1925.02.21
4,303 rows · 34,933 words · 269 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 154
Σάββατον 21 Φεβρουαρίου 1925.
Προεδρία Κ. Ρακτιβάν
(Ὥρα 5.30′ μ.μ.).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. (Ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως). Ὑπάρχει ἀντίρρησις ἐπὶ τῶν πρακτικῶν;
§2Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὑπάρχει ἡ ἑξῆς ἀντίρρησις, ἀλλ’ ἀνάγεται εἰς τροπολογίαν τοῦ νομοθετήματος τοῦ ἀφορῶντος τὰς δημοσίας ὁδούς. Τὸ νομοθέτημα ὑπέστη τροπολογίας τινάς, ἀλλὰ δὲν ἀναγράφονται εἰς τὰ πρακτικά.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ περιληφθοῦν εἰς τὸ σύνολον. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Συνέλευσιν τὰ ἑξῆς: — Ὁ Κωνσταντῖνος Ζωαθούλας, κατάδικος φυλακῶν Τρικκάλων, παρακαλεῖ ὅπως χορηγηθῇ αὐτῷ χάρις. — Αἱ τηλεφωνήτριαι τῶν τηλεφωνικῶν κέντρων Ἀθηνῶν– Πειραιῶς ὑποβάλλουσιν ὑπόμνημα περὶ βελτιώσεως τῆς θέσεώς των. — Οἱ ἐπαγγελματίαι Πατρῶν διαμαρτύρονται διὰ τὴν παρὰ τῆς κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς τροποποίησιν τῶν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συστάσεως Ἐπαγγελματικῶν Ἐπιμελητηρίων». — Ὁ Βορειοηπειρωτικὸς Σύλλογος Φλωρίνης παρακαλεῖ ὅπως ἡ Κυβέρνησις ἀποφασίσῃ τὴν πολιτογράφησίν των. — Ἐπιτροπὴ κατοίκων Φιλιππιάδος, μισθωτῶν ἀστικῶν κτημάτων ἀνηκόντων εἰς ἀνταλλασσομένους Μουσουλμάνους, αἰτεῖται τὴν ἀποκατάστασίν των. — Οἱ μισθωταὶ ἀστικῶν κτημάτων ἀνταλλαξίμων Μουσουλμάνων Ἐλασσόνος αἰτοῦνται τὴν τροποποίησιν τοῦ νόμου 3166. — Οἱ ὑπάλληλοι τῆς παραμεθορίου παρακαλοῦσιν ὅπως τακτοποιηθῇ τὸ ζήτημα τῆς χορηγήσεως τοῦ ἐπιδόματος 10%. — Τὸ Ἐργατικὸν Κέντρον Πατρῶν διαμαρτύρεται διὰ τὴν ἀπόρριψιν παρὰ τῆς κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς δελτίων ἐξαγορᾶς σταφίδος. — Ὁ Συνεταιρισμὸς ἀρβυλοποιῶν Πατρῶν διαμαρτύρεται κατὰ τῆς Ἐπιτροπῆς κρατικῶν προμηθειῶν μελετώσης τὴν ἀγορὰν ἀρβυλῶν παρὰ ξένων ἐργοστασίων. — Τὸ Συνδικάτον σιγαροποιῶν Θεσσαλονίκης παρακαλεῖ ὅπως ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ συστάσεως ταμείου προνοίας ὑπὲρ ἐργατῶν. — Ὁ πρόεδρος τοῦ Ἐπαγγελματικοῦ Ἐπιμελητηρίου Θεσσαλονίκης παρακαλεῖ ὅπως ἡ κατεδάφισις τοῦ Γʹ τομέως γίνῃ τμηματικῶς. — Οἱ ἐν Λονδίνῳ εἰσαγωγεῖς σταφίδος παρακαλοῦσι τὴν Συνέλευσιν ὅπως μεριμνήσῃ διὰ τὴν ἐπίλυσιν τοῦ ζητήματος. — Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν κ. Α. Μιχαλακόπουλος ὑποβάλλει σχέδιον νόμου «περὶ μισθῶν καθηγητῶν Στρατιωτικῶν Σχολείων». — Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν κ. Γ. Κονδύλης ὑποβάλλει σχέδιον νόμου «περὶ βελτιώσεως θέσεως ἀναπήρων καὶ ἀνικάνων ὑπαξιωματικῶν Χωροφυλακῆς καταστάντων τοιούτων κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν διατεταγμένης ὑπηρεσίας ἐν καιρῷ εἰρήνης καὶ ἐν πολέμῳ». — Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κ. Κ. Γκότσης καταθέτει τεῦχος μεταβολῶν τοῦ ὑπὸ ψήφισιν τελοῦντος Προϋπολογισμοῦ τῆς χρήσεως τοῦ 1924–1925. Διὰ τῶν μεταβολῶν τούτων αὐξάνονται τὰ ἔσοδα κατὰ δραχ. 955,485,350, τὰ δὲ ἔξοδα κατὰ δραχ. 884,899,894. Οὕτως ἐπέρχεται συνολικὴ βελτίωσις τοῦ ἐλλείμματος δραχ. 70,585,456 καὶ συνεπῶς τὸ προβλεπόμενον μέχρι τοῦδε ἔλλειμμα τῆς χρήσεως ταύτης ἐκ δραχ. 990,590,608 περιορίζεται εἰς δραχ. 920,005,152. (Θέλει ἐκτυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ). — Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Προνοίας κ. Λ. Ὀρφανίδης ὑποβάλλει σχέδιον νόμου «περὶ ἐπεκτάσεως τῶν διατάξεων τοῦ ἄρθρου 5 τοῦ νόμου 2992 ἐπὶ τῶν ἱδρυομένων Θεραπευτηρίων, Σανατορίων κλπ.». — Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας κ. Ι. Βαλαλᾶς ὑποβάλλει νομοσχέδιον «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως διατάξεών τινων τοῦ νόμου 2853 περὶ ὑδραυλικῶν ταμείων». Ἡ ἐπὶ τῆς Παιδείας κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τῆς προτάσεως νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου 2905 καὶ τοῦ ἀπὸ 10 Σεπτεμβρίου 1923 Ν. Διατάγματος περὶ μεταρρυθμίσεως τῆς ἰσχυούσης πανεπιστημιακῆς νομοθεσίας». Ἐπίσης ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως ἄρθρων τινῶν τῶν ἰσχυόντων περὶ τοῦ ἐν Ἀθήναις Πανεπιστημίου νόμων». — Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κ. Κ. Γκότσης ὑποβάλλει σχέδιον νόμου «περὶ χορηγήσεως ὑπὸ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος δανείων πρὸς κτηματικὰς ὁμάδας Σερρῶν». (Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο κηρυχθὲν κατεπεῖγον ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). — Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Προνοίας κ. Α. Ὀρφανίδης ὑποβάλλει σχέδιον νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους καὶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος συναφθείσης τῇ 19 Φεβρουαρίου 1925 συμβάσεως ἀφορώσης τὴν παροχὴν οἰκονομικῆς ἐνισχύσεως εἰς ὁμάδας ὁμογενῶν προσφύγων ἐπαγγελματιῶν παντὸς εἴδους καὶ εἰς ἀστικοὺς συνεταιρισμούς». Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἔχει τὸν λόγον.
§4Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Συνελεύσεως, μὲ τὴν παράκλησιν ὅπως παραπεμφθῇ εἰς τὴν κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν τῶν Στρατιωτικῶν, σχέδιον νόμου, κατὰ τὸ ὁποῖον οἱ ὑπάλληλοι τοῦ Κράτους, τῶν δήμων, τῶν τραπεζικῶν Ἑταιρειῶν καὶ ἄλλων ἀνωνύμων Ἑταιρειῶν, ἐχουσῶν ὡρισμένον κεφάλαιον, εἶναι ὑποχρεωμένοι ἐντὸς δύο μηνῶν ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ νόμου νὰ ὑποβάλωσιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν δήλωσιν, εἰς τὴν ὁποίαν νὰ ἀναγράφηται ἡ στρατολογικὴ αὐτῶν κατάστασις, ἂν ἐξεπλήρωσαν τὰς στρατιωτικὰς αὐτῶν ὑποχρεώσεις πρὸς τὸ Κράτος, ἂν τυχὸν ἐγένοντο ἀνυπότακτοι ἢ μὴ καὶ διὰ τίνα λόγον ἀπηλλάγησαν πάσης ποινῆς. Οἱ μὴ συμμορφωθησόμενοι πρὸς τὸν νόμον τοῦτον θὰ θεωρῶνται ἀπολυόμενοι ἐκ τῆς ὑπηρεσίας εἰς τὴν ὁποίαν διατελοῦσι, πλὴν ἄλλων ποινῶν. Ὁ λόγος τοῦ σχεδίου νόμου εἶναι καταφανής. Δύνανται νὰ χρησιμεύσωσι μίαν ἡμέραν, ἐὰν τὸ Κράτος εὑρεθῇ εἰς τὴν ἀπόθητον περίστασιν τῆς χρησιμοποιήσεως τῶν ἐθνικῶν δυνάμεων, ἀλλὰ δύναται νὰ λάβῃ περαιτέρω καὶ ἄλλα σκοπιμώτερα μέτρα. Παρακαλῶ νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν.
§5Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Τῇ 1ῃ Μαρτίου, κύριε Πρόεδρε, προσκαλοῦνται οἱ κληρωτοί, καὶ ὁ νόμος ὁ στρατολογικὸς δὲν ἐνεκρίθη ὥστε νὰ ἔχητε τὸ δικαίωμα. Χάριν τοῦ τύπου σᾶς τὸ ὑπενθυμίζω.
§6Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ γνωρίζω, ἀλλ’ ἡ Συνέλευσις ἠμπορεῖ καὶ ἀπόψε νὰ ἐπιτρέψῃ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἀπαραιτήτων διοικητικῶν μέτρων διὰ τὴν στρατολογίαν.
§7Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Πάντως κάτι πρέπει νὰ γίνῃ.
§8Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἂν ὑποτεθῇ ὅτι ἡ Συνέλευσις δίδει τὴν συγκατάθεσίν της ἐκ τῶν προτέρων, τότε δύναμαι νὰ προβῶ εἰς τὰς διοικητικὰς πράξεις καὶ κατόπιν νὰ περιληφθῇ κύρωσις εἰς τὸν νόμον. Ὑποθέτω ὅτι ἡ Συνέλευσις θὰ εἶναι σύμφωνος εἰς τοῦτο.
§9ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§10Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ νὰ ἀναγραφῇ ἡ ἀπόφασις εἰς τὰ πρακτικά.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν Ἐπερωτήσεων. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔχει τὸν λόγον.
§12Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Κύριοι πληρεξούσιοι, κατὰ τὸν παρελθόντα Δεκέμβριον ἐγένετο μία ἐπερώτησις εἰς τὴν Συνέλευσιν περὶ τοῦ ἐνοικιοστασίου, κατὰ τὴν ὁποίαν ἠγόρευσαν διάφοροι κύριοι πληρεξούσιοι. Ἠρωτήθη δηλονότι ἡ Κυβέρνησις τί σκοπεῖ νὰ πράξῃ ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦ ἐνοικιοστασίου. Ἐκ προοιμίου σᾶς λέγω ὅτι δυνάμει νόμου τὸν ὁποῖον ἔχετε ψηφίσει τοῦ 3088, ἐν ἄρθρῳ 5 ὑπάρχει ἐντολὴ δεδομένη εἰς τὴν Συνέλευσιν ἵνα τροποποιῇ τὸ ὑπάρχον ἐνοικιοστάσιον καὶ νὰ τροποποιῇ καὶ αὐτὸν τὸν νόμον. Λοιπὸν δυνάμει αὐτοῦ τοῦ νόμου τῆς Συνελεύσεως ἡ Κυβέρνησις ἔχει ἐντολὴν νὰ ρυθμίζῃ τὰ τοῦ ἐνοικιοστασίου. Δὲν θὰ ἦτο ἄσκοπον νὰ ὑπενθυμίσω εἰς ὑμᾶς τί ἐλέχθη κατὰ τὴν συνεδρίασιν τοῦ Δεκεμβρίου. Οὐχ ἧττον θεωρῶ καθῆκόν μου νὰ σᾶς δηλώσω ὅτι ἔλαβον τὸν λόγον πρίν, διότι ἡ Κυβέρνησις, δυνάμει τοῦ νόμου τὸν ὁποῖον ἀνέφερα, ἐχειρίσθη μίαν ἐντολὴν τῆς Συνελεύσεως καὶ συνεπῶς εἶχεν ὑποχρέωσιν νὰ λογοδοτήσῃ ἔναντι τῆς Συνελεύσεως διὰ τὸν τρόπον καθ’ ὃν ἐχειρίσθη αὐτὴν τὴν ἐντολήν. Ὅπως καὶ εἰς τὸ ἄλλο ζήτημα ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ λάβω τὸν λόγον τὴν παρελθοῦσαν Τετάρτην, ἵνα λογοδοτήσω ὡς πρὸς τὴν ἐκτέλεσιν μιᾶς ἐντολῆς. Θεωρῶ ἐν τούτοις ἀναγκαῖον, ὡς εἶπον καὶ πρὸ ὀλίγου, νὰ ὑπενθυμίσω εἰς τοὺς κυρίους πληρεξουσίους τί ἐλέχθη κατὰ τὴν συνεδρίασιν τοῦ Δεκεμβρίου προκειμένου περὶ τοῦ ἐνοικιοστασίου ὑπὸ τῶν ἀξιοτίμων πληρεξουσίων (ἀναγινώσκει): «Ὁ πληρεξούσιος κ. Γρηγορίου ἠρώτησεν ἐπιμόνως τὴν Κυβέρνησιν....κλπ.». Τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. πληρεξουσίου τότε ἦσαν λίαν ζωηρά. Ἀνέφερεν ὁ κ. πληρεξούσιος ὀνόματα πλουσίων, ἑκατομμυριούχων, οἱ ὁποῖοι κατέχουν οἰκίας σχετικῶς πτωχῶν ἰδιοκτητῶν καὶ πληρώνουν μισθώματα ἐλάχιστα. Ἐπηκολούθησεν ἕτερος πληρεξούσιος, ὁ κ. Καλκανδῆς, τὰ αὐτὰ κατὰ τὸν αὐτὸν τόνον εἰπών. Ἐπηκολούθησεν ὁ κ. Κατσιμπίρης, ὁ ὁποῖος ἐπετέθη κατὰ τῆς τακτικῆς τοῦ Δημοσίου, τὸ ὁποῖον ἠνόει καὶ αὐτὸ νὰ προστατεύηται ἀπὸ τὸ ἐνοικιοστάσιον, πληρῶνον ἐλάχιστα μισθώματα· καὶ ἐνῷ εἶχε 10,000 οἰκήματα μισθωμένα διὰ τὰς ἀνάγκας αὐτοῦ, τὰ ὁποῖα εὑρίσκονται τὰ περισσότερα εἰς τὰς ἐπαρχίας καὶ ἀνήκουν εἰς ἀπόρους ἰδιοκτήτας, ἠνόει νὰ πληρώνῃ ἠλαττωμένον ἐνοίκιον. Κατὰ συγκυρίαν ἔλαβε τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ζητήματος ὁ ἀξιότιμος πληρεξούσιος κ. Χαβίνης, ὅστις σήμερον εὑρίσκεται μεταξὺ τῶν ἐπερωτώντων.
§13Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Ἐγὼ ὡμίλησα εἰδικῶς δι’ ἓν κτῆμα τοῦ Μετοχικοῦ Ταμείου τὸ ὁποῖον κατέχει τὸ Δημόσιον.
§14Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Δι’ αὐτὸ εἶπον ὅτι ὡμιλήσατε ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ θέματος. Ἐπίσης ὁ ἀξιότιμος πληρεξούσιος κ. Κατσιμπίρης, ὁ ὁποῖος ἀπεκάλεσε τὸ Δημόσιον, ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο «μέγαν δυνάστην». Καὶ ἐν τέλει συνέστησεν ὁ κ. Κατσιμπίρης ὅτι οὔτε ἡ Κυβέρνησις οὔτε εἰδικῶς ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐπιτρέπεται νὰ πτοηθῶσι καὶ πάλιν καὶ νὰ μὴ δεχθῶσι τὰς ἐπηρεάσεις τοῦ ἑνὸς καὶ τοῦ ἄλλου, οἱ ὁποῖοι, εἴτε διὰ τὸν ἕνα λόγον εἴτε διὰ τὸν ἄλλον, ζητοῦν νὰ ἐκμεταλλεύωνται τὸ ζήτημα τοῦ ἐνοικιοστασίου ἄνευ δικαιοσύνης καὶ ἰσότητος. Τότε ἔλαβον τὸν λόγον καὶ ἐγὼ καὶ εἶπον ὅτι ἔκτοτε, ἀπὸ τοῦ Δεκεμβρίου καὶ πρίν, εἶχον ἐπιληφθῆ τῆς μελέτης τοῦ ζητήματος προοιμιαστικῶς καὶ ὅτι ἠσχολούμην εἰς τὴν μελέτην τῶν ξένων νομοθεσιῶν, ὅτι δὲν ἠδυνάμεθα, τότε, μέχρι τοῦ Δεκεμβρίου, λαμβανομένου ὑπ’ ὄψιν ὅτι εἴμεθα δύο μηνῶν Κυβέρνησις, νὰ ἀγάγωμεν τὸ ἔργον εἰς πέρας, ἀλλ’ ὑπεσχέθημεν ὅτι μετὰ τὰς διακοπὰς τῶν ἐργασιῶν τῆς Συνελεύσεως θὰ ἐπεδιδόμεθα εἰς τὴν μελέτην τοῦ ἔργου καὶ εἴχομεν τὴν ἐλπίδα ὅτι θὰ ἠδυνάμεθα κατὰ τὴν ἐπανάληψιν τῶν ἐργασιῶν τῆς Συνελεύσεως νὰ προσαγάγωμεν εἰς τὴν Συνέλευσιν τὸ πόρισμα τῆς ἐργασίας ὅσον ἀφορᾷ τὸ μέγα κοινωνικὸν ζήτημα τοῦ ἐνοικιοστασίου. Εἶπον καὶ τότε ὅτι, προκειμένου νὰ ρυθμίσωμεν τὰ πράγματα κατὰ τὸ δίκαιον, παντελῶς δὲν ὑπῆρχε λόγος νὰ μᾶς ὑπομνησθῇ ὅτι δὲν ἔδει νὰ πτοηθῶμεν, διότι αἱ Κυβερνήσεις δὲν πρέπει νὰ πτοῶνται ἄλλως τε. (Χειροκροτήματα).
§15Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Εἰς ἡμᾶς τὸ λέγετε ἢ εἰς τοὺς συναδέλφους σας;
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τὰ θεωρεῖα συνιστῶ ἀπόλυτον τάξιν. Δηλῶ δὲ ὅτι θὰ ἐφαρμόσω αὐστηρῶς τὸν Κανονισμὸν καὶ θὰ διατάξω τὴν ἐκκένωσιν παντὸς θεωρείου τὸ ὁποῖον ἤθελεν εἴτε ἀποδοκιμάσει εἴτε ἐπιδοκιμάσει τὰ λεγόμενα. Τὰ θεωρεῖα πρέπει νὰ ἀκούωσι μετὰ προσοχῆς καὶ μετὰ τῆς εὐλαβείας ἡ ὁποία ἁρμόζει εἰς τὸ Σῶμα.
§17Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Βεβαίως, κ. Πρόεδρε, δὲν θὰ γίνῃ ποτὲ δεκτὸν τὰ θεωρεῖα νὰ μετέχουν τῶν συζητήσεων. Θὰ σᾶς παρακαλέσω αὐστηρότατα νὰ ἐφαρμόσητε τὸν Κανονισμόν.
§18Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Αὐτὸ τὸ ὁποῖον εἶπον, ἀξιότιμε πολιτευτὰ ἐκ Μαντινείας, εἶναι ἀρχὴ ἡ ὁποία διδάσκεται ἀπὸ πάντας τοὺς πολιτειολόγους, ὅτι αἱ Κυβερνήσεις ὀφείλουν νὰ βαδίζουν, βεβαίως μετὰ τοῦ Κοινοβουλίου, μίαν γραμμὴν τείνουσαν πρὸς τὴν πραγμάτωσιν τοῦ σκοποῦ τῆς Πολιτείας, ὁ ὁποῖος εἶναι ἡ ρύθμισις τῶν κοινῶν σχέσεων διὰ τῆς κρατικῆς ἐξουσίας.
§19Κ. ΡΕΝΤΗΣ. Ἀλλὰ συγχρόνως, καθὼς μανθάνομεν, γίνονται καὶ μερικαὶ ἀβαρίαι.
§20Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Καίτοι εἶμαι εἰθισμένος νὰ δέχωμαι διακοπάς, εἰς τὴν σημερινὴν ἀγόρευσίν μου, ἐπειδὴ εἶναι πολύπλοκον τὸ ζήτημα ὁπωσδήποτε, νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ μὴ δεχθῶ διακοπάς. Καὶ τελευταῖος ἔλαβε τὸν λόγον ὁ ἀξιότιμος πληρεξούσιος κ. Φραγκούδης, ὅστις εἶπεν ὅτι τὸ ἐνοικιοστάσιον εἶναι λυδία λίθος τῶν Κυβερνήσεων καὶ ἰδίως τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης καὶ ἐξέφρασε τοὺς δισταγμούς του, ἂν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ προσκομίσωμεν εἰς τὴν Συνέλευσιν ἓν ἐνοικιοστάσιον, τὸ ὁποῖον νὰ ἱκανοποιῇ ὁπωσδήποτε τὸ δίκαιον κατὰ πᾶσαν γραμμήν. Καὶ προσέθετε τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει).... Ἐν τέλει δὲ μοὶ εἶπεν, ἐπὶ τῇ διαβεβαιώσει μου ὅτι θὰ προσκομίσωμεν ἐνοικιοστάσιον κατεσκευασμένον ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι δὲν φρονεῖ ὅτι εἴμεθα ἱκανοὶ νὰ σηκώσωμεν τοιοῦτον βάρος, καὶ ἐν πάσῃ περιπτώσει νὰ μὴ ἐπανέλθωμεν εἰς τὴν Συνέλευσιν, ἂν δὲν προσκομίσωμεν ἓν ἐνοικιοστάσιον.
§21ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Εἶναι ἰδιοκτήτης ὁ κ. Φραγκούδης;
§22Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Λοιπὸν ἔκτοτε ἐπεδόθημεν εἰς τὴν μελέτην τοῦ ἐνοικιοστασίου καὶ ἀπὸ ἀπόψεως ἐπιστημονικῆς καὶ ἀπὸ ἀπόψεως συγκριτικῆς καὶ ἀπὸ ἀπόψεως τῶν διαφόρων ὑποβληθέντων εἰς ἡμᾶς ὑπομνημάτων καὶ αἰτήσεων. Σπεύδω νὰ σᾶς εἴπω ὅτι ἐπὶ τρίμηνον ἐταλαιπωρήθη τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, δεχόμενον καθ’ ἑκάστην πλέον τῆς εἰκοσάδος ὑπομνημάτων καὶ ἀκόμη ἐξακολουθεῖ ἡ αὐτὴ κατάστασις, καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δεχόμενος καθ’ ἑκάστην εἰκοσάδα ἐπιστολῶν μὲ τὴν συνήθη ἐπιγραφὴν «προσωπική».
§23ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Καὶ μὲ ἀπειλὰς θανάτου.
§24Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Καὶ τοιαύτας ἐδέχθημεν. Τὰ ὑποβληθέντα ἐκ μέρους ὁμάδων, Σωματείων, πολιτῶν ὑπομνήματα καὶ αἰτήματα ἐξετιμήθησαν, ἐφόσον ἠδύναντο νὰ ἀποτελέσουν γενικὰς κατηγορίας, διότι θὰ ἴδητε ὅτι ἕκαστος ἐκ τῶν ἀναφερομένων πολλάκις ἐζήτει τὴν λύσιν τὴν ἰδικήν του, καὶ μάλιστα τὴν ἤθελε νὰ εἶναι τοιαύτη, ὥστε νὰ ἀναγράφηται τὸ ὄνομά του ἐν τῷ νόμῳ. Θὰ σᾶς ἀναφέρω περίληψίν τινα τῶν διαφόρων αἰτημάτων διὰ νὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψει τὰ γενικῶς ἀνακινούμενα ζητήματα. Παρὰ πλείστων ἐζητεῖτο ἡ ἐντελὴς ἄρσις τοῦ ἐνοικιοστασίου, παρ’ ἄλλων ἐζητεῖτο ἡ διατήρησις, παρ’ ἄλλων ἡ ἐπέκτασις καὶ εἰς ἄλλας πόλεις. Ἐπίσης ἐζητεῖτο μερικώτερον ἡ ἄρσις τοῦ ἐνοικιοστασίου ὑπὲρ ἰδιοκτητῶν οἱ ὁποῖοι εἶναι συνταξιοῦχοι, εἶναι ἄποροι, χῆραι, ὀρφανὰ καὶ τὰ τοιαῦτα. Ἐζητεῖτο ἡ ἄρσις δι’ οἴκους διασκεδάσεως ἢ οἴκους ἀνοχῆς. Ἐπίσης ἐζητεῖτο ἡ ἄρσις τοῦ ἐνοικιοστασίου ἀκόμη καὶ ὡς πρὸς τὰ νεόδμητα. Αὐτὴ εἶναι ἡ μία μορφὴ τῆς ἄρσεως· ἡ δευτέρα μορφὴ εἶναι ὡς πρὸς τὰ ζητήματα τῶν αὐξήσεων, τὸ ὁποῖον ζήτημα εἶναι τὸ πλέον ἀκανθῶδες, διότι περὶ αὐτὸ ἐγένετο ἐν τῷ παρελθόντι καὶ ἤδη γίνεται ὀξὺς ὁ ἀγών. Ἀλλὰ διὰ νὰ ἐκτιμήσητε ποῖαι εἶναι αἱ ἀπόψεις καὶ τῶν μέν, τῶν ἀξιούντων τὰς αὐξήσεις, καὶ τῶν δέ, τῶν μὴ στεργόντων νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς οὐδεμίαν αὔξησιν, θὰ σᾶς εἴπω συνοπτικῶς τὰ ζητηθέντα. Ἐζητήθη τὸ ἑξαπλάσιον τοῦ ἤδη μετὰ τῶν αὐξήσεων πληρωνομένου ἐνοικίου. Ἐζητήθη ὑπὸ ἄλλην μορφὴν τὸ δεκαπλάσιον τοῦ προπολεμικοῦ, ἐζητήθη ὑπὸ ἄλλην μορφὴν νὰ πληρώνηται τὸ ἐνοίκιον μὲ τὸν τιμάριθμον ἢ εἰς χρυσὸν ἢ νὰ πληρώνηται 12% ἐπὶ τῆς ἀξίας τοῦ κτήματος. Σπουδαιότατον ἕτερον σημεῖον γενικῆς κατηγορίας, καὶ ἥτις ἐνδιαφέρει πολλούς, εἶναι ἡ ἰδιοκατοίκησις ἢ ἡ σύμπτυξις ἢ ἡ ἀνάπτυξις. Ἡ ἰδιοκατοίκησις βεβαίως γνωρίζετε ὅτι εἶναι τὸ νὰ ζητῇ νὰ κατοικήσῃ ὁ ἰδιοκτήτης εἰς τὴν οἰκίαν του. Ἀληθῶς εἰς τὸ ἰσχῦον ἐνοικιοστάσιον καὶ εἰς τὰ ἰσχύσαντα ὑπῆρχεν ὁ θεσμὸς αὐτός, ἀλλὰ καὶ αὐτὸς εἶναι περιχαρακωμένος μὲ πολλὰς δυσκολίας, ὥστε νὰ παρέρχηται ἑκάστοτε, διὰ νὰ ἐπιτύχῃ τὴν ἰδιοκατοίκησιν ὁ ζητήσας, ὁλόκληρον ἔτος, καὶ κατόπιν νὰ ἔρχηται ἄλλο ἐνοικιοστάσιον τὸ ὁποῖον νὰ ἀναβάλλῃ τὸ ζήτημα. Ἰδίως ἐτέθη εἷς περιορισμὸς εἰς τὰ μέχρι σήμερον ἐνοικιοστάσια, κατὰ τὸν ὁποῖον ὁ μέλλων νὰ ἰδιοκατοικήσῃ ἔπρεπε νὰ προσφέρῃ κατοικίαν ἀνάλογον, ὄχι τὴν ἰδικήν του, ἔστω καὶ μὲ διπλάσιον μίσθωμα ἐκείνης εἰς τὴν ὁποίαν ἐζήτει νὰ ἰδιοκατοικήσῃ. Τώρα ἐζητήθη νὰ γίνῃ ἡ σύμπτυξις, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ ἰδιοκτήτης ζητεῖ, ἐφόσον περισσεύει χῶρος, νὰ τῷ παραχωρηθῇ καὶ εἰς αὐτὸν ἀνάλογος χῶρος νὰ συγκατοικήσῃ. Τὰ τοιαῦτα ζητήματα δὲν εἶναι δι’ ἡμᾶς πρωτότυπα· εἰς τὰς ἄλλας νομοθεσίας ἔχουν γεννηθῆ καὶ ἔχουν ρυθμισθῆ. Μάλιστα δὲν θὰ ἦτο ἄσκοπον νὰ εἴπω ὅτι τὸ ζήτημα τῆς μερικῆς ἰδιοκατοικήσεως ἢ τῆς ἀναπτύξεως—διότι εἴδομεν περὶ τούτου γραφόμενα ὑπὸ τύπον ἀστείου τινά, ὅτι τὸ τοιοῦτον ἀπάδει πρὸς τὰ ἤθη τῆς Ἑλληνικῆς οἰκογενείας—ἔχει ἤδη ἐφαρμοσθῆ διὰ τοῦ ἐνοικιοστασίου τοῦ 1922, ὁπότε, συνεπείᾳ τῆς μικρασιατικῆς καταστροφῆς, ἦλθον ἐνταῦθα δημόσιοι ὑπάλληλοι, πλεῖστοι ἀξιωματικοί, οἱ ὁποῖοι εἶχον ἐνοικιάσει τὰς οἰκίας των καὶ τὸ ἐνοικιοστάσιον ἐκεῖνο ἐπέτρεψε νὰ καταλάβωσι μέρος τῶν μισθίων οἰκιῶν των καὶ νὰ κατοικήσωσι καὶ ἐξετελέσθη καὶ ἐκτελεῖται καὶ ὑπάρχει ἐν ἰσχύϊ. Ὡς πρὸς τὰ καταστήματα, ποικίλα προεβλήθησαν αἰτήματα. Ἐζητήθη ἡ ἄρσις τοῦ ἐνοικιοστασίου ἐν γένει ἀπὸ τὰ καταστήματα, διότι δὲν πρόκειται περὶ στέγης, πρόκειται περὶ ἐπιχειρήσεως, εἰς τὴν ὁποίαν ὁ ἰδιοκτήτης δίδει τὴν κυριωτέραν βάσιν διὰ τὴν ἐπιχείρησιν, δίδει τὸν τόπον, δίδει τὸ κέντρον τῆς ἐπιχειρήσεως. Ὑπ’ ἄλλην μορφὴν ἐζητήθη ἡ ἄρσις τοῦ ἐνοικιοστασίου ἀπὸ τὰ καταστήματα, εἰς τὰ ὁποῖα μισθωταὶ εἶναι Τράπεζαι, Ἑταιρεῖαι καὶ τὰ τοιαῦτα. Ὑπ’ ἄλλην μορφὴν ἐζητήθη ἡ ἄρσις τοῦ ἐνοικιοστασίου ἀπὸ τὰ καταστήματα ὑπὸ τὴν μορφὴν ἰδιοχρήσεως εἰς τὸ νέον ἐνοικιοστάσιον, δὲν ἀπαιτεῖται δηλαδὴ νὰ ζητῇ ὁ ἔχων ἐνοικιάσει ἴδιον κατάστημα νὰ τὸ παραλάβῃ διὰ νὰ τὸ μεταχειρισθῇ ὁ ἴδιος. Ἡ περίπτωσις αὐτὴ εἶναι ἀρκετὰ σοβαρά, διότι κατὰ τὸν πόλεμον πολλοὶ στρατευθέντες, τῶν ὁποίων οἱ οἰκεῖοι ἔχοντες ἀνάγκην ἠναγκάσθησαν νὰ ἐνοικιάσωσι τὰ καταστήματα αὐτῶν τὰ μικρὰ ἢ τὰ μεγάλα διὰ νὰ δύνανται νὰ ἐξοικονομήσωσι τὸν ἄρτον τῶν οἰκογενειῶν των, ἐπανελθόντες, εὑρίσκοντο ἄνευ ἐργασίας. Τὸ ζήτημα αὐτὸ ἀπησχόλησε πολὺ τὴν Κυβέρνησιν κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ νέου Διατάγματος καὶ περὶ αὐτοῦ θὰ εἴπωμεν ἐν καταλλήλῳ ὥρᾳ. Ἐπίσης σοβαρώτατον ζήτημα τὸ ὁποῖον ἀπησχόλησε πολὺ τὸ ἐνοικιοστάσιον ἦτο τὸ ζήτημα τῆς ἀνοικοδομήσεως. Ὀφείλω νὰ σᾶς εἴπω ὅτι τὸ ζήτημα τῆς ἰδιοκατοικήσεως καὶ τὸ ζήτημα τῆς ἀνοικοδομήσεως εἶναι βεβαίως δύο μεγάλα ζητήματα ἐνδιαφέροντα κοινωνικῶς τοὺς πάντας. Ἀλλ’ ὀφείλω ἐπίσης νὰ σᾶς εἴπω ὅτι ἐν τῷ σημείῳ τούτῳ ἐγένοντο καὶ καταχρήσεις, δηλαδὴ ὑπάρχοντος τοῦ ἐνοικιοστασίου ὑπῆρχον ἰδιοκτῆται οἱ ὁποῖοι ὑπὸ τὸ πρόσχημα τῆς ἰδιοκατοικήσεως κατώρθωνον νὰ ἐξώνουν τὸν μισθωτὴν χωρὶς νὰ ἰδιοκατοικῶσι. Βεβαίως προβλέπει τὸ ὑπάρχον ἐνοικιοστάσιον περὶ ποινῶν, ἀλλὰ δυστυχῶς, ὁσάκις πρόκειται περὶ ἀδικημάτων τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουν ἀκόμη ριζωθῆ ἐν τῇ κοινῇ συνειδήσει ὡς ἀδικήματα, ἀμελεῖται ἡ δίωξις αὐτῶν καὶ ὑπὸ τῶν διατεταγμένων πρὸς τοῦτο. Τὸ ἴδιον συμβαίνει καὶ πρὸς τὴν ἀνοικοδόμησιν, καὶ ἡ ἀνοικοδόμησις εὗρε καὶ ἄλλοτε συνηγόρους καὶ ὑπερμαχητὰς αὐτῆς, καίτοι βεβαίως πᾶσα Κυβέρνησις πρέπει νὰ τάσσηται εἰς τὴν προαγωγὴν τοῦ ζητήματος τῆς ἀνοικοδομήσεως. Ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν ἀνοικοδόμησιν ἐγένοντο καταπιέσεις. Καὶ ὅσον μὲν εἶναι ἀναγκαῖον νὰ ὑποστηρίξωμεν τὴν ἀνοικοδόμησιν, ὥστε νὰ δυνηθῶμεν νὰ φθάσωμεν βαθμηδὸν εἰς τὴν εὐρύτητα τῆς στέγης, τόσον εἶναι ἐπιβεβλημένον νὰ μὴ παρίδωμεν τὰ δίκαια τῶν μισθωτῶν ἐκείνων, οἵτινες πρόκειται ἐκ τῆς ἐνεργείας τῆς ἀνοικοδομήσεως νὰ ἐξωσθῶσι καὶ χάσουν τὴν ἐργασίαν των. Τὸ ὑπάρχον ἐνοικιοστάσιον ἐπιτρέπει τὴν ἀνοικοδόμησιν ἰδίως μονωρόφων, δὲν μεριμνᾷ ὅμως περὶ τῆς ἐπανεγκαταστάσεως ἐκείνων οἱ ὁποῖοι θὰ ἐξωθοῦντο, ἀλλ’ ἠρκεῖτο εἰς μίαν μετρίαν ἀποζημίωσιν, ἡ ὁποία ἔφθανε μέχρι τοῦ τριπλασίου τοῦ ἐτησίου μισθώματος. Ἐκ τῶν ὑποβληθέντων ὑπομνημάτων βιοπαλαιστῶν παρετηρήθη ὅτι ἡ τοιαύτη ρύθμισις τοῦ ζητήματος τῆς ἀνοικοδομήσεως δὲν ἦτο ἡ προσήκουσα ἀπὸ πάσης ἀπόψεως καὶ περὶ αὐτοῦ ἠσχολήθη τὸ νέον ἐνοικιοστάσιον. Τέλος ὑπεβλήθησαν καὶ ἄλλα αἰτήματα περὶ τῶν ὁποίων θεωρῶ περιττὸν νὰ ἀπασχολήσω εἰδικώτερον τὴν Συνέλευσιν. Ταῦτα ἦσαν τὸ πραγματικὸν τὸ ὁποῖον εἴχομεν ἐνώπιόν μας νὰ τακτοποιήσωμεν, καὶ ἐξ αὐτοῦ τοῦ πραγματικοῦ νὰ ἴδωμεν τίνα εἶναι τὰ γενικὰ συμφέροντα, τὰ ὁποῖα χρήζουσι προστασίας. Καθόσον ἀφορᾷ δὲ τὰς ἀτομικὰς αἰτήσεις, ταύτας δὲν ἠδυνάμεθα νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν εἰμὴ μόνον ἐφόσον μᾶς ἔδιδον ἀφορμὴν νὰ σκεφθῶμεν ὅτι μία τοιαύτη ρύθμισις δύναται νὰ εἶναι γενικωτέρα. Τώρα νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε, διότι πρέπει, ὅπως γίνεται εἰς τὰ μεγάλα κοινωνικὰ προβλήματα, νὰ ἴδωμεν τί ἐγένετο εἰς ἄλλας Χώρας, νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀναφέρω ἐν ὀλίγοις τὰ συμπεράσματα τῆς μελέτης εἰς τὴν ὁποίαν κατέληξα, μελετήσας τὰ ἐνοικιοστάσια τῆς Γαλλίας, Ἰταλίας, Ρουμανίας, Βουλγαρίας, Γερμανίας καὶ ἀκόμη καὶ τῶν οὐδετέρων Κρατῶν. Ἐκ τῆς ἐκθέσεως αὐτῶν δυνάμεθα νὰ πορισθῶμεν διδάγματα, ἵνα καὶ ἡμεῖς ἐπωφεληθῶμεν ἐξ αὐτῶν, ἐφόσον εἶναι προσαρμόσιμα εἰς τὴν ἰδικήν μας κατάστασιν. Εἰς τὴν Γαλλίαν ἡ τύχη τοῦ ἐνοικιοστασίου ὑπῆρξεν ἡ ἑξῆς. Ἀπὸ τοῦ πολέμου καὶ ἐπὶ 4 ἔτη μέχρι τοῦ 1918 ἐξεδόθη πληθὺς Διαταγμάτων, κατὰ τὰ ὁποῖα ἐλήφθη μόνον ἡ ἑξῆς πρόνοια: Εἶχεν ἀνασταλῆ τελείως ἡ πληρωμὴ ἐνοικίου διὰ τοὺς στρατευθέντας καὶ ἀπόρους. Οὐχ ἧττον ὅμως ὁ ἰδιοκτήτης ἐδικαιοῦτο νὰ ἀμφισβητήσῃ τὴν ἀπορίαν, ὁπότε ἐπληρώνετο τὸ ἐνοίκιον. Ἐν τοσούτῳ μέχρι τοῦ 1918 συνεσωρεύθησαν τὰ ἐνοίκια τὰ ὀφειλόμενα εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας τεσσάρων ἐτῶν καὶ τότε παρενέβη τὸ Κράτος, καὶ ἐφόσον μὲν ἐπρόκειτο περὶ εὐπόρων ἰδιοκτητῶν, δὲν τὰ ἐπλήρωσεν’ ὑπέστησαν τὴν ζημίαν οἱ εὔποροι ἰδιοκτῆται, ἐφόσον δὲ ἐπρόκειτο περὶ ἀπόρων ἰδιοκτητῶν, τὸ Κράτος ἐπλήρωσε τὰ 50%, τὰ ὁποῖα ἐπέρριψεν εἰς τοὺς εὐπόρους. Οὕτως ἀπεκαθάρισε τὴν κατάστασιν, καίτοι διαρκοῦντος τοῦ πολέμου διὰ τοὺς εὐπόρους μισθωτὰς δὲν εἶχεν ἰσχύσει ἐνοικιοστάσιον.
§25Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Πόσα ἐδαπάνησε τὸ Κράτος;
§26Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν γνωρίζω πόσα ἐδαπάνησε. Τοῦτο μόνον γνωρίζω, ὅτι ἔδωσε τὸ Κράτος μίαν προκαταβολὴν εἰς ἕκαστον ἄπορον καὶ τὰ λοιπὰ ἐπλήρωσε διὰ δέκα ἐτησίων δόσεων. Κατόπιν ἦλθε καὶ ἄλλος νόμος, ὁ νόμος τῆς 9ης Μαρτίου 1918, ὅστις τὸ πρῶτον ἐπελαμβάνετο τὴν ρύθμισιν αὐτὴν τοῦ ἐνοικιοστασίου δικαιότερον, διότι, φαίνεται, ἀπὸ τοῦ 1918 ἤρχισε καὶ ἐν Γαλλίᾳ ἡ κρίσις τῆς στέγης καὶ τῶν ἐνοικίων. Συνέστησε λοιπὸν μίαν διαιτητικὴν Ἐπιτροπὴν ἡ Γαλλία, ἡ ὁποία ἀπετελεῖτο ἐξ ἑνὸς δικαστοῦ καὶ τεσσάρων πολιτῶν καὶ ἔδωκεν ἐφάπαξ μίαν διετῆ παράτασιν, ὑποχρεωτικῶς διὰ τὰς οἰκίας, διὰ δὲ τὰ καταστήματα ἐφόσον θὰ διήρκει ὁ πόλεμος. Καὶ ὅσον ἀφορᾷ τὸν κανονισμὸν τοῦ ἐνοικιοστασίου τὸν ἀνέθεσεν εἰς τὴν Ἐπιτροπήν. Μετὰ τοῦτο ἦλθεν ἕτερος σημαντικὸς νόμος, τελευταίως ὁ νόμος τοῦ Ἰανουαρίου 1923, ὁ ὁποῖος πλέον εἰσήγαγε τὸ σύστημα τῆς δυνητικῆς παρατάσεως· διότι, ὡς προηγουμένως σᾶς εἶπον, πανταχοῦ κατεβλήθη προσπάθεια τῶν νομοθετῶν, ἵνα μεθοδικῶς προδιαθέσωσιν εἴτε δι’ ἀμοιβαίων συνεννοήσεων εἴτε διὰ δυνητικῆς παρατάσεως καὶ προειδοποιήσωσι τὴν ἄρσιν τοῦ ἐνοικιοστασίου. Πρὸς τοῦτο τείνουσι πάντες. Ἀλλὰ βεβαίως ἡ αἰφνιδία ἄρσις δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ φέρῃ τιναγμόν. Πάντοτε τὴν παρασκευάζουν δι’ ἠπίων μέσων καὶ συνηθίζουν τοὺς πολίτας εἰς τὴν ἰδέαν ὅτι θὰ ἀρθῇ μίαν ἡμέραν τὸ ἐνοικιοστάσιον. Λοιπὸν εἰσήγαγον τὴν δυνητικὴν παράτασιν, τὴν ὁποίαν ἀνέθεσαν εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, τὴν ὁποίαν δυνητικὴν παράτασιν, θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ εἴπω, δὲν τὴν εὑρίσκω ὀρθήν, διότι ἀρχίζει ἀπὸ τρίμηνον εἰς τρίμηνον κλπ., τὸ ὁποῖον εἶναι καταπιεστικὸν καὶ διὰ τοὺς ἰδιοκτήτας καὶ διὰ τοὺς μισθωτάς, ἀλλὰ δύναται ὁ δικαστὴς νὰ δώσῃ περισσότερον ἀπὸ τρίμηνον καὶ διαρκῶς νὰ καταπονῆται ὁ μισθωτὴς καὶ ὁ ἰδιοκτήτης· ἐκτὸς ἂν ὑπάρχῃ συμφωνία μεταξύ των, ὁπότε δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ ἐπεμβῇ ἡ Ἐπιτροπή. Ἐπίσης ἦλθεν ἕτερος νόμος, τῆς 29 Δεκεμβρίου 1923, ὅστις προσεπάθησε νὰ θέσῃ καὶ ἕνα περιορισμὸν εἰς τὰ ἐνοίκια, διότι ἤρχισε νὰ παρατηρῆται ὅτι εἰς τὰς μισθώσεις εἰς τὰς ὁποίας δὲν ἤρκει ἡ παρέμβασις τῆς Ἐπιτροπῆς ἐζήτουν ὑπέρογκα ἐνοίκια. Παρενέβη ὁ νόμος αὐτὸς ὅστις ἐκανόνισε τὸ ζήτημα αὐτὸ διὰ τοὺς Παρισίους, ὅσον ἀφορᾷ δὲ τὰς ἄλλας ἐπαρχίας συνέστησεν Ἐπιτροπὰς αἱ ὁποῖαι νὰ τὸ κανονίσωσι. Καὶ διὰ μὲν τοὺς Παρισίους ἐκανόνισεν 75%...
§27ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Ἀπὸ τὸ προπολεμικὸν ὡρίζετο τὸ ἐνοίκιον αὐτό;
§28Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Διὰ τοὺς εὐπόρους.
§29Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Γενικῶς καὶ θὰ σᾶς εἴπω καὶ τὴν νομισματικὴν μονάδα. 75% διὰ τοὺς Παρισίους καὶ διὰ τὰς ἐπαρχίας ἀφῆκεν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν νὰ τὸ κανονίσῃ, ἡ ὁποία ἀπετελεῖτο ἀπὸ πολυάριθμα μέλη, ἀπὸ 6 ἐνοικιαστάς, ἀπὸ 6 ἰδιοκτήτας καὶ ἀπὸ ἕνα Πρόεδρον Ἐφετῶν. Ὀφείλω νὰ σᾶς εἴπω ὅτι καθ’ ἣν ἐποχὴν ἔδωσεν αὐτὸν τὸν περιορισμόν, διὰ νὰ περιορίσῃ τὴν ὕψωσιν τῶν ἐνοικίων, ἡ νομισματικὴ κατάστασις ἐν Γαλλίᾳ ἦτο ὅτι ἡ λίρα εἶχεν 90 γαλλικὰ φράγκα· ὥστε λαμβανομένης ὑπ’ ὄψιν αὐτῆς τῆς νομισματικῆς καταστάσεως ἐν Γαλλίᾳ βεβαίως ἡ αὔξησις τὴν ὁποίαν ἔδωσεν ἦτο σημαντική, δὲν ἦτο ὅμως καὶ πλήρης.
§30ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Διὰ τοῦ νόμου τοῦ τελευταίου καταργεῖται ἡ δυνητικὴ παράτασις ἡ ὁποία εἶχε θεσπισθῆ;
§31Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὄχι, ἐξακολουθεῖ ἀκόμη ἡ δυνητικὴ παράτασις μέχρι τοῦ 1926 καὶ ὑπάρχει κάποια ἄλλη λεπτομέρεια γενικῆς φύσεως. Κατόπιν, κύριοι, ἐπῆλθε καὶ ἄλλος νόμος, ὀφείλω δὲ νὰ σᾶς εἴπω ὅτι περιελήφθησαν ἐν τῷ ὑπὸ κρίσιν νομοθετήματι καί τινες διατάξεις ἐκ τῶν ἀλλοδαπῶν νόμων. Παρετηρήθη, ἀπὸ τινος πανταχοῦ καὶ δυστυχῶς καὶ ἐν Ἀθήναις ὅτι, ἐπειδὴ τὸ μίσθωμα τῶν ἐνοικίων ἐθεωρεῖτο ὅτι δὲν ἱκανοποιεῖ πλήρως τοὺς ἰδιοκτήτας καὶ ὅτι λυσιτελέστερον ἦτο εἰς αὐτοὺς νὰ μετατρέψουν τὰς οἰκίας πρὸς ἄλλην χρῆσιν διὰ τῆς μετατροπῆς αὐτῶν εἰς ξενοδοχεῖα καὶ γραφεῖα, ἔλαβον πανταχοῦ τὰ μέτρα των, διότι πολυτιμοτέρα εἶναι ἡ στέγη ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος ὅπου κάμνουν τὰς ἐργασίας των, καθόσον δύνανται εἰς αὐτὸ νὰ στενοχωρηθοῦν καὶ κατ’ ἄλλον τρόπον νὰ διορθώσουν τὰ πράγματα, καὶ ἀπηγόρευσαν ἐπὶ ποιναῖς τὴν μετατροπὴν τῶν κατοικιῶν εἰς ἄλλην χρῆσιν. Τοιοῦτος νόμος ἐξεδόθη ἐν Γαλλίᾳ τῇ 20 Ἰουλίου 1924, παρ’ ἡμῖν δὲ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας ἐξέδωκε τὸν νόμον 3086, νομίζω, διὰ τοῦ ὁποίου ἀπηγόρευσεν ἐπὶ ποιναῖς τὴν μετατροπὴν τῶν ξενοδοχείων εἰς γραφεῖα. Καὶ τοῦτο εἶναι πολὺ φρόνιμον, διότι καὶ τὰ ξενοδοχεῖα εἶναι προωρισμένα νὰ ἐξυπηρετήσουν τὴν στέγην, νὰ ἐξυπηρετήσουν τὸν ὕπνον, καὶ ἑπομένως δὲν πρέπει νὰ μετατραποῦν εἰς αἰσχροκέρδειαν καὶ μάλιστα διὰ τὰ ἐν λόγῳ γραφεῖα ἔλαβον οἱ οὑτωσὶ μετατρέψαντες αὐτὰ εἰς γραφεῖα μυθώδη μισθώματα, περὶ τῶν ὁποίων τὰ ὑποβληθέντα ἔγγραφα κινοῦσιν ἀληθῶς τὴν ἀγανάκτησιν, ἤδη δὲ μετὰ τὴν ἐκπόνησιν τοῦ παρόντος νομοθετήματος ἤρχισαν καταφθάνοντα ἔγγραφα ἐκδηλοῦντα τὴν εὐγνωμοσύνην διὰ τοῦτο.
§32ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Εἰς τὴν Γαλλίαν ἡ αὔξησις τῶν ἐνοικίων ὁποία ἦτο σχετικῶς μὲ τὸ προπολεμικόν;
§33Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). 75% μὲ 90 γαλ. φράγκα τὴν λίραν, διὰ δὲ τὰς ἐπαρχίας εἶπον, ἀλλὰ δὲν συνεπλήρωσα τὴν φράσιν μου, ἀφέθη ἐλεύθερον τὸ ζήτημα νὰ τὸ κανονίσουν αἱ Ἐπιτροπαί, κατὰ δὲ τὴν στατιστικὴν τὴν ὁποίαν ἔχω ὑπ’ ὄψει μου περὶ τῶν ἐνοικίων ἐν Γαλλίᾳ ἔφθασεν εἰς τὰς ἐπαρχίας μέχρις 165% καὶ μὲ λίραν πάλιν 90 γαλ. φράγκα.
§34ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Κύριε Ὑπουργέ...
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπενθυμίζω εἰς τὴν Συνέλευσιν ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐδήλωσεν ὅτι δὲν ἐπιθυμεῖ νὰ ἔχῃ διακοπάς. Ἑπομένως παρακαλῶ καὶ ἐγώ, ἐπὶ πλέον τὸ ἀπαιτῶ ὡς Πρόεδρος, νὰ μὴ γίνωνται διακοπαί.
§36Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Κύριοι πληρεξούσιοι, ἐγὼ ποιοῦμαι μίαν ἔκθεσιν περὶ τῆς μελέτης τὴν ὁποίαν ἔκαμα, ἡ ὁποία ἂς θεωρηθῇ ἐν πάσῃ περιπτώσει καὶ ὡς μία διάλεξις ἐπὶ τοῦ ἐνοικιοστασίου. Λοιπόν, σᾶς παρακαλῶ, ἀφήσατε τὰς μεταξύ σας συζητήσεις διὰ νὰ προχωρήσωμεν. Ἐν Γερμανίᾳ, παρ’ ὅλον τὸν σάλον τὸν ὁποῖον ὑπέστη καὶ τὴν καταστροφὴν ἐκ τοῦ πολέμου, τὸ ζήτημα τοῦ ἐνοικίου δὲν παρουσίασε μεγάλας ἀποτομότητας. Τὸ ἐνοικιοστάσιον ἐπεβλήθη κατὰ ἤπιον τρόπον, διαρκοῦντος δὲ τοῦ πολέμου συνέστησαν μίαν Συμβιβαστικὴν Ἐπιτροπὴν — λέγων Συμβιβαστικὴν Ἐπιτροπὴν ἐννοῶ πολλὰς Ἐπιτροπὰς εἰς τὰ διάφορα μέρη τῆς Γερμανίας — ἀποτελουμένην καὶ ἀπὸ δικαστικούς, ἄνευ τῆς συναινέσεως τῆς ὁποίας δὲν δύναται οὔτε ἔξωσις νὰ γίνῃ οὔτε τὸ ἐνοίκιον νὰ αὐξηθῇ. Κατόπιν ὅμως, παρελθόντος τοῦ πολέμου, ὥρισαν ἓν λεγόμενον «μίσθωμα εἰρήνης», πέρα τοῦ ὁποίου δὲν ἠδύνατο νὰ ζητηθῇ περισσότερον.
§37Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ποῖον εἶναι αὐτό;
§38Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν τὸ ἔχω πρόχειρον. Τώρα θὰ σᾶς εἴπω τὸ ἄλλο, τὸ ὁποῖον θὰ σᾶς ἐνδιαφέρῃ καὶ τὸ ὁποῖον εἶναι σαφές. Ἐπίσης δι’ οὓς λόγους εἶπον πρίν, ὅσον ἀφορᾷ τὴν Γαλλίαν καὶ ἄλλα μέρη, ἀπηγόρευσαν τὴν μετατροπὴν τῶν οἰκιῶν εἰς ἄλλου εἴδους καταστήματα καὶ καθιέρωσαν ἐν Γερμανίᾳ αὐστηρῶς καὶ τὴν ὑποχρεωτικὴν μίσθωσιν τῶν κενῶν, θεσμὸν νέον, ὁ ὁποῖος καὶ ἐν Γαλλίᾳ καὶ ἐν Ἰταλίᾳ ἐφηρμόσθη καὶ τὸν ὁποῖον παρέλαβον ὡς σκόπιμον καὶ εὐεργετικόν.
§39Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἐπιτρέπετε νὰ σᾶς δώσω μίαν πληροφορίαν;
§40Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Διατί διακόπτετε; Δηλῶ ὅτι ἔχω νὰ ὁμιλήσω πολλὴν ὥραν. Δι’ αὐτὸ σᾶς παρακαλῶ νὰ μὴ μὲ διακόπτητε. Θέλετε νὰ ἀγορεύσητε; Ἀγορεύσατε. Ἐγὼ κάμνω μίαν ἀνακοίνωσιν. Ἀλλὰ τὰ ἐν Γερμανίᾳ, κύριοι, ἐρρυθμίσθησαν ὁριστικῶς διὰ τοῦ νόμου τοῦ Δεκεμβρίου τοῦ 1923, ὁ ὁποῖος ἦλθε καὶ καθώρισε τὸ λεγόμενον «μίσθωμα εἰρήνης». Καὶ ἀκούσατε τί ἔκαμεν ἡ καταστραφεῖσα Γερμανία. Ἔθεσε τὰ ἐνοίκια τὰ προπολεμικὰ νὰ πληρώνωνται μὲ τὸν σημερινὸν τιμάριθμον τῆς ζωῆς. (Χειροκροτήματα ἔκ τινος θεωρείου).
§41ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Νὰ κενωθοῦν τὰ θεωρεῖα, κ. Πρόεδρε.
§42Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐδῶ δὲν ἔχει ἐνοικιοστάσιον, κ. Πρόεδρε· νὰ τοὺς ἐξώσητε. (Γέλωτες).
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ κενωθῇ τὸ θεωρεῖον.
§44Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Συμπληρώνων αὐτὸ τὸ ὁποῖον εἶπον—διότι δὲν μὲ ἀφήσατε νὰ εἴπω ὅλην μου τὴν σκέψιν—συμπληρώνων λέγω ὅτι ἐδόθη εἰς τὴν Γερμανίαν ὁ τιμάριθμος, ἀλλ’ ὄχι εὐθὺς ἀμέσως, ἀλλ’ ἀπὸ μηνὸς εἰς μῆνα, ὥστε ἀπὸ τοῦ Ἰανουαρίου 1924 μέχρι τοῦ Ὀκτωβρίου 1924 νὰ ἔχῃ δοθῆ ὁλόκληρος ὁ τιμάριθμος. Λοιπὸν ὥρισαν ὁλόκληρον τὸν τιμάριθμον, ἀλλ’ εἰς διάστημα 10 μηνῶν, καθ’ ἃς δὲ ἠδυνήθημεν νὰ ἀνεύρωμεν πληροφορίας, μέχρι σήμερον ποὺ ὁμιλοῦμεν ἐφηρμόσθη τὸ τοιοῦτον μόνον κατὰ τὰ ¾ τοῦ τιμαρίθμου· δὲν ἐφηρμόσθη ὁλόκληρον. Αὐτὸ ὥρισεν ὁ νόμος, ἀλλὰ προσθέτως, κύριοι, ἐν Γερμανίᾳ ὁλόκληρα τὰ ἐνοίκια μὲ τὸν τιμάριθμον, ὅπως εἶπον πρὸ ὀλίγου, δὲν τὰ λαμβάνουν οἱ ἰδιοκτῆται....
§45Γ. ΒΟΡΑΖΑΝΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν εἶναι καλῶς πληροφορημένος· δὲν πρόκειται περὶ τιμαρίθμου.
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λάβετε τὸν λόγον νὰ ἀνασκευάσητε τὰ λεχθέντα κατόπιν.
§47Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Τώρα γίνεται εἰσήγησις· ἂν δὲν εἶναι ἀκριβῆ τὰ λεγόμενα, λάβετε κατόπιν τὸν λόγον καὶ ἀνασκευάσατέ τα.
§48Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν εἶναι ἡ ὥρα αὐτὴ διὰ νὰ συζητήσωμεν τὴν ἀκρίβειαν τῶν πληροφοριῶν. Βεβαίως ἐγὼ οὐδὲν συμφέρον ἔχω νὰ δώσω ἀνακριβεῖς πληροφορίας. Ἂν ἐπλανήθην πουθενά, εἶναι εὔκολον νὰ σᾶς ὑποδείξω τὰς πηγὰς ἐκ τῶν ὁποίων ἤντλησα τὰς πληροφορίας διὰ νὰ ἀνεύρωμεν τὴν πλάνην. Ἂν δὲν μὲ διεκόπτετε, θὰ εἶχον τελειώσει. Λοιπόν, κύριοι, τὸ ἥμισυ τῶν αὐξήσεων αὐτῶν λαμβάνει ὁ ἰδιοκτήτης καὶ τὸ ἄλλο ἥμισυ τὸ λαμβάνει τὸ Κράτος, τὸ ὁποῖον τὸ διαθέτει διὰ τοὺς ἀπόρους καὶ διὰ τὴν ἀνοικοδόμησιν στέγης. Ἐπαναλαμβάνω ὅτι κατὰ τὸ τελευταῖον νομοθέτημα ἡ Γερμανία ὥρισεν ἐκ τῆς πληρωμῆς τὸ ἥμισυ νὰ παρακρατῇ τὸ Κράτος, τὸ ὁποῖον νὰ διαθέτῃ διὰ τὴν στέγασιν τῶν ἀπόρων καὶ διὰ τὴν ἀνοικοδόμησιν, κατὰ δὲ τὸ λειτουργῆσαν μέχρι σήμερον σύστημα....
