1927.02.04
3.185 στίχοι · 24.770 λέξεις · 320 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 26
Παρασκευὴ 4η Φεβρουαρίου 1927
Προεδρία κ. Θ. Σοφούλη
(Ὥρα 5.10′ μ. μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Νὰ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Νὰ ἀναγνωσθῶσι τὰ πρακτικά. (Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς: — Οἱ κάτοικοι Βελημαχίου Γορτυνίας διαμαρτύρονται διότι τὸ ἀπὸ τοῦ 1890 ἱδρυθὲν Ἑλληνικὸν σχολεῖον παραμένει ἐφέτος ἄνευ διδασκάλου. — Ὁ ἐν Ἀθήναις Σύλλογος τὰ Τζουμέρκα «Ἥρως» ὑποβάλλει ὑπόμνημα διὰ τὴν κατασκευὴν τῆς ἁμαξιτῆς ὁδοῦ ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Τζουμέρκων. — Ὁ Λάμπρος Κατσαρὸς ἐκ Γουρίτσης παρακαλεῖ τὴν Σεβαστὴν Βουλὴν νὰ διατάξῃ τὴν ἀναθεώρησιν τῆς ὑπ’ ἀριθ. 5308 π. ἔ. ἀποφάσεως τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, δι’ ἧς ἀπερρίφθη ἡ αἴτησίς του περὶ ἀπονομῆς συντάξεως διὰ τὸν φόνον τοῦ υἱοῦ του, φονευθέντος κατὰ τὴν Βουλγαρικὴν μάχην ἐν τῷ φυλακίῳ 79 τῇ 22 Ὀκτωβρίου 1925. — Ὁ Ἐμποροεπαγγελματικὸς Σύλλογος Ζαγορᾶς Πηλίου ὑποβάλλει ὑπόμνημα διὰ τὴν τροποποίησιν τοῦ νόμου «περὶ Κυριακῆς ἀργίας κλπ.» — Ἡ Ἕνωσις Ἀσφαλιστῶν Θεσσαλίας παρακαλεῖ τὴν Σεβαστὴν Βουλὴν νὰ ἀπαγορεύσῃ διὰ νόμου εἰς τὰς Τραπέζας γενικῶς, κεντρικὰ καταστήματα κλπ. πᾶσαν ἀσφαλιστικὴν ἐργασίαν εἴτε διὰ λογαριασμόν των, εἴτε διὰ λογαριασμὸν τρίτων. — Ὁ Σύνδεσμος Χοροδιδασκάλων Νέων Χωρῶν ὑποβάλλει ὑπόμνημα διὰ τὴν ἀνόρθωσιν τοῦ Σωματείου των, ὑποδεικνύων τὰ ἀπαιτούμενα προσόντα διὰ τὴν χορήγησιν ἀδείας ἐξασκήσεως τοῦ ἐπαγγέλματος τοῦ χοροδιδασκάλου. — Οἱ ἐξαιρεθέντες τοῦ εὐεργετήματος τοῦ ἀπονεμηθέντος διὰ τῶν Ν. Διαταγμάτων τῆς 17 Φεβρουαρίου 1926 κατάδικοι ὑποβάλλουσιν ὑπόμνημα διὰ τὴν ἀνόρθωσιν τῆς γενομένης εἰς αὐτοὺς ἀδικίας. — Ὁ ἐν ἀποτάξει διατελῶν ἀνθυπασπιστὴς τοῦ πεζικοῦ Γεώργιος Χριστοφόρου ζητεῖ νὰ συμπεριληφθῇ εἰς τὸ ψήφισμα «περὶ ἐπαναφορᾶς ἀξιωματικῶν». — Ἡ Γενικὴ Ἕνωσις ἀναπήρων πολέμου Ἀττικῆς ζητεῖ ὅπως τὰ ὑπὲρ τῶν θυμάτων Ν. Διατάγματα τῆς δικτατορίας μὴ τροποποιηθοῦν, καθόσον δὲν συνετάχθησαν τότε, ἀλλ’ εἶχον κατατεθῆ ὡς σχέδια νόμου εἰς τὴν Δʹ Ἐθνοσυνέλευσιν. — Ὁ Γεωργικὸς πληθυσμὸς Καρδίτσης ζητεῖ τὴν κατάργησιν τοῦ φόρου τῆς δεκάτης κλπ. — Ἡ Γενικὴ Συνέλευσις τῶν αὐτοκινητιστῶν Καβάλλας ζητεῖ τὴν ἀκύρωσιν τῆς συμβάσεως Πάουερ–Ἄντ–Τράξιον καὶ δηλοῖ ὅτι εἶναι ἑτοίμη νὰ κατέλθῃ εἰς ἀπεργιακὸν ἀγῶνα εὐθὺς ὡς ζητηθῇ τοῦτο. — Οἱ τραυματίαι καὶ οἱ νοσηλευόμενοι ἄνδρες τῶν δημοκρατικῶν ταγμάτων ζητοῦν τὴν ἐκ μέρους τοῦ Κράτους ἀποζημίωσιν διὰ τὴν γενομένην εἰς αὐτοὺς ἀδικίαν κλπ. — Ὁ πρόεδρος τῶν Παλαιοημερολογιτῶν Ἁγίου Βασιλείου ζητεῖ τὴν ἐπαναφορὰν τοῦ παλαιοῦ ἡμερολογίου. — Οἱ οἰκοδόμοι Καβάλλας ἐνδιαφερόμενοι διὰ τὸν ἀγῶνα τῶν καπνεργατῶν δηλοῦν ὅτι τάσσονται παρὰ τὸ πλευρόν των. — Οἱ καπνεργάται Ξάνθης διαμαρτύρονται διὰ τὴν μὴ καταβολὴν εἰσέτι τῶν ἑξήκοντα ἡμερομισθίων ἀνεργίας. — Πολλοὶ κάτοικοι Καραπούλας ζητοῦν ὅπως ματαιωθῇ ἡ ἐνδεχομένη ἀπομάκρυνσις τοῦ λαοφιλοῦς νομάρχου των Μαρκέλλου. — Ὁ Σύλλογος Φιλιατρῶν ζητεῖ τὴν ἐπέκτασιν τῆς σιδηροδρομικῆς γραμμῆς ἀπὸ Κυπαρισσίας εἰς Μάραθον κλπ. — Ὁμοίως ζητεῖ τὴν κατάργησιν τοῦ φόρου ἐπιτηδεύματος. Ἅπαντες οἱ ἐνοικιασταὶ Πύργου διαμαρτύρονται ἐπὶ τῇ μελετωμένῃ ἐπαναφορᾷ παρὰ τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Ἐνοικιοστασίου Διαταγμάτων καταλυθείσης δικτατορίας. — Τὸ Ἐργατικὸν Κέντρον Θεσσαλονίκης διαμαρτύρεται κατὰ τῆς Ἑταιρείας Σίγγερ, διότι ἀπέλυσεν ἐργάτας ἱδρύσαντας Σωματεῖον. — Οἱ κάτοικοι Γρεβενῶν παρακαλοῦν τὴν Σεβαστὴν Βουλὴν ὅπως ἀνεγείρῃ Ἑλληνικὸν σχολεῖον, διότι τὸ μόνον ἀνεγερθὲν δαπάναις τῶν Γρεβενιτῶν τῆς Ἀμερικῆς δὲν ἐπαρκεῖ διὰ τὰς ἀνάγκας τῶν μαθητῶν κλπ. — Ἡ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας συμφωνίας καὶ τῶν συναφῶν αὐτῇ πράξεων, περὶ τρόπου ἐφαρμογῆς διατάξεών τινων τῆς συνθήκης εἰρήνης τῆς Λωζάννης καὶ τῆς προσηρτημένης τῇ συνθήκῃ ταύτῃ ὑπ’ ἀριθ. 9 δηλώσεως». — Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Χ. Ἀλαμανῆς, Π. Ἀλεξανδρῆς καὶ Γ. Σίδερης ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ διαθέσεως τοῦ χρηματικοῦ ὑπολοίπου τοῦ Ταμείου Ἀγροφυλακῆς Ἰωαννίνων πρὸς ἐκτέλεσιν ἔργων συγκοινωνίας ἐν Ἠπείρῳ». — Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης κ. Κ. Ἀγγελόπουλος ὑποβάλλει νομοσχέδιον «περὶ αὐτεπαγγέλτου ὑποβολῆς εἰς ἐκ νέου ἀνάκρησιν καὶ συζήτησιν τῶν ὑποθέσεων ἐφ’ ὧν ἐξεδόθησαν καταδικαστικαὶ ἀποφάσεις τῶν ἑπταμελῶν Στρατοδικείων κλπ.». — Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Δ. Χατζῖσκος, Σ. Τσακόπουλος καὶ Δ. Βοῦλτσος ὑποβάλουσι προσθήκην ἐπὶ τοῦ σχεδίου ψηφίσματος «περὶ ἐπαναμεταθέσεως κλπ. λειτουργῶν τῆς ἐκπαιδεύσεως». Ἐπίσης ἀνακοινῶ ὅτι ἡ ἐπὶ τῆς Ἀεροπορικῆς Ἀμύνης ἐξεταστικὴ τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπὴ ἐνισχύεται διὰ τοῦ κ. Β. Ρούφου. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς Νομοθετικῆς Ἐργασίας.
§3Σ. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΟΣ. Νομίζω ὅτι ἡ γνώμη ὁλοκλήρου τῆς Βουλῆς, ἂν ὄχι καὶ ὁλοκλήρου τῆς Ἑλλάδος, εἶναι νὰ προτιμηθῇ τὸ ὑπ’ ἀριθ. 7 ψήφισμα περὶ καταργήσεως τοῦ Ν. Διατάγματος τοῦ Παγκάλου «περὶ τῶν ὑποπεσόντων εἰς τὸ ἀδίκημα τῆς λιποταξίας καὶ ἀνυποταξίας».
§4ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι. Ὑπάρχουν ἀντιρρήσεις.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ματαιώσητε ὅλην τὴν συνεδρίασιν, διότι ὑπάρχουν καὶ ἄλλοι ζητοῦντες νὰ προταχθοῦν ἄλλα ψηφίσματα.
§6Σ. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΟΣ. Ὑπεβλήθη πρότασις 20 βουλευτῶν. Δὲν θὰ μᾶς ἀπασχολήσῃ πλέον τῶν πέντε λεπτῶν.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἀρνοῦμαι, ἀλλ’ εἰς τὸ τέλος τῆς συνεδριάσεως νὰ τὸ φέρω. Συνεχίζεται ἡ ἐπὶ τοῦ Συντάγματος συζήτησις. Ἄρθρον 12ον.
§8Δ. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Προέχει ἡ συντακτικὴ ἐργασία καὶ διὰ τοῦτο ἐπισπεύδομεν αὐτήν. Ἀλλ’ εἶναι ἐπίσης ἐπιτακτικὴ ἀνάγκη νὰ ψηφισθῇ ὁ Κανονισμὸς τοῦ Σώματος, διότι αἱ Ἐπιτροπαὶ δὲν ἔχουν ἀκόμη ὁρισθῆ.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κανονισμὸς θὰ ψηφισθῇ μετὰ τὸ Σύνταγμα διὰ νὰ ἀποφύγωμεν τὴν θύελλαν ἐξ αὐτοῦ καὶ νὰ ἠμπορέσωμεν νὰ τὸ ψηφίσωμεν ἐν γαλήνῃ. Δι’ αὐτὸ ἀνέβαλον τὴν ψήφισιν τοῦ Κανονισμοῦ. Ἀλλὰ δὲν ἔχω ἀντίρρησιν, ἂν θέλῃ ἡ Βουλή, νὰ φέρω τὴν Δευτέραν τὸν Κανονισμόν.
§10Σ. ΣΤΑΗΣ. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ βιασθῶμεν πρὸς συζήτησιν τοῦ Κανονισμοῦ, διότι οὗτος θὰ προκαλέσῃ πολλὰς συζητήσεις.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 12ον. Ζητεῖ τις τὸν λόγον;
§12Ε. ΧΑΤΖΗΔΑΚΗΣ. Δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ ὁρισθῇ ἓν ἀνώτατον ὅριον ἐγγυήσεως, διότι τὸ Συμβούλιον δυνατὸν νὰ ὁρίσῃ ἕν ποσόν, τὸ ὁποῖον νὰ μὴ δύναται νὰ πληρώσῃ ὁ κατηγορούμενος.
§13Χ. ΛΑΔΑΣ. Κύριε συνάδελφε, ὑπάρχει συνήθεια προκειμένου περὶ ἐγγυήσεων νὰ μὴ ὁρίζεται τὸ ἀνώτατον ποσόν.
§14Τ. ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐπὶ πολιτικῶν ἐγκλημάτων ὅταν δὲν θέλῃ νὰ ἀπολύσῃ τὸν κατηγορούμενον, τὸ Συμβούλιον δίδει τὴν ἀπόλυσιν, ἀλλ’ ὁρίζει ἓν ἀνώτατον ποσόν, τὸ ὁποῖον νὰ μὴ δύναται νὰ πληρώσῃ ὁ κατηγορούμενος.
§15Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Διὰ νὰ ἀποσοβηθῇ εἰς τὸ μέλλον ἡ κατάχρησις τοῦ χαρακτηρισμοῦ ὡς πολιτικῶν ἐγκλημάτων, κάθε ἄλλο παρὰ τοιούτων, πρέπει ἡ ἀπόλυσις νὰ μὴ εἶναι δυνητική, ἀλλ’ ὑποχρεωτική.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. (Ἀναγινώσκει): Ἄρθρον 12. Ἐπὶ πολιτικῶν ἐγκλημάτων δύναται πάντοτε τὸ Συμβούλιον τῶν Πλημμελειοδικῶν, τῇ αἰτήσει τοῦ προφυλακισθέντος, νὰ ἐπιτρέψῃ τὴν ἀπόλυσιν αὐτοῦ ἐπὶ ἐγγυήσει, ὁριζομένῃ διὰ δικαστικοῦ βουλεύματος, καθ’ οὗ ἐπιτρέπεται ἀνακοπὴ ὑπὸ τοῦ κατηγορουμένου. Οὐδέποτε δύναται ἐπὶ τῶν ἐγκλημάτων τούτων ἡ προφυλάκισις νὰ παραταθῇ πέραν τῶν τριῶν μηνῶν.
§17ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ 12ον ἄρθρον).
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. (Ἀναγινώσκει): Ἄρθρον 13. Οἱ Ἕλληνες ἔχουν τὸ δικαίωμα τοῦ συνέρχεσθαι ἡσύχως καὶ ἀόπλως· μόνον εἰς τὰς δημοσίας συναθροίσεις δύναται νὰ παρίσταται ἡ Ἀστυνομία. Αἱ ἐν ὑπαίθρῳ συναθροίσεις δύνανται ν’ ἀπαγορευθοῦν, ἂν ὡς ἐκ τούτων ἐπίκειται κίνδυνος εἰς τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν, καθ’ ὃν τρόπον θέλει ὁρίσει ὁ νόμος.
§19ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ 13ον ἄρθρον).
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 14ον. Ἐπ’ αὐτοῦ τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Γ. Γεωργιάδης.
§21Γ. ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ. Κύριοι βουλευταί, χωρὶς νὰ ἔχω τὴν φιλοδοξίαν νὰ ὑποβάλω ἰδιαιτέραν τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ συζητουμένου ἄρθρου, θὰ ὁμιλήσω ὑπὸ τὸν τύπον διασαφίσεως ἑνὸς δικαιώματος, διότι θέλω νὰ κατοχυρώσητε τὸ δικαίωμα τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, οἱ ὁποῖοι οὐσιαστικῶς ἔχουσιν αὐτὸ τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ συνέρχωνται καὶ συνεταιρίζωνται καὶ νὰ ἔχωσιν ἰδιαιτέρας ὀργανώσεις.
§22Σ. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΟΣ. Τὸ ἔχουν ὡς πολῖται Ἕλληνες.
§23Γ. ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ. Βεβαίως. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐσχάτως ἀπὸ τὴν ἱστορίαν τῆς κινήσεως τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων παρετηρήθη τάσις τῆς νομοθετικῆς, καθὼς καὶ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας ὅπως περιορίζῃ τὸ δικαίωμα τοῦτο, διὰ τοῦτο παρακαλῶ νὰ μὲ ἀκούσητε ποῦ στηρίζω τὴν ἀντίληψίν μου ταύτην. Εἰς τὰ 1923 ἐξεδόθη μία ἐγκύκλιος τῆς τότε Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία ἠρνεῖτο τὸ δικαίωμα τοῦτο. Ἔθετε δὲ μίαν ἀρχὴν ἀντίθετον πρὸς τὴν ἐξέλιξιν τὴν ὁποίαν προσέλαβε παρ’ ἡμῖν τὸ δίκαιον τῶν δημοσιοϋπαλληλικῶν ὀργανώσεων, ὅτι δηλαδὴ δὲν δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀνεχθῇ τὰς ὀργανώσεις αὐτάς, διότι τὰς θεωρεῖ ἐκδηλώσεις ἀντιπειθαρχικῆς πράξεως ἐναντίον τοῦ Κράτους. Ἂν λοιπὸν ἐπικρατήσῃ ἡ ἀντίληψις αὕτη, ἀσφαλῶς οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νόμου 241, τοῦ νόμου 2115, ὅπως ἐτροποποιήθη ὁ νόμος «περὶ Σωματείων» τῷ 1920 καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος, δὲν θὰ δύνανται νὰ ἔχουν τὸ δικαίωμα τοῦτο. Ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία τότε εἶχε τὴν ἀντίληψιν ὅτι οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι ἔχουσι μόνον τὸ δικαίωμα τοῦ ἀναφέρεσθαι, ὅπως ὅλοι οἱ πολῖται, δηλαδὴ νὰ θέτωσιν ἐνώπιον τῆς ἀνωτέρας των ἀρχῆς τὰ παράπονά των, χωρὶς νὰ δύνανται νὰ συζητῶσι μετ’ αὐτῆς, πρὸς βελτίωσιν τῶν κακῶς κειμένων καὶ ἰδίως τῆς οἰκονομικῆς των θέσεως. Αὐτὸ ἐπανελήφθη κατὰ τὸ 1925 ἐπὶ Κυβερνήσεως Παγκάλου κατὰ τρόπον αὐταρχικώτερον, ἡ ὁποία ἠπείλησε μάλιστα μὲ ἀπόλυσιν τοὺς ὑπαλλήλους οἱ ὁποῖοι θὰ ἀνεμιγνύοντο, ἐτιμώρησε δὲ πειθαρχικῶς πολλούς. Ἔλεγε δὲ ἡ ἐγκύκλιος ἐκείνη, ἡ ὁποία ἔφερεν ἐπὶ τάπητος τὸ πρόβλημα αὐτό, ἔλεγεν ὅτι καὶ ἐν ᾗ ὑποθέσει ὡς πολῖται ἔχουσι τὸ δικαίωμα τοῦτο—ἐνῷ πρόκειται περὶ σαφοῦς δηλώσεως τοῦ Συντάγματος—τοῦ συνέρχεσθαι καὶ συνεταιρίζεσθαι, ἐν τούτοις δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς ἀναγνωρισθὲν τὸ δικαίωμα αὐτὸ τῶν ὑπαλλήλων. Δὲν πρόκειται λοιπὸν περὶ ὑποθέσεως, διότι ἡ ὑπόθεσις αὐτὴ θὰ ἐξηρτᾶτο ἀπὸ τὴν κρίσιν τῆς ἑκάστοτε ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Πρόκειται περὶ κατηγορηματικῆς ἐπιταγῆς τοῦ Συντάγματος. Δι’ αὐτὸ θὰ παρακαλέσω, ἐφόσον ἄλλως τε βλέπω ὅτι ὁμόθυμος ἡ Βουλὴ ἔχει αὐτὴν τὴν γνώμην, νὰ δηλωθῇ καὶ τοῦτο διὰ τοῦ Συντάγματος.
§24Ι. ΚΑΛΟΓΕΡΑΣ. Ὄχι, ὄχι. Ἀλλοίμονον. Τὸν λόγον, κ. Πρόεδρε.
§25Γ. ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ. Ἰδοὺ λοιπὸν ὅτι τὸ ζήτημα πρέπει νὰ ἐξηγηθῇ, ἀφοῦ ὑπάρχουν ἀντίθετοι ἀντιλήψεις. Ἰδοὺ λοιπὸν ὅτι οὐχὶ ἀσκόπως ἀνῆλθον ἐπὶ τοῦ βήματος. Ἴσως νὰ εἶναι ἐναντίον τῆς ἀπόψεως αὐτῆς ὁ κ. Βοζίκης, τὸν ὁποῖον βλέπω νὰ διαμαρτύρεται, δὲν ἠξεύρω κατὰ ποῖον τρόπον. Νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ λοιπὸν νὰ τῷ ὑπομνήσω ὅτι ἄλλοτε εἶχεν ἐκφρασθῆ ὑπὲρ αὐτῆς τῆς γνώμης, ὅπως καὶ ὁ κ. Μιχαλακόπουλος, ὁ ὁποῖος ἀπουσιάζει καὶ πολλοὶ βουλευταί, οἱ ὁποῖοι ἀπουσιάζουν αὐτὴν τὴν στιγμήν.
§26Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Φαντάζομαι, κύριοι, ὅτι διὰ νὰ λειτουργήσουν αἱ ὑπηρεσίαι τοῦ Κράτους χρειάζεται νὰ ὑπάρχῃ μία πειθαρχία μεταξὺ ἀνωτέρων καὶ κατωτέρων. Μοὶ ἐφέρατε εἰς τὸν νοῦν μου μίαν ἄλλην σκέψιν. Οἱ στρατιῶται εἶναι δημόσιοι ὑπάλληλοι; Ὅπως δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ δώσωμεν τὸ δικαίωμα τοῦ συνέρχεσθαι καὶ συνεταιρίζεσθαι εἰς τοὺς στρατιωτικούς, οὕτω δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ δώσωμεν τὸ δικαίωμα τοῦτο καὶ εἰς τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους. Διότι αἱ ὑπηρεσίαι, ἡ κρατικὴ μηχανή, θὰ παύσῃ νὰ λειτουργῇ.
§27Γ. ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ. Θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μὲ ἀκούσητε διὰ νὰ σᾶς ἀναπτύξω ποῦ στηρίζω ἐγὼ ἓν στοιχειῶδες δικαίωμα, τὸ ὁποῖον βγαίνει ἀπὸ αὐτὸ τὸ Σύνταγμα τὸ Ἑλληνικόν, τὸ ὁποῖον ἐφηρμόσθη ἀπὸ μιᾶς δεκαετίας. Δὲν σᾶς ὁμιλῶ περὶ ἑνὸς δικαιώματος, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ παραχωρήσητε, ἀλλὰ περὶ ἀσκήσεως ἑνὸς δικαιώματος, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει σήμερον. Ὥστε ἡ ἀπόφασίς σας θὰ συνετέλει εἰς τὸ νὰ ἀνατρέψητε ἓν δικαίωμα ὑφιστάμενον, ἂν ἐδίδατε αὐτὴν τὴν ἔννοιαν εἰς τὸ Σύνταγμα. Ἡ ἱστορία τῶν δημοσιοϋπαλληλικῶν ὀργανώσεων, κ. συνάδελφε, σᾶς πληροφορῶ, ὡς καὶ ὑμεῖς γνωρίζετε, ὑφίσταται νομίμως διὰ καταστατικοῦ, παρέχω δὲ προσθέτως εἰς ὑμᾶς καὶ τὴν πληροφορίαν ὅτι καὶ οἱ δικασταὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους ἐσχάτως κατήρτισαν Σωματεῖον καὶ ἐψήφισαν καὶ καταστατικὸν καὶ ὅστις θέλει δύναται νὰ μεταβῇ εἰς τὸ Ἐφετεῖον Ἀθηνῶν ἵνα λάβῃ τὸ ἀντίγραφον.
§28Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἅμα τὸ ἴδω αὐτό, θὰ ὑποβάλω πρότασιν καταργήσεως τῆς ἰσοβιότητος.
§29Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Πότε ἐγένετο αὐτό;
§30Γ. ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ. Τώρα ἐσχάτως. Τὸ εἶδον εἰς τὸ Ἐφετεῖον. Κύριοι, θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ κάμω τὸν ἀπολογισμὸν τῶν γεγονότων χωρὶς νὰ διατυπώσω τὰς ἰδικάς μου ἰδέας, διότι πρόκειται περὶ γεγονότων καὶ οὐχὶ περὶ ζητημάτων τὰ ὁποῖα δὲν εἰσηγοῦμαι ἵνα ταράξω ἁπλῶς τὴν ἠρεμίαν τῶν σκέψεών σας. Ἐκθέτω δὲ πρὸς ὑμᾶς πράγματα, τὰ ὁποῖα, καθὼς παρατηρῶ, ἀγνοοῦνται, ἐνῷ εἶναι πράγματα τὰ ὁποῖα συμβαίνουσι καθημερινῶς εἰς τὴν δημοσίαν ζωὴν τῆς Ἑλλάδος. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀγνοεῖτε, διότι τοῦτο συνέβη κατὰ τὰς ἡμέρας τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, ὅτι συνεκροτήθη ἐν Ἀθήναις Πανελλήνιον συνέδριον, ὅτι ἔλαβε χώραν τὸ συνέδριον τοῦτο εἰς τὸ ἐδῶ Ἐθνικὸν Θέατρον, εἰς τὸ ὁποῖον ἀντεπροσωπεύθησαν αἱ δημοσιοϋπαλληλικαὶ ὀργανώσεις, ἀνερχόμεναι εἰς 12, ἂν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη. Τὴν πρωτοβουλίαν εἶχεν ἀναλάβει ἡ Κυβέρνησις ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Καλαβρύτων πολιτευτοῦ. Ἐκεῖ συνεκροτήθη μία Ἕνωσις, ἡ ὁποία ὀνομάζεται «Γενικὴ Συνομοσπονδία τῶν ὑπαλλήλων τῆς Ἑλλάδος». Δὲν φαντάζομαι δὲ ὅτι μία Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ἀποτελεῖται ἀπὸ τόσον σώφρονας ἄνδρας, θὰ ἐπιτρέψῃ νὰ πιστευθῇ ὡς ἐπιστέγασις τοῦ ἔργου αὐτῆς, ὅτι τοῦτο ἀποτελεῖ μίαν παρανομίαν. Φαντάζομαι ὅτι τὸ Σωματεῖον τοῦτο εἶναι νόμιμον, ἐφόσον ἄλλως τε νομίμως λειτουργεῖ καὶ νόμιμον καταστατικὸν ἔχει, ἐφόσον τοῦτο ἐτέθη ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας. Μοὶ δίδει ὅθεν ὅλον τὸ δικαίωμα νὰ πιστεύσω ὅτι εἶναι μία ὀργάνωσις νόμιμος. Διότι, ἂν ἦτο ὀργάνωσις ἀμφισβητουμένου δικαίου, θὰ εἴχομεν τὸ δικαίωμα νὰ ἴδωμεν ἂν πρέπει νὰ παραχωρήσωμεν τὸ δικαίωμα εἰς αὐτήν. Δηλαδὴ δὲν εἶναι πρᾶξις ἁβρότητος, δὲν εἶναι καινοφανὴς ὑπόθεσις, ὅπως π. χ. ἡ παροχὴ ψήφου εἰς τὰς γυναῖκας. Ἐγὼ σᾶς λέγω τοῦτο· πρὸς ἀποφυγὴν ἀνωμαλιῶν εἰς τὸ Κράτος, διότι αὐτὸ τοῦτο τὸ Σύνταγμα κάμνει λόγον περὶ τοῦ δικαιώματος αὐτῶν, σᾶς λέγω ὅτι ὑπάρχει τοῦτο ὡς γεγονὸς εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ ἂν θέλητε νὰ δώσητε καλὴν διέξοδον εἰς τὸν ἀγῶνα τῶν ὑπαλλήλων, πρέπει νὰ δηλώσητε ρητῶς, ἐφόσον ἐξεδηλώθησαν ἀντιρρήσεις, ὅτι νομίμως λειτουργοῦν αἱ δημοσιοϋπαλληλικαὶ ὀργανώσεις καὶ ὅτι οἱ ὑπάλληλοι ἔχουν συνταγματικὸν δικαίωμα προβαίνοντες εἰς σωματειακὰς ἑνώσεις. Εἰς τὰ 1911, δηλαδὴ πρὸ δεκαπενταετίας, ἱδρύθη ἡ πρώτη Ἕνωσις τῶν δημοσιοϋπαλλήλων καὶ μάλιστα, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ὑπουργοῦντος τοῦ κ. Μιχαλακοπούλου.
§31Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Πολὺ πρὸ τοῦ 1911.
§32Γ. ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ. Εἶμαι εὐτυχής, ἂν ἡ ἱστορία των ἀνατρέχεται καὶ περισσότερον. Γνωρίζω ὅμως ὅτι ἡ Ἕνωσις τῶν ὑπαλλήλων Τ.Τ.Τ. ἔγινεν εἰς τὰ 1911. Μετὰ τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ Συντάγματος καὶ μετὰ τὰς ἑρμηνευτικὰς δηλώσεις αἱ ὁποῖαι ἠκούσθησαν, ἐδόθη ἡ ἐξήγησις ὅτι ἠδύναντο καὶ αὐτοὶ νὰ συσσωματωθῶσιν, ἀλλ’ ὁ Βασιλεὺς ἐκείνης τῆς ἐποχῆς ἠρνήθη τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Διατάγματος, χάρις ὅμως εἰς τὴν ἐπιμονὴν τοῦ Ὑπουργοῦ κατέστη ὁριστικὴ ἡ ἀναγνώρισίς των διὰ Διατάγματος. Βραδύτερον ἐπῆλθεν ὁ νόμος «περὶ Σωματείων» τοῦ 1914. Αἱ ὑπαλληλικαὶ ὀργανώσεις ἀνταποκρίνονται πρὸς ἐπιτακτικὴν ἀνάγκην. Αἱ ὀργανώσεις τῶν ἀτόμων εἰς μίαν Κοινωνίαν δὲν γίνονται πρὸς ἱκανοποίησιν μιᾶς ἀφῃρημένης ἰδεολογίας, ἀλλὰ πρὸς θεραπείαν μιᾶς ἀνάγκης. Μόνον ἡ οἰκονομικὴ ἀνάγκη ὠθεῖ τὰς ὁμάδας εἰς μίαν ὀργάνωσιν πρὸς διεκδίκησιν τῶν δικαίων των. Θὰ μοὶ ἀντιταχθῇ· διαφθείρετε λοιπὸν τὴν ὑψηλὴν θέσιν τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων καὶ τοὺς καταβιβάζετε εἰς ἔδαφος διεκδικήσεως ὑλικῶν συμφερόντων.
§33ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὑμεῖς τοὺς καταβιβάζετε. Ἡμεῖς προσπαθοῦμεν νὰ μὴ κατέρχωνται.
§34Γ. ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ. Λέγω, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ὅλοι σχεδὸν βλέπουσιν εἰς τὸ γεγονὸς τοῦτο ἓν σημεῖον καταπτώσεως τῆς ἐποχῆς μας. Τοὐναντίον νομίζω ὅτι, ἂν ὑπάρχῃ ἓν στοιχεῖον, ὅτι ὁ αἰών μας εἶναι ἀνώτερος τῶν προηγουμένων, εἶναι τοῦτο τὸ στοιχεῖον τῆς εἰλικρινείας, διότι ἡ ἐποχή μας θέτει τὰ ζητήματα κατὰ τρόπον σαφῆ. Πάντοτε εἰς ὅλον τὸν κόσμον, εἰς ὅλας τὰς ἐποχὰς τὰ συμφέροντα εἶναι τὰ κίνητρα τῶν ἀτομικῶν καὶ ὁμαδικῶν ἐνεργειῶν. Πιθανὸν νὰ ὑπάρχουν ἄτομα ἀνώτερα, τὰ ὁποῖα κινοῦνται εἰς τὴν δρᾶσίν των ἀπὸ ἰδεολογικὰ ἐλατήρια, ἀλλ’ αἱ ὁμάδες κινοῦνται ἀπὸ τὰ συμφέροντα. Πάντοτε ἡ ἰδική μας ἐποχὴ ἔχει αὐτὸ τὸ πλεονέκτημα, ὅτι θέλει εἰλικρίνειαν, λέγει ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θέλει καὶ ζητεῖ τὴν βελτίωσίν της, βασίζουσα τὴν ἀξίωσιν τῆς προόδου τῶν ἀτόμων ἐπὶ τῇ βάσει τῆς καλυτέρας ἐργασίας, τὴν ὁποίαν προσφέρει εἰς τὸ κοινωνικὸν σύνολον. Τὸ 1918 καὶ ἐντεῦθεν μὲ τὴν ἔντασιν τῆς οἰκονομικῆς κρίσεως ἤρχισαν νὰ δημιουργῶνται αἱ πρῶται ὀργανώσεις τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Γνωρίζετε τὴν ἱστορίαν καὶ παρακολουθεῖτε τὴν δρᾶσίν των. Ἡ πρώτη ἱδρύθη ἐν Ἀθήναις τῷ 1923. Εἴδατε τὴν ἐγκύκλιον τῆς Κυβερνήσεως, τὴν ὁποίαν σᾶς ἀνέφερα. Εἰς τὸ 1925 νέα ἐμπόδια τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ἀρνουμένης τὸ δικαίωμα τῆς ἐπαγγελματικῆς ὀργανώσεως τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Αὐτὸς ὁ φραγμὸς δὲν ἦτο ἱκανὸς διὰ νὰ ἀναχαιτίσῃ τὴν κίνησιν τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων καὶ εἴδατε ὅτι ἐφθάσαμεν εἰς συνομοσπονδιακὴν ὀργάνωσιν τῶν ὑπαλλήλων, ὡς γεγονὸς μεγάλης σημασίας διὰ τὴν ἐξέλιξιν τῆς δημοσίας ζωῆς τοῦ Τόπου. Ἀλλὰ θὰ εἴπητε πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ παραδεχθῶμεν τοῦτο, νὰ ἀσκῶσι δηλαδὴ αὐτὸ τὸ δικαίωμα οἱ ὑπάλληλοι, οἱ ὁποῖοι εἶναι φορεῖς τῆς κρατικῆς ἐξουσίας; Τὸ ἐπιχείρημα αὐτὸ δὲν εἶναι ὀρθὸν οὔτε ἀπὸ ἀπόψεως δικαίου. Μέχρι τινὸς προσεπάθησαν νὰ εὕρωσι δικαιολογίαν τοῦ ὑπαλληλικοῦ δικαιώματος τῆς ὀργανώσεως, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀντιλήψεως τοῦ Ρωμαϊκοῦ Δικαίου, ὅπερ χαρακτηρίζει τὴν ὑπαλληλικὴν σχέσιν ὡς ἐντολὴν διὰ διαφόρων νομικῶν συνδυασμῶν. Τότε σᾶς ἐρωτῶ· πῶς εἶναι αὐτὸ τὸ πρᾶγμα, ὁ μισθὸς τοῦ ὑπαλλήλου, πῶς δικαιολογεῖται; Διότι κατὰ τὸ Ρωμαϊκὸν Δίκαιον δὲν ἐπιτρέπεται εἰς σχέσιν ἐντολῆς, μισθός. Ἐν τούτοις οἱ νομικοὶ ἐπιμένοντες εἰς τὴν παλαιὰν δοξασίαν, ἀσχέτως πρὸς τὴν ζωήν, εἶπον ὅτι εἶναι ἐντολὴ ἐπαχθὴς καὶ ἑπομένως ἐπιτρέπεται εἰς αὐτοὺς νὰ λαμβάνωσι καὶ μισθόν. Ἀλλ’ ἡ πρόοδος τῶν πραγμάτων, διὰ νὰ μὴ εἴπω ἡ πρόοδος τῆς ἐπιστήμης, δὲν κάμνει τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ ἐπικυρώνῃ τὰς πραγματικὰς καταστάσεις ἅμα ὡριμάσωσιν αἱ δυνάμεις. Ἐπειδὴ ὡρίμασαν τὰ πράγματα καὶ οἱ λαοὶ σήμερον—τολμῶ καὶ περὶ τούτου νὰ βεβαιώσω τὴν Βουλὴν—συγγραφεῖς συντηρητικώτατοι ὅπως εἰς τὴν Γαλλίαν, παλαιοὶ συντηρητικοί, οἱ ὁποῖοι τρέμουν πρὸ τοῦ δικαιώματος τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, ὡς καὶ αὐτὸς ὁ συγγραφεὺς Πλανιόλ, ὁ συντηρητικώτατος αὐτὸς ἄνθρωπος, καθηγητὴς τοῦ Ἀστικοῦ Δικαίου ἐν Γαλλίᾳ—ἑπομένως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ καμμία ἀμφισβήτησις ὅτι ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς προτίθεται νὰ καταστρέψῃ τὰ συμφέροντα τοῦ Γαλλικοῦ Κράτους—κηρύσσεται ὑπὲρ τοῦ δικαιώματος τούτου τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Ἀλλὰ διατί νὰ ὑπάγωμεν εἰς τὴν Γαλλίαν; Παρακαλῶ νὰ ἀναγνώσητε τὰς γνώμας τοῦ ἐν τῷ ἡμετέρῳ Πανεπιστημίῳ καθηγητοῦ τοῦ ὑπαλληλικοῦ δικαίου κ. Ἀγγελοπούλου, ὁ ὁποῖος καὶ αὐτὸς εἶναι συντηρητικὸς ἄνθρωπος καὶ δὲν νομίζω ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποτεθῇ παρ’ οὐδενὸς ὅτι εἶναι ἄνθρωπος ριζοσπαστικός. Ὁ ἄνθρωπος οὗτος ἀναγνωρίζει ὅτι οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι ἔχουσι δικαίωμα ἐξ αὐτοῦ τοῦ Συντάγματος....
§35Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία. Τὸ ζήτημα εἶναι ἡ ἔκτασις αὐτοῦ τοῦ δικαιώματος.
§36Γ. ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ. .... ἔχουσι, κύριοι, ἀναμφισβήτητον δικαίωμα. Ἡμεῖς δὲν ζητοῦμεν τὴν ἀποσαφήνισιν τοῦ δικαιώματος αὐτοῦ διὰ νὰ δώσωμεν δῆθεν ἀέρα εἰς τὰ μυαλὰ τῶν ὑπαλλήλων, ἀλλὰ σᾶς λέγομεν διὰ νὰ ἀποφύγωμεν τὰς συγκινήσεις, αἱ ὁποῖαι θὰ γίνωνται εἰς τὴν ἑρμηνείαν τοῦ νόμου, ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ δεχθῶμεν ὁμοφώνως, διότι δὲν τρέφω φιλοδοξίαν νὰ ψηφίσω ἰδικήν μου τροπολογίαν, ὅτι οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ συνέρχωνται καὶ νὰ συνεταιρίζωνται, τηροῦντες τοὺς νόμους τοῦ Κράτους, ὅπως ἄλλως τε ὅλοι οἱ πολῖται ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ κάμουν ἐπαγγελματικὰ Σωματεῖα, βεβαίως τηροῦντες τοὺς νόμους τοῦ Κράτους. Δὲν εἶναι ζήτημα μόνον δικαίου διὰ τὴν Ἑλλάδα, ἀλλ’ ἔχει καὶ ἄλλην μεγάλην σημασίαν, ὡς πιστεύω, ἡ ἀναγνώρισις καὶ ἡ ἐνίσχυσις ἀκόμη τῶν δημοσιοϋπαλληλικῶν ὀργανώσεων· ὅτι ἡ ἀναδιοργάνωσις τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν, ἡ ὁποία εἶναι ἔργον τῆς Βουλῆς καὶ παντὸς βουλευτοῦ, δὲν δύναται παρὰ νὰ ἐπέλθῃ διὰ τῶν ἰδίων δυνάμεων τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων.
§37Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Τὸ ζήτημα τῆς διοικητικῆς ἀποκεντρώσεως εἶναι διάφορον ἀπὸ τὸ ζήτημα τοῦ δικαιώματος τοῦ συνεταιρίζεσθαι.
§38ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἐγὼ νομίζω τῆς ἀποστολῆς τῶν ὑπαλλήλων.
§39Γ. ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ. Δικαίωμα ἀποκεντρώσεως ἐννοοῦμεν τὴν ὑπαγωγὴν τῶν προσωπικῶν μεταβολῶν, εἰς Συμβούλιον, εἰς τὸ ὁποῖον νὰ μετέχουν καὶ οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι διὰ τῶν ὀργανώσεών των, βεβαίως δὲ δὲν εἶναι συνδεδεμένον μὲ τὸ συνταγματικὸν δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι.
§40Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ὁ κ. Γεωργιάδης τὸ θεωρεῖ δίκαιον πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι ἀποκρουστέον νὰ συμμετέχουν τῶν Συμβουλίων καὶ ἄλλοι. Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως αὐτοῦ, τὸ ζήτημα τοῦ συνεταιρίζεσθαι τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων δὲν εἶναι ζήτημα ἁπλοῦν, τὸ ὁποῖον δυνάμεθα μὲ μίαν διάταξιν νὰ καθορίσωμεν ὅπως διὰ τοὺς πολίτας. Διότι μία γενικὴ διάταξις θὰ περιλαμβάνῃ τοὺς δικαστάς, ἄλλη διάταξις θὰ περιλαμβάνῃ τοὺς χωροφύλακας καὶ ἄλλη ἄλλας. Ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν τὸ Κράτος νὰ ἀναγνωρίσῃ τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι εἰς τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους καὶ κατὰ συνέπειαν δικαίωμα ἀπεργίας, διότι γνωρίζετε πολὺ καλὰ ὅτι τὸ δικαίωμα τῆς ἀπεργίας στηρίζεται ἐπὶ τοῦ δικαιώματος τοῦ συνεταιρίζεσθαι. Ἀμέσως διετυπώσατε τὴν τροπολογίαν καὶ εἴπατε αὐτὸ τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι ἔχουσι καὶ οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι, οὕτω πως δὲ διατυπουμένη δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ δεκτή. Ἄν θέλητε νὰ γίνῃ δεκτὴ συνταγματικὴ διάταξις, ἔπρεπε νὰ κάμωμεν διατάξεις ὡρισμένων ὑπαλλήλων ἀφ’ ἑνὸς καὶ ἀφ’ ἑτέρου νὰ ὁρίσωμεν ποῖοι ὑπάλληλοι ἔχουσι δικαίωμα νὰ ἀπεργῶσι, μέχρι τοῦδε δὲ τὸ δικαίωμα τῆς ἀπεργίας ἐστηρίχθη ἐπὶ τοῦ δικαιώματος τοῦ συνεταιρίζεσθαι, ἐκτός, ἐπαναλαμβάνω, ἂν πρόκειται νὰ γίνῃ συνταγματικὴ διάταξις, ὁπότε δὲν ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ οὕτω.
