1925.05.11
2.326 στίχοι · 18.301 λέξεις · 180 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 179
Δευτέρα 11 Μαΐου 1925
Προεδρία Κ. Ρακτιβάν
(Ὥρα 5.30′ μ. μ.)
ΠΡΑΚΤΙΚΟΝ ΕΠΑΝΑΛΗΨΕΩΣ ΕΡΓΑΣΙΩΝ
Ἐν Ἀθήναις καὶ ἐν τῇ αἰθούσῃ τοῦ Βουλευτηρίου συνελθόντων πολλῶν πληρεξουσίων τῇ 11ῃ Μαΐου 1925, ἡμέρᾳ Δευτέρᾳ καὶ ὥρᾳ 5.30′ μ.μ. καὶ ὄντος ἐπαρκοῦς τοῦ ἀριθμοῦ αὐτῶν ἐπαναλαμβάνονται αἱ τακτικαὶ ἐργασίαι τῆς Συνελεύσεως. Ὁ Πρόεδρος Κ. Ρακτιβάν
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Νὰ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα.
§2Γ. ΦΡΑΓΚΟΥΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν ὑπάρχει προφανῶς ἀπαρτία. Τοῦτο λέγω διὰ νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τοῦ λαοῦ ἐπὶ τῆς ἀπροθυμίας τῶν κ. κ. πληρεξουσίων νὰ μὴ ἔρχωνται εἰς τὰς συνεδριάσεις.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι γεγονὸς ὅτι εἰς τὰς Ἀθήνας εὑρίσκονται ὑπὲρ τοὺς διακοσίους. Εἶναι εἰς τὸν κῆπον καὶ εἰς τοὺς διαδρόμους καὶ νομίζω ὅτι ἔχομεν ἐπαρκῆ ἀριθμόν. Θὰ συγκεντρωθοῦν δὲ ἀκόμη περισσότεροι διαρκούσης τῆς συνεδριάσεως. Τὰ πρακτικὰ ἔχουν ἐπικυρωθῆ. Ἑπομένως εἰσερχόμεθα ἀπ’ εὐθείας εἰς τὰς ἀνακοινώσεις. Τὸ Προεδρεῖον τῆς Συνελεύσεως ἐθεώρησε καθῆκόν του νὰ συμμετάσχῃ ἐξ ὀνόματος τῆς Συνελεύσεως εἰς τὰς τελετάς, αἵτινες πρωτοβουλίᾳ τοῦ ἡμετέρου Πανεπιστημίου ὠργανώθησαν ἐπὶ τῇ ἑκατοστῇ ἐπετείῳ τοῦ θανάτου τοῦ Σανταρόζα. Ἐπὶ τούτῳ ὁ ἀντιπρόεδρος τῆς Συνελεύσεως κ. Ἀλαβάνος μεταβὰς ὡς ἀντιπρόσωπος τῆς Συνελεύσεως κατέθηκε κλάδον δάφνης εἰς τὸ ἐν Σφακτηρίᾳ κενοτάφιον καὶ ἐξῆρε καταλλήλως τὰ κατέχοντα τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν αἰσθήματα ὑψίστης τιμῆς καὶ εὐγνωμοσύνης πρὸς τὸ εὐγενὲς τῆς Ἰταλίας τέκνον, τὸ ὁποῖον ἔπεσε μαχόμενον ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος καὶ ἐπεσφράγισε διὰ τοῦ ἡρωϊκοῦ θανάτου του τοὺς μεταξὺ τῶν δύο Ἐθνῶν ἀδελφικοὺς δεσμούς. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Συνέλευσιν τὰ ἑξῆς: — Κατάδικοι φυλακῶν Κομοτινῆς, οἵτινες ἀπεφυλακίσθησαν ὡς ὑπαγόμενοι εἰς τὴν 3ην παράγραφον τοῦ ἄρθρου 5 τοῦ νόμου 3286, συνελήφθησαν καὶ αὖθις, καὶ παρακαλοῦσιν ὅπως ληφθῇ μέριμνα διὰ τὴν ἀποφυλάκισίν των. — Ὁ προσφυγικὸς συνοικισμὸς Καισαριανῆς αἰτεῖται τὴν βελτίωσιν τῆς θέσεως τῶν μελῶν του. — Ὁ σύνδεσμος τῶν ἐφέδρων πολεμιστῶν Καβάλλας παρακαλεῖ ὅπως μὴ ἀρθῇ τὸ ἄρθρον 96 τοῦ Ἐνοικιοστασίου. — Ἐπιτροπὴ ἀποστράτων ἀξιωματικῶν ἀποστέλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συντάξεως κλπ.», καὶ παρακαλεῖ ὅπως γίνῃ δεκτή. — Ἡ Ἐλευθερία χήρα Γεωργίου Κουσουρέλη παρακαλεῖ ὅπως λυθῇ τῆς ἐπιτάξεως ἡ οἰκία της. — Οἱ κτηνοτρόφοι Ἁλμυροῦ παρακαλοῦσιν ὅπως ἐγκριθῇ ἡ πώλησις τοῦ ἀγροκτήματος Καραντανάλη. — Ἐπιτροπὴ προσφύγων Κομοτινῆς αἰτεῖται τὴν ἄμεσον ἐγκατάστασιν τῶν ἀγροτῶν προσφύγων διὰ τῆς ἀπαλλοτριώσεως πάντων τῶν ἐν Θράκῃ τσιφλικίων. — Ἡ παμπροσφυγικὴ Ἀδελφότης Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας παραπονεῖται κατὰ τῶν ὑπαλλήλων τοῦ ἐποικισμοῦ. — Ὁ ἐν Λαγκαδᾷ πρόσφυξ Κυριάκος Τσάτσος διαμαρτύρεται κατὰ τοῦ διευθυντοῦ ἐποικισμοῦ Μακεδονίας κ. Καραμάνου, διατάξαντος τὴν ἐκδίωξιν τῆς οἰκογενείας του ἐκ τοῦ χωρίου Ἡγουμενίτσης. — Διάφοροι ἐνοικιασταὶ καὶ ἰδιοκτῆται οἰκοδομῶν ἐπὶ τῶν ὁδῶν Λαγκαδᾶ καὶ Εἰρήνης κειμένων παρακαλοῦσιν ὅπως ματαιωθῇ ἡ ἀπόφασις τῆς Κυβερνήσεως περὶ ἀνεγέρσεως οἰκιῶν ἐκεῖθεν τοῦ σιδηροδρομικοῦ σταθμοῦ Θεσσαλονίκης. — Τὸ δικαστήριον τοῦ ἐν Καβάλλᾳ Πρωτοδικείου αἰτεῖται τὴν ἠθικὴν καὶ ὑλικὴν βελτίωσιν τοῦ δικαστικοῦ κλάδου. — Οἱ πρόεδροι τῶν κοινοτήτων τῆς περιφερείας Σερβίων παρακαλοῦσιν ὅπως καταπαύσῃ ἡ καταδίωξις τῶν συμπατριωτῶν των. — Τὰ διάφορα Σωματεῖα Ἰωαννίνων ὑποβάλλουσι ψήφισμα διαμαρτυρίας διὰ τὴν μέχρι τοῦδε ἐπιδεικνυομένην ἀστοργίαν τοῦ Κράτους πρὸς τὴν Ἤπειρον. — Ἐπιτροπαὶ Μουσουλμάνων Ξάνθης παρακαλοῦσιν ὅπως ἀνακληθῇ ἡ ἀπόλυσις τοῦ μουφτῆ Χατζῆ Μουσταφᾶ. — Οἱ ἱερεῖς Δρυϊνουπόλεως παρακαλοῦσιν ὅπως ἐπιταχυνθῇ ἡ ἐπίλυσις τοῦ ζητήματος τῆς μισθοδοσίας των. — Ἡ καπνεργατικὴ Ὁμοσπονδία Θεσσαλονίκης αἰτεῖται τὴν ἀποφυλάκισιν τῶν συλληφθέντων ἐργατῶν. — Ἡ Ἕνωσις τῶν ἐφέδρων ὁπλιτῶν Ροδολείβου παρακαλεῖ ὅπως ἡ ἐγκατάστασίς των μετὰ τῶν προσφύγων εἰς τὸ ἀγρόκτημα Στραδικίου γίνῃ δικαία. — Οἱ καπνοπαραγωγοὶ Μιναρὲ Τσιφλίκι αἰτοῦνται τὴν ἄμεσον ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐλευθέρας ἐξαγωγῆς ἀνεπεξεργάστων καπνῶν». — Οἱ συνεταιρισμοὶ Παχειᾶς Ράχης καὶ Ἀνιτσέας Αἰγίνης παρακαλοῦσιν ὅπως ἀπαλλοτριωθῶσιν αἱ ἐπ’ αὐτῶν ἐκμισθωθεῖσαι ἐκτάσεις. — Αἱ προσφυγικαὶ ὀργανώσεις Σερρῶν παρακαλοῦσιν ὅπως ἀπορριφθῇ ἡ πρότασις τῆς κοινοτικῆς Ἐπιτροπῆς περὶ μετακινήσεως τοῦ συνοικισμοῦ Νέας Πάφρας. — Αἱ προσφυγικαὶ ὀργανώσεις Σερρῶν παρακαλοῦσιν ὅπως ἀπομακρυνθῇ ἐκεῖθεν ὁ μουφτῆς Φεβζῆ βέης. — Αἱ προσφυγικαὶ ὀργανώσεις Σερρῶν παρακαλοῦσιν ὅπως ἀρχίσῃ ἡ ἀνέγερσις τοῦ προσφυγικοῦ συνοικισμοῦ Νιγρίτης. — Ὁ Ἐμπορικὸς Σύλλογος Κορίνθου παρακαλεῖ ὅπως ἐκδικασθῇ ἡ ἐπὶ διετίαν ἐκκρεμὴς ὑπόθεσις τοῦ σταφιδεμπόρου Σολάρη. — Ὁ συνεταιρισμὸς Βησοτσάνης παρακαλεῖ ὅπως ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον «περὶ ἀνεπεξεργάστων καπνῶν». — Σταφιδοκτήμονες Φιλιατρῶν παρακαλοῦσι τὴν Κυβέρνησιν ὅπως ψηφίσῃ προστατευτικὸν νόμον διὰ τὴν σταφίδα. — Αἱ ἐπαγγελματικαὶ ὀργανώσεις Σερρῶν παρακαλοῦσιν ὅπως καὶ διὰ τὸ οἰκονομικὸν ἔτος 1924–25 ὁρισθῇ ἐλάχιστον ὅριον συντηρήσεως τὸ ποσὸν τῶν 25,000 δραχμῶν. — Οἱ πρόεδροι τῶν κοινοτήτων Νευροπόλεως καὶ Μεσενικόλα ἀποδοκιμάζουσι τὰς ἐνεργείας διαφόρων Συλλόγων κατὰ τοῦ νόμου «περὶ ἀγροτικῆς ἀσφαλείας». — Ὁ Ἐμπορικὸς Σύλλογος Λευκάδος διαμαρτύρεται διὰ τὴν μετάθεσιν τοῦ γραμματέως τοῦ τελωνείου Σ. Κατούγια. — Αἱ ἐπαγγελματικαὶ ὀργανώσεις Σερρῶν παρακαλοῦσιν ὅπως ἐν τῇ πόλει των ἐφαρμοσθῇ πλήρως τὸ 96ον ἄρθρον τοῦ Ἐνοικιοστασίου ἐπὶ τῶν μουσουλμανικῶν ἀκινήτων. — Οἱ κάτοικοι τῆς ἐπαρχίας Λασηθίου διαμαρτύρονται διὰ τὴν πληρωμὴν καὶ δευτέρων φόρων τῆς γεωργικῆς παραγωγῆς τοῦ 1923, λόγῳ τῶν λελανθασμένως καταρτισθέντων φορολογικῶν καταλόγων. — Οἱ σταφιδοπαραγωγοὶ Λεχαινῶν ζητοῦσιν ὅπως τὸ Κράτος προβῇ ἀμέσως εἰς τὴν ἀγορὰν σταφιδοκάρπου. — Οἱ πρόσφυγες τοῦ χωρίου Τσερνεσόβου Καρατζόβης διαμαρτύρονται ἐναντίον τῶν ἐντοπίων, ἐπιδιωκόντων τὴν μετακίνησίν των. — Ἡ Ἕνωσις προσφύγων Καστρίου παρακαλεῖ ὅπως μὴ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ καπνοῦ. — Τὸ κοινοτικὸν συμβούλιον Μπάστας. Λυκοσούρας, παρακαλεῖ ὅπως ἡ ἕδρα τοῦ Ἐφετείου Ναυπλίου μετατεθῇ εἰς Τρίπολιν. — Τριακόσιαι οἰκογένειαι προσφύγων Ἰκονίου παρακαλοῦσιν ὅπως διαταχθῇ ἡ ἐγκατάστασίς των εἰς Ἡγουμενίτσαν. — Ὁ Σύνδεσμος τῶν κτηματιῶν Θεσσαλονίκης ὑποβάλλει παρατηρήσεις ἐπὶ τοῦ Ἐνοικιοστασίου. — Τὸ κοινοτικὸν συμβούλιον Σολικιῶν, Δρυμίας, παρακαλεῖ ὅπως ληφθῶσι τὰ δέοντα μέτρα κατὰ σπείρας Χιλιαστῶν, προσηλυτιζόντων διάφορα ἄτομα. — Ἡ κοινότης Ἐκεὶμ–Βελὲς παρακαλεῖ ὅπως διατηρηθῇ ἡ ἀγρονομία. — Αἱ προσφυγικαὶ ὀργανώσεις Σερρῶν ὑποδεικνύουσι διάφορα μέτρα πρὸς βελτίωσιν τῆς θέσεώς των. — Καπνοπαραγωγοὶ τοῦ χωρίου Σέδες τῆς Θεσσαλονίκης παρακαλοῦσιν ὅπως ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον «περὶ ἀνεπεξεργάστων καπνῶν». — Ὁ Σύνδεσμος ἰδιοκτητῶν αὐτοκινήτων καὶ λεωφορείων παρακαλεῖ ὅπως ματαιωθῇ ἡ ἐπὶ ἑκάστου δοχείου βενζίνης πρόσθετος φορολογία μιᾶς μεταλλικῆς δραχμῆς πρὸς ἀποζημίωσιν τῶν ἁμαξηλατῶν. — Διάφοροι γεωργικοὶ συνεταιρισμοὶ παρακαλοῦσι τὴν Κυβέρνησιν ὅπως μὴ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν της τὰς ἐνεργείας τῶν καπνεργατῶν διὰ τὴν ματαίωσιν τῆς ψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐλευθέρας ἐξαγωγῆς ἀνεπεξεργάστων καπνῶν». — Ἡ παμπροσφυγικὴ Ἕνωσις Σερρῶν ὑποβάλλει ψήφισμα ἀφορῶν τὴν ἐγκατάστασιν τῶν προσφύγων. — Ἡ παμπροσφυγικὴ Ἕνωσις Σερρῶν αἰτεῖται τὴν ὑπαγωγὴν τῆς κωμοπόλεως Ἀλιστράτης μετὰ τῶν πέριξ αὐτῆς προσφυγικῶν συνοικισμῶν εἰς τὸ πρῶτον γεωργικὸν γραφεῖον Σερρῶν. — Ἐπιτροπὴ κατοίκων Δολιανῶν παρακαλεῖ ὅπως πραγματοποιηθῇ ἡ μελετωμένη μεταφορὰ τῆς διοικητικῆς ἕδρας ἐν Δολιανοῖς. — Ὁ πρόεδρος τῆς κοινότητος Μπελέστια παρακαλεῖ ὅπως μὴ ἀπαλλοτριωθῇ τὸ ἀγρόκτημα Λαζαρίνης. — Ὁ πρόεδρος τῆς κοινότητος Κουμπουριάνων παρακαλεῖ ὅπως ἐνισχυθῇ ὁ νόμος ἀγροφυλακῆς διὰ τὰ λαμπρὰ ἀποτελέσματα ἀσφαλείας, ἅτινα προσφέρει εἰς τὸν ἀγροτικὸν πληθυσμόν. — Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας κ. Ι. Βαλαλᾶς ὑποβάλλει σχέδιον νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ τοῦ Γενικοῦ Διευθυντοῦ τῶν Τ.Τ.Τ. καὶ τῆς ἐν Παρισίοις ἑδρευούσης Διεθνοῦς Ἑταιρείας Κλιναμαξῶν συμφωνίας μεταφορᾶς ταχυδρομικῶν ἀποστολῶν μεταξὺ Ἑλλάδος, Ἐξωτερικοῦ καὶ τἀνάπαλιν». — Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης κ. Π. Τσιτσεκλῆς διαβιβάζει ἔγγραφα τῶν εἰσαγγελέων Πρωτοδικῶν Ροδόπης καὶ Πειραιῶς μετὰ τῶν σχετικῶν δικογραφιῶν, οἵτινες αἰτοῦνται νὰ χορηγηθῇ παρὰ τῆς Συνελεύσεως ἄδεια πρὸς δίωξιν τῶν πληρεξουσίων κ. κ. Π. Κουρτίδου καὶ Μ. Βολίκα. — Ἡ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ τῆς Συνελεύσεως ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ Σιρτιωτικοῦ Σχολείου τῶν Εὐελπίδων» — Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν κ. Γ. Κονδύλης ὑποβάλλει τὰ ἑξῆς σχέδια νόμων: 1) «Περὶ κυρώσεως γενομένης δαπάνης λόγῳ πληρωμῆς ἀποδοχῶν τῶν ἐξ ἀπολύσεως δυνάμει τοῦ ἀπὸ 24 Ν)βρίου 1917 Ν. Δ. ἐπανελθόντων ὁπλιτῶν τῆς Χωροφυλακῆς», καὶ 2) «Περὶ κυρώσεως γενομένης δαπάνης δραχμῶν 100.000 πρὸς τήρησιν τῆς τάξεως κατὰ τὴν ἐνταῦθα παραμονὴν τοῦ Ἀγγλικοῦ στόλου». — Ἡ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ». — Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως κ. Ι. Μανέττας ὑποβάλλει τὰ ἑξῆς σχέδια νόμων: 1) «Περὶ ἀπαλλαγῆς παντὸς φόρου Δημοσίων Θεαμάτων τῶν ὑπὸ τῶν Σχολικῶν Ἐπιτροπῶν καὶ τῶν Ταμείων Ἐκπαιδευτικῆς Προνοίας ὀργανουμένων ἀγορῶν, ἑορτῶν κλπ., ὡς καὶ ἀπαλλαγῆς παντὸς εἰσαγωγικοῦ δασμοῦ ἢ τέλους ὑπὸ τῶν αὐτῶν Ἐπιτροπῶν καὶ Ταμείων γενομένων προμηθειῶν ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ δι’ ἀνέγερσιν διδακτηρίων». καὶ 2) «Περὶ ἐπεκτάσεως τοῦ νόμου 1555 περὶ συμπληρώσεως καὶ τροποποιήσεως ἐνίων διατάξεων τοῦ νόμου ΣΙΒʹ τοῦ 1852 καὶ εἰς τὸ Γενικὸν Ἐκκλησιαστικὸν Ταμεῖον». — Ὁ πληρεξούσιος κ. Γ. Πολίτης αἰτεῖται παρὰ τῆς Συνελεύσεως τρίμηνον ἄδειαν διὰ τὸ ἐξωτερικόν. (Μὴ ὑπαρχούσης ἀντιρρήσεως ἡ ἄδεια χορηγεῖται). — Ὁ πληρεξούσιος κ. Δ. Ἐλευθεριάδης αἰτεῖται ὅπως ἡ Συνέλευσις παρατείνῃ ἐπὶ τρίμηνον ἔτι τὴν ἄδειαν αὐτοῦ. (Μὴ ὑπαρχούσης ἀντιρρήσεως ἡ ἄδεια παρατείνεται). — Οἱ πληρεξούσιοι κ. κ. Δ. Πετροπουλάκης, Α. Κολιαλέξης, Α. Πρέκας κλπ. ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεων διατάξεων ἀφορωσῶν τὴν ὑπηρεσίαν τῶν Τ.Τ.Τ. κλπ».
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Φραγκούδης ἐπιθυμεῖ νὰ ἀντικατασταθῇ ἀπὸ τὴν θέσιν τοῦ κοσμήτορος. Δέχεται ἡ Συνέλευσιν τὴν παραίτησίν του; (Δὲν γίνεται δεκτή).
§5ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Ὄχι, ὄχι.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν γίνεται δεκτή. Κατὰ τὸν εἰδικὸν Κανονισμόν, ἀντικείμενον τῆς σημερινῆς συνεδριάσεως εἶναι συζήτησις ἐπὶ τοῦ Συντάγματος. Κατὰ τὴν προηγουμένην σχετικὴν συζήτησιν εἶχεν ἀναβληθῆ ἡ ἀπόφασις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 19 ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἀσυμβίβαστον τῶν δικαστικῶν μὲ τὸ ἀξίωμα τοῦ βουλευτοῦ. Ἔφθασε δὲ ἡ συζήτησις μέχρι τοῦ 27ου ἄρθρου. Ἐπιθυμεῖ ἡ Συνέλευσις νὰ συνεχίσωμεν καὶ νὰ ἐπανέλθωμεν ἀργότερα εἰς τὸ ἄρθρον 19; Νομίζω ὅτι αὐτὸ εἶναι πρακτικώτερον.
§7Β. ΑΛΕΒΙΖΑΤΟΣ. Τὸν λόγον ἐπὶ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως. Παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ πληροφορήσῃ τὴν Συνέλευσιν, ἂν θὰ ἔλθῃ τοὐλάχιστον αὔριον πρὸς συζήτησιν τὸ σταφιδικὸν νομοσχέδιον. Ὁλόκληρος κόσμος ἀγωνιᾷ διὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἔλθῃ μὲ τὴν σειράν του. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς Συντακτικῆς καὶ Νομοθετικῆς Ἐργασίας.
§9Σ. ΓΟΝΑΤΑΣ. Τὸν λόγον ἐπὶ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως. Ὑπέβαλα καὶ ἄλλοτε τὴν παράκλησιν εἰς τὸ Προεδρεῖον, ὅπως, ὁσάκις συντάσσηται Ἡμερησία Διάταξις συντακτικῆς ἐργασίας, νὰ μὴ ἀναγράφηται ἁπλῶς συζήτησις ἐπὶ τοῦ Συντάγματος, ἀλλά, καὶ συμφώνως μὲ τὸν Κανονισμόν, νὰ ἀναγράφωνται καὶ τὰ ἄρθρα ἐπὶ τῶν ὁποίων θὰ γίνηται ἡ συζήτησις. Ἂν καὶ τὸ Προεδρεῖον ἀνεγνώρισε τὴν ὀρθότητα τῆς παρατηρήσεώς μου τότε, ἐν τούτοις ἡ Ἡμερησία Διάταξις ἐξακολουθεῖ νὰ συντάσσηται κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον ὡς καὶ πρότερον.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναγνωρίζω τὸ δίκαιον καὶ βάσιμον τῆς ὑποδείξεώς σας. Ἄρχεται ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ 27ου ἄρθρου τοῦ Συντάγματος. Παρακαλεῖται ὁ κ. Γραμματεὺς νὰ τὸ ἀναγνώσῃ.
§11ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (Ἀναγινώσκει): «Ἄρθρον 27ον. Πᾶσα πρότασις.... κλπ.».
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Γονατᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§13Σ. ΓΟΝΑΤΑΣ. Δὲν πρόκειται νὰ κάμω συζήτησιν ἐπὶ ὁλοκλήρου τοῦ ἄρθρου 27. Ἔχω ὑποβάλει μίαν τροπολογίαν ἢ μίαν προσθήκην ἐπὶ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ, ἡ ὁποία ἔχει ἐκτυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ καὶ ἐπὶ τῆς ὁποίας δὲν ἔχομεν ἤδη ἀκόμη τὴν ἀπόφασιν τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Συντάγματος, καίτοι πρὸ ἀρκετοῦ χρόνου ἔχει ὑποβληθῆ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει εἶμαι ἐν τάξει μὲ τὸν Κανονισμὸν ἀναπτύσσων τὴν προσθήκην μου καὶ ἄνευ τῆς ἐπ’ αὐτῆς γνωματεύσεως τῆς συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς. Ὑποθέτω ὅτι ἔχει περιέλθει εἰς τὴν ἀντίληψιν ὅλων ὑμῶν ἡ ἀνάγκη καὶ ὅλοι μας συνησθάνθημεν τὴν ἀνάγκην νὰ διατελῶμεν ἐν πλήρει γνώσει τῶν δαπανῶν τὰς ὁποίας συνεπάγονται τὰ ἑκάστοτε ὑποβαλλόμενα ὑπὸ τὴν ψῆφον ἡμῶν νομοσχέδια. Εἶναι φυσικὸν οἱ κ. κ. Ὑπουργοὶ ἐν τῷ ἐν λόγῳ ἐνδιαφέροντι, τὸ ὁποῖον ἔχουν διὰ τὴν βελτίωσιν τῆς ἰδίας αὐτῶν ὑπηρεσίας, νὰ εἰσηγῶνται νομοσχέδια, διὰ τὰς οἰκονομικὰς συνεπείας τῶν ὁποίων, ἂν δὲν δύναμαι νὰ εἴπω ὅτι ἀδιαφοροῦσιν, ἐν πάσῃ περιπτώσει προσβλέπουσιν οὐχὶ μετ’ ἴσου ἐνδιαφέροντος καὶ δὲν λεπτολογοῦσιν εἰς τὰς ἐπαυξήσεις τῶν δαπανῶν, τὰς ὁποίας θὰ συνεπῆγον τὰ νομοσχέδιά των ἐκεῖνα, ἂν καθίσταντο νόμοι τοῦ Κράτους. Διὰ τοῦτο δέ, ἂν προσέξατε, ὁ πληρεξούσιος Πατρῶν κ. Κ. Γκότσης ὑπὸ τὴν ἰδιότητά του ὡς Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπέβαλε τροπολογίαν εἰς τὸ ἄρθρον αὐτὸ τοῦ Συντάγματος, κατὰ τὴν ὁποίαν λέγει ὅτι (ἀναγινώσκει): «Πᾶσα πρότασις νόμου προκαλοῦσα δαπάνην δέον νὰ συνυπογράφηται παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν». Ἄνευ τῆς προσυπογραφῆς δὲν ἐγγράφεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν οὐδὲ ἐπιτρέπεται ἡ συζήτησις ἐπ’ αὐτῆς. Διάταξις νόμου συνεπαγομένη δαπάνην, ἐφόσον δὲν συνυπογράφεται ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, εἶναι ἄκυρος. Αὐτὸ ἀποδεικνύει τὴν στενόχωρον ψυχολογικὴν κατάστασιν ὑπὸ τὴν ὁποίαν εὑρίσκετο ὁ κ. Γκότσης ὑποβάλλων τὴν τροπολογίαν αὐτήν, διότι διὰ τῆς τροπολογίας αὐτῆς ἀποκτᾷ οὕτως εἰπεῖν δικτατορικὰ δικαιώματα ἐπὶ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Διὰ τοῦτο ὑπέβαλον ἑτέραν τροπολογίαν ἢ μᾶλλον προσθήκην παραγράφου, διὰ τῆς ὁποίας ἀφ’ ἑνὸς μὲν αἴρεται τὸ ἄτοπον αὐτὸ τῆς δικτατορικῆς ἐξουσίας τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἀλλ’ ἀφ’ ἑτέρου διορθοῦται καὶ τὸ ἐπίσης ἄτοπον τῆς ἐπιψηφίσεως νόμων, χωρὶς ἡ Βουλὴ νὰ διατελῇ ἐν πλήρει γνώσει καὶ χωρὶς νὰ ἔχῃ σαφῆ συνείδησιν τῶν δαπανῶν τὰς ὁποίας συνεπάγονται οὗτοι. Τὴν τοιαύτην ἀνάγκην εἴχομεν κατανοήσει καὶ ἡμεῖς ὅταν διεχειριζόμεθα τὴν Ἐξουσίαν, ὁπότε εἴχομεν τὴν εὐχέρειαν νὰ νομοθετῶμεν διὰ Ν. Διαταγμάτων. Καὶ διὰ τοῦτο ἐπεβάλαμεν εἰς ἑαυτοὺς τὴν ὑποχρέωσιν, δι’ ἐπαναστατικῆς ἀποφάσεως, τοῦ νὰ μὴ προσάγηται ἐνώπιον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου οὐδὲν σχέδιον νόμου, ἂν δὲν συνοδεύεται ἀπὸ ἔκθεσιν λεπτομερῆ τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου τοῦ Κράτους, ἐν τῇ ὁποίᾳ νὰ περιλαμβάνωνται ἀναλυτικῶς αἱ δαπάναι τὰς ὁποίας τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο συνεπάγεται. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀναγνώσω τὴν ἐπαναστατικὴν ἀπόφασιν, ἡ ὁποία εἶναι δημοσιευμένη εἰς τὴν «Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως» τῆς 14 Φεβρουαρίου 1923. (Ἀναγινώσκει): «Πάντα τὰ σχέδια τῶν Ν. Δ. τὰ ἀφορῶντα εἰς ἀντικείμενα, ὁπωσδήποτε ἐπαγόμενα αὔξησιν ἢ ἐλάττωσιν ἐξόδων ἢ δημιουργίαν νέας θέσεως ἢ νέας δαπάνης, πρὸ τῆς συζητήσεως αὐτῶν ἐν τῷ Ὑπουργικῷ Συμβουλίῳ διαβιβάζονται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν (Γενικὴ Διεύθυνσις Δημοσίου Λογιστικοῦ). Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ἐξετάζει ταῦτα ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῶν ἀποτελεσμάτων ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ συντάσσει τὴν περὶ τούτου ἔκθεσιν, ἥτις φέρεται πάντοτε ὑπ’ ὄψει τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ σχετικοῦ Ν. Διατάγματος». Βλέπετε ὅθεν ὅτι καὶ τότε ὁπότε εἴμεθα ἐντελῶς ἐλεύθεροι, ἐκρίναμεν ἐπιβλαβῆ τὴν λῆψιν νομοθετικῶν μέτρων ἄνευ σαφοῦς γνώσεως τῶν συνεπαγομένων δαπανῶν καὶ ἐπεβάλαμεν ἑκουσίως εἰς ἑαυτοὺς τὴν ὑποχρέωσιν αὐτήν. Εἶναι δὲ φυσικὸν νὰ παρασύρωνται οἱ βουλευταὶ ὅταν παρουσιάζεται ἓν νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον ἀπὸ γενικῆς ἀπόψεως εἶναι καλὸν καὶ νὰ λησμονῶσι πρὸς στιγμὴν τὰς δαπάνας, τὰς ὁποίας τὸ νομοσχέδιον τοῦτο θέλει συνεπαγάγει. Διὰ τοῦτο ἐπρότεινα τὴν προσθήκην τῆς παραγράφου, ἡ ὁποία, ἂν ἤθελε γίνει δεκτή, θὰ ἀποτελέσῃ ἐπωφελῆ συμπλήρωσιν τοῦ Συντάγματος. Ἡ πρότασίς μου ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Σχέδιον νόμου συνεπαγόμενον ὁπωσδήποτε ἐπιβάρυνσιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ δὲν εἰσάγεται πρὸς συζήτησιν, ἂν δὲν συνοδεύηται ὑπὸ ἐκθέσεως τῆς λογιστικῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ἐν ᾗ νὰ ἀναφέρηται λεπτομερῶς ἡ νέα δαπάνη, ἣν τοῦτο συνεπάγεται». Σᾶς εἶπον ὅτι δὲν ἔχω ὑπ’ ὄψει μου τὴν ἔκθεσιν τῆς συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς προσθήκης αὐτῆς, ἀλλ’ ὁ εἰσηγητὴς τὸν ὁποῖον εἶχον ἴδει μοὶ εἶπεν ὅτι εἶναι ἐντελῶς σύμφωνος καὶ ὅτι ἐπιβάλλεται νὰ προστεθῇ ἡ παράγραφος αὕτη.
