1925.05.14
2,265 rows · 17,904 words · 181 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 182
Πέμπτη 14 Μαΐου 1925
Προεδρία Κ. Ρακτιβάν
(Ὥρᾳ 5.30′ μ. μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Νὰ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. (Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Συνέλευσιν τὰ ἑξῆς: — Αἱ φιλελεύθεραι δημοκρατικαὶ ὀργανώσεις Ἀθηνῶν– Πειραιῶς καὶ περιχώρων ἀποστέλλουσι μελέτην τοῦ ἰατροῦ Ἠλία Καλλιστράτου «περὶ Ἐθνικοῦ Λαχείου». — Ὁ Γεώργιος Κριτσιβανόπουλος, τέως ὑπολοχαγὸς τοῦ οἰκονομικοῦ Σώματος, παρακαλεῖ ὅπως τῷ χορηγηθῇ σύνταξις λοχαγοῦ. — Ἡ ἐν Ἀθήναις Πανελλήνιος Ὀδοντοϊατρικὴ Ἑταιρεία παρακαλεῖ ὅπως τὸ φορολογικὸν ποσοστὸν τοῦ νόμου 1640 μειωθῇ διὰ τοὺς ὀδοντοϊατροὺς εἰς τὸ ἐλάχιστον ὅριον. — Ὁ Δῆμος Βρατσάνος, κατασκευαστὴς κινηματογραφικῶν ταινιῶν, παρακαλεῖ ὅπως ἡ πρώτη ταινία, ἥτις θὰ προβληθῇ ἐν τῷ κινηματογράφῳ Σπλέντιτ, ἀπαλλαγῇ τοῦ φόρου τῶν δημοσίων θεαμάτων. — Οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου Χασιᾶς τῆς Ἀττικῆς παρακαλοῦσιν ὅπως ἐπιτραπῇ εἰς αὐτοὺς ἡ ἀτελὴς ξύλευσις. — Οἱ Νικόλαος Παπακωνσταντίνου καὶ Ἀδαμ. Δαλικούρας, ἀνάπηροι πολέμου, κάτοχοι τοῦ ἐπὶ τῶν ὁδῶν Πανεπιστημίου καὶ Πατησίων περιπτέρου, παρακαλοῦσιν ὅπως ἀνασταλῇ ἡ διαταγὴ τῆς Ἀστυνομίας Πόλεων περὶ μεταφορᾶς τοῦ περιπτέρου των. — Τὸ Σωματεῖον σιγαροποιῶν Ἰωαννίνων παρακαλεῖ ὅπως ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀποζημιώσεώς των. — Οἱ πρόσφυγες Σερβίων ζητοῦσι τὴν ἄμεσον ἀκύρωσιν τῶν ἐκδοθεισῶν ἀποφάσεων τῆς Ἐπιτροπῆς Κοζάνης. — Οἱ φορολογούμενοι Αἰγίνης παρακαλοῦσιν ὅπως διαταχθῇ ἡ ἀναθεώρησις τοῦ φορολογικοῦ καταλόγου γεωργικῶν προσόδων τοῦ ἔτους 1923. — Τὸ κοινοτικὸν συμβούλιον Σκουτάρου Λέσβου ὑποβάλλει ψήφισμα διαμαρτυρίας διὰ τὴν καταπάτησιν τῶν δικαιωμάτων τῆς κοινότητος Σκουτάρου ἐπὶ τοῦ τσιφλικίου τοῦ Χατζῆ Νουμὰν Ἀγᾶ. — Οἱ ἔκτακτοι ὑπάλληλοι τῶν Τ.Τ.Τ. Πατρῶν παρακαλοῦσιν ὅπως προταχθῇ ἡ ψήφισις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τῆς αὐξήσεως τῆς ἀποζημιώσεώς των. — Τὸ Ἐργατικὸν Κέντρον Πύργου αἰτεῖται τὴν ἄμεσον λύσιν τοῦ σιγαροποιητικοῦ ζητήματος διὰ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ σχετικοῦ νομοσχεδίου. — Ἡ κοινότης Ὀρφανίου παρακαλεῖ ὅπως υἱοθετήσῃ ἡ Κυβέρνησις τὰ αἰτήματα τοῦ καπνοπαραγωγικοῦ Συνεδρίου Δράμας. — Οἱ ἱερεῖς τῆς ἐπαρχίας Καρδαμύλου ζητοῦσι τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ ἐνοριακοῦ νόμου. — Οἱ Ἀθ. Γκαβᾶς καὶ Κ. Σταματόπουλος ζητοῦσι τὴν κατασκευὴν τῆς γεφύρας Ἀλφειοῦ. — Ὁ πρόεδρος τῆς κοινότητος Ἀγουλινίτσης παρακαλεῖ ὅπως τὸ Κράτος προβῇ εἰς τὴν Ἀγορὰν σταφιδοκάρπου. Οἱ σταφιδοπαραγωγοὶ Ἠλείας–Ὀλυμπίας παρακαλοῦσιν ὅπως λυθῇ τὸ σταφιδικὸν ζήτημα. — Ὁ Σύλλογος εἰσαγωγικοῦ ἐμπορίου Πατρῶν παρακαλεῖ ὅπως ληφθῶσι μέτρα μέλλοντα νὰ ἀποτρέψωσι τὰς περαιτέρω καταστροφὰς συνεπείᾳ τῆς σταφιδικῆς κρίσεως. — Ἡ ἐκτελεστικὴ Ἐπιτροπὴ τοῦ Γʹ Παμπροσφυγικοῦ Συνεδρίου αἰτεῖται ὅπως ἐπιτραπῇ ἡ συγκρότησις προσφυγικοῦ συλλαλητηρίου. — Ἡ Ἕνωσις γεωργικοῦ συνεταιρισμοῦ Διδυμοτείχου αἰτεῖται τὴν ἄμεσον ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου «περὶ καταργήσεως τῆς δεκάτης. — Τὸ Καπνεργατικὸν Κέντρον Βόλου διαμαρτύρεται διὰ τὴν μὴ εἰσέτι ἐπίλυσιν τῶν καπνεργατικῶν ζητημάτων. — Τὸ Σωματεῖον σιγαροποιῶν Μυτιλήνης παρακαλεῖ ὅπως ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ ἱδρύσεως ταμείου συντάξεως τῶν ἀπολυθέντων σιγαροποιῶν. — Ἡ Ὁμοσπονδία τῶν ἰδιωτικῶν ὑπαλλήλων τῆς Ἑλλάδος ὑποβάλλει ὑπόμνημα σχετικὸν μὲ τὴν κρατικοποίησιν τοῦ θεραπευτηρίου «Εὐαγγελισμός». — Τὸ Σωματεῖον ἁμαξηλατῶν Θεσσαλονίκης παρακαλεῖ ὅπως ληφθῶσι προστατευτικὰ ὑπὲρ αὐτῶν μέτρα. — Ὁ Βασίλειος Ἀντωνίου τέως πρόεδρος τῆς Πανευβοϊκῆς Φιλοπτώχου Ἑταιρείας, ὑποβάλλει πρότασιν νόμου «περὶ ἐγκρίσεως τοῦ καταστατικοῦ τῆς ἐν λόγῳ Ἑταιρείας». — Ἡ Πανελλήνιος Ὁμοσπονδία τῶν σιδηροδρομικῶν ὑποβάλλει ὑπόμνημα περὶ ἐπαναφορᾶς τῶν ἀπολυθέντων σιδηροδρομικῶν. — Ὁ πρόεδρος τοῦ Ἐμπορικοῦ Συλλόγου Μουζακίου παρακαλεῖ ὅπως ληφθῶσι προληπτικὰ μέτρα ὑπὲρ τῆς κωμοπόλεως ἀπειλουμένης ἐκ πλημμύρας τοῦ ποταμοῦ Παμίσσου. — Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κ. Κ. Γκότσης ὑποβάλλει σχέδιον νόμου «περὶ καταργήσεως τελωνειακῶν νόμων καὶ παροχῆς πιστώσεως πρὸς ἀνέγερσιν τελωνειακοῦ καταστήματος Γυθείου». — Ὁ πληρεξούσιος κ. Α. Μάρκου ὑποβάλλει τροπολογίας: 1) ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συστάσεως Συμβουλίου πρὸς ἐπαναφορὰν ἐν τῷ Π. Ναυτικῷ ἀξιωματικῶν καὶ ἀρχικελευστῶν ἀπομακρυνθέντων, ἀπὸ 1ην Νοεμβρίου 1920» καὶ 2) ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ μεταρρυθμίσεως διατάξεών τινων τοῦ νόμου ΡΠʹ τῆς 5 Ἰουλ. 1851 περὶ δικαστικῶν διακοπῶν». — Ὁ πληρεξούσιος κ. Σ. Χατζηγάκης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀναθεωρήσεως τῶν ἐκλογικῶν καταλόγων». — Ὁ πληρεξούσιος κ. Ε. Βελλιανίτης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συμπληρώσεως τῆς Ἐμπορικῆς Ἐπαιδεύσεως». — Ὁ πληρεξούσιος κ. Σ. Θεοδωρόπουλος ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συμπληρώσεως τῆς Ἐμπορικῆς Ἐκπαιδεύσεως». — Ὁ πληρεξούσιος κ. Π. Ζωγράφος ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ προσθέτου ἀμοιβῆς τῶν ἐν Θράκῃ δικαστικῶν ὑπαλλήλων». — Οἱ πληρεξούσιοι κ. κ. Σ. Κρεμεζῆς καὶ Π. Μερλόπουλος ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ βελτιώσεως θέσεως ἀναπήρων καὶ ἀνικάνων ὑπαξιωματικῶν χωροφυλακῆς καταστάντων τοιούτων κλπ».
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ συνάδελφος κ. Γ. Σολδᾶτος, γραμματεὺς τῆς Συνελεύσεως, μοὶ ἀπηύθυνε τὴν ἑξῆς ἐπιστολὴν (ἀναγινώσκει): «Ἕνεκα τῆς ἐγερθείσης ἀμφιβολίας ἐν τῇ Συνελεύσει περὶ τοῦ συμβιβασμοῦ ἢ μὴ τῆς θέσεως τοῦ γραμματέως τῆς Συνελεύσεως μὲ τὴν ἰδιότητα τοῦ γενικοῦ διευθυντοῦ τοῦ Πολιτικοῦ Γραφείου, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω τὴν παραίτησίν μου ἀπὸ τῆς θέσεως τοῦ γραμματέως τῆς Συνελεύσεως, παρακαλῶ δὲ ὑμᾶς ὅπως εὐαρεστούμενος εἰσηγηθῆτε εἰς τὴν Συνέλευσιν τὴν ἀποδοχὴν ταύτης. Δέξασθε, κ. Πρόεδρε, τὴν ἔκφρασιν τῆς ἐξαιρέτου πρὸς ὑμᾶς ἐκτιμήσεως. Μετὰ τιμῆς. Γ. Σολδᾶτος, πληρεξούσιος Λευκάδος». Ἔχω τὴν ὑποχρέωσιν νὰ δηλώσω ὡς Πρόεδρος τῆς Συνελεύσεως ὅτι ἡ συνεργασία τοῦ κ. συναδέλφου εἰς τὸ Προεδρεῖον ὑπῆρξε πράγματι πολύτιμος, οὐ μόνον διὰ τὴν φιλεργίαν καὶ διὰ τὴν πεῖράν του, ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν εὐσυνείδητον ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων του. Ἀλλ’ ἀφοῦ νομίζει ὅτι δὲν πρέπει νὰ παραμείνῃ ὡς γραμματεύς, ἕνεκα τοῦ λόγου τὸν ὁποῖον προβάλλει καὶ ὅστις μαρτυρεῖ ἐπίσης τὴν εὐαισθησίαν αὐτοῦ, δύναται ἡ Συνέλευσις κατὰ τὴν μετ’ ὀλίγον γενησομένην ἐκλογὴν ἀντιπροέδρου καὶ κοσμήτορος νὰ προβῇ καὶ εἰς ἐκλογὴν γραμματέως.
§4ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Δεκτή, δεκτή.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς Συντακτικῆς καὶ Νομοθετικῆς Ἐργασίας. Πρῶτον ἀντικείμενον εἶναι ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ Συντάγματος, ἀρχομένη ἀπὸ τοῦ 19ου ἄρθρου. Ἡ συνταγματικὴ Ἐπιτροπὴ κατέθηκεν ἔκθεσιν ἀφορῶσαν τὴν προσθήκην, ἡ ὁποία ὑπεβλήθη ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 19, καθ’ ἣν οἱ ἔμμισθοι δημόσιοι ὑπάλληλοι δύνανται νὰ ἐκτεθῶσιν εἰς τὴν περιφέρειαν, εἰς τὴν ὁποίαν ὑπηρέτησαν. Ἡ πρότασις ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Οἱ ἔμμισθοι δημόσιοι ὑπάλληλοι καὶ στρατιωτικοὶ δὲν δύνανται νὰ ἀνακηρυχθῶσιν ὡς ὑποψήφιοι βουλευταὶ εἰς τὴν περιφέρειαν εἰς τὴν ὁποίαν ὑπηρέτησαν κατὰ τὴν πρὸ τῆς ἐκλογῆς βουλευτικὴν περίοδον». Ἀσχέτως τοῦ ἀσυμβιβάστου καὶ τῆς παραιτήσεως, ἡ ὁποία ἐπιβάλλεται εἰς τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους, προστίθεται δι’ αὐτοὺς καὶ ὁ ἀνωτέρω περιορισμός, νὰ μὴ δύνανται νὰ ἐκτεθῶσιν εἰς τὴν περιφέρειαν εἰς ἣν τελευταίως ὑπηρέτησαν. Ἀποδέχεται ἡ Συνέλευσις τὴν τροποποίησιν ταύτην;
§6ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Συνέλευσις ἀπεδέχθη τὴν τροπολογίαν. Παρακαλεῖται ὁ κ. γραμματεὺς ὅπως ἀναγνώσῃ τὸ ἄρθρον.
§8ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. Ἄρθρον 19ον (ἀναγινώσκει): «Ἔμμισθοι δημόσιοι ὑπάλληλοι, στρατιωτικοί, ἐν ἐνεργείᾳ δήμαρχοι, δὲν δύνανται νὰ ἀνακηρυχθοῦν ὑποψήφιοι βουλευταί, ἐὰν δὲν παραιτηθοῦν πρὸ τῆς ἀνακηρύξεως τῶν ὑποψηφίων. Οἱ ἔμμισθοι δημόσιοι ὑπάλληλοι καὶ στρατιωτικοὶ δὲν δύνανται νὰ ἀνακηρυχθῶσιν ὡς ὑποψήφιοι βουλευταὶ εἰς τὴν περιφέρειαν εἰς τὴν ὁποίαν ὑπηρέτησαν κατὰ τὴν πρὸ τῆς ἐκλογῆς βουλευτικὴν περίοδον. Τὰ καθήκοντα τοῦ βουλευτοῦ εἶναι ἀσυμβίβαστα πρὸς τὰ ἔργα τοῦ διευθυντοῦ ἢ ἄλλου ἀντιπροσώπου διοικητικοῦ ἢ ἐμμίσθου νομικοῦ συμβούλου καὶ ὑπαλλήλου ἐμπορικῶν Ἑταιρειῶν ἢ ἐπιχειρήσεων, ἀπολαυουσῶν εἰδικῶν προνομίων ἢ τακτικῆς ἐπιχορηγήσεως δυνάμει εἰδικῶν νόμων. Οἱ διατελοῦντες εἰς τινα τῶν κατηγοριῶν τούτων ὀφείλουν, ἐντὸς ὀκτὼ ἡμερῶν ἀπὸ τῆς ἐπικυρώσεως τῆς ἐκλογῆς αὐτῶν, νὰ δηλώσουν ἐπιλογὴν μεταξὺ τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος καὶ τῶν ὡς ἄνω ἔργων. Ἐν παραλείψει δὲ τοιαύτης δηλώσεως, ἐκπίπτουν αὐτοδικαίως τοῦ ἀξιώματος τοῦ βουλευτοῦ. Νόμος δύναται νὰ καθιερώσῃ τὸ ἀσυμβίβαστον τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος καὶ πρὸς ἕτερα ἔργα. Βουλευταί, ἀποδεχόμενοι οἱονδήποτε τῶν ἐν τῷ ἄρθρῳ ἀναφερομένων καθηκόντων ἢ ἔργων, ἐκπίπτουν αὐτοδικαίως τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος. Ἡ ἀπὸ τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος παραίτησις εἶναι δικαίωμα τοῦ βουλευτοῦ». (Γίνεται δεκτὸν τὸ 19ον ἄρθρον).
§9Σ. ΓΟΝΑΤΑΣ. Τὸ ψηφισθὲν ἄρθρον 19 περιλαμβάνει ὡς τελευταίαν παράγραφον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον περιελάμβανε καὶ ἡ παλαιὰ διάταξις τοῦ ἰσχύοντος Συντάγματος, ὅτι δηλαδὴ (ἀναγινώσκει): «Ἡ ἀπὸ τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος παραίτησις εἶναι δικαίωμα τοῦ βουλευτοῦ». Ἤθελον νὰ παρακαλέσω τὴν Συνέλευσιν νὰ δεχθῇ, ὅπως ἡ διάταξις αὕτη ἰσχύσῃ ἀφ’ ἧς ἐψηφίσθη.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ διάταξις αὕτη, ἰσχύουσα ἤδη καὶ κατὰ τὸ παλαιὸν Σύνταγμα, ἀφορᾷ βεβαίως τὴν Βουλήν, ὡς καὶ ἡ σήμερον ψηφιζομένη. Ὥστε, ἂν θέλητε, δέον νὰ δεχθῇ ἤδη ἡ Συνέλευσις ὅτι ἡ διάταξις αὕτη ἰσχύει καὶ διὰ τὰ μέλη τῆς παρούσης Συνελεύσεως.
§11Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἂς ψηφισθῇ, κ. Πρόεδρε, ἂν καὶ δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι καὶ ἄνευ τῆς ἑρμηνείας ταύτης ἰσχύει καὶ διὰ τὰ μέλη τῆς παρούσης Συνελεύσεως.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀμφιβολία. Ἐγὼ τοὐλάχιστον εἶχον ἀμφιβολίαν, καὶ ἡ πρακτικὴ τῆς Συνελεύσεως μέχρι τοῦδε ὑπῆρξε διάφορος. Ὥστε γίνεται δεκτὴ ἡ πρότασις αὕτη τοῦ κ. Γονατᾶ καὶ θὰ ἀναγραφῇ εἰς τὰ πρακτικὰ ὡς ἀπόφασις τῆς Συνελεύσεως. Προχωροῦμεν εἰς τὸ 24ον ἄρθρον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου εἶχε λήξει ἡ συζήτησις καὶ παρεπέμφθη εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν πρὸς διατύπωσιν συμπληρωματικῆς προτάσεως τοῦ πληρεξουσίου κ. Κιαγιᾶ. Τὸ ἄρθρον 24 λέγει (ἀναγινώσκει): «Ἡ Βουλὴ συνέρχεται αὐτοδικαίως κατ’ ἔτος τὴν 1ην τοῦ μηνὸς Ὀκτωβρίου εἰς τακτικὴν σύνοδον, ἐκτὸς ἐὰν ὁ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας συγκαλέσῃ αὐτὴν πρότερον». Ἤδη κατὰ τὴν πρότασιν προστίθεται «ἢ ζητήσῃ τοῦτο τὸ ἥμισυ τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν βουλευτῶν». Δέχεται ἡ Συνέλευσις τὴν τροπολογίαν αὐτήν;
§13ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ τροπολογία ἐγένετο δεκτή. Παρακαλεῖται ὁ κ. γραμματεὺς νὰ ἀναγνώσῃ τὸ ἄρθρον 24.
§15ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. Ἄρθρον 24ον (ἀναγινώσκει): «Ἡ Βουλὴ συνέρχεται αὐτοδικαίως κατ’ ἔτος τὴν 1ην τοῦ μηνὸς Ὀκτωβρίου εἰς τακτικὴν σύνοδον, ἐκτὸς ἐὰν ὁ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας συγκαλέσῃ αὐτὴν πρότερον ἢ ζητήσῃ τοῦτο τὸ ἥμισυ τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν βουλευτῶν. Ἡ διάρκεια ἑκάστης τακτικῆς συνόδου δὲν δύναται νὰ εἶναι βραχυτέρα τῶν τριῶν μηνῶν, εἰς οὓς δὲν λογίζεται ὁ χρόνος τῆς ἀναστολῆς».
§16Δ. ΚΑΛΚΑΝΔΗΣ. Ὑπάρχει μία ἀσάφεια.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεμία ὑπάρχει ἀσάφεια. Ἡ τακτικὴ σύνοδος ἄρχεται τὴν 1ην Ὀκτωβρίου, ταχύτερον δύναται νὰ καλέσῃ αὐτὴν ὁ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας, κατὰ τὴν πρότασιν δὲ δύναται νὰ κληθῇ ταχύτερον, ἂν ζητήσῃ τοῦτο καὶ τὸ ἥμισυ τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν βουλευτῶν.
§18ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Δεκτόν, δεκτόν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ 24ον ἄρθρον).
§19Γ. ΜΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Αἱ τροπολογίαι δὲν τίθενται ἐντὸς τοῦ ἄρθρου. Ὕστερον ἀναγινώσκονται.
§20Δ. ΚΑΛΚΑΝΔΗΣ. Ἐφόσον αἱ τροπολογίαι ὑποβάλλονται ἐγκαίρως. Αὐτὴ ἡ τροπολογία ἔχει κατατεθῆ ἀπὸ τὴν 4ην Ἀπριλίου.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αἱ τροπολογίαι αἱ ὑποβαλλόμεναι πρὸ τῆς ψηφίσεως ἑνὸς ἄρθρου ἐκτυποῦνται παραπλεύρως τοῦ κειμένου τοῦ σχεδίου τῆς Ἐπιτροπῆς. Ἀλλ’ ἂν κατὰ τὴν συζήτησιν καὶ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ ἄρθρου ὑποβληθῇ νέα τροπολογία, ἡ ὁποία γίνεται δεκτή, δὲν ὑπάρχει καιρὸς πλέον νὰ ἐκτυπωθῇ εἰς τὸ ὡς ἄνω σχέδιον, ἐκτυποῦται ὅμως εἰς ἰδιαίτερον φύλλον. Τώρα συνεχίζεται ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 32, διότι ἀκόμη ἡ συνταγματικὴ Ἐπιτροπὴ δὲν κατέθηκε τὴν ἔκθεσίν της ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἄρθρον 27 καὶ ὅσον ἀφορᾷ τὸ δεύτερον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 31, τὸ ὁποῖον ἀπεφασίσθη νὰ γίνῃ ἴδιον ἄρθρον καὶ διαλαμβάνει τὴν σύστασιν ἐξεταστικῶν Ἐπιτροπῶν. Ἑπομένως προχωροῦμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ ἄρθρου 32. Ὁ κ. Γ. Φραγκούδης ἔχει ζητήσει τὸν λόγον.
§22Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, τί ἔγινε διὰ τὸ ἄρθρον 27;
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρεπέμφθη ἡ τροπολογία, τὴν ὁποίαν εἰσηγήθη, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ὁ κ. Σ. Γονατᾶς, περὶ τῆς συστάσεως ἐξεταστικῶν Ἐπιτροπῶν—καὶ σεῖς ἐπίσης εἴχετε ὑποβάλει κάποιαν σχετικὴν τροπολογίαν—παρεπέμφθη εἰς τὴν συνταγματικὴν Ἐπιτροπὴν διὰ νὰ τὴν διατυπώσῃ.
§24Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ Ἐπιτροπὴ κατὰ τὴν προσεχῆ συζήτησιν ἐπὶ τοῦ Συντάγματος θὰ ὑποβάλῃ τὴν διατύπωσίν της ἐπὶ ὅλων τῶν τροπολογιῶν, αἱ ὁποῖαι τῇ ἀπεστάλησαν.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Ὁ κ. Γ. Φραγκούδης ἔχει τὸν λόγον.
§26Γ. ΦΡΑΓΚΟΥΔΗΣ. Εἶχον ὑποβάλει ἐγκαίρως μικρὰν τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 32, ὅπως ἡ φράσις «ἐπ’ αὐτοφώρῳ κακούργημα» γίνῃ «ἐπ’ αὐτοφώρῳ ἀδίκημα» καὶ ἠγέρθη τὴν τελευταίαν στιγμὴν κατὰ τὴν προχθεσινὴν συνεδρίασιν συζήτησις τί εἶναι ἐπ’ αὐτοφώρῳ ἀδίκημα καὶ ἂν πρέπει νὰ ἀπαλειφθῇ ὅλως διόλου ἡ διάταξις ἢ νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ πρότασις ἡ ἰδική μου. Ὑπεστηρίχθη ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀπαλειφθῇ ὅλως διόλου ἡ διάταξις περὶ τῆς ἀσυδοσίας τῶν βουλευτῶν, ὅπως εἶναι εἰς τὸ Ἀμερικανικὸν Σύνταγμα, διότι ὁ Ἀμερικανικὸς νόμος δὲν ἀναγνωρίζει ἀνισότητα μεταξὺ πολιτῶν καὶ πολιτευομένων καὶ μόνον προστατεύει τοὺς βουλευτὰς κατὰ τὴν μετάβασίν των εἰς τὸ Βουλευτήριον καὶ τὴν ἐπιστροφήν των. Ὁ Ἀμερικανὸς νομοθέτης ἔχει τοιαύτην ἀντίληψιν περὶ τῆς ἰσότητος, ἡ ὁποία πρέπει νὰ ἐπικρατῇ μεταξὺ ὅλων τῶν πολιτῶν, ὥστε οὔτε ἐπὶ στιγμὴν ἐφαντάσθη ὅτι εἶναι δυνατὸν βουλευτὴς ραπίζων π. χ. ἕνα πολίτην εἰς τὸν δρόμον νὰ εἴπῃ εἰς τὸν προσδραμόντα ἀστυφύλακα ὅτι «δὲν δύνασαι νὰ μὲ συλλάβῃς, διότι εἶμαι βουλευτής!»
§27Δ. ΚΑΛΚΑΝΔΗΣ. Καὶ ἂν ραπισθῇ, τί γίνεται;
§28Γ. ΦΡΑΓΚΟΥΔΗΣ. Εἶναι ἄλλο ζήτημα. Δὲν πρόκειται περὶ ἀδικηθέντος. Πρόκειται περὶ τῶν ραπιζόντων καὶ οὐχὶ περὶ τῶν ραπιζομένων—ἐρραπίσθησαν καὶ μερικοὶ χωρὶς νὰ ζητήσουν ἱκανοποίησιν—. Ὁ Ἀμερικανὸς νομοθέτης λοιπὸν ἔχει ἀναγράψει τὴν ἀσυλίαν τοῦ βουλευτοῦ μόνον κατὰ τὴν μετάβασίν του εἰς τὸ Βουλευτήριον, ὅπως μὴ ἐμποδισθῇ εἷς βουλευτὴς νὰ λάβῃ μέρος εἰς μίαν π. χ. ψηφοφορίαν. Κατὰ τὰ ἄλλα οὐδεμίαν ἀσυδοσίαν ἀναγνωρίζει εἰς τὸν ἀντιπρόσωπον τοῦ λαοῦ. Ἐξ ἀντιθέτου ὅλα τὰ Συντάγματα, τὰ ὁποῖα ὑπεβλήθησαν ὑπὸ τὴν κρίσιν τῶν κ. κ. πληρεξουσίων διὰ τῆς μεταφράσεως τὴν ὁποίαν ἔχομεν ὑπ’ ὄψει μας, συμφωνοῦν πλήρως πρὸς τὴν διατύπωσιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμα ἐγώ, διότι οὐδὲν ἐκ τῶν Συνταγμάτων τούτων ὁμιλεῖ περὶ κακουργήματος, ἀλλὰ λέγουν διὰ τὰ ἐπ’ αὐτοφώρῳ ἀδικήματα, ἑπομένως ἀπορῶ πῶς ἠγέρθη προχθὲς κατακραυγή, διότι εἶπον ὅτι πρέπει αἱ λέξεις «ἐπ’ αὐτοφώρῳ κακούργημα» νὰ ἀντικατασταθῶσι διὰ τῶν λέξεων «ἐπ’ αὐτοφώρῳ ἀδίκημα». Ἀναφέρω ὅλα τὰ Συντάγματα, τὰ ὁποῖα ἔχετε, κύριοι, ἐνώπιόν σας, καὶ ἰδίως τὸ Γαλλικόν, τὸ ὁποῖον εἰς τὸ ἄρθρον 14 λέγει (ἀναγινώσκει): «Οὐδὲν μέλος τῆς μιᾶς ἢ τῆς ἄλλης τῶν Βουλῶν δύναται διαρκούσης τῆς συνόδου νὰ καταδιωχθῇ ἢ συλληφθῇ δι’ ἔγκλημα ἢ πλημμέλημα, εἰμή, ἐκτὸς ἐπ’ αὐτοφώρῳ». Ὥστε μόνον διὰ τὰ πταίσματα κάμνει ἐξαίρεσιν ὁ Γάλλος νομοθέτης. Τὰ ἄλλα Συντάγματα εἶναι ἀκόμη κατηγορηματικώτερα. Τὸ Γερμανικὸν Σύνταγμα λέγει (ἀναγινώσκει): «Μέλος τοῦ Ράϊχσταγ δὲν δύναται νὰ διωχθῇ διαρκούσης τῆς συνόδου δι’ ἀξιόποινον πρᾶξιν, πλὴν ἂν πρόκειται περὶ συλλήψεως ἐπ’ αὐτοφώρῳ». Δὲν ἐξαιρεῖται κανενὸς εἴδους délit. Ἡ λέξις délit σημαίνει ἐν γένει ἀδίκημα. Μόνον εἰς τὸν Γαλλικὸν νόμον ἡ λέξις délit σημαίνει εἰδικῶς καὶ πλημμέλημα, ἀλλ’ εἰς τὴν γλῶσσαν τῆς ἐπιστήμης ἡ λέξις délit εἶναι ἐν γένει δι’ ὅλα τὰ ἀδικήματα. Περαιτέρω τὸ Σύνταγμα τῆς Τσεχοσλοβακίας λέγει (ἀναγινώσκει): «Προκειμένου περὶ ἄλλων—ἐκτὸς δηλαδὴ τῶν ἐν τῇ Βουλῇ γνωμῶν καὶ ψήφου—πράξεων ἢ παραλείψεων, μέλος τῆς Ἐθνικῆς Συνελεύσεως δὲν δύναται νὰ ὑποστῇ οὐδεμίαν δίωξιν ἄνευ συγκαταθέσεως τῆς Βουλῆς. Ἂν καταληφθῇ ἢ συλληφθῇ ἐπ’ αὐτοφώρῳ, ἡ Ἀρχὴ πρέπει νὰ εἰδοποιήσῃ ἀμέσως τὸν Πρόεδρον τοῦ Σώματος». Ὥστε δὲν ὁμιλεῖ περὶ κακουργημάτων, ὁμιλεῖ περὶ πάσης πράξεως κολασίμου ἐν γένει καὶ περὶ τῶν πταισμάτων ἀκόμη.
