1925.05.18
2,096 rows · 16,324 words · 203 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 185
Δευτέρα 18 Μαΐου 1925.
Προεδρία Κ. Ρακτιβάν
(Ὥρα 5.40′ μ. μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Νὰ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. (Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως). Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Συνέλευσιν τὰ ἑξῆς: — Τὸ κοινοτικὸν συμβούλιον Ραψάνης αἰτεῖται τὴν κατάργησιν τοῦ νόμου «περὶ ἀγροτικῆς ἀσφαλείας» — Οἱ καπνεργάται Σάμου ζητοῦσι τὴν ἀπόρριψιν τοῦ καπνικοῦ νομοσχεδίου. — Οἱ κτηματίαι Ἀργοστολίου παρακαλοῦσιν ὅπως μὴ καταργηθῇ ὁ «περὶ ἀγροφυλακῆς» νόμος. — Ὁ Σύνδεσμος Ἑλληνίδων ὑπὲρ τῶν δικαιωμάτων τῆς γυναικὸς παρακαλεῖ ὅπως κατὰ τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ Συντάγματος ἀναγνωρισθῇ ἡ παροχὴ ψήφου εἰς τὰς γυναῖκας. — Τὸ κοινοτικὸν συμβούλιον Κουτσοποδίου ὑποβάλλει ψήφισμα περὶ μὴ καταργήσεως τοῦ «περὶ ἀγροφυλακῆς» νόμου. — Ὁ ἐμπορικὸς εἰσαγωγικὸς Σύλλογος Πύργου αἰτεῖται τὴν ταχεῖαν ψήφισιν τῶν φορολογικῶν νομοσχεδίων. — Ὁ κτηματικὸς Σύλλογος Πύργου παρακαλεῖ ὅπως ὁρισθῇ ἡ τιμὴ τοῦ σταφιδοκάρπου εἰς 2,500 δραχμάς. — Τὸ Ἐργατικὸν Κέντρον Θεσσαλονίκης αἰτεῖται τὴν ἀπόρριψιν τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐλευθέρας ἐξαγωγῆς ἀνεπεξεργάστων καπνῶν». — Αἱ φιλελεύθεραι δημοκρατικαὶ ὀργανώσεις Ἀθηνῶν– Πειραιῶς καὶ περιχώρων ὑποβάλλουσι ψήφισμα σχετικῶς μὲ τὴν δρᾶσιν τῶν Οὐνιτῶν. — Τὸ Σωματεῖον παλαιοπωλῶν Ἀθηνῶν–Πειραιῶς καὶ περιχώρων παρακαλεῖ ὅπως κατὰ τὰς Κυριακὰς ἐπιτραπῇ ἡ ἄσκησις τοῦ ἐπαγγέλματός των ἀπὸ τῆς 7ης π. χ. μέχρι τῆς 1ης μ. μ. — Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν κ. Κ. Γόντικας ὑποβάλλει σχέδιον νόμου «περὶ ἐκπαιδεύσεως ἀξιωματικῶν». — Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν κ. Α. Μιχαλακόπουλος ὑποβάλλει σχέδιον νόμου «περὶ ἀνταλλαγῆς τῶν ἐν Ἑλλάδι Γερμανῶν ὑπηκόων τῆς ἐγγυοδοσίας ἀλλοδαποῦ καὶ παροχῆς εἰς αὐτοὺς τοῦ εὐεργετήματος τῆς πενίας ἐπ’ ἀμοιβαιότητι». — Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κ. Κ. Γκότσης ὑποβάλλει τὰ ἑξῆς σχέδια νόμου: 1) «Περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου περὶ τοῦ λαχείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου καὶ τῶν ἀρχαιοτήτων τῆς Ἑλλάδος καὶ 2) «Περὶ φορολογίας τῶν χρηματιστηριακῶν συμβάσεων». — Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν κ. Γ. Κονδύλης ὑποβάλλει σχέδιον νόμου «περὶ παρατάσεως τῆς προθεσμίας ἐγγραφῆς εἰς τὰ δημοτολόγια καὶ μητρῷα ἀρρένων τῶν ὑπὸ ἀνταλλαγὴν ὁμογενῶν καὶ τροποποιήσεως τῶν ὑπὸ 19 Ὀκτωβρίου 1922 καὶ 21 Αὐγούστου 1923 Ν. Διαταγμάτων». — Οἱ Ὑπουργοὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κ. Ι. Μανέττας καὶ τῶν Οἰκονομικῶν κ. Κ. Γκότσης ὑποβάλλουσι σχέδιον νόμου «περὶ προσθήκης διατάξεως εἰς τὸ περὶ ἐνοριῶν Ν. Διάταγμα τῆς 17 Δεκεμβρίου 1923 περὶ ἀνεγέρσεως ναῶν». — Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κ. Ι. Μανέττας ὑποβάλλει σχέδιον νόμου «περὶ καταλήψεως μοναστηριακῶν ἀκινήτων ἄνευ ἀποζημιώσεως». — Ἡ ἐπὶ τῆς Παιδείας κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὰς ἐκθέσεις αὐτῆς ἐπὶ τῶν ἑξῆς νομοσχεδίων: 1) «Περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως ἐκπαιδευτικῶν νόμων». 2) «Περὶ χορηγίας συνδρομῆς ἐκ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ κατασκευῆς κλπ. Διδακτηρίων μέχρι 200 χιλιάδων δραχμῶν πρὸς τὸν ἐν Χανίοις Φιλολογικὸν Σύλλογον «Χρυσόστομος» διὰ τὴν ἀποπεράτωσιν τῆς ὑπ’ αὐτοῦ ἀνεγειρομένης νυκτερινῆς σχολῆς ἀπόρων σπουδαστῶν». 3) «Περὶ τῆς ἐν Χίῳ βιβλιοθήκης «ὁ Κοραῆς» καὶ 4) «Περὶ τῶν ἐκπαιδευτικῶν λειτουργῶν τῶν παραιτουμένων καὶ ἀπολυομένων δι’ αὐτόβουλον ἐγκατάλειψιν τῆς θέσεως κλπ», διαρκοῦντων τῶν μαθημάτων». — Ἡ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀφομοιώσεως τῶν ἀποδοχῶν καὶ συντάξεων τῶν ἐκ τῶν δικαστικῶν τάξεων προσερχομένων στρατιωτικῶν δικαστικῶν συμβούλων Προέδρου, Κυβερνητικοῦ Ἐπιτρόπου καὶ μονίμων μελῶν τοῦ Ἀναθεωρητικοῦ Δικαστηρίου πρὸς τὰς τῶν ἀντιστοίχων αὐτοῖς πολιτικῶν δικαστῶν». — Οἱ πληρεξούσιοι κ. κ. Ν. Ζουμῆς καὶ Ν. Συριόπουλος ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀφομοιώσεως τῶν ἀποδοχῶν καὶ συντάξεων τῶν ἐκ τῶν δικαστικῶν τάξεων προερχομένων στρατιωτικῶν κλπ. πρὸς τὰς τῶν ἀντιστοίχων αὐτοῖς πολιτικῶν δικαστῶν». — Ὁ πληρεξούσιος κ. Σ. Θεοδωρόπουλος ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως κλπ. φορολογικῶν νόμων». — Ὁ πληρεξούσιος κ. Ν. Ξηρὸς ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ νομοσχεδίου. — Οἱ πληρεξούσιοι κ. κ. Δ. Πάζης, Δ. Φλωριᾶς καὶ Γ. Σεχιώτης ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ΔΝΖʹ νόμου περὶ κοινοτήτων κλπ». — Ὁ πληρεξούσιος κ. Σ. Γονατᾶς ὑποβάλλει ἰδίας τροπολογίας ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου Συντάγματος 15, 34 καὶ 35. — Οἱ πληρεξούσιοι κ. κ. Γ. Κιαγιᾶς καὶ Γ. Φικιώρης ὑποβάλλουσιν ἰδίαν ἑκάτερος τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 35 τοῦ σχεδίου Συντάγματος. — Οἱ πληρεξούσιοι κ. κ. Δ. Ἀνδρεάδης, Τ. Ἀναστασίου, Α. Κωνσταντιλιέρης, Λ. Ἀνδρεάδης κλπ. ὑποβάλλουσι πρότασιν νόμου «περὶ ἐκτάκτου ἀμοιβῆς τῶν κλητήρων τῆς Βουλῆς διὰ παρασχεθεῖσαν καθ’ ὑπερωρίαν ἐργασίαν». Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς Συντακτικῆς καὶ Νομοθετικῆς Ἐργασίας.
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συνεχίζεται ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ Συντάγματος. Ἡ συνταγματικὴ Ἐπιτροπὴ κατέθεσε τὰς ἐκθέσεις της ἐπὶ τῶν ἄρθρων 27 καὶ 31.
§3Σ. ΓΟΝΑΤΑΣ. Ἔχει ἐκτυπωθῆ ἡ ἔκθεσις τῆς Ἐπιτροπῆς;
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βεβαίως καὶ περιέχεται εἰς τὸ ἀνατυπωθὲν φυλλάδιον τὰ ἄρθρα, τὰ ὁποῖα εἶχον παραπεμφθῆ εἰς τὴν Ἐπιτροπήν. Ἑπομένως προηγεῖται ἡ συζήτησις ἐπ’ αὐτοῦ ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 27. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. γραμματέα νὰ ἀναγνώσῃ τὸ ἄρθρον 18 καὶ τὰς τροποποιήσεις αὐτοῦ. (Ὁ κ. γραμματεὺς ἀναγινώσκει τὸ ἄρθρον καθὼς καὶ τὴν πρότασιν τῆς συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς).
§5ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Ἡ πρότασις δὲν εἶναι ἐκτυπωμένη.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διενεμήθη ἀπὸ τῆς παρελθούσης ἑβδομάδος. Σήμερον διενεμήθη τὸ τεῦχος, τὸ ὁποῖον ἔχει ἐκτυπωθῆ.
§7ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Δὲν τὸ ἔλαβε κανείς.
§8Σ. ΓΟΝΑΤΑΣ. Τὸ ἄρθρον αὐτὸ εἶναι τροπολογίαι τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως».
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ τὸ ἄρθρον εἶναι τὸ 31. Τὸ ἄρθρον 27 κατὰ τὴν γενομένην συζήτησιν παρεπέμφθη εἰς τὴν συνταγματικὴν Ἐπιτροπήν, ὅπως διατυπώσῃ τὰς ὑποβληθείσας προτάσεις. Ἡ πρώτη τροπολογία ἀφορᾷ τὸ πρῶτον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 27, κατὰ τὴν ὁποίαν πᾶσα πρότασις νὰ παραπέμπηται εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, μετὰ δὲ τὴν ἐξέτασιν εἰσάγεται πρὸς συζήτησιν τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ ἢ τοῦ εἰσηγητοῦ τῆς Ἐπιτροπῆς. Αὐτὴ εἶναι ἡ διατύπωσις ἡ ὁποία γίνεται· δηλαδὴ προτείνεται εἰς τὸ ἄρθρον 27 νὰ προστεθῇ ἡ προφορικὴ εἰσήγησις τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ ἢ τοῦ ἁρμοδίου εἰσηγητοῦ.
§10Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Αἱ πρῶται αὐταὶ προτάσεις παρεπέμφθησαν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν πρὸς διατύπωσιν, ἐκτὸς τῆς τελευταίας ἡ ὁποία δὲν συνεζητήθη καὶ παρεπέμφθη ὅπως ἡ Ἐπιτροπὴ ἐκφέρῃ τὴν γνώμην της ἐπ’ αὐτῆς. Κατὰ συνέπειαν παρέλκει ἡ εἰσήγησις τῆς Ἐπιτροπῆς, ὅπως μία τροπολογία ἡ ὁποία γίνεται δεκτὴ μὴ περιληφθῇ εἰς τὸ Σύνταγμα. Αὐτὰ γενικῶς. Δηλαδὴ θὰ ἦτο ὀρθὸν ὀσάκις γίνεται τροπολογία δεκτή, νὰ περιορίζηται ἡ Ἐπιτροπὴ εἰς τὴν διατύπωσιν, καὶ προφορικῶς ἂν θέλῃ ἠμπορεῖ νὰ διατυπώσῃ ἀντιρρήσεις. Ἀλλ’ αὐτὰ προτοῦ γίνουν δεκταὶ αἱ τροπολογίαι. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν διατύπωσιν τοῦ ἄρθρου, τὸ ὁποῖον ἀνεγνώσατε, εἶχον ζητήσει ὅπως τεθῇ πρὸ τῆς δευτέρας τοὐλάχιστον κατ’ ἄρθρον συζητήσεως, διότι ὅπως εἶναι γενικῶς τεθειμένη ἡ διάταξις ἠμπορεῖ νὰ ὑποτεθῇ ὅτι εἰς ἑκάστην ἀνάγνωσιν ἀπαιτεῖται μία ἰδιαιτέρα εἰσήγησις τοῦ Ὑπουργοῦ ἢ τοῦ εἰσηγητοῦ. Τοῦτο εἶναι ἄτοπον. Ἀπαραιτήτως πρέπει νὰ γίνηται μίαν φοράν.
§11Κ. ΚΑΛΟΜΕΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν μᾶς διενεμήθη αὐτὸ ἀκόμη, κ. Πρόεδρε.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διενεμήθη ἀπὸ τὴν παρελθοῦσαν Παρασκευήν, ἀλλὰ καὶ πάλιν διέταξα νὰ διανεμηθῇ σήμερον. Τότε νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὸ ἑπόμενον ἐδάφιον, τὸ ὁποῖον λέγει τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Πρότασις νόμου συνεπαγομένη ἐπιβάρυνσιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἐφόσον δὲν ὑποβάλλεται ἀπὸ τῆς Κυβερνήσεως.... κλπ.». Εἶναι πρότασις τοῦ κ. Γονατᾶ καὶ τοῦ κ. Γκότση μετὰ τὴν ἐπεξεργασίαν ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς.
§13Σ. ΓΟΝΑΤΑΣ. Ἡ πρότασις ἡ ἰδική μου εἶχε σκοπὸν νὰ μὴ δύναται νὰ εἰσαχθῇ σχέδιον νόμου πρὸς συζήτησιν, ἂν δὲν συνοδεύηται ἀπὸ τὴν ἔκθεσιν τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου. Ἀλλ’ ὅπως ἔχει διατυπωθῇ ἐπίσης δὲν ἐξασφαλίζεται ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἠθελήσαμεν νὰ προλάβωμεν.
§14Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἡ Ἐπιτροπὴ ἀπεφάνθη καὶ ἐδέχθη τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Γονατᾶ καὶ διετύπωσεν αὐτήν. Ἄν προέρχωνται αἱ προτάσεις ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ ὄχι ὑπὸ τῶν Ὑπουργῶν, τότε ἀντὶ νὰ συνοδεύωνται ὑπὸ ἐκθέσεως τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, νὰ ἀποστέλλωνται πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἵνα φέρῃ τὸ σημείωμα τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ἐντὸς 10 ἡμερῶν, διότι δὲν δύναται ὁ βουλευτὴς νὰ ἔχῃ σημείωμα ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν. Διὰ νὰ εἶναι τὸ πρᾶγμα σαφέστερον ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ αὐτὴ ἡ διατύπωσις (ἀναγινώσκει): «Πρότασις νόμου συνεπαγομένη ἐπιβάρυνσιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἐφόσον μὲν ὑποβάλλεται ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, δὲν εἰσάγεται πρὸς συζήτησιν, ἂν δὲν συνοδεύηται ὑπὸ ἐκθέσεως τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, καθοριζούσης τὴν συνεπαγομένην δαπάνην, ἐφόσον δὲ ὑποβάλλεται ὑπὸ τῆς Βουλῆς, νὰ διαβιβάζηται πρὸς τὸ Γενικὸν Λογιστήριον, ὑποχρεούμενον ἐντὸς 10 ἡμερῶν νὰ ἀναφέρῃ τὴν δαπάνην ἣν τοῦτο συνεπάγεται».
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπὸ τὴν διατύπωσιν αὐτὴν γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον. Ἡ δευτέρα τροπολογία εἰς τὸ ἄρθρον 27 ὡς ἐδάφιον 2ον ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Πρότασις νόμου συνεπαγομένη ἐπιβάρυνσιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἐφόσον μὲν ὑποβάλλεται ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως δὲν εἰσάγεται πρὸς συζήτησιν.... κλπ.».
§16Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἤθελον παρακαλέσει νὰ διαγραφῇ τὸ «ἐφόσον ἔχει ἐπεξεργασθῆ ὑπὸ τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας». Τὸ κανονικὸν εἶναι νὰ γίνηται ἐπεξεργασία ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς. Ἀκριβῶς τὰ νομοσχέδια θὰ εἶναι τὰ ὀλιγώτερον ὑποβαλλόμενα πρὸς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, ἀλλ’ ἀφοῦ θὰ ψηφίζωνται ἅπαξ, πρέπει νὰ δοθῇ εὐκαιρία νὰ λάβῃ γνῶσιν ἡ Βουλή, ἵνα φέρῃ ἀντίρρησιν, ἂν ἔχῃ, ὡς πρὸς τὸν χαρακτηρισμὸν αὐτοῦ ὡς ὑπηρεσιακὸν ἢ οὔ. Ὀρθὸν εἶναι νὰ παραπέμπηται εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, ἵνα λαμβάνῃ γνῶσιν ἡ Βουλὴ καὶ ὄχι ἐπιπολαίως νὰ προβαίνῃ εἰς τὸν χαρακτηρισμὸν αὐτοῦ ὡς ὑπηρεσιακοῦ ἢ νὰ ἀποκρούῃ τὸν χαρακτηρισμὸν αὐτοῦ. Οἱαδήποτε ἐπεξεργασία καὶ ἂν γίνεται ἀπὸ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, ὀρθὸν εἶναι νὰ γίνεται ἐπεξεργασία ἀπὸ τὴν Ἐπιτροπήν.
§17Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἡ Ἐπιτροπὴ κατὰ καθῆκον τὸ ὁποῖον εἶχε, διετύπωσε τὴν πρότασιν τοῦ κ. ἐκ Μαντινείας πολιτευτοῦ. Ἡ Ἐπιτροπὴ δὲν ἦτο σύμφωνος καὶ δὲν εἶναι σύμφωνος εἰς τὴν διατύπωσιν τῆς προτάσεως.
§18Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἔγινεν ὅμως δεκτὴ ἡ πρότασις.
§19Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Διότι, προκειμένου περὶ τῶν προτάσεων, αἱ ὁποῖαι ἤθελον χαρακτηρισθῆ ὀπωσδήποτε κατεπείγουσαι, ὑπάρχει διάταξις, καθ’ ἣν δύναται νὰ χαρακτηρισθῇ πρότασις κατεπείγουσα καὶ νὰ συντμηθῇ ὁ χρόνος τῆς συζητήσεως εἰς ἐλάχιστον. Ὑπάρχει διάταξις εἰς τὸ κεφάλαιον περὶ ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, καθ’ ἥν, ἂν ἡ Κυβέρνησις ἔχῃ ἀνάγκην ὑπηρεσιακῶν τινῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα δὲν κρίνονται μεγάλης σημασίας, δύναται νὰ ἐξουσιοδοτηθῇ νὰ προκαλέσῃ Διατάγματα νομοθετικά. Εἶναι δύο ὁδοί, διὰ τῶν ὁποίων δυνάμεθα νὰ ἀποφύγωμεν τὴν ἐν τῇ Βουλῇ λεπτομερῆ συζήτησιν. Ἂν ὅμως ἡ Συνέλευσις ἀπεδέχετο καὶ τὴν πρότασιν ταύτην, διὰ τὴν ὁποίαν ἐγὼ τοὐλάχιστον ἔχω τὴν γνώμην ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐπιμείνῃ ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως», ὁ χαρακτηρισμὸς τοῦ νομοσχεδίου ὡς ὑπηρεσιακοῦ θὰ ἐγένετο ἐντελῶς αὐθαιρέτως ἀπὸ τὸν ὑποβάλλοντα αὐτὸ βουλευτὴν ἢ Ὑπουργόν. Ἡ Ἐπιτροπὴ συμπληροῦσα τὴν πρότασιν τοῦ κ. Παπαναστασίου ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτό, τὸ ὁποῖον ὁ ὑποβαλὼν Ὑπουργὸς ἢ βουλευτὴς χαρακτηρίζει ὡς ὑπηρεσιακόν, νὰ παραπέμπηται ἢ εἰς Ἐπιτροπήν, ἤ, ἂν τὸ ἔχῃ ἐπεξεργασθῆ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, χαρακτηρίζηται ὡς ὑπηρεσιακὸν καὶ ψηφίζηται εἰς μίαν ἀνάγνωσιν κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον. Τοιουτοτρόπως ὁ χαρακτηρισμὸς τοῦ ὑπηρεσιακοῦ θὰ διέλθῃ ἢ ἀπὸ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας ἢ ἀπὸ τὴν Ἐπιτροπήν. Ἂν δὲ δέκα βουλευταί—ἐμειώσαμεν τὸν ἀριθμόν— ἔχουν ἀντίρρησιν, τότε θὰ ὑποστῇ τὴν κοινὴν τύχην ὅλων τῶν προτάσεων νόμου. Νομίζω ὅτι ἡ διατύπωσις, ὡς ἐγένετο, δὲν βλάπτει τὴν πρότασιν τοῦ κ. Παπαναστασίου, ἐφόσον ἡ Συνέλευσις ἤθελεν ἀποδεχθῆ αὐτήν, μολονότι ἡμεῖς ἐξακολουθοῦμεν νὰ φρονῶμεν ὅτι περιττεύει ἐντελῶς, ὁ δὲ χαρακτηρισμὸς μιᾶς προτάσεως ἀπὸ τὸν ὑποβάλλοντα αὐτὴν ὑπηρεσιακῶς δὲν πληροῖ τοὺς ὅρους τοῦ ἀκριβοῦς χαρακτηρισμοῦ.
§20Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ περιττὸν τῆς διατάξεως θὰ ἔπρεπε πρὸ παντὸς νὰ ἀναμείνῃ ὁ ἀξιότιμος πρόεδρος τῆς συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς νὰ ψηφισθοῦν αἱ τροπολογίαι ἐκεῖναι, δυνάμει τῶν ὁποίων θὰ δύναται νὰ νομοθετῇ ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ἐπὶ τῇ βάσει γνωμοδοτήσεων τῶν κοινοβουλευτικῶν Ἐπιτροπῶν, ἀκόμη καὶ συνεδριαζούσης τῆς Βουλῆς, καὶ μάλιστα, ὅπως διετυπώθη ἡ γνώμη, προκειμένου καὶ περὶ φορολογικῶν μέτρων. Ἀλλὰ περὶ τούτου δὲν πρόκειται, διότι ἤδη ἡ Συνέλευσις ἀπεφάνθη ὑπὲρ τῆς προτάσεως. Τὸ ζήτημα εἶναι μόνον πῶς θὰ ἐκπληρώσῃ τὸν σκοπόν της ἡ διάταξις. Τὸ τί εἶναι ὑπηρεσιακὸν ἢ δὲν εἶναι ὑπηρεσιακὸν δὲν ἠμπορεῖ νὰ εἶναι ἀντικείμενον θεωρητικῆς διατυπώσεως, οὔτε κἂν ἀκόμη διατυπώσεως τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας. Εἶναι ζήτημα τῆς Συνελεύσεως, κατὰ πόσον δηλαδὴ ἡ Συνέλευσις ἢ εἷς σοβαρὸς ἀριθμὸς μελῶν τῆς Συνελεύσεως, δὲν ἔχει ἀντίρρησιν ὅπως τὸ σχετικὸν νομοσχέδιον μὴ ὑποβληθῇ εἰς τὴν κανονικὴν βάσανον. Οὕτως ἐχόντων τῶν πραγμάτων νομίζω ὅτι δὲν ἔχει τόσην σημασίαν ἡ ἐπεξεργασία ἀπὸ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας ὅσον ἔχει σημασίαν ἡ ὕπαρξις ἀντιρρήσεως ἐκ μέρους μιᾶς ὁμάδος βουλευτῶν. Τώρα, ἂν ἔχῃ τὸ νομοσχέδιον ὑποστῆ μίαν ἐπεξεργασίαν εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, εἶναι πιθανώτατον ὅτι δὲν θὰ ἐγερθοῦν σοβαραὶ ἀντιρρήσεις. Ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει πρέπει νὰ δοθῇ εὐκαιρία εἰς τὴν Συνέλευσιν νὰ τὸ ἴδῃ διὰ νὰ ἐκφέρῃ τὴν γνώμην της. Γνωρίζομεν πῶς διανέμονται τὰ νομοσχέδια. Κανεὶς ἐκ τῶν κ. κ. πληρεξουσίων δὲν τὰ ἐπεξεργάζεται. Διανέμονται ἀθρόως καὶ ἀπόδειξις αἱ τροπολογίαι, τὰς ὁποίας ἤδη συζητοῦμεν, διὰ τὰς ὁποίας ὁ κ. Πρόεδρος ἰσχυρίζεται ὅτι ἐνενεμήθησαν, ἀλλὰ κανεὶς ἐκ τῶν πληρεξουσίων δὲν τὰς ἔλαβε. Πρέπει λοιπὸν νὰ δοθῇ καιρὸς εἰς τοὺς βουλευτὰς νὰ τὰ ἴδουν καὶ νὰ εἰδοποιήσουν τὴν μερίδα εἰς τὴν ὁποίαν ἀνήκουν, διὰ νὰ φέρῃ τὰς ἀντιρρήσεις της. Κατὰ συνέπειαν ἐπιμένω νὰ διαγραφῇ ἡ προσθήκη ἡ ἀφορῶσα τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας καὶ τὴν Ἐπιτροπήν. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν Ἐπιτροπήν, ὅλα τὰ νομοσχέδια κατὰ κανόνα παραπέμπονται εἰς Ἐπιτροπὴν καὶ συνεπῶς ἡ προσθήκη εἶναι περιττή.
