1925.04.06
2.163 στίχοι · 16.642 λέξεις · 260 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 173
Προεδρία Κ. Ρακτιβάν
Δευτέρα 6 Ἀπριλίου 1925.
(Ὥρα 5.25′ μ. μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Νὰ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Νὰ ἀναγνωσθῶσι τὰ πρακτικά.
§2Σ. ΓΟΝΑΤΑΣ. Δὲν διενεμήθησαν τὰ πρακτικά.
§3ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Διανέμονται τώρα.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τότε νὰ προηγηθῶσιν αἱ ἀνακοινώσεις. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Συνέλευσιν τὰ ἑξῆς: — Οἱ διάφοροι Σύλλογοι Κομοτινῆς παρακαλοῦσι τὴν Κυβέρνησιν ὅπως μὴ ἐκτελεσθῇ ἡ ἀπαλλοτρίωσις τῶν φυτειῶν καὶ ἀμπέλων Κομοτινῆς. — Οἱ μισθωταὶ ἀκινήτων μουσουλμανικῶν κτημάτων αἰτοῦνται ὅπως μὴ ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος 3166. — Ὁ παραγωγικὸς συνεταιρισμὸς Βελανίζης αἰτεῖται τὴν ἐπίλυσιν τοῦ σταφιδικοῦ ζητήματος. — Οἱ καπνοπαραγωγικοὶ συνεταιρισμοὶ Γαλατίστης παρακαλοῦσιν ὅπως ἐπισπευσθῇ ἡ ψήφισις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐλευθέρας ἐξαγωγῆς ἀνεπεξεργάστων καπνῶν». — Ἐπιτροπὴ κατοίκων Καβάλλας παρακαλεῖ ὅπως ἀποσυρθῇ τὸ νομοσχέδιον «περὶ ἐλευθέρας ἐξαγωγῆς ἀνεπεξεργάστων καπνῶν». — Ὁ Δ. Ντάλας παρακαλεῖ ὅπως ἐπικυρωθῇ ἡ δημοπρασία τῶν λουτρῶν Ὑπάτης ἐπ’ ὀνόματί του ὡς πλειοδότου. — Ἡ Ἕνωσις τῶν ἐφέδρων ἀξιωματικῶν Ρεθύμνης παρακαλεῖ ὅπως προστατευθῶσιν οἱ μισθωτοὶ ἔφεδροι μουσουλμανικῶν ἀστικῶν κτημάτων. — Ὁ Παμπροσφυγικὸς Σύλλογος Θεσσαλονίκης αἰτεῖται τὴν ἐπίλυσιν τοῦ ζητήματος τῆς στεγάσεώς των καὶ τὴν τροποποίησιν τοῦ νόμου 3166. — Ὁ Πανθεσσαλικὸς Κτηνοτροφικὸς Σύνδεσμος παρακαλεῖ ὅπως παύσῃ ἡ περαιτέρω παραχώρησις λιβαδίων εἰς γεωργικοὺς συνεταιρισμούς. — Οἱ πρόσφυγες Ρεθύμνης διαμαρτύρονται κατὰ τῆς ἀποπείρας πρὸς φυγάδευσιν τῆς περιουσίας τοῦ ἀνταλλαξίμου Μουσουλμάνου Ἀλῆ Βαφῆ Σελιανάκη. — Ὁ Σύνδεσμος τῶν ὁπλαρχηγῶν διαμαρτύρεται διὰ τὰ ἐναντίον τῶν μελῶν του λεχθέντα κατὰ τὴν συζήτησιν περὶ συστάσεως συντάγματος κυνηγῶν. — Οἱ ἐφημέριοι τοῦ τέως δήμου Μέσης παρακαλοῦσιν ὅπως ψηφισθῇ νόμος περὶ βελτιώσεως τοῦ ἐφημεριακοῦ Κλήρου. — Ὁ Σύλλογος τῶν λειτουργῶν τῆς ἰδιωτικῆς ἐκπαιδεύσεως παρακαλεῖ ὅπως ἐπανέλθῃ ἐν ἰσχύϊ τὸ ἄρθρον 4 τοῦ νόμου 997 περὶ συνταξίμου τῆς ὑπηρεσίας τῶν ἰδιωτικῶν ἐκπαιδευτικῶν λειτουργῶν. — Οἱ τριτοβάθμιοι δημοδιδάσκαλοι Καρδίτσης παρακαλοῦσιν ὅπως ἡ προηγουμένη αὐτῶν ὑπηρεσία ἀναγνωρισθῇ ὡς συντάξιμος. — Τὰ μικροαστικὰ καὶ προσφυγικὰ Σωματεῖα Σερρῶν παρακαλοῦσιν ὅπως μὴ ψηφισθῇ ὁ νόμος περὶ ἐξαγωγῆς τῶν ἀνεπεξεργάστων καπνῶν. — Ὁ γεωργικὸς συνεταιρισμὸς Στύρφακας Φθιώτιδος παρακαλεῖ ὅπως τῷ χορηγηθῶσι καλλιεργήσιμοι γαῖαι. — Οἱ γεωργοὶ Δοξάτου παρακαλοῦσιν ὅπως ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ ἐξαγωγῆς τῶν ἀνεπεξεργάστων καπνῶν. — Οἱ κάτοικοι τῆς κοινότητος Μεσορόπης καὶ Πραβίου διαμαρτύρονται διὰ τὴν κατάθεσιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐξαγωγῆς ἀνεπεξεργάστων καπνῶν. — Οἱ διάφοροι Σύλλογοι Δράμας παρακαλοῦσιν ὅπως μὴ τροποποιηθῇ τὸ ἄρθρον 96 τοῦ Ἐνοικιοστασίου. — Οἱ κάτοικοι τοῦ τέως δήμου Ποταμίων Κυθήρων ζητοῦσι τὴν ἄρσιν τῆς ἐκδοθείσης διαταγῆς περὶ ἐκτάσεως τοῦ Διατάγματος «περὶ κωδικοποιήσεως τοῦ περὶ ἀγροτικῆς ἀσφαλείας νόμου» εἰς τὴν νῆσόν των. — Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κ. Κ. Γκότσης ὑποβάλλει τὰ ἑξῆς σχέδια νόμων: 1) «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 23 τοῦ ἐδαφ. 2 τοῦ ἀπὸ 23 Ἀπριλίου 1923 Ν. Δ. περὶ ἀπονομῆς συντάξεως εἰς τινας πολίτας ἀπεργούς»· 2) «περὶ ἀπονομῆς συντάξεως εἰς τὰς οἰκογενείας τῶν ἐξαφανισθέντων ἐν Μικρᾷ Ἀσίᾳ πολιτῶν ὑπαλλήλων» καὶ 3) «περὶ ὁρισμοῦ διαδικασίας πρὸς μεταβίβασιν ἀπονεμηθείσης κατὰ τὸν νόμον 3122 συντάξεως». — Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας κ. Μαρῆς ὑποβάλλει σχέδιον νόμου «περὶ τροποποιήσεως διατάξεων τῆς ὑπ’ ἀριθ. 353 τοῦ 1901 ἔτους νόμου περὶ ὁριστικοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ Κοινωφελοῦς Ταμείου Κρήτης». — Ἡ ἐπὶ τῶν Δημοσίων Ἔργων κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὰς ἐκθέσεις αὐτῆς ἐπὶ τῶν ἑξῆς σχεδίων νόμων: 1) «περὶ ἀναθεωρήσεως τῶν τιμῶν τῶν ἐργολάβων ἐκτελέσεως δημοσίω ἔργων»· καὶ 2) «περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τοῦ νόμου 3183». — Ὁ πληρεξούσιος κ. Δ. Ψιάρης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συστάσεως συντάγματος κυνηγῶν». — Ὁ πληρεξούσιος κ. Ν. Ξηρὸς ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου 2948 «περὶ προαγωγῆς τῆς βιομηχανίας καὶ βιοτεχνίας». — Ὁ πληρεξούσιος κ. Σ. Συριόπουλος ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως ἐκπαιδευτικῶν τινων νόμων». — Ὁ πληρεξούσιος κ. Ε. Παυλίδης ὑποβάλλει πρότασιν ψηφίσματος «περὶ τῶν ἐκ Ρωσίας προσφύγων ὁμογενῶν». — Ὁ κ. Σ. Γονατᾶς ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 27 τοῦ σχεδίου συντάγματος.
§5Ι. ΚΑΛΟΓΕΡΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ ὄργανον τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως» ἐν κυρίῳ του ἄρθρῳ μὲ φέρει ὡς ψηφίσαντα ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συντάγματος κυνηγῶν», ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι ἀληθὲς διότι ἐγὼ ἀπέσχον. Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ δηλώσητε, ἂν τοῦτο εἶναι ἀληθὲς ἢ ὄχι, διότι τὸ πρᾶγμα ἔχει ὡς ἑξῆς. Ἐγὼ δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι εἶμαι στρατηγός, ὅτι διετέλεσα μέλος τῆς κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς, ὅτι ἠγόρευσα κατὰ τοῦ νομοσχεδίου. Ἀλλ’ ὀφείλω νὰ δηλώσω ὅτι ἠρώτησα τὸν ἀρχηγόν μου τοῦ κόμματος τῶν Προοδευτικῶν Φιλελευθέρων ἂν ἔχῃ κυβερνητικὴν χροιὰν τὸ ζήτημα. Μοὶ εἶπεν ὅτι δὲν γνωρίζει. Ἐγὼ δὲ τῷ εἶπον ὅτι θὰ παραμείνω καὶ θὰ καταψηφίσω τὸ νομοσχέδιον. Κατόπιν ὅμως τῆς ἐγερθείσης διαστάσεως μεταξὺ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ κ. ἀρχηγοῦ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐμόρφωσα τὴν γνώμην ὅτι τὸ ζήτημα λαμβάνει κυβερνητικὴν χροιάν. Βεβαίως ἤμην κατὰ τοῦ νομοσχεδίου καὶ εἶχον ζωηρὸν ἐνδιαφέρον νὰ μὴ φανῶ δυσάρεστος εἰς τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργόν. Ἀλλ’ ἐν τούτοις θὰ ἔμενον καὶ θὰ κατεψήφιζον τὸ νομοσχέδιον, ἂν δὲν ἐφανταζόμην ὅτι ἦτο δυνατὸν διὰ τῆς ψήφου μου νὰ προκαλέσω καὶ κυβερνητικὴν κρίσιν καὶ διὰ τοῦτο ἀπέσχον. Ἀπὸ τοῦ σημείου τούτου μέχρι τοῦ σημείου τοῦ νὰ καταπίπτῃ ὁ πολιτικὸς ἀγὼν εἰς τοιοῦτον σημεῖον ὥστε ὄργανον τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως» νὰ ἔρχηται καὶ νὰ λέγῃ ὅτι ἐψήφισα ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου, νομίζω ὅτι διὰ τοῦ τρόπου αὐτοῦ καταπίπτουν οἱ πολιτικοὶ ἀγῶνες καὶ ὅτι εἶναι πράξεις, αἱ ὁποῖαι δὲν ἐπιτρέπονται εἰς ἀνθρώπους καλῆς πίστεως.
§6Δ. ΦΛΩΡΙΑΣ. Κύριοι συνάδελφοι, παρέσχον καὶ παρέχω διὰ τῆς ψήφου μου τὴν ἐμπιστοσύνην πρὸς τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν, διότι φρονῶ ὅτι διὰ τῆς ἐμπιστασύνης μου ταύτης προσφέρω ὑπηρεσίαν εἰς τὴν Χώραν. Ἐγὼ προσωπικῶς ἐδοκίμασα πικρίας παρὰ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, ἀλλὰ διότι ἐσυνήθισα νὰ θέτω τὰ συμφέροντα τῆς Χώρας ὑπεράνω τῶν προσωπικῶν συμφερόντων, ἐσίγησα καὶ παρέσχον τὴν ἐμπιστοσύνην μου πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι διετέλεσα μέλος τῆς κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς τῆς ἐπεξεργασθείσης τὸ νομοσχέδιον «περὶ συντάγματος κυνηγῶν» καὶ ἀπέρριψα διὰ τῆς ψήφου μου τὸ νομοσχέδιον τοῦτο. Ἠγόρευσα δὲ καὶ ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης καὶ ἀπεδοκίμασα τὸ νομοσχέδιον. Ὅταν ὅμως διὰ τῆς στάσεως ἥτις ἐτηρήθη ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἐδόθη εἰς τὸ νομοθέτημα ἐκεῖνο χροιὰ κυβερνητικῆς κρίσεως, ἐσκέφθην ὅτι ὤφειλον νὰ κρίνω μεταξὺ τῶν ζημιῶν αἵτινες ἤθελον τυχὸν προκύψει ἐξ ἑνὸς τοιούτου νομοθετήματος καὶ τῶν μεγάλων ζημιῶν αἵτινες ἤθελον προκύψει ἐκ τῆς πτώσεως τῆς Κυβερνήσεως. Ἐθεώρησα ἑπομένως καθῆκον, ἀφοῦ ἀείποτε τὰ συμφέροντα τῆς Χώρας θέτω ὑπεράνω παντὸς ἄλλου συμφέροντος, νὰ ἀπόσχω τῆς ψηφοφορίας καὶ νὰ μὴ φέρω τὴν εὐθύνην μιᾶς πτώσεως κατὰ τὰς παρούσας στιγμὰς τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις ἤθελεν ἔχει ὀλέθρια ἀποτελέσματα κατὰ τὴν κρίσιν τὴν ἰδικήν μου. Παραδόξως ἀνέγνωσα εἰς τὸ ὄργανον τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως»....
§7Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν εἶναι ὄργανον.
§8Δ. ΦΛΩΡΙΑΣ. Ἂν εἶναι ἢ δὲν εἶναι τὸ γνωρίζουν ὅλοι.
§9Γ. ΚΙΑΓΙΑΣ. Ἔκαμε καὶ δήλωσιν ὅτι ἔπαυσε νὰ εἶναι ὄργανον τοῦ κόμματος.
§10Δ. ΦΛΩΡΙΑΣ. Τὸ ὄργανον τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως» λέγει ὅτι οἱ ψηφίσαντες τὸ νομοσχέδιον θεωροῦνται ὡς οὐτιδανοί.
§11Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Ποῖοι εἶναι οὐτιδανοί;
§12Δ. ΦΛΩΡΙΑΣ. Οἱ ποιησάμενοι ἀβαρίαν εἰς τὰς ἀρχικὰς αὐτῶν σκέψεις περὶ τοῦ νομοσχεδίου χαρακτηρίζονται ὡς οὐτιδανοὶ ἄνθρωποι καὶ μεταξὺ τῶν ἄλλων καὶ 3 στρατηγοί, οἵτινες ἀπέσχον τῆς ψηφοφορίας διὰ νὰ μὴ δημιουργηθῇ πολιτικὴ κρίσις. Διαμαρτύρομαι ἑπομένως διὰ τὰ γραφέντα καὶ τὰ θεωρῶ ἀνάξια προσοχῆς.
§13Α. ΠΑΠΑΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Εἰς τὴν αὐτὴν ἀγανάκτησιν διατελῶ καὶ ἐγώ, διότι ἡ «Δημοκρατικὴ Ἕνωσις» γνωρίζει ὑπὸ ποίας περιστάσεις εὑρέθην καὶ ἀπέσχον τῆς ψηφοφορίας. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν σημαίνει ὅτι εἴμεθα οὐτιδανοὶ διότι ἀπέσχομεν. Ἀλλὰ καὶ δι’ ἄλλον λόγον διαμαρτύρομαι πρὸς τὴν Συνέλευσιν κατὰ τῆς ἀχαρακτηρίστου ἐνεργείας ἀξιωματικοῦ τῆς χωροφυλακῆς, ὁ ὁποῖος ἦλθε τὴν νύκτα εἰς τὸ σπίτι μου καὶ ἔκρουεν ἀγωνιωδῶς τὴν θύραν.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ εἶναι ἄλλο θέμα.
§15Α. ΠΑΠΑΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Εἶναι σχετικόν. Ἐσηκώθην καὶ ἠρώτησα ποῖος εἶναι. Μοὶ ἀπήντησεν ὅτι’ εἶμαι ὁ ἀξιωματικὸς Παπαϊωάννου καὶ ἔρχομαι νὰ σᾶς κοινοποιήσω τὸ Διάταγμα διὰ τοῦ ὁποίου τίθεσθε εἰς ἀποστρατείαν. Τῷ λέγω· τοιαύτην ὥραν ἔρχεσαι; Μοὶ ἀπαντᾷ· τοιαύτην ἐντολὴν ἔλαβον. Πρὸ τοιαύτης καταστάσεως μεταξὺ δύο πυρῶν δὲν εὑρέθην οὔτε ἐπὶ τοῦ Κωνσταντινικοῦ καθεστῶτος καὶ ὀφείλω νὰ διαμαρτυρηθῶ.
§16Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Σήμερον δὲν εἶναι στιγμὴ δικαιολογίας ψήφου· ἐπειδὴ ὅμως οἱ κ. κ. συνάδελφοι ἀνεφέρθησαν εἰς φιλικήν μας ἐφημερίδα, ἐδήλωσα ὅτι ἡ ἐφημερὶς αὕτη δὲν εἶναι ὄργανον τοῦ κόμματος ἡμῶν, ἀλλ’ ὅτι εἶναι ἀνεξάρτητος ὀργανισμὸς οἰκονομικός, ἀλλὰ βεβαίως ἔχει αἰσθήματα φιλικὰ πρὸς ἡμᾶς. Ἑπομένως ὅ,τι γράφεται ἐκεῖ δὲν εὐθύνει ἡμᾶς. Ὀφείλω νὰ εἴπω τὸ ἑξῆς· ὅτι αἱ δικαιολογίαι αἱ ὁποῖαι φέρονται καὶ ἰδίως ὑπὸ τοῦ κ. Φλωριᾶ εἶναι σεβασταί....
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ. κ. πληρεξούσιοι ἀπουσίαζον. Δὲν ἐψήφισαν τὸ νομοσχέδιον, ὅπως ἐγράφη.
§18Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Οὔτε νομίζω ὅτι εἷς πληρεξούσιος, ὁ ὁποῖος ὡμίλησεν ἐναντίον τοῦ νομοσχεδίου, ὅταν τίθεται ζήτημα ἐμπιστοσύνης καὶ φεύγει κάνει κανὲν ἔγκλημα.
§19Γ. ΚΙΑΓΙΑΣ. Εἰς τὰ πρακτικὰ φέρομαι ὅτι κατὰ τὴν προχθεσινὴν ψηφοφορίαν ἐψήφισα «ναί», ἐνῷ τοῦτο δὲν εἶναι ἀληθὲς καὶ συστήσατε νὰ διορθωθῇ.
§20Γ. ΚΟΝΔΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὁ κ. πληρεξούσιος Ἁλμυροῦ ἀνέφερεν ὅτι ἀξιωματικός τις μετέβη τὴν νύκτα κτλ. Δηλῶ ὅτι διατελῶ ἐν ἀγνοίᾳ καὶ θὰ ἐξετάσω τὸ ζήτημα. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῆς ἀποστρατείας του, ἂν τοῦτο εἶναι νόμιμον ἢ ὄχι θὰ τὸ ἐξετάσω καὶ πάλιν καὶ θὰ ἐκφέρω γνώμην.
§21Σ. ΖΕΡΒΟΣ. Ἐπειδὴ τὸ παρελθὸν Σάββατον εἶχον τὴν τιμὴν νὰ παρουσιάσω εἰς τὴν Συνέλευσιν ἓν λίαν λεπτὸν καὶ εὔθικτον ζήτημα, τὰ δὲ πρακτικὰ δὲν ἀπέδωσαν πλήρως τὸ πνεῦμα ὑπὸ τὸ ὁποῖον εἶχον τὴν τιμὴν νὰ τὸ παρουσιάσω, θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε, κ. Πρόεδρε, νὰ συμπληρώσω δεόντως τὰ πρακτικά.
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Μετὰ τὰς διορθώσεις αὐτὰς τὰ πρακτικὰ ἐπικυροῦνται καὶ εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν....
§23Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ. Τὸν λόγον σᾶς παρακαλῶ πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως.
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρέπει νὰ μοὶ ἀνακοινώσητε πρῶτον τὸ θέμα.
§25Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ. Δύο λέξεις, κ. Πρόεδρε. Κατέκλυσαν τὴν πρωτεύουσαν ἀντιπροσωπεῖαι Θεσσαλικῶν ὀργανώσεων, αἱ ὁποῖαι ἦλθον διὰ διάφορα ζητήματα ἀφορῶντα καὶ τὴν ἀποκατάστασίν των, ἀλλὰ καὶ ζωτικώτατα Θεσσαλικὰ ζητήματα. Θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν νὰ δεχθῇ ὅπως τὴν Παρασκευὴν κανονισθῇ οὕτω ἡ Ἡμερησία Διάταξις, ὥστε νὰ συζητηθῇ τὸ ἀγροτικὸν νομοθέτημα, διότι αἱ ἀντιπροσωπεῖαι ἦλθον μὲ εἰδικὴν ἀποστολήν.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἀποφασισθῇ τὴν προτεραίαν.
§27Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ. Ἂς κανονισθῇ τότε τὴν Πέμπτην νὰ συζητήσωμεν τὴν Παρασκευὴν τὸ ἀγροτικόν.
§28Π. ΓΕΩΡΓΙΤΣΗΣ. Τὸν λόγον ἐπὶ τῶν πρακτικῶν.
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ πρακτικὰ ἐπεκυρώθησαν.
§30Π. ΓΕΩΡΓΙΤΣΗΣ. Δὲν πρέπει νὰ ὑπάρχουν εὐνοούμενοι τοῦ βήματος καὶ μή, κ. Πρόεδρε.
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ τὸ ὁποῖον λέγετε μὲ θίγει.
§32Π. ΓΕΩΡΓΙΤΣΗΣ. Ὄχι ὑμᾶς, κ. Πρόεδρε. Ἀλλὰ τοῦτο θέλω νὰ εἴπω. Προχθὲς κατὰ τὸ τέλος τῆς συζητήσεως συζητουμένης τῆς προτάσεως ὅπως συνεχισθῇ σήμερον ἡ συζήτησις τῶν ἐπερωτήσεων, ἐζήτησα τὸν λόγον ἀπὸ τὸν κατέχοντα τὸ Προεδρεῖον ἀντιπρόεδρον κ. Ἀλαβάνον. Νομίζω ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνωνται διακρίσεις καὶ νὰ ὑπάρχουν οἱ εὐνοούμενοι τοῦ βήματος καὶ οἱ μή. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ἀλαβάνον νὰ δώσῃ ἐξηγήσεις.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βεβαιωθῆτε ὅτι δὲν θὰ σᾶς ἤκουσεν ὁ κ. Ἀλαβάνος.
§34Κ. ΑΛΑΒΑΝΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, λυποῦμαι ὅτι θὰ ἀπασχολήσω τὴν Συνέλευσιν ἐπὶ ὀλίγα λεπτά. Φαίνεται ὅτι ἡ μοῖρα εἶναι τοιαύτη ὥστε τὸ Προεδρεῖον νὰ πέσῃ εἰς μίαν ἐπιδημίαν παραπόνων κατ’ αὐτάς. Καὶ πάλιν αἰτίασις ἀπευθύνεται ἐκ μέρους τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἰωαννίνων συναδέλφου κ. Γεωργίτση, ὁ ὁποῖος διαμαρτύρεται ὅτι τὸ Προεδρεῖον, καίπερ ἐζήτησε τὸν λόγον, τῷ ἠρνήθη τοῦτον. Τὸ ἀληθὲς εἶναι ὅτι ὁ κ. Γεωργίτσης ἐζήτησε τὸν λόγον, ἀλλὰ καὶ ἀληθὲς εἶναι ὅτι δὶς τῷ ἐδόθη. Προσεκλήθη παρ’ ἐμοῦ δὶς ἵνα λάβῃ τὸν λόγον, ἀλλὰ δὶς διεκόπη παρὰ τῶν ἀρχηγῶν τῶν κομμάτων, οἱ ὁποῖοι κατόπιν ληφθείσης ἀποφάσεως τῆς Συνελεύσεως δικαιοῦνται νὰ προηγῶνται τῶν κ. κ. πληρεξουσίων εἰς τὰς ἀγορεύσεις. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον τοῦτο. Μετὰ τὴν λύσιν τῆς συνεδριάσεως—καὶ ἐχάρην πολὺ διότι μοὶ ἔδωκεν ἀφορμὴν ὁ κ. πληρεξούσιος νὰ λάβω τὸν λόγον—μετὰ τὴν λύσιν τῆς προχθεσινῆς συνεδριάσεως ἠκούσθησαν μεμψιμοιρίαι, διότι εἶχε λυθῆ ἡ συνεδρίασις. Θὰ ἤμην ὑποχρεωμένος νὰ μὴ ἀφήσω ἀναπαντήτους τὰς μεμψιμοιρίας αὐτάς. Ἠκούσθησαν λοιπὸν ὅτι τὸ Προεδρεῖον κακῶς ἔλυσε τὴν συνεδρίασιν, ὅτι τὸ Προεδρεῖον ὑπακούει εἰς τὰ νεύματα τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως.