§14Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Κύριοι συνάδελφοι, εἶμαι σύμφωνος τελείως εἰς τὴν προσθήκην τῆς διατάξεως. Ἴσως ἡ διατύπωσις θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ διάφορος. Ἀλλ’ εἶμαι σύμφωνος ἐπὶ τῆς οὐσίας. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δώσωμεν κατ’ ἄλλον τρόπον εἰς τὸν λαὸν τὴν πεποίθησιν ὅτι αἱ μέλλουσαι Βουλαὶ θὰ ἐξερευνοῦν καὶ θὰ ἐξετάζουν τὰς οἰκονομικὰς ἐπιβαρύνσεις, ἃς θὰ προξενοῦν τὰ νομοσχέδια, ἂν δὲν παρενθέσωμεν εἰς τὸ Σύνταγμα τὴν διάταξιν ταύτην. Εἰς ἄλλα μέρη ὑπάρχουν ἔθιμά τινα, τὰ ὁποῖα ἐξυψοῦν τὴν θέσιν τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου εἰς κυρίαρχον καὶ ἀνωτέραν πάσης ἄλλης ὑπηρεσίας. Αὐτὸς οὗτος ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν δύναται νὰ προβῇ εἰς δαπάνας, ἂν προηγουμένως τὸ Γενικὸν Λογιστήριον δὲν εἴπῃ ὅτι αἱ δαπάναι δύνανται νὰ εἶναι ἀνεκταὶ ἀπὸ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους. Εἶμαι σύμφωνος, εἶπον, ἐπιθυμῶν ἡ διατύπωσις τῆς διατάξεως ταύτης νὰ εἶναι κάπως ἐντονωτέρα.
§15Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ὄσον ἀφορᾷ τὴν διατύπωσιν, κ. Πρόεδρε, ἐπεκράτησε συνήθεια νὰ παραπέμπηται εἰς Ἐπιτροπήν.
§16Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπὶ τοῦ ἐδαφίου 3. Τὸ ἐδάφιον τοῦτο, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, διαφέρει ἀπὸ τὴν διάταξιν τὴν σήμερον ἰσχύουσαν, διότι παραδέχεται ὅτι δύναται νὰ κηρυχθῇ κατεπείγουσα ἀπόφασις μόνον ὅταν ἔχῃ γίνει προηγουμένως ἐπεξεργασία ἀπὸ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας. Εἶναι φυσικὸν ὅτι ἡ πεῖρα τῶν 14 ἐτῶν τῶν διαρρευσάντων ἀπὸ τὸ 1911 δὲν μᾶς ἔδωκεν ἱκανοποιητικὰ ἀποτελέσματα, οἷα προσεδοκῶντο κατὰ τὸ 1911, ὅταν ἐψηφίσθη ἡ διάταξις, ὅτι ἐν περιπτώσει κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Βουλὴ ἤθελε κηρύξει κατεπειγούσας προτάσεις τινάς, ἠδύνατο νὰ μὴ γίνῃ παραπομπὴ τοῦ νομοσχεδίου εἰς κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν. Ὁ ὑποφαινόμενος εἶχεν ὁμιλήσει τότε ἐπὶ τῆς διατάξεως ἐκείνης. Εἶπον ὅτι, ὁσάκις ἡ Κυβέρνησις θέλει νὰ μὴ παραπεμφθῇ εἰς Ἐπιτροπὴν πρότασίς τις, ἁπλούστατα θὰ τὴν κηρύξῃ κατεπείγουσαν. Νομίζω ἐν τούτοις ὅτι δὲν πρέπει νὰ εἰσαγάγωμεν τὴν νέαν προτεινομένην διάταξιν, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἀρκεσθῶμεν εἰς τὴν ἐγγύησιν τῆς καλυτέρας νομοθετικῆς ἐργασίας, τὴν ὁποίαν θὰ δίδῃ ἡ Γερουσία καὶ ὁ ἔλεγχος ἐν τῇ Γερουσίᾳ. Καὶ ὁ λόγος εἶναι ὁ ἑξῆς: Ὡμίλησα περὶ τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας κατὰ τὸ 1911. Δὲν πρέπει νὰ προσδοκῶμεν ἀπὸ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας ὅτι θὰ ἐπεξεργάζηται τὰ σχέδια τῶν νόμων. Εἰς οὐδὲν μέρος τοῦ κόσμου γίνεται αὐτό. Θὰ εἴμεθα τελείως εὐχαριστημένοι καὶ ἐνθουσιασμένοι ἄν, ὅταν ἱδρύσωμεν τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, λαμβάνηται ἡ γνώμη αὐτοῦ, συνεπείᾳ πάντοτε ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς, ἀπὸ τὰς Κυβερνήσεις τὰς μελλούσας, κατὰ τὴν ἔκδοσιν ἐκτελεστικῶν τῶν νόμων Διαταγμάτων. Τοῦτο ἀκριβῶς ἔχει γίνει καὶ εἰς ἄλλα μέρη ὅπου λειτουργεῖ θαυμασίως τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, εἰδικώτερον δὲ δύναμαι νὰ μνημονεύσω τὴν Γαλλίαν καὶ κατόπιν τὴν Ἰταλίαν. Ἐκεῖ πρέπει ἡ Κυβέρνησις νὰ ζητήσῃ τὴν γνώμην τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας ἵνα ἐκδώσῃ ἐκτελεστικὰ Διατάγματα. Αἱ δὲ Βουλαὶ ἔχουν πεποίθησιν εἰς τὴν ἐπεξεργασίαν τῶν ἐκτελεστικῶν Διαταγμάτων ἀπὸ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, διὸ περιορίζονται πολλάκις εἰς βραχυτάτην διατύπωσιν νομοσχεδίου, εἰς ὀλιγόαρθρα νομοσχέδια, ἀφήνουσαι τὰς λεπτομερείας εἰς τὰ ἐκτελεστικὰ Διατάγματα, δηλ. κυρίως εἰς τὴν ὑπὸ τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας ἐπεξεργασίαν αὐτῶν. Εἶπον καὶ ἄλλοτε ὅτι ἡ προεπεξεργασία σχεδίων νόμου δὲν εἶναι εὔκολον νὰ γίνῃ ἀπὸ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, οὔτε πολιτικὸν θὰ εἶναι. Τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας θὰ εἶναι Σῶμα συγκείμενον ἀπὸ νομικοὺς καὶ διοικητικοὺς ἄνδρας, ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ ἰδίας πολιτικὰς κατευθύνσεις καὶ ἑπομένως, ὁσονδήποτε θαυμαστὸν καὶ ἂν εἶναι ἓν σχέδιον τὸ ἐπεξεργασθὲν ὑπὸ τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, θὰ εἶναι πιθανώτατον ὅτι θὰ φέρῃ τροποποιήσεις τὸ κυρίαρχον Σῶμα, δυναμένας νὰ ἀλλοιώσουν ἐντελῶς τὴν ἀρχικὴν ἐπεξεργασίαν τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας. Ἂς ἀρκεσθῶμεν λοιπὸν εἰς τὴν ἐγγύησιν, τὴν ὁποίαν θὰ παρέχῃ εἰς τὸ μέλλον ἡ ἐπεξεργασία τῆς Γερουσίας καὶ ἂς μὴ παρεμβάλωμεν μίαν διάταξιν, ἡ ὁποία οὐδέποτε θὰ ἐφαρμοσθῇ ἀσφαλῶς. Ἂς εὐχηθῶμεν τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας νὰ λειτουργήσῃ εὐστόχως, ὅπως ἐλειτούργησεν εἰς ὅλα τὰ ἄλλα μέρη τοῦ κόσμου ὡς ἀνώτατον διοικητικὸν δικαστήριον διὰ τὴν καταστολὴν τῶν ὑπερβασιῶν, πράξεων ἢ παραλείψεων τῶν διοικητικῶν Ἀρχῶν καὶ τῶν Ὑπουργῶν. Ἂν τὸ ἔργον τοῦτο ἐπιτελέσῃ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, πρέπει νὰ εἴμεθα ἐνθουσιασμένοι καὶ νὰ μὴ ζητῶμεν περαιτέρω νὰ ἐπεξεργάζηται τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα πάντως θὰ παρουσιάζουν κάποιαν πολιτικὴν ἰδέαν καὶ κάποιαν πολιτικὴν κατεύθυνσιν, ἥν εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐγκολπωθοῦν Σώματα διοικητικά. Εἶμαι σύμφωνος ὡς πρὸς τὴν προσθήκην, τὴν ἀφορῶσαν εἰς τὰς τροπολογίας. Εἶναι ἡ συμπλήρωσις τοῦ ἀτελοῦς ἔργου, τὸ ὁποῖον κατὰ τὰ 1911 ἐγένετο. Τότε ἐγένετο δεκτὸν ὅτι θὰ διανέμηται τὸ σύνολον, ἀλλ’ ἐπειδὴ δὲν ἐγένετο νέα συζήτησις ἐπὶ τῶν τροπολογιῶν, δὲν ἀπέβη ἡ διάταξις ὠφέλιμος. Ζήτημα δὲ ἁπλῆς συντάξεως εἶναι, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ὅτι ἡ ἀρχὴ τοῦ 5ου ἐδαφίου τῆς 5ης § πρέπει νὰ μὴ εἶναι συνδεδεμένον μὲ τὴν ἑπομένην περίοδον, ἡ ὁποία ἔπρεπε νὰ εἶναι χωριστή. Πρέπει νὰ εἶναι ἄλλη παράγραφος· εἶναι λάθος τυπογραφικόν. Ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν ἀνατύπωσιν τῆς μεταρρυθμιζομένης διατάξεως, θὰ ἐπεθύμουν ὁλόκληρον τὸ κείμενον τοῦ μεταρρυθμιζομένου νόμου νὰ τίθηται ὑπ’ ὄψει τῶν Βουλῶν. Συνέπεσε νὰ ἴδω κάποτε νομοσχέδιον Χώρας κοινοβουλευτικῆς ἀφορῶν εἰς τὰ δημόσια κτήματα. Ἦτο λαβύρινθος ὁλόκληρον τὸ νομοσχέδιον. Τὸ ἔντυπον ὅμως εἶχεν ἕξ στήλας ὅτε ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλήν. Ἡ πρώτη στήλη εἶχε τὰς ἀρχικὰς διατάξεις τοῦ πρώτου νόμου, ἡ δευτέρα τὰς τοῦ πρώτου τροποποιήσαντος νόμου, ἡ τρίτη ἄλλον νόμον καὶ οὕτω καθεξῆς. Εἰς ἕκαστον ἄρθρον παρετίθεντο παραλλήλως καὶ καταφανῶς αἱ νέαι τροποποιήσεις, εἰς τὴν τελευταίαν δὲ στήλην ἀνεγράφοντο αἱ τροποποιήσεις, τὰς ὁποίας τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον ἐπέφερε. Τοιουτοτρόπως εἶχέ τις μίαν σαφῆ εἰκόνα τῆς κειμένης νομοθεσίας καὶ τοῦ τί ἐπεζήτει τὸ νέον νομοσχέδιον. Ἂν περιορισθῶμεν εἰς τὴν τύπωσιν μόνον τοῦ τροποποιουμένου ἄρθρου, σᾶς βεβαιῶ ὅτι δὲν θὰ εἶναι ὠφέλιμον. Κατὰ τὰ λοιπὰ δὲν ἔχω ἀντίρρησιν.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Παπαναστασίου ἔχει τὸν λόγον.
§18Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὅτε συνεζητεῖτο τὸ ὑπὸ συζήτησιν σήμερον ἄρθρον, εἶχον ὑποβάλει τὴν γνώμην εἰς τὴν Συνέλευσιν ὅτι θέλομεν νὰ ληφθῇ μέριμνα ὥστε τὸ Σῶμα νὰ λαμβάνῃ δι’ ὑποχρεωτικῆς συνταγματικῆς διατάξεως σαφεστέραν γνῶσιν τῶν ψηφιζομένων νομοσχεδίων, διότι παρετηρήθη πολλάκις ὅτι καὶ αὐτοὶ οἱ εἰσάγοντες τὰ νομοσχέδια Ὑπουργοὶ δὲν εἶναι ἐν πλήρει γνώσει τοῦ περιεχομένου τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου. Εἶχον προτείνει τὴν ἑξῆς τροπολογίαν: Πρὶν ψηφισθῇ τελειωτικῶς τὸ νομοσχέδιον, δηλαδὴ πρὸ τῆς βʹ κατ’ ἄρθρον συζητήσεως, νὰ εἶναι ὑποχρεωτικὴ καὶ προφορικὴ εἰσήγησις ἐκ μέρους τῶν ἁρμοδίων Ὑπουργῶν, ὅπως εἶναι ὑποχρεωτικὴ ἡ εἰσήγησις τοῦ εἰσηγητοῦ τῆς Ἐπιτροπῆς. Διότι αἱ εἰσηγήσεις διανεμόμεναι δὲν μελετῶνται πολλὰς φορὰς ἀπὸ τοὺς βουλευτάς, ὅπως δὲ καταρτίζεται ἡ Ἡμερησία Διάταξις, οἱ βουλευταὶ δὲν εἶναι ἐνήμεροι τῶν νομοσχεδίων καὶ τοιουτοτρόπως παρέρχονται νομοσχέδια χωρὶς νὰ εἶναι ἐν πλήρει γνώσει τοῦ Σώματος τὸ περιεχόμενον αὐτῶν. Εἶχον λοιπὸν προτείνει καὶ εἶχε γίνει δεκτὴ εὐμενῶς ἀπὸ τὴν Συνέλευσιν τὴν ἑξῆς τροποποίησιν (ἀναγινώσκει): «Πρὸ τῆς βʹ κατ’ ἄρθρον συζητήσεως ἐπιβάλλεται... κλπ.». Δηλ. ἂν ὁ Ὑπουργὸς ἔκαμεν εἰσήγησιν ὑποβάλων τὸ νομοσχέδιον, δὲν ὑποχρεοῦται νὰ κάμῃ καμμίαν ἐκ νέου εἰσήγησιν. Ἂν ὅμως δὲν ἔκαμε καμμίαν εἰσήγησιν, ὑποχρεοῦται νὰ εἴπῃ μὲ ὀλίγας λέξεις ποῖος εἶναι ὁ σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου. Καθ’ ὅμοιον τρόπον καὶ ὁ εἰσηγητὴς τῆς Ἐπιτροπῆς ὑποχρεοῦται πρὸ τῆς βʹ κατ’ ἄρθρον συζητήσεως, ὑποχρεοῦται νὰ κάμῃ μίαν εἰσήγησιν. Αὐτὴ εἶναι ἡ τροπολογία τὴν ὁποίαν ὑπέδειξα. Ἔχω καὶ μίαν ἄλλην τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν θέλω νὰ ὑποδείξω. Ὅπως ἀντελήφθητε, τὰ ψηφιζόμενα νομοσχέδια ἠμπορεῖ νὰ διαιρεθῶσιν εἰς δύο μεγάλας κατηγορίας, χωρὶς νὰ ἠμποροῦμεν νὰ κάμωμεν σαφῆ διάκρισιν τῶν νομοσχεδίων. Δηλαδὴ εἶναι νομοσχέδια τὰ ὁποῖα διευκολύνουν τὰς δημοσίας ὑπηρεσίας, τὴν λειτουργίαν αὐτῶν, νομοσχέδια τὰ ὁποῖα δὲν θίγουν σοβαρῶς τὸ διοικητικὸν σύστημα καὶ τὰ ὁποῖα ἀλλαχοῦ κανονίζονται καὶ διὰ Διαταγμάτων. Αὐτὰ τὰ νομοσχέδια τά, ἂς εἴπωμεν, δευτερευούσης σημασίας ἢ ὑπηρεσιακὰ, ἂν θέλετε, γεμίζουν τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν καὶ ψηφίζονται δίς, ἀπασχολοῦντα ἐπὶ μακρὸν τὸ Σῶμα, ἐνῷ δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ τὸ ἀπασχολοῦν, ἐφόσον τὸ Σῶμα δὲν ἔχει καμμίαν ἀντίρρησιν ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων. Ἐπὶ τοιούτων νομοσχεδίων ὑπηρεσιακῶν καὶ δευτερευούσης σημασίας, ἐπὶ τῶν ὁποίων δὲν ἔχει ἀντίρρησιν εἷς ὡρισμένος ἀριθμὸς πληρεξουσίων, 20 τὸν ἀριθμόν, ἡ ψήφισις γίνεται ἅπαξ ἀπὸ τὸ Σῶμα καὶ νὰ παραπέμπωνται πάλιν εἰς τὴν Ἐπιτροπήν. Ἔρχεται ἀπὸ τὴν Ἐπιτροπὴν εἰς τὸ Σῶμα καὶ ψηφίζεται ἀπὸ τὸ Σῶμα ἐφάπαξ νὰ ἀρκεῖ ἡ ἐφ’ ἅπαξ μόνον ψήφισις τοῦ νομοσχεδίου ἀπὸ τὸ Σῶμα. Εἰς ἄλλας Βουλὰς ἔχει τὸ δικαίωμα ἡ Βουλὴ νὰ ψηφίζῃ διὰ μιᾶς μόνον ἀναγνώσεως τὸ νομοσχέδιον. Αὐτό, ἂν γίνῃ, θὰ εἶναι ἐπιζήμιον, διότι ὑπάρχουν νομοσχέδια σοβαρά, τὰ ὁποῖα ἔχουν ἀνάγκην μιᾶς σοβαρωτέρας ἐπεξεργασίας, ἀλλ’ ὑπάρχουν καὶ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ὁμολογῶ ἀδίκως ἀπασχολοῦν τὸ Σῶμα καὶ ἀδίκως καταλαμβάνουν τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν. Θὰ ἠμποροῦσε νὰ γίνῃ μία εὐκολία διὰ νὰ ἠμπορέσωμεν νὰ τελειώνωμεν.
§19Γ. ΣΕΧΙΩΤΗΣ. Ποῖος θὰ εἶναι ἁρμόδιος;
§20Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Σᾶς εἶπον ὅτι ἐπειδὴ δὲν ὑπάρχει τρόπος θεωρητικὸς νὰ καθορισθοῦν αὐτὰ τὰ ὅρια, θὰ ἀρκεῖ ἡ ἀντίρρησις ἑνὸς ὡρισμένου ἀριθμοῦ πληρεξουσίων διὰ νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, δηλαδὴ 20 πληρεξουσίων.
§21Α. ΔΕΝΔΡΙΝΟΣ. Δὲν εἶναι καμμία ἐγγύησις, κύριε πρόεδρε.
§22Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὑπάρχει καὶ ὁ θεσμὸς τῆς Γερουσίας. Εἷς δὲ ἀπὸ τοὺς λόγους τῆς καταπτώσεως τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος εἶναι ὅτι τὸ ἀντιπροσωπευτικὸν Σῶμα καταγίνεται κατὰ καιροὺς εἰς ζητήματα ἀσήμαντα καὶ παραμένουν ἐκκρεμῆ τὰ οὐσιώδη ζητήματα, διότι δὲν παραμένει ὁ κατάλληλος χρόνος. Ἂν λάβητε ὑπ’ ὄψιν σας ὅτι πρέπει οἱ βουλευταὶ νὰ μελετῶσι τὰ νομοσχέδια, ὅτι εἶναι ὑποχρεωτικὸν νὰ ἔχωσι καὶ μίαν δρᾶσιν ἐκτὸς τῆς Βουλῆς, θὰ πεισθῆτε ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀπασχοληθῶσι μὲ τὰ 200 νομοσχέδια τὰ εἰς δύο ἀναγνώσεις, τὰ ὁποῖα εἶναι εἰς ἑκάστην βουλευτικὴν σύνοδον ἀναγεγραμμένα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν. Ἐξ ἄλλου σταματᾷ ὁ μηχανισμὸς ὁ διοικητικός. Δι’ αὐτὸ πρέπει νὰ ὑπάρξῃ μία διευκόλυνσις εἰς τρόπον ὥστε τὰ δευτερεύοντα νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα δὲν προκαλοῦσιν ἐντύπωσιν, νὰ ψηφίζωνται ἅπαξ, χωρὶς νὰ καταναλίσκῃ πολὺν χρόνον τὸ Σῶμα.
§23Α. ΔΕΝΔΡΙΝΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατόν. Ὅσα ἐχαρακτηρίσθησαν ὑπηρεσιακὰ ἐπέρασαν ἀσυζητητεί. Ἀλλὰ τὸ κακὸν εἶναι ὅτι περνᾶνε καὶ μὴ ὑπηρεσιακά.
§24Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἀκριβῶς δι’ αὐτὸ θὰ ἤθελα ἡ Κυβέρνησις νὰ δηλώνῃ ὅτι τὸ τάδε νομοσχέδιον τὸ θεωρεῖ ὑπηρεσιακόν, δευτερευούσης σημασίας, καὶ ἐφόσον δὲν κατατίθεται εἰς τὸ Προεδρεῖον ἀντίρρησις 20 πληρεξουσίων, νὰ ψηφίζηται ἅπαξ ἀπὸ τὴν Συνέλευσιν.
§25Α. ΔΕΝΔΡΙΝΟΣ. Γνωρίζετε ὅτι ψηφίζονται μὲ 20 πληρεξουσίους περιλαμβανομένων καὶ τῶν Ὑπουργῶν πολλάκις;
§26Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἵνα εἶναι οὐσιαστικώτεραι αἱ συνεδριάσεις ἐπιβάλλεται νὰ μὴ καταναλίσκηται ἡ συνεδρίασις ἀπὸ νομοσχέδια, διὰ τὰ ὁποῖα δὲν ὑπάρχει ἀντίρρησις. Κάμνομεν μίαν μεταρρύθμισιν, ἡ ὁποία φέρει καρπούς. Ὑπάρχει τρόπος νὰ γίνῃ πληρεστέρα ἡ μεταρρύθμισις. Πρέπει ὅμως νὰ δώσωμεν καὶ μίαν διευκόλυνσιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ἐφόσον ἀναγράφονται 200 νομοσχέδια καὶ ἡ Κυβέρνησις ἔχει ἐκκρεμῆ 200, εἶναι σαφὲς ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ Συνέλευσις νὰ διεξέλθῃ ὅλα αὐτά. Λοιπὸν δυοῖν θάτερον· ἢ θὰ σταματήσῃ ὁ μηχανισμὸς ὁ βουλευτικὸς ἢ θὰ εἶναι ἀνάγκη νὰ συνεδριάζῃ ἀπὸ τὴν πρωΐαν ἕως τὴν ἑσπέραν τὸ Σῶμα, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατον. Δι’ αὐτὸ θὰ ἐπρότεινα νὰ γίνῃ αὐτὴ ἡ τροπολογία· ὅτι, ἐφόσον πρόκειται περὶ νομοσχεδίων ὑπηρεσιακῶν χαρακτηριζομένων ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἐφόσον δὲν ὑπάρχει ἀντίρρησις 20 πληρεξουσίων—δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ εἶναι παρόντες—διατυπουμένη εἰς τὸ Προεδρεῖον, ἀρκεῖ ἡ ἐφάπαξ μόνον ψήφισις ἀπὸ τὸ Σῶμα.
§27Δ. ΚΑΛΚΑΝΔΗΣ. Ἂν κατὰ τὴν συζήτησιν συμβῇ ὥστε τὸ τυπικὸν νομοσχέδιον νὰ γίνῃ οὐσιαστικόν, τί μέλλει γενέσθαι;
§28Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἂν γίνῃ οὐσιαστικόν, θὰ ψηφισθῇ εἰς βʹ ἀνάγνωσιν.
§29Δ. ΚΑΛΚΑΝΔΗΣ. Πῶς θὰ χαρακτηρισθῇ;
§30Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Θὰ δημιουργηθῇ ἀντίρρησις 20 πληρεξουσίων. Δύνανται νὰ δηλώσουν 20 πληρεξούσιοι ὅτι ἔχουν ἀντίρρησιν ἐκ νέου. Δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου νομίζω ὅτι ἀποφεύγομεν τὴν τροπολογίαν ὁλοκλήρου τῆς τρίτης παραγράφου, διότι εἶμαι ἀπολύτως σύμφωνος μὲ τὴν γνώμην ἣν διετύπωσεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας δὲν πρέπει νὰ εἶναι νομοπαρασκευαστικὸν Σῶμα, πρέπει νὰ εἶναι διοικητικὸν δικαστήριον καὶ μόνον θὰ ἀπασχολῆται μὲ ζητήματα σχετιζόμενα μὲ τοὺς νόμους, ἐφόσον πρόκειται νὰ ἐκδοθῶσιν ἐκτελεστικὰ Διατάγματα. Οὕτως ἐχόντων τῶν πραγμάτων, ἂν γίνῃ δεκτὴ ἡ τροπολογία τὴν ὁποίαν ἐπρότεινα τῆς ἐφάπαξ συζητήσεως νομοσχεδίων ὑπηρεσιακῶν, περιττεύει ἐντελῶς ἡ κήρυξις ὡς ἐπειγόντων νομοσχεδίων. Ἂν ὑπάρχῃ οὐσιαστικὸν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἔχει ἀνάγκην ἡ Κυβέρνησις νὰ τὸ ψηφίσῃ ἐπειγόντως, εἶναι δυνατὸν νὰ ταχθῇ μία σύντομος προθεσμία εἰς τὴν Ἐπιτροπήν. Δὲν χάλασεν ὁ κόσμος, ἂν ἐπὶ 4 ἡμέρας ἐπιβραδυνθῇ ἡ ψήφισις τῶν νομοσχεδίων ὅπως γίνῃ ἡ ἐπεξεργασία ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς. Πρέπει λοιπὸν νὰ ἀπαλειφθῇ ἡ διάταξις τοῦ κατεπείγοντος, ἐφόσον δὲν πρόκειται τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας νὰ ἐπεξεργάζηται τὰ νομοσχέδια καὶ ἀφοῦ τὰ νομοσχέδια τὰ δευτερεύοντα θὰ ψηφίζωνται ἅπαξ ἀπὸ τὸ Σῶμα. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν τροπολογίαν τὴν ὁποίαν ἐπρότεινεν ὁ κ. πληρεξούσιος Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, θὰ ἤμην σύμφωνος ὅτι θὰ εἶναι πρακτικὸν νὰ ἔχωμεν κάθε φορὰν καὶ ἔκθεσιν σαφῆ τῶν ἀπαιτουμένων δαπανῶν. Ἐγὼ θὰ ἠρκούμην νὰ ἦτο ὑποχρεωτικὸν εἰς τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν νὰ περιέχηται ἀκριβῶς καὶ ὁ ὑπολογισμὸς τῆς δαπάνης καὶ ἡ δήλωσις πόθεν θὰ καλυφθῇ ἡ δαπάνη, δηλ. ἡ ὑποχρεωτική, ἡ ὑπὸ τοῦ Λογιστηρίου ἐνυπόγραφος ἔκθεσις εἶναι ὑπερβολική. Πάντως εἶναι ὀρθὸν προκειμένου νὰ γίνῃ αὔξησις δαπανῶν νὰ περιέχηται εἰς τὴν δικαιολογητικὴν ἔκθεσιν εἷς ὑπολογισμὸς τῆς δαπάνης καὶ νὰ περιέχηται καὶ ἡ δήλωσις πόθεν θὰ καλυφθῇ ἡ δαπάνη. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐκτύπωσιν ὅλων τῶν νομοσχεδίων δὲν εἶναι ζήτημα τὸ ὁποῖον ἠμπορεῖ νὰ προκαλέσῃ ἀντίρρησιν. Ἴσως τὸ πρᾶγμα θὰ εἶναι δαπανηρόν. Βεβαίως ἀπολύτως ἄτοπον δὲν εἶναι, διότι εἶναι χρησιμώτατον νὰ ἔχουν οἱ βουλευταὶ ὅλην τὴν ἱστορίαν τοῦ σχετικοῦ θεσμοῦ. Θὰ συμβῇ προκειμένου περὶ ἁπλῆς τροπολογίας νὰ παρουσιάζηται ὁλόκληρος κῶδιξ. Πρέπει νὰ ἐξετασθῇ κατὰ πόσον εἶναι ἀνάγκη ὥστε νὰ ὑποβάλλεται τὸ Κράτος εἰς μίαν τοιαύτην δαπάνην.
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τὸ Προεδρεῖον δὲν κατετέθη οὐδεμία ἐκ τῶν τροπολογιῶν αὐτῶν. Ὁ κ. Γ. Παπανδρέου ἔχει τὸν λόγον.
