1926.12.10
3,043 rows · 23,565 words · 305 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 5
Παρασκευὴ 10 Δεκεμβρίου 1926
Προεδρία κ. Θ. Σοφούλη
(Ὥρα 6 μ. μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Νὰ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Νὰ ἀναγνωσθῶσι τὰ πρακτικά. (Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως).
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς: — Ὁ ἀνίκανος ἐκ τραυμάτων πολέμου καὶ εἰς αὐτεπάγγελτον ἀποστρατείαν ταγματάρχης Λύκας Ἰωάννης ζητεῖ τὴν ἀνάκλησιν τοῦ Διατάγματος τῆς αὐτεπαγγέλτου ἀποστρατείας. — Ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Μητροπολιτικοῦ Ναοῦ Ἀθηνῶν διαμαρτύρεται κατὰ τοῦ Γενικοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Ταμείου, ζητοῦντος νὰ ὑπαγάγῃ ὑπὸ τὴν δικαιοδοσίαν αὐτοῦ τὸν παρὰ τὴν Μητρόπολιν ἱερὸν Ναὸν τοῦ Ἁγίου Ἐλευθερίου. — Ὁ Σύνδεσμος Τροχιοδρομικῶν Θεσσαλονίκης αἰτεῖ τὴν ἄμεσον ἐπέκτασιν τοῦ Ταμείου Συντάξεων καὶ ἔναρξιν κρατήσεων μέχρις ἐφαρμογῆς τοῦ καταστατικοῦ τοῦ Ταμείου. — Ὁ Σύνδεσμος Ἁμαξηλατῶν Θεσσαλονίκης ὑποβάλλει ὑπόμνημα, δι’ οὗ ζητεῖ τὴν ἄμεσον πληρωμὴν τῶν καθυστερουμένων ἀποζημιώσεών των, ὡς καὶ τὴν ταχεῖαν ἐκ μέρους τῆς Ἐπιτροπῆς ἐκτίμησιν τῶν ἁμαξῶν των. — Τὸ Ἐργατικὸν Κέντρον Λαμίας διαμαρτύρεται διὰ τὰ ἀνελεύθερα μέτρα ἐναντίον τῶν ἐργατικῶν τάξεων. — Οἱ ὑπὸ τῆς Ἐπαναστάσεως καὶ ἐντεῦθεν ἀπομακρυνθέντες τῆς ὑπηρεσίας ἀξιωματικοὶ ξηρᾶς τε καὶ θαλάσσης, ὡς καὶ οἱ δικαστικοὶ καὶ πολιτικοὶ ὑπάλληλοι αἰτοῦσι τὴν ἐπαναφορὰν αὐτῶν εἰς τὴν δημοσίαν ὑπηρεσίαν. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι δυνάμει τοῦ 14ου ἄρθρου ἡ διαρκὴς ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ Ἐπιτροπὴ ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ Προέδρου κατηρτίσθη ἐκ τῶν κ. κ. Π. Πετρίδου, Α. Παπαδάτου, Π. Μαζαράκη, Θ. Γρηγορίου καὶ Γ. Ἀθανασιάδου, ἡ δὲ Ἐπιτροπὴ τῆς Βιβλιοθήκης ἐκ τῶν κ. κ. Μ. Ἀργυροπούλου, Θ. Χρυσοβέργη, Α. Ἐμπειρίκου Κουμουνδούρου καὶ τῶν δύο κοσμητόρων. Ὑποβάλλεται σχέδιον ψηφίσματος ὑπογεγραμμένον παρὰ 15 καὶ πλέον βουλευτῶν «περὶ καθορισμοῦ τῆς βουλευτικῆς ἀποζημιώσεως εἰς 25.000 δραχμῶν, καταβαλλομένων εἰς τὴν ἀρχὴν ἑκάστης τριμηνίας».
§3Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἐγὼ νομίζω ὅτι προκειμένου περὶ ἐπιβαρύνσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ πρέπει νὰ εἰσαχθῇ ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν καὶ ὄχι ἀπὸ τοὺς βουλευτάς.
§4Π. ΜΑΖΑΡΑΚΗΣ. Καὶ ἐγὼ τὴν αὐτὴν γνώμην ὑποστηρίζω, κ. Πρόεδρε.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἀναγραφῇ εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν, ἐφόσον ἡ Κυβέρνησις σιγᾷ. Ὁ βουλευτὴς κ. Βοκοτόπουλος ὑποβάλλει τὰς κάτωθι προτάσεις νόμων: 1) «Περὶ προστασίας τῆς Ἐμπορικῆς Ναυτιλίας» καὶ 2) «Περὶ ἀτμοπλοϊκῆς συγκοινωνίας τῶν νήσων τῶν Κυκλάδων καὶ τοῦ Αἰγαίου». Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν Ἀναφορῶν καὶ Ἐρωτήσεων. Ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς ἐφέδρων ὑγειονομικῶν ἀξιωματικῶν ὁ κ. Κ. Γόντικας.
§6Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Νομίζω, κ. Πρόεδρε, ὅτι οἱ ἀναφερόμενοι ἔχουν δίκαιον εἰς τὰ παράπονα, τὰ ὁποῖα ὑποβάλλουν εἰς τὴν Βουλήν. Πρόκειται περὶ τοῦ ἑξῆς πράγματος. Ὑπὸ τῆς προηγουμένης Κυβερνήσεως ἐκηρύχθη μία μερικὴ ἐπιστράτευσις ὡρισμένης τάξεως ἀξιωματικῶν, τουτέστιν οἱ ὑγειονομικοὶ ἀξιωματικοί, οἱ ὁποῖοι εἶχον ἐκπληρώσει τὴν στρατιωτικήν των θητείαν, ὅπως οἱ ἄλλοι, ἐκλήθησαν δι’ εἰδικῆς διαταγῆς τῆς προηγουμένης Κυβερνήσεως ὡς ἔφεδροι νὰ προσέλθουν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Στρατοῦ. Συνέβη δὲ τὸ ἑξῆς: ὠνομάσθησαν αὐτοὶ ἀκουσίως ἔφεδροι ὑγειονομικοὶ ἀξιωματικοί, χωρὶς νὰ τηρηθοῦν κἂν αἱ πάγιαι διατυπώσεις τῶν νόμων, τουτέστι νὰ φοιτήσουν εἴτε εἰς οὐλαμοὺς ἐκπαιδεύσεως, εἴτε ὁπωσδήποτε, ἀλλὰ διότι ἔλαβον τὰ διπλώματα τοῦ Πανεπιστημίου καὶ ὅσοι εἶχον ἄδειαν ἰατροῦ ὠνομάσθησαν τῶν τελευταίων κλάσεων 23, 24, 25 ὑγειονομικοὶ ἀξιωματικοί, οὐχὶ δὲ μεμονωμένως, ἀλλὰ κατ’ ἡλικίας τοὺς ἐκάλεσαν νὰ προσέλθουν εἰς τὰς τάξεις τοῦ Στρατοῦ. Καὶ συνεπῶς ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι δυνάμει τοῦ στρατολογικοῦ νόμου ἀπαλλάσσονται, ὅπως οἱ πρῶτοι ὀρφανοί, ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι εἶχον πληρώσει ἀντισηκώματα, εἶχον δὲ καταβάλει καὶ τρεῖς χιλιάδας δραχμὰς πρόσθετον ἀντισήκωμα καὶ μετὰ ἑξάμηνον ὑπηρεσίαν εἶχον ἀπολυθῆ τῶν τάξεων τοῦ Στρατοῦ. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου συμβαίνει καὶ ἓν ἄλλο σπουδαιότερον· ἐνῷ ἐκλήθησαν τρεῖς ἢ τέσσαρες ἡλικίαι, πάντες ὅσοι ἐσεβάσθησαν τὸν νόμον καὶ τὰς ποινὰς τῆς ἀνυποταξίας προσῆλθον μόνον περὶ τοὺς 250, ἂν δὲν ἀπατῶμαι. Θὰ ὑπάρχουν δὲ καὶ ἄλλοι 500 καὶ πλέον, οἵτινες ἀψηφήσαντες τὰς ἐπαγγελλομένας ποινὰς δὲν προσῆλθον. Ἡ στρατιωτικὴ ὑπηρεσία ἔρχεται κατόπιν διὰ μιᾶς νεωτέρας διαταγῆς καὶ λέγει ὅτι οἱ μὲν προσελθόντες καλῶς προσῆλθον, πάντας δὲ τοὺς μὴ προσελθόντας καὶ συνεπῶς μὴ ὑπακούσαντας εἰς τὴν πρόσκλησιν δὲν τοὺς θέλει καὶ τοὺς ἀπαλλάσσει πάσης ποινῆς ἀνυποταξίας καὶ λιποταξίας. Καὶ συμπίπτει τώρα, ὥστε νὰ ὑπηρετοῦν οἱ προθύμως ὑπακούσαντες, νὰ ἀπαλλαγῶσι δὲ οἱ μὴ ὑπακούσαντες. Καὶ ἀπὸ ἠθικῆς ἀπόψεως αὐτὸ νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ὀρθόν. Βεβαίως ἐγὼ δὲν παραγνωρίζω τὰς ἀνάγκας τῆς ὑπηρεσίας, ἀλλ’ ὑπάρχουν πολλοὶ ἄλλοι τρόποι ἱκανοποιήσεώς των. Σήμερον δὲ ὑπάρχουν τὰ μέσα προχειρότερα. Ἂν ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸς λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του ὅτι μὲ τὰς ἀποδοχὰς τὰς ὁποίας δίδει εἰς τοὺς ἐφέδρους ἀξιωματικοὺς σήμερον καὶ μὲ τὰς δαπάνας τὰς ὁποίας καταβάλλει τὸ Κράτος διὰ νὰ διατηρήσῃ ἐπὶ ὡρισμένον χρονικὸν διάστημα ἕνα ὡρισμένον ἀριθμὸν ἐφέδρων ὑγειονομικῶν ἀξιωματικῶν ἀπεφάσιζε νὰ καλέσῃ, ἂν ἔχῃ ἀνάγκας, ἐθελοντάς, εἶμαι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζω ὅτι παρακαμπτομένου τοῦ ὁρίου τῆς ἡλικίας, τὸ ὁποῖον εἶναι μέχρις 26 ἐτῶν, γινομένου δὲ μέχρι 35, πολλοὶ θὰ προσήρχοντο νὰ ἐκτελέσουν τὴν ὑπηρεσίαν ἐπὶ μισθῷ καὶ οὕτω θὰ ἀπηλλάσσοντο ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἐξεπλήρωσαν τὴν στρατιωτικήν των ὑποχρέωσιν καὶ καλοῦνται εἰς πρόσθετον ὑπηρεσίαν. Ἔχει κάποιαν σπουδαιότητα τὸ ζήτημα, διότι μία ὡρισμένη τάξις πολιτῶν ἐπαγγελματικὴ ἀπεσπάσθη ἀπὸ τὰς ἐργασίας της, χωρὶς ἡ Χώρα νὰ διατρέχῃ καμμίαν ἔκτακτον ἀνάγκην. Νομίζω ὅτι ἀφ’ ἑνὸς μὲν διὰ τὴν πρόσκλησιν ἐθελοντῶν, ἀφ’ ἑτέρου δὲ διὰ τὴν τακτοποίησιν τοῦ προσωπικοῦ τῆς ὑγειονομικῆς ὑπηρεσίας, δὲν δύναται οὐδεὶς νὰ ἀντείπῃ, καὶ τοῦτο διότι εἰς αὐτὴν δὲν ὑπηρετεῖ ἀριθμὸς ἀνώτερος τοῦ ἀπαιτουμένου, οὐχ ἧττον ὅμως τὸ πρᾶγμα ἔχει ἀνάγκην μιᾶς ἀμέσου θεραπείας, ὡς τοῦτο ἀντιλαμβάνεται καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργός.
§7Α. ΜΑΖΑΡΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Ὀφείλω νὰ δηλώσω εἰς τὸν κ. βουλευτὴν μίαν συμπλήρωσιν ἐκείνων τὰ ὁποῖα ἀνέφερεν· ὅτι δηλαδὴ ἡ κατάστασις αὐτὴ ὀφείλεται καὶ εἰς τὴν σημαντικὴν ἔλλειψιν στελεχῶν. Πρὸς ἀντιμετώπισιν αὐτῆς ἐλήφθησαν ἤδη ριζικώτερα μέτρα δι’ ἱδρύσεως ἰατρικῶν σχολείων. Ἀλλὰ βεβαίως ἡ ἀπόδοσις αὐτῶν θὰ βραδύνῃ, ἐν τῷ μεταξὺ ὅμως θὰ ἐργαζώμεθα διὰ τὴν συμπλήρωσιν τῶν κενῶν. Ἐπίσης ἐγένετο πρόσκλησις διὰ διαγωνισμὸν εἰς τὸν ὁποῖον προσῆλθον ἐλάχιστοι.
§8Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Βεβαίως δὲν θὰ ἀναμένῃ τις ὅτι οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ θὰ μείνουν πέντε ἔτη μέχρις ὅτου ἀποδώσῃ ἡ σχολὴ τὰ ἀποτελέσματα. Διότι 26 ἐτῶν ἄνθρωποι, ὅπως θέτει τὸ ὅριον τοῦ διαγωνισμοῦ, οὔτε ἐσκέφθησαν κἂν νὰ εἰσέλθουν εἰς τὸν κοινωνικὸν βίον. Δι’ αὐτὸ θὰ ἦτο σκοπιμώτερον νὰ ὁρίσητε ὅριον ἡλικίας 35 ἐτῶν.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μ. Γούδας ἐπὶ ἀναφορᾶς κοινότητος Χιονάδων.
§10Μ. ΓΟΥΔΑΣ. Θὰ παρεκάλουν τὸν κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸν νὰ θέσῃ τέρμα εἰς τὴν κατάστασιν, ἡ ὁποία ἀπὸ δώδεκα ἐτῶν ὑπάρχει εἰς τὴν κοινότητα Χιονάδων. Ἡ κοινότης Χιονάδων εἶχεν ἓν σχολεῖον κοινοτικόν, τὸ ὁποῖον ἐκτίσθη δαπάναις τῶν κατοίκων αὐτῆς. Ὡς γνωστὸν τὸ Κράτος δὲν μεριμνᾷ διὰ τὰ σχολεῖα τῆς Ἠπείρου. Τὸ σχολεῖον λοιπὸν αὐτὸ ἐπετάχθη ἀπὸ δώδεκα ἐτῶν διὰ στρατιωτικὰς ἀνάγκας. Ἔκτοτε δὲ τὰ παιδιὰ τῆς κοινότητος περιφέρονται εἰς τοὺς δρόμους διδασκόμενα εἰς τὸ ὕπαιθρον. Θὰ παρεκάλουν λοιπὸν τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸν νὰ θελήσῃ νὰ μεριμνήσῃ ὅπως ἀποδοθῇ τὸ σχολεῖον εἰς τὴν κοινότητα.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Παπανικολάου ἐπὶ ἀναφορᾶς Σωματείου καπνεργατῶν Κομοτινῆς.
§12Γ. ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ. Εἶναι συμφυὴς μὲ τὴν προηγουμένην καὶ ἑπομένως δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ ὁμιλήσω καὶ ἐγώ.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ. κ. Σ. Μάξιμος καὶ Α. Μέρος ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν ἐκτὸς ὑπηρεσίας εὑρισκομένων σιδηροδρομικῶν Θεσσαλίας.
§14Σ. ΜΑΞΙΜΟΣ. Τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ ἰδιαιτέρως τὸν κ. ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας Ὑπουργόν, εἶναι τὸ ἑξῆς· ἢ ξεύρετε ὅτι πέρυσιν ἐγένετο μία πανσιδηροδρομικὴ ἀπεργία Ἡ ἀπεργία αὐτή, ἡ ὁποία εἶχε πανελλήνιον μορφὴν καὶ ἡ ὁποία ἐκηρύχθη ἀπὸ τὴν Ὁμοσπονδίαν τῶν Σιδηροδρομικῶν, τμῆμα τῆς ὁποίας εἶναι οἱ σιδηροδρομικοὶ Θεσσαλίας, διήρκεσεν ἐπὶ 15 ἡμέρας. Θύματα δὲ τῆς ἀπεργίας αὐτῆς ἦσαν 1500 σιδηροδρομικοί, οἱ ὁποῖοι ἀπελύθησαν μόνον καὶ μόνον διότι ἐκήρυξαν τὴν ἀπεργίαν. Ἀπὸ αὐτοὺς ἐπανῆλθον οἱ περισσότεροι, σχεδὸν ὅλοι, ἔχουσι δὲ μείνει μόνον 27 σιδηροδρομικοὶ ὑπάλληλοι, οἰκογενειάρχαι, πτωχοὶ βιοπαλαισταί, ἐργάται τῶν Θεσσαλικῶν σιδηροδρόμων. Αὐτοὶ εὑρίσκονται ἐκτὸς ὑπηρεσίας ἐπὶ ἓν καὶ πλέον ἔτος. Εἰς ἐπανειλημμένα δὲ διαβήματα, τὰ ὁποῖα ἐγένοντο εἰς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ εἰς τὰς ἐπανειλημμένας ἐνεργείας, εἰς τὰς ὁποίας προέβη τὸ Σωματεῖον, ὁ Σύνδεσμος Σιδηροδρομικῶν Θεσσαλίας, εἰς τὴν τὴν Διοίκησιν τῶν Σιδηροδρόμων, εἰς τὰς ἐνεργείας, λέγω, αὐτὰς ἢ δὲν ἐδόθη καμμία ἀπάντησις, ἢ ἐδόθη ἀπάντησις ἀρνητική. Ἐπὶ τῆς προηγουμένης ὅμως Κυβερνήσεως καὶ ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως Παγκάλου εἶχε ληφθῆ ἀπὸ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον μία ἀπόφασις, ἡ ὁποία ἔλεγεν ὅτι, ἐπειδὴ δὲν ὑπάρχει δικαιολογιτικὸς λόγος τῆς ἀπολύσεώς των, οἱ ὑπάλληλοι αὐτοὶ θὰ ἔπρεπε νὰ ἐπανέλθωσιν. Ἐγένετο μάλιστα καὶ σχετικὸν ἔγγραφον εἰς τὴν Ἑταιρείαν Θεσσαλικῶν Σιδηροδρόμων. Ἡ τελευταία αὕτη ἀπόφασις τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου διαβιβασθεῖσα, ὅπως εἶπον, δι’ ἐπανειλημμένων ἐγγράφων, συστατικῶν κλπ.—τὸ τελευταῖον μάλιστα ἐγένετο ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν Κονδύλη—προεκάλεσε τὴν διαμαρτυρίαν τῆς Ἑταιρείας τῶν Θεσσαλικῶν Σιδηροδρόμων, διότι ἡ Κυβέρνησις ἐπεμβαίνει εἰς τὰ ἐσωτερικὰ τῆς Ἑταιρείας· διότι νομίζει ὅτι τὸ ζήτημα τῶν 27 ὑπαλλήλων της εἶναι ἐσωτερικὸν ζήτημα τῆς Ἑταιρείας ἀποκλειστικῶς, καὶ ἐπιμένει δι’ ὡρισμένους, λέγει, λόγους νὰ μὴ προσληφθοῦν. Ἐπειδὴ δὲ οἱ λόγοι αὐτοὶ εἶναι οἱ συνήθεις λόγοι—διότι κυρίως πρόκειται περὶ 27 ὑπαλλήλων, οἱ ὁποῖοι ἀνεμίχθησαν εἰς τὸ ζήτημα αὐτὸ κάπως ἐντονώτερον ἀπὸ τοὺς ἄλλους—καὶ ἐπειδὴ οἱ λόγοι αὐτοὶ εἶναι ἐντελῶς τυπικοί, διότι ἡ οὐσία εἶναι ὅτι ἔχουν τὸ δικαίωμα τῆς ἀπεργίας—διότι τοιοῦτον δικαίωμα ἀναγνωρίζεται παντοῦ—θὰ ἔπρεπε, νομίζω, ὁ κ. ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας Ὑπουργὸς νὰ ἐνεργήσῃ ἐντονώτερον ἐπὶ τοῦ ζητήματος, ὥστε νὰ προσληφθοῦν οἱ 27 οἰκογενειάρχαι ὑπάλληλοι, οἱ ὁποῖοι εἶναι θύματα μιᾶς ἀπεργίας, ἡ ὁποία ἐγένετο ἀπὸ τὴν Ὁμοσπονδίαν τῶν σιδηροδρομικῶν ὑπαλλήλων καὶ ὄχι ἀπὸ τὸν Σύνδεσμον τῶν Θεσσαλικῶν Σιδηροδρόμων, ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ τμῆμα τῆς Ὁμοσπονδίας καὶ ὁ ὁποῖος εἶναι θῦμα τῆς Ὁμοσπονδίας. Συνεπῶς, ἂν ἐπρόκειτο καὶ περὶ εὐθύνης διὰ τὴν ἀπεργίαν, δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ τιμωρηθῶσιν αὐτοί, οἱ ὁποῖοι εἶναι θύματα ἁπλῶς τῆς ἀπεργίας, ἡ ὁποία ἐκηρύχθη ὑπὸ τῆς Ὁμοσπονδίας ὁλοκλήρου. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας ἵνα ἐνδιαφερθῇ σχετικῶς.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Α. Μέρος.
§16Α. ΜΕΡΟΣ. Ὀφείλω νὰ βεβαιώσω ὅτι ἡ κοινὴ ἐν Βόλῳ συνείδησις θεωρεῖ τὴν μὴ ἐπαναπρόσληψιν τῶν ἀπεργῶν σιδηροδρομικῶν ὑπὸ τῆς Ἑταιρείας τοῦ Θεσσαλικοῦ ὡς ἄδικον Ἡ Ἑταιρεία προβάλλει τὸ ἐπιχείρημα ὅτι ἄλλα ἐλατήρια... ὑπηρεσιακὰ καὶ ὄχι ἡ ἀνάμιξις εἰς τὸ ἀπεργιακὸν κίνημα... τὴν ἄγουν εἰς τὴν ἀπόφασιν τῆς ἀρνήσεως. Ἂς τὸ δεχθῶμεν. Ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ὑπάρχει τὸ ὑπηρεσιακὸν Συμβούλιον τῆς Ἑταιρείας καὶ αὐτὸ εἶναι ἁρμόδιον νὰ ἀποφανθῇ. Τονίζομεν οὐχ ἧττον ὅτι δι’ ἀπεργιακὰ ζητήματα δὲν δικαιολογεῖται ἡ ἀπομάκρυνσις. Καὶ ἐναντίον αὐτῆς ἔχει κηρυχθῆ καὶ ἡ Κοινὴ Γνώμη τοῦ Βόλου. Παρακαλοῦμεν τὴν Κυβέρνησιν μετὰ στοργῆς διὰ τοὺς ὑπαλλήλους νὰ ἐξετάσῃ τὴν ὑπόθεσιν.
§17Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Δὲν πρόκειται κυρίως περὶ τιμωρίας ἀπεργῶν, διότι εἶμαι ἐν γνώσει τοῦ ζητήματος ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἔλαβον τὸν λόγον οἱ κ.κ. συνάδελφοι. Δὲν πρόκειται περὶ τιμωρίας ἀπεργῶν. Βεβαίως τὸ δικαίωμα τῆς ἀπεργίας εἶναι σεβαστὸν φυσικά, ἀλλ’ ἐπίσης εἶναι σεβαστὰ καὶ τὰ δικαιώματα τῆς Κοινωνίας. Ἑπομένως ἦτο ἐν δικαίῳ ἡ Ἑταιρεία νὰ προσλάβῃ ἄλλους ὑπαλλήλους διὰ τὴν ἐξακολούθησιν τῆς συγκοινωνίας, ἐκ τῆς ὁποίας, ὡς γνωστόν, ἐξαρτῶνται μεγάλα συμφέροντα, ἀκόμη καὶ ἡ ζωὴ τοῦ τόπου, δεδομένου ὅτι μεταφέρονται καὶ τρόφιμα. Τώρα πρόκειται περὶ τοῦ ἑξῆς· πρόκειται νὰ προσληφθῶσιν ἐκ νέου οἱ ὑπάλληλοι αὐτοὶ καὶ ἑπομένως νὰ ἐκδιωχθῶσιν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι προσῆλθον καὶ ἐβοήθησαν; Ὄχι. Εἶμαι λοιπὸν καὶ ἐγὼ σύμφωνος νὰ προσληφθῶσιν ἐπὶ πλέον, ἐφόσον ἡ πρόσληψίς των δὲν θὰ εἰσῆγεν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν σιδηροδρόμων στοιχεῖα, περὶ τῶν ὁποίων ὑπάρχει ἐκ τῶν προτέρων ἡ ἰδέα ὅτι θὰ γίνωσιν ἐκ νέου ὄργανα ἀταξίας.
§18Σ. ΜΑΞΙΜΟΣ. Ἔχομεν μίαν ἀπάντησιν τῆς Ἑταιρείας πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ὑπὸ ἡμερομηνίαν 22 Νοεμβρίου 1926, ἡ ὁποία λέγει ὅτι οἱ ὑπάλληλοι αὐτοὶ δὲν προσλαμβάνονται.
§19Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Ἐν πάσῃ περιπτώσει, κύριοι βουλευταί, ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δύναμαι ἀπὸ τοῦδε νὰ σᾶς εἴπω, εἶναι ὅτι θὰ ἐξετάσω τὸ ζήτημα τοῦτο μὲ πνεῦμα εὐμενὲς πρὸς τοὺς ἐργάτας καὶ τὰ ἐργατικὰ ζητήματα, ἀλλὰ πρὸ παντὸς θὰ ἐξασφαλίσω ἀπὸ τοῦ νὰ διακινδυνεύῃ ἡ συγκοινωνία καὶ νὰ μὴ εὑρίσκωνται εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν σιδηροδρόμων πρόσωπα, τὰ ὁποῖα νὰ δύνανται νὰ τὴν διαταράξωσι.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν Ἐμπορικῶν Συλλόγων Κρήτης ὁ κ. Ε. Φωτάκης.
§21Ε. ΦΩΤΑΚΗΣ. Οἱ ἔμποροι Πανόρμου ὑποβάλουν παράκλησιν ὅπως ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς θελήσῃ νὰ λύσῃ ὡρισμένα προστατευτικὰ μέτρα δι’ ἓν ἐκ τῶν σπουδαιοτάτων προϊόντων τῆς Κρήτης, τὸ κίτρον. Ὑφίσταται μία κρίσις τρομερὰ εἰς τὸ εἶδος αὐτὸ τοῦ ἐμπορίου, διότι, ἐνῷ πέρυσιν ἐτιμᾶτο 27 δραχμάς, ἐφέτος τιμᾶται μόνον 7 δραχμάς. Οἱ ἔμποροι μὴ ἔχοντες ὑπ’ ὄψει τοῦτο, προέβησαν εἰς ἀγορὰς καὶ τώρα δὲν δύνανται νὰ τὸ ἐξαγάγουν, πιέζονται δὲ παρὰ τῶν Τραπεζῶν, ἀπέναντι τῶν ὁποίων εἶναι ἐκτεθειμένοι. Φρονῶ λοιπὸν ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ληφθῇ ἓν μέτρον ἀνάλογον πρὸς τὸ τῆς σταφίδος. Παρακαλῶ δὲ πρὸς τοῦτο ὅπως ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς λάβῃ ἓν μέτρον προστατευτικὸν διὰ νὰ σωθῇ καὶ ὁ τόπος, προκειμένου περὶ προϊόντος, ὅπερ ἀποτελεῖ ἓν ἀπὸ τὰ μοναδικώτερα προϊόντα τῆς Κρήτης.
§22Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Παρακαλῶ ὅπως μοὶ σταλῶσι τὰ στοιχεῖα πρὸς λῆψιν ἀναλόγων μέτρων.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ ἀναφορᾶς ἀστέγων ἀγροτῶν Νιαούσης ὁ κ. Α. Γρηγοριάδης.
§24Α. ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΗΣ. Ἐν Νιαούτῃ, κ. Ὑπουργὲ ἐπὶ τῆς Γεωργίας, εἰσὶν ἐγκατεστημέναι 250 οἰκογένειαι. Αἱ 100 ἐξ αὐτῶν εἶναι ἐγκατεστημέναι εἰς τὰς οἰκίας τὰς ὁποίας ἀνήγειρεν ἡ Ἐπιτροπὴ Ἀποκαταστάσεως, αἱ δὲ λοιπαὶ 150 κατοικοῦν εἰς κατερρειπωμένας οἰκίας, αἱ ὁποῖαι διατρέχουν τὸν κίνδυνον νὰ καταπλακώσουν τὸν κόσμον. Μεταξὺ Ἐπιτροπῆς Ἀποκαταστάσεως καὶ Ἐθνικῆς Τραπέζης ἔχει συναφθῆ ἓν πρωτόκολλον, διὰ τοῦ ὁποίου τὰ οἰκήματα τῶν ἀνταλλαξίμων Ὀθωμανῶν θὰ παραδίδωνται εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν. Εἰς τὸ πρωτόκολλον τοῦτο ἀναγράφεται σχετικῶς μὲ τὰ οἰκήματα ταῦτα τὸ ἑξῆς. Εἶναι γνωστὸν ὅτι ἡ Νιάουσα θὰ ἀποβῇ κέντρον μεγίστης σημασίας, πρὸς τὸν σκοπὸν δὲ τοῦτον τὰ οἰκήματα τῶν ἀνταλλαξίμων Μουσουλμάνων περιέρχονται εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ὅπως ἐκποιήσῃ αὐτὰ ὡς οἰκόπεδα, ἅτινα θὰ ἔχωσι μεγίστην ἀξίαν. Κατόπιν τούτου οἱ πρόσφυγες ἀνεφέρθησαν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν καὶ παρακαλοῦσιν ὅπως τὰ οἰκήματα ἐπιδιορθωθῶσι, ἀλλ’ αὕτη ἀρνεῖται. Ἀφ’ ἑτέρου δὲ καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ Ἀποκαταστάσεως λέγει ὅτι αὐτὰ τὰ οἰκήματα δὲν ἀνήκουν εἰς αὐτήν. Οἱ πρόσφυγες διὰ τοῦτο διατρέχουσι τὸν κίνδυνον νὰ καταπλακωθῶσι ὑπὸ τὰ ἐρείπια, διότι τὰ οἰκήματα αὐτῶν, ὡς ἑτοιμόρροπα, ὑπάρχει φόβος τώρα μὲ τὰς βροχὰς νὰ καταπέσωσι. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Γεωργίας ὅπως συστήσῃ εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ἢ νὰ ἀποδώσῃ τὰ οἰκήματα ταῦτα εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν Ἀποκαταστάσεως, ἥτις δέχεται νὰ τὰ ἐπιδιορθώσῃ, ἢ ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει νὰ προβῇ ἡ ἰδία εἰς τὴν ἐπιδιόρθωσιν αὐτῶν.
§25Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Παρακαλῶ νὰ μοὶ ἀποσταλῇ ἡ ἀναφορά, ἵνα κάμω τὴν δέουσαν ἐνέργειαν.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Μάρκου ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἀναφορᾶς διαφόρων κοινωφελῶν ἱδρυμάτων.
§27Α. ΜΑΡΚΟΥ. Πρό τινος χρόνου, κ. Πρόεδρε, ἐδημοσιεύθη ἀπὸ τὴν προκάτοχον Κυβέρνησιν Ν. Διάταγμα, καθ’ ὃ τὰ τῆς περιουσίας τῶν κοινωφελῶν ἱδρυμάτων ρυθμίζονται κατὰ τρόπον ὅλως πρωτότυπον. Μεταξὺ τῶν διατάξεων τοῦ Διατάγματος εἶναι δύο, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ χαρακτηρισθῶσιν ἐξόχως περίεργοι. Ἡ μία ὑποχρεώνει τὰ κοινωφελῆ ἱδρύματα ὅπως 15 ἢ 20% ἐκ τῶν εἰσοδημάτων των νὰ παραχωρῶσιν εἰς τὴν Ἀεροπορικὴν Ἄμυναν, καὶ ἡ ἄλλη ἡ ὁποία ἀναγκάζει τὰ κοινωφελῆ ἱδρύματα νὰ παραχωρῶσι δάνεια ἐκ τῶν εἰς τὰς χεῖράς των χρημάτων καὶ εὐεργετῶν. Ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως καὶ συνιστῶ θερμῶς τὴν ἀναφοράν, ἵνα ληφθῇ ἓν μέτρον. Βεβαίως πάντες εἴμεθα ὑπὲρ τῆς στρατιωτικῆς προπαρασκευῆς τῆς Χώρας, ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐγκαταστήσωμεν ἕνα πολύποδα, ὁ ὁποῖος ἐννοεῖ νὰ ἀπομυζήσῃ ὅλα τὰ κοινωφελῆ ἱδρύματα, σπουδαιοτάτους διὰ τὴν Κοινωνίαν ἐξυπηρετοῦντα σκοπούς.
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Θεολογίτης ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν καπνεργατῶν Ἀλεξανδρουπόλεως.
§29Α. ΘΕΟΛΟΓΙΤΗΣ. Εἶναι σχετικὰ μὲ τὴν προηγουμένην ἀναφορὰν καὶ νομίζω ὅτι μετὰ τὴν διάθεσιν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Γεωργίας 25.000.000 τὸ ζήτημα θεωρεῖται λελυμένον.
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Β. Μεϊμαράκης παρακαλεῖ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἂν ἡ Κυβέρνησις σκέπτεται νὰ κρατῇ ἐν Ἀθήναις ἀκόμη στρατιωτικὴν δύναμιν, τὴν ὁποίαν εἶχε φέρει ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις ἐκ Κρήτης λόγῳ τῶν ἀνωμάλων τότε περιστάσεων.
§31Α. ΜΑΖΑΡΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Ἡ Κυβέρνησις ἤδη προέβη εἰς τὴν ἔκδοσιν διαταγῶν διὰ τὴν ἀναχώρησιν ὡρισμένων τμημάτων, βαθμηδὸν δὲ θὰ ἀναχωρήσουν προσεχέστατα καὶ τὰ λοιπά. Ἴσως ὀλίγας ἡμέρας βραδύνουν, λόγῳ τῆς γενομένης προσελεύσεως τῶν νεοσυλλέκτων καὶ τῆς ὅλης στοιχειώδους ἐκγυμνάσεως.
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Φ. Μοσχούλας παρακαλεῖ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸν νὰ γνωρίσῃ εἰς τὴν Βουλήν, ἂν διετάχθη ἡ ἀναστολὴ προσελεύσεως τῆς ἐσχάτως προσκληθείσης ὑπὸ τὰ ὅπλα κλάσεως τῶν στρατευσίμων διὰ τοὺς μαθητὰς τῆς δʹ τάξεως τοῦ Γυμνασίου καὶ τί σκέπτεται ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει νὰ πράξῃ ὁ κ. Ὑπουργός.
§33Α. ΜΑΖΑΡΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Διὰ τὸ ζήτημα αὐτὸ ἔχω νὰ εἴπω τοῦτο, διότι καὶ ἄλλοτε ὑπεβλήθησαν παρόμοιαι ἐρωτήσεις. Ὁ νόμος ὁ στρατολογικὸς ὁ ἰσχύων δὲν μοῦ ἐπιτρέπει νὰ δώσω ἀναστολάς. Ὑπάρχει ἤδη προεργασία εἰς τὸ Ἐπιτελεῖον διὰ τὴν μεταβολὴν τῶν σχετικῶν διατάξεων τοῦ νόμου, ἀλλ’ ὅπως ἔχει σήμερον δὲν ἐπιτρέπεται διὰ διοικητικοῦ μέτρου νὰ δοθῶσιν ἀναβολαί, αἱ ὁποῖαι ἀντίκεινται εἰς ῥητὸν ἄρθρον τοῦ νόμου.
§34Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Γνωρίζετε τί συνέβη εἰς τὸ παρελθόν. Προσεκλήθησαν μαθηταὶ τῶν Γυμνασίων, ἀλλὰ καὶ φοιτηταί, οἱ ὁποῖοι παρέμειναν ἐν τῷ Στρατῷ ἐπὶ μακρὰ ἔτη καὶ ἠναγκάσθη τὸ Κράτος νὰ τοῖς δώσῃ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα τοὺς ἐστέρησε λόγῳ τῆς προσελεύσεώς των καὶ νὰ ὑπηρετήσουν τὴν Πατρίδα. Ἀποτέλεσμα εἶναι ὅτι ἐξέρχονται ἡμιμαθεῖς διότι ἅμα τοὺς κρατήσῃ ἐπὶ δύο ἔτη ἐν τῷ Στρατῷ δὲν θὰ εἶναι ἱκανοὶ νὰ παρακολουθήσουν μαθήματα.
§35Α. ΜΑΖΑΡΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Ἡ προεργασία γίνεται.
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ε. Χατζηδάκης παρακαλεῖ τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τίνα μέτρα προτίθεται νὰ λάβῃ διὰ τὰ ζητήματα τὰ ἀφορῶντα τοὺς ὑπαλλήλους τῶν πολιτικῶν Ὑπουργείων, οἵτινες συνέρχονται τὴν προσεχῆ ἑβδομάδα εἰς Πανυπαλληλικὸν Συνέδριον.
§37Ε. ΧΑΤΖΗΔΑΚΗΣ. Πρόκειται τὴν προσεχῆ ἑβδομάδα νὰ συνέλθουν εἰς συνέδριον οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι καὶ νὰ λάβουν ἀποφάσεις διὰ τὰ ἐν γένει ζητήματά των. Δὲν πρόκειται μόνον περὶ τῆς μεγάλης διαφορᾶς, ἡ ὁποία ὑπάρχει μεταξὺ τῶν μισθῶν τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων καὶ τῶν στρατιωτικῶν, ἀλλὰ ὑπάρχουν καὶ ἄλλα ζητήματα ὅπως τὸ ζήτημα τῶν διορισμῶν, τῶν προαγωγῶν, τῶν μεταθέσεων καὶ τῶν συντάξεων. Ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦ διορισμοῦ ἔχω νὰ παρατηρήσω ὅτι δὲν ὑφίστανται ὁμοιόμορφοι διατάξεις καὶ μάλιστα κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη τῆς δικτατορίας τοῦ Παγκάλου ἐλήφθησαν πολλὰ μέτρα ὑπὲρ ὡρισμένων ἀτόμων, τὰ ὁποῖα εἶχον τὴν ἐπιτηδειότητα νὰ ὑπερπηδήσουν τοὺς συναδέλφους των. Κατ’ ἐμέ, μὲ τοὺς ἰσχύοντας διαφόρους νόμους δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ Σῶμα ὑπαλληλικὸν ὅταν ἠμπορῇ ἕνας ὑπάλληλος ἔχων ὑπηρεσίαν ἐλαχίστων ἐτῶν νὰ καταλαμβάνῃ βαθμοὺς ἀνωτέρους.
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι θέμα ἐρωτήσεως αὐτό, κ. συνάδελφε.
§39Ε. ΧΑΤΖΗΔΑΚΗΣ. Ἀνάπτυξιν τῆς ἐρωτήσεώς μου κάμω. Ὁ τέως Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας κ. Διδάχος τὴν παραμονὴν τῶν ἐκλογῶν ἔκαμε ἕνα Διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου ἐμονιμοποίει εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ εἰσηγητοῦ ἕνα ἡμερομίσθιον ὑπάλληλον, ὁ ὁποῖος εἶχεν ἀπολυτήριον Γυμνασίου καὶ ἑνὸς ἔτους ὑπηρεσίαν, ἐνῷ χρειάζεται πτυχίον τοῦ Πανεπιστημίου καὶ ὑπερδεκαετὴς ὑπηρεσία. Ὑπὸ τοιαύτας καὶ χειροτέρας ἀκόμη ἄλλας συνθήκας δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχουν ὑπάλληλοι πρόθυμοι νὰ ὑπηρετήσουν τὸ Κράτος. Κράτος δὲ εἶναι οἱ ὑπάλληλοι. Αὐτὰ τὰ ζητήματα νομίζω ὅτι ἔχει ὑποχρέωσιν ἡ Κυβέρνησις νὰ τὰ ἐξετάσῃ καὶ νὰ λύσῃ τὸ ὑπαλληλικὸν ζήτημα, εἰ δυνατόν, πρὸ τῶν ἑορτῶν. Ἄν δὲν προλάβῃ τὰ ἀδικήματα αὐτὰ τῶν ὑπαλλήλων, δὲν θὰ ἠμπορῇ νὰ ὑπάρξῃ Κράτος. Οἱ διάφοροι Ὑπουργοὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ μὴ νομοθετοῦν διὰ προσωπικὰ ζητήματα.