§35Π. ΓΕΩΡΓΙΤΣΗΣ. Ποῖος τὸ εἶπεν αὐτό;
§36Κ. ΑΛΑΒΑΝΟΣ. Ὁ κ. Δενδρινὸς καὶ ἄλλοι. Ἐγὼ δὲ κατερχόμενος τῆς ἕδρας—διότι εἶχε λυθῆ ἡ συνεδρίασις—ἀντελήφθην τὰς μεμψιμοιρίας αὐτάς. Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ὑπενθυμίσω εἰς τὴν Συνέλευσιν ἐν συντόμῳ πῶς ἐλέχθησαν πραγματικῶς προχθὲς τὰ πράγματα. Θὰ ἐνθυμῆται ἡ Συνέλευσις ὅτι εὐθὺς μετὰ τὴν διακοπήν, δηλ. μετὰ τὴν ψηφοφορίαν τοῦ νομοσχεδίου τῶν κυνηγῶν, ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑπενθυμίσω εἰς τὴν Συνέλευσιν ὅτι κατὰ τὸν Κανονισμὸν ὀφείλομεν νὰ ἐξακολουθήσωμεν τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἀκριβίας τῆς ζωῆς. Ἀλλ’ ἀντιληφθὲν τὸ Προεδρεῖον τὴν ψυχολογίαν τῆς Συνελεύσεως ὅτι δὲν ἦτο διατεθειμένη νὰ ἐξακολουθήσῃ τὴν συζήτησιν ἐπ’ αὐτῆς, ἠρώτησα τὴν Συνέλευσιν ἂν θέλῃ νὰ διακόψωμεν τὴν συζήτησιν ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ζητήματος. Κατόπιν τῆς ἀποφάσεως ταύτης, ὑποχρεωμένος ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ κατὰ τὸ ἄρθρον 58 ἔδωσα τὸν λόγον εἰς τὸν κ. Καταφυγιώτην, διότι ἐπρόκειτο περὶ μὴ καταθέσεως ἐγγράφων. Καὶ εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ προτάξωμεν ἀπὸ πᾶσαν ἄλλην συζήτησιν τὴν ἐπερώτησιν τοῦ κ. Καταφυγιώτη. Μετὰ ταῦτα ἦλθε τὸ ζήτημα τὸ προσφυγικόν. Ἂν θὰ γίνῃ συζήτησις ἐπὶ τοῦ προσφυγικοῦ. Ὑπενθύμισα εἰς τὴν Συνέλευσιν ὅτι ὑπῆρχεν ἀπόφασις ὅπως γίνῃ συζήτησις ἐπὶ τοῦ προσφυγικοῦ καὶ ἰδίως ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῆς ἐκθέσεως τῆς κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς. Ἀλλ’ ἠγέρθησαν συζητήσεις μεταξὺ τῶν διαφόρων προσφυγικῶν ὁμάδων, Οἱ μὲν ἔλεγον ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ συζήτησις, οἱ δὲ ὅτι δὲν εἶναι παρεσκευασμένοι ἀκόμη καὶ ὅτι θὰ ἦτο καλὸν νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις καὶ ὑπερίσχυσεν ἡ γνώμη τῆς ἀναβολῆς τῆς συζητήσεως. Κατόπιν τούτων ἐκτελῶν ἀπόφασιν τῆς Συνελεύσεως καὶ θεωρήσας ὅτι ὑπῆρχε συνεννόησις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ κ. ἀρχηγοῦ τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως, οἵτινες συνεφώνησαν ὅπως δοθῇ ὁ λόγος εἰς τὸν κ. Ζερβόν, ἐνόμισα ὅτι ἤμην ὑποχρεωμένος νὰ δώσω τὸν λόγον εἰς τὸν κ. Ζερβόν, ὁ ὁποῖος ἔφερεν εἰς τὴν Συνέλευσιν τὴν συζήτησιν τοῦ Δωδεκανησιακοῦ ζητήματος καὶ ἐνθυμεῖσθε πόσον συνεκινήθη ἡ Συνέλευσις καὶ ἐν τέλει ἐξέφρασε τὴν εὐχὴν ὅπως τὸ ταχύτερον λυθῇ τὸ Δωδεκανησιακὸν ζήτημα. Ἐν τῷ μεταξὺ ἦτο 9η ἡ ὥρα. Ἂν ἐνθυμοῦμαι καλῶς, ἀνῆλθεν ἐπὶ τοῦ βήματος ὁ πληρεξούσιος κ. Πάζης, ὁ ὁποῖος μὲ παρεκάλεσεν ἂν ἦτο δυνατὸν νὰ τῷ δώσω τὸν λόγον διὰ νὰ ἐπαναφέρῃ τὸ προσφυγικὸν ζήτημα. Τῷ εἶπον ὅτι εὐχαρίστως θὰ δώσω τὸν λόγον, τοσούτῳ μᾶλλον καθόσον ἀναγνωρίζω τὴν σοβαρότητα τοῦ ζητήματος, καὶ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ συντελέσω καὶ ἐγὼ ὅπως ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον γίνῃ ἡ συζήτησις τοῦ ζητήματος αὐτοῦ. Τῳόντι ὁ κ. Πάζης κατῆλθε τοῦ βήματος καὶ ἐζήτησε τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ προσφυγικοῦ. Εὐθὺς ἀμέσως διάφοροι ὁμάδες, ἡ μὲν μία ἐξέφρασε τὴν στενοχωρίαν αὐτῆς ὅτι εἶναι πολὺ κουρασμένη καὶ ὅτι δὲν δύναται κατόπιν δύο ὁλονυκτιῶν νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις ἐπὶ τόσον σοβαροῦ ζητήματος, ἄλλη δὲ μερὶς ἐπέμενεν εἰς τὸ νὰ συζητηθῇ. Ἄλλοι ἔλεγον ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ αὐτὴν τὴν στιγμὴν συζήτησις, ἥτις δὲν θὰ περιορισθῇ μόνον ἐπὶ τῆς ἐκθέσεως τῆς Ἐπιτροπῆς, ἀλλὰ τὸ ὅλον προσφυγικὸν ζήτημα θὰ τεθῇ ἐπὶ τάπητος. Πρὸ τῆς διαφορᾶς αὐτῆς—ἦτο ἡ ὥρα 8.45′—δὲν ἤξευρε τὸ Προεδρεῖον τί νὰ κάμῃ καὶ κατόπιν ἐρωτήματος πρὸς τὴν Συνέλευσιν ἔλαβε τὴν ἀπόφασιν ὅπως τὸ προσφυγικὸν ζήτημα συζητηθῇ τὴν Δευτέραν ἢ τὴν Τετάρτην. Ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ κ. Προέδρου αὐτῆς ἐξεδήλωσε τὴν ἐπιθυμίαν ὅπως ἡ συζήτησις τοῦ προσφυγικοῦ γίνῃ τὴν ἡμέραν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου, δηλαδὴ τὴν Τετάρτην ἢ τὸ Σάββατον. Ἠγέρθη διαφορὰ μεταξὺ τῆς μιᾶς καὶ τῆς ἄλλης πτέρυγος, ἂν πρέπῃ τὴν Τετάρτην ἢ τὴν Δευτέραν νὰ γίνῃ ἡ συζήτησις. Ὁ ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν Φιλελευθέρων, ὁ ἀξιότιμος ἐξ Εὐρυτανίας πολιτευτὴς κ. Καφαντάρης, ἐγερθεὶς εἶπεν ὅτι διαμαρτύρεται διὰ τὴν ἐπιμονὴν τῆς δημοκρατικῆς παρατάξεως καὶ εἶπεν ὅτι θὰ εὕρῃ μίαν μέσην λύσιν. Ἡ μέση λύσις ἦτο νὰ συζητηθῇ τὴν Τετάρτην τὸ προσφυγικόν, ἀλλ’ ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν ἐκ τῆς ὅλης συζητήσεως ἀποδειχθῇ ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις, εὐχαρίστως θὰ ἔστεργεν ὅπως ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις καὶ τὴν Πέμπτην. Ἡ Συνέλευσις ἠρωτήθη διὰ τὸ ζήτημα αὐτό. Σημειωτέον ὅτι τὴν στιγμὴν ἐκείνην ἡ Συνέλευσις ἦτο ἐπὶ ποδὸς διαμαρτυρομένη διὰ τὴν κόπωσιν καὶ μία μεγάλη μερὶς τῆς Συνελεύσεως διεμαρτύρετο ὅτι πρέπει νὰ λυθῇ ἡ συνεδρίασις. Ἤμην ὡποχρεωμένος, μολονότι ὁ κ. Γεωργίτσης πραγματικῶς εἶχε ζητήσει τὸν λόγον, νὰ συμμορφωθῶ μὲ τὴν ἀπόφασιν τῆς Συνελεύσεως. Καὶ μολονότι δὶς εἶχον δώσει τὸν λόγον εἰς τὸν κ. Γεωργίτσην, ἤμην ὑποχρεωμένος νὰ ζητήσω τὴν γνώμην τῆς Συνελεύσεως ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Εὐρυτανίας πληρεξουσίου κ. Καφαντάρη καὶ ἡ Συνέλευσις ἀπεφάνθη ὅτι ἀπεφάσιζε! νὰ γίνῃ ἡ συζήτησις τὴν Τετάρτην. Οὕτως ἐγένετο δεκτὴ ἡ πρότασις τοῦ κ. Καφαντάρη καὶ ὅλοι οἱ κ. κ. πληρεξούσιοι μὲ τὸν πῖλον ἀνὰ χεῖρας ἐζήτουν νὰ λυθῇ ἡ συνεδρίασις. Τί ἠθέλατε νὰ κάμω, κ. πληρεξούσιε;
§37Π. ΓΕΩΡΓΙΤΣΗΣ. Ἤθελον ὅμως νὰ γνωρίζω, ἂν ἡ γνώμη τῶν κ. κ. πληρεξουσίων εἶναι σεβαστὴ ὑπὸ τῶν κ. κ. ἀρχηγῶν.
§38Κ. ΑΛΑΒΑΝΟΣ. Νὰ ἀποτανθῆτε εἰς τὴν Συνέλευσιν. Εἶμαι ὑποχρεωμένος ἐπίσης νὰ ἀπαντήσω, ἀφοῦ ἀνῆλθον τὸ βῆμα, καὶ εἰς τὰς ἄλλας μεμψιμοιρίας καὶ νὰ εἴπω ὅτι εἶναι ἀκριβὲς ὅτι τὸ Προεδρεῖον διαρκῶς εὑρίσκεται εἰς ἐπαφὴν μετὰ τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὅτι ὁ Πρόεδρος τῆς Συνελεύσεως ὀφείλει νὰ ἔρχηται εἰς συνεννόησιν μετὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως· διότι πρέπει νὰ γνωρίζωσιν οἱ κ. κ. συνάδελφοι, ὅτι κατὰ τὰ κοινοβουλευτικὰ ἔθιμα, τὰς ἐργασίας τῆς Συνελεύσεως τὰς διευθύνει ἡ Κυβέρνησις ἡ ἐκπροσωποῦσα τὴν πλειονοψηφίαν.
§39Π. ΓΕΩΡΓΙΤΣΗΣ. Ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ ἀφαιρέσῃ τὸν λόγον· κατ’ οὐσίαν ὅμως ἀφῃρέθη ἐφόσον δὲν ἔλαβον τὸν λόγον.
§40Κ. ΑΛΑΒΑΝΟΣ. Κύριοι, ἡ αἰτίασις εἶναι βαρεῖα κατὰ τοῦ Προεδρείου. Τὸ Προεδρεῖον ὑποχρεοῦται νὰ εὑρίσκηται εἰς ἄμεσον συνεννόησιν μετὰ τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, διότι αὐτὸς ἀντιπροσωπεύει τὴν πλειονοψηφίαν. Κύριοι, ὀφείλω νὰ δηλώσω τοῦτο· ὅτι τὸ Προεδρεῖον οὐδέποτε ἐφατρίασε. Δυνατὸν ὁ Πρόεδρος τῆς Συνελεύσεως, ἐγὼ ὁ ἴδιος νὰ συμπαθῶ εἰς τὴν μίαν ἢ τὴν ἄλλην πολιτικὴν ὁμάδα, ἀλλ’ ὅταν ἀνέλθω ἐπὶ τῆς ἕδρας ἀνήκω κατ’ ἐξοχὴν εἰς τὴν Συνέλευσιν καὶ ὄχι εἰς τὰ κόμματα. Τοῦτο πάντοτε τὸ ἐφήρμοσα. Ἂν δὲ ὑπάρχῃ εὐκολία νόμιμος προβλεπομένη ὑπὸ τοῦ Κανονισμοῦ, τὴν εὐκολίαν αὐτὴν φρονῶ ὅτι πρέπει νὰ τὴν παρέχῃ τις κατ’ ἐξοχὴν εἰς τὴν μειονοψηφίαν, διότι αὕτη φυσιολογικῶς πιεζομένη ἀπὸ τοὺς ἀριθμοὺς τῆς πλειονοψηφίας πρέπει νὰ ἔχῃ κάποιο ἀντάλλαγμα διὰ νὰ ἐπέρχηται ἰσορροπία. Καὶ τοῦτο κατὰ τὴν γνώμην μου, τὴν ἀτομικήν μου γνώμην ἐκφέρω.
§41Δ. ΚΑΛΚΑΝΔΗΣ. Ἡ συζήτησις νὰ γίνεται μόνον καλῇ τῇ πίστει.
§42Κ. ΑΛΑΒΑΝΟΣ. Γνωρίζετε ὅτι ἐγὼ δὲν ἀνήκω εἰς κανὲν κόμμα· ὅπου καὶ ἂν στρέψω τὸ βλέμμα μου, δεξιά, ἀριστερά, εἰς τὸ μέσον, εὑρίσκω φίλους, παλαιοὺς συναγωνιστάς, μὲ τοὺς ὁποίους ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν ἠγωνίσθην ἐδῶ μέσα. Καὶ ἂν ἦσαν αὐτοὶ καλοὶ ἀξιωματικοὶ καὶ ἐγὼ ἤμην καλὸς καὶ πιστὸς στρατιώτης καὶ ἠγωνίσθην εἰς τοὺς προμαχῶνας τῆς ἰδεολογίας. Ἐμὲ ἓν πρᾶγμα μὲ λυπεῖ καὶ ἐζήτησα πολλάκις νὰ τὸ καταστείλω· αἱ ἀντεγκλήσεις, αἱ ὁποῖαι φθάνουν μέχρι σαρκοφαγίας ἐνίοτε ἐδῶ. Θλίβομαι διότι αὔριον θὰ παρουσιασθῶμεν ἐνώπιον τοῦ λαοῦ μὲ ἑνιαίαν παράταξιν καὶ δὲν γνωρίζω πῶς θὰ δικαιολογήσωμεν τὴν στάσιν ἡμῶν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ.
§43Π. ΓΕΩΡΓΙΤΣΗΣ. Οὐδέποτε ἠμφισβήτησα τὴν καλὴν θέλησιν καὶ τὴν πρὸς τὸ καθῆκον ἀφοσίωσιν τοῦ ἄρτι κατελθόντος τοῦ βήματος. Χαίρω πολὺ διὰ τὰς ἐξηγήσεις, τὰς ὁποίας ἠκούσαμεν πρὸ ὀλίγου. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον μοὶ ἔκαμε νὰ προκαλέσω τὴν συζήτησιν εἶναι ὅτι ἤθελον νὰ καθορίσω τὰ δικαιώματα ἑκάστου.
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς Συντακτικῆς καὶ Νομοθετικῆς Ἐργασίας. Ὑπάρχει μία πρότασις νὰ προταχθῇ ἡ συζήτησις τοῦ σχεδίου ψηφίσματος «περὶ ἀπαλλοτριώσεως τοῦ κτήματος Σέλι τῆς περιφερείας Βερροίας».
§45Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, ἡμεῖς δὲν ἔχομεν ἀντίρρησιν νὰ ψηφισθῇ ἀμέσως τοῦτο.
§46ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Δεκτόν, δεκτόν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ψήφισμα).
§47Ν. ΞΗΡΟΣ. Κύριοι πληρεξούσιοι, ἐψηφίσαμεν πρὸ μηνῶν ἕνα νόμον, διὰ τοῦ ὁποίου ἠθελήσαμεν διὰ παντὸς τρόπου νὰ ἐπιτύχωμεν τὴν ταχυτέραν ἐκδίκασιν ὑποθέσεων διὰ τὰ θύματα πολέμου. Ἀτυχῶς εἰς τὰς Ἐπιτροπὰς κρατεῖ ἀκόμη τὸ παλαιὸν σύστημα, δὲν ἐκδίδουσι δὲ ἀποφάσεις ἰσχυριζόμεναι ὅτι τοὺς λείπει βοηθητικὸν προσωπικόν. Θὰ παρακαλέσω τὴν Συνέλευσιν νὰ δεχθῇ πρότασιν ψηφίσματος διὰ τῆς ὁποίας νὰ ἐπιτραπῇ εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἐνισχύσῃ κατά τι τὸ βοηθητικὸν προσωπικὸν τῶν Ἐπιτροπῶν, διότι δυστυχῶς δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα τοῦτο. Σᾶς ἀναφέρω ἐπὶ παραδείγματι ὅτι ἡ πρωτοδικειακὴ Ἐπιτροπὴ Λαμίας ἐπὶ 1500 ὑποθέσεων ἐξεδίκασεν 95 μόνον. Αἱ ἄλλαι μένουσιν ἐστιβαγμέναι.
§48ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα. Πρέπει νὰ ληφθῇ πρόνοια.
§49Ν. ΞΗΡΟΣ. Καταθέτω σχέδιον ψηφίσματος «περὶ διορισμοῦ ἐκτάκιων ὑπαλλήλων εἰς τὰς ἐπιτροπὰς τῆς ἀπονομῆς συντάξεων εἰς τὰ θύματα πολέμου».
§50Τ. ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Συμφωνῶ. Παρατηρῶ ὅμως ὅτι ὄχι μόνον προσωπικοῦ κατωτέρου στερεῖται ἡ Ἐπιτροπὴ τῶν συντάξεων θυμάτων πολέμου Πύργου, ἀλλὰ καὶ προέδρου ἀπὸ τῆς μεταθέσεως τοῦ πρωτοδίκου Τετράδη ἐκ τοῦ Πρωτοδικείου Ἠλείας.
§51Κ. ΚΑΛΟΜΕΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ πρότασις τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου εἶναι λίαν δεδικαιολογημένη καὶ δέον νὰ γίνῃ δεκτὴ παρὰ τῆς Συνελεύσεως, ἐλπίζω δὲ ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ σπεύσῃ νὰ ἐγγράψῃ αὐτὴν εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν καὶ θὰ ἐπισπεύσῃ τὴν συζήτησιν αὐτῆς. Εἶναι ἐπείγουσα ἀνάγκη, κύριοι συνάδελφοι, νὰ ἐκκαθαρισθῶσιν ὅσον τάχιον αἱ ὑποβεβλημέναι εἰς τὰς Ἐπιτροπὰς αἰτήσεις ἀπονομῆς συντάξεων εἰς τὰς οἰκογενείας θυμάτων πολέμου, καὶ ληφθῶσι πρὸς τοῦτο ἔκτακτα μέτρα, καθόσον, ὡς ἔχουσι σήμερον τὰ πράγματα, μὲ τὴν βραδύτητα ἡ ὁποία ἐπικρατεῖ εἰς τὰς ἐργασίας τῶν Ἐπιτροπῶν δὲν θὰ ἀρκέσῃ οὐδὲ μία δεκαετία πρὸς ἐκδίκασιν τῶν αἰτήσεων. Εἶναι λυπηρόν, κύριοι, ὅτι, ἐνῷ ἡ Πολιτεία ἔλαβε πρόνοιαν περὶ ἀπονομῆς ἀποζημιώσεων καὶ ἐπιτηδεύματος δι’ ἐκείνους τῶν ὁποίων ἁπλῶς περιωρίσθη ἡ ἐξάσκησις τοῦ ἐπαγγέλματός των, καὶ ἀπενεμήθη ἄνευ βραδύτητος ἡ τοιαύτη ἀποζημίωσις, εἶναι λυπηρὸν ὅτι ἡ ἐκδίκασις τῶν αἰτήσεων ἀπονομῆς συντάξεων πρὸς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἀπώλεσαν τοὺς προστάτας των ἢ κατέστησαν ἀνίκανοι πρὸς ἐργασίαν χάριν τῆς Πατρίδος, προβαίνει μετὰ βραδύτητος ἀπελπιστικῆς. Ἐλπίζω ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ σπεύσῃ νὰ ἀποδεχθῇ τὴν ὑποβληθεῖσαν πρότασιν ἢ θὰ λάβῃ οἷα ἄλλα μέτρα θεωρεῖ σκόπιμα διὰ τὴν ταχεῖα ἐκδίκασιν τῶν αἰτήσεων ἀπονομῆς συντάξεων θυμάτων πολέμου.
§52Γ. ΦΡΑΓΚΟΥΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν ἀντελήφθην ὅτι ἐψηφίσθη τὸ ψήφισμα περὶ τοῦ βασιλικοῦ κτήματος.
§53Κ. ΚΑΛΟΜΕΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, διὰ τοὺς ἐπιτηδευματίας, οἱ ὁποῖοι ἐστερήθησαν τοῦ ἐπιτηδεύματός των, ψηφίζομεν νόμους ἐφόσον δὲν δύνανται νὰ ἀποδοθῶσιν εἰς ἄλλο ἐπάγγελμα. Τώρα πρόκειται νὰ ψηφίσωμεν ἕτερον νομοθέτημα περὶ λεμβούχων. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ ἓν μέτρον, διότι ἡ ὑπηρεσία ἔχει διοργανωθῆ κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε ἀναιρεῖται ἡ ἐκτέλεσις αὐτῆς τῆς ἱερᾶς ὑποχρεώσεως.
§54Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἤθελον νὰ σᾶς παρακαλέσω, κύριοι πληρεξούσιοι, νὰ ψηφίσωμεν νομοσχέδιά τινα, τὰ ὁποῖα δὲν προκαλοῦσιν ἀντίρρησιν. Τινὰ εἶναι εἰς τὸ σύνολον καὶ τινὰ κατ’ ἀρχήν.
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Συνέλευσιν ἐπὶ ἑνὸς ἑκάστου. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ βελτιώσεως θέσεως ἀναπήρων καὶ ἀνικάνων ὑπαξιωματικῶν Χωροφυλακῆς κατασιάντων τοιούτων κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν διατεταγμένης ὑπηρεσίας ἐν καιρῷ εἰρήνης καὶ ἐν πολέμῳ». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τῆς προτάσεως νόμου «περὶ ἀντικαταστάσεως τοῦ διὰ τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ νόμου 2125 ἐπιβληθέντος τῷ δήμῳ Ρεθύμνης φόρου». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ χορηγήσεως ὑπὸ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος δανείων πρὸς κτηματικὰς ὁμάδας Σερρῶν». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀνακλήσεως εἰς τὴν ἐνεργὸν ὑπηρεσίαν ἀποτάκτων ἀξιωματικῶν καὶ μεταφορᾶς των εἰς ὑπηρεσίας». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συμ-
πληρώσεως διατάξεων ἀφορωσῶν τὴν ὑπηρεσίαν
Τ.Τ.Τ.».
(Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συμπληρώσεως τῶν περὶ Ναυτικοῦ Ἀπομαχικοῦ Ταμείου νόμων». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν).
§56Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Προτοῦ καταρτισθῇ ἡ Ἡμερησία Διάταξις τῆς αὔριον, παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ὅπως ἐγγραφῇ εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τὸ νομοσχέδιον «περὶ ἱδρύσεως ταμείου κοινῆς ὠφελείας εἰς τὴν Τρίπολιν καὶ Κόρινθον». Πρόκειται καθαρῶς περὶ κοινοῦ νομοσχεδίου.
§57Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Θὰ παρακαλέσω καὶ ἐγὼ τὴν Κυβέρνησιν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ προτάξῃ αὔριον τὸ περίφημον νομοσχέδιον «περὶ ἐνοικιοστασίου βοσκῶν», διότι ἡ κτηνοτροφικὴ περίοδος τὴν 23ην Ἀπριλίου φθάνει εἰς τὸ τέλος της καὶ ἀσφαλῶς τὸ ἐνοικιοστασίου τῶν βοσκῶν δὲν θὰ ἔχῃ συζητηθῆ.
§58Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶναι αὐτὴ ἡ στιγμὴ τῆς καταρτίσεως τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως.
§59Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ. Ὀφείλω καὶ ἐγὼ νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως καὶ νὰ τὴν πληροφορήσω ὅτι εὑρίσκεται ἐνταῦθα, ἀποσταλεῖσα ἐκ Θεσσαλίας, πολυμελὴς Ἐπιτροπὴ ἐκπροσωποῦσα ἀγροτικοὺς συνεταιρισμοὺς καὶ ὀργανώσεις ἀγροτικάς, ἡ ὁποία ζητεῖ ἐπιμόνως τὴν συζήτησιν ἐντὸς τῶν ἡμερῶν τούτων τοῦ ζητήματος τοῦ ἐνοικιοστασίου βοσκῶν. Νομίζω ὅτι ἔχει ὑποχρέωσιν ἡ Κυβέρνησις νὰ συστήσῃ ὥστε νὰ ἐγγραφῇ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν, ὡς ἐπίσης καὶ ἡ συζήτησις περὶ κυρώσεως τοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος.
§60Β. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Καὶ ἐγὼ θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν ὅπως, προκειμένου νὰ εἰσαχθῇ τὸ νομοσχέδιον «περὶ ἐνοικιοστασίου βοσκῶν», εἰσαχθῇ συγχρόνως μὲ τὸ νομοσχέδιον «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀγροτικοῦ νόμου», διότι εἶναι ἀναγκαιότατον τὰ δύο αὐτὰ νομοσχέδια νὰ συζητηθοῦν συγχρόνως.
§61Τ. ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Τηλεγραφικαὶ πληροφορίαι ἐκ Πατρῶν καὶ Πύργου, ληφθεῖσαι σήμερον, βεβαιοῦν ὅτι αἱ τιμαὶ τῆς σταφίδος ὑπέστησαν μείωσιν σημαντικήν, τοῦτο δὲ ἀποδίδεται κυρίως εἰς τὴν μὴ συζήτησιν τοῦ σταφιδικοῦ νομοσχεδίου. Παρακαλῶ ἑπομένως τὴν Κυβέρνησιν ὅπως ἐπιτρέψῃ καὶ ἐγγραφῇ πρῶτον αὔριον τὸ σταφιδικὸν νομοσχέδιον.
§62Γ. ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ἐπιθυμῶ, κ. Πρόεδρε, νὰ μάθω, ἂν τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 13 ψήφισμα ἐψηφίσθη.
§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφίσθη.
§64Γ. ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Καθιερώθη ἡ ἀρχὴ ὅπου ὑπάρχει ἀντίρρησις νὰ μὴ ψηφίζωνται, πολὺ δὲ περισσότερον προκειμένου περὶ ψηφίσματος.
§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ εἶσθε ἀπὼν φαίνεται.
§66Π. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Διαμαρτύρομαι καὶ ἐγώ· δὲν τὸ ἤκουσα καὶ δηλῶ ὅτι δὲν γνωρίζω τὸ περιεχόμενον τοῦ ψηφίσματος.
§67Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἡ ἀντίληψις τῶν περισσοτέρων ἐξ ἡμῶν εἶναι ὅτι τὸ ψήφισμα τὸ ὁποῖον ἀποσκοπεῖ πληρωμὴν χρημάτων εἰς τοὺς κληρονόμους τοῦ Κωνσταντίνου δὲν ἐψηφίσθη.
§68Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐφόσον ἡ Ἀντιπολίτευσις ἔχει ἀντιρρήσεις ὅτι δὲν ἐψηφίσθη, δὲν ἔχω καμμίαν δυσκολίαν νὰ ξαναψηφισθῇ αὔριον.
§69Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἂν εἴμεθα εἷς, δύο, τρεῖς ἔχοντες τὴν ἀντίληψιν ὅτι δὲν ἐψηφίσθη, ἠδύνατο νὰ ἀμφισβητηθῇ τοῦτο· ἀλλὰ παρατηρῶ εἶναι γενικὴ ἀντίληψις.
§70Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Καὶ ἐγὼ ἐδήλωσα ὅτι δὲν ἔχω ἀντίρρησιν νὰ ψηφισθῇ, ἀλλ’ ἄλλοι πληρεξούσιοι θέλουν νὰ ὁμιλήσουν.
§71Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ νομίζω ὅτι ἐκπροσωπεῖτε τὴν γνώμην τὴν Ἀντιπολιτεύσεως. Ἀναβάλλεται, κ. Πρόεδρε.
§72Γ. ΜΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ψήφισμα, τὸ ὁποῖον ἀποσκοπεῖ νὰ δώσῃ χρήματα εἰς τὴν τέως βασιλικὴν οἰκογένειαν. Ἀσφαλῶς τοιαύτην δὲν ἀνεγνώρισε τὸ ψήφισμα.
§73Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κληρονόμοι τοῦ Κωνσταντίνου δὲν θὰ πληρωθῶσι τῇ ἀνοχῇ ἡμῶν.
§74Γ. ΜΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Κατὰ τὸ ψήφισμα τῆς Συνελεύσεως, τὰ ἀνήκοντα εἰς τὴν ἰδιωτικὴν περιουσίαν τῆς βασιλικῆς οἰκογενείας δὲν δύνανται νὰ ἀπαλλοτριωθῶσιν. Ἐπειδὴ δὲ δὲν δυνάμεθα νὰ τὸ ἀπαλλοτριώσωμεν ἀναγκαστικῶς, δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ὑπέβαλον ψήφισμα περὶ ἀναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως τοῦ κτήματος τούτου.
§75Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, δυνάμει ἑνὸς ψηφίσματος ψηφισθέντος κατὰ Μάρτιον 1924, τὰ κτήματα τῆς βασιλικῆς οἰκογενείας ἐπιτρέπεται νὰ ἀπαλλοτριωθῶσι. Τὸ ψήφισμα ἐκεῖνο δὲν ὁρίζει πῶς θὰ ληφθῇ ἡ ἀπόφασις τῆς ἀπαλλοτριώσεως καὶ συνεπῶς ἰσχύουν αἱ γενικώτεραι διατάξεις σήμερον διὰ νὰ γίνῃ ἡ ἀπαλλοτρίωσις. Ἑπομένως ἡ Κυβέρνησις εὑρίσκεται ἐν πλήρει τάξει, ἐπειδὴ πρόκειται περὶ κτήματος ἀγορασθέντος καὶ ὄχι δωρηθέντος. Κατὰ συνέπειαν δὲν ἔχω ἀντίρρησιν νὰ ψηφισθῇ τὸ ψήφισμα τοῦτο. Ἡ διαφορὰ ἠμπορεῖ νὰ εἶναι ἄν, προκειμένου περὶ νόμου, ἂν θὰ πρέπῃ νὰ ἔχῃ τὸν τύπον νόμου.
§76Γ. ΜΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Πρέπει νὰ ἔχῃ τὸν τύπον ψηφίσματος. Ἐπικαλούμεθα ὑπὲρ αὐτοῦ καὶ τὸ προηγούμενον τοῦ Τατοΐου. Τὸ ψήφισμα ἐψηφίσθη.
§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ψήφισμα αὐτὸ εἰσήχθη εἰς τὴν Συνέλευσιν πρὶν ἀκόμη γίνῃ ἡ συνεννόησις περὶ τῶν νομοσχεδίων. Ἐζητήθη ἡ πρόταξις αὐτοῦ· εἶπον νὰ μείνῃ εἰς τὸ τέλος. Ἐδήλωσεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὅτι δὲν ἔχει καμμίαν ἀντίρρησιν νὰ ψηφισθῇ κατὰ βάσιν καὶ οὐδεμία ἀντίρρησις προεβλήθη. Ὅταν τὴν ἀντίρρησιν ἐγείρῃ ἡ ρήτρα τῆς ἀποζημιώσεως, ἂς εἰσαχθῇ ψήφισμα εἰδικὸν διὰ τὴν ἀποζημίωσιν.
§78Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐπειδὴ ἐλέχθη ὅτι τὸ κτῆμα αὐτὸ προέρχεται ἐξ ἐξαγορᾶς, σᾶς λέγω ὅτι τὸ κτῆμα ἦτο ἐπίδικον καὶ ἡ Μεγαλειότης του ἐπενέβη διὰ νὰ ρίψῃ τὸν ὄγκον της εἰς τὴν ὑπόθεσιν.
§79Γ. ΜΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ἀκριβῶς διὰ τὸ ἐπίδικον τμῆμα ζητοῦμεν νὰ ἀπαλλοτριωθῇ διὰ ψηφίσματος.