§41Γ. ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ. Ὁ κ. ἐπὶ τῆς Γεωργίας Ὑπουργὸς ἠθέλησε νὰ δώσῃ περιορισμόν τινα εἰς τὰς σκέψεις μου προτοῦ φθάσω εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τούτων. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἐμείναμεν σύμφωνοι κατ’ ἀρχὴν εἰς τὴν κεντρικὴν βάσιν νὰ ἔχωσι τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι καὶ συνέρχεσθαι, ἐνῷ πηγάζει ἐκ τοῦ Συντάγματος, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ φθάσωμεν καὶ εἰς μίαν ἀνατροπὴν συνταγματικῆς διατάξεως, διότι ὁ μὲν θὰ ἐθεώρει ὅτι ἡ ὑπηρεσία τῶν Τ. Τ. δὲν δύναται νὰ ἀπεργῇ ἢ ἡ ἄλλη ὑπηρεσία μὴ πράττῃ τοῦτο ἢ ἐκεῖνο. Ἓν δικαίωμα ἢ ὑπάρχει ἢ δὲν ὑπάρχει· δὲν δυνάμεθα τὸ δικαίωμα τοῦτο τῶν πολιτῶν, τὸ ὁποῖον διασφαλίζεται δι’ ὅλους τοὺς πολίτας, δὲν δυνάμεθα νὰ τὸ ἀρνηθῶμεν εἰς μίαν μερίδα πολιτῶν, διότι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον θὰ ἦτο ἀνατροπὴ μιᾶς συνταγματικῆς διατάξεως. Ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ὁ κ. ἐπὶ τῆς Γεωργίας Ὑπουργός, ὡς ἐπὶ κεφαλῆς τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως» εἶχεν ὑποστηρίξει ὅτι οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι εἶχον τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι καὶ τοῦ συνέρχεσθαι. Ἂν ὑποτεθῇ ὅτι ἔχουσι τὸ δικαίωμα τοῦτο, ἂς δηλώσῃ ἡ Κυβέρνησις ὅτι οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι — δὲν ἔχω τὴν φιλοδοξίαν τῆς τροπολογίας αὐτῆς — ἐγὼ κάμνω μίαν ἑρμηνείαν τῶν πραγμάτων, ὅτι οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι συμφώνως πρὸς τὸ Σύνταγμα τὸ ὑφιστάμενον μέχρι τοῦδε, ὀρθῶς βαδίζουσι καὶ ὀρθῶς ἔχουσι τὰς ὀργανώσεις των καὶ ἐγὼ ἀρκοῦμαι εἰς τοῦτο.
§42Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Ὄχι, δὲν θὰ γίνῃ. (Διαμαρτυρίαι ἐκ μέρους πολλῶν βουλευτῶν).
§43Γ. ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ. Θὰ σᾶς παράσχω μίαν εὐκαιρίαν νὰ διαδράμητε εἰς ἄλλα Κράτη, τὰ ὁποῖα, μολονότι ἔχουσι τὰς ὀργανώσεις αὐτάς, ἐν τούτοις θεωροῦνται καὶ εἶναι ἰσχυρὰ Κράτη. Φαντάζεσθε ὅτι ἡ Γαλλία εἶναι μικρὸν Κράτος; Καὶ ἡ Γερμανία ὅτι εἶναι ἓν παληοκράτος; Καὶ ἡ Ἀγγλία ὅπου, κύριοι, οἱ χωροφύλακες ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ παρελαύνωσι πρὸ τοῦ Βασιλέως Γεωργίου ἐν ἀπεργίᾳ; Ἀνετράπη τὸ Κράτος ἐκεῖ;
§44Σ. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΟΣ. Θέλετε νὰ διατυπώσωμεν εἰς τὸ Σύνταγμα τὸ δικαίωμα τῆς ἀπεργίας, κ. συνάδελφε;
§45Γ. ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ. Δὲν δέχομαι διακοπάς. Εἰς τὴν Γερμανίαν, λέγω, ὑπάρχει ἡ Ὁμοσπονδία τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, ἡ ὁποία ἔχει τὴν ἑξῆς ἐξέλιξιν. Ἐκεῖ, συμφώνως μὲ τὸ Γερμανικὸν Σύνταγμα τὸ ὁποῖον ἀναγνωρίζει ῥητῶς τὸ δικαίωμα τοῦτο, οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι ἔχουν ὄχι μόνον τοῦτο τὸ δικαίωμα, ἀλλὰ καὶ νὰ ἀσκοῦν ἐλευθέρως τὰς πολιτικάς των πεποιθήσεις καὶ νὰ τὰς ἐκδηλώνουν. (Θόρυβος). Παρακαλῶ προσέξατε. Ἀπευθύνομαι δὲ ἰδιαιτέρως πρὸς ὑμᾶς, οἱ ὁποῖοι ἀποτελεῖτε τὴν πλειονοψηφίαν, τοὺς δημοκρατικοὺς βουλευτὰς καὶ λέγω πρὸς ὑμᾶς ὅτι θεωρεῖται ἡ ὀργάνωσις αὐτή, ἡ Γενικὴ Συνομοσπονδία τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων τῆς Γερμανίας ὡς μία ἐγγύησις καὶ ἓν ἀπὸ τὰ βάθρα τοῦ δημοκρατικοῦ πολιτεύματος καὶ τῆς Δημοκρατίας ὁλοκλήρου. Ἔχουν λοιπὸν ὄχι μόνον αὐτὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ὡς τὸ διατυποῦτε σεῖς εἶναι πλατωνικόν, ἀλλ’ ἔχουν τὸ δικαίωμα ἐλευθέρως νὰ ἐκφράζωσι καὶ τὰς πολιτικάς των πεποιθήσεις. Σᾶς λέγω δὲ τὸ ἑξῆς χαρακτηριστικόν· ὅτι εὑρίσκονται ἐν συνεργασίᾳ μετὰ τῆς Γενικῆς Ὁμοσπονδίας τῶν ἰδιωτικῶν ὑπαλλήλων, ὅτι ἔρχονται εἰς συνεργασίαν μετὰ τοῦ Γενικοῦ Συνδέσμου τῶν Γερμανικῶν ἐργατικῶν Συνδικάτων, ὅτι ἔρχονται εἰς στενὸν σύνδεσμον μεταξύ των αἱ Ὁμοσπονδίαι καὶ ἔχουν προχωρήσει ἀκόμη εἰς τὴν διεθνῆ ἐργατικὴν Συνομοσπονδίαν τοῦ Ἀμστερδάμ. Σᾶς λέγω ἀκόμη ὅτι εἰς τὴν Γαλλίαν, ὅπου ἡ κίνησις ἤρξατο ἀπὸ τοῦ 1884 διὰ τοῦ νόμου τοῦ Βαλδὲκ Ρουσσώ, ἀπὸ τοῦ 1901 μέχρι σήμερον ἔλαβον τοιαύτην ἀνάπτυξιν αἱ ὀργανώσεις τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, ὥστε σήμερον ἀποτελοῦνται ἀπὸ ἑκατομμύρια μέλη. Αἱ ὀργανώσεις αὗται ὑφίστανται εἰς ὅλα τὰ Κράτη τοῦ κόσμου· εἰς τὴν Ὁλλανδίαν, Τσεχοσλοβακίαν, Αὐστρίαν, τὸ Βέλγιον κλπ. Ἐσχάτως, σᾶς πληροφορῶ ἀκόμη, εἰς τὰ 1923, κατ’ ἔγκρισιν τῶν Κυβερνήσεων, ἀπὸ τὴν ἀναπόδραστον ἀνάγκην τῶν πραγμάτων, συνῆλθε διεθνὲς συνέδριον τῶν δημοσιοϋπαλληλικῶν ὀργανώσεων. Προσέξατε τοῦτο, διότι ἡ κίνησις τοῦ δημοσιοϋπαλληλικοῦ κόσμου δὲν εἶναι μόνον μία περιωρισμένη οἰκονομικὴ κίνησις, δὲν εἶναι μόνον ζήτημα μισθῶν, ἀλλ’ ἔχει ἓν βαθύτερον πνεῦμα κρατικῆς ἀνυψώσεως καὶ μάλιστα αὐτὸ θέλω νὰ προσθέσω, ὅτι ἡ περίπτωσις εἶναι διὰ τὴν Ἑλλάδα λίαν ἐπίκαιρος. Καὶ ἂν δὲν ὑπῆρχον ἀκόμη αἱ ὀργανώσεις, θὰ ἐτόλμων νὰ εἴπω ὅτι θὰ ἦτο ἀνάγκη οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι νὰ συνασπισθῶσι διὰ νὰ ἀποτελέσουν ἕνα φραγμὸν ἐναντίον αὐτοῦ τοῦ Κράτους, τὸ ὁποῖον εἶναι διαρκῶς κόμμα καὶ οὐδέποτε ὑπῆρξε Κράτος.
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε συνάδελφε, σᾶς παρακαλῶ νὰ συντάξητε τὰς σκέψεις σας, διότι πρὸ πολλοῦ ἔχετε ἐξαντλήσει τὸ χρονικὸν ὅριον.
§47Γ. ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ. Κύριοι ἐφθάσαμεν εἰς ἓν σημεῖον πολὺ λεπτὸν, ὅτι οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι ὀργανούμενοι, καθ’ ὃ καὶ ἐκ τοῦ Διατάγματος καὶ ἐκ τῶν κειμένων νόμων ἔχουσι δικαίωμα, ἔχουσι καὶ τὸ δικαίωμα τῆς ἀπεργίας, διότι περὶ τούτου πρόκειται.
§48Ι. ΚΑΛΟΓΕΡΑΣ. Ἐλᾶτε λοιπὸν εἰς τὸ θέμα σας. Θέσατέ το σαφῶς νὰ τελειώνωμεν.
§49Γ. ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ. Αὐτὸ τὸ θέμα, πράγματι, κύριοι, εἶναι σπουδαῖον καὶ γεννᾷ τὴν ἀνησυχίαν, τὴν ὁποίαν βλέπω ἔκδηλον, διότι, ἐνῷ συμφωνοῦμεν εἰς τὴν ἀναγνώρισιν ἑνὸς δικαιώματος, ἀμέσως στενοχωρούμεθα, ἀνησυχοῦμεν διὰ τὴν ἄσκησιν αὐτοῦ τοῦ δικαιώματος. Πράγματι καὶ εἰς τὴν πρᾶξιν καὶ εἰς τὴν ἐπιστήμην, διότι ἡ πρᾶξις εἶναι ἐκείνη ἡ ὁποία, ὡς εἶπον, δημιουργεῖ τὴν ἐπιστήμην, τὸ πρᾶγμα ἀμφισβητεῖται. Μὲ εἰλικρίνειαν λέγω ὅτι οἱ περισσότεροι συγγραφεῖς, οἱ πλέον συντηρητικοί, ποίους θέλετε οἱ βασιλικοί, οἱ μοναρχικοί, οἱ καθολικοί, ὅλων τῶν ἀποχρώσεων, οἱ συντηρητικοί, ἀναγνωρίζουν ὅτι οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι ἔχουν δικαίωμα ὀργανώσεως καὶ εἰδικῶς ὀργανώσεως πολιτικῆς. Αὐτὰ εἶναι γνωστὰ πράγματα.
§50Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κανεὶς δὲν τὸ ἀρνεῖται αὐτό.
§51Γ. ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ. Τώρα, αὐτὸ εἶναι τὸ σπουδαῖον· ἔχουν τὸ δικαίωμα καὶ νὰ ἀπεργοῦν;
§52ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Καὶ νὰ παίρνουν μισθόν;
§53Γ. ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ. Πρῶτον ἀπὸ ἀπόψεως στενοῦ δικαίου ἐν Ἑλλάδι ἂς τὸ ἐξετάσω αὐτὸ τὸ θέμα, διότι τὸ μεταχειρίζονται — μὲ συγχωρεῖτε διότι ἀναγκάζομαι νὰ τὸ εἴπω — πρὸς καταδημαγώγησιν τοῦ δικαιώματος τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων οἱ ἀντιδραστικοί.
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἀναγκασθῶ ὅμως νὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλήν, ἂν ἐπιτρέπῃ αὐτὴν τὴν τόσον μακρὰν παράβασιν τῆς ἀποφάσεώς της.
§55Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Θέλομεν νὰ ἀκούσωμεν τὸν κ. συνάδελφον. Ἡ ἐλευθερία τοῦ λόγου εἶναι σεβαστή.
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶπον ὅτι ἐξηντλήθη πρὸ πολλοῦ τὸ ἡμίωρον τῆς ἀγορεύσεως.
§57Α. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Ἡ Βουλὴ ἀκούει εὐχαρίστως. Νομίζω ὅτι ἡ γνώμη τῶν τριῶν βουλευτῶν δὲν ἀρκεῖ διὰ νὰ περιορισθῇ ὁ λόγος τοῦ κ. βουλευτοῦ.
§58Ι. ΚΑΛΟΓΕΡΑΣ. Περὶ χρόνου πρόκειται. Δὲν ἠμποροῦμεν νὰ ὁμιλῶμεν ἐπ’ ἄπειρον.
§59Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Ἔχει πλῆρες τὸ δικαίωμα ὁ κ. συνάδελφος νὰ ὁμιλήσῃ. Οὐδεὶς δύναται νὰ τῷ ἀφαιρέσῃ τὸν λόγον.
§60Ι. ΚΑΛΟΓΕΡΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, πρέπει νὰ γνωρίζωμεν, ἂν ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ εἷς βουλευτὴς ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ ὁμιλῇ ὅσον θέλει.
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ τὸ ἔχει, ἀλλὰ τὸ ψήφισμα τὸ τελευταῖον περιορίζει τὸν χρόνον. Ὁρίστε, κ. συνάδελφε, ἐξακολουθήσατε.
§62Γ. ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ. Λέγω, κύριοι· διατί ἀνησυχεῖτε, ἐφόσον ἔχετε νόμους, οἱ ὁποῖοι κατοχυρώνουν αὐτὰ τὰ πράγματα; Ὑπάρχει ἓν ἄρθρον εἰς τὸν ποινικὸν νόμον, τὸ ἄρθρον 451— εἶσθε νομικοὶ οἱ περισσότεροι—τὸ ὁποῖον λέγει (ἀναγινώσκει): «Δημόσιοι ὑπάλληλοι, οἱ ὁποῖοι ἐγκαταλίπουν τὴν ὑπηρεσίαν των συσσωματούμενοι ἐκ προθέσεως, τιμωροῦνται ἀπὸ 2 μέχρι 5 ἐτῶν φυλακίσεως». Σᾶς λέγω λοιπόν· ἔχετε νόμον, ὁ ὁποῖος προστατεύει αὐτὰ τὰ δικαιώματά σας τὰ ὁποῖα θέλετε. Τί θέλετε νὰ σᾶς εἴπω ἐγώ;
§63ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὁ ὁποῖος ὅμως νόμος εἶναι συνταγματικός.
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀφήσατε τέλος πάντων νὰ συνεχίσῃ τὴν ἀγόρευσίν του. Μὴ ἀπαντᾶτε σᾶς παρακαλῶ.
§65ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τί θέλετε;
§66Γ. ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ. Ἡ προσωπική μου γνώμη εἶναι, ἀλλὰ καὶ ἡ πεῖρα ἀποδεικνύει τὸ ἑξῆς· ὅτι εἰς Κράτη, εἰς τὰ ὁποῖα ἐπικρατεῖ ἡ ἀντίληψις ὅτι ἔχουν τὸ δικαίωμα τῆς ὀργανώσεως οἱ ὑπάλληλοι, ἀναγνωρίζεται καὶ τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ ἀπεργοῦν ἀκόμη. Ἔχομεν δὲ τοιαῦτα παραδείγματα καὶ εἰς τὴν Γερμανίαν καὶ εἰς τὴν Αὐστρίαν καὶ εἰς τὴν Γαλλίαν ἀκόμη.
§67Γ. ΜΟΔΗΣ. Εἰς τὴν Γαλλίαν ὄχι.
§68Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Τέσσαρες ἀπεργίαι ὑπαλλήλων ἔγιναν εἰς τὴν Γαλλίαν τελευταίως.
§69Γ. ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ. Ἀναφέρω γνωστὰ πράγματα. Λέγω λοιπὸν ὅτι εἰς τὰ Κράτη ταῦτα ὄχι μόνον ὑπάρχει τὸ δικαίωμα τῆς ἀπεργίας, ἀλλὰ καὶ ἀσκεῖται συχνά. Σᾶς ἀναφέρω δὲ παραδείγματα ὅτι ἀπήργησαν ὄχι κοινοὶ ὑπάλληλοι, ἀλλὰ τελωνειακοὶ καὶ ταχυδρομικοί, οἱ ὁποῖοι μάλιστα εἶναι καὶ ζήτημα δημοσίου δικαίου, ἂν πράγματι δύνανται νὰ ὀνομασθῶσι δημόσιοι ὑπάλληλοι ἢ ἂν ἁπλῶς εἶναι ὑπάλληλοι ὑπηρεσιῶν, τὰς ὁποίας τὸ Κράτος ἔχει καὶ τὰς ὁποίας αὔριον δυνατὸν νὰ μὴ ἔχῃ. Διότι χθὲς π. χ. τὸ Κράτος εἶχε τοὺς σιδηροδρόμους καὶ ἑπομένως οἱ σιδηροδρομικοὶ ὑπάλληλοι ἐθεωροῦντο δημόσιοι ὑπάλληλοι, αὔριον ἐπειδὴ ἐφαρμόζει μίαν ἀντίθετον οἰκονομικὴν πολιτικὴν παραχωρεῖ τοὺς σιδηροδρόμους εἰς ἰδιωτικὴν ἐπιχείρησιν, ἑπομένως οἱ σιδηροδρομικοὶ ὑπάλληλοι ἀποβάλουν ἀμέσως τὸν χαρακτῆρα τοῦ δημοσίου ὑπαλλήλου. Σᾶς λέγω ἀκόμη ὅτι μέγα μέρος τῶν ὑπηρεσιῶν αὐτῶν, τὰς ὁποίας σήμερον κάμνει τὸ Κράτος, δὲν εἶναι ἐκδήλωσις τῆς δυνάμεως τοῦ Κράτους, ἀλλ’ εἶναι ἐκδήλωσις ἄλλης ὑποστάσεως τοῦ Κράτους, τῆς διοικήσεως τῶν πραγμάτων. Εἰς τὴν Ἀμερικὴν πολλαὶ τῶν ὑπηρεσιῶν, τὰς ὁποίας ἀσκοῦν τὰ Κράτη τὰ Εὐρωπαϊκά, δὲν ὑπάρχουν εἰς τὸ Κράτος, ὡς τὰ τηλέφωνα, οἱ σιδηρόδρομοι καὶ αὐτὴ ἡ θρησκεία. Εἰς τὴν Ἀμερικὴν οἱ ἐκπαιδευτικοὶ λειτουργοὶ δὲν θεωροῦνται δημόσιοι ὑπάλληλοι. Ὅλοι αὐτοὶ θεωροῦνται δημόσιοι ὑπάλληλοι; Καὶ οἱ ὑπάλληλοι τῶν τηλεφώνων; Δι’ αὐτὸ σᾶς λέγω ὅτι εἰς τὰ Κράτη αὐτὰ ἡ ἀπεργία δὲν θεωρεῖται ὅτι πλήττει τὴν κρατικὴν ὀργάνωσιν. Σᾶς ἐπαναλαμβάνω δὲ ὅτι ἐν Ἀγγλίᾳ δημόσιοι ὑπάλληλοι, ὡς θὰ ἠδύναντο νὰ θεωρηθῶσιν οἱ φορεῖς τῆς ἀστυνομικῆς δυνάμεως τοῦ Κράτους, ἔχουν τὸ δικαίωμα τῆς ἀπεργίας. Καὶ ὅμως τὸ Ἀγγλικὸν Κράτος δὲν κατεστράφη. Τὸ πρόβλημα τῆς ἀπεργίας δὲν ἔχει καμμίαν σχέσιν μὲ τὴν οὐσίαν τοῦ δικαιώματος. Διότι εἰς μίαν στιγμὴν τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος, ὅταν κυβερνᾶται ἀπὸ μίαν ἀντιδραστικὴν Κυβέρνησιν, ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία λέγει καὶ εἰς τοὺς ἐργάτας ἀκόμη ὅτι· σᾶς ἀπαγορεύσω νὰ ἀπεργήσητε. Φαντάζεσθε σεῖς ἀκόμη, οἱ πλέον συντηρητικοί, ὅτι ἐξ αὐτοῦ τοῦ γεγονότος, διότι μία Κυβέρνησις ἀπηγόρευσε τὴν ἀπεργίαν εἰς μίαν δεδομένην στιγμήν, ὅτι θὰ ἠδύνατο νὰ καταργήσῃ τὴν συνταγματικὴν διάταξιν ὅτι ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ ἔχουν Σωματεῖα οἱ ἐργάται; Ὄχι. Ἄλλως τε θεωρητικῶς πρέπει νὰ ἠξεύρητε ὅτι τὸ δικαίωμα αὐτὸ ὑποστηρίζεται σοβαρῶς ἀπὸ συγγραφεῖς συντηρητικούς, ἀστοὺς δηλαδή, ὄχι ἀπὸ ἐπαναστατικοὺς συγγραφεῖς. Δι’ αὐτὸ σᾶς ἀνέπτυξα τὴν σχέσιν τὴν ὑπαλληλικὴν μεταξὺ Κράτους καὶ ὑπαλλήλων, ὅτι δὲν εἶναι ἐντολή, ἀλλ’ εἶναι συμβατικὴ σχέσις.
§70Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Μίσθωσις ὑπηρεσίας.
§71Γ. ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ. Μίσθωσις ὑπηρεσίας. Εἶναι ἡ μόνη ὑπάρχουσα θεωρία, δὲν ὑπάρχει δευτέρα θεωρία ὅτι θεωρεῖται σύμβασις ἄλλου εἴδους σήμερον. Ἄλλοτε, ὡς σᾶς εἶπον, ἐθεωρεῖτο ὁ ὑπάλληλος ὡς ἐνσαρκώνων τὴν κυρίαρχον ἐξουσίαν τοῦ Ἡγεμόνος, ἄλλοτε ἐθεωρεῖτο ὡς ἐντολὴ ἡ σχέσις του, σήμερον ὅμως ὅλοι οἱ συγγραφεῖς καὶ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἀρνοῦνται τὸ δικαίωμα τῆς ἀπεργίας, δέχονται ὅτι εἶναι σχέσις συμβάσεως καὶ δὴ μισθώσεως ἐργασίας. Διὰ νὰ κρίνητε ἂν ἔχουν τὸ δικαίωμα τῆς ἀπεργίας, πρέπει νὰ ἐξετάσητε τί εἶναι ἀπεργία.
§72Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Ὄχι, δὲν εἶναι μίσθωσις ὑπηρεσίας.
§73Γ. ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ. Λέγει δὲ ὁ κ. Ἀγγελόπουλος, ὁ καθηγητὴς τοῦ διοικητικοῦ δικαίου ἐν Ἑλλάδι....
§74Χ. ΛΑΔΑΣ. Αὐτὸς ἔφα.
§75Γ. ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ. Μάλιστα αὐτὸς ἔφα, ἀφοῦ εἶναι διωρισμένος ἀπὸ τὸ Κράτος ὡς καθηγητής. Τίνος τὴν γνώμην θέλετε νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν; Λέγω ὅτι ὁ καθηγητὴς τοῦ διοικητικοῦ δικαίου κ. Ἀγγελόπουλος ἔχει τὴν γνώμην ὅτι τὸ ἄρθρον 451 τοῦ ποινικοῦ νόμου δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ ἐν Ἑλλάδι—ὁμιλῶ περὶ τῶν Ἑλληνικῶν πραγμάτων—ὡς δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ τὸ ἄρθρον 161 τοῦ ποινικοῦ νόμου, τὸ ὁποῖον κατηργήθη διὰ τοῦ νόμου τοῦ κ. Σπυρίδη καὶ τὸ ὁποῖον οὐδέποτε ἐφηρμόσθη ἐν Ἑλλάδι, ὑποστηρίζει λοιπὸν ὁ καθηγητὴς κ. Ἀγγελόπουλος ὅτι τὸ ἄρθρον τοῦτο δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ ἀκριβῶς, διότι οἱ ὑπάλληλοι ἔστω καὶ ἂν ἀπεργήσουν, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον οὗτος ἀπεύχεται, ἀλλὰ δὲν ἀμφισβητεῖ κατὰ βάσιν τὸ δικαίωμα τοῦτο διότι παραδέχεται ὅτι ἡ σχέσις των πρὸς τὸ Κράτος εἶναι σχέσις συμβατική, σύμβασις ἐργασίας καὶ μισθοῦ, λέγει ὅτι δὲν δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ, διότι τὸ ἄρθρον τοῦτο ὁμιλεῖ περὶ τῆς ἐκ προθέσεως ἀπεργίας τῶν ὑπαλλήλων. Δὲν δύναται νὰ ὀνομασθῇ πρόθεσις ὅταν οἱ ὑπάλληλοι δὲν θέλουν νὰ ἐκβιάσουν τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλ’ ἁπλῶς ζητοῦν τὴν τροποποίησιν συναλλάγματος τῆς ἐργασίας καὶ τὴν βελτίωσίν του δι’ ὁμαδικῆς δράσεως. Διότι ἡ ἀπεργία των, ἀγών, εἶναι ἐνέργεια ἐκ τῆς φύσεως τῆς συμβάσεως, ὁ ὁποῖος ἐνίοτε λαμβάνει μορφὴν νομικήν. Ὁ καθηγητὴς κ. Ἀγγελόπουλος νομίζει ὅτι τὸ ἄρθρον τοῦτο δὲν δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ ἐν Ἑλλάδι, διότι ὁμιλεῖ περὶ τῆς ἐκ προθέσεως ἀπεργίας, διότι τὸ δικαίωμα τῆς ἀπεργίας, τὸν ἀγῶνα δύο συμβαλλομένων πρὸς τροποποίησιν τοῦ συναλλάγματος τῆς ἐργασίας, δὲν δυνάμεθα νὰ τὸν ἀρνηθῶμεν. Πολλοὶ μάλιστα, ὅπως ὁ Πλανιόλ, ἑρμηνευτὴς τοῦ Γαλλικοῦ ἀστικοῦ δικαίου, ἀναγράφει προσπαθῶν νὰ συνδυάσῃ τὴν παροῦσαν κατάστασιν, ὅτι πρόκειται περὶ actio non adiblendi contractus ὅτι εἰς τὴν σύμβασιν τῆς ἐργασίας ὑπάρχει ἡ ρήτρα ὅτι ὁ εἷς τῶν συμβαλλομένων ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ζητῇ τὴν βελτίωσιν τῶν ὅρων τῆς ἐργασίας, διότι ὁ ἕτερος συμβαλλόμενος εἶναι ἰσχυρότερος καὶ ἑπομένως δὲν ὑπάρχει ἐλευθερία καὶ ἰσότης δράσεως. Ἑπομένως τὸ πρόβλημα τῆς βελτιώσεως διὰ τοὺς μισθωτοὺς εἶναι ἐπιτακτικὸν καθῆκον καὶ ἐνυπάρχει καὶ εἰς τὴν οὐσίαν καὶ εἰς τὴν φύσιν τῆς συμβάσεως.
§76Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Διὰ τοὺς ἰδιωτικοὺς ὑπαλλήλους, τὸ Κράτος ἔχει νόμους.
§77Γ. ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ. Ὁμιλῶ περὶ ἀπεργίας. Ὁσάκις ὁμιλῶμεν ἐπὶ θεμάτων δικαίου δὲν πρέπει νὰ συγχίζωμεν τὴν ὑπόστασιν τοῦ δικαίου μὲ τὰς προσωπικάς μας κρίσεις. Αὐτὴν τὴν στιγμὴν δὲν ὁμιλῶ ἐγὼ μὲ τὰς προσωπικάς μου κρίσεις ἐπὶ τῶν ἀπόψεων τοῦ δικαίου. Σᾶς εἶπον ὅτι ὁ Πανιόλ, ὁ ὁποῖος εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι ὁ συντηρητικώτερος τῶν ἀνθρώπων, ὡς καθηγητὴς εἶναι ὑποχρεωμένος ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀρχῶν τοῦ Γαλλικοῦ δικαίου, ὅπως καὶ ὁ κ. Ἀγγελόπουλος ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐπιστημονικῶν ἀρχῶν τοῦ Ἑλληνικοῦ δικαίου, εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ ἀναγνωρίσουν τὸ δικαίωμα, ἀνεξαρτήτως τῆς ἀσκήσεώς του.
§78Σ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Ὁ κ. Σαρίπολος ἠξεύρετε τί λέγει;
§79Γ. ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ. Ὁ κ. Σαρίπολος εἶναι ἀντίθετος, ὅπως καὶ ὁ παρακείμενός σας κ. Μυλωνᾶς. Παραδέχεται αὐτὰς τὰς ὀργανώσεις, ἀλλὰ δὲν δίδει αὐτὸ τὸ πλάτος, τὸ ὁποῖον ἀποδέχομαι. Λέγει ὅτι οἱ ὑπάλληλοι ἔχουν τὴν δυνατότητα τῆς ἀπεργίας, ἀλλὰ δὲν ἔχουν τὸ δικαίωμα τῆς ἀπεργίας. Τί θὰ εἴπῃ τοῦτο; Ὅτι οἱ ὑπάλληλοι ἀναποδράστως ἔχουν τὸ δικαίωμα, ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ κάμουν χρῆσιν τοῦ δικαιώματος αὐτοῦ διὰ νὰ μὴ κλονίζουν τὸ Κράτος. Φοβεῖσθε νὰ κάμουν χρῆσιν οἱ ὑπάλληλοι τοῦ δικαιώματος αὐτοῦ; Ἔχετε ἓν μέσον ἀποτελεσματικόν, ἔχετε ἓν μέσον νὰ ἀποφύγητε τὸν κλονισμὸν αὐτόν· νὰ παρέχητε, νὰ ἱκανοποιεῖτε τὰς ἀξιώσεις των.
§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Μάξιμος ἔχει τὸν λόγον.
§81Σ. ΜΑΞΙΜΟΣ. Νομίζω ὅτι ἡ συζήτησις περὶ τοῦ 14ου ἄρθρου τοῦ Συντάγματος δὲν εἶναι μόνον συζήτησις ἡ ὁποία δύναται νὰ ἐξετασθῇ ἀπὸ τὴν ἄποψιν τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, διότι ἔχουν τὸ δικαίωμα τοῦ συνέρχεσθαι καὶ συνεταιρίζεσθαι. Εἶναι γενικὸν δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ ὅλας τὰς κοινωνικὰς τάξεις. Εἶναι δὲ γνωστὸν ὄχι μόνον ἀπὸ παραδείγματα Εὐρωπαϊκῶν Κρατῶν, ἀλλ’ ἀπὸ παραδείγματα τῆς Χώρας μας, ὅτι τώρα τελευταῖον, κυρίως ἀπὸ τοῦ 1923 μέχρι σήμερον ἡ τάσις πρὸς ὁμαδικὰς ὀργανώσεις ἔχει τελείως ἐπικρατήσει μεταξὺ ὅλων τῶν κοινωνικῶν κατηγοριῶν καὶ ἔχομεν Ὁμοσπονδίας ἐπαγγελματιῶν, ἐργατῶν καὶ δημοσίων ὑπαλλήλων, Συνδέσμους ἀξιωματικῶν κλπ. Συνεπῶς πρόκειται περὶ ἑνὸς ζητήματος, πρόκειται περὶ ἑνὸς ἄρθρου ἀφορῶντος ἓν οὐσιωδέστατον ζήτημα, τὸ ζήτημα τῆς ὁμαδικῆς δράσεως, τοῦ δικαιώματος τῆς σωματικῆς δράσεως τῶν ὁμάδων καὶ τῶν κατηγοριῶν ὅλης τῆς Κοινωνίας. Γνωρίζετε δὲ ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦ συνέρχεσθαι καὶ συνεταιρίζεσθαι εἶναι δικαίωμα διακηρυχθὲν καὶ κατακτηθὲν πολὺ πρὶν τῆς διακηρύξεως καὶ τῆς κατακτήσεως τοῦ δικαιώματος τοῦ πολίτου. Διότι εἶναι γνωστὸν ὅτι τὰ δικαιώματα τοῦ ἀνθρώπου καὶ τοῦ πολίτου ἔχουν διακηρυχθῆ κατὰ τὴν Γαλλικὴν Ἐπανάστασιν, ἐνῷ τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι εἶναι δικαίωμα ὅπερ ἀνεγνωρίσθη πολὺ πρὸ τῆς Γαλλικῆς Ἐπαναστάσεως. Ἔχομεν δὲ ὑπ’ ὄψιν μας καὶ συγκεκριμένα παραδείγματα εἰς τὴν Ἑλλάδα συνεταιρισμῶν πρὸ τοῦ 1821, εἰς τοὺς ὁποίους ἀνεγνωρίζοντο ἰδιαίτερα προνόμια, διότι αἱ σημεριναὶ ὀργανώσεις ὄχι μόνον αἱ ἐργατικαί, ἀλλ’ οἱαιδήποτε ὀργανώσεις ἔχουν τὴν ἱστορικήν των προέλευσιν ἀπὸ τὸν μεσαίωνα. Εἶναι γνωστὸν κατὰ τὴν σημερινὴν ἐποχὴν ὅτι καὶ πρὸ δεκαετίας ὑπῆρχον μικτοὶ τύποι ὀργανώσεων. Συνεπῶς τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι εἶναι δίκαιον πολὺ παλαιόν. Ἡ διακήρυξις, ἡ γενομένη διὰ τοῦ 14ου ἄρθρου, εἶναι διακήρυξις, ἡ ὁποία ἀφορᾷ ὅλους τοὺς Ἕλληνας πολίτας, ἀνεξαρτήτως τάξεως. Νομίζω ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ κάμωμεν μίαν ἐξαίρεσιν τῆς διατάξεως αὐτῆς τῆς συνταγματικῆς διακηρύξεως καὶ νὰ ἔλθωμεν εἰς τὴν συγκεκριμένην πραγματικότητα διὰ νὰ ἀντιληφθῶμεν ἂν εἶναι ὀρθὴ ἡ παρ’ ἡμῶν ὑποστηριζομένη τροπολογία περὶ ἰδιαιτέρας κατοχυρώσεως τοῦ δικαιώματος τοῦ συνέρχεσθαι καὶ συνεταιρίζεσθαι διὰ τὰς ἐργατικὰς τάξεις καὶ διὰ τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους. Τὸ Σύνταγμα λέγει ὅτι ὅλοι οἱ Ἕλληνες πολῖται ἔχουν τὸ δικαίωμα τοῦ συνέρχεσθαι ἢ συνεταιρίζεσθαι, ἐν τούτοις τοῦτο δὲν συμβαίνει εἰς τὴν πραγματικότητα. Ὑπάρχουν περιπτώσεις παρὰ πολλαί, κατὰ τὰς ὁποίας αἱ ἐνδιαφερόμεναι ὁμάδες καὶ ἰδιαιτέρως αἱ ἀνήκουσαι εἰς τὴν ἐργατικὴν τάξιν δὲν ἔχουν τὸ δικαίωμα οὐσιαστικῶς τοῦ συνεταιρίζεσθαι. Ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου καὶ θὰ δυνηθῶ νὰ σᾶς ἀναφέρω πλεῖστα ὅσα παραδείγματα διαφόρων ἐργοστασιαρχῶν καὶ διαφόρων Ἑταιρειῶν, μεταξὺ τῶν ὁποίων ἀσφαλῶς θὰ εἶναι καὶ ἡ Πάουερ ἢ οἱαδήποτε ἄλλη Πάουερ, αἱ ὁποῖαι κάμνουσι χρῆσιν τοῦ δικαιώματος τοῦ ἰδιοκτήτου καὶ ἐργοστασιάρχου καὶ ἐκδιώκουν καὶ παύουν ἐργάτας ἁπλῶς καὶ μόνον διότι ἵδρυσαν Σωματεῖα. Νομίζω ὅτι θὰ ἔπρεπε τὴν Βουλὴν νὰ τὴν ἀπασχολήσῃ ἡ ἄποψις αὕτη, ἥτις φέρει εἰς ἀντίθεσιν τὴν πραγματικότητα μὲ τὴν διακήρυξιν τοῦ Συντάγματος. Εἶναι δυνατὸν διὰ τοῦ Συντάγματος νὰ διακηρύξωμεν καὶ νὰ κατοχυρώσωμεν, ὅπως εἶπον καὶ προχθές, τὰ δικαιώματα τοῦ πολίτου. Ἐν τούτοις τὰ δικαιώματα αὐτὰ συγκεκριμένως ἔχουν μίαν σχετικὴν ἀξίαν καὶ εἶναι γνωστὸν πῶς καὶ κατὰ τίνα τρόπον παραβιάζονται χωρὶς νὰ παραβιασθῇ τὸ Σύνταγμα. Ἀπὸ τῆς ἀπόψεως ταύτης νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ ἔχει ὑποχρέωσιν νὰ κατοχυρώσῃ ἰδιαιτέρως τὸ δικαίωμα τῶν τάξεων ἐκείνων, αἵτινες τάξεις στεροῦνται τῆς ἠθικῆς καὶ ὑλικῆς δυνάμεως διὰ νὰ κάμωσι χρῆσιν τοῦ δικαιώματος τοῦ παρεχομένου ὑπὸ τοῦ Συντάγματος. Νομίζω ὅτι ἔπρεπε νὰ τεθῇ ἰδιαιτέρα παράγραφος περὶ κατοχυρώσεως τοῦ δικαιώματος τοῦ συνέρχεσθαι διὰ τὰς ἐργατικὰς ὀργανώσεις καὶ διὰ τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους. Ἡ τροπολογία αὕτη ὑπεβλήθη, κύριοι συνάδελφοι, ἀπὸ τὴν ὁμάδα τοῦ ἑνιαίου μετώπου, διότι συνέβησαν περιπτώσεις κατὰ τὰς ὁποίας τὰ δικαστήρια δὲν ἐγκρίνουν καταστατικὰ Σωματείων ἁπλῶς καὶ μόνον διότι ἔχουν τὴν γνώμην ὅτι τὰ Σωματεῖα αὐτὰ ἀκολουθοῦν κομμουνιστικὰς κατευθύνσεις....
§82ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§83Σ. ΜΑΞΙΜΟΣ. .... ὅπερ ὅμως ἀντιβαίνει πρὸς τὴν διακήρυξιν τοῦ Συντάγματος περὶ τῶν δικαιωμάτων τοῦ πολίτου, ἐνῷ εἶναι γνωστὸν ὅτι τὸ κομμουνιστικὸν κόμμα νῦν ὑφίσταται νομίμως. Ἔχω ὑπ’ ὄψει μου μίαν συγκεκριμένην ἀπόφασιν τοῦ δικαστηρίου Λαρίσης, ἡ ὁποία ἀπόφασις ἠξεύρετε τί λέγει; Πρόκειται περὶ Σωματείου ἐργατικῆς ἀλληλοβοηθείας, λειτουργήσαντος ἐπὶ Παγκάλου καὶ λειτουργοῦντος ἐν Ἀθήναις. Τὸ ἐν Ἀθήναις Πρωτοδικεῖον εἶχεν ἐγκρίνει τὸ καταστατικόν, τὸ δικαστήριον ὅμως τῆς Λαρίσσης ἐκδίδει ἀπόφασιν δι’ ἧς λέγει τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει). Πρᾶγμα ὅπερ ἀντιβαίνει, δὲν ἔχει καμμίαν σχέσιν πρὸς τὰ δικαιώματα τοῦ πολίτου. Ναὶ μὲν εἶναι ἀληθὲς ὅτι συμφώνως μὲ τὸ ἄρθρον τοῦ Συντάγματος ἔχουν τὸ δικαίωμα οἱ Ἕλληνες πολῖται τοῦ συνέρχεσθαι καὶ συνεταιρίζεσθαι, ἀλλ’ ὡς τοιοῦτον δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ διὰ τοὺς θεωροῦντας τὴν θρησκείαν ὡς ἀναχρονισμόν, δὲν δύνανται δὲ νὰ θεωρηθῶσιν ὡς Ἕλληνες πολῖται, ἐνῷ εἶναι γνωστὸν ὅτι πολλοὶ θεωροῦσι τὴν θρησκείαν ὡς ἀναχρονισμόν. Καὶ ὁ ἀθεϊσμὸς δὲν ἔχει καμμίαν σχέσιν μὲ τὰ δικαιώματα τοῦ πολίτου, νὰ περιορισθοῦν δὲ οἱ ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι ἀσπάζονται τὰ δικαιώματα τοῦ ἐπικρατοῦντος καθεστῶτος. Ἡ οὐσία εἶναι ὅτι οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι ἔχουν τὴν ἰδιότητα τοῦ δημοσίου ὑπαλλήλου, ἀλλ’ ἔχουν καὶ μίαν ἄλλην ἰδιότητα τοῦ μισθοδοτουμένου ἀνθρώπου τοῦ παρέχοντος τὴν ἐργασίαν του διὰ νὰ ζήσῃ. Πρόκειται λοιπὸν περὶ μιᾶς κατηγορίας ἀνθρώπων ἐχόντων οἰκονομικὸν συμφέρον καὶ μισθοδοτουμένων ἀπὸ τὸ Κράτος. Εἰς τὴν σχέσιν τὴν οἰκονομικὴν ὑπάρχει μία ἀντίθεσις, ἡ ἀντίθεσις τῶν μισθοδοτουμένων πρὸς τὸν μισθοδοτοῦντα, ὁ ἐργοδότης πρὸς τὸν ἐργάτην. Αὐτὸ ἠμπορεῖ νὰ εἶναι λυπηρόν, νὰ μὴ συμβιβάζεται πρὸς τὴν ἀφῃρημένην ἔννοιαν τοῦ δικαίου, ἀλλ’ εἶναι γεγονός. Γνωρίζω δὲ ὅτι ὅπου ὑπάρχουν οἰκονομικὰ συμφέροντα ὁ μισθοδοτούμενος θέλει νὰ καλυτερεύσῃ τὴν οἰκονομικήν του θέσιν. Εἶναι λοιπὸν ὑποχρεωμένος νὰ ἐξεύρῃ τὰ μέσα τῆς βελτιώσεως τῆς θέσεως αὐτοῦ. Ἓν ἐκ τῶν μέσων αὐτῶν εἶναι ἡ ὀργάνωσις, ἡ Ὁμοσπονδία. Συνεπῶς νομίζω ὅτι οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι ἔχουν τὸ δικαίωμα ὅπως καὶ ὅλοι οἱ ὑπόλοιποι ἄνθρωποι οἱ ἐργαζόμενοι νὰ ὀργανωθοῦν, διότι, ἂν τὸ Σύνταγμα ἀπαγορεύσῃ τὸ δικαίωμα τοῦτο, τότε δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ στηρίζεται ἐπὶ τῶν θεωριῶν περὶ διακηρύξεως καὶ πρακτικῆς ἐφαρμογῆς τῶν δικαιωμάτων τοῦ ἀνθρώπου καὶ τοῦ πολίτου. Ἐφόσον λοιπόν, κύριοι, πρόκειται περὶ μιᾶς τάξεως, ἡ ὁποία κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη ἐξαιρετικῶς ἐδοκιμάσθη καὶ ἔγινεν ἀντικείμενον κομματικῆς ἐκμεταλλεύσεως, νομίζω ὅτι ἡ μόνη ἐγγύησις διὰ τὴν ἐργαζομένην αὐτὴν μερίδα τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων εἶναι ἡ ἀναγνώρισις τοὐλάχιστον τοῦ δικαιώματος τοῦ συνέρχεσθαι καὶ συνεταιρίζεσθαι, τοῦ δικαιώματος τῆς ὀργανώσεως.
