσεις καὶ ἀναιρέσεις καὶ ὅλοι οἱ πανδέκται, τοὺς ὁποίους κατεβάζουν κάτω οἱ νομικοὶ σύμβουλοι τοῦ Δημοσίου, ὅταν ἔχουν ἀφαιρέσει ἀγροὺς τῶν πολιτῶν ἢ ὅταν ὁ τελευταῖος ἐνωμοτάρχης κατέλαβε τὴν οἰκίαν δι’ ἀστυνομικὸν κατάστημα. Ἡ τακτικὴ αὕτη τοῦ Δημοσίου δὲν μοὶ ἀρέσει. Ἀσχέτως δὲ παρετήρησα κατὰ τὸ 1923 καὶ μίαν ἄλλην τάσιν τοῦ Δημοσίου, νὰ φύγῃ ἀπὸ τὴν νόμιμον ὁδὸν τῶν δικαστηρίων καὶ κατήργησε τὰ προσωρινὰ μέτρα καὶ εἶδον σύμβασιν διὰ τὰ ὕδατα τοῦ Γοργοποτάμου καὶ ἐκεῖ διετυπώθη ὅτι δὲν ἔχουν δικαίωμα οἱ ἰδιῶται ἀδικούμενοι νὰ καταφύγουν εἰς τὰ προσωρινὰ μέτρα. Ποία εἶναι ἡ σημασία τῶν προσωρινῶν μέτρων τὴν γνωρίζετε πάντες καὶ οἱ μὴ νομικοὶ ἀκόμη. Εἶναι τὸ μόνον δυνατὸν ὅπλον, τὸ ὁποῖον ἔδωκεν εἰς τοὺς πολίτας τὸ Κράτος, ὅταν ἀφαιρεῖται ἡ ἰδιοκτησία των. Ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπὴ δὲν ἠξεύρω διατί μὲ μίαν μονοκονδυλιὰν εἶπεν ὅτι εἶναι ἀστυνομικὰ καθήκοντα καὶ εἶπεν ὅτι τὰ καταργεῖ, ἀγνοήσασα ὅτι τὸ Δημόσιον διὰ τοῦ ἐν ἰσχύϊ νόμου ἔχει προθεσμίαν 30 ἡμερῶν διὰ πᾶσαν δίκην, ἐνῷ πᾶς ἄλλος ἄνθρωπος ὅταν ἐνάγεται δι’ ἀγωγῆς προσωρινῶν μέτρων ἔχει 24 ὡρῶν προθεσμίαν. Λάβετε ὑπ’ ὄψιν ὅταν ἔχωμεν ἡμεῖς προσωρινὰ μέτρα καὶ θέλομεν νὰ στείλωμεν τὰ χαρτιὰ εἰς Ἀθήνας, αἱ 30 ἡμέραι γίνονται 60. Σᾶς ἐρωτῶ· δὲν εἶναι ἀρκετὴ ἡ προθεσμία αὐτὴ ἵνα προστατευθῇ τὸ Δημόσιον;
§102Σ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπὴ ἐδέχθη καὶ ἔθεσε διάταξιν εἰς τὸ Σύνταγμα ὅτι ἡ ἀποζημίωσις θὰ ὁρίζεται διὰ τῶν τακτικῶν δικαστηρίων. Τί σημαίνει τοῦτο; Ὄχι μόνον δὲν ἀποκλείεται ἡ ὁδὸς τῶν δικαστηρίων, ἀλλ’ αὐτὴ καὶ μόνη εἶναι ἡ ἐπιβεβλημένη. Ἐδέχθη ὅμως ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπὴ καὶ τοῦτο· ὅτι τὸ Δημόσιον δὲν εἶναι δυνατὸν ἀπὸ πραγματικῆς ἀπόψεως νὰ προστατεύσῃ πάντοτε εἰς τὴν προσωρινὴν διαδικασίαν τὴν περιουσίαν του, οὔτε νὰ προσαγάγῃ τὰ πραγματικὰ ἐκεῖνα γεγονότα, τὰ ὁποῖα δύναται ἐπιτήδειος πολίτης νὰ τῷ δημιουργήσῃ. Διὰ τοῦτο ἔκρινεν ὅτι αἱ διαφοραὶ μὲ τὸ Δημόσιον πρέπει νὰ δικάζωνται ἀπὸ τὴν τακτικὴν διαδικασίαν καὶ ὄχι ἀπὸ τὴν προσωρινήν.
§103Σ. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΟΣ. Ζητῶ νὰ θεσπισθῇ ἡ ἑξῆς τροπολογία εἰς τὸ τέλος τοῦ ἄρθρου 19 (ἀναγινώσκει): «Οὐδεὶς εἰδικὸς νόμος κλπ.» Σήμερον καταργοῦμεν τὰ προσωρινὰ μέτρα δι’ ἑνὸς νόμου, αὔριον καταργοῦμεν τὴν ἀγωγὴν περὶ τιμῆς καὶ παραπέμπομεν εἰς τὴν ἀγωγὴν περὶ κυριότητος, ἐλάχιστα δὲ εἶναι τὰ ζητήματα εἰς τὴν Θεσσαλίαν, τὰ ὁποῖα ἔχουσι τίτλους καὶ δὲν ἠξεύρετε τί τραβᾶμε ὅταν θελήσωμεν δάνεια ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν. Διατί λοιπὸν τὸ Δημόσιον νὰ ἔχῃ ἐξαιρετικὰς διατάξεις διὰ τὴν τακτικὴν δικαιοδοσίαν τῶν δικαστηρίων καὶ νὰ μὴ δικασθῇ μὲ τὰ δικαστήρια, τὰ ὁποῖα δικάζει ἡ Ἑλληνικὴ Πολιτεία.
§104Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Μετὰ τὴν προσάρτησιν τῶν Ν. Χωρῶν ἐγεννήθη ζήτημα προστασίας τῆς περιουσίας τοῦ Δημοσίου. Ἡ περιουσία τοῦ Δημοσίου ἦτο κολοσσιαία εἰς τὰς Ν. Χώρας, ἐψήφισε δὲ τὸν πρῶτον νόμον εἰς τὰ 1914, δι’ οὗ ἀπηγόρευε τὴν λῆψιν προσωρινῶν μέτρων. Ἐγένετο δὲ αὐτό, διότι δὲν εἶχεν ἀκόμη ξεκαθαρισθῆ ποία ἦτο ἡ περιουσία τοῦ Δημοσίου. Ἦτο ἓν μέτρον προσωρινόν. Εἰς τὰ 1923 ἦλθε σωρεία προσφυγικοῦ κόσμου καὶ ἤρχισαν νὰ γίνωνται καὶ ἐκ μέρους τῶν προσφύγων ἀντίποινα. Ὑπῆρξε καὶ πάρεδρος τοῦ Πειραιῶς, ὁ ὁποῖος κατέλαβε δίπλα εἰς τὴν λεωφόρον Συγγροῦ οἰκόπεδον. Δὲν ὑπάρχουν κρατικοὶ ὀργανισμοὶ ἵνα παρακολουθήσουν τὴν τύχην τῆς περιουσίας τοῦ Δημοσίου. Ἐκρίθη μόνον σκόπιμον εἰς τὰ 1923 νὰ ἐκταθῇ καὶ εἰς τὴν Παλαιὰν Ἑλλάδα ὅ,τι εἰς τὴν Νέαν, ἀλλ’ ὡς μέτρον προσωρινόν. Τὸ μέτρον αὐτὸ ἡ Δʹ Συνέλευσις τὸ κατήργησεν, ἐπανῆλθε δὲ διὰ Διατάγματος τοῦ Παγκάλου. Ἀσφαλῶς εἶναι τὸ μέτρον ἐπικριτέον. Ἀλλὰ πρόκειται περὶ προσωρινότητος.
§105Α. ΣΤΡΑΤΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι ἐπιδρομεὺς τὸ Δημόσιον.
§106Σ. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΟΣ. Σεῖς ἐκάματε καὶ δικαστὴς καὶ δικηγόρος. Πολλὰς φορὰς τὸ Δημόσιον ἀδικεῖ τὸν πολίτην ἢ ὁ πολίτης τὸ Δημόσιον;
§107Α. ΣΤΡΑΤΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Τί λέγετε, κ. Ταλιαδοῦρε: Κατώρθωσαν οἱ ἰδιῶται καὶ κατεπάτησαν ὁλόκληρον τὸν Πειραιᾶ, ὅστις ἀνήκει εἰς τὴν μονὴν τοῦ Ἁγίου Σπυρίδωνος. Ὁ ἰδιώτης εὑρίσκει πάντοτε πάτημα, ἐνῷ τὸ Δημόσιον οὐδέποτε.
§108Σ. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΟΣ. Τώρα, κύριοι, διὰ μίαν κατάστασιν ἔκρυθμον, ἡ ὁποία ἐδημιουργήθη ἕνεκα τῆς καταλήψεως παρ’ ἡμῶν τῶν Ν. Χωρῶν κατὰ τὸ 1913, πρέπει τὸ Δημόσιον διαρκῶς νὰ τὸ θέτωμεν ἐν μειονεκτικῇ μοίρᾳ ἀπέναντι τοῦ πολίτου; Ἐγὼ φρονῶ ὅτι, ἂν τὸ Δημόσιον ἦτο τιμιώτερον εἰς τὰς σχέσεις του ἔναντι τῶν πολιτῶν, ἂν δηλαδὴ τὸ Δημόσιον ἐφέρετο πρὸς τοὺς πολίτας τιμιώτερον, ἴσως καὶ οἱ πολῖται θὰ ἦσαν τιμιώτεροι ἔναντι τοῦ Δημοσίου. Τὸ Δημόσιον ὡς εἶναι γνωστὸν κλέπτει τοὺς πόρους τῶν πολιτῶν καὶ ὁ πολίτης διδάσκεται νὰ βλέπῃ τὸ Δημόσιον. Δὲν βλέπω λοιπὸν τὸν λόγον διὰ τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ θεσμοθετῶμεν ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου διατάξεις κατὰ παρέκβασιν τοῦ κοινοῦ δικαίου, ὅταν ἔχωμεν Σύνταγμα κατὰ τὸ ὁποῖον ὅλοι οἱ Ἕλληνες πολῖται εἶναι ἴσοι ἀπέναντι τοῦ Νόμου. Ἂν καταργήσητε τὴν ἀγωγὴν περὶ νομῆς, οὐαὶ τοῖς πολίταις· θὰ εἶναι ἕρμαιον τοῦ τελευταίου χωροφύλακος, ὁ ὁποῖος θὰ θέλῃ νὰ προστατεύῃ τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου. Ἂν θέλωμεν νὰ εἴμεθα δίκαιοι, πρέπει τὴν τροπολογίαν μου ταύτην νὰ τὴν δεχθῆτε καὶ νὰ μὴ κάμωμεν διακρίσεις εἰς τὰς ἰδιωτικὰς σχέσεις. Ἔρχομαι εἰς μίαν ἄλλην τροποποίησιν. Ἡ ἰδιοκτησία ὡς γνωστὸν περιλαμβάνει κατακορύφως καὶ τὸν ἀέρα καὶ τὴν γῆν ὑπογείως πρὸς τὰ κάτω. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἔννοια τῆς ἰδιοκτησίας. Ἐσχάτως ἀνεπτύχθη τὸ ζήτημα τῶν ὑπογείων σηράγγων, τὸ ὁποῖον ἔλαβε καὶ θὰ λάβῃ μεγάλην ἔκτασιν. Πανταχοῦ τῆς γῆς ὑπὸ τὴν γῆν διατρέχουν σιδηρόδρομοι. Εἶναι ἀνάγκη καὶ τὸ ζήτημα τοῦτο νὰ τύχῃ τῆς δεούσης μερίμνης τοῦ νομοθέτου, διότι θίγει ἀμέσως τὴν ἰδιοκτησίαν. Θὰ γίνῃ τώρα εἰς τὰς Ἀθήνας ὁ ὑπόγειος σιδηρόδρομος, ὁ ὁποῖος θὰ διέλθῃ ἀπὸ τὴν ὁδὸν Γʹ Σεπτεμβρίου ὑπὸ τὰς οἰκίας. Ἡ οἰκία σας δὲν θὰ ἔχῃ τὴν δέουσαν ἀσφάλειαν, θὰ ὑφίστασθε ὡς ἐκ τούτου βλάβας. Ἂν ὑποθέσωμεν ὅτι ἡ σήραγξ θὰ γίνῃ εἰς βάθος 6 μέτρων καὶ σεῖς θέλετε νὰ κάμητε ὑπόγειον εἰς τὸ οἰκοδόμημά σας, θὰ προσκρούσητε ἐπὶ τῆς σήραγγος. Φρονῶ λοιπὸν ὅτι πρέπει ἀπὸ ἐπιστημονικῆς ἀπόψεως εἰς τὸ ἄρθρον τοῦτο νὰ τεθῇ καὶ εἰδικὴ διάταξις ἐκεῖ ὅπου ὁμιλοῦμεν περὶ μεταλλείων (ἀναγινώσκει): «Εἰδικοὶ νόμοι κανονίζουν.... κλπ.», νὰ προστεθῇ «γενικῶς ἡ ἰδιοκτησία ὑπογείου», ὥστε νὰ ἀφήσωμεν τὴν μέλλουσαν νομοθετικὴν ἐξουσίαν νὰ κανονίζῃ ἑκάστοτε πότε προσβάλλεται τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας διὰ τῆς σήραγγος ἢ ἂν ὑπάρχῃ μία σήραγξ εἰς βάθος 300 μέτρων, βεβαίως τότε δὲν γεννᾶται ζήτημα. Ἀλλὰ μία σήραγξ ἠμπορεῖ νὰ φθάσῃ εἰς τὸ ὅριον τῆς ἰδιοκτησίας καὶ νὰ τὴν βλάψῃ. Νομίζω τότε ὅτι πρέπει νὰ προσθέσωμεν τὴν φράσιν αὐτὴν καὶ νὰ ἀφήσωμεν εἰς τὸν μέλλοντα νομοθέτην νὰ κανονίζῃ τὰ τοῦ ζητήματος. Καὶ ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ θὰ ἠθέλαμεν ἐξήγησιν ἀπὸ τὸν εἰσηγητὴν τῆς Ἐπιτροπῆς.
