1927.02.07
2,279 rows · 18,328 words · 149 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 27
Δευτέρα 7 Φεβρουαρίου 1927
Προεδρία κ. Θ. Σοφούλη
(Ὥρα 5.10′ μ. μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα καὶ ν’ ἀναγνωσθοῦν τὰ πρακτικά. (Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως).
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς: — Τὸ Ἐργατικὸν Κέντρον Θεσσαλονίκης, οἱ καπνεργάται Καβάλλας καὶ διάφοροι ἐπαγγελματίαι Ἀθηνῶν διαμαρτύρονται ἐντόνως διὰ τὴν παράνομον καταδίκην σιδηροδρομικῶν Λαρίσσης, ζητοῦσι δὲ τὴν ἀναθεώρησιν ταύτης ὡς καταργούσης τὰς ἐλευθερίας τῶν ἐργατῶν. — Οἱ καπνεργάται Ἀλεξανδρουπόλεως, Καβάλλας, Ἀγρινίου καὶ Βόλου διαμαρτύρονται διὰ τὴν μὴ λῆψιν τῶν ἀπαιτουμένων μέτρων πρὸς περιστολὴν τῆς ἀνεργίας, τὴν ἄμεσον καταβολὴν τῶν ἑξήκοντα ἡμερομισθίων, τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ ὀκταώρου κλπ. — Ὁ Κ. Τζανετάκης, δημοσιογράφος Δράμας, διαμαρτύρεται κατὰ τοῦ ἀντεισαγγελέως Δράμας κ. Γεωργίλα, διότι ἀγορεύων ἐνώπιον δημοσίας συνεδριάσεως Πλημμελειοδικείου ἐξετράπη εἰς ὕβρεις ἐναντίον τοῦ Ἑλληνικοῦ Τύπου. — Ὁ προσφυγικὸς κόσμος Καβάλλας διαμαρτύρεται διὰ τὸν διορισμὸν τοῦ Ε. Μπαλτατζῆ ὡς διευθυντοῦ Γραφείου πληροφοριῶν, τυγχάνοντος λίαν ἀγραμμάτου καὶ ἀκαταλλήλου. — Ὁ ἀντιπρόεδρος τοῦ Κτηματικοῦ Συλλόγου Καβάλλας Βουζαλᾶς διαμαρτύρεται διὰ τὴν παράνομον παράτασιν ἐπὶ δεκαετίαν τοῦ κτηματικοῦ φόρου ὑδρεύσεως κτλ. — Σύσσωμος ὁ ἐργατικὸς καὶ παραγωγικὸς πληθυσμὸς Ἠλείας καὶ Αἰκατερίνης ἀπαιτεῖ τὴν ἄμεσον ἐπέμβασιν τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τῶν ἐνοικιαστῶν τοῦ φόρου τῆς δεκάτης διὰ τὰς γενομένας ὑπ’ αὐτῶν πιέσεις. — Διάφορα Σωματεῖα Πλωμαρίου διαμαρτύρονται δι’ ἀντικατάστασιν ἱκανωτάτου νομάρχου Λέσβου. — Οἱ ἁλιεῖς Καλλονῆς διαμαρτύρονται κατὰ τῆς φορολογίας τῆς ἁλιείας 20%, ζητοῦν δὲ τὴν κατάργησιν τῆς φορολογίας αὐτῆς. — Ὁ πρόεδρος τῆς Ἐθνικιστικῆς Ἑνώσεως ἐφέδρων Καϊλαρίων διαμαρτύρεται, διότι οἱ ἔφεδροι ἀπεκλείσθησαν κατὰ τὴν διανομὴν τῶν οἰκοπέδων ὡς μὴ ἔχοντες τότε νόμιμον ἐγκατάστασιν. — Ἡ Γενικὴ Συνέλευσις τῶν Σωματείων ὑποδηματεργατῶν Ξάνθης διαμαρτύρεται διὰ τὴν μὴ ἐφαρμογὴν τῶν ὑποβληθέντων αἰτημάτων παρὰ τῆς Ὁμοσπονδίας ὑποδηματεργατῶν. — Οἱ Λ. Χατζητύπης, Δ. Τούσης καὶ Φ. Βασιλείου, ξυλέμποροι, διαμαρτύρονται διότι δὲν κατεβλήθησαν εἰσέτι τὰ ὀφειλόμενα ποσὰ διὰ τὴν προμήθειαν ὑλικῶν οἰκοδομήσεως ἐκπαιδευτηρίου Φλωρίνης. — Ἡ Ἕνωσις Ἑλλήνων Τουρκίας νομοῦ Ἡρακλείου ἐπιδοκιμάζει ληφθησομένας ἀποφάσεις Συνελεύσεως Ἑλλήνων Τουρκίας. — Ὁ πρόεδρος τῆς κοινότητος Θερίσσου Κυδωνίας διαμαρτύρεται διότι, ἂν καὶ παρῆλθε δεκαετία ἀπὸ τῆς ἐγκρίσεως ἐπισκευῆς τῆς ἁμαξιτῆς ὁδοῦ Χανίων–Θερίσσου, οὐδεμία ἐγένετο ἐνέργεια ἐνάρξεως ἐργασιῶν. — Ὁ ἱερεὺς Στενοῦ τοῦ τέως δήμου Φενεοῦ Κορινθίας παρακαλεῖ τὴν Σεβαστὴν Βουλὴν ὅπως τύχῃ ὑποστηρίξεως ἐκ μέρους τοῦ Κράτους, ἐφόσον τυγχάνει πατὴρ ἕνδεκα τέκνων διατελῶν ἐν ἀπορίᾳ. — Ὁ συνεταιρισμὸς ἀποκαταστάσεως ἀκτημόνων καλλιεργητῶν Ἐπανωμῆς ζητεῖ τὴν ἐκ νέου ἀπαλλοτρίωσιν τοῦ τσιφλικίου Κριτσιανᾶ ὑπὲρ τοῦ συενταιρισμοῦ των. — Ὁ Σύνδεσμος ἐργατῶν φρεατορύχων καὶ σκαφέων οἰκοδομῶν ὑποβάλλει ὑπόμνημα διὰ τὴν ἐκ μέρους τοῦ Κράτους ἀποζημίωσιν τῶν μελῶν τοῦ Σωματείου των, ὑποδεικνύει δὲ διάφορα μέτρα διὰ τοὺς πρὸς τοῦτο ἀπαιτουμένους πόρους κλπ. — Οἱ παντοπῶλαι τοῦ νομοῦ Χανίων διαμαρτύρονται κατὰ τῆς ἐπιβληθείσης φορολογίας τοῦ ἐπιτηδεύματος. — Διάφοροι μικροεπαγγελματίαι κάτοικοι Χανίων παρακαλοῦν τὴν Σεβαστὴν Βουλὴν ὅπως τοὺς ἀπαλλάξῃ τοῦ ἐξ 800 δραχμῶν φόρου ἐπιτηδεύματος, ἐφόσον οὔτε τὸ κεφάλαιον τοῦ ἐμπορεύματός των ἀνέρχεται εἰς τὸ ποσὸν τοῦτο. — Οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου Βλαχερωνίτισσας Κυδωνίας ὑποβάλλουσιν ὑπόμνημα πρὸς παροχὴν πιστώσεως διὰ τὴν ἀποπεράτωσιν τῆς ἀρξαμένης ἐπισκευῆς ἁμαξιτῆς ὁδοῦ. — Ἡ Παμπροσφυγικὴ Ὀργάνωσις Ἀμύνης Δικαιούχων Ἀνταλλαξίμων ἐν Ἀθήναις διαμαρτύρεται κατὰ τῆς ὑποβληθείσης εἰς τὴν Βουλὴν προτάσεως «περὶ ἀκυρώσεως πάντων τῶν Ν. Διαταγμάτων καὶ συντακτικῶν πράξεων τῶν ἐκδοθεισῶν ἐπὶ δικτατορίας». — Οἱ κάτοικοι τῆς κωμοπόλεως Βασιλικοῦ Χαλκίδος διαμαρτύρονται κατὰ τῆς Ἀεροπορικῆς Ἀμύνης, ἀπυγορευσάσης νὰ λαμβάνωσιν ἄμμον ἐκ τοῦ ποταμοῦ Λήλα. — Οἱ ἐπαγγελματίαι Χαλκίδος διαμαρτύρονται κατὰ τοῦ ὑποκαταστήματος τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἀρνουμένου νὰ δεχθῇ τὰ διχοτομηθέντα τραπεζογραμμάτια τοῦ Βʹ Ἀναγκαστικοῦ Δανείου, ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι ἡ διχοτόμησις δὲν ἔγινεν εἰς τὸ ὡρισμένον σημεῖον. — Οἱ κάτοικοι τῆς Γραμμούσης Λακωνίας διαμαρτύρονται διὰ τὴν μὴ εἰσέτι τοποθέτησιν τῆς τηλεφωνικῆς γραμμῆς Γραμμούσης–Βροντομᾶ. — Ὁ Πανελλήνιος Σύνδεσμος καταστηματαρχῶν σαγματοποιῶν ζητεῖ τὴν ἐκ μέρους τοῦ Κράτους ἀποζημίωσιν διὰ τὴν μαστίζουσαν τὰ μέλη αὐτοῦ ἀνεργίαν, λόγῳ τῆς ἀθρόας εἰσαγωγῆς αὐτοκινήτων ἐν Ἑλλάδι. — Ὁ Σύνδεσμος «Ἐλπὶς» συνοικίας Ξηροκρήνης ἐν Θεσσαλονίκῃ παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν ὅπως ἐπεμβῇ παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ τῆς Ἑλλάδος, ἵνα μὴ ἐκποιήσῃ τὰ κατεχόμενα ὑπ’ αὐτῆς γήπεδα. — Ὁ ἔμπορος Ἀπόστολος Χ. Σουσάνης παρακαλεῖ τὴν Σεβαστὴν Βουλὴν νὰ μεσολαβήσῃ εἰς τὸ ἐμπορικὸν συγκρότημα τῶν Σοβιέτ, διότι πωλήσας τέϊον ἀξίας 100,000 φράγκων δὲν ἔλαβε μέχρι σήμερον τὴν ἀξίαν τοῦ ἐμπορεύματός του. — Ὁ βουλευτὴς κ. Α. Μυλωνᾶς ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου ψηφίσματος «περὶ ἀναμεταθέσεως καὶ ὑποβιβασμοῦ τῶν ἄνευ τῶν ὑπὸ τῶν Δ. Συμβουλίων παρεχομένων ἐγγυήσεων μεταθέσεων κλπ.». Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν Ἐπερωτήσεων. Συνεχίζεται ἡ συζήτησις τῆς ἐπερωτήσεως διὰ τὴν Πάουερ–Ἄντ–Τράξιον. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Ι. Ράλλης.
§3Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Λαμβάνων, κύριοι βουλευταί, τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως, θεωρῶ καθῆκον μου εὐθὺς ἀμέσως νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς ἐπὶ τοῦ ὅτι ἐσφαλμέναι τινὲς γνῶμαι καὶ ἀντιλήψεις περιέπλεξαν κατὰ περίεργον τρόπον τὰ ἀφορῶντα τὴν σύμβασιν ταύτην ζητήματα καὶ ὅτι ἀνάγκη πᾶσα παρίσταται ὅπως καθαρῶς σαφῶς καὶ ἁπλῶς τεθῶσι τὰ θέματα ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς, ἵνα αὕτη ἐλευθέρα πάσης πλάνης δυνηθῇ νὰ κρίνῃ ἐπὶ τοῦ σπουδαιοτάτου τούτου ζητήματος τοῦ ἀφορῶντος καὶ τὴν ἐθνικὴν οἰκονομίαν καὶ τὴν ἰδιωτικὴν οἰκονομίαν, ὄχι μόνον τῶν πόλεων Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, ἀλλ’ ὁλοκλήρου τῆς Ἑλλάδος. Ἡ ὑποβληθεῖσα ἐπερώτησις εἶναι ἔκφρασις ἀπορίας τῶν ἐπερωτώντων, διότι δὲν ὑπεβλήθη εἰσέτι πρὸς κύρωσιν εἰς τὴν Βουλὴν ἡ περὶ παροχῆς ἠλεκτρισμοῦ καὶ μεταφορῶν σύμβασις ἡ κυρωθεῖσα τὴν 17ην Ὀκτωβρίου ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως Πάγκαλου. Ἀναμφισβητήτως, ὡς ἡ ἐπερώτησις ἐτέθη, τύποις ἀφορᾷ εἰς ἔλεγχον κατὰ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ τῆς Συγκοινωνίας, ἀλλὰ τύποις μόνον, διότι κατ’ οὐσίαν δὲν πρόκειται περὶ αὐτοῦ, ἀλλὰ πρόκειται περὶ τοῦ σκοποῦ τὸν ὁποῖον ἔχουσιν οἱ ἐπερωτῶντες, νὰ ἐπιληφθῇ δηλαδὴ ἡ Βουλὴ τοῦ θέματος, νὰ ἐπιληφθῇ τοῦ ζητήματος καὶ μετ’ ἐμβριθῆ ἐξέτασιν τοῦ νομικοῦ, ἀλλὰ καὶ τοῦ οὐσιαστικοῦ μέρους τῆς συμβάσεως νὰ φθάσῃ εἰς ἀπόφασιν κυρώσεως ἢ ἐπικυρώσεως. Τούτου τεθέντος δὲν εἶναι δυνατὸν ἢ νὰ ἐκφράσω τὴν ἀπορίαν μου, διότι ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας Ὑπουργὸς ἀπήντησε μέχρι τοῦδε εἰς τὴν ἐπερώτησιν ταύτην καὶ εἰς τοὺς διαφόρους κ. κ. συναδέλφους, οἱ ὁποῖοι ἔλαβον προχθὲς τὸν λόγον, ἀπήντησε, λέγω, κατὰ τρόπον ὁ ὁποῖος ἀπεδείκνυεν ὅτι ἐφρόνει ὅτι ἐπρόκειτο περὶ ἐλέγχου κατ’ αὐτοῦ γενομένου, ὡς ἐὰν ἦτο αὐτὸς ὁ ἐργάτης τῆς συμβάσεως ταύτης καὶ ἐζήτει ν’ ἀπαλλαγῇ τῆς κατ’ αὐτοῦ διατυπουμένης κατηγορίας. Εὐτυχῶς ὅμως δι’ αὐτὸν καὶ διὰ τὴν Βουλήν, δὲν συμβαίνει τοιοῦτό τι, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας εἶναι ὅλως ξένος πρὸς τὴν σύμβασιν τὴν ὁποίαν εὗρεν ἀπὸ πολλοῦ δῆθεν κυρωθεῖσαν καὶ ἐφαρμοζομένην, ὅτε εἰσῆλθεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖόν του. Ἀλλ’ ἀφοῦ τοῦτο συμβαίνει, ἐρωτᾶται, διατί τάχα ἡ στάσις αὕτη τοῦ κ. Ὑπουργοῦ; Πρόκειται ἆρά γε ἡ Οἰκουμενικὴ Κυβέρνησις νὰ ἀναδεχθῇ τὰς εὐθύνας τοῦ παρελθόντος; Πρόκειται ἆρά γε οἱ ἀξιότιμοι κ. κ. ἡγέται κομμάτων, οἱ λαμβάνοντες μέρος εἰς τὴν Κυβέρνησιν ταύτην, νὰ ἀναδεχθῶσι τὰς εὐθύνας ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι παρὰ πάντα νόμον, παρὰ πάντα κανόνα νόμιμον, ἀλλὰ καὶ παρὰ πάντα κανόνα ἠθικὸν προέβησαν εἰς τὰς συμβάσεις ταύτας; Πρόκειται νὰ καθιερωθῇ ἡ ἀρχὴ ὅτι οἱοσδήποτε δύναται, ἐπιβαίνων καθ’ οἱονδήποτε τρόπον θέλει αὐτὸς τῆς Ἐξουσίας, νὰ ὑποχρεοῖ τὸ Κράτος, νὰ ὑποχρεοῖ τὸν λαὸν καὶ νὰ ἐπιβάλλῃ εἰς τὸ Κράτος καὶ εἰς τὸν λαὸν βαρυτάτας ὑποχρεώσεις καὶ κατόπιν τὰς ὑποχρεώσεις αὐτὰς νὰ ἀναγνωρίζῃ ὡς ὀρθὰς καὶ νομίμους, καίτοι πασιδήλως εἶναι ἀνήθικοι, μία Κυβέρνησις κοινοβουλευτική, μία Κυβέρνησις Οἰκουμενική, ἀποτελουμένη ἀπὸ τοὺς ἀρχηγοὺς ἁπάντων τῶν κομμάτων; Ἐγὼ τοὐλάχιστον ἀδυνατῶ τοιαύτην νὰ κάμω ὑπόθεσιν, ἀδυνατῶ εἰς τοιαῦτα νὰ φθάσω συμπεράσματα. Ὡς ἐκ τούτου δὲν δύναμαι νὰ ἀποδώσω τὴν τοιαύτην τοῦ ἀξιοτίμου κ. ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας Ὑπουργοῦ στάσιν ἢ εἰς πλάνην περὶ τὰ πράγματα, εἰς πλάνην τῆς ὁποίας μετέχει ὁλόκληρος ἡ Κυβέρνησις. Ἀναμφισβητήτως ἡ ἔννοια τοῦ ἄρθρου 6 τοῦ νόμου 3270 εἶναι ὅτι παρέχεται ὑπὸ τὰς προϋποθέσεις τῆς διατάξεως ταύτης ἡ ἐξουσιοδότησις εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ἢ εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας νὰ συνάψῃ τὰς συμβάσεις, περὶ ὧν ὁ λόγος, ὅτι δηλαδὴ πρόκειται περὶ κυρώσεως τῆς συναφθησομένης ὑπὸ τοιαύτας προϋποθέσεις συμβάσεως ἐκ τῶν προτέρων διδομένης. Ἄν τοῦτο εἶναι ἀκριβές—καὶ εἶναι ἀναμφισβητήτως—περιττεύει ἐντελῶς πᾶσα νομοθετικὴ πρᾶξις κυρώσεως, διότι ἡ νομοθετικὴ πρᾶξις τῆς κυρώσεως ἔχει δοθῆ προκαταβολικῶς. Ἐξεταστέον λοιπόν· ὑπάρχουν αἱ προϋποθέσεις τοῦ ἄρθρου 6; Ἄν μὲν ὑπάρχωσιν, ὡς εἶπον, εἶναι περιττὴ ἡ κύρωσις καὶ συνεπῶς πᾶσα συζήτησις ἐν τῇ Βουλῇ περιττεύει. Μόνον ἂν δὲν ὑπάρχωσιν, ἐξεταστέον τὸ θέμα, τί δέον γενέσθαι καὶ ἂν τὸ γενόμενον εἶναι νόμιμον καὶ ἰσχυρόν. Λέγει λοιπὸν ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 6 (ἀναγινώσκει): «Ἐπιτρέπεται εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον κατ’ ἀπόλυτον κρίσιν αὐτοῦ νὰ προβαίνῃ... κλπ.» Οὕτω προδήλως προκύπτει ὅτι ἅπασαι αἱ διατάξεις τῆς συμβάσεως αἱ ἀφορῶσαι τοὺς τροχιοδρόμους, τὰ αὐτοκίνητα, τὸν σιδηρόδρομον Ἀθηνῶν–Πειραιῶς εἶναι καθ’ ὑπέρβασιν καὶ κατὰ παράβασιν τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 6 ἀναγεγραμμέναι ἐν τῇ συμβάσει, διότι, ἐπαναλαμβάνω καὶ ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν ὑμῶν, κύριοι βουλευταί, ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου τοῦ σπουδαιοτάτου, τὸ ἄρθρον 6 δίδει ἐντολὴν μόνον ὅσον ἀφορᾷ Ἑταιρείας ἀποσκοπούσας τὴν παραγωγὴν καὶ τὴν διανομὴν ἠλεκτρικοῦ ρεύματος καὶ σιδηροδρομικὰς Ἑταιρείας, εἰς ἃς πρόκειται νὰ εἰσαχθῇ ἠλεκτροκίνησις. Ὁ σιδηρόδρομος Ἀθηνῶν —Πειραιῶς ἔχει ἠλεκτροκίνησιν ἀπὸ δεκαετηρίδων ὅλων, ὅλοι οἱ τροχιόδρομοι ἔχουσι τὴν ἠλεκτροκίνησιν ἐπίσης ἀπὸ δεκαετηρίδων. Περὶ αὐτοκινήτων οὐδεὶς γίνεται λόγος. Πῶς προῆλθον οἱ συντάκται τῆς συμβάσεως εἰς τὰς διατάξεις ἐκείνας τὰς περιλαβούσας τοὺς τροχιοδρόμους, τὰ λεωφορεῖα, τὰ αὐτοκίνητα, τὸν σιδηρόδρομον Ἀθηνῶν–Πειραιῶς; Ἀναμφισβητήτως καθ’ ὑπέρβασιν καὶ κατὰ παράβασιν τοῦ ἄρθρου 6 τοῦ νόμου 3270. Ὁ ἀξιότιμος συμπολίτης μου κ. Γ. Γεωργιάδης ὁμιλῶν ἐπ’ αὐτῆς τῆς ἐπερωτήσεως ἔλεγε πρὸ ἡμερῶν ὅτι ἡ σύνταξις τοῦ νομοθετικοῦ μέρους, δι’ οὗ ἐπῆλθεν ἡ κύρωσις τῆς συμβάσεως, ἀποδεικνύει ὅτι τοῦτο ἔχει συνταχθῆ ὑπὸ νομικοῦ πραγματικῆς ἀξίας. Δὲν γνωρίζω ὑπὸ τίνος νομικοῦ ἔχει συνταχθῆ τὸ Νομοθετικὸν τοῦτο Διάταγμα. Ἀναμφισβητήτως νομικὸς ἦτο ὁ συντάκτης αὐτοῦ, ἀλλ’ ἐν τούτοις ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ διαφωνήσω πρὸς τὸν ἀξιότιμον κ. Γεωργιάδην, διότι βεβαίως κατ’ ἐμὲ δὲν ἀποδεικνύεται ὅτι νομικὸς πραγματικῶς ἄξιος τοῦ ὀνόματος τούτου συνέταξε τὸ Νομοθετικὸν αὐτὸ Διάταγμα.
§4Χ. ΛΑΔΑΣ. Εἶχε συμβατικὴν ἀξίαν.
§5Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Κύριοι, εἶπον ἤδη ὅτι ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 6 τοῦ νόμου καθιστᾷ περιττὴν πᾶσαν ἄλλην κύρωσιν ὑπαρχούσης διὰ τῆς διατάξεως ταύτης προκαταβολικῆς κυρώσεως. Ἔρχεται τὸ Ν. Διάταγμα τὸ κατ’ ἐμὲ παράδοξον τοῦτο νομικὸν κατασκεύασμα καὶ εἰς τὸ προοίμιον αὐτοῦ λέγει (ἀναγινώσκει): «Ἔχοντες ὑπ’ ὄψει τὸ ἄρθρον 6 τοῦ νόμου 3270.... κλπ.» Καὶ ἐρωτῶ· ποίαν σχέσιν ἔχει τὸ ἄρθρον 6 τοῦ νόμου 3270 μὲ πρᾶξιν κυρώσεως, ἡ ὁποία εἶναι ἐντελῶς περιττὴ καὶ ὑπῆρξαν αἱ προϋποθέσεις τοῦ ἄρθρου 6, ἀφοῦ θὰ εἶχε δοθῆ προκαταβολικῶς ἡ νομοθετικὴ κύρωσις; Ἀλλ’ ἡ δευτέρα παράγραφος τοῦ ἄρθρου 6 ὁμιλεῖ περὶ τῆς γνώμης τοῦ Συμβουλίου. Ἐρωτᾶται· ὑπάρχει ἡ διαδικασία τῆς δευτέρας παραγράφου τοῦ ἄρθρου 6; Ὁ ἀξιότιμος κ. Βοζίκης ἠσχολήθη ἤδη μὲ τὸ θέμα τοῦτο, ἀλλ’ ἐν τῷ σημείῳ τούτῳ διαφωνῶ ῥιζικῶς πρὸς τὴν ἐκτεθεῖσαν ὑπὸ τοῦ κ. συναδέλφου γνώμην, φρονῶν ὅτι ὑπονοεῖται μετὰ σύμφωνον γνώμην τοῦ παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Συγκοινωνίας ἁρμοδίου Συμβουλίου. Ὁ νόμος λέγει μετὰ γνώμην τοῦ Συμβουλίου, ὁ δὲ ἀξιότιμος κ. Βοζίκης ἔλεγε προχθὲς ὅτι δὲν ἀπαιτεῖται σύμφωνος γνώμη.
§6Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Τὸ ζήτημα τὸ ἐπρόσεξα. Ἂν δὲν τὸ εἶχον προσέξει, διὰ τῆς διακοπῆς τοῦ κ. Σακαλῆ τὸ ἐπρόσεξα. Εἶμαι σύμφωνος ὅτι πρέπει νὰ εἶναι σύμφωνος ἡ γνώμη, ἀλλὰ δὲν ἐνόμισα ὅτι ἔπρεπε νὰ παρατείνω τὴν συζήτησιν ὅταν εἶχον δεδομένον ὅτι δὲν ὑπάρχει γνωμοδότησις. Δι’ αὐτὸ μὲ παρεξήγησαν.
§7Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ὀφείλω, κύριοι, νὰ ἐπανορθώσω τὸ σημεῖον τοῦτο καὶ λέγω ὅτι συμφωνῶ ἀπολύτως πρὸς τὸν ἀξιότιμον κ. Βοζίκην, ἀλλὰ λέγων ὅτι ἐγὼ θὰ ἐνδιατρίψω ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου. Ὅταν τὸ ἄρθρον 6 παράγραφος 2α λέγῃ μετὰ γνώμην τοῦ Συμβουλίου, ἀναμφισβητήτως δὲν διατάσσει τοῦτο ἵνα προκαλέσῃ μίαν ἀκαδημαϊκὴν συζήτησιν, ἀλλ’ ἵνα ἔχῃ ὁ Ὑπουργός, ὁ ὁποῖος κατὰ κανόνα δὲν εἶναι ἁρμόδιος διὰ τεχνικὰ ζητήματα συνυπεύθυνον γνώμην τοῦ ὑπευθύνου Συμβουλίου, τοῦ ἀποτελουμένου ἐξ ἀνωτάτων κρατικῶν ὑπαλλήλων. Πρόκειται, κύριοι, περὶ συμβάσεως περιεχούσης κατ’ ἐξοχὴν τεχνικὰ σημεῖα. Θὰ ἦτο παράλογον νὰ ὑποτεθῇ ὅτι ὁ νομοθέτης ἠθέλησε νὰ παραδώσῃ εἰς ἕνα πολιτικὸν Ὑπουργὸν τὴν αὐθαίρετον τῶν ζητημάτων τούτων κρίσιν καὶ νὰ θέσῃ παρ’ αὐτῷ Συμβούλιον ἀποτελούμενον ὑπὸ ἁρμοδίων ἀνωτάτων ὑπαλλήλων ἵνα τοῦτο ὄχι δεσμευτικὴν δι’ αὐτόν, ἀλλὰ θεωρητικήν, ἀκαδημαϊκὴν ἐκφέρῃ τὴν γνώμην του.
§8Γ. ΣΑΚΑΛΗΣ. Τὸ λέγει ὁ νόμος ρητῶς μετὰ σύμφωνον γνώμην.
§9Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Ἀντιστρόφως πρέπει νὰ σημειώσητε ὅτι ἀναγράφει μίαν περίπτωσιν, κατὰ τὴν ὁποίαν δίδει τὸ δικαίωμα εἰς τὸν Ὑπουργὸν νὰ συνάψῃ μίαν σύμβασιν μετὰ προηγουμένην δημοπρασίαν. Ἀμέσως παρακάτω ἐκεῖ ὅπου δίδει τὸ δικαίωμα τῆς δημοπρασίας, ἐκεῖ ἀπαιτεῖ καὶ γνώμην τοῦ ἁρμοδίου Συμβουλίου.
§10Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Ἄλλωστε ὀφείλω νὰ παρατηρήσω εἰς τὸν κ. συνάδελφον, τὸν διακόψαντά με ὅτι δὲν εἶναι βάσιμος ἡ γενομένη καὶ ἀποτανθεῖσα πρὸς ἐμὲ παρατήρησίς του, διότι ἁπανταχοῦ τοῦ κόσμου ἐπὶ τεχνικῶν ζητημάτων ἡ γνώμη τεχνικοῦ Συμβουλίου παγίως ἔχει ἑρμηνευθῆ ὅτι δὲν εἶναι γνώμη ἀκαδημαϊκή, ἀλλ’ εἶναι γνώμη δεσμεύουσα τὸν Ὑπουργόν. Καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποδώσω ἐγὼ εἰς τὸν τοῦ Κράτους. Καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποδώσω ἐγὼ εἰς τὸν νομοθέτην ἔννοιαν, ἡ ὁποία ἤθελε τοῦ ἀποδώσει συγχρόνως παραλογισμόν. Ἀλλά, κύριοι, ἐπὶ τῆς παρατηρήσεως, ἣν ἔκαμεν ὁ κ. Σωτηριάδης, ἂν ἤθελε γίνῃ δεκτὴ ἡ γνώμη ἡ διατυπωθεῖσα, θὰ ἐφθάναμεν εἰς ἓν ἄλλο τραγελαφικὸν συμπέρασμα. Τὸ ἄρθρον 6 τοῦ νόμου λέγει ὅτι κατόπιν προκηρύξεως διαγωνισμοῦ. Καὶ ἐρωτῶ ἂν ἡ ἑρμηνεία σας εἶναι ὀρθὴ θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ δεκτὸν ὅτι ἡ προκήρυξις τοῦ διαγωνισμοῦ χωρὶς τὴν ἐνέργειαν τοῦ διαγωνισμοῦ θὰ ἦτο ἐπαρκής, διότι ὁ νόμος λέγει μετὰ διαγωνισμὸν καὶ ὄχι μετὰ προκήρυξιν. Κύριοι, τοιαῦται ἑρμηνεῖαι εἶναι ἑρμηνεῖαι, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ χαρακτηρισθῶσιν ὡς ἀνάξιαι τῆς αἰθούσης ταύτης. (Ἀναγινώσκει): «Μετὰ γνώμην.... κλπ.» Ἄρα ἀπαιτεῖται κατὰ τὴν διαδικασίαν ταύτην γνώμη σύμφωνος τοῦ Συμβουλίου. Ἀλλά, κύριοι, ἐγὼ σέβομαι τὴν γνώμην τοῦ κ. Βοζίκη ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπιμένω ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου, ὅτι δύναμαι νὰ παραβλέψω τὸ σημεῖον τοῦτο, διότι εἶναι τόσα τὰ ὑπὲρ τῆς γνώμης ἡμῶν ἐπιχειρήματα ὥστε ἀληθῶς θὰ ἦτο προφανὴς ἐκ μέρους μου φιλαργυρία ἐπιχειρημάτων ἂν ἤθελον ἐπιμείνει εἰς τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο, τὸ βασιμότατον καὶ μὴ δυνάμενον νὰ κλονισθῇ. Τί θὰ εἴπῃ γνώμη; Ὁ κ. Βοζίκης ἀνέπτυξεν ἀρκούντως τὸ ζήτημα, ὥστε δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐνδιατρίψω. Κύριοι, τὴν 5ην Αὐγούστου τοῦ ἔτους 1925 τὸ παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Συγκοινωνίας Συμβούλιον τῶν Σιδηροδρόμων ὑπέβαλεν ἔκθεσιν ἐπὶ τῶν προτάσεων ὄχι τῶν ἀφορωσῶν τὴν συναφθεῖσαν σύμβασιν, ἀλλ’ ἐπὶ προτάσεων ἀφορωσῶν τὴν παραγωγὴν ρεύματος ἠλεκτρικοῦ Ἀθηνῶν–Πειραιῶς. Τὴν 5ην Αὐγούστου εἶχον ὑποβληθῆ διάφοροι προτάσεις περὶ τὴν 5ην Αὐγούστου εἶχον ὑποβληθῆ διάφοροι προτάσεις περὶ παροχῆς καὶ διανομῆς ἠλεκτρικοῦ ρεύματος Ἀθηνῶν–Πειραιῶς καὶ τὴν 5ην Αὐγούστου ὁ κ. Ὑπουργὸς λέγει εἰς τοὺς ὑπαλλήλους τοῦ Ὑπουργείου....