§80Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Δὲν εἶναι αὐτὸ τὸ κτῆμα ἐπίδικον μεταξὺ τῶν κληρονόμων τοῦ βασιλέως Κωνσταντίνου καὶ τῆς Ναούσης μόνον· εἶναι καὶ οἱ παλαιοὶ κάτοικοι τοῦ Σέλι, οἱ ὁποῖοι ζητοῦν ἀποζημίωσιν. Ἑπομένως καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἀκόμη δὲν πρέπει νὰ προστεθῇ ἡ ρήτρα τῆς ἀποζημιώσεως.
§81Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν εἶναι δικαίωμα ἰδικόν μας νὰ ὑποβάλωμεν καὶ ψήφισμα περὶ δημεύσεως;
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑποβάλετε.
§83Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐπιθυμῶ νὰ τονισθῇ τοῦτο· δὲν διαφωνοῦμεν μὲ τὴν ἀπαλλοτρίωσιν, οὔτε κακίζομεν τὴν ἐνέργειαν τὴν γενομένην. Εἶπον ἁπλῶς ὅτι ἐψηφίσθη ἐρήμην ἂν ὄχι ἐν ἀγνοίᾳ τὸ ψήφισμα.
§84Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐν ἀγνοίᾳ ὑμῶν ἐνῷ εἶναι ὑποβεβλημένον ἀπὸ τῆς 20ῆς Μαρτίου; Ὅσον ἀφορᾷ τὴν συγκατάθεσιν τοῦ κ. Παπαναστασίου, συγκατετέθη νὰ ψηφισθῇ.
§85Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἡμεῖς διαφωνοῦμεν ὡς πρὸς τὴν πληρωτέαν ἀποζημίωσιν.
§86Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ὑποβάλετε ψήφισμα.
§87Γ. ΜΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Τὸ ψήφισμα ἐψηφίσθη. Ὁ κ. Πρόεδρος ἐβεβαίωσεν ὅτι ἐψηφίσθη.
§88Γ. ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας λέγει ὅτι ἐψηφίσθη, ἀλλὰ δὲν ἀνεγνώσθη.
§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι μόνον ἀνεγνώσθη, ἀλλ’ ἀνεγνώσθη δὶς ἕνεκα μιᾶς τροπολογίας καὶ τὸ ἔχω τροπολογημένον.
§90Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἂν κρατήσῃ ἡ ἄποψις ὅτι ἐψηφίσθη, θὰ ὑποβάλωμεν τροποποιητικὸν ψήφισμα.
§91ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ Συντάγματος. Ἡ ἐπὶ τοῦ Συντάγματος Ἐπιτροπὴ ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τῶν τροπολογιῶν.
§92Σ. ΓΟΝΑΤΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἤθελον νὰ σᾶς παρακαλέσω κατὰ τὴν σύνταξιν τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως τῶν ἄρθρων τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας νὰ μὴ ἀναγράφηται ἁπλῶς συζήτησις τοῦ Συντάγματος, ἀλλὰ τὰ ἄρθρα.
§93ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. εἰσηγητὴς τῆς συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς ἔχει τὸν λόγον.
§94Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ἐπὶ τοῦ Συντάγματος παρεπέμφθησαν αἱ τροπολογίαι, αἱ ὁποῖαι εἶχον ὑποβληθῆ κατὰ τὴν συζήτησιν, ἡ δὲ Ἐπιτροπὴ μετὰ συζήτησιν κατέληξεν εἰς τὴν ἀκόλουθον διατύπωσιν: Εἰς τὸ ἄρθρον 17 ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ Συντάγματος ἔχει τὴν γνώμην ὅτι ἡ ὑποβληθεῖσα τροπολογία ἐκ μέρους τοῦ κ. Γρηγοριάδου πρέπει νὰ προστεθῇ ὡς ἐδάφιον 2 διατυπούμενον ὡς ἀκολούθως (ἀναγινώσκει): «Ἐν περιπτώσει γενικῆς ἐπιστρατεύσεως ἢ πολέμου δύναται ἡ Βουλὴ συμφωνούσης καὶ τῆς Γερουσίας νὰ παρατείνῃ τὴν βουλευτικὴν περίοδον μέχρι λήξεως τοῦ πολέμου ἢ τῆς ἐπιστρατεύσεως». Ἡ τροπολογία ἔχει γίνει ὁμοφώνως δεκτή· ἡ Ἐπιτροπὴ ἁπλῶς τὴν ἐτοποθέτησεν εἰς τὸ ἄρθρον 19. Εἰς τὸ ἄρθρον 19 ἐγένετο συζήτησις μακρὰ ἐν σχέσει πρὸς τὸ ἀσυμβίβαστον διὰ τοὺς στρατιωτικοὺς καὶ τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους. (Διαλογικαὶ συζητήσεις). Εἶναι περιττόν, κ. Πρόεδρε, νὰ συνεχίσω, διότι ἀγνοεῖ κανεὶς ἂν ἐδῶ εἶναι καφενεῖον ἢ Συνέλευσις. (Κατέρχεται τοῦ βήματος).
§95Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἂν δὲν ἀπατῶμαι, εἰς τὸ ἄρθρον 19 ἔχει μείνει ἐκκρεμὴς ἡ συζήτησις. Ἂς τερματισθῇ.
§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 17 κατὰ τὴν ἀντίληψίν μου ἔχει ἤδη γίνει δεκτὴ ἡ διατύπωσις αὐτοῦ, καὶ συζητοῦμεν διὰ τὸ ἄρθρον 19, εἰς τὸ ὁποῖον περιλαμβάνονται καὶ ὅλαι αἱ ἄλλαι τροπολογίαι. Λοιπὸν ἐρωτῶ τὴν Συνέλευσιν· δέχεται τὴν προσθήκην βʹ ἐδαφίου τοῦ ἄρθρου 17 ὡς ἐγένετο; Ἡ προσθήκη ἡ προτεινομένη εἰς τὸ ἄρθρον τοῦτο ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἐν περιπτώσει γενικῆς ἐπιστρατεύσεως ἢ πολέμου δύναται ἡ Βουλὴ συμφωνούσης καὶ τῆς Γερουσίας νὰ παρατείνῃ τὴν βουλευτικὴν περίοδον μέχρι λήξεως τῆς ἐπιστρατεύσεως ἢ τοῦ πολέμου». Δέχεται ἡ Συνέλευσις τὴν διατύπωσιν;
§97ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Δεκτή, δεκτή.
§98ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γίνεται δεκτὴ ἡ προσθήκη. Τώρα ἐρχόμεθα εἰς τὸ ἄρθρον 19, ἐπὶ τοῦ ὁποίου τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Π. Γιωτόπουλος.
§99Π. ΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἄρθρον 19 τοῦ Συντάγματος, κύριοι συνάδελφοι, τὸ ὁποῖον προεκάλεσεν ἤδη ἀρκετὰς συζητήσεις, δέον νὰ ἐρευνηθῇ κυρίως ἀπὸ τῆς ἑξῆς ἀφετηρίας. Πρέπει ὑπὸ πνεῦμα ἐπεκτάσεως τῶν περιορισμῶν νὰ διατυπωθῇ τὸ ἐν λόγῳ ἄρθρον, ἤ, ἀντιθέτως, ὑπὸ πνεῦμα φειδοῦς νὰ διατυπωθῶσιν οἱ περιορισμοὶ τοῦ ἄρθρου τούτου; Πρόκειται ἄλλαις λέξεσι περὶ τῶν καλουμένων συνταγματικῶν ἀσυμβιβάστων τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος πρὸς ἄλλα ἀξιώματα ἢ ὑπηρεσίας. Ὑπεστηρίχθησαν διάφορα ἀσυμβίβαστα καὶ ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἀξίωμα τοῦ δημάρχου καὶ ὅσον ἀφορᾷ ἄλλα ἀξιώματα καὶ ἀκόμη καὶ ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἐπάγγελμα τὸ δικηγορικόν. Ἀλλὰ διὰ νὰ λύσωμεν αὐτὰς τὰς λεπτομερείας θὰ ἦτο ὀρθὸν νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει τοὺς λόγους τοὺς δικαιολογοῦντας τὴν ἀρχὴν τῆς ἐπεκτάσεως τῶν περιορισμῶν καὶ ἀντιθέτως τοὺς λόγους, οἱ ὁποῖοι συνηγοροῦσιν ὅπως οἱ περιορισμοὶ εἶναι ὅσον τὸ δυνατὸν διατετυπωμένοι ὑπὸ πνεῦμα φειδοῦς. Ὑπὲρ τῆς ἐπεκτάσεως τῶν περιορισμῶν συνηγορεῖ ἐν πρώτοις ὁ λόγος τῆς μᾶλλον ἀπερισπάστου ἐνεργείας τοῦ βουλευτοῦ. Θεωρεῖται δηλαδὴ ὅτι ἐπὶ τοσούτῳ μᾶλλον δύναταί τις νὰ ἀφοσιωθῇ εἰς τὸ βουλευτικὸν ἔργον, ἐφόσον δὲν κέκτηται ἰδιότητάς τινας, π. χ. τὴν τοῦ δημάρχου, τοῦ δημοτικοῦ συμβούλου, τοῦ συμβολαιογράφου, τοῦ δημοσίου ὑπαλλήλου κλπ. Ἕτερος λόγος προβαλλόμενος ὑπὲρ τῆς ἐπεκτάσεως τῶν περιορισμῶν εἶναι ἡ μᾶλλον ἀμερόληπτος ἐνέργεια καὶ ἡ ὀλιγώτερον ἐξάρτησις, τὴν ὁποίαν θὰ ἐδείκνυέ τις ὁσάκις δὲν θὰ ἐκέκτητο ἄλλας ἰδιότητας δυναμένας νὰ θεωρηθῶσιν ὅτι παρακωλύουσι τὸ ἐντελῶς ἀμερόληπτον καὶ ἀνεξάρτητον τῆς διεξαγωγῆς τῶν βουλευτικῶν καθηκόντων. Αὐτοὶ εἶναι οἱ δύο κύριοι λόγοι οἱ συνηγοροῦντες ὑπὲρ τῆς ἐπεκτάσεως τῶν περιορισμῶν. Ἀλλ’ ὑπάρχουσιν, ἀντιθέτως, ἕτεροι λόγοι, τῶν ὁποίων δὲν πρέπει νὰ παρίδωμεν τὴν σοβαρότητα, οἵτινες ἀντιτάσσονται εἰς τὴν ἔννοιαν τῆς ἐπεκτάσεως τῶν περιορισμῶν αὐτῶν καὶ δέον νὰ ὁμολογήσῃ τις, ἂν λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν ἐξέλιξιν τῶν θεωριῶν ἐπὶ τῶν ζητημάτων τούτων καὶ τὴν διατύπωσιν τῶν σχετικῶν διατάξεων τῶν νεωτέρων Συνταγμάτων, πρέπει, λέγω, νὰ ὁμολογήσῃ τις ὅτι ἡ νεωτέρα τάσις εἶναι ὅπως οἱ περιορισμοὶ μὴ ἐπεκταθῶσιν, ἀλλ’ ἀπεναντίας μετὰ φειδοῦς γίνεται χρῆσις αὐτῶν ἕνεκα λόγων πολλαπλῶν. Καὶ πρῶτον χάριν τῆς ἐλευθερίας τῆς ἐργασίας. Εἰς τὰ νεώτερα Κράτη πᾶν ἄτομον εἶναι ἐλεύθερον νὰ μετέρχηται οἱονδήποτε θεμιτὸν ἐπάγγελμα. Ἐπειδὴ δὲ παραλλήλως πρὸς τὴν ἀρχὴν τῆς ἐλευθερίας συμβαδίζει καὶ ἡ ἀρχὴ τῆς πολιτικῆς ἰσότητος, δυνάμει τῆς ὁποίας δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ θέσωμεν ἐν ἥσσονι μοίρᾳ τάξιν τινα πολιτῶν, ἔναντι ἄλλης οἱασδήποτε, ἕνεκα, λέγω, τῶν δύο τούτων συνδυασμένων ἀρχῶν, ἡ τάσις ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐπέκτασιν τῶν ἀσυμβιβάστων εἶναι ὅτι δέον νὰ περιορισθῶσι ταῦτα εἰς τὸ ἐλάχιστον δυνατὸν ὅριον. Ἡ τοιαύτη ἀντίληψις ἔχει κατακτήσει τόσον πολὺ ἔδαφος εἰς τὰ νεώτερα Συντάγματα, ὥστε πλεῖστα ἐξ αὐτῶν δὲν ἐξαιροῦσιν οὔτε κἂν τοὺς ἐμμίσθους δημοσίους ὑπαλλήλους, ὅταν οὗτοι δὲν μετέρχωνται πολιτικὴν ὑπηρεσίαν, ὑπηρεσίαν τουτέστιν ἐνέχουσαν πολιτικὴν σημασίαν. Ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ δέχονται ὅτι, ἐφόσον δημοσία τις ὑπηρεσία δὲν κέκτηται πολιτικὴν σημασίαν, δὲν εἶναι δίκαιον οὐδὲ ὀρθὸν ὅπως οἱ ὑπάλληλοι στερηθῶσι τοῦ δικαιώματος τοῦ νὰ ἐκλεχθῶσι βουλευταὶ ἢ γερουσιασταί, ὑπὸ τὸν ὅρον ὅμως νὰ τεθῶσιν οἱ κρατικοὶ οὗτοι ὑπάλληλοι εἰς διαθεσιμότητα κατὰ τὸν χρόνον τῆς διαρκείας τῆς βουλευτικῆς ὑπηρεσίας, ἀναλάβωσι δὲ τὴν ὑπηρεσίαν αὐτῶν κατὰ τὸ τέλος τῆς βουλευτικῆς θητείας.
§100Λ. ΚΑΤΑΦΥΓΙΩΤΗΣ. Παραδείγματα, κ. συνάδελφε.
§101Π. ΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Παράδειγμα: Ἐν τῷ Συντάγματι τῷ ἰσχύοντι ἐν Γαλλίᾳ, ἐν συνδυασμῷ μὲ τὸν σχετικὸν νόμον περὶ ἐκλογῆς βουλευτῶν καὶ τὸν νόμον περὶ ἐκλογῆς γερουσιαστῶν, ὑπάρχουσι 13 ἐν ὅλῳ κατηγορίαι δημοσίων ὑπαλλήλων, τῶν ὁποίων τὰ λειτουργήματα θεωροῦνται ὡς μὴ ἐνέχοντα ἰδιαιτέραν πολιτικὴν σημασίαν, ὅπως τὸ τοῦ νομάρχου π. χ., διὰ τὸ ὁποῖον βεβαίως γίνεται ἐξαίρεσις ἢ τοῦ ὑπονομάρχου ἢ τοῦ ἀνακριτοῦ κλπ. Ὑπάρχουσι λοιπὸν 13 κατηγορίαι δημοσίων ὑπαλλήλων, οἵτινες δύνανται νὰ ἐκλεχθῶσι βουλευταὶ ἢ γερουσιασταί. Μάλιστα ὅσον ἀφορᾷ τοὺς γερουσιαστὰς αἱ κατηγορίαι νομίζω ὅτι εἶναι περισσότεραι. Οἱ ἐν λόγῳ ὑπάλληλοι τιθέμενοι ἐν διαθεσιμότητι, καθ’ ὃν χρόνον ἀσκῶσι τὰ βουλευτικὰ αὐτῶν καθήκοντα, ἐπαναλαμβάνουσι τὴν ἄσκησιν τῆς δημοσίας αὐτῶν ὑπηρεσίας, ἅμα ὡς παύσῃ ἡ ἰδιότης αὐτῶν ὡς βουλευτοῦ ἢ γερουσιαστοῦ. Μάλιστα δὲν ἔχουσι κἂν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ παραιτηθῶσιν, ὅταν ὑποβάλλωσιν ὑποψηφιότητα εἰς νομὸν ἄλλον ἢ ἐκεῖνον εἰς ὃν διεξάγουσι τὴν δημοσίαν αὐτῶν ὑπηρεσίαν. Παραδείγματος χάριν ὁ νομάρχης ἐν Γαλλίᾳ δὲν ἔχει ἀνάγκην νὰ παραιτηθῇ διὰ νὰ θέσῃ ὑποψηφιότητα, ἂν προβάλῃ ταύτην εἰς ἄλλον νομὸν παρὰ εἰς ἐκεῖνον εἰς τὸν ὁποῖον ἐκτελεῖ τὰ καθήκοντά του ὡς νομάρχης, μὲ τὴν διαφορὰν ὅτι ἐπειδὴ δὲν καταριθμεῖται εἰς τὰς 13 κατηγορίας περὶ ὧν εἴπομεν, ἀλλὰ κέκτηται ὑπούργημα κεκτημένον πολιτικὴν σημασίαν, ὀφείλει ἐντὸς ὡρισμένης προθεσμίας νὰ δηλώσῃ ποίαν ἰδιότητα προτιμᾷ· τὴν τοῦ γερουσιαστοῦ ἢ τοῦ νομάρχου.
§102Λ. ΚΑΤΑΦΥΓΙΩΤΗΣ. Παράδειγμα διὰ τὰς 13 κατηγορίας.
§103Π. ΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ φέρω καὶ ἓν τοιοῦτον παράδειγμα, καίτοι δὲν προτίθεμαι νὰ προτείνω ὅπως ἀντιγράψωμεν τὸ σύστημα αὐτό. Ἁπλῶς ἀναφέρω τοῦτο ὅπως καταδείξω ὅτι ὑπὸ τὸ πνεῦμα τῆς φειδοῦς καὶ τοῦ περιορισμοῦ δέον τὰ τοιαῦτα ἀσυμβίβαστα νὰ καθορισθῶσι. Καὶ τοῦτο τὸ λέγω διότι κατὰ τὴν παρελθοῦσαν συνεδρίασιν ὄχι μόνον δὲν εἶδον τὸ τοιοῦτον πνεῦμα τῆς φειδοῦς, ἀλλὰ μετ’ ἐκπλήξεως παρετήρησα τάσιν τῆς ἐπεκτάσεως τῶν ἀσυμβιβάστων καὶ πέρα τῶν ὁρίων ἅτινα ἐγένοντο δεκτὰ ἐν τῷ σχεδίῳ τῆς συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς. Μεταξὺ τῶν 13 κατηγοριῶν καταριθμοῦνται οἱ δικασταί, ἐφόσον δὲν εἶναι ἀνακριταί, οἱ πρεσβευταί, οἱ καθηγηταὶ Πανεπιστημίων, οἱ νομομηχανικοὶ καὶ διάφοροι ἄλλαι κατηγορίαι ὑπαλλήλων, διὰ τοὺς ὁποίους θωρεῖται ὅτι δὲν ἀσκοῦσιν ὑπηρεσίαν κεκτημένην πολιτικὸν χαρακτῆρα. Οἱ δικαιολογητικοὶ λόγοι τοῦ τοιούτου συστήματος, ὑφισταμένου ἐν Ρουμανίᾳ, Ἱσπανίᾳ καὶ διαφόροις ἄλλαις Χώραις, εἶναι οἱ προμνησθέντες τῆς ἐλευθερίας τῆς ἐργασίας καὶ τῆς πολιτικῆς ἰσότητος. Ἀλλ’ εἶναι καὶ ὁ ἑξῆς τρίτος ἰσχυρὸς λόγος. Ἐν ταῖς τάξεσι τῶν ἀνωτέρων ἐκείνων λειτουργῶν ὑπάρχουσι συνήθως πρόσωπα εὑρισκόμενα εἰς τὰς ἀνωτάτας βαθμίδας τῆς πνευματικῆς ἐπιδόσεως καὶ τούτου ἕνεκα δὲν εἶναι ὀρθὸν οὔτε συμφέρον εἰς τὴν Βουλὴν ἢ τὴν Γερουσίαν νὰ στερηθῶσιν αὗται τῶν φώτων καὶ τῆς πολυτίμου πείρας τῶν προσώπων ἐκείνων, τοσούτῳ μᾶλλον ὅσῳ καὶ λόγῳ τῶν ἰδιαζουσῶν συνθηκῶν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος καὶ ἀλλαχοῦ καὶ ἐνταῦθα τὰς θέσεις τῶν γερουσιαστῶν καὶ τῶν βουλευτῶν, δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ καταλαμβάνωσι σχεδὸν ἀποκλειστικῶς πρόσωπα ὄντα ἐξ ἐπαγγέλματος οὕτως εἰπεῖν πολιτευταί, ἀλλὰ χρησιμώτατον εἶναι διὰ τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Γερουσίας ἵνα εἰσέλθωσιν ἐν αὐταῖς καὶ πρόσωπα ἅτινα διὰ τῶν γνώσεων αὐτῶν, θεωρητικῶν καὶ πρακτικῶν, καὶ τῆς πείρας των δύνανται νὰ συμβάλωσιν ἐπωφελῶς εἰς τὴν ἐξυπηρέτησιν τῶν δημοσίων συμφερόντων. Ἐπαναλαμβάνω ὅτι δὲν ὑποστηρίζω νὰ ἀντιγράψωμεν ξένον τι σύστημα· ἁπλῶς σκοπῶ νὰ καταλήξω εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι ἐνδείκνυται μετὰ πνεύματος μεγάλης φειδοῦς νὰ καθορίσωμεν τὰ συνταγματικὰ ἀσυμβίβαστα καὶ ὅτι δὲν εἶναι καθόλου ἐνδεδειγμένον καὶ ὀρθὸν νὰ ἐπεκτείνωμεν αὐτὰ ὡς ἐξεδηλώθη τοιαύτη τάσις κατὰ τὴν προηγουμένην συνεδρίασιν. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀνέφερε διάφορα παραδείγματα καὶ μεταξὺ ἄλλων τὸ παράδειγμα τοῦ Πρωθυπουργοῦ τῆς Γαλλίας, ὁ ὁποῖος συγχρόνως κέκτηται τὰς ἑξῆς ἰδιότητας: Τὴν τοῦ δημάρχου, νομαρχιακοῦ συμβούλου, γερουσιαστοῦ καὶ Πρωθυπουργοῦ. Ἐν Ἰταλίᾳ γνωρίζω πρόσωπα, τὰ ὁποῖα εἶναι γερουσιασταί, δήμαρχοι καὶ καθηγηταὶ τοῦ Πανεπιστημίου. Καὶ ἐγεννήθη ἀπορία, εἰς προηγουμένην συνεδρίασιν, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ συμβιβασθῶσι δύο ἢ πλείονα δημόσια ὑπουργήματα· λ. χ. νὰ εἶναί τις συγχρόνως βουλευτὴς καὶ δήμαρχος. Φρονῶ, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι περισσότερον θὰ ἐξυπηρετήσῃ τὰ δημοτικὰ συμφέροντα δήμαρχός τις, ἂν τυχὸν εἶναι καὶ βουλευτής, παρὰ ἂν δὲν εἶναι. Καὶ ἰδοὺ πῶς εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν δημοτικῶν ὑπηρεσιῶν ὑπάρχει μία κατηγορία ὑποθέσεων γενικῆς φύσεως, ὅπως εἶναι τὰ ζητήματα ρυμοτομίας, ἀρδεύσεως, καθαριότητος, προϋπολογισμοῦ κτλ. Ὑπάρχει καὶ μία ἄλλη κατηγορία ὑπηρεσιῶν, αἵτινες εἶναι ἐντελῶς τῆς ρουτίνας. Τώρα ὅσον ἀφορᾷ τὴν δευτέραν κατηγορίαν ὑποθέσεων δύναται νὰ ἔχῃ ὁ δήμαρχος τὸν νόμιμον αὐτοῦ ἀναπληρωτὴν διὰ τὴν τρέχουσαν ὑπηρεσίαν. Ὅσον ἀφορᾷ ὅμως τὰ προέχοντα ζητήματα τοῦ δήμου, τὰ γενικοῦ ἐνδιαφέροντος, ὁ δήμαρχος συχνὰ θὰ ἔχῃ ἀνάγκην νὰ προσφύγῃ εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ἔτι δὲ συχνότερον εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν, ἄλλοτε δὲ εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ἢ εἰς ἄλλας Ἑταιρείας ἢ ὁμίλους ὅσον ἀφορᾷ τὰς σπουδαιοτέρας λειτουργίας τοῦ δήμου καὶ δὴ τὴν κατασκευὴν ὁδῶν, ὑδραγωγείων, νέων ἔργων ἐν γένει κτλ. Θὰ ἠδύνατο οὐχ ἧττον νὰ ἀντιταχθῇ ὅτι διὰ τοιούτου συστήματος θὰ προσδοθῇ πολλὴ ἐξουσία εἰς ὡρισμένα ἄτομα. Εἶμαι τῆς γνώμης, ἀξιότιμοι συνάδελφοι, ὅτι τὰ δημόσια συμφέροντα προάγονται περισσότερον ἀπὸ ἰσχυρὰς προσωπικότητας. Μόνον προσωπικότητες ἰσχυραὶ εἴτε λόγῳ τῶν ἐξουσιῶν ἃς διαθέτουσιν, εἴτε λόγῳ μορφώσεως εἰδικῆς τὴν ὁποίαν ἔχουσιν, εἴτε λόγῳ μεγαλυτέρας ἐπιρροῆς, μόνον ἰσχυραί, λέγω, προσωπικότητες εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξασκήσωσιν ἐπαισθητὴν καὶ σημαντικὴν ἐπίδρασιν ἐπὶ τῶν δημοσίων πραγμάτων τῆς Χώρας. Ἐν συμπεράσματι φρονῶ ὅτι ἡ συγκέντρωσις περισσοτέρων ὑπουργημάτων εἰς τὰς χεῖρας ἑνὸς προσώπου ὄχι μόνον δὲν εἶναι ἐπιβλαβής, ἀλλὰ μᾶλλον ἐξυπηρετικὴ τῶν δημοσίων συμφερόντων. Κατὰ ταῦτα, κύριοι συνάδελφοι, τονίζω τὴν ἀνάγκην ὅπως, ἂν δὲν θελήσωμεν νὰ περιορίσωμεν τὰ ἀσυμβίβαστα τὰ θεσπισθέντα ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 19 τοῦ προσχεδίου, διότι νομίζω ὅτι ταῦτα εἶναι ὑπερβολικά, ἄν, λέγω, δὲν θελήσωμεν νὰ περιορίσωμεν ταῦτα, εἶναι τοὐλάχιστον ἀπολύτως ἐνδεδειγμένον νὰ μὴ καθιερώσωμεν καὶ ἄλλα καὶ διὰ τοὺς λόγους τοὺς ὁποίους ἀνέπτυξα καὶ διὰ τὸν ἕτερον ἰσχυρὸν λόγον, ὅτι εἶναι δυνατὸν δι’ εἰδικοῦ νόμου βραδύτερον νὰ ἐπεκτείνωμεν τὰ ἀσυμβίβαστα. Ἐνῷ, ἄν διὰ τῆς συνταγματικῆς διατάξεως καθορισθῇ ἀσυμβίβαστόν τι, εἶναι πολὺ δύσκολον νὰ ἀρθῇ τοῦτο. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὁμολογῶ ὅτι μοὶ ἐπροξένησεν ἰδιαιτέραν κατάπληξιν εἶναι ἡ προβληθεῖσα παρά τινων ἀξιοτίμων συναδέλφων πρότασις περὶ ἀσυμβιβάστου μεταξὺ τοῦ δικηγορικοῦ ἐπαγγέλματος καὶ τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος. Τοιοῦτόν τι ἀσυμβίβαστον οὐδαμοῦ, ὡς γνωρίζετε, ἐθεσπίσθη. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι ἐν τῇ ἐνασκήσει οἱουδήποτε ἐπαγγέλματος εἶναι δυνατόν, ἂν στερεῖταί τις ἠθικότητος, νὰ καταχρασθῇ τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος ἢ τοὐλάχιστον νὰ ἀποπειραθῇ νὰ ἐκμεταλλευθῇ τοῦτο. Ἀλλὰ δὲν εἶναι λόγος αὐτὸς ὅπως πολλαπλασιασθῶσι τὰ ἀσυμβίβαστα καὶ δὴ μέχρι τοῦ σημείου ὥστε μόνον οἱ ἄνευ ἐργασίας εὑρισκόμενοι καὶ ἄνευ ἐπαγγέλματός τινος νὰ εἶναι ἱκανοὶ νὰ ἐκλεγῶσι βουλευταί. Ἄν, κύριοι συνάδελφοι, στερῆται βουλευτής τις ἠθικότητος καὶ ἂν δὲν μετέρχηται ἐπάγγελμά τι, ἀκόμη περισσότερον θὰ προσπαθήσῃ νὰ ἐκμεταλλευθῇ τὴν βουλευτικὴν ἰδιότητα, τὴν ὁποίαν ἀσφαλῶς θὰ χρησιμοποιήσῃ ὡς ἐπάγγελμα, ἀκριβῶς διότι δὲν ἔχει ἐπάγγελμα ἢ διότι δὲν δύναται νὰ ἀσκήσῃ τὸ ἐπάγγελμά του. Ἀλλοίμονον, ἀξιότιμοι συνάδελφοι, ἂν ἡ κατάχρησις ἔπρεπε νὰ ἀποκλείσῃ τὴν χρῆσιν. Ἀλλοίμονον ἂν νομίζωμεν ὅτι εἶναι δυνατὸν διὰ τεχνητῶν φραγμῶν νὰ θέσωμεν ὅρια εἰς τὴν ἔλλειψιν εὐθύτητος ἐκεῖ ὅπου εὐθύνη δὲν ὑπάρχει. Τὸ τοιοῦτον εἶναι καθαρὰ ματαιοπονία. Θεωρῶ περιττὸν νὰ ἐπιμείνω περισσότερον ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Περιορίζομαι μόνον εἰς τὸ νὰ ὑπενθυμίσω ὅτι ἐκ τῶν δικηγορικῶν τάξεων ἐξῆλθον, ὄχι μόνον ἐν τῇ ἡμετέρᾳ Πατρίδι, ἀλλὰ καὶ ἐν πᾶσι τοῖς Κοινοβουλίοις τῆς ὑφηλίου, οἱ μᾶλλον ἐπίλεκτοι τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν, ἐκεῖνοι οἵτινες ἐκ τῶν γνώσεων αὑτῶν καὶ ἐκ τῆς ἐπαφῆς τῆς καθημερινῆς μετὰ τῶν σπουδαιοτέρων κρατικῶν λειτουργῶν ὑπῆρξαν εἰς θέσιν νὰ ἐξυπηρετήσουν πλειότερον τὰ δημόσια συμφέροντα.