§21Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Ἐγὼ θὰ ἤθελον νὰ εἴπω τὸ ἑξῆς: Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἄρθρον 57 τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον εἶναι οὐσιωδέστατον καὶ ἀφορᾷ εἰς τὴν ψήφισιν τῶν νόμων, ὅτι αἱ ἐν αὐτῷ περιληφθεῖσαι διατάξεις προῆλθον ἐκ τοῦ ὅτι ἡ ἐκ τῶν πραγμάτων καὶ τῆς πείρας γνῶσις ἀπέδειξεν ὅτι ἐγένοντο — ἂς τὸ ὁμολογήσωμεν — καὶ γίνονται καταχρήσεις εἰς τὸν τρόπον τῆς ψηφίσεως τῶν νομοσχεδίων. Ὅπως τὸ ἄρθρον ἦτο πρὸ τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ 1910 ἐδημιούργει καταχρήσεις τοιαύτας, αἱ ὁποῖαι παρουσίασαν νόμους ψηφισθέντας χωρὶς νὰ λάβῃ γνῶσιν σχεδὸν ἡ Βουλή. Διὰ τοῦτο ἡ Συνέλευσις τοῦ 1911 ἐνόμισεν ὅτι διὰ τῶν τροπολογιῶν τὰς ὁποίας τότε ἔθεσεν, ἐτακτοποίησε τὰ πράγματα κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ λείψωσιν αἱ καταχρήσεις. Πλὴν ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς ἀπὸ τοῦ 1911 μέχρι σήμερον ἡ πεῖρα καὶ ἡ ἐφαρμογὴ ἀπέδειξαν ὅτι μὲ ὅλα τὰ μέτρα καὶ τὰς προφυλάξεις, τὰς ὁποίας ἐλάβομεν, δὲν κατωρθώσαμεν νὰ φέρωμεν τὸ προσδοκώμενον ἀποτέλεσμα. Διὰ τοῦτο καὶ ἡ συνταγματικὴ Ἐπιτροπὴ διὰ μακρῶν ἠσχολήθη ἐπὶ τῆς διατυπώσεως τοῦ ἄρθρου τούτου. Ἡ κατάχρησις ἡ ὁποία ἐγένετο μετὰ τὴν πρώτην διατύπωσιν τοῦ ἄρθρου 57 ἔγκειται εἰς τοῦτο, τὸ ὁποῖον εἶναι γνωστὸν εἰς τὴν Συνέλευσιν ὅτι, ἐνῷ ἡ Συνέλευσις ἐδέχθη τὴν κήρυξιν νομοσχεδίων τινῶν ὡς κατεπειγόντων, ἡ πεῖρα ἀπέδειξεν ὅτι εὐθὺς ἀμέσως ἐγένοντο τοιαῦται καταχρήσεις, ὥστε ἐκρίθησαν οὐσιωδέστατα νομοσχέδια ὡς κατεπείγοντα καὶ ἐψηφίσθησαν ὡς κατεπείγοντα, ἐνῷ δὲν ἔπρεπε νὰ ψηφισθῶσι, δὲν ὑπέστησαν δὲ καὶ τὴν βάσανον τῆς ἐπεξεργασίας τῶν Ἐπιτροπῶν. Φοβοῦμαι καὶ τώρα ὅτι διὰ τῆς παραδοχῆς τῆς προτάσεως, ἐνῷ ὑπάρχει ὅλη ἡ καλὴ πίστις, ἐνῷ ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω καὶ ὡς πληρεξούσιος καὶ ὡς Ὑπουργὸς ὅτι γνωρίζω τὴν ἀνάγκην τῶν πραγμάτων, ὅτι ὑπηρεσιακά τινα νομοσχέδια ἔχουν ἀνάγκην νὰ ψηφισθῶσιν ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον, ἐν τούτοις δὲν δύναμαι νὰ μὴ ἐκφράσω τοὺς φόβους καὶ τὰς ἀμφιβολίας ὅτι οἵα κατάχρησις ἐγένετο ἐπὶ τοῦ χαρακτηρισμοῦ τῶν σχεδίων νόμου ὡς φύσεως κατεπειγούσης, τοιαύτη κατάχρησις εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ γίνῃ ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων ὡς τυπικῶν χαρακτηριζομένην. Τώρα θὰ μοὶ εἴπητε ὅτι εἶναι δύο ἐμπόδια. Ἕν ἐμπόδιον εἶναι ὅτι παραπέμπονται εἰς Ἐπιτροπήν. Δὲν θέλω νὰ εἴπω ὅτι αἱ Ἐπιτροπαὶ δὲν ἐργάζονται καὶ δὲν ἐκτελοῦσι τὸ καθῆκόν των. Τοὐναντίον εἶμαι ἐνθουσιασμένος ἀπὸ τὸ 1911 μέχρι σήμερον ἐκ τοῦ ἔργου τῶν Ἐπιτροπῶν. Ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀμφισβητηθῇ ὅτι ὑπάρχουν νομοσχέδια, εἰς τὰ ὁποῖα αἱ Ἐπιτροπαὶ δὲν ἀπέδωσαν τὴν ἀπαιτουμένην σημασίαν, εἰς τὰ ὁποῖα δι’ ὡρισμένων λέξεων ὅτι ἐμελετήθησαν καὶ ἐπεξειργάσθησαν ταῦτα, ἀποφαίνονται. Καὶ πολλάκις, καὶ αἱ ὑπογραφαὶ τῶν μελῶν τῆς Ἐπιτροπῆς, λαμβάνονται ἐντὸς τῆς αἰθούσης ὑπὸ διαφόρων γραμματέων. Ὅσον καὶ ἂν εἶναι μικρὸν τὸ πρᾶγμα, εἶναι οὐσιῶδες καὶ πρέπει νὰ ἐπιστήσωμεν τὴν προσοχήν μας ἐπὶ τούτου. Διὰ τοῦτο ἠδύνατο, νομίζω, ἂν ἐκρίνετο ὀρθόν, νὰ τεθῇ ἡ διάταξις, νὰ χαρακτηρίζωνται τυπικά τινα νομοσχέδια, ἀφοῦ ἀποφαίνεται ἡ Ἐπιτροπὴ καὶ εἰς περίπτωσιν καθ’ ἣν ὑπάρχει ἀντίρρησις 10 βουλευτῶν νὰ μὴ χαρακτηρίζωνται ὡς τυπικά. Ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει δὲν πρέπει νὰ ἀποφύγωμεν τὴν δευτέραν συζήτησιν.
§22Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Μίαν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν καὶ μίαν εἰς τὴν Συνέλευσιν; Θέλετε εἰς τὴν Συνέλευσιν δύο συζητήσεις;
§23Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Ὅπως γνωρίζετε, ἕως τώρα εἴχομεν τρεῖς συζητήσεις. Εἴχομεν πρῶτον τὴν κατ’ ἀρχήν, δεύτερον κατ’ ἄρθρον καὶ μίαν εἰς περίπτωσιν παραδοχῆς τροπολογιῶν εἰς τὸ σύνολον. Σήμερον τὰς περιορίζαμεν αὐτὰς εἰς δύο. Εἰς μίαν κατ’ ἀρχὴν καὶ εἰς μίαν κατ’ ἄρθρον. Ἂν θέλητε δυνάμεθα νὰ δεχθῶμεν νὰ γίνουν καὶ αἱ δύο συζητήσεις κατ’ ἀρχήν.
§24Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἡμεῖς λέγομεν μίαν κατ’ ἀρχὴν καὶ μίαν κατ’ ἄρθρον.
§25Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Δὲν θὰ πρόκειται μόνον περὶ τῶν νομοσχεδίων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα εἶναι τοπικά, ἀλλὰ θὰ εἶναι δυνατὸν διὰ τῆς μιᾶς καὶ μόνης συζητήσεως καὶ διὰ μιᾶς καὶ μόνης ψηφοφορίας, νομοσχέδια οὐσιαστικὰ νὰ χαρακτηρίζωνται ὡς τυπικά. Ἄν, κ. Πρόεδρε, δὲν μᾶς ἀπησχόλουν αἱ διάφοροι περιπτώσεις καὶ αἱ διάφοροι ἀνάγκαι, οὔτε εἰς τὰ 1911 θὰ ἐτροποποιοῦμεν τὸ ἄρθρον 57, ἀλλ’ οὔτε καὶ τώρα θὰ ἠρχώμεθα νὰ εἴπωμεν ὅτι πάλιν δὲν μᾶς ἐξυπηρετεῖ τὸ ἄρθρον 57 ὅπως ἐτροποποιήθη. Τοῦτο σημαίνει ὅτι γίνονται καταχρήσεις. Θέλω λοιπὸν νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχήν σας ἐπὶ τούτου· ὅτι μία μόνη κατ’ ἄρθρον συζήτησις καὶ κατ’ ἀρχὴν καὶ ἀπόφασις εἶμαι τῆς γνώμης ὅτι εἶναι ἐπικίνδυνος.
§26Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ καὶ προχθές, κύριοι, ἤμην διστακτικὸς εἰς τὸ νὰ παραδεχθῶ τὴν τροπολογίαν τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ. Φαίνεται δὲ ὅτι ἐδίσταζε καὶ ἡ Ἐπιτροπή, διότι ἐνῷ ἠθέλησε κατ’ ἀρχὴν νὰ δεχθῇ μίαν μόνην συζήτησιν, ἐν τούτοις φοβουμένη ἡ Ἐπιτροπὴ ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ γίνουν λαθραῖαι ψηφίσεις νομοσχεδίων, ἐζήτησε δύο ἐγγυήσεις προκαταρκτικὰς διαζευκτικῶς· ἢ νὰ γίνῃ ἐπεξεργασία ἀπὸ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας ἢ ἀπὸ τὴν Ἐπιτροπὴν τῆς Συνελεύσεως. Εἰσάγει ὁ Ὑπουργὸς ἓν νομοσχέδιον εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τῆς Βουλῆς ἢ εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, λαμβάνει τὴν κατ’ ἀρχὴν ἐπιδοκιμασίαν αὐτοῦ παρ’ ἐκείνων καὶ τὸ εἰσάγει εἰς τὴν Βουλὴν ἵνα ψηφισθῇ εἰς μίαν καὶ μόνην συζήτησιν.
§27Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Εἰσάγεται εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἔπειτα παραπέμπεται εἰς τὴν Ἐπιτροπήν.
§28Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶπα ὅτι θὰ σταλῇ πρῶτον εἰς τὴν Ἐπιτροπήν. Πρῶτον λοιπὸν πρέπει νὰ προηγηθῇ μία ἐπεξεργασία ἀπὸ τὴν Ἐπιτροπὴν τῆς Βουλῆς. Διατί θὰ τὸ κάμωμεν αὐτό; Διὰ νὰ κερδίσωμεν μίαν κατ’ ἀρχὴν ἀνάγνωσιν ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα θὰ εἰσάγῃ ἡ Κυβέρνησις ὡς ὑπηρεσιακά. Ὁμολογῶ ὅτι θὰ ἦτο πολὺ δύσκολον, ἂν ἐπρόκειτο ἐγὼ νὰ εἰσαγάγω ἓν νομοσχέδιον νὰ ἀποφανθῶ πάντοτε, ἂν τὸ νομοσχέδιον εἶναι ὑπηρεσιακὸν ἢ ὄχι. Τὰ φορολογικὰ νομοσχέδια, παραδείγματος χάριν, πολλάκις χαρακτηρίζονται ὡς ὑπηρεσιακά, ἐνῷ βεβαίως δὲν εἶναι.
§29Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἡ πρότασις ἐγένετο ἀπὸ τὸν κ. ἀρχηγὸν τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως». Συμφώνως δὲ πρὸς τὸ χειρόγραφον, τὸ ὁποῖον ἔχω ὑπ’ ὄψει μου, ἡ διατύπωσις θὰ ἔχῃ ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει).
§30Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ ἀπεφάνθη ὅτι τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας δὲν πρέπει νὰ ἔχῃ νομοτελεστικὰ καθήκοντα.
§31Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Αὐτὸ δὲν τὸ γνωρίζομεν ἀκόμη. Ἔλαβον προχείρως τὸν πίνακα τῶν νομοσχεδίων τὰ ὁποῖα ὑπάρχουν. Βλέπω ἔξαφνα (ἀναγινώσκει): «Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς μετὰ τῆς Ἑταιρείας Transaerienne Messagerie ὑπογραφείσης συμβάσεως ἐναερίου συγκοινωνίας». Εἶναι ὑπηρεσιακὸν αὐτὸ ἢ ὄχι; Εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποστηριχθοῦν ἀμφότερα;
§32Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἡμεῖς εἴπομεν, κ. Πρόεδρε, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τεθῇ ὅριον μεταξὺ ὑπηρεσιακῶν νομοσχεδίων καὶ μή, ἀλλ’ εἴπομεν ὅτι ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα κάθε βράδυ ἔρχεται ἡ Κυβέρνησις καὶ λέγει ὅτι εἶναι ὑπηρεσιακὰ καὶ δὲν ὑπάρχει ἀντίρρησις, αὐτὰ δυνάμεθα νὰ τὰ χαρακτηρίσωμεν ὡς ὑπηρεσιακά.
§33Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Καὶ ἓν ἄλλο νομοσχέδιον. (Ἀναγινώσκει): «Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως συμβάσεως διὰ μελέτην καὶ ἐκτέλεσιν ἔργων ἐξυγιάνσεως λιμνῶν Μαυρόβου καὶ Λάντζας». Δύο ζητήματα γεννῶνται ἤδη. Ἂν τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας θὰ ἔχῃ τὴν ἐξουσίαν νὰ ἐπεξεργάζηται νομοσχέδια, θὰ τῷ παραπέμπωμεν νομοσχέδια ἔχοντα πολιτικὴν σημασίαν ἢ νομοσχέδια ὑπηρεσιακά; Κατ’ ἐμὲ περισσοτέραν ἀξίαν θὰ εἶχεν ἡ ἀξία τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, ἂν τῷ παραπέμπωμεν τὰ δεύτερα, διότι πολιτικὸν Σῶμα δὲν θὰ εἶναι τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας. Εἰσάγεται λ. χ. νομοσχέδιον περὶ κοινωνικῶν ἀσφαλειῶν ἢ περὶ ἀτυχημάτων ἐργατῶν ἢ νομοσχέδια ἄλλα, ὅμοια μὲ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐμνημόνευσα, τὰ ἀφορῶντα ἐπὶ παραδείγματι τὰς ὑπηρεσίας Ὑπουργείου τινὸς καὶ τὰ προσόντα τῶν ὑπαλλήλων. Αὐτὰ εἰσαγόμενα εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, θὰ δύνανται νὰ ψηφίζωνται εἰς τὴν Βουλὴν ἐν μιᾷ καὶ μόνῃ ἀναγνώσει. Ἀλλ’ ἐπιτρέψατέ μοι νὰ νομίζω ὅτι αὐτὸ εἶναί τι ἐπικίνδυνον, διότι τὰ νομοσχέδια τὰ οὐσιαστικὰ πάντοτε προκαλοῦν τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, ἐνῷ τὰ ὑπηρεσιακὰ νομοσχέδια, τὰ περιλαμβάνοντα διατάξεις ἀφορώσας τὰ προσόντα καὶ τὸν ὀργανισμὸν τῶν ὑπηρεσιῶν, αὐτὰ πρέπει νὰ ἐπεξεργάζωνται πληρέστερον. Ἐκτὸς αὐτοῦ δὲ θὰ ἀρχίσῃ μία πρώτη συζήτησις, ἂν νομοσχέδιόν τι εἶναι ὑπηρεσιακὸν ἢ ὄχι.
§34Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Συζήτησις δὲν θὰ γίνηται· θὰ δηλοῦται ἁπλῶς ἂν ὑπάρχῃ ἀντίρρησις.
§35Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ὑπάρχει καὶ ὁ ἑξῆς κίνδυνος· νὰ συμπίπτῃ νὰ μὴ παρευρίσκωνται αὐτοὶ οἱ δέκα βουλευταὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, οἱ ὁποῖοι θὰ φέρουν τὴν ἀντίρρησιν.
§36Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ παρευρίσκωνται.
§37Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ νομίζω ὅτι περιοριζομένων τῶν κατ’ ἄρθρον ἀναγνώσεων, ἂν εἶναι ἐπεῖγον ἓν νομοσχέδιον, δυνάμεθα νὰ περιορίσωμεν τὸν χρόνον τῆς Ἐπιτροπῆς εἰς 48 ὥρας.
§38Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Πρέπει νὰ ἐξηγηθῶμεν, διότι βλέπω ὅτι ὑπάρχει ἀντίφασις μεταξὺ τῶν γνωμῶν τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Ἐπιτροπῆς, διότι ἡ Ἐπιτροπὴ ἔχει τὴν τάσιν νὰ κάμῃ μεγαλείτερα πράγματα ἀπὸ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς, νὰ δώσῃ δηλαδὴ τὸ δικαίωμα νὰ ψηφίζωνται νόμοι μόνον μὲ τὴν γνωμοδότησιν τῆς κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς.
§39Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Αἱ κοινοβουλευτικαὶ Ἐπιτροπαὶ μᾶς παρέχουν τὴν ἐγγύησιν ἀκριβῶς τοῦ ἐλέγχου.
§40Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ὅταν θὰ ἔλθῃ ἡ συζήτησις τοῦ θέματος αὐτοῦ, τότε θὰ ἴδωμεν πῶς θὰ γίνῃ.
§41Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Τὸ εἶπον αὐτὸ διὰ νὰ ἀποκρούσω τὴν μίαν ἀντίρρησιν τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Συντάγματος, ἡ ὁποία εὑρίσκεται προφανῶς ἐν μεγάλῃ ἀντιφάσει, ἡ ὁποία ἐνῷ θέλει τὸ πλέον, δὲν θέλει τὸ ἔλαττον. Ἀλλὰ προβάλλονται αἱ ἀντιρρήσεις, δι’ αὐτῆς τῆς μεθόδου διευκολύνεται ἡ ψήφισις τῶν νόμων; Θὰ ἐπεθύμουν καὶ ὁ πληρεξούσιος ἐξ Ἠλείας καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἔχουν ὑπ’ ὄψει των πῶς ψηφίζονται τὰ νομοσχέδια καὶ ποῖαι δυσχέρειαι πραγματικῶς παρεμβάλλονται εἰς τὴν διεκπεραίωσιν τοῦ ἔργου τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Συνελεύσεως. Ἄν θέλωμεν νὰ εἶναι οὐσιαστικώτερον τὸ ἔργον, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ διευκολύνωμεν τὴν ψήφισιν νόμων, εἰς τὴν ὁποίαν δὲν ὑπάρχει σοβαρὰ ἀντίρρησις διὰ τὴν ψήφισιν αὐτῶν. Ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Συντάγματος ἐπρότεινε νὰ ψηφίζωνται αὐτοὶ μόνον ἐφάπαξ, ἂν ἔχουν περάσει ἀπὸ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας. Ἡμεῖς δὲν ἔχομεν ἀντίρρησιν νὰ περνοῦν. Διότι τί θέλομεν ἡμεῖς; Θέλομεν πρὶν ψηφισθῇ ἓν δευτερεῦον νομοσχέδιον, ὅπως τὰ λεγόμενα ὑπηρεσιακά, νὰ λαμβάνῃ γνῶσιν ἡ Βουλή, κατὰ τρόπον ὥστε, ἂν νομίζῃ ὅτι ἔχει ἀνάγκην συζητήσεως, νὰ ζητῇ νὰ συζητηθῇ. Ἀλλὰ διὰ νὰ ψηφίζωνται μόνον μίαν φορὰν τὰ νομοσχέδια αὐτά, αὐτὴ ἡ εὐκαιρία πρέπει νὰ παρέχηται ἐπαρκῶς εἰς τὴν Βουλήν, διότι μετὰ τὴν ὑποβολὴν τοῦ νομοσχεδίου ὑπηρεσιακῶς, μόνον εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν θὰ παρασχεθῇ αὐτὴ ἡ εὐκαιρία. Εἶμαι ἀπολύτως βέβαιος ὅτι, ἂν δὲν παρέχηται ἡ εὐκαιρία αὐτή, φοβοῦμαι ὅτι θὰ διέρχωνται τὰ νομοσχέδια, θὰ χαρακτηρίζωνται ὡς ὑπηρεσιακὰ καὶ θὰ ψηφίζωνται χωρὶς νὰ λαμβάνῃ οὐσιατικῶς γνῶσιν ἡ Βουλή. Ἐγεννήθη ὁ φόβος ὅτι εἶναι ἐνδεχόμενον τὴν τελευταίαν στιγμὴν νὰ γίνῃ τροπολογία καὶ ἑπομένως νὰ παρεισφρύσουν διατάξεις, αἱ ὁποῖαι ἀλλοιώνουν τὸ νομοσχέδιον. Καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ὁ κίνδυνος αὐτὸς ὑπάρχει, ὁσαιδήποτε καὶ ἂν εἶναι αἱ ἀναγνώσεις τοῦ νομοσχεδίου. Καὶ 40 νὰ εἶναι, ὁ κίνδυνος πάντοτε ὑπάρχει εἰς τὴν τελευταίαν ἀνάγνωσιν, διότι μόνον τότε γίνονται δεκταὶ τροπολογίαι. Ἡμεῖς δὲ ἀποκρούομεν ὅταν γίνονται τροπολογίαι νὰ ὑφίσταται τὸ νομοσχέδιον κατὰ τὴν βάσιν.
§42Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπιμένετε λοιπὸν νὰ διαγραφῇ;
§43Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Νομίζω ὅτι εἶναι πρακτικὸν· διότι, ὅταν ὑποβάλλεται ἓν νομοσχέδιον, θὰ ὑπάγῃ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν καὶ ὅταν εἰσέλθῃ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ δὲν ὑπάρχει ἀντίρρησις 10 βουλευτῶν καὶ χαρακτηρίζεται ὡς ὑπηρεσιακόν, θὰ ψηφίζηται μίαν φορὰν μόνον. Καὶ εἰς τὴν Γαλλίαν ὄχι μόνον εἰς τὰ δευτερεύοντα νομοσχέδια, ἀλλὰ καὶ διὰ τὰ σοβαρώτερα ἀκόμη, ἂν ἀποφασισθῇ, ψηφίζωνται ἐφάπαξ. Ἑπομένως δὲν νομίζω ὅτι κάμνομεν καμμίαν σπουδαίαν καινοτομίαν.
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Σεχιώτης ἔχει τὸν λόγον.
§45Γ. ΣΕΧΙΩΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν συμφωνῶ μὲ τὴν ὑποβληθεῖσαν τροπολογίαν τοῦ κ. ἀρχηγοῦ τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως», διότι νομίζω ὅτι μόνον σύγχισιν θέλει ἐπιφέρει χωρὶς νὰ ἀποβλέψῃ εἰς τὴν ἱκανοποίησιν οὐδενὸς πρακτικοῦ σκοποῦ. Εἰς τὴν περίπτωσιν, κατὰ τὴν ὁποίαν θέλομεν νὰ χαρακτηρίσωμεν τὰ νομοσχέδια ὑπηρεσιακὰ ἢ τυπικὰ ἢ μὴ ὑπηρεσιακὰ ἢ οὐσιώδη, σᾶς βεβαιῶ ὅτι θὰ γεννᾶται τοιαύτη συζήτησις πολλάκις εἰς τὴν Βουλήν, ἂν θὰ ὑπάρχῃ ἢ δὲν θὰ ὑπάρχῃ ἀντίρρησις ἐκ μέρους 10 βουλευτῶν. Εἰς τὴν περίπτωσιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία θὰ εἶναι ἁρμοδία νὰ χαρακτηρίσῃ τὰ νομοσχέδια ὑπηρεσιακά, τὰ ἐνόμιζεν ὡς τοιαῦτα, δύναται νὰ τὰ θεωρήσῃ ἐπείγοντα καὶ ὑπάρχει ἡ σχετικὴ διάταξις τοῦ ἄρθρου 49, ἡ ὁποία ἔχει ὡρισμένην περίπτωσιν, κατὰ τὴν ὁποίαν, ὅταν τὰ νομοσχέδια χατακτηρίζωνται ὡς ὑπηρεσιακά, ὑπάρχει ἡ ἁπλοποίησις τῆς διαδικασίας τῆς ψηφίσεώς των. Δὲν συμφωνῶ ὅμως μὲ τὴν Ἐπιτροπὴν ὅτι θὰ εἶναι δυνατὸν ἡ Κυβέρνησις νὰ ἔχῃ τὴν εὐχέρειαν τῆς παραπομπῆς εἰς Ἐπιτροπὴν καὶ ἐκδόσεως Ν. Διαταγμάτων, διότι θὰ γίνῃ μεγάλη κατάχρησις ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα δὲν εὐνοεῖ, θὰ τὰ παραπέμπῃ εἰς τὴν Ἐπιτροπήν. Ἀλλ’ ὁπωσδήποτε ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα θὰ κριθῶσιν ὡς ὑπηρεσιακά, δύνανται νὰ μὴ θεωρηθῶσι καὶ ἐπείγοντα; Βεβαίως θὰ φύγῃ ὁ σκόπελος, ὁ ὁποῖος ὑπάρχει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ἀλλ’ ὑπάρχει ὁ τρόπος ὁ ἁπλοῦς τοῦ χαρακτηρισμοῦ τῶν νομοσχεδίων ὡς ἐπειγόντων καὶ τῆς ἐφαρμογῆς τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 49, τὸ ὁποῖον λύει τὰ ζητήματα διὰ νὰ μὴ περιπέσωμεν εἰς μίαν ἀοριστίαν.
§46Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἡ τροποποίησις νὰ γίνῃ ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Πρότασις νόμου ὑποβαλλομένη, ἐφόσον ἔχει προηγηθῆ ἐπεξεργασία ὑπὸ τῆς Βουλῆς, δὲν προβάλλεται ἀντίρρησις ὑπὸ 10 βουλευτῶν.... κλπ.»
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Παπανδρέου ἔχει τὸν λόγον.