§29Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Τὸ Τσεχοσλοβακικὸν εἶναι εὐρύτερον. Παρέχει τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ἀναστείλῃ τὴν δίωξιν. Ἐπὶ τοῦ κακουργήματος ἀποκλείεται ἡ ἐκ τῶν ὑστέρων ἐπέμβασις τῆς Βουλῆς.
§30Γ. ΦΡΑΓΚΟΥΔΗΣ. Περαιτέρω τὸ Πολωνικὸν Σύνταγμα εἰς τὸ ἄρθρον 21 λέγει (ἀναγινώσκει): «Ἐν περιπτώσει ἐπ’ αὐτοφώρῳ ἐγκλήματος τοῦ κοινοῦ δικαίου.... κλπ.». Δὲν λέγει περὶ κακουργήματος ἢ περὶ πταίσματος. Ὁμιλεῖ περὶ ἐγκλήματος ἐπὶ κοινοῦ δικαίου, οἱουδήποτε ἐγκλήματος. Εἶναι ἡ λέξις délit ἀναμφιβόλως, ἡ ὁποία μετεφράσθη διὰ τῆς λέξεως «ἐγκλήματος». Τὸ Ἀμερικανικὸν λέγει (ἀναγινώσκει): «Εἰς ὅλας τὰς περιπτώσεις, ἐκτὸς τῆς προδοσίας, λῃστείας καὶ διαταράξεως τῆς εἰρήνης, θὰ ἀπολαύωσιν οὗτοι τοῦ προνομίου νὰ μὴ συλλαμβάνωνται, διαρκούσης τῆς παρουσίας των εἰς τὰς συνεδριάσεις καὶ ἐνῷ μεταβαίνουσιν ἢ ἐπιστρέφουσιν ἐξ αὐτῶν». Ὥστε τὸ δικαίωμα τῆς ἀσυλίας περιορίζεται κατὰ τὸν Ἀμερικανικὸν νόμον εἰς τὸ ἐλάχιστον. Θέλω νὰ συμπεράνω ὅτι εἶναι ἀπρεπὲς νὰ ἀπολαύωσιν οἱ βουλευταὶ τῆς ἀσυλίας εἰς τὰ ἐπ’ αὐτοφώρῳ ἐγκλήματα, ὅταν φέρωσι χαρακτῆρα πλημμελήματος. Θέλω μὲ τὴν τροποποίησιν τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον νὰ γίνῃ διὰ τὰ ἀδικήματα καὶ δι’ αὐτὸ τὸ πταῖσμα. Φαντασθῆτε ἕνα βουλευτὴν ῥυπαίνοντα ἕνα τοῖχον καὶ λέγοντα εἰς τὸν ἀστυφύλακα ὅτι εἶναι βουλευτής, ἢ ἕνα βουλευτὴν νὰ ραπίζῃ ἕνα καὶ νὰ λέγῃ ὅτι εἶναι βουλευτής. Ὀφείλομεν ἡμεῖς πρῶτοι νὰ δίδωμεν τὸ παράδειγμα. Ὀρθὴ εἶναι ἡ ἀντίληψις ὅτι πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἄδεια τοῦ Σώματος διὰ νὰ καταδιωχθῇ εἷς βουλευτής. Δι’ αὐτὸ ἀντιτίθεμαι εἰς τὴν πρότασιν τοῦ κ. Ι. Κουνδούρου ὅπως ἀπαλειφθῇ τὸ ἄρθρον περὶ καταδιώξεως ὅλως διόλου. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Κιαγιᾶ, τὴν ὁποίαν εἶδον, δὲν νομίζω ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ ὁρίσωμεν τί ἐστὶ ἐπ’ αὐτοφώρῳ. Ὁ κ. Κουτούπης εἶπεν ὅτι ἐπὶ τοῦ πρώην καθεστῶτος παρεβιάσθησαν ὅλα αὐτὰ καὶ συνελήφθησαν καὶ βουλευταί. Ὅλα αὐτὰ διεπράχθησαν ἐπὶ τυραννίας, ἡ ὁποία κατήργησε καὶ νόμους καὶ Σύνταγμα, ἀλλὰ τότε εὑρισκόμεθα ἐν ἐπαναστάσει. Θὰ ἀναπτύξω, ὅταν θὰ ἔλθῃ τὸ ἄρθρον εἰς συζήτησιν, περὶ τῶν δικαιωμάτων τοῦ πολίτου, ὅτι ὁ τότε διευθυντὴς τῆς Ἀστυνομίας Γάσπαρης εἶχε σκεφθῆ νὰ ἑρμηνεύσῃ τὰ ἐπ’ αὐτοφώρῳ ἐγκλήματα τοῦ Τύπου, ὅτι ἐξακολουθοῦν 24 ὥρας, μὲ συνέλαβε δὲ πολλάκις λέγων ὅτι τὸ ἀδίκημα τοῦ Τύπου διαρκεῖ ὡς ἐπ’ αὐτοφώρῳ ἐπὶ 24 ὥρας μετὰ τὴν ἔκδοσιν τοῦ φύλλου. Ἐφυλακιζόμην κατόπιν ἐπὶ 24 ὥρας. Εὐτυχῶς δὲν ἐφαντάσθη νὰ κάμῃ τὸ εἰκοσιτετράωρον, τεσσαρακονταοκτάωρον, ἢ ἐφόσον θὰ ἐξηκολούθει ἡ κυκλοφορία τοῦ φύλλου. Ἐπειδὴ δὲ ἓν φύλλον κυκλοφορεῖ εἰς τὸν αἰῶνα, ἠδύναντο τὰ ἐγκλήματα τοῦ Τύπου νὰ ὑφίστανται διαρκῶς. Αὐταὶ εἶναι παραβιάσεις τυραννικῆς ἐποχῆς καὶ καθεστῶτος μισητοῦ. Ἐλπίζω ὅτι δὲν θὰ εὑρεθῶμεν εἰς τὴν περίστασιν αὐτὴν πάλιν. Ἂν εὑρεθῶμεν, θὰ λάβωμεν ἄλλα μέτρα πρὸς προστασίαν τῆς Πατρίδος. Δι’ αὐτὸ ὑπὸ ἔποψιν ἐπιστημονικὴν καὶ πρακτικὴν θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν νὰ δεχθῇ τὴν τροπολογίαν καὶ τὴν λέξιν «κακούργημα» νὰ τὴν μεταβάλῃ εἰς «ἀδίκημα» ἁπλῶς.
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Ἀβραὰμ ἔχει τὸν λόγον.
§32Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Ὡς πρὸς τὴν πρώτην παράγραφον τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρου, κύριοι συνάδελφοι, ἔχω τὴν ἀντίληψιν ὅτι δὲν δικαιολογεῖται μεταρρύθμισις. Καθιεροῖ αὕτη τὴν λεγομένην πολιτικὴν βουλευτικὴν ἀσυλίαν, ἡ ὁποία εἰς ἄλλα Συντάγματα, ὅπως εἰς τὸ Τσεχοσλοβακικόν, εἶναι εὐρυτέρα, διότι ὁ βουλευτὴς κατὰ τὸ Τσεχοσλοβακικὸν Σύνταγμα δὲν καθίσταται ὑπεύθυνος διὰ πᾶσαν ἐνέργειαν αὐτοῦ εἴτε ἐντὸς εἴτε ἐκτὸς τῆς Βουλῆς, ἐφόσον προέβη εἰς ταύτην ὑπὸ τὴν ἰδιότητά του. Ὑπῆρχε καὶ παλαιότερον εἰς ἄλλα Συντάγματα δημοκρατικά, ὅπως εἰς τὸ Γαλλικόν, κάτι τι ἀπείρως εὐρύτερον· ὅτι ἐν τῇ ἐνασκήσει τῶν καθηκόντων του δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ὑπεύθυνος ὁ βουλευτὴς ὄχι μόνον διὰ τὴν γνώμην του καὶ τὴν ψῆφόν του ἐντὸς τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ καὶ ὅταν ὑπὸ τὴν ἰδιότητα αὐτοῦ προβῇ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς εἰς ἐνέργειαν περιεχομένην εἰς τὴν ἀποστολήν του. Ἡ δευτέρα παράγραφος τοῦ ἄρθρου εἶναι ἡ καθιεροῦσα τὴν ποινικὴν ἀσυλίαν. Ὁ κ. ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν Φιλελευθέρων θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ διαφωνήσω πρὸς τὴν γνώμην ὅτι ἡ ποινικὴ ἀσυλία καθιερώθη μόνον διὰ τὸν λόγον τὸν ὁποῖον ἀνέφερε, δηλαδὴ ὡς μέτρον προληπτικὸν κατὰ τοῦ κινδύνου τὸν ὁποῖον θὰ διατρέχῃ τὸ νομοθετικὸν Σῶμα ἐκ τῶν πιέσεων τὰς ὁποίας μία Κυβέρνησις θὰ ἠδύνατο νὰ ἀσκήσῃ μεταχειριζομένη ὡς ὄργανον τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν. Καθιερώθη ὡς προνομία ὑπὲρ τοῦ βουλευτοῦ πρὸς προστασίαν τοῦ ἀξιώματός του καὶ τῆς πλήρους ἐλευθερίας αὐτοῦ ἐν τῇ ἐνασκήσει τῶν καθηκόντων του. Ἐλέχθη ὅτι δὲν εἶναι δημοκρατικὸν νὰ ἀναγνωρίζωμεν προνόμια ὑπὲρ τῶν βουλευτῶν. Τὸ προνόμιον ὅμως τοῦτο δὲν καθιεροῦται ὑπὲρ τοῦ προσώπου, ἀλλ’ ὑπὲρ τοῦ ἀξιώματος, καθ’ ὃν τρόπον καθιεροῦται καὶ τὸ προνόμιον τῆς ἀσυλίας διὰ πᾶσαν γνώμην τὴν ὁποίαν ὑπὸ τὴν ἰδιότητά του ἐκφέρει ὁ βουλευτής, τὸ ὁποῖον καὶ εἰς ἄλλα Συντάγματα ἐκτείνεται, ὡς εἶπον, καὶ εἰς τὰς τοιαύτας ἐκδηλώσεις τοῦ βουλευτοῦ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς. Διότι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει καὶ ἐπὶ προσωπικῆς κρατήσεως θὰ ἠδύνατό τις νὰ ἐρωτήσῃ διατί τάχα ἐκεῖ δὲν δύναται νὰ ὑποστηριχθῇ τὸ λεχθὲν ὅτι ἀντίκειται εἰς τὰς δημοκρατικὰς ἀρχὰς ἀπὸ τὰς ὁποίας πρέπει νὰ ἐμπνέηται τὸ Σύνταγμα. Ἀλλ’ ἐλέχθη ὅτι ἐν πάσῃ περιπτώσει ἡ ζητηθεῖσα ὑπὸ τοῦ κ. Κιαγιᾶ εὔρυνσις τῆς ἀσυλίας διὰ τὴν τῆς καθ’ ὅλην τὴν βουλευτικὴν περίοδον ἰσχύος αὐτῆς, πρὸς τὴν ὁποίαν ἐγὼ θὰ συνεφώνουν, εἶναι ὑπερβολικὴ καὶ ἀντιδημοκρατική. Ἐφόσον ὅμως καὶ ἀπὸ ἑρμηνευτὰς τῆς κειμένης συνταγματικῆς διατάξεως ἔχει ὑποστηριχθῆ ὅτι τὸ ἀκαταδίωκτον τοῦ βουλευτοῦ δὲν περιορίζεται μόνον κατὰ τὸν χρόνον τῆς διαρκείας τῆς συνόδου, ἀλλ’ ἂν ἤρξατο ἡ δίωξις πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς συνόδου, ὑφίσταται ἀκέραιον τὸ δικαίωμα τοῦ Σώματος ὅπως ἐπεμβαῖνον ἀναστείλῃ τὴν δίωξιν. Τοῦτο τὸ ὑπεστήριξαν οἱ ἔγκυροι παρ’ ἡμῖν συνταγματολόγοι. Ἐπειδὴ ἐν τούτοις διετυπώθησαν ἐπ’ αὐτοῦ καὶ ἀντιρρήσεις, θὰ ἐφρόνουν ὅτι θὰ ἠδύνατο νὰ γίνῃ διασάφησις συνταγματική, δηλαδὴ νὰ διατηρηθῇ ἡ διάταξις αὐτή, κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν συλλαμβάνεται οὔτε φυλακίζεται ὁ βουλευτὴς ἄνευ ἀδείας τοῦ Σώματος, ἀλλὰ νὰ προστεθῇ ὅτι, ἂν ἡ δίωξις ἤρξατο πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς συνόδου, δύναται τὸ Σῶμα εἰδοποιούμενον νὰ παρέμβῃ πρὸς ἀναστολὴν τῆς διώξεως· διότι οὕτω καὶ μόνον ἐξυπηρετεῖται πληρέστερον ὁ σκοπὸς τῆς ἐξασφαλίσεως τῆς ἀνεξαρτησίας τοῦ βουλευτοῦ καὶ τῆς ἐλευθερίας αὐτοῦ πρὸς πλήρωσιν τῶν ὑψηλῶν του καθηκόντων. Τὸ ἴδιον θὰ ἠδύνατο νὰ ὑποστηριχθῇ καὶ διὰ τὴν περίπτωσιν τῆς συλλήψεως τοῦ βουλευτοῦ δι’ ἐπ’ αὐτοφώρῳ κακούργημα, δηλαδὴ νὰ προστεθῇ διάταξις κατὰ τὴν ὁποίαν, ἂν ἤθελε συλληφθῆ ἐπὶ κακουργήματι ἐπ’ αὐτοφώρῳ πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς συνόδου, νὰ δύναται τὸ Σῶμα εἰδοποιούμενον ἅμα τῇ ἐνάρξει τῆς συνόδου νὰ ἐπεμβαίνῃ καὶ νὰ παρέχῃ τὴν ἄδειαν τῆς συνεχίσεως τῆς διώξεως. Ἔχω τὴν γνώμην, κύριοι, παρὰ τὰς ἀναπτυχθείσας ἀντιλήψεις τοῦ συναδέλφου κ. Φραγκούδη, μελετήσας ὅλας τὰς σχετικὰς διατάξεις τῶν νεωτέρων Συνταγμάτων, ὅτι κρατοῦσιν ἐν αὐτοῖς ἐλευθερώτεραι καὶ εὐρύτεραι ἀντιλήψεις ἐν τῇ διατυπώσει τῶν διατάξεων τούτων τῶν προνοουσῶν περὶ τῆς ἀσυλίας τῶν βουλευτῶν. Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς συνάδελφος ὑποστηρίζει ὅτι ἀλλαχοῦ ὁρίζεται ὅτι διὰ τὰ αὐτόφωρα ἀδικήματα δύναται νὰ συλληφθῇ ὁ βουλευτής. Ἀλλ’ ὑπάρχει ἐκεῖ προσθέτως διάταξις ὅτι ἀμέσως πρέπει νὰ εἰδοποιηθῇ τὸ Σῶμα, τὸ ὁποῖον ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐπεμβαίνῃ ἐκ τῶν ὑστέρων καὶ νὰ διατάσσῃ τὴν ἀναστολὴν τῆς διώξεως, τὸ ὁποῖον δὲν δύναται νὰ πράττῃ τὸ ἡμέτερον Σῶμα κατὰ τὴν ἰσχύουσαν διάταξιν ἐπὶ τῶν αὐτοφώρων κακουργημάτων. Τοῦτο δὲ διότι ἔχει γίνει δεκτὸν ὅτι ἡ ἀσυλία δὲν καθιερώθη μόνον διὰ τὸν λόγον τὸν ὁποῖον ἀνέπτυξεν ὁ ἀξιότιμος κ. ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν Φιλελευθέρων, ὅπως δὲν δύναται νὰ ὑποστηριχθῇ ὅτι θὰ εἶχεν ἐφαρμογὴν εἰς περιστάσεις ὁμαλάς, εἰς περιστάσεις κατὰ τὰς ὁποίας λειτουργεῖ τὸ Πολίτευμα, κατὰ τὰς ὁποίας φρουρὸς ἄγρυπνος τῶν ἐλευθεριῶν τῶν βουλευτῶν δὲν παρίσταται μόνον τὸ Σῶμα αὐτό, ἀλλὰ καὶ ὁ ἕτερος φρουρὸς τῶν ἐλευθεριῶν, ὁ Τύπος, ὁ ὁποῖος μίαν τοιαύτην ἐνέργειαν σκανδαλώδη τῆς κυβερνητικῆς πλειονοψηφίας μεταχειριζομένης κατὰ παράβασιν τοῦ Συντάγματος τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν ὡς ὄργανον πρὸς δίωξιν τῶν πολιτικῶν αὐτῆς ἀντιπάλων, μία τοιαύτη ἐνέργεια θὰ ἀπετέλει σκάνδαλον πολιτικόν, τὸ ὁποῖον μία κυβερνητικὴ πλειονοψηφία ἀσφαλῶς ἤθελε ὑπολογίσει καὶ τὰς συνεπείας τοῦ ὁποίου θὰ ἔδρεπεν εὐθὺς ἀμέσως ἐντὸς τοῦ Σώματος, ἐξεγειρομένης καὶ διὰ τοῦ Τύπου τῆς Κοινῆς Γνώμης. Ἀλλ’ ὁ σκοπὸς εἶναι ἄλλος· ἡ προστασία τοῦ ἀξιώματος, τῆς ὑψηλῆς λειτουργίας, τὴν ὁποίαν ἐμπιστεύεται ὁ λαὸς εἰς τὸν ἀντιπρόσωπόν του, διότι δύνανται νὰ διαπραχθῶσιν αὐθαιρεσίαι καὶ ἐκβιάσεις καὶ κατωτέρων, ὄχι δικαστικῶν, ἀλλ’ οἱωνδήποτε καταδιωκτικῶν ὀργάνων, ἐπὶ τῷ σκοπῷ διασύρσεως καὶ ἐξευτελισμοῦ ὑπὸ ἐμπνεύσεις ἰδιωτικὰς ἐμπαθεῖς καὶ συκοφαντικὰς πολλάκις, αἱ ὁποῖαι θὰ εἶχον τὸ ἀποτέλεσμα ὅταν εἶναι ἄμεσος ἡ ἐνέργεια τῶν ὀργάνων αὐτῶν, θὰ εἶχον πάντως τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἠθικῆς μειώσεως τοῦ ἀξιώματος, ὄχι τοῦ προσώπου. Ταύτην τὴν μείωσιν, τὴν διάσυρσιν τοῦ ἀξιώματος ἐσκόπει ἀσφαλῶς νὰ προλάβῃ ἡ συνταγματικὴ αὐτὴ διάταξις, ἡ ὁποία ὑφίσταται εἰς ὅλα τὰ νεώτερα Συντάγματα εὐρύτερα, διὰ τὸν λόγον ὅτι πάντοτε εἰδοποιεῖται ἡ Βουλὴ καὶ ἐπεμβαίνει. Ἐφόσον δὲ κατὰ τὸ Σύνταγμα εἶναι θεμελιώδης ἡ ἀρχὴ τῆς διακρίσεως τῶν ἐξουσιῶν, θὰ ἔλεγον ὅτι καὶ διὰ τὸν λόγον αὐτὸν δὲν δύναται νὰ γίνῃ δεκτὸν ὅτι ἐλήφθη πρόνοια ἐν τῷ Συντάγματι κατὰ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ἡ ὁποία μεταχειρίζεται τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν ὡς ὄργανον πρὸς ἐπικράτησιν τῶν κυβερνητικῶν ἀντιλήψεων καὶ πρὸς ἄσκησιν πιέσεως κατὰ τῶν ἀντιπάλων της. Ἀσφαλῶς εἰς τὸ βάθος τῆς ἐννοίας τῶν διατάξεων αὐτῶν ὑπάρχει δυσπιστία τις πρὸς τὰς ἄλλας ἐξουσίας, τὰς δικαστικάς, τὰς διωκτικάς. Ἀλλ’ ὁ σκοπὸς ὁ ἀνώτερος τῆς προστασίας τοῦ ἀξιώματος δύναται νὰ εἴπῃ τις ὅτι δικαιολογεῖ καὶ τὴν δυσπιστίαν αὐτήν, ἡ ὁποία πολλάκις καὶ παρ’ ἡμῖν ἐδικαιώθη ἐκ τῶν πραγμάτων. Ἔχω λοιπὸν τὴν γνώμην ὅτι δέον πρὸς ἄρσιν τῶν ἀμφιβολιῶν αἱ ὁποῖαι ἀνεπτύχθησαν ἀπὸ τοὺς ἑρμηνευτὰς νὰ προστεθῇ διάταξις, κατὰ τὴν ὁποίαν καὶ ὅταν ἔχῃ ἀρχίσει ἡ δίωξις τοῦ βουλευτοῦ, δύναται τὸ Σῶμα ἐπεμβαῖνον νὰ παράσχῃ τὴν ἄδειαν τῆς συνεχίσεως ἢ μὴ αὐτῆς καὶ ἐπὶ τῶν αὐτοφώρων κακουργημάτων δύναται ἡ Βουλὴ εἰδοποιουμένη καὶ πάλιν νὰ παράσχῃ τὴν ἄδειαν τῆς συνεχίσεως ἢ μὴ τῆς διώξεως.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Καφαντάρης ἔχει τὸν λόγον.
§34Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Δὲν εἶπον ἐγὼ ποτὲ ὅτι πρόκειται περὶ ἀτομικῆς ἀσυλίας τῶν βουλευτῶν καὶ ἀτομικῆς προνομίας τῶν βουλευτῶν, ὡμίλησα πάντοτε περὶ κοινοβουλευτικῆς καὶ ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ἀκριβῶς ταύτην ὑπεστήριξα ὅτι αἱ διατάξεις περὶ ἀσυλίας ἀποβλέπουσιν εἰς τὴν προστασίαν τοῦ Σώματος ἐναντίον καταδιώξεων, αἱ ὁποῖαι ἀποβλέπουσιν εἰς πολιτικοὺς σκοποὺς καὶ περὶ καταδιώξεων ἐξ ἀντεκδικήσεων, εἴτε προέρχονται ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, διότι πάντοτε ὁ σκοπὸς τῆς διατάξεως ὑπῆρχεν ὅπως προστατεύσῃ ἓν Σῶμα πολιτικὸν καὶ μὴ ἐπιτρέψῃ τὴν ἀπόσπασιν μελῶν αὐτοῦ καὶ καταστήσῃ ἀδύνατον τὴν κανονικὴν λειτουργίαν τοῦ Σώματος. Θὰ ἀπέκλινον ὑπὲρ τῆς γνώμης ὅπως καθ’ ὃν τρόπον καὶ εἰς τὰ πλεῖστα τῶν Συνταγμάτων ἡ διάταξις εἶναι γενική, δηλαδὴ ἡ ἐξαίρεσις εἶναι γενική· δηλαδὴ ὅτι δὲν ἀπαιτεῖται ἄδεια εἰς τὰ ἐπ’ αὐτοφώρῳ κακουργήματα—ἀντὶ τῆς λέξεως «κακούργημα» νὰ ἀναγράψωμεν τὴν λέξιν «ἀδίκημα»—οὕτω νὰ προστατεύσωμεν ἐν ταυτῷ τὴν ἀσυλίαν συμφώνως πρὸς τὸ πνεῦμα τὸ διέπον καὶ ὅλα τὰ νεώτερα πολιτεύματα διὰ τῆς προσθήκης τῆς διατάξεως, περὶ τῆς ὁποίας ὡμίλησεν ὁ προλαλήσας ἀξιότιμος πληρεξούσιος, τουτέστι νὰ ἀναγράψωμεν μετὰ τὴν λέξιν «ἐπ’ αὐτοφώρῳ.... κλπ.», θὰ ἐπρότεινον καὶ δὲν θὰ ἐπιμένω ἐγὼ εἰς τοῦτο, ὅπως ἀντὶ τῆς λέξεως «κακούργημα» ἀναγράψωμεν «ἀδίκημα», ἐφόσον τὸ δέχεται ἡ Συνέλευσις, νὰ προσθέσωμεν δὲ μετὰ τοῦτο ὅτι ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ ἡ Βουλὴ εἰδοποιουμένη παραχρῆμα ἀποφασίζει περὶ παροχῆς ἢ μὴ ἀδείας πρὸς ἐξακολούθησιν τῆς καταδιώξεως κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς συνόδου. Ὑποθέτω ὅτι ὅλαι αἱ ἀντιρρήσεις διὰ τῆς προσθήκης αὐτῆς συμβιβάζονται ὅτι ἡ Συνέλευσις δὲν διατρέχει κανένα κίνδυνον καὶ ὅτι τὰ δικαιώματα τῆς Συνελεύσεως καὶ τῆς Βουλῆς διατηροῦνται ἀκέραια καὶ ὅτι ἡ τροπολογία θέλει γίνει δεκτή, ὥστε νὰ ἀπαφύγωμεν περαιτέρω ἀσκόπους συζητήσεις.
§35Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Διὰ τὴν νέαν πρότασιν τοῦ κ. ἀρχηγοῦ τῶν Προοδευτικῶν Φιλελευθέρων ὑπάρχει μεγίστη ἀντίρησις, διότι εἶναι προτιμώτερον νὰ παρέχεται ἡ ἀσυλία καὶ νὰ δίδηται ἡ ἄδεια τῆς Συνελεύσεως....
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὲ τὴν σειράν σας. Προηγοῦνται ἄλλοι.
§37Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἀπετάθη εἰς ἡμᾶς ὁ κ. ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν Φιλελευθέρων καὶ ἐρωτᾷ ἂν ὑπάρχῃ ἢ ὄχι ὁμαδικὴ ἀντίρρησις....
§38Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἂν εἴμεθα σύμφωνοι, νὰ μὴ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις....
§39Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐπὶ αὐτῆς τῆς προτάσεώς σας διαφωνοῦμεν ἀπολύτως.
§40Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Ἤθελον νὰ προτείνω νὰ περιληφθῇ μαζὶ μὲ τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ ἀξιότιμος καὶ σεβαστός μου ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν Φιλελευθέρων, καὶ ἡ διάταξις ἡ ὑπάρχουσα εἰς τὸ Τσεχοσλοβακικὸν Σύνταγμα, ἡ ὁποία εὑρίσκω ὅτι εἶναι λίαν σκόπιμος ὅτι ἐν τῇ ὑπαρχούσῃ διαδικασίᾳ ὁ χρόνος τῆς παραγραφῆς τοῦ βουλευτοῦ ἀναστέλλεται καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν τῆς ἐντολῆς.
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς ἔχει τὸν λόγον.
