1925.03.23
3,884 rows · 31,045 words · 198 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 162
Δευτέρα 23 Μαρτίου 1925.
Προεδρία Κ. Ρακτιβάν
(Ὥρα 5.15′ μ. μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Νὰ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Νὰ ἀναγνωσθῶσι τὰ πρακτικά. (Ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως).
§2Γ. ΛΟΥΠΙΝΑΣ. Εἰς τὸ σχετικὸν μέρος τῆς ἐπερωτήσεως τῆς ἀναπτυχθείσης ὑπ’ ἐμοῦ, κ. Πρόεδρε, ἀναφέρεται κάτι τι τὸ ὁποῖον δὲν τὸ εἶπον· δηλ. «ἐξ ἄλλου δίδομεν ἑκατομμύρια διὰ τοῦ Ἐνοικιοστασίου εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας μισθωμένων εἰς τὸ Δημόσιον οἰκιῶν καὶ κτιρίων», ἐνῷ εἶπον· «δίδονται αὐξήσεις εἰς τὰ ξενοδοχεῖα» καὶ τοῦτο διότι ἔχω τὴν ἀντίθετον ἀντίληψιν ὅτι τὸ Δημόσιον πρέπει νὰ δεικνύῃ τὸ καλὸν παράδειγμα.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ πρακτικὰ ἐπικυροῦνται ὡς διωρθώθησαν. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Συνέλευσιν τὰ ἑξῆς: — Οἱ ἰδιωτικοὶ ὑπάλληλοι αἰτοῦνται τὴν ψήφισιν νομοσχεδίου περὶ ἀσφαλείας καὶ συντάξεως αὐτῶν. — Ἐπιτροπὴ κατοίκων ἐπαρχίας Πάλης παρακαλεῖ τὴν Κυβέρνησιν ὅπως τὸ Κράτος προβῇ εἰς τὴν ἀγορὰν 20 ἑκατομμυρίων σταφιδοκάρπου. — Ἐπιτροπὴ κατοίκων ἐπαρχίας Πέλλης παρακαλεῖ ὅπως ἀκυρωθῶσιν αἱ κατ’ Αὔγουστον 1924 ἐκδοθεῖσαι ἐρήμην ἀποφάσεις τοῦ Πταισματοδικείου Φενεοῦ ἐπὶ δασικῶν ἀνομημάτων. — Ἀστοὶ πρόσφυγες Μ. Ἀσίας ζητοῦσι βελτίωσιν τῆς θέσεώς των. — Οἱ κάτοικοι τῆς Κοινότητος Βάμου Ρεθύμνης παρακαλοῦσιν ὅπως ἐπιδιορθωθῇ ἡ βλάβη τοῦ ὑδραγωγείου των δημοσίᾳ δαπάνῃ. — Οἱ πρόσφυγες περιφερείας Προσωτσάνης παρακαλοῦσιν ὅπως ματαιωθῇ ἡ μελετωμένη μετάθεσις τοῦ προϊσταμένου Ἐποικισμοῦ Δράμας κ. Σπυροπούλου. — Διάφορα Σωματεῖα Θεσσαλονίκης αἰτοῦνται τὴν καθιέρωσιν τῆς κυριακῆς ἀργίας. — Ἐπιτροπὴ καπνεργοστασίου Ξάνθης αἰτεῖται τὴν παροχὴν ἀμνηστίας εἰς τοὺς καταδικασθέντας ἐργάτας. — Ἡ Παμπροσφυγικὴ Ἕνωσις Σερρῶν αἰτεῖται τὴν προστασίαν τῶν γεωργῶν προσφύγων. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν κ. Α. Μιαούλης ὑποβάλλει σχέδιον νόμου «περὶ καθορισμοῦ ἀξιωματικῶν μονίμων θέσεων ἐν τῷ Π. Ναυτικῷ». Ὁ πληρεξούσιος κ. Ν. Συριόπουλος ὑποβάλλει πρότασιν ψηφίσματος «περὶ ἀναστολῆς πάσης κατασχέσεως καὶ ἀναγκαστικῆς ἐκποιήσεως πρὸς πληρωμὴν τῶν μέχρι τέλους τοῦ 1912 δανείων καὶ πάσης ἐπὶ τούτου ἀποφάσεως περὶ κανονισμοῦ πληρωμῆς αὐτῶν». Ὁ κ. Ν. Κωνσταντόπουλος ὑποβάλλει πρότασιν νόμου «περὶ προαγωγῆς κατωτέρων λειτουργῶν Μέσης Ἐκπαιδεύσεως εἰς δευτεροβαθμίους καθηγητάς». Ὁ κ. Α. Μάρκου ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ προβιβασμοῦ ὁπλιτῶν καὶ ἀξιωματικῶν». Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας ἔχει τὸν λόγον ὅπως καταθέσῃ καὶ ἀναπτύξῃ σχέδιον νόμου.
§4Κ. ΣΠΥΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Ἐθν. Οἰκονομίας). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω σχέδιον νόμου «περὶ ἐπεξεργασίας καπνῶν καὶ προστασίας τῶν καπνεργατῶν». Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, κύριοι, παρ’ ὅλην τὴν ἁπλότητα τῶν εὐαρίθμων του διατάξεων δὲν εἶναι ποσῶς, ὡς δύναται νὰ συμβῇ ἐνίοτε, ἔργον νομοθετικῆς προχειρολογίας. Καὶ ἂν κομίζεται πρὸ ὑμῶν σήμερον μὲ σχετικήν τινα καθυστέρησιν, τοῦτο ὀφείλεται εἰς τὸ ὅτι ἠθελήσαμεν ὅπως, ἐν ἐπιγνώσει τῶν μεγάλων συμφερόντων, ἅτινα καλεῖται νὰ θεραπεύσῃ, παρουσιασθῇ ἑδραιωμένον ἐπὶ ὡς οἷόν τε ὑγιῶν βάσεων. Διὰ τὴν ἐξακρίβωσιν τούτων ἐχρειάσθη ἐπιτόπιος εἰς τὰ μέρη τῆς παραγωγῆς ἔρευνα καὶ μακραὶ ἐνταῦθα συζητήσεις, εἰς ἃς ἐπίλεκτα μέλη τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως προσέφεραν τὴν πολύτιμον αὐτῶν συμβολήν. Εἶναι ἐντελῶς περιττὸν νὰ ἐπιμείνω ἐπὶ τῆς οἰκονομικῆς σπουδαιότητος τοῦ Ἑλληνικοῦ αὐτοῦ προϊόντος. Ἀρκεῖ νὰ ἀναφέρω ὅτι ἡ παραγωγὴ τοῦ 1924 ἀνῆλθεν εἰς τὰ 42 περίπου ἑκατομμύρια κιλά, ἀξίας ὑπερβαινούσης τὸ 1½ δισεκατομμύριον δραχμῶν. Δυστυχῶς τὸ προϊόν τοῦτο δὲν εἶναι τροφὴ μὲ κάπως σταθερὰν καὶ παραμένουσαν βάσιν καταναλώσεως. Εἶναι ἁπλούστατα δηλητήριον καὶ οὐχὶ μονοπωλιακόν, ἐκτεθειμένον ἐν ταῖς ξέναις ἀγοραῖς εἰς μυρία ἀπρόοπτα τῆς παγκοσμίου του βιομηχανοποιήσεως. Ὁ πανταχόθεν περισφίγγων ἡμᾶς ἀνταγωνισμὸς ἤρχισε πρὸ καιροῦ νὰ καθίσταται ὁλονὲν αἰσθητότερος. Ἂν νικοτίνη οὐχὶ Ἑλληνικῆς προελεύσεως, ἔστω καὶ χειρίστης ποιότητος, κατορθώσῃ πρὸς στιγμὴν νὰ ἐκτοπίσῃ εἴς τινα ἀγορὰν τὰ Ἑλληνικὰ καπνά, τὸ γεγονὸς δὲν εἶναι ἄμοιρον κινδύνου, διότι ἡ συνήθεια τοῦ καταναλωτοῦ, προκειμένου, ὡς εἶπον, περὶ δηλητηρίου καὶ οὐχὶ περὶ τροφῆς, κτᾶται εὐχερέστερον. Ἦλθεν ἑπομένως ἡ στιγμὴ νὰ σκεφθῶμεν σοβαρῶς ἐπὶ τῆς μελλούσης τύχης τοῦ ἑλληνικοῦ αὐτοῦ προϊόντος, μία δὲ πλευρά, οὐχὶ βεβαίως ἡ μόνη τοῦ ὅλου ζητήματος, εἶναι ἐκείνη περὶ ἧς προνοεῖ κυρίως τὸ ἐν λόγῳ νομοσχέδιον, ἡ πρώτη δηλονότι ἐπεξεργασία τοῦ καπνοῦ πρὶν ἢ οὗτος εἰσέλθῃ εἰς τὸ στάδιον τῆς βιομηχανοποιήσεως. Καὶ ἐν τῇ μελέτῃ ταύτῃ ἔρχεται μοιραίως νὰ προστεθῇ ἡ ἐργατικὴ ἄποψις, τὸ ἐνδεχομένως προκῦπτον τῆς ἀνεργίας πρόβλημα, ἡ σύγκρουσις μεταξὺ ἐλευθερίας ἐμπορίου καὶ ἐργατικῶν διεκδικήσεων. Μέχρι τοῦ 1917 σχεδὸν τὰ πράγματα, δύναμαι νὰ εἴπω, ἐβάδιζον ὁμαλῶς. Οἱ ἔμποροι ἦσαν ἐλεύθεροι νὰ κανονίζουν τὰ τῆς ἐπεξεργασίας τῶν καπνῶν των ὡς αὐτοὶ ἐνόμιζον καλύτερον, χωρὶς ζήτημα σοβαρὸν ἀνεργίας νὰ ἐγείρεται. Τὰ ἐκλεκτὰ καπνὰ Μακεδονίας καὶ Θράκης ὑπεβάλλοντο εἰς ἐπιμεμελημένην, ἵνα μὴ εἴπω, πολυτελῆ, πρὸ τῆς ἐξαγωγῆς ἐπεξεργασίαν, χάρις εἰς τὰς ὑψηλάς των τιμὰς καὶ τὴν θέσιν ἣν ἐπεφύλασσεν εἰς αὐτὰ ἡ πεφημισμένη των ποιότης. Εἰς τὴν λοιπὴν Ἑλλάδα ὁ καπνεργατικὸς πληθυσμὸς περιωρισμένος ἀκόμη καὶ ἀποτελούμενος κατὰ μέγα μέρος ἐκ γυναικῶν, ἐπελαμβάνετο κατὰ τοὺς μῆνας ἰδίᾳ τῆς ἀναγκαστικῆς ἀνεργίας (Αὔγουστον, Σεπτέμβριον, Δεκέμβριον καὶ Ἰανουάριον) ἄλλου τινος βιοποριστικοῦ ἐπαγγέλματος, συνήθως ἀγροτικῶν ἐργασιῶν. Κατὰ τὸ 1918 ὅμως ἡ μικρὰ τῆς Ἀνατολικῆς Μακεδονίας καὶ Θράκης παραγωγὴ λόγῳ τῶν πολεμικῶν γεγονότων, ἡ ἀζητησία εἰς τὸ ἐξωτερικὸν τῶν ἀκριβῶν καπνῶν ἐνισχυομένη ἐκ τῆς τότε καλῆς θέσεως τῆς Ἑλληνικῆς δραχμῆς, καὶ τέλος ἡ διεξαγωγὴ μέρους τοῦ καπνεμπορίου παρὰ προσώπων ἐκ περιστάσεως τὸ πρῶτον ἐπιληφθέντων αὐτοῦ, πάντα ταῦτα ἐνεφάνισαν ἐξαγωγὴν ποσότητός τινος καπνῶν ἀνεπεξεργάστων. Ἄμεσον ἀποτέλεσμα ὑπῆρξε συμπτωματικὴ ἀνεργία καὶ κίνησις τῶν καπνεργατικῶν ὀργανώσεων διὰ τὴν ὑποχρεωτικὴν ἐπεξεργασίαν τῶν ἐξαγομένων καπνῶν. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι τότε ὡς Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας εἶχον καλέσει εἰς πολυήμερον σύσκεψιν μεγάλην Ἐπιτροπὴν ἀποτελουμένην ἐξ ἀντιπροσώπων τοῦ ἐμπορικοῦ, τοῦ ἐργατικοῦ κόσμου, ὡς καὶ ἐκ μελῶν τοῦ τότε Κοινοβουλίου. Τὸ πόρισμα τῶν συζητήσεων ὑπῆρξεν ὅτι πᾶσα παρέμβασις τοῦ Κράτους εἰς τὴν ἐλευθέραν ἐξαγωγὴν τοῦ καπνοῦ θὰ ἠδίκει τὸ ἐμπόριον καὶ τὴν παραγωγὴν καὶ ἑπομένως καὶ αὐτοὺς τοὺς ἐργάτας. Ἐνθυμοῦμαι ἀκόμη πόσον ἀκριβὰ ἐπλήρωσα ἐκλογικῶς κατὰ τὴν 1ην Νοεμβρίου 1920 τὴν ἐμμονήν μου εἰς τὴν ἀπόφασιν αὐτήν, καταψηφισθεὶς λυσσωδῶς μὲ τὴν ἐπωνυμίαν «ὁ ἀνεπεξέργαστος» ἀπὸ σύμπαντα τὸν καπνεργατικὸν κόσμον». Ἐφθάσαμεν οὕτως εἰς τὰς ἀρχὰς τοῦ 1922, ὁπότε αἱ καπνεργατικαὶ ὀργανώσεις κατώρθωσαν διὰ τῶν ἐπανειλημμένων των διαβημάτων τὴν σύστασιν κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς καὶ τὴν παρ’ αὐτῆς ὅλως ἐσπευσμένως κατάθεσιν σχεδίου νόμου ἀπαγορεύοντος ἀορίστως τὴν ἐξαγωγὴν τῶν ἀρωματικῶν καπνῶν τῶν μὴ ὑποστάντων τὴν ἀνέκαθεν καθιερωμένην ἐπεξεργασίαν. Ἡ τοιαύτη πρότασις νόμου, ψηφισθεῖσα ἐπίσης ἐσπευσμένως, κατέστη ὁ γνωστὸς νόμος 2869, ὃν τὸ παρὸν νομοσχέδιον ἔρχεται μεταξὺ ἄλλων διατάξεων νὰ καταργήσῃ. Τῳόντι ἡ ὑπὲρ τὴν διετίαν ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου τούτου κατέδειξε τὰ ἐπιζήμια διὰ τὴν καθόλου οἰκονομίαν τῆς Χώρας ἀποτελέσματα. Μὲ δύο λέξεις τὰ καπνά μας δεσμευόμενα ἐν τῇ ἐξαγωγῇ των, βαρυνόμενα ὁμοιομόρφως καὶ ἀδιακρίτως παραλλαγῆς τῶν ποιοτήτων μὲ δαπανηρὰν ἐπεξεργασίαν, ἐγκαταλειπόμενα μετὰ περιφρονήσεως παρὰ τῶν ξένων Ἑταιρειῶν κατόπιν τῶν ταραχῶν καὶ τῶν αἱματηρῶν ἐνίοτε σκηνῶν, αἵτινες ἐλάμβανον χώραν εἰς τοὺς ἐξαγωγικοὺς τοῦ καπνοῦ λιμένας, τὰ Ἑλληνικά, λέγω, καπνὰ ὑποχωροῦν ἐπικινδύνως ἐν ταῖς ξέναις ἀγοραῖς πρὸ τῶν Βουλγαρικῶν καὶ Τουρκικῶν, ἵνα ἀναφέρω μόνον τοὺς πλησιεστέρους ἀνταγωνιστάς μας. Μὴ νομισθῇ ὅμως ὅτι τὸ ὑποβαλλόμενον νομοσχέδιον ἐρχόμενον νὰ ἀποδώσῃ τὴν ἐλευθερίαν εἰς τὴν ἐξαγωγὴν τῶν καπνῶν δὲν ἐπρονόησε διὰ δύο ἕτερα ἐπίσης σοβαρὰ συναφῆ ζητήματα. Τὸ ἓν ἐξ αὐτῶν ἀφορᾷ τὴν ὑποχρεωτικὴν προσυσκευὴν καὶ δεματοποίησιν τοῦ προϊόντος ἐν τῷ τόπῳ τῆς παραγωγῆς, ἀποσκοποῦσαν μεταξὺ ἄλλων ὠφελειῶν τὴν διατήρησιν τῆς καλῆς ποιότητος τοῦ καπνοῦ καὶ τὴν ἄνευ βλάβης καὶ ζημίας μεταφοράν του εἰς τὰς ἀποθήκας τοῦ ἐμπόρου. Ἡ ὑποχρέωσις ἄλλως τε αὕτη τῆς συσκευῆς, μολονότι μέλλουσα νὰ ἐκτελεσθῇ ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ ὑπ’ αὐτῶν τούτων τῶν παραγωγῶν, πάντως θὰ προσδώσῃ ἐν ὡρισμέναις στιγμαῖς καὶ ἐργασίαν εἰς πολλὰς ἄλλας ἐργατικὰς χεῖρας. Τὸ ἕτερον ζήτημα ἀφορᾷ τὴν σύγχρονον πρόνοιαν τοῦ Κράτους ὑπὲρ τῶν ἐργατῶν διὰ τὰς περιόδους τῆς ἀνεργίας, ὡς καὶ τὴν ὑποχρεωτικήν των ἀσφάλισιν κατὰ τοῦ γήρατος καὶ τῆς ἀνικανότητος πρὸς ἐργασίαν. Ἰδοὺ ἐν ὀλίγοις τὰ τρία σκέλη ἐφ’ ὧν ἑδράζεται τὸ νομοσχέδιον: 1ον) Ὑποχρεωτικὴ συσκευὴ καὶ δεματοποίησις τοῦ καπνοῦ παρὰ τῶν παραγωγῶν, εἰς τὰ λεγόμενα παστάλια, μποσμᾶ, μποσὶ–μπογλὶ ἢ κεφαλοδεμένα ἐντὸς ὡρισμένης χρονικῆς περιόδου (πρὸ τῆς ἐποχῆς τῆς ζυμώσεως τῶν καπνῶν). Πέρα τούτου ἀπόλυτος ἐλευθερία ἐμπορικῆς ἐξαγωγῆς. 2ον) Σύστασις Ταμείου ἀσφαλίσεως τῶν ἐργατῶν κατὰ τῆς ἀνεργίας ἑδρεύοντος ἐν Καβάλλᾳ, ἔχοντος δὲ ὡς κύριον πόρον ἓν τέλος 5 ἑκατοστῶν τῆς μεταλλικῆς δραχμῆς κατὰ κιλὸν διὰ τὰ καπνὰ Μακεδονίας καὶ Θράκης, 3 δὲ ἑκατοστῶν διὰ τὰ λοιπά. 3ον) Ἵδρυσις Ταμείου ἀσφαλίσεως καπνεργατῶν ἑδρεύοντος ἐν Θεσσαλονίκῃ, ἔχοντος δὲ ὡς πόρους ὑποχρεωτικὴν κράτησιν (3%–6%) ἐπὶ τοῦ ἡμερομισθίου ἀφ’ ἑνός, ἀνάλογον δὲ εἰσφορὰν ἐκ μέρους τῶν καπνεμπόρων ἀφ’ ἑτέρου. Διὰ τῶν ἄνω μέτρων ἐλπίζω, κύριοι, ὅτι εὕρομεν ἕνα ὑγιᾶ συνδυασμὸν μεταξὺ τῶν συμφερόντων τοῦ ἐμπορίου καὶ τῶν ἐργατικῶν ἀξιώσεων. Ὁ ἐμπορικὸς κόσμος ἐπὶ τῇ ἐλπίδι ν’ ἀνακτήσῃ τὴν ἐξαγωγικήν του ἐλευθερίαν ἤδη ἐξεδήλωσε τὴν ἀποδοχὴν τῶν προσθέτων βαρῶν, μεθ’ ὧν ἐπιφορτίζεται τὸ ἐμπόρευμα. Εἰς τὸν ἐργατικὸν κόσμον ὑπολείπεται νὰ ἐκδηλώσῃ καὶ αὐτὸς τὴν ἱκανοποίησίν του διὰ τὴν ἵδρυσιν τῶν δύο Ταμείων Προνοίας, ἂν διὰ τῆς ἐπιμονῆς του καὶ τῶν ταραχῶν δὲν θέλῃ νὰ φονεύσῃ ἀνεπιστρεπτὶ τὴν κότταν τοῦ μύθου, ἥτις κάθε πρωίαν ἔφερεν ἓν χρυσὸν αὐγὸ εἰς τὸν εὐτυχῆ ἀλλ’ ἀχόρταγόν της κτήτορα. Παρακαλῶ ἐν τέλει ὅπως τὸ νομοσχέδιον παραπεμφθῇ πρὸς ἐπεξεργασίαν εἰς τὴν ἐπὶ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας Ἐπιτροπήν, ἐνισχυομένην καὶ δι’ ἄλλων μελῶν τῆς Ἐπιτροπῆς.
§5ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Νὰ κηρυχθῇ κατεπεῖγον.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐφόσον ἀντελήφθην, ἡ γνώμη τῆς Συνελεύσεως εἶναι νὰ κηρυχθῇ κατεπεῖγον καὶ νὰ ψηφισθῇ κατ’ ἀρχήν.
§7ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα. (Κηρύσσεται κατεπεῖγον καὶ ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν).
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς Νομοθετικῆς Ἐργασίας. Ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ Συντάγματος, ὑποθέτω, θὰ ἀναβληθῇ.
§9Κ. ΡΕΝΤΗΣ. Κύριοι πληρεξούσιοι, πρὸ ἕξ καὶ πλέον μηνῶν, ὅταν ἀνεσχηματίσθη ἡ Κυβέρνησις ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Πατρῶν πολιτευτοῦ, εἶχον γίνει κυβερνητικαὶ δηλώσεις συγκεκριμέναι ὅτι ἡ νέα Κυβέρνησις κύριον σκοπὸν αὐτῆς εἶχε θέσει τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ Συντάγματος καὶ τοῦτο διὰ νὰ φθάσωμεν εἰς ἐκλογὰς χάριν τῆς πολιτικῆς ὁμαλότητος. Προεγράφη μάλιστα καὶ προθεσμία ἕξ ἑβδομάδων.
§10Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Οὐδέποτε προεγράφη τοιαύτη προθεσμία. Εἶπον καὶ ἐπαναλαμβάνω ὅτι, ἂν ὑπάρχῃ θέλησις, δύναται νὰ ψηφισθῇ τὸ Σύνταγμα καὶ ἐντὸς ἀκόμη τριῶν ἑβδομάδων, ἀρκεῖ νὰ μὴ ὑποβάλλωνται ἐνστάσεις ἀπαρτίας, κάτωθι τῶν ὁποίων ἀνεγράφη καὶ τὸ ὄνομά σας.
§11Κ. ΡΕΝΤΗΣ. Αἱ δηλώσεις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως εὑρίσκονται κατεχωρισμέναι εἰς τὰς ἐφημερίδας.
§12Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Εἰς τὰ πρακτικά.
§13Κ. ΡΕΝΤΗΣ. Πρὶν ἐμφανισθῇ ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως χάριν τοῦ Συντάγματος ἐζήτησε τροποποίησιν καθορισμοῦ τοῦ τρόπου τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Συνελεύσεως. Καθωρίσθη μεταξὺ ἄλλων ὅτι ἐπὶ ἑνὸς ἄρθρου τοῦ Συντάγματος αἱ συζητήσεις δὲν πρέπει νὰ ὑπερβοῦν τὸ δεκάωρον. Ἂν δὲ ὑπερβοῦν, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Συνελεύσεως κηρύσσει τὴν συζήτησιν περατωμένην. Ἐρωτῶ· εἰς ποῖον ἄρθρον τοῦ Συντάγματος ἐξηντλήθη ἡ δεκάωρος προθεσμία; Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως λέγει ὅτι ὑπεβλήθη ἔνστασις περὶ μὴ ἀπαρτίας. Οὐδέποτε ὑπεβλήθη τοιαύτη ἔνστασις προκειμένου περὶ συζητήσεων τοῦ Συντάγματος. Οὐδέποτε· οὔτε μίαν φοράν!
§14Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Μάλιστα.
§15Γ. ΚΙΑΓΙΑΣ. Ὑπεβλήθη τὰς πρωινὰς ὥρας καὶ ὅταν συνεζητοῦντο νομοσχέδια παρόντων 10 πληρεξουσίων.
§16Κ. ΡΕΝΤΗΣ. Ὑπεβλήθη ἔνστασις περὶ μὴ ἀπαρτίας ὅταν ἐπρόκειτο παρόντων εἴκοσι πληρεξουσίων νὰ ψηφισθῶσι νομοσχέδια καὶ ἠθελήσαμεν νὰ προστατεύσωμεν τοὺς ἀπουσιάζοντας κυρίους πληρεξουσίους. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ὑποτίθεται ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις δὲν ἔχει τὴν ἀριθμητικὴν δύναμιν ἐντὸς τῆς Συνελεύσεως ὥστε νὰ ρυθμίζῃ αὐτὴ τὰς ἐργασίας. Ἡ Κυβέρνησις ἠδύνατο νὰ ἐπιδιώξῃ νὰ στηριχθῇ εἰς τὴν πλειονοψηφίαν ἵνα τερματίσῃ τὸ συντακτικὸν ἔργον. Εἶχε δὲ τὴν δύναμιν, διότι εἶχε μεγάλην διαφορὰν ψήφων. Οὐδέποτε ὅμως τὸ ἔπραξε. Προκειμένου δὲ περὶ ἑνὸς προγράμματος τόσον σοβαροῦ ὅσον τὸ ἀφορῶν τὸ συντακτικὸν ἔργον νομίζω ὅτι ὤφειλε νὰ ἐπιδιώξῃ τὴν ἐφαρμογὴν τῶν προγραμματικῶν της δηλώσεων. Ἀλλὰ τελευταίως βλέπομεν ὅτι ἀναβάλλονται αἱ ἐργασίαι τῆς Συνελεύσεως ἐπὶ ἕνα μῆνα καὶ σήμερον ἔτι ἀναβάλλονται διαρκῶς αἱ νομοθετικαὶ ἐργασίαι καὶ μόνον διὰ τὸ κύριον ἔργον αὐτῆς, τὸ συντακτικόν, δὲν ἀσχολεῖται ἡ Συνέλευσις. Εὑρισκόμεθα ἐκτεθειμένοι ἐνώπιον τῶν ἐκλογέων μας καὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὁ ὁποῖος δυσφορεῖ διὰ τὴν ἐπιβράδυνσιν τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ συντακτικοῦ ἔργου, διότι διαβλέπει ὅτι σκοπός μας εἶναι νὰ παρατείνωμεν ἐπὶ μακρότερον χρόνον τοῦ δέοντος τὰς ἐργασίας μας, ὀχυρούμενοι ὄπισθεν τοῦ διισχυρισμοῦ ὅτι δὲν ἐψηφίσθη τὸ Σύνταγμα, ἐνῷ διὰ τῶν πράξεών μας ἐνεργοῦμεν ὥστε νὰ μὴ ψηφισθῇ τὸ Σύνταγμα. Τὴν διαμαρτυρίαν αὐτὴν ἐπιθυμῶ νὰ ἀπευθύνω εἰς τὴν Συνέλευσιν, διότι πολλοὶ τῶν συναδέλφων δυσφοροῦν διὰ τὴν κατάστασιν αὐτήν.
§17Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν δυνάμεθα νὰ ἀφήσωμεν ἄνευ ἀπαντήσεως τὰς παρατηρήσεις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ὅτι, ἂν δὲν ἐψηφίσθη τὸ Σύνταγμα, δὲν ἐψηφίσθη ἐξ ὑπαιτιότητος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Βεβαίως ὑπεβλήθησαν ἐπανειλημμέναι ἐνστάσεις περὶ μὴ ἀπαρτίας, ἀλλ’ ὅμως κατὰ τὰς πρωινὰς ὥρας, διότι ἡ αἴθουσα ἦτο κενὴ πληρεξουσίων. Πολλάκις εἴπομεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν· ὅταν θέλῃ νὰ ψηφισθοῦν νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα δὲν ἐπιδέχονται συζήτησιν, νὰ τὰ προτάσσῃ καθ’ ἑκάστην ἑσπέραν, ὁπότε εἶναι δυνατὸν νὰ ψηφίζωνται πολλὰ νομοσχέδια ἄνευ θορύβου καὶ ἄνευ ἀταξίας, ὅπως γίνεται συνήθως εἰς τὴν αἴθουσαν. Προκειμένου περὶ τοῦ συντακτικοῦ ἔργου θὰ ἦτο καλὸν νὰ κάμωμεν μίαν διαρρύθμισιν· ἀντὶ νὰ ἀρχίζωμεν εἰς τὰς 5½ μ. μ., νὰ ἀρχίζωμεν εἰς τὰς 4½ μ. μ., εἰς τρόπον ὥστε νὰ ἀρχίζωμεν κάπως ἐνωρίτερον. Θὰ παρεκάλουν δὲ τὴν Κυβέρνησιν ἀκόμη, διότι ἀντιλαμβάνομαι πάσην μεγάλην σημασίαν ἔχει καὶ τὸ νομοθετικὸν ἔργον, νὰ ὁρισθοῦν δύο ἡμέραι ἑβδομάδος κατὰ τὰς ὁποίας θὰ κάμωμεν συντακτικὴν ἐργασίαν καὶ δύο ἄλλαι ἡμέραι κατὰ τὰς ὁποίας θὰ κάμωμεν νομοθετικήν. Ἂν οὕτω διαρρυθμίσωμεν τὰ πράγματα, νομίζομεν ὅτι πολὺ ταχέως θὰ προχωρήσωμεν εἰς τὴν ἀποπεράτωσιν τοῦ συντακτικοῦ ἔργου, εἰς τρόπον ὥστε νὰ βαδίσωμεν εἰς ἐξομάλυνσιν τῆς καταστάσεως. Ἂν ἡ Κυβέρνησις συμφωνῇ, θὰ εἴμεθα πρόθυμοι νὰ τὴν βοηθήσωμεν νὰ συνεδριάζωμεν ἐνωρίτερον, νὰ ψηφίζωνται τὰ νομοσχέδια εἰς τὴν ἀρχήν, ἀφοῦ ὁρισθοῦν βεβαίως αἱ ἡμέραι.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη ἀπόφασις εἶναι ὅτι θὰ συνεδριάζωμεν εἰς τὰς 4½ μ. μ. ἀπὸ αὔριον.
§19Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπειδὴ εἴθισται εἰς ἡμᾶς τὸ ἀκαδημαϊκὸν τέταρτον νὰ γίνεται ἀκαδημαϊκὸν ἡμίωρον, ἤθελον νὰ προσδιορίσωμεν τὴν 4ην ὥραν, ὑπὸ τὸν ὅρον ὅτι τὸ πολὺ τὴν 4ην καὶ ἡμίσειαν θὰ ἀρχίζωμεν καὶ ἂν εἶναι μόνον δύο πληρεξούσιοι παρόντες. Δὲν θὰ ὑποβληθῇ κανὲν παράπονον, ὅτι τὴν 4ην καὶ ἡμίσειαν ὥραν, παρόντων ὀλίγων πληρεξουσίων, ἐψηφίσθησαν νομοσχέδια. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ Σύνταγμα εἶμαι εὐγνώμων εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν ὅτι δεικνύει τόσην προθυμίαν διὰ τὴν ἐπιτάχυνσιν τοῦ συντακτικοῦ ἔργου καὶ κρατῶ ὑπὸ σημείωσιν τὴν σημερινὴν ἐπιθυμίαν αὐτῆς, ἐλπίζων καὶ εὐχόμενος ὅτι θὰ ἀποβῇ καὶ πρᾶγμα. Ἐπεθύμουν ὅμως νὰ εἴπω δύο ἀκόμη λέξεις. Ἂν προετάξαμεν τὸ νομοσχέδιον περὶ ὑδρεύσεως, τοῦτο ἐπράξαμεν διότι ἔχομεν τὴν ἀντίληψιν ὅτι εἶναι περισσότερον ἐπεῖγον ἀπὸ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ Συντάγματος. Δυνάμεθα ἴσως νὰ ζήσωμεν καὶ 10 ἡμέρας ἄνευ Συντάγματος, ἀλλὰ 10 ἡμέρας ἄνευ ὕδατος δὲν δυνάμεθα.
§20Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν ἔχομεν ἀντίρρησιν.
§21Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἀντίρρησις ἐπ’ αὐτοῦ δὲν ὑπῆρξεν ἐκ μέρους σας, ἀλλ’ ἔκ τινος μέλους τῆς πτέρυγος ἐκείνης.
§22Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Οὔτε ὁ κ. Ρέντης εἶπέ τι διὰ τὸ νομοσχέδιον τῆς ὑδρεύσεως, ἀλλ’ ὅτι τελευταίως παρατηρεῖται μία ἐπιβράδυνσις τοῦ συντακτικοῦ ἔργου τῆς Συνελεύσεως.
§23Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ὁ κ. Λουπινᾶς εἶπεν ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ συζητηθῇ τὴν ὀγδόην ὥραν τὸ σταφιδικὸν νομοσχέδιον καὶ ὅτι εἶναι πρόθυμος νὰ ἐκφέρῃ τὰς γνώμας του, ἂν προταχθῇ εἰς τὴν αʹ συζήτησιν καὶ ἐθεώρησα ὅτι ἦτο ἐπιβεβλημένον εἰς ἐμὲ νὰ μὴ ἀρνηθῶ τοῦτο εἰς μέλος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Θὰ σᾶς παρακαλέσω λοιπὸν νὰ συζητηθῇ τὸ σταφιδικὸν νομοσχέδιον, ἀλλ’ ἐπὶ μίαν ὥραν, καὶ νὰ προβῶμεν κατόπιν εἰς τὸ τῆς ὑδρεύσεως.
§24Κ. ΡΕΝΤΗΣ. Διὰ νὰ μὴ ὑπάρξῃ καμμία παρανόησις εἰς τοὺς λόγους μου ὀφείλω νὰ εἴπω ὅτι ἐγὼ δὲν ἐπιθυμῶ νὰ φέρω προσκόμματα εἰς τὴν ψήφισιν τῶν νομοσχεδίων τῆς ὑδρεύσεως καὶ τοῦ σταφιδικοῦ, ἀλλ’ ἐγὼ εἶπον ὅτι κατηναλώθησαν ἐπὶ ματαίῳ ἓξ μῆνες ἐργασίας χωρὶς νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὸ συντακτικὸν ἔργον. Δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ νομοσχέδιον τῆς ὑδρεύσεως διὰ νὰ προσκόψῃ τὸ ἔργον τῆς Συνελεύσεως, διότι ἐπὶ τόσους μῆνας οὐδὲ κατ’ ἐλάχιστον εἰργάσθημεν ὅσον ἀφορᾷ τὸ Σύνταγμα.
§25Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Εἰς τὸ βῆμα μὲ φέρει ἡ δήλωσις τοῦ κ. Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ὅτι παρεμβάλλονται προσκόμματα διὰ τῆς ὑποβολῆς ἐνστάσεων περὶ μὴ ἀπαρτίας.
§26Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Σεῖς δὲν ὑποβάλλετε ἐνστάσεις.
§27Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἐγὼ δὲν ὑπέβαλον ποτὲ εἰς τὴν ζωὴν μου ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας, ἀλλὰ θὰ ἤθελον νὰ μάθω ἀπὸ τὸν κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἂν τὸ δικαίωμα τοῦ ὑποβάλλειν ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας ἀποτελεῖ παράβασιν καθήκοντος ἢ ἀθέτησιν τοῦ Κανονισμοῦ. Ἂν γίνεται κατάχρησις, θὰ ἠδύνατο νὰ ἐφαρμοσθῇ ὅ,τι ἐφαρμόζεται ἀλλοῦ. Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου μᾶς ὁμιλεῖ συχνὰ περὶ τῶν συμβαινόντων ἀλλαχοῦ καὶ μνημονεύει συχνὰ τὴν Ἀγγλίαν. Ἐκεῖ ἡ ἀπαρτία ὑπάρχει μὲ 40 βουλευτάς. Θὰ ἠδύνατο νὰ γίνῃ καὶ ἐδῶ, ἀλλ’ ἐφόσον τοιαύτη διάταξις δὲν ὑπάρχει καὶ ἀπαιτεῖται κατὰ τὸν Κανονισμὸν ἄλλοτε τὸ ἥμισυ, ἀπὸ τοῦ 1911 καὶ ἐφεξῆς μόνον τὸ ⅓ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν βουλευτῶν, δὲν βλέπω τὸν λόγον διατί ἓν δικαίωμα τὸ ὁποῖον ὁρίζει τὸ Σύνταγμα καὶ ὁ Κανονισμὸς νὰ θεωρῆται ὅτι ἀποτελεῖ παράβασιν. Ὁ τρόπος καθ’ ὃν ἐργάζεται ἡ Συνέλευσις εἶναι ἀτοπώτατος. Ἔλαβον ἀφορμὴν προχθὲς νὰ κάμω παρατηρήσεις τινὰς εἰς τὸ Προεδρεῖον ὅτι, ἐνῷ ἐδηλώθη ὅτι ἡ συνεδρίασις θὰ ἤρχιζεν εἰς τὰς 10¼, ἤρχισεν εἰς τὰς 11 καὶ 20′. Ἐκεῖνοι ἐκ τῶν κ. κ. πληρεξουσίων οἱ ὁποῖοι ἦσαν ἀρκετὰ ἀφελεῖς νὰ πιστεύσουν εἰς τὴν δήλωσιν τοῦ κ. Προέδρου, ἐκάθισαν ἐδῶ ἀναμένοντες ἐπὶ μίαν ὥραν. Ἀλλὰ καὶ ὅταν ἤρχισεν ἡ συνεδρίασις δὲν ὑπῆρχον παρὰ μόνον 30 πληρεξούσιοι. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τὸ ἀντελήφθη. Ἐγὼ δὲν ὑπέβαλον ἔνστασιν ἀπαρτίας, καίτοι τινὲς τῶν κ. κ. συναδέλφων ἦσαν πρόθυμοι πρὸς τοῦτο. Παρετήρησα μόνον ὅτι Συνέλευσις δὲν ὑπῆρχε, δὲν ὑπῆρχε οὔτε κἂν ὁ ἀριθμὸς ὁ ὁποῖος ἀπαιτεῖται διὰ τὸ Ἀγγλικὸν Κοινοβούλιον, διὰ τὴν Βουλὴν τῶν Κοινοτήτων, ὅπως ὑπάρχῃ ἀπαρτία. Εἰς τὰ πρακτικὰ εἶδον μετὰ δυσαρεσκείας πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δὲν ἤκουσα εἰς τὰς δηλώσεις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Συνελεύσεως, ὅτι ἡ ἀντίληψις τοῦ Προεδρείου ἦτο ὅτι ὑπῆρχεν ἀπαρτία. Ὅταν, κύριοι, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Συνελεύσεως....
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ σᾶς διακόψω διὰ νὰ σᾶς εἴπω ὅτι ἐγὼ εἶπον ὅτι ἡ συνεδρίασις ἤρχισεν εἰς τὰς 6 τὸ ἀπόγευμα μὲ πλήρη ἀπαρτίαν, κατόπιν δὲ ἐπρόκειτο περὶ ἁπλῆς συνεχίσεως τῆς συνεδριάσεως, ἡ ὁποία κατὰ τὸν Κανονισμὸν διακόπτεται δι’ ἐνστάσεως ἀπαρτίας κανονικῆς καὶ ἐφόσον δὲν ἠσκήσατε τὸ δικαίωμα τοῦτο δὲν δικαιοῦσθε νὰ μεμφθῆτε τὸν Πρόεδρον.
§29Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἀλλ’ ἀφοῦ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Συνελεύσεως δηλώνει ὅτι θὰ ἠδυνάμην νὰ ὑποβάλω ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας, διότι ἡ ἀντίληψις τοῦ Προεδρείου εἶναι ὅτι ἡ Συνέλευσις συνεδρίαζεν ἐν ἀπαρτίᾳ, μὴ περιμένωμεν καμμίαν τάξιν. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Συνελεύσεως ἀντελήφθη, καὶ ἂν δὲν ἀντελήφθη τῷ ἔδωκα ἀφορμὴν νὰ ἀντιληφθῇ, ὅτι δὲν ὑπῆρχον περισσότεροι τῶν τριάκοντα πληρεξουσίων. Ἐπρόκειτο δὲ νὰ συζητηθῇ ἓν νομοσχέδιον μεγίστης σπουδαιότητος, τὸ ὁποῖον ἠξεύρει καθεὶς ὅτι θὰ ψηφισθῇ, μὲ τὸ ὁποῖον δὲν θὰ ρεύσῃ τὸ ὕδωρ ἀμέσως καὶ δὲν θὰ δοθῇ ἡ δύναμις εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ κτυπήσῃ ὡς ἄλλος Μωϋσῆς διὰ τῆς ῥάβδου ἵνα ὑδρευθῶσιν αἱ Ἀθῆναι καὶ τὰ περίχωρα. Λοιπὸν δὲν ἐπρόκειτο περὶ τοιαύτης ἐπειγούσης ἀνάγκης, ὥστε ἀπαραιτήτως τὸ νομοσχέδιον νὰ ψηφισθῇ. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἐτέθη τὸ ζήτημα περὶ τῆς συζητήσεως τοῦ Συντάγματος ἡ ρυθμίζουσα τὰς ἐργασίας τῆς Συνελεύσεως Κυβέρνησις δὲν νομίζει ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ μία σπουδὴ ὅπως, ἂν δὲν ψηφισθῇ ταχέως τὸ Σύνταγμα, τοὐλάχιστον συζητηθῇ; Γνωρίζετε ὅτι ἡ κατηγορία ἡ ὁποία γίνεται ἐναντίον ὅλων ἡμῶν ἀπὸ ἕνα ἀντίθετον πολιτικὸν κόσμον, ὅτι ἡ ἰσχυροτέρα κατηγορία ἡ ὁποία εὑρίσκει ἀντίθεσιν παρὰ τῷ λαῷ, εἶναι ὅτι παρελκύομεν τὰς συζητήσεις τοῦ Συντάγματος, ὅπως παρατείνωμεν τὸν βίον τῆς Συνελεύσεως. Ἐγώ, κ. κ. συνάδελφοι, δὲν σπεύδω νὰ ἴδω διαλυομένην τὴν Συνέλευσιν, ὅπως πολὺ εὐχαρίστως θὰ ἔβλεπον περατούμενον τὸ ἔργον της καὶ εἰς τὸ Κοινοβούλιον τὸν ἀντίθετον πολιτικὸν κόσμον. Ἀλλὰ τὸ νὰ ἔχουν παρέλθει 15 μῆνες καὶ μόλις νὰ ἔχωμεν εἰσέλθει εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ Συντάγματος αὐτὸ εἶναι ἀδικαιολόγητον. Εἴχομεν πρὸ 14 ἐτῶν ἀναθεώρησιν τοῦ Συντάγματος καὶ ἀνεθεωρήθη ὁλόκληρον τὸ Σύνταγμα κατόπιν μιᾶς μακρᾶς ἐφαρμογῆς ἑνὸς κακῶς ἰσχύοντος Συντάγματος, ἑνὸς Συντάγματος τὸ ὁποῖον παρουσίαζε πολλὰ τὰ παράτυπα· καὶ ὅμως ὄχι μόνον ἐντὸς ἑνὸς ἔτους ἀνεθεωρήθησαν ὅλαι αἱ διατάξεις τοῦ Συντάγματος, ἀλλ’ ἀκόμη κατωρθώθη νὰ ψηφισθῇ καὶ μία νομοθεσία τόσον μακρά, ὥστε νὰ εἴμεθα ἀξιοκατάκριτοι ἡμεῖς ὅλοι διότι τόσον ἄφθονον νομοθεσίαν παρηγάγομεν εἰς τόσον ὀλίγον χρονικὸν διάστημα. Σχετικῶς μὲ τὰς ἐργασίας ἐπρότεινεν ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργ. Συμβουλίου ὅπως ἀρχίζουν εἰς τὰς 4 μ. μ. Χειρότερον σύστημα ἀπὸ τὴν διακοπὴν καὶ τὴν ἐπανάληψιν δὲν ὑπάρχει. Εἶναι γνωστὸν ὅτι διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ἐπὶ μίαν ὥραν ἡ ὁποία ἀρκεῖ διὰ τὸ δεῖπνον τῶν κ. κ. πληρεξουσίων καὶ ὅμως οὐδέποτε ἀρχίζομεν μετὰ δύο ὥρας, καμμίαν φορὰν δὲ συμβαίνει καὶ ἀκόμη περισσότερον. Ὅλαι δὲ αἱ συζητήσεις αἱ ὁποῖαι γίνονται μετὰ τὴν διακοπὴν εἶναι ἀπολύτως τυπικαί. Δὲν βλέπω τὸν λόγον διατί νὰ μὴ ἀρχίζουν αἱ συζητήσεις καὶ πολὺ ἐνωρίτερον ἀπὸ τῆς 4ης καὶ ἄνευ οὐδεμιᾶς διακοπῆς νὰ παρατείνωνται μέχρι τοῦ μεσονυκτίου. Δὲν βλέπω, κ. συνάδελφοι, διὰ τίνα λόγον πρέπει νὰ ὑπάρχῃ τόσον πολλὴ καταπόνησις τινῶν καὶ μάλιστα ἐκείνων οἱ ὁποῖοι διὰ λόγους ὑγείας δὲν ἠμποροῦν νὰ μείνουν. Διατί νὰ γίνωνται συζητήσεις τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ περισσότεροι, ἂν δὲν κοιμῶνται πράγματι, κάθε ἄλλο ὅμως παρὰ ὄρεξιν ἔχουν νὰ προσέξουν εἰς τὴν συζήτησιν; Καὶ διὰ νὰ εἴπω πάλιν ὅ,τι γίνεται ἀλλοῦ, μιμούμενος τὸν κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἠξεύρετε τί γίνεται εἰς τὸ Ἀγγλικὸν Κοινοβούλιον;
§30Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἄλλος ἠμπορεῖ νὰ μοὶ τὸ εἴπῃ. Σεῖς ἀφ’ ἧς εἰσήλθετε εἰς τὴν αἴθουσαν, πλειστάκις μᾶς εἴπετε τί γίνεται ἔξω.
§31Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Δὲν λέγω ὅτι εἶναι ἄτοπον τὸ νὰ ἀναφέρῃ τις τί γίνεται ἔξω. Εἰς ἓν Κοινοβούλιον, τὸ ὁποῖον ἐκπροσωπεῖ 400 ἑκατομμύρια κατοίκων καὶ τόσα ἔχει συμφέροντα, κατορθώνεται νὰ μὴ παρατείνωνται αἱ ἐργασίαι πέρα τοῦ μεσονυκτίου, διότι εἶναι καταπόνησις νὰ γίνεται συζήτησις μετὰ τὸ μεσονύκτιον. Δὲν εἶναι δὲ ἄγνωστον εἰς ὅλους μας ὅτι πολλαὶ Κυβερνήσεις, πολλοὶ Ὑπουργοὶ καὶ πολλοὶ ἐνδιαφερόμενοι κατώρθωσαν νὰ ρυθμίζηται ἡ Ἡμερησία Διάταξις κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νομοσχεδίων τινῶν ἡ συζήτησις νὰ γίνηται εἰς πολὺ προκεχωρημένας ὥρας ἢ ἀκόμη εἰς τὰς προκεχωρημένας αὐτὰς ὥρας νὰ γίνηται τροποποίησις τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως, ὥστε νομοσχέδιά τινα τὰ ὁποῖα εὑρίσκονται κάτω γεγραμμένα νὰ ἔρχωνται νὰ συζητῶνται καὶ γίνωνται νόμοι. Δὲν εἶναι δὲ ἄγνωστον οὔτε δύναται κανεὶς νὰ ἀρνηθῇ ὅτι ἐπὶ πλείστων νόμων ἡ γνώμη τῆς Βουλῆς ὑφαρπάζεται. Ἂν θέλωμεν νὰ εἰσαγάγωμεν νέα κοινοβουλευτικὰ ἔθιμα, νὰ ἀποδείξωμεν ὅτι πράγματι δὲν ἀγνοοῦμεν τὴν πρόοδον καὶ ὅτι πρέπει ὅλα αὐτὰ τὰ μέσα νὰ τὰ καταναλώσωμεν, πρέπει οἱ νόμοι νὰ ψηφίζωνται εἰς ὥρας κατὰ τὰς ὁποίας, ἐκεῖνος τοὐλάχιστον ὁ ὁποῖος θέλει, νὰ δύναται νὰ εἶναι παρών. Τὴν ψήφισιν τοῦ Συντάγματος ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἐπηγγέλθη πρὸ τῶν Χριστουγέννων, τοὐλάχιστον ἐξεδήλωσε τὴν γνώμην ὅτι ἡ ψήφισις θὰ ἔχῃ συντελεσθῆ μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. Μέχρι τοῦ Πάσχα δὲν θὰ ἔχῃ ψηφισθῆ παρὰ ἐλάχιστον μέρος καὶ ἡ ἀπόστασις ἡ χρονικὴ εἶναι τετράμηνος καὶ πλέον. Δὲν βλέπω ποία σπουδὴ ὑπάρχει δι’ οἱονδήποτε νομοσχέδιον τοῦ ὁποίου ἡ ψήφισις δύναται νὰ γίνῃ ἑβδομάδας τινὰς βραδύτερον, οὔτε πιστεύω ἐξ ἄλλου ὅτι ἡ ψήφισις τοῦ Συντάγματος ἐπείγει διὰ νὰ ἀποκτήσῃ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς τὸ νέον Σύνταγμα ἑβδομάδας τινὰς ἢ καὶ μῆνας ἐνωρίτερον ἀφ’ ὅ,τι ἴσως θέλει τὸ ἀπαιτήσει· ἀλλ’ ἐφόσον ὑπάρχει ἐναντίον ἡμῶν μία κατακραυγὴ ἀπὸ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἐξακολουθοῦν νὰ δικαιολογοῦν τὴν ἀποχήν των, ἀποχὴν ἡ ὁποία δὲν εἶχε σκοπὸν τοὺς λόγους τοὺς ὁποίους προτάσσουν, ἀλλὰ τὴν βεβαιότητα ὅτι θὰ ἡττῶντο εἰς τὰς ἐκλογάς, νομίζω ὅτι ἔχει καθῆκον ἡ Συνέλευσις νὰ περατώσῃ ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον τὴν ψήφισιν τοῦ Συντάγματος καὶ δύνανται νὰ ψηφισθοῦν τότε ὁσοιδήποτε νόμοι. Ἂν αἱ ἐργασίαι ἄρχωνται ἀπὸ τῆς 3ης καὶ ἀπὸ τῆς 4ης ὥρας μ. μ. καὶ περατῶνται μετὰ 8 ἢ 9 ὡρῶν ἐργασίαν, νομίζω ὅτι καὶ τὸ Σύνταγμα θὰ ψηφισθῇ, ἂν ὄχι μέχρι τοῦ Πάσχα, πάντως πρὸ τῶν διακοπῶν ἕνεκα τοῦ θέρους, καὶ ὁλόκληρος νομοθεσία, ἡ ὁποία ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ψηφίζεται εἰς 2–3 νύκτας.
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Παπανδρέου ἔχει τὸν λόγον.
§33Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἐγὼ μόνον δύο λέξεις ἔχω νὰ προσθέσω εἰς ὅσα ἐλέχθησαν. Κατὰ τὴν γνώμην μου, ἡ βραδύτης τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ Συντάγματος μέχρι τοῦδε ὀφείλεται εἰς τὸ γεγονὸς ὅτι αἱ ἡμέραι αἱ ὁποῖαι ὡρίσθησαν διὰ τὴν ἐπιψήφισιν αὐτοῦ εἶναι συγκεχυμέναι, διότι ἀφιεροῦνται καὶ εἰς συνταγματικὴν καὶ εἰς νομοθετικὴν ἐργασίαν καὶ τοιουτοτρόπως παρέχεται ἡ ἐντύπωσις ὅτι ἡ συνταγματικὴ συζήτησις εἶναι πάρεργος καὶ τὴν ἐπισπεύδομεν διὰ νὰ ἔλθωμεν εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐργασίαν. Ἔχω τὴν γνώμην καὶ προτείνω, ὅπως διὰ τὰς ἄλλας ἐργασίας ἔχουν ὁρισθῆ δύο ἡμέραι καθ’ ἑβδομάδα καὶ εἶναι ἀποκλειστικῶς προωρισμέναι διὰ τὴν ἄσκησιν τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ Ἐλέγχου, καθ’ ὅμοιον τρόπον νὰ ὁρισθῶσι δύο ἡμέραι διὰ τὴν νομοθετικὴν ἐργασίαν ἀποκλειστικῶς καὶ δύο ἡμέραι διὰ τὴν συνταγματικήν.
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ ἔγινε δεκτόν.
§35Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Νὰ ὁρισθῇ δὲ κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς συντακτικῆς ἐργασίας οὔτε κατ’ ἀρχὴν οὔτε σύνολον νομοσχεδίων νὰ ψηφίζωνται.
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἂν ὑποθέσωμεν ὅτι ἐξηντλήθη ἡ ἐργασία τῆς ἡμέρας; Ἐγὼ λέγω νὰ ἀρχίσωμεν δύο φορὰς ἀπὸ τὴν συντακτικὴν καὶ δύο φορὰς ἀπὸ τὴν νομοθετικὴν ἐργασίαν.
§37Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Δὲν γνωρίζω ποίαν γνώμην ἔχει ἡ Κυβέρνησις, νομίζω ὅμως ὅτι, ἂν τοιαύτη πρότασις γίνῃ δεκτή, ἀσφαλῶς θὰ χωρήσωμεν ταχέως πρὸς τὸ συντακτικὸν ἔργον, ὄχι βεβαίως μετὰ τῆς σπουδῆς τὴν ὁποίαν συνιστῶσιν οἱ κ. κ. συνάδελφοι καὶ ἡ ὁποία παρέχει τὴν ἐντύπωσιν ἀσυμβιβάστου πρὸς τὴν σοβαρότητα τοῦ ἔργου, ὄχι διὰ τὴν ἀνάγκην τῆς ἀμέσου διαλύσεως, ἡ ὁποία ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἐνέχει τὴν ἐντύπωσιν μομφῆς ἀδίκου διὰ τὴν Συνέλευσιν, ἀλλὰ διὰ τὸ ἔργον διὰ τὸ ὁποῖον ἐκλήθημεν, ταχέως μὲν ἀλλὰ μετὰ τῆς πρεπούσης σοβαρότητος.