§109Σ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Εἶναι γνωστὸν ὅτι μέχρι τοῦδε ὑφίσταντο νόμοι περὶ ἐπιτάξεων διὰ λόγους ξένους πρὸς ἐκείνους, τοὺς ὁποίους δέχεται τὸ Σύνταγμα, δηλαδὴ διὰ λόγους ἐπιστρατεύσεως, μόνον ἐν καιρῷ πολέμου καὶ ἐκτάκτου ἀνάγκης. Λοιπὸν δι’ αὐτὸ ἐκρίθη ἡ διατύπωσις ὅτι πρέπει νὰ ἔχῃ οὕτως, ὥστε ὁ νόμος νὰ κανονίζῃ εἰς τὸ μέλλον σύμφωνα μὲ τὴν συνταγματικὴν διάταξιν.
§110Σ. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΟΣ. Αὐτὸν λοιπὸν τὸν σκοπὸν ἔχει. Ἔρχομαι εἰς τὸ ζήτημα, ἂν ἡ ἰδιοκτησία ἔχῃ ὑποχρέωσιν. Θεωρητικῶς δὲν ὑπάρχει κανεὶς ὁ ὁποῖος νὰ ἀμφισβητῇ τοῦτο, διότι ἀπὸ τῶν πρώτων ἡμερῶν καθ’ ἃς ἐφοιτήσαμεν εἰς τὰ ἐδώλια τῆς Νομικῆς Σχολῆς ἐμάθαμεν ὅτι ὑπάρχει νόμιμος περιορισμὸς τῆς ἰδιοκτησίας. Περιορισμὸς τῆς κυριότητος νόμιμος, ὅπως τὸν ὁρίζει ὁ Ρωμαϊκὸς νόμος, δὲν εἶναι ἀπαλλοτρίωσις. Ἀπαλλοτρίωσις εἶναι ὅταν ἀφαιρέσητε τὴν ἰδιοκτησίαν ἐξ ὁλοκλήρου διὰ δημοσίαν ὠφέλειαν ἢ κοινωνικὴν ἀνάγκην. Ὅταν ρυθμίσητε τὴν ἰδιοκτησίαν σας κατὰ τρόπον ἐξυπηρετοῦντα καὶ σᾶς καὶ τὸν ἰδιοκτήτην ὡς τὸ κοινωνικὸν σύνολον αὐτὸ ὀνομάζεται ἀπαλλοτρίωσις; Καὶ δὲν προσκρούουν αὐτοὶ οἱ νόμοι, τοὺς ὁποίους ἀναφέρει ὁ ἀξιότιμος πατὴρ τῆς συνταγματικῆς ταύτης διατάξεως τῆς ἰδιοκτησίας, τὴν ὁποίαν ἐθεσπίσαμεν ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ καὶ κατ’ ἀπομίμησιν τοῦ σχετικοῦ ἄρθρου τοῦ Γερμανικοῦ Συντάγματος....
§111Σ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Ἀντὶ αὐτοῦ δέχεσθε νὰ τεθῇ αὐτὸ τὸ ὁποῖον πιστεύετε, ὅτι οὐδέποτε δύνανται νὰ θεωρηθοῦν ἀντικείμενοι εἰς τὸ Σύνταγμα οἱ νόμιμοι περιορισμοὶ τῆς κυριότητος;
§112Σ. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΟΣ. Ἐφόσον παραδέχεσθε ὅτι νόμιμος περιορισμὸς τῆς κυριότητος δὲν εἶναι ἡ ἀπαλλοτρίωσις καὶ δὲν προσκρούει εἰς τὴν διάταξιν.
§113Σ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Ἄλλο περιορισμὸς κυριότητος καὶ ἄλλο ἀπαλλοτρίωσις.
§114Σ. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΟΣ. Μάλιστα. Ἀλλ’ ὅταν νομοθετῶμεν, πρέπει νὰ λαμβάνωμεν ὑπ’ ὄψιν καὶ τὴν περίοδον ἐν ᾗ νομοθετῶμεν, δηλαδὴ τοὺς ψυχολογικοὺς παράγοντας, τοὺς κοινωνικοὺς παράγοντας καὶ τὸ πρακτικὸν συμφέρον. Καὶ σᾶς ἐρωτῶ· ἴδατε διατετυπωμένας γνώμας εἰς τὰ οἰκονομολογικὰ περιοδικὰ περὶ τοῦ πῶς θὰ συνέλθῃ ἡ Ἑλλὰς οἰκονομικῶς; Καὶ διετυπώθησαν γνῶμαι περὶ ἐξυγιάνσεως τοῦ συναλλάγματος, περὶ χρυσῆς δραχμῆς κλπ. καὶ διετυπώθη σοβαρῶς ἡ γνώμη ὅτι τὸ ἐδήλωσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι τὰ οἰκονομικὰ θὰ ἐξυγιανθοῦν ὅταν ἐπανέλθῃ τὸ χρῆμα τὸ ὁποῖον ἔχει ἐξέλθει ἐκ τῆς Ἑλλάδος. Καὶ ὅταν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν φροντίζῃ διὰ τὸ ζήτημα τῆς διακανονίσεως τῶν εἰς χρυσὸν καταθέσεων καὶ ὅταν φροντίζῃ περὶ τοῦ πῶς νὰ ἀρχίσῃ εἰσρέον πάλιν τὸ χρῆμα εἰς τὴν ἀγοράν, καταλαμβάνετε τί θὰ εἴπῃ ἐπὶ τῶν ζητημάτων τούτων ἡ ἰδιοκτησία, καθ’ ἣν στιγμὴν ὅλα τὰ χρήματα ἔχουν φυγαδευθῆ ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα καὶ διὰ τὰς ἀπαλλοτριώσεις ἐθίγη τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας; Φρονῶ λοιπὸν ὅτι ἡ διάταξις αὐτὴ εἶναι ἐξοβελιστέα. Ἔρχομαι εἰς τὴν τελευταίαν τροπολογίαν ἐν σχέσει μὲ τὸ ἄρθρον 19, ἡ ὁποία εἶναι σοβαρά, ἕνεκα τῆς πραγματικῆς καταστάσεως, ἡ ὁποία ἐδημιουργήθη ἐσχάτως. Καὶ ἡ τροπολογία τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον ἐγὼ ὡς καὶ τὸ Κόμμα τῶν Ἐλευθεροφρόνων ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἐπιτρέπεται ἐξαιρετικῶς.... κλπ.» Ἐννοεῖται, κύριοι, ὅτι εἰς ὅλα τὰ Συντάγματα ἀπὸ τοῦ 1864 ἕως σήμερον δὲν ἐπιτρέπεται κατάληψις τοῦ ἀπαλλοτριουμένου κτήματος πρὸ τῆς ὁριστικῆς ἀποζημιώσεως αὐτοῦ, ἡ ὁποία ὁρίζεται ὑπὸ τῶν τακτικῶν δικαστηρίων, τὰ ὁποῖα εἶναι καὶ τὸ μεγαλύτερον ὅπλον ὑπὲρ τῆς ἰδιοκτησίας. Γνωρίζετε ἐπίσης ὅτι εἰς τὰ μέρη ὅπου ἤρχισεν ἡ ἀπαλλοτρίωσις, κυρίως δηλαδὴ εἰς τὴν Θεσσαλίαν, ἡ δικαστικὴ ἐξουσία ὑπῆρξεν ἀνεπαρκεστάτη εἰς τὴν ἐκδίκασιν τῆς ἀξίας τῶν κτημάτων.
§115Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Ἡ διάταξις, ἡ ἐπαναστατική, ἡ ὁποία ἐπανελήφθη εἰς τὸ ἄρθρον 19, ἐπέτρεψε τὴν ἀφαίρεσιν τῆς ἰδιοκτησίας ἄνευ ἀποζημιώσεως.
§116Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἄνευ προηγουμένης ἀποζημιώσεως.
§117Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Ὁ ἀγροτικὸς νόμος ἐφηρμόσθη πανταχοῦ τῆς Ἑλλάδος. Θὰ ἔχωμεν ἄλλην ἐφαρμογὴν τοῦ ἀγροτικοῦ νόμου καὶ ἀφαίρεσιν τῆς ἰδιοκτησίας εἰς τὸ μέλλον; Δὲν ὑπάρχουν χρήματα;
§118Σ. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΟΣ. Θὰ ἔχωμεν βεβαίως. Ὑπάρχουν βεβαίως. Ὑπάρχουν ἀκόμη κτήματα. Ἐδημιουργήθη δὲ τὸ ἑξῆς ἄτοπον. Ἕν κτῆμα εἶχε τὴν τύχην νὰ ἀπαλλοτριωθῇ καὶ ἀμέσως νὰ ἐκτιμηθῇ ἀπὸ τὸν γεωπόνον καὶ ἀπὸ τὴν κατὰ νόμον ἐκτιμητικὴν Ἐπιτροπήν, ὥστε νὰ δοθῇ εἰς τὸν ἰδιοκτήτην τὸ ἀνάλογον μέρος τῶν ὁμολογιῶν του. Ἕν ἄλλο παρακείμενον κτῆμα δὲν εἶχε τὴν αὐτὴν τύχην, διότι ἔτυχε νὰ ἔχῃ μετατεθῆ ὁ δικαστὴς ἢ διότι δὲν ηὐκαίρει ἢ διότι ἠσθένησε. Καὶ οὕτως ἐδόθη ἡ νομὴ διὰ τὸ κτῆμα αὐτὸ χωρὶς νὰ γίνῃ ἀποζημίωσις εἰς τὸν ἰδιοκτήτην καὶ φθάνομεν εἰς τὸ συμπέρασμα νὰ ἔχωμεν τὴν ἐποχὴν τοῦ θερισμοῦ τὸ μὲν ἓν κτῆμα νὰ τὸ καταλαμβάνωσιν οἱ χωρικοὶ καὶ νὰ λαμβάνωσι καὶ τὸν καρπόν, εἰς δὲ τὸ γειτονικὸν οἱ χωρικοὶ νὰ πληρώνουν τὸ γαιόμορον εἰς τὸν ἰδιοκτήτην. Αἱ διάφοροι μεταβολαὶ αἱ ὁποῖαι ἐπῆλθον εἰς τὰς ὑπηρεσίας καὶ αἱ κρατικαὶ ἐν γένει ἀνωμαλίαι ἐδημιούργησαν μίαν κατάστασιν ποὺ δὲν ἠδύναντο νὰ ἐκδικασθοῦν ὅλα τὰ κτήματα. Καὶ εἴχομεν μίαν ἀναρχίαν, οὕτως εἰπεῖν, κρατικήν. Ὁ εἷς ἔλεγε· διατί ἐγὼ νὰ εἶμαι κολλῆγος ἐνῷ ἐσὺ δὲν εἶσαι καὶ διατί καὶ διατί. Οὕτως ἐδημιουργήθη μία κατάστασις ἐντελῶς ἀφόρητος. Ἰδοὺ ποία ὑπῆρξεν ἡ δικαιολογία τοῦ νομοθέτου, ὁ ὁποῖος κατήργησε τὴν συνταγματικὴν διάταξιν τῆς προηγουμένης ἀποζημιώσεως ἐξαιρετικῶς διὰ τὰ ἀγροκτήματα. Ὁ ἐπαναστατικὸς νομοθέτης εἴτε καλῶς εἴτε κακῶς ἂν εἶχε γίνει ἡ ἐκτίμησις ἢ δὲν ἔγινε, τὴν ἔδιδε τὴν νομὴν εἰς τὸν ὑπὲρ οὗ ἀπηλλοτριώθη. Καὶ σήμερον ἐπὶ τῇ βάσει τῶν δικαιωμάτων τῆς ἀπαλλοτριώσεως ἔχουσι παραδοθῆ χιλιάδες ἑκατοντάδες κτημάτων καὶ πληρώνουσιν οἱ γεωργοὶ ἀντὶ μισθώματος ὡρισμένον ποσοστὸν ἐπὶ τῆς ἀξίας τοῦ κτήματος, ἡ ὁποία ὡρίσθη προσωπικῶς μέχρι τῆς ἡμέρας τῆς ὁριστικῆς ἐκδικάσεως. Οἱ χωρικοὶ διένειμον τὰ κτήματα προσωρινῶς, ἔσπειραν, ἔκαμαν ἔργα, ἔκαμαν κτηνοτροφικὰς ἐγκαταστάσεις ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἐφαρμογῆς τῆς διατάξεως ταύτης. Τώρα λέγετε ἂν δὲν δεχθῶμεν τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον εἰς τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπὴν νὰ τοὺς πάρωμεν αὐτοὺς τοὺς χωρικοὺς καὶ νὰ τοὺς πετάξωμεν ἔξω ἀπὸ τὰ κτήματα, ἀφοῦ ἐπὶ 3 ἢ 4 ἔτη εἶναι μέσα ἐγκατεστημένοι Δίδω πολλὰ ἀγροκτήματα τοιαῦτα παραδοθέντα εἰς αὐτοὺς καὶ τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουν ἐκδικασθῆ ἀκόμη.