§49Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Σᾶς ἐρωτῶ· τὸ ὅλον τοῦ ἐνοικίου;
§50Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Τὸ ἥμισυ τοῦ ἐνοικίου. Διατί θέλετε τὰς πληροφορίας αὐτάς; Ἐλᾶτε νὰ σᾶς δώσω τὰ βιβλία νὰ τὰ ἴδητε.
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐφόσον δὲν δέχεσθε διακοπάς, νὰ μὴ ἀπαντᾶτε εἰς τοὺς διακόπτοντας.
§52Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἂς ἀφήσωμεν τὴν Γερμανίαν καὶ ἂς ἔλθωμεν εἰς τὴν Ἰταλίαν. Ἐν Ἰταλίᾳ ἐξηκολούθησε τὸ ἐνοικιοστάσιον ὑποχρεωτικὸν κατὰ τὸ σύστημα τῆς ὑποχρεωτικῆς παρατάσεως καὶ τοῦ κανονισμοῦ τῶν ἐνοικίων. Τὸ σύστημα αὐτό, κύριοι, —θὰ παρακαλέσω νὰ προσέξητε, διότι τὸ μέρος τοῦτο τοῦ ἡμετέρου ἐνοικιοστασίου τοῦ νέου, τοῦ ὑπὸ τὴν κρίσιν ὑμῶν, τὸ ὁποῖον εἰσάγεται μὲ δυνητικὴν παράτασιν, ἔχει ληφθῆ, ἵνα μὴ εἴπω ὅτι ἔχει ἀναγραφῆ καὶ συμπληρωθῆ, κατὰ τὸ πλεῖστον ἐκ τοῦ ἰταλικοῦ— ὑπῆρχε μέχρι τοῦ Ἰανουαρίου τοῦ 1923, ἀλλ’ ἀπὸ τοῦ Ἰανουαρίου τείνουσα καὶ ἡ Ἰταλία νὰ προειδοποιήσῃ τὴν ἄρσιν τοῦ ἐνοικιοστασίου καὶ νὰ ἐπαναφέρῃ ἐλευθερίαν εἰς τὰς συναλλαγὰς ἐσκέφθη ἕξ μῆνας πρὶν νὰ δημοσιεύσῃ ἄλλο ἐνοικιοστάσιον, τὸ ὁποῖον ἴσχυσεν ἀπὸ τῆς 1 Ἰουλίου.
§53Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Τοῦ 1923.
§54Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἐδημοσιεύθη τὴν 7 Ἰουλίου διὰ νὰ ἀφήσῃ ἰσχῦον τὸ ὑποχρεωτικόν, δηλαδὴ ὅ,τι κάμνει τὸ ὑπὸ κρίσιν Διάταγμα, μὲ τὴν διαφορὰν ὅτι τὸ ὑπὸ κρίσιν Διάταγμα ἀφῆκεν 1½ ἔτος καὶ ὄχι ἕξ μῆνας ὑποχρεωτικὴν δέσμευσιν καὶ ἔπειτα εἰσάγει τὴν ἐπὶ τριετίαν παράτασιν τοῦ ἐνοικιοστασίου διὰ τῆς δυνητικῆς παρατάσεως. Αὐτὸ εἶναι τὸ σύστημα τοῦ ἰταλικοῦ νόμου, τὸ ὁποῖον παρασκευάζει καὶ διαπαιδαγωγεῖ τοὺς πολίτας καὶ τοὺς ἐξοικειοῖ εἰς τὴν ἰδέαν ὅτι θὰ ἀρθῇ τὸ ἐνοικιοστάσιον μίαν ἡμέραν.
§55Γ. ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Μήπως δύνασθε νὰ μᾶς πληροφορήσητε πόσαι οἰκοδομαὶ ἐγένοντο ἐν Ἰταλίᾳ;
§56Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Τί τὰς θέλετε τὰς διακοπάς; Ἐγὼ σᾶς ἀναπτύσσω τὸν νόμον. Αὐτὰ ἐπὶ τέλους ἔγιναν πανταχοῦ. Λοιπὸν ἐπὶ Κυβερνήσεως Μουσσολίνι ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης Ὀβίλλα ἐξέδωκε Νομοθετικὸν Διάταγμα τὴν 7 Ἰανουαρίου 1923, διὰ τοῦ ὁποίου εἶπεν ὅτι «ἀπὸ 1ης Ἰουλίου 1923 παύει ἡ ἰσχὺς ὅλων τῶν μέχρι τοῦδε Διαταγμάτων καὶ ἐπανέρχεται ἡ ἐλευθέρα συναλλαγὴ ὑπὸ τοὺς ἑξῆς ὅρους»—βεβαίως δὲν δύναται αἰφνιδίως καὶ ἁλματωδῶς ἐδῶ νὰ ἀρθῇ τὸ ἐνοικιοστάσιον—δηλαδὴ μετεχειρίσθη τὴν φράσιν ὅτι «αἴρεται τὸ ἐνοικιοστάσιον, παύει ἡ ἰσχὺς πάντων τῶν Διαταγμάτων καὶ ἐπανέρχεται ἡ ἰσχὺς τῶν συναλλαγῶν ὑπὸ τοὺς ἑξῆς ὅρους», καὶ τὸ τοιοῦτον σύστημα ἐκρίθη ὑπὸ τῶν Ἰταλῶν νομομαθῶν ὅτι ἀποτελεῖ ἐλευθερίαν δεσμευαμένην (liberta nicolata). Κατὰ τὸ σύστημα τοῦτο, κύριοι, ἐν γενικαῖς γραμμαῖς ὅσον ἀφορᾷ τὰς οἰκίας καὶ τὰ καταστήματα, ὁ ἰδιοκτήτης εἰδοποιεῖ τὸν μισθωτὴν ὅτι λήγει ἡ μίσθωσις καὶ ἂν εἶναι διατεθειμένος νὰ παρατείνῃ τὴν μίσθωσιν καὶ ποῖον μίσθωμα ἀξιοῖ. Ἂν συμφωνήσωσι τὸ ζήτημα ἐτελείωσεν, ἂν δὲν συμφωνήσωσι τὰ δύο μέρη, τότε παραπέμπεται εἰς μίαν Ἐπιτροπὴν τὸ ζήτημα ἀποτελουμένην ἀπὸ τὸν Εἰρηνοδίκην καὶ δύο πολίτας, ἕνα μισθωτὴν καὶ ἕνα ἰδιοκτήτην, «ἀπὸ τοὺς ἐντιμοτάτους καὶ εὐθυτάτους», ὡς λέγει ὁ νόμος. Ἐγὼ τὸ συνεπλήρωσα εἰς τὸ ἰδικόν μου Διάταγμα καὶ ἀνέθεσα εἰς τρεῖς δικαστὰς καὶ δύο πολίτας ἐκλεγομένους διὰ κληρώσεως ἐκ τοῦ καταλόγου τῶν ἐνόρκων, ὥστε νὰ μὴ γίνωνται παράπονα. Αὐτὸ εἶναι τὸ σύστημα τῆς Ἰταλίας, ἡ ὁποία ἔχει πλέον τῶν 40 ἑκατομμυρίων πληθυσμὸν καὶ ἐπέτυχεν οὕτω πως νὰ προαγάγῃ τοὺς πολίτας εἰς συνεννόησιν καὶ δὲν παρεμβαίνει ἡ Πολιτεία καὶ σὺν τῷ χρόνῳ ἐκφυλίζεται τὸ ἐνοικιοστάσιον. Ἐν τῷ μεταξὺ ἐξεδόθησαν ἐν Ἰταλίᾳ ἄλλοι νόμοι, μὴ θίξαντες τὴν βάσιν. Ἐκεῖ, ὡς καὶ ἐδῶ, ὅπως ὁ νομοθέτης διευκολύνῃ τὴν ἀνοικοδόμησιν, ἔδωκεν ὑποσχέσεις τινὰς εἰς τοὺς οἰκοδομοῦντας—νομίζω ὅτι ἔδωκεν ἀτέλειαν ἐπὶ τῶν ὑλικῶν—ἔδωκεν ὑποσχέσεις ὅτι δὲν θὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τὸ ἐνοικιοστάσιον τὰ νεόδμητα. Παρετηρήθη εἰς τὴν Ἰταλίαν καὶ εἰς ἄλλα μέρη, τὰ ὁποῖα εἶχον ὑποσχέσεις νομοθετικάς, καὶ ἐν Ἑλλάδι ὅτι οἱ ἰδιοκτῆται τῶν νεοδμήτων ἐννοοῦν νὰ γίνωσι καὶ τύραννοι τῶν ἐνοικιαστῶν. Καὶ παρατηρεῖται καὶ ἀκούεται ἐν Ἀθήναις εἰσέτι ὅτι ὑπέρογκα πάσης προσδοκίας κατεβλήθησαν καὶ καταβάλλονται ἐνοίκια, ὄχι διὰ τὰ νεόδμητα, ἀλλὰ καὶ διὰ τὰ κενά, καὶ περὶ τούτου μεριμνᾷ τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον. Ὅταν πάλιν ἐν Ἰταλίᾳ παρετηρήθη ὅτι παρὰ τὴν δι’ ἠθικοὺς σκοποὺς δοθεῖσαν νομοθετικὴν ὑπόσχεσιν τὰ μεγάλα οἰκήματα ἔμενον κενά, διότι οἱ ἰδιοκτῆται ἐζήτουν ὑπέρογκα ἐνοίκια, ὡρίσθη προθεσμία καθ’ ἣν τὸ κενὸν ἐνοικιάζεται διὰ συνεννοήσεως, ἂν δὲ τοῦτο δὲν κατορθωθῇ διὰ συνεννοήσεως εἴτε ὅσον ἀφορᾷ τὸν χρόνον εἴτε ὅσον ἀφορᾷ τὸ μίσθωμα, παρεμβαίνει ἡ Ἀρχή. Ἐκεῖ ἔθεσαν τὸν Νομάρχην, ἡμεῖς δὲ ἐθέσαμεν τὸν Πρόεδρον τῶν Πρωτοδικῶν καὶ τὸ Ἐφετεῖον ἐν δευτέρῳ βαθμῷ, ὁ ὁποῖος παρεμβαίνει διὰ συμβιβασμοῦ διὰ νὰ ἐνοικιασθῇ τὸ κενόν, καὶ ἂν ὁ συμβιβασμὸς γίνῃ, τότε ρυθμίζει τὴν μίσθωσιν κατὰ τοὺς ὅρους τοῦ δικαίου καὶ ἀπὸ οἰκονομικῆς ἀπόψεως καὶ ἀπὸ ἀπόψεως ἀντοχῆς τοῦ μισθίου, τὸ ὁποῖον λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν διὰ τὴν δυνητικὴν παράτασιν καὶ συντελεῖται ἡ ἀναγκαστικὴ μίσθωσις. Τὸ σύστημα τοῦτο εἶναι καὶ εἰς τὴν Αὐστρίαν καὶ εἰς τὴν Βουλγαρίαν. Ἐν τούτοις παρετήρησα εἰς τὰς ἐφημερίδας σήμερον, εἰς ἐκείνας αἵτινες κόπτονται ὑπὲρ τῶν ἐκμισθωτῶν, νὰ κατηγορῆται αὐτὸ τὸ σύστημα καὶ νὰ ζητῆται νὰ ἐγερθῶσιν οἱ ἰδιοκτῆται κατὰ τοῦ τοιούτου συστήματος, διότι ἀφαιροῦνται αἱ ἰδιοκτησίαι των. Τοῦ συστήματος αὐτοῦ θὰ ηὐχόμην νὰ εἶχον ἐγὼ τὴν πρωτοβουλίαν, ἀλλ’ εἶναι εἰς τὴν Αὐστρίαν, τὴν Βουλγαρίαν καὶ τὴν Σερβίαν. Ταῦτα εἶναι ἐν περιλήψει τὰ τοῦ ἐνοικιοστασίου ἐν Ἰταλίᾳ, τὸ ὁποῖον ἔχει ἐπιτύχει. Εἰς τὴν Ρουμανίαν, ἡ ὁποία εἶναι Χώρα πλέον ὅμορος ἡμῶν, κατεβλήθη προσπάθεια ἀπὸ τοῦ 1920 νὰ παρασκευασθῇ ἡ ἄρσις τοῦ ἐνοικιοστασίου. Καὶ κατὰ μὲν τὸ 1920 ἐξεδόθη ἓν Διάταγμα ἑνὸς ἔτους ἰσχύος, παρατεῖνον ἐπὶ ἓν ἔτος τὰς μισθώσεις καὶ ἀναβιβάζον τὰ ἐνοίκια εἰς ἀρκετὰ μέγα σημεῖον. Π.χ. ἐπὶ μὲν τῶν οἰκιῶν εἰς τὸ διπλάσιον τοῦ ἐνοικίου, τοῦ γεροῦ ἐνοικίου τοῦ 1916, ἐπὶ δὲ τῶν καταστημάτων εἰς τὸ πενταπλάσιον. Κατόπιν ἐπῆλθεν ἓν Διάταγμα, τῷ 1921–1922, τὸ ὁποῖον παρατείνει τὰς μισθώσεις ἐπὶ δύο ἔτη, ἀλλὰ αἴρει τὸ ἐνοικιοστάσιον ἀπὸ τὸ Δημόσιον, ἀπὸ Ἀνωνύμους Ἑταιρείας καὶ ἀπὸ διάφορα πρόσωπα, ἀπὸ διαφόρους ἔχοντας ἀντοχὴν οἰκονομικήν. Καὶ δὲν τὸ ἦρεν ἀποτόμως, ἀλλὰ μετὰ ἕξ μῆνας ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως αὐτοῦ, ὥστε νὰ δύνανται ὅλοι αὐτοὶ νὰ κανονίσουν τὰ τοῦ ἐνοικίου των. Καὶ τέλος καὶ ἡ Ρουμανία διὰ τοῦ τελευταίου ἐνοικιοστασίου ἀπεμιμήθη τὴν Ἰταλίαν καὶ εἰσήγαγε τὴν δυνητικὴν παράτασιν, τὴν διαιτητικὴν Ἐπιτροπὴν μὲ τέσσαρας πολίτας καὶ ἕνα δικαστήν, ἡ ὁποία ἀνέλαβε τὸν κανονισμὸν τῶν ἐνοικίων καὶ τῶν λοιπῶν, ἐφόσον οἱ ἐνδιαφερόμενοι δὲν δύνανται νὰ συμφωνήσουν μεταξύ των.
§57Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἀπὸ πότε ἰσχύει αὐτό;
§58Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Μήπως ἔχετε πληροφορίας αἱ Ἐπιτροπαὶ αὐταὶ τί ποσοστὸν ἐπάνω–κάτω δίδουν ἐν σχέσει μὲ τὰ προπολεμικὰ ἐνοίκια;
§59Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἡ διαιτητικὴ Ἐπιτροπὴ ἡ ὁποία ὑπάρχει κανονίζει καὶ τὰ ὅρια τοῦ μισθώματος. Οἱ εὔποροι ἐνοικιασταὶ πληρώνουν ἐνοίκιον μεταξὺ τοῦ ὀκταπλασίου καὶ τοῦ εἰκοσαπλασίου, δι’ αὐτὸ δὲ εἶναι καὶ ἡ Ἐπιτροπή, διὰ νὰ κανονίζῃ, ἐπειδὴ τὸ ἐνοικιοστάσιον ἔχει διαβαθμίσεις. Ἐν Βουλγαρίᾳ τὰ ἐνοίκια ηὐξήθησαν ἀπὸ τῆς 16 Ἰουλίου 1924. Μάλιστα ἐν Βουλγαρίᾳ θεωροῦνται εὔποροι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ διαθέσωσι τὸ ¼ τοῦ εἰσοδήματός των δι’ ἐνοίκιον, ἐπαρκοῦντες μὲ τὰ ὑπόλοιπα ¾ διὰ τὰ ἄλλα ἔξοδα. Ἀλλὰ καὶ ἐν Βουλγαρίᾳ ἐξαιροῦνται τοῦ ἐνοικιοστασίου, ὅπως ἔχει καὶ τὸ ὑπὸ κρίσιν ὑμῶν ἐνοικιοστάσιον, οἱ πλούσιοι, καὶ τοιοῦτοι κατὰ τεκμήριον εἶναι οἱ τραπεζῖται, οἱ μεγαλέμποροι, οἱ μεγαλοβιομήχανοι κλπ.
§60Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δι’ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι δὲν ἐξαιροῦνται τοῦ ἐνοικιοστασίου ποῖαι αὐξήσεις ἐδόθησαν εἰς τὴν Βουλγαρίαν;
§61Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Σᾶς εἶπον, ὅτι εἰς τὴν Βουλγαρίαν ὡς εὔποροι θεωροῦνται ἐκεῖνοι τῶν ὁποίων τὰ ¾ τοῦ εἰσοδήματος ἐπαρκοῦν διὰ νὰ ζήσουν, τὸ δὲ ¼ διὰ τὴν πληρωμὴν τοῦ ἐνοικίου. Ὅριον ἀπορίας ὁ βουλγαρικὸς νόμος ἀναβιβάζει διὰ μὲν τοὺς ἐνηλίκους εἰς 50 λέβια ἡμερησίως, εἰς 30 δὲ λέβια διὰ τοὺς ἀνηλίκους, περίπου δηλ. 15 δραχ. ἰδικάς μας, καθὼς δὲ βλέπετε εἶναι ἐλάχιστον. Καὶ τὰ μὴ πολεμήσαντα Κράτη ἐπηρεάσθησαν εἰς τὴν κρίσιν τῆς στέγης ἕνεκα τῆς ἀκριβίας τῆς ζωῆς, περίπου δὲ καὶ εἰς τὰ ἄλλα Κράτη ἐλήφθησαν παρόμοια μέτρα, ὡς εἰς τὴν Ἑλβετίαν· ἀλλ’ ἡ Ἑλβετία ἔκαμε τὸ ἑξῆς. Ἐπέτρεψε τὴν ἀνοικοδόμησιν, ἀλλ’ ἔθεσε περιορισμοὺς ἐπὶ τοῦ ἐνοικίου· ἐνεθάρρυνε τὴν ἀνοικοδόμησιν, ἀλλ’ ὥρισεν ὅτι δὲν δύναται ὁ οἰκοδομῶν νὰ λαμβάνῃ ἐνοίκιον πλέον τοῦ ⅙ ἢ τοῦ ⅐ τοῦ δαπανηθέντος κεφαλαίου, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δὲν συμβαίνει παρ’ ἡμῖν, ἀλλὰ ζητοῦντες οἱ ἰδιοκτῆται ἐντὸς 2 ἢ 3 ἐτῶν νὰ βγάλουν ὅλα τὰ ἔξοδα τῆς ἀνοικοδομήσεως. Ταῦτα εἶναι ἐν συνόψει.
§62Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Τὸν αὐστριακὸν νόμον τὸν ἔχετε;
§63Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Μάλιστα, τὸν ἔχω καὶ συνεχίζω: Αὐστριακοὶ νόμοι εἶναι δύο· εἶναι ὁ νόμος 782 «περὶ δικαιώματος οἰκήσεως», καὶ ὁ νόμος 783 «περὶ μισθώσεως οἰκιῶν», ἀμφότεροι τοῦ 1922, οἵτινες ἐφήρμοσαν τὸ ζήτημα κατὰ τὸ ὑπόδειγμα τοῦ γερμανικοῦ νόμου. Ἔχουν Συμβιβαστικὴν Ἐπιτροπὴν κατ’ ἀρχήν. Κατόπιν ὥρισαν ἕνα νόμιμον μίσθωμα μεγαλύτερον, ὁπότε ἰσχύει τὸ «μίσθωμα τῆς εἰρήνης». Ἐπίσης ἔχουν τὴν ὑποχρεωτικὴν μίσθωσιν τῶν οἰκιῶν καὶ παντὸς χώρου, ὁ ὁποῖος δύναται νὰ χρησιμεύσῃ πρὸς κατοικίαν ἢ πρὸς χρῆσιν, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον τὸ εὑρίσκομεν εἰς τὴν Αὐστρίαν, εἰς τὴν Γαλλίαν καὶ εἰς τὴν Ἑλβετίαν. Τὸ ἐνοικιοστάσιον εἰσήχθη παρ’ ἡμῖν ἀπὸ τοῦ 1916. Τὸ πρῶτον ἐξεδόθη ἓν Διάταγμα ἄτονον ἐπὶ τῆς ὑπουργίας τοῦ ἀοιδίμου καθηγητοῦ τοῦ Πανεπιστημίου Μομφερράτου. Δὲν εἶχε παρουσιάσει τὸ πρᾶγμα ὀξύτητα πολλήν. Μᾶλλον εἶχε σκοπὸν νὰ προστατεύσῃ τὰς μικρὰς μισθώσεις. Κατόπιν ἐπηκολούθησαν διάφορα Διατάγματα τῷ 1917, 1918, 1919, 1920, τὰ ὁποῖα ἔτεινον πρὸς παράτασιν καὶ πρὸς αὐξήσεις, αἱ ὁποῖαι ἐδίδοντο κατὰ χρονολογίαν· τουτέστι μεγαλυτέρας μὲν ὅσων ἡ μίσθωσις εἶχε συνομολογηθῆ εἰς ἀπώτερον χρόνον, μικροτέρας δὲ ὅσων ἡ μίσθωσις εἶχε συνομολογηθῆ εἰς ἐγγύτερον πρὸς τὸν νομοθέτην χρόνον. Αὐτό, παρακαλῶ, νὰ τὸ σημειώσητε, ὅτι αἱ μισθώσεις αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο εἰς ἐγγύτερον χρόνον παρηκολούθουν τὴν ἀγοραίαν ἀξίαν τοῦ ἐνοικίου καθ’ ὃν χρόνον συνωμολογήθησαν. Ὅσον ἀφορᾷ τὰς ἀπωτέρας μισθώσεις, ἐπειδὴ ἐκεῖναι εἶχον μισθωθῆ μὲ μίσθωμα μικρότερον, αὐτὰς τὰς ηὐνόει περισσότερον. Καὶ οὕτως ἔγιναν τὰ ἐνοικιοστάσια καὶ αὐτὸν τὸν ρυθμὸν ἠκολούθησαν, σημειώσατε δὲ ὅτι ἦσαν κάπως ἀσυστηματοποίητα καὶ εἶχον ἕνα «καλοῦπι», τὸ ὁποῖον εἶχε προσκολληθῆ εἰς ὅλα, περιεῖχον δὲ διατάξεις αἱ ὁποῖαι ηὐνόουν τὴν ἀπορίαν πολλάκις. Ἀλλὰ πάντοτε τὸ ἐνοικιοστάσιον ἀπετέλεσε κατὰ τὰ τελευταῖα ἤδη ἔτη καὶ μετὰ τὴν λῆξιν τοῦ πολέμου, κυρίως ἐν Ἀθήναις, μίαν πληγὴν ἡ ὁποία ἔλαβε μεγάλην ὀξύτητα καὶ ἀποτελεῖ κοινωνικὸν ζήτημα, τὸ ὁποῖον μετὰ λύπης πρέπει πάντες νὰ προσπαθήσωμεν νὰ τὸ ἄρωμεν· διότι δὲν εἶναι εὐχάριστον δι’ ἓν πολίτευμα καὶ διὰ μίαν κοινωνίαν νὰ εἶναι διῃρημέναι δύο μέγισται μερίδες καὶ νὰ ἔχωσι πρὸς ἀλλήλας προσωπικὰ πάθη. Ἀλλὰ τὸ τοιοῦτον, κατ’ ἐμέ, προῆλθε διότι δὲν ἐδόθησαν ἑκάστοτε κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ ἑκάστοτε ἐνοικιοστασίου αἱ προσήκουσαι αὐξήσεις. Καὶ ἐντεῦθεν ἀφ’ ἑνὸς ἀκρίβηνεν ὁ βίος, ἀφ’ ἑτέρου δὲ οἱ ἔχοντες τὴν ἐπιθυμίαν νὰ ἰδιοκατοικήσωσιν ἠμποδίζοντο καὶ ὡς ἐκ τούτου προέκυψεν αὐτὴ ἡ ὀξύτης. Ἀλλὰ καὶ αἱ αὐξήσεις αἱ ὁποῖαι ἔγιναν δὲν ἦσαν ἀνάλογοι πρὸς τὰς περιστάσεις καὶ πρὸς τὴν ἑκάστοτε πτῶσιν τῆς δραχμῆς. Μέχρι τῆς Ἐπαναστάσεως, δηλ. τοῦ Ἀπριλίου τοῦ 1923, αἱ αὐξήσεις αἱ ὁποῖαι εἶχον δοθῆ εἰς τὰς κατοικίας ἐν σχέσει μὲ τὸ προπολεμικὸν ἐνοίκιον ἀνῆλθον εἰς 1½ τοῖς ἑκατόν.
§64ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Ἐνοικίασα ἐγὼ μὲ 5½ τοῖς ἑκατὸν τῷ 1921.
§65Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Πότε ἐνοικιάσατε; Τῷ 1921; Ἐγὼ ὁμιλῶ μέχρι τοῦ 1922. Βλέπετε ὅτι δὲν συνεννοούμεθα;
§66Α. ΠΡΑΝΤΟΥΝΑΣ. Πῶς τὸ ἐννοεῖτε τὸ 1½ τοῖς ἑκατόν;
§67Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἂν ἐπλήρωνε π.χ. 100 δραχ., θὰ ἐπλήρωνε 250 δραχ. Ἐδῶ, κύριοι, πάντα ὅσα λέγονται καὶ ἀναπτύσσονται ἐμελετήθησαν, χωρὶς βεβαίως νὰ ἀξιῶμεν τὸ ἀλάθητον, καὶ ἀποτελοῦσι μίαν ἐργασίαν συστηματοποιημένην καὶ ἀπὸ τριῶν μηνῶν παρασκευαζομένην. Ἐδῶ ἔχω τοὺς πίνακας τοὺς ὁποίους κατήρτισα συνεργαζόμενος μετὰ τῆς Ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης καὶ εἰς τοὺς ὁποίους φαίνονται ὡς ἐν κατόπτρῳ αἱ δοθεῖσαι αὐξήσεις, καὶ δύναται πᾶν ὅ,τι ἐλέχθη νὰ ἐλεγχθῇ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν τῶν πινάκων. Λοιπὸν λέγω ὅτι διὰ τὰς κατοικίας μέχρι τοῦ Ἀπριλίου τοῦ 1922 αἱ αὐξήσεις εἶναι κάτω τοῦ 1½ τοῖς ἑκατόν.
§68ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Γνωρίζω ἐγὼ οἰκίαν μισθωθεῖσαν τῷ 1922 ἀντὶ 600 δραχμῶν, ἐνῷ προπολεμικῶς ἐνοικιάζετο μόνον ἀντὶ 60 δραχμῶν.
§69Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν ὁμιλῶ διὰ τὰς μισθώσεις τοῦ 1922, ἀλλὰ διὰ τὰς μετὰ ταῦτα αὐξήσεις. Καὶ σᾶς λέγω ὅτι μέχρι τοῦ Διατάγματος τοῦ 1923 οὔτε εἰς 1½ τοῖς ἑκατὸν δὲν ἀνῆλθον αἱ αὐξήσεις, καὶ μόνον ἡ Ἐπανάστασις διὰ τοῦ Διατάγματος τῆς 4 Ἀπριλίου 1923 εἶχε τὴν ὀρθὴν ἀντίληψιν νὰ κάμῃ μίαν μεγάλην χειρονομίαν καὶ ν’ αὐξήσῃ τὰ ἐνοίκια. Καὶ ἔδωσε τὸ πρῶτον ἤδη γενναίας αὐξήσεις ἡ Ἐπανάστασις. Καὶ ἔδωσεν (ἀναγινώσκει): «Ἐπὶ κατοικιῶν τῶν ὁποίων αἱ μισθώσεις συνήφθησαν πρὸ τοῦ 1916, 50%.... κλπ.». Διὰ τὰ καταστήματα ἡ Ἐπανάστασις ὥρισεν (ἀναγινώσκει): «Διὰ τὰ πρὸ τοῦ Σεπτεμβρίου τοῦ 1915 ἐνοικιασθέντα 80%, διὰ τὰ πρὸ τοῦ Σεπτεμβρίου τοῦ 1917 70%, διὰ τὰ πρὸ τοῦ Σεπτεμβρίου τοῦ 1918 60%....κλπ.». Λοιπόν, κύριοι, συνεχίζων λέγω ὅτι ἡ Ἐπανάστασις ἐν τῷ προγράμματί της ἤθελε νὰ δώσῃ πολὺ μεγαλυτέρας αὐξήσεις, ἀλλ’ ἐσκέφθη νὰ τὰς δώσῃ εἰς δύο δόσεις, ὅπερ ἡμεῖς ἐπράξαμεν εἰς τὸ ὑπὸ κρίσιν Διάταγμα. Καὶ ἐρχόμεθα εἰς τὸ ἄλλο, τοῦ Δεκεμβρίου 1923, εἰς τὸ ὁποῖον, πλὴν τῶν αὐξήσεων τῶν δοθεισῶν τὸν Ἀπρίλιον τοῦ 1923, δηλαδὴ μετὰ ἐννέα μῆνας περίπου, ἔρχεται καὶ δίδει, πλὴν τῶν αὐξήσεων ἐκείνων, ἐπιπροσθέτως, αὐξήσεις διὰ τὰς οἰκίας τὰς πρὸ τοῦ 1916 ἐνοικιασθείσας 75%.
§70Α. ΔΑΜΙΑΝΟΣ. Ὄχι· 25%.
§71Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὥστε 50 καὶ 75 τὸ ὅλον 125%. Ἐπίσης ἔδωκε καὶ ἕτερα 60%. Ἂν ἐκάμνομεν τὰς προσθέσεις, θὰ ἐβλέπομεν ὅτι ἤθελε νὰ δώσῃ ἡ Ἐπανάστασις ἐν ὅλῳ 100%, διὰ δὲ τὰς μισθώσεις τὰς πρὸ τῆς 1ης Δεκεμβρίου τοῦ 1918 75%. Ταῦτα διὰ τὰς οἰκίας, διὰ δὲ τὰ καταστήματα ἔδωκε τὸν Δεκέμβριον 150% ἐπὶ πλέον σὺν τῇ δοθείσῃ τὸν Ἀπρίλιον, ἤτοι 150+80 ἐν συνόλῳ 230.
§72Γ. ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Διατί δὲν ἐφηρμόσθη;
§73Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Θὰ σᾶς εἴπω διατί· δὲν ἐφηρμόσθη δι’ ὃν λόγον καταβάλλεται προσπάθεια νὰ μὴ ἐφαρμοσθῇ καὶ τὸ ὑπὸ κρίσιν. (Ἀναγινώσκει): «Ἂν ἡ μίσθωσις συνωμολογήθη πρὸ τῆς 1ης Σεπτεμβρίου, 25%. καὶ 70% γίνονται 96%... κλπ.». Βεβαίως αὐτὰ τὰ «ἂν καὶ ἂν» ζαλίζουν, καὶ ταῦτα ἠθέλησε τὸ νέον Διάταγμα νὰ ἐξοβελίσῃ καὶ νὰ βάλῃ μίαν νέαν αὔξησιν κανονικήν, ἐπὶ βάσεων τὰς ὁποίας θὰ σᾶς ἐκθέσω...
§74Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Εἶναι τριπλάσιον τοῦ προπολεμικοῦ κατὰ τὸ Διάταγμα τοῦ Δεκεμβρίου.
§75Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Αὐτὸ τὸ Διάταγμα τοῦ Δεκεμβρίου τοῦ 1923 ἐδημοσιεύθη εἰς τὰς 29 Δεκεμβρίου, ἀλλὰ πάλιν ἠγέρθη τότε ὁ συνήθης αὐτὸς θόρυβος. Πάλιν ἀντεπανάστασις ἐνηργήθη κατὰ τῆς Ἐπαναστάσεως, ἡ ὁποία ἀπετέλει Συντακτικὴν Ἐξουσίαν, καὶ παραδόξως—καὶ τοῦτο εἶναι τὸ σφάλμα τὸ ὁποῖον ἔγινε—μετὰ δύο ἡμέρας δημοσιεύεται ἓν Διάταγμα, κατὰ τὸ ὁποῖον ἀνεστέλλοντο πᾶσαι αἱ αὐξήσεις.
§76Γ. ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ὅπως θὰ γίνῃ καὶ τώρα;
§77Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Μὲ νομίζετε ὅτι εἶμαι ἰδιοκτήτης; Εὑρίσκεσθε πρὸ ἑνὸς κοινωνικοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἔχετε ὑποχρέωσιν νὰ ἀντιμετωπίσητε. Οὔτε ἰδιοκτήτης εἶμαι οὔτε πολιτεύομαι. Ἔρχεται, λέγω, τὸ Διάταγμα καὶ ἀναστέλλει τὰς αὐξήσεις. Τώρα τὸ συμπέρασμα ἐξ αὐτῶν τῶν πινάκων. Ἡ σημερινὴ κατάστασις εἶναι ὅτι αἱ μὲν οἰκίαι ἔχουν λάβει, κατὰ τὰ διάφορα χρονικὰ διαστήματα καὶ ἀναλόγως τοῦ χρόνου τῆς συνομολογηθείσης συμβάσεως, αὐξήσεις περὶ τὰς 2½ φοράς, ἂν δὲ θελήσωμεν νὰ προσθέσωμεν καὶ κάτι ἄλλα βάρη, τὰ ὁποῖα ἐτέθησαν εἰς βάρος τῶν ἐνοικιαστῶν, τὸ ἀντίτιμον τοῦ ὕδατος, ἡ ἐκκαθάρισις τῶν βόθρων, διότι ὁ νομοθέτης εὕρισκεν ὅτι ἀδικοῦνται οἱ ἰδιοκτῆται, θὰ ἴδωμεν ὅτι ἔφθασαν τὰ προπολεμικὰ ἐνοίκια τῶν κατοικιῶν εἰς 2½ φορὰς περισσότερον, δηλαδὴ ἓν ἐνοίκιον 100 δραχμῶν εἶναι σήμερον 350. Ἀλλὰ σᾶς ἐρωτῶ· ἓν ἐνοίκιον 100 δραχμῶν πόσον ἔπρεπε νὰ εἶναι σήμερον; Τί εἶναι αἱ 100 δραχμαὶ αἱ προπολεμικαὶ σήμερον;
§78ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. 1.200.
§79Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Βεβαίως 1,200. Ἰδοὺ ποῦ εἶναι ἡ πλάνη ὅλων. Ἔχομεν λοιπὸν τὸ ἐνοικιοστάσιον, τὸ ὁποῖον μᾶς διέπει μέχρι σήμερον, καὶ αὐτὸ εἶναι τὸ ἐπαναστατικὸν τὸ ἐκδοθὲν ἐπὶ τῆς ὑπουργίας τοῦ κ. Στρατηγοπούλου, τὸ ὁποῖον ὑπέστη αὐτὴν τὴν διακύμανσιν καὶ ἐντὸς δύο ἡμερῶν ἐναυάγησε. Κατὰ τὸν Αὔγουστον τοῦ 1924, ὁπότε ἔληγεν ἡ ἰσχὺς τοῦ ἐνοικιοστασίου ἐκείνου, ἔπρεπε νὰ ἐκδοθῇ ἄλλο, εἶχε δὲ καταρτισθῆ ἓν τοιοῦτον ὑπὸ τοῦ προκατόχου μου ἀξιοτίμου κ. Γκότση, τὸ ὁποῖον δὲν ἐδημοσιεύθη καὶ εἰς τὸ ὁποῖον οὐδεμία αὔξησις περιείχετο.
§80ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Πολὺ σωστά.
§81Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἀλλὰ δὲν ἐδημοσιεύθη, διότι, φαίνεται, εἶχον ἐξεγερθῆ οἱ ἰδιοκτῆται, οἱ ὁποῖοι ἠδικοῦντο. Διὰ νὰ ἴδητε δέ, κύριοι, πόσον καλόπιστος εἶναι ἡ συζήτησις ἡ ἔξωθεν διεξαγομένη δι’ αὐτὸ τὸ ἀθῷον ἐνοικιοστάσιον, τὸ λευκότατον ἐνοικιοστάσιον—τὸ λέγω λευκότατον διὰ τοὺς ἐνοικιαστὰς ὄχι διότι συμφωνῶ—ἐκυκλοφόρησεν αὐτὸς ὁ λίβελλος ἐκ μέρους τῶν θορυβούντων....
§82Σ. ΖΕΡΒΟΣ. Εἰς ποῖον ἀποδίδετε τὴν λέξιν «θορυβούντων»;
§83Θ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ. Εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἐκμεταλλεύονται τὴν ξένην περιουσίαν.
§84Σ. ΖΕΡΒΟΣ. Μὴ τὰ λέγετε αὐτά.
§85Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Λοιπόν, κύριοι, ἐκυκλοφόρησεν αὐτὸ τὸ παράρτημα μιᾶς ἐφημερίδος ἡ ὁποία ὀνομάζεται «Λαϊκὸς Ἀγών», τὸ ὁποῖον τὸ ὀνομάζει «μαῦρον ἐνοικιοστάσιον». Ὑπάρχει λοιπὸν καλὴ πίστις; (Ἐνταῦθα γίνεται θόρυβος ἐκ τῶν θεωρείων).
§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτομεν ἐπὶ 5 λεπτά. (Ὥρα 7.10′ μ.μ.).
ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΚΟΠΗΝ
(Ὥρᾳ 7.20′ μ.μ.).
§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις.
§88Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ διακόψω ἐπὶ ἕν μόνον λεπτὸν τὴν συζήτησιν διὰ νὰ καταθέσω πρότασιν ψηφίσματος «περὶ εὐθύνης τῶν μετὰ τὴν 16ην Δεκεμβρίου 1923 διατελεσάντων Ὑπουργῶν». Ἀπόκειται εἰς τὴν Συνέλευσιν νὰ ἀποφασίσῃ περὶ τοῦ ἔργου καὶ τῶν εὐθυνῶν ὅλων ἐκείνων οἱ ὁποῖοι διετέλεσαν Ὑπουργοὶ ἀπὸ τῆς ἀποχωρήσεως τῆς Ἐπαναστάσεως καὶ ἐντεῦθεν.
§89ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Διατί μόνον αὐτῶν;
§90Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἀπόκειται εἰς ἡμᾶς νὰ ἀποφασίσωμεν νὰ γίνῃ ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τῆς Ἐπαναστάσεως.
§91Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἔχω καμμίαν ἀντίρρησιν. Δὲν πρόκειται νὰ γίνῃ σήμερον ἡ συζήτησις.
§92Σ. ΓΟΝΑΤΑΣ. Καὶ ἐγὼ ὑποβάλλω τὴν παράκλησιν νὰ γίνῃ ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τῆς Ἐπαναστάσεως.
§93Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Δὲν ἠθέλησα νὰ δώσω μεγαλυτέραν ἔκτασιν ἐγὼ διὰ νὰ μὴ νομισθῇ ὅτι διὰ τῆς ἐκτάσεως θέλω νὰ ματαιώσω τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ ψηφίσματος. Κύριε Πρόεδρε, εἶναι γνωσταὶ αἱ βάσεις ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐστηρίχθη αὐτὴ ἡ πρότασις ἐκ τῶν ἐξηγήσεων τὰς ὁποίας παρέσχον εἰς τὴν Συνέλευσιν εἰς προγενεστέραν συνεδρίασιν. Ἑπομένως δὲν ἔχει ἀνάγκην εὐρυτέρας σήμερον ἐξηγήσεως. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θὰ παρακαλέσω εἶναι τοῦτο· νὰ καταρτισθῇ ἀπὸ τοῦδε ἢ νὰ ἀνατεθῇ εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Συνελεύσεως νὰ καταρτίσῃ τὴν Ἐπιτροπὴν ἡ ὁποία κατὰ τὰς διακοπὰς τῶν ἐργασιῶν μας θὰ ἐπεξεργασθῇ τὸ ψήφισμα αὐτό, ὥστε ἅμα τῇ ἐπαναλήψει τῶν ἐργασιῶν τῆς Συνελεύσεως νὰ εἶναι εἰς θέσιν νὰ φέρῃ τοῦτο πρὸς συζήτησιν. Ὑποθέτω ὅτι ὅλοι κατανοοῦν τὸ ἐπεῖγον τοῦ πράγματος. Δὲν ἔχω καμμίαν ἀντίρρησιν νὰ καταρτισθῇ καθ’ οἱονδήποτε τρόπον ἡ Ἐπιτροπή. Δι’ αὐτὸ τὸ ψήφισμα, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ χαρακτῆρα κομματικόν, δύναται νὰ ἀνατεθῇ εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Συνελεύσεως νὰ καταρτίσῃ αὐτὸς κατὰ τὸ δοκοῦν τὴν Ἐπιτροπήν.
§94Α. ΠΡΑΝΤΟΥΝΑΣ. Ὀλιγομελῆ καὶ ἐξ ἴσου ἀπὸ ἰδιοκτήτας καὶ ἀπὸ ἐνοικιαστάς. (Ἱλαρότης).
§95Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον μὲ ἐνδιαφέρει ὑποθέτω ὅτι ἐνδιαφέρει καὶ ὅλην τὴν Συνέλευσιν· πρέπει δηλαδὴ νὰ μὴ παρουσιασθῇ οἱαδήποτε παρέλκυσις καὶ εἰς τὴν συζήτησιν καὶ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν καὶ εἰς τὴν ἐφαρμογήν. Ὑποθέτω δὲ ὅτι θὰ εἶναι σύμφωνοι εἰς τοῦτο πάντες.
§96Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ ζήτημα ὀφείλει νὰ παραπεμφθῇ εἰς Ἐπιτροπήν. Δὲν νομίζω ὅτι ὑπάρχει κανεὶς λόγος νὰ γίνῃ ἐξαίρεσις εἰς τὸν καταρτισμὸν τῆς Ἐπιτροπῆς.
§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Συνέλευσις ἀναθέτει εἰς τὸ Προεδρεῖον τὸν καταρτισμὸν τῆς Ἐπιτροπῆς.
§98Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Λοιπόν, κύριοι, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ συνεχίσω τὰς ἀνακοινώσεις τὰς ὁποίας ποιοῦμαι εἰς τὸ κυρίαρχον Σῶμα. Ἐτελείωσα προηγουμένως τὴν ἀνάπτυξιν καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν μέχρι σήμερον δοθεῖσαν αὔξησιν ὡς πρὸς τὰς οἰκίας καὶ εἶπον ὅτι ἦτο 2½%. Ἀλλ’ ἡ πληρεστέρα μελέτη τῶν πινάκων παρουσιάζει ὅτι εἶναι 2%. Τώρα ἐρχόμεθα εἰς τὰ καταστήματα. Εἰς τὰ καταστήματα τὰ ἑκάστοτε ἐκδοθέντα ἐνοικιοστάσια ἐφάνησαν κάπως γενναιότερα περὶ τὴν ἀπονομὴν αὐξήσεων. Ἐκ τῶν πινάκων τοὺς ὁποίους ἔχομεν ὑπ’ ὄψει φαίνεται ὅτι κατὰ μέσον ὅρον — δηλαδὴ λαμβάνουν ὑπ’ ὄψιν μικρὰ καταστήματα καὶ μικρὰ ἐνοίκια, μεγάλα καταστήματα καὶ μεγάλα ἐνοίκια — ποικίλλει ἡ αὔξησις μεταξὺ 4½, 5½ καὶ 6½%. Δηλαδὴ καὶ ἐδῶ δὲν ἔφθασαν τὰ καταστήματα εἰς τὸ νὰ πληρώνουν ἀκριβῶς τὸ προπολεμικὸν ἐνοίκιον, ἐνῷ πάντα τὰ εἴδη, αἱ τιμαὶ τῶν πωλουμένων ὑπ’ αὐτῶν πραγμάτων καὶ ὅλων ἐν γένει τῶν εἰδῶν τῆς καταναλώσεως παρακολουθοῦν τὸν τιμάριθμον καὶ ἔφθασαν εἰς τὸ δεκαπλάσιον ἢ δωδεκαπλάσιον. Τὰ ὑποδήματα σήμερον στοιχίζουν 300 δραχμὰς τὸ ζεῦγος, ἐνῷ εἶχον 25. Ὡς πρὸς τὸ ἐνοίκιον τῶν καταστημάτων δὲν ἔφθασαν νὰ πληρώσουν τὸ προπολεμικὸν ἀκόμη ἐνοίκιον. Ὅταν θὰ σᾶς ἀναπτύξω διὰ ποῖον λόγον τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον ἔθεσε βάσιν τῶν αὐξήσεων τὸ ¼ καὶ αὐτὸ πολλαπλασιάζει, θὰ σᾶς εἴπω μίαν ἄλλην λεπτομέρειαν εἰς τὴν ὁποίαν παρουσιάσθη μία ἀνωμαλία περὶ τοὺς ὑπολογισμούς, τὴν ὁποίαν ἀπεκαλύψαμεν καὶ διὰ τὴν ὁποίαν ἐλάβομεν πρόνοιαν ἐν τῷ Διατάγματι. Λοιπὸν σημειώνω ὅτι διὰ μὲν τὰς οἰκίας εἶναι 2,2%, διὰ δὲ τὰ καταστήματα 4½–7½· δηλαδὴ ἀπομένουσιν ἄλλα 7 σχεδὸν καὶ παύω τοὺς ἀριθμοὺς διὰ νὰ μὴ σᾶς ζαλίζω. Τώρα θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ κάμω καὶ μίαν σύντομον ἀνάλυσιν τοῦ δημοσιευθέντος Διατάγματος. Τὸ Διάταγμα, ὅπως εἶπον, ἐξεδόθη κατὰ τὴν ἐξουσιοδότησιν τῆς Συνελεύσεως, ἡ ὁποία ἐψήφισε νόμον κατ’ Αὔγουστον τοῦ 1914 καὶ παρέσχεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ δικαίωμα νὰ ρυθμίζῃ τὰ τοῦ ἐνοικιοστασίου κατ’ ἐντολὴν εὐρυτέραν, διότι παρεῖχε καὶ τὸ δικαίωμα νὰ μεταρρυθμίσῃ καὶ αὐτὸν τὸν νόμον. Λοιπὸν εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ ἐκδώσωμεν αὐτὸ τὸ Διάταγμα, τὸ ὁποῖον κατήρτισα μετὰ ἐργασίαν τριῶν μηνῶν, ἐργασίαν δὲ ἐντατικὴν καὶ ἐντατικωτέραν κατὰ τὸν τελευταῖον μῆνα. Παρ’ ὅλας τὰς προσπαθείας τὰς ὁποίας κατέβαλον δὲν δύναμαι νὰ εἴπω ὅτι τὸ Διάταγμα θὰ εἶναι καὶ πλήρως τέλειον καθ’ ὅλην τὴν γραμμήν, διότι εἶναι ἔργον ἀνθρώπινον καὶ μάλιστα ἑνὸς ἀνθρώπου. Ἀλλ’ ἀκριβῶς δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἔσπευσα καὶ τὸ κατήρτισα καὶ τὸ ἔδωσα εἰς τὴν δημοσιότητα δεκαοκτὼ ἡμέρας προτοῦ ἀρχίσῃ ἡ ἐφαρμογή του, ἵνα ὑποστῇ τὸν ἔλεγχον τῶν ἐνδιαφερομένων καὶ τοῦ κυριάρχου Σώματος. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε, κύριοι, νὰ σᾶς δώσω ἐξηγήσεις τινὰς ἐπὶ τῶν μερικῶν διατάξεων τοῦ Διατάγματος. Τὸ Διάταγμα εἰς πολλὰ μέρη παρηκολούθησε τὸ παλαιόν, διότι δὲν ὑπῆρχε λόγος ν’ ἀπορριφθῶσι διατάξεις τῶν παλαιῶν ἐνοικιοστασίων αἱ ὁποῖαι ἦσαν χρήσιμοι. Ἴσως ὑπέστησαν μετατοπίσεις τινὰς εἰς τὴν κατάταξιν καὶ κατὰ τοῦτο δυνατὸν νὰ διαφέρῃ. Εἰς τὸ πρῶτον μέρος τὰ ἄρθρα 1–8 περιέχουν γενικοὺς ὁρισμούς, τοὺς ὁποίους περιεῖχον σχεδὸν καὶ τὰ ἄλλα Διατάγματα, μέ τινας μόνον συμπληρώσεις, δι’ ὧν καθωρίσθη τί εἶναι καταστήματα, τί οἰκίαι, τί γραφεῖα. Τοῦτο εἶναι σπουδαῖον, διότι, καθὼς γνωρίζετε, αἱ ἐνοικιάσεις ποικίλλουν μεταξὺ κατοικιῶν, καταστημάτων καὶ γραφείων. Ἐπίσης εἰς τὰ Διατάγματα τὰ προηγούμενα καὶ τὸ νῦν παίζει σπουδαῖον ρόλον ὁ καθορισμὸς τῶν ἐνοίκων, τοῦτο δὲ διότι τὰ προηγούμενα Διατάγματα, δὲν γνωρίζω ἐκ τίνος λόγου ἀγόμενα, ἔθετον φραγμὸν ἀληθῶς ἀνελεύθερον εἰς τοὺς μισθωτάς, διότι τοῖς ἀπηγόρευον νὰ φιλοξενοῦν τοὺς οἰκείους των πέρα τῶν 20 ἡμερῶν, καὶ οὕτως εὑρέθησαν πολλοὶ ὑπὸ ἔξωσιν διότι ἀγνοοῦντες τὸν νόμον ἐφιλοξένησαν ἕνα ἐξάδελφόν των ἢ καὶ τὴν μητέρα των ἢ καὶ τοὺς ἀδελφούς των, διότι αὐτοὶ μὴ συνοικοῦντες μετ’ αὐτῶν δὲν ἠδύναντο νὰ στεγασθῶσι πέρα τῶν 20 ἡμερῶν. Εἶναι μία ἀνελεύθερος διάταξις. Λοιπὸν τὸ ἄρθρον τὸ σχετικόν, τὸ ὁποῖον κεῖται εἰς τὰς γενικὰς διατάξεις, ὁρίζει τοὺς οἰκείους ὅτι ἀποτελοῦνται ἀπὸ τοὺς συζύγους, ἀπὸ τοὺς ἀνιόντας καὶ κατιόντας κατ’ εὐθεῖαν γραμμὴν καὶ ἐκ πλαγίου μέχρι τρίτου βαθμοῦ. Διὰ νὰ μάθητε δὲ πῶς ἡρμήνευσε τὴν διάταξιν αὐτὴν δικαστής τις, σᾶς ἀναφέρω τὸ κάτωθι γεγονός. Ὑπῆρχεν ἐν τῷ παλαιῷ ἐνοικιοστασίῳ διάταξις κατὰ τὴν ὁποίαν, ἂν δὲν συνῴκουν μονίμως οἱ οἰκεῖοι μετὰ τοῦ μισθωτοῦ, δὲν ἠδύνατο ὁ μισθωτὴς νὰ ξενίσῃ οἰκεῖον, τὸν ἀδελφόν, τὸν πατέρα, πέρα τῶν 20 ἡμερῶν. Πρὸ ἡμερῶν ἔλαβον ἓν τηλεγράφημα ἀπὸ ἕνα ὁ ὁποῖος μοὶ λέγει ὅτι ἐνυμφεύθη καὶ ἐπῆρε τὴν σύζυγόν του εἰς τὸ σπίτι του, ἀλλὰ τοῦ ἔκαμαν ἔξωσιν, διότι δὲν εἶχε πάρει προηγουμένως τὴν σύζυγόν του. Οὕτως ἡρμήνευσεν ὁ δικαστὴς τὴν διάταξιν.
§99Β. ΑΛΕΒΙΖΑΤΟΣ. Τί τὸν ἐκάματε αὐτὸν τὸν δικαστήν;
§100Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Θὰ ἰδοῦμε τί θὰ τὸν κάμω. Διὰ τοῦτο ἠναγκάσθην νὰ κανονίσω τὸ πρᾶγμα. Ἐξ αὐτῆς τῆς περιπτώσεως ἀφορμὴν λαβὼν ἠναγκάσθην νὰ γράψω ὅτι οἱ οἰκεῖοι καθορίζονται ὡς ἐν τῷ παλαιῷ ἐνοικιοστασίῳ, προστιθεμένων καὶ τῶν συζύγων ὁποτεδήποτε καὶ ἂν ἐγένετο ὁ γάμος. Ἐπίσης ἐτέθη διάταξις καθ’ ἣν ἐπὶ διαζυγίου προστατεύεται ὁ παραμένων σύζυγος, ἥτις διάταξις ἐλήφθη ἐκ τοῦ ρουμανικοῦ ἐνοικιοστασίου. Τὰ ἄρθρα 9 καὶ 10 τοῦ παλαιοῦ ἐνοικιοστασίου περιλαμβάνουν ἄρσιν αὐτοῦ ἐπὶ διαφόρων περιπτώσεων, αἱ ὁποῖαι κατὰ τὸ πλεῖστον διατηροῦνται, προσετέθησαν δὲ καὶ νέαι περιπτώσεις (ἀναγινώσκει): «Ὅταν μετὰ τὴν σύμβασιν... κλπ.». Διαρκοῦντος τοῦ πολέμου πολλοὶ ἐνοικιασταὶ — ἰδίως δημόσιοι ὑπάλληλοι καὶ ἀξιωματικοὶ μετατιθέμενοι εἰς ἄλλα μέρη τοῦ Κράτους λόγῳ ὑπηρεσίας — ἐνοικίασαν τὰ κτήματά των εἰς ἄλλους, ἀλλὰ σκεπτόμενοι ὅτι μίαν ἡμέραν θὰ ἐπανέλθουν εἰς Ἀθήνας ἐφρόντισαν νὰ θέσουν ρητὸν ὅρον, κατὰ τὸν ὁποῖον δὲν θὰ ἠδύνατο ὁ νέος ἐνοικιαστὴς νὰ ἐπικαλεσθῇ μετὰ τὴν ἐπιστροφήν των τὸ ἐνοικιοστάσιον. Δυστυχῶς τὰ δικαστήρια εἶπον ἐπὶ τοιούτων περιπτώσεων ὅτι ὁ νόμος περὶ ἐνοικιοστασίου εἶναι δημοσίας τάξεως καὶ ὅτι πᾶσα παρέκκλισις ἀπαγορεύεται. Ἐγὼ ὅμως νομίζω ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται τοῦτο καὶ ἐφόσον μάλιστα οἱ μισθωταὶ εἶναι ἄνθρωποι εὔποροι καὶ εὐκόλως δύνανται νὰ εὕρωσιν οἰκίας ἐθεώρησα καλὸν ὅτι πρέπει ἡ τοιαύτη διάταξις νὰ θεωρηθῇ ἔγκυρος. Ἐπίσης ἐπροστατεύσαμεν, τὸ πρῶτον ἤδη, τοὺς μισθωτὰς οἵτινες εἶναι πρόσωπα στρατευθέντα, ἔφεδροι ἢ ἀξιωματικοὶ κλπ. (ἀναγινώσκει)....
§101Δ. ΒΑΡΕΛΑΣ. Στρατευθέντας ἐννοεῖτε ὁπλίτας καὶ ἀξιωματικούς;
§102Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Μάλιστα.