§38Α. ΜΥΛΩΝΑΣ. Καὶ ἐγὼ ἤθελον παρακαλέσει ὅπως κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ Συντάγματος οὐδεμία ἄλλη νομοθετικὴ ἐργασία γίνηται, οὔτε νὰ διανέμηται νομοθετικὴ Ἡμερησία Διάταξις.
§39Δ. ΚΑΛΚΑΝΔΗΣ. Κύριοι, ὅλα τὰ βάρη τὰ οἰκογενειακὰ καὶ ἐπαγγελματικὰ τὰ γνωρίζω. Καὶ ὅμως ἐγὼ παρευρίσκομαι καὶ πρὸ τοῦ φαγητοῦ καὶ μετ’ αὐτό· οὐδέποτε ἀπουσίασα. Μετὰ μεγάλης μου ὅμως λύπης παρατηρῶ καὶ ἀκούω ἀνθρώπους οἱ ὁποῖοι οὔτε τὸν ἥμισυν χρόνον δὲν προσέρχονται εἰς τὰς συνεδριάσεις διὰ νὰ αἰτιῶνται τὴν Συνέλευσιν. Μᾶς αἰτιᾶται ἡ Ἀντιπολίτευσις ὅτι κωλυσιεργοῦμεν. Συνεπῶς ἂς προτείνῃ σχέδιον ἐπιψηφίσεως τοῦ Συντάγματος καὶ νὰ μὴ γράφῃ μόνον εἰς τὰς ἐφημερίδας εἰς βάρος τῆς Συνελεύσεως.
§40Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐλήφθη ἐπὶ τέλους ἀπόφασις ἐπὶ τῶν δύο ἡμερῶν τῆς συντακτικῆς ἐργασίας;
§41ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Νομίζω ὅτι εἶναι ὀρθὸν νὰ ὁρίζηται ἑκάστοτε ὅτι θὰ προηγῆται τὸ Σύνταγμα, καὶ οὐχὶ ἡ Συνέλευσις νὰ κανονίζῃ τὰς ἐργασίας της εἰς τὸ τέλος ἑκάστης συνεδριάσεως. Ἐν ἀνάγκῃ πρέπει νὰ γίνῃ καὶ τροποποίησις τοῦ Κανονισμοῦ.
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τί θέλετε Δευτέραν καὶ Πέμπτην νομοθετικὴν καὶ Τρίτην καὶ Παρασκευὴν συντακτικήν;
§43Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Αὐτὸ θὰ χρησιμεύσῃ ὡς γενικὴ ἀπόφασις τῆς Συνελεύσεως καὶ σᾶς ἐρωτῶ· ἡ ἰδία ἡ Συνέλευσις κρίνει αὐτὴ ὅτι, ἐπειδὴ εἶναι ἐπεῖγον νομοσχέδιόν τι, τάσσομεν τὴν δεῖνα ἡμέραν πρὸς συζήτησιν, τί θὰ γίνῃ; Ὥστε προτιμῶ: Κατ’ ἀρχὴν Τρίτην καὶ Πέμπτην διὰ νὰ μεσολαβήσῃ μία ἡμέρα νὰ ἔχωμεν νομοθετικὴν ἐργασίαν, Δευτέραν δὲ καὶ Παρασκευὴν κατ’ ἀρχὴν συντακτικήν.
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ὑπ’ ἀριθ. 1 τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως «περὶ ὑδραγωγείου Κερκύρας».
§45Α. ΔΕΝΔΡΙΝΟΣ. Νὰ ἀναβληθῇ.
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. Ψήφισις συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν ὑπ’ ἀριθ. 3101 ἐ. ἔ. ΓΥΚΖʹ ἔτους 1909 καὶ 467 τοῦ ἔτους 1914 διατάξεων τῶν νόμων περὶ ἐθνικῶν ὁδῶν καὶ κατασκευῆς ἐν γένει συγκοινωνιακῶν ἔργων». Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Γ. Ροδόπουλος.
§47Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου τὸ ὁποῖον πρόκειται σήμερον νὰ ψηφισθῇ δὲν ἀνταποκρίνεται πρὸς ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐψηφίσθη κατὰ τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν. Ὁ σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Συγκοινωνίας εἶναι νὰ διευκολύνῃ τὴν κατασκευὴν ἐθνικῶν ὁδῶν ἐν Μακεδονίᾳ ἢ μᾶλλον νὰ διορθώσῃ τὰς ὁδοὺς αἱ ὁποῖαι μένουν ἐκκρεμεῖς ἢ εἶναι ἐν κακῇ καταστάσει. Διὰ τὸν σκοπὸν αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου οὐδεμίαν ἔχομεν ἀντίρρησιν νὰ ἀντιτάξωμεν. Καὶ δι’ αὐτὸ ὅταν συνεζητεῖτο τὸ νομοσχέδιον δὲν ἐλάβομεν τὸν λόγον νὰ φέρωμεν καμμίαν ἀντίρρησιν. Ἀλλὰ παρενεβλήθη μία διάταξις εἴς τι ἄρθρον, ἡ ὁποία δὲν ἔχει κανένα λόγον. Ὑπάρχει ὁ νόμος ͵ΓΥΚΖʹ, ὁ ὁποῖος ὁρίζει ποῖαι εἶναι αἱ ἐθνικαὶ ὁδοί, ὑπάρχει ὁ νόμος 467, ὁ ὁποῖος συμπληρώνει τὸν νόμον ἐκεῖνον, ὑπάρχει ὁ νόμος 3101, διὰ τοῦ ὁποίου διηκολύνθησαν αἱ ὑπὸ κατασκευὴν ὁδοὶ δι’ ἐργολαβιῶν, διότι λόγῳ τῆς ἀσταθείας τῶν τιμῶν δὲν εὑρίσκοντο ἐργολάβοι καὶ ἡμεῖς ἐψηφίσαμεν τὸν νόμον 3101 διὰ τοῦ ὁποίου ἐδώσαμεν τὸ δικαίωμα εἰς τὸν Ὑπουργὸν νὰ κάμνῃ ὁδοὺς δι’ ἐργολαβίας καὶ ἰδιαιτέρας συμβάσεως. Ἕως ἐδῶ ἔχει καλῶς. Ἤθελον ὅμως ἐρωτήσει· τίνα σκοπὸν εἶχε νὰ παρεμβληθῇ μία διάταξις ἡ ὁποία ὑπάρχει ἤδη εἰς τὸ νομοσχέδιον, ἡ ὁρίζουσα ποῖαι εἶναι αἱ ἐθνικαὶ ὁδοί; Αὐτὴν τὴν διάταξιν τὴν προσέθεσεν ὁ ἀρχηγὸς τῆς μείζονος Ἀντιπολιτεύσεως κ. Παπαναστασίου. Γενομένης τότε συζητήσεως μεταξὺ τοῦ κ. Παπαναστασίου καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐγένοντο διάφοροι τροποποιήσεις καὶ ἐγκατελείφθη ἡ διάταξις αὐτή. Καὶ πάλιν ἐπανελήφθη καὶ πάλιν ἐγκατελείφθη καὶ ὁ κ. Παπαναστασίου ἔκαμε τροποποιήσεις προφορικὰς καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐδέχετο τροποποιήσεις προφορικὰς χωρὶς οὐδαμοῦ νὰ ἀναγράφωνται. Ἐγὼ εἶδον ὅτι ἡ διάταξις αὐτὴ ἀνεγράφετο κατά τινα τροποποίησιν καὶ δὲν μοῦ διέφυγε φυσικὰ τὴν ἀντίληψιν ὅτι διὰ τῆς διατάξεως αὐτῆς κατεδικάζοντο αἱ ὁδοὶ τῶν παλαιῶν ἐπαρχιῶν, αἱ ὁποῖαι ἦσαν καὶ τὰ παλαιὰ σύνορα. Κύριοι, μὴ νομίζετε ὅτι πρόκειται περὶ παρωνυχίδος, διότι δὲν θὰ σᾶς ἀπησχόλουν τότε καὶ οὔτε σᾶς ἔχω ἀπασχολήσει ποτὲ μὲ τοιαῦτα πράγματα. Ὑπάρχουν, κύριοι, ὁδοὶ διὰ τὰς ὁποίας τὸ Κράτος ἐξώδευσε τόσα ἑκατομμύρια καὶ αἱ ὁποῖαι δὲν κατασκευάζονται μὲ εἰκοσάδα καὶ μὲ τριακοντάδα ἑκατομμυρίων, αἱ ὁποῖαι εἶναι χαρακτηρισμέναι ἐθνικαὶ ὁδοί, διότι ἔβαινον εἰς τὰ σύνορα. Παρακαλῶ λοιπὸν τοὺς ἐκ Μακεδονίας κ. κ. συναδέλφους νὰ μὴ νομίσουν ὅτι πρόκειται νὰ φέρω εἰς τὸ ἔργον τὸ ὁποῖον ἐνδιαφέρονται δυσχέρειαν—ἐνδιαφερόμεθα πάντες διὰ τὴν ὁδοποιίαν ὅλης τῆς Ἑλλάδος καὶ λυποῦμαι διότι αἱ Κυβερνήσεις δὲν ἠθέλησαν νὰ ἀγοράσουν τὰς γεφύρας, τὰς ὁποίας ἐπώλησαν οἱ Γάλλοι ἀντὶ πινακίου φακῆς. Τοιαύτην ἀστοργίαν ἐπέδειξαν αἱ Ἑλληνικαὶ Κυβερνήσεις διὰ τὴν συγκοινωνίαν καὶ τώρα ἐρχόμεθα ἐκ τῶν ὑστέρων νὰ κατασκευάσωμεν δρόμους. Πρέπει νὰ γνωρίζητε, κύριοι, ὅτι ὅλοι οἱ δρόμοι εἶναι τρομερὰ χαλασμένοι, ὅτι ὑπάρχουν δρόμοι ἀφεθέντες κατεστραμμένοι καὶ ἄνευ συντηρήσεως ἐπὶ δεκαπενταετίαν. Πρέπει δὲ νὰ ἠξεύρητε ὅτι, ἂν τοὺς δρόμους ἐπισκευάζωμεν ἐτησίως, θέλομεν—ἂς ὑποθέσωμεν— 10 δραχμὰς κατὰ μέτρον, ἂς ἐπισκευάσωμεν αὐτοὺς μετὰ τριετίαν, θέλομεν 50 δραχμάς, ἂν μετὰ πενταετίαν, θέλομεν 200 δραχμάς. Εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν διατίθενται πιστώσεις 35 ἑκατομμυρίων, ἀλλὰ τί εἶναι δυνατὸν καὶ τί θὰ γίνῃ μὲ τὰ 35 αὐτὰ ἑκατομμύρια; Ἡ ὁδὸς Λαρίσης–Τυρνάβου–Κοζάνης, μία ἀπὸ τὰς μεγαλυτέρας ὁδοὺς συγκοινωνίας, εἶναι κατεστραμμένη. Τὴν πίστωσιν τῶν 650 χιλιάδων δραχμῶν διὰ τὸν δρόμον τοῦτον ὁ κ. Ὑπουργὸς ἠλάττωσεν εἰς 250 χιλιάδας. Τὰ 40 χιλιάμετρα τῆς ὁδοῦ αὐτῆς εἶναι ἐντελῶς χαλασμένα καὶ σταματῶσι τὰ αὐτοκίνητα. Ἐπανέρχομαι λοιπὸν εἰς τὸ νομοσχέδιον. Ἂν ἐψηφίσαμεν τὸ νομοσχέδιον ὅπως διατυπώνεται, κακῶς διετυπώθη. Διότι τοιουτοτρόπως αἱ ὁδοὶ αἱ ὁποῖαι ὑπάρχουν εἰς τὰς πρώην παραμεθορίους ἐπαρχίας, καταδικάζονται νὰ ἐγκαταλειφθῶσιν ἄνευ συντηρήσεως καὶ νὰ χαθῇ πλοῦτος καὶ νὰ χαθοῦν ἔργα τὰ ὁποῖα ἐστοίχισαν εἰς τὸ Κράτος ἑκατομμύρια. Αὐτὸ λέγεται οἰκονομία· νὰ ἀφήσωμεν νὰ χαθοῦν πολύτιμα ἔργα τὰ ὁποῖα ἐστοίχισαν ἑκατομμύρια; Διὰ ποῖον λόγον; Ἂς ἐξηγήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας διατί αὐτοὶ οἱ δρόμοι νὰ μένουν ἄνευ συντηρήσεως καὶ νὰ ἐξαρτῶνται μόνον ἀπὸ τὰς Κοινότητας. Εἶναι ὀρθὸν μία ἐθνικὴ ὁδός, ὡς εἶναι ἡ ἄγουσα εἰς τὸν Ὄλυμπον, ἥτις ἐξυπηρετεῖ καὶ τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν, νὰ μένῃ ἄνευ συντηρήσεως; Τὸν δρόμον αὐτόν, διὰ τοῦ ὁποίου συγκοινωνοῦν ὅλα τὰ μέρη τὰ ὁποῖα λυμαίνεται ἡ ληστεία, εἶναι δυνατὸν τὸν δρόμον αὐτὸν νὰ κατασκευάσωσιν αἱ Κοινότητες; Λέγω λοιπὸν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας, ὅτι κατὰ τὴν συζήτησιν δὲν ὑπῆρχε πρόθεσις αἱ ὑπάρχουσαι ἐθνικαὶ ὁδοὶ κατὰ τοὺς παλαιοὺς νόμους νὰ παύσουν θεωρούμεναι τοιαῦται. Ἐξ ὅλης τῆς συζητήσεως ἔμεινεν ἡ ἐντύπωσις ὅτι αἱ ὁδοὶ αἱ ἐν τῇ Παλαιᾷ Ἑλλάδι, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἤδη χαρακτηρισμέναι ὡς ἐθνικαί, θὰ μείνουν τοιαῦται. Αὐτὸ δὲν τὸ θέλει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας κατ’ οὐδένα τρόπον. Διατί, δὲν ἠμπορῶ νὰ τὸ ἐννοήσω. Μήπως ἂν αἱ χαρακτηρισμέναι ὁδοὶ ἐν τῇ Παλαιᾷ Ἑλλάδι ὡς ἐθνικαὶ μείνωσιν ὡς ἐθνικαί, βλάπτει τίποτε καὶ ἐμποδίζει τὴν ἐπέκτασιν τῆς συγκοινωνίας ἐν Μακεδονίᾳ; Πρέπει δηλαδὴ νὰ μείνῃ ἡ Παλαιὰ Ἑλλὰς ἐγκαταλελειμμένη ἄνευ συγκοινωνίας; Αὐτὸ δὲν ἠμπορῶ νὰ τὸ ἐννοήσω. Λοιπὸν τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου δὲν πιστεύω νὰ εἴπῃ κανεὶς ὅτι ἀντιπροσωπεύει ὅλα τὰ ψηφισθέντα. Ἂν λάβῃ κανεὶς τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικὰ καὶ ἴδῃ τὰ λεχθέντα καὶ τὰς διαφόρους τροπολογίας, θὰ πεισθῇ περὶ τούτου. Λέγω λοιπὸν νὰ προσθέσωμεν ὅτι αἱ ὑφιστάμεναι ἤδη ἐθνικαὶ ὁδοὶ θὰ μείνουν. Περὶ αὐτοῦ πρόκειται. Ἐγὼ γνωρίζω τὸν Κανονισμὸν καὶ ἂν προτείνω αὐτὴν τὴν τροποποίησιν, λέγω ὅτι τοῦτο προκύπτει ἐκ τῆς συζητήσεως ἡ ὁποία ἐγένετο. Δὲν πιστεύω νὰ ἔχῃ ἀντίρρησιν ἡ Κυβέρνησις νὰ διορθωθῇ τὸ νομοσχέδιον, ὅπως λέγω ὅτι αἱ ὑφιστάμεναι καὶ χαρακτηριζόμεναι ἤδη ὡς ἐθνικαὶ ὁδοὶ θὰ μείνουν τοιαῦται.
§48Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Πῶς ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ αὐτὸ εἰς τὸ σύνολον; Τὸ σύνολον ἢ θὰ ψηφισθῇ ἢ θὰ ἀπορριφθῇ ὡς σύνολον.
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μόνον μία δήλωσις ἑρμηνευτικὴ δύναται νὰ γίνῃ. Ἀπαγορεύεται πᾶσα τροποποίησις.
§50Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ προέκυψεν ἐκ τῆς συζητήσεως.
§51Ι. ΜΑΜΑΗΣ. Πῶς θὰ καταργήσωμεν ὑπαρχούσας ὁδούς; Καὶ ἂν θέλωμεν νὰ τὰς καταργήσωμεν, αὐταὶ θὰ μείνουν ἐθνικαί. Ἐθνικαὶ λέγονται ὅταν ἑνώνουν τὸν ἕνα νομὸν μὲ τὸν ἄλλον, δημοτικαὶ δὲ ὅταν ἑνώνουν τὸν ἕνα δῆμον μὲ τὸν ἄλλον.
§52Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂς γίνῃ μία δήλωσις.
§53Ι. ΒΑΛΑΛΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Πολὺ καλά. Πῶς τὴν θέλετε;
§54Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅτι αἱ ὑφιστάμεναι ἤδη ἐθνικαὶ ὁδοὶ μένουν.
§55Ι. ΒΑΛΑΛΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Δηλῶ ὅτι ἐν τῇ ἐννοίᾳ τοῦ νόμου εἶναι ὅτι αἱ ἐκ τῶν κειμένων νόμων ὑφιστάμεναι ἤδη ἐθνικαὶ ὁδοὶ ἐξακολουθοῦν ὑφιστάμεναι.
§56Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Πολὺ καλά.
§57Μ. ΤΣΑΡΛΑΜΠΑΣ. Πρόκειται περὶ μιᾶς ἑρμηνείας, κ. Ὑπουργὲ τῆς Συγκοινωνίας. Κατόπιν σχετικῆς τροπολογίας ἐδέχθητε ὅπως ληφθῇ μέτρον εἰς τὸ νομοσχέδιον καὶ διὰ τὴν περίπτωσιν νήσων ἐπαρχιῶν καὶ προσεθέσατε μίαν τελευταίαν παράγραφον διὰ τῆς ὁποίας λέγετε (ἀναγινώσκει): «εἰς τὰς νήσους.... κλπ.» Ἀλλ’ εἰς τὴν προηγουμένην παράγραφον καθορίζετε περιπτώσεις, καθ’ ἃς θεωροῦνται ἐθνικαὶ ὁδοί, συνεπῶς αἱ νῆσοι δὲν ἔχουν τὴν τιμὴν νὰ συμπεριληφθῶσιν εἰς τὰς περιπτώσεις αὐτάς.
§58Α. ΔΕΝΔΡΙΝΟΣ. Εἴπατε νὰ διαγραφῇ.
§59Μ. ΤΣΑΡΛΑΜΠΑΣ. Δὲν διεγράφη, διότι εἰς τὴν προηγουμένην παράγραφον λέγεται (ἀναγινώσκει): «Ἐθνικαὶ ὁδοί.... κλπ.» Αἱ νῆσοι δὲν συνδέονται πρὸς σιδηροδρομικοὺς σταθμούς, θὰ παρεκάλουν συνεπῶς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας νὰ δηλώσῃ ἂν ὑπάγονται καὶ αὐταὶ εἰς τὰς περιπτώσεις αὐτάς.
§60Ι. ΒΑΛΑΛΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Κάθε νῆσος ἡ ὁποία ἀποτελεῖ τὴν ἕδραν τῆς ἐπαρχίας δικαιοῦται νὰ ἔχῃ μίαν ὁδόν.
§61Μ. ΤΣΑΡΛΑΜΠΑΣ. Ἀσχέτως πρὸς τὰς περιπτώσεις ἐκείνας τὰς ὁποίας ἀναφέρετε.
§62Ι. ΒΑΛΑΛΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Μάλιστα· τὸ βέβαιον εἶναι ὅτι δὲν δύνανται νὰ γίνουν περισσότεραι τῆς μιᾶς.
§63Μ. ΤΣΑΡΛΑΜΠΑΣ. Ἀσχέτως λοιπὸν ἂν ὑπάγεται εἰς τὰς περιπτώσεις αὐτάς. Ἐν πάσῃ περιπτώσει δὲν δικαιοῦμαι νὰ ζητήσω τροπολογίαν, ἐν τούτοις ὅμως ἡ πρόνοια τὴν ὁποίαν λαμβάνετε διὰ τὰς νήσους εἶναι πολὺ περιωρισμένη, διότι διὰ τὰ ἄλλα μέρη εἶναι πολὺ ἐντεταμένη· αὐταὶ αἱ περιπτώσεις δὲν ὑπάρχουν διὰ τὰς νήσους, συνεπῶς εἶναι μία ἀδικία.
§64Ι. ΒΑΛΑΛΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Τὸ ἄρθρον τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ ψηφισθῇ καὶ εἰς τὸ σύνολον, λέγει ὅτι· ὅσαι νῆσοι ἔχουν τὴν πρωτεύουσαν τῆς ἐπαρχίας δικαιοῦνται νὰ ἔχουν μίαν ὁδόν.
§65Α. ΔΕΝΔΡΙΝΟΣ. Κύριε Ὑπουργὲ τῆς Συγκοινωνίας, νομίζω ὅτι ὄχι μόνον παρεδέχθητε, ἀλλ’ εἴπετε ὅτι εὑρίσκετε πολὺ ὀρθὴν τὴν παρατήρησιν ἡμῶν, ὅτι αὐτὴ ἡ παράγραφος πρέπει νὰ διαγραφῇ, διότι, ἀνεξαρτήτως τῶν ἄλλων νήσων, διὰ τὴν Κέρκυραν καὶ τὴν Λευκάδα εἶναι καταστρεπτική, ἂν ἐφαρμοσθῇ ἐκεῖ. Καὶ μάλιστα εἴχετε παραδεχθῆ, κ. Ὑπουργέ, ὅτι τὸ νομοσχέδιον θὰ τεθῇ εἰς ἐφαρμογήν, ὅταν θὰ ἐφαρμοσθῇ ἡ αὐτοδιοίκησις. Ἐπίσης εἰς τὸ πέμπτον ἄρθρον τὸ μέρος τὸ πρὸ τῶν φράσεων «αἱ συνδέουσαι πρωτευούσας νομῶν ἢ ἐπαρχιῶν πρὸς σιδηροδρομικοὺς σταθμοὺς ἢ καὶ πρὸς τὸ ἐπίνειον» οὔτε κἂν εὑρίσκεται τώρα εἰς τὸ σύνολον τὸ ὁποῖον μᾶς παρουσιάζεται, ἐνῷ ἐγένετο τόση συζήτησις σήμερον δι’ αὐτό. Ἄλλο συζητοῦμεν ἐδῶ καὶ ἄλλα εὑρίσκονται γραμμένα εἰς τὸ νομοσχέδιον. Πῶς ἔγινε τοῦτο; Δὲν παραδέχομαι βεβαίως τὴν κακὴν πίστιν· βεβαίως τὰ λάθη εἶναι ἀνθρώπινα καὶ δὲν ἠμποροῦμεν νὰ τὰ ἀποδώσωμεν εἰς κακὴν πίστιν, ἀλλὰ τοὐλάχιστον τώρα νὰ ἀναγνωρισθῇ πῶς εἶναι δυνατὸν ἀντιπρόσωποι νήσων νὰ καταδικάσουν τοὺς τόπους των εἰς τὴν καταστροφὴν τῶν ὑπαρχουσῶν ὁδῶν, διότι ἐφόσον δὲν χαρακτηρίζονται ὡς ἐθνικαὶ δὲν θὰ συντηρηθοῦν.
§66Ι. ΜΑΜΑΗΣ. Ὅταν εἶναι ἐθνικαὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ εἶναι ἐθνικαί, διότι ὁ νόμος αὐτὸς προβλέπει τὴν κατασκευὴν τῶν δρόμων πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῶν νομῶν μὲ τὰς ἐπαρχίας καὶ τῶν δήμων μὲ τὰς ἐπαρχίας. Ὑπάρχουσαι δὲ αἱ ὁδοὶ αὐταὶ δὲν δύνανται νὰ μεταβληθοῦν, ἀφοῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας ἐδήλωσεν ὅτι ἀποδέχεται νὰ μείνουν ὡς ἔχουν αἱ ὁδοί, αἱ δὲ χαρακτηρισμέναι ὡς ἐθνικαὶ ὁδοὶ δὲν μεταβάλλονται.
§67Ι. ΒΑΛΑΛΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Κύριε συνάδελφε, ὅπως παρουσιάζεται τὸ νομοσχέδιον ἐψηφίσθη ἀπὸ τὴν Συνέλευσιν· δικαιοῦται ὁ Ὑπουργὸς νὰ τὸ μεταβάλῃ;
§68Α. ΔΕΝΔΡΙΝΟΣ. Δὲν πρόκειται νὰ τὸ μεταβάλητε, δὲν σᾶς ἀμφισβητῶ τὴν καλὴν πίστιν, ἔγιναν τόσαι τροπολογίαι, ὥστε ἔγινε λάθος εἰς τὴν διατύπωσιν αὐτῶν.
§69Ι. ΜΑΜΑΗΣ. Νὰ μείνῃ μὲ τὴν δήλωσιν τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ κ. Ὑπουργός· ὅτι αἱ χαρακτηρισμέναι ὡς ἐθνικαὶ ὁδοὶ παραμένουν τοιαῦται.
§70Σ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ. Εἰς τὸ ἄρθρον 4 γίνεται εἰδικὴ μνεία ὅτι αἱ ὁδοὶ αἱ χαρακτηρισμέναι ὡς ἐθνικαὶ παραμένουν τοιαῦται, ὥστε ἀδίκως γίνεται συζήτησις.
§71Ι. ΒΑΛΑΛΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Ὅ,τι ἡ Συνέλευσις κατόπιν μακρᾶς συζητήσεως ἐδέχθη καὶ ἐψήφισεν εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον παρουσιάζεται ὡς σύνολον· ἂν νομίζετε ὅτι εἶναι δυνατὸν ὁ Ὑπουργὸς νὰ μεταβάλῃ τὸ ψηφισθὲν ὑπὸ τῆς Συνελεύσεως νομοσχέδιον, ἐγὼ θὰ ὑποχρεωθῶ νὰ μὴ συμφωνήσω μαζί σας.
§72Α. ΔΕΝΔΡΙΝΟΣ. Κύριε Ὑπουργέ, ἐδῶ βλέπετε ὅτι ὑπάρχουν δύο ἀντιλήψεις· ἡ μὲν μία τὸ ἐξηγεῖ κατὰ τὸν ἕνα τρόπον, ἡ δὲ ἄλλη ἄλλως· λοιπὸν μία δήλωσις ἰδική σας χρειάζεται.
§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Δενδρινέ, ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐδήλωσεν ὅτι αἱ χαρακτηρισθεῖσαι ὡς ἐθνικαὶ ὁδοὶ παραμένουν.
§74Γ. ΚΙΑΓΙΑΣ. Κύριοι πληρεξούσιοι, ὅτε συνεζητεῖτο τὸ νομοσχέδιον κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν ὑπεστηρίξαμεν καὶ ἐγένετο δεκτὸν ὅπως ἀπαλειφθῇ ὁλόκληρος ἡ παράγραφος ἡ λέγουσα· «αἱ κατὰ τὰ ἀνωτέρω ἐθνικαὶ ὁδοὶ αἱ κατασκευασμέναι ἢ πρὸς κατασκευὴν τοιαῦται, εἴτε προβλέπονται ὑπὸ ἰσχυόντων νόμων εἴτε μή, καθορίζονται διὰ Διατάγματος ἐκδιδομένου τῇ προτάσει τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Συγκοινωνίας, μετὰ τὴν γνώμην τοῦ συμβουλίου τῶν Δημοσίων Ἔργων. Τοῦτο ἐγένετο τότε δεκτόν. Σήμερον βλέπω μετ’ ἐκπλήξεως ὅτι ἐπανέρχεται τὸ νομοσχέδιον ὅπως κατὰ τὴν προηγουμένην συζήτησιν κατὰ τὴν ὁποίαν ἐζητήσαμεν νὰ τροποποιηθῇ καθ’ ὃν τρόπον σήμερον ὑπεστηρίξαμεν. Θὰ ἤθελεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὴν κατάστασιν τὴν κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν ἵνα γίνῃ δεκτὸν καὶ ἀπαλειφθῇ ἡ παράγραφος αὐτή; Διότι δὲν ἔχει αὕτη κανένα σκοπὸν καὶ διὰ νὰ ἐκλείψωσιν αἱ καταχρήσεις καὶ αἱ ἐκμεταλλεύσεις αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ ἐμφιλοχωρήσωσιν ὄχι ὑπὸ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ὑπὸ οἱασδήποτε ἄλλης, καὶ νὰ μὴ γεννᾶται ἡ ὑπόνοια ὅτι ἄλλαι δυνατὸν νὰ χαρακτηρισθῶσιν ἐθνικαὶ ὁδοὶ διὰ Διατάγματος τὸ ὁποῖον θὰ ἐκδώσῃ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἄλλαι νὰ μὴ χαρακτηρισθῶσι καὶ τοιουτοτρόπως νὰ προτιμηθῶσι τινὲς καὶ ἄλλαι μὲν νὰ κατασκευασθῶσιν ὡς ἐθνικαὶ ὁδοί, ἄλλαι δὲ νὰ μὴ κατασκευασθῶσι. Δι’ αὐτὸ ἐζητήσαμεν νὰ ἀπαλειφθῇ ἡ παράγραφος αὐτὴ καὶ νὰ δηλώσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅτι οὕτως ἔχουσι τὰ πράγματα, διὰ νὰ μὴ ἀπασχολῶμεν τὴν Κυβέρνησιν.
§75Γ. ΚΑΛΔΗΣ. Παρακαλῶ νὰ δώσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς μίαν διασάφησιν ἐπὶ τοῦ 1ου ἄρθρου. Παρατηρῶ κάποιαν ἀντίφασιν εἰς τὸ 1ον ἄρθρον μεταξὺ τῆς πρώτης περιόδου καὶ τῆς τελευταίας τοῦ αʹ ἐδαφίου τοῦ 1ου ἄρθρου. Εἰς τὴν πρώτην περίοδον τοῦ 1ου ἄρθρου ἀναφέρεται τὸ ἑξῆς: «Αἱ συνδέουσαι τὰς πρωτευούσας δύο ἢ πλειόνων νομῶν ἢ ὑποδιοικήσεων ἢ ἐπαρχιῶν πρὸς ἀλλήλας ἢ πρὸς τὰ ἐπίνεια αὐτῶν», εἰς δὲ τὴν τελευταίαν παράγραφον λέγεται τὸ ἑξῆς: «Εἰς τὰς νήσους τὰς ἀπαρτιζούσας νομὸν ἢ ἐπαρχίαν μία μόνον ἐθνικὴ ὁδὸς δύναται νὰ ὑπάρχῃ ἐν ᾗ νήσῳ κεῖται ἡ πρωτεύουσα». Καὶ γεννᾶται τὸ ζήτημα διὰ νῆσον μεγάλην, ὅπως ἡ Κρήτη καὶ ἡ Λέσβος, αἱ ὁποῖαι εἶναι διῃρημέναι ἀνέκαθεν εἰς ὑποδιοικήσεις καὶ ἐπαρχίας, βεβαίως κατὰ τὴν ἰδικήν μας ἀντίληψιν θὰ θεωρηθῇ ὅτι ὁδὸς ἐθνικὴ θεωρεῖται ἡ ἑνώνουσα τὴν πρωτεύουσαν τοῦ νομοῦ μὲ τὴν πρωτεύουσαν τῆς ἐπαρχίας. Παρακαλῶ νὰ δοθῇ ἡ διασάφησις αὐτή.
§76Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Πρέπει νὰ διαγραφῇ εἰς τὴν τελευταίαν παράγραφον ἡ λέξις «νομὸν».
§77Ο. ΚΥΠΡΙΑΝΟΣ. Παρακαλῶ νὰ προστεθῶσιν αἱ λέξεις «εἰς τὰς νήσους τὰς ἀπαρτιζούσας ἕνα νομὸν ἢ μίαν ἐπαρχίαν».
§78Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Τὸ «νομὸν» νὰ λείψῃ ἀπὸ τὴν τελευταίαν παράγραφον τοῦ 1ου ἄρθρου, ἐφόσον ἰσχύει ἡ διάταξις τῆς πρώτης παραγράφου. Νὰ τεθῇ «αἱ νῆσοι αἱ ὁποῖαι ἀποτελοῦσι μίαν ἐπαρχίαν ἢ ὑποδιοίκησιν, ἔχουσι μίαν ὁδόν». Αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἐπρότεινεν ὁ κ. Κιαγιᾶς εἶναι ἀκριβές· δηλαδὴ ἡ παράγραφος ἡ ὁποίας ὁμιλεῖ περὶ Διατάγματος χαρακτηρίζοντος τὰς ὁδοὺς ἐλήφθη ἀπόφασις νὰ ἀπαλειφθῇ καὶ ἐμείναμεν σύμφωνοι νὰ μείνῃ ὅσον ἀφορᾷ τὰς ὁδοὺς ἐκείνας αἱ ὁποῖαι συνδέουν ἐπίνεια ἢ ἀρχαιολογικοὺς τόπους. Μόνον δι’ αὐτὰς θὰ ἐκδοθῇ Διάταγμα καὶ ὄχι διὰ τὰς ἄλλας.
§79Ι. ΒΑΛΑΛΑΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Ἐδήλωσα ὅτι τὸ γεγονὸς ὅτι θὰ ἐκδοθῇ ἓν Διάταγμα δὲν θὰ εἴπῃ ὅτι τὸ Διάταγμα αὐτὸ θὰ καθορίζῃ τὰς ἐθνικὰς ὁδούς. Ταύτας τὰς ἐθνικὰς ὁδοὺς τὰς καθορίζει τὸ νομοσχέδιον· τὸ Διάταγμα δὲν εἶναι ἄλλο ἢ ἐφαρμογὴ τῶν διατάξεων. Ὅσον ἀφορᾷ τὰς στρατιωτικὰς ὁδούς...
§80Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίρρησις.
§81Ι. ΒΑΛΑΛΑΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας)...... ἐκεῖναι θὰ ἐξαρτηθῶσιν ἀπὸ τὰς ἀποφάσεις τὰς ὁποίας θὰ λάβωσι τὰ ἁρμόδια πρόσωπα. Ὅσον ἀφορᾷ τὰς ἄλλας ὁδοὺς ἐν τῷ Διατάγματι δὲν δύναται παρὰ νὰ ἔχωσιν ἐφαρμογὴν συμφώνως πρὸς τὰς προηγουμένας διατάξεις, αἱ ὁποῖαι λέγουσι ποῖαι εἶναι αἱ ἐθνικαὶ ὁδοί.
§82Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἡ διατύπωσις τῆς παραγράφου αὐτῆς δὲν συμφωνεῖ πρὸς ὅσα λέγετε, διότι λέγει ἡ διατύπωσις αὐτὴ (ἀναγινώσκει): «Αἱ κατὰ τὰ ἀνωτέρω ἐθνικαὶ ὁδοί, κατεσκευασμέναι ἢ πρὸς κατασκευὴν τοιαῦται, εἴτε προβλέπονται ὑπὸ ἰσχυόντων νόμων εἴτε μή, καθορίζονται διὰ Διατάγματος ἐκδιδομένου τῇ προτάσει τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Συγκοινωνίας μετὰ γνώμην τοῦ συμβουλίου τῶν Δημοσίων Ἔργων». Ἐφόσον ὁ νόμος τὰς καθορίζει εἶναι δι’ αὐτὸ ὀρθότερον νὰ ἀπαλειφθῇ ἡ διάταξις αὐτὴ καὶ νὰ συνενωθῇ μὲ τὰς ἄλλας διατάξεις. Αὐτὸ τὸ Διάταγμα θὰ καθορίσῃ καὶ ποῖαι εἶναι αἱ ἐθνικαὶ ὁδοί.
§83Ι. ΒΑΛΑΛΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Τὴν παρατήρησιν αὐτὴν εἴχετε κάμει εἰς τὴν συζήτησιν καὶ τότε καὶ ἠρκέσθητε εἰς τὰς δηλώσεις τὰς ὁποίας ἔκαμα· ὅτι δὲν πρόκειται τὸ Διάταγμα νὰ καθορίζῃ τὰς ὁδούς, ἀλλὰ θὰ εἶναι καὶ αἱ διατάξεις αἱ προηγούμεναι αἱ ὁποῖαι θὰ τὰς καθορίζουν. Εἶναι μία οὕτως εἰπεῖν ρύθμισις τελειοτέρα ἡ ἔκδοσις τοῦ Διατάγματος, τὸ ὁποῖον Διάταγμα ἐπὶ πλέον θὰ καθορίζῃ καὶ τὰς ἐθνικὰς ὁδούς.
§84Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Πρόκειται νὰ ἐκδοθῇ ἓν Διάταγμα διὰ τοῦ ὁποίου θὰ καθορίζωνται αἱ ἐθνικαὶ ὁδοί. Θὰ καθορίζηται ὅτι αὐτὴ καὶ αὐτὴ εἶναι ἐθνικαὶ ὁδοί. Ἄν μία ὁδὸς ἡ ὁποία, ἂν λάβωμεν τὸν γενικὸν κανόνα τὸν διατυπούμενον εἰς τὰ προηγούμενα κεφάλαια, θὰ ἐχαρακτηρίζετο ὡς ἐθνικὴ ὁδός, δὲν περιλαμβάνεται εἰς τὸ Διάταγμά σας, τί θὰ εἶναι ἡ ὁδὸς αὐτή;
§85Ι. ΒΑΛΑΛΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Αἱ ὁδοὶ αἱ καθοριζόμεναι ὡς ἐθνικαὶ διὰ τῆς προηγουμένης παραγράφου εἶναι αὐτοδικαίως ἐθνικαὶ ὁδοί. Ἄν παραλειφθῇ, ἂν γίνῃ κανὲν λάθος εἰς τὴν ἐν λόγῳ παράγραφον, θὰ συμπληρωθῇ.
§86Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἄν δὲν συμπληρωθῇ;
§87Ι. ΒΑΛΑΛΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Καὶ τότε ὅταν παραλειφθῇ εἰς τὰ προηγούμενα ἐδάφια θὰ εἶναι ἐθνικὴ ὁδός. Ἐπειδὴ μεταξὺ τῶν ὁδῶν εἶναι καὶ ὁδοὶ τὰς ὁποίας θὰ καθορίσῃ τὸ Ἐπιτελεῖον δι’ ἀντιπροσώπων καὶ ἄλλαι αἱ ὁποῖαι ἔχουσι σχέσιν μὲ ἀρχαιολογικοὺς τόπους, αὐταὶ θὰ λάβωσι τὸν χαρακτηριστισμὸν τῶν ἐθνικῶν ὁδῶν.
§88Π. ΜΑΖΑΡΑΚΗΣ. Τί θὰ γίνῃ διὰ τὰς ὁδοὺς τῶν νήσων αἱ ὁποῖαι δὲν συνδέουν ἄλλας ἐπαρχίας;
§89Κ. ΚΑΛΟΜΕΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχουν ὁδοὶ εἰς τὰς νήσους κατασκευασθεῖσαι ὑπὸ τοῦ Δημοσίου καὶ μὴ οὖσαι ἐθνικαὶ ὁδοί. Αὐταὶ τί θὰ γίνουν;
§90Ι. ΒΑΛΑΛΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Αἱ ὁδοὶ αἱ κατασκευασθεῖσαι ὑπὸ τοῦ Δημοσίου καὶ μὴ χαρακτηρισθεῖσαι ὡς ἐθνικαὶ ὁδοὶ θὰ ἐξακολουθοῦν νὰ συντηρῶνται ὑπὸ τοῦ Δημοσίου.
§91Α. ΔΕΝΔΡΙΝΟΣ. Κύριε Ὑπουργέ, νὰ γίνῃ δήλωσις διὰ τὸ 4ον ἄρθρον, νὰ διασαφηνισθῇ. Ἄς ἀφήσωμεν ὅτι καταδικάζονται αἱ νῆσοι· δὲν ἔχομεν ὁδοὺς ἐθνικάς.
§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ σύνολον δεκτόν.
§93Α. ΔΕΝΔΡΙΝΟΣ. Καθόλου δεκτόν· πρέπει νὰ γίνῃ δήλωσις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς ὁμολογεῖ ὅτι ἄλλα λέγονται ἐκεῖ καὶ ἄλλα ἐδῶ.
§94ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Ψυχραιμότερα, κ. συνάδελφε.
§95Α. ΔΕΝΔΡΙΝΟΣ. Νὰ γίνῃ δήλωσις.
§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο.
§97Α. ΔΕΝΔΡΙΝΟΣ. Νὰ ἀναγραφῇ. (Ψηφίζεται τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς βʹ κατ’ ἄρθρον συζήτησιν).
§98ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως συμβάσεως παροχῆς δανείου πρὸς τὴν νέαν Ἑταιρείαν τῆς διώρυγος Κορίνθου πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν ἀναγκαίων ἔργων ἐπισκευῆς, συμπληρώσεως καὶ βελτιώσεως τῆς διώρυγος ταύτης». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). Ψήφισις συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συστάσεως ἐπαγγελματικῶν καὶ βιοτεχνικῶν Ἐπιμελητηρίων». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τῆς προτάσεως νόμου «περὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου τοῦ κυρώσαντος τὸ ἀπὸ 22 Αὐγούστου 1914 Ν. Δ. περὶ ἐξαγωγικοῦ ἐμπορίου τῆς σταφίδος». Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Γ. Λουπινᾶς.
§99Γ. ΛΟΥΠΙΝΑΣ. Ἀπὸ τετραμήνου, κύριοι πληρεξούσιοι, καὶ πλέον οἱ σταφιδικοὶ πληθυσμοὶ ἔχουν τὴν ἀτυχίαν νὰ ὑφίστανται πλήρη τὰ κακὰ τῆς κερδοσκοπικῆς μανίας ἡ ὁποία ὀργιάζει κατὰ τὴν μεταπολεμικὴν περίοδον ἐφ’ ὅλων τῶν προϊόντων καὶ καθ’ ὅλων τῶν παραγωγῶν καὶ τῶν λαῶν καὶ ἐξασκεῖ ἐπηρεασμὸν ἄτοπον ἐπὶ τῆς ρυθμίσεως τῶν συμφερόντων των, προερχόμενον ἀπὸ δῆθεν ἑρμηνευτὰς καὶ διαλαλητὰς τῆς θελήσεως καὶ τῆς γνώμης τῆς Συνελεύσεως ἐπὶ τῆς προτάσεως περὶ ἀγορᾶς δελτίων ἢ μεταφορᾶς. Ἡ κατάστασις αὐτὴ εἶναι ἀνάγκη ἐπιτακτικὴ νὰ τερματισθῇ, διότι εἶναι εἰς πάντας γνωστὴ ἡ ἐκμετάλλευσις ἡ ἐκ τῆς παρατάσεως ἡ ὁποία ἐγένετο, ἡ ὁποία γίνεται καὶ ἡ ὁποία θὰ γίνεται ἐφόσον ζωηροτέρα παραταθῇ ἐπὶ βλάβῃ τῶν ἀσθενεστέρων. Πρὸ 40– 50 ἡμερῶν περίπου ἡ ὑποβεβλημένη πρὸ τετραμήνου καὶ πλέον πρότασις παρεπέμφθη εἰς τὴν κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν ἢ μᾶλλον εἰς εἰδικὴν τριακονταμελῆ κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν. Τῆς Ἐπιτροπῆς αὐτῆς εἶχον τὴν τιμὴν νὰ γίνω εἰσηγητὴς καὶ ἐν τῇ ἰδιότητί μου αὐτῇ θὰ εἴπω τὰ γενόμενα καὶ τοὺς λόγους διὰ τοὺς ὁποίους ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς κατὰ πλειονοψηφίαν ἐξηνέχθη γνώμη ἀπορρίπτουσα τὴν πρότασιν. Ἐλέχθη, ἀξιότιμοι κύριοι πληρεξούσιοι, καὶ ἐγράφη καὶ ἐν ταῖς ἐφημερίσιν ὅτι ἡ γνώμη τῆς Ἐπιτροπῆς ἡ ἀπορρίπτουσα τὴν πρότασιν ἐλήφθη διὰ μιᾶς μόνης ψήφου. Θὰ ἐπεθύμουν τοῦτο νὰ μὴ ἐγράφετο, θὰ ἐπεθύμουν τοῦτο νὰ μὴ ἐλέγετο, διότι οἱ ἐκφράσαντες γνώμην ἐγνώριζον καλῶς ὅτι τῆς Ἐπιτροπῆς μετεῖχον καὶ ἱκανὰ μέλη ἐκ τῶν ὑποβαλόντων τὴν πρότασιν καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἀπὸ πάντας εἶναι εὐνόητον ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ ὁμοφωνία, ἀφοῦ μεταξὺ τῶν ἀποτελούντων τὴν Ἐπιτροπὴν ὑπῆρχον καὶ οἱ ὑποβαλόντες τὴν πρότασιν ταύτην.
§100ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Ἀντικανονικῶς.
§101Γ. ΛΟΥΠΙΝΑΣ. Διὰ νὰ κατανοηθῇ ὁποῖον εἶναι τὸ ζήτημα ὀφείλω νὰ εἴπω τί ἐπιζητεῖται. Διὰ τῆς ὑποβληθείσης προτάσεως εἰς τὴν Συνέλευσιν πρὸ 4½ μηνῶν, ἡ ὁποία ἔκτοτε ἀναγράφεται καθημερινῶς εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας, προτείνεται ἡ ἀγορὰ ὑπὸ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἐγγυήσει τοῦ Κράτους ἐπὶ τιμῇ 2,500 δραχμῶν κατὰ χιλιόλιτρον 15,000,000 δελτίων παρακρατήσεως, τὰ ὁποῖα δελτία παρακρατήσεως θὰ μεταπωλῶνται ὑπὸ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ὑποχρεωτικῶς καὶ θὰ ἀγοράζωνται. Καὶ θὰ ἐξηγοράζοντο ὑπὸ τῶν σταφιδεξαγωγέων ὑποχρεωτικῶς, ἵνα χρησιμοποιηθῶσι διὰ τὴν ἐξαγωγὴν τοῦ νέου ἔτους ἐπὶ τιμῇ 600, σὺν τῷ τόκῳ.
§102Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Νὰ μᾶς εἴπητε διὰ τὰ δελτία, διότι δὲν τὰ γνωρίζομεν.
§103Γ. ΛΟΥΠΙΝΑΣ. Μάλιστα. Εἶμαι διατεθειμένος νὰ δεχθῶ οἱαδήποτε ἐρωτήματα, ἀλλὰ παρακαλῶ εἰς τὸ τέλος· ἀλλὰ καὶ ἂν κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς ὁμιλίας μου θέλῃ τις νὰ μὲ ἐρωτήσῃ τι εἶμαι πρόθυμος νὰ ἀπαντήσω. Ἀντιλαμβάνομαι, κύριοι πληρεξούσιοι, ὅτι εὐλόγως πολλοὶ ἐξ ὑμῶν δὲν γνωρίζουσι τί ἐστὶ δελτίον καὶ τί ἐστὶ παρακράτησις καὶ εὐλογώτερον, ἀφοῦ δὲν γνωρίζουσι τί ἐστὶ δελτίον καὶ τί ἐστὶ παρακράτησις, δὲν δύνανται νὰ ἐννοήσουν διατί διὰ τὸ ζήτημα τοῦτο ὁ τόσος θόρυβος ἀπὸ τόσων μηνῶν. Ὀφείλω ὅθεν δι’ ὀλίγων νὰ φροντίσω νὰ μεταδώσω καὶ εἰς τοὺς ἀγνοοῦντας τὰ ζητήματα ταῦτα διὰ βραχέων, διὰ νὰ κατανοηθῇ τί ἐστὶ δελτίον καὶ τί ἐστὶ παρακράτησις καὶ τί ζητεῖται διὰ τῆς προτάσεως ταύτης. Δελτίον εἶναι ἓν τμῆμα χάρτου παραστατικὸν ἑνὸς ποσοῦ σταφιδοκάρπου ἀποταμιευομένου εἰς τὴν ἀποθήκην τῆς παρακρατήσεως.
§104ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Ποίου ποσοῦ;
§105Γ. ΛΟΥΠΙΝΑΣ. Εἶναι τεμαχισμένα διὰ διάφορα ποσά. Βάσις πωλήσεως τῆς σταφίδος εἶναι τὸ χιλιόλιτρον καὶ ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ ὁμιλοῦντες περὶ τῶν μέτρων διὰ τῶν ὁποίων εἴτε ὁ καρπὸς αὐτούσιος πωλεῖται εἴτε εἰς δελτία παρίστανται, ὁμιλοῦμεν περὶ χιλιολίτρων δελτίων. Διὰ τῆς τοιαύτης ἀποταμιεύσεως, ὁ καρπὸς τὸν ὁποῖον παριστάνει τὸ δελτίον ἔχει ἐξαιρεθῆ τῆς ἐξαγωγῆς καὶ τῆς δυνατότητος τῆς χρησιμοποιήσεως αὐτοῦ ὑπὸ τῶν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, ἔχει δὲ προορισθῆ ὁ τοιοῦτος καρπὸς διὰ τὴν ἐσωτερικὴν βιομηχανίαν. Αὐτὰ εἶναι δελτία παρακρατήσεως, εἶναι δὲ θεσμὸς περίπου ἑλληνικῆς ἐφευρέσεως, διὰ τοῦ ὁποίου κατὰ τὴν ἀρχὴν ἢ τὸ τέλος ἑκάστου ἔτους, ὁπότε ἔχομεν δεδομένην τὴν παραγωγὴν τοῦ νέου ἔτους, τὰ πλεονάζοντα ποσὰ τῆς παραγωγῆς τὰ ἀφαιροῦμεν ἐκ τῆς προσφορᾶς μέχρις ἑνὸς ποσοῦ 35% ἐπὶ τῆς ἐξαγωγῆς, διότι ἡ παρακράτησις εἶναι ἐπὶ τῆς ἐξαγωγῆς, ἵνα ἐν τῷ μέτρῳ τοῦ δυνατοῦ ἰσοφαρίσωμεν τὴν παραγωγὴν πρὸς τὴν κατανάλωσιν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ καὶ οὕτω πως διατηρήσωμεν τὰς τιμὰς τὰς ὁποίας αἱ ἐξωτερικαὶ ἀγοραὶ ἐσυνήθισαν νὰ παρέχουν εἰς τὸ εἶδος αὐτό, διότι ἡ διατήρησις τῶν τιμῶν αὐτῶν ἀποτελεῖ διὰ τὸ ἐθνικὸν αὐτὸ προϊόν πολύτιμον κεφάλαιον, ἐφόσον θὰ κατορθώσωμεν νὰ ἔχωμεν διατετηρημένας τὰς τιμὰς αὐτὰς εἰς τὸ ἐξωτερικόν, θὰ εἶναι δυνατὸν εἰς τὰς δυσχερείας τὰς παραγομένας ἐκ τῆς ὑπερπαραγωγῆς, βοηθούσης καὶ τῆς οἰνοπνευματοποιίας, νὰ τὰς μετριάζωμεν καὶ νὰ τὰς θεραπεύωμεν.