§104Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἐπιθυμῶ νὰ ζητήσω μίαν πληροφορίαν ἐκτὸς τῆς συνταγματικῆς συζητήσεως. Παρατηρῶ εἰς τὰ πρακτικὰ τῆς 3ης Ἀπριλίου, τῶν ὁποίων αὐτὴν τὴν στιγμὴν λαμβάνω γνῶσιν, ὅσον ἀφορᾷ τὸ σχετικὸν μέρος ὅτι κατηρτίσθη Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀνεπεξεργάστων καπνῶν....
§105ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐνισχύθη δηλαδὴ ἡ ὑπάρχουσα Ἐπιτροπή.
§106Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Θὰ ἐπεθύμουν νὰ μάθω κατὰ τίνα τρόπον κατηρτίσθη αὐτὴ ἡ Ἐπιτροπή, διότι ὑποθέτω ὅτι ὑπάρχει ἀπόφασις τῆς Συνελεύσεως, ἡ ὁποία ἐτηρήθη ἀπαρεγκλίτως μέχρι τοῦδε, κατὰ τὴν ὁποίαν τὰ μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς ὑποδεικνύονται ὑπὸ τῶν ἀρχηγῶν τῶν κομμάτων.
§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατόπιν συνεννοήσεως μετὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, ἀφοῦ ἐλάβομεν ὑπ’ ὄψιν τοὺς πίνακας καὶ τὴν σχετικὴν δύναμιν τῶν κομμάτων καὶ τοὺς ἔχοντας εἰδικότητα καὶ ἐκδηλώσαντας σχετικὴν ἐπιθυμίαν πληρεξουσίους, συνεπληρώσαμεν τὴν Ἐπιτροπήν.
§108Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἐλήφθη ἀπόφασις ὅτι τὰ μέλη τῶν Ἐπιτροπῶν θὰ ὑποδεικνύωνται ὑπὸ τῶν κομμάτων· δὲν ὑποδεικνύονται ἀπὸ τὸ Προεδρεῖον.
§109ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας ἀνήκει καὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὸ Προοδευτικὸν κόμμα. Ἐπειδὴ τὸ πρᾶγμα ἦτο κατεπεῖγον, παρεκλήθην ὑπ’ αὐτοῦ καὶ ἐν συνεργασίᾳ, ὡς εἶπον, ὡρίσαμεν τὰ μέλη ἐξ ὅλων τῶν μερίδων.
§110Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶναι γνωστὸν εἶναι ὅτι βλέπω μέλη τοῦ κόμματός μου λαμβάνοντα μέρος εἰς Ἐπιτροπήν, τὰ ὁποῖα δὲν ὥρισα. Ἐκτὸς τούτου καὶ ὁ ἀριθμὸς δὲν εἶναι ὁ ἀνάλογος.
§111ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχετε ὑμεῖς 13 μέλη, τὸ ¼ νομίζω.
§112Κ. ΣΠΥΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Εἶχον ὑποβάλει κατάλογον εἰς τὸ Προεδρεῖον.
§113Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Διατί ὑπεβάλλατε, ἀφοῦ οὗτος ὑποβάλλεται ὑπὸ τῶν ἀρχηγῶν τῶν κομμάτων;
§114Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ πρᾶγμα νὰ διορθωθῇ ὡς ἑξῆς: Νὰ δοθῇ τὸ δικαίωμα εἰς τὸ Προεδρεῖον νὰ ἀντικατασταθοῦν τὰ μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῇ βάσει τῆς τηρηθείσης ἤδη ἀρχῆς.
§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅλαι αἱ ἀποχρώσεις ἀντιπροσωπεύονται.
§116Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἔγινε παρέκλισις ἀπὸ τὸν Κανονισμόν. Ἤθελον νὰ μάθω ἂν ἡ Συνέλευσις δὲν θὰ τηρῇ ἤδη τὴν ὑπάρχουσαν ἀπόφασιν.
§117Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Νὰ τὴν τηρήσωμεν.
§118ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προστίθεται ὅτι πρόκειται περὶ ἁπλῆς ἐνισχύσεως.
§119Ο. ΚΥΠΡΙΑΝΟΣ. Ἐκ τοῦ νομοῦ Λέσβου διωρίσθη ὁ κ. Β. Καραπαναγιώτης ὁ ὁποῖος δὲν ἔχει καπνὰ καὶ ἀπουσιάζει ὁ κ. Μάρκογλου ὁ ὁποῖος εἶναι καπνέμπορος. Εἶναι περίεργος ὁ τρόπος τῆς καταρτίσεως τῆς Ἐπιτροπῆς.
§120Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἀφοῦ ἐθέσαμεν αὐτὴν τὴν ἀρχήν, πρέπει νὰ ἐμμείνωμεν εἰς τὴν ὑπόδειξιν τῶν ἀρχηγῶν τῶν κομμάτων καὶ τῶν ὁμάδων. Τότε θὰ ἀντιπροσωπεύσωσιν αἱ Ἐπιτροπαὶ πραγματικῶς τὴν Συνέλευσιν. Νὰ θεωρήσωμεν λοιπὸν ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ δὲν συνεκροτήθη ποσῶς.
§121ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ παρακαλέσω τὴν Συνέλευσιν νὰ ἀποφανθῇ διὰ ψηφοφορίας. Δὲν ἠμπορῶ νὰ θεωρήσω Ἐπιτροπὴν καταρτισθεῖσαν ὡς μὴ καταρτισθεῖσαν.
§122Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν θίγει τὸ Προεδρεῖον τοῦτο. Δὲν λέγω ὅτι σεῖς ἐπλανήθητε. Δὲν λέγω ὅτι δὲν ἐξετελέσατε τὴν ἀπόφασιν τῆς Συνελεύσεως, ἀλλ’ ἡ Συνέλευσις εἶναι κυρίαρχος. Χθὲς ἔλαβε μίαν ἀπόφασιν διὰ μίαν Ἐπιτροπήν, σήμερον δύναται νὰ λάβῃ ἄλλην διὰ τὴν συγκρότησιν τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ ἰδίου θέματος. Αὐτὸ δὲν θίγει τὸ Προεδρεῖον. Δὲν σᾶς λέγω ὅτι ἐπλανήθητε. Τὸ πρᾶγμα διεξήχθη ὅπως εἴπετε καὶ εἶσθε ἐν τάξει. Ἀλλ’ ἡ Συνέλευσις δύναται νὰ μεταβάλλῃ γνώμην προκειμένου ὄχι περὶ ψηφίσματος ψηφισθέντος, ἀλλὰ περὶ καταρτισμοῦ μιᾶς Ἐπιτροπῆς. Δὲν βλέπω κατὰ τίνα λόγον τὸ Προεδρεῖον—καὶ ὑποθέτω ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐμμένετε εἰς τὴν ἀντίληψιν— ὅτι τὸ Προεδρεῖον ἐνέχεται, διότι ἡ Συνέλευσις εὑρίσκει ὅτι θὰ καταρτισθῇ καταλληλότερον ἡ Ἐπιτροπὴ κατὰ τὸν τρόπον αὐτόν.
§123ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ δώσω μίαν πληροφορίαν εἰς τὴν Συνέλευσιν. Εἰς τὸ σχέδιον τῆς Ἐπιτροπῆς, τὸ ὁποῖον ὑπεβλήθη καὶ ἀφορᾷ τὴν τροποποίησιν τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ, τίθεται ἀληθῶς ἡ γενικὴ ἀρχὴ καθ’ ἣν ὁ Πρόεδρος καταρτίζει τὰς Ἐπιτροπὰς ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀναλογίας τῶν κομματικῶν δυνάμεων καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν γνώσεων τῶν ὁριζομένων μελῶν. Αὐτὴ ἡ ἀρχὴ ἐγένετο δεκτὴ καὶ ἀπὸ τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ Κανονισμοῦ καὶ εἶναι πρὸς συζήτησιν εἰς τὴν Συνέλευσιν. Ὅταν θὰ ἔλθῃ τὸ ζήτημα ἐνταῦθα, θὰ ἐκφέρω καὶ τὴν ἀτομικήν μου γνώμην. Πλέον τούτου ὅμως δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ θεωρηθῇ ἀναγραπτέα ἐν τῷ Κανονισμῷ ὡς ἐπιτακτικὴ ἀρχὴ καθ’ ὃν τρόπον σήμερον ἐφαρμόζεται. Ἠμπορεῖ νὰ ἐφαρμόζηται οὐσιαστικῶς πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς προτεινομένης ὅπως τεθῇ εἰς τὸν Κανονισμὸν βάσεως, καθ’ ἣν αἱ Ἐπιτροπαὶ πρέπει νὰ γίνωνται ἀναλόγως τῆς κομματικῆς δυνάμεως καὶ τῶν εἰδικῶν γνώσεων. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ ἐξεύρωμεν μέσην τινὰ διατύπωσιν διὰ νὰ μὴ ἀποβαίνῃ ἐντελῶς μηχανικὴ ἡ ἐνέργεια τοῦ Προεδρείου. Αὐτὰ θὰ τὰ ὑποστηρίξω ὅταν ἔλθῃ εἰς συζήτησιν τὸ σχετικὸν ἄρθρον. Σήμερον, ἂν ἡ Συνέλευσις θέλῃ νὰ γίνῃ νέα Ἐπιτροπή, ἂς γίνῃ. Ἐρωτῶ τὴν Συνέλευσιν· δέχεται τὴν πρότασιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ νὰ καταργηθῇ ἡ ὑφισταμένη Ἐπιτροπὴ καὶ νὰ ἀνασυγκροτηθῇ;
§124ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§125ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλοῦνται οἱ κ. κ. ἀρχηγοὶ τῶν κομμάτων νὰ μοὶ ἀποστείλωσι κατάλογον τῶν προτεινομένων μελῶν. Συνεχίζεται ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ Συντάγματος. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Καρασεβδᾶς. (Ἀπών). Ὁ κ. Κυβέλος. (Ἀπών). Ὁ κ. Πετροπουλάκης.
§126Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι τόσον εἰς τὰ προηγούμενα Συντάγματα τὰ παρ’ ἡμῖν ὅσον καὶ εἰς τὰ ἀλλαχοῦ ἡ ἐξάσκησις το δικηγορικοῦ ἐπαγγέλματος δὲν θεωρεῖται ἀσυμβίβαστος πρὸς τὸ ἀξίωμα τὸ βουλευτικόν. Ἑπομένως νομίζω ὅτι ἡ ὑποβληθεῖσα τροπολογία ὅπως περιληφθῇ ἐν τῷ Συντάγματι τούτῳ διάταξις δι’ ἧς θεωρεῖται ἀσυμβίβαστον τὸ δικηγορικὸν ἐπάγγελμα πρὸς τὸ βουλευτικὸν ἀξίωμα, ὅτι δὲν πρέπει κατ’ ἀρχὴν νὰ τύχῃ τῆς ἐγκρίσεως ἡμῶν. Ἄλλως τε, ἂν ἠθέλομεν περιλάβει τοιαύτην διάταξιν ἐν τῷ Συντάγματι ἡμῶν, θὰ ἐκινδύνευε τοῦτο νὰ γίνῃ ὑπεράγαν σχοινοτενές, διότι θὰ περιελάμβανε λεπτομερείας αἵτινες δὲν ἔχουν θέσιν εἰς τὸν καταστατικὸν χάρτην, ἀλλὰ καὶ ἀποβαίνουν ἐπιζήμιοι καὶ καταπιεστικαί. Ἐπιτρέψατέ μοι ὅμως νὰ φρονῶ ὅτι τοιαύτη διάταξις ἁρμόζει νὰ περιληφθῇ εἰς νόμον καὶ δὴ τὸν περὶ δικηγόρων καὶ συνεπῶς εἶναι καθαρῶς ἔργον τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας. Πρέπει βεβαίως ἰδιαίτατα παρ’ ἡμῖν νὰ νομοθετηθῇ ἡ τοιαύτη ἀπαγόρευσις τῆς ἀσκήσεως τῆς δικηγορίας ὑπὸ τῶν βουλευτῶν ἐν τοῖς ποινικοῖς δικαστηρίοις, διότι ἀποβλέπων εἰς τὴν παρ’ ἡμῖν σύνθεσιν τῆς Κοινωνίας καὶ τῶν λαϊκῶν τάξεων ἔχω σχηματίσει τὴν πεποίθησιν ὅτι γεννᾷ παρεξηγήσεις εὐλόγους μάλιστα. Δὲν πιστεύω βεβαίως ποτὲ ὅτι εἶναι δυνατὸν ἡ δικαστικὴ ἐξουσία, ἐν τῇ ἀσκήσει τῶν ἔργων της, νὰ ὑποστῇ καὶ τὸν ἐλάχιστον ἐπηρεασμὸν παρὰ τῶν δικηγορούντων βουλευτῶν, ὅταν οὗτοι ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων ἀσκῶσι τὸ δικηγορικὸν αὐτῶν ἐπάγγελμα. Πιστεύω πρὸς τιμὴν τῆς παρ’ ἡμῖν δικαστικῆς ἐξουσίας ὅτι οἱ ἡμέτεροι δικασταὶ καθ’ ἣν στιγμὴν εὑρίσκονται ἐπὶ τῆς ἕδρας αὐτῶν εἶναι ὑπέρτεροι τῶν τοιούτων μικρῶν καὶ ποταπῶν ἐπηρεασμῶν. Ἐξ ἄλλου πιστεύω ὅτι οὐδέποτε πολιτευόμενος περιωπῆς, οὐδέποτε ἐπιστήμων ἀληθὴς εἶναι δυνατὸν νὰ διασύρῃ τὴν πολιτικὴν καὶ ἐπιστημονικὴν αὑτοῦ τήβενον καὶ τὰς ἐκμεταλλεύηται πρὸς ὄφελος ἰδιοτελές. Παρ’ ὅλα ὅμως ταῦτα ἀποβλέπω εἰς τὴν σύνθεσιν, εἰς τὴν ὑποσυνείδητον σκέψιν τῆς παρ’ ἡμῖν Κοινωνίας. Προέρχομαι ἐκ τῶν δικηγορικῶν τάξεων καὶ ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω μετὰ θάρρους ὅτι αἱ λαϊκαὶ ἡμῶν τάξεις ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ πιστεύουν, ὡς μὴ ὤφειλον, ὅτι ἀναθέτουσαι τὴν ὑπεράσπισιν τῶν δικαίων αὑτῶν εἰς δικηγόρους πολιτευομένους καὶ δὴ βουλευτὰς καὶ ἰδιαίτατα κυβερνητικούς, ὅτι ἔχουσι τὴν πεπλανημένην ἀντίληψιν ὅτι τὸ δίκαιόν των, ὅτι ἡ ὑπόθεσίς των θέλει ὑπερασπισθῆ καλύτερον, διότι πλὴν τῆς ἐπιστημονικῆς ἱκανότητος συγκεντροῖ καὶ τὴν πολιτικὴν ἐπιρροήν. Εἶναι τοῦτο βεβαίως ἓν ὑπόλειμμα μιᾶς καταστάσεως τοῦ παρελθόντος, τὸ ὁποῖον πρέπει ἡμεῖς νὰ ἐξαλείψωμεν. Ἔχω πικρὰν πεῖραν ὅτι ἐνώπιον τῶν ποινικῶν ἰδίᾳ δικαστηρίων ἡ ἄσκησις τῆς δικηγορίας παρὰ πολιτευομένων, δυστυχῶς πιστεύεται ὅτι ἀσκεῖται πρὸς ἐπηρεασμὸν τῶν δικαστῶν. Ὁ ἐπηρεασμὸς δὲν ἐπέρχεται, ἀλλ’ ἀναχωρῶ ἀπὸ τῆς ἀρχῆς ὅτι δὲν πρέπει μόνον οἱ δικασταὶ νὰ ἵστανται πραγματικῶς εἰς τὸ ὕψος τῆς θέσεώς των καὶ νὰ μὴ ἐπηρεάζωνται, ὅπως δὲν ἐπηρεάζονται. Ἀλλὰ πρέπει καὶ παρὰ τῷ λαῷ νὰ ἐμπεδωθῇ ἡ πεποίθησις ὅτι εἶναι ἀνεπηρέαστοι, δηλαδὴ ἡ σύζυγος τοῦ Καίσαρος δὲν ἀρκεῖ νὰ εἶναι τιμία, ἀλλὰ καὶ νὰ πιστεύηται τοιαύτη. Ἀπὸ τοιαύτης ἀναχωρῶν ἀρχῆς, κύριοι συνάδελφοι, καὶ προερχόμενος ἐκ τῶν δικηγορικῶν τάξεων, εἶμαι ἕτοιμος νὰ ὑποστηρίξω ὅπως, ἂν ὄχι ἐν τῷ Συντάγματι, διότι ἐν τῷ Συντάγματι δὲν ἔχει θέσιν, διὰ νόμου ὅμως νὰ ἀπαγορευθῇ ἡ ἄσκησις τοῦ δικηγορικοῦ ἐπαγγέλματος ἐνώπιον τῶν ποινικῶν μόνον δικαστηρίων εἰς τοὺς βουλευτὰς δικηγόρους.
§127Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Καὶ διὰ τὰ πολιτικὰ ἀδικήματα;
§128Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ὄχι διὰ τὰ πολιτικὰ ἀδικήματα, ἀλλ’ οὐδὲ εἰς τὰ πολιτικὰ δικαστήρια. Διότι εἰς τὰ ποινικὰ δικαστήρια ἐνώπιον πυκνοῦ ἀκροατηρίου ὁ δικηγόρος καὶ βουλευτὴς ἔχει μίαν ἐξαιρετικὴν αἴγλην καὶ πιστεύεται ὑπὸ τοῦ ἀκροατηρίου ὅτι διὰ τοῦ ἀξιώματός του εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπηρεάσῃ τὴν δικαστικὴν συνείδησιν, διότι ἄλλως τε ἐκτὸς τῶν τακτικῶν δικαστῶν εἰς τὰ ποινικὰ δικαστήρια ἔχομεν τοὺς ἐνόρκους δικαστάς, οἱ ὁποῖοι εἶναι πολῖται ἀνήκοντες κατὰ πολιτικὸν φρόνημα εἴτε κατὰ συμπάθειαν εἴτε κατὰ συμφέρον πρὸς τὸν πολιτευόμενον δικηγόρον, ὅστις εἶναι δυνατὸν καὶ νὰ τοὺς ἐπηρεάσῃ ἀπολύτως εἰς τὰς ποινικὰς δίκας, ἂν ὄχι τοὺς τακτικοὺς δικαστάς, συνηθέστατα ὅμως τοὺς ἐνόρκους. Ἀλλὰ καὶ ἂν δὲν ἐπηρεάσῃ, πάντως θὰ πιστευθῇ ἀπὸ τὸ ἀκροατήριον ὅτι ἐπηρεάζει καὶ πρέπει νὰ ἐμπεδωθῇ ἡ ἰδέα εἰς τὸν λαὸν ὅτι ὁ δικαστὴς πρέπει νὰ εἶναι ἀνεπηρέαστος. Ἐκεῖνο ὅμως τὸ ὁποῖον ὑποστηρίζω διὰ τὰ ποινικὰ δικαστήρια, δὲν θὰ ἤμην ποτὲ διατεθειμένος νὰ ὑποστηρίξω καὶ διὰ τὰ πολιτικὰ δικαστήρια. Ἐκεῖ διαφέρουν τὰ πράγματα. Δὲν ἔχομεν ἀκροατήρια, ἔχομεν τὴν ἔγγραφον διαδικασίαν καὶ τὰ scripta manent. Ἔχομεν τὰς προτάσεις, διὰ τῶν ὁποίων διεξάγεται ὁ δικαστικὸς ἀγών. Δὲν γίνεται ἡ πανηγυρικὴ διαδικασία τῶν ποινικῶν δικαστηρίων καὶ αἱ ἐν αὐτῇ ἀντεγκλήσεις. Καὶ τέλος ἔχομεν τοὺς διαφόρους βαθμοὺς τῆς δικαιοδοσίας τῶν δικαστηρίων, διὰ τῶν ὁποίων ἡ τυχὸν ἐσφαλμένη ἀπόφασις τοῦ δικαστηρίου τοῦ πρώτου βαθμοῦ ὑπάρχει βεβαιότης ὅτι θὰ διορθωθῇ ὑπὸ τοῦ δευτέρου βαθμοῦ. Καταλήγων λοιπόν, κύριοι συνάδελφοι, συμπεραίνω ὅτι δὲν ἔχει θέσιν νὰ τεθῇ εἰς τὸ Σύνταγμα τοιαύτη ἀπαγορευτικὴ διάταξις. Εἶναι ὅμως ἀσφαλῶς ἀντικείμενον νόμου καὶ εὔχομαι ὅπως τάχιστα ἴδω νόμον ἀπαγορεύοντα εἰς τοὺς βουλευτὰς τὴν ἄσκησιν τῆς δικηγορίας ἐνώπιον τῶν ποινικῶν δικαστηρίων. (Χειροκροτήματα).
§129ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Κιαγιᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§130Γ. ΚΙΑΓΙΑΣ. Δικαίως, κύριοι συνάδελφοι, ἀπησχόλησεν ἐπὶ τόσας συνεδριάσεις τὴν Συνέλευσιν ἡ διατύπωσις τοῦ ἄρθρου 19 τοῦ σχεδίου τοῦ Συντάγματος, διότι ἐκ τῆς τοιαύτης ἢ τοιαύτης αὐτοῦ διατυπώσεως θὰ φανῇ ἂν τὴν Συνέλευσιν ἐμπνέουν ὄντως δημοκρατικαὶ ἀρχαὶ ἢ ἂν ὠπισθοδρόμησεν ἐπὶ τοσοῦτον ὥστε νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὸ πνεῦμα τῶν συνταγματικῶν μοναρχιῶν. Ἄν, κύριοι, παρακολουθήσωμεν τὰς ἐκδηλωθείσας τάσεις εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην, ὅσον ἀφορᾷ τὴν καθιέρωσιν τῶν ἀσυμβιβάστων, φοβοῦμαι πολὺ ὅτι θὰ φθάσωμεν εἰς τὸ σημεῖον νὰ στενεύσωμεν ἐπὶ τοσοῦτον τὸν κύκλον τῶν πολιτευομένων, ὥστε ἡ ἐκλογὴ νὰ ἀποβῇ πράγματι διορισμὸς καὶ τὸ ἀξίωμα τοῦ βουλευτοῦ, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἵσταται τόσον ὑψηλά, νὰ μεταπέσῃ εἰς τὴν ἔννοιαν τοῦ ἐπαγγέλματος. Τὸ τοιοῦτον βεβαίως, ὅπως ἀντιλαμβάνεσθε, οὔτε μὲ τὸ δημοκρατικὸν πνεῦμα συμφωνεῖ, ἀλλ’ οὔτε καὶ πρὸς τὰς ἀρχὰς τῆς ἰσότητος, πολὺ δὲ περισσότερον τῆς ἐλευθέρας ἐκλογῆς συνάδει. Δι’ αὐτὸ ὅλα τὰ Συντάγματα τὰ δημοκρατικά, ὅλα τὰ Συντάγματα τὰ ὁποῖα ρέπουν πρὸς τὸ δημοκρατικὸν πνεῦμα, ἀκολουθοῦσι τὴν τακτικὴν τῆς στενεύσεως τοῦ κύκλου τῶν ἀσυμβιβάστων. Δι’ αὐτὸ λοιπὸν καὶ ἡμεῖς, κύριοι πληρεξούσιοι, ἐν τῇ καθιερώσει τῶν ἀσυμβιβάστων εἰς τὴν συζητουμένην διάταξιν τοῦ σχεδίου Συντάγματος πρέπει νὰ προβῶμεν μετὰ περισσῆς φειδοῦς καὶ δυσπιστίας. Καὶ ὅσον μὲν ἀφορᾷ τὰ ἀσυμβίβαστα, τὰ ὁποῖα ἀνάγονται εἰς τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους καὶ τοὺς στρατιωτικούς, φρονῶ ὅτι δὲν δύναται νὰ γεννηθῇ ζήτημα, διότι οὐδόλως ἀμφιβάλλω ὅτι τὰ ἀσυμβίβαστα αὐτά, καίτοι ἀντικείμενα καὶ ταῦτα εἰς τὸ δημοκρατικὸν πνεῦμα, τίθενται χάριν αὐτῆς ταύτης τῆς ἐλευθέρας ἐκλογῆς, χάριν δηλαδὴ τῆς ἀρχῆς ἐφ’ ἧς πρέπει νὰ στηρίζηται ἡ ἐλευθερία τῶν ἐκλογῶν. Διότι εἶναι δυνατὸν τὰ πρόσωπα ταῦτα, καταχρώμενα τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας, ἡ ὁποία εἶναι εἰς αὐτὰ ἐμπεπιστευμένη, νὰ ἐπιβληθῶσιν εἰς τὴν ἐλευθέραν ἐκλογὴν τῶν ψηφοφόρων καὶ νὰ ἐπιδράσωσιν ἐπ’ αὐτῆς. Βασίμως ἑπομένως δύναται νὰ καθιερωθῇ ἐν τῷ Συντάγματι τὸ ἀσυμβίβαστον ὡς πρὸς τὰ πρόσωπα ταῦτα. Δὲν συμφωνῶ ὅμως, κύριοι πληρεξούσιοι, ὅτι εἰς τὴν κατηγορίαν αὐτὴν πρέπει νὰ συμπεριληφθῶσιν, ὅπως ὑπεστηρίχθη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, τόσον οἱ δήμαρχοι ὅσον καὶ οἱ κοινοτικοὶ σύμβουλοι, διότι ἐνῷ δὲν συμβιβάζεται τὸ τοιοῦτον πρὸς τὴν ἀρχὴν τῆς ἰσότητος, ἐπὶ τῆς ὁποίας ὀφείλει νὰ στηρίζεται τὸ Σύνταγμα, ἀντίκειται δὲ προφανῶς καὶ εἰς τὴν ἐλευθερίαν τῶν ἐκλογῶν. Φρονῶ λοιπὸν ὅτι ὡς πρὸς τοὺς δημάρχους καὶ δημοτικοὺς συμβούλους δὲν ὑφίσταται οὐδεὶς λόγος νὰ ἐπεκτείνωμεν τὸ ἀσυμβίβαστον. Ἔρχομαι ἤδη, κύριοι, εἰς τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι περιβεβλημένα μὲ δημόσιον λειτούργημα καὶ ἰδιαιτέρως εἰς τὰ ἰδιωτικὰ ἐπαγγέλματα. Διὰ τῆς σχετικῆς διατάξεως τοῦ Συντάγματος ζητεῖται νὰ καθορισθῇ τὸ ἀσυμβίβαστον καὶ ὡς πρὸς τοὺς διευθυντὰς τῶν ἀνωνύμων Ἑταιρειῶν καὶ τοὺς ἐμμίσθους νομικοὺς συμβούλους τῶν διοικητικῶν συμβουλίων. Ἄν καὶ ἡ διάταξις αὕτη προσβάλλει τὰς δύο ἀρχάς, ἐπὶ τῶν ὁποίων πρέπει νὰ στηριχθῶμεν, τὰς ἀρχὰς τῆς ἰσότητος καὶ ἐλευθέρας ἐκλογῆς, ἐν τούτοις θὰ ἠδύνατο νὰ ὑποστηριχθῇ ὅτι διὰ λόγους ἀνωτέρου δημοσίου συμφέροντος θὰ ἠδύνατο καὶ τοῦτο νὰ τεθῇ ἐν τῷ Συντάγματι, διότι αἱ Ἑταιρεῖαι αὐταί, αἱ ὁποῖαι ἀπολαύουν εἰδικῶν προνομίων, διατελοῦν εἰς σχέσεις συμφερόντων μὲ τὸ Δημόσιον καὶ εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποστηριχθῇ ὅτι οἱ τοιοῦτοι σύμβουλοι πολιτευόμενοι καὶ ἐρχόμενοι εἰς τὴν Βουλὴν εἶναι δυνατὸν διὰ τὸ προσωπικὸν αὐτῶν συμφέρον νὰ θυσιάσουν τὸ γενικὸν συμφέρον καὶ ἀκόμη δύνανται νὰ ἐπιδράσουν ἐπὶ τῶν κυβερνητικῶν ἐνεργειῶν καὶ τοιουτοτρόπως νὰ ἐπέλθῃ βλάβη εἰς τὸ Δημόσιον. Ἐκεῖνο ὅμως, κύριοι πληρεξούσιοι, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κατανοηθῇ, εἶναι τὸ ὑποστηριχθὲν ὅτι τὸ ἀσυμβίβαστον πρέπει νὰ ἐπεκταθῇ καὶ ἐπὶ μιᾶς ἄλλης τάξεως, τῆς τάξεως τῶν δικηγόρων. Ἡ πρότασις, κύριοι πληρεξούσιοι, προῆλθεν ἐκ τῆς ἀντιλήψεως ὅτι οἱ δικηγόροι πολιτευόμενοι ἐπηρεάζουσι τοὺς δικαστὰς καὶ ἑπομένως ἐπιδρῶσιν ἐπὶ τῆς ἀποφάσεως αὐτῶν. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε, κύριοι συνάδελφοι, νὰ διαφωνήσω εἰς τὴν ἀντίληψιν αὐτήν. Καὶ πρῶτον ὅσον ἀφορᾷ τοὺς δικαστὰς καὶ δεύτερον τοὺς ἐνόρκους. Ὅσον ἀφορᾷ τοὺς τακτικοὺς δικαστάς, κύριοι πληρεξούσιοι, τὸ τοιοῦτον ὄχι μόνον δὲν ἰσχύει καὶ εἶναι ἀδικαιολόγητος ὁ φόβος, ἀλλ’ ἀποτελεῖ καθαρὰν μομφὴν κατὰ τῶν δικαστῶν. Ὄχι μόνον δὲν εἶναι ἀληθές, ἀλλὰ τοὐναντίον ὀφείλει νὰ γνωρίζῃ ἡ Συνέλευσις ὅτι ὁ δικηγόρος ἀντὶ νὰ ἐπιδράσῃ κομματικῶς δίδει ἀφορμὴν νὰ εἶναι αὐστηροτέρα ἡ κρίσις περὶ τὴν ἐκτίμησιν τῶν πραγματικῶν γεγονότων. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια, κύριοι συνάδελφοι, καὶ δὲν δύναται οὐδεὶς νὰ ἀμφισβητήσῃ αὐτήν, ἂν δὲν θέλῃ νὰ εὑρίσκηται ἐν πλάνῃ καὶ ἐν κακῇ πίστει. Ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ὁρκωτοὺς δικαστάς, κύριοι συνάδελφοι, ἐδῶ στρέφεται ἡ ὅλη αἰτία, ὅτι δηλαδὴ οἱ πολιτευόμενοι ἐπηρεάζουν τοὺς ἐνόρκους.