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν Ἐπερωτήσεων Οἱ κ. κ. Μ. Γούδας καὶ Χ. Χριστοβασίλης ἐπερωτῶσι τὸν κ. ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας Ὑπουργὸν παρακαλοῦντες νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν διὰ τίνας λόγους ἔχει σταματήσει ἡ πρόοδος τῶν ἐργασιῶν πρὸς ἀποπεράτωσιν τῆς ὁδοῦ Ἡγουμενίτσης–Ἰωαννίνων, τίνα μέτρα τεχνικὰ ὑπολείπονται πρὸς ἐκτέλεσιν καὶ πόσον εἰς χιλιόμετρα μέρος τῆς ὁδοῦ ταύτης ἀπομένει ἀκόμη νὰ συντελεσθῇ πρὸς ἀποπεράτωσιν τοῦ ἔργου τούτου. Ἐπίσης παρακαλεῖται ὁ αὐτὸς Ὑπουργὸς νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν διὰ τίνα λόγον δὲν ἀποπερατώθησαν εἰσέτι αἱ ἐπὶ τῆς Τουρκικῆς διοικήσεως τῆς Ἠπείρου ἀρξάμεναι καὶ ἡμιτελεῖς ἀφεθεῖσαι ἁμαξιταὶ ὁδοὶ Ἡγουμενίτσης–Παραμυθιᾶς καὶ Ἡγουμενίτσης–Φιλιατῶν. Ταυτοχρόνως ὑπεβλήθη πρότασις δεκαπέντε βουλευτῶν περὶ γενικεύσεως τῆς συζητήσεως συμφώνως μὲ τὸν Κανονισμόν. Κατὰ συνέπειαν γενικεύεται ἡ συζήτησις. Ἐπίσης ὑπάρχει ἄλλη πρότασις ὅπως γενικευθῇ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς ληστείας τῆς Πέτρας. Ἐπίσης πρότασις ἄλλων περὶ γενικεύσεως τῆς συζητήσεως τῆς ὑπ’ ἀριθμὸν 1 ἐπερωτήσεως. Ὥστε γενικεύεται ἡ συζήτησις τῶν ἐπερωτήσεων ὑπ’ ἀριθ. 1, 2, 3 καὶ 4 τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως. Ὁ κ. Μ. Γούδας ἔχει τὸν λόγον.
§41Μ. ΓΟΥΔΑΣ. Δεδομένου ὅτι ἡ συζήτησις ἐγενικεύθη καὶ ἐπὶ τῶν τεσσάρων ἐπερωτήσεων, νομίζω ὅτι δύναμαι νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ μιᾶς καὶ ἐπὶ τῶν τεσσάρων καὶ ἂς λάβουν κατόπιν καὶ οἱ ἄλλοι ἐγγεγραμμένοι κ. συνάδελφοι τὸν λόγον, ἄλλως τε οὕτω θὰ εἶμαι συντομώτερος.
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βεβαίως.
§43Μ. ΓΟΥΔΑΣ. Μολονότι ἀναγνωρίζω κάλλιον παντὸς ἄλλου ὅτι ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας Ὑπουργὸς πρό τινων μόλις ἡμερῶν ἀναλαβὼν τὰ καθήκοντα τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Συγκοινωνίας, δὲν δύναται νὰ ὑπέχῃ οὐδεμίαν εὐθύνην διὰ τὴν κατάστασιν τῶν συγκοινωνιῶν ἐν Ἠπείρῳ, ἐν τούτοις ἐνέγραψα τὴν ἐπερώτησίν μου, ἥτις ἤδη συζητεῖται, διότι νομίζω ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ ἀκουσθῇ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἡ φωνὴ τῆς Ἠπείρου, παραπονουμένης διὰ τὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν ἀφέθη ἀπὸ μακρᾶς σειρᾶς ἐτῶν, δηλαδὴ ἀπὸ τῆς στιγμῆς καθ’ ἣν προσηρτήθη εἰς τὴν Ἑλλάδα. Ὡς εἶναι γνωστόν, κύριοι βουλευταί, ὁ μόνος δημόσιος δρόμος, ὁ ὁποῖος δύναται νὰ ἀποκληθῇ ὁδὸς πραγματική, βατὴ δι’ ὀχήματα ἢ δι’ αὐτοκίνητα, εἶναι ἡ ὁδὸς Πρεβέζης–Ἰωαννίνων, μόνη ὁδὸς τῆς Ἠπείρου τῆς ἐπεκτεινομένης πρὸς νότον τῶν Ἰωαννίνων. Αἱ μόναι ἐπίσης ὁδοί, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ ἔχουν τὸν αὐτὸν χαρακτηρισμὸν πρὸς τὴν ὁδὸν Πρεβέζης–Ἰωαννίνων εἶναι ἡ ἐπέκτασις τῆς ὁδοῦ ταύτης πρὸς βορρᾶν τῶν Ἰωαννίνων, ἥτις διχάζεται μετά τινα χιλιόμετρα ἀφ’ ἑνὸς πρὸς τὴν Κορυτσᾶν, καὶ ἀφ’ ἑτέρου πρὸς Ἀργυρόκαστρον. Ὁλόκληρος ὅμως ἡ λοιπὴ χώρα τῆς Ἠπείρου, ἡ ὁποία εὑρίσκεται πρὸς ἀνατολὰς καὶ πρὸς δυσμὰς τῆς ἐπιμήκους ταύτης ὁδοῦ εἶναι ἐστερημένη παντὸς ἄλλου μέσου συγκοινωνίας. Καὶ δύναταί τις νὰ εἴπῃ ὅτι αἱ ὁδοί, διὰ τῶν ὁποίων οἱ Ἠπειρῶται, ἰδίως οἱ Ἠπειρῶται τῆς ὑπαίθρου χώρας, ἐπικοινωνοῦν μετὰ τῆς πρωτευούσης τῆς Ἠπείρου, τῶν Ἰωαννίνων, εἶναι αἱ ὁδοί, τὰς ὁποίας ἐλάξευσαν οἱ πόδες τῶν αἰγοπροβάτων τῶν ποιμνίων ἐπὶ τῶν ὀρέων, τὰ ὁποῖα παληδρομικῶς θέρους τε καὶ χειμῶνος ἀνέρχονται καὶ κατέρχονται ἀπὸ τῆς Ἠπείρου πρὸς τὴν Ἀλβανίαν καὶ ἀντιστρόφως καὶ τὰς ὁποίας ὁδοὺς αἱ βροχαὶ ἐνιαχοῦ συμπληροῦσι καὶ ἐνιαχοῦ καταστρέφουσι. Ὅταν προσηρτήθη ἡ Ἤπειρος εἰς τὴν Ἑλλάδα εἶχεν ἤδη ἀρχίση νὰ κατασκευάζηται μία ὁδὸς ὑπὸ τῆς Τουρκικῆς διοικήσεως ἀπὸ Ἡγουμενίτσης μέχρις Ἰωαννίνων. Τῆς ὁδοῦ ταύτης εἶχε συντελεσθῆ ἓν μικρὸν τμῆμα ἀπὸ Ἡγουμενίτσης, ἐκτάσεως δέκα ἕως δέκα πέντε χιλιομέτρων. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις τότε καὶ ἰδίᾳ ἡ Γενικὴ Διοίκησις τῆς Ἠπείρου ἐμερίμνησεν περὶ συνεχίσεως τοῦ ἔργου τοῦ τόσον χρησίμου. Διότι ἡ ὁδὸς Ἡγουμενίτσης–Ἰωαννίνων διασχίζουσα ἀπὸ δυσμῶν πρὸς ἀνατολάς, καὶ κατὰ τὸ μέσον αὐτῆς τὴν Ἤπειρον, ἐξυπηρετεῖ τρεῖς ἐπαρχίας τῆς Ἠπείρου, τὰς ἐπαρχίας Παραμυθίας, Φιλιατῶν καὶ Κουρέντων. Ἀλλὰ ἐνῷ ἤρξατο νὰ συντελῆται ἡ ὁδὸς αὕτη, ἀπὸ τοῦ ἔτους 1913 ἢ 1914 κατεσκευάσθη ἓν τμῆμα μόλις 28 ἕως 30 χιλιομέτρων, ἔκτοτε ἡ ὁδὸς αὐτὴ παραμένει ἡμιτελής, εἰς τρόπον ὥστε νὰ εἶναι σχεδὸν ἀχρησιμοποίητος. Θὰ ἐπεθύμουν νὰ συστήσω εἰς τὸν κ. ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ ὑπὸ σοβαρὰν μέριμναν τὸ ζήτημα τῶν συγκοινωνιῶν τῆς Ἠπείρου, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν μία χώρα ὅπως ἡ Ἤπειρος, ἡ ὁποία ἔχει πληθυσμὸν ὑπὲρ τὰς 300,000 κατοίκων, ὅσοι εἶναι οἱ κάτοικοι τῶν νομῶν Ἰωαννίνων καὶ Πρεβέζης, νὰ ἔχῃ μία καὶ μόνη ὁδὸν καὶ ταύτην κατὰ μῆκος τῆς Ἠπείρου διήκουσα ἀπὸ βορρᾶ πρὸς νότον. Οἱ Ἠπειρῶται ἐκτὸς τῶν ἄλλων φόρων, τοὺς ὁποίους πληρώνουν εἰς τὸ Κράτος, φορολογοῦνται ἐξ αἰτίας τῆς ἀνυπαρξίας ὁδῶν διὰ προσθέτου βαρυτάτου δασμοῦ, τοῦ δασμοῦ τῶν κομίστρων, διότι πᾶν ἀντικείμενον μεταφερόμενον ἐξ Ἰωαννίνων εἰς τὰ χωρία τῆς Ἠπείρου καὶ ἀντιστρόφως, ἐπιβαρύνεται μὲ δαπάνην κομίστρων βαρυτάτων, πολλάκις δυναμένων νὰ φθάσουν μέχρι τεσσάρων δραχμῶν κατ’ ὀκᾶν τῶν διακομιζομένων ἀντικειμένων καὶ ἑπομένως ὁ βίος, ὁ ὁποῖος εἰς ὅλα τὰ μέρη τῆς Ἑλλάδος ἔχει καταστῆ ἀφόρητος, ἐν Ἠπείρῳ κατέστη ἐκ τούτου τοῦ προδήλου λόγου ἔτι περισσότερον ἀφόρητος. Ἀλλ’ ἐκτὸς τοῦ φόρου τούτου τῶν κομίστρων, διότι φυσικὰ προκειμένου νὰ μετακομίζωνται διὰ ζώων καὶ ὁδῶν ἡμιονικῶν ἀντικείμενα, ἀναμφισβητήτως τὰ ἀντικείμενα ταῦτα βαρύνονται μὲ βαρυτάτην πρόσθετον δαπάνην διακομίσεως, ἀλλ’ ἐκτὸς τοῦ φόρου τούτου, λέγω, πληρώνουν οἱ Ἠπειρῶται καὶ ἄλλον βαρύτατον φόρον. Ἡ Ἤπειρος διασχίζεται ὑπὸ ποταμῶν, οἱ ὁποῖοι καὶ διαρκοῦντος ἔτι τοῦ θέρους εἶναι πλήρεις ὑδάτων, ἀλλ’ ὅταν ἐπιστῇ ἡ περίοδος τῶν φθινοπωρινῶν καὶ χειμερινῶν βροχῶν καθίστανται ἀπολύτως ἀδιάβατοι. Οὐδαμοῦ τῶν ποταμῶν τούτων ὑπάρχουσι γέφυραι, πλὴν τῆς ἐπὶ τοῦ ποταμοῦ Θυάμιδος μικρᾶς γεφύρας, διὰ τῆς ὁποίας διέρχεται ἡ βατὴ ὁδὸς Ἰωαννίνων–Φιλιατῶν. Οὐδεμία ἄλλη ὑπάρχει γέφυρα εἰς ἃ μέρη τέμνουσι τοὺς ποταμοὺς αἱ βατοὶ ὁδοὶ τῆς Ἠπείρου. Διὰ νὰ ἀντιληφθῆτε δέ, κύριοι συνάδελφοι, τὴν κατάστασιν, τὴν ὁποίαν δημιουργεῖ ἡ ἔλλειψις αὕτη τῶν γεφυρῶν, θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς περιγράψω μίαν γέφυραν, αὐτοσχεδιασθεῖσαν ὑπὸ τῶν χωρικῶν καὶ ὑφισταμένην σήμερον ἐν χρήσει, διὰ τῆς ὁποίας εἶναι ὑποχρεωμένοι οἱ ἀτυχεῖς τῆς Ἠπείρου κάτοικοι νὰ διέρχωνται καὶ τὴν ὁποίαν δὲν ἐπίστευον ποτὲ ἀδιάβατον ὅταν μοῦ περιέγραφον αὐτὴν ἐν Ἰωαννίνοις, ὅταν ἐπρόκειτο ποτὲ νὰ διέλθω αὐτήν. Ἡ γέφυρα αὕτη ἔχει κατασκευασθῆ ἐπί τινος πόρου τοῦ ποταμοῦ Ἀράχθου, ὁ ὁποῖος καὶ τὸ θέρος ἔτι ἔχει ἀρκετὸν βάθος, ὥστε πρέπει νὰ διέλθῃ τις ἐπὶ ζώου, τοῦ ὁποίου τὸ ἥμισυ τοῦ σώματος βυθίζεται εἰς τὸ ὕδωρ. Ὑπῆρχεν εἰς τὸ σημεῖον ἐκεῖνο παλαιά τις γέφυρα ἀπὸ τῶν χρόνων τοῦ Ἀλῆ Πασσᾶ, ἀνάλογος πρὸς τὴν ἐποχὴν τῆς κατασκευῆς της, τὴν ὁποίαν ὁ φθοροποιὸς χρόνος κατέστρεψε καὶ ἤδη ἀπομένουν ἐξ αὐτῆς μόνον τὰ βάθρα κατὰ τὰς ὄχθας τοῦ ποταμοῦ. Ἐπὶ τῶν δύο τούτων βάθρων οἱ χωρικοί, ἀπηλπισθέντες πλέον ἀπὸ τὴν μέριμναν τοῦ Κράτους, διὰ νὰ διέρχωνται τὸν ποταμὸν ἀνέτειναν τρία συρματόσχοινα μήκους πεντήκοντα μέτρων, ὅση εἶναι τῶν βάθρων ἡ ἀπόστασις, ἐπὶ τῶν συρμάτων δὲ τούτων προσήρμοσαν τμήματα κλάδων δένδρων καὶ διέρχονται τὸν ποταμόν, πατῶντες ἐπ’ αὐτῶν. Ἀπετόλμησα καὶ ἐγὼ νὰ διέλθω αὐτὴν καὶ μὲ κατέλαβεν ἴλιγγος, διότι ὁ κραδασμὸς τῶν συρματοσχοίνων μεταξὺ τῶν δύο κρηπίδων φαντάζεσθε ὁποῖος εἶναι. Μετὰ δὲ τὰς πρώτας βροχάς, ὅτε ὁ ἐγγὺς τῆς γεφύρας πόρος καθίσταται ἀδιάβατος καὶ διὰ τὰ ζῶα, οἱ χωρικοὶ εἶναι ἠναγκασμένοι νὰ μεταφέρωσι τὰ φορτία διὰ τῶν ζώων μέχρι τῆς γεφύρας ταύτης ν’ ἀποφορτώνωσι ἐκεῖ ταῦτα καὶ νὰ τὰ μεταφέρωσιν ἐπὶ τῶν ὤμων των, διερχόμενοι διὰ τῆς αὐτοσχεδίου καὶ πρωτοφανοῦς ταύτης γεφύρας, ἐκτελοῦντες τρεῖς διαδρομάς, νὰ μεταφέρωσι τὸ φορτίον καὶ τὸ σάγμα τοῦ ζώου, τὸ ὁποῖον ἐν τέλει ρίπτωσιν εἰς τὸν ποταμὸν διὰ νὰ διέλθῃ τοῦτο νηχόμενον. Ἡ εἰκὼν αὕτη τῆς γεφύρας τοῦ Γόγγου ἐπὶ τοῦ Ἀράχθου δεικνύει, νομίζω, ἀρκούντως τὴν κατάστασιν τῆς Ἠπείρου ἀπὸ ἀπόψεως γεφυρῶν. Θὰ μοὶ ἀπαντήσῃ ἴσως ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας καὶ δικαίως θὰ μοὶ ἀπαντήσῃ ὅτι ὅλα αὐτὰ ἵνα διορθωθοῦν ἔχουν ἀνάγκην χρημάτων, ἐγὼ δὲ γνωρίζω καλῶς, ὅτι ἐκ τῶν διακοσίων ἑκατομμυρίων, τὰ ὁποῖα εἶχον διατεθῆ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῆς τρεχούσης χρήσεως δι’ ὅλα τὰ δημόσια ἔργα τοῦ Κράτους ἀπομένει ὑπόλοιπον μόνον ἑνὸς ἑκατομμυρίου διακοσίων χιλιάδων. Βεβαίως, ἡ ἔλλειψις τῶν χρημάτων εἶναι μέγα, τὸ μεγαλύτερον ἐμπόδιον διὰ τὴν συντέλεσιν ἔργων, βλέπω δὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν μειδιῶντα διὰ τὸ συμπέρασμά μου τοῦτο, ἀλλὰ ἔχω τὴν γνώμην ὅτι πρὸ τῆς ἐλεεινῆς καταστάσεως, ἣν ἀποπειρῶμαι νὰ περιγράψω, ὀφείλει νὰ συντάξῃ τάχιστα σχέδιον νόμου καὶ ὑποβάλῃ τοῦτο εἰς τὴν Βουλὴν διὰ νὰ λάβῃ συμπληρωματικὰς πιστώσεις. Ἡ γέφυρα, τὴν ὁποίαν σᾶς περιέγραψα πρὸ μικροῦ καὶ ἡ ὁποία εἶναι τὸ μόνον μέσον διαβάσεως τοῦ ποταμοῦ διὰ πληθυσμὸν εἴκοσι χιλιάδων κατοίκων περίπου, κατοικούντων ἐκεῖθεν τοῦ Ἀράχθου, οἵτινες ἕνεκα τῶν πρωτογενῶν τούτων μέσων συγκοινωνίας δαπανῶσιν ἐπὶ πλέον κόμιστρα διὰ τὰ εἴδη χρήσεως αὐτῶν δέκα καὶ τέσσαρα ὅλα ἑκατομμύρια δραχμῶν ἐτησίως, εἶναι ἡ μόνη ἐκεῖ ὑπάρχουσα. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ κρατήσῃ σημείωσιν τοῦ ποσοῦ τούτου, διότι ἡ δαπάνη μιᾶς ἀνθρωπινῆς γεφύρας δὲν θὰ ἤθελεν ἀπαιτήσει ἐφάπαξ οὔτε τὸ δέκατον τοῦ ποσοῦ τούτου. Ἀλλ’ ἐκτὸς τοῦ φόρου τούτου, μὴ λησμονεῖτε, ὅτι οἱ ἀτυχεῖς ἐκεῖνοι κάτοικοι καταβάλλουσι καὶ φόρον αἵματος εἰς τὸν ποταμὸν ἐξ αἰτίας τῆς ἐλλείψεως γεφύρας, διότι κατὰ τὴν ὑπάρχουσαν στατιστικὴν πλέον τῶν τριάκοντα ἓξ θυμάτων ἀνθρωπίνων ἠριθμήθησαν ἐπὶ μίαν δεκαετίαν, θυμάτων, τὰ ὁποῖα κατεβρόχθησεν ὁ Ἄραχθος, τὸν ὁποῖον ἀπεπειράθησαν νὰ διέλθωσιν. Εἰς περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν ἤθελεν ἐξευρεθῆ τὸ χρηματικὸν ποσόν, ὅπερ ἀπαιτεῖται, ὥστε νὰ ἀρχίσωσι συντελούμενα τὰ κυριώτερα ἔργα, ἔχω τὴν γνώμην ὅτι κυριωτέρα πάντων εἶναι ἡ ζεῦξις τῶν ποταμῶν διὰ γεφυρῶν. Αἱ γέφυραι περὶ τῶν ὁποίων πρὸ μικροῦ ὡμίλησα, δὲν φαντάζομαι νὰ στοιχίσωσι περισσότερον τοῦ ἑνὸς ἑκατομμυρίου δραχμῶν, διότι πρόκειται περὶ δύο γεφυρῶν. Τὰ δὲ χρήματα, τὰ ὁποῖα θὰ ἀπαιτηθῶσι διὰ νὰ συμπληρωθῇ ἡ ὁδὸς Ἡγουμενίτσης–Ἰωαννίνων, ἡ ὁποία ἔχει σχεδὸν κατὰ τὸ ἥμισυ συντελεσθῆ, ὅσον πολλὰ καὶ ἂν εἶναι ταῦτα, θὰ σώσουν τὴν Ἤπειρον ἀπὸ τὴν περαιτέρω ἐξακολούθησιν τῆς καταστάσεως, εἰς τὴν ὁποίαν σήμερον διατελεῖ. Ἀλλ’ ἐκτὸς τῆς ὁδοῦ Ἡγουμενίτσης–Ἰωαννίνων, διὰ τὴν ὁποίαν τὸ Κράτος ἐπεμελήθη πως, διότι ἤρξατο τῆς κατασκευῆς ταύτης ἀπὸ Ἰωαννίνων καὶ κατεσκεύασε μέχρι τοῦδε εἴκοσι ὀκτὼ ἕως τριάκοντα χιλιόμετρα, ἡ προκάτοχος διοίκησις τῆς Ἠπείρου, ἡ Τουρκική, εἶχε χαράξει καὶ ἐκτελέσει κατὰ τὸ πλεῖστον τὴν ὁδὸν Ἡγουμενίτσης–Παραμυθίας–Φιλιατῶν, τὴν ὁποίαν κατὰ τὸ πλεῖστον τοῦ μήκους της διῆλθον ἔφιππος. Ἡ ὁδὸς αὕτη, μήκους περίπου πεντήκοντα χιλιομέτρων, ἔχει κοπῆ ὁριζοντίως ἐπὶ τοῦ βουνοῦ καὶ ἀπομένει μόνον διὰ τὴν συντέλεσιν ταύτης ἡ ἐπίστρωσις διὰ σκύρων καὶ ἡ κυλίνδρωσις αὐτῆς. Ἡ Τουρκία ἀφῆκε τὴν ὁδὸν ἡμιτελῆ, ὡς περιέγραψα αὐτήν, ἀλλὰ ἐπὶ τῆς ἰδικῆς μας διοικήσεως ἡ κατάστασις τῆς ἡμιτελοῦς ταύτης ὁδοῦ ἐχειροτέρευσε, διότι αὕτη σήμερον εἶναι κεκαλυμένη ὑπὸ χόρτων, τὰ ὁποῖα ἀνεφύησαν, ἕνεκα τῆς μὴ περαιτέρω συνεχίσεως τῆς κατασκευῆς αὐτῆς. Ἂν ὅμως συντελεσθῇ ἡ ὁδὸς Ἡγουμενίτσης–Ἰωαννίνων καὶ αἱ ὁδοὶ Ἡγουμενίτσης–Παραμυθίας–Φιλιατῶν, θὰ παρασχεθῇ ἡ εὐκαιρία εἰς τὰ παρακείμενα πολυάριθμα χωρία τῶν ὁδῶν αὐτῶν, εἰς ἀπόστασιν ὀκτὼ ἕως δέκα χιλιομέτρων, νὰ ἐπικοινωνήσουν διὰ τῆς κεντρικῆς ἀρτηρίας δι’ ὁδῶν, αἱ ὁποῖαι θὰ κατασκευασθῶσιν εἴτε ὑπὸ τοῦ Κράτους, εἴτε ὑπὸ τῶν κοινοτήτων διὰ προσωπικῆς ἐργασίας. Καὶ σᾶς ἀναφέρω ἓν παράδειγμα οὕτω κατασκευασθείσης ὁδοῦ. Ἡ κοινότης Σήτσης ἐχρησιμοποίησε κοινοτικὰ χρήματα καὶ κατεσκεύασεν ὁδὸν δέκα χιλιομέτρων ἀπὸ τῆς ὁδοῦ Ἡγουμενίτσης–Ἰωαννίνων μέχρι τῆς κωμοπόλεως Σήτσης εἰς τρόπον ὥστε νὰ δύναται νὰ γίνῃ ἡ συγκοινωνία δι’ αὐτοκινήτων. Συμπεραίνων εἰς ὅσα ἀκροθιγῶς ἔθιξα διὰ τῆς μικρᾶς μου αὐτῆς ὁμιλίας, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας νὰ λάβῃ ζωηροτέραν μέριμναν διὰ τὸ ζήτημα τῶν ὁδῶν καὶ γεφυρῶν, μέριμναν εἰς τὴν ὁποίαν ἡ ἔλλειψις πιστώσεων τοῦ τρέχοντος Προϋπολογισμοῦ δὲν πρέπει νὰ θεωρηθῇ ἀνυπέρβλητον ἐμπόδιον πρὸς συνέχισιν καὶ ἀποπεράτωσιν τῶν ἤδη ἀξιουμένων ὁδῶν Ἡγουμενίτσης–Ἰωαννίνων καὶ Ἡγουμενίτσης–Παραμυθίας–Φιλιατῶν καὶ πρὸς βελτίωσιν τῆς καταστάσεως τῆς Ἠπείρου ἀπὸ ἀπόψεως συγκοινωνίας. Ἔρχομαι ἤδη εἰς τὴν δευτέραν καὶ τρίτην ἐπερώτησίν μου, τὴν ἀφορῶσαν τοὺς ἀξιοτίμους κ. κ. Ὑπουργοὺς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τῆς Δικαιοσύνης. Αἱ ἐλλείψεις τῆς συγκοινωνίας εἶναι μία τῶν πρωτίστων αἰτιῶν μιᾶς ἄλλης καταστάσεως ὑφισταμένης ἐν Ἠπείρῳ καὶ πασίγνωστον τῆς καταστάσεως τῆς λῃστείας. Τὴν στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁλόκληροι πληθυσμοὶ εὑρίσκονται ἐγκατεσπαρμένοι εἰς ὄρη δύσβατα καὶ ἀπρόσιτα, εἰς ὄρη, τὰ ὁποῖα διὰ νὰ διέλθῃ τις πρέπει νὰ ἔχῃ ἐφοδιασθῆ προηγουμένως διὰ σιδηρᾶς ἀντοχῆς, εἶναι εὐνόητον ὅτι ἡ λῃστεία φύεται καὶ ἀναπτύσσεται εὐχερῶς εἰς τὰ τοιαῦτα μέρη. Εἶναι δὲ πασίγνωστον ὅτι ἡ λῃστεία ἐμάστισε τὴν Ἤπειρον κατὰ τὴν τελευταίαν τετραετίαν περισσότερον ἀπὸ πᾶσαν ἄλλην Ἑλληνικὴν χώραν. Ὅθεν προάγομαι ἐν συνεχείᾳ τῶν μέχρι τοῦδε λεχθέντων νὰ παρακαλέσω τὸν κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸν νὰ μᾶς παράσχῃ πληροφορίας περὶ τῆς λῃστείας τῆς Πέτρας, τῆς γνωστῆς ἐκείνης λῃστείας, κατὰ τὴν ὁποίαν ὀκτὼ ἀνθρώπιναι ὑπάρξεις ἐσφάγησαν ὑπὸ τῶν λῃστῶν καὶ 15,000,000 τοῦ πρώτου πιστωτικοῦ ἱδρύματος τοῦ Κράτους διηρπάγησαν ὑπὸ τῶν αὐτῶν λῃστῶν ἐν πλήρει ἡμέρᾳ. Νὰ μᾶς παράσχῃ πληροφορίας καὶ νὰ μᾶς ἐξηγήσῃ διὰ τίνα λόγον ἡ ἀνάκρισις ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς βραδυπορεῖ καὶ χωλαίνει μέχρι τοῦδε, διὰ τίνα λόγον οἱ ἔνοχοι διαφεύγουν μέχρι τοῦδε καὶ ἄλλοι μὲν ἐκ τῶν ληστῶν εὑρίσκονται ἐντὸς τῶν φυλακῶν μὴ δικαζόμενοι μέχρι τοῦδε, ἄλλοι δέ, οἱ κυριώτεροι ἴσως δράσται τῆς ληστείας, παραμένουσιν ἀκόμη ἀσύλληπτοι καὶ ἀφανεῖς. Ἡ ληστεία ἐν Ἠπείρῳ εἶναι προϊόν, κατὰ τὴν γνώμην μου, τῆς ἀχαρακτηρίστου ἀμελείας τοῦ Κράτους, ἡ δὲ ληστεία τῆς Πέτρας εἶναι ἓν ἁπλοῦν ἐπεισόδιον, τὸ προσφατώτερον καὶ τραγικώτερον εἰς τὴν ὅλην τραγῳδίαν τῆς ληστείας, ἡ ὁποία ληστεία λυμαίνεται τὴν Ἤπειρον ἀπὸ τοῦ 1918–1920 καὶ ἀπὸ τοῦ 1922 μέχρι σήμερον. Διὰ νὰ μὴ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν ἀναφέρων παραδείγματα μικροληστειῶν, θὰ περιορισθῶ εἰς τὰ κυριώτερα, διὰ νὰ καταλήξω εἰς τὴν ληστείαν τῆς Πέτρας, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ τὸ κορύφωμα τῆς ληστρικῆς αὐθαδείας ἐν Ἠπείρῳ. Κατὰ τὸ 1920 ὁ ἔμπορος Φορτουνόπουλος συνελήφθη ὄχι εἰς τὴν ὕπαιθρον χώραν, ἀλλ’ εἰς τὸ κτῆμά του, εὑρισκόμενον εἰς τὰ πρόθυρα τῶν Ἰωαννίνων, ἀπήχθη καὶ ἐκρατήθη αἰχμάλωτος ἐπὶ δύο περίπου μῆνας καὶ ἐπλήρωσε 40,000 δραχμὰς διὰ νὰ ἀπολυθῇ. Τῆς ληστείας ἔνοχοι ἦσαν οἱ ἀδελφοὶ Ρεντζαῖοι, οἱ καὶ σήμερον ἐπικηρυχθέντες διὰ τὸ ζήτημα τῆς ληστείας τῆς Πέτρας. Εἰς τὰ 1923 ὁ υἱὸς τοῦ Παπαγιαννοπούλου συνελήφθη ὑπὸ τῶν αὐτῶν ληστῶν, ἀπήχθη, ἐκρατήθη ἐπὶ 40 ἡμέρας ἐν αἰχμαλωσίᾳ καὶ κατεβλήθησαν 800,000 δραχμῶν διὰ τὴν ἀπολύτρωσιν τοῦ ἀτυχοῦς τούτου νέου, ὅστις καὶ ἀπεβίωσεν ἐκ τῶν κακουχιῶν τῆς 40ημέρου αἰχμαλωσίας του. Κατὰ τὴν αὐτὴν περίπου ἐποχὴν συνελήφθη ὑπὸ τῶν αὐτῶν ληστῶν ἕτερος πολίτης τῶν Ἰωαννίνων, ὁ Μαραμένος, κατὰ περιεργότατον τρόπον. Περὶ τὴν 6ην ἀπογευματινὴν ὥραν ἐν μέσῳ τῆς πόλεως τῶν Ἰωαννίνων, ἐν τῇ ὁδῷ Σουλίου, τῶν ληστῶν μεταμφιεσθέντων εἰς χωροφύλακας, οἵτινες ἐκάλεσαν τὸν ἀνύποπτον Μαραμένον νὰ μεταβῇ μετ’ αὐτῶν εἰς τὸ ἀστυνομικὸν κατάστημα. Μόλις ὅμως ἔκαμαν δύο βήματα, οἱ λησταὶ μὲ τὸ περίστροφον εἰς τὰς χεῖρας τὸν ἐξηνάγκασαν νὰ τοὺς ἀκολουθήσῃ. Κατεβλήθησαν δὲ λύτρα 1.000.000 διὰ νὰ ἀφεθῇ οὗτος ἀπὸ τῆς αἰχμαλωσίας. Εἰς τὰ 1924 εἶναι γνωστὸν ὅτι ἐγένετο ἄλλη τις ληστεία, ἡ ληστεία τοῦ Μακρυνόρους, ἡ ὁποία ἀπέμεινε μυστηριώδης. Κατὰ τὴν ληστείαν ταύτην ἐφονεύθη ὁ ἀτυχὴς Ἀμερικανὸς φοιτητὴς Λογκάν, μεταβαίνων ἀνύποπτος διὰ νὰ σπουδάσῃ τὰς ἀρχαιότητας τῆς Ἠπείρου, ἐφονεύθη δὲ παραδόξως ὑπὸ ληστῶν, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔθιξαν οὐδὲ τὸ πορτοφόλιον, οὐδὲ τὸ ὡρολόγιόν του, κατὰ συνέπειαν δὲν ὑπῆρξε βεβαίως ἐλατήριον τοῦ ἐγκλήματος τούτου αὐτὴ αὕτη ἡ ληστεία, διότι ληστεία δὲν ἐγένετο.
§44ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Χρηματικοὶ λόγοι δὲν ὑπάρχουν;
§45Μ. ΓΟΥΔΑΣ. Βεβαίως οὐδὲ ἐρωτική τις περιπέτεια δὲν ἔφερεν ἐκεῖ τὸν Ἀμερικανόν, ὥστε νὰ ὑποτεθῇ ὅτι δι’ ἐκδίκησίν τινα ἐπετέθησαν οἱ ἄγνωστοι λησταὶ ἐναντίον του.
§46Φ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κύριε συνάδελφε, λέγεται ὅτι ὁ φονευθεὶς ξένος εἶχε φωτογραφήσει χωρικάς, τῶν ὁποίων οἱ συγγενεῖς, θεωροῦντες τὴν φωτογράφησιν τῶν γυναικῶν των ὡς προσβολήν, ἠθέλησαν νὰ κατάσχουν τὰς φωτογραφίας.
§47Μ. ΓΟΥΔΑΣ. Δὲν ἠξεύρω τί λέγεται. Ἠξεύρω ὅτι ἡ ἀνάκρισις τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς ἔγινε καὶ δὲν ἐγνώσθη μέχρι τοῦδε τίς ὁ φονεύσας τὸν Ἀμερικανόν. Κατὰ τὸ 1925 ἐληστεύθη, ἔγκριτος ἐξ Ἄρτης δικηγόρος κ. Καζαντζῆς ἔξω τῆς Φιλιππιάδος ὑπὸ τοῦ ληστοῦ Τσόγγου, κατεβλήθη δὲ διὰ τὴν ἀπελευθέρωσιν τοῦ ἐγκρίτου τούτου δικηγόρου 250,000 δραχμῶν ὡς λύτρα. Εὐτυχῶς τοῦ τέρατος τούτου ληστοῦ ἀπηλλάγη ἡ Ἤπειρος, διότι οὗτος ἐφονεύθη ἐσχάτως.
§48ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Διαλείψεις δὲν ὑπάρχουν;
§49Μ. ΓΟΥΔΑΣ. Ὄχι. Ἀλλ’ ὑπάρχουν περίεργα κατορθώματα τῶν ληστῶν ἐν Ἠπείρῳ, περιεργότατα κατορθώματα, διασύροντα αὐτὴν ταύτην τὴν ὑπόστασιν τῶν Ἀρχῶν ἐν Ἠπείρῳ. Τὴν 6ην Ἰουνίου 1925 ὁ διάσημος ληστὴς τῆς Παραμυθίας Τσίλη Μάστορας ἐφόνευσε τὸν χωροφύλακα Μπινιόλην, μεταβαίνοντα δι’ ὑπηρεσίαν εἰς Παραμυθίαν. Ὁ αὐτὸς δὲ ληστὴς Τσίλη Μάστορας τὸν Σεπτέμβριον τοῦ 1925 εἰσῆλθεν ἐν πλήρει ἡμέρᾳ εἰς Παραμυθίαν μετὰ συμμοριτῶν του, κατηυθυνθεὶς δὲ εἰς τὸ ἀστυνομικὸν κατάστημα ἐξυλοκόπησε καὶ ἀφώπλισε τὸν ἀνθυπομοίραρχον ἀστυνόμον, τὸν εἰρηνοδίκην καὶ ἕνα ἀξιωματικὸν τῆς ἐννόμου τάξεως καὶ ἀπῆλθεν ἀνενόχλητος. Κατὰ τὸ αὐτὸ ἔτος 1925 εἰς τὸ 18ον χιλιόμετρον ἀπὸ τῆς πόλεως τῶν Ἰωαννίνων, ἐπὶ τῆς δημοσίας ὁδοῦ Ἰωαννίνων– Κορυτσᾶς, λησταὶ ἄγνωστοι ἐσταμάτησαν ἓν στρατιωτικὸν αὐτοκίνητον μεταφέρον 27 στρατιώτας, ἕνα λοχίαν καὶ ἕνα ἀξιωματικὸν τῆς στρατιωτικῆς μουσικῆς. Ἀφοῦ διήρπασαν τὰ μικροπράγματα, τὰ ὁποῖα εἶχον μεθ’ ἑαυτῶν οἱ ἐπιβαίνοντες τοῦ αὐτοκινήτου, διότι βεβαίως οἱ στρατιῶται βαθύπλουτοι δὲν ἦσαν διὰ νὰ ἔχουν μεθ’ ἑαυτῶν ἄξια λόγου χρηματικὰ ποσά, τοὺς διέταξαν νὰ κατακλιθῶσι πρηνηδὸν ὑπὸ τὴν γέφυραν Καρνές, τάξαντες καὶ προθεσμίαν ἐντὸς τῆς ὁποίας ὤφειλον οἱ στρατιῶται νὰ παραμείνουν πρηνεῖς, διὰ νὰ μὴ ἀντιληφθῶσι τὴν διεύθυνσιν τὴν ὁποίαν θὰ ἐλάμβανον οἱ λησταί, οἱ δὲ στρατιῶται τρέμοντες τοὺς ληστὰς ἐξετέλεσαν τὴν διαταγὴν αὐτῶν καὶ παρέμειναν πρηνεῖς ἐπὶ ἡμίσειαν ὥραν, μέχρις ἐξαφανίσεως τῶν ληστῶν.
§50Ι. ΠΕΡΔΙΚΟΓΙΑΝΝΗΣ. Καὶ πόσοι ἦσαν οἱ λησταί;
§51Μ. ΓΟΥΔΑΣ. Τέσσαρες ἢ πέντε.
§52Ι. ΠΕΡΔΙΚΟΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀνάξιοι καὶ οἱ στρατιῶται καὶ οἱ ἀξιωματικοί.
§53ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἦσαν ἔνοπλοι οἱ στρατιῶται;
§54Μ. ΓΟΥΔΑΣ. Οἱ πλεῖστοι ἄοπλοι, ἀλλ’ ὑπῆρχον καὶ ἔνοπλοι.
§55Ι. ΠΕΡΔΙΚΟΓΙΑΝΝΗΣ. Καλὰ τοὺς ἔκαμαν.
§56Μ. ΓΟΥΔΑΣ. Κατὰ τὸν Σεπτέμβριον τοῦ 1925, μετὰ τὰ κατορθώματα, τὰ ὁποῖα ὁ Τσίλη Μάστορας εἶχε κάμει εἰς Παραμυθίαν, διεπραγματεύθη τὴν ἀμνηστείαν του, διότι ἔχομεν καὶ τὸν καρπὸν τοῦ περὶ ἀμνηστείας τῶν ληστῶν νόμου εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Ἱστορίαν. Διεπραγματεύθη λοιπὸν τὴν ἀμνήστευσίν του μετὰ τῶν μὴ δυναμένων νὰ ἐξοντώσουν αὐτὸν στρατιωτικῶν Ἀρχῶν καὶ ἐφόνευσε δύο συντρόφους του διὰ νὰ ἀπαλλαγῇ αὐτὸς πάσης καταδιώξεως. Αἱ κεφαλαὶ τῶν ληστῶν τῶν φονευθέντων ὑπὸ τοῦ συντρόφου των μετηνέχθησαν εἰς Ἰωάννινα μετὰ πάροδον ἑπτὰ ὁλοκλήρων ἡμερῶν, κατὰ τὰς ὁποίας, φαίνεται, ἐγένοντο διαπραγματεύσεις μεταξὺ ληστάρχου καὶ τῶν στρατιωτικῶν Ἀρχῶν περὶ τοῦ τίς θὰ λάβῃ τὴν χρηματικὴν ἀμοιβήν, διότι εἰς τὸν φονέα ληστὴν ὡς ἀμοιβὴ ἐπεφυλάσσετο μόνον ἡ ἄρσις τῆς ἐπικηρύξεως καὶ ἡ παροχὴ τῆς ἀμνηστείας, ἡ δὲ χρηματικὴ ἀμοιβή, ὑπὸ τὴν ὁποίαν διετέλουν ἐπικεκηρυγμένοι οἱ φονευθέντες, ἔπρεπε νὰ περιέλθῃ αὕτη εἰς ἄλλας χεῖρας, καὶ ὄντως περιῆλθεν αὕτη εἰς ἄλλας χεῖρας, διότι ἀποφάσει ὑπ’ ἀριθμὸν 50 τῆς Ἐπιτροπῆς Ἀσφαλείας ἐμετρήθησαν 40,000 δραχμῶν εἰς ἀνώτατον ὄργανον τοῦ Κράτους.
§57ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τὸ ὄνομά του;
§58Μ. ΓΟΥΔΑΣ. Στρατηγὸς Μάρκου.
§59Ι. ΚΑΛΟΓΕΡΑΣ. Τὸ ἔχετε βεβαιωμένον αὐτό;
§60Μ. ΓΟΥΔΑΣ. Διὰ νὰ τὸ ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλήν, θὰ εἴπῃ ὅτι τὸ ἔχω βεβαιωμένον.