§84ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τὸ ἔχουν.
§85Σ. ΜΑΞΙΜΟΣ. Πρόκειται περὶ συνταγματικῆς κατοχυρώσεως τοῦ δικαιώματος. Ἔχω ὑπ’ ὄψει μου ὑπόμνημα ὑποβληθὲν πρὸς τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπὴν ἀπὸ τὴν ὀργάνωσιν τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, διὰ τοῦ ὁποίου ὑπομνήματος παρεκάλουν νὰ προστεθῇ ἰδιαιτέρα παράγραφος κατὰ τὸ Γερμανικὸν Σύνταγμα. Εἶμαι βέβαιος ὅτι ἀσυζητητεὶ ἀπερρίφθη τὸ ὑπόμνημα τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων καὶ ὡς ἐκ τούτου....
§86Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε, κ. συνάδελφε, νὰ σᾶς δώσω μίαν πληροφορίαν περὶ τοῦ ὑπομνήματος περὶ τοῦ ὁποίου ὁμιλεῖτε; Σᾶς ἀνακοινῶ τὰ ἑξῆς· ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ τῶν ὑπαλλήλων δὲν ὑπέβαλεν, ὅπως λέγει ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ὑπόμνημα εἰς τὴν ἐπὶ τοῦ Συντάγματος Ἐπιτροπήν. Ἡ Συνομοσπονδία τῶν ὑπαλλήλων ὑπέβαλε τροπολογίας καὶ ἄνευ οὐδεμιᾶς μεσολαβήσεως, ἀπ’ εὐθείας πρὸς τὴν Ἐπιτροπήν, ἐπὶ τῶν διαφόρων ἄρθρων τοῦ Συντάγματος τῶν ἐνδιαφερόντων αὐτὴν καὶ τὸν ὑπαλληλικὸν κόσμον, ἀποτελουμένας κατὰ τὴν ἔκφρασιν τῶν τροπολογιῶν τούτων, ἀποφάσεις τοῦ πανυπαλληλικοῦ συνεδρίου, αἱ ὁποῖαι ὑποχρέωνον τὴν Ἐπιτροπὴν νὰ τὰς δεχθῇ, διότι αὗται ἀπετέλουν ἀποφάσεις τοῦ πανυπαλληλικοῦ συνεδρίου. Ἑπομένως ἡ Ἐπιτροπὴ καὶ μόνον διὰ τὸν λόγον αὐτὸν καὶ διότι ἀπετέλουν ἀποφάσεις τοῦ πανυπαλληλικοῦ συνεδρίου, ἐνόμισεν ὅτι εἶχε καθῆκον νὰ τὰς παραδεχθῇ καὶ νὰ ἀφήσῃ ἐλευθέραν τὴν συζήτησιν ἐπὶ αὐτῶν εἰς τὴν Βουλήν.
§87Γ. ΒΑΡΒΟΥΤΗΣ. Δὲν θὰ ἦτο ἄσκοπον νὰ συζητήσῃ ταύτας ἡ Ἐπιτροπή.
§88Σ. ΜΑΞΙΜΟΣ. Τὸ ἄρθρον τοῦ Γερμανικοῦ Συντάγματος λέγει (ἀναγινώσκει): «Ἀσφαλίζεται ἡ ἐλευθερία τῶν πολιτικῶν φρονημάτων καὶ τοῦ συνεταιρίζεσθαι εἰς τοὺς ὑπαλλήλους». Εἶναι διάταξις τοῦ Γερμανικοῦ Συντάγματος.
§89Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ, ποῖον ἄρθρον;
§90Σ. ΜΑΞΙΜΟΣ. Εἶναι τὸ ἄρθρον 130.
§91Σ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Καὶ εἰς τὸ ἰδικόν μας ὑπάρχει. Ἀνεγνωρίσθη τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι ὑπὸ τὴν προϋπόθεσιν ὅτι τηροῦνται οἱ νόμοι τοῦ Κράτους.
§92Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Δι’ ὅλας τὰς ὀργανώσεις καὶ τὰ ἄτομα, τὰ ὁποῖα ὑπέβαλον τροπολογίας, ἐτηρήθη ἡ ἀρχὴ μόνον αἱ τροπολογίαι αἱ ὁποῖαι ὑπεβλήθησαν παρὰ τῶν βουλευτῶν νὰ λαμβάνωνται ὑπ’ ὄψιν. Τὸ τονίζω ὅτι οὐχὶ ἐξαιρετικῶς διὰ τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους ἀπερρίφθησαν αἱ τροπολογίαι.
§93Σ. ΜΑΞΙΜΟΣ. Συνοψίζων, κύριοι, τὰς ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ἀπόψεις τῆς ὁμάδος μας, αἱ ὁποῖαι εἶναι καὶ ἀπόψεις τῶν περισσοτέρων ἐργατικῶν ὀργανώσεων, ὑποστηρίζω ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ ληφθοῦν αὗται ὑπ’ ὄψιν καὶ νὰ κριθοῦν κατὰ τρόπον ἐξυπηρετοῦντα τὰ συμφέροντα τῶν ὀργανώσεων. Πρέπει ἰδιαιτέρως εἰς τὸ ἄρθρον 14 νὰ προστεθῇ διάταξις, διὰ τῆς ὁποίας νὰ τεθῇ εἷς φραγμὸς εἰς τὰς ἑκάστοτε ἀντιλήψεις τῶν δικαστικῶν λειτουργῶν, οἱ ὁποῖοι πολλάκις ἔχουν πολὺ καθυστερημένας τοιαύτας, φραγμὸς εἰς τὰς ἀντιλήψεις αὐτάς, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἀσυμβίβαστοι πρὸς τὴν κοινωνικὴν ἐξέλιξιν καὶ εἰς τὰ συμφέροντα, τῶν ὁμάδων καὶ τῶν τάξεων ἐκείνων, τὰς ὁποίας θέλομεν νὰ κατοχυρώσωμεν, φραγμὸς διὰ τοῦ ὁποίου νὰ ἀπαγορεύεται νὰ διαλύωνται αἱ ἐργατικαὶ ὀργανώσεις, ἐπειδὴ ἔχουν εἰς τὸ καταστατικὸν τῶν παλαιῶν τάξεων, φραγμός....
§94Γ. ΜΟΔΗΣ. Φραγμὸς δὲν εἶναι διάλυσις.
§95Σ. ΜΑΞΙΜΟΣ. Φραγμὸς εἶναι διάλυσις. Συζητοῦμεν συγκεκριμένως, κ. συνάδελφε, διότι ἠμπορῶ νὰ σᾶς ἀναφέρω ἑκατοντάδας παραδειγμάτων. Τὸ ζήτημα ὅμως ὅσον ἀφορᾷ τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους ἔχει καὶ μίαν ἰδιαιτέραν σημασίαν, τὴν ὁποίαν θέλω ἰδιαιτέρως νὰ τονίσω εἰς τὴν Βουλήν. Τελευταίως πρὸ ἡμερῶν εἰς τὴν Λάρισσαν κατεδικάσθησαν ἀπὸ τὸ αὐτὸ πάλιν Πρωτοδικεῖον σιδηροδρομικοὶ ὑπάλληλοι εἰς στέρησιν τῶν πολιτικῶν των δικαιωμάτων καὶ εἰς φυλάκισιν ἑνὸς ἔτους, διότι παρευρέθησαν εἰς κομμουνιστικὴν συγκέντρωσιν.
§96ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πολὺ καλὰ τοὺς ἔκαμαν.
§97Σ. ΜΑΞΙΜΟΣ. Ἠξεύρετε ὅτι ἡμεῖς συζητοῦμεν ἀμερολήπτως τὰς ἰδέας μας. Σεῖς μᾶς λέγετε ὅτι καλὰ τοὺς ἔκαμαν. Ἡμεῖς διαπιστοῦμεν τὸ γεγονός.
§98Χ. ΛΑΔΑΣ. Εἰς ποίαν διάταξιν ἐστηρίχθησαν;
§99Σ. ΜΑΞΙΜΟΣ. Δὲν ἠξεύρω. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ἔχομεν προκαλέσει καὶ τὴν γνωμάτευσιν τοῦ Ἀρείου Πάγου διὰ νὰ ἀποφανθῇ ἂν οἱ σιδηροδρομικοὶ εἶναι δημόσιοι ὑπάλληλοι. Ἰδιαιτέρως ὅμως, ἐφόσον συζητοῦμεν διὰ τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναγνωρίσωμεν εἰς αὐτοὺς τὸ δικαίωμα τοῦ συνέρχεσθαι, ὅταν ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν αὐτὰς τὰς καταδίκας. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος διὰ τὸν ὁποῖον ζητοῦμεν τὴν κατοχύρωσιν τῆς διατάξεως αὐτῆς διὰ τὰς τάξεις τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων καὶ τῶν ἐργατῶν. Δὲν ἠξεύρω τί θὰ κάμητε μεθαύριον μὲ ἡμᾶς τοὺς κομμουνιστάς. Ἠμπορεῖτε νὰ μᾶς θέσητε ἐκτὸς νόμου, ὅπως ἔγινεν ἐν Βουλγαρίᾳ. Ἐφόσον ὅμως συζητοῦμεν ἐπὶ τοῦ Συντάγματος, κάμνομεν χρῆσιν τῶν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα σεῖς παρέχετε, τὰ ὁποῖα σεῖς ὑποστηρίζετε καὶ προασπίζετε καὶ λέγομεν ὅτι συνεπῶς πρὸς τὰ δικαιώματα αὐτὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτρέπητε νὰ παύωνται δημόσιοι ὑπάλληλοι διὰ τὰς κομμουνιστικάς των ἰδέας, οὔτε νὰ ἀπαγορεύσητε εἰς τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους τὸ δικαίωμα τοῦ συνέρχεσθαι καὶ συνεταιρίζεσθαι, ὅταν ἡ ὀργάνωσις αὐτὴ τείνει νὰ λάβῃ ἀντίθετον κατεύθυνσιν πρὸς τὸ κρατοῦν σύστημα. Τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν αἱ ὁμάδες αὐταὶ κινοῦνται κοινωνικῶς ἐπὶ τῇ βάσει οἰκονομικῶν συμφερόντων ἀντιτιθεμένων πρὸς τὰ ὑπάρχοντα, δὲν ἠμπορεῖ νὰ τεθῇ περιορισμὸς εἰς τὰς κατευθύνσεις ταύτας, διότι αἱ κατευθύνσεις αὐταὶ ἀντανακλοῦν εἰς ἀναλόγους οἰκονομικὰς ροπὰς καὶ κατευθύνσεις....
§100Γ. ΖΕΡΒΟΣ. Ἐφόσον τηροῦνται οἱ νόμοι τοῦ Κράτους, ἐφόσον δὲν στρέφονται ἐναντίον τῆς Πολιτείας, διότι κατευθύνσεις στρεφόμεναι ἐναντίον τῆς Πολιτείας, οἱαιδήποτε καὶ ἂν εἶναι, δέον νὰ ἔχουν ὡς συνέπειαν τὴν ἀντίδρασιν αὐτῆς ταύτης τῆς Πολιτείας καθ’ οἱονδήποτε τρόπον.
§101Σ. ΜΑΞΙΜΟΣ. .... ἂν αἱ κατευθύνσεις αὐταὶ ἀντανακλοῦν συμφέροντα τῆς ἐργατικῆς τάξεως καὶ τῶν ἐργαζομένων, οἱ ὁποῖοι εἶναι καὶ ἡ πλειονοψηφία τοῦ πληθυσμοῦ, νομίζω ὅτι δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἔλθωσιν εἰς ἀντίθεσιν πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ λαοῦ αὐτοῦ, ἀνεξαρτήτως ἂν ἡ ἑρμηνεία τὴν ὁποίαν σεῖς δίδετε εἰς τὸ συμφέρον αὐτῶν ἔρχεται εἰς ἀντίθεσιν. Καταλήγων ὑποστηρίζω ὅτι πρέπει νὰ κατοχυρωθῇ ἰδιαιτέρως τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι εἰς τοὺς ἐργάτας καὶ εἰς τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους.
§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. ἐπὶ τῆς Γεωργίας Ὑπουργὸς ἔχει τὸν λόγον.
§103Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ὑπεστηρίχθησαν, κύριοι βουλευταί, δύο ἀπόψεις, ἡ μία ἀφορῶσα ἰδιαιτέρως τὸν ἐργατικὸν κόσμον, τὸν ἰδιωτικὸν ἐργατικὸν κόσμον, καὶ ἡ ἄλλη ἡ ἀφορῶσα τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους. Ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ἐργάτας ἡ ὑπάρχουσα συνταγματικὴ διάταξις εἶναι γενικὴ καὶ σαφής. Ἀλλ’ ὅ,τι συζητεῖται εἶναι νὰ ὑποχρεωθοῦν οἱ ἐργοδόται νὰ συμπράττουν πάντοτε μὲ ἐργάτας συσσωματωμένους εἰς ἐπαγγελματικοὺς συνδέσμους. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι ἐφόσον μᾶς διέπει τὸ σημερινὸν οἰκονομικὸν σύστημα θὰ ὑπάρχῃ πάντοτε ἀνταγωνισμὸς μεταξὺ τῶν ἐχουσῶν ἀντίθετα συμφέροντα τάξεων, καὶ οἱ μὲν ἐργάται θὰ ζητοῦν πάντοτε νὰ ἐξαναγκάσουν τοὺς ἐργοδότας νὰ δέχωνται μόνον ἐργάτας ἐγγεγραμμένους εἰς τὰ Σωματεῖά των, οἱ δὲ ἐργοδόται θὰ προσπαθοῦν ν’ ἀποφεύγουν τὴν ἀνάγκην συμβάσεως ἐργασίας μὲ ἐργάτας ὠργανωμένους. Ἡ ἰδική μου προσωπικὴ ἄποψις εἶναι ὅτι εἶναι συμφέρον ὄχι μόνον τῶν ἐργατῶν, ἀλλὰ καὶ αὐτῶν τῶν ἐργοδοτῶν καὶ τῆς βιομηχανίας νὰ ὑπάρχουν καλὰ ὠργανωμένα Σωματεῖα.
§104ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὄχι τὰ Σωματεῖα τὰ ἐκβιαστικά.
§105Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Εἶπον, καλὰ ὠργανωμένα Σωματεῖα. Ἀλλὰ παρ’ ὅλην τὴν ἐπιθυμίαν, τὴν ὁποίαν ἔχω καὶ ἐγὼ καὶ ὑποθέτω καὶ ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς, εἶναι δύσκολον διὰ συνταγματικῆς διατάξεως νὰ ὑποχρεωθοῦν οἱ ἐργοδόται νὰ συνάπτουν τοιαύτας συμβάσεις ἐργασίας.
§106Σ. ΜΑΞΙΜΟΣ. Εἶπον νὰ ἀναγνωρισθῇ ἰδιαιτέρως τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι, νὰ κατοχυρωθῇ συνταγματικῶς.
§107Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ἐφόσον, κύριοι βουλευταί, περιορίζεσθε εἰς τὸ ὅτι πρέπει νὰ ἔχουν κάθε ἐλευθερίαν οἱ ἐργάται διὰ νὰ συνεταιρίζωνται τηροῦντες τοὺς νόμους τοῦ Κράτους, αὐτὸ εἶναι σαφῶς διατυπωμένον εἰς τὸ Σύνταγμα καὶ οἱαδήποτε ἀντίθετος ἀπόφασις τούτου ἢ ἐκείνου τοῦ δικαστηρίου εἶναι ἀντισυνταγματική. Ἡ συνταγματικὴ κατοχύρωσις ἀπὸ τοιαύτης ἀπόψεως δὲν ἔχει νὰ προσθέσῃ τι περισσότερον, διότι θὰ ἐπαναλαμβάνῃ τὰς κειμένας διατάξεις περὶ τοῦ συνεταιρίζεσθαι καὶ περὶ κατοχυρώσεως τῶν δημοσίων δικαίων τῶν Ἑλλήνων. Ἀλλ’ ἂν καλῶς ἀντελήφθην, ἡ ἰδική σας ἐπιθυμία ἦτο ὁ ἐργοδότης, ὁ ὁποῖος ἀρνεῖται νὰ προσλάβῃ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν του ἐργάτας, διότι εἶναι συνεταιρισμένοι, αὐτὸς ὁ ἐργοδότης νὰ τιμωρῆται ποινικῶς. Ἀφήνω ὅτι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ὁ ἐργοδότης δὲν θὰ ἐπικαλεσθῇ ποτὲ ὡς δικαιολογίαν αὐτὸ τὸ γεγονός, ἀλλὰ θὰ ἰσχυρισθῇ ὅτι δὲν εἶναι κατάλληλος δι’ αὐτὸν ὁ σχετικὸς ἐργάτης. Δι’ αὐτὸ ἡ προταθεῖσα κατοχύρωσις δὲν εἶναι πρακτικῶς ἐφαρμόσιμος. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, θὰ ἦτο δυνατὸν ἴσως νὰ ἀντιταχθῇ ὅτι ἐφόσον ὑπάρχει τὸ σημερινὸν κοινωνικὸν καθεστὼς δὲν προσαρμόζεται πρὸς αὐτὸ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ζητεῖται, διότι ἀφοῦ ἀφίνομεν ἐλευθερίαν ἀπόλυτον εἰς τὴν μίαν τάξιν νὰ συνεταιρίζεται, νὰ ἐργάζεται ἢ ὄχι, καθ’ ὅμοιον τρόπον ἐπιβάλλεται νὰ ἀναγνωρίσωμεν τὸ ἀνάλογον δικαίωμα καὶ εἰς τὰς ἄλλας τάξεις. Ἀλλὰ δὲν εἶναι αὐτὸς ὁ λόγος ὁ τυπικός, ὁ ὁποῖος μὲ ἀναγκάζει νὰ ἔχω τὴν γνώμην ὅτι δὲν δύναται νὰ τεθῇ τοιαύτη διάταξις, διότι δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ὑποχρεοῦνται οἱ ἐργοδόται νὰ συμπράττουν μὲ ἐργατικοὺς συνεταιρισμούς, νὰ προσλαμβάνουν εἰς τὰς ἐπιχειρήσεις των ὑποχρεωτικῶς ὠργανωμένους ἐργάτας, ἀλλὰ δυστυχῶς ἡ κατάστασις, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκονται αἱ ἐργατικαὶ ὀργανώσεις, δὲν εἶναι ἀκόμη τοιαύτη διὰ νὰ φθάσῃ μέχρι τοιούτου σημείου ἡ Πολιτεία, ὥστε νὰ καταστήσῃ ὑποχρεωτικὰς τὰς ἐργατικὰς ὀργανώσεις καὶ ὑποχρεωτικὴν τὴν συνεργασίαν αὐτῶν. Μεγαλυτέραν σπουδαιότητα εἶχεν ἡ ἄποψις, ἡ ὑποστηριχθεῖσα ἀναφορικῶς εἰς τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους. Γνωρίζετε ὅλοι ὅτι τὸ μέγιστον μέρος τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων ἔχει συνεταιρισμούς, ἔχει Συλλόγους, καλῶς λειτουργοῦντας καὶ οὐδεὶς νόμος τοὺς ἀπαγορεύει αὐτὴν τὴν δρᾶσιν.
§108Γ. ΣΑΚΑΛΗΣ. Ἐκτὸς ἂν παρεκτρέπωνται.
§109Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ὑπεστηρίχθη ἀκόμη ὅτι ἡ σχέσις δημοσίου ὑπαλλήλου καὶ Κράτους εἶναι ὁμοία μὲ τὴν σχέσιν συμβάσεως ἐργασίας εἰς τὰς ἰδιωτικὰς ἐπιχειρήσεις καὶ λυποῦμαι, διότι δὲν δύναμαι νὰ συμφωνήσω μὲ αὐτὴν τὴν ἀντίληψιν, διότι ἡ σχέσις αὐτὴ τοῦ δημοσίου ὑπαλλήλου καὶ Κράτους δὲν κανονίζεται ἀπὸ τὴν προσφορὰν ἢ ζήτησιν, ὅπως κανονίζεται ἡ σύμβασις τῆς ἐργασίας εἰς τὰς ἰδιωτικὰς ἐπιχειρήσεις. Ἐκτὸς τούτου ὁ ἐργοδότης, τὸ Κράτος, ἀνεξαρτήτως τοῦ ὅτι κανονίζει τὴν συμπεριφοράν του ὄχι ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ οἰκονομικοῦ συμφέροντος, ἀλλὰ τῆς κοινῆς ὠφελείας, δὲν εἶναι συνάμα ξένος πρὸς τὸν ἐργολήπτην, τοῦ δημοσίου ὑπαλλήλου ἀποτελοῦντος μέλος τοῦ Κράτους. Καὶ ὄχι μόνον δὲν εἶναι ξένος πρὸς τὸ Κράτος, ἀλλὰ καὶ τὸ ἐπηρεάζει πολὺ περισσότερον ἀπὸ ὅ,τι τὸ ἐπηρεάζει ὁ κοινὸς πολίτης. Ὡς ἐκ τούτου δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ὅτι ἡ σχέσις Κράτους καὶ δημοσίου ὑπαλλήλου εἶναι ὁμοία πρὸς τὴν σχέσιν τοῦ ἐργοδότου, δηλαδὴ τοῦ ἰδιώτου ἐργοδότου καὶ ἐργάτου. Ἀλλὰ τὸ συμπέρασμα δὲν εἶναι ὅτι πρέπει οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι νὰ στεροῦνται τοῦ δικαιώματος τοῦ συνεταιρίζεσθαι. Εἶπον μόνον τοῦτο ὅτι αὐτὸ τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι δὲν δύναται νὰ εἶναι τόσον γενικόν, τόσον ἀπόλυτον καὶ καθ’ ὅλα ὅμοιον πρὸς τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι τῶν πολιτῶν. Ἀνεφέρθη τὸ Γερμανικὸν Σύνταγμα. Τοῦτο ἔχει ἰδιαιτέραν διάταξιν περὶ τοῦ δικαιώματος τοῦ συνεταιρίζεσθαι τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων καὶ ἰδιαιτέραν διάταξιν περὶ τοῦ δικαιώματος τοῦ συνεταιρίζεσθαι τῶν πολιτῶν. Καὶ διὰ μὲν τοὺς ὑπαλλήλους τοὺς δημοσίους λέγει τὸ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Οἱ ὑπάλληλοι εἶναι ὑπηρέται τοῦ λαοῦ καὶ οὐχὶ πολιτικῶν πεποιθήσεων καὶ ἐλευθερίας συνεταιρισμοῦ», διὰ δὲ τοὺς πολίτας ἔχει τὴν ἀκόλουθον διάταξιν, ἐξ οὗ φαίνεται ἡ διαφορά «Ἡ ἐλευθερία τοῦ συνεταιρισμοῦ διὰ τὴν προστασίαν καὶ τὴν προαγωγὴν τῶν ὅρων τῆς ἐργασίας καὶ τοῦ οἰκονομικοῦ βίου ἀσφαλίζεται διὰ πάντας καὶ διὰ πάντα τὰ ἐπαγγέλματα. Πᾶσα ἐξαίρεσις καὶ πᾶν μέτρον, δι’ ὧν σκοπεῖται ὁ περιορισμὸς ἢ παρακώλυσις τῆς ἐλευθερίας ταύτης εἶναι παράνομον». Δηλαδὴ διὰ μὲν τοὺς πολίτας, κατὰ τὸ Γερμανικὸν Σύνταγμα, τὸ συνεταιρίζεσθαι εἶναι ἀπόλυτον ἐντελῶς, ἀπεριόριστον δικαίωμα, διὰ δὲ τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους εἶναι σχετικόν. Εἶπον ὅμως ὅτι δὲν ἕπεται ἐκ τῆς διαφορᾶς αὐτῆς τῆς σχέσεως τῶν ὑπαλλήλων πρὸς τὴν σχέσιν τῶν ἐργατῶν ὅτι πρέπει νὰ στεροῦνται οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι τοῦ δικαιώματος τοῦ συνεταιρίζεσθαι. Ὄχι μόνον δὲν πρέπει νὰ παρακωλύηται ἡ συσσωμάτωσις τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, ἀλλὰ καὶ νὰ ἐνισχύηται, διότι εἶναι πολὺ χρήσιμος, ὄχι μόνον εἰς τοὺς ὑπαλλήλους, ἀλλὰ καὶ εἰς τὸ Κράτος. Διότι οἱ συνεταιρισμοὶ τῶν ὑπαλλήλων συντελοῦν εἰς τὸ νὰ προάγωνται οἱ ἴδιοι οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι καὶ εἰς τὸ νὰ ἐφαρμόζωνται πιστῶς οἱ νόμοι καὶ νὰ προάγωνται αἱ δημόσιαι ὑπηρεσίαι. Οἱ ἴδιοι δημόσιοι ὑπάλληλοι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπιθυμοῦν εἶναι τοῦτο: νὰ ἔχωσι τὸ δικαίωμα νὰ ἀποτελοῦν Συλλόγους ἀποσκοποῦντας τὴν καλυτέραν κατάρτισίν των καὶ τὴν ὀργάνωσιν ἀλληλοβοηθείας καὶ ἐν γένει τὴν ἐξύψωσιν τοῦ κλάδου των. Δὲν ἔχουν δὲ ἐπιθυμίαν νὰ λάβουν αἱ ὀργανώσεις αὐτῶν συνδικαλιστικὴν μορφήν· καθιεροῦντες διὰ συνταγματικῆς γενικῆς διατάξεως Σωματεῖα ὑπαλλήλων μὲ τοιαύτην μορφήν, ἀποβλέποντα δηλαδὴ εἰς τὸν δι’ ἀγῶνος ἀνοικτοῦ, δι’ ἀπεργιῶν ἐξασφάλισιν καλυτέρων ὑπαλληλικῶν ὅρων, θὰ κατελήγομεν ἐν τούτοις εἰς ἄτοπα. Εἰς τὸ ἄτοπον νὰ ἔχωμεν συνδικάτα κάθε τάξεως ὑπαλλήλων καὶ ἀξιωματικῶν καὶ ἀνωτέρων δικαστικῶν κλπ., ἐκτὸς ἂν πρόκειται νὰ τεθῇ ἰδιαίτερον ἄρθρον, κατὰ τὸ ὁποῖον καὶ οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι νὰ ἔχουν τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι τηροῦντες τοὺς σχετικοὺς περὶ αὐτῶν νόμους, ὁπότε δὲν θὰ ὑπάρχῃ ἀντίρρησις.
§110Ζ. ΒΕΝΤΟΥΡΑΣ. Οἱ ὑπάλληλοι διὰ τοῦ ὑπομνήματός των ζητοῦν συνδικαλισμόν.
§111Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ἀνεξαρτήτως τοῦ ὑπομνήματος, ἐγὼ δὲν ἀνεφέρθην εἰς τὸ ὑπόμνημα, ἐγὼ ἦλθον εἰς ἐπαφὴν μὲ τοὺς ὑπαλλήλους καὶ εἶμαι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζω ὅτι δέχονται νὰ τεθῇ τὸ τῶν κατωτέρων ὑπαλλήλων ὡρισμένης κατηγορίας, ὅπως π. χ. τῶν ταχυδρομικῶν, διὰ τοὺς ὁποίους ἔχει πρακτικῶς ἀναγνωρισθῇ τὸ δικαίωμα τῆς ἀπεργίας καὶ οὐδεὶς ποτὲ τοὺς κατεδίωξε ποινικῶς διὰ τὴν ἀπεργίαν των. Ἀλλ’ οἱ ὑπάλληλοι αὐτῶν τῶν κατηγοριῶν ἔχουν περισσότερα κοινὰ σημεῖα μὲ τὰς ἰδιωτικὰς ὀργανώσεις καὶ ἡ εὐρυτέρα ἐλευθερία αὐτῶν εἰς τὸ συνεταιρίζεσθαι εἶναι δικαιολογημένη. Ὑπάρχουν ὅμως καὶ κατηγορίαι δημοσίων λειτουργῶν, καὶ ἀνέφερα ἤδη τοὺς ἀξιωματικούς, τοὺς εἰσαγγελεῖς κλπ., διὰ τοὺς ὁποίους κανεὶς δὲν εἶναι διατεθειμένος νὰ ἀναγνωρίσῃ συνδικαλιστικὰ δικαιώματα, διότι εἶναι προφανές, ὅτι ἡ συνδικαλιστικὴ δρᾶσις αὐτῶν θὰ ἐπέφερε μέγα κλονισμόν. Ἰδοὺ διατί δὲν εἶναι εὔκολον νὰ τεθῇ περὶ τοῦ δικαιώματος τοῦ συνεταιρίζεσθαι τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων διάταξις τόσον γενικὴ καὶ τόσον ἀπόλυτος ὅπως ἡ ἀφορῶσα τοὺς ἁπλοῦς πολίτας. Θὰ ἦτο ἰδιαιτέρα διάταξις, κατὰ τὴν ὁποίαν, ὅπως εἶπον, θὰ ἔχουν καὶ αὐτοὶ τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι, τηροῦντες τοὺς περὶ αὐτῶν εἰδικοὺς νόμους.
§112Σ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Τὸ ἔχουσιν αὐτό.
§113Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ἡ ἰδιαιτέρα συνταγματικὴ διάταξις θὰ τοὺς ἐπροστάτευε περισσότερον. Θὰ καθώριζε τὴν νομοθετικὴν κατεύθυνσιν.
§114ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Κρεμεζῆς ἔχει τὸν λόγον.
§115Σ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Εἰς τὰ λεχθέντα ἐξ ὀνόματος τοῦ ἑνιαίου μετώπου πρὸ ὀλίγου χρόνου ἤθελον νὰ ἀπαντήσω δι’ ἑνὸς καὶ μόνου ἐρωτήματος. Ὑμεῖς, ἀγαπητοὶ συνάδελφοι, ἂν εἴχετε τὴν εὐτυχίαν νὰ ἀποτελῆτε τὴν πλειονοψηφίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ καὶ ἑδραιώνατε ἐνταῦθα τὴν Ἑλληνικὴν σοβιετικὴν δημοκρατίαν, ὡς τὴν αὐτοκαλεῖτε, σᾶς ἐρωτῶ θὰ ἀνεγνωρίζατε τοιοῦτον δικαίωμα; Καὶ προσδιορίζω τὸ ἐρώτημα· ἐκεῖ ὅπου ἐφηρμόσθη τὸ πολίτευμα τοῦτο ἀνεγνωρίσθη τοιοῦτον δικαίωμα;
§116Σ. ΜΑΞΙΜΟΣ. Θὰ ἀναγνωρίσωμεν πολιτικὰ δικαιώματα εἰς τοὺς ἐργαζομένους καὶ μὴ ἐκμεταλλευομένους τὴν ἐργασίαν τῶν ἄλλων.
§117Σ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Τοῦτο δὲν εἶναι ἀκριβές. Εἰς τὸ σοβιετικὸν καθεστὼς ἀπαγορεύεται πᾶσα ἄλλου εἴδους ὀργάνωσις πλὴν τῆς κρατικῆς ὀργανώσεως τῶν ἐργατῶν.
§118Σ. ΜΑΞΙΜΟΣ. Ὑπάρχουσι Σωματεῖα.
§119Σ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Δὲν ὑπάρχουσι παρὰ μόνον τὰ κρατικά. Πᾶς ἄλλος ὀργανισμὸς ἀπαγορεύεται ἀπολύτως ἐπὶ ποινῇ τουφεκισμοῦ.
§120Σ. ΜΑΞΙΜΟΣ. Νὰ σᾶς ἀναγνώσω τὰ σχετικὰ ἄρθρα τοῦ Σοβιετικοῦ Συντάγματος;
§121Σ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Ὄχι. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῶν ὑπαλλήλων δὲν εἶναι ποσῶς ἀκριβὲς ὅτι οὗτοι δι’ ὑπομνήματός των, διὰ τῆς ἀποφάσεως δηλαδὴ τοῦ Πανυπαλληλικοῦ Συνεδρίου, δὲν θέλουσι τι ἄλλως ἢ ἁπλῶς νὰ τοῖς ἀναγνωρισθῇ τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι, τὸ ὁποῖον νὰ ὑφίσταται ὑπό τινας περιορισμούς, συμφώνως μὲ τοὺς νόμους τοῦ Κράτους, τουναντίον ἀπαιτοῦν τὸ δικαίωμα τοῦ συνδικαλισμοῦ, τὸ ὁποῖον προσδιορίζουν μάλιστα ῥητῶς ἐν τῷ ὑπομνήματί των. Τί σημαίνει ἆρά γε τοῦτο; Ζητοῦσι τὸ δικαίωμα τῆς ἀπεργίας. Αὐτὸ εἶναι ὁ συνδικαλισμός. Ὁ οἰκονομικὸς ἀνταγωνισμὸς εἰς τοὺς Ἕλληνας ὑπαλλήλους οὐδέποτε ἀπηγορεύθη, ὄχι ἀφότου ἐγένετο τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911 ἢ ὁ σχετικὸς νόμος, ἀλλ’ ἀπὸ τοῦ 1844, ἀφότου συνεστήθη ὁ ὀργανισμὸς τῶν δικαστηρίων. Ὁ πρῶτος νόμος, ὁ ὁποῖος ὠργάνωσε τὰς δικαστικὰς ἀρχὰς τοῦ Κράτους, ἀνεγνώριζεν εἰς τοὺς δικαστικοὺς ὑπαλλήλους τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι καὶ δίδει εἰς αὐτούς, εἰς τὰ Συμβούλια τῶν Δικαστηρίων τὸ δικαίωμα νὰ ἀποφαίνωνται καὶ νὰ ἐκφράζουν εὐχὰς καὶ νὰ φροντίζουν ἐν γένει διὰ τὴν ἐξύψωσιν τοῦ κλάδου των. Ὅλοι δὲ οἱ ἄλλοι κλάδοι πάντοτε εἶχον τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι. Αὐτὴ εἶναι ἡ διαφορά, ἡ ὁποία δὲν ἐλέχθη, ὅπως ἔπρεπε νὰ λεχθῇ. Τοιοῦτον δικαίωμα ἂν τὸ ἀναγνωρίσωμεν θὰ ἔπρεπε νὰ φθάσωμεν καὶ εἰς τὸ ἑξῆς συμπέρασμα. Καὶ οἱ στρατιωτικοὶ δὲν εἶναι πολῖται; Θὰ ἔχουν καὶ αὐτοὶ τὸ δικαίωμα τῆς ἀπεργίας; Ἀλλ’ εἶναι δυνατὸν ποτὲ νὰ ἐννοηθῇ ὑπόστασις Κράτους εἰς τὴν Ἑλλάδα, τὴν ὁποίαν δὲν πρέπει νὰ συγκρίνωμεν ποτὲ μὲ τὴν Ἀγγλίαν, οὔτε μὲ τὴν Γερμανίαν, ὅπου ὑπάρχουν καὶ ἄλλαι παραδόσεις, πολιτικαὶ καὶ πολιτειακαί, τὰς ὁποίας καὶ οἱ ὑπάλληλοι ὡς πολῖται σέβονται ἀπολύτως; Ἂν τοιαύτην ἀρχὴν ἀνεγνωρίζαμεν δὲν θὰ ἐκάμαμεν τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ καταργήσωμεν τὸ Κράτος. (Χειροκροτήματα)
§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Καλογερᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§123Ι. ΚΑΛΟΓΕΡΑΣ. Κύριοι βουλευταί, χαίρω πολύ, διότι διεξήχθη ἡ συζήτησις αὐτή, διότι δίδεται νομίζω ἀφορμὴ εἰς τὴν Βουλὴν τῆς Ἑλλάδος ἵνα ἐπὶ τοῦ σοβαρωτάτου τούτου ζητήματος ἐκφράσῃ τὴν γνώμην της. Εἶναι ἀληθές, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι οἱ ὑπάρχοντες νόμοι ἐπιτρέπουσι τὸ συνέρχεσθαι καὶ συνεταιρίζεσθαι. Ἀλλὰ δὲν ὑποθέτω ὅτι ὑπάρχει οὐδεὶς ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ὅστις δὲν ὑπέστη τὴν ἐντύπωσιν τῆς ἀποκαρδιώσεως ὅτε οἱ ὑπάλληλοι τοῦ Κράτους ἐνόμισαν ὅτι εἶχον δικαίωμα πρὸς βελτίωσιν τῆς οἰκονομικῆς των θέσεως νὰ ἀντιταχθῶσι κατὰ τοῦ Κράτους. Ἔχω ἀκόμη τὴν ἐντύπωσιν καὶ τὴν ἀποκαρδίωσιν, τὴν ὁποίαν ἐδοκίμασα ὅταν διὰ πρώτην φορὰν εἶδον ὅτι οἱ ὑπάλληλοι τοῦ Κράτους ἐν ὠργανωμένῳ Κράτει ἐζήτησαν δι’ ὑπομνήματός των, διὰ τοῦ ultimatum, νὰ ἐπιτύχουν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπέτυχον.
§124Μ. ΜΑΝΤΑΣ. Μόνον οἱ ὑπάλληλοι ἢ καὶ οἱ ἀξιωματικοί;
§125Ι. ΚΑΛΟΓΕΡΑΣ. Σέβομαι καὶ μετὰ προσοχῆς ἀκούω τὰς γνώμας καὶ οἵας μοὶ ἀρέσουν καὶ οἵας δὲν μοὶ ἀρέσουν, διὰ τοῦτο παρακαλῶ ἵνα τύχω καὶ ἐγὼ ὀλίγης προσοχῆς. Εἶναι ὡραῖαι καὶ θαυμασταὶ αἱ θεωρίαι. Οὐδεὶς δύναται νὰ ἀμφισβητήσῃ ὅτι πράγματι ὑπάρχουν καὶ πρέπει νὰ ὑπάρχουν ἐπιστήμονες φρονοῦντες καὶ ἐξωτερικεύοντες τὰς ἰδέας, αἱ ὁποῖαι πρέπει νὰ ἐξελίσσωνται, διότι τοῦτο ἀπαιτεῖ ἡ πρόοδος τοῦ πολιτισμοῦ. Ἤκουσα καὶ τὸ δέχομαι ὅτι ἐν Ἀγγλίᾳ ἐπιτρέπεται καὶ νὰ διαδηλώσουν ἀκόμη πρὸ τῶν Ἀρχῶν τὰς ἰδέας των οἱ ὑπάλληλοι. Ἀλλὰ δὲν ὑποθέτω ὅτι ὑπάρχει κανεὶς ἐνταῦθα, ὅστις πιστεύει ὅτι, δυστυχῶς, Ἕλληνες πολῖται, ὅτι δύνανται καὶ ἀπὸ ἀπόψεως παραδόσεως καὶ ἀπὸ ἀπόψεως πειθαρχίας καὶ πολιτισμοῦ νὰ παραλληλισθοῦν πρὸς ὅσα συμβαίνουν ἐν Ἀγγλίᾳ καὶ Γερμανίᾳ καὶ ὅλα τὰ προηγμένα Κράτη. Ἀλλὰ δυστυχῶς ζῶμεν ἐν Ἑλλάδι καὶ γνωρίζομεν ὑπὸ ποίας συνθήκας ζῶμεν ὑπὸ τὰς ἐπόψεις αὐτάς. Διότι δὲν ἐφθάσαμεν εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον τοῦ πολιτισμοῦ τῶν ἄλλων Κρατῶν.
§126Ε. ΧΑΤΖΗΔΑΚΗΣ. Ἡ Δημοκρατία εἶναι ἡ δυστυχία ὅλων αὐτῶν.
§127Ι. ΚΑΛΟΓΕΡΑΣ. Ἑπομένως, κύριοι βουλευταί, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι, κατὰ τὴν γνώμην μου, νὰ μὴ λαμβάνωμεν ὑπ’ ὄψει καὶ νὰ μὴ ρυθμίζωμεν τὰς σχέσεις ἡμῶν πρὸς τὰ Κράτη ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶναι προηγμένα πολὺ ἡμῶν. Θὰ ἦτο πλάνη οἰκτρά, ἂν ἠρχόμεθα ἐνταῦθα, κύριοι συνάδελφοι, νὰ δώσωμεν τὸ δικαίωμα εἰς τοὺς ὑπαλλήλους τοῦ συνδικαλίζεσθαι, διὰ νὰ ἀπεργοῦν καὶ νὰ ἐπιβάλουν τὰς θελήσεις των εἰς τὸ Κράτος. Ἀλλοίμονον εἰς τὸ Κράτος. Σκέπτομαι, κύριοι συνάδελφοι, τοὺς Ὑπουργοὺς διαχειριζομένους τὰς ὑπευθύνους ἐξουσίας τοῦ Κράτους ὁσάκις ἀντιμετωπίζουν τὰς ἀπεργίας τῶν ἐργατῶν. Φαντασθῆτε, ἂν ἠθέλομεν δώσει καὶ τὴν ἐντύπωσιν ὅτι δύνανται ὄχι μόνον οἱ ἐργάται μὲ τὰς ἀπεργίας, ἀλλὰ καὶ οἱ ὑπάλληλοι νὰ κηρύσσουν τὸ Κράτος ἐν παραλυσίᾳ. Γενικά, κύριοι, εἶμαι κατὰ πάσης ἀπεργίας καὶ κατὰ πάσης φωνῆς, ἡ ὁποία τολμᾷ νὰ ἐξυψοῦται ἐναντίον τοῦ Κράτους. Ταῦτα, κύριοι, πιστεύω καὶ κηρύσσω καθ’ ὅλον τὸν βίον μου καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Εἶπον ὅτι εἶμαι εὐτυχὴς καὶ ἠσθάνθην μεγάλην χαρὰν ὅταν εἶδον ὅτι ἦλθεν ἡ συζήτησις αὐτή. Διότι θέλω νὰ εἴπῃ ἡ Βουλὴ τουλάχιστον ἂν πρέπῃ νὰ ὑπάρχῃ Κράτος ἐν Ἑλλάδι ἢ ὄχι. Διὰ τοῦτο δὲν πρέπει νὰ γίνεται οὔτε κἂν σκέψις περὶ κατοχυρώσεως τοιαύτης διατάξεως ἐν τῷ Συντάγματι, ἀλλὰ τὸ Κράτος πρέπει νὰ ἐπιβάλεται καὶ νὰ ἰσχύῃ, διότι θέλει νὰ ζήσῃ. (Χειροκροτήματα).
§128ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Εὐριπαῖος ἔχει τὸν λόγον.
§129Π. ΕΥΡΙΠΑΙΟΣ. Κατόπιν τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. ἐπὶ τῆς Γεωργίας Ὑπουργοῦ δὲν ἔχω νὰ προσθέσω τίποτε.
§130ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Γόντικας ἔχει τὸν λόγον.