§11ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποῖος ἦτο;
§12Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ Ταβουλάρης: Λέγει νὰ μοῦ κάμητε μίαν ἔκθεσιν. Ποίαν ἔκθεσιν; Εἶναι περιττὸν νὰ ἀπαντήσω ἐγώ, διότι ἀπαντᾷ αὐτὴ ἡ ἔκθεσις ἑνὸς ἐκ τῶν μελῶν τοῦ Συμβουλίου, τοῦ κ. Πανταζῆ (ἀναγινώσκει). Ποῦ εἶναι ἡ δευτέρα ἀπόφασις, ἡ γνωμοδότησις, ἡ ἀπαιτουμένη ἀπὸ τὸ ἄρθρον 6 τοῦ νόμου; Ἀληθῶς κακόπιστος συζητητὴς θὰ ἦτο ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ ἤθελε τολμήσει νὰ ἰσχυρισθῇ ὅτι ὑπάρχει ἡ γνωμοδότησις, ἡ ἀπαιτουμένη ἀπὸ τὸ ἄρθρον 6 τοῦ νόμου 3270.
§13Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἄλλο γνωμοδότησις.
§14Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τὸ εἶπε ρητῶς ὅτι εἶναι γνωμοδότησις.
§15Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἄλλο γνωμοδότησις ἐπὶ τῆς συμβάσεως. Ἠθέλησε δηλαδὴ ὁ χορηγήσας τὴν ἐξουσιοδότησιν νόμος νὰ διακρίνῃ διότι εἶναι δυνατὸν αἱ ὑποβληθεῖσαι προτάσεις νὰ κριθῶσι συμφέρουσαι. Δὲν ἀρκεῖ ἡ ἐπὶ τούτου γνωμοδότησις, διότι εἶναι πιθανὸν ἐν τῷ σχεδίῳ τῆς συμβάσεως νὰ περιληφθῇ μία λέξις ἐπὶ πλέον ἢ νὰ παραλειφθῇ μία λέξις, ἡ ὁποία νὰ μεταβάλλῃ τοὺς ὅρους.
§16Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Σᾶς εὐχαριστῶ, διότι συμπληρώνετε τοὺς λόγους μου. Διότι ἀκριβῶς τοῦτο ἔχει σημασίαν, ὅτι ἀπαιτεῖται γνωμοδότησις ἐπὶ τῆς συμβάσεως καὶ δι’ αὐτὸ εἶπον ὅτι τὴν 5ην Αὐγούστου δίδεται ἡ ἐντολὴ προφορική, ἐντὸς βραχυτάτης προθεσμίας καὶ ἐντὸς ὁρίων στενῶν νὰ ἀποφανθῇ ἐπὶ ὅλων τῶν προτάσεων ἀκαδημαϊκῶς τὸ Συμβούλιον. Τὴν 17ην Ὀκτωβρίου, δηλαδὴ μετὰ δυόμισυ μῆνας, ὁ τότε ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας Ὑπουργὸς προέβαινεν εἰς τὴν σύναψιν συμβάσεως βασιζόμενος δῆθεν ἐπὶ τῆς γνωμοδοτήσεως τοῦ Συμβουλίου τῶν Σιδηροδρόμων. Ἐπὶ τῆς ἀνυπάρκτου γνωμοδοτήσεως.
§17Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἡ σύμβασις δὲν ἔχει χρονολογίαν καὶ ἑπομένως δὲν εἶναι γνωστὸν πότε ἔγινε.
§18Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Ἠρωτήθημεν ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργόν, ἂν ἐσταμάτησεν ἐκεῖ τὸ ζήτημα ἢ ὑπεβλήθη ἡ γνώμη τοῦ Συμβουλίου. Ὑπεβλήθη.
§19Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Ἐπὶ τῶν προτάσεων.
§20Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐπὶ τῶν ἀρχικῶν προτάσεων.
§21Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Τῶν ἀρχικῶς ὑποβληθεισῶν.
§22Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Τῶν ἀρχικῶν προτάσεων, τῶν ποικίλων προτάσεων τῶν ὑποβληθεισῶν. Μὲ ἀναγκάζετε νὰ ἐπανέλθω ἐπὶ ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἤδη ἀπησχόλησεν ἡμᾶς. Μήπως δὲν συνησθάνοντο τὸ ψεῦδος καὶ τὴν ἀπατηλὴν ὄψιν αὐτῶν τῶν ἐνεργειῶν οἱ τότε διαπράξαντες τὴν σύμβασιν ταύτην; Τὸ συνησθάνοντο καὶ ἔχοντες τὸ συναίσθημα τοῦ ψεύδους καὶ τοῦ ἀπατηλοῦ τῶν πράξεων αὐτῶν προέβημεν εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ Ν. Δ. τοῦ κυρωτικοῦ τῆς συμβάσεως, τὸ ὁποῖον, ὡς προηγουμένως σᾶς ἐξήγησα, θὰ ἐπερίττευεν ἐντελῶς ἂν ἐφηρμόζετο ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 6, ἡ δίδουσα προκαταβολικῶς τὴν κύρωσιν. Ὁ ἀξιότιμος κ. ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας Ὑπουργὸς καὶ ὁ ἀξιότιμος κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν εἰς ἀπάντητιν τῶν ἐπερωτησάντων, λαβόντες τὸν λόγον, ἐνδιέτριψαν ἐπὶ τοῦ ζητήματος ἂν πρᾶξις Κυβερνήσεως οὐχὶ de jure, ἀλλὰ de facto μόνον ὑφισταμένη δὲν ὑποχρεοῖ τὸ Κράτος, ἐν ὀνόματι τοῦ ὁποίου οἱ de facto κυβερνῆται συνεβλήθησαν.
§23Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἀπὸ διεθνοῦς ἀπόψεως.
§24Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Κύριοι, δὲν μὲ ἐνδιαφέρει ἡ γνώμη αὕτη ἢ μᾶλλον δὲν αἰσθάνομαι τὴν ἀνάγκην νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου, διότι δὲν νομίζω ὅτι ἔχει σχέσιν τινὰ τοῦτο πρὸς τὴν γνώμην ἡμῶν, πρὸς τὸ κῦρος τῆς συμβάσεως. Ἐνταῦθα ὀφείλω νὰ ἐπαναλάβω μίαν ἐξήγησιν, τὴν ὁποίαν ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ κάμω ἤδη πρὸς τὴν Βουλήν. Ἔλεγον εἰς τὴν συνεδρίασιν, τὴν παρελθοῦσαν, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ ξένων, ὅτι εἶναι ἐσφαλμένη ἡ γνώμη ὅτι πρόκειται περὶ ξένων. Δι’ οὐδεμίαν πρᾶξιν ἀφορῶσαν τὴν προκειμένην ὑπόθεσιν δυνάμεθα νὰ καταλογίσωμεν εὐθύνας εἰς ξένους. Ἐννοῶ νὰ ἐπιμείνω ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου, διότι, ἀτυχῶς, ἐκ τῆς ψευδοῦς παραστάσεως τῶν πραγμάτων ἢ ἐξ ἀγνοίας τῶν πραγμάτων ἔφθασε μέχρι τῶν ἑδωλίων ἡμῶν ἡ ἐντύπωσις ὅτι ξένα κεφάλαια εἶναι τὰ ἐπιδραμόντα κατὰ τοῦ ἐθνικοῦ καὶ ἰδιωτικοῦ ἡμῶν πλούτου καὶ ὅτι ξένοι ἐπιχειρηματίαι εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐγένοντο συνένοχοι τῆς συμβάσεως ταύτης. Καὶ ἐκ τῆς τοιαύτης ψευδοῦς ἐντυπώσεως ἐδημιουργήθη ὄχι ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἀλλ’ ἐκτὸς τῆς αἰθούσης ταύτης, ἐδημιουργήθη ἡ ἐντύπωσις ὅτι μέγα καὶ ἰσχυρὸν καὶ ἔνδοξον Κράτος, πρὸς τὸ ὁποῖον ὀφείλομεν αἰωνίαν εὐγνωμοσύνην, εἶναι συνένοχον τῆς τοιαύτης συμβάσεως. Μεθ’ ὅλης τῆς δυνάμεως τῶν πνευμόνων μου εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ διαμαρτυρηθῶ κατὰ τῆς τοιαύτης συκοφαντίας. Οὐδεμίαν ἔχει εὐθύνην ἡ ξένη αὐτὴ Δύναμις. Πᾶσα τοιαύτη πληροφορία, πᾶσα τοιαύτη διάδοσις εἶναι κακόβουλος καὶ σκοπεῖ ἓν καὶ μόνον νὰ δικαιολογήσῃ, τὰ ἀδικαιολόγητα—καὶ νὰ δημιουργήσῃ στηρίγματα εἰς τὴν ἀστήρικτον ταύτην σύμβασιν.
§25Γ. ΚΑΚΟΥΛΙΔΗΣ. Ὁ Ἑλληνικὸς ὅμιλος τὰ λέγει.
§26Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν γνωρίζω ποῖος τὰ λέγει, ἀλλὰ εἶναι ψεύδη. Βραδύτερον θέλω ἐπανέλθει ἐπὶ τοῦ θέματος καὶ θὰ καταδείξω τὸ βάσιμον τῶν λόγων μου. Ἄν ὑπάρχῃ ἔνοχος, μὴ ἀναζητῆτε αὐτόν, κύριοι, πέραν τῶν Ἑλληνικῶν θαλασσῶν, μὴ ἀναζητῆτε αὐτὸν πέραν τῶν ὁρίων τῆς πόλεως ταύτης, μὴ ἀναζητῆτε αὐτὸν μακρὰν τοῦ πιστωτικοῦ ἱδρύματος τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Ἐκεῖ ἐμφωλεύει ὁ ἔνοχος. Καὶ θέλω ἀποδείξει τοὺς ἐμοὺς λόγους.
§27Γ. ΣΑΚΑΛΗΣ. Οἱ διαχειριζόμενοι τότε τὴν Ἐξουσίαν ἦσαν ὑπεύθυνοι.
§28Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Οἱ διαχειριζόμενοι τὴν Ἐξουσίαν ἀναμφισβητήτως εἶναι ὑπεύθυνοι, ἀλλ’ αὐτοὶ ἄλλοι μὲν ἐφυγαδεύθησαν, ἄλλοι δὲ εὑρισκόμενοι ἐνταῦθα ἀποτίουσιν ἀλλαχοῦ τὰς εὐθύνας. Ἀλλ’ ἐκτὸς πάσης συζητήσεως, τίθενται ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι πραγματικῶς διέπραξαν τὴν σύμβασιν ταύτην.
§29Χ. ΛΑΔΑΣ. Οἱ ἀναγκαῖοι συνεργοί.
§30Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Ἔχω ἐνώπιόν μου, κύριοι, λίβελλον πραγματικόν, δημοσιευθέντα εἰς ὅλας τὰς ἐφημερίδας τῆς Πρωτευούσης τῆς 12ης Ὀκτωβρίου 1925, λίβελλον, ἀπευθυνόμενον κατὰ τῶν ἀνωτάτων Ἑλληνικῶν ὑπηρεσιῶν, λίβελλον διὰ τοῦ ὁποίου ἀποδίδεται εἰς αὐτὰς κακοπιστία καὶ δὲν γνωρίζω τί ἄλλο. Ὁ λίβελλος αὐτὸς δὲν ἐξεδόθη ὑπὸ τῆς τότε Κυβερνήσεως ἀναμφισβητήτως, ἀλλ’ ἀπὸ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι συνῆψαν τὴν σύμβασιν, ὑπεγράφη ἀπὸ τοὺς ἐνδιαφεραμένους τῆς συμβάσεως. Ὑπεγράφη ἀπὸ τὸ Συνδικάτον τῶν Ἑλληνικῶν Τραπεζῶν. Καὶ τοῦ Συνδικάτου αὐτοῦ προΐσταται τὸ πιστωτικὸν ἡμῶν ἵδρυμα, ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, τὸ κρατικὸν ἡμῶν ἵδρυμα, ἀφοῦ εἶναι ἐκδοτικὸν τοιοῦτον. Τοῦ Συνδικάτου αὐτοῦ προΐστατο ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, σύρουσα ὄπισθεν τοῦ πανισχύρου αὐτῆς ἅρματος ὅλας τὰς Τραπέζας τῆς Ἑλλάδος. Καὶ ἔχω, κύριοι, πρὸ ἐμοῦ τὴν ἀπάντησιν τοῦ γνωμοδοτικοῦ Συμβουλίου τοῦ Ὑπουργείου τῆς Συγκοινωνίας, ἀπάντησιν πλήρη πόνου καὶ πικρίας διὰ τὰς ὑπὸ τὴν αἰγῖδα τῆς τότε Κυβερνήσεως ὑπὸ τῶν πιστωτικῶν ἱδρυμάτων τῆς Χώρας ἐκτοξευθείσας κατηγορίας. Ἰδού, κύριοι, ἓν μέρος τῆς ἀπαντήσεως (ἀναγινώσκει): «Τὸ Συμβούλιον τῶν Ἑλληνικῶν.... κλπ.» Κατηγορεῖ τὸ γνωμοδοτικὸν Συμβούλιον τοῦ Ὑπουργείου τῆς Συγκοινωνίας, τὸ ἀποτελούμενον, ὡς εἶπον, παρ’ ἀνωτάτων τοῦ Κράτους ὑπαλλήλων τοῦ Συνδικάτου τῶν Ἑλληνικῶν Τραπεζῶν, ὡς ἀπευθύνοντος λίβελλον κατ’ αὐτῶν. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια. Διατί μετὰ ταῦτα θέλομεν νὰ καταφύγωμεν πέραν τῆς Ἑλλάδος καὶ νὰ ζητήσωμεν μακρὰν αὐτῆς τοὺς ἐνόχους ὅλων τῶν σχετικῶν πρὸς τὴν σύμβασιν ταύτην πράξεων; Κύριοι, ἤδη θὰ εἰσέλθω εἰς τὴν κατ’ οὐσίαν ἐξέτασιν τῆς συμβάσεως ἐπιτροχάδην βεβαίως, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν ἅπαντα τὰ θέματα νὰ ἐξαντληθῶσιν ἐνταῦθα, ἀλλ’ ἐπαρκῶς, ὅπως καταδείξω εἰς τὴν Βουλὴν καὶ πεισθῇ ἡ Βουλὴ ὅτι ἡ σύμβασις αὕτη εἶναι ἀσύμφορος ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν διὰ τὸ Κράτος. Ὅτι εἶναι ἀσύμφορος ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν καὶ διὰ τὴν ἐθνικὴν οἰκονομίαν καὶ διὰ τὴν ἰδιωτικὴν οἰκονομίαν. Ἀνεξαρτήτως τοῦ ζητήματος ὅτι συνήφθη εἰς στιγμὴν καθ’ ἣν τὸ ἐθνικὸν νόμισμα εὑρίσκετο ἐν σοβαρᾷ ὑποτιμήσει καὶ ὅτι συνήφθη σύμβασις προμηθείας βιομηχανικῶν εἰδῶν ἀξίας 2 ἑκατομ. λιρῶν, ἀνεξαρτήτως, λέγω, τοῦ ζητήματος τούτου, τοῦ θίγοντος καιριώτατα τὴν ἐθνικὴν οἰκονομίαν ἡμῶν, ἔχει ἡ σύμβασις αὕτη τόσα τρωτά, ὥστε ἀληθῶς ὄχι μία, ἀλλὰ δέκα ὁλόκληροι συνεδρίαι τῆς Βουλῆς δὲν θὰ ἐπήρκουν ὅπως ἐξαντληθῶσι τὰ θέματα ταῦτα. Ὑπάρχει, κύριοι βουλευταί, μία σύμβασις ἀφορῶσα τὸν σιδηρόδρομον Ἀθηνῶν–Πειραιῶς καὶ ἡ σύμβασις αὕτη, ἰσχύουσα ἀπὸ μακροῦ, ἔληγε μετὰ 18 ἔτη ἀπὸ τῆς συνάψεως τῆς ὑπὸ κρίσιν συμβάσεως. Αἴφνης ἐπέρχεται, ἐνσκύπτει ἡ σύμβασις τῆς 17ης Δεκεμβρίου 1925 καὶ παρὰ πᾶσαν προσδοκίαν, παρὰ πᾶσαν λογικήν, αἰφνηδίως βλέπομεν ἐνσκύπτουσαν εἰς τὴν σύμβασιν τὴν Ἑταιρείαν Σιδηροδρόμων Ἀθηνῶν–Πειραιῶς καὶ λαμβάνουσαν μάλιστα παράτασιν τοῦ προνομίου αὐτῆς μέχρι, παρακαλῶ, τοῦ 1985, δηλ. 42 ἔτη ἀπὸ τῆς λήξεως τῆς ἀρχικῆς συμβάσεως καὶ 52 ὅλα ἔτη ἀπὸ τὴν σύναψιν τῆς ὑπὸ κρίσιν συμβάσεως. Βεβαιῶ ὑμᾶς, ἀξιότιμοι κύριοι συνάδελφοι, ὅτι πολλάκις ἠθέλησα νὰ ἐρωτήσω ὁ ἴδιος καὶ νὰ ἀνεύρω τὸν λόγον, διὰ τὸν ὁποῖον ὁ σιδηρόδρομος Ἀθηνῶν–Πειραιῶς περιελήφθη ἐν τῇ συμβάσει ταύτῃ’ Καί, παρ’ ὅλον τὸν κόπον, ὃν κατέβαλον, παρ’ ὅλας τὰς πληροφορίας, ἃς ἐζήτησα, παρ’ ὅλην τὴν μελέτην, τὴν ὁποίαν ἔκαμα, ἐστάθη ἀδύνατον νὰ κατανοήσω πῶς εἰσεπήδησεν εἰς τὴν σύμβασιν ταύτην ὁ σιδηρόδρομος Ἀθηνῶν– Πειραιῶς. Τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον τελείως ξένος, κύριοι βουλευταί, εἶναι καὶ πρὸς τὸ δάνειον τῶν 2 ἑκατομμυρίων λιρῶν, τὸ ὁποῖον συνήφθη ἐν Ἀγγλίᾳ καὶ πρὸς τὰ κεφάλαια τὰ καταβληθέντα ὑπὸ τῶν ἀναδόχων, δηλαδὴ ὑπὸ τοῦ Συνδικάτου Μελετῶν καὶ Ἐπιχειρήσεων καὶ ὑπὸ τῆς Ἑταιρείας Πάουερ– Ἄντ–Τράξιον. Καὶ εἰσῆλθεν ὑπὸ τοιούτους ὅρους ὁ σιδηρόδρομος Ἀθηνῶν —Πειραιῶς καὶ ἔλαβε παράτασιν τοῦ προνομίου του ἐπὶ 42 ἔτη καὶ ἀντ’ αὐτοῦ τί, παρακαλῶ, ἔδωσε πρὸς τὸ Κράτος; Ἰδοὺ τί ἔδωκεν· ἀπηλλάγη τῆς ὑποχρεώσεως καταβολῆς φόρου, ἐπετράπη εἰς τὸν σιδηρόδρομον νὰ κανονίζῃ κατὰ βούλησιν τὰς τιμὰς τῶν εἰσιτηρίων. Ἀπηλλάγη καὶ τῆς ὑποχρεώσεως, ἡ ὁποία ὑπῆρχεν εἰς τὴν παλαιὰν σύμβασιν, κατὰ τὴν λῆξιν τῆς συμβάσεως νὰ καταβάλῃ εἰς τὸ Δημόσιον Ταμεῖον 700,000 χρυσᾶ φράγκα. Διατί ταῦτα ὅλα ἐγένοντο; Μία καὶ μόνη προβάλλεται δικαιολογία ἀληθῶς τόσον ἀναξία, ὥστε αἰσχύνομαι ὅτι ἀναγκάζομαι νὰ συζητήσω ἐπ’ αὐτῆς, ὅτι δηλαδὴ ἀπεφασίσθη ἡ κατασκευὴ σήραγγος ἀπὸ τῆς Ὁμονοίας μέχρις Ἀττικῆς. Καὶ ἐρωτῶ τίνα σκοπὸν πρόκειται νὰ ἐξυπηρετήσῃ ἡ σήραγξ αὐτή; Διατί νὰ δαπανηθοῦν, ἀφαιρούμενα ἐκ τῆς ἰδιωτικῆς καὶ ἐθνικῆς οἰκονομίας, τὰ ἑκατομμύρια ταῦτα, διατί νὰ δαπανηθοῦν; Μόνον διὰ νὰ δικαιολογήσουν, ἐπαναλαμβάνω καὶ πάλιν, διὰ νὰ δικαιολογήσουν τὴν ἀνομίαν, τὴν ἀνηθικότητα τῆς εἰσβολῆς τοῦ σιδηροδρόμου Ἀθηνῶν–Πειραιῶς ἐν τῇ συμβάσει ταύτῃ. Δὲν γνωρίζω, κύριοι βουλευταί, ποία θὰ εἶναι ἡ ἀπόφασις ὑμῶν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τοῦ κύρους τῆς συμβάσεως, ἀλλ’ οἱαδήποτε καὶ ἂν εἶναι ἡ γνώμη ὑμῶν, θὰ διαπράξητε τὸ μέγιστον τῶν ἐγκλημάτων κατὰ τῆς Πατρίδος, ἂν δὲν ἐκβάλητε πὴξ καὶ λὰξ ἐκ τῆς συμβάσεως ταύτης τὴν Ἑταιρείαν τοῦ σιδηροδρόμου Ἀθηνῶν–Πειραιῶς, ἐπαναφέροντες τὰ πράγματα εἰς ἣν πρὸ τῆς συμβάσεως εὑρίσκοντο θέσιν καὶ ἀπαλλάσσοντες τὴν Χώραν τοῦ ἄγους αὐτοῦ.
§31ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πότε ἔληγε τὸ προνόμιον τῆς Ἑταιρείας;
§32Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ προνόμιον ἔληγε μετὰ δεκαοκταετίαν ἀπὸ τῆς 12ης Ὀκτωβρίου 1925, παρετάθη δὲ μέχρι τοῦ 1985, δηλαδὴ ἐπὶ 42 ἔτη. Καὶ σᾶς εἶπον ὅτι οὐδὲν ἀντάλλαγμα ἐδόθη, ἀπαλλαγὴ φόρου, ἀσυδοσία εἰς τὴν διατίμησιν τῶν εἰσιτηρίων, ἀπαλλαγὴ τῆς ὑποχρεώσεως τῶν 700,000 φράγκων. Τὰ ἐπαναλαμβάνω, διότι πρέπει ἐπ’ ἄπειρον νὰ ἐπαναλαμβάνωνται ταῦτα, ἵνα καλῶς ἐννοηθῶσι ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἀλλὰ καὶ ἐκτὸς αὐτῆς. Καὶ λέγω· ποῖος ὁ λόγος διὰ τὸν ὁποῖον εἰσῆλθεν ὁ σιδηρόδρομος Ἀθηνῶν–Πειραιῶς καὶ πῶς δικαιολογεῖται ἡ παραμονὴ τοῦ σιδηροδρόμου Ἀθηνῶν–Πειραιῶς. Διότι, κύριοι, βεβαίως εἶναι μέγιστον τὸ ἐπιχείρημα ὅτι συνήφθη ἓν δάνειον ἐν ξένῃ Χώρᾳ δύο ἑκατομμυρίων λιρῶν ὑπὲρ τῶν ἔργων. Ἀλλὰ τὸ δάνειον τοῦτο τῶν δύο ἑκατομμυρίων λιρῶν, ἐπαναλαμβάνω, εἶναι ξένον πρὸς τὴν Ἑταιρείαν τῶν Σιδηροδρόμων, οὐδὲ ἐνδιαφέρεται τὸ Ἀγγλικὸν Θησαυροφυλάκειον τὸ ἐγγυηθὲν διὰ τὰ 2 ἑκατομμύρια λιρῶν διὰ τὴν Ἑταιρείαν τοῦ σιδηροδρόμου Ἀθηνῶν–Πειραιῶς. Ἡ Ἑταιρεία τοῦ σιδηροδρόμου Ἀθηνῶν–Πειραιῶς εἰσῆλθε ρουσφετολογικῷ τῷ τρόπῳ, ἵνα τύχῃ τῆς προστασίας τῆς συμβάσεως τῆς παρατάσεως τοῦ προνομίου καὶ ἐξῆλθεν ἐκ τῆς συμβάσεως κατὰ τὴν μέθοδον—μὲ συγχωρεῖτε—τοῦ Παπᾶ, Θέλω, κύριοι βουλευταί, νὰ σᾶς εἴπω τὰς ἀναμφισβητήτους ζημίας τὰς ὁποίας ἐκ τούτου ὑπέστη ἡ Χώρα, τὰς ὁποίας ὑπέστη ὁ Ἑλληνικὸς Λαός, τὰς ὁποίας ὑπέστησαν ἰδιαίτατα αἱ πόλεις τῶν Ἀθηνῶν καὶ τοῦ Πειραιῶς. Ἰδοὺ αὐταί. Εὐθὺς ἀπὸ τῆς κυρώσεως τῆς ψευδοῦς αὐτῆς κυρώσεως τῆς συμβάσεως, ὑψώθησαν αἱ τιμαὶ τῶν εἰσιτηρίων τοῦ σιδηροδρόμου Ἀθηνῶν– Πειραιῶς, ἐπὶ τῇ προσδοκίᾳ τῆς ἐκτελέσεως τοῦ μεγάλου ἔργου τῆς σήραγγος Ὁμονοίας–Ἀττικῆς. Ἀλλά, κύριοι, ηὐξήθησαν αἱ τιμαὶ τῶν εἰσιτηρίων καὶ εἰσπράττονται ὑπὸ τῆς Ἑταιρείας εἰς βάρος τοῦ Κοινοῦ Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς 40,000,000 καὶ πλέον. Ἀλλά, κύριοι, δὲν πρόκειται μόνον περὶ τούτου. Τὰ κέρδη τῆς Ἑταιρείας, τὰ κέρδη τὰ καθαρά, κατ’ ἐπίσημον βεβαίωσιν ἀνέρχονται εἰς ἑπτὰ λεπτὰ χρυσᾶ κατ’ εἰσιτήριον....
§33ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Σήμερον;
§34Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Μάλιστα. Σήμερον διατίθενται ὑπὸ τῆς Ἑταιρείας τοῦ σιδηροδρόμου Ἀθηνῶν–Πειραιῶς 33,000,000 εἰσιτήρια ἐτησίως. Θὰ εἶναι ἀληθῶς γελοιωδῶς μικρὸς ὁ ὑπολογισμὸς τῆς αὐξήσεως τῆς εἰσιτηρίων μετὰ 16 ἔτη, ὁπότε θὰ ἔληγε τὸ προνόμιον, εἰς 7,000,000 εἰσιτήρια ἐτησίως ἐπὶ πλέον τῶν σήμερον διατιθεμένων εἰσιτηρίων. Τεσσαράκοντα ἑκατομμύρια πρὸς 7 χρυσᾶ λεπτά, κύριοι δίδουν 2,800,000 φρ. χρυσᾶ ἐτησίως καθαρὸν κέρδος. 2,800,000 φρ. χρυσᾶ κατ’ ἔτος ἐπὶ 15 κάμνουν 42,000,000 δραχ. χαρτίνας κέρδος ἐτησίως. 42,000,000 ἐπὶ 42,000,000 ἀπὸ τοῦ 1943 ὁπότε λήγει τὸ προνόμιον τῆς Ἑταιρείας μέχρι τοῦ 1985, ἴσον 1,620,000,000, ἅτινα ἀνατοκιζόμενα κατὰ τὸν πίνακα τῶν ἀνατοκισμῶν τὸν ἐπίσημον ἀποδίδουσι μέχρι τοῦ 1985 τὸ εὐκαταφρόνητον ποσὸν τῶν 7,000,000,000. Αὐτὴ εἶναι ἡ σύμβασις, κύριοι, τοῦ σιδηροδρόμου Ἀθηνῶν —Πειραιῶς καὶ ἂν νομίζητε ὅτι μετὰ ταῦτα εἶναι δυνατὸν ἡ διάταξις περὶ τοῦ σιδηροδρόμου νὰ μὴ ἐκβληθῇ πὺξ καὶ λάξ, ὡς ἔλεγον, ἐκ τῆς συμβάσεως, τότε, κύριοι, θὰ σᾶς εἴπω ὅτι φαντάζεσθε ὅτι τὸ Κράτος ἡμῶν εἶναι Κράτος, τὸ ὁποῖον γέμει χρυσορυχείων; Ἀλλὰ τότε θὰ ἀντείπωμεν εἰς ὅλους τοὺς κ. κ. Ὑπουργούς: Ἐφόσον ἔχετε τὴν δύναμιν καὶ τὸ σθένος νὰ σπαταλᾶτε χιλιάδας ἑκατομμυρίων, δὲν δεχόμεθα τὰς ἀστείας ὑμῶν οἰκονομίας, διότι αὗται μόνον πρὸς περίγελων προβάλλονται. Ἀνεσήκωσα, κύριοι βουλευταί, μόνον μίαν πτυχὴν τοῦ παραπετάσματος, τοῦ βαρυτάτου καὶ χρυσοϋφάντου παραπετάσματος, τοῦ καλύπτοντος τὴν σύμβασιν ταύτην. Ἂν ἀναγκασθῶ, θὰ προβῶ περαιτέρω καὶ θὰ ἀποκαλύψω καὶ ἄλλα. Δὲν πράττω τοῦτο, κύριοι βουλευταί, διότι δὲν ἐπιθυμῶ νὰ καταχρασθῶ τῆς ὑπομονῆς σας.
§35ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἐξακολουθήσατε.