§61Ι. ΚΑΛΟΓΕΡΑΣ. Ὅτι ὁ στρατηγὸς Μάρκου ἐπῆρε 40 χιλιάδας δραχμάς;
§62Μ. ΓΟΥΔΑΣ. Καὶ 25,000 δραχμαὶ ἐδόθησαν εἰς τὸν ὑπασπιστήν του λοχαγὸν Ἀναγνώστου.
§63ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Διεψεύσθη ὅμως.
§64Μ. ΓΟΥΔΑΣ. Ἡ ἀμοιβὴ ἐπληρώθη· ἐξεδόθησαν ἐντάλματα διὰ 65,000 δραχμάς.
§65ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἄν ἔχητε τὴν καλωσύνην, νὰ μᾶς δώσητε σαφεῖς πληροφορίας, ἂν ἐπληρώθη ἡ ἀμοιβὴ καὶ εἰς ποῖον πρόσωπον ἐδόθη ἡ ἀμοιβή. Εἴπετε ὅτι τὴν ἀμοιβὴν διενεμήθησαν ὁ στρατηγὸς Μάρκου καί....
§66ΕΤΕΡΟΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Νὰ παρακληθῇ ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς νὰ καταθέσῃ ὅλα τὰ σχετικά.
§67Μ. ΓΟΥΔΑΣ. Τὸ γεγονός, τὸ ὁποῖον θέλω νά τονίσω, εἶναι τὸ ἑξῆς· ὅτι τὰ ὄργανα τοῦ Κράτους, τὰ ὁποῖα διενεμήθησαν τὴν ἀμοιβὴν ταύτην, εἴτε στρατηγοὶ ἦταν εἴτε στρατιῶται, ἀδιάφορον τίνες, ἔκαμαν πρᾶξιν, τὴν ὁποίαν θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ τὴν χαρακτηρίσω ὡς λήστευσιν αὐτοῦ τούτου τοῦ Κράτους, διότι τὸ Κράτος εἶχεν ὁρίσει μίαν ἀμοιβήν, ἡ ὁποία ἔπρεπε νὰ παρασχεθῇ εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θὰ ἐφόνευον ἢ θὰ ὑπεδείκνυον τοὺς λῃστάς. Ἀλλὰ τοὺς λῃστὰς τοὺς ἐφόνευσεν ὁ σύντροφός των.
§68Α. ΚΟΡΑΚΑΣ. Ἡ ἀμοιβὴ δίδεται καὶ εἰς τοὺς συντελέσαντας ὁπωσδήποτε εἰς τὴν ἐξόντωσιν τῶν λῃστῶν.
§69Μ. ΓΟΥΔΑΣ. Αὐτὸ θὰ τὸ ἐξετάσῃ τὸ Κράτος.
§70Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. Ἐπιτρέπετε μίαν ἐρώτησιν ἐπ’ αὐτοῦ;
§71Μ. ΓΟΥΔΑΣ. Νὰ τελειώσω, κ. συνάδελφε. Λοιπὸν αἱ κεφαλαὶ τῶν λῃστῶν αὐτῶν διὰ νὰ φθάσουν μέχρις Ἰωαννίνων καὶ νὰ ἐπιδειχθοῦν καὶ γίνουν αἱ σχετικαὶ διαβεβαιώσεις διὰ νὰ ἐκδοθοῦν τὰ σχετικὰ ἐντάλματα, ἐπειδὴ βεβαίως ὁ ἀφαιρέσας αὐτὰς ἀπὸ τὸν κορμόν των τὰς ἐκράτησεν ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας, ἐδέησε νὰ τὰς ταρχιεύσουν δι’ ἅλατος καὶ νὰ τὰς κάμουν ἁλιπάστους εἰς Ἰωάννινα.
§72Α. ΚΟΡΑΚΑΣ. Καλὰ τοὺς ἔκαμαν. Τέτοια κεφάλια....
§73Μ. ΓΟΥΔΑΣ. Τὸν Μάρτιον τοῦ 1926 οἱ χωρικοὶ τῆς Βούλιστα Παναγιᾶς, οἱ ὁποῖοι εἶχον ὑποστῆ τὰ πάνδεινα ἐκ τῶν λῃστῶν Καραπάνου καὶ Σταύρου, κατώρθωσαν, δὲν γνωρίζω διὰ τίνος τρόπου, νὰ τοὺς δηλητηριάσουν, καὶ οἱ λῃσταὶ οὗτοι ἀπέθανον δηλητηριασθέντες. Τὰ κρατικὰ ὅμως ὄργανα ἀπέκοψαν τὰς κεφαλὰς τῶν νεκρῶν πλέον λῃστῶν, τὰς ἐπυροβόλησαν ἐκ τοῦ σύνεγγυς καὶ ὅταν αἱ κεφαλαὶ ἐκομίσθησαν— τὸ πρᾶγμα ἐξηλέγχθη δικαστικῶς, διότι ἦσαν καταφανῆ τὰ ἐγκαύματα ἀκόμη ἐκ τῶν ἐξ ἐπαφῆς πυροβολισμῶν εἰς τὰ κρανία τῶν δηλητηριασθέντων λῃστῶν—καὶ ἐπρόκειτο νὰ γίνῃ καὶ πάλιν δευτέρα λῃστεία κατὰ τοῦ Κράτους διὰ τῆς διαρπαγῆς τῆς ἀμοιβῆς ὑπὸ τῶν ἀνικάνων ὀργάνων αὐτοῦ, τὰ ὁποῖα διεξεδίκουν τὴν τιμὴν ὅτι ἐφόνευσαν τοὺς λῃστάς, ἐνῷ οἱ λῃσταὶ εἶχον ἁπλούστατα δηλητηριασθῆ ὑπὸ τῶν χωρικῶν, τὰ δὲ ὄργανα τοῦ Κράτους δὲν ἔκαμαν τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ κενώσωσι τὰ ὅπλα των ἐναντίον κεφαλῶν νεκρῶν.
§74ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τί ἔγινε;
§75Μ. ΓΟΥΔΑΣ. Εὐτυχῶς τὰ χρήματα δὲν τὰ ἐπῆραν αὐτοί, διότι....
§76Χ. ΧΡΗΣΤΟΒΑΣΙΛΗΣ. Θὰ τὰ πάρουν οἱ ἓξ χωρικοὶ καὶ ὑποθέτω θὰ τὰ ἔλαβον μέχρι σήμερον.
§77Μ. ΓΟΥΔΑΣ. Κατὰ τὸ 1926, δηλαδὴ προσφάτως, ἐληστεύθησαν τρία αὐτοκίνητα ἐπιβατικὰ ἐγγὺς τῆς θέσεως ὅπου ἐγένετο ἡ μεγάλη λῃστεία τῆς Πέτρας, ἀλλ’ ἐπειδὴ κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς λῃστείας ἦτο Μεγάλη Παρασκευή, οἱ δὲ λῃσταὶ ἐνήστευον, δὲν εἶχον μεγάλην ἀνάγκην χρημάτων καὶ περιωρίσθησαν εἰς τὴν διαρπαγὴν μόνον 10,000 δραχμῶν, ὅσας οἱ ἐπιβάται τῶν αὐτοκινήτων ἔφερον μεθ’ ἑαυτῶν, ὥστε δύναται κανεὶς νὰ εἴπῃ ὅτι εἶναι νηστήσιμος ἡ λῃστεία αὕτη. Οἱ κυριώτεροι παράγοντες τῆς λῃστρικῆς καταστάσεως τῆς Ἠπείρου εἶναι οἱ μέχρι τοῦδε διαφυγόντες καὶ καταστάντες ἀσύλληπτοι λῃσταὶ ἀδελφοὶ Ρεντζαῖοι. Μέχρι τῆς στιγμῆς καθ’ ἣν οἱ περίφημοι λῃσταὶ Ρεντζαῖοι ἠμνηστεύθησαν ὑπό τινος τῶν Κυβερνήσεων τοῦ παρελθόντος, εἶχον διαπράξει 82 φόνους.
§78ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὑπὸ ποίας Κυβερνήσεως;
§79Μ. ΓΟΥΔΑΣ. Δὲν ἐνθυμοῦμαι· ἂν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη, ἡ ἀμνηστεία ἐγένετο μεταξὺ Κυβερνήσεως Παπαναστασίου καὶ Σοφούλη.
§80Θ. ΣΟΦΟΥΛΗΣ. Ἐπὶ τῶν ἡμερῶν μου, ὄχι.
§81Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ποία ἀμνηστεία;
§82Μ. ΓΟΥΔΑΣ. Τῶν Ρεντζαίων. Διότι αὐτοὶ ἠμνηστεύθησαν μετὰ τοὺς 82 φόνους, τοὺς ὁποίους διέπραξαν. Εἰσῆλθον δὲ τότε εἰς τὰ Ἰωάννινα μετὰ τὴν ἀμνήστευσίν των καὶ τοὺς ὑπεδέχθησαν θριαμβευτικῶς οἱ φίλοι των ἐν Ἰωαννίνοις ὑπὸ τὰ ὄμματα τῶν Ἀρχῶν. Κατόπιν συνέχισαν τὸ ἔργον των μέχρι τῆς λῃστείας τῆς Πέτρας, διότι δύναμαι νὰ βεβαιώσω ὅτι οἱ ἀδελφοὶ Ρεντζαῖοι ἐχρησίμευσαν ὡς ἡμιεπίσημα ἀστυνομικὰ ὄργανα τοῦ Κράτους, συμπαρεδρεύοντες εἰς τὴν ἀστυνομίαν καὶ παρέχοντες πληροφορίας.
§83Χ. ΧΡΗΣΤΟΒΑΣΙΛΗΣ. Ἦσαν διωρισμένοι ὑπὸ τοῦ Κράτους· ὁ εἷς μὲ τὸν βαθμὸν ἀξιωματικοῦ τῆς χωροφυλακῆς καὶ ὁ ἄλλος μὲ τὸν βαθμὸν τοῦ ἐνωμοτάρχου. Ἑπομένως ἐμισθοδοτοῦντο ὑπὸ τοῦ Κράτους.
§84ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἐπὶ τίνος Κυβερνήσεως ἠμνηστεύθησαν;
§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἐπιτρέπονται διακοπαί.
§86Μ. ΓΟΥΔΑΣ. Ἀλλ’ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐπιστέφει τὴν λῃστρικὴν ἐν Ἠπείρῳ κατάστασιν εἶναι τὸ ἔγκλημα τῆς Πέτρας, τὸ ὁποῖον ἔχει παραμείνει μέχρι τοῦδε μυστηριῶδες. Κρατοῦνται μόνον πέντε αὐτουργοὶ τοῦ ἐγκλήματος. Ἀλλ’ ἐνῷ οὗτοι ἀπὸ τόσου χρόνου εὑρίσκονται εἰς τὰς φυλακάς, δὲν κατωρθώθη νὰ περατωθῇ ἡ ἀνάκρισις τῆς ὑποθέσεως ταύτης καὶ νὰ εἰσαχθῶσιν εἰς δίκην οἱ κρατούμενοι ἔνοχοι, ἂν ὄντως εἶναι ἔνοχοι οὗτοι, καὶ νὰ ἀποτίσουν δεινῶς τὴν ποινὴν τοῦ φρικαλέου ἐγκλήματος τὸ ὁποῖον διέπραξαν. Ἐν Ἠπείρῳ, κύριοι βουλευταί, κρατεῖ γενικῶς ἡ γνώμη ὅτι ἰσχυροὶ προστάται, δὲν γνωρίζω τίνες, κατορθώνουν μέχρι τοῦδε νὰ ἐπικρατοῦν κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ ἐκκρεμῇ ἡ ὑπόθεσις αὕτη, ἡ δὲ προστασία τῶν ἰσχυρῶν τούτων προστατῶν, ἐκτεινομένη καὶ ἐπὶ τῶν ἀδελφῶν Ρεντζαίων, καθιστᾷ τούτους πραγματικῶς ἀσυλλήπτους καὶ διαφεύγοντας τὴν πρὸς τὴν Δικαιοσύνην λογοδοσίαν διὰ τὰς πράξεις των.
§87ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὄχι ὑπαινιγμούς.
§88Μ. ΓΟΥΔΑΣ. Ἐγὼ ἦλθον ἐξ Ἠπείρου πρὸ ὀλίγων μόλις ἡμερῶν καὶ ἀναφέρω πρὸς τὴν Βουλὴν τί ἐν Ἠπείρῳ λέγεται. Εἶναι γνωστὸν ὅτι οἱ Ρεντζαῖοι ἐφυγαδεύθησαν τὴν ἑπομένην ἡμέραν ἐκείνης, καθ’ ἣν ὡδηγήθησαν ὑπὸ τοὺς συλλαβόντος αὐτοὺς ἀξιωματικοῦ εἰς τὸ μέγαρον, ἔνθα ἑδρεύει ἡ Ἀνωτάτη Στρατιωτικὴ Διοίκησις τῆς Ἠπείρου. Μὴ μὲ προκαλῆτε λοιπόν, διότι θὰ μὲ ἀναγκάσητε νὰ εἴπω πράγματα ἀσύμφορα δι’ ὑμᾶς.
§89Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. Εἴμεθα συγκεντρωμένοι ἐδῶ διὰ νὰ ἐπιχύσωμεν πλῆρες φῶς, καὶ θὰ σᾶς παρακαλέσω, ἂν κατέχητε δέσμας φωτός, νὰ τὰς χορηγήσητε εἰς τοὺς συναδέλφους σας. Δὲν ζητοῦμεν παρὰ τὴν δικαιοσύνην διὰ τὴν Ἤπειρον, τῆς ὁποίας πρῶτος εἶσθε φορεύς, καὶ θὰ σᾶς ἀκολουθήσωμεν καὶ ἡμεῖς οἱ ἄλλοι. Θὰ εἴμεθα εὐτυχεῖς, ἂν οἱ μέλλοντες νὰ λάβωσι τὸν λόγον, δὲν ἔχωμεν νὰ προσθέσωμεν τίποτε.
§90Μ. ΓΟΥΔΑΣ. Ἐγώ, κύριοι συνάδελφοι, ὡμίλησα γενικῶς. Ὁ Ἠπειρωτικὸς λαὸς μύρια φαντάζεται καὶ μύρια λέγει, ἐφόσον βλέπει ὅτι ἓν ἔγκλημα, οἷον τὸ τῆς Πέτρας, παραμένει ἀκόμη ἀτιμώρητον καὶ ἐφόσον οἱ λησταὶ Ρεντζαῖοι μετὰ τὸν φόνον τῶν ὀκτὼ τελευταίων θυμάτων των καὶ μὲ τὰ θυλάκια πλήρη ἀπὸ τὰ 15 ἑκατομμύρια τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης παραμένουν ἀκόμη ἀσύλληπτοι. Θὰ παρακαλέσω ὅθεν τοὺς ἀξιοτίμους κ. κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης καὶ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργούς, τὸν μὲν νὰ διατάξῃ τὸν ταχύτατον τερματισμὸν τῆς ἀνακρίσεως καὶ τὴν ταχίστην ἐκδίκασιν τῶν ἐνόχων τῆς φρικώδους ληστείας τῆς Πέτρας, τὸν δὲ νὰ ἐκδώσῃ αὐστηροτάτας διαταγὰς ὅπως καταστῇ δυνατὴ ἡ σύλληψις τῶν ἀσυλλήπτων ληστῶν, οἵτινες ἀντὶ τόσον μεγάλης ἀμοιβῆς ἔχουσιν ἐπικηρυχθῆ.
§91Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἔχουν ἐπικηρυχθῆ ἀντὶ 750.000 δραχμῶν ἕκαστος.
§92Μ. ΓΟΥΔΑΣ. Περίπου δύο ἑκατομμύρια δι’ ὅλους. Θὰ παρακαλέσω, λέγω, τὸν κ. Ὑπουργόν, ἀφοῦ τόσον ἀφειδῶς παρέχει τὰ δύο ἑκατομμύρια τοῦ Κράτους διὰ τὴν σύλληψίν των, νὰ ἐπιτύχῃ ταχέως ταύτην, τοσούτῳ μᾶλλον ὅσον διὰ τόσων χρημάτων ἢ καὶ ὀλιγωτέρων, ὁ συνάδελφός του κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας, θὰ ἠδύνατο νὰ κατασκευάσῃ τὰς γεφύρας τῶν ποταμῶν, ἐκ τῆς ἐλλείψεως τῶν ὁποίων πνίγονται ὅσοι Ἠπειρῶται δὲν φονεύονται ἢ δὲν ληστεύονται ὑπὸ τῶν ληστῶν.
§93ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλοῦνται οἱ μὴ ὁρκισθέντες κ. κ. βουλευταὶ ὅπως προσέλθωσι καὶ ὁρκισθῶσι. (Προσκομισθέντος τοῦ Ἱεροῦ Εὐαγγελίου οἱ βουλευταὶ κ.κ. Θ. Κακαρᾶς καὶ Ι. Σισίνης ἀνέτεινον τὴν δεξιὰν καὶ ὤμοσαν τὸν κάτωθι ὅρκον): «Ὁρκίζομαι εἰς τὸ ὄνομα τῆς Ἁγίας καὶ Ὁμοουσίου καὶ ἀδιαιρέτου Τριάδος νὰ φυλάξω πίστιν εἰς τὴν Πατρίδα, ὑπακοὴν εἰς τὸ Δημοκρατικὸν Σύνταγμα καὶ τοὺς Νόμους τοῦ Κράτους καὶ νὰ ἐκπληρώσω εὐσυνειδήτως τὰ καθήκοντά μου».
§94ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἄξιοι, ἄξιοι.
§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χ. Χρηστοβασίλης ἔχει τὸν λόγον.
§96Χ. ΧΡΗΣΤΟΒΑΣΙΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, κύριοι Ὑπουργοί, κύριοι βουλευταί, δὲν ἀνέρχομαι τὸ βῆμα τοῦτο, καὶ μάλιστα διὰ πρώτην φορὰν εἰσερχόμενος εἰς τὴν Βουλὴν τῶν Ἑλλήνων, διὰ νὰ σᾶς ἐκφράσω τὰς εὐχαριστίας τῆς εὐάνδρου ἄλλοτε ἐκείνης χώρας, ἥτις λέγεται Ἤπειρος καὶ ἥτις μὲ ἀπέστειλεν εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Κοινοβούλιον διὰ τὴν καλήν της διοίκησιν, ὡς χώρας ἄρτι ἐξελθούσης ἐκ τῆς δουλείας τοῦ Τούρκου, ἀλλὰ διὰ νὰ σᾶς ἐκφράσω τὴν μεγάλην της θλῖψιν διὰ τὴν τελείαν της ἐγκατάλειψιν ἐκ μέρους πάσης Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἀφ’ ἧς ἡμέρας ἐξεδιώχθη ἐκεῖθεν ὁ Τοῦρκος καὶ κατέλαβε τὴν θέσιν του ἡ Ἑλληνικὴ Διοίκησις. Μάθετε, κύριοι, παρ’ ἐμοῦ τοῦ ἀντιπροσώπου τῆς χώρας ταύτης, ὅτι αὕτη, εἰς τὴν ὁποίαν ὁλόκληρος ὁ Ἑλληνισμὸς ὀφείλει ἱερὰν εὐγνωμοσύνην δι’ ὅσα προσέφερεν εἰς τὸν βωμὸν τῆς Μητρὸς Ἑλλάδος καὶ πρὸ τῆς Μεγάλης Ἑλληνικῆς Ἐπαναστάσεως τοῦ 1821 καὶ κατὰ τὸν μεγάλον ἐκεῖνον ἑπταετῆ ἀγῶνα τοῦ 1821 καὶ μετ’ αὐτὸν μέχρι τοῦ 1913, ὅτε ἐνομίσθη ὅτι ἠλευθερώθη ἀπὸ τὰ δεσμὰ τῆς δουλείας, ὅτι ἡ χώρα αὕτη, λέγω, δὲν εἶδεν ἀκόμη οὐδὲν καλὸν ἀπὸ τὴν Ἑλληνικὴν ἐλευθερίαν, ἡ μόνη δὲ διαφορὰ μεταξὺ Τουρκοκρατίας καὶ Ἑλληνοκρατίας εἶναι ὅτι ὁ Ἠπειρώτης πρῶτα ἐφοροῦσε Τουρκικὸν φέσι καὶ τώρα φορεῖ καπέλλο. Μάθετε, κύριοι, ὅτι ὁ Ἠπειρωτικὸς λαός, μὴ γνωρίσας ἀκόμη τὰ ἀγαθὰ τῆς Ἑλληνικῆς ἐλευθερίας, ἂν δὲν δουλεύῃ σήμερον εἰς τὸν Τοῦρκον, δουλεύει εἰς τὴν Ἑλληνικὴν κακοδιοίκησιν, δουλεύει εἰς τὸν Ἕλληνα ἀποσπασματάρχην, δουλεύει εἰς τὸν Ἕλληνα δασοφύλακα, δουλεύει εἰς τὴν βαρεῖαν, τὴν βαρυτάτην φορολογίαν, καὶ τὸ χειρότερον, δουλεύει εἰς τὴν ληστοκρατίαν, δουλεύει εἰς τὴν ἀνυπαρξίαν δρόμων παντὸς εἴδους, δουλεύει εἰς τὴν Ἑλληνικὴν ἀδιαφορίαν δι’ ὅ,τι ἀφορᾷ τὴν Ἤπειρον, εἰς τὴν ὁποίαν τὸ Ἑλληνικὸν Ἔθνος ἡ μεγάλη Ἑλληνικὴ Πατρὶς ὀφείλει καὶ αἷμα καὶ χρῆμα καὶ πνεῦμα καὶ δόξαν. Ἠπειρῶται ἦσαν, κύριοι, οἱ πρῶτοι Ἀρματωλοὶ καὶ Κλέφτες, οἵτινες ἠκόνισαν τὴν μάχαιραν εὐθὺς μετὰ τὴν τραγικωτάτην πτῶσιν τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ἥτις ἔκοψε τὰ ἄτιμα δεσμὰ τῆς δουλείας. Ἠπειρῶται ἦταν οἱ πρῶτοι τυπογράφοι τοῦ ὅλου Ἑλληνισμοῦ ἐν Βενετίᾳ, οἵτινες διετήρουν τὰ πρῶτα καὶ μόνα Ἑλληνικὰ τυπογραφεῖα, Νικόλαος ὁ Γλυκὺς καὶ ἄλλοι Γλυκύδες, ἀπόγονοί του, Νικόλαος ὁ Σάρρος καὶ Δημήτριος ὁ Θεοδοσίου, οἵτινες ἐξετύπωνον τὰ ἐκκλησιαστικά μας βιβλία, δι’ ὧν διετήρησεν ὁ Ἑλληνισμὸς ὑπὸ τὴν Τουρκικὴν δουλείαν τὴν προπατορικήν του θρησκείαν, τὸν μέγαν τοῦτον φρουρὸν καὶ ὑπερασπιστήν του. Ἠπειρωτικαὶ δόξαι ὑπῆρξαν οἱ πρῶτοι Φιλικοί, Τσακάλωφ καὶ Σκουφᾶς. Ἠπειρῶται ὑπῆρξαν οἱ πρῶτοι πρόμαχοι τοῦ 1821, Μποτσαραῖοι, Τζαβελλαῖοι, Δρακαῖοι, Ἀλέξης Νοῦτσος, Ζάχος Μήλιος καὶ Σπῦρος Μήλιος. Ἠπειρῶται ὑπῆρξαν οἱ μεγάλοι εὐεργέται τοῦ Ἔθνους, Ζωσιμάδες, Καπλάνης, Ἀρσάκης, Χατζηκώστας, Γεώργιος Σταύρου, Τοσίτσας, Ζάππας, Ἀβέρωφ καὶ τόσοι ἄλλοι, τῶν ὁποίων καμαρώνομεν ἐν Ἀθήναις τὸ Ὀρφανοτροφεῖον, τὸ Ἀρσάκειον, τὸ Πολυτεχνεῖον, τὸ Ζάππειον, τὸ Στάδιον καὶ τὰ λοιπὰ Ἀβερώφεια φιλανθρωπικὰ καταστήματα. Ἠπειρῶται ἦσαν καὶ θὰ μείνουν Ἠπειρῶται εἰς αἰῶνας τοὺς ἅπαντας οἱ μεγάλοι ποιηταὶ Βηλαρᾶς, Ζαλοκώστας, Βαλαωρίτης, Κρυστάλλης, Ἠπειρωτικὴ δωρεὰ ὑπῆρξε τὸ ἔνδοξον θωρηκτὸν «Ἀβέρωφ», τὸ νικῆσαν τοὺς Τούρκους κατὰ τοὺς Βαλκανικοὺς πολέμους, τὸ ὁποῖον ἀνέδειξε μεθ’ ἡμῶν νικητὰς καὶ τοὺς Σέρβους καὶ τοὺς Βουλγάρους. Δὲν ζητῶ, κύριοι ὑπερανθρώπους θυσίας τοῦ εὐηργετημένου Ἑλληνικοῦ Κράτους πρὸς τὴν εὐεργέτιδα Ἤπειρον. Ζητῶ ἐλάχιστον ἀπὸ ὅ,τι τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος προσέφερε καὶ προσφέρει καὶ πρὸς ἄλλας Ἑλληνικὰς ἐπαρχίας, πρὸς ἃς τοῦτο δὲν ἔχει τὰ μεγάλα χρέη, ἅτινα ἔχει πρὸς τὴν Ἤπειρον. Ἡ Ἤπειρος, καὶ ὕστερα ἀπὸ ἐλεύθερον βίον δέκα τριῶν ὅλων ἐτῶν δὲν ἔχει γεωργίαν, ἂν καὶ τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος διατηρεῖ Ὑπουργεῖον Γεωργίας μὲ πλουσίας ὑπηρεσίας, καὶ ὁ Ἠπειρώτης ἐργάζεται καὶ σήμερον ἀκόμη μὲ τὸ ἄροτρον τοῦ Ἡσιόδου. Τὰ Ἠπειρωτικὰ δένδρα εἶναι κατὰ τὰ 99% ἄγρια, τὰ δὲ ἥμερα, ἤτοι τὰ ὀπωροφόρα, μαστίζονται ἀπὸ κάθε εἴδους ἀσθενείας; περονόσπορον, δᾶκον, κομίωσιν κλπ. Ἡ Ἤπειρος δὲν ἔχει δρόμους, ἕνας δὲ δρόμος, ὅστις ὑπάρχει ἀπὸ Πρεβέζης εἰς Ἰωάννινα καὶ Κακκαβιὰν μὲ διακλάδωσιν πρὸς τὴν Κόνιτσαν, μήκους μὴ ὑπερβαίνοντος τὰ 200 χιλιόμετρα, ὀφείλεται εἰς τὴν Τουρκίαν. Ἕνας δρόμος, ὀφειλόμενος εἰς τὸν μακαρίτην Γεώργιον Χρηστάκην Ζωγράφον, τὸν πρῶτον Γενικὸν Διοικητὴν τῆς Ἠπείρου, ὁ δρόμος Ἰωαννίνων–Ἡγουμενίτσης, ἀρχίσας τῷ 1913, κατ’ Ἰούνιον, δηλαδὴ τὸ πρῶτον ἔτος τῆς ἀπελευθερώσεως τῆς Ἠπείρου, δρόμος ἐκτάσεως ἑκατὸν περίπου χιλιομέτρων, εὑρίσκεται ἀκόμη, ὕστερα ἀπὸ 13 ἔτη, εἰς τὸ 25ον χιλιόμετρον. Καί, ἂν ἐξακολουθήσῃ ἡ κρατικὴ αὐτὴ ἀδιαφορία πρὸς τὴν Ἤπειρον, ἡ ὁποία ἐδούλευσε πιστότερα εἰς τὸ Κράτος αὐτὸ ἀπὸ κάθε ἄλλην Ἑλληνικὴν ἐπαρχίαν, διότι διηνεκῶς προσέφερε κυβερνητικούς, ἤτοι Βενιζελικοὺς βουλευτάς, καὶ μόλις κατὰ τὴν τελευταίαν ἐκλογὴν ἀνέδειξε τρεῖς Ἀντιβενιζελικούς, ἐμέ, τὸν ναύαρχον κ. Γούδαν καὶ τὸν κ. Χασιώτην, ἂν ἐξακολουθήσῃ, λέγω, ἡ ἰδία τακτική, μὲ κατασκευὴν 25 χιλιομέτρων καθ’ ἑκάστην δεκατριετίαν, θὰ χρειασθοῦν 40 ἔτη διὰ νὰ ἠμπορέσῃ νὰ τελειώσῃ ὁ δρόμος Ἰωαννίνων–Ἡγουμενίτσης, διὰ νὰ διαμετακομίζεται τὸ ἐμπόριον τῆς Ἠπείρου μέσον Ἡγουμενίτσης. Ἔ, κύριοι ἁρμόδιοι τῆς αἰθούσης ταύτης, μετὰ 40 ἔτη δὲν θὰ ὑπάρχῃ κανεὶς ἐξ ἡμῶν ἐν τῇ ζωῇ ἕως τότε. Λέγεται καὶ εἶναι ἀληθὲς ὅτι τὸ ἔργον τοῦ δρόμου Ἰωαννίνων–Ἡγουμενίτσης παρεμποδίζεται ὑπὸ τῶν βουλευτῶν Πρεβέζης. Δὲν ἀναμένω νὰ διαψεύσουν τὸ τοιοῦτον οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι ἐκ Πρεβέζης. Ἐκτὸς τῶν 25 τούτων χιλιομέτρων δρόμου Ἰωαννίνων–Ἡγουμενίτσης ὑπάρχει καὶ εἷς λιλιπούτειος δρόμος ἐκ 4–5 χιλιομέτρων, ἐκ τοῦ χωρίου Δοβρᾶ τοῦ Ζαγορίου, ἑνούμενος μὲ τὸν δρόμον Ἰωαννίνων–Κακκαβιᾶς. Αὐτό, κύριοι, εἶναι τὸ ὅλον ἅπαντον τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, ὡς πρὸς τὴν ὁδοποιΐαν ἐν Ἠπείρῳ, δηλαδὴ 30 χιλιόμετρα μόνον, ἤτοι 2⅓ χιλιόμετρα κατ’ ἔτος, ἐπὶ μίαν δεκατριετίαν, καθ’ ἣν εὑρίσκεται ἡ Ἤπειρος ὑπὸ τὴν Ἑλληνικὴν σημαίαν. Καὶ ὅμως ἡ Ἤπειρος ἔχει ἀνάγκην πολλῶν δρόμων διὰ νὰ δυνηθῇ νὰ ζήσῃ. Ἐκτὸς τοῦ ὑπὸ βραδυτάτην κατασκευὴν δρόμου Ἰωαννίνων–Ἡγουμενίτσης, ὅστις δέον νὰ ἀρχίσῃ τὸ ταχύτερον καὶ νὰ τελειώσῃ τὸ ταχύτερον, πρέπει νὰ ἀρχίσουν καὶ δύο μεγάλοι δρόμοι: Κονίτσης ἢ Ζαγορίου Μακεδονίας καὶ ὁ δρόμος Ἰωαννίνων–Μετσόβου–Καλαμπάκας. Δὲν ζητῶ σιδηροδρόμους, στοιχίζοντας πολλά. Ζητῶ δρόμους διὰ νὰ δύναται νὰ ἐπικοινωνῇ ἡ Ἤπειρος μὲ τὴν Θεσσαλίαν δι’ αὐτοκινήτων, διότι ἡ Ἤπειρος, ἄνευ τῆς ἐπικοινωνίας της μετὰ τῶν δύο τούτων γειτονικῶν της χωρῶν θὰ εἶναι χώρα νεκρά, προωρισμένη νὰ ἐρημώσῃ διὰ μεταναστεύσεως τῶν κατοίκων της εἰς ξένας χώρας. Συναφῶς πρὸς τὴν ἔλλειψιν δρόμων ἐν Ἠπείρῳ ἔχομεν καὶ τὴν ἔλλειψιν τῶν γεφυρῶν. Μία ἢ δύο γέφυραι καθ’ ἅπασαν τὴν χώραν ταύτην εἶναι τὸ ὅλον. Εἰς τὴν ἔλλειψιν γεφυρῶν ἐν Ἠπείρῳ, ὁ Ἠπειρωτικὸς λαὸς ἐπλήρωσε καὶ πληρώνει κατ’ ἔτος δεκάδας ἀνθρωπίνων ὑπάρξεων, πρὸς αἶσχος τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους καὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ πολιτισμοῦ. Ἄν, κύριοι βουλευταί, σᾶς ἔφερνεν ἡ Μοῖρα νὰ ἴδητε τὴν γέφυραν τῶν Χουλιαράδων ἐπὶ τοῦ Ἀράχθου, εἶδος γεφύρας τῆς Τρίχας, θὰ ἐφρίττετε ἐξ ἰλίγγου. Διὰ νὰ τὴν φαντασθῆτε ἐν μέρει, σᾶς λέγω ὅτι ἀπαρτίζεται ἀπὸ τέσσαρα τηλεγραφοσύρματα καὶ μερικὰ ξυλαράκια. Ἔχει ὕψος 25 ἕως 30 μέτρων καὶ μῆκος 45–50. Ὅταν δὲ πνέει σφοδρὸς ἄνεμος, ἡ παράδοξος αὕτη γέφυρα κουνιέται ὡσὰν τὶς κούνιες ποὺ κουνιοῦνται τὰ μικρὰ παιδιά. Ἄλλο ἐπίσης ζήτημα σπουδαῖον διὰ τὴν Ἤπειρον, κύριοι βουλευταί, εἶναι ἡ δημοσία ἀσφάλεια, ἡ ὁποία ἐξεμηδενίσθη ὑπὸ τῆς λῃστείας, ἥτις ἔλαβε μορφὴν Κράτους. Ἡ κατάστασις τῆς Ἠπείρου, ὡς λῃστοκρατουμένης χώρας, ἐκορυφώθη κυρίως ἀπὸ τοῦ 1917–1920 καὶ ἀπὸ τὸ 1922 μέχρι σήμερον. Οἱ λῃσταὶ ἐνδιαιτῶντο καὶ ᾐχμαλώτιζον πλουσιόπαιδα καὶ ἐντὸς τῶν Ἰωαννίνων. Εἶχον ἐνοικιάσει τὸ μέγαρον Τσιγαρᾶ πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον, κατώρθωσαν δὲ νὰ προσελκύουν εἰς αὐτὸ ὡς ἐνοικιαστὴν ἑνὸς δωματίου καὶ τὸν Ἀνώτερον Διοικητὴν τῆς Χωροφυλακῆς Ἠπείρου συνταγματάρχην Πετσετάκην καὶ ἀπηλλάγησαν οὕτω πάσης ἀστυνομικῆς ἐπιτηρήσεως καὶ παντὸς κινδύνου. Καὶ τὸ ἐπέτυχον. Εἰς τὸ μέγαρον τοῦτο εἶχε καὶ ἔχει τὴν κατοικίαν του, ὡς καὶ τὸ δικηγορικόν του γραφεῖον, καὶ ὁ τέως πληρεξούσιος κ. Γ. Κιαγιᾶς. Μέχρι τοῦ 1924 ἐλυμαίνοντο τὴν Ἤπειρον περὶ τὰς δέκα συμμορίας. Τὸν Μάϊον ἢ Ἰούνιον τοῦ 1926 τὸ Κράτος μὴ δυνάμενον ἢ μὴ ἐνδιαφερόμενον νὰ καταβάλῃ τὴν λῃστείαν, ἐσυνθηκολόγησε μὲ τοὺς διαβοήτους λῃστάρχους Ρεντζαίους, ἀλλ’ ἀντὶ νὰ τοὺς ἀπελάσῃ ἐκ τῆς χώρας, ἣν κατελῄστευσαν καὶ αἱματοκύλισαν, τοὺς ἄφησεν ἐλευθέρους ἐν αὐτῇ νὰ νέμωνται τὰ ἀγαθὰ τῶν λῃστοπραξιῶν των, καὶ ἐπὶ τέλους τοὺς διώρισε λῃστοδιώκτας. Ἡ ἀμνηστεία τῶν Ρεντζαίων αὐτοὺς μὲν ἀπεθράσυνε, ὅλα δὲ τὰ ἄλλα ἄτακτα στοιχεῖα ἐνεθάρρυνεν εἰς τὸν λῃστρικὸν βίον, διότι ἐφρόνουν ὅτι θὰ ἠδύναντο νὰ μετέρχωνται τὸν λῃστὴν ἐπὶ 2–3 ἢ πλειότερα ἔτη καὶ ἔπειτα νὰ ζητήσουν ἀμνηστείαν διὰ τῆς μεθόδου τῆς δολοφονίας συναδέλφων των. Ἔκτοτε πολλαὶ ἀνεφάνησαν νέαι λῃστρικαὶ συμμορίαι ἐν τῇ χώρᾳ καὶ τὴν 13ην Ἰουνίου τρέχοντος ἔτους οἱ ἀμνηστευθέντες Ρεντζαῖοι προέβησαν διὰ τρίτων εἰς τὴν τρομερὰν λῃστείαν τῆς Πέτρας, καθ’ ἣν ἐδολοφονήθησαν ὀκτὼ ἔντιμοι βιοπαλαισταὶ καὶ ἐλῃστεύθησαν 15 ἑκατομμύρια τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Ἐπηκολούθησαν ἀνακρίσεις, ἀπάνθρωποι διωγμοὶ κατ’ ἀθώων χωρικῶν ἀνερχομένων εἰς χιλιάδας καὶ συνελήφθησαν 6 ἢ 7, νομίζομεν, ἔνοχοι ὡς αὐτουργοὶ τοῦ ἐγκλήματος, ἀλλὰ μετὰ τῶν Ρεντζαίων καὶ τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ ἐγκλήματος τῆς Πέτρας Λάμπρου Στάθη, δραπετευσάντων ἀπὸ τῶν χειρῶν τῶν Ἀρχῶν καὶ φυγοδικούντων, διαφεύγουν καὶ διάφορα ἄλλα πρόσωπα, ἅτινα μετήρχοντο τὸν κατάσκοπον ἐν Ἰωαννίνοις καὶ Πρεβέζῃ κατὰ τὴν διάπραξιν τῆς φοβερᾶς ταύτης λῃστείας μετὰ ὀκτὼ θυμάτων. Παρακαλῶ τοὺς ἁρμοδίους κ. κ. Ὑπουργοὺς τῆς Συγκοινωνίας καὶ τῆς Δικαιοσύνης νὰ καταβάλουν πᾶσαν προσπάθειαν, ὡς ἐκ τῆς θέσεώς των, τὸν μὲν ὅπως ἀρχίσουν τὰ ἔργα τῆς ὁδοποιΐας ἐν Ἠπείρῳ, τὸν δὲ ὅπως καταβληθῇ πᾶν μέσον πρὸς διαλεύκανσιν τοῦ μυστηρίου τοῦ ἐγκλήματος τῆς Πέτρας καὶ καταδιωχθοῦν ἀποτελεσματικῶς οἱ δράσται αὐτοῦ, οἱ κυριώτεροι τῶν ὁποίων εἶναι οἱ Ρεντζαῖοι καὶ ὁ Λάμπρος Στάθης.
§97Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε, κύριοι βουλευταί, νὰ ἐμμείνω αὐστηρῶς ἐντὸς τοῦ θέματος τῆς ἐπερωτήσεως, διὰ νὰ μὴ χάνωμεν πολύτιμον χρόνον ἐπὶ ἀντικειμένων σοβαρῶν βεβαίως, ἀλλὰ τὰ ὁποῖα ἐξέρχονται τοῦ θέματος τῆς ἐπερωτήσεως.
§98Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. Κύριε Ὑπουργέ, δὲν ἐτελείωσεν ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐπερωτήσεων· ἂν μοὶ ἐπιτρέψητε, μὲ εὐλάβειαν θὰ σᾶς ὑπομνήσω ὅτι ὁ Ὑπουργὸς ἀπαντᾷ ἀφοῦ περατωθῇ ἡ σειρὰ τῶν ἐπερωτώντων.
§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε συνάδελφε, ὁ Ὑπουργὸς δύναται εἰς οἱανδήποτε ὥραν νὰ ὁμιλήσῃ.