§119Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Δὲν θὰ ἀρχίσῃ ἰσχύουσα ἡ διάταξις αὐτὴ ἀπὸ ἀπόψε, ἀλλὰ θὰ ἀρχίσῃ ὅταν ψηφισθῆ ὁλόκληρον τὸ Σύνταγμα.
§120Σ. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΟΣ. Ἂν δὲν ἰσχύσῃ σήμερον, θὰ ἰσχύσῃ μετὰ τρεῖς μῆνας. Ἀλλὰ θὰ ἔχωμεν καὶ τότε ἀνατροπάς Ἐγὼ ὑπέβαλον τὴν τροπολογίαν ταύτην ὅπως γίνῃ ἰδιαιτέρα παράγραφος τοῦ ἄρθρου 19. Ἡ ἐξαιρετικὴ ἀπαγορευτικὴ διάταξις πρέπει νὰ τεθῇ εἰς τὸ Σύνταγμα. Φρονῶ δὲ καὶ ἐγὼ ὡς καὶ τὸ Κόμμα τῶν Ἐλευθεροφρόνων ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἰσχύσῃ ἐπ’ ἄπειρον, ἀλλ’ ἐπὶ 4–5 ἔτη. Δὲν τὴν ἐθέσαμεν ἀπόλυτον νὰ ἰσχύῃ ἐπ’ ἄπειρον, ἀλλ’ ἐθέσαμεν ἓν ὅριον 5 ἐτῶν ἀπὸ τῆς ἰσχύος τοῦ Συντάγματος. Τὸ ὅριον τὸ ὁποῖον ἐθέσαμεν τῶν 5 ἐτῶν ἀναγνωρίζει ὅτι ἡ διάταξις αὕτη ἡ συνταγματικὴ εἶναι ἐντελῶς ἀντικειμενικὴ πρὸς τὴν βάσιν τοῦ ἄρθρου 19, τὸ ὁποῖον προστατεύει τὴν ἰδιοκτησίαν καὶ ἡ ὁποία θὰ ἰσχύῃ μεταβατικῶς διὰ 5 ἔτη. Αὐτὰ εἶχον νὰ εἴπω καὶ λέγω ὅτι ἐτήρησα τὴν μέσην ὁδὸν εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἰδιοκτησίας.
§121ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Μέρος ἔχει τὸν λόγον.
§122Α. ΜΕΡΟΣ. Τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας, ὅπως καὶ ἡ μορφὴ αὐτῆς, δὲν ὑπῆρξε, διὰ μέσου τῶν αἰώνων, κάτι τὸ πάγιον καὶ ἀναλλοίωτον. Ὑπέστη τροποποιήσεις καὶ ἐπέρασεν ἀπὸ διαφόρους σταθμοὺς μέχρις ὅτους λάβῃ τὴν σημερινὴν ἐμφάνισιν. Ἡ ἰδιοκτησία, ὡς γνωστόν, ἦτο μετὰ τοὺς πρώτους χρόνους κοινὴ κατὰ φυλάς, κατόπιν κοινὴ κατὰ γένη, κοινὴ ἔπειτα κατὰ οἰκογενείας, ὑπήχθη μετ’ αὐτὸ εἰς τὸ φεουδαλικὸν σύστημα καὶ ἔφθασεν εἰς τὸν τωρινόν της σταθμόν, τῆς ἀτομικῆς ἐλευθέρας ἰδιοκτησίας. Καὶ αἱ μεταβολαὶ αὐταὶ δὲν ἐγένοντο τυχαίως, ἀλλ’ ἦσαν τὸ ἀποτέλεσμα ἰσχυρῶν οἰκονομικῶν καὶ πολιτικῶν αἰτίων. Καὶ ὅταν αὐτὰ εἶναι δεδομένα, οἱ παλαίοντες νὰ κατοχυρώσουν τὴν ἰδιοκτησίαν καὶ νὰ τὴν περιφρουρήσουν δι’ αὐστηρῶν συνταγματικῶν διατάξεων, δὲν ὑψώνουν, ὡς φαντάζονται, προστατευτικοὺς φραγμοὺς ἀκλονήτους καὶ ἀμεταθέτους. Διότι ἂν τυχὸν δημιουργηθοῦν κοινωνικοὶ ὅροι τοιοῦτοι, ὥστε νὰ ἐπιβάλλεται νὰ θιγῇ ἡ ἰδιοκτησία, τίποτε δὲν θὰ ἐμποδίσῃ τοῦτο. Αἱ συνταγματικαὶ διατάξεις εἰς οὐδὲν ἔχουν νὰ ὠφελήσουν. Τουναντίον ὅσον ὀλιγώτερον ἐλαστικαὶ εἶναι, τόσον εὐκολώτερον καὶ ταχύτερον θὰ ἀνατραποῦν. Αὐτὴ εἶναι ἡ πραγματικότης καὶ εἶναι σφάλμα νὰ μὴ τὴν προσέχωμεν. Καὶ τώρα εἰς τὸ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρον τοῦ Συντάγματος. Ἀφορᾷ τοῦτο τὴν ἰδιοκτησίαν, αἱ δὲ ἐκτεθεῖσαι ἀντιλήψεις ἀπὸ τοὺς προηγουμένως ὁμιλήσαντας ἐστράφησαν περισσότερον εἰς τὴν ἔγγειον ἰδιοκτησίαν καὶ εἰδικώτερον εἰς τὴν ἀπαλλοτριωθεῖσαν ἢ εὑρισκομένην ὑπὸ ἀπαλλοτρίωσιν τοιαύτην. Καὶ πράγματι τὸ ἄρθρον 19 εἶναι αὐτὸ τοῦτο τὸ ἀγροτικὸν ζήτημα. Παραδόξως ὅμως, ἐνῷ τὸ ἄρθρον αὐτὸ ἐθεσπίσθη ὡς ἔχει, κατὰ τὸ 1911 διὰ νὰ ὑπηρετήσῃ μίαν κοινωνικὴν ἀνάγκην, ἤδη, μετὰ παρέλευσιν δεκαπενταετίας, κατὰ τὸ διάστημα τῆς ὁποίας τόσα διεδραματίσθησαν καὶ ἄνεμοι περισσοτέρου φιλελευθερισμοῦ πνέουν, ζητεῖται νὰ τροποποιηθῇ ἐπὶ τὸ συντηρητικώτερον. Ζητεῖται δηλαδὴ νὰ ὀπισθοδρομήσωμεν καὶ ὄχι νὰ συγχρονισθῶμεν. Νὰ κατοχυρώσωμεν τὴν ἰδιοκτησίαν, ἰδοὺ τὸ κήρυγμα τῶν ἀπολογητῶν της, προθύμων νὰ ὀμώσουν εἰς τὴν ἱερότητά της. Ἀλλὰ σᾶς ἐρωτῶ· εἶναι—ἂς ἀντλήσω πρῶτον παραδείγματα ἀπὸ τὴν σημερινὴν ἐποχὴν—εἶναι, λέγω, ἱερὰ ἡ ἰδιοκτησία, ἡ σχηματισθεῖσα διὰ τοῦ συναλλάγματος, τῶν καταχρήσεων, τῶν ἁμαρτωλῶν προμηθειῶν καὶ τῶν ἀνηθίκων συμβάσεων; Καὶ τώρα ποῦ εἶναι ἡ ἱερότης τῆς ἰδιοκτησίας τοῦ τσιφλικίου ὅταν τοῦτο, λείψανον τοῦ φεουδαλισμοῦ, ὑπῆρξεν, ὡς γνωστόν, προϊὸν τῆς βίας, τῆς ἁρπαγῆς, τῆς ἀδικίας ἐν γένει; Αὐτὴν τὴν ἰδιοκτησίαν, δηλαδὴ τὴν ἀδικίαν, θέλετε νὰ κατοχυρώσητε; Ἀλλὰ τὰ πράγματα εἶναι ἰσχυρότερα τῶν συνταγματικῶν διατάξεων καὶ ἔχω πάλιν νὰ τονίσω, ὅτι οἱ ἀγωνιζόμενοι διὰ συντηρητικωτέραν διατύπωσιν, χωρὶς νὰ τὸ ἐννοοῦν, παρασκευάζουν ἀποτελέσματα, ἐντελῶς ἀντίθετα τῶν ὅσων ἐπιδιώκουν. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, εἶναι καταφανὴς ἡ ὑπονόμευσις, ἥτις ἀποσκοπεῖται, εἰς τὸ ἔργον τῆς ἀποκαταστάσεως τῶν ἀκτημόνων γεωργῶν, τὸ ἔργον αὐτό, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ τιμητικωτέραν πρᾶξιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους. Δι’ αὐτήν, μὲ ὅλας τὰς ἀτελείας της, δικαιοῦται τὸ σύγχρονον Κράτος νὰ ὑπερηφανεύεται καθόσον ἔκαμε νὰ ἐξαρθῇ ἡ ἠθικὴ καὶ ἐκπολιτιστική του ὑπόστασις. Ἴσως νὰ ὑπάρχουν οἱ φρονοῦντες ὅτι ἐπροχωρήσαμεν πολύ. Ἀλλὰ δὲν παρακολουθοῦν, φαίνεται, τὰ συμβαίνοντα πέραν ἡμῶν, μᾶλλον δὲν θέλουν νὰ τὰ θέτουν ὑπ’ ὄψιν των καὶ ἀγνοοῦν ἀναφορικῶς μὲ τὸ Ἑλληνικὸν ἀγροτικὸν ζήτημα ὅτι τοῦτο εἶναι παλαιότερον ἀπὸ ὅ,τι νομίζεται, δημιουργηθὲν εὐθὺς μετὰ τὴν ἐπανάστασιν τοῦ 1821, ὁπότε, ἐκτοπισθέντων τῶν Τούρκων, τὰ τσιφλίκια, τὰ ὁποῖα ἐνέμοντο αὐτοί, κατέστησαν, ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον, γαῖαι ἐθνικαί, τῶν ὁποίων ἔκτοτε ἐζητήθη ἡ διανομή. Πρῶτος τότε ὁ Ν. Φλογαΐτης, πατὴρ τοῦ νομοδιδασκάλου Φλογαΐτου, ἐγένετο ἀπόστολος τῆς ἀποκαταστάσεως τῶν ἀγροτῶν, οἵτινες εἶχον ἀγωνισθῆ διὰ τὴν ἀπελευθέρωσιν. Εἰς τὴν «Γενικὴν Ἐφημερίδα τῆς Ἑλλάδος» (1826) ἐδημοσιεύθη πρόγραμμα αὐτοῦ περὶ διανομῆς τῶν τσιφλικίων μὲ δόσεις, ὅμοιον σχεδὸν αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον, ματαιωθείσης τότε τῆς ἀπαλλοτριώσεως λόγῳ τῆς ἐπιρροῆς τοῦ κοτσαμπασισμοῦ, ἐφηρμόσθη τὸ 1920 καὶ ἐντεῦθεν. Θὰ ἦτο στίγμα καὶ ἀναχρονισμὸς νὰ ὑπονομευθῇ τὸ ἔργον αὐτό. Στίγμα διὰ τὸν κρατικόν μας πολιτισμόν. Στίγμα διὰ τὴν Βουλήν, ἥτις θὰ τὸ ἐδέχετο, στίγμα διὰ τὴν ἐποχήν μας. Ἀλλὰ θὰ εἴπητε· οὐδεὶς ὡμίλησεν ὅπως ἀφαιρεθῶσιν αἱ γαῖαι ἀπὸ τοὺς ἀποκατασταθέντας καλλιεργητάς. Ἀληθὲς αὐτό. Ἀλλὰ διὰ τῆς ἐπιζητουμένης αὐξήσεως τῶν τιμῶν ἀπαλλοτριώσεων καὶ διὰ τῆς ἄλλης διατάξεως περὶ «τακτικῶν δικαστηρίων» διὰ τὸν καθορισμὸν τῆς ἀποζημιώσεως, ἐὰν ἤθελον γίνῃ δεκτὰ τὰ προτεινόμενα, ποῖον φαντάζεσθε θὰ ἦτο τὸ ἀποτέλεσμα; Ἢ ἀκριβέστερον τί νομίζετε ὅτι ἐπιδιώκεται; Ἰδού: ἢ νὰ συνεχίσῃ ὁ χωρικὸς τὴν δουλειάν του, δουλεύων τώρα νὰ πληρώνῃ εἰς χρῆμα καὶ ὄχι ὅπως