§48Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριοι πληρεξούσιοι, ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς κατελογίσθη εἰς ἡμᾶς ἀντίφασις μεταξὺ τῆς ἀποκρούσεως τῆς προτάσεως τοῦ κ. ἀρχηγοῦ τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως» ἀφ’ ἑνὸς καὶ τῆς διατυπώσεως τοῦ ἄρθρου 49 ἀφ’ ἑτέρου, τὸ ὁποῖον δὲν ἦλθε μὲν ὑπὸ συζήτησιν εἰς τὴν Συνέλευσιν, διότι καὶ αὐτὸ ἀφορᾷ τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, ἀναφέρεται ὅμως εἰς τὴν εἰδικὴν ἔκθεσιν τῆς συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς ὡς αἰτιολογία τῆς ἀπορρίψεως τῆς προτάσεως τοῦ κ. Παπαναστασίου. Ἀδυνατῶ νὰ ἐννοήσω κατὰ τίνα εἱρμὸν σκέψεων εἶναι δυνατὸν νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς ἀντίφασις ὁ συλλογισμὸς τῆς Ἐπιτροπῆς. Ἡ ἀρχὴ ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἡμεῖς ἀνεχωρήσαμεν, ἡ ἀρχὴ τὴν ὁποίαν ὑπεστηρίξαμεν ἐπανειλημμένως ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου εἶναι ὅτι ἡ Χώρα ἡμῶν πάσχει ἀπὸ κακὴν πολυνομίαν. Εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐξασφαλίσωμεν ἑπομένως τὸν ἀρτιώτερον καταρτισμὸν τῶν νόμων. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀρχή, τῆς ὁποίας τὴν ἐφαρμογὴν ἐπεδιώξαμεν. Κατὰ τίνα τρόπον; Ἔχομεν ὅλην τὴν πεῖραν κατὰ τίνα τρόπον ἀπὸ τὸ ἕν νομοθετικὸν Σῶμα, ἀπὸ τὴν Βουλήν, ψηφίζονται οἱ νόμοι. Εἶναι τόσον γενικὴ ἡ ἐντύπωσις, ὥστε θὰ ἦτο περιττὸν νὰ ὑπομνήσωμεν ὅτι ἐνώπιον ἐλαχίστου ἀριθμοῦ βουλευτῶν συνηθέστερον, χωρὶς ἐπαρκῆ προσοχὴν συνηθέστατα οἱ νόμοι ψηφίζονται. Αὐτὸ εἶναι γεγονὸς ἀναμφισβήτητον. Καὶ διότι τοῦτο εἶναι ἀληθὲς κατελήξαμεν εἰς μίαν βασικὴν μεταβολήν. Συνιστῶμεν τὸ δεύτερον νομοθετικὸν Σῶμα ὡς φραγμὸν κύριον κατὰ τῆς κακῆς πολυνομίας. Ἐτέθη τὸ ζήτημα εἰς τὴν περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν πρόκειται περὶ νόμων οὐσιαστικῆς σημασίας, δὲν θὰ ἔπρεπε χάριν ἀκριβῶς τῆς ἐπιμελεστέρας ἐξετάσεως αὐτῶν τῶν νόμων τῶν οὐσιαστικῶν, δὲν θὰ ἔπρεπεν ἡ Ἡμερησία Νομοθετικὴ Διάταξις νὰ ἀπαλλαγῇ ἀπὸ τὸν φόρτον τυπικῶν ὑπηρεσιακῶν νομοσχεδίων; Αὐτὸ ὑπῆρξε τὸ ἐρώτημα καὶ διὰ τὴν θεραπείαν αὐτοῦ ὑπεβλήθη ἡ πρότασις τοῦ κ. ἀρχηγοῦ τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως». Ἡμεῖς εἰς τοῦτον ἀπαντῶμεν ὅτι, ὄχι μόνον δὲν πρόκειται νὰ ἐπέλθῃ ἡ βελτίωσις, τὴν ὁποίαν ἡ τροποποίησις ἐπιδιώκει, ἀλλὰ πρόκειται ἁπλῶς νὰ ἐπιδεινωθῇ ἡ συνολικὴ νομοθετικὴ ἐργασία. Διατί; Διότι, δεδομένου ὅτι ἡ νομοθετικὴ ἐργασία γίνεται ἐνώπιον ὀλίγου ἀριθμοῦ βουλευτῶν, ὑπάρχει ὁ φόβος ὅτι πλεῖστα νομοσχέδια οὐσιαστικοῦ περιεχομένου θὰ ὑφαρπάζωνται διὰ τῆς μεθόδου τῶν ὑπηρεσιακῶν. Αὐτὴ εἶναι ἡ βασικὴ ἡμῶν ἀντίληψις, καὶ θὰ ὑφαρπάζωνται, διότι αἱ μέθοδοι τῆς ὑφαρπαγῆς εἶναι συνήθως εἰς τὰ κοινοβουλευτικὰ πολιτεύματα εἰς τὸν τρόπον τῆς νομοθετικῆς λειτουργίας τῶν Βουλῶν. Καὶ ἡμεῖς λέγομεν ὅτι ὑπάρχει τρόπος ἀσφαλέστερος πρὸς διεκπεραίωσιν τῶν οὐσιαστικῶν νομοσχεδίων, ἡ ὁποία ταυτοχρόνως νὰ μὴ περιπλέκῃ καὶ μὴ παρασύρῃ εἰς διεκπεραίωσιν καὶ τὰ οὐσιαστικὰ νομοσχέδια. Ὁ τρόπος εἶναι διπλοῦς: Πρῶτον εἶναι ἡ μέθοδος τῆς κηρύξεως νομοσχεδίων ὡς κατεπειγόντων. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ὅταν κηρυχθοῦν τὰ νομοσχέδια κατεπείγοντα, ἡ διατύπωσις τῆς Ἐπιτροπῆς, τὴν ὁποίαν ἡ Συνέλευσις ἐδέχθη, εἶναι γνωστή. (Ἀναγινώσκει): Ἂν ἐγένετο ἐπεξεργασία ὑπὸ τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, δύναται ἡ Βουλή.... κλπ.». Ἐν πάσῃ περιπτώσει ὑπάρχει ἡ ἐγγύησις τῆς ἐπεξεργασίας ἀπὸ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας. Λοιπὸν εἷς τρόπος ἐπιταχύνσεως καὶ ἀπαλλαγῆς τῆς Νομοθετικῆς Διατάξεως ἀπὸ τὸν φόρτον τῶν ὑπηρεσιακῶν νομοσχεδίων εἶναι ἡ κήρυξις αὐτῶν ὡς κατεπειγόντων. Ὁ δεύτερος δέ, τὸν ὁποῖον ἡ Ἐπιτροπὴ προτείνει καὶ ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ μίαν βασικὴν καινοτομίαν, ἀναμφισβητήτως εἶναι ἡ μέθοδος τῆς ἐκδόσεως νομοθετικῶν Διαταγμάτων. Κατὰ τὴν ἀντίληψιν ἡμῶν, τὸ ἄρθρον θὰ ἔλθῃ πρὸς συζήτησιν ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως, καὶ τότε βεβαίως θὰ ἀναπτυχθῶσιν αἱ ἀντίθετοι ἀπόψεις. Ὅ,τι ἐνδιαφέρει ἡμᾶς εἶναι ἡ ἐπιμελὴς ἔρευνα καὶ ἐπὶ τοῦ σημείου ἀκριβῶς αὐτοῦ πρόκειται νὰ δώσωμεν ἀπάντησιν. Ἐκ τῆς πείρας τὴν ὁποίαν ἐσχηματίσαμεν κατὰ τὸ θέρος, πείρας προσωπικῆς, κοινοβουλευτικαὶ Ἐπιτροπαὶ ἐντεταλμέναι νὰ ἔχωσιν ὄχι ἁπλῶς ψῆφον γνωμοδοτικήν, ὅπως εἶναι συνήθως μέχρι τοῦδε αἱ κοινοβουλευτικαὶ Ἐπιτροπαί, ἀλλ’ Ἐπιτροπαὶ νὰ ἔχωσι νομοθετικὴν γνώμην, δηλαδὴ προωρισμέναι μόνον μετὰ σύμφωνον γνώμην αὐτῶν νὰ καθίσταται δυνατὴ ἡ ἔκδοσις Ν. Διαταγμάτων. Αἱ Ἐπιτροπαὶ βεβαρυμέναι μὲ τοιαύτην λειτουργίαν νὰ ἐργάζωνται εὐσυνειδήτως, ἐν συγκρίσει δὲ πρὸς τὴν ἐργασίαν τῆς Βουλῆς ἐργάζονται αἱ Ἐπιτροπαὶ χρησιμότερον.
§49Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἡ πεῖρα τὴν ὁποίαν λέγετε δὲν εἶναι ἐπαρκής· διότι ἔχετε Ἐπιτροπάς, αἱ ὁποῖαι εἰργάσθησαν κατὰ τὰς διακοπὰς τῶν συνεδριάσεων τῆς Συνελεύσεως καὶ εἰργάσθησαν εἰς ὀλίγα νομοσχέδια. Ἀλλ’ ἂν εἴχετε ὑπ’ ὄψει σας μίαν ἄλλην εἰκόνα, τὴν εἰκόνα τῆς ἐργασίας τῶν Ἐπιτροπῶν κατὰ τὴν διάρκειαν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς καὶ τὴν ἐπεξεργασίαν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα δὲν θεωροῦνται πολὺ σοβαρά, ὑπάρχει κίνδυνος αἱ ἐκθέσεις τῶν Ἐπιτροπῶν αὐτῶν νὰ ὑπογράφωνται ὅπως καὶ σήμερον. Δι’ αὐτὸ θέλω νὰ διαφυλαχθῇ καὶ μία συζήτησις ἐν τῇ Συνελεύσει.
§50Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπικαλεῖσθε ἓν δεδομένον, σεῖς κάμνετε μίαν ὑπόθεσιν, μίαν ἐνδεχομένην ὑπόθεσιν ἀντίθετον πρὸς τὴν δεδομένην πεῖραν. Δεδομένον εἶναι τοῦτο· ὅτι μεταξὺ τῶν δύο εἰκόνων, τὰς ὁποίας παρουσίασεν ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία, ἀφ’ ἑνὸς τῆς Συνελεύσεως καὶ ἀφ’ ἑτέρου τῶν κοινοβουλευτικῶν Ἐπιτροπῶν, κατὰ τὴν προσωπικὴν ἡμῶν πεῖραν, τὴν ὁποίαν λαμβάνομεν ὡς ἐνδεχομένην διὰ τὸν καταρτισμὸν τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος, σοβαρωτέρα ὑπῆρξεν ἡ συνεργασία τῶν κοινοβουλευτικῶν Ἐπιτροπῶν καὶ διὰ τοῦτο καινοτομοῦντες βεβαίως καὶ ἀντιλαμβανόμενοι τὸ τολμηρὸν μιᾶς καινοτομίας, ἀλλ’ ἐν πλήρει ἐπιγνώσει τῆς μεθόδου αὐτῆς διετυπώσαμεν τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 49, συμφώνως πρὸς τὴν ὁποίαν, ὅταν ἡ Κυβέρνησις κρίνῃ ὅτι ὡρισμένα νομοσχέδια θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ παραπέμπωνται εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν μετ’ ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, καταρτισθεῖσαν ἀπὸ ἀντιπροσώπους ὅλων τῶν κομμάτων....
§51Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἡ παραπομπὴ θὰ γίνεται δι’ ἕκαστον θέμα;
§52Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἐξαιροῦνται τά....
§53Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἄν πρόκειται νὰ δώσωμεν γενικὴν ἐξουσιοδότησιν, τότε νὰ ἀφεθῇ ἡ κατάρτισις εἰς τὴν Βουλήν.
§54Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Παραπέμπονται εἰς Ἐπιτροπὰς, αἱ ὁποῖαι θὰ ἀποτελοῦνται ἀπὸ ἀντιπροσώπους ὅλων τῶν κομμάτων καὶ εἶναι φυσικὸν ὅτι τὰ κόμματα θὰ ὁρίζωσι τοὺς εἰδικωτέρους. Ἀπὸ ἀντιπροσώπους τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Γερουσίας, εἰς τρόπον ὥστε νὰ παρέχηται πλήρης ἐγγύησις ὅτι αἱ Ἐπιτροπαὶ θὰ ἐξετάσωσι τὰ νομοσχέδια καὶ θὰ παράσχουν τὴν σύμφωνον αὐτῶν γνώμην εἰς τὴν Κυβέρνησιν μετ’ ἐπιμελῆ ἐξέτασιν. Καὶ ὁμολογῶ ὅτι, ἂν ὑπάρχῃ μία ἀντίφασις, εἶναι αὕτη κατ’ ἰσχυρισμὸν τοῦ κ. Παπαναστασίου ὅτι αἱ Ἐπιτροπαὶ εἰργάσθησαν μὲν κατὰ τὸ θέρος ἐπὶ τῶν οὐσιαστικῶν θεμάτων κατὰ τρόπον χρήσιμον καὶ ἐνῷ ἐπέδειξαν κοινότητα τοιαύτην ἐπ’ αὐτῶν, προβλέπεται ἀνικανότης αὐτῶν ἐπὶ τῶν ὑπηρεσιακῶν νομοσχεδίων. Κύριοι, οὐδὲν κωλύει εἰς τὸ μέλλον νὰ ἀκολουθήσωμεν αὐτὴν τὴν ὁδόν, τὴν ὁποίαν καὶ σεῖς ἀναγνωρίζετε ὡς εὐθεῖαν. Διατί ὄχι; Ἰδοὺ διὰ κάθε ζήτημα σημαίνει τοῦτο· ὅτι διὰ τὰ ναυτικὰ ζητήματα μία Ἐπιτροπὴ θὰ σημαίνῃ διὰ τὴν ἔκδοσιν ἑνὸς Ν. Διατάγματος περὶ ἀποτάξεως τριῶν ἀξιωματικῶν, ἄλλη Ἐπιτροπὴ διὰ τὴν ἔκδοσιν Διατάγματος προαγωγῆς ἀξιωματικῶν κλπ. Ἀλλ’ ὅτι ἐπὶ πάσης κατηγορίας θεμάτων θὰ γίνηται ἐκλογὴ ἀπὸ τὰ διάφορα κόμματα τῶν εἰδικωτέρων πληρεξουσίων, οἱ ὁποῖοι θὰ ἀπαρτίσουν τὴν κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν.
§55ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Πότε θὰ γίνηται αὐτό;
§56Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Εἰς τὴν ἀρχήν. Ἀπορεῖτε καὶ σεῖς, κ. συνάδελφε, περὶ αὐτοῦ; Θὰ εἶναι ἀσφαλῶς περίεργον, ἂν ἐκτιμήσαντες τὰ ἀγαθὰ ἑνὸς συστήματος, τὸ ὁποῖον ἐφηρμόσθη, δὲν θὰ ἐπωφεληθῶμεν τῆς πείρας αὐτοῦ, ὥστε νὰ προτάξωμεν ὡς βάσιν ἐργασίας καὶ διὰ τὸ μέλλον.
§57Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Ἄλλως τε δὲν συνεζητήθη τὸ πρᾶγμα ἀκόμη.
§58Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἡμεῖς ἀποροῦντες κατὰ τίνα τρόπον θὰ ἐπωφεληθῶμεν τῆς πείρας, τὴν ὁποίαν ἀπεκτήσαμεν διὰ νὰ ἀσφαλίσωμεν χρησιμότητα νομοθετικῶν ἔργων διὰ τὸ μέλλον, ἀπεκρούσαμεν τὴν πρότασιν, διότι θὰ ἀποκαταστήσωμεν πολυδαίδαλον τὴν νομοθετικὴν ἐργασίαν διὰ τῆς ποικιλίας τῶν ἐπειγόντων ἢ μὴ ἐπειγόντων νομοθετημάτων πρὸς ἀποφυγὴν τῶν συγχίσεων ἐκ τοῦ κυκεῶνος τοῦ νομοθετεῖν, εἰς τὸν ὁποῖον μᾶς εἰσαγάγει ἡ δημιουργία μιᾶς κατηγορίας ὑπηρεσιακῶν νομοσχεδίων. Προτείνω τὴν ἀπόκρουσιν τῆς τροπολογίας καὶ τὴν ἀποδοχὴν τῶν δύο ὁδῶν, τὰς ὁποίας ἐθεωρήσαμεν χρησιμωτέρας ἐπὶ τῇ βάσει τῆς νομοθετικῆς ἡμῶν πείρας.
§59Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Ἀντιλαμβάνομαι ὅτι ἡ Συνέλευσις εἶναι σύμφωνος ὅπως ἐξευρεθῇ τρόπος περὶ ἀπαλλαγῆς τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως ἀπὸ τῶν ὑπηρεσιακῶν νομοσχεδίων. Κατὰ τὸ ἄρθρον 49, ἐπιτρέπεται ἡ ἔκδοσις Ν. Διαταγμάτων ἐπὶ τῇ βάσει εἰδικῆς γνωμοδοτήσεως τῶν Βουλῶν, μετὰ σύμφωνον γνώμην τῶν κοινοβουλευτικῶν Ἐπιτροπῶν. Καὶ ἐρωτᾶται· θὰ γίνῃ ἐφάπαξ μία γενικὴ ἐξουσιοδότησις πρὸς ἔκδοσιν Ν. Διαταγμάτων; Τοῦτο δὲν εἶναι δυνατόν. Ἄρα εἰς πᾶσαν περίπτωσιν θὰ χρειάζηται εἰδικὴ ἐξουσιοδότησις πρὸς ἔκδοσιν Ν. Διατάγματος καὶ ἑπομένως, ἂν ἀκολουθήσωμεν τὴν ὁδὸν τοῦ ἄρθρου 49, τοῦτο θὰ φέρῃ ἐπιβράδυνσιν καὶ ὄχι ταχύτητα. Ἔρχομαι εἰς τὴν ἄλλην ὁδόν, τὴν διὰ τῆς κηρύξεως τοῦ νομοσχεδίου ὡς κατεπείγοντος. Ἀλλὰ συμφώνως πρὸς ἀποδεκτὸν ἤδη γενόμενον, ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, διὰ νὰ κηρυχθῇ ἓν νομοσχέδιον ὡς κατεπεῖγον, πρέπει νὰ ἔχῃ ἐπεξεργασθῆ ὑπὸ τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας.
§60Γ. ΣΕΧΙΩΤΗΣ. Ὄχι πάντοτε.
§61Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Ὅπως εἶναι διατυπωμένον, κ. συνάδελφε, χρειάζεται ἐπεξεργασία τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας. Ἑπομένως δὲν προάγομεν τὴν ταχύτητα τῆς ἐπιψηφίσεως, τὴν ὁποίαν ἐπιζητοῦμεν. Ἔχομεν τὸν τρίτον καὶ τελευταῖον τρόπον. Εἶμαι κατὰ βάσιν σύμφωνος ὡς πρὸς αὐτόν, ἀλλ’ ἔχω τινὰς ἐπιφυλάξεις, τὰς ἑξῆς: Πρῶτον μὲν νομίζω ὅτι πάντως πρέπει νὰ προηγῆται ἐπεξεργασία εἴτε τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας εἴτε τῆς Ἐπιτροπῆς. Συμφωνῶ πρὸς τὴν διατύπωσιν τῆς Ἐπιτροπῆς. Νομίζω ἐπίσης ὅτι εἶναι ἀπαραίτητον νὰ προστεθῇ ἡ τελευταία τροπολογία, τὴν ὁποίαν διετύπωσεν ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως», οὕτως ὥστε νὰ ἀποκλεισθῇ ὁ φόβος ὅτι εἰς τὴν κατ’ ἀρχὴν ἢ καὶ τὴν κατ’ ἄρθρον μόνον συζήτησιν θὰ γίνωσι δεκταὶ τροπολογίαι, τῶν ὁποίων δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ νεώτερος ἔλεγχος. Ἐφόσον ἐξ ἄλλου διατυποῦται ὡς μόνος ὅρος πρὸς χαρακτηρισμὸν τῆς προτάσεως ὡς ὑπηρεσιακῆς, αἱ ἀντιρρήσεις 10 βουλευτῶν, νομίζω ὅτι πρέπει, ἔστω καὶ ὑπὸ μορφὴν ἑρμηνευτικῆς δηλώσεως, νὰ ὁρισθῇ ὅτι, αἱ ἀντιρρήσεις δύνανται νὰ γίνωσι καὶ πρὸ τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου, κατατιθέμεναι ἐγγράφως εἰς τὸ Προεδρεῖον.
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Κούνδουρος ἔχει τὸν λόγον.
§63Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἴτε ὡς κακοποιὸν δύναμιν ἐκλάθωμεν, κύριοι συνάδελφοι, τὴν ἐξουσίαν πρὸς τὸ νομοθετεῖν ἑνὸς νομοθετικοῦ Σώματος, εἴτε ὡς ἀγαθοποιὸν δύναμιν ἐκλάβωμεν αὐτήν, ἡ πρότασις τοῦ ἀξιοτίμου ἀρχηγοῦ τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως» πρέπει νὰ γίνῃ δεκτή. Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἠλείας συνάδελφος ἐνθυμούμενος λίαν εὐλόγως ἔκτροπα γενόμενα κατὰ τὸ παρελθόν, ἠθέλησε νὰ ἐκφέρῃ μίαν γνώμην πρακτικήν, κατὰ τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ θέσωμεν φραγμὸν μεγαλύτερον, ἵνα μὴ γίνωνται ὑφαρπαγαὶ καὶ ἵνα ἡ βάσανος τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας γίνεται μεγαλυτέρα. Ἤθελον νὰ ὑποστηρίξω εἰς ἀντίθεσιν πρὸς τὴν γνώμην τοῦ κ. συναδέλφου, ὅτι ἀκριβῶς διὰ νὰ προλάβωμεν τὰς καλπονοθεύσεις, διὰ νὰ προλάβωμεν τὰς ὑπερβασίας αὐτάς, πρέπει νὰ καταστήσωμεν στενώτερον τὸ ὅριον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου δύναται νὰ δράσῃ ἡ πρόθεσις πρὸς καταστρατήγησιν ἢ ἡ πρόθεσις πρὸς δημιουργίαν διατάξεων οὐχὶ ὀρθῶν. Ἄν παρακολουθήσητε τὴν ἱστορίαν ὅλων τῶν νομοθετημάτων, τὰ ὁποῖα ὑπέστησαν ἐξοιδήσεις—ἵνα μεταχειρισθῶ τὴν φράσιν τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης—θὰ ἴδητε ὅτι τὰς ἐξοιδήσεις τὰς ὑπέστησαν ἀκριβῶς ὅλα κατὰ τὴν δευτέραν καὶ τρίτην συζήτησιν, τὴν ὁποίαν ὑφίστανται. Καὶ αὐτὸ τὸ τελευταῖον νομοθέτημα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, τὸ ὁποῖον ὑπέστη τὴν φοβερὰν ἐξοίδησιν νὰ συμπεριλάβῃ διάταξιν ἀμνηστεύουσαν αὐτόχρημα τοὺς καταχραστάς, διότι καθιεροῖ τὴν ἔμπρακτον μετάνοιαν, δὲν ὑπέστη τὴν ἐξοίδησιν εἰς τὴν πρώτην συζήτησιν, κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργέ, ἀλλὰ τὴν ὑπέστη εἰς τὴν δευτέραν συζήτησιν· ἐνῷ ἀκολουθοῦντες τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου πληρεξουσίου Ἠλείας, ἀποβλέπομεν εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν ὡς πρὸς δύναμιν κακοποιόν. Νομίζω ὅτι περιστέλλομεν τὴν κακοποιὸν αὐτὴν δύναμιν, ἂν περιορίσωμεν τὴν συζήτησιν συμφώνως μὲ τὴν πρότασιν τοῦ ἀξιοτίμου ἀρχηγοῦ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ἐνῷ ἐξ ἀντιθέτου τὴν νομοθετικὴν πρόθεσιν, τὸν ὀργανισμὸν πρὸς τὸ νομοθετεῖν, ἂν ἐκλάβωμεν ὡς δύναμιν ἀγαθοποιόν, δὲν βλέπομεν τὸν λόγον διὰ τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ θέσωμεν χειροπέδας.
§64Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Ὡμιλήσατε περὶ τῆς ἐμπράκτου μετανοίας....
§65Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν ὡμίλησα περὶ τῆς οὐσίας τοῦ πράγματος. Εἶπον ὅτι ἀκριβῶς εἰς τὴν δευτέραν καὶ τρίτην συζήτησιν γίνονται ἐξοιδήσεις. Διὰ νὰ ἐξηγηθῶ περισσότερον, ἔφερα ἓν παράδειγμα, ὅτι ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς εὐλόγως, ἂν θέλητε, ἐκάκισεν ἓν νομοθέτημα ὅτι ὑπέστη ἐξοιδήσεις. Καὶ ἐνῷ ἦτο μικρὸν κατ’ ἀρχάς, ἐξογκώθη κατόπιν. Καὶ ὑπέστη τὸ νομοθέτημα αὐτὸ τὰς ἐξοιδήσεις αὐτὰς τῶν τροπολογιῶν—δὲν θέλω νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν οὐσίαν—ἀκριβῶς εἰς τὴν δευτέραν καὶ τρίτην συζήτησιν.
§66Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Δὲν ἀμφιβάλω. Ἤθελον ὅμως νὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ εἴπω, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἔμπρακτον μετάνοιαν, ἐπειδὴ γίνεται τόσος λόγος, ὅτι παρεσχέθη ὑπὸ τῆς Συνελεύσεως—ὄχι ἀπὸ ἐμέ—τὸ δικαίωμα, ὥστε ἡ ἔμπρακτος μετάνοια ἐκεῖ ὅπου ἐπιτρέπεται κατὰ τοὺς κειμένους νόμους, νὰ προτείνηται καὶ ἐπ’ ἀκροατηρίῳ κατὰ πᾶσαν στάσιν τῆς δίκης. Αὐτὸ μόνον ὑπεστήριξα. Ἀλλ’ ὑπεστήριξε καὶ τὸ Ἀναθεωρητικὸν καὶ ὑποστηρίζω καὶ ἐγὼ ὅτι διὰ τοὺς στρατιωτικοὺς καὶ διὰ τὴν στρατιωτικὴν ποινικὴν δικονομίαν δὲν ὑπάρχει ἔμπρακτος μετάνοια καὶ δὲν ἔχει καμμίαν ἰσχὺν αὐτὴ ἡ διάταξις.
§67Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Αὐτὸ ἀφορᾷ τὴν οὐσίαν καὶ ἀναγκάζομαι νὰ ἀπαντήσω ὅτι ὑπεράνω τῆς γνώμης αὐτῆς καὶ τῆς ἑρμηνείας τῶν διαφόρων κατωτέρων δικαστηρίων, ὑπάρχει ἡ ἑρμηνεία τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἀποφανθέντος ἤδη ὅτι, ὅταν ὑπάρχει ἱκανοποίησις τοῦ ἀδικηθέντος εἰς οἱανδήποτε περίπτωσιν, εἴτε εἰς περίπτωσιν τὴν ὁποίαν ἀφορᾷ ὁ ποινικὸς νόμος εἴτε εἰς ἄλλην περίπτωσιν, ὑπάρχει ἡ ἔμπρακτος μετάνοια. Ὁ νόμος ἐκφράζεται διὰ τὰ περιουσιακὰ ἀδικήματα. Ἡ ἔννοια τῶν περιουσιακῶν ἀδικημάτων εἶναι πολὺ εὐρυτέρα ἀπὸ τὴν ἔννοιαν τῶν ἀδικημάτων, εἰς τὰ ὁποῖα χωρεῖ ἔμπρακτος μετάνοια. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἐγὼ δὲν εἰσέρχομαι εἰς τὴν οὐσίαν καί, ἂν θέλητε, οὐδένα κακίζω διὰ τὸν νόμον. Εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ εἶναι καὶ ὀρθὴ ἡ διάταξις. Ἐγὼ ἠθέλησα νὰ τονίσω ὅτι, ἂν μὲν εἶναι κακοποιὸς δύναμις, ἡ δύναμις πρὸς νομοθεσίαν, ὀρθῶς πράττομεν προτείνοντες τὴν περιστολὴν αὐτῆς ἐντὸς στενοτέρων ὁρίων. Ἂν δὲ ἐξ ἀντιθέτου εἶναι ἀγαθοποιὸς δύναμις, ὀρθῶς πράττομεν ἀφαιροῦντες τὰς χειροπέδας. Ἀλλ’ ὑπεστήριξα κυρίως ὅτι μετὰ τὴν δημιουργίαν δευτέρου νομοθετικοῦ παράγοντος, τῆς Γερουσίας, πρέπει νὰ παύσῃ νὰ μᾶς ἀπασχολῇ τὸ παρελθὸν ὅσον ἀφορᾷ τὴν ὀρθότητα τῆς λειτουργίας τῆς νομοθετικῆς μηχανῆς καὶ νὰ ἀποβλέψωμεν εἰς ἄλλον τρόπον, ὁ ὁποῖος θὰ ἐμφανίσῃ παραδείγματα ἀντίθετα τῶν μέχρι τοῦδε τυχὸν ὑπαρχόντων. Ἀναντιρρήτως, ἂν δὲν ἐπρόκειτο νὰ δημιουργηθῇ ὁ θεσμὸς τῆς Γερουσίας, ἀλλ’ ἐπρόκειτο ἡ αὐτὴ νομοθετικὴ μηχανὴ νὰ ἐξακολουθήσῃ ἐργαζομένη ὡς εἰς τὸ παρελθόν, θὰ ἦτο παρακεκινδυνευμένον νὰ καινοτομίσωμεν μέχρι τοῦ σημείου νὰ περιορίζωμεν τὴν συζήτησιν εἰς μίαν καὶ μόνον ἀνάγνωσιν. Ἀλλὰ τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν δημιουργοῦμεν δεύτερον νομοθετικὸν παράγοντα, ὑποθέτω ὅτι οἱ φόβοι ὅτι θὰ λάβουν χώραν καταχρήσεις δὲν εἶναι σοβαροί. Οἱ φόβοι θὰ δημιουργηθοῦν ἐκ τῆς ἀρχῆς, τὴν ὁποίαν ὑπεστήριξεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λέσβου συνάδελφος. Ἐκ τῆς ἀρχῆς ὅτι ἡ Συνέλευσις παραχωρεῖ τὰ δικαιώματα αὑτῆς εἰς ὡρισμένους πληρεξουσίους μέχρι τοῦ δικαιώματος τοῦ νὰ ἐπιβάλλουν καὶ φόρους. Κατ’ ἐμὲ τὸ ζήτημα τίθεται ὡς ἑξῆς: Ποῖον εἶναι ἐπικινδυνωδέστερον, νὰ ἀποφαίνηται ἡ Βουλή, ἔστω καὶ ἐφάπαξ, συζητοῦσα ὁλόκληρος ἐπὶ ἑνὸς νομοθετήματος ἢ νὰ ἀποφαίνηται μία Ἐπιτροπὴ ὀλιγομελής;
§68Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Ἡ Βουλὴ ὁλόκληρος.
§69Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Κατὰ τὴν ὑπάρχουσαν τροπολογίαν δὲν ἀποκλείεται καὶ ἡ Ἐπιτροπή.