§131Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἐγώ, κύριοι συνάδελφοι, ἐφρόνουν ὅτι τὸ ἄρθρον 14 ὡς εἶναι διατυπωμένον δὲν θὰ ἐπροκάλει συζήτησιν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ καὶ δὴ τοσαύτης ἐκτάσεως. Τὴν γενομένην ὅμως συζήτησιν θεωρῶ εὐχάριστον καὶ ἐγώ, διότι δίδεται ἀφορμὴ νὰ ἐξηγηθῇ ἡ ἔννοια τοῦ ἄρθρου τούτου ἢ τουλάχιστον νὰ διατυπωθῇ σαφέστερον ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἡ Βουλὴ ἐπιθυμεῖ νὰ καθορίσῃ. Ὑπεστηρίχθη παρ’ ἀξιοτίμου συναδέλφου πρὸ μικροῦ ὅτι ἡ δικαστικὴ Ἀρχή, κακῶς ποιοῦσα, ὡς εἶπεν, ἠρνήθη ἔγκρισιν καταστατικοῦ, διότι δὲν ἐπρόκειτο περὶ ὡρισμένης τάξεως. Τὸ δικαίωμα τῆς δικαστικῆς Ἀρχῆς ἀνεγνωρίσθη τὸ πρῶτον διὰ τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911. Διότι μέχρι τοῦ Συντάγματος ἐκείνου δὲν ἀπῃτεῖτο ἀπόφασις δικαστικὴ πρὸς διάλυσιν οἱουδήποτε Σωματείου. Θέλοντες οἱ ἐν τῷ Συντάγματι τοῦ 1911 ἀσχοληθέντες νὰ περιφρουρήσωσι τὴν ὕπαρξιν τῶν Σωματείων, ἐνόμισαν ὅτι καλῶς φρουροῦνται, ἂν δὲν ἀφίεται ἡ ἔγκρισις εἰς τὴν διοικητικὴν Ἀρχήν, ἀλλὰ τὴν δικαστικήν. Ἡ ἐξέλιξις ὅμως τῶν γεγονότων διεθνῶς ἐγέννησεν ἀμφιβολίας, ἂν ὀρθῶς κεῖται ἡ διάταξις αὕτη καὶ διὰ τοῦτο ὄχι μόνον ἐπὶ τῶν τροπολογιῶν ἀσχολούμεθα, ἀλλὰ καὶ ἐπ’ αὐτῆς τῆς διατυπώσεως ὡς ἔχει. Διότι, ὅπως εἶναι γνωστόν, τὰ δικαστήρια εἶναι ὑποχρεωμένα σύμφωνα μὲ τοὺς κειμένους νόμους καὶ δὴ τοῦ Συντάγματος νὰ ἐκδώσουν τὴν ἀπόφασίν των. Εἶναι λοιπὸν δύσκολον εἰς τὰ δικαστήρια νὰ ἀρνηθῶσιν ἔγκρισιν καταστατικοῦ οἱουδήποτε περιεχομένου, ἐφόσον δὲν ἀντίκειται τοῦτο ρητῶς πρὸς τοὺς νόμους. Καὶ διὰ τοῦτο προβάλλεται ἔξωθεν καὶ ζητεῖται νὰ μειωθῇ ἡ δύναμις αὐτὴ τῶν δικαστηρίων ἢ νὰ ἀφαιρεθῇ ἀπὸ τὰ δικαστήρια τὸ μοναδικὸν πλεονέκτημα καὶ προνόμιον, τὸ ὁποῖον ἔχουσι, τοῦ νὰ ἀπαιτεῖται δικαστικὴ ἀπόφασις. Διότι, ἂν ὑπάρχῃ ἓν Σωματεῖον εἰς τὸ καταστατικὸν τοῦ ὁποίου ρητῶς ἀναγράφεται ὅτι σκοπὸς αὐτοῦ εἶναι ἡ διάλυσις τοῦ Κράτους, τὸ δικαστήριον δύναται νὰ ἀρνηθῇ τὴν ἐπικύρωσιν αὐτοῦ. Ἀλλ’ ὑπάρχουν πολλοί, οἱ ὁποῖοι φρονοῦσι καὶ ὑποστηρίζουσιν ὅτι δὲν δικαιοῦται νὰ ἀρνηθῇ τὴν ἐπικύρωσιν. Ἂν ἀφεθῇ εἰς τὰ δικαστήρια τὸ δικαίωμα νὰ ἀποφαίνωνται περὶ διαλύσεως ἑνὸς Σωματείου, δὲν ὑπάρχει ἀσφάλεια ὅτι θὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψει τὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα ἐπιβάλλουσι σήμερον νὰ ληφθῇ πρόνοια περιφρουροῦσα ὄχι πλέον τὸ πολιτικὸν καθεστώς, ἀλλὰ τὸ κοινωνικόν. Διὰ τοῦτο προτείνω νὰ ἀπαλειφθῇ ἀπὸ τὸ 14ον ἄρθρον ἡ περικοπὴ κατὰ τὴν ὁποίαν (ἀναγινώσκει): «Συνεταιρισμοὶ δὲν δύνανται.... κλπ.» Δηλαδὴ νὰ ἀφεθῇ εἰς τὸν νόμον καὶ ὁ τρόπος κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ διαλύωνται τὰ Σωματεῖα ἕνεκα παραβάσεως ὡρισμένων ἀρχῶν, τὰς ὁποίας ὁ νόμος θὰ θεσπίσῃ ἢ ὡρισμένων αἰτίων, τὰ ὁποῖα ὡρισμένοι νόμοι θὰ δημιουργήσουν. Διότι σήμερον, ἐπαναλαμβάνω, ἕνεκα τῆς συνταγματικῆς αὐτῆς διατάξεως τὰ δικαστήρια εἶναι δεσμευμένα καὶ δὲν δύνανται παρὰ νὰ ὑπακούσουν εἰς τὰς διατάξεις αὐτὰς τὰς συνταγματικάς, ἐγκρίνοντα ὑποχρεωτικῶς τὰ καταστατικὰ αὐτά. Δὲν μὲ τρομάζει μόνον ὁ κίνδυνος τοῦ κομμουνισμοῦ, εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχωσι Σωματεῖα μὴ ἔχοντα σχέσιν μὲ τὸν κομμουνισμόν, ὡς ἔχοντα σκοπὸν καὶ ἀναγράφουν τὸν σκοπὸν τοῦτον εἰς τὸ ἔγγραφον, τὴν διάλυσιν τοῦ Κράτους ἢ τοῦ κοινωνικοῦ καθεστῶτος. Διὰ τοῦτο νομίζω ὅτι ἡ συνταγματικὴ διάταξις πρέπει νὰ ἀπαλειφθῇ καὶ νὰ μείνῃ εἰς τὸν νόμον νὰ κανονίζῃ ἑκάστοτε κατὰ τὰς ἀναλόγους περιστάσεις τὸ δικαίωμα τοῦτο. Ἡ γενικὴ διάταξις, ἡ ὁποία ὑπῆρχε πρότερον εἰς τὸ πρὸ τοῦ 1911 Σύνταγμα, εἶναι ὅτι ὅλοι οἱ Ἕλληνες εἶναι ἴσοι ἐνώπιον τῶν νόμων. Μὲ τὴν διάταξιν αὐτὴν ὑποστηρίζεται ὅτι καὶ τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι ἀνήκει εἰς τοὺς πολίτας, ἐπανελήφθη δὲ καὶ εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911 τὸ δικαίωμα τοῦτο. Ἀλλ’ ἀπὸ ἀνέκαθεν οὐδέποτε ἐφαντάσθη τις, οὔτε ὑπεστήριξέ ποτε, ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι εἶναι ἀπόλυτον εἰς τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους, οὐδεὶς δὲ οὐδέποτε ἀπαγορεύει τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι καὶ συνέρχεσθαι εἰς τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους, ἐφόσον θὰ συνέρχωνται ὡς πολῖται ὑπὸ τὴν ἰδιότητα τοῦ πολίτου. Ἐφόσον ὅμως ὑπὸ τὴν ἰδιότητα τῶν ὑπαλλήλων ἐν τῇ ἀσκήσει τῶν καθηκόντων των καὶ διὰ τὰ καθήκοντά των ἀποφασίζουν νὰ συνέρχωνται κατὰ τὸν Α ἢ Β τρόπον, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει εἶναι δυνατὸν τὸ Κράτος καὶ πρέπον εἶναι νὰ κανονίσῃ, ἂν ἐπιτρέπῃ τοῦτο καὶ κατὰ ποῖον τρόπον. Οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι ἀπέναντι τοῦ Κράτους δὲν ἔχουσι τὴν ἰδιότητα ἁπλῶς τοῦ ἐργολήπτου πρὸς τὸν ἐργοδότην, διότι, ἂν τὴν εἶχον, τότε καὶ τὸ δικαίωμα καὶ ὁ τρόπος τῆς εἰσαγωγῆς των εἰς τὰς ὑπηρεσίας θὰ ἦτο διαφορετικώτερος. Ἀλλὰ καὶ τὰ δικαιώματα τὰ ὁποῖα ἔχουσιν ἐν τῇ ἀσκήσει τῆς λειτουργίας αὐτῶν δὲν εἶναι ὅμοια πρὸς τὰ δικαιώματα τὰ ὁποῖα ἔχουσιν εἴτε ἐργάται εἴτε ὑπάλληλοι Ἑταιρειῶν ἢ ἰδιωτικῶν Σωματείων. Τὸ Κράτος ἀνακουφίζει, προνοεῖ καὶ ἑκάστοτε μεριμνᾷ ἰδιαιτέρως διὰ τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους, ἀλλὰ διὰ νὰ ἀνυψώσῃ τὸν δημόσιον ὑπάλληλον. Ὅταν λέγωμεν Κράτος, ἐννοοῦμεν τὸ σύνολον τῶν πολιτῶν, συμπεριλαμβανομένων καὶ τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Ἀπὸ παλαιοτέρας ἐποχῆς θεωρητικῶς δὲν ἠμφισβητεῖτο τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι εἰς τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους, ἀλλὰ συνεταιρίζοντο συμφώνως μὲ τὰς ἀντιλήψεις αἱ ὁποῖαι ὑπῆρχον πρὸ τοῦ 1915 ἢ πρὸ τοῦ 1917. Αἱ ἐπαγγελματικαὶ τάξεις συνεταιρίζοντο ἁπλῶς μεριμνῶσαι διὰ τὰ συμφέροντα τῆς τάξεώς των. Δὲν ἀπηγόρευσε τὸ Κράτος, καίτοι δὲν ἦτο συνταγματικῶς καθιερωμένον καὶ διὰ τοῦτο εἴχομεν τὸν Σύνδεσμον τῶν ὑπαλλήλων τῆς Δημ. Ἐκπαιδεύσεως, τὸν Σύνδεσμον τῶν ὑπαλλήλων τῆς Μ. Ἐκπαιδεύσεως, τὸν Σύλλογον τάδε καὶ τάδε. Ἀλλ’ οἱ Σύλλογοι οὗτοι μέχρις ὡρισμένου χρονικοῦ διαστήματος ἠσχολοῦντο ἁπλῶς καὶ μόνον εἰς τὰ ἐπαγγελματικά των καθήκοντα. Οὐδέποτε ἐσκέφθησαν ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ ἀποτελέσωσι συνδικαλιστικὴν ὀργάνωσιν καὶ νὰ ἀποτελέσωσιν Ὁμοσπονδίας, διὰ τῶν ὁποίων νὰ ἀπευθύνωνται πρὸς τὸ Κράτος, τὸ ὁποῖον, δύναμαι νὰ εἴπω, διοικοῦν, διότι τὸ Κράτος διοικεῖται διὰ τῶν ὑπαλλήλων, τοῦ ὁποίου εἶναι αὐτοὶ φορεῖς. Κατὰ τὸ 1923—ἐγένετο μνεία πρότερον—ἡ τὸ πρῶτον συμπηχθεῖσα τότε ὀργάνωσις τῶν Πανυπαλλήλων, ὅπως ἐλέγετο, ἔστειλεν εἰς ἕνα Ὑπουργὸν ἓν ἔγγραφον, διὰ τοῦ ὁποίου ἤλεγχε τὴν διοίκησιν μὲ ἕνα τρόπον ὡς ἐποπτεύουσα ἀνωτέρα Ἀρχή, διότι μόνον τὸ Ἀνώτατον Πειθαρχικὸν Συμβούλιον ἔκαμε τοῦτο ἢ ἐκεῖνο. Ἠξίου δὲ ἡ ὀργάνωσις ἐκείνη καὶ ἀπάντησιν ἀπὸ τὸν τότε Ὑπουργόν, ὁ ὁποῖος δὲν ἀπήντησε βεβαίως εἰς μίαν ὀργάνωσιν μὴ ἀνεγνωρισμένην. Ἦλθε κατόπιν τὸ ζήτημα εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον....
§132ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἀλλὰ καὶ οἱ ὑπάλληλοι οἱ ἀποτελοῦντες τὸ Συμβούλιον ἦσαν μέλη τῆς Ἑνώσεως.
§133Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. .... ἦλθεν εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ἡ ὑπόθεσις καὶ ἐξεδόθη ἐγκύκλιος ἐνδεικνύουσα ὅτι οἱ ὑπάλληλοι τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι τὸ στηρίζουν οὐχὶ εἰς τὸ Σύνταγμα, ἀλλ’ εἰς τὸν νόμον «περὶ Σωματείων», διότι τὸ Σύνταγμα ὁμιλοῦν περὶ τοῦ δικαιώματος τοῦ συνεταιρίζεσθαι ἐννοεῖ τοὺς πολίτας ὡς πολίτας, δὲν ἐννοεῖ τὴν ἰδιότητα τῶν ὑπαλλήλων ὡς ὑπαλλήλων.
§134ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πολίτας τοὺς θεωρεῖτε τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους ἢ ὑποπολίτας;
§135Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ὑπερπολίτας.
§136Ο ΑΥΤΟΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τότε διατί κάμνετε τὴν διάκρισιν;
§137Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Διότι δὲν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ μὲ παρακολουθεῖτε εἰς τὰς σκέψεις μου ἢ φαίνεται ὅτι εἶναι ἄσκοπος ἡ ἐξήγησίς μου ἢ σεῖς δὲν μὲ παρακολουθεῖτε. Λέγω ὅτι, ἐφόσον ὑπὸ τὴν ἰδιότητα τοῦ πολίτου ἁπλῶς οἱοσδήποτε ἐργάτης θέλει νὰ συνεταιρισθῇ, οὐδεὶς τὸν ἐμποδίζει. Ἐφόσον ὅμως ὡς ὄργανα τοῦ Κράτους ὑπὸ τὴν ἰδιότητα τοῦ ὑπαλλήλου, τοῦ φορέως τῆς ἐξουσίας τοῦ Κράτους θέλουν νὰ κανονίσωσιν αὐτοὶ μόνοι τρόπον διοικήσεως, τρόπον συμπεριφορᾶς ἢ τρόπον καὶ διοικήσεως ἀκόμη καὶ ἐργατῶν, τὸ τοιοῦτον δικαίωμα ἐγὼ φρονῶ ὅτι τὸ σύνολον τῆς Πολιτείας, τὸ σύνολον τῶν πολιτῶν, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ τὸ Κράτος, δὲν ἐπιτρέπει.
§138ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἂν ἀποδεχθῶμεν τὴν θεωρίαν σας, τότε τὸ δικαίωμα τοῦ συνέρχεσθαι καὶ συενταιρίζεσθαι εἰς τί συνίσταται;
§139Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἐγὼ δὲν ὑπεστήριξα ὅτι πρέπει νὰ συνέρχωνται.
§140ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Θὰ συνέρχωνται μόνον εἰς φιλολογικὰς ἑσπερίδας;
§141Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Μάλιστα. Ἀλλὰ τόσον ἄτοπος σᾶς φαίνεται ὁ περιορισμὸς τοῦ δικαιώματος τοῦ συνεταιρίζεσθαι εἰς Συνομοσπονδίας τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων; Διατί δὲν ἀντιστρέφετε τοὺς ὅρους διὰ νὰ ἴδητε τὰ ἀτοπήματα τὰ ὁποῖα εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπέλθωσιν εἰς τὴν συνολικὴν διοίκησιν καὶ ἀπόδειξις τῶν ὅσων λέγω εἶναι ὅτι συνεταιρίζονται ὑπάλληλοι ὁμοσπονδιακῶς ἢ κατὰ Σύλλογον καὶ εἰς τοὺς Συλλόγους γίνονται ἀρχαιρεσίαι καὶ ψηφίζεται ὁ κατώτερος ὑπάλληλος ὡς πρόεδρος τοῦ Συλλόγου ἢ ὡς πρόεδρος τῆς Συνομοσπονδίας. Ἔχει οὗτος μίαν δύναμιν, τὴν ὁποίαν οὐδεὶς δύναται νὰ ἀρνηθῇ, καὶ τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον ἐκεῖνο καὶ ὁ πρόεδρος γίνονται ἀπὸ τῶν ἐκλογέων τούτων τῶν ἀποτελούντων μέλη τοῦ Πειθαρχικοῦ Συμβουλίου. Εἰς τὴν Μακεδονίαν, εἰς τὴν Θράκην, εἰς τὴν Ἤπειρον λαμβάνουν μίαν διαταγὴν τῆς Ὁμοσπονδίας νὰ συνέλθωσι τὴν τάδε τοῦ μηνὸς ἐν Ἀθήναις ἢ Θεσσαλονίκην, διότι γίνεται συνέδριον καὶ δὲν ζητοῦν οὔτε ἄδειαν.
§142Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Ἔγινε πρὸ ἡμερῶν αὐτό.
§143Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἄν, κύριοι συνάδελφοι, τοὺς ὑποχρεώσητε νὰ λάβωσι προηγουμένως ἄδειαν, τότε οὗτοι ἰσχυρίζονται ὅτι τοῦτο ἀντιβαίνει εἰς τὴν ἐλευθερίαν τοῦ ἀτόμου, διότι ποία εἶναι ἡ ἐλευθερία τοῦ συνέρχεσθαι, ἡ ἐλευθερία τοῦ συνεταιρίζεσθαι ὅταν ζητεῖται ἄδεια πρὸς τοῦτο;
§144ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν τὸ ἰσχυρίσθησαν αὐτό.
§145Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Πολλάκις, κάθε ἡμέραν τὸ ἰσχυρίζονται. Ἀλλὰ θὰ περιορίσωμεν, λέγω, τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι καὶ συνέρχεσθαι εἰς πολίτας ἢ εἰς δημοσίους ὑπαλλήλους γενικῶς ἢ εἰδικῶς δι’ ὡρισμένους σκοπούς; Καὶ λέγω ὅτι τὸ δικαίωμα τῆς ἀμύνης εἶναι δυνατὸν ἀφοῦ ὑπάρχει εἰς κάθε φυσικὸν πρόσωπον, εἰς κάθε ὀργάνωσιν, εἰς κάθε ἔμψυχον ὄν, εἶναι δυνατὸν νὰ ἀφαιρεθῇ ἀπὸ τὸ Κράτος; Τὸ Κράτος δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα τῆς ἀμύνης καὶ δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα τῆς ἀμύνης κατὰ τῶν ἰδίων αὐτοῦ ὀργάνων, διὰ τῶν ὁποίων ἀσκεῖ τὴν ἐξουσίαν; Ὑποθέσατε ὅτι Σύλλογος δημοσίων ὑπαλλήλων ἔχει ἀναγράψει εἰς τὸ καταστατικόν του τὴν ἀναίρεσιν τοῦ Κράτους, τὴν ἀναίρεσιν τοῦ καθεστῶτος τοῦ κοινωνικοῦ, τὸ ὁποῖον λειτουργεῖ σήμερον καὶ συμφώνως μὲ τὸ καταστατικὸν τοῦτο βαδίζει ὁ ὑπάλληλος, ὁ ὁποῖος παραλλήλως ἐκτελεῖ καὶ τὴν κρατικὴν ὑπηρεσίαν. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν δικαιοῦται τὸ σύνολον τοῦ Κράτους νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα τῆς Ἀμύνης;
§146ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Θὰ εὑρεθῇ δικαστήριον νὰ ἐπικυρώσῃ τοιοῦτον καταστατικόν;
§147Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Διατί ὄχι; Ποῖος θὰ τὸ ἐμποδίσῃ;
§148ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τότε αὐτὸ δὲν θὰ εἶναι δικαστήριον.
§149Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Διατί; Τὸ δικαστήριον, κύριοι συνάδελφοι, εἶναι ὑποχρεωμένον νὰ ἐφαρμόζῃ τοὺς κειμένους νόμους τοῦ Κράτους. Οἱ κείμενοι νόμοι καὶ δὴ οἱ συνταγματικοί, ἀναγράφουσιν ἀπόλυτον ἐλευθερίαν τοῦ συνεταιρίζεσθαι, τὸ δὲ δικαστήριον θὰ ἐπικυρώσῃ. Ἠκούσατε πρὸ ὀλίγου διαμαρτυρίαν ἀξιοτίμου συναδέλφου, ὅτι κατώτερον δικαστήριον κακῶς δὲν ἐπεκύρωσε καταστατικόν, τὸ ὁποῖον ἀνέγραφε τοῦτο ἢ ἐκεῖνο. Καὶ νομικῶς καὶ τυπικῶς εἶχε δίκαιον. Ἂν νομίζητε ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦτο πρέπει νὰ ὑπαχθῇ ὑπὸ τὰς διαταγὰς νόμων, τουτέστι νόμων οἱ ὁποῖοι νὰ καθορίσωσι τὸ δικαίωμα, τὸν τρόπον, τὴν ἔκτασιν καὶ τὰς περιστάσεις ἢ ἂν ἔπρεπε νὰ ὁρισθῇ ῥητῶς εἰς τὸ Σύνταγμα τὸ ἂν ἐπιτρέπεται εἰς τὸν δημόσιον ὑπάλληλον νὰ ἀποτελέσῃ μέλος Γενικῶν Συνομοσπονδιῶν, ἂν τοῦτο μὲ τὴν ἰδιότητα τοῦ δημοσίου ὑπαλλήλου συμβιβάζεται, δὲν ἠξεύρω. Σήμερον δὲν συμβιβάζεται, τοῦ χρόνου δύναται νὰ συμβιβάζεται. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἔχω τὴν τιμὴν νὰ προτείνω ὅτι πρέπει νὰ ἀφεθῇ εἰς τὸν νόμον νὰ κανονίσῃ τὸ δικαίωμα τῆς ἐλευθερίας, ἂν πρέπει νὰ ἀναγνωρισθῇ καὶ εἰς τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους συνταγματικῶς τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι καὶ ὑπὸ τὴν ἰδιότητα τοῦ δημοσίου ὑπαλλήλου. Ἐπίσης νόμος θὰ καθορίσῃ νὰ ἀναγνωρισθῇ εἰς τὸν δημόσιον ὑπάλληλον τὸ δικαίωμα νὰ λαμβάνωσι μέρος εἰς Ξενικὰς Συνομοσπονδίας, καθὼς ἐπίσης θὰ καθορίσῃ καὶ τὸ καταστατικόν. Διότι φαντασθῆτε Ἕνωσιν δικαστικῶν λειτουργῶν· ἂν εἶναι δυνατὸν καὶ αὐτοὶ οἱ ὑπάλληλοι νὰ ἀναγνωρίσωσιν εἰς ἑαυτοὺς τὸ δικαίωμα τῆς ἀπεργίας. Ἀλλὰ φαντάζομαι ὅτι ἄν ποτε ἡ Ἕνωσις τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων, δηλαδὴ τῶν ὑπαλλήλων τοὺς ὁποίους τὸ σύνολον, τὸ Κράτος μεταχειρίζεται ὡς ὄργανα τῆς ἐπιβολῆς τοῦ νόμου καὶ τῆς ἐξουσίας τοῦ Κράτους, ὡς ὄργανα τὰ ὁποῖα ἔχουσιν ἰσοβιότητα καὶ ἀποτελοῦν ἰδιαιτέραν ἐξουσίαν, ἀλλ’ ὅλα αὐτὰ τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἔχουσι μόνον διὰ τοῦ Κράτους πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῶν συμφερόντων τοῦ Κράτους, ἂν τὰ δικαστικὰ ταῦτα πρόσωπα ἀποφασίσωσι νὰ θέσωσι μίαν συνδικαλιστικὴν ὀργάνωσιν καὶ ἔχωσι μέσα εἰς τὸ καταστατικὸν τοιούτους ἢ τοιούτους ὅρους, θὰ εἶναι εἰς θέσιν ἀσκοῦντες τὴν ἐξουσίαν ταύτην νὰ ἐπιβάλωσι ποινὰς καὶ κολασμὸν εἰς συναδέλφους καὶ μέλη, τὰ ὁποῖα ἔκαμον ταύτην ἢ ἐκείνην τὴν παράβασιν; Διὰ τοῦτο οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι δὲν εἶναι ἐν τῇ ἀσκήσει τοῦ καθήκοντός των ἀπολύτως ἐλεύθεροι, ὅπως εἶναι οἱ ἄλλοι οἱ εἰς ἰδιωτικὰς ὑπηρεσίας ἀσχολούμενοι. Ἔχουσι τὸν τίτλον τοῦ δημοσίου ὑπαλλήλου, ἔχουσι τὰ προνόμια τοῦ δημοσίου ὑπαλλήλου, ἀλλ’ ἔχουσι ἐν ταυτῷ καὶ μίαν τῶν στοιχειωδῶν ὑποχρεώσεων, τὴν ὁποίαν ἔχει πᾶς ἐργαζόμενος, τοῦ προασπίζειν τὰ συμφέροντα ἐκείνων, τοὺς ὁποίους ἀποκαλοῦν ἐργοδότας, διότι τὸ Κράτος δὲν εἶναι ἐργοδότης. Καὶ διὰ νὰ ὑπερασπίσουν τὰ συμφέροντα αὐτῶν, θὰ τεθοῦν ὑπὸ περιορισμὸν διὰ τῶν ὀργάνων αὐτῶν. Διὰ τοῦτο, κύριοι συνάδελφοι, βεβαίως ἀποκρούω τὰς τροπολογίας ὅπως ἐτέθησαν, θὰ ὑποστηρίξω δὲ καὶ ὑποστηρίζω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἐλευθερίαν εἰς τὸν νόμον, δηλαδὴ διάλυσις τῶν συνεταιρισμῶν νὰ γίνεται καθ’ ὃν τρόπον ὁρίζεται, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ ὑποχρέωσις νὰ γίνεται ἡ διάλυσις διὰ δικαστικῆς ἀποφάσεως. Ἐπίσης, ἂν ἡ Βουλὴ συμφωνῇ εἰς τὴν ἀναγνώρισιν τοῦ δικαιώματος τοῦ συνεταιρίζεσθαι εἰς τοὺς ὑπαλλήλους, νὰ καθορισθῇ σαφῶς ὅτι τὴν ἔκτασιν, τὸν τρόπον καὶ τὴν σκέψιν θὰ καθορίσῃ νόμος, διότι ἡ συνταγματικὴ διάταξις εἰς τὸ παρελθὸν ἐγέννησεν ἀμφισβητήσεις. Νὰ καθορισθῇ, λέγω, ὅτι δυνάμει τοῦ Συντάγματος οἱ ὑπάλληλοι, ὅπως ἔχει ἡ διάταξις αὐτή, ἔχουν τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι. Διότι τότε διατί δὲν τὸ ἔχουν οἱ στρατιῶται, οἱ ἀξιωματικοί, οἱ χωροφύλακες κλπ.; Ὅπως εἶναι διατυπωμένη ἡ διάταξις, τὸ ἔχουν. Ἂς μὴ φαντασθῇ κανεὶς ὅτι εἶναι δυνατὸν μία Πολιτεία νὰ ὑπερασπίσῃ ἑαυτὴν ἔχουσα ὡς ὄργανα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦσι μέλη ὀργανώσεων καὶ Συνομοσπονδιῶν. Ἂν θέλητε ὅμως, νὰ ἀποκτήσωσι τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι καὶ οἱ χωροφύλακες καὶ οἱ ἀστυφύλακες, νὰ τὰ ἀφήσητε δὲ ὅλα εἰς τοὺς νόμους, ὥστε ἂν ἐπιτραπῇ εἰς μίαν κατηγορίαν ὑπαλλήλων τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι, νὰ ἀπαγορευθῇ τὸ δικαίωμα τῆς ἀπεργίας εἰς τοὺς ὑπαλλήλους. Διότι ὅλοι οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι ἐξυπηρετοῦν ἓν κοινὸν καὶ γενικὸν συμφέρον, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὸ παρίδωσιν εἰς οἱανδήποτε ἐποχὴν καὶ ὥραν θέλουσι, διότι ὁ ὑπάλληλος τῆς Α Ἑταιρείας ἢ τοῦ Β ἐργοδότου ἀπεργῶν ἔχει διαφορὰς μὲ ἐκεῖνον, μὲ τὸν ὁποῖον συνεργάζεται. Ἀλλ’ ὁ δημόσιος ὑπάλληλος ἀπεργῶν διαταράσσει τὴν ὅλην κρατικὴν καὶ κοινωνικὴν τάξιν, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μοὶ εἴπητε σήμερον ὅτι ἡ ταχυδρομικὴ ἢ ἡ σιδηροδρομικὴ ὑπηρεσία εἶναι ἁπλῶς μία ὑπηρεσία ἡ ὁποία ἀνήκει εἰς τὸν ἐργοδότην, ἀλλ’ εἶναι ὑπηρεσία δημοσίου συμφέροντος καὶ δὴ συμφέροντος ἐξυπηρετοῦντος πρωτίστην ἀνάγκην. Ὅσοι δὲν θέλουν νὰ ὑπηρετήσωσιν, ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ μὴ ὑπηρετήσωσιν. Ἐφόσον ὅμως δέχονται νὰ ὑπηρετήσωσι, θὰ ὑποβάλλωνται εἰς τοὺς γενικοὺς κανόνας καὶ οἱ κανόνες οὗτοι ἀναγράφονται ἀπὸ τὴν ἐξουσίαν, ἣν καθιέρωσαν τὰ Συντάγματα καὶ ἡ Βουλὴ τοῦ λαοῦ, ἡ ὁποία διὰ τῶν ἀντιπροσώπων αὐτῆς νομοθετεῖ. Αὐτὰ εἶχον τὴν τιμὴν νὰ εἴπω.
§150ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Μπούσιος ἔχει τὸν λόγον.
§151Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Λυποῦμαι διότι ἡ συζήτησις ἔλαβε μεγάλας διαστάσεις, ἐνῷ τὸ ἄρθρον 14 ἀκριβῶς παρέχει εἰς τοὺς ἀντιλέγοντας ὅλα τὰ στοιχεῖα τὰ ὁποῖα χρησιμεύουν διὰ τὰ θέματα τὰ ὁποῖα ὑποστηρίζουν. Θὰ ἦτο ἴσως δικαιολογημένη ἡ συζήτησις, ἂν ἀπὸ συντηρητικῆς ἀπόψεως ἐζητεῖτο νὰ τεθοῦν φραγμοί, οἱ ὁποῖοι ἐκ τῶν πραγμάτων ἀπεδείχθησαν ἀναγκαῖοι. Καὶ οἱ φραγμοὶ αὐτοὶ νομίζω ὅτι θὰ ληφθοῦν κατὰ τὴν σχετικὴν συζήτησιν τοῦ «περὶ Σωματείων» νόμου, ἡ ὁποία λίαν προσεχῶς θὰ ἔλθῃ—καὶ πρέπει νὰ ἔλθῃ—ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, διότι κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη ἐγένετο γενικὴ ἐκτροχίασις, εἰς τὴν ὁποίαν συμμετέσχον καὶ πολιτικοὶ καὶ στρατιωτικοὶ καὶ δικαστικοὶ καὶ κληρικοὶ ὑπάλληλοι, τοιουτοτρόπως δὲ ἐπεξετάθη τὸ δικαίωμα τῆς ἀπεργίας, τῆς ἀπειθαρχίας καὶ τῆς ἀναρχίας τοῦ Κράτους καὶ τῆς Κοινωνίας. Θὰ ἔπρεπε νὰ ἐπικρατήσῃ τὸ πνεῦμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι, ἀλλ’ ἐντὸς αὐστηροτάτων ἐπαγγελματικῶν ὁρίων, νὰ μὴ ἔχωσι δηλαδὴ καμμίαν ἄλλην σκέψιν οἱ συνεταιριζόμενοι παρὰ τὰ δικαιώματα ἅτινα ὑπαγορεύει εἰς αὐτοὺς ἡ ἐπαγγελματική των ἰδιότης, ἡ βελτίωσις τῆς ἐπαγγελματικῆς των θέσεως. Ὅσον ἀφορᾷ δὲ τὰς παρατηρήσεις τῆς ἄκρας ἀριστερᾶς, ὅτι δῆθεν μερικὰ δικαστήρια ἀπέκλεισαν τοῦ δικαιώματος αὐτοῦ μερικοὺς λαβόντας ἀπόφασιν ὡρισμένης πολιτικῆς κατευθύνσεως, θὰ ἤθελον νὰ δοθῇ μία ἑρμηνεία εἰς τὴν λέξιν, ἡ ὁποία ἐτέθη ἐπὶ κεφαλῆς τοῦ ἄρθρου, ὅτι οἱ Ἕλληνες ἔχουν τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι. Ποῖοι εἶναι οἱ Ἕλληνες; Νομίζω ὅτι εἶναι οἱ ἔχοντες ἐδαφικὰ ὅρια ἐντὸς τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους καὶ ἐντὸς τῶν ἐθνικῶν ἰδεωδῶν. Ἂν ὑπάρχουν Ἕλληνες, οἱ ὁποῖοι καταργοῦν ἐν τῇ διανοίᾳ των τὰ κρατικὰ ὅρια καὶ οἱ ὁποῖοι δὲν δίδουν σημασίαν εἰς τὰ ἐθνικὰ ἰδεώδη, ἂν ὑπάρχουν Ἕλληνες ἐπαγγελλόμενοι τὸν διεθνῆ καὶ κοσμοπολίτην, νομίζω ὅτι οἱ ἄλλοι Ἕλληνες, οἱ ὁποῖοι θέλουν νὰ ἵστανται ἐντὸς τῶν κρατικῶν καὶ ἐθνικῶν ὁρίων, δικαιοῦνται ἀπέναντι αὐτῶν τῶν δῆθεν Ἑλλήνων νὰ λάβουν ὅλα τὰ προστατευτικὰ μέτρα, ἵνα μὴ ἡ πανώλης αὐτὴ ἐπεκταθῇ μέχρις αὐτῶν καὶ καταστρέψῃ ὅ,τι μέχρι τοῦδε ἀπὸ τριῶν χιλιάδων ἐτῶν διετηρήσαμεν.
§152ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Καντιάνης ἔχει τὸν λόγον.