§42Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Καίτοι δὲν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ εἶμαι πληρεξούσιος, ἀλλ’ ὡς Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νομίζω ὅτι προκειμένου περὶ θέματος ἀναγομένου εἰς τὴν δίωξιν ἀδικημάτων, ἔχω ὑποχρέωσιν νὰ ἐκφράσω καὶ ἐγὼ τὴν γνώμην μου ὑπὸ τὴν ἰδιότητά μου ταύτην ἐπὶ τοῦ ἀπασχολοῦντος τὴν Συνέλευσιν θέματος, προκειμένου περὶ διώξεως ἀδικημάτων καὶ διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὴν Συνέλευσιν νὰ μοὶ παράσχῃ εὐμενῆ τὴν ἀκρόασιν. Τὸ ἄρθρον, τὸ ὁποῖον σήμερον λαμβάνει τὸν ἀριθμὸν 32, ὑπῆρχεν ἐν τῷ Συντάγματι τῷ παλαιοτέρῳ, ὑπάρχει δὲ καὶ ἐν τῷ νῦν ἰσχύοντι ὑπ’ ἀριθμὸν 63, ὅπερ ὁρίζει ὅτι (ἀναγινώσκει): «Βουλευτής, διαρκούσης τῆς βουλευτικῆς συνόδου, δὲν καταδιώκεται, οὔτε συλλαμβάνεται ἢ φυλακίζεται ἄνευ ἀδείας τοῦ Σώματος. Τοιαύτη ἄδεια δὲν ἀπαιτεῖται εἰς τὰ ἐπ’ αὐτοφώρῳ κακουργήματα». Ταῦτα θεσπίζει τὸ ἡμέτερον νῦν ἰσχύον Σύνταγμα, ὡς καὶ τὸ σχέδιον τὸ ὑπὸ τὴν ψήφισιν τῆς Συνελεύσεως σήμερον διατελοῦν. Περὶ τῆς προσωπικῆς κρατήσεως, ἥτις ἤδη ἔχει κατ’ οὐσίαν ἐν γένει ἐκφυλισθῆ, ἴσως δὲν θὰ εἶναι σπουδαῖον νὰ ἀπασχοληθῇ τις. Τὸ ἄρθρον αὐτὸ ὑπῆρχε καὶ ὑπάρχει σχεδὸν εἰς ὅλα τὰ Συντάγματα τοῦ πεπολιτισμένου κόσμου, περιελήφθη δὲ καὶ εἰς τὰ νεώτερα τοιαῦτα. Τὸ ἄρθρον ὑπῆρχεν ἀνέκαθεν καὶ εἰς τὸ Γαλλικὸν Σύνταγμα, μέ τινας ὅμως περιορισμούς. Τὸ δὲ ἡμέτερον Σύνταγμα τὸ παρέλαβεν ἐκ τοῦ σχετικοῦ ἄρθρου 45 τοῦ Βελγικοῦ Συντάγματος, ὅπερ ὅμως ἔχει καὶ μίαν ἄλλην παράγραφον, καθ’ ἣν λέγει (ἀναγινώσκει): «La détention ou la poursuite d’ un membre de l’ une ou de l’ autre Chambre est suspendue pendant la session et pour toute sa durée, si la Chambre le requiert». Τὴν παράγραφον ταύτην δὲν παρέλαβε τὸ ἡμέτερον Σύνταγμα, ἀλλ’ οὔτε καὶ νῦν φέρεται αὕτη ἐν τῷ σχεδίῳ. Ὁ δικαιολογιτικὸς λόγος τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 63 βεβαίως, ὡς ἀνεπτύχθη ἤδη ὑπὸ πολλῶν ἀξιοτίμων πληρεξουσίων, δὲν εἶναι ὅτι ἱδρύεται διὰ ταύτης προσωπικὸν προνόμιον τοῦ βουλευτοῦ, ἀλλ’ ὁ δικαιολογιτικὸς λόγος ἀνάγεται εἰς τὸ δημόσιον συμφέρον, τουτέστιν ὁ δικαιολογιτικὸς λόγος ἀφορᾷ εἰς τὴν προστασίαν τοῦ ἀξιώματος τοῦ πληρεξουσίου ἢ τοῦ βουλευτοῦ καὶ διὰ τοῦτο καὶ ἐδιδάχθη καὶ ἐγένετο δεκτὸν ὑπὸ τῶν δικαστηρίων ὅτι δύναται νὰ παραιτηθῇ ὁ βουλευτὴς ἢ ὁ πληρεξούσιος τῆς τοιαύτης ἐγγυήσεως, ἣν τῷ ἐπιβάλλει αὐτὸ τὸ Σύνταγμα. Δὲν δύναται δηλαδὴ νὰ διαθέσῃ αὐτὸς ἑαυτόν. Βεβαίως ὁ δικαιολογιτικὸς οὗτος λόγος ἰδίως προῆλθεν ἐκ τοῦ ὅτι εἴς τινας περιστάσεις δύναται νὰ συμβῶσι καταχρήσεις εἰς βάρος τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος καὶ τοῦ Σώματος. Ἀλλ’ αἱ περιστάσεις αὗται, νομίζω, ὅτι τὴν σήμερον—ἄλλως τε καὶ τοῦτο ἀπεδείχθη καὶ ἐκ τῆς ἡμετέρας πολιτικῆς ἱστορίας—θὰ εἶναι σπανιώταται ἢ καὶ ἀδύνατοι πλέον. Ὁπωσδήποτε ὁ βουλευτὴς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι ἕρμαιον πολιτικῶν μεθόδων ἢ πολιτικῶν μηχανεύσεων ἢ πολιτικῶν δολοπλοκιῶν ἢ ἔστω καὶ ἀτομικῶν τινων ἐμπαθειῶν, διότι δύναται καὶ ἐξ ἀτομικῆς ἐμπαθείας, ἀσχέτως πολιτικῆς διώξεως, ἀσχέτως πολιτικῶν δολοπλοκιῶν, νὰ γίνῃ ὁ βουλευτὴς ἕρμαιον καταδιώξεως, ἐπιδιδομένης μιᾶς μηνύσεως συκοφαντικῆς ὑπὸ ἑνὸς ἀτόμου. Αὐτοὶ καὶ μόνοι εἶναι οἱ δικαιολογητικοὶ λόγοι τῆς διακρίσεως, ὡς ἀνεπτύχθη καὶ ὑπὸ τῶν ἀξιοτίμων πληρεξουσίων. Δὲν πρόκειται λοιπὸν περὶ προνομίων τοῦ βουλευτοῦ προσωπικῶν, ὥστε νὰ λέγωμεν ὅτι πρέπει νὰ τὰ ἐπεκτείνωμεν εὐρύτερον, ὡς ἐρρέθη ὑπὸ ἄλλων τινῶν πληρεξουσίων. Ἴσως μάλιστα λόγῳ τῆς σημερινῆς ἐκπολιτίσεως τῶν λαῶν καὶ τῆς ἀρτίας συγκροτήσεως τῶν Πολιτειῶν ἡ διάταξις αὕτη δὲν θὰ ἦτο πλέον καὶ σκόπιμος, ἵνα διατηρῆται. Καὶ τοιαύτη ἰδέα ἐρρίφθη ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Ἐφόσον ὅμως βλέπομεν ὅτι εἰς ὅλα τὰ Συντάγματα καὶ δὴ καὶ εἰς τὰ νεώτατα τοιαῦτα ἡ διάταξις ὑφίσταται καὶ τίθεται, νομίζω ὅτι παρακολουθοῦντες τὴν τοιαύτην γενικὴν νομικήν, οὕτως εἰπεῖν, πολιτειακὴν συνείδησιν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, ὀφείλομεν καὶ ἡμεῖς νὰ τὴν διατηρήσωμεν ὡς ἔχει. Ἀλλ’ ἡ διάταξις αὐτὴ καθ’ ἑαυτήν, ὡς νῦν ἔχει, δύναται νὰ παρουσιάζῃ καί τινας ἐλλείψεις. Ὅπως ἤδη ἀνεπτύχθη ὑπό τινων ἀξιοτίμων προλαλησάντων, εἰς ἄλλα Συντάγματα καὶ δὴ εἰς τὸ Γαλλικὸν καὶ εἰς τὸ Γερμανικὸν δὲν γίνεται διάκρισις ὡς πρὸς τὸ ἐπ’ αὐτοφώρῳ μεταξὺ κακουργημάτων καὶ πλημμελημάτων. Καὶ τὸ μὲν Γαλλικὸν Σύνταγμα τοῦ 1875 ἐν ἄρθρῳ 14 ῥητῶς ὁρίζει (ἀναγινώσκει): «Οὐδὲν μέλος τῆς μιᾶς ἢ τῆς ἑτέρας Βουλῆς δύναται, διαρκούσης τῆς συνόδου, νὰ καταδιωχθῇ ἢ συλληφθῇ ἐπὶ κακουργήματι ἢ πλημμελήματι, εἰμὴ τῇ ἀδείᾳ τῆς Βουλῆς, ἧς ἀποτελεῖ μέλος, πλὴν τῆς περιπτώσεως τοῦ ἐπ’ αὐτοφώρῳ ἀδικήματος. Ἡ φυλάκισις ἢ καταδίωξις μέλους τῆς μιᾶς ἢ τῆς ἑτέρας Βουλῆς ἀναστέλλεται διαρκούσης τῆς συνόδου καὶ καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν αὐτῆς, καὶ ἂν ἡ Βουλὴ τὸ ζητήσῃ». Τὸ Γαλλικὸν τουτέστι Σύνταγμα, ὅσον ἀφορᾷ τὰ ἐπ’ αὐτοφώρῳ, περιλαμβάνει τά τε κακουργήματα καὶ τὰ πλημμελήματα. Τὸ δὲ Γερμανικὸν ὁμιλεῖ γενικῶς περὶ ἀξιοποίνου πράξεως. Πάντα τὰ Συντάγματα λέγουσιν ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται ἡ δίωξις ἢ ἡ σύλληψις ἢ ἡ φυλάκισις βουλευτοῦ ἄνευ ἀδείας τοῦ Σώματος, πλὴν ἐπὶ τῶν ἐπ’ αὐτοφώρῳ ἀδικημάτων. Τὸ ἡμέτερον Σύνταγμα καὶ τὸ σχέδιον, τὸ ὑπὸ τὴν ψήφισιν τῆς Συνελεύσεως διατελοῦν, περιορίζει τὴν ἐξαίρεσιν μόνον εἰς τὰ ἐπ’ αὐτοφώρῳ κακουργήματα.
§43Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ὑποθέτω ὅτι εἶναι καὶ τὸ μόνον.
§44Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Μάλιστα. Ἐκ τῆς μελέτης τὴν ὁποίαν καὶ ἐγὼ ἔκαμα συντόμως παρετήρησα ὅτι μόνον τὸ ἰδικόν μας Σύνταγμα ἔχει τὴν ἐξαίρεσιν ὡς πρὸς μόνα τὰ κακουργήματα. Νομίζω λοιπὸν καὶ συμφωνῶ πρὸς τοὺς προλαλήσαντας, ὅτι πρέπει νὰ γενικευθῇ τὸ ἐπ’ αὐτοφώρῳ εἰς πάντα τὰ ἀδικήματα, περιλαμβανομένων καὶ τῶν πλημμελημάτων. Ἀλλ’ ἐντεῦθεν θὰ ἠδύνατό τις νὰ εἴπῃ ὅτι δυνάμεθα νὰ δώσωμεν λαβὴν εἰς καταχρήσεις. Καὶ διὰ τοῦτο θὰ ἔδει νὰ τεθῇ μία ἄλλη ἀσφαλιστικὴ δικλεὶς διὰ τὴν προστασίαν αὐτοῦ τοῦ κοινοῦ συμφέροντος δικαιώματος. Διότι, καθ’ ἃ εἴρηται, πρόκειται περὶ δικαιώματος οὐχὶ ἀτομικοῦ, ἀλλὰ περὶ δικαιώματος ἀντικειμενικοῦ, τοῦ ὁποίου δὲν δύναται νὰ παραιτηθῇ οὔτε αὐτὸς ὁ βουλευτὴς ἕνεκα λόγων δημοσίας τάξεως. Νομίζω ὅτι διαπλατύνομεν τὴν ἔννοιαν τοῦ ἐπ’ αὐτοφώρῳ περιλαμβάνοντες καὶ τὰ πλημμελήματα. Θὰ ἔπρεπε δὲ νὰ θέσωμεν καὶ ἑτέραν ἀσφαλιστικὴν δικλεῖδα, κατὰ τὴν ὁποίαν εἴτε πρόκειται περὶ κακουργήματος ἐπ’ αὐτοφώρῳ εἴτε περὶ πλημμελήματος ἐπ’ αὐτοφώρῳ, δέον νὰ ἔχῃ τὸ veto τρόπον τινὰ τῆς περαιτέρω διώξεως ἡ Βουλή. Τοιαῦτα ζητήματα παρουσιάσθησαν καὶ εἰς τὴν κοινοβουλευτικὴν Ἱστορίαν τῆς Γαλλίας.
§45Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν μᾶς τὸ ἀναλύετε νὰ ἴδωμεν, ἂν ταυτίζηται μὲ τὴν πρότασιν τοῦ κ. ἀρχηγοῦ τῶν Προοδευτικῶν Φιλελευθέρων.
§46Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἀπολύτως.
§47Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐγὼ συνήγαγον ὅτι ὁ κακουργῶν βουλευτὴς θὰ συλλαμβάνηται καὶ θὰ ἀπεφαίνηται ἡ Βουλή, χωρὶς νὰ ἀκούηται ἡ γνώμη τοῦ καταδιωκομένου, ὁ ὁποῖος θὰ εἶναι εἰς τὰς φυλακάς.
§48Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Εἶπον ἤδη ὅτι ὅσον ἀφορᾷ τὴν διατήρησιν παρ’ ἡμῖν τῆς διατάξεως νομίζω ὅτι ὀφείλομεν νὰ τὴν διατηρήσωμεν, ἐφόσον ὑπάρχει καὶ εἰς πάντα τὰ Συντάγματα τοῦ πεπολιτισμένου κόσμου, καὶ εἶπον ποῖοι εἶναι οἱ λόγοι οἱ ὁποῖοι ὑπηγόρευσαν αὐτήν. Ἴσως θὰ εἶναι σπάνιαι καὶ εὐχόμεθα πάντες νὰ εἶναι σπάνιαι αἱ περιστάσεις, ὧν ἕνεκεν ὑπηγορεύθη ἡ διάταξις αὕτη. Ἐν τοσούτῳ ἐπιτραπήτω μοι νὰ εἴπω ὅτι δέον ἡ διάταξις νὰ διατηρηθῇ. Τώρα ἐρχόμεθα εἰς τὴν ἐξαίρεσιν. Ὡς ἤδη ἐλέχθη, μόνον τὸ ἡμέτερον Σύνταγμα ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἐπ’ αὐτοφώρῳ περιορίζεται εἰς τὰ κακουργήματα, εἰς ὅλας τὰς ἄλας νομοθεσίας περιλαμβάνονται καὶ τὰ πλημμελήματα. Μάλιστα διδάσκεται ὅτι ἡ ἔννοια τῆς μὴ διώξεως τοῦ βουλευτοῦ, ἡ ὁποία ἔχει ὡς λόγον τὸ δημόσιον συμφέρον, δὲν δύναται νὰ ἔχῃ ἐφαρμογὴν ἐπὶ τῆς προσωρινῆς κρατήσεως. Τοῦτο διδάσκει ὁ Orban, ὁ τελευταῖος καὶ νεώτερος ἑρμηνευτὴς τοῦ Βελγικοῦ Συντάγματος, τῳόντι δὲν δύναται νὰ δοθῇ πλήρης ἀσυδοσία εἰς ἄτομον, τὸ ὁποῖον τυγχάνει νὰ φέρῃ τὸ ἀξίωμα τοῦ πληρεξουσίου ἢ τοῦ βουλευτοῦ καὶ νὰ ἐπιτρέπηται εἰς αὐτὸ νὰ διαταράσσῃ ἐν πάσῃ περιπτώσει τὴν δημοσίαν τάξιν. Ἐπὶ πταισμάτων ὁ Orban λέγει ὅτι, ἂν εὑρεθῇ ὁ βουλευτὴς κατὰ τὰς μεσονυκτίους ὥρας θορυβῶν καὶ διαταράττων τὴν κοινὴν ἡσυχίαν, αὐτὸς συλλαμβάνεται καὶ ὁδηγεῖται εἰς τὸ Amigo. Ὑποθέτω ὅτι διὰ τῆς λέξεως ταύτης, μὴ ἀπαντώσης εἰς τὰ λεξικά, νοεῖται τὸ παρ’ ἡμῖν λεγόμενον κρατητήριον. Κατὰ ταῦτα σύμφωνα καὶ πρός τινας ἀξιοτίμους προλαλήσαντας, δέον νὰ περιλάβωμεν εἰς τὴν διάταξιν πάντα τὰ ἐπ’ αὐτοφώρῳ ἀδικήματα. Ἐφόσον ὅμως ἡ Βουλὴ ὡς Σῶμα κυριαρχικὸν ἔχει συμφέρον νὰ διατηρῇ τὴν ἀξιοπρέπειαν καὶ τὴν ἐλευθερίαν τοῦ βουλευτοῦ, ὁ ὁποῖος καὶ δὲν δύναται νὰ διαθέσῃ τὰ καθ’ ἑαυτόν, νομίζω ὅτι δέον νὰ τεθῇ καὶ διάταξις ἀνάλογος πρὸς τὰς ὑπαρχούσας διατάξεις τοῦ Γερμανικοῦ Συντάγματος, τοῦ Βελγικοῦ καὶ τοῦ Γαλλικοῦ τοῦ 1875, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Βουλὴ δικαιοῦται νὰ ἀποφανθῇ ὅτι δέον νὰ παύσῃ ἡ σύλληψις ἢ ἡ καταδίωξις. Δὲν ἔχει τοῦτο τὴν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν νομίζει, ἂν δὲν παρενόησα τὸν κ. ἐκ Λασιθίου πολιτευόμενον, ὅτι ἡ Βουλὴ δίδει συγχωροχάρτιον. Διότι ἡ κατ’ οὐσίαν ἀπόφασις περὶ τῆς ἐνοχῆς ἢ μὴ τῶν πληρεξουσίων ἢ τῶν βουλευτῶν ἀνήκει εἰς τὴν μόνην ἁρμοδίαν, τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν. Ἐκ λόγων ἄλλων ἀνωτέρων, διὰ νὰ μὴ παρακωλυθῶσιν αἱ ἐργασίαι τοῦ Σώματος, διὰ νὰ μὴ γίνωσι καταχρήσεις ἢ διὰ νὰ μὴ θρυμματίζηται ἡ ὑπόληψις ἑνὸς βουλευτοῦ, ἐθεσπίσθη ἡ διάταξις αὕτη.
§49Δ. ΚΑΛΚΑΝΔΗΣ. Ἂν εἶναι ἀντιπολιτευόμενος;
§50Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἡ Βουλὴ ἔχει πλέον καὶ τὴν κοινοβουλευτικὴν εὐθύνην ἀπέναντι τοῦ λαοῦ, ἀπέναντι τοῦ Τύπου. Αὐτὰ πλέον εἶναι ἠθικὰ ζητήματα. Διὰ τοῦτο κατὰ τὴν ἱστορίαν τὴν τελευταίαν τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ ἐν Γαλλίᾳ εὗρον παραδείγματα, κατὰ τὰ ὁποῖα συνελήφθησαν καὶ ἐπ’ αὐτοφώρῳ βουλευταὶ καὶ διεμαρτυρήθησαν οἱ Πρόεδροι τῶν Βουλῶν πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης. Καὶ εἰς ἄλλας μὲν περιστάσεις ἐθεωρήθη ὅτι ἠδύνατο τὸ πρᾶγμα νὰ περιορισθῇ εἰς τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὅταν εὑρίσκει σύμφωνον τὴν ἐνέργειαν τοῦ εἰσαγγελέως. Εἰς ἄλλας δὲ περιστάσεις πάλιν φαίνεται ὅτι αἱ Βουλαὶ ἐπεδοκίμασαν τὴν δίωξιν, ἀλλὰ δὲν φαίνεται οὐδεμία περίπτωσις κατὰ τὴν ὁποίαν αἱ Βουλαὶ νὰ ἀπεφάσισαν ἀπόλυτον. Διὰ τοῦτο νομίζω ὅτι τὰ πάντα συμβιβάζονται, ἂν ἐπεκτείνωμεν καὶ ἡμεῖς συμφώνως πρὸς τὰ ἄλλα Συντάγματα τὴν ἔννοιαν τοῦ ἐπ’ αὐτοφώρῳ εἰς τὰ ἐν γένει ἀδικήματα, καὶ ἀκόμη, ἂν θέσωμεν μίαν ἀσφαλιστικὴν δικλεῖδα, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐπὶ πάσης συλλήψεως ἐπ’ αὐτοφώρῳ βουλευτοῦ ἢ πληρεξουσίου, τὸ πρᾶγμα ἀνακοινοῦται ὑπὸ τοῦ εἰσαγγελέως εἰς τὴν Βουλήν, ἥτις εἶναι ἁρμοδία νὰ ἀποφασίσῃ περὶ τῆς διατηρήσεως τῆς κρατήσεως ἢ τῆς συνεχίσεως τῆς διώξεως. Ἀλλὰ καὶ τοῦτο ὀφείλομεν νὰ τονίσωμεν· ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς περὶ ἀναστολῆς τῆς διώξεως ἢ ἀπελευθερώσεως τῶν συλληφθέντων δὲν εἶναι ἀπόφασις ἀποτελοῦσα δικαιοδοσίαν ἐπὶ τοῦ ἀδικήματος, οὗ ἡ ἐκδίκασις ἀνήκει εἰς τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν. Καὶ ἐν προκειμένῳ διὰ νὰ περατώσω τὸν λόγον, δὲν θὰ ἦτο ἄτοπον νὰ προσθέσω καὶ ὀλίγα τινὰ ἀκόμη. Ἐγεννήθη καὶ ζήτημα, ποία εἶναι ἡ ἁρμοδιότης, ποία εἶναι ἡ ἐξουσία τῆς Βουλῆς, παρὰ τῆς ὁποίας ζητεῖται ἡ ἄδεια τῆς διώξεως βουλευτῶν; Τὸ ζήτημα αὐτὸ εἶναι συναφὲς πρὸς ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶπον προηγουμένως. Δύναται ἡ Βουλὴ νὰ ἐξετάσῃ τὸ κατ’ οὐσίαν βάσιμον, ὑποστατόν, πραγματικὸν τῆς κατηγορίας ἢ ὄχι ἢ τί ὀφείλει τέλος ἡ Βουλὴ νὰ ἐξετάσῃ συμφώνως πρὸς τὸ πνεῦμα τῆς διατάξεως; Ἡ Βουλὴ συμφώνως πρὸς τὸ πνεῦμα τῆς διατάξεως ὀφείλει νὰ ἐξετάσῃ πρῶτον, ἂν εἶναι ἠθική, ἂν εἶναι εἰλικρινὴς ἡ δίωξις, ἂν δὲν προέρχηται ἐκ πολιτικῶν δολοπλοκιῶν (maneuvres) ἢ ἂν πρόκειται περὶ συκοφαντικῆς ἐνεργείας ἑνὸς πολίτου διὰ νὰ θρυμματίσῃ τὴν ὑπόληψιν ἑνὸς βουλευτοῦ. Ἂν ἡ Βουλὴ βλέπῃ ὅτι πρόκειται περὶ ἐκβιασμοῦ, περὶ chantage, περὶ ἐξευτελισμοῦ ἑνὸς βουλευτοῦ ἢ περὶ μιᾶς πράξεως δολίας τῆς Κυβερνήσεως, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀρνηθῇ ἐπὶ τοῦ παρόντος τὴν δίωξιν. Δὲν ἔχει ὅμως τὸ δικαίωμα νὰ ἐπέμβῃ, ὅπως τινὲς ἰσχυρίσθησαν, εἰς τὴν ἐξέτασιν μαρτύρων, εἰς τὴν ἐκτίμησιν πραγμάτων, εἰς τὴν αἴτησιν πληροφοριῶν ἀπὸ τὴν ἁρμοδίαν δικαστικὴν Ἀρχήν. Ἐπὶ πλέον διὰ τὸ ἐν συντόμῳ ἄρτιον τῆς ἀναπτύξεως τοῦ θέματος δέον νὰ προσθέσω καὶ ἄλλα τινά. Ἐγεννήθη τὸ ζήτημα, ἂν ἡ ἀσυλία, ἡ immunité parlementaire, ἀφορᾷ πλὴν τοῦ προσώπου τοῦ βουλευτοῦ καὶ τὴν κατοικίαν τοῦ βουλευτοῦ, le domicile du deputé. Τὸ πρᾶγμα δὲν στερεῖται σοβαρότητος. Ἐνδέχεται βουλευτής τις νὰ ὑποθάλπῃ ἐγκληματίαν, ἐνδέχεται εἰς τὴν οἰκίαν του νὰ ἔχῃ λαθρεμπόριον ἢ κλοπιμαῖα, ἐνδέχεται νὰ ὑποστηρίζῃ ἄλλας ἀξιοποίνους πράξεις. Ἐγεννήθη τὸ ζήτημα τοῦτο, ὅπερ διαπραγματεύονται διὰ μακρῶν οἱ συγγραφεῖς, ἀλλὰ πάντες ἀπεδέχθησαν ὅτι ἡ δικαστικὴ ἐξουσία πέρα τῆς ἀσυλίας ὅσον ἀφορᾷ τὸ πρόσωπον τοῦ βουλευτοῦ, εἶναι ἐλευθέρα νὰ ἐνεργῇ κατὰ τὴν κρίσιν της. Τὸ πρᾶγμα εἶναι σοβαρὸν καὶ λογικὸν καὶ ἐθεώρησα καθῆκον νὰ τὸ ἀναφέρω διὰ νὰ ἀναγραφῇ εἰς τὰ πρακτικά, ἂν τὸ ἀποδέχηται ἡ Συνέλευσις ὑπὸ ταύτην τὴν ἔννοιαν.
§51Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Ἔτσι γίνεται ἕως τώρα.
§52Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Γεννᾶται ἐπίσης καὶ ἓν ἄλλο ζήτημα. Τί συμβαίνει εἰς τὰς περιπτώσεις, καθ’ ἃς κατὰ τὰ διαλείμματα τῶν συνόδων συνελήφθη καὶ καταδιώκεται βουλευτής; Τὸ ζήτημα τὸ διαπραγματεύονται ἐπίσης διὰ μακρῶν οἱ συγγραφεῖς. Ὑπάρχει ὡς πρὸς τοῦτο χάσμα παρ’ ἡμῖν. Δύναται δὲ ἐντεῦθεν νὰ γίνῃ καὶ ἡ κατάχρησις, τὴν ὁποίαν φοβούμεθα. Δύναται μία Κυβέρνησις, ἂς τὸ φαντασθῶμεν πρὸς στιγμήν, ἐγὼ φαντάζομαι ὅτι μόνον εἰς λίαν ἀνωμάλους περιστάσεις δύναται νὰ γίνῃ αὐτὸ καὶ ἂν ἡ Κυβέρνησις θὰ εὕρῃ καὶ ὑποχειρίαν τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν, ὅπερ ἀπίθανον. Δυνατὸν ὅμως νὰ συμβῶσιν ὅλα αὐτά. Ἐρωτᾶται λοιπὸν τί γίνεται εἰς τὴν περίπτωσιν, καθ’ ἣν κατὰ τὰ διαλείμματα τῆς περιόδου, κατὰ τὰ ὁποῖα ἠρεμεῖ ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος, συνελήφθη βουλευτής, ὁπότε ἡ δικαστικὴ ἐξουσία ἔχει πλήρη τὴν ἐλευθερίαν τῆς ἐνεργείας; Εἶναι καὶ αὐτὸ ἓν σπουδαῖον ζήτημα. Εἷς βουλευτὴς καταδιώκεται, συλαμβάνεται, φυλακίζεται. Νομίμως ἐνεργήθησαν ταῦτα πάντα. Ἔρχεται ἡ σύνοδος τῆς Βουλῆς, θὰ μείνῃ ὁ βουλευτὴς ἐν προφυλακίσει, ἐν τῇ τοιαύτῃ καταδιώξει, τὴν ὁποίαν ὑποθέτομεν ὡς κακόβουλον, διὰ νὰ εἴμεθα συνεπεῖς πρὸς τὴν ἀρχήν; Διὰ τοῦτο ἐτέθη καὶ εἰς τὸ Γαλλικὸν καὶ εἰς τὸ Γερμανικὸν καὶ εἰς ἄλλα Συντάγματα ἡ διάταξις, καθ’ ἣν κατὰ πᾶσαν περίστασιν δύναται ἡ Βουλὴ νὰ διατάσσῃ ἀναστολὴν τῆς διώξεως καὶ νὰ ἀπολευθερωθῇ ὁ συλληφθείς, ἂν τὸ ἀπαιτήσῃ ἡ Βουλή. Συναφῶς πρὸς ταῦτα ἀνεφύη καὶ ἕτερον ζήτημα εἰς τὴν Γαλλικὴν νομολογίαν, κοινοβουλευτικήν τε καὶ δικαστικήν. Παρουσιάσθη τὸ ζήτημα τὸ ἄλλο τὸ σχετικὸν μὲ τὸ ἐπ’ αὐτοφώρῳ, διότι τὸ Γαλλικὸν Σύνταγμα δὲν ἔχει διάταξιν ἀνάλογον πρὸς τὰ ἄλλα Συντάγματα, καθ’ ἣν καὶ ἐπὶ τῆς ἐπ’ αὐτοφώρῳ συλλήψεως ἀναφέρεται τὸ πρᾶγμα εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, λαμβάνουσα δ’ οὕτω γνῶσιν ἡ Βουλὴ ἀποφασίζει. Τὸ Γαλλικὸν Σύνταγμα δὲν ἔχει τοιαύτην διάταξιν. Ἔχει τὴν δευτέραν περικοπήν, καθ’ ἣν δύναται ἡ Βουλὴ ἐπὶ συλληφθέντος καὶ καταδιωχθέντος καὶ φυλακισθέντος βουλευτοῦ νὰ ἀποφασίσῃ τὴν ἀναστολὴν τῆς διώξεως. Οἱ ἑρμηνευταὶ οἱ ἄριστοι τοῦ Γαλλικοῦ Συντάγματος—καὶ ἀναφέρω τὸν Dupuit—λέγουσιν ὅτι ἡ δευτέρα περίπτωσις ἀφορᾷ τὸν χρόνον, καθ’ ὃν κατὰ τὰ διαλείμματα τῆς περιόδου, ληξάσης τῆς συνόδου, συνελήφθη ὁ βουλευτής, καὶ δέχονται ὅτι τότε μόνον ἔχει ἡ Βουλὴ τὸ δικαίωμα νὰ ἐξετάσῃ, ἂν καὶ κατὰ πόσον καλῶς συνελήφθη, καὶ νὰ ἀποφανθῇ οὕτως ἢ ἄλλως. Ἀλλ’ ἡ κοινοβουλευτικὴ νομολογία ἀπεφάνθη ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦτο τὸ ἔχει καὶ ἐπὶ τῆς ἐπ’ αὐτοφώρῳ συλλήψεως. Τούτων οὕτως ἐχόντων, ἐφόσον ἀναφύονται τοιαῦται περιπτώσεις καὶ δύνανται νὰ γεννηθοῦν κενά, νομίζω ὅτι ἡ σχετικὴ διάταξις τοῦ Συντάγματος μετὰ ἔλεγχον καὶ τῆς κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς, θὰ ἠδύνατο νὰ συμπληρωθῇ ὡς ἑξῆς, διὰ νὰ περιλάβῃ καὶ τὴν περίπτωσιν, τὴν ὁποίαν ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ἀναφέρω ὑμῖν. (Ἀναγινώσκει): «Ἐν περιπτώσει συλλήψεως δι’ ἐπ’ αὐτοφώρῳ ἀδίκημα ἢ καταδιώξεως μετὰ τὴν λῆξιν τῶν συνόδων τῆς Βουλῆς, αὕτη δικαιοῦται νὰ ἐπιτρέψῃ ἢ νὰ ἀρνηθῇ τὴν ἐξακολούθησιν τῆς καταδιώξεως, ἐφόσον διαρκεῖ ἡ περίοδος τῆς Βουλῆς». Νομίζω ὅτι κατ’ αὐτὴν τὴν ἔννοιαν δύναται νὰ συμπληρωθῇ τὸ σχετικὸν ἄρθρον τοῦ Συντάγματος.
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Τσιριμῶκος ἔχει τὸν λόγον.
§54Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἤκουσα, κύριοι, μετὰ προσοχῆς τὰς ἀντιρρήσεις, αἱ ὁποῖαι διετυπώθησαν, καὶ τὰς τροποποιήσεις, αἱ ὁποῖαι προεβλήθησαν ἐπὶ τοῦ συζητουμένου ἄρθρου. Ἡ μόνη παρατήρησις, ἡ ὁποία μοὶ φαίνεται εὔλογος καὶ ἡ ὁποία δύναται νὰ γίνῃ ἀποδεκτὴ ὡς αὐθεντικὴ ἑρμηνεία μᾶλλον, εἶναι ὅτι ἀναστέλλεται ὁ χρόνος τῆς παραγραφῆς, ἐφόσον ὁ διωκόμενος τυγχάνει βουλευτής.
§55Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἡ ἑρμηνεία τὴν δέχεται.
