1926.12.09
2,436 rows · 19,010 words · 238 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 4
Πέμπτη 9 Δεκεμβρίου 1926
Προεδρία κ. Θ. Σοφούλη
(Ὥρα 6 μ. μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Νὰ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα.
§2ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Παρῃτήθη ἡ Κυβέρνησις; Δὲν βλέπομεν κανένα Ὑπουργόν.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ ἐκπληρῶ ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία χθὲς ἀπεφάσισεν ὅτι ἡ συνεδρίασις ἄρχεται εἰς τὰς 5.30′ μ. μ. Νὰ ἀναγνωσθῶσι τὰ πρακτικά. (Ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως).
§4Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐπὶ τῶν πρακτικῶν, παρακαλῶ, τὸν λόγον, κ. Πρόεδρε.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε.
§6Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἰς τὴν τελευταίαν σελίδα τὰ πρακτικὰ λέγουν ὅτι εἶπον· «δὲν ὑπάρχει Σύνταγμα, διότι δὲν ἐκυρώθη παρὰ Συντακτικῆς Συνελεύσεως» καὶ προστίθεται «διότι, ἂν ὑπῆρχε, δὲν ἠμποροῦσε νὰ ἀναθεωρηθῇ τὸ 1ον ἄρθρον του». Ἐγὼ δὲν εἶπον τοιοῦτό τι. Ἐγὼ εἶπον ὅτι δὲν ὑπάρχει Σύνταγμα, διότι δὲν ἐκυρώθη παρὰ τῆς Συντακτικῆς Συνελεύσεως, καθόσον κατὰ τὴν διάταξιν τοῦ ψηφίσματος ἔπρεπε νὰ κυρωθῇ παρὰ τῆς Συντακτικῆς Συνελεύσεως.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συμφώνως μὲ τὰς παρατηρήσεις σας θὰ διορθωθοῦν τὰ πρακτικά, κ. συνάδελφε. (Ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικά).
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς: — Οἱ ἐν ἐνεργείᾳ καπνεργάται Βόλου ζητοῦν τὴν ἐνίσχυσιν τοῦ Ταμείου ἀσφαλείας καπνεργατῶν παρὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. — Οἱ ἐκτὸς ὑπηρεσίας σιδηροδρομικοὶ Θεσσαλίας ζητοῦν τὴν ἐπαναφοράν των. — Ὁ Ἐμπορικὸς Σύλλογος Πανόρμου Κρήτης ζητεῖ τὴν παροχὴν χρεωλυτικῶν ἐνυποθήκων δανείων εἰς τοὺς ἐμπόρους ἢ βιομηχάνους. — Οἱ ἄστεγοι ἀγρόται Νιαούσης ζητοῦν τὴν λῆψιν συντόνων μέτρων στεγάσεως τῶν ἀστέγων προσφύγων. — Οἱ ἀντιπρόσωποι διαφόρων κοινωφελῶν ἱδρυμάτων ζητοῦν τὴν ἄμεσον κατάργησιν τοῦ Ν. Δ. περὶ ὀργανώσεως Ἀνωτάτου Συμβουλίου Ἱδρυμάτων. — Τὸ Σωματεῖον τῶν Καπνεργατῶν Κομοτινῆς παρακαλεῖ ὅπως τὸ Κράτος μεριμνήσῃ παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ καὶ χορηγήσῃ δάνειον εἰς αὐτό. — Ἡ Κοινότης Χιονάδων διαμαρτύρεται ἐναντίον τῶν Στρατιωτικῶν ἀρχῶν, ἀρνουμένων νὰ προβοῦν εἰς τὴν ἐκκένωσιν τοῦ Λαϊκοῦ Ἐκπαιδευτηρίου, ἐπιτεταγμένου πρὸ δωδεκαετίας. — Οἱ ἔφεδροι ὑγειονομικοὶ ἀξιωματικοὶ παρακαλοῦν τὴν Κυβέρνησιν νὰ προβῇ εἰς τὴν ἄμεσον ἀπόλυσίν των καθόσον ὑπηρετοῦντες ἀπὸ τοῦ 1919 μέχρι σήμερον, δὲν δύνανται, λόγῳ τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας, νὰ ἐξακολουθήσουν τὴν περαιτέρω μόρφωσίν των. — Ὁ Σύνδεσμος καπνεργατῶν Ἀλεξανδρουπόλεως διαμαρτύρεται ἐντόνως διὰ τὴν ἀπειθῆ στάσιν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἀρνουμένης νὰ καταβάλῃ ἀποζημίωσιν, παρακαλεῖ δὲ τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν της τὴν διαμαρτυρίαν ταύτην. — Οἱ ἀνταλλάξιμοι τῶν κοινοτήτων Καβάλλας διαμαρτύρονται ἐναντίον τῶν πρωτοβαθμίων Ἐπιτροπῶν διὰ τὰς γενομένας περικοπὰς τῶν ἀποζημιώσεών των καὶ ζητοῦσι τὴν ἄμεσον ἀναθεώρησιν τῶν ἀποφάσεων αὐτῶν. — Διάφοροι κατάδικοι τῶν φυλακῶν Ἀθηνῶν διαμαρτύρονται διὰ τὴν μὴ ἀποφυλάκισίν των, κατὰ παράβασιν τοῦ 11ου ἄρθρου τοῦ Συντάγματος, ἐφόσον συνελήρωσαν ὀκτάμηνον προφυλάκισιν. — Οἱ καπνεργάται Δράμας διαμαρτύρονται κατὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἀρνουμένης νὰ χορηγήσῃ τὸ ἐκ δραχμῶν 25,000,000 δάνειον εἰς αὐτούς. — Οἱ δικαιοῦχοι τῆς Κοινότητος Τρουψὶ Κολωνίας διαμαρτύρονται διὰ τὴν περικοπὴν τῆς ἀποζημιώσεώς των κατ’ ἄτομον καὶ ζητοῦν τὴν ἀναθεώρησιν τῶν ἀποφάσεων τῆς γνωμοδοτικῆς Ἐπιτροπῆς. — Ὁ Ἐμπορικὸς Σύλλογος Κορίνθου διαμαρτύρεται διὰ τὴν μεταφορὰν τῆς Οἰκονομικῆς Ἐφορίας ἐκ τοῦ κέντρου τῆς πόλεως ἔξωθεν αὐτῆς. — Ὁ Ἠπειρωτικὸς Σύνδεσμος Πειραιῶς διαμαρτύρεται διὰ τὴν ἀδιαφορίαν τοῦ Κράτους πρὸς τὸν Ἠπειρωτικὸν λαόν, ζητεῖ δὲ τὴν λῆψιν αὐστηρῶν μέτρων πρὸς ἐξολόθρευσιν τῆς λῃστείας. — Οἱ καπνεργάται Ἀλεξανδρουπόλεως διαμαρτύρονται διὰ τὴν μὴ ἐπικύρωσιν τοῦ Ν. Δ. περὶ χορηγήσεως δανείου ἐκ δραχμῶν 25,000,000 εἰς τὸ ταμεῖόν των. — Οἱ πρόσφυγες δικαιοῦχοι ἀνταλλάξιμοι Δράμας παρακαλοῦν νὰ ἀναγνωρισθῇ ἡ κυριότης τῆς ὁλότητος τῶν προσφύγων ἐφ’ ὅλης τῆς ἀνταλλαξίμου μουσουλμανικῆς περιουσίας — Τὸ Τεχνικὸν Ἐπιμελητήριον τῆς Ἑλλάδος ζητεῖ τὴν κατάργησιν τοῦ Ν. Δ. περὶ ἀπονομῆς τοῦ διπλώματος μηχανικοῦ καὶ ἀρχιτέκτονος εἰς στρατιωτικούς. — Τὸ Σωματεῖον ἐργατῶν σιγαροποιῶν Ἀθηνῶν–Πειραιῶς ὑποβάλλει ὑπόμνημα δι’ οὗ ζητεῖ τὴν παροχὴν ἐπιδόματος εἰς τὰ 60 μέλη του λόγῳ τῆς ἀνεργίας. — Ὁ Σύνδεσμος τῶν ἐφέδρων ἀξιωματικῶν Αἰτωλοακαρνανίας διαμαρτύρεται δι’ ἐνεργείας στρατιωτικῶν εἰς τὴν πολιτικὴν καὶ καλεῖ τοὺς ἐκλεκτοὺς τοῦ λαοῦ ὅπως ἡνωμένοι προβοῦν εἰς τὴν ἀναδημιουργίαν κρατικοῦ οἰκοδομήματος. — Ὁ Σύνδεσμος ἐφέδρων ἀξιωματικῶν Πατρῶν ἀποδοκιμάζων πᾶσαν ἀνάμιξιν στρατιωτικῶν εἰς τὴν πολιτικὴν διατυποῖ τὴν ἐπιτακτικὴν ἀξίωσίν του ὅπως ὁ Στρατὸς περιορισθῇ εἰς τὰ αὐστηρῶς στρατιωτικὰ ἔργα. — Ἡ Κεντρικὴ Ἐπιτροπὴ τῶν Δωδεκανησίων ὑποβάλλει εὐχὴν πρὸς εὐόδωσιν τῆς ἐθνικῆς ἀποκαταστάσεως. — Ὁ βουλευτὴς κ. Δ. Βοκοτόπουλος ὑποβάλλει πρότασιν ψηφίσματος «περὶ Ἐπαναστατικῶν Νομοθετικῶν Διαταγμάτων».
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς ἔχει τὸν λόγον ὅπως καταθέσῃ σχέδιον ψηφίσματος.
§10Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Συμφώνως πρὸς τὴν χθεσινὴν δήλωσίν μου λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλλω ὑπὸ τὴν κρίσιν καὶ ὑπὸ τὴν ψῆφον ὑμῶν σχέδιον ψηφίσματος «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 11 τοῦ Συντάγματος ὡς πρὸς τὸν χρόνον τῆς ἐνάρξεως τῆς ἰσχύος τῶν παραγράφων 5 καὶ 6 τοῦ ἄρθρου τούτου». Καθὼς γνωρίζετε, τὸ ἄρθρον 11 τοῦ Συντάγματος προσδιορίζει ἀνώτερον διάστημα προφυλακίσεως τέσσαρας μῆνας ἐπὶ τῶν πλημμελημάτων καὶ ὀκτὼ μῆνας ἐπὶ τῶν κακουργημάτων δι’ ὡρισμένας ποινάς. Προφανῶς οἱ θεσπίσαντες, οἱ συντάξαντες τὴν διάταξιν ταύτην ὑπέθετον ὅτι ἐντὸς τοῦ χρονικοῦ τούτου διαστήματος θὰ ἦτο εὔκολος καὶ δυνατὸς ὁ τερματισμὸς τῆς διαδικασίας καὶ ὅτι διὰ τοῦ προσδιορισμοῦ τότε τοῦ χρονικοῦ διαστήματος θὰ προελαμβάνοντο τὰ ἄτοπα, τὰ ὁποῖα παρετηρήθησαν ἐν τῷ παρελθόντι ὡς ἐκ τοῦ ἀκαθορίστου χρόνου τῆς προφυλακίσεως. Δυστυχῶς δὲν ἐκρίθη ὑπὸ τῆς δικαστικῆς Ἀρχῆς καὶ τῶν καλῶς κατεχόντων τὰ δικαστικὰ πράγματα ὅτι τὸ διάστημα τοῦτο εἶναι ἐπαρκὲς ὅπως τερματισθοῦν αἱ ἐκκρεμεῖς ὑποθέσεις καὶ διὰ τοῦτο ὑπάρχουν πολλὰ ἐμπόδια. Δὲν ἦτο, λέγω, δυνατὸς ὁ τερματισμὸς ἐντὸς τῶν ὁρίων τούτων. Λέγω λοιπὸν ὅτι, ὅπως μέχρις οὗ ὁρισθῶσιν ἄλλως τε εἴτε ὑπὸ τοῦ Συντάγματος, εἴτε δι’ ἰδιαιτέρου νόμου τὰ τοῦ προσδιορισμοῦ τοῦ χρόνου τῆς προφυλακίσεως, ληφθῇ μέτρον τι, διότι ὑπάρχει κίνδυνος νὰ ἀπαλλαγῶσι πολλοὶ τῶν εὐθυνῶν, λόγῳ τοῦ ὅτι ἡ δικαστικὴ Ἀρχὴ δὲν κατώρθωσε νὰ τερματίσῃ τὸ στάδιον τὸ ἀνακριτικόν. Διὰ τοῦτο λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλλω σχέδιον ψηφίσματος, διὰ τοῦ ὁποίου ὁρίζεται ὅτι ἡ ἰσχὺς τῶν διατάξεων τῶν παραγράφων 5 καὶ 6 τοῦ ἄρθρου 11 τοῦ Συντάγματος ἄρχεται ὅσον ἀφορᾷ μόνον διὰ τὸν χρόνον τῆς προφυλακίσεως ἀπὸ τῆς 1ης Ἰουλίου 1927- αἱ διατάξεις αὗται ἐφαρμόζονται καὶ ἐπὶ τῶν κατὰ τὴν ἡμέραν ταύτην εὑρισκομένων ἐν προφυλακίσει. Ἡ διάταξις ἡ τελευταία ἐτέθη, διότι ὑπάρχει ἀντιγνωμία ὡς πρὸς τὸν χρόνον τῆς προφυλακίσεως. Δικαστικαί τινες Ἀρχαὶ λέγουσιν ὅτι ὁ χρόνος οὗτος ἄρχεται ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ Συντάγματος, ἄλλαι ὑπεστήριξαν—καὶ ἡ Ἀνωτάτη Δικαστικὴ Ἀρχὴ τοῦ Κράτους ὑπεστήριξεν—ὅτι ὁ χρόνος τῆς προφυλακίσεως ἄρχεται ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς προφυλακίσεως. Ὅπως μὴ εὑρεθῶμεν καὶ πάλιν ἀπέναντι τοιούτων ἀντιγνωμιῶν ὡρίσθη ὅτι καὶ ἐπὶ τῶν ἐν προφυλακίσει εὑρισκομένων ἡ ἰσχὺς τῶν διατάξεων αὐτῶν θὰ ἀρχίσῃ ἀπὸ τῆς 1ης Ἰουλίου 1927. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς νὰ ἐπιμεληθῇ διὰ τὴν ἐκτύπωσιν τοῦ σχεδίου τούτου, ἐκτὸς ἂν ἡ Βουλὴ θέλῃ νὰ τὸ ψηφίσῃ κατ’ ἀρχήν.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ τυπωθῇ καὶ θὰ διανεμηθῇ· δὲν θὰ συζηθῇ τώρα. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν Ἀναφορῶν.
§12Δ. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ, κ. Πρόεδρε.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχετε τὸν λόγον.
§14Δ. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Νομίζω ὅτι εὐθὺς ὡς οἱ κ.κ. Ἀντιπρόεδροι παρῃτήθησαν, τὸ Σῶμα εἶχεν ὑποχρέωσιν νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐκλογὴν ἑτέρων, διότι τὸ Προεδρεῖον δὲν ἔχει ἐκλεγῆ ὁριστικῶς.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἐγένετο ἀποδεκτὴ ἡ παραίτησις ἀκόμη.
§16ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τότε νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κακῶς ἀνεγράφη εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν. Βεβαίως θὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή.
§18Δ. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Οὔτε αἱ Κοινοβουλευτικαὶ Ἐπιτροπαὶ ἔγιναν.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ζήτημα τὸ ὁποῖον ἐξαρτᾶται ἐκ τοῦ σχεδίου ψηφίσματος, τὸ ὁποῖον ὑπεβλήθη καὶ συζητεῖται. Θὰ εἰσέλθωμεν ἔπειτα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τὴν Νομοθετικὴν καὶ θὰ προβῶμεν σχετικῶς. Ὁ κ. Α. Μάρκου παρακαλεῖ τὸν κ. ἐπὶ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας Ὑπουργόν....
§20ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἀπουσιάζει ὁ κ. Ὑπουργός.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Β. Μεϊμαράκης παρακαλεῖ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργόν....
§22Β. ΜΕΪΜΑΡΑΚΗΣ. Ἀπουσιάζει ὁ κ. Ὑπουργός.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλονται ἐπὶ τοῦ παρόντος, διότι αἱ ἀναφοραὶ αὐταὶ ἀπευθύνονται πρὸς τοὺς Ὑπουργοὺς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας καὶ τῶν Στρατιωτικῶν, οἱ ὁποῖοι ἀπουσιάζουν.
§24Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Διὰ πότε, παρακαλῶ;
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μέχρι τῆς ἀφίξεως τῶν κ. κ. Ὑπουργῶν. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν Ἐπερωτήσεων. Οἱ κ. κ. Μ. Γούδας καὶ Χ. Χρηστοβασίλης ἐπερωτῶσι τὸν κ. ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας Ὑπουργόν....
§26Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ὀφείλω νὰ δικαιολογήσω τὸν κ. συνάδελφόν μου ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας. Δὲν εἶχε ληφθῆ ἐγκαίρως ἡ Ἡμερησία Διάταξις τῶν Ἐπερωτήσεων καὶ ἐπειδὴ ὑπῆρξεν ἀντίληψις ὅτι θὰ περατώσωμεν τὸ ψήφισμα, εἶπον εἰς τὸν κ. συνάδελφόν μου ὅτι δὲν φαντάζομαι νὰ γίνῃ συζήτησις ἐπὶ τῶν Ἐπερωτήσεων σήμερον καὶ ἴσως δι’ αὐτὸ δὲν ἦλθε. Θὰ παρεκάλουν μάλιστα, ἂν δὲν ὑπάρξῃ καμμία ἀντίρρησις, νὰ ἀναβληθοῦν αὐταὶ αἱ ἐπερωτήσεις διὰ τὴν προσεχῆ ἡμέραν τῶν Ἐπερωτήσεων.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ ἀναβληθοῦν, μάλιστα, ἀλλὰ δι’ αὔριον.
§28ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Νὰ ἀναβληθοῦν αἱ ἐπερωτήσεις αἱ ἀφορῶσαι Ὑπουργοὺς ἀπουσιάζοντας καὶ ὄχι αἱ ἄλλαι.
§29Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Κατὰ τὸν Κανονισμόν, ὁ Ὑπουργὸς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσῃ μίαν ἀναβολήν, ὥστε πρακτικῶς καταλήγομεν εἰς τὸ αὐτό.
§30Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Νομίζω ὅτι δὲν ἔχετε ὑπ’ ὄψει τὰς τροποποιήσεις τοῦ Κανονισμοῦ, καθ’ ἃς ὅταν γίνηται μία ἐρώτησις, πρέπει νὰ ἀπαντήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐγγράφως.
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρόκειται περὶ ἐπερωτήσεως, κ. Πετρίδη, καὶ οὐχὶ περὶ ἐρωτήσεως. Μεταβαίνομεν εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς Νομοθετικῆς Ἐργασίας. Πρῶτον θὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή, ἂν ἀποδέχεται τὴν παραίτησιν τῶν κ. κ. Ἀντιπροέδρων.
§32ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§33Κ. ΑΛΑΒΑΝΟΣ. Δὲν εἶναι δικαίωμα τῆς Βουλῆς, κ. Πρόεδρε, νὰ ἀποφανθῇ ἐπὶ τῆς παραιτήσεως.
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι δικαίωμα. Μόνον διὰ τοὺς βουλευτάς....
§35Κ. ΑΛΑΒΑΝΟΣ. Οὐδεὶς κανονισμὸς τὸ λέγει αὐτό. Δὲν εἶναι δικαίωμα τῆς Βουλῆς νὰ ἀποφανθῇ, ἂν καλῶς ἢ κακῶς παρῃτήθησαν οἱ Ἀντιπρόεδροι. Εἶναι δικαίωμα τοῦτο μόνον τῶν ὑποβαλόντων τὰς παραιτήσεις αὐτῶν. Ἁπλῶς εἰς τὴν Βουλὴν γίνεται ἀνακοίνωσις δυνάμει τοῦ Κανονισμοῦ καὶ οὐδὲν πλέον. Ἐγώ, κ. Πρόεδρε, καὶ ἐκ τῶν δηλώσεών μου τῶν πρὸ τῆς ἐκλογῆς, πρὸ τῆς ψηφοφορίας, αἱ ὁποῖαι εἶχον τὸν τύπον τῆς παρακλήσεως ὅπως μὴ ἀναγραφῇ τὸ ὄνομά μου εἰς τὸ ψηφοδέλτιον τῶν Ἀντιπροέδρων καὶ ἐκ τῶν ἐγγράφων δηλώσεών μου πρὸς τὸ Προεδρεῖον ὅτι ἠδυνάτουν νὰ δεχθῶ τὸ ὄντως τιμητικὸν ἀξίωμα τοῦ Ἀντιπροέδρου διὰ λόγους ἀνεξαρτήτους τῆς θελήσεώς μου—μοὶ φαίνεται ὅτι ὑπάρχουν λόγοι ἀνεξάρτητοι τῆς θελήσεώς μου, οἱ ὁποῖοι ὀφείλω νὰ δηλώσω πρὸς τὴν Βουλὴν ὅτι δὲν ἐνέχουν οὐδεμίαν πολιτικὴν σημασίαν— δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ ἐμμείνω εἰς τὰς ἀρχικῶς διατυπωθείσας ἀντιλήψεις μου εἰς τὴν παραίτησίν μου ὡς Ἀντιπροέδρου. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ δεχθῇ ὅπως τῇ ὑποβάλω τὰς εὐχαριστίας μου καὶ τὴν εὐγνωμοσύνην μου, διότι ἐπὶ τόσα συναπτὰ ἔτη μὲ περιέβαλε διὰ τῆς ἐμπιστοσύνης αὐτῆς καὶ τὰς εὐχαριστίας μου ἐπίσης, διότι καὶ πάλιν καὶ αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἐκ τῶν ἐκδηλώσεων τὰς ὁποίας ἔχω ἐκ μέρους τῶν πλείστων συναδέλφων μου ἐξακολουθεῖ νὰ μὲ περιβάλῃ διὰ τῆς εὐμενείας της. Ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω, δὲν ἤρθησαν οἱ λόγοι ἐκεῖνοι, οἵτινες μὲ ἐξηνάγκασαν εἰς τὴν παραίτησιν μου καὶ οἱ ὁποῖοι, ἐπαναλαμβάνω, εἶναι ἀνεξάρτητοι τῆς θελήσεώς μου.
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν ἠμποροῦμεν νὰ ἐπιμένωμεν νὰ ἐπιβάλωμεν καταναγκαστικὰ ἔργα. Αὔριον ἑπομένως θὰ γίνῃ ἡ ἐκλογὴ Ἀντιπροέδρων.
§37Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Δὲν εἶναι ἑπομένως κατηρτισμένη εἰς Σῶμα ἡ Βουλή.
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι Σῶμα κατηρτισμένον κανονικῶς.
§39Π. ΜΑΖΑΡΑΚΗΣ. Κύριε συνάδελφε, οἱ Ἀντιπρόεδροι δὲν μετέχουν τοῦ Προεδρείου. Ἀντικαθιστοῦν τὸν Πρόεδρον κωλυόμενον.
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συζήτησις ἐπὶ τοῦ σχεδίου ψηφίσματος «περὶ τῶν διὰ τὴν κύρωσιν τοῦ Συντάγματος συζητήσεων τῆς Βουλῆς». Ὁ κ. Σ. Μάξιμος ἔχει τὸν λόγον.
§41Σ. ΜΑΞΙΜΟΣ. Κύριοι βουλευταί, πρόκειται περὶ τοῦ σχεδίου ψηφίσματος τοῦ ὑποβληθέντος μὲ τὴν αἰτιολογικὴν εἰσήγησιν καὶ τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὸν διακανονισμὸν καὶ τὸν τρόπον κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ συζητηθοῦν αἱ τροπολογίαι τοῦ Συντάγματος καὶ αἱ προτάσεις τροποποιήσεως, τὰς ὁποίας θὰ ὑποβάλλουν τὰ διάφορα κόμματα τῆς Βουλῆς. Ἡ ἡμετέρα ὁμὰς συμφωνεῖ εἰς τὸ νὰ ἐκλεγῇ ἡ τριακονταμελὴς Ἐπιτροπή, διότι νομίζομεν ὅτι αἱ ἀπόψεις τῶν πολιτικῶν κομμάτων ἐπὶ τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον ἐδημοσιεύθη καὶ ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἔγιναν συζητήσεις καὶ τὸ ὁποῖον συνεζητήθη ὄχι μόνον εἰς τὴν Δʹ Ἐθνοσυνέλευσιν, ἀλλὰ καὶ ἐκτὸς αὐτῆς, ὑποτίθεται, λέγω, ὅτι ἐπὶ τοῦ Συντάγματος ὑπῆρξαν ἤδη συγκεκριμέναι γνῶμαι καὶ ἀπόψεις τῶν διαφόρων πολιτικῶν παρατάξεων, ὥστε νὰ μὴ ὑπάρχῃ λόγος νὰ γίνωνται συζητήσεις καὶ ἔλθουν τὰ ἄρθρα τοῦ Συντάγματος ὑπὸ νέαν συζήτησιν εἰς ὁλόκληρον τὴν Βουλήν. Συνεπῶς δὲν νομίζω ὅτι ὑπάρχει πρακτικὸς λόγος νὰ μὴ ἐκλεγῇ ἡ τριακονταμελὴς Ἐπιτροπή, ἡ ὁποία εἶναι σύντομος εἰς τὸ τεχνικὸν μέρος τῆς διεξαγωγῆς τῶν συζητήσεων ἐπὶ τῆς τροπολογίας τοῦ Συντάγματος. Λοιπὸν νομίζω φυσικὸν καὶ ἔχω ὑποχρέωσιν νὰ δηλώσω ἐκ μέρους τῆς παρατάξεως καὶ τοῦ κόμματος τὸ ὁποῖον ἐκπροσωπῶ ὅτι θὰ ἔπρεπεν εἰς τὰς συζητήσεις νὰ περιληφθῇ καὶ τὸ πρῶτον ἄρθρον τοῦ Συντάγματος διὰ τοὺς ἑξῆς, κατὰ τὴν γνώμην μου, λόγους. Πρῶτον, διότι τὸ πολιτειακὸν ζήτημα ἢ τὸ καθεστωτικὸν ζήτημα, ὄχι μόνον δὲν ἔχει λήξει, ἀλλ’ ἀντιθέτως ἐξακολουθεῖ νὰ ὑφίσταται καὶ μὲ ὀξυτάτην μάλιστα μορφήν, ὅπως τὸ ἀπέδειξεν ὁ προεκλογικὸς ἀγὼν καὶ ὅπως τὸ ἀπέδειξαν αἱ χθεσιναὶ καὶ προχθεσιναὶ συζητήσεις. Νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν τὸ χθὲς λεχθὲν ὅτι εἰς τὸν προεκλογικὸν ἀγῶνα οὐδὲν ἐκ τῶν κομμάτων δὲν κατῆλθεν μὲ συγκεκριμένας ἐπὶ τοῦ πολιτειακοῦ ἀπόψεις. Ἔχω ἀντιθέτως τὴν γνώμην καὶ πιστεύω ὅτι καὶ πολλοὶ ἐκ τῶν κ. κ. βουλευτῶν θὰ συμφωνήσουν, ὅτι ὁ προεκλογικὸς ἀγὼν τῆς 7ης Νοεμβρίου ἦτο ταυτοχρόνως καὶ μία πάλη μεταξὺ Δημοκρατίας καὶ Βασιλείας.
§42ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν ἐτέθη τοιοῦτον ἐρώτημα.
§43Σ. ΜΑΞΙΜΟΣ. Τὸ ἂν ἐτέθη ἐρώτημα ἢ ἂν δὲν ἐτέθη, αὐτὸ εἶναι τὸ τυπικὸν μέρος τοῦ πράγματος. Τὸ οὐσιαστικὸν εἶναι ὅτι εἰς τὸν ἐκλογικὸν ἀγῶνα καὶ εἰς τὴν προεκλογικὴν κίνησιν ὑπῆρξε μία πάλη μεταξὺ Βασιλείας καὶ Δημοκρατίας. Εἶναι δὲ ἐπίσης γνωστὸν ὅτι εἰς τὴν πάλην αὐτὴν ἔλαβον μέρος ὅλα ἀνεξαιρέτως τὰ πολιτικὰ κόμματα τῆς ἀστικῆς λεγομένης τάξεως, τὰ χωριζόμενα εἰς δημοκράτας καὶ βασιλόφρονας. Καὶ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς καὶ τὸ Κόμμα τῶν Ἐλευθεροφρόνων ἐτάχθη οὐσιαστικῶς ὑπὲρ τῆς Βασιλείας. Ἐπειδὴ νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ αὐτὴ συνέρχεται κατόπιν πολιτειακῶν ἀγώνων καὶ πολιτειακῶν μεταβολῶν καὶ εἶναι ἡ πρώτη Βουλὴ εἰς τὴν ὁποίαν ἀντιπροσωπεύονται ἀφ’ ἑνὸς μὲν ὅλαι αἱ παρατάξεις τῆς ἀστικῆς λεγομένης τάξεως, ἀφ’ ἑτέρου δὲ καὶ ἡ παράταξις τῆς ἐργατικῆς τάξεως, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ συζητηθῇ τὸ πολιτειακὸν ζήτημα, διότι συμφέρει καὶ δὲν εἶναι σκόπιμον ἡ Βουλὴ νὰ μεταβάλλεται εἰς μίαν στρουθοκάμηλον, ἡ ὁποία κρύπτει τὴν κεφαλήν της εἰς τὴν ἄμμον. Ἔχω δηλαδὴ τὴν γνώμην ὅτι ὁ πολιτειακὸς ἀγὼν συνεχίζεται καὶ θὰ συνεχισθῇ, καὶ δὲν ἀποκλείονται νέα κινήματα ἐξ ἀφορμῆς τοῦ πολιτειακοῦ ζητήματος, καὶ νομίζω ὅτι ἡ Οἰκουμενικὴ Κυβέρνησις δὲν εἶναι ἱκανὴ νὰ καλύψῃ τὸν πολιτειακὸν αὐτὸν ἀγῶνα. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ αἱ ἀντιθέσεις μεταξὺ τῶν δύο παρατάξεων εἶναι γνωσταί, ὁ δὲ τρόπος τῆς συζητήσεως τῆς χθεσινῆς καὶ τῆς προχθεσινῆς καὶ ἡ οὐσία τῆς πολιτικῆς ἐπιθέσεως τοῦ κόμματος τῶν Λαϊκῶν ἀποδεικνύει ὅτι τὸ πολιτειακὸν ζήτημα εἶναι τὸ φλέγον ζήτημα, εἰς τὴν οὐσίαν τοῦ ὁποίου χθὲς εἰσῆλθον οἱ ἀγορεύσαντες τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος. Ποῖος ὁ ἀντικειμενικὸς σκοπὸς τῆς χθεσινῆς ἐπιθέσεως ὅσον ἀφορᾷ τὸ κῦρος τῆς τριακονταμελοῦς Ἐπιτροπῆς; Ὁ ἀντικειμενικὸς σκοπὸς ἦτο νὰ τεθῇ ζήτημα καθεστῶτος ὡς ἐπιβληθέντος μὴ νομίμως καὶ συνεπῶς νὰ εὑρεθοῦν τὰ στοιχεῖα τῆς ἐπιθέσεως διὰ νὰ τεθῇ ἐκ νέου ἐπὶ τάπητος τὸ ζήτημα. Ἐπειδή, ἐπαναλαμβάνω, ἡ Βουλὴ αὐτὴ εἶναι ἡ πρώτη Βουλὴ ἡ ὁποία συνέρχεται μετὰ πολιτειακοὺς ἀγῶνας καὶ ἐπειδὴ νομίζω ὅτι τὸ πολιτειακὸν ζήτημα δὲν πρέπει νὰ καλύπτεται κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, δι’ αὐτὸ εἶμαι τῆς γνώμης, καὶ ἡ ὁμάς μας ὁλόκληρος, ὅτι πρέπει νὰ τεθῇ ὑπὸ συζήτησιν καὶ τὸ πρῶτον ἄρθρον τοῦ Συντάγματος καὶ νὰ ἐκτεθοῦν αἱ ἀπόψεις καὶ αἱ γνῶμαι ὅλων τῶν πολιτικῶν κομμάτων ἐντὸς τῆς Βουλῆς. Ἄν ὑπάρχουν λόγοι, οἱ ὁποῖοι ἐπιβάλλουν εἰς τὴν δημοκρατικὴν παράταξιν νὰ ἀποκρούσῃ μίαν τοιαύτην συζήτησιν, νομίζω ὅτι οἱ λόγοι αὐτοὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι καὶ λόγοι ἀπορρέοντες ἀπὸ πραγματικὰ συμφέροντα τῶν ἐκτὸς τοῦ Κοινοβουλίου εὑρισκομένων μαζῶν. Ἄν ἡ δημοκρατικὴ παράταξις ἔχῃ λόγους νὰ νομίζῃ ὅτι τὸ δημοκρατικὸν καθεστὼς εἶναι ἐν ἀσφαλείᾳ, ὑπάρχουν καὶ ἄλλαι παρατάξεις, αἱ ὁποῖαι δὲν νομίζουν ὅτι αὐτὸ εἶναι ὀρθόν. Ἄν ἡ δημοκρατικὴ παράταξις νομίζῃ ὅτι ἐπιβάλλεται ὅπως–ὅπως νὰ ψηφισθῇ τὸ Σύνταγμα, νομίζω ὅτι σφάλλεται, διότι τὸ πολίτευμα δὲν κατοχυροῦται δι’ ἑνὸς Συντάγματος ψηφιζομένου ὅπως–ὅπως ἀπὸ μίαν τριακονταμελῆ Ἐπιτροπήν, ἀλλὰ πρέπει νὰ στηρίζεται ἐπὶ ἐξωκοινοβουλευτικῶν πραγματικῶν δυνάμεων καὶ πολιτικῶν παρατάξεων. Ὑποτεθήσθω ὅτι ἡ τριακονταμελὴς αὐτὴ Ἐπιτροπὴ συνέρχεται καὶ κανονίζει ὅλα τὰ ἄρθρα, πλὴν τοῦ πρώτου. Γίνονται μετὰ ἓν ἔτος ἐκλογαί, ὑπερισχύουν τὰ ἀντιβενιζελικὰ κόμματα, ὁπότε καὶ πάλιν τὸ καθεστωτικὸν ζήτημα τίθεται ἐπὶ τάπητος. Τὸ δημοψήφισμα δὲν εἶναι ἱκανὸν νὰ μεταβάλῃ τὴν οὐσίαν. Ἡ οὐσία εἶναι ὅτι ἐκτὸς τοῦ Κοινοβουλίου παλαίουν δυνάμεις ὑπὲρ καὶ κατὰ τῆς Δημοκρατίας καὶ νομίζω ὅτι τὸ δημοψήφισμα δὲν θὰ ἦτο ἱκανὸν νὰ ἀποκλείσῃ τὴν περίπτωσιν τοῦ καθεστωτικοῦ ζητήματος, ἂν ὑπερίσχυον εἰς ἄλλας ἐκλογὰς τὰ ἀντιβενιζελικὰ κόμματα. Ἀπὸ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς ἐξετάζοντες τὰ πράγματα νομίζω ὅτι δὲν εἶναι καθόλου σκόπιμον νὰ μὴ θέσωμεν ὑπὸ συζήτησιν τὸ ζήτημα τοῦ πολιτεύματος, διότι ἡ κάλυψις, ἡ προσπάθεια καλύψεως ἑνὸς φλέγοντος ζητήματος εἶναι δυνατὸν βεβαίως νὰ ὠφελήσῃ προσωρινῶς καὶ κομματικῶς ὡρισμένα κομματικὰ συγκροτήματα, ἀλλὰ θὰ ἐπιφέρῃ ἐξωκοινοβουλευτικὰς βιαίας λύσεις τῶν πραγμάτων. Αὐτὰ εἶχον νὰ εἴπω ὅσον ἀφορᾷ τὸ ψήφισμα διὰ τὰς τροπολογίας ἐπὶ τοῦ Συντάγματος. Εἴμεθα ὑπὲρ τῆς τριακονταμελοῦς Ἐπιτροπῆς, διότι ἔχομεν τὴν γνώμην ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ βυζαντινολογῶμεν. Ὑποτίθεται ὅτι τὰ κόμματα ἔχουν συγκεκριμένας ἀπόψεις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ Συντάγματος καὶ ὅτι οἱ κ. κ. βουλευταὶ δὲν περιμένουν αὐτὴν τὴν στιγμὴν νὰ ὑποβάλουν τὰς τροποποιήσεις των. Προσθέτω ὅμως ὅτι δὲν εἶναι σκόπιμον καὶ συμφέρον διὰ τὰ στρώματα, τὰ ὁποῖα τοὐλάχιστον ἡμεῖς πολιτικῶς ἐκπροσωποῦμεν, νὰ καλυφθῇ τὸ πολιτειακὸν ζήτημα, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι ζήτημα νομικῶν ἐπιχειρημάτων, ἀλλ’ οὐσιαστικόν, πολιτικόν, κοινωνικόν, οἰκονομικόν.