§153Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Τὸ ἄρθρον, κύριοι βουλευταί, τὸ ὁποῖον ἀπασχολεῖ ἡμᾶς σήμερον, ἀπησχόλησεν ἐπὶ πολύ, λόγῳ τῆς ἰδιαζούσης σημασίας του καὶ τὴν Ἐθνικὴν Συνέλευσιν τοῦ 1862–1864, ἥτις τὸ πρῶτον καθιέρωσε μετὰ τοῦ δικαιώματος τοῦ συνέρχεσθαι καὶ τὸ ὡς συναφὲς παρά τινων θεωρούμενον δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι, τὰ ὁποῖα δικαιώματα δὲν ἀνεγνωρίζοντο ῥητῶς ὑπὸ τοῦ προηγουμένου Συντάγματος τοῦ 1844, ἀλλ’ οὔτε ὑπὸ τῶν τριῶν πρώτων Συνταγμάτων τῆς Μεγάλης ἡμῶν Ἐπαναστάσεως. Ἐπιφανέστατα ὅμως μέλη τῆς Συνελεύσεως ἐκείνης, ὅπως ὁ Καλλιγᾶς, ὁ Κόκκινος, ὁ Διομήδης Κυριακὸς καὶ ἄλλα, ἀντετάχθησαν διὰ μακρῶν ἀγορεύσεων, πλήρων σοβαρῶν καὶ σοφῶν ἐπιχειρημάτων κατὰ τῆς συνταγματικῆς καθιερώσεως τοῦ δικαιώματος ἰδίως τοῦ συνεταιρίζεσθαι, ὑπὸ τὴν εὐρυτάτην τοῦ ὅρου ἔννοιαν καὶ ἐζήτησαν τὴν ἀπάλειψιν τοῦ ἄρθρου, προβλέποντες καὶ καταδεικνύοντες ἐνδεχομένας καταχρήσεις καὶ παρεκβάσεις τούτου, ἐπικινδύνους εἰς τὴν δημοσίαν τάξιν καὶ τὴν γαλήνην τοῦ Τόπου. Ἐξετάζοντες ἱστορικῶς τὴν ἐλευθερίαν τοῦ συνεταιρίζεσθαι ἀνεύρισκον ὅτι ἀπ’ ἀρχαιοτάτων χρόνων αὕτη καὶ παρὰ τοῖς Ἕλλησι καὶ παρὰ τοῖς Ρωμαίοις δὲν ἐθεωρεῖτο ἐξυπηρετικὴ τῶν σκοπῶν τῆς Πολιτείας. Πρῶτος ὁ Πλάτων κατέκρινε καὶ κατεδίκαζε τοὺς Συλλόγους ὡς συνιστωμένους πρὸς ἐξαπάτησιν τῶν πολιτῶν, διὰ μέσου δὲ τῶν αἰώνων καὶ διάφοροι πολιτικοὶ καὶ ἱστορικοὶ συγγραφεῖς καὶ φιλόσοφοι τὴν αὐτὴν ἐξήνεγκον γνώμην, ὡς ὁ διάσημος ἱστορικὸς Γρότε καὶ ἄλλοι. Διὰ τῶν Συλλόγων, ὑπὸ διάφορα προσχήματα, δύναται ἡ δημαγωγία νὰ συνταράσσῃ ἑκάστοτε τὴν πόλιν πρὸς ἱκανοποίησιν ἀτομικῶν ἢ πολιτικῶν παθῶν καὶ συμφερόντων. Διὰ τοῦτο καὶ ἐκεῖ ὅπου ἀνεγνωρίσθη τὸ πρῶτον ἡ ἐλευθερία τοῦ συνέρχεσθαι, δὲν ἀνεγνωρίσθη συγχρόνως καὶ ἡ τοῦ συνεταιρίζεσθαι. Ἐν Ἀγγλίᾳ λ. χ., τῇ κοιτίδι, ὡς συνήθως λέγεται, τῶν ἀτομικῶν καὶ πολιτικῶν ἐλευθεριῶν, τὸ δικαίωμα τοῦ συνέρχεσθαι ἐκ παλαιοτάτων χρόνων ὑπῆρξεν ἀπόλυτον, ὑπὸ τὸν μόνον περιορισμὸν τῆς διαλύσεως τῆς συναθροίσεως ὑπὸ τῆς ἁρμοδίας Ἀρχῆς ἐν περιπτώσει ἐκτροπῆς εἰς διαδηλώσεις στασιαστικάς. Τὸ δικαίωμα ὅμως τοῦ συνεταιρίζεσθαι, βραδέως ἀναγνωρισθέν, ὑπήχθη εἰς προληπτικὸν περιορισμόν, καθιερωθέντα διὰ νόμου ψηφισθέντος ἐπὶ Γεωργίου Γʹ, ὅστις, νόμος, μέχρι πρὸ ὀλίγων ἐτῶν ἰσχύων—δὲν ἐνθυμοῦμαι τὴν στιγμὴν αὐτὴν ἂν καὶ σήμερον ἔτι ἰσχύῃ—ἐρρύθμιζε τὰ τῆς συστάσεως τῶν πολιτικῶν Συλλόγων ἰδίως, μετὰ προηγουμένην ἄδειαν δύο εἰρηνοδικῶν. Ἐν Γαλλίᾳ ἐπίσης διὰ τοῦ Συντάγματος τοῦ 1791, ἀναγνωρισθέντος ρητῶς τοῦ δικαιώματος τοῦ συνέρχεσθαι, δὲν ἀνεγνωρίσθη ὡσαύτως τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι, τοῦθ’ ὅπερ περιεσταλμένον, ἂν μὴ καὶ ἐντελῶς κατηργημένον εὑρίσκομεν καὶ κατὰ τοὺς μεταγενεστέρους χρόνους καὶ μέχρι τοῦ Ναπολέοντος Γʹ, ὅστις ἐπιτρέψας τοὺς συνεταιρισμούς, ὑπήγαγε τούτους εἰς προηγουμένην τῆς Κυβερνήσεως ἄδειαν. Εἰς τὰ Γερμανικὰ Κράτη, ἐπίσης, προπολεμικῶς, δὲν καθιεροῦτο ρητῶς τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι, ἵνα παραλίπω τὰ λοιπά. Ἐκ τῶν νεωτέρων μεταπολεμικῶν Συνταγμάτων τὸ Γερμανικὸν τοῦ 1919 ὑπὸ τὰς γνωστὰς πολιτικὰς καὶ κοινωνικὰς συνθήκας καταρτισθέν, καθιέρωσε τὴν ἐλευθερίαν τῶν συνεταιρισμῶν «πρὸς πάντα σκοπὸν μὴ ἀντιβαίνοντα εἰς τοὺς ποινικοὺς νόμους». Τὸ Τσεχοσλοβακικὸν ἀσφαλίζει μὲν τοὺς συνεταιρισμούς, ἀλλ’ ἐπιτρέπει καὶ τὴν διάλυσιν αὐτῶν «εἰς τὰς περιπτώσεις καθ’ ἃς αἱ πράξεις των προσβάλλουσι τὸν ποινικὸν νόμον ἢ τὴν γενικὴν ἡσυχίαν καὶ τάξιν» καὶ περαιτέρω «ἐπιτρέπει τὴν διὰ νόμου ἐπιβολὴν οὐσιωδῶν περιορισμῶν». Τέλος τὸ Πολωνικὸν ἀναγνωρίζει ὡς δικαίωμα τὸ συνεταιρίζεσθαι, ἀλλὰ προσθέτει ὅτι «ἡ ἄσκησις τοῦ δικαιώματος τούτου καθορίζεται ὑπὸ τοῦ νόμου». Παρ’ ἡμῖν, ὡς εἶπον, τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι, μὴ ἀναγνωριζόμενον πρότερον συνταγματικῶς, καθιερώθη τὸ πρῶτον ὑπὸ τοῦ Συντάγματος τοῦ 1864 διὰ τῆς πλειονοψηφίας τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως, μὴ κατισχυσασῶν τῶν ἐναντίων σοφῶν γνωμῶν. Ἐτέθη μόνον ὁ περιορισμὸς τῆς τηρήσεως τῶν νόμων τοῦ Κράτους, ἄνευ ἄλλου τινός, ρητῶς μάλιστα ἀπηγορεύθη τὸ προληπτικὸν μέτρον τῆς προηγουμένης κυβερνητικῆς ἀδείας. Κατὰ δὲ τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ 1911 προσετέθη, ὡς γνωστόν, ἡ περὶ διαλύσεως διάταξις, διὰ παράβασιν τῶν νόμων καὶ μόνον διὰ δικαστικῆς ἀποφάσεως, ὡς πρὸ πεντηκονταετίας περίπου ὑπεδείκνυεν ὁ μακαρίτης Φλογαΐτης. Σήμερον, κύριοι, ὑφ’ ἃς πολιτικὰς καὶ κοινωνικὰς ἰδίως συνθήκας εὑρισκόμεθα καὶ ἔχοντες ὑπ’ ὄψει τὴν κεκτημένην πεῖραν, φρονῶ ὅτι πρέπει, εἶναι ἐπιβεβλημένον, πολὺ νὰ προσέξωμεν κατὰ τὴν διατύπωσιν τοῦ συζητουμένου ἄρθρου, τὸ ὁποῖον εἶναι πιστὴ ἀντιγραφὴ τοῦ σχετικοῦ τοῦ Συντάγματος τοῦ 1864, μὲ τὴν προσθήκην τὴν γενομένην κατὰ τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ 1911. Ἀλλ’ ἡ ἐποχὴ τοῦ 1864 καὶ τοῦ 1911 ἀκόμη ἦτο ἄλλη καὶ ἄλλη εἶναι ἡ σημερινή. Σήμερον πρόσωπα καὶ πράγματα καὶ ἰδέαι καὶ τάσεις καὶ ἀντιλήψεις ἔχουσι τελείως μεταβληθῆ. Ἡ μεταπολεμικὴ Ἑλλὰς εἶναι ἐντελῶς διάφορος τῆς προπολεμικῆς. Πρέπει νὰ μὴ παραγνωρίσωμεν τοῦτο, ὅπως πρέπει νὰ ἀναγνωρίσωμεν ὅτι ἡ ἀπόλυτος ἐλευθερία τοῦ συνεταιρίζεσθαι, ὑπὸ τὴν συνταγματικὴν ἔννοιαν, ἔχει σοβαρῶς παρεξηγηθῆ κατὰ τὴν ἐποχήν μας, τὰς δὲ συνεπείας τῶν γενομένων καταχρήσεων βλέπομεν πάντες καθ’ ἑκάστην, ὄχι ἄνευ θλίψεως, διότι βλέπομεν πραγματοποιούμενον, ἀτυχῶς, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον προέβλεπον καὶ προέλεγον οἱ ἀείμνηστοι ἄνδρες τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως τοῦ 1862, οἱ ἀντιτασσόμενοι σθεναρῶς καὶ ἐπιμόνως κατὰ τῆς συνταγματικῆς κατοχυρώσεως τῆς ἐλευθερίας ταύτης, ὡσεὶ προαισθανόμενοι τὸ σημερινὸν κατάντημά της. Ὄπως κατήντησεν ἡ ἐλευθερία τοῦ συνεταιρίζεσθαι παρ’ ἡμῖν σήμερον, μετέπεσεν εἰς ἀναρχίαν. Ἐν ὀνόματι τῆς ἐλευθερίας ταύτης διασείονται καθημερινῶς αὐτὰ τὰ θεμέλια τοῦ Κράτους καὶ ἀπειλεῖται αὐτὴ ἡ ὑπόστασίς του. Ἀφότου ἤρχισε νὰ πνέῃ παρ’ ἡμῖν ἀκάθεκτον τὸ πνεῦμα τοῦ νεωτερισμοῦ —πιθηκισμοῦ—πρὸς ἐπίδειξιν Εὐρωπαϊκῆς δῆθεν μορφώσεως καὶ ἐν συνδυασμῷ μετὰ τοῦ πνεύματος τῆς «σκοπιμότητος» ηὐνοήθησαν ὑπὸ τοῦ Νεοανδρισμοῦ οἱ παντοειδεῖς καὶ ποικιλώνυμοι συνεταιρισμοί, ἤτοι Σύλλογοι, Σωματεῖα, Συντεχνίαι, Σύνδεσμοι κλπ., ἐξελιχθέντες σὺν τῷ χρόνῳ εἰς Ὁμοσπονδίας, Συνομοσπονδίας, Γενικὰς Συνομοσπονδίας κλπ., ἀντετάχθην δι’ ὅλων τῶν ἀσθενῶν μου δυνάμεων ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καὶ οὐχὶ ἀζημίως δι’ ἐμὲ προσωπικῶς, κατὰ τῶν τοιούτων νεωτεριστικῶν τάσεων καὶ κατευθύνσεων καὶ προεῖπον τὰ συμβησόμενα. Καὶ ἐτόνιζον τότε εἰς τοὺς τολμηροὺς νεωτεριστᾶς, θεωρούμενος ἴσως ὑπερβολικός, ὅτι θὰ ἔλθῃ ἡμέρα καθ’ ἥν θὰ ζητεῖτε τὸ Κράτος καὶ τὸ Κράτος δὲν θὰ ὑπάρχῃ, διότι τὸ Κράτος θὰ ἔχῃ καταλυθῆ. Ἄν δὲν ἦλθεν ἀκόμη ἡ ἡμέρα αὐτή, τίς δὲ τὴν βλέπει ὑποφώσκουσαν; Ἡ Ἑλλάς, κύριοι, ἡ ἤρεμος καὶ νομιμόφρων καὶ ὁμονοοῦσα καὶ στερρῶς ἐχομένη τῶν πατροπαραδότων ἠθῶν καὶ ἐθίμων της, συνταράσσεται καθημερινῶς σχεδὸν μὲ τὰ ἐξωφρενικὰ μανιφέστα καὶ τὰς θρασείας καὶ αὐθάδεις καὶ στασιαστικὰς προκηρύξεις τῶν διαφόρων Σωματείων, Ὁμοσπονδιῶν καὶ Συνομοσπονδιῶν τιθεμένων, μιᾶς ἀσημάντου μειονοψηφίας αὐτῶν, ἀντιμετώπων τοῦ Κράτους, τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται οὕτως ὑπὸ μίαν διαρκῆ ἀπειλήν, ὑπὸ ἕνα συνεχῆ ἐκβιασμόν. Τὸ φαινόμενον εἶναι χαρακτηριστικὸν καὶ θὰ ἦτο ματαιόσχολον νὰ ἐνδιατρίψω εἰς λεπτομερείας γνωστὰς ἄλλως τε εἰς πάντας ὑμᾶς. Τὸ ἀναμφισβήτητον γεγονὸς εἶναι ὅτι αἱ ἑνώσεις αὐταί, ὑπὸ οἱονδήποτε ὄνομα, συνιστώμεναι κατ’ ἀρχὰς ἐπὶ ὡρισμένῳ, νομίμῳ σκοπῷ, ἐκτρέπονται κατὰ κανόνα, μετ’ οὐ πολὺ τοῦ προορισμοῦ των καὶ μεταβάλλονται εἰς ἑστίας ἀναρχίας, ἐξ ὧν ἐκπέμπονται ἐπαναστατικὰ κηρύγματα διαταράσσοντα τὴν δημοσίαν τάξιν καὶ τὴν κοινὴν ἡσυχίαν. Τὰ περίφημα «Ἀνακοινωθέντα» αὐτῶν, τὰ συνήθως ἀνευθύνως δημοσιευόμενα εἰς τὰς ἐφημερίδας μὲ τὰ διάφορα τελεσιγραφικὰ «αἰτήματα» περιέχουν κατὰ κανόνα φράσεις, ὁποῖαι εἶναι αἱ ἑξῆς: «Τιθέμεθα ἐν ἐπιφυλακῇ, «δίδομεν ἐντολὴν εἰς λευκόν», «κατερχόμεθα εἰς τὸν ἀγῶνα», «ἐλήφθησαν ἀποφάσεις, αἱ ὁποῖαι ἐτηρήθησαν μυστικαὶ» καὶ τὰ παρόμοια. Ἀλλὰ θὰ ἠρώτα τις διαπορῶν. Κατὰ τίνων ἡ ἐπιφυλακή; Πρὸς τίνα σκοπὸν ἡ ἐν λευκῷ ἐντολή; Περὶ τίνος ἀγῶνος πρόκειται καὶ κατὰ τίνος στρέφεται οὗτος; Αἱ ἀποφάσεις τί εἴδους εἶναι καὶ κατὰ τίνος ἐλήφθησαν; Κατὰ τοῦ Κράτους προδήλως, κατὰ τοῦ κοινωνικοῦ τουτέστι συνόλου, οὗτινος οἱ τὰς φράσεις ταύτας ἀποτολμῶντες φανφαρόνοι ἀποτελοῦν ἐλάχιστον μέρος. Ἰδοὺ ποῦ κατήντησεν ἡ περίφημος ἐλευθερία τοῦ συνεταιρίζεσθαι, τῆς ὁποίας ἐπιζητεῖται ἡ συνταγματικὴ περιφρούρησις. Ὂχι, κύριοι, πρέπει πολὺ νὰ προσέξωμεν κατὰ τὴν διατύπωσιν τοῦ συζητουμένου ἄρθρου, λαμβάνοντες πρὸ παντὸς ὑπ’ ὄψιν τὴν πρὸ ἡμῶν πραγματικότητα καὶ ἀφίνοντες κατὰ μέρος τὰς θεωρίας καὶ τὰ ἀφηρημένα δόγματα. Ἄς μὴ λησμονῶμεν ὅτι εἰς πολλὰ Σωματεῖα ἢ ὀργανώσεις, κατὰ τὸν νεώτερον ὅρον, ἐξετράφησαν αἱ σοσιαλιστικαὶ ἢ κομμουνιστικαὶ ἰδέαι, ἐκαλλιεργήθη ἡ διαίρεσις τῆς Κοινωνίας, τῆς μιᾶς καὶ ἀδιαιρέτου καὶ συμπαγοῦς καὶ ἐν ἀγαστῇ ἁρμονίᾳ μέχρι πρό τινος συζώσης Ἑλληνικῆς Κοινωνίας εἰς «τάξεις» καὶ ἐρρίφθη τὸ σπέρμα τοῦ μίσους τῶν τάξεων κατ’ ἀλλήλων, δηλαδὴ τὸ σπέρμα τοῦ ἀλληλοσπαραγμοῦ καὶ τὸ ἐπικινδυνωδέστερον, ἐσυστηματοποιήθη ἡ ἀπεργία καὶ ἀνεκηρύχθη μάλιστα ὡς «δικαίωμα» καθ’ ἣν ἐποχὴν ὁ ποινικὸς νόμος τὴν ἐχαρακτήριζεν ὡς ἀδίκημα, ὅπως καὶ εἶναι πράγματι, κατ’ ἐμὲ δὲ ἐκ τῶν σοβαρωτέρων, στρεφόμενον ὑπὸ εὐαρίθμων ἀνθρώπων κατὰ τῆς Κοινωνίας ὁλοκλήρου. Μὴ λησμονῶμεν τέλος ὅτι ἐκ τῶν Σωματείων τούτων συνεπικουρούσης καὶ τῆς διαβοήτου ἀναλογικῆς, ἐξεπήδησαν καὶ εἰσεπήδησαν εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην, εἰς τὴν ὁποίαν παρεκάθησαν οἱ ἐθνικότεροι καὶ ἐκλεκτότεροι ἄνδρες τῆς Ἑλλάδος, εἰσεπήδησαν, λέγω, ἐκεῖνοι τοὺς ὁποίους βλέπομεν—ἀλλοίμονον—σήμερον κήρυκας τῆς ἀναρχίας καὶ τῆς ἀνατροπῆς παντὸς ὅ,τι ἐπὶ αἰῶνας ἐπίστευσε καὶ ἐλάτρευσε τὸ Ἑλληνικὸν Ἔθνος. Καταλήγων, κύριοι, ὑποβάλλω τὴν γνώμην ὅπως ἀναγνωρισθῇ μὲν συνταγματικῶς τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι, ἀλλ’ ἀφεθῇ εἰς τὸν νόμον ὁ καθορισμὸς τῆς ἀσκήσεως τούτου ἀπεριορίστως, ἀπαράλλακτα ὅπως πράττει καὶ τὸ Πολωνικὸν Σύνταγμα τοῦ 1921, τὸ ὁποῖον καὶ ἐκ τῶν νεωτάτων καὶ ἐκ τῶν μᾶλλον δημοκρατικῶν φιλελευθέρων Συνταγμάτων τῆς Εὐρώπης θεωρεῖται. Τοῦτο δὲ πράττοντες καὶ ἡμεῖς φρονῶ ὅτι ἐξαιρόμεθα εἰς τὸ ὕψος τῆς ἀποστολῆς μας, ἥτις δὲν δύναται νὰ εἶναι ἄλλη παρὰ ἡ ἐξυπηρέτησις τῶν καλῶς ἐννοουμένων ἐθνικῶν συμφερόντων καὶ ἀνταποκρινόμεθα εἰς τὴν ἐπιτακτικὴν ἀξίωσιν τῆς Κοινῆς Γνώμης τῆς μεγάλης, ἀναμφισβητήτως, πλειονοψηφίας τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ.
§154ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ρ. Κούνδουρος ἔχει τὸν λόγον.
§155Ρ. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὸ θέμα ἐξηντλήθη τόσον ἀξιεπαίνως ἀπὸ τοὺς κ. κ. συναδέλφους, δι’ αὐτὸ δὲν θὰ κάμω τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ παρακαλέσω τὸν Πρόεδρον τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς νὰ κάμῃ μίαν δήλωσιν ἀπὸ καθαρῶς τυπικῆς ἀπόψεως σχετικῶς μὲ τὴν ἔννοιαν διαφόρων λέξεων τοῦ ἄρθρου. Διότι ὑπάρχει διαφορὰ προφανῶς μεταξὺ Πρωτοδικείων τοῦ Κράτους, ὄχι μόνον ἡ διαφορά, τὴν ὁποίαν ἀνέφερεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Θεσσαλονίκης συνάδελφος, ἀλλὰ καὶ μία διαφορὰ ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἂν καὶ οἱ κληρικοὶ ἔχουν τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι. Διότι τὸ μὲν Πρωτοδικεῖον Λασσηθίου ἀπέρριψε τὴν σχετικὴν αἴτησιν, ἄλλο δὲ Πρωτοδικεῖον ἐπέτρεψε. Θὰ παρακαλέσω νὰ δοθῇ μία σχετικὴ ἐξήγησις.
§156ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§157Ρ. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἰς τὴν ἔννοιαν «Ἕλληνες πολῖται» περιλαμβάνονται καὶ οἱ κληρικοί.
§158ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Οἰκονομίδης ἔχει τὸν λόγον.
§159Σ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Τὸ θέμα καὶ ἐγὼ νομίζω ὅτι ἐξηντλήθη, ἀλλὰ θεωρῶ ὅτι αὐτοί, οἱ ὁποῖοι ἐζήτησαν νὰ ὠθήσουν τὸ ζήτημα τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων εἰς συζήτησιν, δὲν ὑπῆρξαν εὐτυχεῖς εἰς ἀποτελέσματα, διότι ἀκριβῶς ἐδόθη μία εὐκαιρία εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ἐκδηλωθῇ σχεδὸν ὁμόθυμος ἐναντίον τῶν ἀπόψεών των καὶ νὰ δηλώσῃ σαφῶς καὶ κατηγορηματικῶς ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτρέψῃ ἢ μᾶλλον δὲν δύναται νὰ δεχθῇ νὰ ἐπικυρώσῃ τὰς ἐμφανιζομένας ἀπὸ πολλοῦ συνδικαλιστικὰς τάσεις τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Τὸ ζήτημα δὲν ὑπῆρχε ἀνάγκη νὰ τεθῇ, διότι τὸ Σύνταγμα εἶναι σαφές. Τὸ Σύνταγμα ἀναγνωρίζει διὰ πάντας τοὺς Ἕλληνας τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι ἀπὸ τοῦ 1911, ἐφόσον τηροῦν τοὺς νόμους τοῦ Κράτους. Ἂν καὶ ἐφόσον οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι τηροῦν τοὺς νόμους τοῦ Κράτους ἀναμφισβητήτως ἔχουν τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι· δὲν ἔχουν ὅμως τὸ δικαίωμα νὰ παραβαίνουν τοὺς νόμους τοῦ Κράτους καὶ εἶναι παραβίασις τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν θέλουν νὰ ἐπιβάλουν τὴν θέλησίν των ἐπὶ τοῦ Κράτους, εἶναι παραβίασις αὐτῆς ταύτης τῆς λογικῆς, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποτεθῇ ὅτι ἀποτελοῦν διάφορον τμῆμα τοῦ Κράτους.
§160Σ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Νόμος δι’ ὡρισμένην κατηγορίαν ὑπαλλήλων εἶναι δυνατόν, ἀλλὰ νὰ ὁρίζῃ τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἔννοια τοῦ ἄρθρου.
§161Σ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Μάλιστα, ἀλλὰ ἐγὼ δὲν συμφωνῶ μὲ τὴν ἄποψιν αὐτήν.
§162Σ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Οὔτε οἱ ἀξιωματικοί.
§163Σ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Βεβαίως οἱ ἀξιωματικοὶ δὲν δύνανται νὰ τὸ κάμουν αὐτό, διότι οἱ περὶ αὐτῶν νόμοι καὶ οἱ περὶ αὐτῶν πειθαρχικὴ ἀντίληψις ἐν τῇ ὀργανώσει εἶναι τοιαύτη, ὥστε νὰ τὸ ἀπαγορεύουν.
§164Σ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Θὰ εἴμεθα ἀντισυνταγματικοί, ἂν δεχθῶμεν τὴν θεωρίαν σας.
§165Σ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Μάλιστα, διότι, ἂν οἱ ἀξιωματικοὶ ἤθελον νὰ συμπτήξουν οἱονδήποτε Σύλλογον φιλολογικῆς σημασίας καὶ οἱονδήποτε ἄλλον Σύλλογον μὴ ἔχοντα σκοπὸν τὴν ἀνατροπὴν τῆς Πολιτείας ἢ μὴ ἀντιτιθεμένου εἰς τὴν ὕπαρξιν τοῦ Κράτους, ἀναμφισβητήτως ἔχουν τὸ δικαίωμα. Οἱοσδήποτε νόμος, ὅστις θὰ ἀπαγορεύσῃ τοιούτου εἴδους συνεταιρισμούς, σκοπῶν μὴ ἀντιτιθεμένων εἰς αὐτὴν ταύτην τὴν οἰκονομίαν τῆς λειτουργίας τοῦ Κράτους, θὰ εἶναι ἀντισυνταγματικός. Καὶ τὸ πιστεύω ἀπολύτως ὅτι οἱοσδήποτε τοιοῦτος νόμος, ὁ ὁποῖος θὰ ἀπαγορεύσῃ τὸν συνεταιρισμόν, θὰ ἦτο ἀντισυνταγματικός, ἀλλὰ ἐφόσον ὅμως ὑπάρχουν νόμοι, οἱ ὁποῖοι ἐπιβάλλουν εἰς τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους σεβασμὸν ὡρισμένων δικαιωμάτων ἢ σεβασμὸν ὡρισμένων ὑποχρεώσεων, ἀναμφισβητήτως, οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συνεταιρισθοῦν ὑπὸ τὴν μορφὴν αὐτὴν πρὸς ἀναίρεσιν τῶν δικαιωμάτων τοῦ συνόλου καὶ τῶν ἑαυτῶν ὑποχρεώσεων. Ὅταν θέλωμεν νὰ δώσωμεν εἰς τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους τὸ δικαίωμα νὰ συνεταιρισθοῦν ὑπὸ τὴν μορφὴν ταύτην διὰ νὰ ἐπιβάλουν τὰς θελήσεις των εἰς τὸ Κράτος καὶ τὸ σύνολον, δὲν θὰ ἔχωμεν εἰμὴ μίαν παραβίασιν τῶν νόμων ἐκείνων, ὑπὸ τὴν προϋπόθεσιν τῶν ὁποίων θὰ εἶχον τὸ δικαίωμα οἱ Ἕλληνες ὡς πολῖται νὰ συνεταιρισθοῦν. Τὸ Κράτος εἶναι μία ἔννοια, εἷς ὀργανισμός, ὁ ὁποῖος ἐν τῇ ἀντιλήψει τοὐλάχιστον τοῦ δημοσίου δικαίου ἐκπροσωπεῖ τὸ σύνολον, ἐν ὀνόματι τοῦ ὁποίου ἐνεργεῖ καὶ δρᾷ. Ἄν ἤθελεν ὑποτεθῇ ὅτι ἤθελεν ἀναγνωρισθῇ εἰς τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους εἴτε τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι παρὰ τὸν νόμον, εἴτε τὸ δικαίωμα τοῦ ἐπιβάλλειν τὰς θελήσεις των, παρὰ τὴν θέλησιν τοῦ συνόλου, τὸ πρᾶγμα ἀποβαίνει ἀκατανόητον. Δύνανται νὰ τὸ πράξουν προκειμένου περὶ συγκρούσεως ἰδιωτικῶν συμφερόντων, διότι ἐκεῖ τὸ Κράτος εἶναι ρυθμιστής, ἀλλ’ ὅταν πρόκειται περὶ σχέσεων πρὸς τὸ Κράτος τὸ πρᾶγμα εἶναι πολὺ διάφορον. Ὅταν λοιπὸν πρόκειται περὶ ἑαυτοῦ, ὅταν πρόκειται περὶ συμβάσεως ἢ περὶ σχέσεως, εἰς τὴν ὁποίαν ὁ ὑπάλληλος εἶναι ἀντισυμβαλλόμενος πρὸς τὸ Κράτος ἢ εἰς οἱανδήποτε ἄλλην σχέσιν μὲ τὸ Κράτος, εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν τὸ Κράτος ἂν ἀναγνωρίσῃ τοιοῦτον δικαίωμα εἰς τοὺς ὑπαλλήλους του θὰ δημιουργήσῃ προνόμιον εἰς βάρος τῶν ἄλλων τάξεων. Οἱ ὑπάλληλοι δέ, οἱ ὁποῖοι θὰ ἤθελον νὰ συνεταιρίζωνται μὲ σκοποὺς καὶ κατευθύνσεις ὑποστηρίξεως δικαιωμάτων ἀντιτιθεμένων πρὸς τὴν ἔννοιαν τοῦ Κράτους καὶ πρὸς αὐτὸ τὸ συμφέρον τοῦ συνόλου, θὰ ἦσαν διωκτέοι· δὲν θὰ ἦτο δὲ διόλου ἀντισυνταγματικὸν νὰ ἀπαγορευθῇ εἰς αὐτοὺς τὸ δικαίωμα τοιούτου τινος συνεταιρισμοῦ. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἔννοια, μὲ τὴν ὁποίαν ἀντιλαμβάνομαι ἐγὼ τὸ ζήτημα αὐτὸ καὶ νομίζω ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτραπῇ εἰς ὑπαλλήλους νὰ ἐμφανίζωνται μὲ τάσεις ἐναντίον τοῦ συμφέροντος τοῦ συνόλου καὶ τοῦ Κράτους. Καὶ ἐπ’ αὐτοῦ θὰ ἠδυνάμην νὰ παρατηρήσω ὅτι καὶ παρ’ ἡμῖν ὑπὸ τῶν συγγραφέων καὶ παρὰ τοῖς ξένοις καὶ γενικώτερον ἀναγνωρίζεται ὅτι δὲν ἔχουν οἱ ὑπάλληλοι τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι ὑπὸ τὴν τελευταίαν ταύτην ἔννοιαν, δὲν ἔχουν δηλαδὴ τὸ δικαίωμα νὰ ἀντιτίθεναι εἰς τὸ συμφέρον τῆς Πολιτείας, τὸ ὁποῖον εἶναι μία ἐκπροσώπησις τοῦ συμφέροντος τῶν ἀτόμων ὡς συνόλου κοινωνικοῦ. Κράτος εἶναι αὐτὸ τοῦτο τὸ σύνολον. Ἡ ἔννοια τοῦ συνόλου ἀναιρεῖ πραγματικὴν ἔννοιαν τοῦ ἀτόμου, τοῦ ἀντιπροσωπεύοντος τὸ σύνολον. Διὰ τοῦτο πιστεύω ἀκλονήτως ὅτι ὅσοι ὑποστηρίζουν τὴν ἄποψιν ὅτι εἶναι δυνατὸν οἱ ὑπάλληλοι τοῦ Κράτους νὰ συνεταιρίζωνται διὰ νὰ ἐπιβάλλουν τὰς θελήσεις των εἰς τὴν Πολιτείαν, ὑποστηρίζουν κάτι τὸ παράδοξον, κάτι τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ἐξ αὐτῆς τῆς συνθέσεως τῆς Πολιτείας, διότι οἱ ὑπάλληλοι τοῦ Κράτους εἶναι τὰ ὄργανα, διὰ τῶν ὁποίων ἐνεργεῖ καὶ δρᾷ τὸ Κράτος, ἡ Πολιτεία. Ἂν λοιπὸν αὐτοὶ ἤθελον ἀντιτάξει τὴν θέλησίν των εἰς τὴν θέλησιν τοῦ Κράτους, δὲν θὰ ἔκαμνον τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ ἀρνηθοῦν εἰς τὸ Κράτος τὸ δικαίωμα τῆς ἀσκήσεως τῶν λειτουργιῶν, διὰ τῶν ὁποίων ἀποβλέπει εἰς τὴν εὐημερίαν τοῦ κοινωνικοῦ συνόλου, θὰ ἔπραττον ὅ,τι ἔπραξαν τὰ διάφορα μέλη τοῦ ἀνθρωπίνου σώματος, ἀρνηθέντα ὑπακοὴν εἰς τὴν συνολικὴν κίνησιν αὐτοῦ. Διὰ τοῦτο πιστεύω ἀπολύτως ὅτι μόνον μία μέση ὁδὸς εἶναι δυνατὴ διὰ τὴν ρύθμισιν τῶν ζητημάτων αὐτῶν, δηλαδὴ νὰ καταρτίσωμεν Νομοθεσίαν, ἡ ὁποία νὰ βελτιώσῃ πράγματι τὴν θέσιν τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων ὡς τοιούτων, ὡς ἐργατῶν, ὡς ὀργάνων ἑνὸς καὶ τοῦ αὐτοῦ σώματος, ὡς μισθωτῶν τοῦ Κράτους, ὡς ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι προσφέρουν τὰς ὑπηρεσίας των διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ συνόλου. Πέραν τούτου δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ σκεφθῶμεν, οὐδὲ νὰ ἀναγνωρίσωμεν δικαίωμα εἰς τοὺς ὑπαλλήλους νὰ συνεταιρίζωνται καὶ νὰ συνέρχωνται πρὸς σκοπούς, οἱ ὁποῖοι θὰ ἀντιτίθεντο εἰς τὴν ἔννοιαν αὐτοῦ τούτου τοῦ Κράτους καὶ αὐτῆς ταύτης τῆς ὑπάρξεως τῆς Πολιτείας. Ὡμίλησαν καὶ ἄλλοι πρὸ ἐμοῦ περὶ ξένων Συνταγμάτων. Καὶ πράγματι τὸ Γερμανικὸν Σύνταγμα ἔχει διάταξιν, ἡ ὁποία προνοεῖ περὶ τοῦ δικαιώματος τούτου τῶν ὑπαλλήλων. Ἀλλὰ καὶ ἐκεῖ ὑπάρχουν νόμοι, ὑπάρχουν διατάξεις, αἱ ὁποῖαι περιορίζουν τὸ δικαίωμα τοῦτο τῶν ὑπαλλήλων ὥστε νὰ μὴ δύναται νὰ νοηθῇ ποτὲ ὅτι αὐτοὶ εἶναι δυνατὸν νὰ ἀντιταχθοῦν εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους. Παντοῦ ὅμως, ὅπου ὑπάρχει τοιοῦτον δικαίωμα καὶ ὅπου ἀνεγνωρίσθη ὑπὸ τὴν πίεσιν τῶν νεωτέρων κοινωνικῶν συνθηκῶν πρῶτον καὶ οὐδαμοῦ σχεδὸν ἐφηρμόσθη ἢ καὶ ἂν ἐφηρμόσθη, ἐφηρμόσθη ἐν τῷ πλαισίῳ μιᾶς διοικητικῆς Νομοθεσίας, ἡ ὁποία ἀποκλείει πάντα κίνδυνον. Καὶ εἰς τὴν Γερμανίαν ἀκόμη, εἰς τὴν ὁποίαν ἐπεκράτησαν μετὰ τὸν πόλεμον οἱ σοσιαλδημοκράται καὶ εἰς τὴν ὁποίαν τὸ Σύνταγμα τὸ καταρτισθὲν κατηρτίσθη ὑπὸ τὴν ἐπιρροὴν τῶν σοσιαλιστικῶν ἀντιλήψεων, καὶ ἐκεῖ, λέγω, οὐδὲν μέχρι τοῦδε σημεῖον ἐξεδηλώθη τοιαύτης τῶν ὑπαλλήλων ἀνυπακοῆς, ὥστε νὰ δυνάμεθα νὰ ἀντλήσωμεν ἐκεῖθεν ἐπιχειρήματα ὑπὲρ τῆς ἀντιλήψεως, τὴν ὁποίαν ἤθελον καὶ οἱ ἐδῶ νὰ ὑποστηρίξουν. Ἂν δὲ μελετήσουν καλύτερον τὰ πράγματα, θὰ ἴδουν ὅτι πράγματι τὸ δικαίωμα τοῦτο τοῦ συνεταιρίζεσθαι τῶν ὑπαλλήλων ὑπὸ τοιαύτην μορφὴν εἶναι ἐντελῶς ἀσυμβίβαστον πρὸς τὴν ὕπαρξιν τῆς Πολιτείας. Πολιτεία σημαίνει ἡ γενικὴ θέλησις, ἡ θέλησις τοῦ συνόλου, ἡ ὁποία περιορίζει τὰς κατ’ ἄτομον θελήσεις, δυναμένη νὰ ἐπιβάλῃ τὴν εὐρυθμίαν καὶ τὴν τάξιν εἰς τὴν λειτουργίαν τοῦ συνόλου. Ἐφόσον λοιπὸν οἱ ὑπάλληλοι τοῦ Κράτους, οἱ ὁποῖοι εἶναι ὄργανα τῆς Πολιτείας, τὰ ὄργανα, διὰ τῶν ὁποίων ἐπιβάλλεται ἡ θέλησις τῆς Πολιτείας, θελήσουν νὰ ἀντιταχθοῦν κατ’ αὐτῆς, δὲν διαπράττουν τίποτε ἄλλο ἀντιτίθενται εἰς αὐτὴν τὴν ἔννοιαν τῆς ὑπάρξεως καὶ τῆς λειτουργίας τοῦ Κράτους. Διὰ τοῦτο χαίρω, ἐπαναλαμβάνω, πολύ, διότι ἐδόθη εἰς τὴν Βουλὴν ἡ εὐκαιρία νὰ ἐκδηλώσῃ ὅτι δὲν ἀναγνωρίζει εἰς Ἕλληνας ὑπαλλήλους τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ συνεταιρίζωνται καὶ νὰ συνέρχωνται καὶ νὰ συγκροτοῦν πυρῆνας συνδικαλιστικῶν τάξεων.
§166Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Κύριε Πρόεδρε, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω μετ’ εἰσηγητικῆς ἐκθέσεως σχέδιον νόμου «περὶ ὑποβολῆς ἐκ νέου εἰς ἔγκρισιν καὶ συζήτησιν τῶν ὑποθέσεων, ἐφ’ ὧν ἐξεδόθησαν καταδικαστικαὶ ἀποφάσεις τοῦ ἑπταμελοῦς Συμβουλίου».
§167ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Ὁ κ. Γ. Μπακόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§168Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐζήτησα τὸν λόγον, κύριοι βουλευταί, περὶ τὰ τέλη τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Γεωργίας, διότι μοὶ ἐγεννήθη ἡ περιέργεια τόσον ἀπὸ τὴν ἀγόρευσιν αὐτοῦ ὅσον καὶ ἀπὸ τῆς ἀγορεύσεως τῶν δύο προλαλησάντων, νὰ μάθω κατὰ ποίαν ἀντίληψιν συνεσχετίσθη ὑπ’ αὐτοῦ τὸ δικαίωμα τῶν ἐργατῶν ἢ τὸ δικαίωμα τῶν πολιτῶν τοῦ συνεταιρίζεσθαι πρὸς τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἔχουσιν οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι, καθῆκον, ὅπερ ἀναλαμβάνουσιν ἐνόρκως ὅπως εὐσυνειδήτως καὶ ὑπὸ γνωστὰς προϋποθέσεις ἐκπληρώσωσιν ἀπέναντι τοῦ Κράτους, τὸ ὁποῖον καὶ ἐκπροσωποῦν εἰς τά τε δικαιώματα καὶ καθήκοντα αὐτῶν πρὸς τοὺς πολίτας. Καὶ ὁ μὲν κ. Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας, τελευτῶν τὴν ἀγόρευσίν του προσήγγισε πρὸς τὴν πραγματικότητα καὶ ὀρθὴν σκέψιν. Αἱ δὲ ἄλλαι ἀγορεύσεις δυνατὸν νὰ ἀφῆκαν ἐσφαλμένην ἐντύπωσιν. Θὰ ἦτο περιττὸν νὰ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ τῶν ἀγορεύσεων αὐτῶν, ἂν δὲν ἤθελον νὰ ὑπομνήσω εἰς τοὺς προλαλήσαντας κ. Γεωργιάδην καὶ τὸν κ. Μάξιμον ὅτι οὐδεὶς ὑπάρχει οὔτε ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ οὔτε ἐκτὸς αὐτῆς, ὅστις νὰ μὴν ἐνδιαφέρεται εἰλικρινῶς διὰ τὸν ἐργάτην. Οἱ ὀλιγώτερον ἐνδιαφερόμενοι δι’ αὐτὸν ἀσφαλῶς εἶναι οἱ κομμουνισταὶ καὶ οἱ ἐμφανιζόμενοι ὡς ἐργατικοί. Ἡμεῖς ἐνδιαφερόμεθα διὰ τὸν ἐργάτην εἰλικρινῶς καὶ θέλομεν νὰ εὐδαιμονῇ πράγματι. Αὐτοὶ ἐνδιαφέρονται διὰ τὸν ἐργάτην, ἐφόσον δι’ αὐτοῦ δύνανται νὰ ἱκανοποιήσωσι τὰς ἀρριβιστικάς των φιλοδοξίας καὶ τὰς ἀτομικάς των βλέψεις. Αὐτὴ εἶναι ἡ διαφορὰ ἡμῶν τῶν συντηρητικῶν ὑπὲρ τῶν ἐργατῶν ἀπὸ τὸ ἐκζεζητημένον ἐνδιαφέρον, τὸ ὁποῖον ἐπιδεικνύουσι πολλάκις ὁ ἀρχηγὸς τοῦ ἑνιαίου μετώπου καὶ ὁ ἀρχηγὸς τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως». Τὸ τοιοῦτον αὐτῶν ἐνδιαφέρον καὶ ὁ τρόπος, καθ’ ὃν ἐκδηλοῦσιν αὐτό, ὡς τὸ μόνον ἀποτέλεσμα θὰ εἶχον νὰ ὠθήσουν τοὺς ἐργάτας εἰς τὸ σημεῖον τοῦ μύρμηγκος, καθ’ ὃ οὗτος λαμβάνει πτερά, διὰ τῶν ὁποίων ἄγεται εἰς τὴν καταστροφήν. Διότι καταστροφὴ τοῦ ἐργάτου θὰ εἶναι ἡ λόγῳ τῶν ὑπερβολικῶν αὐτοῦ ἀξιώσεων καταστροφὴ τῆς ἐπιχειρήσεως καὶ τοῦ ἐργοδότου. Εἴς τινας δὲ περιπτώσεις καθιστῶσιν αὐτὸν τύραννον καὶ ἐπιβλαβῆ εἰς τὴν Κοινωνίαν, ὅπως συμβαίνει μὲ τοὺς ἐργάτας τοῦ Τελωνείου Πειραιῶς καὶ ἄλλων Τελωνείων. Ὅστις ἐξ ὑμῶν εἶχέ ποτε τὸ ἀτύχημα νὰ ἔχῃ φορτοεκφορτωτικὰς δοσοληψίας μετὰ τῶν ἐργατῶν αὐτῶν θὰ ἀντελήφθη κατὰ πόσον οὗτοι ἔχουσιν ἀποθρασυνθῆ εἰς τὰς ἀξιώσεις των, δυσχεραίνοντες οὕτω τὸ ἐμπόριον καὶ συντελοῦντες ὁπωσδήποτε εἰς ἐπαύξησιν τῆς ἀκριβείας τοῦ βίου. Ὑπάρχουσι, βεβαίως, καὶ ἄλλαι περιπτώσεις, καθ’ ἃς ὁ ἐργάτης καταδυναστεύει τὰς ἄλλας τάξεις. Καὶ ἄν ποτε παραστῇ ἀνάγκη ἐξεγέρσεως ἐν Ἑλλάδι ἐξ ἀφορμῆς ἐργατικῶν ζητημάτων, ἐκεῖνος, ὅστις οὐχὶ ἀδίκως θὰ ἐπανεστάτει, θὰ ἦτο ἡ μεσαία τάξις. Τὸ κέντρον, περὶ τὸ ὁποῖον στρέφονται πολλάκις αἱ σκέψεις καὶ αἱ ἀγορεύσεις τῶν προλαλησάντων, τῶν ἐμφανιζομένων τῶν μὲν ὡς κομμουνιστῶν, τῶν δὲ ὡς σοσιαλιστῶν, εἶναι προστασία δῆθεν τῆς «ἐργαζομένης τάξεως». Ὁμιλοῦσι συνήθως περὶ τάξεων, ἐνῷ γνωρίζουσι καλῶς ὅτι ἐν Ἑλλάδι δὲν ὑπάρχουσι «τάξεις». Αἱ «τάξεις», ὡς ἐννοοῦνται ἀλλαχοῦ ἐν τῷ οἰκονομικῷ ἀγῶνι, δὲν δημιουργοῦνται διὰ κοινοβουλευτικῶν λόγων ἢ διὰ δημοσιογραφικῶν μανιφέστων. Τὰς οἰκονομικὰς τάξεις δημιουργεῖ ἡ πραγματικότης. Εἴμεθα δὲ εὐτυχεῖς, διότι ἐν Ἑλλάδι δὲν ἔχομεν τοιαύτας τάξεις. Καὶ δὲν ἔχομεν, διότι ἡ πραγματικότης εἶναι τοιαύτη, ὥστε νὰ μὴ δύνανται νὰ μὴ δημιουργηθῶσι τοιαῦται τάξεις. Ἀποτελοῦμεν πάντως «ἐργαζομένην τάξιν» καὶ εἴμεθα πάντες σχεδὸν μικροϊδιοκτῆται. Ἐπιθυμοῦμεν τὴν πρόοδον καὶ τὴν βελτίωσιν τῆς καταστάσεως τοῦ συνόλου καὶ τοῦ ἀτόμου ἐν συνεργασίᾳ ὅλων καὶ οὐχὶ ἐν ἀλληλοσπαραγμῷ τῶν δῆθεν τάξεων. Θέλομεν τὸν ἐργάτην ἐν συνεργασίᾳ μετὰ τοῦ ἐργοδότου. Θέλομεν τὸν ἐργάτην φίλον τῆς ἐργασίας καὶ οὐχὶ ἐχθρὸν αὐτῆς. Ἄνευ ἐπιχειρηματίου καὶ κεφαλαίου δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ἐπιχείρησις καὶ ἄνευ ἐργοδότου δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἐργασία καὶ ἡ ἔλλειψις ἐργασίας εἶναι μήτηρ πάσης δυστυχίας, οὐ μόνον τοῦ ἐργάτου, ἀλλὰ καὶ πάσης τῆς Κοινωνίας. Δὲν εἶμαι οὔτε ἐργοδότης οὔτε κεφαλαιοῦχος, καὶ οὔτε θὰ προσπαθήσω νὰ γίνω τοιοῦτος. Δὲν δύναμαι ὅμως εἰμὴ νὰ λάβω τὴν ὀρθὴν ἄποψιν τοῦ ζητήματος, ἥτις εἶναι ἡ πράγματι συμφέρουσα εἰς τὸν ἐργάτην... Ἐνδιαφερόμεθα εἰλικρινῶς δι’ αὐτόν, ἐνῷ σεῖς—ἐννοῶ τοὺς κομμουνιστὰς—ἐνδιαφέρεσθε ἀνειλικρινῶς δι’ αὐτόν. Ἂς ἀφίσωμεν ὅμως τὸ ζήτημα αὐτό, τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει σχέσιν πρὸς τὴν ὑπὸ κρίσιν συνταγματικὴν διάταξιν καὶ κακῶς συνεσχετίσθη πρὸς αὐτήν. Ὁ κ. ἐπὶ τῆς Γεωργίας Ὑπουργὸς ἐξέφερε τὴν γνώμην, καθ’ ἣν οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι δύνανται καὶ πρέπει νὰ συνεταιρίζωνται διὰ νὰ προαγάγωσι τὴν διοίκησιν. Ἀλλ’ ἡ προαγωγὴ τῆς διοικήσεως εἶναι ἔργον τοῦ Κράτους. Ὁ δὲ ὑπάλληλος ὑπηρετεῖ τὴν διοίκησιν. Καὶ ἂν δύναται νὰ συμβάλῃ εἰς τὴν προαγωγὴν αὐτῆς, εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ πράξῃ τοῦτο ὡς ὑπάλληλος καὶ οὐχὶ ὡς μέλος ἰδιαιτέρας ὀργανώσεως ἢ συνεταιρισμοῦ. Καὶ συνεταιρισμοῦ ὅστις κατὰ τὸ πνεῦμα τῶν προλαλησάντων θὰ δύναται νὰ ἀπεργῇ κατὰ τοῦ Κράτους.
§169Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ἡ λέξις «συνεταιρισμὸς» εἰς τὸ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρον περιλαμβάνει γενικῶς τὴν ἔννοιαν κάθε σωματειακῆς ὀργανώσεως.
§170Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ πνεῦμα μεθ’ οὗ ὑπεστηρίχθη τὸ δικαίωμα πρὸς συγκρότησιν τοιούτου συνεταιρισμοῦ ἢ Σωματείου προϋποθέτει ἀγῶνα τάξεων. Καὶ ὁ συνεταιρισμὸς τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων ὡς τοιούτων, θὰ ἀποβλέπῃ πρὸς τὸ Κράτος ὡς μίαν ἀντίπαλον «τάξιν». Ἐνῷ ἕκαστος δημόσιος ὑπάλληλος ἐκπροσωπεῖ ἐν τῷ κύκλῳ τῆς ἁρμοδιότητός του τὸ Κράτος. Καὶ πᾶς τις δύναται νὰ φαντασθῇ τί θὰ συμβῇ ἐν περιπτώσει ὁλικῆς ἀπεργίας τῶν ἐκπροσώπων αὐτῶν τοῦ Κράτους. Ὁ μῦθος τῆς ἀπεργίας τῶν μελῶν τοῦ σώματος κατὰ τοῦ στομάχου θὰ γίνῃ πραγματικότης καὶ ἡ κρατικὴ μηχανὴ θὰ παραλύσῃ τελείως ἐπὶ ζημίᾳ ὅλων τῶν μελῶν αὐτοῦ, ὧν οὐσιωδέστερα εἶναι οἱ ὑπάλληλοί του. Δὲν δύναται νὰ ὑποστηριχθῇ τοιούτου εἴδους δικαίωμα χωρὶς νὰ προσκρούσῃ εἰς τὴν στοιχειώδη λογικήν. Οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι δὲν δύνανται νὰ συνεταιρίζωνται ἐναντίον τοῦ Κράτους. Ἂν δὲν εἶναι εὐχαριστημένοι ἀπὸ τὴν θέσιν των, ἔχουσι τὴν εὐχέρειαν νὰ παραιτηθῶσι καὶ νὰ συμμετάσχωσιν οἱουδήποτε συνεταιρισμοῦ ἐπιθυμοῦσιν. Οὐδεὶς δύναται νὰ ἀρνηθῇ τὸ δικαίωμα εἰς τὸν δημόσιον ὑπάλληλον νὰ ἀποτελέσῃ ὡς πολίτης μέλος οἱουδήποτε Σωματείου νομίμως συγκροτουμένου, ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ ἐννοηθῇ δικαίωμα τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων ὅπως ὀργανωθῶσιν εἰς συνεταιρισμὸν πρὸς προαγωγὴν τῶν συμφερόντων των ἔναντι τοῦ Κράτους. Τὸ Κράτος μεριμνᾷ, ἐφόσον δύναται, περὶ αὐτῶν. Δι’ αὐτὸ προτείνω τὴν ἀπόρριψιν τῆς προτάσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Γεωργίας καὶ τὴν παραδοχὴν τῆς τροποποιήσεως τοῦ κ. Γέντικα.