§70Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Θὰ ἔλθω καὶ ἐπ’ αὐτοῦ. Καθ’ ἡμᾶς ἐπικίνδυνον ὑπό τινας ἀπόψεις καὶ διὰ τὸ πολίτευμα εἶναι νὰ ἐκχωρῶμεν τὰ δικαιώματα ἡμῶν εἰς μίαν ὀλιγομελῆ Ἐπιτροπήν. Καὶ ὡμίλησεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λέσβου πολιτευτὴς περὶ ὑφαρπαγῆς, ὡς ἐὰν εἰς ὑπόκειται μόνον τὸ σύνολον ὑφαρπαγὴν καὶ δὲν ὑπόκειται ἡ Ἐπιτροπή. Ἐκ τοῦ αὐτοῦ ἐμψύχου ὑλικοῦ ἀπαρτίζεται καὶ ἡ Συνέλευσις καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ καὶ ἑπομένως αἱ μέθοδοι αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ ἐπηρεάσωσι τὴν Συνέλευσιν καὶ νὰ τεθοῦν εἰς ἐφαρμογὴν διὰ τὴν Συνέλευσιν, δύνανται νὰ τεθοῦν εἰς ἐφαρμογὴν καὶ προκειμένου περὶ Ἐπιτροπῆς. Ἄλλως τε, ἂν ὑποθέσωμεν ὅτι τὴν πανάκειαν τῆς κακῆς πολυνομίας θὰ ἀποτελέσῃ ἡ Ἐπιτροπή, ἡ πρότασις ὑπὲρ τῆς ὁποίας ἡμεῖς τασσόμεθα περιλαμβάνει περιπτώσεις Ἐπιτροπῆς. Ὁ νόμος εἰς τὰς περιπτώσεις αὐτὰς ὑφίσταται τὸν ἔλεγχον τῆς Ἐπιτροπῆς. Καὶ γεννᾶται τὸ ἐρώτημα. Πῶς, ἐνῷ τοιαύτην σημασίαν ἀποδίδετε εἰς τὰς Ἐπιτροπάς, ἀπὸ τὴν Ἐπιτροπὴν ἡ ὁποία ἐπεξειργάσθη τὸ νομοθέτημα τοῦτο, δὲν βλέπει ἡ Ἐπιτροπὴ ὅτι ὑφίσταται ἤδη κατὰ τὴν πρότασιν ὑπὸ τὸν ἔλεγχον τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ δὲν τάσσεται ὑπὲρ τῆς γνώμης; Ἀλλ’ ὄχι μόνον δὲν ἐτάχθη ὑπὲρ τῆς γνώμης ἡμῶν, ἀλλ’ ἠθέλησε νὰ μᾶς παραστήσῃ ὅτι κακῶς εἶπον ὅτι πρόκειται περὶ ἀντιφάσεως, ἐνῷ ἀντιθέτως ὑπάρχει μία ἀντίφασις τρομακτική, συνισταμένη εἰς τοῦτο· ὅτι ἐνῷ παρουσιαζόμεθα ὑπέρμαχοι τῆς στερεότητος τῆς δράσεως τοῦ Σώματος καὶ θέλαμεν νὰ δημιουργήσωμεν καὶ τετάρτην συζήτησιν, ἐκεῖ ἐλησμονήσαμεν τὴν βάσιν τῆς ἀρχῆς ἡμῶν καὶ θέτομεν εἰς ἐφαρμογὴν ἄλλο σύστημα· τὸ σύστημα τοῦ νομοθετεῖν δι’ Ἐπιτροπῆς ὀλιγομελοῦς.
§71Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Ἐργαζομένης ἄνευ βήματος, κ. συνάδελφε. Ἅμα λείψῃ τὸ βῆμα καὶ τὸ ποτήριον, συζητοῦνται καλύτερα.
§72Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὑποστηρίζομεν, κύριοι, ὅτι ἔχει νὰ ἐξυπηρετηθῇ ἡ νομοθετικὴ ἡμῶν ἐργασία διὰ τῆς παραδοχῆς τῆς τροπολογίας, τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως» ὑπέβαλε. Πρὸ πάντων διακρίνομεν εἰς αὐτὴν μίαν μεγάλην ἀρετήν, τὴν ἀρετὴν ὅτι καθιστᾷ τοὺς πληρεξουσίους ὑποχρεωτικοὺς καὶ τοὺς ὑποχρεοῖ ἀπὸ τῆς διανομῆς τοῦ νομοθετήματος νὰ παρακολουθῶσιν αὐτὸ καὶ νὰ ὑποβάλλωσι τὰς κρίσεις των καὶ νὰ ἑτοιμάσωσι τὰς τροπολογίας των κατὰ τὴν αʹ, β καὶ γʹ ἀνάγνωσιν. Συμβαίνει παρ’ ἡμῖν —καὶ εἰς ἐμὲ πολλάκις συνέβη— νὰ λέγωμεν ὅτι ἀναβάλλεται τὸ νομοσχέδιον κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν, ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι ἔχομεν καιρὸν κατὰ τὴν βʹ καὶ γʹ συζήτησιν, νὰ καταντᾷ νὰ ψηφίζωνται νομοθετήματα, τὰ ὁποῖα μᾶς ἐνδιαφέρουν, ἱκανοποιοῦντα τὸ γενικὸν συμφέρον καὶ νὰ ψηφίζωνται εἰς τὴν βʹ καὶ γʹ ἀνάγνωσιν χωρὶς νὰ ὑποβάλλωμεν τροπολογίας. Πάντως τὴν ἀσφαλιστικὴν δικλεῖδα, τὴν ὁποίαν παρέχει ἡ δημιουργία βʹ νομοθετικοῦ Σώματος, δὲν δυνάμεθα νὰ τὴν ἐξασφαλίσωμεν προκαταβολικῶς καὶ τοῦτο ἀποτελεῖ τὸ γεγονὸς νὰ διατηρήσωμεν τὸ καθεστὼς τῆς ψηφίσεως νόμων ὡς εἶχε πρότερον. Μεταβάλλονται ἐν γένει οἱ ὅροι ὑπὸ τοὺς ὁποίους ἐγένετο ἡ νομοθετικὴ ἐργασία. Μετὰ τὴν δημιουργίαν τοῦ βʹ νομοθετικοῦ Σώματος, δὲν πρέπει νὰ ἐπιμένωμεν εἰς ἓν καθεστώς, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀνελεύθερον, καὶ ὡς ἀνέπτυξαν οἱ ἀρχηγοὶ τῶν διαφόρων κομμάτων, ὁ ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν Φιλελευθέρων καὶ ὁ ἀρχηγὸς τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως», δὲν κρατεῖ ἔλεγχον. Δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν, κ. Πρόεδρε τῆς Συνελεύσεως, ὅτι, ὅταν ὑπεβλήθη ἡ τροπολογία, ἐγένετο δεκτὴ καὶ δὲν ὑπεβλήθη πρότασις νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν αὐτήν.
§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἐγένετο ἀποδεκτή. Δὲν ἐγένετο ψηφοφορία. Ἐξεδηλώθη εὐνοϊκὴ γνώμη τοῦ κ. ἀρχηγοῦ τῶν Προοδευτικῶν Φιλελευθέρων. Δὲν ἐγένετο ψηφοφορία.
§74Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ψηφοφορία δὲν ἐγένετο, ἀλλ’ ἐγένετο παραδεκτή.
§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὔτε τὸ ἓν οὔτε τὸ ἄλλο ἐγένετο.
§76Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Πάντως ἡ τροπολογία αὐτὴ ὡς ἐτροποποιήθη ἀπὸ τὴν Ἐπιτροπὴν τὴν στιγμὴν αὐτὴν δὲν δύναται νὰ γίνῃ δεκτὴ καθ’ ἡμᾶς, διότι προστίθεται καὶ εἷς ἐπὶ πλέον ἔλεγχος κατ’ ἀνάγκην τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας.
§77Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Διαζευτικῶς.
§78Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἔστω. Εἶναι τὸ σχῆμα τῆς ἀπόψεως τῆς Ἐπιτροπῆς, διότι προτοῦ θεσπίσωμεν τὰς διατάξεις, αἱ ὁποῖαι θὰ κανονίζωσι τὴν δρᾶσιν καὶ τὰ δικαιώματα τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας ἀρχίσαμεν νὰ οἰκοδομῶμεν ἀπὸ τὴν κορυφὴν πρὸς τὴν βάσιν, ἐνῷ τοὐναντίον ἔπρεπε νὰ κάμωμεν, ἤτοι νὰ ἀρχίσωμεν ἀπὸ τὴν βάσιν καὶ νὰ φθάσωμεν εἰς τὴν κορυφήν.
§79Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Μὴ λησμονῆτε ὅτι ἐγένετο δεκτὸν ὅτι ἔπρεπε νὰ γίνῃ μία ἐπεξεργασία ἀπὸ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, ἀλλὰ τὰ περὶ τούτου κατὰ τὴν συζήτησιν θὰ τὰ ἐναρμονίσωμεν. Δὲν δέχεσθε ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀποστέλλῃ ἓν νομοσχέδιον εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας;
§80Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τότε θὰ ἔχωμεν Συμβούλιον Ἐπικρατείας καὶ Ἐπιτροπήν. Ἡμεῖς τὴν ἐμπιστοσύνην μας ὀφείλομεν νὰ τὴν ἐκφράσωμεν εἴτε πρὸς τὴν Ἐπιτροπὴν καὶ νὰ θέσωμεν ἔλεγχον εἰς αὐτήν, εἴτε εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, καὶ νὰ βάλωμεν ἔλεγχον εἰς αὐτό. Ἐπειδὴ ἐγένετο χρῆσις τῆς λέξεως «ὑφαρπαγή» — διότι πρέπει νὰ ἀναλύωμεν τὰς ἐννοίας τῶν λέξεων διὰ νὰ καταλήγωμεν εἰς συμπέρασμα — λέγω ὅτι κατ’ ἐμὲ «ὑφαρπαγή» σημαίνει τὸ νὰ ψηφισθῇ εἷς νόμος ἐκτὸς τῶν κεκανονισμένων, δὲν δύναται νὰ λάβῃ χώραν ὅτι τοιαύτη παρ’ ἡμῖν γίνεται τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ διαδικασία εἶναι καθωρισμένη καὶ ἀπαιτεῖται μία συζήτησις κατ’ ἀρχήν. Ὑφαρπαγὴν λέγοντες ἐννοοῦμεν τὴν μέθοδον, τὴν ὁποίαν ἐμφανίζει τὸ νομοθετικὸν Σῶμα, ἐνῷ δὲν ἀνεγράφη εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν, φαίνεται ψηφισθὲν τὸ νομοθέτημα. Πάντως ὅταν τεθῇ κανὼν δικαίου δὲν θὰ γίνῃ χρῆσις τῆς λέξεως «ὑφαρπαγῆς». Ἡ διάταξις αὐτὴ εἶναι φιλελευθέρα καὶ πολὺ συνάδουσα πρὸς τὰ κρατοῦντα εἰς τὸν ἔξω κόσμον, καὶ ἰδίᾳ διὰ νὰ μὴ νομίσωμεν ὅτι περιφρονεῖται ὁ ἕτερος παράγων, ἡ Γερουσία, πρέπει νὰ λύσωμεν τὰς χεῖρας τῆς Βουλῆς καὶ νὰ δυνάμεθα εὐχερέστερον νὰ νομοθετῶμεν.
§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Γονατᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§82Σ. ΓΟΝΑΤΑΣ. Δὲν ἐπείσθην ἐκ τῆς γενομένης συζητήσεως ὅτι θὰ ἐπέλθῃ οἱαδήποτε ὠφέλεια, ἔστω καὶ ἀπωτέρα, διὰ τῆς ἀποδοχῆς τῆς τροπολογίας τῆς προτεινομένης, ἔστω καὶ ἂν αὕτη μεταφέρηται ἐκ ξένων κειμένων καὶ ὑφίσταται εἰς ἄλλα Συντάγματα. Ἀλλ’ ἀντιστρόφως γεννῶνται ἀμφιβολίαι ὅτι δύναται νὰ δώσῃ λαβὴν εἰς τὸ νὰ ἀποβῇ ἐπιβλαβής. Κατόπιν τῆς γενομένης ἀποδεκτῆς τροπολογίας τοῦ περιορισμοῦ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν συζητήσεων πρὸς ἐπιψήφισιν νόμου τινὸς εἰς δύο καὶ μόνον καὶ κατόπιν τοῦ χαρακτηρισμοῦ ἐκ μέρους τοῦ κ. ἐκ Μαντινείας συναδέλφου ὡς ὑπηρεσιακῶν νομοσχεδίων ἐκείνων ἐπὶ τῶν ὁποίων οὐδεμία θὰ ὑπάρχῃ ἀντίρρησις, τότε δὲν βλέπω καὶ κατὰ τὸ ὑφιστάμενον σήμερον σύστημα νὰ ἐπέρχηται καμμία βραδύτης εἰς τὴν ἐπιψήφισιν αὐτῶν. Ἀλλ’ ἐνῷ σήμερον, ὅπως ἔχει τὸ σύστημα, ἡ ἀντίρρησις ἔστω καὶ ἑνὸς βουλευτοῦ πολλάκις ἐσταμάτησε νομοσχέδιον νὰ ψηφισθῇ — καὶ ἐπέστησε τὴν προσοχὴν καὶ τῶν ἄλλων βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶχον ἐν ἀρχῇ ἀντίρρησιν νὰ ἀποδεχθῶσι αὐτό, διὰ τοῦ προτεινομένου ἤδη συστήματος ἀπαιτοῦνται 10 πληρεξούσιοι τοὐλάχιστον, οἱ ὁποῖοι θὰ ἔπρεπε νὰ ἔχουν προηγηθῆ εἰς μελέτην τῶν ὑπηρεσιακῶν αὐτῶν νομοσχεδίων. Ἀλλ’ αὐτὸ ἀκριβῶς εἶναι καὶ τὸ δυσχερέστερον, τὸ νὰ εὑρεθοῦν πάντοτε 10 βουλευταὶ νὰ ἔχωσι μελετήσει ἓν ὑπηρεσιακὸν νομοσχέδιον καὶ νὰ φέρουν ἀντιρρήσεις, ὅταν θὰ πρόκειται νὰ χαρακτηρισθῇ αὐτὸ ὡς τοιοῦτον.
§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Μπιράκης ἔχει τὸν λόγον.
§84Α. ΜΠΙΡΑΚΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Συντάγματος ἀποκρούει τὴν πρότασιν τοῦ κ. ἀρχηγοῦ τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως» ἐκ φόβου ὅτι θὰ γίνῃ κατάχρησις. Ἀλλὰ πῶς δὲν φοβεῖται τὴν ἐνδεχομένην κατάχρησιν τῆς ἀντιπροτάσεως τῆς Ἐπιτροπῆς; Διότι κατὰ τὴν πρότασιν τοῦ κ. ἀρχηγοῦ τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως», διὰ νὰ χαρακτηρισθῇ ἓν νομοσχέδιον ὑπηρεσιακὸν πρέπει νὰ ὑποβληθῇ ὡς τοιοῦτον ὑπὸ τοῦ προτείνοντος αὐτὸ καὶ νὰ λείπῃ ἡ ἀντίρρησις τῶν 10 πληρεξουσίων. Κατὰ τὴν κρίσιν μου, ἐκεῖ ἔγκειται τὸ κακὸν καὶ εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ γίνῃ κατάχρησις. Τουτέστι νὰ χαρακτηρισθῇ ἓν νομοσχέδιον ὑπηρεσιακόν, ἐνῷ εἶναι οὐσιαστικόν. Κατὰ τὴν πρότασιν τοῦ κ. ἀρχηγοῦ τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως», δέον ὁ χαρακτηρισμὸς νὰ γίνῃ συναινούντων πάντων τῶν πληρεξουσίων πλὴν 10. Ἀλλὰ κατὰ τὴν ἀντιπρότασιν τῆς Ἐπιτροπῆς, ἀρκεῖ ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς νὰ τὸ χαρακτηρίσῃ ὡς ὑπηρεσιακόν, διότι ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς τὸ ἀποστέλλει εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν κατὰ τὴν ἀντιπρότασιν.
§85Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Εἰς τὴν πρότασιν τὴν ὁποίαν ἔκαμα, λέγω, «μετὰ προηγουμένην ἀπόφασιν».
§86Α. ΜΠΙΡΑΚΗΣ. Καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ λέγει ὅτι εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ ἐξυπηρετηθῇ αὐτὴ ἡ ἄποψις δι’ ἄλλης διατάξεως, διὰ Ν. Διατάγματος. Δύναται ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς τὸ μὴ ὑπηρεσιακὸν νομοσχέδιον νὰ τὸ χαρακτηρίσῃ ὡς ὑπηρεσιακὸν καὶ νὰ τὸ παραπέμψῃ εἰς τὴν κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία νὰ τὸ κάμῃ νόμον.
§87Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Πρέπει νὰ ληφθῇ ἀπόφασις.
§88Α. ΜΠΙΡΑΚΗΣ. Ἡ ἀπόφασις ἡ ὁποία θὰ τὸ χαρακτηρίζῃ θὰ ληφθῇ ἀπὸ τὴν Βουλήν.
§89Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Αὐτὸ δὲν ἔχει συζητηθῆ ἀκόμη ὑπὸ ποῖον τύπον θὰ λαμβάνωνται αἱ ἀποφάσεις τῆς Βουλῆς.
§90Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Θὰ κάμνῃ εἰδικὴν ἐξουσιοδότησιν.
§91Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Θὰ εἶναι ἀπόφασις ἐφάπαξ λαμβανομένη ἢ θὰ κάμνῃ εἰδικὴν πρότασιν;
§92Α. ΜΠΙΡΑΚΗΣ. Ἀναγνωρίζω ὅτι δὲν εἶναι ἀντικείμενον τῆς παρούσης συζητήσεως, ἀλλ’ ἔρχεται ὡς ἀντιπρότασις τῆς Ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία εἶπεν ὅτι δὲν χρειάζεται αὐτὴ ἡ πρότασις, διότι ἐξυπηρετεῖται ἡ ἄποψις ἡμῶν διὰ τῆς ἀντιπροτάσεως καὶ λέγω ὅτι διατυπῶ φόβου, διότι ἐκεῖ ἔγκειται ὁ κίνδυνος, καὶ μετὰ τὴν ἄποψιν μάλιστα τοῦ κ. ἀρχηγοῦ τῶν Προοδευτικῶν Φιλελευθέρων, ὅστις λέγει ὅτι ἐκεῖ ἔγκειται τὸ κακόν. Ἔχω λοιπὸν τὴν γνώμην ὅτι ἡ ἀντίρρησις ἡ ἐνδεχομένη τῶν 10 πληρεξουσίων, οἱ ὁποῖοι δικαιοῦνται νέον ὑπηρεσιακὸν νομοσχέδιον νὰ τὸ χαρακτηρίσουν μὴ ὑπηρεσιακόν, εἶναι ἀρκετὴ ἐγγύησις, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνουν καταχρήσεις. Καταχρήσεις ἔχουν σημειωθῆ ὅτι ἔχει γίνει εἰς τὰ περὶ ἐπειγόντων κατὰ τὸν κ. Γόντικαν. Ἀλλ’ ἐκεῖ τὰ χαρακτηρίζει ἡ πλειονοψηφία, ἐνῷ τώρα διὰ νὰ χαρακτηρισθῇ ὑπηρεσιακὸν πρέπει νὰ τὸ χαρακτηρίσῃ ἡ παμψηφία. Λοιπὸν φρονῶ ὅτι ἀδικαιολόγητοι εἶναι οἱ φόβοι τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ ὅτι ἐκπληροῖ μέγα σκοπὸν εἰς τὸ νὰ ἀκολουθῇ τὸ Κοινοβούλιον εἰς τὰ οὐσιαστικώτερά του ἔργα, διότι διὰ νὰ ψηφίζωνται πρέπει νὰ μὴ ὑπάρχῃ ἀντίρρησις οὔτε ἐκ μέρους 10 πληρεξουσίων.
§93Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Δὲν δύναται νὰ τεθῇ ὑπὸ ἀμφισβήτησιν ὅτι εἶναι προτιμότερον ὅλα τὰ νομοσχέδια τὰ ὑποβαλλόμενα εἰς τὴν Βουλὴν νὰ τίθενται ὑπὸ τὸν ἔλεγχον ὁλοκλήρου τοῦ Σώματος εἰς ἀναγνώσεις ἐπανειλημμένας. Αὐτὸ θὰ εἶναι σκοπιμότερον καὶ συμφερότερον πρὸς τὰς ἀρχὰς τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος. Ἂν γίνεται σκέψις ὅπως περιορισθοῦν ἀφ’ ἑνὸς αἱ ἀναγνώσεις — καὶ περιωρίσθησαν ἤδη — καὶ ἀφ’ ἑτέρου συντελεσθῇ μία ὅσον τὸ δυνατὸν εὐρυτέρα κοινοβουλευτικὴ ἀποκέντρωσις, τοῦτο προέρχεται ἐκ δύο λόγων: Πρῶτον ὅτι ἡ λειτουργία εἰς τὸ μέλλον τοῦ δευτέρου νομοθετικοῦ Σώματος θὰ εἶναι ἐπαρκὴς φραγμὸς ἐναντίον τῶν καταχρήσεων, αἱ ὁποῖαι λαμβάνουν χώραν ἐναντίον τῆς ἀτελοῦς ἐπεξεργασίας τῶν νομοθετημάτων. Δεύτερον ὁ αὐξάνων ὁλονὲν ὄγκος τῆς κοινοβουλευτικῆς ἐργασίας εἶναι δυνατὸν νὰ φαντασθῶμεν ὅτι θὰ ἐπιτρέπῃ εἰς τὸ μέλλον εἰς τὸ Σῶμα ὁλόκληρον νὰ προβαίνῃ εἰς ἔλεγχον λεπτομερῆ ὅλων τῶν νομοθετημάτων, διὰ τῶν ὁποίων ἐπιβαρύνεται ἡ Ἡμερησία Διάταξις. Τί ὀφείλει νὰ γίνῃ ἑπομένως; Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὀφείλει νὰ γίνῃ εἶναι ἡ ἐκκαθάρισις κατὰ τὸ δυνατὸν τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως ἐκ τῶν νομοθετημάτων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα τὴν ἐπιβαρύνουν ἐπὶ μακρὸν χρόνον κατὰ τὸ μᾶλλον καὶ ἧττον ἀσκόπως. Ἐλέχθη ὅτι διὰ τῆς μιᾶς καὶ μόνης ἀναγνώσεως θὰ εἰσαχθοῦν εἰς τὰ νομοθετήματα διατάξεις προσωπικῆς φύσεως, ὅπως συνέβη καὶ μέχρι τοῦδε, ἀλλ’ ἐν κλίμακι μεγαλυτέρᾳ. Καὶ νομίζω ὅτι ὀρθῶς ἐδόθη ἡ ἀπάντησις ὅτι δὲν εἶναι ἡ πρώτη ἀνάγνωσις ἡ αἰτία, ἡ ὁποία συντελεῖ εἰς καταχρήσεις τοιαύτας εἰς τὴν παρείσφρυσιν τοιούτων διατάξεων εἰς νομοθετήματα, διότι ὅλαι σχεδὸν αἱ προσωπικαὶ αὐταὶ πρόνοιαι λαμβάνονται πάντοτε κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν. Ἑπομένως εἴτε μίαν συζήτησιν εἴτε δύο εἴτε τρεῖς καθιερώσωμεν, αἱ καταχρήσεις θὰ εἶναι ἀπολύτως αἱ ἴδιαι. Τίποτε δὲν θὰ κάμωμεν πολλαπλασιάζοντες τὰς ἀναγνώσεις τοῦ Σώματος ἐναντίον τῶν τοιούτων καταχρήσεων. Αὐταὶ θὰ προληφθῶσι διὰ τοῦ δευτέρου νομοθετικοῦ Σώματος καὶ μόνον. Ὑπάρχει κίνδυνος νὰ ψηφίσωμεν τὴν διάταξιν αὐτήν; Ὑπάρχει βέβαια. Ποῖος θὰ εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ χαρακτηρίσῃ τὰ νομοσχέδια ὡς ὑπηρεσιακά; Ὁ ὅρος ἐτέθη ἁπλῶς ὡς ἐνδεικτικός, διότι δὲν ὑποθέτω νὰ ἐννοεῖται ὅτι πρέπει νὰ χαρακτηρισθῇ τὸ νομοσχέδιον ὡς ὑπηρεσιακὸν διὰ νὰ ἐφαρμοσθῇ ἐπ’ αὐτοῦ ἡ διάταξις αὐτή, ἡ τροπολογία αὐτή. Πρόκειται περὶ τῶν νομοσχεδίων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα δὲν προκαλοῦν συζήτησιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, δὲν προκαλοῦν ἀντίρρησιν καὶ καθιεροῦται ἡ ἐξασφάλισις ἡ ὁποία εἶναι πλήρης. Δηλαδὴ ὑπάρχει ἓν νομοθέτημα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου οὔτε δέκα βουλευταὶ δὲν ἔχουν νὰ ὑποβάλουν παρατηρήσεις καὶ δὲν ἀξιοῦσι τὴν ἐπανειλημμένην συζήτησιν. Τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ θὰ συζητηθῇ εἰς μίαν ἀνάγνωσιν καὶ κατόπιν θὰ γίνεται νόμος. Καὶ πέρα τούτου ποῖος θὰ εἶναι ὁ κίνδυνος ὁ ὁποῖος θὰ προκύψῃ ἐκ τοῦ χαρακτηρισμοῦ τοῦ νομοσχεδίου ὡς ὑπηρεσιακοῦ; Οὐδεὶς ἀπολύτως. Θὰ ἀρκέσῃ ὁ ἀριθμὸς τῶν 10 βουλευτῶν νὰ τὸ χαρακτηρίσῃ. Ἀλλ’ ἐγὼ θὰ ἐπρότεινον μίαν ἄλλην ἀσφάλειαν, ἡ ὁποία θὰ εἶναι ἀκόμη πληρεστέρα. Νομίζω, διότι δέχομαι καὶ ἐκείνην τὴν ὁποίαν ὁ κ. ἐκ Μαντινείας πολιτευτὴς ὑπέβαλε, δηλαδὴ τὰ νομοσχέδια αὐτά, τὰ ὁποῖα χαρακτηρίζονται ἀπὸ τὸν ὑποβάλλοντα ὡς ἐπουσιώδους σημασίας, νὰ μὴ παραπέμπωνται εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν προγενεστέρως, νὰ συζητῶνται εἰς μίαν ἀνάγνωσιν, ἡ ὁποία εἶναι ἐπαρκής, ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, καὶ ἂν συντρέχουν οἱ ὅροι τῆς προτάσεως, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν, μετὰ τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν, καὶ ἂν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν αὐτὴν δὲν γίνῃ τροποποίησις τοῦ νομοθετήματος αὐτοῦ, τὸ νομοθέτημα νὰ γίνῃ νόμος. Ἂν γίνῃ τροποποίησις, νὰ ἐπανέρχηται εἰς τὴν Βουλήν.
§94Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν εἶναι ὀρθὸν αὐτό, διότι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θέλομεν νὰ ἀποφύγωμεν εἶναι ἡ συζήτησις εἰς τὴν πλήρη συνεδρίασιν τοῦ Σώματος. Διὰ νὰ ἀποφύγωμεν αὐτὴν τὴν συζήτησιν, πρέπει νὰ λάβῃ γνῶσιν ἡ Βουλὴ τοῦ περιεχομένου καὶ ἐφόσον δὲν ἔχουν ἀντίρρησιν νὰ μὴ χρονοτριβῶσιν. Αὐτὴ ἡ εὐκαιρία παρέχεται διὰ τῆς παραπομπῆς εἰς Ἐπιτροπήν, ὁπότε δὲν ἀσχολεῖται τὸ κύριον Σῶμα.
§95Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Διὰ νὰ μὴ παρατείνηται ἡ συζήτησις, ἐγὼ δέχομαι τὴν προηγουμένην καὶ τὴν δευτέραν παραπομπὴν καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἡ ἐγγύησις εἶναι πλήρης. Νὰ γίνηται ἡ παραπομπὴ εἰς τὴν Ἐπιτροπήν. Ἅπαξ νὰ γίνεται ἡ συζήτησις. Μετὰ τὴν συζήτησιν νὰ παραπέμπηται ἐκ νέου εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν καί, ἂν δὲν τροποποιεῖται ἡ πρότασις, τότε νὰ γίνεται νόμος.