§131ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Ἀρνεῖσθε ὅτι εἰς τὸ ἐπαρχιακὸν δικαστήριον εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ εἶναι ὁ δικηγόρος πολιτευόμενος;
§132Γ. ΚΙΑΓΙΑΣ. Τὸ ζήτημα εἶναι ποίαν ἐπιρροὴν ἔχει ἐπὶ τῆς δικαστικῆς κρίσεως.
§133Ο ΑΥΤΟΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Τὸ πιστεύω, διότι λέγεται.
§134Γ. ΚΙΑΓΙΑΣ. Δὲν εἶναι ἀλήθεια καὶ ἂς λέγεται. Ὁ δικηγόρος οὔτε ἀσκεῖ καμμίαν ἐπιρροὴν οὔτε ἐπιδρᾷ κατὰ μείζονα λόγον ἐπὶ τῆς θελήσεως τῶν ἐκλογέων. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον, κύριοι πληρεξούσιοι, καθιέρωσε τὸ ἀσυμβίβαστον, εἶναι ἡ ἐλευθερία τῶν ἐκλογέων κατὰ πρῶτον καὶ δεύτερον νὰ φρουρῶνται ἐνταῦθα τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου. Ἐν προκειμένῳ οὐδεὶς λόγος δύναται νὰ συντρέξῃ. Ἑπομένως εἶναι ἀδικαιολόγητος ἡ τοιαύτη πρότασις. Ὅσον ἀφορᾷ τὰ ὁρκωτὰ δικαστήρια, ἂν γίνῃ πρὸς στιγμὴν δεκτὸν ὅτι ἐπηρεάζουν οἱ δικηγόροι τοὺς ἐνόρκους, πρέπει τότε νὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψει ὅτι πρέπει νὰ συμβάλλουν αἱ ἑξῆς προϋποθέσεις: Πρῶτον οἱ ἔνορκοι νὰ εἶναι φίλοι τοῦ δικηγόρου, ὁ ὁποῖος παρουσιάζεται εἰς τὸ δικαστήριον διὰ νὰ ὑπερασπίσῃ μίαν ὑπόθεσιν καὶ νὰ εἶναι ἀκόμη ὄχι μόνον πολιτικοὶ φίλοι, ἀλλὰ καὶ ἀφωσιωμένοι φίλοι. Δεύτερον νὰ τύχῃ οἱ ἔνορκοι αὐτοὶ νὰ ἔχουν ἐλαστικὴν τὴν συνείδησιν. Τρίτον νὰ πρόκειται ἐκ τῆς τοιαύτης ἢ τοιαύτης στάσεώς των καὶ γνώμης νὰ ἔχουν ὡρισμένα ὀφελήματα. Καὶ δὲν ὑπολογίζετε, κύριοι πληρεξούσιοι, τὴν ἀντίδρασιν, ἡ ὁποία δύναται νὰ ὑπάρξῃ εἰς τὴν ἀντίθετον παράταξιν τοῦ δικηγόρου καὶ ὅτι αὕτη ἐξουδετερώνει τὴν τυχὸν ἐπίδρασιν καὶ ἐπιρροὴν τοῦ πολιτευομένου δικηγόρου ἐπὶ τῶν δικαστῶν; Καὶ πρέπει, κύριοι πληρεξούσιοι, εἷς ὁλόκληρος κόσμος καὶ μία ὁλόκληρος ἐπαγγελματικὴ τάξις νὰ στερηθῇ τοῦ δικαιώματος τοῦ πολιτεύεσθαι;
§135Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε συνάδελφε, συνέπεσε νὰ γνωρίζητε εἴτε σεῖς εἴτε ἄλλος συνάδελφος κανένα δικηγόρον ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ μὴ πολιτευόμενον;
§136Γ. ΚΙΑΓΙΑΣ. Δὲν γνωρίζω βεβαίως κανένα.
§137Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Ἐγὼ κατ’ ἀρχὴν δὲν εἶμαι ἐναντίον τοῦ ἀσυμβιβάστου τῶν δικηγόρων καὶ ἐπιθυμῶ νὰ πολιτεύωνται οἱ δικηγόροι ὄχι δι’ ἄλλον λόγον, ἀλλὰ διὰ νὰ ζήσουν. Ἀλλ’ ἡ διαφορὰ εἶναι ὅτι δὲν ἐπηρεάζουν τοὺς δικαστάς, ἀλλ’ ἐπηρεάζουν τὴν Κοινὴν Γνώμην περὶ τούτου. Ὥστε ἡμεῖς δὲν ἀποβλέπομεν εἰς τὸ δικαστήριον, τὸ ὁποῖον ἀρκετὰ ἀσφαλίζεται, ἀλλ’ εἰς τὴν Κοινὴν Γνώμην.
§138Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Θὰ σᾶς παρεκάλουν νὰ διακρίνητε τὰς δικαστικὰς ὑποθέσεις ἀπὸ τὰς διοικητικάς.
§139Γ. ΚΙΑΓΙΑΣ. Τὰς διοικητικὰς ὑποθέσεις, κύριοι συνάδελφοι, δὲν δύνασθε νὰ τὰς ἀφαιρέσητε ἀπὸ τὸν δικηγόρον, διότι εἶναι ὑποθέσεις τὰς ὁποίας διεξάγει καὶ μὴ δικηγόρος, πολλῷ μᾶλλον αὐτοί. Πρόκειται λοιπὸν περὶ τῶν κυρίως δικαστικῶν ὑποθέσεων, περὶ τῶν ὁποίων καὶ ἀπασχολεῖται σήμερον ἡ Συνέλευσις συνεπείᾳ τῆς ὑποβληθείσης τροπολογίας. Ὅτι ἡ καθιέρωσις ἑνὸς τοιούτου ἀσυμβιβάστου θὰ ἀποτελέσῃ ἀναμφισβητήτως ὄχι τιμὴν διὰ τὴν πολιτικὴν ἱστορίαν τῆς Χώρας, τοῦτο εἶναι βέβαιον. Θὰ μᾶς παρουσιάσῃ εἰς τὸν ἔξω κόσμον ὡς ἀνθρώπους ὀπισθοδρομικούς, ἀνθρώπους μὴ γνωρίζοντας τί εἶναι τὸ ὀρθὸν καὶ τὸ λογικόν. Δὲν πρόκειται δὲ μόνον περὶ αὐτοῦ, πρόκειται καὶ περὶ τοῦ ἑξῆς· ὅτι ἂν θελήσωμεν νὰ καθιερώσωμεν μίαν τοιαύτην ἀρχήν, ὅπως εἶπεν ὁ κ. συνάδελφος, θέλομεν ἀποκλείσει μίαν ὁλόκληρον τάξιν τοῦ πολιτεύεσθαι, διότι, κύριοι, οὔτε εἷς δικηγόρος ὑπάρχει ὁ ὁποῖος νὰ μὴ βιοπαλεύῃ. Ὅλοι βιοπαλαίουσι διὰ νὰ ζήσωσιν. Ὅταν τῷ εἴπητε· «κύριε, δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ δικηγορῆτε ἐφόσον θὰ εἶσθε πολιτευόμενος», τότε ἰσοδυναμεῖ πρὸς τοῦτο· «κύριε δικηγόρε, δὲν σᾶς ἐπιτρέπεται νὰ πολιτεύεσθε». Καὶ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, κύριοι πληρεξούσιοι, καθιερώνετε μίαν ἀρχήν, ἡ ὁποία ὁδηγεῖ εἰς τὸ νὰ καθιερώσητε ἐν τῇ Χώρᾳ ἡμῶν τὴν ἑξῆς ἀρχήν· ὅτι πρέπει νὰ πολιτεύωνται μόνον οἱ πλούσιοι. Δηλαδὴ μεταπίπτετε ἀπὸ τὰς δημοκρατικὰς ἀρχὰς εἰς τὰς καθαρῶς πλουτοκρατικὰς ἀρχὰς καὶ θέλετε νὰ μεταβάλητε τὴν Συνέλευσιν εἰς πλουτοκρατικήν. Δὲν φρονῶ, κύριοι πληρεξούσιοι, ὅτι θέλετε διαπράξει τοιοῦτον ἔγκλημα. Καὶ ταῦτα μὲν ὅσον ἀφορᾷ τὰ ἀσυμβίβαστα περὶ τῶν ὁποίων δὲν ἔχω καμμίαν ἀμφιβολίαν ὅτι ἡ Συνέλευσις θὰ συμφωνήσῃ μαζί μου. Ἔχω νὰ κάμω μίαν παρατήρησιν ὅσον ἀφορᾷ τὴν τελευταίαν παράγραφον τοῦ ἄρθρου 19. Ἡ παράγραφος αὐτή, κύριοι πληρεξούσιοι, ἐπαναλαμβάνει μίαν παράγραφον τοῦ ἄρθρου 73, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ἡ ὁποία ἐτέθη κατὰ τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911 καὶ διὰ τῆς ὁποίας καθιεροῦται ὅτι ἡ παραίτησις ἀπὸ τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος εἶναι δικαίωμα τοῦ βουλευτοῦ. Δὲν συμφωνῶ πρὸς τὴν ἀντίληψιν ταύτην. Δὲν συμφωνῶ, κύριοι πληρεξούσιοι, διότι τὸ ἀξίωμα τὸ βουλευτικὸν δὲν εἶναι προσωπικὸν δικαίωμα ἐκείνου τὸν ὁποῖον περιβάλλει. Τὸ ἀξίωμα τοῦ βουλευτοῦ εἶναι λειτούργημα δημόσιον. Ὁ βουλευτὴς προτείνεται ἀπὸ τὸν λαόν, ἐκλέγεται ἀπὸ τὸν λαόν, αὐτὸς καὶ μόνον ὀφείλει νὰ ἔχῃ γνώμην ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ, προκειμένου δηλαδὴ οἱ λαϊκοὶ ἀντιπρόσωποι νὰ παραιτοῦνται. Ἀλλὰ πλὴν τούτου, κύριοι πληρεξούσιοι, δὲν δύναται νὰ ὑπόκειται εἰς τὴν ἰδιοτροπίαν ἑνὸς οἱουδήποτε ἓν τοιοῦτον δικαίωμα, διότι τοιουτοτρόπως ὅποιος τοῦ κατέβη θὰ ὑποβάλῃ μίαν παραίτησιν καὶ θὰ ρίπτῃ εἰς νέον ἐκλογικὸν σάλον τὴν περιφέρειαν ἡ ὁποία τὸν ἐκλέγει καὶ ἐπὶ πλέον θὰ ὑποβάλῃ τὸ Δημόσιον εἰς δαπάνας.
§140Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἂν θεωρῇ τὰς δυνάμεις του ἀνεπαρκεῖς, εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ ἔχῃ τὸ ἀξίωμα αὐτό; Συμφώνως πρὸς τὰς νεωτέρας ἀρχὰς τῆς Δημοκρατίας δὲν ὑφίσταται κατηγορηματικὴ ἐντολή, ἀλλ’ ὑφίσταται πλήρης ἡ ἐλευθερία τῆς συνειδήσεως τοῦ βουλευτοῦ, καί, ἂν οὗτος εὑρίσκῃ ὅτι εἶναι ἀκατάλληλος πρὸς ἐπιτέλεσιν μιᾶς λαικῆς ἐντολῆς, εἶναι δυνατὸν νὰ ἀμφισβητῆτε εἰς ἕνα ἄνθρωπον ἐλεύθερον νὰ κρίνῃ ὅτι ἔληξεν ὁ χρόνος τῆς ἐντολῆς του; Θὰ εἶναι ἀνελεύθερον, διότι θὰ μεταβάλῃ τὴν ἐλευθερίαν τῆς ἀτομικῆς συνειδήσεως.
§141Γ. ΚΙΑΓΙΑΣ. Καὶ πῶς, κ. συνάδελφε, θὰ παραιτηθῇ κατὰ κοινὴν συνείδησιν καὶ κατὰ κοινὴν κρίσιν καὶ δὲν θὰ εἶναι ἀντιδημοκρατικὸν νὰ ὑποθάλψωμεν τὰς ἐκβιαστικὰς ροπὰς καὶ νὰ παράσχωμεν εὐχέρειαν νὰ ζητῆτε ἀπὸ τὸν ἀντιπρόσωπον ἐν λευκῷ τὴν παραίτησιν διὰ νὰ χρησιμοποιηθῇ εἰς ὡρισμένην περίστασιν; Πῶς θὰ ἀποκλείσητε τὴν περίπτωσιν αὐτήν;
§142Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἂν ὑπάρχῃ βουλευτής, ὁ ὁποῖος ἔχει δώσει ἐκ τῶν προτέρων ἐν λευκῷ τὴν παραίτησίν του, εἶναι ἀνίκανος, διότι σημαίνει ὅτι ἐστέρησεν ἑαυτὸν τοῦ δικαιώματος νὰ ἔχῃ ἐλευθέραν κρίσιν κατὰ τὴν πορείαν τῶν δημοσίων πραγμάτων.
§143Γ. ΚΙΑΓΙΑΣ. Δὲν ὑπάρχει καμμία ἀμφιβολία, κ. συνάδελφε, ἀλλὰ δὲν δύνασθε νὰ ἀποκλείσητε ὅλους τοὺς κινδύνους τῆς καταχρήσεως τοὺς ὁποίους καθιερώνει τὸ τελευταῖον τοῦτο ἐδάφιον καὶ δι’ αὐτὸ δὲν συμφωνῶ καὶ φρονῶ ὅτι πρέπει νὰ τεθῇ κατόπιν ἐγκρίσεως τοῦ Σώματος.
§144ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μ. Καταπότης ἔχει τὸν λόγον.
§145Μ. ΚΑΤΑΠΟΤΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι, τὸ ζήτημα τίθεται ἀπὸ δύο ἀπόψεις. Ὑπάρχει λόγος νὰ ἀπαγορευθῇ ἡ ἐξάσκησις τοῦ δικηγορικοῦ ἐπαγγέλματος καὶ ἰδίως ἡ παράστασις ἐνώπιον τῶν ποινικῶν δικαστηρίων τοῦ δικηγόρου βουλευτοῦ καὶ ἡ ἑτέρα ἄποψις, ἂν πρέπει ἡ διάταξις αὐτὴ ἡ ἀπαγορευτικὴ νὰ τεθῇ εἰς τὸ Σύνταγμα. Προκειμένου νὰ τεθῇ διάταξις ἀπαγορευτική, ἐν ᾗ περιπτώσει ἡ Βουλὴ ἐγκρίνει τὴν ἀπαγόρευσιν τοῦ δικηγόρου βουλευτοῦ νὰ παρίσταται ἐνώπιον τῶν ποινικῶν δικαστηρίων, διότι μόνον εἰς αὐτὰ πρέπει νὰ ἀπαγορευθῇ, τότε πρέπει νὰ περιληφθῇ εἰς τὸν νόμον ὁ ὁποῖος ρυθμίζει τὰς σχέσεις τῶν δικηγόρων καὶ οὐχὶ νὰ τεθῇ εἰς τὸ Σύνταγμα ἡ ἀπαγόρευσις. Προκειμένου δὲ περὶ τῆς ἀπαγορεύσεως καθ’ ἑαυτὴν ἐρωτᾶται· ὑπάρχουν λόγοι οἱ ὁποῖοι συνηγοροῦν ὅπως ἡ ἀπαγόρευσις τεθῇ εἰς τὸν νόμον; Εἰς τὸ ζήτημα αὐτὸ βεβαίως θὰ ἀπαντήσω λαμβάνων ὑπ’ ὄψιν μου τὴν περιφέρειαν, τοῦ νομοῦ δηλαδὴ ἀπὸ τὸν ὁποῖον προέρχομαι. Ἐλπίζω ὅμως ὅτι αἱ περιπτώσεις αἱ ὁποῖαι παρουσιάζονται εἰς τοὺς νομοὺς τοὺς ἀποκέντρους, ἀσφαλῶς παρουσιάζονται καὶ εἰς τοὺς περισσοτέρους νομοὺς τοῦ Κράτους. Δὲν ὑπάρχει, κύριοι συνάδελφοι, οὐδεμία ἀμφιβολία ὅτι ὁ δικηγόρος βουλευτὴς ἐξασκῶν τὸ ἐπάγγελμά του καὶ παριστάμενος ἐνώπιον ἰδίως τῶν ποινικῶν δικαστηρίων ἐπηρεάζει τὴν γνώμην τῶν δικαστῶν. Ἂν αὐτὸ ἀπὸ θεωρητικῆς ἀπόψεως δύναται νὰ πολεμηθῇ ἐκ τοῦ ὅτι ἔχομεν δικαστὰς οἱ ὁποῖοι πρέπει νὰ εἶναι ἀδέκαστοι, οἱ ὁποῖοι πρέπει νὰ ἔχωσι χαρακτῆρα, αὐτὸ δύναται νὰ λέγηται, ἀλλὰ δὲν ἀπαντᾶται. Τὸ ἐπιχείρημα τοῦ κ. Κουνδούρου, ὅτι εἰς τὰς ἐπαρχίας καὶ εἰς τοὺς νομοὺς πολιτεύονται ὅλοι σχεδὸν οἱ δικηγόροι, εἶναι ἀκριβῶς ἐπιχείρημα ὅτι μόνον ἐν τῷ πολιτεύεσθαι οἱ δικηγόροι καὶ οἱ ἱκανώτεροι τούτων εὑρίσκουσι τὴν ἐξυπηρέτησιν τῶν δικηγορικῶν αὐτῶν συμφερόντων. Δὲν εἶναι γνώμη μου τοῦτο ἀτομική, εἶναι γνώμη γενική.
§146Ν. ΚΑΛΕΛΛΗΣ. Σεῖς ἔχετε τοιοῦτον παράδειγμα· ὅτι οἱ δικηγόροι βουλευταὶ ἐπηρεάζουσι τοὺς δικαστάς; Κατὰ πόσον δηλ. ἡ δικαιοσύνη ἐπηρεάζεται ἐκ τοῦ ὅτι πολιτεύονται οἱ δικηγόροι καὶ εἰδικῶς διὰ τοὺς ἐν ταῖς ἐπαρχίαις δικηγοροῦντας;
§147Μ. ΚΑΤΑΠΟΤΗΣ. Ὁμιλῶ λαμβάνων ὑπ’ ὄψιν μου τὴν περιφέρειαν τὴν νομαρχιακὴν ἐκ τῆς ὁποίας προέρχομαι, φρονῶ δὲ ὅτι ἡ περίπτωσις αὐτὴ ἀπαντᾶται εἰς τὰ 9/10 τῶν νομῶν τοῦ Κράτους.
§148Ν. ΚΑΛΕΛΛΗΣ. Δηλαδὴ οἱ δικασταὶ εἶναι εὐνοϊκώτεροι πρὸς τοὺς ὑπερασπιζομένους ἀπὸ δικηγόρους βουλευτάς. Ἔχετε παράδειγμα;
§149Μ. ΚΑΤΑΠΟΤΗΣ. Μάλιστα.
§150Γ. ΚΙΑΓΙΑΣ. Κύριε συνάδελφε, ὑποστηρίζετε ὅτι ἡ παρουσία τοῦ δικηγόρου πολιτευομένου ἐπηρεάζει τὸν δικαστὴν ἢ ὅτι γεννᾷ ὑπονοίας ὅτι ἐπηρεάζει τὴν δικαιοσύνην;
§151Μ. ΚΑΤΑΠΟΤΗΣ. Ἡ γνώμη τῶν ἐκλογέων εἶναι ὅτι ὅταν ἔχῃ μίαν ποινικὴν ὑπόθεσιν καὶ τὴν ἀναθέσῃ εἰς δικηγόρον βουλευτήν, ἔχει πιθανότητα πολὺ μεγαλυτέραν νὰ τὴν κερδίσῃ παρὰ ἂν τὴν ἀνέθετε εἰς ἄλλον οἱονδήποτε δικηγόρον.
§152Γ. ΚΙΑΓΙΑΣ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ποῖον εἶναι τὸ δημόσιον συμφέρον, τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλει τὴν καθιέρωσιν τοῦ ἀσυμβιβάστου.;
§153Μ. ΚΑΤΑΠΟΤΗΣ. Τὸ δημόσιον συμφέρον εἶναι αὐτὸ τὸ συμφέρον τῶν ἐκλογέων μας, ὅλου τοῦ κόσμου ἀξιοῦντος ἀνεπηρέαστον δικαιοσύνην. Ἀπόδειξις ἐπίσης ἀναντίρρητος εἶναι ὅτι παρατηροῦμεν εἰς τὴν πρωτεύουσαν καὶ εἰς τὰς ἕδρας τῶν Ἐφετείων γραφεῖα δικηγορικὰ βουλευτῶν δικηγόρων ἀνοιγόμενα, νὰ κλείωνται ὅταν ὁ βουλευτὴς δικηγόρος παύῃ νὰ εἶναι βουλευτής. Δὲν ὑπάρχει μεγαλυτέρα ἀπόδειξις ὅτι τὸ γραφεῖον αὐτὸ ἤνοιξε διότι ὁ δικηγόρος ἦτο βουλευτὴς καὶ ἔκλεισε διότι; ἐξακολουθεῖ μὲν νὰ εἶναι δικηγόρος, ἀλλὰ δὲν εἶναι πλέον βουλευτής. Ὡς πρὸς τὴν ἄποψιν τοῦ κ. Κιαγιᾶ, ὅτι ὑπάρχει ἀνισότης πρὸς τοὺς ἰδιώτας δικηγόρους, φρονῶ ὅτι τοὐναντίον ὑπάρχει ἀνισότης ὑπὲρ τῶν δικηγόρων βουλευτῶν. Σεῖς ἐξετάζετε τὴν ἄποψιν τῆς ἀνισότητος ὡς ἂν ἐπρόκειτο περὶ ἀριθμῶν. Ἐνῷ ἡ ἰσότης δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ μὲ ἀριθμούς.
§154Γ. ΚΙΑΓΙΑΣ. Αὐτὸ τὸ ὁποῖον λέγετε εἶναι σωστὸν ἂν ἐξητάζετο τὸ ζήτημα ἀπὸ ἐπαγγελματικῆς ἀπόψεως, ἀλλ’ αὐτὴν τὴν στιγμὴν δὲν κάνομεν κρίσιν περὶ τῶν ἐπαγγελματικῶν δικαιωμάτων καὶ τῆς ἐπαγγελματικῆς ἰσότητος. Ἐδῶ συζητοῦμεν, ἂν ὑπάρχῃ δημόσιον συμφέρον, νὰ καθιερωθῇ ἓν τοιοῦτον ἀσυμβίβαστον.
§155Μ. ΚΑΤΑΠΟΤΗΣ. Τὸ δημόσιον συμφέρον εἶναι αὐτὸ τὸ συμφέρον τῶν ἐκλογέων, ἀξιούντων τὴν ἀνεπηρέαστον δικαιοσύνην. Ὑπάρχει τίποτε νὰ διακρίνῃ τὸ δημόσιον συμφέρον ἀπὸ τὸ συμφέρον τῆς ὁλότητος τῶν ἐκλογέων; Καὶ ἔρχομαι ἐπίσης εἰς τὴν ἄλλην ἰσότητα, τὴν ὁποίαν σεῖς ἀξιοῖτε. Ὁ Ὑπουργὸς δικηγόρος διατί δὲν ἐξασκεῖ τὸ ἐπάγγελμά του; Διότι δὲν τὸ ἐπιτρέπει ὁ χρόνος; Ὄχι. Φρονῶ ὅτι θὰ ἦτο ἀληθὲς σκάνδαλον πολιτικὸν καὶ κοινωνικόν.
§156ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Ἔχει δημόσιον λειτούργημα.
§157Μ. ΚΑΤΑΠΟΤΗΣ. Ὁ Ὑπουργὸς δὲν εἶναι δημόσιος ὑπάλληλος διὰ νὰ λαμβάνῃ μισθόν. Ἐν τῇ ἐννοίᾳ τοῦ Ὑπουργοῦ ὑπάρχει ἡ ἔννοια τοῦ ἀντιπροσώπου, τοῦ βουλευτοῦ. Δὲν ἠμποροῦμεν νὰ εἴπωμεν ὅτι διορίζομεν τοὺς Ὑπουργοὺς νὰ λαμβάνουν ἕνα μηνιαῖον μισθὸν διὰ νὰ κάνουν τὴν ἐργασίαν τοῦ Ὑπουργοῦ. Διότι εἶναι αὐτὴ ἡ ἄποψις τοῦ κόσμου. Ἡ ἄποψις τοῦ κόσμου εἶναι ὅτι εἶναι βουλευτής, ἀντιπρόσωπος τοῦ λαοῦ, εἰς τὸν ὁποῖον ἀνατίθεται λόγῳ τῆς ἱκανότητός του, λόγῳ τῆς ἰδιαιτέρας του ἀξίας ἡ διεύθυνσις τῶν δημοσίων πραγμάτων καὶ ὄχι τὸν διορίζουν, ὅπως ἕνα εἰρηνοδίκην, διὰ νὰ λαμβάνῃ ἕνα μισθὸν νὰ ζήσῃ. Εἶναι ἀξίωσις γενική, εἶναι ἀξίωσις ὅλων τῶν ἐκλογέων, προκειμένου περὶ δικηγόρων βουλευτῶν νὰ μὴ δύνανται νὰ παρίστανται ἐνώπιον τῶν ποινικῶν δικαστηρίων, διότι δὲν εἶναι δίκαιον νὰ ἀπαγορευθῇ ἡ ἄσκησις τελείως τοῦ ἐπαγγέλματος.
§158Γ. ΚΙΑΓΙΑΣ. Κατὰ τὸ Γερμανικὸν Σύνταγμα δὲν ἀποκλείονται τοῦ πολιτεύεσθαι οὔτε οἱ ὑπάλληλοι οὔτε οἱ στρατιωτικοί.