§36Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν θέλω νὰ προβῶ περαιτέρω καὶ νὰ ἀποκαλύψω ἁπάσας τὰς εἰς βάρος τῆς Χώρας ἡμῶν διατάξεις τῆς συμβάσεως, αἱ ὁποῖαι εἶναι τόσον ἐγκληματικαί, κύριοι βουλευταί, ὥστε εὑρίσκομαι εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς ὅτι πρέπει νὰ προβῇ αὕτη εἰς τὴν ἐκλογὴν ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία νὰ ἐξετάσῃ πάντα τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν σύμβασιν, ἤτοι τὴν διαπραγμάτευσιν καὶ τὴν συνομολόγησιν. Παροικοῦμεν ἐν Ἰερουσαλὴμ καὶ εἰς τὰ ὦτα πάντων ἡμῶν θὰ ἔχωσι φθάσει φῆμαι, αἱ ὁποῖαι ὄντως εἶναι λυπηραὶ διὰ τὴν Χώραν ἡμῶν. Ἐπιβάλλεται χάριν τῆς τιμῆς τῆς ἡμετέρας Χώρας ἡ ἐκλογὴ ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπῆς, ἵνα ἐξετάσῃ, νὰ ἐρευνήσῃ καὶ νὰ ἀνεύρῃ τοὺς ἐνόχους τῶν γενομένων ἐγκλημάτων. Ἐπανέρχομαι, κύριοι, ἐπὶ τοῦ σημείου τῆς ἀπαντήσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, καθ’ ἣν πᾶν Κράτος ὑποχρεοῦται διὰ τὰς ὑποχρεώσεις τὰς ἀναληφθείσας ὑπὸ τῶν de facto Κυβερνήσεων. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ὁ ἀξιότιμος κ. ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας Ὑπουργός, ξένος πρὸς τὰ νομικὰ ζητήματα, προεκάλεσεν ἐμοῦ τοὐλάχιστον τὸν θαυμασμὸν διὰ τὴν ἐν βραχυτάτῳ ὄντως χρόνῳ τόσον τελείαν νομικὴν αὐτοῦ κατάρτισιν, ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ εἴπω τὸ αὐτὸ καὶ διὰ τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργόν, τὸν διακεκριμένον νομομαθῆ, ὁ ὁποῖος ἀπὸ μακροῦ χρόνου ἐνέτριψεν ἐν τῇ νομικῇ ἐπιστήμῃ. Δὲν πρόκειται κ. Ὑπουργὲ τῶν Ἐξωτερικῶν, περὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι ὅλως ἀλλότριον πρὸς τὸ ἀπασχολοῦν ἡμᾶς θέμα. Πρόκειται περὶ τῆς ὑποχρεώσεως, τὴν ὁποίαν ἔχει ἓν Κράτος ὅσον ἀφορᾷ τὰς ὑποχρεώσεις τὰς ἀναληφθείσας ὑπὸ τῶν de facto Κυβερνήσεων; Ἢ ἄρα πρόκειται περὶ τῶν ὑποχρεώσεων τῶν ἀναληφθεισῶν ὑπὸ τῶν Κυβερνήσεων, ἀδιαφόρως ἂν αὗται ὑπῆρξαν de facto, περὶ τῶν λοιπῶν ὑποχρεώσεων τῶν ἀναληφθεισῶν ὑπ’ αὐτῶν αἵτινες ἐκρίθησαν ὑπερβολικαὶ καὶ κατὰ παράβασιν τοῦ πολιτεύματος καὶ τῶν νόμων; Νομίζω ὅτι περὶ τούτου πρόκειται. Νομίζω ὅτι οὐδαμῶς ἐνδιαφέρει ἡμᾶς τὸ ζήτημα τὸ ἕτερον. Μολονότι θὰ ἠδυνάμην νὰ ὑπομνήσω εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸν ὅτι αὐτὴ ἡ διδαχθεῖσα ὑπ’ αὐτοῦ θεωρία εἶναι πιθανὸν ἐν μέρει νὰ γρονθοκοπεῖται κατὰ τρόπον λίαν ἰσχυρόν, πρὸς δηλώσεις αὐτοῦ ἄλλοτε ποτε γενομένας καὶ οὐδέποτε urbi et orbi διακηρυχθείσας.
§37Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ποίας;
§38Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐπὶ τῆς ἐποχῆς τῆς δικτατορίας. Σεῖς ὁ ἴδιος διεκηρύξατε εἰς συνεντεύξεις, τὰς ὁποίας δὲν θέλω ἤδη νὰ ἀναφέρω, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποχρεώσῃ τὸ Κράτος σύμβασις συναφθεῖσα ὑπὸ τοῦ καθεστῶτος ἐκείνου, ὅτι πρέπει νὰ γνωρίζουν οἱ ξένοι συμβαλλόμενοι ὅτι αὐτὸ εἶναι ἔργον παράνομον καὶ ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ἢ ἐπανερχομένων τῶν πραγμάτων εἰς τὴν θέσιν αὐτῶν νὰ ἀνατραπῶσι τὰ ἄνομα ταῦτα ἔργα.
§39Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἔκαμα τὰς δηλώσεις αὐτάς, εἶναι ἐπίσης ἀληθὲς ὅτι εἰς συσκέψεις γενομένας τότε τῶν ἀρχηγῶν τῶν κομμάτων προέτεινα καί τι πλέον, τὰς δηλώσεις ταύτας νὰ τὰς ἐπαναλάβωμεν ὡς μέλλοντες ὑπεύθυνοι κυβερνῆται καὶ ἐπισημότερον εἰς τοὺς ἀντιπροσωπεύοντας ξένα συμφέροντα ἐνταῦθα. Ἀλλὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, ἀξιότιμε κ. βουλευτὰ ἐξ Ἀθηνῶν, δὲν ἐσκεπτόμην τίποτε ἄλλο παρὰ πῶς θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἀπομακρύνω ἐπιδρομὰς κατὰ τοῦ δημοσίου ταμείου καὶ τοῦ ἐθνικοῦ πλούτου, ἀκριβῶς δὲ ἐπειδὴ προέβλεπον ὅτι μίαν ἡμέραν θὰ ἦτο δύσκολον νὰ ἀποφύγωμεν τοιαύτας περιπλοκάς, ἔσπευδα νὰ κάμω τὰς δηλώσεις ἐκείνας, διὰ νὰ ἀποφύγωμεν κατὰ τὸ δυνατὸν μεταγενεστέρας περιπλοκάς, ἃς προέβλεπον καὶ ἐφοβούμην. Λάβετε ὑπ’ ὄψιν ὅτι μόνον μίαν πτυχὴν τῶν περιπλοκῶν, τὰς ὁποίας μᾶς ἐκληροδότησεν ἡ δικτατορία, περιέχει ἡ σύμβασις αὐτή. Δυστυχῶς ὅλαι δὲν δύνανται νὰ ἀνακοινωθῶσι δημοσίως. Δὲν εἶναι λοιπὸν δυνατὸν νὰ κατηγορῶμαι ὅτι μετεχειρίσθην τότε δηλώσεις καὶ φράσεις ζωηράς, διὰ νὰ δυνηθῶ, ὅσον ἦτο δυνατόν, νὰ ἀπομακρύνω τὸν ἑσμὸν τῶν ἐπιδρομέων, οἱ ὁποῖοι εἶχον τότε πολιορκήσει τὸ δημόσιον ταμεῖον. (Χειροκροτήματα).
§40Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Κύριοι, συμμερίζομαι πληρέστατα τὰ χειροκροτήματα ὑμῶν καὶ λυποῦμαι διότι εὑρισκόμενος εἰς τὸ βῆμα τοῦτο κωλύομαι νὰ ἀκολουθήσω ὑμᾶς. Βεβαίως συγχαίρω τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸν διὰ τὰς παλαιὰς ἐκείνας δηλώσεις, τὰς ὁποίας ἔκαμε, αἵτινες ὀρθαὶ εἶναι καὶ πολύτιμοι. Ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ συγχαρῶ αὐτὸν διὰ τὰς σημερινάς. Δὲν κατηγορῶ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸν ὅτι διέπραξέ τι τότε τὸ μὴ ὀρθόν. Πᾶν ὅ,τι ἔπραξεν ἦτο ἄξιον συγχαρητηρίων. Ἀλλ’ αὐτὸ τὸ ὁποῖον εἶπε σήμερον εὑρίσκεται εἰς ἀντίφασιν πρὸς ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εἶπε τότε. Ἀλλά, κύριοι, δὲν μὲ ἐνδιαφέρει τοῦτο, διότι δὲν πρόκειται περὶ αὐτοῦ, δὲν πρόκειται περὶ τοῦ ἂν αἱ de facto Κυβερνήσεις ὑπεχρέωσαν τὸ Κράτος. Πρόκειται ἂν αἱ Κυβερνήσεις de facto ἢ de jure ὑποχρεώνουν τὸ Κράτος, ὅταν ἀναλαμβάνουν ὑποχρεώσεις κατὰ παράβασιν τοῦ πολιτεύματος καὶ κατὰ παράβασιν τῶν νόμων. Πρόκειται ἂν εἶναι δυνατὸν νὰ ἰσχυρισθῇ οἱοσδήποτε συμβαλλόμενος μετ’ ἀντιπροσώπου τοῦ Κράτους ἐπὶ πράξεων ἐναντίον τοῦ πολιτεύματος γενομένων καὶ ἐναντίον τοῦ νόμου, ὅτι ἡ πρᾶξις αὕτη βαρύνει τὸ Κράτος, διότι παρέστη κατὰ τὴν σύναψιν αὐτῆς Ὑπουργὸς de jure ἢ de facto. Περὶ τούτου πρόκειται καὶ ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου....
§41Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Ἡ ὁποία Κυβέρνησις de facto ἔχει ὑπ’ ὄψει τοὺς νόμους καὶ συμμορφοῦται πρὸς αὐτούς. Ἑπομένως ἐκεῖνοι μὲ τοὺς ὁποίους συμβάλλεται αὕτη ὀφείλουσι νὰ συμμορφῶνται πρὸς αὐτόν.
§42Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ λέγω τὸ ἑξῆς· πρόκειται περὶ ἄλλου ζητήματος. Διὰ νὰ καταστῶ εὐκρινέστερος, λέγω τοῦτο· ἂν μία Κυβέρνησις de facto μόνον ἐνεργεῖ πράξεις κατὰ τὸ πολίτευμα καὶ τοὺς νόμους, θὰ ὑποχρεῶσιν αὗται τὸ Κράτος; Ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου ὑπάρχει διάστασις γνωμῶν. Ὑπάρχουσιν οἱ ὑποστηρίζοντες τὴν ἄποψιν, ὅτι δὲν ὑποχρεοῦσι. Ὑπάρχουσι καὶ οἱ ἀντίθετον γνώμην ὑποστηρίζοντες, ἀλλὰ περὶ τούτου δὲν πρόκειται. Τὸ ζήτημά μου εἶναι τοῦτο· πράξεις γενόμεναι ὑπὸ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας κατὰ παράβασιν τοῦ Πολιτεύματος δὲν δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ὡς πράξεις ἐπὶ τῶν ὁποίων στηριζόμενός τις δύναται νὰ ἀξιώσῃ δικαιώματα. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ φαντασθῶ ὅτι νομικὸς τῆς περιωπῆς τοῦ ἀξιοτίμου κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργοῦ θὰ ἠδύνατο νὰ ὑποστηρίξῃ ἀντίθετον θεωρίαν. Ἀλλοίμονον εἰς τὰ Κράτη, ἔλεγεν ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας Ὑπουργός, τὰ ὁποῖα δὲν σέβονται τὰς συμβάσεις, ἃς συνῆψαν. Ἀλλοίμονον ἔλεγεν, εἰς τὰ Κράτη τὰ ὁποῖα παραβαίνουσι τὰς συμβατικὰς αὐτῶν ὑποχρεώσεις, διότι ταχέως μεθίστανται εἰς τὴν θέσιν τοῦ κακοπίστου ὀφειλέτου καὶ ἐκβαίνουν τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν. Βεβαίως, κ. Ὑπουργὲ ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας, βεβαίως ὀρθὴ εἶναι ἡ θεωρία αὕτη καὶ δὲν ὑπάρχει ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποκρούσῃ αὐτήν. Ἀλλ’ οὐαὶ καὶ εἰς τὰ Κράτη, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουσι συναίσθησιν τῶν δικαιωμάτων αὐτῶν καὶ δὲν ὑπερασπίζονται σθεναρῶς ταῦτα. Δὲν καλεῖσθε νὰ ὁμιλήσητε περὶ τῶν de facto καὶ de jure Κυβερνήσεων, ἀλλὰ καλεῖσθε νὰ ὁμιλήσητε περὶ πράξεων παρὰ τὸ πολίτευμα καὶ τοὺς νόμους γενομένων, καὶ ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου νομίζω, κύριοι, ὅτι ἐπιβάλλεται νὰ ἐπιδείξητε, ἂν εἶναι ἀνάγκη, ἅπαν τὸ σθένος ὑμῶν. Λέγω ἂν εἶναι ἀνάγκη, διότι βεβαίως κατ’ ἐμὲ τοιαύτη ἀνάγκη δὲν παρίσταται, ἀφοῦ, ὡς καὶ προηγουμένως εἶπον, οὐδεμία ξένη Δύναμις ἐνδιαφέρεται πράγματι σήμερον, ἀφοῦ πάντα τὰ σχετικῶς λεγόμενα εἶναι ψεύδη σκόπιμα ἀποσκοποῦντα μόνον νὰ ἐπιρρίψουν ἄμμον εἰς τοὺς ὀφθαλμοὺς τῶν βουλευτῶν. Κύριοι, αἱ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς συμβάσεως ἱδρυθεῖσαι Ἑταιρεῖαι εἶναι αἱ ἑξῆς: Ἠλεκτρικὴ Ἑταιρεία Παραγωγῆς, Ἠλεκτρικὴ Ἑταιρεία Διανομῆς, Ἑταιρεία Μεταφορῶν, Γενικὴ Ἑλληνικὴ Ἑταιρεία καὶ Ἑλληνικὴ Ἑταιρεία Ἠλεκτρικοῦ Σιδηροδρόμου. Περὶ τῆς Ἑταιρείας Ἠλεκτρικοῦ Σιδηροδρόμου σᾶς ὡμίλησα, κύριοι. Ἡ Ἑταιρεία αὕτη ἔχει κεφάλαιον τετρακοσίων δέκα ὀκτὼ χιλιάδων λιρῶν καὶ ἐξέρχεται ἀμέσως τῆς ὅλης συμβάσεως. Θέλετε νὰ πεισθῆτε πλήρως περὶ τούτου; Ἰδοὺ τὸ καταστατικὸν (ἀναγινώσκει): «Ἠλεκτρικοὶ Σιδηρόδρομοι. Ἀνώνυμος Ἑταιρεία. Ἔγκρισις τοῦ καταστατικοῦ.... κλπ.» Παραβάλλετε τὸ καταστατικὸν τοῦτο πρὸς τὸ τῶν ἄλλων Ἑταιρειῶν. Τί θὰ ἴδητε; Ὅτι οὐδὲ εἷς σύμβουλος μὴ Ἕλλην εὑρίσκεται εἰς τὴν Ἑταιρείαν ταύτην, ὅτι οὐδεμία δραχμὴ ἐκ τοῦ δανείου τῶν δύο ἑκατομμυρίων λιρῶν ἐχρησιμοποιήθη διὰ τὴν Ἑταιρείαν ταύτην. Παρακαλῶ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸν νὰ προσέξῃ ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου, διότι ὁ κ. ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας Ὑπουργὸς γνωρίζει τὰ πράγματα. Τὰ κεφάλαια τῶν διαφόρων αὐτῶν Ἑταιρειῶν σὺν τῇ Ἑταιρείᾳ τοῦ σιδηροδρόμου Ἀθηνῶν– Πειραιῶς εἶναι 1,650,500 λίραι. Ἀπέναντι τῶν κεφαλαίων τούτων, τί μερίδας παρακαλῶ ἔχει ἡ Πάουερ–Ἄντ–Τράξιον; Τί νομίζετε; 350,000 λίρας. 1,300,500 λίραι εἶναι Ἑλληνικὰ κεφάλαια, τὰ δὲ ξένα κεφάλαια εἶναι μόνον 350,000 λίραι. Καὶ ὅταν τοῦτο λάβητε ὑπ’ ὄψιν σας, θὰ κατανοήσητε ὁπόσον συκοφαντικαὶ εἶναι αἱ φῆμαι ὅτι ξένα κεφάλαια ἐπέδραμον κατὰ τοῦ κρατικοῦ καὶ ἰδιωτικοῦ ἡμῶν πλούτου, ὅτι ξένοι ἦλθον ἐδῶ νὰ μᾶς ἀπογυμνώσουν. Κύριοι, ἦλθον ἐδῶ Ἕλληνες, συμπατριῶται ἡμῶν, ἁπλοῖ ἰδιῶται ἢ καὶ μὴ τοιοῦτοι, οἱ ὁποῖοι περιβαλλόμενοι ξένην λεοντῆν προσπαθοῦσι νὰ καταφάγωσι τὰς σάρκας τοῦ ἐθνικοῦ καὶ τοῦ ἰδιωτικοῦ ἡμῶν πλούτου. Περὶ αὐτοῦ πρόκειται. Ἐφιστῶ τὴν προσοχήν σας ἤδη ἐπὶ τοῦ ἑτέρου σημείου τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ Ν. Δ., καθ’ ὃ «Ἐπιτρέπεται εἰς τὰ μέλη τῆς Διοικήσεως τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος νὰ μετέχωσι τῶν Διοικητικῶν Συμβουλίων τῆς τε Γενικῆς Ἑλληνικῆς Ἑταιρείας καὶ τῶν καθ’ ἕκαστα Ἑταιρειῶν Ἠλεκτρισμοῦ καὶ Μεταφορῶν». Εὐτυχῶς, κύριοι, εὑρισκόμεθα καὶ πρὸ συνταγματικοῦ ἔργου καὶ ὅταν θὰ ἔλθῃ πρὸς συζήτησιν τὸ σχετικὸν ἄρθρον τοῦ Συντάγματος τὸ ἀφορῶν τὰ διάφορα ἀσυμβίβαστα καὶ τότε θὰ λάβω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν πρότασιν ὅπως μεταξὺ τῶν ἀσυμβιβάστων πρώτιστον καὶ κύριον ἀσυμβίβαστον τεθῇ τὸ ἀσυμβίβαστον τῶν ἔργων τῶν διοικητῶν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος καὶ καθηγητῶν Πανεπιστημίου πρὸς μέλη Διοικητικῶν Συμβουλίων ἀνωνύμων προνομιούχων Ἑταιρειῶν.
§43ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εὖγε, εὖγε.
§44Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Κύριοι, ὅταν τοῦτο ἀποφασίσητε, τότε θὰ παύσουν διὰ παντὸς αἱ ἀσχημίαι, αἱ παρατηρηθεῖσαι κατὰ τὴν σύναψιν, κατὰ τὴν συζήτησιν καὶ τὴν κύρωσιν, τὴν ψευδοκύρωσιν τῆς παρούσης συμβάσεως.
§45ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εὖγε, εὖγε.
§46Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Τότε θὰ ἴδητε ἁπανταχοῦ ἐπιβαλλόμενον τὸν σεβασμὸν πρὸς τὸν νόμον καὶ τὸν σεβασμὸν πρὸς τὸ καθῆκον. Τότε θὰ παύσητε νὰ βλέπετε συμβάσεις, αἱ ὁποῖαι ἀληθῶς ἀνατριχιαστικαὶ εἶναι δι’ ἡμᾶς.
§47Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Κύριε συνάδελφε, ἐπιτρέπετε δύο λέξεις.
§48Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Παρακαλῶ.
§49Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Εἶναι δυνατὸν νὰ μᾶς διαφωτίσητε τί μισθοὺς λαμβάνουν οἱ σύμβουλοι τῆς Ἑταιρείας καὶ οἱ διευθυνταὶ τῶν Ἑταιρειῶν αὐτῶν;
§50ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Αὐτοὶ οἱ πρόεδροι τῶν συμβληθεισῶν Ἑταιρειῶν, τὰ μέλη καὶ οἱ σύμβουλοι, τί μισθοὺς λαμβάνουν;
§51Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν γνωρίζω, δὲν ἀσχολοῦμαι ἐγὼ εἰς αὐτά. Τὸ ζήτημα αὐτὸ δὲν μὲ ἐνδιαφέρει.
§52ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Μᾶς ἐνδιαφέρει.
§53Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Αὐτὸ ὑποθέτω ὅτι εἶναι εὔκολον νὰ ζητηθῇ ἀπὸ τὸν κ. ἐπὶ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας Ὑπουργόν, ὁ ὁποῖος δύναται νὰ διαφωτίσῃ τὴν Βουλήν, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει του τὰς ἀμοιβὰς τῶν μελῶν τῶν Διοικητικῶν Συμβουλίων τῶν Ἑταιρειῶν αὐτῶν. Ἂν δὲν τὰς ἔχῃ ὑπ’ ὄψει του ταύτην τὴν στιγμήν, θὰ εἶναι δυνατὸν αὔριον νὰ μᾶς πληροφορήσῃ.
§54Γ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Ἐθν. Οἰκονομίας). Δὲν τὰς ἔχω ταύτην τὴν στιγμὴν ὑπ’ ὄψει μου. Αἱ Ἑταιρεῖαι αὐταὶ εἶναι νεοσύστατοι καὶ δὲν ἔχουν ἀκόμη ὑποβάλει ἰσολογισμούς, οὔτε τὰς καταστάσεις τοῦ προσωπικοῦ των εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶναι γνωστὸν καὶ ὀφείλω νὰ δώσω καὶ τὴν πληροφορίαν ταύτην, διότι μοὶ εἶχε ζητηθῇ ἀπὸ τὸν κ. ἐξ Ἀθηνῶν βουλευτὴν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν συζήτησιν, εἶναι ὅτι συμφώνως μὲ τὸ ἄρθρον 2 τῆς συμβάσεως συνέστη ἀνώνυμος Ἑταιρεία, ἡ Γενικὴ Ἑλληνικὴ Ἑταιρεία, ἡ ὁποία ἔχει τέσσαρας Ἑταιρείας ὡς τέκνα της....
§55Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Παραφυάδας.
§56Γ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Ἐθν. Οἰκονομίας). ....τὴν Ἑλληνικὴν Ἑταιρείαν Τροχιοδρόμων, τὴν Ἠλεκτρικὴν Ἑταιρείαν, τὴν Ἑλληνικὴν Ἑταιρείαν Μεταφορῶν καὶ τὴν Ἑλληνικὴν Ἑταιρείαν Παραγωγῆς. Εἰς τὴν Γεν. Ἑλληνικὴν Ἑταιρείαν, ἀνώνυμον Ἑταιρείαν, μετέχει τὸ Συνδικάτον τῶν Ἐπιχειρήσεων μὲ κεφάλαιον 400,000 λιρῶν. Ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα τῆς Ἑλλάδος μετέχει, ὡς ἄριστα εἶπε καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τοῦ βήματος βουλευτής, διὰ 57,000 λιρῶν. Πέραν τῶν πληροφοριῶν τούτων οὔτε μοὶ ἔχουν ζητηθῇ ἀπὸ τοὺς ἀξιοτίμους ἐρωτήσαντας πληροφορίαι, οὔτε εἶμαι εἰς θέσιν σήμερον νὰ δώσω εἰς τὴν Βουλὴν τοιαύτας. Ἀλλ’ εἶμαι πρόθυμος, ἐπειδὴ πρόκειται περὶ ζητήματος σοβαροῦ, νὰ φέρω πᾶσαν πληροφορίαν ἥτις ἤθελε μοὶ ζητηθῆ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ πᾶν ἄλλο μέτρον, τὸ ὁποῖον ἡ Βουλὴ ἤθελε κρίνει ἀναγκαῖον νὰ λάβῃ πρὸς ἐξέτασιν τοῦ σοβαρωτάτου τούτου ζητήματος.
§57Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε, κ. Ὑπουργέ. Μεταξὺ τῶν πληροφοριῶν τὰς ὁποίας εἶχον ζητήσει, ἐζήτησα νὰ πληροφορήσητε τὴν Βουλὴν ἐκ τῆς ἐξετάσεως τῶν βιβλίων τῶν διαφόρων αὐτῶν Ἑταιρειῶν, αἱ ὁποῖαι ὡς ἀνεκοινώσατε συνεστήθησαν κατὰ τοὺς ὅρους τῆς συμβάσεως, ἂν ἐξάγεται ἐκ τῶν βιβλίων αὐτῶν τί ποσὸν ἐδαπανήθη διὰ τὴν σύναψιν τῆς συμβάσεως αὐτῆς εἰς προκαταρκτικὰ μικρὰ ἔξοδα.
§58Γ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Ἐθν. Οἰκονομίας). Εἰς τὴν τελευταίαν ὑπόμνησιν τοῦ κ. βουλευτοῦ ἀπαντῶ ὅτι ἔχουν φθάσει εἰς τὰς ἀκοάς μου ζητήματά τινα ἀφορῶντα τὸ ζήτημα τὸ ὁποῖον σήμερον τόσον κατηγορηματικῶς ἔθεσε πρὸ ἐμοῦ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος καὶ ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ἐκ τῆς ἐπισήμου θέσεώς μου ὅτι δὲν δύναμαι νὰ πιστοποιήσω τοιοῦτόν τι, διότι ἀφ’ ἑνὸς μὲν δὲν ἔχω ὑπ’ ὄψει μου καὶ δὲν προέβην εἰς ἔλεγχον τῶν ἰσολογισμῶν τῶν διαφόρων Τραπεζῶν τῶν ἀποτελουσῶν τὸ Συνδικάτον τῶν Τραπεζῶν, ἀφ’ ἑτέρου εἶναι γνωστὸν ὅτι κατὰ τὴν σύνταξιν τῶν ἰσολογισμῶν κονδύλια τοιαύτης φύσεως, τὰ ὁποῖα ἀνέφερεν ὁ κ. βουλευτής, δυνατὸν νὰ μὴ ἀναγράφωσιν ὁσαδήποτε καὶ ἂν εἶναι.
§59Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἐζήτησα νὰ μάθω τὰ ἔξοδα τῆς κρατικῆς ὑπηρεσίας. Θὰ ἔπρεπε τὴν παράκλησιν αὐτὴν νὰ τὴν ἀπευθύνω πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης. Ἡ πρᾶξις, ὡς διεδόθη ἔξω, εἶναι οὐχὶ ἁπλῶς κακοήθης, ἀλλὰ καὶ ἐγκληματικὴ καὶ θὰ ἔπρεπε ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὅστις ἔχει ἐκ τοῦ νόμου τὸ δικαίωμα, νὰ παραγγείλῃ εἰς τὸν κ. εἰσαγγελέα νὰ ἐξετάσῃ τὰ τῶν διαφόρων Ἑταιρειῶν. Εἶναι ἀνάγκη νὰ σκεφθῇ ἡ Βουλὴ περὶ τῆς συστάσεως ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπῆς, ἀλλὰ καὶ νὰ σκεφθῇ καὶ περὶ παραβλαπτόντων τὰ δημόσια συμφέροντα.
§60Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. Ἂν αἱ πληροφορίαι μου εἶναι ἀκριβεῖς, ὁ μικρότερος τῶν μισθῶν ἑνὸς ἐκ τῶν διευθυντῶν τῶν ἀδελφῶν αὐτῶν Ἑταιρειῶν ἀνέρχεται εἰς ἓν ἑκατομμύριον πεντακοσίας χιλιάδας κατ’ ἔτος. Εἶναι ὁ μικρότερος μισθός, εἶναι δὲ ἡμεδαπὸς ὁ ἐν λόγῳ διευθυντής. Ἑνὸς ἄλλου, ἂν ἐπίσης αἱ πληροφορίαι μου εἶναι ἀκριβεῖς, ὁ μισθὸς ἀνέρχεται εἰς δύο ἑκατομμύρια τετρακοσίας χιλιάδας χωρὶς νὰ γνωρίζω ἂν αὐτὸς ὁ μισθὸς εἶναι ὁ μείζων μεταξὺ τῶν τεσσάρων αὐτῶν Ἑταιρειῶν. Διὰ τοὺς ἄλλους δύο δὲν ἠδυνήθην νὰ πληροφορηθῶ τί μισθὸν λαμβάνουσιν. Ἐπίσης δὲν ἠδυνήθην νὰ πληροφορηθῶ ποῖαι εἶναι αἱ ἀπολαυαὶ τῶν 60 συμβούλων. Ἂν ἐπανέλθῃ τὸ ζήτημα τοῦτο, θὰ εἶμαι εἰς θέσιν νὰ τὸ δηλώσω ὑπευθύνως.
§61Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Πρὸς ἐξακρίβωσιν τῶν μισθῶν ἔστειλα σημείωμα. Δὲν θὰ βραδύνῃ ἡ ἀπάντησις. Ἐφρόντισα ὅμως νὰ πληροφορηθῶ ἐξωδίκως ὅτι ὁ μισθὸς τοῦ πρώτου μηχανικοῦ τῆς Ἑλληνικῆς Ἑταιρείας ἀνέρχεται εἰς 3,000 φράγκα χρυσᾶ μηνιαίως. Ὁ μισθὸς ἑνὸς Ἄγγλου, ὁ ὁποῖος εἶναι ἐπὶ κεφαλῆς τῆς Ἑταιρείας τῶν Τροχιοδρόμων, εἶναι 100 λίραι μηνιαίως.
§62Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. Δὲν δύναμαι νὰ παραδεχθῶ ὅτι τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα μοὶ παρέσχον τὰς πληροφορίας, δὲν μοὶ ἐπληροφόρησαν ἐγκύρως.
§63Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν δύναμαι νὰ ἐπιτρέψω ἄλλας διακοπάς. Κύριοι, ἐπαναλαμβάνω ὅτι δὲν μὲ ἐνδιαφέρουν αἱ προσωπικαὶ ἀμοιβαὶ τῶν κ. κ. διευθυντῶν. Τοῦτο ἐνδιαφέρει κυρίους τοὺς μετόχους.
§64ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§65ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὄλοι πληρώνουν φόρον.
§66Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν δέχομαι διακοπάς.
§67Σ. ΤΣΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μοὶ ἐδόθη σημείωμα, τὸ ὁποῖον λέγει ὅτι ὁ μισθὸς τοῦ πρώτου μηχανικοῦ τῶν Ἑταιρειῶν ἀνέρχεται ἐτησίως εἰς λίρας Ἀγγλίας 5,800, ἐπίσης τοῦ διευθυντοῦ τοῦ ΣΑΠ εἰς 684,000 δραχμὰς καὶ λίρας 1,400.