πρὶν εἰς εἶδος ἢ ἀποκάμνων ἀπὸ τὴν ἀπεχθεστέραν αὐτὴν δουλείαν, νὰ ἐγκαταλείψῃ τὸ δοθὲν εἰς αὐτὸν τεμάχιον γῆς καὶ νὰ ὀνασχηματισθῇ οὕτω τὸ τσιφλίκι. Πρὸς τοῦτο ὑπάρχει πρόθεσις καὶ διὰ νὰ εὐοδωθῇ αὕτη ἐγένοντο αἱ ἀναφερθεῖσαι προτάσεις τροπολογίας τοῦ περὶ ἰδιοκτησίας ἄρθρου τοῦ Συντάγματος. Ἄς ἀναλύσωμεν τώρα τὰς προτεινομένας τροπολογίας. Ζητοῦν νὰ θεσπισθῇ διὰ τὰς ἀπαλλοτριώσεις δημοσίας ἀνάγκης ἢ ὠφελείας, ἡ πλήρης ἀποζημίωσις. Καὶ ἐννοοῦν μὲ τοῦτο νὰ πληρωθοῦν εἰς χρυσὸν τὰ ἀπαλλοτριωθέντα τσιφλίκια, ὑπὸ τὸ ἐπιχείρημα ὅτι εἰς τὸ μεταξὺ ἔπεσεν ἡ ἀξία τῆς δραχμῆς, τὰ δὲ κτήματα ἐδόθησαν εἰς προπολεμικὰς τιμάς. Ἐν πρώτοις δὲν εἶναι ἀκριβὲς ὅτι αἱ ἀπαλλοτριώσεις, ἐν Θεσσαλίᾳ τουλάχιστον, πλὴν ἐξαιρέσεων, μετρουμένων εἰς τὰ δάκτυλα τῆς μιᾶς χειρός, ἐγένοντο εἰς προπολεμικὰς τιμάς. Προπολεμικῶς αἱ τιμαὶ ἐκεῖ ἦσαν 11 ἕως 25 δραχμαὶ τὸ στρέμμα κατὰ μέσον ὅρον διὰ τὰς κοινὰς γαίας, ὡς ἀποδεικνύεται καὶ ἀπὸ ὑπάρχοντα συμβόλαια. Καὶ ἦσαν μικραὶ αἱ τιμαὶ λόγῳ τῆς πενιχρᾶς ἀποδόσεως τῶν καλλιεργειῶν, γνωστοῦ ὄντος ὅτι τὰ σιτηρὰ ἐν Θεσσαλίᾳ, ὑπὸ εὐνοϊκὰς συνθήκας, μόλις δίδουν τὸ 6. Ὑπὸ δυσμενεῖς καιρικοὺς καὶ ἄλλους ὅρους ἡ ἀπόδοσις εἶναι τὸ 1,2 ἢ τὸ 1.3, ὡς ἦτο κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος εἰς πολλὰ σημεῖα τῆς πεδιάδος τῆς Λαρίσσης, ἐξ οὗ καὶ ἡ μεγάλη ἐκεῖ δυσπραγία τοῦ ἀγροτικοῦ κόσμου. Καὶ ἐνῷ προπολεμικῶς αὐταὶ ἦσαν αἱ τιμαί, αἱ ἀποφάσεις διὰ τὰς ἀπαλλοτριώσεις ὥρισαν ἀποζημιώσεις κατὰ μέσον ὅρον δραχμὰς 50 ἕως 200 τὸ στρέμμα, πλὴν ὀλίγων ἐξαιρέσεων μὲ κατώτερα ὅρια καὶ μερικῶν μὲ ἀνώτερα. Σημειωτέον ὅτι εἰς τὰς τιμὰς ταύτας προστίθεται καὶ αὔξησις 50%, διδομένη εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας ὑπὸ τοῦ Κράτους, ἀναγνωρίσαντος ὅταν πρό τινος ἐλάμβανε τὴν ἀπόφασιν ταύτην, ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ ἀνθέξουν οἱ χωρικοὶ εἰς ἄλλην ἐπιβάρυνσιν. Ὑπερέβησαν λοιπὸν πολὺ αἱ ἀποφάσεις τὰ προπολεμικὰ τῶν τιμῶν ὅρια. Δὲν εἶναι δὲ ἐπιτετραμμένη ἐπιβάρυνσις τῶν χωρικῶν, διότι δὲν θὰ ὑπάρξῃ δυνατότης νὰ ὀρθοποδήσουν, πολὺ δὲ περισσότερον, διότι εἰς πολλοὺς ἐξ αὐτῶν ὁ δοθεὶς κλῆρος εἶναι ἀνεπαρκής. Δὲν ἐπαρκεῖ ὄχι διὰ καταβολὴν τοκοχρεωλυσίων, ἀλλ’ οὔτε διὰ τὴν συντήρησιν τῆς μοχθούσης γεωργικῆς οἰκογενείας. Ἀλλὰ τὸ συνάλαγμα, ἡ πτῶσις τῆς δραχμῆς; Ἀνάγκη σχετικῶς νὰ ὑπομνησθῇ ὅτι οἱ χωρικοί, μὴ ὄντες εἰς θέσιν νὰ ἐξοφλήσουν ἀμέσως, θὰ καταβάλουν τὸ τίμημα εἰς εἴκοσιν ἐτησίας δόσεις. Εἴκοσι χρόνια θὰ ἀπαιτηθοῦν διὰ τὴν πληρωμήν. Ποῖος ὅμως δύναται νὰ προβλέψῃ κατ’ αὐτὰ τὴν συναλλαγματικὴν κατάστασιν; Ἐὰν ἡ δραχμὴ ἐπανακτήσῃ τὴν ἀξίαν αὑτῆς θὰ εἶναι ἐν πλάνῃ οἱ φανταζόμενοι ὅτι θὰ δυνηθοῦν καὶ μὲ τὰς σημερινὰς τιμὰς νὰ πληρώσουν οἱ χωρικοί. Ἀλλὰ δέχομαι ὅτι ἐπὶ τοῦ παρόντος εὐνοοῦνται οἱ ἀποκατασταθέντες ἀγρόται ἀπὸ τὴν πτῶσιν τῆς δραχμῆς ὡς πρὸς τὰς δόσεις διὰ τοὺς κλήρους των, ἂς ἴδωμεν πόσον ὠφελήθησαν οἱ τσιφλικιοῦχοι. Οἱ πλεῖστοι ἐξ αὐτῶν ἦσαν κατάχρεοι, ὤφειλον πρὸ τοῦ 1920 εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν καὶ εἰς ἄλλα πιστωτικὰ ἱδρύματα μεγάλα ποσά, εἰς χρυσᾶς δραχμάς. Ἐρωτῶμεν τώρα· ἔκαμον τὴν ἐξόφλησιν εἰς χρυσᾶς δραχμὰς ἢ εἰς χαρτίνας, ἀντιστοιχούσας μὲ πεντάλεπτα χρυσᾶ; Ἐξώφλησαν μὲ πεντάλεπτα, ὠφεληθέντες σημαντικώτατα. Καὶ οἱ ἀτυχεῖς κάτοχοι χαρτονομισμάτων, οἱ ἔχοντες καταθέσεις εἰς τὰς Τραπέζας, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ ὁ κόσμος τῆς σκληρᾶς βιοπάλης, ὁ κόπτων τὸ ψωμί του διὰ νὰ ἔχῃ μίαν μικρὰν οἰκονομίαν, δι’ ὥραν ἀπολύτου ἀνάγκης, ἀσθενείας, ἀτυχήματος κλπ., τί ὑπέστησαν αὐτοὶ ἐκ τῆς ὑποτιμήσεως τῆς δραχμῆς; Εἶδον ἐν συντριβῇ ἐξατμιζόμενον τὸν ἱδρῶτά των. Ποῖος θὰ ἀποζημιώσῃ αὐτούς; Διατί δὲν τοὺς ἀποζημιώνει τὸ Κράτος, τὸ ὁποῖον ἔχει ἐγγυηθῆ διὰ τὴν ἀξίαν τοῦ ἐκμηδενισθέντος χαρτονομίσματος; Οἱ κύριοι ὅμως τσιφλικιοῦχοι θέλουν διττῶς νὰ ἐπωφεληθοῦν ἀπὸ τὴν πτῶσιν τῆς δραχμῆς. Καὶ ἐπὶ πλέον καὶ ἀπὸ τὴν ὑπεραξίαν τῶν ἐκτάσεων ποὺ ἀπέμειναν εἰς αὐτούς, ἐκτάσεων ὑπερτιμηθεισῶν ὑπερβολικά. Καὶ ἐρχόμεθα τώρα εἰς τὴν ἄλλην πρότασιν, τὴν πρότασιν ὅπως ἡ ἀποζημίωσις ὁρίζηται ὑπὸ τῶν τακτικῶν δικαστηρίων. Μέχρι τοῦδε διὰ τῆς ἀπαλλοτριώσεως τῶν τσιφλικίων τὴν ἀποζημίωσιν ὁρίζει ἡ Ἐπιτροπὴ Ἀπαλλοτριώσεων, ἥτις ἔχει συσταθῆ εἰς τὴν περιφέρειαν ἑκάστου Πρωτοδικείου καὶ ἡ ὁποία ἀποτελεῖται ἀπὸ τὸν πρόεδρον τῶν Πρωτοδικῶν ἢ ἄλλον πρωτοδίκην ὡς πρόεδρον καὶ δύο δημοσίους ὑπαλλήλους, ἐκ τῶν ὁποίων ὁ εἷς τοὐλάχιστον γεωπόνος. Ὁριστικῶς καὶ ἀμετακλήτως περὶ τῆς καταβλητέας εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας ἀποζημιώσεως ἀποφαίνεται τὸ Πρωτοδικεῖον. Ἤδη διὰ τῆς προτάσεως, ὅπως τὴν ἀποζημίωσιν ὁρίζουν τὰ τακτικὰ δικαστήρια, ἐπιζητεῖται ἡ προσφυγὴ εἰς τὰ Ἐφετεῖα καὶ τὸν Ἄρειον Πάγον, μετὰ τὴν ὁριστικὴν δὲ ἀπόφασιν αὐτοῦ νὰ παραδίδεται τὸ κτῆμα εἰς τοὺς χωρικούς. Δηλαδὴ ἐπιδιώκεται πολύπλοκος, μακροχρόνιος καὶ δαπανηροτάτη διαδικασία, ἰσοδυναμοῦσα μὲ ἐμπαιγμὸν καὶ κατεξάντλησιν τῶν ἀναμενόντων ἀποκατάστασιν. Εὐνόητον ὅτι διὰ τῶν συνταγματικῶν αὐτῶν τροπολογιῶν, ἐὰν ἐθεσπίζοντο, θὰ κατεβάλλετο προσπάθεια νὰ περιπλακοῦν εἰς ἀτελευτήτους δικαστικοὺς ἀγῶνας καὶ οἱ λαβόντες μέχρι σήμερον κλῆρον. Καὶ θὰ καθίστατο οὕτω φοβερὰ πληγὴ ἡ δῆθεν ἀποκατάστασίς των. Ἀλλὰ θὰ ἦτο τερατωδῶς ἐγκληματικὸν νὰ ρίψωμεν εἰς τὸν δρόμον τοῦ δικηγορισμοῦ καὶ τῶν δικαστικῶν ἀγώνων τοὺς συνεταιρισμοὺς ἀποκαταστάσεως, διὰ νὰ τοὺς κατεξαντλήσωμεν, εἰς στιγμὴν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐνδείκνυται πᾶσα πρὸς αὐτοὺς ἐνίσχυσις, ἵνα δυνηθοῦν νὰ ὀργανώσουν τὴν παραγωγήν. Ἠρώτησεν εἷς τῶν κ. κ. βουλευτῶν ἐὰν μὲ τὴν ἀπαλλοτρίωσιν καὶ τὴν ἀποκατάστασιν τῶν ἀκτημόνων ηὔξησεν ἡ παραγωγή. Ἀπαντῶ: Θαύματα δὲν ἠδύναντο νὰ γίνουν ἀπ’ ἀρχῆς, πολὺ δὲ περισσότερον, διότι δὲν ἐνισχύθησαν ὑπὸ οἰκονομικὴν ἔποψιν ἐπαρκῶς οἱ συνεταιρισμοὶ καὶ πρὸ παντός, διότι δὲν ἐγένετο, ἐξ ὑπαιτιότητος τοῦ Κράτους, ὁ ὁριστικὸς διαχωρισμὸς τῶν κλήρων, ὥστε ἕκαστος καλλιεργητὴς νὰ κατέχῃ καὶ καλλιεργῇ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ τῷ ἀνήκῃ καὶ εἰς τὸ μέλλον. Ἐὰν ἐγίνετο ὁ διαχωρισμὸς αὐτός, ὁ χωρικὸς θὰ ἐπεμελεῖτο