§171ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ διακόψωμεν διὰ νὰ ἐπανέλθωμεν μετὰ τὸ φαγητόν.
§172ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§173ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ἵνα ἐπαναληφθῇ αὕτη τὴν 10ην μ. μ.
(Ὥρα 9 μ. μ.)
ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΚΟΠΗΝ
(Ὥρα 10.30′ μ. μ.)
§174ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Συνεχίζεται ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ 14ου ἄρθρου τοῦ Συντάγματος. Ὁ κ. Σ. Μάξιμος ἔχει τὸν λόγον.
§175Σ. ΜΑΞΙΜΟΣ. Δὲν πρόκειται, κ. Πρόεδρε, νὰ ὁμιλήσω. Ἤθελον νὰ εἴπω ἁπλῶς τὰ ἑξῆς. Νομίζω ὅτι τὸ ζήτημα τοῦ δικαιώματος τοῦ συνεταιρίζεσθαι διὰ τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους πρέπει νὰ ἐξετασθῇ μόνον ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔννοιαν· ἡ συζήτησις κακῶς περιεστράφη εἰς τὴν ἐξερεύνησιν τοῦ τί εἶναι κομμουνισμός. Συνολικῶς ἔχω νὰ ἀπαντήσω εἰς ὅλους ὅσοι ἐπετέθησαν ἐναντίον ἡμῶν. Βεβαίως ἔχουν καὶ οἱ ἄλλοι τὰς ἀντιλήψεις των ὅπως καὶ ἡμεῖς. Νομίζω ὅτι τὸ ζήτημα αὐτὸ δὲν ἔχει οὐδεμίαν θέσιν ἐνταῦθα. Τὸ οἰκονομικὸν καθεστὼς εἶναι καθεστὼς ἀνισότητος. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ λεχθὲν ὅτι δὲν εἴμεθα Ἕλληνες πολῖται καὶ ὅτι δὲν δικαιούμεθα τῶν δικαιωμάτων αὐτῶν, νομίζω ὅτι ἐπ’ αὐτῶν δὲν θὰ ἠμποροῦσε νὰ γίνῃ καμμία συζήτησις, διότι αἱ ἀντιλήψεις ἡμῶν δὲν ταὐτίζονται. Ἐξελέγημεν καὶ ἡμεῖς ἀπὸ μίαν μερίδα τοῦ λαοῦ, ὅπως καὶ ὑμεῖς. Δὲν ἐννοοῦμεν νὰ δεσμεύσωμεν τὰς ἀντιλήψεις μας ἀπὸ τὰς ἰδικάς σας. Ἐξετέθημεν καὶ ἡμεῖς μὲ ἰδιαίτερον πρόγραμμα, τὸ ὁποῖον καὶ ὑποστηρίζομεν.
§176ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Βαρβούτης ἔχει τὸν λόγον.
§177Γ. ΒΑΡΒΟΥΤΗΣ. Ἀκριβῶς ὁ κ. συνάδελφος μὲ προέλαβε, διότι εἶχον ἀκριβῶς ὑπ’ ὄψει μου νὰ παρατηρήσω ὅτι τὸ ζήτημα ἐτέθη παρὰ τοῦ κ. συναδέλφου κάπως μονοπλεύρως, ἀλλὰ καὶ ἐκ τῆς ἀστικῆς πλευρᾶς ἐτέθη ἔτι μᾶλλον μονοπλεύρως, διότι ὁ κ. συνάδελφος, τοῦ ὁποίου αἱ ἀντιλήψεις εἶναι σεβασταί, δὲν ἔπρεπε νὰ θέσῃ μονοπλεύρως τὸ ζήτημα καὶ νὰ λάβῃ τὸν λόγον ὑπὲρ μιᾶς μόνον τάξεως, τῆς ἐργατικῆς. Ἀφ’ ἑτέρου ὅμως ὀφείλω καὶ ἐγὼ νὰ ἐκφράσω τὴν ἔκπληξίν μου ἐντεῦθεν, διότι ζήτημα οἰκονομικὸν καὶ ζήτημα κοινωνικὸν ἀναντιρρήτως ὑπάρχει, ἀλλὰ ταῦτα ἐξητάσθησαν μὲ τὸ πρίσμα τοῦ ἐθνισμοῦ. Εἰδικῶς δὲ διὰ τὰ ζητήματα τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων ἀναγνωρίζω εἰς αὐτοὺς τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι, ἐκεῖνο δὲ τὸ ὁποῖον δὲν ἀναγνωρίζω εἶναι τὸ νὰ προβαίνωσιν εἰς ἀπεργίας.
§178ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις κηρύσσεται περαιωμένη. Ὑπεβλήθη τροπολογία ὑπὸ τοῦ κ. Γόντικα ἔχουσα οὕτω (ἀναγινώσκει): «Συνεταιρισμὸς δὲν δύναται νὰ διαλυθῇ εἰμὴ ὅπως ὁρίζει ὁ νόμος».
§179ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτή, δεκτή.
§180ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι. Νὰ μείνῃ τὸ ἄρθρον ὡς ἔχει ἐν τῷ σχεδίῳ.
§181ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀπορρίπτεται ἡ τροπολογία τοῦ κ. Γόντικα. Τὸ ἄρθρον ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Οἱ Ἕλληνες ἔχουν τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι, τηροῦντες τοὺς νόμους τοῦ Κράτους, οἵτινες ὅμως οὐδέποτε δύνανται νὰ ὑπαγάγουν τὸ δικαίωμα τοῦτο εἰς προηγουμένην τῆς Κυβερνήσεως ἄδειαν. Συνεταιρισμός τις δὲν δύναται νὰ διαλυθῇ ἕνεκα παραβάσεως τῶν διατάξεων τῶν νόμων, εἰμὴ διὰ δικαστικῆς ἀποφάσεως». Οἱ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι).
§182ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Γίνεται δεκτὸν τὸ 14ον ἄρθρον).
§183ΠΡΟΕΔΡΟΣ. (Ἀναγινώσκει): Ἄρθρον 15. Τὸ ἄσυλον τῆς κατοικίας εἶναι ἀπαραβίαστον. Οὐδεμία ἔρευνα ἢ εἴσοδος εἰς κατοικίαν ἐνεργεῖται, εἰμὴ ὅταν καὶ ὅπως ὁ νόμος διατάσσει. Οἱ παραβάται τῶν διατάξεων τούτων τιμωροῦνται ἐπὶ καταχρήσει τῆς ἐξουσίας τῆς Ἀρχῆς, ὑποχρεοῦνται δὲ καὶ εἰς πλήρη ἀποζημίωσιν τοῦ παθόντος καὶ προσέτι εἰς ἱκανοποίησιν αὐτοῦ διὰ χρηματικοῦ ποσοῦ, ὁριζομένου κατὰ τὴν κρίσιν τοῦ δικαστηρίου, οὐδέποτε δὲ κατωτέρου τῶν ἑκατὸν μεταλλικῶν δραχμῶν.
§184ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ 15ον ἄρθρον).
§185ΠΡΟΕΔΡΟΣ. (Ἀναγινώσκει): Ἄρθρον 16. Ἕκαστος δύναται νὰ δημοσιεύῃ προφορικῶς, ἐγγράφως καὶ διὰ τοῦ Τύπου τοὺς στοχασμούς του, τηρῶν τοὺς νόμους τοῦ Κράτους. Ὁ Τύπος εἶναι ἐλεύθερος. Ἡ λογοκρισία, ὡς καὶ πᾶν ἄλλο προληπτικὸν μέτρον, ἀπαγορεύονται. Ἐξαιρετικῶς διὰ τοὺς κινηματογράφους δύνανται νὰ ληφθοῦν προληπτικὰ μέτρα πρὸς προστασίαν τῆς νεότητος. Ἀπαγορεύεται ὡσαύτως ἡ κατάσχεσις ἐφημερίδων καὶ ἄλλων ἐντύπων διατριβῶν, εἴτε πρὸ τῆς δημοσιεύσεως, εἴτε μετ’ αὐτήν. Ἐπιτρέπεται κατ’ ἐξαίρεσιν ἡ κατάσχεσις μετὰ τὴν δημοσίευσιν, ἕνεκα προσβολῆς κατὰ τῆς Χριστιανικῆς Θρησκείας, εἰς τὰς ὑπὸ τοῦ νόμου ὁριζομένας περιπτώσεις, ἕνεκεν ἀσέμνων δημοσιευμάτων, προσβαλλόντων καταφανῶς τὴν δημοσίαν αἰδώ, ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἐντὸς εἴκοσι τεσσάρων ὡρῶν ἀπὸ τῆς κατασχέσεως ὀφείλει καὶ ὁ εἰσαγγελεὺς νὰ ὑποβάλῃ τὴν ὑπόθεσιν εἰς τὸ Δικαστικὸν Συμβούλιον καὶ τοῦτο νὰ ἀποφανθῇ περὶ τῆς διατηρήσεως ἢ τῆς ἄρσεως τῆς κατασχέσεως, ἄλλως ἡ κατάσχεσις αἴρεται αὐτοδικαίως. Ἀνακοπὴ κατὰ τοῦ βουλεύματος ἐπιτρέπεται μόνον εἰς τὸν δημοσιεύσαντα τὸ κατασχεθέν. Ἐπιτρέπεται νὰ ληφθοῦν διὰ νόμου ἰδιαίτερα μέτρα πρὸς καταπολέμησιν τῆς προσβαλλούσης τὰ δημόσια ἤθη φιλολογίας καὶ προστασίαν τῆς νεότητος ἀπὸ δημοσίων θεαμάτων καὶ παραστάσεων ἀκαταλλήλων. Δύναται, καθ’ ὃν τρόπον νόμος ὁρίζει, νὰ ἀπαγορευθῇ ἐπὶ ἀπειλῇ κατασχέσεως καὶ ποινικῆς διώξεως ἡ δημοσίευσις εἰδήσεων ἢ ἀνακοινώσεων, ἀναγομένων εἰς στρατιωτικὰς κινήσεις ἢ εἰς ἔργα ὀχυρώσεως τῆς Χώρας. Εἰς τὴν κατάσχεσιν ἐφαρμόζονται αἱ ἀνωτέρω διατάξεις. Ὅτε ἐκδότης ἐφημερίδος καὶ ὁ συγγραφεὺς ἐπιληψίμου δημοσιεύματος, ἀναφερομένου εἰς τὸν ἰδιωτικὸν βίον, πλὴν τῆς κατὰ τοὺς ὅρους τοῦ ποινικοῦ νόμου ἐπιβαλλομένης ποινῆς, εἶναι ἀστικῶς καὶ ἀλληλεγγύως ὑπεύθυνοι εἰς πλήρη ἀνόρθωσιν πάσης προσγενομένης ζημίας καὶ εἰς ἱκανοποίησιν τοῦ παθόντος διὰ χρηματικοῦ ποσοῦ, ὁριζομένου κατὰ τὴν κρίσιν τοῦ δικαστοῦ, οὐδέποτε δὲ ἐλάσσονος τῶν διακοσίων μεταλλικῶν δραχμῶν. Εἰς μόνον πολίτας Ἕλληνας ἐπιτρέπεται ἡ ἔκδοσις ἐφημερίδων. Τὰ ἀδικήματα τοῦ Τύπου δὲν θεωροῦνται ὡς ἐπ’ αὐτοφώρῳ.
§186Λ. ΙΑΣΟΝΙΔΗΣ. Ἐκφράζω τὴν εὐχὴν ὅπως πᾶσα ἐφημερὶς ἐκδιδομένη ἐν Ἑλλάδι ἔχῃ τὸν τίτλον της ἀναγεγραμμένον ἐν πρώτοις ἑλληνιστί.
§187ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσι. (Ἐγείρονται πολλοί).
§188ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 17ον. (Ὁ κ. Βλιάμος καὶ ἄλλοι ζητοῦσι νὰ ὁμιλήσωσι).
§189ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἂν πρόκειται νὰ γίνῃ συζήτησις, θὰ ἀναβληθῇ τὸ ἄρθρον.
§190ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§191ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται τὸ 17ον ἄρθρον. (Ἀναγινώσκει): Ἄρθρον 18. Τὸ ἀπόρρητον τῶν ἐπιστολῶν, τηλεγραφημάτων καὶ τηλεφωνημάτων εἶναι ἀπολύτως ἀπαραβίαστον. Οἱ παραδεχόμενοι παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι).
§192ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Τὸ 19ον καὶ τὸ 119ον ἀναβάλλονται. (Ἀναγινώσκει): Ἄρθρον 20. Δὲν ἐπιτρέπεται ἡ μεταβολὴ τοῦ περιεχομένου ἢ τῶν ὅρων διαθήκης ἢ δωρεᾶς κατὰ τὰς ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου ἢ κοινωφελοῦς σκοποῦ διατάξεις αὐτῆς. Ἐξαιρετικῶς ἐπιτρέπεται διὰ νόμου, ὅταν ἡ θέλησις τοῦ δωρητοῦ ἢ διαθέτου ἀποβαίνῃ ἀπολύτως ἀπραγματοποίητος, ἡ διάθεσις τοῦ διατιθεμένου ἢ δωρουμένου πρὸς ἄλλον παρεμφερῆ σκοπόν. Οἱ παραδεχόμενοι παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται πολλοί).
§193ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 21ον. Ἐπ’ αὐτοῦ τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Σ. Κρεμεζῆς.
§194Σ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Τὸ ὑπὸ ἀναθεώρησιν Σύνταγμα ἐν ἄρθρῳ 20ῷ καὶ ἐν ἄρθρῳ 23ῳ εἶχε δύο ἰδιαιτέρας διατάξεις, μίαν μὲν πρὸς προστασίαν τῶν τεχνῶν καὶ τῆς ἐπιστήμης καὶ ἑτέραν διὰ τὴν προστασίαν τῆς ἐργασίας. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911 δὲν περιεῖχεν οὐδεμίαν εἰδικὴν διάταξιν. Τὸ πρῶτον ἡ ἐλευθερία τῆς τέχνης καὶ τῆς ἐπιστήμης ἀφ’ ἑνὸς καὶ ἀφ’ ἑτέρου ἡ προστασία τῆς ἐργασίας καθιεροῦται διὰ τοῦ Συντάγματος τοῦ ψηφισθέντος κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Συντακτικὴν Συνέλευσιν. Εἰς ἰδιαίτερον ἄρθρον τὸ Σύνταγμα ἐκεῖνο προβλέπει περὶ τῶν ἐλευθεριῶν αὐτῶν καὶ ἡ διατύπωσις ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἡ τέχνη καὶ ἡ ἐπιστήμη.... κλπ.» Ἀντιθέτως τὸ ἄρθρον 23 λέγει (ἀναγινώσκει): «Ἡ ἐργασία.... κλπ.» Ὑπεστήριξάν τινες ὅτι τὰ ἄρθρα δὲν ἀνακηρύσσουν παρὰ θεωρητικήν τινα ἀρχήν, δὲν ἔχουσι δὲ οὐδὲν ἀπὸ πρακτικῆς ἀπόψεως ἀποτέλεσμα. Τὸ ἐπιχείρημα δὲν εἶναι ὀρθόν, διότι ἡ διάταξις ἐνέχει τὴν καθιέρωσιν συνταγματικῶς ἀτομικοῦ δικαίου μὴ δυναμένου νὰ δεσμευθῇ διὰ νόμου. Ἰδοὺ λοιπὸν ἡ πρακτικὴ σημασία τῆς διατάξεως. Ἐλέχθη ἐπίσης ὅτι ἡ προστασία τῆς τέχνης καὶ τῆς ἐπιστήμης εἶναι δυνατὸν νὰ ἀχθῇ μέχρι τοῦ σημείου ὥστε νὰ προστατευθῇ ἡ ἀνήθικος ἢ ἄσεμνος παράστασις ἢ ἀνήθικον δημοσίευμα. Καὶ τοῦτο τὸ ἐπιχείρημα δὲν εἶναι ὀρθόν. Καὶ ἡ μία διάταξις καὶ ἡ ἄλλη δὲν εἶναι ὀρθή. Διὰ τοῦτο ὅτι δὲν δύναται νὰ τεθῇ νόμος, ὁ ὁποῖος νὰ ἀπαγορεύσῃ τὴν ἐλευθερίαν εἰς τὴν διδασκαλίαν καί....
§195ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Καὶ ἂν προσβάλλουν τὰ χρηστὰ ἤθη;
§196Σ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Ἐφόσον αἱ τέχναι αὐταὶ ἢ ἐφόσον ἡ ἐπιστήμη ἤθελον προσβάλλει, ἀξιότιμε συνάδελφε, τὰ χρηστὰ ἤθη, ἐφόσον ἤθελον θίξει τὰ ὅρια τοῦ ποινικοῦ νόμου ἢ ἐφόσον γίνεται ἡ διδασκαλία ἰδεῶν ἀνατρεπτικῶν, τείνουσαι εἰς προπαγανδισμὸν πρὸς ἀνατροπὴν τοῦ κρατοῦντος κοινωνικοῦ καθεστῶτος, οὐδεμία δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀντίρρησις ὅτι ἐκ τῶν ἄρθρων αὐτῶν δύναται νὰ θεωρηθῇ ἀντισυνταγματικὸς ὁ νόμος ὁ ἀπαγορεύων τοιαύτην τινὰ διδασκαλίαν. Καὶ σᾶς ἀναφέρω τὸ ἑξῆς παράδειγμα· ὅτι ἀνάλογος διάταξις τοῦ παλαιοῦ Συντάγματος ὁρίζει ὅτι ἕκαστος δύναται προφορικῶς καὶ ἐγγράφως νὰ ἐκφράζῃ τοὺς στοχασμούς του. Κανεὶς δὲν ἐνόησε ποτὲ ὅτι, ἐπειδὴ εἶναι τόσον ἀπόλυτος ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος, ὁ νόμος ὁ ἐπιβάλλων ποινὴν εἰς τοὺς ὑβριστὰς εἶναι ἀντισυνταγματικὸς καὶ ὅτι τάχα ὁ ὑβριστὴς ἔχει ἀπόλυτον δικαίωμα νὰ ἐκφράζῃ τὰς ἰδέας του. Ἐν τούτοις τὸ ἄρθρον προστατεύει ἀπολύτως τὴν ἔκφρασιν τῶν ἰδεῶν. Καὶ δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀπαγόρευσις μιᾶς ἀνατρεπτικῆς διδασκαλίας. Δὲν δύναται νὰ ἀπαγορευθῇ εἰς τὸν καθηγητὴν τοῦ συνταγματικοῦ δικαίου νὰ διδάξῃ θεωρητικῶς τί εἶναι κομμουνισμός, δύναται ὅμως νὰ ἀπαγορευθῇ ἡ διδασκαλία τοῦ κομμουνισμοῦ, ὅταν γίνεται πρὸς ἀνατροπὴν τοῦ κοινωνικοῦ καθεστῶτος. Ἀναντιρρήτως ἡ προσθήκη, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ἡ Ἐπιτροπὴ διὰ τῆς συμπτύξεως τῶν δύο ἄρθρων, διὰ τῆς ὁποίας καθιέρωσε καὶ τὴν ἐλευθερίαν τῆς ἐργασίας, εἶναι εὐνόητον ὅτι ἐνέχει αὐτὴ καὶ μόνη πολὺ σπουδαῖον πρακτικὸν ἀποτέλεσμα, ὅτι δὲν δύναται νόμος νὰ ἀπαγορεύσῃ τὴν ἐλευθερίαν τῆς ἐργασίας. Διὰ τῆς καθιερώσεως ἀφ’ ἑτέρου τῆς ἐλευθερίας τῆς ἐργασίας ἐνέχει μεγάλην σπουδαιότητα τὸ ἄρθρον, διότι προστατεύει καὶ κατὰ πάσης τυχὸν συνδικαλιστικῆς τάσεως καὶ ἐπιθυμῶ ἰδιαιτέρως νὰ ἐπιστήσω ἐπὶ τούτου τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς.
§197ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Βαρβούτης ἔχει τὸν λόγον.
§198Γ. ΒΑΡΒΟΥΤΗΣ. Παραιτοῦμαι, ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ παύσῃ ἡ συζήτησις.
§199ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Καμπάνης ἔχει τὸν λόγον. Νὰ τεθῇ ἡ φράσις «ἡ ἐργασία ἥ τε πνευματικὴ καὶ ἡ σωματικὴ εἶναι ἐλευθέρα ὡς οἱ νόμοι ὁρίζουν καὶ διατελεῖ ὑπὸ τὴν προστασίαν τοῦ Κράτους.
§200Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. Τὸν λόγον, κ. Πρόεδρε.
§201Γ. ΒΑΡΒΟΥΤΗΣ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἂν προκύψουν ἀντιρρήσεις, θὰ ὁμιλήσω καὶ ἐγώ.
§202Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. Δὲν εἶναι ἀντιρρήσεις, κ. συνάδελφε. Δύο λέξεις θὰ εἴπω. Καὶ ἐπειδὴ ἐγένετο λόγος περὶ ἀπαγορεύσεως μονοπωλήσεως τῆς ἐργασίας, παρεμπιπτόντως ἤθελον νὰ τηρήσω τοῦτο εἰς τὴν μνήμην σας ὅτι ἐλέχθη διὰ τὴν σύμβασιν Πάουερ....
§203Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Ἄλλο ζήτημα.
§204Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. Δύναταί τις νὰ ὁμιλῇ ἐπὶ τῇ βάσει συγκεκριμένων παραδειγμάτων. Σᾶς ἔφερον ἓν παράδειγμα ἀντιβαῖνον πρὸς τὸ ἄρθρον τοῦτο.
§205ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν εἶναι ἐργασία αὐτή.
§206Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. Κύριε συνάδελφε, ἡ παραγωγὴ τοῦ ἠλεκτρισμοῦ εἶναι ἐργασία, τῆς ὁποίας δὲν δυνάμεθα νὰ ἀποστῶμεν, διότι, ἂν ἀποστῶμεν, θὰ ἀποθάνωμεν ἐλλείψει ἠλεκτρικῆς δυνάμεως καὶ ἐλλείψει φωτός. Ἄρα πρόκειται περὶ ἐργασίας πρώτης τάξεως. Ἀλλ’ αὐτὸ εἶναι ἄσχετον. Σχετικῶς μὲ τὴν διατύπωσιν τῆς ἐννοίας τῆς παρακολουθήσεως ὑπὸ τοῦ νόμου τῆς τέχνης, τῆς ἐπιστήμης, τῆς διδασκαλίας αὐτῶν καὶ τῆς ἐργασίας θὰ ἐπροτίμων τὴν διατύπωσιν τῆς φράσεως «ἐφόσον δὲν ἀντίκειται εἰς τὸν νόμον». Νομίζω ὅτι τοῦτο εἶναι σαφέστερον.
§207Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Ὄχι.
§208Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. Ἰδέα σας καὶ ἰδέα μου. Ἀλλ’ ἐφόσον ἔχετε τόσην εὐθιξίαν εἰς τὸ νὰ μὴ διακόπτησθε, πῶς ἐπιθυμεῖτε τὰς μονοπλεύρους διακοπάς;
§209Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Ἐγὼ δέχομαι διακοπάς.
§210Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. Παρετήρησα ὅτι ὀργίλως διατίθεσθε, ὅταν σᾶς διακόπτουν. Νομίζω, κύριοι, σαφεστέραν τὴν διατύπωσιν τῆς φράσεως «ἐφόσον δὲν ἀντίκειται εἰς τὸν νόμον».
§211Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Τὸ ἴδιον εἶναι, κ. βουλευτά.
§212Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. Συμφωνοῦμεν τότε.
§213ΠΡΟΕΔΡΟΣ. (Ἀναγινώσκει): «Εἶναι ἐλεύθεραι ὡς οἱ νόμοι ὁρίζουν καὶ διατελοῦν ὑπὸ τὴν προστασίαν τοῦ Κράτους».
§214Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τί σημασίαν ἔχει αὐτὴ ἡ διατύπωσις ὅτι «εἶναι ἐλεύθεραι ὡς οἱ νόμοι ὁρίζουν»; Ποίαν ἔννοιαν ἔχει; Δηλαδὴ τὴν ἐλευθερίαν τὴν κανονίζει ὁ νόμος;
§215Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Μάλιστα.
§216Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Διατυπώσατε σαφέστερον, κ. συνάδελφε. Αὐτὸ δὲν λέγει τίποτε.
§217Γ. ΤΣΑΚΑΝΙΚΑΣ. Μία τέχνη εἶναι ἐλευθέρα, ἀλλ’ ἐκδίδεται εἷς νόμος ἀπαγορεύων τὴν ἄσκησιν τῆς τέχνης αὐτῆς ἄνευ ὡρισμένων ὅρων. Λοιπὸν νὰ τεθῇ ἡ φράσις «ἡ τέχνη ἀσκεῖται ὡς ὁ νόμος ὁρίζει». Ὁ κινηματογράφος π. χ. παριστᾷ ἀνήθικα θεάματα. Ἐκδίδεται εἷς νόμος καὶ λέγει: «Ἀπαγορεύω τὰ ἀνήθικα θεάματα τοῦ κινηματογράφου».
§218ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὁ κινηματογράφος δὲν εἶναι τέχνη.
§219Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Νὰ τεθῇ ἡ φράσις «κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου».
§220Ε. ΦΩΤΑΚΗΣ. Δὲν δυνάμεθα νὰ βάζωμεν ἐκ τοῦ προχείρου διατάξεις εἰς τὸ Σύνταγμα.
§221Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Τὸ συνεζητήσαμεν εἰς τὴν Ἐπιτροπήν.
§222Σ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Ἡ τέχνη καὶ ἡ ἐπιστήμη, ὡς καὶ ἡ διδασκαλία αὐτῶν εἶναι ἐλευθέρα, ἐφόσον δὲν ἀντίκειται εἰς τὰ χρηστὰ ἤθη καὶ τὴν δημοσίαν τάξιν.
§223ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§224Γ. ΒΑΡΒΟΥΤΗΣ. Ὑπὸ τὴν προστασίαν τοῦ Κράτους, ἣν προστασίαν οἱ νόμοι ὁρίζουν.
§225Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Κύριοι, ὅπως εἶναι διατυπωμένον τὸ ἄρθρον, δύναται εἰς τὸ μέλλον νὰ δώσῃ λαβὴν εἰς μεγάλας παρεξηγήσεις καὶ οἱ μὲν ὑποστηρίζοντες τὴν συνταγματικότητα τοῦ νόμου τοῦ ὁρίζοντος νὰ εὑρίσκωνται ἐν δικαίῳ, καθὼς ἐπίσης νὰ εὑρίσκωνται ἐν δικαίῳ οἱ ὑποστηρίζοντες τὸ ἄλλο. Οἱ ὑποστηρίζοντες τοιαύτην συνταγματικότητα, διὰ νὰ ἄρουν εἰς τὸ μέλλον πᾶσαν ἀμφιβολίαν καὶ παρεξήγησιν θὰ ἤθελον νὰ δεχθοῦν τὴν τροπολογίαν μου. Δηλαδή, ὅπως εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας συνάδελφος, δυνατὸν νὰ ἔλθῃ ὁ νόμος νὰ ὁμιλήσῃ περὶ κινηματογράφων, θεάτρων καὶ δημοσίων διαλέξεων, νὰ διατελοῦν δηλαδὴ ὑπὸ τὴν προστασίαν τοῦ Κράτους καὶ ὄχι ὡς οἱ νόμοι ὁρίζουν.
§226Γ. ΒΑΡΒΟΥΤΗΣ. Ἂν καθιεροῦται συνταγματικῶς ἐλευθερία τῆς ἐπιστήμης, δὲν δύναται αὕτη νὰ ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν ἐπιβολὴν ἑνὸς νόμου. Μᾶλλον ἓν πρᾶγμα δύναται νὰ γίνῃ· νὰ τεθῇ ὅτι «ὁ νόμος δύναται νὰ ρυθμίζῃ τὰ τῆς διδασκαλίας τῆς ἐπιστήμης, ἐφόσον εἶναι ἐντὸς τοῦ πλαισίου τῆς συνταγματικῆς καθιερώσεως». Ὁ καθηγητὴς τῆς πολιτικῆς δικονομίας δύναται νὰ διδάξῃ ἐλευθέρως τὴν ἱστορίαν τοῦ κομμουνισμοῦ χωρὶς νὰ κατηγορηθῇ. Ἔχομεν διδάγματα ὅτι ἡ διδασκαλία περὶ κομμουνισμοῦ ἐξειλίχθη εἰς ἀληθῆ διδασκαλίαν. Ἐπάθαμεν μίαν σύγχισιν εἰς τὴν Ἑλλάδα. Συγχέομεν τὴν θεωρητικὴν διδασκαλίαν ἐπιστήμης τινὸς μὲ τὴν θεωρητικὴν ἀνάπτυξιν διδασκαλίας τινὸς οἰκονομικῆς, ἰδίως μὲ τὸν προπαγανδικὸν καὶ ἀνατρεπτικὸν σκοπόν. Ἐφόσον δέχεσθε ἐλευθερίαν εἰς τὴν ἐπιστήμην, διατί ἡ ἐλευθερία αὐτὴ νὰ μὴ κατοχυρωθῇ διὰ συνταγματικῆς διατάξεως. Δηλαδὴ εἶναι ἀνάγκη ἀπόλυτος νὰ παύσῃ ἡ προκατάληψις πρὸς τὴν ἐλευθερίαν, τῆς ὁποίας ὁ κομμουνιστικὸς σκοπὸς εἶναι δυνατὸν νὰ ταράξῃ. Καὶ ὁ κ. Κρεμεζῆς εἶπεν ὅτι ἐπιτρέπεται καὶ ἐπιβάλλεται εἰς τοὺς καθηγητὰς τοῦ Πανεπιστημίου νὰ διδάσκωσι τὴν θεωρίαν τοῦ Μὰρξ χωρὶς νὰ παρεξηγηθῶσι. Καὶ ἱστορικῶς ἐπιτρέπεται νὰ διδάξῃ ὁ καθηγητὴς χωρὶς νὰ γίνῃ ἀντικείμενον παρεξηγήσεων.
§227Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Δὲν δύνανται ὑπάλληλοι τοῦ Κράτους νὰ διδάξουν τοιαύτας θεωρίας.
§228Γ. ΒΑΡΒΟΥΤΗΣ. Τὰ ζητήματα αὐτά, κ. συνάδελφε, δὲν λύονται διὰ τῆς ἀγανακτήσεως. Ἀναγνωρίζετε εἰς ἕνα ἐπιστήμονα νὰ ἐκδώσῃ σύγγραμμα περὶ ἱστορικοῦ ὑλισμοῦ καὶ δὲν ἀναγνωρίζετε τὸ δικαίωμα νὰ διδάσκῃ περὶ κομμουνισμοῦ. Εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ διδάξῃ ἱστορίαν, νὰ ὁμιλήσῃ περὶ τῶν θεωριῶν. Εἶσθε ὑποχρεωμένοι νὰ τῷ δώσητε τὴν ἐπιστημονικὴν ἀλήθειαν φανερὰ καὶ ξάστερα. Θὰ ἔχητε ἀξιώσει ἀπὸ τὸν διδάσκαλον νὰ ὁδηγήσῃ τοὺς μαθητὰς πρὸς ὅλας τὰς θεωρίας. Διὰ τοῦτο ἐπιβάλλεται εἰς τὴν Ἑλλάδα νὰ καθιερωθῇ ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος ὅτι ἡ ἐπιστήμη εἶναι ἐλευθέρα. Ὑπάρχει ἑτέρα διάταξις τοῦ Συντάγματος, τοῦ ἄρθρου 15, ἥτις καθιερώνει καὶ τὰ δημόσια ἤθη καὶ τὰς παραδόσεις τῶν Ἑλλήνων, ὥστε νὰ μὴ γεννᾶται ζήτημα. Ἑπομένως νομίζω, κύριοι, ὅτι ψυχραίμως σκεπτόμενοι πρέπει νὰ διατηρήσωμεν τὴν διάταξιν αὐτὴν εἰς τὸ Σύνταγμα. Δὲν διατρέχουν οὐδένα κίνδυνον οὔτε τὰ πάτρια, οὔτε αἱ παραδόσεις, αἱ ὁποῖαι, ἂν πραγματικῶς ἀνταποκρίνονται εἰς τὴν ζωτικότητα τοῦ Ἕλληνος, εἶναι ἱκαναὶ νὰ ἀντιδράσουν πρὸς ὅλα, ἅτινα ἀντιτίθενται πρὸς αὐτό. Δὲν δυνάμεθα νὰ περιορίσωμεν τὴν μόρφωσιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ στηριζόμενοι εἰς τὸ ὅτι θεωρίαι τινὲς δύνανται νὰ θίξωσιν ὡρισμένας παραδόσεις. Αἱ παραδόσεις, ἂν δὲν ἀντέχουν εἰς τὸν σύγχρονον ἀγῶνα, θὰ ὑποκύψουν. Εἶναι ἀνάγκη νὰ ληφθοῦν μέτρα κατόπιν τόσων ἀγώνων προκαταλήψεως καὶ φανατισμοῦ. Εἶναι ἀνάγκη νὰ καθορισθῇ ἡ γραμμὴ αὐτὴ καὶ νὰ καθορισθῇ διὰ τοῦ Καταστατικοῦ Χάρτου, ὅτι ἡ ἐπιστήμη καὶ ἡ τέχνη εἶναι ἐλεύθεραι.
§229Α. ΣΤΡΑΤΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω ὅτι δυνάμεθα νὰ συμβιβάσωμεν τὰ διεστῶτα, ἂν δεχθῶμεν τὴν φράσιν «ἡ τέχνη, ἡ ἐπιστήμη καὶ ἡ διδασκαλία καὶ ἡ ἐργασία ἡ σωματικὴ καὶ ἡ πνευματικὴ εἶναι ἐλεύθεραι, τηρουμένων τῶν νόμων τοῦ Κράτους». Τὸ «ὡς ὁ νόμος ὁρίζει» σημαίνει τόσην ἐλευθερίαν ὅσην παρέχει ὁ νόμος. Ἂν ἀπαλειφθῇ αὐτό, νομίζω ὅτι ἱκανοποιοῦνται ἀμφότεροι.
§230Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Κύριε Πρόεδρε, ὁ κ. Τσιτσεκλῆς νομίζει ὅτι ἡ διάταξις περὶ ἐλευθερίας τῆς ἐργασίας εἶναι κάτι τι τὸ ριζοσπαστικόν. Ἐγὼ δὲν ἠνόησα διατί νὰ γίνῃ ἡ σύμπτηξις αὕτη τῶν δύο διατάξεων, αἱ ὁποῖαι ὑπῆρχον εἰς διάφορα ἄρθρα εἰς τὸ Σύνταγμα τὸ ὁποῖον ἀναθεωροῦμεν. Καὶ ὡς πρὸς «τὴν ἐπιστήμην καὶ τὴν τέχνην» νομίζω ὅτι ἡ διάταξις εἶναι οὐσιώδης καὶ πρέπει νὰ γίνῃ ὅπως εἶχε τεθῆ. Ἐτέθη διὰ νὰ καθιερώσῃ μίαν γενικωτάτην ἀρχήν, ἡ ὁποία ἐκ τοῦ πνεύματος τοῦ Συντάγματος ἀπέρρεεν, ἀλλ’ ἡ ὁποία ὅμως εἰς πολλὰς περιπτώσεις ἐθεωρήθη ὡς μὴ ὑπάρχουσα, ἀπέρρεεν ἐκ τοῦ Συντάγματος, διότι ἐδῶ λέγει ὅτι ὑπάρχει ἐλευθερία σκέψεως, κατὰ συνέπειαν ὑπάρχει ἐλευθερία ἐπιστημονικῆς ἐρεύνης. Ἀλλοίμονον ἂν εἰς τὴν ἐπιστημονικὴν ἔρευναν θὰ ἦτο ἀνάγκη νόμων καθοριζόντων τὰ ὅρια τῆς ἐπιστημονικῆς ἐρεύνης. Ἡ ἀνθρωπίνη πρόοδος συνετελέσθη μὲ τὴν ἐπιστημονικὴν ἔρευναν. Δυστυχῶς ὅμως ὑπῆρξαν περιπτώσεις καὶ εἰς τὴν Ἑλλάδα ἀκόμη, κατὰ τὰς ὁποίας αἱ ἐπιστημονικαὶ ἔρευναι, ἡ διδασκαλία μιᾶς ἐπιστημονικῆς ἀληθείας ἐθεωρήθη πρᾶγμα ἐπιλήψιμον. Ἂν νομίζητε ὅτι ἠμπορεῖ νὰ τεθῇ διάταξις εἰς τὸ Σύνταγμα ἡ ὁποία νὰ ἀπαγορεύῃ τὰς ἐπιστημονικὰς ἐρεύνας ἢ νὰ ἀποκλείῃ....
§231Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Πότε ἀπηγορεύθη; Μόνον διὰ τοὺς μαλλιαρούς.
§232Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Δὲν εἶναι σοβαρὸν μία συνταγματικὴ διάταξις νὰ μείνῃ περὶ μαλλιαρῶν. Δὲν νομίζω ὅτι εἶναι συντελεστικὸν διὰ τὴν Ἑλλάδα. Ἀλλ’ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον δὲν κωλύει τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας εἶναι τὸ νὰ διαγράψῃ οἱονδήποτε θέλει πρόγραμμα περὶ τῆς διδακτέας ὕλης εἰς τὰ σχολεῖα. Δὲν ἕπεται ἂν λέγῃ ὅτι ἡ διδασκαλία τῆς γλώσσης εἶναι ἐλευθέρα ὅτι εἰς κάθε σχολεῖον ἠμπορεῖ νὰ διδάσκεται ὅ,τι θέλει. Αὐτὸ εἶναι ζήτημα προγράμματος σχολικοῦ. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον καθιεροῦμεν σήμερον εἶναι ὅτι δὲν ἠμπορεῖ νὰ θεωρηθῇ καταδικασμένον, νὰ περιορισθῇ ἀπὸ οἱονδήποτε νόμον ἢ νὰ περιορισθῇ ὑπὸ οἱανδήποτε ἐπιστημονικὴν ἔρευναν καὶ ἡ διδασκαλία ἐπιστημονικῶν δοξασιῶν. Δι’ αὐτὸ ἀποκρούω ἀπολύτως τὴν πρότασιν νὰ τεθῇ ὅτι «ἡ ἐπιστήμη εἶναι ἐλευθέρα συμφώνως πρὸς τοὺς νόμους τοῦ Κράτους». Νόμοι ἄλλως τε δὲν ὑπάρχουν, ἀλλὰ παρερμηνεία νόμων. Ὑπάρχει καὶ ἓν ἄλλο εἰς τὸ κείμενον τοῦ ἀναθεωρουμένου Συντάγματος, ὑπάρχει μία ἄλλη προσθήκη, ἡ ὁποία δίδει τὴν κατεύθυνσιν τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ δίδῃ τὸ Κράτος. Δὲν νομίζω ὅτι εἶναι ὀρθὴ ἡ διάταξις αὕτη. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶναι οὐσιῶδες εἶναι νὰ καθιερωθῇ εἰς τὸ Σύνταγμα διὰ ῥητῆς διατάξεως, ἡ ὁποία ὑπάρχει καὶ εἰς τὸ ἀναθεωρούμενον Σύνταγμα καὶ εἰς τὸ τῆς Ἐπιτροπῆς, ὅτι καὶ ἡ ἐπιστήμη εἶναι ἐλευθέρα καὶ ἡ διδασκαλία τῆς ἐπιστήμης εἶναι ἐλευθέρα.
§233Ε. ΦΩΤΑΚΗΣ. Εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν προεκάλεσαν μακρὰν συζήτησιν τὰ δύο ἄρθρα. Τὸ ἄρθρον 20 καὶ τὸ ἄρθρον 22. Διὰ τοὺς λόγους τοὺς ὁποίους εἶπε καὶ ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Γεωργίας καὶ ὁ ἕτερος συνάδελφος, τάσσομαι ὑπὲρ τῆς διατηρήσεως τοῦ ἄρθρου ὡς ἔχει. Εἶναι γνωστὸν ὅτι εἰς τὴν Ἑλλάδα εἰς διαφόρους περιστάσεις ἐδημιουργήθησαν σοβαρώταται παρεξηγήσεις, διότι ἄλλοι ἐχαρακτηρίσθησαν ὡς ἄθεοι καὶ ἄλλοι ὡς μαλλιαροί. Ὑπάρχει μία ἀντίθεσις μεταξὺ τῶν νεωτεριστῶν καὶ μὴ νεωτεριστῶν. Ὅταν προστεθῇ ἡ φράσις τοῦ κ. Καμπάνη, τὸ ἄρθρον τότε δὲν ἔχει καμμίαν σημασίαν. Προτιμότερον εἶναι νὰ διαγραφῇ τὸ ἄρθρον αὐτό. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τεθῇ οὐδεὶς φραγμός, ἐφόσον δὲν ἀντίκειται εἰς ὡρισμένας ἄλλας διατάξεις. Μοὶ φαίνεται ὅτι θὰ εἶναι ἀναχρονιστικὴ ἡ ἀντίληψις νὰ εἴπωμεν ὅτι ἡ τέχνη καὶ ἡ ἐπιστήμη καὶ ἡ διδασκαλία των εἶναι ἐλεύθεραι ἐὰν καὶ ἐφόσον οἱ νόμοι ὁρίζουν. Νὰ εἴπωμεν εἶναι κατὰ τοσοῦτον ἐλεύθεραι ἐφόσον ὁ νόμος ὁρίζει, μοὶ φαίνεται ὅτι εἶναι μία ἀντίθεσις καὶ ἀντίφασις.
§234Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Νὰ διαγραφῇ.