§100Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Ἡ ἐπερώτησις ἀφορᾷ εἰς τὸ ζήτημα τῆς συγκοινωνίας καὶ εἶναι ἐγγεγραμμένοι ὁ κ. Γούδας καὶ ὁ κ. Χρηστοβασίλης. Ὀφείλω λοιπὸν νὰ ἀπαντήσω εἰς τοὺς ἐπερωτῶντας. Ἡ ὁδὸς Ἰωαννίνων–Ἡγουμενίτσης, περὶ τῆς ὁποίας πρόκειται, ἤρχισε νὰ κατασκευάζεται κατὰ τὸ ἔτος 1913, εἶναι δὲ ἐν συνόλῳ 100 χιλιομέτρων. Ἡ κατασκευή της ἤρχισεν ἀπὸ τὸ 6ον χιλιόμετρον τῆς ὁδοῦ Ἰωαννίνων καὶ κατεσκευάσθησαν μέχρι τοῦ 1925 περίπου 27.800 μέτρα πρὸς Παλιοῦρι, κατεσκευάσθησαν δὲ ἕτερα 8 χιλιόμετρα ἀπὸ τῆς Ἡγουμενίτσης καὶ ἐντεῦθεν. Προσετέθησαν δὲ κατὰ τὸ 1925 ἄλλα 7 χιλιόμετρα καὶ πλέον ἀπὸ Παλιοῦρι, μένουν ἀκόμη 50 χιλιόμετρα περίπου, περὶ τῶν ὁποίων δὲν ἔγινε καμμία μελέτη. Λέγω περίπου, διότι πιθανὸν ἡ μελέτη νὰ δώσῃ περισσότερα. Τὸ ὑπόλοιπον, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ κατασκευασθῇ ἤτοι 50 χιλιομέτρων, θὰ στοιχίσῃ περίπου περὶ τὰ 25.000.000 δραχμῶν. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ τμῆμα τῶν 7 χιλιομέτρων, τὸ ὁποῖον τώρα κατασκευάζεται, δι’ αὐτὸ τὸ τμῆμα ἐδόθη πίστωσις ἐκ δραχμῶν 2.000.000 εἰς τὸν Γενικὸν Διοικητὴν τῆς Ἠπείρου διὰ τὰς ἐργασίας τοῦ ἔτους 1925–1926, ἐκ τοῦ ποσοῦ δὲ αὐτοῦ ὁ Γενικὸς Διοικητὴς τῆς Ἠπείρου δὲν ἐξώδευσε τίποτε ἀπολύτως. Ἀγνοῶ διατί.
§101ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὥστε παραμένει ἡ πίστωσις αὐτή;
§102Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Δὲν παραμένει, διότι εἰσήλθομεν εἰς ἄλλην χρῆσιν. Ἑπομένως τὸ Ὑπουργεῖον, μὴ δυνάμενον νὰ χρησιμοποιήσῃ τὴν πίστωσιν, προέβη εἰς μίαν σύμβασιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμε τὸ Ὑπουργεῖον ἀπ’ εὐθείας μὲ τὴν Ἑταιρείαν Διαμαντοπούλου ἐπὶ ποσοῦ 1.800.000 δι’ αὐτὰ τὰ 7 χιλιόμετρα ἀπὸ Παλιοῦρι πρὸς Ἡγουμενίτσαν. Ἀλλὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ἐπενέβη τότε καὶ καθώρισεν ὅπως κατὰ τὸ 1925–26 δαπανηθῇ ἓν ποσὸν ἐκ 300.000 δραχ., κατὰ τὸ 1926–27 ποσὸν 500.000 δραχμῶν καὶ κατὰ τὸ 1927–1928 ποσὸν 1.000.000 δραχμῶν. Τὸ ποσὸν τῶν 300.000 δραχμῶν ἐδαπανήθη. Ἀπὸ τὸ 1926–1927 τὸ ποσὸν τῶν 500.000 δραχμῶν ἐδαπανήθη ἐπίσης καὶ εὑρισκόμεθα πλέον εἰς τὸ ποσὸν τοῦ ἑνὸς ἑκατομμυρίου δραχμῶν. Δὲν ἔχομεν δικαίωμα πλέον κατόπιν τῆς ἀρχικῆς ἀποφάσεως καὶ διὰ τὴν συνέχειαν τῶν ἐργασιῶν ἐζητήθη μία συμπληρωματικὴ πίστωσις, περὶ τῆς ὁποίας θὰ μᾶς ἀπαντήσῃ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν. Ἐζητήθη ἐπίσης νὰ ἐκθέσω τὴν κατάστασιν τῶν ἐργασιῶν ἐπὶ τοῦ μέρους τῶν 7 χιλιομέτρων. Ἡ ὁδὸς ἔχει χαραχθῆ καθ’ ὅλον τὸ μῆκος. Κατεσκευάσθησαν τὰ θεμέλια καὶ ὑψώθησαν, πρόκειται τώρα νὰ γίνουν αἱ λιθοδομαὶ καὶ ἡ κατασκευὴ τῶν ἐπιστρωμάτων καθὼς καὶ ἡ σκιρρόστρωσις. Ὅσον ἀφορᾷ διὰ τὰς ὁδοὺς Ἡγουμενίτσης–Παραμυθίας —Φιλιατῶν, αὗται δὲν ἀποπερατώθησαν ἐλλείψει πιστώσεων. Ταῦτα εἶναι συντόμως εἰς ὅ τι ἀφορᾷ τὴν ἐπερώτησιν, τὴν ὁποίαν μοὶ ἐκάματε. Θέλω τώρα νὰ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν γενικώτερον ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῶν συγκοινωνιῶν.
§103Ι. ΒΑΛΑΛΑΣ. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε, ἐπειδὴ ἐχρημάτισα καὶ ἐγὼ Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας, νὰ προσθέσω εἰς ὅσα εἴπετε καὶ τὸ ὅτι ἐπὶ τῆς ὑπουργίας μου εἶχε γίνει μία σοβαρὰ προσπάθεια ἵνα καταρτισθῇ σύμβασις μετὰ τεγνικῆς Ἑταιρείας, ὅπως ἀναλάβῃ τὴν κατασκευὴν τῆς ὁδοῦ Ἡγουμενίτσης —Ἰωαννίνων. Οἱ κ. κ. πληρεξούσιοι τότε παρηκολούθουν τὸ ζήτημα καὶ γνωρίζουν ὅτι δὲν κατέστη δυνατὸν νὰ εὑρεθῇ Ἑταιρεία νὰ δεχθῇ ἀντὶ λογικῆς τιμῆς νὰ ἀναλάβῃ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ ἔργου. Δὲν σᾶς ἀποκρύπτω ὅτι εἶχα φθάσει μέχρι τοῦ σημείου νὰ σιγήσω ὅπως δεχθῇ τὸ Συμβούλιον τῶν Δημοσίων Ἔργων καὶ κάτι τι περισσότερον ἀπὸ τὰς τιμὰς παντὸς ἄλλου ὁμοίου ἔργου, ἵνα καταλήξωμεν εἰς τὴν σύναψιν συμβάσεως. Δυστυχῶς δὲν κατωρθώθη νὰ εὕρωμεν τιμάς, αἱ ὁποῖαι θὰ ἦτο ἐπιτετραμμένον νὰ γίνωσι δεκταὶ ἀπὸ τὸ Συμβούλιον τῶν Δημοσίων Ἔργων. Βεβαίως ὅταν δὲν γίνεται ἓν ἔργον, καμμία δικαιολογία δὲν ἀκούεται εὐχαρίστως, ἀλλ’ ἤθελον νὰ εἴπω ὅτι ἔγιναν πολλαὶ προσπάθειαι διὰ τὴν κατασκευὴν τῆς ὁδοῦ αὐτῆς καὶ ἂν δὲν ἔχομεν καταλήξει, δι’ οὓς λόγους σᾶς ἀνέφερα, ἀπεδείχθη ὅμως ἀναμφισβητήτως καλὴ θέλησις ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως.
§104Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Παρακαλῶ νὰ προσθέσω ὀλίγας λέξεις. Βεβαίως καθὼς εἶπεν ὁ κ. συνάδελφος ἐξ Ἰωαννίνων δὲν φέρω τὴν εὐθύνην διὰ τὸ παρελθὸν ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῆς συγκοινωνίας, ἀλλ’ ἀναλαμβάνω ἀπὸ τῆς στιγμῆς ταύτης ὄχι τὴν εὐθύνην διὰ τὸ παρελθὸν ἀλλὰ τὸ βάρος ὁλόκληρον ἐπὶ τῶν ὤμων μου, ἀλλὰ καὶ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ πράξω πᾶν ὅ,τι δύναμαι ὅπως διορθώσω,—ἂν μοὶ ἐπιτρέπεται ἡ λέξις—τὰς ἁμαρτίας τοῦ παρελθόντος. Ἡ συγκοινωνία εἰς τὴν Ἑλλάδα, ὄχι μόνον εἰς τὴν Ἤπειρον, εἶναι εἰς ἐλεεινὴν κατάστασιν....
§105Μ. ΓΟΥΔΑΣ. Οὐδαμοῦ εἶναι ὡς ἐν Ἠπείρῳ.
§106Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Δύναμαι νὰ σᾶς ἀναφέρω ἐπαρχίας, αἱ ὁποῖαι, καίτοι δὲν ἀπηλευθερώθησαν ἀπὸ τοῦ 1913 ἀλλ’ ἀπὸ τοῦ 1830 καὶ αἱ ὁποῖαι εὑρίσκονται εἰς ἀρχέγονον κατάστασιν ἀπὸ ἀπόψεως συγκοινωνίας. Σᾶς ἀναφέρω τὴν Εὐρυτανίαν, τὴν Αἰτωλίαν καὶ Ἀκαρνανίαν καὶ ἄλλας πολλὰς ἐπαρχίας διὰ νὰ μὴ ἀναφέρω μίαν πρὸς μίαν καὶ θεωρηθῇ ὅτι προτιμῶ τὴν μίαν ἢ τὴν ἄλλην. Ἑπομένως τὸ ζήτημα τοῦτο δὲν δύναται νὰ λυθῇ εἰδικῶς δι’ ἑκάστην ἐπαρχίαν. Δὲν δύναται νὰ λυθῇ παρὰ γενικῶς δι’ ὅλην τὴν Ἑλλάδα. Θὰ ἐπιτραπῇ εἰς ἐμέ, ὁ ὁποῖος εἶμαι ἐκ τῶν τελευταίως εἰσελθόντων εἰς τὸ Κοινοβούλιον, νὰ σᾶς εἴπω κάτι τι χωρὶς νὰ θεωρηθῇ ὅτι εἶναι παρατήρησις ἢ ὅτι εἶναι μομφὴ διὰ τὰς προηγουμένας Κυβερνήσεις. Θὰ εἴπω μίαν ἀλήθειαν. Ἡ Ἑλλὰς μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης δὲν ἔσχε συγκοινωνιακὴν πολιτικήν. Αὐτὸ εἶναι μία ἀλήθεια. Κατασκευάζονται δρόμοι κατὰ τὴν ἑκάστοτε θέλησιν τοῦ Ὑπουργοῦ καὶ κατὰ τὴν ἐπιθυμίαν τῶν μελῶν τῆς Βουλῆς. Διὰ τοῦτο βλέπομεν ἐπαρχίας, εἰς τὰς ὁποίας ὑπάρχει ἓν σύμπλεγμα ὁδῶν πολὺ ἀνεπτυγμένων καὶ αἱ ὁποῖαι δὲν ἔχουσιν ἀνάγκην συμπλέγματος ὁδῶν, ἄλλας πάλιν ἐπαρχίας, εἰς τὰς ὁποίας δὲν ὑπάρχουν οὔτε αἱ ἀπαραίτητοι ὁδοί, ἴσως διότι οἱ ἀντιπρόσωποι ἐπαρχιῶν τινῶν κατώρθωνον ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον δὲν κατώρθωνον οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν ἄλλων ἐπαρχιῶν. Ἂν πρόκειται νὰ ἐξακολουθήσωμεν μὲ τὸ αὐτὸ σύστημα ἐργαζόμενοι, δύναμαι νὰ σᾶς εἴπω ὅτι δὲν θὰ πράξωμεν ἀπολύτως τίποτε, παρ’ ὅλα τὰ ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξοδεύσωμεν. Ἔχομεν ἑπομένως ἀνάγκην νὰ κάμωμεν μίαν συγκοινωνιακὴν πολιτικήν, νὰ καθορίσωμεν τί θέλομεν διὰ τῶν συγκοινωνιῶν μας νὰ ἐπιτύχωμεν ἐν πνεύματι δικαιοσύνης πρὸς ὅλας τὰς ἐπαρχίας. Διὰ τοῦτο δὲν εἶναι ζήτημα τὸ ὁποῖον δύναται νὰ λυθῇ διὰ τῆς προσθήκης κονδυλίων εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν ὑπὲρ τοῦ ἑνὸς νομοῦ ἢ ὑπὲρ τοῦ ἄλλου, παρὰ δι’ ἑνὸς γενικωτέρου μέτρου. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ μὴ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν σήμερον ἐπ’ αὐτοῦ, ἀλλὰ μετά τινα χρόνον, ὁπότε θὰ σᾶς ἀπασχολήσω εἰδικῶς ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου. Τὸ μόνον τὸ ὁποῖον δύναμαι νὰ εἴπω ἀπόψε εἶναι τὸ ἑξῆς· ὅτι, ὅ,τι εἶναι ἐπεῖγον καὶ πρόκειται νὰ συντελέσῃ εἰς τὸ νὰ μὴ συμβαίνουν αὐτὰ τὰ ἄτοπα, θὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν τοῦτο ἐκ τοῦ προχείρου, ἀλλὰ μὴ ζητήσωμεν νὰ λάβωμεν μέτρα ριζικά. Διὰ τὴν ἀποπεράτωσιν, λόγου χάριν, τῆς ὁδοῦ Ἰωαννίνων–Ἡγουμενίτσης θὰ χρειασθοῦν 25.000,000 καὶ εἶναι ζήτημα, ἂν τὸ Ταμεῖον αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἔχει τὸ ποσὸν αὐτό.
§107Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Κύριε συνάδελφε ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας, ἤθελα νὰ σᾶς εἴπω χάριν τῆς ἱστορίας δύο λέξεις, διότι φαίνεται ὅτι ἡ ὑπηρεσία σας δὲν σᾶς διεφώτισεν, εἶσθε φυσικὰ ἀπολύτως δικαιολογημένος ἐπειδὴ ὀλίγον χρόνον ἔχετε ἀπὸ τῆς ἀναλήψεως τοῦ Ὑπουργείου τῆς Συγκοινωνίας. Εἶναι ἀπολύτως ἀληθὲς τοῦτο, τὸ ὁποῖον εἴπετε, ὅτι εἰς τὸ παρελθὸν ἐγένετο ἀτάκτως ἡ κατασκευὴ τῶν διαφόρων ἔργων τῆς συγκοινωνίας καὶ ἀναλόγως τῶν πολιτικῶν ἐπιρροῶν. Εἰς τὰ 1917 ἐψηφίσθη εἷς νόμος, ὁ ὁποῖος καθώρισε γενικὸν συγκοινωνιακὸν πρόγραμμα, ὅπως λείψουν τὰ ἄτοπα τοῦ παρελθόντος. Καθώρισε δὲ ὁ νόμος αὐτὸς τὰς ἀρτηριακὰς ὁδούς, τῶν ὁποίων ἡ κατασκευὴ πρέπει νὰ προηγηθῇ, ὥρισε προσέτι ὡρισμένον ποσόν, τὸ ὁποῖον θὰ ἔπρεπε νὰ διατίθεται κατ’ ἔτος δι’ ὅλους τοὺς νομοὺς τοῦ Κράτους, ὑπὸ τὸν ὅρον τὸ μὴ χρησιμοποιούμενον ἓν ἔτος ποσὸν διά τινα νομὸν νὰ κατατίθεται εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν πρὸς χρησιμοποίησιν κατὰ τὸ ἑπόμενον ἔτος. Δηλαδὴ ἵδρυσεν ἰδιαίτερον ταμεῖον δι’ ἕκαστον νομὸν ἀναλόγως τῶν συγκοινωνιακῶν ἀναγκῶν ἑκάστου. Ἐπὶ παραδείγματι εἰς τὸν νομὸν Κεφαλληνίας ἦταν ἐλάχιστα τὰ διατεθέντα ποσά, διότι ἔχει ἀνεπτυγμένον δίκτυον συγκοινωνίας, εἰς τὸν νομὸν Ἰωαννίνων ἀντιθέτως ἦταν μεγαλύτερα τὰ διατεθέντα ποσά, διότι εἶναι καθυστερημένη ἐκεῖ ἡ συγκοινωνία, ἐπίσης καὶ εἰς τὸν νομὸν Εὐρυτανίας. Θὰ παρεκάλουν ἑπομένως τὸν κ. ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας συνάδελφον νὰ καλέσῃ τὴν ὑπηρεσίαν του νὰ τῷ προσκομίσῃ τὰ στοιχεῖα καὶ τὰ ἀποτελέσματα τοῦ νόμου, ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ τὸν Καταστατικὸν Χάρτην τῆς πολιτικῆς μας ἐν σχέσει πρὸς τὴν ὁδοποιΐαν καὶ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτοῦ νὰ ρυθμίσῃ τὴν ἐνέργειάν του.
§108Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Ὅταν εἶπον ὅτι τὸ Κράτος δὲν εἶχε μέχρι τοῦδε συγκοινωνιακὴν πολιτικήν, δὲν ἐνόουν ὅτι δὲν ἐγένοντο μελέται ἢ σχέδια ἢ καὶ νόμοι ἀναφερόμενοι εἰς γενικωτέραν τοιαύτην πολιτικήν. Δύναμαι μάλιστα νὰ σᾶς ἀναφέρω ὅτι ἐπὶ Χαριλάου Τρικούπη ὁ κ. Γκοτλάν, μέλος τῆς τότε Γαλλικῆς ἀποστολῆς, ἥτις ἐκλήθη ἐπίτηδες εἰς τὴν Ἑλλάδα ὅπως ὀργανώσῃ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν Δημ. Ἔργων, κατήρτισε μελέτην συγκοινωνιακῆς πολιτικῆς, ἥτις καὶ ἐνεκρίθη. Καὶ ἄλλοι κατόπιν καὶ τελευταῖον ὁ κ. Παπαναστασίου εἰργάσθησαν ἐπίσης ὥστε μελέται ὑπάρχουσιν, ὡς καὶ νόμοι σχετικοί, ἀλλὰ πολιτικὴ συγκοινωνιακὴ ὡρισμένη, κοινῶς παραδεκτή, ἐφαρμοζομένη, δὲν ὑπάρχει. Πολιτικὴ σταθερά, συστηματική, μεθοδική, μὴ δυναμένη νὰ μεταβληθῇ κατὰ τὸ δοκοῦν ὑπὸ τῶν ἀλληλοδιαδεχομένων Κυβερνήσεων. Τοῦτο ἀκριβῶς θὰ ἐπιχειρήσωμεν τώρα καὶ ἐλπίζομεν νὰ τύχωμεν τῆς συνδρομῆς τῆς Βουλῆς. Προσθέτω τώρα ὀλίγας λέξεις. Δὲν πρέπει νὰ νομισθῇ ὅτι θὰ προτιμηθῶσι χρονικῶς αἱ μεγάλαι ἀρτηρίαι, παραμελουμένων τῶν διακλαδώσεων τῶν μικρῶν κέντρων. Τοὐναντίον πρέπει νὰ συγχρονισθῶσιν αἱ ἐργασίαι τῶν συγκοινωνιῶν τῶν μικρῶν κέντρων πρὸς τὰς μεγάλας ἀρτηρίας. Διότι, ἂν αἱ τελευταῖαι συνδέουσαι μεγάλα κέντρα θὰ ἐξυπηρετήσωσι σκοποὺς οἰκονομικοὺς πολὺ σπουδαιοτέρους τῶν σκοπῶν τῶν συγκοινωνιῶν τῶν μικρῶν κέντρων, αὗται, αἱ τῶν μικρῶν κέντρων, θὰ ἐξυπηρετήσωσι σκοποὺς ἐκπολιτιστικούς, οἱ ὁποῖοι οὐδόλως δύνανται νὰ τεθῶσιν ἐν ὑστέρᾳ μοίρᾳ.
§109ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Μπότσαρης ἔχει τὸν λόγον.
§110Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. Ἀποτεινόμενος πρὸς τὸν διακεκριμένον Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας δὲν αἰσθάνομαι οὐδεμίαν δυσκολίαν, δεδομένου ὅτι θίγει τὰς μεγάλας γραμμάς, ἀνάγων τὰς σκέψεις αὑτοῦ εἰς τὸ εὐρὺ ἐκεῖνο πολιτικὸν ὕψος, εἰς τὸ ὁποῖον καὶ μόνον εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιδιώξῃ τις τὴν ἐξυπηρέτησιν τόσῳ μεγάλου σκοποῦ. Ἀντιστρέφω δὲ τὸν λόγον ἵνα συμπαραδεχθῶ μετὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Συγκοινωνίας ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἐστερεῖτο καὶ στερεῖται συγκοινωνιακῆς πολιτικῆς. Δὲν εἶναι παράδοξον τὸ φαινόμενον εἰς ἕνα τόπον, τὸν ὁποῖον διέκρινε πανταχοῦ καὶ πάντοτε ὁ ἐμπειρισμὸς εἰς τὴν κρατικὴν αὑτοῦ ἐμφάνισιν εἰς οἱονδήποτε κλάδον. Πᾶσαι αἱ ἐμφανίσεις ὅμως αἱ κρατικαί, πλὴν συγκεκριμένων περιπτώσεων, ἔχουν ἐξαιρέσεις γνωριζομένας μόνον ἀπὸ τὴν πρωτοβουλίαν μεμονωμένων στοιχείων καὶ αἱ ἐμφανίσεις αὗται παρηκολούθησαν τὸ μικρὸν ἢ μέγα ἀνάστημα τῶν ἑκάστοτε κρατικῶν προσώπων. Ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνεύρῃ τις ὡρισμένα μειονεκτήματα εἴτε εἰς τὰ ἄτομα, τὰ ὁποῖα ἐχειρίσθησαν τὰς ἐξουσίας, εἴτε εἰς τὰς Κυβερνήσεις, αἱ ὁποῖαι διεδέχθησαν ἀλλήλας. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῆς συγκοινωνιακῆς πολιτικῆς, ἵνα ἓν Κράτος ἀποκτήσῃ τοιαύτην πολιτικήν, ἐκ τῆς ὁποίας ἐξαρτᾶται κατὰ τὸ μέγιστον μέρος ἡ ἐθνικὴ αὐτοῦ οἰκονομία, ἔχομεν ἀνάγκην κρατικῆς εὐσταθείας, πολιτικῆς μονιμότητος καὶ μακρᾶς παραμονῆς τῶν Κυβερνήσεων εἰς τὴν Ἀρχήν. Εἶναι γνωστὸν τὸ φαινόμενον ὅτι, ἀφ’ ὅτου ἡ Ἑλλὰς ἀνεπτύχθη εἰς Κράτος, ἔχον πάσας τὰς ἀνάγκας συγχρόνου Κράτους πολιτισμένου, οὐδέποτε παρουσιάσθησαν ἡμῖν οὐδὲ πολιτικὴ μονιμότης, οὐδὲ κυβερνητικὴ εὐστάθεια. Καὶ ἐπειδὴ ἀλληλοδιαδόχως ἔλαβον τὸν λόγον οἱ κατὰ καιροὺς διατελέσαντες Ὑπουργοὶ τῆς Συγκοινωνίας, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ δηλώσωμεν διὰ βραχέων ὅτι καὶ κατὰ τὸ βραχύτατον διάστημα τῆς ἀπὸ τῆς Ἀρχῆς παρόδου ἡμῶν, ἠθελήσαμεν νὰ χαράξωμεν συγκοινωνιακὴν πολιτικὴν εὔρυθμον, περιλαμβάνουσαν ἅπασαν τὴν Ἑλλάδα ἄνευ προτιμήσεων καὶ μεροληψιῶν ἐπαρχιακῶν, ἀτενίζοντες πρὸς τὰς ἀνάγκας τόσον τοῦ ἐμπορίου, ὅσον τῆς γεωργίας, ὅσον τῆς βιομηχανίας, ὅσον τοῦ ἐκπολιτισμοῦ τῶν κατοίκων, ὅσον τῶν στρατιωτικῶν ἀναγκῶν τῆς Χώρας, ὅσον τῶν ἀναγκῶν τοῦ συνδέσμου τῆς Ἑλλάδος μετὰ τῶν γειτονικῶν περιοχῶν. Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ δηλώσω ὅτι εἰς τὰς γενικὰς γραμμὰς δὲν συμφωνῶ, κύριοι, οὐδὲ πρὸς τὴν ἐμπειρικὴν βάσιν, τὴν ὁποίαν παρὰ τὴν εὐγενῆ προσπάθειαν περιέχει ὁ νόμος, περὶ τοῦ ὁποίου ὡμίλησεν πρὸ ὀλίγου ὁ προκάτοχος εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Συγκοινωνίας κ. Παπαναστασίου. Ὁ νόμος αὐτός, κύριοι, ἐστηρίζετο ἐπίσης ἐπὶ ἐμπειρικῶν δεδομένων. Ὁμιλεῖ περὶ ὁδῶν συνδεουσῶν πρωτευούσας νομῶν. Πλὴν ἄλλων περιορίζει τοὺς νησιωτικοὺς νομοὺς εἰς τὸ δικαίωμα μιᾶς καὶ μόνης ὁδοῦ, ἡ ὁποία ὑπηρετεῖ τὴν πρωτεύουσαν τοῦ νομοῦ, τὴν μικρὰν Σῦρον π. χ. δι’ ὁλόκληρον τὸν νομὸν Κυκλάδων. Ὑποχρεοῖ τὸ Κράτος εἰς τὴν εὐγενῆ σκέψιν νὰ συνδέσῃ τοὺς ἀρχαιολογικοὺς τόπους μετὰ πρωτευουσῶν νομῶν, συνδέει ἀφ’ ἑτέρου λιμένας μετὰ συνοριακῶν σπουδαίων σημείων. Ἀλλ’ εἰς τοὺς γενικοὺς τούτους κανόνας, κύριοι, ἀναγνωρίζω ὅτι ἐπέβαλε τοὺς καταρτίσαντας τὸν νόμον ἡ ἀνάγκη νὰ θέσωσι κανόνας τινάς. Ὅσον ἀφορᾷ τὰς εἰς τὸ μέλλον ἀξιώσεις τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ λαοῦ ὀφείλομεν νὰ ὁμολογήσωμεν ὅτι διὰ τοῦ ἐμπειρικοῦ τούτου τρόπου δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξυπηρετηθῇ πλήρως οὐδὲ ὁ πρῶτος ἐκπολιτιστικὸς σκοπός, τὸν ὁποῖον ἔθιξεν ἐν τῷ λόγῳ του ὁ προλαλήσας ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας, οὐδὲ αἱ γενικώτεραι στρατιωτικαὶ καὶ ἐμπορικαὶ ἀνάγκαι. Κύριοι, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ περιορίσω τὸν λόγον μου, ἵνα μὴ μακρηγορῶ. Παρακαλῶ ὅμως νὰ εὐαρεστηθῇ ὁ κ. ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας Ὑπουργὸς ὅπως παραστῇ. Θὰ ἦτο δυνατόν, κ. Πρόεδρε, νὰ κληθῇ ὁ κ. Ὑπουργός, πρὸς τὸν ὁποῖον γίνεται ἡ ἐπερώτησις, ὁ κ. Μεταξᾶς;
§111Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Συνεχίσατε, κ. συνάδελφε.
§112Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. Διότι εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ θέλῃ νὰ ἐπέμβῃ ἐπὶ τῆς ὁμιλίας. Ἄλλως τε εἶναι γνωστὸν ὅτι ἐπερώτησις δὲν γίνεται πρὸς ἀπόντα Ὑπουργόν. (Προσέρχεται ὁ Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας κ. Μεταξᾶς). Εἶμαι ὑποχρεωμένος, κύριοι συνάδελφοι, διὰ νὰ συντομεύσω, νὰ περιορίσω τὸν λόγον μου ἐπὶ τῶν ἀφορώντων τὴν Ἤπειρον ζητημάτων. Καὶ ἵνα ἐξαρθῶ εἰς τὸ προσῆκον ὕψος, ἐπὶ τῶν ἀναγκῶν αἱ ὁποῖαι ἐπιβάλλουν εἰς τὴν Ἤπειρον νὰ ἀξιώσῃ πρὸ πάσης ἄλλης ἐξυπηρετήσεως παρὰ τοῦ Κράτους τὴν ὕπαρξιν σταθερᾶς καὶ ἀκάμπτου δι’ αὐτὴν συγκοινωνιακῆς πολιτικῆς, εἶμαι, λέγω, ὑποχρεωμένος νὰ σκιαγραφήσω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὸ θλιβερὸν θέαμα, εἰς τὸ ὁποῖον ἐξελίσσεται ἡ Ἠπειρωτικὴ τραγῳδία. Κύριοι, συνάδελφοι, ἡ ἐποχὴ κατὰ τὴν ὁποίαν ἐσήμανεν ἡ αὐγὴ τῆς ἐλευθερίας εἰς τὴν Ἤπειρον ἐπέφερε πλήρη μεταβολὴν καὶ δυστυχῶς καταποντισμὸν τῶν οἰκονομικῶν συνθηκῶν, ὑπὸ τὰς ὁποίας διαβιοῖ ἡ ἰδιαιτέρα μου πατρίς, τὰ Ἰωάννινα, πρωτεύουσα ὁλοκλήρου Κράτους πρὸ ἑνὸς αἰῶνος, περιωρισθεῖσα κατὰ τὸν μετὰ ταῦτα χρόνον εἰς πρωτεύουσαν ἑνὸς μεγάλου βιλαετίου. Ἡ ἐλευθερία ἐσήμανεν εἰς τὴν Ἤπειρον, τὴν ἀποτομὴν τοῦ βορείου καὶ πλουσιωτάτου τμήματος τῆς Χώρας εἰς ἐποχήν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἤλλασσον εἰς ὅλον τὸν κόσμον αἱ συνθῆκαι τῆς οἰκονομικῆς ἀναπτύξεως τῶν λαῶν. Ἄλλοι νόμοι καὶ νέοι κανόνες διέπουν σήμερον τὴν ἐθνικὴν οἰκονομίαν. Ἡ Ἤπειρος ἀκροτηριασθεῖσα πολιτικῶς, ἠναγκάσθη νὰ ἀναζητήσῃ ἐντὸς τοῦ πτωχοῦ σαρκίου αὐτῆς τὸ μέσον ἐκεῖνο, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ ἠδύνατο νὰ ἀτενίσῃ πρὸς πολλαπλᾶς αὐτῆς ἀνάγκας. Καὶ ἀπευθύνομαι πρὸς τὸ στρατιωτικὸν παρελθόν, πρὸς τὸν καταρτισμόν του ὡς μηχανικοῦ, πρὸς τὴν εὐρεῖαν ἀντίληψιν τοῦ κ. ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας Ὑπουργοῦ, ἵνα παρακαλέσω αὐτὸν νὰ σκεφθῇ ὅτι, προτοῦ ἀποφασίσῃ τὴν ἐγκαινίασιν μιᾶς εὐρείας συγκοινωνιακῆς πολιτικῆς διὰ τὴν Χώραν ἡμῶν, εἶναι ἀνάγκη νὰ σκεφθῇ ὅτι ὑπάρχουν περιοχαὶ εἰς τὴν Ἤπειρον, αἵτινες, ἂν συνεχισθῇ ἡ τραγικὴ ἐγκατάλειψις αὐτῶν ἐκ μέρους τῆς Μητρὸς Πατρίδος, δὲν θὰ εὑρίσκωνται πλέον ἐν τῇ ζωῇ καθ’ ἣν ἐποχὴν θὰ καταστῇ δυνατὴ ἡ λῆψις ὑπὲρ αὐτῶν τῶν ἀναγκαίων μέτρων. Κύριοι, ἡ παροῦσα Βουλή, ἂν συνεχισθῇ ἡ αὐτὴ τακτικὴ τοῦ Κράτους ἀπέναντι τῆς Ἠπείρου, θὰ παραστῇ εἰς τὸν θάνατον τῆς Ἠπείρου. Τὰ μετὰ ταῦτα μέτρα θὰ ἠδύναντο νὰ ἐξυπηρετήσωσι στρατιωτικοὺς ἢ ἄλλους σκοπούς, ἢ σκοποὺς διαμετακομιστικοῦ ἐμπορίου, δὲν θὰ ἠδύναντο ὅμως νὰ ἀναστηλώσωσι τὴν ἐκλιποῦσαν ζωὴν τῆς Ἠπείρου. Καὶ πρὶν ἢ σκεφθῶμεν περὶ τοῦ τρόπου, κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ δημιουργήσωμεν νέας ὁδοὺς συγκοινωνίας τῆς Ἠπειρωτικῆς πρωτευούσης μετὰ τοῦ λιμένος Ἡγουμενίτσης, πρὶν ἢ σκεφθῶμεν ὅτι ὄντως ὑπάρχουν ἠδικημέναι ἐπαρχίαι, ὡς ὁ προλαλήσας προσφιλὴς συνάδελφος ἀνέπτυξεν, ὀφείλομεν νὰ ἀναλογισθῶμεν ὅτι διὰ τῆς Ἠπείρου μοιραίως ὀφείλουν νὰ ὁδηγήσουν ὅλαι αἱ ὁδοί, αἵτινες θὰ φέρωσι πρὸς τὰ δυτικὰ Ἑλληνικὰ παράλια καὶ δι’ αὐτῶν πρὸς τὸν δυτικὸν πολιτισμὸν τῆς Εὐρώπης τὸν πλοῦτον τῆς Βορείου Ἑλλάδος. Διὰ νὰ ζήσῃ, κύριοι, ἡ Ἤπειρος δὲν ἀρκεῖ νὰ δημιουργήσωμεν ἕνα νέον λιμένα, τὸν λιμένα τῆς Ἡγουμενίτσης. Μολονότι ἐπιτοπίως ἀπὸ μακρῶν ἐτῶν μελετήσας τὰ ζητήματα, αἰσθάνομαι βαθεῖαν πίστιν ἐπὶ τὸ μέλλον τῆς περιοχῆς ἐκείνης, ἐπὶ τὴν οἰκονομικὴν εὐεξίαν, εἰς τὴν ὁποίαν τοπικῶς θὰ εἰσέλθῃ, ὀφείλομεν ὅμως νὰ σκεφθῶμεν πρὸ παντὸς ὅτι παρίσταται ἀνάγκη λήψεως συντόνων μέτρων, ἵνα διὰ μέσου τῶν Ἰωαννίνων διοχετευθῇ πρὸς τὴν θάλασσαν ὁ φυσικὸς πλοῦτος τῆς ἀσφυκτιώσης Δυτικῆς Μακεδονίας, τῆς οὐδεμίαν διέξοδον σήμερον ἐχούσης. Ἂν ἐπιθυμῇ ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀτενίσῃ πρὸς εὐρεῖαν λύσιν τοῦ προβλήματος τούτου, ὀφείλει νὰ σκεφθῇ καὶ ἐμπορικῶς καὶ στρατιωτικῶς καὶ ἐκπολιτιστικῶς καὶ ἀγροτικῶς περὶ τῆς συνδέσεως τῆς Θεσσαλίας καὶ τῆς Δυτικῆς Μακεδονίας μετὰ τῆς Ἠπείρου. Ταύτης τῆς ἀρχικῆς συνθήκης τιθεμένης εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναζητήσωμεν εἰς τὴν ὁδὸν Ἰωαννίνων– Ἡγουμενίτσης τὴν εὐόδωσιν ἔργων ἐπωφελῶν. Εὐτυχῶς τοῦτο θὰ γίνῃ, ἂν καταστῇ δυνατὴ ἡ συντέλεσις τῶν τριῶν ὁδῶν. Ἡγουμενίτσης–Καλαμπάκας–Ἰωαννίνων, Ἰωαννίνων–Ζαγορίου–Γρεβενῶν, Ἀνασηλίτσης–Κονίτσης. Ὅταν ὁ πλοῦτος, ὁ ἀσφυκτιῶν, σᾶς εἶπον, ἐν τῇ ἀπομεμονωμένῃ Δυτικῇ Μακεδονίᾳ θὰ εὕρῃ τὴν φυσικὴν αὐτῆς πρὸς Εὐρώπην διέξοδον, τότε θὰ ἀποκτήσῃ τὴν πραγματικὴν ἀξίαν ἡ ὁδὸς Ἰωαννίνων–Ἡγουμενίτσης. Καὶ ἤκουσα μετὰ παρηγορίας τοὺς ἐνθαρρυντικοὺς λόγους τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Συγκοινωνίας, δοκιμάσας πρὸ αὐτοῦ τὰ σκληρὰ βάρη τοῦ Ὑπουργείου τούτου, τοῦ ὁποίου ἡ ἀποστολὴ εἶναι μὲν εὐγενής, ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ ἐκπληρωθῇ εὐχερῶς εἰς μικρὰ Κράτη ὡς ἡ Ἑλλάς, ἥτις δὲν δύναται νὰ ἀφιερώνῃ ἐκ τοῦ Προϋπολογισμοῦ της κονδύλια διὰ τὰ παραγωγικὰ Ὑπουργεῖα Συγκοινωνίας, Γεωργίας καὶ Ἐθνικῆς Οἰκονομίας καὶ εἰς τὸ ἄλλο, τὸ πνευματικῶς καὶ ἠθοπλαστικῶς παραγωγικὸν Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας. Λαμβάνων ὑπ’ ὄψιν ὅμως τὰς δι’ ἡμᾶς βαρείας συνθήκας, ἀναγνωρίζω πλήρως τὰς δυσχερείας, πρὸ τῶν ὁποίων ὁ κ. Ὑπουργὸς εὑρίσκεται, τὰς ἔτι μείζονας, εἰς ἃς θὰ εὑρεθῇ ἂν δὲν ἔχῃ ἀναμετρήσῃ πάντα ταῦτα μέχρι σήμερον. Ἀλλά, κύριοι, ὅσον τὸ πρόβλημα εἶναι βαρὺ ποσοτικῶς, ὀφείλομεν νὰ σκεφθῶμεν ὅτι τόσον εἶναι ἀναπότρεπτον καὶ ἐπιτακτικῆς χρείας. Ἢ νὰ ληφθοῦν τὰ μέτρα ταῦτα συντόμως ἢ νὰ ἀφήσωμεν ἡ τραγικὴ ἐπαρχία τῆς Ἠπείρου νὰ ἀποτελῇ ἀναλγησίαν ἀθεράπευτον μετά τινα ἔτη. Καὶ ἠκούσθη ὁ εὐγενὴς λόγος τῆς ἀποκεντρώσεως. Κύριοι, διὰ τὴν Ἤπειρον δὲν τὴν ἀναμένομεν, τὴν ἀξιοῦμεν. Εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατον νὰ ἀναλογισθῇ τις τὴν ζωὴν τῆς Ἠπείρου ἄνευ πλήρους αὐτοδιοικήσεως καὶ ἀποκεντρώσεως. Καὶ ἐφόσον ἐβλέπομεν, κύριοι συνάδελφοι, βραδύνουσαν τὴν ἀποκέντρωσιν, ἐσκέφθημεν ἀτομικῶς ἀπὸ μακροῦ τὴν ἵδρυσιν ἐν Ἠπείρῳ ἑνὸς ἐγχωρίου ὀργανισμοῦ, τοῦ Ταμείου τῶν Δημοσίων Ἔργων. Κατ’ ἀρχὰς ἔτυχε εὐμενοῦς ὑποδοχῆς ἐκ μέρους τῆς δικτατορικῆς Κυβερνήσεως· σύμπας ὁ λαὸς ἐδέχθη νὰ πέσουν ἐπὶ τοῦ τραχήλου του βάρη ἐπαχθῆ. Ἀλλὰ διὰ λόγους ἀντιδράσεως, τῶν ὁποίων τὰ ἐλατήρια δὲν ἦσαν ὅσον ἔπρεπε εὐγενῆ, διὰ λόγους ἀναλγησίας, διὰ τὸν λόγον ὅτι συνεσφίχθησαν οἱ δικτατορικοὶ δεσμοί, τὸ Ταμεῖον τῶν Δημ. Ἔργων δὲν ἠδυνήθη ν’ ἀρχίσῃ λειτουργοῦν. Ἠτενίζομεν εἰς τὴν ἔναρξιν τῆς κατασκευῆς γεφυρῶν τὸ πρῶτον, διότι ὄντως ὡς ὁ πρῶτος λαλήσας πληρεξούσιος Ἠπειρώτης ἐτόνισεν, ἡ συγκοινωνία διὰ τῶν ἀτραπῶν καὶ τῶν ὀρέων τῆς Ἠπείρου ἀποτελεῖ ἐπιχείρησιν τραγικὴν καὶ ἐπαχθεστάτην. Ἀλλοίμονον εἰς ἐκεῖνον, ὅστις θὰ γνωρίσῃ τὴν περιοχὴν τοῦ Ἀχέροντος. Θὰ ἐξηγήσῃ τότε διατί ὑπὸ τῆς Ἱστορίας ἀναφέρεται ὅτι ἐκεῖ ἦσαν αἱ πύλαι τοῦ Ἅδου. Κύριοι, δὲν εἶναι ἡ ἔλλειψις χρήματος, ἡ ὁποία ἀπεστέρησε κυρίως τὴν Ἤπειρον δημοσίων ἔργων. Ἀνέφερεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας ἀριθμούς τινας ἑκατοντάδων χιλιάδων δραχμῶν· θὰ προσθέσωμεν ἡμεῖς ὅτι δὲν εἶναι τὸ ἐμπόδιον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὁ προκάτοχος Ὑπουργὸς κ. Ι. Βαλαλᾶς ἀνέπτυξε. Δὲν εἶναι οὔτε ἡ ἔλλειψις χρήματος οὔτε ἡ μὴ παρουσίασις ἐντολοδόχων. Τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Συγκοινωνίας ὑποφέρει κυρίως ἐξ ἐλλείψεως προσωπικοῦ ἐπιστημονικοῦ. Ὅταν ἡμεῖς παρελάβομεν τοῦτο, ἐπὶ πεντακοσίων ἑξήκοντα, ἂν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη, μηχανικῶν, τοὺς ὁποίους ἔπρεπε νὰ περιλαμβάνῃ ἡ ἐπετηρὶς τοῦ Ὑπουργείου ἐκείνου, εἶναι ζήτημα ἂν ὑπηρέτουν διακόσιοι τεσσαράκοντα πέντε. Ὅταν ἠθελήσαμεν νὰ ἐντείνομεν αὐστηρότερον τὸν βαρὺν ζυγόν, ὁ ὁποῖος ἐπιπίπτει ἐπὶ τῶν ὑπαλλήλων ἐκείνων εἴδομεν ὅτι ἠλαττώθη ὁ ἀριθμὸς εἰς διακοσίους τριάκοντα πέντε. Τὸ προσωπικὸν εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον λείπει καὶ ἐκτὸς τοῦ προσωπικοῦ λείπει σύστημα εὐρυτέρας καὶ γενικωτέρας μελέτης. Προσεπαθήσαμεν εἰς τὸ βραχὺ αὐτὸ διάστημα νὰ ἐμπεδώσωμεν μίαν συγκοινωνιακὴν πολιτικήν, ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον ἡ ὁδικὴ πολιτική, πρέπει νὰ εἶναι καὶ σιδηροδρομικὴ πολιτική, λιμενικὴ πολιτικὴ καὶ ἀκτοπλοϊκὴ πολιτική, ἀπαιτοῦσαι συντονισμένην συνεργασίαν τῆς Κυβερνήσεων μετὰ τῶν ἀνωτάτων Κρατικῶν ὀργανισμῶν, τῶν ἐπιτελείων τῶν δύο πολεμικῶν Ὑπουργείων καὶ τῶν ἁρμοδίων ὑπηρεσιῶν τῶν ἄλλων παραγωγικῶν Ὑπουργείων. Ἰδοὺ εἷς ἐκ τῶν βαρυτέρων ρόλων, ὅστις πρόκειται νὰ ἐπικαθήσῃ, ἀλλ’ ὀφείλει νὰ ἐπικαθήσῃ ἐπὶ τῶν ὤμων τῆς ἰσχυρᾶς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως. Κατέχει τόσην πολιτικὴν ἰσχὺν καὶ κῦρος τόσων ἐπιλέκτων μελῶν, ὥστε ἀντιστρόφως πρὸς τὴν ἰσχὺν ἐλαττοῦται πᾶσα δικαιολογία, ἂν μετὰ τι χρονικὸν διάστημα δὲν καταστῇ δυνατὴ ἡ θέσις τῆς συγκοινωνιακῆς πολιτικῆς ἐξασφαλιζούσης τὰ μέτρα πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῆς Ἠπειρωτικῆς συγκοινωνίας καὶ τῆς ἐθνικῆς ἀμύνης. Κύριοι, ἐπεζητήσαμεν ὄντως τότε καὶ ἡμεῖς τὴν λύσιν εὐρυτέρου τύπου καὶ εἰς τὸ κλυδωνιζόμενον Ἑλληνικὸν σκάφος ἐβλέπαμεν βεβαίως ὅτι δυσπιστία τις ἐπεκράτει ὡς πρὸς τὴν τοποθέτησιν ξένων κεφαλαίων, κεφαλαίων ἐπιδιωκόντων ληστρικῶς τὴν κατακύρωσιν παχυτάτων κερδῶν εἰς ἐλάχιστον χρονικὸν διάστημα. Κεφάλαια ἀποφασισμένα νὰ τοποθετηθῶσιν εἰς ἔργα σιδηροδρομικὰ καὶ ὁδικά, ἔργα δηλ. λεπτοτάτης οἰκονομικῆς ὑφῆς, προϋποθέτοντα ἐν τῇ τοποθετήσει πολιτικὴν ὁμαλότητα, Κυβέρνησιν κύρους καὶ εὐστάθειαν. Ἐπεδιώξαμεν, λέγω, τότε τὴν ἐφείλκυσιν κεφαλαίων ξένων, συνυφασμένων μὲ βιομηχανικὰς ἐπιχειρήσεις, ἤτοι ἐκμεταλλεύσεις ἠλεκτρικὰς καὶ ὑδραυλικὰς τῶν πέριξ ἐδαφῶν κλπ., εἴτε διὰ σιδηροδρομικὰς εἴτε δι’ ὁδικὰς ἐγκαταστάσεις. Καὶ ἐπεδιώξαμεν τὴν συνύφασιν τῆς ἐφελκύσεως τῶν κεφαλαίων τούτων μετὰ προσελεύσεως βιομηχανικῶν οἴκων, οἵτινες ἤθελον τοποθετήσει παρ’ ἡμῖν τὰ μεταλλικὰ εἴδη, γεφύρας καὶ τὰ λοιπά. Ἀλλὰ ὅσον ἔβλεπον οἱ τοιοῦτοι κλυδωνιζόμενον τὸ πολιτειακὸν σκάφος τῆς Ἑλλάδος ἢ ἀπήρχοντο ἢ μετέτρεπον τὰς προτάσεις αὐτῶν ἐπὶ τὸ αὐστηρότερον δι’ ἡμᾶς ὥστε ἡ παραδοχὴ νὰ ἀπετέλει ἐκ μέρους τοῦ Κράτους αὐτόχρημα ἀπεμπόλησιν τῶν Ἑλληνικῶν δικαιωμάτων καὶ τῶν Ἑλληνικῶν συμφερόντων.