§103Δ. ΒΑΡΕΛΑΣ. Ὑπὸ τὰς δύο ἐννοίας, εἴτε μισθωτῶν εἴτε ἐκμισθωτῶν;
§104Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Μάλιστα. Ὅπως εἴδετε εἰς τὰ πρακτικὰ τὰ ὁποῖα σᾶς ἀνέγνωσα, γενικῶς ἐξεδηλώθη δυσφορία, δικαία κατ’ ἐμέ, διότι εἶναι ἐν ἰσχύϊ ἐνοικιοστάσιον διὰ τὰ καταστήματα εἰς τὰ ὁποῖα μισθωταὶ εἶναι τὸ Δημόσιον, οἱ δῆμοι ἢ ἀνώνυμοι Ἑταιρεῖαι. Λοιπόν, συμφώνως πρὸς τὰ ἀλλαχοῦ θεσπισθέντα, τὰ πρόσωπα αὐτὰ δὲν εἶναι φυσικὰ πρόσωπα τὰ ὁποῖα νὰ μὴ δύνανται εὐκόλως κατ’ ἄλλον τρόπον νὰ ἱκανοποιήσουν τὰς ἀνάγκας των, καὶ προεβλήθη ἡ ἀξίωσις νὰ ἀρθῇ τὸ ἐνοικιοστάσιον ἀπὸ τὰ μίσθια αὐτά. Ἀπομιμούμενος δὲ καὶ τὰ ἐν Ρουμανίᾳ θεσπισθέντα ἦρα τὸ ἐνοικιοστάσιον ἀπὸ τοὺς μισθωτὰς αὐτούς, ἀλλὰ βεβαίως καὶ τὰ πρόσωπα αὐτὰ δὲν δύνανται νὰ ριφθῶσιν εἰς τὰς ὁδοὺς καὶ διὰ τοῦτο αἴρεται τὸ ἐνοικιοστάσιον εἰς τὰς περιπτώσεις αὐτὰς μετὰ 6μηνον ἀπὸ τῆς ἰσχύος τοῦ Διατάγματος. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ Δημόσιον, ἐπειδὴ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εὑρεθῇ ἐξαπίνης ἄνευ τῶν ἀναγκαιούντων αὐτῷ οἰκημάτων, ἐδόθη εἰς τὸ Δημόσιον τὸ δικαίωμα νὰ συνομολογῇ νέας μισθώσεις, ἀλλὰ δι’ ἐλευθέρας συμφωνίας τοῦ ἐνοικίου κατὰ τὰς σημερινὰς οἰκονομικὰς συνθήκας μεταξὺ Ὑπουργῶν καὶ πολιτῶν καὶ ἐν διαφωνίᾳ μεταξὺ τοῦ Προέδρου τῶν Πρωτοδικῶν. Ἐπίσης, συμφώνως πρὸς ὑποβληθείσας αἰτήσεις ἀλλὰ καὶ πρὸς τὴν λογικὴν καὶ τὸ δίκαιον, ἔπρεπε νὰ φθάσῃ τὸ ἐνοικιοστάσιον εἰς τοὺς οἴκους διασκεδάσεων (γκαρσονιέρας), εἰς τοὺς ὁποίους δὲν ἐστεγάζετο οὐδεμία οἰκογένεια. Κατὰ τὰς βάσεις τοῦ Διατάγματος, τὸ ὁποῖον κατὰ τοῦτο ἀπομιμεῖται τὸ ἰταλικὸν σύστημα, ἡ παράτασις τοῦ ἐνοικιοστασίου εἶναι ὑποχρεωτική. Τουτέστι τὸ σύστημα τείνει νὰ ἀφομοιωθῇ πρὸς τὸ δεσμευτικὸν σύστημα μέχρι 31ης Αὐγούστου 1926, δηλαδὴ διάστημα ἑνὸς καὶ ἡμίσεος ἔτους, τὸ ὁποῖον εἶναι πρὸς ὄφελος τῶν ἐνοικιαστῶν οἱ ὁποῖοι ἀπὸ ἀπόψεως οἰκιῶν καὶ καταστημάτων θὰ εἶναι ἥσυχοι ἐπὶ ἓν καὶ ἥμισυ ἔτος, μεθ’ ὃ ἄρχεται τὸ δυνητικὸν τὸ ὁποῖον ἀνέπτυξα καὶ τὸ ὁποῖον ἀναφέρω εἰς τὰς τελευταίας διατάξεις. Τώρα ἔρχομαι εἰς τὸ ἀκανθῶδες ζήτημα τὸ δημιουργῆσαν τὰς ἔριδας καὶ τὴν ἐχθρότητα· τοῦτο εἶναι τὸ ζήτημα τῶν αὐξήσεων. Μέχρι σήμερον, ὅπως βλέπετε, τὸ Διάταγμα ἀκολουθεῖ τὴν γραμμὴν τοῦ ἂν ἔγινεν ἡ σύμβασις ἀπὸ τοῦ 1915, 1916, 1917 κλπ. καί, ὅπως σᾶς εἶπον προηγουμένως, ἡμεῖς ἀκολουθήσαντες αὐτὴν τὴν γραμμὴν ἐσκέφθημεν κατὰ τὴν ἑξῆς βάσιν· ὅτι ὅσον προγενεστέρα ἦτο ἡ μίσθωσις εἶχε καὶ ἐνοίκιον μικρότερον, ὅσον δὲ μεταγενεστέρα θὰ εἶχε καὶ ἐνοίκιον μεγαλύτερον. Κατὰ τοὺς μακροὺς καὶ λεπτομερεῖς ὑπολογισμοὺς τοὺς ὁποίους ἐκάμαμεν κατελήξαμεν διὰ μὲν τὰς οἰκίας — ὄχι βεβαίως μὲ θεωρίας ἀλλὰ μὲ ἀριθμοὺς — εἰς τὸ ἀποτέλεσμα ὅτι ἐν σχέσει μὲ τὴν νομισματικὴν μονάδα τὰ ἐνοίκια ἔχουσιν ἰσοπεδωθῆ. Τούτου τεθέντος διὰ τὰς οἰκίας, ἐπειδὴ ἠλαττώθησαν καί τινες ἄλλαι προσθῆκαι εἰς βάρος των, δηλ. τῶν βόθρων, φόρων καὶ ὁδοστρωμάτων, ἐδέχθημεν ἐπιεικῶς ὑπὲρ τοῦ μισθωτοῦ κρίνοντες ὅτι ἐτριπλασιάσθησαν. Ἐπληρώθη δηλαδὴ τρεῖς φορὰς τὸ προπολεμικόν. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι ἀληθές. Λοιπὸν τούτου τεθέντος ἐσκέφθημεν ὅτι μὲ τὰς δοθείσας αὐξήσεις ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον παραμένει μὴ αὐξηθὲν εἶναι τὸ τέταρτον. Τὰ 100 προπολεμικὰ ἔχουν αὐξηθῆ εἰς 400. Ἐσκέφθημεν ἑπομένως ὅτι ὁ ἰδιοκτήτης ἐπῆρε τρεῖς φορὰς περισσότερον ἀπὸ τὸ προπολεμικόν. Ἀλλὰ τὸ 100 τὸ προπολεμικὸν εἶναι σήμερον 4 λίραι καὶ εἴτε μὲ 250 δραχμὰς λογαριάσητε τὴν λίραν — τόσον ἐγὼ τὴν ἐλογάριασα καὶ καλῶς ἔπραξα, διότι ἐκεῖ καὶ παρακάτω θὰ κατέλθῃ — εἴτε μὲ περισσότερον, ἔπρεπε διὰ νὰ λαμβάνῃ ὁ ἰδιοκτήτης τὸ ἐνοίκιον τὸ προπολεμικὸν νὰ λαμβάνῃ σήμερον 1000 δραχμάς, ἤτοι τέσσαρας λίρας. Τούτου λοιπὸν τεθέντος εἴπομεν ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν διὰ τὰς οἰκίας νὰ κάμωμεν τὸ ἅλμα νὰ φθάσωμεν τὸ προπολεμικόν, κατὰ συνέπειαν θὰ λάβωμεν τὸ τέταρτον καὶ θὰ πολλαπλασιάσωμεν αὐτὸ μὲ 5, ὥστε νὰ δώσωμεν 5 καὶ ⅜, διὰ νὰ προσεγγίσωμεν κατὰ τι πρὸς τὸ συνάλλαγμα καὶ ὄχι πρὸς τὸν τιμάριθμον, διότι ὁ τιμάριθμος εἶναι 14. Διὰ τὰς μικρὰς κατοικίας ὅμως εἶναι πολὺ κάτω καὶ δι’ αὐτό, διὰ νὰ λείψωμεν ἀπὸ τὰς διακρίσεις, διὰ νὰ φέρωμεν ἑνιαῖον κανόνα καὶ νὰ πλησιάσωμεν εἰς τὰς βάσεις τὰς ὁποίας ἔθηκεν ὁ νομοθέτης, ἔγινεν ὁ ὑπολογισμός, ὁ πολλαπλασιασμὸς ἐπὶ τὸ 5. Διὰ νὰ τὴν καταστήσωμεν ἠπιωτέραν ἔδει νὰ τὴν μοιράσωμεν εἰς δύο περιόδους· δηλαδὴ τὰ ⅗ νὰ δοθῶσιν ἀπὸ τῆς 1ης Μαρτίου, τὰ δὲ ἄλλα ⅖ ἀπὸ τῆς 1ης Αὐγούστου. Ἠκολουθήσαμεν δηλαδὴ κατὰ τοῦτο τὴν ὁδὸν καὶ τὴν γραμμὴν τὴν ὁποίαν ἠκολούθησαν τὰ δύο ἐπαναστατικὰ ἐνοικιοστάσια. Τώρα ὅμως ἐσκέφθημεν ὅτι παρ’ ὅλην τὴν τεθειμένην βάσιν ὅτι πρέπει νὰ προσεγγίσωμεν πρὸς τὴν πραγματικὴν ἀξίαν τοῦ μισθώματος θὰ προσεκρούομεν εἰς τοὺς ἀπόρους καὶ ἔδει περὶ αὐτῶν νὰ μεριμνήσωμεν, ὥστε νὰ μὴ πλήξωμεν αὐτούς. Διὰ τοῦτο ἐμεριμνήσαμεν ὅπως οἱ ἄποροι, τοὺς ὁποίους ἀναφέρει τὸ Διάταγμα ἐν ἄρθρῳ 14 καὶ διαιρεῖ εἰς δύο κατηγορίας, νὰ μὴ ἐπιβαρυνθῶσιν οὐδαμῶς μὲ τὴν αὔξησιν, ἀλλὰ ταύτην, ὅπως καὶ ἀλλαχοῦ ἐγένετο καὶ ὅπως καὶ εἰς ἄλλην περίπτωσιν ὥρισε τὸ νῦν ἰσχῦον ἐνοικιοστάσιον, νὰ τὴν ἐπιρρίψωμεν εἰς βάρος τῶν λαμβανόντων τὴν αὔξησιν πλουσίων ἰδιοκτητῶν διὰ μειώσεως αὐτῆς, τὴν ὁποίαν διὰ τὴν ἐντύπωσιν ἀπεκαλέσαμεν ἐπιβολὴν φορολογίας, ὅπως καὶ μέχρι σήμερον ἰσχύει.
§105ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Κύριε Ὑπουργέ, ποῖοι δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν εὔποροι καὶ ποῖοι ἄποροι;
§106Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἑρμηνείαν θὰ σᾶς κάμω; Δικάζομεν αὐτὴν τὴν στιγμήν; Ἀκούσατε τὴν ἔννοιαν τῶν ἀπόρων, διότι ὅταν λέγωμεν «ἄποροι» δὲν ἐννοοῦμεν τοὺς ἐντελῶς πτωχοὺς τοὺς μὴ ἔχοντας νὰ φάγουν (ἀναγινώσκει).... Αὐτὴ εἶναι ἡ πρώτη κατηγορία τῶν ἀνωτέρων κοινωνικῶν τάξεων. Ἡ δευτέρα κατηγορία πάλιν εἶναι τὰ πρόσωπα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα λόγῳ τῆς κοινωνικῆς των θέσεως ἔχουν ὀλιγωτέρας ὑποχρεώσεις κοινωνικάς. Ἡ δευτέρα αὕτη κατηγορία εἶναι (ἀναγινώσκει): «Δημόσιοι, ἰδιωτικοὶ καὶ λοιποὶ ὑπάλληλοι... κλπ.». Εἶναι ἀληθὲς ὅτι μετὰ τὴν δημοσίευσιν τοῦ Διατάγματος ἠγέρθησαν παρατηρήσεις ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ, στηριζόμεναι εἰς τὸ ὅτι τὸ μηνιαῖον εἰσόδημα, τὸ ὁποῖον ὡρίζετο ἐν τῷ Διατάγματι διὰ νὰ προσδώσῃ τὴν ἔννοιαν τῆς ἀπορίας καὶ εἰς τὴν μίαν κατηγορίαν καὶ εἰς τὴν ἄλλην, εἶναι μικρόν, καθόσον καὶ σήμερον οἱ περισσότεροι ἐργάται φθάνουν μέχρι 3.000 δραχμῶν καὶ εἶναι συνεπῶς φενάκη αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἐδώσαμεν. Οἱ ἄλλοι, οἱ ἀνωτέρας κοινωνικῆς θέσεως ἄνθρωποι, δὲν ἐπαρκοῦσι μὲ αὐτὸ τὸ εἰσόδημα. Ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον εἶναι ὑπὸ σοβαρὰν σκέψιν, ἐπιφυλάσσομαι συνεννοούμενος μετὰ τοῦ συναδέλφου μου Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν κ. Γκότση νὰ ἐπιφέρω τὴν δέουσαν θεραπείαν, ὥστε νὰ διευκολύνωμεν περισσότερον αὐτὰς τὰς κατηγορίας. Οὕτω λοιπὸν ἐν πάσῃ περιπτώσει ὁ πτωχός, ὁ ἄπορος κόσμος, προκειμένου περὶ τῆς κατοικίας του, δὲν ἐθίγη τὸ παράπαν ἐκ τοῦ ἐνοικιοστασίου αὐτοῦ. Εἶναι λοιπὸν περιττὸν νὰ γίνεται τόσος θόρυβος ὅτι καταστρέφονται.
§107Δ. ΚΑΛΚΑΝΔΗΣ. Περὶ ἀπόρων ἰδιοκτητῶν μόνον δὲν ὡμιλήσατε, κύριε Ὑπουργέ. Παρακαλῶ νὰ ὁμιλήσητε.
§108Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Λοιπόν, προκειμένου περὶ τῶν ἀπόρων, δὲν τοὺς ἐθίξαμεν, διότι ἐθέσαμεν δι’ αὐτοὺς τὴν ἄποψιν τὴν συνήθη. Ἀλλ’ εἶναι καὶ μία τάξις ἄλλη ἀνθρώπων, ἡ ὁποία πολὺ περισσότερον ἐκμεταλλεύεται τὴν ἰδιοκτησίαν ἐκ τοῦ ἐνοικιοστασίου, πλούσιοι πολύ, ἑκατομμυριοῦχοι, οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν οἰκίας εὐθηνὰς λόγῳ τοῦ ἐνοικιοστασίου ἐπὶ πολλὰ ἔτη, ἐνῷ ζῶσιν ἐν χλιδῇ καὶ ἐμφανίζονται ἐξωτερικῶς μὲ πολλὰ τὰ μέσα τῆς ζωῆς καὶ τῆς εὐπορίας. Δὲν θέλω νὰ ὀνομάσω πρόσωπα...
§109ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Διατί ὠνομάσατε τὴν ἄλλην φοράν;
§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε.
§111Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Εἶναι περίεργος ἡ στάσις τινῶν ἐκ τῶν κ.κ. πληρεξουσίων· ἐκτὸς ἂν γίνωνται ἐπίτηδες αἱ διακοπαὶ διὰ νὰ μὴ ἠμπορέσω νὰ κάμω τὴν ἀγόρευσίν μου. Παρακολουθῶν, κύριοι, πάλιν τὰς ἀντιλήψεις τῶν ξένων νομοθεσιῶν ἐθεώρησα ὅτι τὴν τάξιν αὐτὴν τῶν πλουσίων, ὅπως τὴν χαρακτηρίζω ἐν τῷ νόμῳ καὶ καθ’ ὃν ὁρισμὸν ἔχει καὶ τὸ βουλγαρικὸν ἐνοικιοστάσιον, πρέπει αὐτὴν τὴν τάξιν τῶν κατὰ τεκμήριον τοὐλάχιστον πλουσίων νὰ τὴν ἀναγκάσωμεν νὰ πληρώνῃ τὸ ἀνάλογον ἐνοίκιον συμφώνως μὲ τὴν πραγματικὴν ἀξίαν τοῦ μισθίου. Περὶ αὐτῶν λοιπὸν τῶν πλουσίων ὥρισα ὅτι ἡ αὔξησις δύναται νὰ φθάσῃ εἰς τὸ ἑπταπλάσιον καὶ μέχρι τοῦ δεκαπλασίου.
§112ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Τίποτε· ἄρσις, ἄρσις.
§113Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Νὰ ἀρθῇ; Ἐνόμισα ὅτι αὐτὸ θὰ ἦτο μία ἐκδίκησις πλέον τῆς Πολιτείας κατὰ τῶν πλουσίων. Ἂν δὲν ἔχουν ἀνάγκην τῆς ἰδιοκατοικίας, ἂς τοὺς πάρουν καὶ τὴν οἰκίαν, ἀλλὰ νὰ τοὺς πετάξητε εἰς τὸν δρόμον....
§114Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Μὴ ἀπαντᾶτε, κύριε Ὑπουργέ, νὰ τελειώσωμεν.
§115Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Λοιπὸν διῃρέσαμεν, ὅπως εἶπον, τοὺς μισθωτὰς εἰς ἀπόρους τοὺς ὁποίους ἐπεβαρύναμεν μὲ ἀνάλογον αὔξησιν εἰς δύο δόσεις καταβαλλομένην, ὡς καὶ εἰς πλουσίους, οὓς ἐθέσαμεν ὥστε νὰ καταβάλλωσι πλῆρες τὸ ἐνοίκιον μὲ τὴν τιμὴν τοῦ συναλλάγματος. Τώρα ἢ θὰ συμφωνήσουν ὁ ἰδιοκτήτης καὶ ὁ μισθωτὴς ἢ θὰ τοῖς λύσῃ τὴν διαφορὰν ὁ Πρόεδρος. Ἀλλὰ τί γίνεται, θὰ μοὶ εἴπητε, ὡς πρὸς τοὺς ἀπόρους; Ἐλησμόνησα νὰ σᾶς εἴπω καὶ τοῦτο, τὸ ὁποῖον εἶναι κεφαλαιῶδες ζήτημα, ὅτι αἱ αὐξήσεις αὐταὶ ὅσον ἀφορᾷ τὰ καταστήματα καὶ τὰς οἰκίας αἱ ἀφορῶσαι τὰς μισθώσεις τὰς συνομολογημένας πρὸ τῆς 15ης Αὐγούστου 1922 θεωροῦνται λόγῳ τῶν γεγονότων τῶν γνωστῶν ὅτι ἀπολαύουσι μεγάλων ἐνοικίων καὶ δι’ αὐτὸ καὶ τὰ δύο ἐπαναστατικὰ Διατάγματα δὲν τοῖς ἔδωκαν αὐξήσεις. Ἀλλ’ ἐπειδὴ εἶναι ἐγγὺς τὸ ἓν θέμα πρὸς τὸ ἄλλο θὰ τελειώσω τὸ ζήτημα τῶν ἀπόρων. Πῶς θὰ πληρωθῇ ἡ αὔξησις τῶν ἀπόρων; Θὰ εἴπωμεν ὅτι εἶναι δίκαιον οἱ ἰδιοκτῆται νὰ πάρουν αὔξησιν ἂν ἦτο εὔπορος ὁ ἰδιοκτήτης ἴσως ἠδύνατο νὰ μὴ λάβῃ αὔξησιν, ἀλλὰ καὶ πάλιν κατὰ βάσιν θὰ ἦτο ἄδικον τοῦτο. Δὲν πρέπει μονοπλεύρως νὰ νομοθετῶμεν. Ἐσκέφθημεν λοιπὸν κατ’ ἀπομίμησιν τοῦ ἰσχύοντος Διατάγματος, διότι τὸ ἰσχῦον Διάταγμα εἶχεν ὑπ’ ὄψει τρεῖς κατηγορίας τῶν ἀπόρων, τῶν ἀναπήρων πολέμου καὶ τῶν χηρῶν. Ἐξετίμησαν τὰ προηγούμενα Διατάγματα — ἰδίως τὸ τῆς Ἐπαναστάσεως τὸ ὁποῖον ἔδωκε τὰς γενικὰς αὐξήσεις — τὴν θέσιν αὐτῶν. Ἤδη ηὑρύναμεν τὰς κατηγορίας τῶν ἀπόρων καὶ διὰ τοῦτο τὰ ποσὰ τὰ ὁποῖα θὰ καταβληθῶσι διὰ τοῦ δημοσίου εἰσπράκτορος, ἤτοι ἐκ τοῦ θυλακίου τοῦ Δημοσίου, θὰ εἶναι ὁπωσδήποτε περισσότερα, διότι τότε ἦτο μικρὸς ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀπόρων, ἐνῷ τώρα αἱ κατηγορίαι αὐξάνουν. Λοιπὸν περὶ αὐτῶν ἐσκέφθημεν πρῶτον νὰ περιορίσωμεν τὴν αὔξησιν εἰς τὸ ἥμισυ, τοῦτο δὲ ἐπράξαμεν διὰ τὸν ἑξῆς λόγον: Δυνατὸν νὰ αὐξηθῇ, ἂν αἱ πρόσοδοι τοῦ ποσοστοῦ τῶν αὐξήσεων ἐπιτρέψωσι τὴν αὔξησιν. Ἀλλ’ ἐπῆλθε καὶ εἷς ἄλλος λόγος. Ὁ Ἕλλην δυστυχῶς εἶναι πονηρὸς ὅταν πρόκειται νὰ πληρώσῃ φόρους ἢ ὁπωσδήποτε νὰ κυττάξῃ τὸ συμφέρον του. Τοῦτο δὲν τὸ λέγω πρὸς ἔπαινόν του· εἶναι κατηγορία, διότι πρέπει πάντες νὰ ἐκπληρῶμεν τὰ καθήκοντα ἡμῶν πρὸς τὴν Πατρίδα. Λοιπὸν ἐσκέφθημεν ὅτι πρέπει νὰ ἀφήσωμεν καὶ ἓν ἐνδιαφέρον εἰς τὸν ἰδιοκτήτην, ἂν ἔχῃ ἐνώπιόν του ἕνα μισθωτὴν ὁ ὁποῖος θέλει νὰ ἐπικαλεσθῇ τὴν ἀπορίαν, ὅπως ἐγένετο ἐν Γαλλίᾳ ὅταν ἐπληρώθησαν τὰ συνολικὰ ἐνοίκια, νὰ ἀφήσωμεν εἰς τὸν ἰδιοκτήτην ἓν συμφέρον διὰ νὰ ἀμφισβητήσῃ τὴν ἀπορίαν, ἂν δὲν εἶναι ἀναμφισβήτητος. Δι’ αὐτὸ ἔβαλα τὸ 2½, διὰ νὰ ἔχῃ ἓν συμφέρον ὁ ἰδιοκτήτης. Πρῶτον λοιπὸν αὐτὸ καὶ δεύτερον διότι ἀγνοοῦντες πρὸ ποίας δαπάνης θὰ εὑρεθῶμεν ἐθεώρησα καλὸν ἐκ προνοίας νὰ εἴμεθα προφυλακτικοί. Τώρα δύναται νὰ παραπονεθῇ ὁ ἰδιοκτήτης, διότι εἶχε τὴν ἀτυχίαν νὰ ἔχῃ ἄπορον μισθωτήν. Παρεμβαίνει λοιπὸν τὸ Κράτος καὶ ὁπωσδήποτε πρέπει νὰ γίνῃ εἰς αὐτὴν τὴν περίπτωσιν, λόγῳ καταστάσεως ἀνάγκης, μία ἀμοιβαία θυσία. Ἐρχόμεθα τώρα εἰς τὰς ὑπομισθώσεις κατοικιῶν. Εἰς τὸ παρελθόν, ὅτε ἡ κατάστασις ἦτο ὁμαλή, τὸ δικαίωμα τῆς ὑπομισθώσεως ἦτο ἐκ τοῦ νόμου παρασχετὸν εἰς τὸν μισθωτήν, ἐφόσον δὲν ἀπηγόρευε τοῦτο ὁ ἰδιοκτήτης. Συνήθως οἱ ἰδιοκτῆται δὲν εἶχον συμφέρον, προκειμένου περὶ συνήθων κατοικιῶν, νὰ ἀπαγορεύουν τὴν ὑπομίσθωσιν, ἀλλὰ σὺν τῇ ἐξελίξει καὶ τῇ ὀξείᾳ ἐμφανίσει τοῦ ζητήματος τῆς στέγης καὶ ἕνεκα τοῦ μικροῦ ἐνοικίου τὸ ὁποῖον ἐλάμβανον οἱ ἰδιοκτῆται ἤρχισαν νὰ παραπονῶνται οὗτοι λέγοντες ὅτι δὲν ἀρκεῖ ὅτι οἱ ἐνοικιασταὶ δὲν δίδουν τὸ μίσθωμα τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ δίδουν, ἀλλὰ καὶ ὑπενοικιάζοντες τὴν οἰκίαν κερδίζουν ἐξ αὐτῆς. Ἐντεῦθεν ἐνέκυψεν εἰς τὴν διάνοιαν τοῦ νομοθέτου διὰ τῶν δύο τελευταίων Διαταγμάτων, θέλοντος νὰ ὑποστηρίξῃ τὸν ἰδιοκτήτην, ἡ σκέψις νὰ ἀπαγορεύσῃ τὴν ὑπομίσθωσιν ἄνευ τῆς εἰδικῆς ἀδείας τοῦ ἰδιοκτήτου καὶ συγχρόνως ἔδωκεν εἰς τὸν ἰδιοκτήτην ἓν ποσοστὸν ὑπομισθώσεως. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ποσοστὸν τὸ ὁποῖον ἀνεγνώρισεν εἰς τὸν ἰδιοκτήτην, τοῦτο δὲν ἦτο σπουδαῖον, ὅσον ἀφορᾷ ὅμως τὴν ἀπαγόρευσιν τῆς ὑπομισθώσεως ἦτο τυραννική, διότι πολλοὶ οἱ ὁποῖοι εἶχον ἐνεργήσει ὑπομισθώσεις ἀγνοοῦντες τὴν ἀπαγόρευσιν, καὶ δὴ ὁ πτωχὸς κόσμος, εὑρίσκοντο ὑπὸ ἔξωσιν ἀπὸ ἕνα δύστροπον ἰδιοκτήτην. Περὶ τούτου ὑπεβλήθησαν πλεῖστα ὅσα παράπονα καὶ ἐν τῷ σημείῳ τούτῳ ἐτέθη ὅτι ὑπομίσθωσις πρέπει νὰ γίνεται τῇ ἐγγράφῳ συναινέσει τοῦ ἰδιοκτήτου, ἐν ἀδικαιολογήτῳ δὲ ἀρνήσει αὐτοῦ νὰ παρεμβαίνῃ ὁ Πρόεδρος καὶ νὰ ἐπιβάλλῃ τὴν ὑπομίσθωσιν. Ἡ ὑπομίσθωσις πρέπει νὰ εὐνοηθῇ, διότι εὐρύνεται ἡ στέγη. Πρέπει νὰ προστατεύσωμεν τὸν ἰδιοκτήτην, ὄχι ὅμως νὰ γίνεται οὗτος δύστροπος. Σᾶς εἶπον ἤδη ἐν ἀρχῇ ὅτι ὑπῆρχεν ἀνελευθέρα καὶ ἄδικος πρὸς τὰ ἤθη τῆς ἑλληνικῆς οἰκογενείας διάταξις, κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν ἠδύνατο κανεὶς νὰ ξενίσῃ τοὺς συγγενεῖς αὑτοῦ. Ἡ διάταξις αὕτη ἀπηλείφθη καὶ μένει διὰ τοὺς ἀπωτέρου βαθμοῦ συγγενεῖς, ἂν μείνωσιν οὗτοι πέρα τῶν 30 ἡμερῶν, ὁπότε θεωρεῖται μίσθωσις καὶ καταβάλλεται ἀνάλογον ἐνοίκιον. Ἑπομένως ἐπῆλθε βελτίωσις καὶ κατὰ τοῦτο. Ἂν εἶναι οἰκεῖοι, δύνανται νὰ μείνουν ὅσον θέλουν. Ἐπίσης ἐσυστηματοποιήσαμεν ἐπὶ τὰ βελτίω τὰ περὶ μισθώσεως κατοικίας μετ’ ἐπίπλων. Ὁ ἐκμισθωτὴς μὲ ἔπιπλα καὶ ὑπηρεσίαν συνήθως εἶναι πτωχὸς ἄνθρωπος καὶ πρέπει νὰ πάρῃ κάτι περισσότερον ἀπὸ τὸ ἐπιμίσθιον. Δηλαδὴ μέχρι σήμερον ἔδιδε τὸ ἥμισυ εἰς τὸν ἰδιοκτήτην καὶ τὸ ἥμισυ εἰς τὸν ὑπομισθωτήν. Ἀλλ’ ὁ ὑπεκμισθωτὴς καταβάλλων κἄτι πρέπει νὰ λάβῃ κάποιαν ἀμοιβὴν καὶ διὰ τοῦτο ἐθεώρησα ὅτι ἀντὶ τοῦ ἡμίσεος πρέπει νὰ λαμβάνῃ τὰ ⅔ ὁ ὑπεκμισθωτὴς καὶ τὸ ⅓ ὁ ἰδιοκτήτης. Ἐλησμόνησα νὰ σᾶς εἴπω ὅτι, προκειμένου περὶ τῶν αὐξήσεων — καὶ πρέπει νὰ τονισθῇ τοῦτο —, τὰ ἀρτοποιεῖα τὰ ἐν συνοικίαις μεμονωμένα, τὰ μὴ ἐξαρτώμενα ἐκ κεντρικῶν μεγάλων ἐπιχειρήσεων, ἐξῃρέθησαν καὶ αὐτὰ καὶ ἐθεωρήθησαν ὡς κοινοῦ καλοῦ ἱδρύματα, μολονότι, ὡς πληροφοροῦμαι, ὅτι αὐτοὶ ἔγιναν πλούσιοι. Ἀλλὰ διὰ νὰ μὴ δώσωμεν καμμίαν ἀφορμὴν νὰ ὑψώσουν τὴν τιμὴν τοῦ ἄρτου, τὰς αὐξήσεις αὐτὰς ἀφήσαμεν νὰ τὰς πληρώσῃ τὸ Δημόσιον.
§116Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἤθελον νὰ παρακαλέσω ὅπως διακόψωμεν, διότι εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ μεταβῶ κάπου. Ἂν θέλητε νὰ διακόψωμεν διὰ τὰς 10½.
§117ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις διὰ τὰς 10½. (Ὥρᾳ 8.15′ μ.μ.).
ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΚΟΠΗΝ
(Ὥρα 11 μ.μ.).
§118ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Κατ’ ἐντολὴν ἡ ὁποία μοὶ ἐδόθη συνεκρότησα τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου ἐκ 30 πληρεξουσίων, συμπεριλαμβανομένων καὶ τῶν ἀρχηγῶν τῶν κομμάτων, ἤτοι ἐκ τῶν κ.κ. 1) Α. Μιχαλακοπούλου, 2) Α. Παπαναστασίου, 3) Γ. Καφαντάρη, 4) Γ. Κονδύλη, 5) Θ. Σοφούλη, 6) Σ. Γονατᾶ, 7) Θ. Παγκάλου, 8) Φ. Μανουηλίδη, 9) Ι. Βαλαλᾶ, 10) Κ. Ἀλαβάνου, 11) Π. Ἀραβαντινοῦ, 12) Π. Ἀσκούτση, 13) Α. Ἐφραιμίδη, 14) Δ. Θεολογίτη, 15) Σ. Θεοδωροπούλου, 16) Π. Καλαντζοπούλου, 17) Β. Καραπαναγιώτη, 18) Π. Καραπάνου, 19) Σ. Κρεμεζῆ, 20) Α. Μπακάλμπαση, 21) Δ. Μπότσαρη, 22) Α. Μυλωνᾶ, 23) Δ. Πάζη, 24) Γ. Παπανδρέου, 25) Κ. Ρέντη, 26) Μ. Σαμαρᾶ, 27) Ι. Ταρσούλη, 28) Ι. Τσιριμώκου, 29) Χ. Φακῆ καὶ 30) Θ. Χαβίνη.
§119Σ. ΞΥΔΗΣ. Καὶ ἡ ἀγροτικὴ ὁμάς, κύριε Πρόεδρε;
§120ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐφρόντισα νὰ ἀντιπροσωπευθοῦν ὅλαι αἱ ὁμάδες ἀναλόγως τῆς δυνάμεώς των, ἐφόσον ἦτο δυνατόν. Ἐπίσης τὴν ἐπὶ τῶν φορολογικῶν νόμων Ἐπιτροπὴν ἀνακοινῶ ὅτι κατήρτισα ἐκ τῶν κ.κ. Σ. Ἀναστασιάδη, Δ. Γερογιάννη, Α. Δεναξᾶ, Ε. Ἐμμανουηλίδη, Δ. Ἡρακλείδη, Ν. Καραμάνου, Χ. Κατριβάνου, Α. Κεντούρη, Α. Κόρακα, Φ. Μανουηλίδη, Α. Μάρκου, Π. Μερλοπούλου, Π. Παναγιώτου, Α. Πρέκα καὶ Ι. Σταΐκου ἢ Παπαδάκη.
§121Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Κάμνω τὴν παρατήρησιν ὅτι τοὺς παλαιοὺς πολιτευομένους τοὺς ἔχοντας πεῖραν δὲν τοὺς λαμβάνετε ὑπ’ ὄψιν.
§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐτέθη κανὼν νὰ γίνεται συνεννόησις μὲ τοὺς ἀρχηγοὺς καὶ νὰ δίδωνται τὰ ὀνόματα ἀπὸ αὐτούς.
§123Σ. ΞΥΔΗΣ. Αὐτὴ ἡ μέθοδος δὲν μᾶς ἀρέσει.
§124ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης παρακαλεῖται ὅπως συνεχίσῃ τὴν ἀγόρευσίν του.
§125Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Κύριοι πληρεξούσιοι, συνεχίζων τὴν ἀνάπτυξίν μου ἐπὶ τοῦ ἐνοικιοστασίου θὰ σᾶς παρακαλέσω εἰ δυνατὸν νὰ μὴ μὲ διακόπτητε, διότι ἐγὼ ἐπιθυμῶ ἐφεξῆς νὰ εἶμαι σύντομος. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰς μισθώσεις καταστημάτων, καὶ αὐταὶ παρατείνονται, διότι τὸ γενικὸν σύστημα, ὅπως εἶπον, εἶναι νὰ παραταθῶσιν ὑποχρεωτικῶς πᾶσαι αἱ μισθώσεις, πλὴν ὀλίγων ἐξαιρέσεων, μέχρι τῆς 31ης Αὐγούστου 1926. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ κανονιζόμενον μίσθωμα, σᾶς εἶπον ὅτι ἐκ τῶν μέχρι τοῦδε ἐνοικιοστασίων τὰ καταστήματα ἐπεδίωξαν νὰ λάβωσιν αὐξήσεις ἐν σχέσει πρὸς τὸ προπολεμικὸν ἐνοίκιον ἀπὸ 4½— 7½. Τὰ προηγούμενα ἐνοικιοστάσια ἐπὶ τῶν μικρῶν σχετικῶς μισθωμάτων ἔδιδον περισσοτέρας αὐξήσεις. Ἤδη κατὰ τὴν βάσιν τὴν ὁποίαν ἔθεσε τὸ νέον ὑπὸ κρίσιν Διάταγμα ἐθεωρήθη ὅτι ἔχει ἐπέλθει ἰσοπέδωσις ὅλων τῶν αὐξήσεων καὶ ἐδόθη εἰς αὐτοὺς τὸ πενταπλάσιον τοῦ τετάρτου. Διὰ τοῦ πενταπλασίου τοῦ τετάρτου δὲν φθάνομεν εἰσέτι εἰς τὴν τιμὴν τοῦ συναλλάγματος, διὰ δὲ τὰς μικροτέρας μισθώσεις εὑρισκόμεθα πολὺ κάτω. Ἔχομεν πίνακας ἀπὸ τοὺς ὁποίους φαίνεται ὅτι φθάνομεν εἰς τὸ 7½, 8½ καὶ 10½. Πάντως ὑπολειπόμεθα τῆς τιμῆς τοῦ συναλλάγματος. Ἀλλ’ ἐπειδή, ὡς σᾶς εἶπον, ὅλαι ὅσαι ἐγένοντο κατόπιν ἐπηλήθευσαν τὸν λογαριασμόν, ὥστε νὰ ἴδωμεν ἂν ἐν τῇ γενικότητι ἡ βάσις τὴν ὁποίαν ἐθέσαμεν ὅτι ἀληθῶς εὑρέθη, ὅτι εἰς μισθώσεις καταστημάτων αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο μεταξὺ τοῦ 1915–1917 ὁσάκις τὸ μίσθωμα εἶναι ἄνω τῶν 600 δραχμῶν ἡ αὔξησις τοῦ πολλαπλασίου τοῦ τετάρτου αὐξάνει καὶ ὑπερβαίνει τὰς προβλέψεις ἡμῶν, ὑπερβαίνει καὶ τὸν τιμάριθμον, ὑπερβαίνει καὶ τὸ συνάλλαγμα. Αὐτὸ θὰ εἴπῃ ὅτι ἐξηλέγχθησαν καὶ ἐκεῖ προσεκρούσαμεν ἐπὶ μισθώσεων, ἐπαναλαμβάνω, καταστημάτων, τὰ ὁποῖα ἐγένοντο ἀπὸ τοῦ 1915 μέχρι τέλους τοῦ 1917, ὁ ὑπολογισμὸς τὸν ὁποῖον ἐδώσαμεν, τὸ πολλαπλάσιον τοῦ τετάρτου πίπτει ἔξω, ἀναβαίνει εἰς τὸ δεκαπλάσιον, ἴσως δὲ καὶ εἰς τὸ εἰκοσαπλάσιον. Ὅταν ἴδωμεν αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἐξηλέγξαμεν, ἐσκέφθημεν ὅτι αὐτὸ ὑπερέβη τὰς προβλέψεις καὶ τὴν βούλησιν καὶ τὸν σκοπὸν τοῦ νόμου, καὶ διὰ τοῦτο εἰς αὐτὰς τὰς μισθώσεις ἐδώσαμεν τὴν ὑπαλλακτικὴν εὐχέρειαν εἰς τὸν μισθωτὴν νὰ μὴ βαδίσῃ τὴν ὁδὸν τοῦ Διατάγματος, διότι θὰ ἐζημιοῦτο, ἀλλὰ νὰ βαδίσῃ τὴν ὁδὸν τοῦ νὰ πληρώσῃ τὸ προπολεμικὸν μίσθωμα, τὸ ἀρχικῶς συνομολογηθέν, πολλαπλασιαζόμενον ἐπὶ κλάσμα ἔχον ἀριθμητὴν τὴν τιμὴν τῆς ἀγγλικῆς λίρας εἰς τιμὴν συναλλάγματος καὶ παρονομαστὴν τὴν τιμὴν τῆς ἀγγλικῆς λίρας καθ’ ὃν χρόνον συνωμολογήθη ἡ σύμβασις. Μάλιστα, ἐπειδὴ κατὰ τὸ Διάταγμα πρέπει ὁ μισθωτὴς νὰ δηλώσῃ τὴν ἐνάσκησιν αὐτοῦ τοῦ ὑπαλλακτικοῦ δικαιώματος ἐντὸς 30 ἢ 40 ἡμερῶν ἀπὸ τῆς ἰσχύος του, ἔσπευσα καὶ δι’ ἐπισήμου ἀνακοινώσεως τοῦ Ὑπουργείου νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῶν ἐνδιαφερομένων ὡς πρὸς τὰς ὑπομισθώσεις καταστημάτων. Παρ’ ὅλοις τοῖς καταστηματάρχαις κατεβλήθη δικαία προσπάθεια νὰ παράσχωμεν εἰς αὐτοὺς τὸ δικαίωμα νὰ προσλαμβάνωσιν ἄνευ οὐδενὸς περιορισμοῦ συνεταῖρον. Μέχρι σήμερον τὰ προηγούμενα Διατάγματα εἶχον περιορισμόν. Ἡ πρόσληψις συνεταίρου ἠδύνατο νὰ θεωρηθῇ ὑπομίσθωσις. Διὰ τοῦτο πρὸς τὰς αὐξήσεις τὰς ὁποίας ἐδώσαμεν διὰ τοῦ ὑπὸ κρίσιν Διατάγματος παρέσχομεν ἀπεριόριστον τὸ δικαίωμα εἰς τὸν καταστηματάρχην νὰ προσλαμβάνῃ συνεταῖρον. Τώρα, κύριοι, ἔρχομαι εἰς ἄλλο σοβαρώτατον σημεῖον. Τὰ μέχρι σήμερον ἐκδοθέντα ἐνοικιοστάσια δὲν γνωρίζω κατὰ ποῖον τρόπον σκεφθέντα ἐξῄρουν τοῦ προορισμοῦ τοῦ ἐνοικιοστασίου τὸ Δημόσιον ὡς ἐκμισθωτήν. Τὸ περιελάμβανον μόνον ὡς μισθωτὴν καὶ ἀπελάμβανε τὸ Δημόσιον καὶ ἄλλων δικαιωμάτων ἐκ τῶν ὠφελημάτων τοῦ ἐνοικιοστασίου. Ἀλλ’ ἀντιστρόφως ἐξῄρουν τὸ Δημόσιον, τὸ Πανεπιστήμιον καὶ ἄλλα ἱδρύματα τῶν περιορισμῶν τοῦ ἐκμισθωτοῦ. Τὸ συμπέρασμα εἶναι ὅτι τὸ Δημόσιον, τὸ Πανεπιστήμιον καὶ πολλὰ φιλανθρωπικὰ ἱδρύματα ἠδύναντο νὰ ἐξώσουν τοὺς μισθωτάς των.
§126Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ δὲν ὑπέκειντο εἰς ἔξωσιν αὐτά. Αὐτὸ ἦτο ἀνακολουθία.
§127Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Σήμερον ὅμως τὸ Δημόσιον ἐστερήθη τῶν πλεονεκτημάτων τοῦ ἐνοικιοστασίου. Δὲν ἠμπορεῖ τὸ Δημόσιον νὰ στερηθῇ ἀποτόμως τῶν οἰκημάτων του· ἀλλὰ θὰ πληρώνῃ ἐνοίκια ὑπὸ τὰς σημερινὰς συνθήκας. Εὑρέθην πρὸ μιᾶς καταστάσεως τοιαύτης. Καὶ μάλιστα τὸ ἐνοικιοστάσιον εἶχεν ἐπεκτείνει αὐτὴν τὴν ἀτέλειαν ὄχι πλέον εἰς τὸ Δημόσιον, τὰς κοινότητας, τοὺς δήμους καὶ τὰ Πανεπιστήμια, ἀλλὰ καὶ εἰς πληθὺν νομικῶν προσώπων. Μὲ ἐπεσκέφθησαν πολλοὶ τῶν διοικούντων τὰ τοιαῦτα φιλανθρωπικὰ ἱδρύματα καὶ ἐζήτουν νὰ τὰ προστατεύσω. «Τίνα προστασίαν ἐννοεῖτε;» τοῖς εἶπον. «Νὰ ἐξαιρεθῶμεν, μοὶ ἀπήντησαν, τοῦ ἐνοικιοστασίου ὡς ἐκμισθωταί». Δηλαδὴ ἤθελον νὰ ἀπολαμβάνουν τοῦ δικαιώματος τῆς ἐξώσεως τῶν μισθωτῶν. «Διατί τὸ θέλετε τὸ δικαίωμα αὐτό;» ἠρώτησα. «Διότι ἔχομεν ἐνοικιάσει πολυετῶς καὶ μὲ ἐνοίκια προπολεμικά, τὰ ὁποῖα σήμερον εἰσπράττονται εἰς δραχμὰς ἐξευτελισμένας καὶ τὰ εἰσοδήματα ἡμῶν δὲν ἐπαρκοῦν διὰ νὰ ἀνταποκριθῶμεν εἰς τοὺς κοινωφελεῖς σκοποὺς τοὺς ὁποίους ἐπιδιώκομεν». Τοῖς ἀπήντησα ὅτι, ἂν αὐτὸς εἶναι ὁ σκοπὸς τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκετε, θὰ φροντίσω νὰ κανονίσω τὸ ζήτημα. Ἐσκέφθην λοιπὸν ὅτι, ἀφοῦ αὐτὸς εἶναι ὁ σκοπὸς διὰ τὸν ὁποῖον καὶ μέχρι σήμερον ἦτο θεσπισμένον διὰ τὸ Πανεπιστήμιον, διὰ τὰ ἄλλα φιλανθρωπικὰ ἱδρύματα καὶ διὰ τὸ Δημόσιον νὰ ἔχουν ἰδιαίτερα δικαιώματα, ἐσκέφθην, λέγω, ὅτι ἔδει ἀφ’ ἑνὸς μὲν νὰ ἀφαιρεθῇ τὸ δικαίωμα τῆς ἐξώσεως, ἀφ’ ἑτέρου δὲ νὰ λάβουν τὰ τοιαῦτα ἱδρύματα ἓν ἀντάλλαγμα μεγαλύτερον τοῦ συνήθους. Καὶ εἰς αὐτὰ περιλαμβάνεται ἡ Φιλεκπαιδευτικὴ Ἑταιρεία, δηλαδὴ τὸ Ἀρσάκειον, τὸ ὁποῖον ἐξαιρεῖται, ἔχον τὸ δικαίωμα τῆς ἐξώσεως καὶ τὸ ὁποῖον στεγάζει πολλὰ καταστήματα. Ἐν τῇ ἀγαθῇ μου ταύτῃ προσπαθείᾳ τοῦ νὰ τοὺς προστατεύσω ἀπὸ τῆς ἐξώσεως παρέχων ἓν ἀντάλλαγμα μείζονος αὐξήσεως ὁμολογῶ ὅτι ἐπλανήθην, ὅτι ἀπέτυχον. Διότι τὸ ἀντάλλαγμα τὸ ὁποῖον τοῖς ἔδωσα ὑπερέβαλε παραπολὺ τὰς προβλέψεις μου. Κατὰ συνέπειαν εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο αἱ διαμαρτυρίαι αἱ ὁποῖαι διετυπώθησαν εἶναι ὀρθαὶ καὶ εἶμαι διατεθειμένος νὰ ἐπανορθώσω τὸ πρᾶγμα. Διότι, ἂν περιῆλθον εἰς πλάνην, συνέβη ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς ἰδίους κυρίους, οἱ ὁποῖοι, ἐν ᾧ ἐγνώριζον ὅτι ἤδη διατελοῦσιν ὑπὸ τὴν σπάθην τῆς ἐξώσεως καὶ ἐν ᾧ ἐγνώριζον ὅτι ἐπεκτείνεται τοῦτο καὶ ὑπὲρ ἄλλων φιλανθρωπικῶν ἱδρυμάτων, ἐκκλησιαστικῶν κλπ., ἐφησύχαζον ἀπολύτως, δὲν ὑπέβαλον οὐδὲν ὑπόμνημα καὶ ἄφησαν τὰ πράγματα νὰ τρέχουν. Οὐδὲν ὑπόμνημα ὑπέβαλον εἰς τὸ ὁποῖον νὰ παραπονοῦνται καὶ νὰ ἐρωτοῦν διατί τάχα τὸ Δημόσιον καὶ τὰ ἄλλα ἱδρύματα ἐξαιροῦνται ὡς μισθωταί.
§128Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Εἶχον ὑπερβολικὴν ἐμπιστοσύνην εἰς σᾶς.
§129Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Τὴν ἐμπιστοσύνην των αὐτὴν ἐν μέρει τὴν ἐδικαίωσα, ἀλλὰ καὶ ἐν μέρει ἀπέτυχον. Ἂν ἐγκαίρως μοὶ εἶχον ὑποβάλει τὰ μισθώματα τὰ ὁποῖα πληρώνουν, θὰ ἔκαμνα τοὺς λογαριασμούς, ὅπως τοὺς ἔκαμα καὶ εἰς τὴν περίπτωσιν τῶν 600 δραχμῶν, καὶ θὰ ἔβλεπα ὅτι ὁ διπλασιασμὸς τὸν ὁποῖον ἔκαμα ὑπερβαίνει τὰς προθέσεις μου καὶ τὴν συνείδησίν μου. Δι’ αὐτὸ ἐδήλωσα, καὶ ἤδη δηλῶ ἐπισήμως, ὅτι κατ’ αὐτὸ τὸ σημεῖον πρέπει νὰ διορθωθῇ ἡ σχετικὴ διάταξις. Τώρα εὑρέθη τὸ ἐνοικιοστάσιον καὶ εἰς ἄλλην περίπτωσιν, τῆς ρυθμίσεως τῆς ὁποίας ἐπελήφθη καὶ ἡ Ἐπανάστασις τὸ πρῶτον. Ὑπάρχουσι πολυετεῖς μισθώσεις συνωμολογημέναι μὲ προπολεμικὰ μισθώματα, οὔπω λήξασαι δέ. Βεβαίως ἐπὶ τῶν μισθώσεων τούτων ὁ ἰδιοκτήτης μειονεκτεῖ, διότι μὴ ἔχων ὑπ’ ὄψει τὰ συμβησόμενα ἐν τῷ μέλλοντι καὶ τὴν πτῶσιν τῆς δραχμῆς συνωμολόγησε μίαν μίσθωσιν μὲ ἓν μίσθωμα τὸ ὁποῖον ἐνόμιζεν ὅτι εἶναι ἱκανοποιητικόν, ἀλλὰ τώρα λαμβάνει τὸ μίσθωμα τὸ προπολεμικὸν εἰς δραχμάς, ἀλλ’ εἰς δραχμὰς ἰδανικάς. Γνωρίζετε βεβαίως τὸ ζήτημα αὐτό, περὶ τῶν συνωμολογημένων συμβάσεων τῶν πολυετῶν, καὶ μάλιστα συμβάσεων καθ’ ἃς Ἑταιρεῖαι εἶχον ἀναλάβει τὴν ἐπιχείρησιν μεγάλων κρατικῶν ἔργων, τὴν παραγωγὴν φωταερίου, ἠλεκτρικοῦ, τὴν ὕδρευσιν τῶν πόλεων, καὶ εἶχον καθορίσει ἓν ποσὸν ἀμοιβῆς ἐπὶ τῶν συμβάσεων αὐτῶν. Μετὰ τὸν πόλεμον πανταχοῦ ἐχάθη πλέον ἡ οἰκονομικὴ ἰσορροπία, διότι αἱ προβλέψεις τὰς ὁποίας εἶχον οἱ ἐνδιαφερόμενοι, λόγῳ τοῦ ἐπελθόντος ἐκ τοῦ πολέμου παγκοσμίου οἰκονομικοῦ συγκλονισμοῦ ἔλειψαν πλέον, ὡς καὶ αἱ οἰκονομικαὶ συνθῆκαι ὑπὸ τὰς ὁποίας συνωμολογήθησαν· καὶ ἐπὶ τῶν συμβάσεων τούτων — δὲν πρόκειται μόνον περὶ τῶν μισθώσεων, ἀλλὰ τὸ ἀναφέρω διότι κατὰ βάσιν παρουσιάζει τὸ αὐτὸ ζήτημα — ἠσχολήθησαν πολλάκις καὶ ἐν Εὐρώπῃ καὶ ἐν Γαλλίᾳ πρὸ πάντων αἱ Κυβερνήσεις καὶ τὰ δικαστήρια καὶ δὴ τὸ Conseil d’ état, διὰ νὰ δυνηθοῦν νὰ ἐπιφέρουν μίαν θεραπείαν· καὶ τὸ Conseil d’ état ἐφήρμοσε τελεσφόρως ἐπὶ τῶν τοιούτων οὔπω ληξασῶν συμβάσεων τὴν λεγομένην «θεωρίαν τοῦ ἀπροσδοκήτου» (la théorie de l’ improviste).
§130Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Τὸ ἐνοικιοστάσιον δὲν ὁμιλεῖ μόνον περὶ οὔπω ληξασῶν συμβάσεων, συναφθεισῶν προπολεμικῶς, ἀλλὰ καὶ μεταπολεμικῶν, τῷ 1921.
§131Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Θὰ εἶναι ὅπως τὸ εἶχε καὶ τὸ ἐπαναστατικόν. Ἐγὼ δὲν ἀπεμακρύνθην ἀπὸ τὰς θεμελιώδεις διατάξεις τοῦ ἐπαναστατικοῦ. Καὶ τὸ ἐπαναστατικὸν λέγει «ἐπὶ μισθώσεων μὴ ληγουσῶν», καὶ τὸ δεύτερον ἐπαναστατικὸν λέγει «ἐπὶ μισθώσεων συνομολογηθεισῶν πρὸ τῆς 1ης Ἰανουαρίου 1921». Λοιπὸν ὅλα τὰ ζητήματά μας, κύριοι, συγκεντροῦνται περὶ τὴν πτῶσιν τοῦ νομίσματός μας. Ἂν δὲν ἐπήρχετο ἡ πτῶσις τοῦ νομίσματός μας ἢ μᾶλλον, ἂν βελτιωθῇ τὸ νόμισμά μας, θὰ λυθοῦν καὶ τὰ ζητήματα τοῦ ἐνοικιοστασίου ἀφ’ ἑαυτῶν. Καὶ πάλιν σᾶς λέγω ὅτι, ἐπειδὴ ἡ συνείδησίς μου καὶ ἡ ψυχή μου δὲν ἤθελον ποτὲ δεχθῆ ὅτι θὰ ἦτο τὸ νόμισμά μας τόσον ἐκπεσμένον, διὰ τοῦτο τὸ ἐθεώρησα ὡς σταθεροποιηθὲν καὶ ἔθεσα βάσιν εἰς τοὺς ὑπολογισμούς μου τὴν λίραν 250 δραχμάς, δυστυχῶς ὅμως ἔφθασε τὰς 300 δραχμάς. Ὅπως ἤδη εἶπον, αἱ αὐξήσεις, αἱ ὁποῖαι θὰ ἀφορῶσι τοὺς ἀπόρους θὰ καταβάλλωνται ὑπὸ τοῦ Κράτους, καθ’ ἕνα συνδυασμὸν τὸν ὁποῖον σᾶς ἀνέπτυξα δηλαδὴ διὰ φορολογίας τῶν ποσοστῶν τῶν αὐξήσεων τὰς ὁποίας δίδομεν εἰς τοὺς ἄλλους. Ἡ παρακράτησις αὐτὴ φθάνει μέχρι 30%. Π. χ. ἂν λάβωμεν μίαν μίσθωσιν τῆς ὁποίας τὸ εἰσόδημα μὲ τὰς αὐξήσεις ἀνέρχεται εἰς 100,000 δραχ. αἱ 30,000 ἀφαιροῦνται καὶ δίδονται ὑπὲρ τῶν ἀπόρων. Διετυπώθη ὡς φορολογία, ἀλλὰ δὲν εἶναι φορολογία, εἶναι μόνον μείωσις τῆς αὐξήσεως ὑπὲρ τῶν ἀπόρων. Τώρα εἰσερχόμεθα εἰς ἓν ἄλλο θέμα, τὸ ὁποῖον δὲν ἐρρύθμισε κανὲν ἐνοικιοστάσιον. Ὑπῆρξάν τινες οἱ ὁποῖοι συνωμολόγησαν συμβάσεις μισθώσεως πρὸ πολλῶν ἐτῶν, αἱ ὁποῖαι ὅμως δὲν ἐξετελέσθησαν, διότι δὲν ἠδυνήθη ὁ ἰδιοκτήτης νὰ παραδώσῃ τὸ μίσθιον ἕνεκα τῶν παρατάσεων τοῦ ἐνοικιοστασίου. Διὰ νὰ γίνω καταληπτός, ὑποθέσωμεν ὅτι κατὰ τὸ 1915 συνωμολόγησεν εἷς μισθωτὴς μετὰ τοῦ ἰδιοκτήτου μίαν μίσθωσιν δεκαετῆ διὰ μίαν μεγάλην οἰκοδομήν, διὰ μίαν ἐπιχείρησιν. Ἐπῆλθε τὸ ἐνοικιοστάσιον καὶ δὲν ἠδυνήθη νὰ ἐκτελεσθῇ αὐτὴ ἡ σύμβασις καὶ ἐξακολουθεῖ νὰ μὴ ἐκτελῆται. Φυσικά, ὅταν τῷ 1915 συνωμολόγει τὴν σύμβασιν αὐτὴν ὁ ἰδιοκτήτης, εἶχεν ὑπ’ ὄψει μίαν οἰκονομικὴν κατάστασιν τὴν ὁποίαν δὲν ἐφαντάζετο ὅτι θὰ μεταβληθῇ τόσον πολύ. Μοὶ ὑπεβλήθη τοιαύτη περίπτωσις καὶ μοὶ ἐπεστήθη ἡ προσοχή. Τί θὰ γίνῃ αὐτὴ ἡ δεκαετία, ἡ ὁποία ἔπρεπε νὰ ἀρχίσῃ τῷ 1915 καὶ νὰ λήξῃ τῷ 1925; Ἐξακολουθεῖ νὰ ἰσχύῃ ἡ μίσθωσις καὶ μὲ μίσθωμα τὸ ὁποῖον συνωμολογήθη τῷ 1915; Εἰς τὸ ζήτημα αὐτὸ ἔδωκα τὴν ἑξῆς λύσιν. Ὁμολογῶ ὅτι δὲν τὸ εὗρον πουθενὰ λελυμένον, ἀλλ’ ὁδηγούμενος ἐκ τῶν γνωμῶν τοῦ Ρωμαϊκοῦ Δικαίου, κατὰ τὰς ὁποίας διδάσκεται ὅτι ἐν ᾗ περιπτώσει ὑπάρχει προσωρινὴ ἀδυναμία πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς συμβάσεως ἀναιρεῖται, ἀτονεῖ προσωρινῶς καὶ τὸ δικαίωμα, ἐφόσον ὑπάρχει ἡ ἀδυναμία, ἔλυσα αὐτὸ τὸ ζήτημα εἰπὼν ὅτι, ἐφόσον χρόνον δὲν ἠδύνατο ὁ μισθωτὴς νὰ παραλάβῃ τὸ μίσθιον ἐξ ἀνωτέρας βίας, ἕνεκα τῶν ἐκ τοῦ ἐνοικιοστασίου ἐπερχομένων παρατάσεων, συνεπείᾳ τῶν ὁποίων εὑρίσκετο ἐντὸς ὁ παλαιὸς μισθωτής, ὁ χρόνος οὗτος θεωρεῖται διαρρεύσας καὶ ἂν μὴ συνεπληρώθη ὁλόκληρος. Μάλιστα νομίζω ὅτι τοιαύτην περίπτωσιν μοὶ ὑπέβαλεν ὁ κ. Π. Καραπάνος· ἀλλ’ ἀσχέτως τῆς περιπτώσεως τὴν ὁποίαν μοὶ ἐνεφάνισεν ὁ κ. Καραπάνος ἐνεφανίσθη καὶ ἄλλη ἐκ Πατρῶν διὰ μίαν μεγάλην ἐπιχείρησιν, διὰ τὴν ὁποίαν ἦλθε μόνος του ὁ ἐνδιαφερόμενος μισθωτής. Λοιπὸν ἐφήρμοσα εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ τὰς ἀρχὰς τοῦ Ρωμαϊκοῦ Δικαίου, ὅτι θεωρεῖται διαρρεύσας ὁ χρόνος ὡς πρὸς τὴν πραγματοποίησιν τῆς συμβάσεως, ἂν δὲ ὑπολείπηται χρόνος, τότε θὰ ἐκτελεσθῇ κατὰ τὸν ὑπολειπόμενον χρόνον, ἀλλ’ ἐπειδὴ μετεβλήθησαν οἱ ὅροι, θὰ καταβληθῇ τὸ μίσθωμα πολλαπλασιαζόμενον ἐπὶ κλάσμα, τὸ ὁποῖον ἔχει παρανομαστὴν τὴν τιμὴν τῆς λίρας. Νομίζω ὅτι δικαιοτέρα λύσις δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ. Ὄσον ἀφορᾷ τὴν ὑποχρεωτικὴν μίσθωσιν τῶν κενῶν οἰκιῶν, σᾶς ἀνέφερα ποῖοι ὅροι ὑπῆρξαν διὰ τοὺς ὁποίους ὁ νομοθέτης καθώρισεν ὅτι αἱ νέαι οἰκοδομαὶ δὲν ὑπόκεινται εἰς τοὺς περιορισμοὺς τοῦ ἐνοικιοστασίου, ἐφόσον ὅμως εἶδεν ὅτι ἐγένετο αἰσχροκέρδεια καθώρισε τὴν ὑποχρεωτικὴν μίσθωσιν. Ὄπως ἐπληροφορήθην ἐν Ἀθήναις ὑπάρχουν 2000 οἰκήματα κενά, καὶ ἐπειδὴ ἡ ἐπίταξις εἶναι κάτι τι σκληρόν, πρέπει νὰ ἐξεύρωμεν μίαν λύσιν, διότι ἐκάη τὸ οἴκημα τοῦ Εἰρηνοδικείου Ἀθηνῶν καὶ δὲν ἠμποροῦμεν νὰ εὕρωμεν οἴκημα καὶ στεγαζόμεθα προσωρινῶς, μᾶς ζητοῦν δὲ μίσθωμα διὰ 10 δωμάτια 50 χιλιάδας δραχμῶν. Λοιπὸν ἐθεώρησα σκόπιμον νὰ περιλάβω καὶ τὴν διάταξιν τῆς ὑποχρεωτικῆς μισθώσεως τῶν κενῶν, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ ἰδιοκτήτης δὲν ἔχει νὰ ζημιωθῇ τίποτε· ἔχει νὰ ζημιωθῇ ἡ βουλιμία του, τὴν ὁποίαν θέλει νὰ ἐφαρμόσῃ εἰς βάρος τῆς Πολιτείας· διότι ὑποχρεωτικὴ μίσθωσις θὰ γίνῃ, ἀφοῦ συμφωνηθῇ μίσθωμα λογικόν· θὰ ἀφαιρεθῶσι τὰ βάρη τῆς ἰδιοκτησίας, οἱ φόροι τοὺς ὁποίους πληρώνει καὶ ἐπὶ τέλους τί ἐδαπάνησε καὶ θὰ λάβῃ ἓν λογικὸν ἀντάλλαγμα τοῦ κεφαλαίου του, ἔστω καὶ παραπάνω. Τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Πολιτεία ὁρίζει τὸν τόκον δὲν δύναται νὰ ἀδιαφορήσῃ διὰ τὴν αἰσχροκέρδειαν ἀντικειμένου πρωτίστης ἀνάγκης, ὅπως εἶναι ἡ στέγη, οὔτε ἀθετεῖ τὴν ὑπόσχεσίν της τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἔδωκαν ἀτέλειαν ὑλικῶν. Ὁ Ἰταλὸς νομοθέτης περιέλαβε καὶ μίαν διάταξιν, κατὰ τὴν ὁποίαν προκειμένου ὁ ἰδιοκτήτης νὰ πωλήσῃ τὸ μίσθιον ὀφείλει νὰ προτιμήσῃ τὸν μισθωτὴν ἐπὶ ἴσοις ὅροις. Σᾶς βεβαιῶ ὅτι πολὺ ἐκοπίασα νὰ εὕρω τὴν ratio legis αὐτῆς τῆς διατάξεως καὶ συνεζήτησα μετὰ πολλῶν τὸ πρᾶγμα καὶ εὗρον ὅτι ἡ ratio legis εἶναι αὕτη, ὅτι ὑπάρχουν μισθωταὶ οἱ ὁποῖοι ἢ ὡς καταστηματάρχαι ἔχουν συνδέσει τὰ συμφέροντά των μετὰ τοῦ μισθίου ἢ ὡς ἔνοικοι οἰκιῶν ἔχουν συνδέσει τὰς συνηθείας των.
