1925.06.20
1,980 rows · 15,712 words · 178 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 209
Σάββατον 20 Ἰουνίου 1925
Προεδρία Κ. Ρακτιβάν
(Ὥρα 6.30′ μ. μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Νὰ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Νὰ ἀναγνωσθῶσι τὰ πρακτικά. (Ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίρρησις ἐπὶ τῶν πρακτικῶν;
§3Γ. ΦΡΑΓΚΟΥΔΗΣ. Τὸν λόγον ἐπὶ τῶν πρακτικῶν.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε.
§5Γ. ΦΡΑΓΚΟΥΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, κατὰ τὴν πρωϊνὴν συνεδρίασιν ἐζήτησα τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ δίδοντος δικαίωμα εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ συνάψῃ ἰδιαιτέραν συμφωνίαν πρὸς κανονισμὸν τῶν χρεῶν τῆς Ἑλλάδος. Τὸ νομοσχέδιον, τὸ τόσον σπουδαῖον, ἐψηφίσθη εἰς τρεῖς ἀναγνώσεις κατὰ τὰς πρωϊνὰς ὥρας, κατὰ τὰς ὁποίας ἡ Συνέλευσις εὑρίσκετο λόγῳ κοπώσεως εἰς μετρίαν σύγχυσιν καὶ δὲν ἐπέτρεπε συζήτησιν. Ἐψηφίσθη κατ’ ἀρχήν, ἐψηφίσθη εἰς αʹ ἀνάγνωσιν μὲ τὴν δικαιολογίαν ὅτι θὰ ἐγίνετο συζήτησις κατὰ τὴν βʹ ἀνάγνωσιν, ἐψηφίσθη εἰς βʹ ἀνάγνωσιν χθὲς καὶ δὲν μοὶ ἐπετράπη νὰ ὁμιλήσω, πρωτοστατοῦντος τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος ἐπέταξε τὰ χαρτιὰ μὲ νευρικότητα καὶ ἡ Συνέλευσις κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς νευρικότητος ταύτης εἶπε «δεκτόν, δεκτόν». Δὲν ἠδυνάμην νὰ φαντασθῶ ὅτι τοιοῦτον νομοσχέδιον οὕτω θὰ ἐψηφίζετο, ὅτε εἷς καὶ μόνον πληρεξούσιος θὰ ἐζήτει τὸν λόγον, καὶ ὅτι θὰ ἐψηφίζετο, τῆς συνελεύσεως ἀρνηθείσης νὰ μοὶ δώσῃ τὸν λόγον. Γνωρίζω ὅτι δὲν θὰ ἔφερον ἀλλαγὴν τῶν σκέψεων τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ θὰ προεκάλουν δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως.
§6Π. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐγένοντο δηλώσεις προηγουμένως, κ. συνάδελφε.
§7Γ. ΦΡΑΓΚΟΥΔΗΣ. Δὲν ἐγένοντο. Ἐγένοντο μόνον δηλώσεις ἀπὸ τὸν κ. Τσουδερὸν εἰς τὰς ἐφημερίδας. Ἡ ἀγόρευσίς μου θὰ ἔδιδεν εἰς τὴν Συνέλευσιν τὴν εὐκαιρίαν νὰ γίνουν δηλώσεις ἐπὶ ἑνὸς σπουδαιοτάτου ζητήματος, αἱ ὁποῖαι θὰ ἀπετέλουν ἑρμηνείαν διὰ τὸ μέλλον. Πρόκειται περὶ 20,000,000 λιρῶν, τὰ ὁποῖα θὰ κανονισθῶσι μὲ ἀπόλυτον ἐλευθερίαν τῶν ἀντιπροσώπων τῆς Ἑλλάδος. Ἡ Ἑλλὰς ἔχει νὰ δίδῃ, ἀλλ’ ἔχει πλεῖστα νὰ λάβῃ. Λοιπὸν διαμαρτύρομαι καὶ ζητῶ ὅπως κατὰ τὴν ψήφισιν τοῦ συνόλου μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ ὁμιλήσω, ἂν ἡ Κυβέρνησις εἶναι σύμφωνος.
§8Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐψηφίσθη καὶ τὸ σύνολον. Ὅταν δὲν ὑπάρχωσι τροποποιήσεις, ψηφίζεται καὶ τὸ σύνολον. Μοὶ ἐπιτρέπεται νὰ κάμω τὰς δηλώσεις πρὸς ἡσυχίαν σας;
§9Γ. ΦΡΑΓΚΟΥΔΗΣ. Ὄχι, θὰ ὁμιλήσω ἐγὼ καὶ ἔπειτα σᾶς δίδομεν τὸ δικαίωμα νὰ διαπραγματευθῆτε καὶ αὔριον θὰ μᾶς παρουσιάσητε ἕνα λογαριασμόν, διὰ τὸν ὁποῖον θὰ φορολογεῖται τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον μὲ ἓν ἑκατομμύριον λιρῶν. Διεκανονίσθησαν δὲ ταῦτα χωρὶς νὰ γίνῃ οὐδεμία μνεία περὶ τῶν 650,000,000 Γαλλικῶν φράγκων, τὰ ὁποῖα ἔχει νὰ λάβῃ ἡ Ἑλλὰς ἀπὸ τὴν Γαλλίαν. Παρακαλῶ νὰ γραφῇ εἰς τὰ πρακτικὰ ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἐψηφίσθη παρὰ τὰς διαμαρτυρίας μου, διότι ἐζήτησα τὸν λόγον καὶ δὲν μοὶ ἐδόθη.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ πρακτικὰ ἐπικυροῦνται. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Συνέλευσιν τὰ ἑξῆς: — Τὸ Σωματεῖον καπνεργατῶν Καρδίτσης διαμαρτύρεται κατὰ τῶν ἀστυνομικῶν Ἀρχῶν, αἵτινες δὲν ἐπιτρέπουσι τὰς γενικὰς συνελεύσεις τῶν Σωματείων. — Ὁ Σύνδεσμος μηχανοσιδηρουργῶν Θεσσαλονίκης αἰτεῖται νὰ δοθῇ ἀμνηστεία εἰς τοὺς καταδικασθέντας ἐργάτας. — Ἐπιτροπὴ προσφύγων Καβάλλας διαμαρτύρεται διὰ τὴν ἀπομάκρυνσιν ἀπὸ τῆς Γενικῆς Διοικήσεως Θράκης τοῦ κ. Κ. Κουρτίδου. — Ὁ Ἐπίσκοπος Ἀμφιπόλεως Κωνσταντῖνος παρακαλεῖ ὅπως ληφθῇ ὑπὲρ αὐτοῦ μέριμνα. — Οἱ Ὑπουργοὶ τῶν Οἰκονομικῶν κ. Κ. Γκάτσης, τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας κ. Γ. Παπανδρέου καὶ τῆς Δικαιοσύνης κ. Π. Τσιτσεκλῆς ὑποβάλλουσι σχέδιον νόμου «περὶ τῶν εἰς χρυσὸν ἐν γένει νομισμάτων ὑποχρεώσεων». — Ἡ ἐπὶ τῆς Κεντρικῆς καὶ Τοπικῆς Διοικήσεως Ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τῆς προτάσεως νόμου «περὶ καταργήσεως τῆς βʹ παραγράφου τοῦ ἄρθρου 9 τοῦ ἀπὸ 5 Νοεμβρίου 1922 Ν. Δ. ὡς ἐτροποποιήθη κλπ. ὑπὸ τοῦ Ν. Δ. τῆς 30 Νοεμβρίου 1922». — Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν κ. Κ. Γόντικας ὑποβάλλει σχέδιον νόμου «περὶ ἐξακριβώσεως τῶν ὁρίων καὶ ὁροθετήσεως τῶν ὑπὸ τὴν κατοχὴν τῆς Στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας ἀκινήτων κτημάτων τοῦ Δημοσίου». — Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας κ. Ι. Βαλαλᾶς ὑποβάλλει σχέδιον νόμου «περὶ κυρώσεως συμβάσεως μετὰ τοῦ Ἰωάννου Ἐπ. Λιώκη περὶ παραχωρήσεως προνομίου ἐκμεταλλεύσεως διακένων καὶ χαραδρῶν Θεσσαλονίκης». — Οἱ πληρεξούσιοι κ.κ. Δ. Λεονάρδος, Λ. Παπαδάτος καὶ Μ. Σταμούλης ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νόμου «περὶ ἐπεκτάσεως τοῦ ἄρθρου 21 τοῦ νόμου 3122 καὶ εἰς τοὺς πατέρας τῶν ἐν πολέμῳ φονευθέντων κλπ.». — Οἱ πληρεξούσιοι κ.κ. Α. Κωνσταντιλιέρης, Ε. Μάρκογλου, Σ. Κρεμεζῆς κλπ. ὑποβάλλουσι τροπολογίαν τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ στρατιωτικῶν συντάξεων». —Οἱ πληρεξούσιοι κ.κ. Λ. Πρωτοσύγκελος, Γ. Κονδύλης, Δ. Λεονάρδος, Ν. Φραντζῆς, Ι. Χριστοδουλιᾶς, Ν. Μπακόπουλος, Γ. Βλάχος, Α. Ἀναγνωστόπουλος κλπ. ὑποβάλλουσι τροπολογίαν τοῦ 36 ἄρθρου τοῦ Συντάγματος «περὶ τοῦ τρόπου τῆς πρώτης συγκροτήσεως τῆς Γερουσίας». —Οἱ πληρεξούσιοι κ.κ. Σ. Γεωργιλαδάκης, Κ. Παπαδογιάννης, Ι. Γοβατζιδάκης, Π. Κουρτίδης, Χατζῆ Μεστάν, Σ. Παπαναστασίου καὶ περὶ τοὺς 30 ἄλλοι ὑποβάλλουσι πρότασιν ψηφίσματος «περὶ προκαταβολῆς εἰς τοὺς πληρεξουσίους τῶν ἀποζημιώσεων τῶν μηνῶν Ἰουλίου, Αὐγούστου καὶ Σεπτεμβρίου ἐ. ἔ. Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης κ. Π. Τσιτσεκλῆς ὑποβάλλει τὰ ἑξῆς σχέδια νόμου: Αʹ) «Περὶ τροποποιήσεως αʹ) τῶν ἄρθρων 490 καὶ 530 Πολ. Δικον., ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ νόμου 2793 τὴν 11ην Ἰουλίου 1922, βʹ) τῶν ἄρθρων 1, 2 καὶ 9 τοῦ νόμου 2235 περὶ ἐκδικάσεως τῶν μεταξὺ ἰατρῶν καὶ ἰδιωτῶν διαφορῶν περὶ πληρωμῆς τῆς ἰατρικῆς ἀμοιβῆς»· Βʹ) «Περὶ ἐπεκτάσεως ἐν Κρήτῃ αʹ) τοῦ νόμου ΓΨΛΖʹ (3747) τῆς Ἰουνίου 1915 «περὶ προσωρινῶν μέτρων ἐν ταῖς περὶ διακατοχῆς διαφοραῖς ὡς καὶ τοῦ νόμου 3243 περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 8 τοῦ νόμου ΓΨΛΖʹ ὡς καὶ τοῦ νόμου ΒΧΗ ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ Ν. Δ. τῆς 19 Μαρτίου 1223 καὶ τοῦ νόμου 3239».
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως ὁ κ. Τσίρος θέλει νὰ ζητήσῃ μίαν πληροφορίαν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία ἔχει γνῶσιν τοῦ ἐρωτήματός του.
§12Ι. ΤΣΙΡΟΣ. Κύριοι πληρεξούσιοι, πρὸ μηνὸς ἀκριβῶς, ἤτοι κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 19 Μαΐου, εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἐκθέσω ἐνώπιον ὑμῶν τὸν μέγαν κίνδυνον τὸν ὁποῖον διέτρεχεν ἡ καπνοπαραγωγὴ ἐκ τῆς ἐμφανίσεως τῆς ἀκρίδος, ἰδίᾳ ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Ἁλμυροῦ, καὶ τὰς κολοσσιαίας ζημίας τὰς ὁποίας θὰ ὑφίσταντο οἱ καπνοπαραγωγοὶ καθὼς καὶ τὸ Δημόσιον, ἂν δὲν ἐλαμβάνοντο σύντονα καὶ ἐξαιρετικὰ μέτρα διὰ τὴν καταπολέμησιν αὐτῆς. Ὁ κ. τέως ἐπὶ τῆς Γεωργίας Ὑπουργός, ἀπαντῶν τότε, ἐπληροφόρησεν, ἀλλὰ καὶ ἐβεβαίωσε τὴν Συνέλευσιν ὅτι πράγματι εἶχεν ἐμφανισθῆ εἰς τὸν Ἁλμυρὸν ἀκρὶς καὶ ὅτι ἠπείλει τὴν καπνοπαραγωγήν, ὅτι ἀπέστειλε συντόμως τὴν ἀπαιτουμένην ποσότητα πετρελαίου, ὅτι ἀπέστειλεν ἐπὶ τόπου καὶ ἀνώτερον ὑπάλληλον, ὅτι παρεκάλεσε τὸν κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸν νὰ ἀποσπάσῃ ἀριθμόν τινα στρατιωτῶν διὰ τὴν καταδίωξιν, ὅτι ἔθεσεν εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ νομάρχου, πρὸ μιᾶς ἑβδομάδος, ἀπὸ τῆς 19 Μαΐου, ποσὸν 60.000 δραχμῶν, ὅτι διετάχθησαν ὅλαι αἱ Ἀρχαὶ νὰ συνδράμωσι τὸ ἔργον αὐτὸ τῆς καταδιώξεως καὶ ὅτι δι’ ὅλας τὰς ἀνωτέρω ἐνεργείας του ἀπέσπασε τὰς εὐχαριστίας καὶ τὴν εὐγνωμοσύνην τῶν κατοίκων. Ἐπανερχόμενος ἐπὶ τοῦ ζητήματος, κύριοι πληρεξούσιοι, εὑρίσκομαι εἰς τὴν δυσάρεστον θέσιν νὰ πληροφορήσω ὑπευθύνως τὴν Συνέλευσιν καὶ ἰδίᾳ τὸν τέως Ὑπουργὸν τῆς Γεωργίας ὅτι ὅλαι αἱ ἀνωτέρω ἀναφερθεῖσαι ἐνέργειαι καὶ διαταγαί του δὲν ἔφερον οὐδὲν ἀποτέλεσμα ἀπολύτως, ὅτι ἡ ἀκρὶς ἐξακολουθεῖ τὸ ἔργον τῆς συμπληρώσασα τὴν καταστροφὴν πρὸς δόξαν βεβαίως τῶν ἁρμοδίων ὑπηρεσιῶν καὶ διὰ νὰ ἀποδειχθῇ διὰ μίαν ἀκόμη φορὰν ὅτι αἱ κρατικαὶ ὑπηρεσίαι, ὅπου ἀναμιγνύονται, σκοπὸν ἔχουν δυστυχῶς νὰ συντελῶσιν εἰς τὸ νὰ ἐπέρχηται ἡ καταστροφὴ καὶ ὄχι νὰ προλαμβάνηται αὕτη. Δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ φαντασθῶ, κύριοι, ὅτι τὴν φυτοπαθολογικὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου θὰ τὴν ἐχαρακτήριζε τόση ἐπιπολαιότης δι’ ἕνα τόσον σπουδαῖον ζήτημα, οὔτε τὸν βαθμὸν τῆς ἐγκληματικῆς ἀνικανότητος ἠδυνάμην νὰ γνωρίζω, διότι τότε θὰ ἔλεγον εἰς τοὺς παραγωγούς, εἰς τὰ θύματα αὐτὰ τῆς κρατικῆς ἀποσυνθέσεως «φροντίσατε νὰ λάβητε μόνοι σας μέτρα διὰ νὰ προστατεύσητε τὴν παραγωγήν σας, διότι τὸ Κράτος εἶναι ἀνίκανον νὰ λάβῃ τοιαῦτα καὶ ἱκανὸν μόνον νὰ εἰσπράττῃ φόρους. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε, ἐλπίζω, νὰ σᾶς ἀναγνώσω τινὰ ἐκ τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα ἀντηλλάγησαν μεταξὺ τῆς φυτοπαθολογικῆς ὑπηρεσίας καὶ τῶν ἐκεῖ Ἀρχῶν, διὰ νὰ ἴδητε ποίαν μέθοδον ἠκολούθησεν ἡ φυτοπαθολογικὴ αὕτη ὑπηρεσία διὰ τὴν καταστροφὴν τῆς ἀκρίδος. Θὰ ἀποδειχθῇ ἐκ τῆς ἀναγνώσεως τῶν ἐγγράφων ὅτι ὑλικόν, τὸ ὁποῖον ἐφορτώθη ἐντεῦθεν διὰ τὸν Βόλον, ἔφθασεν εἰς τὸν πρὸς ὃν ὅρον μετὰ τρεῖς ὅλους μῆνας. Ἐδῶ εἶναι τὰ χαρτιὰ τὰ ὁποῖα θὰ ἀναγνώσω· καὶ ἀρχίζω: Ἡ φυτοπαθολογικὴ ὑπηρεσία πληροφορεῖ τὸν φυτοπαθολογικὸν σταθμὸν Βόλου ἀπὸ τὰς 17 Ἰανουαρίου ὅτι ἀπεστάλησαν 300 χιλιόγραμμα στρυχνοβρώμης διὰ τὴν καταδίωξιν τῶν ἀρουραίων. Ὁ φυτοπαθολογικὸς σταθμὸς Βόλου ἀναφέρει ὅτι δὲν ἔφθασε. Τὸ Ὑπουργεῖον ἀπαντᾷ ὅτι ἀπεστάλησαν. Ὁ σταθμὸς ἀπαντᾷ εἰς τὰς 28 Φεβρουαρίου τηλεγραφικῶς ὅτι δὲν ἔφθασαν. Εἰς τὰς 29 ἐπίσης τηλεγραφεῖ ὅτι δὲν ἔφθασαν. Καὶ προχωρῶ: Εἰς τὴν 1 Ἀπριλίου ἐπίσης τηλεγραφεῖ ὅτι δὲν φαίνεται πουθενὰ ἡ στρυχνοβρώμη, διότι τὴν ἐζήτει, ὡς βλέπετε, ἐπιμόνως ἵνα τὴν χρησιμοποιήσῃ ὅταν ἦτο καιρός.
§13ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Μήπως συνέβη ναυάγιον;
§14Ι. ΤΣΙΡΟΣ. Τώρα θὰ ἀκούσητε τί συνέβη. Ὅταν ἐπέρασα ἀπὸ τὸν Βόλον μὲ παρεκάλεσαν, φθάνοντας ἐνταῦθα, νὰ πληροφορηθῶ τί συμβαίνει, πῶς γίνεται δηλαδὴ νὰ φορτωθῇ ἡ στρυχνοβρώμη ἀπὸ τὰς 17 Ἰανουαρίου καὶ νὰ μὴ φθάνῃ. Μεταβὰς ἅμα τῇ ἀφίξει μου εἰς τὸ Ὑπουργεῖον λέγω εἰς τὸν διευθυντὴν τοῦ φυτοπαθολογικοῦ τμήματος: «Διατί δὲν ἀπαντᾶτε εἰς τὸν σταθμὸν πῶς ἐφορτώθη ἡ στρυχνοβρώμη καὶ ποῦ νὰ τὴν ζητήσουν; «Τί νομίζετε ὅτι ἀπήντησε; «Μὰ δὲν ρωτοῦν στὶς μαοῦνες καὶ στὶς βάρκες νὰ τὴν βροῦν;» Δὲν ἤξευραν οἱ ἄνθρωποι οὐδὲ μὲ ποῖον βαπόρι ἐστάλη. Καὶ τότε, κατόπιν τῶν παραστάσεών μου, ἐστάλη ἔγγραφον ὅτι ἐφορτώθη μὲ τὸ ἀτμόπλοιον «Ἀθῆναι» καὶ εἰς τὰς 14 Ἀπριλίου παρελήφθη. Ὥστε ἀπὸ τὰς 17 Ἰανουαρίου ἔφθασεν εἰς τὰς 14 Ἀπριλίου ἑπομένως δὲν ἐχρησιμοποιήθη. Θὰ σᾶς ἀναγνώσω ἐπίσης ἓν τηλεγράφημα τοῦ Γεωργικοῦ Συνεταιρισμοῦ Ἁλμυροῦ καὶ τοῦ Ἐμπορικοῦ Συλλόγου, ἐκ τοῦ ὁποίου θὰ διαπιστωθῇ ὅτι ἐκεῖνα τὰ μέτρα τὰ ὁποῖα διετάχθησαν ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Γεωργίας δὲν ἐξετελέσθησαν. Τηλεγραφοῦν καὶ πρὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Γεωργίας καὶ πρὸς ἡμᾶς τοὺς πληρεξουσίους ἀπὸ 4 Ἰουνίου (ἀναγινώσκει): «Ὑπουργὸς Γεωργίας ὑπεσχέθη πρὸ 15 ἡμερῶν... κλπ.». Ἐκ τοῦ τηλεγραφήματος αὐτοῦ φαίνεται ὅτι ἀπὸ τὰ πρόσωπα τὰ ὁποῖα ὁ κ. Ὑπουργὸς διέταξε νὰ ὑπάγουν νὰ συνδράμουν τὸ ἔργον δὲν ἐπῆγε κανείς, ἀλλ’ οὔτε καὶ χρήματα ἐστάλησαν.
§15Γ. ΜΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Τὰ χρήματα ἐστάλησαν ἀμέσως τηλεγραφικῶς, ἀλλ’ ὁ νομάρχης, ἀντὶ νὰ ἐνεργήσῃ ἀμέσως μὲ τὸ τηλεγράφημα, περιέμενε νὰ περάσουν τὰ ἐντάλματα ἀπὸ τὸ Λογιστήριον, ὡς ἂν ἡ ἀκρὶς θὰ περιέμενε. Τὸ τηλεγράφημα τῆς πιστώσεως ἐστάλη ἀμέσως.
§16Λ. ΚΑΤΑΦΥΓΙΩΤΗΣ. Δίδουν εἰς τὸν νομάρχην ἐπὶ πιστώσει, ἂν δὲν ἔχῃ τὰ χρήματα;
§17Γ. ΜΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Τὰ χρήματα ἐστάλησαν. Ἐτέθησαν εἰς τὴν διάθεσίν του 50,000 δραχμαί.
§18Ι. ΤΣΙΡΟΣ. Ἐπειδή, κύριοι, θὰ ἐπανέλθω δι’ ἐπερωτήσεως εἰς τὸ ζήτημα αὐτό, διότι ἀποδίδω ὑψίστην σημασίαν, τερματίζω τὸν λόγον, ἐπιφυλασσόμενος νὰ ζητήσω εὐθύνας ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὴν ἀχαρακτήριστον ἀδράνειαν τῶν ὀργάνων της εἰς τόσον σπουδαῖον ζήτημα.
§19Ι. ΒΑΛΑΛΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ἐπειδὴ γίνεται λόγος περὶ ὑποχρεώσεων τοῦ Κράτους ἐν περιπτώσει ἐνσκήψεως ἀκρίδων, δηλῶ ὅτι, βεβαίως τὸ Κράτος ὀφείλει νὰ συνδράμῃ τοὺς γεωργοὺς διὰ τὴν καταπολέμησιν τῶν ἀκρίδων, ἀλλ’ ὁ νόμος προβλέπει καὶ περὶ ἐργασίας τῶν ἐνδιαφερομένων κοινοτήτων, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν διὰ τὴν καταπολέμησιν ταύτην νὰ στρατολογῆται καὶ εἰδικὸν προσωπικόν. Ἡ ὑπηρεσία, καθὼς ἀντελήφθην, ἐν προκειμένῳ εἶναι ἐν τάξει, διότι ἤδη ἀπὸ τῆς 7 Μαρτίου ἔστειλεν ἔγγραφον εἰς τὸν νομάρχην Λαρίσης καὶ παρήγγειλεν ὅπως καταρτισθῶσιν ἀμέσως αἱ Ἐπιτροπαί, περὶ τῶν ὁποίων προβλέπει ὁ νόμος, συνταχθῶσιν οἱ κατάλογοι τῶν ὑποχρέων πρὸς ἐργασίαν καὶ νὰ εἶναι ἕτοιμοι πρὸς καταπολέμησιν τῆς ἀκρίδος. Ἐστάλησαν δὲ πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον ἐκ τῶν 120 τόννων πετρελαίου, τὸ ὁποῖον ἠγοράσθη ἐφέτος, αἱ 50,000 ὀκάδες. Διετάχθησαν οἱ μαθηταὶ τοῦ Ἀβερωφείου νὰ σπεύσωσιν εἰς βοήθειαν. Διετάχθησαν καὶ οἱ στρατιωτικαὶ Ἀρχαὶ νὰ στείλωσι στρατιώτας διὰ νὰ βοηθήσωσιν εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου. Εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι δὲν ἔγινεν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ γίνῃ. Τὸ Κράτος δύναμαι νὰ εἴπω ὅτι προσέφερε τὴν συνδρομήν του, διότι ἔστειλε τὸ ἀπαιτούμενον πετρέλαιον, διότι ἔστειλεν 150,000 δραχμὰς ὡς πρώτην δόσιν καὶ ἐξέδωκε καὶ ἄλλο ἔνταλμα 200,000 δραχμῶν, τὸ ὁποῖον θὰ συνεπλήρωνε τὴν πρώτην δόσιν, ὅπως σᾶς ἀνέφερεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν. Ὁ νομάρχης ἐνῷ ἠδύνατο νὰ χρησιμοποιήσῃ ἀμέσως τὸ ποσόν, περιέμενε νὰ γίνουν ὅλαι αἱ διατυπώσεις, τὰς ὁποίας γνωρίζετε, διὰ νὰ διαθέσῃ τὴν δαπάνην. Τοῦτο βεβαίως δὲν ἦτο ἀπαραιτήτως ἀναγκαῖον. Καὶ διὰ τοῦτο, ὅσον ἀφορᾷ τὰ κονδύλια αὐτά, θὰ ληφθῇ μέριμνα κυβερνητική, εἰς τρόπον ὥστε ἡ προσπάθεια τοῦ Κράτους ὅπως βοηθήσῃ μὴ ματαιοῦται ἕνεκα διατυπώσεων, αἱ ὁποῖαι δὲν ἐξασφαλίσουν καὶ τόσον πολὺ τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου, ὅταν οἱ διαχειριζόμενοι αὐτὰ δὲν δεικνύουν τὴν προσήκουσαν ἱκανότητα. Μοὶ φαίνεται λοιπὸν ὅτι, ἂν ἐν προκειμένῳ δὲν ἔγινεν ὅ,τι ἔπρεπε νὰ γίνῃ, τοῦτο ὀφείλεται πρὸ πάντων εἰς τὸ ὅτι αἱ Ἀρχαί, αἱ ὁποῖαι ἐκ τοῦ νόμου εἶναι ἁρμόδιαι, δὲν ἔδειξαν τὴν ἀπαιτουμένην δραστηριότητα. Τὸ Κέντρον ἐγκαίρως ἔδωσε βοήθειαν. Ἐν πάσῃ περιπτώσει εἶναι ἀνάγκη ὅπως ὀργανωθῶσι τὰ πράγματα ἐπὶ τὸ πρακτικώτερον καὶ πρὸ παντὸς νὰ διδαχθῶσιν οἱ ἐνδιαφερόμενοι ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν αἱ Κυβερνήσεις νὰ ἀποστέλλωσιν εἰδικοὺς ἐργάτας διὰ τὴν καταπολέμησιν τῶν ἀκρίδων. Ἐν τῇ προκειμένῃ περιπτώσει τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Γεωργίας διὰ τῆς ὑπηρεσίας του τῆς φυτοπαθολογικῆς, ἡ ὁποία δύναμαι νὰ εἴπω ὅτι δὲν εἶναι κακή, ἀλλὰ δύναται βεβαίως καὶ πρέπει νὰ τελειοποιηθῇ, ἔπραξε κάτι τὸ ὁποῖον θὰ ἠδύνατο νὰ σώσῃ τὴν κατάστασιν, ἂν ἐξετελοῦντο αἱ ὁδηγίαι καὶ ἐχρησιμοποιοῦντο τὰ ἀποσταλέντα βοηθήματα.