§68Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Τὰ κέρδη τῶν Ἑταιρειῶν εἶναι τόσον πλούσια, ὥστε περισσεύουν διὰ τοὺς μετόχους. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον μὲ ἐνδιαφέρει εἶναι τὰ προνόμια τὰ ὁποῖα δίδονται διὰ νὰ ἀποκομίζουν τόσα κέρδη, ὥστε τόσον πλουσιοπαρόχως νὰ ἀμείβωνται οἱ διευθυνταὶ τῶν Ἑταιρειῶν. Κύριοι, ὁμιλῶν πρὸς τὴν Βουλὴν ὀφείλω πρὸς αὐτὴν νὰ ἐπιδείξω ὅλον τὸν σεβασμὸν τὸν ὁποῖον τρέφω πρὸς τὸ Σῶμα καὶ ὀφείλω νὰ ὁμιλήσω μεθ’ ὅλης τῆς εἰλικρινείας ἡ ὁποία ἐπιβάλλεται εἰς ἐκεῖνον ὅστις ὁμιλεῖ πρὸς τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ Ἔθνους. Μὴ νομισθῇ, παρακαλῶ, ὅτι ὅταν ἔλεγον ὅτι δὲν μὲ ἐνδιαφέρει διὰ τὰ ποσὰ τὰ ὁποῖα λαμβάνουν οἱ διάφοροι σύμβουλοι τῶν Ἑταιρειῶν, ὡμίλουν δι’ ἐμαυτόν. Δὲν ὡμίλουν δι’ ἐμαυτόν. Ὑπῆρξα, κύριοι, σύμβουλος τῆς Ἑταιρείας Παραγωγῆς καὶ παρῃτήθην ὄχι ὅταν ἐπεβάλλετο ἐκ τοῦ Συντάγματος, δηλαδὴ ὄχι μετὰ τὴν ἐπικύρωσιν τῆς ἐκλογῆς, ἀλλ’ ἅμα τῇ ἐκλογῇ μου ἐδήλωσα δὲ ὅτι ἤθελον παραιτηθῆ ἀπὸ τῆς θέσεώς μου ἅμα τῇ ὑποψηφιότητί μου. Ἐδήλωσα, κύριοι, πρὸς τοὺς διευθυντὰς τῆς Ἑταιρείας—διότι εἶμαι δυστυχῶς ὑποχρεωμένος νὰ ἐργάζωμαι—ὅτι εἶχον ζητήσει τὴν θέσιν τοῦ νομικοῦ συμβούλου καθ’ ὃν χρόνον δὲν ἠδυνάμην λόγῳ τῶν συνθηκῶν νὰ πολιτευθῶ καὶ ἅμα ὡς ἐπολιτεύθην εἴτε ἐπρόκειτο νὰ ἐπιτύχω κατὰ τὰς ἐκλογὰς εἴτε ἐπρόκειτο νὰ ἀποτύχω, ἐδήλωσα ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν πλέον νὰ παρέχω τὰς ὑπηρεσίας μου εἰς τὴν Ἑταιρείαν. Ἔρχομαι πρὸς ὑμᾶς μὲ τὸ μέτωπον ὑψηλά, διότι οὐδέποτε ἐθυσίασα εἰς προσωπικὰ συμφέροντα τὰ δημόσια συμφέροντα. Δὲν ὑπέκυψα εἰς τὸ ἀσυμβίβαστον τοῦ Συντάγματος, ἀλλ’ ὑπέκυψα εἰς τὰς ἀρχάς, εἰς τὰς ὁποίας πιστεύω καὶ εἰς τὰς ἀρχάς, τὰς ὁποίας θὰ ὑπηρετῶ πάντοτε. Κύριοι, ὀφείλω νὰ προσθέσω συγχρόνως ὅτι ἡ ἀμοιβή μου ἦτο 180 λίραι κατ’ ἔτος. Πιστεύω ἐν πεποιθήσει, πιστεύω βαθύτατα, ὅτι καὶ ὁ ἰδιωτικὸς βίος τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν εἶναι ἀντικείμενον ἐρεύνης ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ καὶ πιστεύων τοῦτο ἔρχομαι πρὸς ὑμᾶς καὶ λέγω ταῦτα μὲ τὸ μέτωπον ὑψηλά. Ἀλλά, κύριοι, λέγων ὅτι δὲν μὲ ἐνδιαφέρει τὸ τί λαμβάνουν τὰ πρόσωπα αὐτά, τὸ πράττω, διότι δὲν νομίζω ὅτι πρόκειται ἤδη περὶ ζητημάτων προσωπικῶν, ἀλλὰ πρόκειται περὶ ζητήματος ἔχοντος βαθυτάτην ἐθνικὴν σημασίαν, τόσον ἀπὸ ἀπόψεως ἐπιβολῆς τῶν νόμων, ὅσον ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῶν ἠθικῶν ἀρχῶν, αἱ ὁποῖαι πρέπει νὰ διέπουν πᾶν σεβόμενον ἑαυτὸ Κράτος καὶ τὴν τὸ Κράτος τοῦτο συγκεντροῦσαν Κοινωνίαν. Κύριοι, λέγω ὅτι, ἂν ἐπανέλθουν εἰς τὰ κύρια ἔργα των οἱ διοικηταὶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος καὶ οἱ καθηγηταὶ τοῦ Πανεπιστημίου, θὰ παύσωμεν νὰ βλέπωμεν τὰς ἀσχημίας τὰς ὁποίας εἴδομεν ἐν σχέσει πρὸς τὴν σύμβασιν ταύτην. Προσθέτω δὲ ὅτι δὲν θὰ ἴδωμεν πλέον εἰς τὰς συμβάσεις τοιαύτας τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 49, καθ’ ἣν «πᾶσα οἱαδήποτε διαφωνία, διαφορὰ ἢ ζήτημα κλπ.» Κύριοι, ἡ διάταξις αὕτη εἶναι κόλαφος κατὰ τοῦ Ἔθνους ἡμῶν, διότι ἀποτελεῖ τὴν ἐκδήλωσιν τῆς δυσπιστίας πρὸς πάσας τὰς ἀρχὰς τοῦ Τόπου, πρὸς πάσας τὰς δημοσίας ὑπηρεσίας, πρὸς τοὺς ἀνωτάτους δημοσίους λειτουργούς, οἱ ὁποῖοι θὰ ἠδύναντο νὰ καθέξωσι τὴν θέσιν τοῦ διαιτητοῦ προκειμένου περὶ διαφωνιῶν μεταξὺ τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους καὶ τῶν ἀναδόχων, οἱ ὁποῖοι κατὰ τὰ 3½ τέταρτα εἶναι Ἕλληνες. Λοιπόν, κύριοι, αὐτοὶ οἱ Ἕλληνες ἐζήτησαν καὶ περιελήφθη εἰς τὴν σύμβασιν διάταξις, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ κόλαφον κατὰ τοῦ Ἔθνους ἡμῶν.
§69ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἀφοῦ ἐπαγκαλοκρατεῖτο ἡ Ἑλλάς, τί ἠθέλατε νὰ κάμουν οἱ ξένοι;
§70Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Ὄπισθεν αὐτῆς τῆς Παγκαλοκρατίας ὑπάρχει ἡ δικαιολόγησις πάσης ἀνομίας παντὸς μὴ Παγκαλοκρατηθέντος. Ἀφοῦ θέλετε, κύριοι καὶ περὶ τούτου νὰ ὁμιλήσωμεν, θὰ σᾶς εἴπω ὅτι θὰ παύσουν καὶ ἄλλα φαινόμενα, θὰ παύσουν καὶ οἱ οἰκτροὶ ἐναγκαλισμοὶ μεταξὺ τῶν ἐπιδρομέων κατὰ τῆς Ἐξουσίας καὶ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι συνάπτουν τοιαύτας συμβάσεις. Ὅτι θὰ παύσωμεν νὰ παριστάμεθα θεαταὶ τῶν οἰκτρῶν αὐτῶν ἐναγκαλισμῶν καὶ τῶν συγχαρητηρίων τηλεγραφημάτων ἐκ Λονδίνου τοῦ διοικητοῦ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης πρὸς τὸν τότε Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, διὰ τοῦ ὁποίου συνέχαιρεν αὐτὸν διὰ τὸ μέγα ἔργον τὸ ὁποῖον ἀπὸ κοινοῦ ἐπετέλεσαν πρὸς δόξαν καὶ τιμὴν τῆς Πατρίδος, ἥτις ἐραπίζετο κατὰ τοιοῦτον οἰκτρόν, κατὰ τοιοῦτον ἄτοπον τρόπον. Μὲ συγχωρεῖτε, κύριοι βουλευταί, διότι πραγματικῶς νομίζω ὅτι κάμνω κατάχρησιν τῆς ἀνοχῆς ὑμῶν, ἀλλ’ εἶναι τοιαῦτα τὰ θέματα, ὥστε εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἐπιμείνω εἰς τοῦτο, ζητῶν τὴν ἐπιείκειάν σας ἐπὶ πέντε λεπτά. Κύριοι, ἔρχομαι εἰς τὸ θέμα τῆς ἐγγυήσεως τῆς δοθείσης ὑπὸ τοῦ Ἀγγλικοῦ Θησαυροφυλακείου, ἵνα εἶσθε κάτοχοι τελείως τῶν ζητημάτων. Ἔχω ὑπ’ ὄψει μου ἀντίγραφον ἐπιστολῆς ἀπευθυνθείσης ὑπὸ τῆς Γενικῆς Ἑλληνικῆς Ἠλεκτρικῆς Ἑταιρείας τὴν 17ην Αὐγούστου 1926. Τί εἶναι αὐτὸ τὸ δάνειον τοῦ Ἀγγλικοῦ Θησαυροφυλακείου, περὶ τοῦ ὁποίου ἐγένετο λόγος; Ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις ἔχουσα ὑπ’ ὄψει ὅτι ἡ Ἀγγλικὴ βιομηχανία καθίστατο σχεδὸν ἀπρόσιτος εἰς τὰς ξένας ἀγοράς, λόγῳ τῆς ἀκριβείας, προέβη εἰς τὴν ψήφισιν νόμου, κατὰ τὸν ὁποῖον ἐπετράπη εἰς τὴν Ἀγγλικὴν Κυβέρνησιν καὶ εἰς τὸ Ἀγγλικὸν Θησαυροφυλάκειον νὰ παρέχῃ τὴν ἐγγύησιν αὐτοῦ διὰ δάνειον, ὅπερ ἤθελε παρασχεθῆ εἰς ξένας Ἑταιρείας μὴ Ἀγγλικὰς πρὸς ἀγορὰν βιομηχανικῶν εἰδῶν, μηχανημάτων κλπ. ἐξ Ἀγγλίας. Ἐπὶ τῇ βάσει τῆς διατάξεως ταύτης τοῦ πρὸς προστασίαν τῆς Ἀγγλικῆς βιομηχανίας ψηφισθέντος νόμου ἐδόθη ἡ ἐγγύησις τοῦ Ἀγγλικοῦ Θησαυροφυλακείου διὰ δάνειον 2,000,000 λιρῶν πρὸς τὰς Ἑλληνικὰς Ἑταιρείας αἱ ὁποῖαι ἔχουν κεφάλαια Ἑλληνικὰ μὲν 1,300,000 λίρας, Ἀγγλικὰ δὲ μόνον 350.000 λίρας. Ποία εἶναι ἡ ἐγγύησις ἡ ὁποία ἐδόθη ἀπὸ τὴν Ἀγγλικὴν Κυβέρνησιν; Ἡ ἐγγύησις εἶναι ὅτι θέλει ἀποδοθῆ τὸ κεφάλαιον αὐτὸ τῶν 2,000,000 λιρῶν καὶ ὅτι θέλει ἐξυπηρετηθῆ καὶ τὸ δάνειον πρὸς 5%. Πέραν τούτου οὐδὲν ἔχει συμφέρον τὸ μεγαλειῶδες Ἀγγλικὸν Ἔθνος, πρὸς τὸ ὁποῖον ὀφείλομεν—δὲν λησμονοῦμεν οὔτε θὰ λησμονήσωμεν ποτὲ—εὐγνωμοσύνην.
§71Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Ἀφοῦ τὸ καταστατικὸν τῶν Ἑταιρειῶν τὸ ἔχομεν ὑπ’ ὄψει μας, ἔχομεν ὡρισμένον μετοχικὸν κεφάλαιον. Ἀπὸ δανείου ἤρχισαν καὶ αὐτὸ δὲν τὸ καταλαμβάνω. Ὅλαι αἱ πληροφορίαι αἱ ὁποῖαι ἐλήφθησαν εἶναι ἀνεπαρκεῖς διὰ νὰ μᾶς ἐξηγήσουν τὸν σκοπὸν τοῦ δανείου αὐτοῦ.
§72Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Κύριε Τσιτσεκλῆ, εἶναι ὁμολογιακόν.
§73Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Αὐτό, μοὶ φαίνεται, δὲν μᾶς δίδεται νὰ τὸ ἐννοήσωμεν ἐπαρκῶς. Ἠρώτησα καὶ εἰδικούς, οἱ ὁποῖοι δὲν ἠμποροῦν, μοὶ εἶπον, νὰ τὸ καταλάβουν.
§74Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Ἐπειδὴ δὲν ἐπιθυμῶ νὰ διακόψω τὸν κ. Ράλλην, ὅταν τελειώσῃ, θὰ ἐξηγήσω εἰς τὴν Βουλήν.
§75Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Ἐκ τοῦ δανείου αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον συνίστατο εἰς 3½ ἑκατομμύρια, ἤδη βλέπω ὅτι συνίσταται εἰς 2,000,000.
§76Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Θὰ σᾶς διαφωτίσω πλήρως, διότι ἡ ἐπιστολὴ τὴν ὁποίαν ἔχω ταύτην τὴν στιγμὴν εἰς χεῖράς μου, εἶναι πλήρης. Ποία εἶναι λοιπὸν ἡ ἐγγύησις τοῦ Ἀγγλικοῦ Θησαυροφυλακείου; Εἶναι ἡ ἐγγύησις ἡ ἀφορῶσα τὸ δάνειον τῶν 2,000,000 λιρῶν, ὅτι δηλαδὴ θέλει καταβληθῆ τὸ ποσὸν τῶν δύο αὐτῶν ἑκατομμυρίων λιρῶν καὶ ὅτι θέλει ἀνελιπῶς καταβάλλεσθαι, τόκος 5%. Δεύτερον (ἀναγινώσκει): «Ἀπὸ 1ης Ἰουλίου 1926.... κλπ.» Δηλαδὴ αἱ Ἑλληνικαὶ αὐταὶ Ἑταιρεῖαι ἔλαβον δύο ἑκατομμύρια λιρῶν ἀπὸ τὴν Prudentian καὶ διὰ τὴν κατοβολὴν καὶ διὰ τὸν τόκον ἔδωσεν ἐγγύησιν τὸ Ἀγγλικὸν Θησαυροφυλάκειον. Τώρα πῶς κατεβλήθη τὸ δάνειον τοῦτο; Τὸ δάνειον τοῦτο κατεβλήθη κατὰ δύο δόσεις, δηλαδὴ (ἀναγινώσκει): «Τὸ χορηγηθὲν τοῦτο δάνειον τῶν δύο ἑκατομμυρίων λιρῶν.... κλπ.»
§77Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Πόσα ἔχουν καταβληθῆ ἕως τώρα;
§78Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Μέχρι τοῦδε ἔχουν καταβληθῆ μέχρι δραχμῶν 840,000. Κατὰ τὸ ἔτος 1926 τὸ ἓν τρίτον, τὸ 1927 τὸ δεύτερον τρίτον καὶ τὸ 1928 τὸ ὑπόλοιπον.
§79Γ. ΜΟΔΗΣ. Λέγει παρακάτω πότε κατεβλήθη (ἀναγινώσκει): «Ἐξ ἄλλου ἡ ἡμετέρα Ἑταιρεία.... κλπ.»
§80Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Λοιπὸν τὸ Ἀγγλικὸν Θησαυροφυλάκειον ἔχει τοῦτο τὸ συμφέρον. Ἀλλ’ ἔχει καὶ ἓν ἄλλο συμφέρον, τῆς προστασίας δηλαδὴ τῆς Ἀγγλικῆς βιομηχανίας δι’ ὃν σκοπὸν ἐψηφίσθη ὁ νόμος περὶ οὗ ὡμίλησα. Ἂν ἤθελε δοθῆ ἐγγύησις εἰς τὸ Ἀγγλικὸν Θησαυροφυλάκειον, εἰς τὴν Prudentian, ἐγγύησις πραγματικὴ διὰ τὸ δάνειον τῶν δύο ἑκατομμυρίων λιρῶν καὶ διὰ τὴν κατοβολὴν αὐτοῦ καὶ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν του καὶ ἤθελε συγχρόνως δοθῆ ἐγγύησις εἰς τὴν Ἀγγλικὴν Κυβέρνησιν περὶ ἱκανοποιήσεως τῶν ἀξιώσεων αὐτῆς ὅσον ἀφορᾷ τὴν Ἀγγλικὴν βιομηχανίαν, ἐρωτῶ· πέραν αὐτοῦ ποῖον θὰ ἦτο τὸ συμφέρον τὸ ὁποῖον θὰ εἶχεν οἱοσδήποτε ἀλλοδαπός; Συμφέρον ὄχι ἀλλοδαπόν, ἀλλὰ συμφέρον καθαρῶς Ἑλληνικὸν ὑπάρχει.
§81Γ. ΜΟΔΗΣ. Κατὰ τὴν ἐπιστολὴν αὐτήν, ἡ Ἑλληνικὴ Ἑταιρεία θὰ δώσῃ 845,000 λίρας εἰς τὴν Ἠλεκτρικὴν Ἑταιρείαν Διανομῆς καὶ 740,000 εἰς τὴν Ἑταιρείαν Μεταφορῶν. Ἄρα εἰς τὴν Ἑταιρείαν τοῦ Σιδηροδρόμου Ἀθηνῶν– Πειραιῶς δὲν θὰ δώσῃ τίποτε.
§82Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ τὸ εἴπω, κ. συνάδελφε. Σᾶς ἀνέγνωσα τὸ καταστατικὸν τῆς Ἑταιρείας. Ὁμιλεῖ σαφῶς διὰ τοὺς εἰδότας τὶ ἐστὶ καταστατικόν.
§83Γ. ΜΟΔΗΣ. Αὐτὸ ἤθελον νὰ εἴπω, ὅτι τὸ σπουδαιότερον εἶναι ὅτι δὲν ἔλαβε δάνειον οὔτε δὲν εἶναι ὑπέγγυον ἀπέναντι τοῦ Ἀγγλικοῦ Θησαυροφυλακείου. Ἄρα δὲν θὰ τὸ διαθέσωμεν ὅπως θέλομεν.
§84Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Δι’ αὐτὸ δὲν ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρχῃ ἀμφιβολία. Οἱοσδήποτε ἤθελεν εἴπει τὸ ἐναντίον, θὰ ἀποκληθῇ ὑπ’ ἐμοῦ ψεύστης. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἴπῃ τις τοιαῦτα πράγματα, ἐκτὸς ἂν εἶναι ψεύστης ἢ παράφρων. Οὕτω θὰ ἀποκληθῇ ὅστις ἤθελεν εἴπει ὅτι ὑπάρχει σύνδεσμος πρὸς τὴν σύμβασιν Ἀθηνῶν–Πειραιῶς.
§85Γ. ΣΑΚΑΛΗΣ. Πῶς ἐνεπλάκη αὐτὴ ἡ Ἑταιρεία;
§86Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Ὑπάρχει καὶ μία διάταξις μεταβατικὴ τοῦ καταστατικοῦ τῆς Ἑταιρείας τῶν Σιδηροδρόμων Ἀθηνῶν– Πειραιῶς (ἀναγινώσκει): «Τὸ πρῶτον Διοικητικὸν Συμβούλιον ἀπετελέσθη ἀπὸ τοὺς κ. κ. Δροσόπουλον, Κυρ. Βαρβαρέσον.... κλπ.» Ἀλλὰ μεταξὺ αὐτῶν δὲν εἶναι οὐδὲ εἷς ἀλλοδαπός, ἀλλ’ εἶναι μόνον Ἕλληνες. Τὰ κεφάλαια, ὅπως σᾶς εἶπον, ἀποτελοῦνται ἀπὸ κεφάλαια εἰς τὰ ὁποῖα οὐδὲ εἷς ἀλλοδαπὸς συμμετέχει καὶ ἐν τούτοις ἡ Ἑταιρεία αὐτὴ κατώρθωσεν ἀναβαπτισθεῖσα καὶ πάλιν μὲ τὰς εὐλογίας τῆς Χριστιανικῆς Ἐκκλησίας τῆς ἑδρευούσης ἐν τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ τῆς Ἑλλάδος, νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν σύμβασιν, νὰ λάβῃ τὴν προστασίαν ἢ μᾶλλον τὸ ἔνδυμα τὸ Ἀγγλικὸν καὶ νὰ παρουσιασθῇ πλήρης εὐπρεπείας, πλήρης δεσποτισμοῦ, ἀλλὰ καὶ πλήρης ἀνηθικότητος, τὴν ὁποίαν θὰ εἶναι ἀληθῶς ἀναξία ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία, ἂν ἅπαξ διὰ παντός, ὁριστικῶς καὶ ἀμετακλήτως δὲν πατάξῃ. Τοιαύτη εἶναι ἡ σύμβασις καὶ ὅταν περὶ τοιαύτης πρόκειται συμβάσεως, ὑποχρέωσιν ἔχει ἡ Βουλή, παραβλέπουσα δικαιολογίας, παραβλέπουσα πάσας τὰς προφάσεις ἐν ἁμαρτίαις, νὰ προβῇ εἰς τὴν ἀκύρωσιν αὐτῆς. Βεβαίως θὰ γίνουν σεβασταὶ αἱ ὑποχρεώσεις, αἱ ὁποῖαι ἀνελήφθησαν ἀπέναντι τοῦ Ἀγγλικοῦ Θησαυροφυλακείου, διότι τοῦτο ἐπιβάλλει ἡ τιμὴ τοῦ Ἑλληνικοῦ ὀνόματος ἀπέναντι τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως. Βεβαίως θὰ γίνουν σεβασταὶ καὶ αἱ νόμιμοι ἀξιώσεις τῶν ἰδιωτῶν ὅσον ἀφορᾷ τὰ μέχρι τοῦδε δαπανηθέντα. Ἀλλὰ πέραν αὐτῶν πᾶσα πρότασις εἶναι πρότασις, τὴν ὁποίαν ἀσυζητητεὶ δέον νὰ ἀπορρίψωμεν, διότι εἶναι πρότασις, ἡ ὁποία προσβάλλει, ἐπαναλαμβάνω, τὸ ὄνομα τὸ Ἑλληνικόν, ἡ ὁποία καθιεροῖ ἀρχὰς ἐπικινδύνους ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἠθικὴν τῆς Χώρας μας. Ἀναγινώσκω εἰς διαφόρους ἐφημερίδας εἰδήσεις, τὰς ὁποίας δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρήσωμεν ὡς βασίμους, ὅτι πρόκειται τάχα ἡ Κυβέρνησις τῆς Χώρας ἡμῶν, ἡ Κυβέρνησις αὐτὴ ἡ ὁποία ἐκλήθη πρὸς ἐμπέδωσιν τῶν κοινοβουλευτικῶν θεσμῶν, ἡ Κυβέρνησις αὐτὴ ἡ ὁποία ἀπορρέουσα ἐκ τῆς θελήσεως τῆς μεγάλης πλειονοψηφίας τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ παρίσταται μετὰ δυνάμεως καὶ ἐπιβολῆς τοιαύτης, ὥστε οὐδὲν θὰ ἐδικαιολόγει τὴν ἀδυναμίαν της· ἀναγινώσκω, λέγω, ὅτι ἡ ἡ Κυβέρνησις αὕτη ἡ οὕτω συγκεκροτημένη, ἡ τοιαύτας ἔχουσα ὑποχρεώσεις, πρόκειται νὰ συνδέσῃ τὴν κύρωσιν τῆς παρανόμου καὶ ἐπιζημίας διὰ τὴν Χώραν συμβάσεως πρὸς τὴν ὕπαρξιν αὐτῆς. Λοιπόν, κύριοι, ἂν γίνῃ τοιοῦτον ἀνοσιούργημα, θέλει ἀποτελέσει καταρράκωσιν τῶν θεσμῶν ἡμῶν τῶν κοινοβουλευτικῶν. Θὰ εἶναι δὲ πρωτοφανές, Κυβέρνησις κοινοβουλευτικὴ νὰ συνδέσῃ τὴν ὕπαρξιν αὐτῆς πρὸς σύμβασιν ἀφορῶσαν ἰδιωτικὰ συμφέροντα, συμφέροντα μάλιστα τοιαύτης κατηγορίας. Δὲν ὑπάρχει εἰς τὸν κοινοβουλευτικὸν βίον τῆς νεωτέρας Ἑλλάδος, δὲν ὑπάρχει παράδειγμα τοιοῦτον καὶ θὰ ἦτο ἀληθῶς ἀσύγγνωστον ἐκ μέρους ἐμοῦ νὰ πιστεύσω εἰς οὕτω ἀναγραφείσας πληροφορίας. Πέπεισμαι ὅτι πλέον παντὸς ἄλλου ἡ Κυβέρνησις αὕτη σεβομένη τοὺς νόμους ἡμῶν, σεβομένη τὰς ἠθικὰς βάσεις τῆς Κοινωνίας τῆς Ἑλληνικῆς, θὰ ἀναζητήσῃ καὶ θὰ ἀνεύρῃ τὸν τρόπον κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ ἱκανοποιηθῶσι τὰ νόμιμα συμφέροντα τῶν ξένων, ἀλλὰ συγχρόνως θὰ ἀκυρώσῃ τὴν σύμβασιν ταύτην. Πέπεισμαι ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία εὑρισκομένη εἰς τὸ ὕψος εἰς τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ εὑρίσκεται καὶ ὑπερήφανος θέλει ἀμειλίκτως πατάξῃ τὰς θρασείας κεφαλὰς τῶν ἐκμεταλλευτῶν τῆς Χώρας ταύτης. (Χειροκροτήματα).
§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας Ὑπουργὸς ἔχει τὸν λόγον.
§88Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Ἐπιφυλάσσομαι ὅταν θὰ ὁμιλήσωσι καὶ οἱ λοιποί, οἵτινες ἀνήγγειλαν ὅτι θὰ λάβωσι μέρος εἰς τὴν συζήτησιν ταύτην, ἐπιφυλάσσομαι, λέγω, νὰ ὁμιλήσω ἐκ νέου, ἂν παραστῇ ἀνάγκη, ἐπὶ τοῦ ἀνακινηθέντος ζητήματος. Ἡ πρόθεσίς μου αὐτὴν τὴν στιγμὴν εἶναι νὰ δώσω μερικὰς πληροφορίας εἰς τὴν Βουλὴν σχετικῶς μὲ τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἀνεκίνησαν οἱ μέχρι τοῦδε ἀγορεύσαντες. Ἐνθυμεῖσθε ὅτι εἰς τὴν προτελευταίαν συζήτησιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ἡ Βουλὴ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, εἶχεν ἀποφασισθῆ νὰ χωρισθῇ τὸ μέρος τῆς συμβάσεως τὸ ἀφορῶν τὸ νομικόν της κῦρος ἀπὸ τὴν οὐσίαν τῆς συμβάσεως. Ἡ Βουλὴ πολὺ ὀρθῶς ἔλαβε τὴν τοιαύτην ἀπόφασιν, διότι πράγματι, ἂν ἡ σύμβασις αὕτη εἶναι νομικῶς ἄκυρος, τότε ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς οὐσίας αὐτῆς παρέλκει. Διότι, ἂν εἶναι νομικῶς ἄκυρος, δὲν δυνάμεθα νὰ συζητῶμεν ἐπὶ τῆς οὐσίας ἑνὸς πράγματος μὴ ὑφισταμένου νομικῶς.
§89Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Ἐθέσατε κατὰ τὴν πρώτην συνεδρίασιν τὸ ζήτημα ὡς ἑξῆς. Εἴπατε ὅτι ἡ Κυβέρνησις κηρυχθεῖσα ἀλληλέγγυος διὰ τὸ ζήτημα τοῦ ἐγκύρου, θέτει καθαρῶς ζήτημα ἐμπιστοσύνης.
§90ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§91Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Αὐτὸ ἔχει μεγάλην σημασίαν. Θέλω δὲ νὰ διευκολύνω τὴν Βουλὴν.
§92Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Συνεχίζω καὶ εἰς τὸ τέλος, κ. Δεμερτζῆ, θὰ σᾶς ἀπαντήσω. Ἄν ἡ σύμβασις εἶναι νομικῶς ἔγκυρος, τότε ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς οὐσίας τοῦ περιεχομένου τῆς συμβάσεως δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν πλέον νὰ θέσῃ ζήτημα ἀκυρώσεως ἢ ἐγκρίσεως τῆς συμβάσεως, ἡ ὁποία εἶναι ἔγκυρος καὶ θὰ ἔχῃ ἁπλῶς ἕνα σκοπὸν ἐπιβοηθητικὸν διὰ τὴν Κυβέρνησιν, ἐν ᾗ περιπτώσει ἤθελεν ἡ Κυβέρνησις αὕτη προσπαθήσει δι’ ἄλλων μέσων νὰ ἐπιτύχῃ βελτίωσιν τινὰ τῆς συμβάσεως. Ἀλλ’ ἂν ἡ σύμβασις εἶναι νομικῶς ἔγκυρος, τότε δὲν δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ὅτι, ἐπειδὴ οἱ τάδε καὶ οἱ τάδε ὅροι αὐτῆς δὲν εἶναι καλοί, ἀκυροῦμεν ταύτην. Ὄχι. Διὰ τοῦτο ἐπέμεινα κατὰ τὴν τελευταίαν συζήτησιν τῆς Βουλῆς καὶ ἐπιμένω νὰ χωρισθῇ τὸ ζήτημα τοῦτο, τὸ ἓν ἀπὸ τὸ ἄλλο. Διότι δὲν θὰ ἔπρεπε συζήτησις διεξαγομένη ἐπὶ τοῦ οὐσιαστικοῦ μέρους τῆς συμβάσεως, τὸ ὁποῖον πιθανὸν νὰ μὴ ἀρέσῃ εἰς πολλοὺς ἢ ὀλίγους ἔξω τῆς Βουλῆς ἢ ἐντὸς αὐτῆς, νὰ ἐπηρεάσῃ ἐπὶ τῆς γνώμης τῆς Βουλῆς ὅσον ἀφορᾷ τὸ κῦρος τῆς συμβάσεως. Διότι δὲν δυνάμεθα νὰ ἐπηρεασθῶμεν ἐκ τοῦ ἂν μᾶς συμφέρῃ ἢ ὄχι ἡ σύμβασις διὰ νὰ ἐκφέρωμεν γνώμην, ἂν ἡ σύμβασις εἶναι ἔγκυρος ἢ ἄκυρος. Τοῦτο θὰ εἶναι πολὺ δυσάρεστον διὰ τὴν καλὴν ἡμῶν πίστιν. Διότι, ἂν ἡ σύμβασις εἶναι ἔγκυρος, ἡμεῖς δὲ βλέπομεν σήμερον ὅτι δὲν μᾶς συμφέρει καὶ τὴν κηρύξωμεν ἄκυρον, τότε ἐννοεῖτε πολὺ καλὰ ὅτι θὰ παριστάμεθα ἐν γένει εἰς τὴν Κοινωνίαν τῶν ἔξω Κρατῶν κατὰ ἕνα τρόπον, ὁ ὁποῖος δὲν θὰ εἶναι συμφέρον διὰ τὸ Ἔθνος ἡμῶν. Διὰ τοῦτο ἐπέμεινα καὶ ἐπιμένω νὰ ἐξετάσωμεν τὸ νομικὸν μέρος τῆς συμβάσεως. Εἶναι ἔγκυρος ἡ σύμβασις αὕτη; Εἴμεθα ὑποχρεωμένοι ἐκ λόγων νομικῶν νὰ ἐκτελέσωμεν τὴν σύμβασιν αὐτήν; Ἄν εἴμεθα ὑποχρεωμένοι ἐκ λόγων νομικῆς φύσεως ἢ διεθνοῦς τοιαύτης νὰ ἐκτελέσωμεν τὴν σύμβασιν αὐτήν, τότε δὲν δυνάμεθα νὰ ἐπηρεασθῶμεν ἐκ τοῦ ἂν μᾶς συμφέρῃ ἢ ὄχι διὰ νὰ κηρύξωμεν ἄκυρον αὐτήν. Εἰς τοῦτο πρέπει νὰ δώσωμεν μεγάλην προσοχήν. Αὐτὸ εἶναι τὸ ζήτημα τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ τὴν οὐσίαν τῆς ἐμφανίσεως τῆς καλῆς ἡμῶν πίστεως.