§106ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Τὰ ποσὰ αὐτὰ εἶναι δάνεια τοῦ Κράτους πρὸς τὸν παραγωγόν;
§107Γ. ΛΟΥΠΙΝΑΣ. Ὄχι. Ὁ παραγωγὸς πωλεῖ ὁλόκληρον ἢ μέρος τοῦ προϊόντος του εἰς τὸ σταφιδεμπόριον καὶ μέρος αὐτοῦ ἀποταμιεύει εἰς τὰς ἀποθήκας τῆς παρακρατήσεως. Ἀλλὰ καὶ τὰ δελτία, τὰ ὁποῖα ἐκ τῆς ἀποταμιεύσεως λαμβάνει, τὰ παραστατικὰ τοῦ ἀποταμιευθέντος καρποῦ, καὶ αὐτὰ τὰ πωλεῖ, ἵνα χρησιμοποιηθῶσι κατὰ τὴν ἐξαγωγὴν εἰς τὰ τελωνεῖα τοῦ Κράτους, διότι διὰ νὰ ἐξαχθῇ ὁ σταφιδόκαρπος πρέπει νὰ ὑπηρετηθῇ διὰ παρακρατήσεως, ἡ ὁποία ἐτησίως, ὅπως εἶπον, ὁρίζεται ἂν θὰ εἶναι τὸ ὅλον εἰς εἶδος ἢ ἐν μέρει εἰς εἶδος καὶ ἐν μέρει εἰς χρῆμα. Τὸ ἀνώτερον ποσοστὸν τοῦ παρακρατήματος καὶ τοῦ φόρου εἶναι τὸ 35%. Εἰς τὴν περίπτωσιν λοιπὸν κατὰ τὴν ὁποίαν ἔχομεν παρακράτημα ὁρίζεται κατὰ τὰς ἀρχὰς Αὐγούστου ὅτε λήγει τὸ σταφιδικὸν ἔτος τὸ παρερχόμενον καὶ ἄρχεται τὸ νέον ἔτος καὶ εἶναι γνωστὴ ἡ νέα παραγωγή, διότι ἐκ τῶν συνθηκῶν τῆς παραγωγῆς καὶ τῶν ὑπολειμμάτων τοῦ παρελθόντος ἐξετάζεται τί ποσὸν δυνάμεθα εἰς τὸ εἶδος νὰ παρακρατήσωμεν, καθορίζεται, λέγω, τὸ ποσοστὸν καί, ἂν ἔχωμεν τότε καθωρισμένον ποσοστὸν 35%, ὁ ἐξαγωγεὺς γνωρίζει ὅτι προκειμένου νὰ ἐξαγάγῃ 10 χιλιόλιτρα σταφίδος ἔχει ἀνάγκην ἄλλων 3½ χιλιολίτρων παρακρατήματος. Τὰ 3½ χιλιόλιτρα παριστάνουσι τὸ 35% καὶ κατὰ συνέπειαν αὐτὰ τὰ 3½ χιλιόλιτρα θὰ τὰ ἀγοράσῃ ἢ ἀπὸ τὴν ἀγορὰν προσφερόμενα, ὅπως πωλοῦνται τὰ δελτία, ἢ θὰ ἀποταμιεύσῃ καρπὸν τῆς κατωτέρας ποιότητος, διότι ἐκεῖ δὲν ἐρευνᾶται οὔτε ἐξετάζεται ἂν εἶναι κρείσσονος ποιότητος. Θὰ ἀποταμιεύσῃ τὸν καρπὸν αὐτὸν καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ πληρώσῃ 13½ χιλιόλιτρα εἰς τὸν παραγωγὸν ἵνα ἐξαγάγῃ τὰ 10. Ὁ παραγωγὸς πληρώνεται καὶ τὰ 13½ καὶ ὄχι τὰ 10, διότι τὸ παρακράτημα γίνεται ἐκ τῆς ἐξαγωγῆς καὶ οὕτω πως τὸ δελτίον τοῦ παρακρατήματος κατ’ οὐσίαν δὲν ἀποτελεῖ παρὰ ἕνα φόρον ἐπὶ τοῦ ἐξαγομένου, φόρον τὸν ὁποῖον, ἂν αἱ συνθῆκαι τοῦ εἴδους εἶναι εὐμενεῖς, τὸν μεταθέτουσιν εἰς τὴν κατανάλωσιν, ἂν δὲ αἱ συνθῆκαι τοῦ εἴδους τούτου εἶναι δυσμενεῖς, τὸν ὑφιστάμεθα ἡμεῖς διὰ μειώσεως τῆς τιμῆς τοῦ καρποῦ. Γίνεται δὲ τοῦτο, διότι εἶναι ἀποδεδειγμένον ὅτι, ὅταν ὑπάρχῃ ἀζητησία, τὸ ζητούμενον εἶναι ὀλιγώτερον τοῦ προσφερομένου· ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει μειονεκτεῖ τὸ προσφερόμενον, διότι ἀναζητεῖ ἀγοραστὴν ὁ πωλητὴς καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ὅσον πλειότερον ἐπιβαρύνεται τὸ προσφερόμενον τόσον πλειότερον ἡ τιμὴ αὐτοῦ μειοῦται καὶ τόσον πλειότερον ὁ κάτοχος, ὁ πωλητὴς μειονεκτεῖ. Ἂν ὅμως τὸ 35% ἐπαρκέσῃ δι’ ἓν ἔτος καὶ πραγματοποιήσῃ τὴν ἰσοζύγισιν τῆς προσφορᾶς καὶ τῆς ζητήσεως, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἡ ἐπιβάρυνσις αὐτὴ δὲν θὰ εἶναι αἰσθητὴ καὶ εἰς τὸν παραγωγόν· διατί; Διότι ὁ κυριώτερος νόμος ὁ ὁποῖος διέπει ἔκπαλαι τὴν τιμὴν τῶν προϊόντων εἶναι ὁ νόμος τῆς προσφορᾶς καὶ τῆς ζητήσεως. Ὁ νόμος αὐτὸς ἐπεμβαίνων δίδει τιμὴν μεγαλυτέραν, ὥστε καθιστᾷ ἐντελῶς ἀνεπαίσθητον εἰς τὸν παραγωγὸν τὴν ἐπιβάρυνσιν τὴν ὁποίαν ἐπιφέρει εἰς τὸ ἐξαγόμενον πρᾶγμα διὰ τῆς προσθήκης τῆς τιμῆς τοῦ παρακρατήματός του. Τὸ δελτίον αὐτὸ μεταβιβαζόμενον δι’ ἁπλῆς ὀπισθογραφήσεως κυκλοφορεῖ ἀνεμποδίστως ἀπὸ χειρὸς εἰς χεῖρα καὶ ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ εὑρίσκεται εἰς χεῖρας κερδοσκόπων. Ἐπὶ τοῦ δελτίου αὐτοῦ τοῦ οὕτω πως κυκλοφοροῦντος διεξάγονται ὄχι μόνον κερδοσκοπίαι, ἀλλὰ καὶ κυβεῖαι—διακρίνω τὰς κερδοσκοπίας ἀπὸ τὰς κυβείας, διότι αἱ κερδοσκοπίαι, κατὰ τὴν ἀντίληψίν μου, διεξάγονται ἐπὶ τῶν πράγματι τελουμένων ἀγοραπωλησιῶν, καὶ αὗται δὲν ἠμπορεῖ παρὰ νὰ εἶναι ἀνάλογοι μὲ τὸ ποσὸν τῶν κυκλοφορούντων δελτίων—ἔχει π. χ. ὁ Α. 100 δελτία παρακρατήματος, τὰ πωλεῖ καὶ τὰ ἀγοράζει ἄλλος· αὐτὸ εἶναι μία κερδοσκοπία ἡ ὁποία διεξάγεται μὲ τὰς προβλέψεις καὶ τοὺς ὑπολογισμοὺς τοὺς ὁποίους ἕκαστος ἐξ αὐτῶν ἔχει περὶ τῆς ἐξελίξεως—ἀλλ’ ἡ κερδοσκοπία αὕτη ἐκτείνεται πολλάκις καὶ ἐπὶ ποσοτήτων μὴ πράγματι κυκλοφορουσῶν, ὁπότε ἔχομεν τὴν κυβείαν καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἐνῷ ὁμιλοῦν οἱ ἐν τῇ προτάσει ὅτι ἔχομεν 15 ἑκατομμύρια πλεοναζόντων κατὰ τοὺς ὑπολογισμούς των δελτία, ὑπολογισμοὺς τοὺς ὁποίους καὶ ἐν τούτῳ δὲν ἀποδέχομαι, διότι ἔχω τὴν πληροφορίαν ὅτι 6–8 ἑκατομμύρια εἶναι δελτία νεκρωθέντα καὶ μὴ ζητηθέντα ἀπὸ δεκαετίας καὶ ἐμφανίζονται μόνον εἰς τὰ χαρτιὰ ὡς δελτία, ἀλλὰ δὲν εἶναι δελτία ὑφιστάμενα. Ὅπως συμβαίνει ἐπὶ τῶν χαρτονομισμάτων ὅπου πολλὰ ἀπόλλυνται, παρομοίως συμβαίνει ἀπὸ ἀφελεῖς χωρικοὺς ἀγροίκους νὰ ἔχουν ἀπολεσθῆ. Μίαν τοιαύτην πληροφορίαν ἔχω.
§108Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχουν δελτία νεκρωθέντα.
§109Γ. ΛΟΥΠΙΝΑΣ. Αὐτὴν τὴν πληροφορίαν μοὶ ἔδωσαν.
§110Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἓν ἔτος διαδέχεται τὸ ἕτερον λαμβάνον μίαν κληρονομίαν εἰς δελτία.
§111Γ. ΛΟΥΠΙΝΑΣ. Μοὶ εἶπον ὅτι πάμπολλα δελτία δὲν ἔχουν ἐμφανισθῆ ἀπὸ δεκαετίας.
§112Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐξηργυρώθησαν αὐτά.
§113Γ. ΛΟΥΠΙΝΑΣ. Δὲν τὸ ἀναφέρω ὡς ἐπιχείρημα αὐτό. Λοιπὸν αὐτὰ τὰ δελτία, κύριοι, ἐπὶ τῶν ὁποίων διεξάγεται ἡ κυβεία καὶ τὰ ὁποῖα κατὰ τὸ πολὺ εὑρίσκονται εἰς χεῖρας κερδοσκόπων, ἀσφαλῶς κατὰ τὰ 9/10, ἂν ὄχι κατὰ τὸ περισσότερον μέρος, αὐτὰ ζητεῖται ὑπὸ τῶν κατόχων κερδοσκόπων νὰ ἀγορασθῶσιν ὑπὸ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἐγγυήσει τοῦ Κράτους ἐπὶ τόσῃ τιμῇ. Καὶ ἐρωτᾶται· διατί ζητεῖται εἰς τὰς κερδοσκοπικὰς ἐπιχειρήσεις τῶν κερδοσκόπων νὰ παρέμβῃ τὸ Κράτος; Καὶ ἐρωτᾶται· πῶς ζητοῦν ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι κερδοσκοποῦντες ἐπὶ τῶν δελτίων ἀποβλέπουν εἰς πραγμάτωσιν ἰδίων κερδῶν, ὅταν ἴδωσι τοὺς ὑπολογισμοὺς ἀντιστρεφομένους, πῶς ζητοῦν ἀπὸ τὸ Κράτος νὰ προέλθῃ ἀμέσως εἰς τὴν ἀγορὰν καὶ νὰ εἴπῃ· «ἀγοράζω ἐγὼ τόσα δελτία, διότι πλεονάζουν»;
§114ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Πρόκειται περὶ ἀγορᾶς;
§115Γ. ΛΟΥΠΙΝΑΣ. Ὠνόμασα ἀγορὰν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον φέρεται ἐν τῇ προτάσει, διότι εἶναι ἀγορὰ καθαρά· καὶ τὸ ὠνόμασα ἀγορὰν διὰ τὸν λόγον ὅτι δὲν περιορίζεται μόνον εἰς τὸ αἴτημα τῆς μεταφορᾶς εἰς τὴν νέαν ἐσοδείαν, ἀλλ’ ἐπιζητεῖται ἀπὸ τοῦδε, ὅπως ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἐγγυήσει τοῦ Κράτους τὰ ἀγοράσῃ, τὰ διατηρήσῃ καὶ τὰ πληρώσῃ πρὸς αὐτοὺς ἐπὶ ὡρισμένῃ τιμῇ, καὶ ἐρωτῶ· τοῦτο κατ’ οὐσίαν καὶ κατὰ κυριολεξίαν δὲν λέγεται ἀγορά;
§116Τ. ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἔχει νὰ ζημιωθῇ τίποτε τὸ Κράτος; Διότι ἐγεννήθη αὐτὴ ἡ ἐντύπωσις.
§117Γ. ΛΟΥΠΙΝΑΣ. Ἂν διὰ τῆς μεταφορᾶς καὶ τοῦ προσδιορισμοῦ τῆς τιμῆς κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην εἰς 2,600, τὸ βάρος τὸ ὁποῖον ἐν τῷ παρόντι ἐπιβάλλεται εἰς τοὺς ὤμους τοῦ Κράτους μετατίθεται εἰς τοὺς ὤμους τῆς σταφιδοπαραγωγῆς, ὑποθέτετε ὅτι τὸ πρᾶγμα ἔχει διαφοράν; ἢ ὑποθέτετε ὅτι εἶναι ἀνάξιον ἐνδιαφέροντος τὸ πρᾶγμα; Λοιπὸν ἐρωτᾶται, ὅπως ἔλεγον· διατί ζητεῖται ἡ ἀγορὰ ἢ ἡ μεταφορὰ αὐτή; Καὶ ἀπαντῶσιν οἱ ὑποβαλόντες τὴν πρότασιν· διότι τὸ Κράτος ἠγόρασε περὶ τὰ 55 ἑκατομμύρια σταφίδος, πρῶτον ἐπιχείρημα. Δεύτερον ἐπιχείρημα, διότι ἡ ὑποτίμησις τοῦ δελτίου θὰ ἐπιφέρῃ ὑποτίμησιν τῆς σταφίδος. Τρίτον δὲ ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον παρενεβλήθη κατὰ τὴν ὥραν τῆς συντάξεως τῆς ἐκθέσεως τῆς μειονοψηφίας ὑπὸ τῆς μειονοψηφίας, εἶναι ὅτι καὶ ἐπῆλθον τὰ ἀποτελέσματα τῆς ὑποτιμήσεως, διότι ἐγνωστοποιήθη ἡ ἀπόρριψις τῆς προτάσεως ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς. Ἐπὶ ἑνὸς ἑκάστου ἐκ τῶν συλλογισμῶν θὰ ὁμιλήσω καὶ ἐλπίζω ὅτι ἐκ τῆς παρακολουθήσεως εἰς οὐδένα θὰ μείνῃ ἡ ἀμφιβολία ὅτι ὑπάρχει καὶ ἡ ἐλαχίστη δικαιολογία τῆς προβαλλομένης ἀξιώσεως. Ἡ παρακράτησις, ὅπως προείπομεν, ἔχει ἐφαρμογὴν ἐπὶ τῆς ἐξαγωγῆς. Τὸ Κράτος ἀγοράσαν 55,000,000 λιτρῶν σταφίδος ἠγόρασε πλεονάσματα κατὰ συνέπειαν ἐκείνων οἱ ὁποῖοι συγχρωτίζονται μὲ τὰς ἀποθήκας τῆς παρακρατήσεως καὶ κερδοσκοποῦν ἐπὶ τῶν δελτίων· γνωρίζετε ὅτι μόνον ἐπὶ τῆς ἐξαγωγῆς εἶχον δικαίωμα νὰ ὑπολογίσουν πόσος καρπὸς ἔδει νὰ ἀποταμιευθῇ εἰς τὰς ἀποθήκας τῆς παρακρατήσεως. Κατὰ μείζονα δὲ λόγον εἶχον ὑποχρέωσιν τοῦτο νὰ τὸ ὑπολογίσουν κατὰ τὸ ἑπόμενον ἔτος, διότι γνωρίζετε ὅτι τερματιζομένου κατὰ τὴν 10ην Αὐγούστου τοῦ προνομίου τῆς Ἐνιαίας τοῦ εἰκοσαετοῦς συντερματίζεται καὶ ὁ θεσμὸς τῆς παρακρατήσεως καὶ ὅτι κατὰ συνέπειαν ἡ εὐχέρεια, ἡ ὁποία ὑπάρχει ἐκ τῆς συμβάσεως αὐτῆς, ἵνα ἰσχύουν τὰ πλεονάσματα τῶν δελτίων μέχρι τοῦ Ὀκτωβρίου, ὅτι ἡ εὐχέρεια αὐτὴ δὲν θὰ ὑπάρχῃ ἐφέτος, ἐκτὸς ἂν ἐκ νέου ὁ θεσμὸς αὐτὸς καθιεροῦτο. Δὲν γνωρίζω τί θὰ γίνῃ ἐπὶ τοῦ θεσμοῦ, διότι, μολονότι κατὰ μῆνα Αὔγουστον, ὁπότε εἶχον καὶ τὴν τιμὴν νὰ μετέχω μιᾶς Ἐπιτροπῆς, ἐλέχθη ὑπὸ πολλῶν ὅτι τὰ μέτρα τὰ ῥιζικὰ τῆς σταφίδος πρέπει νὰ τὰ συζητήσωμεν ἐγκαίρως ἵνα μὴ μᾶς καταλάβῃ τὸ θέρος, μέχρι τοῦδε δὲν ἀντελήφθην καμμίαν σχετικὴν συζήτησιν ἡ ὁποία νὰ ἄγῃ εἰς τὴν λογικὴν ἐπίλυσιν τοῦ ζητήματος. Ἂν ἡ ῥιζικὴ καὶ ἡ παγία λύσις εἶχε συντελεσθῆ, δὲν θὰ ὑπῆρχε τὸ ζήτημα τοῦτο νὰ ἀνησυχῇ τοὺς κυρίους οἵτινες ὑπέβαλον τὴν πρότασιν, διότι ἐκεῖνοι, οἵτινες θὰ ἐρρύθμιζον τὰ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ, βεβαίως θὰ προυνόουν καὶ περὶ τοῦ ὑπολείμματος αὐτοῦ καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν τὸ ζήτημα τοῦτο νὰ τὸ παρίδουν. Κατὰ συνέπειαν ἐκ τοῦ ὅτι τὸ Κράτος ἠγόρασε 55,000,000 σταφίδα δὲν ἔχουν κανένα δικαίωμα νὰ προβάλλουν τὴν ἀξίωσιν ἀγορᾶς ἀναλόγου ποσοῦ δελτίων· ἄλλως τε τὸ Κράτος προβὰν εἰς τὴν ἀγορὰν τῆς σταφίδος ἠγόρασεν ἀπὸ τοὺς παραγωγούς· αὐτὸ λέγει καὶ σχετικὴ διάταξις τοῦ νόμου. Καὶ ἡ ὑπόθεσις αὐτή, αἱ ἀγοραὶ αὐταὶ εἶχον ἀπολύτως ἠθικὴν τὴν βάσιν, διότι τὰ μέτρα αὐτὰ ἦγον καὶ ἀπέβλεπον ἀμέσως εἰς τὴν συγκράτησιν τῆς τιμῆς καὶ εἰς τὴν ἐνίσχυσιν τῆς τιμῆς τῆς σταφίδος, ἑνὸς προϊόντος ἀπὸ τὸ ὁποῖον κατὰ πολὺ ἐξαρτᾶται ἡ ἐθνικὴ οἰκονομία καὶ ὁ Προϋπολογισμὸς τῆς Χώρας. Καὶ ἦτο ἑπόμενον, ἀφοῦ προνοοῦν πρὸς συντήρησιν καὶ πρὸς ἐνίσχυσιν τῆς τιμῆς τῆς σταφίδος, ἦτο ἑπόμενον νὰ ἀναλαμβάνουν καὶ τὰ σχετικὰ βάρη ἀπὸ τὴν σταφιδοπαραγωγήν. Τὸ πρᾶγμα ἦτο ἡρμοσμένον πρὸς ὅλους τοὺς κανόνας ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἀναγνωρίζουν τὰ καλῶς ἀναγνωριζόμενα καὶ καλῶς διευθετημένα ζητήματα· θὰ ἐνισχύσωμεν ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἀναλαμβάνουν καὶ τὰ βάρη τῆς ἐνισχύσεώς των. Ἀλλὰ προκειμένου περὶ τῶν δελτίων, τῶν κατεχομένων κατὰ τὰ 9/10 ἀσφαλῶς ὑπὸ κερδοσκόπων, ἐν τίνι δικαίῳ ἡ Ἐθνοσυνέλευσις θὰ εἴπῃ ὅτι παρεμβαίνει καὶ ἀγοράζει τὰ δελτία τῶν κερδοσκόπων διὰ νὰ ἀποφύγουν αὐτοὶ τὴν ζημίαν, καὶ τὴν ζημίαν αὐτὴν τὴν ἐπιθέτει εἰς τοὺς ὤμους τῆς νέας παραγωγῆς; Ποῦ ὑπάρχει ἡ βάσις ἡ ἠθική, ἡ ὁποία θὰ ἐπέτρεπεν εἰς τὴν Ἐθνοσυνέλευσιν νὰ διανοηθῇ ἐκεῖνα τὰ μέτρα;
§118Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Ὁ ἔμπορος ὁ κατέχων δελτία, δὲν ὑποκαθιστᾷ τὸν παραγωγὸν ὁ ὁποῖος παρακαταθέτει;
§119Γ. ΛΟΥΠΙΝΑΣ. Τί νὰ τὴν κάμω τὴν ὑποκατάστασιν, μετὰ τὴν περιέλευσιν τῶν δελτίων ἀπὸ τοῦ παραγωγοῦ εἰς τὸν ἔμπορον; Ὁ ἔμπορος δι’ ἴδιον λογαριασμὸν ἐνεργεῖ ὅ,τι ἐνεργεῖ, δὲν τὸ ἐνεργεῖ διὰ λογαριασμὸν τοῦ παραγωγοῦ. Ἄλλως τε, καὶ ὅταν ἠγοράσαμεν σταφίδα, ἐζητοῦμεν τὴν σταφίδα ἀπὸ τοὺς παραγωγούς· ἂν δὲ οἱ παραγωγοὶ εἶχον τὴν σταφίδα ἀποθηκεύσει εἰς ἀποθήκας σταφιδεμπόρων κατ’ ἐπάγγελμα, τοῖς ἔλεγον αἱ Ἀρχαὶ τοῦ Κράτους· «δὲν παίρνομεν τὴν σταφίδα σας, διότι σταφὶς κατεχομένη ὑπὸ τῶν ἐμπόρων ἔχει παύσει νὰ εἶναι εἰς τὴν κυριότητα τοῦ παραγωγοῦ, ὑπὲρ τοῦ ὁποίου ἔχω ὑποχρέωσιν νὰ ἐνδιαφερθῶ».
§120Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Ἂν τὸ ἐμπόριον πάθῃ μίαν ζημίαν, δὲν θὰ ἔχῃ ἀντίκτυπον ἐπὶ τῶν τιμῶν τῆς σταφίδος τῆς κατεχομένης ὑπὸ τῶν παραγωγῶν;
§121Γ. ΛΟΥΠΙΝΑΣ. Θὰ ἔλθω καὶ εἰς τὸ ζήτημα αὐτό. Ὑποθέτω λοιπὸν ὅτι ἡ ἀγορὰ τῶν πλεονασμάτων τῆς σταφίδος οὐδὲν δικαίωμα παρέχει ἀξιώσεως ἀγορᾶς καὶ ἀντιστοίχων δελτίων. Ἔρχομαι εἰς τὸ ἄλλο ζήτημα, τὸ ὁποῖον στηρίζεται εἰς τὸν ἄλλον ἰσχυρισμόν, ὅτι ἡ ὑποτίμησις τοῦ δελτίου θὰ ἐπιφέρῃ καὶ ὑποτίμησιν τῆς σταφίδος πρὸς ἐξαγωγήν. Ἂν, ἀξιότιμοι κύριοι συνάδελφοι, ὑπάρχουν οἱ πιστεύοντες ὅτι ἡ ὑποτίμησις τῶν δελτίων θὰ ἐπιφέρῃ καὶ ὑποτίμησιν τῆς σταφίδος, ὡρισμένως φρονῶ ὅτι οἱ πιστεύοντες τοῦτο ὑφίστανται πλάνην δεινήν. Εἴπομεν ἀναλύοντες τί ἐστὶ δελτίον, ὅτι κατ’ οὐσίαν εἶναι ἐπιβάρυνσις τοῦ ἐξαγομένου καρποῦ, διότι ἂν πρόκειται ἓν δελτίον, τὸ ὁποῖον χρησιμεύει διὰ τὴν ἐξυπηρέτησιν τῆς ἐξαγωγῆς ὡρισμένου ποσοῦ σταφίδος, νὰ τὸ ἀγοράσω 2,600, θὰ ἐπιβαρύνω ἐκεῖνο τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον ἐξάγω μὲ 2,600, ἂν τὸ δελτίον αὐτὸ τὸ ἀγοράσω ὀλιγώτερον, 2,000, θὰ ἐπιβαρύνω τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον ἐξάγω κατὰ 600 δραχ. ὀλιγώτερον. Τώρα παρακολουθήσατέ με· ἂν αἱ συνθῆκαι τῆς σταφίδος, ὅπως προεῖπον, εἶναι τοιαῦται ὥστε ἡ ζήτησις νὰ εἶναι μεγαλυτέρα τῆς προσφορᾶς, τὴν ζημίαν αὐτὴν θὰ τὴν διαφύγῃ ὁ κάτοχος σταφιδοκάρπου, διότι ἡ μεγαλυτέρα ζήτησις θὰ καταστήσῃ τὸν προσφέροντα παραγωγὸν ἀπέναντι τοῦ ζητοῦντος πλεονεκτικὸν καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ τῷ εἴπῃ ἐκεῖνος· «δὲν γνωρίζω ἐγὼ πόσα εἶναι τὰ ἔξοδά σου· ἐγὼ θέλω νὰ πάρω τόσον»· καὶ διότι θὰ πλεονεκτῇ ἀπέναντι τοῦ καταναλωτοῦ θὰ ἐπιτύχῃ ὁ παραγωγός. Ἂν ὅμως τὰ πράγματα εἶναι ἀντεστραμμένα, ἂν ἡ ζήτησις εἶναι μικροτέρα τῆς προσφορᾶς, δὲν θὰ εἴπῃ τότε ὁ παραγωγὸς εἰς τὸν καταναλωτὴν ὅτι· «τόσα θέλω ἐγώ»· θὰ εἴπῃ ὁ καταναλωτὴς εἰς τὸν προσφέροντα ὅτι· «δὲν τὸ παίρνω τὸ πρᾶγμά σου, τόσον σοῦ δίδω ἐγώ· τί μὲ μέλει ἐμένα ἂν τὸ ἐπιβαρύνεις ἐσὺ καὶ σοῦ μένουν ὀλίγα». Ὑπαρχούσης δὲ τῆς ἀζητησίας, κύριοι, τὴν ὁποίαν ἔχομεν κατὰ τὴν περίοδον αὐτὴν καὶ ἐπὶ τῆς ὁποίας ἐπεζήτησαν νὰ θορυβήσωσι παριστάνοντες ὅτι ἡ ἔκτασις εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς ἐντυπώσεως τῆς ἀπορρίψεως ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ τῆς προτάσεως αὐτῆς, ὑπαρχούσης τῆς ἀζητησίας αὐτῆς, ἀσφαλῶς, ἂν ἔχωμεν δελτίον πλειότερον τετιμημένον, θὰ ἔχωμεν τιμὴν ἀκόμη μικροτέραν καὶ ἔκπτωσιν ἀκόμη μεγαλυτέραν.
§122Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Ἂν εἶναι ὑπερτιμημένον;
§123Γ. ΛΟΥΠΙΝΑΣ. Θὰ πέσῃ καθ’ ὃ ποσὸν θὰ αὐξηθοῦν τὰ βάρη τῆς ἐξαγωγῆς. Εὑρισκόμεθα ἀτυχῶς σήμερον ἐν τοιαύτῃ ἀζητησίᾳ, καὶ αὐτὴν τὴν ἀζητησίαν ἐπεζήτησαν νὰ ἐκμεταλλευθοῦν καὶ οἱ ἐδῶ ἐλθόντες ὅπως παραστήσωσι τὴν ἄποψίν των, καὶ οἱ ὁποῖοι ἐπιστρέψαντες εἰς τὰς Πάτρας ἔλεγον· «δὲν βλέπετε ἐδῶ; πρέπει νὰ μεταβάλητε τὴν ἔκθεσίν σας, διότι ἔσχε τραγικὰ ἀποτελέσματα».
§124Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Ἂν οἱ ἔμποροι τῶν διαφόρων παραγωγικῶν κέντρων ἔχωσι προαγοράσει δελτία, ἐκ τῶν ὁποίων διακινδυνεύουν χρήματα, δὲν εἶναι τολμηρὸν νὰ ἀγοράσουν σταφίδα διὰ νὰ τὴν ἐξαγάγουν;
§125Γ. ΛΟΥΠΙΝΑΣ. Σεῖς μᾶς λέγετε ἐπειδὴ θὰ ἀτονήσουν οἰκονομικῶς. Ἂν ἀτονήσωσιν οἰκονομικῶς οἱ κάτοχοι τῶν δελτίων, οἱ ἔχοντες συγχρόνως καὶ τὴν ἰδιότητα τοῦ σταφιδεμπόρου, διότι ἔχουσι καὶ τὴν μίαν καὶ τὴν ἄλλην ἰδιότητα, θὰ ἔχωσι τὴν δύναμιν νὰ ἀγοράσωσι σταφίδα.
§126ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Καὶ τὴν ὄρεξιν νὰ ἀνταγωνισθοῦν καὶ νὰ τολμήσωσι.
§127Γ. ΛΟΥΠΙΝΑΣ. Ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ ἔπρεπεν ἡ σταφιδοπαραγωγὴ νὰ ἔχῃ ἓν ταμεῖον καὶ νὰ λέγῃ εἰς αὐτοὺς οἱ ὁποῖοι κερδοσκοπικῶς ἄλλοτε μὲν ὑποτιμῶσι τὸ προϊὸν των μέχρις ἐξευτελισμοῦ καὶ ἄλλοτε τὸ συγκρατοῦν, διότι οὕτω τὰ συμφέροντα αὐτῶν ὑπέδειξαν, νὰ λέγῃ ὅτι εἶσθε ἀσφαλεῖς νὰ ἀκολουθῆτε τὸν δρόμον τὸν ὁποῖον ἀκολουθεῖτε, ἀφοῦ ἡμεῖς εἴμεθα ἀρκούντως εὐήθεις ὥστε ἔχομεν ἓν ταμεῖον καὶ ὁσάκις σεῖς ἀστοχεῖτε εἰς τοὺς κερδοσκοπικούς ὑπολογισμούς σας ἐρχόμεθα καὶ σᾶς λέγομεν γενναιοφρόνως καὶ γενναιοψύχως· ὁρίστε νὰ σᾶς δώσωμεν».
§128Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Θὰ ἔχῃ ἀντίκτυπον ἐπὶ τῆς σταφίδος;
§129Γ. ΛΟΥΠΙΝΑΣ. Ἂν ὑπάρξῃ ἀζητησία, θὰ ὑπάρξουν ἔμποροι οἱ ὁποῖοι θὰ δώσουν τὴν ζητουμένην σταφίδα, ἐφόσον αἱ συνθῆκαι θὰ εἶναι δυσχερεῖς διὰ τὴν σταφίδα.
§130Γ. ΚΙΑΓΙΑΣ. Ἂν ὑπερτιμῶνται τὰ δελτία;
§131Γ. ΛΟΥΠΙΝΑΣ. Θὰ ζημιῶνται οἱ σταφιδοπαραγωγοὶ ἀπὸ τὴν διαφορὰν μεταξὺ τῆς μικροτέρας καὶ μεγαλυτέρας τιμῆς διὰ τὸ πρᾶγμα τῆς τρεχούσης ἐσοδείας· διὰ τὸ προσεχὲς ἔτος τὸ πρᾶγμα εἶναι κινδυνωδέστερον, διότι ἀπὸ τοῦδε ρυθμίζεται τὸ ζήτημα τοῦ παρακρατήματος χωρὶς νὰ γνωρίζωμεν ὑπὸ ποίας συνθήκας θὰ εὑρίσκηται ἡ νέα ἐσοδεία διὰ νὰ λάβῃ ἀποφάσεις· καὶ εἶναι ἐνδεχόμενον, ἂν αἱ συνθῆκαι εἶναι πολὺ δυσμενεῖς λόγῳ ὑπερπαραγωγῆς, νὰ πληρώνωμεν τὴν ἐπιβάρυνσιν ἁλμυρωτέραν. Ὑποθέτω κατὰ συνέπειαν ὅτι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἰσχυρίσθησαν ὅτι ἡ ὑποτίμησις τοῦ δελτίου θὰ φέρῃ ὑποτίμησιν τῆς σταφίδος, ὄχι μόνον δὲν εἶναι ἀληθές, ἀλλὰ τοὐναντίον ἡ ὑπερτίμησις τοῦ δελτίου, ὑπαρχούσης ἀζητησίας, θὰ ἐπιφέρῃ ὑποτίμησιν τῆς σταφίδος, διότι ἡ τιμὴ κατὰ τὴν περίοδον τῆς ἀζητησίας εἶναι πολὺ κινδυνώδης. Ἀναλογιζόμεθα τὰς εὐθύνας τὰς ὁποίας ἔχομεν ἀπέναντι τῶν σταφιδοπαραγωγῶν, οἱ ὁποῖοι ἐν εὐλόγῳ ἀγανακτήσει θὰ δύνανται νὰ μᾶς εἴπωσι· «διατί, κύριοι, μᾶς ἐπιβαρύνετε μὲ τὰ ἔξοδα τῆς ἐξαγωγῆς, ἀφοῦ ἡ σταφίς μας ἔχει τόσον;» καὶ θὰ εὑρίσκωνται ἐν δικαιολογίᾳ πειθούσῃ.
§132Α. ΜΑΡΚΟΥ. Πόσον ἐπιβαρύνεται;
§133Γ. ΛΟΥΠΙΝΑΣ. Ὅσον καὶ ἂν ἐπιβαρύνεται, θὰ ἔχωμεν ὅλην τὴν μῆνιν καὶ ὅλην τὴν ὀργὴν τοῦ σταφιδικοῦ κόσμου ἐναντίον ἡμῶν προσωπικῶς, ἐνῷ σήμερον εἴμεθα ἀπηλλαγμένοι ἀπὸ τῆς ὀργῆς καὶ δυνάμεθα νὰ τοῖς εἴπωμεν ὅτι ἐκάμαμεν ὅ,τι ἦτο δυνατὸν νὰ κάμωμεν.
§134Α. ΜΑΡΚΟΥ. Ἐκανονίσατε ποίαν ζημίαν θὰ ὑποστῇ ἡ σταφιδοπαραγωγή;
§135Γ. ΛΟΥΠΙΝΑΣ. Διὰ νὰ κανονίσωμεν, κ. συνάδελφε, τὸ ποσὸν τῆς ζημίας πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει μας τὰς συνθήκας ὑπὸ τὰς ὁποίας θὰ εὑρίσκηται ἡ προσεχὴς παραγωγή. Πῶς θέλετε ἀπὸ τοῦδε νὰ κανονίσω ζητήματα τὰ ὁποῖα ὁ θεσμὸς τῆς παρακρατήσεως ὥρισε νὰ ρυθμίζωνται κατὰ τὸ τέλος τοῦ ἔτους, ὁπόταν ἔχωμεν τὴν παραγωγὴν ἑκάστου ἔτους;
§136Α. ΜΑΡΚΟΥ. Νομίζω ὅτι πρέπει νὰ μᾶς δώσητε καὶ τὴν ἰδικήν σας ἄποψιν διὰ νὰ μὴ λέγητε σεῖς οἱ ἀποκρούοντες ὅτι ἡ πρότασις νόμου εἶναι ἐστερημένη ἠθικῆς βάσεως, νὰ μὴ λέγητε πράγματα ἐστερημένα βάσεως. (Θόρυβος).
§137ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τέλους θὰ μὲ ἀναγκάσητε νὰ διακόψω τὴν συνεδρίασιν. Ὑπάρχει εἷς Κανονισμός· πρέπει νὰ τὸν σεβώμεθα.
§138Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Ἐπὶ τῆς διεξαγωγῆς τῆς συζητήσεως, κ. Πρόεδρε.
§139ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, κ. Καρασεβδᾶ.
§140Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Ἐπὶ τῆς διεξαγωγῆς τῆς συζητήσεως, δηλαδὴ ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ, ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσω τὸν λόγον. Ἤθελον νὰ κάμω μίαν σύστασιν εἰς τοὺς κ. κ. πληρεξουσίους τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν μεταξύ των νὰ μὴ συζητοῦν, εἰς ἡμᾶς δὲ τοὺς ἄλλους πληρεξουσίους οἱ ὁποῖοι δὲν εἴμεθα ἐκ τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν νὰ μᾶς ἐπιτρέπουν νὰ κάμνωμεν ἐρωτήσεις τινὰς διὰ νὰ διαφωτισθῶμεν.
§141Γ. ΛΟΥΠΙΝΑΣ. Λογικὸν εἶναι αὐτὸ τὸ ὁποῖον λέγει ὁ κ. Καρασεβδᾶς.
§142ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τέλος πάντων πρέπει νὰ ἐννοήσῃ ἡ Συνέλευσις ὅτι διευθύνεται ἀπὸ ἕνα Κανονισμόν.
§143Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Τότε νὰ σηκωθῶμεν νὰ φύγωμεν ἡμεῖς.
§144ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε, κ. Λουπινᾶ.
§145Γ. ΛΟΥΠΙΝΑΣ. Ἐλέχθη, κύριοι συνάδελφοι, προσθέτως ὅτι ἀσφαλῶς εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐνισχυθῇ ἡ σταφιδοπαραγωγὴ διὰ τῆς ἀγορᾶς τῶν δελτίων χωρὶς τοῦτο νὰ αἰτιολογῇ καὶ κανένα ἐκ τῶν ἰσχυρισμῶν ἐκείνων τοὺς ὁποίους προανέφερα. Καὶ εἰς ἀπάντησιν λέγω ὅτι τοῦτο εἶναι ἀληθές· διότι συμβαίνει καὶ συνέβη πολλάκις, ὅτε εἴχομεν μικρὰν τιμὴν δελτίου, εἴχομεν καὶ μικρὰν τιμὴν σταφίδος. Ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ κάμω τοῦ φαινομένου αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει, μίαν ἐξήγησιν. Ἐφόσον κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ προνομίου τῆς Ἑνιαίας, τερματιζομένου, ὡς εἶπον, ἐφέτος, ἐνηργεῖτο ἀγοραπωλησία σταφίδος καὶ συγχρόνως ἐνηργεῖτο ἀποταμίευσις σταφιδοκάρπου, ἦτο δυνατὴ ἡ σύγχρονος χρησιμοποίησις τῆς σταφίδος καὶ ὡς δελτίου παρακρατήματος καὶ ὡς σταφίδος πρὸς ἐξαγωγὴν καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν ὑπῆρχε κανεὶς λόγος ἡ τιμὴ τοῦ δελτίου νὰ ἀπέχῃ ἀπὸ τὴν τιμὴν τῶν κατωτέρας ποιότητος σταφίδων· διότι εἴτε ὁ παραγωγὸς ἀπεταμίευε τὸν καρπὸν αὐτοῦ εἰς τὰς ἀποθήκας τῆς παρακρατήσεως καὶ ἐπώλει τὸ δελτίον του εἴτε ὁ ἐξαγωγεὺς ἠγόραζε σταφιδόκαρπον κατωτέρων ποιοτήτων καὶ τὸν ἀπεταμίευε, δὲν ὑπῆρχε κανεὶς λόγος τὸ δελτίον νὰ ἔχῃ τιμὴν κατωτέραν τῆς τιμῆς τῶν κατωτέρας ποιότητος σταφίδων. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἐβεβαιώθη ὅτι εἰς τὰς ἀποθήκας τῆς παρακρατήσεως εἶναι εἰσηγμένον πρᾶγμα πλειότερον ἐκείνου τὸ ὁποῖον θὰ ἀπαιτηθῇ πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῆς ἐξαγωγῆς τοῦ τρέχοντος ἔτους καὶ ἐγεννήθη τὸ ζήτημα τοῦτο, ἐπιζητηθείσης τῆς παρεμβάσεως τοῦ Κράτους εἰς τὰς κερδοσκοπικὰς ἐπιχειρήσεις τῶν δελτιούχων, οἱ πάντες κατενόησαν ὅτι ἡ ὁδὸς πρὸς τὰς ἀποθήκας τῆς ἀποταμιεύσεως ἔκλεισε καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν εἶναι δυνατὴ ἡ χρησιμοποίησις σταφίδος συγχρόνως καὶ ὡς σταφίδος πρὸς παρακράτησιν καὶ ὡς σταφίδος πρὸς ἐξαγωγὴν καὶ κατ’ ἀνάγκην ἕκαστον πρᾶγμα θὰ ἀκολουθήσῃ ἤδη κανονικῶς, ἰδιαιτέρως καὶ αὐτοτελῶς τὸν νόμον τῆς προσφορᾶς καὶ τῆς ζητήσεως. Ἀλλ’ ἡ Ἐπιτροπὴ κατὰ τοῦ ἀδικαιολογήτου αὐτοῦ ἐπηρεασμοῦ, τὸν ὁποῖον ἐστήριζον εἰς τὸ ὅτι ὁ σταφιδικὸς κόσμος ἐπὶ μακρὸν εἶχεν ἐθισθῆ νὰ θεωρῇ ὑπολειπομένην ὀλίγον τὴν τιμὴν τοῦ δελτίου τῆς τιμῆς τῆς σταφίδος, κατὰ τοῦ ψυχολογικοῦ αὐτοῦ ἐπηρεασμοῦ, ὡς καὶ κατὰ τῶν παραχθεισῶν ἐντυπώσεων ἐκ τῆς ἀπορρίψεως ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς προτάσεως αὐτῆς καὶ κατὰ τῶν ἀπογοητευτικῶν αὐτῆς ἐντυπώσεων εἴχομεν τὴν πρόνοιαν νὰ προτείνωμεν ἓν ἄλλο μέτρον. Συνιστῶντες τὴν ἀπόρριψιν τῆς προτάσεως τῆς μεταφορᾶς ἐκ τῆς ἀγορᾶς τῶν δελτίων ὡς ἐπιβεβλημένην ἀπολύτως εἴχομεν τὴν πρόνοιαν νὰ συστήσωμεν δι’ ἄλλων μέτρων τὴν τόνωσιν τοῦ ἠθικοῦ τῶν σταφιδοπαραγωγῶν κατὰ τρόπον ἀσφαλῆ, ὁ ὁποῖος θὰ ἐβελτίου τὴν κατάστασιν, ἄν, ἀφοῦ ἡ πρότασις αὐτὴ ἔγινεν, ὁ ἀξιότιμος κ. Πρωθυπουργὸς περιέβαλλε δι’ εὐνοίας τὴν πρότασιν καὶ ἀνεκοινοῦτο ὅτι ἡ πρότασις ἡ ἐγκριθεῖσα ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς θὰ καθίστατο νόμος τοῦ Κράτους. Ἐπὶ εἰκοσαετίαν ὅλην ἡ ὑπόσχεσις τῆς Προνομιούχου Ἑταιρείας ὅτι ἠσφάλιζε τὴν ἐλαχίστην τελευταίαν ποιότητα μὲ 115 δραχμὰς εἶχε τὴν δύναμιν τῆς συντηρήσεως τῆς τιμῆς εἰς τὸ ἐλάχιστον αὐτὸ ποσὸν καὶ ἦτο τὸ ἠθικὸν τῶν παραγωγῶν ἐν τῷ ποσῷ τούτῳ ἠσφαλισμένον, ὅτι κάτω τοῦ ποσοῦ αὐτοῦ δὲν ἔτρεχον τὸν κίνδυνον νὰ ἴδωσι τὸ προϊόν των κατερχόμενον. Ἂν ἡ ὑπόσχεσις μιᾶς Ἑταιρείας κατώρθωσεν ἐπὶ εἰκοσαετίαν νὰ διατηρήσῃ σταθερὰν τὴν κατάστασιν αὐτήν, διατί ἡ ὑπόσχεσις τοῦ Κράτους διὰ τῆς ψήφου τῆς Συνελεύσεως ἀπὸ τοῦδε παρεχομένης δὲν θὰ ἠσφάλιζεν ἐπαρκέστατα τὴν παραγωγήν, ἡ ἐξασφάλισις τῆς ὁποίας εἶναι συμφέρον ὄχι μόνον τῶν πυκνῶν πληθυσμῶν τῆς Πελοποννήσου, οἱ ὁποῖοι ἀείποτε ὑπῆρξαν αἱ μέλισσαι αἱ ὁποῖαι ἐν τῇ πρώτῃ γραμμῇ ἐπεκούρησαν καὶ ἐπικουροῦν, ὡς εἶχον καθῆκον, τὸ Κράτος, ἀλλ’ ὁλοκλήρου τῆς Ἑλληνικῆς Κοινωνίας, εἰς τὴν ὁποίαν τὸ ἐκ τῆς σταφίδος συνάλλαγμα εἶναι ἓν ἀπὸ τὰ πολυτιμότερα, δύο ἢ τρία, κεφάλαια ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐρείδεται ἡ οἰκονομία ἡ ἐθνική; Ἔχει δὲ ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν καὶ τὴν ὁποίαν ἔτυχον τῆς εὐχαριστήσεως νὰ ἴδω ἐγκρινομένην ὑπ’ αὐτῆς, ἁπλότητα μεγάλην καὶ εὐχέρειαν, ὥστε ἀπὸ τῆς ἰδίας στιγμῆς τῆς σημερινῆς νὰ ἐπέλθῃ αἰσθητὴ ἡ ἀνακούφισις εἰς τοὺς σταφιδικοὺς πληθυσμούς. Ἐπειδὴ διενεμήθη ἀπὸ μηνὸς καὶ πλέον ἡ πρότασις αὕτη καὶ δὲν εἶναι ἴσως ὑπ’ ὄψει ὅλων τῶν ἀξιοτίμων κ. κ. πληρεξουσίων, δὲν εἶναι δὲ καὶ μακρά, διότι δὲν περιέχει παρὰ μόνον 4 ἀρθρίδια, θὰ σᾶς τὴν ἀναγνώσω καὶ θὰ σᾶς ἐπεξηγήσω κατὰ τίνα τρόπον ἐξασφαλίζεται ἀπολύτως τὸ εἶδος τοῦτο καὶ μεταδίδεται μὲ ἠθικὸν ἀκμαῖον ἡ σταφὶς εἰς τὴν νέαν κατάστασιν, τὴν ὁποίαν κατ’ ἀνάγκην θὰ ρυθμίσωμεν λίαν προσεχῶς καὶ τὴν ὁποίαν ἔπρεπεν ἀπὸ τοῦδε νὰ ἔχωμεν ρυθμίσει, ἵνα μὴ τὴν τελευταίαν στιγμὴν λάβωμεν τὰ προχειρότερα μέσα ἀπὸ τὰς παρεχομένας λύσεις, ὡς μοναδικὴν διέξοδον, ἐνῷ ἐνδέχεται αὗται νὰ ὑποκρύπτωσι καὶ ἄλλα πράγματα. Ἰδού. Ἄρθρον πρῶτον (ἀναγινώσκει): «Ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὅπως.... κτλ.» Ἐξηγῶ, ἀξιότιμοι κύριοι πληρεξούσιοι, αὐτὸ τὸ «κατ’ ἐλάχιστον» παρέχει μίαν εὐχέρειαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν κατὰ τὸν τελευταῖον μῆνα τοῦ σταφιδικοῦ ἔτους ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἐπικαταλλαγῆς νὰ ὁρίσῃ τιμὴν ἡ ὁποία θὰ ἐξασφαλίζῃ τὴν εἰσαγωγὴν εἰς τὸ Κράτος τοῦ συναλλάγματος ἐκείνου, τὸ ὁποῖον πάντοτε ἡ κατανάλωσις σταφίδος μᾶς προσφέρει ἀπὸ ἐτῶν. Δὲν ἐπιζητοῦμεν νὰ καταπονήσωμεν κανένα· ἐπιζητοῦμεν ἁπλῶς νὰ συντηρήσωμεν τὰ κεκτημένα. Ὑπαρχούσης δὲ ἐδῶ μέσα μιᾶς ὁπωσδήποτε σταθερᾶς καταστάσεως ἀσφαλῶς θὰ δυνηθῶμεν νὰ λάβωμεν μέτρα, τὰ ὁποῖα ἀληθῶς θὰ ἀποβαίνωσι πολύτιμα εἰς ἡμᾶς, τὰ ὁποῖα ἀποκλειστικῶς θὰ μᾶς χρησιμεύσωσι, διότι, ἂν ἀφήσωμεν νὰ ἐξανεμισθῇ ἡ τιμὴ ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, τὰ μέτρα τὰ ὁποῖα τυχὸν ἤθελε λάβει θὰ εἶναι ἀνάγκη νὰ ὑπηρετήσωσι τὸν σκοπὸν διὰ τὸν ὁποῖον θὰ προορίζωνται. Ἄρθρον δεύτερον (ἀναγινώσκει): «Πρὸς ἐξόφλησιν τοῦ συναφθησομένου δανείου.... κτλ.» Ἂν παραμείνῃ ἀδιάθετον καὶ ὅσον ποσὸν παραμείνῃ ἀδιάθετον εἰς τὸ τέλος τοῦ σταφιδικοῦ ἔτους καὶ αὐτὸ θὰ τὸ ἀγοράσῃ τὸ Κράτος καὶ ἐπὶ τῇ τιμῇ τῇ ἄνω ὁρισθείσῃ. Ταῦτα δὲ πάντα καθορίζονται καὶ ἀπὸ τῆς στιγμῆς αὐτῆς ἐξασφαλίζουσι καὶ πείθουσιν ἕκαστον ὅτι οὐδεμίαν σχέσιν ἔχει ὁ δημόσιος θησαυρός, ἐξασφαλίζουσι καὶ τὴν τιμὴν τοῦ πράγματος καὶ ἐγγυῶνται διὰ τὴν μέλλουσαν παραγωγὴν ἐπὶ μεγάλῃ ὠφελείᾳ τῆς σταφιδοπαραγωγῆς· ὅτι δὲ εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ γίνῃ ἀμέσως πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῆς σταφιδοπαραγωγῆς καὶ εἰς βάρος αὐτῆς, δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ γίνῃ πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῶν κερδοσκόπων καὶ εἰς βάρος τῆς σταφιδοπαραγωγῆς.
§146Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Τὸν μηχανισμὸν νὰ μᾶς εἴπητε.
§147Γ. ΛΟΥΠΙΝΑΣ. Μάλιστα· λέγω (ἀναγινώσκει): «Πρὸς ἐξόφλησιν.... κτλ.» Διότι δὲν ἠξεύρω ἂν θὰ μείνῃ καὶ πόσον πρᾶγμα θὰ μείνῃ. Ἔχομεν π. χ. 10,000,000 αὐτούσιον σταφιδόκαρπον....
§148Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Ἀπὸ τώρα;
§149Γ. ΛΟΥΠΙΝΑΣ. Ὁ νόμος θὰ γίνῃ ἀπὸ τοῦδε, τώρα δὲ θὰ εἴπω τί θὰ γίνῃ. Θὰ γίνῃ μία σύμβασις μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης νὰ παρέχῃ δάνεια ἐπὶ ἐνεχυριάσει καρποῦ καὶ ὅσος καρπὸς θὰ μείνῃ ἀδιάθετος, αὐτὸς θὰ ἀγορασθῇ ἕως ὅτου θὰ ζητηθῇ ὑπὸ τῆς ἐξαγωγῆς. Αὐτὸ θὰ λάβῃ τὴν πρὸς τὸ ἐξωτερικὸν ἄγουσαν.
§150ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Τὰ χρήματα;
§151Γ. ΛΟΥΠΙΝΑΣ. Τὰ χρήματα θὰ καλυφθῶσι μὲ τὴν ἀγοραίαν ἀξίαν. Ἂν ἀγορασθῶσι 15,000,000 λίτραι αὐτουσίου καρποῦ, αὐτὰ τὰ 15,000,000 ἔχουσι βιομηχανικὴν ἀξίαν 15×900, διότι αἱ 900 δραχ. εἶναι ἡ τιμή = 13,500,000.
§152Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Τὴν διαφορὰν τῆς τιμῆς ποῖος τὴν χάνει;
§153Γ. ΛΟΥΠΙΝΑΣ. Τὸ λέγει καθαρά (ἀναγινώσκει): «Πρὸς ἐξόφλησιν... κτλ.» Μᾶς μένουν ἐπὶ παραδείγματι διὰ 15,000,000 λίτρας 25,000,000 δραχμαί. Ἔχομεν παραγωγὴν 250,000,000 λιτρῶν σταφίδος, θὰ βάλωμεν 100 δραχ. τὸ χιλιόλιτρον φόρον ἐπὶ τῆς παραγωγῆς καὶ θὰ εἰσπράξωμεν τὰ 25,000,000. Διὰ τούτων θὰ ἐπιβαρύνωμεν τὴν προσεχῆ παραγωγὴν ὑπὲρ τοῦ ἀδιαθέτου ποσοῦ καὶ τῆς μελλούσης παραγωγῆς. Αὐτὸ παρ’ οὐδενὸς ἀποκρούεται, διότι εἶναι ὑπὲρ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι θὰ φορολογηθῶσιν, ἐνῷ τὸ ἄλλο ἀποκρούεται ἀπὸ ὅλους τοὺς σταφιδοπαραγωγούς, διότι εἶναι ὑπὲρ τῶν ἐμπόρων.
§154ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Μὲ τὰ δελτία τοῦ ἑπομένου ἔτους θὰ ἐπιβαρυνθῇ ἡ παραγωγὴ τοῦ ἑπομένου ἔτους;
§155Γ. ΛΟΥΠΙΝΑΣ. Θὰ σᾶς εἴπω. Δὲν γνωρίζομεν τὰς συνθήκας τῆς νέας παραγωγῆς διὰ νὰ καθορίσωμεν ἀπὸ τοῦδε ἂν ἡ μεταφορὰ τῶν δελτίων θὰ εἶναι ἐπιτετραμμένη εἰς τὴν νέαν παραγωγὴν ἢ ὄχι, διότι κατὰ τὸν θεσμὸν τῆς παρακρατήσεως, ὁ ὁποῖος ἐλειτούργησε καὶ κρατεῖ μέχρι τῆς 10ης Αὐγούστου ἐ. ἔ., τὸν ὁποῖον θεσμὸν θὰ τὸν συντηρήσωμεν ἢ δὲν θὰ τὸν συντηρήσωμεν ἐκ τῆς μελέτης ἡ ὁποία θὰ γίνῃ κατὰ τὴν παγίαν λύσιν τοῦ σταφιδικοῦ προβλήματος. Κατὰ τὸν θεσμὸν αὐτόν, τὸ παρακράτημα ὁρίζεται εἰς τὸ τέλος τοῦ σταφιδικοῦ ἔτους ὁπότε εἶναι συγκεκομισμένη ἡ νέα παραγωγὴ καὶ γίνονται ὑπολογισμοὶ εἰς ποῖον ποσὸν θὰ ἀνέλθῃ ἡ νέα παραγωγὴ καὶ καθορίζουν ποῖον ποσοστὸν θὰ ἔχωμεν εἰς εἶδος καὶ ποῖον εἰς χρῆμα. Ἀπὸ τοῦδε δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γνωρίζωμεν ἀκριβῶς τὰς συνθήκας καὶ δι’ αὐτὸ εἰς τὸν κ. συνάδελφον πρὸ ὀλίγου ἐρωτήσαντα εἶπον ὅτι ἀκριβῶς δὲν δύναμαι νὰ τῷ εἴπω πόσον θὰ ζημιωθῇ ἡ νέα παραγωγή, διότι εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ ὑπάρξωσι συνθῆκαι αἱ ὁποῖαι δὲν θὰ προκαλέσωσι ζημίαν καὶ εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξωσι συνθῆκαι αἱ ὁποῖαι θὰ προκαλέσωσι ζημίαν. Ὁ κ. Τσιτσίλιας εἶπεν ὅτι ἐγὼ δὲν ἀπεδέχθην ποσῶς τοιαῦτα πράγματα.
§156Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Σᾶς παρακαλῶ. Εἴπομεν ὅτι ἡ συζήτησις αὕτη δὲν θὰ διαρκέσῃ περισσότερον τῆς μιᾶς ὥρας, δι’ ἀπόψε τοὐλάχιστον, καὶ θὰ παρακαλέσω καὶ τὸν κ. συνάδελφον νὰ συντομεύσῃ, τοὺς δὲ ὑπολοίπους κ. κ. συναδέλφους νὰ μὴ ὁμιλήσουν περισσότερον ἀπὸ ἓν τέταρτον. Σᾶς ὁμολογῶ ὅτι δύναται τὸ ζήτημα αὐτὸ εἴτε ἀπὸ τῆς μιᾶς εἴτε ἀπὸ τῆς ἄλλης ἀπόψεως διαπραγματευόμενον ἀσφαλῶς νὰ τελειώσῃ ἐντὸς μιᾶς ὥρας. Εἶναι περιττὸν νὰ δεχθῶμεν ὅτι δὲν ὑπάρχουσι κερδοσκόποι. Κερδοσκόποι ὑπάρχουν. Μάλιστα παρεμπιπτόντως μοὶ ἐνθυμίζει ἡ ἱστορία αὐτὴ τὸ ἑξῆς: Ὅταν κατὰ τὸ θέρος ὑπεστήριζον ὅτι πρέπει νὰ ἀγορασθῇ σταφίς, διότι ἄλλως αἱ τιμαί της θὰ ἔχουν καταρρεύσει κάτω τῶν 1000 δραχμῶν καὶ δὲν θὰ εἰσέρχηται συνάλλαγμα τόσον, ἔλαβον διαμαρτυρίας διαφόρων Οἴκων ὅτι αὐτὸ ποὺ κάμνω εἶναι καταστροφὴ διὰ τὴν σταφίδα, ἐνῷ ἄλλοι μοὶ ἐτηλεγράφησαν ὅτι πρέπει δι’ ὄνομα τοῦ Θεοῦ νὰ ἀγορασθῶσι καὶ ἄλλαι σταφίδες, διότι οἱ μὲν ἐπήγαιναν μὲ τὰ ἐπάνω, οἱ δὲ ἄλλοι μὲ τὰ κάτω. Παντοῦ κερδοσκοπία. Καὶ πρέπει νὰ ἴδωμεν ποῖον εἶναι τὸ σωστόν.