§20Ι. ΤΣΙΡΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, θέλω τὸν λόγον ἐκ νέου, διότι αἱ πληροφορίαι τοῦ κ. Ὑπουργοῦ εἶναι ἀνακριβεῖς. Ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπεν ὅτι ἀπέστειλε 50 τόννους πετρελαίου καὶ τὸν πληροφορῶ ὑπευθύνως ὅτι μέχρι τῆς 10ης Ἰουνίου ἀπεστάλησαν μόνον 15 τόννοι κατανεμηθέντες ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει). Τὸ ὅλον 494 κιβώτια. Ἂν ὑπολογίσητε καὶ τὰ σπασμένα, εἶναι ἀκριβῶς 15 τόννοι. Ἂν ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης καὶ ἐντεῦθεν ἀπεστάλη καὶ ἄλλη ποσότης, δὲν ἔχει καμμίαν σημασίαν, διότι εἶναι παρὰ πολὺ ἀργά, καὶ ἠμπορεῖτε νὰ τὰ πάρετε πίσω. Εἶμαι ὑποχρεωμένος, κύριοι πληρεξούσιοι, νὰ ἀποδείξω ὅτι ἡ ὑπηρεσία ἐγκλημάτησε κυριολεκτικῶς εἰς τὸ ζήτημα αὐτό. Πολὺ πρὸ τοῦ Ἰανουαρίου ἠρωτήσαμεν τὴν ὑπηρεσίαν τί χρειάζεται νὰ κάμωμεν διὰ νὰ ἀποφύγωμεν τὸν κίνδυνον αὐτόν, καὶ ἡ ὑπηρεσία μᾶς ἐζήτησεν ἓν πρᾶγμα, τὸ ἑξῆς. Νὰ φροντίσωμεν ὥστε ἡ Ἐπιτροπὴ τῶν Κρατικῶν Προμηθειῶν νὰ ἐπιτρέψῃ νὰ προμηθευθῶμεν ἐντεῦθεν πετρέλαιον, διότι, ἂν τὸ φέρωμεν ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ, ἦτο ἐνδεχόμενον νὰ βραδύνῃ. Αὐτὸ ἔγινε, διότι, κατόπιν ἐνεργειῶν μας, ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπέτρεψε τὴν προμήθειαν ἐκ τοῦ ὑπάρχοντος ἐδῶ, εἰς Πειραιᾶ. Ὁ κ. Ἰσακκίδης μοὶ εἶπε τότε τὸ ἑξῆς ἐπὶ λέξει: «Ἀφοῦ ἐλύθη τὸ ζήτημα αὐτό, μείνατε ἀπολύτως ἥσυχοι καὶ νὰ ἐνεργήσητε ὅπως τὰ κοινοτικὰ συμβούλια φροντίσουν διὰ τὸν καταρτισμὸν τῶν συνεργείων καὶ τὴν ἐπισήμανσιν τῶν μερῶν ἔνθα εὑρίσκεται ἡ ἀκρίς. Θέλω νὰ ἠξεύρω τί θὰ χρειασθῆτε διὰ τὸν Ἁλμυρόν». Τῷ ἀπήντησα ὅτι ὁ πρόεδρος τοῦ Συνεταιρισμοῦ εἰς τηλεγράφημά μου ἀπαντᾶ ὅτι θὰ χρειασθῶμεν εἰδικῶς διὰ τὸν Ἁλμυρὸν μίαν σημαντικὴν ποσότητα. Τηλεγραφεῖ ὅτι θὰ χρειασθοῦν κατὰ θετικὰς πληροφορίας 500 κιβώτια διὰ τὸν Ἁλμυρὸν καὶ τῷ ἐπέδειξα τὸ τηλεγράφημα. Ἀφοῦ λοιπὸν εἶχε τὴν πληροφορίαν αὐτὴν ἡ ὑπηρεσία, ὅτι θὰ ἐχρειάζοντο διὰ τὸν Ἁλμυρὸν μόνον 500 κιβώτια, πόσα νομίζετε ὅτι ἐζήτησε διὰ τοῦ πρώτου ἐγγράφου της; Εἴκοσι τόννους διὰ νὰ τοὺς κατανείμῃ εἰς ὅλην τὴν Ἑλλάδα, δηλαδὴ ἀξίας 60,000 δραχμῶν διὰ νὰ τοὺς διαθέσῃ διὰ νὰ σώσῃ τὸ προϊὸν ὅλης τῆς Ἑλλάδος, τὸ προϊὸν ἐπὶ τοῦ ὁποίου στηρίζεται ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους.
§21Ι. ΒΑΛΑΛΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ἐπιτρέπετε; Ἡ ὑπηρεσία ἐζήτησεν 120 τόννους.
§22Ι. ΤΣΙΡΟΣ. Ἐζήτησεν 20 τόννους διὰ τοῦ πρώτου ἐγγράφου τὸ ὁποῖον ἔκαμεν ἡ ὑπηρεσία καὶ ἀπέστειλεν ἐξ αὐτῶν 4 τόννους εἰς τὸν Βόλον δι’ ὅλην τὴν Θεσσαλίαν. Εἰς τὴν φυτοπαθολογικὴν ὑπηρεσίαν εἶχον ἀφήσει ἓν σημείωμα, διότι εἶδον ὅτι 4 τόννοι, φορτωθέντες, ἔφθασαν εἰς Βόλον μετὰ 23 ἡμέρας. Ὁ κ. Ἰσαακίδης μᾶς ἐπληροφόρει μὲ μεγάλην προθυμίαν ὅτι ἔδωκε διαταγὴν νὰ φορτωθῶσι τόσοι τόννοι, ἀλλ’ ἀπὸ τῆς διαταγῆς μέχρι τῆς φορτώσεως παρενέπιπτον πολλαὶ ἡμέραι. Εἶχον ἀφήσει, λέγω, ἓν σημείωμα, ἐπειδὴ ἔβλεπον ὅλην αὐτὴν τὴν κατάστασιν, εἰς τὸ ὁποῖον ἔλεγον ὅτι ἡ ἀκρὶς θὰ ἀναπτυχθῇ καὶ θὰ καταστρέψῃ τὴν καπνοπαραγωγὴν καὶ τὰ πετρέλαια θὰ φορτώνωνται χωρὶς ὅμως νὰ φθάνουν, εἶναι δὲ συναφὲς καὶ ἓν τηλεγράφημά μου, τὸ ὁποῖον τῷ ἔστειλα ἐξ Ἁλμυροῦ, μετὰ τὴν ἄφιξίν του μάλιστα εἰς τὰς 9 Μαΐου καὶ τῷ λέγω τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Παρὰ τὰς ἐπανειλημμένας ... κλπ.». Δὲν εἶναι ὀρθὸν οὔτε ἠθικὸν νομίζω, κύριοι, νὰ ὑπόσχεται ἡ ὑπηρεσία ὅτι ἔλαβε μέτρα διὰ νὰ προστατεύσῃ τὴν παραγωγὴν καὶ νὰ τὴν ἀφίνῃ κατόπιν ἐκτεθειμένην. Ἐπίσης εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ἐτηλεγράφησα τὴν 13 Μαΐου καὶ εἶπον τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει). Τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον μοὶ ἀπήντησεν ὅτι ἐδόθησαν διαταγαί, ἀλλ’ ἐγὼ καὶ οἱ καπνοπαραγωγοὶ δὲν τὰς εἴδομεν. Ἔρχομαι τώρα, κύριοι, εἰς τὸ ζήτημα πῶς ἀπεστέλλοντο αὐταὶ αἱ ποσότητες, πότε ἀπεστέλλοντο καὶ πότε ἀφικνοῦντο (ἀναγινώσκει): «Τὴν 12 Μαρτίου... κλπ.». Τὸ συμπέρασμά μου, κύριοι πληρεξούσιοι, εἶναι ὅτι ἐξ ὑπαιτιότητος καὶ μόνης τῆς ὑπηρεσίας κατεστράφη ἡ παραγωγὴ καὶ ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ λάβῃ, ἔστω ἐκ τῶν ὑστέρων, τὰ ἑξῆς μέτρα. Νὰ συστήσῃ μίαν Ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία νὰ ἐξακριβώσῃ τὰς ζημίας καὶ νὰ ἀποζημιώσῃ τοὺς γεωργούς, ἂν δὲν θέλῃ νὰ εὑρεθῇ πρὸ γεγονότων, διὰ τὰ ὁποῖα θὰ φέρῃ αὕτη ὅλην τὴν εὐθύνην.
§23ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Καὶ οἱ ὑπάλληλοι, οἱ ὁποῖοι ἐξηπάτησαν τὴν ὑπηρεσίαν, τί θὰ γίνουν;
§24Ι. ΤΣΙΡΟΣ. Οἱ ὑπάλληλοι θὰ προαχθῶσιν, ὡς συνήθως συμβαίνει.
§25Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε, λόγῳ τοῦ ἐπείγοντος, νὰ ἀναφέρω τηλεγράφημα, τὸ ὁποῖον ἔλαβον ἀπὸ τὴν Σάμον, εἰς τὸ ὁποῖον παραπονοῦνται ὅτι ὁ στρατιωτικὸς διοικητὴς Σάμου ἐξέδωκε τόσον αὐστηρὰς διαταγάς, ὥστε οἱ χωρικοὶ δὲν δύνανται νὰ ἐξέλθωσι καὶ συλλέξωσι τοὺς καρπούς των.
§26Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Ἐπληροφορήθημεν περὶ τούτου ἐγκαίρως καὶ ἀπεστείλαμεν τηλεγραφικὴν διαταγήν.
§27Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ Κυβέρνησις ἔχει τὴν τιμὴν νὰ καταθέσῃ σχέδιον νόμου περὶ τῶν εἰς χρυσᾶ νομίσματα ὑποχρεώσεων», συμφώνως μὲ τὴν ἐπαγγελίαν τὴν ὁποίαν εἶχε δώσει πρὸ ἡμερῶν.
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν Ἐπερωτήσεων. Μεταξὺ τῶν ἐγγεγραμμένων ἐπερωτήσεων δύο ἀφορῶσι τὴν κατάθεσιν ἐγγράφων, αἱ ὁποῖαι, κατὰ τὸν Κανονισμόν, προηγοῦνται. Κατόπιν θὰ ἔλθῃ ἡ ἐπερώτησις περὶ τῆς συναλλαγματικῆς καὶ οἰκονομικῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως. Τὰς ἐπερωτήσεις ταύτας περὶ καταθέσεως ἐγγράφων ὑποβάλλει ὁ κ. Μάρκου.
§29ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Ἀπουσιάζει.
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὥστε διαγράφονται καὶ εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἐπερώτησιν περὶ τῆς συναλλαγματικῆς καὶ οἰκονομικῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως. Ἐπ’ αὐτῆς εἶναι ἐγγεγραμμένοι πολλοὶ πληρεξούσιοι διὰ νὰ ὁμιλήσουν καὶ οἵτινες ἀπουσιάζουν. Ἐννοεῖται ὅτι γενικευομένης τῆς συζητήσεως δύνανται νὰ λάβωσι τὸν λόγον κατόπιν.
§31Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ Κυβέρνησις ἐζήτησε τὴν γενίκευσιν τῆς συζητήσεως καὶ ἡ Συνέλευσις ἀπεδέχθη, ὥστε ἕκαστος δύναται νὰ λάβῃ τὸν λόγον.
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Μπακόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§33Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι πληρεξούσιοι, ἀφορμὴ πρὸς ὑποβολὴν τῆς ἐπερωτήσεως ὑπῆρξεν ἡ κατάργησις τῆς κατὰ τὴν κοινὴν ἔκφρασιν λεγομένης ἐλευθέρας ἀγορᾶς τοῦ συναλλάγματος. Αἰτία δὲ διὰ τὴν ὁποίαν ἀνεμίχθημεν εἰς τὴν ἐπερώτησιν αὐτὴν εἶναι ὁ ἔλεγχος τῆς γενικωτέρας συναλλαγματικῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως, τῆς ὁποίας μερικὴ ἐκδήλωσις ἦτο ἡ κατάργησις τῆς ἐλευθερίας τῶν συναλλαγῶν. Ἂς ἐξετάσωμεν κατὰ πρῶτον τὴν ἀφορμὴν διὰ νὰ εἰσέλθωμεν κατόπιν εἰς τὰ αἴτια. Ἐπὶ τοῦ σημείου ὅμως τούτου χρειάζεται μία προκαταβολικὴ ἐξήγησις περὶ τοῦ τί ἐστὶν ἐλευθέρα χρηματιστηριακὴ ἀγορά. Καὶ πρὸ τούτου ἀνάγκη δύο λέξεων ἐπὶ τοῦ τί ἐστὶ χρηματιστικὴ ἀγορά, διότι, ἂν δὲν ἔχωμεν σαφῆ τὴν ἀντίληψιν τί εἶναι χρηματιστικὴ ἀγορά, δὲν δυνάμεθα νὰ ἐννοήσωμεν συζήτησιν περὶ ἐλευθέρας χρηματιστικῆς ἀγορᾶς. Εἶναι παγκοίνως γνωστόν, κύριοι, ὅτι ἡ χρηματιστικὴ ἀγορὰ εἶναι καὶ αὐτὴ μία οἰκονομικὴ ἀγορά, κάτι ἀνάλογον πρὸς τὰς πανηγύρεις, πρὸς τὰς ἑβδομαδιαίας ἀγοράς, κατὰ τὰς ὁποίας συνέρχονται ἐπὶ τὸ αὐτὸ οἱ προσφέροντες ὡρισμένα οἰκονομικὰ ἀγαθὰ μετὰ τῶν ἐπιθυμούντων ταῦτα, διὰ νὰ προβῶσιν εἰς τὴν ἀνταλλαγὴν τῇ μεσολαβήσει τοῦ κοινοῦ ἀνταλλακτικοῦ μέσου, τοῦ χρήματος. Ἀκριβῶς μία τοιαύτη ἀγορὰ εἶναι καὶ ἡ χρηματιστικὴ ἀγορά, διαφέρουσα τῶν ἄλλων κατὰ τοῦτο καὶ μόνον, ὅτι τὰ οἰκονομικὰ ἀγαθὰ τὰ προσαγόμενα εἰς τὰς χρηματιστικὰς ἀγορὰς καὶ αἱ οἰκονομικαὶ ἀξίαι αἱ διαπραγματευόμεναι εἰς τὰς χρηματιστικὰς ἀγορὰς εἶναι ἀγαθά, εἶναι ἀξίαι κατὰ γένος ὁριζόμεναι. Ἐνῷ εἰς τὰς κοινὰς ἀγορὰς γίνεται διαπραγμάτευσις τοῦ Α εἴδους, εἰς τὰς χρηματιστικὰς ἀγορὰς γίνεται διαπραγμάτευσις τῶν ἀγαθῶν εἴτε κατὰ γένος εἴτε κατὰ ποσόν. Εἶναι δὲ χαρακτηριστικὸν ἐν τῇ ἐξελίξει τῆς χρηματιστικῆς ἀγορᾶς ὅτι ἡ πρώτη ὀργάνωσις ὑπῆρξεν ἀγορὰ ἐμπορευμάτων. Τὸ πρῶτον ἱδρυθὲν ὠργανωμένον Χρηματιστήριον εἶναι τῆς Ἀμβέρσης τοῦ ἔτους 1531, τὸ ὁποῖον ἦτο Χρηματιστήριον ἐμπορεύματος. Καὶ ἂν τοῦτο προώδευσε καὶ ἂν ἐξειλίχθη, ἦτο διότι ἐστηρίχθη ἐπὶ τῆς ἀπολύτου ἐλευθερίας τῶν συναλλαγῶν. Καὶ ὅταν κατόπιν ὠργανώθησαν τὰ Χρηματιστήρια τῶν ἀξιῶν, προήχθησαν καὶ ταῦτα καὶ κατέστησαν οἰκονομικαὶ ἀγοραὶ ἐξυπηρετικαὶ τῆς ἐθνικῆς οἰκονομίας, ἀκριβῶς διότι ἐστηρίζοντο ἐπὶ τῆς ἐλευθερίας τῶν συναλλαγῶν καὶ ἀκριβῶς, ἐπειδὴ ἐστηρίζοντο ἐπὶ τῆς ἐλευθερίας τῶν συναλλαγῶν, διὰ τοῦτο αἱ ἀγοραὶ αὐταὶ ἦσαν ἐλεύθεραι. Ὅσον ὅμως καὶ ἂν ἦσαν ἐλεύθεραι, λόγῳ τῆς μεγάλης οἰκονομικῆς καὶ κοινωνικῆς σημασίας των, δὲν ἐβράδυναν νὰ τεθῶσιν ὑπὸ τὸν ἔλεγχον τοῦ Κράτους, ὑπὸ τὸν ἔλεγχον τοῦ νόμου, ὑπὸ τὴν ἐποπτείαν τῶν κρατικῶν ὀργανώσεων, χωρὶς τοῦτο νὰ ἔχῃ ἐπίδρασιν ἐπὶ τῆς ἐννοίας τῆς ἐλευθέρας ἀγορᾶς. Καὶ παρ’ ἡμῖν, ἐν Ἑλλάδι, ἡ ὀργάνωσις τῆς χρηματιστικῆς ἀγορᾶς ἐστηρίχθη πάντοτε, μετὰ τὸν τελευταῖον ὀργανικὸν νόμον, τὸν 1038, ἐπὶ τῆς ἐλευθέρας συναλλαγῆς καὶ οὕτω πως μία ἐλευθέρα χρηματιστικὴ ἀγορά, μία οἰκονομικὴ ἀγορὰ διετέλει, ὡς ὤφειλε, πάντοτε ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ Νόμου, ὑπὸ τὴν ἐποπτείαν τοῦ Κράτους. Ὅταν ὅμως μετὰ τὰς ἐκλογὰς τοῦ 1920 καὶ ἐπὶ τοῦ Κωνσταντινικοῦ καθεστῶτος, λόγῳ τῶν πολιτικῶν σφαλμάτων τοῦ καθεστῶτος ἐκείνου, ἤρχισε καταρρέουσα ἡ οἰκονομικὴ ἀκμὴ τῆς Χώρας, ἡ μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ζηλευτή, οἱ τότε κυβερνῶντες ἐνόμισαν ὅτι τὸ κακὸν τῆς οἰκονομικῆς καταπτώσεως ἔδει νὰ ἀναζητηθῇ οὐχὶ εἰς τὰ πολιτικὰ σφάλματά των, ἀλλὰ εἰς τὴν ἐλευθερίαν τῶν συναλλαγῶν. Ἂν τὸ ἐπίστευον ἢ ὄχι, ἂν τὸ ἔπραττον ἐν συνειδήσει ἢ πρὸς ἀπάτην τοῦ λαοῦ, εἶναι ἄλλο τὸ ζήτημα, ἡ οὐσία παραμένει ὅτι ἀνεζήτησαν τὴν αἰτίαν τοῦ κακοῦ εἰς τὴν ἐλευθερίαν τῶν συναλλαγῶν, διεκήρυξαν δὲ καὶ τότε ὅτι ἡ αἰσχροκέρδεια τῶν Τραπεζῶν καὶ τῆς ἐλευθέρας ἀγορᾶς ἦτο ἡ ὕψωσις τῆς τιμῆς τοῦ ξένου συναλλάγματος ἐν συγκρίσει πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν δραχμήν. Ἐνθυμεῖσθε ὅτι καὶ δὲν ἐβράδυνεν ὑπὸ τὴν μετανοεμβριανὴν Κυβέρνησιν νὰ ληφθοῦν μέτρα περιοριστικὰ τῆς ἐλευθερίας τῆς συναλλαγῆς. Ἐλήφθησαν, κύριοι, τὰ νόμιμα νομικὰ περιοριστικὰ μέσα, ἐν τῇ πράξει ὅμως ἔμειναν ἀνίσχυρα, διότι εὕρισκον ἀντίδρασιν εἰς τὴν οἰκονομικὴν ἀνάγκην τῶν ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι, ὅπως διδάσκῃ ἡ οἰκονομικὴ ἱστορία, δὲν ἀνεγνώρισαν ποτὲ φραγμούς. Ἔτσι καὶ ἐν Ἑλλάδι, ὅταν ἐπανελήφθη ἡ μακραίων διεθνὴς πεῖρα, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ ἀνθρωπίνη διάνοια, ἀγομένη ἐκ τοῦ ἀτομικοῦ χρηματικοῦ συμφέροντος, εὕρισκε πάντοτε τὸν τρόπον νὰ διαφύγῃ τοὺς νομίμους περιορισμούς, καὶ ἐνεφανίσθη καὶ παρ’ ἡμῖν ἡ μία ἀγορά, ἡ οἰκονομική, παραπλεύρως τῆς ὠργανωμένης ἀγορᾶς, τῆς τελούσης ὑπὸ τὸν ἔλεγχον τοῦ Κράτους, ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ Νόμου, καὶ ἐπειδὴ ἀκριβῶς οἱ ἔχοντες ἀνάγκην συναλλάγματος μόνον εἰς τὴν ἐλευθέραν αὐτὴν ἀγοράν, εἰς τὴν παράνομον αὐτὴν παράπλευρον ἀγορὰν ἠδύναντο νὰ καλύψωσι τὴν ἀνάγκην των, παρακάμπτοντες τοὺς περιορισμοὺς τοῦ νόμου, καθιερώθη ἡ κοινὴ ἔκφρασις ὅτι ἡ ἀγορὰ αὐτὴ ἦτο ἡ ἐλευθέρα ἀγορά. Ἐνθυμεῖσθε ὅλοι ὅτι ἐπανειλημμένως ἐγένετο ἀπόπειρα λήψεως κρατικῶν μέτρων πρὸς διάλυσιν τῆς ἀγορᾶς αὐτῆς καὶ τὰ μέτρα αὐτὰ πάντοτε ἀπέτυχον, διότι προσέκρουον εἰς τὴν ἀντίδρασιν Κοινὴν Γνώμην. Ἐπὶ Ἐπαναστάσεως ἦλθε καὶ πάλιν ἐντατικῶς τὸ ζήτημα πρὸς συζήτησιν, ἂν ἔπρεπε νὰ διατηρηθῶσιν ἢ ἀπαγορευθῶσιν οἱ νομικοὶ περιορισμοὶ τῆς ἐλευθερίας τῶν συναλλαγῶν καὶ ἐγὼ τότε, δημοσιογραφῶν, ὑπεστήριξα τὴν ἀνάγκην τῆς καθιερώσεως καὶ πάλιν τῆς ἐλευθερίας τῶν συναλλαγῶν ὑπὸ τὸ πνεῦμα ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀφεθῇ ἐλευθέρα ἡ διαπραγμάτευσις καὶ τοῦ συναλλάγματος καὶ τοῦ χρήματος, τῆς κατ’ ἐξοχὴν δηλαδὴ οἰκονομικῆς αὐτῆς ἀξίας εἰς τὸ Χρηματιστήριον ὑπὸ τὸ Κράτος ἡμῶν. Καὶ πραγματικῶς, μετὰ διαφόρους ταλαντεύσεις, τοῦτο ἐπραγματοποιήθη. Ἀλλὰ καὶ πάλιν παραπλεύρως πρὸς τὴν νόμιμον ἀγορὰν ἐξακολουθεῖ νὰ ὑφίσταται ἡ παράνομος ἀγορά, οὐχ ἧττον ὅμως ἐκλείπουν οἱ νομικοὶ λόγοι, οἱ ὁποῖοι καὶ τὴν ἐγέννησαν καὶ τὴν ἐδίωξαν, καὶ τὸ Κράτος, μὴ διαβλέπον οὐδένα οἰκονομικὸν λόγον πρὸς δίωξιν τῆς ἐλευθέρας ἀγορᾶς, τὴν ἀφῆκε νὰ ζῇ. Σήμερον ἡ Κυβέρνησις, διὰ τοῦ Διατάγματος τῆς 6 Μαΐου, καταργεῖ τὴν ἐλευθερίαν συναλλαγῆς, καταργεῖ καὶ τὴν λεγομένην ἐλευθέραν ἀγοράν.
§34Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν ἐδημοσιεύθη Διάταγμα· ἁπλῶς ἐφηρμόσθη ὁ νόμος.
§35Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἔλθω παρακάτω· συμφωνοῦμεν εἰς αὐτό. Καὶ καθ’ ὅσον μὲν ἀφορᾷ τὴν κατάργησιν τῆς λεγομένης ἐλευθέρας ἀγορᾶς, οὐδεὶς ἔλεγχος θὰ ἠδύνατο νὰ στηριχθῇ κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον ὅτι ἐφήρμοσε τὸν νόμον. Ὁ νόμος εἶναι διπλοῦς, εἶναι ἀφ’ ἑνὸς ὁ νόμος τῶν ἀξιῶν, ὁ ὁποῖος ἀπαγορεύει τὴν ἐνέργειαν πράξεων χρηματιστικῶν παρ’ ἀνθρώπων μὴ ἐχόντων πρὸς τοῦτο ἄδειαν. Ἐν πάσῃ περιπτώσει δὲ τὸ ζήτημα σήμερον, ὁπότε συζητεῖται ἡ ἐπερώτησις, ἔχει χάσει τὴν οὐσιαστικὴν αὐτοῦ ἀξίαν ἐν πολλοῖς, διότι ἡ Κυβέρνησις, μετὰ τὴν ἀπαγόρευσιν τῆς διενεργείας χρηματιστικῶν πράξεων εἰς τὴν ἐλευθέραν ἀγοράν, τὸ πλεῖστον τῶν μεσιτῶν τῆς ἀγορᾶς ἐκείνης διώρισεν ἐπισήμους μεσίτας. Ἀφ’ ἑτέρου...