§93Γ. ΜΟΔΗΣ. Ἄν ὑπάρχῃ λωποδυσία;
§94Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Ἄν ὑπάρχῃ λωποδυσία, συλλαμβάνουσι τοὺς λωποδύτας καὶ τοὺς βάζουν εἰς τὴν φυλακήν. Δὲν ἠμπορεῖτε ὅμως νὰ εἴπητε εἰς τὸν μεθ’ ἡμῶν συμβληθέντα, ὅτι ἐπειδὴ ὑπάρχει εἷς λωποδύτης καὶ ἐπειδὴ αὐτὸς σᾶς ἠπάτησεν, ἄρα ἀκυρῶ τὴν μεθ’ ἡμῶν σύμβασιν. Ἂν καλῶς ἀντελήφθην τοὺς λόγους τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ ἐξ Ἀθηνῶν κ. Ράλλη, ὁ ὁποῖος ἐπανέλαβε τὰ αὐτὰ περίπου ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα ἐλέχθησαν καὶ ἀπὸ τοὺς κ. κ. προλαλήσαντας, ἡ σύμβασις εἶναι ἄκυρος πρῶτον διότι στηρίζεται ἐπὶ ἑνὸς νόμου τοῦ ἄρθρου 6 τοῦ νόμου 3270, ἐνῷ πραγματικῶς τὸ περιεχόμενον τοῦ νόμου αὐτοῦ δὲν παρέχει τοιοῦτον δικαίωμα ἵνα στηριχθῇ ἡ σύμβασις αὐτή. Τὸ εἶχον ἀναλύσει καὶ εἰς τὴν πρώτην ἀγόρευσίν μου τὸ ζήτημα αὐτὸ καὶ βλέπω ὅτι εἶναι ἀνάγκη πάλιν νὰ ἐπανέλθω ἐπὶ τῶν αὐτῶν ἐπιχειρημάτων, τὰ ὁποῖα ἀνέπτυξα καὶ τότε, διότι καθὼς βλέπω, εἴτε δὲν ἐδόθη εἰς αὐτὰ ἡ δέουσα προσοχή, εἴτε δὲν ἐγενόμην ἐγὼ ὁ ἴδιος καταληπτός. Τὸ ἄρθρον 6 τοῦ ρηθέντος νόμου λέγει (ἀναγινώσκει): «Ἐπιτρέπεται εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον κατ’ ἀπόλυτον κρίσιν αὐτοῦ νὰ προβῇ εἰς σύνταξιν συμβάσεως κατόπιν προκηρύξεως διαγωνισμοῦ μετ’ Ἑταιρειῶν ἀποσκοπουσῶν εἴτε εἰς τὴν παραγωγήν, εἴτε εἰς τὴν διανομὴν ἠλεκτρικοῦ ρεύματος, εἴτε καὶ εἰς ἀμφότερα πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῶν πόλεων Ἀθηνῶν, Πειραιῶς καὶ Περιχώρων, ὡς καὶ μετὰ σιδηροδρομικῶν Ἑταιρειῶν, προκειμένου νὰ εἰσαχθῇ εἰς ταύτας ἡ ἠλεκτροκίνησις. Εἰς τὴν περίπτωσιν τῆς μὴ διεξαγωγῆς διαγωνισμοῦ ἐπιτρέπεται εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας μετὰ γνώμην τοῦ παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Συγκοινωνίας ἁρμοδίου Συμβουλίου νὰ συνομολογήσῃ τοιαύτας συμβάσεις ὑπὸ ὅρους ἐγκρινομένους προηγουμένως ὑπὸ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου μετὰ Ἑταιρειῶν ὑφισταμένων ἢ ἱδρυθησομένων πρὸς τὸν σκοπὸν αὐτόν». Ὁ κ. ἐξ Ἀθηνῶν βουλευτὴς εἶπεν ὅτι, ἐπειδὴ τὸ ἄρθρον τοῦτο λέγει μετὰ σιδηροδρομικῶν Ἑταιρειῶν, προκειμένου νὰ εἰσαχθῇ ἡ ἠλεκτροκίνησις εἰς αὐτάς, ἄρα ἐξαιροῦνται ὁ τροχιόδρομος καὶ ὁ σιδηρόδρομος Ἀθηνῶν–Πειραιῶς, διότι δὲν ἐπρόκειτο νὰ εἰσαχθῇ εἰς αὐτοὺς ἠλεκτροκίνησις, ἀφοῦ εἶχον τοιαύτην. Ἔρχεται ὅμως ἡ δευτέρα παράγραφος, ἡ ὁποία λέγει: «μετὰ Ἑταιρειῶν ὑφισταμένων ἢ ἱδρυθησομένων πρὸς τὸν σκοπὸν αὐτόν». Ἀλλ’ ἐγένετο περαιτέρω συζήτησις, ἂν τὸ «μετὰ γνώμην» ἐννοεῖ μετὰ σύμφωνον γνώμην ἢ γνώμην ἁπλῆν. Πρέπει πρὸς τοῦτο νὰ σᾶς ἀναγνώσω ἓν ἄλλο ψήφισμα τοῦ αὐτοῦ νομοθέτου τῆς αὐτῆς Συνελεύσεως, τὸ ὁποῖον λέγει (ἀναγινώσκει): «Παρέχεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἡ ἐξουσιοδότησις ἐκδόσεως Ν. Διαταγμάτων κατόπιν συμφώνου γνωμοδοτήσεως τῶν ἀκολούθων Κοινοβουλευτικῶν Ἐπιτροπῶν». Ὥστε ὁ ἴδιος νομοθέτης εἰς τὸ ἓν ψήφισμα μᾶς λέγει «μετὰ γνώμην» καὶ εἰς τὸ ἄλλο λέγει «κατόπιν συμφώνου γνωμοδοτήσεως». Τοῦτο ἀποδεικνύει ὅτι ἐν τῷ πνεύματι τοῦ νομοθέτου ὑπῆρχεν ἡ διαφορὰ μεταξὺ γνώμης καὶ συμφώνου γνώμης. Ὁ ἴδιος ὁ νομοθέτης χωρίζει καὶ λέγει «κατόπιν συμφώνου γνωμοδοτήσεως τῶν Κοινοβουλευτικῶν Ἐπιτροπῶν» καὶ ἐννοεῖ ὅτι αἱ Κοινοβουλευτικαὶ Ἐπιτροπαὶ δέον νὰ δώσωσι γνωμοδοτήσεις, τὰς ὁποίας ἀναγκαστικῶς θὰ ἀκολουθήσῃ ὁ Ὑπουργός. Ἐδῶ ὁμιλεῖ περὶ γνώμης ἁπλῶς, ὄχι συμφώνου. Ἔχομεν δὲ καὶ ἄλλα παραδείγματα εἰς τὴν νομοθεσίαν ἡμῶν, ὅτι τὸ «μετὰ γνώμην» δὲν σημαίνει «μετὰ σύμφωνον γνώμην», δηλαδὴ δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ διαφωνήσῃ πρὸς τὴν γνώμην αὐτήν.
§95Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Τότε τί χρειάζεται εἰς τὴν πρώτην περίπτωσιν ὁ διαγωνισμός, τὸν ὁποῖον ὁρίζει τὸ ἴδιον ἄρθρον 6;
§96Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Νὰ σᾶς εἴπω ἀμέσως. Ὁ νομοθέτης ἠθέλησε νὰ ὑποχρεωθῇ ἡ Κυβέρνησις νὰ διαφωτισθῇ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Ἐν πάσῃ περιπτώσει τὸ τί χρειάζεται δὲν εἶναι ἰδική μου ὑπόθεσις, ἐγὼ ἔχω νὰ ἐξετάσω τὸ νομικὸν μέρος τοῦ ζητήματος. Κατὰ τὴν γνώμην τὴν ἰδικήν μου, ὅταν ὁ νόμος λέγῃ ἁπλῶς «μετὰ γνώμην», τοῦτο δὲν σημαίνει ὅτι ἡ γνώμη αὕτη πρέπει νὰ εἶναι καὶ σύμφωνος, πρὸ παντὸς ὅταν ὁ ἴδιος ὁ νομοθέτης εἰς ἄλλο ψήφισμά του ὁμιλεῖ περὶ «συμφώνου γνωμοδοτήσεως», διακρίνων τὰς δύο περιπτώσεις. Εἰσέρχομαι ἤδη εἰς τὸ ζήτημα τῆς γνωμοδοτήσεως καὶ δὴ εἰς τὸ ζήτημα τῆς δοθείσης ἀπαντήσεως ἀπὸ τὸ Γνωμοδοτικὸν Συμβούλιον. Ἀνέγνωσα προχθὲς τὸ πῶς ἀρχίζει ἡ ἔκθεσις αὕτη τοῦ Γνωμοδοτικοῦ Συμβουλίου καὶ τὴν ἀνέγνωσε καὶ ὁ κ. συνάδελφος ἐξ Ἀθηνῶν καὶ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ τὴν ἀναγνώσω καὶ πάλιν, διότι δὲν ἐδόθη προσοχὴ εἰς τὸ πῶς ἀρχίζει ἡ ἔκθεσις αὕτη. Εἶναι πρῶτον ἡ πρώτη ἔκθεσις τῆς 5ης Αὐγούστου 1925, ἡ ὁποία λέγει τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Τὸ Συμβούλιον ἔχον ὑπ’ ὄψει του προφορικὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ διαταγὴν ὅπως μελετήσῃ τὰς ὑποβληθείσας προτάσεις ἀφ’ ἑνὸς ἐκ μέρους τοῦ Συνδικάτου Τραπεζῶν καὶ τῆς Ἑταιρείας Πάουερ–Ἄντ–Τράξιον, ἀφ’ ἑτέρου τῆς Ἑλληνικῆς Ἠλεκτρικῆς Ἑταιρείας περὶ ἠλεκτροφωτισμοῦ καὶ ἠλεκτροκινήσεως τῶν πόλεων Ἀθηνῶν, Πειραιῶς καὶ Περιχώρων αὐτῶν καὶ ἐκθέσῃ ἐν συντόμῳ τὸ περιεχόμενον τῶν προτάσεων τούτων, διαφωτίζον συγχρόνως τὴν Κυβέρνησιν ὡς πρὸς τὰς συνεπείας τῶν διαλαμβανομένων ὅρων.... κλπ.» Δηλαδὴ ἡ Κυβέρνησις λέγει: «Δὲν θὰ μοὶ εἴπῃς μόνον ποῖον εἶναι τὸ περιεχόμενον τῶν προτάσεων τῆς Α ἢ Β Ἑταιρείας, θὰ μοὶ εἴπῃς συγχρόνως καὶ ποῖαι εἶναι αἱ συνέπειαι τῶν διαλαμβανομένων ὅρων. Καὶ διατί ἐρωτῶ τὴν γνώμην σου ἐπὶ τῶν συνεπειῶν τῶν διαλαμβανομένων ὅρων; Διὰ νὰ σχηματίσω καὶ ἐγὼ μίαν γνώμην ποίας ἀπὸ τὰς δύο προτάσεις θὰ ἐκλέξω». Δὲν ὑπάρχει λοιπὸν οὐδεμία ἀμφιβολία ὅτι ὁ Ὑπουργὸς ἤθελε νὰ μάθῃ τὴν γνώμην τοῦ Γνωμοδοτικοῦ Συμβουλίου καὶ τοῦτο ἀσχολεῖται νὰ ἀποδείξῃ, τὰ πλεονεκτήματα καὶ τὰ μειονεκτήματα τῆς μιᾶς καὶ τῆς ἄλλης συμβάσεως καὶ ποῖαι θὰ εἶναι αἱ συνέπειαι, ἂν δοθῇ τὸ ἔργον εἰς τὴν μίαν Ἑταιρείαν ἢ εἰς τὴν ἄλλην. Καὶ πραγματικῶς ὅστις ἀναγνώσῃ τὴν ἔκθεσιν αὐτὴν τῆς Γνωμοδοτικῆς Ἐπιτροπῆς σχηματίζει ἀμέσως τὴν ἐντύπωσιν ὅτι δὲν συμφέρει νὰ δοθῇ τὸ ἔργον εἰς τὴν Πάουερ– Ἄντ–Τράξιον, κατὰ τὴν γνώμην τοῦ Συμβουλίου. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον αὐτὴ ἡ ἔκθεσις, εἶναι καὶ ἡ δευτέρα τῆς 17ης Αὐγούστου 1925, ἡ ὁποία εἰσέρχεται περισσότερον εἰς μερικὰ ζητήματα καὶ διατί; Διὰ νὰ ἀπαντήσῃ εἰς ἓν δημοσίευμα τῶν ἐνδιαφερομένων ὑπὲρ τῆς Πάουερ–Ἄντ–Τράξιον. Καὶ συνέρχεται πάλιν τὸ Συμβούλιον μόνον του καὶ ζητεῖ νὰ ἀπαντήσῃ εἰς τοὺς ἰσχυρισμοὺς τοῦ δημοσιεύματος. Ὅταν λοιπὸν εἷς ἀπαντᾷ εἰς τοὺς ἰσχυρισμοὺς ἑνὸς ἄλλου, τί κάμνει; Ἐκθέτει τὴν γνώμην του. Περὶ αὐτοῦ δὲν ὑπάρχει οὐδεμία ἀμφιβολία.
§97Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Τὴν ἀρνητικήν του γνώμην.
§98Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Ἔστω. Ἐν πάσῃ περιπτώσει τὴν γνώμην του. Δεύτερον ζήτημα, εἰς τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ προσέξωμεν πολύ, εἶναι, ἂν ἡ σύμβασις περιέχῃ ὑπερβασίας εἰς τὸ ζήτημα τῶν λεωφορείων. Ἐπ’ αὐτοῦ δύνανται δύο ἀπόψεις νὰ ὑποστηριχθοῦν. Ἡ μία εἶναι ὅτι τὸ ἄρθρον 6 τοῦ νόμου 3270 δὲν ἀναφέρει τίποτε περὶ λεωφορείων, ἄρα τυπικῶς ἡ σύμβασις δὲν πρέπει νὰ ἀναφέρῃ τίποτε περὶ λεωφορείων. Ἀλλ’ ἔρχεται ἡ ἄλλη ἄποψις: ἡ σύμβασις αὐτὴ θέλει νὰ δημιουργήσῃ μίαν Ἑταιρείαν βιώσιμον, διότι δὲν ὑποθέτω ὅτι δύναται κανεὶς νὰ εἴπῃ ὅτι εἶναι ἀδιάφορον εἰς τὴν Ἑταιρείαν, ἂν ἡ ἐπιχείρησις τὴν ὁποίαν πρόκειται νὰ δημιουργήσῃ θὰ εἶναι βιώσιμος ἢ ὄχι. Σᾶς ἐξήγησα δὲ προχθὲς ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ ἐπιχείρησις τῶν τροχιοδρόμων νὰ εἶναι βιώσιμος ἄνευ συμπληρωματικῆς ἐπιχειρήσεως λεωφορείων. Δὲν θέλω νὰ ἐπανέλθω εἰς τὰς τεχνικὰς ἐξηγήσεις, τὰς ὁποίας ἔδωσα εἰς τὴν πρώτην ἀγόρευσίν μου, διότι δὲν ἤκουσα καὶ κανένα ἐκ τῶν κ. κ. βουλευτῶν νὰ διαφωνήσῃ εἰς ταύτας. Ἑπομένως δύναμαι νὰ δεχθῶ τοῦτο· ὅτι ἵνα λειτουργήσῃ μία ἐπιχείρησις τροχιοδρόμων κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ εἶναι βιώσιμος, εἶναι ἀνάγκη νὰ συμπληρωθῇ καὶ διὰ μιᾶς ἐπιχειρήσεως λεωφορείων. Τὸ ζήτημα ὅμως εἶναι τὸ ἑξῆς· κατὰ πόσον οἱ συμβληθέντες παρηγκώνισαν μερικὰ συμφέροντα μιᾶς ἐργαζομένης τάξεως. Εἰς τοῦτο δύναμαι νὰ σᾶς εἴπω ὅτι πραγματικῶς καὶ ἡμεῖς, δηλαδὴ ἡ Κυβέρνησις ἔσχε τὴν ἐντύπωσιν ἐξ ἀρχῆς ὅτι ὑπερεβλήθησαν μερικὰ ὅρια καὶ ὅτι θὰ ἠδύνατο κατὰ τοῦτο νὰ βελτιωθῇ ἡ σύμβασις καὶ προτοῦ ἀκόμη ἀρχίσῃ ἡ κίνησις κατὰ τῆς συμβάσεως, ἡ ὁποία ἤρχισεν ἔστω ὀλίγον καιρὸν μετὰ τὸν σχηματισμὸν τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως. Καὶ τονίζω τοῦτο, διότι θὰ ἠδύνατο ἐπωφελέστερον καὶ κατὰ τὴν σύνταξιν τῆς συμβάσεως νὰ ἐμφανισθῇ ἡ κίνησις αὐτὴ καὶ ἴσως μὲ καλύτερα ἀποτελέσματα τότε, ἀλλὰ δὲν θέλω νὰ ἐπιμείνω εἰς τοῦτο. Πρὶν λοιπὸν ἀρχίσῃ ἡ κίνησις αὐτή, ἡ Κυβέρνησις ἀφ’ ἑαυτῆς ἄνευ οὐδεμιᾶς πιέσεως εἶχεν ἐπιζητήσει μίαν φιλικὴν οὕτως εἰπεῖν συνεννόησιν μετὰ τῶν συμβληθέντων κατὰ πόσον θὰ ἠδύνατο νὰ βελτιωθοῦν μερικαὶ διατάξεις τῆς συμβάσεως ταύτης, οὕτως ὥστε ὁ συναγωνισμὸς τῶν λεωφορείων καὶ τῆς Ἑταιρείας νὰ καταστῇ δυνατός, εἴχομεν δὲ ἤδη καὶ ἀπάντησιν ἔξωθεν, ἡ ὁποία μᾶς κάμνει νὰ πιστεύωμεν ὅτι τοῦτο θὰ ἦτο δυνατὸν καὶ ἡ συζήτησις ἐπὶ τούτου θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ διεξαχθῇ ἐν πάσῃ καλοπιστίᾳ ἀμφοτέρωθεν, ἀλλ’ ἐννοεῖται ὅτι ἡ ὅλη αὐτὴ διαπραγμάτευσις ἐσταμάτησε τώρα.
§99Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Διατί;
§100Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Εἶναι εὐνόητον.
§101Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Εἴπατε πῶς εἶναι ἄκυρος ἡ σύμβασις δι’ αὐτό.
§102Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Καθόλου, δὲν μὲ ἐννοήσατε. Εἶπον ὅτι ἡ συνεννόησις ἐσταμάτησε προσωρινῶς. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐλπίζω ὅτι δυνάμεθα νὰ ἐπιτύχωμεν εἶναι ὅτι ἡ ἐλευθέρα κίνησις τῶν λεωφορείων νὰ εἶναι ὅσον τὸ δυνατὸν καλύτερα.
§103Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἐξαγορὰ τῶν λεωφορείων εἶναι δυνατή;
§104Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε χάριν αὐτῶν τῶν προσώπων, διὰ τὰ ὁποῖα καὶ σεῖς καὶ ἐγὼ ἐνδιαφερόμεθα, νὰ μὴ εἰσέλθω εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ θέματος αὐτοῦ. Ἐπίσης εἶναι καὶ ἄλλα τινὰ ἄρθρα τῆς συμβάσεως, τὰ ὁποῖα εἶναι δυνατὸν νὰ βελτιώσωμεν. Ἐννοεῖται ὅμως ὅτι ἐκεῖνοι μετὰ τῶν ὁποίων ἐρχόμεθα εἰς τοιαύτην συζήτησιν, ὑποθέτουν ὅτι ἡμεῖς δὲν δυνάμεθα νὰ τοὺς εἴπωμεν ὅτι εἶναι ἄκυρος ἡ σύμβασις, διότι ἅμα τοὺς εἴπωμεν αὐτό, τότε εἶναι περιττὴ ἡ συζήτησις. Ἐπανέρχομαι εἰς τὸ ζήτημα τοῦ κύρους τῆς συμβάσεως. Ἀλλὰ καὶ ἂν ὑποθέσωμεν ὅτι ἡ σύμβασις ὑπερέβη ἔν τισι τὸν νόμον 3270, ἔρχεται τὸ Ν. Διάταγμα τῆς 16 Ὀκτωβρίου 1925, τὸ ὁποῖον κυροῖ τὴν σύμβασιν ταύτην κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ δεχθῶμεν ὅτι ὁ δικτάτωρ εἶχε δώσει εἰς ἑαυτὸν τὸ δικαίωμα νὰ πράξῃ τοῦτο καὶ οὕτω κατ’ αὐτὸν καθίσταται πλέον περιττὴ ἡ κύρωσις τῆς Βουλῆς, περὶ ἧς ὁ δικτάτωρ δὲν ὁμιλεῖ καὶ ἡ περαιτέρω συζήτησις ἂν δεχθῶμεν τὴν πρᾶξίν του ταύτην ἰσχυράν. Τὸ δὲ Νομοθετικὸν αὐτὸ Διάταγμα περιλαμβάνει καὶ ἄλλας τινὰς διατάξεις ἔξω τῆς συμβάσεως, οὕτως ὥστε ἀποδεικνύεται ὅτι δὲν ἦτο ἓν Διάταγμα ἁπλοῦν κυρώσεως, στηριζόμενον ἐπὶ τῆς ἐξουσιοδοτήσεως τὴν ὁποίαν τοῦ εἶχε δώσει ἡ Συνέλευσις διὰ τοῦ νόμου 3270, ἀλλ’ εἶναι πραγματικὸν Ν. Διάταγμα τοῦ δικτάτορος.
§105Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Δὲν ἦτο δικτάτωρ τότε.
§106Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Καὶ προχθὲς ἀκόμη ἤκουσα τὸν κ. βουλευτὴν Ἀθηνῶν ἐπιμένοντα ὅτι ὁ Θ. Πάγκαλος τὴν ἐποχὴν καθ’ ἣν ἐξεδόθη τὸ Νομοθετικὸν τοῦτο Διάταγμα δὲν ἦτο δικτάτωρ, διότι δὲν εἶχε κάμει ἀκόμη πράξεις αἱ ὁποῖαι νὰ ἀποδεικνύουν ὅτι ἦτο δικτάτωρ, καθόσον τὸ ἂν εἶχε τὴν ὀνομασίαν ἢ ὄχι, αὐτὸ δὲν εἶχε σημασίαν. Καὶ ὅμως ὄχι τὴν 16ην Ὀκτωβρίου, ἀλλὰ τὴν 26ην Σεπτεμβρίου ὑπάρχει μία πρᾶξις τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου δημοσιευθεῖσα εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως καὶ εἶναι ἡ πρᾶξις ὑπ’ ἀριθμὸν 1, διότι ὑπ’ ἀριθμὸν 1 δὲν γνωρίζω, ἀλλὰ φαίνεται ὅτι ἀπὸ ἐκείνης τῆς στιγμῆς ἀρχίζει κάτι τι νὰ χρονολογεῖται. Εἶναι ἡ συνεδρίασις 24η καὶ λέγει (ἀναγινώσκει): «Τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον συνελθὸν σήμερον 26ην Σεπτεμβρίου 1925 καὶ λαβὸν ὑπ’ ὄψιν: Αʹ) Τὸ ἀπὸ 1 Ἰουλίου 1925 ψήφισμα τῆς Δʹ Ἐθνικῆς τῶν Ἑλλήνων Συνελεύσεως. Βʹ) Ἀντίτυπον τοῦ ἀπὸ 11 Σεπτεμβρίου 1925 Καταστατικοῦ Χάρτου, ψηφισθέντος ὑπὸ τῆς κατὰ τὸ ἄνω ψήφισμα τριακονταμελοῦς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς, ὑπογεγραμμένον ὑπὸ τοῦ προέδρου αὐτῆς, τῆς πλειονοψηφίας τῶν μελῶν καὶ τῶν γραμματέων, ἐγχειρισθὲν δὲ παρὰ ἐπὶ τούτῳ Ἐπιτροπῆς εἰς τὸν Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου κ. Θεόδωρον Πάγκαλον καὶ ἀκοῦσαν τῆς ἐπὶ τοῦ οὕτω ψηφισθέντος Καταστατικοῦ Χάρτου εἰσηγήσεως τοῦ κ. Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου περὶ τῆς ἀνάγκης τῆς δημοσιεύσεως τοῦ Συντάγματος τῆς Ἑλληνικῆς Δημοκρατίας, ἀλλὰ καὶ τῆς ἀνάγκης τῆς μὴ ἰσχύος ἀπὸ τοῦδε διατάξεών τινων, ἐξ ὧν τινὲς μὲν ἀντιτίθενται πρὸς ληφθείσας ἀποφάσεις ὑπὸ τῆς Συνελεύσεως ἄλλαι δὲ δὲν εὑρίσκονται ἐν ἁρμονίᾳ πρὸς τὴν ἔκδηλον γνώμην τῆς πλειονοψηφίας τῆς Συνελεύσεως ἢ εἶναι ἀντίθετοι πρὸς τὸ δημόσιον φρόνημα. Ἐπίσης δὲ καὶ τῆς ἀνάγκης πλὴν λεκτικῶν τινῶν διορθώσεων καὶ δύο προσθηκῶν, ἐξ ὧν ἡ μία περὶ προσωρινῆς ἰσχύος τῆς ἐξαιρετικῆς δικαιοδοσίας Στρατοδικείων καὶ εἰδικῶν δικαστηρίων, ἥτις κρίνεται ὡς ἐπιβεβλημένη καὶ ἐξ ἀβλεψίας ἴσως παραλειφθεῖσα νὰ τεθῇ, καθόσον ἄνευ ταύτης ἤθελον καὶ ἀκυρωθῆ αἱ μέχρι τοῦδε ἐκκρεμεῖς διαδικασίαι κατὰ τῶν καταχραστῶν τοῦ Δημοσίου κλπ., ζήτημα ἔχον προφανῶς μεγίστην σπουδαιότητα, ἡ δὲ ἑτέρα προσθήκη εἶναι ἀπαραίτητος ἀφορῶσα τὰ τῆς δημοσιεύσεως καὶ ἰσχύος τοῦ Συντάγματος. Ἀποδεχόμενον ὁμοφώνως ὡς βασίμους καὶ ὀρθοὺς τοὺς λόγους τοὺς ἀνωτέρω ἐκτεθέντας ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἀποφασίζει ὅπως ἐκ τοῦ οὕτως ὡς ἀνωτέρω ψηφισθέντος Καταστατικοῦ Χάρτου ὑπὸ τῆς τριακονταμελοῦς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς, αʹ) ἀπαλειφθῶσιν ὁ πρόλογος καὶ αἱ ἑξῆς διατάξεις: 1) Τὰ ἄρθρα 106–110, 115, 118, 120, 122 καὶ 125. 2) Ἐκ τοῦ ἄρθρου 5 ἡ ἐν τῷ βʹ κώλῳ τοῦ 4 ἐδαφ. φράσις «ἢ παράσημα πλὴν τῶν μεταλλίων πολέμων». 3) Ἐκ τοῦ ἄρθρου 35 ἡ ἐν τέλει τοῦ αʹ κώλου φράσις «καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀρχῶν τῆς ἀναλογικῆς ἀντιπροσωπείας». 4) Ἐκ τοῦ ἄρθρου 57 ἡ ἐν ἐδαφ. αʹ φράσις «καὶ τῶν ἀρχῶν τῆς ἀναλογικῆς ἀντιπροσωπείας», ὡς καὶ πᾶσαι αἱ ὑπὸ στοιχ. Χ. Βʹ διατάξεις, ἐκ δὲ τῶν ὑπὸ στοιχ. Γʹ ἡ ἐν τῷ βʹ ἐδαφ. αὐτοῦ φράσις «οἱ ὑπὸ στοιχ. Βʹ γερουσιασταὶ ἐκλέγονται διὰ τρία ἔτη καί», τοῦ μετὰ τὴν φράσιν ταύτην στ. Γʹ σημειουμένου Βʹ ἀπαλειφομένου καὶ τοῦ γʹ ἐδ. τῶν ὑπὸ στ. Γʹ διατάξεων τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου. Ἐπίσης ἀπαλείφεται ἐκ τοῦ βʹ κώλου τῶν ὑπὸ στοιχ. Γʹ διατάξεων (ἐδ. βʹ) ἡ λέξις «ἑκάστην» καὶ ἀντ’ αὐτῆς τίθεται «διὰ τὴν ὑπὸ στοιχ. Αʹ». 5 Ἐκ τοῦ ἄρθρου 84 τὸ γʹ καὶ δʹ ἐδ. αὐτοῦ. 6) Ἐκ τοῦ ἄρθρου 82 ἀπαλείφονται αἱ λέξεις «εἰς ὑπηκόους ἄλλων Κρατῶν». 7) Ἐκ τοῦ ἄρθρου 97 ἐκ τοῦ τελευταίου ἐδαφίου ἡ φράσις «οἵτινες ὅμως δὲν δύνανται νὰ ὑπαγάγουν εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τῶν Στρατοδικείων καὶ Ναυτοδικείων εἰμὴ τὰ καθαρῶς στρατιωτικὰ ἀδικήματα». 8) Ἐκ τοῦ ἄρθρου 103 ἡ φράσις «οἱ ἐλεγκταί». 9) Ἐκ τοῦ ἄρθρου 111 ἐκ τοῦ ἐδαφ. αʹ ἡ φράσις «οὔτε μετατίθενται ἄνευ συμφώνου γνωμοδοτήσεως». 10) Ἐκ τοῦ ἄρθρου 116 τὸ τελευταῖον ἐδάφιον. 11) Ἐκ τοῦ ἄρθρου 117 τὰ ἐδάφια βʹ, γʹ καὶ δʹ. 12) Ἐκ τοῦ ἄρθρου 119 ἡ φράσις «τῶν διατάξεων αὐτῶν ἐπεκτεινομένων καὶ ἐπὶ τῶν ἀκτημόνων μικρῶν κτηνοτρόφων, καθὼς θέλει ὁρίσει ὁ νόμος». βʹ) Νὰ διορθωθῇ: 1) Ἐν ἄρθρῳ 111 ἐδάφ. γʹ τιθεμένης τῆς λέξεως «ἐπιτροπείας» ἀντὶ τῆς λέξεως «δημοσίου». γʹ) Νὰ προστεθῶσι: 1) Ἐν ἄρθρῳ 117 (ἤδη 112) ὡς ἐδ. βʹ ἡ ἑξῆς διάταξις «ἐπίσης κατ’ ἐξαίρεσιν ἐπὶ ἓν ἔτος ἀπὸ τῆς ἰσχύος τοῦ παρόντος ἀδικήματα ὑπαχθέντα ἢ ὑπαχθησόμενα δι’ εἰδικῶν νόμων ἢ Ν. Δ. εἰς εἰδικὰ δικαστήρια ἢ Στρατοδικεῖα θέλουσι δικάζεσθαι ἀπὸ τὰ δικαστήρια ταῦτα, ἐκτὸς ἂν διὰ νόμου καὶ πρὸ τῆς παρελεύσεως τοῦ ἔτους παύσῃ κρατοῦσα ἡ ἐξαιρετικὴ αὕτη δικαιοδοσία». 2) Ἐν τέλει ὡς ἄρθρον 117 νὰ τεθῇ ἡ ἑξῆς διάταξις «τὸ παρὸν Σύνταγμα ὑπογραφόμενον ὑπὸ τοῦ Προέδρου τῆς Δημοκρατίας καὶ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου τίθεται ἐν ἰσχύϊ ἅμα τῇ δημοσιεύσει αὐτοῦ διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως. Αἱ κατὰ προσθήκην ἢ διόρθωσιν ἢ δι’ ἀπαλείψεως συμφώνως τῷ πρακτικῷ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου διατυπούμεναι διατάξεις τοῦ παρόντος, ὡς καὶ τὸ ὅλον κείμενον τοῦ παρόντος Συντάγματος ὑποβληθήσεται ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Ἐθνικῆς Συνελεύσεως καὶ πρὸς ὁριστικὴν κύρωσιν συμφώνως καὶ ταῖς διατάξεσι τοῦ ἀπὸ 1ης Ἰουλίου 1925 ψηφίσματος τῆς Δʹ ἐν Ἀθήναις Συντακτικῆς Συνελεύσεως. δʹ) Νὰ δημοσιευθῇ τὸ Σύνταγμα τῆς Ἑλληνικῆς Δημοκρατίας οὕτω συνηρμολογημένον, συμφώνως τῷ παρόντι πρακτικῷ καὶ κατ’ ἀνάλογον τύπον πρὸς τὸν τῆς δημοσιεύσεως τῶν προηγουμένων Συνταγμάτων. Τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον Ὁ Πρόεδρος Θ. Πάγκαλος Τὰ Μέλη: Κ. Ρέντης, Ι. Κούνδουρος, Α. Παναγιωτόπουλος, Ι. Δ. Τσιριμῶκος, Γ. Κοφινᾶς, Γ. Μπούμπουλης, Α. Ταβουλάρης, Κ. Σταμούλης, Φ. Μανουηλίδης, Α. Χατζηκυριᾶκος». Ὥστε, κύριοι, τὴν 26ην Σεπτεμβρίου 1925 τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον παίρνει αὐτὸ τὸ Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον συνεζήτησεν ἡ Δʹ τῶν Ἑλλήνων Ἐθνικὴ Συνέλευσις, παίρνει αὐτὴν τὴν ἀπόφασιν ὅπως τὸ εἶχε συντάξει ἡ τριακονταμελὴς Ἐπιτροπὴ καὶ λέγει ὅτι ἐγὼ σβύνω τοῦτο ἢ ἀντικαθιστῶ τοῦτο, ἢ προσθέτω τοῦτο καὶ ὅλα αὐτὰ ποὺ κάμνω, διότι εἶναι σύμφωνα μὲ τὸ δημόσιον φρόνημα, ὅπως τὰ κρίνω ἐγώ. Καὶ σεῖς, κ. βουλευτὰ ἐξ Ἀθηνῶν, λέγετε ὅτι αὐτὸ τὸ πρᾶγμα δὲν εἶναι δικτατορία. Ἀλλὰ τότε τί εἶναι;
§107Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἔκαμον τὴν σύμβασιν ἐγνώριζον ὅτι ἡ Βουλὴ ὑπῆρχε.