περισσότερον τὸν κλῆρόν του, θὰ ἐφρόντιζε διὰ λίπανσιν, διὰ μικρὰ ἀποστραγγιστικὰ ἔργα, ἐφόσον παρίστατο ἀνάγκη τοιούτων, θὰ ἐμερίμνα διὰ τὴν φύτευσιν δένδρων καὶ δι’ ἄλλο, ὅ,τι θὰ τῷ ὑπηγόρευεν ἡ ἀγάπη πρὸς τὴν γῆν καὶ ἡ ἐξυπηρέτησις τοῦ συμφέροντός του. Σήμερον ὅμως, μὴ γενομένου ἀκόμη τοῦ διαχωρισμοῦ, ὁ δεσμὸς μὲ τὸ κομμάτι τῆς γῆς, τὸ ὁποῖον καλλιεργεῖ, δὲν εἶναι τόσον στενός, ὅσον θὰ δημιουργηθῇ αὔριον. Ἐν τούτοις ἡ ἐργατικότης τῶν χωρικῶν ηὔξησε καὶ εἰς τὰ κτήματα, τὰ ὁποῖα διενεμήθησαν πρῶτα εἴχομεν καὶ αἰσθητὴν τῆς παραγωγῆς αὔξησιν, ὡς βεβαιοῦν καὶ ἐκθέσεις γεωπόνων. Ἀλλὰ σκοπὸς τῆς ἀγροτικῆς μεταρρυθμίσεως δὲν εἶναι μόνον ἡ αὔξησις τῆς παραγωγῆς. Ἦτο καὶ εἶναι ἡ ἀπόδοσις δικαιοσύνης πρὸς τοὺς ἀτυχεῖς πρὶν δουλοπαροίκους, οἵτινες ἐκληρονόμησαν τὴν δουλείαν μὲ τὸ φεουδαλικὸν σύστημα, ἦτο καὶ εἶναι ἡ προαγωγὴ τοῦ πολιτισμοῦ τῆς Χώρας αὐτῆς. Διότι ἀποτελεῖ αἶσχος νὰ ὑπάρχουν εἰς τὸν αἰῶνα αὐτὸν δοῦλοι, δοῦλοι μέχρι τοῦ σημείου νὰ στεροῦνται καὶ τὴν χαρὰν τοῦ ἡλιακοῦ φωτὸς μέσα εἰς τὰς καλύβας των. Αἱ ἀγροτικαὶ τρῶγλαι δὲν εἶχον παράθυρα, αἱ δὲ θύραι ἦσαν τόσον μικραί, ὥστε οἱ εἰσερχόμενοι νὰ ἀναγκάζωνται νὰ κύπτουν. Ἔσκυβαν σωματικῶς καὶ ἐσυνήθιζον νὰ σκύβουν καὶ ψυχικῶς. Ἀλλὰ μετὰ μακρὰν δουλείαν, μίαν ἡμέραν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐφωτίσθη κάπως ἡ ἀγροτικὴ ψυχή, ἀπέβαλε τὸν λήθαργον, ἀπέκτησε συνείδησιν τῆς ἀθλιότητος τοῦ ἀγρότου καὶ τῆς ἐκμεταλλεύσεως, τῆς ὁποίας ἦτο θῦμα καὶ ἐξηγέρθη τὴν ὡραιοτέραν τῆς ἐξέγερσιν. Ὁ ἀγών της, ἀγὼν καθηγιασμένος καὶ μὲ τὸ αἷμα τῶν φονευθέντων πρὸ τῆς Λαρίσσης χωρικῶν, ἔκαμε νὰ ἐπιβληθοῦν τὰ ἀγροτικὰ δίκαια, τὰ ἰδανικὰ τῆς δουλευούσης ἀγροτικῆς τάξεως. Καὶ εἶναι νωπὰ σχεδὸν ἀκόμη τὰ γεγονότα. Καὶ ὅμως ἀποτολμᾶται ἡ σκέψις νὰ σφυρηλατηθοῦν πάλιν τὰ ἀποτρόπαια δεσμὰ μιᾶς νέας ἀγροτικῆς δουλείας διὰ νὰ ἐξασφαλισθῇ ἡ ἐν χλιδῇ ζωὴ τῶν τσιφλικιούχων. Ἐναντίον τῆς ἀνιέρου αὐτῆς σκέψεως διαμαρτυρόμεθα ἡμεῖς, οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ ἀγροτισμοῦ. Εἴμεθα μονάδες, ἀλλ’ ἐκπροσωποῦμεν τὸ γνήσιον φρόνημα τοῦ πολυπληθοῦς ἀγροτικοῦ στοιχείου. Καὶ ἐν ὀνόματι αὐτοῦ διακηρύσσομεν ὅτι ὁ ἀγροτικὸς κόσμος δὲν εἶναι διατεθειμένος νὰ ἀνεχθῇ τὴν πραγματοποίησιν τῶν ὅσων σχεδιάζονται. Παλαίσας νὰ θέσῃ τὰς βάσεις μιᾶς οἰκονομικῆς βάσεως, εἰς τὴν ὁποίαν νὰ στηρίξῃ τὸν ἐκπολιτισμὸν τοῦ χωρίου, ἀρχίσαντα ἤδη μὲ τὴν βελτίωσιν τῶν κατοικιῶν καὶ τὴν εἰσαγωγὴν μέσων ἀνθρωπινοτέρας ζωῆς, δὲν θὰ ἀφίσῃ νὰ διακοπῇ ἡ προοδευτικὴ αὐτὴ ἐξέλιξις. Γνωρίζει πλέον ὁ ἀγροτικὸς πληθυσμὸς τί εἰσφέρει εἰς τὴν Κοινωνίαν καὶ πόσα κρατικὰ βαστάζει βάρη, βάρη φορολογιῶν, στρατεύσεων, ἐπιτάξεων κλπ., γνωρίζων δὲ αὐτά, ἔχει ἀξιώσεις περὶ καλυτέρας τύχης καὶ δὲν φαντάζεται ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Συνέλευσις τῆς ἐποχῆς αὐτῆς θὰ σκεφθῇ καὶ ἀποφασίσῃ διαφορετικά. Χάριν χιλίων περίπου τσιφλικιούχων δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ παρίδῃ κανεὶς τὸ δίκαιον τῶν ἀποκατασταθέντων χωρικῶν, ὡς καὶ τῶν ἀναμενόντων ἀποκατάστασιν, νὰ παρίδῃ τὸ δίκαιον αὐτῶν καὶ μετ’ αὐτοῦ καὶ τὸ γενικὸν τοῦ Τόπου συμφέρον, τὸ ὁποῖον ἀπαιτεῖ νὰ ἔχωμεν μίαν ἀκμάζουσαν γεωργικὴν τάξιν. Ὅσοι ἐπηρεασμένοι ἀπὸ τὴν μολυσμένην ἀτμόσφαιραν τῶν Ἀθηνῶν ἐμφοροῦνται ἀπὸ ἀλλοίας ἀντιλήψεις, ἂς ἐπικοινωνήσουν μὲ τὴν πέραν τῆς πρωτευούσης Ἑλληνικὴν πραγματικότητα διὰ νὰ ἀντιληφθοῦν ἐκεῖ τὴν θέσιν καὶ τὴν χρησιμότητα τοῦ ἀγροτικοῦ στοιχείου. Ἂν λάβουν τὸν κόπον αὐτόν, θὰ ἐπανέλθουν, ἂν δὲν εἶναι πωρωμένοι μὲ τὴν ψυχὴν γεμάτην ἀπὸ στοργὴν πρὸς τὸν ἀγρότην. Μακρὰν λοιπὸν ἀπὸ τὴν Βουλὴν ἡ σκέψις νὰ θέσῃ ἐμπόδια εἰς τὴν ἀγροτικήν μας ἀνάπτυξιν, τὸν ἀρξάμενον ἀγροτικόν μας πολιτισμόν. Ἀνακεφαλαιώνοντες ἤδη τὰ ὅσα ἐξεθέσαμεν εἰς τὴν Βουλήν, τονίζομεν ὅτι ἡ ἀγροτικὴ μεταρρύθμισις ἀποτελεῖ τὴν τιμητικωτέραν πρᾶξιν τοῦ Κράτους μας καὶ ὅτι πρέπει νὰ συμπληρωθῇ, θεσπιζομένων διατάξεων, αἱ ὁποῖαι νὰ διευκολύνουν τὸ ἔργον τῆς ἀποκαταστάσεως τῶν ἀκτημόνων. Ἀποκρούομεν τὰς προτεινομένας συνταγματικὰς τροπολογίας περὶ πλήρους ἀποζημιώσεως καὶ τακτικῶν δικαστηρίων. Ἀποκρούομεν ἐπίσης οἱανδήποτε αὔξησιν τῆς τιμῆς τῶν τσιφλικίων, εἴτε εἰς βάρος τῶν ἀγροτῶν, εἴτε εἰς βάρος τοῦ Κράτους. Δεχόμεθα τὴν προτεινομένην νὰ προστεθῇ διάταξιν καθ’ ἣν ἡ «ἰδιοκτησία ὑποχρεώνει» καὶ ἐπικροτοῦμεν τὴν ἀντίληψιν καθ’ ἣν ἡ ἰδιοκτησία ἀποτελεῖ κοινωνικὴν λειτουργίαν. Ἄλλωστε ὁ ἀγροτικὸς νόμος, προτρέχων τοῦ Συντάγματος, καθιερώνει τὴν ὑποχρέωσιν τῆς ἰδιοκτησίας, ὁρίζων νὰ κηρύσσηται ἔκπτωτος ὁ κληροῦχος, ὁ μὴ καλλιεργῶν τὸν κλῆρόν του. Ἡ ὑποχρέωσις τῆς ἰδιοκτησίας ὑπάρχει καὶ εἰς ξένα Συντάγματα καὶ διαρκοῦντος μάλιστα τοῦ μεγάλου πολέμου ἐφῃρμόσθη μὲ τὴν ὑποχρεωτικὴν καλλιέργειαν τῶν ἐδαφῶν. Ὅσον δὲ διὰ τὰς ἀπαλλοτριώσεις, τὰ νεώτερα Συντάγματα ξένων Κρατῶν, ὡς τὸ Γερμανικὸν καὶ τὸ Τσεχοσλοβακικόν, ἐπιτρέπουν ταύτας, ὑπαρχούσης δημοσίας ἀνάγκης καὶ ἄνευ ἀποζημιώσεως. Οὐδεὶς συνεπῶς συντρέχει λόγος νὰ φανῶμεν ἡμεῖς συντηρητικώτεροι καὶ ὀπισθοδρομικοὶ καὶ νὰ θελήσωμεν ἕνα κόσμον ὁλόκληρον—μέχρι τῆς στιγμῆς ἡ ἀποκατάστασις εἰς 1400 τσιφλίκια ἀφορᾷ 110 τουλάχιστον χιλιάδας οἰκογενειῶν —νὰ θελήσωμεν, λέγω, νὰ τὸν κάμωμεν νὰ δοκιμάσῃ τὸ αἴσθημα νέας ἀδικίας. Ἄν ὅμως, παρ’ ἐλπίδα, δὲν ἰσχύσῃ τὸ δίκαιον τῆς ἀγροτικῆς τάξεως, δὲν ἰσχύσῃ τὸ γενικὸν τῆς Χώρας συμφέρον καὶ ἐπικρατήσουν εἰς ἐποχήν, ὡς αὐτή, τὴν ὁποίαν διανύομεν, χαρακτηριζομένην ἀπὸ τάσεις λαοκρατισμοῦ καὶ ριοσπαστισμοῦ, ἐὰν ἐπικρατήσουν, λέγω, ἀναχρονιστικαὶ ἀντιλήψεις, σᾶς τὸ τονίζομεν, ὅτι ἡ εὐθύνη τῆς Βουλῆς αὐτῆς, μὲ τὰ συντακτικὰ δικαιώματα, θὰ εἶναι ἱστορική. Σᾶς τονίζομεν αὐτὸ καὶ ἐπικαλούμεθα ὅλην τὴν προσοχὴν τόσον τῆς Βουλῆς ὅσον καὶ τῆς Κυβερνήσεως μεταξὺ τῶν μελῶν τῆς ὁποίας ὑπάρχουν καὶ οἱ θεμελιωταὶ τῆς ἀγροτικῆς μεταρρυθμίσεως. Ὁ ἀγροτικὸς κόσμος, μὲ τὴν βαθεῖαν συναίσθησιν τοῦ δικαίου του, θὰ ἐναντιωθῇ. Καὶ μὲ μίαν νέαν ἐξέγερσιν θὰ προστατεύσῃ ἑαυτὸν καὶ συγχρόνως θὰ προλάβῃ τὸν στιγματισμὸν τοῦ κρατικοῦ καὶ κοινωνικοῦ μας πολιτισμοῦ, τὸν στιγματισμὸν τῆς ἐποχῆς μας. Περὶ τούτου σᾶς προειδοποιοῦμεν μετὰ βεβαιότητος. (Χειροκροτήματα).