§132Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἂν εἶναι 50 οἱ μισθωταί;
§133Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Τὸ προέβλεψα καὶ αὐτό. Ἐθεώρησα σκόπιμον νὰ περιλάβω καὶ ἐγὼ αὐτὴν τὴν διάταξιν, τοσοῦτο μᾶλλον καθόσον καὶ κατὰ τὸ παρ’ ἡμῖν ἰσχῦον μέχρι τινὸς δίκαιον εὑρίσκομεν τὸ δικαίωμα τῆς προτιμήσεως ἀναγεγραμμένον· τὸ ἔχει καὶ τὸ Ρωμαϊκὸν Δίκαιον καὶ ἡ Ἑξάβιβλος τοῦ Ἀρμενοπούλου, κατὰ τὸ ὁποῖον ὑποχρεοῦται ὁ ἰδιοκτήτης, προκειμένου νὰ πωλήσῃ, νὰ προτιμήσῃ τοὺς συγγενεῖς του ἢ τοὺς συνομόρους του ἢ τοὺς συγκυρίους του. Εὕρομεν αὐτὴν τὴν ἀρχὴν καὶ τὴν ἐδέχθημεν.
§134Ν. ΚΑΛΕΛΛΗΣ. Τὸ ἄρθρον 10 τῶν μεταγραφῶν τὸ κατήργησε.
§135Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Σᾶς εἶπα «μέχρι τινὸς ἰσχύοντος». Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἐγὼ ἐξετάζω ὅτι ὑπάρχει νομοθετικὴ ἀντίληψις τοιαύτη ἡ ὁποία τὸ ἔχει ἀποδεχθῆ, καί, εἰς τὴν σημερινὴν περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν κανονίζεται ζήτημα μισθώσεως, εἶναι σκόπιμον, ἀφοῦ εὑρίσκομεν ἕνα πεπολιτισμένον νομοθέτην ὁ ὁποῖος τὸ ἀπεδέχεται, νὰ τὸ ἀποδεχθῶμεν καὶ ἡμεῖς. Ἀλλ’ ἐγὼ τὸ συνεπλήρωσα, δύναται δὲ ἀκόμη νὰ συμπληρωθῇ. Ἐσκέφθην ὅτι ὑπάρχει περίπτωσις καθ’ ἣν δὲν πρέπει νὰ ἀναγνωρίσωμεν τὸ δικαίωμα αὐτό· ὑπάρχουν συγγενεῖς οὓς δύναται νὰ προτιμήσῃ ὁ ἰδιοκτήτης, ὁ ἀδελφός του, ὁ υἱός του, ἡ νύμφη του, καὶ ἔθεσα ἐγὼ τὴν ἑξῆς συμπλήρωσιν, ὅτι «ἐκτὸς ἂν πρόκειται νὰ τὸ ἀγοράσῃ εἷς τῶν οἰκείων». Ἐπὶ πλέον, ἐπειδὴ παρετήρησα ὅτι δὲν ἐδέχθησαν μὲ καλὸν ὄμμα τὴν διάταξιν αὐτὴν καὶ μοὶ παρεπονέθησαν οἱ ἰδιοκτῆται, τοῖς εἶπον ὅτι τὸ ἴδιον τίμημα θὰ λάβουν καὶ παρὰ τοῦ ἑνὸς καὶ παρὰ τοῦ ἄλλου τῶν ἀγοραστῶν, ἐκτὸς ἂν οὗτος εἶναι ἐκ τῶν οἰκείων. Διεῖδον ὅτι δὲν ἀρέσκει αὐτὴ ἡ διάταξις εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας, διότι εἶναι εἷς φραγμὸς πρὸς καταπολέμησιν τῆς καταδολιεύσεως τῆς διατάξεως περὶ ὑπερτιμήματος. Δεδομένου λοιπὸν ὅτι οἱ νόμοι περὶ ὑπερτιμήματος καταδολιεύονται, ἐπειδὴ διὰ τοῦ νομοθετήματος τίθεται ἡ ὑποχρέωσις νὰ εἰδοποιήσωσι τὸν μισθωτὴν ὅτι πρόκειται νὰ πωλήσωσι τὸ ἀκίνητον εἰς τὸν Α ἀντὶ τόσου τιμήματος καὶ οὕτως ἀποκαλύπτονται, ἀποδεικνύεται ὅτι εἶναι κατά τι χρήσιμος ἡ διάταξις αὕτη. Περιέλαβον ἐπίσης διάταξιν περὶ ἀπαγορεύσεως μετατροπῆς κατοικιῶν εἰς ἄλλην χρῆσιν διὰ νὰ προστατεύσωμεν καὶ εὐρύνωμεν τὴν στέγην. Ἐκανόνισα τὰ περὶ ἰδιοκατοικήσεως κατὰ ἕνα εὐρύτερον τρόπον, ὥστε ὁ θέλων πράγματι καὶ εἰλικρινῶς νὰ ἰδιοκατοικήσῃ νὰ δύναται ἄνευ πολλῶν διατυπώσεων νὰ μεταβαίνῃ εἰς τὴν οἰκίαν του· καὶ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὑπῆρχε «νὰ παρέχῃ ἀνάλογον οἰκίαν», τὸ μετέβαλον διὰ τῆς διατάξεως «νὰ παράσχῃ τὴν ἐν ᾗ κατοικεῖ οἰκίαν». Τὴν ἰδιοκατοίκησιν ἐναντίον πλουσίων δὲν τὴν ἐπέβαλον, διότι δὲν ὑπῆρχεν ἀνάγκη αὐτοῦ τοῦ περιορισμοῦ, διότι ἠδύναντο οὗτοι νὰ εὕρωσιν ἄλλην κατοικίαν. Ὅλα τὰ ἐνοικιοστάσια, τὰ μέχρι σήμερον δημοσιευθέντα, προκειμένου περὶ τῆς ἰδιοκατοικήσεως, ἔθετον ἓν ὅριον, ὥριζον ὅτι ἔπρεπεν ὁ ἰδιοκτήτης νὰ ἔχῃ ἀποκτήσει τὴν οἰκίαν του πρὸ τοῦ 1920 ἢ πρὸ τοῦ 1921 ἢ πρὸ τοῦ 1922. Τὴν τοιαύτην διάταξιν ἔθεσε καὶ ἡ ἀλλοδαπὴ νομοθεσία. Ἐγὼ ἐπεθύμουν νὰ τὴν ἐξοβελίσω, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐν τῇ ἐνεργείᾳ μου ἀπέβλεψα εἰς βασικὰς καὶ θεμελιώδεις ἀρχάς, καὶ ὁ λόγος εἶναι ὅτι διὰ τῆς προσπαθείας ἀγορᾶς ἀκινήτου ἀπὸ ἕνα τρίτον μὴ ὄντα ἰδιοκτήτην, ὅταν δίδεται εἰς αὐτὸν ἀπόλυτος ἐξουσία ἰδιοκατοικήσεως, θὰ γίνωσιν ἐσπευσμέναι ἀγοραὶ κτημάτων καὶ θὰ ἀποτελέσωσιν αὔξησιν τῆς ἀξίας τῶν κτημάτων ἐπιζημίαν, δι’ αὐτὸ ἔθηκα αὐτὸν τὸν περιορισμόν. Ἀπήλειψα ὅμως ἑτέρους περιορισμοὺς οἱ ὁποῖοι ὑπῆρχον εἰς τὸ κατωτέρω ἐδάφιον· τὸν περιορισμὸν δηλαδὴ ὅτι ἔδει ὁ ζητῶν τὴν ἰδιοκατοίκησιν ἰδιοκτήτης νὰ παρέμενε μονίμως ἐν Ἀθήναις. Ὑπῆρξαν πολλοὶ ἀξιωματικοὶ καὶ ὑπάλληλοι οἱ ὁποῖοι ἀπεμακρύνθησαν ἐξ Ἀθηνῶν καὶ εἶτα ἐπανῆλθον καὶ ἠθέλησαν νὰ ἰδιοκατοικήσουν. Τὸ ἰσχῦον ἐνοικιοστάσιον ἔλεγεν ὅτι τοῖς παρέχεται τὸ δικαίωμα αὐτὸ ἂν παραμείνωσι τόσα ἔτη. Αὐτὸν τὸν περιορισμὸν τὸν ἀπήλειψα· διότι δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ παραμένουν μονίμως. Ἐφάνην ὅμως πολὺ ἐλευθεριώτερος εἰς τὴν ἰδιοκατοίκησιν τὴν μερικήν. Ὡς σᾶς εἶπον, ἡ ἰδιοκατοίκησις ἡ μερικὴ εἶναι τεθεσπισμένη ὑπὸ τοῦ Διατάγματος τοῦ προηγουμένου ὑπὲρ τῶν ἀξιωματικῶν καὶ τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, εἰς τοὺς ὁποίους ἐπιτρέπει νὰ ζητῶσι συγκατοίκησιν. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν οἰκοδόμησιν, προσεπάθησα νὰ τὴν διευκολύνω καὶ τὴν ἐξασφαλίσω· διότι ὑπῆρξαν ἀπειράριθμοι ἐξώσεις ἐπὶ ἀνοικοδομήσει τοῦ μισθίου καὶ ἡ ἀνοικοδόμησις δὲν ἐξετελέσθη. Βεβαίως ὑπῆρχον καὶ ποιναὶ εἰς τὰ Διατάγματα, ἀλλ’ ὑπῆρχον ποιναὶ εἰς τὰς ὁποίας αἱ δικαστικαὶ Ἀρχαὶ δὲν εἶχον προσοικειωθῆ καὶ τὰς ἐθεώρουν ἀνεκτελέστους. Ἠξίωσα λοιπὸν ὅτι, ὅταν θέλῃ νὰ οἰκοδομήσῃ ὁ ἰδιοκτήτης, νὰ προσάγῃ ἐνδείξεις ὅτι ἔχει καὶ τὰ μέσα νὰ οἰκοδομήσῃ. Ἐφθάσαμεν καὶ εἰς ἕτερόν τι· οἱ μισθωταὶ φωνάζουσι «πρέπει νὰ προστατευθῶμεν· ἂς γίνῃ ἡ ἀνοικοδόμησις, ἀλλὰ νὰ προστατευθῶμεν». Προσπάθησα νὰ καταστήσω ἐφικτὴν τὴν ἐπαναφορὰν ἢ τουλάχιστον ἱκανὴν τὴν ἀποζημίωσιν. Τὸ Διάταγμα ὥριζεν ὡς ἀποζημίωσιν τριῶν ἐτῶν ἐνοίκια· ἐθεώρησα ταύτην μικρὰν καὶ τὴν ἀνεβίβασα εἰς τὸ ἰσότιμον πέντε ἕως ὀκτὼ ἐτῶν ἐνοίκια. Προκειμένου δὲ περὶ Ἀνωνύμων Ἑταιρειῶν, ὡς ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, ἡ Ἑταιρεία τοῦ ἀπ’ Ἀθηνῶν εἰς Πειραιᾶ σιδηροδρόμου ἐφάνην αὐστηρότερος, ὅτε μάλιστα ἐμάνθανον ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα σκέπτεται νὰ καταρρίψῃ τὰ ἐπὶ τῆς ὁδοῦ Σοφοκλέους οἰκοδομήματά της, εἰς τὰ ὁποῖα στεγάζονται τόσα γραφεῖα καὶ διάφορα ἄλλα καταστήματα. Εἶπον προηγουμένως ὅτι προκειμένου περὶ Ἀνωνύμων Ἑταιρειῶν πρέπει νὰ εἴμεθα αὐστηρότεροι, ἂν καὶ ἡ περίπτωσις αὐτὴ εἶναι ἀνέφικτος, διότι δὲν ἀνταποκρίνεται εἰς τὸν σκοπόν. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἔδωκα, προκειμένου περὶ Ἀνωνύμων Ἑταιρειῶν, μεγαλυτέραν ἀποζημίωσιν εἰς τοὺς μισθωτάς, ἀλλὰ ταύτην ἐξικνουμένην μεταξὺ δύο ὁρίων, ἀπὸ 5–10 ἐτῶν, ἐξαρτωμένην ἐκ τῆς κρίσεως τοῦ δικαστοῦ, κατόπιν ἐξετάσεως, καὶ ἐκ τῶν κερδῶν τῆς ἐπιχειρήσεως. Τώρα ἐρχόμεθα εἰς ἓν ζήτημα θεμελιῶδες. Εἶναι γνωστόν, κύριοι, ὅτι καὶ σήμερον συνομολογοῦνται ὑπερβολικὰ ἐνοίκια ἐπί τε τῶν παλαιῶν καὶ τῶν νέων οἰκοδομῶν. Πληροφοροῦμαι ὅτι ὁ πτωχὸς κόσμος καὶ ἰδίως οἱ ὑπάλληλοι οἱ μετατιθέμενοι ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν ἐνταῦθα, οἱ ἀξιωματικοὶ οἱ μετατιθέμενοι ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν ἐνταῦθα καὶ οἱ ἔγγαμοι καταντᾷ νὰ πληρώνουν διὰ δύο δωμάτια καὶ μίαν κουζίναν, κείμενα εἰς ἀπόκεντρον μέρος τῆς πόλεως, πεπαλαιωμένα δὲ 1500 δραχμάς, 2500 δραχμάς, 3000 δραχμάς. Αὐτὸ εἶναι μία ἀφόρητος αἰσχροκέρδεια. Ἀξιωματικὸς λαμβάνων μισθὸν 3000 δρ. μηνιαίως, ὅταν πληρώσῃ 1500 δι’ ἐνοίκιον, τί θὰ τῷ ἀπομείνουν; Ἐθεώρησα λοιπὸν ὅτι ἔδει ἡ Πολιτεία νὰ θέσῃ φραγμὸν καὶ ἐπὶ τῶν παλαιῶν καὶ ἐπὶ τῶν νέων οἰκοδομῶν εἰς τὴν τοιαύτην αἰσχροκέρδειαν καὶ καταδυνάστευσιν τῶν ἐνοικιαστῶν. Δὲν ἐννοῶ νὰ ἀδικηθῇ ὁ ἰδιοκτήτης· ὁ ἰδιοκτήτης νὰ λάβῃ ἓν λογικὸν μίσθωμα ἀνάλογον πρὸς τὰς σημερινὰς συνθήκας τῆς ζωῆς, ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ λάβῃ 1500 δραχμὰς τὸν μῆνα διὰ δύο δωμάτια, τὰ ὁποῖα δὲν δύνανται νὰ στοιχίζουν 40 χιλ. δραχμὰς ἢ 50 χιλ. δραχμὰς ἔστω καὶ μὲ τὴν σημερινὴν ὑπερτίμησιν τῶν οἰκοδομῶν. Διὰ τοῦτο ἐθεώρησα ὅτι δέον νὰ θέσωμεν τὰ ὑπερβολικὰ καὶ αἰσχροκερδῆ ἐνοίκια ἐπὶ πασῶν τῶν μισθώσεων εἴτε ληξασῶν εἴτε μὴ ληξασῶν, νὰ τὰ θέσωμεν ὑπὸ ἀναθεώρησιν καὶ νὰ καθορίσωμεν τὸ θεμιτὸν μίσθωμα κατὰ τὸ ἄρθρον 46 καὶ 47, τὸ ὁποῖον εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον προηγουμένως εἶπον. Τώρα, ὡς γνωρίζετε, διότι αὐτὰ εἶναι γεγονότα τὰ ὁποῖα μοὶ ἔκαμον ἐντύπωσιν, μικρὰ γραφεῖα, μικρὰ μαγαζεῖα, τὰ ὁποῖα ἐχρησίμευον διὰ τὴν ἐξυπηρέτησιν κοινωνικῶν σκοπῶν, κατώρθωναν νὰ ἐκκενοῦνται διὰ νὰ γίνουν χρηματομεσιτικὰ γραφεῖα ἢ κάτι ἄλλα καταστήματα ἢ καὶ παντοπωλεῖα ἢ καὶ ὑποδηματοποιεῖα, νὰ μεταβάλλωνται εἰς παντοπωλεῖα λαμβάνοντα τὸν λεγόμενον «ἀέρα». Γνωρίζω ἕνα συμβολαιογράφον ὁ ὁποῖος ἔλαβε 300 χιλιάδας δραχμὰς «ἀέρα» καὶ ἐπῆγε καὶ ἐκρύφθη εἰς μίαν τρύπαν. Εἷς ἄλλος παντοπώλης διὰ νὰ ἐγκαταστήσῃ εἰς κεντρικὸν μέρος τὸ παντοπωλεῖόν του ἐπλήρωσε 300 χιλιάδας δραχμὰς «ἀέρα» εἰς ἓν μαγαζεῖ, ἀπὸ τὸν ὁποῖον ἔλαβε μέρος καὶ ὁ ἰδιοκτήτης. Τὴν τοιαύτην πρᾶξιν, κύριοι, τὴν ἐτιμώρησαν οἱ ἀλλοδαποί, τὴν ἐτιμώρησε καὶ ὁ αὐστριακὸς νόμος, τὴν ἐτιμώρησε καὶ ὁ ἰταλικὸς νόμος. Βεβαίως τὸ πρᾶγμα δὲν εἶναι καὶ εὔκολον νὰ τὸ ἀνακαλύψῃ κανείς, ἀλλὰ μὲ τὴν διάταξιν, καθ’ ἣν δύναται νὰ ἀναζητηθῇ τὸ καταβληθὲν ὑπὸ τοῦ καταβαλόντος, νομίζω ὅτι δύναται νὰ περιορισθῇ ὁ τοιοῦτος «ἀέρας», ὁ ὁποῖος ἀφ’ ἑνὸς μὲν εἶναι ἀνήθικος, διότι ἀποτελεῖ εὔκολον κέρδος, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἀποβαίνει εἰς βάρος τοῦ λαοῦ, καθόσον ὁ δίδων, ἂν εἶναι παντοπώλης, βεβαίως θὰ ρίψῃ αὐτήν του τὴν θυσίαν εἰς τὸν πελάτην. Ἀλλ’ ἡ περίπτωσις αὐτὴ μοὶ δίδει, κύριοι, καὶ ἀφορμὴν νὰ κάμω μίαν παρατήρησιν· ὅτι πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποβάλλωνται παράπονα ὑπὸ τῶν ἐπαγγελματιῶν διὰ τὴν μικρὰν διδομένην ὑπὸ τοῦ Διατάγματος ἐλευθερίαν, ἡ ὁποία δὲν προσεγγίζει κἂν πρὸς τὴν λίραν, ὅτι δὲν θὰ δύνανται νὰ ἀνταγωνισθῶσιν, ὅταν ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει μας ὅτι ἄλλοι ὁμότεχνοί των ἐπλήρωσαν 200 χιλ. δραχμὰς καὶ 300 χιλ. δραχμὰς διὰ νὰ εἰσέλθουν εἰς κατάστημα ὁμοίας φύσεως, καὶ ἐν τούτοις ἀνταγωνίζονται ἀπέναντι ἐκείνων οἱ ὁποῖοι πληρώνουν ἐνοίκια ἐντελῶς ἠλαττωμένα; Ἄρα τὸ ἐπιχείρημα αὐτὸ πίπτει. Ἐπὶ τῶν δικονομικῶν διατάξεων δὲν θὰ ἐνδιατρίψω, διότι εἶναι συνήθεις. Ὡς πρὸς τὴν δυνητικὴν διάταξιν, ἡ ὁποία περιέχεται εἰς τὰ τελευταῖα ἄρθρα, θὰ σᾶς εἴπω ἀπὸ οἰκονομικῆς ἀπόψεως ὅτι ἀποβλέπω εἰς αὐτὴν μετὰ πολλῆς πεποιθήσεως καὶ στοργῆς, ὅτι αὐτὴ θὰ εἶναι ἐκείνη ἡ ὁποία θὰ λύσῃ καὶ εἰς τὴν Ἑλλάδα αὐτὸ τὸ πολύκροτον πρόβλημα καὶ θὰ ἐπιφέρῃ τὴν γαλήνην, διότι ἀρκετοὶ λόγοι μᾶς διῄρεσαν· δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀνακινῶμεν καὶ τοιαῦτα ζητήματα, τὰ ὁποῖα δυνάμεθα νὰ κανονίσωμεν διὰ τῆς καλῆς πίστεως καὶ διὰ τῆς ἐπιεικείας, ἀλλὰ καὶ διὰ τῶν λογικῶν παραχωρήσεων ἐξ ἀμφοτέρων τῶν μερῶν. Ὅπως μέχρι σήμερον ἐφάνην καὶ πρὸς τοὺς ἰδιοκτήτας σκληρός, οὕτω νομίζω ὅτι καὶ οἱ ἐνοικιασταὶ οἱ φωνάζοντες δὲν ἔχουν δίκαιον. Ἡ Πολιτεία δὲ εἰς αὐτὰς τὰς μεγάλας τραχύτητας ὀφείλει νὰ παρεμβαίνῃ ὡς ρυθμιστὴς καὶ συμβιβαστής. Σᾶς βεβαιῶ ὅτι εἰργάσθην ὅσον μοὶ ἦτο δυνατόν.
§136ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Τὸ βλέπομεν.
§137Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἔλαβον τὰ πράγματα καὶ ἐκλείσθην καὶ ἐξήτασα αὐτὰ ὡς εἷς δικαστής, ὡς συμβιβαστής. Ὅπου ἔβλεπα τὴν αἰσχροκέρδειαν ἢ τὴν βουλιμίαν τῶν ἰδιοκτητῶν τὴν ἐπάταξα, ἀλλ’ ὅπου ἔβλεπον καὶ τὰς ὑπερβολικὰς ἀξιώσεις, αἱ ὁποῖαι ἀναιροῦσι τὴν ἰδέαν τῆς ἰδιοκτησίας, τὴν ὁποίαν προστατεύει τὸ Σύνταγμα, τὴν περιώρισα ἐν πνεύματι δικαιοσύνης. (Χειροκροτήματα). Ἐπερίμενα δέ, κύριοι, σᾶς τὸ λέγω εἰλικρινῶς, ὅτι θὰ ἐτύγχανεν ἡ νομοθετικὴ ἐργασία τῆς ἐπιδοκιμασίας πάντων· δυστυχῶς δὲν ἠθέλησε νὰ ἐπικρατήσῃ ἡ καλὴ πίστις. Οἱ μὲν ἰδιοκτῆται, οἱ ὁποῖοι πλήττονται περισσότερον ἀπὸ τὸ νομοθέτημα, διότι τίθενται ὑπὸ ἀναθεώρησιν τὰ ὑπερβολικὰ καὶ αἰσχροκερδῆ ἐνοίκια, ὑποβάλλονται εἰς τὴν ὑποχρεωτικὴν μίσθωσιν τῶν οἰκιῶν καθ’ ὅρους τοὺς ὁποίους θὰ κανονίσῃ πλέον ἢ ἡ καλὴ πίστις ἢ ὁ δικαστής· οἱ δὲ ἐνοικιασταί, βαδίζοντες τὴν συνήθη τακτικήν των ἐξετράπησαν πάλιν εἰς τὸ νὰ ὑπονομεύσουν ἓν νομοθέτημα εἰλικρινὲς καὶ καλῆς πίστεως. Καὶ διὰ νὰ σᾶς ἀποδείξω τοῦτο, κύριοι, ἀρκεῖ νὰ σᾶς εἴπω ὅτι ὅλα τὰ αἰτήματα τῶν ἐνοικιαστῶν τὰ ἐπίσημα, τὰ ὑποβληθέντα ὑπὸ τῶν Σωματείων, τὰ ἐδέχθην. Καὶ σᾶς ἀναφέρω τὸ Σωματεῖον «Ἀλληλεγγύης τῶν Ἐνοικιαστῶν», αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἔκαμε προχθὲς συλλαλητήριον ἐντὸς τοῦ «Λούξ». Ὁρίστε τί μοῦ ἐζήτησαν—εἶναι τὸ ἐπίσημον ψήφισμα—, μοῦ ἐζήτησαν παράτασιν τοῦ ἐνοικιοστασίου ἐπὶ τετραετίαν. Τοῖς τὴν ἐδώσαμεν ἐπὶ 4½ ἔτη· 1½ ἔτος ὑποχρεωτικῶς καὶ 3 δυνητικῶς. Καὶ δὲν φαντάζομαι ὅτι θὰ ὑπάρξῃ κανεὶς ὁ σοβαρῶς φοβούμενος ὅτι, Ἐπιτροπὴ ἀποτελουμένη ἀπὸ τρεῖς δικαστὰς καὶ δύο πολίτας κληρουμένους ἀπὸ τὸν κατάλογον τῶν ἐνόρκων, ὅπου ὑπάρχει τοιοῦτος, ἢ ἀπὸ τὰ Ἐπιμελητήρια, ἀπὸ ἐπιχειρηματίας ἀπὸ τοὺς ἐντιμοτέρους ἀνθρώπους, δὲν θὰ δώσῃ τὴν παράτασιν καὶ τῆς ἄλλης τριετίας ἐπὶ κανονισμῷ δικαίου καὶ λογικοῦ ἐνοικίου. Λοιπὸν τοῖς ἔδωσα 4½ ἐτῶν παράτασιν καὶ δὲν εἶναι εὐχαριστημένοι· μοὶ ἐζήτησαν οὐχὶ αὐξήσεις—αὐτὸ δὲν εἶναι δυνατόν, αὐτὸ εἶναι ἀνατροπὴ τοῦ παντός, κατόπιν ἐκείνων τὰ ὁποῖα σᾶς εἶπον, κατόπιν τῶν κοινωνικῶν καὶ οἰκονομικῶν ὅρων ὑφ’ οὓς διατελοῦμεν—μοὶ ἐζήτησαν νὰ ἐπιτραπῇ ἡ ὑπομίσθωσις ἄνευ τῆς συναινέσεως τοῦ ἰδιοκτήτου ἐπὶ μόνῃ τῇ καταβολῇ ποσοστοῦ ἐπὶ ὑπομισθώσεων. Τὸ ἐπέτρεψα αὐτό. Πῶς; Τὸ ἐπέτρεψα διὰ τῆς παρεμβάσεως τοῦ δικαστοῦ· ὅπως καὶ ἀλλαχοῦ, τὴν δίδει τὴν συναίνεσιν ὁ δικαστής, ἀλλὰ καὶ τὴν ἀρνεῖται, καὶ ὑπάρχουσι περιπτώσεις κατὰ τὰς ὁποίας θὰ εἶναι δεδικαιολογημένη ἡ ἄρνησις τοῦ δικαστοῦ. Ἂν ἔξαφνα πρόκειται περὶ μιᾶς οἰκίας ἡ ὁποία εἶναι μισθωμένη διὰ τιμίους σκοποὺς καὶ ζητεῖται νὰ ὑπομισθωθῇ διὰ σκοποὺς ὄχι χρηστούς. Μοῦ ἐζήτησαν νὰ ἐπιτραπῇ ἡ πρόσληψις συνεταίρου καὶ τὴν ἐπέτρεψα ἄνευ ὅρων· ἐνῷ μοὶ ἔλεγον «δίδομεν 10%, τὴν ἐπέτρεψα ἄνευ ὅρων. Ἄρα δεκτὸν καὶ αὐτὸ τὸ αἴτημα. Μοῦ ἐζήτησαν ὄχι κατεδάφισιν τῶν μονωρόφων, ἀλλὰ τοὐλάχιστον ἐπανεγκατάστασιν τοῦ μισθωτοῦ. Τὴν ἐπέτρεψα κατ’ αὐστηρότατον τρόπον, μέχρι τοιούτου σημείου ὥστε ἀνέστειλα καὶ ἀποφάσεις, κατόπιν συνεννοήσεως μετὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἤδη ἐκδεδομένας. Καὶ δὲν ἐξετιμήθη ἡ ἐνέργειά μου καὶ ἐφθάσαμεν μέχρι τοῦ σημείου ὥστε νὰ θίξωμεν τὰ δεδικασμένα· ἀφοῦ εἶπον ὅτι ὁ νομοθέτης μεταβάλλει γνώμην καὶ προσπαθεῖ νὰ μεταβάλῃ γνώμην περὶ ἐπανεγκαταστάσεως, δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ στερηθῶσιν αὐτῆς καὶ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι εἶχον τὴν ἀτυχίαν νὰ ἐκδοθῶσιν ἀποφάσεις κατ’ αὐτῶν οὕτως ἐκτελεσθεῖσαι. Μοῦ ἐζήτησαν ἀκόμη νὰ μὴ χωρῇ ἰδιοκατοικία ἐπὶ μισθωτῶν ἰατρῶν καὶ δικηγόρων. Αὐτὴ ἡ διάταξις ὑπῆρχεν εἰς τὰ παλαιὰ Διατάγματα καὶ τὴν ἐτήρησα. Ἀνεστάλησαν ἀποφάσεις περὶ ἐξώσεως (ἀναγινώσκει)... Αὐτὸ τὸ εἶχε κάμει ἡ Κυβέρνησις ἀπὸ τὰς 15 Δεκεμβρίου. Αὐτὰ εἶναι τὰ αἰτήματα. Διατί συνῆλθον αὐτοὶ οἱ κύριοι νὰ κάμωσι συλλαλητήριον; Ὑπάρχει καλὴ πίστις λοιπόν; Ὀφείλει νὰ ἀγανακτῇ τις ὅταν ἡ Πολιτεία ἐμφανίζηται μὲ τοιαύτην στοργήν, ἴσην πρὸς ἀμφότερα τὰ μέρη; Μήπως παραπλανῶνται ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι διαμαρτύρονται καὶ ἐζήτησαν νὰ διαταράξωσιν ἴσως τὴν δημοσίαν τάξιν; Βλέπετε ὅτι αὐτὰ τὰ ὀκτὼ αἰτήματα τὰ ἐδέχθην ὅλα πλὴν τῶν αὐξήσεων, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν καμμία Κυβέρνησις νὰ ἐπιτρέψῃ αὐτὴν τὴν ἀδικίαν, διότι ἐξεγείρει τὴν ὅλην κοινωνικὴν τάξιν.
§138Α. ΠΡΑΝΤΟΥΝΑΣ. Ποῖοι ὑπογράφονται;
§139Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Κωτσέας κλπ. Καὶ ἐγένοντο δεκτά, κύριοι, ὅλα, πρὸς Θεοῦ. Ἕτερον ἀνεγνωρισμένον Σωματεῖον, «Ἀλληλεγγύη τοῦ Πειραιῶς», μοὶ ἐζήτησαν (ἀναγινώσκει).... Τοῦτο εἶναι λογικώτερον. Ἐδόθη αὐτὴ ἡ αὔξησις, τὴν ὁποίαν θεωροῦμεν λογικὴν (συνεχίζει τὴν ἀνάγνωσιν): «Ἀπὸ τοῦ 1922 καὶ ἐντεῦθεν...κλπ.». Δίκαιον ἔχουσι. Τὸ ἐδέχθην ὄχι ἀπὸ τοῦ 1922, ἀλλὰ καὶ πρὸ τοῦ 1922. Ἐδέχθην νὰ προσλαμβάνωσι καὶ συνεταίρους. Ἐρχόμεθα εἰς τὸ σοβαρώτερον σημεῖον, εἰς τὰ αἰτήματα τοῦ Ἐμπορικοῦ Συλλόγου Ἀθηνῶν. Τί ἐζήτησεν; (Ἀναγινώσκει): «Τὸ νέον Διάταγμα... κλπ.». Τὴν ἀνεγνωρίσαμεν· ἦτο δι’ 1½ ἔτος, δυνητικῶς διὰ 4 ἔτη (συνεχίζει τὴν ἀνάγνωσιν): «Ὁ Ἐμπορικὸς Σύλλογος.... κλπ.». Δὲν ἔχουσι δίκαιον· αἱ μέχρι σήμερον γενόμεναι αὐξήσεις, προκειμένου περὶ μεγάλων καταστημάτων, φθάνουν εἰς τὸ 6½–7½. Ἡμεῖς ἐξηκριβώσαμεν ὅτι ἦτο τὸ ἑξαπλάσιον.
§140ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ....
§141Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Μὴ μὲ διακόπτετε. Μὴ θέλωμεν δι’ ἐρωτήσεων, αἱ ὁποῖαι προσκρούουν πρὸ τῶν πραγμάτων καὶ τοιαύτης τεραστίας ἐργασίας, ἡ ὁποία ἐγένετο ἐξ ἀγαθῆς προαιρέσεως, νὰ λύσωμεν ζητήματα. Δὲν λύονται δι’ ἐρωτήσεων καὶ δι’ ἰδεῶν αἱ ὁποῖαι ἔρχονται πρὸς στιγμὴν εἰς τὸν νοῦν. Καὶ ἐξακολουθεῖ ὁ Ἐμπορικὸς Σύλλογος Ἀθηνῶν (ἀναγινώσκει).... Τὸ δέχομαι ὅτι πρέπει νὰ γίνωσιν αὐξήσεις, ἀλλὰ νὰ εἶναι ὀλιγώτεροι. Τοῖς ἐδώσαμεν 4½ ἔτη παράτασιν. Δὲν φρονῶ ὅτι πρέπει νὰ φαντάζηται κανεὶς ὅτι δὲν θὰ τελεσφορήσῃ ἡ δυνητικὴ παράτασις εἴτε διὰ συνεννοήσεως εἴτε διὰ παρεμβάσεως τῆς λαικῆς Ἐπιτροπῆς. Ταῦτα εἶναι τὰ ἐπιχειρήματα, ἀλλὰ καλὴν πίστιν δύναται νὰ ἔχῃ τις, ὅταν προχθὲς ἐκυκλοφόρησεν αὐτὸ τὸ παράρτημα ὑπογεγραμμένον ἀπὸ τὸν Κωτσέαν, τὸ ὁποῖον χαρακτηρίζει τὸ ἐνοικιοστάσιον τοῦ κ. Γκότση «μαῦρον ἐνοικιοστάσιον»; Κύριοι πληρεξούσιοι, περαίνων τὸν λόγον, εὐχαριστῶ ὑμᾶς διὰ τὴν τιμὴν τὴν ὁποίαν μοὶ ἐκάματε νὰ μὲ ἀκούσητε μετὰ προσοχῆς, ἀπασχολήσας τὴν Συνέλευσιν ἐπὶ ὁλοκλήρους ὥρας. Εἰργάσθην ὅσον ἦτο δυνατόν, ὑπερανθρώπως, διὰ νὰ φθάσω εἰς μίαν λύσιν αὐτοῦ τοῦ ἀκανθώδους προβλήματος, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ μίαν ἀφορμὴν διαιρέσεως ὀξυτάτης, ἡ ὁποία δύναται, ἂν δὲν παρεμβῇ ἡ Πολιτεία νὰ τὴν καταπραΰνῃ, νὰ ἔχῃ ἀποτελέσματα πολὺ ὀλέθρια. Καὶ τὴν βλέπετε τὴν ὀξύτητα. Οἱ ἐνοικιασταὶ καὶ οἱ ἰδιοκτῆται ἔχουν γίνει ἐχθροί· καθημερινῶς δημοσιεύονται εἰς τὰς ἐφημερίδας ἀντεγκλήσεις καὶ προσκλήσεις διὰ συλλαλητήρια. Τὰ πράγματα ἐτέθησαν ὑπὸ τὸ συμβιβαστικὸν καὶ δίκαιον πνεῦμα τὸ ὁποῖον σᾶς ἐξέθεσα, ὅλα τὰ αἰτήματα ἐγένοντο δεκτὰ καὶ δὲν δύναται κανεὶς νὰ εὕρῃ ποῦ στηρίζονται καὶ παραπονοῦνται ἀκόμη. Θὰ σᾶς παρακαλέσω, κύριοι, ἀφοῦ μελετήσητε, ἀφοῦ ἐγκρίνητε καὶ ὑμεῖς, ἀφοῦ ἐξετάσητε καθ’ οἱονδήποτε τρόπον νομίσητε τὸ νομοθέτημα αὐτό, νὰ ἐπιμείνητε πάντες, διότι εἰς ὑμᾶς, κυρίαρχον Σῶμα, ἀνήκει ἡ τελειωτικὴ γνώμη, εἰς τὴν ἐφαρμογὴν αὐτοῦ. Βεβαίως δὲν ἔχω τὴν γνώμην ὅτι εἶναι πλῆρες καὶ τέλειον· τοὐναντίον ἐγὼ αὐτὸς σᾶς εἶπον ὅτι ἐκ τοῦ γενομένου ἐλέγχου καὶ τῶν παρατηρήσεων τὸ εὗρον τρωτὸν καὶ εἶμαι διατεθειμένος, συνεχίζων τὴν ἐντολὴν τῆς Κυβερνήσεως, νὰ τὸ διορθώσω εἰς σημεῖά τινα. Καὶ τὰ σημεῖα αὐτὰ τὰ λέγω ἀπὸ τοῦδε: Εἶναι ἓν νὰ αὐξήσωμεν, κατόπιν συνεννοήσεως μετὰ τῆς Κυβερνήσεως, τὸ ποσοστὸν τῆς ἀπορίας, προκειμένου περὶ ἀπόρων προσώπων· τὸ δεύτερον σημεῖον εἶναι νὰ περιορισθῶσιν αἱ αὐξήσεις τῶν φιλανθρωπικῶν καταστημάτων, Δημοσίου κλπ. καὶ τὸ τρίτον ὅτι ὑπάρχουσι μισθώσεις τινὲς εἰς τὰς ὁποίας δὲν ἐφαρμόζεται ἡ ἀρχὴ τῆς ἰσοπεδώσεως. Τὸ ἔχω ὑπ’ ὄψει μου αὐτό, διότι ἔχομεν ἐπὶ ἡμέρας ἐργαζόμενοι. Ἀλλ’ εἴπομεν ὅτι ὁ νομοθέτης δὲν δύναται νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸν λαβύρινθον τῶν λεπτομερειῶν. Ἀφήνω ὅτι προσωπικῶς μοὶ ὑπεβλήθη σωρεία ὑπομνημάτων καὶ καθ’ ἑκάστην λαμβάνω 20 ἐπιστολάς. Πηγαίνω νὰ γευματίσω καὶ ἀσχολοῦμαι νὰ τὰ διαβάζω αὐτά. Εἶπον ὅτι θὰ δημοσιευθῇ καὶ θὰ ἡσυχάσω, ἀλλὰ ἐξακολουθῶ νὰ εὑρίσκω εἰς τὸ σπίτι μου ἀκόμη σωρείαν ἐπιστολῶν. Καὶ τὸ τρίτον σημεῖον εἶναι αἱ μισθώσεις οἰκιῶν αἵτινες συνωμολογήθησαν μετὰ τὸ 1920. Αὐτὸ τὸ εἶχον προβλέψει, ἀλλ’ ἐνόμισα ὅτι αὐτό, ἐφόσον ἔθεσα τὰ ὅρια τοῦ θεμιτοῦ μισθώματος, δύναται νὰ διορθωθῇ. Οὐχ ἧττον, ἐπειδὴ δύναται νὰ λεχθῇ ὅτι αἱ Ἐπιτροπαί, ὅπου δὲν εἶναι πολλὴ ἀνάγκη, βασανίζουν τὸν κόσμον, καλύτερον θὰ εἶναι νὰ τὸ λύσῃ ὁ νομοθέτης. Δὲν εἴμεθα διατεθειμένοι, ὡς πρὸς τὴν μίσθωσιν αὐτῶν τῶν οἰκιῶν, νὰ ἐλαττώσωμεν τὸ ποσοστὸν τῆς αὐξήσεως εἴτε εἰς τὸ ἥμισυ εἴτε εἰς τὸ τριπλάσιον, ἀφήνοντες τὰ πράγματα, ὥστε νὰ φέρωμεν μίαν ἰσοπέδωσιν. Λοιπὸν εἰς τὰ τρία αὐτὰ σημεῖα δηλῶ ὅτι, συνεχίζων τὴν ἐντολὴν τῆς Κυβερνήσεως, θὰ ἐπιφέρω τὰς ἀναγκαίας τροποποιήσεις. Ἐπίσης καὶ εἴς τινα σημεῖα λεπτομερειῶν, ὄχι ὅμως κατὰ βάσιν μεταβαλλούσας, χρειάζονταί τινες συμπληρώσεις. Παρ’ ὅλα ταῦτα, ἀφοῦ ποιήσωμαι καὶ πάλιν ἔκκλησιν πρὸς ὑμᾶς, ἵνα θέσωμεν μίαν βάσιν λύσεως αὐτοῦ τοῦ προβλήματος, τὸ ὁποῖον ἀπησχόλησε τὴν ἀνθρωπότητα ὁλόκληρον, θὰ ἐπεθύμουν, ἵνα προσλάβῃ μεῖζον κῦρος, διότι, ἐφόσον εἶναι ἔργον ἑνὸς ἀνθρώπου, δὲν δύναται νὰ ἔχῃ τὴν προσήκουσαν κύρωσιν καὶ δι’ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι παραπονοῦνται—καὶ δὲν ἐπιθυμῶ ἐγὼ νὰ γίνω ἀντικείμενον προσωπικῶν ἐπιθέσεων καὶ ἀντιπαθειῶν—θὰ ἐνόμιζον, κύριοι, ὅτι δέον νὰ διέλθῃ καὶ τὸν ἔλεγχον μιᾶς κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς, εἰς τὴν ὁποίαν εἶμαι διατεθειμένος νὰ παράσχω τὴν συνδρομήν μου καὶ κατὰ τὸ ὅλον πλέον συμπληρούμενον νὰ ἔχῃ τὸ βάπτισμα διὰ τῆς κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς.
§142Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰσάγετε σχέδιον νόμου;
§143Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Αὐτὸ εἶναι ἀπόφασις τῆς Συνελεύσεως. Δὲν χρειάζεται νόμος· αὐτὸ εἶναι ἤδη νόμος. Θὰ σᾶς εἴπω ποῖον εἶναι τὸ σχέδιον τῆς Κυβερνήσεως. Αὐτὸ εἶναι νόμος τὸν ὁποῖον δύναται νὰ καταργήσῃ ἡ Συνέλευσις διὰ νόμου ἢ διὰ ψηφίσματος ἀμέσως. Δύναται καὶ ἡ Κυβέρνησις νὰ τὸ τροποποιήσῃ ἐν μέρει ἢ ἐν ὅλῳ. Βεβαίως τὸ τελευταῖον τοῦτο δὲν εἶναι διατεθειμένη ἡ Κυβέρνησις νὰ τὸ πράξῃ· ἡ Κυβέρνησις εἶναι διατεθειμένη νὰ ἐπιφέρῃ τὰς διορθώσεις τὰς ὁποίας ἤδη ὑπέδειξα ἐπὶ τῶν τριῶν σημείων.
§144ΤΙΝΕΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Τότε περιττεύει ἡ Ἐπιτροπή.
§145Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἄν ἡ Συνέλευσις φρονῇ ὅτι πρέπει νὰ διέλθῃ δι’ Ἐπιτροπῆς, ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔχει ἀντίρρησιν.
§146Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἀναστελλομένης τῆς ἐφαρμογῆς;
§147ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Ὄχι, ὄχι.
§148Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἄν παραπεμφθῇ εἰς Ἐπιτροπήν, θὰ ἀνασταλῇ ἡ ἐφαρμογή;
§149Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἐφόσον ἡ Κυβέρνησις διὰ Διατάγματος, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ ἐκδώσῃ, Νομοθετικοῦ καὶ τούτου, ἐντὸς τῆς ἑβδομάδος, δύναται νὰ διορθώσῃ καὶ αὐτὰ τὰ σημεῖα τὰ ἀνακύψαντα, κρίνονται ὅμως χρήζοντα διορθώσεως, νομίζω ὅτι δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ πλήρως τὸ Διάταγμα καθ’ ὅλην τὴν γραμμὴν καὶ ἂς παραπεμφθῇ εἰς Ἐπιτροπήν, ἂν θέλητε. (Θόρυβος).
§150ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Ὄχι, ὄχι...
§151Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Αὐτὸ εἶναι δικαίωμα τῆς Συνελεύσεως. Ἄν ἐρωτήσητε ἐμέ, κατόπιν αὐτῶν τῶν τροποποιήσεων αἱ ὁποῖαι κατεδείχθησαν ἤδη ὡς λογικαί, δὲν θὰ ἔχῃ ἔδαφος πολὺ τὸ ἔργον τῆς Ἐπιτροπῆς, ἀλλ’ ἐκ σεβασμοῦ πρὸς τὸ κυρίαρχον Σῶμα εἴπομεν, ἂν θέλῃ, νὰ τὸ παραπέμψωμεν εἰς Ἐπιτροπὴν διὰ τὰ λοιπὰ σημεῖα, τὰ ὁποῖα δύναται νὰ τὰ τροποποιήσῃ. Οὐχ ἧττον ὅμως ὑπὸ ἕνα ὅρον ἀπαράβατον, ὅτι μετὰ τὰς σκέψεις τὰς ὁποίας ἀνέφερα εἰς τὴν Συνέλευσιν ὅτι θὰ κάμῃ ἡ Κυβέρνησις, θὰ τύχῃ ἐφαρμογῆς ἀπὸ τῆς 1ης Μαρτίου.
§152ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Ὄχι, ὄχι.
§153Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Κύριοι, πρέπει νὰ ἐφαρμοσθῇ ἀπὸ τῆς 1ης Μαρτίου· δὲν θὰ βλαφθῇ κανεὶς μὲ τὰς διορθώσεις αὐτάς, δύναμαι δὲ νὰ κάμω καὶ μίαν ἄλλην προσθήκην, ὅτι κατ’ αὐτὸ τὸ διάστημα καὶ μέχρι περατώσεως τοῦ ἔργου τῆς Ἐπιτροπῆς, εἰς τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ταχθῇ μία μικρὰ προθεσμία, δεκαπενθήμερος τὸ πολύ, δὲν θὰ χωρήσῃ καμμία ἔξωσις. Λοιπόν, κύριοι, καταλήγων ἐπαναφέρω καὶ πάλιν τὰ ὅσα σᾶς εἶπον. Εἶναι ἀνάγκη νὰ λάβωμεν μίαν σταθερὰν ἀπόφασιν, νὰ λύσωμεν τὸ ζήτημα. Καὶ ἀφοῦ ἀπεδείξαμεν ὅτι καὶ τὰ παράπονά των καὶ αἱ διαμαρτυρίαι των μέχρι σήμερον εἶναι ἀβάσιμοι, διότι ἀπεδέχθημεν πάντα τὰ παράπονα, πρὸς ποῖον λόγον νὰ διστάζωμεν; Δὲν ἔπεισεν ἡ ἀνάγνωσις τῶν αἰτημάτων των ὅτι δὲν ὑπῆρχε καλὴ πίστις; Ἐγώ, κύριοι, ὁμολογῶ ὅτι ἔπραξα τὸ καθῆκόν μου. Ἐπεθύμουν νὰ φανῶ χρήσιμος εἰς τὴν Πατρίδα μου καὶ αἱ προσπάθειαί μου θὰ ἐπιτύχωσιν, ὡς ἐλπίζω, καὶ νομίζω ὅτι ἐτέθησαν βάσεις νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα αὐτὸ εἰς τὴν Ἑλλάδα. Καὶ ἐπὶ ταύτῃ τῇ ἐλπίδι κατέρχομαι τοῦ βήματος. (Χειροκροτήματα).
§154ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις θὰ γενικευθῇ τῇ αἰτήσει πολλῶν πληρεξουσίων. Ὁ κ. Ἀραβαντινὸς ἔχει τὸν λόγον.
§155Α. ΠΡΑΝΤΟΥΝΑΣ. Νὰ διακόψωμεν 5 λεπτά.
§156ΠΛΕΙΣΤΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§157ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ἐπὶ 5 λεπτά. (Ὥρᾳ 11.45′ μ.μ.).
ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΚΟΠΗΝ
(Ὥρᾳ 11.55′ μ.μ.).
§158ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Ὁ κ. Ἀραβαντινὸς ἔχει τὸν λόγον. Αἱ διακοπαὶ ἀπαγορεύονται.