§44Β. ΑΛΕΞΑΤΟΣ. Ἐφόσον διατείνεσθε ὅτι πρέπει νὰ συζητηθῇ τὸ πρῶτον ἄρθρον, πρέπει νὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψει ὅτι ἡ συζήτησις τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ ἀφορᾷ συνέχειαν τοῦ καθεστωτικοῦ ἀγῶνος καὶ πρέπει νὰ ἐξετασθῇ ἂν ἔχωμεν τοιαύτην ἐντολήν.
§45Σ. ΜΑΞΙΜΟΣ. Νομίζω ὅτι οἱ ἐκλογεῖς οἱ ὁποῖοι σᾶς ἐξέλεξαν ἦσαν βασιλόφρονες καὶ σᾶς ἐξέλεξαν ὡς βασιλόφρονα.
§46Β. ΑΛΕΞΑΤΟΣ. Οἱ συμπολῖταί μου μὲ ἐξέλεξαν διότι εἶχον ἐμπιστοσύνην εἰς ἐμὲ καὶ εἰς τὸν ἀρχηγόν μου, εἰς τὴν παράταξιν τοῦ ὁποίου εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἀγωνισθῶ. Ἐγὼ δὲν ἔθεσα ὑπ’ ὄψει των τοιαῦτα ζητήματα.
§47Γ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Ἐθν. Οἰκονομίας). Κύριοι βουλευταί, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω ὑπὸ τὴν κρίσιν ὑμῶν σχέδιον νόμου, «περὶ ἐκτάκτου οἰκονομικῆς ἐνισχύσεως τοῦ ταμείου ἀσφαλίσεως καὶ προστασίας τῶν καπνεργατῶν». Τὸ ζήτημα εἶναι ἐπεῖγον καὶ παρακαλῶ διὰ τὴν ταχεῖαν ψήφισιν αὐτοῦ.
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Εὐταξίας ἔχει τὸν λόγον.
§49Ι. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Κύριοι βουλευταί, ἐζήτησα τὸν λόγον νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τοῦ ψηφίσματος καὶ ἰδίως διὰ τὸ πρῶτον ἄρθρον αὐτοῦ, τὸν ἐζήτησα δὲ ὑπὸ μίαν ἐπιφύλαξιν, ὑπὸ τὴν ἐπιφύλαξιν τὴν Δημοσθένειον, ἀφοῦ ἀκούσω τὰς γνώμας τῶν ἄλλων, ἂν αὐταὶ ἤθελον μοὶ ἀρέσει, θὰ ἔμενον ἥσυχος, ἄλλως θὰ ἐλάμβανα τὸν λόγον. Ἐλέχθησαν πολλά, τὰ ὁποῖα κατὰ τὸ πλεῖστον ἐπιδοκιμάζω, ἀλλ’ ἔχω τινὰ νὰ προσθέσω, ἰδίως διὰ νὰ εὐκρινίσω μερικὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα ὡς ἐκ τῆς ἀντιθέσεως τῶν γνωμῶν καὶ τῆς πολλαπλότητος τῶν ἀντιλήψεων, εἶναι κάπως συγκεχυμένα. Λοιπὸν τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα τίθενται γενικῶς διὰ τοῦ ψηφίσματος εἶναι τὰ ἑξῆς. Τὸ ψήφισμα, ὅπως διετυπώθη, ὑποθέτω ὅτι ὑπάρχει Σύνταγμα ἰσχῦον καὶ ὅτι ἑπομένως ἡ Ἐπιτροπὴ ἡ ὁποία θὰ διορισθῇ δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀναθεωρήσῃ αὐτὸ μέχρι τέλους, ἀλλὰ νὰ φέρῃ τροποποιήσεις, ἕως ὅτου δὲ φέρῃ τὰς τροποποιήσεις νὰ ἰσχύῃ αὐτὸ τὸ Σύνταγμα. Καὶ τὸ παράδειγμα τὸ δίδει αὐτὸ τὸ σχέδιον τοῦ ψηφίσματος, διότι ῥητῶς ἐξαιρεῖ τὸ πρῶτον ἄρθρον. Εἶπεν ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας νὰ μὴ συζητηθῇ τὸ πρῶτον ἄρθρον, διότι πρόκειται περὶ τοῦ καθεστωτικοῦ ζητήματος, καὶ τὸ ζήτημα αὐτὸ συνεζητήθη καὶ παρὰ τῷ λαῷ καὶ ἑπομένως δὲν πρέπει νὰ ἔλθῃ καὶ ἐδῶ. Δὲν εἶναι αὐτὸς ὁ λόγος. Τὸ πρῶτον ἄρθρον ἀναγνωρίζει ὅτι τὸ πολίτευμα εἶναι τὸ δημοκρατικόν, ἀλλὰ δὲν εἶναι τὸ ἄρθρον αὐτό, τὸ ὁποῖον καθιεροῖ τὸ πολίτευμα εἰς τὴν Ἑλλάδα. Ἂν σήμερον ἔχωμεν δημοκρατικὸν πολίτευμα, τὸ ἔχομεν συνεπείᾳ ἑνὸς ψηφίσματος μιᾶς Συνελεύσεως, τὸ ὁποῖον ἐπεκυρώθη δι’ ἑνὸς δημοψηφίσματος. Ἀλλὰ τὸ πρῶτον ἄρθρον ἔχει καὶ ἄλλας διατάξεις, καὶ αὐτῶν δὲ ἡ ἀναγνώρισις δὲν εἶναι ἀκριβής. Διατί λοιπὸν θὰ ἐξαιρεθῇ αὐτό; Διατί θὰ μείνῃ αὐτὸ ὡς ἰσχῦον, ἐνῷ εἶναι ἐπιδεκτικὸν διορθώσεως; Λοιπὸν τὸ πρῶτον ζήτημα εἶναι αὐτό· πρόκειται περὶ ἰσχύοντος Συντάγματος, τὸ ὁποῖον μόνον νὰ τροποποιήσωμεν δυνάμεθα, ἢ πρόκειται περὶ ἑνὸς σχεδίου μιᾶς Ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία δὲν ἠδυνήθη νὰ τὸ ὑποβάλῃ, ὅπως ἔπρεπεν, εἰς τὴν Συνέλευσιν, ἡ ὁποία τὴν διώρισε καὶ τὸ ὁποῖον ὑποβάλλεται σήμερον εἰς ἡμᾶς; Τὸ δεύτερον ζήτημα εἶναι τοῦτο· εἴτε πρόκειται περὶ Συντάγματος συντετελεσμένου, εἴτε πρόκειται ἁπλῶς περὶ ἐκθέσεως Ἐπιτροπῆς, ἔχομεν ἡμεῖς τὴν ἐξουσίαν καὶ τὸ δικαίωμα νὰ τὸ συζητήσωμεν καὶ νὰ τὸ τροποποιήσωμεν; Καὶ τρίτον ἔπειτα ζήτημα εἶναι, ἂν κατ’ οὐσίαν πρέπει νὰ δεχθῶμεν αὐτὸ ἢ νὰ τὸ τροποποιήσωμεν ἢ ἄρδην νὰ τὸ ἀπορρίψωμεν καὶ νὰ προβῶμεν εἰς σύνταξιν νέου Συντάγματος. Λοιπὸν ἐπιλαμβάνομαι τοῦ πρώτου ζητήματος· τοῦ ζητήματος, ἂν αὐτὸ τὸ ὁποῖον παρουσιάζεται ὡς Σύνταγμα καὶ ὑποτίθεται διὰ τῆς ἐκφράσεως αὐτοῦ τούτου τοῦ δημοψηφίσματος «ὡς ἰσχῦον Σύνταγμα», ἂν αὐτὸ εἶναι Σύνταγμα ἢ εἶναι ἁπλῶς σχέδιον μιᾶς Ἐπιτροπῆς. Πρὶν προβῶ εἰς τὴν ἀνάλυσιν αὐτοῦ τοῦ ζητήματος, σᾶς παρακαλῶ νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ διευκρινίσω θεωρητικῶς μερικὰ ζητήματα. Σήμερον, κύριοι, ὡς καὶ πάντοτε, προκειμένου περὶ νομοθεσίας διακρίνομεν τέσσαρα στάδια. Τὸ πρῶτον εἶναι ἡ κατάρτισις ἡ ὁριστικὴ τοῦ κειμένου, τὸ δεύτερον εἶναι ἡ κύρωσις, τὸ τρίτον στάδιον εἶναι ἡ ἔκδοσις καὶ τὸ τέταρτον εἶναι ἡ δημοσίευσις. Τὰ τέσσαρα αὐτὰ στάδια εἶναι διάφορα. Ἄλλη ἡ ἐξουσία ἐκείνη, ἡ ὁποία προσήκει εἰς τὴν σύνθεσιν, εἰς τὸν καταρτισμὸν τοῦ κειμένου, ἄλλη ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία τῆς κυρώσεως καὶ ἄλλη ἡ ἐξουσία τῆς ἐκδόσεως καὶ δημοσιεύσεως. Καὶ δι’ αὐτό, αὗται ἐν πολλοῖς πολιτεύμασιν εἶναι διακεκριμέναι, ἀποδίδονται εἰς ἰδιαιτέρας ἀρχάς. Εἰς τὴν Γερμανίαν π. χ. εἶχεν ἄλλοτε τὸν καθορισμὸν τοῦ κειμένου ἡ Βουλή. Τὴν κύρωσιν τὴν εἶχε τὸ Ὁμοσπονδιακὸν Συμβούλιον, τὴν ἔκδοσιν τὴν εἶχεν ὁ Αὐτοκράτωρ καὶ αὐτὸς διέτασσε τὴν δημοσίευσιν. Λοιπὸν αὐτὰ τὰ ὁποῖα ἰσχύουν περὶ νομοθεσίας, ἁπλῶς ἰσχύουν πολὺ περισσότερον προκειμένου περὶ Συντάγματος. Θὰ ἀρχίσωμεν ἀπὸ τὸ πρῶτον· καὶ τὸ πρῶτον εἶναι ἡ κατάρτισις τοῦ κειμένου. Αὐτή, ὅπως γνωρίζουσι σήμερον ὅλοι οἱ ἐπιστήμονες, δὲν εἶναι πρᾶξις ἐπιστημονική, ἀλλ’ εἶναι μᾶλλον πρᾶξις κυριαρχική. Ἔπειτα ἔρχεται ἡ κύρωσις ἡ ὁποία εἶναι πρᾶξις βουλευτικῆς ἐπιταγῆς, ἀφοῦ βεβαιωθῇ ὅτι αὐτὸ τὸ κείμενον εἶναι ὁριστικόν, εἶναι ἐψηφισμένον, διατάσσει, ἂν εἶναι νόμος ἢ ἂν εἶναι Σύνταγμα. Καὶ ἔρχεται κατόπιν τὸ τρίτον στάδιον, ὅπου ὁ ἔχων τὸ δικαίωμα τῆς ἐκδόσεως βεβαιοῖ ὅτι ὄντως αὐτὸ τὸ νομοθέτημα ἐψηφίσθη, βεβαιοῖ ὅτι νομίμως ἐκυρώθη καὶ τότε διατάσσει τὴν κύρωσίν του. Λοιπὸν αὐτὰ τὰ στάδια πρέπει νὰ ἐφαρμοσθῶσι παρ’ ἡμῖν πρὸς ἔκδοσιν ἑνὸς νομοθετήματος. Πρῶτον ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ καθεστῶτος τοῦ βασιλικοῦ εἶχεν ἡ Βουλὴ τὴν ὁριστικὴν ψήφισιν τοῦ κειμένου καὶ μετεῖχεν ἀκόμη καὶ τῆς κυρώσεως αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἡ κύρωσις συμπληροῦται διὰ τοῦ Βασιλέως, ὁ ὁποῖος ἔχει τὸ δικαίωμα τῆς ἐκδόσεως. Μετά τὴν κατάργησιν τῆς Βασιλείας ἡ κύρωσις καὶ ἡ κατάρτισις τοῦ κειμένου προσήκει τῇ Βουλῇ ἢ τῇ Συνελεύσει, ἂν πρόκειται περὶ Συντάγματος. Ἡ ἔκδοσις προσήκει εἰς τὸν ἀρχηγὸν τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας, τὸν Πρόεδρον τῆς Δημοκρατίας, καὶ ἔπειτα ἡ δημοσίευσις γίνεται κατὰ διαταγὴν αὐτοῦ. Τὸ πρῶτον τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἐξετασθῇ εἶναι τοῦτο. Αὐτὴ ἡ Ἐπιτροπὴ ποίαν ἐξουσίαν ἔλαβεν ἀπὸ τὴν Συνέλευσιν· καὶ ἂν ἡ Συνέλευσις ἠδύνατο νὰ δώσῃ μίαν ἐξουσίαν εὐρυτέραν ἐκείνης τὴν ὁποίαν εἶχεν. Ἡ Συνέλευσις ἔδωσεν ἐντολὴν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν νὰ καταρτίσῃ τὸ κείμενον μόνον. Αὐτὸ τὸ κείμενον, τὸ ὁποῖον καταρτίζουν αἱ Ἐπιτροπαὶ αὐταί, δὲν ἔχει καμμίαν νομοθετικὴν χροιάν, διότι αὕτη προσήκει πάντως εἰς τὴν Συνέλευσιν, ἡ ὁποία ἔδωσε τὴν ἐντολήν, εἶναι σχέδιον ἁπλοῦν, τὸ ὁποῖον χρησιμεύει ὡς βάσις εἰς τὴν Συνέλευσιν ἢ τὴν Βουλήν, ὥστε νὰ ἀποφασίζουν ἐπ’ αὐτοῦ. Μόνον ἡ Συνέλευσις ἢ ἡ Βουλὴ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ καθορίσῃ ὁριστικῶς καὶ ἀμετακλήτως τὸ κείμενον καὶ μόνον αὐτὴ νὰ μετάσχῃ καὶ τῆς κυρώσεως. Λοιπὸν ἐρωτᾶται· ποίαν ἐξουσίαν καὶ ποίαν ἐντολὴν ἔδωκεν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ἡ Δʹ Συντακτικὴ Συνέλευσις; Ἔδωκεν ἐντολὴν ὄχι μόνον τῆς καταρτίσεως τῆς ὁριστικῆς τοῦ κειμένου, ἀλλὰ καὶ τῆς κυρώσεως αὐτοῦ καὶ τῆς ἐκδόσεως καὶ τῆς δημοσιεύσεως αὐτοῦ; Νομίζω ὄχι. Εἶναι σαφέστατον ὅτι ὄχι. Δὲν δύναται οὔτε ἡ Συνέλευσις, οὔτε ἡ Βουλὴ νὰ ἀναθέσῃ εἰς μίαν Ἐπιτροπὴν τὴν κυριαρχικὴν ἐνέργειάν της τὴν νομοθετικήν. Αὐτὸ μένει εἰς τὴν Συνέλευσιν. Αὐτὸ τὸ ἔχει ἡ Βουλὴ δυνάμει τοῦ Συντάγματος καὶ ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ λαοῦ, ἀπὸ τοῦ ὁποίου πηγάζουν ὅλαι αἱ ἐξουσίαι. Μερικοὶ διὰ νὰ αἰτιολογήσουν μίαν τοιαύτην ἐντολὴν εὐρεῖαν, ὥστε νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα καὶ τῆς κυρώσεως αὐτοῦ, ἠθέλησαν νὰ ἰσχυρισθῶσι τὸ ἀνάλογον, ὅτι ἐνίοτε ἡ διοικητικὴ Ἀρχὴ λαμβάνει τὴν ἐντολὴν αὐτὴν ἀπὸ τὴν νομοθετικὴν νὰ καταρτίσῃ νόμους. Καλὰ ἐγένετο αὐτό, ἀλλ’ ἡ διοικητικὴ Ἀρχὴ εἶναι καθεστηκυῖα ἐξουσία καὶ εἶναι παράλληλος πρὸς τὴν νομοθετικὴν καθὼς καὶ πρὸς τὴν δικαστικήν. Ἔχει δὲ πολλὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα λύει ἀνεξαρτήτως τῆς νομοθετικῆς. Δύναται, ὅταν πρόκειται περὶ λεπτομερειῶν, δύναται νὰ ἀναθέσῃ εἰς μίαν τοιαύτην Ἀρχὴν ἰσότιμον πρὸς αὐτήν. Ἀλλὰ νὰ ἀναθέσῃ αὐτὸ εἰς μίαν Ἐπιτροπήν; Καὶ τί εἶναι αὐτὴ ἡ Ἐπιτροπή; Ὅταν ἐργάζεται ὡς Ἐπιτροπή, εἶναι ἁπλῶς Ἐπιτροπή, διότι καὶ ἡ Βουλὴ ἀκόμη, ἂν κατὰ μειονοψηφίαν θέλῃ νὰ ἐργασθῇ καὶ αὐτή, δὲν ἐκπροσωπεῖται πλέον, δὲν εἶναι Βουλή. Εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ αὐτό; Διαφέρει λοιπὸν τὸ πρᾶγμα καὶ ἡ ἀναλογία δὲν ἔχει καμμίαν σχέσιν. Λοιπὸν εἶναι δυνατὸν νὰ φαντασθῇ κανεὶς εἰς τὴν σημερινὴν ἐποχήν, ὅπου εἰς ὅλα τὰ πεπολιτισμένα Κράτη ὑπάρχει μία κίνησις, ὅτι καὶ αὐτὴ ἡ Βουλὴ καὶ αὐτὴ ἡ Συνέλευσις πρέπει ἐπὶ μερικῶν ζητημάτων νὰ μὴ ἔχῃ ἀπόλυτον ἐξουσίαν, καὶ αὐτοὶ οἱ ἀντιπρόσωποι πρέπει νὰ εὑρίσκωνται εἰς ἐπαφὴν καὶ ἐν ἀνάγκῃ νὰ προσφεύγουν ἀμέσως εἰς ἐκείνους τοὺς ὁποίους ἀντιπροσωπεύουν καὶ δι’ αὐτὸ καθωρίσθησαν τὰ δημοψηφίσματα. Ἐντεῦθεν ὅτι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον γίνεται εἰς τὴν Ρωσσίαν, εἰς τὴν ὁποίαν δὲν γίνεται καμμία νομοθετικὴ πρᾶξις χωρὶς νὰ συμπράξουν καὶ ὅλα τὰ Σοδιέτ, μέχρι τῶν τελευταίων. Ἐδῶ ὅμως τί γίνεται; Ἂν ὑποθέσωμεν ὅτι ἡ Ἐπιτροπή αὐτὴ ἔλαβε τὴν ἐξουσίαν ὄχι μόνον ὁριστικῶς νὰ καταρτίσῃ τὸ κείμενον, ἔχει νὰ κυρώσῃ αὐτό, ἀλλὰ καὶ νὰ τὸ ἐκδώσῃ πρὸς δημοσίευσιν, εἶναι ἀντιστροφὴ ὅλων τῶν νόμων καὶ ὅλων τῶν νομοθετικῶν ἰδεῶν, αἱ ὁποῖαι κρατοῦσι σήμερον. Ἐδῶ ἔρχεται μία Ἐπιτροπὴ ἐκ 30 μελῶν, αὐτὴ ψηφίζει κατὰ πλειονοψηφίαν καὶ ἐπὶ τῇ βάσει ἑνὸς σχεδίου, τὸ ὁποῖον κατήρτισεν ἐξοχώτατος καὶ εὐφυέστατος εἰσηγητής, ἐν Σύνταγμα. Καὶ αὐτὴ ἡ Ἐπιτροπὴ εἶναι μόνον μέρος τῆς Συνελεύσεως καὶ ἀξιοῖ ὅτι ἔχει τὴν νομοθετικὴν καὶ τὴν συνταγματικὴν ἐξουσίαν. Ὅταν ἡ Βουλὴ ἔδωσε τὴν ἐντολήν, εἶπεν ὅτι τὴν τελικὴν κύρωσιν ἐπιφυλάσσει εἰς ἑαυτήν, ἐπίσης καὶ τὴν τροποποίησιν τῶν διατυπώσεων τῆς Ἐπιτροπῆς. Λοιπὸν ἐξουσιοδότησεν ἡ Συνέλευσις τὴν Ἐπιτροπὴν νὰ καταρτίσῃ ἓν κείμενον Συντάγματος, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν Συνέλευσιν, ἥτις κατὰ τὴν κύρωσιν ἠδύνατο νὰ τὸ τροποποιήσῃ. Λοιπὸν ἡ Ἐπιτροπὴ οὐδὲν ἄλλο ἔπραξεν ἢ νὰ συντάξῃ τὸ σχέδιον, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Συνέλευσιν. Ἀλλ’ αἱ ἐσωτερικαὶ περιστάσεις ἤγαγον τὴν Ἐπιτροπὴν εἰς τὸ νὰ ἐκδηλώσῃ τὸν χαρακτῆρα ἑνὸς Συντάγματος, τὸ ὁποῖον νὰ δύναται νὰ τροποποιηθῇ. Ὡς γνωστὸν ἡ Συνέλευσις ἡ ὁποία ἔδωσε τὴν ἐντολὴν ἦτο κατὰ πλειονοψηφίαν κατηρτισμένη, ἐν τῷ μεταξὺ μετεβλήθη εἰς Βουλὴν καὶ ἔπειτα ὁ νέος Πρωθυπουργός, ὁ ὁποῖος ἔλαβε καὶ τὴν τήβεννον τὴν κοινοβουλευτικήν, αὐτὸς ὁ νέος Πρωθυπουργὸς εὗρεν ὅτι ἡ Συνέλευσις αὐτὴ δὲν ἀνταποκρίνεται εἰς τὰς περιστάσεις καὶ ἐσκέφθη νὰ διαλύσῃ τὴν Βουλήν. Τοῦτο τὸ ἔμαθεν ἡ Ἐπιτροπὴ καὶ ἐπειδὴ εἶχεν ἐργασθῆ ἐπὶ χρόνον, εἶπεν· ὅλη αὐτὴ ἡ ἐργασία νὰ πεταχθῇ; Καὶ περιέλαβε τὴν διάταξιν ὅτι ἡ ἐργασία ἐκείνη δύναται νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν Συνέλευσιν, ἡ ὁποία ἐντὸς 15 ἡμερῶν ὤφειλε νὰ τὴν ψηφίσῃ. Αὐτὴ ἡ πρᾶξις τῆς Ἐπιτροπῆς εἶναι πλέον ἄνω ποταμῶν, ἐδῶ πλέον δὲ ἀσκεῖ αὐτὴ ἔστω ἐξουσίαν τινὰ ὡς ἐντολοδόχος, ἀλλ’ ἀσκεῖ ἐξουσίαν ἐπὶ τοῦ ἐντολέως, ἐπὶ τῆς Συνελεύσεως, διότι τί λέγει; Αὐτὸ τὸ Σύνταγμα δύνασαι νὰ τὸ τροποποιήσῃ καὶ ὀφείλεις μάλιστα ἐντὸς 15 ἡμερῶν νὰ περατώσῃς αὐτὴν τὴν ἐργασίαν. Ἐδῶ ἀντιστρέφονται ὅλοι οἱ ὅροι οἱ νομικοί. Λοιπὸν μὴ ἀποδίδωμεν ἄδικον εἰς τὴν Συνέλευσιν. Ἐν τούτοις ἡ Ἐπιτροπὴ τὸ ἀπέστειλεν εἰς τὴν Συνέλευσιν καὶ ἐζήτησε νὰ τὸ δημοσιεύσῃ. Ποῖος θὰ τὸ δημοσιεύσῃ; Ὁ Πάγκαλος, ἀφοῦ ἔγινε μάλιστα καὶ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας, εἶπε· ναί, νὰ τὸ δημοσιεύσωμεν, ἀλλὰ νὰ τὸ τροποποιήσωμεν. Διότι ὡς δικτάτωρ ἀντεποιεῖτο καὶ συντακτικὴν ἐξουσίαν. Λοιπὸν εἶπεν· ἐννοῶ νὰ εἶμαι Πρόεδρος, ἀλλὰ νὰ εἶμαι Πρόεδρος κατὰ τὸ πρότυπον τῆς Ἀμερικῆς. Αὐτὸ ὅμως δὲν ἦτο δυνατὸν καὶ ἑπομένως ἔμεινε τὸ πρᾶγμα ἐκκρεμές. Ἔρχεται εἶτα ἡ ὑπηρεσιακὴ Κυβέρνησις διὰ νὰ προκηρύξῃ ἐκλογὰς καὶ τακτοποιήσῃ τὴν ὁμαλότητα τὴν πολιτικήν. Αὐτὴ ἡ ὑπηρεσιακὴ Κυβέρνησις ἀντιποιεῖται ἀμέσως συντακτικὴν ἐξουσίαν, χωρὶς νὰ κηρυχθῇ κἂν ὅτι εἶναι δικτατορικὴ Ἀρχή. Πιθανὸν τὴν ἔλαβε, διότι ἦτο διάδοχος τοῦ δικτάτορος. Ἡ τοιαύτη διαδοχὴ δὲν ὑπήχθη εἰς καμμίαν λογικήν. Αὐτὸς ἐν τούτοις ἠθέλησε νὰ τὸ δημοσιεύσῃ, τὸ ἐδημοσίευσεν ὅπως τὸ ἔστειλεν ἡ Ἐπιτροπή. Ἀλλὰ τὸ κείμενον τῆς Ἐπιτροπῆς λέγει ὅτι αὐτὸ πρέπει νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν Συνέλευσιν ὅταν ἐπαναλάβῃ τὰς ἐργασίας της καὶ αὐτὴ ἐντὸς 15 ἡμερῶν πρέπει νὰ τὸ ψηφίσῃ. Τί θὰ γίνῃ; Πρόκειται νὰ καλέσωμεν Βουλήν· ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι Συνέλευσις. Λοιπὸν τί θέλει αὐτὸ τὸ Σύνταγμα εἰς τὴν Βουλήν; Διὰ νὰ κάμῃ τροποποιήσεις ἡ Βουλή; Κατ’ ἀρχὰς εἶπον ναὶ καὶ δι’ ἑνὸς Διατάγματος Συντακτικοῦ προσθέτου ὑπὸ τὸ Σύνταγμα λέγουν· ἂν τὸ Σύνταγμα αὐτὸ δὲν ὑποβληθῇ εἰς τὴν Βουλήν, ἀντικαθιστᾷ τὴν Συνέλευσιν διὰ τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία θὰ τὸ τροποποιήσῃ ὅπως θέλει. Ἀλλ’ ἂς ἴδωμεν τίνα ἐντολὴν ἔδωσεν ἡ Συνέλευσις; Ἡ Συνέλευσις ἐπεφύλαξεν εἰς ἑαυτὴν τὴν ὁριστικὴν κύρωσιν. Τότε γίνεται συγχρόνως νέον Διάταγμα. Τὸ Διάταγμα εἶναι τὸ τῆς συγκλήσεως τῆς Βουλῆς. Ἐν τῷ Διατάγματι τούτῳ δὲν γίνεται πλέον λόγος περὶ τροποποιήσεως ἁπλῶς, ἀλλὰ λέγει πρὸς κύρωσιν καὶ τροποποίησιν τοῦ Συντάγματος. Εἶναι αὐτό. Θεωρήσετε ὅτι αὐτὸ τὸ λέγον Σύνταγμα, δὲν εἶναι παρὰ μόνον μία ἔκθεσις καὶ ἓν σχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν ἡ Ἐπιτροπή. Διότι θὰ ἦτο παραλογισμός, ἂν ἐφαντάζετο κανεὶς ὅτι πρέπει νὰ τὸ ἐπικυρώσῃ πρῶτον καὶ ἔπειτα νὰ τὸ τροποποιήσῃ. Αὐτὸ εἶναι ἀντιστροφὴ ὅλων τῶν ὅρων, διότι, ὅπως καὶ ἡ Συνέλευσις καὶ ἡ Κυβέρνησις ἀντελήφθη φανερῶς, ἡμεῖς τὸ ὑπεθέσαμεν ὅτι πρόκειται περὶ μιᾶς ἐκθέσεως, περὶ ἑνὸς σχεδίου Ἐπιτροπῆς, τὸ ὁποῖον θὰ δύναται ἡ Βουλὴ νὰ τὸ ἐπικυρώσῃ, ἀφοῦ τροποποιήσῃ τὸ σχέδιον. Καὶ τώρα γεννᾶται τὸ ἑξῆς· ἂν αὐτὸ τὸ σχέδιον, τὸ ὁποῖον εἶναι σχέδιον μεταρρυθμίσεως τοῦ ὅλου Συντάγματος ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους καὶ εἰς τὸ ὁποῖον προστίθενται τόσαι διατάξεις, ἂν αὐτὸ τὸ σχέδιον δύναται νὰ ὑποβληθῇ εἰς μίαν ἁπλῆν Βουλήν. Πόθεν ἡ Βουλὴ θὰ ἀρυσθῇ αὐτὴν τὴν δύναμιν μιᾶς Συντακτικῆς Συνελεύσεως; Πόθεν; Διότι τὸ Διάταγμα τῆς συγκλήσεως λέγει ὅτι πρέπει νὰ κυρώσῃ ἡ Βουλὴ τὸ Σύνταγμα. Ἀλλὰ τὸ Διάταγμα δὲν ἐπικαλεῖται αὐτὴν τὴν Βουλὴν παρὰ μόνον τὰς διατάξεις ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι ἀναφέρονται εἰς μίαν ἁπλῆν Βουλήν. Λοιπὸν πόθεν θὰ ἔχῃ τὴν ἐξουσίαν αὐτὴν ἡ ἁπλῆ Βουλή; Θὰ ἔχῃ τὴν ἐξουσίαν μιᾶς Ἐθνοσυνελεύσεως καὶ μάλιστα τακτικῆς, διὰ νὰ ἀποφύγωμεν αὐτὸν τὸν σκόπελον; Διότι, ὅσον καὶ ἂν ἤθελε, δὲν δύναται ποτὲ νὰ θεωρηθῇ αὐτὴ ἡ Βουλὴ ὅτι εἶναι Συνέλευσις Συντακτική. Λοιπὸν τὸ Σύνταγμα αὐτὸ εἶναι καινόν, πρόκειται περὶ ἀναθεωρήσεως, καὶ ὅταν πρόκειται περὶ ἀναθεωρήσεως, ἐφόσον εἶναι καὶ ἀναθεωρητέον, δύναται καὶ ἡ Βουλή, ἂν θέλῃ, νὰ τὸ ψηφίσῃ. Λοιπὸν δὲν εἶναι αὐτὴ ἡ ἐντολὴ τὴν ὁποίαν ἔλαβεν αὐτὴ ἡ Βουλή. Ἂν αὐτὴ ἔλαβεν ἐντολήν, αὐτὴ εἶναι γενική· νὰ χρησιμοποιήσῃ ἓν σχέδιον Συντάγματος καί, ἂν τὸ εὕρισκε καλὸν καὶ τὸ ἐνέκρινεν, ἀφοῦ τὸ τροποποιήσῃ, νὰ τὸ κυρώσῃ. Αὐτὴ εἶναι Συντακτικὴ Βουλή. Ἡμεῖς οὔτε ὡς Συντακτικὴ Συνέλευσις δυνάμεθα νὰ ἐργασθῶμεν οὔτε ὡς Συνέλευσις ἢ Βουλὴ Ἀναθεωρητική. Ὑπὸ τοιούτους ὅρους οὔτε Ἐπιτροπὴ δύναται νὰ καταρτισθῇ, ἡ ὁποία νὰ ἐπεξεργασθῇ. Ἀλλὰ θὰ εἴπητε· τί δέον γενέσθαι; Τὸ πολίτευμα τὸ ὑπάρχον, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου ἔγινε τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911, αὐτὸ δὲν δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ, ἀφοῦ κατηργήθη τὸ πολίτευμα καὶ κατηργήθη τὸ πολίτευμα καὶ κατηργήθη ὁριστικῶς συνεπείᾳ τῆς κυρώσεως τοῦ δημοψηφίσματος. Πρέπει ὅλαι αἱ διατάξεις αἱ μὴ συμβιβαζόμεναι μὲ τὸ νέον πολίτευμα, πρέπει νὰ καταργηθοῦν, πρέπει ἐπὶ πλέον νὰ καταργηθοῦν αἱ διατάξεις αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι σύμφωνοι μὲ τὸ Σύνταγμα, μὲ τὸ νέον πολίτευμα. Ἦτο Συντακτικὴ ἡ Δʹ Συνέλευσις. Ἡμεῖς δὲν εἴμεθα Συντακτικὴ Συνέλευσις, ἡμεῖς δὲν εἴμεθα οὐδὲ κἂν Ἀναθεωρητική. Λοιπὸν πόθεν θὰ ἀρυσθῇ ἡ Βουλὴ τοιοῦτο δικαίωμα, τὸ ὁποῖον νὰ συμβιβάζεται μὲ τὸ νέον καθεστώς, μὲ τὸ νέον πολίτευμα; Τί διέξοδος πρέπει νὰ εὑρεθῇ; Εὑρισκόμεθα πρὸ αὐτῆς τῆς ἀνάγκης. Λοιπὸν ποία διέξοδος πρέπει νὰ ληφθῇ διὰ νὰ φθάσωμεν εἰς αὐτὸ τὸ συμπέρασμα; Δὲν δυνάμεθα προσωρινῶς νὰ ψηφίσωμεν τὸ Σύνταγμα, ἀφοῦ τὸ τροποποιήσωμεν; Ἀλλ’ ἡ κύρωσις αὐτὴ δὲν ἠμπορεῖ νὰ εἶναι ὁριστική, διότι δὲν ἔχομεν ἐξουσίαν Συνελεύσεως καὶ νὰ ἀναφερθῶμεν ἔπειτα εἰς τὴν ψῆφον, νὰ τὸ θέσωμεν εἰς τὴν ψῆφον αὐτῆς. Αὐτὸ θὰ τὸ ἐδεχόμεθα. Ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἁπλοποιοῦνται μὲν τὰ πράγματα, ἀλλ’ αὐτὸ δὲν ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ δι’ ἓν Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους περιέχει τόσας διατάξεις· δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τεθῇ εἰς δημοψήφισμα. Ἄλλως τε αὐτὸ τὸ σχέδιον ἔχει μίαν πολυτέλειαν μεγάλην· ἄλλως τε αὐτὸ τὸ σχέδιον πρέπει νὰ τὸ ἐπεξεργασθῶμεν, διότι ἔχει ἀτελείας καὶ ἀτελείας μεγάλας καὶ ἐπικινδύνους. Ἀντὶ νὰ προστρέξωμεν εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία νὰ ἀναθεωρήσῃ τὸ ὅλον Σύνταγμα αὐτὸ ἢ νὰ τὸ τροποποιήσῃ, θὰ ἐπροτίμων, διὰ νὰ φθάσωμεν εἰς συμπέρασμα, νὰ κάμωμεν τὸ ἑξῆς· νὰ κάμωμεν ἓν νέον σχέδιον δημοκρατικοῦ Συντάγματος συντομώτατα. Καὶ ὡς ἐκ τοῦ κειμένου αὐτοῦ τοῦ σχεδίου, τὸ ὁποῖον ὑποβάλλεται σήμερον, εἶδον ὅτι εἴμεθα εὐφυεῖς ἄνθρωποι, τέλος πάντων, καὶ ἂν θέλητε καὶ μεγαλοφυεῖς. Ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν εἶναι εὔκολον μόνον εἰς τὰς ἐμπνεύσεις τῆς μεγαλοφυΐας νὰ μείνωμεν· ἡ κατάρτισις σχεδίου εἶναι ἐπιστήμη καὶ ὄχι τέχνη, καὶ σήμερον συζητοῦνται ἀκόμη αἱ ἀρχαὶ κατὰ τὰς ὁποίας πρέπει νὰ καταρτίζεται τὸ κείμενον τοῦ νόμου, διότι αὐτὸς ὁ ὅρος ὁρίζει τὰ δικαιώματα τῆς ἐξουσίας ἀπέναντι τῶν ἄλλων ἐξουσιῶν, αἱ ὁποῖαι ὀφείλουσι νὰ τὸ σεβασθῶσιν. Αὐτὸ λοιπὸν δὲν γίνεται δι’ οἱωνδήποτε ἐκφράσεων. Τὸ πρῶτον ἄρθρον λαμβάνω ὑπ’ ὄψιν μου, τὸ ὁποῖον θὰ θεωρηθῇ πλέον ὁριστικὸν καὶ λέγω ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ δεκτὸν καὶ ἂν θεωρηθῇ ὁριστικόν. Τί λέγει τὸ ἄρθρον; Ἀκούσατε κείμενον: «Τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος εἶναι Δημοκρατία». Τί θὰ εἴπῃ αὐτό; Δὲν ἔχει καμμίαν ἔννοιαν. Δύνασθε νὰ εἴπητε: «Τὸ πολίτευμα τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους εἶναι ἡ Δημοκρατία». Προχωροῦμεν: «Ἅπασαι αἱ ἐξουσίαι πηγάζουσιν ἐκ τοῦ Ἔθνους». Αὐτὸ τὸ ἔλαβεν ἀπὸ τὸ προηγούμενον Σύνταγμα, ἀλλὰ προσέθεσεν: «Ὑπάρχουν ὑπὲρ αὐτοῦ». Τί θὰ εἴπῃ αὐτό; Αὐτὸ εἶναι μία προσθήκη, ἡ ὁποία δὲν ἔχει καμμίαν ἔννοιαν. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον αὐτό. Τί θὰ εἴπῃ: «Τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος εἶναι Δημοκρατία;» Τί ἐννοεῖτε, κύριοι, μὲ τὸ «εἶναι Δημοκρατία»; Εἶναι δέκα εἰδῶν Δημοκρατίαι. Εἰς τὴν ἀρχαιότητα ἦσαν τέσσαρα εἴδη, τὰ ὁποῖα ἀναφέρει ὁ Ἀριστοτέλης. Σήμερον εἶναι δέκα. Δημοκρατία εἶναι ἡ Ἀγγλική, Δημοκρατία εἶναι ἡ Γερμανική, Δημοκρατία εἶναι ἡ Γαλλική, Δημοκρατία εἶναι ἡ Σοβιετική. Εἶναι Δημοκρατία, εἴδατε, δικτατορική, εἶναι Δημοκρατία ἀναρχική, εἶναι Δημοκρατία ὀλιγαρχική. Λοιπὸν ποίαν Δημοκρατίαν ἐννοεῖτε διὰ τοῦ Συντάγματος; Ὑπὸ ποίους ὅρους πρέπει νὰ λειτουργήσῃ αὐτὴ ἡ Δημοκρατία; Ὅλον τὸ Σύνταγμα ἂν διέλθητε, δὲν θὰ τὸ εὕρητε. Τώρα, ἂν τὸ σχέδιον τοῦτο τὸ θεωρήσητε ὡς Σύνταγμα καὶ τὸ παραδεχθῆτε, δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω ἄλλας διατάξεις ὑπαρχούσας ἤδη εἰς τὸ Σύνταγμα καὶ παρανοηθείσας ἐντελῶς, ὡς εἶναι π. χ. ἡ διάταξις τοῦ 7ου ἄρθρου, διὰ τὸ ὁποῖον εἶδον ἐσχάτως νὰ γίνωνται συζητήσεις ἐπὶ συζητήσεων καὶ ἁπλαῖ παρεξηγήσεις καὶ διὰ τὸ ὁποῖον ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ κάμουν μίαν ἐπίσημον δῆθεν ἑρμηνείαν, παρανοοῦντες ἐντελῶς τὴν ἔννοιαν τοῦ σχετικοῦ ἄρθρου. Ἀλλ’ ἔρχομαι εἰς τὸ ἄρθρον 123 (ἀναγινώσκει): «Οὐδέποτε ἡ δημοκρατικὴ μορφὴ τοῦ πολιτεύματος δύναται νὰ γίνῃ ἀντικείμενον ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος. Ὡς πρὸς τὰ λοιπὰ δύναται μετὰ πενταετίαν ἀπὸ τῆς ἰσχύος τοῦ Συντάγματος νὰ γίνῃ κατὰ τὰ ἑπόμενα ἀναθεώρησις τῶν διατάξεων αὐτοῦ». Ἠξεύρετε τί σημαίνει ἡ διάταξις αὐτή, κύριοι; Σημαίνει ἀνατροπὴν ὅλων τῶν ἀντιλήψεων περὶ Συντάγματος. Διότι ἀπὸ τῆς Ἀγγλίας, ὅθεν προέκυψεν, ἂν ἔλθωμεν εἰς τὴν Ἀμερικήν, ἂν ἔλθωμεν εἰς τὴν Ρωσσίαν, ἂν ἔλθωμεν εἰς τὴν Ἐπανάστασιν τῆς Γαλλίας, τί εἶναι ἐκεῖνο, διὰ τὸ ὁποῖον γίνεται ὁ ἀγών; Δὲν εἶναι ὁ τύπος τοῦ πολιτεύματος, ἀλλ’ εἶναι ἡ ἀναγνώρισις μερικῶν ἀρχῶν καὶ μερικῶν διατάξεων, αἱ ὁποῖαι θεωροῦνται θεμελιώδεις καὶ αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ μεταβληθοῦν, ἐνόσῳ ὑπάρχει συνταγματικὸς πολιτισμός. Διὰ τοῦτο ὅλα τὰ Συντάγματα διαφέρουν εἰς τὰς θεμελιώδεις διατάξεις αἱ ὁποῖαι δὲν ὑπόκεινται εἰς ἀναθεώρησιν καὶ εἰς τὰς διατάξεις ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι εἶναι δεκτικαὶ ἀναθεωρήσεως. Λοιπὸν αὐτὴ ἡ διάκρισις, κύριοι, καταστρέφεται τελείως εἰς τὸ ἄρθρον αὐτό, τὸ μόνον τὸ ὁποῖον μένει, τὸ ὁποῖον οὐδέποτε δύναται νὰ μεταβληθῇ καὶ τὸ ὁποῖον εἶναι ἡ μορφὴ τοῦ πολιτεύματος. Ὅλα τὰ λοιπὰ δύνανται νὰ ἀναθεωρηθῶσι. Λοιπὸν καὶ τὸ δημόσιον τῶν Ἑλλήνων καὶ τὸ περὶ ἐλευθερίας, ὅλα δύνανται νὰ ἀναθεωρηθῶσι. Δὲν περιέμενε κἂν τὸ σχέδιον νὰ γίνῃ ἀναθεώρησις, ἀλλὰ προέβη αὐτὸ τὸ ἴδιον εἰς ἀναίρεσιν ὅλων ἐκείνων τῶν διατάξεων τῶν γενικῶν, αἱ ὁποῖαι ἀνάγονται εἰς τὰ δίκαια τὰ θεμελιώδη. Ἀναγνώσατε τὸ ἄρθρον 123. Μία ἐκ τῶν θεμελιωδῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος, εἰς τὴν ὁποίαν ἀποβλέπουν ἀξιότιμοι συνάδελφοι ἰδιαιτέρως, εἶναι ὅτι οὐδεὶς ἀμφισβητεῖ τὸ κῦρος τὸ δικαστικόν. Λοιπὸν αὐτὴ ἡ διάταξις διὰ τοῦ ἄρθρου 117 ἀνατρέπεται, διότι δίδεται τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Νομοθετικὴν Ἐξουσίαν νὰ ὑπαγάγῃ διὰ νόμου ἀδικήματα εἰς Στρατοδικεῖα, εἴτε εἰς εἰδικὰ δικαστήρια. Ἀνέφερον πολλοὺς τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι ἐκφράζονται ὀλίγον ἐλευθέρως περὶ τοῦ πολιτεύματος. Δυνάμεθα νὰ κάμωμεν τροποποιήσεις; Δὲν δυνάμεθα, διότι ἔρχεται, καθὼς εἴδομεν, τὸ ἄρθρον 123, τὸ ὁποῖον λέγει· ἐκεῖναι εἶναι διὰ παντὸς ἀνεπίδεκτοι ἀναθεωρήσεως. Λοιπόν, ἐπαναλαμβάνω, εἰς τὸ ἀδιέξοδον αὐτὸ δὲν ὑπάρχει ἄλλη διέξοδος. Θὰ διαγράψωμεν ὅλας τὰς διατάξεις ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἀσυμβίβαστοι πρὸς τὸ νέον πολίτευμα, τὰς σχετικὰς μὲ τὴν Δυναστείαν. Θὰ τροποποιήσωμεν καί τινας, αἱ ὁποῖαι τῳόντι πρέπει νὰ προσαρμοσθῶσι πρὸς τὸ νέον πολίτευμα. Ἀλλά, κύριοι, ὅσον ἀφορᾷ τὴν λειτουργίαν τοῦ δημοκρατικοῦ πολιτεύματος, πρέπει νὰ λάβωμεν ὡς βάσιν τὸ Γαλλικόν, τὸ ὁποῖον ἀνταποκρίνεται περισσότερον παντὸς ἄλλου καὶ εἶναι διατυπωμένον μὲ εἰλικρίνειαν, ἡ ὁποία διακρίνει τὴν ἐργασίαν τὴν κοινοβουλευτικὴν τῶν Γάλλων. Ἀφοῦ λοιπὸν ἐκκαθαρίσωμεν ὅ,τι δύναται νὰ εἶναι Γαλλικόν, νὰ τὸ ψηφίσωμεν, ἀλλ’ ὑπὸ τὴν αἵρεσιν νὰ κυρωθῇ διὰ δημοψηφίσματος. (Χειροκροτήματα).
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χ. Λαδᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§51Χ. ΛΑΔΑΣ. Θὰ προσπαθήσω νὰ εἶμαι βραχύτατος, κύριοι, ὅσον ἐπιτρέπει καὶ ἡ σοβαρότης τῶν θεμάτων, τὰ ὁποῖα ἔθιξαν τινὲς τῶν ἀξιοτίμων πληρεξουσίων καὶ ἰδίως οἱ σεβαστοὶ συνάδελφοι ἐκ Σύρου καὶ Φθιωτιδοφωκίδος. Ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς, ἐκτὸς τοῦ σχεδίου ψηφίσματος τοῦ ὑποβληθέντος ὑπὸ τῶν ἓξ Ὑπουργῶν–βουλευτῶν καὶ τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς κ. Σοφούλη, ὑπάρχει ἡ τροπολογία τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀθηνῶν συναδέλφου κ. Τσιτσεκλῆ, τῆς ὁποίας σημειοῦται ἐν τοῖς πρακτικοῖς ὅτι ἐγένετο παραίτησις ἐκ μέρους τοῦ κ. συναδέλφου, ἐνῷ αὐτὸς δηλοῖ ὅτι δὲν παρῃτήθη τῆς τροπολογίας ταύτης. Ἀλλ’ ἐπὶ τῆς τροπολογίας τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου κ. Τσιτσεκλῆ, νομίζω ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ ἀνάπτυξις ἐπὶ τοῦ σχεδίου ψηφίσματος, τὸ ὁποῖον πρὸ μικροῦ ὑπέβαλον ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργός, καὶ νὰ συμπληρωθῇ τοῦτο κατὰ τὰς ὑποδείξεις τὰς ὁποίας ἔκαμεν ὁ κ. Τσιτσεκλῆς, διότι θίγει μόνον τὸ ἄρθρον 11 τοῦ Συντάγματος, ἐνῷ ἡ τροπολογία θίγει καὶ τὸ ἄρθρον 12 τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁμιλοῦν ἰδιαιτέρως περὶ τῶν πολιτικῶν ἀδικημάτων, τὰ ὁποῖα μᾶς ἐνδιαφέρουν. Ἑπομένως ἂς ἀφήσωμεν τὰς τροπολογίας τοῦ κ. Τσιτσεκλῆ καὶ ἂς ἔλθωμεν εἰς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶχον τὴν τιμὴν νὰ προτείνουν ὁ ἀξιότιμος καὶ πολυσέβαστος καθηγητὴς ἐκ Φθιωτιδοφωκίδος καὶ ὁ ἐξίσου πολυσέβαστος συνάδελφος ἐκ Σύρου κ. Βοκοτόπουλος. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν τελευταίαν ὑποβληθεῖσαν τροπολογίαν ὑπὸ τοῦ κ. Εὐταξία, νομίζω ὅτι ἡ ὅλη οἰκονομία τοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον προτείνει, εἶναι ἡ οἰκονομία, ἡ ὁποία ἀφορᾷ κυρίως ἀκριβῶς ἐκεῖνο, κατὰ τοῦ ὁποίου διὰ φωνῆς πανελληνίου ἔχει ἤδη ἐξαναστῆ ὁλόκληρος ὁ Ἑλληνισμός. Εἶναι παλμὸς ὁ ὁποῖος δονεῖ τὰς ψυχὰς ὅλων τῶν Ἑλλήνων σήμερον ὅπως τὸ ταχύτερον περαιώσωμεν τὰς ἀναθεωρητικὰς ἡμῶν ἐργασίας. Διὰ τοῦ συστήματος αὐτοῦ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐκ Φωκίδος προτείνει νὰ γίνουν δύο Συντάγματα. Ἐν σχέδιον Συντάγματος, καὶ ἀφοῦ κυρωθῇ αὐτό, νὰ γίνῃ ἄλλο πρὸς τροποποίησιν τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς οἱ ἴδιοι ἐγκρίναμεν. Νομίζω ὅτι ἡ διαδικασία θὰ εἶναι τόσον μακρά....
§52Ι. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δὲν εἶναι αὐτό.
§53Χ. ΛΑΔΑΣ. Εἴπετε νὰ λάβωμεν τὸ Σύνταγμα τοῦ 1864, νὰ διαγράψωμεν μερικὰ ἄρθρα....
§54Ι. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δὲν εἶπα ἔτσι. Εἶπον νὰ γίνῃ ἓν Σύνταγμα ὁριστικὸν καὶ νέον.
§55Χ. ΛΑΔΑΣ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει παραμένουν δύο χρονικαὶ περίοδοι ἄνευ Συντάγματος· μία περίοδος περιλαμβάνουσα τὴν περίοδον ἀπὸ 22 Σεπτεμβρίου 1926, καθ’ ἣν ἐδημοσιεύθη τὸ Σύνταγμα μέχρι σήμερον καὶ ἄλλη χρονικὴ περίοδος μέχρι τῆς ἡμέρας κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ φοραθῇ τὸ Σύνταγμα τοῦ κ. Εὐταξία. Τώρα ἂς ἔλθωμεν εἰς τὰς αἰτιάσεις, τὰς ὁποίας φέρει κατὰ τοῦ Συντάγματος ὁ ἀξιότιμος κ. Βοκοτόπουλος. Αἱ ἀντιρρήσεις, τὰς ὁποίας φέρει κατὰ τοῦ Συντάγματος, εἶναι ἀντιρρήσεις στρεφόμεναι τὸ μὲν περὶ τὴν κατάρτισιν τοῦ Συντάγματος ὅπως ἐμφανίζεται αὐτὸ σήμερον, τὸ δὲ περὶ τὴν δημοσίευσιν τοῦ Συντάγματος, ὅπως ἐγένετο αὕτη ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως Κονδύλη τὸν Σεπτέμβριον τοῦ 1926. Προτοῦ ἐξετάσω ἀμφοτέρας τὰς αἰτιάσεις, θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ εἰσέλθω εἰς τὸ πνεῦμα ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἔχουν αἰτιάσεις κατὰ τοῦ Συντάγματος, καὶ νὰ ἐρωτήσω ποῦ τείνουν αὐτάς, αἱ ὁποῖαι στρέφονται κατὰ τῆς συζητήσεως τοῦ ψηφίσματος τοῦ μέλλοντος νὰ κανονίζῃ τὰς ἀναθεωρητικὰς ἡμῶν ἐργασίας. Στρέφονται εἰς τὸ ὅτι εἴμεθα Συντακτικὴ Συνέλευσις; Δὲν ὑποθέτω, οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ στρέφωνται περὶ αὐτό, διότι οὐδεμίαν τοιαύτην ἐντολὴν ἐλάβομεν παρὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ, οὔτε κανεὶς ἐσκέφθη νὰ εἴπῃ ὅτι ἡ Βουλὴ ἡ παροῦσα εἶναι Συνέλευσις Συντακτική. Στρέφονται περὶ τοῦ ὅτι πρέπει νὰ γίνωμεν Συντακτικὴ Συνέλευσις; Δὲν ὑποθέτω ὅτι γίνεται τοιαύτη πρότασις, διότι, ἐνῷ ἐρχόμεθα μὲ τὸ πρόγραμμα νὰ σταματήσωμεν τὰς ἐπαναστάσεις, θὰ ἐκηρύσσομεν μὲ αὐτὸ ἐπανάστασιν. Στρέφονται περὶ τοῦ ὅτι πρέπει νὰ συζητήσωμεν τὴν μορφὴν τοῦ πολιτεύματος; Ἀλλὰ νομίζω ὅτι οἱ ἡγέται τῶν πολιτικῶν μερίδων ἐδήλωσαν ὅτι τοιοῦτόν τι ζήτημα δὲν ἐτέθη πρὸς τὸν λαὸν καὶ ὅτι ἑπομένως, ἐφόσον δὲν ἐτέθη τοιοῦτον ζήτημα πρὸς τὸν λαόν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν ῥητὴν ἐντολήν, οὔτε τὴν δύναμιν νὰ συζητήσωμεν, δὲν δικαιούμεθα δὲ διότι δὲν ἠμποροῦμεν ἐξ ἄλλου κωλύματος, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει καὶ τὸ ὁποῖον θὰ ἐξετάσω.
§56Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Θὰ ἠμπορέσωμεν ἄλλην φορὰν νὰ τὸ συζητήσωμεν;
§57Χ. ΛΑΔΑΣ. Ὄχι. Μόνον ὅταν θὰ ἔχητε τὴν δύναμιν νὰ κάμητε μίαν ἐπανάστασιν διὰ νὰ ῥίψωμεν τὰ δημοψηφίσματα τὰ ὁποῖα ἐγένοντο. Διότι μόνον δι’ ἐπαναστάσεων καταρρίπτονται τὰ δημοψηφίσματα καὶ ὄχι διὰ προτάσεων, ὅπως ὑποβάλλονται ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων.
§58Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Πότε ἐψηφίσθη τὸ πρῶτον ἄρθρον;
§59Χ. ΛΑΔΑΣ. Λοιπὸν αἱ ἀνωμαλίαι αὐταί, κατὰ τῶν ὁποίων ἔβαλλεν ὁ κ. Βοκοτόπουλος, εἶναι ἀνωμαλίαι, αἱ ὁποῖαι ἀναμφιβόλως ἀπό τινων ἀπόψεων εἶναι συναφεῖς πρὸς τὴν ὅλην κατάστασιν τὴν ἀνώμαλον, τὴν ὁποίαν διήλθομεν κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη. Μήπως ἡ ὕπαρξίς μας δὲν εἶναι ἀνωμαλία; Θὰ ἦτο ὑπαρκτὴ ἡ Βουλὴ αὕτη, ἂν δὲν ἐγίνετο ἡ ἀνωμαλία τῆς Ἐπαναστάσεως τοῦ Κονδύλη;
§60Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ὕπαρξις ἡμῶν εἶναι ἀνωμαλία;
§61Χ. ΛΑΔΑΣ. Βεβαίως. Προερχόμεθα ἐξ ἀνωμαλίας, διότι θὰ εὑρισκόμεθα ἄνευ αὐτῆς εἰς τὴν Γʹ Ἐθνικὴν Συνέλευσιν, ἡ ὁποία διελύθη διὰ τῆς βίας καὶ ἐπανῆλθεν ἡ Δʹ Συνέλευσις, ἡ ὁποία διελύθη καὶ αὐτὴ διὰ τῆς βίας καὶ ἦλθεν ὁ Κονδύλης καὶ ἐπανεστάτησε κατὰ τοῦ Παγκάλου καὶ ἔτσι προεκηρύχθησαν ἐκλογαί.
§62Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ δὲν θὰ εἴπῃ ὅτι εἴμεθα ἀνωμαλία, ἀφοῦ προερχόμεθα ἀπὸ τὸν Ἑλληνικὸν Λαόν. (Χειροκροτήματα).
§63Χ. ΛΑΔΑΣ. Βεβαίως, ἀλλὰ δὲν θὰ ἐδίδετο εἰς τὸν λαὸν ἡ εὐκαιρία νὰ μᾶς ἐκλέξῃ, ἂν δὲν ἐγίνετο αὐτὴ ἡ ἀνωμαλία.
§64Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ὁμαλὰ προϊόντα μιᾶς ἀνωμαλίας.
§65Χ. ΛΑΔΑΣ. Λοιπὸν ὑπῆρξεν ἀπαραίτητος ἡ ἀνωμαλία καὶ συμφυὴς πρὸς τὴν ὅλην πολιτικὴν κατάστασιν, τὴν ὁποίαν διήλθομεν κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη. Ἀλλὰ πόθεν προέρχονται αἱ ἀνωμαλίαι αὐταί, τὰς ὁποίας ὁ ἀξιότιμος κ. Βοκοτόπουλος ἀνέπτυξε χθὲς τὴν ἑσπέραν; Ἔθιξεν ἀνωμαλίας τινὰς ἀπό τινων ἀπόψεων βασίμους καὶ θὰ ἴδητε ὅτι θὰ καταλήξω νὰ τὰς ἀποδεχθῶ ἀπό τινων ἀπόψεων. Μᾶς εἶπεν ἀνωμαλίας περὶ τὴν κατάρτισιν τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς θεωροῦμεν Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις Κονδύλη τὸ ἐδημοσίευσεν εἰς τὰς 22 Σεπτεμβρίου καὶ ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐστηρίχθη ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Βοζίκης διὰ νὰ κάμῃ ἔνστασιν κατὰ τῆς παρουσίας εἰς τὴν Κυβέρνησιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν. Συντάγματος ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου ἐγένοντο ἐκλογαί, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου ἐγένοντο τόσα καὶ τόσα, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου διαμαρτυρόμεθα ὅτι ἀπεφυλακίσθησαν ἄνθρωποι ἀπὸ τὰς φυλακάς. Ἀλλ’ ἐπίσης τὸ Σύνταγμα αὐτὸ ἀκριβῶς εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον καθορίζει τὸν ὅρκον, τὸν ὁποῖον ὤμοσεν καὶ ὁ κ. συνάδελφος μὲ ἐπιφύλαξιν. Λοιπόν, αὐτὴ εἶναι καὶ ἡ ἀνωμαλία ἡ πρώτη, ὅτι λέγει, ὅτι δὲν ὑπάρχει πουθενὰ γραμμένη. Εἰς τὰ βιβλία καὶ εἰς τὴν πολιτικὴν ἱστορίαν ἡ Συνταγματικὴ ἐξουσιοδότησις. Καὶ ὁ κ. Εὐταξίας μὲ ὅλον τὸ κῦρος του ὡς καθηγητοῦ τοῦ Πανεπιστημίου....
§66Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ ἀποδεχθῶμεν ἐπὶ τοῦ παρόντος ὡς ἰσχύον, κατὰ τὰ λοιπά, ὡς πρὸς τὸν τρόπον τοῦ καταρτισμοῦ καὶ τῆς ἐκμαιεύσεως αὐτοῦ ἀναφερόμενα ἐν τῇ ἐπιφυλάξει καὶ ἐπιμένομεν. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι δὲν ὑπάρχει πλέον ἀνάγκη νὰ συζητῶμεν ἐπ’ αὐτῶν τῶν πραγμάτων, ἀφοῦ τὸ Σύνταγμα εἶναι προσωρινῶς ἰσχύον καὶ διατελεῖ ὑπὸ τὸν ἔλεγχον, τὴν τροποποίησιν ἡμῶν, πλὴν τῆς μορφῆς τοῦ πολιτεύματος, καθ’ ὅλας αὐτοῦ τὰς διατάξεις. Λοιπόν, αἱ συζητήσεις καταλήγουν εἰς μίαν ἀπεραντολογίαν ματαίαν καὶ πρέπει νὰ τὴν συντομεύσωμεν διὰ νὰ φθάσωμεν εἰς μίαν σκοπιμότητα, διότι ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς μᾶς ἐβαρέθη πλέον εἰς τὸ νὰ συζητῶμεν περὶ Συνταγματικῶν πραγμάτων.
§67Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἐν ἰσχύει καὶ δι’ αὐτὸ τὸ ἀναθεωρῶ.
§68Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ὅταν ἀναθεωροῦνται αἱ διατάξεις παύει νὰ ἰσχύῃ.
§69Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Χθὲς ὁ κ. Παπαναστασίου διακόπτων ἐμὲ μοὶ εἶπεν ὅτι τὸ Σύνταγμα δὲν εἶναι ἐν ἰσχύει. Εἶναι ἐν ἰσχύει καὶ θὰ εἶναι. Ὁ κ. Ὑπουργὸς μέσα εἰς τὸ ψήφισμα μᾶς λέγει ὅτι εἶναι ἐν ἰσχύει. Ἑπομένως, ὅταν ψηφισθῇ τὸ ὑπὸ συζήτησιν Σύνταγμα εἶναι ἐν ἰσχύει. Διὰ τοῦτο ἐρωτῶ τώρα, ἡ Κυβέρνησις θεωρεῖ ὅτι εἶναι προσωρινὸν τὸ Σύνταγμα; Ἂν ἡ Κυβέρνησις νομίζῃ ὅτι εἶναι προσωρινῶς ἰσχῦον τὸ Σύνταγμα παύω τὴν συζήτησιν.