§32Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριοι πληρεξούσιοι, δὲν νομίζω ὅτι αἱ προτάσεις, αἱ ὁποῖαι ἔγιναν πρὸς τροποποίησιν τοῦ ἄρθρου 27, ὅπως διετυπώθη ἀπὸ τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ Συντάγματος, ἀποτελοῦν βελτίωσιν αὐτοῦ. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν πρότασιν, ὅπως ἐν πάσῃ περιπτώσει ἡ Βουλὴ δύναται νὰ κηρύξῃ κατεπείγουσαν τὴν πρότασιν καὶ νὰ μὴ τὴν παραπέμψῃ εἰς Ἐπιτροπὴν καὶ διὰ τὴν περίπτωσιν καθ’ ἣν δὲν ἔχει γίνει ἐπεξεργασία ἀπὸ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, δὲν συμμερίζομαι ταύτην. Βεβαίως τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας δὲν πρόκειται νὰ γίνῃ Σῶμα νομοθετικόν· αὐτὸ εἶναι βέβαιον. Ποῖος εἶναι ὁ προορισμὸς τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, θὰ δοθῇ καιρὸς νὰ ἀναπτύξωμεν, ὅταν ἔλθῃ ἡ ὥρα τοῦ σχετικοῦ κεφαλαίου. Ἐπὶ τοῦ παρόντος δύναται νὰ λεχθῇ ὅτι, κατὰ τὴν ἄποψιν τῆς Ἐπιτροπῆς, ἡ Κυβέρνησις θὰ δύναται ἁπλῶς νὰ παραπέμπῃ εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας πρὸς ἐπεξεργασίαν προτάσεις νόμων. Δύναται μόνον. Καὶ ἀσφαλῶς θὰ ἦτο παράλογον νὰ ἀποκλεισθῇ εἰς τὸ νομοθετικὸν Σῶμα τὸ δικαίωμα, ἡ εὐχέρεια νὰ παραπέμψῃ εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας πρὸς ἐπεξεργασίαν προτάσεις νόμου, εἰς περίπτωσιν καθ’ ἣν θὰ ἔκρινεν ὅτι ἡ γνώμη τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας θὰ ἀπετέλει συμβολὴν πολύτιμον διὰ τὴν καλυτέραν διατύπωσιν καὶ ἐπεξεργασίαν αὐτῶν. Ἡ ἔννοια τῆς διατάξεως ταύτης εἶναι ἡ ἑξῆς: Ἂν ὑπῆρχεν ἡ ἐγγύησις μιᾶς ἐπεξεργασίας ἀπὸ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, εὐλόγως θὰ ἠδύνατο νὰ θεωρηθῇ περιττεύουσα ἡ ἐπεξεργασία ἀπὸ μίαν κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν, διότι αἱ ἐγγυήσεις τὰς ὁποίας παρέχει ἡ ἐπεξεργασία τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας εἶναι τουλάχιστον ἴσαι πρὸς τὰς ἐγγυήσεις μιᾶς κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἄποψις τῆς συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς. Εἰς περίπτωσιν ὅμως καθ’ ἣν δὲν ὑπάρχει ἡ ἐγγύησις μιᾶς προγενεστέρας ἐπεξεργασίας ἀπὸ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, ἂν ἐξακολουθήσωμεν ἀναγνωρίζοντες τὸ δικαίωμα νὰ κηρύσσωμεν ἑκάστοτε τὰ νομοσχέδια κατεπείγοντα, σημαίνει ὅτι καταργοῦμεν τὴν λειτουργίαν τῶν Ἐπιτροπῶν. Νομίζω ὅτι ἡ μέχρι τοῦδε πεῖρα ἐπαρκῶς ἀπέδειξεν ὅτι ἀπὸ τὸ ἔργον τῶν κοινοβουλευτικῶν Ἐπιτροπῶν μόνον—καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ προσωπικὴ πεποίθησις τὴν ὁποίαν καὶ ἐγὼ μὲ τὴν ὀλίγην κοινοβουλευτικήν μου πεῖραν ἐσχημάτισα—εἶναι δυνατὸν νὰ προσδοκῶμεν οὐσιώδη βελτίωσιν τοῦ νομοθετικοῦ ἔργου. Ἡ φύσις τῶν πολυμελῶν νομοθετικῶν Σωμάτων ἀποκλείει τὴν ἐπιμελῆ ἐπεξεργασίαν τῶν διατάξεων ἑνὸς νομοσχεδίου, τὸν ἐπιμελῆ ἔλεγχον. Δὲν ἐπιτρέπεται ἑπομένως μὲ τόσην εὐκολίαν νὰ παραμερίζωμεν τὸν ρόλον τῶν κοινοβουλευτικῶν Ἐπιτροπῶν καὶ νὰ ἐντοπίζωμεν τὸ νομοθετικὸν ἔργον μόνον ἐντὸς τῶν πολυμελῶν νομοθετικῶν Σωμάτων. Διὰ νὰ εἶμαι σαφέστερος, μία εἶναι ἡ γενικὴ ἀρχὴ ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἀνεχώρησεν ἡ συνταγματικὴ Ἐπιτροπή· πάσχομεν ἀπὸ κακὴν πολυνομίαν. Αὐτὴ εἶναι ἡ γενικὴ ἀρχή. Ἔπρεπεν ἑπομένως νὰ τεθοῦν εἰς τὸ νέον πολίτευμα φραγμοὶ κατὰ τῆς τοιαύτης πολυνομίας, ὄχι δὲ νὰ δημιουργῶνται νέαι εὐχέρειαι διὰ τὴν ψήφισιν νόμων. Ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀρχῆς ταύτης κρίνοντες τὰς προτάσεις, αἱ ὁποῖαι ἀνεπτύχθησαν σήμερον, τὰς ἀποκρούομεν, διότι πᾶσαι ἀποβλέπουν εἰς τοῦτο ἀκριβῶς· εἰς τὴν εὐχέρειαν πρὸς ἐπιψήφισιν τῶν νόμων. Τὸ νὰ μὴ θέλωμεν νὰ παραπέμπωνται τὰ νομοσχέδια εἰς τὰς κοινοβουλευτικὰς Ἐπιτροπὰς, εἶναι μία εὐχέρεια πολυνομίας. Τὸ νὰ θέλωμεν ἐπίσης νὰ κάμωμεν μίαν διάκρισιν ὑπηρεσιακῶν νόμων ἀπὸ νόμους οὐσιαστικοὺς εἶναι ἐπίσης δυσχερές.
§33Γ. ΣΕΧΙΩΤΗΣ. Ἡ Γερουσία δὲν νομίζετε ὅτι εἶναι εἷς μέγας, μέγιστος φραγμός;
§34Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἡ ἄποψις λοιπόν, κύριοι συνάδελφοι, τὴν ὁποίαν ὑποστηρίζω, εἶναι ἡ ἑξῆς: Εἰς τὸ νέον πολίτευμα, διδασκόμενοι ἀπὸ τὴν πεῖραν τὴν μέχρι τοῦδε, πρέπει νὰ θέσωμεν φραγμοὺς ἐναντίον τῆς πολυνομίας. Οὐσιώδης φραγμὸς εἶναι βεβαίως ἡ Γερουσία, δὲν ὑπάρχει ὅμως λόγος διότι εἰσάγομεν τὸν φραγμὸν τῆς Γερουσίας νὰ καταργήσωμεν ὅλους τοὺς ἄλλους, διότι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει κατ’ οὐδὲν θὰ προήγομεν τὴν κατάστασιν. Εἶναι ἀνάγκη καὶ ἡ Γερουσία νὰ ἱδρυθῇ καὶ οἱ φραγμοὶ ὅσοι ὑφίστανται νὰ διατηρηθοῦν, διὰ νὰ ὑπάρχῃ ἐγγύησις ὅτι ἐν μεγάλῳ μέτρῳ θὰ ἀποτραπῇ τὸ κακὸν εἰς τὸ μέλλον. Διὰ τοῦτο ἀποκρούω τὴν πρότασιν καθ’ ἣν θὰ δύναται ἡ Βουλὴ ἐν πάσῃ περιπτώσει νὰ κηρύττῃ κατεπείγουσαν μίαν πρότασιν νόμου. Εἶναι ἄλλως τε γνωστὸν ὅτι δύναται ἡ Βουλὴ νὰ τάσσῃ προθεσμίαν εἰς τὰς κοινοβουλευτικὰς Ἐπιτροπάς. Τί θὰ ἔβλαπτεν εἰς περίπτωσιν καθ’ ἣν ὄντως θὰ ἔκρινεν ἡ Βουλὴ ὅτι ὑπάρχει κατάστασις ἐπείγουσα, νὰ ὁρίσῃ μίαν προθεσμίαν τριῶν ἡμερῶν, μετὰ τὴν ὁποίαν ἐν πάσῃ περιπτώσει εἴτε ἡ κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ὑποβάλῃ πρότασιν εἴτε ὄχι θὰ δύναται ἡ Βουλὴ νὰ ἐπιληφθῇ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου; Δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω, ἐφόσον ὑπάρχει τόση εὐχέρεια ἐπισπεύσεως, διατί καὶ τὰ τελευταῖα ὑπολείμματα, τὰ ὁποῖα ὑπάρχουν ὡς φραγμοὶ ἐναντίον τῆς ἀκράτου πολυνομίας, παρ’ ὅλην τὴν σκληρὰν πεῖραν τοῦ παρελθόντος, νὰ τὰ ἐγκαταλείψωμεν σήμερον. Ὑποστηρίζω λοιπὸν ὅτι ἡ διατύπωσις τοῦ ἄρθρου πρέπει νὰ μείνῃ ὡς ἔχει. Δὲν δέχομαι δὲ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Παπαναστασίου ὅτι πρέπει νὰ κάμωμεν διάκρισιν νόμων ὑπηρεσιακῶν καὶ οὐσιαστικῶν ἐξαρτωμένων ἀπὸ τὴν γνώμην 20 βουλευτῶν ἑκάστοτε.
§35Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἀπὸ τὸ σύνολον τῶν βουλευτῶν ἐξαιρέσει εἴκοσιν.
§36Β. ΑΛΕΒΙΖΑΤΟΣ. Ὅταν ἡ Βουλὴ σιωπήσῃ, τὸ ἀποδέχεται.
§37Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Θεωρητικῶς ἔχετε δίκαιον, πρακτικῶς ἔχετε ἄδικον· διότι εἶναι γεγονὸς ὅτι εἰς τὸ ἰσχῦον Σύνταγμα ὑπάρχουσι πλήρεις ἐγγυήσεις καὶ εἶναι ἐπίσης γεγονὸς ὅτι ὁ τρόπος καθ’ ὃν ψηφίζονται οἱ νόμοι σήμερον ἀποτελεῖ ἐμπαιγμὸν τοῦ νομοθετικοῦ ἔργου.
§38Α. ΔΕΝΔΡΙΝΟΣ. Εὖγε. Ἔτσι εἶναι.
§39Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Διότι λοιπὸν ἔχομεν ἐκτὸς τῶν θεωρητικῶν ἀπόψεων, τὰς ὁποίας ἐπιτρέπει ἡ διατύπωσις τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος, καὶ τὴν πεῖραν τοῦ παρελθόντος ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ πολιτεύματος, διὰ τοῦτο νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἀποφύγωμεν διατάξεις τῶν ὁποίων ἡ χρῆσις ἐνδεχομένως θὰ ἦγεν εἰς χειροτέραν κατάρτισιν τῶν νόμων. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν πρότασιν τέλος νὰ δημοσιεύηται ὁλόκληρον τὸ κείμενον τοῦ νόμου, τοῦ ὁποίου ἓν ἄρθρον τροποποιεῖται, ἐπίσης δὲν εἶμαι σύμφωνος. Εἶναι γεγονὸς ὅτι σήμερον γίνεται κατάχρησις διὰ τῶν καββαλιστικῶν παραπομπῶν, δι’ ὧν ὑποκλέπτεται ἡ ψῆφος τῆς Βουλῆς, ταύτης ὅμως ἐπαρκῆ θεραπείαν ἀποτελεῖ ἡ πρότασις τῆς Ἐπιτροπῆς, εἰς τὴν ὁποίαν δέον νὰ ἀρκεσθῶμεν διὰ νὰ μὴ φθάσωμεν εἰς τὸ ἀντίθετον ἄκρον, ἀναδημοσιεύοντες ὁλοκλήρους τόμους, ἐνῷ θὰ πρόκειται περὶ τροποποιήσεως ὀλίγων ἢ ἑνὸς μόνον ἄρθρου.
§40Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Εἴμεθα, ὑποθέτω, πάντες σύμφωνοι ἐπὶ τῆς προτάσεως τῆς ὑποβληθείσης ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου πληρεξουσίου κ. Γονατᾶ καὶ ἑπομένως περιττεύει πᾶσα συζήτησις. Δὲν νομίζω ὅτι εἶναι πρακτικῶς ἐφαρμόσιμος ἡ κατὰ τὰ ἄλλα ὀρθὴ ἄποψις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ὅπως ὁλόκληρον τὸ κείμενον τοῦ νόμου καταχωρίζηται εἰς τὸ νομοσχέδιον· διότι εἶναι δυνατὸν δι’ ἑνὸς νομοσχεδίου νὰ τροποποιῆται σειρὰ ὁλόκληρος νόμων καὶ νόμων διεξοδικῶν, ὁ ἀγροτικὸς νόμος, ὁ λογιστικὸς νόμος, ὁ νόμος περὶ κτημάτων, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τυπωθοῦν ὅλοι αὐτοὶ οἱ νόμοι εἰς ἓν νομοσχέδιον, εἰς τὸ ὁποῖον εἶναι δυνατὸν ἐλάχισται καὶ ἐπουσιώδεις διατάξεις νὰ τροποποιῶνται. Καὶ διὰ τοῦτο νομίζω ὅτι δυνάμεθα νὰ ἀρκεσθῶμεν εἰς τὴν διατύπωσιν τῆς Ἐπιτροπῆς. Συμφωνῶ ἀπολύτως καὶ λυποῦμαι διότι εὑρίσκομαι ἐν διαφωνίᾳ πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἐκ Μυτιλήνης συνάδελφον, μὲ τὴν ἄποψιν τὴν ὁποίαν ὑπεστήριξεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μαντινείας συνάδελφος, τοῦ περιορισμοῦ τῶν συζητήσεων εἰς μίαν ἀνάγνωσιν ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ὁμόθυμος ἡ γνώμη τῆς Βουλῆς τὰ χαρακτηρίζει ὡς ἐντελῶς ὑπηρεσιακοῦ χαρακτῆρος ἢ ἐντελῶς ἐπουσιώδους σημασίας· διότι ἀρκοῦν κατὰ τὴν πρότασιν καὶ εἴκοσι μόνον βουλευταὶ διὰ νὰ ματαιώσουν τὸν χαρακτηρισμὸν τοῦτον. Ἑπομένως ὑπάρχει πληρεστάτη ἐγγύησις ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιβληθοῦν εἰς τὴν συνοπτικὴν αὐτὴν διαδικασίαν νομοθετικαὶ πράξεις ἔχουσαι ἀπήχησιν ἐπὶ τῶν κοινωνικῶν συμφερόντων. Ἡ παρατήρησις τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μυτιλήνης πληρεξουσίου ὅτι καὶ διὰ τῶν φραγμῶν αὐτῶν τῶν τιθεμένων εἰς τὰς ἐργασίας τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας ἀποβλέπομεν εἰς τὸν περιορισμὸν τῆς πολυνομίας δὲν μοὶ φαίνεται ὅτι εἶναι ἁπλῆ. Δὲν σκοπεύομεν δι’ ὅλων αὐτῶν τῶν περιορισμῶν νὰ ἐλαττώσωμεν τὸν ἀριθμὸν τῶν νόμων. Τοῦτο εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατον. Σκοπεύομεν τὴν πληρεστέραν ἐπεξεργασίαν τῶν νόμων, διότι τὸ κακὸν δὲν εἶναι ἡ πολυνομία, ἀλλ’ ἡ ἀτελὴς ἐπεξεργασία. Διὰ τῆς ὑποβαλομένης τροπολογίας ὄχι μόνον δὲν ἐπιδιώκεται ἡ παρεμπόδισις τοῦ ὑφισταμένου κακοῦ, ἀλλὰ καὶ διευκολύνεται ἡ ψήφισις τῶν νομοσχεδίων, διότι τὰ νομοσχέδια τὰ ὁποῖα βαρύνουσιν ἀδικαιολογήτως τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς Βουλῆς πρέπει νὰ παραπέμπωνται εἰς Ἐπιτροπὰς καὶ θὰ παραμένωσιν οὕτω διὰ τὴν εὐρυτέραν συζήτησιν ἐκεῖνα μόνον τὰ ὁποῖα χρήζουσι καὶ μεγαλυτέρας προσοχῆς καὶ μεγαλυτέρας ἐπεξεργασίας, εἰς τρόπον ὥστε πληροῦται τὸ ποθούμενον καὶ δὲν πλήττεται ἡ πολυνομία, εὐρυνομένη ἀλλαχοῦ τῶν καθηκόντων καὶ δικαιωμάτων τοῦ Κράτους. Δὲν εἶναι λοιπὸν δυνατὸν νὰ ἀποβλέψωμεν εἰς περιορισμὸν τῶν νόμων, ἀλλ’ ὀφείλει ἡ νομοθεσία νὰ παρακολουθῇ τὰς κοινωνικὰς ἀνάγκας, ἐφόσον ἡ ἁρμοδιότης τοῦ Κράτους ὁσημέραι εὐρύνεται διὰ νὰ γίνωνται τελειότεροι οἱ νόμοι. Τὸ μόνον σύστημα εἶναι ἡ κοινοβουλευτικὴ ἀποκέντρωσις, ἐκεῖνο δηλαδὴ τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μυτιλήνης συνάδελφος νὰ ἐνισχύσωμεν τὸ ἔργον τῶν Ἐπιτροπῶν. Ἀκριβῶς καὶ ἡ τροπολογία τοῦ κ. Παπαναστασίου συντείνει εἰς τοῦτο. Ἐγὼ ὅμως δὲν ἐννοῶ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ τοῦτο. Ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων εἰς τὰ ὁποῖα εἶναι ὁμόφωνος ἡ γνώμη τῆς Βουλῆς καὶ εἰς τὰ ὁποῖα οὔτε κἂν ἀναγνώσεως ὑπάρχει ἀνάγκη, ὑπάρχει ἡ ἐγγύησις τῶν Ἐπιτροπῶν, εἶναι ἀπολύτως ἐπαρκὴς αὕτη. Διατί νὰ ἀπασχολῆται ἡ Βουλὴ μὲ τοιαύτας συζητήσεις, αἱ ὁποῖαι πολλάκις παρακωλύουσι τὴν πρόοδον τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς ἐπὶ ἡμέρας ὁλοκλήρους, διατί νὰ μὴ ἀπαλλάξωμεν τὴν Βουλὴν ἀπὸ περιττὴν ἐργασίαν καὶ νὰ μὴ ἀσχοληθῶμεν ἐπὶ μεγάλων προβλημάτων διὰ νὰ καταλήγωμεν εἰς ἀποφάσεις καὶ ἀποτελέσματα; Ὡς τοιοῦτον μέσον νομίζω ὅτι μόνον ἡ κοινοβουλευτικὴ ἀποκέντρωσις δύναται νὰ χρησιμεύσῃ, ἥτις δὲν ἀποβλέπει εἰς περιορισμὸν τῆς πολυνομίας, διότι τοῦτο εἶναι ἀπολύτως ἀσυμβίβαστον.
§41Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Πολὺ ὀρθῶς ἐτόνισεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Εὐρυτανίας πολιτευτής, ὅτι διὰ τῆς παρ’ ἐμοῦ ὑποβληθείσης προτάσεως πρόκειται νὰ ἐνισχυθῇ τὸ ἔργον τῶν Ἐπιτροπῶν, διὰ δὲ τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς νὰ ἀποκαταστήσωμεν σοβαρότητα εἰς τὰς Ἐπιτροπὰς καὶ νὰ ἀντικαταστήσωμεν ἐν μέρει τὸν κύριον σκοπὸν τοῦ Σώματος. Κατὰ συνέπειαν καὶ ἐγὼ φρονῶ ὅτι δὲν ἐπέρχεται μείωσις τοῦ κύρους τῶν Ἐπιτροπῶν, μᾶλλον ἐνισχύονται διὰ τῆς κοινοβουλευτικῆς ἀποκεντρώσεως. Εἶμαι σύμφωνος εἰς τοῦτο, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐμποδίζηται ἡ ψήφισις νομοσχεδίων ἅτινα πρέπει ἐπιμελέστερον νὰ ἐπεξεργάζωνται. Ὅσον ἀφορᾶ τὴν ἄλλην τροπολογίαν δὲν ἔχω καμμίαν ἀντίρρησιν.
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μυλωνᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§43Α. ΜΥΛΩΝΑΣ. Ἤθελον νὰ εἴπω τὸ ἑξῆς· ὅτι ἡ πολυνομία ἥτις παρατηρεῖται βεβαίως ὑπάρχει, ὅπως εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Εὐρυτανίας πολιτευτής, διότι ἡ νομοθεσία πρέπει νὰ παρακολουθῇ τὰς ἐξελισσομένας κοινωνικὰς ἀνάγκας. Ἀλλὰ πρέπει νὰ ὁμολογήσωμεν ὅτι εἶναι ὑπερβολικὴ ἡ ἐπέμβασις τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, καὶ κατὰ τοῦτο εἶναι ὑπερβολικὴ ἡ ἐργασία τῆς Βουλῆς. Ἑπομένως καὶ ἐγὼ θὰ ἤθελον νὰ συστήσω ὅπως οἱ νόμοι συντάσσωνται ὀλιγώτερον περιπτωσιολογικοὶ καὶ τότε θὰ ἔχωμεν ὀλιγωτέρους νόμους περὶ τροποποιήσεως τῶν προγενεστέρων. Πρέπει νὰ ἀφίωνται πολλὰ θέματα καὶ λεπτομέρειαι εἰς τὴν ρύθμισιν διὰ Διαταγμάτων ἢ καὶ ὑπουργικῶν διαταγῶν, αἵτινες καὶ εὐκολώτερον μεταρρυθμίζονται. Εἶναι ἀδύνατος ἡ πρόβλεψις ὅλων τῶν περιπτώσεων καὶ λεπτομερειῶν καὶ ἀπὸ τὸν τελειότερον νομοθέτην καὶ διὰ τοῦτο ἔχομεν νόμους ἐπὶ νόμων. Ἂν περιορίσωμεν οὕτω τὴν νομοθετικὴν μηχανήν, τότε βεβαίως δὲν θὰ ὑπάρχῃ αὐτὴ ἡ πολυνομία. Ἕν ἐκ τῶν μεγαλυτέρων ἔργων τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας εἶναι καὶ ἡ ἐπεξεργασία τῶν ἐκτελεστικῶν Διαταγμάτων. Δι’ οὐσιώδη δὲ θέματα ὀρθὸν θὰ ἦτο νὰ τίθηται εἰς αὐτὸν τὸν νόμον ὡς προϋπόθεσις πρὸς ἔκδοσιν τοῦ Διατάγματος ἡ γνωμοδότησις τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας.
§44Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Μὲ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας θὰ ἔχωμεν μίαν ἐγγύησιν διὰ τὸ ἐκδοθησόμενον Διάταγμα.
§45Α. ΜΥΛΩΝΑΣ. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ἀναφέρω πρόσφατον παράδειγμα ἓν νομοσχέδιον «περὶ ὀργανώσεως τῆς ἐργασίας τῶν ἀχθοφόρων τελωνείου Πειραιῶς». Ἀποτελεῖται ἀπὸ 1–20 ἄρθρα. Ἐφόσον λοιπὸν τοιαῦτα νομοσχέδια φέρονται εἰς τὴν Βουλήν, θὰ ἔχωμεν ἀνυπόφορον πολυνομίαν.
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Θ. Κουτούπης ἔχει τὸν λόγον.
§47Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ὁ κυριώτερος λόγος τῆς φορτώσεως τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως εἶναι αἱ ἀνάγκαι τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, οἵτινες ἐπὶ τῇ ἐμπιστοσύνῃ τὴν ὁποίαν παρέχουν εἰς αὐτοὺς οἱ Ὑπουργοὶ καὶ ἡ ἀπειρία αὐτῶν εἰς τὸ νὰ κρίνωσιν, ἂν ἓν νομοσχέδιον ἔχει σκοπὸν νὰ ἐξυπηρετήσῃ πρόσωπα ἢ δημοσίαν ἀνάγκην, δημιουργεῖ τὰ νομοσχέδια αὐτά. Ἂν θελήσῃ κανεὶς νὰ ἐξετάσῃ ἓν ἕκαστον τῶν νομοσχεδίων αὐτῶν, θὰ ἴδῃ ὅτι κάθε διάταξις αὐτῶν ἔχει τοῦτον ἢ ἐκεῖνον τὸν σκοπόν. Ἀλλ’ ἂν πράγματι τὰ ὑποβαλόμενα νομοσχέδια ὑπεβάλοντο ὑπὸ τὸν αὐστηρὸν ἔλεγχον τῶν κοινοβουλευτικῶν Ἐπιτροπῶν καὶ αὗται εἰργάζοντο προσηκόντως, θὰ ἔβλεπον ποῖος εἶναι ὁ σκοπὸς ἑκάστης διατάξεως. Σχετικῶς δὲ μὲ τὴν ἔκτασιν τῶν νομοσχεδίων ἐπιτρέπεται νὰ εἴπω ὅτι εἰς τὰ πλεῖστα αὐτῶν νομοσχέδια παρουσιάζεται μία πολυλογία ἐντελῶς περιττή· διότι εἰς τὴν πολυλογίαν αὐτὴν ὑπεισέρχονται οἱ ἰδιοτελεῖς σκοποὶ ἐξυπηρετοῦντες διατάξεις εἰς τρόπον ὥστε νὰ μὴ δύναται ἡ Βουλὴ νὰ κρίνῃ ποῖον εἶναι τὸ κείμενον τὸ ὁποῖον ὑπηγόρευσεν ἡ θέλησις τοῦ νομοθέτου.
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζω ὅτι κατόπιν τῆς συζητήσεως αὐτῆς πρέπει νὰ ἀναβάλωμεν τὴν ἀπόφασιν μέχρις ἐπεξεργασίας τοῦ ἄρθρου ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς.
§49Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ποία εἶναι ἡ ἔννοια τῆς παραπομπῆς εἰς Ἐπιτροπήν;
§50Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ὑπάρχει ἀντίρρησις διὰ τὴν ψήφισιν τοῦ ἄρθρου; Ἐγὼ ἐζήτησα τὴν σύστασιν τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας. Δὲν ἐπιμένω ὅμως. Ὅπως εἶναι τὸν ἄρθρον, δὲν ἤκουσα σοβαρὰς ἀντιρρήσεις, νὰ ψηφισθῇ. Ὅσον ἀφορᾷ τὰς τροπολογίας, ἂς παραπεμφθοῦν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν αἱ τροπολογίαι, ὅπως συναρμολογηθῶσιν.
§51Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐπεκράτησεν ἡ ἀντίληψις αἱ τροπολογίαι νὰ ψηφίζωνται μαζὶ μὲ τὸ ἄρθρον.
§52Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Κατ’ ἀρχὴν παραδεχόμεθα τὸ ἄρθρον μὲ τὰς τροπολογίας καὶ τὸ παραπέμπομεν διὰ τὴν διατύπωσιν εἰς τὴν Ἐπιτροπήν.
§53Δ. ΚΑΛΚΑΝΔΗΣ. Νομίζω, κ. Πρόεδρε, ὅτι εἶναι ἀντικανονικὸν καὶ σόλοικον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὑπεστήριξαν οἱ κύριοι ἀρχηγοὶ τῶν διαφόρων ἀποχρώσεων. Δηλαδὴ εἶπον ὅτι οἱ νόμοι εἶναι δύο κατηγοριῶν· ἡ πρώτη κατηγορία ἡ ἐπίσημος καὶ ἡ δευτέρα ἡ μὴ ἐπίσημος, καὶ ὅτι ἡ δευτέρα καλὸν θὰ ἦτο νὰ παραπέμπηται εἰς ἐπιτροπήν. Ἀλλὰ γνωρίζομεν ποίαν ἐργασίαν κάμνουν σήμερον αἱ Ἐπιτροπαί. Κατ’ ἐμὲ τίποτε. Δὲν ἔχομεν δὲ τὸν ὑπεύθυνον. Διὰ τοῦτο ἤθελον νὰ προτείνω τὸ ἑξῆς: Ἂν εἶναι δυνατόν, νὰ ἐγκρίνῃ τὰ ἑκάστοτε ὑπηρεσιακὰ νομοσχέδια καὶ διατάξεις ἡ Κυβέρνησις, ἀφοῦ προηγουμένως λάβουν τὴν βάσανον τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας. Τότε πλέον θὰ ἔχωμεν μίαν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία ὁπωσδήποτε θὰ ἔχῃ κάποιαν εὐθύνην, ἐνῷ διὰ τοῦ τρόπου ὁ ὁποῖος προτείνεται, καταργεῖται ἡ βάσανος τῶν νόμων, δηλαδὴ δὲν ἔχομεν νόμον, ἀλλ’ ἔχομεν μίαν εἰσήγησιν ἑνὸς ἐκ τῶν κ. κ. Ὑπουργῶν, τὴν εἰσήγησιν αὐτὴν τὴν παίρνει ἡ Ἐπιτροπή, ἡ ὁποία δὲν ἐργάζεται καὶ ἀμέσως ἔχομεν νόμον. Οὕτως ἔχομεν δύο νόμους, τὸν νόμον τὸν καλὸν καὶ τὸν νόμον τὸν προνομιακόν. Διὰ τοῦτο προτείνω νὰ ἐγκρίνουν τὰ νομοσχέδια οἱ κ. κ. Ὑπουργοί, ἀφοῦ προηγουμένως ὑποστοῦν τὴν βάσανον τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας.
§54Ι. ΜΑΜΑΗΣ. Νομίζω ὅτι εἰς τὸ ἄρθρον 28 περιλαμβάνεται τὸ ἄρθρον 57 καὶ τὸ ἄρθρον 48· ἀλλὰ δὲν γίνεται μνεία καὶ ζητῶ μίαν ἐξήγησιν. Τί συμβαίνει ἐδῶ; Τὸ ἄρθρον 48 λέγει ὅτι τὰ στέμματα τῆς Ἑλλάδος καὶ ἄλλης οἱασδήποτε Ἐπικρατείας δὲν δύνανται νὰ συνενωθῶσιν ἐπὶ τῆς αὐτῆς κεφαλῆς. Ἤθελον νὰ μάθω διατί ἐξῃρέθη τὸ ἄρθρον αὐτὸ καὶ πῶς. Δὲν πρόκειται περὶ στέμματος· πρόκειται περὶ ἑνός, ὁ ὁποῖος θὰ ἐκπροσωπῇ τὴν Ἑλλάδα.
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ σᾶς δώσω ἐγὼ τὴν ἐξήγησιν. Τὸ ἄρθρον 57 εἶναι τὸ παλαιὸν ἄρθρον, τὸ ὁποῖον τροποποιεῖται. Τὸ ἄρθρον 48 εἶναι μία ἄλλη ἐργασία τῆς Ἐπιτροπῆς.
§56Ι. ΜΑΜΑΗΣ. Εἰς τὸ ἄρθρον 28 περιλαμβάνονται τὸ 57 καὶ τὸ 48;
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι. Τὸ 48 εἶναι τοῦ προσχεδιάσματος.
§58Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ προτείνω, κ. Πρόεδρε, νὰ σταλῇ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν διὰ νὰ συναρμολογηθῇ. Ἔληξεν ἡ συζήτησις.
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἀναβάλλεται ἡ ἐπιψήφισις τοῦ ἄρθρου 27 ἕως ὅτου ἡ συνταγματικὴ Ἐπιτροπὴ προσκομίσῃ ἔκθεσιν ἐπὶ τῶν τροπολογιῶν καὶ διατυπώσῃ τὸ ἄρθρον.
§60Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Νὰ ταχθῇ καὶ μία προθεσμία εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν 48 ὡρῶν· νομίζω ὅτι φθάνει.
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Ἄρθρον 28 (ἀναγινώσκεται). Ὁ κ. Δουζίνας ἔχει νὰ ἀναπτύξῃ δύο τροπολογίας.