§113Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Πότε ἔγιναν αὐταὶ αἱ διαπραγματεύσεις;
§114Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. Κατ’ Αὔγουστον τοῦ 1924.
§115Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Ἐκλυδωνίζετο ἀπὸ τότε;
§116Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. Ἀπὸ δώδεκα ἐτῶν. Ἐπάθαμεν ἐκ ναυτίας πρὸ τῆς ὥρας καὶ δὲν ἐβλέπομεν τὸν κλυδωνισμόν. Δὲν βλέπω τὸν λόγον νὰ χαρακτηρίσω χρονικῶς τὴν ἕναρξιν τοῦ κλυδωνισμοῦ τούτου, διότι εἶναι ὡς ἂν ἔλυον τὸ πρόβλημα τῆς πρώτης ὠοτοκίας τοῦ ὠοῦ καὶ τῆς ὄρνιθος. Κύριοι, σήμερον εἶναι πλέον καιρὸς νὰ ἀτενίσωμεν ἐπὶ τὴν ἀναζήτησιν τύπου ὑγιοῦς, τύπου χρονικοῦ μακροῦ. Μακαρίζω τὴν Κρήτην, περὶ τῆς ὁποίας ἤκουσα σχετλιαστικὰς ἐπιφωνήσεις βουλευτῶν ἐκφραζόντων τὸ ἐνδιαφέρον των. Μακαρίζω τὴν Κρήτην, ἥτις ἴσχυσε νὰ ρευστοποιήσῃ τὰς πρὸς αὐτὴν ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους, ρευστοποιήσασα ταύτας εἰς ἐπανειλημμένας περιόδους διὰ τὴν λύσιν ἐπιτακτικῶν προβλημάτων, τοῦ τε ὁδικοῦ καὶ τοῦ τηλεφωνικοῦ προβλήματος, νὰ ἀπαλλαγῇ φόρων ὡς τῶν ἀμβύκων καὶ λοιπῶν καθ’ ἣν στιγμὴν ἡμεῖς οἱ Ἠπειρῶται διὰ λόγους γενικωτέρους....
§117Β. ΜΕΪΜΑΡΑΚΗΣ. Εἰς τὴν Κρήτην πρέπει νὰ γνωρίζητε ὅτι εἰς ὡρισμένα μόνον μέρη, ἴσως εἰς τὴν ἐπαρχίαν Χανίων, νὰ ὑπάρχῃ ἕνα πλέγμα συγκοινωνίας, τὸ ὁποῖον ὁπωσδήποτε νὰ ἐξυπηρετῇ τὰς ἀνάγκας τοῦ Κρητικοῦ λαοῦ. Ἀλλὰ ὀφείλει νὰ γνωρίζῃ ἡ Βουλὴ ὅτι ἡ Κρήτη ἀπὸ ἀπόψεως συγκοινωνίας εὑρίσκεται εἰς τὴν πρωτόγονον σχεδὸν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται καὶ ἡ Ἤπειρος. Διὰ νὰ ἰδῆτε τὴν ἀπόγνωσιν τοῦ Κρητικοῦ λαοῦ αἱ κοινότητες ἐξ ἰδίας πρωτοβουλίας κατασκευάζουν δρόμους, οἱ ὁποῖοι δυστυχῶς δὲν ἔχουν τὴν τεχνικὴν αὐτοτέλειαν.
§118Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι, παρακαλῶ νὰ μὴ μὲ διακόπτετε. Ἐπέτρεψα διακοπὴν εἰς τὸν κ. Μεϊμαράκην, διότι ὄντως τὸν λόγον ἔστρεφον πρὸς αὐτόν, διότι πρὸ ὀλίγου καθήμενος πλησίον ἤκουσα τὴν δικαίαν ἔκφρασιν ἀγανακτήσεως διὰ τὴν Κρατικὴν ἐν Κρήτῃ κατάστασιν. Θὰ ἐνθυμοῦνται οἱ ἐκ Κρήτης προερχόμενοι συνάδελφοι ὅτι ἐπεσκέφθην κατὰ τὸ βραχὺ διάστημα τῆς Ὑπουργείας μου τὴν Κρήτην καὶ ἐπέσπευσα, φθάνων μέχρι διοικητικῆς αὐθαιρεσίας, ἐπέσπευσα τὰς δημοπρασίας εἰς τρόπον ὥστε νὰ καταστῇ δυνατὴ ἡ ἕναρξις ἔργων ἐν Κρήτῃ. Ἀλλ’ ὑπῆρχεν ἐκεῖ ἡ νομικὴ βάσις. Ἡ Κρήτη ἐπέτυχε νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα αὐτὸ κατ’ ἀρχήν. Εἶναι πλέον ζήτημα ἐκτελέσεως. Ἐπέτυχε νὰ κατακυρώσῃ ὑπὲρ αὐτῆς ἑξακόσια χιλιόμετρα κατ’ ἀρχὴν πρὸ τριῶν ἐτῶν, συμπληρωματικῶς δὲ κατόπιν τινὰ χιλιόμετρα. Δὲν ἔγιναν ταῦτα εἰσέτι, θὰ γίνωσιν ὅμως κατόπιν. Ἐτέθη ὅμως ἡ ἀρχὴ καὶ ἐπὶ πέντε ἔτη ὁ Ἑλληνικὸς Προϋπολογισμὸς θὰ ἀποτίσῃ εἰς ρευστὸν χρῆμα τὸν φόρον τιμῆς, τὸν ὁποῖον ὀφείλει εἰς τὴν μεγαλόνησον. Κύριοι συνάδελφοι, περιορίζων τὸν λόγον εἰς τὸ ὑπ’ ὄψιν θέμα, ὀφείλω νὰ ἀναγνωρίσω τὰς δυσχερείας, αἱ ὁποῖαι εἰς τὴν Ἠπειρωτικὴν συγκοινωνίαν κρατοῦσιν, αἵτινες εἶναι πολλαπλάσιαι τῶν ἀλλαχοῦ, δρόμοι ὀρεινοί, σαθρότης ἐδάφους καὶ κακὴ τοποθέτησις τῶν κατῳκημένων χωρίων, καθότι οἱ Ἠπειρῶται ὡς ἀετοὶ ἄλλοτε ἦσαν ὑποχρεωμένοι νὰ τοποθετῶσιν ὑψηλὰ τὰς φωλεὰς αὐτῶν. Σήμερον πληροφοροῦμαι ἀνεπισήμως ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Συγκοινωνίας διατελεῖ εἰς διαπραγματεύσεις ἀξίας πάσης προσοχῆς μετὰ Ἑταιρείας, ἥτις δύναται νὰ βασίσῃ τὰς ἀξιώσεις της ταυτοχρόνως ἔχουσα καὶ ὅλα τὰ μέσα πρὸς τοὺς γενικωτέρους αὐτῆς ἐμπορικοὺς καὶ βιομηχανικοὺς σκοποὺς διὰ τὴν ἵδρυσιν ἔργων συγκοινωνίας. Εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξετασθῶσιν αἱ προτάσεις αὐτῆς καὶ νὰ καταλήξουν ἴσως εἰς εὐνοϊκὸν ἀποτέλεσμα. Οὐδὲν ὅμως δυνάμεθα ἀποτέλεσμα ἐκ τούτου νὰ προδικάσωμεν. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὀφείλομεν νὰ ἀξιώσωμεν παρὰ τοῦ Κράτους, εἶναι τὸ νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του τὴν Ἠπειρωτικὴν τραγῳδίαν, τὴν ὁποίαν ἀνέφερα. Ἡ Ἤπειρος εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατον νὰ ζήσῃ οὐδ’ ἐπ’ ἐλάχιστον ἄνευ συμπληρώσεως τοῦ δικτύου αὐτῆς, τοῦ συγκοινωνιακοῦ. Ἐπειδὴ ὡμίλησα διὰ τὸ βραχὺ τῆς Ὑπουργείας μου διάστημα, ἐκ τοῦ ὁποίου προεκλήθη ἡ ἐρώτησις τοῦ συναδέλφου κ. Μεϊμαράκη, ὀφείλω νὰ σᾶς εἴπω ὅτι οὐδενὸς εἴδους συγκοινωνίαν, οὔτε τηλεφωνικήν, οὔτε τηλεγραφικήν, οὔτε καμμίαν εἶχεν ἡ Ἤπειρος. Κατὰ τὸ διάστημα ἐκεῖνο εἰς ὁλόκληρον τὴν Ἤπειρον ὑπῆρχον ὀκτὼ μόνον τηλεφωνικὰ γραφεῖα, κακῶς καὶ αὐτὰ λειτουργοῦντα. Καὶ ἵνα συγκρίνωμεν πρὸς ἄλλας εὐδαίμονας Ἑλληνικὰς ἐπαρχίας, αἵτινες τὴν εὐτυχίαν αὐτῶν παραγνωρίζουσι, διότι δὲν γνωρίζουσι τὴν δυστυχίαν τῶν ἄλλων, ἀναφέρω τὸ παράδειγμα τῆς Κορινθίας. Ὑπερεκατόν—ὑπερεκατὸν τεσσαράκοντα σήμερον—τηλεφωνικὰ γραφεῖα διέθετε, καθ’ ἣν ἐποχὴν ἡ Ἤπειρος ὀκταπλασίως μεγάλη δὲν διέθετε παρὰ ὀκτώ. Ἀλλὰ διέθετεν ἔλλειψιν ἀσφαλείας, ἐνῷ ἐν τῷ ἐδάφει της διασταυροῦται ποικιλία ξενικῶν ἐποφθαλμιάσεων. Σταυροδρόμιον δυστυχίας, εἰς τὸ ὁποῖον συναντῶνται λείψανα παλαιῶν διεκδικήσεων καὶ δὲν γνωρίζω, ἂν μὴ ὑπερβολικῶν αἰσιοδοξιῶν διὰ τὸ μέλλον, αἱ ὁποῖαι δὲν περιορίζονται ἐντὸς τοῦ πλαισίου τῶν Ἑλληνικῶν συνόρων. Ἡ Ἤπειρος ἐν ταῖς δυστυχίαις αὐταῖς στερεῖται σιδηροδρόμων, στερεῖται λιμένος, εἶναι παραμεθοριακὴ καὶ ἔχει τὴν εἴρωνα θέσιν δυστυχῶς νὰ εὑρίσκεται εἰς τὴν Ἑλληνικὴν πρὸς τὴν Εὐρώπην προμετωπίδα. Ἡ Ἤπειρος δὲν εἶχεν οὔτε τὸ δωδέκατον τῆς τηλεφωνικῆς συγκοινωνίας τῆς Κορινθίας, ἥτις διαθέτει δύο σιδηροδρόμους, εὑρίσκεται εἰς τὸ κέντρον τοῦ Κράτους, ἔχει πληθὺν λιμένων καὶ ἔχει λύσει ἀναμφισβητήτως ὅλα τὰ προβλήματα τὰ ἀφορῶντα εἰς τὸν σύγχρονον πολιτισμὸν μιᾶς εὐτυχοῦς καὶ πλουσίας ἐπαρχίας Καὶ ἐδέησε νὰ μεταχειρισθῶμεν τότε πᾶσαν διοικητικὴν ἐπιβολὴν καὶ αὐθαιρεσίαν, ἵνα, ἂν μή τι ἄλλο λύσωμεν ἐντὸς τοῦ μέτρου τοῦ δυνατοῦ, τοὐλάχιστον τὸ τηλεφωνικὸν τῆς Ἠπείρου ζήτημα. Κύριοι, ἂν ἐγκαίρως κατορθωθῇ τὸ Κράτος ἐν προκειμένῳ νὰ ἀνανήψῃ καὶ νὰ ἀτενίσῃ εἰς τὴν συνολικὴν ἀξίαν τοῦ συγκοινωνιακοῦ προβλήματος διὰ τὴν Ἤπειρον, θὰ παύσῃ ἀσχολούμενον ἐπὶ μακρὸν δι’ αὐτήν, διότι καὶ αὐτάρκης θὰ γίνῃ καὶ τὸ ἀγροτικὸν καὶ τὸ γεωργικὸν καὶ τὸ κτηνοτροφικὸν πρόβλημα θέλει λύσει ἐντὸς τοῦ πλαισίου τῆς ἰδικῆς της δυναμικότητος καὶ τῶν δασῶν τὴν ἐκμετάλλευσιν θέλει ἐπιτύχει, διότι θὰ γίνῃ μεταφορὰ ξυλείας ἀπὸ τῶν πλουσίων τοῦ Μετσόβου καὶ τῶν ἄλλων περιοχῶν τοῦ Ἁλιάκμονος καὶ τοῦ Πίνδου δασῶν, ἐνῷ ἡ μεταφορὰ αὐτῆς σήμερον στοιχίζει πλέον ἢ ὅσον ἡ ἀπὸ Στοκχόλμης εἰς Πρέβεζαν μεταφορά, καὶ τὴν ἀσφάλειαν θέλει ἴδει ἐμπεδουμένην καὶ τὴν δικαιοσύνην ἀποδιδομένην. Καὶ διὰ τῶν φυσικῶν αὐτῆς καλλονῶν θέλει ἐπιτύχει αὔξησιν τῶν τοπικῶν της πόρων διὰ τῆς προσελκύσεως τῶν ξένων. Εἶναι τὸ κυριώτατον καὶ πρῶτον δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ὀφείλει τὸ Κράτος νὰ ἱκανοποιήσῃ. Δὲν ἀρκοῦσιν οἱ ἰσχνοὶ ἀπολογισμοὶ ἢ οἱ ἀριθμοὶ διὰ νὰ τὸ λύσουν. Ἀλλ’ οἱ καιροὶ διὰ τὴν Ἤπειρον οὐ μενετοί. Εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατον νὰ ἀναζητήσωμεν τὸ χρονικὸν περιθώριον τοῦ καταρτισμοῦ ἔλων τῶν συγκοινωνιακῶν ἀρτηριῶν τῆς Ἑλλάδος. Παρακαλοῦμεν τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν προσκαλοῦμεν εἰς τοῦτο νὰ ἴδῃ ποῖον εἶναι τὸ μέρος τὸ ἀναλογοῦν εἰς τὴν Ἤπειρον ἐκ τοῦ εὐρέως μέλλοντος νὰ καταρτισθῇ προγράμματος καὶ τοῦ μέρους τούτου τμῆμα νὰ θέσῃ εἰς ἄμεσον ἐφαρμογήν. Ἄς ἐφαρμόσῃ τὸν νόμον περὶ προσωπικῆς ἐργασίας εἰς τὴν Ἤπειρον. Ὑπάρχουν τάγματα ἐργατικά. Ἄν ἐνθυμηθῇ τὴν ὕπαρξιν αὐτῶν ὁ κ. ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας Ὑπουργός, ἂν ἐνθυμηθῇ τὴν πρώην ἰδιότητα αὐτοῦ ὡς ἀξιωματικοῦ τοῦ μηχανικοῦ, ἂν σκεφθῇ ὅτι εἴμεθα διατεθειμένοι καὶ εἰς χρῆμα καὶ εἰς χεῖρας ἀκόμη νὰ παράσχωμεν ἀμέριστον τὴν συνδρομὴν ἡμῶν, καί, ἂν ἐπιτύχῃ, θὰ παράσχῃ ἔργον μέγιστον, ἱκανὸν νὰ ἀγάγῃ τὸ ἔργον τῆς Κυβερνήσεως εἰς τίτλον διαρκοῦς εὐγνωμοσύνης τῆς Ἠπείρου πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Ἄλλως θὰ ἐπέλθῃ ἐποχή, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Ἤπειρος θὰ ἀποτελέσῃ τραγικὴν ἀνάμνησιν. Κύριοι, ἤδη εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ στρέψω τὸν λόγον πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργόν, ἵνα ἐπικαλεσθῶ καὶ αὐτοῦ σύντονον τὴν προσοχὴν διὰ τὸ ζήτημα τῆς ἀσφαλείας ἐν Ἠπείρῳ. Ἐφόσον, κύριοι, τὸ συγκοινωνιακὸν ζήτημα δὲν εἶναι δυνατὸν ἀμέσως νὰ λυθῇ, τὸ ζήτημα τῆς ἀσφαλείας ὀφείλει νὰ ἐνατενισθῇ μετὰ σκληρότητος, ἀλλὰ καὶ μετὰ ψυχραιμίας καὶ μετὰ συστήματος. Ἕως τώρα ὁ κρατικὸς ἐμπειρισμὸς εἶχε τὴν ἐλεεινοτέραν αὐτοῦ μορφὴν εἰς τὸν τρόπον τῆς ἐπεμβάσεως, ἥτις ἀπὸ τοῦ κωμικοῦ μετεπήδα εἰς τὸ κατάπτυστον καὶ ἐπαίσχυντον κατὰ τὴν ἐπέμβασιν τῆς Πατρίδος ἡμῶν ὡς Κράτους εἰς ὅ,τι ἀφορᾷ τὴν καταστολὴν τῆς λῃστείας κατὰ τὴν τελευταίαν περίοδον καὶ ἰδίως κατὰ τὰ ἐπακολουθήσαντα τὸ ἐλεεινὸν δρᾶμα τῆς Πέτρας πιεστικὰ μέτρα, ἄνευ ἰσορροπίας καὶ ψυχραιμίας, τείνοντα νὰ παραστήσωσι τὴν Ἤπειρον ὡς χώραν ἁλωθεῖσαν ὑπὸ σκληροῦ κατακτητοῦ. Κύριοι, δὲν νομίζω ὅτι μοὶ εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ δώσω προσοχὴν εἰς τὰς σπερματολογίας τῶν τριόδων, οὐδὲ νὰ κατοχυρώσωμεν διὰ πολιτικοῦ κύρους τὰς φήμας, αἵτινες φέρονται εἰς τὴν ὕπαιθρον, εἴτε ἐντὸς εἴτε ἐκτὸς τῆς Ἑλλάδος. Δὲν εἶναι δυνατὸν ὅμως νὰ βύσωμεν τὰ ὦτα ἡμῶν εἰς τὴν πραγματικότητα, ὅταν ἡ πραγματικότης καλεῖ τὴν Ἑλλάδα νὰ ἀτενίσῃ τὸ πρόβλημα τῆς ἀσφαλείας ὁλοκληρωτικῶς καὶ ἐσπευσμένως. Τρία εἶναι τὰ σημεῖα, εἰς τὰ ὁποῖα ὀφείλει ἡ κρατικὴ ἐνέργεια νὰ φανῇ ἄτεγκτος καὶ ἐπείγουσα. Ὀφείλει νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν της πρῶτον τὴν ἐπικρατήσασαν ἀσυναρτησίαν ἐνεργειῶν μετὰ τὸ στυγερὸν ἐκεῖνο ἔγκλημα. Δὲν ὑπῆρξεν οὐδεμία ταὐτότης ἐνεργειῶν· ἕκαστος ἔσπευδεν εἰς τὸν εὔκολον ρόλον τοῦ νὰ βασανίσῃ ἀσθενεῖς χωρικοὺς καὶ νὰ μὴ καταδιώξῃ ἐμπραγμάτως τὰς πιθανὰς ἐκείνας κατευθύνσεις πρὸς τὰς ὁποίας θὰ ἀνεκαλύπτετο ἡ ἀλήθεια καὶ νὰ σπεύδῃ εἰς τὴν δημιουργίαν διωκτικῶν ἐνεργειῶν, αἵτινες κατόπιν θὰ ἐπραγματοποιοῦντο εἰς εὐμενεῖς ἐκθέσεις. Τούτων, δυστυχῶς, ὅλοι γνωρίζομεν ὅτι συνέπεια εἶναι εὔκολοι προαγωγαὶ εἰς τοὺς συντελέσαντας ἢ εἰς ἐκείνους διὰ τοὺς ὁποίους ἐγένοντο, ἀποτελοῦν δὲ ἐμπαιγμοὺς καὶ φενάκην πρὸς τὸν λαὸν τὸν πληρώνοντα. Ἡ ἀσυναρτησία, κύριοι, ἦτο τόση, ὥστε ἀφίνω εἰς ἄλλους συναδέλφους, οἵτινες, ὡς ἤκουσα, ἐπιθυμοῦν νὰ περιγράψουν ταύτην, διότι οἱ κύριοι οὗτοι συνάδελφοι, μὴ πολιτευόμενοι ἐκείνην τὴν ἐποχήν, ἐπαγγελματικῶς ὑποχρεοῦντο νὰ παρακολουθήσουν ἐκ τοῦ σύνεγγυς τὴν θλιβερὰν κρατικὴν εἰκόνα. Δεύτερον σημεῖον εἶναι ἡ ἐπικρατήσασα πραγματικὴ σκληρότης τῆς Ἑλλάδος πρὸς τὴν δυστυχῆ περιοχήν. Αἱ μέθοδοι, αἱ αὐτόχρημα ὑπενθυμίζουσαι Ἱερὰν Ἐξέτασιν, Μακιαβέλλων συγχρόνως καὶ Τουρκοεμάδων, δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν ὡς πρὸς τὸν τυραννισμὸν καὶ τὴν σκληρότητα αὐτῶν νὰ φθάσωσιν εἰς ὅσην περιωπὴν ἀνήγαγε τὰς ἐλεεινὰς ταύτας ἰδιότητας ἡ ἐμφάνισις τοῦ Κράτους ἐν Ἠπείρῳ κατὰ τὴν ἐπονείδιστον ἐκείνην ἐποχήν. Καὶ τὰ ὄργανα ἐκεῖνα, τῶν ὁποίων καὶ τότε δημοσιογραφῶν ἐτόνισα τὴν δειλίαν παρὰ τὴν ἀπειλοῦσαν τὴν ἐποχὴν ἐκείνην τυραννίδα, τὰ ὄργανα τῶν Ἀρχῶν, τῶν ὁποίων τὰ ὅπλα ἔπασχον μονίμως καὶ σωφρόνως καὶ συνετῶς ἀφλογιστίαν ἐπὶ τῇ θέᾳ τοῦ γυμνόποδος λῃστοῦ καὶ δὲν εὕρισκον φυσίγγιον ἵνα βάλλωσιν ἐναντίον αὐτοῦ, εἶχον ὅπλα τὰ ὁποῖα κατέπιπτον βαρέα συντρίβοντα τὰ μέλη τῶν δυστυχῶν Ἠπειρωτῶν καὶ ἐγκολάπτοντα εἰς τὸ μέτωπον τῆς ἡρωϊκῆς Ἠπείρου τὸν τίτλον τοῦ λῃστοτρόφου. Δὲν ὑπῆρξε, κύριοι συνάδελφοι, λῃστοτρόφος ἡ Ἤπειρος. Ὑπῆρξεν ἀνεπαρκὲς τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος νὰ διαπαιδαγωγήσῃ τοὺς κατοίκους καὶ διαφυλάξῃ τὴν ζωὴν αὐτῶν. Χωρία ὁλόκληρα ξύλοις καὶ ροπάλοις ἐστεροῦντο τῆς ἑστίας αὐτῶν. Δαρμοὶ καὶ βασανιστήρια ἐπηκολούθησαν εἰς βάρος τῶν δυστυχῶν περιοχῶν καὶ σᾶς εἶπον ὅτι τὰ δειλιῶντα ἐνώπιον τοῦ κινδύνου κρατικὰ ὄργανα εὕρισκον τὸ πενιχρὸν καὶ θλιβερὸν θάρρος διὰ νὰ κτυπήσωσι γέροντας ὀγδοηκοντούτεις καὶ νὰ βασανίσωσι γυναῖκας ἐγκυμονούσας καὶ νὰ ἀτιμάσωσι τὸν πολιτισμὸν τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους ἐν πλήρει εἰκοστῷ αἰῶνι.
§119ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποῖος ἦτο ὁ ἀρχηγός;
§120Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. Τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος, τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, τὸ Ἀρχηγεῖον τῆς Χωροφυλακῆς.
§121ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἐζητήθη ἀπὸ τὸν Γάσπαρην εὐθύνη διὰ τὴν ἀνικανότητα, τὴν ὁποίαν ἐπέδειξεν εἰς τὸ ζήτημα αὐτό;
§122Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι, θὰ ἀφήσω ὅ,τι ἀφορᾷ πρόσωπα. Ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς ὀφείλει νὰ φωτισθῇ τῆς κατηγορηματικῆς ἀξιώσεως τῶν Ἠπειρωτῶν ὅπως διονυχίσῃ τὴν ὑπόθεσιν ταύτην διὰ τοῦ ἀνθρωπιστικοῦ αὑτοῦ αἰσθήματος, πολλῷ μᾶλλον ἢ διὰ τοῦ νομικοῦ αὐτοῦ ἰδιάζοντος κύρους. Δὲν ὠφελεῖ τὸ ὄνομα τῶν ὀργάνων ἐκτιθεμένων ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Δὲν ἀσκοῦμεν ἔλεγχον τὴν στιγμὴν ταύτην, ὀφείλομεν ὅμως νὰ ἐνατενίσωμεν καὶ νὰ τονώσωμεν τὸ ἠθικὸν τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὴν προκειμένην ὑπόθεσιν. Κύριοι, εἰς τὸν χωρικὸν δὲν ἀφέθη ἀπὸ τῆς ἐλευθερίας τῆς Ἠπείρου ἡ ἐντύπωσις ὅτι ζῇ ἐλεύθερος. Δὲν εἶναι νομικόν τι δόγμα ἡ Πατρίς. Ἡ Πατρὶς ἀποτελεῖ τὴν συνισταμένην τῶν ὑποχρεώσεων ἡμῶν, ἀλλὰ καὶ τῶν δικαιωμάτων τοῦ πολίτου. Δὲν εἶναι Πατρὶς μόνον ἡ ἀφῃρημένη ἐκείνη ἔννοια, ἥτις μᾶς λέγει· πλήρωσε, δὲν θὰ σοῦ εἴπω ποῦ πηγαίνει τὸ χρῆμά σου, σκοτώσου, δὲν θὰ σοῦ ἐξηγήσω ποῖος εἶναι ὁ λόγος. Πατρὶς εἶναι τὸ εὐγενὲς ἐκεῖνο ἀνώτερον ὄν....
§123ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄν; (Θόρυβος ἐκ τῆς πτέρυγος τῶν κομμουνιστῶν).
§124Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. Μάλιστα, ὄν, τοῦ ὁποίου μόνον ἡ ἄκρα ἀριστερὰ πτέρυξ ἀρνεῖται τὴν ὕπαρξιν. Τὸ ἀνώτερον, κύριοι, ἐκεῖνο ὄν, τὸ ὁποῖον ἐκπροσωπεῖται εἰς ὅ,τι ἡμεῖς οἱ πολλοὶ τοῦ παλαιοῦ καιροῦ ὀνομάζομεν σύμβολον Πατρίδος, τὸ ἱερὸν ἐκεῖνο ράκος, τὴν σημαίαν, τὸ ὄν, τὸ ὁποῖον δὲν τολμᾶτε νὰ τὸ ὁμολογήσητε, τὸ φρονεῖτε, λάβετε θάρρος νὰ τὸ ὁμολογήσητε, κύριοι κομμουνισταί, ἰσχυρίζεσθε ὅτι δὲν συμβολίζει τίποτε ἄλλο παρὰ τῆς μπουρζουαζίας τὰ συμφέροντα.
§125Σ. ΜΑΞΙΜΟΣ. Ἀσφαλῶς.
§126Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. Ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐγκρίνομεν τὴν τυραννίδα ὑπὸ οἰανδήποτε μορφήν, εἴτε ὑπὸ τὴν τὴν μορφὴν τῆς ἄκρας δεξιᾶς, εἴτε ὑπὸ τὴν μορφὴν τοῦ φιλελευθερισμοῦ, ὅταν οὗτος ἴσως εἰς συγκεκριμένας ἐσωτερικὰς μορφὰς πρὸ τῆς ἐξυπηρετήσεως τῶν γενικωτέρων ἐξωτερικῶν ἀπόψεων, ὅταν οὗτος ἐνεδύθη ὄψεις ὑπερβαινούσας ἀναμφισβητήτως τὰ δικαιώματα τῆς στενῶς ἀλλὰ δικαίως ἐννοουμένης ἐλευθερίας τοῦ ἀτόμου, εἴτε ἐπανανέστη πάλιν ἡ ἄκρα δεξιὰ εἰς τὴν Ἀρχὴν καὶ ἐλησμόνησεν ὅτι πάντες εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἀπὸ τοῦ πρώτου μέχρι τοῦ τελευταίου, εἴτε Βασιλεὺς ὀνομάζεται οὗτος, εἴτε ὑπάλληλος, πάντες εἴμεθα δοῦλοι καὶ ὑπηρέται τῆς ἐλευθερίας τῶν πολλῶν, τοῦ λαοῦ, κατ’ ἰσχυρότερον λόγον δὲν ἐγκρίνομεν τὴν ἐπίσεισιν τῆς κομμουνιστικῆς τυραννίδος. (Χειροκροτήματα). (Γέλωτες ἐκ τῆς πτέρυγος τῶν κομμουνιστῶν). Εἶναι εὐτύχημα διότι γελᾶτε, ὅπως εἶναι εὐτύχημα διότι εἶσθε νέοι καὶ ἔχετε καιρὸν νὰ παύσητε νὰ γελᾶτε. Ἀναμφισβητήτως ἡ ἀποστράγγισις ξένων ἰδεῶν, αἱ ὁποῖαι ἀπὸ τῆς ἀπωτάτης βορειοανατολικῆς Εὐρώπης ἔρχονται ἐδῶ διὰ νὰ κρούσουν τὰ ὦτα ὑμῶν, ἀναμφισβητήτως θὰ σᾶς δώσῃ τὸν καιρόν, ὅταν ἐνταφιασθῶσιν εἰς τὰς ἐκτεταμένας ἐκτάσεις ὁπόθεν ἐξεπήδησαν, νὰ σκεφθῆτε ὅτι πάντων τιμιώτατον καὶ ἁγιώτατον εἶναι ἡ Πατρίς. Δὲν ὑπάρχει λοιπὸν παρὰ ἡ Πατρὶς τῶν πολλῶν, τὴν ὁποίαν ἔβαψαν οἱ πρόγονοι μὲ τὸ αἷμά των διὰ νὰ γίνῃ. Καὶ ὅταν ἀτενίζομεν πρὸς τὰ ὀπίσω, τὸ πράττομεν ὄχι προγονοπληκτοῦντες, ἀλλὰ διὰ νὰ ἀντλήσωμεν ἐκεῖθεν τὸ θάρρος, ἵνα μετ’ ἐλπίδων ἀτενίσωμεν πρὸς τὰ ἐμπρός. Εἶναι δίκαιον νὰ δημιουργήσωμεν Χώραν ἀξίαν ἐκείνων, οἵτινες θὰ θέλουν νὰ ὁμολογοῦν ὅτι ἡμᾶς ἔχουν προγόνους.
§127Σ. ΜΑΞΙΜΟΣ. Σεῖς ἐκπροσωπεῖτε τὸ παρελθόν.
§128Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Ὅταν θὰ ἔλθῃ ἡ συζήτησις τοῦ σχετικοῦ ἄρθρου, θὰ ὁμιλήσωμεν περὶ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι νομίζουν ὅτι δὲν ὑπάρχουν αἱ ἰδέαι τῆς Πατρίδος καὶ θὰ ἐρωτήσωμεν, ἂν τέλος πάντων ὁ Τόπος αὐτὸς εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ δέχεται αὐτοὺς τοὺς κυρίους ὡς πολίτας καὶ ἐξασφαλίζῃ εἰς αὐτοὺς ἴσα δικαιώματα πρὸς ἡμᾶς.
§129Σ. ΜΑΞΙΜΟΣ. Θὰ ἀποδείξωμεν καὶ ἡμεῖς ποῖοι εἶναι περισσότερον Ἕλληνες.
§130Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. Ἐπεθύμουν, κύριοι, νὰ τερματίσω συντόμως τὸν λόγον μου, δὲν ἐπεθύμουν νὰ ἐπισύρω τὰ χειροκροτήματα ὑμῶν. Δὲν ἐσυνήθισα νὰ ἀπευθύνωμαι πρὸς τὰς χεῖρας τῶν ἀκουόντων, ἀπευθύνομαι πρὸς τὸν νοῦν αὐτῶν καὶ τὴν ἔμφρονα σκέψιν. Κύριοι, ἐπειδὴ ἐκ τῆς πτέρυγος ἐκείνης καὶ πάλιν πρὸ ὀλίγου ἐξηνέχθη φράσις ἀναπολοῦσα εἰς τὴν μνήμην τῆς Ἑλλάδος τὸ στυγερώτερον καὶ ἀπαισιώτερον τῶν ἐγκλημάτων...
§131ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἂς τὸ ἀκούσουν οἱ εἰσαγαγόντες τὴν ἀναλογικήν.
§132Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. Οἱ εἰσαγαγόντες τὴν Ἀναλογικὴν εἶχον δίκαιον ὡς πρὸς τοῦτο· ὅτι ἐπέτρεψαν εἰς τὰς ἀνατρεπτικὰς μειονότητας νὰ ἔλθωσιν εἰς τὸ φῶς καὶ ἐν τῷ φωτὶ νὰ καταποντισθῶσιν αἱ σκέψεις αὐτῶν. Καὶ ἐξηνέχθη ἡ ὑπόμνησις ἡ φερομένη εἰς κύκλους τινὰς πέραν τῶν ἀνεκτῶν ὁρίων εἰς δίποδα ὄντα, ἅτινα δὲν σέβονται τὴν ἱερότητα ὡρισμένων ἀπόψεων, καὶ περιύβρισαν αὐτόχρημα τὴν τιμὴν τῆς Πατρίδος. Καὶ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἀτενίσω κατὰ μέτωπον τὰς σκέψεις αὐτάς, διότι ὑπῆρξα ἀντιπρόσωπος τῆς Ἑλλάδος κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, ὑπῆρξα ὁ πλησιέστερος μάρτυς τοῦ ἀποτροπαίου ἐκείνου ἐγκλήματος.
§133Β. ΣΑΓΙΑΣ. Ἡ Βουλὴ δὲν ἐζήτησε νὰ ἐξηγηθῆτε διὰ τὸ ἔγκλημα καὶ σᾶς παρακαλοῦμεν νὰ περιορισθῆτε μόνον ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως, σᾶς παρακαλοῦμεν δὲ διὰ λόγους τοὺς ὁποίους καὶ σεῖς ἐννοεῖτε.
§134Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Καὶ ἐγὼ ἐπίσης σᾶς παρακαλῶ. Δὲν εἶσθε ὑποχρεωμένος οὔτε σεῖς, οὔτε ἡμεῖς νὰ ἀκούωμεν τὸ περιεχόμενον τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς.
§135Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. Κύριοι βουλευταί δὲν παρέσχον ἐκ τοῦ παρελθόντος μου στοιχεῖα πείθοντα ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκτείνω τὸν λόγον πέραν τοῦ περιθωρίου, ἐντὸς τοῦ ὁποίου ἐπιτρέπεται νὰ κινεῖται οὗτος. Δὲν εἶναι ὅμως ἐπιτετραμμένον, καθ’ ἣν στιγμὴν ὁλόκληρος ἅλυσσος ἐγκλημάτων ἀναφέρεται ὑπὸ τῶν κ. κ. συναδέλφων—καὶ ταῦτα ἠκούσθησαν παρὰ τῆς Βουλῆς—δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ἐξετασθῇ τὸ ἔγκλημα τῆς Πέτρας ἐν συνδυασμῷ πρὸς ὅσα ἀναφέρονται, ἐν συνδυασμῷ μετὰ τοῦ ἐγκλήματος τοῦ συμβάντος ἐν τῷ Ἑλληνικῷ ἐδάφει κατὰ ξένων. Κύριοι βουλευταί, οὐδένα ἀπολείπει ἡ σημασία τὴν ὁποίαν ἔχουν οἱ λόγοι, οἵτινες, ἅπαξ ἐκστομιζόμενοι, ἀκούονται καὶ πέραν τῶν Ἑλληνικῶν συνόρων. Ὀφείλω λοιπὸν νὰ εἴπω πρὸς ὑμᾶς ὅτι φῆμαι ἔφερον καὶ ταῦτα καί, ἐφόσον ἡ ἀγορὰ τὰς ἀκούει, ἐφόσον ἡ συνεδρίασις γίνεται ἀνοικτῶν τῶν θυρῶν, ἂς τὰς ἀκούσῃ καὶ ἡ Βουλή.