§70Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ἐπειδὴ τὸ Σύνταγμα εἶναι προσωρινῶς ὑπὸ ἀναθεώρησιν, τὸ δεχόμεθα ὑπὸ τὴν ἔννοιαν αὐτήν.
§71Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Πρέπει νὰ τὸ δεχθῇ ἡ Βουλή, ἡ ὁποία εἶναι Συντακτικὴ Βουλή. Πρέπει νὰ γίνῃ πρᾶξις τῆς Βουλῆς.
§72Χ. ΛΑΔΑΣ. Λοιπὸν μᾶς λέγει ὁ κ. Εὐταξίας ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ αὐτή, τὴν ὁποίαν κατήρτισεν ἡ Συντακτικὴ Συνέλευσις ἤσκησεν ἐξουσίαν, τὴν ὁποίαν δὲν εἶχε δικαίωμα νὰ τῆς δώσῃ καὶ διατί; Διότι δὲν φαίνεται πουθενὰ γραμμένον ὅτι δύναται μία Συντακτικὴ Συνέλευσις νὰ χορηγῇ μέρος τῆς Συντακτικῆς της Ἐξουσίας εἰς μίαν Ἐπιτροπήν της. Ἀλλ’ ὅμως, κύριοι, ἡ Συντακτικὴ Συνέλευσις δὲν ἔχει περιορισμὸν κανένα τοιοῦτον, οἷον ἀναγράφει ἡ ἐπιστήμη διὰ τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν, δρῶσαν εἰς τὰ τέσσαρα στάδια τοῦ κ. Εὐταξία, δηλ. τὴν κατάρτισιν τοῦ κειμένου, τὴν sanctio, τὴν promulgatio καὶ τὴν publicatio. Ἀλλ’ ἐδῶ πρόκειται περὶ Συντακτικῆς Συνελεύσεως, ἡ ὁποία ἕνα μόνον προορισμὸν ἔχει, τὸ συμφέρον τοῦ Ἔθνους καὶ οὐδὲν ἄλλο. Δὲν εἶναι δυνατὸν λοιπόν, κύριοι, ποτὲ νὰ λύωνται τὰ ζητήματα τὰ πολιτικὰ ἐπὶ τῇ βάσει μεταβάσεων εἰς βιβλιοθήκας καὶ ἀναδιφήσεως τῶν βιβλίων. Ταῦτα μόνον ὅσον ἀφορᾷ τὸν τρόπον τοῦ καταρτισμοῦ τῆς Ἐπιτροπῆς.
§73Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Ἔστω ὅτι ἔχετε δίκαιον, καίτοι δὲν τὸ παραδέχομαι, σᾶς ἐρωτῶ· ἡ ἐπιταγὴ τῆς Δʹ Συντακτικῆς Συνελεύσεως ἐπετελέσθη;
§74Χ. ΛΑΔΑΣ. Εἶναι τὸ δεύτερον ζήτημα, διὰ τὴν ἐξέτασιν τοῦ ὁποίου θὰ εἰσέλθω ἀμέσως. Ὥστε δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ βάσιμος ἀντίρρησις ὅσον ἀφορᾷ τὸν τρόπον τοῦ καταρτισμοῦ τῆς Ἐπιτροπῆς. Παραμένει ἡ πλημμέλεια ἡ δευτέρα τὴν ὁποίαν ὑπαινίχθη ὁ ἀξιότιμος φίλος κ. Ράλλης. Ἰδοὺ ποῖον εἶναι τὸ ψήφισμα τῆς Δʹ Συνελεύσεως—διότι τὸ συζητοῦμεν χωρὶς νὰ τὸ γνωρίζωμεν—τῆς 30 Ἰουλίου (ἀναγινώσκει): «Συνιστᾷ 30μελῆ Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν, ἐξουσιοδοτημένην νὰ ψηφίσῃ τὸν Καταστατικὸν Χάρτην, ὅστις θέλει μὲν δημοσιευθῆ καὶ ἀποκτήσει ἀμέσως ἰσχύν, ἀλλὰ θέλει ὑποβληθῆ πρὸς ὁριστικὴν κύρωσιν κατὰ τὴν ἐπανάληψιν τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς εἰς τὴν Ἐθν. Συνέλευσιν, ἥτις ἐντὸς 15 ἡμερῶν θέλει ἐπιφέρει οἱασδήποτε τροποποιήσεις κρίνει ἀναγκαίας». Ἀνάγκη λοιπὸν νὰ ἐξαρθῶσι δύο τινά. Πρῶτον ἂν ἡ Ἐπιτροπὴ ἐκείνη ἔκαμεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον τῇ εἶπεν ἡ Δʹ Συντ. Συνέλευσις. Δεύτερον ἂν μετὰ τὸν καταρτισμόν της ἐδημοσιεύθη τὸ Σύνταγμα ἀπὸ τὴν Ἐπιτροπήν, ὅπως ἔπρεπε. Αὐτὰ εἶναι τὰ δύο ζητήματα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ μᾶς ἀπασχολήσουν ἐπὶ τοῦ παρόντος. Ἐντεῦθεν εἶναι βέβαιον ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ κατήρτισε τὸ Σύνταγμα. Εἶναι ἐπίσης βέβαιον ὅτι τὸ Σύνταγμα τῶν 22, κατὰ τὸν κ. Βοκοτόπουλον, τὸ Σύνταγμα τοῦ Κονδύλη, ὅπως εἶναι δημοσιευμένον, τὸ ὁποῖον ἔχει προσωρινὴν ἰσχὺν διὰ νὰ κάμνῃ δὲ τὴν ἔνστασίν του κατὰ τοῦ κ. Μαζαράκη, ὅτι τὸ Σύνταγμα αὐτό, λέγω, κατηρτίσθη ἀπὸ τὴν Ἐπιτροπὴν καὶ ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ ἦτο ὑποχρεωμένη νὰ τὸ δημοσιεύσῃ καὶ νὰ ἀποκτήσῃ προσωρινὴν ἰσχύν. Τί ἐπῆλθε μετὰ ταῦτα, θὰ ἴδωμεν ἀμέσως. Πρῶτον ὁ Πάγκαλος περιεβλήθη τὸν κοινοβουλευτικὸν μανδύαν.
§75ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὸν ζουρλομανδύαν.
§76ΕΤΕΡΟΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Σεῖς τοῦ τὸν περιεβάλατε.
§77Χ. ΛΑΔΑΣ. Αὐτὸ δὲν ἀφορᾷ ἡμᾶς, διότι δὲν εἴμεθα ἐδῶ τότε. Περιεβλήθη λοιπὸν ὁ κ. Πάγκαλος τὸν κοινοβουλευτικὸν μανδύαν καὶ ἐπειδὴ ὁ μανδύας οὗτος τοῦ ἦλθε στενώτερος ἀφ’ ὅτι ἐνόμιζε, περιεβλήθη τὸν μανδύαν τὸν δικτατορικόν. Καὶ ἐπειδὴ ἐνόμιζεν ὅτι μὲ αὐτὸν τὸν δικτατορικὸν μανδύαν θὰ ἠδύνατο νὰ κάμνῃ ὅ,τι ἤθελε, κατεσκεύασε ἓν Σύνταγμα ἰδίας ἐμπνεύσεως, τὸ ὁποῖον καὶ ἐδημοσίευσεν.
§78Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Τὸ εὗρε δημοσιευμένον, δὲν τὸ κατεσκεύασε.
§79Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Θὰ σᾶς παρεκάλουν νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε μίαν διακοπή. Περιεβλήθη, λέγετε, τὸν δικτατορικὸν μανδύαν καὶ ἔκαμε τί;
§80Χ. ΛΑΔΑΣ. Ἀμέσως ἐδημοσίευσεν ἓν Διάταγμα καὶ τὰ κατήργησεν ὅλα. Τὸ Σύνταγμα τοῦ 1864....
§81Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Τί ἔγινε ἡ Συντακτικὴ Συνέλευσις;
§82Χ. ΛΑΔΑΣ. .... ὅτι διέλυσε τὴν Συνέλευσιν θέλετε νὰ μοῦ εἰπῆτε;
§83Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Ναί.
§84Χ. ΛΑΔΑΣ. Αὐτὸ εἶναι γνωστόν.
§85Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Μοῦ ἐπιτρέπετε νὰ τελειώσω τὸν συλλογισμόν μου; Διέλυσε τὴν Δʹ Συντακτικὴν Συνέλευσιν. Ἡ Δʹ Συντακτικὴ Συνέλευσις διελύθη. Ἔμεινε τὸ ἔργον τῆς κυρώσεως τοῦ Συντάγματος ἡμιτελές. Ἡ διάλυσις τῆς Δʹ Συντακτικῆς Συνελεύσεως ἐπῆλθε δι’ ἐπαναστάσεως ἢ δι’ ἀνταρσίας;
§86Χ. ΛΑΔΑΣ. Δι’ ἐπαναστάσεως.
§87Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν θὰ ὑποπέσω εἰς τὸ σφάλμα, εἰς τὸ ὁποῖον ὑπέπεσαν οἱ διάφοροι ἐκ τοῦ προχείρου ρήτορες, νὰ συγχύσω τὴν ἐπανάστασιν μὲ τὴν ἀναρχίαν. Σᾶς ἐρωτῶ· ἦτο ἐπανάστασις ἢ ἀνταρσία;
§88Χ. ΛΑΔΑΣ. Ἐγὼ τὴν θεωρῶ ἐπανάστασιν.
§89Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Ἄρα ἐδημιούργησε δίκαιον, ἄρα τὸ Σύνταγμα αὐτὸ δὲν ἰσχύει, ἀφοῦ διελύθη δι’ ἐπαναστάσεως, ἡ ὁποία ἐδημιούργησε δίκαιον.
§90Χ. ΛΑΔΑΣ. Αὐτὸ εἶναι τὸ μεγαλύτερον ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον ἀποδεικνύει ὅτι δὲν ἰσχύει τὸ Σύνταγμα τοῦ 64 σήμερον.
§91Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν ἐπέτρεψεν εἰς τὴν Δʹ Συνέλευσιν νὰ τελειώσῃ τὸ συντακτικὸν αὐτῆς ἔργον.
§92Χ. ΛΑΔΑΣ. Κατήργησε τὸ Σύνταγμα τοῦ 64 καὶ ἐδημοσίευσε ἓν ἄλλο Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον κατήργησε τὸ Σύνταγμα τοῦ 64. Λοιπόν, διὰ νὰ συμφωνήσωμεν ἐκεῖ ὅπου νομίζομεν ὅτι διαφωνοῦμεν. Ὁ Πάγκαλος περιεβλήθη τὸν δικτατορικὸν μανδύαν, διέλυσε τὴν Δʹ Συνέλευσιν καὶ ἐδημοσίευσε τὸ Σύνταγμα. Ποῖαι αἱ συνέπειαι τῆς δημοσιεύσεως τοῦ Συντάγματος αὐτοῦ; Αἱ συνέπειαι εἶναι ὅτι ἀνεξαρτήτως τοῦ ἂν ἰσχύῃ σήμερον τὸ Σύνταγμα τοῦ Παγκάλου ἢ ὄχι, ὅτι, λέγω, τὸ Σύνταγμα τοῦ 64 διὰ τοῦ Διατάγματος τοῦ Παγκάλου καταργηθὲν δὲν ὑπάρχει πλέον.
§93Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Δὲν παύετε νὰ ἀναφέρετε αὐτὸ τὸ ὄνομα πλέον;
§94Χ. ΛΑΔΑΣ. Ἐθέσαμεν λοιπὸν ὡς βάσιν ὅτι ὁ Πάγκαλος περιβληθεὶς τὸν δικτατορικὸν μανδύαν ἐδημοσίευσε Σύνταγμα ἰδικόν του, Σύνταγμα ἰδίας ἐμπνεύσεως. Αἱ συνέπειαι τῆς δημοσιεύσεως τοῦ Συντάγματος αὐτοῦ ἦσαν ὅτι τὸ Σύνταγμα τοῦ 64 ἐφόσον ἐδημοσιεύθη ἓν ἄλλο Σύνταγμα ἔπαυσε ἰσχύον. Ἐπῆλθεν ἡ Κυβέρνησις Κονδύλη. Τί ἦτο; Ἐπανάστασιν τὴν θέλετε, ἀνταρσίαν τὴν θέλετε; Ὁπωσδήποτε τὴν θέλετε αὐτὴ μίαν ὡραίαν πρωΐαν ἐσκέφθη νὰ αὐτοπεριορισθῇ. Σήμερον θὰ διαμαρτυρηθῶμεν, διότι ἐσκέφθη νὰ αὐτοπεριορισθῇ; καὶ εἶπεν, ἀφοῦ εἶμαι μία ἐπανάστασις ἢ ἀνταρσία—ὅπως θέλετε —καὶ ἠμπορῶ νὰ κάμνω ὅ,τι θέλω, λέγω, δὲν θέλω νὰ κάμνω ὅ,τι θέλω, ἀλλὰ παίρνω ἓν Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον δημοσιεύω καὶ τὸ Σύνταγμα αὐτὸ μὲ περιορίζει.
§95Γ. ΠΕΣΜΑΖΟΓΛΟΥ. Καὶ αὐτὸ δὲν εἶναι δικτατορία;
§96Χ. ΛΑΔΑΣ. Διατί, κ. Πεσμαζόγλου, καταναλίσκετε τὰς νομικάς σας γνώσεις κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον καὶ δὲν ἀνέρχεσθε ἐπὶ τοῦ βήματος νὰ τὰ εἰπῆτε αὐτά; Καὶ οὕτως ἐπηκολούθησε τὸ Σύνταγμα αὐτό. Διότι ἡ Κυβέρνησις Κονδύλη εὑρέθη πρὸ τοῦ διλήμματος, ποῖον Σύνταγμα ἔπρεπε νὰ φέρῃ διὰ νὰ κάμῃ τὸν αὐτοπεριορισμόν. Τὸ Σύνταγμα τὸ Παγκαλικόν; ρεόαια ὄχι, διότι τὸ Σύνταγμα τοῦ Παγκάλου εἶναι ἓν Σύνταγμα ἰδίας ἐμπνεύσεως τοῦ Παγκάλου. Τὸ Σύνταγμα τοῦ 64; Ὄχι. Διότι κατὰ τοῦ Συντάγματος αὐτοῦ εἶχον γίνει τοῦ κόσμου αἱ ἐπαναστάσεις, εἶχον γίνει δύο Συνελεύσεις διαλυθεῖσαι ἀμφότεραι διὰ τῆς βίας. Τὸ Σύνταγμα αὐτὸ εἶχε καταργηθῆ, διότι εἶχε δημοσιευθῆ ἓν ἄλλο Σύνταγμα, τὸ φέρον τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Παγκάλου καὶ τῶν ὑπουργῶν του. Τί ἔμεινε λοιπὸν νὰ κάμῃ; Τοῦ ἔμεινε μόνον νομίμως τὸ Σύνταγμα τῶν 22, ὅπως λέγει ὁ κ. Βοκοτόπουλος, τὸ ὁποῖον Σύνταγμα τὸ ἐπῆρε καὶ τὸ ἐδημοσίευσε.
§97Θ. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἡ Κυβέρνησις τὸ ἐσεβάσθη τὸ Σύνταγμα αὐτό;
§98Χ. ΛΑΔΑΣ. Αὐτὸ δὲν ἐνδιαφέρει ἐμέ. Ἐγὼ δὲν εἶμαι ἀπολογητὴς τοῦ κ. Κονδύλη· συζητῶ ἂν εἶχεν ἢ ὄχι Σύνταγμα. Μετὰ τὴν δημοσίευσιν τοῦ Συντάγματος παρέμεινε ἡ ἀμφιβολία ἂν τὸ Σύνταγμα αὐτὸ ἐδημοσιεύθη ἐντὸς τῶν δέκα πέντε ἡμερῶν καὶ ἂν ὑπεβλήθη εἰς τὴν ἀνύπαρκτον πλέον Συντακτικὴν Συνέλευσιν πρὸς κύρωσιν. Συντακτικὴ Συνέλευσις δὲν ὑπάρχει. Βέβαια τοῦτο εἶναι μία ἀναμφισβήτητος ἀνωμαλία, ἀνωμαλία ὅμως, ἡ ὁποία ἦτο ἀπαραίτητος, διότι, ἂν δὲν ἐγένετο ἡ ἀνωμαλία νὰ διαλυθῇ ἡ Συνέλευσις, ἂν δὲν ἐγίνετο ἡ ἀνωμαλία νὰ γίνῃ ἡ ἐπανάστασις τοῦ Κονδύλη, βέβαια δὲν θὰ ἠμπορούσαμεν νὰ προχωρήσωμεν καὶ νὰ φθάσωμεν εἰς τὴν Βουλήν. Ἀνωμαλία ἐπίσης εἶναι ὅτι δὲν ἠμπορεῖ ἐντὸς 15 ἡμερῶν νὰ δημοσιευθῇ τὸ Σύνταγμα, διότι παρεβίασεν ὁ Πάγκαλος διὰ τῆς ἐπαναστάσεώς του τὴν προθεσμίαν αὐτήν. Δημοσιεύει λοιπὸν τὸ Σύνταγμα αὐτὸ ὁ Κονδύλης, τὸ ὁποῖον ἐθεώρησεν ὡς ἔχον ἰσχὺν ἀπὸ τὸν Σεπτέμβριον τοῦ 1926. Ἀλλ’ ἦτο ἀνάγκη νὰ συζητῶμεν κἂν τὴν ἰσχὺν αὐτὴν τοῦ πολιτεύματος; Ἦτο ἀνάγκη νὰ συζητῶμεν ἂν ὑπάρχῃ ἐξουσιοδότησις ἢ ὄχι; Ὅταν τὸ ἴδιον ψήφισμα λέγῃ ὅτι θὰ ἰσχύσῃ μόνον διὰ τὸν ὀλίγον χρόνον, ὁ ὁποῖος θὰ παρεμπέσῃ ἀπὸ τῆς σήμερον μέχρι τῆς ὁριστικῆς ψηφίσεώς του; Αὐτὴν τὴν μεγάλην θυσίαν ζητεῖ τὸ ψήφισμα, κατὰ τῆς ὁποίας ἠγέρθη ἡ πολιτικὴ καὶ νομικὴ συνείδησις τῶν ὑποστηριξάντων τὰς αἰτιάσεις. (Χειροκροτήματα).
§99Γ. ΚΑΚΟΥΛΙΔΗΣ. Ἂν διαρκέσῃ ἐπὶ δύο μῆνας ἡ συζήτησις τοῦ Συντάγματος θὰ μᾶς διαλύσῃ ὁ λαός.
§100Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Ἐπὶ τοῦ σχεδίου ψηφίσματος ἂν θὰ ἀρκέσουν 4 ἢ 5 ἡμέραι δὲν ἤκουσα κανένα νὰ ὁμιλήσῃ. Νομίζω ὅτι εἴμεθα ἐκτὸς συζητήσεως, διότι τὸ σχέδιον τοῦ ψηφίσματος καθιεροῖ μίαν δικονομίαν ταχυτάτην διὰ τὰς ἐπενεκτέας τροποποιήσεις.
§101Χ. ΛΑΔΑΣ. Ἀλλ’ ἐπειδή, κύριοι Βουλευταί, ὑπάρχει πάντοτε καὶ πρέπει νὰ ὑπάρχῃ εἰς τὰς σκέψεις μας ἡ ἰδέα ὅτι πρέπει νὰ συμβιβάζωμεν πάντοτε τὰ πράγματα κατὰ τὴν πολιτικὴν κατεύθυνσιν, τὴν ὁποίαν ἔδωκε καὶ εἰς τὸ ζήτημα τοῦ ὅρκου ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, θέλων καὶ ἐγὼ νὰ συμβιβάσω κἄπως τὰ διεστῶτα, ἔχω νὰ ὑποβάλω μίαν τροπολογίαν ὅπως τεθῇ ὡς πρῶτον ἄρθρον τοῦ ψηφίσματος, τροπολογίαν συμφωνοῦσαν κατ’ ἀρχὴν μὲ τὸν κ. Σωτηριάδην, διαφωνῶ ὅμως πρὸς τὴν διατύπωσιν, διότι ὁ κ. Σωτηριάδης ἐπρότεινε νὰ κυρώσωμεν ἀπὸ σήμερον τὸ Σύνταγμα. Ἀλλὰ τὸ Σύνταγμα αὐτό, τεθὲν εἰς ἐφαρμογὴν ἀπὸ 22 Σεπτεμβρίου 1926, δὲν εἰμποροῦμεν νὰ τὸ κυρώσωμεν παρὰ ἀπὸ τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν ἐδημοσιεύθη. Καὶ λέγω ὅτι ὡς ἄρθρον πρῶτον νὰ τεθῇ ὅτι «κυροῦται ἡ γενομένη τὴν 22 Σεπτεμβρίου 1926 δημοσίευσις τοῦ Συντάγματος, ὅπερ θέλει ἔχει προσωρινὴν ἰσχὺν μέχρι τῆς ὁριστικῆς παρὰ τῆς Βουλῆς ψηφίσεώς του. (Ἀναγινώσκει): Ἀλλὰ γεννᾶται καὶ ἄλλο ζήτημα, συμπλήρωσις αὐτοῦ τοῦ ἰδίου. Καθὼς γνωρίζετε, εἶναι ζήτημα ἀκόμη ἂν εἴμεθα ἢ ὄχι Βουλευταί. Διότι διὰ νὰ εἴμεθα βουλευταί, πρέπει νὰ μᾶς ἐπικυρώσῃ τὴν ἐκλογήν μας—ἐφόσον ἐγένοντο ἐνστάσεις—τὸ εἰδικὸν δικαστήριον. Ὄχι βέβαια διὰ νὰ κάμνωμεν τὸ ἔργον μας, ἀλλὰ χρειάζεται καὶ αὐτὴ ἡ κύρωσις. Διότι τὸ ἄρθρον 42 λέγει (ἀναγινώσκει): «Ἡ ἐξέλεγξις καὶ ἡ ἐκδίκασις τῶν Βουλευτικῶν ἐκλογῶν....»
§102ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Καθόσον ὑπάρχει ἔνστασις.
§103Χ. ΛΑΔΑΣ. Μὰ ὑπάρχουν ἐνστάσεις! Τὸ Σύνταγμα αὐτό, τὸ ὁποῖον θὰ κυρώσωμεν διὰ τὴν ἐξέλεγξιν τοῦ κύρους τῶν Βουλευτικῶν ἐκλογῶν, ἀφοῦ καθορίζει τὴν σύστασιν τοῦ εἰδικοῦ δικαστηρίου λέγει τὰ ἑξῆς ἐν ἄρθρῳ 42 (ἀναγινώσκει): «Κατὰ τὰ λοιπὰ τῆς λειτουργίας καὶ τῆς ὅλης διαδικασίας αὐτοῦ ὁρίζονται διὰ νόμου». Λοιπὸν εἶναι ἀπόλυτος ἀνάγκη εἰς τὸν ὑφιστάμενον νόμον ΓϠΣΕʹ τοῦ 1911 περὶ ἐξελέγξεως τοῦ κύρους τῶν Βουλευτικῶν ἐκλογῶν νὰ δώσωμεν μίαν ἔστω προσωρινὴν ἰσχύν, διότι ἀλλέως ἡ διάταξις αὕτη τοῦ Συντάγματος μένει ἄνευ ἰσχύος, μὴ ὑπάρχοντος νόμου, ὁ ὁποῖος νὰ καθορίζῃ τὴν λειτουργίαν καὶ τὴν διαδικασίαν αὐτήν.
§104ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Μὰ δὲν κατηργήθη ὁ νόμος αὐτός;
§105Χ. ΛΑΔΑΣ. Ὅταν λέγῃ τὸ Σύνταγμα ὅτι ὁρίζεται διὰ νόμου καὶ ὄχι διὰ τοῦ νόμου αὐτοῦ αὐτὸ ἐννοεῖ. Διὰ νὰ μὴ γεννᾶται οὐδεμία ἀμφιβολία ὑποβάλλω τὴν τροπολογίαν νὰ συμπληρωθῇ τὸ σχέδιον ψηφίσματος διὰ νέου ἄρθρου, διότι γεννᾶται καὶ ζήτημα ὡς πρὸς τὰς προθεσμίας καὶ τὰς ἐνστάσεις τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «1ον. Μέχρι τῆς ψηφίσεως εἰδικοῦ νόμου τὰ τῆς λειτουργίας καὶ τῆς ὅλης διαδικασίας τοῦ Ἐκλογοδικείου διέπονται ὑπὸ τῶν διατάξεων τοῦ νόμου ΓϠΝΕʹ τοῦ 1911. 2ον. Αἱ ἐνστάσεις ἐπιδίδονται ἐντὸς 10 ἡμερῶν πρὸ ἑκάστης ἀνακηρύξεως εἰς τὸν εἰσαγγελέα τοῦ ἀνακηρύξαντος Δικαστηρίου καὶ ἐπὶ τῆς γʹ κατανομῆς εἰς τὸν γραμματέα τῆς Ἀνωτ. Ἐφορ. Ἐπιτροπῆς». Διότι ὁ νόμος δὲν ἔχει ὑπ’ ὄψει του τὸ νέον ἐκλογικὸν σύστημα καὶ ὁμιλεῖ περὶ ἐνστάσεων ἐπιδιδομένων εἰς τὸν εἰσαγγελέα τοῦ Πρωτοδικείου τῆς περιφερείας ἐντὸς 10 ἡμερῶν ἀπὸ τῆς ἀνακηρύξεως. Πρέπει λοιπὸν ὅλα αὐτὰ τὰ ζητήματα νὰ τὰ συμπληρώσωμεν καὶ νομίζω ὅτι ἡ συμπλήρωσις τοῦ σχεδίου ψηφίσματος ἐπιτυγχάνεται διὰ τῆς προσθήκης αὐτῆς. Αὐτὰ εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω ὑπὸ τὴν κρίσιν ὑμῶν. (Χειροκροτήματα).
§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ρ. Κούνδουρος ἔχει τὸν λόγον.
§107Ρ. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ὑπεράνω ὅλων τῶν ὡραίων θεωριῶν καὶ ὅλων τῶν ὡραίων λόγων ὑπάρχει μία πραγματικότης, τὴν ὁποίαν δὲν πρέπει νὰ παραβλέπωμεν· ἡ πραγματικότης ὅτι εἰσήλθομεν εἰς τὸ ἕβδομον ἔτος ἀπὸ τοῦ ἔτους 1920, τοῦ ἔτους τῆς ἐνάρξεως τοῦ συντακτικοῦ ἔργου, χωρὶς νὰ τελειώσωμεν ἀκόμη τὸν Συντακτικὸν Χάρτην τῆς Χώρας, ὁ ὁποῖος οὕτω κυοφορεῖται περισσότερα ἔτη ἀπὸ ὅσα πρόκειται νὰ ἰσχύσῃ κατὰ τὸ ἄρθρον 123. Ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ μία ἄλλη στυγνὴ πραγματικότης· ἡ πραγματικότης ὅτι ἡ λαϊκὴ κακοδαιμονία, ἡ κακοδαιμονία τῶν ἀστῶν καὶ τῶν χωρικῶν, καὶ τῆς ἐπαρχίας ἰδίως, συνεχίζεται ὅσον ἀπομακρυνόμεθα ἀπὸ τὴν ἐποχὴν τοῦ πολέμου. Συνεχίζεται καὶ ὀξύνεται ὅσον νομίζομεν ἡμεῖς ὅτι ἀμβλύνονται αἱ πολιτικαὶ ἀντιθέσεις καὶ αἱ ἐσωτερικαὶ διαμάχαι. Διὰ τοῦτο εὐλόγως ἢ μὴ ἐγεννήθη μία ἀντίληψις εἰς τὸν λαὸν ὅτι δὲν εἶναι μόνον ἀφορμὴ τῆς κακοδαιμονίας του οἱ πόλεμοι, οὔτε μόνον αἱ ἐσωτερικαὶ ἔριδες, ἀλλὰ μία ἀκόμη ἀφορμὴ εἶναι ἐπίσης καὶ ἡ ἀτέρμων ἀπεραντολογία, ἡ ὁποία κατήντησε χρονία ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ὅσον ἀφορᾷ τὸ Σύνταγμα, ὑπερβᾶσα πᾶσαν βυζαντινολογίαν. Ἡμεῖς δὲν γνωρίζομεν, ἂν ἡ ἀντίληψις αὕτη τοῦ κόσμου εἶναι ἀληθὴς ἢ μή, ἀλλὰ νομίζομεν ὅτι κατενόησαν τὴν τοιαύτην ἀντίληψιν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς καὶ οἱ κ. κ. Ὑπουργοί, οἱ ὁποῖοι ὑπέβαλον τὸ χθεσινὸν ψήφισμα, τὸ ὁποῖον κατὰ τὴν γνώμην μου εὑρίσκεται ἐν ἀπολύτῳ ἐπαφῇ πρὸς τὸ κοινὸν αἴσθημα καὶ τὸ αἴσθημα τῶν κ. κ. συναδέλφων καὶ ὅσον ἀφορᾷ τὴν διαδικασίαν καὶ ὅσον ἀφορᾷ τὸν χρόνον τὸν ὁποῖον ὁρίζει. Διότι, ὅπως περιλαμβάνει ἡ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις, ἐπὶ ἑπτὰ ὁλόκληρα ἔτη δὲν κατωρθώθη νὰ ἐντοπισθοῦν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ αἱ συντακτικαὶ συζητήσεις. Ἐφθάσαμεν εἰς τὴν Ἑλλάδα νὰ ἔχωμεν καὶ δημοσιεύματα τούτων καὶ ἔντυπα ἀκόμη ἀνωτέρων καὶ κατωτέρων ὑπαλλήλων περὶ ἀναθεωρήτων διατάξεων τοῦ Συντάγματος. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ εἴπω ὅτι καὶ οἱ καστανάδες ἀκόμη ἔγιναν συνταγματολόγοι. Φρονῶ πολὺ περισσότερον ὅτι ἀφοῦ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ εὑρίσκονται οἱ ἐκλεκτοὶ τοῦ λαοῦ, εἶναι δυνατόν, δυνατότατον ἡ συσταθησομένη Ἐπιτροπὴ ἐντὸς προθεσμίας ἐλαχίστης νὰ ἐπιληφθῇ καὶ νὰ περατώσῃ τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ Συντάγματος. Νομίζω ἑπομένως ὅτι, ὅπως εἶπα, εὑρίσκεται τὸ ψήφισμα αὐτὸ ἐν ἀπολύτῳ ἐπαφῇ πρὸς τὰ λαϊκὰ αἰσθήματα καὶ ἐκφράζω τὴν ταπεινὴν γνώμην καὶ τὴν θερμὴν εὐχὴν νὰ προσπαθήσωμεν ὅσον τὸ δυνατὸν νὰ τελειώσωμεν ταχύτερον καὶ ἂν ἦτο δυνατὸν ἀκόμη ἐντὸς τῆς προθεσμίας τοῦ ψηφίσματος, τὸ ὁποῖον μᾶς ἐκάλεσεν ἐνταῦθα. Θὰ ὤφειλα μίαν ἀπάντησιν εἰς τὸν κ. Τσιτσεκλῆν, διὰ τὸν ὁποῖον ὁ ἀγαπητὸς κ. Λαδᾶς δὲν μοὶ ἄφησε νὰ ἐκφράσω αἰσθήματα σεβασμοῦ, καὶ ἂς τὸν ὀνομάσω ἁπλῶς ἰδιόρρυθμον, ἐν σχέσει μὲ τὴν τροπολογίαν του, καίτοι ἀποσυρθεῖσαν, καὶ τὴν μορφήν του κατὰ τῆς Δικαιοσύνης, ἡ ὁποία, φρονῶ, ὅτι ἵσταται εἰς τὸ ὕψος της, παρ’ ὅλους τοὺς ἐσωτερικοὺς διχασμούς.
§108ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἶσθε ἐναντίον, εἴπατε, τῆς ἀπεραντολογίας. Λοιπὸν δὲν χρειάζεται ἀπάντησις.
§109Ρ. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Πολὺ καλά. Τότε ἀποφεύγω τὴν ἀπάντησιν, ἀφοῦ ἄλλως τε ἀπουσιάζει ὁ κ. Τσιτσεκλῆς. (Χειροκροτήματα).
§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χ. Βοζίκης ἔχει τὸν λόγον.
