1927.01.22
2,913 rows · 22,789 words · 150 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 16
Σάββατον 22 Ἰανουαρίου 1927
Προεδρία κ. Θ. Σοφούλη
(Ὥρα 5.15′ μ. μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Νὰ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Νὰ ἀναγνωσθῶσι τὰ πρακτικά. (Ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως καὶ ἐπικυροῦνται μετὰ τὰς γενομένας διορθώσεις τοῦ κ. Θ. Χαβίνη σχετικῶς μὲ τὴν ἐπερώτησίν του περὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ σχολείου Φιλιππιάδος).
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔλαβον μίαν ἐπιστολὴν παρὰ τοῦ κ. Σ. Κρεμεζῆ, τὴν ὁποίαν ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν (ἀναγινώσκει): Ἐν Ἀθήναις τῇ 19ῃ Ἰανουαρίου 1927. Ἀξιότιμε κ. Πρόεδρε. Κατὰ τὰς τελευταίας ἡμέρας ἐπ’ εὐκαιρίᾳ τοῦ κατάπλου τῆς μοίρας τοῦ Ἀγγλικοῦ Στόλου εἰς τὰ Ἑλληνικὰ ὕδατα καὶ πρὸς τιμὴν τῶν ἀξιωματικῶν τῆς μοίρας καὶ τοῦ ἐνδόξου ναυάρχου καὶ διοικητοῦ αὐτῆς ἐγένοντο διάφοροι τελεταὶ καὶ δεξιώσεις, εἰς ἃς δὲν ἐκλήθη ἡ Λαϊκὴ Ἀντιπροσωπεία, ὡς ἔπρεπε. Φέρων ὑπ’ ὄψιν Ὑμῶν τὸ πρᾶγμα, ἐπαφίεμαι εἰς τὴν ἐκτίμησιν Ὑμῶν διά τε τὸν χαρακτηρισμὸν τοῦ γεγονότος, ὡς καὶ τὰς δεούσας παραστάσεις διὰ τὴν γενομένην καὶ ἐπιδειχθεῖσαν τελείαν ἄγνοιαν τῆς Λαϊκῆς Ἀντιπροσωπείας. Μετὰ βαθυτάτου σεβασμοῦ καὶ τιμῆς Σ. Δ. Κρεμεζῆς.
§3Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Τὸν λόγον, κ. Πρόεδρε. Νομίζω ὅτι πρέπει νὰ συζητηθῇ ἀμέσως τὸ ζήτημα, διότι διὰ πολλοστὴν φορὰν ἔχει συμβῆ εἰς ἐπίσημα γεύματα, εἰς τὰ ὁποῖα καλοῦνται ἀνεπισήμως ἀξιωματικοὶ καὶ ἀνώτεροι ὑπάλληλοι τοῦ Κράτους, νὰ παραμελῆται ἡ Λαϊκὴ Ἀντιπροσωπεία.
§4ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Καί τινες ἄλλοι....
§5Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Ἔχω τὴν πληροφορίαν, κ. Πρόεδρε, ὅτι οὔτε σεῖς κἂν ὡς Πρόεδρος τῆς Λαϊκῆς Ἀντιπροσωπείας δὲν ἐκλήθητε εἰς τὸ γεῦμα, τὸ δοθὲν ὑπὸ τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργοῦ.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς δὲν ἐκλήθη ὄχι μόνον εἰς τὸ δοθὲν γεῦμα, ἀλλ’ οὔτε εἰς τὴν ἐπακολουθήσασαν δεξίωσιν.
§7Π. ΕΥΡΙΠΑΙΟΣ. Ποῖον Ὑπουργεῖον κανονίζει αὐτά;
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν.
§9Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Αὐτὸ τὸ Ὑπουργεῖον εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον λησμονεῖ κατὰ σύστημα τὴν Βουλήν. Πρέπει νὰ γνωσθῇ τοῦτο εἰς τὸν κ. Ὑπουργόν.
§10Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Δὲν θέλω νὰ ἐντοπισθῇ ἡ συζήτησις ἐκεῖ ὅπου τὴν θέτει ὁ κ. συνάδελφος, ἀλλὰ νομίζω ὅτι δίδεται ἡ εὐκαιρία νὰ παρατηρηθῇ ὅτι τύποι τινὲς οὐσιώδεις, ἐνδιαφέροντες ὁλόκληρον τὸ Σῶμα, ἀπό τινος χρόνου παραμελοῦνται. Παραμελοῦνται ἐξ ἀγνοίας; Παραμελοῦνται ἐπίτηδες; Τὸ ζήτημα τοῦτο δὲν νομίζω ὅτι πρέπει νὰ τὸ θίξωμεν ἀπὸ τώρα, ἀλλὰ θεωρῶ ἀρκετὸν ὅτι ὑπεβλήθη τοιαύτη ἐπιστολὴ καὶ τὸ ὅτι ἐγένετο, ὅσον καὶ ἂν εἶναι ἐπιφανειακή, τοιαύτη συζήτησις, ἵνα ἀνακοινωθῇ εἰς τοὺς ἁρμοδίους νὰ μὴ ἐπαναλαμβάνωνται εἰς τὸ μέλλον τοιαῦτα ἀτοπήματα θίγοντα τὸ Σῶμα. Τὸ νὰ θίγεται τὸ Σῶμα δὲν ἀφορᾷ τὸ Σῶμα, δὲν παθαίνει τὸ Σῶμα τίποτε, παθαίνει ἡ ὅλη τοῦ Κράτους ἀξιοπρέπεια καὶ ὑπόστασις.
§11Ε. ΣΤΑΥΡΙΔΗΣ. Τοιαῦται γνῶμαι δὲν πρέπει κἆν νὰ δίδωνται. (Θόρυβος).
§12Β. ΜΕΪΜΑΡΑΚΗΣ. Δὲν ὑπάρχει μόνον παράλειψις τῆς μὴ προσκλήσεως τοῦ Σώματος τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ ὑπῆρξε καὶ ἕτερον ἄτοπον διὰ τὸν λόγον ὅτι συμπεριεφέρθησαν ὡρισμένα ἄτομα σκαιῶς ἢ κακῶς ἀπέναντι ὡρισμένης τάξεως. Πρὸς τοῦτο μάλιστα εἶχα τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω καὶ μίαν ἐρώτησιν σχετικὴν χθὲς εἰς τὸ Προεδρεῖον διὰ νὰ ἔλθῃ τὸ ζήτημα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὁπότε ἂς ἐλπίσωμεν ὅτι θὰ δοθῇ εὐκαιρία νὰ συζητηθῇ εὐρύτερον τὸ πρᾶγμα.
§13Ι. ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ. Καὶ ἡμεῖς, κ. Πρόεδρε, διαμαρτυρόμεθα διὰ τὸ συμβὰν καὶ παρακαλοῦμεν ὅπως συστηθῇ εἰς τοὺς ἁρμοδίους ὅτι τοιαῦται παραλείψεις δὲν πρέπει τοῦ λοιποῦ νὰ λαμβάνωσι χώραν.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς: — Ἡ Ἑλένη Π. Μαντζούνη ζητεῖ ὅπως συμπεριληφθῇ εἰς τὰς διατάξεις τοῦ Ν. Δ. «περὶ ἀπονομῆς συντάξεως εἰς θυγατέρας συνταξιούχων διεζευγμένας κατὰ τὸν χρόνον τοῦ θανάτου τοῦ πατρὸς αὐτῶν». — Τὸ Σωματεῖον τῶν μικρεμπόρων λαχανικῶν καὶ ὀπωρικῶν Πειραιῶς ὑποβάλλει ὑπόμνημα δι’ οὗ ζητεῖ ὅπως μὴ ἐπιτραπῇ ἡ εἰσαγωγὴ ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ λαχανικῶν καὶ ὀπωρικῶν. — Ὁ Γεωργικὸς Ἐπαρχιακὸς Σύλλογος Ἀμαρουσίου ὑποβάλλει ὑπόμνημα καὶ παρακαλεῖ τὴν Κυβέρνησιν ὅπως λάβῃ αὐτὸ ὑπ’ ὄψιν της. — Οἱ Ε. Λαγούδης κλπ. ὑποβάλλουσιν ὑπόμνημα δι’ οὗ ζητοῦν ὅπως συμπεριληφθοῦν καὶ αὐτοὶ εἰς τὸ Ν. Δ. «περὶ ἐμπορίας οἴνου καὶ προστασίας τῆς οἰνοπαραγωγῆς». — Ὁ ἐμποροβιομηχανικὸς κόσμος Μυτιλήνης διαμαρτύρεται διὰ τὴν βαρεῖαν φορολογίαν τοῦ ἐπιτηδεύματος. — Οἱ βιομήχανοι ἁμαξοποιοὶ ὑποβάλλουσιν ὑπόμνημα καὶ παρακαλοῦν τὴν Κυβέρνησιν ὅπως μεριμνήσῃ διὰ τὰ αἰτήματά των. — Οἱ κάτοικοι Φλωρίνης παρακαλοῦν τὴν Κυβέρνησιν ὅπως κυρώσῃ τὰς ἀγοραπωλησίας κτημάτων ἀνηκόντων εἰς Ὀθωμανούς. — Οἱ κάτοικοι Πόρου παρακαλοῦν τὴν Κυβέρνησιν ὅπως μεριμνήσῃ διὰ τὴν ἄρσιν τοῦ Ἐνοικιοστασίου. — Οἱ παγόπληκτοι Ἀμαλιάδος παρακαλοῦν τὴν Κυβέρνησιν ὅπως τοῖς χορηγήσῃ δάνειον λόγῳ τῶν ζημιῶν ἃς ὑπέστησαν. — Οἱ ὑποδικοκατάδικοι τῶν φυλακῶν Ἀθηνῶν παρακαλοῦν τὴν Κυβέρνησιν ὅπως συμπεριλάβῃ καὶ αὐτούς, ἐξαιρεθέντας τοῦ εὐεργετήματος τοῦ Ν. Δ. τῆς 17ης Φεβρουαρίου 1926. — Οἱ ἀδείᾳ τοῦ Κράτους ἱδρύσαντες 5 σταθμοὺς παραγωγῆς ἠλεκτρικοῦ ρεύματος ἐν τῇ περιοχῇ τῶν Ἀθηνῶν παρακαλοῦν τὴν Κυβέρνησιν ὅπως τοῖς χορηγήσῃ μεγαλυτέραν προθεσμίαν, λόγῳ τῆς γενομένης μεγάλης δαπάνης πρὸς ἐγκατάστασιν αὐτῶν. — Οἱ κάτοικοι τῆς Μεσοποταμίας (Ἀσλάναγα) παρακαλοῦν τὴν Κυβέρνησιν ὅπως ἐγκρίνῃ μικρὰν δαπάνην πρὸς κατασκευὴν ὑδροφράκτου. — Οἱ κάτοικοι τῆς κοινότητος Μικρομάνης παρακαλοῦν τὴν Κυβέρνησιν ὅπως ἐπαναφέρῃ τὸν καταργηθέντα νόμον «περὶ ἀγροφυλακῆς». — Ὁ Δικηγορικὸς Σύλλογος Πατρῶν ὑποβάλλει ὑπόμνημα καὶ παρακαλεῖ τὴν Κυβέρνησιν ὅπως λάβῃ αὐτὸ ὑπ’ ὄψιν της. — Ὁ Γεώργιος Βόμβας ζητεῖ ὅπως ἀκυρωθῇ τὸ Ν. Δ. τῆς 22ας Νοεμβρίου 1926 «περὶ κυκλοφορίας καὶ πωλήσεως κουκουλοσπόρων». — Ὁ Ἐμπορικὸς Σύλλογος Τριπόλεως διαμαρτύρεται διὰ τὴν ἄνισον κατάταξιν τῶν διαφόρων ἐπαγγελματιῶν ὑπὸ τῆς Ἐφορίας Μαντινείας. — Ὁ πρόεδρος τῆς κοινότητος Βέλλου ὑποβάλλει ἀναφορὰν τῶν διαφόρων Σωματείων καὶ προέδρων Βόχας κατ’ ἐντολήν των. — Οἱ κάτοικοι τῆς προσφυγικῆς ὁμάδος τοῦ χωρίου Μωρτσιλὲρ Φαρσάλων παρακαλοῦν τὴν Κυβέρνησιν ὅπως διατάξῃ καὶ τοῖς παραχωρηθοῦν καὶ τὰ ἕτερα 2,000 στρέμματα ἐκ τοῦ ἀπαλλοτριωθέντος ἀγροκτήματος Χαροκόπου. — Ἐπιτροπὴ κατοίκων Γυθείου παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν ὅπως ἐπαναφέρῃ τὸ παλαιὸν ἡμερολόγιον. — Οἱ προσωρινοὶ δημοδιδάσκαλοι Μεσσηνίας ὑποβάλλουσιν ὑπόμνημα καὶ παρακαλοῦν τὴν Βουλὴν ὅπως ληφθῇ τοῦτο ὑπ’ ὄψιν. — Ὁ Ἐμπορικὸς Σύλλογος Κοζάνης ὑποβάλλει ὑπόμνημα καὶ παρακαλεῖ τὴν Κυβέρνησιν ὅπως λάβῃ τοῦτο ὑπ’ ὄψιν της. — Ὁ πρόεδρος τοῦ Ἐμπορικοῦ Συλλόγου Δερβενίων διαμαρτύρεται διὰ τὴν κατάταξιν τῶν ἐπιτηδευματιῶν εἰς δυσαναλόγους φορολογικὰς κλίμακας. — Ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῆς ἀπαλλοτριώσεως τοῦ Μετοχίου Κορνοραλιᾶς ὑποβάλλει ὑπόμνημα σχετικῶς μὲ τὴν ἀπαλλοτρίωσιν τοῦ ἄνω Μετοχίου. — Ὁ πρόεδρος τοῦ Σωματείου τεχνιτῶν μαρμαρογλυπτῶν παρακαλεῖ τὴν Κυβέρνησιν ὅπως χάριν τῶν μελῶν τοῦ Σωματείου ἀπαγορεύσῃ τὴν εἰσαγωγὴν κατειργασμένων μαρμάρων ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ κλπ. — Οἱ μὴ ἀνταλλάξιμοι Ἑλληνοθωμανοὶ Κωνσταντινουπόλεως ὑποβάλλουσιν ὑπόμνημα καὶ παρακαλοῦσι τὴν Κυβέρνησιν ὅπως λάβῃ αὐτὸ ὑπ’ ὄψιν της. — Τὰ μέλη τοῦ ἀγροτικοῦ Συνεταιρισμοῦ Μεγάλης Βελανιδιᾶς τοῦ χωρίου Δεμενίου Βόλου ζητοῦν τὴν ταχεῖαν διαδικασίαν διανομῆς τοῦ ἄνω κτήματος. — Ὁ βουλευτὴς κ. Δ. Βοκοτόπουλος ὑποβάλλει πρότασιν ψηφίσματος «περὶ ἀσφαλίσεως τῶν παρὰ ταῖς Τραπέζαις καὶ ταῖς δημοσίαις ὑπηρεσίαις χρηματικῶν καταθέσεων». — Ὁ βουλευτὴς κ. Ι. Νικολίτσας ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου ψηφίσματος «περὶ παροχῆς ἐξουσιοδοτήσεως εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν πρὸς τροποποίησιν τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου». — Ὁ βουλευτὴς κ. Α. Μυλωνᾶς ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τῆς προτάσεως ψηφίσματος «περὶ τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς». — Ὁ βουλευτὴς Μεσσηνίας κ. Α. Ἐμπειρῖκος Κουμουνδοῦρος ὑποβάλλει αἴτησιν ζητῶν ἑνὸς μηνὸς ἄδειαν διὰ τὴν ἀλλοδαπήν. (Μὴ ὑπαρχούσης ἀντιρρήσεως ἡ ἄδεια χορηγεῖται). Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν Ἀναφορῶν καὶ Ἐρωτήσεων.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Γόντικας.
§16Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ ἀναβληθῇ ἕως ὅτου ἔλθῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ παρακαλῶ νὰ διακόψωμεν ἐπὶ πέντε λεπτὰ διὰ νὰ ἔλθωσιν οἱ κ. κ. Ὑπουργοί.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ἐπὶ 10 λεπτά.
(Ὥρᾳ 5.40′ μ. μ.)
ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΚΟΠΗΝ
(Ὥρα 6 μ. μ.)
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Ὁ κ. Χ. Ἀλαμανῆς ἐπὶ ἀναφορᾶς τοῦ ἐμποροεπαγγελματικοῦ κόσμου Καρδίτσης.
§19Χ. ΑΛΑΜΑΝΗΣ. Σχετικῶς μὲ τὴν σύμβασιν τῶν Θεσσαλικῶν Σιδηροδρόμων, περὶ τῆς ὁποίας ὡμίλησε χθὲς ὁ κ. ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας Ὑπουργός, ἐγένετο συλλαλητήριον ἐν Καρδίτσῃ ὑφ’ ὅλων τῶν ἐπαγγελματικῶν Σωματείων, τὰ ὁποῖα παρακαλοῦσιν ἡμᾶς τοὺς βουλευτὰς νὰ συστήσωμεν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας νὰ προβῇ εἰς ἀκύρωσιν τῆς συμβάσεως αὐτῆς, ἀλλὰ συγχρόνως νὰ μεριμνήσῃ ὅπως ἐξευρεθῇ τρόπος, ὥστε νὰ ἐξυπηρετηθῇ ἡ συγκοινωνία. Ὁ κ. Ὑπουργὸς θὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει του ὅτι ἡ σύμβασις παρέχει δικαιώματα καὶ εἰς τὸ Δημόσιον καὶ εἰς τὴν Ἑταιρείαν τῶν Σιδηροδρόμων, αὕτη δὲ ἤρξατο εἰσπράττουσα ἀπὸ τὸ Κοινὸν τὰ μεγαλύτερα ποσὰ τῆς συμβάσεως καὶ διὰ τὰ κόμιστρα καὶ διὰ τοὺς ναύλους καὶ οἱ συμπολῖταί μας ὑφίστανται μίαν φορολογίαν ἐκ τῆς συμβάσεως ταύτης, διὰ τὴν ὁποίαν χθὲς αὐτὸς ὁ κ. ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας Ὑπουργὸς ἐδήλωσεν ὅτι δὲν ὑφίσταται αὕτη. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ προσαγάγῃ τὸ Διάταγμα εἰς τὴν Βουλήν, ὥστε αὕτη νὰ ἐπιληφθῇ τῆς μελέτης αὐτῆς καὶ νὰ ἀποφασίσῃ ἢ νὰ ἐπικυρώσῃ, ἢ νὰ ἀκυρώσῃ, ἢ νὰ τροποποιήσῃ αὐτό. Πλὴν τούτου θὰ παρακαλέσω τὸν κ. ἐπὶ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας Ὑπουργὸν ὅπως κατόπιν τοῦ συλλαλητηρίου αὐτοῦ εἰσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ Ν. Διάταγμα περὶ καπνοπαραγωγῶν, διότι ὡς ἐγένετο τοῦτο καὶ οἱ καπνοπαραγωγοὶ καὶ οἱ ἔμποροι διαμαρτύρονται, διότι δὲν ἐξυπηρετήθη τὸ συμφέρον οὔτε τῶν καπνοπαραγωγῶν, οὔτε τοῦ ἐμπορίου.
§20Π. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Εἶναι πολλὰ καὶ μεγίστης σημασίας τὰ αἰτήματα αὐτά, κ. Πρόεδρε, τὰ στρεφόμενα καὶ κατὰ τοῦ νόμου «περὶ ἀνεπεξεργάστων καπνῶν» καὶ κατὰ τῆς συμβάσεως τῶν Θεσσαλικῶν Σιδηροδρόμων, διὰ τὴν ὁποίαν σύμβασιν ὁ κ. ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας Ὑπουργὸς εἶπε χθὲς ὅτι δὲν ἐφαρμόζεται. Ἔχομεν τὴν θετικὴν πληροφορίαν ὅτι ἡ σύμβασις αὕτη εἶναι ἐν ἐφαρμογῇ καὶ ὅτι πληρώνουν οἱ ποιούμενοι χρῆσιν τοῦ σιδηροδρόμου, κόμιστρα μεγαλύτερα καὶ ναύλους μεγαλυτέρους. Ἑπομένως ἡ βεβαίωσις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ὡς πρὸς τὸ σημεῖον αὐτὸ δὲν εἶναι ἀκριβής. Ἐκτὸς δὲ τούτου διὰ τὸ Ἐνοικιοστάσιον δὲν γνωρίζομεν ἂν θὰ εἰσαχθῇ εἰς τὴν Βουλὴν σχετικὸν νομοθέτημα.
§21Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἡ Ἐπιτροπὴ ἐργάζεται. Ὅταν μοὶ ὑποβληθῇ τὸ πόρισμα αὐτῆς, θὰ εἰσαγάγω τὸ ζήτημα εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον καὶ αὐτὸ θὰ ἀποφασίσῃ, ἂν θὰ εἰσαχθῇ εἰς τὴν Βουλὴν σχετικὸν νομοθέτημα ἢ ὄχι.
§22Π. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Καθ’ ἑκάστην λαμβάνομεν τηλεγραφήματα.
§23Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Σᾶς λέγω ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ ἐργάζεται δραστηριώτατα. Τὸ θέμα εἶναι, ὅπως γνωρίζετε, πολὺ καλά, δυσχερέστατον. Πράττομεν ὅ,τι εἶναι δυνατὸν ὅπως τελειώσῃ ταχέως.
§24Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Κύριε Πρόεδρε, καὶ χθὲς ὑπεβάλομεν τὴν παράκλησιν, ἐπιτρέψατε νὰ τὴν ἐπαναλάβωμεν καὶ σήμερον, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ κανονισθῇ τὸ ζήτημα τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς. Ἐδῶ ὑπάρχει μία ἀναφορὰ τοῦ ἐπαγγελματικοῦ κόσμου Καρδίτσης. Ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς αὐτῆς ἔλαβον τὸν λόγον δύο ἐκ τῶν κ. κ. βουλευτῶν. Αἰφνιδίως οἱ κ.κ. βουλευταὶ ἐτράπησαν εἰς τὴν ὁδὸν τοῦ ἐλέγχου τῆς Κυβερνήσεως.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κανονισμὸς λέγει ῥητῶς ὅτι ἀνακοινοῦνται αἱ ἀναφοραί, ἐπ’ αὐτῶν δὲ λαμβάνουσι τὸν λόγον οἱ βουλευταὶ οἱ ἐγγεγραμμένοι ὅπως ὁμιλήσωσι.
§26Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Ὁ κ. βουλευτὴς εἶπεν ὅτι ἡ βεβαίωσις τὴν ὁποίαν ἔδωκα ἐγὼ χθὲς εἰς τὴν Βουλὴν δὲν εἶναι ἀκριβής. Τοῦτο εἶναι ἔλεγχος κυβερνητικός, τοιοῦτος δὲ ἔλεγχος δὲν γίνεται κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν ἀναφορῶν καὶ ἐρωτήσεων.
§27Π. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Δὲν εἶναι ἔλεγχος.
§28Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Κύριε βουλευτά, εἴπετε ὅτι ἡ βεβαίωσις τὴν ὁποίαν ἔκαμον χθὲς εἰς τὴν Βουλὴν δὲν εἶναι ἀκριβής. Τοῦτο εἶναι ἔλεγχος.
§29Π. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Κύριε Ὑπουργέ, τοῦτο ἐβεβαιώσατε· ὅτι ἡ σύμβασις εἶναι νεκρά.
§30Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἂν τὰς ἀναφορὰς μεταβάλλωμεν εἰς ἔλεγχον, μεταβάλλομεν τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν Ἀναφορῶν εἰς Ἡμερησίαν Διάταξιν Ἐπερωτήσεων.
§31Π. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Σᾶς δίδομεν, κ. Ὑπουργέ, μίαν πληροφορίαν, τὴν ὁποίαν ἴσως ἡ ὑπηρεσία σας δὲν σᾶς ἔδωσεν καὶ λέγομεν ὅτι, ἐνῷ εἴπετε χθὲς ὅτι ἡ σύμβασις δὲν θὰ ἐφαρμοσθῇ, ἡ σύμβασις ἤρξατο ἤδη ἐφαρμοζομένη. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τοὺς ἀξιοτίμους κ. κ. Ὑπουργοὺς νὰ φέρουν αὐτὴν τὴν σύμβασιν ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς, νὰ γίνῃ συζήτησις καὶ νὰ ἴδωμεν κατὰ πόσον εἶναι ἐπιδεκτικὴ κυρώσεως ἢ ἀκυρώσεως, διότι τὸ πρᾶγμα ἐπείγει.
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Παπανικολάου ἔχει τὸν λόγον.
§33Γ. ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ Γενικὴ Συνομοσπονδία τῶν ἐργατῶν τῆς Ἑλλάδος ὑπέβαλεν ὑπόμνημα εἰς τὴν Βουλὴν. Τὸ ὑπόμνημα τοῦτο δὲν πρέπει νὰ περάσῃ ὅπως συνήθως περνοῦν αἱ ἀναφοραί. Πρόκειται περὶ μιᾶς ὀργανώσεως, ἡ ὁποία ἐκπροσωπεῖ ὁλόκληρον τὴν ἐργατικὴν τάξιν τῆς Χώρας μας. Τὰ ἐν τῷ ὑπομνήματι ἀναφερόμενα εἶναι ὑψίστης σημασίας. Εἶναι τὸ ζήτημα τῆς ἀνεργίας, ἡ ὁποία μαστίζει ὁλόκληρον τὴν ἐργατικὴν τάξιν τῆς Χώρας. Εἶναι ἡ καταπάτησις τῶν κεκτημένων δικαιωμάτων τῶν ἐργατῶν. Εἶναι ἡ μὴ ἐφαρμογὴ τῶν ἐργατικῶν νόμων. Εἶναι ἡ βελτίωσις τῶν ἐργατικῶν νόμων. Ὑπάρχουν αἱ διεθνεῖς συμβάσεις, ἡ μὴ ἐφαρμογὴ τοῦ ὀκταώρου κτλ. Ἔχομεν τὴν γνώμην ὅτι ὁ κ. ἐπὶ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας Ὑπουργὸς πρέπει νὰ δώσῃ μεγαλυτέραν προσοχὴν εἰς τὸ ὑπόμνημα αὐτὸ τῆς Γενικῆς Συνομοσπονδίας καὶ νὰ ληφθοῦν μέτρα τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ εἶναι ἐξυπηρετικὰ τῆς ἐργατικῆς τάξεως, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ τὴν παραγωγικὴν τάξιν τῆς Χώρας.
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ε. Μαχαίρας ἔχει τὸν λόγον.
§35Ε. ΜΑΧΑΙΡΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τοῦ ὑπομνήματος αὐτοῦ ἔχω νὰ προσθέσω εἰς ὅσα εἶπεν ὁ προηγηθεὶς συνάδελφος ὅτι δὲν εἶναι ζήτημα τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ περάσῃ ὅπως αἱ ἄλλαι ἀναφοραί. Ἡ Γενικὴ Συνομοσπονδία τῶν ἐργατῶν τῆς Ἑλλάδος εἶναι ὁ ἀνώτερος ὀργανισμὸς τῆς ἐργατικῆς τάξεως. Ἂν δὲν ἀπατῶμαι, εἶναι τὸ τέταρτον ὑπόμνημα, τὸ ὁποῖον ἔχει ὑποβληθῆ εἰς τὰ κατὰ καιροὺς Κοινοβούλια καὶ ἄλλοτε μὲν περνᾷ ἀπαρατήρητον καὶ ἄλλοτε συζητεῖται ἀπὸ δύο ἢ τρεῖς βουλευτάς, οἱ ὁποῖοι τὸ συνιστοῦν ἁπλῶς καὶ τίποτε περισσότερον. Τὸ Συμβούλιον δὲν θὰ εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἀποδώσῃ τὴν πρέπουσαν προσοχὴν εἰς τὸ ζήτημα αὐτό. Ἡ γνώμη μου εἶναι ὅτι, ὁ,τιδήποτε καὶ ἂν δεχθῶμεν ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ αὐτὴν τὴν στιγμήν, θὰ καταλήξωμεν εἰς τὸ μηδέν. Πρέπει νὰ σχηματισθῇ μία Ἐπιτροπὴ ἐν τῇ Βουλῇ, ἥτις νὰ ἐξετάσῃ τὸ ζήτημα ἐνδελεχῶς διὰ νὰ καταλήξῃ εἰς συμπεράσματα, νὰ ὁρισθῇ δὲ μία συζήτησις εἰδικῶς διὰ νὰ κατανοηθῇ ποῖα ἐκ τῶν λεγομένων εἰς τὸ ὑπόμνημα τῆς Γενικῆς Συνομοσπονδίας πρέπει νὰ υἱοθετήσῃ ἡ Κυβέρνησις καὶ ποῖα ὄχι διὰ νὰ εἰσαγάγῃ νόμους.
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Γεωργιάδης ἔχει τὸν λόγον.
§37Γ. ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ. Θὰ ἦτο ἐπιτακτικὸν ὅπως καταρτισθῇ μία Ἐπιτροπὴ Κοινωνικῆς Προνοίας ἢ Πολιτικῆς Προνοίας, ἥτις νὰ ἐπεξεργασθῇ ὅλα τὰ θέματα, ὡς π. χ. τὸ θέμα τῶν θυμάτων τοῦ πολέμου, τὸ θέμα τῶν προσφύγων καὶ ἄλλα τοιαῦτα. Ἡ Ἐπιτροπὴ αὐτὴ θὰ ἀσχοληθῇ ἐπὶ τοῦ ζητήματος γενικῶς μὲ τὰ ἀπασχολοῦντα τὴν ἐργατικὴν τάξιν ζητήματα, τὰ ὁποῖα εἶναι παρὰ πολλὰ καὶ τοιουτοτρόπως αὐτὰ νὰ μὴ ἀπευθύνωνται εἰς τὴν Βουλήν, ἀλλ’ εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, ἔνθα αὕτη μετὰ τῶν μελῶν της νὰ ἐπεξεργάζηται τὰ ζητήματα ταῦτα. Θὰ ἦτο εὐχῆς ἔργον ὅπως ὁ κ. ἐπὶ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας Ὑπουργὸς καὶ ἡ Κυβέρνησις προτείνωσι ἀπὸ τοῦδε τὴν σύστασιν μιᾶς Κοινωνικῆς Ἐπιτροπῆς, ὥστε ὅλαι αὐταὶ αἱ ἀναφοραὶ νὰ μὴ ἔρχωνται μεμονωμένως, ἐφόσον πρόκειται περὶ τάξεως, ἥτις ἔχει κάθε δικαίωμα προστασίας ὑπὸ τῆς Κοινωνίας καὶ τοῦ Κράτους.
§38Α. ΘΕΟΛΟΓΙΤΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν ὅπως ἀσχοληθῇ εἰδικῶς ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ, καθόσον πανταχόθεν ὑποβάλλονται ὑπομνήματα καὶ παράπονα διὰ τὴν κατάστασιν εἰς ἣν εὑρίσκεται ἡ ἐργατικὴ τάξις τῆς Ἑλλάδος, ἐκτεθειμένη εἰς τὰς ἀναρχικὰς εἰσηγήσεις. Ἰδίως εἰς τὴν Μακεδονίαν καὶ τὴν Θράκην ἐδημιουργήθη μία κατάστασις τοιαύτη, ὥστε σοβαρῶς νὰ κινδυνεύῃ καὶ αὐτὴ ἡ τάξις εἰς τὰς περισσοτέρας πόλεις τῆς Μακεδονίας. Ἡ πρότασις τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου περὶ συστάσεως μιᾶς Ἐπιτροπῆς, εἰς τὴν ὁποίαν νὰ παραπεμφθοῦν ὅλα τὰ σχετικὰ ζητήματα, μὲ εὑρίσκει σύμφωνον καὶ θὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας Ὑπουργόν, ἐφόσον δὲν λειτουργοῦν ἀκόμη αἱ Κοινοβουλευτικαὶ Ἐπιτροπαί, ὅπως ἀποδεχθῇ καὶ συστήσῃ μίαν μεγάλην Ἐπιτροπήν, εἰς τὴν ὁποίαν θὰ συγκεντρωθοῦν ὅλα τὰ ὑπομνήματα καὶ αἱ ὑποβληθεῖσαι ἀναφοραὶ τῆς Γενικῆς Συνομοσπονδίας τῶν ἐργατῶν τῆς Ἑλλάδος διὰ νὰ γίνῃ μία συνεργασία καὶ μάλιστα διὰ νὰ ληφθῶσι μέτρα ἀπαραίτητα, ἅτινα θὰ ἀποδείξουν εἰς τὸν ἐργατικὸν κόσμον τῆς Ἑλλάδος, καθὼς καὶ τὸν ἐπαγγελματικὸν τὸν ἀμέσως ἐνδιαφερόμενον μετ’ αὐτοῦ ὅτι ἡ παροῦσα Βουλὴ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὁμοιάζῃ μὲ τὰς παρελθούσας καὶ νὰ καταφεύγουν εἰς παράπονα καὶ νὰ μένῃ ὁ ἐργατικὸς κόσμος ἕρμαιον εἰς τὰς εἰσηγήσεις τῶν ἀναρχικῶν, οἵτινες δημιουργοῦν συλλαλητήρια καὶ ἐκβιάσεις.
§39Γ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Ἐθν. Οἰκονομίας). Τὰ ζητήματα τῆς Κοινωνικῆς Προνοίας ὅπως διεμορφώθησαν ἐκ τῆς γενικῆς καταστάσεως εἶναι τοιαῦτα, ὥστε ὄχι μόνον μία ὑπηρεσία καλῶς κατηρτισμένη, ὅπως εἶναι ἡ ὑπηρεσία τοῦ Τμήματος τῆς Ἐργασίας τοῦ Ὑπουργείου τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, ἀλλὰ καὶ πολλαὶ ὑπηρεσίαι δὲν δύνανται νὰ εἶναι ἐπαρκεῖς διὰ νὰ ἀντιμετωπίσουν τὰ ζητήματα αὐτά. Διὰ τοῦτο μετὰ μεγάλης εὐχαριστήσεως βλέπω προθύμους τοὺς κ. κ. βουλευτὰς νὰ συνιστοῦν νὰ συσταθῇ μία Ἐπιτροπὴ Κοινωνικῆς Προνοίας, ἵνα μελετήσῃ τὰ ἀφορῶντα τὴν ἐργατικὴν τάξιν ζωτικὰ ζητήματα. Ὀφείλω ὅμως νὰ ὑπενθυμίσω εἰς τοὺς κ. κ. βουλευτὰς ὅτι ὡς προανήγγειλα πρὸ τῶν ἑορτῶν, θὰ ὑποβάλω λίαν προσεχῶς ὁλόκληρον σειρὰν νομοσχεδίων ἀφορώντων διάφορα μέτρα διὰ τὴν ἐργατικὴν τάξιν. Τότε νομίζω ὅτι δύνανται νὰ παραπεμφθῶσιν εἰς μίαν εὐρυτάτην Ἐπιτροπὴν νὰ τὰ ἐπεξεργασθῇ καὶ νὰ ἐπιφέρῃ τὰς ἀναγκαίας τροποποιήσεις. Σήμερον ἀκριβῶς τὴν πρωΐαν ἀλληλοδιαδόχως συνειργάσθην μὲ διαφόρους Ἐπιτροπὰς τοῦ Πειραιῶς, ὀφείλω δὲ νὰ ὁμολογήσω ὅτι μετὰ μεγάλης προσοχῆς, λεπτότητος καὶ συντηρητικότητος ἐνέκριναν τὰ σχέδια διὰ νὰ συμπληρώσουν κενά τινα. Ἐν τέλει δὲ κατελήξαμεν εἰς πλήρη ὁμοφωνίαν. Δι’ αὐτὸ νομίζω ὅτι τὰ σχέδια νόμου, ἅτινα θὰ ὑποβληθῶσι, θὰ δώσουν ἀφορμὴν τοῦ σχηματισμοῦ τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ τῆς θεραπείας ἐν μέρει τῶν μεγάλων ἀναγκῶν. Δὲν ἔχω καμμίαν ἀντίρρησιν ἀπὸ τοῦδε νὰ σχηματισθῇ ἡ Ἐπιτροπή, ὥστε νὰ ἐπεξεργασθῇ τὰ διάφορα σχέδια.
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγκρίνει ἡ Βουλὴ τὸν καταρτισμὸν ὑπὸ τοῦ Προεδρείου εἰδικῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς Κοινωνικῆς Προνοίας, εἰς ἣν νὰ παραπεμφθοῦν πάντα τὰ σχετικὰ θέματα;
§41ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Γόντικας ἐπὶ ὑπομνήματος τῶν ἐν Ἠλείᾳ δημοδιδασκάλων.