§123ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ἵνα ἐπαναληφθῇ αὕτη τὴν 10.30′ μ. μ.
(Ὥρα 9.30′ μ. μ.)
ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΚΟΠΗΝ
(Ὥρα 11 μ. μ.)
§124ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Ὁ κ. Δ. Κατσάνος ἔχει τὸν λόγον.
§125Δ. ΚΑΤΣΑΝΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, δὲν θὰ σᾶς ἀπασχολήσω διὰ θεωριῶν, οὔτε διὰ τῶν συμβαινόντων ἀλλαχοῦ. Θὰ σᾶς ἀπασχολήσω προσαρμοζόμενος ὅσον τὸ δυνατὸν μόνον εἰς τὴν πραγματικότητα. Ἔχομεν ἐνώπιόν μας δύο σταθμούς· ἔχομεν τὸ Σύνταγμα τὸ δημοσιευθὲν κατὰ τὸν Σεπτέμβριον τοῦ 1926, ἔχομεν καὶ τὸ Σύνταγμα τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς. Καὶ εἰς τὸ Σύνταγμα τῆς προηγουμένης Συνελεύσεως καὶ εἰς τὸ Σύνταγμα τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς καὶ εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911 τὸ ἄρθρον περὶ ἰδιοκτησίας ἐμφανίζεται ὁμοιόμορφον. Ἀλλὰ τὸ Σύνταγμα τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς ποικίλεται καὶ ἐπιμηκύνεται διὰ διαφόρων παραγράφων, ἀλλὰ καὶ διά τινος ἄρθρου οὐρανίου, τὸ ὁποῖον ἔρχεται κατόπιν. Διὰ τῆς προσθήκης αὐτῶν τῶν παραγράφων καὶ διὰ τοῦ προσθετέου αὐτοῦ ἄρθρου τὸ Σύνταγμα, τὸ κύριον Σῶμα τοῦ Συντάγματος, τὸ ἄρθρον ὑπονομεύεται καὶ τορπιλλίζεται καὶ συσκοτίζονται αἱ ἔννοιαι. Καὶ ἐνῷ τὸ ἄρθρον ὡς εἶχεν ἐν τῷ Συντάγματι τῆς προηγουμένης Δʹ Συνελεύσεως καὶ ἐν τῷ Συντάγματι τοῦ 1911 καὶ εἰς τὸ Σύνταγμα αὐτῆς ταύτης τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς, ἐξεπλήρου ὅλους τοὺς σκοπούς, κατ’ ἐμὲ τοὐλάχιστον, διότι καὶ τὴν ἰδιοκτησίαν κατοχύρου καὶ τὰς ἐνδεικνυομένας ἀνάγκας ὑπὸ τῆς κοινωνικῆς δημοσίας ὠφελείας ἐπλήρου, τὸ ἄρθρον ὡς διασκευάζεται, ὡς διαμορφοῦται διὰ τῶν προσθηκῶν καὶ διὰ τοῦ προσθετέου οὐρανίου ἄρθρου δημιουργεῖ διττὸν ἀδίκημα· ἀδίκημα καθ’ ὡρισμένας τάξεις πολιτῶν Ἑλλήνων τῶν ἰδιοκτητῶν τῶν ἀγροτικῶν κτημάτων, ἀπὸ τὰς ὁποίας στερεῖ ἄνευ ἀποζημιώσεως, ἐννοεῖται, κεκτημένα δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἤσκησαν καὶ ἀσκοῦν νομίμως καὶ καλῇ τῇ πίστει. Ἀλλὰ καὶ κατ’ αὐτῆς τῆς ἐθνικῆς οἰκονομίας καὶ κατ’ αὐτῆς ταύτης τῆς κοινωνικῆς οἰκονομίας, διότι, ὡς θέλω ἀποδείξει, ἀποστερεῖ τὴν ἐθνικὴν οἰκονομίαν τῶν προϊόντων τῶν ἀγροτικῶν κτημάτων. Φαίνεται, κύριοι, ὅτι δὲν ἐλήφθη ὑπ’ ὄψιν οὔτε ἡ σύνθεσις, οὔτε ἡ προέλευσις τῶν ἀγροτικῶν κτημάτων, τοὐλάχιστον ἐν τῇ Παλαιᾷ Ἑλλάδι. Τὰ κτήματα τῆς Παλαιᾶς Ἑλλάδος δὲν ἔχουν οὐδεμίαν σχέσιν μὲ τὸν φεουδαλισμόν. Αἱ πηγαὶ τῶν κτημάτων τούτων εἶναι δύο ἀναμφισβητήτως. Ἡ πρώτη εἶναι τῶν μικρῶν κτημάτων τῶν προερχομένων ἐκ τῶν λεγομένων κεφαλαιοχωρίων, τὰ ὁποῖα καὶ αὐτὴ αὕτη ἡ Τουρκικὴ δεσποτεία ἐσεβάσθη, προέκυψε δὲ ὀλίγον κατ’ ὀλίγον δι’ ἀγορῶν τῶν γειτονικῶν μικρῶν κτημάτων, τὰ ὁποῖα εἶναι βεβαίως καὶ τὰ μικροτέρας ἀξίας καὶ τὰ μικροτέρας ἐκτάσεως καὶ τὰ ὁποῖα ἐν πολλοῖς ἵνα μὴ εἴπω ἀπολύτως δὲν ἔχουν σχέσιν μὲ τὸ ζήτημα τῆς ἀπαλλοτριώσεως. Διότι δὲν πρόκειται περὶ ἀποκαταστάσεως οὔτε προσφύγων, οὔτε ἀκτημόνων. Ἡ δευτέρα προέλευσις τῶν κτημάτων ἡ καὶ σπουδαιοτέρα εἶναι ἡ ἐκ τῆς διανομῆς τῶν ἐθνικῶν γαιῶν. Ἡ διανομὴ τῶν ἐθνικῶν γαιῶν δὲν ἐγένετο εἰκῇ καὶ ὡς ἔτυχεν. Ἐγένετο ἐπὶ τῇ βάσει νόμων καὶ νόμων σοφῶν καὶ νόμων δικαίων, διότι οἱ νόμοι ἐκεῖνοι δὲν ἐπέτρεψαν ἵνα καταλάβωσι γαίας περισσότερας οἱ δυνάμενοι τῶν μὴ δυναμένων, τοὐναντίον ὅμως παρέσχον ὅλας τὰς εὐκολίας εἰς τοὺς μὴ δυναμένους, ἵνα καὶ αὐτοὶ γίνουν κάτοχοι ἴσων γαιῶν. Ἀλλ’ οἱ μὲν ἐκαλλιέργησαν, ἐβελτίωσαν, ἐθυσίασαν, ἐκοπίασαν καὶ ἐδαπάνησαν εἰς τὰς καταληφθείσας δυνάμει τοῦ νόμου περὶ διανομῆς τῶν γαιῶν ὑπ’ αὐτῶν γαίας, οἱ δὲ ἄλλοι δὲν ἐκαλλιέργησαν, ἠσώτευσαν καὶ μετὰ πάροδον χρόνου προσῆλθον εἰς τοὺς γείτονας καὶ εἶπον ὅτι ἡμεῖς πωλοῦμεν τὸ προκῦψαν μερίδιον ἐκ τῆς τοιαύτης διανομῆς. Τοιουτοτρόπως ἀπετελέσθησαν κτήματα ἐκτάσεων στρεμμάτων, ἐφ’ ὧν οἱ ἰδιοκτῆται ἐνήργησαν ἐγκαταστάσεις, ἐξηγόρασαν γαίας, ἀπεξήρανον ἕλη, προέβησαν εἰς ἐμφυτεύσεις καὶ ἐγκατέστησαν οἰκοδομὰς καὶ τοιουτοτρόπως προέκυψαν κτήματα, τὰ ὁποῖα σήμερον ἀποδίδουν εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας καὶ εἰς τὴν ἐθνικὴν οἰκονομίαν καὶ ἀποδίδουν τόσα ὅσα δὲν ἀπέδιδον ἄλλοτε πρὶν ἢ διανεμηθοῦν. Ταῦτα λοιπὸν τὰ κτήματα τὰ εὑρισκόμενα εἰς θέσιν νὰ διατηρῶσι καὶ τοὺς ἰδιοκτήτας καὶ νὰ ἀποδίδωσιν εἰς τὴν ἐθνικὴν οἰκονομίαν ἀρκετά, αὐτά, λέγω, τὰ κτήματα ἔρχεται τὸ ἄρθρον ἄνευ ἀποζημιώσεως νὰ τὰ ἀφαιρέσῃ ἀπὸ τοὺς ἰδιοκτήτας των καὶ εἰς στιγμὴν μάλιστα κατὰ τὴν ὁποίαν ἐγὼ τουλάχιστον φρονῶ ὅτι ἐπληρώθησαν πᾶσαι αἱ ἀνάγκαι τῶν ἐγκαταστάσεων τῶν προσφύγων, διότι περὶ ἀκτημόνων δὲν πρόκειται νὰ συζητήσωμεν εἰς τὴν Παλαιὰν Ἑλλάδα, ἀλλὰ περὶ ἀνεπαρκῶν. Ἀλλ’ ἂν ἐπρόκειτο νὰ γίνωσιν ἐπαρκεῖς ἢ ἀνεπαρκεῖς, τὸ μόνον ἀποτέλεσμα τὸ ὁποῖον θὰ εἴχομεν εἶναι νὰ ἀποκατασταθῶσι μόνον οἱ ἰδιοκτῆται ἀκτήμονες, διότι αἱ περιουσίαι εἶναι τετμημέναι εἰς μικρὰς δόσεις. Καὶ ἐνῷ τὸ ἄρθρον ὁμιλεῖ περὶ δημοσίας ὠφελείας, οὐδέποτε δὲ παρενεβλήθη ἐμπόδιον εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τῆς δημοσίας ὠφελείας, ἔρχεται ἡ πρόσθετος παράγραφος, ἡ ὁποία λέγει (ἀναγινώσκει): «Ἡ ἰδιοκτησία γεννᾷ καὶ ὑποχρεώσεις.... κλπ.» Ἀλλ’ ἆρά γε ἡ ἰδιοκτησία περὶ τῆς ὁποίας ὁμιλοῦμεν δὲν παρέχει σήμερον ὑπηρεσίας εἰς τὴν κοινὴν ὠφέλειαν; Καὶ τί ἄλλο παρέχουν τὰ κτήματα διὰ τῶν φόρων; Δὲν πληρώνουν τὰ κτήματα φόρους διὰ τὸ Δημόσιον; Ἀλλὰ πρόκειται, λέγουν, περὶ ἐγκαταστάσεως ἀκτημόνων. Καὶ ποῖος ἠρνήθη αὐτό; Ἀρνούμεθα μόνον καὶ ἀμφισβητοῦμεν ὅτι παραχωρούμενα πρέπει νὰ πληρωθῶσιν. Ἀλλ’ ὁμιλεῖ ἐν συναφείᾳ καὶ περὶ μικρῶν κτηνοτροφιῶν καὶ ἐπιθυμῶ νὰ μάθω τίνας ἐννοεῖ ἆρά γε μικρὰς κτηνοτροφίας, διότι ἡμεῖς ἐν Ἑλλάδι δύο εἰδῶν κτηνοτρόφους γνωρίζομεν· τοὺς μεγάλους τοὺς λεγομένους σκηνίτας, οἱ ὁποῖοι μεταφέρουν τὰ ποίμνιά των ἀπὸ τὰς χειμερινὰς βοσκὰς εἰς τὰς ἐαρινὰς καὶ τοὺς ἄλλους τοὺς μονίμους. Ἆρά γε ἐνεπνεύσθη τὸ πρόσθετον αὐτὸ ἄρθρον ἀπὸ τὴν ἰδέαν ὅτι πρέπει νὰ μεταβληθοῦν τὰ ἀγροτικὰ κτήματα εἰς βοσκάς; Δὲν βλέπω λοιπὸν τοὺς λόγους οἱ ὁποῖοι ὤθησαν τὴν Ἐπιτροπὴν εἰς ὅλας αὐτὰς τὰς προσθήκας καὶ εἰς τὸ πρόσθετον αὐτὸ ἄρθρον, ἐνῷ τὸ ἄρθρον τοῦ Συντάγματος ἔχει ἄριστα. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον τελευτῶν ἔχω νὰ προσθέσω ἀκόμη εἶναι νὰ συστήσω νὰ ἀναβάλωμεν ἐπ’ ὀλίγον τὴν μεταφύτευσιν εἰς ἡμᾶς ξένων παραδόσεων καὶ νὰ μείνωμεν ὀλίγον συντηρητικώτεροι, ἀφίνοντες τὴν ἐξέλιξιν τῆς πραγματικότητος εἰς τὰς Ἑλληνικὰς παραδόσεις, διότι ἂν ἐπιμείνωμεν εἰς ἀνατροπὰς—καὶ δὲν θὰ μείνῃ λίθος ἐπὶ λίθου—θὰ ἔλθῃ νέα κατάστασις, ἡ ὁποία θὰ εἴπῃ εἰς ὑμᾶς ὅτι δὲν χρειάζεται οὔτε τὰς ἀγορεύσεις, οὔτε τοὺς νεωτερισμούς, οὔτε τὴν Δημοκρατίαν, οὔτε τὸν βασιλικὸν θεσμόν, ἀλλ’ ὅτι ἔχει λελυμένα πάντα τὰ ζητήματα κατὰ τὰς ἀπὸ Βορρᾶ ἐμπνεύσεις. (Χειροκροτήματα).