§136Β. ΣΑΓΙΑΣ. Ὄχι, δὲν εἶναι ὑποχρεωμένη ἡ Βουλὴ νὰ τὰς ἀκούσῃ, οὐδ’ ἐπιτρέπεται νὰ τὰς ἀκούσῃ· εἶσθε ἐκτὸς τοῦ θέματος.
§137Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. Εἶμαι ἀπολύτως ἐντὸς τοῦ θέματος· κατηγορεῖται ἡ Ἑλλάς, διότι δὲν λαμβάνει μέτρα ἐντατικώτερα διὰ τὴν σύλληψιν ἀτόμων, τὰ ὁποῖα εἶναι λῃσταί. Μήπως διὰ λόγους τοὺς ὁποίους δὲν δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν δὲν δύναται νὰ τοὺς συλλάβῃ; Μήπως, λέγω, ἡ Ἑλλάς, ἐπιθυμοῦσα νὰ μὴ ἀναξέσῃ πληγὰς παλαιάς, τὰς ὁποίας διὰ παντὸς ἐνεταφίασε, δὲν λαμβάνει τὰ ἀναγκαῖα μέτρα; Κύριοι, οὐδὲν κίνητρον πολιτικόν, οὐδεμία σκοπιμότης σιγῆς. Ἐν προκειμένῳ ἡ ἀλήθεια εἶναι μία καὶ ἀκλόνητος, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ὑπῆρξε πάντοτε ἀπολύτως εὐνοϊκή, ἐτήρησε τοὺς νόμους τῆς ξενίας, συσφίγγουσα τὴν καρδίαν αὐτῆς καί, ὤ, ἐνίοτε δυσμενεῖς παρ’ ἰσχυρῶν διετυπώθησαν ἀπόψεις. Ἀλλ’ ἡ Ἑλλὰς ὑπέστη τὴν μοῖραν τοῦ Καρός, διότι ἦτο ἡ ἀσθενεστέρα, ἀνεγνωρίσθη ὅμως πασιφανῶς ὅτι δὲν παρεβίασε ἠθικόν τινα νόμον. Ἄν τις νομίζῃ ὅτι παρέβη ἡ Ἑλλὰς τοὺς νόμους τῆς ξενίας, ἂς ἐξέλθῃ εἰς τὸ προσκήνιον νὰ ὁμιλήσῃ ἐντίμως, νὰ ὁμιλήσῃ ἀληθῶς καὶ τότε εἶμαι βέβαιος ὅτι θὰ ἀποδειχθῇ ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἐξετέλεσε τὸ καθῆκόν της. Ἀλλοίμονον εἰς τὸ Κράτος ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ πτοηθῇ πρὸ ἀνευθύνων φημῶν, ὅτι δῆθεν πρόσωπα ἀνευρισκόμενα ἐκτὸς τοῦ νόμου εἶναι δυνατὸν νὰ λέγωσιν ὅτι θὰ ἐξέθετον ἀπόψεις ἐπικινδύνους καὶ θὰ ἐνέβαλον τὴν Ἑλλάδα, ἂν μή τι ἄλλο, εἰς ἀνερεύνησιν εὐθυνῶν περὶ τοῦ ἂν ἐπροστάτευσεν ἐπαρκῶς τοὺς ξένους, ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν ἐξετέλεσεν ὅ,τι οἱ νόμοι τῆς ξενίας ἐπέβαλον εἰς αὐτήν, τὴν προστασίαν τῶν ξένων ἐντὸς τῶν συνόρων της.
§138ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἐδόθη τοιαύτη σημασία εἰς τὴν ἐπιφύλαξιν. Ἁπλῶς ἐγένετο ἡ παρατήρησις ὅτι εἶσθε ἐκτὸς τοῦ θέματος τοῦ ἐπερωτωμένου.
§139Μ. ΓΟΥΔΑΣ. Δὲν ἔθιξα ποσῶς τὸ ἔγκλημα τῆς Κακκαβιᾶς.
§140Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. Κύριοι, αἱ φυσικαὶ συνθῆκαι τῆς Ἠπείρου ἀναμφισβητήτως συνετέλεσαν ἔν τινι μέτρῳ εἰς τὴν κατάστασιν, τὴν ὁποίαν σήμερον παρουσιάζει, ἀλλὰ καὶ ἡ κρατικὴ ἐγκατάλειψις μοιραίως ἐπέπεσεν ἐπὶ τοῦ χώρου τούτου. Οἱ ἀξιότιμοι κ. κ. Ὑπουργοὶ τῆς Δικαιοσύνης καὶ τῆς Συγκοινωνίας εἶναι οἱ ἐντεταλμένοι νὰ χρησιμεύσωσι σήμερον ὡς φορεῖς τῆς Ἠπειρωτικῆς ἀξιώσεως εἰς τοὺς κόλπους τῆς Κυβερνήσεως, σώζοντες αὐτόχρημα τὴν ζωὴν τῆς Ἠπείρου, ἵνα κατορθώσῃ αὕτη νὰ ἀποτελέσῃ πραγματικῶς εὐνομούμενον μέλος εἰς τοὺς κόλπους τῆς Ἑλληνικῆς Πολιτείας. (Χειροκροτήματα).
§141ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ ἐπὶ τῶν Ἐπερωτήσεων συζήτησις καὶ εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς Νομοθετικῆς Ἐργασίας.
§142Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Παρακαλῶ ὅπως ψηφισθῇ τὸ σχέδιον ψηφίσματος «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 11 τοῦ Συντάγματος ὡς πρὸς τὸν χρόνον τῆς ἐνάρξεως τῆς ἰσχύος τῶν παραγράφων 5 καὶ 6 τοῦ ἄρθρου τούτου». Ἐπίσης ὑποβάλλω τὰ κάτωθι σχέδια ψιφισμάτων: 1) «Περὶ κυρώσεως τῆς ἀπὸ 11 Ὀκτωβρίου 1926 συντακτικῆς πράξεως περὶ ἐκλογιμότητος τῶν διατελεσάντων Ὑπουργῶν καὶ Ὑφυπουργῶν ἀπὸ τῆς 30 Σεπτεμβρίου 1925 μέχρις 22 Αὐγούστου 1926» καὶ 2) «Περὶ κυρώσεως αʹ τῆς ἀπὸ 7 Σεπτεμβρίου 1926 συντακτικῆς πράξεως «περὶ συστάσεως Ἀνωτάτου Ἀνακριτικοῦ συμβουλίου» καὶ βʹ τῆς ἀπὸ 22 Σεπτεμβρίου 1926 συντακτικῆς πράξεως «περὶ τῆς ἰσχύος τῆς ἀπὸ 7 Σεπτεμβρίου 1926 συντακτικῆς πράξεως «περὶ συστάσεως Ἀνωτάτου Ἀνακριτικοῦ Συμβουλίου». Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ψήφισιν τοῦ «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 11 τοῦ Συντάγματος ὡς πρὸς τὸν χρόνον τῆς ἐνάρξεως τῆς ἰσχύος τῶν παραγράφων 5 καὶ 6 τοῦ ἄρθρου τούτου» σχεδίου ψηφίσματος ἔχω νὰ εἴπω τοῦτο—ὅτι τὸ πρᾶγμα ἐπείγει καὶ δὲν νομίζω ὅτι θὰ εἶναι ἡ ἀπώλεια τοῦ χρόνου μακρὰ καὶ νομίζω ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ διακοπῇ ἡ μονοτονία τῆς συζητήσεως, διότι εἶναι φυσικὸν νὰ γίνεται δυσφορία τις. Εἰσάγων τὸ σχέδιον ψηφίσματος χθὲς ὑπέδειξα τοὺς λόγους οἵτινες ἐπιβάλλουν τὴν ταχεῖαν αὐτοῦ ἐπιψήφισιν. Οἱ λόγοι οὗτοι παρεγνωρίσθησαν καὶ ἐπιστεύθη παρὰ πολλῶν ὅτι τὸ σχέδιον ψηφίσματος εἰσάγεται ἀποκλειστικῶς καὶ μόνον διὰ τὴν προφυλάκισιν τοῦ Θεοδώρου Παγκάλου. Τοῦτο δὲν στηρίζεται ἐπὶ τῶν πραγμάτων. Ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης καθὼς καὶ τὸ Συμβούλιον τῶν Ἐφετῶν ἐζήτησαν ὅπως παραταθῇ τὸ διάστημα τῆς προφυλακίσεως, διότι κινδυνεύει μὲ τὸ ὁριζόμενον τετράμηνον μήπως ἀπαλλαγῇ τῆς προφυλακίσεως ὁ Θεόδωρος Πάγκαλος. Σύμπτωσις ἁπλῆ ὅτι συνέπεσε μεταξὺ τῶν διαφόρων καταδίκων νὰ εἶναι καὶ ὁ Θεόδωρος Πάγκαλος. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ ἐγκρίνητε τὸ εἰσαχθὲν ψήφισμα.
§143Χ. ΛΑΔΑΣ. Μίαν παρατήρησιν, παρακαλῶ. Λέγετε ὅτι ἡ ἰσχὺς τῆς διατάξεως ἄρχεται ἀπὸ τῆς 1ης Ἰουλίου· αἱ διατάξεις αὗται ἐφαρμόζονται καὶ ἐπὶ τῶν κατὰ τὴν ἡμέραν ταύτην εὑρισκομένων ἐν προφυλακίσει;
§144Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὅσοι εὑρέθησαν κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς 1ης Ἰουλίου ἐν προφυλακίσει.
§145Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Κύριε Ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, θέλετε νὰ εἴπητε ὅτι αἱ διατάξεις αὐταὶ ἐφαρμόζονται καὶ ἐπὶ τῶν σήμερον εὑρισκομένων ἐν προφυλακίσει;
§146Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Καὶ ἐπὶ τῶν κατὰ τὴν ἡμέραν ταύτην, τὴν 1ην Ἰουλίου 1927. Ἐγεννήθη ζήτημα εἰς τὰ δικαστήρια, ἂν τὸ τετράμηνον ἄρχεται ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ Συντάγματος ἢ ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς προφυλακίσεως καὶ ἐγεννήθη ἀντιγνωμία τις εἰς τὰ δικαστήρια. Ὅπως μὴ εἰς τὸ μέλλον ἐπαναληφθῇ τοιαύτη τις ἀντιγνωμία, ἐθεωρήθη καλὸν νὰ τεθῇ εἰς τὸ ἄρθρον ὅτι καὶ ἐπὶ ἐκείνων οἵτινες ἤθελον εὑρεθῆ ἐν προφυλακίσει τὴν 1ην Ἰουλίου 1927 θὰ ἐφαρμοσθῇ ἡ διάταξις.
§147Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Νὰ διορθωθοῦν εἰς τὸ κείμενον αἱ παράγραφοι 5 καὶ 6 εἰς παραγράφους 6 καὶ 7.
§148Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ἡ συζήτησις εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐξακολουθήσῃ οὕτω, θὰ παρακαλέσω νὰ συνέλθωμεν μετὰ τὸ γεῦμα.
§149ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§150ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ἵνα ἐπαναληφθῇ αὕτη τὴν 10.30′ μ. μ.
(Ὥρα 9.30′ μ. μ.)
ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΚΟΠΗΝ
(Ὥρα 11 μ. μ.)
§151ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι ἡ ἐπὶ τοῦ Συντάγματος Ἐπιτροπὴ κατηρτίσθη ἐκ τῶν κ. κ. Κ. Γόντικα, Π. Μερλοπούλου, Γ. Παπανδρέου, Σ. Κρεμεζῆ, Π. Μαζαράκη, Π. Πετρίδη, Γ. Τσακανίκα, Α. Μάρκου, Λ. Ἰασωνίδη Α. Μυλωνᾶ, Χ. Ἀλαμανῆ, Γ. Μαρῆ, Π. Τσιτσεκλῆ, Ν. Μπακοπούλου, Γ. Σίδερη, Α. Μητσοτάκη, Σ. Φωτάκη, Ν. Βελέντζα, Σ. Ταλιαδούρου, Σ. Οἰκονομίδη, Ν. Κολυβᾶ, Δ. Μπαμπάκου, Ι. Σπετσιώτη, Δ. Βοκοτοπούλου, Δ. Χατζήσκου, Α. Ἐμπειρίκου Κουμουνδούρου, Ι. Παπαϊωάννου, Β. Σαγιᾶ, Σ. Τρικούπη καὶ Ι. Εὐταξία. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν κ. Π. Τσαλδάρης ὑποβάλλει νομοσχέδιον «περὶ συστάσεως Γενικῆς Διοικήσεως Δυτικῆς Μακεδονίας». Συνεχίζεται ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ σχεδίου ψηφίσματος «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 11 τοῦ Συντάγματος ὡς πρὸς τὸν χρόνον τῆς ἐνάρξεως τῆς ἰσχύος τῶν παραγράφων 5 καὶ 6 τοῦ ἄρθρου τούτου». Ὁ κ. Σ. Σωτηριάδης ἔχει τὸν λόγον.
§152Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Ἄν, κύριοι βουλευταί, ὑπάρχει ἐν τῷ Συντάγματι, τὸ ὁποῖον ἐδημοσίευσεν ἡ Κυβέρνησις Κονδύλη, διάταξις, ἡ ὁποία ἀνταπεκρίθη εἰς τὴν ἀξίωσιν τῆς Κοινῆς Γνώμης καὶ ἐπεβλήθη ἐπιτακτικῶς διὰ λόγους δημοσίου συμφέροντος καὶ προστασίας τῆς ἐλευθερίας τῶν πολιτῶν, εἶναι ἀκριβῶς ἡ διάταξις τοῦ ἐδαφίου Ϛʹ τοῦ ἄρθρου 11, τῆς ὁποίας ζητεῖ τὴν ἀναστολὴν τὸ ὑποβαλλόμενον ὑπὸ τὴν ψῆφον ὑμῶν ψήφισμα. Ὑπηρέτησα ἐπὶ μακρὰ ἔτη εἰς τὸν δικαστικὸν κλάδον καὶ εἰς ὅλας σχεδὸν τὰς βαθμίδας τῆς δικαστικῆς ἱεραρχίας, ὑπηρετῶ ἤδη καὶ ἐπὶ ἔτη ὡς δικηγόρος καὶ σᾶς βεβαιῶ εἰλικρινῶς ὅτι ᾐσθανόμην τόσον ζωηρὰν τὴν ἀνάγκην τῆς διατάξεως ταύτης, ὥστε ἐν τῇ Γʹ Ἐθνοσυνελεύσει ὡς εἰσηγητὴς τοῦ Συντάγματος ὑπέβαλα καὶ ἀπεδέχθη ἡ Ἐπιτροπὴ διατάξεις ὁμοίας ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι περιέχονται ἐν τῷ Συντάγματι τούτῳ, διατάξεις αἱ ὁποῖαι ἐτερμάτιζον τὸν ἀτελεύτητον χρόνον τῶν προφυλακίσεων. Καὶ ἐθλίβην εἰλικρινῶς, διότι κατὰ τὴν ψήφισιν τῆς συνταγματικῆς ταύτης διατάξεως ὁ ἀείμνηστος τότε ἀρχηγός μου Δημήτριος Γούναρης, φρονῶν ὅτι αἱ διατάξεις αὐταὶ εἶναι διατάξεις δικονομικαί, ἐπέμεινεν εἰς τὴν ἀπάλειψιν αὐτῶν καὶ οὕτω παρέμειναν ἀψήφιστοι. Ἤδη, ὅταν εἶδον ἀναγεγραμμένας τὰς διατάξεις ταύτας εἰς τὸ Σύνταγμα αὐτό, ἐσκίρτησα ἐκ χαρᾶς. Λέγω δὲ τοῦτο, διότι ἐκ τῆς πείρας μου ἐγνώριζον ὅτι ἦτο τόση ἡ ἀδιαφορία, τὴν ὁποίαν πολλὰ δικαστικὰ ὄργανα ἐπεδείκνυον πρὸς τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν, τόση ἡ ἀμέλεια....
§153Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Ὡς εἰσαγγελεὺς Ἐφετῶν ἠδύνασθε νὰ περιορίζητε τὰ ὄργανα.
§154Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Ἐγώ, κ. συνάδελφε, ὡς εἰσαγγελεὺς Ἐφετῶν ἤσκησα τὰ καθήκοντά μου κατὰ τρόπον προκαλέσαντα τὴν γενικὴν ἐπιδοκιμασίαν καὶ τὰ ἤσκησα, καθ’ ἣν ἐποχὴν προΐστατο τῆς Δικαιοσύνης ὁ ἀείμνηστος Νικόλαος Δημητρακόπουλος καὶ γνωρίζετε ὅτι ἐπὶ τῶν ἡμερῶν αὐτοῦ ἡ Ἑλληνικὴ Δικαιοσύνη εἶχε φθάσει εἰς τὸ μεσουράνημά της καὶ ἐλειτούργει κατὰ τρόπον ἐμπνέοντα πλήρη καὶ ἀπόλυτον ἐμπιστοσύνην πρὸς ὅλους.
§155Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὑπῆρχε τότε τοιαύτη διάταξις εἰς τὸ Σύνταγμα;
§156Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Δὲν ὑπῆρχε, καὶ μολονότι δὲν ὑπῆρχε τοιαύτη διάταξις, σᾶς εἶπον ὅτι ἐπὶ τῆς ἱστορικῆς ἐκείνης ἐποχῆς, ἡ ὁποία θὰ ἀναγραφῇ χρυσοῖς γράμμασιν εἰς τὴν Ἱστορίαν τῆς Ἑλλάδος, μολονότι δὲν ὑπῆρχε διάταξις περιφρουροῦσα τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν, δὲν ὑπῆρξε ποτὲ παράδειγμα προφυλακίσεως μακρᾶς, δὲν ὑπῆρξαν περιστάσεις παρατάσεως προφυλακίσεως οἷαι παρουσιάζονται τοὺς τελευταίους χρόνους.
§157Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἄρα δὲν προήρχετο ἀπὸ τὴν ἔλλειψιν διατάξεως.
§158Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Μίαν διακοπὴν μικρὰν θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε;
§159Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Ὄχι, διότι σᾶς λέγω ὅτι εἰς ὅλας αὐτὰς τὰς διακοπάς, τὰς ὁποίας μοὶ κάμνετε, θὰ σᾶς ἀπαντήσω δι’ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα θὰ εἴπω κατωτέρω.
§160Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Δέχομαι τὴν ὁμολογίαν σας, τὴν ὁποίαν θὰ χαρακτηρίσω καὶ ὡς ἀδυναμίαν σας.
§161Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Θλίβομαι, κύριοι συνάδελφοι, διότι εἷς Ὑπουργὸς τῆς μακρᾶς κοινωνικῆς πείρας, τῆς νοημοσύνης καὶ τῆς ἀντιλήψεως τοῦ ἤδη Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης εἰσάγει τοιαύτην πρότασιν καὶ λυποῦμαι ἀκόμη περισσότερον, διότι τὴν εἰσάγει ὄχι μόνον ὅσον ἀφορᾷ τὰ κακουργήματα, ἀλλὰ καὶ ὅσον ἀφορᾷ τὰ πλημμελήματα. Καὶ τί λέγει ἡ διάταξις, ἡ ὁποία περιέχεται ἐν τῷ Συντάγματι; (Ἀναγινώσκει): «Ἡ προφυλάκισις δὲν δύναται.... κλπ.» Λοιπὸν ἐν τῇ διατάξει περιέχεται καὶ τὸ δικαίωμα τῆς δικαστικῆς Ἀρχῆς, ὅπως δι’ ἀποφάσεως τοῦ Συμβουλίου τῶν Ἐφετῶν παρατείνῃ τὴν προφυλάκισιν ἐπὶ ἑξάμηνον μέχρις ὀκταμήνου. Καὶ ἐρωτῶ· μὰ δὲν εἶναι ἐπαρκὴς χρόνος προφυλακίσεως ὀκτάμηνον χρονικὸν διάστημα διὰ πλημμελήματα, δηλαδὴ δι’ ἀδικήματα τὰ ὁποῖα δὲν συνεπάγονται παρὰ περιωρισμένην ποινὴν μέχρι πέντε ἐτῶν φυλακίσεως; Καὶ ἐρωτῶ· ἂν ὑπῆρξε μία περίπτωσις ἀθωότητος, τί δικαιολογεῖ τὴν δικαστικὴν Ἀρχὴν νὰ κρατῇ ἕνα πολίτην 3, 4, 5 καὶ 8 μῆνας καὶ τίς εἶναι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος θὰ ἀποζημιώσῃ τὸν πολίτην, ὁ ὁποῖος δι’ ἓν ἁπλοῦν πλημμέλημα στερεῖται τῆς προσωπικῆς του ἐλευθερίας ἐπί τι χρονικὸν διάστημα; Καὶ θὰ ἔλεγον, κύριοι βουλευταί, καί, ἂν ἐπρόκειτο ἀκόμη νὰ προκύψῃ καὶ ἄλλη ζημία τοῦ Κράτους, θὰ ἦτο προτιμώτερον νὰ προστατευθῇ καὶ εἰς αὐτὴν ἀκόμη τὴν περίπτωσιν ἡ προσωπικὴ ἐλευθερία τοῦ πολίτου. Καὶ ἔρχομαι τώρα εἰς τὰ κακουργήματα. Ὑπάρχουν, ἀτυχῶς, κύριοι συνάδελφοι, περιστάσεις, καθ’ ἃς ἔμειναν εἰς τὰς φυλακὰς ὑπόδικοι ἐπὶ ἕν, ἐπὶ δύο, ἐπὶ τρία καὶ ἥμισυ ἔτη. Πρὸ δύο ἐτῶν ἀκριβῶς ὑπερησπίσθην ὑπόθεσιν ἐνώπιον τοῦ ἐνταῦθα Κακουργιοδικείου ὑποδίκου ἐκ Κωνσταντινουπόλεως, κατηγορουμένου δι’ ἀδίκημα ἰδιοποιήσεως καὶ παραμείναντος εἰς τὰς φυλακὰς ἐν προφυλακίσει ἐπὶ τρία ἔτη καὶ τέσσαρας μῆνας.
§162ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποῦ ἐτελέσθη τὸ ἀδίκημα;
§163Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Νομίζω ὅτι εἶχε τελεσθῆ εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν καὶ ἦλθεν ἐνταῦθα.
§164Ο ΑΥΤΟΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δι’ αὐτό.
§165Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι, σᾶς ὑπομιμνήσκω ὅτι ὁ κατηγορούμενος ἠθωώθη.
§166Ο ΑΥΤΟΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν ἔχει νὰ κάμῃ.
§167Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Ἔχει πολὺ νὰ κάμῃ, διότι ἔμεινεν εἰς τὰς φυλακὰς εἷς πολίτης τρία ὁλόκληρα ἔτη καὶ τέσσαρας μῆνας, τὸν ὁποῖον ἡ Δικαιοσύνη ἐκήρυξεν ἀθῶον.
§168ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἴσως διότι εἶχε τρία καὶ ἥμισυ ἔτη προφυλακίσεως, δι’ αὐτὸ καὶ ἠθωώθη.
§169Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Γνωρίζω ὅτι ἡ προφυλάκισις ἐκπίπτει ἀπὸ τὸν χρόνον τῆς φυλακίσεως καί, ἂν ὑπῆρχεν ἐνοχή, θὰ τὸν ἐτιμώρουν καὶ θὰ τῷ ἐπέβαλον τὴν τιμωρίαν τὴν ὁποίαν ἔπρεπε νὰ τῷ ἐπιβάλουν. Λοιπὸν λέγω· ποῖος λόγος δικαιολογεῖ τὸ μέτρον τῆς ἀναστολῆς τῆς διατάξεως; Ἂν ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς φρονεῖ ὅτι θεωρεῖ δικονομικὰς τὰς διατάξεις, τότε διὰ νὰ εἶναι συνεπὴς ἔδει νὰ ὑποστηρίξῃ ὅτι αἱ διατάξεις αὗται δὲν πρέπει νὰ περιληφθῶσιν εἰς τὸ Σύνταγμα.
§170Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Εἴπομεν προχθὲς ὅτι εἰς τὸ Σύνταγμα πρέπει νὰ τίθενται θεμελιώδεις διατάξεις· δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τίθενται εἰς τὸ Σύνταγμα διατάξεις ἐπουσιώδεις. Ἂν θέσωμεν προσδιωρισμένον χρόνον ἐντὸς τοῦ Συντάγματος, ἀπεδείχθη ὅτι ἡ δικαστικὴ Ἀρχὴ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ περατώσῃ τὰς ὑποθέσεις αὐτὰς ἐντὸς τοῦ ὑπὸ τοῦ Συντάγματος ὡρισμένου χρόνου· εἴτε θὰ ἀναγκασθῶμεν νὰ παραβιάσωμεν τὸ Σύνταγμα ἢ θὰ ἀνοίξωμεν τὰς θύρας εἰς τοὺς ἐνόχους. Ἐν τῷ Συντάγματι τίθεται ἡ ἀρχὴ ὅτι πρέπει νὰ περιορισθῇ ὁ χρόνος τῆς προφυλακίσεως, ἀλλὰ τὸ πόσον θὰ προφυλακισθῇ, αὐτὸ θὰ εἶναι ἀντικείμενον νόμου, διὰ νὰ δυνηθῶμεν νὰ κανονίζωμεν ποῖον εἶναι τὸ χρονικὸν ὅριον, μέχρι τοῦ ὁποίου θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ φθάσωμεν ὡς πρὸς τὸν χρόνον τῆς προφυλακίσεως.
§171Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Καὶ θὰ εἶναι συνεπέστερον, κ. Ὑπουργέ, τὸ σχέδιον ψηφίσματος, τὸ ὁποῖον ὑπεβάλλατε, ὡς μὴ ἔχον σχέσιν μὲ τὸ Σύνταγμα.
§172Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Γνωρίζετε ποῖαι ἀνάγκαι ἐπέβαλον τὴν ὑποβολὴν τοῦ ψηφίσματος. Ὅταν θὰ φθάσωμεν εἰς τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ Συντάγματος, βεβαίως θὰ ὑποστηρίξω αὐτὴν τὴν ἀρχήν.
§173Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Ἐξ ὅσων σᾶς εἶπον, θὰ ἤθελον νὰ σᾶς ὑπενθυμίσω ὅτι ἡ διάταξις αὐτὴ δὲν εἰσάγεται διὰ πρώτην φοράν, εἰσήχθη καὶ προγενεστέρως ἐπὶ Παγκάλου καὶ ἀπεφυλακίσθησαν πολλοὶ καὶ ἤδη σᾶς ἀναγγέλλω ὅτι συνεπείᾳ τοῦ Συντάγματος ἀπελύθησαν πολλοὶ ἐκ τῶν φυλακῶν, οἱ ὁποῖοι ἐκρατοῦντο πλέον τῶν 4 ἢ 5 μηνῶν, διότι συνέβη τὸ ἑξῆς παράδοξον....
§174Χ. ΛΑΔΑΣ. Διὰ τὴν ἰδίαν ὑπόθεσιν οἱ μὲν εἰσαγγελεῖς Πατρῶν ἀπέλυσαν, οἱ δὲ εἰσαγγελεῖς Ἀθηνῶν δὲν ἀπέλυσαν.
§175Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Διότι ὑπῆρξε διάφορος ἡ γνώμη τῶν δικαστῶν ὡς πρὸς τὸν χρόνον τῆς προφυλακίσεως· τινὲς ὑπεστήριξαν ὅτι ἄρχεται ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ Συντάγματος, ἄλλοι ὅτι ἄρχεται ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς προφυλακίσεως καὶ ἐκράτουν διάφοροι γνῶμαι περὶ τῆς ἐνάρξεως τοῦ χρόνου τῆς προφυλακίσεως καὶ ἀπέλυσαν οἱ μὲν δυνάμει τῆς πρώτης ἀντιλήψεως, οἱ δὲ δυνάμει τῆς ἄλλης.
§176Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἄλλο, ὅτι ἡ διάταξις ἔχει ἀναδρομικὴν δύναμιν, εἶμαι τελείως σύμφωνος νομικῶς. Ἐγὼ δὲν ὁμιλῶ παρὰ ἐπὶ ἐκείνων τῶν κεφαλαίων, εἰς τὰ ὁποῖα δὲν εἶμαι σύμφωνος, καὶ ἔρχομαι εἰς αὐτά. Ἀνέγνωσα πράγματι τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν. Εἶναι θαῦμα λογοτεχνίας. Ἀλλὰ θὰ ἐρευνήσω κατ’ οὐσίαν τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους προβάλλει ὁ κ. Ὑπουργὸς διὰ νὰ δικαιολογήσῃ τὸ μέτρον. Καὶ λέγει (ἀναγινώσκει): «Ὡς ἔχει σήμερον ἡ νομοθεσία, ἡ προδικασία ἐν τῇ ποινικῇ δίκῃ εἶναι τόσον πολύπλοκος καὶ πολυτελής, ὥστε ἐντὸς τοῦ ὑπὸ τοῦ Συντάγματος τασσομένου ὁρίου νὰ μὴ εἶναι πάντοτε δυνατὴ ἡ περαίωσις τῆς προδικασίας». Ἀλλὰ σχετικῶς μὲ τὸν ἀνωτέρω λόγον θὰ ὑπενθύμιζα εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ὅτι, ὅταν ἀσκῆται προσηκόντως ὁ δικαστικὸς ἔλεγχος, ὅλαι αὐταὶ αἱ διαδικασίαι θὰ ἐτερματίζοντο τάχιστα, ἤ, διὰ νὰ εἶμαι ἀκριβέστερος, εἰς τόσον χρονικὸν διάστημα, ὥστε δὲν θὰ παρήρχετο τὸ ὀκτάμηνον.
§177Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὅπως συνέβαινεν ἐπὶ τῶν ἡμερῶν σας.
§178Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Ἀσφαλῶς, κ. Ὑπουργέ. Ὅσον ἀφορᾷ αὐτό, σᾶς λέγω ἀσφαλῶς ναί.
§179Χ. ΛΑΔΑΣ. Εἶναι ἀναμφισβήτητον.
§180Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Δὲν παρετάθη προφυλάκισις πέραν τῶν δύο μηνῶν καθ’ ὃν χρόνον ἤμην εἰσαγγελεὺς Ἐφετῶν.
§181Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Σεῖς δὲν δέχεσθε ὅτι ἰσχύει τὸ Σύνταγμα. Ὑμεῖς ὑπήρξατε ἐπὶ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν εἰσαγγελεὺς Ἐφετῶν, δύνασθε δὲ νὰ βεβαιώσητε, ἂν οἱ δικαστικοὶ παρημέλησαν τὸ καθῆκόν των, ὥστε νὰ μείνουν ἐπὶ ἓν ἢ δύο ἔτη ἄνευ λόγου προφυλακισμένοι. Ἴσως εἶναι παράδειγμα ἓν ἐπὶ τοῖς χιλίοις. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε ἐπὶ πλέον νὰ σᾶς εἴπω ὅτι καὶ τὰ παλαιὰ Ὑπουργεῖα εἶχον ἐκδώσει ἐγκυκλίους, διὰ τῶν ὁποίων ὁ ἀνακριτὴς ὤφειλε νὰ δικαιολογήσῃ τὸν λόγον καὶ νὰ διεκπεραιώσῃ τὴν δικογραφίαν ἐντὸς τριῶν μηνῶν. Ἂν ὑπῆρχον δικογραφίαι τινὲς παρατεταμέναι, τοῦτο ὠφείλετο ἐκ λόγων ἀνάγκης. Τώρα ἐπὶ πλέον θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς κάμω καὶ τὴν ἑξῆς παρατήρησιν....
§182ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀρκετά, νομίζω.
§183Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Ἐπειδὴ εἴμεθα καὶ οἱ δύο δικαστικοί, κ. Πρόεδρε, δυνάμεθα νὰ συζητήσωμεν ὀλίγον οἰκογενειακῶς.
§184ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀλλ’ εἶναι καὶ ἄλλοι οἱ ὁποῖοι δὲν ἀνήκουν εἰς τὴν οἰκογένειαν καὶ δὲν ἔχουν ἐνδιαφέρον διὰ τὰ οἰκογενειακά σας (ἱλαρότης).
§185Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Ὅτι τὸ Σύνταγμα αὐτὸ εἶναι ὑπὸ ἔλεγχον ἢ τροποποίησιν, σεῖς δὲν τὸ ἀναγνωρίσατε προχθὲς καθόλου, ὥστε καὶ τὸ νὰ λάβητε σήμερον τὸν λόγον μετὰ τόσης θέρμης καὶ ζωηρότητος ὑπὲρ αὐτοῦ τοῦ Συντάγματος μοὶ φαίνεται ὅτι παρέλκει.
§186Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Ἐτελειώσατε; Σᾶς ἀπαντῶ καθὼς γνωρίζετε, ἀξιότιμε κ. συνάδελφε, εἰς τὰ ἀντιπροσωπευτικὰ Σώματα, βλέπετε, ὅλα τὰ ζητήματα δὲν λύονται διὰ τῆς γνώμης τῶν ὀλίγων, ἀλλὰ λύονται διὰ τῆς γνώμης τῶν πλειόνων.
§187Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Τὸ λέγει καὶ ὁ Ἀριστοτέλης.
§188Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Μάλιστα. Ἀλλ’ ἡ Βουλὴ χθὲς εἶπε διὰ τῆς γνώμης τῶν πλειόνων ὅτι τὸ Σύνταγμα αὐτὸ ἰσχύει προσωρινῶς μέχρις ὅτου ψηφισθῇ ὁριστικῶς. Ἡμεῖς δὲν εἴμεθα εἷς Σύλλογος προκρίτων, εἴμεθα Συνέλευσις, ἡ ὁποία ἔχει τὴν ἐξουσίαν νὰ ψηφίσῃ καὶ τὸν Καταστατικὸν Χάρτην. Ἐγὼ δὲ ὡς ἄνθρωπος ἀποβλέπων εἰς τὴν πραγματικότητα, ἐννοῶ νὰ σεβασθῶ τὴν ἀπόφασιν τοῦ Σώματος, ἐκτὸς ἂν ὁ κ. συνάδελφος νομίζῃ ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ τὴν σεβασθῇ, ἀλλ’ ὅτι ἐπειδὴ ἔχω ἀντίθετον γνώμην πρέπει νὰ τὴν ἐπιβάλω εἰς τοὺς περισσοτέρους. Λοιπὸν διὰ νὰ τερματίσω τὴν παρένθεσιν ὀφείλω νὰ εἴπω ὅτι ὁ πρῶτος λόγος τὸν ὁποῖον ἀνέφερεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, δὲν ἦτο λόγος διὰ νὰ προκαλέσῃ ψήφισμα τῆς Συνελεύσεως περὶ ἀναστολῆς τῆς συνταγματικῆς διατάξεως, ἀλλ’ ἦτο λόγος, ὁ ὁποῖος θὰ ἐπέβαλεν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ συστήσῃ εἰς τὰς ἁρμοδίας Ἀρχὰς ἔλεγχον ἐπὶ τῶν κατωτέρων δικαστικῶν Ἀρχῶν καὶ μείζονα ἐπιμέλειαν, ἰδίως δὲ νὰ συστήσῃ ὅπως παρακολουθοῦν τοὺς ἀνακριτὰς εἰς τὸ ζήτημα τῶν προφυλακίσεων, ὥστε οἱ ἀνακριταὶ ἔχοντες ὑπ’ ὄψει ὅτι ἀσκεῖται ὁ προσήκων ἔλεγχος, θὰ ἔσπευδον νὰ διεκπεραιώσουν τὰς δικογραφίας καὶ οὕτω δὲν θὰ παρετείνοντο αἱ ἀνακρίσεις. Ἑπομένως ὁ πρῶτος λόγος δὲν δικαιολογεῖ τὴν ἀναστολὴν τῆς συνταγματικῆς διατάξεως. Ἔρχομαι τώρα εἰς τὸν δεύτερον λόγον τῆς αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως (ἀναγινώσκει): «Εἰς τὰ μεγάλα κέντρα οἱ ἀνακριταὶ βαρύνονται μὲ μέγαν ἀριθμὸν ἀνακριτικῶν φακέλλων, λόγῳ τῆς παρ’ ἡμῖν αὐξήσεως καὶ τοῦ πληθυσμοῦ καὶ τῆς ἐγκληματικότητος». Μὰ ἐρωτῶ· αὐτὸς εἶναι λόγος διὰ νὰ δικαιολογήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τὴν ἀναστολὴν τῆς ἀφορώσης τὴν προφυλάκισιν συνταγματικῆς διατάξεως; Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔχει ὅλην τὴν εὐρύτητα τῆς δικαιοδοσίας, τὴν ὁποίαν τῷ χορηγοῦν οἱ νόμοι διὰ νὰ θεραπεύσῃ τὸ ἄτοπον καὶ διὰ νὰ ἐλαττώσῃ τὴν πληθώραν τῶν ἀνακρίσεων, ἥτις παρατηρεῖται εἰς τὰ ἀνακριτικὰ γραφεῖα. Ἂν ἡ ἐγκληματικότης καὶ ὁ πληθυσμὸς τῆς Χώρας ηὔξησε καὶ εὑρίσκει ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅτι οἱ ἀνακριταὶ κατ’ ἀριθμὸν εἰσὶν ἀνεπαρκεῖς πρὸς περαίωσιν αὐτῶν, δύναται ἄριστα νὰ τοὺς αὐξήσῃ. Καὶ ἂν ὑποτεθῇ ὅτι ἔχει δέκα ἀνακριτάς, νὰ τοὺς κάμῃ εἴκοσι, νὰ τοὺς κάμῃ τριάκοντα. Ἀλλ’ εἶναι τερατῶδες νὰ ζητῆται ἀναστολὴ συνταγματικῆς διατάξεως διὰ τὴν κατ’ ἀριθμὸν ἀνεπάρκειαν τῶν ἀνακριτῶν. Ὥστε καὶ ὁ λόγος αὐτὸς οὐδαμῶς δύναται νὰ δικαιολογήσῃ ἀναστολὴν διατάξεως, ἀσφαλιζούσης τὴν ἐλευθερίαν τοῦ πολίτου. Καὶ ἔρχομαι τώρα εἰς ἕτερον λόγον τῆς ἐκθέσεως. Καὶ ἀναφέρει μεταξὺ ἄλλων ὁ κ. Ὑπουργὸς (ἀναγινώσκει): «Τὴν ἔλλειψιν τῶν καταλλήλων ὀργάνων πρὸς τακτικὴν καὶ σύντομον ἐπίδοσιν τῶν κλήσεων καὶ προσαγωγὴν τῶν μαρτύρων.... κλπ.» Καὶ ἐρωτῶ· εἶναι ὀρθὸν νὰ καταργήσωμεν τὸ Σύνταγμα διότι δὲν ὑπάρχουσι κλητῆρες;
§189Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Δὲ καταργεῖται τὸ Σύνταγμα, καταργοῦμεν διάταξιν αὐτοῦ, ἥτις ὑπάρχει ἐν τῷ Συντάγματι.
§190Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Εἶναι πρᾶγμα αὐτὸ νὰ γράφεται ὡς λόγος δικαιολογῶν ὑποβολὴν τροποήσεως διατάξεως τοῦ Συντάγματος; Πρὸς Θεοῦ. Αὐτὸ δύνασθε νὰ τὸ διορθώσητε εἰς μίαν ἡμέραν.
§191Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Οἱ ἀνακριταὶ ὅμως παραπονοῦνται ὅτι οὔτε χωροφύλακας ἔχουσιν ἐπαρκεῖς.
§192Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Νὰ τοὺς πληρώσητε. Θέλετε νὰ σᾶς τὸ κάμω ἐγὼ εἰς πέντε ἡμέρας;
§193Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Μετὰ πέντε ἡμέρας θὰ ἰσχύῃ τὸ ψήφισμα.