§62Γ. ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ἔχω ὑποβάλει δύο τροπολογίας εἰς τὸ ἄρθρον αὐτὸ διὰ δύο περιπτώσεις. Τὸ Σύνταγμα ἀναγράφει ρητῶς ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται νὰ γίνῃ τι ἄνευ νόμου προκειμένου περὶ ποινῆς καὶ προκειμένου περὶ φόρου. Ἀναγράφεται ρητῶς ὅτι φόρος δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἐπιβάλληται ἄνευ νόμου. Εἰς τὸ παρελθὸν ὅμως ἔχομεν παραδείγματα, ὅπου ὑπεβλήθησαν φόροι κατὰ νομοθετικὴν ἐξουσιοδότησιν, δηλαδὴ διὰ νομοθετικῶν Διαταγμάτων. Ἠμφισβητήθη τὸ κῦρος τῶν τοιούτων νομοθετικῶν Διαταγμάτων, τὸ Ἀνώτερον ὅμως Δικαστήριον εἶπεν ὅτι ὅπως εἶναι διατυπωμένον τὸ ἐν ἰσχύϊ ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον ἐπαναλαμβάνεται διὰ τοῦ ἄρθρου 28, δικαιοῦται ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία κατὰ νομοθετικὴν ἐξουσιοδότησιν νὰ ἐκδίδῃ τοιούτου εἴδους Διατάγματα. Νομίζω ὅτι εἶναι ἀπόλυτος ἀνάγκη τὸ τοιοῦτον δικαίωμα νὰ ἀφαιρεθῇ ἀπὸ τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν. Ἔχει γίνει εὐρυτάτη συζήτησις διὰ τὴν ἔκδοσιν τῶν νομοθετικῶν Διαταγμάτων καὶ διὰ τὸν περιορισμὸν αὐτῶν. Ἐνταῦθα μάλιστα ἔγινε συζήτησις καὶ ἐζητεῖτο περιορισμὸς τοῦ δικαιώματος ἐπὶ πλείστων ἄλλων ζητημάτων, οὐχὶ δὲ καὶ προκειμένου περὶ φόρων, ἐνῷ εἶναι ἀπὸ τὰ ζητήματα τὰ ζωτικώτερα, τὰ ὁποῖα θίγουν ἀμέσως τὸν λαὸν καὶ τὰ ὁποῖα ἔχουν ἀνάγκην εὐρυτάτης συζητήσεως, τῆς ὁποίας δὲν εἶναι ἱκανὴ ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀναλάβῃ τὴν εὐθύνην τῆς παραλείψεως. Νομίζω λοιπὸν ὅτι ἀναθεωρουμένου τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ πρέπει νὰ προστεθῇ ἡ παράγραφος ὅτι ἐπιβολὴ φόρου κατὰ νομοθετικὴν ἐξουσιοδότησιν ἀπαγορεύεται ἀπολύτως. Ὑπεστηρίχθη ὅτι δὲν ἔχει τοιοῦτον δικαίωμα ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία, ἐν τούτοις, ἀφοῦ ἔχομεν νομολογίαν τῶν ἀνωτέρων δικαστηρίων, ὅτι τὸ τοιοῦτον δικαίωμα ἀνήκει εἰς τὴν Κυβέρνησιν, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ σεβασθῶμεν τὴν γνώμην τῶν δικαστηρίων. Ὡς εἶναι διατυπωμένον τὸ ἄρθρον ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ σκεφθῇ καὶ νὰ ἀπαγορεύσῃ τὸ τοιοῦτον δικαίωμα πολλῷ μᾶλλον, ἀφοῦ τὸ πνεῦμα τῆς Βουλῆς εἶναι νὰ ἀπαγορεύσῃ ἀπὸ τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν νὰ ἐκδίδῃ νομοθετικὰ Διατάγματα καὶ δι’ ἄλλα ζητήματα. Ἐγὼ νομίζω ὅτι ὅπως καὶ διὰ τὴν ἄλλην περίπτωσιν, τὴν περὶ ποινῆς, δὲν ἔχει ἀνάγκην κἂν προσθήκης καὶ ὅτι ἡ ἑρμηνεία, ἡ ὁποία ἔχει δοθῇ, δὲν εἶναι ἡ προσήκουσα εἰς τὰ ἄρθρα αὐτὰ τοῦ Συντάγματος, ἐν τούτοις ἐπειδὴ τοιαῦται ἐπεκράτησαν ὁμολογίαι ὀφείλει νὰ λύσῃ καὶ τὸ ζήτημα τοῦτο ἡ Συνέλευσις καὶ νὰ ἀπαγορεύσῃ τὴν κατὰ νομοθετικὴν ἐξουσιοδότησιν ἐπιβολὴν φόρου. Βλέπετε τί κοινωνικὸν σάλον δημιουργεῖ ἡ ἐπιβολὴ φόρου. Ἂν ἐπιτρέψωμεν νὰ ἔχῃ ἡ Κυβέρνησις τὸ δικαίωμα αὐτὸ βεβαίως δὲν ἀμυνόμεθα τῶν κοινωνικῶν ζητημάτων, τὰ ὁποῖα δημιουργοῦνται ἐκ τῆς ἐπιβολῆς. Αὐτὴ εἶναι ἡ πρώτη τροπολογία. Ἡ δευτέρα τροπολογία μου εἶναι εἰς τὸ τέρμα τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ. Τὸ ἄρθρον αὐτὸ τελειώνει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Οὐδεὶς νόμος.... κλπ». Ὡς εἶναι γνωστόν, ἅμα κατατεθῇ ἓν τοιοῦτον σχέδιον νόμου, ἀρχίζει ἀμέσως καὶ ἡ εἴσπραξις τῶν δασμῶν. Ἀλλ’ ἔρχεται ἡ Κυβέρνησις καὶ δὲν ἐπιδιώκει τὴν ἐπιψήφισιν ἑνὸς τοιούτου νόμου καὶ ἐρωτᾶται· τί γίνονται ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εἰσεπράχθησαν; Ἡ πρᾶξις ἀπέδειξεν ὅτι οὐδέποτε ἐπεστράφησαν, ἐγεννήθη δὲ τὸ ζήτημα ἀπὸ ποῖον θὰ εἰσπραχθῶσι καὶ ἐπειδὴ εὑρέθη αὐτὸ τὸ ἐμπόδιον ἐθεωρήθη ὡς ἁπλούστερος τρόπος νὰ μὴ ἐπιστρέφωνται εἰς οὐδένα. Νομίζω ὅτι πρέπει νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα αὐτὸ καὶ νὰ ὑποχρεώσωμεν νὰ γίνηται ἡ ἐπιστροφὴ αὐτή, ὁ νόμος δὲ ὁ ψηφισθησόμενος θὰ εὕρῃ τὸν τρόπον καὶ τὰς μεθόδους κατὰ τὰς ὁποίας θὰ γίνῃ ἡ ἐπιστροφὴ τῶν χρημάτων.
§63Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Τὴν στιγμὴν καθ’ ἣν ὁ καταβάλλων τὸν φόρον δὲν εἶναι ὁ ὑφιστάμενος τὸ βάρος οὔτε οἱ καταναλωταὶ τῶν τοιούτων εἰδῶν, τὰ ὁποῖα ἐφορολογήθησαν, κατ’ οὐδένα λόγον εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ κἂν συζήτησις περὶ ἐπιστροφῆς τῶν τοιούτων φόρων. Πρέπει νὰ γνωρίζῃ κανεὶς τὰ ζητήματα τῆς ἐπιβολῆς τῶν φόρων διὰ νὰ ἐννοήσῃ ὅτι ὁ πληρώνων τὸν φόρον δὲν εἶναι καὶ ὁ ὑφιστάμενος αὐτόν.
§64Γ. ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Τότε ποία εἶναι ἡ ἔννοια, κύριοι πληρεξούσιοι, τῆς ὑποχρεώσεως νὰ ἐπιβάλλῃται ἡ εἴσπραξις πρὸ τῆς ψηφίσεως τοῦ νόμου καὶ τὸ δικαίωμα τῆς Βουλῆς νὰ ἀκυρώνῃ τοῦτον;
§65Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Οἱ τοιοῦτοι νόμοι πρέπει νὰ ψηφίζωνται ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον διὰ νὰ μὴ ἐπιβαρύνηται μία πρᾶξις.
§66Γ. ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ὄχι. Ἐπὶ τῇ προβλέψει ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ψηφισθῇ τοιοῦτος νόμος ἡ Κυβέρνησις ὑποβάλλει τὸ σχέδιον αὐτοῦ τοῦ νόμου καὶ ἀρχίζει ἡ εἴσπραξις, ἔρχεται δὲ ἡ Βουλή, ἡ ὁποία λέγει ὅτι δὲν ἐγκρίνω τὴν πρᾶξιν αὐτὴν τὴν Κυβερνητικήν, δὲν ἐγκρίνω τὸ σχέδιον νόμου διότι εἶναι ἀντισυνταγματικόν, εἴτε διότι δὲν πρέπει καὶ δὲν εἶναι σκόπιμον νὰ ἐπιβληθῇ φόρος εἰς τὰ ἀντικείμενα ἐκεῖνα, εἴτε δὲν θὰ εἰσπραχθῇ ὁ φόρος ἀπὸ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εἶναι εὐφυέστεροι ἢ χειρότεροι μὲ ποῖον λόγον θὰ ὑποστηρίξωμεν ὅτι ἔχει τὸ δικαίωμα τὸ Κράτος νὰ παρακρατήσῃ ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι θὰ ὑπάρξῃ δυσκολία τῆς ἐπιστροφῆς τοῦ χρήματος; Σήμερον ὅμως ἡμεῖς δημιουργοῦντες γενικὴν γραμμὴν ἔχομεν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ λύσωμεν τὴν γενικὴν γραμμὴν τῆς ἐπιστροφῆς τῶν χρημάτων.
§67Δ. ΜΑΡΓΕΤΗΣ. Εἶναι ἀδύνατον.
§68Γ. ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Τότε νὰ μὴ γίνεται ἡ εἴσπραξις προτοῦ ψηφισθῇ ὁ νόμος. Ἐγὼ δὲν τὸ εὑρίσκω ἀδύνατον, εἶναι δυνατώτατον καὶ δύναται νὰ γίνῃ. Ἐφόσον τὸ εὑρίσκετε ἀδύνατον τότε μὴ εἰσπράττετε χωρὶς διάταξιν νόμου. Αὐτὰς τὰς δύο τροπολογίας εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως καὶ νομίζω ὅτι θὰ γίνῃ ἡ προδιαδικασία τῆς ἐκτυπώσεως καὶ ἡ διανομὴ εἰς αὐτήν.
§69Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἔχουσι τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ.
§70Γ. ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον διαιρετῶς νὰ θέσῃ ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως τὸ αʹ καὶ τὸ βʹ θέμα. Συνεζήτησα μαζὶ καὶ τὰς δύο τροπολογίας διὰ νὰ μὴ ἀπασχολήσω τὴν Συνέλευσιν ἐπὶ πολύ· τὸ αʹ θέμα τῆς ἀπαγορεύσεως διὰ νομοθετικῆς ἐξουσιοδοτήσεως ἐπιβολῆς φόρου καὶ τὸ βʹ τῆς ἐπιστροφῆς τῶν κακῶς εἰσπραχθέντων.
§71Γ. ΚΙΑΓΙΑΣ. Ἔχω καὶ ἐγὼ τὴν γνώμην, κύριοι πληρεξούσιοι, ὅτι προκειμένου περὶ ἑνὸς τόσον σοβαροῦ ζητήματος οἷον εἶναι ἡ ἐπιβάρυνσις τοῦ λαοῦ διὰ νέων φόρων, πρέπει ἡ διατύπωσις τοῦ ἄρθρου 28 νὰ γίνῃ ἔτι μᾶλλον σαφεστέρα. Διότι ὡς εἶναι διατετυπωμένον τὸ ἄρθρον ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς, ἀναμφισβητήτως δὲν ἀποκλείει τὴν νομοθετικὴν ἐξουσιοδότησιν. Ἐν προκειμένῳ περὶ ἄλλων ἀντικειμένων τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας ὅλοι φωνάζομεν ὅτι πρέπει τὸ δικαίωμα αὐτὸ νὰ ἀποκλεισθῇ ἀπὸ τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, προκειμένου δὲ περὶ φόρου, περὶ τόσον σοβαροῦ ζητήματος, φρονῶ ὅτι πρέπει νὰ εἴμεθα περισσότερον αὐστηροί. Εἰς παρερμηνείαν τοῦ ἄρθρου τούτου, κύριοι πληρεξούσιοι, ἔδωκεν ἀφορμὴν καὶ ἡ παλαιὰ διατύπωσις τοῦ προηγουμένου Συντάγματος, διατύπωσις τοῦ ἄρθρου τούτου ἡ ὁποία εἶχε διατυπωθῆ ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Οὐδεὶς φόρος ἐπιβάλλεται, ἂν δὲν ψηφισθῇ προηγουμένως ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ κυρωθῇ ὑπὸ τοῦ Βασιλέως». Κατόπιν ἡ διάταξις αὕτη ἐτροποποιήθη καὶ ἐτέθη ὅπως φέρεται καὶ σήμερον εἰς τὸ νέον Σύνταγμα. Τοῦτο ἔδωκεν ἀφορμὴν νὰ ἑρμηνευθῇ ὅτι διὰ τῆς λέξεως «νόμος» δὲν ἀποκλείεται ἡ νομοθετικὴ ἐξουσιοδότησις, τοιαύτην δὲ ἀπόφασιν ἐξέδωκεν ὁ Ἄρειος Πάγος τὸ 1915 ὑπ’ ἀριθμὸν 84. Ἐφόσον δὲ δίδεται τοιαύτη ἑρμηνεία εἰς τὴν λέξιν «νόμος», πρέπει σαφῶς νὰ καθορισθῇ εἰς τὴν συνταγματικὴν αὐτὴν διάταξιν ὅτι ἀποκρούεται ἡ νομοθετικὴ ἐξουσιοδότησις. Προκειμένου περὶ τοῦ τρόπου τῆς εἰσπράξεως τοῦ φόρου, περὶ τοῦ φορολογιστέου ἀντικειμένου καὶ περὶ τοῦ ποσοστοῦ τοῦ φόρου, δέον νὰ τὸ ἀποκλείσωμεν σαφῶς ἀπὸ τοῦ Συντάγματος καὶ τότε θὰ ἦτο δυνατὸν ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία δι’ ἑνὸς Διατάγματος νὰ ρυθμίζῃ ὅλα αὐτὰ τὰ ἀντικείμενα. Τοῦτο δὲ τονίζω· ὅτι ὀφείλομεν ἀπολύτως νὰ ἀπαγορεύσωμεν. Διὰ τὸν λόγον αὐτὸν εἶμαι καὶ ἐγὼ σύμφωνος μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου προλαλήσαντος, ὅτι δέον νὰ τεθῇ εἰς τὸ Σύνταγμα ὅτι ἀπαγορεύεται ἡ νομοθετικὴ ἐξουσιοδότησις. Νὰ διατυπωθῇ δὲ ὡς ἦτο καὶ εἰς τὸ παλαιότερον ἄρθρον, ὅτι δηλαδὴ οὐδεὶς φόρος ἐπιβάλλεται, οὔτε εἰσπράττεται, ἂν προηγουμένως δὲν ψηφισθῇ ὑπὸ τῶν νομοθετικῶν Σωμάτων. Καὶ ταῦτα μὲν ὅσον ἀφορᾷ τὴν πρώτην τροπολογίαν τοῦ πρώτου ἐδαφίου τοῦ ἄρθρου 28. Προκειμένου δὲ περὶ τοῦ δευτέρου ἐδαφίου φρονῶ καὶ ἐγώ, κύριοι πληρεξούσιοι, ὅτι δὲν πρέπει νὰ δώσωμεν τοιοῦτον δικαίωμα εἰσπράξεως φόρων πρὶν τὸ νομοσχέδιον ψηφισθῇ καὶ καταστῇ νόμος τοῦ Κράτους. Ἦλθον πρὸ ὀλίγου ἀπὸ τὴν ἐπαρχίαν μου καὶ ἤκουσα δικαίαν διαμαρτυρίαν, διότι ἡ Συνέλευσις ἐψήφισεν ἓν νομοσχέδιον κατὰ τὸ ὁποῖον ἐχαρίζοντο ὡρισμένοι φόροι, τοὺς ὁποίους ἄλλοι φορολογούμενοι ἐπλήρωσαν. Δίδετε λοιπόν, μοὶ ἔλεγον, εἰς τὴν κακοήθειαν βραβεῖον. Βραβεύετε, μοὶ ἔλεγον οἱ πολῖται, τοὺς δυστροποῦντας ὀφειλέτας καὶ ἀπὸ ἡμᾶς τοὺς ἄλλους λαμβάνετε ὅ,τι ἐλάβετε; Φαντασθῆτε λοιπὸν τί θὰ συμβῇ, ἂν δώσωμεν τὸ δικαίωμα νὰ εἰσπράττηται εἷς φόρος καὶ κατόπιν τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ δὲν ἀποβῇ νόμος τοῦ Κράτους. Θὰ φωνάξῃ ὁ λαὸς ὅτι εἰσπράττετε φόρους χωρὶς λογισμόν, χωρὶς καμμίαν συνέπειαν, χωρὶς καμμίαν συναρμογήν, διότι ἔτσι θέλετε νὰ μᾶς καταπιέζητε. Διότι ὅλα αὐτὰ τὰ ἀντικείμενα τὰ σχέσιν ἔχοντα μὲ τὴν φορολογίαν παρεξηγοῦνται καὶ κρίνονται κατὰ τὸν αὐστηρότερον τρόπον. Δέον ἑπομένως νὰ τροποποιηθῇ ἡ σχετικὴ διάταξις καὶ νὰ ἀπαγορευθῇ ἡ εἴσπραξις φόρου ἀπολύτως πρὶν ἢ τὸ νομοσχέδιον καταστῇ νόμος τοῦ Κράτους. Διότι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἂν μείνῃ ἡ διάταξις ἡ σχετικὴ ὅπως ἔχει, δὲν εἶναι βέβαια δυνατὸν νὰ ζητήσωμεν κατόπιν νὰ ἐπιστραφῇ ὁ φόρος, διότι, καθὼς ὀρθῶς ὑπεστήριξεν ὁ ἀξιότιος συνάδελφος κ. Κουτούπης, εἶναι ἀδύνατον νὰ ζητήσωμεν τὴν ἐπιστροφὴν φόρου, ἐφόσον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γνωρίζωμεν τὸν φορολογούμενον, διότι οἱ ἔμμεσοι φόροι ἔχουσι τοῦτο τὸ ἰδιάζον· νὰ ἐπιπίπτωσι κατόπιν ἐπὶ τοῦ φορολογουμένου λαοῦ καὶ νὰ ἀγνοῆται τίς εἶναι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος κατέβαλε τὸν φόρον. Ἂν ἑπομένως ζητήσητε νὰ ἐπιστραφῇ ὁ φόρος, τότε θέλετε καθιερώσει ἕνα νόμον προνοοῦντα ὑπὲρ τῶν εἰσαγωγέων, ὑπὲρ τῶν ἐμπόρων καὶ εἰς βάρος τοῦ πτωχοῦ λαοῦ, ὁ ὁποῖος ἤδη τὸν ἐπλήρωσεν. Θὰ πληρώσῃ λοιπὸν δύο φόρους ὁ λαός· τὸν ἕνα φόρον τὸν ὁποῖον πληρώνει εἰς τὸν ἔμπορον καὶ τὸν ἄλλον φόρον, τὸν ὁποῖον θὰ ἐπιστρέψῃ εἰς τὸν εἰσαγωγέα, εἰς τὸν μεγαλέμπορον, δὲν γνωρίζω ποῖον.
§72Γ. ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ἐγὼ ἐζήτησα τὸ ἔλασσον, ἀλλὰ δὲν ἔχω κανένα λόγον νὰ ἀποκρούσω τὸ μεῖζον, τὸ ὁποῖον ζητεῖτε σεῖς.
§73Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἔχετε γνῶσιν τῆς ἱστορίας τοῦ θέματος; Γνωρίζετε διατί ἔγινεν αὐτό;
§74Γ. ΚΙΑΓΙΑΣ. Μάλιστα. Διότι ὅταν κατατίθεται ἓν νομοσχέδιον φορολογικὸν εἰς τὴν Βουλήν, οἱ ἔμποροι ἐπιβαρύνουν ἀμέσως τὸ ἐμπόρευμά των.
§75Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶναι αὐτό. Ἦτο τόσον μεγάλη ἡ ἀνάγκη νὰ προληφθοῦν αἱ καταχρήσεις, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο ἀπὸ τοὺς ἐμπόρους, ὅταν ὑπεβάλλετο ἓν φορολογικὸν νομοσχέδιον καθιεροῦν δασμοὺς καὶ τόσον μεγάλη ἡ ἀνάγκη νὰ προληφθοῦν αἱ παράνομοι ἐνέργειαι καὶ αἱ μέριμναι ὅπως ἐπιβραδυνθῇ ἡ ψήφισις τοῦ νομοσχεδίου διὰ νὰ παρασχεθῇ περισσότερος χρόνος καὶ ἐν τῷ μεταξὺ νὰ λάβουν τὴν εὐκαιρίαν νὰ εἰσαγάγουν μὲ ἠλαττωμένον δασμὸν ἐμπορεύματα εἰς βάρος καὶ τῶν καταναλωτῶν καὶ τοῦ Κράτους, ὥστε ὁ ἀείμνηστος Τρικούπης πρῶτος ἠναγκάσθη νὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον, ὅπερ ἐγένετο νόμος, ὥριζε δὲ ὅτι ἅμα ὡς εἰσαχθῇ νομοσχέδιον καθιεροῦν δασμόν, ὁ εἰσαγωγικὸς δασμὸς εἰσπράττεται ἀμέσως. Ἐφιλονεικήθη τότε τὸ συνταγματικὸν κῦρος τοῦ νόμου τοῦ Τρικούπη καὶ συνεζητήθη πολὺ τὸ ζήτημα, ἀλλ’ ὁ νόμος ἴσχυσεν ἐπὶ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν. Κατὰ τὸ 1911, διὰ νὰ ἀρθῇ ἡ θεωρητικὴ συζήτησις περὶ τοῦ συνταγματικοῦ ἢ μὴ τοῦ νόμου, καίτοι τὰ δικαστήρια, ἀποβλέποντα εἰς τὴν οὐσίαν, εἶπον ὅτι ἦτο συνταγματικὸς ὁ νόμος, ἐτέθη κατὰ πρότασιν τοῦ ἀειμνήστου Δραγούμη, ἐν τῷ Συντάγματι ἡ σχετικὴ διάταξις. Εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατον νὰ καταργήσωμεν τὴν διάταξιν αὐτήν.
§76Γ. ΚΙΑΓΙΑΣ. Θὰ ἠδυνάμεθα νὰ καθιερώσωμεν ἐν τῷ Συντάγματι ὅτι ἓν νομοσχέδιον καθιεροῦν εἰσαγωγικὸν δασμὸν πρέπει νὰ ψηφίζηται ἐντὸς ὡρισμένης προθεσμίας.
§77Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ὄχι διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εὑρεθῇ κανεὶς τρόπος κυρώσεως τῆς διατάξεως αὐτῆς, τὴν ὁποίαν θὰ θέσητε εἰς τὸ Σύνταγμα. Καὶ ὁ λόγος εἶναι ἁπλοῦς· ὅτι δὲν ὑπάρχει κανὲν δικαστήριον ὑπεράνω τοῦ κυριάρχου Σώματος. Ὥστε, ἂν τὸ κυρίαρχον Σῶμα ἀφήσῃ τὰς προθεσμίας νὰ παρέλθουν, νὰ κρίνῃ τὸ δικαστήριον ἐκεῖνο. Ἂν συνέβη ὥστε νὰ καταβληθοῦν μερικοὶ φόροι ἅπαξ ἢ δὶς καὶ νὰ μὴ ἀναληφθοῦν, τοῦτο εἶναι λάθος τῆς νομοθετικῆς ἢ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Δὲν πρέπει, διότι ἅπαξ ἢ δὶς δὲν συνέπεσε νὰ διορθώσῃ τὸ Κράτος ἄτοπον προκύψαν ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς ὀρθοῦ θεσμοῦ, δὲν πρέπει διὰ τοῦτο καὶ μόνον νὰ τὸν καταργήσωμεν. Θὰ ὡμοιάζωμεν πρὸς τοὺς ἀνθρώπους οἱ ὁποῖοι, ἀντὶ νὰ καταστρέφουν τὰ μικρόβια τοῦ δένδρου, κόπτουν αὐτὸ τὸ δένδρον. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον ἔθιξεν ὁ κ. Δουζίνας, συνεζητήθη καὶ ἀλλαχοῦ, καὶ ἐνταῦθα ἐγένετο μακρὰ συζήτησις. Εἶναι δὲ σήμερον ὁμόθυμος πανταχοῦ ἡ γνώμη ὅτι ἐπιτρέπεται ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία νὰ μεταβιβάζῃ τὰ δικαιώματά της εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν. Ἀλλ’ ὅλοι συγχρόνως παραδέχονται, καὶ πολιτικοὶ καὶ συνταγματολόγοι, ὅτι τῆς μεταβιβάσεως ταύτης δέον νὰ γίνηται σπανιώτατα χρῆσις εἰς ὅλως ἐξαιρετικὰς περιστάσεις.
§78Γ. ΚΙΑΓΙΑΣ. Διὰ τὴν φορολογίαν πρέπει νὰ τὸ ἀποκλείσωμεν αὐτό.
§79Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἡ συνταγματικὴ Ἐπιτροπὴ εἰς τὸ ἄρθρον 49 ἀνέγραψεν ὅτι μετέχουν καὶ αἱ κοινοβουλευτικαὶ Ἐπιτροπαί. Δεδομένου δὲ τῆς ἀτελείας τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας ὁ τρόπος τῆς ἐκδόσεως Διαταγμάτων διὰ τῶν κοινοβουλευτικῶν Ἐπιτροπῶν εἶναι ὁ καλύτερος. Αὐτὸς ὁ τρόπος ἔχει σχέσιν καὶ μὲ τὰ προγενέστερα ζητήματα τῶν ὑπηρεσιακῶν νομοσχεδίων, περὶ τῶν ὁποίων ὡμίλησεν ὁ κ. Παπαναστασίου καὶ προσφέρει καὶ μίαν ὀρθὴν λύσιν.
§80Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Τοῦτο εἶναι μία λύσις ἐπὶ πλέον. Ἀλλὰ πρέπει νὰ ὁμολογήσωμεν ὅτι καὶ ἡ χρῆσις ἡ ὑπέρμετρος τῶν Διαταγμάτων περιεχόντων κανόνας νόμων, ἐκδιδομένων μετὰ ἐξουσιοδότησιν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, παρ’ ἡμῖν ἔγινεν εἰς ἐποχὰς ἀληθῶς ἀνωμάλους καὶ ἄνευ ἐξουσιοδοτήσεως πλειστάκις. Πρέπει νὰ ὁμολογήσωμεν ὅτι ὁ πολιτικὸς βίος τῆς Χώρας ἦτο ἀνωμαλώτατος κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη.
§81Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Δὲν ὑπηγόρευσαν πραγματικαὶ ἀνάγκαι τὴν ἔκδοσιν τῶν Διαταγμάτων.
§82Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἂν ἐλειτούργει καλῶς ὁ πολιτικὸς βίος τῆς Χώρας, θὰ ἦτο ἀδύνατον νὰ ἐκδίδωνται τοιαῦτα Διατάγματα. Ἐφόσον δὲ κατὰ τὸ πλεῖστον ἦτο ἐπαναστατικὸς ὁ πολιτικὸς βίος τῆς Χώρας καὶ ἂν ὑπῆρχεν εἰς τὸ Σύνταγμα μία τοιαύτη διάταξις, τίποτε δὲν θὰ ἐκώλυε νὰ καταργηθῇ ἐπαναστατικῶς ἡ διάταξις αὕτη. Τὰ Συντάγματα ῥυθμίζουν τὸν κανονικὸν βίον τῆς Χώρας καὶ ὄχι τὸν βίον τὸν ἐν ἐπαναστάσει. Θὰ ἤθελον, ὅπως καὶ ἄλλοτε εἶχον προτείνει εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν, νὰ τεθῇ προθεσμία δημοσιεύσεως ἀπὸ τῆς ψηφίσεως τοῦ νόμου, καὶ τοῦτο ἀναφέρεται εἰς τὸ προσχεδίασμα τῆς Ἐπιτροπῆς τῶν τεσσάρων μελῶν. Δηλαδὴ τὸν νόμον αὐτὸν νὰ εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ τὸν δημοσιεύσῃ τάχιστα ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία, νὰ μὴ ἀναμείνῃ νὰ λήξῃ ἡ Σύνοδος. Δὲν ἔχομεν δὲ ἤδη καὶ τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος τὴν παλαιάν, κατὰ τὴ ὁποίαν δὲν ἦτο δυνατὸν ἡ Σύνοδος νὰ ἦτο μικροτέρα τῶν ἕξ μηνῶν. Λοιπὸν ἐψηφίσθη ὁ νόμος. Ὀφείλει ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ἐντὸς δέκα ἡμερῶν νὰ τὸν δημοσιεύσῃ.
§83Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Καὶ ὁ χρόνος ἀπὸ τῆς ὑποβολῆς μέχρι τῆς ψηφίσεως πρέπει νὰ περιορισθῇ ἵνα μὴ γίνῃ κατάχρησις.
§84Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἔχω ἀντίρρησιν καὶ ἐκεῖ νὰ θέσωμεν μίαν προθεσμίαν. Ἂς τεθῇ νὰ ψηφίζωνται ἐντὸς δέκα ἡμερῶν ἀπὸ τῆς ψηφίσεως.
§85Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Νὰ ὑπάρχουν καὶ συνέπειαι τῆς παραβιάσεως.
§86Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Αἱ συνέπειαι τῆς παραβιάσεως δὲν εἶναι τίποτε. Τὰ Συντάγματα περιέχουν διατάξεις τινάς, τὰς ὁποίας ἀλλοῦ ἀπεκάλεσαν διακοσμητικάς. Εἶναι δηλαδὴ πρὸς Δημόνικον παραίνεσις, συνεπῶς καὶ ἡ προθεσμία ψηφίσεως θὰ εἶναι μᾶλλον μία παραίνεσις.
§87Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Προθεσμία ἵνα ψηφισθῇ εἷς νόμος εἶναι δύσκολος.
§88Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Δύσκολος ἀπολύτως καὶ νὰ μὴ τεθῇ.
§89Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ὅτι εἶναι δύσκολον τὸ εἶπον. Ἂς μὴ τεθῇ.
§90ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Γρηγορίου ἔχει τὸν λόγον.
§91Σ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ. Καὶ ἐγὼ θὰ ἤθελον νὰ προσθέσω δύο λέξεις ἐν σχέσει μὲ τὸ ὑπὸ ὑπὸ συζήτησιν θέμα τὸ ἀφορῶν τὴν ἀντίρρησιν τὴν γεννηθεῖσαν ἐκ μέρους τοῦ κ. ἐκ Τροιζηνίας πληρεξουσίου ὅσον ἀφορᾷ τὴν μὴν ἐπιβολὴν φόρου διὰ νομοθετικῶν Διαταγμάτων. Δὲν νομίζω ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ ἀποδεκτή, ὅπως καὶ προηγουμένως ἀνέφερεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, καὶ δι’ ἕνα λόγον οὐσιαστικόν, τὸν καὶ σοβαρώτερον, ἀλλὰ καὶ δι’ ἕνα τυπικόν, διὰ τὸν ὁποῖον θὰ ἐνόμιζον ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ γίνῃ ἡ παροῦσα συζήτησις ὄχι εἰς τὸ ἄρθρον αὐτό, ἀλλ’ εἰς τὸ κεφάλαιον περὶ ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Ὅ,τι ἐνδιαφέρει νὰ τονισθῇ εἶναι τοῦτο· ὅτι εἰς νόμους πολυπλόκους, οἱ ὁποῖοι ἔχουν πλείστας διατάξεις, τὰ πολυμελῆ Σώματα εἶναι ἀνίκανα νὰ προβαίνωσιν ἐπακριβῶς εἰς τὴν διατύπωσιν ὅλων τῶν λεπτομερειακῶν διατάξεων αὐτῶν. Ἐν τῇ ἐξελίξει τῆς κρατικῆς μηχανῆς ἀναμφισβητήτως ὁ τύπος τοῦ Διατάγματος ἔχει μεγαλυτέραν ὑπεροχὴν ἀπέναντι τοῦ τύπου τοῦ νόμου. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον καὶ οἱ νόμοι περιλαμβάνουν γενικὰς διατάξεις, τὰ δὲ Διατάγματα περιλαμβάνουν τὰς λεπτομερείας καὶ τοὺς δευτερεύοντας κανόνας, οἱ ὁποῖοι θὰ ρυθμίσουν ὅλην τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου. Συνεπῶς τὸ Διάταγμα ἐνέχει μεγαλυτέραν σημασίαν ἀπὸ ἀπόψεως λεπτομερειῶν ἀπὸ τὸν νόμον ὁ ὁποῖος περιέχει τὰς γενικὰς διατάξεις. Ἡ ἐπιβολὴ τοῦ φόρου ἄλλως τε στηρίζεται ὅτι εἶναι μία πρᾶξις τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, τὴν ὁποίαν ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἐνόμισε λόγῳ τῆς ἐξαιρετικῆς σημασίας, ὅτι πρέπει νὰ ἐπιφυλάξῃ εἰς ἑαυτήν. Καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἡ ψήφισις τοῦ Προϋπολογισμοῦ μιᾶς πράξεως καθαρῶς τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας πρέπει νὰ γίνῃ ἀπὸ τὸ νομοθετικὸν Σῶμα καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ὡρίσθη ἐπίσης ὅτι ἡ ἐπιβολὴ φόρου δὲν δύναται νὰ γίνῃ ἄνευ νόμου· διότι, ἂν δὲν ὡρίζετο, θὰ ἦτο δυνατὸν διὰ Διατάγματος νὰ ἐπιβληθῇ φόρος, διότι δὲν εἶναι ἀναμφισβήτητον ἀλλὰ μόνον συζητήσιμον θεωρητικῶς κατὰ πόσον ἡ ἐπιβολὴ φόρου θέτοντος κανόνα δικαίου εἶναι οὐσιαστικὸς νόμος καὶ δέον νὰ περιβληθῇ καὶ τὸν τύπον αὐτοῦ. Δὲν νομίζω ὅτι προκειμένου περὶ τῶν φορολογητέων ἀντικειμένων ὅτι πρέπει νὰ ἀποκλείσωμεν τὴν νομοθετικὴν ἐξουσιοδότησιν. Ἡμεῖς ἐνδιαφερόμεθα νὰ μὴ κάμῃ κατάχρησιν ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία τῆς δυνάμεως τὴν ὁποίαν ἔχει, ἐπιβάλλουσα βάρη εἰς τὸν λαόν. Ἀλλ’ ἐφόσον ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία παράσχῃ τὴν ἐξουσιοδότησιν, ὑπάρχει πλήρης ἡ ἐξασφάλισις. Ἀντιθέτως ἡ ὕπαρξις νομοθετικοῦ Διατάγματος, τὸ ὁποῖον θὰ καταστῇ ἀναγκαῖον νὰ ἐκδοθῇ, παρέχει μεγαλυτέραν ἐγγύησιν ὅτι θὰ περιλαμβάνῃ τὰς λεπτομερείας ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι θὰ εἶναι ἀναγκαῖαι ἵνα διατυπωθῶσι καλύτερον αἱ φορολογικαὶ διατάξεις διὰ τοῦ τύπου τούτου τοῦ νομοθετικοῦ Διατάγματος.