§126ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χ. Στεργιόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§127Χ. ΣΤΕΡΓΙΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρον περὶ ἰδιοκτησίας ἐνέχει ἐξαιρετικὴν ὅλως σοβαρότητα, καθόσον ἀφορᾷ ἓν τῶν ὑψίστων δικαιωμάτων τοῦ πολίτου, ἀλλὰ καὶ διότι ἀναφέρεται εἰς θεμελιώδη διάταξιν ἐπὶ τῆς ἀναγνωρίσεως τῆς ὁποίας ἐρείδονται ἡ Κοινωνία καὶ ὅλη ἡ εὐημερία καὶ πρόοδος. Ἐνέχει ἐν ἑαυτῷ τὴν συνταγματικὴν ἐγγύησιν τοῦ δικαιώματος τῆς ἰδιοκτησίας, τοῦ δικαιώματος τουτέστι ἐκείνου τὸ ὁποῖον ἀνέκαθεν, ἰδιαίτατα δὲ ἡ Γαλλικὴ Ἐπανάστασις κατέταξε μεταξὺ τῶν ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων. Διάσημος ἱστορικός, ὁ Θιέρσος ἂν δὲν ἀπατῶμαι, γράφει κάπου ὅτι διὰ τῆς ἰδιοκτησίας ἡ μὲν ἀγριότης καὶ ἡ ὠμότης τῶν ἠθῶν μετεβλήθησαν εἰς πρᾳότητα καὶ εἰς πολιτισμόν, ἡ δὲ ἀμάθεια εἰς ἐπιστήμην. Ἔχω λοιπὸν τὴν γνώμην ὅτι ἡ Βουλὴ προκειμένου νὰ προβῇ εἰς τὴν διαρρύθμισιν τοῦ ἐν λόγῳ ἄρθρου ὀφείλει ψυχραίμως κρίνουσα καὶ ἐν πάσῃ περιπτώσει ἐπιμελῶς ἀναμετροῦσα τὴν ὑψίστην οἰκονομικὴν ἀλλὰ καὶ κοινωνικὴν σημασίαν τὴν ὁποίαν κέκτηται τὸ ἐν λόγῳ θέμα, λέγω ὅτι θὰ πρέπει νὰ ρυθμίσῃ τοῦτο κατὰ τρόπον ἐξυπηρετοῦντα ὅλας τὰς ἀπόψεις καὶ τὰ ποικίλα συμφέροντα, τὰ ὁποῖα ἀπαλλάσσουν τὴν ἐν λόγῳ διάταξιν κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ ἀποφύγῃ τὰς παρεξηγήσεις, αἱ ὁποῖαι βεβαίως καὶ εὐλόγως θὰ εἶναι ἱκαναὶ νὰ κλονίσωσι τὸν πρὸς τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας ὀφειλόμενον σεβασμόν. Ἔχω τὴν γνώμην ὅτι ὁ ἄνεμος τῶν ἄκρων, ἂν καὶ ἐφόσον κρατεῖ τοιοῦτος καὶ τῶν ριζοσπαστικῶν ἀντιλήψεων καὶ τάσεων, ὀφείλει νὰ ὑποχωρήσῃ καὶ νὰ ὑποχωρήσῃ κατὰ τοιοῦτον τρόπον ἐπαισθητὸν κάπως, οὕτως ὥστε νὰ ἐπικρατήσουν αἱ ἀπόψεις αἱ σώφρονες, αἱ τάσεις αἱ συντηρητικαί, αἱ τάσεις ἐκεῖναι, τὰς ὁποίας ἀσπάζεται σύμπασα ἡ ἀστικὴ Κοινωνία, αἱ τάσεις ἐκεῖναι, αἱ ἀποσκοποῦσαι καὶ τείνουσαι εἰς τὸν σεβασμὸν τοῦ δικαιώματος τῆς ἰδιοκτησίας. Ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι διὰ τῆς ἐπικρατήσεως τῶν σωφρόνων αὐτῶν ἰδεῶν ἀσφαλῶς ἡ ὅλη οἰκονομικὴ κατάστασις τῆς Χώρας θέλει βελτιωθῆ. Ἐκ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρου διὰ τῆς διατυπώσεως αὐτοῦ ὅτι οὐδεὶς στερεῖται τῆς ἰδιοκτησίας αὐτοῦ ἄνευ προηγουμένης ἀποζημιώσεως, ἐπιδιώκεται ἡ ἐξασφάλισις αὐτῆς, μὴ ἀφαιρουμένης ἄνευ προηγουμένης ἀποζημιώσεως, ἡ δὲ ἀφαίρεσις τῆς ἰδιοκτησίας νὰ γίνῃ οὐχὶ διὰ λόγους δευτερεύοντας, ἀλλὰ διὰ λόγους κυρίους, ὁσάκις δηλ. πρόκειται νὰ ἐξυπηρετηθῇ τὸ κοινόν, τὸ ὑπέρτερον, τὸ δημόσιον συμφέρον. Δὲν δύναταί τις σήμερον, ἀλλ’ οὔτε καὶ οὐδέποτε ἴσως ἠδύνατο νὰ ἀμφισβητήσῃ τὴν χρησιμότητα, ἀλλὰ καὶ τὸ κοινωνικῶς σκόπιμον τοῦ περιορισμοῦ τοῦ δικαιώματος τῆς ἰδιοκτησίας, τουτέστι τῆς ἐπεμβάσεως τοῦ Κράτους εἰς τὴν ἰδιοκτησίαν, τοῦ δικαιώματος τουτέστι τῆς ἐπεμβάσεως τῆς Πολιτείας νὰ θέτῃ ἓν ὅριον, ἕνα φραγμὸν εἰς τὸ δικαίωμα τοῦτο, ὑπὸ τὴν προϋπόθεσιν ὅμως ὅπως ἀποζημιώσῃ δικαίως καὶ εὐλόγως τὸν ἰδιοκτήτην. Ἀλλὰ καθ’ ὃν τρόπον ἀναγνωρίζεται ἡ χρησιμότης αὐτὴ καὶ καθ’ ὃν τρόπον ἀναγνωρίζεται τὸ δικαίωμα τῆς ἐπεμβάσεως, κατὰ τὸν ἴδιον τρόπον ἔκπαλαι, ἀλλὰ καὶ σήμερον ἀναγνωρίζεται τὸ δικαίωμα εἰς τὸν ἰδιοκτήτην νὰ ἀξιοῖ ἀπὸ τὴν Πολιτείαν σεβασμόν, νὰ ἀξιοῖ περιφρούρησιν τοῦ δικαιώματος τούτου, νὰ δύναται ἐλευθέρως νὰ εἴπῃ πρὸς τὸ Κράτος· δύνασαι μὲν νὰ μοῦ ἀφαιρέσῃς τὴν ἰδιοκτησίαν, ἀλλ’ ἔχεις μίαν ὑποχρέωσιν νὰ μὲ ἀποζημιώσῃς ἀναλόγως. Δυστυχῶς λείπει ὁ κ. Μέρος....
§128ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐδῶ εἶναι ὁ κ. Μέρος, δὲν λείπει ποτέ.
§129Χ. ΣΤΕΡΓΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχω κρατήσει σημείωσιν τῶν λόγων σας, κ. συνάδελφε, διότι εἴπατε ὅτι ἐπιδιώκομεν νὰ τορπιλλίσωμεν, ὅτι ἐπιδιώκομεν νὰ διατηρήσωμεν τὴν ἰδιοκτησίαν ὑπὸ τὴν στενὴν ἔννοιαν τοῦ τσιφλικίου. Δὲν πρόκειται περὶ τούτου, κύριοι, αὐτὰ πλέον ἀνάγονται εἰς παρῳχημένας ἐποχάς. Ὅλοι ἐνδιαφερόμεθα διὰ τὴν ἀποκατάστασιν τοῦ γεωργοῦ, ἔχω δὲ τὴν γνώμην ὅτι τὸ πλεῖστον μέρος ἡμῶν προέρχεται ἄλλων μὲν ἀμέσως, ἄλλων δ’ ἐμμέσως ἐκ τῶν γεωργικῶν τάξεων, ἐγὼ δὲ δύναμαι νὰ εἴπω ὅτι συνετέλεσα πολὺ μὲ τὰς πενιχράς μου δυνάμεις εἰς τὴν ἀγροτικὴν ἀποκατάστασιν τῶν ἀκτημόνων γεωργῶν τῆς ἐπαρχίας μου οὓς καὶ ἐβοήθησα εἰς τὸ ἔργον τοῦτο ἀντὶ πάσης θυσίας. Ἀλλ’ αὐτὸ εἶναι ζήτημα ἐντελῶς χωριστόν. Δὲν εἶναι δὲ δυνατόν, διότι ἠθέλησα τὴν ἀπαλλοτρίωσιν, διότι ἐφρόνουν καὶ φρονῶ ἀπὸ ἰδιοσυγκρασίας ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ καὶ ἐκ λόγων κοινωνικῆς καὶ οἰκονομικῆς σκοπιμότητος νὰ ἔχω τὸ θάρρος νὰ εἴπω ὅτι πρέπει ἡ τάξις αὐτὴ τῶν ἰδιοκτητῶν νὰ εἶναι καταδικασμένη εἰς αἰώνιον διωγμὸν ἐκ μέρους τῆς Πολιτείας. Αὐτὸ θὰ ἀπετέλει ἓν τρομερὸν ἀδίκημα. Διὰ τῆς ἀπαλλοτριώσεως ἐπιδιώκεται ἓν κοινὸν ἀγαθόν, ἀλλὰ πρὸς πραγμάτωσιν τοῦ ἀγαθοῦ τούτου λέγω ὅτι πρέπει νὰ συνεισφέρωσι πάντες· δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συνεισφέρῃ μόνον ὁ ἰδιοκτήτης. Καὶ ἀφοῦ οἱ ἀγρόται εἶναι ἐνδεχόμενον καὶ λίαν πιθανὸν νὰ ἀδυνατῶσι νὰ συνεισφέρωσι πλειόνα τῶν ὅσων συνεισφέρουσι, ὀφείλει τὸ Κράτος νὰ μετάσχῃ εἰς τὴν εἰσφορὰν ταύτην, ὡς συνέβη καὶ εἰς τόσα ἄλλα Κράτη Βαλκανικὰ καὶ Εὐρωπαϊκά. Ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Πολιτείαν καὶ δὴ εἰς Χώραν πεπολιτισμένην, ὅπως κολακευόμεθα νὰ θεωρῶμεν τὴν ἰδικήν μας, τὴν μὲν μίαν κοινωνικὴν τάξιν νὰ θάλπῃ, τὴν δὲ ἑτέραν νὰ ἀντιπαθῇ. Ὀφείλει νὰ ἐναρμονίζῃ τὰ δίκαια καὶ τὰς σχέσεις τῶν διαφόρων τάξεων δικαίως. Εἶναι ὑποχρεωμένον τὸ Κράτος, ἔχει ὕψιστον καὶ ἐπιτακτικὸν ἐν ταὐτῷ καθῆκον ἡ Πολιτεία εἰς τὴν πάλην ταύτην μεταξὺ κεφαλαίου καὶ ἐργασίας νὰ ἐπέμβῃ καὶ δὴ ἀποφασιστικῶς καὶ νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα τοῦτο ἀπολύτως ὀρθῶς, ἀπολύτως δικαίως, ἀπολύτως συνταγματικῶς, κατὰ τρόπον ἐξυπηρετοῦντα τὰ συμφέροντα τῶν πλείστων καὶ διαφόρων κοινωνικῶν τάξεων καὶ λαϊκῶν μαζῶν. Λέγω τοῦτο, διότι ἡ ἀποζημίωσις, ἥτις παρεσχέθη, ἂν καὶ ἐφόσον παρεσχέθη τοιαύτη, εἶναι ἐν πάσῃ περιπτώσει ἀποζημίωσις εὐτελεστάτη, παρ’ ὅλας τὰς ἀντιρρήσεις τῶν προλαλησάντων κ. κ. συναδέλφων, ὅτι τὸ εἰκοσαπλάσιον τῆς προπολεμικῆς προσόδου ηὐξημένον κατὰ 50% αὐτὸ τοῦτο παρέχει τὴν ἀποζημίωσιν. Δὲν εἶναι ἀποζημίωσις αὐτή, κύριοι καὶ ὀφείλετε νὰ ἀναγνωρίσητε ταχέως τοῦτο. Εἶναι εὐτελής, εὐτελεστάτη καὶ φρονῶ ὅτι δὲν θὰ ἦτο ἄσκοπον, καίτοι ἡ ἀποζημίωσις ἁπλῶς ἐνέχει τὴν ἔννοιαν τῆς πλήρους, νὰ τεθῇ ἡ λέξις «πλήρους» ἐν τῷ κειμένῳ τοῦ ἄρθρου, ἐπὶ μόνῳ τῷ σκοπῷ τοῦ νὰ δικαιωθῶσι κάπως οἱ ἰδιοκτῆται ἀπὸ τὸ Κράτος καὶ τὸν νομοθέτην τοῦ μέλλοντος. Καὶ ἔχω τὴν γνώμην ὅτι τόσον ἡμεῖς ὅσον καὶ ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναγνωρίζῃ τὴν ἀδικίαν ἡ ὁποία γίνεται ἐν τῇ τάξει ταύτῃ καὶ ὅτι πολὺ ταχέως νομοθετικῶς θὰ ληφθῇ μέριμνα τῆς αὐξήσεως τῆς ἀποζημιώσεως, ὥστε νὰ μὴ παραπονεῖται οὐδεμία τάξις.