§194Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Ἀπὸ τότε ποὺ τὸ ἐδημοσίευσεν ὁ Πάγκαλος ἐβγῆκαν ὅλοι ἀπὸ τὰς φυλακάς· τώρα μᾶς ἔπιασεν ἡ πρεμοῦρα; Ἀλλ’ ἀκούσατε καὶ ἄλλους λόγους τῆς ἐκθέσεως, διότι ἔχει πολλοὺς (ἀναγινώσκει): «Τὴν παρατηρουμένην ἀμέλειαν τῶν μαρτύρων πρὸς ταχεῖαν προσέλευσιν εἰς τὴν ἀνάκρισιν.... κλπ.» Δηλαδὴ ἐδῶ καθιεροῦται ἐπισήμως τὸ «ἔτσι θέλω». Μὰ ἐδῶ ἔχομεν διατάξεις ἐν τῇ Ποινικῇ Δικονομίᾳ, αἱ ὁποῖαι ὁρίζουν ὅτι, καθ’ ἣν περίπτωσιν δὲν ἐμφανισθῇ ὁ μάρτυς, ἐκδίδεται ἔνταλμα βιαίας προσαγωγῆς, ἀπειλουμένης καὶ χρηματικῆς ποινῆς. Ἐγὼ ὑπῆρξα ἀνακριτὴς ἐπὶ πολλὰ ἔτη. Αὐτὸ εἶναι ἔργον τοῦ ἀνακριτοῦ. Ἀλλὰ δὲν ἐνθυμοῦμαι παράδειγμα ἀπειθείας μάρτυρος, ὄχι διότι δὲν θὰ ὑπῆρχεν ἡ διάθεσις τῆς ἀπειθείας, ἀλλὰ διότι δὲν εἶναι δυνατὴ ἡ ἀπείθεια. Γνωρίζετε καλὰ πόσον μεγάλη εἶναι ἡ ἐπιβολὴ τοῦ νόμου καὶ τίνα μεγάλα δικαιώματα ἔχει ἡ δικαστικὴ ἐξουσία.
§195Χ. ΛΑΔΑΣ. Ἐπιτρέπετε μίαν διακοπήν, κ. συνάδελφε;
§196Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Μάλιστα.
§197Χ. ΛΑΔΑΣ. Γνωρίζετε ὅτι ὑπάρχει διαταγὴ τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς Χωροφυλακῆς, ἡ ὁποία λέγει τὰ ἔγγραφα τῶν ἀνακριτῶν νὰ μὴ τὰ ἐκτελοῦν; Καὶ τοῦτο διότι δὲν ὑπάρχουν χωροφύλακες ἀρκετοὶ διὰ τὸν σκοπὸν τοῦτον.
§198Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Τοῦ Ἀρχηγείου τῆς Χωροφυλακῆς; Αὐτὸ εἶναι ζήτημα τῆς Διοικήσεως. Τὴν στιγμὴν καθ’ ἣν ὁ πολίτης πληρώνει φόρους διὰ νὰ ἔχῃ ἀσφάλειαν καὶ διὰ νὰ ἔχῃ δικαιοσύνην, τὸ Κράτος ὑποχρεοῦται νὰ παρέχῃ ὅλα τὰ μέσα πρὸς ἐξασφάλισιν τῶν ἀγαθῶν αὐτῶν.
§199Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Αὐτὰ εἶναι οὐτοπίαι.
§200Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Τὸ Κράτος δύναται νὰ ὁπλίσῃ τὸν ἀνακριτὴν καὶ μὲ εἰδικὸν προσωπικὸν διὰ νὰ ἐνεργῇ τὰς ἐκδόσεις τῶν κλήσεων τῶν μαρτύρων. Δύναται νὰ τὸν ὁπλίσῃ καὶ μὲ ἄλλας διατάξεις, ὥστε νὰ δύναται ὁ ἀνακριτὴς νὰ καταστήσῃ εὐπειθῆ τὸν μάρτυρα εἰς τὴν πρόσκλησιν τῆς δικαστικῆς Ἀρχῆς.
§201Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Σεῖς ὡς πρὸς τὸ Σύνταγμα αὐτὸ καὶ χθὲς τὸ βράδυ ἐδείξατε τόσην ἀντιπάθειαν. Ἀπόψε βλέπω ὅτι τὸ παραδέχεσθε ὡς προσφιλὲς τέκνον.
§202Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Μίαν φορὰν ποὺ εἶναι ἰδικόν σας δὲν ἠμπορῶ παρὰ νὰ τὸ περιπτυχθῶ. Τέκνον σας εἶναι καὶ φωνάζετε ἀκόμη;
§203Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Καὶ ἐγὼ διαφωνῶ ὡς πρὸς τὴν γέννεσίν του. Ἤδη πρέπει νὰ τὸ ἀναθρέψωμεν, νὰ τὸ γαλουχήσωμεν καὶ νὰ τὸ προαγάγωμεν εἰς τὸν κόσμον. Δὲν ἠμπορῶ νὰ καταλάβω διατί ἐπιμένετε τόσον πολὺ ἐπὶ αὐτῆς τῆς διατάξεως, ἐνῷ ἡ διάταξις αὐτὴ δὲν ὑπῆρχε κἂν εἰς τὸ παλαιὸν Σύνταγμα. Ἀπορῶ καὶ θὰ ἐπεθύμουν νὰ μοὶ δώσητε μίαν ἐξήγησιν.
§204Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Ὡμιλήσατε διὰ τὸ τέκνον. Σεῖς τέκνον ἠθέλατε νὰ γεννήσητε. Τώρα, ἂν ἐγεννήθη τέρας, δὲν πταίω ἐγώ, πταίετε σεῖς ποὺ τὸ ἐψηφίσατε.
§205Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Δὲν τὸ ἐψήφισα.
§206Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Ἐγὼ ὡς τέκνον σας τὸ ἐδέχθην.
§207Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Θὰ ὑπάρχῃ ἓν τέκνον, τὸ ὁποῖον θὰ γαλουχήσωμεν καὶ θὰ προαγάγωμεν.
§208Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Καὶ ἤδη θὰ ἐρευνήσω ἕτερον λόγον τῆς ἐκθέσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Καὶ ἀναφέρει ὁ κ. Ὑπουργὸς ὡς λόγον δικαιολογοῦντα τὴν ἀναστολὴν τῆς συνταγματικῆς διατάξεως (ἀναγινώσκει): «Τὴν κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη μείωσιν τοῦ ποιοῦ τοῦ δικαστοῦ εἰς χαμηλὸν ἐπίπεδον λόγῳ τῆς ἀνωμάλου κρατικῆς ζωῆς». Καὶ ἐρωτῶ· δύναται νὰ δικαιολογηθῇ ἡ ἀναστολὴ τῆς ἀσφαλιζούσης τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν τοῦ πολίτου διατάξεως ἐκ τοῦ λόγου ὅτι τὸ ποιὸν τοῦ δικαστοῦ εὑρίσκεται εἰς χαμηλὸν ἐπίπεδον; Ἢ ἀντιθέτως ἐπιβάλλεται ἐκ τοῦ λόγου τούτου οὐ μόνον ἡ διατήρησις, ἀλλὰ καὶ ἡ ἐνίσχυσις τῆς διατάξεως ταύτης; Ὅταν οἱ δικασταὶ δὲν εὑρίσκονται εἰς τὸ ὕψος τῆς ἀποστολῆς των καὶ δὲν εἶναι ἱκανοὶ νὰ ἐκπληρώσουν τὰ καθήκοντά των, τότε ἔρχεται ἡ ἐπιβολὴ τοῦ νόμου, ἔτι δὲ μᾶλλον καὶ ἐπιβολὴ τοῦ Καταστατικοῦ Χάρτου τῆς Χώρας ὅταν οἱ δικασταὶ εὑρίσκονται εἰς χαμηλὸν ἐπίπεδον, διότι ἂν δὲν εὑρίσκοντο οἱ δικασταὶ εἰς τὴν περιωπήν των θὰ ἐπερίττευε καὶ ἡ διάταξις αὐτὴ τοῦ Συντάγματος ἡ ἀσφαλίζουσα τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν τοῦ πολίτου. Ἀλλὰ ἐπειδὴ ὁ συνταγματικὸς νομοθέτης εἶχεν ὑπ’ ὄψει του ὅτι ὑπάρχουν καὶ δικαστικὰ ὄργανα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι εἰς τὸ ὕψος τῆς ἀποστολῆς των καὶ δὲν μαρτυροῦν τὸν προσήκοντα σεβασμὸν τῆς ἐλευθερίας τοῦ πολίτου, διὰ τοῦτο εὑρέθημεν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ προστατεύσωμεν τὴν ἐλευθερίαν τοῦ πολίτου διὰ συνταγματικῆς διατάξεως.
§209Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἐκπλήσσομαι διότι δὲν θέλετε νὰ τὸ ἐννοήσητε, ἐνῷ τὸ ἐννοεῖτε πολὺ καλά. Λέγει ἡ δικαιολογητικὴ ἔκθεσις ὅτι εἰσῆλθον—δὲν γνωρίζω πῶς καὶ διὰ ποίους λόγους—εἰσῆλθον εἰς τὸ δικαστικὸν ἀξίωμα πρόσωπα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι ἱκανὰ νὰ ἐκπληρώσουν τὰ καθήκοντά των. Ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς δὲν δύναται ἐπὶ τοῦ παρόντος νὰ λάβῃ μέτρα τοιαῦτα ὥστε νὰ καταστήσῃ τὸν δικαστικὸν κλάδον ἄξιον τῆς ἀποστολῆς του. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ὑπάρχει τὸ ἄτοπον ὅτι λόγῳ τῆς κακῆς αὐτοῦ ποιότητος δὲν ἐπαρκεῖ ὁ χρόνος, δὲν ἔχουν τὴν ἁρμόζουσαν ἱκανότητα διὰ νὰ διεξαγάγουν τὸ ἀνακριτικὸν ἔργον ἐντὸς τεσσάρων μηνῶν. Τοὐλάχιστον ἐπὶ τοῦ παρόντος ὑπάρχει ἀνάγκη μέχρις οὗ ἐπιτύχωμεν βελτίωσιν τοῦ δικαστικοῦ κλάδου νὰ παρατείνωμεν τὸν χρόνον, διότι κινδυνεύομεν νὰ ἀφήσωμεν τὰς θύρας τῶν φυλακῶν ἀνοικτὰς νὰ ἐξέλθουν οἱ κατηγορούμενοι.
§210Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Μὰ σεῖς, κύριε Ὑπουργέ, ζητεῖτε οὐχὶ τὴν κατάργησιν τῆς συνταγματικῆς διατάξεως ἐκ τοῦ λόγου, τὸν ὁποῖον ὑποστηρίζετε, ἀλλὰ τὴν ἀναστολὴν αὐτῆς μέχρι 1ης Ἰουλίου 1927. Καὶ σᾶς ἐρωτῶ, ἕως τότε φρονεῖτε ὅτι θὰ δυνηθῆτε νὰ ἀνακαινίσητε τὸν δικαστικὸν κλάδον; Δὲν ἀγνοεῖτε ὅτι ἕνεκα τῆς εὐρύτητος τῶν ὁρίων τοῦ Κράτους, ἡ Χώρα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δώσῃ τὸ ἀπαιτούμενον ὑλικὸν διὰ νὰ καταλάβωσι τὰς δικαστικὰς θέσεις πρόσωπα ἄξια τῆς ὑψηλῆς ἀποστολῆς των. Καὶ τότε πῶς εἶναι δυνατὸν μέχρι τῆς 1ης Ἰουλίου τοῦ 1927 νὰ γίνῃ τοῦτο διὰ μαγείας;
§211Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Εἶναι ὑποχρεωμένος ὁ ἀνακριτὴς ἐπιβλεπόμενος ὑπὸ τῆς ἀνωτέρας Εἰσαγγελικῆς ἀρχῆς νὰ δώσῃ λέγω....
§212Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Ἐγὼ εἶπον ὅ,τι λέγετε ὅτι τὸ ἐπίπεδον τῶν δικαστῶν εἶναι χαμηλὸν καὶ διότι εἶναι χαμηλὸν δὲν εἶναι ἐπαρκεῖς διὰ τὴν διεξαγωγὴν τοῦ δικαστικοῦ ἔργου.
§213Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Αὐτὸ λέγω ἐγὼ καὶ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν τῶν ὁποίων λέγω νὰ σχηματίσητε τὴν κρίσιν σας.
§214Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Εἴπατε τὸ ἑξῆς καὶ τὸ λέγετε εἰς τὴν ἔκθεσιν, ὅτι τὸ ποιὸν τῶν δικαστῶν εὑρίσκεται εἰς χαμηλὸν ἐπίπεδον καὶ ἕνεκα αὐτῆς τῆς ἀνικανότητος δὲν δύνανται νὰ ἐκπληρώσωσι τὸ ἀνακριτικὸν καθῆκον καὶ δι’ αὐτὸ ζητεῖτε τὴν ἀναστολὴν μέχρι 1ης Ἰουλίου 1927. Ἐγὼ λέγω τώρα ὅτι φθάνομεν εἰς τὸ 1927 καὶ πάλιν τὸ ποιὸν τῶν δικαστῶν θὰ εἶναι χαμηλόν, διότι διὰ λόγων δὲν δύναται νὰ ἀνακαινισθῇ ὁ δικαστικὸς κλάδος καὶ αἱ αὐταὶ ἀτέλειαι θὰ παρουσιασθῶσιν. Αὐταὶ εἶναι αἱ παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας εἶχον νὰ κάμω εἰς τὸ σχέδιον τοῦ ψηφίσματος.
§215Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Ἔχω καταθέσει τροπολογίαν.
§216Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Σεῖς, κ. Τσιτσεκλῆ, εἶσθε συνεπής, διότι ἔχετε ὑπ’ ὄψει σας ὡρισμένην περίπτωσιν. Τὴν ἀναγράφετε εἰς τὴν τροπολογίαν.
§217Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Ἀναφέρεται καὶ τὸ ἄρθρον 12. Εἶναι αὐτό, τὸ ὁποῖον εἶπον προχθές· ὅτι προτείνω τὴν ἀναστολὴν ὄχι μόνον τῶν ἄρθρων 6, 7 καὶ 11, ἀλλὰ καὶ ὁλοκλήρου τοῦ ἄρθρου 12.
§218Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Κύριε Τσιτσεκλῆ, τὴν ἀπεσύρατε τὴν τροπολογίαν.
§219Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Τὴν προχθεσινὴν τροπολογίαν; Ἐτυπώθη καὶ διενεμήθη καὶ σήμερον ἐπαναλαμβάνεται καὶ πάλιν ἡ ἰδία τροπολογία.
§220Χ. ΛΑΔΑΣ. Εἶναι δύο τροπολογίαι τοῦ κ. Τσιτσεκλῆ: Μία εἶναι ἡ προχθεσινή, τὴν ὁποίαν εἴπαμεν νὰ συζητήσωμεν μαζὶ μὲ τὸ σχέδιον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἡ δευτέρα ἡ σημερινὴ ἀφορᾷ ἀναστολὴν τοῦ ἄρθρου 12.
§221Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου παρὰ μίαν τροπολογίαν τοῦ κ. συναδέλφου, τὴν ὁποίαν ἀνέγνωσεν ὁ κ. Τσιτσεκλῆς.
§222Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Ἡ προχθεσινή μου τροπολογία ἦτο ἡ ἑξῆς: «ἀναστέλλεται μέχρι τῆς ὁριστικῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ Συντάγματος, ἡ ἰσχὺς τῶν ἐδαφίων 6, 7, 8, 9 τοῦ ἄρθρου 11 συμφώνως πρὸς τὴν διατύπωσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὡς καὶ ὁλοκλήρου τοῦ ἄρθρου 12 τοῦ ἀπὸ 12 Σεπτεμβρίου 1925 Συντάγματος». Ταύτην τὴν τροπολογίαν κατ’ οὐσίαν τὴν ἐπαναλαμβάνω καὶ ἐν σχέσει πρὸς τὸ σχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ φαίνεται ὅτι τὸ ἀποδέχεται.
§223ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν δύναται νὰ γίνῃ λόγος περὶ αὐτῆς τῆς τροπολογίας, διότι αὕτη ἀπερρίφθη καὶ διότι τὸ ψήφισμα ἐψηφίσθη ὅπως εἶχε τὸ κείμενον αὐτοῦ.
§224Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἀποδέχομαι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Τσιτσεκλῆ, τὴν ἀφορῶσαν τὸ ἄρθρον 12 καὶ θὰ προστεθῇ ὡς ἄρθρον 2.
§225Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Ἡ πρώτη τροπολογία σας ἀπεσύρθη.
§226ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀπερρίφθη. Δὲν ὑπάρχει πλέον. Διατί ὁμιλοῦμεν περὶ ἀνυπάρκτων πραγμάτων; Ἦτο τροπολογία ἐπὶ τοῦ προχθεσινοῦ ψηφίσματος, ἥτις καὶ ἀπερρίφθη.
§227Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Ἀλλὰ ζητεῖ ὁ κ. συνάδελφος, ὁ ὁποῖος μὲ διέκοψε, νὰ τοῦ δώσω ἀπάντησιν εἰς αὐτό. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἶναι συνεπὴς πρὸς ἑαυτόν, δι’ αὐτὸ δὲν δύναται νὰ χωρήσῃ καμμία ἀπολύτως ἀμφιβολία. Ἀλλὰ ἡ τροπολογία τοῦ κ. συναδέλφου, μολονότι ἀνύπαρκτος, ὡς εὐλόγως παρατηρεῖ ὁ κ. Πρόεδρος, ὡς καὶ ἡ ἀγόρευσις τὴν ὁποίαν ἔκαμε προχθὲς καὶ τὴν ὁποίαν ἤκουσα μετὰ μεγάλης προσοχῆς, ὡς ἀκούω πᾶσαν ἀγόρευσίν του, μοῦ δίδουν τὸ ἐνδόσιμον νὰ πιστεύω ὅτι τὸ πνεῦμα, μὲ τὸ ὁποῖον ὁμιλεῖ εἰς τὴν ὑποβληθεῖσαν τροπολογίαν, τὴν ἀναστέλλουσαν τὴν συνταγματικὴν διάταξιν, ἀφορᾷ ὡρισμένην περίπτωσιν.
§228Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Μάλιστα. Ἔχω τὸ θάρρος νὰ τὸ εἴπω.
§229Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Τὸ εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργός. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἶπεν ὅτι ἰσχύει μία διάταξις γενικῶς καὶ μάλιστα εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, εἰς τὰς βεβαιώσεις τοῦ ὁποίου ὀφείλεται ἀπόλυτος πίστις, ὅτι δὲν εἶναι ἀκριβὲς τὸ λεχθὲν ὅτι ἀφορᾷ ὡρισμένην περίπτωσιν, ἀλλὰ τὸ ἀκριβὲς εἶναι ὅτι ἀφορᾷ καὶ ὅλας τὰς ἄλλας περιπτώσεις. Εἰς περίπτωσιν δέ, καθ’ ἣν ἤθελε λάβει τις ὑπ’ ὄψιν του τὸ πνεῦμα, ἐξ οὗ ὡρμήθη ὁ κ. συνάδελφος, δηλώσας ὅτι τὸ σχέδιον ψηφίσματος ἀφορᾷ ὡρισμένην περίπτωσιν, ἔπρεπε νὰ παραδεχθῇ ὅτι ἀνισότερον καὶ ἀδικότερον πρᾶγμα ἦτο ἀδύνατον νὰ γίνῃ ἀπὸ μίαν Συνέλευσιν....
§230Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Καὶ σκληρότερον τῆς ἀγχόνης.
§231Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Λέγει «κυροῦται ἡ ἀπὸ 27 Σεπτεμβρίου συντακτικὴ πρᾶξις τῆς Κυβερνήσεως Κονδύλη».
§232Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Περὶ ποίας τροπολογίας ὁμιλεῖτε, κ. συνάδελφε;
§233Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Ὁ κ. συνάδελφος προχθὲς ὡμίλει δι’ ὅλην αὐτὴν τὴν ἱστορίαν, ἡ ὁποία ἦτο ἐκτὸς τοῦ θέματος.
§234Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Τραγῳδία τοῦ χειρίστου εἴδους.
§235ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συζητεῖτε περὶ πραγμάτων, τὰ ὁποῖα δὲν ὑπάρχουσιν εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν. Καὶ σεῖς τώρα κάμνετε ἱστορίαν, διότι εἶσθε ἐκτὸς τοῦ θέματος.
§236Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Γνωρίζω ὅτι ἡ συζήτησις διεξάγεται ἐν τῷ συνόλῳ της.
§237Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Παρακαλῶ περὶ ποίας τροπολογίας ὁμιλεῖτε, διότι ἐγὼ ἐδήλωσα ἤδη ὅτι δέχομαι τὴν τροπολογίαν, τὴν ὑποβληθεῖσαν ὑπὸ τοῦ κ. Τσιτσεκλῆ, τὴν ἀφορῶσαν τὴν ἀναστολὴν τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 12. Γνωρίζετε δὲ πολὺ καλύτερον τί περιλαμβάνει τὸ ἄρθρον τοῦτο.
§238Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Περὶ αὐτῆς τῆς τροπολογίας ὁμιλῶ. Ἀλλὰ θέλω νὰ πείσω τὴν Βουλήν, λαμβάνων ὑπ’ ὄψιν καὶ ὅσα εἶπεν ὁ κ. συνάδελφος ὁμιλῶν ἐπὶ δύο ὥρας προχθές, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἰσηγηθῆτε εἰς τὴν Βουλὴν μίαν διάταξιν ἀφορῶσαν μόνον ὡρισμένον πολίτην.
§239Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὅλοι δύνανται νὰ περιπέσουν εἰς αὐτήν.
§240Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Λοιπὸν θέλω νὰ εἴπω, λαμβάνων ὑπ’ ὄψιν ὄχι μόνον ὅσα εἶπεν ὁ κ. συνάδελφος, ὁ ὁποῖος ὡμίλησε περὶ τῆς διατάξεως αὐτῆς, ἀλλὰ καὶ ὅ,τι πρόκειται νὰ ἐκταθῇ τὸ μέτρον τῆς ἀναστολῆς μέχρις ὡρισμένου χρονικοῦ σημείου καὶ συνεπῶς εἶναι προφανές, ὅτι οἱ εἰσηγούμενοι τὸ μέτρον αὐτὸ ἀποβλέπουν εἰς μίαν ὡρισμένην περίπτωσιν.
§241Χ. ΛΑΔΑΣ. Ποία εἶναι ἡ περίπτωσις αὐτή;
§242Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Ἡ περίπτωσις τῆς Συντακτικῆς πράξεως.
§243Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Ἐπιτρέψατέ μοι, κ. συνάδελφε, νὰ σᾶς κατατοπίσω. Ἀπόψε δὲν πρόκειται περὶ τῆς κυρώσεως τῆς Συντακτικῆς πράξεως· περὶ αὐτοῦ ὑπέβαλλεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἰδιαίτερον σχέδιον ψηφίσματος, τὸ ὁποῖον θὰ μᾶς ἀπασχολήσῃ τὴν Δευτέραν.
§244Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Ἂν πρόκειται νὰ μᾶς ἀπασχολήσῃ τὴν Δευτέραν, κύριε Πρόεδρε, σᾶς παρακαλῶ νὰ μὲ ἐγγράψητε διὰ τὴν Δευτέραν.
§245Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Δὲν παρακολουθήσατε τὸ ζήτημα.
§246Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Ἐγὼ παρηκολούθησα τὸ ζήτημα. Σεῖς ὅμως θέλετε νὰ διαφύγητε ἀπὸ τὸ ζήτημα αὐτό, διότι ἡ διάταξις, τὴν ὁποίαν εἰσάγετε δὲν ἔχει ἄλλον σκοπὸν παρὰ νὰ κρατήσῃ ἐν προφυλακίσει τὸν Πάγκαλον.
§247Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Μάλιστα, αὐτὸ τὸ λέγω, θέλετε ν’ ἀπολυθῇ; Νὰ μᾶς τὸ εἴπητε. Εἴπατέ το καθαρά.
§248Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Λοιπὸν σᾶς τὸ λέγω, ἐπειδὴ εἶμαι εὐθύς, εἰλικρινὴς καὶ ἴσος. Ἂν ὑπάρχουν ἀδικήματα, τὰ ὁποῖα ἀφοροῦν διαρπαγὰς τοῦ δημοσίου πλούτου ἢ ἄλλας καταχρήσεις θὰ ἤμην σύμφωνος εἰς τὴν δίωξιν τοῦ Παγκάλου. Ἀλλ’ ἐρωτῶ, τὰ ἀδικήματα αὐτὰ διεπράχθησαν μόνον ἀπὸ τὸν Πάγκαλον, δὲν διεπράχθησαν καὶ ἀπὸ ἄλλους; Μὴ λησμονεῖτε, κύριοι, ὅτι ἔδωσαν τὰς χεῖρας οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες τῆς Χώρας καὶ ἀπετέλεσαν μίαν Οἰκουμενικὴν Κυβέρνησιν διὰ νὰ ἀποκατασταθῇ ἡ ὁμαλότης εἰς τὴν Χώραν. Καὶ τὴν σύμπραξιν ταύτην ἐπεδοκίμασα καὶ ἐγώ, ἀποβλέπων εἰς τὴν ἐπιδιωκομένην ὁμαλότητα. Καὶ λέγω, ἂν ὁ Πάγκαλος δι’ ἐπαναστάσεως ἢ δι’ οἱουδήποτε ἄλλου βιαίου τρόπου κατώρθωσε νὰ συγκεντρώσῃ εἰς χεῖράς του τὰς πολιτικὰς ἐξουσίας τοῦ Κράτους καὶ ἐπέτυχε νὰ ἐπιβάλῃ τὰς ἐξουσίας αὐτὰς εἰς τοὺς πάντας, ἐδημιούργησεν ἓν καθεστώς, καθεστὼς βέβαια τυραννικόν, κατὰ παράβασιν ὅλων τῶν ἀρχῶν τοῦ δικαίου. Ἀλλ’ ἐρωτῶ· τὰ αὐτὰ δὲν ἔπραξεν ὅσον ἀφορᾷ τὸ κεφάλαιον αὐτὸ ὁ Κονδύλης, ὁ ὁποῖος κατέλυσε τὸν Πάγκαλον καὶ ὁ ὁποῖος ἀνέτρεψε τὸ καθεστὼς αὐτό; Τὰ αὐτὰ δὲν ἔπραξεν καὶ ὁ Πλαστήρας, ὅστις κατέλυσε καὶ αὐτὸς τὰς Ἀρχὰς τοῦ Κράτους, ἤσκησε καὶ αὐτὸς δεινὴν τυραννίαν ἐσωτερικὴν καὶ αὐτὸς τὰς ἐλευθερίας τοῦ Τύπου καὶ διέπραξεν καὶ ἄλλα ἀκόμη, ἅτινα ἄριστα γνωρίζετε καὶ τὰ ὁποῖα δὲν θέλω νὰ ἐπαναλάβω διὰ νὰ μὴ ἐξάψω τὰ πνεύματα; Διατί θὰ δικάσωμεν μόνον τὸν Πάγκαλον; Αὐτὸ θὰ ἦτο ὄχι μόνον ἄρνησις τῆς ἰδέας τοῦ δικαίου, θὰ ἦτο, τί νὰ σᾶς εἴπω, ἄρνησις παντὸς λόγου ἠθικῆς. Διὰ ταῦτα θὰ ἤμην ἀπολύτως σύμφωνος ἂν διεπράχθησαν καὶ διεπράχθησαν ἀδικήματα ἐκ μέρους τοῦ Παγκάλου καὶ τῶν συνεργατῶν του ἀφορῶντα τὴν διαρπαγὴν τοῦ δημοσίου πλούτου, νὰ ἐφαρμοσθοῦν αἱ διατάξεις, τὰς ὁποίας ἀναγράφει τὸ Σύνταγμα, καὶ οἱ κείμενοι νόμοι, οἵτινες εἰσὶν ἐπαρκεῖς διὰ νὰ ἐπιτευχθῇ ἡ δίωξις αὐτοῦ. Ἀλλὰ δὲν γνωρίζω, κύριοι, διατί νὰ γίνῃ μεμονωμένως ἡ δίωξις αὐτοῦ καὶ νὰ μὴ ἀνατρέξωμεν εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς ἀνωμάλου περιόδου καὶ νὰ μὴ προβῶμεν εἰς τὴν δίωξιν καὶ τῶν ἄλλων, οἵτινες προγενεστέρως τὰ αὐτὰ καὶ χείρονα διέπραξαν; Διατί νὰ καταδιώκωμεν τοὺς μὲν καὶ νὰ ἀφήσωμεν τοὺς δέ; Ἔσταξε μέλι τὸ στόμα τοῦ κ. συναδέλφου ὁμιλοῦντος περὶ τοῦ Κονδύλη. Δὲν ἔκαμε καὶ ὁ Κονδύλης τὰ ἴδια;
§249Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Εἴπατε ὅτι ἡ τροπολογία, ἡ τιθεμένη εἰς τὸ ἄρθρον 12, ἀποβλέπει εἰς μεμονωμένην τινὰ ἐνέργειαν καθ’ ἑνὸς προσώπου καὶ τὸ πρόσωπον αὐτὸ ὠνομάσατε. Ἐρωτῶ τὸ πρόσωπον τοῦτο κρατεῖται εἰς τὰς φυλακὰς διὰ πολιτικὰ ἀδικήματα ἢ διὰ κοινὸν ἀδίκημα; Διότι νομίζω ὅτι ἐπεκτείνεσθε εἰς θέματα ἄσχετα. Συζητοῦμεν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τοῦ ὑποβληθέντος ψηφίσματος, διὰ τοῦ ὁποίου ἀναστέλλεται ἡ ἰσχὺς τοῦ ἄρθρου 11 καὶ λέγω: δέχομαι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Τσιτσεκλῆ, ἡ ὁποία ἀφορᾷ τὴν ἀναστολὴν τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 12, ἡ ὁποία ὁρίζει χρόνον προφυλακίσεως διὰ τὰ πολιτικὰ ἀδικήματα τρίμηνον. Εἴπατε ὅτι ἡ διάταξις ἀποβλέπει εἰς ὡρισμένον μέτρον καὶ τοῦτο ἐθεωρήσατε πολὺ ὀρθῶς κάκιστον, ὠνομάσατε τὸ ἄτομον καὶ σᾶς ἐρωτῶ· τὸ ἄτομον, τὸ ὁποῖον ὠνομάσατε κρατεῖται εἰς τὰς φυλακὰς διὰ πολιτικὸν ἀδίκημα ἢ διὰ κοινὸν ἀδίκημα;
§250Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Καὶ διὰ κοινὸν ἀδίκημα καὶ διὰ πολιτικὸν καὶ σᾶς ἐρωτῶ ποῦ εἰξεύρετε, κ. Ὑπουργέ, ὅτι καὶ ἄλλοι Ὑπουργοὶ δὲν διέπραξαν ἐν τῷ παρελθόντι κοινὰ ἀδικήματα;
§251Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Πρέπει νὰ ὑπομνησθῇ ὅτι ὁ Πάγκαλος ἦτο ὁ νοῦς ὁ διευθύνων κατὰ τὴν τελευταίαν τριετίαν πᾶν σατανικὸν ἔργον. Ὁ διευθύνων νοῦς μὴ λησμονῆτε ὅτι εἶναι αὐτός. Βεβαίως ὑπάρχουν καὶ ἄλλοι.
§252Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Τὸν Πλαστήρα τὸν ἔφερε ποῖος; ὁ Πάγκαλος;
§253ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Ράλλης ἔχει τὸν λόγον.
§254Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ θὰ δώσω εἰς τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης τὴν ἀπάντησιν, τὴν ὁποίαν δὲν ἔδωκε πρὸς αὐτὸν ὁ προλαλήσας, ὁ ἀξιότιμος κ. Σωτηριάδης. Μάλιστα, εἶναι, κύριε Ὑπουργέ, πολιτικὸν τὸ ἀδίκημα τοῦ κ. Παγκάλου, διότι πρόκειται περὶ ἀδικήματος ἀναγομένου εἰς τὸν νόμον «περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν» καὶ ἀφορῶντος τὴν ἐνέργειαν τοῦ Ὑπουργοῦ ὡς τοιούτου, συνεπῶς εἶναι ἀδίκημα πολιτικόν, βεβαίως δὲ τὸ πρόσωπον, ὅπερ ἀφορᾷ τὸ ψήφισμα, εἶναι ὁ Θεόδωρος Πάγκαλος. Διότι εἶναι ἀνάγκη ἐπὶ τέλους νὰ συζητήσωμεν εἰλικρινῶς καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀληθείας. Νὰ ἔχωμεν τὸ θάρρος τῆς γνώμης ἡμῶν καὶ νὰ μὴ κρυπτώμεθα ὄπισθεν τοῦ δακτύλου ἡμῶν.
§255Χ. ΛΑΔΑΣ. Ὅλα τὰ ἀδικήματα τῶν Ὑπουργῶν δὲν εἶναι πολιτικά.
§256Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Ναί. Ἀλλὰ τὸ ἀδίκημα, διὰ τὸ ὁποῖον κατηγορεῖται ὁ Πάγκαλος, εἶναι ἀδίκημα πολιτικὸν καὶ τὸ γνωρίζετε κάλλιστα ὑμεῖς. Εἶναι πολιτικὸν ἀδίκημα, ἀφοῦ ἀφορᾷ τὴν δημοσίευσιν παρανόμου Διατάγματος ὑπὸ Ὑπουργοῦ γενομένην.
§257Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Εἶναι ζήτημα.
§258Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Εἶναι, κατ’ ἐμέ, ἀδίκημα πολιτικόν. Εἶναι ζήτημα, λέγετε ὑμεῖς. Ἀλλ’ ἐν τούτοις λαμβάνεται τὸ μέτρον τοῦτο—πρέπει, εἶπον, νὰ εἴμεθα εἰλικρινεῖς—ἀποκλειστικῶς ἵνα μὴ τυχὸν χαρακτηρισθῇ, ὡς δυνατὸν νὰ χαρακτηρισθῇ, ὡς πολιτικὸν τὸ ἀδίκημα τοῦ Παγκάλου καὶ ἀποφυλακισθῇ οὗτος λόγῳ τῆς παρελεύσεως τοῦ τριμήνου τοῦ ἄρθρου 12ου τοῦ Συντάγματος. Αὐτὴ εἶναι πλήρης ἡ ἀλήθεια. Κύριοι, δὲν θὰ συζητήσω, οὔτε ἦλθον ἐπὶ τοῦ βήματος ἵνα συζητήσω δικονομικῶς τὰς διατάξεις. Πρῶτον, διότι θεωρῶ ὅτι ἀπὸ δικονομικῆς ἀπόψεως τελείως ἐξήτασε τὸ ψήφισμα ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας. Δεύτερον, διότι φρονῶ ὅτι εἶναι ἐξόχως πολιτικῆς σημασίας τὸ θέμα, ἐλάχιστα δὲ μόνον δικονομικόν. Ἡ ἐπὶ τοῦ βήματος τούτου παρουσία μου καὶ μόνη αὕτη εἶναι νομίζω ἐπαρκὴς ἐγγύησις ὅτι δὲν πρόκειται νὰ συνηγορήσω ὑπὲρ τοῦ Θεοδώρου Παγκάλου. Εἶναι ἀρκετὴ ἐγγύησις ὅτι πρόκειται νὰ ὁμιλήσω ὑπὲρ τοῦ δικαίου μόνον καὶ ὑπὲρ τῆς ἀληθείας. Ὁμιλῶν δὲ ὑπὲρ τοῦ δικαίου ἔχω τὴν ἀξίωσιν νὰ ἔχω εἰς τὸ πλευρόν μου πρώτιστα τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης. Ἔχω τὴν ἀξίωσιν ταύτην οὐ μόνον λόγῳ τῆς θέσεως ἣν οὗτος κατέχει, ἀλλὰ καὶ λόγῳ τῆς περιωπῆς του καὶ λόγῳ τῆς ἰδιαιτέρας ἐκτιμήσεως, ἣν τρέφω πρὸς αὐτόν. Κύριοι, ὁ ἀξιότιμος φίλος μου καὶ ἔγκριτος νομομαθὴς κ. Τσιτσεκλῆς ὡμίλησε προχθὲς διὰ μακρῶν περὶ τῆς ὑποθέσεως Παγκάλου.
§259Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Περὶ δικτατορίας καὶ τυραννίας Παγκάλου.
§260Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Περὶ δικτατορίας καὶ τυραννίας Παγκάλου. Θέλετε νὰ μεταχειρισθῆτε καὶ ἄλλας σκληροτέρας λέξεις, ἐγὼ δὲν ἔχω καμμίαν ἀντίρρησιν.
§261Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Τὰς ἔγραψα. Καὶ σεῖς τὰς ἐγράψατε καὶ ὑπεβάλετε καὶ μήνυσιν.
§262Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Δι’ αὐτὸ ἀκριβῶς σᾶς εἶπον πρὸ ὀλίγου, κύριοι, ὅτι ἡ παρουσία μου ἐπὶ τοῦ βήματος τούτου καὶ ἡ ὁμιλία μου περὶ τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς ἀποτελεῖ ἐγγύησιν ὅτι ὁμιλῶ ὑπὲρ τοῦ δικαίου καὶ τῆς ἀληθείας. Δι’ αὐτό, ἀλλὰ καὶ δι’ ἄλλους ἀκόμη λόγους, τοὺς ὁποίους πάντες γνωρίζετε. Ὡμίλησε λοιπὸν διὰ μακρῶν διὰ τὴν ὑπόθεσιν τῆς τυραννίδος καὶ τῆς δικτατορίας—ὡς λέγει—ὁ ἀξιότιμος κ. Τσιτσεκλῆς, διακόπτων δὲ αὐτὸν ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης εἶπε πρὸς αὐτόν, διότι ἀνέφερε τὸν κίνδυνον τῆς ἀποφυλακίσεως τοῦ Παγκάλου: «Ἡσυχάσατε, διότι θὰ προσαγάγω ψήφισμα, τὸ ὁποῖον ἐπεξεργάζομαι καὶ διὰ τοῦ ὁποίου θὰ ἐξασφαλισθῇ ἡ μὴ ἀποφυλάκισις τοῦ Παγκάλου». Τὸ ψήφισμα, τὸ ὁποῖον ἔρχεται εἰς συζήτησιν σήμερον, τὸ ψήφισμα, τὸ ὁποῖον ἐτέθη ὑπὸ τὴν κρίσιν ὑμῶν, κύριοι βουλευταί, μὴ κρυπτώμεθα, εἶπον, ὄπισθεν τοῦ δακτύλου μας, εἶναι ψήφισμα, τὸ ὁποῖον στρέφεται κυρίως κατὰ τοῦ Παγκάλου. Ἐγὼ θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν μαρτυρίαν αὐτοῦ τοῦ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργοῦ, ἂν ἔστω καὶ μία λέξις τῶν ὅσων εἶπον προηγουμένως εἶναι ἀνακριβής.
§263Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Εἶπον ὅτι θὰ εἰσηγηθῶ ψήφισμα γενικὸν διὰ πάντας τοὺς κρατουμένους ἐν προφυλακίσει. Ἂν συμπίπτῃ καὶ τὸ ἄτομον, περὶ οὗ ὡμιλήσαμεν, νὰ περιλαμβάνεται εἰς τὰς σχετικὰς διατάξεις, τοῦτο εἶναι ἁπλῆ σύμπτωσις.
§264Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Νὰ εἴπητε εἰλικρινῶς, παρακαλῶ, ὅ,τι ἀφορᾷ πρωτίστως τὸν Πάγκαλον, διότι, ἂν δὲν ἀφεώρα κυρίως αὐτόν, δὲν θὰ ὑπῆρχεν αὐτὴ ἡ βία τῆς ὑποβολῆς τοῦ ψηφίσματος, ἀφοῦ καί, ἂν ἐψηφίζετο τὴν Δευτέραν ἢ καὶ βραδύτερον, δὲν θὰ ὑπῆρχε διὰ τὴν Δικαιοσύνην ἐν γένει κανεὶς κίνδυνος. Ὁ συνδυασμὸς ἄλλως τε ἐν τῷ ψηφίσματι καὶ τοῦ 12ου ἄρθρου τοῦ Συντάγματος ἀποκαλύπτει πλήρως τὸν ἐπιδιωκόμενον σκοπόν.
§265Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἡ δικαστικὴ ὑπηρεσία καὶ πρὸ τῆς εἰσόδου μου εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, καθὼς καὶ τὸ Συμβούλιον τῶν Ἐφετῶν ἐξέφρασαν τὴν ἀνάγκην τῆς τροποποιήσεως ταύτης. Αἱ δικαστικαὶ Ἀρχαὶ γενικῶς μεριμνῶσαι περὶ τῆς δικαιοσύνης καὶ ὅπως μὴ ἀνοιχθῶσιν αἱ θύραι τῶν φυλακῶν καὶ ἐξέλθωσι πολλοὶ τῶν προφυλακισμένων, ὑπέβαλον τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν καὶ ἐγὼ υἱοθέτησα. Σύμπτωσις εἶναι ὅτι εὑρίσκεται καὶ τὸ ἄτομον αὐτὸ μεταξὺ τῶν κρατουμένων.