§111Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν σχεδίου ψηφίσματος ἔρχεται πρὸς συζήτησιν, κατὰ τὴν γνώμην ἡμῶν, ὁλόκληρον τὸ καθεστωτικὸν ζήτημα. Ἔχομεν μίαν δήλωσιν, τὴν ὁποίαν καὶ θὰ καταθέσω εἰς τὸ Προεδρεῖον (ἀναγινώσκει): «Διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν σχεδίου ψηφίσματος σκοπεῖται ἡ λύσις τοῦ ὅλου καθεστωτικοῦ ζητήματος. Ἡμεῖς θεωροῦντες ὅτι τὸ ζήτημα τοῦ καθεστῶτος δέον νὰ τίθεται πρὸ τοῦ λαοῦ κεχωρισμένον τῶν ζητημάτων τῶν προσώπων, εἰς τὴν ἐκλογὴν τῶν ὁποίων κυρίως ἀφορῶσιν αἱ βουλευτικαὶ ἐκλογαί, δὲν ἐθέσαμεν αὐτὸ κατὰ τὰς βουλευτικὰς ἐκλογάς, ἀλλὰ καὶ ἀπεκρούσαμεν αὐτὸ καὶ συνεπῶς οὔτε ἐζητήσαμεν οὔτε ἐλάβομεν ἐντολὴν νὰ ἐπιληφθῶμεν τῆς λύσεως αὐτοῦ. Ὡς μὴ ἔχων δὲ κατὰ ταῦτα τὴν σχετικὴν ἐντολὴν καὶ ὡς μὴ ἀναγνωρίζων εἰς τὴν Βουλὴν ἁρμοδιότητα διὰ τὴν ἐπίλυσιν τοῦ καθεστωτικοῦ ζητήματος, δὲν θὰ λάβω μέρος εἰς τὴν συζήτησιν καὶ ψήφισιν τοῦ σχεδίου ψηφίσματος».
§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅσοι τῶν κ. κ. βουλευτῶν δὲν ἔδωσαν τὸν ὅρκον, παρακαλῶ νὰ προσέλθωσι. (Προσκομισθέντος τοῦ Ἱεροῦ Εὐαγγελίου οἱ βουλευταὶ κ.κ. Ε. Βελλιανίτης καὶ Α. Παπαπαναγιώτου ἀνέτεινον τὴν δεξιὰν καὶ ὤμοσαν τὸν κάτωθι ὅρκον): «Ὁρκίζομαι εἰς τὸ ὄνομα τῆς Ἁγίας καὶ Ὁμοουσίου καὶ ἀδιαιρέτου Τριάδος νὰ φυλάξω πίστιν εἰς τὴν Πατρίδα, ὑπακοὴν εἰς τὸ Δημοκρατικὸν Σύνταγμα καὶ τοὺς Νόμους τοῦ Κράτους καὶ νὰ ἐκπληρώσω εὐσυνειδήτως τὰ καθήκοντά μου».
§113ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἄξιοι, ἄξιοι.
§114ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Ναυπλιώτης ἔχει τὸν λόγον.
§115Κ. ΝΑΥΠΛΙΩΤΗΣ. Κύριοι βουλευταί, καὶ ἐκ τῆς αἰθούσης ταύτης, ἀλλὰ καὶ ἔξωθεν ἤρχισαν ἀκουόμεναι αἱ δυσφορίαι διὰ τὴν μεγάλην πλατυλογίαν καὶ διὰ τὴν μεγάλην ἐξονύχισιν τῶν τύπων, ἡ ὁποία γίνεται, καὶ ὑποθέτω ὅτι θὰ ἐξακολουθήσῃ νὰ γίνεται καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τῆς συζητήσεως τῶν ἄρθρων τοῦ Καταστατικοῦ Χάρτου τῆς Χώρας. Ὁ κόσμος δυσφορεῖ, ὁ κόσμος ἐξαπέστειλεν ἡμᾶς ἐνταῦθα διὰ νὰ ἐλαττώσωμεν τοὺς φόρους του καὶ νὰ τακτοποιήσωμεν τὸ ζήτημα τοῦ ψωμιοῦ του καὶ ὄχι νὰ συζητῶμεν καὶ νὰ ἀπεραντολογῶμεν. Ὁ βιομηχανικὸς καὶ ἐμπορικὸς κόσμος, ἐκ τῆς τάξεως τοῦ ὁποίου ἔχω τὴν τιμὴν νὰ προέρχωμαι, ὑποφέρει. Οἱ ἐργάται καὶ οἱ ἀγρόται, οἱ ὁποῖοι μὲ ἀπέστειλαν ἐνταῦθα, πεινοῦν, ὑποφέρουν. Τὰ ἐργοστάσια κλείουν καὶ αἱ Τράπεζαι ἠλάττωσαν τὰς πιστώσεις καὶ ἡμεῖς συζητοῦμεν περὶ τοῦ ἂν τὸ Σύνταγμα τοῦ 1864 ἢ τοῦ 1911 δύναται νὰ ἰσχύσῃ καὶ νὰ ἀποβῇ ὁ Καταστατικὸς Χάρτης τῆς Χώρας. Δὲν θὰ εἴπω πολλά, αὐτὸ μόνον ἔχω νὰ εἴπω· ὑπέστημεν τὰ κακὰ τῆς στρατοκρατίας. Ἔχω τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ὑποδείξω ὑμῖν τὰ κακὰ τῆς ὀχλοκρατίας. Πρέπει νὰ συνετισθῶμεν. Ἠκούσθη ἐντεῦθεν ἡ φωνὴ ὅτι, ἂν ἐξακολουθήσωμεν οὕτω χάνοντες τὸν καιρόν μας, διατρέχομεν τὸν κίνδυνον νὰ διαλυθῶμεν, παρὰ τινων; Παρὰ τοῦ λαοῦ, τοῦ ὁποίου τὴν δύναμιν δὲν θέλομεν νὰ ἐννοήσωμεν φαίνεται. Θὰ ἔλθῃ στιγμὴ ὅμως, καθ’ ἣν οὗτος ἐννοῶν τὴν δύναμίν του θὰ μᾶς ἀποβάλῃ ἐντεῦθεν πὴξ καὶ λάξ. Ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς ἀξιοῖ παρ’ ἡμῶν νὰ ἀρθῶμεν εἰς τὸ ὕψος, τὸ ὁποῖον ὁ προλαλήσας ἔντιμος ἐξ Ἀρκαδίας βουλευτὴς κ. Τριανταφυλλάκος ὑπέδειξεν ὅτι πρέπει νὰ ἐξαρθῇ ἡ παροῦσα Βουλή. Ἔχομεν νὰ συζητήσωμεν ἐπὶ ἄλλων σοβαρωτέρων ζητημάτων. Ἀποδώσαντες τὰς ἐλευθερίας εἰς τὸν λαὸν καί, ἐφόσον ἀπεδόθησαν αὗται, ἔχομεν νὰ συζητήσωμεν ἐπὶ τοῦ στρατιωτικοῦ ζητήματος. Ἔχομεν νὰ συζητήσωμεν ἐπὶ τοῦ οἰκονομικοῦ ζητήματος, ἔχομεν νὰ συζητήσωμεν ἐπὶ τοῦ δασμολογίου, ἔχομεν νὰ συζητήσωμεν ἐπὶ τοιούτων καὶ τοσούτων ζητημάτων, ὥστε μοὶ φαίνεται ὅτι χάνομεν πολύτιμον χρόνον συζητοῦντες ἐπὶ τοῦ Συντάγματος. (Χειροκροτήματα).
§116ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Ἀλεξανδρόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§117Γ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶχα ἀποφασίσει νὰ μὴ μετάσχω τῆς Ἐπιτροπῆς πρὸς ἀναθεώρησιν τοῦ Συντάγματος καὶ τὴν δήλωσίν μου ταύτην ἐδήλωσα καὶ πρὸς τὸν ἀρχηγὸν τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, θεωρῶν ὅτι, προκειμένου περὶ ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος, Συντάγματος μὴ ὑπάρχοντος, ἦτο περιττὴ πᾶσα ἐργασία ἢ καὶ πᾶσα ἀνάμιξις. Εἶχον τὴν γνώμην ἀρχικῶς ὅτι, μὴ ὑπάρχοντος Συντάγματος, ἀναθεώρησις δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ, διότι ἀναθεωρεῖται τὸ ὑπάρχον καὶ ὑφιστάμενον. Εἶχον δὲ ἐπὶ πλέον τὴν γνώμην ὅτι, προκειμένου περὶ ἀνυπάρκτου Συντάγματος, ἦτο ἀνάγκη νὰ συνταχθῇ τοιοῦτον ἐκ νέου. Ἀφ’ ἧς ὅμως στιγμῆς ἔλαβον μέρος ἀξιόλογα μέλη καὶ ἄλλοι νομομαθεῖς καὶ εἶδον πλέον ὅτι ἡ συζήτησις κατέστη φιλολογικὴ καὶ δὲν θὰ ἐκινδύνευε νὰ ἐκτραπῇ εἰς ἄλλο ἐπίπεδον δυνάμενον νὰ προκαλέσῃ κίνδυνον ἀνακύψεως πολιτειακοῦ ζητήματος, ὅτι ἠδυνάμην νὰ μετάσχω τῆς συζητήσεως οὐχὶ δι’ ἄλλον λόγον, ἀλλὰ διότι φρονῶ ὅτι, ὁ,τιδήποτε καὶ ἂν συμβῇ, εἴτε ἡ Βουλὴ συνεζήτει εἴτε ὄχι ἐπὶ τοῦ πολιτεύματος, τὸ Λαϊκὸν Κόμμα τηρεῖ τὰς ἀρχὰς αὐτοῦ καὶ τὸ σύμβολον καὶ τὴν σημαίαν τὴν ὁποίαν ἔχει καὶ ὅτι ἐν εὐθέτῳ χρόνῳ δύναται ὁ λαὸς νὰ ἀσχοληθῇ περὶ τοῦ πολιτεύματος. Ἀλλά, κύριοι, νομίζω ὅτι κρυπτόμεθα ταύτην τὴν στιγμὴν ὄπισθεν τοῦ δακτύλου ἡμῶν καὶ ὅτι δὲν ἔχομεν τὸ θάρρος, πολιτικοὶ ἄνδρες, νὰ ἐκθέσωμεν τὴν γνώμην καὶ νὰ ἴδωμεν ὅτι πᾶν ὅ,τι ἐγένετο εἶναι πρᾶξις ἐπαναστατικὴ καὶ συγχρόνως ἐπανάστασις, ὅτι ἡ ἐπανάστασις δὲν ἐξέλιπε καὶ ὅτι εὑρισκόμεθα ἐντὸς ἀτμοσφαίρας δηλητηριώδους καὶ συμπεπυκνωμένης ἀπὸ ἐπαναστατικὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα δὲν ἐκκαθαρίσθησαν, διότι δὲν ἔχομεν τὸ θάρρος νὰ ἐκκαθαρίσωμεν αὐτά. Πᾶν ὅ,τι πράττεται τώρα καὶ πᾶν ὅ,τι αὔριον θὰ πράξωμεν εἶναι ἐπανάστασις, καὶ διατελοῦμεν καὶ ἡμεῖς ἐν ἐπαναστάσει μὴ ἔχοντες τὸ θάρρος νὰ εἴπωμεν τὴν ἀλήθειαν. Διότι περὶ τῶν ἄλλων ζητημάτων τὰ ὁποῖα ἀκριβῶς εἶπον, τὸ ὅτι δὲν ὑπάρχει Σύνταγμα, δὲν πιστεύω νὰ ὑπάρχῃ ἀμφιβολία, καὶ ἂς ἐξευρεθῇ οἱοσδήποτε ἄλλος τρόπος ἐξοικονομήσεως τῶν πραγμάτων. Τὸ Σύνταγμα τὸ ἰσχῦον κατὰ τὸ 1911 δὲν ἐτόλμησεν ἡ στρατιωτικὴ στάσις τοῦ 1922 ἡ ἐξελιχθεῖσα εἰς ἐπανάστασιν διὰ τοῦ αἵματος τῶν ἀθώων, νὰ τὸ καταργήσῃ ἀμέσως. Τὸ ἐσεβάσθη καὶ μεθοδικῶς προέβη εἰς τὴν κατάλυσιν, πρῶτον διὰ τοῦ ὁρισμοῦ τῶν ἐκλογῶν, δεύτερον δι’ ἑνὸς ψηφίσματος, διὰ τοῦ ὁποίου κατέλυσε τὴν τότε Δυναστείαν. Κατόπιν ἡ Συνέλευσις ἐκείνη ἀποδειχθεῖσα ἀνίκανος, καθόσον ἦτο προϊόν μονόπλευρον καὶ νόθον—δὲν τὸ ἀρνεῖται κανείς, διότι ἡ Ἐπανάστασις μετῆλθε τὰ μέσα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀπέκλεισαν τὸν πολιτικὸν κόσμον νὰ λάβῃ μέρος εἰς τὰς ἐκλογάς—ἡ Συνέλευσις, λέγω, ἦτο μονόπλευρος καὶ δὲν εἶχε τὴν δύναμιν νὰ συντάξῃ τὸ πολίτευμα, ἀλλ’ ἠσχολεῖτο εἰς ἔριδας ἐνδοκομματικάς, ὅπως γίνεται μεταξὺ τῶν κακοποιῶν, οἱ ὁποῖοι μετὰ τὴν διάπραξιν τοῦ ἀδικήματος, ὅταν πρόκειται νὰ μοιράσουν τὰ λάφυρα, θραύουν τὰς κεφαλάς των ἀλληλοδιαπληκτιζόμενοι. Ἡ Συνέλευσις ἐκείνη ἀποδειχθεῖσα ἀνίκανος πρὸς σύνταξιν τοῦ πολιτεύματος διώρισε τὴν Ἐπιτροπήν.
§118Χ. ΑΛΑΜΑΝΗΣ. Διατί ἐπὶ δύο ἔτη ἀσχολουμένη ἡ Γʹ τῶν Ἑλλήνων Συνέλευσις εἰς τὸν καταρτισμὸν τοῦ Συντάγματος δὲν κατέστη ἱκανὴ νὰ τὸ καταρτίσῃ καὶ περιωρίσθη μόνον εἰς τὸ 1ον ἄρθρον;
§119Β. ΜΕΪΜΑΡΑΚΗΣ. Δὲν εἶχε τὸν καιρόν.
§120Τ. ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Καὶ μίαν ἄλλην παρατήρησιν. Ἡ Δʹ Συνέλευσις, κ. Ἀλεξανδρόπουλε, εἶχε μίαν ἀρετὴν ἀναμφισβήτητον· ὅτι δὲν ὕβρισε ποτὲ τὴν Γʹ Συνέλευσιν, καίτοι εἶχε πολλὰ νὰ τῆς εἴπῃ.
§121Γ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὑβρίζω.
§122Τ. ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἅμα λέγετε ὅτι τὰ μέλη τῆς Συνελεύσεως ἐκείνης ἦσαν κακοποιά. (Θόρυβος).
§123Γ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶπον ὅτι τὰ μέλη της ἦσαν κακοποιά.
§124ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καὶ ἡ ἀντίληψις τοῦ Προεδρείου αὐτὴ εἶναι, ὅτι ὁ ῥήτωρ δὲν ὕβρισε τὴν Συνέλευσιν.
§125Γ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶπον αὐτό, δὲν μὲ ἐννοεῖτε, δὲν προσέχετε. Κατεδείχθη λοιπὸν ἀνίκανος ἡ Συνέλευσις. (Θόρυβος).
§126ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἀντίληψίς μου εἶναι ὅτι δὲν ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐπεμβαίνει ἡ Βουλή, πρέπει νὰ δώσητε ἐξηγήσεις.
§127Γ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν ὁμιλῶ περὶ Συνελεύσεως.
§128ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ἀρκετὴ ἡ ἐξήγησις.
§129Γ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὥρισε λοιπὸν μίαν Ἐπιτροπὴν παρὰ πάντα νόμον καὶ τελείως ἔκνομον, ἐξεχώρησε τὴν ἐξουσίαν της εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν καὶ ἐπὶ τέλους αὐτὴ ἡ Συνέλευσις κατέληξε νὰ διαλυθῇ. Κύριοι, κατὰ τὴν ψήφισιν τοῦ Συντάγματος τὰ μέλη τὰ λαβόντα μέρος καὶ ἰδίως ὁ πατήρ, ὁ γεννήτωρ καὶ συντάκτης τοῦ Συντάγματος αὐτοῦ, ὁ προεδρεύων τῆς Ἐπιτροπῆς ἐκείνης, ὁ ἴδιος ἀνεγνώρισεν ὅτι, ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν κατορθωθῇ νὰ ὑποβληθῇ τὸ Σύνταγμα εἰς τὴν Συνέλευσιν κατὰ τὴν Σύνοδον ἐκείνην, ἦτο ἀνάγκη νὰ κληθῇ ἄλλη Συνέλευσις, καὶ βεβαίως Συνέλευσις καὶ ὄχι ἁπλῆ Βουλή, διότι πῶς ἦτο δυνατὸν ἁπλῆ Βουλὴ νὰ μετέλθῃ ἔργα Συντακτικῆς Συνελεύσεως; Ἐν πάσῃ ὅμως περιπτώσει σήμερον καλούμεθα ἀνεξαρτήτως αὐτοῦ νὰ κυρώσωμεν τὸ ψήφισμα τὸ ὑποβαλλόμενον ὑπὸ ἓξ βουλευτῶν, ἐξ οὗ εἷς συμπίπτει νὰ εἶναι Πρόεδρος τῆς Συνελεύσεως, οἱ δὲ ἕτεροι πέντε Ὑπουργοί. Καὶ μᾶς χαρακτηρίζουν ὡς Ἀναθεωρητικὴν Βουλήν, τὸ δὲ Σύνταγμα ὡς ἰσχῦον. Εἶπον, κύριοι, προηγουμένως καὶ ἠρξάμην νὰ λέγω ὅτι τὸ πρῶτον Σύνταγμα τὸ ἀναθεωρηθὲν κατηργήθη ὑπὸ τῆς Ἐπαναστάσεως τοῦ 1922. Κατόπιν συνετάχθη τὸ σημερινὸν Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον, κατὰ τὴν γνώμην μου εἶναι σχέδιον καὶ τὸ ὁποῖον θεωρεῖτε ἔγκυρον νὰ ὑποβάλητε πρὸς ἀναθεώρησιν. Νομίζω ὅτι διὰ νὰ ἀναθεωρηθῇ ἓν Σύνταγμα πρέπει νὰ ὑπάρχῃ. Εἶναι γνωστὸν ὅτι καὶ τὰ νομοσχέδια τὰ μὴ δυνάμενα νὰ ψηφισθοῦν ὑπὸ τῆς Βουλῆς παραπέμπονται εἰς ἄλλην Σύνοδον, πολὺ δὲ περισσότερον ὅταν πρόκειται περὶ σχεδίου Συντάγματος, ὅτε ἀπαραιτήτως διαλυομένης βίᾳ τῆς ἐπιληφθείσης τοῦ ἔργου Συνελεύσεως, τοῦτο κατ’ ἀνάγκην πρέπει νὰ ψηφισθῇ ὑπὸ νέας Συντακτικῆς Συνελεύσεως. Ἀλλ’ ἤδη πρέπει νὰ ἐξευρεθῇ τρόπος ἐξοικονομίσεως τῶν πραγμάτων, ἐφόσον δὲν δυνάμεθα εὐκόλως νὰ τὰ λύσωμεν ἄλλως. Καὶ ἐξευρέθη ἡ λύσις τῆς οὑτωσὶ γιγνομένης ἀναθεωρήσεως. Ἀλλ’ ἀναθεωροῦντες μὴ ὑπάρχον Σύνταγμα, δὲν κάμνομεν τίποτε ἄλλο, παρὰ νὰ ἐξακολουθῶμεν διατελοῦντες ἐν ἀνωμάλῳ καταστάσει. Δὲν ἐξερχόμεθα ὅμως καὶ διὰ τοῦ τρόπου τούτου τῆς ἀνωμάλου καταστάσεως καὶ τῆς παρανομίας. Διότι τί πράττομεν σήμερον; Σήμερον εἴμεθα βουλευταὶ συνεπείᾳ Διατάγματος τοῦ κ. Κονδύλη, τὸ ὁποῖον ὅμως μᾶς ἐχαρακτήρισεν ὡς Ἀναθεωρητικὴν Βουλὴν ἐπὶ προθεσμίᾳ 15 ἡμερῶν. Ἀλλ’ εἶχε τοιοῦτον δικαίωμα ὁ κ. Κονδύλης;
§130Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Δέκα πέντε ἡμέραι δὲν μᾶς δεσμεύουν.
§131Γ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τόσος χρόνος χρειάζεται διὰ νὰ συντάξωμεν ἓν μισθωτήριον συμβόλαιον καὶ ὄχι Σύνταγμα. Λέγω λοιπὸν ὅτι ἡ Κυβέρνησις Κονδύλη, ὁρίσασα τὰς ἐκλογὰς καὶ χαρακτηρίσασα τὴν Βουλὴν αὐτὴν Ἀναθεωρητικήν, δὲν εἶχε δικαίωμα νὰ πράξῃ τοῦτο, οὔτε καὶ νὰ λάβῃ πρόνοιαν νὰ ὁρίσῃ καὶ τὰ ἄρθρα τὰ ἀναθεωρητέα καὶ τὰς παραγράφους τῶν ἀναθεωρητέων ἄρθρων. Εἶναι γνωστόν, κύριοι, ὅτι ὑπάρχει θεωρία κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Βουλὴ ὁρίζει τὰ τῆς ἀναθεωρήσεως, ὁρίζουσα τὰ ἄρθρα καὶ τὰς παραγράφους ἀκόμη τῶν ἀναθεωρητέων ἄρθρων.
§132ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν μᾶς δεσμεύει τὸ Διάταγμα τοῦ Κονδύλη.
§133Γ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε ἔπρεπε οἱ ἓξ βουλευταὶ νὰ τὰ ὁρίσωσι. Διατί δὲν εἶχον τὸ θάρρος νὰ τὰ ὁρίσουν;
§134Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Ὅλα τὰ ἄρθρα δύνανται νὰ ἀναθεωρηθῶσι.
§135Γ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε κάμνομεν γενικὴν ἀναθεώρησιν τοῦ Συντάγματος. Ἐφόσον λοιπόν, κύριοι, δὲν πρόκειται περὶ τοῦ πρώτου ἄρθρου τοῦ Συντάγματος, κατ’ ἐμὴν τοὐλάχιστον γνώμην, δὲν ὑπάρχει καμμία δέσμευσις διὰ τὸ πολίτευμα, διότι ἡμεῖς τὸ θεωροῦμεν ἐκκρεμὲς ἀκόμη τὸ πολιτειακόν, καὶ τὸ θεωροῦμεν ἐκκρεμὲς διότι αὐτὴν τὴν γνώμην ἔχομεν καὶ ὑπ’ αὐτὸ τὸ πρόγραμμα ἐξετέθημεν καὶ ἐξελέγημεν καὶ ἐν εὐθέτῳ χρόνῳ θὰ ἐξετασθῇ τοῦτο. Διὰ τοῦτο φρονῶ ὅτι τὸ εὐθὺ καὶ πραγματικῶς ἀληθὲς θὰ ἦτο, ἂν ἦτο δυνατόν, νὰ συνταχθῇ ἀπ’ ἀρχῆς τὸ Σύνταγμα. Τοῦτο θὰ ἦτο ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἴσως θὰ ἐξομάλυνε τὴν κατάστασιν, ἂν ὑποτεθῇ ὅτι περὶ τοῦ πρώτου ἄρθρου ἀποφεύγεται πᾶσα συζήτησις ἢ καί, ἂν ἐγίνετο αὐτό, δὲν θὰ ἦτο ὁριστικόν, ἐφόσον ἡμεῖς δὲν ἔχομεν τὴν ἐντολὴν οὔτε παρὰ τοῦ λαοῦ περὶ τούτου. Τέλος νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ ὀφείλει νὰ δεχθῇ ὅπως τεθῇ προθεσμία ἀναθεωρήσεως τοῦ Διατάγματος ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους.
§136Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Δὲν ὁρίζεται τοιοῦτόν τι ἐν τῷ ψηφίσματι. Τὸ ψήφισμα ὁρίζει ὡρισμένην περίοδον ἡμερῶν, ἐντὸς τῶν ὁποίων πρέπει νὰ ὑποβληθῶσιν αἱ τροπολογίαι, καὶ ἄλλην περίοδον ὡρισμένων ἡμερῶν, ἵνα ἀποφανθῇ ἡ Ἐπιτροπή. Δὲν ἔχει καμμίαν προθεσμίαν διὰ τὴν ψήφισιν. Ἐπιτρέπεται ἡ ἀναθεώρησις ὁλοκλήρου τοῦ Συντάγματος πλὴν τοῦ 1ου ἄρθρου καὶ δύναται νὰ γίνῃ ἡ ἀναθεώρησις κατὰ μίαν ὡρισμένην δικονομίαν. Δύναται νὰ ρυθμίσῃ ἡ Βουλὴ τὸν Κανονισμόν της ὡς ἑξῆς· ὑπάρχει ἓν σχέδιον, ἐπ’ αὐτοῦ νὰ ὑποβληθῶσιν αἱ τροπολογίαι, ὅπως γίνεται καὶ ὅταν εἰσάγηται ἓν ἄλλο νομοσχέδιον. Δύναται νὰ προσθέσῃ ὅτι, ἂν δὲν ὑποβληθῶσι τροπολογίαι, αὐτὸ σημαίνει ὅτι ἡ Βουλὴ παραδέχεται, ὡς ἔχουν, τὰ ἄρθρα τοῦ Συντάγματος, ἐφ’ ὧν δὲν ὑπεβλήθη τροπολογία τις. Οὕτω διὰ τῆς διαδικασίας τοῦ ψηφίσματος ἐπιτρέπεται νὰ ἀνοίξῃ συζήτησις καὶ ἐφ’ ὅλων τῶν ἄρθρων τοῦ Συντάγματος, πλὴν τοῦ 1ου, ἀρκεῖ νὰ ὑποβληθῇ τροπολογία τις ἐφ’ ἑκάστου ἄρθρου.
§137Γ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΠΟΥΛΟΣ. Σύνταξιν θὰ κάμῃ ἢ ἀναθεώρησιν τοῦ πρώτου ἄρθρου;
§138Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἐκτὸς τοῦ πρώτου ἄρθρου, ἡ ἀναθεώρησις παντὸς ἄλλου ἄρθρου θὰ γίνῃ, ἂν θελήσῃ οἱοσδήποτε βουλευτὴς νὰ ὑποβάλῃ τροπολογίαν.
§139Γ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τίνος θὰ γίνῃ ἀναθεώρησις, τοῦ ἰσχύοντος Συντάγματος;
§140Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἐγεννήθη τὸ νομικὸν ζήτημα ἰσχύει τὸ Σύνταγμα ἢ δὲν ἰσχύει; Διχαζόμεθα. Ἄλλοι φρονοῦν ὅτι ἰσχύει, ἄλλοι ὅτι δὲν ἰσχύει. Ποῖος θὰ λύσῃ τὴν διαφορὰν αὐτήν; Ὁ Ἄρειος Πάγος ἢ τὸ Συμβούλιον τῶν Ἁγίων Πάντων; Βεβαίως ἡ Βουλή. Θὰ τὸ ἀναθεωρήσῃ ἡ Βουλή. Τί σημαίνει τοῦτο; Σημαίνει ὅτι δὲν θὰ ἐκδώσῃ νομικὴν ἀπόφασιν, ἀλλὰ πολιτικήν, διότι πολιτικὸν Σῶμα εἶναι ἡ Βουλή, δὲν εἶναι νομικὴ Ἀκαδημία. Ἡ ἀπόφασίς της πρέπει νὰ ἐμπνευσθῇ ἀπὸ πολιτικὴν πρακτικότητα, διότι οὕτω θὰ φθάσωμεν τὸ ταχύτερον εἰς τὸ πέρας τῶν ἐργασιῶν. Ἂν δεχθῶμεν τὴν πρότασιν ὅτι προσωρινῶς ἰσχύει τὸ Σύνταγμα, θὰ ὑπάρξῃ βάσις συζητήσεως. Ἕκαστος θὰ ἠμπορῇ νὰ ἐπιδιώξῃ τὴν ἀναθεώρησίν του, τὴν ἀναθεώρησιν ὅλων τῶν μὴ θεμελιωδῶν διατάξεων, διότι θὰ δύναται νὰ ὑποβάλῃ τροπολογίας ἐπὶ ὅλων τῶν ἄρθρων. Εἶναι λοιπὸν πρακτικὸν νὰ καταλήξωμεν εἰς ἀποδοχὴν τῆς προτάσεως τοῦ κ. Λαδᾶ. Καὶ ἐχάρην πολύ, διότι ὁ σεβαστὸς ἐκ Σύρου συνάδελφος κ. Βοκοτόπουλος ἐδήλωσεν ὅτι δέχεται ὡς σκόπιμον τὴν λύσιν ταύτην.
§141Γ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πρότερον εἴπετε ὅτι θὰ λάβῃ ἀπόφασιν πολιτικὴν ἡ Βουλή. Πόθεν ἀντλεῖ ἡ Βουλὴ τὴν δύναμιν νὰ θεωρήσῃ τὸ Σύνταγμα προσωρινῶς ἰσχύον; Εἶναι ἀληθὲς ἢ ὄχι ὅτι ἡ Βουλὴ ἐξελέγη, ὅτι ὡρίσθησαν ἐκλογαὶ καὶ ὅτι ἡ Βουλὴ εἶναι ἐπαναστατικὸν προϊόν; Ἔχει τὴν δύναμιν ἡ Βουλὴ νὰ κυρώσῃ τὸ Σύνταγμα ὡς προσωρινῶς ἰσχύον; Ἀπηντήσατε, ἔχει.
§142Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Εἴμεθα σύμφωνοι.
§143Γ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς εἶπον ὅτι μόνον οὕτω θὰ ἐξερχόμεθα ἐκ τῆς καταστάσεως, τὴν ὁποίαν σᾶς εἶπον προηγουμένως. Πρέπει νὰ ἐπιδιώξωμεν, ἂν ἔχωμεν τὴν δύναμιν νὰ διαλύσωμεν ὅλην τὴν ἀτμοσφαῖραν ἐκείνην, ἡ ὁποία ἐδηλητηρίασε τὸν κόσμον, διότι τὰ πολιτεύματα οὔτε ἡ ὀλιγαρχία τὰ ἐπιβάλει, οὔτε αἱ ἐπαναστάσεις, ἀλλὰ μόνον ἡ θέλησις τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ.
§144Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Καὶ ἐγὼ σᾶς λέγω ὅτι, ἂν ὑποτεθῇ ὅτι ὁλόκληρος ἡ Βουλή, καὶ αὐτὸ τὸ Λαϊκὸν Κόμμα, ψηφίσῃ σήμερον καὶ τὸ πρῶτον ἄρθρον τοῦ Συντάγματος—ἐπαναλαμβάνω ὅ,τι εἶπον πρὸ ὀλίγου—μόνον ἡ θέλησις τοῦ λαοῦ θὰ δύναται νὰ τὸ διατηρήσῃ ἐν ἰσχύϊ διὰ τὸ μέλλον. Μὲ κατηγοροῦν κάποτε, διότι ἐπικαλοῦμαι προηγούμενα τῆς ἱστορίας τοῦ πεπολιτισμένου κόσμου, ὡσανεὶ θὰ ἔπρεπε νὰ τὰ ἀγνοῶμεν. Ἔτυχε μία Συνέλευσις Συντακτικὴ εἰς τὴν Γαλλίαν, τὸ 1871, νὰ μὴ ἔχῃ ποσῶς ἐντολὴν ἀπὸ τὸν λαὸν νὰ συντάξῃ τὸν Καταστατικὸν Χάρτην. Ὑπερέβη ὅμως τὴν ἐντολήν της καὶ συνέταξε τοὺς συνταγματικοὺς δημοκρατικοὺς νόμους τῆς Γαλλίας μὲ μίαν ψῆφον πλειονοψηφίας μόνον. Καὶ ὅμως τὸ Σύνταγμα ἐκεῖνο ἔζησε περισσότερον ἀπὸ κάθε προηγούμενον Σύνταγμα καὶ ζῇ ἀκόμη. Διατί; Διότι ὁ Γαλλικὸς λαὸς τὸ ἠθέλησε.
§145Γ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ποία Συνέλευσις ἦτο;
§146Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Τοῦ 1871. Δὲν εἶχε δικαίωμα νὰ συντάξῃ τὸν Καταστατικὸν Χάρτην, ὁ δὲ πρόμαχος τῆς Δημοκρατίας, ὁ Γαμβέττας, ἔλεγεν εἰς τὴν Συνέλευσιν ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ συντάξουν τὸν Δημοκρατικὸν Χάρτην. Καὶ ὅμως τὸν συνέταξαν καὶ ἔζησε, διότι τὸ ἠθέλησε μετὰ ταῦτα ἡ βούλησις τοῦ Γαλλικοῦ Λαοῦ.
§147Γ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν προσεθέσατε ὅμως ὅτι ἡ Συνέλευσις ἐκείνη ἦτο Συνέλευσις κατόπιν ἐπαναστάσεως.
§148Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν ἰδικήν μας τὸ ἴδιον συμβαίνει.