§92Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω ὅτι, ἂν ἐδεχόμεθα διάταξιν ὅπως ἐπροτάθη ἀπὸ τὸν κ. ἐκ Τροιζηνίας συνάδελφον, θὰ εὑρισκόμεθα πράγματι ἐνώπιον ἀνυπερβλήτων δυσχερειῶν διὰ συγκεκριμένας περιπτώσεις Ὑποθέσατε ἓν νομοσχέδιον ἀγροφυλακῆς ἢ ἓν νομοσχέδιον περὶ συστάσεως τοπικῶν ὑδραυλικῶν ταμείων, ὅπου θὰ ἔπρεπε νὰ ἀφήσῃ κανεὶς εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν μίαν εὐχέρειαν, ὥστε νὰ δύναται νὰ κανονίζῃ ποίαν εἰσφορὰν θὰ ἐπιβάλῃ εἰς τὸ δεῖνα μέρος καὶ ποίαν εἰς τὸ ἄλλο. Λοιπόν, ἂν ἐτίθετο εἰς τὸ Σύνταγμα ὅτι ἐπιβάλλονται μόνον διὰ νόμου ὅλοι οἱ φόροι, ἀσφαλῶς θὰ ἔπρεπε ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία νὰ μεταβάλῃ ἑκάστοτε τὸν νόμον, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον θὰ μᾶς ἔφερεν εἰς ἀνυπερβλήτους δυσχερείας.
§93Σ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ. Βεβαίως εἴμεθα σύμφωνοι καὶ τὸ πρᾶγμα δὲν χρήζει περισσοτέρας συζητήσεως, ἀλλ’ ἡ χρῆσις νομοθετικῶν Διαταγμάτων εἶναι δυνατὴ καὶ πρέπει νὰ γίνεται εἰς τὸ μέλλον εἰς εὐρυτάτην κλίμακα. Καὶ διότι δυστυχῶς ὁ βίος τῶν Κρατῶν ἐπέβαλε τὴν χρησιμοποίησιν ὄχι μόνον νομοθετικῶν Διαταγμάτων ἐκδιδομένων κατὰ νομοθετικὴν ἐξουσιοδότησιν, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ ἀναγκαστικῶν Διαταγμάτων, δηλ. οἱ ὁποῖοι γίνονται ἄνευ οὐδεμιᾶς ἐξουσιοδοτήσεως. Εἰς τὸ Πρωσικὸν Σύνταγμα ὑπάρχει διάταξις ὅτι, ὁσάκις ὑπάρχει διαταραχὴ τῆς δημοσίας τάξεως, δύνανται νὰ ἐκδοθῶσι Διατάγματα ἄνευ οὐδεμιᾶς ἐξουσιοδοτήσεως, μὲ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐγκριθῶσιν ἐκ τῶν ὑστέρων.
§94Γ. ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Μὴ λαμβάνετε ὑπ’ ὄψιν τὰς ἀνωμάλους περιστάσεις. Βεβαίως ὁ Εὐρωπαϊκὸς πόλεμος ἐπέφερε πολλὰς ἀνωμαλίας.
§95Σ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ. Ὄχι. Ἐγὼ ἀνέφερα τὸ Πρωσικὸν Σύνταγμα τὸ προπολεμικόν. Καὶ ἀνέφερα καὶ τὸ Γαλλικόν. Καὶ τὸ γεγονὸς εἶναι ὅτι εἰς ὅλα τὰ Συντάγματα εἶναι δυνατὸν νὰ εἰσπραχθῇ φόρος χωρὶς νὰ γίνῃ καὶ τυπικὸς νόμος. Ὡς πρὸς τὴν δευτέραν παρατήρησιν, ἂν δὲν ψηφισθῇ φορολογικὸν νομοσχέδιον, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποδοθῶσι καὶ οἱ φόροι. Διότι δύο κακῶν προκειμένων τὸ μὴ χεῖρον βέλτιστον καὶ τὸ μὴ χεῖρον εἶναι νὰ εἰσπράττηται ὁ φόρος ἅμα τῇ τῇ ὑποβολῇ τοῦ νομοσχεδίου· διότι, ἂν δὲν γίνῃ τοῦτο, τότε θὰ σπεκουλάρουν οἱ ἔχοντες ἐμπορεύματα ἐπὶ τῇ προόψει ὅτι ὁ φόρος θὰ ἐπιβληθῇ καὶ αὐτοὶ μάλιστα δὲν θὰ πληρώσουν τότε ἀσφαλῶς τὸν φόρον, ἀλλὰ θὰ τὸν πληρώσῃ καὶ αὐτὸν ὁ φορολογούμενος λαός. Τὴν δυσχέρειαν αὐτὴν τὴν ἔλυσαν ὅλα τὰ Συντάγματα οὕτω. Ὑπάρχει δὲ ἠθικὴ ὑποχρέωσις ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως νὰ μὴ ὑποβάλλῃ νομοσχέδια φορολογικὰ εἰκῆ καὶ ὡς ἔτυχε καὶ νὰ μεριμνᾷ περὶ τῆς ἐπιψηφίσεως αὐτῶν. Ὥστε διὰ τὸν λόγον αὐτὸν δὲν νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἐπέλθῃ τροποποίησις εἰς τὸ δεύτερον τοῦτο σημεῖον.
§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Σεχιώτης ἔχει τὸν λόγον.
§97Γ. ΣΕΧΙΩΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἤθελον νὰ εἴπω ὅτι τὸ ὅτι ἐγένετο κατάχρησις τῆς νομοθετικῆς ἐξουσιοδοτήσεως ὄχι μόνον εἰς ἐκτάκτους, ἐπαναστατικάς, ἀνωμάλους περιόδους τοῦ πολιτικοῦ βίου τοῦ Κράτους, ἀλλὰ καὶ εἰς ὁμαλὰς τοιαύτας, τοῦτο εἶναι ἀναμφισβήτητον. Ἀλλ’ ἐπίσης εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι δὲν δυνάμεθα διὰ συνταγματικῆς διατάξεως νὰ παρεμποδίσωμεν τὸ δικαίωμα τῶν Βουλῶν νὰ παρέχουν τὴν νομοθετικὴν ἐξουσιοδότησιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, διότι παρίσταται πολλάκις ἔκτακτος ἀνάγκη ὥστε αἱ Κυβερνήσεις διὰ νομοθετικῶν Διαταγμάτων νὰ καταρτίζωσι νόμους. Δέχομαι ὅμως εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν τὴν γνώμην τοῦ κ. Παπανδρέου ὅτι πρέπει νὰ ἐνισχυθῇ ἡ κοινοβουλευτικὴ ἀποκέντρωσις διὰ τῶν κοινοβουλευτικῶν μονίμων Ἐπιτροπῶν, ὥστε αὗται, συμπαρεδρεύουσαι παρὰ τῇ Κυβερνήσει τῇ ἐχούσῃ τὴν νομοθετικὴν ἐξουσιοδότησιν, νὰ ἀποβλέπουν εἰς τὴν μετὰ μεγαλυτέρας φειδωλότητος χρῆσιν τοῦ δικαιώματος τῆς νομοθετικῆς ἐξουσιοδοτήσεως. Δὲν συμφωνῶ ἀπολύτως μὲ τὸν ἀξιότιμον κ. Δουζίναν ὅτι δὲν πρέπει νὰ παραμείνῃ ὡς ἔχει διατυπωθῆ τὸ ἄρθρον 28 ὅσον ἀφορᾷ τὴν εἴσπραξιν τοῦ εἰσαγωγικοῦ δασμοῦ ἅμα τῇ καταθέσει τοῦ νομοσχεδίου, διότι, ἂν ἀναμείνωμεν τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου διὰ νὰ ἀρχίσῃ εἰσπραττόμενος ὁ φόρος, οἱ ἔμποροι θὰ εἰσαγάγωσιν ἐμπορεύματα διὰ δύο ἢ τρία ἔτη καὶ θὰ ἐπιβάλουν καὶ τὸν φόρον εἰς τὴν ἀξίαν τοῦ εἴδους, ὥστε ἀφ’ ἑνὸς δὲν θὰ πληρώνουν δασμόν, ἀφ’ ἑτέρου θὰ ἐπιβαρύνωσι τοὺς καταναλωτάς. Ὅσον ἀφορᾷ τὸν ἐξαγωγικὸν δασμὸν νομίζω ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη, καὶ τὸ παλαιὸν Σύνταγμα δὲν ἔχει ἀναγράψει τὸν ἐξαγωγικὸν δασμόν, διότι θὰ παραβλάψῃ τοῦτο τὴν παραγωγήν· διότι, ὅπως γνωρίζετε, τῶν ἐξαγομένων προϊόντων, ὅπως ὁ καπνός, ἡ σταφίς, τὸ λάδι, ἡ τιμὴ δὲν ἐξαρτᾶται ἀπὸ ἐδῶ, ἀλλὰ ἀπὸ τὴν ἀγορὰν τοῦ ἐξωτερικοῦ. Κατὰ συνέπειαν, ἂν ἐπιβαρυνθῇ ἅμα τῇ καταθέσει τοῦ νομοσχεδίου δι’ ἐξαγωγικοῦ δασμοῦ, τοῦτο θὰ παραβλάψῃ τοὺς παραγωγεῖς· τοὺς ἐμπόρους οὐδόλως θὰ παραβλάψῃ. Ἴσως δὲ ἐπιτείνῃ τὴν κρίσιν τῶν ἐξαγομένων προϊόντων. Ἀκριβῶς ἕνεκα τοῦ λόγου αὐτοῦ τὸ παλαιὸν Σύνταγμα δὲν τὸ εἶχεν ἀναγράψει καὶ ἕνεκα τοῦ λόγου τούτου εἰς τὴν συνταγματικὴν Ἐπιτροπὴν ἀντετάχθην κατὰ τῆς πλειονοψηφίας τῆς ὑποστηριζούσης ὅτι πρέπει νὰ εἰσπράττωνται οἱ ἐξαγωγικοὶ δασμοὶ ἅμα τῇ καταθέσει τῶν νομοσχεδίων τῶν ἐπιβαλλόντων τὴν φορολογίαν ταύτην. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν τελευταίαν διατύπωσιν ὅτι ὁ νόμος ὀφείλει νὰ δημοσιευθῇ 10 ἡμέρας μετὰ τὴν λῆξιν τῆς Συνόδου, εἶναι κακῶς διατυπωμένη, διότι ἡ συνταγματικὴ Ἐπιτροπὴ παρεδέχθη ὅτι ὁ νόμος πρέπει νὰ δημοσιεύηται τὸ πολὺ 10 ἡμέρας ἀπὸ τῆς ἐπιψηφίσεώς του. Αὐτὸ ἐνθυμοῦμαι καλῶς ὅτι παρεδέχθη τότε.
§98Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἡ γνώμη ἡ ἰδική μου εἶναι νὰ μὴ ἀποκλεισθῇ τὸ ἐνδεχόμενον τοῦ νομοθετικοῦ διατάγματος κατὰ μείζονα μάλιστα λόγον προκειμένου περὶ φόρων, διότι αὐταὶ κυρίως δυσκόλως ψηφίζονται ἀπὸ τὴν Βουλήν. Καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἄλλως τε, ἡ Κυβέρνησις θ’ ἀναλάβῃ τὰς εὐθύνας ἀπέναντι καὶ τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Κοινῆς Γνώμης. Βεβαίως ἀπὸ ἀπόψεως κοινοβουλευτικῆς ὀρθοδοξίας, θὰ ἔπρεπε νὰ ἐγκρίνωνται ἀπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς, ἀπὸ ἀπόψεως ὅμως πρακτικῆς σκοπιμότητος, ἡ ὁποία εὐλόγως πρέπει νὰ λαμβάνηται ἐξαιρετικῶς ὑπ’ ὄψιν, δεδομένου μάλιστα ὅτι εἰς τὸν Τόπον αὐτὸν ἔχομεν μίαν μακρὰν κοινοβουλευτικὴν πεῖραν, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ συμβουλευώμεθα ἐπὶ τοιούτων θεμάτων, νομίζω ὅτι δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ γίνῃ καμμία ἑρμηνεία ἀποκλείουσα τὸ νομοθετικὸν Διάταγμα. Καὶ ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ αὐτῇ ἐπαναλαμβάνω ὅ,τι εἶπον εἰς μίαν διακοπὴν πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ συνταγματικὴ Ἐπιτροπὴ ἀνεχώρησεν ἀπὸ τὴν ἀρχὴν ὅτι ἡ νομοθεσία διὰ τῶν πολυμελῶν Σωμάτων εἶναι ἀτελὴς καὶ διὰ τοῦτο εἰς τὸ κεφάλαιον περὶ ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας εἰσήγαγε μίαν νέαν διάταξιν, μὴ περιεχομένην οὔτε εἰς τὸ παλαιὸν Σύνταγμα οὔτε εἰς ἄλλα νεώτερα δημοκρατικὰ Συντάγματα. Ἐθεωρήσαμεν ὅμως αὐτὴν ἀπαραίτητον ἐπὶ τῇ βάσει ἀκριβῶς τῆς πείρας ἡμῶν. Ἀνεγράψαμεν ὅτι ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία κατόπιν εἰδικῆς ἐξουσιοδοτήσεως τῶν Βουλῶν δύναται νὰ προβῇ εἰς ἔκδοσιν νομοθετικῶν Διαταγμάτων ἐντὸς τῶν τεθειμένων ὁρίων μετὰ σύμφωνον γνώμην τῶν κοινοβουλευτικῶν Ἐπιτροπῶν. Καὶ εἶναι πανθομολογημένον ὅτι ὅταν μὲν αἱ κοινοβουλευτικαὶ Ἐπιτροπαὶ πρόκειται μόνον νὰ γνωμοδοτοῦν, διότι γνωρίζουν ὅτι περίπου εἶναι ἄνευ σημασίας αἱ γνῶμαι αὐτῶν, δὲν ἐργάζονται ἐπαρκῶς. Ὅταν ὅμως γνωρίζουν ὅτι ἀπὸ τὴν γνώμην αὐτῶν ἐξαρτᾶται ἡ τύχη τοῦ νόμου, ὅπως συνέβη κατὰ τὸ θέρος, ἔχω τὴν προσωπικὴν ἐντύπωσιν ὅτι ἐργάζονται ἄριστα καὶ ὅτι ἐν συγκρίσει πρὸς τὰς Βουλὰς ἐργάζονται πολὺ καλύτερον, διότι εἶναι ὀλιγάριθμοι, περιέχουν τοὺς εἰδικωτέρους ἀντιπροσώπους ἐπὶ τῶν θεμάτων ὡς ἀντιπροσώπους ὅλων τῶν κομμάτων, ἀνταλλάσσονται σκέψεις ἄνευ ἐπιδείξεων μετὰ ἠρεμίας καὶ ὡριμότητος, αἱ ὁποῖαι παρέχουν ἐγγυήσεις ὅτι θὰ ληφθοῦν αἱ καλύτεραι ἀποφάσεις. Ἄν λοιπὸν προηγουμένως εὑρέθην εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ διαφωνήσω καὶ πρὸς τὸν κ. Παπαναστασίου καὶ πρὸς τὸν ἀρχηγὸν τοῦ κόμματος τῶν Προοδευτικῶν Φιλελευθέρων εἶναι ἀκριβῶς, διότι καθ’ ἡμᾶς τὸ μέγα μέρος τῆς νομοθεσίας ὑπάρχει ἡ διέξοδος νὰ διεκπεραιοῦται διὰ τῆς ὁδοῦ τῶν νομοθετικῶν Διαταγμάτων μετὰ σύμφωνον γνώμην τῶν κοινοβουλευτικῶν Ἐπιτροπῶν. Δηλαδὴ διὰ νὰ εἶμαι σαφέστερος ἡμεῖς ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ ἐπλειοδοτήσαμεν. Ὄχι μόνον εἰς μίαν ἀνάγνωσιν, ἐφόσον δὲν ἀντιλέγουν 20 βουλευταί, ἀλλὰ χωρὶς κἂν νὰ ἀπασχολοῦν τὴν Βουλήν, ἐφ’ ὅσον τῇ πρωτοβουλίᾳ τῆς Κυβερνήσεως θὰ ἐδίδετο μία ἐξουσιοδότησις ἐπὶ τῶν θεμάτων αὐτῶν χωρὶς νὰ ἐμφανίζωνται καὶ εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν. Καὶ διὰ τοῦτο ἐτήρησεν ἡ Ἐπιτροπὴ τὴν αὐστηρότητα ὅσον ἀφορᾷ τὰς προθεσμίας διὰ τὴν λειτουργίαν τῶν γνωμοδοτικῶν Ἐπιτροπῶν καὶ ὅσον ἀφορᾷ τὰς ἀναγνώσεις ἐνώπιον τῶν Βουλῶν, δι’ αὐτὸ ἐπεμέναμεν ὅσον ἀφορᾷ τὴν διατήρησιν ὅλων αὐτῶν τῶν φραγμῶν, διότι ἐπιθυμοῦμεν ὅταν πράγματι νομοσχέδιον πρόκειται νὰ διέλθῃ ἀπὸ τὴν βάσανον τῶν Βουλῶν νὰ διέρχεται μὲ ὅλας τὰς ἐγγυήσεις καὶ τοῦ χρόνου καὶ τοῦ ἐλέγχου. Συμπεραίνομεν λοιπὸν ὅτι πρέπει ἡ διατύπωσις νὰ παραμείνῃ ὡς ἔχει, ἡ δὲ ἑρμηνευτικὴ ἔννοια τῆς διατυπώσεως αὐτῆς νὰ εἶναι, ὅτι ἐπιτρέπεται καὶ νομοθετικὸν Διάταγμα κατ’ ἐξουσιοδότησιν τῆς Βουλῆς νὰ ἐπιβάλῃ φορολογίαν. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν εἴσπραξιν, εὔλογον εἶναι ὅτι θὰ γίνηται ἅμα τῇ ὑποβολῇ τοῦ νομοσχεδίου. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐπιστροφὴν τῶν χρημάτων, τὰ ὁποῖα εἰσεπράχθησαν, ἡ ἄποψις, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Κουτούπης ἀνέπτυξεν, εἶναι ἀναμφισβητήτως ὀρθή, ὅτι ἔχει ἤδη ἐπέλθει ἡ ἐπίπτωσις εἰς τοὺς καταναλωτάς, ἐνῷ ποτε ἐὰν τυχὸν ἐπεστρέφοντο εἰς τοὺς ἐμπόρους, θὰ τοὺς ἐπλουτίζαμεν ἄνευ λόγου. Ὁ μόνος φραγμός, ἐπαρκέστατος δέ, εἶναι τὸ γεγονὸς ὅτι αἱ Κυβερνήσεις εἰς τὰ κοινοβουλευτικὰ Κράτη στηρίζονται εἰς τὴν πλειονοψηφίαν. Παρέχεται ἑπομένως ἐκ τῶν προτέρων διὰ τὰς πλείστας περιπτώσεις ἡ πεποίθησις ὅτι αἱ Κυβερνήσεις αὐταὶ ἔχουν ἐξασφαλίσει τὴν ἔγκρισιν τῆς πλειοψηφίας τῶν Βουλῶν. Αὐτὴ ἡ ἐγγύησις εἶναι ἐπαρκής. Θὰ πρόκειται δὲ περὶ σπανιωτάτων ἐξαιρέσεων, καθ’ ἃς τυχὸν μία Κυβέρνησις, χωρὶς νὰ ἔχῃ ἀναμετρήσει τὴν ἀριθμητικὴν καὶ τὴν ἠθικὴν αὐτῆς δύναμιν εἰς τὴν Βουλήν, τολμήσῃ μολαταῦτα νὰ ἐπιβάλῃ φόρον καὶ νὰ ἀρχίσῃ τὴν εἴσπραξιν αὐτοῦ, ἐνῷ θὰ ἐπρόκειτο νὰ ἐπακολουθήσῃ ἡ ἀποδοκιμασία τῶν Βουλῶν. Ἡ ἐγγύησις λοιπὸν τὴν ὁποίαν παρέχει ἡ κοινοβουλευτικὴ ἀρχή, ὅτι αἱ Κυβερνήσεις στηρίζονται εἰς τὴν πλειονοψηφίαν τῶν Βουλῶν καὶ ὅτι ταυτοχρόνως ἡ νομοθεσία γίνεται τῇ πρωτοβουλίᾳ τῶν Κυβερνήσεων, ἡ ἐγγύησις αὕτη πρέπει νὰ θεωρηθῇ ἐπαρκής. Διὰ τοὺς λόγους τούτους φρονῶ, ὅτι ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου πρέπει νὰ παραμείνῃ ὅπως ἔχει.
§99Δ. ΜΑΡΓΕΤΗΣ. Ἐγώ, κύριε Πρόεδρε, νομίζω ὅτι ὄχι μόνον εἶναι καλοθελμένον τὸ ἄρθρον αὐτό, ἡ διάταξις αὐτή, ἀλλὰ καὶ ἀπορῶ πῶς ἐγεννήθη ζήτημα ἂν ἔπρεπε νὰ τεθῇ ἡ διάταξις οὕτω πῶς. Διότι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὑπεστήριξεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Τριφυλλίας πολιτευτής, δὲν θὰ συμβῇ εἰς τὴν πραγματικότητα. Καὶ διὰ νὰ φύγωμεν ἀπὸ τὴν φιλολογίαν ἂς ἔλθωμεν εἰς αὐτὸ τοῦτο τὸ πρᾶγμα. Ὑποθέσωμεν ὅτι δὲν ψηφίζεται αὐτὸ τὸ ἄρθρον καὶ ὅτι δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν ἀπὸ τῆς ὑποβολῆς τοῦ νομοσχεδίου νὰ γίνεται ἡ εἴσπραξις τοῦ δασμοῦ. Τί θὰ συμβῇ τότε; Ἅμα ὡς θὰ κατατίθεται ἕνα νομοσχέδιον διὰ τὴν ἐπιβολὴν δασμοῦ, θὰ σπεύδῃ, ἂν ὄχι ὅλον τὸ ἐμπόριον, ἀλλὰ πάντως τὸ ἐμπόριον τὸ μεγαλύτερον, θὰ σπεύδῃ νὰ εἰσάγῃ ἀπὸ τὸ εἶδος αὐτό, θὰ σπεύδῃ νὰ τὸ ἐκτελωνίζῃ, διὰ νὰ εἰμπορέσῃ νὰ καρπωθῇ τὴν διαφοράν. Συνεπῶς πρέπει νὰ ἀποκλεισθῇ αὐτὴ ἡ ἐκμετάλλευσις, τὴν ὁποίαν θὰ κάμνουν οἱ ἔμποροι ἐπὶ τοῦ νομοθετήματος. Ἂς ἔλθωμεν τώρα εἰς τὴν ἄλλην περίπτωσιν. Ὑποθέσωμεν ὅτι ψηφίζεται ὅπως ἔχει ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος καὶ ἂς ἴδωμεν ἂν θὰ συμβῇ αὐτὸ τὸ ὁποῖον φοβεῖται ὁ ἀξιότιμος κ. συνάδελφος. Ὑποθέσωμεν ὅτι ἅμα τῇ ὑποβολῇ ἄρχεται ἡ εἴσπραξις. Διότι ὅπως γνωρίζετε κάθε ἔμπορος δὲν ἐκτελωνίζει κάθε ἡμέραν. Ὅταν δὲ ἴδῃ κάθε ἔμπορος ὅτι ὑπεβλήθη νομοσχέδιον διὰ τὴν αὔξησιν ἑνὸς ὡρισμένου δασμοῦ, νὰ εἶσθε βέβαιοι ὅτι ἐφόσον θὰ γνωρίζῃ ὅτι ἄρχεται ἡ ἐφαρμογή του ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς ὑποβολῆς, νὰ εἶσθε βέβαιοι, ὅτι δὲν θὰ ἐκτελωνίσῃ, θὰ ἀναμείνῃ 10–15 ἡμέρας διὰ νὰ ἴδῃ τὴν τύχην τοῦ νομοσχεδίου, διότι θὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει του, ὅτι δυνατὸν καὶ νὰ μὴ ψηφισθῇ, ὁπότε αὐτὸς θὰ ἔχῃ καταβάλῃ μὲ τὸν ἐκτελωνισμόν, τὸν ὁποῖον θὰ ἔχῃ κάμει κατὰ τὸ διάστημα αὐτό, τὸν δασμὸν καὶ θὰ ζημιωθῇ τὴν διαφοράν. Λοιπὸν νὰ ἦσθε βέβαιοι ὅτι οὐδεὶς θὰ σπεύσῃ νὰ ἐκτελωνίσῃ καὶ δὲν θὰ παρουσιασθῇ ἡ περίπτωσις αὐτή, νὰ ὑπάρχῃ δηλαδὴ ἀνάγκη νὰ ἐπιστρέψῃ τὸ Κράτος τὰ εἰσπραχθέντα ποσά, διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον ὅτι δὲν θὰ εἰσπραχθοῦν κατὰ τὸ διάστημα τὸ ὁποῖον θὰ ἀπαιτηθῇ ἵνα ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο. Ἀπορῶ δὲ πῶς γεννᾶται τοιοῦτον ζήτημα.
§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Θ. Κουτούπης.
§101Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Τὸ σχέδιον περιλαμβάνει μόνον διάταξιν προκειμένου περὶ ἐπιβολῆς αὐξήσεως εἰσαγωγικοῦ καὶ ἐξαγωγικοῦ δασμοῦ. Προκειμένου περὶ τροπολογίας τοῦ δασμολογίου εἴτε αὐξήσεως ἢ ἐλαττώσεως τῶν εἰσαγωγικῶν καὶ ἐξαγωγικῶν δασμῶν, θὰ ἔπρεπεν ἡ ἰσχὺς νὰ ἄρχεται ἀπὸ τῆς φορολογίας. Ἀλλ’ ἐρχόμεθα εἰς τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον διὰ διακοπῆς ἔθιξα, ὅτι πᾶς νόμος, πᾶσα συζήτησις φορολογικῶν βαρῶν, ἡ ὁποία ἤθελε γίνει διὰ τῆς ὑποβολῆς τοῦ σχετικοῦ νομοσχεδίου πρέπει νὰ ψηφίζεται ἐντὸς περιωρισμένης χρονικῆς διατάξεως. Εἶναι γνωστὸν ὅτι διὰ τῆς ἐπιβολῆς τῶν ἀμέσων φόρων δὲν ἐπιβαρύνεται μόνον ὁ λαός, ἀλλὰ δίδεται καὶ προστασία εἰς ὡρισμένας βιομηχανίας. Δύναται εἷς ὑπουργὸς διὰ τῆς ὑποβολῆς ἑνὸς νομοσχεδίου νὰ εὐνοήσῃ μίαν βιομηχανίαν εἰς τοιοῦτον βαθμόν, ὥστε νὰ εἶναι ἀργὰ πλέον καὶ ἂν ὁ νόμος ἀπορριφθῇ μετὰ παρέλευσιν χρόνου μακροῦ, διότι θὰ γεννηθοῦν καὶ δικαιώματα ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει. Συνεπῶς ἐπιμένω εἰς τὴν ἀνάγκην τῆς ἐντὸς ὡρισμένης προθεσμίας ψηφίσεως. Ἂν δὲ ἡ προθεσμία τοῦ μηνὸς εἶναι μακρὰ ἂς ὁρισθῇ κἄποια ἄλλη, διότι δυνατὸν νὰ γίνουν καταχρήσεις, ἐὰν τοιοῦτος περιορισμὸς δὲν ἐπιτευχθῇ. Ἡ δημοσίευσις τοῦ νόμου, ὅταν ψηφισθῇ, δὲν ἔχει οὐδεμίαν σημασίαν, διότι ὁ κόσμος πλέον θὰ εἶναι βέβαιος ὅτι ὁ νόμος, προκειμένου μάλιστα περὶ αὐξήσεως τῶν εἰσπράξεων, τὰς ὁποίας υἱοθετεῖ ἡ Κυβέρνησις μὲ ἀπώλειαν τῆς δημοτικότητός της, ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς θὰ δημοσιευθῇ. Βεβαίως τὸ ἄλλο ἄρθρον, τὸ ὁποῖον ἐμνημόνευσεν ὁ κ. Παπανδρέου, δὲν εἶναι ἡ στιγμὴ ἡ κατάλληλος νὰ τὸ συζητήσωμεν, διότι ἐδῶ πρόκειται περὶ ὡρισμένης περιπτώσεως, ὅτι δὲν ἐπιβάλλεται φόρος διὰ νομοθετικοῦ Διατάγματος, ἀλλ’ ἐπιβάλλεται φόρος ἄνευ ψηφίσεως νόμου. Τὴν ἀνάγκην αὐτὴν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ τὴν ἀποφύγωμεν. Καὶ ἡ διάταξις αὐτὴ δὲν πρέπει νὰ μείνῃ ὅπως ἔχει, ἡ ἐξαίρεσις νὰ γίνηται ἅμα τῇ ὑποβολῇ νόμου τροποποιοῦντος τὸ δασμολόγιον. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποφύγωμεν τὴν διάταξιν αὐτήν, διότι θὰ φέρωμεν περισσότερα κακὰ ἀπὸ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θέλομεν νὰ ἀποφύγωμεν, καὶ διὰ τοῦτο πρέπει νὰ συντομευθῇ ὁ πρὸς δημοσίευσιν χρόνος ἀπὸ τῆς ὑποβολῆς μέχρι τῆς ὁριστικῆς ἐγκρίσεως τοῦ νομοθετικοῦ Σώματος. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει καὶ ἡ τυχὸν προστασία, τῆς ὁποίας ἤθελεν ἀπολαύσει ἡ βιομηχανία, τῆς αὐξήσεως τοῦ ἐξαγωγικοῦ δασμοῦ, θὰ εἶναι καὶ αὐτὴ περιωρισμένη καὶ ἑπομένως δὲν θὰ εἶναι εἰς ὄφελος τῆς βιομηχανίας, χάριν τῆς ὁποίας ἴσως Ὑπουργός τις ἤθελεν εἰσηγηθῆ τὴν αὔξησιν αὐτὴν τοῦ δασμολογίου.