§235Ε. ΦΩΤΑΚΗΣ. Ὑπάρχει καὶ ἀνάλογος διάταξις εἰς τὸ Γερμανικὸν Σύνταγμα διὰ νὰ δείξουν ὅτι ἡ τέχνη καὶ ἡ ἐπιστήμη εἶναι ἐλεύθεραι καὶ δὲν τίθεται οὐδεὶς φραγμὸς εἰς τὴν προοδευτικὴν ἐξέλιξιν, διατελοῦν δὲ ὑπὸ τὴν προστασίαν τοῦ Κράτους. Προκειμένου λοιπὸν νὰ τεθῇ περιορισμός, νομίζω ὅτι δὲν ἔχει κανένα λόγον ἡ διάταξις αὐτή.
§236Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Προτιμότερον νὰ διαγραφῇ τὸ ἄρθρον ἐξ ὁλοκλήρου, διότι τὸ ἄρθρον μὲ τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Καμπάνη θὰ περιέχῃ μίαν καταφανῆ ἀντίθεσιν. Ἀλλὰ θὰ εἶναι εἰς καταφανεστέραν ἀντίθεσιν πρὸς τὴν ἄλλην ἔννοιαν, ὅτι διατελοῦν ὑπὸ τὴν προστασίαν τοῦ Κράτους. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ συμβιβασθοῦν αἱ δύο αὐταὶ ἔννοιαι ὅτι διατελοῦν ὑπὸ τὴν προστασίαν τοῦ Κράτους, ὅταν τίθενται φραγμοὶ τῶν νόμων; Ἑπομένως, ἐφόσον ὑπάρχει τοιαύτη ἔννοια, θὰ ἦτο προτιμώτερον νὰ διαγραφῇ τὸ ἄρθρον. Ἀλλὰ δὲν συνηγορῶ ὑπὲρ τῆς ὁλοκλήρου διαγραφῆς. Τὸ ἄρθρον διαγράφει μίαν κατεύθυνσιν εἰς τὸ Κράτος ὅσον ἀφορᾷ τὰς τέχνας του καὶ τὰς ἐπιστήμας του καὶ τὰς ἐργασίας του ἐν γένει καὶ ὑπὸ τοιαύτην ἔννοιαν καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ ἀπεδέχθη τὸ ἄρθρον, διατυποῦσα αὐτὸ ὡς ἔχει. Ἂν λοιπὸν ἡ Βουλὴ στέρξῃ νὰ ἀποδεχθῇ τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Καμπάνη, περιερχόμεθα εἰς τοιαύτην ἀντίθεσιν, τὴν ὁποίαν καθιεροῦμεν ἐν τῷ ἄρθρῳ, ὥστε ἐπιβάλλεται νὰ ἀπαλειφθῇ. Ἀλλὰ προτιμῶ ὑπὲρ πᾶσαν ἄλλην λύσιν τὸ ἄρθρον.
§237Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Κύριε Πρόεδρε, δὲν ἔλαβον μέρος εἰς τὴν προπαρασκευὴν τοῦ Συντάγματος καὶ δὲν παρηκολούθησα αὐτό. Βεβαίως τὸ ἄρθρον περιέχει ἀρχάς, τὰς ὁποίας πάντες ἀσπαζόμεθα καὶ μέχρι σήμερον καὶ οὐδέποτε παρεκωλύθη ἡ ἐφαρμογή των. Ἐφόσον ὁ κ. ἐπὶ τῆς Γεωργίας Ὑπουργὸς ἔδωσε τὴν ἐξήγησιν ὅτι τὴν διδασκαλίαν ἐν τοῖς σχολείοις θὰ καθορίζῃ πρόγραμμα σχολικὸν καθοριζόμενον παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, δὲν ὑπάρχει ὁ κίνδυνος ἐκεῖνος, περὶ τοῦ ὁποίου ὡμίλησαν τινὲς τῶν κ. κ. συναδέλφων, οὔτε ἀφ’ ἑτέρου ἐμποδίζεται ἡ ἐλευθέρα ἀνάπτυξις οἱωνδήποτε θεωριῶν ἐπιστημονικῶν, ὅπως ἀνέπτυξαν ἀπὸ τὴν ἄλλην πλευράν. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι ἀνεπτύχθησαν γνῶμαι ἀπὸ τὴν μίαν πλευρὰν καὶ ἕτεραι ἀπὸ τὴν ἄλλην, αἱ ὁποῖαι ἐξίσου δύνανται νὰ ὑποστηριχθῶσιν ὅπως ἔχει τὸ ἄρθρον καὶ ὅτι ἐν αὐτῷ περιελήφθησαν βεβαίως πολλὰ ἀντικείμενα, τὰ ὁποῖα δὲν ἔπρεπε νὰ περιληφθῶσι. Τὸ ἄρθρον αὐτὸ οὐδὲν καθιεροῖ τὸ διάφορον ἀπὸ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον καὶ σήμερον συμβαίνει. Ἀλλὰ δυνατὸν νὰ δώσῃ ἀφορμὴν εἰς πολλὰς παρανοήσεις, ὥστε εἰς τὸ μέλλον νὰ ἐπιφέρῃ πρόσκομμα καὶ εἰς τὴν ἐργασίαν ἀντὶ νὰ τὴν διευκολύνῃ. Ὡς ἔχει λοιπὸν τὸ ἄρθρον δὲν πρέπει νὰ γίνῃ δεκτόν, διότι ἀσφαλῶς οὔτε τοὺς μὲν θὰ ἱκανοποιήσῃ, οὔτε τοὺς δέ, θὰ παράσχῃ δὲ ἀναντιρρήτως πολλὰ προσκόμματα καὶ δεσμεύσεις, τὰς ὁποίας αὔριον θὰ ζητῶμεν δι’ ἐμμέσων τρόπων νὰ ἀποφύγωμεν.
§238ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Β. Ἀλεξᾶτος ἔχει τὸν λόγον.
§239Β. ΑΛΕΞΑΤΟΣ. Ἡ συζήτησις δὲν ἄγει εἰς πρακτικὸν ἀποτέλεσμα, διότι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον γεννᾷ τὸν φόβον ὅτι πιθανὸν διὰ τῆς ἀναγνωρίσεως τῶν ἀρχῶν τὰς ὁποίας καθιεροῖ τὸ ἄρθρον 21, ὅτι δύνανται νὰ προσκρούουν εἰς ὡρισμένας ἄλλας ἀρχάς, καθιερωμένας καὶ σεβαστάς, δὲν δύναται νὰ γεννήσῃ φόβον, ἀλλ’ οὐδὲ κἄν ὑπάρχῃ ἀνάγκη νόμου, ὁ ὁποῖος νὰ προλάβῃ τοὺς φόβους αὐτοὺς καὶ τὰ ἀποτελέσματα τῶν φόβων αὐτῶν, διότι προλαμβάνει ὅλα αὐτὰ τὰ ἀποτελέσματα αὐτὸ τὸ Σύνταγμα. Δηλαδή, ἂν ὑποτεθῇ ὅτι ἡ ἐλευθερία τῆς διδασκαλίας καὶ τῆς ἀναπτύξεως ἀρχῶν ἐπιστημονικῶν διαφόρων ἀπὸ ἐκείνας, τὰς ὁποίας ἡ κοινὴ συνείδησις ἀναγνωρίζει, δύνανται νὰ προσκρούσουν εἰς ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον πρὸ παντὸς ἔχουν τὸν φόβον, δηλαδὴ εἰς τὴν θρησκείαν, διότι αὐτὴ εἶναι ἡ βάσις....
§240ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§241Β. ΑΛΕΞΑΤΟΣ. Δὲν εἶναι βάσιμος ὁ φόβος οὗτος, διότι ἡ θρησκεία προστατεύεται ἀπ’ αὐτὸ τὸ Σύνταγμα καὶ κάθε φόβος ἐκλείπει, οὐδὲ ὑπάρχει ἀνάγκη νόμου ὑποθέτω διὰ νὰ προστατεύσῃ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον προστατεύει τὸ Σύνταγμα. Νομίζω λοιπὸν ὅτι δύναται νὰ μείνῃ τὸ ἄρθρον ὡς ἔχει, διότι ἀναμφισβητήτως ἡ διατύπωσις τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ περιέχει ἀρχὰς τοῦ πολιτισμοῦ καὶ τῆς προόδου.
§242ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Καμπάνης ἔχει τὸν λόγον.
§243Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Εἶναι, κύριοι, ἀναμφισβήτητον ὅτι, ἂν ὑπάρχῃ λαὸς ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ φιλελευθερώτερος κατὰ τὰ φρονήματα, φιλελευθερώτερος κατὰ τὸ θρήσκευμα αὐτοῦ, εἶναι ὁ Ἑλληνικός, διότι ὅταν σᾶς εἴπω ὅτι καὶ εἰς τὸν μᾶλλον πεπολιτισμένον λαόν, τὸν ὁποῖον θαυμάζετε, προχθὲς ἀκόμη, διεξήχθη δίκη κατὰ τὴν ὁποίαν ἐτιμωρήθη καθηγητὴς διδάξας εἰς τὴν Ἀμερικὴν τὴν Δαρβίνειον θεωρίαν, τί ἔχετε νὰ εἴπητε περὶ τῆς Ἑλλάδος; Τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος, εὐθὺς ἀφοῦ συνέστη, ἀπὸ τῆς πρώτης δηλαδὴ Ἐθνοσυνελεύσεως, διεκήρυξεν ἐνώπιον Θεοῦ καὶ ἀνθρώπων τὴν ἐλευθερίαν τῆς ἐπιστήμης καὶ τὴν ἐλευθερίαν τῆς θρησκείας καὶ δὲν ἔχομεν παράδειγμα ἐδῶ εἰς τὴν Ἑλλάδα, κατὰ τὸ ὁποῖον νὰ κατεδιώχθη ἡ ἐπιστήμη. Τοὐναντίον ἔχομεν παραδείγματα, κατὰ τὰ ὁποῖα ἄνθρωποι διδάξαντες θρησκευτικὰ διδάγματα ἀντίθετα πρὸς τὴν θρησκείαν τελείως, δὲν κατεδιώχθησαν ποσῶς ἐκ μέρους τῶν Ἀρχῶν, τὰς ὁποίας δυνάμεθα μᾶλλον νὰ κατηγορήσωμεν ὡς τὰς πλέον ἐλευθεριαζούσας, προκαλούσας οὕτω μεγάλας βλάβας εἰς τὸ κοινωνικὸν καθεστώς. Ἐφόσον λοιπὸν ἔχομεν τοιαῦτα παραδείγματα, τὰ ὁποῖα οὐδεὶς δύναται νὰ ἀμφισβητήσῃ, ἐκτὸς ἂν θέλῃ νὰ ἀμφισβητήσῃ καὶ ἀρνηθῇ τὴν ἀλήθειαν, ποῖος εἶναι ὁ λόγος, ὁ ὁποῖος μᾶς ἐπιβάλλει νὰ ἐντοπίζωμεν εἰς τὸ Σύνταγμα ἀρχάς, λαμβάνοντες αὐτὰς δανείας ἀπὸ ἄλλα Συντάγματα; Πᾶς ἔχων στοιχειώδη λογικὴν ὀφείλει νὰ ὁμολογήσῃ ὅτι αἱ ἰδέαι μας αὐταὶ διετήρησαν τὸ Ἔθνος τὸ ἰδικόν μας ἐπὶ 3.000 ἔτη, ἐνῷ τὰ ἄλλα Κράτη ἦλθον καὶ παρῆλθον καὶ ἐξηφανίσθησαν ἀπὸ τοῦ προσώπου τῆς γῆς. Αἱ ἰδέαι αὐταί, ἐφόσον ἤρχισαν νὰ ἀναφαίνωνται καὶ παρ’ ὅλην τὴν τέχνην διὰ τῆς ὁποίας θέλουν νὰ ὑποκρύπτωνται, θέλουν διὰ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ νὰ προστατευθοῦν....
§244ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποίας ἰδέας;
§245Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Θὰ τὰς ἀκούσητε. Ἔχω, κύριοι συνάδελφοι, πληροφορίας ἀπὸ ἀξιοπιστότατον πρόσωπον, ὅτι ὑπῆρξαν κατὰ τὸ ἔτος 1922–1923 τριάκοντα μία σχολαὶ νυκτεριναὶ κομμουνιστικαί, εἰς τὰς ὁποίας ἐφοίτων στρατιῶται καὶ προσηλυτίζοντο καὶ διεσείοντο τὰ θεμέλια τῆς στρατιωτικῆς πειθαρχίας. Καὶ ὅταν διασείονται τὰ θεμέλια τῆς στρατιωτικῆς πειθαρχίας, διασείονται καὶ αὐτὰ τὰ θεμέλια τῆς ὑποστάσεως τοῦ Κράτους. Καὶ ἠναγκάσθη ἡ τότε Κυβέρνησις νὰ διαλύσῃ αὐτὰς τὰς σχολάς. Ὅταν ἔχωμεν, κύριοι, καθηγητρίας καὶ καθηγητάς, οἱ ὁποῖοι ἀσκοῦσι λειτουργίαν τοῦ Κράτους, λειτουργίαν δὲ ὑψίστην, δηλαδὴ λειτουργίαν δι’ ἧς διαπαιδαγωγοῦνται τὰ τέκνα τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ, ἄρρενα καὶ θήλεα καὶ διδάσκονται ποῖος εἶναι ὁ ἄνθρωπος, ποῖα εἶναι τὰ καθήκοντα αὐτοῦ ἀπέναντι τῆς οἰκογενείας του, τοῦ Ἔθνους του κλπ., ὅταν ἔχωμεν καθηγητὰς ἢ καθηγητρίας, αἱ ὁποῖαι ἀντὶ νὰ διδάσκουν ἐν τῇ ἀσκήσει τῶν καθηκόντων τὰ τοιαῦτα διδάγματα, τοὐναντίον ἐν ὀνόματι δῆθεν τῆς ἐπιστήμης διδάσκουν σὺν τοῖς ἄλλοις ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Ἐπανάστασις δὲν ὑπῆρξε προϊὸν ἰδεῶν ὑπὲρ ἐλευθερίας, ὑπὲρ Πατρίδος....
§246Γ. ΤΣΑΚΑΝΙΚΑΣ. Ἀπεδείχθησαν ψεύδη ὅλα αὐτὰ καὶ διετάχθησαν ἀνακρίσεις, ὁ δὲ κ. Ἀντωνακάκης εἰς μακρὰν ἔκθεσίν του ἀποδεικνύει τὸ συκοφαντικὸν αὐτῶν.
§247Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Νὰ μὴ ἐρεθίζεσθε, κ. συνάδελφε, διότι ὁ ἐρεθιζόμενος ἀποδεικνύει ὅτι ἔχει ἄδικον.
§248Γ. ΤΣΑΚΑΝΙΚΑΣ. Ἐγὼ ὀργίζομαι ἢ σεῖς. Ἀπὸ ὥρας τώρα δὲν κάμνετε τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ ὀργίζεσθε.
§249Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Ἐγὼ δὲν ὀργίζομαι, ὁμιλῶ ἐντόνως. Ἔχετε τὴν ἔκθεσιν τοῦ κ. Ἀντωνακάκη, ὑπάρχουν ὅμως καὶ ἄλλαι ἐκθέσεις ἐξίσου ἀξιόπιστοι.
§250Λ. ΚΟΥΤΣΟΠΕΤΑΛΟΣ. Τὰ ἀναγνωρίζει αὐτά, ἀλλὰ δὲν ἀποδίδει δόλον.
§251Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Ἀλλ’ ἔχομεν, κύριοι συνάδελφοι καὶ ἄλλας ἐκθέσεις ἀπὸ ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι βεβαίως δὲν εἶναι κατώτεροι κατ’ οὐδέν, οὔτε εἰς τὴν ἀντίληψιν τοῦ κ. Ἀντωνακάκη. Τοὐναντίον εἶναι ὑπέρτεροι αὐτοῦ.
§252ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποῖοι εἶναι;
§253Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Δὲν ἐνθυμοῦμαι.
§254Ι. ΚΑΛΟΓΕΡΑΣ. Ἡ ἔκθεσις τοῦ κ. Ἀντωνακάκη εἶναι διαστρέβλωσις τῆς ἀληθείας. (Θόρυβος).
§255ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἔχετε δικαίωμα νὰ ὑβρίζητε ἀπόντας ἀνθρώπους. Δὲν πρόκειται σήμερον περὶ τοῦ κ. Ἀντωνακάκη.
§256Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Ἡ ἔκθεσις τοῦ κ. Ἀντωνακάκη, τὸν ὁποῖον ἐκτιμῶ, ἐκθέτει τὰ πράγματα, ἀλλ’ ἀποφεύγει νὰ ἐκφέρῃ κρίσεις.
§257Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Ἐγὼ εἶπον καὶ ἐπαναλαμβάνω ὅτι, ὅπως ἀπὸ τὸ ἓν μέρος εἶναι ἡ ἔκθεσις τοῦ κ. Ἀντωνακάκη, εἶναι ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος ἐπίσης ἔντιμοι ἄνθρωποι καὶ ἐκτὸς πάσης ὑπονοίας, οἱ ὁποῖοι ἐπίσης ἔχουν τὰς ἐκθέσεις των. Θὰ λάβωμεν καὶ τὰς δύο ἐκθέσεις καὶ θὰ κρίνωμεν.
§258Γ. ΒΑΡΒΟΥΤΗΣ. Ὑπεστηρίξαμεν τὴν ἐλευθερίαν τῆς ἐπιστήμης.
§259Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Κάθε ἄνθρωπος ὅταν ἀνέρχηται ἐπὶ τοῦ βήματος ἔχει ὡρισμένον κύκλον ἰδεῶν καὶ τρόπον τοῦ ἐκφράζεσθαι καὶ τρόπον τοῦ σκέπτεσθαι. Ἀφήσατε νὰ ὁλοκληρώσω τὴν σκέψιν μου, ὅπως λέγει ὁ κ. Μπαμπᾶκος. Αὐτὸ τὸ ζήτημα δὲν θὰ συζητηθῇ διὰ μίαν φορὰν ἀπόψε, διότι εἴμεθα τελείως ἀπαράσκευοι. Ἐφόσον λοιπὸν ἔχομεν βάσεις πρὸς ἀμφιβολίαν, βεβαίως ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ ἐρωτήσωμεν ἡμᾶς αὐτοὺς καὶ ὑμᾶς, διατί τίθεται αὐτὸ τὸ ἄρθρον; Διὰ νὰ καθιερώσωμεν τὴν ἐλευθερίαν τῆς ἐπιστήμης καὶ τῆς τέχνης; Ἀλλὰ σᾶς ἀπέδειξα ὅτι ὄχι μόνον δὲν περιωρίσθη μέχρι σήμερον ἡ ἐπιστήμη, ἀλλὰ τοὐναντίον. Ἐφόσον λοιπὸν ἔχομεν τὰ περιστατικά, τὰ ὁποῖα ἐνισχύουν αὐτὴν τὴν ἀμφιβολίαν καὶ ἐφόσον δὲν μᾶς δίδουν οἱ ἀντιφρονοῦντες σαφῆ ἐξήγησιν, ὥστε νὰ μὴ μᾶς μείνῃ καμμία ἀμφιβολία, τί ζητοῦμεν ἡμεῖς; Δὲν ζητοῦμεν διαγραφὴν τοῦ ἄρθρου, ἀλλ’ ἐπιβεβαίωσιν τῆς εἰλικρινείας τῶν ἀντιφρονούντων. Καὶ λέγομεν κατὰ τὰς διατάξεις τῶν νόμων. Εἶναι μία ἐγγύησις. Αὐτὴν τὴν ἐγγύησιν, ἐπειδὴ δὲν τὴν δέχεσθε, θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ εἴπω ὅτι κάποιος σκοπὸς κρύπτεται, ὁ ὁποῖος εἶναι τοιοῦτος ποὺ δὲν τὸν λέγετε. Κατὰ τί βλάπτεται νὰ εἴπωμεν τηρουμένων τῶν νόμων τοῦ Κράτους. Φοβεῖσθε τὴν μέλλουσαν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν; Ἀλλ’ ἡ μέλλουσα Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία θὰ εἶναι γνήσιον ἀπαύγασμα τῆς ἀντιπροσωπείας τοῦ λαοῦ καὶ ὅταν θὰ θελήσῃ τοῦτο ἢ ἐκεῖνο, θὰ εἴπῃ ὅτι τὸ θέλει ἡ πλειονοψηφία τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ὀφείλει νὰ εἶναι σεβαστή. Ποῖοι λόγοι σᾶς κάμουν νὰ δυσπιστεῖτε πρὸς τὴν μέλλουσαν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν; Ἂν θέλητε νὰ κατοχυρώσητε αὐτὰς τὰς διατάξεις, νὰ τὰς ἀφήσητε ἐλευθέρας. Σεῖς οἱ ὁμιλοῦντες ὑπὲρ τῆα ἐπιστήμης θέλετε διὰ τῆς διατάξεως ταύτης νὰ φιμώσητε τὰ στόματα τῶν ἀντιθέτων καὶ νὰ περιορίσητε τὰ δικαιώματα τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας εἰς τὸ μέλλον. Κρίνατε καλῶς καὶ ἀποφασίσατε. (Χειροκροτήματα).
§260ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Τσιτσεκλῆς ἔχει τὸν λόγον.
§261Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Κύριοι ὁμολογῶ ὅτι καὶ ἐμένα μὲ ἐξένισεν ἡ διάταξις αὐτὴ ὅταν τὴν εἶδον ὅπως καὶ πολλαὶ ἄλλαι διατάξεις, αἱ ὁποῖαι παρενεβλήθησαν εἰς τὸ Σύνταγμα. Ἐγὼ νομίζω ὅτι τὸ Σύνταγμα μίαν οὐσιώδη καὶ θεμελιώδη μεταβολὴν ὑπέστη καὶ μίαν μεταβολὴν εἶδον, τὴν μεταβολὴν τοῦ πολιτεύματος. Εἰς ἐμὲ φαίνεται ὅτι δὲν θὰ ἔπρεπε τόσον πολὺ νὰ ταλαιπωρούμεθα εἰς λεπτομερείας τινὰς καὶ νὰ ἀγωνιζώμεθα ἐπὶ τοσοῦτον χρόνον. Ἡ μεταβολὴ τῆς μορφῆς τοῦ πολιτεύματος, ἡ γενομένη δεκτή, ἡ μορφὴ τοῦ δημοκρατικοῦ πολιτεύματος εἶναι ἁπλούστατα ἡ διαρρύθμισις τοῦ Συντάγματος. Μὲ τὸ παλαιὸν Σύνταγμα, πλὴν αὐτοῦ τοῦ σημείου, τὸ ὁποῖον εἶπον, ἐβαδίσαμεν πολὺ ὡραῖα καὶ ἀρκετὰ ἐπροοδεύσαμεν καὶ οὐδεμία καταδυνάστευσις ὑπῆρξε πλὴν τῶν ἐκτρόπων τῆς δικτατορίας, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦσι καὶ αὐτὰ μίαν ἐκδήλωσιν τῆς γενικῆς ἀνωμαλίας, ἡ ὁποία μᾶς κατέλαβε κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη καὶ τὴν ὁποίαν ἀγωνιζόμεθα νὰ ἐξομαλύνωμεν ὅλοι ἀπὸ καλῆς πίστεως ὁρμώμενοι. Νομίζω λοιπὸν ὅτι αὐταὶ αἱ πολυτέλειαι καὶ τὰ κοσμήματα τὰ διάφορα, τὰ ὁποῖα ἐρρίφθησαν εἴτε ἀδάμαντες, εἴτε λίθοι, εἴτε κέραμοι εἰς τὸ Σύνταγμα αὐτό, ἦσαν περιττὰ καὶ ἂν ἐτηρῆτο καθ’ ὅλην τὴν γραμμὴν ἡ αὐτὴ πορεία δὲν θὰ ἐκουράζομεν τὸν Ἑλληνικὸν Λαὸν ὥστε νὰ βαρεθῇ καὶ αὐτός, οὔτε καὶ ἡμεῖς θὰ ἐταλαιπωρούμεθα τόσον πολὺ καὶ νὰ συγκρουώμεθα. Οὐχ ἧττον μοιραίως καὶ τυχαίως εὑρέθημεν πρὸ ἑνὸς Συντάγματος, τοῦ ὁποίου τὴν πατρότητα ἵνα μὴ εἴπω τὴν μητρότητα ἀναγνωρίζω εἰς τὸν ἀξιότιμον κ. Α. Παπαναστασίου (χειροκροτήματα), βαίνοντες δὲ πρὸς τὴν ὁμαλότητα, πιέζοντες ἡμᾶς αὐτοὺς φθείροντες καὶ τὸ πνεῦμα καὶ τὴν καρδίαν καὶ τὰς σωματικάς μας δυνάμεις πάσας καὶ ἐξαντλούμενοι βαίνομεν ἐπ’ αὐτοῦ καὶ προσπαθοῦμεν ὁπωσδήποτε νὰ ὀρθοποδήσωμεν, καίτοι φέρει ἀρκετὰ ἐλαττώματα. Θὰ παρεκάλουν λοιπὸν τὸν συμπαθῆ καὶ ἀγαπητὸν φίλον κ. Παπαναστασίου —τοῦ ὁποίου ἐκτιμῶ καὶ τὸν ζῆλον καὶ τὴν μόρφωσιν—θὰ παρακαλέσω, λέγω, νὰ μὴ ἐπιμένῃ εἰς τινας διατάξεις, εἰς τινα πράγματα, τὰ ὁποῖα εἶναι περιττά. Θὰ παρεκάλουν νὰ μὴ ἐπιμένῃ εἰς τὰ ζητήματα τῆς θρησκείας καὶ ἀκολουθήσῃ τὴν πρακτικήν, τὴν ὁποίαν μᾶς ἔδωσεν ἡ παράδοσις. Ἀσχολεῖται καὶ ἐπιμένει ἐπὶ τέσσαρας ἡμέρας, ἂν θὰ προταχθῇ τὸ ζήτημα τῆς θρησκείας καὶ ἂν θὰ τεθῇ ἄρθρον 1ον ἢ 2ον. Τί ἐσήμαινεν αὐτό; Διὰ τὸ ζήτημα τῆς ἀγαπητῆς του Γερουσίας τὸ ἐννοῶ, ἀλλὰ διὰ τοιαῦτα ζητήματα δὲν ἔπρεπε νὰ ἐπιμένῃ. Τώρα ὁ κ. Παπαναστασίου, ὁ ὁποῖος ἔλαβε τὸ βάρος, τὸ ὁμολογῶ, ὅτι εἰργάσθη εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ἐκείνην, τὴν προηγουμένην, τὴν δυνάμει τοῦ μακαρίου καὶ ἀθεμίτου ψηφίσματος, τοῦ προελθόντος, ὁμολογῶ ὑπὸ πίεσιν, ὑφίσταντο αἱ ἀγαθαὶ προθέσεις νὰ σώσῃ τὴν κατάστασιν πρὸ τῆς Παγκαλικῆς λαίλαπος, ἡ ὁποία ἐπῆλθε καὶ τὴν ὁποίαν δὲν ἠδυνήθη καὶ ἡ Κυβέρνησις, τῆς ὁποίας ἐγὼ ἀπετέλουν μέλους, νὰ τὴν προλάβῃ καὶ νὰ ρίψῃ τὸν Πάγκαλον ἐκ τῶν προτέρων εἰς τὰς φυλακάς, τὸ ὁμολογῶ, δὲν ἠδυνήθη ἡ τότε Κυβέρνησις νὰ τὸ προΐδῃ καὶ νὰ προλάβῃ τὴν κατάστασιν ὥστε νὰ μὴ ὑποστῶμεν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὑπέστημεν. Λοιπὸν ὁ κ. Παπαναστασίου, τοῦ ὁποίου τέκνον εἶναι τὸ παρὸν σχέδιον Συντάγματος, καὶ ὁ ὁποῖος εἰργάσθη ὁμολογουμένως, ἀνεφέρθη εἰς ξένα Συντάγματα. Κατὰ τὸ Γερμανικὸν Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον κατηρτίσθη μετὰ μίαν ἧτταν ἐν Γερμανίᾳ καὶ τὰ πνεύματα τοῦ λαοῦ εἶχον ἐξερεθισθῆ καὶ ἐζήτουν νέας βάσεις καὶ νέας καταστάσεις καὶ τὸ ὁποῖον κατηρτίσθη, ὅπως γράφει καὶ ὁ καθηγητὴς Σαρίπολος, ὑπὸ τὴν πίεσιν τῶν σοσιαλιστῶν, περιέχει καὶ διατάξεις τοιαύτας. Φαίνεται λοιπὸν ἐπειδὴ ἠλλάξαμεν τὸ πολίτευμα καὶ ἐπειδὴ τὸ ἐδέχθησαν τόσα Κράτη, ἐνομίσαμεν ὅτι θὰ γίνωμεν καλύτεροι ἂν τὸ θέσωμεν εἰς τὸ Σύνταγμα τὸ νέον. Τί θέλει νὰ εἰπῇ τὸ ἄρθρον 21; Δὲν εὑρίσκω καμμίαν ἔννοιαν. Εἶναι ὁ λόγος νὰ νομοθετῶμεν ἐπὶ πραγμάτων καὶ ὄχι ἐπιπολαίως. Πρέπει λοιπὸν ὅπου δυνάμεθα νὰ τὸ ὀρθοπεδώσωμεν, ὅπως καὶ εἰς τὴν ἰατρικὴν Ἐπιστήμην λέγουν διὰ τὰ παιδία, τὰ ὁποῖα δὲν κινοῦνται, πρέπει, λέγω, νὰ προσπαθήσωμεν νὰ ὀρθοπεδώσωμεν τὸ Σύνταγμα. Λοιπὸν ἡ τέχνη, ἡ ἐπιστήμη καὶ ἡ διδασκαλία, καθὼς καὶ ἡ ἐργασία, εἶναι ἐλεύθεραι. Ποῖος ἐξ ἡμῶν σήμερον σήμερον ἔφερε καμμίαν παρεμπόδισιν εἰς τὴν ἐλευθερίαν;
§262Σ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Ὑπῆρξαν καὶ νόμοι καὶ διαταγαί, αἱ ὁποῖαι ἐπέβαλον τὴν μονοπωλιακὴν ἐργασίαν εἰς ὡρισμένον εἶδος καὶ ὡρισμένους ἐργάτας.
§263Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Ποῖον;
§264Σ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Εἰς τὸν λιμένα Πειραιῶς.
§265Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Ὀφείλω, κ. Κρεμεζῆ, νὰ σᾶς δώσω μίαν ἀπάντησιν ἐπὶ τούτου. Πρῶτον θὰ σᾶς ἀπαντήσω ὅτι καὶ αὐτὸ εἶναι ἀποτέλεσμα τῶν περιφήμων Σωματείων, τὰ ὁποῖα ἱδρύθησαν καὶ παρ’ ἡμῖν μὲ τὰς νέας πολιτικὰς θεωρίας. Ἀλλὰ λέγω, ὅτι αὐτὰ εἶναι ζητήματα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ κανονίζῃ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία τοῦ Κράτους καὶ δὲν δυνάμεθα νὰ δεσμευθῶμεν ἐσαεὶ διὰ συνταγματικῶν διατάξεων.
§266Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂν εἴχομεν συνταγματικὴν διάταξιν θὰ ὑπῆρχεν εἷς φραγμὸς εἰς τὴν μονοπώλησιν διαφόρων πραγμάτων, εἰς τὴν μονοπώλησιν τοῦ καπνοῦ.
§267Σ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Ἐγὼ σᾶς προσθέτω τὴν μονοπώλησιν τοῦ πετρελαίου, τοῦ ἅλατος κλπ.
§268Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκεῖ εἶναι διάφορον τὸ πρᾶγμα, διότι εἰς ἐκεῖνα τὰ εἴδη εἶναι τὸ Δημόσιον ἔμπορος, ἐδῶ ἀφαιρεῖ τὴν ἐργασίαν ἀπὸ μίαν τάξιν καὶ ἔρχεται νὰ τὴν παραδώσῃ εἰς ἄλλην.
§269Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Εἰς τὰ παραδείγματα, τὰ ὁποῖα ἀναφέρετε καὶ τὰ ὁποῖα ἀνάγονται κατὰ χρόνον ἀπὸ 30ετίας καὶ πλέον, δὲν πρόκειται περὶ μονοπωλήσεως ἐργασίας καὶ ἐμπορίας, διότι καὶ οἱ ἐργάται ἐργάζονται εἰς τὰ τοῦ καπνοῦ καὶ οἱ καπνέμποροι ἐργάζονται.
§270Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὡμίλησα περὶ μονοπωλήσεως τοῦ καπνοῦ, διότι ἡ πώλησις τούτου ἔχει ἀνατεθῆ εἰς χεῖρας ὡρισμένων προσώπων, τῶν ἀναπήρων πολέμου, πολὺ δικαίως, καὶ λέγω ὅτι δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα τῆς τοιαύτης μονοπωλήσεως ἡ Πολιτεία. Ἄλλο εἶναι ἂν ἡ Πολιτεία ὀφείλει νὰ προστατεύσῃ τοὺς ἀναπήρους.
§271Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Πρέπει πάντοτε νὰ εἶναι ἐλεύθεραι αἱ χεῖρες τῆς νομοθετικῆς καὶ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας.
§272Χ. ΑΛΑΜΑΝΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τοὺς ἀντιφρονοῦντας νὰ πληροφορήσωσι τὴν Βουλήν: Θὰ ἐπιτραπῇ εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν νὰ λαμβάνῃ μέτρα νομοθετικά, τὰ ὁποῖα θὰ δεσμεύουν τὴν ἐργασίαν;
§273ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Βεβαίως.
§274Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Τὰς διατάξεις ταύτας ἐνέπνευσεν ἡ Γαλλικὴ νομοθεσία.
§275Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Δὲν πρόκειται περὶ τῆς Γαλλικῆς νομοθεσίας, ἂν λάβητε ὑπ’ ὄψει τὸ σχέδιον θὰ ἴδητε ὅτι ἔχει δύο ἄρθρα, τὸ πρῶτον ὁμιλεῖ περὶ ἐλευθερίας τῆς ἐργασίας καὶ τὸ ἕτερον συστηματοποιεῖ τὴν ἐργασίαν. Δυστυχῶς ἡ Ἐπιτροπὴ παρέτρεξε τὸ πνεῦμα καὶ ἔφερε τροπολογίαν ἀντίθετον πρὸς τὸ πνεῦμα τῆς διατάξεως. Θὰ ὁμιλήσω περὶ αὐτοῦ.
§276Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Ἐπιτρέψατέ μοι, κύριοι, νὰ συνεχίσω. Καίτοι ἐπιθυμῶ νὰ εἶμαι σύντομος, αἱ διακοπαὶ μὲ κάμνουν νὰ παρεκβαίνω.
§277Γ. ΜΟΔΗΣ. Ἔχετε τὸ παλαιὸν ἄρθρον ὑπ’ ὄψει;
§278Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Μάλιστα, εἶναι τὸ ἴδιον καὶ χειρότερον ἀκόμη. Ἤθελον νὰ ἀπαντήσω εἰς τὸν κ. Μερλόπουλον. Ὁ κ. Μερλόπουλος ἀνέφερεν ὅτι ὑπάρχει ὁ περιορισμὸς τῆς ἐργασίας, διότι τὸ Κράτος ἐπέβαλε τὸ μονοπώλιον τοῦ καπνοῦ ὑπὲρ τῶν ἀναπήρων. Αὐτὸ ἔπρεπε νὰ τὸ κάμῃ καὶ καλῶς ἔπραξε νὰ διαθέσῃ ὑπὲρ τῶν ἀναπήρων τὰ περίπτερα.
§279Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ περίπτερα ὑπῆρχον ἐν Ἀθήναις μόνον· δὲν ὡμίλησα περὶ αὐτῶν πρόκειται περὶ ἀπαγορεύσεως τῆς πωλήσεως καπνοῦ καὶ σιγαρέττων εἰς τὰς πόλεις, τὰς ἐχούσας πληθυσμὸν κάτω τῶν δέκα χιλιάδων κατοίκων, ἀπηγορεύθη ἡ περαιτέρω ἄσκησις τοῦ ἐπαγγέλματος τοῦ καπνοπώλου, τὸ ἔργον δὲ τοῦτο ἐπετράπη ὑπὸ τοῦ Κράτους προνομιακῶς εἰς μόνην τὴν τάξιν τῶν ἀναπήρων πολέμου. Δικαίως, δικαιώτατα, οἱ ἀνάπηροι πολέμου εἶναι ἄξιοι πάσης προστασίας, ἀλλὰ καὶ ἡ ἐλευθερία τῆς ἐργασίας ἔπρεπε νὰ τύχῃ πάσης δυνατῆς προστασίας ἢ τοὐλάχιστον δὲν ἔπρεπε νὰ ἀπαγορευθῇ ὑπὸ τοῦ ἐλευθέρου Κράτους. Τοῦτο λέγω, ὅτι ἡ τοιαύτη αὐθαίρετος ἐνέργεια τοῦ Κράτους εἰς τὸ μέλλον δὲν πρέπει νὰ κατοχυρωθῇ διὰ συνταγματικῆς διατάξεως.
§280Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Ἐγὼ δὲν δέχομαι ὅτι πρόκειται περὶ αὐθαιρεσίας, ἀκριβῶς δι’ αὐτὸ ὁμιλῶ περὶ μιᾶς μερίμνης τοῦ Κράτους νὰ περιορισθῇ τὸ λαθρεμπόριον καὶ ἀφ’ ἑτέρου νὰ προστατευθοῦν οἱ ἀνάπηροι, τοὺς ὁποίους βλέπομεν περιφερομένους εἰς τὰ δημόσια κέντρα καὶ λαμβάνοντας τὴν ἐλεημοσύνην μας, λαμβάνοντες 1–2 δραχμάς. Λοιπὸν ἐπανέρχομαι εἰς τὴν κεντρικὴν ἰδέαν καὶ φρονῶ ὅτι ἐπὶ τοσαῦτα ἔτη δὲν ἠγέρθησαν παράπονα περὶ περιορισμοῦ τῆς ἐργασίας ἢ τῆς τέχνης ἢ τῆς διδασκαλίας. Ἀλλ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν διδασκαλίαν ἐκεῖ εἶναι τὸ πλέον ἐπικίνδυνον σημεῖον· θὰ ἠδυνάμεθα νὰ δεχθῶμεν τέχνας καὶ ἐπιστήμας ἐπὶ τέλους, ἀλλὰ τὸ τῆς διδασκαλίας εἶναι πολὺ ἐπικίνδυνον, διότι ἀφορᾷ τὴν θρησκείαν. Ἀφορᾷ τὴν γλῶσσαν, ἀφορᾷ τὰ ἤθη καὶ ἐνῷ ἐμεριμνήσαμεν εἰς ἄλλα ἄρθρα, λίαν Βυζαντινῶς φερόμενοι, ἐνῷ ἐλάβομεν μέτρα κατὰ τῶν κινηματογράφων καὶ ἐνῷ ἀπηγορεύσαμεν καὶ τὰ ἄσεμνα φυλλάδια καὶ τὰς ἀσέμνους ἐμφανίσεις τοῦ κινηματογράφου, ἐρχόμεθα ἐδῶ καὶ ἀνοίγομεν διάπλατα μίαν θύραν, ἡ ὁποία δύναται νὰ ὑπονομεύσῃ καὶ τὴν ἠθικὴν ὑπόστασιν. Ἂν αὔριον παρουσιασθῇ μία θρησκευτικὴ αἵρεσις ἢ μία αἵρεσις γλωσσική, ἡ ὁποία θὰ φέρῃ εἰς κίνδυνον τὴν Ἑλληνικὴν γλῶσσαν, θὰ δύναται ἡ Πολιτεία νὰ μείνῃ ἀπαθὴς κατὰ τοιούτων ἀνατρεπτικῶν διδασκαλιῶν; Ἔχομεν μίαν ἄλλην αἵρεσιν, ἡ ὁποία ὑπονομεύει τὴν γλῶσσαν, τὸ πολύτιμον αὐτὸ κειμήλιον τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους καὶ τὸ ὁποῖον ἔχει τοὺς συγγραφεῖς καὶ τὴν ἀρχαίαν γλῶσσαν, τὴν ὁποίαν θαυμάζουσιν ὅλα τὰ Κράτη καὶ ἕνεκα τῶν ὁποίων ἀπεκτήσαμεν τὴν συμπάθειαν τῶν Μεγάλων Δυνάμεων.
§281Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ὄχι διὰ τὴν γλῶσσαν, ἀλλὰ διὰ τὸ περιεχόμενον.