§96Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Ἄν τροποποιηθῇ;
§97Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἄν τροποποιηθῇ ἐπουσιωδῶς, θὰ ἐπανέρχηται πάλιν εἰς τὴν Βουλήν.
§98Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Ἄν δὲν γίνῃ καμμία;
§99Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Τότε ἀκόμη καλύτερον. Ἐγὼ λέγω ὅτι, καὶ ἂν δὲν γίνῃ, νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, καὶ ἂν εἶναι σύμφωνος ἡ Ἐπιτροπή, νὰ γίνῃ νόμος. Εἰς τὴν Γαλλικὴν Βουλήν, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, γίνεται δι’ ὅλα τὰ νομοθετήματα μία συζήτησις καὶ δὲν γνωρίζω νὰ ὑπάρχῃ κανὲν παράπονον διὰ καταχρήσεις ἐκ τῆς ἁπλοποιήσεως αὐτῆς τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας. Ἄλλοι εἶναι οἱ λόγοι τῶν καταχρήσεων, οἵτινες καὶ δὲν συνδέονται πρὸς τὸ πολλαπλοῦν τῶν ἀναγνώσεων. Τίποτε Τίποτε δὲν κάμνουν αἱ ἐπανειλημμέναι ἀναγνώσεις τῶν νομοσχεδίων.
§100Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἡ διαφορὰ μας δὲν εἶναι καμμία σχεδόν.
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις ἔληξε. Παρακαλῶ νὰ ἀναγνωσθῇ ἡ πρότασις. (Ἀναγινώσκεται ἡ πρότασις).
§102Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Θὰ ἦτο ἁπλούστερον μόνον ἐπὶ τῶν γενομένων δεκτῶν τροπολογιῶν νὰ ἐπακολουθήσῃ συζήτησις.
§103Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν πειράζει.
§104Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Καὶ τὰς ἀντιρρήσεις νὰ ἠμποροῦν νὰ τὰς διατυπώσουν καὶ πρὸ τῆς συζητήσεως ἐγγράφως.
§105Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Νὰ γραφῇ εἰς τὰ πρακτικὰ ἡ ἔννοια ὅτι ἡ ἀντίρρησις δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ὑποβάλληται ὑπὸ τῶν παρόντων βουλευτῶν.
§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ ὡς ἑρμηνευτικὴ δήλωσις. Ἐν πρώτοις θὰ ζητήσω τὴν γνώμην τῆς Συνελεύσεως δι’ ἀναστάσεως, δοκιμαστικῶς, διότι ἔχω πρότασιν ὀνομαστικῆς ψηφοφορίας. Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κ. Παπαναστασίου παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσι.
§107ΤΙΝΕΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Ἀπερρίφθη, ἀπερρίφθη.
§108Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Πῶς ἀπερρίφθη, κ. Πρόεδρε, ἀφοῦ δὲν ὑπάρχει ἀντίρρησις;
§109Γ. ΣΕΧΙΩΤΗΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ.
§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε.
§111Γ. ΣΕΧΙΩΤΗΣ. Ἡ Συνέλευσις ἀπέρριψε τὴν πρότασιν. Εἶναι πρωτοφανὲς οἱ ἀρχηγοὶ τῶν κομμάτων νὰ καθιστῶσι τὰς πολιτικὰς συζητήσεις, κομματικάς.
§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει πάντοτε τὸ μέσον νὰ ζητήσητε ὀνομαστικὴν ψηφοφορίαν, κ. Σεχιώτη. Τώρα ἐρωτῶ καὶ ἀντιθέτως: Οἱ μὴ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κ. Παπαναστασίου παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονταί τινές).
§113ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπειδὴ τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι ἀμφίβολον, ἔχω δὲ καὶ πρότασιν ὀνομαστικῆς ψηφοφορίας, θὰ προβῶμεν εἰς ταύτην.
§114Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, διατί νὰ κάμητε ψηφοφορίαν;
§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει πρότασις πληρεξουσίων. Δικαίωμά των εἶναι νὰ ζητήσουν ὀνομαστικὴν ψηφοφορίαν.
§116Σ. ΓΟΝΑΤΑΣ. Ἡμεῖς οἱ ὑποβαλόντες τὴν πρότασιν περὶ ὀνομαστικῆς ψηφοφορίας δὲν ἐννοοῦμεν αὕτη νὰ γίνῃ σήμερον, ἀλλ’ ὅταν θὰ γίνουν καὶ αἱ ἄλλαι διὰ τὰ λοιπὰ ἄρθρα τοῦ Συντάγματος, διὰ τὰ ὁποῖα ἔχει ὑποβληθῆ πρότασις.
§117ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται λοιπὸν ἡ ψηφοφορία διὰ τὴν προσεχῆ συζήτησιν.
§118Π. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἡ ὁμόφωνος γνώμη τῆς Συνελεύσεως κατεδηλώθη προκειμένου περὶ τῆς ἀποδοχῆς τῆς τροπολογίας τοῦ ἀξιοτίμου ἀρχηγοῦ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ἐκ τῆς δεξιᾶς ὅμως πτέρυγος ὑπεβλήθη πρότασις περὶ ὀνομαστικῆς ψηφοφορίας, ἡ ὁποία τίποτε ἄλλο δὲν κάμνει παρὰ μίαν παρέλκυσιν τῶν ἐργασιῶν τῆς Συνελεύσεως. Ἀλλὰ προκειμένου ἐπίσης νὰ ἔχωμεν ἀπόψε ψηφοφορίαν περὶ ἐκλογῆς ἀντιπροέδρου καὶ κοσμήτορος τῆς Συνελεύσεως, ἂς καταναλωθῇ ὅλος ὁ χρόνος καὶ διὰ τὴν πρότασιν τοῦ ἐξ Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς κ. συναδέλφου, διὰ νὰ τὰς ἑνώσωμεν μὲ δύο ψηφοφορίας.
§119Β. ΑΛΕΒΙΖΑΤΟΣ. Ἡ ἐπιθυμία τῆς Συνελεύσεως εἶναι ἔκδηλος, ὅτι δὲν θέλει ψηφοφορίαν, διότι ὑπάρχει κίνδυνος νὰ μὴ εὑρεθῶμεν εἰς ἀπαρτίαν.
§120Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἀναγνώσατε, κ. Πρόεδρε, τὸν κατάλογον τῶν ὑποβαλόντων τὴν πρότασιν, διὰ νὰ ἴδωμεν ἂν ἐπιμένουν.
§121ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τὴν ψηφοφορίαν θὰ ἀρχίσωμεν κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, ἐκφωνοῦντες τὰ ὀνόματα τῶν ὑπογραψάντων τὴν πρότασιν.
§122Σ. ΓΟΝΑΤΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὑπεβάλαμεν τὴν πρότασιν τῆς ὀνομαστικῆς ψηφοφορίας μὲ τὴν προϋπόθεσιν ὅτι αὕτη θὰ γίνῃ ὅταν θὰ γίνουν καὶ αἱ ἄλλαι, αἱ ὁποῖαι ἔχουν ὑποβληθῆ καὶ ἐπὶ τῶν λοιπῶν ἄρθρων τοῦ Συντάγματος. Ἂν ἡ ἀντίληψίς σας ὅμως εἶναι ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ τώρα ἀμέσως, τότε τὴν ἀποσύρομεν μετὰ τὰς γενομένας τροπολογίας.
§123ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ πρότασις τοῦ κ. ἀρχηγοῦ τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως», ἂν ἐγκριθῇ δι’ ἀναστάσεως. Θὰ ἐρωτήσω ἄλλην μίαν φοράν. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κ. Παπαναστασίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται πλείονες).
§124ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Συνέλευσις παρεδέχθη. Εἰσάγεται τώρα ἡ τροπολογία τοῦ αʹ ἐδαφίου τοῦ ἄρθρου 27, ἡ ὁποία ἔμεινε διότι δὲν εἶχε διανεμηθῆ ἡ ἔκθεσις τῆς Ἐπιτροπῆς. (Ἀναγινώσκει): «Εἰς τὸ ἄρθρον 27 εἰς τὸ τέλος τοῦ αʹ ἐδαφίου προστίθεται ἡ φράσις «μετὰ προφορικὴν εἰσήγησιν τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ ἢ τοῦ εἰσηγητοῦ τῆς Ἐπιτροπῆς».
§125Γ. ΚΙΑΓΙΑΣ. Εἴπομεν «ἐφόσον δὲν ἐγένετο τοιαύτη ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ».
§126Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἡ πρότασις εἶχεν ὡς ἑξῆς· ὅτι ἀπαιτεῖται νὰ γίνῃ πρὸ τῆς δευτέρας καθ’ ἄρθρον συζητήσεως τουλάχιστον, καὶ εἶναι, μοὶ φαίνεται, σαφέστερον αὐτό· δηλαδὴ πρὶν καταλήξῃ ἡ Βουλὴ εἰς τὴν τελειωτικὴν ἀπόφασιν, νὰ ὑπάρχῃ μία εἰσήγησις, πρὶν τῆς τελειωτικῆς ψηφίσεως.
§127ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅπως ἔχει διατυπωθῆ, ἀσφαλῶς εἶναι πρὸ τῆς συζητήσεως. Λέγει (ἀναγινώσκει): «Πᾶσα πρότασις νόμου συνοδευομένη ὑποχρεωτικῶς ὑπὸ αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως, παραπέμπεται εἰς Ἐπιτροπὴν τῆς Βουλῆς, μετὰ δὲ τὴν ἐξέτασιν ὑπὸ ταύτης ἢ πάροδον τῆς ταχθείσης προθεσμίας, εἰσάγεται πρὸς συζήτησιν» καὶ προστίθεται ὅτι εἰσάγεται «μετὰ προφορικὴν εἰσήγησιν τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ ἢ τοῦ εἰσηγητοῦ τῆς Ἐπιτροπῆς, ἐφόσον δὲν ἐγένετο τοιαύτη κατὰ τὴν κατάθεσιν τῆς προτάσεως». Οὕτω γίνεται δεκτὴ ἡ τροπολογία αὐτή. Δεκτὸν καὶ τὸ ὅλον ἄρθρον, τὸ ὁποῖον παρακαλεῖται ὁ κ. γραμματεὺς νὰ ἀναγνώσῃ.
§128ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. Ἄρθρον 27ον (ἀναγινώσκει): «Πᾶσα πρότασις νόμου, συνοδευομένη ὑποχρεωτικῶς ὑπὸ αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως, παραπέμπεται εἰς Ἐπιτροπὴν τῆς Βουλῆς, μετὰ δὲ τὴν ἐξέτασιν ὑπὸ ταύτης ἢ πάροδον τῆς ταχθείσης προθεσμίας, εἰσάγεται πρὸς συζήτησιν, μετὰ προφορικὴν εἰσήγησιν τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ ἢ τοῦ εἰσηγητοῦ τῆς Ἐπιτροπῆς, ἐφόσον δὲν ἐγένετο τοιαύτη κατὰ τὴν κατάθεσιν τῆς προτάσεως. Πρότασις νόμου, συνεπαγομένη ἐπιβάρυνσιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἐφόσον μὲν ὑποβάλλεται ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, δὲν εἰσάγεται πρὸς συζήτησιν, ἂν μὴ συνοδεύεται ὑπὸ ἐκθέσεως τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου καθοριζούσης τὴν συνεπαγομένην δαπάνην, ἐφόσον δὲ ὑποβάλλεται ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἂν πρὸ πάσης συζητήσεως δὲν διαβιβασθῇ εἰς τὸ Γενικὸν Λογιστήριον, ὑποχρεούμενον εἰς τὴν ὑποβολὴν τῆς σχετικῆς ἐκθέσεως ἐντὸς δέκα ἡμερῶν. Οὐδεμία πρότασις νόμου γίνεται δεκτή, ἂν δὲν συζητηθῇ καὶ ψηφισθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς δὶς καὶ εἰς δύο διαφόρους συνεδριάσεις, ἀπεχούσας ἀλλήλων δύο τοὐλάχιστον ἡμέρας, κατ’ ἀρχὴν μὲν καὶ κατ’ ἄρθρον κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν, κατ’ ἄρθρον δὲ καὶ σύνολον κατὰ τὴν δευτέραν. Ἄν ἐγένετο ἐπεξεργασία ὑπὸ τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, δύναται ἡ Βουλή, κηρύττουσα κατεπείγουσαν τὴν πρότασιν, νὰ μὴ παραπέμψῃ αὐτὴν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν καὶ νὰ περιορίσῃ εἰς μίαν ἡμέραν τὸν μεταξὺ τῶν δύο συζητήσεων χρόνον. Ἄν κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν ἐγένοντο δεκταὶ προσθῆκαι ἢ τροπολογίαι, ἡ τοῦ συνόλου ψήφισις ἀναβάλλεται, μέχρις οὗ τὸ ψηφισθὲν τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ ὡς ἐτροπολογήθη. Ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, μετὰ εἴκοσι τέσσαρας τοὐλάχιστον ὥρας ἀπὸ τῆς διανομῆς τοῦ σχεδίου, ἐπακολουθεῖ νέα συζήτησις ἐπὶ τῶν τροπολογιῶν. Πρότασις νόμου, χαρακτηριζομένη ὑπὸ τοῦ ὑποβάλλοντος αὐτὴν ὡς ὑπηρεσιακή, ἐφόσον ἔχει προηγηθῆ ἐπεξεργασία ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς Βουλῆς, δὲν προβάλλεται δὲ ἀντίρρησις ὑπὸ δέκα τοὐλάχιστον βουλευτῶν, γίνεται δεκτή, ψηφιζομένη μόνον εἰς μίαν κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον συζήτησιν. Ἐν περιπτώσει δὲ ἀποδοχῆς τροπολογίας τινὸς κατ’ αὐτήν, ἐπακολουθεῖ καὶ δευτέρα κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον συζήτησις. Οὐδεμία προσθήκη ἢ τροπολογία γίνεται δεκτή, ἂν δὲν σχετίζεται ἀμέσως πρὸς τὸ κύριον περιεχόμενον τῆς προτάσεως. Πρότασις σκοποῦσα, τὴν τροποποίησιν διατάξεων προηγουμένου νόμου, δὲν εἰσάγεται πρὸς συζήτησιν, ἐὰν ἐν μὲν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει δὲν καταχωρίζεται ὁλόκληρον τὸ κείμενον τῆς τροποποιουμένης διατάξεως, ἐν δὲ τῷ κειμένῳ τῆς προτάσεως ὁλόκληρος ἡ νέα διάταξις, ὡς αὕτη διαμορφοῦται μετὰ τὴν τροποποίησιν. Ἡ ἐπιψήφισις δικαστικῶν ἢ διοικητικῶν κωδίκων προπαρασκευασθέντων παρ’ εἰδικῶν Ἐπιτροπῶν, συσταθεισῶν δι’ εἰδικοῦ νόμου, δύναται νὰ γίνῃ δι’ ἰδιαιτέρου νόμου κυροῦντος τοὺς εἰρημένους κώδικας ἐν ὅλῳ. Ἡ περὶ τοιούτου νόμου πρότασις δὲν δύναται νὰ κηρυχθῇ κατεπείγουσα. Κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον δύναται νὰ γίνῃ κωδικοποίησις ὑφισταμένων διατάξεων δι’ ἁπλῆς ταξινομήσεως αὐτῶν ἢ ἐν ὅλῳ ἐπαναφορὰ καταργηθέντων νόμων, πλὴν τῶν φορολογικῶν».
§129ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Δεκτόν, δεκτόν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ 27ον ἄρθρον).
§130ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τώρα θὰ διακόψωμεν 10 λεπτὰ διὰ νὰ κάμωμεν τὴν ἐκλογὴν ἀντιπροέδρου, κοσμήτορος καὶ γραμματέως.
§131Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ὑποθέτω ὅτι ἐκ τῆς ὑφισταμένης ἤδη συγκροτήσεως τοῦ Γραφείου τοῦ Προεδρείου, αἱ ἐργασίαι τῆς Συνελεύσεως δὲν προσκόπτουν. Δυνάμεθα ἑπομένως νὰ ἀναβάλωμεν τὴν ἐκλογὴν δι’ εὐθετότερον χρόνον καὶ νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ Συντάγματος, διὰ νὰ ἀκούσωμεν κυρίως τὰς τροποποιήσεις, αἱ ὁποῖαι πρόκειται νὰ ὑποβληθοῦν ἐπὶ τῆς συνθέσεως τοῦ δευτέρου νομοθετικοῦ Σώματος. Καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν περατωθῇ ἀπόψε ἡ συζήτησις, νὰ εἶναι ἑτοίμη ἡ Συνέλευσις νὰ ἀποφανθῇ κατὰ τὴν ἄλλην συζήτησιν, εἰς τρόπον ὥστε νὰ τελειώσωμεν αὐτὸ τὸ κεφάλαιον. Διαφορετικά, ἂν κάμωμεν αὐτὴν τὴν ψηφοφορίαν, ἀναντιρρήτως θὰ ἀναβάλλωμεν τὴν ψήφισιν τοῦ κεφαλαίου «περὶ Γερουσίας» εἰς χρόνον μεταγενέστερον.
§132ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ ἀναβάλωμεν τότε τὴν ἐκλογὴν δι’ αὔριον μετὰ τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἀναφορῶν καὶ πρὸ τῆς νομοθετικῆς Ἡμερησίας Διατάξεως.
§133Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Αὔριον ἔχομεν τὸ ζήτημα τῶν ἐκλογικῶν καταλόγων. Εἶναι ζήτημα φλέγον καὶ δὲν δυνάμεθα νὰ κάμωμεν νέαν ἀναβολήν. Ὅταν εὑρεθῶμεν εἰς μίαν στιγμήν, καθ’ ἣν ἡ Βουλὴ δὲν θὰ εἶναι τόσον ἀπησχολημένη, τότε κάμομεν τὴν ἐκλογὴν τοῦ ἀντιπροέδρου.
§134ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ κατάρτισις τοῦ Σώματος κατὰ τὸν Κανονισμὸν προηγεῖται πάσης ἄλλης ἐργασίας. Ἐν πάσῃ περιπτώσει νὰ ὁρισθῇ ἡ ἡμέρα τῆς ἐκλογῆς διὰ νὰ εἰδοποιηθοῦν καὶ οἱ κ. κ. συνάδελφοι.
§135Γ. ΜΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Αὔριον νὰ ὁρίσωμεν τὴν ἡμέραν.
§136ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ ἀναβληθῇ λοιπὸν ἡ ἀπόφασις περὶ ὁρισμοῦ τῆς ἡμέρας δι’ αὔριον;
§137Δ. ΚΑΛΚΑΝΔΗΣ. Νὰ γίνῃ ἀπόψε. Ἂν δὲν γίνῃ ἀπόψε, νὰ ἀναβληθῇ ἐπ’ ἀόριστον, διότι δὲν θὰ εἴμεθα ἐν ἀπαρτίᾳ.
§138Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δεχόμεθα νὰ ἀναβληθῇ δι’ αὔριον. Δὲν δεχόμεθα νὰ ἀναβληθῇ διὰ τὴν Τετάρτην, διότι εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ ματαιωθῇ ἡ συνεδρίασις δι’ ἔλλειψιν ἀπαρτίας.
§139ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὥστε θὰ γίνῃ μεταξὺ τῆς αὔριον ἢ τῆς Πέμπτης. Ἤδη εἰσερχόμεθα εἰς τὸ ἄρθρον 31, δηλαδὴ τὴν προσθήκην ἰδίου ἐδαφίου ἀφορῶντος τὴν συγκρότησιν τῶν ἐξεταστικῶν Ἐπιτροπῶν. Ἡ σχετικὴ πρότασις τῆς συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἡ Βουλὴ δικαιοῦται, ἐπὶ τῇ αἰτήσει δὲ τοῦ ⅕ τῶν μελῶν αὐτῆς ὑποχρεοῦται νὰ ὁρίζῃ ἐξεταστικὰς Ἐπιτροπάς».
§140Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Κύριοι συνάδελφοι, ἡ μεταρρύθμισις, ἡ ὁποία εἰσάγεται διὰ τῆς προτάσεως, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς πληρεξούσιος κ. Γονατᾶς, εἶναι κατὰ τοῦτο οὐσιώδης, ὅτι διὰ διατάξεως συνταγματικῆς καθίσταται ὑποχρεωτικὴ κατόπιν προτάσεως ὡρισμένου ἀριθμοῦ βουλευτῶν ἡ σύστασις Ἐπιτροπῶν ἐξεταστικῶν ἐπὶ τῶν πραγμάτων. Ἡ ἀνάγκη τοῦ καθορισμοῦ τοῦ δικαιώματος τοῦ ἐλέγχου τῆς Βουλῆς διὰ διατάξεως εἰδικῆς συνταγματικῆς εἶχεν ἀναγνωρισθῆ καὶ ἄλλοτε. Διότι πράγματι εἰς τὸ Σύνταγμά μας δὲν ὑπάρχει ρητὴ διάταξις, ἡ ὁποία προβλέπει τὸν τρόπον τῆς ἀσκήσεως τοῦ ἐλέγχου τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία ἀσφαλῶς ἀποτελεῖ τὴν ὑψηλοτέραν ἀποστολὴν αὐτῆς. Ὅσον ἀφορᾷ τὸν τρόπον τῆς λειτουργίας τῶν Ἐπιτροπῶν αὐτῶν ἔχει ψηφισθῆ νόμος εἰδικὸς ἀπὸ τοῦ Μαΐου τοῦ 1911, διότι τότε εἶχεν ἀναγνωρισθῆ ὅτι ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 58, ἡ ὁποία προβλέπει τὴν σύστασιν ἐξεταστικῶν Ἐπιτροπῶν, μόνον εἰς τὴν περίπτωσιν τῶν ἀναφορῶν, θὰ καθίστατο ἀνεφάρμοστος, ἂν δὲν προεβλέπετο ἡ διαδικασία, ὁ τρόπος τῆς ἀνακριτικῆς λειτουργίας τῶν Ἐπιτροπῶν. Ἔχω τὴν ἐντύπωσιν ὅτι τόσον ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ὅσον καὶ ὁ κ. ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ ἡ συνταγματικὴ Ἐπιτροπὴ δὲν θὰ εἶχον ὑπ’ ὄψει τὸν σχετικὸν νόμον, ὁ ὁποῖος προβλέπει περὶ τῆς δικαιοδοσίας τῶν Ἐπιτροπῶν τῶν ἐξεταστικῶν ἐπὶ τῶν πραγμάτων.
§141Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Ὁ κ. Τσιριμῶκος ὅμως θὰ τὸν εἶχεν ὑπ’ ὄψει του.
§142Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Διότι ὑπάρχει περιορισμὸς τῆς ἀνακριτικῆς δικαιοδοσίας τῶν Ἐπιτροπῶν εἰς τὸν νόμον τοῦτον τοῦ Μαΐου τοῦ 1911, περιορισμὸς κατὰ τὸν ὁποῖον, ὁσάκις δύναται νὰ προκύψῃ βλάβη τῶν συμφερόντων τῆς Ἐπικρατείας, δὲν εἶναι δυνατὴ ἡ χρῆσις ἐγγράφων, ὡς ἐπίσης εἶναι δυνατὴ ἡ ἄρνησις τῆς μαρτυρικῆς καταθέσεως δημοσίων ὑπαλλήλων. Θὰ ἤθελα διὰ τὸν λόγον αὐτὸν νὰ γίνῃ ἡ σχετικὴ τροπολογία, διότι πράγματι θὰ ὑπάρξουν περιπτώσεις κατὰ τὰς ὁποίας, ἰδίᾳ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἔρευναν ὑπὸ τῶν Ἐπιτροπῶν τούτων τῶν ἐξωτερικῶν ὑποθέσεων τοῦ Κράτους, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἡ Κυβέρνησις θὰ ἠδύνατο βεβαίως νὰ κρίνῃ ὅτι δὲν συντρέχει λόγος νὰ ἐπεκταθῇ ἡ ἔρευνα καὶ εἰς τὰ μυστικά, ἡ ἀνακοίνωσις τῶν ὁποίων θὰ παρέβλαπτε συμφέροντα τοῦ Κράτους. Θὰ ἠδύνατο λοιπὸν νὰ τεθῇ διάταξις τοιαύτη, ὥστε νὰ καθιεροῦται καὶ συνταγματικῶς ὁ περιορισμὸς αὐτός, διότι εἰς τὴν διατύπωσιν τῆς Ἐπιτροπῆς ὁρίζεται ὅτι, αἱ Ἐπιτροπαὶ αὐταὶ ἔχουν τὰ γενικὰ ἀνακριτικὰ δικαιώματα τὰ καθιερούμενα ὑπὸ τῆς Ποινικῆς Δικονομίας.
§143Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Αὐτὴ εἶναι διάταξις ἀντιγεγραμμένη ἀπὸ τὸ Γερμανικὸν Σύνταγμα, τὴν ὁποίαν ἀπεδέχθη καὶ ἡ Ἐπιτροπή.
§144Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Ἀντίκειται πρὸς τὸν ὑπάρχοντα εἰδικὸν νόμον.
§145Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἡ συνταγματικὴ διάταξις θὰ εἶναι ἰσχυροτέρα τοῦ νόμου.
§146Γ. ΚΙΑΓΙΑΣ. Τί προτείνετε σεῖς;
§147Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Ὑπάρχουν περιπτώσεις κατὰ τὰς ὁποίας δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι τόσον εὐρεῖα καὶ ἐλευθέρα ἡ ἀνακριτικὴ δικαιοδοσία τῶν Ἐπιτροπῶν καὶ θέτω ὑπ’ ὄψει τῆς Συνελεύσεως τὴν ἄποψιν αὐτήν, τὴν ὁποίαν εἶχεν ἀναπτύξει καὶ ὁ ἀείμνηστος Δημητρακόπουλος εἰς τὴν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν τοῦ σχετικοῦ εἰδικοῦ νόμου. Καὶ εἶναι πράγματι περίεργον ὅτι τὸν νόμον αὐτὸν δὲν τὸν ἔχουν ὑπ’ ὄψει των οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι, διότι ἐνθυμεῖσθε ὅταν ὁ συνάδελφος κ. Ζερβὸς ὡς εἰσηγητὴς τῆς Ἐπιτροπῆς τῶν κληροδοτημάτων ἐνήργει μίαν ἔρευναν, συνήντησε τόσην ἀντίδρασιν ἐκ μέρους τῶν ὑπαλλήλων, ἀρνουμένων νὰ δώσουν πληροφορίας, καίτοι ἐπρόκειτο περὶ ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπῆς. Ἐπίσης θὰ προσεχώρουν πρὸς τὴν ἀντίληψιν τοῦ κ. Παπαναστασίου, ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν μελῶν τοῦ Σώματος, τῶν ὁποίων ἡ πρότασις καθιστᾷ ὑποχρεωτικὴν τὴν συγκρότησιν τῶν Ἐπιτροπῶν, πρέπει νὰ ἐλαττωθῇ, διότι τὸ ⅕ εἶναι πολύ. Ἐφόσον εἶναι εὐχερεστέρα ἡ σύστασις τῶν Ἐπιτροπῶν, κατὰ τοσοῦτον αἱ Κυβερνήσεις θὰ ἀποφεύγωσιν ἐν τῇ διαχειρίσει τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας νὰ δίδωσιν ἀφορμὴν εἰς τὴν συγκρότησιν τοιούτων Ἐπιτροπῶν.