§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Δουζίνας ἔχει τὸν λόγον.
§103Γ. ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ἤκουσα τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα ἐλέχθησαν ἐναντίον τῆς τροπολογίας. Τινὰ ἦσαν ὅτι εἶναι ἐμπόδιον εἰς τὸν μηχανισμὸν τῆς κανονικῆς λειτουργίας τοῦ Πολιτεύματος. Ἀκριβῶς ὅμως αὐτὰ τὰ ἐμπόδια εἶναι τὰ ὁποῖα ἀσφαλίζουν τοὺς πολίτας καὶ πρέπει νὰ ὑπάρχουν ἀπὸ τὸ πρῶτον μέχρι τοῦ τελευταίου ἄρθρου αὐταὶ αἱ δυσκολίαι εἰς τὴν δύσκολον ὑποβολὴν τῶν νόμων, εἰς τὸν τρόπον τῆς καταρτίσεώς των, ὅλα αὐτὰ εἶναι ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἀσφαλίζουν τὰ ἱερώτερα δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἀγωνίζεται ἐν τῷ συνόλῳ τὸ Σύνταγμα νὰ προστατεύσῃ. Βέβαια εἶναι εὐκολώτερον ἀντὶ νόμου νὰ ἐκδίδεται ἕνα Διάταγμα, καὶ ἀπὸ ἕνα Ὑπουργὸν ἄνευ νόμου νὰ λύωνται τὰ ζητήματα ταχύτερον. Ὅλα αὐτὰ δὲν ἀποτελοῦν ὅμως ἐγγύησιν καὶ ἀσφάλειαν τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ λαοῦ. Καὶ ἀκριβῶς δι’ αὐτὸ τὸ ζήτημα πρέπει νὰ εἰσάγῃ τὸ Σύνταγμα διάφορα ἐμπόδια, τὰ ὁποῖα ἀναγκάζονται νὰ ὑπερπηδήσουν αἱ Κυβερνήσεις. Ὑπεστηρίχθη ἐντεῦθεν καὶ μία ἄλλη ἄποψις, ἡ ὁποία ἀτυχῶς ὑποστηρίζεται ἀπό τινος χρόνου καὶ ἐν μέρει ἐφαρμόζεται. Ἡ διὰ τῶν Ἐπιτροπῶν ἀντικατάστασις τοῦ Κοινοβουλίου. Μὲ τοὺς συναδέλφους αὐτοὺς διαφωνοῦμεν ριζικῶς· διότι ἡμεῖς εἰς τὴν πλευρὰν αὐτὴν ἔχομεν ταχθῆ πολὺ ἀριστερώτερα, ἐνῷ αὐτοὶ ἔχουν ταχθῆ πολὺ δεξιώτερα καὶ πολὺ συντηρητικώτερα. Βεβαίως ὁ κοινοβουλευτισμὸς παρουσιάζει ἐλαττώματα· ὑπεστηρίχθη μάλιστα ὅτι ἔχει χρεωκοπήσει. Ἄλλοτε, ὅτε ἐγένετο συζήτησις περὶ τοῦ referendum εἶχον προτείνει ἓν φάρμακον, τὸ ὁποῖον θὰ ἦτο πολὺ θεραπευτικὸν ἂν ἐφηρμόζετο. Τότε ἀντετάχθη ὅτι τοῦτο εἶχε δυσκολίας, καὶ αὐτὸ πάλιν παρουσιάζει μηχανισμὸν καὶ μέθοδον πολὺ δύσκολον καὶ ἀντὶ νὰ παραμένωμεν ὅπως παραμέναμεν ἕως σήμερον μὲ τὴν παροῦσαν λειτουργίαν τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ, ἐπροτάθη καὶ προτείνεται καὶ ὑποστηρίζεται ἀκόμη νὰ καταργήσωμεν καὶ τὴν ὑπάρχουσαν αὐτὴν ἐγγύησιν τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ λαοῦ καὶ νὰ φθάσωμεν εἰς τὰς Ἐπιτροπάς, δηλαδὴ εἰς τὴν ἀριστοκρατικοποίησιν τοῦ πολιτεύματός μας, αἱ ὁποῖαι νὰ λύουν ὅλα τὰ κοινωνικὰ προβλήματα, τὰ ὁποῖα συζητοῦνται ἐντὸς τῶν Βουλῶν. Δὲν χωρεῖ βέβαια, κύριοι συνάδελφοι, οὐδεμία συζήτησις ὅτι ἡ μόνη ἀρετὴ τοῦ ἀριστοκρατικοῦ πολιτεύματος εἶναι αὐτὴ ἡ ταχύτης εἰς τὴν λύσιν τῶν ζητημάτων καὶ ἡ εὐκολία πρὸς τὴν λύσιν αὐτῶν, καὶ ἡ εὔκολος ἐπιβολὴ τῶν λύσεων αὐτῶν. Ὅσῳ μάλιστα προχωροῦμεν δεξιώτερα καὶ φθάνομεν εἰς τὰ μοναρχικὰ πολιτεύματα ἡ ταχύτης αὐτὴ αὐξάνεται καὶ ἡ ἐπιβολὴ εἶναι εὐκολωτέρα. Ἀλλ’ αὐτὰ εἰς τὸν σημερινὸν αἰῶνα ἀπεκρούσθησαν, διότι δυνατὸν νὰ ἔχουν αὐτὰς τὰς ἀρετάς, ἀλλ’ εἶναι πλήρη κακῶν τόσον ὥστε νὰ καθιστοῦν ἐπικίνδυνον τὴν ἐλευθερίαν τῶν λαῶν. Διὰ τοῦτο δὲ σήμερον ἐφθάσαμεν εἰς τὸ ἄκρως ἀντίθετον, εἰς τὴν ἄμεσον ἄσκησιν τῶν νομοθετικῶν δικαιωμάτων ἀμέσως ὑπὸ τοῦ λαοῦ. Δι’ αὐτὸ ὅλα αὐτὰ τὰ ὅρια, τὰ ὁποῖα εἰσήχθησαν, δι’ ἐμὲ εἶναι ἀκριβῶς ἀντίθετα, διότι δὲν ἔχομεν αὐτὰς τὰς τάσεις, αἱ ὁποῖαι ἐξετέθησαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Νομίζω ὅτι καὶ ἡ παροῦσα Συνέλευσις ἔκαμε μεγίστην κατάχρησιν τῆς μεταβιβάσεως τῶν δικαιωμάτων αὐτῆς εἰς τὰς Ἐπιτροπάς. Ἐλπίζω, ὅταν φθάσῃ ἡ σειρὰ τῆς συζητήσεως ἐκείνης, ὅτι θὰ συζητηθῇ καὶ δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν ἡ Συνέλευσις νὰ ἐπιτρέψῃ ὥστε νὰ μεταβιβασθῶσι τὰ δικαιώματα αὐτῆς εἰς ὡρισμένας Ἐπιτροπάς, αἱ ὁποῖαι κατ’ οὐσίαν καὶ θὰ νομοθετοῦν καὶ θὰ διοικοῦν τὸν Τόπον. Ταῦτα ὅσον ἀφορᾷ τὴν πρώτην τροπολογίαν, διὰ τὴν ὁποίαν ἐπιμένω, νὰ ἀπαγορεύσωμεν τὴν νομοθετικὴν ἐξουσιοδότησιν προκειμένου περὶ ἐπιβολῆς φόρου. Τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα τὸ Σύνταγμα ρητῶς ἀντέγραψεν, ἡ ἐπιβολὴ φόρου καὶ ποινῆς, δὲν εἶναι τόσον ἀσήμαντα, ὥστε νὰ τὰ παρίδωμεν. Οὔτε εἶναι ἀπὸ τὰ ζητήματα τὰ ἐπείγοντα, ὥστε νὰ μὴ δύνανται νὰ ἀναμείνωσι 2–3 μῆνας τὴν σύγκλησιν τῆς Βουλῆς, ὥστε διὰ Διατάγματος νὰ ἐπιβάλωμεν μίαν φορολογίαν. Δὲν παρουσιάσθη οὐδέποτε τοιαύτη περίπτωσις, πλὴν τῶν πολεμικῶν περιόδων.
§104Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Θέλετε νὰ καταργηθῶσι τελείως τὰ νομοθετικὰ Διατάγματα;
§105Γ. ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ὄχι, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐπιβολὴν φόρου καὶ τὸν ποινικὸν νόμον.
§106Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Τότε εἰς ποίας περιπτώσεις δικαιολογεῖται κατὰ τὴν ἐπιστήμην ἡ ἔκδοσις τῶν νομοθετικῶν Διαταγμάτων;
§107Γ. ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ἐγὼ δὲν ἐγκρίνω καμμίαν. Ἐγὼ νομίζω ὅτι οὐδεμία ἐπείγουσα ἀνάγκη εἶναι δυνατὸν νὰ γεννηθῇ καὶ ἂν ὑπάρξῃ διὰ νὰ ἐπιβληθῇ φόρος διὰ Διατάγματος νομίζω ὅτι δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ, διότι εἰς ποίας περιπτώσεις θὰ παρουσιασθῇ ἡ ἀνάγκη αὐτή; Θὰ εἶναι τὸ θέρος ἢ διακοπαὶ λόγῳ ἑορτῶν, δὲν νομίζω δὲ ὅτι εἰς τὸ ὀλίγον αὐτὸ χρονικὸν διάστημα θὰ εἶναι ἀνάγκη, ἂν παρουσιασθῇ μία περίπτωσις, διὰ νὰ θεραπεύσῃ τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους. Ἂν εἶναι ἔκτακτος περίστασις πολεμικὴ τότε ἀργοῦν ὅλαι αἱ ἐξουσίαι. Ἀλλὰ τὸ ἄρθρον ἔρχεται νὰ ρυθμίσῃ ἐποχὴν καθαρῶς εἰρηνικήν, ἀλλ’ εἰς αὐτὴν οὐδαμοῦ βλέπω τὴν ἀνάγκην νὰ ἐπιβάλωνται διὰ Διαταγμάτων οἱ φόροι. Δὲν ἔθιξα, ὅπως ἐλέχθη ἀπὸ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοὺς ἄλλους ρήτορας, τὸ ζήτημα τῆς εἰσπράξεως· ὁ κ. Κουτούπης ἀντελήφθη πολὺ καλῶς ὅτι ἐγὼ ἤθελον νὰ περιορίσω τὴν ἐπιβολὴν τῶν φόρων διὰ Διαταγμάτων καὶ οὐχὶ τὸν τρόπον τῆς εἰσπράξεως. Εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον ἠθέλησα νὰ τεθῇ ἐπὶ τέλους αὐτὸς ὁ διακοσμητικὸς τύπος, ὅπως ἐκρίθη, τῆς ὑποχρεώσεως τοῦ Δημοσίου ἐπὶ ἐπιστροφῇ τῶν εἰσπραχθέντων ἐκ τῶν φόρων, τοὺς ὁποίους θέλει ὁ νομοθέτης. Δὲν εἶναι δυνατὸν βεβαίως εἰς πρόχειρον συζήτησιν νὰ ἐμφανίζηται πλῆρες σύστημα εἰσπράξεως· τοῦτο θὰ ἀποτελέσῃ ἀντικείμενον μελέτης Ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία θὰ ἀνεύρῃ τὰ μέσα. Ἂς ἀναγραφῇ τοὐλάχιστον ἡ ὑποχρέωσις ὅτι δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ ἡ ἄνομος αὐτὴ γραμμὴ τοῦ νὰ εἰσπράξῃ παρανόμως καὶ νὰ μὴ ἔχῃ ὑποχρέωσιν νὰ ἐπιστρέψῃ, διότι δὲν ἐλησμονήθη βεβαίως καὶ τοῦτο, ὅτι προκειμένου περὶ νόμου ἀπαιτεῖται νὰ ἀναγράφωνται αἱ διατάξεις καὶ ὄχι νὰ ἰσχύουν αἱ διατάξεις τοῦ Ρωμαϊκοῦ Δικαίου. Αὐταὶ ἦσαν αἱ τροπολογίαι καὶ νομίζω ὅτι ἡ Συνέλευσις τοὐλάχιστον ὡς διακοσμητικὸν τύπον ἄς ἀναγράψῃ εἰς τὸ Σύνταγμα μὲ τὴν βεβαιότητα ὅτι θὰ παράσχῃ μεγάλην ὑπηρεσίαν εἰς τὸν λαόν.
§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Δενδρινὸς ἔχει τὸν λόγον.
§109Α. ΔΕΝΔΡΙΝΟΣ. Συμφωνῶ, κύριοι, ἀπολύτως μὲ τὸν προλαλήσαντα. Δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἀπεμπολήσωμεν τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχει ὁ λαὸς διὰ τῶν ἀντιπροσώπων νὰ νομοθετῇ. Τὸ ἀπεμπολήσατε εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν ἀρκετὰ μέχρι σήμερον. Ἀρκετὰ μέχρι σήμερον νομίζω ὅτι τοῦτο διεπραγματεύθη καὶ παρ’ ἐκείνων οἵτινες ἔχουν τὴν τιμὴν νὰ ἀνήκουν εἰς τὴν ἀριστερὰν καὶ ὄχι εἰς τὴν δεξιάν. Ἀρκετὰ καὶ παρ’ ἐκείνων ἐγένετο τοῦτο.
§110ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Ποῖον;
§111Α. ΔΕΝΔΡΙΝΟΣ. Ἡ ἀπεμπόλησις τοῦ δικαιώματος τοῦ νομοθετεῖν ἐκ μέρους τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ λαοῦ πρὸς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν ἕνεκα διαφόρων λόγων ἵνα μὴ εἴπω καὶ ἕνεκα λόγων μὴ ἐπιτρεπομένων. Συμφωνῶ μὲ τὸν κ. Δουζίναν. Ὅ,τι καὶ ἂν θελήσητε, δι’ οὓς λόγους καὶ ἀπεμπολήσαμεν τὸ δικαίωμα τοῦ νομοθετεῖν μέχρι σήμερον καὶ θελήσητε νὰ δώσητε δικαίωμα τοιοῦτον εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, δὲν πρέπει νὰ τὸ ἔχητε καθιερωμένον ἐν τῷ Συντάγματι. Τοῦτο λέγετε ἐφηρμόσθη σιωπηρῶς. Ἐφηρμόσθη πράγματι σιωπηρῶς καὶ κακῶς μέχρι σήμερον. Ἀλλ’ εἶναι μέγα τόλμημα νὰ θελήσωμεν νὰ τὸ ἐπισημοποιήσωμεν καὶ νὰ τὸ θέσωμεν εἰς τὸ Σύνταγμα. Εἶμαι ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐτόνισαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὅτι τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα ἐχρεοκόπησεν. Ἀλλ’ ἐφόσον τοῦτο τὸ παραδεχόμεθα, νομίζω ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται νὰ τὸ παραδεχώμεθα λόγοις ἀλλ’ ἔργοις καὶ νὰ μὴ τὸ ἀρνούμεθα. Συμφωνῶ ὅθεν ἀπολύτως μὲ τὸν κ. Δουζίναν ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται νὰ δώσωμεν τὴν ἄδειαν αὐτὴν ὅπως αἱ Βουλαὶ ἐπιτρέπωσιν εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν νὰ ἐκδίδῃ Διατάγματα διὰ τῶν ὁποίων νὰ ἐπιβάλωνται φόροι. Ἐπίσης συμφωνῶ ὅτι πρέπει νὰ τεθῇ προθεσμία ψηφίσεως τῶν νομοσχεδίων ἐκείνων διὰ τῶν ὁποίων ἐπιβάλλονται οἱ φόροι. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ πραγματικὸν ἀποτέλεσμα, ἐφόσον θὰ θέσωμεν καὶ τὸ ὅτι «θεωρεῖται ἀπορριφθεὶς μετὰ παρέλευσιν μηνὸς ἢ 20 ἡμερῶν προθεσμίας, ἂν δὲν ψηφισθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς», νομίζω ὅτι τοῦτο εἶναι τὸ ὀλιγώτερον ποὺ ἔχομεν νὰ δεχθῶμεν. Διότι, ἂν ἐπὶ ἕνα μῆνα δὲν ψηφίσῃ ἡ Βουλὴ ἕνα νόμον, δὲν τολμήσῃ μᾶλλον ἡ Κυβέρνησις νὰ φέρῃ πρὸς ψήφισιν ἕνα νόμον εἰς τὴν Βουλὴν, τοῦτο εἶναι ἀπόδειξις ὅτι διαισθάνεται ὅτι ἐπὶ τοῦ νόμου τούτου θὰ ἀντιδράσωσιν οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ λαοῦ. Ἂν τοιαύτην διαίσθησιν ἔχῃ ἡ Κυβέρνησις, ποῖος ἠθικὸς νόμος ἐπιτρέπει νὰ ἐξακολουθήσῃ εἰσπραττόμενος ὁ φόρος αὐτὸς παρὰ τὴν θέλησιν τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ λαοῦ; Νομίζω, κύριοι, ὅτι οἱ νόμοι διὰ νὰ ἐφαρμόζωνται, διὰ νὰ ἔρχωνται ἐδῶ μέσα πρὸς ὑποστήριξιν, πρέπει νὰ ἔχωσιν ἠθικὴν βάσιν. Ἀλλὰ ποίαν ἠθικὴν βάσιν θὰ ἔχῃ ὁ νόμος τὸν ὁποῖον αἰσθάνεται ἡ Κυβέρνησις ὅτι θὰ ἀπορριφθῇ ἀπὸ τὴν Βουλὴν καὶ ἐν τούτοις τὸν ἐφαρμόζει; Ἔρχομαι εἰς ἄλλο ζήτημα· εἰς τὸ ζήτημα τῆς εἰσπράξεως αὐτῶν τῶν φόρων ἐντὸς τοῦ χρονικοῦ αὐτοῦ διαστήματος. Ἄδικον βεβαίως εἶναι νὰ εἰσπράττηται, ἂν ὑποτεθῇ ὅτι θὰ ἀπορριφθῇ ὁ νόμος αὐτός. Ἀλλ’ ὡς ὀρθῶς ὑπεστηρίχθη, ἡ ὠφέλεια δὲν θὰ εἶναι τοῦ λαοῦ, ἀλλὰ θὰ εἶναι ὡρισμένων ἐμπόρων, οἱ ὁποῖοι θὰ σπεύσουν νὰ αὐξήσουν τὰ εἴδη των, ἂν ὑποτεθῇ ὅτι θὰ ψηφισθῇ ὁ νόμος, κατόπιν θὰ ἐπιβαρύνουν τὸν λαὸν ὡσὰν ὁ φόρος νὰ ἦτο ἐπιβεβλημένος. Ἀλλὰ τοῦτο, κύριοι, δὲν συμβαίνει εἰς τὸ ζήτημα τοῦ ἐξαγωγικοῦ ἐμπορίου. Τίς ἡ ἀνάγκη νὰ προσθέσωμεν τὴν λέξιν «ἐξαγωγικοῦ». Δὲν πρόκειται πλέον ν’ ὑποστηρίξῃ, νὰ περιφρουρήσῃ τὸ Κράτος, διότι, ἂν ἀπορριφθῇ ὁ νόμος, ὁ φόρος θὰ ἐπιβαρύνῃ τὸν παραγωγέα, διότι ἀπὸ τῆς στιγμῆς τῆς ὑποβολῆς ὁ ἔμπορος θὰ ὑπολογίζῃ τὸν φόρον τὸν ὁποῖον θὰ πληρώσῃ δυνάμει τοῦ ὑποβληθέντος νομοσχεδίου. Καὶ βεβαίως οἱ πλούσιοι, οἱ μεγάλοι παραγωγοί, οἱ ἔχοντες τὴν δυναμικότητα τὴν οἰκονομικὴν νὰ κρατήσουν τὸ εἶδός των, θὰ ἀναμείνωσι νὰ ἴδωσι ποίαν τύχην θὰ ἔχῃ τὸ νομοσχέδιον. Ἀλλ’ ὁ μέγας ἀριθμὸς τῶν μικροπαραγωγῶν, οἱ ὁποῖοι πιέζονται ἀπὸ οἰκονομικὰς ἀνάγκας, δὲν δύνανται νὰ βαστάσωσι τὸ ἐμπόρευμά των. Δὲν ἔχουν καμμίαν ἀσφάλειαν νὰ ἐκπέσουν αἱ τιμαί. Θὰ εὕρουν τὴν στιγμὴν οἱ ἔμποροι νὰ τὸ ὑφαρπάσουν ἀπὸ τὸν μικροπαραγωγὸν καὶ νὰ τὸ θέσουν εἰς τὰς ἀποθήκας των. Καί, ἂν κατόπιν ὁ νόμος ἀπορριφθῇ ἀπολύτως ἢ μετριασθῇ ἐν τῇ συζητήσει εἰς τὴν Βουλήν, ἡ ὠφέλεια θὰ εἶναι τῶν κερδοσκόπων καὶ οὐχὶ τῶν παραγωγῶν. Δι’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους δὲν δυνάμεθα παρὰ νὰ συμφωνήσωμεν μὲ τὸν προλαλήσαντα ὅσον ἀφορᾷ τὰ νομοθετικὰ Διατάγματα, νὰ ζητήσωμεν δὲ καὶ τὴν διαγραφὴν τῆς λέξεως «ἐξαγωγικοῦ», διότι δὲν συντρέχει κανεὶς λόγος νὰ τεθῇ. Ὑποθέτω δὲ ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῶν Φιλελευθέρων δὲν θὰ ἔχῃ τὴν γνώμην ὅτι πρέπει τέλος πάντων πάντοτε οἱ μικροπαραγωγοὶ νὰ πληρώνουν καὶ νὰ γεμίζουν τὰ θυλάκια τῶν μεγάλων. Ναί, ὑποστηρίζει τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία ἐσχηματίσθη ἀπὸ ὑποστηρικτὰς τῶν μεγαλοβιομηχάνων καὶ κερδοσκόπων ἐν γένει, ἀλλὰ τὴν ὑποστηρίζει—λέγει τοὐλάχιστον—χάριν μιᾶς πολιτικῆς σκοπιμότητος, ὄχι ὅμως ὅτι καὶ καθ’ ὅλα ἀσπάζεται τὰς ἀρχάς της. Λέγουν ὅτι ὅλα αὐτὰ θὰ εἶναι ἐμπόδια εἰς τὸ νὰ τίθενται φόροι, ἀλλὰ πολὺ ὀρθῶς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας, ἀκριβῶς ἐμπόδια θέλομεν νὰ θέσωμεν, ἀκριβῶς θέλομεν νὰ συζητῶνται οἱ νόμοι ἐκεῖνοι, διὰ τῶν ὁποίων θὰ ἐπιβαρυνθῇ ὁ λαὸς καὶ ὄχι δέκα ἄνθρωποι νὰ ἀποφασίζουν τὴν τύχην του τὴν οἰκονομικὴν κατὰ θέλησιν, ὄχι κατ’ ὁμοίωμα συνεδριάζον συνέδριον, τὸ ὁποῖον ἔκαμεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως προκειμένου περὶ τοῦ ζητήματος. Εἶπον καὶ ἄλλοτε καὶ ἐπαναλαμβάνω ὅτι εἶναι γνωσταὶ αἱ τάσεις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, δικτατορικαὶ καὶ ἀπολυταρχικαί, τὰς γνωρίζομεν. Ἀλλὰ τέλος πάντων θέλομεν νὰ γνωρίζωμεν, ἂν καὶ οἱ ἄλλοι ἀρχηγοὶ οἱ ὁποῖοι ὑποστηρίζουν τὴν Κυβέρνησιν δέχωνται αὐτὰς τὰς ἀρχὰς καὶ κηρύσσωνται ὑπέρ, Λέγω λοιπὸν ὅτι ὄχι μόνον δὲν ἐπιτρέπεται ἄρθρον τοῦ Συντάγματος νὰ ψηφισθῇ ὑπὸ ἀριθμοῦ πληρεξουσίων οἷος εἶναι ὁ ἀποτελέσας τὴν σημερινὴν συνεδρίασιν, ὄχι μόνον δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ψηφισθῇ ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, ἀλλὰ δὲν ἐπιτρέπεται οὐδὲ ἡ συζήτησις νὰ κηρυχθῇ περατωμένη, δεδομένου ὅτι πλεῖστοι τῶν κ. κ. συναδέλφων ἀπουσιάζουν, διότι δὲν ἐγνώριζον πότε θὰ θελήσῃ σοβαρῶς ἡ Κυβέρνησις, νὰ ἐπαναλάβῃ τὰς ἐργασίας της ἡ Συνέλευσις. Ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω, ὄχι μόνον ἄρθρον τοῦ Συντάγματος δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ψηφίσωμεν καὶ νὰ κηρυχθῇ περατωμένη ἡ συζήτησις, ἀλλ’ οὐδὲ νόμος ἐπιτρέπεται νὰ ψηφισθῇ, ἂν δὲν εὑρισκώμεθα ἐν πραγματικῇ ἀπαρτίᾳ.
§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Καλκανδῆς ἔχει τὸν λόγον.
§113Δ. ΚΑΛΚΑΝΔΗΣ. Κύριοι, οὔτε τὸ Σύνταγμα οὔτε οἱ νόμοι θὰ μᾶς διορθώσουν, ἂν κανεὶς δὲν κάμῃ τὸ καθῆκόν του, εἴτε πολίτης, εἴτε βουλευτής, εἴτε ἐπιστήμων, εἴτε γεωργὸς εἶναι οὗτος. Ἡ Ἱστορία ἀπέδειξεν ὅτι τὸ ἄρθρον καλῶς ἔχει καὶ καλῶς διετυπώθη. Ἐννοεῖται ὅτι ἀπολύτως καλῶς ὄχι, ἀλλὰ καθωρίσθη οὕτως ὥστε ὅ,τι ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ, ἔγινεν. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἠμπορεῖ κανεὶς νὰ διορθώσῃ εἶναι καθ’ ὃν τρόπον προτείνω διὰ τῆς τροπολογίας μου νὰ συζητῆται συνταγματικῷ δικαίῳ κατὰ προτίμησιν ὁ δασμὸς ὁ ὁποῖος δίδεται. Νὰ ἔχωμεν τὸ Σύνταγμα νὰ μᾶς ὑποχρεώνῃ κατὰ προτίμησιν ἕνα νόμον τοιοῦτον νὰ τὸν ψηφίζωμεν καὶ οὕτω σώζομεν τὴν ὑπόθεσιν, τόσον τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου ὅσον καὶ τῶν ἐμπόρων καὶ τῶν καταναλωτῶν. Ἀλλὰ δὲν ἀρκεῖ μόνον αὐτό, ἀλλὰ πρέπει ὁ νόμος αὐτὸς νὰ ἔχῃ κῦρος ἀπὸ τῆς ψηφίσεώς του, ἡ δὲ δημοσίευσις τοῦ νόμου νὰ εἶναι ὑποχρεωτική, νὰ γίνηται ἐντὸς 10 ἡμερῶν καὶ τοιουτοτρόπως τὴν ἀτέλειαν τῆς διατάξεως τοῦ Συντάγματος δυνάμεθα νὰ τὴν οἰκονομήσωμεν μὲ τὴν τροπολογίαν αὐτήν. Συμπεραίνων, κύριοι, λέγω τοῦτο· ὅτι ὁ Α ἢ Β δασμὸς νὰ ἔρχηται εἰς τὴν Βουλήν, νὰ συζητῆται κατὰ προτίμησιν συνταγματικῷ δικαίῳ, νὰ λαμβάνῃ σάρκα καὶ ὀστᾶ ἀμέσως ἀπὸ τῆς ἐπιψηφίσεώς του, ἡ δὲ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία νὰ εἶναι ὑποχρεωμένη ἐντὸς 10 ἡμερῶν νὰ δημοσιεύσῃ τὸν νόμον. Ὅλοι οἱ ῥήτορες ἐπρότειναν πολλὰ πράγματα, ἀλλὰ δὲν ἠμπόρεσαν νὰ ἐξοικονομήσουν τὸ πρᾶγμα. Ἂν ἕνα δασμὸν τὸν παραπέμψητε εἰς τὴν οἰκείαν κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν, τότε τί θὰ γίνῃ; Θὰ λέγουν ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἢ ὁ Α ὑπάλληλος ἐπρόδωκε τὸ μυστικὸν καὶ δι’ αὐτοῦ ὠφέλησε τὸν Α ἢ Β καὶ ἔβλαψε τὸ Δημόσιον. Ἄλλως τε καὶ ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι ξένη· ἂς λάβῃ μέρος καὶ ἂς τὰς ἐπικυρώσῃ. Καὶ σᾶς εἶπον πῶς διὰ τῆς τροπολογίας μου, κατὰ προτίμησιν συνταγματικῷ δικαίῳ, νὰ συζητῆται ἡ ἐπιβολὴ δασμῶν καὶ νὰ ἰσχύῃ ἅμα τῇ ἐπιψηφίσει, ἡ δημοσίευσις δὲ τοῦ νόμου νὰ γίνηται ἐντὸς 10 ἡμερῶν. Αὐτὰ εἶχον, κύριοι, νὰ προτείνω.
§114ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Μαμάης ἔχει τὸν λόγον.
§115Ι. ΜΑΜΑΗΣ. Δὲν ἔχω νὰ ὁμιλήσω περὶ πολλῶν· τὸ ἄρθρον δὲν ὁμιλεῖ περὶ ἐξαγωγικοῦ ἐμπορίου καὶ ἐπειδὴ τὸ ἐξαγωγικὸν ἐμπόριον εἶναι διὰ τοὺς παραγωγούς, εἶναι ὀρθὸν νὰ τεθῇ ὅτι εἰς αὐτοὺς ἐπιστρέφεται τὸ τυχὸν μὴ ψηφισθὲν ἐκ τοῦ νόμου τοῦ κέρδους τὸ ὁποῖον εἰσέπραξε τὸ Δημόσιον. Ὁ προλαλήσας συνάδελφος κ. Θ. Κουτούπης εἶπεν ὅτι δὲν ὑπάρχει τρόπος ἐπιστροφῆς τοῦ φόρου. Κατ’ ἀρχὴν αὐτὸ εἶναι ὀρθόν, ἀλλὰ πλήρως δὲν εἶναι ὀρθόν, διότι ὑπάρχουν βιομήχανοι οἱ ὁποῖοι πληρώνουσιν ἐξαγωγικὸν δασμὸν διὰ τὸ Α ἢ Β προϊόν τὸ ὁποῖον ἐξάγουν καὶ πρέπει νὰ τεθῇ πρῶτον ὅτι τοὐλάχιστον εἰς τοὺς ἐξαγωγεῖς νὰ ἐπιστρέφηται ὁ φόρος, καὶ δεύτερον εἰς τὴν περίπτωσιν καθ’ ἣν εἰσάγεται ἐντὸς τῆς Βουλῆς ὁ νόμος, νὰ ὁρισθῇ ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς πρέπει πρὸ παντὸς νὰ διορθωθῇ διὰ τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς Βουλῆς καὶ τότε νὰ ἀρχίσῃ ἡ ἐφαρμογὴ τῆς φορολογίας, ἡ δὲ ἐπικύρωσις τοῦ νόμου νὰ γίνεται μετὰ 10 ἡμέρας ἀπὸ τῆς ψηφίσεως αὐτοῦ. Λοιπὸν τὰ ἄλλα εἶναι μία ἀνάγκη. Δὲν δύναται ὁ νόμος νὰ μείνῃ ἀπροστάτευτος, διότι οἱ αἰσχροκερδεῖς κάμνουν διαφόρους συνδυασμοὺς καὶ κατ’ ἀνάγκην δὲν θὰ πληρώνουν τὸν φόρον. Εἰς τίποτε ἄλλο δὲν ἔχω οὐδεμίαν ἀντίρρησιν. Προκειμένου περὶ Διαταγμάτων δὲν βλέπω οὐδεμίαν τοιαύτην περίπτωσιν, περὶ ἐπιβολῆς φόρου δηλαδὴ διὰ Ν. Διατάγματος. Αὐτὸ δὲν εἶναι ὀρθόν, διότι ὁ καθεὶς θέλει νὰ κάμῃ ἕνα φόρον μὲ ἕνα Διάταγμα τὸ ὁποῖον ἐκδίδει. Ἀλλὰ τοῦτο εἶναι ἀντισυνταγματικόν, διότι τὸ Σύνταγμα λέγει ὅτι «οὐδεὶς φόρος ἐπιβάλλεται ἄνευ νόμου».