§43Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ὁ Δημοδιδασκαλικὸς Σύλλογος ἀναφέρει εἰς τὴν ἀναφοράν του ὅτι ἐπὶ τῶν προκατόχων Κυβερνήσεων ἐγένετο τοιαύτη ἀναστάτωσις εἰς τὸν δημοδιδασκαλικὸν κλάδον, ὥστε δύναταί τις σήμερον βασίμως νὰ ἰσχυρισθῇ ὅτι ἐκπαίδευσις δὲν ὑπάρχει ἐν Ἠλείᾳ. Ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Καλαβρύτων ἔγιναν μεταβολαὶ ἄνευ γνωμοδοτήσεως καὶ ἄνευ ἀποφάσεως οὐδενὸς Συμβουλίου. Μετετέθησαν δημοδιδάσκαλοι οἰκογενειάρχαι εἰς τὸ μέσον τοῦ ἔτους ἀπὸ τοῦ ἑνὸς ἄκρου τῆς Ἑλλάδος εἰς τὸ ἕτερον, μετετέθησαν δὲ εἰς ἄγνωστα καὶ ἀνύπαρκτα σχολεῖα καὶ ἔτρεχαν οἱ διδάσκαλοι ἀναζητοῦντες ποῦ εἶναι τὰ σχολεῖα αὐτὰ εἰς τὰ ὁποῖα μετετέθησαν καὶ οὐδεὶς ἠδύνατο νὰ τοὺς τὰ ὑποδείξῃ. Εἰς ἄλλους ἐγένετο καὶ τὸ ἑξῆς ἀκόμη τερατῶδες· μετετέθησαν διδάσκαλοι ἄρρενες εἰς τὰ σχολεῖα θηλέων. Ἕως τώρα συνέβαινε τὸ ἀντίθετον· διδασκάλισσαι νὰ πηγαίνουν εἰς σχολεῖα ἀρρένων. Συνάμα δὲ ἐγένετο καὶ πλαστογραφία, ἡ ὁποία ἔγκειται εἰς τὸ ἑξῆς. Κατὰ τὴν δημοσίευσιν τοῦ σχεδίου Συντάγματος, ὅπου ἐπανήρχοντο τὰ Συμβούλια, δὲν εἶχε πλέον ὁ Ὑπουργὸς τὸ δικαίωμα τῆς τυπικῆς μεταθέσεως, ὅπως εἶχεν ὁ Ὑπουργὸς πρότερον καὶ ἐγένοντο πλαστογραφίαι ὑπὸ τὸν τύπον δῆθεν διορθώσεως ἡμαρτημένων. Ἀλλ’ εἰς τὴν διόρθωσιν τῶν ἡμαρτημένων περιελαμβάνοντο νέα πρόσωπα, τὰ ὁποῖα δὲν ὑπῆρχον εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ ἤθελον ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ αὐτῇ νὰ τὰ ἀναφέρω αὐτὰ τὰ ὁποῖα ἀναφέρει καὶ ἡ ἀναφορὰ τῶν διδασκάλων καὶ νὰ ζητήσω πληροφορίας ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργόν. Ἡ ὑπηρεσία του ἆρά γε τῷ κατέστησε γνωστὰ αὐτὰ τὰ πράγματα, τὰς πλαστογραφίας καὶ αἱ πλαστογραφίαι αὐταὶ τί ἔγιναν; Νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ζητηθῇ καὶ κάποια εὐρυτέρα ἔρευνα. Ἐν πάσῃ περιπτώσει διαβλέπω τὴν ἀπάντησιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, διότι εἶδον εἰς τὰς ἐφημερίδας ὅτι πρόκειται νὰ ὑποβάλῃ κάποιο σχέδιον ψηφίσματος. Ἐγὼ ὁπωσδήποτε εἰς τοῦτο ὅπως καὶ εἰς τὴν χθεσινὴν ἀπάντησιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ φρονῶ ὅτι προκειμένου περὶ ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου διὰ τοὺς παρήλικας, τὰ Νομοθετικὰ αὐτὰ Διατάγματα παρ’ οἱουδήποτε καὶ ἂν ἐκδοθοῦν, εἴτε παρὰ Κυβερνήσεως κοινοβουλευτικῆς, εἴτε παρ’ οἱουδήποτε, εἶναι γνωστὸν ὅτι πάντοτε ἐκδίδονται ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς κυρώσεως παρὰ τῆς Βουλῆς. Τοιαῦτα Διατάγματα, Νομοθετικὰ δηλαδή, ἀφ’ ἧς ἤρξατο τῶν ἐργασιῶν της ἡ παροῦσα Βουλὴ δὲν ὑπεβλήθησαν. Ἐφόσον ἤρξατο αὕτη τῶν ἐργασιῶν της καὶ τὰ Διατάγματα αὐτὰ δὲν ἠκυρώθησαν, νομίζω ὅτι δι’ εἰδικῆς ἁπλῆς πράξεως ὀφείλουν νὰ ἐπανέλθωσιν εἰς τὰς θέσεις των οἱ κακῶς μετατεθέντες καὶ δικαιοῦται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ ἀρξαμένου νὰ ἐκτελεῖται νόμου, διότι δὲν εἶναι νόμος αὐτός, ἐφόσον δὲν ἐκυρώθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν ἔχει ὑποχρέωσιν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δημ. Ἐκπαιδεύσεως νὰ ἐφαρμόσῃ τὸν νόμον αὐτόν. Ἂν ἔλθουν σήμερον νὰ ζητήσουν τὴν ἐπανόρθωσιν αὐτῶν διὰ τοῦ ψηφίσματος, εἶναι ὡς νὰ ἀναγνωρίζωμεν τὴν νομιμότητα τοῦ Νομοθετικοῦ ἐκείνου Διατάγματος, τὸ ὁποῖον κατήργει τὰ Συμβούλια καὶ ἐδημιούργει μίαν ἀπόλυτον αὐθαιρεσίαν. Νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν θὰ εἶναι διατεθειμένη νὰ ἀναγνωρίσῃ ὡς καλῶς ἐκδοθέντα τοιαῦτα Διατάγματα καὶ δὲν νομίζω ὅτι δι’ εἰδικῆς πράξεως θὰ ἠδύνασθε νὰ διατάξητε τὴν ἐπαναφορὰν τῶν ὑπαλλήλων αὐτῶν εἰς τὰς θέσεις των καὶ διότι μένουν μετέωροι, ἀγνοοῦντες ποῖον εἶναι τὸ σχολεῖον εἰς τὸ ὁποῖον μετετέθησαν. Τὰ Συμβούλια δὲν δύνανται πλέον νὰ τακτοποιήσουν τὰ ἄτοπα ταῦτα. Ἐγένετο ἓν Διάταγμα, ἀλλ’ εἶναι ἀδύνατον νὰ εὐδοκιμήσῃ, διότι διὰ νὰ τακτοποιήσῃ ἓν θὰ ἐδημιούργει ἄλλα ἄτοπα. Μόνον δι’ ἐπαναφορᾶς τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν εἰς τὰς θέσεις των καὶ ἄνευ ἀκόμη ὁδοιπορικῶν ἐξόδων, διότι διὰ τῆς ἀναφορᾶς των τὰ δέχονται καὶ αὐτά, νομιμοποιεῖται ἡ μετάθεσίς των.
§44Α. ΑΡΓΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δημ. Ἐκπαιδεύσεως). Ἡ ὑπόθεσις εἶναι γνωστὴ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον καὶ ἀπὸ τὴν πρώτην ἡμέραν ἀφ’ ὅτου ἀνέλαβα τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως....
§45Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Καὶ αἱ πλαστογραφίαι.
§46Α. ΑΡΓΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δημ. Ἐκπαιδεύσεως). Ἡ ὑπόθεσις γενικῶς. Ἐπρονόησα διὰ τὴν σύνταξιν νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον εἶναι ἕτοιμον. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν πλαστογραφίαν λαμβάνω πρώτην φορὰν γνῶσιν.
§47Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δευτέραν τοιαύτην δύναμαι νὰ σᾶς καταγγείλω· καὶ πλαστογραφίας ἐν τῇ ἀλλοιώσει τῶν ὀνομάτων τῶν διδασκάλων.
§48Α. ΑΡΓΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δημ. Ἐκπαιδεύσεως). Δὲν εἶναι εἰς γνῶσίν μου ὅτι διεπράχθησαν πλαστογραφίαι. Ὅσον ἀφορᾷ τοῦ νὰ ἀνατρέψω ἢ μᾶλλον νὰ ἐπανορθώσω καθεστὼς διοικητικῆς ἐνεργείας ἐγὼ ἔχω καὶ περὶ τούτου ἀμφιβολίας. Εἶναι γνωστὸν ὅτι τὸ Κράτος διοικεῖται ὑπὸ πλήθους Ν. Διαταγμάτων καὶ δὲν μοὶ εἶναι γνωστὸν ὅτι διοικητικῶς ἀνηρέθησαν τὰ Διατάγματα ταῦτα.
§49Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἐφόσον δὲν ἐκυρώθησαν ἀρξαμένης τῆς Βουλῆς.
§50Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὑπάρχει νόμος.
§51Α. ΑΡΓΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δημ. Ἐκπαιδεύσεως). Δὲν εἶναι τὸ μόνον Διάταγμα, τὸ ὁποῖον δὲν εἰσήχθη εἰς τὴν Βουλήν, καθόσον γνωρίζετε ὅτι οὐδὲν Διάταγμα εἰσήχθη εἰς τὴν Βουλήν. Δὲν φαντάζομαι ὅμως ὅτι εἶναι ἄκυρα ὅλα αὐτὰ τὰ Διατάγματα. Παρεμπιπτόντως εἰσάγεται τὸ ζήτημα, ὥστε δὲν δύναμαι νὰ εἴπω ὅτι ἡ Βουλὴ ἔχει ἐκφέρει γνώμην. Ἑπομένως, ἐφόσον πρόκειται περὶ πληθοῦς Διαταγμάτων, περὶ τῶν ὁποίων χθὲς ἀκόμη τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ἔλαβεν ὡρισμένην πρόνοιαν, νομίζω ὅτι δὲν δύναμαι ἐγὼ τοὐλάχιστον κατ’ ἰδίαν νὰ θεωρήσω ἄκυρα τὰ τοιαῦτα Διατάγματα. Τουναντίον μάλιστα ἐν Ὑπουργικῷ Συμβουλίῳ δὲν ἐλήφθη τοιαύτη ἀπόφασις καὶ δὲν δύναμαι μονομερῶς νὰ ἀνατρέψω διοικητικῶς ἓν Νομοθετικὸν Διάταγμα.
§52Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἀνατρέπετε τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἐνόμισεν ὅτι εἶχεν ὁ προκάτοχός σας Ὑπουργός.
§53Α. ΑΡΓΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δημ. Ἐκπαιδεύσεως). Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς εἴπω τὸ ἑξῆς· ὅτι εἶναι τυπικὸς νόμος ἐκεῖνο περὶ τοῦ ὁποίου ἀσχολούμεθα τώρα. Ἡ νομοθετοῦσα τότε Ἐξουσία κατήργησε τὰς ἐγγυήσεις, μετέθεσε καὶ διώρισε διδασκάλους. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἐνομοθέτησε καθ’ ὃν τρόπον ἐνομοθέτησεν, ἐρωτῶ λοιπόν, παρανόμως μετετέθη ὁ μὲν καὶ ὁ δέ, ἀφοῦ καθ’ ὃν τρόπον ἐνομοθέτησαν τότε ὑπῆρχε νομοθέτημα καὶ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτοῦ τοῦ νομοθετήματος ἐνήργησεν ὁ Ὑπουργός; Δι’ ὅλα αὐτά, κύριοι, ἀπαιτεῖται μεγάλη μελέτη καὶ ἴσως καὶ πρόνοια τῆς Βουλῆς διὰ νὰ ἀποκατασταθῶσι τὰ πράγματα. Διότι δὲν πρόκειται περὶ μεταθέσεων ἀθρόων, πρόκειται περὶ προαγωγῶν καὶ τοποθετήσεων ἄλλων προσώπων καὶ θὰ γεννηθῇ μία μεγάλη ἀναστάτωσις. Οἱ μετατεθέντες κατὰ κανόνα ἔχουν καταλάβει τὰς θέσεις των γενικῶς.
§54Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ὄχι, κ. Ὑπουργέ, ἂν θέλητε παραδείγματα, σᾶς λέγω ὅτι διωρίσθη προσωρινὸς διδάσκαλος, ὁ ὁποῖος δὲν ἔχει οὔτε ἀπολυτήριον Σχολαρχείου, εἰς θέσιν τὴν ὁποίαν κατεῖχε μόνιμος διδάσκαλος, ἄλλος δὲ μετετέθη εἰς σχολεῖον θηλέων.
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς Νομοθετικῆς Ἐργασίας. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔχει τὸν λόγον.
§56Α. ΖΑΪΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ Κυβέρνησις εἰς τὰς προγραμματικὰς αὐτῆς δηλώσεις ἐθεώρησεν ὡς τὸ κυριώτατον ἔργον τῆς Βουλῆς τὴν ταχεῖαν περάτωσιν τοῦ ἀναθεωρητικοῦ ἔργου της. Ἐπειδὴ δὲ ἡ Ἐπιτροπὴ εἰς ἣν παρεπέμφθη τὸ Σύνταγμα ὑπέβαλε, φιλοτίμως ἐργασθεῖσα, τὴν ἔκθεσιν αὐτῆς καὶ ἐπειδὴ εἶναι ἀναγεγραμμένη ἡ συζήτησις εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν, ἡ Κυβέρνησις παρακαλεῖ, ἂν ἡ Βουλὴ ἐγκρίνῃ νὰ προταχθῇ ἡ συζήτησις τοῦ Συντάγματος. Ἐλπίζω ὅτι ἡ Βουλὴ θέλει ἐγκρίνει ὅπως ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ Συντάγματος μὴ διακοπῇ, ἀλλὰ θεωρήσῃ αὐτὴν ὡς τὸ κυριώτατον τῶν ἔργων της. Εἶμαι βέβαιος ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ θέλει ὑποβάλει συντόμως τὴν ἔκθεσιν αὐτῆς καὶ ἐπὶ τῶν ὑπολοίπων ἄρθρων, ὥστε ἐντὸς χρόνου οὐχὶ μακροῦ νὰ περατώσωμεν τὴν ἀναθεώρησιν.
§57ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§58Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Δὲν ἔχω οὐδεμίαν ἀντίρρησιν, ἀλλὰ μόλις σήμερον μᾶς ἐδόθη ἓν μικρὸν τμῆμα τῆς ἐκθέσεως τῆς Ἐπιτροπῆς. Θὰ ἔπρεπεν, ὅπως εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, νὰ ἀσχοληθῶμεν σοβαρῶς μὲ τὸ ἔργον αὐτό. Ἄν θέλητε νὰ ἀσχοληθῶμεν σοβαρῶς μὲ τὸ ἔργον αὐτό, πρέπει νὰ ὁρίσωμεν εἰδικῶς δύο ἢ τρεῖς ἡμέρας τῆς ἑβδομάδος, χωρὶς ὅμως νὰ ἀναμιγνύωμεν ἀναφορὰς καὶ ἐρωτήσεις καὶ ἐπερωτήσεις μὲ τὸ συντακτικὸν ἔργον, χωρὶς συγχρόνως καὶ νὰ εἴμεθα παρασκευασμένοι δι’ αὐτὴν τὴν συζήτησιν.
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διενεμήθη ἡ εἰσήγησις πρὸ ἡμερῶν.
§60ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὄχι, κ. Πρόεδρε, διενεμήθη σήμερον.
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μοὶ φαίνεται ὅτι ἔχει γίνει κάποια σύγχισις. Ἡ ὑπηρεσία μὲ βεβαιοῖ ὅτι ἔχει διανεμηθῆ πρὸ ἡμερῶν.
§62Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ἡ ἐπιβράδυνσις τῆς διανομῆς τῆς ἐκθέσεως τῆς Ἐπιτροπῆς δὲν ἀποτελεῖ λόγον διὰ νὰ ἀναβληθῇ ἡ ἔναρξις τῆς συζητήσεως. Σήμερον θὰ γίνῃ εἰσήγησις. Ἀλλὰ καὶ ἂν εἰσέλθωμεν εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν, πάλιν δὲν εἶναι ἀναγκαία ἡ διανομὴ τῆς ἐκθέσεως, διότι διὰ ψηφίσματος ὡρίσθη ὅτι ἡ ἔκθεσις ἔπρεπε νὰ διανεμηθῇ ἐντὸς 14 ἡμερῶν.
§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Βοκοτόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§64Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπιθυμῶ νὰ εἴπω τὰ ἑξῆς. Βεβαίως ἡ Βουλὴ ἔχει δίκαιον νὰ θέλῃ νὰ ἀρχίσῃ ἀπὸ σήμερον ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ Συντάγματος, ἀφοῦ ἡ ἔκθεσις τῆς Ἐπιτροπῆς, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνήκω καὶ ἐγώ, διενεμήθη σήμερον, ἀλλ’ ἐπιθυμῶ νὰ εἴπω ὅτι ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖον γίνεται....
§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εὑρισκόμεθα πρὸ δύο διαβεβαιώσεων, τῆς ὑπηρεσίας ἀφ’ ἑνὸς καὶ τῶν κ. κ. βουλευτῶν ἀφ’ ἑτέρου, ἂν διενεμήθη ἢ ὄχι.
§66Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Πρὸ δύο ὡρῶν διενεμήθη.
§67Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Πρέπει νὰ κανονισθῇ λεπτομερέστατα, διότι ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ συνεζητήθησαν καὶ συζητοῦνται ἀκόμη πολλαὶ τροπολογίαι. Ἐπὶ τῶν τροπολογιῶν αὐτῶν ἄλλαι ἐγένοντο δεκταὶ καὶ ἄλλαι ἀπερρίφθησαν. Ὅλαι αὐταὶ αἱ τροπολογίαι καὶ τὰ κείμενα τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος καὶ ἐπὶ παραδείγματι τὸ πρῶτον ἄρθρον αὐτοῦ θὰ συζητηθοῦν ἀπὸ ὅλα τὰ μέλη τῆς Βουλῆς, τὰ ὁποῖα ἔχουν ταύτην ἢ ἐκείνην τὴν γνώμην ἐπὶ ἑνὸς ἑκάστου ἄρθρου ἢ ἐπὶ μιᾶς ἑκάστης τροπολογίας. Ἐνόσῳ ὅμως ὑπάρχει κεχωρισμένη γνώμη ἐν τῇ Βουλῇ, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προχωρήσῃ ἡ συζήτησις τοῦ Συντάγματος. Ὑποθέσατε ὅτι ἔρχεται πρὸς συζήτησιν τὸ 1ον ἄρθρον, θὰ λάβουν δὲ πολλοὶ τὸν λόγον καὶ θὰ πολεμήσουν τὴν μορφὴν τοῦ πολιτεύματος. Ποῖος θὰ ἀποφασίσῃ ἐν τῇ Βουλῇ τοῦτο ἢ ἐκεῖνο; Δεύτερον εἰσερχόμεθα εἰς ἄλλην διάταξιν περὶ τῆς Γερουσίας καὶ περὶ τῶν ἐργασιῶν τῆς Γερουσίας καὶ τῆς Βουλῆς. Ὅλαι αὐταὶ αἱ ἀντινομίαι καὶ αἱ διαφωνίαι, αἱ ὁποῖαι θὰ ἐκτεθοῦν ἐδῶ, θὰ τεθοῦν ὑπὸ συζήτησιν καὶ ἐνόσῳ δὲν ὑπάρχει μία σαφὴς γνώμη—καὶ αὐτὴ ἡ γνώμη πρέπει νὰ εἶναι ἡ τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία νὰ εἴπῃ ὅτι δέχομαι τοῦτο ἢ ἐκεῖνο—νομίζετε ὅτι δυνάμεθα νὰ φθάσωμεν εἰς συζήτησιν ποτέ; Οὔτε ἐπὶ δύο ἔτη νὰ συζητῶμεν δὲν θὰ κατορθώσωμεν τίποτε, διότι ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς δὲν εἶναι σήμερον ἑνιαία. Λοιπὸν μία διάταξις, τὴν ὁποίαν ὑποστηρίζει εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων καὶ τὴν ὁποίαν πολεμᾷ τὸ Λαϊκὸν Κόμμα καὶ δέχεται ἢ ὄχι τὸ Κόμμα τῶν Ἐλευθεροφρόνων, ποῖος θὰ τὴν ψηφίσῃ ἐδῶ μέσα;
§68ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἡ Βουλή.
§69Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ πλειονοψηφία ἐπὶ μιᾶς ἑκάστης διατάξεως καὶ δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ψηφισθῇ τὸ Σύνταγμα.
§70ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Νὰ διαλύσωμεν τὴν Βουλήν.
§71Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἴθε, διὰ νὰ συγκροτηθῇ Βουλὴ δυναμένη νὰ ἐκπληρώσῃ τὸ μέγα ἔργον τοῦ πολιτεύματος. Λοιπὸν προτείνω εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἀποφασίσῃ αὐτὴ ἡ ἰδία ποίας ἐκ τῶν τροποποιήσεων τοῦ Συντάγματος εἶναι διατεθειμένη νὰ ὑποστηρίξῃ καὶ ποίας νὰ ἀπορρίψῃ καὶ εἴτε διὰ τοῦ Πρωθυπουργοῦ, εἴτε δι’ ἄλλου Ὑπουργοῦ νὰ δοθῇ πέρας εἰς τὴν συζήτησιν ἑνὸς ἑκάστου ἄρθρου. Διότι, ἐπαναλαμβάνω, ἄνευ αὐτῆς τῆς προτάσεώς μου δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ψηφισθῇ τὸ Σύνταγμα, κύριοι Ὑπουργοὶ καὶ Πρωθυπουργοί. Διότι ἂς προσέξωμεν εἰς τὰ πράγματα. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συμφωνήσουν τὰ κόμματα ἐν τῇ Βουλῇ ἄνευ ὁδηγοῦ καὶ ὁ ὁδηγὸς πρέπει νὰ εἶναι ἡ Κυβέρνησις. Φέρω ἓν παράδειγμα. Σήμερον συνεζητήθη ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ μία πρότασις, τὴν ὁποίαν ἐγὼ τοὐλάχιστον εὑρίσκω παράδοξον, προερχομένην ἐκ τοῦ Κόμματος τῶν Προοδευτικῶν Φιλελευθέρων. Τὸ κόμα αὐτὸ ὑπέβαλε πρότασιν, διὰ τῆς ὁποίας ὁρίζεται ἐν τῷ Συντάγματι ἡ δημιουργία Ἐπιτροπῆς ἔκ τε τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Γερουσίας τριακονταμελοῦς, ἡ ὁποία θὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ νομοθετῇ, παρούσης τῆς Βουλῆς, ἐξαιρέσει τῶν φορολογικῶν νομοσχεδίων καὶ δὲν ἐνθυμοῦμαι τίνων ἄλλων θεμάτων. Εἰς αὐτὴν τὴν πρότασιν τῆς δημιουργίας παραβουλῆς ἀντετάχθημεν καὶ συζητοῦμεν ἤδη ἐπὶ τρεῖς ἡμέρας ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ. Ἀντετάχθη τὸ Λαϊκὸν Κόμμα καὶ τὸ Κόμμα τῶν Ἐλευθεροφρόνων. Θὰ ἔλθῃ ἡ συζήτησις τοῦ Συντάγματος ἐδῶ. Ποῖος θὰ εἴπῃ ὅτι πρέπει νὰ ψηφισθῇ ἢ ὄχι, ἂν δὲν τὸ εἴπῃ ἡ Κυβέρνησις;
§72Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Ὄχι ἡ Κυβέρνησις.
§73Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε δὲν ἠμπορεῖτε νὰ ἔχητε πλειονοψηφίαν διὰ νὰ εἴπητε τοῦτο ἢ ἐκεῖνο. Αὐτὴν τὴν πρότασιν τὴν ἰδικήν μου, ἐπαναλαμβάνω, τὴν εὑρίσκω τὴν μόνην πρακτικὴν καὶ δυνατὴν νὰ φέρῃ εἰς πέρας τὸ ταχύτερον τὴν συζήτησιν τοῦ Συντάγματος, δὲν εὑρίσκω ἄλλην.
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ ἐπὶ τοῦ Συντάγματος συζήτησις. Ὁ κ. Σ. Κρεμεζῆς ὡς εἰσηγητὴς τοῦ Συντάγματος ἔχει τὸν λόγον.
§75Σ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Αἰσθάνομαι, κύριοι βουλευταί ἰδιαιτέρως τὴν τιμήν, ἀλλὰ καὶ τὸ βάρος, τὸ ὁποῖον ἀνετέθη εἰς ἐμέ, ἐκ τῶν πλέον ἀνεπαρκῶν ἴσως διὰ τὸ ἔργον τοῦτο βουλευτῶν, ἵνα εἰσηγηθῶ εἰς ὑμᾶς τὰς σκέψεις καὶ τὰς ἀποφάσεις τῆς συγκροτηθείσης πρὸς ἐπεξεργασίαν τῶν ἐπὶ τοῦ Συντάγματος τροπολογιῶν Ἐπιτροπῆς, μετὰ τοῦ ἐξ Ἀθηνῶν ἀξιοτίμου συναδέλφου κ. Μπαμπάκου. Καὶ διὰ τὸν λόγον τοῦτον, ὡς καὶ διὰ τὴν ταχύτητα μεθ’ ἧς κατ’ ἐπιταγὴν τῆς Βουλῆς, ἐργάζεται ἡ Ἐπιτροπὴ αὕτη, ταχύτητα μὴ ἐπιτρέπουσαν τὴν ἀναλυτικὴν ἔρευναν, ὅλων τῶν ἀναφυομένων συνταγματικῶν ζητημάτων, λαμβάνω τὸ θάρρος νὰ ζητήσω τὴν ἐπιεικῆ ὑμῶν ἐπὶ τῆς εἰσηγήσεώς μου κρίσιν καὶ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, λόγῳ τοῦ ἐπιστημονικοῦ τοῦ θέματος, τὸ ὁποῖον εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ διέλθω ὅσον τὸ δυνατὸν συντομώτερον, συμπληρῶν, ἐφόσον δύναμαι, τὰς ὑποβληθείσας ἐκθέσεις ἡμῶν. Μετὰ δύο Βουλὰς ἐπὶ μακρὸν ἀσχοληθείσας πρὸς σύνταξιν τοῦ Καταστατικοῦ ἡμῶν Χάρτου, τὰ θέματα δύναταί τις νὰ εἴπῃ ὅτι εἶναι σχεδὸν ἐξηντλημένα καὶ ἀνιαρά—ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ ὁ χαρακτηρισμὸς—κατέστη ἡ περὶ αὐτῶν πολλάκις ἐπαναληφθεῖσα συζήτησις, αἱ δὲ ἀτομικαὶ γνῶμαι κατὰ τὸ πλεῖστον κατατοπισμέναι, μέχρι τοῦ σημείου ὥστε περιτταὶ νὰ θεωρῶνται πλέον αἱ πολλαὶ συζητήσεις καὶ νὰ μὴ ἀφίσταταί τις τῆς πραγματικότητος ἂν εἴπῃ ὅτι ἡ Κοινὴ Γνώμη ἀξιοῖ ταχυτάτην τὴν ψήφισιν ἑνὸς πολιτεύματος. Ὑπὸ τὴν πίεσιν τῆς Κοινῆς Γνώμης καὶ ἡ Βουλὴ ταχυτάτην ἀπῄτησε τὴν ἐπεξεργασίαν ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ ψήφισιν ὑπ’ αὐτῆς τοῦ νέου πολιτεύματος. Τοῦτο μαρτυρεῖται ἀπὸ τὸ ψήφισμα, τὸ ὁποῖον καθώρισε τὰς προθεσμίας ἐπεξεργασίας ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ τὸν τρόπον ψηφίσεως ὑπ’ αὐτῆς. Συμμεριζόμενος καὶ ἐγὼ ἀπολύτως τὴν ἀνάγκην τῆς ταχείας ἐπιψηφίσεως τοῦ πολιτεύματος, θὰ μοὶ ἐπιτραπῆ νὰ ἐκφράσω τὴν προσωπικήν μου γνώμην, ὅτι πρὸς διευκόλυνσιν τῶν ἐργασιῶν τοῦ Σώματος καὶ πρὸς ἀποφυγὴν ἀσκόπου σπατάλης πολυτίμου χρόνου εἰς συζητήσεις ἀκάρπους, σκόπιμον θὰ εἶναι ὅπως, ἐξαιρουμένων ὡρισμένων θεμάτων, γνωστῶν ὡς ἐπιμάχων, ἐφ’ ὧν θέλει ὑπάρξει σοβαρὰ διάστασις γνωμῶν, τὰ λοιπὰ ἄρθρα, τὰ μὴ περιέχοντα σπουδαίας μεταβολάς, καταστῆ δυνατὸν νὰ ψηφισθοῦν καὶ κυρωθοῦν ἐν τῷ συνόλῳ των ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ σχεδίου τοῦ καταρτισθέντος ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς. Καὶ οὕτω σπουδαίαν θέλομεν ἔχει οἰκονομίαν χρόνου, ἐνῷ ταὐτοχρόνως διὰ τοῦ τρόπου τούτου θὰ δοθῇ ὁ πρέπων χρόνος πρὸς εὐρεῖαν συζήτησιν ἐπὶ τῶν σοβαρῶν καὶ ἐπιμάχων σημείων καὶ τῶν προτεινομένων πρὸς εἰσαγωγὴν νέων θεσμῶν. Δὲν διαφεύγει δὲ τὴν ἀντίληψίν μου ὅτι εἰς τὴν ἀποδοχὴν τοῦ τρόπου τούτου ψηφίσεως τοῦ πολιτεύματος τὸν πρῶτον λόγον πρέπει νὰ ἔχῃ ἡ Κυβέρνησις, ἥτις συγκεντροῦσα καὶ τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς, καθῆκον ἔχει νὰ ρυθμίζῃ τὰς ἐργασίας τοῦ Σώματος καὶ αὐτὴν θέλει βαρύνει ἡ τυχὸν ἐπιβράδυνσις τοῦ ἔργου. Εἰσέρχομαι ἤδη εἰς τὴν εἰσήγησιν τῶν σκέψεων καὶ ἀποφάσεων τῆς ἐπὶ τοῦ Συντάγματος Ἐπιτροπῆς. Ὡς βάσιν τῶν ἐργασιῶν της ἡ Ἐπιτροπὴ ἀπεδέχθη τὴν ὑπὸ τῆς Βουλῆς καθορισθεῖσαν. Δηλαδὴ τὸ ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως δημοσιευθὲν κατὰ τὴν 22αν Σεπτεμβρίου παρελθόντος ἔτους κείμενον Συντάγματος, ὅπερ εἶναι τὸ ὑπὸ τῆς τεσσαρακονταμελοῦς Ἐπιτροπῆς τῆς Δʹ Συνελεύσεως ἐπεξεργασθὲν καὶ τὸ ὁποῖον δὲν ἐδημοσιεύθη ὑπὸ τῆς ἐχούσης πρὸς τοῦτο ὑποχρέωσιν καὶ ἐντολὴν Κυβερνήσεως Παγκάλου, τῆς μετέπειτα μετατραπείσης εἰς δικτατορίαν, εἰς ἐμὴν τυραννίαν. Ἀπέκρουσε δὲ ἡ Ἐπιτροπὴ ἀντίθετον βάσιν, ὅπως ὡς βάσιν ἐργασιῶν της ἡ Ἐπιτροπὴ ἀκολουθήσῃ τὸ κείμενον τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911, ὡς ἀντικειμένην εἰς τὴν σχετικὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ καὶ διότι τὸ Σύνταγμα τοῦ Σεπτεμβρίου τοῦ 1926 εἶναι τὸ τεθὲν ἐν ἰσχύϊ καὶ αὐτὸ εἶναι τὸ παρ’ ἡμῖν τροποποιητέον. Τὸ πρῶτον ἄρθρον τοῦ Συντάγματος καθορίζει τὴν μορφὴν τοῦ πολιτεύματος· ὅτι τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος εἶναι Δημοκρατία. Ἡ μορφὴ τοῦ πολιτεύματος καὶ διὰ τοῦ Διατάγματος δι’ οὗ προεκηρύχθησαν αἱ ἐκλογαὶ τῆς παρούσης Βουλῆς καὶ διὰ τοῦ γνωστοῦ ψηφίσματος τῆς Βουλῆς δὲν ἐτέθη ὑπὸ ἀναθεώρησιν. Καθ’ ἡμᾶς, τὴν πλειονοψηφοῦσαν μερίδα τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ, ἡ δημοκρατικὴ μορφὴ τοῦ πολιτεύματος τῆς Ἑλλάδος, εἶναι ἡ θέλησις τῆς μεγάλης πλειονότητος τοῦ λαοῦ, ἐπανειλημμένως μέχρι σήμερον ἐκδηλωθεῖσα καὶ μὴ δυναμένη νὰ τεθῇ ὑπὸ οἱανδήποτε ἀμφισβήτησιν. Ἡμεῖς δηλαδὴ τὸ ζήτημα τῆς μορφῆς τοῦ πολιτεύματος θεωροῦμεν ὁριστικῶς λελυμένον, μὴ ἐπιδεχόμενον ἀμφισβήτησιν. Κατ’ ἄλλους διατηροῦνται ὡς πρὸς τὸ σημεῖον τοῦτο ἐπιφυλάξεις. Ἀλλὰ καὶ αἱ ἐπιφυλάξεις αὗται δὲν εἶναι δυνατὸν ὁπωσδήποτε νὰ θέσουν ὑπὸ ἀμφισβήτησιν τὴν μορφὴν τοῦ πολιτεύματος καὶ μόνην ἔννοιαν δύνανται νὰ ἔχουν ταύτην καὶ μόνην, ἣν διετύπωσε πρό τινος ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου γηραιὸς ἐξ Ἀθηνῶν καὶ ἔγκριτος συνάδελφος. Ὅτι, ἄν ποτε ἔχῃ τὴν πλειονότητα τοῦ λαοῦ σύμφωνον ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου καὶ τὴν δύναμιν, θὰ μεταβάλῃ τὸ πολίτευμα καὶ τὰς ἀντιλήψεις του, ἀνεξαρτήτως τῆς ὑπάρξεως ἢ ἀνυπαρξίας ἐπιφυλάξεων. Ὑπεβλήθησαν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου τροπολογίαι τινὲς ἀφορῶσαι τὴν φραστικὴν αὐτοῦ διατύπωσιν, τινὲς δὲ καὶ οὐσιαστικὰς προτείνουσαι μεταβολάς. Ἡ Ἐπιτροπὴ ἀκολουθοῦσα ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ τὰς ἀποφάσεις τῆς Βουλῆς ἀπέσχε νὰ ἀποφασίσῃ καὶ ἐπαφέθη εἰς τὴν ὁλομέλειαν τοῦ Σώματος, ἥτις ἀνακαλοῦσα τὴν προηγουμένην της ἀπόφασιν δύναται νὰ τροπολογήσῃ τὸ ἄρθρον, διατηρουμένης πάντως τῆς δημοκρατικῆς μορφῆς τοῦ πολιτεύματος. Κατεκρίθη ἡ φράσις «τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος εἶναι Δημοκρατία», ὡς κακότεχνος. Εἶναι δύναταί τις νὰ εἴπῃ ἀκριβὴς ἡ παρατήρησις. Ἀλλ’ ἡ διατύπωσις αὕτη ἀποδίδει πληρέστερον πάσης ἄλλης τὴν ἐθελημένην ἔννοιαν. Καὶ ἄλλοι συνταγματικοὶ νομοθέται, ὡς τοῦ Γερμανικοῦ Συντάγματος, μετὰ πολλὰς ἐρεύνας κατέληξαν εἰς τὴν αὐτήν, κακότεχνον μέν, ἀλλὰ πλήρη τῆς ἐννοίας διατύπωσιν. Τὸ ἄλλο μέρος τοῦ ἄρθρου «ὅτι ἅπασαι αἱ ἐξουσίαι πηγάζουν ἀπὸ τὸ Ἔθνος καὶ ἀσκοῦνται καθ’ ὃν τρόπον τὸ Σύνταγμα ὁρίζει» προσδιορίζει τὴν λαϊκὴν κυριαρχίαν καὶ ἔχει ληφθῆ ἐκ τοῦ ἄρθρου 21 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911. Εἶναι γνωστοὶ οἱ ἱστορικοὶ λόγοι, δι’ οὓς ἀνέκαθεν προεκρίθη ἡ διατύπωσις, ὅτι αἱ ἐξουσίαι πηγάζουν ἐκ τοῦ Ἔθνους, ἀντὶ ἐκ τοῦ Λαοῦ—ἥτις θὰ ἦτο ἀκριβεστέρα ἐπιστημονικῶς φράσις—ὥστε νὰ περιττεύῃ ἡ παρ’ ἐμοῦ ἤδη ἀνάπτυξίς των. Εἰς τὴν φράσιν ταύτην τοῦ ἄρθρου 21 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911 ὑπάρχει ἡ προσθήκη «ὑπάρχουν ὑπὲρ Αὐτοῦ». Ἡ προσθήκη αὕτη εὑρισκομένη εἰς τὸ δημοκρατικώτερον τῶν παλαιοτέρων πολιτευμάτων, τῆς Συνελεύσεως τῆς Τροιζῆνος, καὶ δηλωτικὴ τῆς ἐννοίας ὅτι τὸ Σύνταγμα καὶ αἱ ἐξουσίαι δὲν ἀποτελοῦν τὸν σκοπόν μας καὶ τὸν σκοπὸν τοῦ Λαοῦ, ἀλλ’ ἐτάχθησαν διὰ νὰ ἐξυπηρετοῦν τὸν Λαόν, ἐπ’ ὠφελείᾳ αὐτοῦ νὰ ἀσκῶνται, ἐγένετο ἀποδεκτὴ ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς Δʹ Συνελεύσεως καὶ ἤδη ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Συντάγματος ἀπεδέχθη ταύτην, ἀποδεχθεῖσα τὸ ὅλον ἄρθρον ὡς ἔχει. Ἐν συνόψει ἐν τῷ πρώτῳ ἄρθρῳ, διὰ τῆς πρώτης μὲν αὐτοῦ φράσεως καθορίζεται ἡ δημοκρατικὴ μορφή, ὁ τύπος τοῦ πολιτεύματος, διὰ τῆς δευτέρας δὲ ἡ οὐσία καὶ τὸ περιεχόμενον αὐτοῦ, ἡ λαϊκὴ κυριαρχία. Τὰ ἑπόμενα τρία ἄρθρα ὑπ’ ἀριθ. 2, 3 καὶ 4 καθορίζουσι τὴν κοινοβουλευτικὴν μορφὴν τοῦ πολιτεύματος, τὴν διάκρισιν τῶν τριῶν ἐν τῷ Κράτει ἐξουσιῶν. Τὸ μὲν δεύτερον τοὺς νομοθετικοὺς παράγοντας, τὸ τρίτον τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν καὶ τὸ τέταρτον τὴν ἀνεξαρτησίαν τῆς τρίτης ἐν τῷ Κράτει ἐξουσίας, τῆς δικαστικῆς. Ἐκ τῆς ἀναγνώσεως τοῦ 2ου ἄρθρου τοῦ ἐν ἰσχύϊ Συντάγματος ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἀσκεῖται ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Γερουσίας, γίγνεται ἀμέσως ἀντιληπτὸν ὅτι τὸ πρῶτον ἤδη εἰσάγεται εἰς τὴν Ἑλλάδα τὸ δεύτερον νομοθετικὸν Σῶμα, τὸ πρῶτον ἐγκαθιδρύεται τὸ δυαδικὸν λεγόμενον νομοθετικὸν σύστημα. Μέχρι τοῦδε οἱ νομοθετικοὶ ἐν τῷ Κράτει παράγοντες ἦσαν δύο, ἡ μόνη Βουλὴ καὶ ὁ Ἀνώτατος Ἄρχων. Ἡ Βουλὴ ἀπεφάσιζε, ποῖοι κανόνες δέον νὰ ἰσχύουν ὡς νόμοι τοῦ Κράτους, ὁ Ἀνώτατος Ἄρχων, πλὴν τῆς ἐκδόσεως καὶ δημοσιεύσεως τῶν νόμων, ἅτινα ἀνάγονται εἰς τὴν σφαῖραν τῶν καθηκόντων τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας, εἶχε καὶ τὸ δικαίωμα τῆς κυρώσεως τῶν νόμων, τὴν ἀρνησικυρίαν, ἐκδηλουμένην οὐχὶ διὰ θετικῆς τινος πράξεώς του συνήθως, ἀλλὰ διὰ τῆς ἀποθετικῆς του σιωπῆς ἐπὶ ὡρισμένον χρόνον, ἡ πάροδος τοῦ ὁποίου ἠτόνει τὸν ψηφισθέντα νόμον, δηλαδὴ καθαρῶς νομοθετικὸν ἔργον. Ἀκόμη καὶ ὅταν ἄλλοτέ ποτε ἐλειτούργησεν ἐνταῦθα καὶ Γερουσία, οὐχὶ αἱρετή, ἀλλὰ διοριζομένη ὑπὸ τοῦ Ἀνωτάτου Ἄρχοντος καὶ τότε ὁ Βασιλεὺς διετήρει πάντοτε ἀπόλυτον τὸ νομοθετικὸν τοῦτο δικαίωμα τῆς κυρώσεως τῶν νόμων, μὲ ἀπόλυτον τὸ δικαίωμα τῆς ἀρνησικυρίας (veto). Ἤδη τὸ νομοθετικὸν ἔργον, κατὰ τὸ εἰσαγόμενον δυαδικὸν σύστημα, ἀνήκει εἰς τὰς δύο Βουλὰς ἀποκλειστικῶς, ὁ δὲ Ἀνώτατος Ἄρχων ὑποχρεοῦται εἰς τὴν ἔκδοσιν καὶ δημοσίευσιν τῶν ὑπὸ τῶν δύο νομοθετικῶν Σωμάτων καταρτιζομένων νόμων. Ἐναντίον τοῦ εἰσαγομένου θεσμοῦ—τῆς Γερουσίας—καὶ ὑπὲρ τῆς ἀπαλείψεως τῆς σχετικῆς συνταγματικῆς διατάξεως πολλαὶ ὑπεβλήθησαν τροπολογίαι καὶ περισσότεραι ἠκούσθησαν φωναί. Θὰ προσπαθήσω ἐν συντομίᾳ νὰ ἀποδώσω τὰς ἀναπτυχθείσας ἀντιρρήσεις καὶ νὰ ἀπεικονίσω τὰς σκέψεις, αἵτινες ἤγαγον τὴν Ἐπιτροπὴν εἰς τὸ συμπέρασμα τῆς ἀπορρίψεως αὐτῶν. Κατεκρίθη ὁ θεσμὸς τῆς Γερουσίας ὅτι ἀνήκει εἰς Κράτη διάφορον τῆς Ἑλλάδος ἔχοντα τὴν κοινωνικήν των σύνθεσιν, εἰς Κράτη, ἐν οἷς ἀναγνωρίζονται κοινωνικαὶ διακρίσεις. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἡ ἱστορικὴ προέλευσις τοῦ θεσμοῦ τῆς Γερουσίας ἀνήκει εἰς Κράτη ἀριστοκρατικά, ὡς ἐν Ἀγγλίᾳ, ὅπου καὶ λειτουργεῖ ἀκόμη καὶ τώρα, διὰ νὰ ἀντιπροσωπεύωνται διὰ τοῦ νομοθετικοῦ τούτου Σώματος αἱ ἀριστοκρατικαὶ τάξεις. Ἐκ τῆς τοιαύτης δὲ προελεύσεως ἡ Ἀγγλικὴ Γερουσία ἔλαβε καὶ τὸ ὄνομα Βουλὴ τῶν Λόρδων. Εἶναι ἐπίσης ἀληθὲς ὅτι εἰς ἄλλα Κράτη, ἔχοντα ὁμοσπονδιακὴν σύνθεσιν καὶ συλλογικὸν χαρακτῆρα, εἰσήχθη ὁ θεσμὸς τοῦ δευτέρου νομοθετικοῦ Σώματος, διὰ νὰ ἐκπροσωπῶνται δι’ αὐτοῦ τὰ ὁμόσπονδα Κράτη, ὡς τοιαῦτα. Εἶναι ὅμως ἐπίσης ἀληθὲς ὅτι καὶ εἰς ὅλα σχεδὸν τὰ δημοκρατούμενα σήμερον Κράτη, εἰς ὅλα ἀνεξαιρέτως τὰ νεώτερα καθαρῶς δημοκρατικὰ πολιτεύματα, τὸ δυαδικὸν νομοθετικὸν σύστημα ἐγένετο ἀποδεκτὸν καὶ λειτουργεῖ, καίτοι οὔτε κοινωνικαὶ διακρίσεις ὑφίστανται ἢ ἀναγνωρίζονται εἰς τὰ Κράτη ταῦτα καὶ ἐθνικῶς ἑνιαία εἶναι ὡς ἡμεῖς καὶ αὐτά, δηλαδὴ οὐχὶ ὁμόσπονδα. Ἐλαχίστας ἐγὼ τοὐλάχιστον γνωρίζω ἐξαιρέσεις Κρατῶν, ἐν οἷς δὲν λειτουργοῦν διττὰ νομοθετικὰ Σώματα, καὶ ταῦτα εἶναι ἡ Σερβία, ἡ Βουλγαρία καὶ ἡ Ρουμανία, πλὴν ἡμῶν, μέχρι τοῦ ἰσχύοντος Συντάγματος, ἅπαντα ὅμως, οὐχὶ καθαρῶς Δημοκρατίαι, ἀλλὰ φέροντα τὴν μορφὴν τῆς Βασιλευομένης Δημοκρατίας ἢ Συνταγματικῆς Βασιλείας. Τὰ δεύτερα δὲ νομοθετικὰ Σώματα, ἐκτὸς ἐλαχίστων ἐξαιρέσεων, ἔχοντα πλέον αἱρετήν, λαϊκήν, ὡς καὶ αἱ κάτω Βουλαί, τὴν προέλευσίν των καὶ οὐχὶ ἀριστοκρατικὴν ἢ ὁμοσπονδιακήν, σκοπὸν ἔχουν, πλὴν τῶν ἄλλων καὶ τὴν ἐπιμελεστέραν κατάρτισιν τῶν νόμων, τὴν νομοθετικὴν συνέχειαν, τὴν τήρησιν ἐν ἄλλοις λόγοις μιᾶς παραδόσεως ἐν τῇ νομοθεσίᾳ, τὸν περιορισμὸν τῶν ἀτασθαλιῶν τῶν κάτω Βουλῶν, τὴν ἀναχαίτισιν τῶν ἄκρων συνήθως ῥοπῶν τῶν Βουλῶν, αἵτινες λόγῳ καὶ τῆς πολιτικῆς των δυνάμεως καὶ τῆς προελεύσεώς των, εὐκολώτερον σύρονται εἰς φανατισμὸν καὶ ἄκρας ἰδέας. Ἐλέχθη ὅτι ὁ θεσμὸς τῆς Γερουσίας ἐλειτούργησεν ἄλλοτε καὶ ἐπέτυχεν ἐν Ἑλλάδι. Τὸ ἐπιχείρημα δὲν στηρίζεται ἐπὶ ἀκριβῶν δεδομένων. Ἡ λειτουργήσασα ἐν Ἑλλάδι Γερουσία τότε πράγματι ἀπέτυχεν, ἀλλ’ ἐκ λόγων, οἵτινες δὲν συντρέχουν σήμερον διὰ νὰ στηρίξωμεν ἐπ’ αὐτῶν τὴν πρόβλεψιν καὶ τῆς σήμερον προτεινομένης πρὸς ἵδρυσιν Γερουσίας. Οἱ γερουσιασταὶ τότε διωρίζοντο ὑπὸ τοῦ Βασιλέως ἢ τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις μόνον τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ Βασιλέως ἀπήλαυε καὶ οὐχὶ τῆς λαϊκῆς ἀντιπροσωπείας. Καὶ φυσικὸν ἦτο νὰ εἶναι τὸ εὐνοούμενον τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας Σῶμα, νὰ ἀποβῇ ὄργανον πειθήνιον τῶν βουλήσεων αὐτῆς. Δὲν γνωρίζω δὲ ἂν πράγματι καὶ ἡ οὕτω καταρτισθεῖσα Γερουσία ἀπέτυχεν ὡς νομοθετικὸν Σῶμα ἢ ἂν περισσότερον διὰ τὴν κατάργησίν της δὲν συνετέλεσεν ἡ ἐπαναστατικὴ ῥοπὴ τῆς Συνελεύσεως τοῦ 1863–1864, ἥτις στρεφομένη ἐναντίον τῆς τότε καταλυθείσης Βαυαρικῆς Δυναστείας, θὰ ἤθελε μᾶλλον διὰ τῆς καταργήσεως τῆς Γερουσίας νὰ ἐξαλείψῃ καὶ πᾶν ἴχνος φίλα διακείμενον πρὸς τὴν ἐξορισθεῖσαν καὶ καθαιρεθεῖσαν Δυναστείαν. Σήμερον ὅμως οἱ λόγοι οὗτοι δὲν συντρέχουν, διότι ἡ Γερουσία θὰ εἶναι αἱρετή, θὰ ἔχῃ λαϊκὴν τὴν προέλευσιν. Ἐντελῶς λοιπὸν διάφοροι αἱ συνθῆκαι ὑφ’ ἃς ἐλειτούργησε καὶ οἱ λόγοι δι’ οὓς κατηργήθη ἡ τότε Γερουσία εἶναι πρὸς τὰς συνθήκας ὑφ’ ἃς θὰ ἱδρυθῇ καὶ θὰ λειτουργήσῃ σήμερον καὶ ὅλως διάφοροι εἶναι οἱ λόγοι οἱ ὑπαγορεύοντες τὴν ἵδρυσίν της σήμερον, ὥστε ἀντὶ νὰ προβλέπωμεν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν τότε δεδομένων ἀσφαλῆ τὴν ἀποτυχίαν τοῦ νῦν εἰσαγομένου θεσμοῦ, νὰ προοιωνιζόμεθα σήμερον, λόγῳ τῆς ἀντιθέσεως τῶν σήμερον πρὸς τὰς τότε συνθήκας, ἀσφαλῶς ὅτι ἡ Γερουσία, ὡς σήμερον προτείνεται, θὰ ἐπιτύχῃ, ὡς θεσμός, καὶ θ’ ἀποδώσῃ τοὺς καρπούς, ὅ,τι ἐξ αὐτῆς ἀναμένομεν. Ἐλέχθη ἐπίσης ὅτι θὰ παρακωλύῃ τὴν εὔκολον κατάρτισιν τῶν νόμων. Τὸ πρᾶγμα εἶναι ἀκριβές. Ἐξεταστέον ὅμως εἶναι μειονέκτημα τοῦτο διὰ τὴν ἐποχήν μας ἢ πλεονέκτημα; Εἶναί τις ἄρά γε ὁ πιστεύων ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ὅτι ἡ νομοθεσία μας εἶναι ἀτελής; Καὶ ἂν τοῦτο εἶναι ἀληθὲς ἐν σμικρᾷ σχετικῶς ἀναλογίᾳ, εἶναι ἄρά γε ἡ ἀτέλεια αὕτη, ἡ λεπτομερειακὴ αὕτη ἀτέλεια τῆς νομοθεσίας μας, εἶναι ἡ αἰτία τῆς κακοδαιμονίας μας; Ἐκλιπὼν πολιτικὸς τοῦ παρελθόντος αἰῶνος, ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὁ ἀείμνηστος Χαρίλαος Τρικούπης, εἶπε πραγματευόμενος τὸ αὐτὸ θέμα: «Τὸ ἐλάττωμα δὲν κεῖται εἰς τὴν ἀτέλειαν τῆς νομοθεσίας, ἀλλ’ εἰς τὴν μὴ ἐφαρμογὴν αὐτῆς. Ἂν ἦτο δυνατόν, ἐγὼ θὰ ἔλεγον, ὅτι ἑνὸς ἐπὶ πλέον νόμου ἔχομεν ἀνάγκην τοῦ νόμου ἐκείνου, ὅστις θὰ ἐξησφάλιζε πλήρη τὴν ἐφαρμογὴν τῶν κειμένων νόμων». Ἀνεξαρτήτως ὅμως τῶν σοφῶν αὐτῶν ῥημάτων τοῦ μακαρίτου ἐκείνου ἀνδρός, ἐγὼ σήμερον ἔχω τὴν πεῖραν τῆς τελευταίας ἐποχῆς, καθ’ ἣν εἴτε ἀδυναμίαι τῶν Κυβερνήσεων, ἀδυνατούντων νὰ ἀντιστῶσιν εἰς τὴν ῥοπὴν τῆς ἀκατασχέτου νομοποιΐας, εἴτε ἡ εὐκολία τῶν δικτατορικῶν Κυβερνήσεων περὶ τὸ νομοθετεῖν, διὰ τῆς ὁδοῦ τῶν Νομοθετικῶν Διαταγμάτων, ἐπλούτισαν τὴν νομοθεσίαν μας μὲ τόσην πληθὺν νομοθετημάτων, ὥστε καὶ οἱ εἰδικώτεροι περὶ τὴν ἔρευναν τῶν νόμων νὰ εὑρίσκωνται πολλάκις πρὸ τοῦ διλήμματος, μὴ ἡ γνώμη, ἣν ἐπὶ δεδομένου θέματος ἐκφέρουσι, προσκρούει εἰς ἄγνωστον εἰς αὐτοὺς νόμον. Ἐγώ, λέγω, ἔχων συναίσθησιν τῆς πραγματικῆς σήμερον ἐν τῇ νομοθεσίᾳ μας καταστάσεως, θὰ ἠγόμην εἰς τὸ συμπέρασμα νὰ εἴπω ὅτι, ἂν ἡ Γερουσία ἀναχαιτίζει ἢ ἀποτελεῖ πρόσκομμα εἰς τὴν ταχεῖαν κατάρτισιν τῶν νόμων, τοῦτο ἀντὶ νὰ ἀποτελῇ μειονέκτημα τοῦ θεσμοῦ, τοὐναντίον εἶναι τὸ προτέρημά του καὶ διὰ τοῦτο καὶ μόνον θὰ ἔπρεπε νὰ κηρυχθῶμεν ὑπὲρ τῆς ἱδρύσεως τοῦ δευτέρου νομοθετικοῦ Σώματος. Ἡ μόνη Βουλή, ἡ κάτω Βουλή, κύριοι βουλευταί, ὡς ἐκ τοῦ τρόπου τῆς προελεύσεώς της, τέκνον τῆς ὀξείας κομματικῆς διαπάλης, εὔκολον καὶ φυσικὸν εἶναι νὰ παρασύρηται εἰς ἀκρότητας, νὰ σύρηται ἀπὸ τὰ ἀδιάλλακτα στοιχεῖα εἰς ἄκρας λύσεις. Ἔχομεν μύρια ἐπὶ τούτου ἐκ παρελθόντος δεδομένα. Εἶναι εἰς ὅλους γνωστά, ὥστε νὰ μὴ εἶναι ἀνάγκη νὰ τὰ ἐπαναφέρω τώρα εἰς τὴν μνήμην σας, ἀρκεῖ μόνον νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ὁμολογήσω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὅτι πολλάκις ὅλοι μας μετενοήσαμεν δι’ ἄκρας λύσεις, πρὸς ἃς ἐσύρθημεν ἐπὶ ζημίᾳ γενικωτέρων συμφερόντων τοῦ Κράτους καὶ τῆς Κοινωνίας. Καὶ εἶναι ἓν τῶν σοβαρωτέρων ἐλαττωμάτων τοῦτο τῆς μόνης Βουλῆς. Τὸ δεύτερον νομοθετικὸν Σῶμα, ἔχον τμηματικὴν τὴν ἀνανέωσίν του καὶ τηροῦν ὡς ἐκ τούτου μίαν συνέχειαν, μίαν παράδοσιν εἰς τὰς πράξεις του, μὴ παρασυρόμενον ὡς ἐκ τούτου εἰς ἄκρας ἀντιφατικὰς ἐνίοτε λύσεις καὶ λόγῳ τοῦ ὅτι στερούμενον μεγάλης πολιτικῆς ἐξουσίας καὶ εἰς πολιτικὸν φανατισμὸν θὰ καθυστερῇ, θὰ ἀποτελῇ τὸν χαλινόν, τὸν ἀνασχετικὸν φραγμόν, εἰς τὰς ἀκρότητας τῆς κάτω Βουλῆς. Ὁ δὲ μεσολαβῶν μεταξὺ τῶν ὑπὸ τῶν δύο νομοθετικῶν Σωμάτων ψηφίσεων τοῦ αὐτοῦ νόμου, θὰ δίδῃ τὴν εὐχέρειαν τῆς δημοσιωτέρας ἐξετάσεως αὐτοῦ, ἀλλὰ καὶ τῆς ψυχραιμοτέρας τοιαύτης, θὰ ἀποτρέπῃ δὲ τὰς λαθροχειρίας—ἃς μοὶ ἐπιτραπῇ ἡ λέξις—περὶ τὴν κατάρτισιν τῶν νομοθετημάτων. Ἄς μὴ ἀσχάλλῃ κανεὶς ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ διὰ τὴν βαρεῖαν τῳόντι ἔκφρασιν, ἣν μετεχειρίσθην. Θὰ ἠδυνάμην νὰ δικαιολογήσω τὸν χαρακτηρισμὸν ἀναφέρων μύρια ἐκ τοῦ παρελθόντος παραδείγματα. Ἀρκοῦμαι εἰς ἓν καὶ μόνον. Ὅλοι γνωρίζετε πῶς σοφὸς ἀνήρ, ὁ μακαρίτης Δημητρακόπουλος, ὁλόκληρον νομοθέτημα, τὸ «περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων», ἄρτιον κατὰ πάντα, παρεισήγαγεν ὡς τροπολογίαν εἰς ἄσχετον δευτερευούσης σημασίας νομοσχέδιον καὶ ἡ Βουλὴ ἐκείνη ἐψήφισε τὸ τροπολογηθέν, χωρὶς νὰ γνωρίζῃ τί ψηφίζει. Ἰδοὺ λοιπὸν καὶ ἐν τούτῳ πῶς ὑπερέχει τὸ σύστημα τῶν δύο Σωμάτων. Αἱ λαθροχειρίαι θὰ λείψουν καὶ οἱ νόμοι θὰ εἶναι περισσότερον ἢ σήμερον θελήματα τῶν λαϊκῶν ἀντιπροσώπων. Ὑπεστηρίχθη ἐπίσης ὡς μειονέκτημα τοῦ θεσμοῦ, ὅτι ἡ Γερουσία παρακωλύει τὴν ἑνιαίαν ἐκδήλωσιν τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας περὶ τὴν κατάρτισιν τῶν νόμων. Καθόσον, κύριοι βουλευταί, ἐξικνοῦνται αἱ περὶ τὸ δημόσιον δίκαιον καὶ τὰ κοινοβουλευτικὰ πράγματα γνώσεις μου, ἐγὼ δὲν γνωρίζω, ἂν ὑπάρχῃ τις ὑποστηρίζων ὅτι ἡ λαϊκὴ κυριαρχία πρέπει νὰ ἐκδηλοῦται ἑνιαίως. Τοὐναντίον νομίζω ὅτι προσοχὴν δέον νὰ καταβάλλωσιν οἱ συνταγματικοὶ νομοθέται εἰς ἄλλο σημεῖον, ὥστε πληρεστέρα ἐν τῇ νομοθεσίᾳ νὰ ἐκδηλοῦται ἡ λαϊκὴ θέλησις. Διότι καὶ ἐν τῇ μόνῃ Βουλῇ ἡ λαϊκὴ βούλησις δὲν θὰ ἐκδηλοῦται ἑνιαία. Θὰ εἶσθε ὑποχρεωμένοι, ἀναμφιβόλως, ὡς καὶ ἄλλοτε, καὶ νῦν ἔτι, ἐγίγνετο καὶ συμβαίνει νὰ ἐμπιστευθῆτε τὴν κύρωσιν τῶν νόμων εἰς ἄλλον παράγοντα, νομοθετικόν, τὸν Ἀνώτατον Ἄρχοντα. Συνεπῶς, ἂν ἡ μὴ ἑνιαία ἐκδήλωσις τῆς λαϊκῆς βουλήσεως περὶ τὸ νομοθετεῖν ἀποτελεῖ ἐλάττωμα, τὸ ἐλάττωμα ἐνυπάρχει καὶ εἰς τὸ σύστημα τῆς μόνης Βουλῆς. Τοὐναντίον ἡμεῖς ὑποστηρίζομεν ὅτι ἡ ἐπὶ τὸ αὐτὸ σύμπτωσις, ἡ συμφωνία περὶ τὴν ψήφισιν ὡρισμένου νόμου, πλειοτέρων λαϊκῶν ἀντιπροσωπειῶν, δύο νομοθετικῶν Σωμάτων, ἀποτελεῖ τεκμήριον, ὅτι πληρέστερον τὸ νομοθέτημα ἀνταποκρίνεται πρὸς τὴν λαϊκὴν θέλησιν, εἶναι γνησιότερον τέκνον τῆς λαϊκῆς θελήσεως. Τὸ δὲ πλάσμα, ὅτι νόμος εἶναι ἡ καθολικὴ θέλησις τοῦ λαοῦ, ὅτι κανών τις δέον νὰ ἰσχύῃ ὡς δίκαιον, καθίσταται οὕτω διὰ τῆς ὑπὸ δύο νομοθετικῶν Σωμάτων ψηφίσεώς του περισσότερον πραγματικότης. Κατεκρίθη ὁ θεσμὸς ὅτι ἐπιβαρύνει τὰ δημόσια οἰκονομικά. Δεδομένης τῆς μειώσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν βουλευτῶν καὶ τοῦ μικροῦ ἀριθμοῦ τῶν γερουσιαστῶν, ἡ ἐπιβάρυνσις δὲν νομίζω ὅτι εἶναι ἀξία λόγου, κατὰ τρόπον μάλιστα, ὥστε παρορῶντες τὰ σπουδαῖα πλεονεκτήματα τοῦ θεσμοῦ καὶ τὰ ὠφελήματα ἅτινα ἐκ τῆς ἐγκαθιδρύσεώς του καὶ τῆς λειτουργίας του ἀναμένομεν νὰ μᾶς κάμῃ νὰ ἀνακόψωμεν τὸ βῆμα καὶ μεταβάλωμεν γνώμην. Ὑπάρχουν οἱ ὑποστηρίζοντες ὅτι θὰ εἶναι Σῶμα ἄνευ πολιτικῆς ἐξουσίας καὶ ἠλαττωμένης νομοθετικῆς τοιαύτης. Παραδόξως δὲ τὸ ἐπιχείρημα φέρεται παρ’ αὐτῶν τῶν ὑπερασπιστῶν τοῦ μοναδικοῦ νομοθετικοῦ συστήματος, ἐναντίον τοῦ θεσμοῦ. Θὰ ἦτο τοὐναντίον συνεπές, ἂν οἱ κατὰ τοῦ θεσμοῦ φερόμενοι κατέβαλον ταὐτοχρόνως κάθε προσπάθειαν πρὸς περιορισμὸν τῆς νομοθετικῆς τῆς Γερουσίας ἐξουσίας καὶ τῆς νομοθετικῆς αὐτῆς δυνάμεως. Τὸ ζήτημα γεννᾶται δευτερεῦον, μετὰ τὴν κατ’ ἀρχὴν ἀπόφασιν περὶ ἱδρύσεως τῆς Γερουσίας, ποία πρέπει νὰ εἶναι ἡ πολιτικὴ αὐτῆς ἐξουσία καὶ ποία ἡ νομοθετική της δύναμις καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ στραφῇ ὡς ἐπιχείρημα κατὰ τῆς ἱδρύσεώς της. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου εὐρύτατα ἠσχολήθη ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπὴ καὶ μεγάλη ἐν ταῖς ἐκθέσεσιν ἡμῶν γίγνεται ἀνάπτυξις αὐτοῦ κατὰ τὰς σκέψεις τῆς Ἐπιτροπῆς. Θὰ ἥρμοζεν ἆρά γε εἰς τὴν Γερουσίαν, πολιτικὴ μετὰ τῆς Βουλῆς ἰσοδυναμία; Ἀναμφιβόλως ὄχι. Τὸ τοιοῦτον θὰ ἀπετέλει τὸν κυριώτερον λόγον ἀποτυχίας τοῦ θεσμοῦ. Ὅλα τὰ πλεονεκτήματα τῆς Γερουσίας, τὰ ὁποῖα παραθέτουν οἱ ὑποστηρικταί της, θὰ ἦσαν ἕωλα. Διότι καὶ Γερουσία, πολιτικῶς ἰσοδύναμος πρὸς τὴν Βουλήν, θὰ ἦτο τέκνον τῆς σφοδρᾶς κομματικῆς διαπάλης καὶ θὰ ἀπεστερεῖτο ὡς ἐκ τούτου τῆς ἀπὸ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας ἐλευθερίας της, ὥστε νὰ ἐξετάσῃ, μακράν, κατὰ τὸ δυνατόν, πάσης κομματικῆς ὄψεως τὰ πρὸ αὐτῆς τιθέμενα ζητήματα, καὶ κατὰ συνέπειαν ἀντὶ διὰ τῆς Γερουσίας νὰ ἀποκτήσωμεν τὸν ἀνασχαιτικὸν φραγμὸν τῶν ἀκροτήτων τῆς κάτω Βουλῆς, θὰ δημιουργῶμεν μίαν εἰσέτι αἰτίαν, ὅπως οἱ νόμοι μας ἀντὶ νὰ ἐξυπηρετοῦν τὰ γενικώτερα τοῦ Τόπου συμφέροντα καὶ τὰ ἀτομικὰ καὶ κοινωνικὰ τοιαῦτα, θὰ ἦσαν ἀποκυήματα τοῦ πολιτικοῦ φανατισμοῦ δύο ἀντὶ ἑνὸς Νομοθετικῶν Σωμάτων. Κατὰ τοιαύτης Γερουσίας ἐγὼ πρῶτος, μεταξὺ τῶν θερμῶν ὑπερασπιστῶν τοῦ θεσμοῦ εὑρισκόμενος, θὰ μεθιστάμην εἰς τὰς ἀντιθέτους ἀντιλήψεις, ἐκ μόνου τοῦ λόγου τούτου. Ἡ Γερουσία καὶ τὸ ἔργον της θὰ καθίσταντο καὶ πάλιν ἄθυρμα τῆς πολιτικῆς συναλλαγῆς. Τούτου θέλομεν κυρίως νὰ ἀπαλλαγῶμεν. Τὸ πρᾶγμα ὅμως—ἡ πολιτικὴ ἰσοδυναμία καὶ τῶν δύο Σωμάτων—θὰ ἦγε καὶ εἰς ἄλλο ἄτοπον. Αἱ Κυβερνήσεις θὰ εἶναι ἀνάγκη νὰ στηρίζωνται ἐπὶ τῆς ἐμπιστοσύνης καὶ τῶν δύο Σωμάτων. Καὶ καθ’ ἣν ἐποχὴν ὅλοι αἰσθανόμεθα τὴν ἀνάγκην τῶν σταθερωτέρων Κυβερνήσεων καὶ μέτρα σχετικὰ προτείνονται κατὰ τὴν κατάρτισιν τοῦ πολιτεύματος, διὰ τοῦ τρόπου τούτου θὰ καθιστῶμεν πλέον ἀσταθῆ τὴν ὕπαρξιν τῶν Κυβερνήσεων. Ἐν τούτοις ἡ Γερουσία, καίτοι ἐπὶ τῆς ἐμπιστοσύνης αὐτῆς δὲν θὰ στηρίζωνται αἱ Κυβερνήσεις, δὲν θὰ στερῆται ποσῶς πολιτικῆς ἐξουσίας. Καὶ ἐξεταστικὰς Ἐπιτροπὰς θὰ δύναται νὰ συνιστᾷ καὶ ἔλεγχον θὰ ἀσκῇ πολιτικὸν τῶν Κυβερνήσεων. Πλὴν δὲ τούτου ἡ μὴ ὑπὸ τῆς Γερουσίας ἀποδοχὴ νομοθετήματος, μὲ τὴν ψήφισιν τοῦ ὁποίου ἡ Κυβέρνησις συνδέει τὴν παραμονήν της ἐν τῇ Ἀρχῇ, εἰς οὐδὲν ἄλλο ἤθελεν ὁδηγήσει εἰμὴ εἰς τὴν παραίτησιν τῆς Κυβερνήσεως, ἀδυνατούσης νὰ πραγματοποιήσῃ τὸ κυβερνητικόν της πρόγραμμα. Ὁ πολιτικὸς ἐξ ἄλλου ἔλεγχος, ὁ γενόμενος ἐν τῇ Γερουσίᾳ, καὶ ἂν δὲν ἔχῃ ἄμεσον συνέπειαν τὴν ἔκφρασιν δυσπιστίας πρὸς τὴν Κυβέρνησιν θὰ ἔχῃ ἄμεσον παρὰ τῷ λαῷ καὶ τῇ κάτω Βουλῇ ἀπήχησιν, ὥστε δυσχερῆ, ἂν μὴ ἀδύνατον, νὰ καθιστᾷ ἐμμέσως τὴν παραμονὴν τῆς Κυβερνήσεως, ἂν ὁ ἔλεγχος οὗτος γενόμενος ἐπὶ σοβαρῶν θεμάτων καὶ δι’ ἀτασθαλίας τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, εἶναι δυνατὸν νὰ κλονίσῃ τὴν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν λαϊκὴν ἐμπιστοσύνην. Ἐκτὸς τούτων καὶ ἡ συμμετοχὴ τῆς Γερουσίας εἰς τὴν ἐκλογὴν τοῦ ἀνωτάτου ἄρχοντος καὶ ἡ συμμετοχὴ ταύτης εἰς τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ πολιτεύματος, ὁμοῦ μετὰ τῆς Βουλῆς εἰς συντακτικὴν Συνέλευσιν, ὡς ἐπίσης ἡ ἀπαιτουμένη συναίνεσις τῆς Γερουσίας πρὸς διάλυσιν τῆς Βουλῆς, οὐδὲν ἄλλο εἶναι εἰμὴ πολιτικὴ ἐξουσία. Ἂς ἐξετάσωμεν τώρα ποία πρέπει νὰ εἶναι ἡ νομοθετικὴ τῆς Γερουσίας ἐξουσία. Ἴση πρὸς τὴν τῆς Βουλῆς ἢ κατωτέρα; Ἐν περιπτώσει συγκρούσεως τῶν δύο Σωμάτων ποῖον θὰ ὑπερίσχυε; Ἡ νομοθετικὴ ἰσοδυναμία μεταξὺ τῶν δύο Σωμάτων, ἡ Ἐπιτροπὴ ἐδέχθη καὶ ἡμεῖς ὑποστηρίζομεν, ὅτι θὰ ἦτο ἐπικίνδυνος, δεδομένης τῆς συνεχοῦς ὑπάρξεως καὶ λειτουργίας τῆς Γερουσίας, διὰ τῆς τμηματικῆς ἀνανεώσεως, θὰ ἦγεν εἰς τὸ ἀποτέλεσμα ὥστε ἡ κάτω Βουλὴ νὰ ἦτο πάντοτε ὑποχειρία τῶν θελήσεων τῆς Γερουσίας, ἀπειλουμένης ἄλλως τῆς ὑπάρξεώς της διὰ τῆς διαλύσεως. Καὶ τοῦτο, πάντως, ἐφόσον δὲν ἐγένετο δεκτόν, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δεχθῶμεν τρίτον παράγοντα, ὁ ὁποῖος θὰ ἦρε τὰς μεταξὺ τῶν δύο Σωμάτων ἀναφυομένας συγκρούσεις, τοιοῦτος δὲ παράγων εἷς θὰ ἦτο ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δυνατός, ὁ λαὸς ἀποφαινόμενος ἐν τῷ ὡρισμένῳ θέματι τῆς συγκρούσεως διὰ δημοψηφίσματος, θεσμὸν ὅμως, ὃν ἀποκρούομεν διὰ τὴν Ἑλλάδα, ὡς μετ’ ὀλίγον θέλω ἐκθέσει. Δεδομένης ὅθεν τῆς ἀμεσωτέρας λαϊκῆς προελεύσεως τῆς κάτω Βουλῆς, ἐν περιπτώσει συγκρούσεως αὕτη ἔναντι τῆς Γερουσίας δέον νὰ ἐπικρατῇ, ἀποφαινομένη καὶ πάλιν, ἐνῷ ἀφ’ ἑτέρου, πρὸς ἰσορροπίαν μεταξὺ τῶν δύο Σωμάτων, τηρῶμεν διὰ τὴν Γερουσίαν τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ συναποφαίνηται μετὰ τοῦ ἀνωτάτου ἄρχοντος περὶ τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς. Ὑπὸ τὸ πνεῦμα τοῦτο καὶ μὲ τὰς ἀντιλήψεις αὐτὰς ἡ Ἐπιτροπὴ καθώρισε καὶ τὰ σχετικὰ μὲ τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν τῆς Γερουσίας ἄρθρα, τὰ καθορίζοντα καὶ τὸν τρόπον τῆς λύσεως τῶν μεταξὺ τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Γερουσίας νομοθετικῶν συγκρούσεων. Ὅτι ἡ ἐξουσία τῆς Γερουσίας ἡ νομοθετικὴ θὰ εἶναι πλήρης, ἐν περιπτώσει συγκρούσεως μετὰ τῆς Βουλῆς, θὰ ἐπικρατῇ ἡ γνώμη τῆς δευτέρας ταύτης. Αὕτη δὲ εἶναι καὶ ἡ ὁδός, ἣν ὅλα τὰ σύγχρονα κοινοβουλευτικὰ Κράτη ἀκολουθοῦν, ἄνευ νομίζω ἐξαιρέσεώς τινος. Κατεκρίθη ὅμως ἡ Γερουσία, καὶ ἰδίᾳ ἀπὸ τοὺς ὀλίγους ἀπαρτίζοντας τὸ Ἑνιαῖον Μέτωπον, ἀγροτῶν, ἐργατῶν καὶ προσφύγων—ὡς οἱ ἴδιοι αὐτοκαλοῦνται—ἀπὸ τοὺς κομμουνιστὰς δηλαδή, ὡς συντηρητικὸς θεσμός, προωρισμένος νὰ ἀντιδράσῃ καὶ νὰ ἀντιστῇ εἰς τὰς ἐπαναστατικὰς τάσεις τῆς ἐποχῆς. Ὁ λόγος οὗτος ὅμως, καθ’ ἡμᾶς, ἀντὶ νὰ ἀποτελῇ μειονέκτημα ἀποτελεῖ τὸ προτέρημα τοῦ θεσμοῦ. Θέλομεν ἀκριβῶς ἡμεῖς τὴν Γερουσίαν ἀντιδρῶσαν ἐναντίον πάσης ἐπαναστατικῆς τάσεως, εἴτε κοινωνικῆς εἴτε οἱασδήποτε ἄλλης. Τὴν θέλομεν φρουρὸν τοῦ σημερινοῦ κοινωνικοῦ καὶ πολιτειακοῦ μας καθεστῶτος. Αἱ προοδευτικαὶ ἰδέαι, ἐφόσον ἀποτελοῦσι λαϊκὴν συνείδησιν καὶ ἐφόσον ἐπιβάλλονται διὰ τῆς ἐπιτακτικῆς φωνῆς τῆς πραγματικότητος, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συναντῶσι πρόσκομμά τι διὰ νὰ γίνουν ἀποδεκταὶ εἰς τὴν Γερουσίαν. Ἡ Γερουσία ἀντιθέτως, θέλομεν ἡμεῖς νὰ ἀποτελῇ φραγμὸν εἰς τὰς ἰδέας τῆς τάξεως ἐκείνης, ἥτις καίτοι μειονοψηφία λαϊκή, ἐννοεῖ νὰ ἐπιβάλῃ τὴν δικτατορίαν της εἰς τὴν λαϊκὴν πλειονοψηφίαν. Τὴν θέλομεν ἐπίσης πρόσκομμα εἰς τὰς βλέψεις ἐκείνων, οἵτινες εἶναι δυνατὸν νὰ νομίζουν ὅτι ἂν ποτὲ ἤθελον ἐπικρατήσει εἰς μίαν ἐκλογήν, ἐν μέσῳ τῶν καπνῶν καὶ τῶν ἐνθουσιασμῶν τῆς ἐκλογικῆς νίκης, θὰ ἠδύναντο, δι’ ἑνὸς μηδεμίαν παρέχοντος ἐγγύησιν δημοψηφίσματος, κατὰ τὸ παράδειγμα τοῦ δημοψηφίσματος τοῦ Δεκεμβρίου 1920, ἄνευ ἀνατροπῆς τοῦ πολιτεύματος, νὰ ἐλπίζουν τὴν Βασιλικὴν παλινόρθωσιν. Ἐν τῇ ἐκθέσει μας τονίζεται, ὡς καὶ πρὸ ὀλίγου νομίζω ἀνέφερα, ὁμιλῶν περὶ τῆς νομοθετικῆς καὶ πολιτικῆς δυνάμεως τῆς Γερουσίας, ὅτι ὑπάρχουν μεταξὺ τῶν μελῶν τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ οἱ ἐξαρτῶντες τὴν ψῆφον αὐτῶν ἐπὶ τῆς κατ’ ἀρχὴν ἱδρύσεως ἢ οὒ τοῦ θεσμοῦ τῆς Γερουσίας καὶ τοῦ τρόπου τῆς συνθέσεώς της. Ἄλλοι μὲν ἐξ αὐτῶν ὑποστηρίζουν ὅτι ἡ ἄμεσος καθ’ ὁλοκληρίαν ἐκλογὴ τῶν γερουσιαστῶν ἀνατρέπει τοὺς σκοπούς, διὰ τοὺς ὁποίους νομίζουν ὅτι δέον νὰ ἱδρυθῇ ἡ Γερουσία, ἄλλοι δὲ ὅτι ἡ ἔμμεσος ἐκλογὴ συντελεῖ εἰς τοῦτο. Αὗται περίπου εἶναι αἱ γνῶμαι τῆς Ἐπιτροπῆς ὅσον ἀφορᾷ τὸν θεσμὸν τῆς Γερουσίας. Εἰσέρχομαι ἤδη εἰς τὴν ἐξέτασιν ἄλλου θέματος. Τοῦ προταθέντος θεσμοῦ τοῦ νομοθετικοῦ δημοψηφίσματος. Ἡ πρότασις εἶχεν, πως ἐν τῷ δευτέρῳ ἄρθρῳ ὁρισθῇ, ὅτι νομοθετικὸς παράγων εἶναι ὁ λαός. Ἡ διατύπωσις τοιαύτης προτάσεως εἶναι παρακεκινδυνευμένη. Διότι καὶ ὁ λαός, ἐκεῖ ὅπου νομοθετεῖ ἀπ’ εὐθείας, διὰ δημοψηφισμάτων, δὲν ἀποτελεῖ νομοθετικὸν παράγοντα, ἀλλὰ ἀσκεῖ τὸ ἴδιον αὐτοῦ δικαίωμα, τὸ συμφυὲς εἰς τὴν λαϊκὴν κυριαρχίαν, τοῦ νὰ νομοθετῇ. Νομοθετικὸς παράγων εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποκληθῇ τὸ ἐντεταλμένον Σῶμα, τὸ ἀσκοῦν μίαν λαϊκὴν ἐξουσίαν, ὡς ἐντολοδόχον. Ὁ λαὸς εἶναι αὐτὸς ὁ ἔχων ἐν ἑαυτῷ τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν. Ἀλλὰ καὶ κατ’ οὐσίαν κριθεῖσα ἡ πρότασις δὲν ἐγένετο ἀποδεκτή. Τὸ νομοθετικὸν δημοψήφισμα ἀπεκρούσθη ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς. Τοῦτο μὲν διότι κανεὶς δὲν δύναται νὰ ἰσχυρισθῇ ὅτι ἀποτελεῖ τοῦτο λαϊκὴν θέλησιν. Οὐδὲν πολιτικὸν κόμμα ἐπρογραμματίσθη τοιοῦτόν τι προεκλογικῶς. Τοῦτο δέ, διότι δὲν εἶναι προσῆκον μέτρον εἰς λαοὺς θερμοὺς ὡς ὁ Ἑλληνικός, ὁ ὁποῖος, καὶ ἂν ὑποτεθῇ ὅτι ἔχει τὴν πρὸς τοῦτο ἀπαιτουμένην πολιτικὴν διαπαιδαγώγησιν, οὐδεὶς δύναται ν’ ἀρνηθῇ, ὅτι δὲν παρασύρεται εὐκόλως ἀπὸ τὴν δημαγωγίαν ἐπιτηδείων δημοκόπων. Ἀλλὰ καὶ ἐκ τρίτου, διότι ὁ θεσμὸς εἰσαγόμενος θὰ ἀπετέλει καὶ ἐνταῦθα, ὡς καὶ ἀλλαχοῦ, ὅπου δοκιμαστικῶς εἰσήχθη, ἐπικίνδυνον ὅπλον εἰς χεῖρας ἀντιδραστικῆς ἀντιπολιτεύσεως πρὸς βλάβην τῆς καλῆς καὶ εὐρύθμου λειτουργίας τῆς νομοθετικῆς μηχανῆς. Καὶ ὀφείλομεν νὰ ἐνθυμούμεθα πάντοτε, ὅτι διερχόμεθα κρισίμους περιστάσεις, ἔπειτα ἀπὸ τὸν μακρὸν κλυδωνισμὸν καὶ τὰς θλιβερὰς του συνεπείας τῶν τελευταίων ἐτῶν, ὥστε νὰ ἀποστέργωμεν ἐμμόνως πᾶν τοιούτου εἴδους ἐπικίνδυνον πείραμα. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 3 οὐδεμία προυβλήθη τροπολογία καὶ παραμένει τὸ ἄρθρον ὡς ἔχει, ὅτι ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ἀσκεῖται ὑπὸ τοῦ ἀνωτάτου ἄρχοντος, τοῦ Προέδρου τῆς Δημοκρατίας, διὰ τῶν ὑπευθύνων Ὑπουργῶν. Ἡ διάταξις ἔχει τὰς κυρώσεις της καὶ τὸν προσδιορισμὸν τῶν καθηκόντων καὶ δικαιωμάτων, Προέδρου Δημοκρατίας καὶ Ὑπουργῶν εἰς τὰ ἴδια μετέπειτα κεφάλαια, ἐφ’ ὧν θέλομεν ἀργότερον ἀσχοληθῆ. Μόνον καθορίζεται ἐνταῦθα ἡ εἰδικωτέρα μορφὴ τοῦ Δημοκρατικοῦ πολιτεύματος, ὅτι ἡ Δημοκρατία μας δὲν εἶναι Προεδρικὴ—Ἀμερικανικὸν Σύνταγμα—οὔτε συλλογική, ἀλλὰ κοινοβουλευτικὴ καὶ συνεπῶς ἡ εὐθύνη βαρύνει τὰς Κυβερνήσεις, τὰς στηριζομένας ἐπὶ τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς λαϊκῆς ἀντιπροσωπείας. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 4; προὐτάθη ἡ διαγραφὴ τῆς φράσεως «ὑποκειμένων εἰς τοὺς νόμους τοῦ Κράτους», ἐνῷ παρ’ ἄλλων ἐζητήθη ἡ προσθήκη ὅτι «τὰ Δικαστήρια ὑποχρεοῦνται εἰς τὴν ἐξέτασιν τῆς πραγματικότητος τῶν νόμων». Ἡ δευτέρα αὕτη πρότασις δικαιολογεῖ ἀκριβῶς τὴν παραμονὴν τῆς φράσεως «ὑποκειμένων εἰς τοὺς νόμους τοῦ Κράτους». Διότι, ἐφόσον ὑπόκεινται εἰς τοὺς νόμους τοῦ Κράτους, ὑπόκεινται καὶ εἰς τὸ Σύνταγμα, τὸν πρῶτον νόμον, ἢ τὸν νόμον τῶν νόμων. Συνεπῶς, συγκρουομένων Συντάγματος καὶ νόμων, ὁ δικαστὴς ὑποχρεοῦται νὰ ἐφαρμόσῃ τὸ Σύνταγμα. Ὑπεστηρίχθη καὶ παρὰ δοκιμωτάτων ἐπιστημόνων, ὅτι τὰ Δικαστήρια δὲν δύνανται νὰ ἐξετάζωσι τὰς πράξεις τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, ἀλλ’ ὑποχρεοῦνται νὰ ἐφαρμόζωσιν αὐτάς, συνεπῶς δὲν δύνανται, τιθέμενα ὑπὲρ τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν, νὰ ἐξετάζωσι τὴν συνταγματικότητα τῶν νόμων. Ἡ θεωρία ἀσταθεῖ καὶ ἀποτελεῖ τὸν πλέον ὀλισθηρὸν κατήφορον διὰ τὰ νομοθετικὰ Σώματα, ἅτινα οὕτω περιφρουρούμενα διὰ τῆς ἀντιλήψεως ὅτι αὐτὰ καὶ μόνα δύνανται νὰ ἐξετάζωσι τὴν συνταγματικότητα τῶν νόμων, εἶναι δυνατὸν νὰ φθάσωσιν εἰς τὴν δημιουργίαν τῶν πλέον ἀντισυνταγματικῶν νομοθετημάτων. Τουναντίον ἡ Ἐπιτροπὴ ἐνόμισε ὅτι ἐκ τῆς φράσεως «ὑποκειμένων εἰς τοὺς νόμους» συνάγεται ἡ ὑποχρέωσις τῶν Δικαστηρίων νὰ ἐξετάζωσι τὴν συνταγματικότητα τῶν νόμων καὶ οὕτω δὲν τίθενται ὑπεράνω τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, ἀλλ’ ἁπλῶς αἴρουν μίαν σύγκρουσιν μεταξὺ Συντάγματος καὶ νόμου, ὡς θὰ ἔπραττον καὶ προκειμένου περὶ δύο ἀντιτιθεμένων πρὸς ἀλλήλους κατὰ περιεχόμενον νόμων. Ἀλλὰ πρὸς μείζονα ἐπίρρωσιν τῆς ἐννοίας ταύτης ἡ Ἐπιτροπὴ ἐνόμισε ὅτι δὲν θὰ ἦτο ἄσκοπον νὰ παρατεθῇ εἰς τὸ ἄρθρον σχετικὴ ἑρμηνευτικὴ δήλωσις. Ἄλλο ζήτημα, τοῦ ποία εἶναι ἡ ἔκτασις τοῦ δικαιώματος τούτου τῶν Δικαστηρίων τῆς ἐξετάσεως τῆς συνταγματικότητος τῶν νόμων. Ἡ Ἐπιτροπὴ καὶ ἡμεῖς νομίζομεν ὅτι τὰ Δικαστήρια δικαιοῦνται νὰ ἐξετάζωσι μόνον τὰ ἐξωτερικὰ στοιχεῖα, τὰ πιστοποιοῦντα τὴν ὕπαρξιν τοῦ νόμου καὶ ἂν τὸ περιεχόμενον αὐτοῦ εἶναι ἐν συμφωνίᾳ ἢ οὐ πρὸς τὰς οὐσιαστικὰς τοῦ Συντάγματος διατάξεις. Τὸ δικαίωμα ὅμως τοῦτο τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς ἐξαντλεῖται εἰς ταῦτα καὶ μόνα καὶ δὲν δύναται νὰ νοηθῇ ἐκτεινόμενον μέχρι τοῦ σημείου, ὥστε τὰ δικαστήρια θὰ ἠδύναντο νὰ ὑπεισέλθουν καὶ εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ ἂν συνταγματικῶς ἢ οὐ κατηρτίσθη ὑπὸ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας εἷς νόμος. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει τὰ Δικαστήρια ὑπεισερχόμενα εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν interwum corporis τῶν νομοθετικῶν Σωμάτων, θὰ ἐτίθεντο ὑπὲρ ταῦτα. Ἀλλὰ τὸ θέμα τοῦτο θέλομεν ἐξετάσει εὐρύτερον καὶ ἀλλαχοῦ, εἰς τὰ περὶ καταρτίσεως τῶν νόμων ἄρθρα τοῦ Συντάγματος. Οὕτω κλείεται ἡ ἐξέτασις τῶν τεσσάρων πρώτων ἄρθρων, τῶν προσδιοριζόντων τὴν κοινοβουλευτικὴν μορφὴν τοῦ πολιτεύματος. Ὑπεβλήθη βεβαίως τροπολογία τοῦ κομμουνιστικοῦ Σώματος, διὰ τῆς ὁποίας περισσότερον οἱ προτείναντες ἀπέβλεπον εἰς τὸ νὰ διαδηλώσουν τὴν πίστιν αὐτῶν πρὸς τὸν κομμουνισμὸν καὶ τὴν σοβιετικὴν σοσιαλιστικὴν Δημοκρατίαν, ἢ εἰς ἄλλο τι. Δὲν εἶναι, νομίζω, ἀνάγκη νὰ διακηρύξω ἐγὼ ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης ὅτι τὸ Ἑλληνικὸν Ἔθνος, ἐν τῇ μεγάλῃ του, τῇ μεγίστῃ πλειονοψηφίᾳ—ἐν τῇ ὁλότητί του δύναμαι νὰ εἴπω, ἀφοῦ ἡ μειονοψηφία εἶναι ἀσήμαντος—στερρῶς ἔχεται τοῦ σημερινοῦ κοινωνικοῦ καὶ οἰκονομικοῦ καθεστῶτος καὶ εἶναι πάντη ξέναι πρὸς αὐτὸ αἱ κομμουνιστικαὶ ἀρχαί. Ἀποδεχόμενον βεβαίως τὰς ὡρίμους προοδευτικὰς ἰδέας, ἀποστέργει κάθε κίνησιν, ἥτις θὰ ἦγε διὰ τῆς ἀνατροπῆς εἰς ἀποτελέσματα ἀντίθετα πρὸς τὰς πολιτειακὰς αὐτοῦ, κοινωνικὰς καὶ οἰκονομικὰς πεποιθήσεις. Ἀλλ’ ἂν ἀποστέργωμεν τὸν κομμουνισμόν, ἂν ἐμμένωμεν εἰς τὸν κοινοβουλευτισμόν, τοῦτο δὲν σημαίνει ὅτι ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τῆς σημερινῆς μεταρρυθμίσεως τοῦ πολιτεύματός μας καὶ τῆς συντάξεως τοῦ νέου μας Δημοκρατικοῦ Χάρτου, δὲν πρέπει νὰ ἀνασκοπήσωμεν τὰς κοινοβουλευτικὰς βάσεις τοῦ μέχρι τοῦδε πολιτεύματός μας καὶ συνειδότες, ν’ ἀποφασίσωμεν περὶ τῶν βάσεων τοῦ ἤδη καταρτιζομένου νέου τοιούτου. Πανταχόθεν, κύριοι, ἀκούομεν σήμερον τὴν κραυγὴν ὅτι ὁ κοινοβουλευτισμὸς ἀπέτυχεν, ὅτι ἂν δὲν ἀπέτυχεν, ἀποτελεῖ δυσκίνητον καὶ ἀσύγχρονον μηχανισμόν, ἀνίκανον νὰ ἀνταποκριθῇ εἰς τὰς σημερινὰς οἰκονομικὰς καὶ κοινωνικὰς συνθήκας καὶ εἰς τὴν ἀπαιτουμένην ταχεῖαν ρύθμισιν τῶν καθ’ ἡμέραν ἀναφυομένων ποικίλων ζητημάτων. Ὀφείλομεν ἡμεῖς οἱ κοινοβουλευτικοὶ νὰ ὁμολογήσωμεν ὅτι αἱ ἐπικρίσεις δὲν στεροῦνται καὶ ποιᾶς τινος ἀληθοῦς βάσεως. Προσωπικῶς δὲν διστάζω νὰ διακηρύξω ἀπὸ τῆς ἐπισήμου ταύτης θέσεως, ὅτι καὶ ἐγὼ δὲν ἀπορρίπτω ὡς ἀβασίμους τὰς τοιαύτας αἰτιάσεις. Ἂν δὲν τὸ ἔπραττον θὰ μὲ διέψευδον τὰ πρακτικὰ τῆς ἐπὶ τοῦ πολιτεύματος Ἐπιτροπῆς τῆς Δʹ Συνελεύσεως, ἐν ᾧ εὐρύτερα κάπως ἀσχολοῦμαι ἀναπτύσσων τὰς πεποιθήσεις μου. Πρὸς ἄρσιν δὲ πάσης ἐκ τῶν προτέρων ἀμφιβολίας τονίζω, ὅτι ἂν μετὰ δυσπιστίας ἀποβλέπω εἰς τὸν κοινοβουλευτισμόν, τοῦτο ποσῶς δὲν σημαίνει ὅτι τάσσομαι μὲ τὴν μερίδα ἐκείνων, οἵτινες ὡς προσῆκον πολίτευμα θεωροῦν τὴν δικτατορίαν, τὴν προσωποποίησιν δηλαδὴ τῆς βίας. Αἱ εἰς ὅλα τὰ Κράτη, τὰ κοινοβουλευτικά, αἱ ἀποφαινόμεναι τάσεις μεταβολῆς τοῦ πολιτεύματος, αἱ δικτατορικαὶ τάσεις, δυστυχῶς, ἐπὶ δεκατέσσαρας μῆνας ἐπικρατήσασαι ἐν Ἑλλάδι, δὲν εἶναι ἆρά γε πιστοποίησις ὅτι κάτι ὑπάρχει τὸ νοσοῦν ἐν τῇ κοινοβουλευτικῇ μηχανῇ. Εἰδικώτερον μάλιστα ἐν Ἑλλάδι, ὅπου αἱ πολεμικαὶ ἀποτυχίαι τοῦ 1922 καὶ ἡ Μικρασιατικὴ καταστροφὴ ἐδημιούργησαν ἀφ’ ἑνὸς μεγάλα οἰκονομικὰ καὶ κοινωνικὰ ζητήματα ἀπαιτοῦντα ριζικὰς καὶ ταχείας λύσεις καὶ ἀφ’ ἑτέρου παρεσκεύασαν ἔδαφος πρόσφορον εἰς ἀντικοινοβουλευτικὰς ἰδέας. Αἱ οἰκονομικαὶ δυστυχίαι καὶ οἰκονομικαὶ ἀναστατώσεις, συνέπειαι φρικταὶ τοῦ μακροῦ πολέμου καὶ τῆς καταστροφῆς, ἐδημιούργησαν εἰς τὸν πολὺν λαὸν τὸ πνεῦμα τῆς ἀδιαφορίας πρὸς τὰ κοινά, τῆς δυσπιστίας πρὸς τὰ διοικοῦντα τὸν Τόπον πολιτικὰ πρόσωπα. Καὶ τοῦτο, συντρεχούσης καὶ τῆς κατατμήσεως τοῦ πολιτικοῦ κόσμου, εἶναι τὸ κυριώτερον αἴτιον τῆς σήμερον παρατηρουμένης κυβερνητικῆς ἀσταθείας εἰς ὅλα σχεδὸν τὰ κοινοβουλευτικὰ Κράτη, ἐκτὸς ἐλαχίστων ἐξαιρέσεων. Ὁ λαὸς διαισθάνεται ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ ἡ οἰκονομικὴ ἀνασύνταξις τῆς Χώρας καὶ ἡ περισυλλογὴ τῶν ἐρειπίων, τὰ ὁποῖα μᾶς κατέλιπαν τά τελευταῖα μακρὰ ἔτη τοῦ πολέμου καὶ τῶν καταστροφῶν, ἄνευ τῆς σταθερᾶς ἐφαρμογῆς σοβαροῦ προγράμμαος, ἄνευ δηλαδὴ σταθερᾶς διακυβερνήσεως. Μὴ βλέπων δὲ τὴν σταθερότητα εἰς τὰς διαδεχομένας ἀλλήλας ταχέως κοινοβουλευτικὰς Κυβερνήσεις, παραπείθεται εὐκόλως ἀπὸ τοὺς ἐπιδιώκοντας τὴν δικτατορίαν ὅτι ἡ ἀναδρομὴ καὶ εἰς τὸ ἀντιλαϊκὸν ἀκόμη σύστημα τῆς δικτατορίας ἀποτελεῖ διέξοδον καὶ παρέχει ἐλπίδα καλυτέρας αὔριον. Οὐδεμία δύναται, κατ’ ἐμέ, νὰ ὑπάρξῃ ἄλλη πλέον σύμφωνος μὲ τὰ πράγματα δικαιολογία τοῦ γεγονότος, ὅτι φύσει ἐλεύθερος λαὸς ὁ Ἑλληνικός, ὁ ζηλοτύπως φρουρῶν τὰς ἐλευθερίας του, ὁ τοσούτους διεξαγαγὼν ἀγῶνας διὰ τὴν ἀπόκτησίν των, ἠνέχθη ἐπὶ δεκατετράμηνον ὅλον, τὰ ἀσελγήματα καὶ τὰς κακοηθείας μιᾶς ἀπεχθοῦς ὅσον ἡ Παγκαλικὴ δικτατορίας. Αἱ αὐταὶ σκέψεις ἄγουν ἀντιθέτως ἐμὲ εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι τὸ πολίτευμα δέον νὰ μεταβληθῇ κατὰ τρόπον, ὥστε ἡ λαϊκὴ ἔχουσα τὴν προέλευσιν ἐκτελεστικὴ ἐξουσία, ὑποκειμένη βέβαια πάντοτε εἰς τὸν ἔλεγχον τῶν λαϊκῶν ἀντιπροσώπων, ἐξ αὐτοῦ τοῦ πολιτεύματος δέον νὰ ἔχῃ ἀσφαλῆ τὴν ἐπὶ ὡρισμένον χρόνον παραμονήν της ἐν τῇ Ἀρχῇ. Χρόνον, ὅστις θὰ ἐπιτρέπῃ τὴν πραγμάτωσιν ἑνὸς προγράμματος. Χρόνον, μετὰ τὴν λῆξιν τοῦ ὁποίου θὰ λογοδοτῇ. Οὐδὲν ἄλλο κατὰ τῶν δικτατορικῶν ἀντιλήψεων, κατὰ τὰς ἀντιλήψεις τῆς πλειοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς, δύναται νὰ ὑπάρξῃ πραγματικὸν φάρμακον, εἰμὴ μόνον, ὅπως, ἀφοῦ φροντίσωμεν νὰ προσαρμόσωμεν, ὅσον τὸ δυνατὸν πληρέστερον, τὸ κοινοβουλευτικόν μας πολίτευμα εἰς τὰς σημερινὰς συνθήκας, ἔχωμεν πάντοτε συνηνωμένος ἐν ταῖς γενικαῖς ἀντιλήψεσιν, ὁλόκληρος ὁ πολιτικὸς κόσμος τῆς Χώρας ὑπ’ ὄψει μας ὅτι εἷς εἶναι ὁ κοινός μας ἐχθρός, ἡ ὀξεῖα διχόνοιά μας καὶ οἱ ὀξεῖς ἀγῶνες μας. Συνηνωμένοι εἰς τὰς γενικὰς γραμμάς, συνηνωμένοι κατὰ πάσης ἀνατροπῆς τοῦ πολιτεύματος, ἂς φροντίσωμεν νὰ θεραπεύσωμεν τὰς κοινωνικὰς καὶ οἰκονομικὰς τοῦ Τόπου πληγὰς καὶ νὰ παράσχωμεν ἀνωτέραν εἰς τὸν λαὸν τὴν ζωήν, διὰ νὰ συντηρήσωμεν τὸ δυστυχὲς αὐτὸ Κράτος καὶ τὸν κοινοβουλευτισμόν, ὁ ὁποῖος, παρὰ τὰ ἐλαττώματά του, δὲν παύει νὰ ἀποτελῇ τὸ σχετικῶς πλέον πρόσφορον καὶ πλέον ἐλεύθερον λαϊκὸν πολίτευμα. Καὶ καλὴ ἀπαρχὴ τούτου, ἄριστον οἰωνὸν δύναμαι νὰ εἴπω, ἀποτελεῖ ἡ σημερινὴ συγκρότησις τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως. Ἄλλως τε καὶ οὐδεὶς ἐπρότεινεν, οὐδὲν ἀκόμη κόμμα προεκλογικῶς προυγραμματίσθη ἄλλην πλὴν τῆς κοινοβουλευτικῆς βάσιν τοῦ πολιτεύματός μας. Ὥστε καὶ ἐκεῖνοι, οἵτινες θὰ ἐπίστευον ὅτι ὁ τύπος τῆς Προεδρικῆς Δημοκρατίας, ὡς τὸ Ἀμερικανικὸν πολίτευμα, ἢ τῆς Συλλογικῆς τοιαύτης, ὡς τὸ Ἑλβετικόν, θὰ ἦτο τὸ προσῆκον εἰς τὴν Χώραν μας πολίτευμα, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ ἐμὲ θὰ ἠδύνατό τις ὁπωσδήποτε νὰ καταλήξῃ, νὰ μὴ δύνανται νὰ προτείνουν τὴν τοιαύτην μεταρρύθμισιν τοῦ πολιτεύματός μας, μεταρρύθμισιν ξένην ἄλλως τε, ὁμολογῶ, πρὸς τὴν ἐνεστῶσαν λαϊκὴν θέλησιν. Προέρχομαι ἤδη εἰς τὴν ἐξέτασιν ἄλλου θέματος, τὴν θέσιν τῆς Ἐκκλησίας ἐν τῇ Πολιτείᾳ. Ὑπεβλήθη πρότασις, ὅπως τὸ κεφάλαιον τὸ ἀφορῶν τὴν θρησκείαν ταξινομηθῇ πρῶτον κατὰ σειρὰν τοῦ κειμένου τοῦ Συντάγματος, ὡς εἶχον καὶ τὰ παλαιότερα Συντάγματα καὶ τοῦτο εἰς ἔνδειξιν τῆς Ἐθνικῆς εὐγνωμοσύνης πρὸς τὴν Θρησκείαν καὶ τὴν Ἐκκλησίαν, εἰς ἣν κυρίως ἡ Ἑλλὰς ὀφείλει τὴν ἀναγέννησίν της καὶ τὴν διατήρησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ πολιτισμοῦ ὑπὸ τοὺς φρικτοὺς καὶ δυσκόλους τῆς δουλείας αἰῶνας. Οὐδεὶς μεταξὺ τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ εἶμαι βέβαιος μεταξὺ τῆς Βουλῆς, θὰ εἶναι ὁ ἀρνούμενος τὴν Ἐθνικὴν αὐτὴν εὐγνωμοσύνην. Ἡ Ἐπιτροπὴ θὰ ἦτο μάλιστα διατεθειμένη νὰ ἀποδεχθῇ καὶ συστήσῃ διατύπωσιν ἐκφράζουσαν τὸ βαθὺ τοῦτο αἴσθημα σεβασμοῦ καὶ εὐγνωμοσύνης. Ἐν τούτοις δὲν ἐδέχθη τὴν πρόταξιν ταύτην ἡ Ἐπιτροπὴ διὰ λόγους νομοτεχνικῆς διατυπώσεως. Διότι ὀρθὸν εἶναι τὸ πρῶτον μὲν κεφάλαιον νὰ πραγματεύεται περὶ τῆς μορφῆς καὶ τῶν γενικῶν χαρακτήρων τοῦ πολιτεύματος, νὰ ἐπακολουθῇ δὲ τὸ περὶ θρησκείας, ὡς μερικώτερον θέμα. Εἰς ὅλα τὰ ξένα Κράτη, ὄχι μόνον ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα παρεδέχθησαν τὸν χωρισμὸν τῆς Ἐκκλησίας ἀπὸ τοῦ Κράτους, ἀλλὰ καὶ ἐκεῖνα ἅτινα ἀναγνωρίζουν ὡς ἡμεῖς ἐπικρατοῦσαν θρησκείαν, ἡ αὐτὴ ὁδὸς ἀκολουθεῖται. Διὰ ταῦτα ἡ Ἐπιτροπὴ ἐμμένει εἰς τὴν διατύπωσιν τοῦ προσωρινῶς τεθέντος ἐν ἰσχύϊ Συντάγματος, συμφωνοῦσα νὰ προταχθῇ τὸ περὶ θρησκείας κεφάλαιον τοῦ περὶ δημοσίου τῶν Ἑλλήνων δικαίου. Ἀμέσως δηλαδὴ μετὰ τὸ πρῶτον κεφάλαιον. Ἐν τῇ ἐκθέσει ὁρίζεται ἡ διατύπωσις τῶν σχετικῶν ἄρθρων ὡς ἐν τῷ κειμένῳ τοῦ 1911 σχεδόν, μέ ἐλαχίστας φραστικὰς μεταβολάς. Ὑπεβλήθη ἡ γνώμη ὅπως διὰ ρητῆς διατάξεως τοῦ κειμένου ὁρισθῇ ὅτι ἡ παροῦσα ἐκκλησιαστικὴ κατάστασις τῶν Ν. Χωρῶν δὲν ἀντίκειται εἰς τὸ Σύνταγμα. Ἡ Ἐπιτροπὴ κατὰ πλειονοψηφίαν προέκρινε σχετικὴν ἑρμηνευτικὴν δήλωσιν. Ἡ μειονοψηφία δὲ αὐτῆς, μετὰ τῆς ὁποίας καὶ ἡμεῖς προσωπικῶς ἐτάχθημεν, τοὐναντίον φρονεῖ ὅτι ἡ τοιαύτη προσθήκη περιττεύει, δεδομένου ὅτι ἡ θέλησις τῆς Ἑλληνικῆς Πολιτείας, εἴτε διὰ νόμου, εἴτε διὰ τοῦ Συντάγματος ἐκδηλουμένη, μόνη δὲν ἀρκεῖ εἰς τὴν ὑπαγωγὴν τῶν ἐκκλησιῶν τῶν Ν. Χωρῶν ὑπὸ τὴν αὐτοκέφαλον τῆς Ἑλλάδος Ἐκκλησίαν, ἂν δὲν ἐκδοθῇ καὶ ὁ σχετικὸς Τόμος τῶν Πατριαρχείων. Ὥστε καὶ ἡ ἀντίθεσις τοῦ κειμένου τοῦ Συντάγματος πρὸς τὴν ἐνεστῶσαν ἐν ταῖς Ν. Χώραις κατάστασιν κατ’ οὐδὲν μεταβάλλει τὰ πράγματα. Εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο, ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ μία προσωπικὴ παρέκβασις. Ἡ Μικρασιατικὴ καταστροφή, κύριοι βουλευταί, καὶ ἡ ἐπακολουθήσασα συνθήκη τῆς Λωζάννης καὶ ἡ προσηρτημένη σύμβασις περὶ ἀνταλλαγῆς πληθυσμῶν ἐδημιούργησαν νέαν ἐντελῶς κατάστασιν τῶν ἐν Τουρκίᾳ Ἑλληνικῶν Ἐκκλησιῶν. Τὰ Πατριαρχεῖα περιωρισμένα εἰς ἕνα μικρὸν περὶ τὴν Κωνσταντινούπολιν κύκλον ἐκκλησιῶν, περιορίζονται κατὰ δικαιοδοσίαν εἰς βαθμόν, ἀδύνατον καθιστῶντα τὴν κατὰ τοὺς ἐκκλησιαστικοὺς κανόνας λειτουργίαν των. Ἡ σκοπιμότης τῆς περιφρουρήσεως διὰ τῶν Πατριαρχείων τῶν Ἐθνικῶν μειονοτήτων μας, ἐξέλιπεν. Ἡ Οἰκουμενικότης τῶν Πατριαρχείων κατ’ οὐδὲν θὰ θιχθῇ, ἂν ἡ ἕδρα των μεταφερθῇ ἐντὸς τοῦ ἐλευθέρου Κράτους καὶ ἰδίᾳ εἰς τὸ Ἅγιον Ὄρος. Οὔτε ἡ μεταφορὰ τῆς ἕδρας τῶν Πατριαρχείων μακρὰν τῆς Κωνσταντινουπόλεως θὰ γίνῃ τώρα τὸ πρῶτον. Ὁ σκοπός, ὃν δύναται ἄλλως τε νὰ ἐξυπηρετήσῃ ἡ Οἰκουμενικότης μετὰ τὸν τέλειον πλέον ἀποχωρισμὸν τῆς Σερβικῆς, Ρουμανικῆς καὶ Ρωσσικῆς Ἐκκλησίας, δὲν ἐξυπηρετεῖται. Ἐνῷ ἀφ’ ἑτέρου ἡ συνένωσις ὑπὸ τὸν Οἰκουμενικὸν Πατριάρχην, ἑδρεύοντα ἐντὸς τοῦ ἐλευθέρου Κράτους, ὅλων τῶν Ἑλληνικῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, μεγάλα θέλει ὑπηρετήσει Ἐθνικὰ καὶ κοινωνικὰ συμφέροντα. Προτείνω λοιπὸν διὰ τοὺς λόγους τούτους τὴν τοιαύτην διαρρύθμισιν, ἥτις καὶ θὰ ἀποβῇ πηγὴ οἰκονομιῶν διὰ τὴν Ἑλλάδα, πρόθυμος καὶ νὰ πεισθῶ εἰς τὴν ἀντίθετον ἐκδοχήν, ἂν ἄλλοι ἐντριβέστεροι ἐμοῦ περὶ τὰ ἐκκλησιαστικὰ ἔχουν τὴν καλωσύνην νὰ πραγματευθῶσι τὸ θέμα καὶ νὰ μὲ πείσωσι περὶ τοῦ ἐσφαλμένου τῆς γνώμης μου ταύτης. Μετὰ τὴν παρέκβασιν ταύτην εἰσέρχομαι ἤδη εἰς τὴν ἐξέτασιν καὶ ἔκθεσιν τῶν γνωμῶν τῆς Ἐπιτροπῆς, ὅσον ἀφορᾷ τὸ τρίτον κεφάλαιον τὸ ἀφορῶν τὰ ἀτομικὰ τῶν πολιτῶν δικαιώματα.
§76Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχει διανεμηθῆ ἡ σχετικὴ ἔκθεσις τῆς Ἐπιτροπῆς.
§77Σ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Τὸ γνωρίζω, κ. συνάδελφε. Ἐκτυποῦται καὶ θέλει κατ’ αὐτὰς διανεμηθῆ ἡ σχετικὴ ἔκθεσίς μας. Κατ’ ἀπόφασιν ὅμως τῆς Βουλῆς, σήμερον καὶ ὡρισμένως πρὸ τῆς διανομῆς τῶν ἐκθέσεων δὲν πρόκειται νὰ διεξαχθῇ συζήτησις καὶ ληφθοῦν ἀποφάσεις. Ἀλλ’ ἁπλῶς θὰ γίνῃ παρ’ ἐμοῦ γενικὴ εἰσήγησις τῆς μέχρι τοῦδε ἐργασίας τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ καταρτισμοῦ τοῦ πολιτεύματος. Τὸ περὶ ἀτομικῶν δικαιωμάτων, κύριοι συνάδελφοι, μέχρι τοῦ περὶ ἰδιοκτησίας ἄρθρου, μέρος, θὰ εἰσηγηθῇ μετ’ ἐμὲ ὁ ἐξ Ἀθηνῶν ἔντιμος συνάδελφος κ. Μπαμπᾶκος. Εἰς ἐμὲ ἀνετέθη ἡ εἰσήγησις ἐπὶ τοῦ περὶ προστασίας τῆς ἰδιοκτησίας μέρους καὶ τῶν μετέπειτα μέχρι τέλους τοῦ τρίτου κεφαλαίου ἄρθρων, εἰς ἣν καὶ προέρχομαι, ἥτις εἰσήγησις ἐκρίθη ὅτι δέον νὰ γίνῃ ἐπειγόντως, διὰ νὰ καθορισθοῦν ποῖαι αἱ ἐκ τοῦ ἄρθρου περὶ ἰδιοκτησίας εἶναι αἱ γνῶμαι τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς, αἱ προκαλέσασαι τόσον ἐκτὸς τῆς αἰθούσης ταύτης κατ’ αὐτὰς θόρυβον. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου ὑπεβλήθησαν, ὡς γνωστόν, πλεῖσται τροπολογίας, ἃς θέλω ἐξετάσει ἤδη κεχωρισμένως ἑκάστην καὶ θέλω ἐκθέσει τὰς ἐπ’ αὐτῆς γνώμας καὶ ἀποφάσεις τῆς Ἐπιτροπῆς. Τὸ Συντηρητικὸν Δημοκρατικὸν Κόμμα ὑπέβαλε τροπολογίαν, πρὸς προσθήκην ῥητῆς διατάξεως ἐν τῷ κειμένῳ, καθ’ ἣν θὰ περιφρουρηθῶσι συνταγματικῶς τὰ συμφέροντα τῶν μετὰ τοῦ Δημοσίου καὶ τῶν δήμων ἢ κοινοτήτων, ὡς καὶ παντὸς ὀργανισμοῦ δημοσίου δικαίου συμβαλλομένων. Τὰ δικαιώματα ταῦτα εἶναι ὡς γνωστὸν ἐνοχικῆς φύσεως. Καὶ προβάλλει αὐτομάτως τὸ ζήτημα, ἂν ἡ διὰ τοῦ ὑπὸ ἐξέτασιν ἄρθρου τοῦ Συντάγματος καθοριζομένη προστασία ἐπεκτείνεται καὶ μέχρι τῶν ἐνοχικῶν δικαιωμάτων. Τὸ ζήτημα ἐν Ἑλλάδι δὲν στασιάζεται καὶ τοῦτο διότι κατὰ τὸ 1911, ψηφιζομένου τοῦ τότε ἀναθεωρηθέντος Συντάγματος, εὐρεῖα διεξήχθη συζήτησις ἐπὶ ὑποβληθείσης τότε τροπολογίας ὅπως ἀντικατασταθῇ ἡ ἐν τῷ κειμένῳ λέξις «ἰδιοκτησία» διὰ τῆς λέξεως «περιουσία». Ἡ πρότασις αὐτὴ εἶχεν ἀκριβῶς τὴν ἔννοιαν ὅτι θὰ περιελάμβανε ἐν τῷ ὅρῳ «περιουσία» πᾶν ἐν γένει περιουσιακὸν στοιχεῖον καὶ οἱασδήποτε φύσεως δικαίωμα ὑπὸ τὴν συνταγματικὴν προστασίαν, ἐνῷ διὰ τοῦ ὅρου «ἰδιοκτησία» σαφῶς καταφαίνεται ὅτι ἡ προστασία περιορίζεται εἰς τὴν κυριότητα πράγματος καὶ τὰ συναφῆ πρὸς αὐτὴν δικαιώματα τοῦ κυρίου. Ἐκ τῆς ἀπορρίψεως τῆς προτάσεως ἐκείνης διεσαφηνίσθη σαφῶς πλέον καὶ ἐκ τῆς γενομένης συζητήσεως ὅτι δὲν ἠθελήθη νὰ προστατευθοῦν συνταγματικῶς ἄλλα πλὴν τῶν δικαιωμάτων ἐπὶ πράγματος, κινητοῦ ἢ ἀκινήτου, δικαιώματα καὶ δὴ τὰ ἐνοχικὰ τοιαῦτα. Εἰς τὴν ἄρνησιν ὅμως τῆς συνταγματικῆς προστασίας τούτων, κύριοι συνάδελφοι, οὐδὲν ἄλλα δύναται νὰ νοηθῇ, εἰμὴ ὅτι ἀφίεται πλήρης ἐλευθερία εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν πρὸς ῥύθμισιν τῶν σχετικῶν εἰδικῶν θεμάτων. Θὰ ἦτο δὲ καθαρὰ διαστροφὴ νὰ ὑποστηρίζωνται ὅτι διὰ τῆς ὁδοῦ ταύτης ἐγκαινιάζεται ἡ ἀπαρχὴ τοῦ μὴ σεβασμοῦ τῶν ἐνοχικῶν ἢ πάσης ἄλλης φύσεως μὴ εἰδικῆς συνταγματικῆς προστασίας ἀπολαυόντων δικαιωμάτων. Ἡ Ἐπιτροπὴ τοὐναντίον νομίζουσα ὅτι οὐδέποτε εἰς τὸ παρελθὸν ἐγένετο ὑπὸ τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσίας κατάχρησις τῆς ἀφιεμένης αὐτῇ ὑπὸ τοῦ Καταστατικοῦ Χάρτου ἐλευθερίας, δὲν ἀπεδέχθη τὴν τροπολογίαν, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον εἰς ὡρισμένα ζητήματα θὰ ἦτο ἐπιβεβλημένη ἡ ἐλευθερία εἰς τὸν νομοθέτην τοῦ μέλλοντος χάριν γενικωτέρων κοινωνικῶν σκοπῶν, ὡς π. χ. ἡ ρύθμισις τῶν συμβατικῶν τόκων, τοκογλυφίας, αἰσχροκερδείας, ἀποκρύψεως εἰδῶν κλπ. Καθόσον ἐγὼ γνωρίζω, εἰς οὐδὲν Εὐρωπαϊκὸν Κράτος ὑφίσταται τοιαύτη συνταγματικὴ διάταξις καὶ μόνον περιωρισμένη κατ’ ἔννοιαν διάταξις εὑρίσκεται ἐν τῷ Καταστατικῷ Χάρτῃ τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν τῆς Ἀμερικῆς. Ἡ Ἐπιτροπὴ ὅμως ἐνόμισεν ὅτι διὰ συνταγματικῆς δηλώσεως ἔδει νὰ καθορισθῇ ὅτι ἐν τῷ ὅρῳ «ἰδιοκτησία» νοεῖται ἥ τε ἀκίνητος καὶ κινητὴ τοιαύτη, φρονοῦσα ὅτι αὕτη ἦτο ἡ ἔννοια καὶ τῆς διατάξεως τοῦ 1911 καὶ πρὸς ἄρσιν πάσης ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου ἀμφισβητήσεως. Προὐτάθη ἑτέρα τροπολογία ἔχουσα ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Οὐδεὶς νόμος εἰδικὸς ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου δύναται νὰ ἀποκλείσῃ ποτὲ τὴν ὁδὸν τῶν Δικαστηρίων εἰς πολίτην ἀδικούμενον ἢ ζημιούμενον». Ἡ Ἐπιτροπὴ δὲν ἀπεδέχθη καὶ τὴν τροπολογίαν ταύτην ὡς ἀποτελοῦσαν πλεονασμὸν ἐν τῷ κειμένῳ, ὅπου, ὄχι μόνον ὁ ἀποκλεισμὸς τῆς ὁδοῦ τῶν Δικαστηρίων δὲν ἐπιτρέπεται, ἀλλὰ τοὐναντίον ρητῶς ὁρίζεται ὅτι ἡ ὁδὸς αὕτη καὶ μόνη εἶναι ἡ ἀκολουθητέα ἵνα στηριχθῇ στέρησις τοῦ ἰδιοκτήτου ἀπὸ τῆς ἰδιοκτησίας του. Διὰ νὰ μὴ γεννῶνται δὲ ἀμφιβολίαι, ὡς ἐγεννήθησαν εἰς τὸ παρελθόν, ὅτι ἡ συμμετοχὴ καὶ ἑνὸς δικαστικοῦ προσώπου, εἰς Ἐτροπὴν μὴ δικαστικῶν ἄλλων μελῶν, καθορίζουσαν τὴν ἀποζημίωσιν, εἶναι συνταγματικῶς ὀρθή, ἡ Ἐπιτροπὴ προτείνει τὴν ἀντικατάστασιν τῆς φράσεως «δικαστικῆς ὁδοῦ» διὰ τῆς φράσεως «ὁδοῦ τῶν Δικαστηρίων». Εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο ὀφείλω νὰ γνωρίσω εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι ἐσημειώθη καὶ σοβαρὰ ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ μειονοψηφία. Τὸ φερόμενον παράδειγμα πρὸς ὑποστήριξιν τῆς τροπολογίας ὅτι νόμος ἀπηγόρευσε τὰ προσωρινὰ μέτρα κατὰ τοῦ Δημοσίου καὶ ὅτι ὁ νόμος εἶναι ἀντισυνταγματικός, δὲν εἶναι νομίζω εὔστοχον. Διότι ἡ διαδικασία τῆς λήψεως προσωρινῶν μέτρων ὑπὸ τοῦ Εἰρηνοδικείου εἶναι ἐξαιρετική, ὁ δὲ περιορίζων τὴν ἐξαιρετικὴν ταύτην διαδικασίαν νόμος εἶναι μᾶλλον συνταγματικός, ἀναθέτων τὴν κρίσιν εἰς τὴν τακτικὴν δικαιοσύνην. Ὡς πρὸς τὴν σκοπιμότητα ἢ οὐ τοῦ νόμου τούτου δὲν νομίζω ὅτι δύναμαι νὰ ἐξετάσω ταύτην ἐν τῇ συζητήσει τοῦ πολιτεύματος. Πάμπολλαι ἐπίσης ὑπεβλήθησαν τροπολογίαι ὅπως ὁρισθῇ ὅτι ἡ χορηγουμένη ἀποζημίωσις δέον νὰ εἶναι πλήρης ἢ ἀκεραία ἢ ἴση πρὸς τὴν ἀξίαν τοῦ ἀφαιρεθέντος πράγματος, εἰς τὸν αὐτὸν τείνουσαι ἅπασαι σκοπόν. Ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου μακραὶ διεξήχθησαν ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ συζητήσεις. Ὁλόκληρον τὸ ζήτημα τῆς ἀποκαταστάσεως τῶν ἀκτημόνων καλλιεργητῶν δι’ ἀπαλλοτριώσεως ἀγροκτημάτων ἐτέθη ἐπὶ τάπητος, ὡς καὶ τὸ τῶν ἀποζημιώσεων τῶν ἰδιοκτητῶν τῶν κτημάτων τούτων. Πλεῖσται ἀνεπτύχθησαν γνῶμαι. Ἀλλὰ κατ’ ἐμὲ τὸ ζήτημα τοῦτο δὲν δύναται νὰ συσχετισθῇ ἀμέσως μὲ τὰς γενικὰς περὶ προστασίας τῆς ἰδιοκτησίας διατάξεις καὶ δέον νὰ ἐρευνηθῇ εἰδικῶς κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ ἄρθρου 119 τοῦ Συντάγματος, ὅπερ κατὰ τὸ ἰσχῦον Σύνταγμα, διατηροῦν ἐν ἰσχύϊ τὴν σχετικὴν ἐπαναστατικὴν πρᾶξιν τῆς Ἐπαναστάσεως τοῦ 1922, δημιουργεῖ ἐξαίρεσιν τῶν γενικῶν κανόνων τοῦ ἄρθρου 19, ἐπιτρέπον παρέκκλισιν αὐτῶν πρὸς ἀποκατάστασιν ἀκτημόνων καλλιεργητῶν, προσφύγων καὶ κτηνοτρόφων. Καὶ τὰ δύο θέματα εἶναι ἀπολύτως συναφῆ, διὰ τοῦτο καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ ἀπεφάσισεν ὅπως συζητηθοῦν ἀπὸ κοινοῦ τὰ δύο σχετικὰ ἄρθρα. Ἐπιφυλάσσομαι καὶ ἐγὼ μόλις περαιώσω τὴν ἐπὶ τοῦ 19ου ἄρθρου εἰσήγησίν μου, νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῶν γνωμῶν τῆς Ἐπιτροπῆς ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἄρθρον 119. Ἀνεξαρτήτως ὅμως τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 119, τῆς καθοριζομένης δηλαδὴ προσωρινῆς ἐξαιρέσεως τῶν γενικῶν κανόνων τοῦ Συντάγματος διὰ τὰς ἐποικιστικὰς ἀνάγκας τῆς Χώρας, ἡ Ἐπιτροπὴ δὲν ἀπεδέχθη τὰς περὶ πλήρους ἢ ἀκεραίας ἀποζημιώσεως ἢ ἄλλας σχετικὰς καὶ ταυτοσήμους τροπολογίας, διότι νομίζει πεποιθότως ὅτι ἐν τῷ ἁπλῷ ὅρῳ τῆς λέξεως ἀποζημίωσις αὐτομάτως νοεῖται ἡ ἀποκατάστασις πάσης ζημίας, ἣν ὁ ἰδιοκτήτης ὑπέστη λόγῳ τῆς ἀφαιρέσεως τοῦ πράγματος.