§36Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Οὐδὲ εἷς μεσίτης διωρίσθη ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως.
§37Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἀποσύρω. Δὲν ἔχει ἄλλως τε καὶ σημασίαν.
§38Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἔχει σημασίαν. Θὰ εἴμεθα ἐν ἀπολύτῳ ἀνακολουθίᾳ, ἂν ἀφ’ ἑνὸς προσπαθοῦμεν νὰ περιορίσωμεν τὴν ἐλευθέραν ἀγορὰν καὶ ἀφ’ ἑτέρου διορίζωμεν ἕνα μέγαν ἀριθμὸν μεσιτῶν. Οὐδὲ εἷς μεσίτης διωρίσθη.
§39Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄλλην σημασίαν θὰ εἶχεν. Ἐκεῖνο ὅμως τὸ σημεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον χωρεῖ ἔλεγχος τῶν κυβερνητικῶν ἐνεργειῶν, εἶναι ἡ κατάργησις, ὁ περιορισμὸς τῆς ἐλευθερίας τῶν συναλλαγῶν· διότι ὁ περιορισμὸς οὗτος ἀποτελεῖ μίαν ἐκδήλωσιν τῆς ὅλης συναλλαγματικῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ νομισματικὴ πολιτικὴ καὶ ἡ συναλλαγματικὴ πολιτικὴ γενικῶς καὶ πρὸ τοῦ πολέμου ἀπετέλουν ἓν τῶν κυριωτέρων θεμάτων τῆς ὅλης πολιτικῆς τῶν Κρατῶν, μὲ διάφορον ὅμως κατεύθυνσιν, μὲ διαφόρους βάσεις, μὲ διαφόρους δικαιολογίας, διότι αἱ συνθῆκαι ἦσαν διάφοροι. Πρὸ τοῦ πολέμου τὸ ζήτημα τῆς νομισματικῆς πολιτικῆς ἐξηντλεῖτο εἰς τὸν καθορισμὸν τῆς νομισματικῆς βάσεως τῶν Κρατῶν· ἂν θὰ ἦτο τὸ μονομεταλλικὸν σύστημα ἢ ἂν θὰ ἦτο τὸ διμεταλλικὸν σύστημα, ἂν θὰ ἦτο ἡ βάσις ὁ χρυσὸς καὶ ὑπὸ ποίους τύπους καὶ ὑπὸ ποίας συνθήκας. Μετὰ τὸν πόλεμον ἡ σημασία τῆς συναλλαγματικῆς πολιτικῆς καὶ καθόλου τῆς νομισματικῆς πολιτικῆς τῶν Κρατῶν ηὐξήθη καταπληκτικῶς. Ηὐξήθη δὲ καταπληκτικῶς, διότι, ἐνῷ πρὸ τοῦ πολέμου ἡ τοιαύτη ἢ ἀλλοία διαρρύθμισις τῶν νομισματικῶν συνθηκῶν ἀπετέλει ἀναμφισβητήτως τὴν βάσιν τῆς ἐμπορικῆς καὶ τῆς οἰκονομικῆς καθόλου ἐξελίξεως, ἄφινεν ὅμως τὸν πολὺν κόσμον ἀδιάφορον ἐν τινι μέτρῳ, εἴτε διότι δὲν ἠδύνατο νὰ παρακολουθῇ αὐτὰ τὰ ζητήματα, εἴτε διότι δὲν εἶχεν ἄμεσον ἐνδιαφέρον. Μετὰ ὅμως τὸν πόλεμον, ὅταν τὰ διάφορα Κράτη εὑρέθησαν μὲ μίαν νομισματικὴν διακύμανσιν σοβαράν, ὑπὸ τὸ πνεῦμα ὅτι εἶδον τὸ νόμισμά των, τὸ ὁποῖον πρὸ τοῦ πολέμου ἐστηρίζετο ἐπὶ τοῦ χρυσοῦ, νὰ παρεκκλίνῃ βαθμηδὸν καὶ κατὰ τὸ μᾶλλον ἢ ἧττον περισσότερον ἀπὸ τῆς χρυσῆς αὐτοῦ βάσεως, ἐγεννήθη μία κατάστασις ἡ ὁποία ἐνδιέφερεν ἀμέσως ὅλον τὸν λαόν, ὅλους τοὺς πολίτας διὰ τοὺς ἑξῆς λόγους: Ὅλοι οἱ ἄνθρωποι, ὅλαι αἱ οἰκονομικαὶ μονάδες, καὶ τὰ φυσικὰ πρόσωπα καὶ τὰ νομικὰ πρόσωπα, εὑρίσκοντο ὑπὸ τὴν ἄμεσον ἐπιρροὴν τῆς συναλλαγματικῆς διακυμάνσεως. Ἂς λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν μίαν οἰκονομικὴν μονάδα, ἡ ὁποία τὴν περιουσίαν της εἶχεν ἐπενδύσει εἴτε εἰς χρυσὸν εἴτε εἰς ἐγχώριον νόμισμα. Εἶναι προφανὲς ὅτι οἱαδήποτε συναλλαγματικὴ διακύμανσις ἐπέλθῃ, αἱ οἰκονομικαὶ αὗται μονάδες αἰσθάνονται ἄμεσον τὸν ἀντίκτυπον εἰς τὸν καθορισμὸν τῆς περιουσίας αὐτῶν. Ἀλλὰ ὄχι μόνον τοῦτο· καὶ ὅσοι ἀποζοῦν ἀπὸ ἕνα ὡρισμένον εἰσόδημα, εὑρίσκονται καὶ αὐτοὶ ἐν ἀπολύτῳ καὶ ἀμέσῳ ἐξαρτήσει ἀπὸ τὰς συναλλαγματικὰς διακυμάνσεις κατὰ τοῦτο, ὅτι, ἐνῷ τὸ εἰσόδημά των παραμένει σταθερόν, αἰσθάνονται ἐμμέσως ἀλλ’ ἀσφαλῶς τὸν ἀντίκτυπον τῶν συναλλαγματικῶν διακυμάνσεων εἰς τὴν ἐκδήλωσιν αὐτῶν, εἰς τὸν καθορισμὸν τῆς τιμῆς τῶν πραγμάτων καὶ ἑπομένως εἰς τὴν ἀκρίβιαν τοῦ βίου. Ἀλλὰ πλὴν τῆς ἰδιωτικῆς οἰκονομίας καὶ ἡ δημοσία οἰκονομία ἐνδιαφέρεται ἀπολύτως καὶ ἀμέσως διὰ τὰς συναλλαγματικὰς διακυμάνσεις. Εἶναι κοινὴ ὑπόθεσις· τὰ δημόσια οἰκονομικὰ εὑρίσκονται εἰς ἀμοιβαίαν καὶ ἐνδελεχῆ ἀλληλεξάρτησιν πρὸς τὴν συναλλαγματικὴν κατάστασιν. Ἡ πτῶσις τοῦ ἐγχωρίου νομίσματος ἐπαυξάνει τὰς δαπάνας τοῦ Κράτους, καθιστᾷ ἔτι μᾶλλον ἀνισοσκελῆ τὸν Προϋπολογισμὸν καὶ ἴσως–ἴσως ὁδηγεῖ εἰς ἀκαλύπτους ἐκδόσεις χαρτονομίσματος, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἀκόμη δυσχεραίνει τὴν κατάστασιν, ὅπως τοὐναντίον καλὰ δημόσια οἰκονομικὰ διευκολύνουν τὴν ἐξυγίανσιν τοῦ νομίσματος καὶ διὰ τοῦτο ὀρθῶς λέγεται εἰς τὴν μεταπολεμικὴν ἐπιστήμην ὅτι τὸ ὑγιὲς νόμισμα δὲν εἶναι μόνον ἀναγκαία προϋπόθεσις, ἀλλὰ καὶ τὸ ἀποτέλεσμα καλῶς ὠργανωμένης ἢ καλῶς ἐξελισσομένης γενικῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς. Μετὰ τὸν πόλεμον, κύριοι πληρεξούσιοι, δύο κατευθύνσεις καθωρίσθησαν καὶ διεγράφησαν πρὸς νομισματικὴν ἐξυγίανσιν: Ἡ ριζικὴ καὶ ἡ βαθμιαία. Ἡ ριζικὴ κατεύθυνσις εἶναι κατεύθυνσις τῆς ὑποτιμήσεως τοῦ νομίσματος, ἡ ὁποία συνίσταται εἰς τὸν καθορισμὸν εἰς μίαν ὡρισμένην στιγμὴν τῆς σχέσεως τοῦ ἐγχωρίου νομίσματος πρὸς τὴν χρυσῆν βάσιν καὶ ἡ ὑποτίμησις τοῦ νομίσματος κατὰ τὸ ποσοστὸν τούτου. Ἡ ἄλλη εἶναι ἡ διὰ τῆς βαθμιαίας οἰκονομικῆς ἐξελίξεως ἐπάνοδος εἰς τὴν χρυσῆν βάσιν κατὰ τὸ δυνατόν. Δὲν θέλω νὰ κουράσω τὴν Συνέλευσιν μὲ τὴν ἀνάπτυξιν λεπτομερέστερον τῶν θεωριῶν τούτων, διότι καὶ δὲν ἔχει κανένα σκοπὸν εἰς τὴν προκειμένην συζήτησιν. Καὶ δὲν ἔχει κανένα σκοπόν, διότι καὶ οἱ ὀπαδοὶ τῆς πρώτης κατευθύνσεως καὶ οἱ ὀπαδοὶ τῆς δευτέρας κατευθύνσεως συμφωνοῦν εἰς τοῦτο τὸ σημεῖον, ὅτι διὰ νὰ καθορισθῇ ὁποίαν πολιτικὴν πρέπει νὰ ἀκολουθῇ οἱονδήποτε Κράτος, εἴτε τὴν ριζικὴν εἴτε τὴν πολιτικὴν τῆς ἀποκαταστάσεως, πρέπει πρὸ παντὸς νὰ ἐπιτευχθῇ μία σταθεροποίησις τοῦ ἐθνικοῦ νομίσματος. Εἶναι δὲ ἀδιάφορον, καὶ τὸ τονίζω, εἰς ποῖον σημεῖον θὰ ἐπέλθῃ ἡ σταθεροποίησις, ἢ εἰς χαμηλότερον ἢ εἰς ὑψηλότερον· τοῦτο δὲν παίζει κανένα ρόλον, ἀρκεῖ νὰ ἐπέλθῃ, ἂν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ, διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον: Ἂν ἐπέλθῃ, δὲν θὰ βραδύνῃ ὁ χρόνος, κατὰ τὸ ὁποῖον ὅλαι αἱ οἰκονομικαὶ συναλλαγαὶ τῆς Χώρας θὰ προσαρμοσθοῦν πρὸς τὴν κατάστασιν καὶ ἑπομένως θὰ πρόκειται περὶ ὑπολογισμῶν μόνον, ὅτι τὸ πρᾶγμα τὸ ὁποῖον θὰ τιμᾶται μίαν χρυσῆν μονάδα, θὰ τιμᾶται περὶ τὰς 10 χαρτίνας. Τοῦτο δὲν ἔχει σημασίαν. Διὰ νὰ ἐπέλθῃ δὲ ἡ σταθεροποίησις τοῦ νομίσματος, δὲν εἶναι πρᾶγμα οὔτε εὔκολον οὔτε κάτι τι τὸ ὁποῖον δύναται νὰ ἐπιτευχθῇ ἀμέσως. Καὶ πολὺ ὀρθῶς ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀγορεύων προχθὲς ἀκόμη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἐτόνισεν ὅτι τὸ ζήτημα τῆς συναλλαγματικῆς καταστάσεως εἶναι ζήτημα λεπτόν, εἶναι ζήτημα πολύπλοκον, εἶναι ζήτημα τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἐξετασθῇ ἀπὸ τὰς διαφόρους αὐτοῦ ἀπόψεις καὶ νὰ καθορίσῃ τὸ Κράτος μίαν κατεύθυνσιν, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἀκολουθῇ. Δὲν ἔχω καμμίαν δυσκολίαν, ἐγὼ τουλάχιστον, νὰ συνυπογράψω ἀνεπιφυλάκτως δηλώσεις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, γενομένας διὰ τοῦ Τύπου τὴν τελευταίαν ἡμέραν τοῦ παρελθόντος Φεβρουαρίου, κατὰ τὰς ὁποίας λέγει (ἀναγινώσκει): «Μία ὑγιὴς ἀλλὰ καὶ σταθερά, ἄνευ θλάσεως καὶ διακοπῶν, δημοσιονομικὴ καὶ ἐμπορικὴ πολιτικὴ δύναται νὰ μᾶς δώσῃ τὴν ἐλπίδα βελτιώσεως τοῦ ἐθνικοῦ ἡμῶν νομίσματος». Κηρύσσεται δηλαδὴ ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀνεπιφυλάκτως ὑπὲρ μιᾶς σταθερᾶς καὶ ἄνευ θλάσεων γενικῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς. Θὰ ἴδωμεν παρακατιόντες ἂν καὶ κατὰ πόσον ἡ Κυβέρνησις ἐτήρησεν ἐν τῇ νομισματικῇ αὐτῆς πολιτικῇ πολιτικὴν σταθερὰν καὶ ἄνευ θλάσεων. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἡ Κυβέρνησις ἔχει ἕνα πρόγραμμα νομισματικὸν καὶ μίαν κατεύθυνσιν πρὸς τὴν ὁποίαν τείνει, ὡς σαφῶς δηλοῦται δι’ ἐπανειλημμένων δηλώσεων τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν. Οὕτως ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου δηλώσεις γενομένας εἰς τὰς 16 Ἀπριλίου, κατὰ τὰς ὁποίας λέγει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν (ἀναγινώσκει): «Ἡ Κυβέρνησις διὰ τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα ἔλαβε καὶ τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦν τὴν ἀπαρχὴν τοῦ προγράμματός της διὰ τὴν ἐξυγίανσιν τοῦ ἐθνικοῦ νομίσματος, ἀπέβλεψε καὶ θὰ ἀποβλέψῃ εἰς αὐτοὺς καὶ μόνους τοὺς σκοπούς, νὰ βελτιώσῃ τὴν τιμὴν τῆς δραχμῆς καὶ εἰς ἐπίπεδον, ἐφ’ οὗ θὰ ἠδύνατο νὰ παγιωθῇ αὕτη, ἀδιαφοροῦσα πρὸς τὰ πρόσωπα». Ἐπίσης ἔχομεν μεταγενεστέρας δηλώσεις, γενομένας τὴν 19 Μαΐου, ὅτε πλέον ἤρχισε πάλιν ὑψουμένη ἡ λίρα. Καὶ δηλώνει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν (ἀναγινώσκει): «Ἡ ὕψωσις ὀφείλεται εἰς τοὺς κερδοσκόπους, οἱ ὁποῖοι εἶναι σύμφωνοι μὲ ὡρισμένας Τραπέζας ὅπως ἀντιδράσουν εἰς τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἐλάβομεν πρὸς ἐξυγίανσιν τοῦ ἐθνικοῦ μας νομίσματος. Ματαίως ὅμως ἀγωνίζονται καὶ θέλουν νὰ μᾶς ἐξαναγκάσουν νὰ παραιτηθῶμεν τῶν ἐξυγιαντικῶν μέτρων πρὸς βελτίωσιν τῆς δραχμῆς. Ἡμεῖς θὰ φθάσωμεν ταχέως πρὸς τὸν σκοπόν μας». Εἶναι λοιπὸν σαφὲς ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶχε καὶ πρόγραμμα καὶ ἔτεινε πρὸς ἕνα σκοπόν. Ποῖον εἶναι τὸ πρόγραμμα καὶ ποῖος ἦτο ὁ σκοπός; Ὅταν ἔλθῃ ἐπὶ τοῦ βήματος τούτου ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, θὰ τὸ ἐκθέσῃ πρὸς τὴν Συνέλευσιν. Ἡμεῖς, κρίνοντες τὰ δεδομένα, τὰ ὁποῖα πρόκεινται εἰς κοινὴν γνῶσιν, ἓν βλέπομεν ὅτι ἡ προσπάθεια τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἔτεινεν εἰς τὴν ραγδαίαν ἢ μετὰ βραχὺν χρόνον πτῶσιν τῆς συναλλαγματικῆς σχέσεως τοῦ ξένου συναλλάγματος πρὸς τὴν δραχμήν. Πρὸς ἐπιτυχίαν τοῦ σκοποῦ του ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν μετεχειρίσθη τὰ ἑξῆς μέσα: Πρῶτον μετεχειρίσθη δηλώσεις ἀλλεπαλλήλους, τεινούσας νὰ καταστήσουν πιστευτὸν εἰς τὸν πολὺν κόσμον καὶ νὰ δημιουργήσουν κοινὴν συνείδησιν ὅτι τὸ ὑψηλὸν ἐπίπεδον, εἰς τὸ ὁποῖον ἵστατο τότε τὸ συνάλλαγμα, ἦτο ἀδικαιολόγητον καὶ ὅτι ἐπίκειται ἡ πτῶσις τῆς δραχμῆς. Ἐπὶ τῶν δηλώσεων τούτων θὰ ὁμιλήσωμεν λεπτομερέστερον. Δεύτερον μέσον ἦτο ἡ ἀθρόα πώλησις συναλλάγματος ἐκ τοῦ κρατικοῦ ἀποθέματος εἰς τιμὰς μάλιστα σχεδὸν καὶ κατωτάτας. Καὶ τρίτον μέσον ἦτο ἡ κατάργησις, ὁ περιορισμὸς τῆς ἐλευθερίας τῶν συναλλαγῶν ἐπὶ τοῦ συναλλάγματος διὰ τῆς καταργήσεως τῶν ἐπὶ προθεσμίᾳ πράξεων. Καὶ ὄντως διὰ τῶν τριῶν τούτων μέσων ἐπέτυχεν ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν μίαν ῥαγδαίαν πτῶσιν τοῦ συναλλάγματος, ἀλλὰ παροδικήν, ὡς ἦτο φυσικόν, διὰ τοὺς ἑξῆς λόγους. Δὲν λέγω τίποτε καινόν, κύριοι πληρεξούσιοι, πρὸς ὑμᾶς μὲ τὸ ὅτι οἱ συντελεσταὶ πρὸς καθορισμὸν μιᾶς συναλλαγματικῆς καταστάσεως εἰς οἱονδήποτε Κράτος εἶναι διττῆς φύσεως, εἶναι συντελεσταὶ δημοσιονομικοὶ καὶ οἰκονομικοὶ καὶ συντελεσταὶ ψυχολογικοί. Ἀπὸ ἀπόψεως οἰκονομικῆς παίζει ρόλον ἡ κατάστασις τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς, ἡ κατάστασις τοῦ οἰκονομικοῦ καὶ ἐμπορικοῦ ἰσοζυγίου τῆς Χώρας, ἡ θέσις τῆς ὅλης ἐθνικῆς οἰκονομικῆς. Ἀπὸ ἀπόψεως δημοσιονομικῆς παίζει ρόλον ἡ ἰσοσκέλισις ἢ μὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἡ κατάστασις τοῦ κυμαινομένου χρέους. Ἀπὸ ἀπόψεως ψυχολογικῆς, καὶ τί δὲν παίζει ρόλον. Ἀρκεῖ νὰ ὑπομνήσω ὅτι ὄχι μόνον εἰς τὰς συναλλαγματικὰς σχέσεις, ἀλλὰ καὶ εἰς τὰς σταθερωτάτας γενικὰς χρηματιστηριακὰς σχέσεις οἱ ψυχολογικοὶ λόγοι παίζουν ἕνα μεγάλον ρόλον. Καὶ ἀρκεῖ νὰ σᾶς ἀναφέρω τὴν γνώμην ἑνὸς διασήμου Γάλλου καθηγητοῦ, τοῦ Taller, ὁ ὁποῖος διαπραγματευόμενος εἰς τὸ νεώτατον αὐτοῦ σύγγραμμα, ἔκδοσις 1922, τὸ ζήτημα ἂν καὶ κατὰ πόσον τὸ Χρηματιστήριον παγιώνει καὶ ἐξασφαλίζει μίαν κατὰ τὸ μᾶλλον καὶ ἧττον σταθερὰν τιμήν, λέγει ὅτι τοῦτο δὲν ἐπέρχεται ποτὲ ἀπολύτως, διότι αἱ τιμαὶ κανονίζονται ἔν τινι μέτρῳ, πότε μεγαλυτέρῳ καὶ πότε μικροτέρῳ ὑπὸ τῆς Κοινῆς Γνώμης. Αὕτη εἶναι ἀκόμη σημαντικωτέρα εἰς τὴν συναλλαγματικὴν σχέσιν. Ἐνθυμοῦμαι εἰς τὴν τελευταίαν διεθνῆ Κοινοβουλευτικὴν Διάσκεψιν τῆς Ρώμης, εἰς τὴν ὁποίαν συνεζητήθη σὺν τοῖς ἄλλοις καὶ τὸ ζήτημα τῆς ἀκριβίας τῆς ζωῆς ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὸ συνάλλαγμα, ἠγόρευσε μεταξὺ τῶν ἄλλων εἷς διάσημος Ἰταλὸς οἰκονομολόγος Κρέσπι, ὁ ὁποῖος εἶπε τὰ ἑξῆς: Μᾶς εἶπεν ὅτι ἦτο διευθυντὴς τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου τῆς μεγαλυτέρας Ἰταλικῆς Τραπέζης, τῆς Banca Commerciale Italiana. Αὐτὴ κατ’ ἔτος ἔκαμε τὰ ⅔ τοῦ ὅλου κύκλου τοῦ συναλλάγματος τοῦ Ἰταλικοῦ Κράτους. Ἑπομένως λόγῳ τῆς θέσεώς του εἶχε καθημέραν ὑπ’ ὄψιν ὅλους τοὺς πίνακας τῆς κινήσεως τῆς συναλλαγματικῆς καὶ λόγῳ τῆς δευτέρας ἰδιότητός του ὅτι ἦτο διευθυντὴς διαφόρων μεγάλων βιομηχανικῶν ἐπιχειρήσεων ἐν Ἰταλίᾳ εἶχε καὶ ἀτομικὸν συμφέρον νὰ παρακολουθῇ τὴν συναλλαγματικὴν κίνησιν, ἵνα κανονίζῃ τοὺς λογαριασμοὺς τῶν εἰδῶν τῆς ἀγορᾶς διὰ τὴν προμήθειαν ξένων εἰδῶν ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ. Καὶ εἶπεν ὅτι ἐπὶ δύο ὁλόκληρα ἔτη μετὰ τὸν πόλεμον ἐστηρίζετο εἰς τοὺς λόγους τοὺς ὁποίους εἶχε, κανονίζων καὶ αὐτὸς κατὰ τὴν πολιτικήν του καὶ τὰς ἀγορὰς συναλλάγματος. Καὶ πάντοτε ἔχανεν. Εἰς τὸ τέλος ἐσκέφθη τί πρέπει νὰ κάμῃ καὶ ἀπεφάσισε νὰ κάμῃ τὸ ἀντίθετον ἀπὸ ὅ,τι ὑπηγόρευον αἱ προβλέψεις καὶ ἐκέρδισεν ὅσα ἔχασε καὶ ἀκόμη περισσότερα. Αὐτὸ εἶναι κλασσικὸν παράδειγμα τοῦ ρόλου τὸν ὁποῖον παίζουν τὰ ψυχολογικὰ αἴτια.
§40Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Τὰ ἀπρόοπτα.
§41Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ τὰ ἀπρόοπτα. Καὶ ἡ λέξις «ἀπρόοπτα», τὴν ὁποίαν εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, μοὶ ὑπενθυμίζει καὶ τὸ τοῦ Θιέρσου, ὁ ὁποῖος, καίτοι διηύθυνε τὰς τύχας τῆς Εὐρώπης κατὰ τὴν ἐποχήν του, δὲν κατώρθωσε ποτὲ νὰ κερδίσῃ εἰς τὸ Χρηματιστήριον καὶ εἶπεν ὅτι, ἔχω ὅλα τὰ στοιχεῖα εἰς τὰς χεῖράς μου, ἀλλὰ δὲν ἔχω τὰ ἀπρόοπτα.
§42Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ εἶπε καὶ ὁ Ταϋλεράνδος, ὁ ὁποῖος ἔκαμεν Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ ἐπὶ τῆς Ἐπαναστάσεως τοῦ Ναπολέοντος Αʹ καὶ ἐπὶ τοῦ Λουδοβίκου. Εἶχε τὸ κακὸν νὰ παίζῃ εἰς τὸ Χρηματιστήριον καὶ τὸν ἠρώτησε κάποιος πῶς κατώρθωσε νὰ χάσῃ τὴν περιουσίαν του καὶ εἶπε: «Τὰ ἀπρόοπτα μὲ ἔφαγαν. Εἶχα ὑπ’ ὄψει μου ὡρισμένην κατάστασιν, ἀλλὰ συμβαίνουν τὰ ἀπρόοπτα». Καὶ αἰωνίως ἔχανεν εἰς τὸ Χρηματιστήριον.