§108Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Ἀλλ’ ἔκαμε καὶ ἓν ἄλλο πρᾶγμα ἀκόμη. Ὁ ἴδιος ὁ Πρωθυπουργὸς μετὰ τρεῖς ἡμέρας ἐξέδωκεν ἓν Διάταγμα καὶ λέγει (ἀναγινώσκει): «Ἔχοντες ὑπ’ ὄψει κλπ. Ἀποφάσει τοῦ Ἡμετέρου Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, συμφώνως τῷ ἄρθρῳ 1 τοῦ Συντάγματος διαλύομεν τὴν Δʹ τῶν Ἑλλήνων Συνέλευσιν». Αὐτὸς δὲν ἦτο δικτάτωρ, ἦτο ἄνθρωπος κοινοβουλευτικὸς κατὰ τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἀθηνῶν βουλευτήν, κοινοβουλευτικώτατος, ὁ ὁποῖος εἶχε τοιοῦτον σεβασμὸν πρὸς τὸ Κοινοβούλιον καὶ τὰ κοινοβουλευτικὰ ἔθιμα, ὥστε θὰ εἶχε καὶ ἀσφαλῶς εἰς τὸ Ν. Διάταγμα περὶ τῆς Πάουερ–Ἄντ–Τράξιον προσθέσει ὅτι καὶ τοῦτο θὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν κύρωσιν τῆς Βουλῆς, ἂν ἐκ παραδρομῆς θὰ ἐλησμόνησε νὰ τὸ προσθέσῃ. Ἀλλ’ αὐτά, μὲ συγχωρεῖτε, ἐξέρχονται τῶν ὁρίων μιᾶς σοβαρᾶς συζητήσεως. Προχωρῶ. Ὥστε τὴν στιγμὴν καθ’ ἣν ὁ Θ. Πάγκαλος ἐξέδιδε τὸ Διάταγμα τῆς 16ης Ὀκτωβρίου 1925 εἶχε πράξει δύο δικτατορικὰς πράξεις, εἶχεν ἀλλάξει τὸν Καταστατικὸν Χάρτην τῆς Χώρας κατὰ τὴν βούλησίν του καὶ διέλυσε καὶ τὴν Δʹ Συνέλευσιν. Ἄρα ἦτο δικτάτωρ. Ἑπομένως ἔρχεται καὶ τὸ ζήτημα κατὰ πόσον αὐτὸς ὡς δικτάτωρ ἐνήργησε συμφώνως μὲ τοὺς νόμους, τοὺς ὁποίους ἔθεσεν ὁ ἴδιος εἰς τὸν ἑαυτόν του. Τὸ Ν. Διάταγμα τὸ κυροῦν τὴν σύμβασιν, τὸ ὁποῖον ἐξέδωσεν, εἶναι ὁ νόμος τὸν ὁποῖον ἔθεσεν αὐτὸς ὁ ἴδιος εἰς τὸν ἑαυτόν του, αὐτὸ τὸ ἴδιον Ν. Διάταγμα, τὸ ὁποῖον ἐξέδωσε, δὲν ἔρχεται εἰς ἀντίκρουσιν μὲ κανένα τῶν νόμων τοὺς ὁποίους ἔθεσεν εἰς τὸν ἑαυτόν του, εἶναι δὲ σύμφωνον μὲ τὴν ἰδίαν αὑτοῦ βούλησιν. Περὶ αὐτοῦ δὲν δύναται νὰ ὑπάρχῃ ἀμφιβολία. Καὶ ἔρχεται ἤδη τὸ ζήτημα κατὰ πόσον τώρα ἡμεῖς ἡ νόμιμος Κυβέρνησις τῆς Χώρας, δυνάμεθα νὰ θεωρήσωμεν τὴν πρᾶξιν τῆς Κυβερνήσεως τῆς μὴ νομίμου ὡς ἄκυρον καὶ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ἐξέφρασα τὴν γνώμην μου καὶ κατὰ τὴν προηγουμένην ἀγόρευσίν μου, θὰ ἐπεθύμουν δὲ νὰ μὴ ἐπανηρχόμην καὶ πολὺ εἰς τὰ ἴδια ἐπιχειρήματα, διότι φοβοῦμαι ὅτι τοῦτο θὰ γίνῃ εἰς τὸ τέλος κουραστικὸν εἰς τὴν Βουλήν. Ἀλλ’ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ τὸ πράξω, διότι μετὰ τὰ ἐπιχειρήματα τὰ ὁποῖα ἐξέθηκα κατὰ τὴν πρώτην ἀγόρευσίν μου, οἱ κ. κ. ἀγορεύσαντες ἐπανῆλθον ἐπὶ τῶν αὐτῶν θεμάτων, εἶμαι ὑποχρεωμένος ὅθεν νὰ ἀπαντήσω ἐκ νέου. Εἶχον εἴπει πρὸ ὀκτὼ ἡμερῶν ὅτι εἶναι ἀκόμη συζητήσιμον τὸ κατὰ πόσον δύναται ἡ Βουλή, κατὰ πόσον εἶναι πρέπον μία Κυβέρνησις ἢ μία νομοθετικὴ ἐξουσία καὶ ἡ Κυβέρνησις ἡ ὁποία προέρχεται ἐξ ἑνὸς τοιούτου νομοθετικοῦ Σώματος, νὰ θεωρήσῃ ὅτι δύναται νὰ ἀκυρώσῃ πράξεις τῆς Κυβερνήσεως τῆς προηγηθείσης αὐτῆς, τῆς Κυβερνήσεως de facto, ὅπως τὴν ὠνομάσαμεν. Τοῦτο ἀμφισβητεῖται, τοῦτο συζητεῖται. Ὑπάρχουσι νομικοί, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι τὴν γνώμην ὅτι δύναται, δικαιοῦται. Εἶναι ἓν πρᾶγμα συζητήσιμον καὶ δι’ αὐτὸ ἠπόρησα ὅταν εἰς τὴν προηγουμένην συνεδρίασιν ὁ ἐξ Ἀθηνῶν βουλευτὴς κ. Γεωργιάδης ἔφερεν ὡς ἀπόδειξιν γεγονότα τινά, τὰ ὁποῖα ἀναφέρονται εἰς ἓν βιβλίον τελευταίως ἐκδοθὲν ὑπὸ τοῦ κ. Σπυροπούλου, διὰ τῶν ὁποίων ἠθέλησε νὰ κλονίσῃ τὸν τοιοῦτον ἰσχυρισμόν μου. Ἐπειδὴ ἐλέχθησαν, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἀπαντήσω, σᾶς προειδοποιῶ δὲ ὅτι τὰς γνώμας μου δὲν ἤντλησα ἐκ τοῦ συγγράμματος τοῦ κ. Σπυροπούλου, τὸ ὁποῖον εἶναι ἐξαίρετον, δὲν τὰς ἤντλησα, λέγω, ἐξ αὐτοῦ, ἀλλὰ τὰς ἤντλησα ἀπὸ τὸ Διεθνὲς Δίκαιον τοῦ Fauchille, τοῦ ὁποίου ἡ τελευταία ἔκδοσις εἶναι ἡ μεταπολεμικὴ καὶ περιλαμβάνει μεταπολεμικὰς ἰδέας. Ὁ κ. Γεωργιάδης εἶπε· πῶς λέγετε ὅτι δὲν δύνασθε νὰ τὰς ἀκυρώσητε ὅταν ἔχωμεν τὸ παράδειγμα τοῦ Περοῦ εἰς τὴν σύγκρουσίν του μετὰ τῆς Ἑταιρείας Dreyfouss, ἡ ὁποία ἐν παρόδῳ εἰρήσθω ἔσχε πολλὰ ἀποτελέσματα καὶ πολλὰς διαιτησίας. Ἀλλ’ ἡ σύγκρουσις τῆς Περουβιανῆς Κυβερνήσεως μετὰ τῆς Ἑταιρείας Dreyfouss ἦτο σύγκρουσις Κυβερνήσεως πρὸς ἰδιώτην. Σᾶς εἶπον δὲ καὶ ἐγὼ προηγουμένως ὅτι ἐπὶ τοιούτων ζητημάτων αἱ γνῶμαι εἶναι διχασμέναι. Μᾶς ἀνέφερεν ὁ κ. Γεωργιάδης καὶ τὸ παράδειγμα τοῦ Ἱερωνύμου τῆς Βετσαφαλίας. Ὁ Ἱερώνυμος ἐβασίλευσε κατὰ τὴν ἐποχὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ Μ. Ναπολέων ἦτο εἰς τὴν ἐξουσίαν ἀπὸ τοῦ 1800–1813, ἂν δὲν ἀπατῶμαι. Ὁ Ἱερώνυμος τότε ἐξεχώρησε μέρος τῶν κτημάτων τοῦ Στέμματος εἰς διαφόρους ἰδιώτας, ἔκαμε δηλαδὴ δωρεάς. Ὅταν ὅμως ὁ προκάτοχός του Ἡγεμὼν μέρους τῆς κατόπιν Βετσφαλίας, ὁ μέγας Ἐκλέκτωρ τῆς Ἕσσης, ἐπανῆλθεν εἰς τὸν θρόνον του, ἠκύρωσε τὰς πράξεις αὐτὰς τῆς προηγουμένης Κυβερνήσεως καὶ εἶπεν ὅτι αὐταὶ ἦσαν πράξεις Κυβερνήσεως de facto καὶ τὰς ἀκυρώνω. Ναί, ἀλλ’ αἱ πράξεις αὐταὶ ἀνεφέροντο εἰς σχέσεις Κυβερνήσεως καὶ ὑπηκόων της. Δὲν εἶναι ἐδῶ τὸ αὐτό. Ἐκεῖνο, εἰς τὸ ὁποῖον ἐγὼ ἐπιμένω, εἶναι ὅτι αἱ συμβάσεις αὐταί, αἱ συνθῆκαι, ὅπως καὶ ἂν τὰς ὀνομάσωμεν, ὅταν ἐνδιαφέρουσι Κράτη, ὅταν ἔχωσι διεθνῆ χαρακτῆρα, τότε μία Κυβέρνησις de jure ἐλθοῦσα μετὰ μίαν Κυβέρνησιν de facto, ἡ ὁποία συνῆψε τὰς σχέσεις αὐτὰς τὰς ἐχούσας διεθνῆ χαρακτῆρα, ὀφείλει νὰ τὰς σεβασθῇ. Καὶ δὲν ὑπάρχει παράδειγμα πλὴν τῆς Σοβιετικῆς Ρωσσίας, ὅτι ὑπῆρξε ποτὲ Κυβέρνησις μὴ ἀναγνωρίσασα τὰς ὑποχρεώσεις ταύτας, ὅταν αὗται συνήφθησαν ὄχι πρὸς ἰδιώτας, ἀλλὰ πρὸς ἕτερον Κράτος.
§109Μ. ΒΟΛΟΥΔΑΚΗΣ. Ἄν ὑποθέσωμεν ὅτι ἐπώλει ὁ Πάγκαλος ἓν μέρος τῆς Ἑλλάδος εἰς ἕνα Ἄγγλον, τί θὰ ἐγίνετο;
§110Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Ἄν, κύριε βουλευτά, ὁ Πάγκαλος ἐπώλει ἓν μέρος τῆς Ἑλλάδος καὶ τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἐγένετο τοῦτο ἀντιληπτὸν εἰς τοὺς Ἕλληνας, δὲν ἐγίνετο ὁ Πάγκαλος χιλιάδες κομμάτια, τότε ἡ πώλησις αὐτὴ θὰ ἔπρεπε νὰ εἶναι ἔγκυρος.
§111Χ. ΛΑΔΑΣ. Ὁ ἀγοράζων τότε τὸ πωλούμενον μέρος τῆς Ἑλλάδος ἀπὸ τὸν Πάγκαλον, δὲν θὰ εἶχεν ἀνάστημα μεγαλύτερον ἑνὸς κλεπταποδόχου.
§112Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ φαντασθῶ ἐγὼ ποτὲ ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν ὁ Πάγκαλος νὰ πράξῃ τοιοῦτόν τι, νὰ τὸ διενοεῖτο ἁπλῶς καὶ νὰ μὴ ἐσηκώνετο ὁλόκληρον τὸ Ἔθνος νὰ τὸν κοματιάσῃ.
§113Δ. ΦΛΩΡΙΑΣ. Ἔκαμε πολὺ χειρότερα ὁ Πάγκαλος καὶ δὲν ἐσηκώθηκε κανείς, διότι δὲν ἐσηκώθησαν οἱ ἀρχηγοὶ τῶν κομμάτων.
§114Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Ὥστε τώρα, κύριοι βουλευταί, σᾶς παρακαλῶ νὰ ἐρωτήσωμεν ὁμοῦ· ἡ σύμβασις αὐτὴ ἐκφράζει ἁπλῶς σχέσεις Κράτους πρὸς ἰδιώτας ἢ ἐμφανίζεται εἰς τὴν σύμβασιν ταύτην εἰσερχόμενον καὶ ἕτερον Κράτος; Τοῦτο δὲν θέλω νὰ παρεξηγηθῇ ἀπὸ τοὺς κυρίους βουλευτάς, ὅπως ἔγινε προχθὲς ἀπὸ ἕνα τῶν κ. κ. συναδέλφων μας ἐνταῦθα, ὅτι ὅσα εἶπον ἐδῶ ἦσαν ἀπειλαὶ τὰς ὁποίας ἐγὼ μετέφερον ἐνταῦθα. Διὰ τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ. Οὐδὲ κἂν μοῦ ἦλθε τοιαύτη ἰδέα περὶ πιέσεως. Ἀλλ’ ὄχι, σφάλλομαι. Ὑπάρχει πίεσις, ἀλλὰ δὲν εἶναι πίεσις ἐξωτερική, εἶναι ἡ πίεσις τὴν ὁποίαν αἰσθανόμεθα ὡς ἐκ τῶν ὑποχρεώσεών μας. Ἄν αἰσθανόμεθα, ἂν ἡ ἀντίληψίς μας εἶναι ὅτι ἔχομεν μίαν ὑποχρέωσιν, τότε ἐκ τῆς ἀντιλήψεως αὐτῆς ὑφιστάμεθα μίαν πίεσιν, κύριοι βουλευταί. Βεβαίως ἡ πίεσις αὐτὴ εἶναι ἡ προερχομένη ἐκ τῆς ἐπιθυμίας, ὅπως φανῶμεν Κράτος καλόπιστον, ἀλλὰ δὲν σᾶς εἶπον ἐγὼ ὅτι ἦλθε κανεὶς νὰ μᾶς πιέσῃ ἐξωτερικῶς διὰ νὰ ἐκβιάσωμεν τὴν θέλησιν τῆς Βουλῆς. Δὲν εἶπον ποτὲ τοιοῦτόν τι. Λοιπὸν ἐξετάζω τώρα, ἔχομεν τοιαύτην ὑποχρέωσιν; Καὶ ἰδοὺ ὅτι ἔρχεται τὸ ζήτημα τὸ λίαν σοβαρὸν τῆς ἐγγυήσεως τοῦ Ἀγγλικοῦ Θησαυροφυλακείου, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποφύγωμεν ἀπὸ τοῦ νὰ τὸ θίξωμεν. Τὴν ἐγγύησιν αὐτήν, κύριοι, τὴν προεκαλέσαμεν ἡμεῖς οἱ Ἕλληνες ἢ μᾶλλον, διὰ νὰ εἶμαι ἀκριβέστερος, προεκαλέσαμεν τὴν ἐπίσημον Ἀγγλίαν, ἡ ὁποία ἔγινεν ἐκ μέρους τοῦ πρεσβευτοῦ τῆς Ἀγγλίας πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἑλλάδος. Καὶ τὸ ἔγγραφον αὐτὸ εἶναι μεταξὺ τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα σᾶς κατέθηκα καὶ τὸ κατέθηκα διότι ὁ ἴδιος ὁ πρεσβευτὴς ἐζήτησε τότε δι’ αὐτοῦ νὰ γίνῃ τοῦτο γνωστὸν εἰς τὰς ἁρμοδίας Ἀρχάς, ἄρα ἦτο δυνατὸν νὰ κατατεθῇ.
§115ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν ἐτυπώθη.
§116Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Ἐζητήσατε τὴν ἐντύπωσιν τῶν ἐκθέσεων καὶ διετάχθη ἡ ἐκτύπωσις αὕτη. Ὅλα τὰ ἄλλα ἔγγραφα εἶναι ἀπὸ 15 ἡμερῶν σχεδὸν εἰς τὴν διάθεσίν σας. Λοιπὸν εἶναι ἀνακοίνωσις τοῦ πρεσβευτοῦ τῆς Ἀγγλίας πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἑλλάδος. Νὰ σᾶς τὴν ἀναγνώσω, ἀφοῦ δὲν τὴν ἔχετε ὑπ’ ὄψει σας.
§117ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποῖος Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἦτο τότε, κ. Ὑπουργέ;
§118Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Ἦτο κατ’ Αὔγουστον τοῦ 1925.
§119ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πάγκαλος πάλιν.
§120Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Ἡ ἡμερομηνία τοῦ ἐγγράφου εἶναι 28 Αὐγούστου 1925. Καὶ προτοῦ ἀκόμη σᾶς ἀναγνώσω τὸ ἔγγραφον, θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς εἴπω πῶς προεκλήθη αὐτὸ τὸ διάβημα. Τὸ πῶς προεκλήθη αὐτὸ τὸ διάβημα θὰ τὸ ἴδητε εἰς τὰς ἐκθέσεις, αἱ ὁποῖαι εἶναι τυπωμέναι.
§121Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Ἦτο μία ἁπλῆ ὁμιλία.
§122Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Ἦτο ρηματικὴ ἀνακοίνωσις, note verbale, ἀνακοίνωσις πρέσβεως ξένης Δυνάμεως πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν. Πῶς προεκλήθη ἡ ἀνακοίνωσις αὕτη; Ἡ ἀνακοίνωσις αὕτη προεκλήθη, διότι ὅταν αἱ Ἑταιρεῖαι, αἱ ὁποῖαι ἀνεμίχθησαν εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτήν, εἶπον ποῦ θὰ εὕρουν τὸ χρῆμα, διότι ἠρωτήθησαν τότε καὶ οἱ μὲν καὶ οἱ δὲ ποῦ θὰ εὕρουν τὸ χρῆμα καὶ ἡ μὲν παλαιὰ Ἠλεκτρικὴ Ἑταιρεία εἶπεν ὅτι θὰ ἀσφαλίσῃ ἓν ποσὸν 100,000 λιρῶν τῇ ἐγγυήσει τῆς Ἀθηναϊκῆς Τραπέζης, αἱ δὲ ἄλλαι εἶπον ὅτι θὰ ἔχουν ἓν ποσὸν 2 ἑκατομμυρίων λιρῶν, τῇ ἐγγυήσει τοῦ Ἀγγλικοῦ Θησαυροφυλακείου. Ἡ Ἐπιτροπή, τὸ Γνωμοδοτικὸν Συμβούλιον, τὸ ἐπίσημον τοῦτο Συμβούλιον, κύριοι, λέγουν αὐτὰ τὰ πράγματα. Ἀλλὰ πῶς θὰ ἔχωμεν ἡμεῖς τὴν βεβαίωσιν αὐτῶν τὰ ὁποῖα λέγετε; Καὶ τότε ἔρχεται ἡ ἀνακοίνωσις τοῦ πρεσβευτοῦ τῆς Ἀγγλίας διὰ νὰ πιστοποιήσῃ εἰς τοὺς κυβερνῶντας τότε, τοὺς ἐρωτῶντας ἂν εἶναι ἀληθῆ αὐτά, ὅτι εἶναι ἀληθῆ καὶ λέγει (ἀναγινώσκει): Ἀριθμὸς 10.
ΡΗΜΑΤΙΚΗ ΔΙΑΚΟΙΝΩΣΙΣ
Ἡ Πρεσβεία τῆς Αὐτοῦ Μεγαλειότητος τῆς Μεγάλης Βρεττανίας διαβιβάζει τοὺς χαιρετισμούς της εἰς τὸ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργεῖον τῆς Ἑλλάδος καὶ ἐπιθυμεῖ ὅπως ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ διαβεβαιώσῃ τὸ Ὑπουργεῖον διὰ τὸ ἐνδιαφέρον τῆς Κυβερνήσεως τῆς Αὐτοῦ Μεγαλειότητος εἰς τὰς ὑποβληθείσας ὑπὸ τῆς Πάουερ–Ἄντ–Τράξιον Φάϊνανς Κόμπανυ προτάσεις εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν σχετικῶς μὲ τὴν προμήθειαν ἠλεκτρισμοῦ καὶ τῆς ἐξυπηρετήσεως μεταφορῶν ἐν Ἀθήναις, Πειραιεῖ καὶ Περιχώροις. Τὸ Θησαυροφυλάκειον τῆς Αὐτοῦ Μεγαλειότητος ἔχει ἀποδεχθῆ ὑπὸ τοὺς ὅρους τοῦ Διατάγματος Εὐκολιῶν Ἐμπορίου (Trade Facilities Act) ὅπως ἐγγυηθῇ τὴν πληρωμὴν τοῦ κεφαλαίου καὶ τὴν πληρωμὴν τοῦ τόκου ἑνὸς δανείου δύο ἑκατομμυρίων (2,000,000) λιρῶν στερλινῶν, τοῦ ὁποίου αἱ εἰσπράξεις θέλουσι χρησιμοποιηθῆ διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ὡς ἄνω ῥηθεισῶν προτάσεων. Ἡ Πρεσβεία τῆς Αὐτοῦ Μεγαλειότητος ἔχει τὴν τιμὴν νὰ παρακαλέσῃ ὅπως τοῦτο γνωστοποιηθῇ εἰς τὰς ἁρμοδίας Ἀρχὰς τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία ἔχει ὑπὸ μελέτην τὰς προτάσεις ταύτας. Ἀγγλικὴ Πρεσβεία Ἀθῆναι τῇ 28 Αὐγούστου 1925». Τὸ ἔγγραφον αὐτὸ τὸ κατέθεσα ἐξ ἀρχῆς καὶ εἶναι κατατεθειμένον πρὸ 15 ἡμερῶν μεταξὺ τῶν ἄλλων ἐγγράφων εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἠπόρησα διότι ἀπὸ κανένα δὲν ἐγένετο οὐδεμία χρῆσις αὐτοῦ. Λοιπὸν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις μετὰ ταῦτα ἀπεδέχθη τὴν ἐγγύησιν τοῦ Ἀγγλικοῦ Θησαυροφυλακείου. Δὲν εἶπε: «Σᾶς εὐχαριστῶ πολύ, δὲν θέλω τὴν ἐγγύησίν σας, δὲν θέλω νὰ ἀναμιχθῆτε, ἓν Κράτος ξένον, εἰς τοιούτου εἴδους ὑποθέσεις μου». Δὲν εἶπε τοιοῦτόν τι. Δὲν εἶπεν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις: «Εἶμαι πολὺ εὐγνώμων διὰ τὸ ἐνδιαφέρον σας, ἀλλὰ δὲν τὸ δέχομαι, ὄχι». Ἀλλὰ τὸ ἀπεδέχθη. Καὶ ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλὰ καὶ ἐπροκάλεσε τὴν ἀγγελίαν τῆς ἐγγυήσεως αὐτῆς, καὶ τοῦ ἐνδιαφέροντος τὸ ὁποῖον ἔδειξε τὸ Ἀγγλικὸν Θησαυροφυλάκειον ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου καὶ ὀφείλω νὰ τὸ τονίσω ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης, ὅτι ἀναμφισβητήτως ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις εἰς ὅλην τὴν περίστασιν ταύτην καὶ ἰδίως εἰς τὸ ζήτημα τοῦ δανείου—τὸ λέγω καὶ τὸ ὑποστηρίζω ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης—ἔδειξε μέγα ἐνδιαφέρον διὰ τὰ συμφέροντα τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου. Ἐπὶ τῇ βάσει λοιπὸν τῆς ἐγγυήσεως ταύτης κατωρθώθη ὅπως τὸ δάνειον τοῦτο ἐκδοθῇ ὑπὸ ἀρίστους ὅρους, δηλαδὴ 97% καὶ 97½% ἔκδοσιν καὶ τόκον 5%. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν σᾶς ἀνέφερεν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου τὰς ἰδέας του προχθὲς καὶ ἐξέθεσε διατί τὸ δάνειον τοῦτο πραγματικῶς ἦτο ἐκ τῶν ἀρίστων δανείων, τὰ ὁποῖα συνήφθησαν ποτὲ εἰς τὴν Ἀγγλικὴν Ἀγοράν. Ὥστε ἀπὸ τῆς στιγμῆς ταύτης ἔχομεν ἓν ἐνδιαφέρον καὶ ἄμεσον ἐνδιαφέρον τοῦ Ἀγγλικοῦ Δημοσίου διὰ τὴν ἐπιχείρησιν ταύτην καὶ ἀναγνώρισιν τοῦ ἐνδιαφέροντος τούτου ἀπὸ τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, ἥτις ἀπεδέχθη τὴν ἐγγύησιν ταύτην.
§123Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἐπὶ τοῦ ἐγγράφου αὐτοῦ ἀπήντησεν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις;
§124Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Ἔκαμε κάτι περισσότερον. Συνέταξε τὴν σύμβασιν, στηριζομένη ἐπὶ τῆς ἐγγυήσεως αὐτῆς. Ἅμα ἀναγνώσητε τὴν σύμβασιν, θὰ ἴδητε ὅτι ἡ ἐγγύησις ἔγινεν ἀποδεκτὴ καὶ περιλαμβάνεται εἰς τὴν σύμβασιν.
§125Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ὑπῆρχε τότε καὶ ὁ κοινοβουλευτικὸς μανδύας.