§157Γ. ΛΟΥΠΙΝΑΣ. Ἐγὼ δὲν λέγω τοῦτο. Ἐγὼ λέγω τὸ ἑξῆς· ἀκούσατέ με, κ. πρόεδρε. Τὸ συμφέρον....
§158Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ δὲν ἀρνοῦμαι εἰς κανένα τὸ δικαίωμα νὰ ὑποστηρίξῃ τὸ συμφέρον του, ἀλλὰ τὸ συμφέρον αὐτὸ νὰ μὴ εἶναι ἀντίθετον πρὸς τὸ γενικὸν συμφέρον.
§159Γ. ΛΟΥΠΙΝΑΣ. Ἄρθρον τρίτον (ἀναγινώσκει): «Εἰς τὸ τέλος τοῦ τρέχοντος σταφιδικοῦ ἔτους δύναται ἡ Κυβέρνησις, ἂν αἱ συνθῆκαι τῆς νέας παραγωγῆς ἐπιτρέπωσιν ἀζημίως τοῦτο, νὰ χρησιμοποιήσῃ τὸ ἀγορασθησόμενον ποσὸν ὡς παρακράτημα, κατὰ προτίμησιν κατὰ τοὺς πρώτους μῆνας τοῦ 1925–1926 χρησιμοποιητέον, μὲ τιμὴν κατ’ ἐλάχιστον δραχ. 2,500». Δηλαδή, ἂν τὸ ἐπιτρέπωσιν αἱ συνθῆκαι τῆς παραγωγῆς εἰς καιρὸν ποὺ θὰ ἔχωμεν γνῶσιν τῆς παραγωγῆς τοῦ νέου ἔτους, ὁπότε δὲν ἔχομεν πλέον φόβους νὰ ἐπιβαρύνωμεν τὴν νέαν παραγωγήν. Δυνάμεθα ἐφαρμόζοντες τὸν θεσμὸν τῆς παρακρατήσεως, ἂν αἱ συνθῆκαι τὸ ἐπιτρέπουν, νὰ εἴπωμεν ὅτι αὐτὸ τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται εἰς τὰς ἀποθήκας τῆς ἀγορᾶς, αὐτὸ τὸ ποσὸν τὸ χρησιμοποιοῦμεν ὡς παρακράτημα, χρησιμοποιητέον κατὰ τὴν ἀρχὴν τῆς ἐξαγωγῆς τοῦ νέου ἔτους». Ἄρθρον τέταρτον (ἀναγινώσκει): «Διὰ Διατάγματος ἐκδιδομένου προτάσει τῶν Ὑπουργῶν Ἐθνικῆς Οἰκονομίας καὶ Οἰκονομικῶν, ἐντὸς τοῦ 2ου δεκαημέρου τοῦ Αὐγούστου 1925, ρυθμισθήσονται τὰ τοῦ ἐπιβλητέου φόρου ἢ τῆς χρησιμοποιήσεως τοῦ ἀγορασθησομένου καρποῦ ὡς παρακρατήματος καὶ πᾶσα ἄλλη σχετικὴ λεπτομέρεια». Αὐτός, κύριοι πληρεξούσιοι, ὁ διπλοῦς μηχανισμὸς τῆς προτάσεως τὴν ὁποίαν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν καὶ εἰς τὴν Συνέλευσιν καὶ ἡ ὁποία ἐνεκρίθη ὑπὸ τῆς κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς. Εἶναι ἀνάγκη ἐπιτακτικὴ νὰ κυρωθῇ διὰ τῆς ψήφου τῆς Συνελεύσεως, διότι εἶμαι πεπεισμένος ὅτι ἡ ἐπιψήφισις τῆς προτάσεως αὐτῆς θὰ ἔχῃ καὶ ἄμεσον τὴν ὑπερτίμησιν τῆς σταφίδος εἰς τὴν τιμὴν τῶν 2,500 εἰς τὸν τόπον τῆς παραγωγῆς. Ἔχω τὴν πεποίθησιν, κύριοι πληρεξούσιοι, ὅτι ἡ πρότασις αὕτη ἐπιψηφιζομένη λόγῳ τοῦ ὅτι φέρει ἀμέσως καὶ ἀσφαλῶς εἰς τὴν ἐξασφάλισιν τοῦ βίου τῶν παραγωγῶν καὶ τὴν ἐγγύησιν τῆς περιουσίας των, θὰ ἀποδώσῃ ὄχι μόνον τὴν γαλήνην τῆς οἰκονομικῆς ἀσφαλείας εἰς τοὺς πληθυσμοὺς οἱ ὁποῖοι συνταράσσονται, ἀλλὰ θὰ ἀποδώσῃ καὶ ὑπηρεσίαν μεγάλην εἰς ὅλην τὴν ἐθνικὴν οἰκονομίαν, διότι δὲν θὰ ἐπιτρέψῃ οὔτε κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο τὴν μείωσιν τοῦ συναλλάγματος τοῦ εἰσαγομένου ἐκ τοῦ ἀδιαθέτου καρποῦ τῆς σταφίδος, θὰ συντηρήσῃ δὲ τὰς τιμὰς καὶ ἐν τῷ ἐξωτερικῷ ἐπ’ ὠφελείᾳ καὶ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν σταφίδας ἀδιαθέτους, οὕτως ὥστε τὸ συνάλλαγμα τὸ σταφιδικὸν εἰσαγόμενον κανονικῶς κατὰ τὰς διαφόρους ἐποχὰς τοῦ ἔτους εἰς τὴν Χώραν νὰ προσφέρῃ τὴν πολύτιμον αὐτὴν ὑπηρεσίαν εἰς τὴν νομισματικὴν κατάστασιν τῆς Χώρας, ἐκ τῆς ὁποίας ἐξαρτῶνται πάντες καὶ τὰ πάντα.
§160ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ἐπὶ τοῦ σταφιδικοῦ.
§161ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Διατί νὰ διακοπῇ;
§162ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀπόφασις τῆς Συνελεύσεως καὶ ἡ ὥρα συνεπληρώθη. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ Ὑδρεύσεως Ἀθηνῶν Πειραιῶς κλπ.». Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Β. Χατζηλίας.
§163Β. ΧΑΤΖΗΛΙΑΣ. Κύριοι πληρεξούσιοι, τῇ 22ᾳ Δεκεμβρίου 1924 ὑπεγράφη μεταξὺ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἀφ’ ἑνὸς καὶ τῆς Ἀμερικανικῆς Ἑταιρείας Γιοῦλεν καὶ Σίας» καὶ τῆς Τραπέζης Ἀθηνῶν ἀφ’ ἑτέρου σύμβασις διὰ τὴν κατασκευὴν καὶ ἐκμετάλλευσιν τῶν ἔργων ὑδρεύσεως Ἀθηνῶν– Πειραιῶς ἐκ λίμνης τεχνητῆς, ἥτις θὰ κατασκευασθῇ εἰς τὸν Μαραθῶνα. Ἡ σύμβασις αὕτη κατετέθη ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν Ἐθνοσυνέλευσιν πρὸς κύρωσιν ὁμοῦ μετὰ τοῦ ἀπαιτηθησομένου σχετικοῦ νομοσχεδίου. Ἡ Συνέλευσις παρέπεμψε τὴν σύμβασιν ταύτην εἰς Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν, ἀπαρτισθεῖσαν ἐκ 45 πληρεξουσίων. Οἱ ὅροι τῆς συμβάσεως Γιοῦλεν καὶ Σιας καὶ Τραπέζης Ἀθηνῶν εἶναι οἱ ἑξῆς: Ἔκδοσις δανείου 10 ἑκατομμυρίων δολλαρίων πρὸς ἐπιτόκιον 8% καὶ τιμὴν ἐκδόσεως 85%. Τὸ δάνειον ἐκδοθήσεται τῇ 1ῃ Ἀπριλίου 1925. Θὰ καταβληθῇ εἰς τὸ Κράτος εἰς τέσσαρας ἐτησίας δόσεις, ἀπὸ 1ης Ἀπριλίου 1925 μέχρι 1ης Ἀπριλίου 1928. Τὰ τοκομερίδια θὰ πληρώνωνται κατὰ ἑξαμηνίαν ὡς καὶ τὸ χρεολύσιον κατὰ ἑξαμηνίαν διὰ κληρώσεως τῶν ὁμολογιῶν εἰς τὸ ἄρτιον ἢ δι’ ἀγορᾶς τῶν ὁμολογιῶν ὑπὸ τὸ ἄρτιον. Ἡ ἐξόφλησις θὰ γίνῃ εἰς διάστημα 20½ ἐτῶν, καταβαλλομένου τοκοχρεολυσίου κατὰ ἑξαμηνίαν ἐκ 500,000 δολλαρίων, ἀπὸ τοῦ ἕκτου ἔτους μέχρι τοῦ βʹ ἑξαμήνου τοῦ 25ου ἔτους. Τὸ πρῶτον τοκομερίδιον 1ης Ὀκτωβρίου 1925 τοῦ Αʹ τμήματος τοῦ δανείου δὲν θὰ πληρωθῇ ὁλόκληρον, ἀλλὰ θὰ καταβληθῇ μόνον τόσον ποσὸν ὅσος θὰ εἶναι ὁ τόκος ἀπὸ τῆς καταβολῆς τοῦ τμήματος τούτου τοῦ δανείου εἰς τὸ Κράτος μέχρι τῆς 1ης Ὀκτωβρίου 1925. Διὰ τὸ Βʹ τμῆμα τοῦ δανείου τὰ δύο πρῶτα τοκομερίδια τοῦ πρώτου ἔτους δὲν θὰ πληρωθῶσιν ὑπὸ τοῦ Κράτους εἰς τὴν Ἑταιρείαν, ἀλλὰ θὰ ἀποκοπῶσι καὶ θὰ καταστραφῶσι πρὸ τῆς παραδόσεως τῶν ὁμολογιῶν εἰς αὐτήν. Διὰ τὸ Γʹ τμῆμα τοῦ δανείου θὰ καταστραφῶσι τὰ τοκομερίδια δύο ἐτῶν. Διὰ τὸ Δʹ τμῆμα τοῦ δανείου θὰ καταστραφῶσι τὰ τοκομερίδια τριῶν ἐτῶν. Κατὰ τὸ διάστημα τῆς κατασκευῆς τῶν ἔργων ἐπὶ 5 ἔτη θὰ πληρώνεται μόνον τόκος, μετὰ τὸ πέμπτον ἔτος θὰ ἀρχίσῃ ἡ ἀπόσβεσις. Τὸ κέρδος τῆς Ἑταιρείας εἶναι σταθερὸν 1,200,000 δολλάρια. Οὐδὲν δὲ ἕτερον κέρδος ἐξ οὐδενὸς ἄλλου κεφαλαίου ἔχει. Ἡ ἐκμετάλλευσις θὰ διαρκέσῃ 22 ἔτη μὲ κέρδος ὑπὲρ τῆς Ἑταιρείας 7½% ἐπὶ τῶν καθαρῶν ἐτησίων εἰσπράξεων. Τὰ ἔργα θὰ κατασκευασθῶσι διὰ λογαριασμὸν καὶ ὑπὸ τὴν ἐπίβλεψιν καὶ τὸν ἔλεγχον τοῦ Κράτους. Ἡ προμήθεια τῶν Τραπεζῶν, αἵτινες θὰ πληρώνωσι τὰ τοκοχρεολύσια, θὰ εἶναι ¼%. Ἔξοδα ἐκδόσεως δανείου σταθερὰ 15,000 δολλάρια. Αἱ ὁμολογίαι θὰ εἶναι 1000 δολλαρίων ἑκάστη. Τὸ προϊὸν τοῦ δανείου θὰ εἶναι κατατεθειμένον ἐν Νέᾳ Ὑόρκῃ καὶ θὰ ἀποδίδῃ τόκον εἰς τὸ Κράτος τὸν συνήθη τόκον διὰ καταθέσεις ἐν ὄψει. Τὰ τοκοχρεολύσια θὰ πληρώνωνται 1 μῆνα πρὸ τῆς λήξεως αὐτῶν. Μετὰ τὸ πέμπτον ἔτος δικαιοῦται ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις νὰ ἐξοφλήσῃ εἰς τὸ ἄρτιον τὰς ἐκδοθησομένας ὁμολογίας, εἰδοποιοῦσα τοὺς κατέχους ἓξ μῆνας πρότερον. Ἡ Τράπεζα Ἀθηνῶν ἐνδιαφέρεται μόνον διὰ τοὺς ὅρους τοῦ δανείου, διότι ἀναλαμβάνει τὴν ἀγορὰν ὁμολογιῶν 5,000,000 δολλαρίων. Τὸ ἕτερον ἥμισυ τοῦ δανείου θὰ ἐξαγοράσῃ ἡ Γιοῦλεν καὶ Σια. Τῇ 19ῃ Ἰανουαρίου ὑπεβλήθη εἰς τὴν Ἐθνοσυνέλευσιν ὑπὸ ἄλλης Ἀμερικανικῆς Ἑταιρείας ἀρτισυστάτου, ἥτις φέρει τὸν τίτλον «Ἀμερικανικὴ Ἑταιρεία ἀναπτύξεως τῆς Ἑλλάδος» (Μὰκ–Ἄρθουρ), πρότασις συμβάσεως διὰ τὸν αὐτὸν σκοπόν. Οἱ ὅροι τῆς συμβάσεως Μὰκ–Ἄρθουρ εἶναι οἱ ἑξῆς: Ἔκδοσις δανείου μέχρι 16 ἑκατομμυρίων δολλαρίων πρὸς 7½% καὶ τιμὴν ἐκδόσεως 87% κατὰ τὴν ἐκλογὴν τοῦ ἀναδόχου καὶ συμφώνως πρὸς τὰς διαθέσεις τῶν χρηματαγορῶν εἴτε τμηματικῶς εἰς τέσσαρα ἴσα τμήματα ἐτήσια, τοῦ πρώτου γενησομένου ἐντὸς 6 μηνῶν ἀπὸ τῆς κυρώσεως τῆς συμβάσεως, εἴτε αἱ ὁμολογίαι ἐκδοθήσονται διὰ τὸ ὁλικὸν ποσὸν τοῦ δανείου ἐξαγοραζόμεναι διὰ τεσσάρων ἴσων πληρωμῶν, γενησομένων κατὰ τὰς αὐτὰς ἡμερομηνίας καθ’ ἃς καὶ ἂν ἡ ἔκδοσις ἤθελε γίνει τμηματικῶς εἰς 4 ἔτη. Τὸ προϊὸν τοῦ δανείου ἑκάστου τμήματος θὰ καταβάλλεται ἐντὸς μηνὸς ἀπὸ τῆς ἐκδόσεως αὐτοῦ. Διὰ τὴν ἔγκαιρον ἔναρξιν τῆς κατασκευῆς τῶν ἔργων προβλέπονται προκαταβολαί. Τὰ τοκομερίδια καὶ τὸ τοκοχρεολύσιον θὰ πληρώνωνται ἅπαξ τοῦ ἔτους. Ἡ ἀπόσβεσις θὰ συντελεσθῇ ἐντὸς 20 ἐτῶν, ἀπὸ τοῦ 6ου μέχρι τοῦ τέλους τοῦ 25ου ἔτους. Ἂν ἡ ἔκδοσις εἶναι τμηματική, τότε τὰ τοκομερίδια τῶν πρὸ τῆς ἐκδόσεως ἐτῶν διὰ τὰ τρία τμήματα θὰ καταστραφῶσιν ἀποκοπτόμενα. Κατὰ τὸ διάστημα τῆς κατασκευῆς τῶν ἔργων ἐπὶ 5 ἔτη θὰ πληρώνεται μόνον τόκος. Τὸ κέρδος τῆς Ἑταιρείας θὰ εἶναι: 1) 12%, ἂν ἐγγυηθῇ τὴν σκοπιμότητα τῶν ἔργων· ἂν ἀπαλλαγῇ τῆς ἐγγυήσεως ταύτης, τότε θὰ εἶναι 10% ἐπὶ τοῦ κόστους τῶν ἔργων. Εἰς τὸ κόστος περιλαμβάνεται πᾶσα δαπάνη σχέσιν ἔχουσα μὲ τὴν κατασκευὴν τῶν ἔργων. 2) 50% ἐπὶ τῆς οἰκονομίας ἐκ τῆς ἀποπερατώσεως τῶν ἔργων πρὸ τῶν 5 ἐτῶν, ἄλλως θὰ πληρώνῃ δι’ ἑκάστην ἡμέραν πέρα τῶν 5 ἐτῶν 300 δολλάρια ἐφόσον εἶναι ἀδικαιολόγητος ἡ ἐπιβράδυνσις. 3) 50% ἐπὶ τῶν οἰκονομιῶν ἀποδόσεως εἰς ἔργον· διὰ τὴν ὑπέρβασιν δὲ δαπάνης μέχρι 10% καὶ ἕτερα 5% κατόπιν τῆς ἀναθεωρήσεως τῆς ἀναλύσεως τιμῶν δὲν θὰ ὀφείλῃ ἀποζημίωσιν εἰς τὸ Κράτος. Διὰ τὴν πέρα τούτου ὑπέρβασιν θὰ καταβάλλῃ ἀποζημίωσιν εἰς τὸ Κράτος τόσα δέκατα καθ’ ὅσα ἑκατοστὰ πέρα τῶν 15% θὰ ὑπερβῇ τὴν δαπάνην. Τὰ γενικὰ ἔξοδα θὰ εἶναι 14% ἐπὶ τοῦ κόστους τῶν ἔργων. Ἡ ἐκμετάλλευσις θὰ διαρκέσῃ 20 ἢ 60 ἔτη ἀναλόγως τῆς προτιμήσεως τοῦ Κράτους· μὲ κέρδος ὑπὲρ τῆς Ἑταιρείας 7½% ἐπὶ τῶν καθαρῶν εἰσπράξεων διὰ τὴν περίπτωσιν τῶν 20 ἐτῶν ἢ μὲ τὸ ⅓ τῶν ἐναπομενόντων περισσευμάτων καὶ μὲ τὰ περισσεύματα ἐκ τῶν ποσοστῶν ἐπὶ τοῦ κόστους τῶν ἔργων διὰ τὴν συντήρησιν αὐτῶν, διὰ τὴν περίπτωσιν τῶν 60 ἐτῶν ἐκμεταλλεύσεως. Ἡ προμήθεια τῶν Τραπεζῶν θὰ εἶναι ½%. Ἔξοδα ἐκδόσεως δανείου καὶ ἔξοδα διαφημίσεως δανείου εἰς βάρος τοῦ Κράτους ἀκαθόριστα. Αἱ ὁμολογίαι θὰ εἶναι κατὰ τὸ ἥμισυ ποσὸν ὀνομαστικῆς ἀξίας 100 δολλαρίων καὶ κατὰ τὸ ἕτερον ἥμισυ 1000 δολλαρίων. Τὸ προϊὸν τοῦ δανείου θὰ εἶναι κατατεθειμένον ἐν Ἑλλάδι καὶ θὰ ἀποφέρῃ τὸν συνήθη τόκον τῶν ἐν ὄψει καταθέσεων. Τὰ τοκοχρεολύσια θὰ καταβάλλωνται 10 ἡμέρας πρὸ τῆς λήξεως αὐτῶν. Τὸ Κράτος δικαιοῦται μετὰ 5 ἔτη νὰ ἐξαγοράζῃ εἰς τὸ ἄρτιον τὰς μήπω ἀποσβεσθείσας ὁμολογίας. Κατὰ τὴν πρώτην συνεδρίασιν τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς ἀπεφασίσθη κατὰ πλειονοψηφίαν, ὅπως ἐξετασθῶσιν ἀμφότεραι αἱ συμβάσεις ἐκ παραλλήλου καὶ συγκριτικῶς πρὸς ἀλλήλας. Ἐνταῦθα γεννᾶται τὸ ζήτημα ἂν ἔπρεπε νὰ γίνῃ δεκτὸν νὰ ἐξετασθῶσι συγχρόνως αἱ δύο συμβάσεις καὶ νὰ γίνῃ σύγκρισις αὐτῶν καθ’ ὅλα αὐτῶν τὰ μέρη ἐπὶ ἴσοις ὅροις, δεδομένου ὅτι ἡ μὲν μία ἐξ αὐτῶν ἦτο σύμβασις ἐπεξειργασμένη καὶ ὑπογεγραμμένη ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ἡ δ’ ἑτέρα ἦτο πρότασις συμβάσεως ἐκ μέρους τρίτου, μὴ συζητηθεῖσα ὑπὸ τῶν ἁρμοδίων τεχνικῶν καὶ ἄλλων ὑπηρεσιῶν καὶ συνεπῶς μὴ λαβοῦσα τὸν ὁριστικὸν τύπον ὃν θὰ ἠδύνατο νὰ δεχθῇ τὸ Κράτος. Ἴσως οὔτε ὁ δυνάμενος νὰ φέρῃ ἀποτέλεσμα τρόπος ἐξετάσεως ἦτο οὗτος, δηλαδὴ νὰ ἀντικαθίστα ἡ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ τὴν Ἐκτελεστικὴν Ἐξουσίαν συζητοῦσα μετὰ τοῦ ἀναδόχου καὶ ὑποβάλλουσα ὡς πρότασιν νόμου τὴν σύμβασιν Μ: Α. δίδουσα αὕτη τὸν ὁριστικὸν τύπον αὐτῆς, ἀλλ’ οὔτε καὶ ὀρθὸν ἴσως θὰ ἦτο ἂν ἡ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ἔφθανεν εἰς τὴν ἀπόφασιν νὰ προτείνῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν πρὶν ἀκόμη κριθῇ ὑπὸ τῆς Συνελεύσεως ἡ ὑπογραφεῖσα νὰ συζητήσῃ αὕτη μετὰ τοῦ καταθέσαντος τὴν πρότασιν συμβάσεως, ἐπὶ τῷ τέλει τοῦ καθορισμοῦ τῆς ὁριστικῆς μορφῆς τῶν ἄρθρων αὐτῆς, γνωστοῦ ὄντος ὅτι τὰ πλεῖστα ἄρθρα τῆς προτάσεως ταύτης εἶναι διατετυπωμένα μὲ διπλοῦς ἐν πολλοῖς ὅρους, ὅπως ἀφεθῇ ἐκλογὴ εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ἕτερον ὡσαύτως ζήτημα γεννᾶται, παρὰ τὴν ἐξαιρετικὴν σημασίαν ἣν εἶχεν ἡ διαφώτισις ἣν παρέσχεν εἰς ἡμᾶς διὰ τὴν οἰκονομικὴν ἀνεπάρκειαν τῆς Ἑταιρείας ἀναπτύξεως Μ. Α. ἡ οἰκονομικὴ ὑποεπιτροπή, ἂν ἦτο ἐπιτετραμμένον, καὶ μάλιστα δι’ ἐξόδων τῆς ἐνδιαφερομένης Ἑταιρείας Μ. Α., ν’ ἀπευθύνεται αὕτη τηλεγραφικῶς εἰς τὰς Ἡνωμένας Πολιτείας, ἵνα ἐξακριβώσῃ διὰ τοῦ Ἕλληνος Προξένου ἢ δι’ ὡρισμένων ξένων Τραπεζῶν τὴν οἰκονομικὴν ἱκανότητα καὶ ἐπάρκειαν τῆς δευτέρας ταύτης Ἑταιρείας Μ. Α. διὰ τὸ ἀπαιτηθησόμενον δάνειον. Καὶ διότι τοιαύτη ἐξακρίβωσις θὰ ἔπρεπε νὰ γίνῃ διὰ μέσου τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας, ἐφόσον καὶ αὕτη, ἐννοεῖται, δὲν ἐκωλύετο ὑπὸ ἀνειλημμένων ὑποχρεώσεων, ἀπευθυνομένης πρὸς αὐτὴν τῆς εἰρημένης ὑποεπιτροπῆς. Ἀλλὰ καὶ διότι τὴν ἱκανότητα τοῦ χειρισμοῦ τοιούτων ζητημάτων δὲν δύναται νὰ ἔχῃ μία Κοινοβουλευτικὴ ὑποεπιτροπή, ἀλλὰ μόνον αἱ ἁρμόδιαι ὑπηρεσίαι μετὰ τῆς ὑπευθύνου Κυβερνήσεως. Πιθανὴ συνέπεια τῆς τοιαύτης ἐνεργείας τῆς εἰρημένης ὑποεπιτροπῆς δύναταί τις νὰ εἴπῃ ὅτι εἶναι καὶ ἡ ἐνδεχομένη πεποίθησις ἣν θὰ ἐσχημάτιζεν ἴσως ἡ Τράπεζα τῆς Νέας Ὑόρκης (Σπάγερ) ὅτι ἀποτείνεται πρὸς αὐτὴν ἡ Ἐθνοσυνέλευσις, τὸ Κυρίαρχον Σῶμα τῆς Χώρας, διὰ τῆς εἰδικῆς οἰκονομικῆς Ἐπιτροπῆς της, ζητοῦσα τὴν συνομολόγησιν δανείου 16 ἑκατομμυρίων δολλαρίων, διὰ τὴν κατασκευὴν ἔργων ὑδρεύσεως τῆς πρωτευούσης τῆς Χώρας. Ἡ οἰκονομικὴ ὑποεπιτροπὴ θὰ ἔπρεπε μᾶλλον νὰ ζητήσῃ παρὰ τῆς ἰδίας Ἑταιρείας Μ. Α. νὰ ἀποδείξῃ τὴν οἰκονομικὴν αὐτῆς ἱκανότητα, ὡς ἔπραξε καὶ ἡ Ἑταιρεία Γιοῦλεν. Ἀλλ’ ἀφοῦ καλῶς ἢ κακῶς ἤρχισεν ἡ συγκριτικὴ ἐξέτασις τῶν ὅρων ἀμφοτέρων τῶν συμβάσεων Γιοῦλεν καὶ Μὰκ–Ἄρθουρ ὀφείλομεν ἤδη νὰ διευκρινίσωμεν τούτους, ὅσον τὸ δυνατὸν σαφέστερον, ἵνα καταστῇ δῆλον ποῖοι τεχνικοὶ καὶ οἰκονομικοὶ ὅροι εἶναι συμφερώτεροι διὰ τὸ Κράτος. Δὲν θὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν ζητημάτων τῆς τεχνικῆς φύσεως. Θὰ θέσωμεν ἁπλῶς μερικὰ ἐρωτήματα, ἅτινα προκύπτουν ἐκ τῶν τεχνικῶν ὅρων τῶν συμβάσεων, οἵτινες ὅμως δύνανται νὰ ἔχουν συνεπείας ἐπὶ τοῦ οἰκονομικοῦ μέρους αὐτῆς. Ὡς καὶ ἐρωτήματα ἅτινα προκύπτουν ἐκ τοῦ τρόπου τῆς ἀναθέσεως τῆς κατασκευῆς τῶν ἔργων. Δηλαδὴ δι’ ὑποβολῆς ἀναλύσεων τινῶν ἀποδόσεως εἰς ἔργον μόνον καὶ οὐχὶ τιμῶν ἡμερομισθίων οὔτε καὶ ποσότητος μονάδων ἔργων, ὡς προτείνει ἡ σύμβασις Μ. Α. μετὰ συμμετοχῆς τῆς Ἑταιρείας εἰς τὰ κέρδη ἐξ οἰκονομιῶν; Περίπτωσις Γιοῦλεν: Ἢ τῆς κατασκευῆς αὐτῶν ἄνευ τῆς ὑποβολῆς τοιούτων, γινομένης οὕτω πάσης οἰκονομίας, εἰς ἀκέραιον ὑπὲρ τοῦ Κράτους, προερχομένης ἐκ τῆς ἐντατικωτέρας ἀποδόσεως εἰς ἔργον τῶν ἐργατῶν καὶ τῶν μηχανημάτων, ἀφθονώτερον χρησιμοποιουμένων, πλέον τοῦ ἔργου τοῦ ὑπὸ τῆς ἀναλύσεως τιμῶν καθοριζομένου. Ἢ ἀντιστρόφως καταλογιζομένης πάσης ζημίας εἰς βάρος τοῦ Κράτους, ἐκ τῆς μικροτέρας ἀποδόσεως εἰς ἔργον τοῦ ἐργάτου ἢ τῆς μὴ ἐντατικῆς χρησιμοποιήσεως μηχανημάτων. Προκύπτει ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει τὸ ἐρώτημα ἂν θὰ καταβληθῇ ἡ δέουσα ἔντασις δυνάμεων καὶ ἐνδελεχὴς μέριμνα πρὸς μείζονα καὶ ἐντατικὴν ἀπόδοσιν εἰς ἔργον ὑπὸ τῆς Ἑταιρείας Γιοῦλεν, συμφώνως πρὸς τὴν σύμβασίν της, ἄνευ ὑποβολῆς ἀναλύσεως τιμῶν. Ἢ θὰ χρησιμοποιηθῇ πᾶσα ἡ πεῖρά της ἐντατικῶς, πρὸς πραγμάτωσιν οἰκονομιῶν, ἃς ἡ ἑτέρα Ἑταιρεία ἔχει συμφέρον νὰ πραγματοποιήσῃ, διότι μετέχει τοῦ κέρδους τῶν οἰκονομιῶν τούτων. Τὸ ἐρώτημα τοῦτο ἁπλοποιεῖται ὡς ἑξῆς: Πρέπει νὰ ἔχωμεν ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν ἐμπειρίαν καὶ τεχνικὴν ἱκανότητα τῆς Γιοῦλεν; Πρέπει νὰ εἴμεθα βέβαιοι ὅτι θὰ δείξῃ αὕτη τὴν αὐτὴν ἐπιμέλειαν καὶ θὰ κάμῃ τὴν ἰδίαν οἰκονομίαν, ὡς ἂν ἐπρόκειτο περὶ ἔργων ἐκτελουμένων δι’ ἴδιον αὐτῆς λογαριασμόν; ὡς τὸ ὑπόσχεται ἐν τῷ ἄρθρῳ 2 τῆς συμβάσεώς της; Εἰς ἀπάντησιν ἡ Γιοῦλεν προβάλλει τὸ παρελθόν της. Τὰ ἔργα ἅτινα κατεσκεύασε καὶ τὴν φήμην ἣν ἀπέκτησεν ἐργαζομένη πάντοτε μὲ βάσιν τὴν πρὸς αὐτὴν ἐμπιστοσύνην τῶν Κρατῶν ἅτινα τῇ ἐνεπιστεύθησαν μέχρι τοῦδε διάφορα παρόμοια καὶ ἔτι μεγαλύτερα ἔργα καὶ δικαιοῦσα πάντοτε τὰς προσδοκίας ἃς ἐπ’ αὐτῆς στηρίζουσιν. Ἐπὶ πλέον προβάλλει καὶ τὸ γεγονὸς τῆς συμπτώσεως συμφερόντων Δημοσίου καὶ αὐτῆς διὰ τοῦ τύπου συμβάσεως ἣν ὑπογράφει μετὰ τοῦ Κράτους, ἐν τῇ ὁποίᾳ οὐδεμία περίπτωσις ἀντιθέσεως συμφερόντων ἀναδόχου καὶ Κράτους εἶναι δυνατὸν νὰ προκύψῃ. Περίπτωσις Ἑταιρείας Ἀναπτύξεως τῆς Ἑλλάδος (Μ. Α.).— Ὡσαύτως προκύπτουν ἐρωτήματα ἐν τῇ ἑτέρᾳ περιπτώσει, πολὺ σύνθετα καὶ πολὺ περισσότερα, διότι ὁ τύπος τῆς συμβάσεως εἶναι πλέον πολύπλοκος, τὰ ἑξῆς: Θὰ εἶναι δυνατὴ ἡ ἐξέλεγξις τῆς ἀποδόσεως εἰς ἔργον ἐν πάσαις ταῖς λεπτομερείαις τῆς κατασκευῆς ὡς καὶ τῆς καταμετρήσεως τῆς ποσότητος τῶν ἔργων εἰς μονάδας, ἔστω καὶ διὰ πολυδαπάνου ἐξελεγκτικῆς ὑπηρεσίας; Γεννῶνται ἐπίσης ἐνδοιασμοὶ ἄν ποτε θὰ κατελογίζετο εἰς βάρος τῆς ἀναδόχου Ἑταιρείας ζημία, λόγῳ μειώσεώς τινος τῆς προβλεπομένης ὑπὸ τῶν ἀναλύσεων τιμῶν ἀποδόσεως, ἢ μήπως κατὰ κανόνα ὁ ἔλεγχος θ’ ἀνακαλύπτῃ μόνον ἀνωτέραν τῆς προβλεπομένης ἀπόδοσιν ἔργων, ἣν ἡ Ἑταιρεία Μ. Α. θὰ ἠδύνατο νὰ παρουσιάζῃ, πληρώνουσα ἡμερομίσθια μεγαλύτερα εἰς βάρος τοῦ Κράτους, ἵνα ἱκανοποιῆται ἐκ τῆς οὕτω προκυπτούσης ὠφελείας, πραγματικῶς μὲν ἡ ἀνάδοχος Ἑταιρεία, εἰκονικῶς δὲ καὶ τὸ Κράτος; Ἢ μήπως θὰ ὑπάρχῃ τμῆμά τι χρησιμεῦον πρὸς ἐξέλεγξιν τῆς ἀποδόσεως τῶν ἐργατῶν, σύμφωνον μὲ τὰς ὑποβληθείσας τιμὰς ἀναλύσεως, εἰς δὲ τὰ λοιπὰ τμήματα τὸ ἴδιον ἔργον θὰ κατασκευάζηται πολὺ οἰκονομικώτερον, διότι θὰ γίνεται χρῆσις μηχανημάτων ἐκσκαφῆς καὶ εὐκολιῶν, ὡς φορτηγῶν αὐτοκινήτων ἀντὶ κάρρων, εἰς τρόπον ὥστε νὰ προκύπτῃ ἀρκετὸν κέρδος πρὸς ὄφελος τῆς ἑταιρείας ἀπὸ τὴν οὕτω γινομένην οἰκονομίαν; Καὶ τὴν ὁποίαν οἰκονομίαν δὲν θὰ δύναται βεβαίως νὰ ἰσχυρισθῇ ἡ Ἑταιρεία αὕτη ὅτι μόνον αὐτὴ δύναται νὰ πραγματοποιήσῃ, οὐδεμία δὲ ἄλλη. Ὡσαύτως προκύπτει τὸ ἐρώτημα μήπως ἡ Ἑταιρεία (Μ. Α.) ἡ ἔχουσα τὸ κέρδος της εἰς ποσοστὰ 10% τῶν κατασκευαζομένων ἔργων εὐνοήσῃ τὴν αὔξησιν τοῦ κόστους αὐτῶν ἢ ἔστω καὶ ἀδιαφορήσῃ περὶ τῆς αὐξήσεως ταύτης, δυναμένης νὰ προέλθῃ ἢ ἐκ τῆς πληρωμῆς μεγαλυτέρων τοῦ δέοντος ἡμερομισθίων, ἅτινα δὲν καθορίζονται εἰς τὴν ἀνάλυσιν τιμῶν (ἀποδόσεως) ἢ ἐκ τῆς αὐξήσεως δαπανῶν τῶν ὑπεργολαβιῶν ἢ ἐκ τῆς κατασκευῆς περισσοτέρων μονάδων ἔργου τῶν ἀπαραιτήτων, π. χ. μεγαλυτέρα ἐκσκαφὴ τοῦ δέοντος εἴς τινα μέρη καὶ ἔπειτα πλήρωσις αὐτῶν διὰ σκύρων κλπ. ἢ ἐκ τῆς σπατάλης τῶν ὑλικῶν κατασκευῆς ἢ ἐκ τῆς ἀγορᾶς εἰς μεγαλυτέραν τιμὴν τῆς πραγματικῆς ἀξίας τῶν ὑλικῶν, ὅτε ἡ ζημία τοῦ Κράτους θὰ εἶναι δεκαπλασία τοῦ οὕτως ἐπιτυγχανομένου κέρδους τῆς Ἑταιρείας ταύτης (Μ. Α. 10%) εἰς κόστος τῶν ἔργων, κατ’ ἀναλογίαν δηλαδὴ ἐτησία ζημία ἐπιβαρύνουσα ἐπὶ 20 ἔτη τὴν τιμὴν τοῦ ὕδατος, ἵνα ἐξυπηρετῆται δάνειον μεγαλύτερον καὶ εἰσπράττεται μεγαλύτερον κέρδος κατὰ τὴν ἐκμετάλλευσιν 7½%; Προφανῶς ὁ τρόπος οὗτος τῆς κατασκευῆς τῶν ἔργων γεννᾷ ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς ἀντιτιθέμενα συμφέροντα καὶ διαφορὰς μεταξὺ τῆς Ἑταιρείας καὶ τοῦ Κράτους, αἵτινες θὰ ἐξετάζωνται καὶ θὰ λύωνται, ὡς κακὴ πεῖρα μᾶς διδάσκει, ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον εἰς βάρος τοῦ Κράτους ἴσως. Ἤδη προβαίνομεν εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ οἰκονομικοῦ μέρους τῶν δύο συμβάσεων ὡς καὶ εἰς τοὺς μαθηματικοὺς ὑπολογισμοὺς καὶ τὰς ἀπὸ τῶν ἀπόψεων τούτων διαφορὰς τῶν εἰρημένων συμβάσεων, ἐφιστῶντες συγχρόνως τὴν προσοχὴν τῶν κ.κ. πληρεξουσίων ἐπὶ ὅρων τινῶν, ἰδίᾳ τῆς συμβάσεως Μ. Α. ἐν συγκρίσει πρὸς τοὺς τῆς Ἑταιρείας Γιούλεν. Ἐκ πρώτης ὄψεως ἐμφανίζονται τὰ κύρια χαρακτηριστικὰ ἑκάστης συμβάσεως. Ἡ μία ἔχει ἀσφαλῶς τὸ χρῆμα τὸ ἀπαιτούμενον διὰ τὴν κατασκευὴν τῶν ἔργων. Ἡ ἄλλη φαίνεται ὡς εὐθηνοτέρα, ἂν ληφθοῦν ὑπ’ ὄψιν μόνον οἱ ἀριθμοὶ καὶ ἀποκλεισθοῦν οἱ ἀνωτέρω ἐκτεθέντες παράγοντες, δυνάμενοι νὰ ἐπηρεάσουν δυσμενῶς τὴν σύμβασιν Μ. Α. Εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι ἡ Ἑταιρεία Γιούλεν ἐν συνδυασμῷ μετὰ τῆς Τραπέζης Ἀθηνῶν διαθέτει τὰ ἀπαιτούμενα κεφάλαια διὰ τὴν κατασκευὴν τῶν ἔργων. Εἶναι ἀναμφισβήτητον ὡσαύτως ὅτι ὁ τόκος 7½% τῆς Μ. Α. εἶναι μικρότερος τοῦ 8% τῆς Γιούλεν, ὡς καὶ ἡ τιμὴ τῆς ἐκδόσεως τοῦ δανείου εἰς τὰ 87% τοῦ Μ. Α. καλυτέρα διὰ τὸ Κράτος ἀπὸ τὴν τιμὴν ἐκδόσεως εἰς τὰ 85% τῆς Γιούλεν—μὲ τὴν προϋπόθεσιν βεβαίως ὅτι θὰ ἔχῃ καὶ ἡ Μ. Α. τὴν οἰκονομικὴν ἱκανότητα τῆς καλύψεως τοῦ δανείου—, προκειμένου ὅμως νὰ περιορισθῶμεν εἰς τοὺς ἐκ πρώτης ὄψεως προβάλλοντας καταφανεῖς τούτους οἰκονομικοὺς ὅρους, διότι οἱ μὲν λοιποὶ τοιοῦτοι, χρήζοντες ἐπισταμένης συγκριτικῆς ἐξετάσεως, ἐξουδετεροῦσι μέγα μέρος τῶν οἰκονομικῶν τούτων πλεονεκτημάτων, οἱ δὲ τεχνικῆς φύσεως τοιοῦτοι καθιστῶσιν αὐτὴν ἐπιζημίαν πολὺ διὰ τὸ Κράτος. Ὡς βάσις τῆς συγκριτικῆς ταύτης ἐξετάσεως ὅλων τῶν οἰκονομικῶν ὅρων θὰ ληφθοῦν, ἐννοεῖται, οἱ ὅροι οἱ ἀναγραφόμενοι εἰς ἀμφοτέρας τὰς συμβάσεις καὶ οὐχὶ βεβαίως οἱ ἀριθμοὶ οἵτινες ἀνεγράφησαν εἰς ἀνευθύνους συγκριτικὰς μελέτας τῶν οἰκονομικῶν ὅρων, τεθείσας εἰς κυκλοφορίαν καὶ οἵτινες ἀριθμοὶ ἐντελῶς φαντασιώδεις προωρίζοντο ὑπὸ τῆς Ἑταιρείας Μ. Α. ἥτις ἔκαμεν ἔναρξιν τῆς ἐκδόσεως τῶν συγκριτικῶν τούτων μελετῶν, εἰς τὴν δημιουργίαν καταπληκτικῶν ἐντυπώσεων, διὰ τῆς παρατάξεως δῆθεν οἰκονομιῶν πολλῶν ἑκατοντάδων ἑκατομμυρίων δραχμῶν, ἃς ἐπαγγέλλεται ἡ ὑπ’ αὐτῆς ὑποβληθεῖσα πρότασις συμβάσεως, ἵνα τύχῃ οὕτω τῆς δεούσης προσοχῆς κατὰ τὴν ἐξέτασιν τῶν ὅρων τῆς ὑπογραφείσης συμβάσεως Γιούλεν ὑπὸ τῆς κρινούσης ταύτην Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς καὶ τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως. Καὶ πρὸς στιγμὴν ἐπέτυχε τοῦ σκοποῦ της, διότι ὄντως ἔτυχεν ὑπερβολικῆς προσοχῆς. Πάντως ὅμως θὰ ὤφειλε νὰ γνωρίζῃ ὅτι ἡ Συνέλευσις δὲν θὰ ἔκρινεν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν μηδὲν παριστώντων τούτων ἀριθμῶν ἀλλ’ ἐπὶ ἀριθμῶν ἐξηγμένων ἐκ τῆς μαθηματικῆς Ἐπιστήμης καὶ μὴ δυναμένων συνεπῶς ν’ ἀμφισβητηθῶσιν. (Ἀναγινώσκονται δύο πίνακες κατὰ τὰ φυλλάδια τῆς Ἑταιρείας Μὰκ–Ἄρθουρ). Καὶ ὄντως οἱ ἀριθμοὶ οὗτοι τῶν φυλλαδίων μηδὲν δύνανται νὰ παριστῶσι καὶ συνεπῶς δέον νὰ μὴ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν ποσῶς ὑπὸ τῶν κυρίων πληρεξουσίων κατὰ τὴν συγκριτικὴν ἐξέτασιν τῶν δύο συμβάσεων. Θὰ παραθέσω κατωτέρω μερικοὺς λόγους πρὸς τοῦτο καί τινα παραδείγματα καθιστῶντα τὸν ἀνωτέρω ἰσχυρισμὸν καταφανῆ εἰς πάντας. 1.— Οἱ ἀναγραφέντες ἀριθμοὶ εἰς τὰς κυκλοφορησάσας συγκριτικὰς μελέτας τῆς Ἑταιρείας Μ. Α. δὲν ἑρμηνεύουσι πιστῶς τὰ ἀντίστοιχα ἄρθρα τῆς συμβάσεως ταύτης. Ἀπόδειξις τούτου εἶναι ὅτι ἡ ἰδία Ἑταιρεία τροποποιεῖ εἰς τὴν νεωτέραν αὐτῆς μελέτην τοὺς ἰδίους αὐτῆς ἀριθμούς· ὡς αʹ) τὰς δαπάνας ἐκδόσεως δανείου, βʹ) τὰς προμηθείας καὶ δαπάνας πληρωμῆς τοῦ τοκοχρεολυσίου, γʹ) τὰς δαπάνας καὶ προμηθείας πληρωμῆς ἐνδιαμέσων τόκων, δʹ) τοὺς τόκους τῶν καταθέσεων. Ἑτέρα ἀπόδειξις εἶναι ὅτι εἰς τὸ φυλλάδιον τῆς συγκριτικῆς μελέτης δὲν προσθέτει τὰ ἔξοδα ἀπαλλοτριώσεως εἰς τὸ κόστος τῶν ἔργων, ἵνα μὴ φανῇ ὅτι ἐπ’ αὐτῶν θὰ λάβῃ κέρδος 10% καὶ ἔξοδα 14%, ἐνῷ ταῦτα ὡς ἔχει τὸ ἀντίστοιχον ἄρθρον τῆς συμβάσεως Μ. Α. θὰ περιληφθοῦν εἰς τὸ κόστος τῶν ἔργων· ὄχι δὲ μόνον ταῦτα ἀλλὰ καὶ αἱ δαπάναι ἐλέγχου καὶ γενικῶς πᾶσα δαπάνη σχετιζομένη μὲ τὴν κατασκευὴν τῶν ἔργων. 2.— Ἡ ἰδία Μ. Α. τροποποιεῖ τοὺς ἀριθμοὺς τῆς ἀντιπάλου της Ἑταιρείας, ἀναγνωρίζουσα οὕτως ὅτι ἀνέγραψεν αὐτοὺς ἐξωγκωμένους εἰς βάρος τῆς ἀντιπάλου της ἐν τῇ πρώτῃ αὐτῆς μελέτῃ, ὡς τὰ γενικὰ ἔξοδα αὐτῆς ἐν Ἑλλάδι, τὸ τοκοχρεολύσιον αὐτῆς. Τοὺς ἰδίους δ’ ἀριθμοὺς αὐτῆς τροποποιεῖ ἀντιθέτως ἐλαττοῦσα αὐτούς, ἀναγνωρίζουσα οὕτως ὅτι ἀνέγραψεν οὐχὶ τοὺς ἀκριβεῖς ἀλλ’ ἄλλους πρὸς ὄφελός της, ὡς τὸ τοκοχρεολύσιόν της κλπ. 3.— Ἡ ἄγνοια περὶ τοὺς τραπεζιτικοὺς λογαριασμοὺς τῶν συνταξάντων τὰς συγκριτικὰς μελέτας τῆς Μ. Α. ἔκαμε νὰ παρεισφρήσουν λάθη μαθηματικά, δημιουργοῦντα διαφορὰς πολλῶν ἑκατοντάδων χιλιάδων δολλαρίων. Ὡς ἐν τῇ δευτέρᾳ μελέτῃ τοῦ Μ. Α. διατυποῦται ὁ ἰσχυρισμὸς ὅτι αἱ ἑξαμηνιαῖαι καταβολαὶ τοῦ τοκοχρεολυσίου κατὰ τὴν σύμβασιν Γιούλεν στεροῦν τὸ Κράτος ἀπὸ εἰσπράξεως ἐκ τόκων ἐκ 275,000 δολλαρίων, ποσοῦ πληρωτέου εἰς 22 ἔτη, ὅπερ ἀναγόμενον εἰς τὴν σημερινὴν ἀξίαν θὰ ἐλαττωθῇ κατὰ πολὺ βεβαίως. Ἐνῷ ἀντιθέτως τὸ ὀρθὸν εἶναι ὅτι αἱ ἑξαμηνιαῖαι καταβολαὶ τοῦ τοκοχρεολυσίου κατὰ τὴν σύμβασιν Γιούλεν ὄχι μόνον δὲν ζημιώνουν τὸ Κράτος κατὰ τὸ ἀνωτέρω ποσόν, ἀλλ’ ὠφελοῦν τοῦτο, ἂν ληφθοῦν ὑπ’ ὄψιν, ὅπως παραδέχεται καὶ ἡ ἰδία Ἑταιρεία Μ. Α. ὅτι τοκίζει μόνον πρὸς 5% ἐν Ἑλλάδι ἐπὶ ἓν ἑξάμηνον τὸ κατ’ ἔτος καταβλητέον ἥμισυ τοῦ τοκοχρεολυσίου. Διότι κατὰ Μ. Α. θὰ καταβάλλεται εἰς τὸ τέλος τοῦ ἔτους, ἐνῷ κατὰ Γιούλεν εἰς τὸ τέλος τῆς πρώτης ἑξαμηνίας. Σημειωτέον ὅτι δὲν εἶναι κἂν ὀρθὸν νὰ παραδεχθῇ τις ὅτι ἐπὶ 27 ἔτη, ὅσα ὁμοῦ θὰ διαρκέσῃ ἡ κατασκευὴ τῶν ἔργων καὶ ἡ ἀπόσβεσις τοῦ δανείου, θὰ δίδεται τόκος ἀπὸ τὰς Τραπέζας 5% διὰ τὰς καταθέσεις μὲ ἑξάμηνον προθεσμίαν, διὸ καὶ ἡ διαφορὰ εἰς βάρος τῆς μερίδος Μ. Α. αὐξάνει. Θὰ ἦτο πρὸς ζημίαν τοῦ Κράτους ὁ ὅρος τῆς Γιοῦλεν τῆς καταβολῆς τοῦ τοκοχρεολυσίου κατὰ ἑξαμηνίαν, ὅστις αὐξάνει οὕτω τὸ ἐπιτόκιον ἀπὸ 8% εἰς 8,16% ἔναντι τοῦ ἀντιστοίχου ὅρου τῆς Μ. Α. τῆς καταβολῆς τοῦ τοκοχρεολυσίου ἅπαξ τοῦ ἔτους εἰς τὸ τέλος αὐτοῦ, κατὰ τὴν διαφορὰν ἥτις θὰ προέκυπτε μεταξὺ τοῦ ἰσοδυνάμου πρὸς τὸ ἐτήσιον ἐπιτόκιον 8% τῆς ἑξαμηνίας 3.92%, τοιοῦτον ἀφ’ ἑνὸς καὶ τοῦ λαμβανομένου ἤδη διὰ τὴν ἑξαμηνίαν 4%, ἄν, ὅπερ ἀπίθανον, διὸ καὶ ὁ ἴδιος Μ. Α. δὲν ὑποστηρίζει, ἐτοκίζετο τὸ ἑκάστοτε καταβλητέον ἥμισυ τοῦ τοκοχρεολυσίου πρὸς τὸ αὐτὸ ἐπιτόκιον πρὸς ὃ καὶ τὸ δάνειον, ἤτοι 8% καὶ οὐχὶ πρὸς 5% κατὰ Μ. Α., 4% δὲ καθ’ ἡμᾶς. Ἡ διαφορὰ δὲ αὕτη τοῦ ἐπιτοκίου, ἣν χάνει τὸ Κράτος, ἀντιπροσωπεύει ἀφ’ ἑνὸς τὸ πλεονέκτημα τῆς ἐτησίας καταβολῆς τοῦ τοκοχρεολυσίου καὶ ἀφ’ ἑτέρου τὴν ἐκ 43,832 δολλαρίων σημερινῆς ἀξίας ζημίαν τοῦ Κράτους ἐν τῇ περιπτώσει τῆς Μ. Α. 4.— Ἡ διαφορὰ ἀντιλήψεων μεταξὺ Μ. Α. καὶ Γιοῦλεν, τοῦ πρώτου φρονοῦντος ὅτι αἱ εἰσπράξεις ἀπὸ τοὺς καταναλωτὰς τοῦ ὕδατος, αἱ προοριζόμεναι διὰ τὸ ἥμισυ ἑκάστοτε ἐτήσιον χρεολύσιον, δύνανται νὰ τοκίζωνται ὑπὸ τοῦ Κράτους κατὰ τὸ δεύτερον ἑξάμηνον εἴς τινα Τράπεζαν πρὸς 5%, προκειμένου νὰ καταβληθῇ ὁλόκληρον τὸ τοκοχρεολύσιον ἐτησίως εἰς τὸ τέλος τοῦ ἔτους, τοῦ δὲ δευτέρου ὅτι τὸ Κράτος δὲν εἶναι ἐπιχειρηματίας, ἵνα μεριμνᾷ διὰ τὴν καλυτέραν τοποθέτησιν τῶν εἰσπράξεών του, ἡ διαφορά, λέγω, τῶν ἀντιλήψεων τούτων ἔκαμε τὴν Γιοῦλεν ν’ ἀναγράψῃ ἐν τῇ συγκριτικῇ μελέτῃ αὐτῆς εἰς ὄφελος τῆς ἰδικῆς της μερίδος 400,000 δολλάρια ὀνομαστικῆς ἀξίας (ἅτινα θεωρητικῶς ὑπολογιζόμενα ἀνέρχονται εἰς 394,475) χωρὶς νὰ πιστώσῃ καὶ τὴν μερίδα τοῦ ἀντιπάλου της Μ. Α. μὲ τὸ ποσὸν τῶν προαναφερθέντων τόκων καὶ καταθέσεων. 5.— Ἡ σύγκρισις ἐν τῷ φυλλαδίῳ Γιοῦλεν τῶν ἀντιπάλων Ἑταιρειῶν ἐπὶ τῇ βάσει διαφόρων ποσῶν, μὲ βάσιν δανείου 10 ἑκατομμυρίων δολλαρίων διὰ τὴν μὲν καὶ 16 ἑκατομμ. δολλ. διὰ τὴν ἑτέραν. 6.— Ἡ σύγκρισις τῶν συνολικῶν ἀθροισμάτων τῶν τοκοχρεολυσίων, μέχρι τῆς τελικῆς ἀποσβέσεως τοῦ δανείου ἑκάστης, δὲν εἶναι ὀρθή, ἀδικοῦσα τὴν Γιοῦλεν. Διότι μεταξὺ τῶν δύο συμβάσεων ὑπάρχει διαφορὰ εἰς τὰ ἔτη ἀποσβέσεως, ἅτινα λαμβάνονται ὑπὸ τοῦ Μ. Α. 20 δι’ ἑαυτὴν καὶ 22 διὰ τὴν Γιοῦλεν. Ἡ ἐκ δύο ἐτῶν, ὡς παρίσταται εἰς τὸ φυλλάδιον Μ. Α., διαφορὰ βεβαίως θ’ αὐξήσῃ τὸ συνολικὸν ἄθροισμα τῶν τοκοχρεολυσίων τῆς Γιοῦλεν, κατὰ τοὺς τόκους τοῦ δανείου ἐπὶ δύο εἰσέτι ἔτη. Συνεπῶς ἡ διαφορὰ αὕτη δὲν ἔπρεπε νὰ λογισθῇ πρὸς ὄφελος τῆς μερίδος Μ. Α. ὡς τὴν λογίζει ὑπὲρ ἑαυτοῦ οὗτος. 7.