§159Μ. ΚΑΤΑΠΟΤΗΣ. Φρονῶ ὅτι ἡ ἄσκησις τοῦ ἐπαγγέλματος τῶν δικηγόρων βουλευτῶν ἐνώπιον τῶν ποινικῶν δικαστηρίων ἐπηρεάζει τοὺς δικαστάς. Καὶ ἀληθῶς, ὡς ἐγὼ δύναμαι νὰ εἴπω, εἶναι ἀληθὴς τρομοκράτησις εἰς τὰ δικαστήρια καὶ πρὸ παντὸς εἰς τὰ ποινικὰ ἡ παράστασις δικηγόρων βουλευτῶν. Γνωρίζετε πόσον ἐλαστικαὶ εἶναι αἱ διατάξεις τῶν νόμων ὥστε ὅταν βουλευτὴς δικηγόρος ζητήσῃ τι, ἡ ἐλαστικότης τοῦ νόμου τίθεται εἰς ἐνέργειαν ὑπὲρ αὐτοῦ καὶ βλέπομεν συχνὰ ἐγκληματίας, χάρις εἰς τὴν ὑποστήριξιν ταύτην, νὰ ἐξέρχωνται τῶν φυλακῶν μὲ τὸν σκανδαλωδέστερον τρόπον. Ὁ ἀρνούμενος ὅτι ὑπάρχει ἐπηρεασμὸς εἰς τὰ δικαστήρια ἐκ μέρους τῶν δικηγόρων βουλευτῶν, ἀσφαλῶς ἐξετάζει τὴν κατάστασιν ἐν Πειραιεῖ καὶ ἐν Ἀθήναις, ὅπου ἀσφαλῶς τὸ κακὸν εἶναι ὀλιγώτερον, διότι ἡ δημοσία γνώμη εἶναι πλέον μορφωμένη καὶ ὑπάρχει περισσότερον θάρρος νὰ διαμαρτυρηθῇ ὁ ἀδικούμενος. Ἀλλ’ εἰς τὰ ἀπόκεντρα, τὰ πλεῖστα μέρη τοῦ Κράτους, ἐκεῖ ὅπου ὁ τρόμος ἀπειλεῖ ἕκαστον ἐκλογέα, βεβαίως πρέπει νὰ προστεθῇ καὶ ὁ ἐπηρεασμὸς τῆς δικαιοσύνης. Σᾶς ἐκθέτω τί φρονεῖ ὁ κόσμος τὸν ὁποῖον ἀντιπροσωπεύω. Διὰ τοῦτο νομίζω καὶ ἐγὼ καὶ συντάσσομαι μὲ τὴν γνώμην ὅτι ἡ ἐξάσκησις τοῦ δικηγορικοῦ ἐπαγγέλματος ὅσον ἀφορᾷ τὰς ποινικὰς ὑποθέσεις δέον νὰ ἀπαγορευθῇ. Δὲν ὑπάρχει δὲ ἀδικία οὔτε ἀνισότης· τοὐναντίον θὰ ὑπῆρχεν ἀνισότης εἰς βάρος τῶν ἰδιωτῶν ἐκείνων δικηγόρων, οἱ ὁποῖοι κινδυνεύουν νὰ μὴ κερδίζουν οὔτε αὐτὸν τὸν ἐπιούσιον. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ δικαίωμα τοῦ βουλευτοῦ νὰ παραιτῆται, εἶναι κατ’ ἐμὴν γνώμην ὀρθότατον, διότι οὐδεὶς δύναται νὰ ἀρνηθῇ ὅτι, ὅταν ἀνέλαβεν ὁ βουλευτὴς μίαν ἐντολήν, ὅταν μάλιστα ὑπεσχέθη ὅτι θὰ ἐκτελέσῃ ὡρισμένα πράγματα ἀπέναντι τῶν ἐκλογέων καὶ ἴδῃ ὅτι δὲν δύναται νὰ τὰ ἐκτελέσῃ, φρονῶ ὅτι δικαιοῦται νὰ παραιτηθῇ. Νομίζω ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦτο εἶναι ἰδικόν του δικαίωμα καὶ δὲν χρειάζεται καμμίαν ἔγκρισιν τῆς Συνελεύσεως.
§160ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς ἔχει τὸν λόγον.
§161Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἔχω τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω νομοσχέδιον, τοῦ ὁποίου ὁ σκοπὸς εἶναι ἡ βελτίωσις τοῦ ἐθνικοῦ νομίσματος «περὶ αὐξήσεως τοῦ δυνάμει τοῦ νόμου 2749 περὶ συνάψεως ἐσωτερικοῦ Ἀναγκαστικοῦ Δανείου μέχρι τοῦ ποσοῦ τῶν δραχ. 1.600.000 ἐπιβληθέντος προσθέτου ποσοστοῦ ἑκάστοτε ἐπὶ τῶν ἐμμέσων καὶ ἀμέσων φόρων ὡς καὶ τῶν λοιπῶν ἐσόδων, ἐφ’ ὧν τοῦτο ἐπεξετάθη βραδύτερον».
§162Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Κύριε Ὑπουργὲ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὑποθέτω ὅτι θὰ εἶναι σύντομος ἡ εἰσήγησίς σας.
§163Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Καθόλου. Δὲν θὰ εἴπω σχεδὸν τίποτε. Ἐπειδὴ σήμερον εἶναι ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ Συντάγματος, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κάμω εἰσήγησιν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου. Τὸ καταθέτω ἁπλῶς, παρακαλῶ νὰ γραφῇ εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν, ἀλλὰ νὰ εἶναι αὔριον πρῶτον διὰ νὰ γίνῃ αὔριον ἡ συζήτησις, ἐπιφυλασσόμενος νὰ ἐκθέσω τὰς σκέψεις μου ἐπ’ αὐτοῦ.
§164ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς ἔχει τὸν λόγον.
§165Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἐφόσον ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας πληρεξούσιος, ὅστις κατῆλθε τοῦ βήματος, ἐνδιέτριψε περὶ τὸ ζήτημα ἂν εἶναι ἐπιτετραμμένον ἢ ἂν πρέπῃ νὰ ἀπαγορευθῇ εἰς τοὺς πολιτευομένους δικηγόρους νὰ ἐμφανίζωνται ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων καὶ ἐφόσον δι’ ὅσων εἶπε νομίζω ὅτι ἐθίγη ἡ δικαστικὴ ἐξουσία, θεωρῶ καθῆκόν μου νὰ παρακαλέσω τὴν Συνέλευσιν νὰ ἐπιτρέψῃ καὶ εἰς ἐμὲ ὡς Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης καὶ ὡς ἔχοντα ἀρκετὴν πεῖραν, νὰ ἐκφράσω καὶ ἐγὼ τὴν γνώμην μου ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου.
§166ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§167Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὅσα ἐλέχθησαν ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου πληρεξουσίου δύνανται νὰ ἀνάγωνται εἰς πολὺ μεμακρυσμένην ἐποχήν, ὅτι δηλαδὴ δύναται πολιτευόμενος δικηγόρος νὰ ἐπηρεάσῃ τὴν δικαιοσύνην καὶ δὴ εἰς τὰ ποινικὰ δικαστήρια. Τὴν δικαιοσύνην, ἂς τὸ εἴπω πρὸς τιμήν της, παρ’ ὅλας τὰς ἐλλείψεις της, δὲν δύνανται νὰ ἐπηρεάσουν οὔτε πολιτευόμενοι κατέχοντες ἀξιώματα ἐν τῇ Πολιτείᾳ, οὔτε ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Καὶ ἂν ἤθελον ἀποπειραθῆ νὰ ἀναμιχθῶσι, μόνον βλάβην θὰ ἔφερον εἰς ἐκεῖνον, ὑπὲρ τοῦ ὁποίου θὰ ἀπεπειρῶντο νὰ ἀναμιχθῶσιν. (Εὖγε!) Ἡ δικαιοσύνη σήμερον παρ’ ὅλας τὰς ἐλλείψεις, τὰς ὁποίας ἔχει, καὶ περὶ τῶν ὁποίων θὰ ἀσχοληθῇ ἡ Συνέλευσις καὶ ἡ κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ προσεχῶς, εἶναι τελείως ἀνεξάρτητος ἀπὸ τῆς πολιτικῆς. Οὔτε αἱ μεταθέσεις, οὔτε αἱ προαγωγαὶ ἐξαρτῶνται ἀπὸ τὴν διοίκησιν. Καὶ γνωρίζετε πόσον πολλάκις δυσφοροῦμεν ὅταν βλέπωμεν τὴν δέσμευσιν αὐτὴν τῆς Πολιτείας καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης εἰς τὸ νὰ ἐπανορθώσῃ κάτι τι προφανῶς τρωτόν. Εἰς παλαιὰν ἐποχὴν βεβαίως ὑπῆρχε κοινὴ ἀντίληψις ὅτι, ἄν τις προσελάμβανε δικηγόρον πολιτευόμενον καὶ δὴ εἰς ποινικὴν δίκην, θὰ ἐκρίνετο ὑπὸ εὐνοϊκωτέρους ὅρους. Τὸ καί, ἂν ἠδύνατο νὰ γίνῃ διάκρισις μεταξὺ πολιτικῆς καὶ ποινικῆς δικαιοσύνης, μᾶλλον προκειμένου περὶ πολιτικῆς δίκης θὰ ἠδύνατό τις νὰ εὐελπιστεῖ εἰς τὴν ἐπιρροὴν τοῦ πληρεξουσίου καὶ οὐχὶ τόσον ἐπὶ ποινικῆς δίκης. Τῳόντι ἡ πολιτικὴ δίκη συνδέεται μὲ πολλὰς τῶν νόμων ἑρμηνείας γενομένας ἐν τῷ δωματίῳ τῶν διασκέψεων καὶ οὐχὶ δημοσίᾳ, ἐνῷ αἱ ποινικαὶ δίκαι διεξάγονται δημοσίᾳ καὶ ἔχουν καὶ τὸν ἔλεγχον τῆς Κοινῆς Γνώμης καὶ τοῦ ἀκροατηρίου καὶ ὅλων τῶν δικηγόρων. Λοιπόν, λέγω, εἰς πεπαλαιωμένην ἐποχὴν ὑπῆρχεν αὐτὴ ἡ ἀντίληψις καὶ ὁμολογουμένως ἠκούομεν—καὶ ἐγὼ ἄλλοτε ἤμην δικαστής—ὅτι προσελάμβανον δικηγόρον τὸν τάδε ἢ τάδε πολιτευόμενον διὰ νὰ ἐπηρεάσουν τὴν δικαιοσύνην. Ἐφόσον ὅμως οἱ δικασταὶ ἦσαν χρηστοί, τὸ τοιοῦτον δὲν εἶχε καμμίαν ἀξίαν. Ἂν τινες ἐπηρεάζοντο, τοῦτο ἐγένετο διότι τοιοῦτος ἦτο ὁ χαρακτὴρ αὐτῶν καὶ ἴσως διότι τότε ἐξηρτῶντο ἀπὸ τὴν διοίκησιν ὅσον ἀφορᾷ τὰς προαγωγὰς καὶ τὰς μεταθέσεις. Ἀλλὰ σήμερον, κύριοι, ὀφείλω νὰ εἴπω καὶ τονίσω ὡς Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι ἡ πρόσληψις δικηγόρου πολιτευομένου μᾶλλον βλάπτει τοὺς πελάτας, διότι οἱ δικασταὶ εὑρίσκονται εἰς ἀρκετὸν ὕψος καὶ μάλιστα θίγονται, νομίζοντες ὅτι προσέρχεται ὁ δικηγόρος πολιτευόμενος διὰ νὰ ἐπηρεάσῃ.
§168Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κακὸν εἶναι αὐτό.
§169Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Μάλιστα. Αὐτὸ εἶναι κακόν.
§170Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος διὰ τὸν ὁποῖον δὲν πρέπει νὰ δικηγορῶσιν οἱ πολιτευόμενοι.
§171Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον δύναται καὶ ἡ ἰδιότης τοῦ πολιτευομένου δικηγόρου νὰ προφυλάξῃ τὸν διάδικον. Καὶ ἡ Κοινὴ Γνώμη κατὰ τὴν ἀντίληψίν μου ἔχει ἤδη ἐνστερνισθῆ τὴν κατεύθυνσιν ταύτην, τοὐλάχιστον κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη καὶ ἐφόσον ἦσαν ὁμαλαὶ αἱ περιστάσεις. Διὰ τοῦτο καὶ ἐγὼ, ὁσάκις μοὶ εἶπον οἱ προσερχόμενοι πρός με δι’ ὑποθέσεις των νὰ προσλάβωσι καὶ τὸν τάδε δικηγόρον πολιτευόμενον, τοῖς εἶπον· μὴ τὸν προσλάβετε. Σήμερον ἡ δικαιοσύνη εἶναι ἀνεξάρτητος. Λοιπὸν καταλήγων νομίζω ὅτι καὶ οἱ δικηγόροι καὶ οἱ πολιτευόμενοι ἵστανται εἰς ἀρκετὸν ὕψος καὶ οἱ δικασταὶ εἰς ἀρκετὸν ὕψος, ὥστε νὰ μὴ εἶναι ἀνάγκη νὰ τεθῇ μία διάταξις καὶ δὴ συνταγματική, τὴν ὁποίαν ἐγὼ δύναμαι νὰ ἀποκαλέσω καὶ ἀνελευθέραν, διάταξις μειοῦσα καὶ τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν ὡς ἐπηρεαζομένην ἐκ τῆς παραστάσεως πολιτευομένων δικηγόρων, ἀλλὰ μειοῦσαν καὶ μίαν μεγίστην τάξιν ἀνθρώπων, οἵτινες ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον αὐτοὶ πράττουσι τὰ κοινά. (Χειροκροτήματα).
§172ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Δενδρινὸς ἔχει τὸν λόγον.
§173Α. ΔΕΝΔΡΙΝΟΣ. Κατὰ τὴν παρελθοῦσαν συνεδρίασιν, κύριοι, ὅτε ἐγένετο ἡ πρότασις περὶ μὴ ἐξασκήσεως τοῦ ἐπαγγέλματος τοῦ δικηγόρου, ἐφόσον οὗτοι ἔχουσι τὸ ἀξίωμα τοῦ βουλευτοῦ, δυστυχῶς ἔλαβε χώραν παρεξήγησις λόγῳ τοῦ ἀτέχνου, θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ ἀγαπητὸς συνάδελφος ἐξ Ἀττικῆς κ. Μαργέτης νὰ εἴπω, χειρισμοῦ τοῦ ζητήματος· διότι ἔχω τὴν πεποίθησιν ἀδιάσειστον ὅτι δὲν εἶχε σκοπὸν ποσῶς νὰ θίξῃ τὸν δικηγορικὸν κόσμον. Ἡ ἄτεχνος διαχείρισις τοῦ ζητήματος ἔφερεν ἐπὶ τὸ βῆμα τὸν ἀγαπητὸν ἐπίσης συνάδελφον ἐξ Ἀθηνῶν κ. Π. Καραπάνον, ὅστις μὲ ὁρμητικότητα διακρίνουσαν αὐτὸν καὶ ἐπιχειρηματολογίαν ἐπίσης διακρίνουσαν αὐτὸν ἰσχυράν, ὑπερημύνθη τὸ δίκαιον τῶν προσβληθέντων δικηγόρων. Δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ ὑπεραμυνθῇ οὔτε νὰ καταναλώσῃ τὰ ἐπιχειρήματά του καὶ τὴν φωνήν του διὰ τοιούτων ζητημάτων, διότι οὐδείς, ἔχω πεποίθησιν, εἶναι εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος πιστεύει ὅτι ὁ βουλευτὴς δικηγόρος θὰ θελήσῃ εὐσυνειδήτως νὰ ἐκμεταλλευθῇ τὸ βουλευτικόν του ἀξίωμα χάριν τοῦ γραφείου του. Αὐτὸ δὲν ἐπιτρέπεται εἰς οὐδένα ἐξ ἡμῶν νὰ τὸ παραδεχθῇ, οὔτε κἂν νὰ τὸ φαντασθῇ. Ἐπίσης ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δι’ ὀλίγων λέξεων ἐνόμισε καθῆκόν του νὰ ὑπεραμυνθῇ καὶ αὐτοῦ τοῦ δικαστικοῦ κόσμου διὰ νὰ μὴ ἀφήσῃ ἐκτεθειμένον τοῦτον εἰς τὰς παρεξηγήσεις, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ γεννηθῶσιν ἐκ τῶν ἐπιχειρημάτων τὰ ὁποῖα οἱ ὑποστηρίζοντες τὸ ἀσυμβίβαστον τοῦ δικηγόρου ἠδύναντο νὰ γεννήσωσιν. Ἐπίσης λέγω ὅτι δὲν ἐσκόπει οὐδεὶς νὰ θίξῃ καὶ τὸν δικαστικὸν κόσμον. Ἀλλ’ ὅσοι, κύριοι, γνωρίζουν οἱ ἐν Ἑλλάδι, ὅσοι θέλομεν νὰ ἀντιμετωπίσωμεν τὰς πραγματικότητας καὶ δὲν θέλομεν διαρκῶς νὰ ζῶμεν μὲ θεωρίας, δὲν δυνάμεθα παρὰ νὰ ὁμολογήσωμεν, ἂν θέλωμεν νὰ εἴμεθα εἰλικρινεῖς, ὅτι παρὰ τῷ λαῷ ἐπικρατεῖ ἡ ἰδέα ὅτι ὁ πολιτευόμενος δικηγόρος ἀσκεῖ ἐπιρροὴν ἐπὶ τῶν δικαστῶν. Τοῦτο δὲν δύναται νὰ τὸ ἀμφισβητήσῃ οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν, ἂν θέλωμεν νὰ εἴμεθα εἰλικρινεῖς καὶ ἐπειδὴ ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι πάντες ἐσμὲν εἰλικρινεῖς ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι οὐδεὶς θὰ εἴπῃ ὅτι τοῦτο δὲν τὸ πιστεύει ὁ λαός. Ἀπόδειξις εἶναι ὅτι μὲ τὴν μεταβολὴν τῶν Κυβερνήσεων, ὅταν ἔρχηται ἡ δεῖνα Κυβέρνησις, τὸ δεῖνα κόμμα, ἐρημοῦνται τὰ γραφεῖα ἐκείνων τὰ ὁποῖα ἦσαν πρὶν ὅτε ἦτο ἐν ἰσχύϊ τὸ κόμμα, τὸ ὁποῖον αὐτοὶ ἠκολούθουν. Τοῦτο τὸ βλέπομεν καθ’ ἡμέραν. Ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς ὑπερημύνθη, καθὼς εἶπε, τοῦ ἀδεκάστου τῆς δικαιοσύνης. Δὲν ἐννοοῦμεν νὰ θίξωμεν τὴν δικαιοσύνην, ἀλλὰ θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ εἴπω ὅτι εὑρέθην πρὸ μιᾶς ἀντιφάσεως, ἴσως διότι ἐπείγετο νὰ κατέλθῃ τοῦ βήματος, ἀκούσας τὰς διαμαρτυρίας τοῦ ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων, ὅτι παρακωλύεται ἡ πρόοδος τῆς ψηφίσεως τοῦ Συντάγματος καὶ ἔπεσεν εἰς τὴν ἀντίφασιν αὐτὴν ὅτι δύναται νὰ βεβαιώσῃ ὅτι εἷς κατήγορος δικηγόρος πολιτευόμενος ζημιοῦται, διότι ἡ δικαστικὴ Ἀρχὴ εἶναι ἐναντίον αὐτοῦ τότε αὐστηρότερον.
§174Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Δυνατὸν νὰ συμβῇ.
§175Α. ΔΕΝΔΡΙΝΟΣ. Ἐφόσον λοιπὸν αὐτὸς ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς, ὁ ἐκπρόσωπος τῆς δικαιοσύνης ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ καὶ δὴ ὄχι τυχαῖος, ἀλλὰ μία κορυφὴ νομική, μία κορυφὴ τῆς ὁποίας τὸ κῦρος δὲν δυνάμεθα νὰ διαμφισβητήσωμεν, ἔρχεται καὶ λέγει ὅτι δύναται νὰ ἐπηρεασθῇ ἡ δικαιοσύνη κατὰ τοῦ κατηγορουμένου, δὲν εὑρίσκει ὅτι σκοπὸς τῆς δικαιοσύνης εἶναι νὰ καταδικάζῃ ὅποιον παρουσιασθῇ ἐνώπιον αὐτῆς, ὑποθέτω τὸ ἀντίθετον, ἐπειδὴ ὑπάρχει πάντοτε μία προκατάληψις ἐναντίον τοῦ ἀτυχήσαντος νὰ φέρηται ἐνώπιον τοῦ ἀνακριτοῦ ἢ τοῦ εἰσαγγελέως ἢ τοῦ δικαστηρίου καὶ ἐφόσον ὑπάρχει αὕτη ἡ προκατάληψις, τὸ ἐνδιαφέρον ἡμᾶς πρωτίστως εἶναι νὰ ὑπεραμυνθῶμεν νὰ μὴ τιμωρῶνται ἔστω καὶ διὰ διαρκοῦς προφυλακίσεως ἄνθρωποι ἀθῷοι. Ἐφόσον ἔχομεν τοιαύτην ὁμολογίαν ἀπὸ αὐτὴν τὴν ἰδίαν δικαιοσύνην διὰ στόματος τοῦ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργοῦ, ὅτι ἐπηρεάζεται δυσμενῶς κατὰ τοῦ κατηγορουμένου, ὀφείλομεν δι’ αὐτὸ καὶ μόνον νὰ ἀποκλείσωμεν τούτους ἀπὸ τὸ νὰ δικηγορῶσιν; Ἔχομεν ὁμολογίαν ἐπίσημον ὄχι ἀπὸ τυχόντα Ὑπουργόν, διότι ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς δὲν ἀνήκει εἰς τὴν τάξιν αὐτήν. Οἱ δικηγόροι λοιπὸν ἀποτελοῦσι μέλος τοῦ δικαστικοῦ Σώματος, οἱ δικηγόροι καλοῦνται διὰ νὰ συμπληρώνωσι τὰ δικαστήρια· ὅτι δὲ εἶναι συνυφασμένοι μὲ τὸν δικαστικὸν κόσμον, τοῦτο εἶναι ἀναμφισβήτητον. Ἐπειδὴ λοιπὸν ὅσον καὶ ἂν ὑποθέσωμεν ὅτι ἡ δικαιοσύνη δὲν ἐπηρεάζεται, ὅσον καὶ ἂν θέλωμεν νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν μας τὸ λεχθὲν ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, πάντως, ἐφόσον ὁλόκληρος ἡ Συνέλευσις παραδέχεται καὶ ὀφείλει νὰ παραδεχθῇ ὅτι παρὰ τῇ Κοινῇ Γνώμῃ, παρὰ τῷ λαῷ ὑπάρχει πεποίθησις ὅτι ὁ πολιτευόμενος δικηγόρος δύναται νὰ ἐπηρεάσῃ τοὺς δικαστάς, δὲν μᾶς ἐπιτρέπεται χάριν αὐτῆς τῆς δικαιοσύνης, χάριν αὐτῆς τῆς δημοσίας τάξεως νὰ ἐπιτρέπηται τὸ δικηγορεῖν εἰς τοὺς ἐν ἐνεργείᾳ βουλευτάς. Διότι νομίζω ὅτι ἡ δικαιοσύνη δὲν πρέπει μόνον νὰ εἶναι ἀδέκαστος, δὲν πρέπει μόνον νὰ ἀπονέμηται ἀνεπηρεάστως, ἀλλὰ πρὸ παντὸς πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἡ πεποίθησις εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ὅτι ἡ δικαιοσύνη ἀπονέμεται ἀκριβοδικαίως. Προτιμῶ καὶ τὰ λάθη καὶ τὰς πλάνας τὰς δικαστικὰς ἀπὸ μίαν δικαίαν ἀπόφασιν, ἡ ὁποία ὅμως νὰ δίδῃ, νὰ ἔχῃ τὴν ἔνδειξιν, νὰ ἐπιτρέπῃ τὰς ὑπονοίας ὅτι ἡ ἀπόφασις αὐτὴ ἐξεδόθη οἷα ἐξεδόθη, διότι ἐπηρεάσθη ἡ δικαιοσύνη. Ἡ δικαιοσύνη, κύριοι, ἀναλόγως μὲ τὸν τρόπον μὲ τὸν ὁποῖον ἀπονέμεται, εἶναι ἡ πραγματικὴ φρουρὸς τῆς δημοσίας τάξεως. Ἡ δημοσία τάξις, ἐφόσον ἐν τῇ συνειδήσει τοῦ λαοῦ ἐνυπάρχει τὸ αἴσθημα ὅτι ἀπονέμεται χαριστικῶς, ἡ δημοσία τάξις, λέγω, δὲν συγκρατεῖται οὔτε μὲ κυνηγούς, οὔτε μὲ καραμπινιέρηδες, οὔτε μὲ εὔζωνας. Ἴσως νὰ δυνηθῇ καλύτερον νὰ διατηρηθῇ δι’ αὐτὸν τὸν ὁποῖον θέλομεν νὰ καταδιώξωμεν. Ὅλα αὐτά, τὰ ὁποῖα ἤκουσα πολὺ ὀρθῶς νὰ λέγωνται, ὅτι ὀφείλομεν νὰ διδάξωμεν τὸν λαόν, θὰ τὰ διδάξωμεν μόνον ἀπὸ τῆς ἕδρας τῶν δικαστῶν. Ἐφόσον ὑπάρχει ἡ ἰδέα ὅτι «ὅποιος ἔχει μαχαῖρι τρώγει πεπόνι», κατὰ τὴν λαϊκὴν ἔκφρασιν, ποτὲ δὲν δυνάμεθα νὰ ἀποβλέψωμεν εἰς πραγματικὴν δημοσίαν τάξιν, εἰς πραγματικὴν κοινωνικὴν ἠρεμίαν· διότι εἶναι ἔνστικτον, εἶναι φυσικὸν εἰς τὸν ἄνθρωπον ὅταν ἔχῃ τὸ συναίσθημα ὅτι ἀδικεῖται νὰ ὑπεραμυνθῇ καὶ ἐναντίον αὐτοῦ τοῦ Κράτους. Καὶ ὄχι μόνον εἶναι φυσικὸν συναίσθημα, ἀλλ’ εἶναι κατὰ τὴν κρίσιν ἐμοῦ καὶ δικαίωμα καὶ καθῆκον εἰς τὸν λαὸν ὁσάκις νομίζει ὅτι τὸ Κράτος τὸν ἀδικεῖ—καὶ προφανῶς τὸν ἀδικεῖ—νὰ ἐξεγείρηται ὁ λαός, διότι ἄλλως εἶναι ἀνάξιος τῶν ἐλευθεριῶν του. (Χειροκροτήματα). Δὲν θὰ ἐπεθύμουν, κύριοι, νὰ νομισθῶ ὅτι, ὅσοι ὑποστηρίζομεν τὸ ἀσυμβίβαστον τοῦ ἐν ἐνεργείᾳ δικηγόρου πρὸς τὸ βουλευτικὸν ἀξίωμα, νομίζομεν ὅτι τὸ δικηγορικὸν ἀξίωμα εἰς οὐδὲν δύναται νὰ χρησιμεύσῃ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Ὅλως ἀντιθέτως, κύριοι, ἐγὼ τοὐλάχιστον ἀναγνωρίζω τὰς πολυτίμους ὑπηρεσίας, τὴν πολύτιμον εἰσφορὰν τῶν νομομαθῶν εἰς τὴν πολιτικήν, ἰδίᾳ εἰς τὸ νομοθετεῖν.
§176ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Τὸ ἓν τέταρτον ἐπέρασεν. Ὅλην τὴν νύκτα θὰ ἀγορεύητε;
§177ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε συνάδελφε, εἶναι ἐντὸς τοῦ δικαιώματός του ὁ κ. ἀγορεύων.
§178Γ. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ὑπάρχει ἐλευθερία τοῦ λόγου ἢ δὲν ὑπάρχει;
§179Α. ΔΕΝΔΡΙΝΟΣ. Ἀναγνωρίζω τοὐλάχιστον ὅτι θὰ ἦτο ζήτημα προσωπικῆς εὐθιξίας διὰ τοὺς δικηγόρους νὰ μὴ διαμαρτυρηθοῦν διὰ τὰς ἀγορεύσεις τῶν ὑποστηριζόντων ὅτι δὲν πρέπει νὰ δικηγορῶσι.
§180Γ. ΚΙΑΓΙΑΣ. Αὐτὴ ἡ εὐθιξία τὴν ὁποίαν λέγετε μᾶς ἔφερεν εἰς τὸ βῆμα, διότι θὰ ἦτο στίγμα διὰ τὴν πολιτικὴν ἱστορίαν τοῦ Τόπου νὰ καθιερωθῇ μία τοιαύτη διάταξις. Οὐδεμία Βουλὴ μέχρι τοῦδε ἠσχολήθη εἰς ὅλον τὸν κόσμον μὲ τοιοῦτον ζήτημα καί, ἐπαναλαμβάνω, θὰ ἀποτελέσῃ στίγμα διὰ τὸν Τόπον, ἂν λάβωμεν μίαν τοιαύτην ἀπόφασιν.