§159Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ὁμολογῶ, κύριοι πληρεξούσιοι, ὅτι ἐπὶ τῶν ζητημάτων τῆς ἐσωτερικῆς πολιτικῆς, ἐξαιρέσει τοῦ προσφυγικοῦ, σπανίως ἐκλήθη ἡ Συνέλευσις νὰ ἀπασχοληθῇ περὶ ἑτέρου σπουδαιοτέρου ἢ τὸ ζήτημα τοῦ ἐνοικιοστασίου, τὸ ζήτημα τοῦ ἐνοικιοστασίου ὡς μίαν μορφὴν τοῦ μεγάλου κοινωνικοῦ προβλήματος, τὸ ὁποῖον ὁ μέγας πόλεμος ἐκληροδότησεν ὄχι μόνον εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἀλλὰ καὶ εἰς τὰ λοιπὰ Κράτη, τὰ ὁποῖα μετέσχον τοῦ πολέμου, ἀκόμη καὶ εἰς τὰ οὐδέτερα Κράτη. Καὶ ὁ λόγος τούτου εἶναι εὐεξήγητος, καὶ εἰς αὐτὸ θὰ ἐπανέλθω. Τὸ κατ’ ἐμὲ ἐκφράζω χάριτας εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης διὰ τὴν διάλεξιν τὴν ὁποίαν ἐποιήσατο ἐνώπιον ἡμῶν· διότι δι’ αὐτῆς ἀπεκάλυψε τὰς βαθυτέρας ἀφετηρίας τῶν σκέψεών του, αἱ ὁποῖαι ἀπεκρυσταλλώθησαν εἰς τὸ νέον Διάταγμα περὶ ἐνοικιοστασίου, κατὰ τοῦ ὁποίου ἀπηυθύνθη ἐπερώτησις ἐκ μέρους ἡμῶν. Τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ συζήτησις ἔχει ἀφορμὴν τὴν ἐπερώτησιν τὴν κατατεθεῖσαν ὑπὸ τῶν ἀξιοτίμων κ.κ. Χαβίνη καὶ Σεχιώτη καὶ ἐμοῦ δὲν δύναται νὰ ἀφαιρέσῃ ἀπὸ ἡμᾶς τὸ μέτρον τὸ φιλοδίκαιον διὰ νὰ ἀναγνωρίσωμεν ὅτι ἐν τῇ ἐκθέσει τῶν ἀπόψεων αὐτοῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐμαρτύρησεν ἄλλην μίαν φορὰν καὶ τὴν νομομάθειαν αὐτοῦ καὶ τὴν καλήν του πίστιν καὶ τὰς ἀγαθάς του προθέσεις· ἀλλ’ ἂν ταῦτα καὶ μόνον ἤρκουν διὰ νὰ κριθοῦν πράξεις κυβερνητικαὶ ὡς ὀρθαί, δὲν θὰ ἐγεννῶντο πολιτικὰ ζητήματα καὶ πολιτικαὶ συζητήσεις. Καὶ ἡ νομομάθεια καὶ ἡ καλὴ πίστις καὶ ἡ εὐσυνειδησία, τὴν ὁποίαν κατέβαλεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ἐκθέσας εἰς ἡμᾶς ὡς ἐξέθεσε τὰς σκέψεις καὶ τὴν σειρὰν τῶν συλλογισμῶν, διὰ τῶν ὁποίων κατέληξεν εἰς τὸ ἐλεγχόμενον ἀπὸ τῆς ἰδικῆς μας ἀπόψεως Διάταγμα, δὲν ὑπῆρξαν ἱκανὰ νὰ ἐμφανίσουν τὸ Διάταγμα τοῦτο τόσον ἄρτιον ὅσον εἶχε τὴν πεποίθησιν κατ’ ἀρχὰς ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, πεποίθησιν ἐξιχθεῖσαν μέχρι τοῦ σημείου, ὥστε εἰς δημοσίαν ἀνακοίνωσιν νὰ λέγῃ ὅτι δὲν φρονεῖ ὅτι θὰ γίνῃ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἐνοικιοστασίου ἐν τῇ Συνελεύσει, ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶναι ἀποφασισμένη νὰ μὴ δεχθῇ τροποποίησιν τῶν διατάξεων περὶ ἐνοικιοστασίου καὶ ὅτι θὰ φθάσῃ μέχρι παραιτήσεως ἐν ᾗ περιπτώσει ἀποφασισθῇ ἡ τροποποίησίς του. Καὶ εἶναι εὐτύχημα ὅτι ἡ γενομένη ἐν τῇ δημοσιότητι συζήτησις καὶ ἡ κυρώσασα ταύτην ὑποβολὴ τῆς ἐπερωτήσεως μᾶς ἐπέφερε τροποποίησιν εἰς τὰς σκέψεις καὶ τὰς ἀποφάσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, εἰς τρόπον ὥστε οὗτος σήμερον νὰ ἔλθῃ ἐνώπιον ἡμῶν νὰ θέτῃ τὸ Διάταγμά του ὑπὸ κρίσιν τῆς Συνελεύσεως καὶ νὰ ζητῇ διὰ τὸ Διάταγμά του τὸ κῦρος τῆς Συνελεύσεως. Ὑπὸ ποῖον τρόπον τὸ ζητεῖ καὶ ἂν ὁ τρόπος αὐτὸς εἶναι ὁ καλύτερος, θέλω τὸ ἐξετάσει. Εἶπον, κύριοι, ὅτι τὸ ζήτημα τοῦ ἐνοικιοστασίου εἶναι ἐκ τῶν μεγαλυτέρων ζητημάτων, τὰ ὁποῖα μᾶς ἐκληροδότησεν ὁ μέγας πόλεμος, εἶναι ἐκ τῶν ζητημάτων ἐκείνων τὰ ὁποῖα ἔθηκαν ἐκποδὼν διάφορα ἄλλα ζητήματα, τὰ ὁποῖα συνεζητήθησαν καὶ διῄρεσαν τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ὅπως καὶ ἄλλους λαούς, διαρκοῦντος τοῦ μεγάλου πολέμου, εἶναι ζήτημα ἀναγόμενον εἰς αὐτὴν τὴν συντήρησιν τοῦ λαοῦ, εἰς τὴν ἐξυπηρέτησιν τῶν οἰκονομικῶν του ἀναγκῶν, καὶ εἶναι βέβαιον ὅτι οὐδὲν ἄλλο ζήτημα πλὴν τῆς αὐτοσυντηρήσεως τοῦ λαοῦ καὶ τῆς ἐξυπηρετήσεως τῶν οἰκονομικῶν του ἀναγκῶν περισπᾷ τὴν προσοχὴν τῶν πολιτῶν. Ἔχει δὲ καὶ τὸ πρόβλημα τοῦτο, καὶ τὸ ἕτερον πρόβλημα, τοῦ ὁποίου συνάρτησις καὶ παραφυὰς εἶναι τὸ πρόβλημα τῆς στέγης, τὸ πρόβλημα τῆς ἀκριβίας τῆς ζωῆς, μίαν τραγικὴν ὄψιν, ὅτι δὲν ἐνδιαφέρει μόνον ἐκείνους τοὺς ὁποίους ὠνομάζομεν ἄλλοτε ἀπόρους τάξεις, δὲν ἐνδιαφέρει τοὺς ἁπλοῦς ἐργάτας καὶ τοὺς ἀγρότας, ἐνδιαφέρει καὶ ἄλλους, τὴν μικρὰν ἀστικὴν τάξιν, ὅλους τοὺς μικροὺς εἰσοδηματίας, ἐνδιαφέρει τοὺς ἀνθρώπους οἱ ὁποῖοι εἴτε λόγῳ τῆς ἡλικίας των εἴτε λόγῳ τῆς ἀναπηρίας των τῆς ἄλλοθεν προερχομένης ἰδίως δὲ ἐκ τῶν συμβεβηκότων τοῦ πολέμου, εἰς τὰ ὁποῖα μετέσχον, βλέπουσιν ἑαυτοὺς ἀνικάνους νὰ ἐπαυξήσωσι τὰ εἰσοδήματα αὐτῶν κατὰ τὸ μέτρον κατὰ τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ εἶναι ηὐξημένα, ἵνα ἀντιμετωπίσωσι τὰς ἀνάγκας τῆς λίαν ἐπιτεινομένης ἀκριβίας τῆς ζωῆς. Ὅταν σήμερον μετὰ μεσημβρίαν εἰσηρχόμην εἰς τὴν αἴθουσαν, ἤκουσα δύο συναδέλφους, ἐξ ὧν ὁ εἷς ἠρώτα τὸν ἄλλον «σὺ μὲ ποῖον μέρος εἶσαι· μὲ τοὺς μισθωτὰς ἢ μὲ τοὺς ἰδιοκτήτας;» Ἂν τοιαῦται σκέψεις ἐπεκράτουν μεταξὺ τῶν πληρεξουσίων ἐν τῇ Συνελεύσει, καὶ ἂν ἐπρόκειτο νὰ διαιρεθῶμεν εἰς δύο μερίδας, μερίδα ὑπὲρ τῶν μισθωτῶν καὶ μερίδα ὑπὲρ τῶν ἰδιοκτητῶν, θὰ εἴχομεν ἀποδείξει ὅτι παρεξεκλίναμεν τοῦ προορισμοῦ μας ὡς ἀνδρῶν πολιτικῶν. Δὲν δυνάμεθα νὰ ἀντιμετωπίσωμεν τὸ πρόβλημα τῆς στέγης ἀπὸ μονομερείας, ὅπως δὲν δυνάμεθα νὰ ἀντιμετωπίσωμεν τὸ πρόβλημα τῆς ἀκριβίας τῆς ζωῆς ἀπὸ μονομερείας, ἐφόσον τὸ πρόβλημα τοῦτο καταλαμβάνει μεγάλας τάξεις, τὸ σύνολον, δύναμαι νὰ εἴπω, τῆς κοινωνίας, ἐξαιρέσει ὀλίγων, οἱ ὁποῖοι, λόγῳ τοῦ μεγάλου πλούτου αὐτῶν, δύνανται νὰ ἀντιπαρέρχωνται ὡς μικρὰ πράγματα τὰ οἰκονομικὰ προβλήματα, τὰ ὁποῖα ἀπασχολοῦν τὴν μέσην καὶ κατωτέραν τάξιν τοῦ λαοῦ. Ἐφόσον τὸ πρόβλημα τοῦτο εἶναι πρόβλημα δι’ ὅλον τὸν λαόν, ἔχει γενικωτέρας αἰτίας καὶ τὰς αἰτίας ταύτας ὀφείλομεν νὰ ἀναζητήσωμεν, νὰ ἀνεύρωμεν, μὴ ἐξετάζοντες συγκεκριμένας ἁπλᾶς ἢ προσωπικὰς περιπτώσεις, συγκεκριμένα ἢ προσωπικὰ συμφέροντα, νὰ ἀνεύρωμεν τὰς γενικὰς αἰτίας, νὰ ἀνεύρωμεν τὴν ἐκδήλωσιν τῶν γενικῶν αἰτίων ἐν τῷ παρόντι καὶ τότε, νὰ ἀναζητήσωμεν, ἂν εἶναι δυνατόν, νὰ ἐπέλθῃ θεραπεία, ὡς πρὸς τὸ παρὸν καὶ ὡς πρὸς τὸ μέλλον. Μόνον ἂν ἀναχωρήσωμεν ἀπὸ τῆς ἀναζητήσεως τῶν γενικῶν αἰτίων τῶν οἰκονομικῶν φαινομένων, τὰ ὁποῖα παρουσιάζουν δεινὴν τὴν ζωὴν διὰ τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, τότε καὶ μόνον θὰ ἔχωμεν τὸ μέτρον νὰ κρίνωμεν, ὅπερ ἐν τῇ συνειδήσει του ὡς ἐπιστήμονος συνέταξεν ὁ κ. Ὑπουργός, ἀνταποκρίνεται πραγματικῶς εἰς τὰς λαϊκὰς ἀνάγκας τὰς ὑφεστώσας, καὶ ἂν παρέχει ἐλπίδας ἀντιμετωπίσεως τῆς καταστάσεως, οἵα θὰ ἐξελιχθῇ ἐν μέλλοντι, τὸ ὁποῖον καθορίζει ὡς διαρκείας 4½ ἐτῶν. Ἄνευ τῆς ἐρεύνης ταύτης δυνάμεθα νὰ παρουσιαζώμεθα ὡς προτείνοντες μέτρα καὶ φάρμακα, ἐνῷ πράγματι διαιωνίζομεν ἓν πρόβλημα, καὶ ἐνῷ πράγματι διὰ μεθόδων, οἷαι ἐν τῷ συζητουμένῳ Διατάγματι, διερεθίζομεν τὸν λαὸν καὶ τὸν διαιροῦμεν εἰς ἕνα ὄχι πλέον ἀκήρυκτον, ἀλλὰ κεκηρυγμένον πόλεμον, ὡς μαρτυροῦσι τὰ διάφορα ἔνθεν κἀκεῖθεν διαμοιραζόμενα εἰς ἡμᾶς ἔντυπα τῶν διαφόρων Ὁμοσπονδιῶν, τῶν διαφόρων συμφεροντούχων ὁμάδων. Εἰς τὴν μελέτην δὲ ταύτην δὲν ἀντελήφθην οὔτε τοῦ Διατάγματος οὔτε τῆς ἀναπτύξεως τὴν ὁποίαν ἐποιήσατο πρὸς ἡμᾶς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Διέφθειρεν ὅλον τὸ τάλαντον αὐτοῦ εἰς ἐντατικὴν τρίμηνον ἐργασίαν, εἰς ἐντατικωτέραν δίμηνον τοιαύτην καὶ εἰς ἐντατικωτάτην ἑνὸς μηνὸς τοιαύτην διὰ νὰ ἐξετάσῃ ἀπὸ ἐπιστημονικῆς, δηλαδὴ ἀπὸ καθαρῶς νομοτεχνικῆς, νομικῆς καὶ δικαιολογητικῆς ἔστω ἀπόψεως καὶ ἀπὸ ἀπόψεως νομοθεσίας ἓν πρόβλημα, τοῦ ὁποίου ἡ οὐσία εἶναι κατ’ ἐξοχὴν κοινωνική, κατ’ ἐξοχὴν οἰκονομική. Ἡ οὐσία αὐτὴ διέφυγε τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης καὶ εἶναι φυσικὸν ὅτι παρ’ ὅλας τὰς ἀρετὰς τὰς ὁποίας εἶναι ἐνδεχόμενον νομοτεχνικῶς νὰ ἐμφανίζῃ τὸ Διάταγμα τοῦτο, ἀπέναντι τῶν Διαταγμάτων προκατόχων του, νὰ διέφυγε τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον δὲν διέφυγε τοὺς προκατόχους, οἵτινες λίαν ἐνδιατρίψαντες περὶ τὴν τεχνικὴν ἀπόδοσιν, λίαν ἐνδιατρίψαντες περὶ τῆς ἀπολύτου φαινομενικῆς δικαιοσύνης, ἐζήτησαν νὰ ἀποτρέψωσι τὸν κοινωνικὸν σάλον, τὸν ὁποῖον, ἂν τὸ Διάταγμα τοῦτο ἤθελεν ἐφαρμοσθῆ ὡς ἔχει, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποτρέψῃ, ἀλλὰ τοὐναντίον θέλει ὑποκαύσει. Δὲν ὁμιλῶ περὶ τῶν προσωπικῶν διατάξεων, ἀλλὰ τοῦτο εἶναι τὸ ζήτημα τὸ λεπτομερειακόν, εἰς τὸ ὁποῖον θὰ ὤφειλε νὰ ἐνεργηθῇ ἔλεγχος μὲ τὸν σκοπὸν τῆς διορθώσεως τῶν προσωπικῶν διατάξεων, αἵτινες δὲν ἐτελεσφόρησαν. Δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ρίψωμεν τὴν Ἑλληνικὴν κοινωνίαν εἰς ἕνα ἀλληλοσπαραγμὸν καὶ εἰς μίαν ἀναστάτωσιν· διότι ἀλληλοσπαραγμὸς καὶ ἀναστάτωσις ἤθελεν ἐπακολουθήσει, ἂν ἤθελεν ἐφαρμοσθῆ τὸ Διάταγμα τοῦτο ὡς ἔχει. Ὀφείλομεν νὰ ἀνεύρωμεν τὰ βαθύτερα καὶ γενικώτερα αἴτια τοῦ φαινομένου τῆς στέγης, τὸ ὁποῖον εἶναι φαινόμενον τῆς ἀκριβίας τῆς ζωῆς. Ποῦ ὀφείλεται γενικώτερον ἡ ἀκρίβια τῆς ζωῆς, διὰ τὴν ὁποίαν ὅλοι παραπονούμεθα, διὰ τὴν ὁποίαν ὅλοι ἀσχάλλομεν καὶ ἐκ τῆς ὁποίας ὅλοι ὑποφέρομεν; Εἶναι γεγονὸς ἀναμφισβήτητον ὅτι ὁ μέγας πόλεμος ἀπησχόλησε τὰς ἐργατικὰς δυνάμεις· τὰς ἀπησχόλησε τὸ μὲν διότι τὰς μετεχειρίσθη διὰ τὰς ἀμέσους πολεμικὰς ἀνάγκας, ἐπιστρατεύσας αὐτάς, τὸ δὲ διότι τὰς μετεχειρίσθη διὰ τὰς πολεμικὰς βιομηχανίας καὶ τὰς ἀφήρεσεν ἀπὸ τὰς βιοτεχνικάς, ἀπὸ τὰς παραγωγικὰς ἐκείνας ἐργασίας, αἱ ὁποῖαι παρέχουν τὰ ὑλικὰ ἀγαθὰ τὰ ὁποῖα ἱκανοποιοῦν τὴν ἀνάγκην τῆς συντηρήσεως καὶ τῆς προόδου τοῦ ἀνθρώπου. Τὸ ἐμπόρευμα, τὸ οἱονδήποτε ἐμπόρευμα—καὶ ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ὑφ’ ἣν ἐξετάζομεν τὸ ζήτημα καὶ αἱ οἰκοδομαὶ καὶ αἱ οἰκίαι καὶ τὰ διαμερίσματα εἶναι ἐμπόρευμα—κατέστη σπάνιον. Καὶ φυσικὰ ἡ τιμὴ αὐτῶν ἀνῆλθεν. Ἀλλὰ τὰ αἴτια ταῦτα, ἡ διαταραχὴ αὐτὴ τῆς ἰσορροπίας μεταξὺ παραγωγῆς καὶ καταναλώσεως, ἐπελθοῦσα διὰ τῆς ἀπασχολήσεως τῶν ἐργατικῶν χειρῶν εἰς ἔργα πολεμικῆς βιομηχανίας καὶ ἔργα καθαρῶς πολεμικὰ ἀπὸ τῆς τελευταίας ἀπόψεως, ἐγεννήθησαν καὶ εἰς χώρας μὴ μετασχούσας τοῦ πολέμου, ἐντεῦθεν δὲ καὶ τὸ φαινόμενον τοῦ ἐνοικιοστασίου ἐγεννήθη καὶ εἰς οὐδετέρας Χώρας. Εἰς τὸ αἴτιον τοῦτο προσετέθη καὶ ἡ δημοσιονομικὴ πολιτικὴ τῶν Κρατῶν τῶν μετασχόντων τοῦ πολέμου, ἡ τοῦ προσπορισμοῦ τῶν τεχνικῶν μέσων πρὸς ἀντίκρυσιν τοῦ πολέμου διὰ τῆς ἐκδόσεως τοῦ χαρτονομίσματος, ἐνῷ τὸ ἐμπορικὸν ἰσοζύγιον τῶν Κρατῶν τῶν ἐμπολέμων ἀνετράπη, διότι δὲν ὑπῆρχε παραγωγὴ πρὸς ἐξαγωγὴν ὥστε νὰ εἰσαχθῇ συνάλλαγμα ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ, ηὔξανε τὸ χαρτονόμισμα, καὶ ἐφόσον τὸ χαρτονόμισμα ἦτο ἀκάλυπτον, φυσικὰ ἡ τιμὴ κατέπιπτε. Δὲν εἶναι δὲ μόνον τὸ γεγονὸς ὅτι κατέπιπτεν ἡ τιμή, ἀλλ’ ὑπῆρχε καὶ ἀστάθεια τῆς τιμῆς τοῦ ἐγχωρίου νομίσματος, καὶ τὴν ἀστάθειαν ταύτην ἐξεμεταλλεύθησαν, ὡς ἦτο φυσικόν, οἱ κερδοσκόποι, καὶ παρεισήχθη ἕτερος παράγων εἰς τὰ γενικὰ αἴτια, ὁ παράγων τῆς μεγάλης κερδοσκοπίας. Εἰς τὸ αἴτιον ὅμως τῆς ἐκδόσεως πληθωρικοῦ χαρτονομίσματος συνδέεται καὶ ἓν ἄλλο φαινόμενον, τὸ ὁποῖον εἶναι καὶ αὐτὸ αἰτία τῆς ἐπιτάσεως τῆς ἀκριβίας τῆς ζωῆς. Ὅτι πολλοὶ βλέποντες εἰς τὰς χεῖράς των πληθώραν χαρτονομίσματος καὶ ἀπατώμενοι ὅτι ἔχουν ἀξίαν οἰκονομικὴν πραγματικὴν ὠθοῦσι καὶ αὐτοὶ εἰς τὴν ἀκρίβιαν τοῦ βίου, ὠθοῦσι καὶ αὐτοὶ εἰς τὴν ἀκρίβιαν παντὸς ἐμπορεύματος. Ἡ ἀκρίβια τοῦ βίου εἶχεν ὡς συνάρτησιν καὶ ὡς ἀποτέλεσμα τὴν ἀνάγκην τῆς αὐξήσεως τῶν ἡμερομισθίων, τὴν ἀνάγκην τῆς αὐξήσεως τῶν μισθῶν τῶν ὑπαλλήλων, τῶν μισθοδοτουμένων εἴτε ἀπὸ τὸν δημόσιο Προϋπολογισμὸν εἴτε ἀπὸ τὰς ἰδιωτικὰς ἐπιχειρήσεις, καὶ ἐδημιουργήθη τοιουτοτρόπως εἷς φαῦλος κύκλος. Ὅταν γενικῶς περὶ τῆς ἀκριβίας τῆς ζωῆς λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν ὅτι καὶ ἡ στέγη εἶναι συντελεστικὴ τῆς ἀκριβίας τοῦ βίου, ἡ ἀνάγκη τῆς στέγης, περιωρίσθη ἡ κατασκευὴ νέων οἰκιῶν ἐν τῷ μέτρῳ τὸ ὁποῖον θὰ ἐπεβάλλετο ἐκ τῆς ἀνάγκης τῆς φυσιολογικῆς ἀναπτύξεως τοῦ πληθυσμοῦ, διότι ἐσπάνισαν αἱ οἰκίαι, ἐσπάνισαν τὰ ὑλικὰ καὶ διότι λόγῳ τῆς δημιουργηθείσης ἐκ τῆς ἐκδόσεως χαρτονομίσματος εὐκαιρίας πρὸς κερδοσκοπίαν ἔτρεψε τὰ κεφάλαια εἰς τὴν κερδοσκοπίαν καὶ δὲν ἐπεζήτησαν τοποθέτησιν εἰς ἀκίνητα, εἰς αὔξησιν τῶν οἰκοδομῶν. Προσετέθη ὅμως καὶ ἡ αὔξησις τοῦ πληθυσμοῦ, ἥτις ἐνῷ εἰς τινας Χώρας ὑπῆρξε φυσιολογική, εἰς ἄλλας ὅμως καὶ ἰδιαίτατα εἰς τὴν Ἑλλάδα ὑπῆρξεν ἀνώμαλος. Προσετέθη ἐπίσης ἡ ὑπέρβασις τῶν γεννήσεων ὑπὲρ τοὺς θανάτους. Ὑπῆρξεν ἀνώμαλος ἡ προσφυγὴ πολλῶν πληθυσμῶν εἰς τὰς πόλεις καὶ ὁ συγκεντρώσας πλοῦτον καὶ χαρτονομίσματα πληθυσμὸς ἐζήτησε νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὰς πόλεις καὶ νὰ γίνῃ ἀστός, χωρὶς αἱ Κυβερνήσεις νὰ λάβωσι μέτρα περιοριστικὰ κατὰ τῆς τοιαύτης συγκεντρώσεως. Ἀλλὰ τὸ μέγιστον πλῆγμα εἰς τὴν αὔξησιν τοῦ πληθυσμοῦ ὑπέστημεν ἐκ τῆς μικρασιατικῆς καταστροφῆς. Διότι ὑπεχρεώθημεν νὰ δεχθῶμεν ἐνταῦθα καὶ παράσχωμεν στέγην, τὴν ὁποίαν δυστυχῶς ἀκόμη δὲν παρέσχομεν, εἰς ὑπὲρ τὸ ἑκατομμύριον ἀδελφοὺς ἡμῶν. Ἀλλ’ ὑπῆρξαν καὶ πολεμικὰ γεγονότα καὶ ἄλλα τυχαῖα τοιαῦτα, τὰ ὁποῖα συνετέλεσαν εἰς τὴν στένωσιν τῆς στέγης. Καὶ σᾶς ἀναφέρω τὴν καταστροφὴν τῆς Ἀνατολικῆς Μακεδονίας, τὴν πολεμικὴν καταστροφὴν τῶν Σερρῶν, τὴν πυρκαϊὰν τῆς Θεσσαλονίκης. Τὸ πρόβλημα τῆς στέγης ἰδίως ἀπὸ τοῦ 1921 ὠρθώθη δεινόν, ἐπετάθη δὲ ἡ δεινότης ἀπὸ τοῦ 1922. Τὸ πρόβλημα τῆς στέγης διὰ τοὺς γενικοὺς λόγους τοὺς ὁποίους ἀνέφερα, οἱ ὁποῖοι ὅμως δὲν δύνανται νὰ συγκριθῶσιν οὔτε πρὸς τὴν ἔκτασιν οὔτε πρὸς τὴν ὑφὴν οὔτε πρὸς τοὺς λόγους τοὺς ἰσχύοντας ἐν Ἑλλάδι, τοῦτο εἶναι τὸ πρᾶγμα τὸ ὁποῖον παρεγνώρισεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, τὸ ὁδηγῆσαν καὶ τὰ ἄλλα Κράτη εἰς τὴν ἀντιμετώπισιν τοῦ προβλήματος τῆς στέγης. Ποῖαι λύσεις ὑπεδείχθησαν δὲν θὰ ὑποδείξω ἐγὼ μετὰ τὴν ἀνάλυσιν τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης τῶν καθ’ ἕκαστα νομοθετημάτων. Ὑπῆρξε τὸ σύστημα τοῦ ἐνοικιοστασίου σύστημα τὸ ὁποῖον στηρίζεται ἐπὶ τῆς ἐλπίδος ὅτι ἡ ἰδιοκτησία, τὴν ὁποίαν ἀναγνωρίζει τὸ ἀστικὸν καθεστώς, θὰ μείνῃ σεβαστὴ ὅταν παρέλθῃ ἡ μεταπολεμικὴ κρίσις τὴν ὁποίαν διέρχεται ἡ Εὐρώπη. Ἄλλη ἰδεολογία, ἡ ὁποία ὑποστηρίζεται ὑπὸ εὐαρίθμων ἐν Ἑλλάδι καὶ ἡ ὁποία ὑπεστηρίχθη καὶ ἐφηρμόσθη ἀλλαχοῦ, ὑποδεικνύει ἄλλην λύσιν, τὴν ὑπὸ τοῦ Κράτους διάθεσιν τῶν οἰκιῶν καὶ τῶν διαμερισμάτων καὶ τὴν ἐν γένει κρατοποίησιν τῶν μισθίων ἀκινήτων. Εἶναι ἡ κομμουνιστικὴ λύσις. Ἐφόσον, ὡς ὑπεστηρίχθη τοὐλάχιστον παρ’ ἡμῖν καὶ ἠδυνήθην ν’ ἀντιληφθῶ, καὶ ἡ λύσις αὕτη, ἀσχέτως τοῦ ἂν θίγει τὸ αἴσθημα τῆς ἰδιοκτησίας τὸ ἐγκείμενον εἰς τὴν βάσιν τοῦ σημερινοῦ ἀστικοῦ καθεστῶτος τὸ ὁποῖον ἀντιπροσωπεύει τὴν πλειονοψηφίαν, τὴν μεγίστην πλειονοψηφίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὡς παρουσιάσθη, λέγω, ἐνταῦθα καὶ ἀποβλέπει εἰς τὴν χρησιμοποίησιν τῶν ὑπαρχουσῶν κατοικιῶν διὰ τὴν διάθεσιν αὐτῶν πρὸς χρῆσιν ὑπὸ τῶν στερουμένων στέγης. Τὸ πρόβλημα τῆς στέγης δὲν λύεται ἐφόσον ἐν τῇ Πατρίδι ἡμῶν ἐπῆλθεν ἀνώμαλος ὑπερβολικὴ αὔξησις τοῦ πληθυσμοῦ, χωρὶς ἀντιστοίχως νὰ ἐπέλθῃ αὔξησις οἰκοδομῶν. Οὐδὲ τὸ μέσον τὸ ὁποῖον ἐπιδεικνύει ἡ κομμουνιστικὴ ἰδεολογία, μέσον τοῦ ὁποίου ἐναλλαγήν τινα ἢ ἀπήχησιν παρέχουσιν ὡρισμέναι διατάξεις τοῦ ὑπὸ συζήτησιν Διατάγματος, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξασφαλίσῃ εἰς τοὺς πολίτας ὄχι ἁπλῶς τὴν προσδοκίαν τῆς μελλούσης ἐν προσεχεῖ μέλλοντι ἄρσεως τοῦ ἐνοικιοστασίου, ἀλλ’ οὐδὲ τὴν ἄμεσον ἱκανοποίησιν τῶν ἀναγκῶν τῶν πολιτῶν. Καὶ ἐνῷ τοιοῦτον εἶναι τὸ πρόγραμμα, ἐνῷ τόσον δύσκολος εἶναι ἡ κρίσις περὶ τῶν ἐνοικιάσεων αἱ ὁποῖαι ἐπεδιώχθησαν εἰς τὰ διάφορα Κράτη, ἐνῷ αἱ οἰκονομικαὶ καὶ κοινωνικαὶ συνθῆκαι τῆς Ἑλλάδος εἶναι πολὺ διαφορετικαὶ τῶν ἄλλων Κρατῶν, τῶν ὁποίων τὴν νομοθεσίαν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὥστε νὰ εὐαγγελισθῇ εἰς ἡμᾶς ὅτι, ἂν ἐπιτρέψωμεν νὰ ἐφαρμοσθῇ τὸ Διάταγμα αὐτό, ἐντὸς τεσσάρων καὶ ἡμίσεος ἐτῶν δὲν θὰ ὑπάρχῃ ἐνοικιοστάσιον, θὰ ἠδυνάμην νὰ ἐρωτήσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης· δὲν θὰ ὑπάρχῃ ἐνοικιοστάσιον, δὲν θὰ ὑπάρχῃ ζήτημα στέγης μετὰ τέσσαρα καὶ ἥμισυ ἔτη; Θὰ ὑπάρχῃ ζήτημα στέγης, διότι ἐνῷ οὐδεμία πρόνοια λαμβάνεται ἵνα εὑρεθῇ ἡ στέγη, ἀφοῦ αὐτὴ δὲν εἶναι ἀντικείμενον ἁπλῆς γραφῆς ἐπὶ χάρτου ἀλλ’ εἶναι ἀντικείμενον μέτρων κυβερνητικῶν, φρονεῖτε ὅτι δὲν θὰ ὑπάρξῃ ζήτημα στέγης μετὰ τέσσαρα καὶ ἥμισυ ἔτη; Πρὸ ὑμῶν, προκάτοχος ὑμῶν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ ἀνὴρ πολιτικὸς ἐξ ἐκείνων οἵτινες ἔχουν ἀποκτήσει μέγα κῦρος παρὰ τῷ λαῷ, συνεργαζόμενος μετὰ διακεκριμένων νομομαθῶν, Γενικοῦ Γραμματέως συνεργάτου τοῦ ὑμετέρου Γενικοῦ Γραμματέως, ἐξέδωκαν ἐν ἔτει 1922 Διάταγμα, ἐν τῷ ὁποίῳ προεβλέπετο ὅτι μετὰ πάροδον ὡρισμένης τακτῆς προθεσμίας θὰ ἠδύναντο τοὐλάχιστον τὰ καταστήματα νὰ ἀπαλλαγῶσι τοῦ ἐνοικιοστασίου. Ἐγένετο αὐτὸ τῷ 1922 καὶ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἦτο ὁ Γούναρης καὶ συνεργάτης αὐτοῦ ὁ κ. Πράτσικας, συνεργάτης τοῦ κ. Μαριδάκη, ὑμετέρου συνεργάτου, κύριε Ὑπουργέ. Ἐξακολουθοῦμεν τῷ 1925 νὰ συζητῶμεν περὶ ἐνοικιοστασίου, διότι ἐξακολουθεῖ νὰ παρίσταται τὸ ζήτημα τῆς στέγης, τὸ ὁποῖον δὲν ἀντιμετωπίζομεν ὅπως πρέπει. Ἐστοχάσθητε, κύριε Ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, ν’ ἀποκαταστήσητε ἀρχὰς δικαιοσύνης εἰς τὰς σχέσεις ἰδιοκτητῶν καὶ ἐνοικιαστῶν. Ἀλλ’ ἐπετύχετε; Μᾶς εἴπετε ὅτι οἱ ἰδιοκτῆται, οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν ὑπερβολικὰς ἀξιώσεις καὶ τοὺς ὁποίους ἱκανοποιήσατε, δὲν εἶναι εὐχαριστημένοι, οἱ δὲ μισθωταί, τῶν ὁποίων ἐδέχθητε ὅλας τὰς ἀξιώσεις, δὲν εἶναι ἐπίσης εὐχαριστημένοι. Καὶ ἤρχισαν πρὶν ἢ ἐφαρμοσθῇ τὸ ἐνοικιοστάσιόν σας νὰ διαμαρτύρωνται ὅλαι αἱ τάξεις, αἱ ὁποῖαι δὲν ἐθεώρησαν ποσῶς ἱκανοποιούμενον τὸ δίκαιον τὸ ὁποῖον ἐπεδιώξατε ν’ ἀποδώσητε εἰς αὐτάς. Ἀνθρώπινον εἶναι τὸ νὰ μὴ δύναται εἷς ἄνθρωπος καὶ μόνος νὰ ἐξευρίσκῃ τὸ δίκαιον μέτρον ἐν συγκρούσει τόσον ἀλληλοσυγκρουομένων συμφερόντων. Καὶ ἀποτελεῖ βάσιν ἐλέγχου ἐναντίον σας, κύριε Ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι, ἐν ᾧ ἐπελήφθητε τοιούτου ζητήματος ἀφορῶντος λαϊκὰς ὁμάδας, λαϊκὰς τάξεις ἐξ ἴσου δικαιουμένας — διότι ἐγὼ δὲν διαστέλλω ἰδιοκτήτας καὶ μισθωτάς, ἀφοῦ τὸ δίκαιον πρέπει νὰ ἀνήκῃ εἰς ὅντινα ἀνήκει, ἀδιάφορον ποῖον ἐν μιᾷ συμπτωματικῇ συμβάσει ἐπέχει ρόλον — ἐπελήφθητε τοιούτου ζητήματος μόνος καὶ ἐν τῷ σπουδαστηρίῳ μελετῶν καὶ παραβάλλων ἔγγραφα καὶ ἐπιχειρήματα τῶν ἐγγράφων, χωρὶς νὰ προεκτείνητε τὴν σκέψιν εἰς τὸ βάθος καὶ τὸ ὄπισθεν τῶν διαφόρων συμφερόντων, χωρὶς νὰ θελήσητε νὰ προεκτείνητε τὴν σκέψιν σας εἰς τὸ βάθος τοῦ δικαίου μέτρου τὸ ὁποῖον τὸ κοινὸν συμφέρον ἀπαιτεῖ. Καὶ δὲν ἐκρίνατε ὀρθὸν νὰ φέρητε ὑπὸ τὴν συζήτησιν τῆς δημοσιότητος τὸ Διάταγμα πρὶν ἢ προκαλέσητε ἐπ’ αὐτοῦ τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Προέδρου τῆς Δημοκρατίας καὶ πρὶν ἢ θέσητε ὑμεῖς αὐτὸς τὴν ὑπογραφήν σας ὑπ’ αὐτό. Ἀλλὰ μᾶς εἴπετε ὅτι μετὰ 18 ἡμέρας θὰ ἰσχύσῃ. Τί μὲ τοῦτο ὅμως; Καὶ μόνον διότι εἶδε τὸ φῶς τῆς δημοσιότητος προσκάλεσε τοιοῦτον σάλον, ὥστε φοβηθέντες διαταραχὴν τῆς τάξεως ἔκτακτα μέτρα ἐλάβετε διὰ ν’ ἀποφύγητε τὰς συγκεντρώσεις τῶν πολιτῶν. Περιωρίσθητε εἰς τὸν κύκλον τῶν κειμένων Διαταγμάτων καὶ τῶν νόμων περὶ ἐνοικιοστασίου καὶ δὲν ἠρευνήσατε τὴν πραγματικότητα καὶ δὲν προεκαλέσατε αὐτήν. Διότι ἀσφαλῶς, ἂν ἐν τῇ μελέτῃ σας εἴχετε συγκεντρώσει ὅλας τὰς πραγματικὰς καὶ οἰκονομικὰς ἀνάγκας, θὰ ὑπεδεικνύετε εἰς τὴν Κυβέρνησιν τῆς ὁποίας μετέχετε τὴν ἀνάγκην ὅπως μὴ ἀρκεσθῆτε εἰς τὴν ἐργασίαν σας ἀλλὰ χαράξητε μίαν γραμμὴν οἰκοδομικήν, μίαν πολιτικὴν οἰκοδομικήν, μίαν πολιτικὴν ἱκανοποιοῦσαν τὰς ἀνάγκας τῆς ἀνοικοδομήσεως. Διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἰσχυρίζησθε, οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ ἀπεκδέχησθε ὅτι ἐντὸς 4½ ἐτῶν θὰ ἔχῃ λυθῆ τὸ ζήτημα τοῦ ἐνοικιοστασίου καὶ θὰ παύσῃ νὰ ὑπάρχῃ ἀνάγκη αὐτοῦ. Εἶναι πολὺ μικραὶ αἱ χεῖρες καὶ πολὺ μικρὰ ἡ γραφὴ οἱουδήποτε Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης διὰ νὰ καταδαμάσῃ ἓν πρόβλημα, τὸ ὁποῖον μόνον ἐπιτυχὴς οἰκοδομικὴ πολιτικὴ καὶ μόνον χεῖρες στιβαραὶ δύνανται νὰ καταδαμάσωσι. Καὶ ὠφείλετε, κύριε Ὑπουργέ, διὰ νὰ ἔχητε βάσιμον τὴν πεποίθησιν ὅτι μέχρι τοῦ 1929 θὰ ἀρθῇ τὸ ἐνοικιοστάσιον, νὰ ἀπευθυνθῆτε πρὸς τὴν Κυβέρνησιν τῆς ὁποίας μετέχετε καὶ νὰ εἴπητε εἰς αὐτήν: Αἱ ἀξιώσεις τῶν ἰδιοκτητῶν εἶναι ἀπόρροια τῶν ἀναγκῶν τῶν πρὸς ἀντιμετώπισιν τῆς ἀκριβίας τῆς ζωῆς. Ἀλλὰ ποῖα μέτρα ἐλάβετε διὰ τὴν ἐλάττωσιν τῆς ἀκριβίας τῆς ζωῆς; Ποῖα μέτρα ἐλάβετε διὰ νὰ μὴ φθάσητε σήμερον εἰς τὸ σημεῖον νὰ ζητῆτε ν’ ἀνέλθῃ τὸ ἐνοίκιον εἴτε εἰς τὴν τιμὴν τοῦ συναλλάγματος εἴτε εἰς τὸν τιμάριθμον τῆς ζωῆς, εἰς βάρος καὶ τῶν ἐνοικιαστῶν, ἀλλ’ ἐν πολλοῖς καὶ αὐτῶν τῶν ἰδιοκτητῶν; Ἀλλ’ οὔτε πιστεύετε, κύριε Ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι εἶναι δυνατὸν εἰς 4½ ἔτη νὰ ἐκλείψῃ ἡ ἀνάγκη τοῦ ἐνοικιοστασίου, ἂν ἐφαρμοσθῇ τὰ Διάταγμά σας. Ἂν τοῦτο ἐπιστεύετε, δὲν θὰ εἴχετε διάταξιν διὰ τῆς ὁποίας, προκειμένου νὰ εἰσαγάγητε εἰς ἰδιαιτέραν δωσιδικίαν ἀπὸ τοῦδε τὴν ἐλευθερίαν τῆς ἰδιοκτησίας, καθορίζετε ὡς ἀποζημίωσιν, οὐχὶ 4½ ἐτῶν ἐτήσια μισθώματα, ἀλλὰ 5–8 ἐτῶν τοιαῦτα. Ἐφόσον ἐπιβάλλετε εἰς τὸν ἰδιοκτήτην νὰ ἀποζημιώσῃ τὸν ἐνοικιαστὴν μὲ 8 ἐτῶν ἐνοίκια, τοῦτο σημαίνει ὅτι δὲν πιστεύετε ὅτι τὸ ἐνοικιοστάσιον θὰ ἰσχύσῃ μόνον διὰ 4½ ἔτη, ἀλλὰ καὶ διὰ πλειότερα τῶν 8 ἐτῶν. Ἀσφαλῶς λοιπὸν δὲν πιστεύετε εἰς αὐτὴν τὴν διάρκειαν. Ἀλλὰ σᾶς δέχομαι καλῆς πίστεως. Σέβομαι, κύριοι, τὸ προκεχωρημένον τῆς ὥρας καὶ λαμβάνω ὑπ’ ὄψιν ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ὑπεσχέθη νὰ θέσῃ τὸ Διάταγμά του ὑπὸ τὴν κρίσιν κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς. Ἐν πάσῃ δὲ περιπτώσει ἡ Συνέλευσις, ὡς ἀντιλαμβάνομαι, ἡ πλειονοψηφία της τοὐλάχιστον, δὲν εἶναι διατεθειμένη νὰ δεχθῇ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ ἐνοικιοστασίου πρὶν ἢ τεθῇ ὑπὸ τὴν βάσανον καὶ τὸν ἔλεγχον Ἐπιτροπῆς. Διότι ὁ κ. Ὑπουργός, καίτοι ἐλαυνόμενος ἀπὸ ὅλας τὰς ἀγαθὰς προθέσεις, δὲν κατώρθωσεν οὔτε τὸ δίκαιον τῆς ἰδιοκτησίας νὰ σεβασθῇ, οὔτε τὸ δίκαιον τῶν μισθωτῶν νὰ ἐξυπηρετήσῃ. Ἐπιφυλάσσομαι δὲ τότε νὰ κρίνω τὸ νέον ἐνοικιοστάσιον καὶ τὴν ἐπίδρασιν αὐτοῦ ἐπὶ τῶν πολιτῶν. Ἀλλὰ παραπέμπει, κύριοι, τοὺς πολίτας, εἴτε ἰδιοκτήτας εἴτε μισθωτάς, εἰς τὰ δικαστήρια καὶ εἰς δικαστὰς τοὺς ὁποίους ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐχαρακτήρισε κατὰ τρόπον ὁ ὁποῖος ἀπαλλάσσει ἐμὲ ἀπὸ τοῦ νὰ χαρακτηρίσω ἂν θὰ δύνανται οἱ πολῖται καὶ οἱ δικασταὶ καλῶς νὰ ἐννοήσωσι τὸ πολύπλοκον αὐτὸ Διάταγμα καὶ καλῶς νὰ ἐφαρμόσωσιν αὐτό. Εἰς τὰς δίκας αὐτὰς δὲν πρέπει νὰ λησμονῆτε πόση κατακραυγὴ εἶναι κατὰ τῆς Δικαιοσύνης, κατακραυγὴ τῆς ὁποίας προηγήθη αὐτὸς ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὅταν εἷς πολίτης μὴ ἐπιτυχὼν νὰ εὕρῃ τὸ δίκαιον αὐτοῦ ἐφόνευσε τὸν ἀντίδικον του ἐν τῇ αἰθούσῃ τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστηρίου τοῦ Ἔθνους. Ὅλα τὰ ζητήματα ἀφήνει ἄλυτα τὸ Διάταγμα καὶ παραπέμπει εἰς τὰ δικαστήρια νὰ λύσωσι ταῦτα. Εἶναι νέα ἀρχή, ἥτις καθιεροῦται διὰ τοῦ Διατάγματος, ἀρχὴ ἡ ὁποία ὑποστηρίζεται καὶ ὑπεστηρίζετο ἄλλοτε εἰς κωδικοποιήσεις προπολεμικῶς περὶ τῆς μείζονος ἐλευθερίας τοῦ δικαστοῦ ἐν τῇ κρίσει. Ἀλλὰ προκειμένου περὶ οἰκιῶν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ τὴν ἠρεμίαν, ὅταν εἶναι εἴτε ἰδιοκτήτης εἴτε μισθωτὴς καὶ ὅταν δικάζῃ συνήθως ἐλαυνόμενος ἀπὸ τὴν ἰδεολογίαν τὴν ὁποίαν δημιουργεῖ ἡ θέσις του; Ἀλλὰ θὰ ἔχῃ ἠρεμίαν ἀφοῦ, ὡς εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, διὰ τὸν ὑπολογισμὸν τῆς κατωτέρας αὐξήσεως τῶν ἀπόρων καταδικάζει τοὺς πολίτας νὰ μεταβαίνωσι πάντες εἰς τὰ πάσης φύσεως δικαστήρια καὶ θὰ φορτωθῶσι τὰ δικαστήρια τῆς πρωτευούσης μὲ ἄνω τῶν 100 χιλιάδων δικῶν; Ποίαν ἠρεμίαν θὰ ἔχῃ ὁ δικαστὴς διὰ νὰ ἐκδώσῃ ἀποφάσεις καὶ ἀποφάσεις φευγούσας τὸ ἀκριβὲς δίκαιον; Κύριε Ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, δὲν θέλω νὰ ἀδικήσω ἐγὼ οὔτε τὰς προθέσεις σας οὔτε τὴν ἐργατικότητα τὴν ὁποίαν κατεβάλετε διὰ νὰ συντάξητε τὸ Διάταγμα τοῦτο. Ἐκαυχήθητε ὅτι τὸ Διάταγμα τοῦτο εἶναι τεχνικῶς ἀρτιώτερον καὶ εἰς τὸν Τύπον ἐκ μέρους διακεκριμένου ἐπιστήμονος εὑρήκατε συνήγορον ὅτι τὸ Διάταγμά σας εἶναι πρόγραμμα. Ἂν τὸ Διάταγμά σας εἶναι πρόγραμμα, δι’ ἐμὲ κρίνοντα καὶ σκεπτόμενον ἐπὶ τῇ βάσει τῶν σκέψεων τὰς ὁποίας ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ἐκθέσω εἰς τὴν Συνέλευσιν εἶναι ἓν πρόγραμμα κοινωνικῆς ἐπαναστάσεως, τὴν ὁποίαν, ἂν τὸ Διάταγμα ἤθελεν ἐφαρμοσθῆ, θὰ ἔχητε τὴν εὐθύνην ὅτι τὴν προεκαλέσατε καὶ ἂν ὀπισθοχωρήσητε ἐνώπιον τῶν προσωπικῶν ἐπιθέσεων καὶ ζητήσητε τὸ κῦρος μιᾶς Ἐπιτροπῆς οὐδεμία Ἐπιτροπὴ θὰ δυνηθῇ νὰ σᾶς σώσῃ τὴν στιγμὴν καθ’ ἣν δὲν ἀναγνωρίζετε τὴν κυριαρχίαν ὁλοκλήρου τοῦ Σώματος διὰ νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα ἐπὶ τῇ βάσει τῶν γενικῶν ἀπόψεων τῶν προκυπτουσῶν ἐπὶ τῶν γενικῶν συμφερόντων, τὰ ὁποῖα μόνοι εἶναι ἁρμόδιοι νὰ συζητήσωσι καὶ νὰ ἀποκρυσταλλώσωσιν εἰς νόμον οἱ κ.κ. πληρεξούσιοι ὡς Συνέλευσις καὶ ὄχι ὡς Ἐπιτροπή. Διὰ τοῦτο, ἐπειδὴ ἐν πάσῃ περιπτώσει θὰ ὑπάρξῃ δευτέρα διαδικασία, δὲν εἰσέρχομαι εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν λεπτομερειῶν διὰ τῶν ὁποίων καὶ τοὺς ἰδιοκτήτας ἠδικήσατε καὶ τὴν ἔννοιαν τῆς ἰδιοκτησίας προσεβάλατε, ἀλλὰ καὶ τὸ συμφέρον τὸ γενικὸν τῶν μισθωτῶν δὲν ἐπροστατεύσατε. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον συμπεραίνω εἶναι ὅτι τὸ Διάταγμα τοῦτο δὲν πρέπει ἁπλῶς νὰ παραπεμφθῇ εἰς Ἐπιτροπὴν πρὸς μελέτην ἢ γνωμοδότησιν, ἀλλὰ νὰ παραπεμφθῇ εἰς Ἐπιτροπὴν ὡς σχέδιον, ἵνα ἐπιβάλῃ αὕτη τὴν κρίσιν της, ἢ νὰ διέλθῃ τὸν ἔλεγχον τοῦ Κοινοβουλίου, ὅπως διῆλθεν εἰς ὅλα τὰ Κράτη τὰ κοινοβουλευτικὰ καὶ δημοκρατικά, ἐν τῷ μεταξὺ δὲ νὰ μὴ ἐφαρμοσθῇ. Προσέξατε! Ἂν προβῆτε εἰς δήλωσιν ἐφαρμογῆς τοῦ Διατάγματος, δὲν θὰ συντελέσητε εἰς τὴν ἡσυχίαν τοῦ Τόπου, νομίζω δὲ ὅτι ὁ Τόπος αὐτὸς ἔχει πάθει πολλὰ καὶ ὅτι εἶναι ἀνάγκη, ὅταν εὑρίσκηται εἰς τὴν ἀρχὴν ἑνὸς εἰρηνικοῦ καὶ παραγωγικοῦ καθεστῶτος, νὰ μὴ ἔρχησθε σεῖς ἐν ὀνόματι ἡμῶν, ἐν ὀνόματι θεωρητικῶν ἰδεῶν, ἰδεῶν ἀπολύτου δικαιοσύνης καὶ ἀπολύτου ἰσοζυγίσεως συμφερόντων ἀναγομένων εἰς λίρας καὶ εἰς τιμάριθμον νὰ ρίψητε τὸν Τόπον αὐτὸν εἰς τὴν χειροτέραν ἀναρχίαν, ἐκ τῆς ὁποίας μᾶλλον τὰ στοιχεῖα τὰ ἀνατρεπτικὰ τῆς καθεστώσης τάξεως ἔχουσι νὰ ὠφεληθῶσι. (Χειροκροτήματα).
§160ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κούνδουρος ἔχει τὸν λόγον.
§161Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Λυποῦμαι εἰλικρινῶς, κύριοι συνάδελφοι, διότι διὰ δευτέραν φορὰν εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ διαφωνήσω πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, μεθ’ ὅλην τὴν ἐκτίμησιν τὴν ὁποίαν τρέφω πρὸς τὴν ἐργατικότητα αὐτοῦ καὶ πρὸς τὴν εἰλικρίνειαν τῶν προθέσεών του. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εὐλόγως εἰς τὸ ἄρθρον 2 τοῦ νομοθετήματος, τοῦ ὁποίου δὲν πειρᾶται τὴν ἐφαρμογήν, ἀναφέρει ὅτι τὸ παρὸν ὀνομάζεται ἐνοικιοστάσιον. Ἦτο ἀληθῶς ἀπαραίτητον τὸ ἄρθρον τοῦτο, ὅπως εἶναι ἀπαραίτητος ἡ ἐπιγραφὴ εἰς τὴν προθήκην ἑνὸς καταστήματος, διότι, ἂν δὲν ἀνεφέρετο τὸ ἄρθρον τοῦτο, ἠδύνατό τις καὶ ἅπαξ καὶ δὶς καὶ πολλάκις ν’ ἀναγνώσῃ τὸ νομοθέτημα καὶ νὰ μὴ δυνηθῇ νὰ πεισθῇ ὅτι πρόκειται περὶ νομοθετήματος προωρισμένου νὰ λύσῃ ἓν σοβαρώτατον κοινωνικὸν πρόβλημα, τὸ ὁποῖον ἀντικρύζει ἡ κατάστασις. Θὰ ἦτο τελειότερον τὸ ἄρθρον αὐτό, ἂν προσετίθετο ὅτι πρόκειται περὶ ἐνοικιοστασίου ἀνθρώπων, διὰ νὰ γίνῃ ἡ διάκρισις ἀπὸ ἄλλο ἐνοικιοστάσιον, ἀπὸ τὸ ἐνοικιοστάσιον τῶν βοσκῶν, διότι ἀληθῶς ὑπάρχει ὁ φόβος τῆς τοιαύτης συγχύσεως κατ’ ἐμέ. Καὶ ὅταν τις ἀναγνώσῃ ὡρισμένην διάταξιν νομοθετικὴν διερωτᾶται ἂν τὸ νομοθέτημα εἶναι προωρισμένον νὰ θεραπεύσῃ ἀνάγκας ἀποσκοπούσας νὰ ἐξοικονομήσωσι σχέσεις ἀνθρώπων ἀποφασισμένων νὰ διαβιώσωσι τιμίως ἐν τῇ κοινωνίᾳ ἢ νὰ διαρρυθμίσωσι σχέσεις βοσκημάτων εἰς τὰ λιβάδια. Εἰς τὸν χαρακτηρισμὸν αὐτὸν μὲ ἄγει ἡ διάταξις ἐν τῇ ὁποίᾳ φαίνεται ὁ κ. Ὑπουργὸς οὐχὶ εὐλαβὴς πρὸς τὴν ἑλληνικὴν φιλοτιμίαν, οὐχὶ εὐλαβὴς πρὸς τὰς παραδόσεις καὶ ἀντιλήψεις τῆς ἑλληνικῆς κοινωνίας περὶ οἰκογενείας. Εἶναι ἡ διάταξις ἡ ὁποία ὁμιλεῖ περὶ τῆς περιφήμου συμπτύξεως. Γνωρίζετε σεῖς, γνωρίζετε πάντες, διότι ἔχετε ἀνεπτυγμένον τὸ αἴσθημα τῆς οἰκογενείας, ἂν καὶ κατὰ πόσον εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ παρ’ ἡμῖν, ἐν Ἑλλάδι, ἀνεκτὸν τὸ σύστημα τοῦτο τῆς συμπτύξεως, ὁ συνοικισμὸς οὗτος.
§162Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἰσχύει καὶ ἤδη.
§163Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἔπρεπε νὰ τὸ καταργήσητε. Περὶ αὐτοῦ πρόκειται. Ἐγὼ ἀντιτίθεμαι ριζικῶς πρὸς τὸ νομοθέτημα, ἀλλ’ ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι καὶ δὲν ἐκπλήττομαι διὰ τὰς διατάξεις αὐτάς, διότι βλέπω ὅτι ἀπὸ πολλοῦ χρόνου εἴμεθα εἰθισμένοι εἰς διαφόρων εἰδῶν παραδοξότητας, ὅτι ἀπὸ μακροῦ χρόνου ἐπαύσαμεν νὰ πολιτευώμεθα καὶ φιλοδοξοῦμεν ν’ ἀντιγράφωμεν. Ἐκηρύξαμεν εἰς στείρωσιν τὴν ἰθαγενῆ διάνοιαν καὶ ἐνῷ μένομεν ἐν Ἀθήναις κυβερνώμεθα ἀπὸ τὴν ἐπικρατοῦσαν εἰς τὴν ξένην ψυχολογίαν καὶ διανοητικότητα καὶ γινόμεθα μεταπράται τῶν ξένων ἰδεῶν καὶ μικροπωληταὶ τῶν ἀλλοδαπῶν συστημάτων (Χειροκροτήματα). Ἐπαύσαμεν νὰ βλέπωμεν τὴν πραγματικότητα, ἡ ὁποία μᾶς ἀπειλεῖ καθημερινῶς καὶ συμβουλευόμεθα τὰς βιβλιοθήκας καὶ νομοθετοῦμεν σκεπτόμενοι ἀπὸ βιβλιοθήκας καὶ νομοθετοῦμεν ἀπὸ νεφελῶν, ἐνῷ πέριξ ἡμῶν ἡ κατάστασις ὁμιλεῖ εὐγλώττως καὶ μᾶς ὑποδεικνύει ποίαν ὀφείλουν νὰ ἔχουν μορφὴν τὰ νομοθετήματα ἡμῶν. Μικροποιοῦμεν τὰ μέγιστα πολλάκις καὶ μεγαλοποιοῦμεν τὰ ἐλάχιστα καὶ δὲν ἀποβλέπομεν παρὰ εἰς τὴν ἐντύπωσιν τὴν ὁποίαν θὰ προκαλέσῃ ἡ ἐμφάνισις τῶν καινῶν δαιμονίων. Ἀλλὰ τὸ νομοθέτημα τοῦτο δὲν δυνάμεθα κἂν νὰ εἴπωμεν πόθεν προέρχεται. Δὲν δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ὅτι εἶναι τελεία ἀποκρυστάλλωσις τῶν νομοθετημάτων τὰ ὁποῖα κρατοῦν ἀλλαχοῦ. Διότι μᾶς ἀνέφερεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης τὰ νομοθετήματα τῶν ξένων χωρῶν τὰ ὁποῖα εἶχεν ὑπ’ ὄψει του, ἀλλὰ μετὰ πάροδον ὀλίγης ὥρας μᾶς ἔλεγε: Μοῦ ἐζήτησαν αὐτὸ καὶ τὸ ἔκαμα, μοῦ ἐζήτησαν τὸ ἄλλο καὶ τὸ ἔκαμα. Ἀλλ’ ἀφοῦ ὅσα σᾶς ἐζήτησαν τόσα ἐκάματε, ἀφοῦ ὅσα σᾶς ὑπέδειξαν τόσα ἀπεδέχθητε, εἰς τί ἐχρησίμευσε, κύριε Ὑπουργέ, ἡ μελέτη τῶν ξένων νομοθετημάτων; Καὶ οὐ μόνον τοῦτο. Μᾶς ὡμίλησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καὶ περὶ τῆς πραγματικῶς ἀξιεπαίνου φιλοπονίας τὴν ὁποίαν ἐπέδειξεν. Ἀλλὰ τότε πρὸς τί εἰργάσθητε, κύριε Ὑπουργέ, ἀφοῦ τὰ φῶτα ἠντλήσατε ἀπὸ τὰ φῶτα τῶν ἄλλων μερῶν καὶ ἀπὸ τὰς Χώρας τὰς ὁποίας περιδιαβάσατε διανοητικῶς διὰ νὰ κατορθώσητε νὰ ἐμφανίσητε τὸ νομοθέτημα τοῦτο; Δὲν συνηντήσατε ἆρά γε ἄλλας διατάξεις παρὰ τὰς διατάξεις τὰς ὁποίας ἐφέρατε; Ὡμιλήσατε περὶ τοῦ ἐνοικιοστασίου τῆς Γαλλίας, ὡμιλήσατε περισσότερον περὶ τοῦ ἐνοικιοστασίου τῆς Ἰταλίας καὶ δὲν ἐσκέφθητε ὅτι δὲν εἶναι ἐδῶ ἡ ἰταλικὴ ἀτμόσφαιρα, τὴν ὁποίαν διευθύνει ὁ φασισμός. Κατεφύγετε εἰς τὴν Γερμανίαν καὶ ἀνεφέρατε ὡρισμένας διατάξεις καὶ ἐλησμονήσατε τὴν θεμελιώδη διάταξιν τοῦ γερμανικοῦ ἐνοικιοστασίου, ἡ ὁποία εἶναι καὶ ἡ μόνη ἡ ὁποία ἐπέφερε καρποὺς ἀγαθούς, τὴν διάταξιν ἡ ὁποία μεταξὺ ἰδιοκτήτου καὶ ἐνοικιαστοῦ εὗρε τὸν ὑπεκμισθωτὴν καὶ τὸν ἐξωβέλισε. Καὶ ἐνῷ μᾶς λέγετε, κύριε Ὑπουργέ, ὅτι διετηρήσατε τὸ ἐνοικιοστάσιον ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔπαυσεν ἀπὸ τοῦ 1921 νὰ ἀναγνωρίζῃ ὑπεκμισθωτήν, ἔρχεσθε καὶ μᾶς λέγετε ὅτι τὸν προστατεύετε. Καὶ προστατεύετε τὸν ὑπεκμισθωτήν, καθὼς εἴπετε, ἀκριβῶς διότι συντελεῖ εἰς τὴν εὔρυνσιν τῆς στέγης. Δὲν εἶναι ὑπεκμισθωτὴς μόνον ἐκεῖνος ὁ πτωχὸς ὁ ὁποῖος ἐκ τῶν τριῶν δωματίων τῆς οἰκίας του περισφίγγεται εἰς τὰ δύο διὰ νὰ ἐνοικιάσῃ τὸ τρίτον εἰς ἕνα φοιτητήν. Εἶναι ὑπεκμισθωταὶ οἱ ὁποῖοι πληρώνουν 1000 δραχμὰς καὶ λαμβάνουν 10.000. Αὐτοὶ ἀποτελοῦν κατὰ τὴν ἀντίληψιν τοῦ γερμανικοῦ ἐνοικιοστασίου τὸ ὁποῖον ἐπεκαλέσθητε ἐκμεταλλευτάς, τοὺς ὁποίους τὸ ἐνοικιοστάσιον τὸ γερμανικὸν ἔχει κηρύξει ἐκτὸς πάσης νομοθετικῆς προστασίας. Καὶ ἐνῷ ἐμεριμνήσατε περὶ διαφόρων τάξεων καὶ ἐνῷ ἐμεριμνήσατε περὶ προστασίας τῶν ὑπεκμισθωτῶν, διότι δῆθεν εὑρύνουν τὴν στέγην, παρείδετε τὴν μεγάλην τάξιν, τὴν συμπαθεστέραν τάξιν τὴν ὁποίαν ὠφείλετε νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν, τὴν τάξιν τῶν ἀνθρώπων οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται εἰς τὰς Ἀθήνας πρὸς πραγμάτωσιν τῶν ἠθικωτέρων καὶ πολὺ ζωτικωτέρων σκοπῶν. Παρείδετε καθ’ ὁλοκληρίαν τὴν τάξιν τῶν φοιτητῶν, τῶν ἀνθρώπων οἱ ὁποῖοι ἔχουν τὸ ἀτύχημα νὰ μὴ δύνανται νὰ ἐργασθῶσιν ἀκόμη παραγωγικῶς καὶ οἱ ὁποῖοι εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ ζῶσιν εἰς βάρος τῶν γονέων, οἱ ὁποῖοι ἀντὶ ἱδρώτων καὶ κόπων καὶ μόχθων κατορθώνουν νὰ ἐξοικονομοῦν τὰς δαπάνας αὐτῶν. Καὶ οὐδεμίαν προστασίαν περὶ αὐτῶν ἐλάβετε καὶ εἰς τὰς διατάξεις περὶ προστασίας τοῦ ὑπεκμισθωτοῦ δὲν ἐπροστατεύσατε τὴν μοναδικὴν ταύτην τάξιν, τὴν ὁποίαν ὠφείλετε νὰ χωρίσητε ἀπὸ ὅλας τὰς λοιπὰς κοινωνικὰς τάξεις. Ἐγὼ προσωπικῶς ἀντιπαθῶ ἀπολύτως τὰς διαιρέσεις καὶ τὰς διακρίσεις τὰς προσωπικάς. Νομίζω ὅτι τὸ ἐνοικιοστάσιον ὀφείλει νὰ μὴ καταγίνῃ εἰς λεπτομερείας, ἀλλὰ νὰ ἴδῃ ἔμπροσθέν του λαμβάνον μόνον τὸ ὑλικὸν τῶν ἰδιοκτητῶν καὶ τὸ ὑλικὸν τῶν ἐνοικιαστῶν καὶ καλούμενον μεταξὺ τῶν δύο τούτων νὰ ἐπιδείξῃ συμπάθειαν ἢ ἀντιπάθειαν, γνωρίζομεν δὲ ὑπὲρ ποίου ἔπρεπε νὰ ἐπιδείξῃ ἀπόλυτον τὴν συμπάθειάν του. Τὸ ζήτημα τῆς στέγης καὶ τοῦ ἐνοικιοστασίου δὲν εἶναι κατὰ τὴν πρακτικὴν ἄποψιν ὑπὸ τὴν ὁποίαν ἡμεῖς, μακρὰν τῶν βιβλιοθηκῶν ἀλλὰ καὶ κάτωθεν τῶν νεφελῶν, παρακολουθοῦμεν τὴν κατάστασιν, δὲν εἶναι, λέγω, τὸ ἐνοικιοστάσιον ἀπὸ τῆς πραγματικῆς του ἀπόψεως παρὰ ζήτημα διατιμήσεως ἀγαθοῦ τινος ἀναγκαίου διὰ τὴν ζωήν. Τὸ ἐνοικιοστάσιον δὲν εἶναι παρὰ διατίμησις τῆς στέγης, ὅπως ὑπάρχει διατίμησις τοῦ ἄρτου καὶ ὅλων τῶν ἄλλων ἀγαθῶν τῆς ζωῆς. Καὶ ἐρωτῶ· διατί τάχα ἐν τῇ διατιμήσει τοῦ ἑνὸς ἀγαθοῦ, τῆς στέγης, θὰ προβῶμεν εἰς διαιρέσεις καὶ διακρίσεις, ἀφοῦ δὲν προβαίνομεν εἰς διακρίσεις προκειμένου περὶ ἄλλων εἰδῶν τῆς πρώτης ἀνάγκης; Ἐνῷ, ὅταν τὸ κρέας διατιμᾶται εἰς δραχμὰς 50, θὰ τὸ πληρώσῃ καὶ ὁ ἐφοπλιστὴς καὶ ὁ χρηματιστὴς καὶ ὁ ὑπάλληλος καὶ ὁ ἐργάτης εἰς τὴν αὐτὴν τιμήν, διατί οἱ διακρίσεις αὗται νὰ γίνωνται εἰς τὸ ἐνοικιοστάσιον; Καὶ διατί σεῖς, κύριε Ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, δὲν ἐμεσολαβήσατε διὰ νὰ προστατευθῶσιν αἱ ἄποροι τάξεις εἰς τὰ ἄλλα ἀγαθά, ἀλλ’ ἐκάματε τὰς διακρίσεις αὐτὰς εἰς τὸ ἐνοικιοστάσιον καὶ ἐφέρατε αὐτὸ τὸ νομοθέτημα πρὸς προστασίαν δῆθεν τῶν κατωτέρων τάξεων; Καὶ ἐνῷ ἡ φιλανθρωπία σᾶς φέρει δῆθεν εἰς τὴν διαίρεσιν τῶν ἀτόμων εἰς διαφόρους τάξεις, σταματᾶτε εἰς τὴν τάξιν τῶν ἀπόρων, οἱ ὁποῖοι ἔχουν εἰσόδημα 3–4.000 δραχμῶν. Ἀλλ’ ὑπάρχουν, κύριε Ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, ἄνθρωποι ἐν Ἑλλάδι οἱ ὁποῖοι δὲν κατορθώνουν, μεθ’ ὅλην τὴν ἀκρίβειαν τοῦ βίου, νὰ ἔχουν εἰσόδημα ἀνώτερον τῶν 500 δραχμῶν μηνιαίως. Διατί νὰ σταματήσῃ ἡ προστασία σας καὶ νὰ μὴ χωρήσῃ περισσότερον, ὁπότε θὰ ἐβλέπετε εἰς ποῖον σημεῖον θὰ φέρητε τὴν κατάστασιν, διότι ἐδημιουργήσατε ἓν προηγούμενον, τὸ ὁποῖον ἐντὸς μικροῦ θὰ δημιουργήσῃ ἓν ἄλλο πρόβλημα, τὸ πρόβλημα τῶν ἀνθρώπων οἱ ὁποῖοι θὰ ἐννοοῦν νὰ ζήσουν ἀπὸ τὸ Κράτος, τὸ ὁποῖον θὰ ἀντιλαμβάνωνται ὡς πρυτανεῖον; Ἀλλὰ δὲν ἤθελον τὰς διακρίσεις τῶν τάξεων κυρίως οὐχὶ διότι δὲν ὑπάρχουν οὐσιαστικαὶ διαφοραὶ καὶ οὐχὶ διότι δὲν ὑπάρχει δικαιοσύνη, ἀλλὰ διότι δημιουργοῦν ἓν οἰκονομικὸν ἀδιέξοδον καὶ διότι δημιουργοῦν σύστημα ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ ὁποίου θὰ ἀπαιτήσῃ κολοσσιαίας δαπάνας, ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ ὁποίου δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ δημιουργήσῃ ἀδικίας μὴ δυναμένας νὰ γίνωσιν ἀνεκταί. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐκ τῶν αὐξήσεων τῶν μισθωμάτων τὰ ὁποῖα πληρώνει ὡρισμένη τάξις ἀφῄρεσεν ἓν μέρος, τὸ ὁποῖον εἰσπράττει τὸ Δημόσιον, τὸ ὁποῖον ὑποχρεοῦται ἐξ ἀντιθέτου νὰ πληρώσῃ τὰς αὐξήσεις ἄλλων τάξεων, αἱ ὁποῖαι ἐχαρακτηρίσθησαν ὡς ἄποροι καὶ δὲν κρίνεται σκόπιμον νὰ ἐπιβαρυνθῶσι καὶ νὰ πληρώσωσιν ἐκ τοῦ ἰδίου των βαλαντίου. Ἀλλά, κύριε Ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, ποῦ ἀλλοῦ ὑπάρχουν τοιαῦται διατάξεις; Ἀλλ’ ὑπάρχει ταυτοχρόνως καὶ μία στατιστικὴ καὶ μία ἐπιμεμελημένη ἐργασία, ἡ ὁποία κατέληξεν εἰς συμπεράσματα καὶ ἔπεισε τοὺς νομοθέτας τῶν μερῶν ἐκείνων ὅτι ὅσα εἰσπράξῃ τὸ Κράτος ἀπὸ ἐδῶ τόσα θὰ πληρώσῃ ἀπὸ ἐκεῖ. Καὶ σᾶς ἐρωτῶ, καὶ ἐρωτῶ καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν κατεβλήθη προσπάθεια σοβαρὰ ἵνα ἐξακριβωθοῦν τὰ ποσὰ τὰ ὁποῖα εἶναι ὑποχρεωμένον τὸ Κράτος νὰ πληρώσῃ καὶ νὰ ἴδῃ ἂν εὑρίσκεται ἐν ἐξισώσει πρὸς τὰ ποσὰ τὰ ὁποῖα θὰ εἰσπράξῃ καὶ ἂν ὁ λογαριασμὸς τὸν ὁποῖον θὰ κάμῃ παρουσιάζει τυχὸν ἔλλειμμα δεκάδων ἢ ἑκατοντάδων ἑκατομμυρίων δραχμῶν; Ἐπὶ τῇ βάσει ποίας λογικῆς, ἐπὶ τῇ βάσει ποίας ἠθικῆς θὰ πληρωθῇ τὸ ἔλλειμμα τοῦτο ἀπὸ τὸν κοινὸν κορβανᾶν, εἰς τὸν ὁποῖον συνεισφέρει ἡ Ἑλλὰς ὁλόκληρος; Ἀλλὰ δημιουργεῖτε τεκμήριον εὐπορίας, πλουσιότητος καὶ πενίας χωρὶς νὰ μᾶς εἴπητε ἂν εἶναι ἀμάχητον τὸ τεκμήριον ἢ μαχητόν.
§164Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Τὸ λέγω μαχητόν.