§43Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἑπομένως ἡ βάσις εἶναι ὅτι τὰ ψυχολογικὰ αἴτια ἐξασκοῦν ἐπιρροὴν ἐπὶ τῆς συναλλαγματικῆς κινήσεως ὄχι μόνον ἴσην πρὸς τὰ οἰκονομικὰ δεδομένα, ἀλλὰ καὶ μεγαλυτέραν. Ἔχομεν πρόσφατον παράδειγμα ὅτι κατὰ τὸ θέρος τοῦ 1923 ἕνεκα διαφόρων καὶ τότε συνδυασμῶν ἐπεκράτησεν εἰς τὰς χρηματιστηριακὰς ἀγορὰς ἡ πεποίθησις ὅτι ἡ λίρα πρέπει νὰ πέσῃ, καὶ ἐνῷ εἶχε φθάσει τὰς 470, κατῆλθεν εἰς τὰς 260 δραχμάς. Ἐξεδόθη μίαν ἡμέραν νέον χαρτονόμισμα ποσοῦ περίπου 400.000.000. Ἑπομένως κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην τὰ οἰκονομικὰ δεδομένα ὑπηγόρευον, λόγῳ τῆς αὐξησάσης ἐσωτερικῆς κυκλοφορίας, ἡ λίρα νὰ αὐξηθῇ, καὶ ἡ λίρα ἔπεσεν 20 μονάδας. Τὰ ψυχολογικὰ αἴτια καὶ ἡ πεποίθησις ὅτι ἡ λίρα ἔπρεπε νὰ πέσῃ κάτω, τὴν ἔρριψαν 20 μονάδας. Ἠρευνήθη μεταπολεμικῶς καὶ ἐπισταμένως καὶ γενικῶς εἰς ὅλα τὰ Κράτη ἂν δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ καὶ ἕτερος ὅρος κανονίζων τὴν συναλλαγματικὴν κίνησιν, δηλαδὴ τὰ βίαια, τὰ τεχνικὰ μέσα. Ἐφηρμόσθησαν εἰς διάφορον κλίμακα εἰς διάφορα Κράτη ἀπὸ τοῦ 1920 καὶ ἐντεῦθεν. Ἀπὸ τῆς διεθνοῦς Διασκέψεως τῶν Βρυξελλῶν τοῦ 1920 καὶ ἐντεῦθεν ὅλα τὰ οἰκονομικὰ διεθνῆ συνέδρια κατεδίκαζαν ἀπολύτως τὰ βίαια, τὰ τεχνικὰ μέσα. Εἶναι γενικῶς γνωστὴ ἡ ἀπόφασις τῆς Διασκέψεως τῶν Βρυξελλῶν, ἡ ὁποία ἔχει ἐκδοθῆ. Ὅτι πᾶς ἔλεγχος τῆς κινήσεως τοῦ συναλλάγματος εἶναι μάταιος καὶ ἐπιβλαβής. Εἶναι ἐπίσης χαρακτηριστικοὶ οἱ λόγοι τοῦ ἀντιπροσώπου τῆς Ἀγγλίας ἐν τῇ Διασκέψει τῶν Βρυξελλῶν, ὁ ὁποῖος εἶπεν ὅτι τὸ συνάλλαγμα εἶναι ἡ κατακλεὶς τῆς καταστάσεως μιᾶς Χώρας. Καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν διὰ τεχνητῶν μέσων νὰ μεταβληθῇ ἡ κατάστασις, ὅπως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μεταβληθῇ ἡ ἀτμοσφαιρικὴ κατάστασις μὲ τὸ νὰ θερμάνωμεν τεχνητῶς τὸ θερμόμετρον. Ἀλλὰ πλὴν τῆς Διασκέψεως τῶν Βρυξελλῶν ἔχομεν τὰ πορίσματα τῆς Διασκέψεως τῆς Γενούης, συνελθούσης δύο ἔτη βραδύτερον, ἡ ὁποία διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθμὸν 14 ἀποφάσεώς της εἶπεν (ἀναγινώσκει): «Πᾶς τεχνητὸς ἔλεγχος τῶν ἐπὶ τοῦ συναλλάγματος ἐργασιῶν εἴτε διὰ τῆς ἀπαιτήσεως ἀδείας πρὸς ἐπιχείρησιν πράξεως ἐπὶ τοῦ συναλλάγματος, εἴτε διὰ τοῦ περιορισμοῦ τῆς τιμῆς εἰς ἣν αἱ τοιαῦται ἐργασίαι δύνανται νὰ πραγματοποιηθῶσιν εἴτε διὰ τῆς καθιερώσεως διακρίσεως μεταξὺ τῶν διαφόρων σκοπῶν, χάριν τῶν ὁποίων ζητεῖται τὸ συνάλλαγμα, ἢ τέλος διὰ τῆς παρεμποδίσεως τῶν ἐπὶ προθεσμίᾳ ἐργασιῶν ἐπὶ τοῦ συναλλάγματος, εἶναι μάταιος καὶ ἐπιβλαβής, δέον δὲ νὰ καταργηθῇ ὅσον τὸ δυνατὸν συντομώτερον». Τότε τὴν Ἑλλάδα ἀντεπροσώπευε, δὲν ἐνθυμοῦμαι ἂν ἦτο Πρωθυπουργός, ὁ Γούναρης, ἴσχυε δὲ ἐν Ἑλλάδι ὁ θεσμὸς τοῦ Συνδικάτου τῶν Τραπεζῶν καὶ ὁ Γούναρης ὡς ἀντιπρόσωπος τῆς Ἑλλάδος παρεδέχθη ἀνεπιφυλάκτως τὴν ἀλήθειαν τῶν λόγων τούτων τῆς ἀποφάσεως τῆς Διασκέψεως, ἀλλ’ ἔκαμε τὴν ἐπιφύλαξιν ὅτι ἡ Ἑλλάς, μολονότι ἀνεγνώριζε τὴν ἀλήθειαν αὐτήν, ἦτο ὑποχρεωμένη, ἐφόσον ἐξηκολούθει ὁ πόλεμος, νὰ ἐξακολουθήσῃ τὰ περιοριστικὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα εἶχεν ἐπιβάλει. Τῆς γνώμης αὐτῆς ὑπῆρξε καὶ ὁ κ. Διομήδης, διαδηλώσας τοῦτο δὶς ὡς Διοικητὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ εἰς τὰ 1923 καὶ ἐφέτος. Διότι εἰς τὴν Γενικὴν Συνέλευσιν τῶν μετόχων τοῦ ἱδρύματος τούτου ἐκθέτει εἰς τὰ 1923 (ἀναγινώσκει): «Αἱ διάφοροι κατὰ τὸ παρελθὸν καταβληθεῖσαι προσπάθειαι συγκρατήσεως τῆς τιμῆς τῶν ἐξωτερικῶν συναλλαγμάτων κατεδείχθησαν ἐν τῇ πράξει μάταιαι ἐν τῷ συνόλῳ των. Καὶ τοῦτο διότι ἡ ρύθμισις τῆς τιμῆς τῶν διαφόρων πραγμάτων, μεταξὺ τῶν ὁποίων καταλέγεται καὶ τὸ συνάλλαγμα, διαφεύγει τὴν ἄμεσον ἐπίδρασιν τῶν ἐπὶ τούτῳ ἐνεργειῶν τῆς Πολιτείας, κανονίζεται δὲ ἀπὸ σταθμητοὺς καὶ πρὸ πάντων ἀσταθμήτους συντελεστὰς ἀβιάστως ἐνεργοῦντας». Εἰς τὴν ἐφετεινήν του δὲ εἰσήγησιν λέγει (ἀναγινώσκει): «Ὁ χρόνος δὲν ἐπέστη ἀκόμη διὰ τὴν προσπάθειαν ὅπως δώσωμεν εἰς τὰ παρ’ ἡμῖν νομισματικὰ ζητήματα ὁριστικώτερον τὴν τελικήν των μορφήν. Εὑρισκόμεθα ἀκόμη εἰς περίοδον μεταβάσεως μὲ ἐναλλασσομένας ὄψεις πραγμάτων. Οὔτε δὲ ἡ ἰδιωτικὴ οἰκονομία οὔτε πρὸ πάντων ἡ δημοσία οἰκονομία δύνανται νὰ ἐπιδείξωσιν ἰσορρόπησιν τοιαύτην, ὥστε νὰ ἀφίνῃ ἡ τοιαύτη ἢ τοιαύτη αὐτῶν ἐκδήλωσις ἀνεπηρέαστον τὸ νόμισμα. Οἱαδήποτε δὲ πρόωρος τεχνικὴ ρύθμισις εἶναι ὄχι μόνον ματαιοπονία, διότι θὰ ἀνέτρεπον αὐτὴν τὰ γεγονότα, ἀλλὰ δύναται καὶ νὰ ἀποβῇ ἀφετηρία νέων ταλαντεύσεων καὶ ἑπομένως νέων ζημιῶν ἐν τῇ οἰκονομικῇ ζωῇ τῆς Χώρας». Ἐλέχθησαν ταῦτα τὴν 30ὴν Μαρτίου τοῦ 1925. Ἑπομένως, κύριοι συνάδελφοι, σώφρων συναλλαγματικὴ πολιτικὴ εἰς τὰς μεταπολεμικὰς συνθήκας δὲν γίνεται διάκρισις μεταξὺ τῶν ὁρίων συναλλαγματικῆς καὶ νομισματικῆς πολιτικῆς. Σώφρων λοιπὸν καὶ συνετὴ τοιαύτη πολιτικὴ εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία τείνει εἰς τὴν δημιουργίαν εὐνοϊκῶν ὅρων, ἀμφοτέρων τῶν φύσεων ὅρων οἰκονομικῶν ἀφ’ ἑνὸς καὶ ὅρων ψυχολογικῶν ἀφ’ ἑτέρου. Διὰ τοῦτο εὑρίσκομαι ἐν ἀπολύτῳ διαφωνίᾳ μὲ τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν εἰς τὴν ἀντίληψιν τὴν ὁποίαν ἐξεδήλωσε διὰ τῶν δηλώσεων καὶ τῶν ἐνεργειῶν του ὅτι προορισμὸς τάχα τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν εἶναι ἡ καταπολέμησις τοῦ ξένου συναλλάγματος καὶ ἡ πτῶσις αὐτοῦ ἐν συγκρίσει πρὸς τὸ ἐθνικὸν νόμισμα. Ἐν τῇ συνετῇ νομισματικῇ πολιτικῇ σκοπὸς καὶ προορισμὸς τῶν Κυβερνήσεων καὶ τῶν Ὑπουργῶν τῶν Οἰκονομικῶν εἶναι ἡ ἐξασφάλισις οἰκονομικῶν καὶ δημοσιονομικῶν βάσεων σταθερῶν καὶ τοιούτων, ὥστε νὰ δύνανται νὰ γεννήσωσι τὰς ψυχολογικὰς καταστάσεις τοιαύτας ὥστε νὰ ἐπιτευχθῇ ἡ βαθμιαία νομισματικὴ ἐξυγίανσις μέχρι τοῦ πεδίου ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἀβιάστως θὰ καθορίσῃ ἡ ὅλη οἰκονομικὴ κατάστασις. Ὁ ἀξιότιμος ὅμως Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν παρεῖδε τὴν ἀλήθειαν αὐτήν, ἠθέλησε νὰ τὴν ἀγνοήσῃ καὶ πεποιθὼς ἐπὶ τὴν ἀτομικήν του δεινότητα τὴν ἐξικνουμένην φαίνεται ὑπεράνω καὶ ἐπιστημονικῶν θεωριῶν καὶ διεθνῶς ὁμοειδοῦς πείρας, ἔταξε μονονουχὶ ὡς μοναδικὸν τὸν σκοπὸν τὴν καταπολέμησιν τοῦ ξένου συναλλάγματος, τὸ ὁποῖον ἐθεώρησεν ὡς ἐθνικὸν ἐχθρόν, κατὰ τοῦ ὁποίου ἔπρεπε νὰ στραφῇ σύντονος ἡ Κρατικὴ ἐνέργεια, καὶ ἐπέτυχεν, ὅπως προεῖπον, μεταχειριζόμενος τὴν κρατικὴν δύναμιν καὶ τὸ ὑπουργικὸν κῦρος, μίαν ἁλματώδη καὶ παροδικὴν πτῶσιν τοῦ συναλλάγματος. Ἦτο παροδικὴ ἡ πτῶσις, διότι ἡ ὅλη ἐνέργεια τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ, χωρὶς νὰ στηρίζηται εἰς ἀσφαλεῖς οἰκονομικὰς καὶ δημοσιονομικὰς βάσεις, ἦτο τοὐναντίον φύσεως τοιαύτης, ὥστε νὰ δημιουργήσῃ ψυχολογικοὺς ὅρους δυσμενεῖς. Καὶ ἐξηγοῦμαι· ἀπὸ ἀπόψεως οἰκονομικῆς δὲν ἔχει νὰ παρουσιάσῃ ἡ Κυβέρνησις τίποτε εἰς τὸ ἐνεργητικόν της. Μήπως τάχα ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τῆς Κυβερνήσεως προσεκομίσθησαν τὰ νομοθετήματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἦσαν πρόσφορα εἰς τὴν αὔξησιν τῆς ἐγχωρίου παραγωγῆς; Μήπως προσεκομίσθησαν τὰ νομοθετήματα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐβελτίουν τοὺς τεχνικοὺς ὅρους τῆς παραγωγῆς; Μήπως προσεκομίσθησαν τὰ νομοθετήματα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐβελτίουν τὸ ποσὸν τῆς παραγωγῆς ἐν συγκρίσει πρὸς τοὺς κατοίκους, ηὔξησε δηλαδὴ τὸ ποσὸν τῆς ἐργασίας, εἴτε ἡ ἀπόδοσις τῆς ἀτομικῆς ἐργασίας; Καὶ διὰ νὰ μὴ διαφεύγωμεν ἐκ τῶν ὁρίων, ἐντὸς τῶν ὁποίων πρέπει νὰ μείνῃ ἡ συζήτησις, ἐγὼ δὲν ἐλέγχω τὴν Κυβέρνησιν ὅτι δὲν προσήγαγε τοιαῦτα νομοθετήματα· ἴσως δὲν ἦτο καὶ δυνατὸν νὰ τὰ προσαγάγῃ. Δὲν εἶμαι οὔτε τόσον ἀμαθὴς οὔτε τόσον ἄδικος πρὸς τὴν Κυβέρνησιν νὰ τὴν ἐλέγχω, διότι εἰς τὸ χρονικὸν διάστημα εἰς τὸ ὁποῖον κυβερνᾷ τὴν Χώραν, δὲν ἀνεδημιούργησεν οἰκονομικῶς τὴν Ἑλλάδα. Ἐν τῇ κρίσει μου αὐτῇ εἶμαι πολὺ ἐπιεικέστερος πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἀπὸ ὅ,τι εἶναι πρὸς αὐτὴν αὐτὸς ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅστις εἰς τελευταίας δηλώσεις του πρὸς τὸ «Ἔθνος» ἐδήλωσεν ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔχει πλῆρες πρόγραμμα οἰκονομικῆς ἀναπλάσεως τῆς Χώρας, ὥστε μετὰ βραχὺ χρονικὸν διάστημα νὰ ἀναπλασθῇ αὕτη.
§44Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶπον μετὰ βραχύν.
§45Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν μία Κυβέρνησις ὁμιλεῖ περὶ προγράμματός της, πρόκειται περὶ προγράμματος ἐφαρμοστέου εἰς βραχὺν χρόνον, διότι καμμία Κυβέρνησις δὲν εἶναι αἰωνόβιος.
§46Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Εἴπετε ὅτι δὲν εἶσθε τόσον ἀνόητος νὰ νομίζητε ὅτι ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ ἀνάπλασις ἐντὸς βραχέος χρόνου. Θεωρεῖτε ἐμὲ ἀνόητον ὥστε νὰ τὸ εἴπω;
§47Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἠθέλησα νὰ εἴπω μόνον τοῦτο· ὅτι ἐγὼ εἶμαι ἐπιεικέστερος εἰς τὴν κρίσιν τῆς Κυβερνήσεως παρ’ ὅ,τι εἶναι ὁ κ. Πρωθυπουργός.
§48Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Τουλάχιστον ἰσοτιμίαν ζητῶ.
§49Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἠξεύρετε, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἔχω ἀπόλυτον σεβασμὸν καὶ πρὸς τὸ πρόσωπόν σας καὶ διὰ τὴν πολυμάθειάν σας καὶ διὰ τὸν χαρακτῆρά σας. Τὸ ἔχω ἐκδηλώσει πλέον ἢ ἅπαξ, ὥστε αὐτὴ ἡ μομφὴ δὲν ἠμπορεῖ νὰ στηριχθῇ δι’ ἐμὲ τοὐλάχιστον ἀπέναντί σας. Ἐλέγχω ὅμως, κύριοι συνάδελφοι, τὴν Κυβέρνησιν, διότι διὰ τὴν οἰκονομικὴν αὐτὴν βελτίωσιν προέβη εἰς δηλώσεις διὰ τοῦ στόματος τοῦ ἀξιοτίμου κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ ὅτι τὸ συνάλλαγμα θὰ πέσῃ. Ἐζήτησα, κύριοι συνάδελφοι, πληροφορίας ἀπὸ τὴν γενικὴν στατιστικὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Κράτους εἰς ποίαν κατάστασιν εὑρίσκεται τὸ ἐμπορικὸν ἰσοζύγιον τῆς Ἑλλάδος, διότι εἶναι κοινῶς παραδεδεγμένον καὶ εἰς οὐδένα ἄγνωστον ὅτι τὸ ἐμπορικὸν ἰσοζύγιον τῆς Χώρας εἶναι εἷς ἐκ τῶν κυρίων συντελεστῶν τῆς συναλλαγματικῆς καταστάσεως. Οἱ ἀριθμοὶ δὲν ἔχουσι δημοσιευθῆ ἀκόμη. Τὸ γεγονὸς ὅμως εἶναι ὅτι κατὰ τὸ ἔτος 1923 εἴχομεν σύνολον εἰσαγωγῆς ἓξ δισεκατομμυρίων εἰς στρογγυλὸν ἀριθμὸν καὶ ἐξαγωγῆς δύο καὶ ἥμισυ δισεκατομμυρίων, ἑπομένως ἔλλειμμα τριῶν καὶ ἥμισυ δισεκατομμυρίων δραχμῶν. Κατὰ τὸ 1924 εἴχομεν εἰσαγωγὴν 8 δισεκατομμύρια δραχμῶν, ἐξαγωγὴν δὲ 3½ δισεκατομμύρια περίπου. Ἑπομένως κατὰ τὸ 1924 εἴχομεν ἔλλειμμα τοῦ ἐμπορικοῦ ἰσοζυγίου κατὰ 4½ δισεκατομμύρια δραχμῶν. Τὸ γεγονὸς τοῦτο τὸ ἀνησυχαστικὸν ἐπέστησε τὴν προσοχὴν διαφόρων ἀσχολουμένων μὲ τὰ δημόσια οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους καὶ εὗρον ὡς δικαιολογίαν ὅτι τὸ ὑπερβολικὸν ἔλλειμμα τοῦ 1924 δέον νὰ ἐξηγηθῇ ἔν τινι μέτρῳ ἐκ τοῦ γεγονότος ὅτι εἴχομεν τοὺς πρόσφυγας ἀποτελοῦντας διὰ λόγους ἀνεξαρτήτους τῆς θελήσεώς των καταναλωτικὸν στοιχεῖον, τοῦ ὁποίου ἡ παραγωγικότης δὲν εἶχεν ἐκδηλωθῆ ἀκόμη. Ἀφ’ ἑτέρου λόγῳ τῆς ἐλλιποῦς παραγωγῆς τοῦ σίτου ἡ Ἑλλὰς ἠναγκάσθη νὰ ἐξαγάγῃ περισσότερον συνάλλαγμα, ἠναγκάσθη νὰ εἰσαγάγῃ περισσότερον ποσὸν σίτου καὶ διότι ὁ ἐμπορικὸς κόσμος τῆς Ἑλλάδος ὑπὸ τὴν πρόοψιν τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νέου δασμολογίου, τὸ ὁποῖον ἐπιστεύετο ὅτι θὰ ηὔξανε τοὺς δασμούς, ἔσπευσε νὰ προαγοράσῃ μεγάλα στὸκ ἐμπορευμάτων διὰ νὰ ἀποφύγῃ τὴν πληρωμὴν τῶν νέων δασμῶν. Καὶ ἐζήτησα ἀπὸ τὴν στατιστικὴν ὑπηρεσίαν νὰ μάθω τί ἐξάγεται σχετικῶς πρὸς τὸ ἐμπορικὸν ἰσοζύγιον διὰ τοὺς μέχρι σήμερον διαρρεύσαντας μῆνας τοῦ 1925, διὰ νὰ ἴδωμεν ἂν καὶ κατὰ πόσον ἡ ἐλπὶς ὅτι τὸ ἔλλειμμα θὰ παρουσιάζετο μειωμένον ἐφέτος καὶ ἀνταποκρινόμενον πρὸς τὴν πραγματικότητα. Μοὶ ἐδόθησαν οἱ ἀριθμοὶ μέχρι τέλους Ἀπριλίου, διότι μέχρι τότε εἶχον ἐπεξεργασθῆ καὶ τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι τελείως ἀπογοητευτικόν. Διότι ἐνῷ κατὰ τοὺς τέσσαρας πρώτους μῆνας τοῦ 1921, πέρυσι δηλαδή, εἰς τὸ ἔτος τοῦ μεγάλου ἐλλείμματος τοῦ ἐμπορικοῦ ἰσοζυγίου, εἴχομεν εἰσαγωγὴν δύο δισεκατομμύρια δραχμῶν, διὰ τὴν ἀκρίβειαν 1.999.839.000, εἴχομεν ἐξαγωγὴν 979.000.000 δραχμῶν, δηλαδὴ εἴχομεν ἔλλειμμα 1.202.839.000 τοὺς τέσσαρας πρώτους μῆνας τοῦ 1924, τοὺς τέσσαρας πρώτους μῆνας τοῦ 1925, τοῦ ἔτους δηλαδὴ κατὰ τὸ ὁποῖον ἀνεμέναμεν ὅτι λόγῳ καὶ τῆς μεγαλυτέρας προμηθείας τῶν ἐμπόρων καὶ λόγῳ τῆς βελτιώσεως τῆς γεωργικῆς παραγωγῆς καὶ λόγῳ τῆς ἀναμφισβητήτου αὐξήσεως τῆς παραγωγικότητος τῶν προσφύγων, ὅτι τὸ ἐμπορικὸν ἰσοζύγιον θὰ ἐβελτιοῦτο, εἴχομεν ἐξαγωγὴν 1.330.000.000, εἰσαγωγὴν δὲ 3.196.000.000, συνεπῶς ἔλλειμμα 1.866.000.000. Τρέμω, κύριοι πληρεξούσιοι, μὲ τὴν σκέψιν ὅτι ἡ αὐτὴ ἀναλογία θὰ διετηρεῖτο, θὰ ἐξηκολούθει διὰ τοὺς ὑπολοίπους μῆνας τοῦ 1925. Διότι, ἂν αὐτὴ ἡ ἀναλογία ἐξηκολούθει, εὑρίσκομεν ὅτι, ἐφόσον τοὺς τέσσαρας πρώτους μῆνας εἴχομεν αὔξησιν τοῦ περυσινοῦ ἐλλείμματος κατὰ 600 ἑκατομμύρια, εἰς τὸ τέλος τοῦ ἔτους θὰ εἴχομεν τὸ τριπλάσιον, ἑπομένως προσθέτοντες 1.800.000.000 καὶ 4.500.000.000 πέρυσιν, ἐν συνόλῳ εὑρίσκομεν ἔλλειμμα 6.300.000.000. Εἶναι τρομερὸν νὰ τὸ σκεφθῇ τις ὅτι ἡ ἀναλογία αὕτη θὰ ἐξηκολούθει ὑπὸ τὴν κατεύθυνσιν ταύτην καὶ ἑπομένως ἂς εὐχηθῶμεν καὶ ἐλπίσωμεν ὅτι ἡ κατάστασις θὰ βελτιωθῇ. Ἐν πάσῃ ὅμως περιπτώσει τὸ γεγονὸς εἶναι ὅτι, ὅτε ὁ ἀξιότιμος κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς ἐχάρασσε τὴν ὑποτιμητικὴν συναλλαγματικὴν πολιτικὴν καὶ προέβη εἰς τὰς ἀκροτάτας ἐκείνας δηλώσεις, ἡ κατάστασις τοῦ ἐμπορικοῦ ἰσοζυγίου ἐδείκνυε τὸν πίνακα τὸν ὁποῖον προανέφερα. Καὶ δικαιούμεθα νὰ ἐρωτήσωμεν: Ἔλαβε ταῦτα ὑπ’ ὄψιν του ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργός; Καὶ ἂν τὰ ἔλαβε, πῶς τὰ ἔκρινε διὰ νὰ προβῇ εἰς τὰς δηλώσεις εἰς ἃς προέβη; Ἐλπίζω ὅτι ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου θὰ ἔχω μίαν ἀπάντησιν. Ὅταν ἔχωμεν τὸ ἀποτέλεσμα ὅτι ἀπὸ καθαρᾶς οἰκονομικῆς ἀπόψεως ὄχι μόνον αἱ συνθῆκαι δὲν ἐβελτιώθησαν ἀπὸ τῆς ἡμέρας ἀπὸ τῆς ὁποίας ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς ἀνέλαβε τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου τούτου μέχρι τῆς ἡμέρας καθ’ ἣν προέβη εἰς τὰς δηλώσεις, ἀλλὰ τοὐναντίον κατέστησαν δυσμενεῖς; ἂς ἴδωμεν ἂν ἐβελτιώθησαν οἱ δημοσιονομικοὶ ὅροι. Τὸ ἅπαντον, διὰ τὸ ὁποῖον ὑπερηφανεύεται ἡ Κυβέρνησις, εἶναι τὸ νομοθέτημα τῆς αὐξήσεως ὅλων τῶν φόρων, ἀμέσων καὶ ἐμμέσων, κατὰ 10% καὶ ἐνθυμεῖσθε μὲ ποῖον στόμφον, μὲ ποίαν ὑπερηφάνειαν, μὲ ποῖον ἐγωϊσμὸν ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς ἀνελθὼν τὰς δύο μόνον βαθμίδας τοῦ βήματος κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς ἐπιβολῆς τοῦ νομοσχεδίου εἶπε λακωνικώτατα: «Ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω ἓν νομοσχέδιον «περὶ ἐξυγιάνσεως τοῦ ἐθνικοῦ νομίσματος». Τὸ μέτρον αὐτό, κύριοι πληρεξούσιοι, εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι καὶ ἀπὸ ἀπόψεως καθαρᾶς ἐπιδράσεως ἐπὶ τῆς ἰσοσκελίσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ ὄχι μόνον δὲν ηὐνόησε τὸν Προϋπολογισμόν, ἀλλὰ τοὐναντίον τὸν ἐδυσχέρανε. Βοηθεῖ τὸν Προϋπολογισμὸν διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον ὅτι ὅλη αὐτὴ ἡ φορολογία εἰσέρχεται εἰς τὰ ταμεῖα τοῦ Κράτους ὡς γενικὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους πρὸς ἐκπλήρωσιν τοῦ χρέους τοῦ Κράτους πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, βλέπομεν πόσον προϊὸν τοῦ δανείου τούτου θὰ εἰσέλθῃ τοὐλάχιστον διὰ τὰ πέντε πρῶτα, διὰ τὰ τέσσαρα πρῶτα ἔτη εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους, διὰ νὰ ἐννοήσωμεν κατὰ ποῖον τρόπον δύναταί τις λογικῶς νὰ ἰσχυρισθῇ ὅτι τὸ νομοθέτημα ἐκεῖνο βελτιώνει τὴν δημοσιονομικὴν κατάστασιν τῆς Ἑλλάδος. Δὲν θὰ εἰσέλθῃ, κύριοι πληρεξούσιοι, διὰ τὸν ἑξῆς λόγον. Ἐνθυμεῖσθε ὅλοι ἐκ τῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ νομοθετήματος ἐκείνου ὅτι ἐλέχθη ὅτι τὸ χρέος τοῦ Κράτους πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν στηριζόμενον εἰς τὰ ἔντοκα γραμμάτια ἀνέρχεται περίπου εἰς δύο δισεκατομμύρια δραχμῶν περίπου καὶ ὅτι τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον ἀναμένεται νὰ εἰσπραχθῇ κατ’ ἔτος ἀπὸ τὰς νέας φορολογίας ἀνέρχεται εἰς 400 ἑκατομμύρια· πολλαπλασιάσατε 4x4 γίνονται 1600 ἑκατομμύρια ἐπὶ τέσσαρα ἔτη, καὶ ἂν τὸ νομοθέτημα ἀποδώσῃ κατὰ τὰς προβλέψεις τῆς κυβερνητικῆς ἀποδόσεως. Ἑπομένως κατὰ τὰ τέσσαρα αὐτὰ ἔτη οὐδὲν θὰ προστεθῇ εἰς τὰ γενικὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους. Ὄχι δὲ μόνον τοῦτο, ἀλλ’ ἐπιβαρύνεται ἀκόμη ὁ Προϋπολογισμὸς διὰ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ χρέους τούτου, ὁσονδήποτε μικρὰ καὶ ἂν ὑποτεθῇ ὅτι εἶναι, καὶ διὰ τῆς ἀμοιβῆς τῶν ὑπαλλήλων τοῦ χρέους τούτου. Καὶ ἐρωτῶ· μὲ ποίαν λογικὴν ἓν νομοθέτημα, τὸ ὁποῖον εἶναι μαθηματικῶς ἐξηκριβωμένον ὅτι τὰ τέσσαρα πρῶτα ἔτη δὲν θὰ ἀποδώσῃ τίποτε εἰς τὸν Προϋπολογισμόν, εἶναι δυνατὸν νὰ χρησιμεύσῃ εἰς τὴν πτῶσιν τοῦ συναλλάγματος ἀπὸ σήμερον; Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως τῆς ἐλαττωματικότητος τῆς δημοσιονομικῆς ἐπιδράσεως τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο ἐγέννα δυσμενεῖς διὰ τὴν συναλλαγματικὴν κατάστασιν ψυχολογικοὺς ὅρους διὰ τὸν ἑξῆς λόγον. Εἶναι κοινὸν μυστικόν, ὁσονδήποτε καὶ ἂν θέλωμεν νὰ ἀρνηθῶμεν τοὺς λόγους, δὲν δυνάμεθα νὰ μεταβάλωμεν τὴν ἀλήθειαν τῶν πραγμάτων, ὅτι τὸ νομοθέτημα ἐκεῖνο δὲν ὀφείλεται εἰς τὴν κυβερνητικὴν πρωτοβουλίαν, ἡ κυβερνητικὴ πρωτοβουλία δὲν εἶχε νὰ ἀντιμετωπίσῃ τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ χρέους ἐκείνου πρὸς ἄλλην κατεύθυνσιν καὶ ὅταν ἡ κατεύθυνσις ἐκείνη ἀπέτυχε, τότε ὑπὸ τὴν πίεσιν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης εὑρισκομένη ἠναγκάσθη νὰ δεχθῇ τὸ συνταχθὲν ὑπὸ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ τοῦ ὁποίου ἡ ἱστορία εἶναι ἡ ἑξῆς: Τὸ Κράτος διὰ τῆς ἐκδόσεως τῶν ἐντόκων γραμματίων, τὰ ὁποῖα ἐξέδιδεν ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ὡς ἄμεσος ὀφειλέτης, ὤφειλε νὰ δανεισθῇ παρὰ τοῦ Κοινοῦ 1.700.000.000 δραχμάς. Ἤρχετο ἡ λῆξις τῶν γραμματίων ἐκείνων ὅταν ὤφειλε νὰ πληρώσῃ καὶ ἐζήτει ἀπὸ τὸ Κράτος τὸ ἀντίκρυσμα. Τὸ Κράτος διὰ ταμειακοὺς λόγους δὲν ἦτο εἰς θέσιν νὰ τὸ πράξῃ. Ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα εἶδε τὰ περισσεύματά της περιορισθέντα. Καὶ τὸ Κράτος ὑπέβαλε τὸ νομοθέτημα ἐκεῖνο, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπεβάλλετο εἰδικὴ φορολογία, τῆς ὁποίας ἡ διαχείρισις δὲν ἐνεπιστεύθη εἰς τὸ Κράτος, οὔτε αἱ εἰσπράξεις θὰ εἰσέρρεον εἰς τὰ ταμεῖα τοῦ Κράτους, τὰ ὁποῖα νὰ τὸ διαθέσουν διὰ τὴν πληρωμὴν τοῦ χρέους, ἀλλὰ διωχετεύετο ἐπὶ ἀπειλῇ αὐστηρῶν ποινῶν εἰς τοὺς ταμίας καὶ διωχετεύετο ὁλόκληρον πρὸς τὴν Ἐθν. Τράπεζαν, ἡ ὁποία εἶχε νὰ καλύψῃ διὰ τοῦ ποσοῦ τούτου τὸ πρὸς αὐτὴν χρέος τοῦ Κράτους. Καὶ πᾶς ἔχων τὸν κοινὸν νοῦν διερωτᾶται ἂν ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἐγνώριζε καὶ εἶναι ἀπολύτως εἰς θέσιν νὰ γνωρίζῃ, καὶ ὤφειλε νὰ γνωρίζῃ, ὅτι τὰ δημόσια οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους εἶναι ἀνθηρά, ὅτι εἶναι τοιαῦτα, ὥστε νὰ ἐξασφαλίσουν τὴν πληρωμὴν καὶ τοῦ χρέους τοῦ Κράτους πρὸς τὴν Τράπεζαν. Ποῖος τάχα λόγος συνέτρεχεν ὥστε νὰ ἐξευτελισθῇ κατὰ τοιοῦτον τρόπον τὸ Κράτος ἀπέναντι τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ὥστε ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα νὰ εἴπῃ «δὲν σὲ ἐμπιστεύομαι, δὲν εἶσαι ἀξιόχρεως ὀφειλέτης καὶ διὰ νὰ ἐξασφαλίσῃς τὸ πρὸς ἐμὲ χρέος πρέπει νὰ ἐπιβάλῃς εἰδικὴν φορολογίαν»;
§50Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Εἶναι ἡ πρώτη φορὰ ποὺ γίνεται αὐτό;
§51Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν γνωρίζω ἂν εἶναι ἡ πρώτη φορά. Ἀναγνωρίζω ὅτι εἶναι μία προσπάθεια. Σᾶς ἐλέγχω ὅμως ὅτι ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νομοθετήματος αὐτοῦ θὰ ἠδύνατο νὰ στηριχθῇ ὑποτιμητικὴ συναλλαγματικὴ πολιτική.