— Ἡ σύγκρισις τῆς Μ. Α. εἶναι ἄδικος, ὅταν γινομένη ἐπὶ ἠλαττωμένων ποσῶν—τῶν αὐτῶν δι’ ἀμφοτέρους διὰ τὴν βάσιν συγκρίσεως—διὰ μὲν τὴν μίαν Ἑταιρείαν, τὴν Μ. Α., ἐλαττοῦνται ὡρισμένοι ἀριθμοί, ὡς ἐκφραζόμενοι εἰς ποσοστὰ (κέρδος 10%, ἔξοδα Ἡνωμένων Πολιτειῶν 2%), διὰ δὲ τὴν ἄλλην, τὴν Γιοῦλεν, δὲν ἐλαττοῦνται, διότι εἶναι σταθεροὶ (κέρδος 1.200.000, ἔξοδα Ἡνωμένων Πολιτειῶν σταθερὰ εἰς 340,000), καθισταμένης οὕτω τῆς ἀναλογίας δυσμενοῦς διὰ τὴν Γιοῦλεν. 8.— Δὲν περιλαμβάνονται εἰς τοὺς συγκριτικοὺς πίνακας τοῦ Μ. Α. ὅλα τὰ ποσὰ ἅτινα προβλέπονται εἰς τοὺς οἰκονομικοὺς ὅρους τῆς συμβάσεως καὶ συνεπῶς δὲν εἶναι πλήρης ἡ σύγκρισις· π. χ. κέρδος Μ. Α. 50% ἐξ οἰκονομιῶν ἀποδόσεως, κέρδος 50% ἐκ τῶν πλεονεκτημάτων τῆς ἀποπερατώσεως τοῦ ἔργου πρὸ τῶν 5 ἐτῶν, λεπτομέρειαι οἰκονομικῶν ὅρων κατὰ τὴν περίοδον τῆς ἐκμεταλλεύσεως, ἔξοδα διαφημίσεως τοῦ δανείου, ἀναγραφόμενα ἐν τῇ συμβάσει Μ. Α., ἐνῷ ἐν τῇ συμβάσει Γιοῦλεν δὲν ἀναγράφονται τοιαῦτα. 9.— Λόγῳ τῆς μὴ διεξαγωγῆς διαπραγματεύσεων τοῦ Κράτους μετὰ τῆς Μ. Α. δὲν ἔχουν τελειωτικῶς καθορισθῆ οἱ ὅροι τῆς συμβάσεως ταύτης, μολονότι συνετάχθη ἡ σύμβασις αὕτη μετὰ τὴν ὑπογραφὴν καὶ τὴν δημοσίευσιν τῆς συμβάσεως Γιοῦλεν καὶ συνεπῶς ἐγνώριζεν ἡ Μ. Α. ποίους ὅρους ἔκαμε δεκτοὺς τὸ Κράτος, ὥστε τούτους καὶ μόνον ν’ ἀναγράψῃ, χωρὶς νὰ διατυπώνῃ τὰ ἄρθρα τῆς συμβάσεώς της διαζευκτικῶς κατὰ διαφόρους τρόπους, ἐξαρτῶσα τὴν προτίμησιν τῶν μὲν ἢ τῶν ἑτέρων ὅρων ἀπὸ τὸ Κράτος, ἀφήνουσα ὅμως καί τινας, ἀρκετὰ σημαντικούς, εἰς τὴν ἰδίαν αὐτῆς προτίμησιν. Συνεπῶς ἀπαιτεῖται ἡ καθ’ ὅλας τὰς δυνατὰς περιπτώσεις, αἵτινες εἶναι πάρα πολλαί, σύγκρισις τῶν δύο συμβάσεων, τῆς μὲν μιᾶς ἐχούσης ὅρους καθωρισμένους (τῆς Γιοῦλεν), τῆς δ’ ἑτέρας (Μ. Α.) ὅρους δυναμένους νὰ μεταβληθῶσιν, ἀναλόγως τῆς προτιμήσεως ἐκ τῶν διαφόρων περιπτώσεων τῶν ἄρθρων τῆς μιᾶς ἢ τῆς ἑτέρας, συνδυαζομένης ὡσαύτως μετὰ τῆς πρώτης ἢ τῆς δευτέρας ἑτέρου ἄρθρου καὶ οὕτω καθεξῆς. ΙΙ. χ. ἐν τῷ ἄρθρῳ 3 τῆς Μ. Α. ἀναγράφεται ὅτι τὸ Κράτος, ἂν θέλῃ, δύναται νὰ κάμῃ χρῆσιν τοῦ προϊόντος τοῦ δανείου πρὸς πληρωμὴν τῶν ἐνδιαμέσων τόκων κατὰ τὴν περίοδον τῆς κατασκευῆς. Ἐναπόκειται εἰς τὸ Κράτος νὰ ἐκλέξῃ ἢ νὰ πληρώσῃ τοὺς ἐνδιαμέσους τόκους, ὅτε εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο δὲν ὑπάρχει καμμία διαφορὰ μεταξὺ τῶν δύο συμβάσεων, ἢ νὰ προτιμήσῃ νὰ χρησιμοποιήσῃ τὰ ποσὰ τοῦ δανείου διὰ τὴν πληρωμὴν τῶν ἐνδιαμέσων τόκων, ἀνερχομένων εἰς 2,800,000 δολλάρια, διὰ δάνειον 10 ἑκατομμυρίων δολλαρίων. Ἐν τῇ δευτέρᾳ ταύτῃ περιπτώσει γεννᾶται διαφορὰ μεταξὺ τῶν δύο συμβάσεων εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο. Ἡ διαφορὰ δὲ αὕτη ἐκτὸς τῶν ἀναποφεύκτων συνεπειῶν ἃς θὰ ἔχῃ, τῆς αὐξήσεως τοῦ ἐτησίου τοκοχρεολυσίου κατὰ 273,009 δολλάρια πρὸς ἐξυπηρέτησιν τοῦ προσθέτου τούτου δανείου τοῦ Κράτους τῶν 2,800,000 δολλαρίων ὑπὸ τοὺς ἰδίους ὅρους, συνεπιφέρει καὶ τὴν ὅλως ἀπροσδόκητον συνέπειαν τῆς ἐτησίας ὑποχρεώσεως τοῦ Κράτους διὰ περίοδον 20 ἐτῶν, ὅπως καταβάλῃ 7,5% ἐπὶ τοῦ ἐτησίου τούτου χρεολυσίου, ἤτοι 29,475 δολλ. ἀπὸ τοῦ 6ου μέχρι τοῦ 26ου ἔτους, καθισταμένη οὕτω κατὰ πολὺ ἀκριβωτέρα τῆς ἄλλης Ἑταιρείας Γιοῦλεν κατὰ τὴν περίοδον τῆς ἐκμεταλλεύσεως. Αὕτη ἡ συνέπεια γεννᾶται κατὰ τὴν πρώτην περίπτωσιν τοῦ τρόπου ἐκμεταλλεύσεως ὃν προτείνει ἡ Μ.Α. Ἂν λάβωμεν τὴν περίπτωσιν τοῦ βʹ τρόπου ἐκμεταλλεύσεως, ἡ καταβολὴ ὑπὸ τοῦ Κράτους κέρδους ἐπιπροσθέτου εἰς τὴν Μ. Α. θὰ ἐξακολουθήσῃ ἐπὶ 60 ἔτη.—Παρέχεται δηλ. εἰς τὸ Κράτος μία εὐκολία ὅπως συνάψῃ, οὕτως εἰπεῖν, νέον δάνειον διὰ τὴν ἐξυπηρέτησιν τῶν ἐνδιαμέσων τόκων, ὀνόματι μὲν ὑπὸ τοὺς αὐτοὺς ὅρους, πράγματι ὅμως ὑπὸ χειροτέρους, ὡς ἀποδεικνύεται ὅταν ἐξονυχίσῃ τις τὰ ἕτερα ἄρθρα, εἰς τὰ ὁποῖα καλύπτονται ἐπιτηδείως οἰκονομικαὶ συνέπειαι εἰς ὄφελος τῆς Ἑταιρείας Μ. Α. 10.— Ὑπάρχουσιν εἰς τὰς συγκριτικὰς μελέτας λάθη εἰς τὰς ἀριθμητικὰς πράξεις, ἀλλαχοῦ μὲν ἀσήμαντα, ἀλλαχοῦ δὲ σημαντικά, γενόμενα ἐξ ἴσου εἰς βάρος ἑαυτῶν ἢ τῶν ἀντιπάλων των. Π. χ. ἡ Μ. Α. ἐν τῷ πρώτῳ φυλλαδίῳ ἀναγράφει τόκους τῆς Γιοῦλεν ἐπὶ τῶν καταθέσεων τοῦ προϊόντος τοῦ δανείου δολλ. 255,000 εἰς τὸ δεύτερον δὲ διορθώνει τὸ ποσὸν τοῦτο εἰς 106,250. Κατὰ τὸν ἴδιον τρόπον διορθώνει καὶ τὰ ἰδικά της ποσά, ὑπολογίζουσα ὅμως τὸν τόκον τοῦ συναλλάγματος ἐν Ἑλλάδι πρὸς 5% καὶ ἐν Ἀμερικῇ διὰ τὰς καταθέσεις τοῦ προϊόντος τοῦ δανείου Γιούλεν πρὸς 2%. Ὁ Μ. Α. ὑποστηρίζει ὅτι τὸ Κράτος θὰ κάμῃ διανομὴν τῶν καταθέσεων εἰς διαφόρους Τραπέζας, ἵνα ἐπιτύχῃ μεγαλύτερον τόκον ἐπὶ τοῦ συναλλάγματος. Δὲν εἶναι ἡ μέθοδος αὕτη τῶν ἐνεργειῶν ἐκ μέρους τῶν Κρατῶν. Ἀλλ’ οὔτε καὶ δύναταί τις νὰ ὑποστηρίξῃ ὅτι ὁ τόκος τοῦ συναλλάγματος ἐπὶ πέντε ἔτη θὰ διατηρηθῇ εἰς 4%, ὡς εἶναι σήμερον, ἢ ὅτι θὰ ὑφίσταται ἐπὶ πέντε ἔτη ἡ αὐτὴ διαφορὰ μεταξὺ τοῦ τόκου καταθέσεως ἐν Ἀμερικῇ καὶ τοῦ ἐν Ἑλλάδι. Ἀλλ’ οὔτε πάλιν δύναταί τις ν’ ἀρνηθῇ τὴν ὕπαρξιν διαφορᾶς τόκου καταθέσεων μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Ἀμερικῆς ἀνερχομένης ἤδη εἰς 2% περίπου. Διὸ θὰ ἦτο ἐπιβεβλημένον καὶ πολὺ ὀρθὸν ὅπως ἡ Ἑταιρεία Γιούλεν, ἱκανοποιοῦσα τὸ κοινὸν συναίσθημα ὅλων, δεχθῇ νὰ κατατίθενται ἐν Ἑλλάδι τὰ ἐκ τοῦ δανείου προερχόμενα ποσὰ εἰς τρόπον ὥστε οὐδεμία διαφορὰ νὰ ὑφίσταται μεταξὺ τῶν δύο συμβάσεων εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο. Ἄλλως τε πρόκειται περὶ ἀνοίγματος πιστώσεως τῆς Τραπέζης τῆς Νέας Ὑόρκης εἴς τινα ἐν Ἑλλάδι Τράπεζαν, ἥτις πίστωσις θὰ χρησιμοποιῆται καὶ συνεπῶς θὰ θεωρῆται τὸ συνάλλαγμα κατατεθειμένον ἐν Ἑλλάδι, ὅπως ἀποδίδῃ τὸν ἐν Ἑλλάδι ηὐξημένον τόκον ἐπὶ τῶν καταθέσεων. 11.— Καὶ ἂν ἀκόμη ἐπρόκειτο περὶ μαθηματικῶς ἀκριβῶν ὑπολογισμῶν, τὰ ποσὰ ἅτινα ἀναγράφονται εἰς τὰς συγκριτικὰς μελέτας δὲν εἶναι πληρωτέα εἰς τὸν αὐτὸν χρόνον ἀλλ’ εἰς διαφόρους χρονικὰς περιόδους καὶ συνεπῶς προεξοφλούμενα, ἤτοι ἀναγόμενα εἰς τὸν αὐτὸν χρόνον πληρωμῆς αὐτῶν, καθίστανται ἄνισα, καίτοι ἐμφανίζονται ἀρχικῶς ὡς ἴσα. Τοῦτο δὲ διότι ἐπ’ ἀμφοτέρων τῶν ἴσων ποσῶν δὲν ἀφαιρεῖται ἴσος τόκος. 12.— Τὰ ποσὰ ἅτινα παρουσιάζουσι τὰ φυλλάδια εἶναι ποσὰ σημερινῆς ἀξίας ἐπὶ τῶν ὁποίων προστίθενται τόκοι ἐτῶν τινων, ἀπὸ μηδενὸς μέχρι 27 διὰ τὴν Γιούλεν. Διὸ καὶ αὐξάνονται καταπληκτικῶς ἀνατοκιζόμενοι πρὸς 7½% διὰ τὸν Μ. Α. καὶ 8%, διὰ τὴν Γιούλεν. Οὕτω δὲ καταντῶσιν ἀριθμοὶ φαντασιωδῶς εἰκονικοί. Ἄν ἐπρόκειτο ἡ ἀπόσβεσις τοῦ χρέους ἀμφοτέρων τῶν συμβάσεων νὰ γίνῃ μετὰ 50 ἔτη, ὅτε τὸ σημερινὸν ποσὸν τοῦ 1 δολλαρίου ἀνατοκιζόμενον πρὸς 8% γίνεται 47 φορὰς μεγαλύτερον, τότε διαφορὰ ἡμίσεος μόνον ἑκατομμυρίου δολλ. σημερινῆς ἀξίας μεταξὺ τῶν δύο συμβάσεων θὰ παρίστατο ὡς ποσὸν πλέον τῆς δεκάδος ἑκατομμυρίων δολλαρίων—ὄχι 23½ ἑκατομμ., διότι θὰ ἐπρόκειτο περὶ ἀνατοκισμοῦ καὶ ἀποσβέσεως συγχρόνως—. Θὰ μᾶς ἔλεγε δὲ ἡ Ἑταιρεία, ὑπὲρ ἧς ἡ διαφορὰ τοῦ ἡμίσεος ἑκατομμυρίου, τὰ ἑξῆς: «Σᾶς δανείζω 10,000,000 δολλ. καὶ εἶμαι εὐθηνοτέρα ἀπὸ τὸν ἀντίπαλόν μου κατὰ ποσὸν μεγαλύτερον τῶν 10 ἑκατομμυρίων δολλαρίων». Ἄν σκεφθῶμεν κατ’ ἀναλογίαν δι’ ἑκατὸν ἔτη, ὅτε ἡ μία δραχμὴ γίνεται 2199 καὶ οὕτω καθεξῆς, θὰ φθάσωμεν εἰς τὸ πρόβλημα τῆς καταθέσεως 1 λεπτοῦ κατὰ τὴν γέννησιν τοῦ Χριστοῦ—ἂς μὴ προχωρήσωμεν μέχρι τοῦ Ἀδάμ—, διὰ τὴν ἐξόφλησιν τοῦ ὁποίου σήμερον θὰ ἐχρειάζετο χρυσὸς δεκάκις ἢ εἰκοσάκις μεγαλύτερος τοῦ ὄγκου τῆς Γῆς, ἀναλόγως τοῦ ἐπιτοκίου, ὅπερ θὰ ἐχρησιμοποιοῦμεν διὰ τὸν ἀνατοκισμὸν τοῦ ἑνὸς τούτου λεπτοῦ. Ἂς ἐξετάσωμεν ἤδη περὶ τίνος ποσοῦ δανείου ὁμιλεῖ ἡ σύμβασις Μ. Α. περὶ 16 ἑκατομμυρίων ἢ καὶ περὶ μικροτέρου ποσοῦ, ὡς ἰσχυρίζεται εἰς τὰ φυλλάδια. Διὰ νὰ συναγάγωμεν, ὄχι βεβαίως πόσον δάνειον θὰ πραγματοποιήσωμεν μὲ τὸν Μ.Α., διότι τοῦτο γνωρίζομεν ἤδη ὅτι ἰσοῦται τῷ μηδενί, ἀλλὰ διὰ νὰ ἴδωμεν κατὰ πόσον δικαιοῦται νὰ κάμῃ σύγκρισιν τῆς ἰδικῆς του συμβάσεως μετὰ τῆς συμβάσεως Γιούλεν, ἐπὶ κόστους ἔργων τόσον μικροῦ, ὥστε νὰ θεωρηθῇ ἐπαρκὲς τὸ δάνειον τῶν 10 ἑκατομμ. δολλαρίων εἰς τὸν Μ. Α., ἢ ἀντιθέτως νὰ πεισθῶμεν ὅτι ἡ κεντρικὴ πρόθεσις τῆς συμβάσεως Μ. Α. ἦτο νὰ κάμῃ νὰ κοστίσουν τὰ ἔργα τόσον πολύ, ὥστε νὰ εἶναι ἀπαραίτητον τὸ φανταστικὸν του δάνειον τῶν 16,000,000 δολλ. Εἰς τὸ σημεῖον ἀκριβῶς τοῦτο ἔγκειται ὁ κυριώτερος οἰκονομικὸς ὅρος, ὃν δέον νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὸ Κράτος. Διότι δὲν θὰ εἶναι τὸ ½% ἢ τὰ ἔξοδα ἐκτυπώσεως ὁμολογιῶν τὰ ὁποῖα θὰ κάμουν ἀκριβὰ τὰ ἔργα, ἀλλ’ ἡ μέλλουσα ν’ ἀναλάβῃ τὴν κατασκευὴν αὐτῶν Ἑταιρεία, ἥτις θὰ ρυθμίσῃ τὸ κόστος αὐτῶν. Σήμερον ἔχομεν δύο ἑταιρείας, ὧν ἀμφοτέρων ἀπὸ τοῦδε εἶναι ἔκδηλοι αἱ προθέσεις περὶ τοῦ ποσοῦ εἰς ὃ ἑκατέρα σκέπτεται νὰ ἀναβιβάσῃ τὸ κόστος τῶν ἔργων. Ἡμεῖς ἐν τούτοις θὰ κάμωμεν σύγκρισιν ἐπὶ τῇ βάσει 10 ἑκατομμ. δολλ. δανείου δι’ ἀμφοτέρας τὰς Ἑταιρείας. Ἐκ τῆς μελέτης δὲ τῶν σχετικῶν πρὸς τὸ ποσὸν τοῦ δανείου ἄρθρων τῆς συμβάσεως Μ.Α. ἐξάγεται καὶ τὸ ἀσφαλὲς συμπέρασμα ὅτι χρήματα δὲν ὑπάρχουν δι’ οὐδὲν δάνειον, χωρὶς νὰ ἔχωμεν ἀνάγκην τῆς διαπιστώσεως τῆς παρεξηγήσεως ἥτις ἔλαβε χώραν μεταξὺ τοῦ ἐν Νέᾳ Ὑόρκῃ τραπεζίτου Σπάγερ καὶ τοῦ προτείνοντος εἰς ἡμᾶς μεγαλύτερον τοῦ ἀπαιτουμένου ποσοῦ δάνειον Μ. Α. χωρὶς μάλιστα νὰ δέχηται τὴν συμμετοχὴν εἰς αὐτὸ τῶν ἑλληνικῶν κεφαλαίων παρὰ μόνον εἰς περιωρισμένην κλίμακα, 30% μόνον. Εἰς τὰ ἄρθρα 2ον καὶ 3ον τῆς συμβάσεως Μ. Α. προτάσσεται τῶν 16 ἑκατομμυρίων ἡ λέξις «μέχρι», ἐνῷ εἰς ὅλα τὰ λοιπὰ ἄρθρα ὁμιλεῖ περὶ δανείου 16 ἑκατομμυρίων. Π. χ. εἰς τὸ 6 καθορίζει τὸν ἀριθμὸν τῶν ὁμολογιῶν, ὧν τὸ ποσὸν ἀνέρχεται εἰς 16 ἑκ. (80,000 τῶν ἑκατὸν δολλαρίων καὶ 8,000 τῶν χιλίων δολλαρίων), χωρὶς νὰ ἀναφέρῃ ὅτι κατὰ παρομοίαν ἀναλογίαν θέλει ἐκδοθῆ καὶ τὸ μικρότερον δάνειον, ὅπερ ἤθελε τυχὸν προτιμήσει ἡ Κυβέρνησις. Εἰς τὸ ἄρθρ. 40 ὁμιλεῖ περὶ συμπληρωματικῶν ἔργων ἐκ τοῦ περισσεύματος τοῦ δανείου, χωρὶς πάλιν ν’ ἀναφέρῃ ὅτι, ἂν ἡ Κυβέρνησις προτιμήσῃ δάνειον 16 ἑκατ., τότε τὰ περισσεύματα θὰ χρησιμοποιηθῶσι δι’ ἄλλα ἔργα. Εἰς κανὲν δὲ ἄρθρον γενικῶς τῆς συμβάσεως δὲν ὁμιλεῖ περὶ περιπτώσεως μικροτέρου δανείου ἀπὸ 16 ἑκατομμύρια. Ἴσως κάμνει τοῦτο, διότι θεωρεῖ ἀπαραίτητον τὸ δάνειον τῶν 16 ἑκατομμ., ὅπως ἄλλως τε ὑποστηρίζει καὶ εἰς τὸ φυλλάδιον. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει συνάγεται ἡ ὑπόθεσις ὅτι ὑποστηρίζεται τοῦτο ἵνα ὑπάρχῃ ἀρκετὸν περιθώριον οἰκονομιῶν εἰς τὰ ἔργα, ὧν οἰκονομιῶν ὠφελεῖται τὸ ἥμισυ ἡ Ἑταιρεία, ἢ διὰ νὰ ἐπιτύχῃ ἐπικερδῆ σύμβασιν, ἵνα εὐκόλως δύναται νὰ ἐκχωρήσῃ τὰ δικαιώματά της εἰς τρίτον, ἔναντι μεγάλης ἀμοιβῆς, ἐλπίζουσα νὰ εὕρῃ ἐν τῷ μέλλοντι τὸν Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας ὅστις εἴτε ἑκὼν εἴτε ἄκων θὰ συγκατετίθετο πρὸς τοῦτο, διότι ἄλλως δὲν θὰ ὑπῆρχεν ἐλπὶς ποτὲ νὰ ἴδουν αἱ Ἀθῆναι Μαραθώνιον ὕδωρ. Διὸ καὶ ἀναγράφεται ἐν τῇ συμβάσει μία τοιαύτη περίπτωσις (ἄρθρ. 49 8η περίπτωσις) τῆς ἐκχωρήσεως τῶν δικαιωμάτων της εἰς τρίτον μετὰ ἢ ἄνευ συγκαταθέσεως τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Συγκοινωνίας. Διότι εἶναι ὄντως περίεργον πῶς ἀναγράφεται τοιαύτη περίπτωσις ὑπὸ τεχνικῆς Ἑταιρείας—ἀλλὰ δὲν πρόκειται οὔτε περὶ τεχνικῆς οὔτε περὶ Ἑταιρείας, ἀλλὰ περὶ ἑνὸς μηχανικοῦ καὶ ὀλίγων ἐπιχειρηματιῶν!—, περίπτωσις καθ’ ἣν πρὸ τῆς εὑρέσεως ἐργασίας ὑπὸ μιᾶς τεχνικῆς Ἑταιρείας νὰ γίνεται σκέψις εἰς αὐτὴν νὰ ἀναθέσῃ τὴν ἐργασίαν ταύτην εἰς ἄλλην Ἑταιρείαν, ἥτις θὰ εἶχε πραγματικὴν πρόθεσιν νὰ ἐργασθῇ, διότι ἄλλως ἡ σύμβασις θὰ μετεβάλλετο εἰς χρεόγραφον διαπραγματεύσιμον εἰς τὸ χρηματιστήριον. Ἀλλὰ δύναταί τις ἐνταῦθα νὰ ὑποθέσῃ, λαμβάνων ὑπ’ ὄψιν καὶ τὸ ἄρθρον 10 τῆς συμβάσεως Μ. Α. ὅτι ὁ ἀνάδοχος εἶναι βέβαιος περὶ τῆς μὴ ἐπιτυχίας τοῦ δανείου, διὸ ἔλαβε τὰ ἑξῆς μέτρα: 1) ἐντὸς μηνὸς ἀπὸ τῆς ἐγκρίσεως τῆς συμβάσεως καταβάλλει 250,000 δολλάρια διὰ τὴν ἔναρξιν τῶν ἔργων καὶ 2) ἐντὸς 3 μηνῶν ἑτέρας 500,000 δολλαρίων. Οὕτω τῷ δίδεται καιρὸς πολὺς νὰ φροντίσῃ διὰ τὴν ἐπιτυχίαν τοῦ δανείου. Ὑπολογίζει δὲ εἰς ἑξάμηνον τὸ διάστημα τοῦτο καὶ εἰς ἕνα ἔτι μῆνα διὰ προθεσμίαν καταβολῆς τοῦ ἀντιτίμου τοῦ δανείου. Ἀλλ’ ἂν παρέλθῃ καὶ περισσότερον χρονικὸν διάστημα ἔχει τὰς προκαταβολάς, ἵνα συνεχίσῃ βραδέως τὴν κατασκευὴν τῶν ἔργων καὶ ἐξουδετερώσῃ πᾶσαν διαμαρτυρίαν διὰ τὴν βραδύτητα τῆς ἐκδόσεως τοῦ δανείου. Κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο τρέφει βεβαίως ἐλπίδας νὰ ἐπιτύχῃ τὴν ἐξεύρεσιν τοῦ ποσοῦ πρὸς ἔκδοσιν τοῦ δανείου καὶ μάλιστα μὲ ὅρους ἴσως καλυτέρους δι’ ἑαυτόν. Ἂν ὅμως καταστῇ ἀδύνατον νὰ γίνῃ τὸ δάνειον, τότε ἔρχεται ἡ περίπτωσις ἐφαρμογῆς τοῦ ἄρθρου 49, τῆς 8ης περιπτώσεως αὐτοῦ, ὅτε ἑκὼν ἄκων ὁ τότε Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας θὰ ἐπιτρέψῃ τὴν ἐκχώρησιν τῶν δικαιωμάτων τοῦ ἀναδόχου εἰς τρίτον, ἐγκαταλείπων ὄχι μόνον τὴν ἐγγύησιν τῶν 260,000 δολλ., ἀλλὰ δεχόμενος ν’ ἀποζημιωθῇ ὁ ἀνάδοχος τίς οἶδε διὰ τίνος ποσοῦ ὑπὸ τῆς νέας ἀναδόχου, εἰς ἥν, ἐπειγόμενος νὰ τὴν εὕρῃ ὑπὸ τῆς σκληρᾶς ἀνάγκης τῆς ὑδρεύσεως τῶν Ἀθηνῶν, ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον, θὰ παρεχώρει πᾶν ὅ,τι ἤθελε ζητήσει. Ὅτε ἡ ἐσχάτη πλάνη θὰ ἦτο χείρων τῆς πρώτης—ἣν βεβαίως οὐδεὶς πρόκειται νὰ διαπράξῃ—. Λέγω δὲ ὅτι θὰ προετίμα τὴν λύσιν ταύτην ὁ τότε Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας—ὁμιλῶ περὶ Ὑπουργοῦ καὶ ὄχι Κυβερνήσεως, διότι ἐν τῇ συμβάσει Μ. Α. τὸ δικαίωμα τοῦτο δίδεται εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας—, διότι, διὰ νὰ κηρύξῃ ἔκπτωτον τὸν ἀνάδοχον, πρέπει ν’ ἀποδείξῃ ὅτι δὲν ἐξεδόθη «ἐγκαίρως» τὸ δάνειον ἢ ἓν τῶν τμημάτων του (ἄρθρ. 49 περίπτωσις 2α). Νὰ ἐξηγήσῃ δηλαδὴ τὴν σημασίαν τοῦ ἀορίστου τούτου «ἐγκαίρως». Ἐνῷ θὰ ἔπρεπε νὰ ἀναφέρῃ προθεσμίαν ὡρισμένην ἡ περίπτωσις τοῦ ἄρθρου τούτου. Οὔτε δύναται ὁ Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας νὰ κρατήσῃ τὴν ἐγγύησιν τῶν 260,000 δολλαρίων ὑπὲρ τοῦ Κράτους, διότι αὕτη προορίζεται (ἄρθρ. 49) «πρὸς κάλυψιν τῶν νομίμως ἐξακριβωθεισῶν ζημιῶν, αἵτινες τυχὸν ἤθελον προκύψει ἐκ τῆς πτώσεως ταύτης (τοῦ ἀναδόχου) μέχρι τοῦ ὁρίου ὁλοκλήρου τοῦ ποσοῦ καὶ τῆς ἐγγυήσεως καὶ τῶν κρατήσεων λόγῳ ἐγγυήσεως». Σημειωτέον ὅτι μόνον ἡ διδομένη ἐγγύησις διὰ τὴν ὑπογραφὴν τῆς ὑποβληθείσης προτάσεως συμβάσεως—ἥτις καὶ κυρίως τὸν ἐνδιαφέρει—εἶναι πραγματική, εἰσπραττομένη συμφώνως πρὸς τοὺς περὶ εἰσπράξεων τοῦ δημοσίου ἐσόδων νόμους. Καὶ ἂν ὁ Ὑπουργὸς θελήσῃ νὰ στηριχθῇ εἰς τὴν «ἀδικαιολόγητον διακοπὴν τῶν ἔργων καὶ τὴν μὴ ἐπανάληψιν ἐντὸς τριῶν μηνῶν», ἂν ὁ ἀνάδοχος τῷ παράσχῃ ποτὲ μίαν πλήρη 3 μηνῶν διακοπὴν τῶν ἔργων, χωρὶς νὰ διακόψῃ τὴν διακοπήν, ἵνα ἀρχίσῃ ἡ μέτρησις νέου τριμήνου, πάλιν δὲν ἐκκαθαρίζεται ἡ θέσις τοῦ Δημοσίου ἀπέναντι τοῦ ἀναδόχου, διότι ἔχομεν τὴν προθεσμίαν τῆς διαιτησίας καὶ τὴν ἀναμονὴν τῆς ἀποφάσεως τῆς διαιτητικῆς ἐπιτροπῆς, ἥτις πάλιν δέον νὰ ἀποφανθῇ ἂν ἐμεσολάβησεν ἀνωτέρα βία, ἣν δικαιοῦται νὰ ἐπικαλεσθῇ ὁ ἀνάδοχος (ἄρθρ. 49) κλπ. Διὸ μία μόνον λύσις θὰ ἐνδεικνύηται. Ἡ ἱκανοποίησις τῶν ἀξιώσεων τοῦ ἀναδόχου, ἵνα δεχθῇ νὰ ἐκχωρήσῃ τὰ δικαιώματά του εἰς τρίτον. Φαίνεται καθαρὰ δὲ ὅτι πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον καὶ μόνον ἔχει συνταχθῆ ἡ σύνταξις ἀπὸ τὸ λαβυρινθῶδες σύμπλεγμα τῆς ἀλληλεξαρτήσεως τῶν ἄρθρων, ἀλληλενισχυομένων καὶ ἀλληλαναιρουμένων. Τὸ συμπέρασμα τοῦτο ἔρχεται νὰ ἐπικυρώσῃ καὶ ἓν προηγούμενον τοῦ ἀναδόχου Μὰκ–Ἄρθουρ, διότι περὶ αὐτοῦ καὶ τῶν σὺν αὐτῷ πρόκειται καὶ ὄχι περὶ ἀναπτύξεως τῆς Ἑλλάδος μὲ τὴν κατασκευὴν τοῦ λιμένος τοῦ Παλέρμου. Καὶ ἐκεῖ ὁ Μὰκ–Ἄρθουρ συνέστησεν Ἑταιρείαν, ἥτις ἀνέλαβε τὸ ἔργον, ἀλλ’ ἡ Ἑταιρεία αὕτη ἀπεδείχθη οἰκονομικῶς ἀνεπαρκής. Διὸ ἠναγκάσθη ἡ Ἰταλικὴ Κυβέρνησις νὰ προσφύγῃ εἰς ἰταλικὰ κεφάλαια, τὰ ὁποῖα εὐτυχῶς διὰ τοὺς Ἰταλοὺς εὑρέθησαν καὶ ἐξηκολούθησε τὸ ἔργον ὑπὸ τὴν διεύθυνσιν καὶ διαχείρισιν τῶν νέων Ἰταλῶν μετόχων, ἱκανοποιηθέντος, φαίνεται, ἐπαρκῶς τοῦ ἐκχωρήσαντος τὰ δικαιώματά του ἀναδόχου Μ. Α., διότι δὲν ἐξηγεῖται ἄλλως ἡ προσπάθεια αὐτοῦ πρὸς ἐπανάληψιν τοῦ πειράματος μεθ’ ἡμῶν παρὰ μόνον ἂν παραδεχθῶμεν ὅτι τὸ πρῶτον πείραμα ἐπέτυχε (δὲν βεβαιῶ ἂν εἶναι πρῶτον). Μήπως ἡμεῖς ἔχομεν τὸ διδόμενον ὅτι ἡ ἐπὶ τούτῳ συσταθεῖσα Ἑταιρεία «Ἀμερικανικῆς Ἀναπτύξεως τῆς Ἑλλάδος» εἶναι οἰκονομικῶς ἐπαρκής; Ἀπ’ ἐναντίας ἔχομεν μίαν Ἑταιρείαν ἧς τὰ ἱδρυτικὰ μέλη εἶναι κάτοικοι Νέας Ὑόρκης, οὓς εὐκόλως δύναταί τις νὰ ἀνεύρῃ (διότι ἔχουν ὅλοι τὴν ἰδίαν διεύθυνσιν), ἂν θέλῃ νὰ ἐξακριβώσῃ τὴν οἰκονομικήν των ὑπόστασιν, ἀλλ’ εἰς οὐδὲν καὶ τοῦτο θὰ ὠφελήσῃ, ἂν ἀποδειχθοῦν πλούσιοι, διότι ἡ Ἑταιρεία τὴν ὁποίαν συνέστησαν εἶναι ἀνώνυμος μετοχική, μὲ κεφάλαια ὀνομαστικὰ χιλίων μετοχῶν, χωρὶς νὰ καταβληθοῦν πραγματικὰ τοιαῦτα, ἐκτὸς ἴσως τῆς ἀξίας τοῦ χάρτου καὶ τῶν ἐκτυπωτικῶν ἐξόδων, ἂν καὶ αὐταὶ δὲν εἶναι ὀνομαστικαί. Ἀντίγραφον καταστατικοῦ δὲν ἔχομεν, οὔτε μᾶς ἐδόθη, καίτοι ἐζητήθη ἐπανειλημμένως καὶ ἐντεῦθεν καὶ ἐξ Ἀμερικῆς. Ἀπεκτήσαμεν ὅμως τὸ φωτοτυπικὸν ἀντίγραφον τῆς πράξεως τῆς συστάσεως τῆς Ἑταιρείας ἐν μικρᾷ τινι Πολιτείᾳ. Ἴσως νὰ ἐχρειάζοντο χαρτόσημα ἢ ὑπῆρχε φόρος τις ἢ καὶ πραγματικὰ κεφάλαια νὰ ἀπῃτοῦντο ἐν τῇ Πολιτείᾳ τῆς κατοικίας των, διὰ τὴν σύστασιν Ἑταιρείας. Ἢ μήπως δυνάμεθα βραδύτερον νὰ πράξωμεν ὅ,τι ἔπραξαν οἱ Ἰταλοί, ἀντλήσαντες τὰ κεφάλαια ἀπὸ τὴν μεγάλην των χώραν; Νὰ ἦτο τοὐλάχιστον τεχνικῶς συγκεκροτημένη ἡ Ἑταιρεία αὕτη Μ. Α.; Κατόπιν τῶν ἀνωτέρω, ἅτινα εἶναι ἐπισήμως ἐξηκριβωμένα ὅτι οὕτως ἔχουσι, δὲν μοὶ εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ κάμω σύγκρισιν μετὰ τῆς Ἑταιρείας Γιοῦλεν καὶ Σίας, ἥτις καὶ τεχνικῶς εἶναι συγκεκροτημένη ἄριστα, ἐκτελέσασα πολλὰ καὶ μεγάλα ἔργα εἰς πολλὰς χώρας τοῦ Παλαιοῦ καὶ Νέου Κόσμου, ἀλλὰ καὶ οἰκονομικῶς δὲν ὑπολείπεται, ἔχουσα πραγματικὰ κεφάλαια πολλῶν δεκάδων ἑκατομμυρίων δολλαρίων καὶ πλῆρες οἰκονομικὸν συγκρότημα, δυνάμενον νὰ ἀνταποκριθῇ εἰς δεκαπλασίας ἀξίας ἔργα τοῦ ἡμετέρου. Τούτων ὑπάρχει ἐπίσημος βεβαίωσις τῆς Ἀμερικανικῆς Πρεσβείας ἐντολῇ τῆς Ἀμερικανικῆς Κυβερνήσεως. Ἐν τούτοις, θέτων μόνον τέρμα εἰς τὴν φαιδρὰν ἱστορίαν τῆς συστάσεως τῆς Ἀμερικανικῆς Ἑταιρείας Ἀναπτύξεως τῆς Ἑλλάδος, θὰ κάμω σύγκρισιν τῶν οἰκονομικῶν ὅρων τῶν δύο συμβάσεων, οὐχὶ συγκρίνων τὰς Ἑταιρείας Γιοῦλεν καὶ Μ. Α. ἀλλὰ τοὺς δύο τύπους τῶν συμβάσεων αὐτῶν, ὡς νὰ ἐπρόκειτο περὶ ἰσοδυνάμων κατὰ τὰ ἄλλα ὅρων. Θὰ ἐξακολουθήσω δὲ καὶ τὴν ἐξέτασιν τῶν ἄρθρων τῆς συμβάσεως Μ. Α. ἐν συγκρίσει πρὸς τὰ ἀντίστοιχα τοιαῦτα τῆς Γιοῦλεν. Εἰς τὸ ἄρθρον 3 γράφει «μέχρι 16 ἑκ.», καίτοι εἰς ὅλα τὰ ἄλλα ἄρθρα γίνεται λόγος περὶ δανείου 16 ἑκατομ., ἐν τούτοις, ἂς παραδεχθῶμεν πρὸς στιγμὴν ὅτι ὑπονοεῖται καὶ δάνειον μικρότερον διὰ νὰ ἴδωμεν ποῦ θὰ μᾶς ὁδηγήσῃ τὸ σύμπλεγμα τῶν περιπεπλεγμένων ἄρθρων τῆς Μ. Α. Ἂν δύναται νὰ γίνῃ καὶ δάνειον κάτω τῶν 16 ἑκ., τότε πρόκειται περὶ συμβάσεως μὲ ἀνοικτοὺς ὅρους (ὅρους ἐν λευκῷ). Μέχρι 16 σημαίνει ἀπὸ 0–16· θὰ γίνῃ βεβαίως τότε συνεννόησις μετὰ τῶν Τραπεζῶν, αἵτινες θὰ ἔπρεπε νὰ λάβουν γνῶσιν τοῦ νέου ποσοῦ τοῦ δανείου καὶ τῶν νέων ὅρων ἐκδόσεως καὶ λοιπῶν λεπτομερειῶν· δὲν θὰ πρόκειται δὲ περὶ τῆς «παρούσης συμβάσεως», δι’ ἣν καὶ μόνον ἐδόθη ἡ ἐγγύησις τῶν 100,000 δολλαρίων, ἐφόσον θὰ ἐτροποποιεῖτο ἔστω καὶ ἐπ’ ἐλάχιστον. Πρώτη συνέπεια: δικαιοῦται ὁ ἀνάδοχος νὰ ἀποσύρῃ τὴν ἐγγύησίν του. Πρὸς πρόληψιν τούτου θὰ ἔπρεπε νὰ μᾶς ὑπογράψῃ ἐνταῦθα ὁ ἀνάδοχος προκαταβολικῶς δήλωσιν ὅτι ἡ κατάθεσις θὰ ἰσχύῃ καὶ διὰ τὴν μέλλουσαν νὰ συνταχθῇ σύμβασιν, τροποποιουμένων τῶν ἄρθρων τῆς «παρούσης» κατόπιν συζητήσεως μετὰ τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ τοῦτο οὔτε λογικὸν εἶναι νὰ τὸ συζητήσωμεν, οὔτε εἶναι δυνατὸν ὁ ἀνάδοχος νὰ τὸ δεχθῇ. Συνεπῶς θὰ συζητήσωμεν ἄνευ ἐγγυήσεως διὰ νὰ καταρτίσωμεν τοὺς ὅρους. Καὶ ἂν μὲν δὲν θελήσωμεν νὰ προσαρμοσθῶμεν εἰς τὴν προκρουστικὴν σύμβασίν του, μὴ δεχόμενοι νὰ ὑποστῶμεν ἀκρωτηριασμὸν οὔτε ἐκ τῆς μιᾶς περιπτώσεως οὔτε ἐκ τῆς ἄλλης τῶν ἄρθρων του, θὰ ἀποχωρισθῶμεν ἄπρακτοι. Ἂν δὲ ὑπογράψωμεν τὴν σύμβασιν ὡς ἔχει αὕτη θὰ ἀναλάβωμεν μόνον ἡμεῖς ὑποχρεώσεις ἀπέναντι τοῦ ἀναδόχου, δυναμένου τούτου εἰς πᾶσαν στιγμὴν νὰ ἐπικαλῆται διαφόρους ἀντικρουομένους ὅρους πρὸς διολίσθησίν του. Ἐκτὸς ἂν εἰλικρινῶς προσαρμοσθῇ πρὸς τὰς ἀνάγκας μας, ὅτε πάλιν τῷ εἶναι περιττὴ ἡ ὑπογραφὴ συμβάσεως, ἐφόσον δὲν ἔχει ἀσφαλῶς ἐξεύρει ἐκ τῶν προτέρων τὰ κεφάλαια ὅλα, ἀλλὰ μόνον ἐπαγγέλλεται προκαταβολάς τινας, ἡ δαπάνη τῶν ὁποίων διὰ τὴν ἐκτέλεσιν μικροῦ μέρους τῶν ἔργων οὔτε τὰ ἰδικά του συμφέροντα ἐξυπηρετεῖ οὔτε τὴν ἡμετέραν ἀνάγκην πληροῖ. Ἡ σύμβασις Μ. Α. εἰς τὸ ἄρθρον 40 λέγει «Τὰ ἐναπομένοντα ποσὰ ἐκ τοῦ δανείου (τῶν 16 ἑκ., ἐννοεῖται) θὰ χρησιμοποιηθῶσιν εἰς κατασκευὴν ἄλλων ἔργων». Εἰς τὸ Κράτος δὲ ἀπόκειται νὰ μὴ δεχθῇ νὰ πληρωθῶσιν οἱ τόκοι οἱ ἐνδιάμεσοι ἐκ 2,800,000 ἀπὸ τὸ δάνειον, διότι, ὡς ἐξήτασα προγενεστέρως, ζημιοῦται τὸ Κράτος ἐπὶ 20 ἔτη ἀπὸ 20.475 δολλάρια ἐτησίως, ἢ ἐπὶ 60 ἔτη ἀναλόγως. Ἐν τῇ τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ περισσεύσῃ τὸ ἄνω ποσόν, ὅπερ κατὰ τὸ ἄρθρον 40 πρέπει νὰ τὸ δαπανήσωμεν εἰς κατασκευὴν ἄλλων ἔργων καὶ συνεπῶς δέον νὰ δώσωμεν κέρδη 10%, ἐπὶ τῶν οἰκονομιῶν 50% κλπ. εἰς τὸν ἀνάδοχον. Ἐν ἄλλαις λέξεσι μὲ τὴν παροῦσαν σύμβασιν Μ. Α. τὸ Κράτος εὑρίσκεται εἰς ἓν δίλημμα καὶ ἀπὸ τὴν προτίμησιν τῆς μιᾶς λύσεως δίδει εἰς τὸν ἀνάδοχον κέρδος ὑπὸ τὴν μίαν μορφήν, ἀπὸ τὴν προτίμησιν δὲ τῆς ἑτέρας δίδει εἰς αὐτὸν κέρδος ὑπὸ ἄλλην μορφήν. Ἐτέθησαν αἱ διατάξεις ὑπὸ τῆς Ἑταιρείας Μ. Α. οὕτως ὥστε αὐτὴ μὲν νὰ δύναται νὰ διολισθαίνῃ, τὸ Κράτος δέ, ἂν κατορθώνῃ νὰ διαφεύγῃ τὴν Σκύλλαν, τότε νὰ πίπτῃ εἰς τὴν Χάρυβδιν. Ἐκ τῆς μέχρι τοῦδε ἐξετάσεως σημειωτέον ὅτι δὲν ἐξαντλοῦνται αἱ ἐξεταστέαι εἰσέτι περιπτώσεις τῶν μαθηματικῶν συνδυασμῶν, οὓς ἔπρεπε νὰ κάμῃ τις. Λαμβάνων π. χ. τὴν πρώτην περίπτωσιν τοῦ ἑνὸς ἄρθρου, τὴν δευτέραν τοῦ ἑτέρου ἄρθρου καὶ τὸν πρῶτον ἢ δεύτερον τρόπον τῆς ἐκμεταλλεύσεως καὶ οὕτω καθεξῆς, θὰ ἔφθανεν εἰς ἐξέτασιν πολλῶν περιπτώσεων, αἵτινες ὅλαι θὰ ἦσαν σύμβασις Μ. Α. καὶ τῶν ὁποίων περιπτώσεων ἡ διαφορὰ ἀπὸ οἰκονομικῆς ἀπόψεως τῆς μιᾶς ἀπὸ τῆς ἑτέρας θὰ ἦτο τεραστία, ἐνῷ ἔδει νὰ μὴ ὑπῆρχε καμμία διαφορά. Π. χ. ἂν προτιμηθῇ ὁ πρῶτος τρόπος ἐκμεταλλεύσεως ὑπὸ τοῦ Κράτους προκύπτει μία ζημία εἰς αὐτὸ ἢ μᾶλλον εἰς τοὺς κατοίκους Ἀθηνῶν–Πειραιῶς κολοσσιαία, ἡ ἑξῆς: Θὰ ὑποχρεοῦνται νὰ πληρώνουν διὰ τὴν ὑδροληψίαν ἐπὶ 40 ἔτη (τεσσαράκοντα ἔτη) ἓν ἑκατομμύριον δολλαρίων ἐτησίως, ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ δανείου 10 ἑκ., μᾶλλον ὅμως πρόκειται περὶ δανείου 16 ἑκατομ. διὰ τὴν Μ. Α. καὶ συνεπῶς ἐπὶ 40 ἔτη θὰ κατεβάλλετο 1,600,000 δολλαρίων, ἵνα λαμβάνῃ ὁ ἀνάδοχος τὸ ⅓ τούτου ἐπὶ τὰ 40 ταῦτα ἔτη, ἤτοι τὸ ὅλον 13,333,333 δολλάρια πληρωτέα εἰς 40 δόσεις ἀπὸ τοῦ 20οῦ μέχρι τοῦ 60οῦ ἔτους καί, ἵνα ἀκολουθήσω καὶ ἐγὼ τὴν μέθοδον τοῦ Μ. Α. τῶν πολλῶν ἑκατοντάδων ἑκατομμυρίων, ἂν τὰ μετατρέψῃ τις εἰς δραχμ., θὰ εὕρῃ 799,999,980 δραχμὰς ἢ προκειμένου διὰ δάνειον 16 ἑκατομμ. 