§165Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἶπον, κύριοι, προηγουμένως ὅτι ἀπὸ μακροῦ χρόνου συνηθίσαμεν νὰ μεγαλοποιῶμεν τὰ ἐλάχιστα καὶ νὰ ἐλαχιστοποιῶμεν τὰ μέγιστα. Νομίζομεν μέγα τὸ πρόβλημα τὸ ὁποῖον προώρισται νὰ λύσῃ τὸ ἐνοικιοστάσιον, ἀλλὰ μικρὸν τὸν τρόπον κατὰ τὸν ὁποῖον ἠδύνατο νὰ λυθῇ τὸ πρόβλημα. Πάντως ἡ πολιτικὴ ἡ ὁποία διέπει τὰς γενικὰς γραμμὰς τοῦ νομοθετήματος εἶναι πολιτικὴ τείνουσα, ὅπως εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἐκεῖ ὅπου τείνουσιν αἱ ἀνάλογοι πολιτικαὶ ὅλων τῶν ξένων Κρατῶν, εἰς τὸ νὰ καταστήσωσι δηλαδὴ τὸ ἐνοικιοστάσιον θεσμὸν οὐχὶ μόνιμον ἀλλὰ πρόσκαιρον. Ἀρκοῦμαι εἰς ὅ,τι εἶπεν ὁ προλαλήσας συνάδελφος περὶ τοῦ ὅτι δὲν ἐνισχύονται αἱ νέαι οἰκοδομαί, ἐνῷ εἶναι γνωστὸν καὶ εἰς ὅσους ἔχουν ὀλιγωτέραν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ σοφίαν ὅτι διὰ νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα τῆς στέγης εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐλαττωθῇ ὁ πληθυσμὸς ἢ νὰ αὐξηθῶσιν αἱ στέγαι. Ἀλλ’ αἱ ἀντιλήψεις τὰς ὁποίας ἠρύσθη ἐκ τῶν ξένων νομοθεσιῶν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἶναι ὀρθαὶ ἐκεῖ ὅπου ἐφαρμόζονται καὶ ὄχι ἐν Ἑλλάδι. Ὑπάρχει κανὲν Κράτος ἐξ ἐκείνων τὰς νομοθεσίας τῶν ὁποίων συνεβουλεύθη ὁ κ. Ὑπουργός, τὸ ὁποῖον νὰ ὑπεχρεώθη νὰ φιλοξενήσῃ συμπαγῆ πληθυσμὸν 1,500,000, ὅπως ὑπεχρεώθημεν νὰ πράξωμεν ἡμεῖς; Εἶναι οἱ ὅροι οἱ αὐτοὶ οἱ ὁποῖοι ἐπέβαλον ἀλλαχοῦ τὰς διατάξεις, τὰς ὁποίας ἔχει τὸ νομοθέτημα τοῦτο, ὥστε νὰ δύναται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ μεταφυτεύσῃ αὐτὰς μὲ τόσην τόλμην ὅσην ἐπέδειξε; Μία ἐν τούτοις παρ’ ὅλα ταῦτα εἶναι ἡ γραμμὴ τοῦ νομοθετήματος, ἡ ὁποία ἐμὲ τοὐλάχιστον ἠνάγκασε νὰ ἀνέλθω εἰς τὸ βῆμα. Διαβλέπω εἰς τὸ νομοθέτημα τοῦτο τὰς πλουτοκρατικὰς ῥοπὰς καὶ τὰς πλουτοκρατικὰς τάσεις, τὰς ὁποίας διέκρινα καὶ εἰς ἄλλας πράξεις τῆς Κυβερνήσεως. Ἐνῷ ὁ κόσμος τῶν ἰδιοκτητῶν ἠρκεῖτο εἰς αὔξησιν 30%, διατεθειμένος νὰ ὑποχωρήσῃ καὶ κάτω τούτου, ἔρχεται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καὶ δίδει αὐξήσεις, αἱ ὁποῖαι ἄρχονται ἀπὸ 37% καὶ ἐξικνοῦνται μέχρι 250%. Ἀκριβῶς εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο διαβλέπω τὰς πλουτοκρατικὰς ῥοπὰς καὶ τάσεις τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορὰ κατὰ τὴν ὁποίαν καταγγέλλομεν πράξεις τῆς Κυβερνήσεως ἀποδεικνυούσας ὅτι ἡ συμπάθεια αὐτῆς εὑρίσκεται πρὸς τὸ μέρος τοῦ κεφαλαίου καὶ ὁσάκις ἑρμηνεύοντες ὡρισμένας πράξεις καὶ ὡρισμένα δεδομένα κατηγορήσαμεν τὴν Κυβέρνησιν ἐπὶ τούτῳ, μᾶς ἐδόθη ἡ ἀπάντησις ὅτι ὅλαι αἱ πράξεις καὶ αἱ παραλείψεις ἐγένοντο ὡς μέτρα ἀναγκαῖα ἐναντίον τοῦ κομμουνισμοῦ, τὸν ὁποῖον κατὰ τὰς κυβερνητικὰς ἀντιλήψεις ἐνισχύουν ὁραταὶ καὶ ἀόρατοι δυνάμεις καὶ ὁ ὁποῖος κατὰ τὰς αὐτὰς ἀντιλήψεις εἶναι ἕτοιμος νὰ πυρπολήσῃ τὸ ἀστικὸν καθεστώς. Τοιαύτην δικαιολογίαν μᾶς ἀντέταξεν ἡ Κυβέρνησις ὅτε ἐτολμήσαμεν νὰ εἴπωμεν ὅτι ἐν τῇ ἐπεξεργασίᾳ τοῦ νομοθετήματος ἐδείκνυε μεσαιωνικὰς ἀντιλήψεις ἀναφορικῶς πρὸς τὴν περιουσίαν εἰς βάρος τῶν ἐργαζομένων τάξεων. Εἴδομεν π.χ. τὸν ἔμπορον εἰς τὴν Καβάλλαν ἀποπειρώμενον παρανόμως νὰ ἐξαγάγῃ ἀνεπεξέργαστα καπνὰ καὶ εἴδομεν τὸν ἐργάτην διαμαρτυρόμενον καὶ ἐν τῷ μέσῳ τούτων εἴδομεν τὸ Κράτος φθάνον μέχρις αἵματος, ἵνα πλήξῃ τὸ δίκαιον καὶ ἐνισχύσῃ τὸ ἄδικον. Εἴδομεν εἰς τὴν Δράμαν συνταγματάρχην νὰ προΐσταται ἀνευθύνων ἐνόπλων ὀργανώσεων καὶ νὰ διαλύῃ ἐργατικὰ σωματεῖα, καὶ ἠκούσαμεν ἐπαγγελίας κυβερνητικὰς περὶ τοῦ ὅτι θὰ ἐνηργεῖτο ἀνάκρισις, καὶ ἐν τούτοις ὁ συνταγματάρχης ἐξακολουθεῖ νὰ παραμένῃ εἰς τὴν θέσιν του. Εἴδομεν εἰς περιφερείας τινὰς τσιφλικιούχους νὰ ἐνεργῶνται ἐπιδρομαὶ κατὰ τῶν προσφύγων καὶ τὸ Κράτος νὰ βλέπῃ τὴν κατάστασιν ἀπαθέστατα. Εἴδομεν ἀλλαχοῦ τὸν ἐργάτην νὰ διαμαρτύρεται ἐναντίον τῆς φεουδαρχικῆς καταστάσεως καὶ ἀντὶ ὑποστηρίξεως εἴδομεν τὸν ἐργάτην συκοφαντούμενον μὲ τὴν μομφὴν τοῦ κομμουνισμοῦ. Πάντα ταῦτα εἴδομεν καὶ πάντα ταῦτα ἀνεφέραμεν καὶ κατηγγείλαμεν, ἀλλ’ ἡ φωνή μας οὐδέποτε ἠκούσθη. Ἀφορμὴν λαμβάνοντες ἀπὸ τὴν νέαν πρᾶξιν τῆς Κυβερνήσεως, τὴν ὁποίαν χαρακτηρίζω ὡς πρᾶξιν θίγουσαν τὰ δικαιώματα τῶν ἐργαζομένων τάξεων, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ ἐπαναλάβωμεν τὰς καταγγελίας ἡμῶν, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ εἴπωμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὅτι δύναται ἐπὶ οἱουδήποτε σημείου τοῦ κοινωνικοῦ ἐπιπέδου νὰ πραξικοπῇ, ἀλλ’ ὑπάρχει ἓν σημεῖον εἰς τὸ ὁποῖον ἔρχονται εἰς ἐπαφὴν τὰ δικαιώματα τῶν ἄνω καὶ ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ συνιστῶμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ μὴ πραξικοπῇ, διότι, ἐνῷ δυνάμεθα νὰ ἀνάψωμεν πυρκαϊὰν εἰς μίαν ἄβυσσον καὶ τὰ ἐξ αὐτῆς ἀποτελέσματα νὰ εἶναι περιωρισμένα, δὲν δυνάμεθα ἐν τούτοις νὰ ἀνάψωμεν οὔτε ἓν σπίρτον πλησίον μιᾶς πυριτιδαποθήκης. Κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον λέγομεν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ὅτι τὸ σημεῖον εἰς τὸ ὁποῖον ἐπραξικόπησε διὰ τοῦ σημερινοῦ νομοθετήματος, τὸ σημεῖον τῆς ἐπαφῆς τοῦ ἐργάτου πρὸς τὸ κεφάλαιον, εἶναι πλῆρες ἐκρηκτικῶν ὑλῶν καὶ διὰ τοῦτο θὰ πράξῃ ἔργον φρονήσεως ἂν ἀποσύρῃ τὴν χεῖρά της. Ἀλλ’ εἶμαι ἐπίσης ὑποχρεωμένος νὰ εἴπω πρὸς τὸν κόσμον ὁ ὁποῖος ὄπισθεν τῆς Κυβερνήσεως χειροκροτεῖ τὰς πλουτοκρατικὰς τάσεις ὅτι τὴν κόλασιν, ὅπως τὴν βλέπετε καὶ τὴν βλέπομεν, τῆς Ρωσίας δὲν τὴν ἐπροκάλεσαν οἱ ὀπαδοὶ τοῦ Λενὶν καὶ τοῦ Τρότσκυ, ἀλλὰ τὴν ἐπροκάλεσεν ὁ ἀναιδὴς πλοῦτος, ὁ ἀδηφάγος πλοῦτος, ὁ καθημερινῶς εἰς βάρος τῶν ἄλλων τάξεων ἐνισχυόμενος ὑπὸ τοῦ Κράτους. Ἔχω τὴν πεποίθησιν, κύριοι, ὅτι αἱ ὑποχωρήσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὑποχωρήσεις αἱ ὁποῖαι ἀληθῶς τὸν τιμοῦν, δὲν θὰ περιορισθοῦν εἰς τὸ σημεῖον εἰς τὸ ὁποῖον τὰς ἐξεδήλωσεν. Εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ ὑποχωρήσῃ καὶ περαιτέρω. Εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ ἐναποθέσῃ τὸ τέκνον του εἰς τὴν βρεφοδόχον ἡμῶν καὶ ἡμεῖς θὰ σκεφθῶμεν ἂν εἶναι τέρας τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ στραγγαλίσωμεν ἢ ἂν εἶναι ἄξιον προστασίας νὰ τὸ προστατεύσωμεν (Χειροκροτήματα).
§166ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πραντούνας ἔχει τὸν λόγον.
§167Α. ΠΡΑΝΤΟΥΝΑΣ. Κύριοι συνάδελφοι, δὲν γνωρίζω ἂν εὑρίσκωμαι ἐντὸς τῶν συνταγματικῶν στοιχειωδῶν γνώσεων ἂν σᾶς εἴπω ὅτι εὑρίσκωμαι ἐν καταπλήξει διότι ἀπὸ τοῦ παρελθόντος ἔτος εἴχομεν ψηφίσει ἓν ψήφισμα, καὶ ὄχι νόμον, διὰ τοῦ ὁποίου διετάσσετο ἡ Κυβέρνησις Σοφούλη, ἀρτιπαγὴς τότε, διὰ μιᾶς κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς νὰ ἐκδώσῃ Διάταγμα, ὅπερ θὰ ἐκανόνιζε τὸ ἐνοικιοστάσιον. Αὐτὸ ἦτο τὸ ψήφισμα τῆς Συνελεύσεως, τὸ ὁποῖον ὤφειλε νὰ ἐκτελέσῃ ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Σοφούλη. Τὸ ζήτημα εἶναι ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη ἐκάλεσε καὶ τοὺς ἰδιοκτήτας καὶ τοὺς διαφόρους Συλλόγους, ἀλλὰ καὶ τοὺς ἐνοικιαστὰς καὶ συνεζητήσαμεν ἐπὶ δύο ἢ τρεῖς ἑβδομάδας, ἐφάγαμεν ὅλον τὸ καλοκαῖρι καὶ εἰς τὸ τέλος μᾶς εἶπεν ὅτι δὲν μᾶς χρειάζεται καὶ ἐπρότεινε νὰ κάμῃ τὸ ἐνοικιοστάσιον, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἐντολήν, καθόσον εἰς τὸ τέλος τοῦ Αὐγούστου ἔληγε τὸ ἐνοικιοστάσιον. Κατόπιν ἡ Κυβέρνησις Σοφούλη ἐζήτησε παράτασιν ἑνὸς μηνός, μᾶς ἐδικαιολογήθη δὲ ὁ κ. Γκότσης ὅτι κάμνει αὐτὸ διότι θέλει νὰ μελετήσῃ περισσότερα νομικά. Κατόπιν ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη ἔπεσε καὶ ἐχάθη τὸ ἐνοικιοστάσιον. Τώρα ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης κατόπιν βεβαίως πολλοῦ κόπου λίαν ἀξιεπαίνου μᾶς ἐπαρουσίασεν ἓν ἐνοικιοστάσιον, τὸ ὁποῖον εἶναι ἄξιον πάσης ἐκτιμήσεως καὶ θαυμασμοῦ εἰς πολλὰ σημεῖα τὰ ὁποῖα ἔχει, ἀλλὰ τὸ ὁποῖον δὲν ἐμποδίζει καὶ ἡμᾶς τοὺς ἰδιοκτήτας, τοὺς ὁποίους ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀντιπροσωπεύω, νὰ τὸ θεωρήσωμεν ἐπίσης δεσμευτικόν, ὡς καὶ τὰ τέως κρατοῦντα τοιαῦτα. Βεβαίως ἔχει μερικὰς γραμμὰς αἱ ὁποῖαι εἶναι ἄξιαι θαυμασμοῦ, ὅπως τῶν ὑποχρεωτικῶν ἐνοικιάσεων τῶν νέων οἰκοδομῶν, καθόσον ὅλοι οἱ νέοι ἰδιοκτῆται ἔδειξαν πολὺ αἰσχροκερδεῖς διαθέσεις καὶ ὕψωσαν τὰ ἐνοίκια εἰς βάρος τῆς φήμης ἡμῶν τῶν ἄλλων παλαιῶν μικροϊδιοκτητῶν. Κύριοι, πολλάκις καὶ ἐντεῦθεν, ἐκ τοῦ περιβόλου τούτου, καὶ ἔξω αὐτοῦ ἀκούεται ὁ κίνδυνος τοῦ κομμουνισμοῦ. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ εἴπω τί ἐστὶ κομμουνισμός. Κατ’ ἐμὲ κομμουνισμὸς καὶ σοσιαλισμὸς πρὸς ἕνα καὶ τὸν αὐτὸν τείνουσι σκοπόν: πρὸς τὴν κατάργησιν τῆς ἰδιοκτησίας. Ἀλλ’ ὁ μὲν κομμουνισμὸς ἢ μπολσεβικισμὸς τείνει διὰ τῆς εὐθυτέρας ὁδοῦ, τουτέστιν οἱ ὀλίγοι νὰ πνίξωσι τοὺς πολλοὺς ἔστω καὶ δι’ αἵματος καὶ διὰ πάσης ἀγριότητος, ὁ δὲ σοσιαλισμὸς διὰ τῆς ἐμμέσου ὁδοῦ, διὰ τῆς ἐξελίξεως, διὰ τῆς διαπαιδαγωγήσεως τοῦ λαοῦ. Ἀλλ’ ἂν ἔχωμεν παράπονα κατὰ τοῦ κομμουνισμοῦ, κατὰ τοῦ σοσιαλισμοῦ, δὲν πρέπει νὰ ἀναζητήσῃ τις τὰ αἴτια αὐτῶν οὔτε εἰς τὸν λαὸν οὔτε εἰς τοὺς ἐργάτας, ἀλλὰ μόνον εἰς τὰς Κυβερνήσεις τὰς ἑκάστοτε. Δὲν εἶναι δὲ τοῦτο τὸ σφάλμα μόνον παρ’ ἡμῖν ἀλλὰ καὶ ἀλλαχοῦ. Διότι, ἂν ἐπρόσεχον αἱ Κυβερνήσεις καὶ τὰ διάφορα καθεστῶτα εἰς τὰ νομοθετήματα τὰ ὁποῖα μέχρι τοῦδε ἐψήφισαν, δηλαδὴ τὰ τῶν ἀπαλλοτριώσεων, τῶν ἐπιτάξεων, τοῦ ἐνοικιοστασίου, δὲν θὰ ὑπῆρχεν ὁ σπόρος καὶ τὸ γάλα τὸ ὁποῖον ἔθρεψε καὶ ἀνέδειξε τοὺς μπολσεβίκους καὶ τοὺς σοσιαλιστάς. Κατ’ ἐμέ, κύριοι, ἐργάτης καὶ κεφάλαιον δὲν ὑπάρχει· ὑπάρχουν μόνον συνεργάται. Διότι πάντες, εἴτε ἐν τῇ φάτνῃ εἴτε ἐν χρυσῷ λίκνῳ γεννώμενοι, γεννώμεθα πεπροικισμένοι ὑπὸ τῆς φύσεως ὑπὸ διαφόρων ἀρετῶν ἢ κακιῶν καὶ βαθμῶν ἀντοχῆς καὶ ἀξίας πνεύματος καὶ βαδίζομεν πρὸς τὸν τρόμον τῆς ζωῆς ἀναρριχώμενοι οἱ πάντες καὶ πρὸς τὸν πλοῦτον καὶ πρὸς τὸν θάνατον. Κατὰ τὸν ἐναγώνιον δὲ καὶ οὕτως εἰπεῖν ἔνστικτον τοῦτον δρόμον οἱ μὲν ὑστεροῦσι φυσικῶς, οἱ δὲ προχωροῦσι, συχνότατα δὲ καὶ ἐναλλάσσονται ἐν τῇ προχωρήσει καὶ καθυστερήσει ταύτῃ, ὥστε καὶ ὁ πλοῦτος καὶ ἡ δύναμις τῆς τε ζωῆς καὶ τοῦ πνεύματος διέρχονται ἀπὸ ἀτόμου εἰς ἄτομον καθ’ ὡρισμένας ἢ ἐκτάκτους χρονικὰς περιόδους καὶ κατὰ νόμους μυστηριώδεις, ἀγνώστους ἡμῖν. Διαδοχικῶς ὅθεν ἀναφαίνονται οἱ τέως ἐργάται καὶ πτωχοὶ ὡς πλούσιοι, καὶ ἀντιθέτως οἱ τέως ἑκατομμυριοῦχοι ἢ εὔποροι ὡς δυστυχεῖς καὶ ἄποροι καὶ ἐργάται. Ποῦ λοιπὸν βλέπετε ἐν τῇ φύσει τὸ μόνιμον τοῦ πτωχοῦ ἢ τοῦ πλουσίου, τοῦ ἐργάτου ἢ τοῦ κεφαλαιοκράτου; Ἡ νομοθετικὴ ὅθεν φιλοσοφία σας δι’ ἑνὸς ἁπλοῦ βλέμματος φωρᾶται καθαρῶς ἀνακριβὴς καὶ ἀντιφυσιολογικὴ καὶ συνεπῶς εἶναι ἀσταθὴς καὶ καταρρέει ἀφ’ ἑαυτῆς πρὸς μεγάλην ἔκπληξίν σας. Μόνον ὅθεν ἡ ἐργασία καὶ ἡ ὑπεροχὴ τοῦ καλλιεργουμένου πρὸς τὸ ἀγαθὸν πνεύματος εἶναι καὶ πρέπει νὰ εἶναι σεβαστὴ διὰ πάντα ἀστόν, ὡς καὶ διὰ πάντα πολίτην, ἂν θέλωμεν νὰ ἐμφανιζώμεθα ἀληθῶς φιλοσοφοῦντες καὶ ἀληθῶς εὐνομούμενοι καὶ δίκαιοι καὶ πεπολιτισμένοι. Ἑπομένως κατ’ ἐμὲ ὑπάρχει καὶ διάκρισις ἀγροτῶν. Καὶ διακρίνομεν δύο εἴδη ἀγροτῶν. Πρῶτον, τὸν ἀγρότην τὸν τίμιον ὁ ὁποῖος εἰργάσθη καὶ δι’ ἱδρῶτος ἀπέκτησε τὴν ἰδιοκτησίαν του καὶ δεύτερον, τὸν ἀγρότην ὅστις εἶναι ὁμοίωμα ἀγρότου καὶ ὄχι ἀληθὴς ἀγρότης, ἱδρώνων καὶ μοχθῶν πρὸς κτῆσιν ἀγαθῶν. Πρέπει ὅθεν, κύριοι, νὰ σεβασθῶμεν ὁπωσδήποτε τὴν ἰδιοκτησίαν. Καὶ ἄλλοτε εἶχον τὴν τιμὴν νὰ εἴπω εἰς τὸν ἀξιότιμον κ. Παπαναστασίου, δημιουργὸν τῆς Δημοκρατίας, ὅτι τὸ σύμβολον τῆς Δημοκρατίας ἀποτελεῖται ἀπὸ τὰς τρεῖς γνωστὰς λέξεις, τῆς ἰσότητος, τῆς ἀδελφότητος καὶ τῆς ἐλευθερίας. Δὲν θὰ ἐπιμείνω οὔτε εἰς τὸ πρῶτον οὔτε εἰς τὸ δεύτερον. Θὰ ἐπιμείνω ὅμως εἰς τὸ τρίτον, τὸ ὁποῖον εἰς δύο τινὰ κυρίως ἀποβλέπει, εἰς τὸ δίκαιον τῆς αὐτοκυριαρχίας καὶ εἰς τὸ δίκαιον τῆς αὐτοδιοικήσεως τῆς περιουσίας. Ἄνευ τῆς ἀκριβοῦς τηρήσεως τοῦ τρίτου τούτου συμβόλου τῆς Δημοκρατίας κατ’ ἐμὲ δὲν ὑπάρχουν τὰ δύο ἄλλα. Τώρα, ὅσον ἀφορᾷ τὰς ἀπαλλοτριώσεις, ἡ ταπεινή μου γνώμη εἶναι ἡ ἑξῆς: Γνωρίζω τὴν ἀνάγκην τῶν ἀκτημόνων καὶ εἶναι δίκαιον ν’ ἀποκατασταθῶσι διὰ τῆς ἀπαλλοτριώσεως τῶν μεγάλων κτημάτων ἐν μέτρῳ τινί, ἀλλὰ πρωτίστως ἀμειβομένων εἰς τὰς τρεχούσας τιμὰς τῶν ἰδιοκτητῶν των. Ὅσον ἀφορᾷ τὰς ἐπιτάξεις, ἡ ἀνάγκη τῆς ἐπιτάξεως τῶν περιουσιῶν παρουσιάσθη ἀπὸ τῆς μικρασιατικῆς καταστροφῆς καὶ ἐγένετο πρὸς ἀποκατάστασιν τοῦ ἀτυχοῦς πληθυσμοῦ τῶν προσφύγων μας. Ἀλλ’ ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ μέτρου τούτου τῶν ἐπιτάξεων δὲν ἐγένετο κατὰ τὸν ἀποτελεσματικώτερον τρόπον. Θὰ ἠδύνατο ν’ ἀποκατασταθῇ πλῆθος προσφύγων ἂν ἐγίνοντο τακτικώτεραι αἱ ἐπιτάξεις καὶ δικαιότεραι, πληρωνομένων καὶ αὖθις τῶν ἰδιοκτητῶν ταχέως καὶ εἰς τὰς τρεχούσας τιμὰς ἐξ εἰδικοῦ ταμείου, τροφοδοτουμένου δι’ εἰδικοῦ κοινοῦ φόρου ὅλων τῶν κατοίκων τοῦ Κράτους. Διὰ τὴν ἀποκατάστασιν ὅθεν τῶν θυμάτων τῆς 1ης Νοεμβρίου τοῦ 1920, τῶν προσφύγων, θὰ ἔπρεπε νὰ φροντίσωμεν περισσότερον ὅλοι, οὐδέποτε δὲ μόνον ἡ τάξις τῶν ἰδιοκτητῶν, διότι ὅλοι εἴμεθα ὑπεύθυνοι διὰ τὴν ἀποφράδα 1ην Νοεμβρίου τοῦ 1920. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἐνοικιοστάσιον παρατηροῦμεν ὅτι ἐξέλιπον οἱ λόγοι οἱ ὁποῖοι ἐπέβαλλον τὴν ἐφαρμογὴν αὐτοῦ κατὰ πρῶτον ἐπὶ Γούναρη τῷ 1916. Καὶ τότε δὲν εἶχε κανένα λόγον νὰ ἐφαρμοσθῇ τοῦτο, διότι πρόσφυγας τότε δὲν εἴχομεν· μόνον Ἕλληνές τινες ἐκ Ρωσίας ἦλθον, οἱ ὁποῖοι καὶ ἀποκατεστάθησαν ταχέως. Κατόπιν, καίτοι ἤρχισαν νὰ ἐκλείπωσι παντελῶς οἱ λόγοι, ἐξεδόθησαν καὶ ἐπὶ Βενιζέλου ἐνοικιοστάσια καὶ ἡ τακτικὴ αὐτὴ ἐξηκολούθησε μέχρι σήμερον. Ὅλα δὲ τὰ ἐνοικιοστάσια, τὰ ὁποῖα μέχρι τοῦδε ἐξεδόθησαν, περιέχουν πάντοτε διατάξεις καλυτέρας καὶ συμπαθεστέρας διὰ τοὺς ἐνοικιαστάς, σκληροτέρας δὲ πάντοτε καὶ περιφρονητικάς, δύναμαι νὰ εἴπω, διὰ τοὺς ἰδιοκτήτας. Ἀκόμη καὶ πρὸ ὀλίγου κατεπλάγην ἀκούσας τὴν ὁμολογίαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι ἔχει συμπάθειαν εἰς τοὺς μισθωτὰς καὶ μικράν τινα στοργὴν εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας, ἐνῷ δυστυχῶς εἰς τὸ νέον του ἐνοικιοστάσιον οὐδαμοῦ βλέπω τοιοῦτόν τι. Οἱ ἔμποροι, οἱ ἐμπορευόμενοι! Δὲν ὑπῆρχε δι’ αὐτοὺς οὐδεὶς λόγος ἐνοικιοστασίου. Καμμία ἔλλειψις στέγης, κανὲν ἀτύχημα ἢ καταδίωξις ἢ θεομηνία, ὡς εἶπον, δὲν τοὺς ἠνώχλησε. Διατί λοιπὸν νὰ περιληφθῶσιν εἰς τὸ ἐνοικιοστάσιον καὶ αὐτοί; Καὶ τὸ κακὸν ἐξηκολούθησε καὶ ἐκεῖθεν σιγὰ–σιγὰ ἀπεθρασύνθησαν οἱ μισθωταὶ ὅλοι καὶ ἔγιναν Σύλλογοι ἐνοικιαστῶν καὶ ἐρρίφθησαν αἱ φράσεις «θὰ σᾶς τὰ πάρωμεν» καὶ «τὸν τίμιον ἡμῶν ἀγῶνα!». Καὶ ἐπροχώρησε τὸ πρᾶγμα, καὶ λησμονεῖται καὶ τὸ αἷμα καὶ ὁ ἱδρὼς διὰ τῶν ὁποίων ἀπεκτήθη ἡ περιουσία, καὶ ἡ φιλοτιμία διὰ τῆς ὁποίας οἱ ἰδιοκτῆται ἐκτίσαμεν τὰς ὡραίας αὐτὰς πόλεις, τὰς ὁποίας βλέπει πᾶς τις ἀνὰ τὴν Ἑλλάδα, τὴν ὁποίαν παρελάβομεν ἐρείπια τῷ 1827 ἡμεῖς οἱ ἰδιοκτῆται, οἱ κυρίως ριζωμένοι ἐν τῷ Τόπῳ. Καὶ φωνάζουν οἱ ἐνοικιασταί! Ἆρα δὲν ὑπάρχουν ἰδιοκτῆται, ἀλλ’ ὑπάρχουν μόνον ἐνοικιασταὶ πολεμισταί; Δὲν ὑπάρχουν πολεμισταὶ ἰδιοκτῆται, μὴ λιποτάκται, μὴ ἀνυπότακτοι, μὴ «κουραμπιέδες»; Διατί αὐτό; Περὶ αὐτῶν δὲν λαμβάνεται καμμία πρόνοια εἰς κανὲν ἐνοικιοστάσιον, ὡς καὶ εἰς τὸ σημερινόν. Δὲν ὑπάρχουν ἰδιοκτῆται ἀνάπηροι καὶ τραυματίαι; Διατί ὑπὲρ αὐτῶν δὲν δεικνύεται κανεὶς πόνος; Ὑπάρχουν ἐνοικιασταὶ πτωχοὶ πρόσφυγες; Βεβαιότατα καθῆκον ἡμῶν εἶναι νὰ μεριμνήσωμεν περὶ αὐτῶν, νὰ γίνῃ τὸ ταμεῖον τῶν ἀπόρων τὸ ὁποῖον εἶπον πρὸ ὀλίγου, τὸ ταμεῖον τῶν προσφύγων τῆς 1ης Νοεμβρίου 1920, καὶ νὰ μὴ συνεισφέρωμεν μόνον ἡμεῖς οἱ εἵλωτες, οἱ ἀνόητοι ἰδιοκτῆται, οἱ ραγιάδες. Εὐτυχῶς περὶ τοιούτου ταμείου πρόνοιαν λαμβάνει τὸ νέον ἐνοικιοστάσιον, ἀλλὰ μόνον δι’ ἡμᾶς τοὺς ραγιάδες. Ἡμεῖς θὰ συνεισφέρωμεν καὶ οὐδεὶς ἄλλος. Ἀλλ’ εἴμεθα ὑπερήφανοι διὰ τοῦτο καὶ ἐκτείνομεν ἕνα φόρον ἀπείρου συμπαθείας πρὸς τοὺς ἀδελφούς μας πρόσφυγας. Ἀλλά, κύριε Ὑπουργέ, ἐνθυμηθῆτε τὴν ἰσότητα. Ἔπρεπε νὰ ἐπιβάλητε τὸν φόρον αὐτὸν εἰς ὅλους τοὺς Ἕλληνας. Διῃρέθησαν οἱ κάτοικοι εἰς τρεῖς κατηγορίας, εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν ἀπόρων, τῶν ὁποίων εὐχαρίστως ἀποδεχόμεθα καὶ ἡμεῖς τὴν αὔξησιν τῆς ἀπορίας τῶν μὲν ὑπαλλήλων ἀπὸ 4.000 εἰς 5.000, τῶν δὲ τῆς δευτέρας κατηγορίας, τῶν ἐγγάμων εἰς 4.000. Ἀλλ’ ἔρχεται ἡ ἄλλη κατηγορία, τῶν πλουσίων. Δι’ αὐτοὺς διατί νὰ θέσητε ὅριον; Δι’ αὐτοὺς ἔπρεπε νὰ θέσητε ἕνα χαλινὸν μέχρι τοῦ τιμαρίθμου τῆς ζωῆς. Μολοντοῦτο ἐδείξατε καὶ εἰς αὐτοὺς μίαν μεγάλην συμπάθειαν, καὶ τοὺς ἐβάλατε ἐλάχιστον συντελεστήν.
§168Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). 7 ἕως 10.
§169Α. ΠΡΑΝΤΟΥΝΑΣ. Διὰ τοὺς πλουσίους ἔπρεπε νὰ βάλητε τὸν τιμάριθμον τῆς ζωῆς, νὰ ὑποχρεωθοῦν αὐτοὶ οἱ πλούσιοι ἐντὸς τακτῆς προθεσμίας νὰ κτίσουν οἰκίας καὶ νὰ μὴ ἀγοράζουν τοιαύτας, ὅπως συνέβη μὲ τοὺς ἐπιχειρηματίας πλουσίους, οἱ ὁποῖοι ἀντὶ νὰ κτίσουν ἀγοράζουν οἰκίας. Διὰ τοὺς ἰδιοκτήτας πολεμιστάς, διὰ τὰς χήρας καὶ ὀρφανά, διὰ τοὺς συνταξιούχους, διὰ τοὺς πρόσφυγας ἰδιοκτήτας δὲν ἐλήφθη καμμία πρόνοια. Νὰ μᾶς δώσητε τοὐλάχιστον τὸ ἀπόλυτον δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας καὶ τῆς ὑπομισθώσεως ὑπὲρ τῶν ἰδιοκτητῶν τῆς κατηγορίας αὐτῆς, καὶ τὸ δικαίωμα τῆς κατεδαφίσεως ἀπόλυτον. Ἐκεῖ ποὺ ἔχομεν τὸ φρικτότερον παράπονον εἶναι τὸ ζήτημα τῆς κατεδαφίσεως. Οἱ πλεῖστοι ἐξ ἡμῶν ἔχομεν κάτι ἐρείπια, εἰς τὰ ὁποῖα κάθεται ἡ φτωχολογιὰ καὶ τὰ ὁποῖα, ἂν εἴχομεν δικαίωμα νὰ κατεδαφίσωμεν καὶ νὰ ἀνοικοδομήσωμεν ἐπ’ αὐτῶν, ἡ πόλις θὰ ἐξωραΐζετο, ἡ στέγη θὰ ἐπολλαπλασιάζετο καὶ πολλοὶ ἐργάται θὰ εὕρισκον πόρον ζωῆς. Εἰς τὴν κατεδάφισιν μᾶς ἔχετε τσακίσει κυριολεκτικῶς, ὥστε εἶναι ἀδύνατον νὰ κτίσωμεν ἐφ’ ὅσον θὰ διαρκέσῃ τὸ ἐνοικιοστάσιον αὐτό. Διὰ τοῦ καθορισμοῦ τῆς ἀπορίας ὡρισμένων τάξεων τὰ δῆθεν παράπονα, τὰ ἴσως δικαιολογημένα, ἐκλείπουσι πλέον, ὥστε μία μερὶς ἡ ὁποία θὰ εἶχε νὰ παραπονεθῇ δὲν θὰ παραπονεθῇ καὶ ἑπομένως ὁ ἀγὼν ἐντοπίζεται μεταξὺ τῶν ἰδιοκτητῶν πάσης φύσεως ἀφ’ ἑνὸς καὶ τοῦ ἐμπορικοῦ κόσμου ἀφ’ ἑτέρου. Ἐκεῖ δὲ εἶναι τὸ ὄνειρόν μας νὰ φέρωμεν τὸν ἀγῶνα. Διότι οἱ πτωχοὶ ἐργάται, οἱ ὑπάλληλοι δὲν ὑπάρχουν πλέον· δι’ ὅλους αὐτοὺς θὰ πληρώσῃ τὸ ταμεῖον τῶν ἀπόρων, εἰς τὸ ὁποῖον θὰ συνεισφέρουν οἱ ἰδιοκτῆται, καὶ μένουν μόνον ἐναντίον μας ὡς ἄμεσοι ἀντίπαλοι οἱ ἔμποροι. Οἱ ἔμποροι διαιροῦνται εἰς δύο κατηγορίας. Εἶναι οἱ μεγαλέμποροι, τραπεζῖται, χρηματισταί, καὶ οἱ ἄλλοι οἱ λεγόμενοι ἐπαγγελματίαι, οἱ μικρέμποροι, οἱ ὁποῖοι κυρίως σημειώσατε ὅτι ἅπαντες, καὶ οἱ μὲν καὶ οἱ δέ, ἔχουν ἰδικάς των οἰκίας, ἐλάχιστοι δὲ εἶναι ἀκτήμονες. Ἀλλ’ ἔχουν ἐνοικιασμένα τὰ μαγαζεῖά μας καὶ ἐνδιαφέρονται περισσότερον διὰ τὸ μαγαζεῖ καὶ ὀλιγώτερον διὰ τὰ σπίτια. Μὲ τὸ μαγαζεῖ ἐξακολουθοῦν νὰ ἱδρύουν μέγαρα ὁλόκληρα καὶ οἱ κύριοι αὐτοὶ εἶναι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι φωνασκοῦν. Τὰ νέα των δὲ σπίτια, ὄντα ἐκτὸς τοῦ ἐνοικιοστασίου καὶ τῶν ἐπιτάξεων, ὡς καὶ ἀφορολόγητα προνομιακῶς ἐπὶ 25 χρόνια, ἐνοικιάζουσιν οἱ ἐπαγγελματίαι μὲ ἄγρια ἐνοίκια, ἐξοφλοῦντες τὸ δι’ αὐτὰ κεφάλαιόν των — κτηθὲν δι’ ἐσχάτης αἰσχροκερδείας καὶ ραγδαίως — καὶ εἶτα κραυγάζουσιν ἀνερυθριάστως διὰ τὰ ἐνοίκια τῶν ξένων μαγαζείων, γλισχρότατα, προπολεμικὰ καὶ λίαν δυσανάλογα πρὸς τὸν τιμάριθμον τῆς ζωῆς, ὃν αὐτοὶ οὗτοι οἱ αἰσχροκερδεῖς ἑκάστοτε ὑπερεξογκώνουσιν. Αὐτοὶ κάμνουν τὸν θόρυβον αὐτόν. Ἀλλὰ δι’ αὐτοὺς τοὺς ὁποίους δὲν ἔπρεπε καθόλου νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν ὡς πτωχοὺς καὶ εἰς τοὺς ὁποίους ἐφροντίσατε νὰ δώσητε τόσον περιωρισμένον ἐνοίκιον διὰ τὰ καταστήματά των θὰ ἔπρεπε νὰ τοὺς στερήσητε τῶν δικαιωμάτων τοῦ ἐνοικιοστασίου. Δὲν τὸ ἠθελήσατε αὐτό· εὑρίσκω ὅμως κάτι καλύτερον. Ὅπως γνωρίζετε κάλλιον ἐμοῦ, τὰ κέρδη τῆς τραπεζιτικῆς ἐργασίας, τῆς ἐμπορικῆς ἐργασίας καὶ πάσης ἐν γένει κερδοσκοπικῆς ἐπιχειρήσεως ἐπιστημονικῆς ἢ μή, τεχνικῆς, πνευματικῆς κλπ. ὀφείλονται εἰς πολλοὺς συντελεστάς. Δηλαδὴ ὀφείλονται εἰς τὸ πνεῦμα τὸ διοικοῦν, ὀφείλονται εἰς τὸ κεφάλαιον, εἰς τοὺς ὑπαλλήλους καὶ ἐργάτας καὶ εἰς τὸ ἀκίνητον ἐφ’ οὗ ἑδράζεται ἡ ἐργασία. Ἔπρεπε λοιπὸν ὁ κ. Ὑπουργὸς διὰ μιᾶς σχετικῆς διατάξεως νὰ διένεμε τὰ κέρδη πάσης ἐπιχειρήσεως εἰς 4 μερίδια, ἓν ὑπὲρ τῆς διοικούσης κεφαλῆς της, ἓν ὑπὲρ τοῦ κατατεθέντος κεφαλαίου, ἓν ὑπὲρ τῶν ὑπαλλήλων καὶ ἐργατῶν της καὶ τὸ τελευταῖον τέταρτον τῶν κερδῶν νὰ παίρνωμεν ἡμεῖς οἱ ἰδιοκτῆται τῶν καταστημάτων. Ἂν τοῦτο ἐγίνετο, δὲν θὰ ἀνεφύοντο καθ’ ἑκάστην καὶ ὅλα αὐτὰ τὰ ἐργατικὰ ζητήματα καὶ ὅλοι θὰ ἐνδιεφέροντο διὰ τὴν ἐπιχείρησιν. Αὐτὸ τὸ σύστημα τὸ ἔχει ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, διὰ τοὺς ὑπαλλήλους της. Νὰ σᾶς εἴπω καὶ κάτι σχετικὸν περὶ τῶν διαφόρων Σωματείων τῆς Συνομοσπονδίας τῶν Ἐπαγγελματιῶν. Εὑρισκόμην ἐσχάτως εἰς κάποιον Ὑπουργεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον εἶχεν εἰσέλθει μία Ἐπιτροπὴ Συνομοσπονδίας Ἐπαγγελματιῶν κλπ. Ἅπαντες οὗτοι μοὶ ὡμολόγησαν ὅτι εἶναι ἰδιοκτῆται, μοὶ εἶπον ὅτι ὅλοι ἔχουν οἰκίας ἰδιοκτήτους καὶ ὅτι τὰ καταστήματά των ἔχουν ὑπὸ μίσθωσιν. Ἔχω ἐδῶ τὸν κατάλογον τῶν διαφόρων αὐτῶν ἐπαγγελματιῶν, τὸν ὁποῖον θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀναγνώσω (ἀναγινώσκει): «Καπνοπῶλαι, μαρμαρογλύπται, σανδαλοποιοί, λαχανοπῶλαι (ἕνας μανάβης τῆς ὁδοῦ Σκούφου ὑπάνδρευσε, ὡς μοὶ εἶπον, τὴν κόρην του καὶ ἔδωσε μόνον διὰ τὴν λινοστολὴν τῆς νύμφης 50 χιλιάδας δραχμῶν)». (Ἱλαρότης).
§170ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Ἔχει καὶ ἄλλην κόρην; (Ἱλαρότης).
§171Α. ΠΡΑΝΤΟΥΝΑΣ. (ἀναγινώσκει). «Ὀπωροπῶλαι, κουρεῖς, κομμωταί, ράπται, καπνοπῶλαι, κρεοπῶλαι (γνωρίζω κρεοπώλας οἱ ὁποῖοι ἔχουν γκουβερνάντες Ἀγγλίδες εἰς τὰ σπίτια των διὰ τὰ κορίτσια των), ἰχθυοπῶλαι, φανοποιοί, ἐφαπλωματοποιοί, ἀνθοποιοί, γαλακτοπῶλαι (Ἡνωμένα Βουστάσια καὶ Σία)» κλπ. Αὐτοὶ ἀποτελοῦσι τὴν Συνομοσπονδίαν, αὐτοὶ ἀποτελοῦσι τὴν δῆθεν ἀδικουμένην τάξιν τὴν ἀπαρτίζουσαν τὴν Συνομοσπονδίαν. Αὐτοὶ κάμνουν τὸν θόρυβον. Αἱ ἄλλαι τάξεις ὑπάγονται εἰς τοὺς ἀπόρους καὶ θὰ πληρώνωμεν ἡμεῖς τὸ ἐνοίκιόν των. Δὲν εὑρίσκω λοιπὸν ποῦ ἔγκειται ὁ μέγας αὐτὸς θόρυβος τὸν ὁποῖον μᾶς παρουσίασαν οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι ἐκ Κορινθίας καὶ Λασηθίου. Καὶ πόσοι εἶναι αὐτοί; Προχθὲς συνῆλθον εἰς τὸ «Λοὺξ» καὶ ἐμετρήθησαν μόνον 400. Συνήλθομεν σήμερον ἐδῶ πλησίον ἡμεῖς οἱ μικροϊδιοκτῆται, γυναῖκες, χῆραι καὶ ὀρφανά, ὑπὲρ τὰς 20,000, καὶ ἐκεῖ νὰ ἐβλέπετε τὰ θύματα τοῦ ἐνοικιοστασίου, ἄξια παντὸς οἴκτου. Θὰ ὑπενθυμίσω μάλιστα εἰς τὸν ἐκ Κορινθίας κ. συνάδελφον ὅτι πρό τινος εἶχεν ἀναγνώσει καὶ αὐτὸς ἀναφορὰν ἡ ὁποία ἀπηυθύνετο καὶ εἰς ἐμὲ ἐξ ἑνὸς χωρίου τῆς ἐπαρχίας του, ἐν τῇ ὁποίᾳ ἐξιστοροῦντο αἱ ζημίαι τοῦ ἐνοικιοστασίου. Μεταξὺ τῶν ἄλλων μοὶ ἐμποιεῖ κάποιαν οὐχὶ παράδοξον ἐντύπωσιν ὁ ἰσχυρισμὸς πολλῶν ἀξιοπίστων καὶ ἀδεκάστων φιλοσόφων συγχρόνων, διότι ἐμελέτησα καλῶς τὸ ζήτημα τῆς ἄρσεως τοῦ ἐνοικιοστασίου, ὅτι αὕτη σημαίνει ῥαγδαίαν πτῶσιν τῶν ἐνοικίων καὶ ὅτι, ἄν ποτε εἰς τὸ μέλλον ἀρθῇ τὸ ἐνοικιοστάσιον, θὰ πέσωσιν ἀσφαλῶς ῥαγδαίως τὰ ἐνοίκια. Ἡ διάταξις τοῦ νέου ἐνοικιοστασίου περὶ τῶν νέων οἰκοδομῶν ὀρθῶς ὁρίζει ὅτι πρέπει νὰ ἐνοικιάζωνται καὶ δὴ ὑποχρεωτικῶς, διὰ νὰ μειώσωσιν ὀλίγον τὰς στενοχωρίας τοῦ ἐνοικιοστασίου, διότι ἐκτὸς τῆς μεγάλης αἰσχροκερδείας ἡ ὁποία ἐνεργεῖται ὑπὸ τῶν τοιούτων νέων ἰδιοκτητῶν, τὰ παλαιὰ ἐνοικιοστάσια καὶ οἱ νόμοι ἔδωσαν εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας αὐτῶν μεγάλα πλεονεκτήματα ἀπέναντι ἐκείνων τὰ ὁποῖα ἔχουσιν οἱ παλαιοὶ ἰδιοκτῆται — ἀπαλλαγὴν φόρου οἰκοδομῶν, ἐπιτάξεων καὶ ἐνοικιοστασίου ἐπὶ 25 χρόνια.— Τοὺς ἔδωσεν ἀτέλειαν οἰκοδομησίμων ὑλῶν καὶ δὲν ἐνθυμοῦμαι ἂν ὑπάρχει καὶ κανὲν ἄλλο πλεονέκτημα. Ἐν τούτοις οἱ κύριοι αὐτοὶ ἔκτισαν τὰς οἰκίας των καί, ὅπως εἶπον, προσπαθοῦν ἐντὸς τεσσάρων ἐτῶν νὰ ἐξοφλήσωσι τὰ σπίτια των. Καὶ διὰ τοῦτο ὄχι 2,000, ὅπως εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς πολὺ μετριοφρόνως, ἀλλὰ 4,000 διαμερίσματα ἐν Ἀθήναις ὑπάρχουν σήμερον ἀνοικίαστα. Καὶ δὲν ἔχετε παρὰ νὰ πάρητε τὰς ἐφημερίδας αἱ ὁποῖαι δημοσιεύουν ἐνοικιαστήρια.
§172Π. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὰ ἐνοίκια μόνον ποὺ ζητοῦν δὲν γράφουν.
§173Α. ΠΡΑΝΤΟΥΝΑΣ. Ἂν λοιπὸν ἀρθῇ τὸ ἐνοικιοστάσιον καὶ ἐνοικιασθοῦν τὰ διαμερίσματα αὐτά, τὸ πρᾶγμα εἶναι ἁπλούστατον, θὰ πέσουν ὅλα τὰ ἐνοίκια, τὸ ζήτημα δὲ τὸ ὁποῖον εἶπε πρὸ ὀλίγου ὁ κ. Ἀραβαντινός, ὅτι ἡ ἄρσις τοῦ ἐνοικιοστασίου, τὴν ὁποίαν ἐπιδιώκει τὸ σημερινὸν Διάταγμα, θὰ φέρῃ τὸ σταμάτημα τῶν οἰκοδομῶν, αὐτὸ πρακτικῶς καὶ φιλοσοφικῶς δὲν εἶναι ἀληθές, διότι πρὸ τοῦ 1916, ὅτε ἔγινε τὸ πρῶτον ἐνοικιοστάσιον, πῶς ἐκτίζοντο τότε σπίτια ἀναλόγως; Τίς ὁ λόγος νὰ μὴ κτίζουν πλέον ἀφοῦ ἔκτιζον καὶ πρίν; Θὰ ἔλθωμεν ὅθεν εἰς τὴν κατάστασιν τὴν πρὸ τοῦ 1916 πρὶν ἢ ἐφαρμοσθῇ τὸ πρῶτον ἐνοικιοστάσιον. Ὥστε δὲν εἶναι φιλοσοφικὸν αὐτὸ τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Ἀραβαντινός. Ἀλλὰ τὰ παράπονα τῶν κυρίων ἐμπόρων πίπτουσιν ἀκόμη τραγικώτερον καὶ παταγωδέστερον δι’ ὅλον τὸν κόσμον καὶ ἐκ τοῦ ἑξῆς γεγονότος: Ἦλθον οἱ ἀτυχεῖς ἀδελφοί μας πρόσφυγες, ἀλλ’ ὡς φαίνεται, εὐρυτέρου καὶ τιμιωτέρου ἐμπορικοῦ πνεύματος, τοὺς ἀπεκάλυψαν τελείως. Ἐπῆγαν εἰς τὰ μαγαζειὰ καὶ εἶπον: Πόσα θέλετε ὡς ἀέρα; Καὶ ἠγόρασαν μαγαζειά τινα εἰς ὀγκώδεις τιμὰς ἢ καὶ ἐνοικίασαν ἄλλα νέα μὲ ἄγρια μισθώματα. Καὶ πωλοῦν μὲ τὰς ἰδίας τιμὰς ὡς καὶ οἱ παλαιοὶ ἔμποροι καὶ ἐπαγγελματίαι καὶ βεβαίως κερδίζουν. Τί παραπονοῦνται ὅθεν οἱ ἄλλοι ποὺ πληρώνουν παλαιὰ ἐνοίκια; Ἐδῶ εἶναι ἡ ἀποκάλυψις. Παρακαλῶ τὸν θετικώτατον συνάδελφον, ἄξιον πάσης πίστεως καὶ ἁρμοδιώτατον κ. Βαρβαγιάννην νὰ ἔλθῃ ἐδῶ καὶ νὰ μᾶς τὰ εἴπῃ καλύτερα.
§174Ι. ΒΑΡΒΑΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν εἶμαι ἰδιοκτήτης, ἀλλ’ ἀναγνωρίζω τὸ δίκαιον τῶν ἰδιοκτητῶν. Καὶ φρονῶ ὅτι τὸ νέον Διάταγμα περὶ τοῦ ἐνοικιοστασίου ἴσως εἰς μερικὰς λεπτομερείας χρήζει διορθώσεως. Εἶναι ὅμως ἐπιστημονικῶς συντεταγμένον καὶ ἔχει λάβει ὑπ’ ὄψιν του ὅλας τὰς ἀπόψεις.
§175Α. ΠΡΑΝΤΟΥΝΑΣ. Ὁ κ. ἐκ Κορινθίας πληρεξούσιος μᾶς ἐπέσεισε καὶ ἕνα ἄλλον κίνδυνον, ὅτι θὰ ὑπάρξουν ἄεργοι. Δὲν εἶναι ἀληθὲς αὐτό. Ἐγὼ γνωρίζω ὅτι ὑπάρχει τόση πληθώρα ἐργασίας εἰς τὰ ἀρχιτεκτονικὰ Γραφεῖα τῶν Ἀθηνῶν, ὥστε ζητοῦν ἀπὸ ἐμὲ καθ’ ἡμέραν ἐργάτας νὰ τοὺς στείλω, ὅσους ἔχω μὲ 50 καὶ 60 δραχμὰς ἡμερομίσθιον. Ὥστε δὲν ὑπάρχει ἔλλειψις ἐργασίας, οὐδὲ ἀνεργίας.
§176Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Τώρα ἐσταμάτησαν ὅλα.
§177ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Ὄχι· εἶναι τὸ τρέχον νόσημα τῆς κοινωνικῆς καταστάσεως.
§178Α. ΠΡΑΝΤΟΥΝΑΣ. Ἡ ὑπερτίμησις τῶν εἰδῶν τοῦ βίου, κύριε Ἀραβαντινέ, δὲν ἔχει τὸν λόγον τὸν ὁποῖον ἀφιλοσοφήτως εἴπετε. Ὁ λόγος εἶναι ἡ 1η Νοεμβρίου. Αὐτὴ ἔφερε τὴν καταστροφήν, αὐτὴ ἔφερε τὴν ὑπερτίμησιν καὶ αὐτὸν τὸν φαῦλον κύκλον τῆς ἀκριβίας τῆς ζωῆς. Ἀλλὰ μόνον διὰ τὰ σπίτια ὑπάρχει ἐνοικιοστάσιον, ἐνῷ δὲν ὑπάρχει οὐδὲ παπουτσοστάσιον οὐδὲ ἱματιοστάσιον. Ἀφοῦ εἶναι αὐτὸς ὁ φαῦλος κύκλος, πρέπει νὰ μπῇ εἰς τὸν φαῦλον αὐτὸν κύκλον καὶ τὸ σπίτι. Δὲν ἐλήφθη πρόνοια ἐπίσης διὰ τοὺς ἀναπήρους, τοὺς συνταξιούχους καὶ λοιπούς, οἱ ὁποῖοι ἀπέκτησαν σπίτι κατὰ τὸ 1922 καὶ κατὰ τὸ 1923. Παρουσιάζεται εἷς ἀνάπηρος, τοῦ ὁποίου ὁ πενθερὸς εἶχεν ἐνοικιάσει τὸ σπίτι τῷ 1896 καὶ ἑπομένως δὲν περιλαμβάνεται εἰς τὸ ἐνοικιοστάσιον. Αὐτὸς λοιπὸν θέλει νὰ ἰδιοκατοικήσῃ καὶ δὲν ἠμπορεῖ. Καταλήγων προτείνω τὰ ἑξῆς: Εἰς τὸ ἐνοικιοστάσιόν σας ὑπάρχουν μερικὰ σημεῖα, παραβλέψεις τινές, ὅπως θὰ ἔλεγε κανείς, τυπογραφικὰ λάθη, κάτι μικρὰ ζητηματάκια, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ἴδητε, κύριε Ὑπουργέ. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε αὔριον τὸ πρωὶ νὰ σᾶς τὰ φέρω καθαρογραμμένα. Διὰ τὰς ὑποδείξεις μου αὐτὰς θὰ μοὶ ὀφείλητε χάριτας. Δὲν τὰ λέγω ἀπ’ ἐδῶ διὰ νὰ μὴ κουράσω τὴν Συνέλευσιν, ἀλλ’ εἶναι παράπονα τῶν ἰδιοκτητῶν, τὰ ὁποῖα εἶναι δικαιότατα καὶ τὰ ὁποῖα εἶμαι βέβαιος ὅτι τὰ ἐπῆρεν ἡ πέννα ἔτσι. Τώρα, κύριοι, ἂν ἤθελον περισσότερον νὰ σᾶς κουράσω, ἐδῶ ἔχω καὶ τὴν Μαύρην Βίβλον ὁλόκληρον, τὴν ὁποίαν ἐκάμαμεν οἱ ἰδιοκτῆται διὰ νὰ ἴδητε ὅτι αὐτοὶ οἱ κύριοι οἱ παραπονούμενοι διὰ τὴν δῆθεν ὑπερβολικὴν αὔξησιν τῶν ἐνοικίων εἶναι ὅλοι μεγαλέμποροι, ἐπαγγελματίαι ἀπὸ ἐκείνους τοὺς ὁποίους σᾶς ἐξέθηκα, κουρεῖς, ζυθοπῶλαι καὶ καφεπῶλαι καὶ πληρώνουν ἐνοίκια κυμαινόμενα ἀπὸ 150 μέχρι 333 δραχμῶν διὰ διαμερίσματα 5, 8 καὶ 9 δωματίων μὲ τὰς αὐξήσεις αὐτάς. Αὐτὴ εἶναι ἡ οἰκτρὰ κατάστασις τῆς ἰδιοκτησίας. Καὶ καταλήγων λέγω ὅτι τὸ ἐνοικιοστάσιον γενικῶς δὲν εἶναι ἄξιον μεγάλης μομφῆς. Ὑπάρχουν ὅμως μερικὰ πικρότατα παράπονα τῶν ἰδιοκτητῶν, τὰ ὁποῖα ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐν τῇ διακρινούσῃ αὐτὸν στοργῇ θὰ θελήσῃ, ἐλπίζω, νὰ ἱκανοποιήσῃ, καὶ ὅπως ἔδειξε συμπάθειαν πρὸς τοὺς ἐνοικιαστὰς πρέπει νὰ δείξῃ ἐξ ἴσου τοιαύτην καὶ πρὸς τοὺς ἰδιοκτήτας.
§179Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Πρέπει νὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψει ὅτι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον συζητεῖται εἶναι ἡ παραπομπὴ εἰς Ἐπιτροπὴν χωρὶς ἀναστολὴν τῆς ἐφαρμογῆς καὶ ἐξ ἀντιθέτου ἡ ὑπαγωγὴ τοῦ Διατάγματος εἰς τὴν διαδικασίαν τοῦ νόμου· ὥστε θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ συντομευθῶσιν αἱ ἀγορεύσεις, διότι οὕτως ἢ ἄλλως θὰ ὑποστῇ μίαν βάσανον.
§180Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἀσφαλῶς.
§181Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Εἶναι τριάκοντα ἐγγεγραμμένοι· πῶς θὰ τελειώσῃ ἡ συζήτησις ἀπόψε;
§182ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τριάκοντα δύο.
§183Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὑποθέτω ὅτι θὰ παραιτηθῶσιν εἰς τὸ τέλος ἀρκετοὶ οἱ ὁποῖοι θέλουν νὰ ὁμιλήσουν. Ἐν πάσῃ περιπτώσει θὰ ἦτο ὀρθὸν νὰ συντομευθῶσιν αἱ ἀγορεύσεις.
§184ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλετε νὰ ὁρίσωμεν ἓν ὅριον;
§185Σ. ΖΕΡΒΟΣ. Θὰ μᾶς ἐπιτρέψητε ν’ ἀκουσθῇ ἡ φωνή μας.
§186Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν τὸ λέγω δι’ ὑμᾶς· ὁμιλῶ γενικῶς.
§187ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Σκ. Ζερβός.
§188Σ. ΖΕΡΒΟΣ. Κύριοι πληρεξούσιοι, ὅταν ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἀνέλαβε νὰ συντάξῃ, νὰ κατασκευάσῃ, νὰ προετοιμάσῃ τὸ ἐνοικιοστάσιον ὅλοι ὅσοι γνωρίζομεν τὴν ἐπιστημονικὴν αὐτοῦ ἱκανότητα, ὅλοι ὅσοι γνωρίζομεν τὴν νομιμοφροσύνην αὐτοῦ, τὴν μόρφωσίν του, τὸν χαρακτῆρά του, ἠλπίζομεν ὅτι μετὰ ἕνα τοκετὸν ὁ ὁποῖος διήρκεσεν ἓν ὁλόκληρον τρίμηνον θὰ ἐξήρχετο τῆς κεφαλῆς του ἓν ἀρτιμελὲς ἔμβρυον καὶ θὰ ἐπαρουσιάζετο ἡμῖν ἓν τέλειον νομοθέτημα. Τὸ τρίμηνον ὅμως φαίνεται ὅτι δὲν ἦτο ἐπαρκὲς δι’ ἓν τόσον μέγα ἔργον, καίτοι δὲν λησμονοῦμεν ὅτι τὰ τέκνα τοῦ ἐγκεφάλου, τὰ τέκνα τοῦ πνεύματος δὲν εἶναι ἐννεάμηνα, ὅπως τὰ τοῦ σώματος, ἀλλὰ πολλῷ ἥσσονος χρόνου, δι’ αὐτὸ καὶ ὁ Ζεὺς ἔτεκε τὴν Ἀθηνᾶν ἐντὸς ὀλίγων μόνον λεπτῶν καὶ ὁ Μωϋσῆς ἔγραψε τὰς 12 ἐντολὰς τῶν νόμων του ἐντὸς τεσσαράκοντα μόνον ἡμερῶν. Τὸ τρίμηνον ἑπομένως τοῦτο διάστημα ἦτο ἀρκετὸν καὶ ὑπεραρκετόν, νομίζω, διὰ τὸ ἔργον του τοῦτο. Ἤδη παρουσιάζεται τὸ ἐρώτημα: Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἐμφανίσας ἐνώπιον τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως καὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ τὸ ἐνοικιοστάσιον αὐτοῦ, ἐπέτυχεν ἆρά γε εἰς τὰς προσπαθείας του; Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης παρουσιάσας τὸ ἐνοικιοστάσιόν του εἰς ἕνα ὁλόκληρον τόμον μετὰ 96 ἄρθρων ἀπέδωκεν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἤλπιζεν, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἀγωνιωδῶς προσεδόκα ἡ Ἑλληνικὴ Κοινὴ Γνώμη, ὁ ἐργαζόμενος καὶ ἀγωνιζόμενος Ἑλληνικὸς λαός;
§189ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Ναί.