§149ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ε. Φωτάκης ἔχει τὸν λόγον.
§150Ε. ΦΩΤΑΚΗΣ. Δύο λέξεις μόνον θὰ εἴπω εἰς ἀπόκρουσιν τῶν θεωριῶν αὐτῶν, παρ’ ὅλον τὸν σεβασμόν, τὸν ὁποῖον ἔχω πρὸς τοὺς συναδέλφους κ. κ. Εὐταξίαν καὶ Βοκοτόπουλον. Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ μὴ συμφωνήσω μὲ τὰς γνώμας τὰς ὁποίας ἐξέφρασαν. Ὁ κ. Βοκοτόπουλος, παρ’ ὅλην τὴν μακρὰν κοινοβουλευτικὴν καὶ πολιτικὴν πεῖραν, ἡ ὁποία τὸν διακρίνει, κατέληξεν εἰς ἓν συμπέρασμα· ὅτι δὲν ἰσχύει τὸ Σύνταγμα, ὅτι δὲν ἔχομεν Σύνταγμα καὶ ὅτι ἰσχύει τὸ Σύνταγμα τοῦ 1864. Παρ’ ὅλην τὴν κοινοβουλευτικὴν πεῖράν του ὡμίλησε περὶ φυσικοῦ δικαίου, ἐνῷ φυσικὸν δίκαιον, δηλαδὴ δίκαιον ἀΐδιον, ἀμετάβλητον καὶ ἀναλλοίωτον, δὲν ὑφίσταται, πάντως δὲ εἶναι ἔννοια διάφορος τοῦ δημοσίου δικαίου, τὸ ὁποῖον εἶναι κλάδος τοῦ ὅλου δικαίου ἐξ ἀντικειμένου, κατέληξε δὲ ὅτι ὅλοι οἱ δημοσιολόγοι εἶναι σύμφωνοι πρὸς τὴν γνώμην του. Εἶναι γνωστὸν ὅτι κατὰ τὴν ἐκδοχὴν αὐτὴν ἔχομεν σύγχισιν τοῦ φυσικοῦ καὶ τοῦ δημοσίου δικαίου. Καὶ συνεπέρανεν ὅτι ἡ Συνέλευσις ἔχουσα ἐθνικὴν κυριαρχίαν, δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ μεταβιβάσῃ τὴν κυριαρχίαν, τὴν ἐντολήν της εἰς ἄλλο Σῶμα καὶ εἰδικώτερον εἰς τὴν τριακονταμελῆ Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν. Ὑπενθυμίζω ὅτι ἡ ἔννοια τῆς ἐθνικῆς κυριαρχίας εἶναι εἷς ὅρος ἐντελῶς διάφορος, ἀπὸ τῶν δικαιωμάτων καὶ καθηκόντων τὰ ὁποῖα ἔχει ἡ μία Βουλή, εἴτε Συντακτικὴ εἶναι, εἴτε ἁπλῶς Νομοθετικὸν Σῶμα. Διότι ἡ ἔννοια τῆς ἐθνικῆς κυριαρχίας ἐνσωματοῦται ἐν τῇ ἐννοίᾳ τοῦ Κράτους, ἀποτελοῦντος Κοινωνίαν ἀνθρώπων βιοῦσαν ἐν ὡρισμένῳ χώρῳ καὶ ἀσκοῦσαν πολιτικὴν ἐξουσίαν ἐξ ἰδίου δικαίου. Κατὰ τὴν σημερινὴν ἀντίληψιν τοῦ Κράτους, εἴτε Βουλή, εἴτε Συνέλευσις, ἀποτελεῖ μίαν τῶν λειτουργιῶν τῆς Πολιτείας, ἀλλὰ δὲν ταὐτίζεται μὲ τὴν ἔννοιαν τῆς ἐθνικῆς κυριαρχίας, διότι καὶ ὁ Ἀνώτατος Ἄρχων, εἰς τὰ μοναρχικὰ πολιτεύματα, καὶ ὁ λαὸς εἰς τὰ δημοκρατικά, δύναται νὰ ἐκπροσωπῇ τὴν ἐθνικὴν κυριαρχίαν, ἀλλ’ ἡ ἔννοια τοῦ νομοθετικοῦ Σώματος καὶ τῆς ἐθνικῆς κυριαρχίας εἶναι δύο διάφοροι ἔννοιαι. Παρηκολούθησα μὲ ὅλον τὸν σεβασμὸν τὰς θεωρίας τοῦ ἄλλοτε καθηγητοῦ σεβαστοῦ μοι κ. Εὐταξία, ἀλλ’ αἱ θεωρίαι αὐτοῦ εἶναι ἐντελῶς μακρὰν ἀπὸ τὴν σύγχρονον, κατὰ τὴν ταπεινήν μου γνώμην, ἀντίληψιν, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἑρμηνείαν, ἡ ὁποία δίδεται εἰς τὰς διατάξεις τοῦ δημοσίου δικαίου. Εἶναι ἄλλως τε γνωστὸν ὅτι ὑπὸ τὴν ἐπίδρασιν αὐτὴν ἐν Γερμανίᾳ δίδεται μία ἔννοια εὐρυτάτη καὶ εἰς σχέσεις νομικὰς τοῦ ἀστικοῦ δικαίου, πολὺ δὲ περισσότερον εὐρεῖα εἰς τὰς διατάξεις τοῦ δημοσίου δικαίου καὶ δὲν ἀγνοοῦσιν οἱ κ.κ. συνάδελφοι ὅτι ἡ Γερμανία, ἡ ὁποία ἔχει ἕνα λαὸν παρουσιάζοντα σπάνια φαινόμενα κρατικῆς καὶ κοινωνικῆς πειθαρχίας, ἐψήφισαν ἓν Σύνταγμα ἔργου τοῦ γνωστοῦ καθηγητοῦ Πράϊς συζητηθέντος εἰς ὀλίγας συνεδριάσεις καὶ ψηφισθέντος εἰς διάρκειαν ἑβδομάδων μόνον. Καὶ ἐδῶ ἔχομεν ἓν πολίτευμα, περὶ τοῦ ὁποίου ἠσχολήθη ἐπὶ δύο ὁλόκληρα ἔτη μία Βουλὴ τοῦ 1920. Ἐπηκολούθησαν τὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα διέκοψαν τὸ ἔργον της, ἕνεκα μιᾶς ἐθνικῆς καταστροφῆς, χωρὶς αὕτη νὰ ψηφίσῃ τὸ πολίτευμα τῆς Χώρας. Ἐπηκολούθησε φυσικῶς καὶ δεδικαιολογημένως μία περίοδος στρατοκρατίας, ἥτις ὡδήγησε τὸν λαὸν εἰς ἐκλογάς, ἀπὸ τὰς ὁποίας ἀπέσχον ὁλόκληρα πολιτικὰ κόμματα τῆς Χώρας, διότι ἡ ἔννοια τῆς ἀποχῆς ἔχει τὴν ἔννοιαν τῆς ἐπαναστάσεως δηλαδή. Τὸ κόμμα αὐτὸ ἀκολουθοῦν τὴν πολιτικὴν αὐτοῦ ἀπέβλεπεν εἰς τὸ νὰ ἀνατρέψῃ τὸ ἀποτέλεσμα τῶν ἐκλογῶν δι’ ἐπαναστάσεως καὶ νὰ μὴ σεβασθῇ τὴν ἐτυμηγορίαν τοῦ λαοῦ. Καὶ εἶναι γνωστὸν ἐπίσης ὅτι κατόπιν ἐπηκολούθησε μία νέα περίοδος ἀλλαγῆς πολιτεύματος, ἐφθάσαμεν εἰς δικτατορίαν, ἥτις κατελύθη δι’ ἀντεπαναστάσεως. Ἡ Κυβέρνησις Κονδύλη ἐφήρμοσε πολιτικήν, μὲ τὴν ὁποίαν ἦσαν σύμφωνα τὰ πολιτικὰ κόμματα τῆς Χώρας, τὰ ὁποῖα ζητοῦν τὸν τρόπον, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ ἐπανέλθωμεν εἰς μίαν πολιτικὴν ὁμαλότητα. Θέλω νὰ εἴπω ὅτι ἡ συζήτησις περὶ τοῦ ἂν ἰσχύῃ τὸ τεθὲν ἐν ἰσχύϊ καὶ ὑπὸ ἀναθεώρησιν Σύνταγμα ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως Κονδύλη, τὸ ψηφισθὲν κατὰ πολλὰς αὐτοῦ διατάξεις ἀπὸ τὴν Βουλὴν τοῦ 1923 καὶ ἐπεξεργασθὲν ἀπὸ τὴν τριακονταμελῆ Ἐπιτροπήν, ἀποτελεῖ Βυζαντινολογίαν. Παραγνωρίζομεν δηλαδὴ ὡρισμένας ἀρχάς, αἱ ὁποῖαι δημιουργοῦσι τὸ ἐπαναστατικὸν δίκαιον καὶ ἀπομακρυνόμεθα ἀπὸ τὴν πραγματικότητα. Ἂν ἀκολουθήσωμεν τὸν συλλογισμὸν τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς συναδέλφου, θὰ καταλήξωμεν εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι καὶ ἡ ἐκλογὴ ἡ ἰδική μας δὲν ἔχει καμμίαν νομικὴν ὑπόστασιν, διότι ἡ Βουλὴ αὐτὴ ἐξελέγη συνεπείᾳ προκηρύξεως ἐκλογῶν παρὰ τῆς Κυβερνήσεως Κονδύλη. Καταλήγομεν οὕτως εἰς ἓν τραγικὸν ἀδιέξοδον. Ἡμεῖς οἱ ἴδιοι, ὡς εἶπον καὶ πολλοὶ τῶν προλαλησάντων κ. κ. συναδέλφων, ἐξελέγημεν ἐπὶ τῇ βάσει αὐτοῦ τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον ἐν ἄρθρῳ 35 καθιεροῖ τὴν ἀναλογικὴν ἀντιπροσωπείαν ἢ ἐκλογήν. Ὡρκίσθημεν ἀνεπιφυλάκτως ἡ μεγάλη πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς, μετ’ ἐπιφυλάξεως δὲ ὡρισμένον πολιτικὸν κόμμα τῆς Χώρας, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἄρθρου 41 καὶ de facto ἐρχόμεθα ἤδη νὰ συζητήσωμεν ἀκριβῶς ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ Συντάγματος αὐτοῦ, ἐνῷ εἶναι γνωστὸν εἰς κάθε ἀναγνώστην Συνταγματικοῦ Ἐγχειριδίου ὅτι, ἂν ἠθέλομεν εἴπει ὅτι δὲν ἰσχύει τὸ Σύνταγμα αὐτό, θὰ ἰσχύῃ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1864. Δὲν ἠμπορεῖ νὰ μείνῃ ἡ Χώρα ἄνευ Συντάγματος. Παρέμεινε μόνον κατὰ τὴν γνωστὴν περίοδον τῆς Παγκαλικῆς δικτατορίας. Εἶναι ἐπίσης γνωστὸν ὅτι εἰς τὸ ἄρθρον 66 τὸ Σύνταγμα τοῦ 1864 καθιεροῖ τὴν καθολικὴν μυστικὴν διὰ σφαιριδίων ψηφοφορίαν. Βλέπετε ὅτι, ἂν παραγνωρίσωμεν ὡρισμένας πραγματικότητας, αἱ ὁποῖαι ἀπορρέουν ἀπὸ αὐτὴν τὴν ζωήν, τὴν πολιτικὴν ζωὴν τῆς τελευταίας τρικυμιώδους περιόδου, καταλήγομεν εἰς παράλογα συμπεράσματα. Δὲν ἐκφράζομεν ὑποκειμενικὰς γνώμας μόνον, ἀλλ’ ἐπικαλούμεθα ὡρισμένα περιστατικά, τὰ ὁποῖα ἐμεσολάβησαν εἰς τὴν νεωτέραν πολιτικήν μας ζωὴν καὶ τῶν ὁποίων τὴν πραγματικότητα δὲν δυνάμεθα ν’ ἀρνηθῶμεν. Ἐν σχέσει δὲ μὲ τὸ περιστατικὸν ὅτι ἡ Συνέλευσις δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ μεταβιβάσῃ διὰ τοῦ ψηφίσματός της τὴν συντακτικὴν αὐτῆς ἐξουσίαν, ἐφόσον λέγομεν ὅτι ἐθνικὴ κυριαρχία καὶ συντακτικὰ καθήκοντα εἶναι ἐντελῶς διάφοροι ἔννοιαι, δὲν ἠμπορεῖ κανεὶς νὰ ὑποστηρίξῃ σοβαρῶς ὅτι δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα ἡ Συνέλευσις νὰ μεταβιβάσῃ τὸ δικαίωμά της εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, ἤτοι νὰ ὑποστῇ ἓν εἶδος αὐτοπεριορισμοῦ τῆς ἰδίας αὐτῆς συντακτικῆς ἐξουσίας. Ἑπομένως, συμφώνως μὲ τὴν ἀντίληψιν, τὴν ὁποίαν ὑποστηρίζομεν, ὅτι νὰ ὑπάρχῃ ἐν ἰσχύϊ προσωρινῶς τὸ Σύνταγμα, εἰς τὸ ὁποῖον, ὡς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Ἀχαϊοήλιδος, ἔχει τὸ δικαίωμα ἡ Βουλὴ νὰ ἐπιφέρῃ οἱασδήποτε μεταβολὰς θέλει πλὴν τοῦ 1ου ἄρθρου, τὸ ὁποῖον καθιεροῖ τὸν τύπον τοῦ πολιτεύματος, ἐπιβάλλεται διὰ νὰ μὴ ὑποστῇ τὴν τύχην τῶν προηγουμένων Βουλῶν καὶ ἡ Βουλὴ αὐτή, ἡ ὁποία ἐκπροσωπεῖ ὅλα τὰ πολιτικὰ κόμματα τῆς Χώρας καὶ ἡ ὁποία ἐξελέγη κατὰ σύστημα τοιοῦτον, ὥστε ὄχι μόνον νὰ ἐκπροσωπῶνται ἐν αὐτῇ ὅλαι αἱ πολιτικαὶ μερίδες, ἀλλὰ καὶ νὰ συμπράττουν εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Καὶ ἡ γνώμη αὐτὴ ἀπηχεῖ τὴν γνώμην τοῦ λαοῦ, ἥτις ἐπέβαλε τὸν σχηματισμὸν μιᾶς τοιαύτης Κυβερνήσεως διὰ νὰ θέσῃ τέρμα εἰς τὴν Βυζαντινολογίαν, ἡ ὁποία ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν κατέτρυχε τὰς Ἑλληνικὰς Συνελεύσεις, ἐπιβάλλεται νὰ δοθῇ τέρμα εἰς μίαν ἄγονον συζήτησιν καὶ νὰ ψηφισθῇ τὸ ψήφισμα ὅπως ἔχει, διευκολυνομένης τῆς ταχυτέρας ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος. (Ἐπιδοκιμασίαι).
§151Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, σᾶς παρακαλῶ, δύο λέξεις.
§152ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε.
§153Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι τὸ Σύνταγμα τοῦτο δὲν προέρχεται ἐκ τῆς Δʹ Συντακτικῆς Συνελεύσεως, ἀλλ’ ἐκ τῆς Κυβερνήσεως Κονδύλη. Πρόκειται συνεπῶς περὶ Συντάγματος ἀπορρέοντος ἐκ μιᾶς ὀλιγαρχικῆς βίας, καὶ ἡ παροῦσα δὲ Βουλὴ εἶναι προϊὸν τοῦ Συντάγματος τούτου καὶ τῆς ρηθείσης βίας. Δηλῶ κατὰ συνέπειαν ὅτι δὲν νομίζω ὅτι δικαιοῦμαι ἐπὶ τῇ βάσει τῆς λαϊκῆς ἐντολῆς, ἥτις μοὶ ἐδόθη, νὰ συζητήσω τὸ λύον τὸ καθεστωτικὸν ζήτημα ψήφισμα τοῦτο. —ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Μπακόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§154Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν θὰ λάβω τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε, διότι ἐλπίζω ὅτι ἡ ἀγόρευσις τοῦ κ. Παπαναστασίου θὰ μὲ ἀπαλλάξῃ πολλῶν ἀποριῶν. Ἂν ὅμως δὲν συμβῇ αὐτὸ καὶ μείνωσιν ἀπορίαι τινές, μένω μὲ τὴν ἐπιφύλαξιν νὰ μοὶ δώσητε τὸν λόγον μετὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Παπαναστασίου.
§155ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Καλκάνης ἔχει τὸν λόγον.
§156Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Καταγινόμεθα, κύριοι, ἀπὸ τοῦ ἔτους 1911 μὲ μίαν ἀπέραντον Συνταγματολογίαν. Διάφοροι ἀντίξοοι περιστάσεις, τὰς ὁποίας κατεδίκασεν ἡ λαϊκὴ ψυχή, διάφοροι, λέγω, περιστάσεις ὁλονὲν ἐμφανιζόμεναι συνέτειναν, ὥστε ἐπὶ μίαν ὁλόκληρον δεκαπενταετίαν καὶ πλέον ἡ Ἑλληνικὴ Βουλὴ νὰ καταγίνεται κατὰ τὸ πλεῖστον εἰς ἀπεράντους συζητήσεις ἐπὶ τοῦ Συντάγματος, εἰς μίαν συστηματικὴν Βυζαντινολογίαν ἐπ’ αὐτοῦ. Τοῦτο εἶναι εἷς λόγος, καὶ λόγος σπουδαιότατος, ὅπως, ἐφόσον εἶναι δυνατόν, τὸ ταχύτερον προχωρήσωμεν εἰς τὰς περαιτέρω ἐργασίας τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ ἀπὸ τοῦ σημείου τούτου μέχρι τοῦ σημείου τοῦ νὰ ἐπιβληθῇ ἡ ψήφισις τοῦ Συντάγματος διὰ τῆς καταπλησσούσης ὄντως ταχύτητος, τὴν ὁποίαν τὸ ὑπὸ κρίσιν ψήφισμα ὁρίζει, δύναμαι νὰ εἴπω ὅτι ὑπάρχει κολοσσιαία διαφορά. Καλεῖται, κύριοι, μετ’ ὀλίγον ἡ Βουλὴ νὰ παραδώσῃ εἰς τοὺς Ἕλληνας, νὰ παραδώσῃ κατά τινας καὶ εἰς τὰς μελλούσας γενεὰς τῶν Ἑλλήνων—κατ’ ἄλλους ὄχι—καλεῖται, λέγω, ἡ Βουλὴ νὰ παραδώσῃ τὸν Καταστατικὸν τοῦ πολιτεύματος Χάρτην, τὸν Χάρτην τὸν Καταστατικόν, ὁ ὁποῖος εἰς ὅλα τὰ εὐνομούμενα Κράτη θεωρεῖται ὁ ἀκρογωνιαῖος λίθος καὶ τὸ θεμέλιον τῆς Πολιτείας καὶ εἶναι φανερὸν ὅτι καὶ διὰ τοῦτον ἔτι τὸν λόγον χρειάζεται περισσὴ προσοχὴ διὰ νὰ παραδοθῇ τὸ ἔργον ὅσον οἷόν τε τέλειον. Πρόκειται ἤδη νὰ συζητηθῶσι τὰ μέσα καὶ οἱ τρόποι διὰ τῶν ὁποίων θὰ προχωρήσῃ ἡ Βουλὴ τελεσφορώτερον εἰς τὴν ἐργασίαν της ταύτην πρὸς ἐπιτυχίαν τοῦ βαρυσημάντου σκοποῦ. Τὸν τρόπον καὶ τὰ μέσα ταῦτα καθορίζει τὸ ψήφισμα. Τὸ ψήφισμα ὅμως θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ ἐκφράσω τὴν γνώμην ὅτι δὲν ἀνταποκρίνεται πλήρως εἰς τὴν σοβαρότητα τοῦ ἔργου. Πάντως ἡμεῖς ἀναγνωρίζομεν τὴν ταχύτητα, ἥτις πρέπει νὰ πρυτανεύῃ ἐν προκειμένῳ, ἀλλ’ ὄχι καὶ τὴν ταχύτητα ἐκείνην, δυνάμει τῆς ὁποίας δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκφρασθῇ ἡ γνησία γνώμη τῆς Βουλῆς. Δὲν θὰ ἐπιμείνω εἰς τὸ ἂν καὶ κατὰ πόσον τὸ Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον ἔχει ὑπ’ ὄψει της καὶ ὑπὸ τὴν κρίσιν της ἡ Βουλή, ἰσχύει ἢ ὄχι μέχρις οὗ ἀναθεωρηθῇ παρ’ αὐτῆς, διότι αὐτὸ τοῦτο τὸ Σύνταγμα, αὐτὸ τοῦτο τὸ ψήφισμα μᾶς ἀποσαφηνίζουσιν ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο ἔχει ἐντελῶς θεωρητικὴν καὶ μηδεμίαν πραγματικὴν ἀξίαν καὶ ἡ περὶ αὐτοῦ ἔρις εἶναι ἁπλῶς ἔρις περὶ λόγων, καὶ τοῦτο διότι εἶναι ἐκτὸς πάσης ἀμφιβολίας ὅτι ὅλαι ἀνεξαρτήτως αἱ διατάξεις τοῦ Συντάγματος τοῦ ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς τιθεμένου, τίθενται ὑπὸ τὴν ἀναθεώρησιν τῆς Βουλῆς. Ἐφόσον λοιπὸν ὅλαι αἱ διατάξεις πλὴν τοῦ 1ου ἄρθρου τίθενται ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς, εἶναι ματαία ἡ συζήτησις, ἐντελῶς ματαία, περὶ τοῦ ἂν ἰσχύει ἢ ὄχι τὸ Σύνταγμα, διότι τοῦτο θὰ ἔχῃ ἀξίαν μόνον δι’ ὀλίγας ἡμέρας, μέχρις οὗ ἡ Βουλὴ διαρρυθμίσῃ ἐκεῖνο, ὅπερ ἡ ἰδία θέλει νὰ ἰσχύῃ. Δὲν ὑπάρχει οὔτε δισταγμὸς βεβαίως ὅτι θὰ εἶχε παμμεγίστην ἀξίαν τὸ πρᾶγμα, ἂν θὰ ἠδυνάμεθα νὰ συζητήσωμεν ἐπὶ τοῦ 1ου ἄρθρου τοῦ Συντάγματος τοῦ καθορίζοντος τὴν μορφὴν τοῦ πολιτεύματος. Ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ παρορῶμεν καὶ τὰς περιστάσεις καὶ τὴν δύναμιν τῶν πραγμάτων. Δὲν πρέπει νὰ παρορῶμεν ὅτι εἶναι δημιουργημένη μία κατάστασις πραγματική, μία κατάστασις τὴν ὁποίαν δὲν εἶναι δυνατόν, παρ’ ὅλην τὴν θέλησιν τὴν ὁποίαν θὰ εἴχομεν, νὰ τὴν μεταβάλωμεν ἤδη. Εἶναι ἐκτὸς πάσης ἀμφιβολίας ὅτι μέγιστον μέρος, ἴσως ἡ μεγίστη μερὶς τοῦ λαοῦ, ἔχει ἀντιθέτους ἀντιλήψεις ἀπὸ τὰς εἰς τὸ 1ον ἄρθρον τοῦ Συντάγματος διατυπουμένας, ἀλλ’ ὁπωσδήποτε καὶ ἂν ἔχῃ τὸ πρᾶγμα, πᾶσα ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου συζήτησις δὲν εἶναι κἂν δυνατὸν νὰ γίνῃ, ὡς μὴ τιθεμένου ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς τοῦ 1ου ἄρθρου τοῦ Συντάγματος, ἄλλως δὲ καὶ διότι καὶ πάντως καὶ ματαία καὶ ἀναποτελεσματικὴ θὰ ἦτο αὕτη, ἐφόσον εἶναι ἀντίθετος ἡ δεδηλωμένη πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς. Οὐδὲ εἶναι δυνατὸν νὰ λεχθῇ τις ὅτι διὰ μακρῶν ἐν τούτῳ συζητήσεων ἠδύνατο νὰ μεταβάλῃ ἀντιλήψεις ἡ παροῦσα Βουλή. Εἶναι ἐκτὸς ἀμφιβολίας ὅτι παρ’ ὅλας τὰς συζητήσεις ἡ Βουλὴ θὰ ἐμμένῃ, διότι ἔχει λόγον νὰ ἐμμένῃ, διότι πιστεύει, ἄλλο ἂν πλανᾶται καὶ πλανᾶται βαθύτατα, ὅτι οὕτω πως πρέπει νὰ ἀποφανθῇ. Κατὰ συνέπειαν εἰσὶν μάταιαι αἱ συζητήσεις αἱ ἐπὶ τόσον χρόνον διεξαγόμεναι περὶ τῆς ἰσχύος ἢ μὴ τοῦ ὑπὸ κρίσιν Συντάγματος καὶ δέον νὰ τεθῇ τέρμα εἰς ταύτας, καὶ πρέπει νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν οὐσίαν διὰ νὰ κρίνωμεν οὐχὶ ὡς σχολαστικοὶ νομικοὶ καὶ ἀπὸ τοῦ στενοῦ γράμματος τοῦ νόμου, ἀλλ’ ὡς ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ, ὅστις δὲν θέλει νὰ κατατριβώμεθα εἰς τοιαύτας ματαίας καὶ ἀπεράντους συζητήσεις. Ὁ πόθος, τὸν ὁποῖον ἔχει ὁ Ἑλληνικὸς Λαός, εἶναι νὰ ρυθμισθῶσι τὰ πράγματα ἀναλόγως τῶν περιστάσεων καὶ ὅταν τιθεμένου καθεστωτικοῦ ζητήματος ὑπὸ τὴν ψῆφον τοῦ λαοῦ ἀποφανθῇ οὗτος ἀπ’ εὐθείας ἢ διὰ τῆς νομίμου ἀντιπροσωπείας του, νὰ ἐπικρατήσῃ ἀπλύτως ἡ θέλησίς του.
§157Β. ΣΑΓΙΑΣ. Ἑκάστοτε θὰ ἔχωμεν μεταβολάς;
§158Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Ἕν εἶναι βέβαιον· ὅτι, ὁσονδήποτε καὶ ἂν βροντοφωνῶμεν ἤδη, ὑπὸ τὴν παροῦσαν κατάστασιν τῶν πραγμάτων καὶ τὴν σημερινὴν Βουλήν, θὰ μείνωμεν καὶ σεῖς καὶ ἡμεῖς μὲ τὰς συζητήσεις. Ποτέ τις δὲν πρέπει νὰ παρορᾷ τὴν πραγματικὴν κατάστασιν, καὶ ὡς παράδειγμα ἔστω ἡ περίπτωσις καθ’ ἣν ἐχύνετο πολύτιμον καὶ τίμιον αἷμα πολιτικῶν ἐξόχων ἀποτελούντων μεγάλα ἐθνικὰ κεφάλαια, παρὰ τὴν πάνδημον μάλιστα γνώμην τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ. (Χειροκροτήματα). Ὅταν ὑπάρξῃ ἡ δύναμις καὶ ἐν τῇ Βουλῇ, δυνάμεθα νὰ κρίνωμεν ὅπως ἐπιθυμοῦμεν. Ἡ θέλησις τῆς Βουλῆς καὶ ἡ προσηκόντως δεδηλωμένη γνώμη τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ, οἱαδήποτε καὶ ἂν εἶναι αὕτη, θὰ γίνῃ ἀσπαστή.
§159Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐπὶ τίνων ζητημάτων θὰ γίνῃ συζήτησις ἐδῶ;
§160Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Ἂν θὰ ἔχῃ τὸ Σύνταγμα ἰσχύν.
§161Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὑπομιμνήσκω ὅτι ἐτέθη ὡς ἀρχὴ ὅτι δὲν θὰ συζητηθῇ τὸ 1ον ἄρθρον καὶ συζητεῖτε περὶ μὴ τεθέντος καθεστωτικοῦ ζητήματος.
§162Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ καθεστωτικοῦ ζητήματος. Καὶ ἀκριβῶς ἕνεκα τούτου λέγω καὶ ἐγὼ ὅτι ἐν τῷ σημείῳ τούτῳ παρέλκουν αἱ συζητήσεις, ἀφοῦ δὲν εἶναι δυνατόν, παρ’ ὅλας τὰς συζητήσεις νὰ καταλήξωμεν εἰς τὸ νὰ ἀναθεωρηθῇ τὸ 1ον ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, ὅπερ καὶ μόνον θὰ εἶχε σημασίαν καὶ θὰ ἐδικαιολόγει τὰς μακρὰς συζητήσεις. Δεδομένου δὲ ὄντος ὅτι ὅλα τὰ ἄλλα ἄρθρα θὰ τεθῶσιν ἀναμφιβόλως ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς, ἐρωτῶ καὶ πάλιν ποία εἶναι ἡ συζήτησις καὶ ποίαν ἀξίαν ἔχει ἡ Βυζαντινολογία καὶ ἡ ἀπεραντολογία, ἂν ἴσχυσεν ἢ ὄχι τὸ ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς Σύνταγμα, ἂν ἔγινε καλῶς ἢ ὄχι, ἂν συνετάγη ἀπὸ 22 ἢ 25 βουλευτάς, ἢ ἂν ἐδημοσιεύθη παρὰ τοῦ Παγκάλου περιβεβλημένου τὸν κοινοβουλευτικὸν μανδύαν ἢ τὸν δικτατορικὸν μανδύαν, ἢ ἂν ἐδημοσιεύθη παρὰ τοῦ ἄλλου στρατοκράτου Κονδύλη, ἀφοῦ ὅλα θὰ τεθῶσιν ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία μόνη δύναται σήμερον ν’ ἀποφανθῇ, καὶ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θὰ ἐγκρίνῃ, θὰ ἰσχύσῃ, ἐφόσον δὲν ἤθελε μεταβληθῇ; Κατὰ συνέπειαν δὲν ἔχει οὐδεμίαν ἀπολύτως ἀξίαν τὸ γεγονὸς εἰς ὃ κατατριβόμεθα, ἂν δηλαδὴ τὸ ἐπίδικον Σύνταγμα, τὸ τιθέμενον ὑπὸ τὴν ψῆφόν μας, ἰσχύῃ ἢ οὔ νομίμως, ἀφοῦ πρόκειται νὰ ἰσχύῃ δι’ ἐλαχίστας μόνον ἡμέρας, μέχρις οὗ ἡ Βουλὴ τὸ ἀναθεωρήσῃ. Ἐν τοιαύτῃ στάσει τῶν πραγμάτων εἶναι ἀφ’ ἑαυτοῦ φανερὸν ὅτι διὰ τὴν ὀρθὴν καὶ ὅσον οἷόν τε λελογισμένην ἀναθεώρησιν δέον νὰ δοθῇ ὁ ἀνάλογος χρόνος, ὥστε νὰ δύναται ἡ Βουλὴ νὰ ἔχῃ ὑπεύθυνον καὶ ἄμεσον γνώμην διὰ νὰ συμπεράνῃ καὶ νὰ κρίνῃ αὐτὴ ἡ ἰδία καὶ οὐχὶ νὰ ἀποφαίνεται ὡς κύμβαλον ἀλλαλάζον, ἀλλὰ νὰ τελῇ ἐν ἐπιγνώσει ἐκείνου, τὸ ὁποῖον θὰ ψηφίσῃ. Πρὸ παντὸς καὶ κυρίως δὲν πρέπει εἰς τοὺς βουλευτὰς νὰ θέτωσι περιορισμούς, οἵτινες ἐμποδίζουσι τὴν ἐλευθέραν σκέψιν, καθιστῶντες αὐτὴν σχεδὸν ἀνύπαρκτον. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐνεργήσωμεν ὡς θαυματοποιοί, ὥστε ἐντὸς ἓξ ἢ ἑπτὰ ἡμερῶν νὰ καταρτισθῇ τὸ Σύνταγμα, ὡς ἐπιζητεῖ τὸ ὑπὸ τὴν κρίσιν μας ψήφισμα.
§163Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Δὲν λέγει τοῦτο τὸ ψήφισμα.