§116ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Παπαναστασίου ἔχει τὸν λόγον.
§117Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δύο λέξεις ἔχω νὰ εἴπω μόνον. Δὲν εἶμαι καθόλου σύμφωνος μὲ τὴν ἄποψιν ὅτι πρέπει ἰδίως φορολογικὰ νομοσχέδια νὰ ψηφίζωνται ἀπὸ τὰς κοινοβουλευτικὰς Ἐπιτροπάς. Δὲν ὑπάρχει δὲ προηγούμενον κατὰ τὸ ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις, ἔχουσα τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς Βουλῆς καὶ ζητήσασα νὰ ψηφισθοῦν φορολογικὰ νομοσχέδια, νὰ ἔχῃ ἐμποδισθῇ ἀπὸ τὴν μειονοψηφίαν. Εἰς τὰ φορολογικὰ νομοσχέδια δὲν ἔχει μόνον σημασίαν ἡ κατ’ ἀρχὴν ἐξουσιοδότησις, ἀλλὰ καὶ ἡ ψήφισις τοῦ συνόλου τῶν νομοσχεδίων. Διὰ τοῦτο εἶμαι διατεθειμένος νὰ ἀποδεχθῶ τὴν ρητὴν ἀπαγόρευσιν τῆς ἐκδόσεως νομοθετικῶν Διαταγμάτων διὰ φορολογικὰ νομοσχέδια. Ἀλλ’ αὐταὶ αἱ ἀπαγορεύσεις ὅταν ἡ ἀνάγκη εἶναι μεγάλη παραβιάζονται, ὡς ἀπέδειξε τὸ παρελθόν. Ἐν πάσῃ περιπτώσει νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ἡ στιγμὴ κατάλληλος νὰ συζητηθῇ τὸ ζήτημα, διότι κατ’ αὐτὸ τὸ ἄρθρον ἀποκλείεται ἡ ἐπιβολὴ φόρων ἄνευ νόμου. Ὑπάρχει ὅμως ἄλλο ἄρθρον, κατὰ τὸ ὁποῖον εἰσάγεται ὡς θεσμὸς πλέον ἡ ἐξουσιοδότησις πρὸς ἔκδοσιν νομοθετικῶν Διαταγμάτων κατὰ σύμφωνον γνώμην τῶν κοινοβουλευτικῶν Ἐπιτροπῶν. Ὅταν ἔλθωμεν εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον θὰ συζητήσωμεν καὶ ἐπ’ αὐτοῦ πάλιν τὴν γνώμην σας ἂν πρέπῃ αὐτὸ τὸ πρᾶγμα νὰ γενικευθῇ, ἂν πρέπῃ δηλαδὴ νὰ ψηφίζωνται φόροι καὶ διὰ νομοθετικῶν Διαταγμάτων ἢ ἂν πρέπῃ νὰ περιορίζωνται. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ὅταν θὰ συζητηθῇ τὸ ἄρθρον αὐτὸ θὰ εἶναι ἡ κατάλληλος στιγμὴ νὰ συζητηθῇ καὶ ἡ τροπολογία τοῦ κ. Δουζίνα, τοῦ ἀποκλεισμοῦ δηλαδὴ ἐξουσιοδοτήσεως, τῆς ἐπιβαλλούσης φόρους διὰ νομοθετικῶν Διαταγμάτων. Καὶ διὰ τοῦτο νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ψηφισθῇ τὸ ἄρθρον ὅπως ἔχει, νὰ παρακληθῇ δὲ ὁ κ. Δουζίνας νὰ ἀποσύρῃ τὴν τροπολογίαν σήμερον.
§118Γ. ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Τὴν τροπολογίαν αὐτὴν ἀποσύρω ὅπως συζητηθῇ ἐκεῖ ὅπου λέγει ὁ κ. Πρόεδρος.
§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἄλλη τροπολογία;
§120Γ. ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Τὴν πρώτην τροπολογίαν ἀποσύρω.
§121Γ. ΣΕΧΙΩΤΗΣ. Ἔχω ὑποβάλει τροπολογίαν νὰ διαγραφῶσι δύο λέξεις «ἢ ἐξαγωγικοῦ».
§122Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Καὶ ἐδῶ, κ. Πρόεδρε, οἱ λόγοι οἱ ὁποῖοι συντρέχουσι διὰ τὴν εἰσαγωγὴν δύνανται νὰ συντρέχουν καὶ διὰ τὴν ἐξαγωγήν· διότι δὲν πρόκειται περὶ φόρων, πρόκειται καὶ περὶ δασμῶν, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι στατιστικὸν σκοπόν. Δὲν πρόκειται μόνον περὶ τούτου, ἀλλὰ πρόκειται καὶ περὶ ἐπιβαρύνσεως ἐχούσης χαρακτῆρα καθαρῶς φορολογικόν. Ὅπως λοιπὸν ὑπάρχει ὁ κίνδυνος διὰ νὰ γίνῃ εἰσαγωγὴ πρὶν ἢ ἐπιβληθῇ ὁ φόρος, κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ὑπάρχει καὶ ὁ κίνδυνος νὰ γίνῃ καὶ ἐξαγωγή. Ὥστε μένει τὸ ἄρθρον ὅπως ἔχει.
§123Γ. ΣΕΧΙΩΤΗΣ. Ἄν δέχηται ἡ Συνέλευσις σήμερον νὰ ἀποδεχθῇ καὶ διαγραφῶσιν αἱ δύο λέξεις «ἢ ἐξαγωγικοῦ» δὲν ἔχω οὐδεμίαν ἀντίρρησιν νὰ συζητηθῇ εἰς τὸ ἄρθρον τὸ ἀφορῶν τὴν νομοθετικὴν ἐξουσιοδότησιν.
§124ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἐξαγωγικὸν δὲν ὑπάγεται εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσιοδότησιν.
§125Γ. ΣΕΧΙΩΤΗΣ. Νὰ τεθῇ ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Συνελεύσεως.
§126ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βεβαίως θὰ ἐρωτηθῇ ἡ Συνέλευσις. Ὁ κ. Γ. Καφαντάρης ἔχει τὸν λόγον.
§127Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Εἶναι ὀρθὴ ἡ παρατήρησις ὅτι ἡ συζήτησις περὶ ἐκχωρήσεως τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας προκειμένου περὶ ἐπιβολῆς φόρων θὰ ἔχῃ θέσιν, ὅταν τεθῇ ὑπ’ ὄψει τῆς Συνελεύσεως ἡ πρότασις περὶ ἐκχωρήσεως εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν τοῦ δικαιώματος πρὸς ἔκδοσιν νομοθετικῶν Διαταγμάτων. Ἐν πάσῃ περιπτώσει εἶναι βέβαιον ὅτι μέχρι τοῦδε δὲν παρετηρήθη καμμία κατάχρησις πρὸς ἔκδοσιν Διαταγμάτων φορολογικῶν, δηλαδὴ δὲν ἐπεβλήθησαν ποτὲ φόροι διὰ τῆς μεταβιβάσεως τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὀφείλομεν δὲ πάντες νὰ ἀνομολογήσωμεν ὅτι τοῦτο θὰ ἀπετέλει ὑπερβολὴν ἀδικαιολόγητον.
§128Γ. ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ἔγινε τὸ καλοκαῖρι.
§129Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἡ ἀπαγόρευσις δὲ αὐτὴ θὰ εἶχε καὶ ἕνα κίνδυνον μικρὸν μέν, ἀλλὰ πάντως κίνδυνον. Δηλαδὴ θὰ ἦτο δυνατὸν εἰς νομοθετήματα ἐκδοθέντα κατὰ ἐξουσιοδότησιν νομοθετικήν, εἰς τὰ ὁποῖα θὰ ὑπῆρχε ποιά τις χροιὰ φορολογική, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἑρμηνευθῇ μία διάταξις ὡς περιέχουσα ἔννοιαν φορολογικήν, ὅτε θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ προσβληθῇ τὸ κῦρος τῶν νομοθετικῶν αὐτῶν πράξεων, καὶ νὰ ἔχωμεν ἀμφισβητήσεις ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων: αἱ ὁποῖαι θὰ περιέπλεκον τὴν κατάστασιν. Ἑπομένως νομίζω ὅτι αὐτὸ τὸ ζήτημα δύναται νὰ ἀφεθῇ δι’ εὐρυτέραν συζήτησιν, ὅταν ἐπιστῇ ἡ ὥρα. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν τροπολογίαν τὴν προτεινομένην, ὅπως ἀπαλειφθῇ ἡ διάταξις περὶ τῆς ἰσχύος ἀπὸ τῆς καταθέσεως τοῦ νομοσχεδίου καὶ ἐξαγωγικῶν φόρων, ἡ ὁποία διάταξις προσετέθη σήμερον, διότι δὲν ὑπῆρχεν εἰς τὸ καθεστὼς Σύνταγμα, νομίζω ὅτι εἶναι ἀδικαιολόγητος ἡ ἐπιμονὴ πρὸς ἀπάλειψιν αὐτῆς, διότι εἶναι ἐνδεχομένη μία περίπτωσις ἡ ὁποία ὑποπίπτει εἰς τὴν ἀντίληψίν μας. Ὑποθέσατε ἕνα νόμον, ὁ ὁποῖος ἐπιβάλλει ἐξαγωγικὸν δασμὸν ἐπὶ τῶν καπνῶν. Εἶναι δυνατὸν εὐθὺς ἅμα τῇ ὑποβολῇ τοῦ νομοσχεδίου μία Ἑταιρεία μεγάλη ἔχουσα πρόχειρα τὰ μέσα καὶ ἄφθονον τὸ χρῆμα νὰ ἐξαγάγῃ τὸ πρᾶγμα ἅμα τῇ ὑποβολῇ τοῦ νομοσχεδίου καὶ αὐτὴ μὲν νὰ ἀπαλλαγῇ τοῦ φόρου, ὁ φόρος δὲ νὰ ἐπιπέσῃ ἀκέραιος ἐπὶ τῶν μικροτέρων ἐμπόρων, εἰς τοὺς ὁποίους θὰ εἶναι ἀδύνατος ἡ ἄμεσος ἀγορὰ καὶ ἐξαγωγή. Ἡ πρόνοια λοιπὸν ἡ ὁποία λαμβάνεται εἶναι ὀρθὴ καὶ δὲν εἶναι κατὰ τῆς παραγωγῆς. Νομίζω λοιπὸν ὅτι δυνάμεθα νὰ ψηφίσωμεν τὸ ἄρθρον ὅπως ἔχει καὶ νὰ προχωρήσωμεν καὶ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῶν λοιπῶν ἄρθρων μέχρι τῆς Γερουσίας, ἡ ὁποία θὰ προκαλέσῃ μεγαλυτέραν συζήτησιν.
§130ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ θὰ ἐρωτήσω τὴν Συνέλευσιν πρῶτον ἐπὶ τῶν τροπολογιῶν καὶ κατόπιν ἐπὶ τῶν ἄρθρων.
§131Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἀπεσύρθησαν αἱ τροπολογίαι.
§132ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι ὅλαι. Λοιπὸν ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ κ. Σεχιώτου δέχεται νὰ διαγραφοῦν αἱ λέξεις «ἢ ἐξαγωγικοῦ»;
§133ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Ὄχι, ὄχι.
§134ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀπορρίπτεται. Δέχεται ἡ Συνέλευσις τὴν πρότασιν τοῦ κ. Δουζίνα, καθ’ ἣν «μὴ ἐκπληρωθέντος τοῦ ὅρου ἐπιστρέφονται τὰ εἰσπραχθέντα, καθ’ ἃ θέλει ὁρίσει εἰδικὸς νόμος»;
§135ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Ὄχι, ὄχι.
§136ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἀπορρίπτονται αἱ τροπολογίαι καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον, ὅπερ παρακαλεῖται ὁ κ. Γραμματεὺς νὰ τὸ ἀναγνώσῃ.
§137Γ. ΚΙΑΓΙΑΣ. Εἰς τὸ τέλος λέγει «ἀπὸ τῆς ψηφίσεως τοῦ νόμου».
§138ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διορθοῦται ὡς ἑξῆς· νὰ βάλωμεν ἐντὸς μηνὸς ἀπὸ τῆς ἐπιψηφίσεως....
§139ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Ὄχι.
§140ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐντὸς δέκα ἡμερῶν ἀπὸ τῆς ἐπιψηφίσεως.
§141ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. Ἄρθρον 28ον (ἀναγινώσκει): «Οὐδεὶς φόρος ἐπιβάλλεται, οὐδ’ εἰσπράττεται, ἄνευ νόμου. Ἐξαιρετικῶς, ἐπὶ ἐπιβολῆς αὐξήσεως εἰσαγωγικοῦ ἢ ἐξαγωγικοῦ δασμοῦ, ἡ εἴσπραξις αὐτοῦ ἐπιτρέπεται ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς εἰς τὴν Βουλὴν καταθέσεως τῆς περὶ αὐτοῦ προτάσεως νόμου, ὑπὸ τὸν ρητὸν ὅρον τῆς δημοσιεύσεως τοῦ νόμου, τὸ βραδύτερον ἐντὸς δέκα ἡμερῶν ἀπὸ τῆς ἐπιψηφίσεώς του». (Γίνεται δεκτὸν τὸ 28ον ἄρθρον). Ἄρθρον 29ον (ἀναγινώσκει): «Ἐν τῇ ἐτησίᾳ τακτικῇ Συνόδῳ ἡ Βουλὴ ψηφίζει διὰ τὸ ἑπόμενον οἰκονομικὸν ἔτος τὸν Προϋπολογισμὸν καὶ ἀποφασίζει ἐπὶ τοῦ ἀπολογισμοῦ. Ὅλα τὰ ἔσοδα καὶ τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους πρέπει νὰ σημειῶνται εἰς τὸν προϋπολογισμὸν καὶ ἀπολογισμόν. Ὁ προϋπολογισμὸς εἰσάγεται εἰς τὴν Βουλὴν ἐντὸς τῶν δύο πρώτων μηνῶν τῆς Συνόδου, ἀφοῦ δὲ ἐξετασθῇ ὑπὸ εἰδικῆς ἐπιτροπῆς βουλευτῶν, ψηφίζεται κατὰ κεφάλαια καὶ ἄρθρα εἰς τμήματα ἐν τῷ Κανονισμῷ τῆς Βουλῆς ὁριστέα καὶ εἰς τέσσαρας διαφόρους ἡμέρας. Ἐντὸς ἔτους τὸ βραδύτερον ἀπὸ τῆς λήξεως τῆς οἰκονομικῆς χρήσεως εἰσάγεται ὁ ἀπολογισμὸς αὐτῆς εἰς τὴν Βουλήν. Ἐξετάζεται δὲ ὑπὸ εἰδικῆς ἐπιτροπῆς βουλευτῶν καὶ ψηφίζεται ὑπὸ τῆς Βουλῆς κατὰ τὰ ἐν τῷ κανονισμῷ αὐτῆς ὁριζόμενα». (Γίνεται δεκτὸν τὸ 29ον ἄρθρον). Ἄρθρον 30ὸν (ἀναγινώσκει): «Μισθός, σύνταξις, χορηγία ἢ ἀμοιβή, οὔτε ἐγγράφεται ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ Κράτους, οὔτε παρέχεται ἄνευ ὀργανικοῦ ἢ ἄλλου εἰδικοῦ νόμου». (Γίνεται δεκτὸν τὸ 30ὸν ἄρθρον).
§142ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συζήτησις ἐπὶ τοῦ 31ου ἄρθρου. Ὁ κ. Σ. Γονατᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§143Σ. ΓΟΝΑΤΑΣ. Ἡ τελευταία παράγραφος τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ ἡ ὁμιλοῦσα περὶ ἐξεταστικῶν Ἐπιτροπῶν νομίζω ὅτι δύναται καὶ πρέπει νὰ ἀποτελέσῃ ἰδιαίτερον ἄρθρον, λόγῳ τῆς σπουδαιότητος τοῦ θέματος τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ. Ἐκτὸς τούτου ἔχομεν ὑπ’ ὄψει ἡμῶν καὶ τὸ ἄρθρον 34ον τοῦ Γερμανικοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον ὁρίζει λεπτομερῶς τὴν εὐκολίαν τοῦ καταρτισμοῦ καὶ τὴν διαδικασίαν τῶν ἐξεταστικῶν Ἐπιτροπῶν καὶ τὰ τῆς λειτουργίας αὐτῶν. (Ἀναγινώσκει): «Τὸ Ράϊχσταγ ὑποχρεοῦται νὰ ὁρίζῃ ἐξεταστικὰς Ἐπιτροπὰς ἐπὶ τῇ αἰτήσει τοῦ ⅕ τῶν μελῶν αὐτοῦ. Τὰ τῆς διαδικασίας καὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν μελῶν τῶν Ἐπιτροπῶν ὁρίζει ὁ Κανονισμός. Αἱ δικαστικαὶ καὶ διοικητικαὶ Ἀρχαὶ ὑποχρεοῦνται νὰ ἐκτελῶσι πᾶσαν αἴτησιν τῆς Ἐπιτροπῆς, ἀντικείμενον ἔχουσαν τὴν συλλογὴν ἀποδείξεων, νὰ προσάγουν δὲ εἰς αὐτὴν τὰ ζητηθέντα ἔγγραφα.... κλπ.». Νομίζω λοιπὸν ὅτι θὰ ἠδύνατο νὰ ἀποτελέσῃ καὶ παρ’ ἡμῖν τὸ κεφάλαιον τοῦτο ἴδιον ἄρθρον. Ἔχω τὴν γνώμην ὅτι θὰ ἦτο ὀρθὸν νὰ τεθῇ ὅτι μία τοιαύτη ἐξεταστικὴ τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπὴ ἐκλέγεται μονίμως κατὰ τὴν ἀρχὴν ἑκάστης περιόδου καὶ παραπέμπονται εἰς αὐτὴν ὅλα τὰ προκύπτοντα ζητήματα τὰ ἀφορῶντα τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, καὶ οὕτω πως ἀποφεύγομεν τὸ νὰ συνιστῶνται ἑκάστοτε ἐξεταστικαὶ τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπαί, ὁ καταρτισμὸς τῶν ὁποίων θεωρούμενος μέχρι σήμερον ὡς πολιτικὸν ζήτημα παρακωλύεται συνήθως ὑπὸ τῶν πλειονοψηφιῶν καὶ τῶν Κυβερνήσεων. Νομίζω ὅτι, ἂν ὑφίσταται μία τοιαύτη μόνιμος ἐξεταστικὴ τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπή, θὰ ἠδύνατο νὰ ἐπιλαμβάνηται τῆς ἐξετάσεως τῶν ἑκάστοτε παρουσιαζομένων σχετικῶν ζητημάτων, χωρὶς αὐτὸ νὰ ἀποκλείσῃ τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ καταρτίζωνται καὶ αἱ εἰδικαὶ ἐξεταστικαὶ τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπαί, ὁσάκις ἡ σπουδαιότης τῶν εἰδικῶν θεμάτων θὰ ἀπήτει τοῦτο.
§144Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἀσφαλῶς ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς πληρεξούσιος ἔθιξεν ἓν ζήτημα ἐκ τῶν σοβαρωτέρων· τὸ ζήτημα δηλαδὴ τῆς οὐσιαστικῆς ἀσκήσεως τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου. Κατὰ τὸ ἰσχῦον σύστημα ὑπάρχει δυνατότης τοῦ διορισμοῦ τῆς ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπῆς, αἱ ὁποῖαι Ἐπιτροπαὶ δύνανται νὰ ἔχωσιν ὡς συνέπειαν καὶ τὴν παραπομπὴν τῶν ὑπευθύνων Ὑπουργῶν εἰς εἰδικὸν δικαστήριον. Δύνανται, δὲν εἶναι ὅμως ἀπαραίτητοι. Ἀλλὰ τί ἔχει συμβῆ μέχρι σήμερον ἐν σχέσει μὲ τὰς ἐξεταστικὰς τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπάς; Ἐφόσον μία Κυβέρνησις ἔχει πλειονοψηφίαν καὶ ἀσκεῖται ἔλεγχος καὶ ζητεῖται πρὸς ἐξακρίβωσιν, πρὸς πιστοποίησιν ὡρισμένων γεγονότων, ἡ σύστασις ἐξεταστικῶν τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπῶν ἢ πρότασις θεωρεῖται ὡς περιέχουσα μομφὴν κατὰ τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ Κυβέρνησις ἀποκρούει τὴν πρότασιν καὶ τοιουτοτρόπως ἀπορρίπτεται αὕτη καὶ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον καθίσταται ἀδύνατος ἡ ἔγκυρος ἐξακρίβωσις γεγονότων οὐσιαστικῶν δυναμένων νὰ διευκολύνωσι τὸ ἀντιπροσωπευτικὸν Σῶμα εἰς τὴν ἄσκησιν τοῦ ἐλέγχου τοῦ κοινοβουλευτικοῦ. Τὸ Γερμανικὸν Σύνταγμα ἔχει σαφῆ διάταξιν. Ὅταν ἓν ὡρισμένον ποσοστὸν βουλευτῶν ζητεῖ τὴν σύστασιν ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπῆς, ἡ Ἐπιτροπὴ συνιστᾶται ἀναγκαστικῶς καὶ ἡ Ἀντιπολίτευσις ἀποκτᾷ ἓν σπουδαῖον ὅπλον. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶναι σπουδαιότατον ὅμως εἶναι ὅτι συνιστᾶται ἐξεταστικὴ τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπή, ἡ ὁποία φυσικὰ δὲν ἀπαρτίζεται ἀπὸ ἀντιπροσώπους τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ ἄλλα μέλη τοῦ Κοινοβουλίου. Οὕτως ἐχόντων τῶν πραγμάτων παρέχεται ἡ δυνατότης ὅπως, ἐφόσον παραμένει μία Κυβέρνησις εἰς τὴν Ἀρχὴν ὅπως ἀσκηθῇ εἷς οὐσιαστικὸς ἔλεγχος ἐπὶ τῶν πράξεων αὐτῆς, δὲν ὑπάρχει ὁ φόβος καταχρήσεως τῆς ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπῆς ἀπὸ ἀντιπροσώπους τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, διότι εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν μετέχουσι καὶ ἀντιπρόσωποι τῆς πλειονοψηφίας. Ἀλλ’ ἐφόσον παραμένει εἰς τὴν Ἀρχήν, ἡ Κυβέρνησις ἔχει τὴν πιστοποίησιν τῶν καταγγελλομένων πραγμάτων. Ἂν ὅμως ἀνατραπῇ μία Κυβέρνησις καὶ μεταβληθῇ ἡ πλειονοψηφία τῆς Συνελεύσεως, εἶναι δυνατὸν ὁ σχηματισμὸς Ἐπιτροπῆς ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων. Ἀλλ’ ὡς γνωρίζετε, μετὰ τὴν πτῶσιν τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἐνδιαφέρεται οὐδεὶς νὰ συνεχίσῃ κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον κατ’ αὐτῆς διὰ πολιτικὰς εὐθύνας μετὰ τὴν ἀπομάκρυνσίν της. Καὶ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον πρέπει νὰ ὁμολογήσῃ τις ὅτι αἱ Κυβερνήσεις εἶναι ἀσύδοτοι. Ἐφόσον ἔχουσιν αἱ Κυβερνήσεις τὴν πλειονοψηφίαν, ἡ ἐξεταστικὴ τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπὴ δὲν δύναται νὰ πιστοποιήσῃ τὴν παράβασιν ἢ μὴ τῶν νόμων. Ἂν δὲ πέσωσιν αἱ Κυβερνήσεις, δὲν ἐνδιαφέρεται οὐδείς. Κατ’ οὐσίαν λοιπὸν αἱ Κυβερνήσεις εἶναι ἀσύδοτοι. Νομίζω ὅτι μία ἀπὸ τὰς σοβαρωτέρας μεταρρυθμίσεις τὰς ὁποίας θὰ εἰσαγάγωμεν εἰς τὸ Σύνταγμα εἶναι καὶ αὐτή, καὶ διὰ τοῦτο ἤθελον παρακαλέσει ἡ διατύπωσις νὰ εἶναι ἁπλουστάτη. Θὰ ἠδυνάμεθα νὰ ὁρίσωμεν εἴκοσι μέλη ἢ τὸ ⅛ ἢ τὸ ⅕, ὅπως ἔχει τὸ Γερμανικὸν Σύνταγμα. Ὁ ἀριθμὸς δὲν ἔχει σημασίαν, ἀρκεῖ νὰ εἶναι τόσοι ὥστε νὰ δύνανται οἱ ἀντιπρόσωποι νὰ συγκροτήσωσιν αὐτὸν τὸν ἀριθμόν.
§145Γ. ΜΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ἕν ποσοστόν.
§146Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἕν ποσοστόν. Τὸ Γερμανικὸν ἔχει τὸ ⅕ Ἄν ἐδεχόμεθα τὸ ⅛, δὲν ἔχω ἀντίρρησιν ἂν ἐπιμένῃ ἡ Συνέλευσις νὰ δεχθῶμεν καὶ τὸ ⅕. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον μὲ ἐνδιαφέρει εἶναι νὰ εἰσαχθῇ ὁ θεσμὸς διὰ νὰ μὴ ἐξατμίζωνται αἱ συζητήσεις εἰς τὴν Συνέλευσιν χωρὶς κανὲν ἀποτέλεσμα, καὶ ἰδίως διὰ νὰ μὴ παρουσιάζωνται καὶ ἀνεξέταστα καὶ καταγγέλλωνται καὶ ζημιῶνται καὶ οἱ Ὑπουργοὶ καὶ οἱ καταγγέλλοντες, ἐφόσον ἡ Ἀντιπολίτευσις δὲν ἔχει τὰ μέσα εἰς τὰς χεῖράς της διὰ νὰ ἐξακριβώσῃ ἂν εἶναι ἀληθῆ, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον εἶναι φυσικὸν νὰ συμβαίνῃ ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς νὰ μεγαλοποιῶνται τὰ πράγματα. Ἂν γίνῃ δεκτὴ ἡ τροποποίησις, θὰ συνιστᾶται μία Ἐπιτροπή, ἡ ὁποία ἀναγκαστικῶς, ἐπαναλαμβάνω, θὰ ἀπαρτίζηται ἀπὸ ἀντιπροσώπους ὅλων τῶν κομμάτων, ὅπως νομίζω ὅτι θὰ εἰσαχθῇ καὶ εἰς τὸν Κανονισμὸν ἡ κατ’ ἀναλογίαν συγκρότησις τῶν Ἐπιτροπῶν. Δὲν εἶμαι μὲ τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου πληρεξουσίου ἐξ Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς ὅπως ὑπάρχει μία μόνιμος Ἐπιτροπή, εἷς Ἄρειος Πάγος, ἓν εἶδος ἐφόρων, οἱ ὁποῖοι νὰ ἐξετάζουν τὰς καταγγελίας ἐναντίον τῶν ὑπευθύνων Ὑπουργῶν ἢ δημοσίων ὑπηρεσιῶν, διότι ἡ πεῖρα ἀπέδειξεν ὅτι, ὅταν συγκροτῶνται μόνιμοι Ἐπιτροπαί, αἱ Ἐπιτροπαὶ αὐταὶ ἐκφυλίζονται. Δὲν ἠμπορεῖ ὡρισμένος ἀριθμὸς ἐπὶ τριετίαν νὰ ἐκτελῇ τὸ καθῆκον τοῦ ἐξεταστοῦ παρανομιῶν. Δι’ ἑκάστην περίπτωσιν ὑπάρχουν οἱ εἰδικώτεροι, οἱ περισσότερον μελετῶντες τὰ εἰδικὰ ζητήματα. Εἶναι προτιμώτερον δι’ ἑκάστην εἰδικὴν περίπτωσιν νὰ συγκροτῶνται αἱ Ἐπιτροπαὶ ἀπὸ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἔχουν γνῶσιν τῶν πραγμάτων, ὥστε νὰ παρέχουν κάθε ἐλπίδα ὅτι ἐργαζόμενοι θὰ φέρουν τὸ κατάλληλον ἀποτέλεσμα. Ἤθελον λοιπὸν παρακαλέσει, ἂν δὲν ὑπάρχῃ ἀντίρρησις, νὰ ψιφισθῇ τὸ ἄρθρον μέχρι τοῦ καὶ «δύνανται» διὰ νὰ ὑποβάλω τὴν τροπολογίαν σύμφωνα μὲ τὸ Γερμανικὸν Σύνταγμα. Ἐπαναλαμβάνω ὅτι τὴν θεωρῶ μίαν τῶν σπουδαιοτέρων μεταρρυθμίσεων εἰς τὸ Σύνταγμά μας, καὶ νὰ ψηφισθοῦν τὰ κατόπιν δύο ἄρθρα διὰ τὰ ὁποῖα δὲν ὑπάρχει ἀντίρρησις.
§147ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι σύμφωνος ἡ Συνέλευσις νὰ ψηφισθῇ τὸ ἄρθρον 31ον μέχρι τῶν λέξεων «εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ δίδουν», νὰ ἀφεθῇ δὲ τὸ «δύνανται κτλ.» ὅπως διατυπωθῇ ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς ἐντὸς συντόμου προθεσμίας ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ Γερμανικοῦ Συντάγματος;
§148ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§149Σ. ΓΟΝΑΤΑΣ. Ὡς αὐτοτελὲς ἄρθρον.
§150ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ 31ον ἄρθρον δεκτόν. Παρακαλεῖται ὁ κ. Γραμματεὺς νὰ τὸ ἀναγνώσῃ.
§151ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. Ἄρθρον 31ον (ἀναγινώσκει): «Οὐδεὶς αὐτόκλητος ἐμφανίζεται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς διὰ ν’ ἀναφέρῃ τι προφορικῶς ἢ ἐγγράφως· ἀναφοραὶ ὅμως παρουσιάζονται διά τινος βουλευτοῦ ἢ παραδίδονται εἰς τὸ Γραφεῖον. Ἡ Βουλὴ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀποστέλλῃ τὰς διευθυνομένας πρὸς αὐτὴν ἀναφορὰς εἰς τοὺς Ὑπουργούς, οἵτινες εἶναι ὑπόχρεοι νὰ δίδουν διασαφήσεις, ὁσάκις ζητηθοῦν· καὶ δύναται νὰ διορίζῃ ἐκ τῶν μελῶν αὐτῆς ἐξεταστικὰς τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπάς». (Γίνεται δεκτὸν τὸ 31ον ἄρθρον).