§78Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Δὲν πρέπει νὰ εἰσέλθητε εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἰδιοκτησίας, διότι ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπεφυλάχθη νὰ ἐπανασυζητήσῃ τὸ ζήτημα.
§79Σ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Ἡ Ἐπιτροπὴ, κ. συνάδελφε, ἔλαβεν ἤδη ὡρισμένας ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ἀποφάσεις. Ἐγὼ εἰσηγούμενος τὰς ἀποφάσεις τῆς Ἐπιτροπῆς εἰς τὴν Βουλήν, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἐκθέσω ἐν γενικαῖς γραμμαῖς τὰς σκέψεις της. Τοῦτο δὲ καὶ πράττω. Δὲν νομίζω ὅτι εἶναι ἀκριβὲς αὐτό, ὅπερ ἰσχυρίζεσθε, ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ θέλει ἐπανέλθει ἐπὶ τοῦ ζητήματος. Ἀλλὰ καὶ ἂν οὕτω συμβῇ, τὸ πρᾶγμα οὐδεμίαν δύναται νὰ ἔχῃ ἄλλην σημασίαν, εἰμὴ ὅτι θὰ ὑποχρεωθῶ νὰ εἰσηγηθῶ ἐκ δευτέρου τὴν παλινῳδίαν ταύτην τῶν γνωμῶν τῆς Ἐπιτροπῆς, σφάλμα κατ’ ἐμέ, εἰς ὃ δὲν ὑποθέτω ὅτι θὰ ὑποπέσῃ ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπή, ὅσον καὶ ἂν ὑμεῖς προσωπικῶς τὸ ἐπιθυμεῖτε. Ἐπαναλαμβάνω ἐπανερχόμενος εἰς τὸ θέμα μου ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ ἐν τῷ ὅρῳ «ἀποζημίωσις» νοεῖ ὅτι συμπεριλαμβάνεται ἡ πλήρης ἀποκατάστασις παρὰ τῷ ἰδιοκτήτῃ τῆς ἀξίας τοῦ ἀφαιρεθέντος πράγματος. Σχετικὴ μὲ τὰς τροπολογίας ταύτας ὑπεβλήθη ἐμμέσως ἡ σκέψις, ὅπως διὰ ρητῆς διατάξεως ἐν τῷ κειμένῳ καθορισθῇ ὅτι αὕτη ἦτο ἡ ἔννοια καὶ τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 17 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911. Ἀπεκρούσθη ὅμως ἡ γνώμη αὕτη, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν ἐν τῷ Συντάγματι νὰ καθορισθῇ ἡ συνταγματικότης τετελεσμένων κατὰ τὸ παρελθὸν διοικητικῶν ἢ νομοθετικῶν πράξεων. Ἐνῷ τὸ Σύνταγμα καθορίζει κανόνας ἀφορῶντας πάντοτε τὸ μέλλον. Τὰ παρελθόντα δέον νὰ κριθοῦν κατὰ τὰ τότε κείμενα. Ἀπεκρούσθη ὅμως καὶ δι’ ἄλλον λόγον, διότι ἡ παραδοχὴ τῆς προτάσεως ταύτης θὰ ἐκήρυσσεν ὡς ἀντισυνταγματικῶς γενομένην καὶ ἄκυρον τὴν κατὰ τὸ παρελθὸν γενομένην ἐν εὐρυτάτῃ κλίμακι ἀγροτικὴν ἀποκατάστασιν. Θὰ ἐδημιουργεῖτο δηλαδὴ εἷς κοινωνικὸς σάλος, ἓν μέγα ζήτημα εἰς τὴν Ἑλλάδα ἐκ τῆς διατάξεως ταύτης, τὸ ὁποῖον ὄχι μόνον ἡμεῖς οἱ πιστεύοντες εἰς τὴν ἀνάγκην τῆς ἀγροτικῆς ἀποκαταστάσεως, ἀποτελοῦντες τὴν παμψηφίαν, νομίζω, ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, κατὰ τὸ ζήτημα τοῦτο, θὰ ἀπεκρούωμεν μὲ ὅλας μας τὰς δυνάμεις, ἀλλὰ τὸ ὁποῖον καὶ ὑμεῖς, οἱ λεγόμενοι συντηρητικοὶ θὰ ἔπρεπε κατὰ μείζονα λόγον νὰ ἀποκρούσητε, ἐξ αὐτῶν τῶν συντηρητικῶν σας καὶ μόνον ἀρχῶν ἐμπνεόμενοι, διότι οὔτε σεῖς, οὔτε ἡμεῖς, οὔτε τὸ ὅλον μας κοινωνικὸν καὶ πολιτικὸν ἀκόμη συγκρότημα θὰ ἠδύνατο νὰ ἀντιστῇ εἰς τὸν θυελλώδη χείμαρρον, τὸν ὁποῖον θὰ ἐξήγειρε τοιαύτη τις διάταξις γενομένη παραδεκτή. Πάντως ἰδιαιτέρως τονίζω εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι ἐν τῇ ἀπιθάνῳ περιπτώσει καθ’ ἣν ἤθελε δεχθῆ τὴν μὴ ἔχουσαν θέσιν ἐν τῷ Συντάγματι διάταξιν ταύτην, ἀναφερομένην εἰς ρύθμισιν πράξεων τοῦ παρελθόντος, δεχθῆ ταὐτοχρόνως ἑτέραν διάταξιν κατασφαλίζουσαν τὴν κειμένην καὶ ἐφαρμοσθεῖσαν ἀγροτικὴν νομοθεσίαν, πρὸς ἀποτροπὴν τοῦ κινδύνου, ὃν ὑπέδειξα. Ἐτέθη ὑπ’ ὄψιν τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ ἄλλη πρότασις, κύριοι συνάδελφοι, καὶ ἄλλοτε προταθεῖσα, κατὰ τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911 καὶ κατὰ τὰς προλαβούσας δύο Συντακτικὰς Συνελεύσεις. Ἡ πρότασις ἀφορᾷ τὴν προσθήκην διατάξεως ἀφορώσης τὰς ἐπιτάξεις. Εἶναι εἰς ὅλους γνωστὸν τὸ κολοσσιαῖον ζήτημα, ὅπερ ἐγεννήθη κατὰ τὸ παρελθόν, περὶ τοῦ ἂν αἱ γενόμεναι ἐπιτάξεις διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ Στρατοῦ καὶ τοῦ Στόλου εἶναι συνταγματικαί, λόγῳ τῆς ἐλλείψεως σχετικῆς συνταγματικῆς προνοίας. Ὑπῆρξαν οἱ ὑποστηρίξαντες τὴν ἀντισυνταγματικότητα, πολλοὶ καὶ ἔγκριτοι νομικοί. Ὑπῆρξαν καὶ αἱ ἀντίθετοι γνῶμαι, ὑποστηρίξασαι τὴν συνταγματικότητα τῶν ἐπιτάξεων, οὐχὶ βάσει ρητῆς τινος διατάξεως τοῦ Συντάγματος, ἀλλὰ στηριζόμενοι εἰς τοὺς λόγους τῆς ὑπερτάτης ἀνάγκης, τῆς δικαιολογούσης καὶ ἐπιβαλλούσης τὰς ἐπιτάξεις. Πρὸς ἄρσιν ὁριστικὴν τῶν νομικῶν τούτων διαφωνιῶν, δὲν ὑπῆρξεν ἀντίθετος γνώμη ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ ὅπως ληφθῇ μέριμνα. Ἀμφισβήτησις μόνον ἐγεννήθη περὶ ἄλλο ζήτημα, ἂν θὰ ληφθῇ πρόνοια διὰ τὰς ἐπιτάξεις, τὰς διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ Στρατοῦ τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης, ἢ θὰ ἔπρεπεν ἡ διάταξις νὰ ἐπεκταθῇ καὶ πρὸς θεραπείαν ἄλλων ἐκτάκτων κοινωνικῶν ἀναγκῶν. Μετὰ συζήτησιν δὲ μακρὰν καὶ διεξοδικὴν ἡ πλειονοψηφία τῆς Ἐπιτροπῆς κατέληξεν εἰς τὴν ἀπόφασιν ὅπως ληφθῇ πρόνοια καὶ διὰ τὴν θεραπείαν ἀμέσου κοινωνικῆς ἀνάγκης δυναμένης νὰ θέσῃ εἰς κίνδυνον τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν. Ὑποθέσατε π. χ. ὅτι πυρκαϊὰ ἢ πλήμμυρα καταστρέφει μεγάλην ἔκτασιν μιᾶς πόλεως, ὁπότε ὑφίσταται κίνδυνος οἱ ἄστεγοι παραμένοντες νὰ διασαλεύσουν τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν· ἐκτὸς τοῦ καθήκοντος τοῦ κοινωνικοῦ πρὸς περίθαλψιν τῶν ἀστέγων καὶ λόγοι φρονήσεως πρὸς περιφρούρησιν τῆς κινδυνευούσης δημοσίας ἀσφαλείας ἐπιβάλλουν τὴν λῆψιν μέτρων ἐπιτάξεως οἰκημάτων πρὸς στέγασιν τῶν πυροπαθῶν ἢ πλημμυροπαθῶν. Καὶ μὲ τὰς σκέψεις αὐτὰς προέβη εἰς τὴν σχετικὴν διατύπωσιν τῆς διατάξεως ταύτης ἡ Ἐπιτροπή. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπιμείνω καὶ κουράζω τὴν Βουλήν, ἀναπτύσσων διὰ μακρῶν ἄλλας τινας ἐπουσιώδεις τροπολογίας τοῦ ἄρθρου τούτου, ὅπως ἡ προσθήκη τοῦ διὰ νόμου διακανονισμοῦ τῶν ζητημάτων τῶν ὑπογείως ρεόντων ὑδάτων κλπ. Καὶ εἰσέρχομαι ἤδη εἰς τὰς σκέψεις καὶ ἀποφάσεις τῆς Ἐπιτροπῆς, τὰς ἐπὶ τῆς τόσον θόρυβον δημιουργησάσης, τροπολογίας «ὅτι ἡ περιουσία γεννᾷ καὶ ὑποχρεώσεις», ἡ ὁποία χάρις εἰς τὸν ἡμερήσιον Τύπον τόσον συνεκλόνισεν ὡς μὴ ὤφειλε τὴν δημοσίαν γνώμην. Ὑπεβλήθησαν δύο ταυτόσημοι τροπολογίαι. Ἡ μία μὲν τοῦ κ. Μυλωνᾶ «ἡ ἰδιοκτησία ὑποχρεώνει, ἡ δὲ ἄσκησις αὐτῆς δέον νὰ εἶναι συνάμα ὑπηρεσία πρὸς τὴν κοινὴν ὠφέλειαν», ἡ ἑτέρα δὲ τοῦ κ. Θεολογίτου, νομίζω καὶ ἄλλων συναδέλφων, «ἡ ἰδιοκτησία ἀποτελοῦσα οἰκονομικὴν λειτουργίαν δὲν δημιουργεῖ μόνον δίκαια, ἀλλ’ ἐπιβάλλει καὶ ὑποχρεώσεις, συνισταμένας εἰς τὴν χρησιμοποίησιν τῆς ἰδιοκτησίας συμφώνως πρὸς τὸ κοινωνικὸν συμφέρον». Ἡ Ἐπιτροπὴ μετὰ μακρὰν μελέτην καὶ συζήτησιν συγχωνεύσασα τὰς δύο ταύτας τροπολογίας εἰς μίαν, ἀπεδέχθη κατὰ πλειονοψηφίαν αὐτήν, ἣν διετύπωσεν εἰς δεύτερον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 19 ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἡ ἰδιοκτησία δὲν ἀποτελεῖ μόνον δικαίωμα, ἀλλὰ γεννᾷ καὶ ὑποχρεώσεις. Ἡ ἄσκησις αὐτῆς πρέπει νὰ εἶναι συνάμα ὑπηρεσία εἰς τὴν κοινὴν ὠφέλειαν». Εἰς τὴν ἀπόφασιν αὐτὴν ἤχθη ἡ Ἐπιτροπή, ὁρμηθεῖσα ἐκ τῶν ἑξῆς σκέψεων. Δὲν ὑπάρχει βέβαια κανεὶς μεταξὺ ἡμῶν, κύριοι, ἐκτὸς τῶν σεσημασμένων καὶ ἀπὸ καθέδρας ἀντιγνωμούντων συναδέλφων τοῦ ἑνιαίου μετώπου, ὅστις νὰ ἀμφισβητῇ τὴν φύσιν τῆς ἰδιοκτησίας ὡς δικαιώματος. Εἶναι ἀναμφήριστον ὅτι ἡ ἰδιοκτησία εἶναι δικαίωμα. Δὲν ὑπάρχει, δὲν πρέπει τουλάχιστον νὰ ὑπάρχῃ ἐπίσης ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ οὐδείς, ὅστις νὰ διέπεται ἀπὸ τὴν παλαιὰν ἀντίληψιν τοῦ sacrosanctum τῆς ἰδιοκτησίας, τὴν ἀντίληψιν ὅτι τὸ ἰδιοκτητικὸν δικαίωμα εἶναι ἱερὸν καὶ ἀπολύτως ἀπαραβίαστον. Ἄς μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ χαρακτηρίσω τὰς ἀντιλήψεις αὐτὰς προκατακλυσμιαίας. Ὅλα τὰ ἀτομικὰ δικαιώματα, ὅλαι αἱ συνταγματικαὶ ἐλευθερίαι καὶ μεταξὺ αὐτῶν συγκαταλέγεται καὶ τὸ ἰδιοκτητικὸν δικαίωμα, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ νοηθοῦν ὡς ἔννοιαι ἀπόλυτοι, ἀλλ’ ἐντελῶς σχετικαί. Ὁ κύκλος τῆς ἀσκήσεως τοῦ δικαιώματος, τῆς ἐλευθερίας τοῦ ἑνὸς ἀτόμου περιορίζεται ἀπὸ τοῦ σημείου, κατὰ τὸ ὁποῖον προσκρούει εἰς τὴν ἀτομικὴν ἐλευθερίαν ἑνὸς τρίτου ἀτόμου. Ἰδοὺ πῶς κατανοεῖται ἡ σχετικότης ἑκάστης συνταγματικῆς ἐλευθερίας διὰ τοῦ γενικοῦ τούτου κανόνος. Ὅτι ἡ ἄρσις τῶν συγκρούσεων τῶν ἀτομικῶν τούτων δικαιωμάτων τῶν διαφόρων ἐν τῇ Πολιτείᾳ βιούντων προσώπων, ὅσων καὶ ἐκείνων αἵτινες γεννῶνται μεταξὺ ἑκάστου ἀτόμου καὶ τοῦ κοινωνικοῦ συνόλου, ἀποτελεῖ καθῆκον τῆς Πολιτείας, διὰ τὴν εὔρυθμον ρύθμισιν τῆς κοινωνικῆς ζωῆς τοῦ Τόπου, ἀποτελεῖ καθῆκον τῆς Πολιτείας, ὅπερ οὐδεὶς δύναται νὰ τὸ ἀμφισβητήσῃ. Οὐδενὸς ἐκ τῶν περὶ τὰ δημόσια πράγματα ἀσχολουμένων δύναται νὰ διαφύγῃ ἡ ἀντίληψις, ἡ ὁποία εὐρύτατα κυκλοφορεῖ μεταξὺ τῶν διανοουμένων ἀτόμων καὶ ἀποτελεῖ τὴν πίστιν πολλῶν, ὅτι ἡ ἰδιοκτησία ἀποτελεῖ μέρος τοῦ συνόλου τῶν οἰκονομικῶν ἀγαθῶν, ἡ κυριότης τῶν ὁποίων ἀνήκει εἰς τὸ ἰδανικὸν κοινωνικὸν σύνολον καὶ οὐχὶ εἰς τὰ πρόσωπα, εἰς τὰ ὁποῖα προσαρμόζει μόνον ἡ χρῆσις καὶ ἡ κάρπωσις τῶν ὑπὸ τὴν ἐξουσίαν των εὑρισκομένων ἀγαθῶν. Αἱ ἰδέαι αὗται, χωρὶς νὰ συγκρούωνται πρὸς τὰς συντηρητικὰς ἀντιλήψεις τῆς παρελθούσης ἐποχῆς κατὰ τὴν ὁποίαν διαφόρως μόνον πρὸς αὐτὰς νοοῦσι τὴν θεωρητικὴν βάσιν τῆς ἰδιοκτησίας. Ἐντεῦθεν προκύπτει ἡ ἀντίληψις ὅτι ἡ ἰδιοκτησία εἶναι κοινωνικὴ ὑποχρέωσις. Ἡμεῖς καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ ἐν τούτοις δὲν φθάνομεν μέχρις ἐκεῖ. Δὲν νοοῦμεν τὴν ἰδιοκτησίαν παρὰ ὡς δικαίωμα καὶ τονίζεται τοῦτο ἰδιαιτέρως ἐν τῇ διατυπώσει τῆς τροπολογίας διὰ τῆς φράσεως «ἡ ἰδιοκτησία δὲν εἶναι μόνον δικαίωμα». Ἀντιλαμβανόμεθα ὅμως ὅτι ἡ ἐξέλιξις καὶ ἡ σημερινὴ ὀργάνωσις τῆς Κοινωνίας ἔχει δημιουργήσει, πλὴν τῶν νομικῶς ἀνεγνωρισμένων προσώπων, τῶν τε φυσικῶν καὶ νομικῶν, μεταξὺ τῶν ὁποίων συγκαταλέγεται καὶ τὸ Δημόσιον, ὡς fiquis, ἔχει δημιουργήσει πλέον καὶ μίαν ἄλλην προσωπικότητα. Τὸ κοινωνικὸν σύνολον. Παρὰ τὰς ἀτομικὰς ἀνάγκας, παρὰ τὰ ἀτομικὰ πρόσωπα, ὑφίστανται πλέον καὶ ἀνάγκαι τοῦ γενικοῦ κοινωνικοῦ συνόλου, ἐξίσου χρήζουσαι, ὡς καὶ ἀτομικαὶ τοιαῦται, θεραπείας καὶ συνταγματικῆς προσοχῆς καὶ μερίμνης. Αἱ ἀνάγκαι αὗται τοῦ κοινωνικοῦ συνόλου, καὶ ἂν ἀναγνωρισθοῦν καὶ ἂν παραγνωρισθοῦν ἐν τῷ κειμένῳ τοῦ Συντάγματος, ὑφίστανται ἐν τῇ πραγματικότητι, τόσον ζωηραί, ὥστε καὶ ὑμεῖς οἱ ἀντιφρονοῦντες εἰς τὰς ἀπόψεις αὐτάς, ὡς κυβερνῆται, πρῶτοι θὰ λάβητε μέριμναν νὰ τὰς θεραπεύσητε. Ἡ ἄρσις τῆς συγκρούσεως τῆς πάντοτε σχεδὸν ὑφισταμένης μεταξὺ τῆς θεραπείας τῶν κοινωνικῶν τούτων ἀναγκῶν καὶ τῶν ἀτομικῶν δικαιωμάτων, εἶναι ἓν ἐκ τῶν πρώτων καθηκόντων πάσης πολιτισμένης Χώρας. Γνωρίζω καλῶς ὁποία διαστροφὴ ἐγένετο τῶν ἀντιλήψεών μας τούτων. Καὶ εἴδατε ὅλοι ὅσοι παρηκολουθήσατε τὸν διεξαχθέντα πρό τινος σχετικὸν δημοσιογραφικὸν ἀγῶνα ποία σκόπιμος διαστροφὴ τῆς ἐννοίας ταύτης ἐγένετο, παρ’ ἐκείνων οἵτινες εἰς τὴν κομματικὴν ὠφέλειαν καὶ μόνον ἀποσκοποῦντες, δὲν διστάζουσι νὰ διαστρέφωσι τὰ πράγματα, νὰ παραγνωρίζωσι ἀληθείας καὶ ἀρχάς, τὰς ὁποίας καὶ οἱ ἴδιοι ἀκόμη ἐν τῇ πρακτικῇ παραδέχονται καὶ ἐφαρμόζουσιν. Οὕτως ἡμεῖς καὶ ἡ πλειονοψηφία τῆς Ἐπιτροπῆς κατήντησε νὰ χαρακτηρισθῶμεν διὰ τὴν παραδοχὴν τῆς τροπολογίας ταύτης ὡς κομμουνισταὶ καὶ ἀνατροπεῖς ἢ ὑπονομευταὶ τῆς καθεστηκυίας τάξεως. Εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο ἔχω καὶ κάτι πλέον νὰ παρατηρήσω, ὅτι ὁ κομμουνιστικὸς κίνδυνος καὶ αἱ ἀνατρεπτικαὶ ἰδέαι δὲν ἀνδροῦνται καὶ δὲν θεραπεύονται παρὰ μόνον διὰ τῆς τακτικῆς τῶν πρὸς ἡμᾶς ἀντιφρονούντων. Ἡ ἄρνησις τῆς ἱκανοποιήσεως τῶν ὑποχρεώσεων μιᾶς Πολιτείας πρὸς τὰς ἐνδεεῖς τάξεις, ἡ μὴ προσπάθεια τῆς ἐξυψώσεως τῆς ἠθικῆς προσωπικότητος τοῦ ἀνθρώπου, τὴν ὁποίαν ἐφαρμόζουν, πληθύνει τὰς τάξεις τῶν ἐνδεῶν μελῶν τῆς Κοινωνίας, ὥστε εὐμενῶς νὰ τείνωσι τὰ ὦτα πρὸς πᾶσαν ἀνατρεπτικὴν ἰδέαν, ἣν ἐπιτήδειοι πράκτορες προπαγανδίζουσι, λόγῳ τῆς ἀπογνώσεως, εἰς ἣν ἡ τακτική σας τὰς περιάγει. Ἐνῷ ἀντιθέτως ἡ ἐπίσημος ἀναγνώρισις τῶν πεποιθήσεων ἡμῶν, ἡ στοργικὴ μέριμνα τῆς Πολιτείας πρὸς τὰς ἐνδεεῖς τάξεις καὶ ἡ ἔμπρακτος κρατικὴ προσπάθεια πρὸς ἠθικὴν καὶ ὑλικὴν ἐξύψωσιν ὅλων τῶν μελῶν τῆς Κοινωνίας, στενεύει τὸν κύκλον τῶν προσώπων, εἰς ἃ δύνανται νὰ ἐξαπλωθοῦν αἱ ἀνατρεπτικαὶ ἰδέαι καὶ ἐξατμίζει ταύτας, καθιστῶσα ἀδύνατον τὴν ὁποιανδήποτε ἐπικράτησίν των. Ἔχομεν πρόσφατον τὴν ἱστορίαν καὶ ὀφθαλμοφανῆ τὰ παραδείγματα, ὥστε νὰ μὴ χωρεῖ περὶ τούτου ἀμφιβολία. Ἡ Τσαρικὴ Ρωσσία τὰς ἰδέας σας ἠκολούθει καὶ εἰς τὸν πρῶτον συγκλονισμόν, τὸν ὁποῖον ἐπέφερεν ὁ μέγας πόλεμος, κατέρρευσε παταγωδῶς. Ἡ Γερμανία ἀντιθέτως, παρὰ τὴν ἧττάν της, παρὰ τὰς ἐξαιρετικῶς πολὺ μεγαλυτέρας δυσχερείας, αἵτινες μεταπολεμικῶς ἐδημιουργήθησαν ἐκεῖ, ἀντέστη νικηφόρως εἰς πᾶσαν ἀνατροπὴν καὶ τὴν βλέπομεν σήμερον ἐπανερχομένην ὁσημέραι εἰς τὴν προπολεμικήν της ἀνθηρότητα. Ἡ στρουθοκάμηλος πρὸ τοῦ κινδύνου κρύπτει τὴν κεφαλὴν ὑπὸ τὰς πτέρυγάς της. Μὴ θέλετε νὰ τὴν μιμηθῆτε. Θελήσητε νὰ ἀφήσητε ἐλυεθέραν τὴν ἀκοήν σας νὰ ἀκούῃ τὴν φωνὴν τῆς πραγματικότητος, ἀφήσατε ἐλευθέραν, μακρὰν πάσης προλήψεως, τὴν σκέψιν σας νὰ λειτουργήσῃ. Μὴ ἀρνεῖσθε ἀρχὰς τὰς ὁποίας παρεδέχθητε καὶ ἐφαρμόζετε ἀπὸ μακροῦ. Δὲν ἀποτελοῦν ταῦτα, κύριοι, κενὰς λέξεις. Ἔχω καὶ δύναμαι νὰ σᾶς παρατάξω σωρείαν παραδειγμάτων ἐκ τῆς Ἑλληνικῆς Νομοθεσίας, ἐκ τῶν ὁποίων μόνον ὅσοι δὲν θέλουν δὲν πείθονται περὶ τῆς ἀκριβείας τῶν λεγομένων μου. Καὶ ἀναφέρω τὰ παραδείγματα ταῦτα, κατὰ τὰ ὁποῖα, ἄνευ οὐδεμιᾶς συνταγματικῆς προβλέψεως ἢ ἐξουσιοδοτήσεως, παρὰ τὰς ἀντιθέτους ῥητὰς συνταγματικὰς διατάξεις, σεῖς οἱ ἴδιοι σωρείαν περιορισμῶν ἔχετε ἐπιβάλλει εἰς τὴν ἰδιοκτησίαν διὰ νόμων, οἵτινες παραδόξως πως οὐδέποτε ἐθεωρήθησαν ἀντισυνταγματικοί. Οὕτως, ἐνῷ κατὰ τὴν ἀντίληψίν σας εἰς οὐδένα ὑπόκειται ἡ ἰδιοκτησία περιορισμόν, ἐψηφίσατε νόμον περὶ οἰκοδομῆς καὶ σχεδίων τῶν πόλεων καὶ κωμῶν. Νόμον παμπάλαιον. Τὸ Διάταγμα τοῦ 1836. Κατὰ τοῦτον ὁ ἰδιοκτήτης ὀφείλει νὰ ἀφίνῃ πρασιάν. Δηλαδὴ νὰ ἀφίνῃ ἀνοικοδόμητον τμῆμα τοῦ οἰκοπέδου του πρὸς χρῆσιν τοῦ Κοινοῦ. Δὲν εἶναι περιορισμὸς αὐτὸς τῆς ἰδιοκτησίας; Ποῦ τὸν στηρίζετε συνταγματικῶς; Ἡ καλαίσθησίς σας σᾶς ἐπέβαλε καὶ ἐνταῦθα καὶ ἀλλαχοῦ, νὰ ψηφίσητε νόμον περὶ ὡρισμένου ὕψους τῶν οἰκοδομημάτων. Ἀπὸ ποῦ ἀντλήσατε τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιβάλητε τοιοῦτον περιορισμὸν εἰς τὴν ἰδιοκτησίαν; Ἔχετε νόμον «περὶ ἑτοιμορρόπων οἰκιῶν», ἔχετε νόμον «περὶ ἀπαγορεύσεως οἰκοδομῆς ἐπὶ μὴ ἀρτίων οἰκοπέδων», ἅτινα ὁ ἰδιοκτήτης ὑποχρεοῦται νὰ πωλήσῃ εἰς τὸν γείτονά του καὶ εἰς τιμὴν μὴ καθοριζομένην ὑπ’ αὐτοῦ. Εἰς ποίαν διάταξιν δικαιολογεῖτε τὴν συνταγματικότητα τοῦ περιορισμοῦ τούτου; Ἔχετε καὶ ἐφαρμόζετε νόμον «περὶ ἐκμεταλλεύσεως τῶν ἰδιοκτητῶν δασῶν», κατὰ τὸν ὁποῖον ὁ ἰδιοκτήτης δὲν δύναται νὰ ἐκμεταλλευθῇ τὸ κτῆμά του παρὰ μόνον μὲ τὴν ἄδειαν τῆς Πολιτείας καὶ ἀφοῦ μάλιστα καταβάλλῃ καὶ φόρον εἰς τὸ Δημόσιον. Ποία νομικὴ σκέψις σύμφωνος μὲ τὰ μέχρι τοῦδε συνταγματικὰ κείμενα σᾶς δικαιολογεῖ διὰ τὴν ἀντισυνταγματικότητα τοῦ περιορισμοῦ αὐτοῦ; Θέλετε καὶ ἄλλα ἄλλης φύσεως παραδείγματα; Κατὰ ποίαν συνταγματικὴν διάταξιν ὁ ἀστυνομικός σας, δεσμεύει καὶ καταστρέφει ἀποσυντεθειμένα τρόφιμα, παρὰ τὴν θέλησιν τοῦ ἰδιοκτήτου; Θὰ μοὶ εἴπητε διὰ λόγους ὑγείας: Δὲν δύνασθε νὰ ἰσχυρισθῆτε τοῦτο, διότι τοῦτο ἀποτελεῖ τὴν βάσιν τῶν ἰδικῶν μας ἀπόψεων περὶ θεραπείας τῶν κοινωνικῶν ἀναγκῶν, ἣν ἀρνεῖσθε. Ὁ ἰδιοκτήτης κατὰ τὰς ἀντιλήψεις σας δύναται νὰ ἰσχυρισθῇ ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ τῷ ἀπαγορεύεται ἡ πρὸς βρῶσιν πώλησις τῶν ἀποσυντεθειμένων τροφίμων του, δύναται ὅμως νὰ ἀποκρούσῃ τὴν καταστροφὴν τῆς ἰδιοκτησίας του, προφασιζόμενος ὅτι θέλει τὰ μεταχειρισθῇ εἰς ἄλλην χρῆσιν, πρὸς λίπανσιν π. χ. τοῦ ἀγροῦ του, δι’ ἣν ἔχουν πάντως μίαν, ἔστω καὶ μικρὰν ἀξίαν. Θὰ ἠδυνάμην νὰ σᾶς ἀναφέρω μύρια ὅσα τοιαῦτα παραδείγματα, ἀλλὰ θὰ ἐκταθῶ εἰς μακρὸν χρόνον, ὁ ὁποῖος ἔχω τὴν συναίσθησιν ὅτι μᾶς εἶναι πολύτιμος. Ἀρκοῦμαι εἰς ὅσα ἀνέφερα καὶ νομίζω ὅτι ἐπαρκῶς ἀπέδειξα ὅτι ὁ ἰδιοκτήτης ἔχει τὸ δικαίωμα τῆς χρήσεως τοῦ πράγματος, jus utendi, ἀλλ’ οὐχὶ καὶ τῆς καταχρήσεως αὐτοῦ, jus abutendi, ὅταν ἡ κατάχρησις αὕτη θίγει τὰ συμφέροντα τῶν ἄλλων καὶ τῆς Κοινωνίας. Δύνασθε νὰ καταστρέψητε τὴν οἰκίαν σας, δὲν δύνασθε ὅμως νὰ τὴν καύσητε, ὅταν ἡ πυρκαϊὰ θὰ ἀπειλήσῃ τὰς γειτονικάς. Καὶ οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλ’ ἡ χρῆσις τοῦ πράγματός σας δέον νὰ εἶναι τοιαύτη ὥστε καὶ τὸ κοινωνικὸν σύνολον νὰ ὠφελῆται. Θὰ μοὶ ἀπαντήσουν οἱ περὶ τὰ νομικὰ ἀσχολούμενοι ἐκ τῶν κ. κ. συναδέλφων: Κύριε, τίς ποτε ἠμφισβήτησεν ὅτι οἱ νόμοι οὓς ἀνεφέρατε εἶναι συνταγματικοί; Καὶ ἀπαντῶ: Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἐλάχιστα εἶναι τὰ παραδείγματα, σοφῶν τῳόντι ἀνδρῶν καὶ διακεκριμένων δικαστικῶν, οἵτινες ἠμφισβήτησαν τὴν συνταγματικότητα τοιούτων νόμων. Ὑπάρχουν ὅμως. Ταύτην τὴν στιγμὴν ἐνθυμοῦμαι ἓν τοιοῦτον. Διαπρεπὴς καθηγητής, παρευρισκόμενος μεταξὺ ἡμῶν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ὁ συμπατριώτης μου συνάδελφος, ὁ κ. Εὐταξίας, μὲ σθεναρὰ τῳόντι νομικὰ ἐπιχειρήματα ἠμφισβήτησε πρό τινος τὴν συνταγματικότητα τοῦ Ἐνοικιοστασίου. Καὶ εἶχεν ἀπολύτως δίκαιον. Οὐδεμία συνταγματικὴ διάταξις ἐπιτρέπει τὸν διὰ τοῦ Ἐνοικιοστασίου ἐπιβαλλόμενον περιορισμὸν τῆς ἰδοκτησίας. Οἱ πολλοὶ καὶ τὰ Δικαστήρια, ἠκολούθησαν γνώμην, ἥτις ἀποτελεῖ λογικὴν ἔξοδον ἐκ τοῦ συνταγματικοῦ ἀδιεξόδου, εἰς ὃ ἡ ἔλλειψις συνταγματικῆς διατάξεως ἄγει τὴν γνώμην, μὴ στηριζομένην ὅμως εἰς διάταξίν τινα τοῦ Συντάγματος, τὴν διατυπουμένην ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Οἱ λεγόμενοι νόμιμοι περιορισμοὶ τῆς κυριότητος οὐδέποτε δύνανται νὰ θεωρηθοῦν ἀντιβαίνοντες εἰς τὸ Σύνταγμα». Τοῦτο παραδέχεται καὶ ὁ καθηγητὴς Σαρίπολος. Ἡ γνώμη ὅμως αὕτη εἶναι αὐθαίρετος, ὑπαγορευθεῖσα ἐκ τῆς ἀνάγκης τῶν πραγμάτων καὶ τῆς συναισθήσεως ἐκείνης, ὅτι ὑπάρχουν κοινωνικὰ συμφέροντα, τὰ ὁποῖα δὲν δεσμεύονται ὑπὸ συνταγματικῶν ἀπαγορεύσεων. Δηλαδὴ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἡμεῖς ζητοῦμεν δὲν εἶναι τι ἄλλο, ἀλλ’ ἡ ἐπίσημος διακήρυξις αὐτῆς τῆς ἀρχῆς, ἀληθῶς ὑπερσυνταγματικῆς σήμερον—ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ ἡ φράσις— ἰσχύος, ἥτις ἀνέκαθεν ἐφηρμόσθη καὶ ἐφαρμόζεται εἰς ὅλα τὰ πεπολιτισμένα Κράτη. Θὰ εἶχον ὅμως νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς ἐπὶ ἑνὸς ἄλλου σημείου, διὰ νὰ καταδείξω τὴν μεγαλυτέραν ἀνάγκην τῆς παραδοχῆς τῆς τροπολογίας. Ὁ ἄγραφος κανών, τὸν ὁποῖον ἐμνημόνευσα, «οὐδέποτε δύνανται νὰ θεωρηθοῦν ἀντιβαίνοντες εἰς τὸ Σύνταγμα οἱ λεγόμενοι νόμιμοι περιορισμοὶ τῆς κυριότητος» ἔχει τόσον εὐρεῖαν ἔννοιαν, ὥστε ἐν τῇ εὐρύτητί της εἶναι δυνατὸν νὰ νοηθῇ ὅτι ἐνυπάρχουν κίνδυνοι καταστρατηγήσεως τῆς συνταγματικῆς προστασίας τῆς ἰδιοκτησίας. Τί σημαίνει νόμιμον περιορισμὸν τῆς κυριότητος; Οἱ διὰ νόμου τιθέμενοι γενικοὶ τοιοῦτοι; Ἄρα κάθε νόμος δύναται νὰ ἐπιβάλῃ οἱονδήποτε περιορισμόν; Καὶ δὲν εὑρίσκουν τὸν κίνδυνον αὐτὸν τῆς τοιαύτης εὐρείας ἐννοίας, ἣν παραδέχονται, μεγαλύτερον, παντὸς ἄλλου οἱ ἀκραιφνεῖς δῆθεν προστάται τῆς ἰδιοκτησίας; Ἐνῷ τοὐναντίον ἡ τροπολογία ὡς προτείνεται ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς περιορίζει τὴν ἐλευθερίαν τοῦ νομοθέτου εἰς ὡρισμένας γραμμάς, ἡ ὑπέρβασις τῶν ὁποίων ἀποτελεῖ ἀντισυνταγματικὴν πρᾶξιν ἀπηγορευμένην. Καὶ ὁρίζει ἡ τροπολογία ὅτι περιορισμοὶ δύνανται νὰ τεθοῦν μόνον ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἄσκησιν τοῦ δικαιώματος τῆς ἰδιοκτησίας, εἰς τρόπον ὥστε νὰ καταστῇ συνάμα—σὺν τῷ ὠφέλει τοῦ ἰδιοκτήτου—ὠφέλιμος εἰς τὸ κοινωνικὸν σύνολον. Ἡ ἀρχὴ δὲν ἐμφανίζεται ἐν Ἑλλάδι τὸ πρῶτον, ἐπεκράτησεν εἰς τὰ πλεῖστα τῶν νεωτέρων Συνταγμάτων. Τὸ Γερμανικόν, τὸ Γιουγκοσλαυϊκὸν Σύνταγμα τὴν ἀναγράφουν. Καὶ ἀναγράφουν τὴν ἀρχήν, καίτοι ἡ προστασία τῆς ἰδιοκτησίας οὐδαμοῦ εἶναι τόσον εὐρεῖα ὡς διατυποῦται εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Σύνταγμα. Τὰ πλεῖστα τῶν ξένων Συνταγμάτων ἐπαφίενται εἰς τὸν νόμον διὰ τὸν καθορισμὸν τοῦ ποσοῦ τῆς ἀποζημιώσεως πλήρη ἐλευθερίαν, ἄλλα διὰ τὸν τρόπον τοῦ καθορισμοῦ. Ἐνῷ τὸ ἡμέτερον Σύνταγμα καὶ πλήρους καί, προηγουμένην τῆς ἀφαιρέσεως τοῦ πράγματος καταβολήν, ἀποζημιώσεως ἀπαιτεῖ καὶ ταύτην καθοριζομένην μόνον διὰ τῆς ὁδοῦ τῶν Δικαστηρίων. Γνωρίζω τί καὶ εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο θὰ μοὶ ἀντιταχθῇ· ὅτι πιθηκίζομεν. Ἐπανελήφθη πολλάκις κατ’ αὐτὰς ἀπὸ τῶν στηλῶν τῶν ἐφημερίδων ὅτι μιμούμεθα ἀνεξετάστως τοὺς ξένους θεσμοὺς καὶ τοὺς μεταφυτεύομεν ἐνταῦθα εἰς γῆν ἀπρόσφορον. Ἀλλ’ οὔτε τὸ ἔδαφος εἶναι ἀπρόσφορον, οὔτε ἡ ἀρχή, ἣν προτείνομεν ξένην πρὸς ἡμᾶς, ἀφοῦ, ὡς ἀπέδειξα, ἀπὸ μακροῦ εἶναι παραδεδεγμένη ἐν τῇ νομοθεσίᾳ μας. Ἀλλ’ εἰς τοὺς τοιαῦτα μεμφομένους ἡμᾶς ἔχω τοῦτο καὶ μόνον νὰ ἀπαντήσω, ὅτι καὶ τὸ ὅλον κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα εἶναι προϊὸν ξένον καὶ οὐχὶ γνήσιον Ἑλληνικὸν τέκνον. Διατί ἆρά γε δὲν μᾶς κατηγοροῦν ὅτι καὶ διὰ τὴν παραδοχὴν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος πιθηκίζομεν; Ἤκουσα ἐξ ἄλλου ὅτι ἐν Γερμανίᾳ ἐπεκράτησεν ἡ ἀρχὴ αὕτη, διότι τὸ πολίτευμα τὸ Γερμανικὸν εἶναι καθαρῶς σοσιαλιστικόν, συνταχθὲν ὑπὸ τὴν πίεσιν τοῦ ὄχλου καὶ τῆς Ρόζας Λούξεμπουργκ. Ἀπαντῶ καὶ ὑποδεικνύω εἰς τοὺς τοιούτους ἰσχυρισμοὺς ὅτι, ἂν τὸ νέον Γερμανικὸν Σύνταγμα χαρακτηρίζεται ὡς σοσιαλιστικόν, τὸν χαρακτηρισμὸν τοῦτον δὲν ὀφείλει εἰς τὴν διάταξιν ταύτην, ἀλλ’ εἰς ἄλλας καὶ ἰδίᾳ ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῆς ἰδιοκτησίας, διότι ἐπιτρέπει, εἰς ὡρισμένας περιστάσεις, ἐλευθερίαν εἰς τὸν νόμον ἀπαλλοτριώσεως ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀποζημιώσεως. Δὲν εἶναι δὲ εἰς τοῦτο δικαιολογία σοβαρὰ τὸ ὅτι ἡ διάταξις ἐτέθη εἰδικῶς διὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῆς περιουσίας τῶν ἐκπτώτων Γερμανῶν Πριγκήπων καὶ Αὐτοκρατόρων. Διότι ἡ δήμευσις τῆς περιουσίας τούτων εἶχε συντελεσθῆ ὅταν κατηρτίζετο τὸ Γερμανικὸν πολίτευμα δι’ ἐπαναστατικῆς πράξεως κυρωθείσης κεχωρισμένως. Ἀλλὰ μὴ ἆρά γε καὶ ὁ σοσιαλισμὸς εἶναι ξένος πρὸς τὴν σύγχρονον ἐποχήν; Ὑπάρχει ἆρά γε ἐν τῇ οἰκουμένῃ σύγχρονον Κράτος πολιτισμένον μὴ ἀκολουθοῦν τὴν σοσιαλιστικὴν ἐξέλιξιν; Αὐτὴ ἡ σιδηρᾶ καὶ συντηρητικὴ Ἀγγλικὴ Αὐτοκρατορία, πρώτη δὲν υἱοθέτησε τὰ σοσιαλιστικώτερα τῶν μέτρων, εἰς ἃ τὰ ἄλλα Κράτη καθυστεροῦν; Ἡμεῖς ἀποδεχθέντες τὴν προοδευτικὴν φορολογίαν τῶν προσόδων, τὴν φορολογίαν τῆς κληρονομίας καὶ τοῦ ὑπερτιμήματος, τὴν πέραν ὡρισμένου βαθμοῦ συγγενείας κληρονομικὴν διαδοχὴν τῶν ἀτόμων ὑπὸ τοῦ Κράτους καὶ τόσα ἄλλα παρομοίας φύσεως μέτρα, δὲν ἀκολουθοῦμεν σοσιαλιστικὴν πολιτικήν; Ὅστις νομίζει τὸ ἀντίθετον πλανᾶται. Κατεκρίθη ἐπίσης ἡ τροπολογία αὕτη ὡς ἔχουσα θεωρητικὴν ἀξίαν. Ἂν τοῦτο ἦτο ἀπολύτως ἀληθές, τότε διατί οἱ τὴν ἀντίκρουσιν ταύτην προτείνοντες συμπίπτει νὰ εἶναι αὐτοὶ οἱ ἀρνούμενοι τὸ οὐσιαστικὸν περιεχόμενον τῆς διατάξεως; Τί ἔχουν νὰ φοβηθοῦν καὶ δημιουργοῦν τόσον θόρυβον κατὰ διατάξεως θεωρητικὴν μόνον ἀξίαν ἐχούσης; Εἶναι ἀληθὲς βέβαια ὅτι ἡ διάταξις δὲν ἐμπεριέχει κυρώσεις. Δὲν συμπίπτει πάντοτε αἱ κυρώσεις τῶν συνταγματικῶν διατάξεων νὰ ἐμπεριέχωνται ἐν αὐτῷ. Τουναντίον τὸ τοιοῦτον ἀποτελεῖ ἐξαίρεσιν ἐν τῷ Συντάγματι. Τὸ κατὰ κανόνα παρατηρούμενον εἶναι ὅτι αἱ συνταγματικαὶ διατάξεις τίθησι γενικὰς ἀρχὰς καὶ κανόνας, πρὸς οὓς δέον νὰ προσαρμόζεται ἡ ἑκάστοτε νομοθεσία, ὁρίζουσα καὶ τὰς κυρώσεις τῶν συνταγματικῶν ἀρχῶν. Π. χ. τὸ ἀπόρρητον τῶν ἐπιστολῶν εἶναι ἀπολύτως ἀπαραβίαστον. Εἶναι ἡ συνταγματικὴ ἀρχή, οὐδεμίαν περιέχουσα κύρωσιν. Ὁ νόμος θέλει ὁρίσει τὴν κύρωσιν ταύτης. Κατεκρίθη ἐπίσης ἡ τροπολογία ὅτι περιέχει τὸν ὅρον «κοινὴ ὠφέλεια» ἀπροσδιορίστου εὐρύτητος. Δὲν εἶναι ἀληθὲς τὸ τοιοῦτον. Διότι ὁ ὅρος οὗτος ἔχει σαφῶς καθωρισμένην τὴν ἔννοιάν του τὴν νομικὴν ὡς καὶ τὴν ἔκτασίν του. Ὅλα τὰ ξένα Συντάγματα, πλὴν τοῦ Ἰταλικοῦ καὶ τοῦ Νορβηγικοῦ, μεταχειριζόμενα τὸν ὅρον «κοινὸν ἢ δημόσιον συμφέρον» μεταχειρίζονται τὸν ὅρον «κοινὴ ὠφέλεια». Ὁ ὅρος ἄλλως τε οὗτος δὲν εἶναι ξένος εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Σύνταγμα, ἀλλ’ εὕρηται ἐν αὐτῷ τῷ Συντάγματι τοῦ 1911, ἐν ᾧ ὁρίζεται ὅτι «ἀπαλλοτρίωσις ἐπιτρέπεται διὰ κοινὴν ὠφέλειαν.... κλπ.» Αὐταί, κύριοι βουλευταί, εἶναι αἱ σκέψεις, αἵτινες ἤγαγον ἡμᾶς εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ὅπως παραδεχθῶμεν τὴν τροπολογίαν ταύτην καὶ εἶμαι βέβαιος ὅτι καὶ ἡ Βουλὴ ἐκ τῶν αὐτῶν ὁρμωμένη σκέψεων θὰ ἀποδεχθῇ τὴν τροπολογίαν καὶ θὰ προσεπικυρώσῃ τὴν ἀπόφασιν τῆς Ἐπιτροπῆς. Δι’ ἡμᾶς τοὺς ὑποστηρικτὰς τῆς τροπολογίας ὀφείλομεν νὰ τονίσωμεν καὶ τοῦτο ἀκόμη, ὅτι, ἐφόσον καὶ οἱ πρὸς ἡμᾶς διαφωνοῦντες παραδέχονται τὴν ἐξ ἀνωτέρων λόγων ἐμπράγματον ἐφαρμογὴν τῆς ἀρχῆς ταύτης καὶ μὴ ρητῆς συνταγματικῶς τεθειμένης καὶ ἡ ἀπόρριψις τῆς τροπολογίας οὐδεμίαν θετικὴν δύναται νὰ ἔχῃ συνέπειαν. Ὁ νομοθέτης τῆς αὔριον θὰ εἶναι ἐλεύθερος νὰ τὴν ἀποδεχθῇ καὶ ἡ ἀκριβὴς ἔννοια τῆς ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς θὰ εἶναι ὅτι ἡ ἀρχὴ τῆς τροπολογίας ἀποτελεῖ ὑπέρτερον τοῦ Συντάγματος νόμον, κατισχύουσα αὐτοῦ καὶ ἐφαρμοζόμενον.