§164Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Λέγει τοῦτο καὶ μάλιστα ὁρίζει καὶ δύο ὥρας καὶ ὀκτὼ ὥρας συζητήσεων. Ἂν δὲ κάμητε ἕνα ὑπολογισμὸν ἐπὶ τῶν ὡρῶν αὐτῶν, θὰ ἴδητε ὅτι μόνον 15 βουλευταὶ εἶναι δυνατὸν νὰ ὁμιλήσωσιν. Ἂν θέλητε νὰ καταρτίσωμεν ἔργον σοβαρόν, δὲν δύνασθε νὰ ἀφαιρέσητε ἀπὸ κανένα τὸν λόγον· εἶναι ἀνάξιον οἱασδήποτε Βουλῆς νὰ τίθεται ἐν αὐτῇ φραγμὸς εἰς τὴν ἐλευθεροστομίαν. Ἄν εἰς πᾶσαν ἄλλην περίπτωσιν δὲν δύνασθε νὰ ἐμποδίσητε τὴν ἐλευθερίαν σκέψεως καὶ συζητήσεως, ἐξ ὧν συνήθως ἐκπορεύεται ἡ ἀλήθεια, καὶ ἀνευρίσκεται τὸ ὀρθόν, κατὰ μείζονα λόγον ἐν τῇ προκειμένῃ περιπτώσει λέγω ὅτι, λόγῳ τῆς σοβαρότητος τῶν περιστάσεων, λόγῳ τῆς σοβαρότητος τοῦ ἀντικειμένου τῆς συζητήσεως, λόγῳ τῆς σοβαρότητος τὴν ὁποίαν ἐνέχει ἐν ἑαυτῇ ἡ ψήφισις ἑνὸς Συντάγματος, δὲν πρέπει οὐδὲ κἂν νὰ λεχθῇ ὅτι ἀπεκλείσθη ἡ ἐλευθεροστομία. Ὅθεν πρέπει τοὐλάχιστον νὰ ἐπεκταθῇ εἰς τὸ τριπλάσιον, τὸ ἐλάχιστον ὅριον τῆς συζητήσεως. Μὴ λησμονεῖτε, κύριοι, ὅτι δὲν εἶναι πάντες νομικοὶ ἐνταῦθα, οὐδὲ ἔχουσι πάντες γνῶσιν τῶν λεπτομερειῶν τοῦ Συντάγματος καὶ τῶν τροποποιήσεων αὐτοῦ. Μὴ λησμονεῖτε, λέγω, ἐπίσης ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι ἀπολύτως ὁμοιογενής. Ὑπάρχουν καὶ βουλευταὶ οἱ ὁποῖοι δὲν ἔμειναν πολὺν χρόνον ἐνταῦθα, ὥστε νὰ μὴ ἔχουν προσοικειωθῆ πολὺν χρόνον εἰς τοὺς τρόπους τοῦ Κοινοβουλίου. Ἂν δὲ λάβητε ὑπ’ ὄψιν σας καὶ ἓν γεγονὸς ἀκόμη, θὰ πεισθῆτε ὅτι πρέπει τὰ χρονικὰ αὐτὰ ὅρια νὰ εὐρυνθῶσιν, ἂν λάβητε ὑπ’ ὄψιν σας δηλαδὴ ὅτι τὸ Σύνταγμα κατηρτίσθη, ἂς μὴ διστάσωμεν νὰ εἴπωμεν, οὐχὶ ὡς ἓν ἑνιαῖον νομικὸν σύνολον, ἀλλὰ κατηρτίσθη κατὰ τὸ πλεῖστον ἐξ ἀντιγραφῆς ἐξ ἄλλων συγγραφέων, ὅτι κατηρτίσθη οὐχὶ παρὰ συγγραφέων, ἀλλὰ παρ’ ἀντιγραφέων, ὅτι κατηρτίσθη οὐχὶ μὲ εἱρμὸν πλήρη, ἀλλ’ ἐρανίσθη ἐκ διαφόρων πηγῶν, εἰς τρόπον ὥστε νὰ ἀποτελῇ ἓν συνοθήλευμα μιᾶς συρραφῆς καὶ δὴ κακοτέχνου, θὰ καταλήξητε εἰς τὸ ἐκ τῆς δυνάμεως τῆς λογικῆς καὶ τῶν πραγμάτων ἐπιβεβλημένον συμπέρασμα ὅτι δέον ἀπαραιτήτως νὰ εὐρυνθῶσι τὰ χρονικὰ τῶν συζητήσεων ὅρια.
§165ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ε. Χατζηδάκης ἔχει τὸν λόγον.
§166Ε. ΧΑΤΖΗΔΑΚΗΣ. Χθές, κύριοι, ἐδώσαμεν πανηγυρικὴν ψῆφον ἐμπιστοσύνης εἰς τὴν λεγομένην Οἰκουμενικὴν Κυβέρνησιν. Ὁ λόγος ὁ ὁποῖος ὑπηγόρευσε τὴν συγκρότησιν τῆς Κυβερνήσεως αὐτῆς εἶναι προφανής. Ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς ἐπέβαλεν εἰς τοὺς πληρεξουσίους του νὰ δώσουν ψῆφον ἐμπιστοσύνης, ἵνα τεθῇ ἓν τέρμα εἰς μίαν χρονίαν κατάστασιν, ἡ ὁποία ἀπέβη δεινὴ καὶ φοβερά. Ἡ ἀνάγκη ἡ ὁποία ἐπέβαλε τὴν συγκρότησιν τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως πρέπει νὰ εἶναι ὁ γνώμων μὲ τὸν ὁποῖον θὰ κρίνωμεν τὸ ὑπὸ συζήτησιν ψήφισμα, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλον διάφοροι βουλευταί. Εἶμαι ἀπολύτως σύμφωνος μὲ τὴν γνώμην τοῦ σεβαστοῦ μοι διδασκάλου κ. Εὐταξία καὶ τοῦ κ. Βοκοτοπούλου ὅτι πράγματι τὸ Σύνταγμα αὐτό, τὸ ὁποῖον πρόκειται σήμερον νὰ ἀναθεωρήσωμεν, δὲν ἰσχύει νομίμως. Ἀλλὰ πράγματι δὲν ἰσχύει τὸ Σύνταγμα ἢ δὲν ἐτέθη νομίμως ἐν ἰσχύϊ; Ὑπάρχουν δύο εἰδῶν καταστάσεις· ἡ νόμιμος κατάστασις καὶ ἡ πραγματική. Εἶναι ἀπολύτως βέβαιον ὅτι δὲν ἔχομεν Σύνταγμα νομίμως ψηφισθὲν καὶ νομίμως τεθὲν ἐν ἰσχύϊ, ἀλλ’ ἔχομεν Σύνταγμα πράγματι ἰσχῦον. Τὸ Σύνταγμα δὲ αὐτὸ κυρίως εἰπεῖν δὲν εἶναι οὔτε ἔργον τῆς Δʹ Συνελεύσεως, οὔτε ἔργον Ἐπιτροπῆς τῆς Συνελεύσεως, ἀλλ’ εἶναι οὐσιαστικῶς ἔργον ἑνὸς μόνον ἀνδρός, τοῦ κ. ἐπὶ τῆς Γεωργίας Ὑπουργοῦ. Ἀλλ’ ἀφοῦ τὸ Σύνταγμα αὐτὸ ἰσχύει σήμερον πράγματι καὶ ἐφόσον τὸ ἀναγνωρίζομεν ὡς τοιοῦτον, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἀναθεώρησιν αὐτοῦ, σύμφωνα μὲ τὸ ψήφισμα τὸ ὁποῖον ὑπεβλήθη. Ἀναγνωρίζω καὶ ἐγὼ τὴν ἀνάγκην νὰ ἐπιψηφισθῇ τὸ σχέδιον τοῦ ψηφίσματος, διὰ νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὰ ἔργα μας. Ὁ λαὸς μᾶς ἀπέστειλεν ἐδῶ διὰ πολὺ σοβαρώτερα ζητήματα. Αὐτὰ εἶναι, τὸ ζήτημα τὸ οἰκονομικόν, τὸ ζήτημα τὸ στρατιωτικὸν καὶ ἄλλα πολὺ ἐπείγοντα. Δι’ αὐτὸ πρέπει νὰ μὴ λεπτολογῶμεν πολὺ καὶ ἀπεραντολογῶμεν, οὔτε νὰ ἐξονυχίζωμεν κάθε λέξιν τοῦ Συντάγματος. Δὲν πρόκειται ἄλλως τε νὰ κάμωμεν ἔργον αἰωνόβιον. Θὰ κάμωμεν ἔργον, τὸ ὁποῖον δὲν ἠξεύρομεν, ἂν θὰ ζήσῃ ὅσον ζῇ ἓν ρόδον. Τὰ πάντα ῥεῖ εἰς αὐτὸν τὸν κόσμον· καὶ ἡ λαϊκὴ κυριαρχία ἔχει τὸ δικαίωμα ὁποτεδήποτε θελήσῃ νὰ μεταβάλῃ τὸ πολίτευμα. Ἔχομεν λοιπὸν ὑποχρέωσιν, ἂν θέλωμεν νὰ ἐξέλθωμεν ἀπὸ τὸ ἀδιέξοδον, τὸ ὁποῖον ἐδημιούργησεν ἡ τελευταία δεκαετὴς κατάστασις, καὶ νὰ φανῶμεν συνεπεῖς πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν Λαόν, νὰ δεχθῶμεν τὸ ψήφισμα καὶ νὰ ἐπιδιώξωμεν ταχέως τὴν ἐκτέλεσιν τῶν προγραμματικῶν δηλώσεων τῆς Κυβερνήσεως, ἀφοῦ ἀναθεωρήσωμεν εἰς ὀλιγίστας συνεδριάσεις τὸ Σύνταγμα αὐτό, ἔστω καὶ ἂν εἶναι ἔργον ἑνὸς μόνον ἀνδρός.
§167ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. ἐπὶ τῆς Γεωργίας Ὑπουργὸς ἔχει τὸν λόγον.
§168Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Χάριν τῆς ἀληθείας, κύριοι βουλευταί, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ διαψεύσω τὸν ἄρτι καταβάντα τοῦ βήματος, διότι τὸ Σύνταγμα δὲν εἶναι ἔργον ἰδικόν μου, ἀλλ’ εἶναι ἔργον πράγματι τῆς τριακονταμελοῦς Ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία εἰργάσθη μὲ τὴν μεγαλυτέραν εὐσυνειδησίαν. Εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ἐκείνην εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ εἴπω ὅτι συμμετέσχον μέλη τὰ ὁποῖα δὲν διεκρίνοντο διὰ τὴν νομομάθειάν των, μέλη τὰ ὁποῖα ἔχουν ἐπαγγέλματα ξένα πρὸς τὴν νομικὴν ἐπιστήμην, τὰ ὁποῖα ὅμως ἐπέφερον τὰς πλέον πρακτικὰς καὶ τὰς πλέον σκοπίμους τροποποιήσεις καὶ συνετέλεσαν νὰ εἰσαχθοῦν αἱ πλέον σκόπιμοι διατάξεις. Σχεδὸν ὅλοι οἱ ὁμιλήσαντες κατέληξαν περίπου εἰς τὸ αὐτὸ συμπέρασμα, τὸ ὁποῖον καταλήγει τὸ ψήφισμα, ὅτι εἶναι ἀνάγκη πλέον νὰ γίνῃ μία δικονομία, ἡ ὁποία νὰ ἐπιταχύνῃ τὸ ἔργον τὸ ἀναθεωρητικὸν τῆς Βουλῆς. Ἡ διαφωνία ἦτο ὄχι εἰς τὸ συμπέρασμα, ἀλλ’ εἰς τὴν ἐλάσσονα ἀπόστασιν τοῦ συλλογισμοῦ αὐτοῦ ὁλοκλήρου. Δὲν ἐπερίμενα οὔτε ἐγὼ οὔτε οἱ ἄλλοι συνάδελφοι οἱ ὑπογράψαντες τὸ σχέδιον τοῦ ψηφίσματος ὅτι ἠθέλομεν προκαλέσει διὰ τοῦ ψηφίσματος αὐτοῦ, ἠθέλομεν θίξει τόσον πολὺ τὴν νομικὴν εὐαισθησίαν τόσων ἀξιοτίμων καὶ σεβαστῶν μελῶν τῆς Βουλῆς. Ἡ συνείδησις τῶν σεβαστῶν ὅμως μελῶν καὶ διαπρεπῶν νομικῶν ἐξηγέρθη, διότι πρόκειται νὰ παραβιασθοῦν θεμελιώδεις νομικαὶ διατάξεις, ἂν τυχὸν ἐδεχόμεθα νὰ ἀναθεωρήσωμεν τὸ Σύνταγμα ὑπὸ τοὺς ὅρους οὓς ὁρίζει τὸ ψήφισμα. Δὲν ἰσχύει τὸ Σύνταγμα διότι δὲν τὸ ἐψήφισε τελικῶς ἡ Συντακτικὴ Συνέλευσις, ἀλλὰ τὸ ἐψήφισε μία ὀλιγομελὴς Ἐπιτροπή. Εἶναι ἐκτὸς ἀμφισβητήσεως ὅτι ἡ ἐξουσιοδότησις ἡ νομοθετικὴ δὲν ἰσχύει καὶ δὲν ἰσχύει, διότι αἱ Βουλαί, ὅπως γνωρίζετε, εἶναι συντεταγμέναι ἐξουσίαι, αἱ ὁποῖαι δὲν ἔχουν δικαίωμα νὰ μεταβιβάζουν τὴν ἰδικήν των ἐξουσίαν εἰς ἄλλο Σῶμα. Ἀλλὰ εἰς τὴν Συντακτικὴν ἐξουσίαν τοιοῦτος περιορισμὸς δὲν ὑπάρχει. Ἔχει τὸ δικαίωμα ἡ ἐξουσία ἡ συντακτικὴ νὰ μεταβιβάζῃ ἂν θέλῃ ἓν τμῆμα τῆς ἐξουσίας αὐτῆς καὶ εἰς Ἐπιτροπὰς καὶ αὐτὸ ἔγινε εἰς Σύνταγμα Γαλλικῆς Συνελεύσεως, προκειμένου περὶ ὡρισμένων συντακτικῶν πράξεων. Ἀπὸ ἀπόψεως λοιπὸν καθαρῶς νομικῆς δὲν ὑπάρχει κανὲν ἐλάττωμα εἰς τὴν ἐξουσιοδότησιν τὴν γενομένην ἀπὸ τὴν Δʹ Συντακτικὴν Συνέλευσιν. Κατηγορήθη ἡ Συνέλευσις ἐκείνη διὰ τὴν πρᾶξιν αὐτήν, διότι ἔκαμε κάτι τι ἐξαιρετικῶς ἀνώμαλον. Ἀλλὰ πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψει ὅτι αἱ περιστάσεις ἦσαν ἐξαιρετικῶς ἀνώμαλοι, ὅτι ὑπῆρχεν ἀνάγκη ἐθνικὴ νὰ περατωθῇ τὸ ταχύτερον τὸ συντακτικὸν ἔργον, ὅτι ὑπῆρχεν ἀνάγκη ἐθνικὴ νὰ τεθοῦν φραγμοὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία εἶχε λάβει τότε τὴν ἐξουσίαν, ὅτι ὑπῆρχεν ἀνάγκη νὰ τεθῇ τέρμα εἰς τὴν Συνταγματικὴν ἀσάφειαν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. Καὶ ἐπὶ τέλους ἡ Συντακτικὴ Συνέλευσις δὲν ἀπηλλοτριώθη τελείως τῶν δικαιωμάτων της, διότι ἐξουσιοδότησε μὲν τὴν Ἐπιτροπὴν αὐτῆς νὰ ψηφίσῃ τὸ Σύνταγμα, ἐπεφυλάχθη ὅμως νὰ ἀναθεωρήσῃ τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον ὥρισε πάλιν ὅτι ἔπρεπε νὰ ἔχῃ ἰσχὺν ἅμα τῇ δημοσιεύσει αὐτοῦ. Ἀλλὰ καὶ ἂν δεχθῶμεν ὅλα αὐτὰ καὶ πάλιν ὑποστηρίζεται παρά τινων ὅτι τὸ Σύνταγμα εἶναι ἄκυρον, διότι δὲν ἐδημοσιεύθη, ὡς ὥρισεν ἡ Συνέλευσις. Ἀλλά, κύριοι, δὲν ἐδημοσιεύθη διότι μία ἐπιδρομὴ ἔλαβε χώραν εἰς τὸ Κράτος, ἐξ ἧς παρηγκωνίσθη καὶ τὸ ψήφισμα τῆς Συνελεύσεως καὶ αἱ ἀποφάσεις τῆς Ἐπιτροπῆς. Ἀλλ’ ὅταν μία βία ἐμποδίζῃ μίαν νομικὴν πρᾶξιν, ἕπεται ὅτι παραβλάπτεται τὸ δικαίωμα τῆς ἐνεργείας τῆς νομικῆς αὐτῆς πράξεως; Ἔγινε λόγος περὶ ἐντολῆς καὶ ἐντολοδόχου. Εἰς τὸ Δημόσιον Δίκαιον, κύριοι, δὲν ἰσχύουν αἱ ἔννοιαι τοῦ Ἀστικοῦ Δικαίου. Δὲν ὑπάρχουν εἰς τὸ Δημόσιον Δίκαιον αἱ σχέσεις ἐντολέως καὶ ἐντολοδόχου. Ἡ Βουλὴ εἶναι ὄργανον τῆς πολιτικῆς. Αἱ ἀποφάσεις τῆς Συντακτικῆς Συνελεύσεως, ὅπως καὶ τῆς Βουλῆς, δὲν παύουν νὰ ἔχουν τὴν ἐνέργειαν αὐτῶν μετὰ τὸν θάνατόν των. Ἄν τὸ ἀντίθετον συνέβαινε, τότε μετὰ τὴν διάλυσιν μιᾶς Βουλῆς δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ δημοσιεύωνται οἱ νόμοι, οἱ ψηφιζόμενοι ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Προκειμένου περὶ Συντάγματος δὲν ὑπάρχει καμμία προθεσμία δημοσιεύσεως. Ἄν, σᾶς ἐρωτῶ, ἀντὶ τῆς ἐπιδρομῆς τῆς Παγκαλικῆς εἴχομεν εἰς τὴν Χώραν ἡμῶν μίαν ξενικὴν ἐπιδρομήν, ἡ ὁποία ἠμπόδιζε τὴν δημοσίευσιν τοῦ Συντάγματος, μετὰ τὴν ἐκδίωξιν τοῦ ἐπιδρομέως ὁ ρυθμιστὴς τοῦ Πολιτεύματος δημοσιεύων τὸ Σύνταγμα θὰ ἔπραττεν ἀθέμιτον πρᾶξιν καὶ δὲν θὰ εἶχε νομικὸν κῦρος Σύνταγμα ψηφισθὲν ἀπὸ Συντακτικὴν Συνέλευσιν;
§169Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Αὐτὸ θὰ ἦτο ἀκριβὲς τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ὑπῆρχεν ἡ Δʹ Συνέλευσις καὶ τὸ ἐκύρου τὸ Σύνταγμα καὶ ἂν εἶχε δημοσιευθῆ.
§170Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Θὰ σᾶς εἴπω ἀμέσως. Ἡ Συνέλευσις ἐκείνη διελύθη· τί ἐπρόκειτο νὰ κάμῃ ἡ Ἐθνικὴ Συνέλευσις. Ἡ Ἐθνικὴ Συνέλευσις ἐθεώρει πλέον τὸ ζήτημα τῆς μορφῆς τοῦ Πολιτεύματος ὁριστικῶς λυθὲν μετὰ τὸ ψήφισμα τὸ ἰδικόν μας καὶ τὸ Δημοψήφισμα. Ἑπομένως, δὲν εἶχε νὰ πράξῃ τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ ἐνεργήσῃ ἀναθεωρητικὸν ἔργον, δηλ. νὰ ἀναθεωρήσῃ τὸ Σύνταγμα.
§171Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Διαβάστε τὸ ψήφισμα, δὲν λέγει αὐτό.
§172Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ἐγὼ συνέταξα τὸ ψήφισμα. Λέγει ὅτι ἀναθέτει εἰς ὡρισμένην Ἐπιτροπὴν νὰ ψηφίσῃ τὸ Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον θὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν Συνέλευσιν, δηλ. κατὰ τὴν ἔννοιαν αὐτοῦ τοῦ ψηφίσματος ἡ κύρωσις δὲν ἠδύνατο νὰ γίνῃ κατ’ ἄλλον τρόπον, παρὰ διὰ τῆς ἀναθεωρήσεως ἢ μὴ ἀναθεωρήσεως τῶν ψηφισθέντων ἄρθρων τοῦ Συντάγματος.
§173Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Ὄχι μόνον αὐτό...Λέγει πρὸς κύρωσιν.
§174Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Πρὸς κύρωσιν. Ὅπως εἶπε καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, τὸ πῶς θὰ γίνῃ ἡ κύρωσις τοῦ Συντάγματος ἀφοῦ εἶναι ἐν προσωρινῇ ἰσχύει, θὰ ὑπεβάλλομεν τροπολογίας, αἱ ὁποῖαι θὰ ἐγίνοντο δεκταί.
§175Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Πάντως, πρέπει νὰ ὑπάρχῃ κῦρος. Χωρὶς λοιπὸν νὰ ὑποβληθῇ παντάπασιν εἰς τὴν Συνέλευσιν δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ κῦρος.
§176Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Θὰ ὑπεβάλλετο εἰς τὴν Συνέλευσιν καὶ ἡ Συνέλευσις...
§177Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Δὲν ὑπάρχει περίστασις, εἰς τὴν ὁποίαν δύο νομικοὶ διαφωνοῦντες νὰ συνεφώνησαν.
§178Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Σᾶς βεβαιῶ, ὅτι αὐτὸ τὸ πνεῦμα διετύπωσε τὸ Σύνταγμα: νὰ συντομευθοῦν ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότερον αἱ συντακτικαὶ ἐργασίαι, δηλ. περιοριζομένης αὐτοδικαίως τῆς Συνελεύσεως εἰς τὸ νὰ προετοιμάσῃ ἓν Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον θὰ εἶχε προσωρινὴν ἰσχὺν καὶ ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ὅτι θὰ ὑπεβάλλετο εἰς ἀναθεώρησιν τὸ Σύνταγμα, βεβαίως ἡ ἰσχὺς θὰ ἦτο προσωρινή, διότι ἡ Συνέλευσις θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ τροποποιήσῃ οἱανδήποτε διάταξιν.
§179Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Καὶ ἠδύνατο νὰ δημοσιευθῇ τὸ Σύνταγμα.
§180Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ἂν ἡ Συνέλευσις δὲν διελύετο, κύριε συνάδελφε, τὸ Σύνταγμα θὰ εἶχε δημοσιευθῆ.
§181Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Ἀλλὰ δὲν ἐδημοσιεύθη.
§182Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ἡ διάλυσις τοῦ νομοθετικοῦ Σώματος δὲν ἐμποδίζει τὴν δημοσίευσιν τοῦ νόμου ἢ οἱασδήποτε ἀποφάσεως τοῦ νομοθετικοῦ Σώματος.
§183Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Ὥστε ἡ διάλυσις τῆς Γʹ Συνελεύσεως ἀφήνει ἐν ἰσχύει τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος, τὰς ὁποίας ἐψήφισεν;
§184Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Κύριε συνάδελφε, ἡ Συνέλευσις ἐκείνη δὲν ἐψήφισε νομικῶς καμμίαν διάταξιν, ἐνῶ ἀντιθέτως ἡ Δʹ Συνέλευσις ἐψήφισε καὶ ἡ ἰδία ἐν μέρος τῶν διατάξεων καὶ ἀνέθεσεν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν νὰ ψηφίσῃ τὰς διατάξεις, ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ ἰσχύσουν. Ἑπομένως ἀπεφάσισε νὰ ἰσχύσουν αὐταὶ αἱ διατάξεις μέχρι τῆς ἀναθεωρήσεως αὐτῶν. Τὸ ἔργον λοιπὸν τῆς Δʹ Συνελεύσεως ἦτο ἡ ἀναθεώρησις τοῦ Συντάγματος αὐτοῦ καὶ ἀφοῦ διελύθη ἀπομένει φυσικὰ ἡ ἐκπλήρωσις τοῦ ἔργου αὐτοῦ εἰς τὴν Βουλήν, ἡ ὁποία εἶχε συγκληθῆ πρὸς τοῦτο. Ὅπως βλέπετε λοιπὸν ὑπάρχει καὶ τὸ κῦρος τοῦ Συντάγματος καὶ πλῆρες τὸ δικαίωμα τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία ἐκλήθη πρὸς αὐτὸν τὸν σκοπόν, νὰ ἀναθεωρήσῃ δηλ. τὸ Σύνταγμα. Ὑπάρχει πλῆρες τὸ δικαίωμα τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος καὶ εἶναι περιττὸν νὰ γίνεται μακρὰ συζήτησις ἐπ’ αὐτοῦ.
§185Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Ποῖος τὴν ἐκάλεσε τὴν Βουλὴν δι’ αὐτὸν τὸν σκοπόν;
§186Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Τὴν ἐκάλεσε τὸ Προεδρικὸν Διάταγμα, τὸ ὁποῖον προσηρμόσθη εἰς τὰς διατάξεις καὶ τοῦ Συντάγματος καὶ τοῦ ψηφίσματος τῆς Συντακτικῆς Συνελεύσεως.
§187Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Ὁ ἴδιος ὁ Πρόεδρος διέλυσε τὴν Συνέλευσιν.
§188Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Αὐτὸ εἶναι ἄσχετον, διότι εἶναι ἐνδεχόμενον ὁ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας νὰ ἐξεβιάσθη πρὸς ὑπογραφὴν τοῦ Διατάγματος τῆς διαλύσεως τῆς Συνελεύσεως. Ἀλλὰ καὶ ἂν ἀκόμη δὲν ἠθέλομεν νὰ δεχθῶμεν αὐτὰ τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα ἐγὼ θεωρῶ ἀναμφισβήτητα, καὶ πάλιν εὑρισκόμεθα πρὸ μιᾶς πραγματικῆς καταστάσεως, τὴν ὁποίαν ὅλοι ἀνεγνωρίσαμεν πρὸς τὴν ὁποίαν ὅλοι συνεβιβάσθημεν καὶ ἀνεγνωρίσαμεν ὅλοι ποῖος ὀλιγώτερον καὶ ποῖος περισσότερον, ὅτι ἔχομεν καὶ ὑποχρέωσιν καὶ μέγιστον συμφέρον ἡμεῖς ὡς Βουλὴ νὰ φέρωμεν τὸ ταχύτερον εἰς πέρας αὐτὸ τὸ ἔργον τὸ νομοθετικόν. Τὸ ψήφισμα τάσσει μερικοὺς περιορισμούς. Πρῶτος περιορισμὸς τοῦ ἄρθρου πρώτου τοῦ Συντάγματος. Ὁ περιορισμὸς αὐτὸς ἐτέθη, διότι εἰς μίαν μερίδα τῆς Συνελεύσεως πλειονοψηφοῦσαν τὸ ζήτημα εἶναι ὁριστικὸν καὶ τελειωτικῶς λελυμένον. Ἀπὸ τὴν Δʹ Συνέλευσιν, ἀπὸ τὸ Δημοψήφισμα καὶ ἀκόμη ἀπὸ τὰς τελευταίας ἐκλογάς. Κατ’ ἄλλους βουλευτὰς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συζητηθῇ τὸ ζήτημα αὐτό, διότι νομίζουσιν ὅτι δὲν ἔθεσαν ἐρώτημα εἰς τὸν λαὸν καὶ ἑπομένως νομίζουσιν ὅτι δὲν ἔχουσιν ἐξουσιοδότησιν νὰ συζητήσουν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ τοῦ Συντάγματος. Κατ’ ἄλλους βουλευτάς, δὲν πρέπει νὰ συνεχίζηται οἱοσδήποτε καθεστωτικὸς ἀγὼν μετὰ τὸ Δημοψήφισμα ὁσονδήποτε καὶ ἂν ἔχῃ κανεὶς ἰδεολογίαν ὄχι δημοκρατικήν. Διότι αἱ ἀνάγκαι ἐπιβάλλουσιν ὅπως ἐξελιχθῇ ὁμαλῶς ὁ πολιτικὸς βίος πρὸς λύσιν ὅλων τῶν μεγάλων προβλημάτων, τὰ ὁποῖα παρουσιάζονται ἐνώπιον ἡμῶν Εἴτε διὰ τὸν ἕνα λόγον εἴτε διὰ τὸν ἄλλον ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι διατεθειμένη νὰ συζητήσῃ ἐπὶ τοῦ πρώτου ἄρθρου τοῦ Συντάγματος καὶ εἶμαι ἀκόμη διατεθειμένος νὰ προχωρήσω περισσότερον καὶ νὰ σᾶς εἴπω ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι Συντακτική, διότι δὲν θέλει νὰ εἶναι Συντακτικὴ διὰ τὸν ἕνα ἢ διὰ τὸν ἄλλον λόγον. Καὶ συνεπῶς ὁ περιορισμὸς τοῦ πρώτου ἄρθρου δὲν εἶναι αὐθαίρετος, ἀλλὰ εἶναι περιορισμὸς, τὸν ὁποῖον δέχεται ὁλόκληρος σχεδὸν ἡ Βουλή. Ἡ παρατήρησις ὅτι τὸ πρῶτον ἄρθρον τοῦ Συντάγματος περιλαμβάνει ἐκτὸς τῆς μορφῆς τοῦ πολιτεύματος καὶ ἄλλας τινὰς διατάξεις δὲν εἶναι σπουδαία, διότι νομίζω ὅτι αἱ λεκτικαὶ αὐταὶ διατάξεις ἐπὶ τέλους δὲν θὰ ἦτο δύσκολον νὰ διορθωθῶσι. Ἡ διατύπωσις ὅτι τὸ Κράτος τὸ Ἑλληνικὸν εἶναι Δημοκρατία ἐγένετο ἀπὸ τὴν πρώτην Συνταγματικὴν Ἐπιτροπὴν καὶ ἐψηφίσθη ἀπὸ τὴν Δʹ Συνέλευσιν ἐλήφθη δὲ ἀπὸ τὸ Γερμανικὸν Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον λέγει ὅτι ἡ Γερμανικὴ ἐπικράτεια εἶναι Δημοκρατία. Ἡ ἄλλη φράσις ὅτι «ὑπάρχουν ὑπὲρ τοῦ Ἔθνους» δὲν λέγει τίποτε ἐπιβλαβές· συμπληρώνει τὴν παλαιὰν διάταξιν τοῦ παλαιοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον ἔλεγεν ὅτι «αἱ ἐξουσίαι ἀπορρέουν ἀπὸ τοῦ Ἔθνους» καὶ λέγει ὅτι ὄχι μόνον «ἀπορρέουν», ἀλλὰ καὶ «ὑπάρχουν», δηλαδὴ ἐπιβάλλει μίαν ὑποχρέωσιν εἰς τὰ συντεταγμένα ὄργανα τοῦ Κράτους νὰ μεταχειρίζωνται τὰς ἐξουσίας αὐτῶν, αἱ ὁποῖαι πηγάζουσιν ἀπὸ τὸ Ἔθνος, νὰ τὰς μεταχειρίζωνται ὑπὲρ τοῦ Ἔθνους. Εἶναι μία ἐθνικὴ ἀρχή, ἡ ὁποία ἀναγράφεται, ἡ ὁποία θὰ ἠμποροῦσε νὰ εἶναι καὶ περιττὴ ὡς αὐτονόητος. Ἀλλὰ δὲν εἶναι τίποτε τὸ ἐπιβλαβὲς οὔτε τὸ σφαλερόν. Κατὰ συνέπειαν, δὲν βλέπω τὸν λόγον διατί διὰ τὰς λεκτικὰς αὐτὰς παρατηρήσεις θὰ ἔπρεπε νὰ κάμωμεν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ πρώτου ἄρθρου. Ἐγὼ δὲν θὰ εἶχον ἀντίρρησιν ἂν ἡ Βουλὴ ἐνόμιζεν ὅτι δέον νὰ διορθωθῇ λεκτικῶς νὰ τὸ διορθώσωμεν καὶ αὐτό.