§190Σ. ΖΕΡΒΟΣ. Κατὰ τὴν γνώμην σας, ναί. Κατὰ τὴν γνώμην μου ὅμως, ὄχι. Ποῦ στηριζόμενος λέγω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὅτι δὲν ἐπέτυχεν ὁ κ. Ὑπουργὸς εἰς τὸ νομοθέτημά του; Δὲν ἐπέτυχεν ὁ κ. Ὑπουργὸς διότι, κύριοι, κατ’ ἐμὲ οὗτος ἐμελέτησε τὸ ζήτημα τοῦ ἐνοικιοστασίου μόνον ἀπὸ καθαρῶς νομικῆς ἀπόψεως, μόνον ἀπὸ καθαρῶς ἐπιστημονικῆς μορφῆς, μόνον ἀπὸ καθαρᾶς ἀπόψεως τοῦ αὐστηροῦ ἐπιστήμονος, ὡς Ρωμαϊστής, ὡς γνώστης τοῦ Ρωμαϊκοῦ Δικαίου, ὡς γνώστης τῶν Νεαρῶν, ὡς γνώστης τῶν Πανδεκτῶν, ἀλλ’ οὐχὶ βέβαια καὶ ὡς γνώστης τῆς κοινωνίας καὶ τῶν κοινωνικῶν συνθηκῶν ὑφ’ ἃς διατελεῖ ἡ Ἑλληνικὴ Πολιτεία σήμερον. Διατί ἀποφαίνομαι οὕτω καὶ ἀρνοῦμαι εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης τὴν γνῶσιν τῶν ὅρων σήμερον τῆς κοινωνικῆς ἡμῶν ζωῆς; Ἐγὼ δὲν εἶμαι δικηγόρος, κύριοι, καὶ ἐπιθυμῶν νὰ μελετήσω τὸ ἐνοικιοστάσιον διὰ νὰ μάθω ἐπακριβῶς τὰ κατ’ αὐτὸ ἐπῆρα ὅλην τὴν σχετικὴν τούτου βιβλιογραφίαν καὶ ἐμελέτησα ἐπισταμένως αὐτὴν καὶ ἐκεῖ εἶδον πᾶν ὅ,τι εἰς τὴν Ἑλλάδα ἐγένετο, ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἐφάνησαν αἱ πρῶται ἀνάγκαι, αἵτινες τὸ πρῶτον ἐπέβαλον τὸ ἐνοικιοστάσιον. Ἐζήτησα, εὗρον καὶ ἐμελέτησα ποία μονογραφία ἐδημοσιεύθη πρώτη, ποῖον Διάταγμα ἐδημοσιεύθη ἔκτοτε, ποῖοι νόμοι ἐδημοσιεύθησαν κατὰ τὸ διαρρεῦσαν χρονικὸν διάστημα, καὶ διὰ ποῖον λόγον τῆς Κοινωνίας καὶ τῆς Πολιτείας. Καὶ ἔμαθον, κύριοι, ὅτι τὸ ἐνοικιοστάσιον εἰς τὴν Ἑλλάδα ἐγένετο δυνάμει τοῦ νόμου τοῦ 1912 καὶ ὅτι τὸ τελευταῖον τούτου Διάταγμα καὶ ὁ τελευταῖος αὐτοῦ νόμος εἶναι ὁ τῆς 7 Σεπτεμβρίου 1923. Ἂν μελετήσητε τὴν ἐξέλιξιν τοῦ ὅλου ζητήματος τοῦ ἐνοικιοστασίου, θὰ ἀνεύρητε καὶ θὰ ἴδητε ποῖον εἶναι τὸ αἴτιον τούτου καὶ διατί ἡ Ἑλλὰς εἰσήγαγε καὶ μετεχειρίσθη τὸ ἐνοικιοστάσιον. Ρίψατε ἓν βλέμμα εἰς τὴν σημερινὴν σύστασιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους καὶ θὰ εὕρητε τὸ αἴτιον τοῦ ἐνοικιοστασίου, μελετήσατε τὴν ἐξωτερικὴν τῆς Ἑλλάδος κατάστασιν, σπουδάσατε τὰς συνθήκας ἀπὸ τοῦ 1912 καὶ ἐντεῦθεν μέχρι σήμερον καὶ τότε θὰ ἴδητε τὸ αἴτιον τοῦ ἐνοικιοστασίου. Θὰ μάθητε δηλαδὴ τότε ὅτι εὐθὺς ὡς ἤρξαντο οἱ Βαλκανικοὶ πόλεμοι ἤρχισε νὰ παρουσιάζηται καὶ πρὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ Κοινοῦ κρίσις τῆς στέγης. Καὶ θὰ μάθητε ἐπίσης ὅτι, ὅτε τὸ 1916 τὰ γεγονότα παρουσιάσθησαν ὡς ἐπαρουσιάσθησαν τότε, ἠναγκάσθη ἡ τότε Κυβέρνησις νὰ δημοσιεύσῃ τὸ πρῶτον Διάταγμα τοῦ ἐνοικιοστασίου, διὰ τοῦ ὁποίου, φέροντος ἡμερομηνίαν 28 Δεκεμβρίου 1916, ηὔξανε κατὰ 10% ὅλα ἀνεξαιρέτως τὰ μισθώματα καὶ ἐνοίκια τὰ ὁποῖα εἶχον διενεργηθῆ μετὰ τὴν πρώτην Ἰουλίου τοῦ 1915. Ἂν μελετήσητε, κύριοι, τὴν ἐξέλιξιν τοῦ ἐνοικιοστασίου μετὰ ταῦτα, θὰ ἴδητε ὅτι αἱ αὐξήσεις αἱ ὁποῖαι ἔκτοτε ἐγένοντο μέχρι σήμερον εἰς τὸ τίμημα τῶν μισθωμάτων ἦσαν κατὰ τὸ 1919 ἕτερα 20%, τῷ 1922–1923 κατὰ ἕτερα 40% καὶ αἱ ἕτεραι αὐξήσεις εἶναι κατὰ 80 ἀκόμη τοῖς ἑκατόν. Καὶ ἐνῷ κατὰ τὸ χρονικὸν τοῦτο διάστημα αἱ αὐξήσεις ἠκολούθησαν τὴν ἀνωτέρω κλίμακα, ἃς ρίψωμεν ἓν βλέμμα εἰς τὸν πληθυσμὸν τῶν Ἀθηνῶν, διότι αἱ Ἀθῆναι εἶναι τὸ βαρόμετρον τῆς ὅλης Ἑλλάδος, αἱ Ἀθῆναι εἶναι ἡ πρωτεύουσα τοῦ Κράτους καὶ τοῦ Ἔθνους, ἡ πρωτεύουσα, καὶ ἡ ὁποία ὑφίσταται σπουδαιότατα τὴν ἐπιρροὴν τῶν ἐθνικῶν εὐτυχημάτων καὶ δυστυχιῶν, ἑπομένως καὶ τοῦ ἐνοικιοστασίου. Τότε θὰ ἴδωμεν ὅτι ὁ πληθυσμὸς τῶν Ἀθηνῶν κατὰ τὸ ἴδιον χρονικὸν διάστημα ηὔξησε κατὰ ἕνα τρόπον καθ’ ὁλοκληρίαν οὐχὶ φυσιολογικόν, κατὰ ἕνα τρόπον ἀσυνήθη. Οὕτως ἐνῷ τῷ 1836 αἱ Ἀθῆναι εἶχον κατοίκους 13,000, ἐνῷ τῷ 1847 αἱ Ἀθῆναι εἶχον 26,256 κατοίκους, ὁ δὲ Πειραιεὺς 25,279, τῷ 1870 εἶχον 49,000, τῷ 1920 ὁ πληθυσμός των ἦτο περὶ τὰς 300,000 καὶ σήμερον ὑπὲρ τὰς 750,000 κατοίκων. Ἂν προχωρήσητε, κύριοι, εἰς τὴν ἐπακριβῆ τῆς ὅλης στατιστικῆς μελέτην, τὴν ὁποίαν ἐπακριβῶς σᾶς ἀνέγνωσα, θὰ ἴδητε ὅτι ἡ θνησιμότης εἰς τὰς Ἀθήνας εἶναι μεγίστη ἕνεκα τῶν ἀνθυγιεινῶν αὐτῆς λόγων, ἕνεκα τοῦ κονιορτοῦ αὐτῆς, τῆς ἐλλείψεως καθαριότητος, τῆς ἐλλείψεως ὕδατος κλπ. Ἂν ρίψωμεν ἓν προσεκτικὸν βλέμμα εἰς τὰς στατιστικὰς τοῦ πληθυσμοῦ, τῶν γεννήσεων καὶ τῆς θνησιμότητος τῶν Ἀθηνῶν, θὰ μάθωμεν πολὺ περίεργα πράγματα, τὰ ὁποῖα εἶναι τὰ ἑξῆς:
§191ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Τίνα σχέσιν ἔχουν αὐτά;
§192Σ. ΖΕΡΒΟΣ. Ἔχουν σχέσιν, τὴν ἑξῆς: Σήμερον αἱ Ἀθῆναι ἔχουσιν 750,000 κατοίκους, αἱ δὲ οἰκίαι τὰς ὁποίας ἔχουσιν αἱ Ἀθῆναι εἶναι 35–37,000. Καὶ τοῦτο πιστοποιῶ διὰ τὸ 1923, ἤτοι διὰ τὴν πρὸ 14 ὅλων δηλονότι μηνῶν, ὁπότε καὶ χρονολογεῖται ἡ τελευταία στατιστική, τὴν ὁποίαν ἔχω ὑπ’ ὄψει καὶ σᾶς ἀνέγνωσα. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ τὸ ἰσοζύγιον μεταξὺ στέγης τοιαύτης καὶ πληθυσμοῦ τοιούτου; Αὐτὸ εἶναι τὸ πρόβλημα. Εἶναι ἀπόλυτος ἀνάγκη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ σκεφθῇ ὅτι τὸ ζήτημα τοῦ ἐνοικιοστασίου διὰ νὰ λυθῇ ὁριστικῶς ἀπαιτοῦνται 2 πράγματα: Πρῶτον νὰ βοηθηθῇ ἡ μεσαία τάξις, αἱ ἀστικαὶ καὶ ἐπαγγελματικαὶ τάξεις, νὰ ἀνεγείρωσιν εὐθηνὰς κατοικίας. Ἐπανειλημμένως ἐζητήσαμεν ἀπὸ τοὺς ἁρμοδίους τὸ τοιοῦτον καὶ ἀπὸ τῆς θέσεως ἐκείνης (δεικνύει τὴν συνήθη θέσιν του) καὶ παρεκαλέσαμεν καὶ ἱκετεύσαμεν τὴν Κυβέρνησιν νὰ ὑποβοηθήσῃ τὴν ἀνοικοδόμησιν εὐθηνῶν οἰκιῶν ἰδίᾳ δαπάνῃ τῶν ἐνδιαφερομένων. Μάλιστα ἐδημοσιεύθη καὶ Διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου ἐξεχωρεῖτο ἓν μέρος ἐνταῦθα εἰς τὸν Ἀνάλατον, πλησίον τῆς Νέας Σμύρνης, διὰ νὰ δυνηθῶσι νὰ κτίσωσιν οἱ ἄνθρωποι πληρώνοντες δεόντως τά τε οἰκόπεδα καὶ τὰς οἰκίας των. Παρεκαλέσαμεν νὰ βοηθήσωσιν οἱ ἁρμόδιοι τὰς μικροαστικάς, ἐπαγγελματικὰς καὶ ἀστικὰς τάξεις εἰς τὴν ἀνέγερσιν τῶν οἰκιῶν των καὶ εἰς τὴν ἀγορὰν τῶν οἰκοπέδων τὰ ὁποῖα εἶναι 400, κείμενα ἐντὸς τοῦ σχεδίου τῆς πόλεως τῶν Ἀθηνῶν. Καὶ αἱ ὑποσχέσεις παρέμειναν καὶ παραμένουσιν ὑποσχέσεις, οἱ λόγοι κενοὶ καὶ μόνον λόγοι. Ἐνῷ διὰ τῆς ἀνεγέρσεως τοιούτων οἰκημάτων, χωρὶς οὐδείς ποτε ν’ ἀδικῆται, χωρὶς οὐδείς ποτε νὰ βλάπτηται, ἡ κατάστασις τῆς στέγης θὰ ὑφίστατο μίαν σπουδαιοτάτην βελτίωσιν. Καὶ εἶναι ὄντως παράδοξος καὶ ἀνεξήγητος ἡ ἄρνησις τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν ἀνέγερσιν οἰκιῶν, ὁπόταν οἱ ἀστικοὶ οὗτοι ὀργανισμοὶ οἱ διάφοροι εἶχον ἀνεύρει καὶ τὰ ὑλικὰ μέσα διὰ τῶν ὁποίων θὰ ἠδύναντο νὰ ἄρξωνται ἀμέσως τῆς οἰκοδομῆς τῶν οἰκιῶν των καὶ εἶχον μάλιστα προσκαλέσει ἀπὸ τὴν Γερμανίαν καὶ διαφόρους μηχανικοὺς καὶ ἐσχηματίσθη...
§193ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Κύριε συνάδελφε...
§194Σ. ΖΕΡΒΟΣ. Εἶναι σεβασταὶ αἱ γνῶμαί σας, κύριε συνάδελφε, ἀλλὰ μὴ λησμονεῖτε ὅτι ἐνταῦθα εἶναι ὁ Ἄρειος Πάγος τῆς Ἑλληνικῆς Πατρίδος καὶ ὅπως αἱ γνῶμαι αἱ ἰδικαί σας εἶναι σεβασταὶ οὕτω καὶ ἐγὼ θὰ ἐκφέρω τὰς γνώμας μου, αἱ ὁποῖαι θὰ εἶναι ἐπίσης σεβασταί. Καὶ ὅταν ἔρχωνται αἱ διάφοροι κοινωνικαὶ τάξεις καὶ μᾶς λέγουν: «Κύριοι, ὑποστηρίξατέ μας δι’ ἓν μικρὸν διάστημα, δώσατέ μας, κύριοι, τὰ μέσα τὰ νομικά, βοηθήσατέ μας ν’ ἀνεγείρωμεν καὶ ἡμεῖς μίαν στέγην ὅπως ζήσωμεν ἡμᾶς αὐτοὺς καὶ τὴν οἰκογένειάν μας, ἀφοῦ τὸ ψωμὶ ἔχει 7.50 δραχμάς», τί πρέπει νὰ κάμωμεν; Ἀλλ’ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἔμαθε νὰ μὴ τρώγῃ ἀκόμη πατάτες, ἀλλὰ νὰ τρώγῃ ψωμί. Τί πρέπει νὰ κάμωμεν, πῶς δυνάμεθα νὰ βοηθήσωμεν τὸν λαόν μας, νὰ ἐξασφαλίσωμεν τὴν ζωήν του, τὸ ψωμί του, τὴν στέγην του, τὴν ὕπαρξίν του;
§195ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Τοὺς ἐξαιροῦμεν.
§196Σ. ΖΕΡΒΟΣ. Ἐν ᾗ περιπτώσει τοὺς ἐξαιρεῖτε, τότε δὲν ὑπάρχει λόγος συζητήσεως. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι δὲν τοὺς ἐξαιρεῖτε. Καὶ τότε ὀφείλω νὰ εἴπω τὴν γνώμην μου. Νομίζω λοιπὸν ὅτι εἶναι ἀπόλυτος ἀνάγκη νὰ ἀκούσῃ ἡ Ἐθνοσυνέλευσις ἀμφότερα τὰ διάδικα μέρη, οὐχὶ μόνον τοὺς ἰδιοκτήτας, ἀλλὰ καὶ τοὺς ἐνοικιαστάς, μὲ ὅλην τὴν ψυχραιμίαν καὶ μὲ ὅλην τὴν ἀντικειμενικότητα τὴν ὁποίαν ἀπαιτεῖ τὸ σοβαρὸν τοῦτο ζήτημα. Εἶναι ἀπόλυτος ἀνάγκη, νομίζω, ἡ Πολιτεία τὰ μὲν οἰκόπεδα τὰ ἐντὸς τῆς πόλεως Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς καὶ τῶν μεγάλων πόλεων τῆς Ἑλλάδος νὰ ἀναγκάσῃ τοὺς κτηματίας αὐτῶν νὰ τὰ κτίσωσι καὶ τὰ μετατρέψωσιν εἰς οἰκίας, τὰ δὲ δημόσια οἰκόπεδα ὅσα κεῖνται ἐντὸς τοῦ σχεδίου τῶν Ἀθηνῶν νὰ φροντίσῃ ἡ Πολιτεία δι’ ἑνὸς τρόπου τῆς ἐκλογῆς της νὰ μεταβληθῶσιν εἰς στέγην, διὰ νὰ δυνηθῶμεν οὕτω νὰ στεγάσωμεν τοὺς πρόσφυγας ἀστούς, τοὺς ἐντοπίους πτωχούς, τοὺς μικροεπαγγελματίας, τοὺς μικροεισοδηματίας, τοὺς μικρεμπόρους καὶ λοιποὺς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι, ὅταν ὑπάρχῃ κίνδυνός τις οἱοσδήποτε, ἐξωτερικὸς ἢ ἐσωτερικός, ἐκ μέρους τῶν κομμουνιστῶν, ἀναστέλλουσι πάντοτε τὴν ὁρμὴν τούτων ἀκαριαίως παρουσιάζοντες τὸ ἀνάστημά των καὶ τὴν κοινωνικήν των ἀλκήν. Θέλομεν λοιπὸν νὰ βοηθήσῃ τούτους ἡ Πολιτεία, ἵνα οὗτοι δι’ ἰδίων ὑλικῶν μέσων δυνηθῶσι νὰ ἔχωσι μίαν ἰδίαν στέγην, οἰκίαν εἰς τὴν ὁποίαν νὰ στεγάσωσι τὴν κεφαλήν των καὶ τὴν πολυμελῆ οἰκογένειάν των. Διότι ἡ τάξις αὕτη τῶν ἀστῶν εἶναι ἡ πολυανθρωποτέρα, ἀφοῦ αἱ ἀνώτεραι τάξεις ἢ δὲν θέλουσιν ἢ δὲν δύνανται νὰ τεκνοποιῶσιν. Εἶναι τίποτε τὸ ἄδικον; Προτείνομέν τι τὸ ἀσύμφορον καὶ ἐπιβλαβὲς διὰ τῆς προτάσεως ταύτης; Δι’ αὐτὸ εἶναι ἀπόλυτος ἀνάγκη νὰ ἀκουσθῶσι μετὰ προσοχῆς αἱ γνῶμαι αὗται. Καὶ ἔχοντες ἀπόλυτον σεβασμὸν πρὸς τὸν ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ποιούμεθα ἔκκλησιν εἰς τὴν Συνέλευσιν νὰ παραπεμφθῇ εἰς μίαν εἰδικὴν Ἐπιτροπὴν τὸ προβαλλόμενον τοῦτο ἐνοικιοστάσιον, ὅπου νὰ μελετηθῇ προσεκτικῶς καὶ νὰ ληφθῶσιν ἐσκεμμέναι ἀποφάσεις. Δὲν χρειάζονται ἐσπευσμέναι λύσεις, κύριοι. Εἶναι ἀνάγκη νὰ παραπεμφθῇ τὸ ἐνοικιοστάσιον εἰς μίαν εἰδικὴν Ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία ἐντὸς ὡρισμένου βραχέος χρόνου νὰ ἐπεξεργασθῇ τοῦτο. Εὐτυχῶς ἔχομεν μεταξὺ ἡμῶν ἀνθρώπους διακρινομένους διά τε τὴν μετριοπάθειάν των, τὴν ψυχραιμίαν καὶ τὴν ἀμεροληψίαν των. Ἄς σχηματίσωμεν μίαν Ἐπιτροπήν, διὰ νὰ ἀκούσωμεν τὰ διάδικα μέρη, τὰς γνώμας, τὰς σχέσεις καὶ τὰ δίκαιά των. Ὅλα τὰ δίκαια εἶναι σεβαστά. Ἀκούσατε καὶ τὰ μὲν καὶ τὰ δὲ καὶ εἶτα κρίνατε, κύριοι, ἀμερολήπτως καὶ ἀποφασίσατε.
§197Γ. ΚΙΑΓΙΑΣ. Ἐν τῷ μεταξὺ θὰ ἐφαρμοσθῇ;
§198Σ. ΖΕΡΒΟΣ. Ὄχι, κύριοι, νὰ μὴ ἐφαρμοσθῇ. Τί εἶναι πέντε ἡμέραι καὶ δέκα ἡμέραι καὶ 18 ἡμέραι δι’ ἓν τόσον σοβαρὸν καὶ σπουδαῖον ζήτημα; Διατί νὰ σπεύδωμεν, διατί νὰ φαινώμεθα ὅτι εὑρισκόμεθα ὑπὸ πίεσιν, τὴν οἱανδήποτε;
§199ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καλμοῦχος ἔχει τὸν λόγον.
§200Π. ΚΑΛΜΟΥΧΟΣ. Κατόπιν τῶν δηλώσεων τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ὅτι θὰ παραπέμψῃ τὸ Διάταγμα τοῦ ἐνοικιοστασίου εἰς Ἐπιτροπὴν καὶ κατόπιν τῆς δευτέρας αὐτοῦ δηλώσεως ὅτι θὰ ἀπαγορευθῶσιν αἱ ἐξώσεις, τὸ ὁποῖον κατ’ ἐμὲ ἐξισοῦται μὲ ἀναστολήν, παραιτοῦμαι τοῦ λόγου.
§201Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἄν πρόκειται νὰ παραιτηθῶσιν ὅλοι τοῦ λόγου, ἔχει καλῶς. Ἄλλως ἤθελον νὰ προσθέσω μερικὰς λέξεις.
§202Δ. ΚΑΛΚΑΝΔΗΣ. Πρὸ παντός, κύριοι συνάδελφοι, πρέπει νὰ εἴμεθα εἰλικρινεῖς καὶ διὰ νὰ εἴμεθα εἰλικρινεῖς πρέπει νὰ λέγωμεν τὴν ἀλήθειαν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὁ ὁποῖος ἦλθεν ἐνταῦθα καὶ ἀνέπτυξε σύστημα ὁλόκληρον ἄξιον θαυμασμοῦ καὶ διὰ τὴν ἀρτιότητα τὴν ἐπιστημονικὴν καὶ διὰ τὴν εἰλικρίνειαν, ἔλυσεν ὅλα τὰ ζητήματα καὶ ἀπεστόμωσε τοὺς πάντας. Παρῆλθεν ἀπὸ τὸ βῆμα ὁ κ. Ἀραβαντινός, ὁ ὁποῖος δυστυχῶς μᾶς εἶπε θεωρίας μόνον καὶ ὄχι πράξεις. Κύριοι, πρέπει νὰ γνωρίζωμεν ὅτι τὸ ἐνοικιοστάσιον ἔχει τὴν ἀρχήν του εἰς τὰ 1917. Διότι τῷ 1912 καὶ 1913 οὔτε σκέψις ἐγένετο οὔτε ἦτο δυνατὸν νὰ σκεφθῇ τις δι’ ἐνοικιοστάσιον. Διότι, ὡς γνωρίζετε ὅσοι ἐμένατε εἰς τὰς Ἀθήνας, ἦσαν σχεδὸν κεναὶ τότε αἱ περισσότεραι οἰκίαι. Τῷ 1917 ἐγένετο ἡ πρώτη αὔξησις. Ἔρχεται κατόπιν ὁ Γούναρης καὶ θέτει μίαν αὔξησιν 20%. Σήμερον ἠμποροῦμεν νὰ εἴπωμεν ὅτι αἱ μισθώσεις διῃρέθησαν εἰς 2 τάξεις. Τὸ κάτω τῶν 100 δραχμῶν μίσθωμα ἔφθασε μέχρις 70%, τὰ μεγαλύτερα ἔφθασαν οὕτως, ἀπὸ 110 ἔγιναν 202 καὶ σήμερον ἔγιναν ἀπὸ 300 δραχ. 525. Αὐτὴ εἶναι ἡ πραγματικὴ κατάστασις. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅμως διὰ τοῦ νομοσχεδίου τὸ ὁποῖον μᾶς παρουσίασεν ἱκανοποίησε καὶ μίαν πλάνην ὅσον ἀφορᾷ τὰς μικρὰς μισθώσεις. Διότι, ἂν ἐξετάσωμεν τὰ ἐνοίκια τῶν 100 δραχμῶν, τῷ 1920 δὲν ἦσαν 100 δραχ., ἀλλὰ 500. Τῷ 1922 ἦσαν 1000 δραχ. Καὶ ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλὰ θέτει καὶ ἐξαιρέσεις· ἐξαιρεῖ τὸ Α, ἐξαιρεῖ τὸ Β καὶ εἰς τὸ τέλος ἀφήνει τὰς μικρὰς αὐτὰς τάξεις τῶν μισθωτῶν. Κύριοι πληρεξούσιοι, ὀφείλω νὰ διαμαρτυρηθῶ καὶ νὰ σᾶς ὁμολογήσω ὅτι διαβλέπω εἰς τὸ Διάταγμα ἀνισότητα. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἠμποροῦσε νὰ ἐπιβάλῃ τὸ κοινὸν νόμιμον. Τὸ ἐνοικιοστάσιον πρέπει νὰ γίνῃ ὡς εἶχε καὶ πρίν. Διότι ἡ ἀνοικοδόμησις εἶναι εἰς ἔντασιν μεγάλην. Πρέπει νὰ τροποποιηθῇ τὸ Διάταγμα διὰ νὰ βελτιωθῇ. Σήμερον τὸν θόρυβον κάμνουν τὰ ἄτομα. Αὐτοὶ οἱ ὀλίγοι φωνάζουν κατὰ τῆς δῆθεν κεφαλαιοκρατίας. Πόσους ἔχετε πλουσίους σήμερον; Ἐγὼ ἕνα πλούσιον βλέπω, ἐνώπιον τοῦ ὁποίου ἀποκαλύπτομαι, καὶ ὁ ὁποῖος λέγεται Προμπονᾶς. Ὑπηρέτης, κύριοι, ἦλθεν εἰς τὰς Ἀθήνας καὶ σήμερον ἔχει μεγάλην περιουσίαν. Εἶναι ἀποτέλεσμα ἐργασίας, κύριοι. Οἱ κύριοι προλαλήσαντες εἶπον νὰ ἐνισχύσωμεν τὴν ἀνοικοδόμησιν. Ἀλλὰ πῶς, μὲ ποίους ἐργάτας; Ἕνα — μὲ συγχωρεῖτε διὰ τὴν φράσιν μου — κοττέτσι ἤθελον νὰ κάμω καὶ ἀντὶ διὰ τρεῖς χιλιάδας ποὺ ἔλεγα ὅτι θὰ στοιχίσῃ, ἐστοίχισε 16 χιλιάδας δραχμῶν. Δὲν ἐργάζεται λοιπὸν ὁ ἐργάτης. Ἀφήνει τὴν μιὰ δουλειὰ καὶ πιάνει τὴν ἄλλην. Τρεῖς καραγκοὶ μοῦ ἔφυγαν γιὰ δυὸ μέρες. Εἰς τὸ σημεῖον εἰς τὸ ὁποῖον εὑρισκόμεθα πρέπει νὰ μᾶς διέπῃ ἡ καλὴ πίστις, ἵνα φθάσωμεν εἰς μίαν λύσιν ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει πάντες δημοκοποῦμεν καὶ ἴσως ταχέως θὰ μετανοήσωμεν διὰ τὴν στάσιν μας.
§203Β. ΑΡΤΕΜΙΑΔΗΣ. Τὸ Διάταγμα τοῦ ἐνοικιοστασίου, κύριοι, ἀπὸ ἀπόψεως προσφυγικῆς, πρέπει νὰ τὸ ἐπεξεργασθῇ μία Ἐπιτροπή, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δὲν γνωρίζει τὴν πραγματικὴν κατάστασιν τῆς Χώρας. Ὑπάρχουν ὡρισμέναι διατάξεις ἐν τῷ ἐνοικιοστασίῳ, αἱ ὁποῖαι, ἂν ἐτίθεντο εἰς ἐφαρμογήν, ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς τὰ 95% τοῦ προσφυγικοῦ κόσμου θὰ περιήρχοντο εἰς τοὺς δρόμους. Φρονῶ λοιπὸν ὅτι πρέπει νὰ ἀνασταλῇ ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ ἐνοικιοστασίου καὶ νὰ παραπεμφθῇ εἰς μίαν κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν, εἰς τὴν ὁποίαν νὰ δοθῇ δικαίωμα ἀπόλυτον.
§204Ν. ΚΑΛΕΛΛΗΣ. Κύριοι, δὲν νομίζω ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἀκουσθῇ κανεὶς κατὰ τὴν 3ην πρωινὴν ὥραν, ἔπειτα ἀπὸ 3 ἢ 4 ρήτορας οἱ ὁποῖοι ἀνέλυσαν τὰ περὶ τοῦ θέματος. Οὔτε θὰ ἀσχοληθῶ τὸ παράπαν ἐπὶ διαφόρων λεπτομερειῶν, καίτοι νομίζω ὅτι ὅ,τι θὰ ἔλεγον δὲν θὰ ἦτο ἀνάξιον τῆς ὑμετέρας προσοχῆς. Δὲν δύναμαι ὅμως νὰ παραιτηθῶ τοῦ λόγου χωρὶς νὰ προκαλέσω τὴν ὑμετέραν προσοχὴν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 9 τοῦ Διατάγματος, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν, διότι τὸ ἄρθρον τοῦτο εἶναι κατ’ ἐμὲ τὸ σπουδαιότερον ἐκ τῶν 96 ἄρθρων, ἐξ ὧν σύγκειται τὸ περὶ οὗ πρόκειται Διάταγμα, τὸ ὁποῖον ἀποκαλεῖται ἐνοικιοστάσιον, ἐνῷ κατ’ ἐμὲ ἔπρεπε νὰ ἀποκληθῇ ἄρσις τοῦ ἐνοικιοστασίου. Ἐρωτῶ ἂν ὑπάρχει συμβόλαιον εἰς τὸ ὁποῖον νὰ μὴ εἶναι ἐντεθειμένη ἡ ρήτρα, ἀφότου τὸ ἐνοικιοστασίου εἰσήχθη καὶ εἰς τὴν Ἑλλάδα, καθ’ ἣν παραιτεῖται ὁ μισθωτὴς τῶν εὐεργετημάτων τοῦ ἐνοικιοστασίου. Δὲν γνωρίζω ποῖα συμβόλαια εἴδετε ὑμεῖς, σᾶς βεβαιῶ ὅμως ὅτι, ἂν ἦτο δυνατὸν νὰ σᾶς ἀπασχολήσω μὲ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν ἀριθμῶν καὶ μόνον τῶν συμβολαίων τὰ ὁποῖα ἐτέθησαν ὑπ’ ὄψει μου, δὲν θὰ μοὶ ἐπήρκει ὁλόκληρος ὥρα. Ἀλλὰ καὶ ἡ ἑτέρα ρήτρα ἡ ὁποία εἶναι ἐντεθειμένη, καθ’ ἣν (ἀναγινώσκει): «ὁπωσδήποτε ὑπεσχέθη εἰς τὸν ἐκμισθωτὴν.... κλπ.».....
§205Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἐννοῶ τὴν περίπτωσιν καθ’ ἣν ὁ συνομολογῶν αὐτὴν τὴν ρήτραν χρειάζεται τὸ μίσθιον διὰ νὰ ἰδιοκατοικήσῃ ἢ νὰ κάμῃ ἰδιόχρησιν. Σᾶς τὸ λέγω ἐπισήμως καὶ ἂς ἀναγραφῇ εἰς τὰ πρακτικὰ ὡς ἑρμηνεία.
§206Ν. ΚΑΛΕΛΛΗΣ. Αὐτὸ τὸ προσθέτετε τώρα.
§207Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Τὸ εἶπον καὶ εἰς τὴν ἀγόρευσίν μου· ἡ ρήτρα καθ’ ἣν ἅμα τῇ λήξει τῆς συμβάσεως θὰ παραδώσῃ τὸ μίσθιον δὲν ἔχει καμμίαν ἀξίαν.
§208Ν. ΚΑΛΕΛΛΗΣ. Θὰ περιορισθῶ εἰς τὰς διατάξεις τὰς ἀφορώσας τὴν σύμπτυξιν καὶ δὲν ἔχω παρὰ νὰ ἀναφέρω τὰς περιστάσεις καθ’ ἃς Μουσουλμάνοι θὰ συμπτυχθῶσι μετὰ Χριστιανῶν ἢ Ἰσραηλῖται μετὰ Χριστιανῶν. Ὅπως εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, οἱ ἐκμισθωταὶ καὶ οἱ μισθωταὶ εἶναι ἐχθροί· ἑπομένως ἡ σύμπτυξις αὕτη δὲν εἶναι δυνατή. Ἀναγκάζομαι, λόγῳ τῆς ὥρας, νὰ περιορισθῶ εἰς ταῦτα μόνον μὲ τὴν πεποίθησιν ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ ἡ ὁποία θὰ ἀσχοληθῇ μὲ τὸ ἐνοικιοστάσιον θὰ διορθώσῃ πλεῖστα ὅσα ἄτοπα.
§209Α. ΜΠΙΡΑΚΗΣ. Ἀντικείμενον, κύριοι συνάδελφοι, τῆς προκειμένης συζητήσεως δὲν εἶναι τὸ νὰ λύσωμεν τὸ ζήτημα τῆς στέγης, ἀλλὰ νὰ παραπέμψωμεν ἁπλῶς τὸ Διάταγμα εἰς τὴν κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν, κατὰ τὰς δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως. Ἀντικείμενον συζητήσεως δύναται νὰ εἶναι καὶ ἡ εὐθύνη τῆς Κυβερνήσεως, κατὰ πόσον ἐξετέλεσε καλῶς ἢ μὴ τὴν ἐντολὴν τὴν χορηγηθεῖσαν εἰς αὐτήν, ὅπως καταρτίσῃ τὸ ἐν λόγῳ ἐνοικιοστάσιον. Ὅταν εἰς τὰς παραμονὰς τῆς ἐκδόσεως τοῦ Διατάγματος οἱ ἐνοικιασταί, διότι θρῦλοι ἔλεγον ὅτι ἐπιβάλλονται εἰς τὴν τάξιν αὐτῶν αὐξήσεις πρὸς ὄφελος ἑτέρας τάξεως, ἐπεσκέφθησαν τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως μετ’ ἄλλων ἐνοικιαστῶν Θεσσαλονίκης, ἤκουσαν ὅτι τὰ πάντα θὰ ζυγισθοῦν εἰς τὴν ζυγαριάν, καὶ ὅταν ἐζήτησαν νὰ περάσῃ ἀπὸ Ἐπιτροπὴν τὸ Διάταγμα, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν ὅτι ἐφοίτησεν εἰς τὴν Σχολὴν πολιτικοῦ ὁ ὁποῖος συνήθιζε νὰ ἀναλαμβάνῃ τὰς εὐθύνας, ὅτι δὲν ἠνόει ἑπομένως νὰ ζητήσῃ γνώμας τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς Συνελεύσεως, ἀλλὰ θὰ ἐκδώσῃ τὸ ἐνοικιοστάσιον καὶ ἡ Συνέλευσις θὰ κρίνῃ ἂν καλῶς ἢ κακῶς ἐχειρίσθη ἡ Κυβέρνησις τὴν ἐντολήν. Διὰ τοῦτο φρονῶ ὅτι δυνάμεθα σήμερον νὰ ἐξετάσωμεν τὰς διατάξεις τοῦ ἐνοικιοστασίου καὶ ἰδίως τὰς ἀκανθώδεις. Πρόκειται νὰ κρίνωμεν ἂν ἀπενεμήθησαν δικαιώματα καὶ ἀνεγνωρίσθησαν τοιαῦτα ἐκεῖ ὅπου ἔπρεπε νὰ ἀναγνωρισθῶσι καὶ ἂν ἀνεγνωρίσθησαν ὑποχρεώσεις ἐκεῖ ὅπου ἔπρεπε νὰ ἀναγνωρισθῶσι. Πρόκειται νὰ ἐξετάσωμεν ἂν ἐζυγίσθησαν πράγματι μὲ τὴν ζυγαριὰν τῆς δικαιοσύνης τὰ γενικώτερα συμφέροντα μεγάλων μαζῶν τῆς λαϊκῆς τάξεως ἢ ηὐνοήθη μία τάξις εἰς βάρος τῶν λοιπῶν· διότι ἐν τῷ Διατάγματι ἐλήφθη φροντὶς ὥστε νὰ παρουσιασθῇ ἐκ τοῦ ἐμφανοῦς ὅτι εὐνοεῖ καὶ τοὺς ἐνοικιαστάς, ὅτι εἶναι καὶ κατὰ τῶν ἰδιοκτητῶν. Ἀλλ’ εἰς τὸ βάθος καὶ κατ’ οὐσίαν δὲν εὐνοεῖ ἄλλον παρὰ μίαν τάξιν πλουτοκρατικὴν εἰς βάρος καὶ τῶν μικροϊδιοκτητῶν, εἰς βάρος καὶ τῶν ἐνοικιαστῶν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔκαμε μίαν διάκρισιν τῶν μισθώσεων, εἰς μισθώσεις μέχρι τοῦ Αὐγούστου τοῦ 1922 καὶ εἰς μισθώσεις ἀπὸ τοῦ Αὐγούστου τοῦ 1922 καὶ ἐντεῦθεν, καὶ ὅλας τὰς πρὸ τοῦ Ἰουνίου τοῦ 1922 μισθώσεις κρίνει μὲ τὰ αὐτὰ μέτρα. Καὶ ἐρωτῶ: Εἶναι τοῦτο δικαιοσύνη;
§210Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε συνάδελφε, νομίζω ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀξιώσητε νὰ παρευρίσκηται καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐδῶ· δὲν ἠμπορεῖ αὐτὴ ἡ κατάστασις νὰ ἐξακολουθήσῃ. Ἄν ἡ Κυβέρνησις καθιερώνῃ καὶ τοῦτο τὸ ἔθιμον, νὰ ἐλέγχηται ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ νὰ ἀπουσιάζῃ, τὸ πρᾶγμα ἀλλάσσει.
§211Γ. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ἐπερωτᾶται ὁ Ὑπουργός· δὲν ἠμπορεῖ νὰ εἶναι ἀπών.
§212ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Ἠμπορεῖ νὰ εἶναι ἀπών· δὲν εἶναι ἐπερώτησις.
§213Γ. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ἡμεῖς ἔχομεν τὴν ἰδέαν ὅτι δὲν ἠμπορεῖ, διότι πρόκειται περὶ ἐπερωτήσεως.
§214Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Ἄν δὲν εἶναι ἐπερώτησις, τότε διατί συζητοῦμεν;
§215Α. ΜΠΙΡΑΚΗΣ. Καὶ πρέπει νὰ ἐξετασθῇ, κύριοι πληρεξούσιοι, διότι αἱ μισθώσεις αἱ συναφθεῖσαι κατὰ Ἰούλιον ἢ κατὰ Ἰούνιον ἢ κατὰ Μάϊον τοῦ 1922 ἐξισοῦνται μὲ τὰς μισθώσεις αἱ ὁποῖαι ἔγιναν κατὰ Ἰούνιον, κατὰ Ἰούλιον ἢ κατὰ Μάϊον τοῦ 1914, προπολεμικῶς· διότι παρεστάθη ὅτι αὐξάνονται τὰ προπολεμικὰ ἐνοίκια, διότι εἶναι δίκαιον τοῦτο. Καὶ πράγματι ἡ Κοινὴ Γνώμη οὐδεμίαν θὰ εἶχεν ἀντίρρησιν εἰς τὴν αὔξησιν τῶν προπολεμικῶν ἐνοικίων. Ἀλλὰ δι’ αὐτοῦ τοῦ Διατάγματος δὲν ἔχομεν αὐξήσεις προπολεμικῶν ἐνοικίων, ἀλλ’ αὐξήσεις μεταπολεμικῶν ἐνοικίων· διότι τὰ ἐνοίκια ὅλα τοῦ 1922, ἀπὸ τὴν ἐποχὴν καθ’ ἣν ἐπῆλθεν ἡ οἰκονομικὴ κρίσις, ἀπὸ τὴν ἐποχὴν καθ’ ἣν ἐδιχοτομήθη τὸ νόμισμα καὶ ἔχασεν ὁ κόσμος τὴν πίστιν αὐτοῦ, ἀπὸ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην τὰ ἐνοίκια τὰ ὁποῖα συνωμολογοῦντο δὲν ἦσαν ἐνοίκια προπολεμικά.
§216Α. ΔΕΝΔΡΙΝΟΣ. Ἐδῶ εἶναι ζήτημα ἀνάγκης.
§217Α. ΜΠΙΡΑΚΗΣ. Πρόκειται περὶ ζητήματος ἐπὶ τοῦ ὁποίου τὴν ἐτυμηγορίαν τῆς Συνελεύσεως περιμένει μετ’ ἀνησυχίας ὁλόκληρος κόσμος. Δὲν πρέπει νὰ σπεύδωμεν, πρέπει νὰ ἐκτεθῶσι τὰ ζητήματα ἐν πλάτει, διότι ὁ λαὸς ὅλος ἀδημονεῖ. Καὶ ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης: Κατὰ ποῖον μέτρον δικαιοσύνης καὶ ἰσότητος ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος συνωμολόγησε τὸ μίσθωμά του τῷ 1922, ὁπότε ὑπῆρχε κρίσις κατοικίας, ὁπότε εἶχεν ἐπέλθει ὁ ἐξευτελισμὸς τοῦ ἐθνικοῦ νομίσματος, κατὰ ποῖον μέτρον δικαιοσύνης καὶ ἰσότητος θὰ λάβῃ τὰς ἰδίας αὐξήσεις μὲ ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος ἔχει συμφωνήσει τὸ μίσθωμά του τῷ 1914; Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς παρουσίασε μίαν τετελεσμένην πρᾶξιν, διὰ τὴν ὁποίαν ἔχει εὐθύνην καὶ αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις. Δὲν πρόκειται τί θὰ κρίνῃ ἡ Συνέλευσις εἰς τὸ μέλλον, πρόκειται ποῖον δικαίωμα ἔχομεν νὰ ζητήσωμεν εὐθύνας ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν.
§218Δ. ΚΑΛΚΑΝΔΗΣ. Δημοκοπίαι, δημοκοπίαι.
§219Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἀφήσατε νὰ ὁμιλήσῃ ὁ ρήτωρ· δὲν ἠμπορεῖτε νὰ ἐπιβάλλητε σιγήν.
§220Α. ΜΠΙΡΑΚΗΣ. Δὲν εἶμαι ἐξ ἐκείνων, κύριοι συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι ἀρέσκονται εἰς ἐλέγχους, οὔτε ἐξ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἀγνοοῦσιν ὅτι πρέπει νὰ διαφυλάττηται ἀμείωτον τὸ γόητρον καὶ τὸ κῦρος τῆς παρούσης Συνελεύσεως, ἀλλὰ μὴ ἔχετε τὴν ἀξίωσιν νὰ σιωπῶμεν πάντοτε. Δὲν εἶμαι ἐξ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι σᾶς ἀπησχόλησαν πολλάκις ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου· ἀλλὰ τὴν στιγμὴν ποὺ πρόκειται περὶ ζητήματος τὸ ὁποῖον μετ’ ἀγωνίας παρακολουθεῖ ἡ Κοινὴ Γνώμη δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ἀκουσθοῦν ἐδῶ πέρα ἐλευθέρως αἱ γνῶμαι τῶν διαφόρων πληρεξουσίων. Ὅλα τὰ ἐνοικιοστάσια τὰ μέχρι σήμερον, κύριοι, ἐν σχέσει μὲ τὴν Θεσσαλονίκην ἐλάμβανον ὑπ’ ὄψιν ἓν σοβαρὸν γεγονός, τὸ γεγονὸς τῆς πυρκαϊᾶς τῆς πόλεως καὶ διήρουν τὰς μισθώσεις εἰς μισθώσεις μέχρι τῆς 5ης Αὐγούστου 1917 καὶ εἰς μισθώσεις μετὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, διότι μετὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην εἶχεν ἐπέλθει κρίσις εἰς τὴν Θεσσαλονίκην καὶ τὰ διάφορα ἐνοικιοστάσια εἰς τὰς μισθώσεις τὰς μετὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἔδιδον διπλασίαν αὔξησιν τῶν ὅσας ἔδιδον τὰ ἐνοικιοστάσια τὰ πρὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. Καὶ ἐρωτῶ καὶ πάλιν: Κατὰ ποῖον μέτρον δικαιοσύνης καὶ ἰσότητος ἐξομοιοῦνται αἱ ὑποχρεώσεις τῶν ἐνοικιαστῶν τῶν πρὸ τῆς 5ης Αὐγούστου 1917 μὲ τὰς ὑποχρεώσεις τῶν ἐνοικιαστῶν τῶν μετὰ τὴν 5ην Αὐγούστου;
§221Ν. ΞΗΡΟΣ. Διότι μετὰ τὰς δοθείσας αὐξήσεις ἐπῆλθεν ἰσοπέδωσις.
§222Α. ΜΠΙΡΑΚΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ πιστεύσῃ κανεὶς ὅτι ἐπῆλθεν ἡ ἰσοπέδωσις αὐτή· διότι, ἂν λάβῃ τις ὑπ’ ὄψιν, φέρ’ εἰπεῖν, ὅτι τὸ «Κονσόρτσιουμ» εἶχε τὴν λίραν πρὸς 140 δραχ., ἡ ἀγορὰ δὲν τὴν εἶχεν 140 δραχ.· τὴν εἶχε 200 δραχ. καὶ περιπλέον. Δὲν θὰ ἔλαβε δὲ ὑπ’ ὄψιν ὅτι αἱ νέαι συμβάσεις δὲν συνωμολογήθησαν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν προσόντων τῶν ἐνοικιαστῶν, ἀλλὰ συνωμολογήθησαν ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀνάγκης τῆς μεγαλυτέρας, ἡ ὁποία ὁλονὲν ἐγίνετο μεγαλυτέρα, τῆς μεγαλυτέρας ζητήσεως τῆς στέγης καὶ τῆς ὀλιγωτέρας προσφορᾶς. Δὲν ἔχει ἀνάγκην νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ἀριθμούς, ἀλλ’ ἂς μεταβῇ νὰ ἐπισκεφθῇ δύο οἰκίας ἐνοικιασθείσας τὴν μίαν προπολεμικῶς καὶ τὴν ἑτέραν μεταπολεμικῶς ἢ δύο διαμερίσματα τῆς αὐτῆς οἰκίας καὶ θὰ ἔβλεπεν ἐνοικιαστὰς νὰ πληρώνουν οἱ μὲν προπολεμικῶς 850 δραχμὰς μὲ τὰς αὐξήσεις, οἱ δὲ μεταπολεμικῶς 5 καὶ 8 χιλιάδας δρ. Ὅλοι ἔχετε τὴν ἀπαιτουμένην πεῖραν, ὥστε νὰ γνωρίζητε αὐτά. Δὲν φρονῶ ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ πλάνη ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ θέματος καὶ νὰ ἐπέλθῃ ὄφελος ἐξ ἐνόχου ἀμελείας. Φοβοῦμαι μήπως ηὐνοήθησαν ἐπίτηδες τῆς ἐποχῆς ἐκείνης οἱ ἐνοικιασταί, διότι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης οἱ ἐνοικιασταὶ εἶναι οἱ πλουσιώτεροι οἱ ὁποῖοι ᾠκοδόμησαν τὰ οἰκήματά των καὶ εἰς τοὺς ὁποίους ἐχορηγήθησαν ἀφειδῶς αἱ αὐξήσεις καὶ ἱκανοποιήθησαν μὲ τὴν δικαιολογίαν ὅτι εἶναι δίκαιον τοῦτο. Καὶ ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 9, περὶ τῆς ὁποίας ἔκαμε λόγον ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας, εἶναι ἀδικαιολόγητος, διότι οἱ ἴδιοι ἐκμισθωταὶ συνωμολόγησαν τὰ συμβόλαια ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ ἐνοικιοστασίου. Καὶ ἐδήλωσε μὲν ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅτι ἡ διάταξις δὲν ἔχει τὴν ἔννοιαν ἐκείνην τὴν ὁποίαν ἀναγράφει τὸ ἐνοικιοστάσιον, πλὴν ὁ δικαστὴς ὁ ὁποῖος θὰ ἐφαρμόσῃ τὸν νόμον δὲν θὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει τὴν γνώμην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Φρονῶ ὅτι τὸ παρὸν Διάταγμα κεῖται καὶ πέρα τῆς χορηγηθείσης ἐντολῆς πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, διότι ἐδόθη ἐντολὴ εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ῥυθμίσῃ τὸ ἐνοικιοστάσιον καὶ τὰς μεταξὺ τῶν μισθωτῶν καὶ ἐκμισθωτῶν σχέσεις, ἀλλ’ ἀναμφισβητήτως δὲν ἐδόθη εἰς αὐτὴν τὸ δικαίωμα νὰ δίδῃ ἐκ τοῦ δημοσίου θησαυροῦ αὐξήσεις εἰς τοὺς ἐνοικιαστάς. Διότι ἔχετε καμμίαν στατιστικήν, κύριοι, ὅτι τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον θὰ εἰσπραχθῇ ἀπὸ τὰ ποσοστὰ τῶν αὐξήσεων θὰ εἶναι ἴσον μὲ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θὰ πληρωθῇ δι’ αὐξήσεως τῶν ἀπόρων μισθωτῶν; Ἄν εἶναι ὀλιγώτερον τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον θὰ εἰσπραχθῇ, μὲ ποῖον δικαίωμα γίνεται ἡ πρᾶξις ἡ χαριστικὴ χρημάτων τοῦ Δημοσίου εἰς τοὺς ἐκμισθωτὰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι τυχὸν θὰ ἔχουν ἀπόρους ἐνοικιαστάς; Ἀλλὰ τὸ ἐνοικιοστάσιον τάσσει καὶ ποινάς. Θὰ ἠρώτα κανείς· ἐχορηγήθη εἰς τὴν ἐντολὴν αὐτὴν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιβάλλῃ καὶ ποινάς; Ἀλλὰ καὶ διὰ τοὺς ἰδιοκτήτας ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἔτυχε νὰ ἔχουν ἀπόρους, διατί αὐτὴ ἡ ἀνισότης; Ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι θὰ ἔχουν ἀπόρους ἐνοικιαστὰς ἀναμφισβητήτως θὰ εἶναι καὶ ἄποροι· διατί νὰ λαμβάνουν τὸ ἥμισυ τῶν αὐξήσεων ἐκείνων τὰς ὁποίας λαμβάνουν οἱ ἄλλοι; Ἄς ηὔξανε τὸ ποσοστὸν τῶν κρατήσεων ἐκ τῶν πλουσίων ἰδιοκτητῶν διὰ νὰ λάβωσι καὶ οἱ πτωχοὶ ἰδιοκτῆται τὸ ἴδιον ποσοστὸν αὐξήσεων τὸ ὁποῖον λαμβάνουν καὶ οἱ πλούσιοι. Αὐταὶ αἱ ἀνισότητες εἶναι ἐκεῖναι αἱ ὁποῖαι διακρίνουν τὸ νομοθέτημα. Αἴρεται τὸ ἐνοικιοστάσιον ὅσον ἀφορᾷ τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον, ἀλλ’ ἐσκέφθη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὅτι διὰ νὰ εὕρῃ νέα οἰκήματα, ὅσα χρειάζονται, χρειάζεται καὶ 800 ἑκατομμύρια δραχμῶν; Ἆρά γε ἠρώτησε μήπως αὐτὸ θὰ ἐπιβαρύνῃ τὸν Προϋπολογισμὸν δι’ 800 ἑκατομμυρίων δι’ ἑνὸς ἁπλοῦ Διατάγματος, τὸ ὁποῖον λέγεται ἐνοικιοστάσιον; Δέκα χιλιάδας σπίτια εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὅτι χρησιμοποιεῖ τὸ Δημόσιον· λοιπὸν προσεγγίζει αὐτὸ τὸ ποσόν. Καὶ ἂν ἐπιβαρύνῃ τὸν Προϋπολογισμὸν μὲ 800 ἑκατομμύρια καὶ προστεθοῦν καὶ αὐτὰ μὲ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα θὰ δοθῶσιν εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας οἱ ὁποῖοι ἔχουν ἀπόρους ἐνοικιαστάς, τί θὰ γίνῃ; Θὰ ἔλθῃ ἡ Κυβέρνησις νὰ ζητήσῃ ἀπὸ ἡμᾶς φόρους εἰς βάρος τοῦ λαοῦ διὰ νὰ ἐξασφαλίσῃ τὸν Προϋπολογισμόν. Διατί λοιπὸν αὐτὴ ἡ ἀφειδὴς χορήγησις αὐξήσεων εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας πρὸς ἐπιβάρυνσιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὁ ὁποῖος γνωρίζετε εἰς ποῖον σημεῖον εὑρίσκεται; Ὑπῆρχεν ἀνάγκη νὰ χορηγηθῶσι τόσον μεγάλα τὰ ποσοστὰ τῶν αὐξήσεων τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ ἴδιοι οἱ ἰδιοκτῆται ηὔχοντο πρὸ ὀλίγου χρόνου νὰ λάβωσι ταῦτα μέχρι 30%; Ἀλλὰ τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ εὑρεθῶμεν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ φορολογήσωμεν καὶ τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ ἐνοικιασταὶ τῶν καταστημάτων θὰ εὑρεθῶσιν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ αὐξήσωσι τὰ εἴδη των καὶ θὰ αὐξήσῃ ὁ βίος, ἐναντίον τίνων θὰ ἐπιπέσῃ τὸ βάρος αὐτό; Δὲν θὰ ἐπιπέσῃ ἐπὶ τῶν ἀπορωτέρων; Καὶ τότε ποῖον εἶναι τὸ δῶρον τὸ ὁποῖον χορηγεῖ εἰς αὐτοὺς ἡ Κυβέρνησις; Δὲν γίνεται λοιπὸν ἡ ζύγισις διὰ τῆς ζυγαριᾶς τῶν διαφόρων συμφερόντων τῶν τάξεων, ὅπως ἐδήλωσεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ εὐνοεῖται μία τάξις πλουτοκρατικὴ εἰς βάρος τῶν λοιπῶν τάξεων, τῶν ὁποίων παραβλέπονται τὰ συμφέροντα, παραβλέπονται τὰ δίκαια, καὶ εἰς βάρος τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους. Δὲν εἶναι τὸ ἐνοικιοστάσιον αὐτὸ ἄξιον τῆς Συνελεύσεως, ἡ ὁποία ἔχει ὑποσχεθῆ ἰσότητα εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, τὸν ὁποῖον ὡδήγησεν εἰς τὴν Δημοκρατίαν· δὲν εἶναι δυνατὸν τοῦτο νὰ παρέλθῃ ἀνεξερεύνητον καὶ ἀπαρατήρητον ἀπὸ τὴν Συνέλευσιν, ἡ ὁποία εἶναι κατ’ ἐξοχὴν λαϊκή, ἡ ὁποία ἔχει ἀναλάβει ὡρισμένας ὑποχρεώσεις ἀπέναντι τῶν πολιτῶν. Ἐπ’ αὐτῶν τῶν θεμάτων, κύριοι πληρεξούσιοι, θέλω νὰ ἐπιστήσω ὅλην ὑμῶν τὴν προσοχήν, διότι δὲν εἶναι ἀρκετὸν μόνον νὰ δίδωμεν Κυβέρνησιν εἰς τὴν Χώραν, ἀλλὰ πρέπει νὰ δώσωμεν καὶ δικαιοσύνην καὶ ἰσότητα. (Χειροκροτήματα).