§80ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§81Σ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Δὲν νομίζω ὅτι αἱ συνταγματικαὶ συζητήσεις εἶναι δυνατὸν νὰ διεξάγωνται μὲ ἀνάρθρους κραυγὰς ἢ μονοσύλλαβα ἐπιφωνήματα. Εἶπον ἐγὼ τὰς γνώμας μου, οἱ ἀντιλέγοντες πρὸς ἐμὲ καὶ τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Ἐπιτροπῆς θὰ διέλθουν τοῦ βήματος τούτου καὶ θὰ τοὺς ἀκούσωμεν. Ἡ Βουλὴ θὰ κρίνῃ. Ἐπεράτωσα, κύριοι συνάδελφοι, τὰ ὅσα εἶχον νὰ εἴπω ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 19 τοῦ Συντάγματος καὶ εἰσέρχομαι ἤδη εἰς τὴν ἐπὶ τοῦ συναφοῦς ἄρθρου 119 εἰσήγησίν μου. Γνωρίζω, κύριοι, ὅτι ἡ ὥρα παρῆλθε καὶ ἀντιλαμβάνομαι ὅτι ἡ Βουλὴ ἐκουράσθη, ἀκόμη δύναμαι νὰ ὁμολογήσω ὅτι καὶ ἐγὼ κάπως ἐκουράσθην καὶ σᾶς ὑπόσχομαι ὅτι δὲν θὰ εἶμαι μακρός. Θὰ προσπαθήσω βραχύτατα νὰ διεξέλθω τὰ ὀλίγα ἄρθρα τὰ ὁποῖα ἀπομένουν πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ Γʹ Κεφαλαίου. Τὸ ἄρθρον 119 τοῦ κειμένου Συντάγματος καθιεροῖ μεταβατικὴν καὶ προσωρινὴν ἐξαίρεσιν τῶν γενικῶν διατάξεων τοῦ ἄρθρου 19, διατηροῦν ἐν ἰσχύϊ τὴν ἐπαναστατικὴν ἀπόφασιν τῆς 14 Φεβρουαρίου 1923 ἐπὶ χρονικόν τι διάστημα πρὸς ἀποκατάστασιν ἀκτημόνων καλλιεργητῶν καὶ προσφύγων. Ἡ Ἐπιτροπὴ μὴ νομίζουσα ὅτι δέον νὰ ἀναγράφεται ὡς ἰσχύουσα ἔστω καὶ ὡς μεταβατικὴ διάταξις ἐπαναστατικὴ πρᾶξις ἐν τῷ Συντάγματι, παραδεχθεῖσα τὴν οὐσίαν διετύπωσεν ὡς προτείνεται ἐν ταῖς ἐκθέσεσιν ἡμῶν τὸ ἄρθρον 119. Ἡ Μικρασιατικὴ καταστροφή, κύριοι συνάδελφοι, ἔσχεν ὡς ἐπακόλουθον τὴν αἰφνιδίαν προσφυγὴν εἰς τὸ ἐλεύθερον Κράτος ὅλων τῶν ὁμοεθνῶν πληθυσμῶν ἐκ Μ. Ἀσίας καὶ Ἀνατολικῆς Θράκης. Συνεσωρεύθη εἰς τὴν Ἑλλάδα αἰφνιδίως εἷς ἐπὶ πλέον πληθυσμὸς ἑνὸς καὶ ἡμίσεος περίπου ἑκατομμυρίου ἀτόμων, ἄστεγος, ἄεργος, πεινῶν καὶ γυμνητεύων. Ἂν τὸ Κράτος δὲν ἔσπευδε νὰ λάβῃ πρόνοιαν διὰ τὴν περίθαλψιν, στέγασιν καὶ ἐν γένει ἀποκατάστασιν τῶν προσώπων αὐτῶν, φυσικὸν εἶναι ὅτι ἄμεσος θὰ ἐνέσκηπτεν ἡ λαῖλαψ τῆς ἀναρχίας καὶ τῆς ἀνατροπῆς. Τὰ κρατικὰ μέσα, ἐξηντλημένα ἐκ τοῦ μακροῦ πολέμου καὶ τῶν ἀτυχιῶν αὐτοῦ, βεβαρυμένα μὲ τὴν ἄμεσον ἀνάγκην, πλὴν τῆς θεραπείας τῶν τακτικῶν ἀναγκῶν τοῦ Κράτους, τοῦ ἐξ ὑπαρχῆς ἀνεφοδιασμοῦ τῆς Χώρας, πρὸς ἀνασυγκρότησιν τοῦ Ἐθνικοῦ Στρατοῦ ἐν Θράκῃ, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπαρκέσουν οὔτε πρὸς παροχὴν προχείρου βοηθήματος εἰς τοὺς δυστυχεῖς πρόσφυγας ἀδελφούς. Ἡ τότε Κυβέρνησις, ἐν τῇ μερίμνῃ τῆς πρὸς ἀποτροπὴν τοῦ ἐπικειμένου κινδύνου, ἔλαβε τὸ μέτρον διὰ τῆς ἐπαναστατικῆς πράξεως, ἣν ἀνέφερα, τῆς ἄνευ προηγουμένης ἀποζημιώσεως ἀπαλλοτριώσεως ἢ ἐπιτάξεως ἀγροκτημάτων, πρὸς ἀποκατάστασιν τῶν ἀγροτῶν προσφύγων, ἀνερχομένων εἰς ἓν ἑκατομμύριον περίπου. Θὰ ἦτο δὲ ἄδικος πρὸς τοὺς γηγενεῖς ἀκτήμονας ἀγρότας, εὑρισκομένους ἐν τῇ πραγματικότητι ὑπὸ τὰς αὐτάς, ὁποίας οἱ πρόσφυγες, σχεδὸν συνθήκας, ἂν παρέλειπε καὶ τὴν περὶ αὐτῶν καὶ τὴν ἀποκατάστασίν των ὀφειλομένην μέριμναν. Τὸ μέτρον οὕτω μονομερῶς ὑπὲρ τῶν προσφύγων θὰ ἦτο καὶ ἄνισον καὶ θὰ ἐδημιούργει μέγα χάσμα μεταξὺ γηγενῶν καὶ προσφύγων. Σωφρόνως ποιοῦσα, ἔλαβε γενικὸν μέτρον πρὸς ἀποκατάστασιν τῶν τε γηγενῶν καὶ τῶν προσφύγων ἀγροτῶν καὶ ἀποκατέστησε τοὺς πλείστους ἐξ αὐτῶν. Εἶναι ἀξία τῆς Ἐθνικῆς εὐγνωμοσύνης διὰ τοῦτο. Τῇ ἐδόθη καὶ δὲν ἀπέλυσε τὴν εὐκαιρίαν νὰ χαράξῃ τὴν μεγάλην γραμμὴν τῆς ἀποκαταστάσεως τῶν ἀκτημόνων ἀγροτῶν, δι’ ἣν τόσον μακροὶ ἀγῶνες ἀνέκαθεν διεξήγοντο, λύουσα οὕτω τὸ ἐπίμαχον τοῦτο κοινωνικὸν ζήτημα. Τὸ μέτρον τοῦτο εἶναι τὸ προτεινόμενον νὰ ἰσχύῃ ἐξαιρετικῶς ἐπὶ μίαν εἰσέτι πενταετίαν. Διότι ὅλοι γνωρίζομεν ὅτι ἡ ἐργασία αὕτη, ὁ σκοπὸς οὗτος, δὲν ἐξεπληρώθη ἀκόμη καὶ εἶναι ἀνάγκη ἡ ἀποκατάστασις νὰ συμπληρωθῇ, διὰ τὴν συμπλήρωσιν δὲ ἀπαιτεῖται ἡ πενταετὴς προθεσμία, ἥτις κατά τινας καὶ ἐμὲ θὰ εἶναι ἀνεπαρκής. Ὡς πρὸς τὴν ὀφειλομένην ἀποζημίωσιν δὲν θὰ ἐκταθῶ. Γνωρίζω πόσον ἐνδιαφέρον εἶναι τὸ ζήτημα καὶ πόσοι συνάδελφοι εἰδικώτερον ἐμοῦ ἀσχοληθέντες θὰ ἀναπτύξωσι τοῦτο ἐντεῦθεν, ὑφ’ ὅλας του τὰς ἀπόψεις. Περιορίζομαι μόνον νὰ εἴπω ὅτι αἱ ἀποζημιώσεις αἱ ὀφειλόμεναι πρέπει νὰ μὴ ὑπερβαίνουν τὸ ποσὸν τῆς προπολεμικῆς ἀξίας τοῦ κτήματος ἀναγομένης εἰς σημερινὰς δραχμάς. Δὲν δικαιολογοῦνται οἱ ἰδιοκτῆται ἀπαιτοῦντες πλειότερα τούτων. Διότι εἰς κάθε ἐπὶ πλέον σημερινὴν ἀξίαν τῶν κτημάτων, κατ’ οὐδὲν αὐτοπροσώπως συνετέλεσαν, οὐδὲν συνεισέφεραν. Ἡ ἐπὶ πλέον τῆς συναλλαγματικῆς διαφορᾶς ἀξία εἶναι ἀποτέλεσμα τῶν πολεμικῶν συνθηκῶν, τῶν ἀτυχιῶν τοῦ πολέμου καὶ τῆς Ἐθνικῆς καταστροφῆς, τῆς ἐνταῦθα συρροῆς ἐκ ταύτης πληθωρικοῦ πληθυσμοῦ, δι’ ὅλα δὲ ταῦτα οἱ ἰδιοκτῆται τῶν ἀπαλλοτριωθέντων κτημάτων κατ’ οὐδὲν ἰδιαιτέρως ἐκοπίασαν καὶ οὐδὲν πλέον τῶν ἄλλων συνεισέφεραν. Θὰ ἦτο παράλογον νὰ δεχθῇ τις ὡρισμένα ἄτομα νὰ ἀπολαύσουν τὰ ἀποτελέσματα τῶν κόπων καὶ μόχθων καὶ θυσιῶν τοῦ ὅλου Ἑλληνικοῦ Λαοῦ. Σκόπιμον εἶναι νὰ εὑρεθῇ τρόπος νὰ ἀποζημιωθοῦν τὸ ταχύτερον κατὰ τὸ ποσόν, ὃ προηγουμένως προσδιώρισα. Ζήτημα γεννᾶται ποῖος θὰ καταβάλῃ τὴν τιμὴν ταύτην; Οἱ πρόσφυγες καὶ οἱ ἀκτήμονες; Δὲν νομίζω ὅτι αἱ τάξεις αὐταὶ νὰ ἀντέχουν εἰς τόσον μέγα βάρος. Ἂν τοῦτο πράξωμεν, ματαιοπονοῦμεν. Τὸ ὅλον ἔργον τῆς ἀποκαταστάσεώς των τίθεται ἐν κινδύνῳ, διότι ἀδυνατοῦντες νὰ ἐκπληρώσωσι τὰς ὑποχρεώσεις των θὰ καταστοῦν δοῦλοι αὐτοὶ τῶν τσιφλικιούχων εἰς οὓς ἐδούλευον μέχρι τοῦδε, τῶν τοκογλύφων ἤδη. Φρόνιμον εἶναι τὸ Κράτος ὡς σύνολον νὰ φέρῃ τὰ βάρη ταῦτα κατὰ τὸ πλεῖστον, μικρὸν δὲ μέρος, ὅσον θέλει ἐκτιμηθῇ, ὅτι ἀντέχουν οἱ ἴδιοι νὰ πληρώσουν, δέον νὰ βαρύνῃ τοὺς ἀποκαταστατέους. Ἀλλὰ τοῦτο ἐκτὸς τοῦ Συντάγματος κεῖται καὶ εἶναι ζήτημα ἁπλῆς νομοθετικῆς μερίμνης. Δὲν εἶναι, κύριοι, πρωτοφανές τι ἡ ἀποκατάστασις τῶν ἀκτημόνων, ὅπερ γίγνεται ἐνταῦθα. Παντοῦ ὅπου ὑπῆρχον μεγάλα ἀγροτικὰ κτήματα ἔγινε καὶ ὑπὸ τοὺς αὐτοὺς καὶ δυσμενεστέρους διὰ τοὺς ἰδιοκτήτας ὅρους. Θὰ ἀναφέρω μόνον ἓν παράδειγμα, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον οἱ συντηρητικοὶ συνάδελφοι ἐπικαλοῦνται, τὸ Γαλλικόν. Ἰσχυρίζονται ὅτι αἱ ἀρχαὶ τῆς Γαλλικῆς Ἐπαναστάσεως καθιέρωσαν τὸν ἀπόλυτον σεβασμὸν τῆς ἰδιοκτησίας καὶ ταύτας πρέπει νὰ ἀκολουθήσωμεν. Οἱ κύριοι συνάδελφοι λησμονοῦν ὅτι ἐν Γαλλίᾳ πρὸ τῆς ψηφίσεως τοῦ συνταγματικοῦ νόμου, διαρκούσης τῆς Ἐπαναστάσεως, μαζὶ μὲ τὴν κατάργησιν τῶν φεουδαρχιῶν καὶ τὴν ἐξορίαν ἢ καρατόμησιν τῶν ἀριστοκρατῶν, ἐδημιουργήθησαν τὰ μεγάλα ἀγροκτήματα, ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀποζημιώσεως, διανεμηθέντα δωρεὰν εἰς τοὺς ἀκτήμονας. Ὥστε, ἂν ἡ συνταγματικὴ ἐκείνη προστασία ἦλθε νὰ προστατεύσῃ ἐκ τῶν ὑστέρων τινάς, οὗτοι ἦσαν οὐχὶ οἱ πρώην γαιοκτήμονες, ἀλλ’ οἱ ἀποκατασταθέντες ἀγρόται εἰς τὰς μικροϊδιοκτησίας, ἃς ἀπέκτησαν διὰ τῆς δωρεὰν διανομῆς τῶν γαιῶν. Οὕτω κατὰ παρέκβασιν τῶν συνταγματικῶν ἀρχῶν ἐγένοντο αἱ ἀποκαταστάσεις τῶν ἀκτημόνων καὶ εἰς πολλὰ ἄλλα Κράτη, εἰς ὅλα γενικῶς τὰ Κράτη, εἰς ἃ ὑπάρχουν μεγάλαι ἰδιοκτησίαι καὶ δουλοπάροικοι καλλιεργηταί. Σκόπιμος καὶ ἐκ τῶν πραγμάτων ἐνδεδειγμένη εἶναι διὰ τοὺς αὐτοὺς λόγους καὶ ἡ ἀποκατάστασις τῶν νομάδων ἐπίσης μικροκτηνοτρόφων. Ὁ αὐτὸς δὲ γενικὸς δικαιολογητικὸς λόγος συντρέχει πρὸς ἀποκατάστασιν τῶν ἀστῶν προσφύγων, καὶ ἂν θέλητε, ἐγὼ τοὐλάχιστον θὰ ἐπροχώρουν ἔτι πλέον πρὸς ἀποκατάστασιν διὰ τῆς ἀνεγέρσεως ἐργατικῶν συνοικισμῶν τῶν ἀπόρων μας ἐργατῶν. Μία τοιαύτη κοινωνικὴ πολιτικὴ ἀκραδάντως πιστεύω ὅτι ἀσφαλίζει πλειότερον πάσης ἄλλης τὸ κοινωνικόν μας οἰκοδόμημα. Ἰδιαιτέραν, κύριοι βουλευταί, μνείαν εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ κάμω διὰ τὸ προτεινόμενον νέον ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, πρὸς προστασίαν τοῦ σκοποῦ τῶν διαθετῶν ὑπὲρ Δημοσίων ἢ Κοινωφελῶν σκοπῶν. Εἶναι γνωστόν, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ἡ Ἑλλὰς τὰ πλεῖστα τῶν δημοσίων κτιρίων της, πολλὰς τῶν ἀναγκῶν της, τὰ πλεῖστα τῶν κοινωφελῶν ἱδρυμάτων της ὀφείλει εἰς τὴν μεγαθυμίαν καὶ τὰς ἀγαθοεργοὺς προθέσεις εὐγενῶν τέκνων της. Κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη ἀδικαιολόγητος παρετηρήθη πρόθεσις κρατοποιήσεως τῶν περιουσιῶν τῶν ἱδρυμάτων καὶ κληροδοτημάτων τούτων. Ἡ πρόθεσις δυνατὸν ἐστίν, ἐν τοῖς πολλοῖς ἴσως, νὰ εἶναι ἁγνή, ἄγει ὅμως εἰς τὸ λυπηρὸν ἀποτέλεσμα νὰ καταστρέψῃ τελείως τὴν διάθεσιν τῶν Ἑλλήνων καὶ νὰ ἀπογοητεύσῃ αὐτούς, βλέποντας μὴ πληρουμένους τοὺς σκοποὺς τῶν διαθετῶν καὶ τὰ κληροδοτηθέντα κεφάλαια διατιθέμενα εἰς ἄλλους σκοπούς, πόρρω ἀπέχοντας τῆς θελήσεως τῶν διαθετῶν, εἰς τρόπον ὥστε νὰ ἴδωμεν στειρεύουσαν τὴν παράδοσιν ταύτην καὶ ἐξαντλουμένην τὴν πηγὴν τῶν κληροδοτημάτων. Διὰ τοὺς λόγους τούτους ἡ Ἐπιτροπὴ ἐνόμισεν ὅτι εἶναι ἐνδεδειγμένη ἡ συνταγματικὴ προστασία τῆς θελήσεως τῶν διαθετῶν καὶ τῆς περιουσίας τῶν κληροδοτημάτων, ἥτις εἶναι δυνατὸν νὰ διατεθῇ πρὸς ἄλλους σκοπούς, συναφεῖς ἢ συγγενεῖς πάντως πρὸς τοὺς τῆς βουλήσεως τοῦ διαθέτου, ὅταν ὁ σκοπὸς τοῦ κληροδοτήματος καθίσταται ἀνέφικτος καὶ ἀπραγματοποίητος. Ἐννοεῖται ὅτι τὸ ἀνέφικτον τοῦτο ἡ Ἐπιτροπὴ νομίζει ὅτι δέον νὰ βεβαιώνῃ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία δι’ εἰδικοῦ νόμου εἰς ἑκάστην δεδομένην περίπτωσιν. Τὰ ἄρθρα 20 καὶ 23, τὸ μὲν πρῶτον καθιεροῦν τὴν ἐλευθερίαν τῆς ἐπιστήμης καὶ τῶν καλῶν τεχνῶν, τὸ δὲ δεύτερον τὴν προστασίαν τῆς ἐργασίας, ἡ Ἐπιτροπὴ συνεχώνευσεν εἰς ἓν ἑνιαῖον ἄρθρον ἔχον ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει). Ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ νομίζω ὅτι κατὰ τὸ σημεῖον τοῦτο ἐγένετο μία πλάνη, ὅτι ἐν τῷ Συντάγματι, πλὴν τῆς προστασίας τῆς ἐργασίας, ἐπιχειρεῖται νὰ καθιερωθῇ καὶ ἡ ἐλευθερία τῆς ἐργασίας. Ἡ πλάνη ἔγκειται εἰς τοῦτο, ὅτι καθιεροῦντες ἐν τῷ Συντάγματι τοιαύτην ἐλευθερίαν, βραβεύομεν τὴν ἀναρχίαν ἐν τῇ ἐργασίᾳ, ἀνάπτομεν τὴν θρυαλλίδα τοῦ μεταξὺ τῶν ἐργατῶν σπαραγμοῦ. Ἐπιφυλλάσσομαι ἐκτενέστερον νὰ ὁμιλήσω κατὰ τὴν εἰδικὴν συζήτησιν τοῦ ἄρθρου. Ἓν μόνον τονίζω, ὅτι διὰ τῆς ἐπιζητουμένης τροπολογίας, συνταγματικῶς καταργοῦμεν καὶ τὰ μονοπώλια τοῦ Κράτους καὶ τὰ παρεχόμενα ἑκάστοτε προνόμια. Καὶ ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς. Ὡς θέλω ἐξηγήσει κατὰ τὴν εἰδικὴν συζήτησιν τοῦ ἄρθρου, τὸ τοιοῦτον κατ’ ἐμὲ δὲν σημαίνει τὴν καταδυνάστευσιν ὡρισμένων τάξεων ἐργοδοτῶν ἢ καὶ ἄλλων ἐργατῶν, παρὰ τινῶν ὠργανωμένων τοιούτων. Ὅσον καὶ ἂν ἀναγνωρίζω—καὶ κατηγορήθην διὰ τοῦτο—εἰς τὸν ἐργοδότην τὸ δικαίωμα τῆς ἀμύνης, ἔστω καὶ διὰ τοῦ ἐσχάτου μέτρου τῆς ἀπεργίας, πρὸς προστασίαν τῶν δικαιωμάτων του, δὲν εἶμαι ἐγὼ ἐκεῖνος, ὅστις θὰ ἀφεθῶ εἰς ἀντιλήψεις ἀγούσας εἰς κοινωνικὴν ἀποσύνθεσιν. Ἀναγνωρίζω τὴν ἀπεργίαν ὡς δικαίωμα, ὡς ἀντιθέτως ὡς τοιοῦτον ὑπό τινας προϋποθέσεις καὶ τὸ λὸκ–ἄουτ τῶν ἐργοδοτῶν, ἀναγνωρίζω ὅμως καὶ τὴν ὑποχρέωσιν τοῦ Κράτους πρὸς προστασίαν τῶν ἀπεργοσπαστῶν. Εἰς τὰ σημεῖα ταῦτα πρεσβεύω, τῶν συγκρούσεων ἐργατῶν καὶ ἐργοδοτῶν, κεφαλαίου καὶ ἐργασίας, τὸ Κράτος, ὡς κοινωνικὸν πατέρα, ἀνώτερον ρυθμιστὴν τῶν διαφορῶν τῶν τάξεων ἐπ’ ὠφελείᾳ τοῦ γενικωτέρου συμφέροντος. Ὑπάρχουν καὶ μομφαὶ κατὰ τῆς διατυπώσεως τῶν ἄρθρων τούτων, ὡς θεωρητικῶν ἁπλῶς, μὴ ἐχόντων πρακτικόν τι ἐπακόλουθον. Εἶπον, κύριοι, ὁμιλῶν πρὸ ὀλίγου περὶ ἰδιοκτησίας, ἐπαναλαμβάνω καὶ τώρα ὅτι τὰ νεώτερα Συντάγματα, ἐγκαταλείψαντα τὴν παλαιὰν τακτικὴν τῆς ἀναγραφῆς ἐν αὐτοῖς ξηρῶν θετικοῦ δικαίου κανόνων, ἐμπεριέχουσι καὶ διατάξεις ἠθικῆς ἀξίας, συνταγματικὰς ἐπιταγάς, διαδηλούσας ἁπλῶς τὴν ἀναγνώρισιν θεωρητικῶν τινῶν ἀρχῶν, πρὸς τὰς ὁποίας δέον νὰ προσαρμόζεται ἡ ἑκάστοτε νομοθεσία, προβλέπουσα διὰ τὴν ἔμπρακτον ἐφαρμογὴν τῶν ἀρχῶν τούτων καὶ διὰ τὰς κυρώσεις των. Ὥστε δὲν εἶναι ἀνάγκη τώρα πάλιν νὰ ἀποκρούσω τὰ αὐτὰ ἐπαναλαμβάνων τὴν μομφὴν τῆς ἁπλῆς θεωρητικῆς ἀξίας τῶν ἄρθρων, μομφὴν ἥτις κατὰ κόρον ἐπαναλαμβάνεται καὶ εἰς ἑπόμενα ἄρθρα, ὡς τὸ περὶ ἐκπαιδεύσεως κλπ. Ἐννοεῖται ὅμως, ἄνευ αἰτίας, καὶ ὁ ἄλλος κίνδυνος, ὅτι ἡ προστασία καὶ ἡ ἐλευθερία τῶν καλῶν τεχνῶν καὶ τῆς ἐπιστήμης, δυνατὸν νὰ ἐξαχθῇ μέχρι τῆς προστασίας ἀσέμνων παραστάσεων ἢ δημοσιευμάτων καὶ ἀνατρεπτικῶν ἰδεῶν. Ὁ κίνδυνος δὲν εἶναι πραγματικός. Ὡς ἡ ἐλευθερία τῆς διατυπώσεως μιᾶς γνώμης δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ νοηθῇ προστατεύουσα καὶ τὸν ὑβριστήν, κατὰ τοῦ ὁποίου ὁ ποινικὸς νόμος, ἐντὸς τῶν ὁρίων τοῦ Συντάγματος, ἀπαγγέλλει ποινάς, κατὰ τὸν αὐτὸν λόγον καὶ τὰ καθιερούμενα ἄρθρα δὲν ἐμποδίζουν καὶ τὴν ἀπαγόρευσιν ἀσέμνων παραστάσεων καὶ τὴν διδασκαλίαν ἀνατρεπτικῶν ἀρχῶν, ἐφόσον ἡ διδασκαλία αὕτη ἐξερχομένη τοῦ κύκλου τῶν ἐπιστημονικῶν καὶ θεωρητικῶν, τῶν ἀκαδημαϊκῶν συζητήσεων, φέρει τὴν μορφὴν τῆς πρὸς ἀνατροπὴν προπαγάνδας. Τὸ Σύνταγμα προστατεύει ἐπὶ παραδείγματι τὸν καθηγητὴν τοῦ Δημοσίου Δικαίου ἀναπτύσσοντα εἰς τοὺς φοιτητὰς τί εἶναι κομμουνισμός. Οὐδέποτε ὅμως δύναται νὰ χαρακτηρισθῇ ἀντικείμενος εἰς τὸ Σύνταγμα νόμος ἀπαγορεύων τὴν κομμουνιστικὴν πρὸς προσηλυτισμὸν ὀπαδῶν διὰ τὴν ἀνατροπὴν τοῦ κοινωνικοῦ καθεστῶτος προπαγάνδαν. Ἐπὶ τοῦ περὶ ἐκπαιδεύσεως ἄρθρου ἡ Ἐπιτροπὴ ἔφερε μικράς τινας τροποποιήσεις. Ἐκεῖνο ὅμως τὸ ὁποῖον κατ’ ἐμὲ οὐχὶ ὀρθῶς ἐγένετο εἶναι ἡ διαγραφὴ τῆς ἑξαετοῦς ὑποχρεωτικῆς φοιτήσεως. Ἐξαιρετικῆς δὲ πάλιν δι’ ἐμὲ κοινωνικῆς σημασίας εἶναι τὸ ἄρθρον πρὸς προστασίαν τῶν ἐξωγάμων τέκνων. Γνωρίζω τὰς ἀντιρρήσεις αἵτινες θὰ ἐγερθοῦν, διαισθάνομαι, δύναμαι νὰ εἴπω, τὸν θόρυβον. Νομίζω ὅτι ἀπὸ τοῦδε ἀκούω τὴν κραυγήν, ἥτις θὰ ἐκραγῇ μετ’ ὀλίγον ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ὅτι διὰ τῆς διατάξεως ταύτης προστατεύομεν τὴν πορνείαν. Εἶναι, κύριοι, τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο καθαρὰ διαστροφὴ τῶν προθέσεων ἡμῶν καὶ τοῦ σκοποῦ τοῦ ἄρθρου. Ὁ σκοπὸς ἡμῶν δὲν εἶναι ἄλλος παρὰ ἡ κρατικὴ μέριμνα ὑπὲρ ἀτυχῶν καὶ δυστυχῶν πλασμάτων, τὰ ὁποῖα φέρουν εἰς τὴν ζωήν, ἀκόλαστοι προθέσεις πατέρων, εἰς οὐδεμίαν μέχρι πρὸ ὀλίγου ὑποχρεωμένων μέριμναν διὰ τὴν βεβαιότητα τῆς ἀναπτύξεως καὶ τῆς ζωῆς καὶ τῆς μορφώσεως τῶν ἀτυχῶν τούτων ὑπάρξεων, τῶν ἐξωγάμων τέκνων. Νομίζω τοὐναντίον, ὅτι ἡ συνταγματικὴ μέριμνα, χάριν τοῦ γενικωτέρου κοινωνικοῦ καὶ ἠθικοῦ σκοποῦ, εἶναι ἐνδεδειγμένη. Πολλὰ ἐκ τῶν νεωτέρων Συνταγμάτων περιέχουν ἀναλόγους διατάξεις. Ἀλλὰ καὶ ὅλα τὰ Κράτη, ὧν τὰ συνταγματικὰ κείμενα δὲν ἀσχολοῦνται ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, διὰ τῆς νομοθετικῆς ὁδοῦ ἔλαβον τ’ ἀπαραίτητα πρὸς πραγμάτωσιν τοῦ σπουδαίου τούτου κοινωνικοῦ σκοποῦ μέτρα. Ἐν Ἑλλάδι, παρὰ τὴν ἀπὸ μακροῦ σημειωθεῖσαν κίνησιν, μόλις τελευταῖον καὶ κατὰ δυστυχῆ συγκαιρίαν ἐπὶ δικτατορικῆς Κυβερνήσεως ἐλήφθη πρόνοια. Πολὺ φοβοῦμαι ὅτι ὁ συντηρητισμός, ὅστις διακρίνει διακεκριμμένα μέλη τῆς ἁρμοδίας Ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία ἐπεξεργάζεται τὸ σχετικὸν δικτατορικὸν νομοθέτημα, ἔχει κλείσει τὰ ὦτά των, μέχρι τοῦ σημείου ὥστε νὰ μὴ ἀκούουν τοὺς κλαυθμοὺς τῶν καθημερινῶς ἐκθετομένων νεογεννήτων καὶ ἔχει ἀποφράξει τὴν ὅρασίν των ὥστε νὰ μὴ βλέπουν τὴν ἀθλιότητα τῆς ζωῆς, τὴν ἀλητείαν πράγματι, τὴν μητέρα παντὸς ἐγκλήματος καὶ διαφθορᾶς, εἰς ἣν περιπίπτουν τὰ ἀτυχῆ ἐξώγαμα, χάρις εἰς τὴν μέχρι τοῦδε κρατικὴν ἀβελτηρίαν. Πολὺ φοβοῦμαι, λέγω, ὅτι ὁ συντηρητισμὸς οὗτος εἶναι δυνατὸν νὰ μᾶς παρουσιάσῃ τὰ δικτατορικὰ νομοθετήματα κατὰ τρόπον ποσῶς μὴ ἐγγυώμενον τὴν πραγμάτωσιν τοῦ σκοποῦ των. Διὰ τοῦτο ἐπιμένω, καὶ τονίζω, καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλήν, ὡς συντακτικὴν ἐξουσίαν, κατὰ τὸ ἀξιομίμητον παράδειγμα ἄλλων πεπολιτισμένων Κρατῶν, νὰ θελήσῃ νὰ λάβῃ σχετικὴν συνταγματικὴν μέριμναν, ἥτις θὰ ἀποτελέσῃ τὴν κατευθυντήριον γραμμήν, τὴν ἐνδεδειγμένην, διὰ τὸν νομοθέτην τοῦ μέλλοντος. Διὰ νὰ καταρρίψῃ δὲ ἔτι πλέον ἡ Ἐπιτροπὴ τὰ ἐπιχειρήματα τῶν ἀντιλεγόντων, κατέταξε κατὰ τοιοῦτον τρόπον τὰς διατάξεις τῶν ἄρθρων ὥστε ἰδιαιτέρως νὰ τονίζηται ἡ προστασία καὶ ἡ βράβευσις τῆς νομίμου γαμικῆς σχέσεως, διὰ τῆς προσθήκης μάλιστα διατάξεως περὶ εἰδικῆς προστασίας τῶν πολυτέκνων γονέων. Τὰ ἑπόμενα ἄρθρα 24, 25 καὶ 26 τοῦ Γʹ Κεφαλαίου παρέμειναν ὡς εἶχον, ὥστε νὰ μὴ συντρέχῃ περίπτωσις ν’ ἀσχοληθῶ ἰδιαιτέρως ἐπ’ αὐτῶν, μὴ ὑποβληθεισῶν ἄλλως τε σχετικῶν τροπολογιῶν. Τελευτῶν τὴν εἰσήγησίν μου ἐπὶ τῶν τριῶν πρώτων Κεφαλαίων τοῦ Συντάγματος, ἤδη, ἔχω καθῆκον νὰ φέρω εἰς γνῶσιν τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας ὅτι ἡ ἐπεξεργαζομένη τὸ πολίτευμα Ἐπιτροπὴ ἔχει ἤδη ἑτοίμην τὴν ἐργασίαν της καὶ ἐπὶ τῶν δύο ἑπομένων Κεφαλαίων εἰς τρόπον ὥστε, ἂν θελήσῃ ἡ Βουλή—καὶ εἶμαι βέβαιος ὅτι θὰ θελήσῃ—νὰ παρακολουθῇ τὴν Ἐπιτροπὴν εἰς τὴν ταχύτητα τῆς ἐπεξεργασίας τοῦ πολιτεύματος, ἀναμφισβητήτως τάχιστα θὰ ἀποδώσωμεν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν Λαὸν ἓν πλῆρες, ἄρτιον καὶ συγχρονισμένον δημοκρατικὸν πολίτευμα, ἀνταποκρινόμενον εἰς τὰς θελήσεις του καὶ τὴν θεραπείαν τῶν ἀναγκῶν του. Πολίτευμα δημοκρατικόν, οἷον τὸ ἠθέλησε, διὰ τῆς ἐπανειλημμένως ἐκδηλωθείσης θελήσεώς του. Πολίτευμα δημοκρατικόν, ἴσον πρὸς ὅλους, ἐκ τῆς πιστῆς ἐφαρμογῆς τοῦ ὁποίου καὶ ἐκεῖνοι, οἵτινες ἀντετάχθησαν εἰς τὴν δημοκρατικὴν μορφήν του, θὰ πεισθοῦν ὅτι τοῦτο καὶ μόνον ἦτο τὸ προσιδιάζον εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Πατρίδα, τὴν μητέρα τῆς Δημοκρατίας. (Χειροκροτήματα).