§130Α. ΜΕΡΟΣ. Ὑποθέτω, κ. συνάδελφε, ὅτι ἡ γῆ, ὡς ἓν δῶρον τοῦ δημιουργοῦ, δὲν ἔχει ἀξίαν παρὰ ἐφόσον θὰ καταβάλεται μία ἀνθρωπίνη ἐργασία. Ἡ ἀπόδοσις τῶν προϊόντων τῆς γῆς εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς ἀνθρωπίνης ἐργασίας. Αὐτὴν τὴν ἐργασίαν ποῖος τὴν καταβάλει; Ὁ τσιφλικοῦχος ὁ ὁποῖος παραμένει εἰς τὸ κέντρον καὶ ἐντρυφᾷ ἀπὸ τὸ προϊὸν τῆς ἐργασίας τοῦ χωρικοῦ ἢ ὁ χωρικὸς ὅστις πρέπει νὰ ἔχῃ κάτι τι περισσότερα δικαιώματα; Δὲν δυνάμεθα νὰ ὑπολογίσωμεν τὸ τσιφλίκιον πρὸς ὄφελος μόνον τοῦ ἰδιοκτήτου. Τὸ βιομηχανικὸν κεφάλαιον ἔχει ὑποχρεώσεις καὶ εὐθύνας, διότι ὁ βιομήχανος ἐργάζεται προσωπικῶς. Προκειμένου ὅμως περὶ τοῦ ἰδιοκτήτου τῆς γῆς, ἐφόσον οὗτος δὲν ἐργάζεται προσωπικῶς, δὲν δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ὅτι ἔχει τὰ ἴδια δικαιώματα μὲ αὐτούς.
§131Χ. ΣΤΕΡΓΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ναί, ἀλλ’ ἐργάζεται καὶ αὐτὸς σήμερον αὐτοπροσώπως. Ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει πολλὰς ἄλλας ὑπηρεσίας προσέφερον καὶ προσφέρουν εἰς τὴν Χώραν.
§132Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Τὴν ἐσεβάσθη τὴν αὐτοκαλλιέργειαν καὶ ὁ ἀγροτικὸς νόμος τοῦ κ. Σίδερη, ὁ ὁποῖος ἦτο ῥιζοσπαστικώτερος.
§133Χ. ΣΤΕΡΓΙΟΠΟΥΛΟΣ. Λοιπὸν τὸ Κράτος πρέπει προσεχῶς νὰ λάβῃ νομοθετικὴν μέριμναν ὅπως ἀποδοθῇ σοβαρωτέρα ἀποζημίωσις ἐκείνης, ἡ ὁποία παρεσχέθη μέχρι σήμερον, διότι ἄλλως σκεπτόμενον διαπράττει ἀδικίαν καθ’ ὡρισμένης τάξεως, γίγνεται δὲ ὑπαίτιον διαταράξεως καὶ κλονισμοῦ τοῦ κρατοῦντος κοινοβουλευτικοῦ καθεστῶτος, καθόσον ἀφαιρεῖ ἀπὸ αὐτὸ τὸ σοβαρότερον βάθρον, ἤτοι τὴν κοινωνικὴν δικαιοσύνην. Ἡ πρότασις τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου κ. Μυλωνᾶ ὅτι ἡ ἰδιοκτησία δὲν εἶναι μόνον δικαίωμα ἀλλὰ γεννᾷ ὑποχρεώσεις, ἔχω τὴν γνώμην ὅτι δέον νὰ ἀπαλειφθῇ καὶ ὑποβάλω τὴν πρότασιν τῆς ὁλοκληρωτικῆς ἀπαλείψεως, διότι τὸ συμφέρον τοῦ Κράτους καὶ ἡ οἰκονομικὴ ὁμαλότης ἐπιβάλλει τοῦτο. Ἄν εἶχε πρακτικὸν σκοπόν, δὲν θὰ ἐδίσταζον νὰ τὸ δεχθῶ καὶ νὰ συμφωνήσω μὲ τὸν κ. Μυλωνᾶν, τὸν ὁποῖον ἐξαιρετικῶς σέβομαι. Ἀλλὰ δὲν ἔχει πρακτικὸν σκοπόν, διότι, ἐνῷ δημιουργεῖ τεραστίας ζημίας, δὲν προσθέτει τὸ παράπαν τιθεμένη εἰς τὸ Σύνταγμα, διότι ἁπλούστατα εἶναι γνωστὸν ὅτι ἡ ἰδιοκτησία ὑπόκειται εἰς περιορισμοὺς καὶ ὑποχρεώσεις. Ἐξ αὐτοῦ τοῦ γράμματος καὶ τοῦ πνεύματος τοῦ ἄρθρου προκύπτει ὅτι ἡ ἰδιοκτησία δὲν εἶναι δικαίωμά τι ἀπόλυτον, ἀλλὰ σχετικόν, τοῦ Κράτους ἔχοντος δικαίωμα ἐπεμβάσεως καὶ ἀπαλλοτριώσεως διὰ λόγους κοινωνικῆς ἀνάγκης. Ἑπομένως προστιθεμένη ἡ διάταξις, τίποτε ἄλλο δὲν θὰ κάμῃ παρὰ νὰ προκαλέσῃ τὸν σάλον καὶ τὸν πανικόν, τὰ ὁποῖα τόσην ὑψίστην ἀνάγκην ἔχει ἡ Χώρα νὰ ἀποφύγῃ, τὰ δὲ ἀποτελέσματα ἐκ τοῦ ἐν λόγῳ πανικοῦ τοῦ κεφαλαίου συνεπείᾳ τῆς δυσπιστίας αὐτοῦ ὑπὸ τοῦ Κράτους θέλουσιν εἶναι λίαν ὀδυνηρὰ τὰ μὲν ἐναπομείναντα λείψανα τοῦ κεφαλαίου θέλουσι φυγαδευθῆ, τὸ δὲ κεφάλαιον θέλει ὡσαύτως συντριβῆ πλήρως. Ἡ Ἑλλὰς μεταπολεμικῶς ἔχει ἀνάγκην τοῦ κεφαλαίου τούτου. Δὲν πάσχει ἡ Ἑλλὰς ἀπὸ ὑπερπληθώραν κεφαλαίου, οὔτε ἀπὸ ἐκμύζησιν αὐτοῦ εἰς βάρος τῶν διαφόρων πτωχῶν τάξεων. Ἀντιθέτως ἡ Ἑλλὰς μεταπολεμικῶς διὰ νὰ ζήσῃ, διὰ νὰ προοδεύσῃ οἰκονομικῶς ἔχει ἀνάγκην ἀναπτύξεως ἐντατικῆς τῶν διαφόρων παραγωγικῶν πόρων, τοὺς ὁποίους ἔχει εὐτυχῶς εἰς πλούσιον βαθμόν. Ἀλλὰ δὲν ἔχει κεφάλαια, διότι τὰ κεφάλαια ἐφυγαδεύθησαν καὶ πρέπει νὰ ἐπανέλθωσιν ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς. Καὶ εἶναι πρόσφατος ἡ γνώμη τῆς ἐπιτροπῆς τῶν ἐμπειρογνωμόνων, ἡ ὁποία ὁμιλεῖ περὶ τῶν ὀδυνηρῶν ἀποτελεσμάτων, ἅτινα ἔσχεν ἡ ἀσύμφορος πολιτικὴ τοῦ Κράτους ἐναντίον τοῦ κεφαλαίου. Ἀποτέλεσμα ἦτο νὰ μειωθῶσιν εἰς ἀφαντάστως τραγικὸν βαθμὸν αἱ καταθέσεις εἰς χρυσὸν καὶ τὸ συνάλλαγμα, τὸ ἐρχόμενον ἐκ τῆς Ἀμερικῆς, ἐμειώθη λόγῳ τῆς πολιτικῆς τῆς ἀσυμπαθοῦς, τὴν ὁποίαν ἐτήρησε τὸ Κράτος. Συνεπῶς εἶναι ἀνάγκη νὰ παύσῃ αὐτὸς ὁ πανικός, νὰ ἀποκατασταθῇ ὁμαλότης καὶ ἀνακτήσῃ τὸ κεφάλαιον τὴν ἐμπιστοσύνην πρὸς τὴν καλὴν πίστιν τοῦ Κράτους, ὥστε σὺν τῷ χρόνῳ νὰ γίνῃ ἐκμετάλλευσις τῶν διαφόρων κεφαλαίων καὶ τῶν Ἑλληνικῶν καὶ τῶν ξένων.
§134Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Τὸ κεφάλαιον εἰς τὴν Ἑλλάδα προστατεύεται.
§135Χ. ΣΤΕΡΓΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι.
§136Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Τὸ κεφάλαιον προστατεύεται. Γνωρίζετε τί πληρώνει τὸ κεφάλαιον;
§137Χ. ΣΤΕΡΓΙΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ κεφάλαιον δὲν προστατεύεται. Διὰ νὰ πεισθῆτε δὲ ὅτι τὸ κεφάλαιον πληρώνει τὸν ὕψιστον φόρον, δὲν ἔχω εἰμὴ νὰ σᾶς ὑπομνήσω σωρείαν νομοθετικῶν μέτρων, ὑπὸ τὴν πίεσιν βεβαίως τῶν πραγμάτων ληφθέντων πολλῶν τοιούτων.
§138Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Κύριε συνάδελφε, ὁμιλῶ ἐπὶ τῇ βάσει δεδομένων. Εἶχον κάμει εἰς τὴν προηγουμένην Συνέλευσιν ἐπερώτησιν καὶ ἔφερον κατάλογον ὅλων τῶν φορολογουμένων ἐμπόρων καὶ κατεδείχθη ὅτι ὅλοι οἱ μεγάλοι κεφαλαιοῦχοι εἶναι ἄγνωστοι εἰς τὰς Ἐφορίας Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς. Καὶ ὅταν ἔλθῃ ἡ συζήτησις τῶν οἰκονομιῶν, θὰ φέρω πάλιν τὸ ζήτημα εἰς συζήτησιν καὶ θὰ ἴδητε πόσον πληρώνουν.
§139ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Χαβίνη, καθήσατε κάτω παρακαλῶ.
§140Χ. ΣΤΕΡΓΙΟΠΟΥΛΟΣ. Δέον λοιπὸν τὸ Κράτος νὰ κυρώσῃ μίαν πολιτικὴν συμπαθῆ πρὸς τὸ κεφάλαιον καὶ πρὸς τὴν ἰδιοκτησίαν διὰ νὰ ἐπανακτήσῃ καὶ πάλιν τὸ γόητρον, τὸ ὁποῖον κατερρίφθη, διότι ἔχω τὴν γνώμην ὅτι δι’ αὐτοῦ θὰ ἐξυπηρετηθοῦν τὰ συμφέροντα τῆς Χώρας, ἀλλὰ καὶ πολὺ καλύτεραι ἡμέραι θέλουσιν ἀνατείλει διὰ τὴν Χώραν μας προσεχῶς.
§141ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Βελέντζας ἔχει τὸν λόγον.
§142Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Δὲν ἠμπορῶ νὰ ὁμιλήσω, κ. Πρόεδρε, δὲν ὑπάρχουν βουλευταί.
§143ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ ὅτι οἱ βουλευταὶ κ. κ. Μ. Γούδας, Δ. Βοῦλτσος, Γ. Ἀλεξανδρόπουλος, Γ. Τροχάνης, Δ. Ζερβός, Σ. Παϊπέτης, Ι. Καυταντζόγλου καὶ Ι. Τζίβας ὑποβάλλουσιν ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας. (Ἀναγινώσκονται τὰ ὀνόματα τῶν ὑποβαλλόντων τὴν ἔνστασιν καὶ εὑρίσκονται οὗτοι παρόντες).
§144ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ σημειωθῇ εἰς τὰ πρακτικὰ ὅτι ὑπεβλήθη ἔνστασις περὶ μὴ ἀπαρτίας. Λύεται ἡ συνεδρίασις ἵνα ἐπαναληφθῇ αὕτη τὴν 4.30′ μ. μ. τῆς αὔριον. (Ὥρα 12.20′ π. μ.)