1,280,000,000 δρχ. Τὸ πρᾶγμα τοῦτο εἶναι ὀλίγον τερατῶδες, ἐν τούτοις οὕτως ἔχει, διότι ἀναγράφεται εἰς τὴν σύμβασιν Μὰκ–Ἄρθουρ (ἄρθρ. 43 παράγραφον δευτέραν): «Ἡ οὕτως ὁρισθησομένη διατίμησις τῶν εἰσφορῶν τοῦ κοινοῦ, τοῦ Δημοσίου καὶ τῶν ἱδρυμάτων ἐν γένει θέλει παραμείνει ἀμετάβλητος μέχρι τῆς λήξεως τῆς συμβάσεως». Ἄρθρ. 41 (Αʹ τρόπος) ἐργολαβικὴ ἐκμετάλλευσις: «Ἡ Ἑταιρεία ἐκμεταλλεύσεως ἀναλαμβάνει ἐπὶ μίαν ἑξηκονταετίαν ἐργολαβικῶς κλπ.» διὰ τῆς ἱδρυθησομένης 6 μῆνας πρὸ τῆς ἀποπερατώσεως τῶν ἔργων Ἀνωνύμου Ἑταιρείας Ἐκμεταλλεύσεως, ὑπὸ τοῦ ἀναδόχου (ἄρθρ. 41 § 1). Ἐν § 10 «Τὸ τιμολόγιον ὑδροληψίας ὁρισθήσεται συμφώνως τῷ ἄρθρῳ 43 τοῦ τοκοχρεολυσίου τοῦ δανείου ἔχοντος προτεραιότητα ἐπὶ τοῦ τόκου τοῦ μετοχικοῦ κεφαλαίου». Ἐν § 12 μετὰ τὴν διανομὴν 10% ἐπὶ τοῦ μετοχικοῦ κεφαλαίου, τὰ τυχὸν ἐναπομένοντα περισσεύματα ἐκ τῶν προσόδων ὑδρεύσεως θὰ διανέμωνται ὡς ἑξῆς: Ἀνὰ ἓν τρίτον θὰ λαμβάνῃ τὸ Δημόσιον καὶ ἡ Ἑταιρεία Ἐκμεταλλεύσεως, τὸ δὲ ὑπόλοιπον τρίτον θὰ χρησιμοποιῆται, τῇ ἐκλογῇ τῆς Κυβερνήσεως, εἴτε πρὸς ἀνάλογον ἐλάττωσιν τῶν εἰσφορῶν ὑδρεύσεως εἴτε πρὸς σχηματισμὸν εἰδικοῦ ἀποθεματικοῦ κεφαλαίου πρὸς ἐπέκτασιν τῶν ἔργων ὑδρεύσεως». Λοιπὸν διὰ τὴν περίοδον τῆς ἀποσβέσεως τοῦ δανείου τὸ ἐτήσιον τοκοχρεολύσιον θὰ εἶναι 1,600,000 δολλάρια ἐπὶ 20 ἔτη, διὰ τὰ ὑπόλοιπα δὲ 40 ἔτη τὸ ποσὸν τοῦτο τῶν 1,600,000 δολλαρίων ἐτησίως θὰ ὑπάγηται εἰς «τὰ τυχὸν ἐναπομένοντα περισσεύματα» ἵνα μοιράζηται ἡ Ἑταιρεία μετὰ τοῦ Κράτους (ὅπερ θέλει νὰ καταστήσῃ συνένοχον) ἀνὰ ἓν τρίτον, ἵνα τὸ τελευταῖον τρίτον χρησιμοποιηθῇ πρὸς ἐλάττωσιν τῶν εἰσφορῶν ὑδρεύσεως. (Δίδει οὕτω τὸ ἓν τρίτον εἰς τοὺς κατοίκους Ἀθηνῶν–Πειραιῶς ἐκ τοῦ ὅλου ὅπερ θὰ συνεισφέρουν). Ὁμοίως, ἂν προτιμηθῇ ὁ προτεινόμενος ἐν τῇ συμβάσει Μ. Α. ὅρος τῆς πληρωμῆς τῶν ἐνδιαμέσων τόκων ἐκ τοῦ συναφθησομένου δανείου, θὰ προκύψῃ σύμβασις, ἥτις δὲν εἶναι ἰσοδύναμος πρὸς τὴν προκύπτουσαν σύμβασιν, ἂν τὸ Κράτος ἤθελε προτιμήσει νὰ καταβάλλῃ τοὺς ἐνδιαμέσους τόκους, ὡς ἀπέδειξα προηγουμένως. Ἡ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἐξέτασις τῶν διαφορῶν αἵτινες προκύπτουν ἀπὸ οἰκονομικῆς ἀπόψεως εἰς τὸ Κράτος θὰ ἠδύνατο νὰ συνεχισθῇ, ἂν ὄχι ἄνευ τέλους, πάντως ὅμως ἐπὶ πολύ, ἀναλόγως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν συμβάσεων Μ. Α αἵτινες θὰ προέκυπτον ἐκ τοῦ συνδυασμοῦ τῶν διαφόρων περιπτώσεων τῶν διατυπουμένων εἰς τὰ διάφορα ἄρθρα τῆς ὑποβληθείσης προτάσεως συμβάσεως Μ. Α. Ἄρθρον 4 Μ. Α. Ἀναγράφει τὰ ἑξῆς: «Πρὸς διευκόλυνσιν τῆς τοποθετήσεως τῶν ὁμολογιῶν εἰς τὰς ἀγορὰς τῶν Ἡνωμ. Πολιτειῶν καὶ ἀλλαχοῦ θέλει συναφθῆ λεπτομερὴς σύμβασις κλπ.». Πρόκειται μετὰ τὴν ὑπογραφὴν τῆς λεπτομεροῦς συμβάσεως νὰ μεριμνήσῃ διὰ τὴν τοποθέτησιν ὁμολογιῶν ἐν Ἡν. Πολιτείαις καὶ ἀλλαχοῦ. Περαιτέρω ὁρίζει ὅτι θὰ εἶναι ὑπεύθυνος ἡ Κυβέρνησις ἂν ἐντὸς δύο μηνῶν δὲν ὑπογράψῃ τὴν νέαν σύμβασιν ἢ δὲν ἐκδώσῃ τὰ ἀπαιτηθησόμενα ὑπὸ τοῦ ἀναδόχου Διατάγματα ἐπὶ σκοπῷ τῆς ἐκδόσεως τοῦ δανείου. Προφανῶς πρόκειται περὶ διεξαγωγῆς νέων διαπραγματεύσεων διὰ τὸ δάνειον, χωρὶς νὰ γνωρίζῃ τις ἂν θὰ τελειώσουν καὶ πότε. Ἀναγράφει περαιτέρω περὶ δύο τρόπων ἐκδόσεως τοῦ δανείου τῇ ἐκλογῇ τοῦ ἀναδόχου «συμφώνως μὲ τὰς διαθέσεις τῶν χρηματαγορῶν» εἴτε αἱ ὁμολογίαι ἐκδοθήσονται τμηματικῶς εἴτε διὰ τὸ ὁλικὸν ποσὸν τοῦ δανείου ἐξαγοραζόμεναι διὰ 4 ἴσων πληρωμῶν. Κατὰ τὸν δεύτερον τρόπον θὰ πρόκειται περὶ ἀμέσου πωλήσεως τῶν ὁμολογιῶν, γινομένων εὐκολιῶν εἰς τοὺς ὁμολογιούχους εἰς τὴν καταβολὴν τοῦ ἀντιτίμου, ὡς ἐξηγοῦσιν οἱ περὶ τὸν Μ. Α. τὸν δεύτερον τοῦτον τρόπον. Ἡ ἐγγύησις ἣν ὀφείλει τότε νὰ δώσῃ ὁ ἀνάδοχος πρέπει νὰ εἶναι βεβαίως τραπεζικὴ ἐγγύησις δι’ ὁλόκληρον τὸ ποσὸν τοῦ δανείου. Τὰ τοκομερίδια δὲ θὰ ὀφείλωνται τότε ἀπὸ τοῦ πρώτου ἔτους καὶ οἱ ἐνδιάμεσοι τόκοι θὰ ἀνέλθουν εἰς 6,000,000, ἐνῷ τὸ Κράτος θὰ εἰσπράξῃ τμηματικῶς τὸ δάνειον εἰς 4 ἔτη. Εἰς τὸ ἄρθρον 6 ἀναγράφεται ὅτι θὰ ἀποκόπτωνται τὰ τοκομερίδια τῶν προηγουμένων ἐτῶν καὶ θὰ καταστρέφωνται, ἀλλ’ ἀναφέρει μόνον διὰ τὴν περίπτωσιν τῆς τμηματικῆς ἐκδόσεως τοῦ δανείου. Οὔτε ἄλλως τε εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκδοθῇ ὁλόκληρον τὸ δάνειον καὶ νὰ παραδοθοῦν εἰς τὸ κοινὸν ὁμολογίαι μὲ ἀποκομμένα τὰ τοκομερίδια τῶν μελλουσῶν λήξεων ἀπὸ 1–4 ἐτῶν. Καὶ ἐνταῦθα, φαίνεται, ἡ διαζευκτικὴ παράθεσις δύο περιπτώσεων ἐν τῷ αὐτῷ ἄρθρῳ σκοπὸν ἔχει νὰ δημιουργήσῃ δύο συμβάσεις Μ. Α. διαφερούσας ἀπ’ ἀλλήλων κατὰ 1,800,000 δολλάρια διὰ δάνειον 16 ἑκατομ. δολλ., ἢ 1,125,000 δολλ. διὰ δάνειον 10 ἑκατομ. δολλ., διαφορὰν ἐνδιαμέσων τόκων, πληρωτέων εἰς τὰ τρία πρῶτα ἔτη, ὑπὸ τὸν ὅρον ὅμως ἐνταῦθα ἡ ἐκλογὴ τῆς μιᾶς ἢ τῆς ἑτέρας περιπτώσεως νὰ εἶναι δικαίωμα τοῦ ἀναδόχου καὶ οὐχὶ τοῦ Κράτους. Ἡ διάταξις μόνον αὕτη καθιστᾷ τὴν σύμβασιν Μ. Α. ἀκριβωτέραν τῆς Γιοῦλεν κατὰ τόσον μέγα ποσὸν ὥστε νὰ μὴ εἶναι ἐπιδεκτικὴ πλέον οὐδεμιᾶς συγκρίσεως μετὰ ταύτης. Τὸ ἄρθρον 4 Μ. Α. ὁρίζει τὰ ἑξῆς: «Τὸ δάνειον ἐκδοθήσεται τῇ ἐκλογῇ τοῦ ἀναδόχου καὶ συμφώνως πρὸς τὰς διαθέσεις τῶν χρηματαγορῶν τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν τῆς Ἀμερικῆς, εἴτε τμηματικῶς εἰς τέσσαρα ἴσα τμήματα ἐκδοθησόμενα τὸ μὲν πρῶτον ἐντὸς ἕξ μηνῶν ἀπὸ τῆς κυρώσεως τῆς παρούσης, τὰ δὲ τρία ἕτερα διαδοχικῶς ἓν ἔτος ἀκριβῶς μετὰ τὴν ἔκδοσιν τοῦ ἀμέσως προηγουμένως ἐκδοθέντος τμήματος, εἴτε αἱ ὁμολογίαι ἐκδοθήσονται διὰ τὸ ὁλικὸν ποσὸν τοῦ δανείου, ἐξαγοραζόμεναι διὰ τεσσάρων ἴσων πληρωμῶν γενησομένων εἰς τὰς αὐτὰς ὡς ἄνω ἡμερομηνίας. Ἐν περιπτώσει ἐκδόσεως ὁμολογιῶν διὰ τὸ ὁλικὸν ποσὸν τοῦ δανείου ὁ ἀνάδοχος θὰ χορηγήσῃ εἰς τὸ Κράτος τὰς παρ’ αὐτοῦ τυχὸν αἰτηθησομένας συμπληρωματικὰς ἐγγυήσεις διὰ τὴν ἐξαργύρωσιν τῶν εἰς αὐτὸν παρὰ τοῦ Κράτους παραδοθησομένων ὁμολογιῶν. Αἱ ὁμολογίαι θὰ φέρωσι κατ’ ἔτος τόκον 7½% τῆς ὀνομαστικῆς ἀξίας τοῦ ἑκάστοτε ἐκδιδομένου τμήματος πληρωνόμενον εἰς δολλάρια ἐνιαυσίως ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς ἐκδόσεως αὐτῶν. Ἡ πρώτη πληρωμὴ τόκου θέλει γίνει ἀκριβῶς ἓν ἔτος μετὰ τὴν ἑκάστοτε τμηματικὴν ἔκδοσιν τῶν ὁμολογιῶν, τῶν τοκομεριδίων, τῶν πρὸ τῆς ἐκδόσεως τῶν ἀποσπωμένων ἐκ τῶν νέων ὁμολογιῶν καὶ καταστρεφομένων». Φαίνεται σαφῶς ἐκ τῆς ἀσαφοῦς διατυπώσεως ὅτι, ὅταν προτιμήσῃ τὴν ἔκδοσιν διὰ τὸ ὁλικὸν ποσὸν ὁ ἀνάδοχος, θὰ παράσχῃ τὰς συμπληρωματικῶς ζητηθησομένας ἐγγυήσεις εἰς τὸ Κράτος διὰ τὴν ἐξαργύρωσιν τῶν ὁμολογιῶν εἰς 4 ἔτη καὶ ὅτι ὁ τόκος θὰ ὑπολογίζηται ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς ἐκδόσεως, ἀδιάφορον ἂν βραδύνομεν ἡμεῖς ἐπὶ 4 ἔτη νὰ εἰσπράξωμεν τὸ προϊὸν τοῦ δανείου. Φαίνεται δὲ ἀκόμη ὅτι αἱ τμηματικαὶ ἐκδόσεις αἱ γενόμεναι κατ’ ἔτος ἐντὸς 4 ἐτῶν θὰ ἔχουν ὁμολογίας ὁμοιομόρφους τελείως, δηλαδὴ αἱ ὁμολογίαι αἵτινες θὰ ἐκδοθοῦν κατὰ τὸ 4ον ἔτος, ἤτοι τῷ 1929, θὰ ἔχουν τοκομερίδια προσηρτημένα τῶν ἐτῶν 1925, 1926, 1927, 1928, τὰ ὁποῖα ὀνομάζονται τοκομερίδια «πρὸ τῆς ἐκδόσεως ἐτῶν» καὶ ἅτινα θὰ ἀποσπῶνται καὶ θὰ καταστρέφωνται· διότι ῥητῶς ὁρίζει ἀνωτέρω ὅτι ὁ τόκος πληρώνεται ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς ἐκδόσεως, ἥτις ἐν τῷ τετάρτῳ τούτῳ τμήματι θεωρεῖται ἡμέρα τις τοῦ ἔτους 1929. Παρόμοιόν τι θὰ γίνηται καὶ διὰ τὰς ἄλλας τμηματικὰς ἐκδόσεις. Ἀλλὰ διὰ τὴν ἔκδοσιν διὰ τὸ ὅλον ποσὸν δὲν ὑπάρχουν τοκομερίδια «πρὸ τῆς ἐκδόσεως ἐτῶν» ἵνα καταστραφῶσι καὶ συνεπῶς θὰ ὀφείληται τόκος ὁλοκλήρου τοῦ δανείου ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς ἐκδόσεως αὐτοῦ διὰ τὸ ὅλον ποσόν, ὅτε οἱ ἐνδιάμεσοι τόκοι θὰ ἀνέλθουν εἰς 6.000.000 δολλάρια ἀντὶ 4,200,000, διὰ δάνειον 16 ἑκατομμυρίων δολλαρίων. Αἱ διφορούμεναι καὶ ἐλλιπεῖς διατάξεις τῶν ἄρθρων Μ. Α. δεικνύουν καθαρὰ τὴν μὴ ἐξεύρεσιν κεφαλαίων, ἀλλὰ τὴν μέλλουσαν νὰ γίνῃ προσπάθειαν πρὸς τοῦτο, διεξαγομένων διαπραγματεύσεων καὶ καταβαλλομένων φροντίδων τίς οἶδεν ἐπὶ πόσον χρόνον. Ἐν τῷ μεταξὺ δὲ θὰ ἐξακολουθῇ καὶ θὰ ἐπιτείνηται ἡ ἔλλειψις τοῦ ὕδατος μὲ τὰς συμπαρομαρτούσας αὐτῇ οἰκονομικὰς καὶ ἀνθυγιεινὰς συνεπείας της, γνωστοῦ ὄντος ὅτι αἱ οἰκονομικαὶ ἐκ ταύτης ἀπώλειαι Ἀθηνῶν–Πειραιῶς εἶναι 220 ἑκατομμυρίων δραχμῶν ἐτησίως, ἅτινα κεφαλαιοποιούμενα πλησιάζουν νὰ δώσωσι τὸ τεράστιον ποσὸν τῶν δύο δισεκατομμυρίων δραχ., ὡσαύτως, γνωστοῦ ὄντος ὅτι οἱ θάνατοι ἐκ τύφου καὶ ἐντερικῶν νόσων εἶναι ἐννέα φορὰς περισσότεροι τῶν κανονικῶν καὶ ἡ θνησιμότης ἐν Ἀθήναις εἶναι, παρὰ τὸ λαμπρὸν κλῖμα, 22% ἀνωτέρα τῆς κανονικῆς διὰ πόλιν τοῦ μεγέθους τῶν Ἀθηνῶν. Ἄρθρον 8 διὰ τὴν περίπτωσιν τῆς τμηματικῆς ἐκδόσεως τοῦ δανείου «ὁ ἀνάδοχος ὀφείλει νὰ καταθέσῃ τὰ 87% τῆς ὀνομαστικῆς ἀξίας ἐντὸς μηνὸς ἀπὸ τῆς ἐκδόσεως ἑκάστου τμήματος». Ποίαν ἐγγύησιν ἔχομεν διὰ τὸν ἕνα μῆνα διὰ τὰ 3,480,000 δολλάρια, ὅση εἶναι ἡ πραγματικὴ ἀξία ἑκάστου τμήματος τοῦ δανείου τῶν 16 ἑκ. δολλαρίων; Ἡ ζητουμένη προθεσμία τοῦ ἑνὸς μηνὸς ἐτέθη πάντως ἵνα κατορθώσῃ νὰ ἐκποιῇ ὁ ἀνάδοχος κατὰ τὸ χρονικὸν διάστημα τοῦ μηνὸς τούτου τὸ ἑκάστοτε τμῆμα τοῦ δανείου. Ἀλλὰ καὶ ἡ οἰκονομικὴ σημασία τῆς διατάξεως ταύτης, ἧς βεβαίως θὰ κάμῃ χρῆσιν, δὲν εἶναι εὐκαταφρόνητος διὰ τὸ Κράτος. Ὑποχρεοῦται τοῦτο νὰ καταβάλλῃ ἑνὸς μηνὸς τόκους μὴ ὀφειλομένους, ἤτοι 218,750 δολλ. εἰς 5 δόσεις, ἅτινα προεξοφλούμενα ἰσοδυναμοῦσι μὲ 170,390 δολλάρια σημερινῆς ἀξίας, προκειμένου διὰ δάνειον 10 ἑκατομμυρίων μόνον. Τὸ ἄρθρον 15 ὁρίζει ὅτι ἐπιστραφήσεται ἡ ἐγγύησις ἅμα τῇ συμπληρώσει τῆς ἐκδόσεως τοῦ δανείου, ὅτε κατὰ τὴν περίπτωσιν τῆς ἐκδόσεως τοῦ δανείου διὰ τὸ ὅλον ποσὸν δὲν μένει ἐγγύησις διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἔργων παρὰ μόνον αἱ κρατήσεις ἐκ τοῦ κέρδους τῶν ἔργων, ἄν, ἐννοεῖται, κατασκευασθοῦν ταῦτα. Δηλαδὴ ἐγγυᾶται ὅτι θὰ ἐκτελέσῃ τὰ ἔργα διὰ τῶν κρατήσεων αἱ ὁποῖαι θὰ γίνουν, ἐὰν τὰ ἐκτελέσῃ. (Λογικὴ πρώτης τάξεως). Ἄρθρ. 16. Αἱ ἐγγυήσεις διὰ τὴν σκοπιμότητα καὶ ἀπόδοσιν τῶν ἔργων ὑφίστανται «ἐφόσον αἱ ὑποδείξεις αὐτοῦ γίνονται σεβασταί». Καὶ ἂν ἡ γνώμη τοῦ Συμβουλίου τῶν Δημοσίων ἔργων εἶναι ἀντίθετος; καὶ ἂν αἱ ὑποδείξεις δὲν συμφέρουν οἰκονομικῶς εἰς τὸ Κράτος; Τότε δὲν ἰσχύει ἡ ἐγγύησις. Συνεπῶς διὰ νὰ ἀπαλλαγῇ τῆς ἐγγυήσεως ταύτης ἀρκεῖ νὰ δημιουργήσῃ τοιαύτην διαφωνίαν, εὐκολωτάτην αὐτῷ· ἀρκεῖ π. χ. νὰ προτείνῃ δυσαναλόγους δαπάνας ἐν σχέσει πρὸς τὰ ἐπιτευχθησόμενα ἀποτελέσματα. Ἡ ἐγγύησις 700 λίτρων ἰσοῦται τῷ μηδενί, διότι ὁ μέσος ὅρος ἀποδόσεως, ὡς ἀναγράφει, ὁρίζεται ἂν ληφθοῦν ἔτη τινὰ ὑπ’ ὄψιν. Ἄν τὸ πρῶτον ἔτος δώσῃ ὀλιγωτέρας τῶν 700 λίτρων, θὰ ζητήσῃ νὰ περιμείνωμεν τὸ δεύτερον ἔτος, μήπως βρέξῃ περισσότερον. Ἐν τῷ μεταξὺ ὅμως θὰ ἔχῃ ἀποσύρει τὴν ἐγγύησιν μετὰ τὴν παράδοσιν τῶν ἔργων, ὡς ρητῶς ὁρίζει ἡ σύμβασις. Ἄλλως τε ὁ τρόπος τῆς διατυπώσεως εἶναι τοιοῦτος ὥστε δὲν ἐγγυᾶται σαφῶς διοχέτευσιν 700 λίτρων ὕδατος εἰς Ἀθήνας κατὰ 1″, οὔτε ὅτι θὰ κρατῆται εἰς τὴν λίμνην ἡ ποσότης αὕτη, ἀλλὰ μόνον ὅτι «θὰ περισυλλέγωνται ἐν τῇ λίμνῃ Μαραθῶνος»· ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ μετρῇ ἴσως τὸ ὕδωρ τῶν ρυάκων καὶ τοῦ χειμάρρου ὅπερ θὰ πίπτῃ εἰς τὴν λίμνην. Τοιουτοτρόπως ὅμως ἡ ἐγγύησις δίδεται ὡς ὑποχρέωσις τοῦ καλοῦ Θεοῦ ὅτι θὰ βρέχῃ ἐπαρκῶς. Ἄρθρ. 39. Διὰ τὰ ἔργα προσωρινῆς ὑδρεύσεως διαθέτει ἡ σύμβασις Μ. Α. 200,000 δολλάρια, τὰ δὲ λοιπὰ μέχρις 1 ἑκατομμ. δολλ. ὁρίζει τὸ ἄρθρον ὅτι «θὰ ἐξευρίσκῃ τὸ Κράτος, ἐφόσον ὁ ἀνάδοχος θὰ ἀπῄτει τοῦτο». Πῶς θὰ ἐξεύρῃ τὸ Κράτος τὰ ὑπόλοιπα 800,000 δολλάρια; Σημειωτέον ὅτι ἡ Γιούλεν ἐδήλωσεν ἐγγράφως ὅτι θὰ διαθέσῃ 1 ἑκατομμύριον δολλαρίων. Ἄρθρ. 20. Ἀναγράφει ὅτι ὁ ἀνάδοχος ἀπὸ τῆς 27ης Σεπτεμβρίου 1924 κατέθεσε προϋπολογισμὸν μετὰ τιμῶν μονάδος δι’ ἃ ἔργα αὐτὸς προέβλεπεν ὅτι θέλουσιν ἐκτελεσθῆ. Ὁ ἀνάδοχος συνέστη τῇ 9ῃ Ἰανουαρίου 1925. Πῶς συνέβη συνεπῶς νὰ καταθέσῃ προγενεστέρως τὸν προϋπολογισμὸν μετὰ τιμῶν μονάδος; Πῶς δὲ δύναται νὰ κάμῃ χρῆσιν τιμῶν κατατεθεισῶν ὑπὸ ἄλλου προσώπου, ὅπερ οὔτε ἀναφέρεται εἰς τὴν σύμβασιν, οὔτε υἱοθετεῖται ἡ τότε γενομένη πρᾶξίς του; Ἄρθρ. 19. «Τῇ αἰτήσει τοῦ Κράτους θὰ θεωρῶνται ὡς δαπάναι κατασκευῆς τῶν ἔργων τοιαῦται ἐπιβαρύνουσαι μὲν τὸ Κράτος, ἔχουσαι ὅμως σχέσιν ἄμεσον μὲ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἔργων». 1) Τὰ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἀναγραφόμενα 2,5 ἑκατομ. δραχμῶν, ἤτοι δολλάρια περίπου 41,666 διὰ μελέτην τῆς ὑδρεύσεως, ἥτις ἐγένετο ὑπὸ τῆς Τραπέζης Πειραιῶς. 2) Τὰ 200,000 δολλάρια δι’ ἀπαλλοτριώσεις ἐδαφῶν. 3) Τὰ ἔξοδα ὑπηρεσίας ἐλέγχου ὑπολογιζόμενα ἐπὶ πενταετίαν εἰς 150,000 δολλάρια. Ἐπ’ αὐτῶν ὅλων θὰ λάβῃ 10% κέρδος ὁ Μ. Α. καὶ 14% ἔξοδα, ἤτοι ἐφάπαξ δολλάρια 94,000. Ἐπὶ 20 δὲ ἔτη ἢ 60 ἔτη κατὰ τὸν Αʹ ἢ Βʹ τρόπον ἐκμεταλλεύσεως θὰ εἰσπράττῃ ἀνάλογον κέρδος ἐπὶ τοῦ τοκοχρεωλυσίου τῶν ἀνωτέρω ποσῶν. Αʹ περίπτωσις 3,000 δολλάρια ἐπὶ 20 ἔτη, ἤτοι 29,378 σημερινῆς ἀξίας. Βʹ περίπτωσις τῶν 60 ἐτῶν πολὺ περισσότερα καὶ ἐτησίως καὶ ἐν συνόλῳ. Ἤτοι τελείως ἀδικαιολόγητον κέρδος ἐξ 123.378 δολλ. ἢ περισσότερον διὰ τὴν περίπτωσιν τῶν 60 ἐτῶν ἐκμεταλλεύσεως. Ἂν προσθέσῃ τις καὶ τὴν προμήθειαν 13% διὰ τὸ δάνειον καὶ 2½% διὰ τὴν ἔκδοσιν καὶ διαφήμισιν κλπ., θὰ καταλήξωμεν περίπου νὰ δανεισθῶμεν 700,000 δολλάρια διὰ νὰ μείνουν καθαρὰ 400,000 διὰ τὰς ἀνωτέρω δαπάνας. Δεδομένου ὅτι βάσις τῆς συμβάσεως Γιοῦλεν εἶναι ἡ πρὸς αὐτὴν ἐμπιστοσύνη, ἣν δεικνύει τὸ Κράτος εἰς τὰ κυριώτερα ἄρθρα τῆς συμβάσεως, ἑπόμενον ἦτο νὰ θεωρήσῃ ἑαυτὸ ὑποχρεωμένον, ἀφοῦ δεικνύει ἐμπιστοσύνην διὰ τὸ ὅλον, νὰ δείξῃ καὶ διὰ τὸ μέρος, ἤτοι διὰ τὰ Γεν. ἔξοδα ἐν Ἑλλάδι, ἅτινα μετὰ φειδοῦς θὰ ἐξοδεύωνται, ὡς καὶ ἡ δαπάνη διὰ τὰ ὅλα ἔργα. Δηλώνει δὲ ἡ Ἑταιρεία Γιοῦλεν ὅτι δὲν πρόκειται νὰ ὑπερβῇ τὰ 800,000 δολλάρια, συμπεριλαμβανομένων καὶ τῶν ἐν Ἀμερικῇ ἐξόδων, ἤτοι 11% ἐπὶ τοῦ κόστους τῶν ἔργων. Οὐχὶ βεβαίως ὅπως τὸ ἐννοεῖ ἡ σύμβασις Μ. Α. τὸ κόστος τῶν ἔργων, ηὐξημένον διὰ τῶν δαπανῶν ἃς ἀνέφερα ἀνωτέρω. Ἵνα μὴ πραγματοποιήσῃ δὲ κέρδη ἐξ ἄλλου κεφαλαίου, τοῦ τῶν γενικῶν ἐξόδων, κατὰ τὴν συνήθειαν τῆς Ἑταιρείας Γιοῦλεν, ἥτις μόνον εἰς τὸ σταθερὸν κέρδος της ἀποβλέπει, ἀνέγραψεν εἰς τὴν σύμβασιν ὡς ἀνώτερον ὅριον 17% καὶ ὄχι σταθερῶς τόσα, ἅτινα θὰ ἦτο ἴσως δυνατὸν νὰ γίνουν ἀποδεκτά, ἐφόσον ἄλλαι δύο Ἑταιρεῖαι κατασκευῆς λιμένων Πειραιῶς καὶ Χανίων ἔχουν ὡρισμένα τὰ ἔξοδά των εἰς 17%. Ἐδήλωσε δὲ συγχρόνως ὅτι τὰ γενικὰ ἔξοδά της, εἰς ὅλα τὰ ἔργα ἅτινα κατεσκεύασεν, ἦσαν συνήθως 8%, οὐδέποτε δὲ ὑπερέβησαν τὰ 12%. Ἐνταῦθα δέον νὰ παρατηρήσῃ τις ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ ἐλαττωθῇ τὸ ὅριον 17% κατά τι, κατὰ 3% τοὐλάχιστον. Συνεπῶς εἰς τὸ κεφάλαιον τοῦτο δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ σύγκρισις μεταξὺ τῶν δύο Ἑταιρειῶν, τῆς Μ. Α. ἐχούσης τὰ ἔξοδα 14% ἐπὶ τοῦ κόστους τῶν ἔργων καὶ μάλιστα ἐπὶ ηὐξημένου κόστους, ὡς ἐξήτασα ἀνωτέρω. Διότι αὐθαίρετον θὰ ἦτο νὰ παραδεχθῶμεν ὅτι θὰ κοστίσουν ὀλιγώτερον εἰς τὸν ἕνα ἢ περισσότερον εἰς τὸν ἄλλον καὶ ἡ ἰδία Ἑταιρεία Μ. Α. παραδέχεται τὰ αὐτὰ γενικὰ ἔξοδα ἐν Ἑλλάδι δι’ ἀμφοτέρας τὰς Ἑταιρείας. Ὅσον ἀφορᾷ εἰδικῶς τὰ ἐν Ἡνωμ. Πολιτείαις ἔξοδα, ταῦτα κατὰ τὴν Γιοῦλεν περιλαμβάνουν ἔξοδα ἀρχιμηχανικοῦ, ἐπιβλέψεις καὶ φορτώσεις ὑλικῶν. Ἐνῷ ὁ Μ. Α. ἐπιβαρύνει τὴν ἀξίαν τῶν ὑλικῶν μὲ τὰ ἔξοδα ταῦτα (ἄρθρ. 22). Τὸ δὲ 2% προορίζει αὕτη δι’ ἔξοδα γραφείων, ἅτινα θὰ ἵδρυεν ἐν Νέᾳ Ὑόρκῃ, ἐὰν ἀνελάμβανε τὰ ἔργα. Ὅ,τι ἐξάγεται ἀσφαλῶς ἐκ τῆς ἐξετάσεως τοῦ κεφαλαίου τούτου εἶναι ὅτι εἰς μὲν τὴν Γιοῦλεν θὰ πληρώσωμεν τὰ γενικὰ ἔξοδα, ἅτινα πραγματικῶς θὰ γίνουν, εἰς δὲ τὴν Μ. Α. θὰ πληρώσωμεν πάντως 14% ἐπὶ τοῦ κόστους τῶν ἔργων καὶ συνεπῶς δυνάμεθα νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὸν ὑπολογισμὸν τοῦ κέρδους τοῦ Μ. Α. 3% ζημίαν αὐτοῦ ἢ κέρδος, δεδομένου ὅτι τὰ ὅρια μεταξὺ τῶν ὁποίων κυμαίνονται ταῦτα εἶναι 11% ἕως 17%. Πρὸς εὕρεσιν τοῦ κέρδους τῆς Ἑταιρείας Μ. Α. πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν ὅλα τὰ ἄρθρα τῆς συμβάσεως εἰς ἃ εἴτε ἀμέσως εἴτε ἐμμέσως ἐμπερικλείεται κέρδος. 1) Τὸ κέρδος ὁρίζεται εἰς 10% εἰς τὸ κόστος τῶν ἔργων (ἀφήνομεν τὴν περίπτωσιν τοῦ 12%). Εἰς τὸ κόστος δὲ τῶν ἔργων ὑπολογίζονται καὶ τὰ γενικὰ ἔξοδα, αἱ ἀπαλλοτριώσεις καὶ αἱ ὑπηρεσίαι ἐλέγχου, ἅτινα τῇ αἰτήσει τῆς Κυβερνήσεως θὰ ἐπιβαρύνουν τὰ ἔργα. Τὸ κόστος τῶν ἔργων ὑπολογίζεται ὑπὸ τῆς ἰδίας Ἑταιρείας εἰς 9,348,000 δολλ. Δύναται δὲ νὰ θεωρηθῇ ὅτι θὰ κυμαίνηται κατὰ 20% ἐπὶ πλέον ἢ ἐπὶ ἔλαττον, χωρὶς νὰ ὑπερβῇ τὰ ὅρια τοῦ κόστους κατὰ τὴν Γιοῦλεν 6,526,000 κατὰ πρόχειρον ὑπολογισμὸν ἐπὶ τῇ βάσει τῆς πείρας της καὶ κατὰ τὴν Χόλτζμαν 16 ἑκατομμ. ἐλαττωθέντα εἰς 12 ἑκατομμ. Ἑπομένως τὸ κόστος αὐτῶν κυμαίνεται ἐν τῇ Μ. Α. μεταξὺ 7,478,400 καὶ 11,217,600, πλέον τῶν ἐξόδων ἀπαλλοτριώσεως καὶ ἐλέγχου, ὅτε τὸ κόστος θὰ ἀνέλθῃ εἰς 7,828,400 μέχρι 11,567,600. Ἄρα τὸ ἐκ 10% κέρδος θὰ κυμαίνηται μεταξὺ τοῦ ἐλαχίστου ὁρίου 782,840 δολλ. καὶ 1,156,760 δολλαρίων. Δὲν φθάνω δὲ μέχρι τοῦ 1,200,000, ὅπερ ὁρίζεται ὡς ἀνώτερον ὅριον κέρδους ἐκ τοῦ 10% ἢ 12% ἐν ἄρθρ. 26 τῆς Μ.Α. 2) Ἐπὶ τῆς οἰκονομικῆς ἀποδόσεως τῶν ἐργατῶν ὑπολογιζομένων τῶν ἐργατικῶν εἰς τὸ ⅓ τοῦ κόστους τῶν ἔργων, ἤτοι μεταξὺ 2,492,800 καὶ 3,855,600. Ἐπὶ τῶν ποσῶν τούτων δύναται νὰ προκύψῃ μία οἰκονομία ἀποδόσεως ἢ ὑπέρβασις κατὰ 20% (ὁ Μ. Α. προβλέπει καὶ μεγαλυτέραν ἔτι ἐν τῇ συμβάσει). Ἄρα τὸ ποσὸν τῆς οἰκονομίας ἢ ὑπερβάσεως θὰ εἶναι 498,560 μέχρι 771,120. Τῶν ποσῶν τούτων ἥμισυ θὰ κερδίσῃ ἢ θὰ ζημιωθῇ ἡ Μ. Α., ἤτοι κατ’ ἀνώτατον ὅριον τὸ κέρδος της ἢ ἡ ζημία της ἐκ τῆς αἰτίας ταύτης θὰ εἶναι 249,280 δολλάρια. Διὰ τὴν περίπτωσιν τῆς ζημίας ἔχει προβλέψει δικαιολογίας πολλὰς καὶ ἀναθεώρησιν τιμῶν μέχρι 5%, πλὴν τοῦ περιθωρίου 10%. 3) Ἐπὶ τῆς οἰκονομίας ἐκ τοῦ χρόνου ἀποπερατώσεως τῶν ἔργων ὑπολογιζομένης εἰς 1 ἔτος τῆς καθυστερήσεως ἢ τῆς ταχυτέρας ἀποπερατώσεως· ἤτοι διάρκεια κατασκευῆς τῶν ἔργων ἀπὸ 4 ἕως 6 ἔτη. Ἡ ἐπιβράδυνσις τῆς ἀποπερατώσεως τῶν ἔργων συνεπάγεται ζημίαν τοῦ ἀναδόχου ἐξ 109,500 δολλαρίων (300 δολλ. ἡμερησίως, δι’ ἓν ἔτος προβλεπόμενον ἐν τῇ συμβάσει Μ. Α. ἐν ἄρθρῳ 49 § 5), ἄν, ἐννοεῖται, δὲν εὕρῃ τρόπον νὰ δικαιολογήσῃ τὴν βραδύτητα. Ἡ ἀποπεράτωσις τῶν ἔργων ἓν ἔτος ἐνωρίτερον συνεπάγεται κέρδος τὸ ἥμισυ τῆς γενησομένης οἰκονομίας ἐκ τῆς ἐγκαίρου ἀποπερατώσεως τοῦ ἔργου. Ἡ οἰκονομία αὕτη εἶναι ἡ ἀξία τοῦ ὕδατος, ὅπερ θὰ ἔχωμεν ἓν ἔτος ἐνωρίτερον, μεῖον τῶν ἐξόδων ἐκμεταλλεύσεως. Ὡς ἐλάχιστον δὲ ὅριον τὸ ποσὸν τοῦτο πρέπει νὰ ἐπαρκῇ διὰ τὴν ἐξυπηρέτησιν τοῦ δανείου τῶν 16 ἑκ. (παραλείπομεν τὸ κέρδος τῆς Ἑταιρείας κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο)· θὰ εἶναι 1,600,000 δολλάρια. Ἀλλ’ ἂς παραδεχθῶμεν ὅτι μόνον 12 ἑκατομμ. δάνειον θὰ ἐξυπηρετῆται καὶ ἂς μὴ λάβωμεν ἐν τῷ ὑπολογισμῷ ἡμῶν τὰ ἄλλα κέρδη τῆς Ἑταιρείας κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο, ἵνα εἴμεθα ἐπιεικέστεροι. Τότε τὸ τοκοχρεολύσιον θὰ εἶναι 1,200,000 δολλαρίων. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει τὸ ἥμισυ τῆς οἰκονομίας ταύτης θὰ εἶναι τὸ κέρδος τοῦ ἀναδόχου δολλ. 600,000. 4) Ἐπὶ τῶν ἐξόδων 14%, τὸ 3% κέρδος ἢ ζημία ἐπὶ τοῦ κόστους τῶν ἔργων ἀνέρχεται εἰς 347,028 δολλάρια. Σημειωτέον ὅτι δὲν λαμβάνω ὅρια διακυμάνσεως μεγάλα οὔτε λαμβάνω ὑπ’ ὄψιν τὴν περίπτωσιν τῆς ὑποχρεώσεως τοῦ Κράτους νὰ κατασκευάσῃ ἄλλα ἔργα μέχρι τοῦ ποσοῦ τῶν 16 ἑκατομ. ὡς ἀναγράφει ἡ σύμβασις Μ. Α., ὅτε ὅλοι οἱ προηγούμενοι ἀριθμοὶ θὰ ηὔξανον καὶ τὰ ὅρια συνεπῶς τῶν μεγίστων καὶ ἐλαχίστων θὰ ἀφίσταντο ἔτι περισσότερον ἀλλήλων. Πρὸς ὑπολογισμὸν ὅθεν τοῦ κέρδους Μ. Α. θὰ λάβωμεν τὰς δυσμενεῖς περιπτώσεις, ὅτε τὸ κέρδος του θὰ εἶναι 786,840− 249,280−109,500−247,028 = 77,032. Καὶ τὰς εὐμενεῖς περιπτώσεις, ὅτε τὸ κέρδος του θὰ ἀνέλθῃ εἰς 1,156,760 + 249,280 + 600,000 + 347,028 = 2,353,068. Οἱονδήποτε ἀριθμὸν μεταξὺ τῶν 77,032 καὶ 2,353,068 ἂν λάβωμεν ὡς κέρδος τοῦ Μ. Α. ἵνα τὸν συγκρίνωμεν μὲ τὸ σταθερὸν κέρδος τῆς Γιοῦλεν 1,260,000 θὰ εἶναι αὐθαιρέτως. Ἐννοεῖται εὐκόλως ὅτι τὸ συμφέρον τῆς Ἑταιρείας Μ. Α. θὰ εἶναι νὰ προσπαθήσῃ νὰ ἀναβιβάσῃ τὸ κέρδος της εἰς τὸ μέγιστον δυνατὸν ὅριον τῶν 2,353,068 δολαρίων. Ἡ ζημία δὲ τοῦ Κράτους δὲν θὰ ἦτο ἡ διαφορὰ τῶν κερδῶν τῶν δύο Ἑταιρειῶν ἡ σημαντική, ἀλλὰ τὸ ὑπερβολικὸν κόστος τῶν ἔργων, ὅπερ θὰ ἐξώθει ἡ Ἑταιρεία Μ. Α. εἰς τὸ μέγιστον, ἵνα πραγματοποιήσῃ τὸ ἀνωτέρω κέρδος. Ἡ ζημία δὲ αὕτη δὲν θὰ ἐπρόκειτο νὰ γίνῃ ἐφάπαξ, ἀλλ’ ἡ συνέπεια αὐτῆς θὰ διήρκει ἐπὶ 20 ἔτη, ἢ 60 ἔτη καθ’ ἃ θὰ ἔπρεπε νὰ πληρώνηται μεγαλύτερον τοκοχρεολύσιον καὶ μεγαλύτερον κέρδος εἰς τὴν ἑταιρείαν ἐκμεταλλεύσεως, ὁριζόμενον εἰς 7½% ἐπὶ τοῦ κόστους τῶν ἔργων ἢ εἰς τὸ ⅓ τῶν ἐξετασθέντων ἤδη «τυχὸν περισσευμάτων». Ἐκ τούτου ἕπεται ὅτι ἅμα τῇ ὑπογραφῇ τῆς συμβάσεως Μ. Α. τὸ Κράτος μὲ τὴν Ἑταιρείαν ταύτην τίθενται εἰς σύγκρουσιν συμφερόντων, διότι ταῦτα εἶναι ἀντιτιθέμενα. Ἐνῷ ἀφ’ ἑτέρου δὲν ὑπάρχει σύγκρουσις συμφερόντων ἀλλὰ συνταυτισμὸς τούτων τοῦ Κράτους μὲ τὴν Ἑταιρείαν Γιοῦλεν. Δύναται μάλιστα νὰ ὑποστηριχθῇ ὅτι ἡ Ἑταιρεία Γιοῦλεν διὰ τοῦ περιορισμοῦ τῆς δαπάνης κατασκευῆς τῶν ἔργων εἰς τὸ ἐλάχιστον (ὡς ὁ πίναξ προϋπολογισμοῦ τοῦ κόστους τῶν ἔργων δεικνύει, ἀναβιβαζομένου εἰς 6,526,000 δολλ.) προστατεύει τὸ χρῆμα τοῦ Δημοσίου καὶ τὸ συμφέρον τῶν καταναλωτῶν ὕδατος. Διότι διὰ τῶν ὑπαρχόντων χρημάτων θὰ προσπαθήσῃ νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὴν κατασκευὴν τῶν ἀπαραιτήτων ἔργων, μὴ ἀποδεχομένη νὰ ἐκτελέσῃ περιττὰ ἔργα ἢ τὰς παραλόγους ἀξιώσεις διαφόρων ἐπιρροῶν ἐπὶ τῶν ἑκάστοτε Κυβερνήσεων, περὶ ἐκτάσεως τοῦ δικτύου διανομῆς ὕδατος, εἰς τμήματα ἐξοχικὰ τῆς πόλεως Ἀθηνῶν, ἔνθα ἡ πληρωμὴ τῆς ὑδροληψίας, ὑπὸ τῶν ὀλίγων κατοίκων τῶν τμημάτων τούτων, δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ καλύψῃ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δαπανηθησομένων ποσῶν ὡς καὶ τὴν ὑπηρεσίαν συντηρήσεως τοῦ δικτύου τούτου. Ἡ προφύλαξις δὲ τοῦ χρήματος τοῦ Δημοσίου ἀπὸ παρομοίας ἐπιζημίους ἐπιχειρήσεις, ἣν ὑποχρεοῦται νὰ κάμῃ ἡ Ἑταιρεία Γιοῦλεν, διὰ νὰ ἐπαρκέσῃ τὸ ποσὸν τὸ διατιθέμενον διὰ τὰ κύρια ἔργα, δύναται νὰ ὀνομασθῇ προστασία τοῦ χρήματος τοῦ Δημοσίου. Τὸ ἴδιον ὅμως δὲν δύναται νὰ λεχθῇ, ὅταν προτιμηθῇ ὁ τύπος τῆς συμβάσεως Μ. Α., διότι συμφέρον ἔχει ὁ ἀνάδοχος τοιούτου τύπου νὰ ἐπεκτείνῃ τὰ δίκτυα διανομῆς καὶ ἐκεῖ ὅπου ἀκόμη ἐλάχιστοι κάτοικοι ὑπάρχουν, ἵνα αὐξήσῃ τὸ κόστος τῶν ἔργων καὶ συνεπῶς νὰ συναυξήσῃ τὸ εἰς ποσοστὸν 10% κέρδος κατασκευῆς καὶ τὸ εἰς ποσοστὸν 7½% κέρδος ἐκμεταλλεύσεως ἐπὶ εἰκοσαετίαν ἢ ἐπὶ ἑξηκονταετίαν. Ἰδοὺ διατί ὑποστηρίζεται ἡ συνταύτισις συμφερόντων Δημοσίου καὶ τῆς Ἑταιρείας Γιοῦλεν καὶ τὸ ἐπωφελὲς τῶν ὅρων τοῦ τύπου συμβάσεως αὐτῆς, ἡ ἀντίθεσις δὲ συμφερόντων Δημοσίου καὶ Ἑταιρείας Ἀναπτύξεως τῆς Ἑλλάδος καὶ τὸ ἐπιζήμιον τοῦ τύπου συμβάσεως Μ. Α. Καὶ ἰδοὺ διατί ἡ Γιοῦλεν προτείνει μικρὸν δάνειον, ὁ δὲ Μὰκ Ἄρθουρ μέγα, διὰ τὰ αὐτὰ μὲν ἔργα, πράγματι ὅμως συνεπτυγμένα εἰς τὸ ἀπαραίτητον διὰ τὴν Γιοῦλεν καὶ ἀνεπτυγμένα εἰς τὸ μέγιστον δυνατὸν διὰ τὸν Μὰκ Ἄρθουρ (ἀναγινώσκει): «Προϋπολογισμοὶ κόστους τῶν ἔργων εἰς δολλάρια: Ἀπαλλοτριώσεις Γιοῦλεν καὶ Σια 200,000, Μὰκ–Ἄρθουρ 200,000, Σίεμενς κλπ. 200,000. Λίμνη, χείμαρροι Γιοῦλεν καὶ Σία 200,000, Μὰκ–Ἄρθουρ 190,000, Σίεμενς κ.λ.π. 2,086,000. Φράγμα Γιοῦλεν καὶ Σια 926,000, Μὰκ–Ἄρθουρ 1,324,000, Σίεμενς κ.λ.π. 2,086,000. Ἐξωτερικὸν Ὑδραγωγεῖον Γιοῦλεν καὶ Σία 1,700,000, Μὰκ–Ἄρθουρ 2,254,000, Σίεμενς κ.λ.π. 2,076,000. Διυλιστήρια–Ὑδαταποθῆκαι Γιοῦλεν καὶ Σία 1,000,000, Μὰκ–Ἄρθουρ 1,300,000, Σίεμενς κλπ. 2,150,000. Δίκτυα διανομῆς Γιοῦλεν καὶ Σία 2,400,000, Μὰκ–Ἄρθουρ 3,300,000, Σίεμενς κ.λ.π. 3,702,000. Γραφεῖα, ἀποθῆκαι, ἀπρόοπτα Γιοῦλεν καὶ Σία —, Μὰκ–Ἄρθουρ 432,000, Σίεμενς κ.λ.π. 502, 000. Σύνολον Γιοῦλεν καὶ Σία 6,426,000, Μὰκ–Ἄρθουρ 8,990,000, Σίεμενς κ.λ.π. 10,716,000. Ἑταιρεία Χόλτσμαν 16,000,000 μεῖον 25% = 12,000,000 δολλ. Τὰ διυλιστήρια μὲ χλώριον, τῆς Σίεμενς μὲ ὄζον. Ὁ προϋπολογισμὸς Γιοῦλεν εἶναι κατὰ πρόχειρον ὑπολογισμόν, τὰ δὲ ἔξοδα γραφ. ἀποθ. ἀπροόπτων συμπεριλαμβάνονται εἰς τὰ ἀνωτέρω αὐτῶν ἀναγραφόμενα ποσά. Ἡ δαπάνη τῶν δικτύων διανομῆς προβλέπει 25,000 τόννων σωλῆνας. Προϋπολογισμὸς Γιοῦλεν καὶ Σίας. Ὑλικὰ καὶ ἐργατικὰ Δολλ. 6,426,000, Γενικὰ ἔξοδα 800,000, Κέρδος Ἑταιρείας 1,200,000, Ἔξοδα ἀπαλλοτριώσεως 200,000, Ἐνδιάμεσοι τόκοι 5 ἐτῶν 2,800,000, Προμήθειαι διὰ τὴν πληρωμὴν τῶν τόκων ¼% 7,000, Ἔκπτωσις διὰ τὴν ἔκδοσιν τοῦ δανείου 1,500,000, Ἔξοδα ἐκτυπώσεως καὶ λοιπὰ μικρὰ ἔξοδα 15,000, Σύνολον 12,948,000. Τὸ ποσὸν τοῦτο θὰ καλυφθῇ 1) ἐκ τοῦ δανείου τῶν 10 ἑκατ. δολλαρίων· 2) ἐκ φόρων ἐπὶ τῶν κατοίκων Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς ἐκ 2,800,000 δολλαρίων κατὰ τὰ 5 ἔτη τῆς κατασκευῆς, πρὸς πληρωμὴν τῶν ἐνδιαμέσων τόκων καὶ 3) ἐκ τῆς εἰσπράξεως τῶν τραπεζιτικῶν τόκων ἐπὶ τῶν καταθέσεων τοῦ προϊόντος τοῦ δανείου. Ἐνταῦθα δέον νὰ σημειωθῇ ὅτι, ὅσον κολοσσιαία καὶ ἂν εἶναι ἡ ὠφέλεια ἣν παρέχει εἰς τὸ Κράτος ἡ Ἑταιρεία Γιοῦλεν ὡς τεχνικὴ τοιαύτη, δὲν εἶναι δικαιολογημένον ἡ Ἑταιρεία Γιοῦλεν ὡς προμηθευτὴς κεφαλαίων νὰ ἐπωφελῆται τῶν πλεονεκτημάτων τούτων, ὥστε νὰ προβάλῃ τυχὸν οἰκονομικοὺς ὅρους δυσμενεστέρους διὰ τὸ Κράτος ἀπὸ τοὺς ἐν τῇ διεθνεῖ χρηματαγορᾷ ὑφισταμένους· πολὺ δὲ περισσότερον ἡ Τράπεζα Ἀθηνῶν δὲν δικαιοῦται εἰς τοῦτο. Διὸ πρὶν ἐξετάσωμεν τὸ δάνειον αὐτοτελῶς καὶ ἐν ἀντιπαραβολῇ πρὸς τὰ λοιπὰ ἐξωτερικὰ ἡμῶν δάνεια, ἂς μᾶς ἐπιτρέψῃ ἡ Ἑταιρεία Γιοῦλεν νὰ κάμωμεν προηγουμένως σύγκρισιν τῶν οἰκονομικῶν ὅρων τῶν δύο δανείων Γιοῦλεν καὶ Μὰκ–Ἄρθουρ. Καίτοι τὸ δεύτερον δὲν εἶναι προωρισμένον νὰ γίνῃ καὶ συνεπῶς δὲν εἶναι καὶ πολὺ λογικὸν νὰ συγκρίνηται μὲ τὸ πρῶτον, οὔτε, ἐννοεῖται, εἶναι ὀρθὸν νὰ συγκριθῶσιν οἱ εἰλικρινεῖς καὶ καλῆς πίστεως ὅροι τῆς Γιοῦλεν μὲ τοὺς ἐπιτηδείως περιπεπλεγμένους ὅρους τῆς Μὰκ–Ἄρθουρ, παρὰ ταῦτα ὅμως ἂς μᾶς ἐπιτραπῇ νὰ συναγάγωμεν συμπεράσματα καὶ τὰ διατυπώσωμεν ἐν εἴδει προτάσεων, μὲ τὴν παράκλησιν ὅπως διαπραγματευθῇ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἐπιτύχῃ τὴν τροποποίησιν τῶν ἀντιστοίχων ὅρων τῆς συμβάσεως Γιοῦλεν. 1) Προφανὴς διαφορὰ μεταξὺ τῶν δύο συμβάσεων εἶναι ἡ διαφορὰ τοῦ τόκου 7½% Μ. Α. καὶ 8% Γιοῦλεν. Ἡ διαφορὰ αὕτη διὰ μὲν τὴν περίοδον τῆς κατασκευῆς θὰ ἐπιβαρύνῃ τοὺς ἐνδιαμέσους τόκους κατὰ 175,000 δολλάρια πληρωτέα εἰς 5 ἔτη. Ταῦτα προεξοφλούμενα πρὸς τὸ αὐτὸ ἐπιτόκιον πρὸς ὃ καὶ τὸ δάνειον ἰσοδυναμοῦσι μὲ σημερινὴν ἀξίαν δολλ. 133,525. Διὰ δὲ τὴν περίοδον τῆς ἀποσβέσεως ἐκ τῆς ἐτησίας ἐπιβαρύνσεως τοῦ τοκοχρεολυσίου, σημερινῆς ἀξίας δολλ. 251,247.— 2) Ἑτέρα προφανὴς καὶ σημαντικὴ διαφορὰ εἶναι ἡ ἐκ 2% διαφορὰ τιμῆς ἐκδόσεως τοῦ δανείου 87% Μ. Α. καὶ 85% Γιοῦλεν. Αὕτη εἶναι πληρωτέα σήμερον καὶ ἀνέρχεται εἰς δολλ. 200,000.— 3) Σημαντικὴ ὡσαύτως διαφορὰ εἶναι ἡ προερχομένη ἐκ τῆς διαφορᾶς τοῦ τόκου καταθέσεως τοῦ προϊόντος τοῦ δανείου ἐν Ἡνωμ. Πολιτείαις διὰ τὴν Γιοῦλεν καὶ ἐν Ἑλλάδι διὰ τὴν Μ. Α. Ἂν ὑπολογίσωμεν τὴν διαφορὰν ταύτην εἰς 2% καὶ τὴν παραδεχθῶμεν σταθερὰν μέχρι τῆς ἀποπερατώσεως τῶν ἔργων, ἐπὶ 5½ μῆνας, ὅσον εἶναι θεωρητικῶς δυνατὸν νὰ παραμένουν αἱ καταθέσεις εἰς τὴν Τράπεζαν κατ’ ἔτος, χρησιμοποιούμεναι συγχρόνως διὰ τὰ ἔργα, θὰ ἔχωμεν τὸ ποσὸν τῶν 21,250 δολλαρίων ἐτησίως, ἤτοι ἐπὶ 4 ἔτη 85,000 δολλάρια, ἅτινα προεξοφλούμενα ἀποτελοῦν ἀξίαν δολλ. 64,517,— 4) Ἑτέρα ὡσαύτως διαφορὰ εἶναι ἡ ὑποχρέωσις τῆς καταβολῆς ὑπὸ τοῦ Κράτους τῶν ἐνδιαμέσων τόκων καὶ τοῦ τοκοχρεολυσίου, ἕνα μῆνα πρὸ ἑκάστης διαδοχικῆς λήξεως, ἀντὶ τῶν 10 ἡμερῶν τῆς συμβάσεως Μ. Α., ἤτοι 20 ἡμερῶν τόκοι καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τῆς ἐξοφλήσεως τοῦ δανείου. Τὸ ποσὸν τοῦτο ἀνέρχεται εἰς σημερινῆς ἀξίας δολλάρια 38,830. 5) Διὰ τὴν περίοδον τῆς ἐκμεταλλεύσεως δὲν δυνάμεθα ἀσφαλῶς νὰ κρίνωμεν περὶ τῶν οἰκονομικῶν διαφορῶν αἵτινες θὰ προκύψουν, διότι αὗται θὰ ἐξαρτηθῶσιν ἀπὸ τὸ κόστος τῶν ἔργων. Μὲ τοὺς προϋπολογισμοὺς Γιοῦλεν δύναταί τις νὰ ὑπολογίζῃ ὅτι τὰ ἔξοδα ἐκμεταλλεύσεως ὁμοῦ μὲ τὰ ἔξοδα τοκοχρεολυτικῆς ὑπηρεσίας τοῦ δανείου θὰ ἀνέλθουν εἰς 1,500,000 δολλάρια ἐτησίως, ἐπιβαρυνομένης ἑκάστης οἰκογενείας μὲ 400 σημερινὰς δραχμὰς ἐτησίως, ὑπολογιζομένων τῶν κατοίκων Ἀθηνῶν–Πειραιῶς εἰς 225,000 οἰκογενείας μετὰ 5 ἔτη. Ἐνῷ μὲ τοὺς ηὐξημένους προϋπολογισμοὺς Μ. Α. καὶ τὴν διακύμανσιν τῆς πιθανότητος τοῦ κόστους οὐδεὶς ὑπολογισμὸς δύναται νὰ γίνῃ καὶ συνεπῶς οὐδεμία λογικὴ σύγκρισις τῶν δύο συμβάσεων κατὰ τὴν περίοδον ταύτην. Ἐν τούτοις, ἂν λάβωμεν 7½% κέρδος ἐπὶ τῆς διαφορᾶς τῶν τοκοχρεολυσίων τῶν δανείων τῶν δύο συμβάσεων—λόγῳ τῆς διαφορᾶς τοῦ ἐπιτοκίου—, θὰ ἔχωμεν δολλάρια σημερινὰ ἀξίας 18,843. Συνολικὴ διαφορὰ ἐκ δολλ. 706,962.— 1) Κατὰ τὴν σύμβασιν Μ. Α. ὅταν καταβάλληται ἕκαστον τμῆμα τοῦ δανείου εἰς τὸ Κράτος δὲν θὰ παραδίδωνται τὴν ἰδίαν στιγμὴν καὶ αἱ ἀντίστοιχοι ὁμολογίαι εἰς τὴν Ἑταιρείαν. Ἀλλὰ θὰ ἔχουν παραδοθῆ αὗται πρὸ μηνός, μὲ τοκομερίδιον τῆς πρὸ μηνὸς ἡμερομηνίας, ἥτις θεωρεῖται ἡμέρα τῆς ἐκδόσεως τοῦ Τμήματος. Συνεπῶς οἱ ἐνδιάμεσοι τόκοι θὰ ἀρχίζουν ἕνα μῆνα ἐνωρίτερον. (Δαν. 10 ἑκατομ.) Ἡ ἐπιβάρυνσις αὕτη τοῦ Κράτους κατὰ τόκους ἑνὸς μηνὸς ἀποτελεῖ ποσὸν 218,750 δολλαρίων, πληρωτέον εἰς 5 δόσεις ἐτησίας, ὅπερ προεξοφλούμενον πρὸς τὸ ἐπιτόκιον τοῦ δανείου ἰσοδυναμεῖ μὲ σημερινὴν ἀξίαν δολλ. 170,390,— Εἶναι τελείως ἀβάσιμον τὸ ὑποστηριζόμενον ὑπὸ τῆς Ἑταιρείας Μ. Α. ἐν τῷ φυλλαδίῳ αὐτῆς ὅτι τὸ δάνειον θὰ ἐκδοθῇ μετὰ ἕξ μῆνας ἀπὸ τῆς ὑπογραφῆς τῆς συμβάσεως καὶ συνεπῶς ὅτι θὰ τοκισθοῦν κατὰ διάφορον τρόπον τὰ δάνεια εἰς τὰς δύο Ἑταιρείας, ὥστε νὰ ἐπιφορτισθῇ μὲ μικροτέρους τόκους τὸ Κράτος κατὰ τὴν σύμβασιν Μ. Α, διότι αὕτη προβλέπει προκαταβολὰς διὰ τὴν ἔναρξιν τῶν ἔργων. Τὸ αὐτὸ περίπου θὰ γίνῃ καὶ μὲ τὴν Ἑταιρείαν Γιοῦλεν, διότι καὶ αὕτη πρόκειται νὰ δώσῃ προκαταβολὰς διὰ τὴν ἄμεσον ἔναρξιν τῶν ἔργων. 2) Τὰ ἔξοδα ἐκτυπώσεως ὁμολογιῶν κατὰ Μ. Α. θὰ εἶναι 5½ φορὰς περισσότερα, ἀπὸ τὰ ἔξοδα ἐκτυπώσεως κατὰ Γιοῦλεν. Διότι ἡ Γιοῦλεν προβλέπει ὁμολογίας 1,000 δολλαρίων, ἐνῷ εἰς τὴν Μ. Α. κατὰ τὸ ἥμισυ τὸ δάνειον θὰ ἀντιπροσωπεύηται δι’ ὁμολογιῶν 1,000 δολλαρίων καὶ κατὰ τὸ ἕτερον ἥμισυ δι’ ὁμολογιῶν τῶν 100 δολλαρίων. Ἤτοι ὁ ἀριθμὸς τῶν ὁμολογιῶν Μ. Α. θὰ εἶναι 5½ φορὰς μεγαλύτερος τοῦ τῶν ὁμολογιῶν Γιοῦλεν. Ἤτοι διὰ δάνειον 10 ἑκατομμυρίων ὁ Μ. Α. θὰ ἐκτυπώσῃ ὁμολογίας 45,000 περισσοτέρας τῆς Γιοῦλεν. Ἡ διαφορὰ ὑπολογίζεται εἰς δολλ. 40,000,— 3) Ἡ σύμβασις Μ. Α. ἐπιβαρύνει τὸ Κράτος δι’ ἐξόδων διαφημίσεως τοῦ δανείου. Ἐνῷ ἡ Γιοῦλεν δὲν ἀναγράφει τοιαῦτα ἔξοδα, προκειμένου τὰς ὁμολογίας νὰ τὰς διαθέσῃ εἰς τὸ οἰκονομικὸν συγκρότημά της, τόσον αὐτή, ὅσον καὶ ἡ Τράπεζα Ἀθηνῶν. Ἐν τῷ φυλλαδίῳ του ὁ ἴδιος Μ. Α. παραδέχεται ὡς τοιαῦτα ἔξοδα ἐκδόσεως καὶ διαφημίσεως τοῦ δανείου 2½%. Ἄν ἀφαιρέσωμεν τὸ ½% δι’ ἔξοδα ἐκτυπώσεως, ὑπολείπεται 2% διὰ τὴν διαφήμισιν τοῦ δανείου (½% εἶναι 50,000 δολλ. διὰ 55,000 ὁμολογίας). Ἡ διαφορὰ αὕτη ἀνέρχεται εἰς δολλ. 200,000,— Ἐν τῇ συμβάσει Μ. Α. ἀναγράφεται ὅτι θὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν διὰ τὰ ἔξοδα ταῦτα ὁ μέσος ὅρος τῶν παρομοίων δαπανῶν τῶν κατὰ τὰ 5 τελευταῖα ἔτη συναφθέντων δανείων. Εἶναι γενικῶς γνωστὸν ὅτι εἰς τὰ πέντε τελευταῖα ἀμέσως μεταπολεμικὰ ἔτη αἱ τοιαῦται δαπάναι ἦσαν μεγαλύτεραι τῶν σημερινῶν. Κατὰ τὴν σύμβασιν Γιοῦλεν τὰ τοιαῦτα ἔξοδα ἐκτυπώσεως θὰ γίνουν καλῇ τῇ πίστει. Ἦτο πολὺ φυσικὸν, ἀφοῦ ὁλόκληρος ἡ σύμβασις ἔχει ὡς βάσιν τὴν ἐμπιστοσύνην, νὰ περιληφθῇ ὁ ὅρος οὗτος εἰς τὰ ἔξοδα ταῦτα. Μολονότι δὲ θὰ ἠδυνάμην νὰ λάβω μίαν διαφορὰν εἰς βάρος τῆς Μ. Α. εἰς τὰ ἔξοδα προμηθειῶν τῶν Τραπεζῶν διὰ τὴν πληρωμὴν τῶν τοκοχρεολυσίων ¼%, ἐν τούτοις, θεωρῶν πολὺ μικρὰν τὴν δυναμένην νὰ προκύψῃ διαφορὰν ἐκ τῆς αἰτίας ταύτης, τὴν παραλείπω. 