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συζήτησις ἐπὶ τοῦ σχεδίου ψηφίσματος «περὶ ἐξουσιοδοτήσεως τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν πρὸς τροποποίησιν τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τούτου». Ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς ἔχει τὸν λόγον.
§83Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Κατὰ τὸ διάστημα, καθ’ ὃ ἤργει ἡ Βουλή, ἔγιναν διάφοροι διαρρυθμίσεις τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν διὰ Ν. Διαταγμάτων. Ζητῶ ἀπὸ τὴν Βουλὴν τὴν ἐξουσιοδότησιν ῥητῶς περιλαμβανομένην ἐν τῷ ψηφίσματι ὅτι δὲν θὰ γίνῃ οὐδεμία αὔξησις δαπανῶν καὶ οὐδεμία αὔξησις ἀριθμοῦ θέσεων, τοὐναντίον θὰ γίνῃ ἐλάττωσις θέσεων. Ζητῶ διὰ Διατάγματος νὰ δύναμαι νὰ διαρρυθμίσω τὰς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν.
§84Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Νομίζω, κ. Πρόεδρε, ὅτι ἡ δημοσία συνείδησις ἔχει ἀρκετὰ ἐξεγερθῆ κατὰ τῆς λεγομένης ἐξουσιοδοτήσεως, δὲν ὁμιλῶ εἰδικῶς δι’ αὐτό, γενικώτερον ὁμιλῶ καὶ ἐρωτῶ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸν διατί δὲν εἰσάγει εἰς τὴν Βουλὴν ἓν νομοσχέδιον νὰ τὸ συζητήσῃ, νὰ τὸ κρίνῃ ἡ Βουλή; Μήπως ἐνθυμούμεθα τὰ Συντάγματα τῆς Γαλλικῆς Ἐπαναστάσεως, ὅπου ἡ Βουλὴ δὲν εἶχε δικαίωμα οὔτε νὰ τὰ τροποποιῇ, οὔτε νὰ τὸ συζητῇ; Ἦσαν ἄλλαι αἱ περιστάσεις ἐκεῖναι. Εἴπομεν νὰ εἰσέλθωμεν εἰς ὁμαλὸν κοινοβουλευτικὸν βίον. Εἶναι κοινοβουλευτικὴ ἡ πρᾶξις αὐτή, τὴν ὁποίαν ζητεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, νὰ τῷ δώσωμεν τὸ δικαίωμα νὰ κάμνῃ ὅ,τι θέλει; Δὲν εἶναι ἀρκετὸν αὐτό, τὸ ὁποῖον λέγει ὅτι δὲν θὰ αὐξήσῃ τὰς θέσεις καὶ τὰς μισθοδοσίας. Νὰ εἰσαγάγῃ νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλήν, αὕτη εἶναι ἡ μόνη ὁδός, ἡ ὁποία ἄγει εἰς τὸν ἀληθῆ κοινοβουλευτικὸν βίον.
§85Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἂν ὑπάρχῃ μία ἀνωμαλία εἰς τὸν κοινοβουλευτικὸν βίον τῆς Ἑλλάδος, ἀνωμαλία, ἡ ὁποία παρατηρεῖται μόνον εἰς τὴν Ἑλλάδα, εἶναι ὅτι οἱ ὀργανισμοὶ τῶν Ὑπουργείων γίνονται διὰ νόμων. Εἰς οὐδὲν ἄλλο μέρος τοῦ κόσμου κοινοβουλευτικὸν οἱ ὀργανισμοὶ τῶν Ὑπουργείων γίνονται διὰ νόμου. Ὁ λόγος εἶναι ἁπλούστατος ὅτι συνήθως, ὅταν εἰσάγωνται εἰς τὴν Βουλὴν τοιαῦτα νομοσχέδια, κατορθώνουν οἱ ἐνδιαφερόμενοι νὰ παρεισφρύουν διαφόρους διατάξεις, αἱ ὁποῖαι αὐξάνουν ἢ μειώνουν τὰ προσόντα καὶ οὕτω λείπει ἡ εὐθύνη τοῦ Ὑπουργοῦ, διότι ὁ Ὑπουργὸς λέγει ἁπλούστατα ὅτι ἡ Βουλὴ εἰσήγαγε αὐτὴν τὴν τροπολογίαν. Τὸ ἔργον τοῦ Κοινοβουλίου κυρίως συνίσταται εἰς τὸ νὰ δίδῃ τὴν συγκατάθεσίν του διὰ τὰς δαπάνας πρῶτον καὶ δεύτερον εἰς τὸ νὰ μὴ ἐπιτρέπῃ νὰ ψηφίζωνται ἄνευ νόμου ὅσα ἐκ τοῦ Συντάγματος ἐπιβάλλεται νὰ ψηφίζωνται διὰ νόμου, ὅπως φορολογίαι, ἀπαλλοτριώσεις καὶ ἄλλα. Ἐκεῖνο λοιπόν, τὸ ὁποῖον συνιστῶ ἐγώ, εἶναι τὸ κανονικῶς γιγνόμενον ἐν κοινοβουλευτικοῖς πολιτεύμασιν. Εἰς τὴν ἰδιαιτέραν δὲ αὐτὴν περίπτωσιν, ὅπου ἔγινε Ν. Διάταγμα ἀπούσης τῆς Βουλῆς καὶ ὅπου θέτω ῥητὸν ὅριον ὅτι οὔτε αὔξησις δαπανῶν θὰ γίνῃ, οὔτε αὔξησις ἀριθμοῦ θέσεων, δεικνύω ὅλον τὸν σεβασμόν, ὁ ὁποῖος ὀφείλεται εἰς τὴν Βουλὴν. Δύναμαι λοιπὸν νὰ εἴπω ὅτι ἀδίκως μὲ κατηγόρησεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ὅτι ἠθέλησα νὰ μὴ σεβασθῶ τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα.
§86Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Νομίζω καὶ ἐγὼ ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν κακῶς ἔφερε τὸ ζήτημα καὶ κακῶς τὸ ἔθεσε. Διότι δὲν πρόκειται μόνον περὶ τοῦ δικαιώματος τῆς Βουλῆς ὅπως κανονίζῃ τὰς δαπάνας καὶ δὲν δύναται νὰ ἀρκεσθῇ ἡ Βουλὴ εἰς τὰς διαβεβαιώσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ὅτι ἔχων ὑπ’ ὄψει του καὶ αὐτὸς τὸ πνεῦμα τῶν οἰκονομιῶν δὲν θὰ προσθέσῃ διὰ μεταβολῆς τοῦ Κανονισμοῦ νέας δαπάνας καὶ νέας θέσεις. Διότι ὑπῆρξεν ἐποχή, καθ’ ἣν ὁ ὀργανισμὸς τοῦ Ὑπουργείου ἐγένετο ἀπὸ τὸν ἑκάστοτε Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν ἐν ἀγνοίᾳ τοῦ λαοῦ καὶ ὅτι σήμερον ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν εἶναι μέλος κοινοβουλευτικῆς Κυβερνήσεως. Νομίζω ὅτι θὰ ἦτο τελεσφορώτερον καὶ χρησιμώτερον νὰ γίνῃ εἷς πάγιος ὀργανισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, ὁ ὁποῖος νὰ εἶναι σεβαστὸς καὶ ἀπὸ τοὺς διαδόχους τοῦ σημερινοῦ Ὑπουργοῦ. Διότι ἂν ὁ σημερινὸς Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἀφεθῇ ἀπὸ τὴν Βουλὴν νὰ κάμῃ ἕναν ὀργανισμὸν τέλειον, κατὰ τὴν ἰδικήν του ἀντίληψιν, καὶ μετὰ δύο–τρεῖς μῆνας τὸν διαδεχθῇ εἷς ἄλλος, ὁ ὁποῖος δὲν θὰ τὸν θεωρήσῃ τὸν ὀργανισμὸν αὐτὸν λυσιτελέστερον καὶ τελεσφορώτερον διὰ τὰς ἐθνικὰς ἀνάγκας, θὰ δώσωμεν πάλιν πλήρη ἐξουσιοδότησιν νὰ μεταβάλῃ τὸν ὀργανισμὸν καὶ οὕτω καθεξῆς. Ἐνῷ θὰ ἔπρεπε νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του παραδείγματα, ἅτινα ἄλλοτε εἶχε τὴν ἀδυναμίαν νὰ λαμβάνῃ ὑπὸ σπουδαίαν ἔποψιν ὁ κ. Ὑπουργός, ὡς τῆς Ἀγγλίας, ὅπου ὑπάρχει μόνιμος ὀργανισμός, τὸν ὁποῖον σέβονται ὅλα τὰ κόμματα, τὰ ὁποῖα ἔρχονται εἰς τὴν Ἐξουσίαν. Ἐδῶ δὲν ἔχομεν τοιοῦτον μόνιμον ὀργανισμόν. Ἐδῶ δὲν ἔχομεν τοιοῦτον ὀργανισμὸν καὶ θὰ ἔπρεπε νὰ γίνῃ μία Ἐπιτροπὴ ἀπὸ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἔχουσι τὴν πεῖραν εἰς τὰ ἐξωτερικὰ ζητήματα καὶ τὰ ὁποῖα ἔχουν ἀσχοληθῆ εἰς τὴν μελέτην τῶν ἐξωτερικῶν ζητημάτων, ἀπὸ ἀπόψεως ἐθνικῆς, ἀπὸ ἀπόψεως ἀλυτρώτου καὶ πάσχοντος Ἑλληνισμοῦ καὶ νὰ ἴδωμεν ὅπως εἶναι κατανεμημένα σήμερον τὰ τμήματα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν, εἰς πρῶτον πολιτικόν, δεύτερον πολιτικόν, γραφεῖον Τύπου, ὠφελοῦνται οἱ ἐθνικοὶ σκοποί; Ἂν πρόκηται τὸν ὑπάρχοντα ὀργανισμὸν νὰ τὸν μεταβάλωμεν κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον δὲν θὰ κάμωμεν τίποτε. Θὰ ἠθέλαμεν μίαν ῥιζικωτέραν διαρρύθμισιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅπου συγκεντροῦνται ὅλαι αὐταὶ αἱ ὑπηρεσίαι, ὅπου ὑπάρχουν καὶ τὰ παλλάδια τὰ ἐθνικά, ὅπως τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον. Ἔπρεπε νὰ ὑπάρχῃ μία κατανομὴ ἔργων χρησιμωτέρων καὶ ὄχι νὰ γίνωνται γραμματεῖς πρώτης τάξεως τμηματάρχαι καὶ νὰ κυττάζουν πότε θὰ προβιβασθοῦν διὰ νὰ αὐξηθῇ ὁ μισθὸς καὶ ποῖος θὰ ἔχῃ μίαν διαθεσιμότητα. Δι’ αὐτὸ νομίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔπρεπε νὰ δείξῃ περισσοτέραν ἐπιμέλειαν καὶ νὰ θελήσῃ νὰ κάμῃ ἓν ἔργον, τὸ ὁποῖον νὰ δικαιώσῃ αὐτὴν τὴν ἐποχήν, καὶ εἶμαι κατὰ τοῦ τρόπου τῆς ἐμφανίσεως τοῦ νομοσχεδίου εἰς τὴν Βουλὴν καὶ κατὰ τῆς θελήσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ὅπως τὸν ἐξουσιοδοτήσῃ ἡ Βουλὴ νὰ κάμῃ ἕναν ὀργανισμόν.
§87Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Κύριε Πρόεδρε, ἀνεμίχθησαν τόσα πολλὰ σημεῖα καὶ θέματα εἰς τὴν ἀγόρευσιν τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου, ὥστε εἶναι ὀλίγον δύσκολον νὰ ἀπαντήσῃ τις εἰς ὅλα αὐτά. Ὁ κ. συνάδελφος ὡμίλησε περὶ τῶν ἐξωτερικῶν ὑποθέσεων καὶ περὶ συμμετοχῆς τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας εἰς τὴν διεξαγωγὴν αὐτῶν. Ἀλλὰ γνωρίζει ὅτι καὶ κατὰ τὸ προσωρινῶς τοὐλάχιστον ἰσχῦον Σύνταγμα καὶ κατὰ τὸν Κανονισμόν, τὸν ὁποῖον τελευταίως εἰσηγάγομεν, συνιστᾶται τοιαύτη Ἐπιτροπὴ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑποθέσεων, ὥστε τὸ παράπονον ἐλέγχεται πάντως ἀβάσιμον. Ὡμίλησε καὶ περὶ ἑνὸς ὀνείρου, τοῦ ὀνείρου τῆς ἀποκτήσεως ἑνὸς παγίου ὀργανισμοῦ, ἐπεκαλέσθη δὲ καὶ τὰς πενιχράς μου γνώσεις, καταγγείλας με συγχρόνως ὅτι ἐγκατέλειψα τὴν παρακολούθησιν καὶ τῶν εἰς τὰ πεπολιτισμένα Κράτη γενομένων καὶ δὲν ἠθέλησα νὰ μιμηθῶ ὅ,τι ἀλλαχοῦ ὑπάρχει. Πάγιος ὀργανισμὸς οὐδαμοῦ τοῦ κόσμου ὑπάρχει, οὔτε εἰς τὴν Ἀγγλίαν. Ἀλλοίμονον δὲ ἀπὸ τὸ Κράτος, τὸ ὁποῖον θὰ ἔλεγεν ὅτι ἐννοεῖ νὰ ζήσῃ δεσμευμένον μέσα εἰς ἕνα ἀκίνητον ὀργανισμόν. Οἱ ὀργανισμοὶ μεταβάλλονται καὶ πρέπει νὰ μεταβάλλωνται. Τὸ ζήτημα εἶναι ἂν μεταβάλωνται ἀπὸ τοῦ εὐθέως καὶ ἠθικοῦ ἢ πρὸς θεραπείαν ἀξιώσεων προσώπων, καίτοι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θέλει νὰ θεραπεύσῃ συμφέροντα προσώπων δὲν θὰ εὕρῃ δυσκολίαν νὰ παρεμβάλῃ σχετικὰς διατάξεις καὶ ἐν τῇ διαδικασίᾳ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἐπειδὴ λοιπὸν εἴπετε τί γίνεται εἰς ἄλλας Χώρας, σᾶς ἐπαναλαμβάνω ὅτι ὅλοι αὐτοὶ οἱ ὀργανισμοί, ὅλων τῶν Ὑπουργείων, πλὴν σπανιωτάτων διατάξεων, γίνονται διὰ διαταγμάτων. Ὀφείλω μάλιστα νὰ εἴπω τὸ ἑξῆς, ὅτι δεσμεύομαι νομικῶς νὰ μὴ αὐξήσω τὰς δαπάνας καὶ νὰ μὴ αὐξήσω τὰς θέσεις, δὲν δίδω ἁπλῶς διαβεβαιώσεις. Διαβεβαιώσεις εἶναι δυνατὸν νὰ ἰσχύουν μεταξὺ ἰδιωτῶν, ἀλλὰ διὰ τὰς σχέσεις Βουλῆς καὶ Κυβερνήσεως πρέπει νὰ ὑπάρχουν δεσμεύσεις. Ἀλλαχοῦ οὔτε αὐταὶ αἱ δεσμεύσεις ὑπάρχουν. Παρουσιάζεται ὁ Ὑπουργός, ὁ ὁποῖος κατήρτισεν ἕναν ὀργανισμὸν διὰ διατάγματος, καὶ ζητεῖ τὰς πιστώσεις, τὰς ἀναγκαίας διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ ὀργανισμοῦ, τοῦ θεσπισθέντος διὰ διατάγματος. Ἀπόκειται εἰς τὴν Βουλὴν νὰ χορηγήσῃ τὰς πιστώσεις ταύτας. Θὰ ἐνθυμῆσθε, ἀφοῦ σεῖς καταγίνεσθε εἰδικῶς εἰς τὰ ἐκκλησιαστικὰ πράγματα, ὅτι ἡ πρεσβεία τῆς Γαλλίας εἰς τὸ Βατικανὸν ἔγινε διὰ διατάγματος καὶ ἐπαρουσιάσθη ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ ἐζήτησε τὰς ἀναγκαίας πιστώσεις. Ἐκεῖ δὲ συνεζητήθη τὸ σκόπιμον ἢ μὴ τοῦ μέτρου.
§88Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Δὲν τὰς ἔδωσαν καὶ κατηργήθη ἡ πρεσβεία.
§89Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Δὲν κατηργήθη, ὑφίσταται. Ἀλλὰ καὶ ἂν ὑποτεθῇ ὅτι δὲν ἔδωσαν τὰς πιστώσεις ταύτας δὲν ἀποδεικνύει ὅτι ἐγὼ λέγω ἀνακριβῆ, ἀποδεικνύει ὅτι λέγω ἀκριβῆ ὅτι διὰ Διατάγματος ἐγένετο τοιοῦτος σπουδαιότατος ὀργανισμός. Ἐγὼ συμφωνῶ εἰς τοῦτο ὅτι θὰ ἔπρεπε, ὡς ἔχουσι τὰ παρ’ ἡμῖν πράγματα, νὰ ὑπάρχῃ ὁ περιορισμὸς αὐτὸς τοῦ Ὑπουργοῦ. Διότι ἂν ὁ Ὑπουργὸς καταρτίσῃ ἓν διάταγμα καὶ διορίσῃ τινὰς εἰς τὰς θέσεις, βραδύτερον δὲ ἡ Βουλὴ δὲν δώσῃ τὰς ἀναγκαίας πιστώσεις, θὰ ἀπολυθῶσιν οὗτοι διὰ τὴν ἔλλειψιν πιστώσεων. Ἐν τῷ μεταξὺ ὅμως ἀποκτοῦν δικαίωμα καὶ θὰ δυνηθῶσιν ἴσως οἱ ὑπάλληλοι οὗτοι νὰ ἐγείρωσιν ἀγωγὰς κατὰ τοῦ Δημοσίου. Εἶμαι λοιπὸν σύμφωνος νὰ ὑπάρχῃ δέσμευσις. Ἀλλὰ πέραν τούτου νὰ δύναται ὁ Ὑπουργὸς νὰ κανονίσῃ τὰ τοῦ ὀργανισμοῦ ἵνα τοποθετήσῃ εἰς τὰς σπουδαιοτέρας θέσεις τὰ καλύτερα πρόσωπα ἐκ τῶν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ εὑρισκομένων ἵνα τὸν βοηθήσουν εἰς τὸ ἔργον. Αὐτὰ εἶναι ζητήματα λεπτομερειῶν, εἶναι ζητήματα ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς εἰς ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ἔχει τὸ βάρος ἀλλὰ καὶ τὴν εὐθύνην τῆς διεξαγωγῆς τῶν ἐθνικῶν ὑποθέσεων. Ἂν ἔχῃ τὸ Κοινοβούλιον ἐμπιστοσύνην πρέπει νὰ μὴ τὸν περιορίζῃ νὰ ἐκλέξῃ, ἐκ τῆς ὑπηρεσίας πάντοτε, τὰ πρόσωπα, μεθ’ ὧν θὰ δώσῃ μίαν ἡμέραν λόγον τῶν εὐθυνῶν του. Ἂν δὲν ὑπάρχῃ ἐμπιστοσύνη εἰς τὴν Κυβέρνησιν, τότε ἐστὲ βέβαιοι ὅτι οἱοσδήποτε ὀργανισμὸς δὲν θὰ δύναται νὰ σώσῃ τὴν κατάστασιν.
§90ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Κολυβᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§91Ν. ΚΟΛΥΒΑΣ. Ἐγὼ δὲν ἀμφισβητῶ οὔτε τὸ δικαίωμα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ νὰ ζητήσῃ ἐξουσιοδότησιν οὔτε τὸ δικαίωμα τῆς Βουλῆς νὰ παραχωρήσῃ ἐξουσιοδότησιν. Ἀκριβῶς δὲ ἐν τῇ Συνταγματικῇ Ἐπιτροπῇ συνεζητήσαμεν κατ’ αὐτὰς τὸ ζήτημα τῶν παρεχομένων παρὰ τῆς Βουλῆς ἐξουσιοδοτήσεων. Ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον ἤθελον νὰ τονίσω, εἶναι ὅτι θὰ ἔπρεπε τοὐλάχιστον νὰ τηρῆται τοῦ ἰσχύοντος Συντάγματος ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 74 περὶ παραπομπῆς τῶν νομοθετικῶν τούτων πραγμάτων εἰς Ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία νὰ δύναται νὰ ἐπεξεργασθῇ αὐτά. Ἂν ἀντελήφθην καλῶς, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ὡμίλησε περὶ τῆς παραπομπῆς εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν. Τοιαύτην Ἐπιτροπὴν δὲν γνωρίζω ἂν ὑπάρχῃ διὰ τὰς ἐξωτερικὰς ὑποθέσεις. Τοῦτο εἶναι δικαίωμα τοῦ Ὑπουργοῦ, δὲν ἀποτελεῖ συγχρόνως καὶ δικαίωμα τοῦ Ὑπουργοῦ περὶ παραπομπῆς τοῦ νομοσχεδίου εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῶν κοινοβουλευτικῶν ὑποθέσεων. Ὀφείλω μάλιστα νὰ ἐκφράσω ταύτην τὴν στιγμὴν τὴν γνώμην ὅτι, συμφώνως πρὸς τὸ Σύνταγμα καὶ τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς, ἔπρεπεν ἤδη νὰ ἔχῃ συνταχθῆ κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπή, εἰς τὴν ὁποίαν νὰ ἔχουν παραπεμφθῆ τὰ νομοσχέδια καὶ ὄχι καθημερινῶς νὰ εἰσάγωνται εἰς τὴν Βουλὴν ψηφίσματα ἄνευ ἐπεξεργασίας ἐκ μέρους τῶν κοινοβουλευτικῶν Ἐπιτροπῶν. Παραβιάζεται θεμελιώδης διάταξις τοῦ ἰσχύοντος Συντάγματος, ἡ ὁποία ἐπιβάλλει ὑποχρεωτικῶς τὴν παραπομπὴν εἰς τὴν κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν.
§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διότι μεταρρυθμίζεται ἡ σύνθεσις τῶν κοινοβουλευτικῶν Ἐπιτροπῶν συμφώνως μὲ τὸ Σύνταγμα.
§93Ν. ΚΟΛΥΒΑΣ. Ἔπρεπεν ἤδη νὰ ἔχουν συνταχθῆ καὶ ἂς μετεβάλλοντο. Διότι ὑπάρχει Βουλὴ καὶ δὲν ἔχομεν κοινοβουλευτικὰς Ἐπιτροπάς. Τὸ ζήτημα εἶναι πρωτοφανές. Ἀπ’ αὐτῆς τῆς ἀπόψεως θὰ ἔπρεπε νὰ ζητηθῇ μόνον ἡ ἐξουσιοδότησις τῆς Βουλῆς διὰ τὴν μεταρρύθμισιν τοῦ θεσμοῦ τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν. Ἔχω ὅμως τὴν ἀντίληψιν ὅτι θὰ ἔπρεπε συγχρόνως νὰ παραπεμφθῇ εἰς μίαν Ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία νὰ μελετήσῃ τὸ ζήτημα.
§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Μόδης ἔχει τὸν λόγον.
§95Γ. ΜΟΔΗΣ. Καὶ ἐγὼ συμφωνῶ μὲ τοὺς κ. κ. προλαλήσαντας ἐπὶ ἑνὸς σημείου, τὸ ὁποῖον δὲν συμβιβάζεται μὲ τὴν κοινοβουλευτικὴν εὐθιξίαν. Νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὴ κοινοβουλευτικῶς ἡ εἰσαγωγὴ νομοσχεδίων κατὰ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον παγίως ἐσχάτως εἰσήχθη, τὸ τῶν ψηφισμάτων. Δὲν ὑπάρχει κανεὶς ἀπολύτως λόγος οὔτε καμμία βία νὰ καθιερώσωμεν ὁριστικῶς πλέον καὶ παγίως τὸ πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον βλέπομεν ἐμφανιζόμενον καθ’ ἑκάστην.
§96Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Γνωρίζετε ποῖος εἶναι ὁ λόγος. Δὲν ἔχω καμμίαν δυσκολίαν νὰ παραπεμφθῶσιν, ἀλλά, κατὰ τὸ προσωρινῶς ἰσχῦον Σύνταγμα, πρέπει νὰ ὑπάρχῃ Γερουσία, ἐπειδὴ δὲ δὲν ὑπάρχει Γερουσία εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ τὰ εἰσαγάγωμεν ὑπὸ τύπον Ψηφίσματος. Δι’ αὐτὸν ἀκριβῶς τὸν λόγον, διότι θὰ γεννηθῇ τὸ ζήτημα ἂν ἰσχύουν, ἐπειδὴ τὸ Σύνταγμα λέγει ὅτι πρέπει νὰ ψηφισθοῦν καὶ ὑπὸ τῆς Γερουσίας. Δὲν λέγω νὰ μὴ λυθῇ τὸ ζήτημα ὁριστικῶς, ἀλλὰ ἂν ὑποτεθῇ ὅτι μόνη ἡ ὁδὸς ἡ νομοθετικὴ μὲ ἐξασφαλίζει ἀπὸ τὴν ἔνστασιν αὐτὴν ὅτι μὴ ὑπαρχούσης Γερουσίας διὰ νὰ ψηφισθῇ δὲν ἐψηφίσθη ἐγκύρως, ἐνῷ ἡ ἄλλη ὁδὸς εἶναι δυνατὸν νὰ μοὶ γεννήσῃ τὴν ἔνστασιν αὐτήν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μοῦ εἰπῆτε ὅτι δὲν εἶναι ὀρθό.
§97Ε. ΣΤΑΥΡΙΔΗΣ. Οὔτε ἡμεῖς δυνάμεθα νὰ συμφωνήσωμεν μὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ τῷ δώσωμεν τὸ δικαίωμα νὰ κανονίσῃ τὸν ὀργανισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν διὰ διατάγματος. Ἀντιθέτως, ἔχομεν τὴν γνώμην, ὅπως πολὺ ὀρθῶς ἐτονίσθη, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς δύναται νὰ ἐκπονήσῃ τὸν ὀργανισμόν, τὸν ὁποῖον θέλει, νὰ τὸν φέρῃ εἰς τὴν Βουλήν, ἀλλὰ ὁ Ὑπουργὸς μᾶς δίδει τὴν βεβαίωσιν ὅτι δὲν θὰ αὐξήσῃ οὔτε τὰς θέσεις οὔτε θὰ αὐξηθῶσιν αἱ δαπάναι. Ἡμεῖς θέλομεν νὰ ἐλαττωθῶσιν αἱ δαπάναι, ὄχι νὰ αὐξηθῶσιν. Δὲν μᾶς ἀρκεῖ ἡ διαβεβαίωσις ὅτι δὲν θὰ αὐξηθῶσιν, ἰδίως δὲ εἰς τὸ Ὑπουργεῖόν σας πρέπει νὰ ἐλαττωθῶσι κατὰ πολὺ αἱ δαπάναι. Ἐπίσης διαμαρτύρομαι καὶ τονίζω ὅτι ἂν σεβασθῇ τὸν ὑπάρχοντα ὀργανισμὸν πρέπει νὰ σεβασθῇ καὶ τοὺς ὑπάρχοντας ἐκτάκτους ὑπαλλήλους. Νομίζω ὅτι οἱ ὑπάλληλοι αὐτοὶ δὲν διωρίσθησαν μόνοι των, ἀναμφισβητήτως τοὺς διώρισε μία Κυβέρνησις καὶ δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ γίνωσιν οἰκονομίαι εἰς βάρος τῶν ὑπαλλήλων, ἐφόσον δὲν γίνονται οἰκονομίαι εἰς τοὺς Στρατοὺς καὶ τοὺς Στόλους.
§98ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Β. Καραπαναγιώτης ἔχει τὸν λόγον.
§99Β. ΚΑΡΑΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ. Λαμβάνω ἀφορμὴν ἐκ τῆς συζητήσεως, ἡ ὁποία διεξήχθη τὴν τελευταίαν στιγμήν, νὰ ζητήσω ἀπὸ τὴν Βουλὴν νὰ θεραπευθῇ τὸ κακόν, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ὁ κ. ἐκ Φλωρίνης συνάδελφος ἐπέστησε τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Βουλῆς, τῆς παρεμποδίσεως δηλαδὴ ἐπὶ μακρὸν χρόνον πλέον εἰσαγωγῆς τῶν νομοσχεδίων ὑπὸ τὸν τύπον ψηφισμάτων. Ἀναντιρρήτως, ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον τὰ σχέδια νόμου εἰσάγονται διὰ ψηφισμάτων δὲν δύναται νὰ εἶναι ἄλλος παρὰ ἡ ἔλλειψις, ἡ παρατηρουμένη ἐκ τοῦ Συντάγματος, κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ νόμοι πρέπει νὰ ψηφίζωνται ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Γερουσίας. Ἀλλὰ πρὸς θεραπείαν τοῦ κακοῦ τούτου νομίζω ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὤφειλεν ἤδη νὰ προΐδῃ ἵνα διὰ ψηφίσματος θεραπευθῇ τὸ κακὸν ἵνα μὴ ὑπάρχῃ τὸ πρόσχημα τῆς εἰσαγωγῆς τῶν σχεδίων νόμων. Τὴν θεραπείαν τῆς ἐλλείψεως ταύτης προβλέπω διὰ ψηφίσματος, τὸ ὁποῖον ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς ἵνα μέχρι τῆς συγκροτήσεως τῆς Γερουσίας αἱ συμφώνως τῷ Συντάγματι ἀνήκουσαι αὐτῇ λειτουργίαι ἀσκοῦνται ὑπὸ μόνης τῆς Βουλῆς. Διὰ τοῦ τρόπου τούτου δὲν ὑπάρχει λόγος πλέον τῆς εἰσαγωγῆς τῶν ψηφισμάτων.
§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Οἰκονομίδης ἔχει τὸν λόγον.
§101Σ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Ἔλαβον καὶ ἄλλοτε ἀφορμήν, κ. Πρόεδρε, νὰ ὁμιλήσω ἀκριβῶς περὶ τῶν ἀντικειμένων, τὰ ὁποῖα εἰσάγονται πρὸς ψήφισιν εἴτε ὑπὸ τύπον νομοσχεδίων εἴτε ὑπὸ τύπον σχεδίων ψηφισμάτων. Σήμερον τί παρατηρεῖται; Παρατηρεῖται ὅτι ζητεῖται ἀκριβῶς ἐξουσιοδότησις τῆς Βουλῆς, δυνάμει τῆς ὁποίας ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν θὰ νομοθετήσῃ, διότι ἂν δὲν πρόκηται περὶ τούτου ἔχει τὸ μέσον τοῦ διατάγματος καὶ ἔχει ὅλα τὰ ἄλλα μέσα. Ἀλλὰ πρόκειται ἀκριβῶς διὰ τῆς ἐξουσιοδοτήσεως, τὴν ὁποίαν ζητεῖ, νὰ μᾶς κάμῃ νὰ νομίσωμεν ὅτι ὁ ὀργανισμός, ὁ ὑπάρχων, ὑπάρχει διὰ νόμου. Γεννᾶται λοιπὸν τὸ ζήτημα ἂν εἶναι δυνατὸν εἰς τὴν Βουλὴν νὰ μεταφέρῃ καὶ νὰ ἐκτελῇ τοιουτοτρόπως τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν εἴτε εἰς πρόσωπα, τὰ ὁποῖα λέγονται Ὑπουργοί, εἴτε εἰς Ἐπιτροπάς. Γεννᾶται τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἀκριβῶς ἠγέρθη καὶ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ Συντάγματος καὶ ἔγινε μέγας θόρυβος. Ὑπῆρξε τροπολογία τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων, δυνάμει τῆς ὁποίας θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐκχωρηθῇ νομοθετικὴ ἐξουσία εἰς Ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία εἶναι δυνατὸν νὰ νομοθετῇ ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς. Ἐγὼ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ εἴπω ὅτι ἀκριβῶς περὶ τοῦ αὐτοῦ ζητήματος πρόκειται σήμερον καὶ ἐνταῦθα ζητεῖται ἀκριβῶς νὰ ἐκχωρῇ ἑκάστοτε ἡ Βουλὴ ἐξουσιοδότησιν εἰς τοὺς Ὑπουργούς, τ. ἔ. εἰς πρόσωπα τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ χειρίζωνται τὴν ἐξουσιοδότησιν αὐτὴν ὅπως θέλουν. Τοῦτο ἀποτελεῖ ἄμεσον παράβασιν τῶν μέχρι σήμερον ἰσχυόντων, διότι πρόκειται περὶ παγίας τακτικῆς, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς μέχρι σήμερον ἀκολουθοῦμεν καὶ δὲν εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ βλέπωμεν τί γίνεται εἰς ἄλλα Κράτη. Νομίζω ὅτι εἶναι ἐπικίνδυνον τὸ μέτρον, διότι δὲν δυνάμεθα νὰ παρίδωμεν τί εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ, ὅτι θὰ ἐπέλθῃ τοιαύτη ἀνωμαλία εἰς τὴν Βουλήν, ὥστε ἀκριβῶς φρονῶ ὅτι θὰ ἀποτελέσῃ τὴν ἀπαρχὴν ἑνὸς κακοῦ σοβαρωτάτου ἀπειλοῦντος τὸν μεγαλύτερον τῶν κινδύνων τοῦ ὅλου κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος. Ποιοῦμαι ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ἔκκλησιν εἰς τὴν Βουλὴν ὅπως διαρρυθμίσῃ τὸ ζήτημα εἰς τρόπον ὥστε ὅλα αὐτὰ τὰ θέματα, τὰ ὁποῖα εἰσάγονται εἰς τὴν Βουλήν, ἂν καὶ ἐφόσον εἶναι ἀντικείμενα νόμου, εἴτε ἐκ τῆς ἐπιστήμης συμβαίνει νὰ ἔχωμεν τὴν ἀντίληψιν ταύτην, εἴτε ὁπωσδήποτε ἄλλως, νὰ μὴ εἰσάγωνται κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ ἐκχωρεῖται ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία εἰς διάφορα πρόσωπα. Τὸ δικαίωμα τὸ νομοθετικὸν εἶναι ἀπολύτως παραδεδεγμένον ἐν τῇ ἐπιστήμῃ ὅτι δὲν εἶναι ἁπλοῦν, ἀλλ’ εἶναι σπουδαίας σημασίας. Δὲν εἶναι δὲ δυνατὸν ὁ λαός, ὁ ὁποῖος μᾶς ἔστειλεν εἰς τὸ Κοινοβούλιον, νὰ μᾶς ἐπιτρέψῃ νὰ ἐκχωρήσωμεν τὸ δικαίωμα τοῦτο εἰς ἓν ἄτομον, διότι ὁ λαὸς ἐννοεῖ οἱ νόμοι ὅλοι νὰ ἔχωσι σφραγῖδα τῆς ἐγγυήσεως τοῦ νομοθετικοῦ Σώματος. Ὁ λαὸς ἐτίμησε καὶ τιμᾷ ὁλόκληρον τὴν Βουλὴν προκειμένου νὰ νομοθετῇ. Ὁ λαὸς ἀπαιτεῖ πᾶν νομοθέτημα νὰ φέρῃ τὴν σφραγῖδα τῆς Βουλῆς, διότι ἔχει αὕτη τὴν εὐθύνην. Ἡ Βουλὴ εἶναι δυνατὸν νὰ κατασκευάσῃ ἕνα ὀργανισμόν, ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι οὗτος τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐργασίας ἑνὸς ἀτόμου. Ἂν θέλῃ ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργός, ἂς ἑτοιμάσῃ τὸ νομοσχέδιον καὶ ἂς εἶναι βέβαιος ὅτι θὰ τὸ ἐγκρίνωμεν ἐπιφέροντες τὰς δεούσας βελτιώσεις.
§102Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ὁ κ. συνάδελφος ὁ τελευταίως λαλήσας μὲ ἀπήλλαξε τῆς μομφῆς, ἡ ὁποία προηγουμένως μοὶ ἀπεδόθη, ὅτι δὲν προσέχω καὶ δὲν παρακολουθῶ τὰς ὑπηρεσίας μου. Ὁ κ. συνάδελφος ἐπεκαλέσθη τὸ γηγενὲς δίκαιον, τὸ ἐγχώριον ἔθιμον. Λυποῦμαι διότι καὶ ἐν τούτῳ ἐμφιλοχωρεῖ κάποια ἀνακρίβεια. Ἀπὸ μακροτάτων χρόνων, ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τοῦ Τρικούπη ἐγεννήθη τὸ ζήτημα ἐντὸς τῆς Βουλῆς, ἂν ἐπιτρέπεται ἡ ἐκχώρησις τῶν δικαιωμάτων τῶν νομοθετικῶν εἰς τὴν Ἐκτελεστικὴν Ἐξουσίαν, ἀλλὰ τὸ ζήτημα τοῦτο διὰ παγίας κοινοβουλευτικῆς πράξεως, ἡ ὁποία, ὡς γνωρίζετε, ἀποτελεῖ τὴν ψυχὴν τοῦ Συντάγματος, ἐλύθη ἀντιθέτως πρὸς τὴν ἐκδοχὴν τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου. Μάλιστα τὸ ζήτημα ἐγεννήθη ὄχι διὰ μέτρα καθαρῶς διοικητικὰ καὶ ἐκτελεστικῆς φύσεως, οἷα εἶναι οἱ ὀργανισμοὶ τῶν Ὑπουργείων, διότι οὐδὲν Σύνταγμα ἀναγράφει ὅτι οἱ ὀργανισμοὶ εἶναι ἀντικείμενον τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, ἀλλ’ εἰς μέτρα, διὰ τὰ ὁποῖα τὸ Σύνταγμα εἰδικῶς ἀπῄτησε τὴν ὕπαρξιν νομοθετήματος, ἐγεννήθη τὸ ζήτημα, ἂν δύναται νὰ ἐκχωρηθῇ ἡ ἐξουσία τοῦ νομοθετικοῦ Σώματος εἰς Ἐκτελεστικὴν Ἐξουσίαν διὰ τὴν ἐπιβολὴν φορολογιῶν λ. χ. καὶ ἐλύθη ἀντιθέτως πρὸς τὴν ἐκδοχὴν τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου.