§282Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Ἔστω διὰ τὸ περιεχόμενον, ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν γλῶσσαν· ἄλλη γλῶσσα πλουσιωτάτη, ὅπως ἡ Ἑλληνικὴ γλῶσσα καὶ ὅπως τὸ πνεῦμα τῶν συγγραφέων δὲν ὑπάρχει. Καὶ ἀπόδειξις τούτου εἶναι ὅτι καὶ ὅταν ἡ Ἐπιστήμη ἀναγκάζεται νὰ δημιουργήσῃ νέους ὅρους, διότι ποιεῖται νέας ἀνακαλύψεις, εἰς πᾶν εἶδος Ἐπιστήμης καὶ τὰ νομικὰ καὶ τὰ ἰατρικά, δανείζονται λέξεις ἀπὸ τὴν Ἑλληνικὴν γλῶσσαν. Δὲν δύνασθε νὰ ἀντιληφθῆτε διατί δὲν ἐνθουσιάζεσθε προκειμένου περὶ γλώσσης μὲ αὐτὰ τὰ ὁποῖα λέγω, ἀλλὰ θέλετε νὰ μειώσητε τὴν ἀξίαν καὶ τὸ πολύτιμον τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης. Ἑπομένως, κύριοι, νομίζετε ὅτι τὸ ἄρθρον αὐτό, τὸ ὁποῖον παρελήφθη ἐκ τῶν νεωτεριστικῶν ἰδεῶν τοῦ Γερμανικοῦ Συντάγματος, δὲν ἔχει οὐδένα λόγον καὶ οὐδεμίαν ἀξίαν καὶ δὲν ἔχει τίποτε, τοὐναντίον δημιουργεῖ κινδύνους διὰ τὸ μέλλον, κινδύνους πολλαπλασίους καὶ δὴ κίνδυνον δεσμεύοντα τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν καὶ τὴν ἐκτελεστικὴν καὶ δυνάμεθα νὰ τὴν καταστήσωμεν εἰς μίαν πολὺ ἐπικίνδυνον στιγμήν, νὰ τὴν καταστήσωμεν ἀνίκανον πρὸ μιᾶς στάσεως ἢ ἀνατρεπτικῆς κινήσεως τοσούτῳ μᾶλλον τὰ λέγω αὐτά, διότι παρετήρησα ὅτι παρελείφθη τελείως ἐν τῷ ὑπὸ συζήτησιν Συντάγματι τὸ ἄρθρον 104, τὸ ὁποῖον λέγει ὅτι ἐπίσημος γλῶσσα τοῦ Κράτους εἶναι ἐκείνη, εἰς τὴν ὁποίαν γράφονται οἱ νόμοι καὶ τὰ ἔγγραφα τοῦ Κράτους. Λοιπόν, ἂν οἱ γεννήτορες τοῦ παρόντος ἄρθρου ἐπιμένωσι νὰ παραμείνῃ τὸ ἄρθρον, δὲν θὰ εἶχον ἀντίρρησιν πρὸς τοῦτο, ἀλλὰ πάντως μὲ τὴν προσθήκην «τηρουμένων τῶν νόμων τοῦ Κράτους». Λέγεται ὅτι δὲν ἔχει καμμίαν ἔννοιαν τὸ ἄρθρον. Ἀλλὰ τότε διατί νὰ ἐπιμένητε νὰ μὴ θέσωμεν τὸν φραγμὸν αὐτόν, ὁ ὁποῖος θὰ εἶναι χρήσιμος, διατί θέλετε νὰ μὴ ἔχωμεν ἐλευθέρας τὰς χεῖρας ὥστε ἢ οὕτως ἢ ἄλλως νὰ προλαμβάνωμεν ἕνα αἰφνιδιασμόν, τὸν ὁποῖον δὲν δυνάμεθα νὰ φαντασθῶμεν ποῖος θὰ εἶναι καὶ πρὸ τίνος θὰ εὑρεθῶμεν; Πάντως ἂς παραμείνῃ τὸ ἄρθρον, ἀλλ’ ὑπὸ τὸν ἀπαραίτητον ὅρον «τηρουμένων τῶν νόμων τοῦ Κράτους». Θὰ μοὶ εἴπητε ὅτι δὲν θὰ ἔχῃ τότε καμμίαν ἔννοιαν, ἀλλὰ τότε θὰ ὑποθάλπετε κινδύνους, τοὺς ὁποίους δὲν θέλετε νὰ προλάβητε, ἀλλὰ πρὸ τῶν ὁποίων θέλετε εὑρεθῆ. Τώρα αὐτὴ ἡ φράσις ὑπάρχει εἰς ἄλλα ἄρθρα· μήπως δὲν ὑπάρχει εἰς τὸ περὶ Τύπου; «Ἕκαστος δύναται νὰ ἐκφράζῃ τοὺς στοχασμούς του τηρῶν τοὺς νόμους τοῦ Κράτους», διατί ἐδῶ δὲν θέλετε νὰ τεθῇ αὐτό; Χθὲς συνειθίσατε τὰ πράγματα ἐν σχέσει πρὸς τὴν προφυλάκισιν καὶ εἴπετε ὅτι δὲν δύναται νὰ ὑπερβαίνῃ τὸ ὅριον τὸ ὑπὸ τοῦ νόμου ὁριζόμενον. Δὲν πρέπει οἱ βουλευταί, χάριν τοῦ συμφέροντος αὐτῶν καὶ τῶν μελλουσῶν γενεῶν, ν’ ἀποφεύγωσιν ἐπανειλημμένως συνταγματικὰς θεωρήσεις, αἱ ὁποῖαι ἐξευτελήζουσι τὸ κῦρος ἑνὸς Συντάγματος, τοῦ ὁποίου αἱ ἀναθεωρήσεις πρέπει νὰ εἶναι μακρότεραι; Δὲν πρέπει ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία νὰ δεσμεύῃ τὰς χεῖράς της διὰ τοιούτων συνταγματικῶν διατάξεων. (Χειροκροτήματα).
§283ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. ἐπὶ τῆς Γεωργίας Ὑπουργὸς ἔχει τὸν λόγον.
§284Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Φαίνεται ὅτι εἶναι ἡ μοίρα τῆς ἐποχῆς μας νὰ ταρασσόμεθα ἀπὸ φαντάσματα ἰδίως ἐν μεσονυκτίοις ὥραις. Ἐτέθη αὐτὴ ἡ διάταξις εἰς τὸ ἀναθεωρούμενον Σύνταγμα, διότι ὑπῆρξαν περιπτώσεις καὶ εἰς τὴν Ἑλλάδα, κατὰ τὰς ὁποίας ἐγένετο προσπάθεια νὰ παρεμβληθῶσιν ἐμπόδια εἰς τὴν ἐλευθέραν ἔρευναν καὶ τὴν διδασκαλίαν ἐπιστημονικῶν ἀληθειῶν. Αἱ περιπτώσεις εἶναι βεβαίως σπανιώταται. Τόσος εἶναι ὁ ἀνθρώπινος πόθος πρὸς ἀνεύρεσιν τῆς ἀληθείας, ὥστε κανεὶς νόμος καὶ καμμία ἀπαγόρευσις δὲν δύναται νὰ ἐμποδίσῃ τὸν ἄνθρωπον ἀπὸ τοῦ νὰ ἐπιζητῇ τὴν ἀλήθειαν καὶ νὰ διδάσκῃ τὴν ἀλήθειαν. Αὐτὸ εἶναι ἓν προνόμιον τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως. Ἀλλὰ διότι ὑπῆρξαν αἱ σπάνιαι αὐταὶ περιπτώσεις, διότι καὶ αὐτὰ τὰ νεώτερα Συντάγματα περιλαμβάνουσιν ἀναλόγους διατάξεις, δὲν εἶναι δὲ καὶ κανὲν ἁμάρτημα τὸ νὰ περιλαμβάνεται καὶ καμμία διάταξις ἀπὸ τὰς παλαιάς, δὲν εἶναι πρᾶγμα κακὸν νὰ τεθῇ καὶ ἡ διάταξις αὐτή. Καὶ ὅταν ἔγινεν ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, ὑπεστηρίχθη ὅτι καὶ ἂν κανὲν Σύνταγμα εἰς τὸν κόσμον δὲν εἶχε τοιαύτην διάταξιν, τὸ Ἑλληνικὸν Σύνταγμα ἔπρεπε νὰ τὴν ἔχῃ, διότι τὸ μεγαλεῖον τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ, ἡ δόξα αὐτοῦ ἀπεκτήθη ἀπὸ τὴν καλλιέργειαν τῆς τέχνης, ἀπὸ τὴν καλλιέργειαν τῶν ἐπιστημῶν καὶ ἀπὸ τὴν καλλιέργειαν τῆς φιλοσοφίας. Αὐτὴ ἡ καλλιέργεια, αὐτὴ ἡ λάμψις τῶν προνομιούχων τοῦ πνεύματος τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ ἔθεσε τὰς στερεὰς βάσεις εἰς τὸ Ἔθνος τὸ Ἑλληνικὸν καὶ κατέστησεν αὐτὸ ἱκανὸν νὰ ἀντιμετωπίσῃ μυρίους κινδύνους. Διὰ τοῦτον τὸν λόγον, ἐπαναλαμβάνω, καὶ ἂν κανὲν Σύνταγμα τοῦ κόσμου δὲν εἶχεν αὐτὴν τὴν διάταξιν, τὸ Ἑλληνικὸν Σύνταγμα ἔπρεπε νὰ τὴν περιλάβῃ, διότι ἡ Ἑλλὰς πάντοτε ἐλάτρευσε τὸ πνεῦμα τοῦ ἀγαθοῦ καὶ τοῦ ὡραίου. Ἐλέχθη ἀπὸ τοὺς ἀντιφρονοῦντας διατί νὰ ὑπάρχῃ αὐτὴ ἡ διάταξις, ἀφοῦ δὲν ἐμποδίζεται; Καὶ ἡμεῖς ἀπαντῶμεν ἀφοῦ ὑπάρχει αὐτὴ ἡ διάταξις, διατί αὐτὸς ὁ τόσος θόρυβος καὶ ἡ ἀνησυχία; Ἐξήρθη ὁ κίνδυνος διὰ τὴν διδασκαλίαν. Ἀλλὰ πῶς δύναται νὰ ἐννοηθῇ ἔρευνα ἐπιστημονικὴ χωρὶς τὴν διδασκαλίαν; Ὅταν λέγωμεν διδασκαλίαν, ὅπως ἐτόνισεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, δὲν ἐννοοῦμεν τὴν διδασκαλίαν, ἡ ὁποία γίνεται εἰς τὰ σχολεῖα. Εἰς τὰ σχολεῖα ὑπάρχουν προγράμματα καὶ οἱ διδάσκαλοι, οἱ ὁποῖοι παραβιάζουν τὰ προγράμματα αὐτά, τὰ καθοριζόμενα ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας, τιμωροῦνται. Ἀλλ’ ἔρχονται καὶ λέγουν· δεχόμεθα αὐτὴν τὴν διάταξιν ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ τεθῇ «τηρουμένων τῶν νόμων τοῦ Κράτους». Καὶ ἡμεῖς λέγομεν ὅτι εἶναι ἀσυμβίβαστος αὐτὸς ὁ περιορισμός, διότι εἶναι ἀπόλυτος ἡ ἐλευθερία τῆς ἐρεύνης τῆς ἐπιστημονικῆς καὶ ἀπόλυτος ἡ ἐλευθερία τῆς διδασκαλίας, τῆς ἐπιστημονικῆς. Εἰς αὐτὴν δὲν ὑπάρχει κανεὶς περιορισμὸς ἀπὸ τὰς παλαιὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος. Οὐδεὶς νόμος δύναται νὰ ἐμποδίσῃ τὴν ἐλευθερίαν τῆς σκέψεως καὶ θὰ ἦτο τὸ ἴδιον ὡς ἂν προσεθέτομεν εἰς τὴν διάταξιν ἐκείνην περὶ βασάνων ὅτι αἱ βάσανοι ἀπαγορεύονται συμφώνως πρὸς τὰς διατάξεις τῶν νόμων. Βεβαίως θὰ ἦτο σύμφωνος πρὸς τὸ πνεῦμα ἡμῶν, ἀλλὰ θὰ προσεθέτομεν μίαν διάταξιν, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἠδύνατο νὰ ὑπάρξῃ νόμος, ὁ ὁποῖος νὰ καθιερῇ τὰς βασάνους.
§285ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Θὰ εἴχομεν διάταξιν τότε προστατεύουσαν τὸ ἔγκλημα.
§286Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Λέγω ὅτι τὸ ἴδιον ἰσχύει κατὰ ἀντιδιαστολήν. Ὅταν εἰς μίαν ἀπόλυτον ἀρχήν, ἡ ὁποία ἔχει καθιερωθῆ καὶ ἐν τῇ πράξει πλέον—ἡ ὁποία εἶναι μέσα εἰς τὴν ζωήν μας—ἀπαγορεύεται ἡ χρῆσις βασάνων, νομίζω ὅτι δὲν ὑπάρχει καὶ μέσα εἰς τὴν ζωήν μας ὅτι δὲν δύναται νὰ τεθῇ φραγμὸς εἰς τὴν ἐπιστήμην. Καὶ ὁ κ. βουλευτὴς Ἀθηνῶν ὁμιλῶν ἔδειξε πρὸς ποίαν κατεύθυνσιν δύνανται νὰ ὑπάρχουν αὐτοὶ οἱ περιορισμοί. Νὰ μὴ μεταβάλωμεν τίποτε ἀπὸ τὰς παραδόσεις τὰς ἐπιστημονικάς, δηλαδὴ ὄχι τὰς θρησκευτικάς, τῶν ὁποίων ἡ ἀξία συνίσταται εἰς τὴν παράδοσιν, ἀλλὰ ἀπὸ τὰς παραδόσεις τὰς ἐπιστημονικάς. Ἀκριβῶς διότι αὗται αἱ ἀντιλήψεις ὑπάρχουν, πρέπει νὰ καθιερωθῇ ἡ ἀρχὴ αὐτὴ τῆς ἐλευθερίας τῆς ἐπιστήμης καὶ τῆς τέχνης, ἡ ὁποία εἶναι πρέπον νὰ ὑπάρχῃ εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Σύνταγμα. Ὁμολογῶ ὅτι καὶ ἂν δὲν τεθῇ ἡ διάταξις αὐτή, θὰ προοδεύσῃ καὶ ἡ ἐπιστήμη, θὰ προοδεύσῃ καὶ ἡ τέχνη, εἶναι ὅμως μία ἀρχή, ἡ ὁποία δεικνύει τὰς συγχρόνους ἀντιλήψεις μας καὶ τὴν κατεύθυνσιν τὴν ὁποίαν ἔχει τὸ Κράτος, διότι ἐπὶ πλέον λέγει ὅτι τὸ Κράτος μετέχει αὐτῆς τῆς ἐξασφαλίσεως τῆς καλλιεργείας τῆς ἐπιστήμης καὶ τῆς τέχνης. Ἀλλὰ καὶ ἂν ἀκόμη ἦτο περιττὸν τὸ ἄρθρον αὐτό, ἂν δηλαδὴ ἐλέγομεν κάτι τι, τὸ ὁποῖον κάμνομεν, δὲν εἶναί τι τὸ διαγραπτέον, διότι, ἂν ἐξετάσητε, θὰ ἴδῃ ὅτι αἱ πλεῖσται διατάξεις, αἱ ὁποῖαι περιέχονται εἰς τὸ κεφάλαιον περὶ δημοσίου δικαίου τῶν Ἑλλήνων, εἶναι διατάξεις, αἱ ὁποῖαι κανονίζονται ἀπὸ τοὺς κειμένους νόμους. Καθ’ ὅμοιον τρόπον θὰ ἠδύνατο νὰ εἴπῃ κανεὶς ὅτι ἡ ζωὴ τῶν πολιτῶν προστατεύεται ὑπὸ τοῦ Συντάγματος καὶ ἐν τούτοις ὁ ποινικός μας νόμος ἔχει αὐστηρὰς διατάξεις προστατευτικὰς τῆς ζωῆς τῶν πολιτῶν. Ἄρα πρέπει νὰ διαγραφῇ ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος, διότι ὁ ποινικὸς νόμος προστατεύει τὴν ζωὴν τῶν πολιτῶν. Αὐταὶ εἶναι γενικαὶ διατάξεις, αἱ ὁποῖαι χαρακτηρίζουν τὰς ἀντιλήψεις τῆς ἐποχῆς μας ἐπὶ τῶν πραγμάτων αὐτῶν. Αὐτὰ ἐν σχέσει πρὸς τὸ ἄρθρον αὐτὸ περὶ ἐπιστήμης καὶ τέχνης, τὸ ὁποῖον νομίζω ὅτι πρέπει νὰ μείνῃ δι’ οὓς λόγους εἶπον. Ἀλλὰ δυστυχῶς ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Συντάγματος ἀνέμιξεν εἰς τὸ ἄρθρον αὐτὸ καὶ τὸ ἄλλα ἄρθρον τοῦ ἀναθεωρουμένου Συντάγματος, τὸ ὁποῖον ὁμιλεῖ περὶ ἐργασίας. Τὸ ἄρθρον αὐτὸ ἐτέθη διὰ νὰ δώσῃ ἓν συνταγματικὸν κῦρος εἰς τὴν κοινωνικὴν πολιτικήν, διὰ νὰ ἐνισχύσῃ δηλαδὴ τὴν κατεύθυνσιν τῆς κοινωνικῆς μας πολιτικῆς. Δὲν πιστεύω νὰ ὑπάρχῃ κανείς, ὁ ὁποῖος νὰ ὑποστηρίξῃ ὅτι ἡ κοινωνικὴ πολιτικὴ πρέπει νὰ σταματήσῃ. Δὲν ὑπάρχει, ὑποθέτω, κανεὶς ὁ ὁποῖος δὲν ὑποστηρίζει ὅτι αὐτὴ ἡ κοινωνικὴ πολιτικὴ εἶναι ἴσως τὸ συντελεστικώτερον μέσον, ὅπως καὶ ἡ Κοινωνία μας καὶ ἡ Πολιτεία μας βαίνωσιν ὁμαλῶς, ὅπως παρεμποδισθῇ ἡ ἰδέα τῆς βιαίας ἀνατροπῆς τοῦ κοινωνικοῦ καθεστῶτος καὶ ὅτι ἡ κοινωνικὴ πολιτικὴ εἶναι μία πολιτικὴ ὑποχρεωτική, μία πολιτικὴ ἡ ὁποία εἶναι ἀναποσπάστως συνδεδεμένη μὲ τὴν ἔννοιαν τῆς Δημοκρατίας. Αὐτὴ ἡ ἀρχὴ καθιερώθη εἰς τὸ ἄρθρον 23, ἀλλ’ αὐτὴν τὴν ἀρχὴν τὴν ἐπῆρεν ἡ Ἐπιτροπὴ καὶ τὴν ἀνέτρεψε, διότι ἔχομεν ἄλλην διάταξιν, ἡ ὁποία δὲν ἀποβλέπει πλέον εἰς προστασίαν τῆς ἐργασίας, ἀλλ’ ὁμιλεῖ μόνον περὶ ἐλευθερίας τῆς ἐργασίας. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐνδιαφέρει σήμερον εἶναι ἡ ἐλευθερία τῆς ἐργασίας ἢ ἡ προστασία τῆς ἐργασίας ὑπὸ τοῦ Κράτους; Καὶ εἴδομεν εἰς ποῖα συμπεράσματα κατέληξαν οἱ κ. κ. συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι εἰσηγήθησαν, φαίνεται, αὐτὴν τὴν μετατροπήν. Κατέληξαν εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι πρέπει τὸ Κράτος νὰ παρεμποδισθῇ ἀπὸ τοῦ νὰ καθιερώσῃ ὡρισμένας μονοπωλιακὰς ἐργασίας. Καὶ ἀνεφέρθη τὸ μονοπώλιον τῆς πωλήσεως τῶν καπνῶν. Φαντάζεται κανεὶς ὅτι εἶναι δυνατὸν ποτὲ τὸ Κράτος, ὅταν νομίσῃ ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀναθέσῃ εἰς ὡρισμένην κατηγορίαν πολιτῶν ὡρισμένην ἐργασίαν, αὐτὸ πρέπει νὰ παρεμποδίζεται ἀπὸ τὸ Σύνταγμα; Δὲν εἶναι δυνατὸν αὐτό. Ἢ φαντάζεσθε ὅτι, ἂν μία τάξις ἐργατῶν κατορθώσῃ διὰ τοῦ ἀγῶνος τῶν τάξεων, διὰ τῆς ἐνασκήσεως τοῦ δικαιώματος τὸ ὁποῖον ἔχει, τῆς ἀπεργίας, ἂν κατορθώσῃ νὰ μονοπωλήσῃ τὴν ἐργασίαν ἑνὸς ἐργοδότου, φαντάζεσθε ὅτι τὸ Κράτος πρέπει νὰ φέρῃ ἐμπόδια; Ἀνεξαρτήτως τούτου ἐπέμενον ὅτι δὲν ἀνταποκρίνονται αἱ διατάξεις αὐταὶ εἰς τὸ πνεῦμα τοῦ λαοῦ. Καὶ δι’ αὐτὸ θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ μὴ τροποποιήσῃ τὰ ἄρθρα τὰ ἀναφερόμενα καὶ νὰ γίνουν δεκτὰ ὅπως εἶναι διὰ νὰ μὴ ψηφισθῶσι διατάξεις αἵτινες ἀντίκεινται εἰς τὸ πνεῦμα τῆς πλειονοψηφίας τοῦ λαοῦ, διότι ἀναγνωρίζω ὅτι ἡ τέχνη καὶ ἡ ἐπιστήμη εἶναι ἐλεύθεραι καὶ ὅτι τὸ Κράτος ἐπιμελεῖται αὐτῶν. Δι’ αὐτὸ προτείνω νὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν τὸ ἄρθρον τοῦ Συντάγματος τοῦ ἰσχύοντος. Ἡ ἀπωτέρα πρότασις εἶναι ἡ διαίρεσις.
§287Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Ὁλόκληρον τὸ ἄρθρον.
§288Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ἐγὼ προτείνω νὰ διαιρεθῇ ἡ διάταξις ἡ ἀφορῶσα τὴν ἐπιστήμην καὶ τὴν τέχνην ἀπὸ τὴν διάταξιν τὴν ἀφορῶσαν τὴν προστασίαν τῆς ἐργασίας. Καὶ ἔπειτα νὰ τεθῇ πάλιν χωριστὰ εἰς ψηφοφορίαν. Ἂν θέλῃ ἡ Βουλὴ ἂς τὸ διαγράψῃ ἢ ἂς τὸ τροποποιήσῃ ὁπωσδήποτε. Ἡ διαίρεσις εἶναι δικαίωμά μας.
§289ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.
§290Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ψηφίσωμεν συγχρόνως δύο ἄρθρα τοῦ Συντάγματος.
§291ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ συγχωνευθῶσιν εἰς ἓν ἄρθρον.
§292Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. ἐπὶ τῆς Γεωργίας Ὑπουργὸς ἐπρότεινε νὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν ἡ διατήρησις καὶ τῶν δύο ἄρθρων. Λοιπὸν ἐγὼ λέγω ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ ἀποφανθῇ περὶ τοῦ ἄρθρου 21 ὅπως διεσκευάσθη.
§293Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ὄχι.
§294Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Σύνθετα ζητήματα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τεθοῦν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ὁ κ. Ὑπουργὸς λέγει νὰ προταθῇ ἡ ψήφισις (ἀναγινώσκει): «Ἡ τέχνη.... κλπ.» Νὰ ἀπαλειφθῶσι δὲ τὰ ἑπόμενα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀπόσπασις ἀπὸ τὸ ἄρθρον 23. Λοιπὸν ὅσον ἀφορᾷ τοῦτο λέγω ὅτι, ἐν τοιαύτη περιπτώσει, ἂν δὲν γίνῃ δεκτὴ ἡ πρότασις τῆς Ἐπιτροπῆς, εἶναι περιττὸν νὰ ψηφισθῇ τὸ ἄρθρον τροποποιούμενον, ὅπως θέλει ὁ κ. ἐπὶ τῆς Γεωργίας Ὑπουργός, διότι δὲν δημιουργεῖ οὐδὲν δικαίωμα, δὲν παράγει οὐδεμίαν ὑποχρέωσιν, ἡ δὲ διάταξις ἡ συνταγματικὴ τοῦ ἄρθρου ὡρισμένον σκοπὸν ἔχει ἢ νὰ δημιουργήσῃ δικαίωμα ἢ νὰ παραγάγῃ ὑποχρεώσεις. Δὲν βλέπω οὐδεμίαν ὑποχρέωσιν ἢ δικαίωμα διὰ τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ ἂν παραμείνῃ.
§295Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Διατί;
§296Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἰδοὺ διατί. Ἡ Ἐπιτροπὴ ἀποσπάσασα ἰδιαιτέραν διάταξιν ἀφορῶσαν τὴν σωματικὴν καὶ πνευματικὴν ἐργασίαν, ἐδημιούργησε μίαν ὑποχρέωσιν, νὰ σεβασθῶσι τὴν ἐλευθερίαν τῆς ἐργασίας. Καὶ ὁ κ. Τσιτσεκλῆς ἀνέφερεν ἓν παράδειγμα, ἓν γεγονός, τὸ ὁποῖον ἀνατρέπει τὴν ἐλευθερίαν τῆς ἐργασίας καὶ ἀνέφερε τὸ μονοπώλιον τοῦ καπνοῦ εἰς τὰς μικρὰς πόλεις. Τοῦτο ἀνατρέπει τὴν ἐλευθερίαν, τὴν ὁποίαν ἀναγνωρίζει τὸ Σύνταγμα εἰς πᾶσαν πεπολιτισμένην Χώραν. Τὴν ἐλευθερίαν αὐτὴν ἐσκόπει ἡ Ἐπιτροπὴ νὰ προστατεύσῃ. Τὸ νόημα τοῦ ἄρθρου 23 ἦτο μιᾶς κατοχυρώσεως ἀντικειμενικῆς τοῦ Κράτους, τὸ ὁποῖον ἀναλαμβάνει ὑπὸ τὴν προστασίαν πᾶσαν ἐργασίαν πνευματικήν.
§297Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Διαβάσατε τὸ ἄρθρον.
§298Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Λέγει σωματικὴ ἢ πνευματική. Προτοῦ φθάσῃ τὸ Κράτος εἰς τὸ νὰ προστατεύσῃ τὴν ἐργασίαν, εἴτε πνευματικὴν εἴτε σωματικήν, εἶναι στοιχειῶδες ὅτι θὰ ἀναγνωρίσῃ τὴν ἐλευθερίαν τῆς ἐργασίας τῆς τε πνευματικῆς καὶ τῆς σωματικῆς. Καὶ θὰ ἔλθῃ εἰς τὴν ἱστορίαν τοῦ Κράτους προστάτης τῆς ἐργασίας. Ἐφόσον δὲν ἀναγνωρίζει τὴν ἐλευθερίαν ἐν τῷ ἄρθρῳ 21, ἡ προστασία τοῦ Κράτους εἶναι δῶρον ἄδωρον. Διὰ τοῦτο, λέγω, κ. Πρόεδρε, ἂν τὸ ἄρθρον πρόκειται νὰ παραμείνῃ ὡς εἶχεν ἐν τῷ ὑπὸ ἀναθεώρησιν Συντάγματι, τὸ ὁποῖον κηρύσσει τὴν ἐργασίαν αὐτὴν ἐλευθέραν, θὰ καθιεροῖ μίαν ἀφῃρημένην ἔννοιαν, ἥτις θὰ ἐπηρεάζεται ἐνόσῳ θὰ ἐτίθετο ἡ ὑπὸ τοῦ κ. Καμπάνη τροπολογία, καθ’ ἣν θὰ ἀνεκηρύσσετο συνάμα καὶ ἡ ἐλευθερία τῆς ἐργασίας, ἵνα ἐξασφαλισθῇ εἰς τὸ μέλλον τι καθ’ ὑπερβασίαν εἴτε τῆς νομοθετικῆς, εἴτε τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας.
§299Γ. ΒΑΡΒΟΥΤΗΣ. Ὁμιλήσας πρῶτος περὶ τοῦ ὑπὸ κρίσιν ἄρθρου ὑπεστήριξα τὴν ἐλευθερίαν τῆς ἐπιστήμης καὶ τῆς τέχνης, δὲν ὡμίλησα ὅμως περὶ τῆς ἐλευθερίας τῆς ἐργασίας. Νομίζω ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ χωρισθοῦν τὰ θέματα αὐτά. Ἐγὼ εἶμαι ἐναντίον τῆς ἐλευθερίας τῆς ἐργασίας. Εἶμαι ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας τῆς τέχνης καὶ τῆς ἐπιστήμης, ψηφίζων ὅμως τὸ ἄρθρον ψηφίζω δύο θέματα. Πρέπει νὰ γίνῃ διάκρισις ἑκάστου τῶν θεμάτων, ἅτινα περιλαμβάνουσι τὸ ἄρθρον 21.
§300Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Νομίζω ὅτι ἡ συζήτησις ἐξηντλήθη. Πρόκειται πλέον περὶ θέσεως τῶν ζητημάτων. Ἐκ τῶν δύο ἄρθρων, τῶν ὁποίων εἶχε τὸ σχέδιον, ἡ Ἐπιτροπὴ ἀπήρτισεν ἕν. Ἐντεῦθεν ἐγεννήθη τὸ ζήτημα ἂν πρέπει νὰ μείνῃ τὸ ἄρθρον τῆς Ἐπιτροπῆς ἢ νὰ διαγραφῇ. Νομίζω λοιπὸν ὅτι, ὅπως εἶπον καὶ χθὲς τὸ βράδυ, ὅτι προέχουσα πρότασις εἶναι ἂν θὰ γίνῃ δεκτὸν τὸ ἄρθρον ὅπως διετυπώθη ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ ἀπωτέρα ἂν θὰ παραμείνῃ τὸ ἄρθρον ἢ θὰ διαγραφῇ. Κατόπιν, ἂν μὲν δὲν διαγραφῇ, τότε θὰ ἔλθῃ εἰς συζήτησιν. Ἡ προέχουσα εἶναι λοιπὸν ἂν θὰ διαγραφῇ τὸ ἄρθρον. Ἂν δὲν διαγραφῇ, τότε θὰ ἔλθουν αἱ δύο ἄλλαι τροπολογίαι, ἂν θὰ συμπληρωθῇ ἢ ἂν θὰ τροποποιηθῇ κατὰ τὰς ὑποδείξεις τοῦ κ. Παπαναστασίου ἢ κατὰ τὴν ἄλλην ἀξίωσιν τῶν βουλευτῶν, ἂν θὰ προστεθῇ ἡ φράσις «τηρουμένων τῶν νόμων τοῦ Κράτους».
§301Β. ΣΑΓΙΑΣ. Ἀσφαλῶς εἰς ψηφοφορίαν θὰ τεθοῦν τὰ θέματα, ὅπως εἶπεν ὁ κ. συνάδελφος καὶ χθές. Ἐδέχθημεν ὅτι αἱ προτάσεις τῆς Ἐπιτροπῆς δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ τροπολογίαι καὶ συνεπῶς τίθενται πρῶται εἰς ψηφοφορίαν αὐταί. Εἶναι τροπολογίαι ἐπὶ τοῦ κειμένου, τὸ ὁποῖον κείμενον εἶναι τὰ ἄρθρα τοῦ ὑπὸ ἀναθεώρησιν Συντάγματος. Ἐν προκειμένῳ λοιπὸν ἡ πρότασις τῆς Ἐπιτροπῆς εἶναι νὰ συγχωνευθοῦν τὰ ἄρθρα 21 καὶ 23 τοῦ Συντάγματος εἰς ἕν. Ἂν αὐτὸ ἀπορριφθῇ, τότε ἔρχονται τὰ ἄλλα.
§302Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Τὰ ἐρωτήματα πρέπει νὰ τίθενται οὕτω σαφῶς, οὕτως ὥστε νὰ μὴ δεσμεύωνται νὰ ἀπαντήσουν εἰς αὐτά, διότι πιθανὸν νὰ εἶναί τις ὑπὲρ τοῦ ἑνὸς μέρους τῆς διατάξεως καὶ κατὰ τοῦ ἄλλου. Ἡ Ἐπιτροπὴ συνέπηξεν εἰς ἓν τὰ δύο ἄρθρα τοῦ Συντάγματος καὶ λέγομεν ὅτι εἶναι ὀρθὸν νὰ τεθοῦν εἰς ψηφοφορίαν αἱ τροπολογίαι τῆς Ἐπιτροπῆς. Ἀλλ’ αἱ τροπολογίαι τῆς Ἐπιτροπῆς περιέχουν δύο διατάξεις. Καὶ ἂν δὲ ἀκόμη τὰ δύο ἄρθρα τοῦ ἀναθεωρουμένου Συντάγματος ἦσαν ἕν, πάντως ἦτο ἐπιβεβλημένον ὅπως ἐπὶ τῶν δύο διαφόρων αὐτῶν διατάξεων τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου νὰ γίνουν δύο ψηφοφορίαι, διότι πιθανὸν εἷς βουλευτὴς νὰ θέλῃ εἰς τὸ πρῶτον θέμα νὰ ἀπαντήσῃ καταφατικῶς, εἰς δὲ τὸ ἄλλο ἀρνητικῶς. Δι’ αὐτὸ θὰ ἔπρεπε νὰ τὸ χωρήσωμεν. Ἐνῷ, ἂν τὸ ἐρώτημα τεθῇ ἡνωμένον, ὁ κ. Καμπάνης θὰ εὑρεθῇ εἰς ἀπορίαν νὰ μὴ γνωρίζῃ τί θὰ ψηφίσῃ. Θὰ ψηφίσῃ «ναί», θὰ ψηφίσῃ «ὄχι». Λοιπὸν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν, διὰ νὰ καταλήξω, ὡς πρῶτον ἐρώτημα εἶναι ἂν δέχεται ἡ Βουλὴ νὰ τεθῇ διάταξις «διὰ τὴν ἐπιστήμην καὶ τὴν τέχνην» καὶ ὕστερον ἂν δέχεται νὰ τεθῇ ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος διὰ τὴν ἐργασίαν ὅπως τὴν ἔχει τὸ ὑφιστάμενον Σύνταγμα ἢ ὅπως τὴν θέλει ὁ κ. Τσιτσεκλῆς. Πάντως δηλαδὴ διαζευκτικῶς τίθενται τὰ ζητήματα. Οὕτω δὲ νομίζω ὅτι ἠμποροῦμεν νὰ καταλήξωμεν εἰς σαφεῖς ἀπαντήσεις.
§303ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ἀπωτέρα ἡ πρότασις.
§304Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Πολὺ καλά. Ἂν θέλητε νὰ τεθῇ ὑπὸ ψηφοφορίαν ἡ διαγραφὴ καὶ κατόπιν....
§305Γ. ΒΑΡΒΟΥΤΗΣ. Νὰ διαιρέσωμεν τὰ ζητήματα καὶ νὰ γίνῃ ψηφοφορία ἐπὶ μιᾶς ἑκάστης διατάξεως.
§306Ι. ΚΑΛΟΓΕΡΑΣ. Μὲ τὴν ἑρμηνείαν τὴν ὁποίαν ἔδωκεν ὁ κ. πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς, ἐγὼ δὲν ἠμπορῶ νὰ τὸ δεχθῶ, διότι προηγουμένως δὲν ἠμποροῦσα νὰ φαντασθῶ ὅτι ἐμποδίζεται ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία, νὰ περιορίσῃ τὴν ἐργασίαν, ὅπως εἶπεν ἡ δικτατορικὴ Κυβέρνησις, ἀφοῦ δὲν δύναμαι νὰ ἀμείψω τὰ θύματα πολέμου θὰ δημιουργήσω μίαν ἐργασίαν διὰ νὰ ἱκανοποιήσω αὐτὰ τὰ θύματα. Ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν ἠμπορῶ νὰ δεχθῶ αὐτὴν τὴν διάταξιν κατόπιν τῆς ἑρμηνείας τὴν ὁποίαν ἔδωσεν ὁ κ. πρόεδρος τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς.
§307Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ἅμα εἴπωμεν ἐλευθερίαν ἐργασίας, καταργοῦμεν ὁλόκληρον τὸ οἰκοδόμημα, διότι ὁ ἐργοδότης εἶναι καὶ αὐτὸς ἐργάτης. Δι’ αὐτὸ θὰ ἔπρεπε νὰ ἔχῃ καὶ αὐτὸς ἐλευθερίαν ἐργασίας, ἀλλ’ οἱ νόμοι τὸν περιορίζουν καὶ αὐτόν.
§308Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Οἱ φόβοι διὰ τὴν ψῆφον τὴν ὁποίαν θὰ δώσω προέρχονται μήπως ἐκ τῆς γενομένης συζητήσεως δώσωμεν τὴν ἐντύπωσιν ὅτι ἡμεῖς ὑπὸ τὴν Ἀκρόπολιν ἐσκέφθημεν νὰ περιορίσωμεν τὴν τέχνην καὶ τὴν ἐπιστήμην. Τοῦτο φοβοῦμαι. Διὰ τοῦτο, ἂν καὶ μετὰ τὰ λεχθέντα ὡς περιεχόμενον τῆς ἐννοίας τοῦ ἄρθρου 21 ὅσον ἀφορᾷ τὴν νέαν παράγραφον θὰ ὑπεστήριζον καὶ ἐγὼ ὅτι πρέπει νὰ χωρισθοῦν τὰ πράγματα. Διότι προκειμένου περὶ ἐλευθερίας τέχνης καὶ ἐπιστήμης δὲν φαντάζομαι ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ εὑρεθῇ ἄνθρωπος εἰς τὴν Ἑλλάδα, ὁ ὁποῖος νὰ ἔχῃ ἀντίθετον γνώμην. Εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρηθῇ περιττὸν τὸ νὰ ἀναγραφῇ κἂν εἰς τὸ Σύνταγμα, μίαν φορὰν ὅμως ὅπου ἀνεγράφη καὶ ἐγένετο ἡ συζήτησις ὅπως ἐγένετο, δὲν εἶναι δυνατὸν, νομίζω, νὰ δώσῃ ψῆφον ἡ Βουλή, ἀπορρίπτουσα μετὰ τὴν γενομένην συζήτησιν τὴν ἐλευθερίαν τῆς τέχνης καὶ τῆς ἐπιστήμης ἐν Ἑλλάδι. Διὰ τοῦτο πρέπει νὰ ψηφίσωμεν τὸ ἄρθρον ὡς εἶναι διατυπωμένον εἰς τὸ Σύνταγμα, κερδίζοντες οὕτω καὶ χρόνον.
§309ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ δικαιολογήσω καὶ ἐγὼ τὸν ἑαυτόν μου, διότι ἡ ἀπωτέρα πρότασις εἶναι ἡ τοῦ κ. Τσιτσεκλῆ. Ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει διὰ λόγους σκοπιμότητος καὶ διὰ νὰ ἀποφύγωμεν τὰς διπλᾶς ψηφοφορίας, νὰ προτείνωμεν τὸ διαιρετὸν τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ. Νὰ ἀποφανθῇ δηλαδὴ ἡ Βουλὴ περὶ τῆς διαιρέσεως.
§310Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Ὑπεβάλλομεν πρότασιν ψηφοφορίας δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ δεχθῆτε τὴν ὀνομαστικὴν κλῆσιν.
§311Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ νὰ ἀνακληθῇ ἡ ψηφοφορία.
§312ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§313ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται ἡ ψηφοφορία ἵνα ἐνεργηθῇ αὕτη τὴν προσεχῆ Δευτέραν. Ἄρθρον 22ον (ἀναγινώσκει): Ἐπ’ αὐτοῦ ὁ κ. ἐπὶ τῆς Γεωργίας Ὑπουργὸς ἔχει τὸν λόγον.
§314Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ἡ Ἐπιτροπὴ ἀπήλειψε μερικὰς διατάξεις τοῦ ἀναφερομένου ἄρθρου, διὰ τὰς ὁποίας δὲν ἐπιμένω, διότι ἔχουν μόνον θεωρητικὴν σημασίαν, ἀλλ’ ἐτροποποίησε καὶ μίαν διάταξιν, ἡ ὁποία εἶναι οὐσιωδεστάτη, ἡ διάταξις δηλαδὴ κατὰ τὴν ὁποίαν, ἐνῷ κατὰ τὸ καθιερούμενον Σύνταγμα ἡ στοιχειώδης ἐκπαίδευσις ὁρίζεται κατ’ ἐλάχιστον ὅριον εἰς ἑξαετῆ, ἡ Ἐπιτροπὴ τὴν περιώρισεν εἰς τετραετῆ. Ἡ τροποποίησις εἶναι οὐσιωδεστάτη, διότι ἀφορᾷ τὴν ἐκπαίδευσιν τοῦ μεγάλου πλήθους τῶν τέκνων τοῦ λαοῦ. Εἶναι ἐκτὸς συζητήσεως ὅτι ἡ στοιχειώδης ἐκπαίδευσις κυρίως εἰς τὴν Π. Ἑλλάδα εἶναι ἀτελεστάτη. Ἐνῷ ἄλλα Κράτη ἔφθασαν μέχρι τοῦ σημείου νὰ αὐξήσουν τὰ ἔτη τῆς στοιχειώδους φοιτήσεως εἰς 8 καὶ 9 ἔτη, ἡμεῖς μένομεν εἰς τὰ ἔτη, τὰ ὁποῖα πρὸ ἑνὸς αἰῶνος καθιερώσαμεν καὶ τοῦτο ὅταν ἤδη πρὸ πολλοῦ ἔχει ἐφαρμοσθῆ ἡ ἑξαετὴς στοιχειώδης ἐκπαίδευσις. Ἔμαθα ὅτι τὴν Ἐπιτροπὴν ἐπηρέασεν ἀφ’ ἑνὸς τὸ οἰκονομικὸν ζήτημα καὶ ἀφ’ ἑτέρου τὸ ζήτημα τοῦ προσωπικοῦ. Ἀλλ’ ἂν αὐτὴ ἦτο ἡ σκέψις τῆς Ἐπιτροπῆς, ἡ σκέψις αὕτη δὲν ἀνταποκρίνεται εἰς τὰ πράγματα. Διότι ἡ ἑξαετὴς φοίτησις εἶναι δυνατὴ γενομένη εἰς ἓν σχολεῖον καὶ ἀπὸ ἕνα διδάσκαλον καὶ ὅταν λέγωμεν μονοετὴς ἢ πολυετὴς φοίτησις, δὲν ἐννοοῦμεν τὰς τάξεις, ἀλλὰ τοὺς διδασκάλους. Δὲν πρόκειται αὐτὴν τὴν στιγμὴν νὰ καταργήσωμεν τὸ Ἑλληνικὸν σχολεῖον. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον μᾶς ἐνδιαφέρει εἶναι τοῦτο· τὰ παιδιὰ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα δὲν πηγαίνουν νὰ φοιτήσουν εἰς τὸ Ἑλληνικὸν σχολεῖον, τὰ παιδιὰ αὐτὰ νὰ ἀπολαμβάνουν ἑξαετοῦς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως. Ἀπὸ στατιστικήν, τὴν ὁποίαν δὲν ἔχω πρόχειρον αὐτὴν τὴν στιγμὴν βλέπω ὅτι τὰ παιδιὰ τὰ φοιτῶντα εἰς τὸ δημοτικὸν σχολεῖον εἶναι 600.000 ἐν συνόλῳ, ἐνῷ τὰ παιδιὰ τὰ ὁποῖα φοιτοῦν εἰς τὸ Ἑλληνικὸν σχολεῖον καὶ εἰς τὸ Γυμνάσιον δὲν ὑπερβαίνουν τὰς 100.000. Βλέπω λοιπὸν ὅτι, ἂν λάβῃ τις ὑπ’ ὄψιν τὴν πυκνότητα τῶν σχολείων τῆς Νέας Ἑλλάδος, πρέπει νὰ ἀναγνωρίσωμεν ὅτι 400,000 παιδιὰ ἀνήκουν εἰς τὴν Παλαιὰν καὶ Νέαν Ἑλλάδα φοιτῶντα εἰς σχολεῖα τεσσάρων τάξεων, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουν καμμίαν μόρφωσιν μετὰ τὴν τετάρτην τάξιν τοῦ δημοτικοῦ σχολείου, ἐνῷ τὰ ἄλλα 200,000 ἀνήκουν ἴσως εἰς τὰς Νέας Χώρας καὶ αὐτὰ ἀπολαμβάνουν ἑξαετοῦς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως. Ἂν ὑπῆρχε κώλυμα οὐσιαστικὸν ὅπως λειτουργήσῃ ἡ ἑξαετία, θὰ ὑπεχώρουν καὶ ἐγώ. Ἐφόσον ὅμως αἱ σχετικαὶ ὑπηρεσίαι τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας ἀπεφάνθησαν ὅτι εἶναι δυνατὴ ἡ λειτουργία ἑξαετοῦς δημοτικοῦ σχολείου, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἐπιμείνω. Διὰ νὰ ἔχωμεν δὲ γεωργικὴν ἐκπαίδευσιν πρέπει πρὸ παντὸς νὰ ἔχωμεν παιδιά, τὰ ὁποῖα ἐφοίτησαν εἰς ἑξαετῆ σχολεῖον. Οὐδὲν συμφέρον δὲν πρόκειται νὰ θιχθῇ, οὐδὲν σχολεῖον πρόκειται νὰ κλείσῃ.
§315ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Μπούσιος ἔχει τὸν λόγον.
§316Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Θὰ προκαλέσῃ γενικὴν συζήτησιν καὶ παρακαλῶ νὰ ἀναβληθῇ.
§317ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἂς ἀναβληθῇ, κ. Πρόεδρε.
§318ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται.
§319ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι. Νὰ λυθῇ ἡ συνεδρίασις, κ. Πρόεδρε.
§320ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις διὰ νὰ ἐπαναληφθῇ οὕτη τὴν 4.30′ μ. μ. τῆς προσεχοῦς Δευτέρας. (Ὥρα 1 π. μ.)