§56Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἂν τὸ ἡμέτερον Σύνταγμα δὲν ἀπεδέχθη τὴν γενικότητα τῆς φράσεως «ἀδικήματα» καὶ περιωρίσθη εἰς τὰ ἐπ’ αὐτοφώρῳ «κακουργήματα», δὲν μοὶ φαίνεται ὅτι τυχαίως τὸ ἔκαμε. Νομίζω ὅτι καλῶς περιωρίσθη εἰς τὰ ἐπ’ αὐτοφώρῳ κακουργήματα, τοιαύτη δὲ πρέπει νὰ μείνῃ ἡ διατύπωσις. Ἡ γενικότης τῆς ἐκφράσεως «ἀδικήματα» συνοδευομένη εἰς πάντα τὰ νεώτερα Συντάγματα, τὸ Γερμανικόν, τὸ Τσεχοσλοβακικόν, τὸ Πολωνικόν, ἀπὸ σωρείαν διατάξεων, καθ’ ἃς εὐθὺς ὡς ἀρχίσῃ ἡ δίωξις διὰ τὸ ἐπ’ αὐτοφώρῳ ἀδίκημα, ὀφείλει ἡ διώκουσα Ἀρχὴ νὰ ἀναγγείλῃ εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ζητοῦσα τὴν ἄδειαν αὐτῆς πρὸς ἐξακολούθησιν τῆς διώξεως ἢ τῆς κρατήσεως, ὅτι δύναται ἡ Βουλὴ παρεμβαίνουσα νὰ ἀναστείλῃ τὴν δίωξιν εἰς τὰ ἐπ’ αὐτοφώρῳ κακουργήματα, εἶναι περισσότερον προστατευτικὴ τῆς βουλευτικῆς ἀσυλίας. Ἡμεῖς ἀποφεύγαμεν τὴν ἀναγραφὴν τοιούτων διατάξεων, περιορίσαντες μόνον τὸ δικαίωμα τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας ὅπως ἐπιληφθῇ τῆς διώξεως τοῦ βουλευτοῦ ἄνευ ἀδείας τοῦ Σώματος μόνον ἂν πρόκειται περὶ ἐπ’ αὐτοφώρῳ κακουργήματος. Καὶ ἐρωτῶ: Ἂν εὐρύνωμεν τὸ δικαίωμα τῆς δικαστικῆς Ἀρχῆς εἰς κάθε ἐπ’ αὐτοφώρῳ ἀδίκημα, τίνα σκοπὸν ἐπιδιώκομεν; Θέλετε τάχα νὰ προστατεύσητε τὸν ἀδικούμενον πολίτην ἔκ τινος πλημμελήματος βουλευτοῦ; Τίποτε δὲν ἐπιτυγχάνετε εἰμὴ τὴν διαπόμπευσιν τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος. Διότι δὲν ὑπάρχει περίπτωσις συλλήψεως καὶ φυλακίσεως ἐπὶ πλημμελημάτων, ἐκτὸς ἂν πρόκειται περὶ κλεπτῶν ἢ ἀλητῶν. Βεβαίως δὲ δὲν φαντάζεταί τις ὅτι τοιοῦτοι ἄνθρωποι δύνανται νὰ παρακαθήσουν εἰς τὴν Βουλὴν ὡς ἀντιπρόσωποι τοῦ λαοῦ. Ἑπομένως, ἂν δὲν συντρέχει περίπτωσις συλλήψεως πλημμελήματος, ἀπομένει ἡ περίπτωσις ἐνάρξεως διώξεως Ἀλλὰ διὰ τοιαύτην περίπτωσιν θὰ ζητηθῇ πάντως ἡ ἄδεια τοῦ Σώματος. Προκειμένου περὶ τοῦ ἐπ’ αὐτοφώρῳ κακουργήματος εἶμαι ἐναντίον παντὸς περιορισμοῦ. Ἡ δικαστικὴ ἐξουσία δέον νὰ ἀφεθῇ ἐλευθέρα νὰ ἐξακολουθήσῃ τὸ ἔργον αὐτῆς. Ἐτηρήσαμεν, κύριοι, ἐν τῇ συνταγματικῇ Ἐπιτροπῇ τὴν ἀρχὴν νὰ προβαίνωμεν εἰς μεταβολὴν τῶν κειμένων διατάξεων, μόνον ἂν αὗται ἔδωκαν ἀφορμὴν παρεξηγήσεων καὶ παρερμηνειῶν ἢ ἐκρίθησαν ἐν τῇ ἐφαρμογῇ ἀνεπαρκεῖς καὶ συνεπῶς ἔχουσιν ἀνάγκην σαφεστέρας ἢ πληρεστέρας διατυπώσεως. Ἀπὸ τὸ 1843 ἐφαρμόζεται ἡ διάταξις αὐτὴ τοῦ Συντάγματος χωρὶς νὰ παρασχεθῇ ἀφορμὴ ὅτι κακῶς ἔχει διατυπωθῆ ἐν τῷ Συντάγματι. Πάντοτε περιωρισμένη ὑπῆρξεν ἡ δικαστικὴ ἐξουσία νὰ ἐνεργῆται ἄνευ ἀδείας εἰς τὰ ἐπ’ αὐτοφώρῳ κακουργήματα. Οὐδεμία ὑπόθεσις ἔμεινεν ἀδίκαστος, σπανιώτατα δὲ αἱ Βουλαὶ ἠρνήθησαν νὰ χορηγήσωσι τὴν ἄδειαν, ἐκτὸς ἂν ἐπρόκειτο περὶ ἀδικαιολογήτων συκοφαντιῶν ἢ μωρολογιῶν, αἱ ὁποῖαι δὲν ἤξιζον τὸν κόπον νὰ ἀπασχολήσουν τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν. Δι’ αὐτὸ νομίζω ὅτι αἱ μεταβολαί, ἐφόσον δὲν ὑπαγορεύονται ὑπὸ τῆς ἀνάγκης, πρέπει νὰ ἀποφεύγωνται. Τὸ ὅτι εἰς τὰ ἄλλα Συντάγματα ἐτέθησαν διατάξεις διάφοροι, ὡς ἡ τῆς παρεμβάσεως τῆς Βουλῆς πρὸς ἀναστολὴν τῆς διώξεως καὶ προκειμένου περὶ κακουργήματος ἐπ’ αὐτοφώρῳ δὲν νομίζω ὅτι αἰτιολογεῖ τὴν ἀποδοχὴν τῶν διατάξεων τούτων καὶ παρ’ ἡμῖν, διότι αὗται εἶναι ἐντελῶς περιτταί, ἐφόσον περιορίζεται τὸ δικαίωμα τῆς καταδιωκτικῆς Ἀρχῆς νὰ προβῇ εἰς σύλληψιν μόνον ἐπὶ τῶν ἐπ’ αὐτοφώρῳ κακουργημάτων. Οὔτε δὲ εἶναι καὶ εὐάρεστον ἡ Βουλὴ νὰ ἀσχολῆται καθημερινῶς μὲ αἰτήσεις τῶν εἰσαγγελέων πρὸς δίωξιν τῶν βουλευτῶν καὶ νὰ μεταβάλωμεν τὸ Σῶμα εἰς καθημερινὸν κριτήριον περὶ τῆς ὀρθότητος ἢ μὴ τῆς διώξεως. Ὅσον σπανιώτερον ἀσχολεῖται ἡ Βουλὴ περὶ τὰ ζητήματα ταῦτα, τόσον περισσότερον τηρεῖται ἀκεραία ἡ ἀξιοπρέπεια τοῦ Σώματος. Διὰ τοῦτο, κύριοι, ἀποδεχόμενος ὅτι δὲν ὑπολογίζεται πρὸς παραγραφὴν τοῦ ἀδικήματος ὁ χρόνος τῆς βουλευτίας, νομίζω ὅτι δυνάμεθα νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ ἄρθρου τούτου ὡς ἔχει.
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Κιαγιᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§58Γ. ΚΙΑΓΙΑΣ. Κατὰ τὴν προχθεσινὴν συνεδρίασιν, κύριοι πληρεξούσιοι, ἐξεδηλώθησαν δύο τάσεις· ἡ μία ἦτο ὑπὲρ τοῦ περιορισμοῦ τῆς βουλευτικῆς ἀσυλίας καὶ ἡ ἑτέρα ὑπὲρ τῆς ἐπεκτάσεως αὐτῆς. Κατεδείχθη μάλιστα τότε καὶ ἐτονίσθη ὑπὸ τοῦ εἰσηγητοῦ τῆς συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς ὅτι δὲν δύνανται νὰ καθιεροῦνται προνόμια ὑπὲρ τῶν βουλευτῶν, διότι τοῦτο θὰ εἶχεν ὡς ἀποτέλεσμα νὰ προκαλέσῃ τὴν δυσφορίαν τῆς Κοινῆς Γνώμης. Ἄν πράγματι, κύριοι πληρεξούσιοι, ἐπρόκειτο διὰ τῆς συνταγματικῆς διατάξεως νὰ καθιερώσωμεν ὄχι πλέον προνόμια, ἀλλ’ εὐνοίας πραγματικὰς ὑπὲρ τοῦ βουλευτοῦ, δὲν θὰ ὑπῆρχε λόγος νὰ ἀσχολούμεθα σήμερον περὶ τοῦ ζητήματος τούτου, διότι θὰ ἦτο ἀστεῖον ἐν δημοκρατικῷ πολιτεύματι καὶ μὲ τὴν ζέσιν τὴν δημοκρατικὴν ἀπὸ τὴν ὁποίαν κατεχόμεθα ὅλοι νὰ συζητῶμεν περὶ εὐνοιῶν καὶ προνομίων. Ἀλλ’ ἡ διάταξις δὲν πρόκειται νὰ καθιερώσῃ οὔτε προνόμια οὔτε προσωπικὰς εὐνοίας, πρόκειται περὶ μιᾶς ἐγγυήσεως, ἡ ὁποία λαμβάνεται εἰς ὅλα τὰ Συντάγματα τοῦ κόσμου καὶ διὰ τῆς ὁποίας ἐπιδιώκεται νὰ προστατευθῇ ἡ ἀνεξαρτησία καὶ ἐλευθερία τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, πρόκειται δηλονότι, κύριοι πληρεξούσιοι, περὶ ἐγγυήσεως ἡ ὁποία ἐτέθη ἐν τῷ συμφέροντι τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας καὶ τοῦ Ἔθνους, τὸ ὁποῖον ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἀντιπροσωπεύει, δηλαδὴ περὶ ἐγγυήσεως ἡ ὁποία ἐτέθη χάριν τοῦ δημοσίου συμφέροντος. Δὲν πρόκειται περὶ κατασκευάσματος τῆς πολιτικῆς ἐπιστήμης· ἡ πολιτικὴ ἐπιστήμη ἐν προκειμένῳ δὲν κατεσκεύασε τίποτε. Πρόκειται περὶ μιᾶς ἐγγυήσεως, ἡ ὁποία ἐλήφθη ἀπὸ τὴν πεῖραν καὶ ἀπὸ τὴν ζωὴν τῶν λαῶν. Διότι, ὅπως καὶ κατὰ τὴν προχθεσινὴν συνεδρίασιν ἔλεγον, κύριοι πληρεξούσιοι, ἡ διάταξις αὕτη τὴν καταγωγήν της ἔχει ἀπὸ τὴν φιλελευθέραν Ἀγγλίαν, ἔχει δὲ ὡς ἀφορμὴν τὰς διώξεις ἐναντίον τῶν μελῶν τῆς Βουλῆς τῶν Κοινοτήτων, αἵτινες εἶχον λάβει χώραν κατὰ τὸν ΙΔʹ καὶ ΙΕʹ αἰῶνα.
§59Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Γαλλικῆς προελεύσεως εἶναι.
§60Γ. ΚΙΑΓΙΑΣ. Ὄχι. Ἀγγλικῆς, κ. πρόεδρε, Ἀγγλικῆς. Ὅταν δὲ κατόπιν ἐκηρύχθη ἡ Γαλλικὴ Ἐπανάστασις, ἀπεδέχθη τὴν ἀρχὴν ταύτην, τὴν καθιέρωσεν ἐν τῷ Γαλλικῷ Συντάγματι καὶ ἔκτοτε ἀποτελεῖ ἀξίωμα τῆς ἐπιστήμης τοῦ Συνταγματικοῦ Δικαίου.
§61Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀσυλία ἐν τῷ Ἀγγλικῷ Συντάγματι ὑπὲρ τῶν βουλευτῶν.
§62Γ. ΚΙΑΓΙΑΣ. Ὑπάρχουν ἐκεῖ νόμοι, οἱ ὁποῖοι εἶναι πλέον σεβαστοὶ ἀπὸ τὰς συνταγματικὰς διατάξεις, τὰς ὁποίας ἡμεῖς θεσμοθετοῦμεν εἰς τὴν Ἑλλάδα. Γεννᾶται λοιπόν, κύριοι πληρεξούσιοι, τὸ ζήτημα, ἐφόσον πρόκειται περὶ ἐγγυήσεως, ἡ ὁποία ἐγγύησις ἐπιβάλλεται διὰ τὴν ἀνεξαρτησίαν καὶ τὴν ἐλευθερίαν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, διὰ νὰ καταστήσῃ δηλαδὴ τὸν περιβεβλημένον τὸ ἀξίωμα τοῦ ἀντιπροσώπου ἱκανὸν νὰ ἐκπληρώσῃ ἀνεξαρτήτως καὶ ἐλευθέρως τὰ καθήκοντα αὐτοῦ καὶ νὰ μὴ τὸν μεταστήσῃ εἰς τὴν ἀδυναμίαν τῆς ἐκπληρώσεως τῶν βουλευτικῶν του καθηκόντων. Γεννᾶται λοιπὸν τὸ ζήτημα, ἐφόσον πρόκειται περὶ τοιαύτης τινὸς ἐγγυήσεως, ἂν ἡ ἐγγύησις αὕτη πρέπει νὰ εἶναι εὐρεία ἢ περιωρισμένη. Ὅλα τὰ νεώτερα Συντάγματα, κύριοι πληρεξούσιοι, πρὸς τοῦτο τὸ τέρμα τείνουσι νὰ εὐρύνωσιν ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότερον τὴν βουλευτικὴν ἀσυλίαν. Ἰδίως δὲ τὸ Πολωνικὸν τοιοῦτον, τὸ ὁποῖον καθορίζει ὅτι ἡ βουλευτικὴ ἀσυλία δὲν περιορίζεται μόνον ἐντὸς τῆς βουλευτικῆς συνόδου, ἀλλ’ ἐκτείνεται ἐφόσον διαρκεῖ ἡ ἐντολὴ τῆς ἀντιπροσωπείας, δηλαδὴ καθ’ ὅλην τὴν βουλευτικὴν περίοδον. Τοῦτο λοιπὸν ἤθελον καὶ ἐγὼ νὰ ὑποστηρίξω διὰ τῆς προχθεσινῆς μου τροπολογίας, ὅτι πρέπει ἡ βουλευτικὴ ἀσυλία νὰ μὴ περιορίζηται μόνον ἐντὸς τῆς βουλευτικῆς συνόδου, ἀλλὰ νὰ ἐκτείνηται καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν τῆς ἐντολῆς. Διότι, ναὶ μὲν δὲν ὑφίσταται προκειμένου περὶ τῶν διαλειμμάτων τῆς βουλευτικῆς περιόδου—δηλ. τὸ μεσολαβοῦν χρονικὸν διάστημα μεταξὺ δύο συνόδων—ὁ λόγος ὁ ὁποῖος ὑπηγόρευσε τὴν καθιέρωσιν τῆς διατάξεως ταύτης, διότι ὁ ἀντιπρόσωπος βεβαίως ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ δὲν θὰ τεθῇ ἐν ἀδυναμίᾳ ἐκπληρώσεως τῶν καθηκόντων αὐτῶν, ἀφοῦ δὲν συνεδριάζει ἡ Συνέλευσις, ἀλλ’ ὑπάρχει ὅμως ὁ φόβος, κύριοι πληρεξούσιοι, ὑπάρχει ὁ φόβος αἱ καταδιώξεις ἐναντίον τῶν ἀντιπροσώπων νὰ χρησιμεύσωσιν ὡς ὅπλον πολιτικῆς κατ’ αὐτῶν πιέσεως, ὡς μέσον ἐκβιασμοῦ ἐκ μέρους τυχὸν τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας μιᾶς πλειονοψηφίας ἡ ὁποία κυβερνᾷ τὴν Χώραν. Ἐφόσον λοιπὸν ὁ λόγος οὗτος ὑφίσταται—καὶ ὁ λόγος οὗτος εἶναι ἐπίσης σοβαρὸς ὅπως εἶναι καὶ ὁ λόγος ὅστις ὑπηγόρευσε τὴν καθιέρωσιν τῆς ἐγγυήσεως ταύτης—φρονῶ ὅτι πρέπει ἡ ἀσυλία νὰ ἐκτείνηται καθ’ ὅλην τὴν βουλευτικὴν περίοδον. Ἔρχομαι τώρα, κύριοι πληρεξούσιοι, καὶ εἰς τὸ ζήτημα τοῦ ἐπ’ αὐτοφώρῳ ἀδικήματος. Εἶπον καὶ εἰς τὴν προχθεσινὴν συνεδρίασιν ὅτι ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ἐγεννήθησαν ἔριδες περὶ τοῦ ἂν καὶ κατὰ πόσον ὑφίσταται τὸ ἐπ’ αὐτοφώρῳ ἀδίκημα πρὸς ἀποφυγὴν παρερμηνειῶν, πρὸς ἀποφυγὴν καταχρήσεων, αἵτινες ἠδύναντο νὰ προκύψουν εἴτε διὰ τὴν ἑρμηνείαν τῶν περιπτώσεων τοῦ ἐπ’ αὐτοφώρῳ ἀδικήματος εἴτε καὶ ἐκ μεταρρυθμίσεων, εἰς τὰς ὁποίας ἠμπορεῖ νὰ προβῇ ἓν νομοθετικὸν Σῶμα κανονίζον τὰ τοῦ ἐπ’ αὐτοφώρῳ ἀδικήματος ἐν τῇ ποινικῇ δικονομίᾳ. Ἐφόσον ἑπομένως πρόκειται νὰ ἀποκρούσωμεν καταχρήσεις, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ συμβῶσι, φρονῶ ὅτι πρέπει νὰ καθιερώσωμεν ἐν τῷ Συντάγματι πότε θεωροῦμεν ὅτι δύναται νὰ ἰσχύσῃ καταδίωξις διὰ τὰ ἐπ’ αὐτοφώρῳ ἀδικήματα. Τὸ ἄρθρον 37 τοῦ Γερμανικοῦ Συντάγματος λέγει τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Μέλος τοῦ Ράϊχσταγ ἢ οἱουδήποτε τοπικοῦ Κοινοβουλίου δὲν δύναται διαρκούσης τῆς συνόδου νὰ διωχθῇ ἢ νὰ συλληφθῇ δι’ ἀξιόποινον πρᾶξιν ἄνευ συναινέσεως τοῦ εἰς ὃ ἀνήκει Σώματος, πλὴν ἂν πρόκειται περὶ συλλήψεως ἐπ’ αὐτοφώρῳ ἢ τὸ βραδύτερον ἐντὸς τῆς ἑπομένης ἡμέρας πραγματοποιηθείσης». Τοῦτο ἔχει τὴν ἑξῆς ἔννοιαν· ὅτι περιορίζει τὴν ἔκτασιν τῶν ὁρίων τοῦ ἐπ’ αὐτοφώρῳ ἀδικήματος καὶ αὐτὸ ὑποστηρίζω σήμερον, ὅτι, ὅταν τεθῇ εἰς τὸ Σύνταγμα ἡ διάταξις αὕτη, δὲν θὰ δυνάμεθα εἰς τὸ μέλλον νὰ ἐπεκτείνωμεν τὴν ἔκτασιν τοῦ ἐπ’ αὐτοφώρῳ ἀδικήματος καὶ νὰ παριστάμεθα πρὸ τοῦ θεάματος μετὰ τέσσαρας μῆνας ἀπὸ τῆς τελέσεως τῆς πράξεως νὰ εὑρίσκηταί τις καταδιωκόμενος διὰ δημοσίας κραυγῆς, ὅτε ὑφίσταται ἐπ’ αὐτοφώρῳ ἀδίκημα, διότι καταδιώκεται διὰ δημοσίας κραυγῆς, ὅπως ἠμπορεῖ νὰ συμβῇ εἰς περίπτωσιν ἐκβιάσεως καὶ εἰς πλείστας ἄλλας περιπτώσεις, κατὰ τὰς ὁποίας δύναται νὰ λεχθῇ ὅτι, καίτοι παρῆλθεν ἓν χρονικὸν διάστημα, δύναται νὰ δικαιολογηθῇ ὅτι ὑπάρχει ἐπ’ αὐτοφώρῳ ἀδίκημα. Αὐτὴν τὴν κατάστασιν, κύριοι πληρεξούσιοι, ζητοῦμεν νὰ ἀποκλείσωμεν διὰ τῆς συνταγματικῆς αὐτῆς διατάξεως.
§63ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Ἡμεῖς ὁρίζοντες, κ. συνάδελφε, τὸ ἐπ’ αὐτοφώρῳ ἀδίκημα, δὲν νομίζετε ὅτι περιορίζομεν τὸν νόμον εἰς τὸ μέλλον νὰ μεταβάλῃ τοὺς ὅρους τοῦ ἐπ’ αὐτοφώρῳ ἀδικήματος;
§64Γ. ΚΙΑΓΙΑΣ. Αὐτὸ θέλομεν καὶ ἡμεῖς, νὰ περιορίσωμεν τὰς ἐνδεχομένας καταχρήσεις. Καὶ ἔρχομαι ἤδη εἰς τὸ ζήτημα, κύριοι πληρεξούσιοι, ἂν καὶ κατὰ πόσον ἡ λέξις «κακούργημα» πρέπει νὰ ἀντικατασταθῇ διὰ τῆς λέξεως «ἀδίκημα». Φρονῶ καὶ ἐγώ, ὅπως ὑπεστήριξεν ὁ ἀξιότιμος πρόεδρος τῆς συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς, ὅτι δὲν ὑπάρχει οὐδεὶς λόγος νὰ μεταβάλωμεν τὴν λέξιν αὐτήν, διότι, κύριοι πληρεξούσιοι, ἂν ἐπεκτείνωμεν τὸ δικαίωμα τοῦτο καὶ εἰς τὰ πλημμελήματα, ἀναμφιβόλως θὰ εὑρεθῶμεν πρὸ καταχρήσεων ἀνυπερβλήτων, τὰς ὁποίας θὰ ἀναγκασθῶμεν κατόπιν τροποποιοῦντες πάλιν τὸ Σύνταγμα, ν’ ἀποκλείσωμεν. Εἰς Χώραν, κύριοι πληρεξούσιοι, εἰς τὴν ὁποίαν πολὺ εὐκόλως ἀναπτύσσονται τὰ πάθη τὰ κομματικά, εἰς Χώραν εἰς τὴν ὁποίαν αἱ πολιτικαὶ ὀξύτητες ἤγαγον μέχρι τοῦ σημείου ὥστε νὰ πνίξωσι πᾶσαν φωνὴν πατριωτικὴν καὶ νὰ ὁδηγήσουν εἰς τὴν καταστροφήν, εἰς τὴν Χώραν αὐτὴν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ θεσμοθετῶμεν, ὅπως θεσμοθετοῦν ἄλλοι λαοί. Εἰς τὴν Χώραν αὐτὴν πρέπει νὰ εἴμεθα πολὺ φειδωλοί, πρέπει νὰ ἀποβλέπωμεν εἰς τὴν περιφρούρησιν τῶν δικαιωμάτων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ὤφειλε νὰ ἐξασφαλίσῃ τὸ Σύνταγμα δι’ ὅλων τῶν δυνατῶν μέσων, δι’ ὅλων τῶν δυνατῶν ἐγγυήσεων, ἀνεξαρτήτως τοῦ ἂν τοιαύτη περίπτωσις θὰ παρουσιασθῇ εἰς τὸ μέλλον, ἀνεξαρτήτως τοῦ ἂν θὰ ὑφίσταται ἢ ὄχι ὁ κίνδυνος νὰ ἴδωμεν εἰς τὸ μέλλον τὰς περιπτώσεις αὐτὰς ἐμφανιζομένας. Πιθανὸν εἶναι νὰ μὴ τὰς ἴδωμεν, κύριοι πληρεξούσιοι. Ἡμεῖς ὅμως ὀφείλομεν ἀπὸ τοῦδε νὰ λάβωμεν ὅλας τὰς ἐγγυήσεις ἐκείνας διὰ νὰ περιφρουρήσωμεν τὰ δικαιώματα τοῦ πολίτου κατὰ τὸν μᾶλλον δυνατὸν καὶ κατάλληλον τρόπον. Τώρα ὅσον ἀφορᾷ, κύριοι πληρεξούσιοι, τὸ ζήτημα τοῦ ἂν μετὰ τὴν σύλληψιν πρέπει νὰ εἰδοποιῆται ἡ Βουλὴ ἢ ὄχι, ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου ὑπάρχουν δύο συστήματα. Κατὰ τὸ πρῶτον σύστημα χρειάζεται ἡ προηγουμένη ἄδεια τῆς Βουλῆς. Κατὰ τὸ ἄλλο σύστημα δύναται νὰ ἐπέλθῃ ἡ σύλληψις καὶ ἀφοῦ ἐπέλθῃ ἡ σύλληψις νὰ ζητῆται ἡ ἔγκρισις τοῦ νομοθετικοῦ Σώματος. Ἐγὼ φρονῶ ὅτι ἠδυνάμεθα νὰ ἀποδεχθῶμεν τὸ δεύτερον σύστημα, δηλαδὴ τὴν περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν μετὰ τὴν σύλληψιν τοῦ ἀδικοπραγήσαντος, ἂς εἴπωμεν, θὰ εἰδοποιῆται ἡ Βουλή, ἡ ὁποία θὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ ἐγκρίνῃ ἢ μὴ τὴν ἀρξαμένην καταδίωξιν. Θέλω ὅμως εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο, κύριοι πληρεξούσιοι, νὰ ἀποκλείσωμεν τὰς καταχρήσεις μιᾶς κυβερνητικῆς πλειονοψηφίας ἢ μίαν οἱανδήποτε κατάχρησιν. Καὶ διὰ νὰ τὰς ἀποκλείσωμεν προτείνω ὅπως ἡ σχετικὴ διατύπωσις τῆς διατάξεως τοῦ Συντάγματος γίνῃ, ὅπως εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν Φιλελευθέρων, ἀλλ’ ὑπὸ τὴν ἑξῆς φρασεολογίαν (ἀναγινώσκει): «Ἐπὶ τῶν ἐπ’ αὐτοφώρῳ κακουργημάτων ἐπιτρέπεται ἡ σύλληψις, ἀλλ’ ἅμα τῇ συλλήψει εἰδοποιεῖται ἡ Βουλὴ ὑπὸ τῆς δικαστικῆς Ἀρχῆς. Ἡ Βουλὴ ἔχει τὸ δικαίωμα ὅπως ἐντὸς 15 ἡμερῶν ἀφοῦ εἰδοποιηθῇ ὑπὸ τῆς δικαστικῆς Ἀρχῆς ἀποφανθῇ ἂν πρέπει νὰ συνεχισθῇ ἢ ὄχι ἡ καταδίωξις». Ἄν ἡ Βουλὴ εἴπῃ ὅτι πρέπει νὰ συνεχισθῇ, τὸ ζήτημα εἶναι λελυμένον. Ἄν ἡ Βουλὴ δὲν ἀποφανθῇ, πρέπει νὰ ἀφίηται ἐλεύθερος ὁ βουλευτής. Καὶ τοῦτο, κύριοι πληρεξούσιοι, διότι εἶναι δυνατὸν νὰ παρεμβληθῶσι πλεῖστα ὅσα ἐμπόδια καὶ οὕτω τὸ ζήτημα νὰ μὴ ἔρχηται ποτὲ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ὁ συλληφθεὶς λόγῳ ἑνὸς τυχαίου γεγονότος ἐκ πλάνης ἢ δυνατὸν νὰ συνελήφθη ἀδίκως, νὰ κρατῆται εἰς τὰς φυλακάς. Εἶναι λοιπὸν δίκαιον ὅπως ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ ληφθῶσιν αἱ ἐγγυήσεις ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι θὰ προφυλάξωσι τὸν ἀντιπρόσωπον τοῦ λαοῦ ἀπὸ τὸν κίνδυνον νὰ τεθῇ ἐν ἀδυναμίᾳ νὰ ἐκπληρώσῃ τὰ καθήκοντά του, δι’ οἱονδήποτε λόγον. Ὑποθέσατε, κύριοι πληρεξούσιοι, ὅτι ὑπάρχει εἰς τὴν Βουλὴν μία πλειονοψηφία καὶ μία Κυβέρνησις στηριζομένη ἐπὶ τῆς πλειονοψηφίας μιᾶς ἢ δύο ψήφων. Ἡ Κυβέρνησις, διὰ νὰ καταστήσῃ ἀδύνατον τὴν κυβερνητικὴν μεταβολήν, ἐπιλαμβανομένη οἱουδήποτε ζητήματος, κρατεῖ εἰς τὰς φυλακὰς δύο ἢ τρεῖς βουλευτὰς καὶ ἐξασφαλίζει τοιουτοτρόπως τὴν θέσιν αὐτῆς ἐν τῇ Κυβερνήσει, ὅπως ἔγινε τελευταίως ὅταν τὸ Ἀναγκαστικὸν Δάνειον ἐψηφίσθη διὰ μιᾶς ψήφου. Φρονῶ λοιπόν, κύριοι πληρεξούσιοι, ὅτι αἱ ἐγγυήσεις, αἱ ὁποῖαι πρέπει νὰ ληφθοῦν διὰ τὴν ἀνεξαρτησίαν καὶ τὴν ἐλευθερίαν τῆς νομοθετικῆς ἀντιπροσωπείας, πρέπει νὰ εἶναι πλήρεις, διότι ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει θὰ ἦτο προτιμώτερον καὶ συμφωνότερον πρὸς τὸ δημοκρατικὸν πνεῦμα νὰ καταργήσωμεν ἐντελῶς τὴν διάταξιν αὐτὴν καὶ νὰ ἀκολουθήσωμεν καὶ ἡμεῖς τὸν δρόμον, τὸν ὁποῖον ἠκολούθησεν ἡ Ἀμερικανικὴ Δημοκρατία, ἡ ὁποία, ὅπως ὀρθῶς ἀνέπτυξεν ὁ κ. ἐξ Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς πληρεξούσιος, δὲν γνωρίζει διακρίσεις μεταξὺ πολιτῶν καὶ ἀντιπροσώπων τοῦ λαοῦ. Ἀλλὰ πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει μας ὅτι ὁ Ἀμερικανικὸς λαὸς ἄλλον ἔχει χαρακτῆρα καὶ ἄλλην ἔχει μόρφωσιν καὶ πρέπει νὰ ἐννοήσωμεν ὅτι νομοθετοῦμεν διὰ τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ὁ ὁποῖος εἶναι πολὺ εὐαίσθητος καὶ ὁ ὁποῖος ἠμπορεῖ δι’ ἐλάχιστον ζήτημα νὰ συντρίψῃ τὸ πᾶν καὶ κατόπιν νὰ κλαίῃ διὰ τὴν ἐπελθοῦσαν καταστροφήν.