§148Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ὅσον καὶ ἂν εὐχόμεθα πάντες ὅτι ὁ θεσμὸς τῶν κοινοβουλευτικῶν Ἐπιτροπῶν θέλει ἀνελιχθῇ καὶ παρ’ ἡμῖν μέχρι σημείου ὥστε νὰ καταστήσωσι στενωτέραν τὴν ἐπαφὴν μεταξὺ Κυβερνήσεως καὶ Ἀντιπροσωπείας ἐπὶ τῶν ἐξωτερικῶν ὑποθέσεων, ὀφείλομεν νὰ ἀναγνωρίσωμεν ὅτι στοιχειώδης πρόνοια ὑπαγορεύει ὅπως μὴ εἰς τὴν διάταξιν αὐτήν, κατὰ τὰ ἄλλα ὀρθήν, περιληφθῇ σήμερον καὶ ἡ διαχείρισις τῶν ἐξωτερικῶν ζητημάτων. Δὲν θέλομεν νὰ τὴν ἀποκλείσωμεν τελείως, ἀλλ’ αἱ ἐγγυήσεις, αἱ ὁποῖαι θὰ ζητηθοῦν διὰ τὴν σύστασιν τῶν ἐξεταστικῶν Ἐπιτροπῶν, πρέπει νὰ εἶναι πληρέστεραι, δηλαδὴ νὰ ἀναθέσωμεν τὴν ἀπόφασιν εἰς ὁλόκληρον τὴν Βουλήν, κατὰ τὰ σήμερον κρατοῦντα, ἴσως καὶ διὰ τὰς στρατιωτικὰς παρασκευάς. Ἑπομένως νομίζω ὅτι δυνάμεθα νὰ μείνωμεν σύμφωνοι πάντες ἐπὶ τούτου· νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ πρότασις περὶ ὑποχρεωτικῆς συστάσεως ὑπὸ τοὺς ὅρους τῆς προτεινομένης τροπολογίας, δηλαδὴ ἡ σύστασις ἐξεταστικῶν Ἐπιτροπῶν προτείνεται παρὰ μικροῦ ἀριθμοῦ βουλευτῶν, νὰ ἀπαιτηθῇ ὅμως ἀπόφασις τοῦ Σώματος κατὰ τοὺς ὅρους τοῦ Κανονισμοῦ διὰ τὰς ἐξωτερικὰς ὑποθέσεις, ἴσως καὶ διὰ τὰ στρατιωτικὰ παρασκήνια.
§149Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν ἔχω καμμίαν ἀντίρρησιν νὰ γίνῃ ἡ ἐξαίρεσις αὐτή. Ἠμποροῦσε μάλιστα κανεὶς νὰ ἰσχυρισθῇ ὅτι καὶ χωρὶς χωριστὴν δήλωσιν θὰ γίνεται αὐτὸ τὸ ὁποῖον προτείνει ὁ κ. ἐξ Εὐρυτανίας συνάδελφος. Διότι καὶ κατὰ τὰ νῦν ἰσχύοντα, μολονότι ἡ Κυβέρνησις εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ ἀπαντᾷ εἰς τὰς ἐπερωτήσεις τῆς Βουλῆς, ἐν τούτοις δύναται νὰ ἀρνῆται νὰ δώσῃ ἀπάντησιν ἐπὶ ζητημάτων ἀφορώντων τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ τὸ ἐπὶ πλέον δὲν βλάπτει καὶ εἶμαι ἀπολύτως σύμφωνος νὰ γίνῃ διάταξις, κατὰ τὴν ὁποίαν, προκειμένου περὶ τῆς διαχειρίσεως τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς καὶ ἂν θέλητε καὶ διὰ τὰς στρατιωτικὰς παρασκευάς, ἀλλ’ ὄχι τόσον γενικῶς, διότι ἐπὶ παραδείγματι αἱ προμήθειαι τοῦ στρατοῦ δὲν εἶναι τοιαύτης φύσεως, μόνον σχέδια ἀμύνης δύνανται νὰ ἐξαιρεθοῦν, ὅλα τὰ ἄλλα εἶναι ἀντικείμενα δημοσιότητος. Ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ αὐτὴ ἡ δήλωσις, ὅτι προκειμένου περὶ τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς καὶ τῶν σχεδίων τῆς ἀμύνης τῆς Χώρας, ἀπαιτεῖται ἀπόφασις τῆς Βουλῆς.
§150Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν ὅτι αἱ ἐξεταστικαὶ Ἐπιτροπαὶ εἶναι ἀνακριτικαὶ Ἐπιτροπαί, καὶ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ εἴπω τὸ ἑξῆς· ὅτι ὅσον καὶ ἂν εἶναι εὐκταῖον τὸ νὰ σχηματίζωνται ἐξεταστικαὶ Ἐπιτροπαί, τόσον ὑπάρχει φόβος μήπως γίνῃ κατάχρησις ἐπὶ βλάβῃ τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων ἐκ τοῦ ὀξέως ἀνταγωνισμοῦ. Ἀκριβῶς, κύριοι συνάδελφοι, αὐτὸ τὸ ὁποῖον ὁ κ. συνάδελφος ἰσχυρίζεται, αὐτὸ μοὶ δίδει τὸ δικαίωμα, ἂν ὄχι τὸ ἄλλο, νὰ συστήσω ψυχραιμίαν καὶ νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Συνελεύσεως. Διότι ἐπικαλεῖται πρόσφατα παραδείγματα καὶ ἴσως νὰ ἔχῃ δίκαιον. Ἀλλ’ ἀκριβῶς ὑπὸ τὸ Κράτος τῶν παραδειγμάτων αὐτῶν καὶ ὑπὸ τὴν προσωρινὴν αὐτὴν κατεύθυνσιν, ἂν ἀποφασίσωμεν συνταγματικὰς διατάξεις, δὲν ἀποφασίζομεν οὔτε δι’ ἡμᾶς οὔτε δι’ ἄλλους. Ἀποφασίζομεν διάταξιν, ἡ ὁποία θὰ ἰσχύῃ ἐπὶ πολύ. Καὶ φοβοῦμαι μήπως ὅλοι μαζὶ μετανοήσωμεν. Ἀλλὰ καὶ ἡ Βουλὴ συμφώνως πρὸς τοὺς φόβους καὶ τὰ ἐνδεχόμενα τὰ ὁποῖα εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ μία τοιαύτη διάταξις, πρέπει νὰ ἀποφασίσῃ τοῦτο καὶ ἐπ’ αὐτοῦ θέλω νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Συνελεύσεως. Ἐδέχθησαν οἱ δύο κ. κ. ἀρχηγοὶ ὅτι πρέπει νὰ ἐξαιρεθῶσιν αἱ ἐξωτερικαὶ ὑποθέσεις τοῦ Κράτους. Ἂς δοθῇ μία προσοχὴ ὅτι ὑπὸ τὴν πρόφασιν τῆς ἐξετάσεως ὡρισμένων πραγμάτων εἶναι δυνατὸν νὰ ζητηθῶσι καὶ ἔγγραφα καὶ μαρτυρίαι, αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι πρέπον καὶ δὲν εἶναι ὀρθὸν διὰ τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους νὰ ζητηθῶσιν.
§151ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ μεγάλου πολέμου ἦλθον ἐκ Γαλλίας ἐξεταστικαὶ Ἐπιτροπαί.
§152Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Ἄν ἡ Συνέλευσις ἐν ἐπιγνώσει ἐπὶ ἑνὸς ἑκάστου ὡρισμένου θέματος τὸ κρίνῃ σκόπιμον, δὲν ἔχω καμμίαν ἀντίρρησιν. Μοὶ εἴπατε ὅτι θὰ μοὶ ζητήσητε πληροφορίας διὰ τὴν προμήθειαν τοῦ στρατοῦ. Καὶ τοῦτο πράγματι δὲν ἔχει τόσην σπουδαιότητα, διότι δὲν εἶναι μυστικὰ τὰ τῶν προμηθειῶν τοῦ στρατοῦ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ὑπάρχουν καὶ μυστικά. Ὑπάρχουν μυστικά, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔλθουν εἰς δημοσιότητα. Ὑπάρχουν μυστικά, διὰ τὰ ὁποῖα ὅ,τι καὶ ἂν γνωρίζῃ τις ἐκ τῶν κατασκόπων, πάλιν ὑπάρχει μία ἀμφιβολία. Ἄν ἡμεῖς διὰ τῆς ὁδοῦ αὐτῆς ὅλα αὐτὰ τὰ παρουσιάσωμεν εἰς τὴν δημοσιότητα, νομίζω ὅτι θὰ διαπράξωμεν πρᾶξιν ἐπικίνδυνον. Καὶ σᾶς λέγω ὅτι, ἀπεφασίσατε τὴν προμήθειαν τοῦ πρώτου συστήματος. Ἔρχεται εἰς γνῶσιν τοῦ κόσμου ὅτι τοῦτο ἀποφασίζομεν. Ὑπάρχουν ὅμως μυστικά, τὰ ὁποῖα, ἂν λάβητε ὁλόκληρον τὸν φάκελον καὶ τὸν θέσητε εἰς δημοσιότητα, νομίζω ὅτι δὲν θὰ ὑπάρχῃ ἀνάγκη κατασκόπων. Προσέξατε μήπως πάθωμεν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐπάθαμεν κατὰ τὸ 1897, ὅταν τὸ ἀντίπαλον Κράτος δὲν εἶχεν ἀνάγκην νὰ δαπανᾷ διὰ κατασκοπείαν, διότι ὑπῆρχον αἱ Ἑλληνικαὶ ἐφημερίδες. Καὶ δι’ αὐτὸ κατὰ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911 ἀπηγορεύθη ἡ ἀναγραφὴ εἰδήσεων ἀναγομένων εἰς τὰς στρατιωτικὰς ἐπιχειρήσεις. Ἄν ἡ Συνέλευσις ἐπιμείνῃ εἰς τὴν διατύπωσιν αὐτήν, τὴν παρακαλῶ νὰ τὴν ἐξετάσῃ καλὰ καὶ νὰ τὴν θέσῃ κατὰ τρόπον τοιοῦτον, ὥστε νὰ μὴ ὑπάρχῃ φόβος διὰ τὰ συμφέροντα καὶ διὰ τὰ μυστικὰ τοῦ Κράτους, διότι δὲν ὑπάρχει Κράτος, τὸ ὁποῖον νὰ μὴ ἔχῃ μυστικά.
§153Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Εἶναι ἀρκεταὶ αἱ ἐγγυήσεις. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἠμπορεῖ νὰ εἴπῃ κανεὶς εἶναι περὶ αὐξήσεως τοῦ ἀριθμοῦ. Ἀλλ’ εἶναι ἐπαρκεῖς ἐγγυήσεις. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θὰ ἔλεγον εἶναι ὅτι ἐγὼ δὲν φοβοῦμαι τὴν ἀποκάλυψιν τῶν μυστικῶν τοῦ Κράτους. Εἰς τὴν Ἑλληνικὴν ὑπηρεσίαν τοιαύτη μυστικότης σπανίως ὑπάρχει ἢ καὶ οὐδέποτε ὑπάρχει. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐπαναλαμβάνω μὲ κάμνει νὰ ἔχω κατὰ τὴν πρώτην στιγμὴν κάποιαν διστακτικότητα εἶναι ὅτι εἰς τὴν Ἑλλάδα μὲ τὴν πολιτικήν, μὲ τὸν ὀξὺν πολιτικὸν ἀνταγωνισμὸν εἶναι ὁ φόβος νὰ γίνῃ κατάχρησις καὶ εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ ὀξύτερος ὁ ἀνταγωνισμὸς καὶ θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ πρόκλησις διαρκῶς ζητημάτων καὶ ἐπ’ αὐτοῦ θὰ ἤθελον νὰ συστήσω εἰς τὴν Συνέλευσιν νὰ θέσῃ ἀντισταθμίσματα, ὥστε τὸ ἔργον τὸ κυβερνητικὸν νὰ προχωρῇ. Νομίζω ὅμως ὅτι σήμερον δυνάμεθα νὰ ψηφίσωμεν τὴν διάταξιν μὲ τοὺς περιορισμοὺς τοὺς τεθέντας, δηλαδὴ περιορισμοὺς ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐθνικὴν ἄμυναν καὶ τὰς ὑποθέσεις τοῦ Κράτους. Λέγω δὲ τοῦτο, διότι λαμβάνω ὑπ’ ὄψει μου ὅτι τὴν Πέμπτην, ἂν δὲν πρόκειται νὰ γίνῃ συνεδρίασις, λόγῳ τῆς ἑορτῆς, νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὴν ψήφισιν τῆς διατάξεως καὶ νὰ δοθῇ εὐκαιρία νὰ ἀναπτυχθοῦν αἱ προτάσεις, αἱ ὁποῖαι πρόκειται νὰ ἀναπτυχθῶσιν, ὥστε νὰ εἴμεθα ὥριμοι τὴν Δευτέραν νὰ ἀποφασίσωμεν.
§154Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐὰν ἡ Βουλὴ εἶναι σύμφωνος νὰ ψηφισθῇ τὸ ἄρθρον μετὰ τὰς δηλώσεις αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο, παραιτοῦμαι τοῦ λόγου. Συμφωνῶ ὅπως γίνῃ ἀποδεκτὴ ἡ πρότασις μὲ τὴν ἐπιφύλαξιν ὅτι προκειμένου περὶ τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς καὶ περὶ τῆς ἀμύνης τοῦ Κράτους δύναται νὰ φέρῃ ἀντίρρησιν ἡ Κυβέρνησις, ὁπότε αἱ Ἐπιτροπαὶ συνιστῶνται κατ’ ἀπόφασιν τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς.
§155Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Αὐτὸ δὲν δυνάμεθα νὰ τὸ γράφωμεν. Εἶναι αὐτονόητον.
§156ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προκειμένου περὶ ζητημάτων ἐξωτερικῆς πολιτικῆς καὶ ἀναγομένων εἰς τὴν ἄμυναν τῆς Χώρας, ἡ σύστασις Ἐπιτροπῆς δὲν εἶναι ὑποχρεωτική, δὲν θὰ ἔχῃ δηλαδὴ ἐφαρμογὴν ἡ δευτέρα περίπτωσις τῆς διατάξεως. Ἡ Βουλὴ δικαιοῦται, ἐπὶ τῇ αἰτήσει δὲ τοῦ ⅕ τῶν μελῶν αὐτῆς, ὑποχρεοῦται» νὰ μένῃ ἐπὶ τῆς αἰτήσεως ἐλευθέρα νὰ ἀποφασίσῃ. Μὲ αὐτὴν τὴν τροπολογίαν γίνεται δεκτὴ ἡ πρότασις τῆς Ἐπιτροπῆς.
§157Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Ἔχω τὴν γνώμην, κ. Πρόεδρε, ὅτι δὲν δύναται νὰ δοθῇ τοιαύτη γενικὴ ἔννοια εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἀμύνης τῆς Χώρας, τὴν ὁποίαν ἔδωσεν ὁ κ. ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν Φιλελευθέρων, διότι κατὰ τοιοῦτον τρόπον δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ καμμία ἐξεταστικὴ Ἐπιτροπὴ διὰ κανὲν ζήτημα τοῦ στρατοῦ καὶ ἰδίᾳ διὰ τὸ ζήτημα τῶν προμηθειῶν. Ἕν πρᾶγμα τὸ ὁποῖον εἶναι κοινώτατον καὶ τὸ ξέρει ὁ κόσμος ὅλος καὶ δὲν εἶναι μυστικὸν τοῦ Κράτους, εἶναι τὸ ζήτημα τοῦ πυροβολικοῦ καὶ τῶν πολυβόλων.
§158ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Αἱ ποσότητες.
§159Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Ὅταν παραλαμβάνωνται ἀπὸ ξένα ἐργοστάσια, εἶναι καὶ αἱ ξέναι Ἐπιτροπαί. Ὁτὲ δὲ ἤμην εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν παραλαβῶν ἤξευρα τί ὅπλα ἔπαιρνεν ἡ Χιλή, τὸ Μεξικὸν κλπ. Θέλω νὰ δοθῇ ἡ ἑξῆς ἔννοια· ὅτι λέγοντες ἄμυναν τῆς Χώρας ἐννοοῦμεν τὴν ὀχύρωσιν καὶ τὸ σχέδιον τῆς ἐπιστρατεύσεως. Παρακαλῶ, ἂν ἐγκρίνῃ ἡ Βουλή, νὰ δοθῇ τοιαύτη ἑρμηνεία.
§160ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἡ Βουλὴ δικαιοῦται, ἐπὶ τῇ αἰτήσει δὲ τοῦ ⅕ τῶν μελῶν αὐτῆς ὑποχρεοῦται νὰ ὁρίζῃ ἐξεταστικὰς Ἐπιτροπάς, ἐξαιρουμένων ὡς πρὸς τὴν δευτέραν περίπτωσιν τῶν ζητημάτων τῶν ἀναγομένων εἰς τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικὴν καὶ τὴν ἄμυναν τῆς Χώρας».
§161Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἡμεῖς νομίζομεν ὅτι εἶναι προτιμώτερον τοῦτο.
§162Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Μετὰ τὸ «ὑποχρεοῦται» νὰ τεθῇ «πλὴν ἐπὶ ζητημάτων ἀφορώντων.... κλπ.».
§163Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Νὰ τεθῇ ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ αὕτη κατὰ τὰς περιστάσεις δύναται νὰ περιορίζῃ τὰς ἐξουσίας αὐτῆς.
§164ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Ὄχι, ὄχι.
§165ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ διατύπωσις τὴν ὁποίαν εἰσηγοῦμαι εἶναι ἡ ἑξῆς: Μετὰ τὸ «ἡ Βουλὴ ὑποχρεοῦται» νὰ τεθῇ ἐν παρενθέσει «ἐξαιρέσει ζητημάτων ἀναγομένων εἰς τὴν ἄμυναν τῆς Χώρας».
§166Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἡμεῖς θέλομεν νὰ ἔχῃ τὴν εὐθύνην ἡ Κυβέρνησις. Βλέπετε ὅτι καὶ εἰς ἄλλο Κράτος ὑπάρχει ἡ αὐτὴ διάταξις χωρὶς κανένα περιορισμόν. Ἡμεῖς θέλομεν ὁσάκις ματαιοῦται ἡ αἴτησις τῆς μειονοψηφίας ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ, νὰ ἀναλαμβάνῃ τὴν εὐθύνην ἡ Κυβέρνησις.
§167Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Νομίζω ὅτι ἡ καλυτέρα διατύπωσις εἶναι «ἐπὶ ζητημάτων ἀναγομένων εἰς τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικὴν καὶ τὴν ἄμυναν τῆς Χώρας ἀπαιτεῖται ἀπόφασις τῆς Βουλῆς».
§168ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γίνεται δεκτὴ ἡ τροπολογία ὑπ’ αὐτὴν τὴν διατύπωσιν;
§169Κ. ΣΠΥΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Συναινοῦντος καὶ τοῦ κ. Καφαντάρη παρακαλῶ μετὰ τὸ «ἐπὶ ζητημάτων» νὰ τεθῇ «ὅμως» καὶ ἀντὶ τοῦ «καὶ τὴν ἄμυναν τῆς Χώρας, νὰ τεθῇ «ἤ».
§170ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὥστε διετυπώθη οὕτω (ἀναγινώσκει): «Ἐπὶ ζητημάτων ὅμως ἀναγομένων εἰς τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικὴν ἢ τὴν ἄμυναν τῆς Χώρας ἀπαιτεῖται ἀπόφασις τῆς Βουλῆς». Γίνεται δεκτὸν οὕτω;
§171ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§172ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Συνέλευσις ἀπεδέχθη. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 35 τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Π. Ἀλεξανδρῆς.
§173Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἐπειδὴ πρόκειται περὶ εἰσηγήσεως ἐπὶ τροπολογίας ὑποβαλλομένης ἐκ μέρους τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, θὰ παρεκάλουν νὰ ἀκούσωμεν πρῶτον τὸν κ. Μπακόπουλον.
§174Π. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Δὲν ἔχω ἀντίρρησιν, κ. Πρόεδρε.
§175ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τότε ὁ κ. Ν. Μπακόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§176Σ. ΓΟΝΑΤΑΣ. Τὸ ἄρθρον τὸ ἀφορῶν τὴν ἐκλογὴν τῶν γερουσιαστῶν συνδέεται ἀρρήκτως, κατ’ ἐμέ, μὲ τὸ ἄρθρον τὸ ἀφορῶν τὴν ἐκλογὴν τῶν βουλευτῶν. Καὶ ἐπειδὴ ἐπὶ τοῦ ἄρθρου ἐκείνου τὸ μόνον ἐπίμαχον σημεῖον εἶναι ὁ τρόπος τῆς ἐκλογῆς τῶν βουλευτῶν, ἂν πρέπῃ δηλαδὴ νὰ τεθῇ εἰς τὸ Σύνταγμα τὸ ἀναλογικὸν σύστημα ἢ ὄχι....
§177Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ αὐτοῦ.
§178Σ. ΓΟΝΑΤΑΣ. Διὰ τοῦτο, ἂν ἡ Συνέλευσις εἶναι σύμφωνος, θὰ προέτεινα νὰ συζητηθῇ κατὰ τὰ λοιπὰ μέρη αὐτοῦ τὸ ἄρθρον τοῦτο, διότι ὑπάρχουν διάφοροι σκέψεις, ἐφ’ ὧν δύναται νὰ ληφθῇ ἀπόφασις, ἄσχετος πρὸς τὸ ἀναλογικὸν σύστημα, καὶ ἤδη ὑπεβλήθησαν τροπολογίαι παρ’ ἐμοῦ, ἐξ ὧν μία ἵνα ὁρισθῇ ὁ ἀριθμὸς τῶν βουλευτῶν παγίως ἐν τῷ Συντάγματι, καὶ ἄλλη, ἂν ἡ πρώτη δὲν γίνῃ δεκτή, ἵνα ὁρισθῇ ὁ ἀριθμὸς τῶν δημοτῶν, εἰς ὃν θὰ ἀναλογῇ ἀνὰ εἷς βουλευτὴς ἐπίσης παγίως διὰ συνταγματικῆς διατάξεως, καὶ τοῦτο ἵνα περιορισθῇ μία μέλλουσα Βουλὴ ἔχουσα τυχὸν διάθεσιν νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν ἐπιτυχίαν τῶν μελῶν της διὰ καθορισμοῦ μεγαλυτέρου ἀριθμοῦ ἐκλεχθησομένων βουλευτῶν. Εἴτε τὸ ἓν εἴτε τὸ ἄλλο ἠθέλομεν δεχθῆ, δὲν θὰ ἦτο τὸ τοιοῦτον πρωτοφανὲς ὡς διάταξις συνταγματική, διότι καὶ τὸ ἓν σύστημα ὑπάρχει καὶ εἰς ἄλλα Συντάγματα, δηλαδὴ νὰ ἔχῃ ὁρισθῆ παγίως ὁ ἀριθμὸς τῶν βουλευτῶν καὶ εἰς ἄλλα τῶν γερουσιαστῶν ἐν τῷ Συντάγματι καὶ τὸ ἄλλο ἐπίσης ὑπάρχει εἰς τὸ Ἀμερικανικὸν Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον ὁρίζει ὅτι ἕκαστος βουλευτὴς ἀναλογεῖ εἰς 30,000 δημότας. Ἑπομένως δύναται, ἂν θέλητε, νὰ ληφθῇ ἀπόφασις ἐπ’ αὐτῆς τῆς τροπολογίας διὰ νὰ ἔχωμεν κατόπιν ἀσφαλεστέραν βάσιν νὰ συζητήσωμεν περὶ ἐκλογῆς τῶν γερουσιαστῶν καὶ τοῦ ἀριθμοῦ αὐτῶν.
§179Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Κύριε συνάδελφε, δὲν εὑρίσκω διατί κρίνετε ἀναγκαῖον νὰ προηγηθῇ ἡ συζήτησις τοῦ ἄρθρου 35. Θὰ ἦτο ἀναγκαῖον βεβαίως τὸ ἄρθρον 35 τοῦ Συντάγματος νὰ ψηφισθῇ μετὰ τὴν ψήφισιν ἢ ἀπόρριψιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀναλογικῆς ψηφοφορίας. Ἀλλὰ διὰ τὴν Γερουσίαν δὲν συντρέχουσιν οἱ αὐτοὶ λόγοι, διότι ἡμεῖς δὲν νομίζομεν ὅτι πρέπει καὶ οἱ γερουσιασταὶ νὰ ἐκλέγωνται καθ’ ὅμοιον τρόπον. Εἴμεθα τῆς ἑξῆς γνώμης· ὅτι, ἂν καθιερωθῇ ἡ ἀναλογικὴ ψηφοφορία, τότε ἀναγκαίως ὁ ἀγὼν εἶναι διὰ τὴν Βουλὴν καὶ ὄχι διὰ τὴν Γερουσίαν. Ἑπομένως, ἂν δὲν περιληφθῇ διάταξις περὶ ἀναλογικῆς ψηφοφορίας διὰ τὴν Γερουσίαν, τὸ πρᾶγμα δὲν ἔχει βαρύτητα. Σεῖς προτείνετε οὐδὲ νὰ συζητηθῇ κἂν ἡ διάταξις περὶ ἀναλογικῆς ψηφοφορίας τώρα, ἀλλὰ νὰ συζητηθοῦν ἄλλαι διατάξεις, ὡς ἐκείνη τὴν ὁποίαν πρὸ ὀλίγου ἀνεφέρατε, δηλαδὴ τοῦ περιορισμοῦ διὰ συνταγματικῆς διατάξεως τῆς ἀναλογίας μεταξὺ ἐκλογέων καὶ βουλευτῶν. Ἀλλ’ αὐτὴ ἡ πρότασις δὲν γνωρίζω ἂν ὑπεβλήθη. Τώρα ἀκούω ὅτι προβάλλεται. Κατὰ συνέπειαν δὲν νομίζω ὅτι ἡ διάταξις αὐτὴ ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ συζητηθῇ πρὸ τῆς διατάξεως τῆς ἀφορώσης τὸν τρόπον τῆς συγκροτήσεως τῆς Γερουσίας. Ἐφθάσαμεν εἰς τὴν στιγμὴν νὰ συζητήσωμεν τὸν τρόπον τῆς συγκροτήσεως τῆς Γερουσίας. Διατί νὰ ἀφήσωμεν αὐτὴν τὴν συζήτησιν διὰ νὰ συζητήσωμεν μίαν μόνον διάταξιν τοῦ ἄρθρου 35; Ὅταν φθάσωμεν εἰς τὴν συζήτησιν καὶ ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀναλογικῆς ψηφοφορίας, θὰ συζητήσωμεν ὅλας τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 35.
§180Γ. ΣΕΧΙΩΤΗΣ. Ἔχει σημασίαν, διότι ἡ ἀναλογικὴ ἀντιπροσωπεία παίζει πολὺν ρόλον.
§181Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἂς ἀκούσωμεν τὰς ἀπόψεις περὶ συγκροτήσεως τῆς Γερουσίας καὶ βλέπομεν.