§52Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Πρῶτον ὀφείλω νὰ σᾶς εἴπω ὅτι εἶναι ἀπολύτως ἐσφαλμένη ἡ πληροφορία, τὴν ὁποίαν ἐλάβατε, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἀποβλέπει εἰς ἄλλην κατεύθυνσιν. Θέλετε νὰ εἴπητε ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἀποβλέπει εἰς τὸ νὰ ἐκδώσῃ χαρτονόμισμα. Ἡ Κυβέρνησις οὐδὲ στιγμὴν ἀπέβλεψεν εἰς τοῦτο. Ἔγιναν ἐπανειλημμέναι συσκέψεις διὰ τὸν σκοπὸν τοῦτον καὶ ἡ Κυβέρνησις πάντοτε εἴχετο τῆς γραμμῆς ὅτι νέον χαρτονόμισμα δὲν θὰ ἐκδώσῃ, καὶ σᾶς παρακαλῶ, ἂν σᾶς ἔδωσε κανεὶς ἀντιθέτους πληροφορίας, νὰ τῷ εἴπητε ὅτι δὲν λέγει τὴν ἀκρίβειαν.
§53Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος μᾶς εἶπεν εἶναι ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργός.
§54Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Τὰ ἠκούσατε ἀπὸ ἐμέ;
§55Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅτι εἴχατε καλέσει τὸν διευθυντὴν τοῦ ἐλέγχου καὶ διεπραγματεύθητε μετ’ αὐτοῦ τὴν ἔκδοσιν τοῦ χαρτονομίσματος καὶ δὲν τὸ ἐπετύχατε.
§56Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Εἶναι ψευδέστατον. Ὁ πρόεδρος τῆς Διεθνοῦς Οἰκονομικῆς Ἐπιτροπῆς μὲ ἐπεσκέφθη μίαν ἡμέραν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον καὶ μοὶ εἶπεν ὅτι ἡ Κυβέρνησις σκέπτεται, συνεννοουμένη μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, νὰ ἐκδώσῃ χαρτονόμισμα διὰ τὴν ἀντιμετώπισιν τῶν ταμειακῶν ἀναγκῶν τοῦ Κράτους. Ἐδήλωσα εἰς τὸν πρόεδρον τῆς Οἰκονομικῆς Ἐπιτροπῆς ὅτι ἐγὼ εἶμαι ἀπολύτως ἀντίθετος πρὸς τὴν τοιαύτην ἐκδοχήν. Τότε ὁ κ. πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς μὲ ἠρώτησε κατὰ ποῖον τρόπον τότε, κ. Ὑπουργέ, θὰ ἀντιμετωπίσητε τὸ πρόβλημα αὐτό; Τότε ἐγὼ τῷ εἶπον ὅτι ἔχω μέτρον, τὸ ὁποῖον θὰ εἰσαγάγω εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἂν δὲν τὸ ἀποδεχθῇ, τότε θὰ παραιτηθῶ. Ὁ κ. πρόεδρος τῆς Διεθνοῦς Ἐπιτροπῆς μὲ ἠρώτησε τότε ποῖον εἶναι τὸ μέτρον τοῦτο καὶ τῷ ἀπήντησα ὅτι θὰ ἐπιβάλω φορολογίαν. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια.
§57Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ εἶπον ὅτι θὰ τὸ διαψεύσητε, ἀλλὰ τὴν ἀξίαν τῆς διαψεύσεως ἂς τὴν κρίνουν ὅσοι γνωρίζουν τὰ πράγματα.
§58Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Βεβαίως ἡ Συνέλευσις θὰ τὴν κρίνῃ. Δὲν ἔχουν οὐδεμίαν ἀλήθειαν αὐτὰ τὰ ὁποῖα λέγετε.
§59Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἀναντίρρητον, κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργέ, ὅτι ἡ Συνέλευσις ἡ ὁποία ὑποστηρίζει διὰ τῆς πλειονοψηφίας τὴν Κυβέρνησιν, εἶναι ἀναντίρρητον ὅτι διὰ τοῦ ἀριθμοῦ της θὰ δώσῃ πίστιν εἰς τὰς κυβερνητικὰς δηλώσεις. Ἐγὼ ἀποβλέπω εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι γνωρίζουν τὰ πράγματα καὶ διὰ τοὺς ὁποίους αὐτὸ εἶναι κοινὸν μυστικόν.
§60Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ὁ κ. πρόεδρος τῆς Οἰκονομικῆς Ἐπιτροπῆς μὲ ἐπεσκέφθη τὴν ἑπομένην, ἔσπευσε δὲ νὰ μοὶ ἐκφράσῃ τὴν εὐγνωμοσύνην καὶ τὴν εὐχαρίστησίν του, διότι ἐγὼ εἶπον ὅτι θὰ ἐπιβάλω φορολογίαν διὰ τὴν ἀντιμετώπισιν τῆς καταστάσεως.
§61Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αἱ πληροφορίαι μάλιστα αἱ ἰδικαί μας εἶναι ὅτι ὁ Ἰταλὸς καὶ ὁ Ἄγγλος ἔδωσαν τὴν συγκατάθεσίν των, ἐνῷ ὁ Γάλλος δὲν τὴν ἔδωσεν.
§62Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ὀφείλω νὰ σᾶς εἴπω τὸ ἑξῆς: Ὅσον ἀφορᾷ μὲν τὴν πληρωμὴν τοῦ χρέους τοῦ κυμαινομένου διὰ τῆς ἐκδόσεως χαρτονομίσματος οὐδὲ ἐπὶ μίαν στιγμὴν ἦτο δυνατὸν τοῦτο νὰ γίνῃ ἀποδεκτὸν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις ἔφθασεν εἰς τὴν ἀπόφασιν νὰ μὴ ἀποδεχθῇ μηδὲ τὴν ἄλλην ἔκδοσιν τοῦ χαρτονομίσματος, ἡ ὁποία, ὅπως γνωρίζετε σεῖς, θεωρεῖται ἀπὸ πολλοὺς ὅτι εἶναι ὑγιής, τὴν ἔκδοσιν δηλαδὴ χαρτονομίσματος πρὸς κάλυψιν ἐμπορικῶν ἀναγκῶν, ἴσου χαρτονομίσματος καλυπτομένου δι’ ἐμπορικῶν συναλλαγματικῶν ἢ τριμήνων γραμματίων. Καὶ αὐτὸ ἀκόμη ἤθελε νὰ ἀποφύγῃ ἡ Κυβέρνησις, καὶ διὰ τοῦτο ἐπροτιμήθη κάποια στενότης χρήματος, διότι, ὅπως γνωρίζετε, διὰ τῆς στενότητος χρήματος ἐπέρχεται πολλάκις ἐξυγίανσις τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως. Ἐφρόνουν ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ θέλωμεν νὰ δημιουργήσωμεν περισσοτέρας ἐμπορικὰς τάσεις καὶ ὀρέξεις, ἀπὸ ἐκείνας τὰς ὁποίας ὁ πραγματικὸς πλοῦτος τῆς Χώρας δύναται νὰ δημιουργήσῃ. Πλοῦτος δὲ πραγματικὸς δὲν εἶναι νὰ δημιουργήσωμεν χαρτονόμισμα διὰ νὰ ἀνταποκριθῶμεν εἰς τάσεις καὶ ὀρέξεις, ἀλλὰ νὰ ἔχωμεν χαρτονόμισμα προερχόμενον ἐκ τῆς παραγωγῆς. Καὶ ταῦτα ἐσκέφθη ἡ Κυβέρνησις, μολονότι, ὡς γνωρίζετε, εἶναι λίαν συζητήσιμον τὸ ζήτημα, ἂν τοιοῦτον χαρτονόμισμα ἐπιφέρῃ πληθώραν βλαβεράν, ὅσον τὸ διὰ δημοσίας ἀνάγκας.
§63Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, μὲ ὅλον τὸν σεβασμὸν τὸν ὁποῖον ἔχω πρὸς ὑμᾶς, λυποῦμαι ὅτι δὲν δύναμαι νὰ παραδεχθῶ τὴν ἄποψίν σας αὐτήν.
§64Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Μὴ τὴν παραδέχεσθε. Γνωρίζετε δὲ ὅτι διὰ τὴν ἔκδοσιν τοῦ δευτέρου τούτου χαρτονομίσματος δὲν θὰ εἶχον ἀνάγκην ποσῶς τῆς συγκαταθέσεως τοῦ Διεθνοῦς Ἐλέγχου, κατὰ συνέπειαν θὰ ἠδυνάμεθα ἐλευθέρως νὰ τὸ κάμωμεν, ἀλλὰ δὲν τὸ ἐκάμαμεν.
§65Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Πρὸ ὀλίγου ἐκάματε μίαν δήλωσιν ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως ἀπολύτως ἀντίθετον πρὸς τὴν δήλωσιν τῆς Κυβερνήσεως, πρὸς τὰς διαβεβαιώσεις τῆς Κυβερνήσεως, διαβεβαιώσεις τῶν ὁποίων ἡ ἀκρίβεια ἢ ἡ μὴ ἀκρίβεια ἐξαρτᾶται ἀπὸ πρόσωπα ξένα πρὸς τὴν Ἑλλάδα, ἔχοντα βεβαίως μίαν ὑπηρεσίαν πολὺ σχετικὴν μὲ τὰ οἰκονομικὰ τῆς Ἑλλάδος, ἀλλὰ πρόσωπα ἀντιπροσωπεύοντα ξένα Κράτη. Δὲν νομίζετε ὅτι μία τοιαύτη κατηγορία, τὴν ὁποίαν ἐξηγγείλατε ὡς βεβαίαν καὶ ἀντίθετον εἰς τὰς διαβεβαιώσεις τῆς Κυβερνήσεως ὅτι ἐπιβάλλει τὴν προσκομιδὴν τῶν ἀποδείξεων; Τοιαύτη δήλωσις, ἂν ἐξακριβωθῇ, ἐπιβάλλει εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ παραιτηθῇ. Δὲν ἠμπορεῖ αὕτη νὰ παραμείνῃ εἰς τὴν Ἀρχὴν οὐδὲ μίαν στιγμήν, ἀλλ’ οὔτε καὶ εἰς τὴν Συνέλευσιν θὰ ἔχῃ θέσιν.
§66Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγώ, κ. συνάδελφε, εἶπον ὅτι τινὲς ἐξ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι μοὶ τὸ εἶπον, τὸ ἤκουσαν ἀπὸ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργόν. Τινὲς ἐξ αὐτῶν εἶναι ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ καὶ ἂν θέλωσι δύνανται νὰ τὸ βεβαιώσωσι.
§67ΤΙΝΕΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Νὰ τοὺς ὀνομάσητε.
§68Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Νὰ τοὺς ὀνομάσητε, κ. Μπακόπουλε.
§69Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Δουζίνας. Μοὶ εἶπε μάλιστα ὅτι, ἂν τὸν ὀνομάσω, θὰ μὲ διαψεύσῃ.
§70Γ. ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ὁ κ. συνάδελφος πλανᾶται. Ἐν συζητήσει μετὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἐπὶ τῶν σχετικῶν θεμάτων ἤκουσα παρ’ αὐτοῦ ἐπακριβῶς ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀνεκοίνωσε καὶ ἐντὸς τῆς Συνελεύσεως.
§71Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι.
§72Γ. ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ἐὰν ὁ κ. συνάδελφος ἐξήγαγε διάφορα συμπεράσματα, τοῦτο ἀφορᾷ αὐτὸν καὶ τὴν ἑρμηνείαν τὴν ὁποίαν ἔδωκεν εἰς τοὺς λόγους μου. Ἐγὼ ὅμως ὀφείλω νὰ κάμω τὴν διαστολὴν ὅτι περὶ Ἰταλοῦ οὔτε ὁ κ. Ὑπουργὸς μοὶ ἀνεκοίνωσέ τι οὔτε ἐγὼ εἰς τὸν κ. συνάδελφον.
§73Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Περὶ Ἰταλοῦ δὲν εἶπον τίποτε· αὐτὰ τὰ ὁποῖα εἶπον τὰ ἤκουσα ἀπὸ ὑμᾶς. Ἂν τώρα θέλετε νὰ τὰ διαψεύσητε, εἶναι ἄλλος λόγος. Καὶ δὲν ἔφθασαν, κύριοι, μόνον ταῦτα, ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν διὰ νέας του δηλώσεως ἐστηρίχθη εἰς ἄλλας πηγὰς καὶ εἶπεν ὅτι, ὅταν ἀκόμη ἡ λίρα εἶχε φθάσει εἰς τὰ 282, ἐδήλωσε τὴν 6ην Ἀπριλίου ὅτι ἡ λίρα θὰ πέσῃ ἀκόμη. Τὴν δήλωσιν ταύτην ἐπανέλαβε τὴν 15ην Ἀπριλίου καὶ ἔλεγεν (ἀναγινώσκει): «Ἡ Κυβέρνησις δὲν θεωρεῖ τὴν τιμὴν τῆς λίρας εἰς τὸ πραγματικὸν ἐπίπεδον ἐφ’ οὗ θὰ ἠδύνατο νὰ παγιωθῇ αὕτη, καθόσον αἱ προβλέψεις διὰ τὴν μέλλουσαν κίνησιν τοῦ συναλλάγματος εἶναι λίαν εὐοίωνοι ὡς ἐκ τῶν ληφθέντων καὶ μελετωμένων μέτρων πρὸς ἐξυγίανσιν τῆς δραχμῆς». Ταῦτα ἐπανέλαβε τὴν 21 Ἀπριλίου 1925 ἀπειλῶν εἰσαγγελικὴν δίωξιν κατὰ τῶν διατεινομένων ὅτι δὲν θὰ παγιωθῇ τὸ συνάλλαγμα. Διὰ νὰ ἐνισχύσῃ ἔτι περαιτέρω καὶ νὰ ἐνισχύσῃ ἔτι μᾶλλον τὴν ὅλην του ὑποτιμητικὴν νομισματικὴν πολιτικὴν προέβη καὶ εἰς ἀθρόαν πώλησιν συναλλάγματος εἰς τιμὴν τοιαύτην, ἡ ὁποία ἐπροκάλεσε καὶ θετικήν, οὐσιώδη ζημίαν εἰς βάρος τοῦ Κράτους. Ἐπειδή, κύριοι συνάδελφοι, καὶ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ἐγένετο ἀμφισβήτησις καὶ καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸν τρόπον τῆς πωλήσεως τοῦ συναλλάγματος καὶ καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸν τρόπον τῆς διαθέσεως αὐτοῦ, παρακαλῶ νὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ ἐξηγήσω δι’ ὀλίγων καὶ τὸν τρόπον τῆς κτήσεως καὶ τὸν σκοπὸν τῆς διαθέσεως αὐτοῦ. Ὁ τρόπος τῆς κτήσεως στηρίζεται εἰς τὸ Ν. Διάταγμα τῆς 23 Ἀπριλίου 1923, τὸ ὁποῖον (ἀναγινώσκει): «Ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἐπιβάλλει ὡρισμένους εἰσαγωγικοὺς δασμοὺς εἰς συνάλλαγμα, πρὸς ἀπόκτησιν συναλλάγματος ὑπὸ τοῦ Κράτους, καὶ ἀφ’ ἑτέρου ἐπιβάλλει τὴν ὑποχρέωσιν εἰς τὰς Τραπέζας καὶ τοὺς τραπεζιτικοὺς Οἴκους, τοὺς ἐνεργοῦντας πράξεις ἐπὶ συναλλάγματος... κλπ.». Καὶ εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὅτι τάχα τὸ ποσοστὸν τοῦτο, τὸ 15%, ἀποτελεῖ μίαν ἀγορὰν ὑποχρεωτικὴν ἀπὸ μέρους τοῦ Κράτους. Εἰς τοῦτο διαφωνοῦμεν ἀπολύτως. Τὸ γράμμα τοῦ νόμου εἶναι ρητόν, ἐπιβάλλει ὑποχρέωσιν μόνον εἰς τὰς Τραπέζας νὰ πωλήσουν τὸ συνάλλαγμα αὐτῶν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν διὰ λογαριασμὸν τοῦ Κράτους, οὐδεμίαν ὅμως ὑποχρέωσιν ἐπιβάλλει εἰς τὸ Κράτος διὰ τὴν ἀγορὰν τοῦ συναλλάγματος. Ἀπόδειξις εἶναι ὅτι τὸ συνάλλαγμα αὐτὸ ἐπιβάλλεται νὰ τὸ ἀγοράσῃ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, ἐφόσον θὰ τῇ ἤρεσκεν αὐτό. Ἀλλ’ ἐφόσον ἦτο τὸ ποσοστὸν τοῦτο τῶν 15% ὑποχρεωμένον τὸ Κράτος νὰ τὸ ἀγοράσῃ, διατί τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ ἠγόραζεν ἡ Τράπεζα εἰς ὑψηλὰς τιμὰς καὶ ἡ νομισματικὴ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως ἦτο ὑποτιμητική, δὲν τὸ ἐπώλει τὴν ἡμέραν κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ ἠγόραζε; Σκοπὸς τῆς ἀγορᾶς τοῦ συναλλάγματος τούτου εἶναι ὁ καθοριζόμενος παρὰ τοῦ Νομοθετικοῦ Διατάγματος, τὸ ὁποῖον λέγει (ἀναγινώσκει): «Τὸ συνάλλαγμα τοῦτο ἀποκλειστικῶς διατίθεται... κλπ.». Ἐὰν ἀνατρέξωμεν εἰς τοὺς πίνακας, τοὺς ὁποίους ἡ Κυβέρνησις προσήγαγε, τῆς κινήσεως τοῦ συναλλάγματος τοῦ Κράτους ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου μέχρι σήμερον, ἔχομεν τὸ ἑξῆς ἀποτέλεσμα: Κατὰ τὸν Ἰανουάριον τοῦ 1925 τὸ Κράτος ἠγόραζεν ἐκ τῆς ἀγορᾶς, διὰ τῆς ὁδοῦ τοῦ 15%, 1,335,000 λιρῶν καὶ ἐπώλει 2,987,000 λιρῶν. Ἤρχισε τὴν ἐποχὴν ἐκείνην τὸ συνάλλαγμα νὰ ὑψοῦται καὶ ἡ Κυβέρνησις ἠθέλησε διὰ τῆς πωλήσεως συναλλάγματος νὰ σταματήσῃ τὴν ὕψωσιν. Δὲν προτίθεμαι νὰ ἐλέγξω τὴν Κυβέρνησιν διὰ τοῦτο· ἦτο μία προσπάθεια, ἡ ὁποία, ἀδιάφορον ἂν ἀπέτυχε, πάντως ἦτο μία προσπάθεια δυναμένη νὰ δικαιολογηθῇ. Ἀλλ’ ὅταν ἡ Κυβέρνησις δὲν ἠδυνήθη νὰ συγκρατήσῃ τὸ συνάλλαγμα διὰ τῆς ἀθρόας ἐκείνης πωλήσεως τοῦ κρατικοῦ συναλλάγματος, ἀλλάσσει ἀμέσως οἰκονομικὴν πολιτικὴν καὶ ἀπὸ τῆς 16 Φεβρουαρίου μέχρι τῆς 16 Μαρτίου, εἰς ἐποχὴν κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ συνάλλαγμα εἶχε φθάσει εἰς τὰ ὕψη, εἶχε φθάσει εἰς τὸ ἐπίπεδον τῶν 320 δραχμῶν, ἡ Κυβέρνησις οὐδὲν διέθεσε διὰ τὴν ἐλευθέραν ἀγοράν. Ἠγόρασε τοὐναντίον πάλιν διὰ τῆς ὁδοῦ τοῦ 15% 3,887,000 λιρῶν.