§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Γρηγορίου ἔχει τὸν λόγον.
§66Σ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ. Λυποῦμαι, κύριοι συνάδελφοι, διότι τὸ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρον ἐδημιούργησε τόσην χρονοτριβὴν καὶ ὡς ἐκ τούτου ὑπεβλήθησαν πολλαὶ τροποποιήσεις. Κατ’ ἀρχὴν κηρύσσομαι κατὰ πάσης τροποποιήσεως τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρου καὶ διὰ πλείστους μὲν ἄλλους λόγους, ἀλλὰ καὶ διὰ τὸν κυριώτερον ὅτι μέχρι τοῦδε κατὰ τὴν ἐφαρμογήν του οὐδεὶς λόγος προέκυψεν ὥστε νὰ τροποποιηθῇ τοῦτο. Δὲν θὰ εἰσέλθω εἰς τὸ μέρος τὸ ἀφορῶν κατὰ πόσον δέον νὰ παρασχεθῇ ἀσυλία βουλευτική. Ἀσφαλῶς ἀσυλία βουλευτικὴ πρὸς προστασίαν τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος καὶ οὐχὶ πρὸς προστασίαν τοῦ προσώπου τοῦ βουλευτοῦ πρέπει νὰ ὑπάρχῃ. Καὶ αὐτὴ δέον νὰ εἶναι ὅσον τὸ δυνατὸν εὐρυτέρα, ἀλλὰ καὶ νὰ προσαρμόζηται τελείως μὲ τὰς ἀντιλήψεις τῆς Κοινῆς Γνώμης καὶ νὰ ἐξασφαλίζῃ ἀφ’ ἑνὸς τὴν ἀνεξαρτησίαν τοῦ ἀξιώματος τοῦ βουλευτοῦ, ἀφ’ ἑτέρου δὲ καὶ νὰ μὴ δημιουργῇ δι’ αὐτὸν θέσιν προνομιακὴν μέχρι τοῦ σημείου ὥστε νὰ θίγῃ τὸ κοινὸν αἴσθημα τῆς ἰσότητος ἀπέναντι τῶν ἄλλων πολιτῶν. Νομίζω ὅτι τὸ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρον τοῦτο ἀκριβῶς δέχεται, διότι οὐδεμία δίωξις δύναται νὰ γίνῃ τῶν βουλευτῶν ἄνευ ἀδείας τοῦ Σώματος. Ἀφίνει ὅθεν εἰς τὸ Σῶμα τὸ κυρίαρχον δικαίωμα τοῦ νὰ κρίνῃ, ἂν πρέπει νὰ γίνῃ ἢ δὲν πρέπει νὰ γίνῃ δίωξις κατὰ βουλευτοῦ, ἀλλὰ προκειμένου περὶ τοῦ κακουργήματος τοῦ ἐπ’ αὐτοφώρῳ δέχεται ὅτι ἡ δικαιοσύνη δύναται εὐθὺς ἀμέσως νὰ προβαίνῃ εἰς τὴν σύλληψιν τοῦ προσώπου τοῦ βουλευτοῦ καὶ δὲν δέχεται κανένα περιορισμόν. Προετάθη, κύριοι πληρεξούσιοι, νὰ ἀλλαγῇ ἡ λέξις «κακούργημα» διὰ τῆς λέξεως «ἀδίκημα» καὶ δεύτερον νὰ ἐπιτραπῇ εἰς τὴν Βουλὴν εἴτε ἐξ ἰδίας πρωτοβουλίας εἴτε τῇ αἰτήσει τοῦ ἐνδιαφερομένου εἴτε τῆς δικαστικῆς Ἀρχῆς νὰ αἰτῆται τὴν ἀπόλυσιν τοῦ συλληφθέντος βουλευτοῦ, νὰ δημιουργηθῇ δὲ οὕτω μία μεγάλη ὁλόκληρος δικονομία, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Βουλὴ θὰ ἠδύνατο ἀφ’ ἧς ἅπαξ εἷς βουλευτὴς ἐκακούργησεν ἐπ’ αὐτοφώρῳ καὶ εὑρίσκεται εἰς τὰς χεῖρας τῆς Δικαιοσύνης, νὰ κρίνῃ ἂν πρέπει νὰ ἀπολυθῇ τῶν φυλακῶν διὰ νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὸ Σῶμα. Ἀλλὰ βουλευτὴς κακουργήσας καὶ συλληφθεὶς προϋποτίθεται ὅτι διέπραξεν ἔγκλημα βαρύτατον, δὲν εἶναι δὲ δυνατὸν οὔτε κἂν ἡ Βουλὴ νὰ ἀσχοληθῇ ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου περὶ τοῦ πόσον πρέπει νὰ ἀπολυθῇ. Βουλευτὴς περιπέσας εἰς παράπτωμα εἰς τὸ ὁποῖον, ἂν ὑπέπιπτε πρὶν ὑποβάλῃ ὑποψηφιότητα, δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ εὑρίσκεται ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, διότι θὰ ἐδημιουργεῖτο ἀσυμβίβαστον βουλευτικόν, δὲν γνωρίζω κατὰ ποίαν διαδικασίαν καὶ ἐν τίνι μέτρῳ νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τοὺς κόλπους τῆς Βουλῆς πρὶν ἢ λογοδοτήσῃ εἰς τὴν δικαιοσύνην, οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ τεθῇ εἰς ἐφαρμογὴν τοιοῦτον σύστημα, τὸ ὁποῖον θὰ περιήγαγεν εἰς δύσκολον θέσιν καὶ τὴν Βουλὴν καὶ τὸν ἴδιον κατηγορούμενον. Διότι ἢ θὰ ἔπρεπε νὰ ζητήσῃ ἀμέσως τὴν ἄδειαν αὐτῆς ὁ συλληφθεὶς βουλευτής, καὶ θὰ ἐτύγχανε τῆς ἀδείας ταύτης περὶ ἀπολύσεως, θὰ ἀντεμετώπιζεν ὅμως τὴν κοινὴν περιφρόνησιν, διότι ἀπελύετο ἐκ τῶν φυλακῶν ἐπωφελούμενος μιᾶς ἰδιότητος, ἢ δὲν θὰ ἐτύγχανεν αὐτῆς τῆς ἀδείας ταύτης, ὁπόταν ἀναμφισβητήτως θὰ εὑρίσκετο εἰς χειροτέραν θέσιν, ἢ δὲν θὰ ἐζήτει κἂν αὐτήν, ὁπόταν καὶ πάλιν θὰ ἐκατηγορεῖτο ὅτι δὲν ἐτόλμησε νὰ ζητήσῃ ταύτην. Ὁσονδήποτε καὶ ἂν εἶναι τυπικὴ ἡ ἀπόφασις τοῦ Σώματος ἡ ἀφορῶσα τὸν βουλευτήν, πάντως ἐμμέσως θὰ ἐπηρέαζε καὶ τὴν Κοινὴν Γνώμην, ἀλλὰ ψυχολογικῶς τοὐλάχιστον καὶ τὴν δικαιοσύνην. Ἢ θὰ ἔδιδε τὴν ἐντύπωσιν εἰς τὴν Κοινὴν Γνώμην ὅτι ἐκ ταύτης θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπηρεασθῇ καὶ ἡ δικαιοσύνη. Σημειώσατε, κύριοι πληρεξούσιοι, ὅτι ὅλα τὰ Συντάγματα, τὰ ὁποῖα δέχονται τὴν διαδικασίαν τὴν ὁποίαν προτείνουν νὰ γίνῃ δεκτὴ καὶ εἰς τὸ ἰδικόν μας Σύνταγμα, τουτέστι νὰ δύναται τὸ νομοθετικὸν Σῶμα νὰ ἐπεμβαίνῃ μετὰ τὴν ἐπ’ αὐτοφώρῳ σύλληψιν, δίδουν τὸ δικαίωμα εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς ἢ τοῦ νομοθετικοῦ Σώματος νὰ ἀποφασίσῃ εὐθὺς ἀμέσως, δημιουργοῦν δὲ εἰδικὴν ἰδίαν Ἐπιτροπήν, ἥτις θὰ παρίστατο παρὰ τῷ Προέδρῳ τῆς Βουλῆς διὰ νὰ ἀποφασίζῃ ἐπ’ αὐτοῦ μετὰ τοῦ Προεδρείου, διότι τὸ ἐνδιαφέρον εἶναι ἡ ἐνέργεια τοῦ Σώματος νὰ λάβῃ χώραν κατεπειγόντως. Διότι πρόκειται περὶ βουλευτοῦ συλληφθέντος καὶ εὑρισκομένου εἰς τὰς φυλακάς, ἡ δὲ Βουλὴ συνεδριάζει μόνον τοὺς πέντε μῆνας, τοὺς ἄλλους ἑπτὰ εὑρίσκεται συνήθως εἰς διακοπάς. Κατ’ αὐτὸ τὸ διάστημα κατὰ τίνα τρόπον θὰ τηρηθῇ παρ’ ἡμῖν ἡ διαδικασία αὕτη; Ἢ θὰ θέσωμεν σειρὰν ἄλλων ἄρθρων τὰ ὁποῖα θὰ θεσπίσουν μίαν ἀνάλογον διαδικασίαν, τὴν ὁποίαν ἐθέσπισε καὶ τὸ Τσεχοσλοβακικὸν καὶ τὸ Πολωνικὸν Σύνταγμα, καὶ νὰ ὠθήσωμεν τὸ Σῶμα τὸ τόσον πολυάσχολον εἰς τὸ νὰ ἀσχολῆται περὶ παροχῆς ἢ μὴ ἀδείας καὶ ἐπὶ περιπτώσεως καθ’ ἣν εἶναι ὑποχρεωμένον νὰ ἀποφαίνηται ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν λόγῳ τῆς Κοινῆς Γνώμης νὰ λαμβάνῃ χώραν οὐδεμία ἀπόλυσις βουλευτοῦ, ὁ ὁποῖος ἔχει διαπράξει ἐπ’ αὐτοφώρῳ κακούργημα. Ἐκτὸς ἂν κατὰ νομικὸν πλάσμα θεωρῶμεν ὅτι ὁ βουλευτὴς δὲν δύναται νὰ πράξῃ τὸ κακὸν ὅπως ὁ Βασιλεὺς τῆς Ἀγγλίας. Ἀλλὰ δὲν φαντάζομαι τοῦτο. Δέχομαι τὴν διαφοράν, ἥτις ὑπάρχει μεταξὺ τοῦ κακουργήματος καὶ τῶν ἄλλων ἐπ’ αὐτοφώρῳ ἀδικημάτων, δηλαδὴ πλημμελημάτων. Δὲν ὁμιλῶ περὶ πταισμάτων, διότι θὰ ἦτο λίαν παράδοξον ἂν μεταβαλλομένης τῆς λέξεως «κακούργημα» διὰ τῆς λέξεως «ἀδίκημα» ἐθεωρούσαμεν ὅτι καὶ τὰ πταίσματα περιλαμβάνονται εἰς τὴν ἔννοιαν ταύτην. Νομίζω δὲ ὅτι διὰ τὰ ἐπ’ αὐτοφώρῳ πταίσματα θὰ ἦτο δυνατὸν εἷς βουλευτὴς νὰ διαπομπεύηται συρόμενος εἰς τὰ Πταισματοδικεῖα. Τοῦτο βεβαίως τὸ ἀποκλείω. Ὡς πρὸς τὰ πλημμελήματα ἀνεπτύχθη ἀπὸ τὸν κ. τέως πρόεδρον τῆς Ἐπιτροπῆς ὅτι εἰς ἐλαχίστας περιπτώσεις δύναται νὰ λάβῃ χώραν φυλάκισις. Κατὰ συνέπειαν εἰς τὰς περιπτώσεις ταύτας θὰ ἐπακολουθήσῃ φυσικῶς ἡ συνήθης διαδικασία, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ δικαστικὴ Ἀρχὴ θὰ ζητήσῃ τὴν ἄδειαν ἀπὸ τὴν Βουλὴν πρὸς περαιτέρω δίωξιν. Οὔτε θὰ θιγῇ ἡ Κοινὴ Γνώμη, ἂν εἷς βουλευτὴς διαπράξας ἓν αὐτόφωρον πλημμέλημα, ἀκολουθήσῃ τὴν συνήθη ταύτην διαδικασίαν, διότι εὑρίσκεται εἰς τὴν ἐξαιρετικὴν αὐτὴν θέσιν, εἰς τὴν ὁποίαν θέλομεν νὰ τὸν θέσωμεν. Εἰς τὸ μόνον σημεῖον εἰς τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἐπέλθῃ τροποποίησις—καὶ δι’ αὐτὸ ἀνῆλθον εἰς τὸ βῆμα—εἶναι ἡ μεταλλαγὴ τῆς λέξεως «συνόδου» διὰ τῆς λέξεως «περιόδου». Ὁ βουλευτὴς οὐδέποτε διώκεται ἢ συλλαμβάνεται διὰ πᾶν ἔγκλημα διαπραχθὲν κατὰ τὴν βουλευτικὴν περίοδον. Τὴν ἰδιότητα τὴν ὁποίαν ἔχει κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς βουλευτικῆς συνόδου τὴν διατηρεῖ καὶ κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς περιόδου καὶ ἀσχολεῖται κατὰ τὴν διάρκειαν ταύτης μὲ τὰ βουλευτικά του καθήκοντα. Ἑπομένως ὑπάρχει λόγος ἐξαιρετικῆς διατάξεως, ἵνα προκαλέσῃ αὐτὸν καθ’ ὅλην τὴν βουλευτικὴν περίοδον. Δὲν βλέπω διὰ ποίαν αἰτίαν ὁ λόγος οὗτος ὑφίσταται κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς συνόδου καὶ δὲν ὑπάρχει κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς περιόδου... Δέον νὰ σημειωθῇ προσθέτως καὶ τοῦτο· ὅτι, ἂν δεχθῶμεν τὴν στενὴν αὐτὴν διατύπωσιν, ὅτι μόνον κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς συνόδου ἀπολαμβάνει τῆς ἀσυλίας, τότε πρέπει ἀσφαλῶς νὰ δημιουργήσωμεν τὴν διαδικασίαν, τὴν ὁποίαν προτείνει ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργός, κατὰ τὴν ὁποίαν, ἂν διέπραττεν ἀδίκημα ὁ βουλευτὴς κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς περιόδου, ἰδίᾳ κατὰ τὸ μεσολαβοῦν διάστημα τὸ μεταξὺ δύο συνόδων, θὰ δύναται ἡ Βουλὴ συνερχομένη εἰς τὴν ἑπομένην βουλευτικὴν σύνοδον νὰ σταματήσῃ τὴν δίωξιν ταύτην. Διότι, ἂν ὁ βουλευτὴς ἀπολαμβάνῃ τῆς ἀσυλίας μόνον κατὰ τὴν σύνοδον, μὴ ὑφισταμένου δὲ τοῦ μέτρου τὸ ὁποῖον προὐτάθη ὑπὸ τοῦ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργοῦ, ἡ βουλευτικὴ ἀσυλία θὰ αἴρεται οὐσιαστικῶς εἰς τὰς πλείστας τῶν περιπτώσεων καὶ κατὰ τὴν σύνοδον, ἀφοῦ θὰ δύναται νὰ συλληφθῇ κατὰ τὸ μεταξὺ τῶν δύο συνόδων διάστημα ἄνευ ἀδείας τοῦ Σώματος. Νομίζω ὅτι μεταβάλλοντες τὴν λέξιν «σύνοδον» διὰ τῆς λέξεως «περιόδου— καὶ τοῦτο προτείνω —ἀπαλλάσσομεν τὸν βουλευτὴν ἐνδεχομένης διώξεως κατὰ τὴν διάρκειαν τῶν διακοπῶν ἄνευ τῆς ἀδείας τοῦ Σώματος. Ἂν ἀφήσωμεν ὅπως ἔχῃ τὸ ὑπόλοιπον ἄρθρον καὶ ἂν ἀφήσωμεν τὸν χωρισμὸν ὁ ὁποῖος ὑφίσταται μεταξὺ τοῦ κακουργήματος καὶ τοῦ πλημμελήματος καὶ ἂν ὁρίσωμεν, ὡς ἄλλως ὡρίσθη ὅτι βουλευτὴς κακουργήσας δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀπασχολήσῃ ἐν οὐδεμιᾷ περιπτώσει τὴν Συνέλευσιν ἢ τὸ νομοθετικὸν Σῶμα ὑπὸ οἱονδήποτε τύπον, ἵνα τύχῃ οἱασδήποτε εὐνοίας, νομίζω ὅτι καλῶς θὰ διατυπωθῇ τὸ ἄρθρον. Ὥστε συμπεραίνων προτείνω οὐδεμίαν μεταβολὴν εἰς τὸ ἄρθρον καὶ ἀλλαγὴν τῆς λέξεως «συνόδου» διὰ τῆς λέξεως «περιόδου».
§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Κούνδουρος ἔχει τὸν λόγον.
§68Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὰ ὅρια τῶν δικαιωμάτων καὶ τῶν ὑποχρεώσεων, κύριοι συνάδελφοι, τὰ ὁποῖα χαράσσονται ὑπὸ τοῦ Συντάγματος, πρέπει νὰ εἶναι βεβαίως κεχωρισμένα, πρέπει νὰ εἶναι σαφῆ. Ἂν ἀποτελεῖ μίαν ἀρχὴν συνταγματικὴν δι’ ὅλο τὰ μέρη, διὰ τὴν Ἑλλάδα πρέπει νὰ ἀποτελέσῃ μίαν θεμελιώδη ἀρχήν, διότι εἰς τὴν Ἑλλάδα εἶναι ὁ κατ’ ἐξοχὴν τόπος τῶν παρερμηνειῶν καὶ ὁ κατ’ ἐξοχὴν τόπος καταστρατηγήσεως τῶν νόμων. Ἐκτὸς τῆς ἑρμηνείας ἡ ὁποία ὑπάρχει εἰς ὅλα τὰ μέρη τοῦ κόσμου διὰ τοὺς νόμους καὶ τὸ Σύνταγμα, παρ’ ἡμῖν ὑπάρχει καὶ ἡ δυναμένη νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς συμφέρουσα ἑρμηνεία. Εἶναι ἡ ἑρμηνεία τὴν ὁποίαν αἱ Κυβερνήσεις μεταχειρίζονται ἑκάστοτε, ἰδίᾳ προκειμένου περὶ τοῦ Συντάγματος. Δὲν ἠξεύρω ἂν καὶ ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ὑστέρησεν εἰς τοῦτο. Τὸ γεγονὸς εἶναι τοῦτο· ὅτι τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως ἐξειλίχθησαν γεγονότα ἀποδεικνύοντα ὅτι ἐκ καταστρατηγήσεων τοῦ ἄρθρου, περὶ τοῦ ὁποίου γίνεται συζήτησις, ἡ Συνέλευσις εἶναι ὑποχρεωμένη ἢ νὰ καταργήσῃ τὸ ἄρθρον ἢ νὰ καταστήσῃ τὴν ἀσυλίαν, τὴν προνομίαν τὴν βουλευτικήν, πραγματικὴν καὶ ὄχι νεκρὸν γράμμα τοῦ Συντάγματος. Κατ’ ἐμὲ δὲν πρόκειται οὔτε περὶ προνομίων οὔτε περὶ ἀσυδοσίας, ὡς ἐλέχθη. Πρόκειται ἀκριβῶς περὶ μιᾶς πράξεως, ἡ ὁποία δὲν ἀποσκοπεῖ κατ’ ἐμὲ παρὰ νὰ καταστήσῃ μηχανικῶς εὐχερῆ τὴν λειτουργίαν τοῦ Κοινοβουλίου. Παρομοία ἀσυλία ἢ προνομία, ἂς τὴν ὀνομάσωμεν οὕτως, ὑπάρχει καὶ εἰς ἄλλας περιπτώσεις ὀλιγώτερον ἐνδεικνυομένας, περιπτώσεις μάλιστα ὀλιγώτερον ἐμφανεῖς. Παραδείγματος χάριν διαρκούσης τῆς ἐπιστρατεύσεως ὅταν οἱ στρατιῶται εὑρίσκονται εἰς τὴν γραμμὴν τοῦ πολέμου, ἡ μετόπισθεν κατάστασις, ἡ δικαιοσύνη δὲν ἐνεργεῖ ἐναντίον των, δὲν καταδιώκει αὐτούς. Ἂν τοὺς κατεδίωκεν, ἤθελον ἐγκαταλείπει βεβαίως τὴν γραμμὴν τοῦ πυρός, ὅπου ἐκτελοῦσι καθῆκον μεγαλύτερον, διὰ νὰ ἀχθῶσιν ἐνώπιον ἑνὸς Πταισματοδικείου ἢ ἑνὸς Πλημμελειοδικείου νὰ λογοδοτήσωσι. Καὶ εἰς ἄλλας περιπτώσεις καὶ ἀκριβῶς χάριν τῆς καλῆς λειτουργίας καὶ μόνον τῆς καλῆς λειτουργίας ἑνὸς ὀργανισμοῦ, ὑπάρχει παρομοία ἀσυλία ἢ ἀσυδοσία, ὅπως θέλετε νὰ τὴν ὀνομάσητε. Δὲν δέχομαι ἐγὼ ὅτι εἰς τὴν ἔννοιαν τοῦ Συντάγματος ὑπάρχει ἡ ἔννοια τῆς ἀσυδοσίας, ἀλλ’ ἁπλῶς ὑπάρχει μία διάταξις ἀποσκοποῦσα νὰ καταστήσῃ εὐχερεστέραν μηχανικῶς τὴν λειτουργίαν τοῦ Κοινοβουλίου ὡς Σώματος. Καὶ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς θὰ παρεκάλουν ὑμᾶς νὰ σκεφθῆτε τοῦτο· ὅτι εἴτε περὶ κακουργήματος πρόκειται εἴτε περὶ πλημμελήματος, δὲν ἀμνηστεύεται οὔτε παραγράφεται, ἀλλ’ ἁπλῶς ἀναστέλλεται ἡ δίωξις. Δηλαδή, ἂν διαπράξῃ μίαν ἀξιόποινον πρᾶξιν ὁ βουλευτής, δὲν ἔχει νὰ ἀποφύγῃ τὴν λογοδοσίαν ἐνώπιον τῆς Δικαιοσύνης, ἀλλ’ ἁπλῶς ἀναστέλλεται ἡ λογοδοσία του ἐφόσον ὑπάρχει ἡ σύνοδος. Εἶναι ἀβλαβὲς τὸ ἀποτέλεσμα τῆς προνομίας — ἂς τὴν ὀνομάσωμεν οὕτω — τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν ἀμνηστεύεται, ἀλλ’ ἁπλῶς ἀναστέλλεται ἡ ὑποχρέωσις πρὸς λογοδοσίαν, τεθέντος ὅτι ὁρίζεται βραχύτατος ὁ χρόνος τῆς βουλευτικῆς περιόδου, βραχύτερος ἀπὸ τὸν χρόνον τῆς παραγραφῆς τοῦ ἀδικήματος. Ἂν συνέπιπτεν ἡ διάρκεια τῆς βουλευτικῆς περιόδου νὰ εἶναι μικροτέρα ἀπὸ τὸν χρόνον τῆς παραγραφῆς καὶ τῶν ἀδικημάτων, τότε βεβαίως θὰ ἠδύνατο ἐν τῷ ἀποτελέσματι νὰ ἐμφανισθῇ ἡ πρότασις ὡς πρότασις προνομιακή, ὡς πρότασις ἀποτρέπουσα τὴν λογοδοσίαν τῶν βουλευτῶν ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων. Ἀλλὰ καὶ κατὰ τὴν περίπτωσιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ὑπάρχει τυχὸν παραγραφὴ τοῦ ποινικοῦ νόμου βραχυτέρα τῆς βουλευτικῆς περιόδου, δυνάμεθα νὰ ἀποδεχθῶμεν ὡς ἑρμηνείαν ἔστω τὴν πρότασιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Λοκρίδος συναδέλφου κ. Ἀβραάμ, κατὰ τὴν ὁποίαν διασαφίζεται ὅτι κατὰ τὸ διάστημα τῆς ἀσυλίας δὲν συντρέχει ἡ παραγραφὴ τοῦ ἀδικήματος. Ὥστε ἢ πρέπει νὰ καταστήσωμεν σαφῆ καὶ πραγματικὴν τὴν διάταξιν ἢ πρέπει νὰ ἐξαλείψωμεν αὐτὴν καθ’ ὁλοκληρίαν. Θὰ προετίμων νὰ ἀπαλειφθῇ καθ’ ὁλοκληρίαν ἡ διάταξις, παρὰ νὰ παραμένῃ ὡς γράμμα νεκρὸν καὶ νὰ βλέπωμεν τὰ φαινόμενα, τῶν ὁποίων παρέστημεν πολλάκις μάρτυρες ὄχι μόνον εἰς παρῳχημένας ἐποχάς, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως. Φαντασθῆτε, κύριοι, ὅτι πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἦτο πλήρης ἡ αἴθουσα ἀπὸ κάλπας διὰ νὰ ψηφίσωμεν, ἂν πρέπει ἢ ὄχι νὰ καταδιωχθοῦν 15 τὸν ἀριθμὸν συνάδελφοι. Καὶ ἐκατηγορεῖτο ὁ συνάδελφος κ. Γρηγορίου, φέρ’ εἰπεῖν, ὅτι εἶχε κάμει παράβασίν τινα εἰς ἓν διαβατήριον πρὸ 5 ἐτῶν. Καὶ ἐκατηγορεῖτο ὁ συνάδελφος κ. Κρεμεζῆς ὅτι δὲν εἶχεν ὁμιλήσει μὲ τὴν προσήκουσαν εὐλάβειαν πρὸς ἕνα ὑπάλληλον. Καὶ ἐκατηγοροῦντο 15 πληρεξούσιοι δι’ ἀσημάντους ἀφορμάς. Ἂν δὲν ὑπῆρχεν ἀσυλία, θὰ ἐφέροντο κατηγορούμενοι, θὰ ἐκαλοῦντο καὶ θὰ ἦσαν ὑποχρεωμένοι νὰ μεταβῶσιν εἰς 15 Πρωτοδικεῖα τοῦ Τόπου καὶ ἑπομένως θὰ εἴχομεν καθυστέρησιν ἀπὸ ἑκάστην συνεδρίασιν 15 πληρεξουσίων, μόνον καὶ μόνον διότι ἐπρόκειτο νὰ λογοδοτήσουν διὰ μίαν τυχὸν ἐξύβρισιν ἢ μίαν παράβασιν κακὴν ἑνὸς νόμου. Εἶναι ἐνδεχόμενον ἡ ἀρχικὴ ἔννοια τῆς διατάξεως νὰ ἦτο ἐκείνη, τὴν ὁποίαν ἀνέπτυξεν ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν Φιλελευθέρων, ὅτι ἡ διάταξις σκοπὸν εἶχε νὰ προστατεύσῃ τὸν βουλευτὴν ἀπὸ τὰς καταδιώξεις τὰς κυβερνητικάς. Ἀλλὰ καὶ ἂν αὐτὸς ἦτο ὁ ἀρχικὸς σκοπὸς τῆς διατάξεως, ἐν τῇ ἐξελίξει αὐτῆς ἐνεφάνισεν ἄλλον σκοπὸν σοβαρότερον, ὡς συμβαίνει συνήθως εἰς ὅλους τοὺς νόμους. Παραδείγματος χάριν, ὅταν ἐψηφίσθη ὁ νόμος, ὁ ὁποῖος ἀπαγορεύει τὴν χρῆσιν δυναμίτιδος εἰς τὴν ἁλιείαν, σκοπὸς τοῦ νομοθέτου ἦτο νὰ προστατεύσῃ αὐτοὺς τούτους τοὺς μεταχειριζομένους τὴν δυναμίτιδα, ἡ ὁποία ἀποβαίνει πολλάκις θανατηφόρος δι’ αὐτούς. Ἀλλὰ διὰ τῆς ἐξελίξεως ἐνεφάνισεν ἄλλον σκοπὸν εὐρύτερον, τὴν προστασίαν τοῦ γόνου τῶν ἰχθύων. Κατ’ ἐμὲ ὁ σκοπός, ὁ ὁποῖος δικαιολογεῖ τὴν ὕπαρξιν τῆς συνταγματικῆς αὐτῆς διατάξεως εἶναι ὄχι νὰ προστατεύσῃ τὸ ἀξίωμα, ὡς ἐλέχθη, διότι τὸ ἀξίωμα δημιουργεῖται διὰ τῆς λαϊκῆς χειρὸς καὶ δὲν φθείρεται κατ’ ἐμὲ παρὰ διὰ τῆς λαϊκῆς χειρός· ἀλλ’ εἶναι νὰ προστατεύσῃ, ἐπαναλαμβάνω, τὴν μηχανικὴν λειτουργίαν τοῦ Σώματος· διότι εἶναι ἐνδεχόμενον τὴν ἐπιοῦσαν τῶν ἐκλογῶν διὰ μίαν σύρραξιν νὰ καταδιωχθῇ εἷς βουλευτὴς ὅτι ἔλαβε μέρος ἢ ὅτι τῇ ὑποδείξει του ἔγινε σύρραξις, νὰ εὑρεθῇ λοιπὸν εἷς εἰσαγγελεύς, ἓν δικαστικὸν πρόσωπον, τὸ ὁποῖον νὰ θέλῃ νὰ παρακωλύσῃ τὸν βουλευτὴν ὑπὸ τὰς διατυπώσεις τοῦ νόμου ἀπὸ τοῦ νὰ λάβῃ μέρος εἰς τὰς συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς ἢ εἰς μίαν ἁπλῆν ψηφοφορίαν. Οἱοσδήποτε δύναται νὰ ὑποβάλῃ μίαν μήνυσιν. Καὶ ἂν τοῦτο συμβῇ εἰς τέσσαρας ἢ πέντε περιφερείας, θὰ ἔχωμεν μίαν καθυστέρησιν 5 ἢ 10 βουλευτῶν, ὑποχρεωμένων νὰ λογοδοτήσουν δι’ ἀδίκημα ὄχι σοβαρὸν ἴσως. Ὑποστηρίζω ὅτι, ἂν ἀποφασίσῃ ἡ Συνέλευσις νὰ διατηρήσῃ τὴν διάταξιν αὐτήν, πρέπει νὰ τὴν διατηρήσῃ ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τὴν ὁποίαν ἀνέπτυξεν ὁ κ. Γρηγορίου, δηλαδὴ ὅπως ἔχει ἐν τῷ Συντάγματι, ἀλλὰ τῆς συνόδου μεταβαλλομένης εἰς περιόδου, δηλαδὴ νὰ ἰσχύῃ ἡ ἀσυλία δι’ ὅλην τὴν διάρκειαν τῆς βουλευτικῆς περιόδου. Ἡ ἀναγκαία αὕτη τροποποίησις θὰ καταστήσῃ στενότερον τὸ ἐπίπεδον τῶν ἐκμεταλλεύσεων, θὰ καταστήσῃ στενότερον τὸ ἔδαφος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ ἡ συμφέρουσα ἑρμηνεία, περὶ τῆς ὁποίας ὡμίλησεν. Ἀλλ’ ἐγὼ νομίζω ὅτι πρέπει νὰ διασαφηνισθῇ συμφώνως μὲ τὴν πρότασιν τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου Ἰωαννίνων κ. Κιαγιᾶ καὶ ἡ ἔννοια τοῦ ἐπ’ αὐτοφώρῳ. Ἄν διασαφηνισθῇ ἡ ἔννοια αὐτή, δὲν δύναται νὰ γεννήσῃ παρεξηγήσεις. Νὰ παραμένῃ ἡ διάταξις ὅπως ἔχει, νὰ μὴ ἐπιτρέπηται σύλληψις ἢ δίωξις παρὰ ἐπὶ τοῦ ἐπ’ αὐτοφώρῳ κακουργήματος, ἀλλὰ τὸ ἐπ’ αὐτοφώρῳ νὰ καθορισθῇ μόνον ἀπὸ τὰ χρονικὰ ὅρια, τὰ ὁποῖα εἶναι σαφῆ, νὰ θεωρῆται ἐπ’ αὐτοφώρῳ τὸ ἀδίκημα, ὅταν ἡ ἀρχὴ ἐπιλαμβάνεται αὐτοῦ ἐντὸς 48 ὡρῶν· διότι, ἂν ἀφεθῶμεν εἰς τὴν ἀόριστον ἔννοιαν τοῦ ἐπ’ αὐτοφώρῳ ἀδικήματος τοῦ ποινικοῦ νόμου, εἰς τὴν καταδίωξιν δηλαδὴ διὰ δημοσίας κραυγῆς, θὰ παριστάμεθα πολλάκις πρὸ τοῦ φαινομένου, τὸ ὁποῖον ὁ κ. συνάδελφος ἀνέφερεν, ὅτι κατεδιώχθη ὁ συνάδελφος κ. Θεολογίτης μετὰ πάροδον πολλῶν ἡμερῶν, διότι ἐθεωρήθη ὅτι ὑπῆρχεν ἡ περίπτωσις τῆς καταδιώξεως διὰ δημοσίας κραυγῆς. Τὴν πρότασιν τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, τὴν ὁποίαν ἑρμηνεύω ὡς εὐρυτέραν τῆς προτάσεως τῶν ἄλλων ἀξιοτίμων συναδέλφων, μὲ τοὺς ὁποίους συμφωνῶ, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἀποδεχθῇ ἡ Συνέλευσις ὑπὸ τὴν ἑξῆς ἔννοιαν: Νὰ καταργηθῇ ἡ ἀσυλία προκειμένου μόνον περὶ κακουργημάτων, οὐχὶ καὶ περὶ πλημμελημάτων, διότι εἶναι ἄλλως τε γνωστὸν ὅτι ἐλάχιστα εἶναι τὰ πλημμελήματα τὰ συνεπαγόμενα τὴν προφυλάκισιν. Ἄν ἐξαιρέσῃ τις τὴν ζωοκλοπὴν καὶ ἄλλα τινὰ ἀδικήματα, μέχρι τῶν ὁποίων ἐν πάσῃ περιπτώσει δὲν δύναται νὰ φθάσῃ ὁ πολιτικὸς κόσμος, δὲν ἔχομεν ἐν τῷ ποινικῷ νόμῳ τὴν περίπτωσιν πλημμελήματος συνεπαγομένου τὴν προφυλάκισιν. Ἑπομένως θεωρῶ ὡς καινοτομίαν νὰ ἐπιτρέψωμεν τὴν δίωξιν προκειμένου περὶ αὐτοφώρων κακουργημάτων. Πρέπει, ἂν μείνῃ ἡ διάταξις ὅπως ἔχει μόνον διὰ τὰ κακουργήματα νὰ προσθέσωμεν καὶ κάτι τι συμφώνως μὲ τὴν γνώμην τοῦ κ. πληρεξουσίου Ἰωαννίνων. Νὰ εἴπωμεν ὅτι δύναται ἡ Βουλὴ ἢ κατ’ ἄλλην γνώμην ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς νὰ ἀπαλλάξῃ τῆς διώξεως προσωρινῶς πάντοτε, ὡς ἀρχῆθεν ἐλέχθη, τὸν διωκόμενον βουλευτήν.