§266Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ ἀξιότιμος κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς ἐνόμισεν ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ μὲ ἀποστομώσῃ λέγων ὅτι δὲν ἦτο αὐτὸς ὁ σχὼν τὴν πρωτοβουλίαν τοῦ ψηφίσματος τούτου, ἀλλ’ ἡ δικαστικὴ ὑπηρεσία καὶ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, πρὸ τῆς εἰς αὐτὸ εἰσόδου τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Νομίζω ὅτι τοῦτο ἔρχεται ἀκριβῶς εἰς ἐνίσχυσιν τῶν λόγων μου, διότι ἐγὼ δὲν ἠρνήθην ὅτι ὑπάρχει ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ παράδοσις ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Δικαιοσύνης ἀπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, οὐδ’ ἠρνήθην ὅτι σκοπὸς τοῦ ψηφίσματος τούτου εἶναι ἡ ἐνίσχυσις τῶν πράξεων τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως καὶ τοῦ προκατόχου Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι ἡ γνώμη τοῦ Ὑπουργείου τῆς δικαιοσύνης, ἡ ὑποβληθεῖσα εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς σήμερον, ὑπεβλήθη κυρίως καὶ πρωτίστως διὰ νὰ ἐνισχύσῃ τὴν συντακτικὴν πρᾶξιν, δι’ ἧς ἱδρύθη τὸ Ἀνώτατον Ἀνακριτικὸν Συμβούλιον. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μου κ. Τσιτσεκλῆς μοὶ ὑπενθύμισε πρὸ μικροῦ, νομίσας ἴσως ὅτι ἐγὼ τὸ ἐλησμόνησα, ὅτι ὑπέβαλον ὁ ἴδιος μήνυσιν κατὰ τοῦ Θεοδώρου Παγκάλου. Ὑπομιμνήσκω ἤδη ἐγὼ εἰς τὸν ἔντιμον συνάδελφον ὅτι ὑπέβαλον μήνυσιν κατὰ τοῦ Παγκάλου ἐπὶ ἐσχάτῃ προδοσίᾳ, τὴν ὁποίαν ὅμως δὲν ὑπέβαλον εἰς τὸ Ἀνώτατον Ἀνακριτικὸν Συμβούλιον, ἀλλ’ εἰς τὸν εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν, διότι ὑπῆρχε σύμπραξις μετὰ δικηγόρων καὶ ἄλλων πολιτῶν, ὅπερ μὲ ἠμπόδιζε νὰ καταφύγω εἰς τὸ Στρατοδικεῖον. Δὲν ὑπέβαλον ταύτην εἰς τὸ Ἀνώτατον Ἀνακριτικὸν Συμβούλιον, διότι δὲν ἦτο δυνατὸν ἐγὼ νὰ ἀναγνωρίσω τὴν ὕπαρξιν τοιαύτης Ἐπιτροπῆς ἀντισυνταγματικῆς. Θὰ ἤμην ἀληθῶς ἀσυνεπὴς καὶ ἀνάξιος νὰ ὑποστηρίξω ἐνταῦθα οἱασδήποτε ἀρχάς, ἂν ἐλησμόνουν τὴν ὑψίστην αὐτὴν ἀρχὴν τὴν καθιερουμένην ὑφ’ ὅλων τῶν Συνταγμάτων τῆς Ἑλλάδος, ὅτι ἔκτακτα δικαστήρια καὶ ἔκτακτοι Ἐπιτροπαὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξωσι παρ’ ἡμῖν, τὴν ἀρχὴν αὐτήν, ἡ ὁποία εἶναι ἀρχὴ παντὸς πεπολιτισμένου Κράτους καὶ τὴν ὁποίαν μόνον ἀπὸ τοῦ 1922, κύριοι, ἔπαυσαν νὰ σέβωνται εἰς τὸν Τόπον αὐτόν. Παύσαντες δὲ νὰ σέβωνται αὐτὴν ἐστιγμάτισαν τὴν νεωτέραν Ἑλληνικὴν Ἱστορίαν διὰ στίγματος ἀτυχῶς ἀνεξιτήλου. Ἦλθον ἐπὶ τοῦ βήματος, ἵνα ζητήσω ὅπως μὴ ψηφισθῇ τὸ ψήφισμα τοῦτο πρὶν ἢ ὑποβληθῇ πρὸς κύρωσιν ἡ συντακτικὴ ἐκείνη πρᾶξις τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως «περὶ συστάσεως Ἀνωτάτου Ἀνακριτικοῦ Συμβουλίου». Ἢ τοῦτο δέον νὰ γίνῃ, ἢ ἄλλως δέον ρητῶς ἐν τῷ ψηφίσματι τούτῳ νὰ ἐξαιρεθῇ ὁ Θ. Πάγκαλος. Εἶναι, λέγει ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργός, ἐπείγουσα ἡ ἐπιψήφισις τοῦ ψηφίσματος, ἵνα μὴ ἐξέλθωσι τῶν φυλακῶν ἀθρόοι εἰς τὰς ὁδοὺς οἱ κατηγορούμενοι. Πολὺ καλά. Συμφωνῶ μεθ’ ὑμῶν. Ἀλλὰ θὰ θέσητε τότε ἐν τῷ ψηφίσματι διάταξιν, καθ’ ἣν δὲν θὰ περιλαμβάνηται εἰς αὐτὸ ὁ Θεόδωρος Πάγκαλος, μέχρις ἐπιψηφίσεως, μέχρι κυρώσεως τῆς διατάξεως ἐκείνης τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, τῆς διατάξεως τῆς ἀντισυνταγματικῆς, τῆς διατάξεως τῆς ἀντικειμενικῆς εἰς πᾶν θεῖον καὶ ἀνθρώπινον δίκαιον. (Ἀναγινώσκει): «Ὑπάρχει μία διάταξις τοῦ Συντάγματος, καθ’ ἣν οὐδεὶς στερεῖται τοῦ φυσικοῦ αὐτοῦ δικαστοῦ. Ὑπάρχει ἑτέρα διάταξις τοῦ Συντάγματος, καθ’ ἣν οἱ Ὑπουργοὶ δίδουσιν εὐθύνας πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν, κατὰ τὴν ὡρισμένην διαδικασίαν ὑπὸ τοῦ εἰδικοῦ «περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν» νόμου, καί, ἂν παραπεμφθῶσιν ὑπ’ αὐτῆς, δικάζονται ὑπὸ τοῦ εἰδικοῦ δικαστηρίου, τοῦ ὑπὸ τοῦ αὐτοῦ νόμου ὁριζομένου. Ὑπάρχει τρίτη διάταξις τοῦ Συντάγματος, καθ’ ἣν ἡ σύστασις ἐκτάκτων δικαστηρίων καὶ ἐκτάκτων Ἐπιτροπῶν ἀπαγορεύεται. Καὶ αἱ τρεῖς αὗται δαιτάξεις τοῦ Συντάγματος, ἐπαναλαμβανόμεναι εἰς πάντα τὰ ἀπὸ τῆς ἱδρύσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους ψηφισθέντα ὑπὸ τῶν Ἐθνικῶν Συνελεύσεων Συντάγματα, ἀπολαύουσι «πλήρους» τοῦ κύρους ἀναμφισβητήτων θεμελιωδῶν βάσεων τοῦ δημοσίου δικαίου τῆς Ἑλλάδος, οἷον καθώρισεν αὐτὸ ἀπὸ γενεὰς ὁμόφωνος ἡ ἐθνικὴ συνείδησις. Ἐπὶ πλέον καὶ αἱ τρεῖς αὗται διατάξεις κυροῦσι θεμελιώδεις ἀρχὰς τοῦ δημοσίου δικαίου τοῦ συγχρόνου πολιτισμένου κόσμου, πανταχοῦ ἀναγνωριζομένας ὡς ἀπαραιτήτους ὅρους πάσης δικαστικῆς ἐνεργείας, ἥτις ἄνευ αὐτῶν δὲν δύναται νὰ φέρῃ τὸν χαρακτῆρα ἀπονομῆς δικαιοσύνης. Ἐπὶ τῇ βάσει τῶν διατάξεων τούτων, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν δι’ αὐτῶν κυρουμένων ἀρχῶν τοῦ συγχρόνου δημοσίου δικαίου, ἀντιλέγω κατὰ τοῦ δικαίῳ βασίμου τῆς ἀπαγγελίας ἐναντίον μου κατηγορίας ὑπὸ τῆς ὑπὸ τὴν ὑμετέραν προεδρίαν Ἐπιτροπῆς».
§267Σ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Μίαν διακοπήν.
§268Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Ταύτην τὴν στιγμὴν δὲν ἐπιτρέπω, διότι καὶ ἂν ἤθελον νὰ ἐπιτρέψω, δὲν θὰ ἐδικαιούμην, ἀφοῦ δὲν ὁμιλῶ ἐγώ. Οἱ λόγοι αὐτοὶ εἶναι λόγοι τοῦ Δημητρίου Γούναρη, οὓς ἀπηύθυνε τὴν 15ην Ὀκτωβρίου 1922 πρὸς τὸν πρόεδρον τῆς κατ’ αὐτοῦ Ἀνακριτικῆς Ἐπιτροπῆς, τὸν Θεόδωρον Πάγκαλον. Ἡ θεία δίκη ἐπῆλθεν ἀμείλικτος. Καὶ ἔρχομαι τώρα ἐγὼ ἐπὶ τοῦ βήματος τούτου, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἀφαιρεθῆ ἐντεῦθεν, ἵνα εἰς τὴν θέσιν του ἀνεγερθῇ ἓν ἰκρίωμα, καὶ ἐπικαλοῦμαι τοὺς λόγους τοῦ μάρτυρος ἐκείνου, προερχομένους ἤδη ἐκ τοῦ βάθους τοῦ τάφου αὐτοῦ. Ἱκετεύω τὴν Βουλὴν νὰ μὴ διαπράξῃ τὴν ἀνίερον πρᾶξιν τοῦ Παγκάλου, νὰ μὴ μιμηθῇ τὸ παράδειγμα αὐτοῦ, ὁ ὁποῖος ἐγένετο μὲν ἄξιος πάσης κατηγορίας, ἀλλ’ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κειμένων νόμων, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἠθικῶν ἀρχῶν, ὑπὲρ τῶν ὁποίων ἡμεῖς πάντοτε ἠγωνίσθημεν καὶ ὑπὲρ τῶν ὁποίων οἱ ἀρχηγοί μας ἔπεσαν μαχόμενοι. (Χειροκροτήματα).
§269Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Νομίζω ὅτι ἐγένετο μία συζήτησις τοῦ ἀξιοτίμου φίλου μου καὶ προλαλήσαντος νομικοῦ ὅτι τὸ Ἀνακριτικὸν Συμβούλιον, τὸ ὁποῖον ἔλαβεν ἐντολὴν νὰ περισυλλέξῃ τὰ στοιχεῖα ἐκεῖνα, διὰ τὰ ὁποῖα ἔμελλε νὰ σχηματισθῇ ἡ κατηγορία ἐναντίον τοῦ Παγκάλου, εἶναι δικαστήριον ἔκτακτον, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ τὰ δικάσῃ. Τὰ δικαστήρια, τὰ ὁποῖα θὰ τὰ δικάσῃ, θὰ ἀποφασίσῃ ὁ κ. Ράλλης καὶ ἡμεῖς οἱ ἄλλοι ποῖοι θὰ εἶναι καὶ κατὰ τίνα τρόπον θὰ δικασθῇ ὁ Πάγκαλος. Θὰ κρίνωμεν ἡμεῖς οἱ ἴδιοι. Δὲν θὰ σχηματίσωμεν ἔκτακτα δικαστήρια. Εἶναι ἐνδεχόμενον ἢ μᾶλλον θεωρῶ βέβαιον ὅτι ἡμεῖς, ἡ Βουλὴ δὲν θὰ συστήσῃ Εἰδικὸν Δικαστήριον, ἵνα κρίνῃ τὰς πράξεις τοῦ Παγκάλου. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ Ἀνακριτικὸν Συμβούλιον, δὲν ἔχει ἄλλην σημασίαν εἰμὴ τὴν περισυλλογὴν τῶν στοιχείων.
§270Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Τοὺς ἀξιοτίμους δύο προλαλήσαντας τοὺς ἐκτιμῶ ἀπείρως καὶ ὡς ἀγαπητοὺς φίλους μου καὶ ὡς ἀνθρώπους τοῦ καθήκοντος. Εἰς τὰς ἀγορεύσεις των ὑπάρχουν καὶ στοιχεῖα τινά, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν καὶ νὰ ἐκτιμηθῶσιν, ἀλλ’ ἐγὼ ἤδη προανήγγειλα καὶ συνηθίζω νὰ λέγω τὰ πράγματα ξηρὰ εἰς τὴν Βουλήν. Κατὰ τὴν προχθεσινήν μου ἀγόρευσιν εἶπον ὅτι ἐπιβάλλεται νὰ ληφθῶσι μέτρα τινά, ἵνα μὴ προώρως τοὐλάχιστον, παρὰ τὰ διαπραχθέντα τεράστια ἀδικήματα ὑπὸ τοῦ πρώην δικτάτορος καὶ τῶν συνεργατῶν του, τὸν ἴδωμεν εἰς τὰς ὁδοὺς περιπατοῦντα καὶ κορδακιζόμενον. Διὰ τοῦτο ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν ἐν σχέσει πρὸς τὸ ψήφισμα τὸ ἀφορῶν τὴν δικονομίαν τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος, μίαν τροπολογίαν ἀφορῶσαν τὴν πρόληψιν τοῦ ἐνδεχομένου αὐτοῦ ἀτόπου, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ προέλθῃ ἐκ στενῆς δικαστικῆς ἀντιλήψεως. Τώρα συνέπεσε τυπικῶς νὰ εὑρεθῶμεν εἰς διαφωνίαν οὐχὶ οὐσιαστικήν, ἀλλὰ τυπικήν, μὲ τὸν κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργόν, ὁ ὁποῖος ἠθέλησε νὰ ἀποχωρίσῃ ἀπὸ τοῦ ψηφίσματος τοῦ ἀφορῶντος τὴν δικονομίαν τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος, τὴν τροπολογίαν μου ἐκείνην. Αἱ τροπολογίαι μου ἀφοροῦν πρῶτον τὴν ἀναστολὴν τοῦ ἄρθρου 6 τοῦ Συντάγματος περὶ διαρκείας τῆς προφυλακίσεως πέραν τῶν τεσσάρων ἢ τῶν ὀκτὼ μηνῶν καὶ τὴν ἀναστολὴν τῆς διατάξεως τοῦ Συντάγματος τὴν ἀφορῶσαν τὰ πολιτικὰ ἀδικήματα. Νομίζω ὅτι παρ’ ὅλας τὰς θεωρίας, τὰς ὁποίας ἀνέπτυξεν ὁ ἀγαπητὸς φίλος καὶ ἔγκριτος νομομαθὴς κ. Σωτηριάδης, εἶναι πάντοτε δεδικαιολογημένη αὐτὴ ἡ πρόνοιά μου καὶ ἀντελήφθην προχθὲς ὅτι καὶ ἡ Βουλὴ τὴν ἐπεδοκίμασε. Δὲν δυνάμεθα νὰ εἴμεθα ἀνεξίκακοι πρὸς ἄνθρωπον, ὁ ὁποῖος κατετυράννησε τὴν Ἑλλάδα καὶ πρὸς τοὺς συνεργάτας του, οἱ ὁποῖοι κατελήστευσαν τὸν Τόπον. Συμβαίνει νὰ ὑπάρχῃ καὶ μία ἀνάγκη, ἡ ὁποία ὑπεδείχθη ὑπὸ τῆς δικαστικῆς ὑπηρεσίας εἰς τὸ Ὑπουργεῖον. Ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς ἐθεώρησεν ὅτι ἔπρεπεν ὑπὸ ἄλλην μορφὴν νὰ φέρῃ τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ ἐδαφίου 6, ἄρθρου 11, καθόσον παρουσιάσθησαν ἐν τῇ πρακτικῇ δυσχέρειαι, προκειμένου περὶ κοινῶν κατηγορουμένων. Ὁμολογῶ ὅτι ὑπῆρξα καὶ ἐγὼ δικαστὴς ἐπὶ ἕξ ἔτη, καθὼς καὶ ὁ κ. Σωτηριάδης ὑπῆρξεν ἄξιος δικαστὴς καὶ ἔφθασε λίαν ἐπαξίως εἰς τὴν θέσιν τοῦ εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν, ἀλλὰ δὲν εἶναι τόσον μέγας ὁ κίνδυνος, τὸν ὁποῖον μᾶς παρουσίασεν ἐδῶ, τῆς ἐλευθερίας τοῦ προσώπου. Οἱ δικασταὶ εἶναι ἄνθρωποι ἄξιοι πάσης ὑπολήψεως καὶ δὲν ἔφθασαν ποτὲ νὰ ὑποπέσουν εἰς κατάχρησιν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου. Ὁ κ. Σωτηριάδης γνωρίζει καλῶς ὅτι, ἂν ὑπῆρξέ ποτε παράτασις προφυλακίσεως, ὑπῆρξε λόγῳ μεγάλης ἀνάγκης, ἔχομεν δὲ εἰς τοῦτο νὰ ἀναφέρωμεν καὶ τὸν νόμον περὶ ἀποφυλακίσεως δι’ ἐγγυήσεως, ἔχομεν καὶ ἄλλο μέτρον ληφθὲν πρὸς προστασίαν τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας τῶν πολιτῶν, τὸν νόμον περὶ διακοπῆς τῆς προφυλακίσεως, τὸν ὁποῖον ἔκαμεν ὁ μακαρίτης εἰσαγγελεὺς Ἐφετῶν Καρατζᾶς. Ὥστε βλέπετε ὅτι δὲν εἶναι τόσον φόβος, ὥστε νὰ φωνάζωμεν· μὴ ἀναστείλητε τὴν διάταξιν, τὴν ὁποίαν δὲν ἐγνώριζε μέχρις αὐτῆς τῆς ἑσπέρας ὁ κ. Σωτηριάδης, οὔτε εὑρίσκεται ὁ Ἀννίβας πρὸ τῶν πυλῶν τῆς πόλεως. Ὥστε εἴτε διὰ τὸν λόγον, τὸν ὁποῖον ἀνέφερεν ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργός, εἴτε διὰ τὸν λόγον, τὸν ὁποῖον ἐγὼ μετὰ σκληρότητος ἐπικαλοῦμαι ἀπέναντι ἑνὸς σκληροῦ ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος κατεβασάνισε τοὺς πάντας, ἡ πρότασις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ εἶναι δεδικαιολογημένη. Ἀλλ’ ἐγὼ ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας, καθ’ ἣν ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ ὁμιλήσω ἐνώπιον ὑμῶν, ἔθιξα τὸ ζήτημα ἀπ’ εὐθείας καὶ ὀφείλω νὰ σᾶς εἴπω ὅτι μοὶ ὑπεδείχθη καταλλήλως νὰ τὸ θίξω ἀπὸ ἐκείνους, εἰς χεῖρας τῶν ὁποίων ὑπῆρχεν ἡ προεισαγωγικὴ ἀνάκρισις τῶν κακουργιῶν τοῦ δικτάτορος, τὸ ζήτημα περὶ τοῦ εἴδους τῶν κακουργιῶν αὐτῶν καί, ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω, ὅτι τὰ ἀδικήματα τὰ ὁποῖα ἐγένοντο κατὰ τὴν δεκατετράμηνον τυραννίαν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐβλέπομεν τὰς ἐφημερίδας κατασαβανωμένας ἀπὸ τὰ κενά, τὰ ὁποῖα ἐπέφερον οἱ δοῦλοι τοῦ δικτάτορος δὲν ἦσαν πολιτικά.
§271ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πρώτην φορὰν εἴδατε αὐτὰ τὰ κενὰ τῶν ἐφημερίδων;
§272Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Εἶπον καὶ προχθὲς ὅτι αὐτὸ εἶναι ἄλλο ζήτημα, δὲν φρονῶ δὲ ὅτι ἔχω τὸ ἀνάστημα νὰ θίξω ἐγὼ αὐτὸ τὸ ζήτημα καὶ θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ παύσητε νὰ ὁμιλῆτε περὶ αὐτοῦ πρὸς ἐμέ. Ἐπὶ τῆς οὐσίας, ὅταν ἔλθῃ αὐτὸ τὸ ζήτημα, θὰ εἴπω τὰς γνώμας μου. Λοιπὸν εἰς τὸ δεύτερον ζήτημα ἔρχομαι νὰ εἴπω ὅτι δέον νὰ ἀνασταλῇ καὶ ἡ ἰσχὺς τοῦ ἄρθρου 12. Ὡς πρὸς τὸν χαρακτηρισμὸν δὲ τῶν πολιτικῶν ἀδικημάτων ἐγὼ φρονῶ ὅτι τὰ ἀδικήματα τὰ διαπραχθέντα ὑπὸ τῆς ἀπαισίας τυραννίδος δὲν εἶναι πολιτικά, εἶναι τοῦ κοινοῦ δικαίου. Πολιτικὰ λέγονται τὰ ἀδικήματα ἐκεῖνα, κατὰ τὰ ὁποῖα, ὡς ἐδιδασκόμεθα ἐκ παίδων, εἷς ἔχων ἰδέας ὅτι δύναται κατά τινα τρόπον νὰ σώσῃ τὴν Πατρίδα, ἀπεκδύεται εἰς ἕνα ἀγῶνα, καταλύει τὴν Ἐξουσίαν καὶ καταλαμβάνει τὴν Ἀρχήν. Οὕτως ἐνεφανίσθη ἐν πρώτοις ὁ Πάγκαλος, ἡ Συνέλευσις εὑρέθη εἰς μίαν ἔκτακτον περίστασιν, ἔκαμεν ἓν ψήφισμα ἁμαρτωλόν, ἐξ οὗ προέκυψε καὶ τὸ σημερινόν. Ἀλλὰ κατὰ τὸ διάστημα τῶν 14 ἐκείνων μηνῶν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔκαμαν τὸ ψήφισμα, ἔκριναν ὅτι δὲν ὑπῆρξεν εἰλικρινὴς ὁ Πάγκαλος καὶ δὲν ἐπανελαμβάνοντο αἱ συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς καὶ δὲν ἐπήρχετο ἡ ὁμαλὴ κατάστασις. Δυστυχῶς ἐπῆλθε μία πλήρης κατάχρησις τῶν πραγμάτων, διάλυσις τῆς Συνελεύσεως, περὶ τῆς ὁποίας δὲν θέλω νὰ εἴπω τίποτε, κατόπιν κατέλαβε τὴν Ἐξουσίαν αὐθαιρέτως καὶ διεπράχθησαν τὰ ὄργια, τὰ ὁποῖα λέγονται σήμερον.
§273ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποῖα ὄργια;
§274Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Πλεῖστα ὄργια, κλοπαί, συμβάσεις ἄνομοι. Ὑπέβαλε κανεὶς καμμίαν μήνυσιν; Ἐγὼ θὰ ὑποβάλω. Συνεργαζόμεθα ἀπὸ ἑνὸς μηνὸς καὶ πλέον καὶ δὲν ἐκάμαμεν τίποτε. Ἀποδοκιμάζομεν τὰς κακουργίας, ναὶ ἢ ὄχι; Δὲν ἔγιναν καταχρήσεις τοῦ χειρίστου εἴδους; Καὶ εὑρισκόμεθα πρὸ μιᾶς τοιαύτης καταστάσεως, τὴν ὁποίαν ἀποδοκιμάζομεν, καὶ μοὶ δίδει ἐπιχείρημα ὁ κ. συνάδελφος νὰ τῷ εἴπω ὅτι πρὸ τριῶν σχεδὸν μηνῶν εὑρισκόμεθα πρὸ μιᾶς ὁμαλότητος καὶ δὲν ἐκάμαμεν τίποτε. Δὲν δύναται, κύριοι, τὸ δεκατετράμηνον διάστημα τῆς τεραστίας αὐτῆς κακοηθείας καὶ κακοπιστίας νὰ μείνῃ ἀπαρατήρητον. Ἂν θέλητε νὰ δώσητε ἀμνηστείαν, εἶσθε κύριοι νὰ τὸ πράξητε. Λοιπὸν τούτου τεθέντος, ὅταν εἰς τοὺς κοινοὺς ἐγκληματίας ἔρχονται τὰ δικαστικὰ συμβούλια καὶ δὲν τοὺς ἀπολύουν ἐπὶ ἐγγυήσει καὶ μάλιστα ἀπαγορεύουν τὴν ἐπὶ ἐγγυήσει ἀπόλυσιν, πρὸ μιᾶς τοιαύτης δεκατετραμήνου καταδυναστεύσεως τῆς Ἑλλάδος παρουσιάζεσθε συνήγοροι αὐτοῦ τοῦ ἀπαισίου καθεστῶτος; Διὰ τοῦτο, ἐκτιμῶ τοὺς προλαλήσαντας κ. κ. Ράλλην καὶ Σωτηριάδην, οἱ ὁποῖοι ἴσως ἄγονται ἀπὸ τὴν ἐπιστημονικὴν ἰδέαν τοῦ δικαίου, διὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἤμην καὶ ἐγὼ συνήγορος, ἀλλ’ ὅταν εὑρισκόμεθα πρὸ ἑνὸς ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος οὐδὲν ἐσεβάσθη, πρέπει νὰ συζητῶμεν καὶ νὰ θωπεύωμεν τὸ τί θὰ ἀποφασίσωμεν; Ἡμεῖς ἀναδρομικὴν ποινὴν δὲν ἐπιβάλλομεν. Αὐτὸς ὁ κύριος ἐπέβαλεν ἀπανθρώπως τὴν ποινὴν τῆς ἀγχόνης, ἐνῷ οἱ περὶ αὐτὸν κατέκλεπτον τὸν δημόσιον πλοῦτον. Λοιπὸν εἶναι ἐπιτετραμμένον; Ἐπὶ τέλους τί κάμνομεν; Ἔχομεν ἓν Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον ἔχομεν ὑπὸ τροποποίησιν, μέχρις ὁριστικῆς του ἐκδικάσεως εἶναι ἐπιδεκτικὸν τροποποιήσεως. Εὑρισκόμεθα πρὸ μιᾶς διατάξεως, τὴν ὁποίαν δὲν ἔχει τὸ παλαιὸν Σύνταγμα, ὅτι ἡ προφυλάκισις δὲν δύναται νὰ παραταθῇ πέραν τῶν ἓξ μηνῶν. Ἀλλὰ διὰ νὰ προλάβωμεν καμμίαν στενὴν ἀντίληψιν τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου, φέρομεν αὐτὴν τὴν τροποποίησιν, τὴν ὁποίαν ἐλπίζω ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ ψηφίσῃ, ἀποβλέπουσα ὅτι οὐδὲν ἄδικον διαπράττεται, οὐδεμία ἀρχὴ τοῦ δικαίου παραβιάζεται, οὐδεμίαν ποινὴν ἀναδρομικὴν ἐπιβάλλει, ὡς ἔπραξεν ὁ δικτάτωρ, ἀλλὰ τοὐναντίον λαμβάνει μέτρα προληπτικὰ χάριν τῆς ἡσυχίας τοῦ Κράτους καὶ χάριν τῆς μὴ ἐπαναλήψεως εἰς τὸ μέλλον τοιούτων ἀγρίων ἀκολασιῶν. (Χειροκροτήματα).
§275ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ρ. Κούνδουρος ἔχει τὸν λόγον.
§276Ρ. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, δὲν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀνήκω εἰς ἓν ἀπὸ τὰ συγκεκροτημένα μεγάλα κόμματα, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦν τὴν Οἰκουμενικὴν Κυβέρνησιν. Ἐνόμισα ἐν τούτοις καθῆκον συνειδήσεως προχθὲς νὰ δώσω εὐσυνειδήτως ψῆφον πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, διότι ἐπίστευον καὶ πιστεύω ὅτι ἡ Οἰκουμενικὴ Κυβέρνησις ἔχει ἕνα μεγάλον προορισμόν, νὰ ἐπαναφέρῃ τὴν ὁμαλότητα εἰς τὸν τόπον. Νομίζω ὅτι τὰ λεχθέντα παρὰ τοῦ κ. συναδέλφου, καίτοι δὲν εἶμαι βέβαια ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ τὸν ὁδηγήσω τί πρέπει νὰ λέγῃ, ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει θὰ τὸν παρεκάλουν νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ τῷ εἴπω ὅτι τὰ παρ’ αὐτοῦ λεχθέντα ἐλάχιστα συντελοῦσιν εἰς τὴν ἐπαναφορὰν τῆς ὁμαλότητος. Δὲν θὰ ἀκούσητε παρ’ ἐμοῦ οὐδεμίαν συνηγορίαν ὑπὲρ οὐδενὸς ἀδικήσαντος, οὐδεμίαν ὑπεράσπισιν ὑπὲρ οὐδενός, ὁ ὁποῖος ἔχει οἱανδήποτε εὐθύνην διὰ τὸ παρελθόν, ἀλλὰ νομίζω ὅτι, ὅταν θέλωμεν νὰ δημιουργῶμεν ἐντυπώσεις, ὅταν συζητῶμεν περὶ καταχρήσεων καὶ καταχραστῶν ἀορίστως, δὲν ἐξυπηρετοῦμεν τὴν κατάστασιν. Κύριοι, θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς εἴπω ὅτι δὲν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἀποτελῶ μέλος τῆς Δʹ Συνελεύσεως, ἀλλὰ γνωρίζων ἀνάγνωσιν καὶ γραφὴν ἀνεγίνωσκον εἰς τὰς ἐφημερίδας ὅτι πᾶσαν πτῶσιν Κυβερνήσεως ἐπηκολούθησαν χίλιαι διαδόσεις, εἴτε ἀληθεῖς ἦσαν εἴτε ψευδεῖς, αἱ ὁποῖαι ἔθιγον τὰς ὑπολήψεις τῶν κυβερνητῶν ἐκείνων. Καὶ ἄλλοτε ἐλέχθη ὅτι ἠνοίγησαν οἱ κρουνοὶ τοῦ δημοσίου πλούτου, καὶ ἄλλοτε ἐγράφησαν ἄρθρα μὲ τὸν τίτλον «Κύματα καταχρήσεων». Ἐλέχθη καὶ ἄλλοτε περὶ καταχρήσεων καὶ ἐδόθησαν καὶ μηνύσεις, ὅπως καὶ ἐπὶ τῆς Παγκαλικῆς Κυβερνήσεως. Ὁπωσδήποτε φρονῶ ὅτι τὸ θέμα τὸ θιχθὲν ὑπὸ τῶν προλαλησάντων εἶναι θέμα σοβαρόν. Ἡ Βουλὴ αἰρομένη εἰς τὸ ὕψος, εἰς τὸ ὁποῖον τὴν θέλει ὁ λαός, ὀφείλει ὄντως νὰ ἀναζητήσῃ πανταχοῦ τὰς εὐθύνας, ἀλλ’ ὀφείλει νὰ ἀποδώσῃ καὶ τὴν προσήκουσαν μὲ τοὺς νόμους καὶ τὰ Συντάγματα τιμωρίαν καὶ ποινήν. Ὁ ἀγαπητὸς συνάδελφος ἐξ Ἀθηνῶν κ. Τσιτσεκλῆς ἐπανέλαβε καὶ προχθὲς καὶ σήμερον τὰ περὶ καταχρήσεων καὶ τὰ περὶ ἀγχόνης. Τὸ νομικὸν μέρος τῆς ἀγχόνης, κύριοι, θὰ μᾶς ἀπασχολήσῃ ἄλλοτε, ἀλλ’ ἐπειδὴ φρονῶ ὅτι ἡ συνεχὴς ἐπανάληψις τοῦ τροπαρίου περὶ ἀγχόνης διὰ τὰς καταχρήσεις ἀποτελεῖ ἴσως, ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ τις ἔκφρασις, μίαν προσπάθειαν δημιουργίας δυσμενοῦς ἀτμοσφαίρας. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ἀντιτάξω ὅτι αἱ καταχρήσεις εἰς τὴν Ἑλλάδα εἶχον φθάσει εἰς σημεῖον ἐπιδημίας καί, ἂν εἶχον τὸν καιρὸν νὰ ἀναγνώσω εἰς τὴν Βουλὴν τοὺς πίνακας τῶν καταχραστῶν, θὰ ἐβλέπατε ἑκατοντάδας ὀνομάτων, θὰ ἐβλέπατε ὅτι ἐκεῖνοι ἀκριβῶς οἱ ἀξιωματικοί, οἱ ὁποῖοι ἐκλήθησαν νὰ φυλάξωσι τὸν δημόσιον θησαυρόν, τὸν διήρπασαν.
§277ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἰς τὸ δικαστήριον θὰ γίνῃ ἡ ὑπεράσπισις τοῦ Παγκάλου.
§278Ρ. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐκεῖ θὰ γίνῃ καὶ ἡ κατηγορία, κ. συνάδελφε, τὴν ὁποίαν ὅμως ἔκαμεν ἐδῶ ὁ κ. Τσιτσεκλῆς πρὸ ὀλίγου. Ἐγὼ ἐν τούτοις δὲν θὰ κάμω καμμίαν ὑπεράσπισιν.
§279ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἂν πρόκειται νὰ κάμητε ὑπεράσπισιν, τότε θὰ ἐπιτρέψητε καὶ εἰς ἡμᾶς νὰ κάμωμεν τὴν κατηγορίαν· θὰ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Πρόεδρος, ἐφόσον ἄλλο εἶναι τὸ θέμα τὸ συζητούμενον σήμερον.
§280Ρ. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐδήλωσα ὅτι δὲν θὰ κάμω καμμίαν ὑπεράσπισιν, ἀλλ’ εἶχον ὑποχρέωσιν νὰ ἀπαντήσω εἰς τὸν κ. Τσιτσεκλῆν, ὁ ὁποῖος ἄλλοτε ἐδίδαξεν ὅτι δυνάμεθα νὰ φθάνωμεν εἰς χειροδικίας μέχρις αἵματος καὶ αὐτοδικίας, μέχρι φόνου, ὅπως ὁ τοιοῦτος κατὰ τοῦ ἀτυχοῦς Νικητοπούλου, ὅταν εἷς φοιτητὴς ἐνόμισεν ὅτι ἠδίκησε, καὶ τώρα κόπτεται ὑπὲρ τῶν κεφαλῶν τῶν καταχραστῶν.
§281ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Κάμνετε ἀπολογίαν τῆς δικτατορίας;
§282ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἐπιτρέπω διακοπάς.
§283Ρ. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὄχι, κ. βουλευτά, θὰ μὲ ἴδητε συνεπῆ, συνεπέστατον εἰς ὅ τι εἶπα. Δὲν θὰ ἀναλάβω τὴν ὑποστήριξιν κανενός· ἂν δὲ ἔχω τὸ εὐτύχημα νὰ συγγενεύω μετὰ τοῦ ὁμωνύμου μου, δίδω εἰς τὴν Βουλὴν τὴν πληροφορίαν ὅτι ὁ ὁμώνυμος καὶ συγγενής μου ἔχει τόσον ἠθικὸν ἀνάστημα, ὥστε νὰ μὴ ἔχῃ ἀνάγκην τῶν ἰδικῶν μου τοὐλάχιστον ὑπηρεσιῶν.
§284Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Δὲν τὸν κατεδίωξα ἐγώ. Αὐτὸς καθ’ ἑκάστην μὲ ὑβρίζει, ἀλλ’ ἀδιαφορῶ.
§285Ρ. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ψήφισμα, κύριοι συνάδελφοι, τὸ ὁποῖον τίθεται ἐνώπιον ἡμῶν, ἔχω καὶ ἐγὼ τὰς ἐπιφυλάξεις, τὰς ὁποίας ἀνέπτυξαν οἱ προλαλήσαντες, ἀλλ’ ἔχω καὶ μίαν ἐντελῶς ἄλλην ἐπιφύλαξιν. Χθές, κύριοι, ἐκανονίσαμεν διὰ ψηφίσματος τὸν τύπον, κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ γίνουν αἱ ἀναθεωρήσεις τοῦ Συνταγματικοῦ Χάρτου. Θὰ γίνωνται διὰ τῆς τριακονταμελοῦς Ἐπιτροπῆς, δι’ ἰδιαιτέρων συζητήσεων κτλ. Σήμερον, τὴν ἑπομένην τῆς ἡμέρας, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐγένετο τὸ ψήφισμα αὐτό, ἐρχόμεθα καὶ κάμνομεν ἀπ’ εὐθείας ἑνὸς ἄλλου εἴδους ἀναθεώρησιν· ἐρχόμεθα καὶ κανονίζομεν τὴν ἰσχὺν τοῦ 11ου ἄρθρου ἡμεῖς σήμερον, ἐνῷ εἶναι δυνατόν, ὅπως εἶπεν ὁ ἀξιότιμος κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργός, ὁ ὁποῖος ἀτυχῶς δὲν μὲ ἀκούει, νὰ ἔχωμεν διὰ τῆς Ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία θὰ προβῇ εἰς τὴν ἀναθεώρησιν, νὰ ἔχωμεν ἄλλην διάταξιν καὶ ἄλλας χρονικὰς διαρκείας. Φρονῶ λοιπόν, κύριοι, πρῶτον διότι εἴμεθα Ἀναθεωρητικὴ Βουλὴ δὲν ἔχομεν, κατὰ τὴν ἀντίληψίν μου, τὴν δικαιοδοσίαν νὰ ἐκδίδωμεν ψηφίσματα, τὰ ὁποῖα ἐκδίδουσιν αἱ Συντακτικαὶ Συνελεύσεις.
§286Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Αὐτὸ τὸ εἶπον χθές.
§287Ρ. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν σᾶς ἤκουσα. Τότε συμφωνεῖτε μαζί μου.
§288Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Τὸ Σύνταγμα θὰ τὸ κάμωμεν εἰς τρεῖς συνεδριάσεις κατ’ ἐπανάληψιν; Ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ τὸ ἀναθεωρήσωμεν καὶ τροποποιήσωμεν καθ’ ὅλας αὐτοῦ τὰς διατάξεις τὸ σχέδιον τοῦ Συντάγματος.
§289Ρ. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὑποβάλλω εἰς τὸν κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸν τὴν ἀντίληψίν μου αὐτήν. Κύριε Ὑπουργέ, ἔχω τὴν αὐτὴν γνώμην ὅτι, ἐφόσον εἴμεθα Ἀναθεωρητικὴ Βουλή, δὲν δυνάμεθα διὰ ψηφίσματος νὰ ἀναθεωρήσωμεν ἓν ἄρθρον, τὸ ὁποῖον θὰ ἀναθεωρηθῇ κατὰ τὴν διαδικασίαν τοῦ χθεσινοῦ ψηφίσματος. Νομίζω ὅτι δὲν ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ κάμωμεν ψηφίσματα συντακτικά, ὄντες Ἀναθεωρητικὴ Βουλή, καὶ δεύτερον ὅτι διὰ τοῦ χθεσινοῦ ψηφίσματος ἐκανονίσθη ὁ τρόπος τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος καὶ ὅτι ἀντίθετον πρὸς τὸν χθὲς ψηφισθέντα τρόπον εἶναι τὸ ψήφισμα τὸ εἰσαγόμενον σήμερον. Μὲ τὰς ἀντιλήψεις αὐτὰς νομίζω, κύριοι, ὅτι τὸ ψήφισμα τὸ εἰσαγόμενον σήμερον δέον νὰ μὴ ψηφισθῇ.
§290Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ὑπάρχει ἄλλος τις, κ. Πρόεδρε;
§291ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι.
§292Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Τότε νὰ κηρυχθῇ περαιωμένη ἡ συζήτησις καὶ ἡ ψηφοφορία νὰ ἀναβληθῇ διὰ τὴν προσεχῆ Δευτέραν, ὁπότε θὰ εἶναι παροῦσα ἡ Βουλή.
§293Ν. ΚΡΑΝΙΩΤΑΚΗΣ. Διατί τὴν Δευτέραν καὶ ὄχι τώρα;
§294Χ. ΛΑΔΑΣ. Διότι δὲν ἠμπορεῖτε μόνοι σας νὰ κανονίζητε τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς.
§295Ν. ΚΡΑΝΙΩΤΑΚΗΣ. Οὔτε σεῖς.
§296ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε ἐπὶ τῆς Γεωργίας Ὑπουργέ, ὑπεβλήθη πρότασις ὑπογεγραμμένη παρὰ 17 βουλευτῶν ζητούντων τὴν ἀναστολὴν τῆς ψηφοφορίας δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§297Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ἡμεῖς ἐζητήσαμεν, κ. Πρόεδρε, κατὰ συνθήκην, ἡ ὁποία καθιερώθη, νὰ δύνανται αἱ μεγάλαι μερίδες νὰ ζητοῦν τὴν ἀναβολὴν τῆς ψηφοφορίας διὰ νὰ εἶναι παροῦσα ἡ Βουλή. Δὲν πρόκειται νὰ γίνῃ καθ’ ὑποκλοπὴν ψηφοφορία.
§298ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ὑποβληθῆ, ὅπως εἶπον, πρότασις ὑπὸ 17 βουλευτῶν περὶ ἀναβολῆς τῆς ψηφοφορίας. Ἐζητήθη ἡ ἀναβολὴ καὶ ἐγένετο κατὰ τὴν ἀπουσίαν μου δεκτὴ ὑπὸ τῆς Βουλῆς.
§299ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§300ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀπεφάσισεν ἡ Βουλὴ νὰ μὴ γίνῃ αὔριον ἡ συνεδρίασις;
§301ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§302Γ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Ἐθν. Οἰκονομίας). Νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον «περὶ καπνεργατῶν».
§303ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§304ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐκτάκτου οἰκονομικῆς ἐνισχύσεως τοῦ ταμείου προστασίας καὶ ἀσφαλείας τῶν καπνεργατῶν». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν).
§305ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις ἵνα ἐπαναληφθῇ αὕτη τὴν 5ην μ. μ. τῆς προσεχοῦς Δευτέρας. (Ὥρα 1 π. μ.).