§103ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Μίαν περίπτωσιν, κ. Ὑπουργέ.
§104Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἂν θέλητε νὰ προσκομίσω τοὺς κώδικας ἐδῶ, θὰ ἠδυνάμην νὰ σᾶς ἀναφέρω χιλίας.
§105Ο ΑΥΤΟΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἰς τὴν ἐποχὴν τοῦ Τρικούπη δὲν ἐγένοντο.
§106Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Δὲν θὰ ἔλεγον τὸ πρᾶγμα, ἂν δὲν ἤμην ἀπολύτως βέβαιος. Ἀλλὰ ξενίζει τὸ πρᾶγμα διατί εὑρίσκεται Κοινοβούλιον ἐδῶ. Καταπροδίδεται καὶ ὁ κοινοβουλευτισμός, καταπροδίδεται καὶ ἡ ψῆφος, ἡ ὁποία μᾶς ἔστειλεν ἐδῶ ἀγρύπνους φρουροὺς τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ. Ὑπάρχει, κύριοι, καλὸς καὶ κακὸς κοινοβουλευτισμός. Ἂν ὑπάρχῃ κακὸς κοινοβουλευτισμός, εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος συναναμιγνύει τὰ ἔργα τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας εἰς τὰ ἔργα τῆς νομοθετικῆς τοιαύτης. Τὰ ἔργα τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας, ἂν ἀπασχόλουν τὸ Κοινοβούλιον, τότε αὐτὸ πρέπει νὰ ἵσταται εἰς τὸ ὕψος τῆς θέσεώς του, νὰ μεριμνᾷ καὶ τυρβάζει περὶ πολλά. Θὰ μοὶ εἴπητε ὅτι ὁ Ὑπουργὸς δύναται νὰ καταρτίσῃ κάτι τι ὡραῖον, ἀλλὰ τί θὰ γίνῃ ὁ ἔλεγχος ὁ ἰδικός μας; Ὑπάρχει ὁ ἔλεγχος. Ὅταν θὰ ἴδητε νὰ δημοσιευθῇ τὸ Διάταγμα, ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ φέρητε εἰς τὸ Κοινοβούλιον τὸν ἔλεγχον. Σᾶς βεβαιῶ ὅτι περισσότερον θὰ σκεφθῇ ὁ Ὑπουργός, ὅταν γνωρίζῃ ὅτι θὰ ἀπευθυνθῇ κατ’ αὐτοῦ ἐπερώτησις. Ὅταν πρόκειται νὰ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλή, εἶναι δυνατὸν νὰ παρεμβάλλῃ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀρέσκουν εἰς αὐτόν, ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἀρέσκουν εἰς τοὺς ἄλλους, νὰ γίνεται μία συνεννόησις, εἷς συμβιβασμὸς κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε ὁ ὀργανισμὸς νὰ ψηφίζεται ὄχι ἐλέγχῳ τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ ἐν συμπράξει καὶ συνεννοήσει τῶν ἀντιπροσώπων. Εἶναι λοιπὸν ἐν πλήρει τάξει ὁ κοινοβουλευτισμός, ἀποδεχόμενος τὸ ψήφισμα καὶ βεβαιῶ τὸν κ. συνάδελφον ὅτι δὲν ἔχει νὰ πάθῃ τίποτε ἐξ αὐτοῦ ὁ κοινοβουλευτισμός.
§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Κακουλίδης ἔχει τὸν λόγον.
§108Γ. ΚΑΚΟΥΛΙΔΗΣ. Τὰς ἀντιρρήσεις τοῦ Κοινοβουλίου κατὰ τοῦ ψηφίσματος τοῦ ὑποβληθέντος ὑπὸ τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργοῦ προεκάλεσε, νομίζω, ὄχι δυσπιστία αὐτοῦ πρὸς τὸ πρόσωπον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ....
§109ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§110Γ. ΚΑΚΟΥΛΙΔΗΣ. Βεβαίως ὄχι. Ἐπροκάλεσεν ἐντελῶς ἄλλη αἰτία, προεκάλεσεν ἡ οἰκτρὰ κατάστασις τῶν ὑπηρεσιῶν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ ἡ Βουλὴ στερρῶς ἐχομένη τῶν δικαιωμάτων της ἠθέλησε νὰ ἐκθέσῃ τὰς σκέψεις της. Ἀλλ’ ὑπενθυμίζω ἓν πρᾶγμα· εἰς τὴν Ἑλλάδα γνωρίζομεν ὅλοι πῶς γίνονται αὐτοὶ οἱ ὀργανισμοί. Εἶχον καὶ ἐγὼ αὐτὴν τὴν γνώμην, ἀλλὰ τὴν ἤλλαξα, ἀφ’ ἧς εἶδον ὅτι εἰς τὸ Ναυτικὸν ἔχομεν κανονισμοὺς καὶ ὀργανισμοὺς Ἀγγλικούς, ἀλλὰ τὸ Ναυτικόν μας δὲν εἶναι Ἀγγλικόν, εἰς τὸν Στρατὸν τῆς ξηρᾶς ἔχομεν κανονισμοὺς Γαλλικούς, ἀλλ’ ὁ Στρατός μας δὲν εἶναι Γαλλικός. Νομίζω ὅμως ὅτι δὲν εἶναι ἡ ὥρα κατάλληλος διὰ νὰ συζητηθῇ τὸ ζήτημα τοῦτο, θὰ ἔλθῃ ἡ ὥρα του κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἂς μὴ κάμωμεν τώρα τὸν κόσμον νὰ ἐνθυμηθῇ τὰ ἔργα τῆς δικτατορίας, τὰ ὁποῖα ἐχαρακτήριζε πρὸ παντὸς ἡ ταχύτης. Ἂς ἀφήσωμεν λοιπὸν σήμερον ἐλεύθερον ἕνα ἄνθρωπον νὰ προβῇ εἰς τὸ ἔργον, τὸ ὁποῖον ἔργον θὰ ὑποστῇ τὸν ἔλεγχον τῆς Βουλῆς. Ὁ σκοπὸς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν εἶναι νὰ ἐλαττώσῃ τὰς δαπάνας καὶ νὰ διακανονίσῃ ἀρτιώτερον τὰ τῆς ἐσωτερικῆς λειτουργίας τοῦ Ὑπουργείου του. Τὸ δικαίωμα τοῦτο τοῦ τὸ παρέχομεν.
§111ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Καλκάνης ἔχει τὸν λόγον.
§112Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Ἔχω τὴν ἀντίληψιν ὅτι ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς ὑπέστη κάποιαν πλάνην ἐν τῷ σημείῳ τούτῳ. Ἐτόνισεν ἀπὸ τῆς θέσεώς του ὅτι, ἂν τυχὸν ὁ ὀργανισμός, τὸν ὁποῖον διὰ Διατάγματος θέλει νὰ δημοσιεύσῃ, ἂν, λέγει, ἔχῃ τρωτὰ σημεῖα, τότε ὑπάρχει τὸ ἀντιφάρμακον, ὅτι δηλαδὴ δυνάμεθα νὰ τὸν καθήσωμεν εἰς τὸ σκαμνὶ τοῦ κατηγορουμένου διὰ νὰ δώσῃ λόγον. Τοῦτο, κύριοι, δὲν ἔχει καμμίαν σχέσιν μὲ τὸ πρᾶγμα. Οὐδεὶς ἐσκέφθη ποτὲ ὅτι ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς θὰ εὑρεθῇ ἐν δόλῳ ὅτι διατάξεις τὰς ὁποίας θὰ εἰσαγάγῃ....
§113Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἐν πολιτικῷ δόλῳ;
§114Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Ὁμιλῶ περὶ δόλου. Ὁ δόλος ἔχει πολλὰς ἐννοίας. Ὅσον ἀφορᾶ τὸν πολιτικὸν δόλον, τὸν ὁποῖον ὁμιλεῖτε, ποῖον θὰ εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα καὶ ἂν εὑρεθῇ τυχὸν εἰς τοιοῦτον δόλον καὶ ἂν τυχὸν εἰσαγάγῃ διατάξεις, αἱ ὁποῖαι δὲν ἔχουσι δόλον πραγματικόν, θὰ ἔλθωμεν κατόπιν εἰς μίαν ἀνάγκην νὰ ἀνατρέψωμεν ὡρισμένας διατάξεις, θὰ ἔλθωμεν πάλιν νὰ παλινδρομήσωμεν, θὰ ἔλθωμεν νὰ εἴπωμεν ὅτι ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐθεσπίσθησαν δι’ ἑνὸς Διατάγματος δὲν εἶναι ἀκριβῆ καὶ εἰς ὡρισμένην χρονικὴν περίοδον θὰ διαφωνῶμεν πρὸς ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἄλλοι ἀντιπρόσωποί μας θέλουν. Καὶ ἐρωτῶ· ποῖος ὁ λόγος ὁ ὁποῖος ἤγαγε τὸν κ. Ὑπουργόν, ὑπαρχούσης τῆς Βουλῆς, νὰ εἰσαγάγῃ τοιοῦτον ὀργανισμόν; Κύριοι, παρατηρεῖται μία τάσις, ἡ ὁποία πρέπει νὰ καυτηριασθῇ καὶ μετ’ εὐχαριστήσεως βλέπω ὅτι συμπίπτουν εἰς τοῦτο αἱ ἀντιλήψεις πολλῶν βουλευτῶν, τοῦ νὰ ἀπεμπολῇ ἡ Βουλὴ ἑκάστοτε τὰ δικαιώματά της. Νομίζω ὅτι πρόκειται περὶ σοβαρωτάτου γεγονότος καὶ εἶναι ἀνάγκη ὁ ἐν λόγῳ ὀργανισμὸς νὰ ἔλθῃ εἰς τὴν Βουλὴν νὰ συζητηθῇ διὰ νὰ γνωσθοῦν ὅλαι αἱ λεπτομέρειαι καὶ νὰ μὴ μείνῃ κανεὶς μὲ τὴν ἐντύπωσιν ὅτι θέλουσι τέλος πάντων τεχνηέντως παρὰ διαφέρων ἄλλων προσώπων, τὰ ὁποῖα ἔχουσι λόγους, θέλουσι, λέγω, παρεισφρύσει διατάξεις τινὲς χωρὶς νὰ εἶναι εἰς γνῶσιν ὁ κ. Ὑπουργός. Τοὐναντίον νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ὑποβάληται καὶ ὁ ἐλάχιστος ὀργανισμὸς ἐνώπιον τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας, ὥστε καὶ κανεὶς νὰ μὴ δύναται νὰ εἴπῃ τίποτε, ἀλλὰ καὶ διὰ νὰ λαμβάνῃ αὕτη γνῶσιν καὶ τῶν ἐλαχίστων λεπτομερειῶν καὶ φέρῃ τὰς ἀντιρρήσεις της, ὥστε καὶ ἐντὸς βραχυτάτου χρονικοῦ διαστήματος, ὅταν τὸ εἰσηγηθῇ οὗτος, ψηφισθῇ χωρὶς νὰ χρονοτριβήσῃ καὶ ἡ Βουλὴ ἐπ’ αὐτοῦ. Ἀλλὰ καὶ αἱ ἀντιλήψεις τὰς ὁποίας θὰ ἔχῃ καὶ αἱ ἀντιρρήσεις ἐπ’ αὐτοῦ, θὰ ἀναλυθῶσι καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ ἐμφανισθῇ ἓν ἔργον τέλειον, ἐνῷ ἀντιθέτως δὲν ἀντιπροσωπεύεται, ἀλλ’ ἐπισφραγίζεται τὸ γεγονός, ὅτι ἀπεμπολοῦνται τὰ δικαιώματα τῆς Βουλῆς ἄνευ οὐδενὸς λόγου. Ἔχω τὴν ἀντίληψιν ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν θὰ συναινέσῃ εἰς τὴν ἀπεμπόλησιν τῶν δικαιωμάτων αὐτῆς περὶ τοιούτου ζητήματος, ἐφόσον εἶναι παροῦσα καὶ δρῶσα, δυναμένη νὰ συζητῇ.
§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Τσιτσεκλῆς ἔχει τὸν λόγον.
§116Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, λυποῦμαι ὅτι εὑρίσκομαι εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ διαφωνήσω πρὸς τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργόν. Εἶναι ὅμως, κύριοι, ζήτημα ἀρχῆς. Οὐδεὶς ἀμφιβάλλει ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς θὰ ποιήσηται ἀρίστην χρῆσιν τοῦ παρεχομένου αὐτῷ δικαιώματος. Ἐγὼ ἀνέπτυξα καὶ ἐδημοσίευσα τοὺς λόγους, οἱ ὁποῖοι ὑφίστανται κατὰ τῆς χρήσεως Ν. Διαταγμάτων, διότι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἰσάγεται διὰ τοῦ ψηφίσματος, εἶναι τὸ μεῖζον....
§117ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἀπὸ τοῦ βήματος, κύριε συνάδελφε.
§118ΕΤΕΡΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ἀκούομεν τίποτε.
§119Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἰσάγεται διὰ τοῦ Ψηφίσματος εἶναι τὸ μεῖζον τῆς ἐκχωρήσεως τῶν δικαιωμάτων τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας εἰς ἓν μόνον πρόσωπον. Τὰ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσιοδοτήσεως συνεζητήσαμεν καὶ κατὰ τὰς ἐργασίας τῆς Συνελεύσεως τοῦ 1925, πολλοὶ δὲ τότε ἄνδρες, ἐν οἷς καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας, ἐκηρύχθησαν κατὰ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσιοδοτήσεως. Ἀλλὰ μόνον εἰς ἐκτάκτους καὶ ἀνωμάλους περιστάσεις καὶ ὑπὸ τὴν πίεσιν καὶ τὴν βίαν τῶν πραγμάτων, π. χ. ἐν περιπτώσει πολέμου καὶ ἐπιστρατεύσεως, ἠναγκάσθησαν τὰ Κράτη νὰ δεχθῶσι νομοθετικὴν ἐξουσιοδότησιν καὶ πάλιν εἰς μέτρον περιωρισμένον καὶ ἐντὸς ὡρισμένου χρονικοῦ διαστήματος. Ἔχομεν πολλὰ τοιαῦτα παραδείγματα. Καὶ εἰς τὴν Γαλλικὴν Βουλὴν τελευταίως, ὡς γνωρίζομεν, ἐδόθη μία νομοθετικὴ ἐξουσιοδότησις εἰς τὴν Γαλλικὴν Κυβέρνησιν.
§120Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Παρακαλῶ νὰ προστεθῇ ἡ φράσις «καὶ κατ’ ἀπόφασιν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου».
§121ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι αὐτονόητον.
§122Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Προτιμῶ ἐγὼ νὰ τεθῇ.
§123ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Οὐδεὶς ἀμφιβάλλει περὶ τῆς καλῆς ὑμῶν πίστεως.
§124Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Τώρα παρατηρεῖται μία τάσις, κύριοι, τὴν ὁποίαν ἐτόνισε καὶ ὁ κ. Καλκάνης, ἀπεμπολήσεως τῶν δικαιωμάτων τῆς Βουλῆς. (Γίνονται ἰδιαίτεραι διαλογικαὶ συζητήσεις).
§125Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὅταν εἷς βουλευτὴς ὡς ὁ κ. Τσιτσεκλῆς ὁμιλεῖ, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνεται ἡ κατάχρησις αὕτη τῆς ἐλευθερίας τῶν βουλευτῶν τοῦ νὰ προσέχουν ἢ νὰ μὴ προσέχουν. Γενόμεθα καταγέλαστοι.
§126ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ, κύριοι. Σεῖς ἀποτελεῖτε ἐκεῖ ἰδιαιτέραν Βουλήν; Παύσατε ἐπὶ τέλους.
§127Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Σᾶς παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε, τοιαῦται παρατηρήσεις δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνωνται πρὸς βουλευτὰς μὲ τοιοῦτον ὕφος.
§128Β. ΜΕΪΜΑΡΑΚΗΣ. Εἴμεθα Βουλή, δὲν εἴμεθα σχολεῖον.
§129ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ἠμπορεῖ καθένας νὰ κάμνῃ ὅ,τι θέλει ἐδῶ;
§130Β. ΜΕΪΜΑΡΑΚΗΣ. Τὸν ρήτορα δὲν τὸν ἀκούομεν οὕτως ἢ ἄλλως, εἴτε ὁμιλοῦμεν εἴτε δὲν ὁμιλοῦμεν. Ἂς ἔλθῃ ἐπὶ τοῦ βήματος.
§131Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος ὀφείλει νὰ ἐπανορθώσῃ. Ἀπηυθύνθη πρὸς βουλευτὰς κατὰ τρόπον μὴ προσήκοντα.
§132ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. βουλευτὴς ἐκφράζει μομφὴν κατὰ τοῦ Προεδρείου καὶ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἐγκαταλείψω τὴν ἕδραν. Ἄς ἔλθῃ ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος. (Κατέρχεται τοῦ Προεδρείου. Τὴν ἕδραν καταλαμβάνει ὁ Ἀντιπρόεδρος κ. Γ. Μόδης).
§133Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἐξέφρασα καμμίαν μομφὴν κατὰ τοῦ κ. Προέδρου.
§134Θ. ΣΟΦΟΥΛΗΣ. Ὄχι ὑμεῖς. Ἀπεναντίας ἐξεφράσθη μομφὴ κατὰ τοῦ Προέδρου διότι ἤθελε νὰ προστατεύσῃ ὑμᾶς.
§135Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον ἐγὼ τιμῶ ἰδιαίτατα. Δὲν ἤθελον νὰ ἐκφράσω καμμίαν κατ’ αὐτοῦ μομφήν. Ἀλλ’ ἠθέλομεν νὰ εἴπωμεν εἰς τὸν κ. Πρόεδρον ὅτι ἡμεῖς δὲν ἠκούομεν τὸν ρήτορα καὶ παρεκαλέσαμεν τὸν ρήτορα νὰ ἔλθῃ εἰς τὸ βῆμα.
§136ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ζήτημα δύναται νὰ θεωρηθῇ λῆξαν. Κύριε συνάδελφε, σᾶς παρακαλῶ νὰ ἔλθητε εἰς τὸ βῆμα. Ὁρίστε, κ. Πρόεδρε. (Τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου καταλαμβάνει ὁ Πρόεδρος κ. Θ. Σοφούλης).
§137Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Ἀφοῦ ἡ Βουλὴ μοὶ ἔκαμε τὴν τιμὴν νὰ μὲ καλέσῃ εἰς τὸ βῆμα, διότι δὲν μὲ ἤκουε, καίτοι νομίζω ὅτι ἀρκετὰ ἐντόνως ὁμιλῶ, συνοψίζω ὅσα εἶπον καὶ θὰ σπεύσω νὰ τελειώσω ταχέως. Εἶπον ὅτι μετὰ πολλῆς μου στενοχωρίας εὑρέθην εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ λάβω τὸν λόγον διὰ νὰ διαφωνήσω μὲ τὸν ἀγαπητὸν φίλον μου κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργόν, θέλων νὰ διασώσω τὰς νομικάς μου πεποιθήσεις καὶ ἀντιλήψεις, τὰς ὁποίας ἐξέφρασα ἄλλως τε δημοσίᾳ καὶ διὰ τῶν ἐφημερίδων καὶ προκειμένου περὶ τοῦ τρόπου κατὰ τὸν ὁποῖον ἐψηφίσθη ἡ Ἀναλογικὴ καὶ προκειμένου περὶ τοῦ τρόπου κατὰ τὸν ὁποῖον ἐγένετο τὸ σχέδιον τοῦ Συντάγματος. Ἂν ἐπρόκειτο περὶ ἑνὸς μεμονωμένου γεγονότος, δὲν θὰ ἐλάμβανον τὸν λόγον, ἀλλὰ πρόκειται περὶ ζητήματος ἀρχῆς, τὸ ὁποῖον θὰ μᾶς παρουσιασθῇ καὶ εἰς ἄλλας περιστάσεις. Καὶ εἶπον ὅτι εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν καθ’ ἑκάστην ἀναγράφεται σωρεία ψηφισμάτων. Αὐτὸ εἶναι ἀνώμαλον, ὡς παρετήρησαν καὶ ἄλλοι ἀξιότιμοι συνάδελφοι, τὸ διὰ ψηφισμάτων νομοθετεῖν σήμερον. Ψηφίσματα γίνονται ὅταν πρόκειται νὰ τροποποιηθῶσι διατάξεις τοῦ Συντάγματος. Αὐτὴν τὴν ἔννοιαν ἔχει τὸ ψήφισμα, ἐνῷ ἡ νομοθετικὴ ἐργασία δέον νὰ βαίνῃ ὁμαλῶς διὰ τοῦ τρόπου τὸν ὁποῖον ὁρίζει ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς, νὰ παραπέμπωνται τὰ νομοσχέδια εἰς τὰς ἁρμοδίας Ἐπιτροπάς, νὰ συζητῶνται, νὰ ἐξετάζωνται, νὰ ἐξονυχίζωνται καὶ νὰ ὑφίστανται καὶ τὸν ἔλεγχον τῆς Βουλῆς, ἐνῷ τώρα μᾶς παρουσιάζεται νέα μέθοδος, τὴν ὁποίαν εἰσάγει καὶ μία τροπολογία, ἥτις ὑπεβλήθη εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ Συντάγματος, κατὰ τὴν ὁποίαν μέθοδον καθίσταται περιττὴ ἡ Βουλή. Καλύτερον εἶναι νὰ ἀνακηρύξωμεν ἕνα ἄλλον τρόπον διακυβερνήσεως τῆς Χώρας παρὰ νὰ ἔχωμεν τὸ προσωπεῖον τῆς Βουλῆς καὶ κατόπιν τὴν δικτατορίαν. Ἐστενοχωρήθην διότι εὑρέθην εἰς τὴν θέσιν νὰ διαφωνήσω μὲ τὸν ἀγαπητὸν φίλον κ. Μιχαλακόπουλον ὡς πρὸς τὰ νομοθετήματα. Ἐπαναλαμβάνω καὶ πάλιν καὶ λέγω τὸ ἑξῆς ὅτι δὲν εἶναι ἀκριβὲς ὅτι ἡ νομοθετικὴ ἐξουσιοδότησις ἐγένετο δεκτὴ εἰς ὅλα τὰ Κράτη. Καὶ κατὰ τὴν Ἀναθεωρητικὴν Βουλὴν τοῦ 1911 ἐπολεμήθη δυνατὰ καὶ ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον φίλον μου κ. Παπαναστασίου, τὸν ὁποῖον ἀναφέρει καὶ ὁ κ. Σαρίπολος εἰς τὸ σύγγραμμά του, καθὼς καὶ ἀπὸ πολλοὺς ἄλλους, δὲν ἐνθυμοῦμαι ἂν ἐπολεμήθη καὶ ἀπὸ τὸν κ. Μιχαλακόπουλον.
§138Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ὄχι ἀκριβῶς. Εἰς τὸ νομοσχέδιον «περὶ φυλακῶν» ἠγόρευσα ὑπὸ ἀντίθετον ἔννοιαν. Ἡ διαφωνία μας συνίστατο εἰς τοῦτο. Ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν τὴν πολιτικὴν ἔννοιαν τοῦ πράγματος. Εἰς τὰ Κοινοβούλια ἐπεκράτησε πάντοτε ἡ πολιτικὴ ἔννοια.
§139Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Δὲν ἔχετε δίκαιον καὶ αἱ περιπτώσεις εἶναι πολλαί.
§140Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Μὲ συγχωρεῖτε. Εἰς τὴν Γαλλίαν ἐδόθη τοιαύτη ἐξουσιοδότησις διὰ τὴν περικοπὴν ἑνὸς δισεκατομμυρίου οἰκονομιῶν. Ἐπίσης καὶ εἰς τὸ Βέλγιον διὰ τὸν Προϋπολογισμόν. Ὥστε βλέπετε ὅτι μοὶ μένει καιρὸς νὰ παρακολουθῶ.
§141Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Παρακολουθεῖτε βεβαίως καὶ μελετᾶτε πολύ, ἀλλ’ εἶναι καὶ μερικὰ ἐπιστημονικὰ νομικὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα παρακολουθοῦμεν καλύτερον ἐντὸς τοῦ στενοῦ κύκλου τῆς δράσεώς μας. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν νομοθετικὴν ἐξουσιοδότησιν, αὕτη βεβαίως κατακρίνεται. Ἄλλοι μὲν ὑπὸ τὴν πίεσιν τῶν πραγμάτων ἐδέχθησαν καὶ παρήχθη ἓν εἶδος εὐσταθείας κοινοβουλευτικὸν ἔθιμον, τὸ ὁποῖον ἀνέχεται ἡ Βουλὴ ὑπὸ περιορισμὸν ἐν τῇ γενομένῃ ἐξουσιοδοτήσει, ἐπιτρέψαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν ἔκδοσιν Ν. Διαταγμάτων, τὰ ὁποῖα διατελοῦσιν ὑπὸ δύο αἱρέσεις, ὑπὸ αἵρεσιν καὶ προθεσμίαν ὅτι θὰ ὑποβληθῶσιν εἰς τὴν Βουλὴν ἅμα συνερχομένη πρὸς κύρωσιν, ὁπότε καὶ τότε λαμβάνει τὸ κῦρος πλῆρες. Καὶ ἂν δὲν ὑποβληθῶσι καὶ ἂν δὲν συνέλθῃ ἡ Βουλή, τότε θεωροῦνται ἀκυρωμένα. Λυποῦμαι, ἐπαναλαμβάνω, διότι τὸ ζήτημα αὐτό, διὰ τὸ ὁποῖον λαμβάνω τὸν λόγον, προέρχεται ἀπὸ τὸν ἀγαπητὸν φίλον κ. Μιχαλακόπουλον, ἀλλ’ ἠθέλησα νὰ τηρήσω τὰς νομικὰς ἀρχὰς καὶ διότι παρατηρῶ μίαν τάσιν τείνουσαν νὰ καταλύσῃ τὸν προορισμὸν τοῦ Κοινοβουλίου. Δὲν εὑρίσκω δὲ καὶ τὸ ἐπεῖγον τοῦ ὑπὸ κρίσιν ψηφίσματος, ὥστε διὰ μιᾶς τόσον ἐσπευσμένης ἐνεργείας νὰ διορθωθῇ τόσον ταχέως ὁ ὀργανισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν. Συμφωνῶ ὅπως ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς παραπέμψῃ τὸ νομοσχέδιον πρῶτον εἰς τὴν ἁρμοδίαν Ἐπιτροπὴν καὶ κατόπιν νὰ ψηφισθῇ. Εἰς τοῦτο ὑπάρχει κάποια δυσχέρεια λόγῳ τῆς διατάξεως τοῦ ὑπὸ κρίσιν Συντάγματος, κατὰ τὴν ὁποίαν διὰ τὸν καταρτισμὸν νομοθετημάτων δέον νὰ συμπράξῃ καὶ ἡ Γερουσία. Προεβλήθη αὐτὸ τὸ νομικὸν ἐπιχείρημα ὅτι ἀκολουθοῦμεν τὴν μέθοδον τῶν ψηφισμάτων. Εἶναι ἐπιχείρημα, ὅπερ ἐκ πρώτης ὄψεως ἐμφανίζεται σοβαρόν. Ἀλλ’ ἐρωτῶ: Πρῶτον εἶναι ἀμφίβολον, ἂν θὰ γίνῃ ἢ ὄχι ἡ Γερουσία καὶ δεύτερον ὅτι θὰ γίνωσιν αἱ ἐκλογαὶ καὶ καθ’ ὅλον τὸ διάστημα θὰ ἀκολουθήσωμεν τὸ μέτρον τοῦτο νὰ νομοθετοῦμεν διὰ ψηφισμάτων; Ὅταν ἐθέσαμεν ἐν ἰσχύϊ τὸ Σύνταγμα, ἐκάμαμεν μίαν ἑρμηνευτικὴν δήλωσιν ὅτι ἡ Βουλὴ εἶναι Συντακτική.
§142Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Εἴμεθα σύμφωνοι.
§143Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Λοιπὸν δυνάμεθα νὰ νομιμοποιήσωμεν αὐτὴν τὴν κατάστασιν. Ὅταν ἐθέσαμεν ἐν ἰσχύϊ τὸ Σύνταγμα, εἴπομεν ὅτι δὲν κωλύεται ἡ Συνέλευσις ἵνα διὰ ψηφισμάτων θέτῃ ἐν ἐνεργείᾳ αὐτά. Παρηκολούθησα τὸν κ. Καραπαναγιώτην, ὅστις ὑπέβαλε τὸ προκαταρκτικὸν ψήφισμα, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ψηφισθῇ προηγουμένως. Ἑπομένως κατ’ ἐμὲ νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ δύναται νὰ ἐπιτελῇ τὸ νομοθετικόν της ἔργον κατὰ τὸν προϋπάρχοντα Κανονισμὸν ἄνευ τῆς συμπράξεως τῆς Γερουσίας, μέχρις ὅτου ὁριστικῶς ἀποφασισθῇ ἡ συγκρότησις τῆς Γερουσίας. Οὕτω νομιμοποιοῦμεν τὴν κατάστασιν καὶ ἔρχεται ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅστις ἐδήλωσεν ὅτι δὲν ἔχει ἀντίρρησιν νὰ τὸ εἰσαγάγῃ. Ταῦτα ἤθελον νὰ ἐκθέσω διὰ νὰ τηρήσω τὰς νομικάς μου πεποιθήσεις, διότι τὸ κακὸν δύναται νὰ ἀκολουθήσῃ μεγάλον δρόμον μὲ περικοπὴν τῶν δικαιωμάτων τῶν Συνελεύσεων ὑπὸ αὐτῶν τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ λαοῦ.
§144Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Δὲν εἶναι ἡ ἀνάγκη τῆς Γερουσίας, ἡ ὁποία μᾶς ἠνάγκασε νὰ ἀκολουθήσωμεν τὴν ὁδὸν τῶν ψηφισμάτων, ἀλλ’ ἡ ἔλλειψις τῶν Ἐπιτροπῶν, διότι ἐκρίθη σκόπιμον νὰ καταρτισθοῦν αἱ Ἐπιτροπαὶ σύμφωνα μὲ τὸν νέον Κανονισμὸν τὸν συνταχθησόμενον ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νέου Συντάγματος. Ἐπείγοντά τινα μέτρα λοιπὸν ἐκρίθη ὅτι ἐπεβάλλετο νὰ ψηφισθοῦν, χωρὶς διὰ τοῦτο νὰ δύναται νὰ λεχθῇ ὅτι ἐπῆλθε κατάργησις δικαιώματός τινος, ἐφόσον οὐδὲν σοβαρὸν ἔργον ἐψηφίσθη. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ περιεχόμενον τοῦ ψηφίσματος παρατηρῶ ὅτι ἐκ τῆς πείρας εἶναι γνωστὸν ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐπιτευχθοῦν οἰκονομίαι ἐν τῇ Βουλῇ, διότι πάντοτε αἱ ἐπιδιώξασαι ταύτας Κυβερνήσεις διὰ νομοθετικῶν μέτρων ὑπέστησαν σφοδρὰς ἐπιθέσεις.
§145ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χ. Λαδᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§146Χ. ΛΑΔΑΣ. Κύριοι συνάδελφοι, οἱ ἀντιταχθέντες κατὰ τοῦ ὑπὸ κρίσιν ψηφίσματος καὶ στηριζόμενοι εἰς ὅσα ἡ ἐπιστήμη διδάσκει, τὴν ὁποίαν ἐπιστήμην συνήθως ἐπικαλούμεθα ὅταν πρόκειται νὰ τὴν παραβιάσωμεν, παρεῖδον λεπτὴν τινα διάκρισιν, τὴν ὁποίαν ἔχουν εἰσαγάγει οἱ συνταγματολόγοι, διάκρισιν ἡ ὁποία διαφαίνεται καὶ ἐξ ὡρισμένου ἄρθρου τοῦ Συντάγματός μας, διάκρισιν ἡ ὁποία διέπει ὅλα τὰ συνταγματικὰ Κράτη καὶ ὅλα τὰ συνταγματικὰ πολιτεύματα. Βεβαίως δὲν δύναται ἡ Βουλὴ νὰ ἀποξενωθῇ δικαιωμάτων αὑτῆς σχετικῶς πρὸς τὴν ψήφισιν νόμων. Βεβαίως ἡ συνταγματικὴ ἐξουσιοδότησις εἶναι κάτι τι ἀνώμαλον καὶ ἀντικανονικόν. Ἀλλὰ περὶ τίνος συνταγματικῆς ἐξουσιοδοτήσεως πρόκειται; Περὶ ἐξουσιοδοτήσεως πρὸς καταρτισμὸν τίνος εἴδους νόμου; Ἡ διάκρισις τὴν ὁποίαν εἰσάγουν ὅλοι οἱ συνταγματολόγοι ἀφορᾷ τὸ εἶδος τοῦ νόμου. Νόμον, ὅταν λέγωμεν, κύριοι, δὲν ἐννοοῦμεν μόνον τὸ περίβλημα τοῦ νόμου, ἀλλὰ τὸ περιεχόμενον τοῦ νόμου. Ὑπάρχουν νόμοι, οἱ τυπικοὶ δηλαδή, οἱ κανονισμοί, οἱ ὁποῖοι λαμβάνουν περίβλημα νόμου, ἀκολουθοῦν διὰ νὰ λάβουν ὕπαρξιν καὶ κατάρτισιν μίαν διαδικασίαν νόμου καὶ ὑπάρχουσι καὶ οἱ οὐσιαστικοὶ νόμοι, οἱ ὁποῖοι ἔχουν περιεχόμενον νομοθετικόν, περιεχόμενον νόμου. Καὶ εἶπον οἱ συνταγματολόγοι καὶ εἶπεν ἡ ἐπιστήμη καὶ εἶπεν ὁλόκληρος ἡ κοινοβουλευτικὴ πρακτικὴ καὶ ἐξηκολούθει αὐτὸ ὑφιστάμενον καὶ προτοῦ κἂν αἱ ἀνωμαλίαι ἐκεῖναι καὶ αἱ μεταβολαί, τὰς ὁποίας ὑπηνείχθη ὁ κ. ἐπὶ τῆς Γεωργίας Ὑπουργός, ὅτι βέβαια δὲν ἠμπορεῖ νὰ δώσῃ ἡ Βουλὴ συνταγματικὴν ἐξουσιοδότησιν πρὸς καταρτισμὸν νόμου οὐσιαστικοῦ, δηλαδὴ νόμου νομοθετικοῦ περιεχομένου, ἀλλ’ εἶπον οἱ συνταγματολόγοι καὶ ἐφηρμόσθη τοῦτο ἄνευ οἱασδήποτε ἐξαιρέσεως ὑπὸ ὅλων τῶν Κοινοβουλίων, ὅτι δύναται πάντοτε ἡ Βουλή, καὶ ἐγένετο αὐτό, νὰ δώσῃ συνταγματικὴν ἐξουσιοδότησιν πρὸς καταρτισμὸν τυπικῶν νόμων, δηλαδὴ νόμων οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν κανὲν κοινὸν οὐσιαστικὸν μὲ τοὺς νόμους, παρὰ τὸ ἐξωτερικὸν κοινὸν τῆς καταρτίσεως διὰ τῆς αὐτῆς νομοθετικῆς διαδικασίας. Ὅστις ἐμελέτησε τὸ στοιχειωδέστερον τῶν συνταγματικῶν ἐγχειριδίων θὰ ἐπείσθη ὅτι οἱ νόμοι εἶναι δύο εἰδῶν, οὐσιαστικοὶ καὶ τυπικοί. Ἄν δεχθῶμεν αὐτὴν τὴν διάκρισιν, ὅτι συνταγματικὴ ἐξουσιοδότησις δύναται νὰ χωρήσῃ ἐπὶ τυπικῶν νόμων, δηλαδὴ ἐπὶ ἐκείνων τῶν περιπτώσεων, κατὰ τὰς ὁποίας ὡρισμέναι πράξεις φέρουν μὲν τυπικὸν περίβλημα νόμου, οὐσιαστικῶς δὲ εἶναι ἀντικείμενον ρυθμίσεως, τότε θὰ προχωρήσωμεν νὰ συζητήσωμεν ἐκεῖνο τὸ θέμα, διὰ τοῦ ὁποίου ζητεῖται ἡ ρύθμισις διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ψηφίσματος. Ἄν λοιπὸν θέσωμεν ὡς βάσιν ὅτι ἡ συνταγματικὴ ἐξουσιοδότησις εἶναι δυνατὴ ἐπὶ θεμάτων, διὰ τὰ ὁποῖα ἀρκεῖ ἡ ρύθμισις τῶν ὑπὸ τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας ἡ ψήφισις τοῦ ὀργανισμοῦ ἑνὸς Ὑπουργείου, εἰς οὐδὲν Κράτος δὲν ἐθεωρήθη ὅτι εἶναι ἀντικείμενον νομοθετικόν.
§147Ι. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ ὀργανισμὸς ἑνὸς Ὑπουργείου δημιουργεῖ καὶ καταργεῖ θέσεις, ἀλλὰ τοῦτο ἔχει ἄμεσον σχέσιν μὲ τὸν Προϋπολογισμόν· ὁ Προϋπολογισμὸς δὲ εἶναι οὐσιαστικώτατος νόμος.
§148Χ. ΛΑΔΑΣ. Λυποῦμαι, κ. συνάδελφε, διότι δὲν εἶσθε ἐδῶ, ὅταν ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς εἶπεν ὅτι δὲν θὰ δημιουργήσῃ θέσεις, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον λέγει καὶ τὸ ψήφισμα. Μόνον δὲ ἡ δημιουργία θέσεων ἀποτελεῖ ἀντικείμενον νομοθετικοῦ περιεχομένου, οὐχὶ ἡ κατάργησις, ἥτις εἶναι ἐκτελεστικὴ πρᾶξις.
§149Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Τὸ ψήφισμα εἶναι σαφές. Ἄνευ αὐξήσεως δαπανῶν, ἄνευ αὐξήσεως θέσεων. Ἀλλ’ ἐπειδὴ νομίζω, κύριοι, ὅτι αἱ ἐργασίαι μας πρόκειται νὰ εἰσηγηθῇ ψήφισμα γενικώτερον ἡ Κυβέρνησις πρόκειται νὰ εἰσηγηθῇ ψήφισμα γενικώτερον ἀφορῶν ὅλα τὰ Διατάγματα, τὰ ὁποῖα ἐξεδόθησαν ἀπούσης τῆς Βουλῆς ἐπὶ δικτατορίας, διὰ τοῦτο καὶ πρὸς ἀποφυγὴν ἀπωλείας χρόνου παρακαλῶ νὰ ἀναβληθῇ ἡ ψήφισις τοῦ νομοσχεδίου δι’ εὐθετώτερον χρόνον.
§150ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. Λύεται ἡ συνεδρίασις διὰ νὰ ἐπαναληφθῇ αὕτη τὴν προσεχῆ Δευτέραν καὶ ὥραν 4.30′ μ.μ. (Ὥρα 9.30′ μ. μ.)