§74Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Κύριε συνάδελφε, παρακαλῶ· τὸ ποσὸν αὐτὸ ὁλόκληρον προέρχεται ἀπὸ τὸ 15%;
§75Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα· δὲν ἔχει σημασίαν μεγάλην αὐτό, διότι εἶναι μία ἀγορά. Ἡ σημασία τοῦ νομοθετήματος τοῦ Ἀπριλίου 1923 εἶναι διττή· ἀφ’ ἑνὸς δίδει τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν νὰ ἐξάγῃ χαρτονόμισμα, διὰ νὰ ἀποφύγῃ τὴν ἀθρόαν πτῶσιν καὶ ἑπομένως ζημίαν τῆς ἐθνικῆς οἰκονομίας, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἐξασφαλίζει εἰς τὸ Κράτος διὰ τῆς ὁδοῦ τοῦ 15% ὡρισμένον συνάλλαγμα καὶ ὁ σκοπὸς αὐτὸς εἶναι ψυχολογικὸς διὰ νὰ μὴ ὑψώνεται ἡ λίρα, δὲν μεταβάλλει ὅμως καθόλου τὴν κατάστασιν τὸ ὅτι αὐτὸ εἶναι μία ἀγορὰ τοῦ συναλλάγματος ὑπὸ τοῦ Κράτους γενομένη εἰς τὴν ἐλευθέραν ἀγοράν. Ἠγόρασε λοιπὸν τὸ Κράτος 3,287 χιλιάδας εἰς τιμὴν ἀπὸ 296 ἕως 316 μὲ μέσην τιμὴν δηλαδὴ 304 δραχμῶν. Κατὰ τὸ χρονικὸν αὐτὸ διάστημα περιῆλθεν εἰς τὸ Κράτος ἐκ τοῦ προσφυγικοῦ δανείου ποσὸν 500 χιλιάδων λιρῶν. Ἑπομένως συνολικῶς περιῆλθεν εἰς τὸ Κράτος εἰς τιμὴν 304 δραχμῶν ποσὸν 4,300,000 λιρῶν.
§76Γ. ΣΕΧΙΩΤΗΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε, παρακαλῶ; Εἰς τὴν τιμὴν τῶν 265 δραχμῶν ἐπώλει τὸ Κράτος;
§77Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ σᾶς εἴπω. Ἐζήτησα τοὺς πίνακας τῆς κινήσεως τοῦ συναλλάγματος ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου μέχρι 31 Μαΐου, ἐκ τούτων δὲ συνάγεται τὸ ἑξῆς: Τὸ συνάλλαγμα κατὰ τὸν τελευταῖον Δεκέμβριον ἦτο περίπου εἰς τὸ ἐπίπεδον τῶν 260 δραχμῶν. Κατὰ τὸν μῆνα Ἰανουάριον παρετηρήθη τάσις ὑψωτική, φθάσασα κατὰ μέσον ὅρον μέχρι τῶν 275 δραχμῶν. Τότε τὸ Κράτος θέλει νὰ συγκρατήσῃ τὴν ἀνύψωσιν. Ἑπομένως εἶχε κατεύθυνσιν ὑποτιμητικὴν καὶ ἐπώλησε κατὰ τὸν μῆνα Ἰανουάριον 1½ ἑκατομμύριον, 1,600 χιλιάδας λίρας, πέρα τοῦ ποσοῦ τὸ ὁποῖον ἠγόρασε κατὰ Δεκέμβριον. Αἰφνιδίως κατὰ τὰς δύο πρώτας ἑβδομάδας τοῦ Φεβρουαρίου ἠγόρασε περίπου 750 χιλιάδας λίρας καὶ ἐπώλησε τὸ αὐτὸ ποσόν.
§78Ι. ΣΙΦΝΑΙΟΣ. Λέγετε ὅτι ἡ τάσις ἦτο ὑποτιμητική, καὶ διατί ὄχι τάσις συγκρατήσεως;
§79Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Προτιμᾶτε τὴν λέξιν συγκρατική; Εἶναι τὸ ἴδιον δι’ ἐμέ, διότι ἡ προσπάθεια τοῦ Κράτους ἦτο ἀντίθετος πρὸς τὴν ὕψωσιν καὶ εἴτε «συγκρατικὴν» τὴν ὀνομάσωμεν εἴτε «ὑποτιμητικήν» εἶναι τὸ ἴδιον. Οὐδεμία ἐκ τῶν λέξεων μεταβάλλει τὴν οὐσίαν. Τὸ ζήτημα εἶναι τοῦτο, ὅτι, ἐνῷ ἡ Κυβέρνησις εἶχε πολιτικὴν συγκρατήσεως τοῦ συναλλάγματος, αἰφνιδίως αὕτη, ἀπὸ τῆς 16 Φεβρουαρίου μέχρι τῆς 16 Ἀπριλίου, ἐπὶ ἓν ὁλόκληρον δίμηνον, κατὰ τὸ ὁποῖον ἡ λίρα ἔφθασεν εἰς τὸ ἐπίπεδον τῶν 275–320 δραχμῶν, δὲν ἔλαβεν οὐδὲν μέτρον πρὸς συγκράτησιν· διότι δὲν ἐπώλησεν εἰς τὴν ἐλευθέραν ἀγορὰν λίρας, ἐνῷ ἠγόραζεν εἰς τὴν τιμὴν τῶν 305 δραχμῶν κατὰ μέσον ὅρον. Ἑπομένως ἐγκατέλειπε τὴν πολιτικὴν τὴν συγκρατητικὴν αἰφνιδίως κατὰ τὸ δίμηνον τοῦτο διάστημα καὶ ἐξεδήλωνε πολιτικὴν ἀνατιμητικήν. Ἠγόρασεν εἰς τὴν ἐλευθέραν ἀγορὰν συνάλλαγμα 3,800 χιλιάδων καὶ 500 χιλιάδων λιρῶν ἐκ τοῦ ἀναγκαστικοῦ καὶ προσφυγικοῦ δανείου. Διέθεσε δὲ ἐκ τούτων διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους ἀπὸ τῆς 16 Φεβρουαρίου μέχρι τῆς 16 Ἀπριλίου 1,176 χιλιάδας λιρῶν καὶ διὰ τὴν ἐλευθέραν ἀγορὰν 786 χιλιάδας λιρῶν. Ἑπομένως παρέμεινεν ὑπόλοιπον εἰς χεῖρας τοῦ Κράτους καὶ περιῆλθον ἐκ τοῦ προσφυγικοῦ δανείου 2,425,000 λίραι μὲ μέσην τιμὴν 304 δραχμῶν. Καὶ αἰφνιδίως εἰς τὰς 16 Φεβρουαρίου ἤλλαξε κατεύθυνσιν ἡ Κυβέρνησις, ὁπότε τὸ συνάλλαγμα εὑρίσκετο εἰς τὸ ἐπίπεδον τῶν 260 δραχμῶν. Σᾶς ἀναφέρω τὰς δηλώσεις τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ, ὁ ὁποῖος εἰς τὰς 282 ἐδήλωνεν ὅτι ἔπρεπε νὰ κατέλθῃ ἡ λίρα εἰς τὰς 265 καὶ ὅτι θὰ πέσῃ ἀκόμη καὶ μόνον οἱ κακόπιστοι διαβάλλουν τὸ ἐθνικὸν νόμισμα. Ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἤθελεν εἰς αὐτὸ τὸ ἐπίπεδον νὰ σταθεροποιήσῃ τὸ συνάλλαγμα καὶ ὅτι θὰ ἐπεδίωκε τὴν δικαστικὴν δίωξιν τοῦ εἰσαγγελέως. Ὅτι ἡ Κυβέρνησις μόνον εἰς τὸ ἐπίπεδον τῶν 265 θὰ σταθεροποιήσῃ τὸ συνάλλαγμα καὶ ὅτι εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο ἐνόμιζεν ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ τὸ σταθεροποιήσῃ ἀναλόγως τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τῆς Χώρας. Ἤλλαξε λοιπὸν κατεύθυνσιν ἡ Κυβέρνησις ἀπὸ τῆς 16ης Ἀπριλίου καὶ μέχρι τῆς 7ης Μαΐου, εἰς διάστημα δηλαδὴ τριῶν ἑβδομάδων ἐπώλησε 228,000 λίρας εἰς τιμὴν 260 δραχμῶν. Ἑπομένως ἐπώλησεν εἰς τιμὴν 260 δραχμῶν συνάλλαγμα, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἀγοράσει πρὸς 304 δραχμὰς καὶ ἐπέφερε ζημίαν θετικὴν εἰς τὸ Κράτος 106 ἑκατομμυρίων δραχμῶν. Θὰ ἠδύνατό τις νὰ ἐρωτήσῃ, ἂν κατὰ τὸ διάστημα αὐτὸ δὲν ἠγόρασε καὶ ἠγόρασε πραγματικῶς εἰς τὸ διάστημα αὐτὸ τῶν τριῶν ἑβδομάδων 1,310,000 λίρας κατὰ μέσον ὅρον εἰς τὴν τιμὴν τῶν 260 δραχμῶν. Ἂν λοιπὸν θέλωμεν νὰ ὑπολογίσωμεν ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῇ, ἔχομεν πρὸ ὀφθαλμῶν ὅτι ἐπώλησεν 1,300,000 λίρας πρὸς 260 δραχμάς. Ἀλλὰ πλὴν τούτου ἐπώλησε 900,000 λίρας ἐκ τοῦ ποσοῦ τὸ ὁποῖον εἶχεν ἀγοράσει πρὸς 305 καὶ τῆς μένει εἰς βάρος της τὸ ὑπόλοιπον. Ἑπομένως καὶ κατὰ τὸν ἕνα ὑπολογισμὸν καὶ κατὰ τὸν ἄλλον διὰ τῆς πολιτικῆς αὐτῆς τῆς Κυβερνήσεως, τῆς διαρκεσάσης ἐπὶ τρεῖς ἑβδομάδας εἶναι ἀναντίρρητον ὅτι ἐπῆλθε θετικὴ ζημία εἰς τὸ Κράτος 106,000,000 δραχμῶν. Χαρακτηριστικὸν δὲ εἶναι ὅτι τὴν 7ην Μαΐου ἀλλάζει πολιτικὴν ἡ Κυβέρνησις καὶ ἐφαρμόζει πλέον ὑπερτιμητικὴν πολιτικήν, διότι ἀπὸ τῆς 7ης Μαΐου καὶ ἐντεῦθεν μέχρι τῆς 31ης τοῦ ἰδίου οὐδὲν ποσὸν διέθεσε διὰ τὴν ἐλευθέραν ἀγοράν, ἐνῷ ἠγόρασε περὶ τὸ 1½ ἑκ. λιρῶν. Δὲν θέλω νὰ θέσω τὸ ζήτημα, ὅπως ἐπεχείρησε νὰ τὸ θέσῃ ὁ κ. ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν Φιλελευθέρων, ὅτι προτιθέμεθα νὰ ἐλέγξωμεν τὴν Κυβέρνησιν, διότι δὲν ἔκαμεν ἀπόθεμα συναλλάγματος. Ὄχι, δεχόμεθα καὶ ἡμεῖς τὴν γνώμην τοῦ κ. ἀρχηγοῦ τῶν Προοδευτικῶν Φιλελευθέρων ὅτι τὸ Κράτος ὄχι μόνον δικαιοῦται, ἀλλ’ ἔχει καὶ ὑποχρέωσιν ὑπό τινας προϋποθέσεις εἰς στιγμὴν μιᾶς ἀδικαιολογήτου ὑψώσεως τοῦ συναλλάγματος νὰ συγκρατήσῃ τὴν ὕψωσιν διὰ πωλήσεως μέρους τοῦ κρατικοῦ συναλλάγματος. Λησμονεῖ ὅμως ὁ κ. ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν Φιλελευθέρων ὅτι καὶ αὐτὸς ὁ ἴδιος ἔχει ἐκφράσει τὴν γνώμην ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὸ Κράτος νὰ ἀφήσῃ νὰ ἐπέλθῃ ραγδαία ἡ πτῶσις τοῦ συναλλάγματος, διότι τοῦτο εἶναι καταστρεπτικὸν διὰ τὴν ἐθνικὴν οἰκονομίαν, διότι ἀπέδωκεν ὁ ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν Φιλελευθέρων ὡς ἀξίαν τοῦ νομοθετήματος τὸ ὅτι διὰ τῆς στενότητος τῆς ἐκδόσεως χαρτονομίσματος δύναται τὸ Κράτος νὰ συγκρατήσῃ τὴν πτῶσιν τοῦ συναλλάγματος εἰς τὸ ἐπίπεδον εἰς τὸ ὁποῖον (θέλει νὰ τὸ συγκρατήσῃ. Δὲν πρόκειται ἑπομένως νὰ ἐλέγξωμεν τὴν Κυβέρνησιν διότι δὲν ἐσχημάτισεν ἀπόθεμα, οὔτε διότι τὸ ἐπώλησε. Τὴν ἐλέγχομεν διὰ τὴν ἀκολουθίαν τὴν ἀκατανόητον τῆς συναλλαγματικῆς της πολιτικῆς. Δὲν δυνάμεθα νὰ ἐννοήσωμεν διατί τὴν 1ην Ἰανουαρίου ἦτο ὑπὲρ τῆς συγκρατήσεως τοῦ συναλλάγματος καὶ ἀπὸ τοῦ Ἰανουαρίου μέχρι τοῦ Ἀπριλίου, ὁπότε τὸ συνάλλαγμα εἶχε 320 δραχμάς, ἠγόραζε τὰ ὀγκώδη ποσά. Δὲν δυνάμεθα νὰ ἐννοήσωμεν πῶς ὅταν τὸ συνάλλαγμα ἔφθασε τὰς 280 δραχμὰς ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐδήλου ὅτι θὰ πέσῃ ἀκόμη τὸ συνάλλαγμα; Ὅταν δὲ ἔφθασεν εἰς τὰς 265 δραχμὰς ἐγράφη ὅτι θὰ σταθεροποιηθῇ εἰς τὴν τιμὴν ἐκείνην. Ἀλλ’ ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς ἐδήλου ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι ἀληθὲς καὶ ὅτι εἶναι κακόβουλοι διαδόσεις. Πῶς ὅταν τὸ συνάλλαγμα ἦτο εἰς τὰς 260 δραχμὰς ἐπώλησε 3,000,000 καὶ πῶς ὅταν τὸ συνάλλαγμα ἤρχισε νὰ ὑψοῦται ἐθεώρησε καλὸν νὰ σταματήσῃ; Βλέπετε μίαν συναλλαγματικὴν πολιτικὴν ἡ ὁποία ἀλλάσσει καθ’ ἑβδομάδα καὶ τῆς ὁποίας τὸ ἀποτέλεσμα ἦτο διὰ τὸ Κράτος μίαν ζημία....
§80Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Αὐτὸ ἦτο τὸ ὀλιγώτερον, κ. συνάδελφε, ἀπέναντι τῆς οἰκονομικῆς καταστροφῆς τῆς κοινωνίας.
§81Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἕνα–ἕνα ζήτημα, κ. Πρόεδρε. Θὰ ἔλθωμεν.
§82Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ποίας καταστροφῆς;
§83Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Κύριε ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργέ, ἐρωτᾶτε ποίας καταστροφῆς; Τότε ὀφείλω νὰ σᾶς εἴπω ὅτι δὲν ἔχετε καμμίαν ἐπαφὴν μὲ τὴν Κοινωνικὴν Οἰκονομίαν.
§84Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Θέλω νὰ μοὶ εἴπητε ποίαν καταστροφὴν ἔκαμεν ἡ συναλλαγματικὴ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ καταστροφὴ τῶν παικτῶν; Δὲν μὲ ἐνδιαφέρει καθόλου.
§85Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐμὲ δὲν ἐνδιαφέρει περισσότερον ἀπὸ σᾶς. Μὲ ἐνδιαφέρουν ὅμως αἱ καταστροφαὶ τῶν ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκοντο εἰς τὴν ἀνάγκην εἴτε νὰ ἀγοράσουν εἴτε νὰ πωλήσουν συνάλλαγμα καὶ ὑπέστησαν ζημίας. Αὐταὶ αἱ καταστροφαὶ εἶναι θετικαί, κ. Ὑπουργέ.
§86Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἡ Κυβέρνησις ὅταν ἔφθασε τὸ συνάλλαγμα εἰς τὰς 280 δραχμὰς δὲν ἔκαμε καμίαν ἐπέμβασιν. Δὲν ἐπώλησε καμμίαν λίραν.
§87Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Αὐτὸ εἶναι τὸ κακόν.
§88Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Διατί; Ἠθέλατε νὰ πετάξωμεν καὶ ἄλλο συνάλλαγμα;
§89Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Κύριε Ὑπουργέ, εἴχετε εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν συνάλλαγμα ἐκ τῶν 15%. Ἐφόσον ἐβλέπατε ὅτι ὑψοῦτο τὸ συνάλλαγμα, οὐχὶ ἁλματικῶς ἄλλως τε ἀλλὰ βαθμιαίως, εἴχετε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ σταματήσητε τὴν ὕψωσιν αὐτήν.
§90Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Πῶς;
§91Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργέ, δὲν πρόκειται περὶ αὐτοῦ. Ἄν ἐφηρμόζατε μίαν συστηματικὴν πολιτικὴν εἴτε πρὸς τὴν μίαν κατεύθυνσιν εἴτε πρὸς τὴν ἄλλην, θὰ ἠδυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ὅτι ἡ κατεύθυνσις αὐτὴ ἦτο ὀρθὴ ἢ ὄχι. Θὰ εἶσθε ὅμως συνεπὴς πρὸς μίαν πολιτικήν. Ἡμεῖς σᾶς ἐλέγχομεν διότι καθ’ ἑβδομάδα ἠλλάσσατε πολιτικήν.
§92Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Πότε ἠλλάξαμεν;
§93Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν Ἰανουάριον ὅταν....
§94Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Τότε κάμνετε πῶς δὲν καταλαμβάνετε.
§95Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Σεῖς κάμνετε πῶς δὲν καταλαμβάνετε. Ἐδῶ εἶναι ἀριθμοί. Σᾶς ἐλέγχομεν ἀκριβῶς δι’ αὐτὰ τὰ ὁποῖα δηλοῦτε σήμερον καὶ τὰ ὁποῖα ἐδηλώσατε σήμερον διὰ τῶν ἐφημερίδων καὶ σᾶς ἐλέγχομεν ὅτι εὑρίσκετε κατάλληλον ἐποχὴν διὰ νὰ πωλήσητε συνάλλαγμα εἰς τὰς 260 δραχμάς. Δὲν ἠμπορεῖτε νὰ μᾶς εἴπητε ὅτι ἦτο σώφρων πολιτικὴ συγκρατήσεως τοῦ συναλλάγματος ἡ πώλησις εἰς τὰς 260 δραχμὰς καὶ ἡ ἀγορὰ εἰς 310 δραχμάς.
§96Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἡ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως ἔπρεπε νὰ καθορισθῇ ὁποία θὰ ἦτο. Εἴπομεν νὰ σταματήσωμεν εἰς ἓν ὅριον.
§97Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκάματε τὸ ἀντίθετον, κ. Ὑπουργέ. Εἴπατε τώρα ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἀπεφάσισε νὰ σταματήσῃ τὸ συνάλλαγμα εἰς ἓν ὅριον καὶ σεῖς εἰς τὰς 260 δραχμὰς ἐπωλεῖτε.
§98Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Εἴπομεν νὰ μὴ κατέλθῃ κάτω τῶν 250 καὶ νὰ μὴ ἀνέλθωμεν ἄνω τῶν 260 δραχμῶν. Αὐτὸ ἦτο περιθώριον τὸ ὁποῖον εἶχε καὶ ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις. Καὶ ὅταν τὸ συνάλλαγμα ὑπερέβη μίαν φορὰν τὰς 261 δραχμάς, ἠρώτησαν τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως....
§99Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἂν τὴν ἄποψίν σας αὐτὴν δεχθῶμεν, πῶς μέχρι τῆς 7ης Μαΐου ἐπωλεῖτε, κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργέ, διὰ νὰ μὴ κατέλθῃ κάτω τῶν 250 δραχμῶν; Ἀπὸ τῆς 7ης Μαΐου ὄχι μόνον δὲν ἐπωλεῖτε, ἀλλ’ ἠγοράζετε. Ἐνῷ ἐκάματε τὴν μίαν ἑβδομάδα αὐτὴν τὴν πολιτικήν, τὴν ἄλλην ἑβδομάδα τὴν ἠλλάσσατε. Δι’ αὐτὸ ἀκριβῶς σᾶς ἐλέγχομεν, ὅτι καθ’ ἑβδομάδα ἠλλάσσατε πολιτικήν. Θὰ ἀπαντήσω εἰς τὸν κ. Σιφναῖον. Κατὰ τὸ διάστημα αὐτό, δηλαδὴ ἀπὸ τῆς 7ης Μαΐου καὶ ἐντεῦθεν, τὸ Κράτος ἠγόρασε, δηλαδὴ ἀπὸ τῆς 8–15 Μαΐου τὸ Κράτος εἶχε 391,303 λίρας καὶ διὰ τὰ ἀνάγκας του διέθεσε 50,000 λίρας. Αὐταὶ ἦσαν αἱ ἀνάγκαι τοῦ Κράτους. Ἀπὸ τῆς 16–22 Μαΐου ἠγόρασε τὸ Κράτος 428,617 καὶ διέθεσε διὰ τὰς ἀνάγκας αὐτοῦ 63,290 λίρας. Ἀπὸ τῆς 22ας Μαΐου....
§100Α. ΠΡΕΚΑΣ. Γνωρίζετε ἂν ἠδύνατο νὰ μὴ τὸ παρελάμβανε;
§101Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως ἠδύνατο.
§102Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Εἴπετε ὅτι τὸ Κράτος παρέλαβε καὶ ὅτι κακῶς παρέλαβε....
§103Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, εἶπον ὅτι κατὰ τὴν ρητὴν διάταξιν τοῦ νομοθετήματος αὐτοῦ αἱ Τράπεζαι ὑποχρεοῦνται νὰ δίδουν εἰς τὸ Κράτος ἓν 15%. Καὶ ἑπομένως καὶ ἐξ αὐτοῦ τοῦ γράμματος τοῦ νόμου εἴχετε ὅλον τὸ δικαίωμα νὰ εἴπητε εἰς τὰς Τραπέζας ὅτι δὲν τὸ παραλαμβάνετε.
§104Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἀπὸ τὸ γράμμα τοῦ νόμου δὲν τὸ εἴχομεν αὐτὸ τὸ δικαίωμα. Πρέπει νὰ τὸ εἴπωμεν καλοπίστως.
§105Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅσον ἀφορᾶ τὴν καλὴν πίστιν, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, θὰ ἔλθωμεν καὶ εἰς αὐτήν.
§106Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ὅταν τελευταῖον ἔβλεπον ταῦτα, ἠρώτησα· εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ τὸ παραλάβωμεν;
§107Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῖον ἠρωτήσατε;
§108Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ὅλους.
§109Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἠρωτήσατε τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου;
§110Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ὅλοι εἶχον ἀντίρρησιν, καὶ οἱ νομικοί, ὅτι ἦτο ὑποχρεωτικόν. Ἐγὼ ἐν τούτοις εἶπον ὅτι δὲν ἦτο ὑποχρεωτικὸν καὶ διὰ τοῦτο ἐξῄρεσα τοὺς τραπεζίτας τῶν ὑποχρεώσεων αὐτῶν.
§111Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Κύριε Ὑπουργέ, σοβαρῶς ὁμιλεῖτε ὅτι δὲν παίζει κανένα ρόλον τὸ ζήτημα ἂν εἶσθε ὑποχρεωμένος; Ἂς ὑποθέσωμεν ὅτι εἴχατε ὑποχρέωσιν νὰ τὸ παίρνατε καὶ οἱ νομικοὶ ἐγνωμοδότουν ὅτι εἶσθε ὑποχρεωμένος...
§112Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Εἶπον ὅτι ἐξέφρασαν τοιαύτην γνώμην, τὴν ὁποίαν ὅμως ἐγὼ δὲν ἀπεδέχθην.
§113Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι μόνον δὲν εἶσθε ὑποχρεωμένος, κ. Ὑπουργέ, ἀλλ’ εἴχατε εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο καὶ ἓν δραστικὸν ὅπλον κατὰ τῆς κακοπιστείας τῶν Τραπεζῶν, ἀλλά....
§114Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Διεξάγονται ἀνακρίσεις.
§115Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ἠξεύρω ὅτι ὡρισμέναι Τράπεζαι διὰ τῶν ὑποκαταστημάτων των ἔκαμνον κανονικὰς ἀγορὰς καὶ ἐπηύξανον τὰ κέρδη των. Ἔχετε λοιπόν, κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργέ, ἓν δραστικὸν ὅπλον τῆς διατάξεως αὐτοῦ τοῦ νόμου ὅτι δὲν τὸ παίρνετε ἐκείνην τὴν ἡμέραν. Δὲν ἠμπορεῖτε νὰ ἀμυνθῆτε κατὰ τῆς κακοπιστίας μιᾶς Τραπέζης; Ἂν δύο ἡμέρας τῆς ἀφήσητε τὸ συνάλλαγμα....
§116Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν ἔχετε δίκαιον. Αἱ Τράπεζαι εἶναι ὑποχρεωμέναι νὰ σᾶς τὸ φέρουν. Ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ σᾶς φέρῃ τὸ συνάλλαγμα, θὰ λάβῃ τὴν πρόνοιαν νὰ ἀγοράσῃ αὐτό. Δὲν ἠμπορεῖτε νὰ τῷ εἴπητε ὅτι δὲν τὸ παίρνετε...
§117Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Ὑπουργέ, αὐτὸ ἰσχύει διὰ τοὺς καλοπίστους.
§118Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Πῶς θὰ τοὺς ἐξελέγξωμεν;
§119Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Κύριε ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργέ, ἤθελον νὰ σᾶς ἐρωτήσω, ἂν ἐφαρμόζοντες τὴν διάταξιν αὐτὴν δὲν ἐφαρμόζετε καὶ ἔλεγχον. Ἂν κανεὶς εἶναι κατ’ ἀρχὴν ἐναντίον τῆς ἐπεμβάσεως τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν ἀγοραπωλησίαν τοῦ συναλλάγματος, ὀφείλει νὰ εἴπῃ ὅτι τὸ Κράτος ὀφείλει νὰ τὸ παίρνῃ. Διότι, ἂν δύναται νὰ τὸ παίρνῃ καὶ νὰ μὴ τὸ παίρνῃ, εἶναι ὡς νὰ ὑποστηρίζῃ μέτρα ἀνισότητος ἐναντίον τινῶν καὶ ὑπὲρ ἄλλων. Ὀφείλει λοιπὸν νὰ τὸ παίρνῃ ἢ νὰ μὴ τὸ παίρνῃ, διότι, ἂν τὸ παίρνῃ καὶ δὲν τὸ παίρνῃ, κάμνει συναλλαγματικὴν ἐπιχείρησιν ἡ Κυβέρνησις. Ἐγὼ θὰ ὁμιλήσω ἀργότερα καὶ θὰ ὑποστηρίξω ἀκριβῶς τὴν ἀντίθετον ἄποψιν περὶ τῆς ἐπεμβάσεως τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ καὶ ἂν κανεὶς εἶναι τῆς ἰδέας ὅτι ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ ἐπιτρέπῃ ἀπόλυτον ἐλευθερίαν εἰς τὴν κίνησιν τοῦ συναλλάγματος, πρέπει νὰ ἀναγνωρίσῃ ὅμως ὅτι δὲν τῆς ἐπιτρέπεται νὰ ἀγοράζῃ, νὰ δέχηται, καὶ νὰ μὴ δέχηται τὸ 15%, τὸ ἐπιβαλλόμενον ὑπὸ τοῦ Κράτους.