§126Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Ὑπῆρχεν εἰς τὰς 28 Αὐγούστου ὁ κοινοβουλευτικὸς μανδύας. Τώρα ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἐγγυήσεως συνήφθη τὸ δάνειον τῶν 2,000,000 λιρῶν. Ἐπίσης συνήφθησαν καὶ δάνεια εἰς τὴν Ἀγγλικὴν ἀγορὰν 750,000 λιρῶν, τὰ ὁποῖα συνήφθησαν ἀπὸ ἄλλους ὁμίλους καὶ ἄλλους ὅρους. Ὥστε τὸ ὅλον τοῦ ποσοῦ ὅπερ ἔδωκεν ἡ Ἀγγλικὴ ἀγορὰ εἰς τὴν ἐπιχείρησιν ταύτην ἀνέρχεται εἰς 2,750,000 λίρας. Κατόπιν θὰ ἔλθω νὰ σᾶς ἀναπτύξω τοῦτο καὶ διὰ νὰ λύσω μερικὰς ἀπορίας τοῦ κ. Τσιτσεκλῆ, σχετικῶς μὲ τὸ ζήτημα τοῦ κεφαλαίου. Ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει ἡ Ἀγγλικὴ ἀγορὰ στηριχθεῖσα εἰς τὴν ἐγγύησιν τοῦ Ἀγγλικοῦ Κράτους παρεχώρησε διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἔργων αὐτῶν 2,750,000 λίρας. Συνάπτεται ἡ σύμβασις, τὸ κεφάλαιον αὐτὸ ἄρχεται εἰσερχόμενον εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ μεταβάλλεται εἰς ἔργα. Γίνονται ἔργα διάφορα, τὰ ὁποῖα σᾶς ἀνέφερα προχθές. Τὸ ἔργον εἶναι ἐν ἐκτελέσει. Ἕν μέγα μέρος τῶν κεφαλαίων τούτων ἔχει κατατεθῆ καὶ οἱ καταθέσαντες τὰ κεφάλαια ταῦτα ἐλπίζουν νὰ λάβουν τὰ ἐκ τῆς ἐκτελέσεως τῆς συμβάσεως προσδοκώμενα ὠφέλη, διότι δὲν πιστεύω νὰ φαντάζεται κανεὶς ὅτι οἱ δίδοντες τὰ χρήματά των εἰς μίαν ἐπιχείρησιν, τὰ δίδουν ἄνευ κέρδους, ὅτι δὲν ζητοῦν νὰ κερδίσουν. Τὸ δὲ κέρδος εἰς τὴν ἀσφάλειαν τῶν κεφαλαίων των ἐγγυᾶται εἰς τοὺς δανειστὰς τὸ Ἀγγλικὸν Θησαυροφυλάκειον, εἰς τοὺς ὑπηκόους δηλαδὴ τοῦ Ἀγγλικοῦ Κράτους. Ἂν τώρα ἡμεῖς εἴπωμεν ὅτι διακόπτομεν τὰ ἔργα, καταστρέφομεν τὴν ἐπιχείρησιν, ἀκυροῦμεν τὴν σύμβασιν, τότε τὰς ζημίας, αἵτινες θὰ ἐπέλθωσιν ἐκ τούτου εἰς τοὺς Ἄγγλους δανειστάς, θὰ τὰς πληρώσῃ τὸ Ἀγγλικὸν Θησαυροφυλάκειον καὶ συγχρόνως θὰ ἐκτεθῇ ἀπέναντι αὐτῶν ὅτι ἠγγυήθη ἓν ἔργον, τοῦ ὁποίου ἡ ἐκτέλεσις ἐστέκετο εἰς τόσον ἀσθενεῖς πόδας. Ἐκ τούτου καθίσταται φανερὸν τὸ ἐνδιαφέρον αὐτὸ τοῦ Ἀγγλικοῦ Θησαυροφυλακείου, ἐνδιαφέρον βασιζόμενον ἐπὶ πράξεων Ὑπουργῶν Ἑλλήνων, Κυβερνήσεων Ἑλληνικῶν, ἐπὶ νόμων καὶ Ν. Διαταγμάτων τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους καὶ ἐπὶ τῆς συμβάσεως ταύτης τὴν ὁποίαν συνῆψε τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος. Ὥστε βλέπετε ὅτι ἡ σύμβασις αὕτη δὲν εἶναι ἁπλῶς σύμβασις Κράτους πρὸς ἰδιώτας, εἶναι σύμβασις ἔχουσα διεθνῆ χαρακτῆρα καὶ εἰσερχόμεθα πλέον εἰς τὸν κύκλον τῶν συμβάσεων τῶν ἐχουσῶν διεθνῆ χαρακτῆρα. Σᾶς εἶπον ὅτι διὰ τὰς τοιαύτας συμβάσεις δὲν ὑπάρχει παράδειγμα Κράτους, τὸ ὁποῖον νὰ μὴ ἀνεγνώρισεν ὅτι ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐκτελέσῃ τοιαύτας συμβάσεις προηγουμένως ἐπικυρωθείσας ἀπὸ οἱανδήποτε προηγουμένην Κυβέρνησιν. Ὁ συνάδελφός μου κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς σᾶς ἐξήγησε πρὸ ἡμερῶν κατὰ πολὺ σαφῆ τρόπον, διατί καὶ πραγματικοὶ λόγοι κωλύουν τὰς τοιαύτας ἀκυρώσεις τὰς γενομένας μὲ τὴν δικαιολογίαν ὅτι εἶναι ἄκυροι αἱ συμβάσεις αἱ συναπτόμεναι ὑπὸ μὴ νομίμου Κυβερνήσεως πρὸς ἕτερον Κράτος. Πρέπει νὰ γνωρίζητε—καὶ τὸ γνωρίζετε—ὅτι τὸ διεθνὲς δίκαιον δὲν στηρίζεται ἐπὶ ἀφῃρημένων νομικῶν ἐννοιῶν, ἐπὶ γενικῶν κανόνων δικαίου, ἀλλὰ στηρίζεται ἐπὶ τῆς θετικῆς πράξεως. Εἶναι δίκαιον Ἔθνους. Μέχρι τοῦδε λοιπὸν κατὰ τὸ μακρὸν χρονικὸν διάστημα τῶν τελευταίων ἑκατονταετηρίδων, καθ’ ὃ ἐξελίσσεται τὸ διεθνὲς δίκαιον, δὲν ἔχομεν πουθενὰ συναντήσει τὴν περίπτωσιν ὅτι ἀνεγνωρίσθη ποτὲ δικαίωμα εἰς οἱανδήποτε Κυβέρνησιν νὰ ἀκυρώσῃ συμφωνίας τῆς προκατόχου της πρὸς ἕτερον Κράτος, μὲ τὴν δικαιολογίαν ὅτι ἡ προκάτοχος αὐτῆς Κυβέρνησις ἦτο τοιαύτη μὴ νόμιμος. Καὶ δὲν δύναται νὰ πράξῃ τοῦτο μία Κυβέρνησις διὰ πολὺ σοβαρὸν λόγον. Ἂν μία Κυβέρνησις νόμιμος, ἡ σημερινὴ ἰδική μας π. χ., εἴπῃ ὅτι ἔχομεν τὴν σύμβασιν δεῖνα, εἰς ἣν εἰσέρχεται ἓν Κράτος ξένον οἱονδήποτε, ἀλλὰ τὴν σύμβασιν ταύτην ἀκυροῦμεν διότι συνήφθη αὕτη ὑπὸ Κυβερνήσεως ὄχι νομίμου, ὄχι ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ἥτις ἀπέρρευσεν ἀπὸ τὴν θέλησιν τοῦ λαοῦ, ἀλλ’ ὑπὸ τοιαύτης de facto, ἂν ὑποθέσωμεν ὅτι ἡ Κυβέρνησίς μας εἴπῃ τοῦτο, τότε ὁ ἄλλος, τὸ ἕτερον Κράτος, θὰ εἴπῃ, πολὺ δικαίως: «Κύριοι, σεῖς μοὶ λέγετε σήμερον ὅτι εἶσθε νόμιμος Κυβέρνησις, ἀλλὰ τὸ λέγετε σεῖς, ἔχω καὶ ἐγὼ τὸ δικαίωμα, ἐγὼ ὁ ζημιούμενος ὑφ’ ὑμῶν, νὰ ἐξετάσω, ἂν πράγματι εἶσθε νόμιμος Κυβέρνησις, ὅπως θὰ ἐξετάσω καὶ ἂν ἡ προηγουμένη Κυβέρνησις, ἡ ὁποία συνῆψε μετ’ ἐμοῦ τὴν πρᾶξιν, ἦτο de facto». Καὶ ἰδοὺ τότε ὅτι ἀνοίγομεν διάπλατα τὴν θύραν εἰς ἐξωτερικὰς ἐπεμβάσεις. Ἐγὼ δὲ μάλιστα ἀποκρούων πᾶσαν οἱουδήποτε εἴδους τοιαύτην ἐπέμβασιν νομίζω ὅτι εἶμαι συνεπὴς καὶ πρὸς τὸν ἑαυτόν μου καὶ πρὸς ὁλόκληρον τὸ παρελθόν μας. Ἑπομένως προτιμῶ νὰ δεχθῶ οἱανδήποτε θυσίαν, ἀλλὰ δὲν θὰ θελήσω νὰ φερθῶ κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε ἓν ξένον Κράτος νὰ λάβῃ τὸ δικαίωμα νὰ ἐξετάσῃ τὰ ἐσωτερικὰ τοῦ Κράτους μας, νὰ ἐλέγξῃ τί γίνεται καὶ τί κάμνομεν. Ὥστε ὑπάρχει λόγος ἰσχυρότατος ἐπὶ τοῦ ὁποίου στηρίζεται ὁ κανὼν ὅλων τῶν Κρατῶν νὰ μὴ ἀκυροῦν συμβάσεις μὲ ξένα Κράτη καὶ μάλιστα μὲ τοιαύτην δικαιολογίαν. Οὔτε πάλιν δύνανται Κυβερνήσεις νὰ ἰσχυρισθοῦν ὅτι ἀκυροῦν τοιαύτας συμβάσεις, διότι αἱ προηγούμεναί των εἴτε de facto, εἴτε de jure Κυβερνήσεις τὰς συνῆψαν οὐχὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κειμένων νόμων, διότι τότε θὰ εἶναι ὑποχρεωμέναι κάθε φορὰν ποὺ διαπραγματεύονται συμβάσεις μὲ ἕτερα Κράτη νὰ ἀφίνουν αὐτὰ νὰ ἐλέγχουν τὴν κειμένην νομοθεσίαν, ἂν εἶναι ἰσχυρὰ ἢ ὄχι. Οὗτος εἶναι ὁ λόγος ὁ σοβαρώτατος ὁ κανονίζων τὴν διαγωγὴν εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο κάθε Κράτους, τὸ ὁποῖον θέλει νὰ ἔχῃ τὴν αὐτοτέλειάν του, τὸ ὁποῖον θέλει νὰ ἀποφεύγῃ πᾶσαν ἐπέμβασιν ἐξωτερικὴν εἰς τὰ ἐσωτερικά του. Καὶ διὰ τοῦτο κάθε Κράτος εἶναι διατεθειμένον οἱανδήποτε θυσίαν καὶ οἱανδήποτε ζημίαν ἐκ τοιούτων συμβάσεων νὰ ὑποστῇ παρὰ νὰ ἀνοίξῃ τὰς θύρας διάπλατα εἰς τοιαύτας ἐπεμβάσεις. Ὡς ἐκ τούτου, ἂν ὑποθέσωμεν ὅτι μία Κυβέρνησις ἔκαμε μίαν σύμβασιν, εἰς τὴν ὁποίαν ἐνέχεται ἀμέσως μία ἐξωτερικὴ Δύναμις, ἡ ἑπομένη αὐτὴ Κυβέρνησις εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ τὴν σεβασθῇ. Περὶ τούτου δὲν ὑπάρχει καμμία ἀμφιβολία. Αὐτὴ εἶναι ἡ πεποίθησίς μου ἐπὶ τοῦ νομικοῦ μέρους καὶ τοῦ διεθνοῦς χαρακτῆρος τῆς συμβάσεως ταύτης. Ἀνεξαρτήτως τοῦ περιεχομένου τῆς συμβάσεως, ἀνεξαρτήτως τοῦ ἂν τὸ περιεχόμενον τοῦτο εἶναι ἐπιβλαβὲς ἢ ὄχι, ἀνεξαρτήτως ἂν τοῦτο εἶναι ἐπιζήμιον ἢ ἐπωφελές, ἐγὼ ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι ἡ σύμβασις αὕτη εἶναι ἔγκυρος, ὅτι τὴν σύμβασιν ταύτην διεθνῶς εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ τὴν ἐκπληρώσωμεν καθ’ ὅλα αὐτῆς τὰ μέρη. Δὲν διστάζω δὲ νὰ εἴπω ἀπαντῶν εἰς προηγουμένην ἐρώτησιν τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ ἐξ Ἀθηνῶν, τοῦ κ. Δεμερτζῆ, ὅτι, ἂν ἐπρόκειτο νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν Βουλὴν ἡ σύμβασις αὕτη πρὸς ἀκύρωσιν, τοῦτο δὲν θὰ τὸ ἔπραττον ἐγώ, ἀλλ’ ἕτερος Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας... Αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη μου ἐπὶ τῆς συμβάσεως. Πρόκειται τώρα περὶ τοῦ περιεχομένου αὐτῆς. Τὸ περιεχόμενον τῆς συμβάσεως θὰ τὸ ἐξετάσω μόνον ὑπὸ τοιαύτην ἔννοιαν, τὸ κατὰ πόσον δηλαδὴ αἱ διάφοροι φῆμαι, αἱ ὁποῖαι εἶχον ἀπήχησιν καὶ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, κατὰ πόσον στηρίζονται ἐπὶ τῆς ἀκριβείας ἢ ὄχι. Διότι τὸ περιεχόμενον τῆς συμβάσεως μετὰ ταῦτα τὰ ὁποῖα σᾶς ἐδήλωσα δὲν δύναμαι νὰ τὸ συζητήσω ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τοῦ ὅτι θὰ τὸ μετατρέψω ἐνταῦθα διὰ τῆς συζητήσεως ταύτης. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔχω νὰ ἐξετάσω ἐνταῦθα εἶναι τὸ κατὰ πόσον αἱ φῆμαι, αἱ ὁποῖαι εὗρον ἀπήχησιν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, εἶναι ἀκριβεῖς ἢ ὄχι. Ἑπομένως τὸ ἔργον τὸ ὁποῖον ἔχω νὰ κάμω ἀπὸ τῆς ἀπόψεως ταύτης εἶναι τὸ νὰ δώσω εἰς τὴν Βουλὴν πληροφορίας. Συγχρόνως ὅμως καὶ ἀπὸ τοῦδε ὀφείλω νὰ σᾶς εἴπω τὰ ἑξῆς. Μολονότι θεωρῶ τὴν σύμβασιν ταύτην ἔγκυρον, μολονότι θεωρῶ ὅτι εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ ἐκτελέσωμεν αὐτὴν καθ’ ὅλα αὐτῆς τὰ μέρη ὅπως ἔχει καὶ εὑρίσκεται, μόλον τοῦτο ἤλθομεν ἤδη εἰς φιλικὰς συνεννοήσεις μετὰ τῶν ἀντιπροσωπευόντων τὰ συμφέροντα ταῦτα καὶ ἔχομεν τὴν ἐλπίδα ἐκ τῶν μέχρι τοῦδε συνεννοήσεων ὅτι θὰ δυνηθῶμεν νὰ βελτιώσωμεν εἰς πολλὰ μέρη τὴν σύμβασιν ταύτην ἐκεῖ ὅπου καθίσταται τοῦτο δυνατὸν. Τοῦτο ὅμως δὲν σᾶς τὸ λέγω, ὅπως σᾶς εἴπω ὅτι, ἂν δὲν ἐπέλθουν αἱ βελτιώσεις αὐταί, ἡ σύμβασις εἶναι ἄκυρος. Δὲν θέλω νὰ εἴπω τοῦτο. Σᾶς εἶπον καθαρὰ ὅτι ἔχομεν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ φανῶμεν συνεπεῖς εἰς τὰς ἀναληφθείσας ὑφ’ ἡμῶν ὑποχρεώσεις. Ἔχομεν ὅμως ἐκ τῆς ἑτέρας πλευρᾶς διαβεβαιώσεις τινάς, αἵτινες μᾶς παρέχουν τὴν ἐλπίδα ὅτι δυνάμεθα νὰ βελτιώσωμεν μέρη τινὰ τῆς συμβάσεως. Τώρα ποῖα θὰ εἶναι ταῦτα καὶ πῶς θὰ βελτιωθοῦν δὲν εἶμαι εἰς θέσιν ἐπ’ αὐτοῦ νὰ σᾶς εἴπω τίποτε. Μετὰ τὰς δηλώσεις ταύτας θὰ ἀπαντήσω εἰς μερικὰ σημεῖα, τὰ ὁποῖα ἔθιξαν οἱ μέχρι τοῦδε ὁμιλήσαντες κύριοι βουλευταί. Καὶ πρῶτον ἐπιθυμῶ νὰ σᾶς δώσω τὰς πληροφορίας ἐκείνας ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως τῶν κεφαλαίων, ζήτημα τὸ ὁποῖον ἐζήτησε νὰ ἐξακριβώσῃ ὁ κ. Τσιτσεκλῆς. Ἰδοὺ πῶς εἶναι ἡ διάθεσις τῶν κεφαλαίων, κ. Τσιτσεκλῆ: Ἀγγλικὰ κεφάλαια ἐν ὅλῳ εἶναι 2,750,000 λίραι καὶ διαιροῦνται ὡς ἑξῆς: πρῶτον εἶναι τὸ ὁμολογιακὸν κεφάλαιον, τὸ ὁποῖον ἔχει ἐγγυηθῆ τὸ Ἀγγλικὸν Θησαυροφυλάκειον, λίραι Ἀγγλίας 2,000,000, ἔπειτα εἶναι ἄλλα ὁμολογιακὰ κεφάλαια, τὰ ὁποῖα προστίθενται εἰς τὴν ἐπιχείρησιν, ἐπίσης ἐκ τῆς Ἀγγλικῆς ἀγορᾶς, 400,000 λίραι καὶ μετοχικὰ κεφάλαια ἐπίσης χορηγηθέντα ἀπὸ τὴν Ἀγγλικὴν ἀγοράν, 350,000 λίραι, τὸ ὅλον 2,750,000 λίραι ἐκ τῆς Ἀγγλικῆς ἀγορᾶς. Ἑλληνικὰ κεφάλαια εἶναι μετοχικὰ ἐν ὅλῳ 635,000 λίραι. Γαλλικὰ κεφάλαια μετοχικά—διότι μετέχουν καὶ Γαλλικὰ κεφάλαια εἰς τὴν ἐπιχείρησιν—200,000 λίραι, τὸ ὅλον 3,585,000 λίραι. Αὐτὰ εἶναι τὰ κεφάλαια τὰ ὁποῖα προσετέθησαν εἰς τὰς προϋπαρχούσας ἐπιχειρήσεις πρὸς ἀποτέλεσιν τοῦ ἔργου. Σᾶς προσθέτω τὸ ἑξῆς· ὅτι ὑπολογίζεται ὅτι τὰ κεφάλαια τὰ ὁποῖα θὰ δαπανηθοῦν δι’ ἐγκαταστάσεις ἀνέρχονται εἰς 2,950,000 λίρας.
§127Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Μὰ ὑπάρχουν προϋπολογισμοὶ τῶν ἔργων;
§128Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Αἱ πληροφορίαι τὰς ὁποίας σᾶς δίδω προέρχονται ἀπὸ τὴν ἐργασίαν τὴν ὁποίαν κάμνω εἰς τὸ Ὑπουργεῖόν μου. Ἂν θέλητε νὰ τὴν δεχθῆτε, καλῶς, ἂν δὲν θέλητε, εἶναι δικαίωμά σας. Τὸ πῶς ἐργάζομαι νὰ ἐξαγάγω τοὺς ἀριθμοὺς αὐτοὺς αὐτὸ ἀφορᾷ ἐμέ.
§129Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. Προμελέται ὑπάρχουν τῶν ἔργων. Ἡ σήραγξ λ. χ. δὲν γνωρίζομεν ἀκόμη πόσον θὰ στοιχίσῃ καὶ οὔτε πόσων χιλιομέτρων θὰ εἶναι.
§130Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Αὐτὴ εἶναι ἡ διάθεσις τῶν κεφαλαίων. Τώρα θέλω νὰ εἰσέλθω εἰς μερικὰς λεπτομερείας. Ἐν γένει ὑπάρχει κάποια δυσφορία ἐκ τῆς ἐντυπώσεως ὅτι πρόκειται περὶ μιᾶς αὐξήσεως τῶν τιμῶν εἰς ὑπερβολικὸν βαθμόν. Σᾶς ἐπαναλαμβάνω, ἐγὼ δὲν ἔρχομαι νὰ ὑπερασπίσω ἢ νὰ κατηγορήσω τὰ ἄρθρα τῆς συμβάσεως. Ἔρχομαι νὰ σᾶς πληροφορήσω ὅτι ὁ κ. Ράλλης ὑπελόγισεν ἓν ποσὸν τὸ ὁποῖον εἶναι καταπληκτικῶς ὑπερβολικόν, λογαριάζων ὅτι ἡ Ἑταιρεία κερδίζει ἑπτὰ χρυσᾶ λεπτὰ κατ’ εἰσιτήριον. Νομίζω, εἶπεν, ὅτι τοῦτο εἶναι γνώμη τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου.
§131Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Αὐτὰς τὰς πληροφορίας σεῖς τὰς καταθέσατε καὶ τὰς ἀνέγνωσα.
§132Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Κατὰ τὰς πληροφορίας τῆς Ἑταιρείας ὑπολογίζεται ὅτι ἡ τωρινὴ τιμὴ τῶν εἰσιτηρίων τοῦ σιδηροδρόμου Ἀθηνῶν–Πειραιῶς δὲν εἶναι ἡ μέση τιμὴ τῆς συμβάσεως κατὰ ἐπιβάτην, δὲν εἶναι 19 χρυσᾶ λεπτὰ κατὰ ἐπιβάτην, ἀλλ’ εἶναι 16 μόνον καὶ ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου ἤλεγξε τὴν πληροφορίαν ταύτην τῆς Ἑταιρείας καὶ τὴν εὗρεν ὀρθήν. Ἡ μέση τιμὴ εἶναι 16 λεπτὰ χρυσᾶ σήμερον, δὲν ἔχει φθάσει εἰς τὰ 19 χρυσᾶ λεπτά, τὰ ὁποῖα ἐπιτρέπει ἡ σύμβασις νὰ φθάσῃ. Ἡμεῖς ἠρωτήσαμεν διὰ νὰ μάθωμεν διατί; Διότι κατὰ τὸ προηγούμενον ἔτος ἠλαττώθη ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐπιβατῶν, οἱ ὁποῖοι κινοῦνται διὰ τοῦ σιδηροδρόμου καὶ ἡ Ἑταιρεία φοβεῖται ὅτι, ἂν αὐξήσῃ αὐτὰ τὰ 16 χρυσᾶ λεπτά, τὰ ὁποῖα εἶναι τώρα, διὰ νὰ ἀνέλθῃ εἰς τὰ 19 χρυσᾶ λεπτά, ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐπιβατῶν θὰ ἐλαττωθῇ ἔτι περισσότερον καὶ δὲν συμφέρει αὐτὸ εἰς τὴν Ἑταιρείαν. Ὥστε βλέπετε ποῖος φραγμὸς σταματᾷ τὴν αὔξησιν τῆς τιμῆς τῶν εἰσιτηρίων. Ἐν πάσῃ περιπτώσει εἶναι 16 χρυσᾶ λεπτά. Τὸ προηγούμενον ἔτος ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου ὑπελόγισεν ὅτι πρὸ τῆς συμβάσεως εἴχομεν φθάσει τὰ 13,3 χρυσᾶ λεπτὰ καὶ ἡ γνώμη αὕτη ἐκτίθετο εἰς τὰ ἔγγραφα τὰ ὁποῖα κατέθεσα. Ὁ ὑπολογισμὸς τούτου γίνεται ὡς ἑξῆς. Τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον εἰσεπράχθη ἀπὸ τοὺς ἐπιβάτας, τὸ ὁλόκληρον ποσόν, δίδει τιμὴν ἐπίσης καὶ διὰ τὸν χρόνον τὸν πρὸ τῆς συμβάσεως 0,1599 χρ. λ., δηλαδὴ περίπου πάλιν 16 χρ. λ. Ἀλλὰ μέρος τοῦ ποσοῦ τούτου εἶναι εἰσπράξεις ὑπερσυμβατικαί. Τὸ πλησιάζον μέρος τῶν ὑπερσυμβατικῶν εἰσπράξεων θὰ ἔπρεπε νὰ μὴ ὑπολογισθῇ εἰς τὸ ἔτος ἐκεῖνο, ὁπότε ἡ τιμὴ τοῦ εἰσιτηρίου πίπτει εἰς τὰ 13,3 χρ. λ., ἀλλὰ νὰ μεταβιβασθῇ, ἂν ἐξηκολούθει ἡ πρώην Ἑταιρεία, εἰς τὸ ἑπόμενον ἔτος πρὸς ἐλάττωσιν τῶν τιμῶν. Αἱ πληροφορίαι αὗται σᾶς δίδονται λεπτομερῶς εἰς τὰ ἔγγραφα τὰ ὁποῖα σᾶς κατέθεσα. Ἀλλὰ τὸ οὐσιῶδες δὲν εἶναι αὐτό. Τὸ οὐσιῶδες εἶναι τί ἐπλήρωσεν ὁ κόσμος. Ὁ κόσμος καὶ τὰ ὑπερσυμβατικὰ αὐτὰ τὰ ἐπλήρωσεν. Ἑπομένως, ἂν ὑπολογίσωμεν τὴν τιμὴν τῶν εἰσιτηρίων ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὅ,τι ἐπλήρωσαν οἱ ἐπιβάται, θὰ ἴδωμεν ὅτι καὶ πρὸ τῆς συμβάσεως 16 χρυσᾶ ἐπληρώθη ὡς μέση τιμή. Αὐτὸ εἶναι τὸ γεγονὸς τὸ ἀναμφισβήτητον. Τώρα θὰ μοὶ εἴπητε πῶς εἶναι αὐτὸ δυνατόν, ἀφοῦ τώρα πληρώνομεν περισσότερα ἀπὸ ὅσα ἔπρεπε νὰ πληρώνωμεν σήμερον; Ἀλλ’ ὁμιλοῦμεν περὶ χρυσῶν λεπτῶν, δὲν ὁμιλοῦμεν περὶ δραχμῶν χαρτίνων. Ὅλαι αἱ συζητήσεις καὶ ὅλοι οἱ ὅροι τῆς συμβάσεως γίνονται ἐπὶ τῇ βάσει χρυσοῦ. Ὁμιλοῦμεν περὶ χρυσῶν λεπτῶν καὶ ἑπομένως τὸ χρυσοῦν λεπτὸν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἔχει ἄλλην τιμὴν ἀφ’ ὅτι ἔχει σήμερον. Ἂν δὲ λάβητε τὸν μέσον ὅρον τοῦ συναλλάγματος κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, θὰ ἴδητε ὅτι καὶ ἐκείνην τὴν ἐποχὴν ἐπληρώναμεν εἰς δραχμὰς ὀλιγώτερα, διότι ὁ μέσος ὅρος τοῦ συναλλάγματος ἦτο καλύτερος. Πρέπει νὰ συνηθίσωμεν μὲ τὴν ἰδέαν ὅτι ὅλαι αἱ τιμαὶ τῶν πραγμάτων θὰ φθάσουν τὴν τιμὴν τοῦ χρυσοῦ. Θὰ ὑπολογίζωνται μὲ τὴν τιμὴν τοῦ χρυσοῦ καὶ ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ὑπολογισθοῦν ἐπὶ τῆς τιμῆς τοῦ χρυσοῦ, αὐτὸ εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατον. Ἂν δὲ τοῦτο δὲν συνέβη μέχρι τοῦδε, δὲν πρέπει νὰ μᾶς ἐνθαρρύνῃ καὶ διὰ τὸ μέλλον καὶ δι’ αὐτὸ ἀναγκάζεσθε εἰς τὰς ἐπαρχίας νὰ ὑψώνητε τὴν τιμὴν τοῦ ἠλεκτρικοῦ ρεύματος καὶ διαμαρτύρεσθε ὅλοι σας καὶ σᾶς λέγω ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ ἄλλως, διότι ὅλα τὰ ὑλικὰ ἔρχονται ἀπὸ τὸ ἐξωτερικὸν καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ ὑπολογισθοῦν εἰς χρυσόν. Ὥστε βλέπετε ὅτι ὑπάρχει διαφορὰ ἐπὶ τῆς τιμῆς τῶν εἰσιτηρίων εἰς δραχμάς. Θὰ σᾶς ἀναφέρω δὲ καὶ ἓν ἄλλο πρᾶγμα, διὰ νὰ ἐννοήσητε ὅτι δὲν πρόκειται περὶ τῶν διαφημιζομένων ἐπιβαρύνσεων τοῦ εἰσιτηρίου. Εἰς τὴν σύμβασιν τῆς παλαιᾶς Ἑταιρείας ἡ μέση τιμὴ κατὰ ἐπιβάτην ἦτο 37,5 χρυσᾶ λεπτά, ἐνῷ τώρα ἔχομεν μέσην τιμὴν κατ’ ἀνώτατον ὅρον 19 χρ. λ. Τοῦτο προέρχεται διότι ἐν τῷ μεταξὺ ἐτελειοποιήθησαν τὰ πράγματα, πάντως ὅμως πᾶν ἄλλο εἶναι τοῦτο ἢ ἐπιβάρυνσις. Ὥστε βλέπετε ὅτι σήμερον δὲν πρόκειται περὶ τιμῶν, αἱ ὁποῖαι νὰ ἔχουν μεγάλην διαφορὰν ἀπὸ τὰς τιμὰς τὰς ὁποίας ἐπληρώναμεν πρὸ τῆς συμβάσεως. Πάντως ὅμως δὲν πρέπει νὰ κάμνητε τὸ λάθος νὰ μεταφέρητε τὰς τιμὰς αὐτὰς εἰς χαρτί, διότι θὰ πέσητε ἔξω εἰς τοὺς ὑπολογισμούς σας.
§133Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Ὑπουργέ, μοὶ ἐπιτρέπεται νὰ σᾶς ἀνακοινώσω μέρος τι ἐκ τῆς συμβάσεως; (Ἀναγινώσκει): «Ἡ ἀναγωγή.... κλπ.» Αὐτὰ λέγει ἡ σύμβασις. Πρόκειται περὶ χρυσῶν δραχμῶν, αἱ ὁποῖαι θὰ ἀνάγωνται εἰς χαρτίνας κατὰ τὴν τρέχουσαν τιμήν. Διατί τὸ θεωρεῖτε αὐτὸ σφάλμα;
§134Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Δὲν εἶναι σφάλμα ἡ ἀναγωγὴ τὴν ὁποίαν ἀναγνώσατε. Ἀλλ’ εἶναι σφάλμα νὰ λέγωμεν ὅτι πληρώνομεν τώρα περισσότερα ἀπὸ πρίν, διότι τώρα πληρώνομεν εἰς χαρτίνας δραχμὰς περισσότερα.
§135Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Ἀνεξαρτήτως τούτου, ἐνῷ ἡ παλαιὰ σύμβασις ἐπέφερε κέρδος τι μέχρι τοῦ 1842, ἡ νέα σύμβασις τὸ κέρδος τοῦτο τὸ ἀποδίδει μέχρι τοῦ 1885 ἄνευ οὐδενὸς ἀνταλλάγματος. Πρόκειται περὶ δωρεᾶς γενομένης ἀπὸ τοὺς ξένους πρὸς τὸν σιδηρόδρομον Ἀθηνῶν–Πειραιῶς.
§136Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Θὰ ἔλθω ἀργότερα ἐπ’ αὐτοῦ. Ἔχομεν τώρα τὸ περιβόητον ζήτημα, τὸ ὁποῖον δὲν ἀνέφερε κανεὶς ἐκ τῶν κ. κ. βουλευτῶν, ὅπερ ὅμως ἤκουσα ἀπὸ πολὺν κόσμον καὶ σπεύδω νὰ τὸ ἐκθέσω τώρα διὰ νὰ μὴ ἀναγκασθῶ νὰ ἀνέλθω πάλιν εἰς τὸ βῆμα ἀργότερον καὶ νὰ ἀναφέρω πάλιν τὰ ἴδια πράγματα. Γνωρίζετε ὅτι τὸ ἠλεκτρικὸν ρεῦμα πωλεῖται κατὰ τὴν σύμβασιν ὡς ἑξῆς. Τίθεται μία τιμὴ βασικὴ τῶν 26 χρυσῶν λεπτῶν, μέση τιμὴ κατ’ ὡριαῖον χιλιόβατον καὶ ἡ σύμβασις λέγει τὰ ἑξῆς: Ἐφόσον ἡ τιμὴ τοῦ ρεύματος εἶναι μεταξὺ βάσεως 26 χρυσῶν λεπτῶν μέχρι 32, δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τοὺς κατόχους νὰ διανεμηθοῦν κέρδη παρὰ μόνον 10%. Ἂν ὑπερβῇ ἡ τιμὴ τὰ 32 χρυσᾶ λεπτά, τότε τὸ κέρδος τὸ ὁποῖον θὰ διανεμηθῇ εἰς τοὺς μετόχους κατέρχεται εἰς 8%. Ἂν ἡ τιμὴ ὑπερβῇ τὰ 35 χρυσᾶ λεπτά, τὸ μέρισμα κατέρχεται εἰς 5%, ἂν δὲ ἡ τιμὴ φθάσῃ 40 χρυσᾶ λεπτά, τότε τὸ μέρισμα εἶναι μηδέν. Ἀντιθέτως, ἂν ἡ Ἑταιρεία κατορθώσῃ νὰ δώσῃ τὸ φῶς κατὰ ὡριαῖον χιλιόβατον κάτω τῶν 26 χρυσῶν λεπτῶν, τότε δύναται νὰ δώσῃ μέρισμα εἰς τοὺς μετόχους της ἀνώτερον τοῦ 10%. Ἀλλὰ τὸ περιπλέον τοῦτο θὰ διανέμῃ ἡ Ἑταιρεία μὲ τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον κατ’ ἀναλογίαν, τὴν ὁποίαν ὁρίζει ἡ σύμβασις. Ἄρα τὸ συμφέρον τῶν μετόχων τῆς Ἑταιρείας εἶναι νὰ κατέλθῃ ἡ τιμὴ τοῦ ρεύματος κάτω τῶν 26 χρυσῶν λεπτῶν. Αὐτὸ εἶναι τὸ συμφέρον τῶν μετόχων. Ἐλέχθη ὅμως καὶ τὸ ἑξῆς. Μεταξὺ τῶν 26 καὶ τῶν 32 ὑπάρχει διαφορὰ 6 χρυσῶν λεπτῶν. Ἑπομένως ἡ Ἑταιρεία δύναται νὰ φθάσῃ εἰς τὰ 32, ὠφελουμένη πάντοτε 10% καὶ αὐτὰ τὰ 6 χρυσᾶ λεπτὰ καθ’ ὡριαῖον χιλιόβατον νὰ τὰ ὠφεληθῇ. Ἂν δὲ αὐτὸ πολλαπλασιασθῇ ἐπὶ τὸ ποσὸν τῶν ὡριαίων χιλιοβάτων, τὰ ὁποῖα διανέμονται εἰς Ἀθήνας καὶ Πειραιᾶ, φθάνομεν εἰς μεγάλα ποσὰ 30–35 ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα λέγουν ὅτι ὠφελεῖται ἡ Ἑταιρεία. Τοῦτο εἶναι μία πλάνη, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ τὴν ἐννοήσωμεν καὶ πρέπει νὰ τὴν διορθώσωμεν. Ἡ Ἑταιρεία δὲν ἠμπορεῖ παρὰ νὰ δώσῃ 10%. Δὲν ἐπιτρέπεται νὰ κερδίσῃ περισσότερα ἀπὸ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἀναλογεῖ εἰς τὸ μέρισμα τοῦ 10%. Ἂν λοιπὸν ἔχῃ αὐτὸ τὸ κέρδος, τί θὰ κάμῃ; Θὰ τὸ δώσῃ εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον. Ἂν δὲ νομίζετε ὅτι εἰς τοῦτο ἠμπορεῖ νὰ γεννηθῇ ἀμφιβολία ἐκ τῆς συμβάσεως, δηλῶ εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι εἶμαι διατεθειμένος νὰ ἐπιτύχω καὶ ἐπεξήγησιν ἐπ’ αὐτοῦ. Ἑπομένως τὸ κέρδος αὐτό, τὸ ὁποῖον ὑπολογίζεται διὰ τῆς αὐξήσεως τῆς τιμῆς τοῦ ὡριαίου χιλιοβάτου ἀπὸ 26 εἰς 32 χρυσᾶ λεπτὰ καὶ τὸ ὁποῖον φαντάζεσθε ὅτι θὰ τὸ ὠφεληθῇ ἡ Ἑταιρεία, σᾶς δηλῶ κατηγορηματικῶς ὅτι θὰ τὸ ὠφεληθῇ τὸ Δημόσιον.