§182ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ὁ κ. Ν. Μπακόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§183Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι πληρεξούσιοι, διὰ τῶν μέχρι σήμερον ψηφισθέντων ἄρθρων τοῦ Συντάγματος καθιερώθη σὺν τοῖς ἄλλοις καὶ μία ριζικὴ μεταρρύθμισις τῶν ἀφορώντων τὸ Ἑλληνικὸν Κοινοβούλιον, κατὰ τοῦτο· ὅτι δι’ ὡρισμένων ἄρθρων ψηφισθέντων ὑπὸ τῆς Συνελεύσεως καθορίζεται διὰ τὸ μέλλον ἡ διαδικότης τοῦ Ἑλληνικοῦ Κοινοβουλίου, καθορίζεται δηλαδὴ ὅτι τὸ Κοινοβούλιον θὰ ἀπαρτίζηται ἀπὸ δύο Συνελεύσεις, ἀπὸ τὴν Βουλὴν καὶ ἀπὸ τὴν Γερουσίαν. Καὶ ἐψηφίσθησαν τὰ ἄρθρα τὰ ἀφορῶντα τὴν σύνθεσιν τῆς Βουλῆς, τὸν βίον τῆς Βουλῆς, τὴν ἁρμοδιότητα τῆς Βουλῆς τὴν νομοθετικὴν καὶ τὴν πολιτικήν. Ἐψηφίσθησαν ἐπίσης τὰ ἄρθρα τὰ ἀφορῶντα τὴν ἁρμοδιότητα τὴν νομοθετικὴν τῆς Γερουσίας. Καὶ πρόκειται σήμερον, συζητοῦντες τὸ 35ον ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, νὰ καθιερώσωμεν τὸν βίον τῆς Γερουσίας καὶ τὸν τρόπον τῆς συνθέσεως τῆς Γερουσίας. Τὸ 35ον ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, ὅπως διετυπώθη ὑπὸ τῆς συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς, ὁρίζει ὅτι οἱ γερουσιασταὶ ἐκλέγονται διὰ ἐννέα ἔτη, ἀνανεοῦται δὲ τὸ ⅓ αὐτῆς ἀνὰ τριετίαν. Ἑπομένως καθορίζει τὴν ἀρχὴν τῆς ἰσοβιότητος τοῦ δευτέρου νομοθετικοῦ σώματος ἐν τῷ συνόλῳ του ὡς τοιοῦτον· διότι ἡ Γερουσία ὡς σύνολον δὲν θὰ ὑπόκειται εἰς συνολικὴν ἀνανέωσιν, δὲν θὰ ὑπόκειται εἰς διάλυσιν, ἀλλὰ τὸ ⅓ τῆς Γερουσίας θὰ ἀνανεοῦται περιοδικῶς ἀνὰ πᾶσαν τριετίαν. Νομίζω ὅτι ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου δὲν χωρεῖ διαφωνία. Θὰ ἐπεθύμουν μόνον νὰ προσθέσωμεν εἰς τὴν ἀρτιωτέραν διατύπωσιν τῆς παραγράφου ταύτης «καθ’ ἃ ὁ νόμος ὁρίσει», διότι διὰ τῆς ξηρᾶς διατυπώσεως τοῦ ἄρθρου ὅτι ἡ Γερουσία θὰ ἀνανεοῦται περιοδικῶς ἀνὰ τριετίαν καὶ κατὰ τὸ ⅓, δὲν καθορίζεται καὶ ἡ διαδικασία τοῦ τρόπου τῆς ἀνανεώσεως. Ὁ νόμου δύναται νὰ καθορίσῃ τὸν τρόπον τῆς ἀνανεώσεως, ἂν δηλαδὴ θὰ γίνηται κατὰ περιφερείας, κατ’ ἀλφαβητικὴν σειράν, κατὰ τὸν Α ἢ Β τρόπον. Τὸ σπουδαιότερον ὅμως σημεῖον, τὸ μᾶλλον ἐπίμαχον σημεῖον τοῦ ὑπὸ κρίσιν ἄρθρου εἶναι ὁ τρόπος τῆς συνθέσεως τῆς Γερουσίας. Δὲν εἶναι, κύριοι συνάδελφοι τυχαῖον τὸ γεγονὸς ὅτι αἱ συνταγματικαὶ διατάξεις αἱ ἀφορῶσαι τὴν σύνθεσιν τῆς Γερουσίας δὲν ἐτέθησαν πρῶται εἰς τὸ περὶ νομοθετικῆς ἐξουσίας κεφάλαιον, εἰδικώτερον δὲ εἰς τὰ περὶ Γερουσίας ἄρθρα, ἀλλ’ ἐπηκολούθησαν τὰ ἄρθρα τὰ καθορίσαντα τὴν νομοθετικὴν ἁρμοδιότητα τῆς Γερουσίας. Καὶ τοῦτο διὰ τὸν ἑξῆς λόγον. Διότι ἀναλόγως τῆς ἁρμοδιότητος, τὴν ὁποίαν ἠθέλαμεν νὰ δώσωμεν εἰς τὸ δεύτερον νομοθετικὸν Σῶμα, ἀναλόγως τοῦ σκοποῦ τὸν ὁποῖον προορίζομεν ὡς λόγον ὑπάρξεως τοῦ δευτέρου νομοθετικοῦ Σώματος. Ἔπρεπε νὰ κανονίσωμεν καὶ τὸν τρόπον τῆς συνθέσεως αὐτοῦ. Ἐνόμιζεν ὅτι δὲν θὰ ἠκούετο διαφωνία ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἐπὶ τοῦ ζητήματος, ἂν ἡ ἐκλογὴ τῶν γερουσιαστῶν, πρέπει νὰ γίνεται κατὰ τρόπον ἄμεσον ἢ κατὰ τρόπον ἔμμεσον. Πρὸ ὀλίγου ἤκουσα ἀξιότιμον συνάδελφον διατυπώσαντα τὴν ἰδέαν ὅτι καὶ τὸ ζήτημα τοῦτο ἐξαρτᾶται ἐξ ὡρισμένων γεγονότων καὶ εἰδικώτερον ἐκ τῆς διαρρυθμίσεως τοῦ τρόπου τῆς ἐκλογῆς τῶν βουλευτῶν.
§184Γ. ΣΕΧΙΩΤΗΣ. Ἐγὼ εἶπον ὅτι δύναται νὰ γίνῃ συζήτησις ἐπ’ αὐτοῦ ἂν πρέπῃ νὰ ἀναβληθῇ καὶ ὁ τρόπος τῆς συθέσεως τῆς Γερουσίας. Μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ περὶ ἀναλογικῆς ἀντιπροσωπείας, δὲν ἐξέφερα γνώμην ἂν πρέπῃ νὰ εἶναι ἄμεσος ἡ ἐκλογὴ τῆς Γερουσίας ἢ ἔμμεσος.
§185Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τοῦτο εἶπον καὶ ἐγώ.
§186Γ. ΣΕΧΙΩΤΗΣ. Ἐγὼ ἔχω τὴν γνώμην τῆς ἐμμέσου ἐκλογῆς. Θὰ δικαιολογήσω διατί προβάλλεται ἡ γνώμη αὐτὴ τῆς ἀναβολῆς.
§187Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Καὶ εἰς τὴν συνταγματικὴν Ἐπιτροπὴν ὑπεστηρίχθη τοῦτο.
§188Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει προβάλλεται ἡ γνώμη ὅτι δύναται νὰ γεννηθῇ συζήτησις καὶ ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ, καὶ ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου θεωρῶ καλὸν νὰ ἐπαναλάβω ὀλίγας λέξεις, τὰς ὁποίας καὶ ἄλλοτε ἠκούσατε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἀπὸ διαφόρους συναδέλφους, ὅτι δηλαδὴ ἡ αὐτὴ προέλευσις καὶ τῶν δύο νομοθετικῶν Σωμάτων, ὤφειλε νὰ ἔχῃ ὡς ἄμεσον συνέπειαν ταυτότητα δικαιωμάτων, ταυτότητα προορισμοῦ· διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δικαιολογηθῇ ὅτι δύο Ἐθνικαὶ Ἀντιπροσωπεῖαι προερχόμεναι δι’ ἀμέσου ἐκλογῆς καθολικῆς ἀπὸ τὸν αὐτὸν λαόν, εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχουν διάφορον ἁρμοδιότητα, εἶναι δυνατὸν ἡ μία νὰ ἔχῃ εὐρεῖαν ἁρμοδιότητα καὶ ἡ ἄλλη ἁρμοδιότητα περιωρισμένην. Ἀπὸ τὸν αὐτὸν ἐκλογικὸν Σύλλογον θὰ προέρχωνται καὶ ἑπομένως οὐδεμία διαφορὰ θὰ πρέπῃ νὰ ὑφίσταται μεταξὺ αὐτῶν νομοθετικὴ καὶ πολιτική. Ἡμεῖς ὅμως, ἐφόσον θέλομεν ἡ Γερουσία νὰ ἔχῃ περιωρισμένην ἁρμοδιότητα νομοθετικὴν καὶ πολιτικήν, διὰ τοῦτο ζητοῦμεν διάφορον σύνθεσιν τῆς Γερουσίας ἀπὸ τὴν σύνθεσιν τὴν ὁποίαν θὰ ἔχῃ ἡ Βουλή. Ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου οὐδεμία ἀπολύτως διχογνωμία ὑφίσταται εἰς τὴν ἐπιστήμην. Καὶ ἐκεῖνοι ἀκόμη, οἱ ὁποῖοι διχογνωμοῦν εἰς τὸν τρόπον τῆς συνθέσεως τῆς Γερουσίας, εἰς τὸ ἂν πρέπῃ αἱ ἐπαγγελματικαὶ ὀργανώσεις νὰ ἀντιπροσωπεύωνται εἰς τὸ Σῶμα τῆς Γερουσίας, ὅπως ὁ Esmein, καὶ ἐκεῖνοι ἀκόμη ὑποστηρίζουσιν ὅτι, διὰ νὰ ἀποδώσουν ἀγαθοὺς καρποὺς αἱ δύο νομοθετικαὶ Συνελεύσεις, πρέπει νὰ εἶναι διάφοροι καὶ ἡ διαφορὰ μεταξὺ αὐτῶν πρέπει νὰ εἶναι καὶ διαφορὰ ποιοτικὴ διὰ νὰ δικαιολογῇ τὴν διαφορὰν τῆς ἁρμοδιότητος. Καὶ πρώτην διαφορά, ἡ ὁποία ὀφείλει νὰ ἐπακολουθήσῃ τὸν καθορισμὸν τῆς διαφορᾶς τῆς ἁρμοδιότητος, εἶναι ἡ διαφορὰ τοῦ τρόπου τῆς ἐκλογῆς, ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ὅτι οἱ μὲν βουλευταὶ θὰ ἐκλέγωνται ἀμέσως ὑπὸ τοῦ λαοῦ, οἱ δὲ γερουσιασταὶ δι’ ἐμμέσου ἐκλογῆς. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι εἰς δύο σύγχρονα Συντάγματα, τὸ Τσεχοσλοβακικὸν καὶ τὸ Πολωνικόν, καθωρίσθη ὅτι οἱ γερουσιασταὶ ἐκλέγονται δι’ ἀμέσου καθολικῆς ἐκλογῆς, κατὰ τρόπον ὅμοιον ὅπως καὶ οἱ βουλευταί. Δὲν δύναμαι ὅμως νὰ ἐννοήσω μὲ ποίαν λογικὴν καὶ μὲ ποῖον εἱρμὸν τὰ Συντάγματα αὐτὰ καθώρισαν διάφορον ἁρμοδιότητα καὶ περιώρισαν τὴν ἁρμοδιότητα τῆς Γερουσίας.
§189Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Εἶναι στενωτέρα ἡ προέλευσις.
§190Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει εἰς τὸ σφάλμα τοῦτο νομίζω ὅτι ἡ ἰδική μας Συνέλευσις δὲν πρέπει νὰ περιπέσῃ καὶ ἐλπίζω ὅτι εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο, τοῦ καθορισμοῦ τῆς ἐκλογῆς τῶν γερουσιαστῶν ὡς ἐκλογῆς ἐμμέσου, δὲν θὰ γεννηθῇ διαφωνία σοβαρὰ καὶ ἀξία λόγου. Ἐκεῖ ποὺ διίστανται αἱ γνῶμαι, εἶναι, ὁ λεπτομερειακὸς καθορισμὸς τῆς ἐμμέσου ἐκλογῆς. Τὸ σχέδιον τῆς συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς, συνταχθὲν κατὰ πλειονοψηφίαν τῶν μελῶν αὐτῆς, θέτει ὡς βάσιν τῆς ἐμμέσου ἐκλογῆς τῶν γερουσιαστῶν τὸν καθορισμὸν τούτων ἐκ μέρους τῶν ὀργάνων τῆς τοπικῆς αὐτοδιοικήσεως. Ἐπικουρικῶς δέχεται ἕνα περιωρισμένον ἀριθμὸν ἀντιπροσώπων ἐξ ἐπαγγελματικῶν ὀργανώσεων, ἀριθμὸν τὸν ὁποῖον ὁρίζει εἰς 20. Ἡ φιλοσοφικὴ βάσις τῶν σκέψεων ἡμῶν, κύριοι πληρεξούσιοι, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸν τρόπον τῆς συνθέσεως τῆς Γερουσίας, εἶναι ἡ ἑξῆς: Ἀσπαζόμεθα τὴν θεωρίαν ὅτι ἡ κοινωνικὴ σύνθεσις δὲν σύγκειται ἐκ μεμονωμένων μόνον ἀτόμων. Τὰ πολιτικὰ ὑποκείμενα, τὰ ὑποκείμενα τοῦ δημοσίου δικαίου, εἰς μίαν Πολιτείαν δὲν εἶναι τὰ ἄτομα μόνον, ἀλλὰ καὶ ἄλλαι ἐκδηλώσεις ὁμαδικαί, ὀργανώσεις τοπικαί, ὀργανώσεις ἐπαγγελματικαί, ἐπιστημονικαὶ καὶ πολιτικαί, καὶ θέλομεν, ἐφόσον θέτομεν ὡς πρωταρχικὴν βάσιν ὅπως ἡ σύνθεσις τῶν δύο Σωμάτων εἶναι διάφορος, θέλομεν ἡ διαφορὰ τῆς συνθέσεως τῶν Ἐθνικῶν Ἀντιπροσωπειῶν, νὰ βασίζηται ἐπὶ τῆς διαφορᾶς τῆς συνθέσεως τοῦ πολιτειακοῦ συνόλου καὶ διὰ τοῦτο θέλομεν ὅπως ἡ Γερουσία ἀπαρτίζηται ἀπὸ ἀντιπροσώπους κοινωνικῶν ὁμάδων, ἐφόσον καθωρίσαμεν ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ καθορίζηται ἀπὸ τοὺς ἀντιπροσώπους τῶν ἀτόμων. Θέλομεν δηλαδὴ εἰς τὴν δύναμιν τοῦ ἀριθμοῦ, ὃν ἐκπροσωπεῖ ἡ Βουλή, νὰ θέσωμεν ὡς ἀντίρροπον καὶ συμπλήρωμα τὴν ἀντιπροσωπείαν τῶν κοινωνικῶν ὁμάδων. Καὶ ἐφόσον δεχόμεθα ὅτι μία τῶν κοινωνικῶν ὀργανώσεων εἶναι αἱ τοπικαὶ ὀργανώσεις, ἀποδεχόμεθα πλήρως τὴν ἐκλογὴν παρὰ τούτων ἑνὸς ὡρισμένου ἀριθμοῦ γερουσιαστῶν, ἀδιαφόρως ποίου, ἀπὸ τὰ συμβούλια τῆς τοπικῆς αὐτοδιοικήσεως. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον θὰ ἔχωμεν ἓν μέρος γερουσιαστῶν ἐκλεγομένων ἀπὸ τὰ συμβούλια τῆς τοπικῆς αὐτοδιοικήσεως. Θέλομεν ἕνα δεύτερον ποσοστὸν τῶν γερουσιαστῶν νὰ ἐκλέγηται ἀπὸ τὰς ἐπαγγελματικὰς ὀργανώσεις, ἀπὸ ἕνα δεύτερον δηλαδὴ σύνολον κοινωνικῶν ὁμάδων. Θέλομεν τέλος ἓν ποσοστὸν γερουσιαστῶν ἐκλεγομένων ὑπὸ τῆς Βουλῆς εἰς τὴν ἀρχὴν ἑκάστης βουλευτικῆς περιόδου, εἰς τρόπον ὥστε τινὲς γερουσιασταὶ νὰ ἐκλέγωνται ἀπὸ ἕνα τρίτον Σύλλογον κοινωνικῆς ὁμάδος, ἀπὸ τὰς πολιτικὰς ὁμάδας ἢ ὀργανώσεις. Δὲν θὰ ἐπεκταθῶ, κύριοι, ἐπὶ τῆς λεπτομεροῦς ἀναπτύξεως, τῶν λόγων οἱ ὁποῖοι δικαιολογοῦσι τὴν σκέψιν μας ταύτην, τοσοῦτο μᾶλλον καθόσον καὶ ἄλλοτε, προκειμένης τῆς συζητήσεως τῆς ἀμέσου συνθέσεως τῆς Γερουσίας, ἔσχομεν τὴν τιμὴν νὰ ἀναπτύξωμεν λεπτομερέστερον τὰς ἰδέας ἡμῶν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου καὶ διὰ τοῦτο θὰ εἶμαι βραχὺς εἰς τὴν δικαιολογίαν τῶν σκέψεων ἡμῶν, τονίζων μόνον τὰ κυριώτερα σημεῖα. Καὶ καθ’ ὅσον ἀφορᾶ τὸν καθορισμὸν τῶν ἐκλογικῶν Συλλόγων ἐκ μέρους τῶν ὀργάνων τῆς τοπικῆς αὐτοδιοικήσεως οὐδεμία διχογνωμία γεννᾶται. Μόνον γεννᾶται τοιαύτη, ἂν τὸ ποσοστὸν τῶν ἐκλεγομένων ὑπὸ τῶν συμβουλίων τῆς τοπικῆς αὐτοδιοικήσεως πρέπει νὰ εἶναι μᾶλλον περιωρισμένον ἀπὸ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὁρίζει τὸ σχέδιον τῆς συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς. Τὸ σχέδιον αὐτὸ ὁρίζει ὅτι τὰ συμβούλια τῆς τοπικῆς αὐτοδιοικήσεως ἀπὸ κοινοῦ μετὰ τῆς Βουλῆς θὰ ἐκλέγουν τὸ σύνολον τῶν γερουσιαστῶν μεῖον εἴκοσιν, οἱ ὁποῖοι θὰ ἐκλέγωνται ἀπὸ ἐπαγγελματικὰς ὀργανώσεις. Ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως» ἔχει ὑποβάλει ἴδιον σχέδιον, δι’ οὗ τὰ συμβούλια τῆς τοπικῆς διοικήσεως ἐκλέγουν 60 γερουσιαστάς, ἑτέρους 60 ἐκλέγουν αἱ ἐπαγγελματικαὶ ὀργανώσεις καὶ 15 ἡ Βουλή. Κατ’ ἀρχὴν εἶμαι σύμφωνος μὲ τοῦτο, ἀλλὰ διαφωνῶ μὲ τὸν πολιτικὸν ἀρχηγόν μου ὅσον ἀφορᾷ τὴν λεπτομερῆ κατανομὴν τῶν ποσοστῶν. Κατ’ ἐμὲ κριτήν, δεδομένου ὅτι ἡ Γερουσία θὰ ἀπαρτίζηται ἀπὸ ἀριθμὸν ἴσον πρὸς τὸ ἥμισυ τῶν βουλευτῶν, θὰ ἐπεθύμουν ὅπως τὸ σύνολον τῶν γερουσιαστῶν κατανέμηται εἰς τρία ἴσα μέρη, τῶν ὁποίων τὸ ⅓ θὰ ἐκλέγηται ὑπὸ τῶν συμβουλίων τῆς τοπικῆς αὐτοδιοικήσεως, τὸ ⅓ ὑπὸ τῶν ἐπαγγελματικῶν ὀργανώσεων καὶ τὸ ἕτερον ⅓ ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Οἱ λόγοι οἱ ὁποῖοι μᾶς ἤγαγον εἰς τὸ νὰ παραδεχθῶμεν τὴν ἀνάγκην τῆς ἐκπροσωπήσεως τῶν ἐπαγγελματικῶν ὀργανώσεων εἶναι ὄχι διότι θέλομεν νὰ εἰσαγάγωμεν εἰς τὴν Γερουσίαν ἀντιπροσώπους κοινωνικῶν τάξεων ὡρισμένων οἰκονομικῶν συμφερόντων, οἱ ὁποῖοι νὰ παίζουν εἰς τὸ δεύτερον νομοθετικὸν Σῶμα τὸν ρόλον τοῦ δικηγόρου τῆς τάξεως. Πιστοὶ μόνον εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς ἐκπροσωπήσεως τῶν κοινωνικῶν ὁμάδων θέλομεν ὅπως καὶ αὐταὶ αἱ κοινωνικαὶ ὁμάδες, τῶν ὁποίων ἡ σπουδαιότης εἰς τὴν σύγχρονον κοινωνικὴν ἐξέλιξιν, εἰς τὴν σύγχρονον κρατικὴν ἐξέλιξιν παίζουν ὁσημέραι αὐξάνοντα ρόλον, θέλομεν αἱ ὁμάδες αὗται νὰ ἔχουν καὶ αὐταὶ τοὺς ἀντιπροσώπους των, ἀντιπροσώπους οἱ ὁποῖοι δὲν θὰ εἶναι ποσῶς οἱ δικηγόροι τῆς τάξεως ἐκείνης, ὅπως καὶ οἱ βουλευταὶ δὲν εἶναι οἱ δικηγόροι τῆς ἐπαρχίας ἡ ὁποία τοὺς ἐκλέγει. Δι’ εἰδικοῦ ἄρθρου, τοῦ ἄρθρου 16, τὸ ὁποῖον ἐψηφίσαμεν, καθωρίσαμεν σαφῶς ὅτι οἱ βουλευταὶ δὲν εἶναι βουλευταὶ τοῦ τόπου ἐκ τοῦ ὁποίου ἐκλέγονται, ἀλλ’ εἶναι βουλευταὶ ὅλου τοῦ Ἔθνους. Καὶ διὰ τοῦ ἄρθρου 39 καθωρίσαμεν ὅτι τὸ ἄρθρον 16 ἔχει ἐφαρμογὴν καὶ ἐπὶ τῶν γερουσιαστῶν. Ἑπομένως εἰς τὴν ἀντίληψιν ὅλων ἡμῶν εἶναι σαφὲς ὅτι τόσον οἱ βουλευταὶ ὅσον καὶ οἱ γερουσιασταὶ θὰ εἶναι ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἔθνους καὶ ὄχι τοῦ ἐκλογικοῦ Συλλόγου ὁ ὁποῖος τοὺς ἐξέλεξε. Καὶ ὅπως οὐδείς ποτε βουλευτὴς ἐτόλμησε νὰ ἐμφανισθῇ εἰς τὴν Βουλὴν μόνον ὡς δικηγόρος τῆς ἐπαρχίας τὴν ὁποίαν ἀντιπροσωπεύει, ἀλλ’ ὁσάκις ἠθέλησε νὰ ὑποστηρίξῃ τὰ τοπικὰ συμφέροντα τῆς ἐπαρχίας ἡ ὁποία τὸν ἐξέλεξε, προσεπάθησε νὰ τὰ φέρῃ ὡς εὑρισκόμενα ἐν ἁρμονίᾳ πρὸς τὰ συμφέροντα τοῦ συνόλου, οὕτω καὶ ὁ γερουσιαστὴς ὡς ἐκπροσωπῶν τὰ συμφέροντα συνόλου καὶ ὄχι τοῦ Συλλόγου ὁ ὁποῖος τὸν ἐξέλεξε, θὰ ἔχῃ τὸ καθῆκον νὰ φέρῃ ἐν ἁρμονίᾳ πρὸς τὰ γενικὰ συμφέροντα τὰ συμφέροντα τοῦ ἐκλογικοῦ του Συλλόγου.
§191Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Θὰ ἔχῃ ἐξάρτησιν;
§192Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως θὰ ἔχῃ ἐξάρτησιν, τὴν ὁποίαν ἔχει πᾶς ἐκλεκτὸς ἀπὸ τὸν ἐκλογικόν του Σύλλογον, ἀπὸ τὸν ὁποῖον ἐκλέγεται, ἀλλ’ αὕτη θὰ εἶναι ἀσυγκρίτως μικροτέρα ἀπὸ ἐκείνην τὴν ὁποίαν θὰ ἔχῃ ὁ βουλευτὴς ἀπὸ τοὺς ἐκλογεῖς του. Ἐν τέλει, κύριοι συνάδελφοι, κατὰ τὴν ταπεινήν μου κρίσιν ἀποδίδω τὴν μεγαλυτέραν σημασίαν εἰς τὸν τρίτον τρόπον τῆς ἐκλογῆς τῶν γερουσιαστῶν, εἰς τὴν ἐκλογὴν ἑνὸς ὡρισμένου ἀριθμοῦ γερουσιαστῶν ὑπὸ τῆς Βουλῆς κατὰ τὴν πρώτην σύνοδον τῆς Βουλῆς, ἀναλόγως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἐν τῇ Βουλῇ κομμάτων, δηλαδὴ κατὰ τὸ μέτρον τῆς ἐκλογικῆς δυνάμεως τῶν κομμάτων εἰς βουλευτάς, καὶ τοῦτο διὰ τὸν ἑξῆς λόγον: Πρό τινων ἡμερῶν ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν Φιλελευθέρων ὅταν συνεζητεῖτο τὸ ἄρθρον τοῦ Συντάγματος τὸ ἀφορῶν τὴν θέσιν τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς, εἶπε πολὺ ὀρθῶς ὅτι τὰ κείμενα τῶν νόμων δὲν καθορίζουν τὴν πολιτικὴν διαπαιδαγώγησιν τοῦ λαοῦ, τὸ πνεῦμα τὸ πολιτικὸν τὸ ὁποῖον διέπει τοὺς λαοὺς καὶ τοὺς ἐκλεκτούς του, ἀλλ’ ὅλα αὐτὰ ἐξαρτῶνται ἀπὸ τὸ σύνολον τῆς πολιτικῆς διαπαιδαγωγήσεως. Αὐτὸ εἶναι ἀληθές, ἀλλ’ εἶναι ἐπίσης ἀληθὲς ὅτι εἷς θεσμὸς ἑνὸς Κράτους ἐπιδρᾷ ἀμέσως ἐπὶ τῆς διαπαιδαγωγήσεως τῶν ἀνθρώπων καὶ διὰ τοῦτο ὁ θεμελιώδης θεσμὸς μιᾶς Πολιτείας, τὸ Σύνταγμα αὐτῆς, ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν, ἐφόσον εἶναι δυνατόν, νὰ περιλάβῃ διατάξεις αἱ ὁποῖαι νὰ προαγάγουν τὴν πολιτικὴν αὐτὴν ἀντίληψιν.
§193Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἀρνοῦμαι ἀπολύτως τὴν ἀκρίβειαν. Δὲν τὸ ἔθεσα ὡς κανόνα. Δὲν εἶπον ὅτι οἱ θεσμοὶ θὰ ἔχουν καὶ αὐτοὶ μίαν ἐπιρροὴν ἐπὶ τῆς διαπλάσεως.