§152ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 32ον (ἀναγινώσκει).
§153Γ. ΦΡΑΓΚΟΥΔΗΣ. Ἡ λέξις «κακουργήματα» ἡ ὁποία τίθεται δὲν εἶναι ὀρθή, οὔτε εἶναι ὀρθὸν νὰ δίδουν τὸ παράδειγμα οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ λαοῦ ὅτι δύνανται αὐτοὶ νὰ ἀδικοῦν δημοσίᾳ καὶ νὰ εἶναι ἀσύδοτοι.
§154Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἡ διάταξις ἔχει καλῶς ὡς ἔχει. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ γίνῃ εἰς τὸ μέλλον εἶναι νὰ μὴ γίνηται ἄρνησις παραδόσεως εἰς τὰς δικαστικὰς Ἀρχὰς πληρεξουσίων κατηγορουμένων δι’ οἱανδήποτε πρᾶξιν, ἐφόσον δὲν ὑπάρχει ὑπόνοια κυβερνητικῆς καταδιώξεως, διότι δὲν δικαιοῦται ἡ Συνέλευσις νὰ εἰσέρχηται εἰς τὴν οὐσίαν τῶν δικαστικῶν καὶ νὰ ἀρνῆται νὰ παραδώσῃ εἰς τὰς ἀρχὰς κατηγορούμενον, ἐπὶ τῇ προϋποθέσει ὅτι δὲν εἶναι ἔνοχος τῆς πράξεως. Αὐτὸ εἶναι σφετερισμὸς τῶν δικαιωμάτων τῆς δικαιοσύνης.
§155Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Διὰ τὸ ἐπ’ αὐτοφώρῳ ἔχω τὸ παράδειγμα τῆς συλλήψεως τοῦ πληρεξουσίου Δράμας κ. Θεολογίτη, ὁ ὁποῖος ἐφυλακίσθη μετὰ τοῦ κ. Δουζίνα καὶ ἐμοῦ ἐπ’ ἀρκετὸν διάστημα εἰς τὰς φυλακὰς Συγγροῦ. Εἶχε δὲ τὴν ἀφέλειαν νὰ ὑποθέτῃ ὁ κ. Θεολογίτης ὅτι ἐκ λάθους ἐφυλακίσθη, διότι ἦτο πληρεξούσιος. Ἀλλ’ ἡ στρατιωτικὴ ἀρχὴ ἡ ὁποία τὸν κατεδίωξε, τὸν κατεδίωξε διότι συνελήφθη ἐπ’ αὐτοφώρῳ. Ἐπ’ αὐτοφώρῳ δὲ ἦτο ὅτι ἦτο ἔνοχος ἐσχάτης προδοσίας ἐπειδὴ ἦτο δημοκρατικός. Συνεπῶς ὅταν ψηφίζωμεν Σύνταγμα πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει καὶ ποῖοι τὸ ἐφαρμόζουν. Προκειμένου νὰ ἐφαρμοσθῇ τὸ Σύνταγμα ἀπὸ τοὺς Ἕλληνας δικαστὰς θὰ ἤθελον νὰ ὑποστηρίξω ὅτι τὸ ἐπ’ αὐτοφώρῳ νὰ λείψῃ. Ἀλλὰ συμφωνῶ μὲ τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Εὐρυτανίας πολιτευτοῦ ἡ Βουλὴ νὰ μὴ ἔχῃ δικαίωμα νὰ ἐμποδίσῃ τὴν καταδίωξιν ἑνὸς βουλευτοῦ παρὰ μόνον ἐφόσον βλέπει ὅτι ἐκ πολιτικῶν λόγων ὑπάρχει καταδίωξις. Ἐξ ἄλλου ὅμως ἐπειδὴ ὑπάρχει κατάχρησις τοῦ ἐπ’ αὐτοφώρῳ, νὰ λείψῃ.
§156Γ. ΚΙΑΓΙΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ ψηφίσωμεν τὸ 33ον ἄρθρον καὶ νὰ ἀφήσωμεν τὸ 32ον, διότι πρέπει νὰ τὸ διατυπώσωμεν καλύτερον. Γεννᾶται ζήτημα ἀκόμη καὶ ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἐπ’ αὐτοφώρῳ, διὰ τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ καθιερωθῇ ἡ σχετικὴ συνταγματικὴ διάταξις νὰ τεθῇ σαφέστερον, ὅπως εἰς τὸ Γερμανικὸν Σύνταγμα, πότε καταδιώκεται ὁ βουλευτὴς ἄνευ τῆς ἀδείας τοῦ Σώματος, διότι ὅπως ἔχει γεννᾶται ζήτημα. Καὶ νὰ τεθῇ εἰς τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος, ὅταν ὁ δράστης συλληφθῇ κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν καὶ ἐντὸς 48 ὡρῶν μετὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῆς πράξεως, διότι γίνεται κατάχρησις. Διότι, κύριοι συνάδελφοι, ἡ διάταξις αὐτὴ καθιεροῖ μίαν ἀσυλίαν, ἡ ὁποία ἐτέθη χάριν τῶν δημοσίων συμφερόντων καὶ τῆς ἐξασφαλίσεως τῆς ἀνεξαρτησίας τῶν βουλευτῶν, διὰ νὰ καταστήσῃ κατὰ τὸ δυνατὸν ἀπρόσκοπτον τὴν λειτουργίαν τοῦ πολιτεύματος. Καὶ δὲν νομίζω ὅτι τοιούτου εἴδους διατάξεις δέον νὰ ψηφίζωνται ἐπιτροχάδην.
§157ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλετε νὰ ἀναβάλωμεν τὸ 32ον;
§158ΤΙΝΕΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§159Γ. ΚΙΑΓΙΑΣ. Ἐγὼ ἐξ ἀντιθέτου πρὸς τὴν ἐκδηλωθεῖσαν ἐνταῦθα γνώμην ὅτι πρέπει ὅσον τὸ δυνατὸν νὰ περιορισθῇ ἡ ἀσυλία, φρονῶ ὅτι ὄχι μόνον δὲν πρέπει νὰ περιορισθῇ, ἀλλὰ πρέπει τοὐναντίον νὰ ἐπεκταθῇ· διότι ἡ ἀσυλία δὲν ἐτέθη διὰ τὸ ἄτομον τοῦ βουλευτοῦ, ἐτέθη χάριν τοῦ δημοσίου συμφέροντος καὶ διὰ νὰ ἐξασφαλίσῃ εἰς τὸν ἀντιπρόσωπον τοῦ λαοῦ τὴν πλήρη αὐτοῦ ἀνεξαρτησίαν ἐν τῇ ἐκπληρώσει τῶν καθηκόντων του. Ὅταν δὲ δὲν καθορίζεται ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἐπ’ αὐτοφώρῳ ἀδίκημα ποῖον εἶναι τοῦτο, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποκρούσητε τὴν κατάχρησιν ἡ ὁποία ἐν τῷ παρελθόντι ἔλαβε χώραν. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου φρονῶ ὅτι ἡ ἀσυλία δὲν πρέπει νὰ ἀφορᾷ τὸν πληρεξούσιον μόνον καθ’ ὃν χρόνον διαρκεῖ ἡ βουλευτικὴ σύνοδος, ἀλλὰ καθ’ ὅλην τὴν βουλευτικὴν περίοδον· διότι ὁ κύριος λόγος δι’ ὃν ἐτέθη ἡ διάταξις εἶναι ἱστορικὸς βεβαίως καὶ ἔχει τὴν καταγωγήν του ἀπὸ τὴν φιλελευθέραν Ἀγγλίαν, ἔγινε δὲ κατόπιν τῶν παραβιάσεων αἱ ὁποῖαι ἔλαβον χώραν τὸν ΙΔʹ καὶ ΙΕʹ αἰῶνα καὶ κατόπιν κατὰ τὴν Γαλλικὴν Ἐπανάστασιν. Ἐγένετο δεκτὸν ἐν τῷ Γαλλικῷ Συντάγματι καὶ ἀπετέλεσεν ἔκτοτε ἀξίωμα τοῦ συνταγματικοῦ δικαίου ἡ ἀσυλία τοῦ βουλευτοῦ. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος διὰ τὸν ὁποῖον ἐτέθη ἵνα ἐξασφαλίσῃ τὴν ἀπρόσκοπτον καὶ εὐσυνείδητον ἐκπλήρωσιν τῶν βουλευτικῶν καθηκόντων. Ὁ λόγος δὲ αὐτὸς ὑφίσταται καὶ μετὰ τὴν λῆξιν τῆς βουλευτικῆς συνόδου, διότι ἡ ἀδυναμία τοῦ νὰ συλληφθῇ εἷς βουλευτὴς διαρκούσης τῆς βουλευτικῆς συνόδου καὶ νὰ μὴ δύναται νὰ ἐκπληρώσῃ τὰ καθήκοντα αὐτοῦ δὲν εἶναι δυνατὸν βέβαια νὰ λάβῃ χώραν μετὰ τὴν λῆξιν αὐτῆς. Ἀλλὰ τὸ τοιοῦτον εἶναι δυνατὸν νὰ χρησιμοποιηθῇ ὡς ὅπλον πολιτικῆς ἐκμεταλλεύσεως, πολιτικῆς ἐκβιάσεως τοῦ βουλευτοῦ καὶ νὰ καταστήσῃ εἰς αὐτὸν ἀδύνατον τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων αὐτοῦ. Θέλω λοιπὸν νὰ ἐπεκταθῇ τὸ ἀκαταδίωκτον τοῦ βουλευτοῦ ἐφ’ ὁλοκλήρου τῆς βουλευτικῆς περιόδου. Ὑποβάλλω αὐτὴν τὴν τροπολογίαν.
§160Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Νομίζω ὅτι ἡ διατύπωσις ἔχει καλῶς. Ἡ ἔννοια τοῦ ἐπ’ αὐτοφώρῳ ἀδικήματος καθορίζεται ἀπὸ τὸ ποινικὸν δίκαιον. Θὰ ἦτο δὲ περίεργον, ἂν θέλωμεν διὰ διατάξεως τοῦ Συντάγματος νὰ καθορίσωμεν τὴν ἔννοιαν τοῦ αὐτοφώρου ἀδικήματος. Φοβοῦμαι ὅτι ἀγόμεθα εἰς μίαν παρεξήγησιν, ὅτι εἰς μίαν Δημοκρατίαν πρέπει νὰ καθιερώσωμεν προνόμια φθάνοντα μέχρις ἀσυδοσίας, ἐνῷ κατ’ οὐσίαν ἡ ἔννοια τοῦ δημοκρατικοῦ πολιτεύματος εἶναι ἡ κατάργησις ὅλων τῶν προνομίων.
§161Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἔχω τὴν γνώμην ὅτι εἶναι λυπηρὸν μία ἀπὸ τὰς σοβαρωτέρας διατάξεις τοῦ Συντάγματος νὰ συζητῆται ὑπὸ τὸ Κράτος τῆς βίας, διότι ὅλοι ἐπειγόμεθα νὰ διακόψωμεν τὴν συνεδρίασιν. Θὰ ἦτο λοιπὸν προτιμώτερον νὰ ἀναβάλλωμεν εἰς εὐθετότερον χρόνον τὴν συζήτησιν.
§162ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς ἐπείγεται.
§163Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἂν ὅμως πρόκειται νὰ συζητήσωμεν, ἐγὼ τοῦτο εἶχον νὰ εἴπω· ὅτι ἢ πρέπει νὰ καταργήσωμεν τὴν ἀσυλίαν καὶ νὰ ἱκανοποιηθῶσι τὰ ὑπεράγαν φιλελεύθερα αἰσθήματα τινῶν πληρεξουσίων ἢ νὰ γίνῃ ἡ διατύπωσις τοῦ Συντάγματος κατὰ τοιοῦτον τρόπον ὥστε ἡ ἀσυλία νὰ μὴ παραμένῃ γράμμα νεκρόν, ὡς συμβαίνει σήμερον. Ἔσχον προσωπικὴν περίπτωσιν. Ἤμην πληρεξούσιος καὶ ἐπεβλήθη ἡ χεὶρ τῆς δικαιοσύνης κατ’ ἐμοῦ εἰς ξένην Χώραν. Εἷς Ἄραψ Καβάσης τοῦ Προξενείου μὲ συνέλαβε καὶ ἡ ἀσυλία μου δὲν μὲ ἔσωζεν, ἂν δὲν ἐφήρμοζα ἄλλα πρακτικώτερα μέσα ἀμύνης. Ἄδεια Βουλῆς δὲν ὑπῆρχε. Τὸ δικαίωμά μου ἦτο πλῆρες καὶ ὅμως κατεπατήθη. Ὁ κ. Παπανδρέου εἶπεν ὅτι εἶναι καθωρισμένη ἡ ἔννοια τοῦ αὐτοφώρου ἀδικήματος καὶ εἶναι περιττὸν νὰ ὁρισθῇ ἄλλως ὡς ἄλλοι ὑπεστήριξαν. Ὁ καθορισμὸς τοῦ αὐτοφώρου ἀδικήματος εἶναι καὶ εὐρὺς καὶ ἀσαφής, ὥστε δημιουργεῖ καταχρήσεις. Π. χ. ὑπάρχει ἀδίκημα αὐτόφωρον κατὰ τὸν ποινικὸν νόμον ὅταν καταδιώκεται ὁ δράστης διὰ κοινῆς βοῆς. Ὁ κ. Θεολογίτης, κατὰ τὸ παράδειγμα τὸ ὁποῖον ἀνέφερεν ὁ κ. Κουτούπης καὶ τὸ ὁποῖον ἐνίσχυσε τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Κιαγιᾶ, κατεδιώκετο διὰ κοινῆς βοῆς καὶ κατὰ συνέπειαν ἠδύνατο νὰ θεωρηθῇ τὸ ἀδίκημα αὐτόφωρον μετὰ πάροδον πολλῶν μηνῶν. Τοιαῦται καταστρατηγήσεις ἐπιβάλουν ἢ τὴν κατάργησιν ἢ τὴν διασάφισιν τῆς διατάξεως. Ἂν τὸ ἄρθρον διατηρηθῇ, πρέπει νὰ περιστείλωμεν τὰς καταχρήσεις καὶ νὰ δεχθῶμεν τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Κιαγιᾶ, ἵνα ἐπεκταθῇ ἡ ἀσυλία καθ’ ὅλον τὸ διάστημα, ὄχι μόνον διαρκούσης τῆς συνόδου. Πρὸς δὲ πρέπει νὰ ὁρίσωμεν καὶ τὰ ὅρια τοῦ αὐτοφώρου ἀδικήματος, διότι ἄλλως ἡ διάταξις θὰ παραμείνῃ γράμμα νεκρὸν καὶ τὸ ἔδαφος παντοειδῶν καταχρήσεων δὲν σμικρύνεται κἄν. Διὰ τὴν παρατήρησιν τοῦ κ. ἀρχηγοῦ τῶν Προοδευτικῶν Φιλελευθέρων, τὴν ὁποίαν διετύπωσεν ὡς ἑρμηνείαν, ὅτι νὰ μὴ ἔχῃ ἡ Βουλὴ τὸ δικαίωμα νὰ ἀρνῆται τὴν δίωξιν, δὲν ἔχω νὰ εἴπω παρ’ ὅτι, ἂν τοιοῦτόν τι καθιερωθῇ, ἡ ἀσυλία καταργεῖται δι’ ἄλλης πλαγίας ὁδοῦ, καὶ ἀπορῶ πῶς διετυπώθη τοιαύτη γνώμη.
§164Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Δὲν προέτεινα ἐγὼ αὐτό.
§165Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Οὕτως ἀντελήφθημεν ἡμεῖς τὴν πρότασίν σας καὶ ἠπορήσαμεν· διεκρίνατε δηλαδή....
§166Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Τίποτε δὲν διέκρινα.
§167Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Οὕτως ἡρμήνευσα τοὺς λόγους σας ἐγὼ εἰδικῶς καὶ ὑποθέτω ὅτι τοιαύτη ἦτο ἡ ἔννοιά των.
§168Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ γίνηται σύγχισις μεταξὺ τῆς βουλευτικῆς ἀσυλίας τῆς καθιερουμένης ὑπὸ τοῦ Συντάγματος καὶ μιᾶς γενικῆς ἀσυδοσίας, διότι ἡ ἀσυλία δὲν σημαίνει ἀσυδοσίαν. Ποῖος εἶναι ὁ σκοπὸς τῆς διατάξεως αὐτῆς; Ὁ σκοπὸς εἶναι νὰ προλάβῃ καταχρήσεις ἐκ μέρους τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ὄχι ἐκ μέρους τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας εἰς βάρος τῶν πληρεξουσίων χάριν πολιτικῶν σκοπῶν. Δηλαδὴ μία Κυβέρνησις ἐπὶ τῇ ὑποθέσει ὅτι διαθέτει τὰς δικαστικὰς ἀρχάς, τὰς εἰσαγγελικὰς ἀρχάς, δύναται νὰ προβῇ εἰς καταδίωξιν ὡρισμένων βουλευτῶν, νὰ ἀποτρέψῃ αὐτοὺς ἀπὸ τῆς ἐκτελέσεως τῶν καθηκόντων των εἰς τρόπον ὥστε νὰ καταβάλῃ τὴν πολιτικὴν σύνθεσιν καὶ νὰ διατηρηθῇ εἰς τὴν Ἐξουσίαν, ἐνῷ ἡ πραγματικὴ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς ἀποκρούει αὐτήν. Λοιπὸν χάριν αὐτῆς τῆς ἐντελῶς μεμονωμένης καὶ ἐξαιρετικῆς περιπτώσεως καθιεροῦται ἡ ἀσυλία, ἡ ὁποία ἀναντιρρήτως ἀποτελεῖ μίαν προνομίαν τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ Ἔθνους. Αὐτὴ ἡ προνομία δὲν ἔχει σκοπὸν νὰ προστατεύσῃ τοὺς βουλευτὰς ἐναντίον τῶν καταχρήσεων τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, διότι αἱ καταχρήσεις αὗται δύνανται νὰ γίνουν εἰς βάρος τῶν πολιτῶν. Ἑπομένως, ἂν εἷς δικαστικὸς λειτουργὸς κακῶς ἐκτιμῶν τὰς περιστάσεις ἢ κακῶς ἑρμηνεύων τὸν νόμον ἀλλ’ ἄνευ πολιτικῶν ἐλατηρίων δύναται νὰ στραφῇ ἐναντίον ἑνὸς πληρεξουσίου, ὅπως πολλάκις στρέφεται ἐναντίον ἁπλῶν πολιτῶν, θὰ ὑποστῇ καὶ ὁ πληρεξούσιος τότε τὰς συνεπείας τοῦ ὅτι ἡ δικαστικὴ ἐξουσία τοῦ Κράτους, τοῦ ὁποίου πολίτης εἶναι καὶ αὐτὸς ὅπως καὶ οἱ ἄλλοι ἁπλοῖ πολῖται, ἠδίκησε καὶ αὐτόν. Ἑπομένως δὲν πρόκειται νὰ περιφρουρήσωμεν τὸν βουλευτὴν ἐναντίον ὑπερβασιῶν τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, ἀλλ’ ἐναντίον τῆς δολίας καὶ κακοβούλου προθέσεως τῶν Κυβερνήσεων, ὅπως διατηρηθοῦν εἰς τὴν Ἀρχὴν διὰ τῆς ἀσκήσεως πιέσεων μὲ ὄργανον τὴν καταδιωκτικὴν Ἀρχήν, διὰ νὰ ἀνατρέψῃ αὐτοὺς ἀπὸ τῆς ψηφοφορίας. Καὶ ὑπὸ τὴν ἔννοιαν αὐτὴν ὀρθὸν θὰ ἦτο ὄχι ὅτι προτείνω νὰ τεθῇ τοιαύτη διάταξις, ἂν καθιεροῦτο ἡ τακτικὴ ὅτι δὲν δικαιοῦται ἡ Συνέλευσις νὰ εἴπῃ, ἂν εἷς βουλευτὴς εἶναι ἔνοχος ἢ ἀθῷος, διότι οὕτω θὰ εἰσήρχετο εἰς τὰ ἔργα τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, ἀλλ’ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὀφείλει νὰ εἴπῃ εἶναι, ἂν ὁ βουλευτὴς εἶναι θῦμα πολιτικῆς καταδιώξεως ἐκ μέρους τῶν ἰσχυόντων καὶ ἂν μὲν εὑρίσκῃ ὅτι δὲν πρόκειται περὶ τοιαύτης πολιτικῆς καταδιώξεως, θὰ παραδώσῃ αὐτὸν εἰς τὴν δικαστικὴν Ἀρχήν, εἰς τὴν δικαστικὴν Ἀρχὴν τὴν ὁποίαν ἔχομεν, ὅπως τὸν κρίνῃ καὶ αὐτὸν ὅπως κρίνει καὶ ὅλους τοὺς πολίτας. Ἂν δὲ εὑρίσκῃ ὅτι ὑπάρχει πολιτικὴ καταδίωξις, ὀφείλει νὰ ἀρνηθῇ νὰ τὸν παραδώσῃ εἰς τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν. Αὐτὰ εἶπον ὄχι ὡς ἑρμηνείαν, ἀλλ’ ὡς τὴν πραγματικὴν ἔννοιαν τῆς συνταγματικῆς διατάξεως. Δι’ αὐτὸ πρέπει νὰ δεχθῶμεν τὴν διάταξιν καὶ νὰ μὴ δώσωμεν λαβὴν εἰς σκέψεις ὅτι προτιθέμεθα νὰ κηρύξωμεν ἀσυδότους ἡμᾶς αὐτοὺς ἐναντίον ἐνδεχομένων καταδιώξεων τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας. Ἡ διάταξις ἐφηρμόσθη ἕως τώρα ἐπὶ πολλὰ ἔτη, ὀφείλομεν δὲ νὰ δεχθῶμεν ὅτι ἐλάχισται ἴσως εἶναι αἱ παρανομίαι αἱ διαπραχθεῖσαι, αἱ καταδολιεύσεις τῆς διατάξεως αὐτῆς ἐκ μέρους τῶν Ἀρχῶν, ἀλλὰ καὶ ἐν πάσῃ περιπτώσει σπανιωτάτη εἶναι ἡ περίπτωσις καθ’ ἣν ἡ δικαστικὴ Ἀρχὴ ἐγένετο ὄργανον τῆς πολιτικῆς ἐξουσίας καὶ παρέβη τὸ καθῆκόν της πρὸς πολιτικὴν καταδίωξιν τῶν βουλευτῶν. Ἀφ’ ἑτέρου πολλάκις ὀφείλομεν νὰ δεχθῶμεν ὅτι ἐγένοντο καὶ ὑπερβασίαι ἐκ μέρους τῆς Συνελεύσεως, αἵτινες, καίτοι δὲν ὑπῆρχε καμμία πρόθεσις πολιτικῆς καταδιώξεως, ἠρνήθησαν νὰ παραδώσωσι βουλευτὰς εἰς τὰς δικαστικὰς Ἀρχάς. Δυνάμεθα ἑπομένως νὰ διατηρήσωμεν τὴν διάταξιν ὡς ἔχει, ἀπόκειται δὲ εἰς τὰς Βουλὰς ἀφ’ ἑνὸς καὶ τὰς δικαστικὰς Ἀρχὰς ἀφ’ ἑτέρου νὰ καθορίσουν τὴν πραγματικὴν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ διάταξις αὐτή, καὶ νὰ ἀποβλέψουν εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ σκοποῦ δι’ ὃν ἐτέθη. Δυνάμεθα λοιπὸν νὰ προχωρήσωμεν.
§169Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἠθελήσατε κατὰ τρόπον καταργοῦντα τὴν ἀσυλίαν οὐσιαστικῶς νὰ θέσητε φραγμοὺς εἰς τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς.
§170Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἠθικοὶ φραγμοί.
§171Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Διὰ νὰ διαστείλωμεν τὰς περιπτώσεις τὰς ὁποίας ἀνεφέρατε θὰ εἴχομεν ἀνάγκην ἑνὸς δικαστηρίου νὰ μᾶς εἴπῃ πότε συντρέχει ἡ περίπτωσις ἡ τάδε καὶ πότε δὲν συντρέχει.
§172Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ὅταν ζητῆται ἡ καταδίωξις ἑνὸς κυβερνητικοῦ βουλευτοῦ ἀπὸ τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν καὶ ἀρνεῖται νὰ παραδώσῃ αὐτὸν ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς ἡ στηρίζουσα τὴν Κυβέρνησιν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἰσχυρισθῇ τις ὅτι ἡ Βουλὴ ἀρνεῖται ἐκ φόβου ὅτι πρόκειται περὶ κυβερνητικῆς καταδιώξεως. Ἑπομένως πρόκειται περὶ μιᾶς ὑπερβασίας.
§173Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὸ γεγονὸς εἶναι τοῦτο· ὅτι ἡ δίωξις τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, περὶ τῆς ὁποίας ὡμίλησεν ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν Φιλελευθέρων, δὲν συντρέχει ποτὲ εἰς τὴν πρᾶξιν, πάντοτε συντρέχει δίωξις τῆς δικαστικῆς Ἀρχῆς. Διὰ νὰ δεχθῶμεν δίωξιν τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ἡ ὁποία δὲν ἀπορρέει οὔτε ἀπὸ τὴν δικονομίαν οὔτε ἀπὸ τοὺς κειμένους νόμους, θὰ εἶναι περίπτωσις τόσον ἐξαιρετική, ὥστε νὰ μὴ πρέπει νὰ λαμβάνηται καὶ ὑπ’ ὄψιν. Ἂν μόνον διὰ τὰς περιπτώσεις αὐτὰς πρόκειται νὰ καθιερωθῇ ἡ ἀσυλία, ἐπαναλαμβάνω τὴν γνώμην ὅτι εἶναι καλύτερον νὰ τὴν καταργήσωμεν καθολοκληρίαν. Αὐτὸ εἶναι τὸ φιλελεύθερον καὶ τὸ ἐξισωτικὸν τῶν πληρεξουσίων πρὸς τοὺς ἐκλογεῖς των ὡς τὸ ἔντιμον ἂν θέλητε, τὸ ὁποῖον καὶ θὰ μᾶς θωρακίσῃ ἀπὸ παρεξηγήσεις.
§174Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ προνομίας, ὅπως ἠθέλησε νὰ ὑποστηρίξῃ ὁ κ. Παπανδρέου καὶ ὁ κ. ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν Φιλελευθέρων. Ἔχομεν ἄλλην περίπτωσιν, διὰ τῆς ὁποίας ἀποδεικνύεται ὅτι ὅπως περιφρουρηθοῦν ἐκεῖνα τὰ ἐπαγγέλματα τὰ ὁποῖα ὑπόκεινται εἰς τὴν καταδίωξιν ἐλήφθησαν ἐξαιρετικαὶ διατάξεις. Ἔχομεν τὰ ἐγκλήματα τοῦ Τύπου, ὅπου ὑπάρχει προνόμιον, διότι οἱ ἐργάται τοῦ Τύπου καὶ δὴ οἱ ἀντιπολιτευόμενοι εἶναι ὑποκείμενοι εἰς διώξεις καὶ δὲν εἶναι μόνον ἐλατήριον τῶν διώξεων τὸ νὰ ἐπέλθῃ ἐλάττωσις τοῦ ἀριθμοῦ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως μέσα εἰς τὴν Βουλήν, ἀλλὰ καὶ πρὸς ἐκδίκησιν. Ἀκριβῶς τοῦτο παρατηροῦμεν· ὅτι μία Κυβέρνησις, διότι βουλευταί τινες τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἠθέλησαν νὰ τὴν πολεμήσωσιν, εὑρίσκει τὴν εὐκαιρίαν νὰ τοὺς καταδιώξῃ καὶ διὰ διαφόρων καταστρατηγήσεων νὰ τοὺς πιέσῃ. Ὅπως ὑπάρχει ἐξαιρετικὴ διάταξις διὰ τὰ ἐγκλήματα τοῦ Τύπου, διὰ τὰ ὁποῖα καθώρισε τὸ Σύνταγμα ὅπως δικάζωνται καὶ διὰ τὰ ἐλάχιστα παραπτώματα ὑπὸ τῶν ὀρκωτῶν δικαστηρίων, τοιουτοτρόπως ὑπάρχουν καὶ ἐξαιρετικαὶ διατάξεις πρὸς περιφρούρησιν τῶν βουλευτῶν. Ὅταν ἔχωμεν ἁπτὰ γεγονότα πρόσφατα, κατὰ τὰ ὁποῖα μία Κυβέρνησις ὄχι διὰ νὰ μειώσῃ τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ἀλλὰ διὰ νὰ ἐκδικηθῇ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι τὴν ἐπολέμησαν—καὶ ἔχομεν τὸ παράδειγμα τοῦ κ. Θεολογίτη, ὁ ὁποῖος μεταξὺ τῶν ὀλίγων τῶν ἀποτελούντων τὴν Ἀντιπολίτευσιν εἶχε τὸ θάρρος νὰ ἐλέγξῃ, ἐφυλακίσθη κατὰ τὸν ἀχρειότερον τρόπον—διέπραξεν ἔγκλημα ἐπ’ αὐτοφώρῳ, διότι ἀπετέλει μέρος τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως», ὅταν ἔχωμεν τοιαύτας δικαστικὰς Ἀρχὰς καὶ τοιαύτην ἀντίληψιν τῶν Κυβερνήσεων, νομίζω ὅτι τοὺς ἐργάτας τοῦ Τύπου καὶ τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ λαοῦ πρέπει νὰ τοὺς ἀπαλλάξωμεν ἀπὸ κάθε κατάχρησιν, διὰ τὴν ὁποίαν θεωροῦμεν ἱκανὰς καὶ τὰς Κυβερνήσεις καὶ τὴν δικαστικὴν Ἀρχήν.
§175Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὑποβάλλεται μία παράκλησις νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις, ἄλλως θὰ μᾶς ἀναγκάσητε νὰ ὑποβάλωμεν ἔνστασιν ἀπαρτίας. Σᾶς δηλοῦμεν ὅτι ἔχομεν νὰ φέρωμεν τροπολογίαν καὶ ἐπιμένομεν.
§176Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐπειδὴ ὑπάρχει ἐπιμονὴ ὑποστηρίξεως τῆς ἀπόψεως αὐτῆς, παρακαλῶ καὶ ἐγὼ νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις.
§177Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Δὲν ἐζήτησε ποτὲ κανεὶς παραχωρήσεις ὥστε νὰ ἰσχυρίζηται ὁ κ. πληρεξούσιος ὅτι ζητοῦμεν πάντοτε νὰ ὑποχωροῦν. Μία παράκλησις ἐγένετο, ἂν εἶναι δυνατὸν νὰ τερματισθῇ ἡ συζήτησις. Ἐφόσον δὲν στέργετε, οὐδεὶς δύναται νὰ σᾶς ἀφαιρέσῃ τὸν λόγον.
§178ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἀναβάλλεται ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ 32ου ἄρθρου. Νὰ ψηφίσωμεν τὸ 33ον ἄρθρον.
§179Σ. ΓΟΝΑΤΑΣ. Ὑπάρχει ἀντίρρησις.
§180ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις ἵνα ἐπαναληφθῇ αὕτη αὔριον τὴν 5ην μ. μ. (Ὥρα 9 μ. μ.)