4) Ἕνεκα τῆς ἐτησίας καταβολῆς τοῦ τοκοχρεολυσίου κατὰ τὴν Μ. Α. ἀντὶ τῆς ἑξαμηνιαίας καταβολῆς αὐτοῦ, ὡς ὁρίζει ἡ σύμβασις Γιοῦλεν, προέρχεται ζημία εἰς τὸ Κράτος. Διότι τὸ ἐκ τῶν εἰσπράξεων ἐκ τῆς ὑδροληψίας τῶν κατοίκων προερχόμενον ἥμισυ τοῦ ἐτησίου τοκοχρεολυσίου, ὅπερ θὰ καταβάλληται π. χ. ἑκάστην 30ὴν Ἰουνίου κατὰ Γιοῦλεν, ἑκάστην δὲ 31ην Δεκεμβρίου κατὰ Μ. Α. δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὸ τοκίσῃ τὸ Κράτος πρὸς ἐπιτόκιον μεγαλύτερον τοῦ 4% κατὰ τὸ ἑξάμηνον τοῦτο διάστημα. Θὰ ἔπρεπε νὰ τοκισθῇ πρὸς τὸ αὐτὸ ἐπιτόκιον πρὸς ὃ καὶ τὸ δάνειον, ἤτοι 7½%, ἵνα ὄχι μόνον μὴ ζημιώνηται τὸ Κράτος ἐκ τῆς ἐτησίας καταβολῆς τοῦ τοκοχρεολυσίου, ἀλλὰ καὶ νὰ κερδίζῃ ἐκ τοῦ τοιούτου ὅρου τῆς συμβάσεως Μ. Α. Ἡ διαφορὰ αὕτη δέον νὰ ὑπολογισθῇ ὡς ἑξῆς: Ἐπὶ 21 ἔτη διαφορὰ ἑξαμηνιαίων ἀπὸ ἐτησίων καταβολῶν 397,375 δολλ., ἤτοι 19,000 ἐτησίως ἐπὶ 20 ἔτη καὶ 17,375 διὰ τὴν 21ην δόσιν. Ἐπειδὴ εἰς 10,000 δολλάρια ἐτησίως ἀνέρχεται ὁ τόκος τοῦ ἡμίσεος τοκοχρεολυσίου ἐπὶ ἑξάμηνον, ὑπολείπεται διαφορὰ ἐτησία εἰς βάρος συμβάσεως Μ. Α. δολλ. 9,000 ἐπὶ 20 ἔτη καὶ 8,200 διὰ τὸ 21ον ἔτος. Αἱ διαφοραὶ αὗται προεξοφλούμεναι ἀποτελοῦσι ποσὸν σημερινῆς ἀξίας δολλ. 65,196. Κατὰ τὴν περίοδον ὅμως τῆς κατασκευῆς, ἐπειδὴ τὸ Κράτος πληρώνει τὸ ἥμισυ τοῦ τόκου εἰς τὴν Γιοῦλεν ἓξ μῆνας ἐνωρίτερον, γεννᾶται διαφορὰ εἰς βάρος τῆς Γιοῦλεν, ὁ τόκος ὃν θὰ εἴχομεν πρὸς 4% ἐπὶ ἓν ἑξάμηνον. Ἡ διαφορὰ αὕτη ἐντὸς πενταετίας ἐκ δολλ. 28,000 προεξοφλουμένη ἰσοῦται πρὸς 21,364 δολλ. ὑπὲρ Μ. Α. Ἄρα τελικὴ διαφορὰ ἐκ τοῦ κεφαλαίου τούτου 65,196– 21,364 = 43,832. Συνολικὴ διαφορὰ εἰς βάρος Μ. Α. 454,222. Ὅθεν: διαφορὰ εἰς βάρος Γιοῦλεν 706,962, διαφορὰ εἰς βάρος Μ. Α. 454,222. Ἄρα τελικὴ συνολικὴ διαφορὰ εἰς βάρος Γιοῦλεν 252,740 δολλ., ἤτοι ὀλιγώτερον τοῦ 3% ἐπὶ τῶν 8½ ἑκατομ. δολλαρίων πραγματικοῦ δανείου, ἤτοι 16 ἑκατομμυρίων δραχμῶν διαφορὰ καὶ οὐχὶ 300 ἑκατομμυρίων. Σημειωτέον δὲ ὅτι ἐκ τῆς ἐπιβραδύνσεως τῶν ἔργων κατὰ 3 μῆνας προέκυψεν ἀπώλεια ἐκ δραχμῶν 55 ἑκατομ., ὅση ἀναλογεῖ ἐκ τῆς ἐτησίας ἀπωλείας ἐκ 220 ἑκατομ. δραχμῶν λόγῳ λειψυδρίας, ἢ ἀπώλεια ἐξ 23 ἑκατομ. δραχμῶν, ὅση θὰ ἦτο ἡ ἀξία τοῦ ὕδατος ὅπερ θὰ διωχετεύετο 3 μῆνας ἐνωρίτερον. Ἄλλωστε πῶς ἦτο δυνατὸν εἰς δάνειον 10 ἑκατομ. δολλ. ὀνοματικοῦ κεφαλαίου, πραγματικοῦ δὲ 8½ ἑκατομ. δολλαρίων, ἤτοι 530 ἕως 540 ἑκατομμυρίων δραχμῶν, νὰ ὑπάρχῃ διαφορὰ ὑπὲρ τοῦ ἑτέρου δανείου ἐκ 300 ἑκατομμυρίων δραχμῶν, ἥτις θὰ προέκυπτεν ἐκ τοῦ κατὰ ½% εὐθηνοτέρου ἐπιτοκίου καὶ ἐκ τῆς κατὰ 2% καλυτέρας τιμῆς ἐκδόσεως; Σημειωτέον ὅτι δὲν λαμβάνω ὑπ’ ὄψιν μου τοὺς ὅρους οἵτινες καθιστοῦν δυσμενῆ τὴν σύμβασιν Μ. Α. προξενοῦντες εἰς βάρος αὐτῆς μεγάλας διαφοράς, ὄχι μόνον ἐκείνους τοὺς ὅρους τῶν ὁποίων ἡ ἐκλογὴ ἐπαφίεται εἰς τὸ Κράτος, ὡς π. χ. τὸ κέρδος 12% ἀντὶ 10%, τὴν περίπτωσιν ἐκμεταλλεύσεως ἐπὶ 60 ἔτη ἀντὶ 20 ἐτῶν, τὴν περίπτωσιν πληρωμῆς τῶν ἐνδιαμέσων τόκων ἐκ τοῦ προϊόντος τοῦ δανείου κλπ., ἀλλὰ δὲν λαμβάνω ὑπ’ ὄψιν καὶ τοὺς ὅρους ἀκόμη ὧν ἡ ἐκλογὴ ἐπαφίεται εἰς τὸν ἀνάδοχον Μ. Α., διότι μόνον τὸν ὑποχρεωτικὸν διὰ τὸ Κράτος ὅρον, τῆς παραδοχῆς ὑπ’ αὐτοῦ ὅπως ὁ ἀνάδοχος ἀντὶ τμηματικῶς νὰ δύναται νὰ ἐκδώσῃ τὸ δάνειον ἐφάπαξ διὰ τὸ ὅλον ποσόν, ἂν ἐλάμβανον ὑπ’ ὄψιν εἰς τὸν συγκριτικὸν τοῦτον ὑπολογισμόν, θὰ ἀπεδεικνύετο ἡ σύμβασις Μ. Α. ἀκριβωτέρα τῆς Γιοῦλεν κατὰ ποσὸν πολὺ ὑπέρτερον τοῦ ἑνὸς ἑκατομμυρίου δολλαρίων ἐκ πρώτης ἤδη ὄψεως καὶ θὰ καθίστατο τελείως περιττὴ πᾶσα λεπτομερειακὴ σύγκρισις. Ἀλλ’ ἀφήνω αὐτοὺς κατὰ μέρος ὡς ἀφήνομεν κατὰ μέρος καὶ τὴν βεβαίωσιν τοῦ Οἴκου Σπάγερ ὅτι ὁ Μ. Α. δὲν εὑρίσκεται ἐν τῇ ἀκριβείᾳ λέγων ὅτι τὸ δάνειον θὰ τὸ ἐκδώσῃ ἡ Τράπεζα Σπάγερ καὶ Σίας, ἵνα εἶναι δυνατὴ ἡ ἐξακολούθησις τῆς συγκρίσεως τῶν λοιπῶν οἰκονομικῶν ὅρων, ἣν καὶ ἐξακολουθῶ, ἀναγνωρίζων ὅμως συγχρόνως καὶ τὸ λογικὸν καὶ δικαιολογημένον ἐπιχείρημα τῆς Γιοῦλεν, ὅπερ θὰ ἠδύνατο νὰ ἀντιτάξῃ ὅτι, ἂν ὑπεχρεούμεθα νὰ δεχθῶμεν νὰ πληρώσωμεν εἰς αὐτήν, ὅπως εἰς τὴν Μ. Α. ὑποχρεούμεθα, τοὺς ἐνδιαμέσους τόκους ὁλοκλήρου τοῦ δανείου της, δολλάρια 4,000,000 ἀντὶ 2,800,000, θὰ ἐδέχετο αὕτη ὄχι μόνον νὰ ὑποβιβάσῃ τὸν τόκον κατὰ ½% καὶ βελτιώσῃ τὴν τιμὴν ἐκδόσεως κατὰ 2% καὶ νὰ τροποποιήσῃ καὶ τοὺς λοιποὺς ὅρους, ὥστε νὰ ἐξουδετερωθῇ ἡ διαφορὰ τῶν 252,740 δολλαρίων, ἀλλὰ θὰ τῇ συνέφερεν, ἔναντι τοῦ 1,200,000 δολλαρίων, ὅπερ θὰ τῇ κατεβάλομεν ἐπὶ πλέον, νὰ ὑποβιβάσῃ τὸν τόκον καὶ ἔτι περισσότερον ὡς καὶ νὰ κάμῃ καλυτέραν ἔτι τὴν τιμὴν ἐκδόσεως. Ὑπολείπεται ἡ σύγκρισις τῶν κερδῶν τῶν δύο Ἑταιρειῶν Γιοῦλεν καὶ Μ. Α. Τὸ κέρδος τῆς Ἑταιρείας Γιοῦλεν εἶναι ἀριθμὸς σταθερὸς ἐξ 1,200,000 δολλαρίων πληρωτέων εἰς 60 δόσεις μηνιαίας, ἐντὸς τῶν 5 ἐτῶν, τῆς κατασκευῆς τῶν ἔργων. Προεξοφλούμενον δὲ ἀποτελεῖ σημερινὴν ἀξίαν 960,000 δολλαρίων. Τὸ κέρδος τῆς Ἑταιρείας Μ. Α. εἶναι ἀριθμὸς μεταβλητός, διὸ ἡ μαθηματικὴ ἐπιστήμη δὲν δύναται νὰ τὸν προσδιορίσῃ ἄλλως παρὰ μεταξὺ δύο ὁρίων, ἑνὸς ἐλαχίστου καὶ ἑνὸς μεγίστου, καὶ νὰ ἐξετάσῃ ὁποία τις εἶναι ἡ τάσις αὐτοῦ ἐν τῇ μεταβολῇ του. Ἔχει δηλονότι τάσιν ἐλαττώσεως ἢ τάσιν αὐξήσεως καὶ μὲ ποίας πιθανότητας προσεγγίσεως αὐτοῦ πρὸς τὸ ἓν ὅριον ἢ πρὸς τὸ ἄλλο. Ἐξετάζοντες τὸ μεταβλητὸν κέρδος Μ. Α. ἐννοοῦμεν ἐκ πρώτης ὄψεως ὅτι ἡ ἐπιθυμία τῆς Ἑταιρείας εἶναι βεβαίως ν’ αὐξηθῇ τοῦτο, ἄλλως τε χάριν τούτου καὶ ἐργάζεται, καὶ οὐδεμία γεννᾶται ἀμφιβολία ὅτι δὲν θὰ παραλείψῃ τὸ πρὸς τὸν ἑαυτόν της τοῦτο καθῆκον. Συνεπῶς ἀντιλαμβάνεταί τις εὐκόλως καὶ τὴν τάσιν τοῦ μεταβλητοῦ τούτου ἀριθμοῦ καὶ τὴν πιθανότητα προσεγγίσεώς του εἰς ἓν τῶν ὁρίων, ὡς καὶ εἰς ποῖον ἐκ τῶν δύο. Ἂν ἐξετάσωμεν καὶ τὴν ἐνδεχομένην πιθανότητα τῆς ἐλαττώσεως αὐτοῦ ἀπὸ τῆς ἀρχικῆς του βάσεως ἐξ ἧς ἐκκινεῖ, ἤτοι τῶν 934,800 δολλ. (ἥτις εἶναι τὸ 10% τοῦ κόστους τῶν ἔργων ἐξ 9,348,000), θὰ δυσκολευθῶμεν πολὺ νὰ πιστεύσωμεν ὅτι θὰ ἀνεχθῇ ποτὲ νὰ ἐλαττωθῇ τοῦτο, ἂν εὑρεθῇ ἐν τελείᾳ ἀδυναμίᾳ νὰ τὸ αὐξήσῃ. Ἀπέδειξα δὲ ἀνωτέρω ὅτι ἔχει τὰ μέσα νὰ τὸ αὐξήσῃ εὐκόλως. Ὅθεν ἐρωτᾶται: Ποῖος εἶναι ὁ ἀριθμὸς ὅστις δὲν ἔχει πιθανότητας ἐλαττώσεως, ἀλλ’ ἀντιθέτως ἔχει τάσιν αὐξήσεως ἀπὸ τῆς βάσεώς του 934,800 μὲ πιθανότητα προσεγγίσεως εἰς τὸ μέγιστον αὐτοῦ ὅριον 2,353,068; Ἂν ἐπρόκειτο νὰ εὑρεθῶμεν εἰς τὸ δίλημμα νὰ ὑποχρεωθῶμεν νὰ πληρώσωμεν ἢ 1,200,000 ἢ τὸν ἀριθμὸν ὅστις θὰ προέκυπτεν ἐκ τῆς λύσεως τοῦ προηγουμένου προβλήματος, ὡρισμένως καὶ ἀδιστάκτως θὰ ἐσπεύδομεν νὰ δηλώσωμεν ὅτι προτιμῶμεν νὰ πληρώσωμεν τὸ 1,200,000 διὰ τὸν φόβον μήπως, ἀποκλίνοντες πρὸς τὸν δεύτερον ἀριθμόν, ἠθέλαμεν ὑποχρεωθῆ νὰ πληρώσωμεν περίπου διπλάσια. Ἡ κοινὴ λογικὴ εἰς τοιαύτην σκέψιν θὰ μᾶς ὤθει. Ὅθεν, ἂν πρόκειται νὰ παραδεχθῇ τις ὕπαρξιν διαφορᾶς ἐν προκειμένῳ, αὕτη θὰ ἦτο ὑπὲρ τῆς Ἑταιρείας Γιοῦλεν καὶ μάλιστα σημαντική, δυναμένη οὐ μόνον ἀσφαλῶς νὰ ἐξουδετερώσῃ τὴν εἰς βάρος τῆς ἰδίας Ἑταιρείας εὑρεθεῖσαν τοιαύτην ἐκ 252,740 δολλαρίων, ἀλλὰ καὶ νὰ ἀντιστρέψῃ αὐτὴν εἰς βάρος τῆς Μ. Α. Θὰ ἦτο ὅμως δυνατὸν νὰ ἐξευρεθῇ καὶ ἄλλος τρόπος ἐξουδετερώσεως τῆς διαφορᾶς ταύτης, πλέον θετικὸς καὶ πολὺ βεβαιότερος τοῦ ἀνωτέρου, διὰ τῆς τροποποιήσεως οἰκονομικῶν τινων ὅρων τῆς συμβάσεως Γιοῦλεν δευτερευούσης σημασίας διὰ τὴν Ἑταιρείαν ταύτην. Διὸ ἤθελον προτείνει: 1) Τὰ ἐκ τοῦ δανείου προερχόμενα ποσὰ νὰ κατατίθενται ἐν τινι Τραπέζῃ ἐν Ἀθήναις. Ἐκ τούτου ὠφέλεια τοῦ Κράτους δολλ. 64,517. 2) Ἡ πληρωμὴ ὑπὸ τοῦ Κράτους τῶν τόκων καὶ χρεολυσίων νὰ γίνεται 10 μόνον ἡμέρας πρὸ τῆς λήξεώς των. Ἐκ τούτου ὠφέλεια τοῦ Κράτους δολλ. 38,830. 3) Νὰ ἀπαλλαγῇ τὸ Κράτος τῶν ἐξόδων ἐκδόσεως δανείου καὶ ἐκτυπώσεως ὁμολογιῶν, οὕτως ὥστε νὰ καταβάλλωνται εἰς τὸ Κράτος 85% καθαρὰ ἐπὶ τῆς ὀνομαστικῆς ἀξίας. Ἐκ τούτου ὠφέλεια τοῦ Κράτους δολλ. 15,000. Ἄθροισμα δολλ. 118,347. Καὶ 4) Τέλος θὰ ἐτόλμων νὰ προτείνω εἰς τὴν Ἑταιρείαν νὰ δεχθῇ νὰ ὑποβιβάσῃ τὰ ἐν Ἡνωμέναις Πολιτείαις ἐκ 240,000 δολλ. ἔξοδα αὐτῆς, εἰς τρόπον ὥστε νὰ μὴ ἀπομείνῃ καμμία θετικὴ διαφορὰ εἰς βάρος τῆς, ἀλλ’ ἀντιθέτως μόνον πλεονεκτήματα τῶν ὅρων αὐτῆς ἔναντι τῆς προτάσεως συμβάσεως Μ. Α. καὶ ὀφέλη διὰ τὸ Κράτος. Κύριοι πληρεξούσιοι, νομίζω ὅτι ἡ ἐργασία αὕτη δὲν ἐγένετο ἐπὶ ματαίῳ, ἀλλ’ ὅτι: αʹ) Ἐχρησίμευσε νὰ σᾶς ἀπαλλάξῃ ἀπὸ τὸ βάρος ὅπερ θὰ εἴχετε ἐν τῇ συνειδήσει σας ὅτι, βασιζόμενοι ἀπὸ τὴν σκληρὰν ἀνάγκην τῶν πραγμάτων, ἐψηφίσατε σύμβασιν ἐν γνώσει ἀκριβωτέραν κατὰ πολὺ ἀπὸ ἄλλην ἔστω καὶ δῆθεν σύμβασιν. βʹ) Θὰ χρησιμεύσῃ ὅπως διαφωτισθῇ τὸ Κοινὸν καὶ ἰδίως οἱ ἀμέσως ἐνδιαφερόμενοι κάτοικοι Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς ὅτι δὲν θὰ κοστίσῃ εἰς αὐτοὺς ἀκριβωτέρα ἡ ὑδροληψία ἀπὸ ὅσον θὰ ἐκόστιζεν, ἂν ἀνελάμβανε τὰ ἔργα ἡ δῆθεν Ἑταιρεία Ἀναπτύξεως τῆς Ἑλλάδος (Μὰκ–Ἄρθουρ), ἀλλ’ ἀντιθέτως ὅτι θὰ κοστίσῃ εἰς αὐτοὺς εὐθηνότερα, διότι τὸ ὅλον κόστος τῶν ἔργων θὰ εἶναι μικρότερον. γʹ) Ἀπαλλάσσει τὴν Ἑταιρείαν Γιοῦλεν καὶ τὴν Τράπεζαν Ἀθηνῶν κατὰ τὸν ἐπισημότερον τρόπον ἀπὸ τὰς ἀδίκους εἰς βάρος των διαδόσεις, ἐκ μέρους τῶν ἀντιπάλων των ὑποθαλπομένας, ὅτι δῆθεν αἰσχροκερδοῦσιν ἐκμεταλλευόμενοι τὴν ἀνάγκην τοῦ Κράτους, καὶ δʹ) Ἡ ἀποδοχὴ ἐκ μέρους τῆς Γιοῦλεν ἔστω καὶ τῶν τριῶν πρώτων μόνον προτάσεών μου, θὰ ἐπιφέρῃ ὠφέλειαν εἰς τὸ Κράτος 118,347 δολλαρίων, πληρωτέων σήμερον, ἤτοι 7½ ἑκατομμυρίων δραχμῶν. Κύριοι πληρεξούσιοι, προκειμένου ἤδη νὰ κάμω σύγκρισιν τοῦ δανείου ὑδρεύσεως τῆς Ἑταιρείας Γιοῦλεν καὶ Σίας καὶ Τραπέζης Ἀθηνῶν πρὸς τὰ λοιπὰ ἐξωτερικὰ ἡμῶν δάνεια, θὰ ἐξετάσω τὴν πραγματικὴν ἄποψιν, ἥτις ἐνδιαφέρει τὸν ὁμολογιοῦχον, ὅστις κανονίζει τοὺς ὅρους τῆς προσφορᾶς τοῦ δανείου του ἐξετάζων πῶς ἐμφανίζεται ἀπὸ τῆς ἰδικῆς του ἀπόψεως ἡ πίστις τοῦ Κράτους, ἡ ἀπεικονιζομένη εἰς τὰ ἐξωτερικὰ δάνεια. Διότι τί ἐνδιαφέρει νὰ ἐξετασθῇ ἤδη ἡ ἄποψις καθ’ ἣν τὸ δάνειον τῶν 500 ἑκατομμυρίων ἔχει ὅρους ἐπωφελεῖς διὰ τὸ Κράτος ἐκδοθὲν ἐν ἔτει 1914 πρὸς 5% ἐπιτόκιον καὶ τιμὴν ἐκδόσεως 90%, ἤδη δὲ γίνεται ἀπόσβεσις αὐτοῦ ἐπωφελεστάτη, ἐξαγοραζομένων τῶν ὁμολογιῶν ὀνομαστικῆς ἀξίας 100 λιρῶν ὑπὸ τὸ ἄρτιον, πρὸς 55 λίρας, πρὸ 1 ἢ 2 δὲ ἐτῶν πρὸς 40 λίρας; Οὔτε βεβαίως χρησιμεύει ἡ ἐξέτασις τῶν οἰκονομικῶν συνδυασμῶν εἰς οὓς θὰ προβῇ ὁ προμηθευτὴς κεφαλαίων καὶ τῶν κερδῶν ἅτινα θὰ πραγματοποιήσῃ ἐκ τῆς διαθέσεως τοῦ δανείου εἰς τρίτους· οὔτε χρησιμεύει ἡ ἐξέτασις ἂν καταθέσῃ ὅλα τὰ κεφάλαια ἀμέσως ἢ ἂν θὰ προσπορισθῇ μέρος τούτων ἐκ τῶν χρηματαγορῶν, ἐκδίδων τὰς ὁμολογίας βραδύτερον εἰς δημοσίαν ἐγγραφήν (μετὰ τὴν 1ην Ἰανουαρίου 1926), ἐγγυώμενος ὅμως διὰ τὴν ἀσφαλῆ καὶ ἀνελλιπῆ καταβολὴν εἰς ἡμᾶς ἐντὸς τῶν ὑπὸ τῆς συμβάσεως καθοριζομένων προθεσμιῶν. Προηγουμένως ὅμως θὰ ἐξετάσω τὴν περίπτωσιν καθ’ ἣν ἤθελε προτείνει εἰς ἡμᾶς ὁ προμηθευτὴς κεφαλαίων δάνειον 10 ἑκατομμυρίων δολλαρίων, καταβλητέον ἐφάπαξ μὲ τὸν αὐτὸν τόκον 8%, διὰ νὰ ἴδωμεν ποία ἔπρεπε νὰ εἶναι ἡ τιμὴ ἐκδόσεως τοῦ τοιούτου δανείου, ἵνα οἱ ὅροι αὐτοῦ εἶναι τελείως ἰσοδύναμοι πρὸς τὸ προτεινόμενον τμηματικὸν δάνειον ὑδρεύσεως. Εἰς τὸ τοιοῦτον δάνειον μετὰ ἓν ἔτος θὰ ἐπλήρωνε τὸ Κράτος ἐπὶ πλέον τόκον τοῦ 1ου ἔτους ἐπὶ ὀνομαστικῆς ἀξίας 7½ ἑκατομμυρίων δολλαρίων πρὸς 8% δολλάρια 600,000 θὰ εἰσέπραττε δὲ τόκον ἐπί πραγματικῆς ἀξίας 6,375,000 δολλαρίων πρὸς 3% τραπεζικὸν τόκον δολλάρια 191,250, ἤτοι διαφορὰ πιστωτικοῦ ἀπὸ χρεωστικοῦ τόκου δολλ. 408,750 ἥτις προεξοφλουμένη πρὸς τὸ ἐπιτόκιον τοῦ δανείου ἰσοῦται πρὸς δολλ. 378,461. Μετὰ 2 ἔτη ἐπὶ ὀνομαστικῆς ἀξίας 5 ἑκατομμυρίων δολλαρίων πρὸς 8% θὰ ἐπλήρωνε τόκον τοῦ 2ου ἔτους δολλάρια 400,000, ἐπὶ δὲ πραγματικῆς ἀξίας 4,250,000 πρὸς 3% θὰ εἰσέπραττε δολλ. 127,500. Διαφορὰ πιστωτικοῦ ἀπὸ χρεωστικοῦ τόκου δολλ. 272,500, ἥτις προεξοφλουμένη ἰσοῦται πρὸς δολλ. 233,622. Μετὰ 3 ἔτη ἐπὶ ὀνομαστικῆς ἀξίας 2,500,000 δολλαρίων πρὸς 8% θὰ ἐπλήρωνε τόκον τοῦ 3ου ἔτους δολλ. 200,000, ἐπὶ δὲ πραγματικῆς ἀξίας 2,125,000 δολλαρίων πρὸς 3% θὰ εἰσέπραττε δολλ.63,750. Διαφορὰ πιστωτικοῦ ἀπὸ χρεωστικοῦ τόκου δολλ. 136,250, ἥτις προεξοφλουμένη ἰσοῦται πρὸς δολλ. 108,160. Ἤτοι, ἂν τὸ δάνειον ἐξεδίδετο ὁλόκληρον ἐφάπαξ, θὰ ἐπλήρωνε τὸ Κράτος ἐπὶ πλέον 720,243 δολλάρια (ἀξία πληρωτέα σήμερον). Ἡ διαφορὰ αὕτη, ὅταν προτιμήσωμεν τὸ τμηματικὸν δάνειον, εἶναι ἡ ἀξία τῆς ἐγγυήσεως, οὕτως εἰπεῖν, ἣν μᾶς παρέχει ὁ προμηθευτὴς κεφαλαίων ὅτι θὰ θέσῃ εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ Κράτους, ὑπὸ τοὺς ἰδίους ὅρους, τὰ τρία ὑπόλοιπα τμήματα τοῦ δανείου, τῇ 1 Ἀπριλίου ἑκάστου τῶν ἑπομένων τριῶν ἐτῶν, ὅτε ταῦτα ἀπαιτοῦνται διὰ τὴν κατασκευὴν τῶν ἔργων ὑδρεύσεως. Συνεπῶς, ἂν ἠθέλομεν νὰ ἔχωμεν τοὺς ἰδίους ὅρους δανεισμοῦ κατὰ τὴν περίπτωσιν τῆς ἐκδόσεως ὁλοκλήρου τοῦ δανείου ἐφάπαξ, ὥστε νὰ πληρώνωμεν τόκον ἐπὶ ὁλοκλήρου τοῦ ὀνομαστικοῦ κεφαλαίου τοῦ δανείου, νὰ εἰσπράττωμεν δὲ ἐπὶ τοῦ ἑκάστοτε κατατεθειμένου πραγματικοῦ κεφαλαίου τὸν τραπεζιτικὸν τόκον, χωρὶς ὅμως νὰ ἐπιβαρυνθῶμεν μὲ πρόσθετόν τινα δαπάνην ἐκείνης ἣν θὰ ὑποστῶμεν ἤδη διὰ τῆς τμηματικῆς ἐκδόσεως τοῦ δανείου, θὰ ἔπρεπε νὰ συναφθῇ τὸ δάνειον πρὸς 8% καὶ τιμὴν ἐκδόσεως 92,20%. Νὰ κρατήσωμεν δηλονότι ἐκ τῆς προμηθείας ἐκδόσεως τοῦ δανείου τῶν 1,500,000 δολλαρίων (10 ἑκατομ. ὀνομαστικὴ ἀξία πλὴν 8½ ἑκατομ. πραγματικὴ ἀξία) 720,243 δολλάρια, ἅτινα θὰ ἐχρησίμευον νὰ καλύψουν τὴν ἀνωτέρω ἐξετασθεῖσαν διαφορὰν πιστωτικοῦ ἀπὸ χρεωστικοῦ τόκου, ὅτε ἤθελεν ἀπομείνει προμήθεια ἐκδόσεως τοῦ δανείου τῶν 10 ἑκατομ. 780,000 περίπου, ἤτοι 7,80% καὶ ἡ τιμὴ συνεπῶς ἐκδόσεως τοῦ δανείου θὰ ἦτο 92,20%. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἡ πραγματικότης εἶναι ὅτι τὸ πραγματικὸν δάνειον εἶναι 8,500,000 δολλάρια, θὰ ἐξοφληθῇ δὲ ἀντὶ 10 ἑκατομμυρίων δολλαρίων, δέον νὰ θεωρήσωμεν τὴν τιμὴν τῆς ἐκδόσεως ὡς ἐν τῇ πραγματικότητι εἶναι αὕτη, 85%, καὶ νὰ ἐλαττώσωμεν τὸν τόκον κατὰ ποσοστόν, ἀντιστοιχοῦν εἰς τὴν ὠφέλειαν τῆς διαφορᾶς τοῦ πιστωτικοῦ ἀπὸ τοῦ χρεωστικοῦ τόκου τῶν 720,243 δολλαρίων. Εὑρίσκομεν δὲ ὅτι τὸ τοιοῦτον ἐπιτόκιον δέον νὰ εἶναι περίπου 7% (ἀκριβῶς κατὰ 0,03½ ὀλιγώτερον). Ἄρα ἰσοδύναμοι ὅροι ὁλοκλήρου τοῦ δανείου ἐφάπαξ πρὸς τὸ τμηματικὸν εἶναι 8% καὶ τιμὴ ἐκδόσεως 92,20% ἢ μᾶλλον 7% καὶ τιμὴ ἐκδόσεως 85% (τοῦ ἐπιτοκίου 1% ἀναπληρουμένου ὑπὸ τῆς δαπάνης τῶν 720,243 δολλαρίων. Εἰς ἀμφοτέρας τὰς περιπτώσεις, δηλαδὴ τοῦ τμηματικοῦ καὶ τοῦ ἐφάπαξ δανείου, ἡ ἀπόσβεσις θὰ ἀρχίσῃ ἀπὸ τοῦ ἕκτου ἔτους. Ἑτέρα σημαντικὴ καὶ αὕτη εὐκολία διὰ τὸ Κράτος. Ἐνῷ δὲ ἡ ἐξασφάλισις ὁλοκλήρου τοῦ δανείου τοῦ ἀπαιτουμένου διὰ τὰ ἔργα ὑδρεύσεως ἦτο ἀπαραίτητος, διότι οὔτε εὐχερὴς εἶναι ἡ καθ’ ἕκαστον ἔτος σύναψις νέων δανείων, ἐπὶ 4 κατὰ συνέχειαν ἔτη, ἀλλ’ οὔτε καὶ εὐχερὴς ἐὰν ἦτο ἐπετρέπετο καὶ ἐπ’ ἐλάχιστον νὰ ἐπιβραδύνηται ἡ ἐπείγουσα ἀποπεράτωσις τῶν ἔργων, λόγῳ τῶν μοιραίων ἀναστολῶν τῆς ἐντατικότητος μεθ’ ἧς δέον νὰ ἐκτελῶνται ταῦτα, ἐν τούτοις δὲν συνέφερεν ἡ σύναψις καὶ καταβολὴ ὁλοκλήρου τοῦ ποσοῦ τοῦ δανείου ἐφάπαξ, ἔστω καὶ μὲ τοὺς ἐξετασθέντας ἤδη ἰσοδυνάμους ὅρους τοῦ ἐπιτοκίου 7% καὶ τῆς τιμῆς ἐκδόσεως 85%, οἵτινες ὅροι ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῆς τελικῆς δαπάνης διὰ τὸ Κράτος καταλήγουσιν εἰς τὸ αὐτὸ ἀποτέλεσμα εἰς ὃ καὶ οἱ τοῦ τμηματικοῦ δανείου. Λέγω δὲ ὅτι δὲν συνέφερεν εἰς τὸ Κράτος, διότι: αʹ) Θὰ ἔπρεπε νὰ ἐπιβαρυνθῇ ὁ δημόσιος Προϋπολογισμὸς μὲ τὴν ἐτησίαν καταβολὴν τοκοχρεολυσίου ἑνὸς ἑκατομμυρίου δολλαρίων, ἐπὶ 5 ἔτη (τὸ ὅλον 300 ἑκατομμυρίων δραχμῶν), χωρὶς νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ εἰσπράξῃ ἀπὸ τοὺς κατοίκους Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς τὸ ποσὸν τοῦτο, δι’ ἐπιβολῆς εἰδικῆς φορολογίας, πρὶν ἐπιτευχθῇ ἡ διοχέτευσις τοῦ ὕδατος, καὶ βʹ) Συμφώνως πρὸς τὰς ἀνειλημμένας διεθνεῖς ἡμῶν ὑποχρεώσεις, διὰ τὴν σύναψιν τοῦ δανείου θὰ ἔπρεπε νὰ ἐξασφαλισθῇ ἡ συγκατάθεσις τῶν τριῶν Δυνάμεων Ἀγγλίας, Γαλλίας καὶ Ἀμερικῆς, αἵτινες δικαιολογημένως ἴσως θεωροῦσι τὴν Ἑλλάδα μὴ ἀντέχουσαν εἰς τὴν ἐξυπηρέτησιν καὶ ἄλλων ἐξωτερικῶν δανείων, δεδομένου ὅτι ὑφίστανται ἐκκρεμεῖς ἀπαιτήσεις τῶν τριῶν τούτων Δυνάμεων, ἀκαθορίστου εἰσέτι μεγέθους, ὡς: πολεμικὰ χρέη, πραγματοποιηθεῖσαι πιστώσεις, μερίδιον Ὀθωμανικοῦ χρέους ἀναλογοῦντος εἰς τὴν Ἑλλάδα κλπ. Καὶ οὐδενὸς τὴν ἀντίληψιν διαφεύγουσιν, ὑποθέτω, αἱ δυσχέρειαι αἵτινες ἤθελον παρεμβληθῆ διὰ τὴν πραγματοποίησιν τοῦ δανείου ὑδρεύσεως, τόσον ἕνεκα τῆς μὴ ἀντοχῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἡμῶν, ὅπως ἐγγράψῃ 300 ἑκατομ. δραχ. εἰς διάστημα 5 ἐτῶν, ὅσον καὶ ἕνεκα τοῦ δισταγμοῦ τῶν εἰρημένων Δυνάμεων νὰ προθυμοποιηθῶσι διὰ τὴν παροχὴν ἀδείας συνάψεως ἐξωτερικοῦ δανείου, πρὶν μάλιστα ἀκόμη συμπληρωθῇ ἡ ἔκδοσις τοῦ προσφυγικοῦ, ὅπερ ἐκρίθη ὡς δυσβάστακτον διὰ τὴν Ἑλλάδα, μέχρι τοιούτου σημείου, ὥστε ἐδέησε νὰ παρέλθῃ τόσος χρόνος καὶ νὰ γίνουν ἐκκλήσεις καὶ συστάσεις διὰ νὰ κατορθωθῇ ἡ αὔξησις αὐτοῦ μετὰ πολλῆς δυσκολίας ἀπὸ 6 ἑκατομ. λιρῶν εἰς 10 ἑκατομ. (ὀνομαστικὰ 12,300,000). Συνεπῶς ἔπρεπε νὰ εὑρεθῇ συνδυασμός τις καθ’ ὃν καὶ τὸ δάνειον ὁλόκληρον νὰ συναφθῇ ἐκδιδόμενον ἀπὸ τοῦδε, ὥστε νὰ εἶναι ἐξησφαλισμένον ὁλόκληρον τὸ ποσόν, τὸ ἀπαιτούμενον διὰ τὰ ἔργα ὑδρεύσεως, ἀλλὰ καὶ ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους νὰ μὴ ἐπιβαρυνθῇ, ἔτι δὲ καὶ ἡ συγκατάθεσις τῶν Δυνάμεων νὰ ἐξασφαλισθῇ, καθισταμένης τυπικῆς πλέον τῆς αἰτήσεως ἐκ μέρους τῆς Ἑλλάδος τῆς ἀδείας αὐτῶν. Διό, δι’ αὐτὴν τὴν πραγματοποίησιν τοῦ δανείου, ἔπρεπε νὰ ἐπιδιωχθῇ ἡ ἐξεύρεσις δανείου ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς τμηματικῆς καταβολῆς αὐτοῦ, πολὺ δὲ περισσότερον ἔπρεπεν, ἅπαξ ἐξαιρεθέντος, νὰ προτιμηθῶσιν οἱ ὅροι τοῦ τμηματικοῦ δανείου ἀπὸ τοὺς ἰσοδυνάμους ὅρους τῆς ἐφάπαξ καταβολῆς ὁλοκλήρου τοῦ ποσοῦ αὐτοῦ πρὸς 7% καὶ τιμὴν ἐκδόσεως 85%. Ὁ τρόπος τῆς συνάψεως τοῦ δανείου ὑδρεύσεως Γιούλεν εἶναι τοιοῦτος, ὥστε παρέχεται ἡ εὐκολία τῆς ἐξευρέσεως τῶν ἀπαιτουμένων τόκων κατὰ τὸ διάστημα τῆς κατασκευῆς τῶν ἔργων δι’ ἐπιβολῆς ἀμέσου προοδευτικῆς φορολογίας εἰς τὰς οἰκοδομὰς Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, διότι εἰς τὸ τέλος τοῦ 1ου ἔτους θὰ πληρωθῇ μόνον τόκος, ἄνευ χρεολυσίου, διὰ τὸ ¼ τοῦ ὅλου δανείου, ἤτοι 200,000 δολλάρια. Ἔναντι δὲ τῆς πληρωμῆς ταύτης θὰ ὑπάρχῃ τὸ ἀντάλλαγμα τῆς ἐνισχύσεως τῆς ὑδροληψίας διὰ τῆς κατασκευῆς προσωρινῶν ἔργων ὑδρεύσεως. Εἰς τὸ τέλος τοῦ 2ου ἔτους 400,000 δολλάρια διὰ τοὺς τόκους τῶν δύο τμημάτων τοῦ δανείου, εἰς τὸ τέλος τοῦ 3ου ἔτους 600,000 δολλάρια διὰ τοὺς τόκους τῶν τριῶν τμημάτων τοῦ δανείου καὶ εἰς τὸ τέλος 4ου καὶ 5ου ἔτους ἀνὰ 800,000 δολλάρια διὰ τοὺς τόκους ὁλοκλήρου τοῦ δανείου. Κατὰ τὰ δύο τελευταῖα ἔτη σχεδὸν θὰ ἔχῃ διοχετευθῆ κατὰ τὸ πλεῖστον τὸ ὕδωρ. Μετὰ δὲ τὸ 5ον ἔτος θὰ ἀρχίσῃ πλέον ἡ καταβολὴ 1,500,000 δολλαρίων ἐτησίως περίπου διὰ τοὺς τόκους, τὸ χρεολύσιον καὶ τὰ ἔξοδα συντηρήσεως καὶ ἐκμεταλλεύσεως τῶν ἔργων ὑδρεύσεως. Ἀλλὰ καὶ ἡ παραδοχὴ ὑπὸ τῆς Γιούλεν τοῦ ὅρου ὅπως μὴ διαπραγματευθῇ τὴν πώλησιν ὁμολογιῶν ὑδρεύσεως εἰς τὸ Κοινόν, νὰ μὴ μὴ ἐκθέσῃ δηλονότι τὸ δάνειον εἰς δημοσίαν ἐγγραφὴν μέχρι τῆς 1 Ἰανουαρίου 1926, γνωστοῦ ὄντος ὅτι τὸ Κράτος ἀνέλαβε ρητὴν ὑποχρέωσιν ἀπέναντι τοῦ προσφυγικοῦ δανείου, οὔτε νὰ ἐκδώσῃ ἄλλο ἐξωτερικὸν δάνειον μέχρι τῆς ἡμερομηνίας ταύτης, οὔτε νὰ πωλήσῃ τὸ ἀνέκδοτον τμῆμα τοῦ δανείου τοῦ 1914, καθιστᾷ τὴν πραγματοποίησιν τοῦ δανείου τούτου ἐφικτὴν καὶ συνεπῶς ἐπιταχύνει τὴν ἔναρξιν τῶν ἔργων τοὐλάχιστον κατὰ 9 μῆνας ἐνωρίτερον. Εἶναι δὲ γνωστὸν ποία ἡ ἀνάγκη τῆς ταχείας ἐνάρξεως τῶν ἔργων καὶ ποία ἡ κολοσσιαία οἰκονομικὴ ὠφέλεια ἐκ τῆς ταχυτέρας ἀποπερατώσεως αὐτῶν. Ἑπομένως τὰ πλεονεκτήματα ἐκ τῶν τοιούτων ὅρων εἶναι πολλαπλᾶ. Μόνον δὲ μία τεχνικὴ ἑταιρεία δυναμένη νὰ διαθέσῃ ἡ ἰδία κεφάλαια ἠδύνατο νὰ δεχθῇ τοιούτους ὅρους. Ἐνῷ πᾶς ἄλλος οἰκονομικὸς ὀργανισμὸς θὰ ἠξίου νὰ γίνῃ ἡ ἔκδοσις τοῦ δανείου ἐφάπαξ, μὴ δυνάμενος νὰ ἀναλάβῃ ἀπὸ τοῦδε ὑποχρέωσιν δανεισμοῦ ἐπὶ τέσσαρα ἔτη, μὲ ὅρους ἀπὸ τοῦδε καθωρισμένους, ἀνεξαρτήτως τῶν συνθηκῶν ὑφ’ ἃς θὰ διατελῇ τὸ κεφάλαιον κατὰ τὰ ἔτη ἐκεῖνα. Διὸ καὶ ἡ ἑτέρα Ἑταιρεία «Ἀναπτύξεως τῆς Ἑλλάδος» (Μὰκ–Ἄρθουρ) εἰς τὰς προτάσεις αὐτῆς ἐπεφύλασσεν εἰς ἑαυτὴν τὸ δικαίωμα τῆς ἐπιλογῆς ὅσον ἀφορᾷ τὸν τρόπον τῆς ἐκδόσεως τοῦ δανείου, τμηματικῶς ἢ ἐφάπαξ, ὅστις ὅρος καθιστᾷ καὶ εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο τὴν πρότασιν ταύτην συμβάσεως δυσμενεστέραν ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῶν ἐξετασθεισῶν ἤδη δυσχερειῶν. Ἐξετάσωμεν ἤδη αὐτοτελῶς καὶ ἐν συγκρίσει πρὸς ἄλληλα τὰ δάνεια ὑδρεύσεως προσφυγικὸν καὶ τῶν 500 ἑκατομμυρίων τοῦ 1914. αʹ) Δάνειον ὑδρεύσεως.—Τὸ δάνειον ὑδρεύσεως πρὸς ἐπιτόκιον 8% καὶ τιμὴν ἐκδόσεως 85% ἐξοφλούμενον εἰς τὸ ἄρτιον τοκοχρεολυτικῶς μετὰ 25 ἔτη ἀπὸ σήμερον, ἀντιστοιχεῖ εἰς τόκον 10%, ἂν δὲν συμψηφισθῇ τὸ κέρδος τοῦ Κράτους ἐκ τῆς ἐξοικονομήσεως τῶν τόκων ἕνεκα τῆς τμηματικῆς καταβολῆς αὐτοῦ. Ἂν ὅμως ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν τοῦτο, ὡς ὑπελογίσθη προηγουμένως, τότε ἀντιστοιχεῖ εἰς τόκον 9% (κατὰ μεγάλην προσέγγισιν). Εἰς ἔτι δὲ ὀλιγώτερον τοῦ 9% θὰ ἀντιστοιχῇ, ἂν ἐξοφληθῇ μέρος αὐτοῦ δι’ ἐξαγορᾶς ὁμολογιῶν ὑπὸ τὸ ἄρτιον. Εἶναι γνωστὸν δὲ ὅτι ὁ συνήθης τόκος ἤδη ἐν Ἑλλάδι ὑπερβαίνει τὰ 12%. βʹ) Προσφυγικὸν δάνειον.—Τὸ προσφυγικὸν δάνειον 7% μὲ τιμὴν ἐκδόσεως 81%, ἂν μὲν ἐξοφληθῇ εἰς 40 ἔτη, ἀντιστοιχεῖ εἰς τόκον 9%. Ἂν ἐξοφληθῇ εἰς 30 ἔτη, ἐπικουροῦντος καὶ τοῦ ἐκτάκτου χρεολυσίου, τοῦ προβλεπομένου ἐν τῇ συμβάσει αὐτοῦ, ἀντιστοιχεῖ εἰς τόκον 9¼%. Ἂν δὲ ἐξοφληθῇ εἰς 25 ἔτη, ἀντιστοιχεῖ εἰς τόκον 9½%. Ὑποθέτω ὅτι πρὸ τῆς παρελεύσεως 25 ἐτῶν δὲν εἶναι δυνατὴ τελεία ἀπόσβεσις τοῦ δανείου τούτου. Ἐξετάσωμεν ἤδη τὰ δάνεια ταῦτα ὡς καὶ τὸ δάνειον εἰς χρυσὸν τοῦ 1914 ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τοῦ συμφέροντος τοῦ ὁμολογιούχου. Δάνειον τοῦ 1914.— Ἡ 100 λιρῶν ὀνομαστικῆς ἀξίας ὁμολογία τοῦ δανείου 5% τῶν 500,000,000 τοῦ 1914 τιμᾶται ἤδη ἐν Λονδίνῳ (57 λίρας μεῖον 2 λίρας χαρτόσημον) 55 λίρας καθαρὰς ἢ 11 λίρας ἑκάστη ὁμολογία τῶν 500 φράγκων χρυσῶν (πρὸς δραχμὰς 300 ἑκάστη λίρα δραχμὰς 3,300, πρὸς δρχ. 285 ἑκάστη λίρα δραχμὰς 3,135, ἡμερομηνία 6–9 Ἀπριλίου). Ὁ ἀγοράζων πρὸς 55 λίρας μίαν ὁμολογίαν 100 λιρῶν ὀνομαστικῆς ἀξίας τοῦ δανείου τούτου ἀπολαμβάνει τόκον 9,10% καὶ ἔχει ἐλπίδα αὐξήσεως τῶν κεφαλαίων του κατὰ ποσὸν δυνάμενον νὰ φθάσῃ μέχρι 64% τῶν κεφαλαίων του τούτων, ὅταν μετά τινα ἔτη βελτιωθῇ ἡ οἰκονομικὴ ἡμῶν κατάστασις καὶ ἐλαττωθῇ ὁ τόκος διεθνῶς, ὅτε αἱ ὁμολογίαι θὰ πλησιάζουν πρὸς τὴν τιμὴν τῆς ἐκδόσεώς των, τῶν 90 λιρῶν. Δάνειον ὑδρεύσεως.—Ἡ Ἑταιρεία Γιοῦλεν ἀγοράζουσα πρὸς 85 δολλάρια ὁμολογίας τοῦ δανείου ὑδρεύσεως 8% ὀνομαστικῆς ἀξίας 100 δολλαρίων, ἂν μὲν παράσχῃ τὴν ἐγγύησιν ὅτι θὰ ἀγοράζῃ ὑπὸ τοὺς ἰδίους ὅρους κατ’ ἔτος ἐπὶ ἕτερα τρία ἔτη τὸν αὐτὸν εἰσέτι ἀριθμὸν ὁμολογιῶν, ὥστε νὰ συμπληρωθῇ τὸ δάνειον, θὰ ἀπολαμβάνῃ τόκον 9,41% καὶ θὰ ἔχῃ τὴν βεβαιότητα τῆς αὐξήσεως τῶν κεφαλαίων της ἀπὸ 85 εἰς 100 δολλάρια, ἤτοι κατὰ 17½% τὸ πολύ. Διότι τὸ δάνειον ὑδρεύσεως θὰ ἐξοφληθῇ διὰ κληρώσεως τῶν ὁμολογιῶν εἰς τὸ ἄρτιον ἢ δι’ ἐξαγορᾶς ὑπὸ τὸ ἄρτιον. Θὰ περιέχηται δὲ εἰς τὸν τόκον τοῦτον 9,41% καὶ ἀμοιβὴ διὰ τὴν ἀνάληψιν ὑπ’ αὐτῆς τῆς ὑποχρεώσεως νὰ καταβάλῃ καὶ τὰ ἕτερα τρία τμήματα τοῦ δανείου. Ἂν δὲ δὲν δώσῃ τοιαύτην ἐγγύησιν—τοῦτο δὲ γίνεται ἂν μᾶς ἦτο συμφέρον νὰ δεχθῶμεν τὸν ὅρον ἐκδόσεως ἐφάπαξ τοῦ δανείου τῶν 10 ἑκατομμυρίων δολλαρίων (διότι ἀνακύπτουν ἄλλαι δυσχέρειαι) ὑπὸ τοὺς ἀνωτέρω ἀναφερθέντας ἰσοδυνάμους ὅρους δανεισμοῦ—ὁ τόκος τῆς ὁμολογιούχου Γιοῦλεν θὰ ἀνέλθῃ εἰς 8,23% καὶ θὰ ἔχῃ βεβαιότητα αὐξήσεως τῶν κεφαλαίων της κατὰ 17½% (ἀπὸ 85 εἰς 100 δολλάρια). Ἔτι δὲ ἡ Μεσεγγυοῦχος Τράπεζα θὰ κερδίζῃ τὴν διαφορὰν ἐκ τῆς τραπεζιτικῆς χρησιμοποιήσεως τῶν κατατεθειμένων κεφαλαίων τοῦ Κράτους. Ἤδη, ἂν συγκρίνωμεν τὰ δύο ταῦτα δάνεια, ὑφ’ ἃς συνθήκας εὑρίσκονται ἤδη ἀμφότερα, συνάγομεν ὅτι τὸ δάνειον ὑδρεύσεως δὲν συνωμολογήθη ὑπὸ τοῦ Κράτους μὲ χειροτέρους ὅρους ἀπὸ ἐκείνους εἰς οὓς εὑρίσκεται σήμερον ἡ πίστις αὐτοῦ, ἥτις ἀπεικονίζεται εἰς τὴν τιμὴν τοῦ δανείου τοῦ 1914. Μᾶλλον ὑπὸ πολὺ καλυτέρους ὅρους δύναται νὰ ὑποστηριχθῇ ὅτι συνωμολογήθη, διότι δικαιότερον εἶναι νὰ γίνῃ σύγκρισις τοῦ τόκου 8,23% μὲ τὴν βεβαιότητα τῆς εἰς τὸ μέλλον αὐξήσεως τῶν κεφαλαίων τοῦ ὁμολογιούχου κατὰ 17½% διὰ τὸ δάνειον ὑδρεύσεως ἀφ’ ἑνὸς καὶ τοῦ τόκου 9,10% μὲ τὴν πιθανότητα αὐξήσεως τῶν κεφαλαίων τοῦ ὁμολογιούχου κατὰ ποσοστὸν μέχρι 64% διὰ τὸ δάνειον τοῦ 1914 ἀφ’ ἑτέρου. Φαίνεται δὲ σαφῶς ὅτι τὸ δάνειον τοῦ 1914 διὰ τὸν ὁμολογιοῦχον, ἀνεξαρτήτως τοῦ τόκου πρὸς ὃν θὰ τὸ συγκρίνωμεν, εἶναι προτιμότερον, κυρίως διότι ἔχει πολὺ μεγαλυτέραν πιθανότητα αὐξήσεως κατὰ πολὺ τῶν κεφαλαίων τοῦ ὁμολογιούχου, ἀπὸ 55 λίρας εἰς 60 εἰς 65 εἰς 75 μέχρι 90 μετά τινα ἔτη, ὅτε ὁ διεθνὴς τόκος θὰ κατέλθῃ καὶ ἡ πίστις τοῦ Κράτους ἡμῶν θὰ ἑδραιωθῇ. Προσφυγικὸν δάνειον.—Ἂν ἐξετάσωμεν τὸ καθαρὸν προϊὸν τὸ ὁποῖον εἰσέπραξε τὸ Κράτος ἀπὸ τὸ προσφυγικὸν δάνειον, ἤτοι 81% μὲ 7% ἐπιτόκιον, εὑρίσκομεν τόκον 8,64% μὲ τὴν βεβαιότητα αὐξήσεως τῶν κεφαλαίων τοῦ ὁμολογιούχου ἀπὸ 81 εἰς 100 λίρας, διότι γίνεται κλήρωσις τῶν ὁμολογιῶν εἰς τὸ ἄρτιον, ἤτοι κατὰ 23%. Ὑπάρχει μὲν ὁ ὅρος εἰς τὸ προσφυγικὸν δάνειον τῆς μὴ πληρωμῆς τόκου διὰ τὰ ποσὰ ἅτινα δὲν κατεβλήθησαν εἰς τὸ Κράτος, ἀλλὰ ῥητῶς ὁρίζει ἡ σύμβασις ἐπὶ λέξει τὰ ἑξῆς: «Τὸ ἐναπομένον ὑπόλοιπον τοῦ προϊόντος τῆς ἐκδόσεως θέλει τεθῆ παρὰ τῶν τραπεζιτῶν, καθ’ ὅσον καὶ ἐφ’ ὅσον ἀποκτᾶται τοῦτο, εἰς τὴν διάθεσιν τῆς Ἐπιτροπῆς Ἀποκαταστάσεως Προσφύγων». Οὐδεμίαν δὲ ἐγγύησιν παρέσχεν ἡ Τράπεζα, ἡ ἀναλαβοῦσα τὴν ἔκδοσιν τοῦ προσφυγικοῦ δανείου, περὶ πραγματοποιήσεως τοῦ μέρους τοῦ δανείου, ὅπερ τυχὸν δὲν ἤθελε καλυφθῆ κατὰ τὴν δημοσίαν ἐγγραφὴν καὶ διὰ τὸ ὁποῖον δὲν καταβάλλεται βεβαίως τόκος. Ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὸ δάνειον τῆς ὑδρεύσεως διὰ τὸ ὁποῖον παρέχεται ἡ ἐγγύησις τῆς ὁλοκληρωτικῆς αὐτοῦ ἐκδόσεως καὶ τῆς καταβολῆς αὐτοῦ εἰς τέσσαρα τμήματα, ἄνευ τόκου διὰ τὰ μὴ καταβληθέντα εἰσέτι τμήματα αὐτοῦ. Ἀνέφερα δὲ προηγουμένως διατί ἦτο ἀνάγκη νὰ προτιμηθοῦν οἱ ὅροι τῆς τμηματικῆς ἐκδόσεως τοῦ δανείου τούτου, ἀντὶ τῶν ἐξετασθέντων ἰσοδυνάμων ὅρων τῆς ἐφάπαξ καταβολῆς ὁλοκλήρου τοῦ δανείου. Συγκρίνοντες ἤδη τὸν τόκον 8,64% τοῦ προσφυγικοῦ δανείου μὲ τὴν αὔξησιν τῶν κεφαλαίων τοῦ ὁμολογιούχου κατὰ 23% (διότι αἱ ὁμολογίαι ἐξοφλοῦνται διὰ κληρώσεως εἰς τὸ ἄρτιον εἰς 100 λίρας ἀπὸ 81) καὶ ἀφ’ ἑτέρου τὸν τόκον 8,23% ἢ τὸν 9,41% ἢ τὸν μέσον ὅρον 8,82% τοῦ δανείου ὑδρεύσεως μὲ τὴν αὔξησιν τοῦ κεφαλαίου τῶν ὁμολογιούχων κατὰ 17½% (ἀπὸ 85 δολλάρια εἰς 100 κατὰ τὴν κλήρωσιν εἰς τὸ ἄρτιον) εὑρίσκομεν ὅτι τοὐλάχιστον ὑπὸ τοὺς αὐτοὺς περίπου ὅρους ἐγένετο καὶ τὸ δάνειον ὑδρεύσεως, ἂν ὄχι ὑπὸ καλυτέρους. Ἂν δεχθῇ τις σύγκρισιν πρὸς τὸν τόκον τοῦ δανείου ὑδρεύσεως 8,23%, τότε δέον νὰ θεωρηθῇ ὅτι ὁ προμηθευτὴς κεφαλαίων θὰ κερδίζῃ τὴν διαφορὰν ἐπιτοκίου μέχρι 9,41% ὡς ἀμοιβήν, ὡς ἀσφάλιστρα, οὕτως εἰπεῖν, διὰ τὴν παρεχομένην ἐγγύησιν εἰς τὸ Κράτος ὅτι θὰ καταβάλῃ ὑπὸ τοὺς αὐτοὺς ὅρους κατὰ τὰ ἑπόμενα ἔτη τὰ ὑπόλοιπα τρία τμήματα τοῦ ἐκδοθέντος δανείου χωρὶς νὰ εἰσπράττῃ τόκον ἀπὸ τοῦδε δι’ αὐτά. Φαινομενικοὶ ὅροι προσφυγικοῦ δανείου.—Μόνη διαφορὰ ὑπάρχει ὅτι φαινομενικῶς παρουσιάζει τὸ προσφυγικὸν δάνειον ὅρους καλυτέρους, δηλαδὴ ἔχει 88% ἔκδοσιν, ἀλλ’ ἔχει ἐλάττωσιν τῆς τιμῆς ταύτης εἰς ἄλλους ὅρους κατὰ 7 μονάδας διὰ διαφημίσεις, χαρτόσημα, προμηθείας, μεσιτείας κλπ., ὥστε νὰ ἀπομένουν πράγματι καθαρὰ 81% μεῖον τῶν ἐξόδων ἐκτυπώσεως ὁμολογιῶν. Γίνεται δὲ πληρωμὴ τῶν τόκων ὁλοκλήρου τοῦ πραγματοποιηθέντος δανείου (καὶ μάλιστα διὰ τὸ ἐν Ἀμερικῇ τμῆμα προκαταβολικῶς διὰ τὴν αʹ ἑξαμηνίαν) ἔναντι εἰσπράξεως τοῦ τραπεζιτικοῦ τόκου διὰ τὸ κατατεθειμένον, ὡς μὴ χρησιμοποιούμενον εἰσέτι ποσὸν αὐτοῦ. Ἐπιφορτίζεται δηλαδὴ τὸ Κράτος μὲ τὴν διαφορὰν τοῦ πιστωτικοῦ ἀπὸ τοῦ χρεωστικοῦ τόκου. Δανείου ὑδρεύσεως.—Ἐνῷ τὸ δάνειον ὑδρεύσεως ἀναγράφει 85% ἔκδοσιν τοῦ δανείου, ἥτις εἶναι καθαρά, μεῖον ὡσαύτως τῶν ἐξόδων ἐκτυπώσεως τῶν ὁμολογιῶν, καὶ ἀντὶ νὰ χρεώσῃ τὸ Κράτος μὲ τοὺς τόκους ὁλοκλήρου τοῦ δανείου καὶ νὰ τὸ πιστώσῃ μὲ τὸν τραπεζιτικὸν τόκον διὰ τὰ μὴ χρησιμοποιούμενα εἰσέτι τμήματα τῆς πραγματικῆς ἀξίας τοῦ δανείου, κάμνει ὅρους, μὴ φαινομένους ἐκ πρώτης ὄψεως εὐνοϊκούς, πραγματικῶς ὅμως εἰς τὰ αὐτὸ μὲν ἀποτέλεσμα καταλήγοντας ἀπὸ τῆς ἀπόψεως εὐκολιῶν πληρωμῆς τῶν τόκων καὶ χρεολυσίων, εἰς τρόπον ὥστε μόνον αἱ εὐκολίαι αὐταὶ νὰ ἔχουν τόσην ἀξίαν ὥστε εἰς αὐτὰς νὰ ὀφείληται κατὰ μέγα μέρος ἡ ἔγκαιρος πραγματοποίησις τῆς κατασκευῆς τῶν ἔργων. Ἐκεῖνο ὅμως ὅπερ καθιστᾷ τὸ δάνειον ἔτι εὐνοϊκὸν εἶναι τὸ δικαίωμα τοῦ Κράτους νὰ τὸ ἐξοφλήσῃ εἰς τὸ ἄρτιον, ἐξαγοράζον αὐτὸ ὁλόκληρον μετὰ τὸ 5ον ἔτος ἀπὸ σήμερον, ἤτοι εὐθὺς μετὰ τὴν κατασκευὴν τῶν ἔργων. Ἂν δηλαδὴ οἱ ὅροι γενικῶς δανεισμοῦ ὑπὸ τὰς σημερινὰς συνθήκας κρίνωνται ὡς βαρεῖς καὶ ὑπάρχῃ ἐλπίς, βάσιμος βεβαίως, βελτιώσεως αὐτῶν εἰς τὸ προσεχὲς μέλλον, ἐφρόντισεν ἡ Κυβέρνησις τὰς συνεπείας τῶν τοιούτων ὅρων νὰ τὰς περιορίσῃ εἰς τὸ ἐλάχιστον δυνατὸν χρονικὸν ὅριον. Διότι κατὰ τὸ 4ον ἔτος θὰ καταβληθῇ τὸ τέταρτον τμῆμα τοῦ δανείου καὶ ἀμέσως μετὰ τὸ 5ον ἔτος θὰ δύναται τὸ Κράτος νὰ τὸ ἐξοφλήσῃ ὁλόκληρον τὸ δάνειον. Θὰ ἔχῃ δὲ πληρώσει τὸ Κράτος ἕως τότε μόνον 2,800,000 δολλάρια δι’ ἐνδιαμέσους τόκους, ἀντιστοιχοῦντας εἰς τοκοχρεολύσια, ὁλοκλήρου τοῦ δανείου, ὀλιγώτερα τῶν 3 ἐτῶν (1 ἑκατομμ. τοκοχρεολύσιον κατ’ ἔτος). Συνεπῶς οἱ ὅροι οὗτοι θὰ δύνανται νὰ τροποποιηθοῦν κατ’ οὐσίαν μὲν μετὰ τὴν πληρωμὴν ὀλιγωτέρων τῶν 3 ἐτησίων τοκοχρεολυτικῶν δόσεων, πράγματι δὲ μετὰ πάροδον οὐχὶ 3 ἐτῶν ἀλλὰ 5, κατὰ τὸ ἔτος 1930, ὅτε καὶ ἡ πιθανότης βελτιώσεως τῶν ὅρων δανεισμοῦ εἶναι μεγαλυτέρα παρὰ μετὰ 3 ἔτη μόνον ἀπὸ σήμερον, ἤτοι κατὰ τὸ ἔτος 1928. Ἂν οἱ ὅροι τοὺς ὁποίους δύναται νὰ ἐπιτύχῃ τὸ Κράτος κατὰ τὸ ἔτος 1930 ἢ καὶ μετ’ αὐτὸ εἶναι εὐνοϊκώτεροι τῶν ἑξῆς ἰσοδυνάμων πρὸς ἀλλήλους ὅρων διὰ τὸν αὐτὸν χρόνον ἐξοφλήσεως—: Ἐπιτόκιον 8% μὲ τιμὴν ἐκδόσεως 100, ἐπιτόκιον 7½% μὲ τιμὴν ἐκδόσεως 96.20, ἐπιτόκιον 7% μὲ τιμὴν ἐκδόσεως 92.44, ἐπιτόκιον 6½% μὲ τιμὴν ἐκδόσεως 88.75, ἐπιτόκιον 6% μὲ τιμὴν ἐκδόσεως 85.14, ἐπιτόκιον 5½% μὲ τιμὴν ἐκδόσεως 81.60, ἐπιτόκιον 5% μὲ τιμὴν ἐκδόσεως 78.13—, ἔχει συμφέρον νὰ συνάψῃ τὸ Κράτος νέον δάνειον πρὸς ἐξόφλησιν τοῦ παλαιοῦ εἰς τὸ ἄρτιον ἤ, ὅπερ τὸ αὐτό, νὰ ἔλθῃ εἰς νέας διαπραγματεύσεις πρὸς βελτίωσιν τῶν ὅρων τοῦ ἰδίου δανείου μετὰ τῆς ἰδίας Ἑταιρείας Γιοῦλεν. Σημειωτέον δὲ ὅτι ἡ περίπτωσις αὕτη εἶναι ἐπωφελὴς καὶ διὰ τὸν προμηθευτὴν κεφαλαίων (Γιοῦλεν), διότι ἐξαργυρώνεται ἡ ὁμολογία του εἰς τὸ ἄρτιον πολὺ γρηγορώτερα τῆς ταχθείσης προθεσμίας ἀποσβέσεως τοῦ δανείου, καθισταμένων ἔτι ἐπωφελεστέρων τῶν ὅρων δανεισμοῦ εἰς τὸν ὁμολογιοῦχον κατὰ τὸ μικρὸν τοῦτο χρονικὸν διάστημα· διότι ἡ διαφορὰ μεταξὺ τιμῆς ἐκδόσεως καὶ ὀνομαστικῆς ἀξίας τῆς ὁμολογίας ἣν κερδίζει κατανέμεται εἰς ὀλιγώτερα ἔτη. Ὑπάρχει μὲν καὶ εἰς τὸ προσφυγικὸν δάνειον τοιοῦτος ὅρος ἐξαγορᾶς τοῦ δανείου, ἀλλ’ ὁρίζει ἡ σύμβασις ὅτι τῷ 1936 ἢ καὶ μετ’ αὐτὸ δικαιοῦται τὸ Κράτος νὰ ἐξοφλήσῃ ὁλόκληρον τὸ δάνειον καὶ οὐχὶ ἐνωρίτερον· ἤτοι ἐν σχέσει μὲ τὸ δάνειον ὑδρεύσεως ἐξεταζόμενον τὸ προσφυγικόν, ἀπὸ τῆς ἀπόψεως ταύτης, εἶναι δυσμενέστερον, διότι: αʹ) κατὰ ἕξ ἔτη περισσότερα θὰ ἐξακολουθήσῃ ὑφισταμένη ἡ δυσμένεια τῶν σημερινῶν ὅρων μέχρι τοῦ 1936, ἐν τῷ μεταξὺ δὲ θὰ καταβληθῶσιν 11 δόσεις τοκοχρεολυτικαί, ἤτοι 8 καὶ πλέον περισσότεραι ἀπὸ τὸ δάνειον ὑδρεύσεως, καὶ βʹ) αἱ ὁμολογίαι του θὰ ἐξοφληθοῦν κατὰ 4 μονάδας περισσοτέρας δι’ ἑκάστην ὁμολογίαν 100 μονάδων (ἤτοι ἀπὸ 81 εἰς 100 λίρας, ἐνῷ τῆς ὑδρεύσεως ἀπὸ 85 εἰς 100), τοῦτο δὲ ἔχει σημασίαν τόσῳ μεγαλυτέραν ὑπὲρ τοῦ ὁμολογιούχου ὅσῳ ἐνωρίτερον πρόκειται νὰ γίνῃ ἡ εἰς τὸ ἄρτιον ἐξαγορά. Ἐν τῇ συγκρίσει τῶν δύο δανείων δύναταί τις νὰ ὑπολογίσῃ τὸν αὐτὸν χρόνον ἐξοφλήσεως δι’ ἀμφότερα. Τὸ μὲν ἓν τῆς ὑδρεύσεως θὰ ἐξοφληθῇ μετὰ 25–27 ἔτη ἀπὸ σήμερον. Τὸ δὲ ἕτερον τὸ προσφυγικὸν ἀναγράφει μὲν ὅτι θὰ ἐξοφληθῇ εἰς διάστημα οὐχὶ μεγαλύτερον τῶν 40 ἐτῶν, ἀλλ’ ὁρίζει συγχρόνως καὶ ἔκτακτον χρεολύσιον, τὰ 75% τῶν εἰσπράξεων ἐκ τῶν ἀπαιτήσεων τῆς Ἐπιτροπῆς Ἀποκαταστάσεως ἀπὸ τοὺς πρόσφυγας. Συνεπῶς θὰ ἐπιταχυνθῇ ἡ ἐξόφλησις εἰς τρόπον ὥστε νὰ δύναταί τις νὰ ὑπολογίσῃ δι’ ἀμφότερα τὰ δάνεια τὸν αὐτὸν χρόνον περίπου ὁλοκληρωτικῆς ἐξοφλήσεως. Οἱ ἄλλοι ὅροι ἐν πολλοῖς εἶναι οἱ ἴδιοι, ὡς π. χ. τὰ τοκομερίδια καὶ χρεολύσια πληρώνονται κατὰ ἑξαμηνίαν εἰς ἀμφότερα τὰ δάνεια. Ἡ προμήθεια τῶν Τραπεζῶν διὰ τὴν πληρωμὴν τῶν τόκων εἰς τὸ προσφυγικὸν εἶναι ½%, εἰς δὲ τὸ τῆς ὑδρεύσεως ¼%. Εἰς ἀμφότερα δὲ τὰ δάνεια ἡ προμήθεια διὰ τὴν πληρωμὴν τῶν χρεολυσίων εἶναι ἡ αὐτὴ ¼%. Συγκεφαλαιῶν τις συνάγει ἐκ τῆς συγκρίσεως πρὸς τὸ δάνειον τοῦ 1914 ὅτι: 1) Ὁ τόκος τοῦ δανείου ὑδρεύσεως εἶναι κατώτερος τοῦ τόκου ὃν δίδει ἤδη τὸ δάνειον τοῦ 1914. 2) Τῶν ὁμολογιούχων τὰ κεφάλαια μόνον κατὰ 17½% θὰ αὐξηθοῦν εἰς τὸ δάνειον τῆς ὑδρεύσεως, ἐνῷ τῶν τοῦ δανείου 1914 θὰ αὐξηθοῦν κατὰ πολὺ περισσότερον, μέχρι 64%. 3) Ὁ ὁμολογιοῦχος τοῦ δανείου 1914 δὲν διατρέχει τὸν κίνδυνον νὰ ἀποσυρθῇ ὑπὸ τοῦ Κράτους ἡ ὁμολογία του, μὲ μικρὰν εἰς αὐτὸν καταβολὴν πέρα τῆς τιμῆς εἰς ἣν δύναται νὰ τὴν ἀποκτήσῃ ἤδη· ἤτοι δὲν δύναται τὸ Κράτος νὰ ἐξουδετερώσῃ τοὺς ἐμφανιζομένους ἤδη δυσμενεῖς ὅρους δι’ ἑαυτό, διὰ τῆς συνομολογήσεως βραδύτερον ἄλλου δανείου μὲ ὅρους καλυτέρους, ὡς τοῦτο ἔχει δικαίωμα νὰ πράξῃ διὰ τὸ δάνειον ὑδρεύσεως, ἀποσῦρον τὰς ὁμολογίας ἐκ τῶν χειρῶν τῶν ὁμολογιούχων καὶ στεροῦν οὕτως αὐτοὺς ἑνὸς καλοῦ θεωρουμένου τόκου διὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην (ἐξ 8%), καθ’ ἣν θὰ τὰς ἀποσύρῃ. Ἐκ δὲ τῆς συγκρίσεως πρὸς τὸ προσφυγικὸν δάνειον συνάγει ὅτι: 1) Ὁ τόκος τοῦ δανείου ὑδρεύσεως, ἂν δὲν θεωρηθῇ κατώτερος τοῦ τόκου τοῦ προσφυγικοῦ, οὔτε ὅμως καὶ ἀνώτερος δύναται νὰ ὑποστηριχθῇ ὅτι εἶναι λόγῳ τῶν λοιπῶν πλεονεκτικῶν ὅρων τοῦ δανείου ὑδρεύσεως διὰ τὸ Κράτος ἔναντι τοῦ προσφυγικοῦ. 2) Τὰ κεφάλαια τῶν ὁμολογιούχων τοῦ προσφυγικοῦ αὐξάνουν κατὰ 23%, ἐνῷ τῶν ὁμολογιούχων τοῦ δανείου ὑδρεύσεως κατὰ 17½%. 3) Μετὰ 5 ἔτη δύνανται νὰ ἀποσυρθοῦν αἱ ὁμολογίαι ὑδρεύσεως ὑπὸ τοῦ Κράτους διὰ τῆς συνάψεως νέου δανείου ὑπὸ καλυτέρους ὅρους, ἐνῷ αἱ ὁμολογίαι τοῦ προσφυγικοῦ μόνον μετὰ 11 ἔτη δύνανται νὰ ἀποσυρθῶσιν, ἀφοῦ πληρώσῃ τὸ Κράτος 11 ἐτῶν χρεολύσια· ἐνῷ εἰς τὸ δάνειον ὑδρεύσεως ὀλιγώτερα τῶν 3 ἐτῶν τοκοχρεολύσια θὰ πληρώσῃ μὲ τοὺς ὑφισταμένους ὅρους, ἂν οἱ μέλλοντες εἶναι συμφερώτεροι διὰ τὸ Κράτος. Ἐπὶ πλέον δὲ τῶν ἀνωτέρω ἐξετασθέντων συγκριτικῶς εὐνοϊκῶν ὅρων διὰ τὸ Κράτος εἰς τὸ δάνειον ὑδρεύσεως εὑρίσκει τις: 1) Ὅτι περιέχει εὐκολίας καθιστώσας ἐφικτὴν τὴν πληρωμὴν τῶν τόκων ὑπὸ τῶν κατοίκων Ἀθηνῶν–Πειραιῶς κατὰ τὴν περίοδον τῆς κατασκευῆς τῶν ἔργων, ὥστε νὰ μεταβάλληται τὸ δάνειον ἀπὸ κρατικὸν εἰς δάνειον σχεδὸν τῶν δύο Δήμων, πρᾶγμα ὅπερ ἐξασφαλίζει τὴν συγκατάθεσιν τῶν τριῶν Δυνάμεων διὰ τὴν ἔκδοσιν αὐτοῦ, καθισταμένην οὕτω τυπικήν. 2) Ὅτι ἡ ἀνάδοχος Ἑταιρεία Γιούλεν ἀναλαμβάνει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ μὴ ἐκδώσῃ τὸ δάνειον εἰς δημοσίαν ἐγγραφὴν πρὸ τῆς παρελεύσεως τῆς 1ης Ἰανουαρίου 1926, δεχομένη νὰ προσαρμοσθῇ πρὸς τὰς διεθνεῖς ταύτας ὑποχρεώσεις ἡμῶν. Ἡ ἐπιτυχία τῆς Κυβερνήσεως ὅπως παραδεχθῇ τοὺς δύο τούτους ὅρους ἡ Ἑταιρεία Γιούλεν, οἵτινες, πλὴν τῆς εὐκολίας ἣν παρέχουσι διὰ τὴν ἐξυπηρέτησιν τοῦ δανείου, ἐξομαλύνουν καὶ τὰς ἐξωτερικὰς δυσχερείας τῆς συνάψεως, συνδυαζομένη μὲ τὴν ἐξασφάλισιν τῆς πλέον ἐντέχνου κατασκευῆς τῶν ἔργων ὑδρεύσεως καὶ μὲ τὴν ἐξεύρεσιν κεφαλαίων ὑπὸ εὐνοϊκοὺς διὰ τὴν περίστασιν ὅρους, δυναμένους νὰ γίνουν ἔτι εὐνοϊκώτεροι εἰς πολὺ βραχὺν σχετικῶς χρόνον, ἡ ἐπιτυχία, λέγω, τῆς Κυβερνήσεως καθίσταται ἐξαιρετικῶς σημαντική. Κύριοι πληρεξούσιοι, παράλειψις θὰ ἦτο ἐκ μέρους μου, ἄν, τερματίζων τὴν ἀγόρευσίν μου, δὲν ἀνέφερα καὶ ὀλίγα τινὰ περὶ τοῦ ὕδατος καὶ τῆς τεχνητῆς λίμνης τοῦ Μαραθῶνος. Τὸ ὕδωρ θὰ περισυλλέγηται ἐκ τῆς βροχῆς, ἥτις πίπτει ἐπὶ τῆς λεκάνης τοῦ χειμάρρου Χαράδρου, πηγάζοντος ἐκ τῶν κορυφῶν τῆς Πάρνηθος. Ἡ λεκάνη αὐτοῦ εἶναι 190 τετραγωνικὰ χιλιόμετρα, ἐξ ὧν τὰ ⅔ μόνον θὰ χρησιμοποιῶνται διὰ τὴν περισυλλογὴν τῶν ὑδάτων. Ἡ ἐτησία βροχὴ ἡ πίπτουσα εἰς τὴν λεκάνην περισυλλογῆς τῶν ὑδάτων ἀνέρχεται εἰς 95 ἑκατομμύρια κυβικὰ μέτρα (μέσον ὕψος βροχῆς 771,5 χιλιοστόμετρα). Ἐκ τούτων ἀπορρέει ὕδωρ μόνον 41 ἑκατομ. κ. μ., ἤτοι τὸ ⅓ περίπου τοῦ ὕδατος τῆς πιπτούσης βροχῆς. Ἐκ τούτων πάλιν ἐξατμίζονται ἢ δὲν περισυλλέγονται 10 ἑκατομ. κ. μ., ἀπομένουσι δὲ οὕτω πρὸς χρησιμοποίησιν 31 ἑκατομ. κ. μ., ἤτοι τὸ ⅓ περίπου τοῦ ὕδατος τῆς πιπτούσης βροχῆς. Αἱ ἀπώλειαι ἐκ τῆς διηθήσεως θὰ ἀντισταθμίζωνται ἐκ τῆς εἰσροῆς εἰς τὴν λίμνην 4 ἑκατομ. κ. μ. πηγαίων ὑδάτων, ὑπολογιζομένων ὅλων εἰς 8 ἑκατομ. κ. μ. ἐν τῇ περιοχῇ ταύτῃ. Τὸ φράγμα θὰ ἔχῃ ὕψος 50 μέτρων, ἴσως καὶ περισσότερον, ἡ δὲ χωρητικότης τῆς λίμνης 38 ἑκατομ. κ. μ. καὶ ἄνω. Διὰ τὴν ἀνωτάτην στάθμην ἡ ἐπιφάνεια τῆς λίμνης θὰ εἶναι 23 τετραγωνικὰ χιλιόμετρα. Θὰ ἐκτίνηται δὲ 3,400 μέτρα ἐπὶ τῆς κοιλάδος τοῦ Χαράδρου καὶ 2,500 μέτρα ἐπὶ τῆς κοιλάδος τοῦ Βαρνάβα. Τὸ μέγιστον πλάτος της ἐπὶ τοῦ Χαράδρου θὰ εἶναι 650 μέτρων, ἐπὶ δὲ τοῦ Βαρνάβα 250 μέτρων. Ἡ λίμνη κατὰ τὸ θέρος δέον νὰ ἔχῃ, ταπεινοτάτην στάθμην, 20 ἕως 25 μέτρων ἀπὸ τοῦ πυθμένος. Ἡ πλήρωσις τῆς λίμνης θὰ ἄρχηται ἀπὸ τοῦ Νοεμβρίου καὶ θὰ ἐξακολουθῇ μέχρι τοῦ Φεβρουαρίου, ὅτε ἡ καθαρὰ ἀποθήκευσις θὰ ἰσοῦται μὲ 18½ ἑκατομ. κ. μ. Ἀπὸ τοῦ Φεβρουαρίου μέχρι τῶν ἀρχῶν Ἀπριλίου θὰ γίνηται ὑπερχείλισις 7½ ἑκατομ. κ. μ. Ἀπὸ τὰς ἀρχὰς Ἀπριλίου θὰ ἄρχηται ἡ ἐκκένωσις μέχρι τέλους Ὀκτωβρίου. Διὰ νὰ γίνῃ ἐπίχωσις τῆς λίμνης, θὰ τοποθετηθῶσιν εἰς τὰς εἰσβολὰς αὐτῆς ἐσχάραι, ἵνα συγκρατῶσι τὰς κροκάλας τῶν ρυάκων καὶ χειμάρρων καὶ θὰ ἀπομακρύνηται ἡ ἰλὺς τῆς λίμνης δι’ ἀπορροφητικῶν βορβοροφάγων. Ἄνευ τῶν μέτρων τούτων ὑπολογίζεται ὅτι θὰ γίνῃ ἐπίχωσις μετὰ 128 ἔτη μέχρι τῆς στάθμης ὑδροληψίας (10 μέτρα ὑπεράνω τοῦ κατωτάτου πυθμένος) ἢ μετὰ 11 αἰῶνας μέχρι τῆς κατωτάτης στάθμης τοῦ ὕδατος, ἥτις δέον νὰ διατηρῆται 13 μέτρα περίπου ὑπεράνω τῆς στάθμης ὑδροληψίας (ἤτοι 2 κ. μέτρα ἀπὸ τοῦ πυθμένος). Ἵνα μὴ γίνῃ σῆψις τῆς βλαστήσεως, ἥτις ἀνθεῖ ἤδη εἰς τὸ ἔδαφος, ὅπερ θὰ γίνῃ πυθμὴν τῆς λίμνης, καὶ ἀποκτήσῃ οὕτω τὸ ὕδωρ τῆς λίμνης κακὴν ὀσμήν, θὰ ἐξολοθρευθῇ αὕτη διὰ θειικοῦ χαλκοῦ καὶ θὰ γίνῃ πλύσις τοῦ ἐδάφους τούτου ἀπὸ τὴν βροχήν. Τὸ ὕδωρ, ἐνῷ κατὰ τὴν ροήν του δύναται νὰ διατηρηθῇ καθαρόν, ὅταν λιμνάσῃ εἰς ἀβαθῆ λίμνην, γίνεται ἀκάθαρτον, ἀποκτᾷ κακὴν γεῦσιν καὶ ὄψιν καὶ εἶναι βλαβερὸν εἰς τὴν ὑγείαν. Τὸ ἀντίθετον συμβαίνει εἰς τὰς λίμνας μεγάλου βάθους· καθαρίζεται καὶ διυλίζεται ἀφ’ ἑαυτοῦ. Καταθέτει τὴν ὕλην καὶ ἄλλας ἀκαθαρσίας ἐπὶ τοῦ πυθμένος καὶ ἀποκτᾷ ἰδιότητας τὰς ὁποίας δὲν εἶχεν, ἀποστειρούμενον σχεδὸν ἐντελῶς. Ἐννοεῖται ὅτι λαμβάνεται πρόνοια ἐν τῷ ὑποβληθέντι νομοσχεδίῳ διὰ τὴν περιφρούρησιν τῆς περιοχῆς τῆς λίμνης καὶ εἰς ἀπόστασιν χιλίων μέτρων ἀπ’ αὐτῆς ὡς καὶ τῆς ζώνης τοῦ ὑδραγωγείου καὶ ἑξήκοντα μέτρων ἀπ’ αὐτοῦ, εἰς τρόπον ὥστε νὰ μὴ ὑπάρχῃ κίνδυνος μολύνσεως τοῦ ὕδατος τῆς λίμνης ἢ τοῦ ὑδραγωγείου. Τὰ νέα ὕδατα ἐπιπλέουν τῶν παλαιῶν, ἡ δὲ ἀνάμιξίς των γίνεται τόσον βραδεῖα ὥστε ἐπέρχεται συγχρόνως καὶ ἡ αὐτόματος κάθαρσις αὐτῶν. Ἐκ τῆς ἀναμίξεως δὲ ταύτης δὲν ὑπάρχει κίνδυνος μολύνσεως ἕνεκα τοῦ μικροῦ ἀριθμοῦ τῶν μικροβίων, ἅτινα ἀραιοῦνται εἰς ὁλόκληρον τὸ περιεχόμενον ἐν τῇ λίμνῃ ὕδωρ. Ἄν δὲ ἐν τῇ λίμνῃ δὲν συντελεσθῇ ὁ πλήρης ἐκχωματισμὸς καὶ ἡ τελεία κάθαρσις, γίνονται ταῦτα δι’ ἀερισμοῦ καὶ τεχνητῆς διυλίσεως εἰς τὰ διυλιστήρια, τὰ προβλεπόμενα εἰς τὰ ἔργα τῆς ὑδρεύσεως. Ἡ γεῦσις τοῦ ὕδατος θὰ εἶναι καλὴ καὶ διότι ἡ σκληρότης αὐτοῦ θὰ εἶναι ἀρίστη, δεδομένου ὅτι τὰ ὕδατα θὰ πίπτωσιν ἐπὶ ἀσβεστολιθικῆς συστάσεως καὶ διότι ἡ θερμοκρασία αὐτοῦ θὰ εἶναι ὡσαύτως ἀρίστη, 9–11 βαθμῶν· θὰ διατηρῆται δὲ τοιαύτη, διότι ἡ στάθμη ὑδροληψίας μεταβαλλομένη θὰ εἶναι τοὐλάχιστον 13 περίπου μέτρα κατωτέρα τῆς ἑκάστοτε στάθμης τῆς λίμνης. Ἡ περιεκτικότης εἰς ἅλατα θὰ εἶναι πολὺ μικροτέρα τῆς ἀνεκτῆς καὶ συνεπῶς ἀρίστη. Τοιαῦται ἐν συντομίᾳ θὰ εἶναι αἱ ἰδιότητες τοῦ ὕδατος τὸ ὁποῖον ὡς θεῖον δῶρον θὰ προσφέρῃ, ὡς ἄλλος Ἀδριανός, ἡ Δʹ τῶν Ἑλλήνων Συντακτικὴ Συνέλευσις, ἵνα λουσθῇ καὶ δι’ ὕδατος ἡ ἡλιόλουστος πρωτεύουσα, καὶ κατανοήσῃ οὕτω τὴν πραγματικὴν σημασίαν τοῦ «Ἄριστον μὲν ὕδωρ» (χειροκροτήματα παρατεταμένα).
§164ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου συζήτησις. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ καθορισμοῦ τοῦ τρόπου εἰσπράξεως καὶ διαχειρίσεως τῶν ὑπεγγύων εἰς τὸ προσφυγικὸν δάνειον προσόδων» (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ἵνα ἐπαναληφθῇ αὕτη τὴν 10.30′ μ. μ.
(Ὥρᾳ 9 μ. μ.)
ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΚΟΠΗΝ
(Ὥρα 11 μ. μ.)
§165ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις.
§166Γ. ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, δύο λέξεις ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ. Εἶναι εἰς γνῶσιν ὑμῶν ἓν νομοσχέδιον «περὶ ἱδρύσεως Συντάγματος Κυνηγῶν», παρετήρησα δὲ ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ παρεπέμφθη εἰς μίαν Ἐπιτροπήν. Εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν αὐτὴν δὲν μετέχει κανὲν σχεδὸν τῶν μελῶν τὰ ὁποῖα ἀπαρτίζουν τὴν τακτικὴν Ἐπιτροπὴν τῆς Δημοσίας Ἀσφαλείας, Ἐπιτροπὴν ἐκλεγεῖσαν κατὰ τοὺς κανόνας τοὺς ὁποίους ὁρίζει ὁ Κανονισμός, διὰ μυστικῆς ψηφοφορίας δηλαδή, ἀπαρτιζομένην δὲ ἀπὸ πρώην Ὑπουργοὺς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ἄλλα ἐπίλεκτα μέλη, δυνάμενα νὰ φωτίσωσιν αὐτήν.
§167Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Νὰ ληφθῇ ἀπόφασις νὰ περιληφθοῦν καὶ αὐτοί.
§168Γ. ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Τὸ λέγω, ἐπειδὴ ἐπανειλημμένως παρετηρήθη τὸ ἄτοπον αὐτό. Ὁ Κανονισμὸς ὁρίζει τὴν σύστασιν εἰδικῶν Ἐπιτροπῶν, ἀλλὰ προϋποθέτει τὴν περίπτωσιν καθ’ ἣν ἀναφύονται ζητήματα ἔκτακτα. Ὁ Κανονισμὸς δὲ οὐδέποτε ἠννόησεν ὅτι δύνανται νὰ μὴ περιλαμβάνωνται εἰς τὰς Ἐπιτροπὰς αὐτὰς πρόσωπα τὰ ὁποῖα ἡ Συνέλευσις ἐξέλεξεν ἤδη διὰ ψηφοφορίας. Ἡ Συνέλευσις δύναται τὸ πᾶν νὰ κάμῃ· δύναται καὶ τὸν Κανονισμὸν νὰ μεταβάλῃ, ἀλλὰ διὰ νὰ λειτουργήσῃ ἓν Σῶμα πρέπει νὰ ὑπάρχῃ εἷς Κανονισμὸς ὁ ὁποῖος νὰ τηρῆται.
§169Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Πρόεδρε, νὰ συνεργασθοῦν καὶ αἱ δύο Ἐπιτροπαί.
§170Γ. ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Αὐτὸ τὸ πρᾶγμα εἶναι μία ἐπιεικὴς ἀπόφασις, ἐνῷ ἐγὼ τὸ θεωρῶ ὡς δικαίωμα.
§171Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἔχετε δικαίωμα, ἐφόσον ἡ ἀπόφασις τῆς Συνελεύσεως λέγει εἰδικὴν Ἐπιτροπήν. Μὴ ἀρχίσωμεν τώρα συζητήσεις.
§172Γ. ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ὑπάρχει εἷς Κανονισμὸς ὁ ὁποῖος δέον νὰ διέπῃ τὰς ἐργασίας ἡμῶν.
§173Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ ἴδιον παρετήρησα καὶ ἐγώ. Ἤμην εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τῶν Ἀμέσων Φόρων καὶ ἐπὶ ἑνὸς σπουδαιοτάτου νομοσχεδίου εἶδον ὅτι καταρτίσθη Ἐπιτροπή, εἰς τὴν ὁποίαν οὐδὲν τῶν μελῶν τῆς Ἐπιτροπῆς τῶν Ἀμέσων Φόρων ἔχει περιληφθῆ. Ἀναμφισβητήτως ἡ Συνέλευσις ἔχει τὴν ἐξουσίαν· ἀλλὰ τὸ πνεῦμα τῆς διατάξεως περὶ ἐκλογῆς κοινοβουλευτικῶν Ἐπιτροπῶν εἶναι ὅπως ἐκλέγωνται οἱ ἐκ τῶν πληρεξουσίων εἰδικώτεροι δι’ ἕκαστον θέμα καὶ ἐξ ὅλων τῶν κομμάτων, ὅπως ἀντιπροσωπεύωνται πλειονοψηφία καὶ μειονοψηφία. Ὅταν ἐκλέγωνται εἰδικαὶ Ἐπιτροπαί—δὲν ἔχω ὑπ’ ὄψει μου τὴν Ἐπιτροπὴν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, περὶ τοῦ ὁποίου ὁ κ. συνάδελφος ἐκ Τροιζηνίας ὡμίλησε γενικῶς—ὅταν, λέγω, Ἐπιτροπαὶ ἐκλέγωνται ἑκάστοτε κατὰ τὴν γνώμην τίνος; Κατὰ τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως ἢ τοῦ Προέδρου τῆς Συνελεύσεως; Ὑποθέτω τῆς Κυβερνήσεως.
§174ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αἱ Ἐπιτροπαὶ ἐκλέγονται πάντοτε τῇ συναινέσει τῶν ἀρχηγῶν. Οἱ ἀρχηγοὶ τῶν κομμάτων ὑποβάλλουσι κατάλογον.
§175Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἀπομένουν τὰ τυπικὰ οὕτως εἰπεῖν νομοσχέδια.
§176ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συνήθως γίνεται ἐνίσχυσις. Ἐκτάκτως ἐγένοντο εἰδικαὶ Ἐπιτροπαί.
§177Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ὅταν ἀπαρτίζωνται ἐπὶ ὡρισμένων θεμάτων ἀναγομένων εἰς μίαν κατηγορίαν, πρέπει νὰ ἐνισχύωνται.
§178Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ὅταν ὑπεβλήθησαν τὰ νομοσχέδια τὰ φορολογικά, ἐζήτησα νὰ παραπεμφθοῦν εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, ἀλλ’ ἠξιώθη παρὰ τῶν κυρίων συναδέλφων νὰ καταρτισθῇ Ἐπιτροπὴ εἰδικὴ διὰ τὰ νομοσχέδια αὐτά, τὴν ὁποίαν κατήρτισε τὸ Προεδρεῖον. Ἐν τούτοις ὀφείλω νὰ ἐκφράσω παράπονα κατὰ τῆς Ἐπιτροπῆς τῶν Ἀμέσων καὶ Ἐμμέσων Φόρων, διότι, καίτοι ὑπῆρχον νομοσχέδια ἐπείγοντα, ἐν τούτοις ἡ Ἐπιτροπὴ δὲν κατώρθωσε νὰ ἐκδώσῃ τὴν ἀπόφασίν της ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων αὐτῶν καὶ ἠναγκάσθην νὰ ζητήσω προθεσμίαν. Ὁ κ. συνάδελφος θὰ ὁμολογήσῃ ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ καθυστέρησεν. Ἑπτάκις τὴν ἐκάλεσα καὶ ἑπτάκις ἀπουσίασε.
§179Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ὡς πρόεδρος ἐκάλεσα τὴν Ἐπιτροπὴν πρὸ τῶν διακοπῶν τῶν ἐργασιῶν τῆς Συνελεύσεως, ἀλλὰ δὲν ἀπετελέσθη ἀπαρτία. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔχει δίκαιον νὰ παραπονῆται κατὰ τῆς ἀμελείας τῆς Ἐπιτροπῆς, ἀλλὰ μήπως εἰς τὰς ἐκτάκτους Ἐπιτροπὰς δεικνύεται ἐπιμέλειά τις; Τοὐλάχιστον ἐπὶ τῶν ἐκτάκτων Ἐπιτροπῶν νὰ ληφθῇ ἓν μέτρον ὅπως ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Συνελεύσεως ἐκλέγῃ τοὺς ἐπιμελεῖς.
§180ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι οἱ ἀρχηγοὶ τῶν κομμάτων. Ὅσον ἀφορᾷ διὰ τὴν ἐν λόγῳ Ἐπιτροπήν, δὶς τὴν ἐκάλεσα καὶ δὶς ἔδειξαν ἀμέλειαν.
§181Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Δυστυχῶς ἐκ τῆς ἐργασίας αὐτῆς τῶν κοινοβουλευτικῶν Ἐπιτροπῶν ἀποδεικνύεται ἡ χρεοκοπία τοῦ Κοινοβουλίου ἐν Ἑλλάδι.
§182Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Αἱ εἰδικαὶ Ἐπιτροπαὶ αἱ ὁποῖαι ἐργάζονται ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν νομοσχεδίων ἐκπληροῦν ἀνελλιπῶς τὰ καθήκοντά των, ἰδίως αἱ Ἐπιτροπαὶ ἐπὶ τῶν Ἀμέσων Φόρων καὶ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐργάζονται ἐν τῷ Ὑπουργείῳ κανονικῶς.
§183Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Λυποῦμαι, διότι ἔτυχε νὰ ἐργάζωμαι μὲ ἀμελεῖς.
§184ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συνεχίζεται ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ὑδρεύσεως Ἀθηνῶν–Πειραιῶς καὶ τῶν περιχώρων». Ὁ κ. Π. Γιωτόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§185Π. ΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ (ἀνέρχεται εἰς τὸ βῆμα).
§186Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Βλέπω ὅτι σημειοῦται εἰς τὰ πρακτικὰ ὅτι «παραιτηθέντων τῶν σημειουμένων νὰ ὁμιλήσουν εἰς τὴν πρώτην κατ’ ἄρθρον συζήτησιν, ἐψηφίσθη...... κτλ.». Πῶς ἐνῷ ἐγὼ ἤμην μετὰ τὸν κ. Χατζηλίαν φαίνομαι τώρα εἰς αὐτὴν τὴν σειράν;
§187Π. ΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε συνάδελφε, ἤμην πρὸ τοῦ κ. Χατζηλία.
§188Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Κύριε συνάδελφε, δὲν πρόκειται περὶ ὑμῶν, ἀλλὰ πρόκειται περὶ τῆς καταστάσεως τοῦ Προεδρείου.
§189ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προχθές, ὅταν ἀνεβλήθη ἡ συζήτησις, ἠρώτησα ἂν ἤθελον νὰ ἐγγραφοῦν διὰ τὴν πρώτην κατ’ ἄρθρον συζήτησιν διὰ σήμερον· καὶ ἄλλοι μὲν εἶπον ναί, ἄλλοι δὲ εἶπον ὄχι.
§190Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἐγὼ εἶπον ὅτι δὲν θὰ ὁμιλήσω ἐνώπιον κενῶν ἐδωλίων, μὴ ὑπαρχούσης ἀπαρτίας.
§191ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐζητήσατε δὲ χθὲς νὰ ἐγγραφῆτε καθ’ ὃν χρόνον οἱ ἄλλοι εἶχον ἐγγραφῆ ἀπὸ προχθές.
§192Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Δὲν μὲ ἐνδιαφέρει νὰ ὁμιλήσουν δέκα πρὸ ἐμοῦ, ἀλλ’ ἐγράφη εἰς τὰ πρακτικά, κ. Πρόεδρε· «παραιτηθέντων τῶν σημειουμένων νὰ ὁμιλήσουν.... κτλ.».
§193ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διεμαρτυρήθητε σεῖς δι’ αὐτὸ καὶ διωρθώθησαν τὰ πρακτικὰ ὅτι δὲν παρητήθητε. Ὥστε δὲν βλέπω τὸν λόγον τῆς διαμαρτυρίας σας.
§194Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ὥστε ἡ πρώτη σύνταξις τῶν πρακτικῶν ἐγένετο πολὺ τακτική!
§195Π. ΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Συμφωνῶ μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μαντινείας συναδέλφου κ. Μπακοπούλου ὅτι ἡ ὑπὸ ψήφισιν σύμβασις εἶναι σπουδαιοτάτη, διότι ἀφορᾷ ἔργα σπουδαιότατα, τὸ σπουδαιότερον ἐξ ὅσων ἔχουν γίνει μέχρι τοῦδε ἐν Ἑλλάδι καὶ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῶν δαπανῶν ἐξ 75,000,000 φράγκων χρυσῶν καὶ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως οὐσίας, διότι ἀφορᾷ τὴν ὕδρευσιν καὶ συνεπῶς τὴν εὐημερίαν τοῦ ⅕ ἢ ⅙ τοῦ πληθυσμοῦ ὁλοκλήρου τῆς Ἐπικρατείας. Συμφωνῶ ἐπίσης μετ’ αὐτοῦ τελείως ὅτι ἡ σύμβασις αὕτη κρινομένη δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποτελέσῃ ἀφετηρίαν ἢ νὰ δώσῃ ἀφορμὴν εἰς ἀντιπολίτευσιν ἢ διαμάχας πολιτικὰς οἱασδήποτε. Δέον ἡ ἔρευνα νὰ εἶναι ἀντικείμενον μετριοπαθείας καὶ νὰ ἔχῃ ὡς σκοπὸν τὴν διαφώτισιν ἡμῶν πρὸς λυσιτελεστέραν ἐξυπηρέτησιν τῶν οἰκονομικῶν συμφερόντων καὶ οὐδὲν ἕτερον. Εἶναι ἔργον μεγίστης σημασίας καὶ μόνον ὑπὸ τὸ πρόσχημα τοιούτων ἀντιλήψεων εἶναι δυνατὸν νὰ διεξαχθῇ συζήτησις ἐξ ἧς θὰ προκύψουν ἀγαθὰ ἀποτελέσματα. Κύριοι συνάδελφοι, θὰ θίξω τὴν ἔρευναν τὴν σχετικὴν τῆς προμηθείας ἀπὸ ἀπόψεως τεχνικῆς. Ἴσως φανῇ παράδοξον τὸ τοιοῦτον, διότι στεροῦμαι πάσης εἰδικότητος. Ἀλλ’ ἂν ἡ εἰδικότης ἀπὸ τὴν ὑπόσχεσιν ἀποτελεῖ ἓν πλεονέκτημα καὶ ἓν προσόν, ἀπὸ ἄλλης ἀπόψεως ἀποτελεῖ ἓν μειονέκτημα, τὸ ἑξῆς· ὅτι ὁ εἰδικὸς ὁ ἀποτεινόμενος εἰς μὴ εἰδικοὺς διατρέχει τὸν κίνδυνον νὰ χρησιμοποιήσῃ τεχνικοὺς ὅρους καὶ παραλείπων ἀκουσίως πολλάκις τὴν ἀνάπτυξιν κατὰ τρόπον ἐκλαϊκευτικὸν οὕτως εἰπεῖν τῶν ζητημάτων νὰ καταστῇ ἀσαφής, ἐνῷ ὁ μὴ εἰδικὸς ἔχει ὑπ’ ὄψει του καλῶς τὴν τοιαύτην ἄποψιν καὶ δύναται νὰ καταστῇ σαφέστερος. Ἡ ὁμιλία μου θὰ περιστραφῇ εἰς δύο ἀπόψεις. Ἐν πρώτοις πάντοτε στηριζόμενος ἐπὶ γνωμῶν εἰδικῶν ὑδραυλικῶν καὶ ἐπὶ γεγονότων ἀκριβῶς καθωρισμένων, ἀφ’ ἑνὸς μὲν θὰ ἀποπειραθῶ νὰ παραστήσω πρὸς ὑμᾶς ὅτι ἡ κατασκευὴ τεχνητῶν λιμνῶν ἀποτελεῖ τὸν μᾶλλον σπάνιον καὶ τὸν μᾶλλον παρακεκινδυνευμένον τρόπον ὑδρεύσεως, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἐν τῷ δευτέρῳ μέρει τῆς ὁμιλίας μου θέλω προσπαθήσει νὰ παράσχω πρὸς ὑμᾶς ὡρισμένα στοιχεῖα καὶ ὡρισμένους ἀριθμοὺς ἐπὶ τῇ βάσει πάντοτε εἰδικῶν ὑδραυλικῶν μελετῶν, ὅπως καταδείξω ὅτι τὸ παρακεκινδυνευμένον αὐτό, γενικῶς ὑφιστάμενον ἐν πάσῃ κατασκευῇ τεχνητῶν λιμνῶν, ὑφίσταται πολλῷ μᾶλλον ἐν τῇ παρούσῃ περιπτώσει. Εἶμαι κατ’ ἀρχὴν ὑπὲρ τῆς ὑδρεύσεως. Ἂν ὅμως ἤθελε θεωρηθῆ ὅτι ἡ ἀναβολὴ τῆς ψηφίσεως θὰ ἰσοδυνάμει πρὸς τὴν ἀπόρριψιν, εὐχαρίστως θὰ κατέληγον καὶ εἰς αὐτήν, ἀφοῦ τὸ στάδιον τῶν μελετῶν αἵτινες ἐπεχειρήθησαν δὲν παρέχουν εἰς ἡμᾶς—καὶ τοῦτο ἐξάγεται ἐκ τῶν συμφραζομένων ὅλων τῶν μέχρι τοῦδε ἀγορεύσεων—κανὲν ἀσφαλὲς συμπέρασμα, οὕτως ὥστε νὰ λέγωμεν ὅτι δυνάμεθα νὰ εἴμεθα ὁπωσδήποτε ἀσφαλεῖς ὅτι δαπανῶντες ἓν ποσὸν θὰ ἔχωμεν τοὐλάχιστον πολλὰς πιθανότητας ὅτι τὸ ἔργον θὰ εἶναι πλῆρες. Δυστυχῶς τοιαῦται πιθανότητες δὲν ὑπάρχουν. Καὶ διατί δὲν ὑπάρχουν; Διότι εὑρισκόμεθα πρὸ τελείας ἀνεπαρκείας μελετῶν. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἀποκλείει ὅτι διατρέχομεν ἕνα κίνδυνον τὸν ὁποῖον ὀφείλομεν νὰ προΐδωμεν. Ἐν πρώτοις, κύριοι, λέγω πρὸς ὑμᾶς ὅτι ἔχομεν τρεῖς τρόπους ὑδρεύσεως τῶν πόλεων. Ὁ σπανιώτερον ἐν χρήσει τιθέμενος ἐξ ὅλων καὶ ὁ παρουσιάζων τοὺς μεγαλυτέρους κινδύνους εἶναι ὁ διὰ τεχνητῶν λιμνῶν. Τοῦτο προκύπτει ἐκ τῶν στατιστικῶν τὰς ὁποίας σᾶς ἀνέφερεν ὁ κ. Μπότσαρης. Οἱ τρόποι τῆς ὑδρεύσεως εἶναι ὁ τῶν πηγαίων ὑδάτων ὁ καλύτερος καὶ συνηθέστερος ὅλων, ὁ τῆς ἀποστραγγίσεως ἢ ὑδρομαστεύσεως, ὁ ὁποῖος συνίσταται εἰς πρόχειρον περισυλλογὴν ὑδάτων διὰ διαφόρων μεθόδων τεχνικῶν καὶ ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ προσωρινὴν λύσιν τοῦ ζητήματος τῆς ὑδρεύσεως.
§196ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπεβλήθη ἔνστασις περὶ μὴ ἀπαρτίας.
§197Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Τὰ ὀνόματα τῶν ὑποβαλόντων τὴν ἔνστασιν παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε.
§198ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ. κ. Α. Ταβουλάρης, Γ. Δουζίνας, Θ. Κουτούπης, Ι. Πατάλας καὶ Κ. Φίλανδρος. Κατὰ τὴν ἀντίληψιν τοῦ Προεδρείου δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία καὶ λύεται ἡ συνεδρίασις διὰ νὰ ἐπαναληφθῇ αὔριον ὥραν 4 μ. μ. (Ὥρα 11 μ. μ.)