§189ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Διατί; ἐφόσον ἐλήφθη τὸ 1ον ἄρθρον ἐκ τοῦ Γερμανικοῦ Συντάγματος, δὲν ἐλήφθη ὁλόκληρον ὅτι ἅπασαι αἱ ἐξουσίαι πηγάζουσιν ἀπὸ τοῦ Ἔθνους;
§190Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Σᾶς εἶπον ὅτι πρὸς διάψευσιν τῶν λεχθέντων ὅτι αὐτὸ ἀποτελεῖ ἀντιγραφήν, οἱ συντάξαντες τὸ πρῶτον ἄρθρον ἐνόμισαν ὅτι πρέπει νὰ ἀναγράψωσι τὴν ἠθικὴν αὐτὴν ὑποχρέωσιν τῶν συντεταγμένων ἐξουσιῶν ὅτι πρέπει νὰ μεταχειρίζωνται τὰς ἐξουσίας καὶ ὑπὲρ τοῦ Ἔθνους. Αὐτὸ εἶναι μία ἠθικὴ ἀρχὴ πολὺ καλὴ δι’ ἓν δημοκρατικὸν Σύνταγμα. Παρατηρῶ τὸ ἑξῆς: ὅτι ἂν ἐλήφθησαν ἀπὸ τὸ ἓν ἢ τὸ ἄλλο Σύνταγμα μερικαὶ διατάξεις, αὐταὶ δὲν ἐλήφθησαν, διότι ὑπάρχουν εἰς τοῦτο ἢ ἐκεῖνο τὸ Σύνταγμα, ἀλλὰ διότι ἐκ τῆς πείρας ἐμορφώθη ἡ πεποίθησις ὅτι τοιαῦται διατάξεις τροποποιημέναι ἢ καὶ νέαι ἦσαν ἐπιβεβλημέναι ἀπὸ τὰς Ἑλληνικὰς τοπικὰς συνθήκας. Οἱ ἄλλοι περιορισμοὶ ἀναφέρονται εἰς τὸν χρόνον τῆς συζητήσεως. Κανεὶς δὲν ὑποστηρίζει ὅτι τὸ Σύνταγμα αὐτὸ εἶναι τέλειον. Ἐγὼ ὁ ἴδιος, ὁ λαβὼν ἐνεργώτατα μέρος εἰς τὴν συζήτησιν τῶν ⅔ τοῦ Συντάγματος, ἐγὼ ὁ ἴδιος θὰ ὑποβάλλω δύο καὶ τρεῖς τροποποιήσεις, τὰς ὁποίας ὡριμωτέρα σκέψις μὲ ἔπεισεν ὅτι εἶναι σκόπιμοι καὶ ὅπως σᾶς εἶπον δὲν φαντάζομαι ἐπίσης ὅτι οἱ συνταγματολόγοι ἢ οἱ νομομαθεῖς πρέπει νὰ ἔχωσι τὸν ἰσχυρότερον λόγον εἰς τὸ Σύνταγμα. Ἡ πεῖρα μὲ ἐδίδαξεν ὅτι ἄνθρωποι πρακτικοὶ εἶναι εἰς θέσιν νὰ ὑποβάλωσι τὰς καλυτέρας παρατηρήσεις ἐπὶ τοῦ Συντάγματος, ἀλλὰ ἐτέθησαν οἱ περιορισμοὶ αὐτοί, διότι εἶναι ἐκτὸς συζητήσεως ὅτι ἀρκετὰ ἀπὸ τὸ βῆμα τοῦτο ὅλα τὰ κόμματα ἔχουσιν ἐπαρκῶς συζητήσει καὶ ἔχουσιν ἐπαρκῶς σκεφθῆ ἐπὶ τοῦ Συντάγματος. Θὰ ἦτο δὲ εὐχῆς ἔργον ἂν ἡ ἐργασία πρὸς ἀναθεώρησιν τοῦ Συντάγματος ἐγίνετο μὲ κάποιαν τάξιν. Ἐδῶ δὲν εὑρισκόμεθα ὡς ἄτομα. Δὲν ἠμπορεῖ νὰ λειτουργήσῃ δημόσιος πολιτικὸς βίος ἂν οἱ βουλευταὶ εἶναι μεμονωμένοι. Εἴμεθα συντεταγμένοι οἱ πλεῖστοι τοὐλάχιστον εἰς κόμματα. Θὰ προήγετο πολὺ τὸ ἀναθεωρητικὸν ἔργον ἂν κάθε κόμμα συνεδρίαζεν ἰδιαιτέρως καὶ ἐν κοινῇ συσκέψει ἀπεφάσιζεν ποῖαι εἶναι τροπολογίαι, αἱ ὁποῖαι πρέπει ἀπαραιτήτως νὰ γίνωσιν ἐπὶ τοῦ Συντάγματος. Ἔτσι θὰ ἀπεφεύγαμεν ἀντιφάσεις μεμονωμένας ἢ πολλαπλᾶς διαφόρους τροπολογίας ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ θέματος καὶ ἔτσι θὰ ἦτο δυνατὸν πλεῖσται ἀπορίαι, αἱ ὁποῖαι ὑπάρχουν εἰς βουλευτάς, οἱ ὁποῖοι ἀκόμη δὲν ἐσκέφθησαν τὰς συνταγματικὰς διατάξεις θὰ ἐλύοντο μεταξὺ τῶν μελῶν τοῦ κόμματος. Καὶ οὕτων ἐντὸς βραχυτάτου ὁρίου θὰ κατελήγομεν εἰς ἓν ἀποτέλεσμα μὲ τὴν προϋπόθεσιν ὅτι οὕτω θὰ ἐργασθῶμεν ὅταν εἴμεθα κόμμα. Βέβαια δὲν θὰ περιορίσῃ, δὲν θὰ κηδεμονεύσῃ τὰ μέλη του. Θὰ φροντίσῃ νὰ σχηματισθῇ μία ἑνιαία γνώμη περὶ τῶν τροποποιήσεων. Ὑπὸ τὴν προϋπόθεσιν αὐτὴν ἔγιναν καὶ οἱ ἄλλοι περιορισμοί, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι πρωτότυποι. Ἐφηρμόσθησαν περίπου οἱ ἴδιοι καὶ εἰς τὸ 1911. Δὲν γνωρίζω ἂν ἐφηρμόσθησαν καὶ εἰς τὴν Γʹ Συνέλευσιν.
§191Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Καὶ εἰς τὴν Γʹ ἐφηρμόσθησαν.
§192Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Καὶ εἰς τὴν Δʹ ἐφηρμόσθησαν καὶ τώρα εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐφαρμοσθοῦν. Ἀλλὰ παρατηρεῖται τὸ ἑξῆς: ὅτι εἶναι δυνατὸν ἐπὶ μιᾶς διατάξεως νὰ μὴ εἶναι δυνατὸν ἐντὸς ἐλαχίστων ὡρῶν νὰ διαφωτισθῇ ἡ Βουλὴ καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἡ Βουλὴ θὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ παρατείνῃ τὴν συζήτησιν ἐφόσον τὸ κρίνει ἀναγκαῖον. Ὁ ὑπάρχων περιορισμός, ὁ ὁποῖος δεσμεύει καὶ τοὺς ἀγορητὰς καὶ τὰ κόμματα καὶ τὴν Βουλὴν ἐν μέρει φυσικὰ εἶναι ὄχι ἀπόλυτος. Ἂν ὅμως ἐπιμένετε, ἐγὼ δὲν ἔχω ἀντίρρησιν νὰ γείνῃ παράτασις τῶν ὡρῶν. Θὰ προέτεινα τὰ ἑξῆς: Τὸ προσεχὲς Σάββατον νὰ μὴ συνεδριάσωμεν διὰ νὰ δοθῇ καιρὸς εἰς τὰ κόμματα νὰ συνέλθωσιν ἰδιαιτέρως νὰ σκεφθῶσιν ἐπὶ τῶν τροπολογιῶν καὶ τὴν Δευτέραν νὰ φέρωμεν τροπολογίας. Δὲν ἔχω πάντως δυσκολίαν νὰ κάμωμεν τὴν προθεσμίαν τῶν τροπολογιῶν ὀκταήμερον.
§193ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκαήμερον, δεκαήμερον.
§194ΕΤΕΡΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι. Ὀκταήμερον.
§195Β. ΣΑΓΙΑΣ. Τότε νὰ τὸ ψηφίσητε μόνοι σας. Τὸ Λαϊκὸν Κόμμα μέχρι τῆς στιγμῆς αὐτῆς δὲν ἠσχολήθη καθόλου μὲ τὸ νέον Σύνταγμα. Τὸ Σύνταγμα ἐμφανίζεται πρὸ αὐτοῦ ὡς νέον τι πρᾶγμα, νομίζω λοιπόν, ὅτι ἂν θέλετε νὰ συμμετάσχῃ τὸ Λαϊκὸν κόμμα εἰς τὴν συζήτησιν τῶν θεσμῶν αὐτῶν, τῶν νέων, πρέπει νὰ δώσητε εἰς τὸ κόμμα αὐτὸ προθεσμίαν τοιαύτην, ὅση ἀπαιτεῖται διὰ νὰ τὸ μελετήσῃ.
§196Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Αὐτὰ περὶ τῶν ὁποίων ὁμιλεῖτε εἶναι δύο ἢ τρία σημεῖα.
§197Β. ΣΑΓΙΑΣ. Εἶναι πρῶτον ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία, δεύτερον εἶναι τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας καὶ τρίτον...
§198Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Θὰ ὑποβληθῇ μία τροπολογία, τὴν ὁποίαν θὰ δυνηθῆτε νὰ μελετήσητε. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Λαδᾶ, νὰ τεθῇ δηλ. ὡς πρῶτον ἄρθρον ὄχι αὐτό, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀναγεγραμμένον, ἀλλὰ ἕτερον καὶ τὸ πρῶτον νὰ γίνῃ δεύτερον, δέχομαι καὶ ἐγὼ νὰ τεθῇ ἓν ἄρθρον, τὸ ὁποῖον νὰ λέγῃ κυροῦται τὸ Διάταγμα τῆς 22 Σεπτεμβρίου 1926, διὰ τοῦ ὁποίου ἐδημοσιεύθη τὸ Σύνταγμα. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἄλλην διάταξιν, κατὰ τὴν ὁποίαν θέλετε νὰ ἰσχύσῃ ὁ νόμος περὶ Ἐκλογοδικείου, νομίζω ὅτι καὶ αὐτὴ εἶναι περιττή, διότι τὸ νέον Σύνταγμα περιέχει διατάξεις τοῦ παλαιοῦ Συντάγματος, ἑπομένως δὲν φρονῶ, ὅτι τὸ Σύνταγμα καταργεῖ νόμους, οἱ ὁποῖοι εἶχον ἰσχύσει μὲ διατάξεις τοῦ παλαιοῦ Συντάγματος, ἐφόσον αὗται περιλαμβάνονται καὶ εἰς τὸ νέον. Δυνάμεθα νὰ κάμωμεν τὴν δήλωσιν, ὅτι ὁσάκις τὸ Σύνταγμα ἀναφέρεται εἰς νόμους ἰσχύοντα πρὸ τοῦ νέου Συντάγματος οἱ νόμοι ἐκεῖνοι ἰσχύουσιν καὶ κατ’ αὐτό.
§199Χ. ΛΑΔΑΣ. Ὁ νόμος ὁμιλεῖ περὶ μιᾶς προθεσμίας περὶ ἐνστάσεως παραδιδομένης εἰς τὸν εἰσαγγελέα Πρωτοδικῶν περὶ ἐνάρξεως τῆς δεκαημέρου προθεσμίας ἀπὸ τῆς ἀνακηρύξεως δηλ. δὲν εἶναι προσηρμοσμένος πρὸς τὸ νέον ἐκλογικὸν σύστημα. Διὰ τοῦτο πρέπει νὰ ἔχωμεν τρεῖς προθεσμίας, ἀρχομένας ἀπὸ ἑκάστης ἀνακηρύξεως, διότι ἂν καθιερώσωμεν μίαν ἀπὸ τῆς πρώτης τοιαύτης, χρειάζεται νὰ μαντεύσῃ ὁ ἐνιστάμενος ποῖος μὲ τοὺς διαφόρους ὑπολογισμοὺς μέλλει νὰ ἀνακηρυχθῇ.
§200Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Τὸ Ἐκλογοδικεῖον ἐξετάζει τὰ προσόντα τῶν ὑποψηφίων καὶ τὴν ἐγκυρότητα τῆς ἐκλογῆς.
§201ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ἐγγεγραμμένοι τέσσαρες τῶν κ. κ. βουλευτῶν ἵνα ὁμιλήσουν. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ἐπιτρέψῃ νὰ διακόψωμεν καὶ νὰ ἐπανέλθωμεν.
§202ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§203ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις διὰ νὰ ἐπαναληφθῇ αὕτη τὴν 10ην μ. μ.
(Ὥρα 9.20′ μ. μ.)
ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΚΟΠΗΝ
(Ὥρα 10.30′ μ. μ.)
§204ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις.
§205Ε. ΣΤΑΥΡΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶναι ἀπόλυτος ἀνάγκη νὰ ἀναγνωσθῇ πρὸς τὴν Βουλὴν τηλεγράφημα, τὸ ὁποῖον ἔλαβον αὐτὴν τὴν στιγμήν.
§206ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὔριον, αὔριον.
§207ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε.
§208Ε. ΣΤΑΥΡΙΔΗΣ. (Ἀναγινώσκει): «Ἀπαγορευθέντος συλλαλητηρίου ἐκηρύχθη σήμερον λευκὴ ἀπεργία, πόλις νεκρά, ἅπαντα καταστήματα κλειστά, ἀλληλεγγύη καταπιεζομένων δυστυχούντων τρανοτάτη, ἤνοιξαν μεγαλέμποροι δοθῇ ἀπεργίαν χαρακτὴρ ταξικός, περίπολοι πεζοί, ἔφιπποι, περιτρέχουν ὁδούς, ἐκδηλώσεις ὑπὲρ συνεχίσεως ἀπεργίας, ἀπόλυτος τάξις ἐργατῶν παραδειγματική. Ζαφειρίου». Πρόκειται περὶ τῆς ὑποθέσεως, περὶ τῆς ὁποίας ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας ὑπέβαλε νομοσχέδιον. Ἤθελον παρακαλέσει τὴν Βουλὴν νὰ ψηφισθῇ αὐτὸ ἀπόψε.
§209ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι. (Οἱ κομμουνισταὶ βουλευταὶ ἐπιμένουσιν εἰς τὴν ψήφισιν, πολλοὶ βουλευταὶ ἀρνοῦνται).
§210ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν θὰ κανονίσητε σεῖς τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς, θὰ τὰς κανονίσω ἐγώ. Σᾶς ἐπέτρεψα νὰ ἀνακοινώσητε τηλεγράφημα, πέραν αὐτοῦ δὲν ἔχετε δικαίωμα. (Οἱ κομμουνισταὶ βουλευταὶ διαμαρτύρονται).
§211Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Κύριε Πρόεδρε, διὰ νὰ παύσῃ ἡ δημοκοπία, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ δηλώσω ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἐν ἀπουσίᾳ τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ, ἔχει πληρεστάτην συναίσθησιν τῆς ἀνάγκης εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκονται οἱ καπνεργάται καὶ πρὶν ἀκόμη ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον. Θὰ φροντίσῃ νὰ ἱκανοποιηθῇ αὐτὴ ἡ ἀνάγκη. Ἑπομένως δὲν ὑπάρχει καμμία ἐξαιρετικὴ ἀνάγκη νὰ ψηφισθῇ κατ’ ἀρχὴν τὸ νομοσχέδιον, διότι, ὅπως εἶπον, ἡ ἱκανοποίησις θὰ δοθῇ καὶ πρὶν ἀκόμη συζητηθῇ τὸ νομοσχέδιον. (Διαμαρτυρίαι ἐκ μέρους τῶν κομμουνιστῶν).
§212ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρέπει νὰ σεβασθῆτε τὸν Κανονισμόν. Ἐλπίζω ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ ἐπείσθη σήμερον ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ ληφθῇ κάποια πρόνοια δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν θέλουν νὰ συμμορφωθῶσι πρὸς τὸν Κανονισμόν.
§213Ι. ΚΑΛΟΓΕΡΑΣ. Πρέπει νὰ φυλακίζωνται ἀμέσως ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐννοοῦν νὰ πειθαρχοῦν. Μοὶ φαίνεται ὅτι, κατὰ τὸν Κανονισμόν, τὸ Προεδρεῖον ἔχει ὡρισμένα δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἠμπορεῖ νὰ ἐφαρμόσῃ διὰ νὰ ἐπιβάλῃ τὴν τάξιν.
§214ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δικαίωμα ἐξώσεως δὲν ἔχει. Συνεχίζεται ἡ ἐπὶ τοῦ ψηφίσματος συζήτησις. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Δ. Χατζῖσκος.
§215Δ. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Δὲν πρόκειται, κύριοι, νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τοῦ ἐγκύρου ἢ ἀκύρου τοῦ Συντάγματος, μετὰ τὴν διεξαχθεῖσαν μακρὰν συζήτησιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐξηνέχθησαν γνῶμαι διαφόρων νομομαθῶν, καίτοι ὀφείλω νὰ εἴπω ὅτι κακῶς ἐψηφίσθη ὑπὸ τῆς τριακονταμελοῦς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς. Ἐπιφυλάσσομαι κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν διαφόρων ἄρθρων νὰ ἐκφέρω τὴν γνώμην μου, σήμερον δὲ ἀποτείνω δύο ἐρωτήσεις εἰς τὸν κ. ἐπὶ τῆς Γεωργίας Ὑπουργόν, τὸν ὁποῖον μετὰ μεγάλης προσοχῆς ἤκουσα. Καὶ πρῶτον ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῆς ἐξουσιοδοτήσεως ὀφείλομεν νὰ διακρίνωμεν τὰς δύο ἐξουσιοδοτήσεις, τὴν νομοθετικὴν καὶ τὴν συνταγματικήν, διότι ἐγένετο λόγος περὶ αὐτοῦ. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν πρώτην, τὴν νομοθετικὴν ἐξουσιοδότησιν, ἐλέχθη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου παρὰ τοῦ κ. ἐπὶ τῆς Γεωργίας Ὑπουργοῦ, ὅτι νομοθετικὴ ἐξουσιοδότησις, δηλαδὴ ἐξουσιοδότησις τῶν συντεταγμένων ἐξουσιῶν, δὲν δύναται νὰ δοθῇ, ἐνῷ συνταγματικὴ ἐξουσιοδότησις δίδεται. Ἡ νομοθετικὴ ἐξουσιοδότησις δίδεται κατὰ τὴν γνώμην ὡρισμένων, καθοριζομένη κατὰ χρόνον καὶ κατὰ θέματα. Ἐν τούτοις ἔγινε μέχρι σήμερον μεγίστη κατάχρησις αὐτοῦ. Αὐτὸ εἶναι τὸ πρῶτον ζήτημα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου δὲν ὑπάρχει καμμία διαφωνία. Ὡς πρὸς τὸ δεύτερον ζήτημα τῆς συνταγματικῆς ἐξουσιοδοτήσεως, εἴπετε ὅτι τοιαύτη δύναται νὰ χωρήσῃ.
§216Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Εἶπον ὅτι καὶ αὐτῆς τῆς συνταγματικῆς ἐξουσίας ἔχει γίνει ἀναλόγως τῶν πολιτικῶν ἀναγκῶν μεταβίβασις, διότι τὰ ὅρια τῆς ἐξουσίας τῶν Συντακτικῶν Σωμάτων εἶναι ἄνευ περιορισμοῦ. Ὡς πρὸς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν δὲν ἐγεννήθη ποτὲ ζήτημα ὅτι εἶναι μεταβιβαστή.
§217Δ. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ἐγὼ νομίζω, κ. Ὑπουργὲ ἐπὶ τῆς Γεωργίας, ὅτι συντακτικὴ ἐξουσιοδότησις εἶναι κάτι τι πρωτοφανὲς καὶ ἀσύνηθες. Ἐφόσον ὁ λαὸς ἐξουσιοδοτεῖ τοὺς ἀντιπροσώπους του καὶ τοὺς δίδει πλῆρες δικαίωμα διὰ τὸν καταρτισμὸν τοῦ πολιτεύματος, τὰ δικαιώματα ταῦτα τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας, κατ’ ἐμὴν γνώμην καὶ κατὰ τὴν γνώμην πλείστων συγγραφέων, δὲν δύνανται νὰ μεταβιβασθῶσι, διότι ἡ λαϊκὴ κυριαρχία εἶναι ἀναπαλλοτρίωτος καὶ ἀνεκχώρητος.
§218Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ποῖος σᾶς τὸ εἶπε;
§219Δ. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ὅλοι οἱ συγγραφεῖς.
§220Β. ΑΛΕΞΑΤΟΣ. Ἂν ἀρχίσωμεν μὲ τοὺς συγγραφεῖς, δὲν θὰ τελειώσωμεν ποτέ. Ἐγὼ θὰ ἀναφέρω τὰς θεωρίας 400 συγγραφέων.
§221ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι πρὸς Θεοῦ.
§222Δ. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Τὸ δεύτερον ἐρώτημα θὰ ἦτο τὸ ἑξῆς· θὰ ἐπεθύμουν, ἐπειδὴ μέχρι σήμερον ἐγένετο μακρὰ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἐξουσίας τοῦ Σώματος, ἀναθεωρητικῆς ἢ συντακτικῆς, παρεδέχθημεν ἅπαντες ὅτι δὲν δύναται τὸ Σῶμα τοῦτο διὰ διαφόρους λόγους νὰ μετατραπῇ εἰς Συντακτικὴν Συνέλευσιν. Πρόκειται λοιπὸν νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς Ἀναθεωρητικὴ Βουλή. Ἀλλά, κύριοι, ἡ Ἀναθεωρητικὴ Βουλὴ δὲν ἔχει καμμίαν δικαιοδοσίαν ἢ νὰ ἐπιληφθῇ τῆς ἀναθεωρήσεως τῶν μὴ θεμελιωδῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος κατὰ τὰ μέχρι σήμερον παραδεδεγμένα ἐν τῇ ἐπιστήμῃ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἀφοῦ ἐξαιρεῖται μόνον τὸ 1ον ἄρθρον τὸ ἀφορῶν τὸ πολίτευμα, τὸ ὁποῖον δέον νὰ μείνῃ ἄθικτον καθ’ ὑμᾶς, μὴ δυνάμενον νὰ τροποποιηθῇ, διότι τὸ 1ον ἄρθρον τοῦ Συντάγματος εἶναι θεμελιῶδες. Δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ὅτι ὑπάρχουν καὶ ἕτερα θεμελιώδη ἄρθρα, τὰ ὁποῖα, ἐπειδὴ δὲν εἶναι Ἀναθεωρητικὴ ἡ Βουλή, δὲν θὰ δύνανται νὰ θιχθῶσιν ὑπ’ αὐτῆς, διότι εἶναι τὰ ὅρια τῆς ἐξουσίας αὐτῆς περιωρισμένα.
§223Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Κύριε Χατζῖσκε, ὅτι ἡ Ἀναθεωρητικὴ Βουλὴ ἠμπορεῖ νὰ θίξῃ μόνον τὰ μὴ θεμελιώδη ἄρθρα εἶναι μία διάταξις τοῦ Συντάγματος τοῦ 1864. Τὸ νέον Σύνταγμα δὲν ἔχει τοιαύτην διάταξιν περὶ Βουλῆς Ἀναθεωρητικῆς, ἡ ὁποία μόνον τὰ μὴ θεμελιώδη δύναται νὰ θίξῃ. Τὸ νέον Σύνταγμα λέγει ὅτι μόνον ἡ μορφὴ τοῦ πολιτεύματος δὲν δύναται νὰ μεταβληθῇ, ἑπομένως ὡς Συντακτικὴν Συνέλευσιν θεωρεῖ ἐκείνην, ἡ ὁποία θὰ ἠδύνατο ἔστω καὶ τὴν μορφὴν τοῦ πολιτεύματος νὰ μεταβάλῃ, ἀλλ’ αὐτὸ τὸ ἀποκρούει τὸ Σύνταγμά μας. Ἀλλὰ διατί νὰ πονοκεφαλᾶτε—μὲ συγχωρεῖτε διὰ τὴν φράσιν—ἂν ἡ Βουλὴ αὕτη εἶναι Συντακτικὴ ἢ Ἀναθεωρητική; Πρόκειται περὶ ὀνομάτων. Εἴμεθα ἀπολύτως σύμφωνοι νὰ ἐπιληφθῶμεν τοῦ Συντάγματος καὶ νὰ μὴ ἐξετάσωμεν τὸ 1ον ἄρθρον, ὄχι δι’ ἄλλον λόγον, ἀλλὰ διότι μία πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς νομίζει ὅτι δὲν ἔχομεν δικαίωμα μετὰ τὸ δημοψήφισμα καὶ τὴν ψήφισιν τοῦ ἄρθρου ὑπὸ τῆς Δʹ Συντακτικῆς Συνελεύσεως ἄλλαι δὲ μερίδες ὅτι ἔχομεν δικαίωμα, ἀλλὰ δὲν νομίζουν ὅτι ὑπάρχει λόγος νὰ συνεχίζεται ὁ καθεστωτικὸς ἀγών. Δὲν ἔχει λοιπὸν καμμίαν πρακτικὴν σημασίαν νὰ ἐπιληφθῶμεν τῆς συζητήσεως τοῦ 1ου ἄρθρου. Δὲν θέλει λοιπὸν ἡ Βουλὴ νὰ συζητήσῃ τὸ 1ον ἄρθρον, θέλει δὲ συζητήσῃ τὰ ὑπόλοιπα. Τοῦτο εἶναι σύμφωνον ἄλλως τε καὶ μὲ τὸ ψήφισμα τῆς Δʹ Συντακτικῆς Συνελεύσεως καὶ μὲ τὴν πρόσκλησιν ἡ ὁποία ἐγένετο τῆς παρούσης Βουλῆς. Τώρα, ἂν τὸ ἔργον ἡμῶν εἶναι ἔργον Συντακτικῆς Συνελεύσεως ἢ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς, ἀφήσατε νὰ τὸ λύσῃ ἡ Ἐπιστήμη. Μὴ θέλετε νὰ τὸ λύσωμεν ἡμεῖς, ἂν αὐτό, τὸ ὁποῖον κάμνομεν, εἶναι ἔργον Συντακτικῆς Συνελεύσεως ἢ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς. Ἐγὼ σᾶς λέγω ὅτι ἡ Βουλὴ εἶναι Ἀναθεωρητική. Θέλετε νὰ σᾶς εἴπω τὴν γνώμην μου; Ἀφοῦ τελειώσῃ τὰς ἐργασίας αὐτῆς ἡ Ἀναθεωρητικὴ αὐτὴ Βουλή, ἐγὼ θὰ ἔλθω νὰ εἴπω ὅτι ἦτο Συντακτικὴ Συνέλευσις. Διατί, ἐφόσον συμφωνοῦμεν ὅλοι περὶ τοῦ τί θὰ κάμωμεν, νὰ χάνωμεν τὸν καιρόν μας εἰς τὸ νὰ ἐξακριβώνωμεν τί τίτλον θὰ δώσωμεν εἰς αὐτὴν τὴν Βουλήν, τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν ὁμιλεῖ περὶ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς, ἀλλ’ ὁμιλεῖ μόνον περὶ Ἀναθεωρητικοῦ Συντάγματος; Ἄς ἀφήσωμεν λοιπὸν τὸ βάπτισμα τῆς Βουλῆς εἰς τὸ μέλλον.
§224Δ. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Λοιπὸν θεωρεῖτε ὡς θεμελιώδη διάταξιν μόνον τὴν τοῦ 1ου ἄρθρου. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει τὸ Σῶμα καθ’ ἡμᾶς, μολονότι φέρει τὸν χαρακτῆρα Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς, δύναται νὰ θίξῃ καὶ ἄλλας θεμελιώδεις διατάξεις ἐκτὸς τοῦ 1ου ἄρθρου καὶ οὕτω νὰ φέρῃ ἄλλοτε ἀναθεωρητικὸν καὶ ἄλλοτε συντακτικὸν χαρακτῆρα.
§225ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς ἔχει τὸν λόγον.
§226Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Κύριοι, μακρὰ καὶ λίαν ἐπίμονος συζήτησις ἐγένετο περὶ τοῦ κύρους ἢ μὴ τοῦ Συντάγματος. Δὲν θὰ εἰσέλθω εἰς τὴν συζήτησιν αὐτήν, καθόσον τὸ Λαϊκὸν Κόμμα ἔχει ἐκπεφρασμένην γνώμην ὅσον ἀφορᾷ τὸν τρόπον κατὰ τὸν ὁποῖον ἐψηφίσθη τὸ Σύνταγμα τοῦτο. Μόνον χάριν τῆς ἐπιστήμης, ἀφοῦ παριστάμεθα ἐνταῦθα, ὀφείλω νὰ κάμω μίαν μόνον παρατήρησιν ὡς πρὸς τὴν σχετικὴν συζήτησιν. Διΐσταμαι καθολοκληρίαν πρὸς τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου κ. Παπαναστασίου ὅσον ἀφορᾷ τὴν μεταβίβασιν τῆς συντακτικῆς ἐντολῆς. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἡ Συντακτικὴ Συνέλευσις εἶναι παντοδύναμος καὶ δύναται νὰ πράξῃ τὰ πάντα, ἀλλὰ δύναται αὐτὴ νὰ πράξῃ. Δὲν δύναται τὸν ἑαυτόν της νὰ ἀντικαταστήσῃ δι’ ἄλλου. Δέχομαι τὴν παντοδυναμίαν της πληρέστατα, ὅτι δύναται νὰ πράξῃ τὰ πάντα, ἀλλ’ αὐτή, διότι αὐτὴ λαμβάνει τὴν ἐντολὴν παρὰ τοῦ λαοῦ καὶ εἰς τὴν ὁποίαν οὐδένα ἕτερον δύναται νὰ ὑποκαταστήσῃ. Δὲν ἔχει δὲ καὶ σημασίαν ἡ ἐπὶ τούτου συζήτησις, διότι καὶ τὸ θέμα τὸ ὁποῖον ἔρχεται πρὸς συζήτησιν ταύτην τὴν ἑσπέραν δὲν εἶναι ἄλλο παρὰ ἡ δικονομία, τὴν ὁποίαν πρόκειται νὰ καθιερώσωμεν ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἔργον τῆς Βουλῆς. Ἄν δὲ τοῦτο εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς παρεδεχόμεθα, δὲν θὰ ὑπῆρχεν οὐδεμία ἀφορμὴ συζητήσεως. Ἄς δεχθῶμεν λοιπὸν κατὰ βάσιν ὅτι τὸ ψήφισμα τοῦτο δὲν ἀφορᾷ παρὰ μόνον τὴν δικονομίαν, τὴν ὁποίαν πρόκειται νὰ καθιερώσωμεν καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ὅλη ἡ προηγουμένη συζήτησις παρέλκει. Καὶ κατὰ τοσοῦτον μᾶλλον, ἀφοῦ κατὰ τὸ 1ον ἄρθρον τοῦ Συντάγματος ἡ συζήτησίς μας θὰ περιορισθῇ εἰς τὰ ἄλλα μέρη ἐκτὸς τοῦ πρώτου κεφαλαίου, τὸ ὁποῖον εἴτε διὰ τὴν γνώμην ἡ ὁποία ὑποστηρίζεται ἀπὸ τὴν μίαν πλευράν, εἴτε διὰ τὴν γνώμην ἡ ὁποία ὑποστηρίζεται ἀπὸ τὴν ἑτέραν, πάντως δὲν θὰ ὑποβληθῇ εἰς συζήτησιν. Ταύτην μόνον τὴν παρατήρησιν ἤθελον νὰ κάμω ὡς βουλευτὴς καὶ οὐχὶ ὡς Ὑπουργός.
§227ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Β. Σαγιᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§228Β. ΣΑΓΙΑΣ. Παραιτοῦμαι.
§229ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις ἐπεραιώθη. Ἐρωτᾶται ἡ Βουλὴ ἐπὶ τοῦ σχεδίου ψηφίσματος. Ἄρθρον 1ον (ἀναγινώσκει):
§230ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ γίνῃ ὀκτὼ ἡμέρας.
§231ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. (Γίνεται δεκτὸν τὸ 1ον ἄρθρον ὡς ἐτροποποιήθη).
§232Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Παρακαλῶ τὸ Προεδρεῖον νὰ σημειωθῇ εἰς τὰ πρακτικὰ ὅτι διὰ τῆς κυρώσεως τοῦ Διατάγματος, δι’ οὗ ἐδημοσιεύθη τὸ Σύνταγμα, ὅπερ ἔχει προσωρινὴν ἰσχύν, ὅπως εἶπεν ὁ κ. Παπαναστασίου, δὲν ἀποκλείεται ἀπὸ τὴν Συνέλευσιν τὸ δικαίωμα νὰ ὑποβάλῃ ἐν τῷ μεταξὺ ψηφίσματα τροποποιήσεως τοῦ ὑπὸ ἀναθεώρησιν Συντάγματος, μέχρι τῆς ὁριστικῆς ἀποπερατώσεως τῆς ἀναθεωρήσεως αὐτοῦ.
§233Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Σύμφωνα μὲ τὴν ὁμιλίαν μου ψηφίζω μόνον τὴν δικονομίαν, ὅσον ἀφορᾷ τὸν τρόπον τῆς ἐργασίας τῆς Βουλῆς. Ἐγὼ τοὐλάχιστον ψηφίζω αὐτό.
§234ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παραδέχεται τὸ κείμενον τοῦ σχεδίου ψηφίσματος ὅπως ἔχει, ἄνευ τῶν τροπολογιῶν τῶν κ. κ. Α. Παπαναστασίου καὶ Χ. Λαδᾶ.
§235Χ. ΛΑΔΑΣ. Τὴν ἀποσύρομεν τὴν τροπολογίαν, κύριε Πρόεδρε.
§236ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ψήφισμα).
§237ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ λυθῇ ἡ συνεδρίασις, κύριε Πρόεδρε.
§238ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις ἵνα ἐπαναληφθῇ αὕτη τὴν 5.30′ μ. μ. τῆς αὔριον. (Ὥρα 11.20′ μ. μ.)