§194Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πολὺ ὀρθῶς. Οὐδ’ ἐγὼ εἶπον ὅτι τὸ εἴπετε. Εἶπον μόνον ὅτι τὸ παραδέχεσθε. Εἶναι ἐπίσης γνωστόν, εἶναι ἀντικειμενικῶς ἀληθές, κύριοι πληρεξούσιοι, ὅτι ἡ διοίκησις τῶν Κρατῶν, ἡ νομοθεσία τῶν Κρατῶν, γενικῶς ἡ πολιτική, εἶναι σήμερον ἐπιστήμη. Παρῆλθεν ἡ ἐποχὴ τῆς προχειρολογίας καὶ τῆς στενῆς ἐκπροσωπήσεως τῶν κομματικῶν συμφερόντων. Ἡ πολιτικὴ σήμερον ἀποτελεῖ ἐπιστήμην καὶ μάλιστα τὴν εὐρυτέραν τῶν ἐπιστημῶν, εἰς τρόπον ὥστε ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἐπαξίως θέλει νὰ φέρῃ τὸ ὄνομα τοῦ πολιτικοῦ ἀνδρός, πρέπει νὰ εἶναι ἐπιστήμων καὶ ἐπιστήμων ἱκανός. Ἀλλὰ μὲ τὸν τρόπον τὸν ὁποῖον διεξάγεται ἡ πολιτικὴ εἰς ὅλα τὰ Κράτη, καὶ εἰς τὴν Ἑλλάδα ἰδιαιτέρως, ὑπάρχουν ἐπιστήμονες, ὑπάρχουν ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι ἀπὸ χαρακτῆρος δὲν δύνανται νὰ ἀποδοθῶσιν εἰς τὸν μικροπολιτικὸν ἀγῶνα, ὅπως διεξάγεται ὁ πολιτικὸς ἀγών, καὶ ἑπομένως εἴτε προτιμοῦν νὰ ἀπόσχουν ἀπὸ τῆς πολιτικῆς, εἴτε, ἂν ἀποδοθῶσιν εἰς ταύτην, ἀποτυγχάνουν, ἐπὶ βλάβῃ τῶν κοινῶν συμφερόντων, διότι δὲν δύνανται νὰ ἐνασκήσουν τὴν δημοκοπίαν καὶ τὴν φαυλότητα. Ἡ Πολιτεία ὅμως, τὸ Κράτος τὸ σύνολον, ἔχει πᾶν συμφέρον νὰ προσελκύσῃ τὰ χρήσιμα ταῦτα στοιχεῖα εἰς τὸν δημόσιον βίον. Καὶ εἶναι δυνατὸν νὰ τὰ προσελκύσῃ ἐπωφελῶς τότε μόνον, ὅταν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξασφαλίσῃ εἰς αὐτὰ τὴν δυνατότητα τῆς ἐνασχολήσεώς των πάντοτε εἰς τὰ δημόσια πράγματα. Εἶναι δὲ δυνατὸν νὰ γίνῃ τοῦτο κατὰ δύο τρόπους: Καθιερωμένης ἀφ’ ἑνὸς τῆς ἀναλογικῆς ἐκλογῆς, ὁπότε θὰ ἔχῃ τὴν δυνατότητα ἕκαστον κόμμα νὰ ἐξασφαλίζῃ εἰς ἕνα ἀριθμὸν ἐπιλέκτων μελῶν του μίαν βουλευτικὴν ἕδραν. Καί, ἂν ἀφ’ ἑτέρου καθιερωθῇ διὰ συνταγματικῆς διατάξεως τῆς ἀφορώσης τὴν σύνθεσιν τῆς Γερουσίας καὶ τὸ δικαίωμα τῆς Βουλῆς νὰ ἐκλέγῃ ἐξ ἀρχῆς ἑκάστης βουλευτικῆς περιόδου καὶ ἐφόσον διαρκεῖ ἡ περίοδος αὕτη, νὰ ἐκλέγῃ αὐτὴ ἕνα ἀριθμὸν γερουσιαστῶν κατὰ τὸ ἀναλογικὸν σύστημα, ἀνάλογον τῆς εἰς βουλευτὰς δυνάμεως ἑκάστου κόμματος. Θὰ παρέχωνται οὕτως εἰς τὰ κόμματα δύο τρόποι δυνατοτήτων νὰ ἐξασφαλίζουν εἰς ὡρισμένα μέλη τῶν κομμάτων θέσεις εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Γερουσίαν, εἰς τρόπον ὥστε διττῶς—διὰ τῆς ἀναλογικῆς ἐκλογῆς ἀφ’ ἑνὸς καὶ ἀφ’ ἑτέρου διὰ τῆς ἐκλογῆς γερουσιαστῶν ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς—θὰ ἐξασφαλίζηται διὰ τὸν δημόσιον βίον ἐπαρκὴς ἀριθμὸς ἐπιστημονικῶς μορφωμένων ἀνθρώπων εἰς τὴν πολιτικὴν ἐπιστήμην, ἐπιστημονικῶς μορφωμένων ἀνθρώπων εἰς τὰ δημόσια πράγματα. Εἶναι περιττὸν νὰ ἀσχοληθῶ εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ μεγάλου πλεονεκτήματος, τὸ ὁποῖον ἔχει τοῦτο εἰς τὸ σύνολον τῆς Πολιτείας. Ἂν εἶναι δυνατὸν οἱ θεσμοὶ νὰ ἐξασφαλίζουν ἀφ’ ἑνὸς καλὴν διοίκησιν καὶ ἀφ’ ἑτέρου κατὰ τὸ δυνατὸν καλὴν νομοθεσίαν, εἶναι εὐνόητον πόσον θὰ προαχθοῦν τὰ δημόσια πράγματα. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν πρόνοιαν τῆς καλῆς διοικήσεως καὶ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911 προέβλεψε καὶ τὸ Σύνταγμα τὸ ὁποῖον θὰ προέλθῃ ἐκ τῆς σημερινῆς Συνελεύσεως προβλέπει, διὰ τὴν ἵδρυσιν τοῦ θεσμοῦ τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας ὡς ἀνωτάτου δικαστηρίου, ἀσκοῦντος τὸ ἔνδικον μέσον ἀκυρώσεως τῶν διοικητικῶν πράξεων δι’ ὑπέρβασιν ἐξουσίας. Ἂν ἐπιτύχῃ ὁ θεσμὸς τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, θὰ ἐπέλθῃ μία τοιαύτη βελτίωσις εἰς τὰ τῆς διοικήσεως, ὅση εἶναι δυνατὸν ἀνθρωπίνως νὰ προέλθῃ. Ἂν διὰ τῆς καθιερώσεως τῆς ἀναλογικῆς ἐκλογῆς καὶ τῆς ἐκλογῆς τῶν γερουσιαστῶν ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἐξασφαλίσωμεν καὶ ὡρισμένα ἄτομα εἰς τὸν δημόσιον βίον διὰ πάντοτε, ἐλπίζω ὅτι καὶ ἀπὸ ἀπόψεως νομοθετικῆς θὰ ἐπέλθῃ ἀνάλογος βελτίωσις κοινῶν. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, ἂν καθορίσωμεν αὐστηρῶς τὴν ἀρχὴν τῆς διαφόρου συνθέσεως τῆς Γερουσίας ἀπὸ τῆς Βουλῆς, τὸ νέον Ἑλληνικὸν Κοινοβούλιον ὑπὸ τὴν διαδικὴν αὐτοῦ μορφὴν θὰ παρουσιάζῃ ἓν ἑνιαῖον ὅλον ἁρμονικὸν καὶ κατὰ τὸ ἀνθρωπίνως δυνατὸν τέλειον. Καὶ τοῦτο, ὅταν εἰς τὴν ἀριθμητικὴν δύναμιν τοῦ ἀριθμοῦ, ἡ ὁποία θὰ ἐκπροσωπῆται εἰς τὴν Βουλήν, θὰ ἀντιτάξωμεν ὡς ἀντίρροπον ἓν σύνολον ἐκπροσωπήσεως τὴν δύναμιν τῶν κοινωνικῶν ὁμάδων ἐκπροσωπουμένων ἐξ ὅλων τῶν στοιχείων τὰ ὁποῖα θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ δράσουν ἐπωφελῶς, καὶ ἐκ τῆς τοιαύτης συνθέσεως ἀπεκδεχόμεθα τὰ δυνατῶς ἀνθρωπίνως ἀγαθὰ ἀποτελέσματα. (Χειροκροτήματα).
§195ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Ἀλεξανδρῆς ἔχει τὸν λόγον.
§196Π. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Ἡ παρατήρησις, κύριοι συνάδελφοι, τὴν ὁποίαν ἐπροτίμησα νὰ φέρω ὑπὸ τύπον τροπολογίας ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 35, μὲ ἔφερεν ἐπὶ τὸ βῆμα τοῦτο. Ἡ τροπολογία αὐτὴ ἀφορᾷ διαγραφὴν τῆς τελευταίας παραγράφου τοῦ ἄρθρου 35 τοῦ σχεδίου Συντάγματος, καθ’ ἣν (ἀναγινώσκει): «Εἴκοσιν ἐκ τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν βουλευτῶν ἐκλέγονται ὑπὸ τῶν ἐπαγγελματικῶν ὀργανώσεων.... κλπ.». Τὴν τροπολογίαν ταύτην θὰ ἀναπτύξω μετ’ ὀλίγον, ἀλλὰ πρὸ ταύτης θὰ παρακαλέσω νὰ μοὶ κάμητε τὴν τιμὴν νὰ μὲ ἀκούσητε ἀναπτύσσοντα τὸ συζητούμενον οὐσιωδέστατον κεφάλαιον τοῦ θεσμοῦ τῆς Γερουσίας, τὸ ἀφορῶν τὴν συγκρότησιν τῆς Γερουσίας. Διὰ νὰ ἀποδείξω, κύριοι, τὸ βάσιμον τῆς τροπολογίας, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἀνατρέξω εἰς τὰ διάφορα συστήματα ἐκλογῆς τῶν γερουσιαστῶν, τὰ ὁποῖα κρατοῦν καὶ εἰς τὴν Εὐρώπην, καθόσον γνωρίζω, καὶ εἰς τὰς Ἡνωμένας Πολιτείας, δι’ ὧν θὰ ἀποδείξω τὸ βάσιμον τῆς τροπολογίας καὶ τὸ προτιμώτερον σύστημα διὰ τὴν ἐκλογὴν τῶν γερουσιαστῶν. Τὰ συστήματα ταῦτα συνοψίζονται εἰς τέσσαρα: Πρῶτον τὸ σύστημα τὸ αἱρετὸν διὰ τῆς καθολικῆς ψηφοφορίας. Τὸ σύστημα τοῦτο ἐφαρμόζεται εἰς τὰ Κράτη ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀνέκυψαν ἐκ τῶν τυχῶν τοῦ πολέμου, εἰς τὰς νέας Δημοκρατίας τῆς Τσεχοσλοβακίας, τῆς Πολωνίας κλπ. Τὸ σύστημα τὸ αἱρετὸν τῆς δι’ ἐμμέσου ἐκλογῆς. Τὸ σύστημα τοῦτο κρατεῖ εἰς τὰ περισσότερα τῶν Κρατῶν καὶ εἰς τὰς Ἡνωμένας Πολιτείας. Τὸ σύστημα δηλαδὴ αὐτὸ κρατεῖ εἰς τὴν Γαλλίαν, εἰς τὴν Σουηδίαν, εἰς τὴν Ὁλλανδίαν, εἰς τὸ Βέλγιον, εἰς τὴν Αὐστρίαν καὶ εἰς τὰς Ἡνωμένας Πολιτείας, εἰς τὰς ὁποίας σχηματίζεται ἡ Γερουσία ἐκ δύο ἀντιπροσώπων ἐξ ἑκάστης Πολιτείας, ἐκλεγομένων παρὰ τοῦ νομοθετικοῦ Σώματος ἑκάστης Πολιτείας καὶ ἀπαρτίζεται ἐκ 386 γερουσιαστῶν. Καὶ τὸ πρῶτον καὶ τὸ δεύτερον σύστημα τῆς ἐκλογῆς γερουσιαστῶν ἀνταποκρίνονται εἰς τὰ κοινοβουλευτικὰ πολιτεύματα ὡς κανών. Τρίτον σύστημα εἶναι τὸ μικτόν, εἰσαχθὲν εἰς τὴν Ἱσπανίαν καὶ τὴν Δανιμαρκίαν. Κατ’ αὐτὸ εἰς μὲν τὴν Ἱσπανίαν ἡ Γερουσία ἀποτελεῖται ἐκ 360 μελῶν, ἐξ ὧν τὰ ἡμίση διορίζει ὁ Βασιλεὺς καὶ τὰ λοιπὰ ἐκλέγονται δι’ ἐμμέσου ψηφοφορίας. Εἰς δὲ τὴν Δανιμαρκίαν ἡ Γερουσία συνίσταται ἐξ 160 μελῶν, ἐξ ὧν 120 διορίζει ὁ Βασιλεὺς καὶ τὰ λοιπὰ ἐκλέγονται. Ἕτερον σύστημα εἶναι τὸ διὰ διορισμοῦ τῶν Γερουσιαστῶν ὑπὸ τοῦ Βασιλέως. Τὸ σύστημα τοῦτο ἰσχύει εἰς τὴν Ἰαπωνίαν, ὅπου τὸ Σῶμα τῶν Πατρικίων ἀποτελεῖται ἐκ μελῶν τῆς αὐτοκρατορικῆς οἰκογενείας καὶ τῶν εὐγενεστέρων οἰκογενειῶν, τὰ ὁποῖα διορίζονται παρὰ τοῦ Αὐτοκράτορος, καὶ ἐν Ἰταλίᾳ ὅπου ὁ Βασιλεὺς διορίζει τοὺς γερουσιαστὰς ἐκλέγων μεταξὺ τῶν διαφόρων κατηγοριῶν προσωπικοτήτων, στρατιωτικῶν, βιομηχάνων κλπ. Τέταρτον σύστημα εἶναι τὸ κληρονομικὸν ἰσχῦον εἰς μόνην τὴν Ἀγγλίαν, ὅπου ἡ Βουλὴ τῶν Λόρδων εἶναι κατὰ μέγα μέρος κληρονομική. Παρακάθηνται οἱ ἀρχηγοὶ τῶν μεγάλων οἰκογενειῶν δικαιωματικῶς ἀπὸ ἡλικίας 21 ἔτους. Τὸ σύστημα τοῦτο κρατεῖ ἐξ ἱστορικῶν παραδόσεων, πρὸς τὰς ὁποίας οἱ Ἄγγλοι ἔχουν στερρῶς. Καὶ τέλος τὸ Νορβηγικόν, τὸ ὁποῖον εἶναι ἰδιόρρυθμον καὶ κατὰ τὸ ὁποῖον ἐκλέγεται ἀριθμὸς βουλευτῶν ἴσος, πρὸς τὰς ἕδρας τῶν βουλευτῶν καὶ γερουσιαστῶν. Μετὰ τὴν ἐκλογὴν ταύτην γίνεται μεταξὺ τῶν βουλευτῶν ἐκλογὴ διὰ τοὺς γερουσιαστὰς διὰ μυστικῆς ψηφοφορίας. Αὐτὰ εἶναι τὰ συστήματα, τὰ ὁποῖα, ἐφόσον γνωρίζω, κρατοῦν εἰς τὰ Κράτη τῆς Εὐρώπης καὶ εἰς τὰς Ἡνωμένας Πολιτείας. Ὅλα τὰ συστήματα ταῦτα, ἐκτὸς τοῦ αἱρετοῦ, εἶναι συνδεδεμένα μὲ τὰ μοναρχικὰ πολιτεύματα καὶ εἶναι ἀποκρουστέα ἀπὸ τὴν πρόοδον τῶν φιλελευθέρων ἰδεῶν, ἀλλὰ καὶ ἐν γένει ἀπὸ τὴν ἐξέλιξιν τοῦ νεωτέρου πολιτικοῦ βίου καὶ ἀντιτίθενται πρὸς τὰ δημοκρατικὰ πολιτεύματα. Τὸ Νορβηγικὸν λοιπὸν ἔχει τὴν ἰδιορρυθμίαν αὐτὴν τῆς ἐκλογῆς τῶν γερουσιαστῶν, ἣν ἐξέθηκα, καὶ εἶναι καὶ τοῦτο αἱρετόν. Μετὰ τὴν ἀπόκρουσιν τῶν συστημάτων τούτων ἐναπομένει τὸ αἱρετόν, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ τὸν κανόνα δι’ ὅλα τὰ κοινοβουλευτικὰ πολιτεύματα. Τὸ αἱρετὸν διὰ τῆς καθολικότητος τῆς ψηφοφορίας βεβαίως ἀνταποκρίνεται καὶ εἰς τὰ δημοκρατικὰ πολιτεύματα καὶ βεβαίως ἔχει τὴν ἀρχὴν Ἑλληνικήν, διότι πρώτη ἡ Γερουσία τῆς Σπάρτης ἐφήρμοσε τὸ σύστημα τοῦτο τῆς καθολικῆς ψηφοφορίας. Ἀλλὰ προτιμῶ, κύριοι, τὸ διὰ τῆς ἐμμέσου ἐκλογῆς αἱρετόν, διότι εἶναι ἀπηλλαγμένον ὅλων τῶν ἐλαττωμάτων, τὰ ὁποῖα παρουσιάζει τὸ σύστημα τῆς καθολικῆς ψηφοφορίας, ἐλαττωμάτων συνοψιζομένων εἰς τὴν ἀναστάτωσιν τοῦ Κράτους, εἰς τὴν ἀπασχόλησιν τῶν κατοίκων καὶ ἀπομάκρυνσιν ἀπὸ τὰ ἔργα των, εἰς τὰς δαπάνας εἰς τὰς ὁποίας ὑποβάλλεται τὸ Κράτος καὶ ἐπὶ πλέον διότι εἰς τὴν ἐκλογὴν αὐτὴν βεβαίως τὰ πάθη ἐξάπτονται καὶ βεβαίως αἱ συγκρούσεις ἐπέρχονται. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον θεωρῶ προτιμητέαν τὴν δι’ ἐμμέσου ἐκλογῆς, ἐκλογὴν τῶν γερουσιαστῶν. Θεωρῶ δὲ προτιμώτερον τὸ πρῶτον σύστημα, διότι ἐκτὸς τῶν μειονεκτημάτων, τὰ ὁποῖα ἔχει ἡ καθολικὴ ψηφοφορία καὶ τὰ ὁποῖα σᾶς ἀνέφερα, παρουσιάζει τὸ μέγα προτέρημα ὅτι, ἄνδρες, καλύτεροι ἢ κρείττονες, οἱ ὁποῖοι ἐκλέγονται ἀπὸ τὸν λαὸν καὶ ἀντιπροσωπεύουν αὐτόν, πρόκειται νὰ ἐκλέξωσι τὸν ἀριθμὸν τῶν γερουσιαστῶν. Ἄνθρωποι ἔχοντες μόρφωσιν περισσοτέραν, κατὰ τεκμήριον, ἀπὸ τὸν λαόν, ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν ἐγκράτειαν παθῶν, ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι τέλος ἔχουσι κατὰ τεκμήριον τὸ προτέρημα μὲ ἡσυχίαν πνεύματος καὶ ἠρεμίαν ψυχῆς νὰ κρίνωσι καὶ ἐκλέξωσι τοὺς γερουσιαστὰς καὶ ἑπομένως ἡ ἐκλογὴ ἐκ μέρους τοιούτων ἀντιπροσώπων, ἀσφαλῶς θὰ εἶναι ἡ καλυτέρα, διότι αὐτοὶ θὰ εἶναι εἰς θέσιν νὰ κρίνωσι καὶ διακρίνωσι ποῖοι εἶναι οἱ κράτιστοι μεταξὺ τῶν ὑποψηφίων γερουσιαστῶν καὶ ἐκλέξωσι τούτους. Τὸ σύστημα δὲ τοῦτο ἀποτελεῖ καὶ τὴν ἀληθῆ διάκρισιν τῶν ἐξουσιῶν καὶ ἐπὶ πλέον, τὸ σπουδαιότερον, ἀσφαλίζει τὴν ἀνεξαρτησίαν τῶν γερουσιαστῶν. Διότι, ὅταν ἐκλέγωνται τοιουτοτρόπως οἱ γερουσιασταί, δὲν ἀναλαμβάνουν πολιτικὰς ὑποχρεώσεις καὶ δὲν τίθενται εἰς καμμίαν ἐξάρτησιν καὶ ρουσφετολογίαν. Διότι αὐτοὶ οἱ ὁποῖοι ἐκλέγουσι δὲν παρασύρονται εὐκόλως ὅπως παρασύρεται ὁ λαὸς ἀπὸ τὰ λαϊκὰ ρεύματα, ἀπὸ τὰ πάθη καὶ ἀκόμη ἀπὸ τὰς κομματικὰς πιέσεις. Τὸ σύστημα δὲ τοῦτο ἄλλως τε, κύριοι, κρατεῖ ὅπως σᾶς ἐξέθηκα εἰς τὰ μᾶλλον προηγμένα ἡμῶν Κράτη καὶ ἐλειτούργησεν εὐδοκίμως καὶ τελεσφόρως. Δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους προτιμῶ τὸ σύστημα τοῦτο καὶ κηρύσσομαι ὑπὲρ αὐτοῦ... Καὶ ἔρχομαι, κύριοι, εἰς τὴν τροπολογίαν, ἡ ὁποία κυρίως μὲ ἔφερεν ἐπὶ τοῦ βήματος καὶ ἡ ὁποία ἔχει, ὡς σᾶς τὴν ἐξέθεσα. Ἐν τῇ ἐπισκοπήσει τῶν συστημάτων πάντων τῶν κρατούντων διὰ τὴν ἐκλογὴν τῶν γερουσιαστῶν εἰς τὰ Κράτη τὰ ὁποῖα σᾶς ἀνέφερα, οὐδαμοῦ συνήντησα γερουσιαστὰς ἐκλεγομένους ὑπὸ ἐπαγγελματικῶν ὀργανώσεων. Ἄλλως τε δὲν βλέπω, κύριοι, τὸν λόγον, διὰ τὸν ὁποῖον θέλαμεν νὰ καινοτομήσωμεν καὶ δὲν βλέπω τὸν λόγον διὰ τὸν ὁποῖον θέλομεν νὰ δημιουργήσωμεν προνομίας καὶ προνομίας διπλᾶς, περὶ τῶν ὁποίων ἀμέσως θὰ κάμω λόγον. Ἐνῷ βλέπομεν, διὰ τῆς καθολικῆς ψηφοφορίας, εὐχαρίστως μεταξὺ ἡμῶν παρακαθημένους πολλοὺς ἀξιοτίμους καὶ διαπρεπεῖς συναδέλφους, ἀντιπροσωπεύοντας καὶ τὰ γράμματα καὶ τὸ ἐμπόριον καὶ τὴν βιομηχανίαν καὶ τὴν ναυτιλίαν καὶ τὸν στρατὸν καὶ τὴν δικαιοσύνην καὶ τὴν γεωργίαν καὶ τὴν διπλωματίαν’ περισσοτέρους ὅμως ἀσφαλῶς ἀντιπροσώπους τῶν ἐν λόγῳ ὀργανώσεων θὰ ἔχωμεν διὰ τῆς ἐμμέσου ψηφοφορίας, καθ’ ἣν ἐκλέκτορες θὰ εἶναι οἱ κράτιστοι τῶν ἐκλογέων καὶ ἐκλεκτοὶ τοῦ λαοῦ. Δὲν βλέπω τὸν λόγον διὰ τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ καινοτομήσωμεν καὶ νὰ θεσπίσωμεν ἐκλογὴν τῶν γερουσιαστῶν ὑπὸ τῶν ἐπαγγελματικῶν ὀργανώσεων, τὰς ὁποίας οὔτε κἄν ἄλλως ἔχομεν. Καὶ ἔρχομαι, κύριοι, εἰς τὰς προνομίας, περὶ ὧν ἔκαμα λόγον. Καὶ πρῶτον οἱ ὀλίγοι θὰ ἐκλέγωσιν ἀριθμὸν γερουσιαστῶν μεγαλύτερον εἰς βάρος τῶν πολλῶν, τῶν ὁποίων τὸ δικαίωμα θὰ περιορισθῇ καὶ θὰ περιορισθῇ κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε δὲν θὰ ἐκλέγωσιν ἀνάλογον ἀριθμὸν γερουσιαστῶν πρὸς τὸν ἀριθμὸν τοῦ πληθυσμοῦ. Δεύτερον, ἐκτὸς αὐτοῦ, οἱ ἀνήκοντες εἰς τὰς ἐπαγγελματικὰς ὀργανώσεις θὰ ἀσκήσωσι δὶς τὸ δικαίωμα τῆς ἐκλογῆς γερουσιαστῶν καὶ θὰ τὸ ἐνασκήσωσι τὸ δικαίωμα αὐτὸ δίς, διότι αὐτοὶ θὰ ἐκλέξουν τοὺς δημάρχους, τοὺς βουλευτάς, τὰ κοινοτικὰ συμβούλια, τὰ νομαρχιακὰ συμβούλια, τὰ ὁποῖα θὰ ἀναδείξουν τοὺς γερουσιαστάς. Δὲν δύνασθε δὲ νὰ τοὺς ἀποκλείσητε, δὲν δύνασθε νὰ τοὺς διαγράψητε ἐκ τῶν γενικῶν ἐκλογικῶν καταλόγων, διότι τὸ δικαίωμά των εἶναι ἀναφαίρετον, εἶναι ἐκ τοῦ Συντάγματος καθιερωμένον, αὐτὰ δὲ τὰ προνόμια ἀντίκεινται καὶ πρὸς τὰ δημοκρατικὰ πολιτεύματα καὶ πρὸς τὰς νεωτέρας ἰδέας. Ἀλλ’ ὡς ἐλέχθη, κύριοι, δὲν ἔχομεν ὀργανώσεις εἰμὴ ἐλαχίστας καὶ ἀναξίας λόγου, ἡ ὀργάνωσις δὲ τῶν ἐπαγγελματικῶν τάξεων ἀπαιτεῖ χρόνον μακρὸν καὶ δυσχερείας πολλάς, τὰ δὲ μέλη τῶν ὀργανώσεων αὐτῶν θὰ εἶναι τόσα, ὅσος περίπου εἶναι ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐκλογέων. Διότι διὰ τῆς εἰς ἄτοπον ἀπαγωγῆς θὰ φθάσωμεν εἰς τὴν ἀπόκρουσιν τῆς ἐκλογῆς γερουσιαστῶν ὑπὸ τῶν ὀργανώσεων αὐτῶν. Κατά τινα στατιστικὴν παλαιοτέραν, τὸ Κράτος μας ἀποτελεῖται κατὰ 80% ἀπὸ γεωργοὺς καὶ κτηνοτρόφους, ἑπομένως ὅλος ὁ ἐκλογικὸς Σύλλογος εἶναι γεωργικός, ἐπαγγελματικὸς δὲ κατὰ 20%. Ἀλλὰ πέρα τούτου ὁ πολιτικὸς πρέπει, θεσπίζων νὰ λαμβάνῃ ὑπ’ ὄψει τὰς ἐνεστώσας περιστάσεις διὰ νὰ κρίνῃ ἀσφαλῶς. Ἡ ἐνεστῶσα κατάστασις, λέγω, ὅτι ἐπιβάλλει τὴν ταχίστην ἐνέργειαν βουλευτικῶν ἐκλογῶν διὰ νὰ ἀποκαταθῇ ἡ γαλήνη εἰς τὴν Χώραν καὶ νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὸν ὁμαλὸν πολιτικὸν βίον. Διὰ τῶν διπλῶν καταλόγων, οἱ ὁποῖοι θὰ ἀπαιτηθοῦν, διότι πρέπει νὰ γίνουν κατάλογοι τῶν ὀργανώσεων τούτων εἰδικοί, βεβαίως θὰ παρέλθῃ χρόνος πολὺς καὶ ὁ χρόνος ὁ πολὺς δὲν ἐνδείκνυται ἀπὸ τὰς παρούσας περιστάσεις. Δι’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους πιστεύω ὅτι ἡ Συνέλευσις θὰ ἀποδεχθῇ τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω ὑπὸ τὴν κρίσιν αὐτῆς.
§197ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συναινεῖ ἡ Συνέλευσις νὰ διακοπῇ ἡ ἐπὶ τοῦ Συντάγματος συζήτησις;
§198ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Μάλιστα. Μάλιστα.
§199ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συναινέσει τῆς Συνελεύσεως διακόπτεται ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ Συντάγματος. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς Νομοθετικῆς Ἐργασίας. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως καὶ καταργήσεως φορολογικῶν τινων νόμων». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον).
§200Γ. ΜΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 9 τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως, κ. Πρόεδρε, εἶναι κατ’ ἀρχήν.
§201Γ. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ἐγὼ ἔχω ἀντίρρησιν. Διαμαρτύρομαι διὰ τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον ψηφίζονται τὰ νομοσχέδια παρόντων μόνον 30 πληρεξουσίων, χωρὶς νὰ γνωρίζωμεν κἄν ποῖα εἶναι τὰ νομοσχέδια αὐτά, τὰ ὁποῖα ψηφίζονται.
§202ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Νὰ λυθῇ ἡ συνεδρίασις, κ. Πρόεδρε.
§203ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις διὰ νὰ ἐπαναληφθῇ αὕτη αὔριον τῇ 5ῃ μ. μ. (Ὥρα 9.20′ μ. μ.)