§69Γ. ΚΙΑΓΙΑΣ. Κύριε συνάδελφε, ὑπάρχουν δύο τροπολογίαι· μία τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον προχθὲς καὶ διὰ τῆς ὁποίας προτείνω ὅπως ἡ λέξις «σύνοδος» ἀντικατασταθῇ διὰ τῆς λέξεως «περίοδος» καὶ ἡ ἄλλη διὰ τῆς ὁποίας προτείνω ὅπως τεθῇ ὅτι ἐπ’ αὐτοφώρῳ νοεῖται τὸ ἐντὸς 48 ὡρῶν ἀπὸ τῆς πράξεως διαπραχθέν. Ὑπάρχει καὶ ἄλλη τροπολογία, διὰ τῆς ὁποίας προκειμένου περὶ τῶν ἐπ’ αὐτοφώρῳ ἀδικημάτων ὁρίζεται ὅτι δέον νὰ εἰδοποιῆται μετὰ τὴν σύλληψιν ἡ Βουλή, ἡ ὁποία ἐντὸς 15 ἡμερῶν ἀπὸ τῆς συλλήψεως θὰ ἀποφαίνηται ἂν πρέπει νὰ συνεχισθῇ ἢ ὄχι ἡ καταδίωξις. Ἄν δὲν ἀποφαίνηται, θὰ ἀφίηται ἐλεύθερος.
§70Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Καταλήγων ὑποστηρίζω κατ’ ἀρχὴν ὅτι εἶμαι τῆς γνώμης ὅτι πρέπει νὰ ἀπαλειφθῇ ἡ διάταξις, διότι ἐνόμιζον καὶ νομίζω ὅτι θὰ ἐξακολουθήσῃ νὰ εἶναι γράμμα νεκρὸν καὶ ὅπως ὁ πολιτευόμενος καὶ οἱ πολῖται ὑπόκεινται εἰς καταδιώξεις, εἰς τὰς ὁποίας ἡ αὐθαιρεσία ἡ δικαστικὴ δύναται νὰ προβῇ. Εἶμαι τῆς γνώμης ὅτι, ἂν εἴχομεν φθάσει εἰς τὸ ὕψος τῆς λειτουργίας τῆς δικαιοσύνης ὅπως τὴν ὀρεγόμεθα καὶ ὅπως τὴν θέλομεν καὶ ἂν τεθέντος ὅτι εἶναι δικαίωμα τῆς εἰσαγγελικῆς Ἀρχῆς πότε νὰ ἐνεργήσῃ καὶ πότε νὰ μὴ ἐνεργήσῃ ἐναντίον πολίτου, θὰ ἄφινε νὰ κρέμηται ἓν πλημμέλημα, τὸ ὁποῖον ἔπραξε, καθ’ ὃν τρόπον θὰ ἄφινεν ἑνὸς στρατιώτου, ὁ ὁποῖος ἐκοιμᾶτο εἰς τὸν πόλεμον. Ἀριθμοῦνται, κύριοι, εἰς δεκάδας χιλιάδων αἱ δικογραφίαι, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἐκκρεμεῖς εἰς ὅλα τὰ ἀνακριτικὰ γραφεῖα τοῦ Κράτους. Ἂν ἤμην εἰσαγγελεὺς καὶ συνήντων δικογραφίαν βουλευτοῦ, δὲν θὰ ἔθετον εἰς κίνησιν αὐτήν, ἀναλογιζόμενος ὅτι κάπου ἀλλοῦ μὲ καλεῖ τὸ καθῆκον. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἡ ἰδική μου γνώμη εἶναι ἢ ὅτι πρέπει νὰ ἐκλείψῃ καθ’ ὁλοκληρίαν τὸ ἄρθρον τοῦτο ἢ ἂν παραμείνῃ, ὡς φέρεται διατεθειμένη ἡ πλειονότης τῆς Συνελεύσεως, νὰ ἀποδεχθῇ ὅτι πρέπει νὰ καταστῇ πραγματικὸν καὶ διὰ νὰ καταστῇ πραγματικὸν πρέπει νὰ μὴ δίδῃ ἀφορμὴν εἰς παρερμηνείας. Εἶναι ἀνάγκη ἔνθεν μὲν νὰ καθορισθῇ ἡ ἔννοια τοῦ ἐπ’ αὐτοφώρῳ κατὰ τὴν ἀντίληψιν τοῦ κ. Κιαγιᾶ, ἐκεῖθεν δὲ τὰ ὅρια τῆς τιμωρίας κατὰ τὴν ἀντίληψιν τοῦ κ. Σ. Γρηγορίου.
§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Δαργέντας ἔχει τὸν λόγον.
§72Α. ΔΑΡΓΕΝΤΑΣ. Ἐζήτησα τὸν λόγον, κύριοι συνάδελφοι, διὰ νὰ ὑποστηρίξω τὴν ἐκδοχὴν τὴν ὁποίαν ἀνέπτυξαν οἱ κ. κ. Κιαγιᾶς, Γρηγορίου καὶ Κούνδουρος. Καὶ ἀκριβῶς διότι ὑπεστήριξαν οὗτοι τὴν ἄποψιν αὐτῶν δι’ ὅλων τῶν ἐπιχειρημάτων, θεωρῶ περιττὸν νὰ ἀπασχολήσω ἐπὶ πολὺ τὴν Συνέλευσιν. Ἂν θέλωμεν νὰ μὴ ἀπομακρυνθῶμεν τῶν δικαιολογητικῶν λόγων διὰ τοὺς ὁποίους ἐτέθη ἡ συνταγματικὴ αὐτὴ διάταξις, εἶναι ἀνάγκη νὰ μείνῃ αὕτη ὡς ἔχει διατυπωθῆ ἐν τῷ σχεδίῳ τοῦ Συντάγματος, διότι καὶ ἡ μεταβολὴ τῆς λέξεως «κακουργήματα» διὰ τῆς λέξεως «ἀδικήματα» ἐξουδετεροῖ αὐτόχρημα τὸν σκοπὸν διὰ τὸν ὁποῖον ἐτέθη ἡ διάταξις. Ἡ λέξις «ἀδικήματα» εἶναι γενική, περιλαμβάνουσα πλὴν τῶν κακουργημάτων, τὰ πλημμελήματα, καὶ αὐτὰ τὰ πταίσματα, εἰς τὰ ὁποῖα ὅμως δὲν πρέπει νὰ ἐπεκταθῇ ἡ συνταγματικὴ διάταξις, ἐφόσον ὁ σκοπὸς αὐτῆς ἀποβλέπει εἰς τὴν ἀποτροπὴν πολιτικῆς ἐκμεταλλεύσεως, ἀλλὰ καὶ κυρίως εἰς τὴν ἀποτροπὴν τοῦ διασυρμοῦ καὶ ἐξευτελισμοῦ τοῦ ἀξιώματος τοῦ βουλευτοῦ. Μόνον διὰ τῆς ἀπολύτως περιωρισμένης ἰσχύος τῆς διατάξεως εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτευχθῇ ὁ σκοπὸς αὐτός, ἐνῷ διὰ τῆς λέξεως «ἀδικήματα» θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ καταδιώκηται ὁ βουλευτὴς διὰ πᾶν πλημμέλημα ἢ καὶ πταῖσμα. Ὅταν ὅμως καταδιώκηται καὶ δι’ αὐτὰ τὰ ἐλάχιστα πταίσματα, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ σώσωμεν τὸ γόητρον καὶ τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος διὰ τῆς ἀσυλίας, τὴν ὁποίαν δημιουργοῦμεν, χωρὶς νὰ ματαιοῦται ὁ τελικὸς σκοπὸς τῆς δικαιοσύνης. Ἄνευ τοῦ περιορισμοῦ αὐτοῦ δὲν ἐπιτυγχάνεται ἡ δικλείς, ἡ ὁποία ἰσχυρίζονται ὅτι τίθεται μὲ τὸ ὅτι ἡ Βουλὴ κατόπιν τῆς καταδιώξεως θὰ ἀποφασίσῃ περὶ τῆς παραπομπῆς. Ἡ δικλεὶς αὕτη οὐδὲν ἀποτέλεσμα δύναται νὰ φέρῃ, διότι δὲν πρόκειται νὰ προλάβωμεν τὴν τιμωρίαν τοῦ βουλευτοῦ, τὴν ὁποίαν πάντως θὰ ὑποστῇ, ὅταν εἶναι ἔνοχος τῆς ἀποδιδομένης αὐτῷ πράξεως, ἀλλὰ πρόκειται νὰ προλάβωμεν τὸν διασυρμὸν τοῦ βουλευτοῦ. Διὰ τοῦτο φρονῶ ὅτι πρέπει νὰ προλαμβάνηται ἡ ὑποβολὴ μηνύσεως κατὰ τοῦ βουλευτοῦ, τοῦ ὁποίου καὶ τὸ ἀξίωμα καὶ ἡ ἁπλῆ ἰδιότης τοῦ πολιτευτοῦ παρέχουσι πλείστας ὅσας ἀφορμὰς ἐμπαθείας καὶ καταδιώξεως κατ’ αὐτοῦ, ἡ δὲ ἀσυλία εἶναι ὁ φραγμὸς διὰ τοῦ ὁποίου καὶ ἐκ τῆς πείρας καὶ ἐκ τῶν πραγμάτων εἶναι ἀποδεδειγμένον ὅτι ἀποφεύγονται αἱ μηνύσεις, αἱ ὁποῖαι διὰ τοὺς ἄνω λόγους ὑποβάλλονται κατὰ τῶν βουλευτῶν.
§73Λ. ΚΟΥΤΣΟΠΕΤΑΛΟΣ. Ἱερὸν καὶ ἀπαραβίαστον.
§74Α. ΔΑΡΓΕΝΤΑΣ. Ἐφόσον περιβάλλεται μὲ τὸ βουλευτικὸν ἀξίωμα, βεβαίως πρέπει ἐν μέτρῳ νὰ εἶναι ἱερὸν καὶ ἀπαραβίαστον τὸ πρόσωπον τοῦ βουλευτοῦ. Διότι δὲν πρόκειται, ὡς εἶπον, νὰ ἀποφύγῃ ἐν τέλει τὸν ἔλεγχον τῆς δικαιοσύνης καὶ τὴν τιμωρίαν. Ἡ Βουλὴ, εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, δὲν εἶναι δυνατόν, δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἐξετάσῃ τὸ ὑποστατὸν τῆς κατηγορίας, διὰ τὴν ὁποίαν καταδιώκεται ὁ βουλευτής. Ἀλλὰ καὶ τοῦτο δὲν εἶναι ἀκριβές, διότι τὸ ὑποστατὸν ἐξετάζεται ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς Δικαιοσύνης, ἡ ὁποία ὑποβάλλει εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἔκθεσίν της καὶ ἡ ὁποία ἐρευνᾷ τοὺς λόγους διὰ τοὺς ὁποίους πρέπει νὰ καταδιωχθῇ ἢ ὄχι. Ἑπομένως ἐξετάζει τὸ ὑποστατὸν ἢ μὴ τῆς κατηγορίας. Ἄν λοιπὸν καὶ ἐφόσον τὸ δημόσιον συμφέρον εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὑπηγόρευσε τὴν τοιαύτην συνταγματικὴν διάταξιν, ἂν καὶ ἐφόσον εἶναι βέβαιον ὅτι λόγος καὶ σκοπὸς τῆς διατάξεως αὐτῆς εἶναι νὰ ἀποφύγωμεν τὸν διασυρμὸν καὶ τὸν ἐξευτελισμὸν τοῦ Σώματος καὶ νὰ προλάβωμεν τὴν πολιτικὴν ἐκμετάλλευσιν καὶ ἐμπάθειαν, εἶναι ἀνάγκη νὰ περιορισθῶμεν εἰς τὴν διάταξιν αὐτὴν καὶ μόνην καὶ πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον δέχομαι ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ τροπολογία τοῦ κ. Κιαγιᾶ. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν προτεινομένην μεταβολὴν τῆς λέξεως «περιόδου» διὰ τῆς λέξεως «συνόδου», ἐὰν δὲν ἐξακολουθήσῃ ἡ ἀσυλία κατὰ τὸ διάστημα τὸ χρονικὸν μεταξὺ δύο Συνόδων, θὰ φθάσωμεν εἰς τὸ ἴδιον ἀποτέλεσμα καὶ τότε συχνὰ θὰ παριστάμεθα πρὸ τοῦ θλιβεροῦ θεάματος, τὸ ὁποῖον εἴδομεν πρό τινος τῆς παρατάξεως μακρᾶς σειρᾶς καλπῶν ἐν τῇ Βουλῇ διὰ κατηγορίας, αἱ ὁποῖαι ὑπεβλήθησαν κατὰ βουλευτῶν παρ’ ὅλον τὸν περιορισμὸν τὸν ὑπάρχοντα σήμερον διὰ τῆς ἀσυλίας. Τὸ γεγονὸς τοῦτο δίδει τὸ μέτρον τῆς καταχρήσεως, ἥτις θὰ γίνεται ἀπὸ πολιτικὴν ἐμπάθειαν, ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ ὁ περιορισμὸς αὐτός. Δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους νομίζω ὅτι πρέπει νὰ μείνῃ ἡ διάταξις ὡς ἔχει καὶ ὡς πρὸς τὴν λέξιν «περιόδου». Ἄνευ τῶν περιορισμῶν τούτων ἡ διάταξις, ἐπαναλαμβάνω, ἡ προβλέπουσα εἰς τὴν πρόληψιν τοῦ πολλάκις ἀδίκου διασυρμοῦ, δὲν δύναται νὰ ἐπιτύχῃ τὸν ἐπιδιωκόμενον σκοπόν.
§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Καρασεβδᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§76Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Δὲν βλέπω τὸν λόγον διατί κάθε τόσον ἐπιζητεῖται ἡ μεταρρύθμισις διατάξεων καλῶς κειμένων. Μήπως αὐτὸ θεωρεῖται πῶς εἶναι μέτρον κατάλληλον πρὸς ἐπίσπευσιν τῶν ἐργασιῶν τοῦ Σώματος καὶ τῆς μεταρρυθμίσεως τοῦ Συντάγματος, διὰ τὰς ὁποίας ἐν τῷ Τύπῳ τινὲς τόσον κόπτονται; Ἀλλ’ εἶναι προφανὲς ὅτι τὸ μέτρον αὐτὸ εἰς τὸ ἀντίθετον ἀποτέλεσμα καταλήγει. Ὁπωσδήποτε ἔχομεν μίαν διάταξιν περὶ τῆς ἀσυλίας τῶν βουλευτῶν, ἡ ὁποία κεῖται καὶ ἐφαρμόζεται ἀπὸ μακροῦ, μακροτάτου χρονικοῦ διαστήματος, χωρὶς οὐδεμία κατάχρησις, ἀπολύτως οὐδεμία, νὰ γίνῃ αὐτῆς. Ἄν δὲ ἔλαβον καταχρήσεις, αὗται ἐγένοντο μόνον εἰς βάρος τοῦ βουλευτοῦ, εἰς βάρος τῆς ἀσυλίας τῆς βουλευτικῆς. Τελευταίως μάλιστα τοιαῦται ἐγένοντο πολλαὶ καὶ συστηματικαὶ πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς κατασυκοφαντήσεως τοῦ Σώματος, εἴδατε δὲ ὅτι ὅτε μᾶς ἐδόθη ἓν καλὸν μάθημα ἐντεῦθεν, ἔπαυσαν. Μᾶς λέγουν ὅμως ὅτι περιορίζομεν τὴν ἀσυλίαν καὶ ἐπιτρέπομεν τὴν σύλληψιν τοῦ βουλευτοῦ εἰς πᾶν εἴδους ἀδίκημα, ἀλλὰ προσθέτομεν μίαν ἄλλην διάταξιν ὅτι συλλαμβάνονται μὲν οὗτοι διὰ πᾶν ἀδίκημα, ἀλλ’ ἠμποροῦν νὰ ἀπολυθοῦν ἀπὸ τὴν Βουλήν. Ἀλλὰ πρῶτον ἡ Βουλὴ δὲν θὰ εἶναι παροῦσα πάντοτε, ἔπειτα καὶ παροῦσα ἂν εἶναι θὰ χρειάζεται μίαν διαδικασίαν, θὰ τίθεται δὲ ὑπὸ ἀμφιβολίαν τὸ φιλότιμον τοῦ βουλευτοῦ καὶ τῆς Βουλῆς. Ἅμα μίαν φορὰν συλληφθῇ τὸ φιλότιμον δὲν θὰ τοῦ ἐπιτρέπῃ νὰ ζητήσῃ καὶ πάλιν τὴν ἄδειαν τοῦ Σώματος. Ἑπομένως ἡ διάταξις ἡ προστιθεμένη εἶναι ματαία καὶ δὲν θὰ ἐφαρμοσθῇ ποτέ. Ἀλλὰ μᾶς λέγουν ἀκόμη ὅτι αἱ αὐταὶ διατάξεις νὰ συλλαμβάνηται ὁ βουλευτὴς καὶ διὰ τὰ τελευταῖα ἀδικήματα, ὑπάρχουν καὶ εἰς τὰ ἄλλα Συντάγματα. Ἄν, κύριοι πληρεξούσιοι, νομίζομεν ὅτι πρέπει νὰ λάβωμεν τὰ παραδείγματα τὰ ξένα διὰ νὰ τὰ ἐφαρμόσωμεν ἐδῶ, τότε τὸ πρᾶγμα ἔχει ἄλλην σημασίαν. Ἔχομεν ἓν παρελθὸν τὸ ὁποῖον λέγει ὅτι ἡ διάταξις αὐτὴ καλῶς κεῖται καὶ καλῶς ἐφηρμόσθη. Ἔπειτα τὰ ξένα Κράτη εἶναι Κράτη ἀπείρως εὐνομούμενα ἀπὸ τὸ ἰδικόν μας. Εἰς αὐτὰ τὰ Κράτη δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη ἀσυλίας. Ἅμα καὶ ἡμεῖς καταστήσωμεν τὸ Κράτος τὸ ἰδικόν μας οὕτω, τότε εἶμαι σύμφωνος νὰ τὴν καταργήσωμεν. Σήμερον ὅμως ὅτε αἱ περιστάσεις δὲν εἶναι ὁμαλαί, ὅπως λέγουν—ἐγὼ δὲν βλέπω νὰ μὴ εἶναι ὁμαλαὶ— φρονῶ ὅτι πρέπει νὰ ἐπεκτείνωμεν τὴν διάταξιν αὐτὴν καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν τῆς περιόδου.
§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Καλκανδῆς ἔχει τὸν λόγον.
§78Δ. ΚΑΛΚΑΝΔΗΣ. Λυποῦμαι διότι τὸ πρῶτον ἔρχομαι νὰ διαφωνήσω μὲ σεβαστοὺς καὶ σοφοὺς συναδέλφους. Καὶ πρῶτον μὲ τὸν κ. Φραγκούδην, ὁ ὁποῖος μᾶς λέγει ὅτι εἰς τὴν Ἀμερικὴν ἐλάλησε καὶ κανεὶς δὲν τὸν ἠνώχλησε. Συνεπῶς πρέπει νὰ ἀφήσωμεν ἐλευθέραν τὴν καταδιωκτικὴν Ἀρχὴν ἀδιαφόρως πταισμάτων καὶ κακουργημάτων. Ἀλλ’ ὁ κ. Φραγκούδης πρέπει νὰ ἐνθυμηθῇ τοῦτο· ὅτι ἐκεῖ ἐλάλησε ἐλευθέρως, ἐδῶ ὅμως ὄχι μόνον ἐρραπίσθη, ἀλλὰ καὶ κάτι περισσότερον, ἐκακοποιήθη ἀπὸ πολιτικὰς Ἀρχάς. Τώρα θὰ εἴπῃ ὅτι ἦτο ἀνώμαλος ἡ κατάστασις, ἀλλὰ καὶ διότι εἶναι τοιοῦτος ὁ χαρακτήρ μας. Ἀλλ’ ἀφοῦ εἶναι τοιοῦτος ὁ χαρακτήρ μας, διατί θέλομεν νὰ ἐξομοιωθῶμεν μὲ τὰ ἄλλα Κράτη; Εἰς τὴν Γαλλίαν λέγει ὅτι τὰ πταίσματα ἐξαιροῦνται, διότι ἡ Γαλλία ἔχει ἴσως μικρότερον πολιτισμὸν τῆς Ἀμερικῆς. Τώρα γεννᾶται τὸ ζήτημα ἂν πρέπει ἀντὶ τῆς λέξεως «κακουργήματα» νὰ τεθῇ ἡ λέξις «ἀδικήματα». Ἐδῶ εἶναι δύο θεωρίαι· ἢ ἀπολύτως διὰ νὰ φανῶμεν ὅτι εἴμεθα πολιτισμένοι δὲν πρέπει νὰ θέσωμεν καμμίαν περιοριστικὴν διάταξιν ἢ πρέπει νὰ θέσωμεν διάταξιν αὐστηρὰν δι’ ὅλα, ἢ νὰ ἀκολουθήσωμεν μίαν μέσην λύσιν. Ἐγὼ εἶμαι ὑπὲρ τῆς μέσης λύσεως, ὅπως ἔχουν τὰ πράγματα παρ’ ἡμῖν σήμερον. Ἀπὸ τὸν πρακτικόν μου βίον ἔχω ἕνα παράδειγμα, τὸ ὁποῖον συνέβη πρό τινων ἐτῶν εἰς τὴν πλατεῖαν τῆς Ὁμονοίας μὲ τὸν μακαρίτην τὸν Κλεάνθην, κακοποιηθέντα ἐκ πλάνης, ὅτι ἦτο ἄλλος τις. Ἐξ αὐτοῦ τοῦ παραδείγματος ὁρμώμενος ἤχθην εἰς τὴν διαφωνίαν μὲ τοὺς ἀξιοτίμους προλαλήσαντας συναδέλφους καὶ ὑπεστήριξα ὅσα ἐξέθεσα ἐνώπιον ὑμῶν. Δὲν ἔχω νὰ προσθέσω τίποτε ἄλλο καὶ καταλήγω εἰς τὴν πρότασιν αὐτὴν (ἀναγινώσκει): «Ἀδικήματα δικαζόμενα ἀπὸ τοὺς συνέδρους καὶ κατὰ τὴν ἐκτέλεσίν των εἰδοποιουμένης τῆς Βουλῆς πρὸς ἔγκρισιν ἢ μὴ διὰ τὸ τυπικῶς ἔγκυρον τῆς συλλήψεως». Κατὰ τὰ λοιπὰ ἀναφέρομαι εἰς ὅσα εἶπον οἱ ἀγορεύσαντες συνάδελφοι. Τώρα πολλάκις ἐλέχθη «βουλευτὴς» καὶ ὄχι «πληρεξούσιος». Τὸ ἴδιον, κύριοι, εἶναι. Αὔριον ἅμα νομοθετῶμεν θὰ εἴμεθα βουλευταὶ καὶ ὄχι πληρεξούσιοι. Κἄποτε προκληθεὶς εἶπον ὅτι μὲ τὸ ἀξίωμα τοῦ πληρεξουσίου ἔχομεν διπλὸν κῦρος ὥστε καὶ βασιλεῖς νὰ καταργῶμεν.
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις ἔληξε. Προτείνονται αἱ ἑξῆς τροποποιήσεις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 32 τοῦ σχεδίου. Ἡ πρώτη τροποποίησις εἶναι ἀντὶ «συνόδου» νὰ τεθῇ «περιόδου». Ἡ δευτέρα εἶναι ἀντὶ «κακουργήματος» νὰ τεθῇ «ἀδικήματος». Ἡ τρίτη νὰ καθορισθῇ τὸ αὐτόφωρον ἐντὸς 48 ὡρῶν ἀπὸ τῆς τελέσεως τῆς πράξεως. Ἡ τετάρτη εἶναι προσθήκη τοῦ κ. Καφαντάρη, ἔχουσα οὕτως (ἀναγινώσκει). Ὁμοία περίπου εἶναι ἡ πρότασις τοῦ κ. Ἀβραάμ, ἡ ὁποία λέγει (ἀναγινώσκει), σχετικὴ δὲ διατύπωσις ἐγένετο καὶ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης καὶ ἑτέρα συναφὴς τροπολογία ὑπεβλήθη ὑπὸ τοῦ κ. Κιαγιᾶ, ὅστις ὅμως νομίζω ὅτι δύναται καὶ νὰ παραιτηθῇ ταύτης.
§80Γ. ΚΙΑΓΙΑΣ. Τὴν ἀποσύρω.
§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ παρακαλέσω ἡ ψηφοφορία νὰ γίνῃ κανονικῶς διὰ νὰ ἀντιληφθῶ καὶ ἐγὼ ποία εἶναι ἡ πραγματικὴ θέλησις τῆς Συνελεύσεως. Οἱ παραδεχόμενοι ἀντὶ «συνόδου» νὰ τεθῇ «περιόδου» παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσι. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι. Ἡ Συνέλευσις παρεδέχθη).
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι ἀντὶ «κακουργήματος» νὰ τεθῇ «ἀδικήματος» παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι. Ἀπορρίπτεται).
§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι νὰ ὁρισθῇ τὸ αὐτόφωρον ἐντὸς 48 ὡρῶν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι. Ἀπορρίπτεται).
§84ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τίθεται εἰς ψηφοφορίαν ἡ τροπολογία τοῦ κ. Καφαντάρη, εἰς τὴν ὁποίαν συγχωνεύονται καὶ αἱ τοῦ κ. Ἀβραὰμ καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ἔχουσαι ἤδη — μετὰ τὴν φράσιν «ἐπ’ αὐτοφώρῳ κακούργημα» — ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἐν τῇ περιπτώσει ὅμως ταύτῃ ἡ Βουλή, εἰδοποιουμένη παραχρῆμα, ἀποφασίζει περὶ παροχῆς ἢ μὴ ἀδείας πρὸς ἐξακολούθησιν τῆς καταδιώξεως». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι. Ἡ Συνέλευσις παρεδέχθη).