§181Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Ἐπειδὴ ἐγὼ εἶμαι ὁ ὑποβαλὼν πρῶτος τὴν πρότασιν διὰ τὴν ὁποίαν τόσον ἐξηγέρθη ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἰωαννίνων συνάδελφος, ὀφείλω νὰ τῷ εἴπω ὅτι καὶ εἰς τὰ 1911 κατὰ τὴν διπλῆν Ἀναθεωρητικὴν ὑπεβλήθη τοιαύτη πρότασις καὶ ὑπεβλήθη μάλιστα παρὰ τοῦ καθηγητοῦ τοῦ Πανεπιστημίου κ. Ἠλιοπούλου καὶ ἔγινε καὶ μακροτάτη συζήτησις. Καὶ ἂν θέλῃ ὁ κ. συνάδελφος, ἂς ὑπάγῃ εἰς τὴν βιβλιοθήκην νὰ ἀναγνώσῃ τὰ σχετικὰ πρακτικά. Δὲν πρέπει νὰ θεωρηθῇ ὡς δυσφημισμὸς κατὰ τῶν δικηγόρων ἡ πρότασις, ὅσον δὲν ἐθεώρησαν καὶ οἱ ἀξιωματικοὶ τὴν δι’ αὐτοὺς ὑποβληθεῖσαν ἐπίσης πρότασιν νὰ μὴ πολιτεύωνται. Καὶ μόνον ἡ φράσις τοῦ κ. συναδέλφου ὅτι ἠθελήσαμεν νὰ δυσφημίσωμεν τοὺς δικηγόρους θὰ μᾶς ἀναγκάσῃ νὰ ἀνέλθωμεν καὶ πάλιν ἐπὶ τοῦ βήματος καὶ νὰ ἀπασχολήσωμεν τὴν Συνέλευσιν.
§182Α. ΔΕΝΔΡΙΝΟΣ. Μὲ ἐπρόλαβεν ὁ ἀγαπητὸς συνάδελφος ἐκ Πρεβέζης καὶ ἔδωσε τὴν ἀπάντησιν, τὴν ὁποίαν ἐσκέφθην νὰ δώσω καὶ ἐγώ, ἀλλὰ παρέλειψε κάτι. Ὅσοι θέλουν νὰ πεισθῶσιν ὅτι δὲν πρόκειται περὶ νέου τινὸς σκοποῦντος νὰ θίξῃ τούτους, νὰ μεταβῶσι νὰ ἀναγνώσωσι τὰ πρακτικὰ ἐκεῖνα διὰ νὰ πεισθῶμεν καὶ ἡμεῖς περὶ τῆς ὑπομονῆς τῆς ἰδικῆς σας καὶ νὰ μὴ ἐπανέλθωμεν εἰς ὅσα ἐλέχθησαν. Ὅσον ἀφορᾷ τὸν ἀγαπητὸν συνάδελφον κ. Κιαγιᾶν, δὲν θὰ ἦτο ἐδῶ κατὰ τὴν ἀρχὴν τῆς συζητήσεως ταύτης ὁπότε ἔπλεξα τὸ ἐγκώμιον τῶν δικηγόρων.
§183Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὁ κ. Κιαγιᾶς δὲν δικηγορεῖ ὥστε νὰ παρεξηγηθῇ τὸ ἐνδιαφέρον του.
§184Α. ΔΕΝΔΡΙΝΟΣ. Εἶπα ὅτι δὲν θὰ ἦτο ἐδῶ ὅταν ἔπλεξα τὸ ἐγκώμιον τῶν δικηγόρων. Δὲν λέγω ὅτι μέσα εἰς τὸν δικηγορικὸν κόσμον δὲν ὑπάρχει κανὲν ἀπόβαρον· παντοῦ ὑπάρχουν, ἀλλὰ τὸ σύνολον δὲν εἶναι ἄξιον ὄχι μόνον οὐδεμιᾶς μομφῆς, ἀλλ’ εἶναι ἄξιον πάσης ἐκτιμήσεως καὶ ὀφείλομεν νὰ ἀναγνωρίσωμεν τὰς πολυτίμους ὑπηρεσίας, τὰς ὁποίας εἰς τὸ Κοινοβούλιον προσέφερον οἱ ἔχοντες τὴν τιμὴν νὰ συμπαρακάθηνται κύριοι συνάδελφοι.
§185Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ποῖον χαρακτηρισμὸν ὑπεστηρίξατε ὅτι σᾶς ἀπέδωκα, κ. Δενδρινέ;
§186Α. ΔΕΝΔΡΙΝΟΣ. Μοὶ εἴπετε ὅτι ἀφοῦ ἐδώσατε ἐξηγήσεις καὶ ἀναιρέσατε καὶ εἴπετε ὅτι δὲν εἴπετε τοιοῦτόν τι, ἐγὼ τοὐλάχιστον δέχομαι ὅτι τὰ ἀληθῆ εἴπετε. Ἐν συμπεράσματι λέγομεν ὅτι δὲν εἴπομεν νὰ ἀποκλεισθῶσιν οἱ δικηγόροι τοῦ Κοινοβουλίου· εἴπομεν, οἱ ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ δικηγόροι νὰ μὴ δικηγορῶσιν. Εἶναι μεγάλη ἡ διαφορὰ τοῦ ἑνὸς ἀπὸ τοῦ ἄλλου. Διότι δὲν παραδέχομαι εἰς τοὺς δικηγόρους οὐδὲν ἄλλο ἐλατήριον τὸ ὁποῖον τοὺς κάμνει νὰ πολιτεύωνται παρὰ μόνον ὁ πατριωτισμὸς διὰ νὰ διορθώσωσι τὰ κακῶς ἔχοντα. Ἔχοντες λοιπὸν τόσον εὐγενῆ ἐλατήρια, βεβαίως εἶναι ἡ μικροτέρα ἀπόδειξις τῆς αὐταπαρνήσεως καὶ τοῦ ἀλτρουϊσμοῦ, τὸν ὁποῖον θὰ δείξωσιν ὅπως ἀγωνισθῶσιν ὑπὲρ τῶν κοινῶν, τὸ νὰ μὴ δικηγορῶσι καὶ νὰ μὴ φείδωνται τῶν κερδῶν τοῦ δικηγορικοῦ ἐπαγγέλματος. Πρὸς τιμήν των τὸ λέγω καὶ τὸ τονίζω, διότι θέλω νὰ ἀκουσθῇ ὅ,τι ἐλέχθη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Ἐφόσον λοιπὸν τόσα εὐγενῆ ἐλατήρια ἔχουν, νὰ τὸ ἀποδείξουν ἐμπράκτως ψηφίζοντες ὅτι τὸ δικηγορεῖν εἶναι ἀσυμβίβαστον πρὸς τὸ πολιτεύεσθαι. Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως τῶν ἐπιχειρημάτων, τὰ ὁποῖα παρετάχθησαν ὑπὸ ἄλλων προλαλησάντων περὶ τοῦ ἀσυμβιβάστου τοῦ ἐν ἐνεργείᾳ δικηγόρου πρὸς τὸ πολιτεύεσθαι, εἶναι καὶ ἄλλος λόγος, τὸν ὁποῖον ἀπορῶ πῶς δὲν ἐτόνισαν οἱ προλαλήσαντες. Πῶς εἶναι δυνατὸν εὐόρκως νὰ ἐκπληρώσωσι τὸ καθῆκόν των—καὶ δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι πολλάκις θὰ ἐγένετο ἐν τῇ συνειδήσει των πάλη ἀγρία καὶ θὰ εὑρίσκωνται εἰς δύσκολον θέσιν τί νὰ παραμελήσωσι· τὸ καθῆκον τῶν πελατῶν των ἢ τὸ μέγα καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἡ ἐμπιστοσύνη τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ τοῖς ἐπιβάλλει νὰ μὴ ἀπουσιάζωσιν οὐδὲ ἐπὶ στιγμὴν οὔτε ἐκ τῆς αἰθούσης ταύτης οὔτε ἐκ τῶν Ἐπιτροπῶν ὅπου ζητοῦνται νὰ μελετήσωσι τὰ νομοθετήματα—ἀπορῶ, λέγω, πῶς οἱ δικηγόροι δὲν τὸ ἐπρότειναν, δὲν ἦλθον νὰ κάμουν τὴν χειρονομίαν ταύτην προτοῦ ἀναλάβωμεν ἡμεῖς τὴν ὑποστήριξιν τοιαύτης ἀπόψεως; Διότι δὲν πιστεύω κανεὶς ἐκ τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων δικηγόρων νὰ μοὶ εἴπῃ ὅτι ἀνταποκρίνονται πλήρως καὶ εἰς τὰ καθήκοντά του ἀπέναντι τῶν πολιτῶν καὶ εἰς τὰ καθήκοντά του ἀπέναντι τοῦ Ἔθνους.
§187Χ. ΦΑΚΗΣ. Αὐτὸ ἰσχύει δι’ ὅλα τὰ ἐπαγγέλματα.
§188Α. ΔΕΝΔΡΙΝΟΣ. Ὑποθέτω—χωρὶς νὰ θέλω νὰ θίξω κανένα—ὅτι ὅσοι ἐξεπλήρωσαν τὸ πρὸς τὴν Πατρίδα καθῆκον ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, οὐδὲν ἕτερον ἐπαγγέλλονται δυνάμενον νὰ ἀπορροφήσῃ πολλὰς ὥρας ἐκ τῆς ἐργασίας.
§189ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Πάντως μετέρχονται τὰ ἐπαγγέλματά των.
§190Α. ΔΕΝΔΡΙΝΟΣ. Δὲν ὑποθέτω ὅτι ὁ ἰατρὸς κ. Κυβέλλος εὑρισκόμενος ἐνταῦθα ἐπισκέπτεται καὶ ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ του ἀσθενεῖς.
§191Γ. ΚΙΑΓΙΑΣ. Εἶσθε ὑπὲρ τοῦ ἐπαγγελματικοῦ Κοινοβουλίου ἢ ὄχι; Εἶσθε ὑπὲρ τοῦ καταρτισμοῦ τῆς Γερουσίας ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐπαγγελματιῶν;
§192Α. ΔΕΝΔΡΙΝΟΣ. Κύριε συνάδελφε, ὅταν ἐρωτᾶτε, νομίζω ὅτι θὰ κρίνητε ἀξίαν τῆς προσοχῆς σας καὶ τὴν ἀπάντησιν τοῦ ἐρωτωμένου. Σᾶς λέγω· μάλιστα. Εἶμαι ὑπὲρ τῆς ἐπαγγελματικῆς Γερουσίας καὶ μὴ νομίσητε ὅτι δι’ αὐτοῦ θὰ μὲ φέρητε εἰς ἀντίφασιν πρὸς ὅσα ἔλεγον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Διότι ἄλλα τὰ κοινωνικὰ ζητήματα, τὰ ἐπαγγελματικά, καὶ ἄλλο τὸ ζήτημα τὸ ὁποῖον ἐθέσαμεν διὰ τοὺς δικηγόρους τοὺς ἐξασκοῦντας ἐπὶ τῆς δικαιοσύνης ἐπιρροήν, κατὰ τὴν γνώμην ἐννοεῖται τοῦ Κοινοῦ. Διότι αὐτὸ εἶπον ὅταν ἐφύγετε· ὅτι ἐλυπήθην ὅτι δὲν εἶσθε εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς ἀγορεύσεώς μου διὰ νὰ ἀκούσητε, ὁπότε ἐξέφερα γνώμην περὶ τῆς ἠθικῆς προστασίας καὶ τοῦ σεβασμοῦ ἐκ μέρους μου διὰ τοὺς δικηγόρους. Ἀλλ’ ἔλεγον· πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκπληρωθῶσι καὶ τὰ δύο αὐτὰ καθήκοντα; Καὶ θὰ μοὶ ἔλεγέ τις· σεῖς ὁ δημοκρατικώτατος, σεῖς ὁ ἄκρως ἀριστερὸς ἔρχεσθε νὰ θελήσητε νὰ μὴ πολιτεύωνται! οἱ πτωχοὶ δικηγόροι, οἱ ὁποῖοι βιοποριστικὸν ἐπάγγελμα ἔχουσι νὰ παρευρίσκωνται εἰς τὰ δικαστήρια καὶ οὐδεμίαν ἔχουσιν ἄλλην πρόσοδον; Βεβαίως θὰ γεννηθῇ τὸ ἐρώτημα τοῦτο. Καὶ μοὶ ἀπηυθύνθη παρὰ ἀγαπητοῦ καὶ πολιτευτοῦ καὶ ὁμοϊδεάτου συναδέλφου ἀριστεροῦ. Ἀλλ’ ἀπαντῶ· ὀφείλομεν αὐτὸν τὸν ἄνδρα ὅστις θέλει καὶ ἐννοεῖ σοβαρῶς καὶ εὐσυνειδήτως νὰ ἀφιερώσῃ τὴν ζωήν του, τὰς δυνάμεις του ὁλοκλήρους πρὸς διόρθωσιν τῶν κοινῶν, ὀφείλομεν, ἂν εἴμεθα εἰλικρινεῖς δημοκρατικοί, ἂν εἴμεθα εἰλικρινεῖς λαϊκοί, ὀφείλομεν νὰ τὸν ἀμείψωμεν γενναίως καὶ γενναίως ἐννοῶ, νὰ δύνανται νὰ ζήσουν καὶ νὰ μὴ παρακινῶνται καὶ ἐξευτελίζωνται ζητοῦντες δάνεια ἢ δὲν ἠξεύρω εἰς ποῖα ἄλλα καταφεύγοντες μέσα. Ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς δὲν ἔχει οὐδεμίαν θέλησιν καὶ τὸ ἀνάστημά του εἶναι πολὺ μικρὸν ἀπέναντι τοῦ ἀναστήματος μιᾶς ὁλοκλήρου σεβαστῆς Συνελεύσεως. Ὀφείλουν ἀκριβῶς ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐνδεδειγμένως στεροῦνται τῶν μέσων νὰ ζήσουν, ὀφείλει ἡ Πολιτεία νὰ δίδῃ εἰς αὐτοὺς τὰ μέσα νὰ ζήσουν καὶ ὄχι νὰ γίνεται ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον μέχρι σήμερον γίνεται· νὰ δυσφημίζηται ἡ Συνέλευσις ἢ ἡ Βουλὴ ὁσάκις ὡμίλησαν καὶ ὑπεστήριξαν τὴν αὔξησιν τῆς ἀποζημιώσεως τῶν βουλευτῶν. Ἀλλ’ αὐτὸ γίνεται ὑστεροβούλως, γίνεται διὰ νὰ παραπλανῆται ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς καὶ νὰ καταδημαγωγοῦν τοῦτον καὶ νὰ λέγουν ὅτι· αὐτοὶ οἱ κύριοι φροντίζουν διὰ νὰ παίρνουν χρήματα. Καὶ ἐγένετο μία ἀτμόσφαιρα κακή, ἓν ρεῦμα κακὸν ἐναντίον τῶν ὑποστηριζόντων ὅτι οἱ βουλευταὶ ὀφείλουν νὰ ἀμείβωνται. Ἀλλὰ τοῦτο, κύριοι, σημαίνει ὅτι οὐδεὶς ἔλαβε τὸ θάρρος ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἢ ἀπὸ τοῦ βήματος τοῦ δημοσιογραφικοῦ νὰ τονίσῃ καὶ νὰ εἴπῃ: Λαέ, δὲν ἠννόησες πὼς σὲ ἐκμεταλλεύονται οἱ πλούσιοι καὶ θέλουν νὰ σὲ στρέψουν ἐναντίον ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ζητοῦν τὴν αὔξησιν τῆς ἀποζημιώσεως τῶν ἀντιπροσώπων σου μόνον καὶ μόνον διὰ νὰ μὴ δύνανται οἱ βιοπαλαισταὶ νὰ εἰσέρχωνται εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην.
§193Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Πρὸς ἄρσιν παρεξηγήσεων πρὸς τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον παρακαλῶ νὰ ἀναγραφῇ εἰς τὰ πρακτικὰ ὅτι δὲν ἐλέχθη ὅτι ὁ ῥήτωρ εἶναι πλάστιγξ τῆς Συνελεύσεως.
§194Α. ΔΕΝΔΡΙΝΟΣ. Εὐχαριστῶ πολύ, κ. συνάδελφε.
§195ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἐλέχθη τοιοῦτόν τι, ὥστε δὲν ἀνεγράφη εἰς τὰ πρακτικά.
§196Α. ΔΕΝΔΡΙΝΟΣ. Ἐλυπήθην δὲ ὅταν κατὰ τὴν ἑσπέραν καθ’ ἣν ἐψηφίσθη τὸ ψήφισμα περὶ ἀποζημιώσεως τῶν πληρεξουσίων δὲν εὑρισκόμην δυστυχῶς εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην, διότι ἄλλος συνάδελφος ἀγαπητὸς μὲ ἐκάλεσε καὶ συνωμιλούσαμεν εἰς τὸν διάδρομον καὶ ὅταν εἰσῆλθον, μὲ τὴν μέθοδον τοῦ νὰ ψηφίζωνται ὅλα, ἐπέρασε καὶ δὲν ἔλαβον τὴν εὐκαιρίαν νὰ εἴπω αὐτὰ τὰ ὁποῖα λέγω, κύριοι, ἐπ’ εὐκαιρίᾳ τοῦ ἀσυμβιβάστου. Διότι ἐγεννήθη ὁ ἰσχυρισμὸς τοῦ ἀγαπητοῦ μου συναδέλφου εἰπόντος· διατί ἡμᾶς θέλετε νὰ μᾶς ἀποκλείσητε ἀπὸ τὴν Βουλήν, ἡμᾶς τοὺς πτωχοὺς ἐπειδὴ ἔτυχε νὰ εἴμεθα δικηγόροι; Πῶς σεῖς ὁ ὁποῖος εἶσθε ἀριστεράς, ὁ ὁποῖος ἔχετε ἀρχὰς ῥιζοσπαστικωτάτας ὅλων τῶν ἄλλων—διότι τὸ θεωρῶ τιμήν μου καὶ τὸ καυχῶμαι νὰ μὴ κρύπτωμαι ὄπισθεν τοῦ δακτύλου μου οὔτε νὰ βαστιέμαι ἀπὸ ὅλα τὰ σχοινιά—πῶς ὑποστηρίζετε αὐτὸ τὸ ἀσυμβίβαστον; Ἀλλ’ ἡ Συνέλευσις ἔχει χάρτην καὶ μελάνην καὶ κάμνομεν ἓν ψήφισμα δημοκρατικόν, ἓν ψήφισμα σοσιαλιστικόν, διότι εἶναι σοσιαλιστικώτατον, διὰ νὰ εἴπωμεν ὅτι παρέχομεν μίαν ἀποζημίωσιν ἀνάλογον πρὸς τὸν τιμάριθμον, πρὸς τὰς ἀνάγκας τοῦ βίου, διὰ τοὺς ἀντιπροσώπους οἱ ὁποῖοι δὲν δύνανται νὰ ζήσωσιν ἐν ἀντιθέσει πρὸς ἄλλους συναδέλφους, τοὺς ὁποίους δὲν φθονοῦμεν, διότι εἶναι πλούσιοι, ἂν καὶ δὲν λέγουν ὅτι τὰς ἀποζημιώσεις των τὰς ἀφήνουν διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ Δημοσίου, ἀφοῦ αὐτοὶ ἔχουν ἑκατομμύρια. Ἀλλά, κύριοι, ὑπάρχουν καὶ ἄλλα τινὰ ἐπαγγέλματα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀσυμβίβαστα· π. χ. τῶν χρηματιστῶν τοῦ Χρηματιστηρίου, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἐκεῖνοι οἵτινες ἐκμεταλλεύονται περισσότερον ὅλων τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν καὶ ἀναμιγνυόμενοι εἰς τὴν πολιτικὴν δύνανται μεγάλας νὰ φέρωσι καταστροφάς.
§197ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συνεπληρώθη ἡ ὥρα.
§198Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐκφράζω γενικωτέραν ἐπιθυμίαν, ἂν διατυπωθῇ ἡ παράκλησις, ὅπως αἱ ἀγορεύσεις εἶναι ὅσον τὸ δυνατὸν συντομώτεραι.
§199ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἐπιβάλλει καὶ ὁ Κανονισμὸς ἄλλως τε.
§200Α. ΔΕΝΔΡΙΝΟΣ. Βεβαίως πολλὰ εἶχον νὰ εἴπω ὑπὲρ τῶν ἀγαπητῶν συναδέλφων δικηγόρων, ἀλλ’ ὤφειλον αὐτοί, ἂν ἦσαν πραγματικῶς δημοκρατικοί, ἂν ἦσαν πραγματικῶς ἀριστεροί, νὰ ὑψώσουν τὴν σημαίαν τοῦ νὰ ἔρχωνται ἐδῶ ὄχι μόνον οἱ πτωχοὶ δικηγόροι, ἀλλὰ καὶ οἱ ἀγρόται καὶ οἱ ἐργάται καὶ οἱ μὴ ἔχοντες τὰ μέσα νὰ πληρώνουν αὐτοκίνητα.
§201ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Νὰ λυθῇ ἡ συνεδρίασις, κ. Πρόεδρε.
§202ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτῶ τὴν Συνέλευσιν ἂν δέχηται νὰ λυθῇ ἡ συνεδρίασις.
§203Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, ὀφείλομεν νὰ διαμαρτυρηθῶμεν διὰ τὴν σπουδὴν αὐτὴν νὰ διακόπτωμεν τὸ συνταγματικὸν ἔργον. Εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐπαγγελλώμεθα ὅτι ἐπισπεύδομεν τὸ συντακτικὸν ἔργον καὶ ταυτοχρόνως νὰ ἐπωφελούμεθα πάσης εὐκαιρίας νὰ διακόπτωμεν.
§204Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Καὶ ἄλλοτε παρεκάλεσα νὰ ἀρχίζωμεν ὀλίγον ἐνωρίτερον. Σήμερον ὅμως ἐπειδὴ ἔχομεν μίαν ἐργασίαν σοβαράν, νὰ μεταβῶμεν εἰς μίαν ἀνακοίνωσιν περὶ τῆς ἐκπαιδεύσεως ἐν Ἑλβετίᾳ, ἡ ὁποία θὰ γίνῃ ἀπὸ τοὺς παρεπιδημοῦντας Ἑλβετούς, παρεκαλέσαμεν τὴν Κυβέρνησιν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ δεχθῇ νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν ἀπόψε.
§205Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Εἶναι δυνατὸν νὰ φθάσωμεν εἰς κάποιο συμπέρασμα, νὰ θέσωμεν ὑπὸ ψηφοφορίαν αὐτὴν τὴν πρότασιν καὶ νὰ τελειώσωμεν μὲ τὸ ἄρθρον τοῦ ἀσυμβιβάστου.
§206ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι δέκα ἀκόμη ἐγγεγραμμένοι.
§207Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, πῶς μετεβάλατε τὴν ἀπόφασιν τὴν ὁποίαν ἐξηγγείλατε, διότι διετυπώθησαν παράπονα;
§208ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἠρώτησα τὴν Συνέλευσιν ἂν δέχηται νὰ διακόψωμεν. Ἐφόσον Συνέλευσις δὲν ἀπεφάνθη, δὲν δικαιοῦμαι νὰ διακόψω τὴν συνεδρίασιν.
§209Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε συνάδελφε, ὁ τρόπος κατὰ τὸν ὁποῖον εἴθισται νὰ ἀποφαίνηται ἡ Συνέλευσις εἶναι ὁ ἑξῆς. Συνήθως ὁ Πρόεδρος, νομίζων ὅτι ἑρμηνεύει γνώμην τῆς Συνελεύσεως, λέγει· «διακόπτομεν τὴν συνεδρίασιν». Ἂν ὅμως ἐγερθοῦν ἀντιρρήσεις, τοῦτο σημαίνει ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀπόφασις τῆς Συνελεύσεως. Παρεκαλέσαμεν τοὺς κ. κ. συναδέλφους τοὺς ἐγγεγραμμένους, ἐπειδὴ δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ συζήτησις νὰ καταλήξῃ εἰς ἀποδοχὴν τῆς προτάσεως, νὰ παραιτηθῶσι τοῦ λόγου, ἂν ἤθελον. Ἀποκλεισμὸς τῶν δικηγόρων μόνον ἅπαξ ἐγένετο εἰς ἓν Κοινοβούλιον πρὸ ἑκατονταετηρίδων τινῶν καὶ ἐπὶ πολλὰ ἔτη δὲν εἶχον εἰσέλθει οἱ δικηγόροι εἰς τὴν αἴθουσαν τοῦ Κοινοβουλίου ἐκείνου. Ὅταν δὲ κατηργήθη ὁ νόμος, γνωρίζετε πῶς ἀπεκλήθη τὸ Κοινοβούλιον ἐκεῖνο; Παρακαλῶ νὰ μὴ παρεξηγηθῇ, δὲν τὸ λέγω ἐγώ, τὸ λέγει ἡ Ἱστορία· ὡς Κοινοβούλιον τῶν ἀμαθῶν. Ἀφοῦ δὲν φαίνεται πιθανὸν νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ πρότασις καὶ παρεκλήθησαν οἱ κ. κ. συνάδελφοι, διὰ νὰ φθάσωμεν εἰς οὐσιαστικὸν ἀποτέλεσμα, ἂν ἤθελον, νὰ ὑποχωρήσουν καὶ νὰ ψηφισθῇ τὸ ἄρθρον ὡς ἔχει. Τώρα ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως μοὶ διεμήνυσε πρότασίν τινα· ὅτι οἱ παρεπιδημοῦντες Ἑλβετοὶ δίδουσιν ἀπόψε λίαν ἐνδιαφέρουσαν διάλεξιν μετὰ προβολῶν περὶ τῶν νεωτέρων παιδαγωγικῶν μεθόδων. Εἶναι ζήτημα κατ’ ἐξοχὴν σοβαρὸν καὶ ἐξεφράσθη ἡ ἐπιθυμία ἐκ μέρους πολλῶν συναδέλφων νὰ παραστῶσιν εἰς τὴν διάλεξιν ταύτην. Ἐγώ, ὁ ὁποῖος ἐπιθυμῶ νὰ συνεδριάσηῃ ἐκ νέου ἡ Συνέλευσις, ἀνεγνώρισα ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ ἀρνηθῶμεν ὅτι ὑπάρχει δικαιολογία νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ πρότασις.
§210Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἡμεῖς προτείνομεν νὰ συνεχίσωμεν τὴν συζήτησιν· δὲν ἠξεύρω ἂν ἡ Συνέλευσις τὴν δέχεται.
§211Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, ὅσον ἀφορᾷ τὴν τροπολογίαν συμφωνῶ μὲ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι δὲν πρέπει νὰ εἰσαχθῇ εἰς ψηφοφορίαν· ἑπομένως δὲν ἐπιθυμῶ νὰ ὁμιλήσω. Διὰ τὰς ἀντιρρήσεις αἱ ὁποῖαι ἠγέρθησαν ὅτι ἐκηρύξατε τὴν συζήτησιν περαιωμένην χωρὶς νὰ ἐρωτήσητε τὴν Συνέλευσιν, βλέπω ὅτι αὐτὴν τὴν στιγμήν, ἂν θελήσωμεν νὰ λάβωμεν ἀπόφασιν, δὲν θὰ λάβωμεν, διότι ἐπιμένουν νὰ ὁμιλήσουν. Ἐλπίζω ὅτι ἕως τὴν Παρασκευὴν θὰ ἐπέλθῃ συνεννόησις καὶ δὲν θὰ ἀπασχολήσῃ τὴν Συνέλευσιν τὸ ζήτημα τοῦτο. Δι’ αὐτὸ προτείνω νὰ λυθῇ ἡ συνεδρίασις, διότι, ἂν ἐπανέλθωμεν εἰς τὰς 10½, θὰ ἀρχίσωμεν εἰς τὰς 11 καὶ θὰ γίνῃ ὅ,τι γίνεται πάντοτε.
§212ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῆς περαιώσεως τῆς συζητήσεως ἠγέρθησαν ἀντιρρήσεις παρά τινων τῶν κυρίων ἐγγεγραμμένων. Ἄν οἱ κύριοι ἐγγεγραμμένοι ἐπιμένωσι, δύνανται νὰ λάβωσιν τὸν λόγον. Ἡ συζήτησις διὰ νὰ περαιωθῇ πρέπει νὰ παραιτηθοῦν οἱ ἐγγεγραμμένοι, ἀλλ’ ἐν τῷ μεταξὺ ὑπεβλήθη ἔνστασις περὶ τῆς ἀποφάσεως καὶ διαμαρτυρία μάλιστα τινῶν τῶν κ. κ. ἐγγεγραμμένων. Ἐν τοιαύτῃ δὲ περιπτώσει ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ κηρύξω περαιωθεῖσαν τὴν συζήτησιν.