§137Γ. ΠΕΣΜΑΖΟΓΛΟΥ. Οὔτε εἰς τὸ παθητικὸν τῆς Ἑταιρείας δὲν μεταφέρεται;
§138Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Μεταφέρεται εἰς ὄφελος τοῦ Δημοσίου καὶ καταβιβάζει τὴν τιμὴν τοῦ ὡριαίου χιλιοβάτου κάτω τῶν 26 χρυσῶν λεπτῶν κατὰ τὴν ἑπομένην περίοδον. Βλέπετε λοιπὸν ὅτι ἐπ’ αὐτοῦ ἐγένετο μία πολεμικὴ στηριζομένη ἐπὶ ἐσφαλμένων πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας εἶχον τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἄρω οὐχὶ διὰ νὰ ὑπερασπίσω τὴν σύμβασιν, ἀλλὰ διὰ νὰ σᾶς διαφωτίσω καὶ νὰ γνωρίζητε περὶ τίνος πρόκειται. Ἔρχομαι ἤδη εἰς τὰ ἀνταλλάγματα, τὰ ὁποῖα ὁ σιδηρόδρομος Ἀθηνῶν–Πειραιῶς ἔδωσεν εἰς τὸ Κράτος καὶ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἔλαβε πραγματικῶς. Ἐδῶ χρειάζετε νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν σας τὸ ἑξῆς· ὅτι αἱ Ἑταιρεῖαι αὐταὶ ἀποτελοῦν ἓν σύνολον, ὅτι δὲν ἠμποροῦμεν νὰ ὁμιλῶμεν περὶ ἑκάστης ἐξ αὐτῶν χωριστά. Ἐν τῷ συνόλῳ τῆς ἐπιχειρήσεως ἡ μία Ἑταιρεία συνδέεται μὲ τὴν ἄλλην οὕτως ὥστε θὰ ὑπολογίσωμεν τὰ ὠφελήματα τὰ ὁποῖα ἔχομεν ἐκ τοῦ συνόλου τῆς ἐπιχειρήσεως διὰ νὰ ἴδωμεν τί κερδίζομεν καὶ τί χάνομεν ἐξ αὐτῆς. Ἔρχομαι ἤδη εἰς τὸν σιδηρόδρομον Ἀθηνῶν–Πειραιῶς. Ἡ Ἑταιρεία, ἡ ὁποία ἦτο πρότερον, εἶχε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ κατασκευάσῃ ἐργοστάσιον παραγωγῆς ἠλεκτρισμοῦ, τὸ ὁποῖον θὰ περιήρχετο μετὰ τὸ τέλος τοῦ προνομίου εἰς τὸ Δημόσιον. Γνωρίζετε ὅμως ὅτι ἡ Ἑταιρεία ἀπηλλάγη τῆς ὑποχρεώσεως αὐτῆς καὶ θὰ ἠδύνατο νὰ καταβάλλῃ εἰς τὸ τέλος τοῦ προνομίου της, ἀντὶ νὰ δώσῃ εἰς τὸ Κράτος τὸ ἐργοστάσιον, 700,000 φράγκα χρυσᾶ. Ἡ ὑποχρέωσις ὅμως αὕτη τῶν 700,000 φράγκων χρυσῶν διὰ τῶν νόμων 987 καὶ 1414 μετετράπη εἰς χαρτίνας.
§139Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Αὐτὸ εἶναι πολὺ ἀκανθῶδες, ἀφήσατέ το.
§140Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Τὸ ἀφίνω διὰ τὸ ἀκανθῶδες. Ὁπωσδήποτε ὅμως ἡ Ἑταιρεία εἰς τὸ τέλος τῆς συμβάσεώς της θὰ ἔδιδεν 700,000 δραχμὰς χαρτίνας, μετὰ 18 ἔτη. Τώρα ἀντὶ τούτου ἡ νέα Ἑταιρεία θὰ παράσχῃ μετὰ τὸ τέλος τοῦ προνομίου, τὸ ὁποῖον λήγει μετὰ 40 ἔτη, ἓν ἐργοστάσιον, τὸ ὁποῖον στοιχίζει 550,000 λίρας περίπου. Δὲν πρόκειται δὲ ἐγὼ νὰ ὑπερασπισθῶ τὴν σύμβασιν εἰς τοῦτο, ἀλλ’ εἶναι προφανὲς ὅτι δὲν εἶναι τὰ πράγματα ὅπως παριστάνονται. Ἔχομεν καὶ ἕτερον ἀντάλλαγμα. Κατὰ τὴν παλαιὰν σύμβασιν ἡ Ἑταιρεία τοῦ σιδηροδρόμου Ἀθηνῶν–Πειραιῶς μετὰ τὸ τέλος τοῦ προνομίου της θὰ ἔδιδεν εἰς τὸ Δημόσιον τὰς μονίμους αὐτῆς ἐγκαταστάσεις, ἐνῷ ἡ νέα Ἑταιρεία μετὰ τὸ τέλος τοῦ προνομίου της παραχωρεῖ εἰς τὸ Δημόσιον καὶ τὸ τροχαῖον αὐτῆς ὑλικὸν καὶ ὅλα τὰ κινητὰ ὑλικὰ καὶ τὰς νέας ἐγκαταστάσεις τὰς ὁποίας θὰ ἔχῃ κάμει αὐτὴ καὶ αἱ ὁποῖαι εἶναι πολὺ μεγαλύτεραι τῶν σημερινῶν. Σᾶς τὸ λέγω δὲ αὐτὸ ὄχι διὰ νὰ ὑπερασπισθῶ τὸ προνόμιον, ἀλλὰ διὰ νὰ σᾶς κατατοπίσω καὶ διὰ νὰ διαφωτισθοῦν ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι θέλουν νὰ διαφωτισθοῦν διὰ νὰ γνωρίζουν ποία εἶναι ἡ πραγματικὴ κατάστασις καὶ ὄχι αἱ διαφημιζόμεναι ὑπερβολαί. Ἔρχομαι τώρα πάλιν εἰς τὴν τιμὴν τοῦ ρεύματος. Ἐλέχθη ὅτι ἡ μέση τιμὴ τοῦ ρεύματος εἶναι 26 χρυσᾶ λεπτὰ καὶ ὅτι εἶναι μία τιμὴ ὑπερβολικὴ καὶ ἥτις δὲν ἔχει οὐδεμίαν σχέσιν μὲ τὰς τιμὰς αἱ ὁποῖαι πληρώνονται εἰς τὴν Εὐρώπην. Ἵνα ἐξακριβώσω ἐζήτησα νὰ μάθω τὰς τιμὰς τοῦ ρεύματος ἀλλαχοῦ καὶ ἰδίως ἐκ πληροφοριῶν τῆς A. E. G. Ἰδοὺ λοιπὸν αἱ ἐν Γερμανίᾳ τιμαὶ τοῦ φωτιστικοῦ ρεύματος, κατὰ τὰς πληροφορίας ταύτας· λέγω δὲ τοῦ φωτιστικοῦ ρεύματος, διότι τοῦ ἐν γένει ρεύματος θὰ εἶναι μικροτέρα. (Ἀναγινώσκει): «Βερολῖνον 53.7 χρ. λ., Ἔσσεν, ὅπου αἱ ἐγκαταστάσεις εἶναι ἐντὸς ἀνθρακοφόρου περιοχῆς, 48.75 χρ. λ. Γενικῶς αἱ τιμαὶ εἶναι εἰς 12 πόλεις τῆς Γερμανίας 89–125 χρ. λ., εἰς 10 πόλεις 76–87.5, εἰς 102 πόλεις 64–75 χρ. λ., εἰς 303 πόλεις 51.2–62.5 χρ. λ., εἰς 139 πόλεις 38.7– 50 χρ. λ., εἰς 51 πόλεις 27.25–37.5. Ἡ μέση τιμὴ τοῦ φωτιστικοῦ ρεύματος καθ’ ὅλην τὴν Γερμανίαν εἶναι περίπου 50 χρυσᾶ λεπτά». Εἰς τὴν Ἑλβετίαν, εἰς τὴν Βασιλείαν, ὅπου γίνεται ἡ παραγωγὴ δι’ ὑδραυλικῶν δυνάμεων, ἡ τιμὴ εἶναι 55 χρ. λ. Ἡ τιμή, λέγω, τοῦ φωτιστικοῦ ρεύματος, ὄχι τοῦ ρεύματος τῆς κινήσεως. Τὰ 26 χρυσᾶ λεπτὰ τὰ ἰδικά μας εἶναι μέση τιμὴ μεταξὺ φωτιστικοῦ ρεύματος καὶ ρεύματος κινήσεως. Ἡ τιμὴ τοῦ φωτιστικοῦ ρεύματος εἶναι ἀνωτέρα τῶν 26 χρ. λ. Πόσον εἶναι ἡ ἀνωτέρα, δὲν ἠξεύρω. Εἶναι ὅμως εὔκολον νὰ τὴν εὕρητε εἰς μίαν οἱανδήποτε ἀπόδειξιν, τὴν ὁποίαν ἔχετε ἀπὸ τὸν φωτισμὸν τῆς οἰκίας σας. Ἀλλὰ πάντως θὰ εἶναι ἀνωτέρα τῶν 45 χρυσῶν λεπτῶν. Αὐτὴ εἶναι ἡ κατὰ τὰς διαδόσεις ἀφόρητος τιμὴ τοῦ φωτιστικοῦ ρεύματος. Παραβάλετέ την μὲ τὰς ἀλλαχοῦ τιμάς. Εἶναι βεβαίως ἀκριβὸς τώρα ὁ ἠλεκτρισμός, ἀλλ’ εἰς τὴν ἐποχήν μας ὅλα εἶναι ἀκριβά. Δὲν εἶναι ὅμως τόσον ἀκριβὸς ὅσον θέλουν νὰ τὸν παραστήσουν οἱ λέγοντες ὅτι ἐφθάσαμεν νὰ πληρώνωμεν τὸ ρεῦμα τὸ ἠλεκτρικὸν τόσον ἀκριβά, ὅσον δὲν πληρώνεται εἰς οὐδὲν μέρος τῆς Εὐρώπης. Ἂν θέλητε, πρέπει νὰ γνωρίζητε ὅτι εἰς μερικὰς πόλεις τῆς Ἑλλάδος ἡ τιμὴ κατὰ χιλιόβατον εἶναι κατὰ πολὺ ἀκριβωτέρα ἀπὸ ὅ,τι εἶναι εἰς τὰς Ἀθήνας. Εἷς ἐκ τῶν κ. κ. βουλευτῶν εἰς τὴν προχθεσινὴν συνεδρίασιν ἔκαμε τὸν λογαριασμὸν τῶν ὠφελειῶν τῆς Ἑταιρείας ἀπὸ τὰς ἀτελείας εἰς δασμούς, οἱ ὁποῖοι παρέχονται διὰ τῆς συμβάσεως. Πρέπει νὰ ὁμολογήσωμεν ὅτι τοῦτο εἶναι ἓν κακόν, τὸ ὁποῖον παρατηρεῖται εἰς ὅλας τὰς συμβάσεις, τὰς ὁποίας συνάπτει τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον. Ὅλαι αἱ συμβάσεις τὰς ὁποίας συνάπτει τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον δίδουσιν ἀτελείας εἰς τοὺς συμβαλλομένους κατὰ τὸ μᾶλλον καὶ ἧττον μεγάλας καὶ ἐκτεταμένας. Τοῦτο εἶναι ἓν κακὸν τὸ ὁποῖον τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον ἔπρεπε νὰ τὸ ἀποφεύγῃ. Τὸ σπουδαιότερον εἰς τὴν περίστασιν ταύτην εἶναι τὸ ποσὸν τοῦ φόρου τῆς βενζίνης, τὸ ὁποῖον παραχωρεῖται διὰ τῆς συμβάσεως εἰς τὴν Ἑταιρείαν καὶ τὸ ὁποῖον ἀνέρχεται εἰς ἓν ποσόν, εἶπεν ὁ κ. βουλευτής, πόσον; Ἐγὼ δὲν ἔχω κάμει τὸν ὑπολογισμόν, προφανῶς ὅμως εἶναι μέγα. Δι’ ἐμὲ τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι σπουδαιότατον, διότι ἡ ἀτέλεια αὐτὴ ἐπὶ τῆς βενζίνης ἐκτὸς τῆς ζημίας τὴν ὁποίαν ἐπιφέρει εἰς τὸ Δημόσιον, ἔχει καὶ ἄλλο ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον, κατ’ ἐμέ, εἶναι σπουδαιότερον, ὅτι ἡ ἀτέλεια αὕτη καθιστᾷ ἀδύνατον τὴν συνύπαρξιν καὶ λειτουργίαν τῶν ἰδιωτικῶν λεωφορείων, μὴ δυναμένων νὰ συναγωνισθοῦν πρὸς τὰ τῆς Ἑταιρείας. Τὸ ζήτημα τοῦτο δὲν διέφυγε τὴν προσοχὴν ἡμῶν. Καὶ ἔχω λόγους νὰ ἐλπίζω ὅτι, ἂν φθάσω εἰς τὸ σημεῖον νὰ συζητήσω μετὰ τῶν ἀντιπροσώπων τῆς Ἑταιρείας, ἔχω, λέγω, λόγους νὰ ἐλπίζω ὅτι ἡ Ἑταιρεία θὰ συγκατατεθῇ εἰς τὴν ἄρσιν τῆς ἀτελείας ταύτης καὶ ἑτέρων τινῶν. Ἐξετάζω τὸ σημείωμα τὸ ὁποῖον ἐκράτησα ἐπὶ τῶν ἀγορεύσεων τῶν προλαλησάντων κ. κ. βουλευτῶν καὶ δὲν βλέπω ἄλλα ζητήματα συγκεκριμένα, τὰ ὁποῖα νὰ ἐξέθεσαν οἱ προαγορεύσαντες ὅσον ἀφορᾷ τὸ περιεχόμενον τῆς συμβάσεως. Ὡμίλησαν ἀορίστως περὶ τοῦ μεγάλου βάρους, τὸ ὁποῖον θὰ ὑποστῇ ὁ Ἑλληνικὸς Λαός, ὡμίλησαν περὶ φημῶν διὰ τὰς μεγάλας ὠφελείας, τὰς ὁποίας λαμβάνουν ἢ πρόκειται νὰ λάβωσιν ὡρισμένα ἄτομα, ὡμίλησαν περὶ λωποδυσιῶν, ἐλέχθη καὶ αὐτὴ ἡ λέξις καὶ ἄλλα ὅμοια, ἀλλ’ εἰς αὐτὰ δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ ἀπαντήσω ἀπολύτως τίποτε, διότι οὐδὲν στοιχεῖον ἐξ ὅσων ἔχω εἰς χεῖράς μου ὡς Ὑπουργὸς μοὶ παρέχει τὴν ἐντύπωσιν ὅτι τὰ πράγματα ταῦτα εἶναι ἀκριβῆ. Ἄλλως τε καὶ τί νὰ ἀπαντήσω εἰς ἀοριστίας; Ἀπαντῶ εἰς συγκεκριμένα πράγματα διὰ συγκεκριμένων τοιούτων, ἀλλ’ εἰς ἀοριστίας καὶ εἰς φήμας δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ ἀπαντῶ. Ἀπήντησα ἐπὶ τῶν συγκεκριμένων ἐκείνων γεγονότων, τὰ ὁποῖα οἱ κ. κ. βουλευταὶ ἔφερον ἐνταῦθα διὰ νὰ καταδείξουν ὅτι τὸ ἐσωτερικὸν τῆς συμβάσεως εἶναι τοιοῦτον, ὥστε νὰ γίνεται πλέον ἀφορήτως δυσβάστακτον ἀπὸ τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον. Ἀπὸ τὰ ὀλίγα τὰ ὁποῖα ἐλέχθησαν ἐπὶ τῆς οὐσίας καὶ εἰς τὰ ὁποῖα ἀπήντησα, κατὰ τὴν γνώμην μου, εἶναι καταφανὲς ὅτι ὅλοι αὐτοὶ οἱ ἰσχυρισμοὶ περὶ τοῦ ὑπερβολικοῦ βάρους ἐπὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου δὲν ἔχονται ὑποστάσεως. Αὐτὸ εἶναι τὸ συμπέρασμα τῶν ὅσων σᾶς ἐξέθηκα. Ἂν κατὰ τὴν συζήτησιν ταύτην προσαχθῶσι καὶ ἕτερα γεγονότα συγκεκριμένα, εἶμαι πρόθυμος νὰ σᾶς ἀπαντήσω. Ἕως τώρα δὲν ὑπάρχουν ἄλλα εἰς τὰ ὁποῖα νὰ ἀπαντήσω καὶ σταματῶ.
§141Β. ΧΑΤΖΗΛΙΑΣ. Ὑπάρχει περίπτωσις κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Ἑταιρεία ἠμπορεῖ νὰ αὐξήσῃ τὰ κέρδη της, νὰ αὐξήσῃ τὸ μέρισμά της πρὸς τοὺς μετόχους, ἂν εἰς τὸ μέλλον ἐνισχυθῶσιν αἱ ὑδροηλεκτρικαὶ δυνάμεις τῆς Χώρας καὶ κατορθωθῇ νὰ δώσωσι τὸ ἠλεκτρικὸν ρεῦμα πολὺ εὐθηνότερον, 10 χρυσᾶ λεπτά. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ ἀγοράζῃ τὸ ρεῦμα πολὺ εὐθηνὰ καὶ θὰ τὸ πωλῇ 20, 25 ἢ 24 ἔστω χρυσᾶ λεπτὰ καὶ θὰ δικαιοῦται νὰ ἀναβιβάσῃ τὸ μετοχικόν της κέρδος εἰς 25–30 ἢ καὶ 40% ἴσως. Θέλω νὰ εἴπω τὸ ἑξῆς· κατὰ τὰς τροποποιήσεις νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν σας νὰ ἀλλάξουν αἱ τιμαί, ἐν ᾗ περιπτώσει....
§142Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Σᾶς διακόπτω, κ. συνάδελφε. Ἰδοὺ πῶς ἔχει τὸ ζήτημα. Δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ Ἑταιρεία νὰ κερδίσῃ 20–30%. Εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατον, διότι ἡ σύμβασις δὲν τῆς τὸ ἐπιτρέπει. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ τὰ κέρδη αὐτά, διότι ἡ Ἑταιρεία δὲν δύναται, ἐφόσον ἔχει τὴν τιμὴν τοῦ ρεύματος εἰς 26 λεπτά, νὰ δώσῃ μέρισμα ἄνω τῶν 10%. Τῆς ἀπαγορεύεται ἐκ τῆς συμβάσεως. Διὰ νὰ αὐξήσῃ τὸ μέρισμά της, πρέπει νὰ παρέχῃ τὸ ρεῦμα χαμηλότερα ἀπὸ 26 λεπτά. Ἂν ἡ Ἑταιρεία παράσχῃ τὸ ρεῦμα κάτω τῶν 26 χρυσῶν λεπτῶν, δύναται νὰ αὐξήσῃ τὸ μέρισμά της. Κάτω τῶν 26 χρυσῶν λεπτῶν πρέπει νὰ κατέλθῃ τὸ ρεῦμα διὰ νὰ λάβῃ μέρισμα ὁ μέτοχος ἄνω τοῦ 10% καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει τὸ κέρδος δὲν τὸ λαμβάνει ἡ Ἑταιρεία ὅλον, ἀλλὰ λαμβάνει τὸ ἥμισυ ἡ Ἑταιρεία καὶ τὸ ἄλλο ἥμισυ τὸ Δημόσιον ὑπὸ διαφόρους μορφάς.
§143Β. ΧΑΤΖΗΛΙΑΣ. Ὁ καταναλωτής;
§144Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Μάλιστα ὁ καταναλωτής. Ἀλλ’ ἀναφέρατε τὰς ὑδραυλικὰς δυνάμεις. Τὸ γνωρίζετε τὸ θέμα αὐτό;
§145Β. ΧΑΤΖΗΛΙΑΣ. Μάλιστα.
§146Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Πρέπει νὰ γνωρίζητε τὸ ἑξῆς· ὅτι μία ὑδραυλικὴ ἐγκατάστασις δὲν σᾶς φέρει τὰς νομιζομένας ὠφελείας, ὅσον ἀφορᾷ τὴν τιμὴν τοῦ ρεύματος. Εἶναι μία γενικὴ πλάνη τοῦτο, διὰ τὸν ἑξῆς λόγον· διὰ νὰ ὠφεληθῆτε ἀπὸ τὰς ὑδραυλικὰς δυνάμεις πρὸς παραγωγὴν δυνάμεως ρεύματος, πρέπει νὰ κάμητε ἐγκαταστάσεις ἐκεῖ ὅπου ὑπάρχουν αἱ δυνάμεις αὐταί, τοιαύτας, ὥστε νὰ χρησιμοποιήσητε ὅλην τὴν δύναμιν τῆς ροῆς ἢ τῆς πτώσεως. Αὐτὸ ἀπαιτεῖ ἐγκαταστάσεις κολοσσιαίας, τὰς ὁποίας ἅμα τὰς κάμητε, θὰ χρησιμοποιήσητε μίαν ὡρισμένην δύναμιν, ἀλλὰ πρέπει νὰ τὰς χρησιμοποιήσητε διαρκῶς. Δηλαδὴ διὰ νὰ λάβητε ὡς μέγιστον ὅρον δύναμιν 10,000 ἵππων, θὰ κάμητε ἐγκατάστασιν διὰ 10,000 ἵππους. Δὲν ἠμπορεῖ ἡ ὑδραυλικὴ ἐγκατάστασις νὰ σᾶς παρέχῃ δύναμιν ἄλλοτε πέντε καὶ ἄλλοτε δέκα χιλιάδων ἵππων. Ἑπομένως θὰ κάμητε ἐγκατάστασιν διὰ τὸ μέγιστον μέρος τῆς δυνάμεως, τὸ ὁποῖον σᾶς παρέχει τὸ μέρος ἐκεῖνο. Ἀλλ’ εἶναι δυνατὸν νὰ χρησιμοποιεῖτε διαρκῶς τὸ μέγιστον αὐτό; Ἰδοὺ τὸ ζήτημα. Ἀφ’ ἑτέρου τὸ κεφάλαιον, τὸ ὁποῖον θὰ δαπανήσητε διὰ μίαν ὑδραυλικὴν ἐγκατάστασιν, εἶναι παρὰ πολὺ μεγάλον, ἡ δὲ ἀπόσβεσίς του θὰ ἐπιβαρύνῃ πολὺ τὴν κατανάλωσιν. Τί πρέπει νὰ γίνῃ διὰ νὰ ἔχητε μίαν καλυτέραν τιμὴν καταναλώσεως; Πρέπει ἡ δύναμις ἡ ὁποία παράγεται εἰς τὸ μέρος ἐκεῖνο νὰ εἶναι διαρκῶς χρησιμοποιήσιμος. Δὲν ἠμπορεῖτε νὰ λέγητε ὅτι ἔχομεν μεταβλητὴν χρησιμοποίησιν. Δηλαδὴ νὰ εἴπητε ὅτι ἔχω δύναμιν 10,000 ἵππων καὶ δίδω τὴν ἡμέραν δύναμιν 5,000 ἵππων καὶ τὴν νύκτα δύναμιν 10,000 ἵππων. Πρέπει νὰ δίδητε διαρκῶς δύναμιν 10,000 ἵππων διὰ νὰ ἔχητε ὠφέλειαν ἐν τῇ καταναλώσει. Ἄρα διὰ νὰ κάμητε μίαν ὑδραυλικὴν ἐγκατάστασιν, ἡ ὁποία νὰ σᾶς δίδῃ μίαν τιμὴν καταναλώσεως ὑποφερτὴν πρέπει νὰ ἔχητε ἐξασφαλίσει κατανάλωσιν τοιαύτην, ἡ ὁποία νὰ ἀνταποκρίνεται εἰς τὸ μέγιστον τῆς παραγωγῆς καθ’ ὅλην τὴν ἡμέραν. Ὥστε ἐννοεῖτε ἐκ τούτου ὅτι τὸ πρᾶγμα δὲν εἶναι τόσον εὔκολον καὶ δὲν δίδει τὰ πλεονεκτήματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποία φαίνονται ἐκ πρώτης ὄψεως. Αὐτὸς εἶναι, κύριοι, ὁ πρῶτος ὅρος, ὥστε ἂν πρόκειται νὰ κάμητε μίαν τοιαύτην ἐγκατάστασιν, πρῶτον πρέπει νὰ ἐπιτύχητε ὥστε νὰ ἔχητε τὸ μέγιστον τῆς ἀποδόσεως διαρκῶς καὶ δεύτερον—καὶ αὐτὸς εἶναι ὁ δεύτερος ὅρος—νὰ γίνῃ ἐγκατάστασις εἰς ἐποχὴν κατὰ τὴν ὁποίαν νὰ ἐπιτύχητε τοὺς εὐθηνοτέρους ὅρους κατασκευῆς. Ἄρα δὲν εἶναι τὸ ζήτημα τόσον ἁπλοῦν. Ἄλλως τε ἡ σύμβασις προέβλεψε καὶ περὶ τούτου. Ἂν ἀναγνώσητε τὸ ἄρθρον 5 τῆς συμβάσεως, θὰ ἴδητε ὅτι τοῦτο προβλέπει περὶ αὐτοῦ. Δὲν μοὶ ἐτέθησαν κατὰ τὰς προηγουμένας ἀγορεύσεις ἄλλα συγκεκριμένα θέματα διὰ νὰ ἀπαντήσω. Ἂν οἱ κ. κ. βουλευταί, ἐπαναλαμβάνω, κατὰ τὴν συζήτησιν φέρουν καὶ ἄλλα θέματα, θὰ κρατήσω σημείωσιν καὶ θὰ ἀπαντήσω. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θέλω νὰ καταστήσω γνωστὸν εἰς τὴν Βουλὴν εἶναι ὅτι δὲν ἀγωνίζομαι διὰ νὰ σᾶς πείσω ὅπως δεχθῶμεν τὴν σύμβασιν ταύτην, διότι εἶπον ὅτι αὕτη εἶναι ἔγκυρος καὶ συνεπῶς πάντως θὰ τὴν ἐκτελέσωμεν. Οὔτε διὰ νὰ σᾶς πείσω ὅτι εἶναι ἐπωφελής, οὔτε διὰ νὰ μὴ πέσητε εἰς πλάνας, διὰ νὰ γνωρίσητε τὴν πραγματικότητα καὶ τὴν ἀλήθειαν. Κατὰ τὴν γνώμην μου, αἱ κατὰ τῆς συμβάσεως ἐπιθέσεις ὡς ἐπιζημίας, ὡς καταστρεπτικῆς, κατά τινας, στηρίζονται προφανῶς ἐπὶ ὑπερβολῶν καὶ πεπλανημένων ἀντιλήψεων. Ἀλλὰ δὲν εἶναι αὐτὸ μόνον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον μὲ ἐνδιαφέρει αὐτὴν τὴν στιγμήν. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον μὲ ἐνδιαφέρει εἶναι ἄλλο, εἶναι πολὺ σπουδαιότερον τοῦ ζητήματος, ἂν καὶ κατὰ πόσον ἡ σύμβασις αὕτη εἶναι ἐπιζημία ἢ ὠφέλιμος. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐνδιαφέρει ἐμὲ καὶ τὴν Κυβέρνησιν εἶναι νὰ μὴ δώσωμεν εἰς ὅλον τὸν κόσμον τὴν ἐντύπωσιν ὅτι δὲν εἴμεθα συνεπεῖς πρὸς τὰς ὑποχρεώσεις τὰς ὁποίας ἀναλαμβάνομεν καὶ δὴ πρὸς ξένα Κράτη, ὅτι ἡ καλή μας πίστις δὲν εἶναι ἀκεραία, δὲν εἶναι ἐκείνη ἡ ὁποία πρέπει νὰ εἶναι. Εἶπον προηγουμένως καὶ ἐπαναλαμβάνω ὅτι θὰ εἶμαι πρόθυμος εἰς οἱανδήποτε θυσίαν, ἀρκεῖ νὰ μὴ θιχθῇ ἡ καλὴ πίστις τῆς Ἑλλάδος. Γνωρίζω ὅτι πάντοτε, ἰδιαίτατα ὅμως σήμερον τὸ ζήτημα τῆς καλῆς πίστεως τῆς Ἑλλάδος, τὸ ζήτημα ὅτι τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος εἶναι συνεπὲς πρὸς τὰς ὑποχρεώσεις του εἶναι τόσον οὐσιῶδες, ἔχει τοιαύτην σημασίαν, ὥστε δὲν δύναμαι ἢ νὰ προτιμήσω οἱανδήποτε θυσίαν διὰ νὰ κρατήσω τὴν τιμὴν τῆς Ἑλλάδος ὑψηλά, ὥστε νὰ μὴ δώσω εἰς οὐδένα τὸ δικαίωμα νὰ εἴπῃ ὅτι τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος ἀσυνεπὲς πρὸς ὅσα πράγματα ἀναλαμβάνει, εἶναι ἀνάξιον πίστεως. (Χειροκροτήματα).
§147ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ διακόψωμεν, κ. Πρόεδρε.
§148ΕΤΕΡΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ συνεχισθῇ ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς συμβάσεως τὴν Πέμπτην.
§149ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Λύεται ἡ συνεδρίασις ἵνα ἐπαναληφθῇ αὕτη τὴν 4.30′ μ. μ. τῆς αὔριον. (Ὥρα 9.30′ μ. μ.)