§85Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὅταν δὲν συνεδριάζει ἡ Βουλή;
§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ εἰδοποιῆται τὸ Προεδρεῖον. Μένει ἡ τροπολογία τοῦ κ. Ἀβραάμ, ἀφορῶσα τὴν παραγραφήν.
§87Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἡ παραγραφὴ δὲν εἶναι θεμελιώδης διάταξις.
§88Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἂς τεθῇ ὡς ἐπίσημος ἑρμηνεία.
§89Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν γεννᾶται ἀμφισβήτησις περὶ αὐτοῦ. Ἀναγνωρίζεται γενικῶς καὶ ἀπὸ τὰ δικαστήρια καὶ ἀπὸ τοὺς συγγραφεῖς. Εἶναι καὶ τὸ γενικὸν ἀξίωμα agere non valent non surrit preseriptio.
§90ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὡς ἑρμηνεία θὰ τεθῇ ὅτι ἡ ἀναστολὴ τῆς καταδιώξεως συνεπάγεται τὴν ἀναστολὴν τῆς παραγραφῆς. Παρακαλεῖται ὁ κ. γραμματεὺς ὅπως ἀναγνώσῃ ὁλόκληρον τὸ 32ον ἄρθρον.
§91ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. Ἄρθρον 32ον. (ἀναγινώσκει): «Βουλευτὴς δὲν καταδιώκεται, οὐδ’ ὁπωσδήποτε ἐξετάζεται ἕνεκα γνώμης ἢ ψήφου δοθείσης παρ’ αὐτοῦ κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῶν βουλευτικῶν του καθηκόντων. Βουλευτὴς διαρκούσης τῆς βουλευτικῆς περιόδου δὲν καταδιώκεται, οὔτε συλλαμβάνεται ἢ φυλακίζεται ἄνευ ἀδείας τοῦ Σώματος· τοιαύτη ἄδεια δὲν ἀπαιτεῖται εἰς τὰ ἐπ’ αὐτοφώρῳ κακουργήματα. Ἐν τῇ περιπτώσει ὅμως ταύτῃ ἡ Βουλὴ εἰδοποιουμένη παραχρῆμα, ἀποφασίζει περὶ παροχῆς ἢ μὴ ἀδείας πρὸς ἐξακολούθησιν τῆς καταδιώξεως κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς περιόδου». (Γίνεται δεκτὸν τὸ 32ον ἄρθρον).
§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 33ον. (Ἀναγινώσκεται).
§93Σ. ΓΟΝΑΤΑΣ. Εἰς τὸ τέλος τῆς πρώτης παραγράφου νομίζω ὅτι δὲν θὰ ἦτο περιττὸν νὰ προστεθῇ (ἀναγινώσκει): «.... καὶ δικαιοῦνται ἐλευθέρας κυκλοφορίας ἐπὶ τῶν ἐντὸς τοῦ Κράτους σιδηροδρομικῶν, ἀτμοπλοϊκῶν καὶ τροχιοδρομικῶν συγκοινωνιῶν». Ἡ διάταξις δὲν εἶναι καινοφανής, διότι ὑπάρχει εἰς τὸ Γερμανικὸν καὶ εἰς τὸ Πολωνικὸν Σύνταγμα.
§94Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶναι ὀρθόν.
§95ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§96Γ. ΚΑΚΟΥΛΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν εἶναι δυνατὸν βεβαίως ἡ μικρὰ Ἑλλὰς νὰ παράσχῃ εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους αὐτῆς τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα παρέχουν εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους αὐτὰ μεγάλα Κράτη καὶ ἰδίως αἱ Ἡνωμέναι Πολιτεῖαι, αἱ ὁποῖαι δίδουν εἰς ἕκαστον βουλευτὴν γραφεῖον, αὐτοκίνητον, τηλέφωνον καὶ ἕνα γραμματέα. Ἀλλὰ νομίζω, κ. Πρόεδρε, ὅτι θὰ ἦτο ἐπίκαιρον νὰ ἀναγραφῇ εἰς τὸ Σύνταγμα ὅπως εἰς τοὺς ἀρχηγοὺς τῶν κομμάτων — καὶ ἀρχηγοὶ τῶν κομμάτων νὰ ὁρισθῶσιν ἐκεῖνοι, τοὺς ὁποίους ἤθελον ὑποδεικνύει ἑκάστοτε 25 τοὐλάχιστον βουλευταί—ὅπως εἰς τοὺς ἀρχηγοὺς τῶν κομμάτων παρέχωνται ποιά τινα μέσα, ἵνα δύνανται νὰ ἀνταποκρίνωνται εἰς τὰς μεγάλας τῶν κομμάτων ὑποχρεώσεις. Καὶ προτείνω ὅπως εἰς γραμματεὺς διορίζεται δι’ ἕκαστον ἀρχηγὸν κομμάτων ὑπὸ τοῦ Κράτους. Εἶναι γνωστὸν εἰς ἡμᾶς, κ. Πρόεδρε, εἰς τοὺς παλαιοὺς πολιτευομένους, ποίας ὑποχρεώσεις ἔχει εἷς ἀρχηγός. Εἶναι ἐπίσης γνωστὸν ὅτι ἡ κυριωτέρα ἰδιότης ἑνὸς ἀρχηγοῦ κόμματος ἐν Ἑλλάδι εἶναι καὶ ἡ πενία. Ἑπομένως προτείνω ὅπως τοὐλάχιστον εἷς γραμματεὺς χορηγεῖται ὑπὸ τοῦ Κράτους εἰς ἕκαστον ἀρχηγὸν κομμάτων.
§97Δ. ΚΑΛΚΑΝΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶναι ὀρθὴ ἡ πρότασις αὐτή, τὴν ὁποίαν δέχομαι κατὰ θεωρίαν, κατὰ πρᾶξιν ὄχι. Καὶ παρακαλῶ, ἐπειδὴ εἶναι ἄωρος καὶ πρόωρος, νὰ ἀπορριφθῇ.
§98Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἂς μείνωμεν εἰς τὰς παραδόσεις μας.
§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἔχω καμμίαν ἐγγράφως διατυπουμένην πρότασιν.
§100Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω ὅτι τὸ ἄρθρον εἶναι καλῶς διατυπωμένον ἀπὸ τὴν Ἐπιτροπὴν καὶ δὲν πρέπει νὰ μεταβληθῇ.
§101Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Τί ἔγινε, κ. Πρόεδρε, διὰ τὸ ζήτημα τῆς ἐλευθέρας κυκλοφορίας;
§102Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Καὶ τὸ Γερμανικὸν Σύνταγμα ὁμιλεῖ περὶ τῶν Γερμανικῶν σιδηροδρόμων, δηλαδὴ ὅσων ἀνήκουν εἰς τὸ Κράτος. Ὅλα τὰ Συντάγματα, τὰ ὁποῖα ἕως τώρα εἶχεν ἡ Ἑλλάς, δὲν εἶχον τοιαύτην διάταξιν, οἵα νῦν προτείνεται. Τὸ πρᾶγμα ἐκανονίζετο διὰ νόμων. Δὲν πρέπει νὰ φανῇ ὅτι εἰς τὸ Δημοκρατικὸν Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον ἤδη συντάσσομεν, σπεύδομεν νὰ ἐξασφαλίσωμεν τὴν ἐλευθέραν κυκλοφορίαν. Ἐγὼ εἶμαι ἀντίθετος εἰς τὴν ἀναγραφὴν τοιαύτης διατάξεως.
§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ δώσω μίαν ἑρμηνείαν. Ἐφόσον ὁρίζεται ὅτι ἡ ἀποζημίωσις τῶν βουλευτῶν κανονίζεται διὰ νόμου, ὁ νόμος ἠμπορεῖ νὰ χορηγήσῃ καὶ αὐτό.
§104ΤΙΝΕΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Μάλιστα.
§105Σ. ΓΟΝΑΤΑΣ. Παρακαλῶ νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Συνέλευσις ἐπὶ τῆς τροπολογίας μου.
§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἔχω ἔγγραφον τροπολογίαν.
§107Σ. ΓΟΝΑΤΑΣ. Νὰ σᾶς τὴν ὑποβάλω. Ἐφόσον εἶναι καὶ εἰς ἄλλα Συντάγματα, δὲν βλέπω τὸν λόγον διατί νὰ μὴ περιληφθῇ καὶ εἰς τὸ ἰδικόν μας.
§108Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Εἰς τὸ Γερμανικὸν Σύνταγμα πρόκειται περὶ τῶν Γερμανικῶν σιδηροδρόμων, οἱ ὁποῖοι ἀνήκουν εἰς τὸ Κράτος. Θὰ ἠδυνάμεθα καὶ ἡμεῖς νὰ εἴπωμεν τὸ αὐτὸ διὰ τοὺς σιδηροδρόμους τοὺς ἀνήκοντας εἰς τὸ Κράτος. Ἀλλὰ γενικῶς νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ τεθῇ εἰς τὸ Σύνταγμα τοιαύτη διάταξις. Πρέπει νὰ ἀφήσωμεν, ὅπως ἔγινεν ἐπὶ σειρὰν δεκάδων ἐτῶν, νὰ κανονίζηται τὸ ζήτημα ἑκάστοτε διὰ νόμου.
§109Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Ἐδῶ δὲν πρόκειται νὰ δοθῇ ἀνακούφισίς τις εἰς τοὺς βουλευτάς, ἀλλὰ νὰ διευκολυνθοῦν εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἔργων των, διότι δὲν ἠμποροῦν νὰ ἐκπληροῦν ἐνόρκως τὸ ἔργον των, ἂν δὲν δύνανται νὰ περιοδεύσουν.
§110Γ. ΚΙΑΓΙΑΣ. Ἔχω τὴν γνώμην ὅτι πρέπει νὰ διατυπωθῇ ἐν τῇ συνταγματικῇ διατάξει, διότι ὑπάρχουν Ἑταιρεῖαι, αἱ ὁποῖαι δὲν ἔχουν συμβάσεις μὲ τὸ Κράτος καὶ ἑπομένως αὐταὶ δὲν δύνανται νὰ ὑποχρεωθοῦν διὰ νόμων νὰ ἀποδέχωνται νὰ ταξιδεύουν οἱ βουλευταὶ δωρεάν, ἐνῷ διὰ τοῦ Συντάγματος ἂν καθορισθῇ, εἶναι ὑποχρεωτικὸν καὶ διὰ τὰς Ἑταιρείας αὐτάς.
§111Φ. ΜΑΝΟΥΗΛΙΔΗΣ. Ἤθελον νὰ παρατηρήσω ὅτι ἀκριβῶς ἡ μέχρι τοῦδε παρατηρηθεῖσα καταστρατήγησις τοῦ νόμου ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐλευθερίαν τῆς κινήσεως τῶν βουλευτῶν ἐδημιούργησε τὴν συζήτησιν εἰς τὴν ἀποψινὴν συνεδρίασιν. Διότι βεβαίως δὲν θὰ ἤθελον ἵνα διὰ τοῦ Συντάγματος κανονισθῇ τὸ πρᾶγμα. Ἀλλ’ ἂν παρατηρήσωμεν τί γίνεται ἐν τῇ πραγματικότητι, θὰ ἴδωμεν ὅτι τὸ δῶρον εἶναι ἄδωρον, διότι ἐνόσῳ ὑπάρχει ἡ ἰδέα ὅτι πρέπει οἱ κατὰ καιρὸν βουλευταὶ διὰ λόγους γενικωτέρου συμφέροντος νὰ ἔχουν ἐλευθέραν κυκλοφορίαν, δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω πῶς ἔχει καταστρατηγηθῆ τελείως καὶ ἔχει μείνει ἁπλῆ σκιά, διότι εἰς τὰ βιβλιάρια τὰ ὁποῖα χορηγοῦνται εἰς τοὺς πληρεξουσίους ὑπάρχουν δεκάδες ἀτμοπλοϊκῶν Ἑταιρειῶν, διὰ τῶν ὁποίων δικαιοῦνται δῆθεν νὰ ταξιδεύσουν, ἐνῷ ἐν τῇ πραγματικότητι δὲν ὑπάρχει καμμία. Ἤθελον συνεπῶς νὰ παρατηρήσω ὅτι ἡ παρατηρουμένη δυσφορία δὲν εἶναι ἐξ ἀφορμῆς τῆς διατυπώσεως τοῦ ἄρθρου, ἀλλ’ ἐκ τῆς μὴ τηρήσεως τοῦ νόμου καὶ ὅτι πρέπει νὰ ληφθῇ μία πρόνοια ὅπως, ἐφόσον λέγεται ὅτι οἱ βουλευταὶ ταξιδεύουν δωρεάν, νὰ ταξιδεύουν καὶ πράγματι δωρεάν.
§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις ἔληξεν. (Ἀναγινώσκεται ἡ πρότασις).
§113Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Δυνάμεθα νὰ κανονίσωμεν ὅτι δύναται τὸ Κράτος διὰ νόμου νὰ ὑποχρεώσῃ καὶ τὰς Ἑταιρείας νὰ παρέχουν δωρεὰν τὴν κυκλοφορίαν εἰς τοὺς βουλευτάς, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γνωρίζωμεν τὴν ἀπήχησιν τὴν ὁποίαν θὰ ἔχῃ ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν τῶν Ἑταιρειῶν μία τοιαύτη διάταξις ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀποζημιώσεως τῶν Ἑταιρειῶν.
§114ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφίσθη.
§115ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Ἐψηφίσθη, ἐψηφίσθη.
§116Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Ὄχι μόνον ἐψηφίσθη, ἀλλὰ διὰ τὸ κῦρος τοῦ ψηφισθέντος ἄρθρου τοῦ Συντάγματος εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ εἴπω ὅτι τὸ Σύνταγμα, ἂν ἔλαβε πρόνοιαν περὶ τῆς ἐξασφαλίσεως τῆς κυκλοφορίας, τὸ ἔπραξε διότι αἱ μέχρι τοῦδε Βουλαὶ παραβάσαι τὸ καθῆκόν των δὲν τὸ ἔπραξαν.
§117Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ψηφίσατέ το.
§118ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφίσθη.
§119Σ. ΓΟΝΑΤΑΣ. Ἡ τροπολογία τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον ἀφεώρα τὴν πρώτην παράγραφον. Ἔχω καὶ ἑτέραν τροπολογίαν, τῆς δευτέρας παραγράφου τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου. Ὑποθέτω ὅτι δὲν ἐψηφίσθη τὸ σύνολον τοῦ ἄρθρου.
§120ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πρώτη παράγραφος ἐψηφίσθη.
§121Σ. ΓΟΝΑΤΑΣ. Ἐπὶ τῆς δευτέρας παραγράφου. Ἐκτιμῶ καὶ συμμερίζομαι τὰς σκέψεις τῆς συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς, διὰ τῶν ὁποίων ἐπεζήτησε νὰ ἐξυψώσῃ τὴν θέσιν τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς καὶ ὑποθέτω πῶς εἶναι καὶ ὁμόφωνος ἡ γνώμη τῆς Συνελεύσεως. Ἀπόδειξις δὲ τούτου εἶναι ὅτι ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀντιρρήσεως ἐψηφίσθη τὸ ἄρθρον 22, τοῦ ὁποίου ἐγένετο μεταρρύθμισις ὡς πρὸς τὸν τρόπον τῆς ἐκλογῆς τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς. Δὲν δύναμαι ὅμως νὰ ἀποδεχθῶ τὴν ἀντίληψιν τῆς συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς ἢ τῆς πλειονοψηφίας αὐτῆς, διὰ τὸν συσχετισμὸν τῶν ἀποδοχῶν τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς μὲ τὰς ἀποδοχὰς τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Δὲν νομίζω ὅτι τὸ ζήτημα τῶν ἀποδοχῶν εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ ἐξυψώσῃ τὴν θέσιν ἑνὸς ἀξιώματος. Δὲν εὑρίσκω δὲ καμμίαν συσχέτισιν, οὐδὲ νομίζω ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ ὑπάρξῃ τοιαύτη, ἰδίως δὲ δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ τεθῇ ἐν τῷ Συντάγματι συσχέτισις μεταξὺ τῶν δύο αὐτῶν Προέδρων, τῶν ὁποίων τὰ καθήκοντα εἶναι ἐντελῶς κεχωρισμένα καὶ διάφορα. Δὲν ἀρνοῦμαι, ἂν ἡ Συνέλευσις θέλῃ, ὅτι θὰ ἠδύνατο δι’ εἰδικῆς διατάξεως νὰ ὁρίσῃ ἰδιαίτερα ἔξοδα παραστάσεως διὰ τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ἂν καὶ αὐτὸ δὲν τὸ εἶδον εἰς οὐδὲν ἄλλο Σύνταγμα ἀναγεγραμμένον καὶ ὑποθέτω ὅτι παντοῦ θὰ γίνεται αὐτὸ διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς Βουλῆς, ὁ ὁποῖος ψηφίζεται ἑκάστοτε, καὶ διὰ τοῦ ὁποίου θὰ ἠδύνατο νὰ δοθοῦν ἔξοδα παραστάσεως εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ὅσα ἤθελον κριθῆ πρέποντα παρὰ τῆς Βουλῆς. Ἐν τούτοις, ἂν ἡ Συνέλευσις νομίζῃ ὅτι πρέπει τὸ τοιοῦτον νὰ τεθῇ ὡς συνταγματικὴ διάταξις, θὰ ἐπρότεινα νὰ τροποποιηθῇ ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς λαμβάνει διπλασίαν βουλευτικὴν ἀποζημίωσιν, λόγῳ ἐξόδων παραστάσεως». Αὐτὴ εἶναι μία ἐντελῶς ξεχωριστὴ διάταξις μὴ ἔχουσα καμμίαν σχέσιν μὲ τὰ ἄλλα ἀξιώματα καὶ ρυθμίζουσα τὸ τῆς ἀποζημιώσεως τοῦ Προέδρου ζήτημα.
§122Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ζήτημα μερικῶν χιλιάδων δραχμῶν. Ἡ διάταξις ἔχει ἠθικὴν σημασίαν. Δὲν ὁρίζεται βεβαίως τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον θὰ λαμβάνῃ ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἢ τῆς Γερουσίας, δὲν ὁρίζονται καὶ αἱ ἀπολαυαὶ τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Νομίζω ὅτι δὲν θὰ πρέπει νὰ κάμωμεν συζήτησιν δι’ ὀλίγας χιλιάδας δραχμῶν. Πρόκειται ἀναμφισβητήτως νὰ ἐξυψωθῇ τὸ ἀξίωμα τῶν Προέδρων τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Γερουσίας καὶ εἶναι διάταξις σκόπιμος, διότι ἐν τῷ παρελθόντι ἐνῷ ἐλαμβάνετο μέριμνα περὶ αὐξήσεως τῶν ἀποδοχῶν τῶν λειτουργῶν, δὲν ἐλαμβάνετο μέριμνα περὶ τῶν αὐξήσεων τῶν ἀποδοχῶν τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς. Ἠμπορεῖ νὰ ὑποστηριχθῇ ὅτι ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ ἔχῃ μεγαλυτέραν δαπάνην.
§123Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως λαμβάνει τὸν μισθὸν τὸν ὁποῖον λαμβάνουν καὶ οἱ ἄλλοι Ὑπουργοί. Θὰ μὲ εὐεργετήσητε, ἂν μοὶ ἀπεκαλύπτατε κάτι τὸ ὁποῖον δὲν γνωρίζω.
§124Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν γνωρίζω, ἂν τελευταίως διερρυθμίσθη.
§125Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Σᾶς βεβαιῶ κατὰ τὸν κατηγορηματικώτερον τρόπον ὅτι ὁ Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου λαμβάνει τὸν μισθὸν ἑνὸς Ὑπουργοῦ.
§126Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔχει ἓν ἐπίδομα ἐπὶ πλέον.
§127Γ. ΣΟΛΔΑΤΟΣ. Κατηργήθη μὲ τὸ Διάταγμα τῆς Ἐπιτροπῆς Οἰκονομιῶν.
§128Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Σᾶς εἶπον ὅτι δὲν γνωρίζω ἂν ἔγινε μεταρρύθμισις, ὀρθὸν ὅμως εἶναι νὰ ὑπάρξῃ ἡ διάταξις, ἡ ὁποία ἐξισώνει ἀπὸ ἀπόψεως ἀπολαυῶν τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως διὰ λόγους μόνον ἠθικούς.
§129Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Εἶναι γνωστὸν ὅτι ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς προβαδίζει ὅλων τῶν Ὑπουργῶν. Ἂν μέχρι πρό τινων ἐτῶν ἴσως δὲν ἐξυψώθη τὸ ἀξίωμα τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς εἰς τὸν βαθμὸν εἰς ὃν εἰς ἄλλα Κράτη εἶναι ἐξυψωμένον, τοῦτο ὀφείλεται εἰς τὸ ὅτι δὲν κατεβάλλοντο προσπάθειαι, ὅπως πείθωνται τὰ κατάλληλα πρόσωπα νὰ ἀναλαμβάνουν τὸ ἀξίωμα τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς καὶ εἰς τὸ ὅτι παρ’ ἡμῖν ἐθεωρήθη πάντοτε ὅτι ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς πρέπει νὰ ἀνήκῃ εἰς τὴν πλειονοψηφίαν. Μέχρι πρό τινων ἐτῶν τοῦτο ἐγένετο.
§130ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Καὶ τώρα τί γίνεται;
§131Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Σήμερον δὲν ἠμπορεῖτε νὰ εἴπητε ὅτι ὁ κ. Ρακτιβὰν ἀνήκει εἰς ὡρισμένην μερίδα τῆς Συνελεύσεως. Ἡ νέα διάταξις εἶναι βέβαιον ὅτι ἐξυψώνει ἐμφαντικώτερον ἀκόμη τὴν ἐξαιρετικότητα τῆς θέσεως τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς, ὡς ἀντιπροσώπου τοῦ κυριάρχου Σώματος. Ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῆς νομοτεχνικῆς ἡ παρατήρησις τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς πληρεξουσίου εἶναι ἀκριβής, διότι δὲν κανονίζονται τὰ τῆς ἀποζημιώσεως τῶν Ὑπουργῶν ἐν τῷ Συντάγματι, ὥστε νὰ δύναται νὰ κανονισθῇ καθ’ ὅμοιον τρόπον ἡ ἀποζημίωσις τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς. Ἐν τούτοις ὅμως νομίζω ὅτι ἡ πρότασίς του περὶ διπλασίας ἀποζημιώσεως δὲν θὰ ἔδιδε τὴν ἐντύπωσιν τῆς ἐξαιρετικότητος τοῦ ἀξιώματος, ἣν καὶ μόνον ἐπιδιώκει ἡ διάταξις αὐτή. Ἐπειδὴ ἐπιθυμοῦμεν τὴν ἐξύψωσιν τοῦ ἀξιώματος τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς, εἶμαι τῆς ἰδέας ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ προσθήκη.
§132Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Καὶ ὁ κ. Παπαναστασίου καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως διηρμήνευσαν σαφῶς τὰς γνώμας τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς. Διπλοῦς ἐπιδιώκεται σκοπός, τῆς ἐξυψώσεως τῆς ἠθικῆς καὶ τῆς πραγματικῆς τοῦ ἀξιώματος τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς. Ἁπανταχοῦ ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς προηγεῖται τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, διότι ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἐκπροσωπεῖ τὸ Σῶμα τὸ κυρίαρχον ἐξ οὗ ἐκπορεύεται καὶ ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Αὐτὸ ἠθέλησε νὰ κάμῃ ἡ συνταγματικὴ Ἐπιτροπὴ λέγουσα «ὅτι λαμβάνει ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ὡς ἔξοδα παραστάσεως τὰς ἀποδοχὰς τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἀδιαφόρως ἂν αἱ ἀποδοχαὶ τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν Ὑπουργῶν εἶναι αἱ αὐταί. Τὸ πρᾶγμα δὲν ἔχει σημασίαν. Διὰ τῆς φράσεως «τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως» ἠθέλησε νὰ δείξῃ ἡ Ἐπιτροπὴ ὅτι εἶναι ἰσότιμος ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως. Ἐκρίθη ἀκόμη ἀπαραίτητος ἡ ὑλικὴ ἀποζημίωσις τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς, διότι ἄλλως εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ ἐπαναληφθῇ ὅ,τι ἄλλοτε συνέβη, κριθὲν ὡς ἀναξιοπρεπές. Ἀτυχὴς Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, εὑρισκόμενος εἰς οἰκονομικὰς δυσχερείας, ἠναγκάσθη νὰ ἀσκῇ τὸ δικηγορικὸν ἐπάγγελμα παριστάμενος ἐνώπιον τοῦ Κακουργιοδικείου. Καὶ εἰς τὴν Ἀναθεωρητικὴν Βουλὴν τοῦ 1911 ἡ ἀνάγκη τῆς ἀποζημιώσεως τοῦ Προέδρου ἀνεγνωρίσθη, ἵνα οὗτος ἀπερίσπαστος ἀσκῇ μετὰ πάσης ἀξιοπρεπείας τὸ ὑψηλόν του λειτούργημα.
§133Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Ἀνέκαθεν τὰ Ἑλληνικὰ Συντάγματα ἀπασχολοῦνται μὲ τὴν ἀποζημίωσιν τῶν βουλευτῶν. Ἡ ἀποζημίωσις πρέπει νὰ εἶναι μεγάλη, διότι ἔχομεν παράδειγμα τὸ παρελθόν, τὸ ὁποῖον ἐμνήσθη ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας, κατὰ τὸ ὁποῖον πολὺ ἱκανοὶ ἄνδρες ὡς Πρόεδροι δὲν ἐδέχοντο νὰ ἀναλάβουν τὸ ἀξίωμα αὐτό, διότι δὲν ἐπήρκουν εἰς τὰ καθήκοντά των. Πρέπει νὰ ἔχουν τὰ μέσα, διὰ νὰ ἠμποροῦν νὰ ἀφοσιωθοῦν εἰς τὰ καθήκοντά των. Καὶ ἐνθυμοῦμαι εἰς τὴν Ἀναθεωρητικὴν Βουλὴν τοῦ 1911, ὅπου ὁ ἀείμνηστος Στράτος καὶ ἄλλοι ἐζήτησαν καὶ μετερρύθμισαν τὸ Σύνταγμα ἀπὸ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς. Πρέπει δὲ ὄχι μόνον ν’ αὐξήσῃ ἡ ἀποζημίωσις, ἀλλὰ πρέπει ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς νὰ εἶναι καὶ ἰσότιμος μὲ τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως διὰ λόγους ἠθικούς, διότι δύναται νὰ εἴπῃ τις ὅτι τὸ Κοινοβούλιον εἶναι ἀνώτερον τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Λοιπὸν ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς πρέπει νὰ ἐξυψωθῇ καὶ νὰ θεωρῆται ἰσότιμος μὲ τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως.
§134ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Μπακόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§135Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δύο λέξεις μόνον, κ. Πρόεδρε, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν νομοθετικὴν διατύπωσιν τοῦ ἄρθρου, ἐφ’ ὅσον ἐμέμφθη ταύτην ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ συνταγματικὴ Ἐπιτροπή, εἰς τὴν ὁποίαν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ συμπαρεδρεύσω, ἀνεχώρησεν ἐκ τῆς σκέψεως, ὅτι ἔπρεπεν εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας νὰ δοθῇ ἡ πρωτεύουσα θέσις, ἡ ὁποία τοῦ ἁρμόζει ὡς ἐκπροσωποῦντος τὴν Ἐθνικὴν κυριαρχίαν, καὶ ἠθέλησε νὰ τὸν κατατάξῃ, καθ’ ὅλα, ὁμότιμον πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως. Ἄν δὲ καθώρισε διὰ συνταγματικῆς διατάξεως τὸ ζήτημα τῶν ἀποδοχῶν του, τὸ ἔπραξεν ἀποβλέπουσα ὄχι εἰς τὸ ποσὸν τῆς ἀποζημιώσεως, τὸ ὁποῖον θὰ λαμβάνῃ ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ ἠθέλησε διὰ τῆς διατάξεως αὐτῆς νὰ τονίσῃ ὅτι καθ’ ὅλα τὸν καθιστᾷ ὁμότιμον πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως. Μοῦ ἔκαμε δὲ ἐντύπωσιν, κ. Πρόεδρε, ὅταν πρὸ ὀλίγων ἑβδομάδων εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἀντιπροσωπεύσω τὴν Ἑλλάδα εἰς τὴν διεθνῆ κοινοβουλευτικὴν διάσκεψιν τῆς Ρώμης, ὅτι εἰς τὴν πρώτην ἐπίσημον συνεδρίασιν τῆς Διασκέψεως, τῆς ὁποίας προήδρευσεν ὁ Βασιλεὺς τῆς Ἰταλίας, ὅτι εἰς τὰ δεξιά του ἐκάθητο ὁ Πρόεδρος τῆς Γερουσίας καὶ ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς καὶ ἀριστερά του ὁ Πρωθυπουργός.
§136ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ γίνεται καὶ ἐδῶ.
§137Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν λοιπὸν εἰς ὅλα τὰ Κράτη οἱ Πρόεδροι τῶν Ἐθνικῶν Συνελεύσεων προηγοῦνται τῶν Προέδρων τῶν Κυβερνήσεων, εἶναι ὀρθόν, καθόσον ἀφορᾷ τὰς ἀποδοχάς των, νὰ εἶναι ὁμότιμοι, διὰ νὰ παρέχουν τὴν ἐντύπωσιν τὴν ἐξωτερικήν, ὅτι κατ’ οὐδὲν ὑστεροῦν τῆς Κυβερνήσεως. Ἀπ’ αὐτοῦ ἀνεχώρησεν ἡ συνταγματικὴ Ἐπιτροπὴ καὶ μὲ τὰς σκέψεις αὐτὰς διετύπωσε τὸ ἄρθρον αὐτὸ καὶ νομίζω ὅτι καὶ ἀπὸ νομοτεχνικῆς ἀπόψεως εἰς οὐδὲν ὑστέρησε.