§213Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ὑποθέτω ὅτι εἴμεθα ὅλοι σύμφωνοι ὅτι θὰ ἦτο ὀρθὸν πρὸ τῶν διακοπῶν νὰ ἔχωμεν περατώσει τὸ τμῆμα τοῦ Συντάγματος τὸ ἀφορῶν τὴν Βουλήν, καὶ θὰ ἦτο ἀπολύτως λυπηρὸν ἂν ἠθέλομεν διακόψει τὰς ἐργασίας μας ἀφήνοντες ἐκκρεμῆ τοιαύτην ἐργασίαν. Ἄν οἱ κ. κ. συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι ἔχουν ἐγγραφῆ ὅπως ὁμιλήσουν ἐπὶ θέματος ἀπολύτως ἐξηντλημένου, κατὰ κοινὴν καὶ ὁμόφωνον ἀντίληψιν ἤθελον παραιτηθῆ τοῦ λόγου καὶ δεχθῆ συμφώνως πρὸς τὴν ἀντίληψιν καὶ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ κ. ἡγέτου τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως», ὅτι θὰ ἦτο ἀδύνατον νὰ ἀποκλείσωμεν ἐκ τῶν πολιτικῶν καθηκόντων πτωχοὺς βιοπαλαιστάς, οἱ ὁποῖοι ἐργάζονται ὅπως κερδίσωσι τὸν ἄρτον των, ἂν τοῦτο ἐγένετο ἀποδεκτόν, τότε δυνάμεθα νὰ φθάσωμεν εἰς ἀπόφασιν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου καὶ ἐξακολουθήσωμεν τὴν συζήτησιν ἐπὶ ζητήματος τὴν ἑπομένην συνεδρίασιν τὴν καθιερωμένην διὰ συντακτικὴν ἐργασίαν. Ἐν ᾗ περιπτώσει ἤθελον ἐπιμείνει νὰ λάβωσι τὸν λόγον, τότε θὰ ἔπρεπε νὰ σκεφθῶμεν ἂν τουλάχιστον κατὰ τὴν σημερινὴν συνεδρίασιν δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ ἐξαντλήσωμεν τὴν συζήτησιν.
§214ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Λουπινᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§215Γ. ΛΟΥΠΙΝΑΣ. Ἐλάχιστα ἔχω νὰ εἴπω, κύριοι συνάδελφοι, διὰ νὰ ὑποστηρίξω ὅτι δὲν πρέπει νὰ δικηγοροῦν οἱ βουλευταὶ ἐνώπιον τῶν ποινικῶν δικαστηρίων. Ἀπὸ μακροῦ χρόνου ἔχει παραχθῆ ἡ ἀντίληψις ὅτι εἰς πάντας τοὺς κλάδους τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν καὶ εἰς τὸν δικαστικὸν ἐξαρτῶνται τὰ πάντα ἐκ τῆς πολιτικῆς. Τῆς ἀντιλήψεως αὐτῆς μὴ ἐκλειψάσης καὶ μετὰ τὸ 1910, λόγῳ τῆς ἐπὶ δεκαετίαν συνεχοῦς ἀνωμαλίας, διὰ μέσου τῆς ὁποίας διήλθομεν, εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι ὅλοι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι προστρέχουν εἰς τοὺς δικηγόρους πολιτευομένους, προστρέχουν πιστεύοντες ὅτι θὰ τοὺς ὑπερασπίσουν τελειότερον καὶ πληρέστερον διὰ τῆς ἰδιότητος τοῦ βουλευτοῦ. Ἀσφαλῶς τοῦτο εἶναι πλάνη. Ἀλλὰ προκειμένου περὶ τῶν ποινικῶν δικαστηρίων ἀτυχῶς οἱ δικηγόροι βουλευταί, οἱ ὁποῖοι ὑπερασπίζουν ἐνώπιον τῶν ὁρκωτῶν δικαστηρίων, εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι ἐξασκοῦν ἐπιρροὴν καὶ τοιαύτην ἐπιρροήν, ὥστε οἱ μεταβαίνοντες εἴς τι δικαστήριον πρὸς ὑπεράσπισιν τῆς ὑποθέσεώς των νὰ ζητοῦν προηγουμένως τὸν κατάλογον τῶν ἐνόρκων, νὰ ἐξετάζουν ποίων φίλοι εἶναι οἱ πλεῖστοι τῶν ἐνόρκων καὶ πρὸς αὐτοὺς νὰ ἀναθέσωσι τὴν ὑπεράσπισιν αὐτῶν, πληρώνοντες ἀμοιβὰς ἀπολύτως μεγαλυτέρας τῆς ἀμοιβῆς τὴν ὁποίαν θὰ προσέφερον εἰς ἄλλους δικηγόρους ἴσης ἱκανότητος καὶ ἴσης δικαστικῆς δεινότητος.
§216Ν. ΚΑΛΕΛΛΗΣ. Θὰ ἐπηρεάζοντο ἀπὸ τὸν πολιτευόμενον μὴ δικηγόρον ἢ κομματάρχην ἰσχυρόν;
§217Γ. ΛΟΥΠΙΝΑΣ. Ὄχι, ἡ ἰδιότης τοῦ βουλευτοῦ προσθέτει εἰς τὸν δικηγόρον τὸν ὑπερασπίζοντα τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν καὶ ἀπέναντι αὐτῶν τῶν φίλων του ἓν κῦρος μεγαλύτερον, ὥστε νὰ παράγηται ἡ ἐντύπωσις ὅτι ὑφίστανται οἱ ἔνορκοι ἐπιρροήν. Ἐγὼ σᾶς λέγω ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον συμβαίνει εἰς τὰ δικαστήρια τῶν ἐνόρκων, ὅπερ ἀναμφισβητήτως κλονίζει εἰς τὴν ἀντίληψιν τοῦ λαοῦ τῆς δικαιοσύνης τὸ κῦρος.
§218Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἐκ τῆς πείρας μου γνωρίζω ὅτι ἐλάχιστοι εἶναι οἱ δικηγόροι οἱ ὁποῖοι διεκρίθησαν ἐκ τῆς πολιτικῆς.
§219Γ. ΛΟΥΠΙΝΑΣ. Παρακολουθῶ τὰ συμβαίνοντα εἰς τὰ ἐπαρχιακὰ δικαστήρια καὶ δύναμαι νὰ σᾶς πληροφορήσω ὅ,τι ἐκεῖ γίνεται.
§220ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Ἄν ὑμεῖς ἔχητε ἐναντίας πληροφορίας καὶ ἀντιθέτους ἀντιλήψεις, δύνασθε νὰ ἐμμένητε εἰς αὐτάς.
§221Γ. ΛΟΥΠΙΝΑΣ. Ἡ ἀντίληψις αὕτη ἡ ὁποία κρατεῖ ἀναμφισβητήτως καταρρυπαίνει τὴν ἔννοιαν τῆς δικαιοσύνης. Ἀλλὰ πρέπει νὰ εἴμεθα, κύριοι, καὶ εἰλικρινεῖς. Ἄν ἔν τινι μέρει ἔχωμεν ἕνα δικηγόρον, ὁ ὁποῖος ἐκλεχθεὶς ἀντιπρόσωπος συνεχίζει τὸ ἐπάγγελμά του, μὲ τὴν κρατοῦσαν σφαλερὰν ἀντίληψιν ὅτι ἀσκεῖ ἐπιρροὴν ἐπὶ τῶν προσώπων τῆς δικαιοσύνης, πλεονεκτεῖ ἐπαγγελματικῶς αὐτός, καθιστῶν δυσχερῆ τὴν θέσιν τῶν ἄλλων δικηγόρων. Ἐγὼ ἔχω καταβάλει πολλὰς προσπαθείας διὰ νὰ πείσω τοὺς προσερχομένους ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀσκῇ ἐπιρροὴν ὁ βουλευτὴς ἐπὶ τῆς δικαιοσύνης καὶ ἔχω ἀντιληφθῆ ὅτι δὲν γίνομαι πάντοτε πιστευτός. Ἄν θελήσητε, κύριοι, νὰ παρακολουθήσητε τὰς ἐργασίας τῶν ποινικῶν δικαστηρίων, θὰ ἴδητε ὅτι αἱ πλεῖσται ὑποθέσεις περιέρχονται εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἐπικρατοῦν πολιτικῶς.
§222ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Φραγκούδης ἔχει τὸν λόγον.
§223Γ. ΦΡΑΓΚΟΥΔΗΣ. Ἐγώ, κ. Πρόεδρε, παραιτοῦμαι, μὲ τὴν παρατήρησιν ὅτι εἶμαι κατὰ τῆς τροπολογίας. Ὅσον ἀφορᾷ ὅμως τὸ ζήτημα τοῦτο φρονῶ ὅτι δὲν εἰσερχόμεθα κανονικῶς εἰς τὴν συζήτησιν, διότι δὲν ἠκούσαμεν τὸν εἰσηγητὴν ἐπὶ τῶν τροπολογιῶν.
§224ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Θ. Χαβίνης ἔχει τὸν λόγον.
§225Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ἂν ἐχάσαμεν μίαν ὥραν εἰς τὴν σημερινὴν συνεδρίασιν δὲν τὴν ἐχάσαμεν ἐξ αἰτίας ἐμοῦ· ἂν ἠθέλομεν νὰ τελειώσωμεν τὸ συντακτικὸν ἔργον γρηγορώτερον, δὲν θὰ ἐκάμομεν διακοπάς. Πρέπει νὰ εἴμεθα πλέον αὐστηροὶ διὰ τὸν ἑαυτόν μας, ὅταν κάμνωμεν διακοπάς, ὅπως εἶναι φυσικὸν νὰ γίνωνται λόγῳ ἑορτῶν, πρέπει νὰ τὰς κάμνωμεν διὰ 5–10 ἡμέρας καὶ ὄχι νὰ ἐρχώμεθα μετὰ μῆνα, ἵνα κάμωμεν καὶ θόρυβον διότι ἐχάσαμεν μίαν ὥραν. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου δὲν θὰ ἐλάμβανον τὸν λόγον, λαμβάνω ὅμως αὐτὸν διὰ νὰ ἀπαντήσω εἰς τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος ἔφερεν ἓν παράδειγμα τὸ ὁποῖον δὲν ἔπρεπε νὰ φέρῃ. Δὲν συμφωνῶ μὲ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἂν νομίζῃ ὅτι μόνον οἱ δικηγόροι εἶναι πολυμαθεῖς καὶ οὐδεὶς ἄλλος πληρεξούσιος. Ἐγὼ πολυμάθειαν ἐννοῶ τὴν μόρφωσιν τοῦ χαρακτῆρος πρὸ παντός. Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἰωαννίνων συνάδελφος κ. Κιαγιᾶς εἶπεν ὅτι ἡ τροπολογία ἀποτελεῖ δυσφήμησιν κατὰ τῶν δικηγόρων. Ἀλλὰ τότε διατί δὲν ἀποτελεῖ δυσφήμησιν κατὰ τῶν ἀξιωματικῶν καὶ τῶν ὑπαλλήλων ὁ ἀποκλεισμὸς αὐτῶν ἀπὸ τοῦ Κοινοβουλίου; Οὐδεὶς διενοήθη νὰ δυσφημήσῃ τοὺς δικηγόρους· οὐδεὶς δύναται ὅμως νὰ ἀμφισβητήσῃ ὅτι εἰς ἄλλην περίοδον ὑπῆρχον πληρεξούσιοι δικηγόροι, οἱ ὁποῖοι ἐκ τοῦ ἐπαγγέλματός των ἐκέρδιζον περισσότερα τῶν ἄλλων καὶ δὲν δύνασθε νὰ ἀμφισβητήσητε ὅτι ἡ πελατεία τῶν βουλευτῶν δικηγόρων εἶναι πολὺ μεγαλυτέρα ἀπὸ τὴν τῶν ἄλλων δικηγόρων. Καὶ μόνον δὲ ὁ λόγος ὅτι ὁ λαὸς νομίζει ὅτι αὐτοὶ δύνανται νὰ ἐπιβληθῶσιν εἰς τὰ δικαστήρια εἶναι λόγος ἀρκετὸς ὥστε νὰ ἀπαγορευθῇ εἰς τοὺς δικηγόρους βουλευτὰς νὰ δικηγορῶσι. Δὲν εἶναι μόνον ἀντίληψις ἡμῶν, κύριοι συνάδελφοι, εἶναι ἰδέα καὶ τῆς Κοινῆς Γνώμης. Δὲν ἔχω παρὰ νὰ σᾶς ἀναγνώσω σημείωμα δικηγόρου παρὰ τῷ Ἀρείῳ Πάγῳ, τὸ ὁποῖον γράφει τὰ ἑξῆς ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τῆς ψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀποζημιώσεως τῶν ζημιωθέντων κατὰ τὸν πόλεμον.
§226ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Ποῖος εἶναι ὁ δικηγόρος αὐτός;
§227Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Γεωργιάδης ὀνομάζεται, παρὰ τῷ Ἀρείῳ Πάγῳ δικηγόρος, εἷς ἐπιστήμων τέλος πάντων, δὲν γνωρίζω ἂν εἶναι καλός.
§228Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Πολὺ καλός.
§229Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Ὁ κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸς βεβαιοῖ ὅτι εἶναι πολὺ καλός.
§230Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Πρώην εἰσαγγελεύς.
§231Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Ἐγὼ νομίζω ὅτι πλανᾶται ὁ κ. Γεωργιάδης, ἀλλ’ ἂς ἀναγνώσωμεν τί γράφει εἰς τὸ σημερινὸν «Ἐλεύθερον Βῆμα» (ἀναγινώσκει). Ἐγώ, κύριοι συνάδελφοι, πιστεύω ὅτι ὁ κ. Γεωργιάδης εὑρίσκεται ἐν πλάνῃ, ἀλλὰ καὶ μόνον τὸ γεγονὸς ὅτι ἔχει τὸ θάρρος νὰ γράψῃ εἰς μίαν ἐκ τῶν ἐπισημοτέρων ἐφημερίδων ἐπιστολὴν καὶ νὰ ἀναφέρῃ ὅ,τι ἀναφέρει, ἀναμφισβητήτως ἀποδεικνύεται ὅτι ὑπάρχει παρὰ τῇ Κοινῇ Γνώμῃ ἡ ἰδέα ὅτι οἱ βουλευταὶ δικηγόροι ἢ οἱ δικηγόροι βουλευταὶ ἐξασκοῦσιν ἐπιρροὴν ἐπὶ τῶν ὀργάνων τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας πρὸς ταχυτέραν καὶ καλυτέραν διεκπεραίωσιν τῶν ὑποθέσεων. Καὶ εἶναι κοινὸν μυστικὸν ὅτι παρὰ τῇ Κοινῇ Γνώμῃ εἶναι ἑδραιωμένη ἡ πεποίθησις ὅτι πρὸς διεκπεραίωσιν ὑποθέσεώς τινος διοικητικῆς φύσεως ὁ κόσμος ἀναθέτει πρὸ παντὸς τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν εἰς τοὺς δικηγόρους βουλευτάς, διότι ὑπάρχει πεποίθησις παρὰ τῷ λαῷ ὅτι πράγματι ἐνασκεῖται ἐπιρροὴ τοῦ δικηγόρου βουλευτοῦ ἐπὶ τοῦ Ὑπουργοῦ.
§232Π. ΓΕΩΡΓΙΤΣΗΣ. Διατί ὁ δικηγόρος καὶ ὄχι ὁ μὴ δικηγόρος;
§233Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Διὰ τοῦτο, κύριοι συνάδελφοι, ἐπιμένω ὅπως ἡ τροπολογία μου τεθῇ ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Συνελεύσεως, ὄχι διότι θέλω νὰ δυσφημήσω τοὺς δικηγόρους ὅπως εἶπεν εἷς συνάδελφος.
§234Γ. ΚΙΑΓΙΑΣ. Παντάπασι, δὲν εἶπον αὐτό.
§235Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Ἡ φράσις σας μὲ ἔφερεν εἰς τὸ βῆμα.
§236Γ. ΚΙΑΓΙΑΣ. Ὀφείλω νὰ κάμω μίαν δήλωσιν· ὅτι ἀπὸ τῆς ἡμέρας καθ’ ἣν ἐξελέγην πληρεξούσιος οὐδεμίαν ἀνέλαβον ὑπόθεσιν εἰς τὸ δικαστήριον, οὔτε ἐξήσκησα τὸ ἐπάγγελμα τοῦ δικηγόρου.
§237ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Διατί δὲν ἀνελάβατε; Διότι αἰσθάνεσθε ὅτι δὲν ἔχετε δικαίωμα.
§238Γ. ΚΙΑΓΙΑΣ. Μὲ συγχωρεῖτε, κ. συνάδελφε· δὲν εἶναι αὐτὸς ὁ λόγος.
§239ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑπάρχει κανεὶς λόγος νὰ γίνωνται τοιαῦται δηλώσεις εἰς τὴν Συνέλευσιν.
§240Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Χωρὶς νὰ σᾶς ἀπασχολῶ περισσότερον, παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Συνελεύσεως ὅπως ὑποβάλῃ εἰς ψηφοφορίαν τὴν τροπολογίαν μου.
§241ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Θ. Πάγκαλος ἔχει τὸν λόγον.
§242Θ. ΠΑΓΚΑΛΟΣ. Κύριοι πληρεξούσιοι, μετὰ λύπης μου εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ διαφωνήσω πρὸς τοὺς ἀγαπητοὺς συναδέλφους σχετικῶς πρὸς τὴν τροπολογίαν. Δὲν νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἀσχολῆται ἐπὶ πλέον ἡ Συνέλευσις μὲ τὴν ὑποβληθεῖσαν τροπολογίαν. Δὲν ἠμπορῶ νὰ ἐννοήσω πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἐμποδίσωμεν τὴν τάξιν τῶν δικηγόρων νὰ ἀπασχολῆται μὲ τὴν πολιτικήν. Δὲν μοὶ εἶναι συμπαθὲς τὸ Σῶμα τῶν δικηγόρων γενικῶς· διότι πρέπει νὰ ὁμολογήσωμεν ὅτι μεταξὺ αὐτῶν εἶναι καὶ κόρακες ὅπως ὑπάρχουν καὶ περιστεραί. Καὶ ἔβλαψαν πολὺ τὴν ἐθνικὴν ὑπόθεσιν, ἀλλ’ εἶναι βέβαιον ὅτι ἐκ τῆς τάξεως τῶν δικηγόρων ἐξέρχονται καί τινες, οἱ ὁποῖοι συντελοῦν εἰς τὴν ἐν γένει πρόοδον καὶ τὴν πολιτικὴν ἐξέλιξιν τοῦ Τόπου. Καὶ δι’ αὐτὸ κηρύσσομαι ἐναντίον τῆς τροπολογίας. Δὲν δύναμαι ὅμως νὰ ἀντιπαρέλθω τὸν ὑπαινιγμὸν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, τὸν ὁποῖον ἤκουσα ὅτι ἔκαμε, διότι δὲν ἤμην ἐδῶ.
§243Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπειδὴ δὲν εἶσθε ἐδῶ, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ εἴπω....
§244Θ. ΠΑΓΚΑΛΟΣ. Δὲν τὸ θεωρῶ προσβολήν.
§245Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν θὰ ἦτο ὀρθόν, ἂν τὸ ἐθεωρῆτε ὡς προσβολήν. Ἤθελον νὰ σᾶς εἴπω ὅτι ἀνέφερον ἱστορικῶς μίαν συζήτησιν, ἡ ὁποία ἔγινε πρὸ τεσσάρων αἰώνων, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ἐν Ἀγγλίᾳ.
§246Θ. ΠΑΓΚΑΛΟΣ. Διὰ τοῦτο θὰ σᾶς ἀναφέρω ἓν παράδειγμα πρὸ 2,000 ἐτῶν.
§247Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Νὰ σᾶς εἴπω πρῶτον τί εἶπον, διότι δὲν ἠξεύρετε τί εἶπον καὶ ὁμιλεῖτε ἐδῶ περὶ ὑπαινιγμῶν. Λοιπὸν εἶπον ὅτι πρό τινων αἰώνων ἀπεκλείσθησαν τῆς Βουλῆς οἱ δικηγόροι καί, ἂν ἐξετάσητε τὴν ἱστορίαν τῆς Ἀγγλίας, θὰ ἴδητε ὅτι τὸ Κοινοβούλιον ἐκεῖνο, κατὰ τοὺς ἱστορικοὺς τῆς Ἀγγλίας, ἐκλήθη Κοινοβούλιον τῶν ἀμαθῶν. Τὸ ἀνέφερον ἱστορικῶς· διότι θὰ ἦτο ἀστεῖον σήμερον νὰ μὴ παραδεχθῇ τις ὅτι ὑπάρχουν γεωπόνοι ἀμαθέστατοι, μηχανικοὶ ἀμαθέστατοι, ἰατροὶ ἀμαθέστατοι καὶ δικηγόροι πολλάκις ἀγράμματοι.
§248Θ. ΠΑΓΚΑΛΟΣ. Ἀκριβῶς, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, σᾶς ἀναφέρω ὅτι πρὸ 2,000 ἐτῶν κάποτε Ἀθηναῖος πολιτικὸς κατηγόρησε τοὺς Σπαρτιάτας ὡς ἀμαθεῖς εἰς τὴν πολιτικήν, ὁ δὲ Σπαρτιάτης ἀπήντησε: «Ἔχετε δίκαιον· ὀρθῶς ἔφης. Ἄμμες γὰρ Ἑλλήνων μόνοι οὐδὲν κακὸν παρ’ ὑμῶν μεμαθήκαμεν». Καὶ ἡμεῖς ὁμολογοῦμεν ὅπως ὁ Σπαρτιάτης ὅτι δὲν ἠμπορέσαμεν νὰ μάθωμεν τὴν πολιτικήν σας εὐστροφίαν καὶ ἱκανότητα. Ἤθελον νὰ εἴπω ὅτι καὶ ἡμεῖς οἱ στρατιωτικοὶ ἐδῶ μέσα εὔχομαι νὰ μὴ τελειοποιηθῶμεν, οὔτε νὰ μάθωμεν τοὺς δικηγορικοὺς κομματικοὺς ἑλιγμούς σας.
§249Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Τὴν ἐμάθετε πάρα πολύ. Μᾶς ἐβάλατε τὰ γυαλιά.
§250Δ. ΚΑΛΚΑΝΔΗΣ. Εἶμαι ὑποχρεωμένος, κύριοι, ὄχι διότι θέλω νὰ σᾶς φωτίσω, ὄχι διότι θέλω νὰ σᾶς κουράσω, διότι εἶσθε κουρασμένοι· ἀλλὰ θέλω ἀκριβῶς νὰ ἀμυνθῶ διὰ τὴν ὕβριν, τὴν ὁποίαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὁ κ. Δενδρινὸς εἶπε κατὰ τοῦ δικηγορικοῦ καὶ κατὰ τοῦ δικαστικοῦ Σώματος.
§251Α. ΔΕΝΔΡΙΝΟΣ. Ἐγὼ εἶπον ὕβριν, κ. Πρόεδρε; Ἐπικαλοῦμαι τὸ Προεδρεῖον.
§252Δ. ΚΑΛΚΑΝΔΗΣ. Καὶ ἐρωτῶ τὸν κ. Δενδρινὸν ἅμα παρουσιασθῇ εἰς τὰς Ἀρχάς....
§253Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ὑποθέτω ὅτι ὁ κ. Δενδρινὸς συναινεῖ νὰ ἀνακαλέσῃ τὰς τυχὸν ἐκτοξευθείσας μομφὰς ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ παραιτηθῆτε τοῦ λόγου.
§254Δ. ΚΑΛΚΑΝΔΗΣ. Αὐτὸ τὸ εὐφυολόγημα δὲν τὸ δέχομαι, κ. πρόεδρε, διότι εἶναι εἰς βάρος μου. Ἅμα παρουσιασθῇ ὁ κ. Δενδρινὸς εἰς μίαν Ἀρχὴν θὰ τὸν ἐρωτήσῃ «τί δουλειὰ κάμνεις». Πᾶς ἄνθρωπος θὰ ἔχῃ τὸ ἐπάγγελμά του. Πῶς θὰ κλείσῃ ὁ δικηγόρος τὸ γραφεῖόν του καὶ ἔπειτα ἀπὸ μίαν περίοδον χρόνου νὰ ἔλθῃ νὰ ἀναλάβῃ τὸ ἐπάγγελμά του; Ὁ δικηγόρος εἶναι ἀβλαβέστατος· ὅταν δὲ θὰ ὑπάγῃ εἰς τὸ δικαστήριον, θὰ ἔχῃ τὴν προδιάθεσιν τοῦ δικαστηρίου κατ’ αὐτοῦ. Εἶχον τὸ ἀτύχημα νὰ ὑποστηρίξω ἕνα μικρέμπορον εἰς τὸ Πλημμελειοδικεῖον καὶ ὁ δικηγόρος τοῦ ἀντιδίκου ἦτο πρώην δικαστὴς καὶ οἱ πρώην δικασταὶ ἔχουν συναδέλφους. Καὶ τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι ὅτι ὁ κατηγορούμενος ἀπαλάσσεται λόγῳ ἀμφιβολιῶν. Παρακαλῶ τὸν κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ τὰ πρακτικὰ καὶ νὰ ἴδῃ ἂν ὅσα λέγω εἶναι ἀληθῆ· ἂν ὄχι, τότε θὰ εἶμαι συκοφάντης. Ὅσον ἀφορᾷ διὰ τὰς ἐπαρχίας ὁ δικηγόρος δὲν θέλει νὰ πολιτευθῇ· ἄλλως θὰ εἶναι ὄργανον πολιτευσμένων, τὸ ὁποῖον εἶναι καὶ χειρότερον. Ἐγὼ ὑποβάλλω τὴν ἑξῆς πρότασιν· σύρεται ἡ κρατικὴ μηχανή, διότι τακτικὰ μεταβαίνομεν εἰς τοὺς κ. κ. Ὑπουργοὺς ἰδιαιτέρως καὶ εἰς τὰ Ὑπουργεῖά των καὶ τοὺς πιέζομεν καὶ τοὺς κατατυραννοῦμεν διὰ τὰ προσωπικά μας. Ὁ κ. Δενδρινὸς καθ’ ἡμέραν ἀναβαινοκαταβαίνει. Δὲν πταίομεν ἀπολύτως ἡμεῖς μᾶς κάμνει ἡ στενοχωρία διὰ νὰ διεκπεραιωθῶσιν αἱ ὑποθέσεις τῶν συμπολιτῶν μας. Τὸ ἔργον τοῦ πολιτευτοῦ εἶναι νὰ καταρτίζῃ ἐδῶ νόμους καλοὺς διὰ νὰ εὑρίσκῃ τὸ δίκαιόν του ὁ πολίτης καὶ νὰ ἐλέγχῃ τὴν Κυβέρνησιν ὁπόταν παρεκτρέπεται· πέρα αὐτῶν τῶν δύο ὁ πολιτευόμενος δὲν ἔχει οὐδένα λόγον νὰ μεταβαίνῃ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον καὶ νὰ ἐκβιάζῃ τοὺς δικαστὰς καὶ τοὺς ὑπαλλήλους. Ἔχω πικρὰν πεῖραν. Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως καὶ εἰς τὸ τμῆμα τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ὄργια τελοῦνται, διότι παρεισέφρησαν παντὸς εἴδους ἄνθρωποι. Προτείνω λοιπὸν τὸ ἑξῆς· τὰς ἐργασίας μας, τὰς αἰτήσεις νὰ τὰς δίδωμεν ἑκάστοτε εἰς τοὺς κ. κ. Ὑπουργοὺς ἀνοικτὰς καὶ καθεὶς νὰ ζητῇ τὰ δίκαιά του εἰς τὰ Ὑπουργεῖα· τότε θὰ διορθωθῶμεν καὶ ὄχι μὲ μεγάλην λίμα, ὅπως ὁ κ. ἀρχηγὸς τῆς ἄκρας ἀριστερᾶς, ὁ ὁποῖος ἔρχεται ἐδῶ καὶ μᾶς κατατυραννεῖ καὶ δι’ αὐτὸ εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ εἴπω ἢ λέγε τι σιγῆς κρεῖττον ἢ σιγῆς ἔχε....
§255ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κηρύσσεται περατωθεῖσα ἡ συζήτησις. Ἐρωτῶ τὴν Συνέλευσιν ἂν δέχηται τὸ ἄρθρον ὡς διετυπώθη.
§256ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Μάλιστα.
§257Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν δύνασθε νὰ ὁρίσητε τὸ ἄρθρον, διότι εἶναι τροπολογίαι τὰς ὁποίας θὰ διανείμῃ ἡ Ἐπιτροπή. Ἤθελον παρακαλέσει τὸ ἑξῆς. Νὰ λάβωμεν ἀπόψε ἀπόφασιν ἐπὶ τῆς τροπολογίας αὐτῆς περὶ δικηγόρων ἥτις ὑπεβλήθη ὑπὸ τοῦ κ. Χαβίνη.
§258ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διὰ τὴν τροπολογίαν τῶν δικηγόρων ὁμιλῶ. Αἱ ἄλλαι δὲν διενεμήθησαν.
§259ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Ἀπορρίπτεται ἡ τροπολογία. Ἀπορρίπτεται.
§260ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις ἵνα ἐπαναληφθῇ αὕτη αὔριον τῇ 4.30′ μ. μ. (Ὥρα 9.30′ μ. μ.)