§120Γ. ΜΟΔΗΣ. Τὸ παράδοξον εἶναι ὅτι τὸ ποσοστὸν τοῦ συναλλάγματος 15% τὸ ἐλάβομεν ἐκ τῆς ἐλευθέρας ἀγορᾶς μὲ μέσην τιμὴν λίρας 247 δραχμῶν, ἐνῷ ἡ τιμὴ τοῦ συναλλάγματος τῆς ἐλευθέρας ἀγορᾶς ἡ μέση εἶναι 262 δραχ: Τοῦτο δηλαδὴ ἔρχεται εἰς ἀντίθεσιν μὲ ὅσα εἴπατε εἰς βάρος τῶν Τραπεζῶν.
§121Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ τὸ ὁποῖον εἶπον ἐγὼ τὸ λέγει ἡ Κυβέρνησις.
§122Α. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Ποῖον ποσὸν Ἀγγλικῶν λιρῶν ἀντιπροσωπεύουν αἱ ἐνιαύσιαι πωλήσεις καὶ ἀγοραὶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης;
§123Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ θὰ σᾶς ἀπαντήσω. Εἰς τὴν ἐπερώτησιν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν σχετικῶς πρὸς τὴν κίνησιν τοῦ συναλλάγματος, ἠρώτησα...
§124Α. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Πόσον ποσὸν ἀντιπροσωπεύουν αἱ πωλήσεις καὶ ἀγοραί;
§125Γ. ΜΟΔΗΣ. Θὰ σᾶς εἴπω ἐγώ (Ἀναγινώσκει).
§126Α. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Περίπου 65.000,000. Ἐντὸς 15 ἡμερῶν ἐγένοντο πωλήσεις καὶ ἀγοραὶ 2000. Περὶ αὐτοῦ πρόκειται.
§127Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτοὶ εἶναι οἱ ἐπίσημοι ἀριθμοὶ οἱ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως δοθέντες εἰς τὴν Συνέλευσιν· ἑπομένως στηρίζομαι ἐπὶ τῶν ἐπισήμων αὐτῶν δεδομένων.
§128Α. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Θέλω τὴν ἑξῆς πληροφορίαν. Γνωρίζετε τί ποσὸν εἰς Ἀγγλικὰς λίρας ἀντιπροσωπεύει τὸ ἐξαγωγικὸν ἐμπόριον καὶ τί ποσὸν τὸ εἰσαγωγικὸν τοιοῦτον τῆς Ἑλλάδος;
§129Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εὔκολον εἶναι νὰ τὸ εἴπωμεν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν πινάκων.
§130Α. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Περίπου 20,000,000.
§131Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ζημία λοιπὸν ἡ θετικὴ ἡ ἐπελθοῦσα εἰς τὸ Κράτος εἶναι 106,000,000 δραχμῶν. Πλὴν δὲ τούτου εἶναι καὶ μία μείωσις τοῦ ἀποθέματος συναλλάγματος τοῦ εὑρισκομένου εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν διὰ λογαριασμὸν τοῦ Κράτους κατὰ τὰ τέλη Δεκεμβρίου 1924 κατὰ 20,000 λίρας· διότι, κατὰ τὰς πληροφορίας τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, τὸ ἀπόθεμα τοῦ Κράτους κατὰ τὰ τέλη τοῦ Δεκεμβρίου ἀνήρχοντο εἰς 2,500,000 λίρ. Κατὰ τοὺς πρώτους 5 μῆνας τοῦ 1925 ἠγοράσθησαν συνολικῶς ἀπὸ τὴν ἐλευθέραν ἀγορὰν 8,550,000 λιρῶν, ἀπὸ τὸ προσφυγικὸν δάνειον 950,000 λιρ., διετέθησαν δὲ διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους 7,044,000 λιρ. ἀπὸ τὴν ἐλευθέραν ἀγοράν. Ἑπομένως ἔρχεται μείωσις τοῦ στὸκ κατὰ τὸ διάστημα αὐτὸ ἐξ 20,000 λιρῶν. Καὶ ἔχομεν δηλώσεις τόσον τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ὅσον καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ὅτι, ὅταν ἀκόμη ἡ λίρα ἦτο εἰς τὰς 280 δραχμάς, τὸ στὸκ τοῦ Κράτους δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ συγκρατήσῃ τὴν τιμὴν τοῦ συναλλάγματος εἰς τὸ ἐπίπεδον ἐκεῖνο. Μολονότι δὲ αἱ κυβερνητικαὶ δηλώσεις λέγουσιν ὅτι δὲν εἶχεν ἀρκετὸν ποσὸν συναλλάγματος διὰ νὰ συγκρατήσῃ τὴν λίραν εἰς τὰς 280 δραχμάς, ἔρχεται ἡ κυβερνητικὴ ἐνέργεια καὶ ἐλαττώνει αὐτὸ τὸ ποσὸν τοῦ συναλλάγματος διὰ νὰ καταρρίψῃ τὴν λίραν κάτω τῶν 260 δραχμῶν. Καὶ εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν πρὸ ὀλίγου ὅτι συνεζητήθη εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον εἰς ποῖον τάχα ἐπίπεδον ἔπρεπε νὰ σταματήσῃ τὴν πτῶσιν τῆς λίρας καὶ εἰς ποῖον ἐπίπεδον ἔπρεπε νὰ συγκρατήσῃ τὴν σχέσιν τῆς λίρας πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν δραχμὴν καὶ ἀπεφάσισεν ὅτι τὸ ἐπίπεδον αὐτὸ ἦτο τὸ ἐπίπεδον τῶν 250 δραχμῶν. Εἶναι βεβαίως εὐνόητον ὅτι ἡ Κυβέρνησις διὰ νὰ φθάσῃ εἰς τὸ ἀποτέλεσμα τοῦτο θὰ ἐστάθμισεν ὅλους αὐτοὺς τοὺς παράγοντας, οἱ ὁποῖοι συντελοῦν εἰς τὸν καθορισμὸν τῆς συναλλαγματικῆς τιμῆς, διὰ νὰ καταλήξῃ εἰς τὸ συμπέρασμα τοῦτο. Εἶναι ἐπίσης ἀναντίρρητον ὅτι ἡ ἀπόφασις τῆς Κυβερνήσεως ἐλήφθη περίπου κατὰ τὰ μέσα Ἀπριλίου. Ἔχομεν ὅμως δηλώσεις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, τὰς ὁποίας πρὸ ὀλίγου ἀνέφερον, τῆς 1ης Μαρτίου, ὁπότε ἡ λίρα εἶχεν ἀρχίσει νὰ ὑψοῦται—καὶ ἐδημοσιεύθησαν εἰς τὰς ἐφημερίδας—πέρα τοῦ ἐπιπέδου τῶν 270 καὶ 280 δραχμῶν. Καὶ λέγει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως (ἀναγινώσκει): «Ἡ παρατηρουμένη ἐπ’ ἐσχάτων ὕψωσις τοῦ συναλλάγματος ἐν μέρει δὲν σημαίνει ὑποτίμησιν τοῦ ἐθνικοῦ ἡμῶν νομίσματος, ἀλλὰ ὑπερτίμησιν τῆς Ἀγγλικῆς λίρας, πρὸς τὴν ὁποίαν ἡ Ἑλληνικὴ ἀγορὰ ἔχει συνηθίσει νὰ μετρᾷ τὴν δραχμήν. Ἡ Ἀγγλικὴ λίρα ἀπό τινων μηνῶν ἐσημείωσε σταθερὰν ὕψωσιν σχεδὸν μέχρι τοῦ ἀρτίου καὶ χωρὶς νὰ ἀναφέρω λεπτομερείας, κουραστικὰς ἴσως, ἡ ὕψωσις αὕτη ἀντιπροσωπεύει περίπου 10% τῆς ἀξίας της. Ἐφόσον λοιπὸν ἐν τῷ Χρηματιστηρίῳ Ἀθηνῶν ἡ λίρα θὰ ἐτιμᾶτο μέχρι 270 περίπου δραχμῶν, δὲν θὰ ἐπρόκειτο περὶ ὑποτιμήσεως τῆς δραχμῆς, ἀλλὰ περὶ ὑπερτιμήσεως τῆς λίρας, ἥτις ὡς ἀναγκαίαν συνέπειαν ἔχει ὅτι χρειάζεταί τις περισσοτέρας δραχμὰς διὰ νὰ ἀγοράσῃ τὴν ὑπερτιμημένην λίραν. Ὅμοιον φαινόμενον παρετηρήθη καὶ ἐν Ἰταλίᾳ καὶ ἐν Γαλλίᾳ καὶ ἐν Βελγίῳ. Ἀλλὰ ἡ περαιτέρω ὕψωσις τῆς τιμῆς τῆς λίρας ἀντιπροσωπεύει μείωσιν τῆς τιμῆς τῆς δραχμῆς καὶ ἐπειδὴ ζῶμεν ὑπὸ τὸ κράτος τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἡ μείωσις αὕτη ὀφείλεται εἰς αἴτια συνήθως ἀπαντώμενα εἰς ὅλα τὰ Κράτη, ὅσα ζοῦν ὑπὸ τὰς αὐτὰς ὡς ἡ Ἑλλὰς νομισματικὰς συνθήκας. Ἔχομεν πληθωρικὴν κυκλοφορίαν ἀναμφισβητήτως καὶ συνέπεια ἄμεσος τῆς πληθώρας ὑπῆρξε δι’ ὅλας τὰς Χώρας ἡ ὑποτίμησις τοῦ χαρτονομίσματος».
§132Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Πότε ἐγένετο αὐτό;
§133Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν 1ην Μαρτίου.
§134Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἀπεδείχθη ὅτι δὲν ἔχει ἀκολουθήσει ἡ κίνησις τῆς δραχμῆς τὴν κίνησιν τῆς ὑψώσεως τῆς Ἀγγλικῆς λίρας. Τότε ἐδημοσιεύσαμεν ἀριθμοὺς δι’ αὐτό.
§135Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἦτο δηλαδὴ παραπάνω 4–5 δραχμαί.
§136Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐδημοσιεύσαμεν καὶ ἀριθμοὺς καὶ τοὺς γνωρίζετε.
§137Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐφόσον λοιπὸν λέγει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὰς δημοσιευθείσας δηλώσεις του ὅτι ἡ τιμὴ τῆς λίρας εἰς 270 δραχμάς, εἰς τὸ ἐπίπεδον τῶν 270 δραχμῶν ἦτο ἡ φυσιολογική...
§138Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ὄχι, ὄχι.
§139Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ λέγετε. Τί σημαίνει ὑποτίμησις τῆς δραχμῆς;
§140Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Αὐτὸ τὸ ἑρμηνεύετε σεῖς· εἶναι ἑρμηνεία ἰδική σας.
§141Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐφόσον λοιπόν, λέγετε, ἐν τῷ Χρηματιστηρίῳ Ἀθηνῶν ἡ λίρα θὰ τιμᾶται μέχρι 270 δραχμῶν, δὲν θὰ ἐπρόκειτο περὶ ὑποτιμήσεως τῆς δραχμῆς, ἀλλὰ περὶ ὑπερτιμήσεως τῆς λίρας, ἥτις ὡς ἀναγκαίαν συνέπειαν ἔχει ὅτι χρειάζεταί τις περισσοτέρας δραχμὰς διὰ νὰ ἀγοράσῃ τὴν ὑπερτιμημένην λίραν.
§142Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Αὐτὸ κατὰ σᾶς σημαίνει ὅτι εἶπον ἐγὼ ὅτι φυσιολογικὴ τιμὴ τῆς λίρας εἶναι 270 δραχμαί.
§143Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἴπετε τὴν 1ην Μαρτίου ὅτι ἡ ὕψωσις αὐτὴ τοῦ συναλλάγματος δικαιολογεῖται ἀπὸ τὴν βελτίωσιν τὴν ἐσωτερικὴν τῆς λίρας.
§144Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Σᾶς λέγω ἁπλούστατα τὸ ἑξῆς. Ἂν εἶχε 500 δραχμὰς ἡ λίρα καὶ παρετηρεῖτο μία ὕψωσις—καὶ λέγω ὅτι αὐτὴ ἡ τελευταίως ἐπελθοῦσα ὕψωσις ἐπῆλθεν ἕνεκα τοῦ λόγου τῆς ἀνατιμήσεως τῆς λίρας καὶ τῆς ἐξομοιώσεώς της εἰς τὸ ἄρτιον ἀπέναντι τοῦ δολλαρίου—δὲν θὰ ἔλεγον ὅτι αἱ 550 δραχ. εἶναι ἡ φυσιολογικὴ τιμὴ τῆς δραχμῆς; Τοῦτο σημαίνει ὅτι αὐτὴ ἡ τελευταία ὑπερτίμησις εἶνε ἐξηγητέα, δὲν σημαίνει ὅτι εἶναι φυσικὴ ἡ τιμὴ τῶν 270 δραχμῶν. Διατί; Διότι ἔχω τὴν ἰδέαν, παρακολουθῶν ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν τὰ πράγματα αὐτά, ὅτι δὲν δύναται κανείς ποτε νὰ εἴπῃ καὶ προφητεύσῃ ποία εἶναι ἡ λεγομένη φυσιολογικὴ τιμὴ τῆς δραχμῆς ἢ οἱουδήποτε νομίσματος. Δὲν λέγω λοιπὸν αὐτό. Λέγω ὅτι ἡ τελευταία ὑπερτίμησις ὀφείλεται εἰς τοῦτο τὸ γεγονός.
§145Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἑπομένως λέγετε ἀναμφισβητήτως ὅτι τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἡ τιμὴ τῆς λίρας τῶν 270 δραχμῶν εἶναι ἠτιολογημένη.
§146Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν λέγω οὔτε αὐτό. Λέγω ὅτι ἡ αὔξησις ὀφείλεται εἰς δεῖνα γεγονότα. Δὲν λέγω ἂν εἶναι δικαιολογημένη ἢ ἀδικαιολόγητος· διότι δὲν δύναμαι νὰ ἔχω ὅλα τὰ στοιχεῖα.
§147Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ θέλω καὶ ἐγὼ νὰ καταλήξω. Καὶ σᾶς ἐρωτῶ: Τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἐκάμετε δηλώσεις ὅτι μέχρι τοῦ ἐπιπέδου τῶν 270 δρ. ὀφείλεται εἰς τὴν ὑπερτίμησιν τῆς λίρας, ἐρωτῶ ποῖα εἶναι τὰ δεδομένα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα σᾶς ἔκαμαν νὰ νομίζητε ὅτι ἀπὸ 1ης Μαρτίου καὶ ἐντεῦθεν ὑπῆρξεν ἱκανὴ ἡ ψυχολογία ὥστε νὰ ἐπιφέρῃ τὴν πτῶσιν τῆς λίρας μέχρι τῶν 260 δραχμῶν; Εἰς ἐποχὴν κατὰ τὴν ὁποίαν κατὰ τὸ χρονικὸν διάστημα αὐτὸ ἀπὸ τῆς 1 Μαρτίου μέχρι τῆς ἐποχῆς τῆς πωλήσεως, δηλαδὴ τῆς 15 Ἀπριλίου, σεῖς ὄχι μόνον πωλεῖτε, ἀλλὰ τηρεῖτε προφανῶς ὑπερτιμητικὴν πολιτικήν, διότι προβαίνετε εἰς τὰς ἀθρόας αὐτὰς ἀγορὰς ἀπὸ τῆς 1 Μαρτίου καὶ ἐντεῦθεν, διότι ἠδύνασθε νὰ τὰς πωλήσητε...
§148Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Παραβάλλοντες θὰ ἴδητε ὅτι δὲν ἐγίνετο ἄλλως· θὰ εἴχομεν σήμερον 7,000,000 ἀπόθεμα, ἂν δὲν ἐπωλεῖτο αὐτὸ τὸ 15%.
§149Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἰδοὺ οἱ κατάλογοι· ἐδῶ εἶναι τὰ νούμερα.
§150Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Διαβάστε τὰ νούμερά σας. Δώσατε τὴν ἑρμηνείαν τὴν ὁποίαν θέλετε· θὰ δώσωμεν καὶ ἡμεῖς κατόπιν τὴν ἑρμηνείαν μας.
§151Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ νὰ μὴ μείνῃ ἡ ἐντύπωσις ὅτι παραποιοῦμεν τοὺς ἀριθμούς, τοὺς ξαναδιαβάζω. Εἶναι καθ’ ἑβδομάδας. Τὴν πρώτην ἑβδομάδα τοῦ Ἰανουαρίου ἠγοράσατε πρῶτον 1,335 χιλιάδας λίρας καὶ ἐπωλήσατε 1,987 χιλιάδας. Ἑπομένως ἐπωλήσατε περισσότερον 600 χιλ. λίρας. Εἶναι τοῦτο ἀληθὲς ἢ ὄχι; Ἔχετε διαθέσει καὶ 400 χιλιάδας λίρας διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ Δημοσίου· ἑπομένως ἐδώσατε 1 ἑκατομμύριον. Τὰς δύο πρώτας ἑβδομάδας τοῦ Φεβρουαρίου ἠγοράσθησαν περίπου 750 χιλ. λίραι. Εἰς τὸ 1 ἑκατομμύριον θὰ ἀφαιρέσητε 250 χιλ. λίρας τὰς ὁποίας κατὰ τὸν Ἰανουάριον ἐλάβετε ἀπὸ τὸ προσφυγικὸν δάνειον—ἦτο καὶ αὐτὸ μία ἀπόκτησις—ἑπομένως ἔχομεν ἓν περιθώριον μεγαλυτέρας πωλήσεως τῶν 750 χιλιάδων τὸν μῆνα Ἰανουάριον. Εἴμεθα σύμφωνοι ἕως ἐδῶ. Ἔχομεν τώρα τὸν Φεβρουάριον. Τὰς δύο πρώτας ἑβδομάδας τοῦ Φεβρουαρίου ἠγοράσθησαν 750 χιλ. λίραι. Διετέθησαν διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς ἐλευθέρας ἀγορᾶς καὶ διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους 400 χιλ. Ἔχομεν ἑπομένως 1,150,000 περισσότερον διατεθείσας. Ἔπειτα ἔχομεν ἀπὸ τὰ μέσα Φεβρουαρίου μέχρι μέσων Μαρτίου τὸν ἀριθμὸν αὐτὸν ἀγορῶν· 4,000,000 λιρῶν μὲ ἀντίστοιχον πώλησιν διὰ μὲν τὴν ἐλευθέραν ἀγορὰν 200 χιλ. λίρας καὶ 600 χιλ. διὰ τὸ Κράτος. Ἑπομένως ἠγοράσθησαν 4,000,000, διετέθη 1,000,000· ἔχαμεν περιθώριον 3,000 000· ἂν ἀφαιρέσατε τὸ 1,300,000 ποὺ διετέθη τὸν Ἰανουάριον, θὰ μείνουν 2,700,000 μέχρι τέλους Μαΐου. Ἐρχόμεθα τώρα εἰς τὸν Μάϊον. Ἠγοράσθησαν 1,668,000 λίραι καὶ διετέθησαν 2,236,000. Πόσαι θὰ μείνουν; Τὸν Ἀπρίλιον ἠγοράσθησαν 1,843,000 καὶ 400,000 λίραι ἀπὸ τὸ προσφυγικὸν δάνειον· εἶναι 2,243,000 λίραι. Διετέθησαν 2371 χιλ. διὰ τὴν ἐλευθέραν ἀγορὰν καὶ 600,000. Συνολικῶς ἠγοράσθησαν 89,500,000 καὶ διετέθησαν διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς ἐλευθέρας ἀγορᾶς 7,000,000 μὲ τὴν ἀθρόαν πώλησιν διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους...
§152Γ. ΣΕΧΙΩΤΗΣ. Μέχρι σήμερον πόσην ζημίαν ἔχομεν;
§153Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐνενήκοντα ἑκατομμυρίων.
§154Γ. ΣΕΧΙΩΤΗΣ. Τὸ Κράτος ἔχει ὑποστῆ ζημίας ἐκ τῆς ἀγορᾶς καὶ πωλήσεως συναλλάγματος;
§155Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν γνωρίζει ὁ κ. συνάδελφος.
§156Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ὁρίζω μαθηματικῶς.
§157ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Γνωρίζετε ἂν ἔχῃ ζημίαν ἢ κέρδος τὸ Κράτος;
§158Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μὲ προλαμβάνετε εἰς τὴν ἐκδήλωσιν τῶν ἐννοιῶν μου. Ἐλέγχω τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως ἀπὸ τοῦ Μαΐου, ὁπότε ἐξεδηλώθη ἐντατικὴ ἡ οἰκονομικὴ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως. Τὸ νὰ ἔρχεται ὅμως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ νὰ λέγῃ ὅτι θὰ μὲ κρίνετε ὅταν θὰ φύγω ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ἢ ὅταν θὰ κλείσῃ αὐτὸς ὁ λογαριασμός, δὲν νομίζω ὅτι αὐτὸ εἶναι ἀπάντησις.
§159Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἡ ζημία αὐτὴ περὶ τῆς ὁποίας γίνεται λόγος δὲν εἶναι ἀκριβής, ἀλλὰ καὶ δὲν μὲ ἐνδιαφέρει ἂν εἶναι ζημία, διότι αὕτη προέρχεται ἐκ τοῦ ὅτι ἠγοράσαμεν ἀκριβὰ καὶ ἐπωλήσαμεν τώρα τελευταίως. Ἂν θέλῃ ὁ κ. συνάδελφος νὰ μάθῃ—καὶ τὸ λέγω καὶ εἰς τὴν Συνέλευσιν—αὐτὴν τὴν στιγμὴν ποὺ ὁμιλοῦμεν ἐν τῷ συνόλῳ ὁ λογαριασμὸς αὐτός, ὁποῖος ἐμφανίζεται ἐκ τοῦ μηχανισμοῦ τοῦ Διατάγματος τοῦ 1923, φέρει πλεόνασμα εἰς τὸ Κράτος, διότι, ὅταν ἡ τιμὴ ἡ μέση εἶναι 291 καὶ ¼, σήμερον τὸ συνάλλαγμα ἔχει 274· ἑπομένως ἔχω νὰ λαμβάνω. Δὲν νομίζω ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ γίνεται συζήτησις περὶ λίρας. Τὸ Κράτος πρέπει νὰ ἐπεμβῇ ἐπὶ ζημίᾳ του, ἵνα συγκρατήσῃ τὴν τιμὴν τοῦ συναλλάγματος. Διότι, ἂν κατορθώσῃ νὰ σταματήσῃ τὸ συνάλλαγμα εἰς τὰς δραχ. 250 ἐπὶ 4–5 μῆνας, ὁ Προϋπολογισμὸς θὰ κερδίσῃ πλέον τῶν 200,000,000, ἀνεξαρτήτως ἐκείνων τὰ ὁποῖα θὰ κερδίσῃ ὁλόκληρος ὁ Ἑλληνικὸς λαός.
§160Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Ὑπουργέ, εἴπετε ὅτι οἱ ἰσχυρισμοί μου δὲν εἶναι ἀκριβεῖς, διότι τὸ σύνολον τοῦ «δοῦναι» καὶ «λαβεῖν» τῆς ἀγορᾶς συναλλάγματος καὶ τῆς πωλήσεως ἀφ’ ἧς ἤρχισεν ὁ λογαριασμὸς αὐτός, παρουσιάζει ἐνεργητικόν. Καὶ σᾶς ἐρωτῶ—εἶναι τοῦτο ἀληθὲς καὶ τὸ γνωρίζω· δὲν τὸ ἠγνόουν ὅταν ὡμίλουν—σᾶς ἐρωτῶ: Ἂν σεῖς, ὁ κληρονόμος μιᾶς περιουσίας, δὲν ἐσπαταλᾶτε αὐτὰ τὰ 106,000,000, τὸ ἐνεργητικὸν τοῦ Κράτους δὲν θὰ ἦτο περισσότερον κατὰ 106,000,000;
§161Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ὄχι δά.
§162Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πῶς ὄχι δά! Ἕνα καὶ ἕνα κάμνουν δύο. Νομίζω ὅτι ὁ σκοπὸς τοῦ νομοθετήματος αὐτοῦ εἶναι νὰ συγκρατῇ τὴν λίραν εἰς τὴν πτῶσίν της καὶ νὰ μὴ τὴν ἀφίνῃ νὰ πίπτῃ κάτω τοῦ ἐπιπέδου διὰ τῆς ἀθρόας ἐκδόσεως χαρτονομίσματος ἀφ’ ἑνὸς καὶ ἀφ’ ἑτέρου ὁ ἄλλος σκοπὸς εἶναι ἡ συγκράτησις τῆς τιμῆς τῆς λίρας κάτω ὡρισμένης τιμῆς.
§163Γ. ΠΡΕΖΑΝΗΣ. Αὐτὸ ἔκαμεν ἡ Κυβέρνησις.