§138Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἔχει τόσα καθήκοντα ὥστε νὰ μὴ ἔχῃ καιρὸν ν’ ἀσχολῆται εἰς ἄλλο τι ἐπάγγελμα ἀσχέτως πρὸς τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας τοῦ ἐπιβάλλει τὸ ἀξίωμα καὶ ἀναμφισβητήτως πρέπει νὰ ἀμείβηται ἀναλόγως τοῦ ὕψους τῆς θέσεως. Ἀλλ’ ἠθικῶς ἡ θέσις τοῦ Προέδρου δὲν θὰ ἀνυψωθῇ ἐφόσον, κατὰ τὴν φράσιν ἑνὸς διατελέσαντος ἐπανειλημμένως ὡς Προέδρου τῆς Βουλῆς, ἐξασκεῖ καθήκοντα βοηθητικά. Ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἐν Ἑλλάδι δὲν ἔχει τὴν ἐξουσίαν, τὴν ὁποίαν ἔχει ἀλλαχοῦ, διὰ τοῦτο δὲ τὸ ἀξίωμα δὲν στέκει εἰς τὸ ὕψος του καὶ χρεοκοπεῖ. Μόνον ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐχώρεσαν εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ἐλλείψει θέσεως ἐγένοντο Πρόεδροι. Ἡ θέσις τοῦ Προέδρου θεωρεῖται μία βαθμὶς παρακάτω διὰ νὰ φθάσῃ εἰς τὸ ἀξίωμα ἐκεῖνο. Ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἐν Ἑλλάδι εἶναι ὄργανον τῆς Κυβερνήσεως, δύναται νὰ κάμῃ μερικὰς παρατηρήσεις καὶ νὰ ἐφαρμόζῃ τὸν κανονισμὸν ἀπέναντι τῶν μελῶν τῆς Βουλῆς ἢ τῆς Συνελεύσεως, ἀλλ’ εἶναι ἀνίσχυρος ἀπέναντι τῆς Κυβερνήσεως, διότι ἐὰν θελήσῃ νὰ ἀσκήσῃ τὰ καθήκοντά του κατὰ τῶν ὑπερβασιῶν τῶν μελῶν τῆς Κυβερνήσεως κινδυνεύει νὰ χάσῃ τὴν θέσιν του. Ἑπομένως ὄχι μὲ τὸν μισθὸν θὰ ἀνυψωθῇ ἠθικῶς τὸ ἀξίωμα τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Γερουσίας, παρὰ μόνον μὲ τὰ δικαιώματα τὰ ὁποῖα ἔχει καὶ περὶ τούτου θὰ ἔπρεπε νὰ ληφθῇ πρόνοια ὅπως ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς μὴ εἶναι μέλος τοῦ κυβερνητικοῦ συγκροτήματος, ἀλλ’ εἶναι ὑπεράνω τῶν κομμάτων. Ἐκεῖ ὅπου ὁ Πρόεδρος εἶναι ὑπεράνω τῶν κομμάτων καὶ ἐκλέγεται ἐφάπαξ, ὄχι μόνον ἔχει μεγάλας ἀποδοχάς, ἀλλὰ καὶ μεγαλύτερα δικαιώματα καὶ δικαιοῦται νὰ βάλῃ τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν θέσιν του καὶ ἔχομεν τὸ γεγονὸς ὅτι πρωθυπουργὸς ἐζήτησε συγγνώμην ἀπὸ τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς. Ἐὰν ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἤθελε κάνει παρατήρησίν τινα ὄχι εἰς ἕνα ὑπουργόν, ἀλλὰ δὲν ξέρω εἰς ποῖον, δὲν γνωρίζω ποία θὰ εἶναι ἡ θέσις του. Ὥστε πρέπει νὰ τῷ δώσωμεν δικαιώματα μεγάλα, ὥστε νὰ μὴ περιορίζωνται ταῦτα εἰς μερικὰ μόνον μέλη.
§139Γ. ΦΡΑΓΚΟΥΔΗΣ. Συμφωνῶ πληρέστατα μὲ τὸν κ. συνάδελφον, ἀλλὰ παρατηρῶ ὅτι τὰ δικαιώματα τὰ ἔχει, ἐὰν δὲ δὲν τὰ ἐφαρμόζει, δὲν προέρχεται τοῦτο ἀπὸ τὸν Πρόεδρον, ἀλλ’ ἀπὸ τὰ πολιτικὰ ἡμῶν ἔθιμα. Μόνον ἡ ἐξύψωσις τῶν πολιτικῶν ἡμῶν ἐθίμων θὰ ἐξυψώσῃ καὶ τὸν Πρόεδρον. Αὐτὴ εἶναι ἡ κατάστασις, ὥστε ὁ Πρόεδρος θεωρεῖται ὄργανον ἑκάστης Κυβερνήσεως. Πρέπει νὰ ἐκλέξωμεν αὐτὸν δι’ ὅλην τὴν περίοδον, ὅπως συμβαίνει εἰς τὴν Ἀγγλίαν, ὄχι μόνον διὰ μίαν σύνοδον. Μόνον ἅμα ἐφαρμόζει τὸν κανονισμὸν ἀπέναντι ὅλων θὰ ἐξυψωθῇ.
§140Σ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ. Ἡ συνταγματικὴ Ἐπιτροπὴ ἀκριβῶς διὰ νὰ καταστήσῃ τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς ἀνεξάρτητον τῶν κομμάτων ἔδωσεν εἰς αὐτὸν τὴν δύναμιν, ἡ ὁποία ἀπῃτεῖτο καὶ εἰς ἠθικὸν κῦρος καὶ εἰς δύναμιν ἐξίσωσεν αὐτὸν πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως. Ἔθεσε δὲ ὡς ὅρον ὅτι διὰ νὰ ἐκλεγῇ τις Πρόεδρος τῆς Βουλῆς δέον νὰ συγκεντρώνῃ τὴν ἀπόλυτον πλειοψηφίαν τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν μελῶν, καθώρισε δηλ. ὅρους ὁμοίους πρὸς τὴν ἐκλογὴν τοῦ προέδρου τῆς Δημοκρατίας, ἀκριβῶς διὰ νὰ τονώσῃ τὸ κῦρος αὐτοῦ διὰ νὰ εὑρίσκεται εἰς τὸ ἴδιον ὕψος, εἰς τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται ἀλλαχοῦ καὶ ἰδίᾳ ἐν Ἀγγλίᾳ.
§141Σ. ΓΟΝΑΤΑΣ. Ἐρωτῶ, ἂν ὑπάρχῃ εἰς ἄλλο Σύνταγμα τοῦ κόσμου τοιαύτη διάταξις καὶ φοβοῦμαι μήπως δώσωμεν ὑποψίας ὅτι θέλομεν διὰ τεχνητῶν μέσων νὰ ἐξυψώσωμεν τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς.
§142Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Δὲν εἶναι τεχνητὸν μέσον ἐὰν εἴπωμεν ὅτι ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς εἶναι ἰσότιμος πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως. Καθορίζοντες οὕτω τὴν θέσιν τοῦ Προέδρου τοῦ Σώματος, εἴμεθα βέβαιοι ὅτι διερμηνεύομεν τὴν σαφῶς ἐκδηλωθεῖσαν γνώμην τῆς Συνελεύσεως. Θέλομεν διὰ τῆς τιθεμένης ἐν τῷ Συντάγματι διατάξεως, ὅπως εἶπεν ὁ ἐκ Μαντινείας κ. συνάδελφος, νὰ παράσχωμεν εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς τὴν δύναμιν τὴν ἠθικήν, τὴν θέσιν τὴν ἀξιοπρεπῆ διὰ ν’ ἀσκῇ τὴν προσήκουσαν ἐπιβολὴν καὶ νὰ ἐκπροσωπῇ τὸ Σῶμα.
§143Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Δὲν φαντάζομαι ἀναμφισβητήτως ὅτι θὰ συντελέσῃ εἰς ἐπαύξησιν τοῦ κύρους τοῦ προεδρικοῦ ἡ παρεμβαλλομένη διάταξις, δὲν τὸ πιστεύω ἢ ἔχω τὴν ἰδέαν ὅτι ἡ διάταξις αὕτη δύναται νὰ τεθῇ ὡς διάταξις ἐπιβληθεῖσα λόγῳ τῆς μακρᾶς ἀδικαιολογήτου συζητήσεως. Τὸ ἀξίωμα τὸ προεδρικὸν θὰ ἐξυψωθῇ ἀφ’ ἑαυτοῦ, ὅταν τὰ ἤθη μας τὰ πολιτικὰ θὰ προαχθοῦν, ὡς ὀρθότατα παρετήρησεν ὁ ἐξ Ἀττικῆς κ. συνάδελφος καὶ ὅταν κατορθώσωμεν νὰ ἔχωμεν λ. χ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς πρόσωπον ἔξω τῶν κομμάτων. Ἀλλὰ τί συμβαίνει; Βλέπομεν νὰ δέχεται περισσοτέρας παρατηρήσεις ἀπὸ ὅσας ἀπευθύνει καὶ ὅταν συμβαίνῃ νὰ ἀπευθύνῃ παρατηρήσεις οἱ συνάδελφοι νὰ ἐξάπτωνται διὰ τὴν τόλμην τὴν προεδρικήν, ἡ ὁποία ἀσκεῖται ἐναντίον τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ Ἔθνους, ἐχόντων ἀπόλυτον ἐλευθερίαν ἐνταῦθα νὰ λέγουν κατὰ τὸ δοκοῦν ἢ νὰ ἐνεργοῦν κατὰ τὸ δοκοῦν. Αὐτὸ θὰ γίνῃ διὰ τοῦ χρόνου, ὅταν ἀπὸ τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως μέχρι τοῦ τελευταίου πληρεξουσίου μάθωσιν ὅλοι ὅτι οἱαδήποτε παρατήρησις τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς ὀφείλει νὰ εἶναι δεκτὴ ἀπολύτως, ὅτι δὲν δύναται νὰ ὑψώνῃ τὸν τόνον ἀπέναντι τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς, ὥστε νὰ μὴ κλονίζηται τὸ κῦρος τὸ προεδρικόν. Τὸ ἀξίωμα τοῦ Προέδρου θὰ ἐξυψωθῇ ὅταν οἱ ἀντιπρόσωποι ἀντιληφθῶσιν, ὅτι δὲν εἶναι μόνον ἡ ἀντίληψις τῆς τάξεως τὸ περιεχόμενον τῶν καθηκόντων τῶν προεδρικῶν, ἀλλ’ εἶναι ἡ κατὰ πόδας παρακολούθησις τῆς συζητήσεως, ὥστε διὰ τῆς παρεμβάσεως αὐτοῦ νὰ παρέχωνται ἐξηγήσεις, ὥστε ρυθμικῶς νὰ ἐργάζεται τὸ Κοινοβούλιον. Ὅταν αὐτὸ γίνῃ θὰ ἐξυψωθῇ ὁ θεσμός, ἀλλὰ τί πειράζει ἐὰν τὴν δεχθῶμεν καὶ διατὶ συζητοῦμεν ἀφοῦ ὅλοι εἴμεθα σύμφωνοι; Προεκάλεσα καὶ ἐγὼ συζήτησιν καὶ λυποῦμαι δι’ αὐτό.
§144Β. ΚΥΒΕΛΟΣ. Ὁ ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν Φιλελευθέρων ἔθεσε τὸ ζήτημα ἀπολύτως εἰς τὴν θέσιν του. Σήμερον ἂν γίνεται συζήτησις διὰ τὸ ζήτημα τῆς ἐξυψώσεως, γίνεται κατόπιν τοῦ νέου πολιτεύματος, τὸ ὁποῖον ἔχομεν, διότι τοῦτο εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον παρέχει ὑψίστην θέσιν εἰς τὸν πρόεδρον τοῦ νομοθετικοῦ Σώματος. Τὸ πρόσωπον τοῦ Προέδρου τῆς Συνελεύσεως πρέπει νὰ γίνῃ σεβαστὸν ἀπὸ ὅλους, δι’ ὅλων τῶν μέσων.
§145Δ. ΚΑΛΚΑΝΔΗΣ. Ἐφύγαμεν ἀπὸ τὸ ζήτημα τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς. Πρόεδρος μεταξὺ ἴσων. Πρόεδρος θὰ εἴπῃ ἠθικῶς καὶ πνευματικῶς νὰ ὑπερέχῃ ὅλων τῶν ἄλλων καὶ διὰ τοῦτο ἐπιβάλλεται. Ἀλλ’ ὁ Πρόεδρος ὄχι ὁ νῦν Πρόεδρος, ἀλλ’ ἡ ἀφηρημένη ἔννοια, ὁ Πρόεδρος μὲ τοὺς βουλευτὰς δὲν δύναται νὰ εἶναι ἄλλος παρὰ νὰ εἶναι ἄξιος τοῦ περιβάλλοντος. Ὑπῆρχον πολλαὶ ἀπόψεις. Ἄλλη ἄποψις ἦτο νὰ τοῦ δώσωμεν δικαιώματα, νὰ ἐξυψώσωμεν τὴν θέσιν τοῦ Προέδρου. Καὶ ἡ μία ὀρθὴ καὶ ἡ ἄλλη ὀρθή, ἀλλὰ ποίαν θὰ δεχθῶμεν; Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου βλέπομεν ὅτι ἡ λέξις «πρόεδρος» ἔπαθε πρόωρον ἀνάπτυξιν, διότι πρόεδρος εἶναι ὅλος ὁ κόσμος· πρόεδροι Σωματείων κτλ. Καὶ μέσα εἰς τὴν Βουλὴν ἀκόμη ἔχομεν περίσσειαν προέδρων. Κύριοι συνάδελφοι, εἶπον τοῦτο· ὅτι ὁ Πρόεδρος πρέπει νὰ εἶναι ἐκτὸς τῶν κομμάτων. Αὐτὸ εἶναι θεωρία. Θὰ ἔλθῃ ἡ ὥρα νὰ εἶναι ἐκτὸς τῶν κομμάτων, ἀλλὰ σκεφθῆτε, δύναται Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, αὐτὴ ἡ ἑκάστοτε Κυβέρνησις, νὰ κάμῃ ἔστω καὶ ἓν βῆμα, ἂν δὲν ἔχῃ τὸν Πρόεδρον μαζύ της συνεργάτην καὶ συνεπίκουρόν της ἐντὸς πάντοτε τοῦ κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς καὶ τῶν ἐννόμων καθηκόντων του; Αὐτὰ τὰ ὀλίγα, κύριοι, εἶχον νὰ εἴπω.
§146ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις θεωρεῖται περαιωθεῖσα.
§147Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, μίαν ἑρμηνείαν. Ἔχω τὴν ἀντίληψιν ὅτι ἡ γνώμη τῆς Συνελεύσεως ὅσον ἀφορᾷ τὴν ψηφισθεῖσαν διάταξιν περὶ τῆς ἐλευθέρας κυκλοφορίας εἰς τοὺς σιδηροδρόμους, ἀτμόπλοια καὶ τρὰμ τῶν κυρίων πληρεξουσίων εἶναι ὅτι θεωρεῖ τὴν διάταξιν ὡς ἀρχομένην ἀπὸ σήμερον.
§148ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§149ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ 32ου ἄρθρου θεωρεῖται περαιωθεῖσα. Ὑπάρχει ἡ ἑξῆς τροπολογία τοῦ πληρεξουσίου Ἀττικῆς κ. Γόντικα (ἀναγινώσκει): «Ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς λαμβάνει διπλασίαν βουλευτικὴν ἀποζημίωσιν λόγῳ ἐξόδων παραστάσεως». Οἱ δεχόμενοι τὴν τροπολογίαν παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Συνέλευσις δὲν παρεδέχθη. Παρακαλεῖται ὁ κ. γραμματεὺς ὅπως ἀναγνώσῃ τὸ ἄρθρον.
§150ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. Ἄρθρον 33ον (ἀναγινώσκει): «Οἱ βουλευταὶ λαμβάνουν ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου ἀποζημίωσιν ὁριζομένην ἑκάστοτε διὰ νόμου καὶ δικαιοῦνται ἐλευθέρας κυκλοφορίας ἐπὶ τῶν ἐντὸς τοῦ Κράτους σιδηροδρομικῶν, ἀτμοπλοϊκῶν καὶ τροχιοδρομικῶν συγκοινωνιῶν. Εἰς τὸν τακτικὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς παρέχονται ἔξοδα παραστάσεως ἰσούμενα πρὸς τὰς ἀποδοχὰς τοῦ Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου». (Γίνεται δεκτὸν τὸ 33ον ἄρθρον).
§151ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Συνέλευσις νὰ διακόψωμεν διὰ τὰς 10.30′ μ. μ.;
§152Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε, κ. Πρόεδρε; Τὸ ἄρθρον 35 θὰ προκαλέσῃ συζήτησιν διεξοδικήν, ὡς πληροφοροῦμαι τοὐλάχιστον. Τὰ ἄλλα ἄρθρα, 34, 36, 37, 38 νομίζω ὅτι δύνανται νὰ ψηφισθῶσιν ἀσυζητητεὶ καὶ δυνάμεθα νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ψήφισιν αὐτῶν, νὰ ἀναβάλωμεν δὲ μόνον τὴν συζήτησιν τοῦ 35ου ἄρθρου διὰ τὴν Δευτέραν.
§153Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἔχω ἀντίρρησιν.
§154Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θὰ προκαλέσῃ συζήτησιν εἶναι τὸ ἄρθρον 35, καὶ τὸ ἄρθρον 34 ὡς πρὸς τὴν διάταξιν τῆς πρώτης παραγράφου.
§155Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἂς ἀφήσωμεν καὶ αὐτὴν τὴν διάταξιν καὶ νὰ ψηφίσωμεν αὐτὸ τὸ ἄρθρον ἐκτὸς τῆς πρώτης παραγράφου.
§156Σ. ΓΟΝΑΤΑΣ. Εἰς τὸ ἄρθρον 34 ἔχω ἀντίρρησιν.
§157Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Τὸ ἄρθρον 39 καθιερώνει τὸ ἑξῆς: ὅτι ἰσχύουσι τὰ ἄρθρα 16 καὶ 19. Μεταξὺ αὐτῶν εἶναι καὶ τὸ ἄρθρον τὸ ἀφορῶν τὸ ἀσυμβίβαστον. Δὲν εἶναι σκόπιμον διὰ τὴν Γερουσίαν νὰ ἀξιώσωμεν ὅλα τὰ ἀσυμβίβαστα, τὰ ὁποῖα ἰσχύουν καὶ διὰ τὴν Βουλήν. Κύριε Πρόεδρε, τότε ἠμπορεῖ νὰ ψηφισθῶσι τὰ ἄρθρα 36, 37, 38 καὶ 39, ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ διαγραφῇ ἀπὸ τὸ ἄρθρον 39 ἡ παραπομπὴ εἰς τὸ ἄρθρον 19.
§158Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Εἰς τὸ ἄρθρον 34 εἴμεθα σύμφωνοι, παραλειπομένου τοῦ 1ου ἐδαφίου διὰ νὰ ψηφισθῇ τὸ ὑπόλοιπον.
§159Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἂν θὰ ἀλλάξωμεν τὰ ἀσυμβίβαστα, νὰ τὰ ἀλλάξωμεν εἰς τὸ ἄρθρον 34.
§160Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Προσθέτομεν ἰδίαν διάταξιν.
§161Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὑπὸ τοιοῦτον ὅρον δὲν ἔχω ἀντίρρησιν.
§162Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει τὸ ἄρθρον 34 ψηφίζεται, πλὴν τοῦ πρώτου ἐδαφίου.
§163ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. Ἄρθρον 34ον (ἀναγινώσκει): «Ὅπως ἐκλεγῇ τις γερουσιαστὴς ἀπαιτεῖται νὰ ἔχῃ συμπεπληρωμένον τὸ τεσσαρακοστὸν ἔτος τῆς ἡλικίας του, νὰ εἶναι πολίτης Ἕλλην καὶ νὰ ἔχῃ τὴν ἱκανότητα τοῦ ἐκλέγειν. Γερουσιαστής, στερηθεὶς τῶν προσόντων τούτων, ἐκπίπτει αὐτοδικαίως τοῦ ἀξιώματος. Ἐγειρομένης δὲ περὶ τούτου ἀμφισβητήσεως, ἀποφασίζει ἡ Γερουσία. Οἱ γερουσιασταὶ λαμβάνουν ἀποζημίωσιν ὅσην καὶ οἱ βουλευταί». (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον).
§164ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ 35ου ἄρθρου. Ἄρθρον 36ον (ἀναγινώσκει): «Τὸ ἀξίωμα τοῦ βουλευτοῦ καὶ τὸ ἀξίωμα τοῦ γερουσιαστοῦ δὲν δύνανται νὰ συνυπάρξουν εἰς τὸ αὐτὸ πρόσωπον». (Γίνεται δεκτὸν τὸ 36ον ἄρθρον). Ἄρθρον 37ον (ἀναγινώσκει): «Ἡ Γερουσία συνέρχεται πάντοτε ὅταν καὶ ἡ Βουλή, αἱ σύνοδοι δὲ αὐτῆς διαρκοῦν ὅσον καὶ αἱ τῆς Βουλῆς». (Γίνεται δεκτὸν τὸ 37ον ἄρθρον). Ἄρθρον 38ον (ἀναγινώσκει): «Ἡ Γερουσία συνεδριάζει ἐν τῷ μεγάρῳ αὐτῆς δημοσίᾳ, δύναται ὅμως νὰ διασκεφθῇ κεκλεισμένων τῶν θυρῶν κατ’ αἴτησιν πέντε ἐκ τῶν μελῶν αὐτῆς, ἐὰν τοῦτο ἀποφασισθῇ ἐν μυστικῇ συνεδριάσει κατὰ πλειονοψηφίαν, μετὰ ταῦτα δὲ ἀποφασίζεται ἐὰν ἡ περὶ τοῦ αὐτοῦ πράγματος συζήτησις πρέπει νὰ ἐπαναληφθῇ εἰς δημοσίαν συνεδρίασιν». (Γίνεται δεκτὸν τὸ 38ον ἄρθρον). Ἄρθρον 39ον (ἀναγινώσκει): «Τὰ ἄρθρα 16, 20, 21, 22, 23, 26, 27, 31, 32 καὶ 33 τοῦ Συντάγματος ἐφαρμόζονται καὶ περὶ τῆς Γερουσίας, τῶν γερουσιαστῶν καὶ τοῦ Προέδρου τῆς Γερουσίας».
§165Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ ἄρθρον 39 ψηφίζεται, ἀπαλειφομένου τοῦ ἀριθμοῦ 19. Δηλαδὴ παρακαλῶ νὰ γραφῇ ὅτι ψηφίζεται ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Τὰ ἄρθρα 16, 20, 21, 22, 23, 26, 27, 31, 32 καὶ 33 τοῦ Συντάγματος ἐφαρμόζονται καὶ περὶ τῆς Γερουσίας, τῶν γερουσιαστῶν καὶ τοῦ Προέδρου τῆς Γερουσίας». Ἐπιφυλάσσεται δὲ ἡ Συνέλευσις ὅσον ἀφορᾷ τὰς περιπτώσεις τοῦ ἄρθρου 19 νὰ λάβῃ εἰδικὴν μέριμναν δι’ εἰδικῆς διατάξεως. (Γίνεται δεκτὸν τὸ 39ον ἄρθρον).
§166Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Κύριοι συνάδελφοι, νομίζω ὅτι λόγῳ τῆς προθυμίας, τὴν ὁποίαν ἔδειξεν ἡ Συνέλευσις, δυνάμεθα νὰ ἐξακολουθήσωμεν ὀλίγα μόνον λεπτὰ καὶ νὰ μὴ ἐπανέλθωμεν. Οὕτω θὰ ψηφίσωμεν μερικὰ νομοσχέδια, ἐπὶ τῶν ὁποίων δὲν θὰ ὑπάρχῃ ἀντίρρησις. Παρακαλῶ νὰ καθήσητε. Νὰ ψηφισθοῦν τὰ δύο ψηφίσματα, ἐπὶ τῶν ὁποίων δὲν ὑπάρχει ἀντίρρησις. Πρῶτον τὸ περὶ παρατάσεως τῶν προθεσμιῶν διὰ τὴν ὑποβολὴν αἰτήσεων ἀπονομῆς συντάξεως θυμάτων πολέμου καὶ δεύτερον τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 15 περὶ συγκροτήσεως Μικτῆς Ἐπιτροπῆς Ἀνταλλαγῆς.
§167ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συζήτησις ἐπὶ τοῦ σχεδίου ψηφίσματος «περὶ παρατάσεως τῶν προθεσμιῶν τοῦ ἄρθρου 31 τοῦ νόμου 3122 περὶ ἀπονομῆς συντάξεως θυμάτων πολέμου». (Γίνεται δεκτὸν τὸ ψήφισμα).
§168ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ γεωργικῆς ἀποκαταστάσεως καὶ οἰκονομικῆς ἐνισχύσεως ἐφέδρων πολεμιστῶν Κρήτης».
§169Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ λάβω τὸν λόγον, διότι πρέπει νὰ γίνῃ γενικόν.
§170Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἀκριβῶς αὐτὸ ἤθελον νὰ εἴπω· ὅτι, ἂν τὸ ψηφίσωμεν εἰς πρώτην συζήτησιν, ἠμποροῦμεν νὰ κάμωμεν τὴν δευτέραν συζήτησιν μετὰ 10 ἡμέρας, ὥστε ἐν τῷ μεταξὺ νὰ ὑποβληθοῦν τροπολογίαι, διότι ἤκουσα ὅτι ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ γενικόν. Διατί νὰ ἀναβάλωμεν, ἀφοῦ πρόκειται νὰ ἐπεκταθῇ; Κύριε συνάδελφε, περισσότερον θὰ βοηθήσητε τὴν γενικοποίησιν, ἂν ὑποβάλητε τροπολογίαν διὰ τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν. (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον).
§171ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν περὶ βιαίας διακοπῆς καὶ ἐπαναλήψεως τῆς δίκης σχετικῶν διατάξεων τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐπιτρεπτοῦ τῆς διαιτησίας ἐπὶ διαφορῶν τοῦ Δημοσίου». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον).
§172ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐνοικιοστασίου βοσκῶν».
§173Χ. ΑΛΑΜΑΝΗΣ. Ἔχω νὰ εἴπω τὸ ἑξῆς, κ. Πρόεδρε. Πρὸ 7 μηνῶν τὸ νομοσχέδιον «περὶ ἐνοικιοστασίου βοσκῶν» συνεζητήθη διὰ μακρῶν. Ἔγιναν πολλὰ συλλαλητήρια εἰς τὰς ἐπαρχίας μας. Ἔχομεν διαμαρτυρίας ἐκ μέρους τῶν συνεταιρισμῶν καὶ ἐκ μέρους τῶν γεωργικῶν Συλλόγων. Νομίζω ὅτι εἶναι καιρὸς πλέον νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα, ἀφοῦ μάλιστα ἄλλοτε εἶχε προκληθῇ ἡ γνώμη τῆς Συνελεύσεως περὶ προτάξεως τοῦ νομοσχεδίου καὶ ἡ πλειονοψηφία τῆς Συνελεύσεως τότε δι’ ὀλίγων ψήφων εἶπε νὰ προταχθῇ. Δὲν νομίζω ὅτι ἐξυπηρετεῖται τὸ ζήτημα, ἂν ἀναβάλληται καθ’ ἑκάστην ἢ τίθηται τελευταῖον ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει. Δὲν ὑποβοηθοῦμεν τοὺς κτηνοτρόφους, τοὐναντίον τοὺς ζημιώνομεν. Θὰ ἔλθῃ, κύριοι, αὔριον τὸ ζήτημα πολὺ εὐρύτερον παρὰ σήμερον. Θὰ ἔλθῃ τὸ ζήτημα ὀξύτερον, ὅταν οἱ μὲν κτηνοτρόφοι θὰ μείνωσιν ἄνευ λειβαδίων, ἡ καλλιέργεια δὲ τῆς γῆς θὰ εἶναι ἐπιτακτικὴ διὰ τοὺς γεωργούς. Θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν, ἂν εἶναι δυνατόν, νὰ ἀναγραφῇ αὔριον πρῶτον εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν ἢ τοὐλάχιστον μετὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐκλογικῶν καταλόγων».
§174ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται.
§175Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐζήτησεν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν νὰ προταχθῇ τὸ νομοσχέδιον τῆς ἐκλογικῆς μεταρρυθμίσεως.
§176Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Κύριοι συνάδελφοι, σήμερον εἶναι ἡμέρα συνταγματικῆς συζητήσεως καὶ εἴπομεν ὅτι θὰ συζητηθοῦν μόνον ὀλίγα νομοσχέδια, ἐπὶ τῶν ὁποίων δὲν ὑπάρχει καμμία ἀντίρρησις.
§177ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κατατάξεως πολιτικῶν ἰατρῶν ἐν τῇ Πολεμικῇ Ναυτικῇ βαθμολογίᾳ, προσόντων προαγωγῆς τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ ἰατρικοῦ κλάδου τοῦ Π. Ναυτικοῦ καὶ περὶ προσθήκης διατάξεων εἰς τὸ ἀπὸ 11 Σεπτεμβρίου 1923 Ν. Δ. περὶ ἐκπαιδεύσεως κατωτέρων μονίμων ὑγειονομικῶν ἀξιωματικῶν τοῦ Ναυτικοῦ κλπ.». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀφομοιώσεως τῶν ἀποδοχῶν καὶ συντάξεων τῶν ἐκ τῶν δικαστικῶν τάξεων προερχομένων στρατιωτικῶν δικαστικῶν συμβούλων, Προέδρου, Κυβερνητικοῦ Ἐπιτρόπου καὶ μονίμων μελῶν τοῦ Ἀναθεωρητικοῦ Δικαστηρίου πρὸς τὰς τῶν ἀντιστοίχων αὐτοῖς πολιτικῶν δικαστῶν». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν).
§178Κ. ΦΙΛΑΝΔΡΟΣ. Θὰ παρεκάλουν τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ὅπως κατὰ τὸν καταρτισμὸν τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως προτάσσῃ νομοσχέδια γενικῆς φύσεως διὰ νὰ ψηφίζωνται πρὶν ἢ ἀρχίσωμεν τὸ περὶ ἀμβύκων καὶ τὸ σταφιδικόν, ὅπως π. χ. τὸ νομοσχέδιον «περὶ ἐγγραφῆς προσφύγων». Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ὅπως ψηφισθῶσι καὶ αὐτὰ τὰ προσφυγικὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα εἶναι εἰδικά.
§179ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Συνέλευσις ὅπως λυθῇ ἡ συνεδρίασις;
§180ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§181ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις ἵνα ἐπαναληφθῇ αὕτη αὔριον τὴν 5ην μ. μ. (Ὥρᾳ 9.10′ μ. μ.)