§164Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔκαμεν ἡ Κυβέρνησις αὐτό, διότι ἡ Κυβέρνησις ἐπώλησεν εἰς τὰ 260 καὶ δὲν τῆς ἦτο ἐπιτετραμμένον νὰ τὸ κάμῃ· διότι τὸ Κράτος ἐζημιώθη 106,000 000 καὶ διότι δὲν εἶχεν οὔτε οἰκονομικὰ οὔτε δημοσιονομικὰ δεδομένα διὰ νὰ τὸ κάμῃ αὐτό. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔρριψε τὴν δικαιολογίαν ὅτι προέβη εἰς τὴν τρίτην ἐνέργειαν, εἰς τὴν ἀπαγόρευσιν τῶν ἐπὶ προθεσμίᾳ πράξεων, διότι ἀπεσκόπει διὰ τοῦ μέτρου τούτου νὰ κτυπήσῃ τὴν κυβείαν. Εἶναι μία ἔννοια ἡ ὁποία εὐρύτατα ἔχει διαδοθῆ ἀνὰ πᾶν τὸ Ἑλληνικόν. Ἂς ἐξετάσωμεν λοιπὸν ποία ἡ ἔννοια τῆς κυβείας, ἂν εἶναι δυνατὸν νὰ παταχθῇ αὕτη, καὶ ἂν τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἔλαβεν ἡ Κυβέρνησις, εἶναι πρόσφορα πρὸς δίωξιν τῆς κυβείας. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἔννοιαν τῆς κυβείας, δὲν τὴν ἔχομεν καθωρισμένην παρ’ ἡμῖν. Ὑπάρχει μόνον μία νομοθετικὴ διάταξις τοῦ νόμου «περὶ Χρηματιστηρίων» ἡ ὁποία λέγει ὅτι αἱ ἐπὶ προθεσμίᾳ ἀγοραπωλησίαι εἶναι ἄκυροι ἂν δὲν συνήφθησαν χρηματιστηριακῶς, ἐκτὸς ἂν «ὁ ἀξιῶν τὴν σύμβασιν ἀποδείξῃ τὴν ἀνυπαρξίαν κυβείας». Τοῦτο ἐπαναλαμβάνεται εἰς τὸ Ν. Διάταγμα τῆς 18 Αὐγούστου 1923, διὰ τοῦ ὁποίου εἰσήχθη τὸ συνάλλαγμα πρὸς διαπραγμάτευσιν εἰς τὸ Χρηματιστήριον. Ἀπετάθην εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας καὶ ἠρώτησα ποίαν ἀντίληψιν ἔχει διὰ τὴν ἔννοιαν τῆς κυβείας καὶ μοὶ ἀπήντησεν ὅτι δὲν ἔλαβεν ἀφορμὴν νὰ καθορίσῃ τὴν ἔννοιαν τὴν κρατικήν, ἀλλ’ ὅτι κυβεία σημαίνει παιγνίδι καὶ παιγνίδι σημαίνει κυβεία. Ἂς ἀνατρέξωμεν λοιπὸν εἰς τὴν ἐπιστήμην διὰ νὰ ἴδωμεν ποία ἡ ἔννοια τῆς κυβείας. Ἐν τῷ σημείῳ τούτῳ, κύριοι συνάδελφοι, ἔχομεν διδακτικώτατον παράδειγμα τὴν ἐξέλιξιν δύο ὁλοκλήρων αἰώνων εἰς τὴν Γαλλίαν. Εἰς τὴν Γαλλίαν, μετὰ τὴν συντριβὴν τοῦ συστήματος Λόου, ὁπότε ἐπῆλθε ραγδαία πτῶσις τῶν τιμῶν ὅλων τῶν χρεωγράφων, ἀπηγόρευσαν ἀπὸ τοῦ ἔτους 1724 τὴν ἐνέργειαν τῶν ἐπὶ προθεσμίᾳ πράξεων διὰ νὰ ἀποφύγουν ὄχι ὕψωσιν, ἀλλὰ διὰ νὰ ἀποφύγουν πτῶσιν. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἐν τῇ πράξει ἡ νομικὴ αὐτὴ ἀπαγόρευσις δὲν ἐτηρήθη αὐστηρῶς πάντοτε. Ἐν πάσῃ περιπτώσει διετηρήθη καὶ διὰ τὰς ἀγορὰς καὶ διὰ τὰς πωλήσεις μέχρι τοῦ 1785. Τότε μετερρυθμίσθη ἡ νομοθεσία καὶ ἀφέθησαν σιωπηρῶς ἐλεύθεραι αἱ ἀγοραὶ ἐπὶ προθεσμίᾳ, ὥστε νὰ γίνωνται εἰς τὰ ἀνοικτά. Ἀπηγορεύοντο ὅμως αἱ πωλήσεις, διότι κατὰ τὴν ἔννοιαν τοῦ νομοθέτου αἱ ἐπὶ προθεσμίᾳ πωλήσεις, γενόμεναι εἰς τὰ ἀνοικτὰ αὗται, βλάπτουσι τὴν δημοσίαν πίστιν. Εἶναι χαρακτηριστικὸν ὅτι τότε κατήργησαν τὰς ἐπὶ προθεσμίᾳ πράξεις διὰ νὰ ἀποφύγουν ἐκπεσμόν. Εἰς τὴν Ἑλλάδα τοὐναντίον ἀπηγόρευσαν τὰς ἐπὶ προθεσμίᾳ πράξεις διὰ νὰ ἀποφύγουν τὴν ὕψωσιν. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἡ ἀπαγόρευσις αὕτη ἐπεκυρώθη καὶ ἀπὸ τὴν Ἐπαναστατικὴν Κυβέρνησιν ἐν Γαλλίᾳ. Καὶ ὅταν εἰσήχθη ὁ Γαλλικὸς Κῶδιξ, ἐπειδὴ δὲν ἐλύετο τὸ ζήτημα, ἀφέθη πλέον ἐλεύθερον τὸ στάδιον εἰς τοὺς ἑρμηνευτὰς καὶ τὴν νομολογίαν διὰ νὰ καθορίζουν τὴν φράσιν αὐτήν. Ἡ νομολογία, διελθοῦσα διάφορα στάδια, κατέληξεν ἀπὸ τοῦ ἔτους 1851, κυρωθεῖσα καὶ ὑπὸ τοῦ ἀκυρωτικοῦ ἐν Γαλλίᾳ, νὰ εἴπῃ ὅτι αἱ ἐπὶ προθεσμίᾳ πράξεις εἶναι ἔγκυροι καὶ ἑπομένως ὁ ἐκτελέσας τὰς ὑποχρεώσεις του συνεπείᾳ μιᾶς πράξεως ἐπὶ προθεσμίᾳ ἐξεπλήρωσεν ἐνοχὴν καὶ δὲν δύναται νὰ τὰς ζητήσῃ διὰ τῆς ἀγωγῆς τοῦ ἀχρεωστήτου. Ἀρνεῖται ὅμως τὴν ἀγωγήν, ἂν ὁ ὀφειλέτης δὲν εἶχεν ἐκπληρώσει τὰς ὑποχρεώσεις του, διότι εἰς τὴν ἀγωγὴν αὐτὴν ἀντετάσσετο ἡ ἔνστασις τοῦ Γαλλικοῦ Κώδικος περὶ παιγνιδίου καὶ ἀπερρίπτετο ἡ ἔνστασις. Διὰ νὰ καθορίσουν δὲ ἂν καὶ κατὰ πόσον ἐπρόκειτο περὶ πράξεως περιεχούσης τὴν ἔννοιαν τοῦ παιγνιδίου, ἐλάμβανον ὡς κριτήριον τὴν σοβαρότητα τῆς πράξεως ἐν συγκρίσει πρὸς τὴν περιουσιακὴν κατάστασιν τῶν συναλλασσομένων. Ἂν ἐπρόκειτο δηλαδὴ περὶ πράξεως, τῆς ὁποίας ἡ οἰκονομικὴ σπουδαιότης εὑρίσκετο ἐν ἁρμονίᾳ πρὸς τὴν περιουσιακὴν κατάστασιν τῶν συμβαλλομένων μερῶν, ἔλεγον ὅτι δὲν πρόκειται περὶ παιγνιδίου. Ἀλλὰ τοῦτο κατεδείχθη ὅτι δὲν ἦτο τεκμήριον ἀσφαλές, διότι εἶναι δυνατὸν πρᾶξις σπουδαία νὰ καταλήξῃ ὄχι εἰς τὴν παράδοσιν τῶν τίτλων, ἀλλ’ εἰς καταβολὴν διάφορον, εἴτε ὁ ἀγοραστὴς ἠγόραζεν εἴτε ἐπωλοῦσεν. Ἐν τῷ μεταξὺ ἀνεζητήθη ἂν ἦτο δυνατὸν νὰ χρησιμεύσῃ ὡς κριτήριον ἡ συμφωνία τῶν μερῶν καὶ κατεδείχθη ὅτι καὶ τοῦτο εἶναι ἀνεπίτευκτον, διότι καὶ συμφωνία τοιαύτη οὐδέποτε γίνεται, ἢ τοὐλάχιστον σπανιώτατα γίνεται, καὶ πάντοτε εἶναι δυσαπόδεικτος. Κατέληξαν λοιπὸν εἰς τὸν νόμον τοῦ 1885, ὁ ὁποῖος ἀνεγνώριζε κατ’ ἀρχὴν ἐγκύρους τὰς πράξεις ἐπὶ προθεσμίᾳ καὶ ἠρνεῖτο τὴν ἔνστασιν τοῦ παιγνιδίου. Παραλλήλως, εἰς τὴν Γαλλίαν, τῷ 1882 μία σειρὰ νομολογίας ἀπεφάνθη ὅτι οὐδεὶς λόγος συντρέχει νὰ ληφθῶσι περιοριστικὰ μέτρα διὰ τὰς πράξεις ἐπὶ προθεσμίᾳ· τοὐναντίον κατεδείχθη ὅτι αἱ πράξεις ἐπὶ προθεσμίᾳ εἶναι καλαὶ διὰ τὴν οἰκονομικὴν ἐξέλιξιν, διότι συντελοῦσιν εἰς τὴν σταθεροποίησιν τῶν τιμῶν καὶ διότι ἐπιβάλλουσι τὰς ἐπιχειρήσεις καὶ ἐξασφαλίζουσι τοὺς ἐπιχειρηματίας καὶ τοὺς κεφαλαιούχους ἀπὸ ἀπρόοπτα οἰκονομικῶν μεταβολῶν. Οὕτως ὁ Thaller, τὸν ὁποῖον προεμνημόνευσα, λέγει ὅτι εἶναι ἀληθὲς ὅτι πολλάκις αἱ πράξεις ἐπὶ προθεσμίᾳ φέρουν μίαν διαταραχὴν εἰς τὴν χρηματιστηριακὴν ἀγοράν, ἀλλὰ λέγει ὅτι τοῦτο εἶναι ἀληθὲς μόνον ὅταν αἱ ἐπὶ προθεσμίᾳ πράξεις συνοδεύονται ἀπὸ τεχνάσματα, τὰ ὁποῖα τείνουν νὰ νοθεύσουν τὴν δικαίαν τιμὴν καὶ νὰ προκαλέσουν ὕψωσιν ἢ τιμὰς ἀσυνήθεις, καταδικαστέας καὶ τεχνητάς. Εἰς τὴν συνήθη ὅμως πρακτικὴν προκαλοῦν τοὐναντίον καλὸν ἀποτέλεσμα, διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον ὅτι, εἰς τιμὰς ὑψώσεως διὰ τῆς ὑποτιμητικῆς κερδοσκοπίας, συντελεῖ εἰς τὴν συγκράτησιν καὶ τοὐναντίον, εἰς τάσιν ραγδαίας πτώσεως, συντελεῖ εἰς τὴν συγκράτησιν τῆς πτώσεως. Ἐν τῷ σημείῳ τούτῳ εἶναι σύμφωνος καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος εἰς τὰς δηλώσεις του λέγει (ἀναγινώσκει): «Διακεκριμέναι προσωπικότητες, ἐνασχοληθεῖσαι εἰς ἄλλας Χώρας μετὰ πολλῆς ἐπιμελείας καὶ ἀκριβείας εἰς τὰ ζητήματα τοῦ συναλλάγματος, κατέληξαν εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι ἡ κερδοσκοπία δὲν εἶναι σταθερὸς παράγων ὑψώσεως ἢ ὑποτιμήσεως τοῦ συναλλάγματος, ἀλλὰ μόνον ἐφήμερον δύναται νὰ ἔχῃ ἐπιρροήν, ἂν γεννήσῃ πανικοὺς εἰς τὴν ἀγορὰν ἢ ὑπερμέτρους ἐλπίδας. Ὑπάρχουν μάλιστα οἱ ὑποστηρίζοντες ὅτι πᾶσα κερδοσκοπία μοιραίως περιέχει τὸ ἀντίρροπον ἐν ἑαυτῇ, διότι διὰ νὰ ὑπάρχουν πολλοὶ πωληταί, πρέπει νὰ ὑπάρχουν πολλοὶ ἀγορασταί, καὶ τἀνάπαλιν». Ἑπομένως καὶ κατὰ τὴν ἀντίληψιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως δὲν σημαίνει ὅτι πᾶσα πρᾶξις ἄνευ προθεσμίας ἐνέχει κυβείαν καὶ ἑπομένως διὰ τὴν δίωξιν τῆς κυβείας δὲν εἶναι ἀπαραίτητος ἡ ἀπαγόρευσις τῶν ἐπὶ προθεσμίᾳ πράξεων. Εἶναι δὲ ἀληθές, ἐπιστημονικῶς ἀποδεδειγμένον καὶ παρ’ οὐδενὸς ἀμφισβητούμενον, ὅτι οὐδεμία ἐπιχείρησις, οὐδὲν δημόσιον δάνειον θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐκδοθῇ ἄνευ τῆς ἐνεργείας τῶν πράξεων ἐπὶ προθεσμίᾳ, αἱ ὁποῖαι δύνανται ἐκ τῶν προτέρων νὰ ἐξασφαλίσωσι τὸν κεφαλαιοῦχον ἐκ τῶν μεταβολῶν τῶν ἐπερχομένων ἐκ λόγων οἰκονομικῶν ἢ ἄλλων, χρησιμεύουν δὲ εἰς τὴν διενέργειαν τῶν arbitrage ἐπὶ τῶν διεθνῶν τιμῶν καὶ κατ’ ἐξοχὴν εἰς τὴν τιμὴν τοῦ συναλλάγματος. Ἑπομένως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δικαιολογηθῇ καὶ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως ταύτης ἡ ἀπαγόρευσις τῶν πράξεων ἐπὶ προθεσμίᾳ, διότι ὄχι μόνον δὲν ἐξυπηρετεῖ τοῦτο τὴν ἐθνικὴν οἰκονομίαν, ἀλλὰ τοὐναντίον τὴν βλάπτει. Τοιαύτη ἐν συνόλῳ, κύριοι συνάδελφοι, ἡ νομισματικὴ καὶ συναλλαγματικὴ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία ὄχι μόνον εἶναι τελείως ἀντεπιστημονική, ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ ἔχῃ ὑπὲρ αὐτῆς οὔτε τὸ ἐλαφρυντικὸν ὅτι ἐν τῇ ἀντεπιστημονικῇ κατευθύνσει, τὴν ὁποίαν ἐτήρησεν, ἔχει τοὐλάχιστον συνέπειαν εἰς ὅλας αὐτῆς τὰς ἐκδηλώσεις. Καὶ ἀποτέλεσμα τῆς τοιαύτης πολιτικῆς, τῆς μὴ διεπομένης ἀπὸ οὐδεμίαν γενικὴν ἀρχὴν καὶ τῆς μὴ τηρούσης οὐδὲν σύστημα κατευθύνσεως εἶναι ὅτι ἐπῆλθον κολοσσιαῖαι ζημίαι καὶ διὰ τὰ ἄτομα καὶ διὰ τὸ Κράτος καὶ διὰ τὴν ὅλην ἐθνικὴν οἰκονομίαν, διότι ἔπληξε τὰς βιομηχανικὰς καὶ ἐμπορικὰς ἐπιχειρήσεις εἰς μίαν περίοδον ζωτικότητος τῆς Ἑλληνικῆς παραγωγῆς, ἐκδηλουμένη διὰ τῆς ἐκδόσεως καὶ αὐξήσεως κολοσσιαίων κεφαλαίων, τῶν ὁποίων ἡ ἠθικὴ εὐθύνη θὰ βαρύνῃ πάντοτε τὴν Κυβέρνησιν, ἀνεξαρτήτως τοῦ ἐὰν ἡ Συνέλευσις θὰ θελήσῃ νὰ καταλογίσῃ εἰς αὐτὴν καὶ πολιτικὰς εὐθύνας.
§165ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ διακόψωμεν τὴν συνεδρίασιν διὰ τὴν 10ην μ.μ.;
§166Σ. ΓΟΝΑΤΑΣ. Ὅσοι παρέστημεν εἰς τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν γνωρίζομεν ὅτι ἡ συνεδρίασις ἐλύθη τὴν 4ην πρωινὴν τῆς σήμερον. Ἂν ἡ συζήτησις πρόκειται νὰ συνεχισθῇ μέχρις ἐξαντλήσεως τοῦ θέματος, προβλέπω ὅτι καὶ σήμερον θὰ γίνῃ μία νέα ὁλονυκτία, δὲν βλέπω δὲ τὸν λόγον τὸν τόσον ἐπείγοντα, ὡς ἐκ τοῦ εἴδους τοῦ θέματος, διὰ νὰ ἐξαντληθῇ ἡ συζήτησις ἀπόψε. Εἶναι ἕνας κοινοβουλευτικὸς ἔλεγχος, δύναται δὲ νὰ ἐξακολουθήσῃ τὴν ἑπομένην ἡμέραν ἐλέγχου ἤ, ἂν εἶναι ἀνάγκη, νὰ ὁρισθῇ ἡ συνέχεια τούτου τὴν Δευτέραν, καθόσον ἡ σωματικὴ ἐξάντλησις φέρει ἐκνευρισμόν, ὁ ὁποῖος προκαλεῖ συχνὰ ἐπεισόδια μειοῦντα τὴν σοβαρότητα τοῦ Σώματος. Ἐγὼ προτείνω ὅπως λυθῇ ἡ συνεδρίασις καὶ διακοπῇ ἡ συζήτησις, ἐπαναληφθῇ δὲ αὕτη εἴτε τὴν Τετάρτην, συνήθη ἡμέραν κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου, εἴτε τὴν Δευτέραν. Ἡμεῖς τοὐλάχιστον δηλοῦμεν ὅτι δὲν θὰ παραστῶμεν ἂν ἐξακολουθήσῃ ἡ συνεδρίασις ἀπόψε.
§167Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν ἔχομεν καμμίαν πρόθεσιν νὰ ἐξαντλήσωμεν τὴν Συνέλευσιν διὰ τὸν κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον. Ὁμολογοῦμεν ὅτι εἶναι πολλοὶ ἐγγεγραμμένοι νὰ ὁμιλήσουν. Τὸ θέμα εἶναι εὐρύτατον καὶ ἄξιον μεγάλης προσοχῆς κατὰ συνέπειαν δὲν θὰ εἴχομεν ἀντίρρησιν νὰ συνεχισθῇ μίαν ἄλλην ἡμέραν τῆς ἐρχομένης ἑβδομάδος. Ἀλλ’ ἐπειδὴ μανθάνω ὅτι ἀπὸ τὴν δεξιὰν πτέρυγα ἐπείγονται νὰ τελειώσωμεν τὰς ἐργασίας, ἀντιθέτως πρὸς ἡμᾶς, οἱ ὁποῖοι προτείνομεν νὰ παραταθοῦν καὶ νὰ ψηφισθῇ τὸ συντακτικὸν ἔργον, θὰ ἐπρότεινον τὸ ἑξῆς: Ἐπειδὴ χθὲς ἐματαιώθη ἡ συνεδρίασις καὶ δὲν κατωρθώθη νὰ τερματισθῇ ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀναλογικῆς ἀντιπροσωπείας, ἐνῷ, ἂν δὲν ὑπεβάλετο ἔνστασις περὶ μὴ ἀπαρτίας, ἐντὸς ἡμισείας ἢ μιᾶς ὥρας θὰ εἶχε τερματισθῆ ἡ συζήτησις, θὰ ἐπρότεινα νὰ ἐπανέλθωμεν ἀπόψε καὶ νὰ τερματισθῇ αὐτὴ ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀναλογικῆς ἀντιπροσωπείας. Διότι δυοῖν θάττερον, ἢ θέλομεν νὰ φθάσωμεν εἰς ἓν συμπέρασμα ἢ δὲν θέλομεν. Ἂν τὸ θέλωμεν, πρέπει νὰ τὸ δηλώσωμεν καθαρὰ καὶ δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ ἀπασχολοῦμεν τὴν Συνέλευσιν. Καὶ ἂν θέλωμεν, καὶ νομίζω ὅτι πρέπει νὰ τὸ θέλωμεν, καὶ νομίζω ὅτι θὰ ἔχῃ μεγίστην σημασίαν ἐπὶ τοῦ πολιτεύματος, πρέπει νὰ ψηφισθῇ ἐγκαίρως. Διὰ νὰ ἀποφέρῃ ἀγαθὰ ἀποτελέσματα, εἶναι ἀνάγκη ἑνὸς χρόνου διὰ νὰ προσαρμοσθοῦν αἱ πολιτικαὶ ὀργανώσεις καὶ οἱ πολιτευόμενοι καὶ οἱ πολῖται εἰς τὸν νέον ἐκλογικὸν νόμον. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἐπισπεύδομεν, ὅπως πρὸ τῆς διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν τοῦ Σώματος ψηφισθῇ τελικῶς τὸ ἐκλογικὸν νομοσχέδιον. Θὰ παρεκάλουν, ἀφοῦ ἐκάμαμεν τὴν ὑποχώρησιν, νὰ μὴ συνεχισθῇ μετὰ τὸ γεῦμα ὁ κοινοβουλευτικὸς ἔλεγχος, ἀλλὰ νὰ γίνῃ νομοθετικὴ ἐργασία, νὰ ψηφισθῇ κατ’ ἀρχὴν τοὐλάχιστον ἡ ἀναλογικὴ ἀντιπροσωπεία. Ἐπαναλαμβάνω ὅτι ἐκάμαμεν ἡμεῖς τὴν ὑποχώρησιν, παρακαλῶ δὲ τὴν Δεξιὰν νὰ κάμῃ καὶ αὐτὴ μίαν ὑποχώρησιν, διότι νομίζω ὅτι ἐκτιθέμεθα ὅλοι συζητοῦντες ἐπὶ ἑβδομάδας καὶ μὴ θέλοντες νὰ καταλήξωμεν εἰς ἓν συμπέρασμα. Καὶ λέγω μὴ θέλοντες, διότι ἐξηντλήθη ὁ κατάλογος καὶ τὴν ἄλλην ἡμέραν ἐγέμισε καὶ πάλιν. Ἐγὼ κάμνω τὴν δήλωσιν ὄχι διὰ νὰ ἀκούσω τὴν γνώμην τοῦ κ. Καλκανδῆ, ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ μονάδα, ἀλλὰ τῶν ἐκπροσωπούντων ὁμάδας.
§168Δ. ΚΑΛΚΑΝΔΗΣ. Ἀποτελῶ σύνολον καὶ ὄχι στρεψοδικίαν.
§169Σ. ΓΟΝΑΤΑΣ. Τὸ νὰ ἐξακολουθήσωμεν τὴν συζήτησιν ἐπ’ ἄλλου θέματος δὲν λύει τὸ ζήτημα τὸ ὁποῖον ἐγὼ ἔθεσα, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν σήμερον νὰ συζητήσωμεν μετὰ τὸ φαγητόν. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐγὼ νομίζω ὅτι ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ εἶναι νὰ ληφθῇ μία ἀπόφασις τῆς Συνελεύσεως, ὅπως τὴν Δευτέραν, ἀντὶ συνταγματικῆς ἐργασίας, νὰ ἐξακολουθήσωμεν τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας.
§170ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§171Δ. ΚΑΛΚΑΝΔΗΣ. Ἡ ἀναλογικὴ εἶναι ἀνωτέρα τοῦ Συντάγματος;
§172Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Καὶ ἐγὼ παρεκάλεσα χθὲς καὶ προχθὲς τὴν Συνέλευσιν νὰ γίνῃ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀναλογικῆς. Δὲν ἔχω λοιπὸν καμμίαν ἀντίρρησιν τὴν Δευτέραν ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀναλογικῆς νὰ συνεχισθῇ. Θὰ ἐπανελάμβανον τὴν παράκλησιν εἰς τοὺς θιασώτας τῆς ἀναλογικῆς νὰ θεωρήσουν τὰ ὑπὲρ αὐτῆς ἐπιχειρήματα ὡς ἐξαντληθέντα καὶ νὰ ἀκουσθοῦν οἱ ἔχοντες ἀντίθετον ἄποψιν.
§173Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἂν δὲν ἀπατῶμαι, χθὲς ὡμίλησαν κατὰ τῆς ἀναλογικῆς.
§174Τ. ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Πῶς; Ὁ κ. Μπότσαρης κατέληξεν ὑπὲρ τῆς ἀναλογικῆς.
§175Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Καὶ ἐπειδὴ πρόκειται περὶ τόσον σπουδαίου ζητήματος, νὰ μείνωμεν εἰς τὴν ἀπόφασιν τὴν ὁποίαν εἴχομεν λάβει καὶ ἡ ὁποία νομικῶς δὲν δύναται νὰ στερήσῃ τινὰ τοῦ δικαιώματος νὰ ἀγορεύσῃ, ἀλλ’ ἠθικῶς ἔχει ἐπιβολήν, κατ’ ἔθιμον παραδεδεγμένον, ὥστε συνήθως πάντες τὴν σεβόμεθα. Νὰ γίνουν ἀγορεύσεις 2, 3, 4 ῥητόρων, νὰ ἀκουσθῶσι καὶ ἀντίθετοι ὄψεις, θὰ εἴπω καὶ ἐγὼ τὰς ἰδικάς μου γνώμας, τὰ ὑπὲρ καὶ τὰ κατά· διότι δὲν δύναμαι νὰ εἶμαι οὔτε φανατικὸς θιασώτης τοῦ συστήματος οὔτε φανατικὸς διώκτης τῆς ἀναλογικῆς. Πρέπει νὰ ζυγίσῃ ἕκαστος τὰ ὑπὲρ καὶ τὰ κατὰ καὶ νὰ ψηφίσῃ ἀναλόγως τῆς γνώμης τὴν ὁποίαν θὰ σχηματίσῃ. Νομίζω ὅτι ἡ σοβαρότης τοῦ θέματος καὶ τῆς Συνελεύσεως ἐπιβάλλει νὰ μὴ περιορίσωμεν πολὺ τὰς ἀγορεύσεις, ἀλλὰ καὶ νὰ μὴ τὰς παρελκύωμεν. Ἂν ἡ πλειονοψηφία τῆς Συνελεύσεως εἶναι κατὰ τῆς ἀναλογικῆς, πρέπει νὰ καταψηφισθῇ τὸ ταχύτερον, διὰ νὰ σκεφθῶμεν κατόπιν ποῖον ἄλλο σύστημα θὰ ἀκολουθήσωμεν. Θὰ παρακαλέσω ὅμως ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει νὰ διαθέσωμεν τὴν Δευτέραν διὰ τὸ τέλος τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῆς ἀναλογικῆς καὶ τὴν Τρίτην νὰ συζητήσωμεν τὴν ἄλλην Ἡμερησίαν Διάταξιν. Ἐὰν εἶναι κανὲν νομοσχέδιον λίαν ἐπεῖγον, τότε θὰ συζητηθῇ καὶ αὐτὸ τὴν Δευτέραν.
§176ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτῶ τὴν Συνέλευσιν ἂν δέχεται νὰ λυθῇ ἡ συνεδρίασις διὰ τὴν Δευτέραν.
§177ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§178ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις διὰ νὰ ἐπαναληφθῇ αὕτη τὴν 5,30′ μ.μ. τῆς προσεχοῦς Δευτέρας. (Ὥρα 9.10′ μ. μ.)