§223Γ. ΚΙΑΓΙΑΣ. Ἄν, κύριοι πληρεξούσιοι ἐπρόκειτο τὸ ἐνοικιοστάσιον νὰ ὑποβληθῇ ὑπὸ τὸν ἔλεγχον τῆς Συνελεύσεως μετὰ τὴν ἐπεξεργασίαν αὐτοῦ ὑπὸ κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς, ἀναμφισβητήτως δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ σᾶς ἀπασχολήσω σήμερον, ἀλλ’ ὡς ἀντελήφθην ἐκ τῶν δηλώσεων τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης καὶ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως τὸ νομοθέτημα αὐτὸ δὲν πρόκειται νὰ ὑποβληθῇ πλέον ὑπὸ τὸν ἔλεγχον τῆς Συνελεύσεως· πρόκειται μόνον νὰ περάσῃ ἀπὸ μίαν κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν μόνον καὶ μόνον διὰ μίαν ἐντύπωσιν, τὴν ὁποίαν ἠθέλησεν ἡ Κυβέρνησις νὰ παραγάγῃ εἰς τὴν Κοινὴν Γνώμην. Διότι, ἐφόσον δὲν πρόκειται ἡ βάσανος αὐτὴ νὰ ἀποτελέσῃ τὸ ὁριστικὸν νομοθέτημα, ἡ παραπομπὴ αὐτοῦ εἰς Ἐπιτροπὴν ἀποτελεῖ αὐτὸ τοῦτο ἐμπαιγμόν. Κύριοι πληρεξούσιοι, ὅταν τὰ διάφορα Κράτη εὑρέθησαν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἀντιμετωπίσωσι τὸ ζήτημα τῆς στέγης καὶ εὑρέθησαν εἰς τὴν ἀνάγκην αὐτὴν καὶ κατὰ τὸν πόλεμον καὶ μετὰ τὸν πόλεμον, ἕνεκα τῆς στενότητος τῶν οἰκοδομῶν, ἥτις ὠφείλετο εἰς τὴν ἔλλειψιν ἐργατικῶν χειρῶν, εἰς τὴν αὔξησιν τοῦ πληθυσμοῦ, τὴν συσσώρευσιν αὐτοῦ εἰς τὰς πόλεις καὶ εἰς ἄλλους ἀκόμη λόγους, προσέφυγον εἰς τὸ ἐνοικιοστάσιον, ὡς τὸ μόνον μέσον τὸ ὁποῖον θὰ ἠδύνατο νὰ ἱκανοποιήσῃ μίαν νέαν κοινωνικὴν ἀνάγκην. Εἶναι καὶ τοῦτο ἀπόρροια τῆς ἀρχῆς ὅτι τὸ δικαίωμα τῆς ἰδοκτησίας ὀφείλει νὰ ὑποχωρήσῃ ὁσάκις ἀπαιτεῖ τοῦτο τὸ συμφέρον τῆς Χώρας. Ἀλλ’ ἄν, κύριοι πληρεξούσιοι, εἰς τὰ ἄλλα Κράτη, τῶν ὁποίων τὰ ἐνοικιοστάσια τόσον ἐπιμελῶς ἐμελέτησεν ὁ κ. Ὑπουργός, ἀπετέλεσε ζήτημα ὑψίστης διὰ τὰ Κράτη ἐκεῖνα σημασίας, δι’ ἡμᾶς ἀπετέλεσε, λόγῳ τῆς εἰσροῆς ἑνὸς ἑκατομμυρίου ἀνθρώπων, τοὺς ὁποίους ἀπέστειλεν εἰς τὴν Ἑλλάδα ἡ μικρασιατικὴ συμφορά, ἐπιτακτικὴν καθαυτὸ ἀνάγκην. Ἂν δὲν ἐπρόκειτο περὶ ὅλων τούτων, διὰ τὰ ὁποῖα συζητοῦμεν αὐτὴν τὴν στιγμήν, δὲν θὰ ἦτο ἀνάγκη καὶ πολὺ νὰ ἀσχοληθῶμεν ἐπ’ αὐτοῦ. Ἀλλὰ τὸ ἐνοικιοστάσιον περιέχει βασικὰ ἐλαττώματα. Κατ’ ἐμέ, κύριοι πληρεξούσιοι, τὸ ζήτημα τοῦ ἐνοικιοστασίου, ὡς ζήτημα κοινωνικόν, ὀφείλει νὰ ἀντιμετωπισθῇ ἀπὸ δύο ἀπόψεων: Πρῶτον ὅσον ἀφορᾷ τὴν ρύθμισιν τῶν κοινωνικῶν σχέσεων, καὶ δεύτερον τὸν σκοπὸν τὸν ὁποῖον ὀφείλει νὰ ἐπιδιώκῃ. Καὶ ὅσον ἀφορᾷ τὸ πρῶτον ζήτημα, τὴν βάσιν τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ λάβῃ ὁ νομοθέτης, αὕτη πρέπει νὰ συνίσταται εἰς τὸν δίκαιον καθορισμὸν τῶν μικροϊδιοκτητικῶν σχέσεων. Τί ἐρρύθμισε τὸ ἐνοικιοστάσιον; Ἕν βλέμμα ἂν ρίψητε ἐπ’ αὐτοῦ, θὰ ἴδητε ὅτι δὲν ὑπάρχουν ἢ ἐλάχισται μισθωτικαὶ σχέσεις αἱ ὁποῖαι ρυθμίζονται διὰ τοῦ Διατάγματος. Ὅλοι οἱ μισθωταὶ καὶ ἐκμισθωταὶ θὰ μεταβῶσιν εἰς τὰ δικηγορικὰ γραφεῖα καὶ τὰ δικαστήρια διὰ νὰ εὕρωσι τὴν λύσιν τῶν ἀποριῶν των καὶ τῶν διαφορῶν των. Καὶ ἂν λάβητε ὑπ’ ὄψιν ὅτι μόνον εἰς τὰς Ἀθήνας ὑφίστανται 100,000 μισθώσεις, θὰ ἴδητε ὅτι οὔτε τεχνικῶς δύνανται νὰ ρυθμισθῶσιν αἱ σχέσεις αὗται. Εἶναι τόση ἡ ποικιλία τῶν περιπτώσεων τὰς ὁποίας θὰ γεννήσῃ τὸ ἐνοικιοστάσιον αὐτό, ὥστε οὔτε ὁλόκληρον ἔτος θὰ δυνηθῇ νὰ φέρῃ τὴν λύσιν. Ἂς λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὴν περίπτωσιν τῆς ἀπορίας. Διὰ τὴν περίπτωσιν αὐτὴν θὰ ὀφείλῃ ὁ μισθωτὴς νὰ κάμῃ δήλωσιν εἰς τὸν ἐκμισθωτὴν καὶ κατόπιν ὁ ἐκμισθωτής, ἂν δὲν εὑρεθῇ σύμφωνος, θὰ κάμῃ προσφυγὴν εἰς τὸν Πρόεδρον τοῦ δικαστηρίου καὶ ἀσφαλῶς δὲν θὰ ὑπάρξῃ ἐκμισθωτὴς ὁ ὁποῖος νὰ δεχθῇ ὅτι ἡ δήλωσις τοῦ μισθωτοῦ του εἶναι εἰλικρινής. Νομίζετε ὅτι τελειώνει ἐκεῖ τὸ πρᾶγμα; Θὰ λάβητε μίαν ἀπόφασιν ἀπὸ τὸν Πρόεδρον τοῦ δικαστηρίου, θὰ ἔχητε μίαν ἀπόφασιν δικαστικήν· ἔπειτα τί θὰ συμβῇ; Εἶναι ὑποχρεωμένος ὁ μισθωτὴς νὰ κάμῃ μίαν ἄλλην δήλωσιν ἐνώπιον μιᾶς ἄλλης Ἐπιτροπῆς καὶ ἐνώπιον τῆς ὁποίας εἶναι ὑποχρεωμένος ὁ μισθωτὴς νὰ ὑποβάλῃ τὴν νέαν αὑτοῦ δήλωσιν, εἰς τὴν ὁποίαν καθορίζει τὰ στοιχεῖα τὰ περιουσιακά. Ἡ Ἐπιτροπὴ αὐτὴ μετὰ πάροδον ἑνὸς μηνὸς θὰ ἐξελέγξῃ τὴν αἴτησιν ταύτην, θὰ τὴν καταχωρίσῃ εἰς ἓν βιβλίον—διότι ἐδῶ ἱδρύεται καὶ λογιστικὴ Ὑπηρεσία—καὶ ἀφοῦ τὴν καταχωρίσῃ εἰς τὸ βιβλίον αὐτό, θὰ γίνῃ νέος ἔλεγχος, διὰ νὰ ἀποφανθῇ ἡ Ἐπιτροπὴ ἂν εἶναι εὔπορος ἢ ἄπορος ὁ μισθωτής. Καὶ ἄν, κύριοι πληρεξούσιοι, ἀποφανθῇ ὅτι εἶναι ἄπορος, ὁ μισθωτὴς δὲν ὑποχρεοῦται νὰ πληρώσῃ τίποτε, ἀλλ’ ἐπιβαρύνεται τὸ Δημόσιον. Ἰδοὺ τὸ κατάντημα τοῦ κατασκευάσματος τούτου, κύριοι πληρεξούσιοι, τὸ ὁποῖον ἀληθῶς διὰ νὰ περιπλέξῃ τόσον πολὺ τὰς μισθωτικὰς σχέσεις ἦτο ἀνάγκη νὰ καταβληθῇ ἡ ἐντατικὴ προσπάθεια, ὅπως ἰσχυρίσθη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Ἀλλὰ δὲν εἶναι τοῦτο μόνον τὸ ζήτημα, κύριοι συνάδελφοι, τὸ ὁποῖον περιπλέκει τὰς μισθωτικὰς σχέσεις. Ἂν ἐρευνήσητε τὰς περὶ ἰδιοκατοικήσεως διατάξεις, θὰ ἴδητε ὅτι θὰ μείνουν εἰς τοὺς δρόμους δεκάδες χιλιάδων μισθωτῶν· διότι τί καθορίζεται διὰ τοῦ Διατάγματος; Καθορίζεται ὅτι ὁ ἐκμισθωτὴς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσῃ ἀπὸ τὸν μισθωτὴν τὴν ἀνταλλαγὴν τῆς κατοικίας αὐτοῦ διὰ τῆς κατοικίας τὴν ὁποίαν κατέχει. Ὡς εἶναι δὲ γνωστόν, κύριοι, ὑπάρχουν εἰς τὰς Ἀθήνας καὶ ἐκμισθωταὶ οἱ ὁποῖοι ἔχουν ἐγκαταλείψει τὰς οἰκίας αὐτῶν, ἔχουν μεταβῆ εἰς τὰ ξενοδοχεῖα, εἰς τὰ ὁποῖα εὑρίσκουν εὐθηνοτέραν οἴκησιν, ἔχουν καταλάβει δύο δωμάτια εἰς τὰ ὁποῖα ἔχουν ἐγκατασταθῆ, σήμερον δέ, ὅταν ἐπέλθῃ νέα ἀνατίμησις τῶν ἐνοικίων, ἔχουν συμφέρον νὰ ἐπανέλθουν εἰς τὰς πρώτας των κατοικίας.
§224Ν. ΞΗΡΟΣ. Δὲν ἔχουν κανὲν συμφέρον.
§225Γ. ΚΙΑΓΙΑΣ. Ἔχουν συμφέρον, κ. συνάδελφε, διὰ νὰ ὠφεληθῶσι τὰ περισσεύοντα αὐτῶν δωμάτια. Ἔχω δὲ τὴν γνώμην, κύριοι, ὅτι ἡ διάταξις αὐτὴ τοῦ παλαιοῦ ἐνοικιοστασίου, τὸ ὁποῖον καθορίζει ὅτι ἔχει τὸ δικαίωμα ὁ ἐκμισθωτὴς νὰ ἀλλάσσῃ τὴν κατοικίαν αὐτοῦ δι’ ἀναλόγου κατοικίας, ὁ ὅρος αὐτὸς τῆς ἀναλόγου κατοικίας ἀπηλείφθη ἀπὸ τὸ Διάταγμα ἀκριβῶς διὰ τὸν λόγον αὐτόν· διότι δὲν ὑπῆρχε κανεὶς λόγος ἕνα ὅρον, ὁ ὁποῖος ἔχει καθορισθῆ διὰ τῶν προηγουμένων Διαταγμάτων καὶ εἶναι σύμφωνος πρὸς πᾶσαν λογικὴν σειρὰν καὶ ἐξασφαλίζει καὶ τὸν ἐκμισθωτὴν καὶ τὸν μισθωτήν, δὲν ὑπῆρχε κανεὶς λόγος τὸν ὅρον αὐτὸν νὰ τὸν ἀπαλείψῃ ἐκ τοῦ νέου ἐνοικιοστασίου. Ἀλλὰ μήπως, κύριοι πληρεξούσιοι, ἡ ἰσότης, τὴν ὁποίαν ἐπαγγέλλεται τὸ νέον ἐνοικιοστάσιον, καθιεροῦται δι’ αὐτοῦ; Ἔχετε ὑπ’ ὄψει ὅτι ἐξισοῦνται ὅλαι αἱ αὐξήσεις. Δὲν λαμβάνετε ὑπ’ ὄψιν ὅλως διόλου τὸ χρονικὸν ὅριον τῆς συνάψεως τῶν μισθώσεων παρὰ τὰ καθιερωμένα εἰς ὅλα τὰ προηγούμενα Νομοθετικὰ Διατάγματα καὶ παρὰ τὰ ἐπιβαλλόμενα ὑπ’ αὐτοῦ τούτου τοῦ ὀρθοῦ λόγου· διότι μία οἰκία τῆς αὐτῆς χωρητικότητος ἔχει ἄλλο ἐνοίκιον κατὰ τὸ 1914, προπολεμικῶς, ἄλλο κατὰ τὸν πόλεμον καὶ ἄλλο μετὰ τὸν πόλεμον. Καὶ ἀναμφισβητήτως ἡ διαφορὰ μεταξὺ τῶν ἐνοικίων τῶν οἰκιῶν τούτων, τῶν ὁποίων αἱ μισθώσεις διαφέρουν κατὰ χρονικὰ ὅρια, ἀπέχει κατὰ πολὺ μεγάλας ἀποστάσεις. Ἐνῷ λοιπὸν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐξισώνει φαινομενικῶς τὰς αὐξήσεις ὅλων τῶν μισθώσεων, δημιουργεῖ ὑπὸ τὴν ἰσότητα ταύτην τὴν μεγαλυτέραν ἀνισότητα. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον τοῦτο, κύριοι συνάδελφοι. Εἶναι καὶ τοῦτο, ὅτι αἱ αὐξήσεις αὗται εἶναι καὶ ἐντελῶς ἄδικοι, διότι δὲν ἀποδίδονται ἐξ ἴσου εἰς ὅλους τοὺς ἐκμισθωτάς, εἰς ὅλους τοὺς ἰδιοκτήτας· διότι ἄλλην αὔξησιν θὰ λάβῃ ὁ ἰδιοκτήτης ὁ ὁποῖος ἔχει τὴν οἰκίαν αὐτοῦ εἰς μίαν κεντρικὴν συνοικίαν τῆς πόλεως, καὶ ἄλλην θὰ λάβῃ ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος τὴν ἔχει εἰς μίαν ἀπόκεντρον συνοικίαν· διότι, ἂν λάβητε τὸ μίσθωμα μιᾶς οἰκίας, ἡ ὁποία κατὰ τὸ 1914 ἐνοικιάζετο 100 δραχμάς, μὲ τὰς σημερινὰς αὐξήσεις, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων γίνονται καὶ αἱ αὐξήσεις τοῦ νέου ἐνοικιοστασίου, κατὰ τὴν 1 Σεπτεμβρίου 1925 θὰ ἀνέλθῃ εἰς 900 δραχμάς· δηλαδή, κύριοι πληρεξούσιοι, αὐξάνεται κατὰ 900% τὸ προπολεμικὸν ἐνοίκιον. Εἶναι πρωτοφανὲς τοῦτο, κύριοι.
§226ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Δὲν εἶναι ἀκριβές.
§227Γ. ΚΙΑΓΙΑΣ. Αἱ 100 δραχμαὶ μισθώματος, κ. συνάδελφε, μὲ τὰς αὐξήσεις τῶν ἐνοικιοστασίων ἀνέρχονται εἰς 400 δραχμάς. Ἂν λάβητε ὑπ’ ὄψιν ὅτι τὸ ¼ τοῦ ἐνοικίου τούτου θὰ πενταπλασιασθῇ κατὰ τὸν Αὔγουστον τοῦ 1925, τότε ἔχετε 500 δραχμὰς ἀκόμη, καὶ 400, τὸ ὅλον 900 δραχμάς.
§228ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Ὄχι 800 δραχμάς.
§229Γ. ΚΙΑΓΙΑΣ. Δέχομαι καὶ τὸν ἰδικόν σας λογαριασμόν, ὅτι μὲ τὰς νέας αὐξήσεις θὰ ἀνέλθῃ τὸ ἐνοίκιον εἰς 800 δραχμάς. Ἂν λάβητε ὑπ’ ὄψιν σας καὶ τὰ νέα βάρη, τὰ ὁποῖα ἐπιβάλλονται εἰς τὸν μισθωτήν, θὰ ἔχητε μίαν αὔξησιν 900%. Δὲν εἶναι τοῦτο πρωτοφανές, κύριοι πληρεξούσιοι; Αὐτὴ εἶναι ἡ πραγματικότης. Ἀλλ’ ἐκ τῆς καθόλου ἐξετάσεως, ἐνῷ τὸ ἐνοικιοστάσιον φαίνεται ὅτι εὐνοεῖ τὰς ἀπορωτέρας τάξεις, ἐνῷ τὸ ἐνοικιοστάσιον φαίνεται ὅτι θέλει νὰ παράσχῃ προστασίαν εἰς τὰς ἐργαζομένας τάξεις, ἐξ ἀντιθέτου διὰ τῶν διατάξεων αἵτινες παρεμβάλλονται εἰς αὐτὸ καταδηλοῦται πασιφανῶς ὅτι τὸ ἐνοικιοστάσιον τοῦτο ἐνέπνευσε καθαρὸν πλουτοκρατικὸν πνεῦμα. Σᾶς ἀναφέρω, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι εἰς τὸ κεφάλαιον περὶ ἄρσεως τοῦ ἐνοικιοστασίου, μεταξὺ τῶν περιπτώσεων τὰς ὁποίας ἀναγράφει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, εἶναι καὶ ἡ περίπτωσις ὅτι αἱ οἰκίαι αἱ οἰκοδομηθεῖσαι ἀπὸ τῆς 13 Σεπτεμβρίου 1921 ἐξαιροῦνται τοῦ ἐνοικιοστασίου.
§230ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Πολὺ σωστά. Στοιχίζουν πολύ.
§231Γ. ΚΙΑΓΙΑΣ. Αὐτὰς εἶναι προφανές, κύριοι πληρεξούσιοι, ὅτι δὲν τὰς ἔκτισεν ὁ ἐργαζόμενος οὐδὲ ὁ στρατευόμενος λαός, διότι αὐτὸς δὲν εἶχεν οὐδὲ τὰ ἀπαιτούμενα διὰ τὰς βιωτικὰς αὐτοῦ ἀνάγκας· ἀλλὰ τὰς οἰκίας τὰς μετὰ τὴν 1ην Σεπτεμβρίου 1921 τὰς ἔκτισαν οἱ μεγαλέμποροι, οἱ κεφαλαιοκράται, καὶ ἑπομένως κατὰ τὸν τρόπον τοῦτον δημιουργεῖται προνόμιον ὑπὲρ τοῦ κεφαλαίου. Δὲν εἶμαι ἐναντίον τοῦ κεφαλαίου, κύριοι, ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ εὐνοῆται τὸ κεφάλαιον ἐπὶ καταδυναστεύσει τοῦ λαοῦ. Καὶ ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ καταδυναστεύεται ὁ λαός, διότι, ὅταν ὁ λαὸς θὰ εἶναι ἐκεῖνος εἰς τὸν ὁποῖον θὰ ἐπιρρίψῃ τὸ ἐμπόριον τὰς νέας ταύτας δαπάνας, ὅλα τὰ βάρη αὐτὰ θὰ ἐπιπέσουν εἰς βάρος τοῦ λαοῦ, διότι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος θὰ πληρώσῃ ἐνοίκιον 4,000 δρ. ἢ 5,000 δρ. ἐπὶ πλέον δὲν θὰ τὰς βγάλῃ ἀπὸ τὴν τσέπην του, ἀλλὰ θὰ τὰς φορτώσῃ εἰς τὰ ἐμπορεύματα τὰ ὁποῖα θὰ ἀγοράσῃ ὁ λαὸς καὶ ἐπὶ τοῦ λαοῦ θὰ ἐπιπέσουν ὅλα αὐτὰ τὰ βάρη. Ἀλλὰ πρὸς τί νὰ ἀπασχολούμεθα, κύριοι πληρεξούσιοι; Ἂν εἴχομεν καιρὸν νὰ ἐξετάσωμεν τὰς διατάξεις μίαν πρὸς μίαν, θὰ ἐβλέπετε πόσαι διατάξεις θὰ ἐθεωροῦντο ἐντελῶς προσωπικοῦ χαρακτῆρος. Μεταξὺ τῶν ἄλλων διατάξεων, αἵτινες ἔχουσι διατυπωθῆ ἐν τῷ ἐνοικιοστασίῳ, ἀναφέρω καὶ ταύτην. Κατὰ τὸ ἄρθρον 79 τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἐνοικιοστασίου αἱ ἀποφάσεις αἱ ἐκδοθεῖσαι ἐκ τοῦ λόγου ὁ ὁποῖος προβλέπεται ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 23 τοῦ πρώην Διατάγματος περὶ ἐνοικιοστασίου καταργοῦνται. Τί δὲ προβλέπει τὸ ἄρθρον τοῦτο; Προβλέπει ὅτι ἐν ᾗ περιπτώσει συνομολογηθῇ μία σύμβασις ἄνευ ἐγγράφου ἀδείας τοῦ μισθωτοῦ, δὲν ὑπόκειται εἰς τὰς διατάξεις τοῦ ἐνοικιοστασίου. Διάφοροι ἀποφάσεις ἐκδοθεῖσαι ἐν τῇ περιπτώσει αὐτῇ ἦτο ἑπόμενον ὅτι διέτασσον τὴν ἔξωσιν τῶν μισθωτῶν. Τὰς ἀποφάσεις αὐτὰς τὰς καταργεῖ ὁ κ. Ὑπουργός, καὶ ἐνῷ τὰς καταργεῖ, ἐν τούτοις ἀφήνει ἐκκρεμεῖς τὰς ἀγωγὰς αἱ ὁποῖαι ἠγέρθησαν ἐκ τοῦ αὐτοῦ λόγου. Δὲν γνωρίζω ποῖος εἶναι ὁ λόγος τὰς ἀποφάσεις νὰ τὰς καταργῇ καὶ τὰς ἐκκρεμεῖς δίκας νὰ τὰς ἀφήνῃ νὰ ἐξακολουθῶσι.
§232Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Προσέξατε εἰς τὴν πρώτην παράγραφον.
§233Γ. ΚΙΑΓΙΑΣ. Ἐπρόσεξα. Λέγετε «πάντες οἱ προβλεπόμενοι ὑπὸ τοῦ παρόντος ἐνοικιοστασίου» ἐξακολουθοῦν νὰ ἰσχύουν, ἑπομένως δὲν ἐξαιροῦνται διὰ τῆς παραγραφῆς αὐτοί. Ἂν προσέξητε, κ. Ὑπουργέ, καλύτερον, θὰ ἴδητε ὅτι δὲν προβλέπετε καὶ ὅτι αἱ δίκαι θὰ ἐξακολουθήσωσιν. Ἀνέφερα τὰ παραδείγματα ταῦτα διὰ νὰ ἴδητε ποία ἀνάγκη ὑπάρχει διὰ νὰ ὑποβληθῇ τὸ νομοθέτημα τοῦτο ὑπὸ τὴν βάσανον τῆς Συνελεύσεως. Πρέπει νὰ ταχθῇ προθεσμία σύντομος, νὰ τὸ ἐπεξεργασθῇ Ἐπιτροπὴ καὶ νὰ τὸ φέρῃ ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως. Εἶμαι βέβαιος ὅτι, ὅταν καταρτισθῇ μία Ἐπιτροπή ὑφ’ ὅλων τῶν κομμάτων, ὄχι μόνον θὰ τὸ ἐπεξεργασθῇ ταχέως, ἀλλὰ καὶ ὑπὸ τῆς Συνελεύσεως θὰ ἔλθῃ ταχέως εἰς πέρας καὶ θὰ ἀποβῇ τὸ ταχύτερον νομοθέτημα. Δὲν εἶναι ὁ λόγος τοῦ ἐπείγοντος, ὁ ὁποῖος θὰ μᾶς πείσῃ ὅτι πρέπει νὰ θέσωμεν τὸ ταχύτερον εἰς ἐφαρμογὴν ἓν τοιοῦτον νομοθέτημα, τὸ ὁποῖον ἀναμφισβητήτως θὰ προκαλέσῃ ἐξέγερσιν λαϊκὴν καὶ τελείαν ἀναστάτωσιν τῶν ἐργαζομένων τάξεων. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, κ. Ὑπουργέ, φρονοῦμεν ὅτι χάριν τοῦ συμφέροντος τῆς κοινωνίας ὀφείλομεν νὰ ἀναστείλωμεν τὸ ἐνοικιοστάσιον, διότι μία οἱαδήποτε σπασμωδικὴ ἐνέργεια δὲν δύναται νὰ ἐξυπηρετήσῃ τὸ δημόσιον συμφέρον. (Χειροκροτήματα).
§234ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Καραπάνος ἔχει τὸν λόγον.
§235Π. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι τὰ ζητήματα τὰ ὁποῖα ἔθιξαν οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι πρέπει νὰ ἀγάγωσι τὴν Συνέλευσιν εἰς τὸ νὰ λάβῃ τὴν ἀπόφασιν παραπομπῆς τοῦ Διατάγματος εἰς εἰδικὴν κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία νὰ τὸ ἐξετάσῃ, ἀναστελλομένης ἐν πάσῃ περιπτώσει τῆς ἐφαρμογῆς αὐτοῦ μέχρι τῆς ἐκδόσεως τῆς ἀποφάσεως ὑπὸ Ἐπιτροπῆς ἐντὸς ὡρισμένης προθεσμίας οὐχὶ μακρᾶς. Νομίζω ὅτι καὶ ἡ Κυβέρνησις ἀντελήφθη ὅτι ζήτημα τόσον σοβαρόν, ἀπασχολοῦν τὴν Κοινὴν Γνώμην, ζήτημα τὸ ὁποῖον ἐχώρισε τοὺς κατοίκους ὅλων τῶν πόλεων τῆς Ἑλλάδος, ἰδίως τῶν μεγαλοπόλεων, δὲν εἶναι ζήτημα τὸ ὁποῖον δύναται νὰ λυθῇ δι’ ἑνὸς μόνον Διατάγματος, ἐφόσον, κατόπιν ἐπερωτήσεως τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἤχθη ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως. Αἱ παρατηρήσεις τὰς ὁποίας ἔκαμεν ὁ κ. συνάδελφος καὶ αἱ παρατηρήσεις τὰς ὁποίας θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ὑποβάλω καὶ ἐγὼ θὰ πείσωσιν ὅτι εἶναι τόσον μεγάλα τὰ γεννώμενα ζητήματα καὶ τόσον μεγάλαι αἱ ἀνάγκαι, αἱ ὁποῖαι γεννῶνται, ὥστε ὀφείλομεν νὰ δεχθῶμεν τὴν πρότασιν περὶ παραπομπῆς τοῦ Διατάγματος εἰς Ἐπιτροπήν. Ἀλλ’ ἐφόσον ἡ Κυβέρνησις θὰ προβῇ εἰς δήλωσιν ὅτι θὰ ἀνασταλῇ ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ Διατάγματος μέχρι λήψεως ἀποφάσεως καὶ ἐκδόσεως τοῦ Νομοθετικοῦ Διατάγματος κατόπιν τῶν ὑποδείξεων τῆς Ἐπιτροπῆς, φρονῶ ὅτι πρέπει νὰ ἀναμείνωμεν τὴν δήλωσιν τῆς Κυβερνήσεως.
§236Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἄν πρόκειται νὰ γίνῃ τοιαύτη δήλωσις....
§237ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καφαντάρης ἔχει τὸν λόγον.
§238Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Θὰ ἦτο ματαία προσπάθεια νὰ ἐπιτύχωμεν τὴν συνδιαλλαγὴν τῶν διαμαχομένων συμφερόντων ἰδιοκτητῶν καὶ ἐνοικιαστῶν. Ἐνώπιον τῶν ἀλληλοσυγκρουομένων συμφερόντων θὰ ἦτο μάταιον νὰ ἀναμείνωμεν ἵνα ἀκουσθῇ ἡ φωνὴ τῆς πειθοῦς. Ὀφείλομεν νὰ ὁμολογήσωμεν ὅτι τὸ ἔργον περὶ τοῦ ὁποίου συζητοῦμεν εἶναι ἔργον ἐπιστημονικόν, ἔργον τοῦ διαπρεποῦς ἐπιστήμονος, ὁ ὁποῖος τιμᾷ ἀναμφισβητήτως τὸ ὑπουργικὸν ἀξίωμα. Διὰ τοῦ Διατάγματος τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν σήμερον ἀναζητεῖται βαθύτερον καὶ ἐπιστημονικώτερον ἡ ἀλήθεια. Ἂν ὑπάρχωσι μισθωταὶ ἄξιοι προστασίας, οἱ τοιοῦτοι προστατεύονται, ἀλλ’ ὑπάρχουσι καὶ μισθωταὶ θησαυρίζοντες εἰς βάρος τῶν ἰδιοκτητῶν· εἰς τούτους οὐδεὶς συντρέχει λόγος τῆς προστασίας τῆς Πολιτείας. Τούτους λοιπὸν πρέπει νὰ ἀνεύρωμεν. Τὸ νομοθέτημα τοῦτο ἀποτελεῖ ἀληθῆ σταθμὸν εἰς τὴν ἡμετέραν περὶ ἐνοικιοστασίου νομοθεσίαν, ἀποτελεῖ μίαν ἀφετηρίαν λύσεων ριζικωτέρων. Προκειμένου λοιπὸν περὶ τοιούτου νομοθετήματος ριζικωτάτου θὰ ἦτο ἀνάγκη στενωτέρας ἐπαφῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας καὶ Συνελεύσεως πρὸς ἀποφυγὴν ὅμως παραλύσεως τῶν ἐργασιῶν ἡμῶν, αἵτινες ἤθελον ἐπέλθει ἀσφαλῶς ἐκ τῆς ἐν τῇ Συνελεύσει συζητήσεως τοῦ τοιούτου νομοθετήματος, θὰ ἠδύνατο νὰ συσταθῇ εἰδικὴ Ἐπιτροπὴ πρὸς ἐπεξεργασίαν. Τὴν παραπομπὴν ταύτην εἰς Ἐπιτροπὴν ἀπεδέχθη καὶ ὁ κ. Ὑπουργός, ὁ ὁποῖος θὰ ἠδύνατο μάλιστα νὰ προεδρεύσῃ τῆς Ἐπιτροπῆς, τῆς παραπομπῆς δὲ ταύτης ἄμεσον ἐπακολούθημα θὰ εἶναι ἡ ἀναστολὴ τῶν ἐξώσεων ἀφ’ ἑνός, ἐνῷ ἀφ’ ἑτέρου θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπέλθωσι τροποποιήσεις αἵτινες ἐκ τῶν ὑστέρων θὰ μετερρυθμίζοντο· διὰ τοῦτο θὰ ἠδύνατο νὰ ἀνασταλῇ ἐπί τινα χρόνον ἡ ἐκτέλεσις τοῦ Διατάγματος τούτου μέχρις ὅτου ἐκ τῆς συνεργασίας ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ κατορθωθῇ νὰ φθάσωμεν εἰς ἓν ἀποτέλεσμα ἐξασφαλίζον τὴν κοινωνικὴν γαλήνην. (Χειροκροτήματα).
§239Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Δηλῶ ὅτι ἀποδέχομαι τὴν πρότασιν τοῦ ἀξιοτίμου πολιτευτοῦ Εὐρυτανίας, ἐφόσον ὅμως θὰ ἐτίθετο μία βραχεῖα προθεσμία εἰς τὴν ἐν λόγῳ Ἐπιτροπὴν πρὸς ὑποβολὴν τῆς ἐκθέσεώς της.
§240ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Παπαναστασίου ἔχει τὸν λόγον.
§241Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἡ μακρὰ συζήτησις, κύριοι πληρεξούσιοι, δὲν ἀπέβη ἄγονος. Τὸ θέμα εἶναι ἐκ τῶν σπουδαιοτάτων, δὲν φαντάζομαι δὲ ὅτι ἐπέρασεν ἀπὸ τὸν νοῦν κανενὸς ὅτι ἡ Συνέλευσις ἕνα τόσον μέγα ζήτημα θὰ τὸ ἐξήταζεν εἴτε ἀποβλέπουσα νὰ προστατεύσῃ ἰδιαιτέρως τοὺς ἰδιοκτήτας εἴτε νὰ προστατεύσῃ ἰδιαιτέρως τοὺς μισθωτάς. Καὶ οἱ μὲν καὶ οἱ δὲ ἢ μᾶλλον πολλοὶ ἐκ τῶν μὲν καὶ πολλοὶ ἐκ τῶν δὲ εἶναι ἄξιοι συμπαθείας· ὑποφέρουσιν, εὑρίσκονται εἰς σύγκρουσιν οἱ μὲν πρὸς τοὺς δὲ καὶ θὰ εἶναι ἀνάγκη μετὰ μεγαλυτέρας ἐπιεικείας καὶ δικαιοσύνης αἱ ἀντιθέσεις νὰ ἀρθῶσι κατὰ τὸ δυνατόν. Τὸ ἐνοικιοστάσιον βεβαίως εἶναι ἓν μέτρον βαρύ, εἶναι ἓν μέτρον βαρὺ διὰ τοὺς ἰδιοκτήτας, ἀλλὰ εἶναι καὶ προϊὸν ἀνάγκης κοινωνικῆς. Δὲν ἀποβλέπει τὸ ἐνοικιοστάσιον νὰ βελτιώσῃ τὴν ἰδιοκτησίαν, ἀλλὰ ἀνάγκαι γενικώτεραι κοινωνικαί, σοβαρώτεραι ἐπιβάλλουσι τὸν περιορισμὸν τοῦ δικαιώματος τῆς ἰδιοκτησίας ἐπὶ ὡρισμένον χρόνον. Βεβαίως δὲν εἶναι εὐχάριστον, ἂν θέλετε, δὲν συμβιβάζεται ἀπολύτως μὲ τὴν ἔννοιαν τοῦ δικαίου, εἰς περίπτωσιν κοινωνικῆς ἀνάγκης μία μόνον τάξις νὰ φέρῃ τὰ βάρη τῆς ἰσορροπίας, τοῦ περιορισμοῦ τῆς διαταράξεως τῆς κοινωνικῆς οἰκονομίας. Ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν ἦτο ἄλλως δυνατὸν νὰ γίνῃ. Καὶ δὲν εἶναι μόνον οἱ ἰδιοκτῆται ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι θίγονται ἐκ τῆς διαταράξεως τῶν οἰκονομικῶν σχέσεων. Ἐκτὸς τῶν ἰδιοκτητῶν ἔχετε πολλὰς ἄλλας κατηγορίας ἐμμίσθων ἀνθρώπων, ἔχετε τοὺς κατόχους τῶν χρηματογράφων τῶν εἰς δραχμὰς δανείων, ἔχετε ὅλους τοὺς ἐγχειρογράφους δανειστάς, ἔχετε πληθὺν ἄλλην κατηγοριῶν προσώπων, τὰ ὁποῖα ἐθίχθησαν εἰς τὰ καίρια ἐκ τῶν μεγάλων οἰκονομικῶν μεταβολῶν, αἱ ὁποῖαι ἐπῆλθον εἰς τὸν Τόπον. Τὸ ἐνοικιοστάσιον ὑπῆρξεν ἀποτέλεσμα τῆς ἀνισορροπίας προσφορᾶς καὶ ζητήσεως στέγης, καὶ τοῦτο πάλιν ἐπῆλθεν ἐκ τῆς ἀνεπαρκείας τῶν οἰκοδομῶν ἀφ’ ἑνὸς καὶ τῆς μεγάλης αὐξήσεως τοῦ πληθυσμοῦ εἰς τὰς Ἀθήνας καὶ ἐπὶ πλέον ἐκ τῆς ἐκπτώσεως τῆς ἀξίας τῆς δραχμῆς. Τὸ πρῶτον καὶ τὸ τελευταῖον αἴτιον εἶναι γενικὸν εἰς τὰς περισσοτέρας Χώρας, αἱ ὁποῖαι μετέσχον εἰς τὸν πόλεμον, ἀλλ’ ἡ αὔξησις τοῦ πληθυσμοῦ ἐξεδηλώθη καθ’ ὑπερβολὴν εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἰδίως εἰς τὰς Ἀθήνας, τῶν ὁποίων ὁ πληθυσμός, λόγῳ τῆς μικρασιατικῆς καταστροφῆς, ἐντὸς ὀλίγων ἐτῶν τοὐλάχιστον ἐδιπλασιάσθη. Αὐτοὺς τοὺς ὅρους εἶχε τὴν ὑποχρέωσιν ὁ νομοθέτης νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, προκειμένου νὰ ἐξομαλύνῃ τὰς ἐκ τῆς στενότητος τῆς στέγης προκυπτούσας ἀνωμαλίας. Παρ’ ὅλων ἐπηνέθη ὁμολογουμένως ὁ ζῆλος τοῦ ἀξιοτίμου ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργοῦ, ἀλλ’ ὅπως καὶ ὑπὸ προηγουμένων ἀγορητῶν ἀνηκόντων εἰς τὴν πτέρυγα ἡμῶν ἐτονίσθη αἱ λύσεις αἱ δοθεῖσαι δὲν εἶναι, διὰ τὴν ἰδικήν μας ἀντίληψιν, ἱκανοποιητικαί, διότι δὲν ἐπικρατεῖ ἐπαρκὲς μέτρον δικαιοσύνης διὰ τὰς διαφόρους κατηγορίας μισθωτῶν καὶ ἰδιοκτητῶν. Διότι ἐπὶ πλέον δὲν συντελεῖ τὸ ἐνοικιοστάσιον ὅσον ἔπρεπε νὰ συντελῇ εἰς τὴν ἄρσιν τῆς κυρίας αἰτίας τοῦ κακοῦ, εἰς τὴν αὔξησιν τῶν οἰκοδομῶν καὶ ἑπομένως εἰς τὴν αὔξησιν τῆς προσφορᾶς τῆς στέγης, καὶ διότι ἀποτόμως ὑπὲρ τὸ δέον ἐπιβαρύνει ὡρισμένας κατηγορίας μισθωτῶν. Δὲν ἐπεκράτησεν ἐπαρκὴς δικαιοσύνη, διότι, ὅπως ἐτονίσθη, προκειμένου περὶ μισθώσεων συναφθεισῶν εἰς διαφόρους ἐποχὰς ὁπότε ὑπῆρχον ἄλλοτε εὐνοϊκώτεροι καὶ ἄλλοτε δυσμενέστεροι ὅροι διὰ τοὺς μισθωτάς, αἱ αὐταὶ ἐπιβάλλονται αὐξήσεις. Ἰδιοκτῆται πτωχοὶ μικρῶν οἰκιῶν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λάβουν τὰς αὐξήσεις τὰς ὁποίας θὰ λάβουν πλούσιοι ἰδιοκτῆται οἰκιῶν, εἰς τὰς ὁποίας ἐνοικοῦσι πλούσιοι μισθωταὶ καὶ οὕτω καθεξῆς. Ἐπίσης, ἐνῷ προκειμένου περὶ ἰδιωτῶν ἐνοίκων γίνεται διάκρισις μεταξὺ εὐπόρων καὶ μὴ εὐπόρων, προκειμένου περὶ ἐπαγγελματιῶν, ἡ διάκρισις αὐτὴ εἶναι ἐντελῶς περιωρισμένη, διότι ἐξαιρεῖ καὶ ἐπιβαρύνει μόνον μίαν κατηγορίαν, τοὺς ἰδιοκτήτας ξενοδοχείων, μὴ ὑποκειμένων εἰς διατίμησιν. Ἀλλὰ σᾶς ἐρωτῶ· ἐπαγγελματίαι ἀποκομίζοντες πολλὰ κέρδη, ἀμύθητα κέρδη, εἶναι μόνον οἱ κάτοχοι ξενοδοχείων μὴ ὑποκειμένων εἰς διατίμησιν; Βεβαίως ὄχι. Ἀλλὰ καὶ τὸ ἄλλο γεγονὸς τῆς ἀποτόμου αὐξήσεως δὲν ἠμπορεῖ ἢ νὰ ἐπιφέρῃ διατάραξιν τῶν βιωτικῶν συνθηκῶν εἰς ἀπείρους οἰκογενείας. Κανεὶς δὲν ὑπάρχει εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν ὁ ὁποῖος νὰ ὑποστηρίξῃ ὅτι δὲν πρέπει νὰ γίνουν αὐξήσεις καὶ αὐξήσεις μεθοδικαί, ἀλλ’ ἡ ἀπότομος αὔξησις κατὰ 200 καὶ 500% τοῦ προπολεμικοῦ ἐνοικίου, ὡς καὶ τὸ ἄλλο γεγονὸς ὅτι, ἐνῷ θὰ ἰσχύσῃ τὸ ἐνοικιοστάσιον ἐπὶ 4½ ἔτη, οὐσιαστικῶς δὲν ἰσχύει παρὰ 1½ ἔτος, διότι κατόπιν ἀρχίζει μία μεγάλη διαδικασία, ἡ ὁποία θὰ φέρῃ εἰς ἀναστάτωσιν ἐνοικιαστὰς καὶ ἰδιοκτήτας περὶ τοῦ ἂν συντρέχουν οἱ ὅροι καὶ ὑπὸ ποίους ὅρους θὰ παραμείνουν, αἱ διατάξεις αὐταὶ δὲν εἶναι ὀρθαί. Κατὰ τὴν ἰδικήν μας ἀντίληψιν, αἱ αὐξήσεις θὰ πρέπει νὰ ἰσχύσουν ἐπὶ μακρότερον χρόνον διὰ νὰ ἠμποροῦν ἐν τῷ μεταξὺ νὰ λάβουν τὰ μέτρα των. Ἐφέρατε παραδείγματα ξένων Χωρῶν, ἀλλ’ αἱ συνθῆκαι διὰ τὰς Ἀθήνας καὶ τὴν Θεσσαλονίκην εἶναι ἐντελῶς ἐξαιρετικά. Ἐγὼ ἔχω ὑπ’ ὄψει μου τὴν Αὐστρίαν. Πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἀνέγνωσα εἰς τὰς ἐφημερίδας ὅτι μελετᾶται αὔξησις εἰς τὸ χιλιοπλάσιον τοῦ προπολεμικοῦ, ἀλλ’ αὐτὸ τὸ χιλιοπλάσιον εἶναι τὸ ⅒ τοῦ εἰς χρυσὸν προπολεμικοῦ ἐνοικίου. Δὲν ἐπιθυμῶ ἀνάλογον μείωσιν τῶν ἐνοικίων διὰ τὴν Ἑλλάδα, τὸ φέρω μόνον ὡς παράδειγμα διὰ νὰ δείξω ὅτι δὲν θὰ εἶναι τὸ μοναδικὸν παράδειγμα ἡ Ἑλλὰς ἂν συστηματικῶς καὶ βραδέως ἐχωρούσαμεν πρὸς μίαν ἀποκατάστασιν τῶν ἐνοικίων τῶν προπολεμικῶν εἰς χρυσόν, ἀλλὰ μετὰ πάροδον 4 ἢ 5 ἐτῶν αὐξάνοντες βαθμιαίως τὰ ἐνοίκια.
§242Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἡ δυνητικὴ παράτασις θὰ τὸ κάμῃ αὐτό.
§243Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Διατί νὰ ρίψωμεν εἰς δίκας ὅλην τὴν Ἑλλάδα καὶ νὰ μὴ τὸ κάμωμεν ἡμεῖς συστηματικώτερον. Τὰ φέρω αὐτὰ ὡς παράδειγμα διὰ νὰ ὑποστηρίξω τὴν γνώμην μου ὅτι ὁλόκληρος ἡ μέθοδος, ἐπὶ τῆς ὁποίας στηρίζεται τὸ ἐνοικιοστάσιον, εἶναι ἐσφαλμένη. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔσπευσε νὰ ὁμολογήσῃ ὁ ἴδιος ὅτι ἔκαμε καὶ μερικὰ λάθη καὶ εἶναι ἀρκετὰ ἀξιέπαινος διὰ τοῦτο. Ἀλλ’ αὐτὴ ἡ σπουδή, ποὺ ἠναγκάσθη νὰ ὁμολογήσῃ μερικὰ λάθη, ἀποδεικνύει ὅτι προκειμένου νὰ γίνῃ τοιαύτη μεταρρύθμισις ριζικὴ τοῦ ἐνοικιοστασίου, ἐξερχόμεθα ἀπὸ τὰ ὅρια τὰ ὁποῖα ὥρισαν οἱ συντάκται τοῦ νόμου, ὁ ὁποῖος ἔδωσε τὴν ἐξουσιοδότησιν εἰς τὴν Ἐκτελεστικὴν Ἐξουσίαν νὰ κανονίσῃ τὸ ἐνοικιοστάσιον. Τὸ Διάταγμα τοῦ ἐνοικιοστασίου ἐπεβάλλετο νὰ μὴ παρουσιασθῇ ὡς τετελεσμένον γεγονός, ἀλλὰ νὰ ὑποστῇ τὴν βάσανον καὶ τῆς δημοσίας γνώμης. Ἐλέχθη ὅτι ἤθελε παρακωλύσει ἡ ψήφισις τοιούτου νομοσχεδίου τὸ ἔργον τῆς Συνελεύσεως. Δὲν δύναμαι νὰ συμφωνήσω πρὸς τὴν ἀντίληψιν αὐτήν. Ἕν σχέδιον ἐνοικιοστασίου ἐπεξεργαζόμενον ἀπὸ μίαν πολυμελῆ Ἐπιτροπήν, ἀσφαλῶς θὰ ἐπροκάλει ἐλαχίστην συζήτησιν εἰς τὴν Συνέλευσιν, ὅπως ἀσφαλῶς συνέβη πολλάκις περὶ ἄλλων νομοσχεδίων κανονιζόντων μεγάλα κοινωνικὰ συμφέροντα. Θὰ ἦτο δὲ ἄτοπον ὁμολογουμένως νὰ θεωρῶμεν τὴν Συνέλευσιν ἱκανὴν μόνον διὰ τὰ μικρὰ θέματα καὶ ὄχι δι’ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα θίγουν μεγάλα κοινωνικὰ συμφέροντα. Ἀλλ’ ἡμεῖς ἐπιθυμοῦντες νὰ μὴ παρεμβληθῇ οὐδὲν πρόσκομμα, ὅπως αἱ ἀντιθέσεις μεταξὺ ἐνοικιαστῶν καὶ ἰδιοκτητῶν ἐξομαλυνθοῦν κατὰ τὸν δικαιότερον καὶ τὸν ταχύτερον τρόπον, δὲν δυσκολευόμεθα νὰ ἀποδεχθῶμεν τὴν πρότασιν, ὅπως περιορισθῇ ἡ βάσανος τοῦ σχεδίου τοῦ Διατάγματος, διότι πλέον δὲν ἀπομένει παρὰ ἓν σχέδιον, ὅπως περιορισθῇ ἡ βάσανος, λέγω, εἰς μίαν Ἐπιτροπὴν πολυμελῆ ἀπὸ πληρεξουσίους διαμένοντας ἐν Ἀθήναις, μὲ τὴν ἐντολὴν νὰ περατώσῃ ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον τὸ ἔργον της. Τοιουτοτρόπως ὀφείλομεν νὰ ὁμολογήσωμεν ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἀνομολογεῖ ὅτι ἔσπευσεν ἀκολουθήσασα τὴν ὁδὸν τοῦ Διατάγματος, ἀνομολογεῖ ὅτι μεγάλας ὠφελείας οὐσιαστικὰς καὶ τυπικὰς θὰ προκαλέσῃ ἡ βάσανος τοῦ νομοσχεδίου ἀπὸ μίαν Ἐπιτροπὴν τῆς Συνελεύσεως, καὶ μέχρι τοῦ σημείου αὐτοῦ θεωροῦμεν ἑαυτοὺς ἱκανοποιημένους. Καὶ δι’ αὐτὸ εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ λόγου μου εἶπον ὅτι δὲν ἀπέβη ἄγονος ἡ συζήτησις. Καὶ εἶμαι ἀπολύτως βέβαιος ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ θὰ ἐξετάσῃ τὸ ζήτημα τοῦτο μὲ πνεῦμα πραγματικῶς ἀνώτερον μεροληψίας καὶ μὲ ἓν αἴσθημα δικαιοσύνης, ἀλλὰ δικαιοσύνης κοινωνικῆς. (Χειροκροτήματα).
§244Σ. ΓΟΝΑΤΑΣ. Νομίζω ὅτι ἐκ τῆς διεξαχθείσης συζητήσεως κατέστη δῆλον ὅτι τὸ νέον ἐνοικιοστάσιον, ὀρθὸν κατὰ βάσιν, ἔχει ἀνάγκην τροποποιήσεών τινων πρὸ τῆς ἐφαρμογῆς του, τροποποιήσεων αἱ ὁποῖαι θὰ τὸ καταστήσουν δικαιότερον καὶ ἀπὸ τὰς δύο ἀπόψεις καὶ ἰδίᾳ ἁπλουστέραν τὴν ἐφαρμογήν του. Χαίρω διότι συνέπεσαν αἱ ἀντιλήψεις τῶν διαφόρων μερίδων τῆς Συνελεύσεως καὶ τῆς Κυβερνήσεως ὡς πρὸς τὸν τρόπον κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ ἐπέλθουν αἱ βελτιώσεις αὗται τοῦ δημοσιευθέντος ἐνοικιοστασίου. Τὸ ἐνοικιοστάσιον θὰ παραπεμφθῇ εἰς μίαν Ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία θὰ εἶναι ὡς συμβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ παρὰ τῇ Κυβερνήσει, ἡ ὁποία ὑπ’ εὐθύνην της πάλιν θέλει ἐκδώσει τὸ νέον ἐνοικιοστάσιον, ὅπως τὸ ἐξέδωκεν ἤδη, καὶ ἀπέναντι τοῦ ὁποίου θὰ εὑρισκώμεθα εἰς τὴν αὐτὴν θέσιν, ὡς εὑρισκόμεθα καὶ σήμερον, ὥστε νομίζω ὅτι εἴμεθα ὅλοι σύμφωνοι.
§245Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἡ Ἐπιτροπὴ θὰ λειτουργήσῃ ὡς μία μικρὰ Βουλή· δὲν θὰ ἐκδοθῇ Διάταγμα ἐναντίον τῆς γνώμης τῆς Ἐπιτροπῆς.
§246Σ. ΓΟΝΑΤΑΣ. Ἐγένετο δεκτὸν ἐπίσης ὅτι θὰ ἀνασταλῇ ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ ἐνοικιοστασίου μέχρι τῆς ἐκδόσεως τοῦ νέου Διατάγματος.
§247Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐνδιαφέρει εἶναι ἡ ἀναστολὴ τῆς ἐφαρμογῆς· τίποτε ἄλλο δὲν ἐνδιαφέρει.
§248ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἔχει τὸν λόγον.
§249Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν πρόκειται, κύριοι συνάδελφοι, νὰ κάμω ἐγὼ τὸν ἔπαινον τοῦ πολυτίμου συνεργάτου καὶ παλαιοῦ φίλου, τοῦ ἀξιοτίμου ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργοῦ. Γνωρίζω μόνον ὅτι συνήθως ὑπάρχουν δύο μέθοδοι πρὸς τὸ ἐργάζεσθαι· ὑπάρχει ἡ μέθοδος ἡ ἐμπειρική, κατὰ τὴν ὁποίαν τὰ πάντα τίθενται ἐπὶ μιᾶς κλίνης Προκρούστου καὶ ἀποκόπτονται ἢ διαστέλλονται κατὰ τὴν αὐτὴν μέθοδον, ὑπάρχει καὶ ἡ μέθοδος τῆς ἐπιστημονικῆς ἐπιζητήσεως καὶ ἐρεύνης, τῶν προσπαθειῶν τῶν ἀτρύτων πρὸς ἐπίτευξιν μιᾶς λύσεως ἀνταποκρινομένης εἰς ὑπερτέρας ἀρχὰς καὶ εἰς ἀνώτερα ἰδεώδη. Καὶ δὲν ἠδυνήθη κανεὶς νὰ διαφιλονεικήσῃ εὐτυχῶς ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ὅτι ἡ προσπάθεια τοῦ ἀξιοτίμου ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργοῦ, καταβαλόντος ἀτρύτους ἀληθῶς κόπους, ὑπῆρξε προσπάθεια ἐρεύνης τείνουσα εἰς τοῦτο, ὅπως οὐχὶ ἐπιπολαίως, ἀλλὰ κατὰ τρόπον ὅστις εἰς τὰς προθέσεις του ἀνταπεκρίνετο εἰς ὑψηλοτέραν διαρρύθμισιν τῶν κοινωνικῶν ἀναγκῶν, εἰς διάκρισιν μεταξὺ ἐχόντων ἀνάγκην προστασίας, ἀσθενῶν δὲ οἰκονομικῶς, καὶ μὴ ἐχόντων ἀνάγκην τοιαύτης, ἐνῷ μέχρι τοῦδε παρείχετο ἡ προστασία ἐπὶ δικαίους καὶ ἀδίκους, ἐπὶ ἰσχυροὺς καὶ ἀνισχύρους, ἐπὶ πλουσίους καὶ μὴ πλουσίους. Ἡ προσπάθεια αὕτη ἐνέπνευσεν ὁλόκληρον τὸ ἔργον, ἐκεῖνο δὲ τὸ ὁποῖον ἰδίως εἶναι σπάνιον καὶ εἰς ἡμᾶς ἀκόμη τούς, ἃς εἴπωμεν, παλαιοὺς κοινοβουλευτικοὺς εἶναι ἡ ἀναγνώρισις ὅτι δὲν ὑπάρχει ὁ ἐγωισμός, ἡ φιλαυτία τοῦ συνθέτου ἐπὶ τοσοῦτο μεγάλου ἔργου καὶ ὅτι ἔσπευσε, δεῖγμα ἀληθοῦς ἐπιστημονικῆς μετριοφροσύνης, ἔσπευσε νὰ ἀναγνωρίσῃ πρῶτος αὐτὸς ὅτι ἤδη εἰς δύο ἢ τρεῖς περιστάσεις εὑρῆκεν ὅτι ὁ κῶδιξ, διότι περὶ κώδικος πρόκειται καὶ κώδικος διαρρυθμίζοντος ποικίλας σχέσεις, χρῄζει μεταρρυθμίσεως, τὴν ὁποίαν αὐτὸς οὗτος ἐσκόπει νὰ φέρῃ. Λίαν δὲ ἀξιεπαίνως ἐπίσης ἔσπευσε πρῶτος, προτοῦ κανεὶς τὸ ζητήσῃ, νὰ εἴπῃ ὅτι μετὰ τοῦτο ἐπιζητεῖ τὴν συνεργασίαν μιᾶς κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς· προσέθεσεν ὅτι ὄχι μόνον ἵνα βελτιώσῃ καὶ συμπληρώσῃ τὸ ἔργον του, ἀλλ’ ἀκόμη καὶ ἵνα προσδώσῃ εἰς αὐτὸ μεῖζον κῦρος χρειάζεται τὴν συνεργασίαν τῆς Ἐπιτροπῆς ταύτης. Καὶ τῳόντι, κύριοι, εἶναι περιττὸν νὰ προσθέσῃ τις ὅτι κώδικες ὁλόκληροι ἢ νομοθετήματα τοιαῦτα, ἂν χρειάζωνται συμπλήρωσιν, δὲν πρέπει νὰ νοῶνται ὡς ἔργα πολιτικῆς κηδεμονίας. Ἡμεῖς οἱ ἴδιοι, καὶ δύναμαι νὰ ἀναφέρω χιλιάδας παραδειγμάτων, εἰσάγομεν νομοθετήματα, τὰ παραπέμπομεν εἰς Ἐπιτροπάς, ψηφίζομεν τὰ νομοθετήματα ταῦτα καὶ μετὰ πάροδον ἐλαχίστων ἡμερῶν εἰσάγομεν εἰς τὴν Συνέλευσιν νόμον περὶ τροποποιήσεως τῶν ἰσχυόντων νόμων, περὶ τροποποιήσεως νόμου ὁ ὁποῖος προσφάτως μόλις ἐψηφίσθη. Δὲν συμβαίνει μόνον εἰς ἡμᾶς· τὸ ἁμαρτάνειν εἶναι ἀνθρώπινον, εἶναι δὲ φυσικὸν καὶ οἱονεὶ ἀνάγκη ἀδήριτος εἰς περιστάσεις τόσον ἀνωμάλους, εἰς συνθήκας ἐναλλασσούσας ἡμέρᾳ τῇ ἡμέρᾳ, εἰς συνθήκας τὴν ὕπαρξιν τῶν ὁποίων τὴν ἀτέρμονα εἶναι ἀδύνατον νὰ μεταβάλωμεν. Ἀνέγνωσα κάπου τελευταίως, κύριοι, ὅτι εἰς κάποιον Κράτος, τοῦ ὁποίου ἐμιμήθημεν τὸ Σύνταγμα, ὑπὲρ τὴν ἑκατοντάδα Νομοθετικῶν Διαταγμάτων ἔχει ἐκδοθῆ εἰς διάστημα ἑνὸς ἢ δύο ἐτῶν, δύο ἐτῶν, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, διὰ νὰ ρυθμίσῃ τὰς σχέσεις τὰς ἐργατικάς, τὰς σχέσεις συγκρούσεως ἐργασίας καὶ κεφαλαίου· Διατάγματα διαδέχονται ἄλληλα μέχρις ὅτου κατωρθώθη νὰ εὕρουν τὴν ἀληθῆ ὁδὸν εἰς τὸ νὰ καταρτίσουν ἓν καὶ μόνον νομοθέτημα. Τὸ ἴδιον συνέβη ἐπὶ τοῦ παρόντος, διὰ τοῦτο δὲ ὁ νομοθέτης ἐξ ἀρχῆς ἔδωκε τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Ἐκτελεστικὴν Ἐξουσίαν νὰ ἐκδίδῃ Διατάγματα, Διατάγματα τὰ ὁποῖα νὰ δύναται ἡ ἰδία Ἐκτελεστικὴ Ἐξουσία νὰ μεταρρυθμίζῃ, καὶ διὰ τοῦτο θὰ ἤθελον νὰ ἴδωμεν τί γίνεται εἰς ἄλλα Κράτη. Ἐμνημόνευσαν τὴν Γαλλίαν· δύναμαι νὰ μνημονεύσω ἐγὼ τὴν Ἰταλίαν, εἰς τὴν ὁποίαν πάντοτε τὰ τοῦ ἐνοικιοστασίου ἐρρυθμίσθησαν διὰ Διατάγματος, ἀλλ’ εἰς ἡμᾶς ὁ νομοθέτης, ὡς ἔκρινεν ἐξ ἀρχῆς, διὰ Διατάγματος ἐρρύθμισε, διὰ νόμου τὸν ὁποῖον ἐψήφισεν· ἡμεῖς δηλαδὴ αὐτοὶ εἴπομεν ὅτι διὰ Διατάγματος θὰ κανονισθοῦν τὰ τοῦ ἐνοικιοστασίου, Διατάγματος δυναμένου νὰ τροποποιήσῃ καὶ ὑφιστάμενον νόμον, ἂν καλῶς ἐνθυμοῦμαι τὸ κείμενον, ἔχει δὲ ἐξ ἄλλου σκοπὸν ἡ ἔκδοσις ἑνὸς Διατάγματος, πρὸς τὸ ὁποῖον συνεμορφώθη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἔχει τὸν σκοπὸν ὅτι ἡ καθιέρωσις αὕτη θέτει ἓν κείμενον ὁριστικὸν δυνάμενον νὰ προκαλέσῃ δημοσίαν συζήτησιν, ἐπὶ τῆς ὁποίας, ὅπως καὶ ἐν τῷ παρελθόντι καὶ ὅπως καὶ εἰς τὴν Ἰταλίαν ἐγένετο, νὰ καταδειχθῶσι τίνες περιπτώσεις χρήζουσι τροποποιήσεως καὶ νὰ ἐπέλθῃ ἡ δέουσα τροποποίησις. Ἰδιαιτέρως τὸ σχέδιον τοῦ ἀξιοτίμου ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργοῦ ἐπρονόησεν ὥστε νὰ καθορισθῶσι μεγάλαι τινὲς γραμμαί, ἐπὶ τῶν ὁποίων βαδίζοντες θὰ δυνηθῶμεν μίαν ἡμέραν νὰ φθάσωμεν εἰς τὴν ἄρσιν τοῦ ἐνοικιοστασίου, διότι εἰς τοῦτο κατατείνομεν ὅλοι· τοὐλάχιστον δὲν ἐφάνη κανεὶς λέγων ὅτι ἐννοεῖ νὰ καταργηθῇ τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας, ἐξ οὗ καὶ ἡ ὁδὸς τὴν ὁποίαν ἠκολούθησεν, ἡ ὁδὸς δηλαδὴ τῆς προστασίας μόνον τῶν ἀπόρων, τῆς μὴ προστασίας τῶν εὐπόρων, συγχρόνως διὰ τῆς δυνητικῆς παρατάσεως ὑπὸ ὅρους ἀφιεμένους εἰς τὴν κρίσιν τοῦ δικαστοῦ. Ἐλέχθη, κύριοι, ὅτι τοῦτο θὰ ἐγέννα δίκας ἀτέρμονας· ἐπιτραπήτω μοι νὰ εἴπω ὅτι συνέπεσε νὰ εὑρίσκωμαι εἰς Ἰταλίαν ὅτε ἐδημοσιεύθη τὸ πρῶτον Διάταγμα, κατ’ ἀπομίμησιν τοῦ ὁποίου ἐτέθη ἡ διάταξις περὶ ἧς ὁ λόγος ἐν τῷ ἡμετέρῳ ἐνοικιοστασίῳ. Καὶ ἐκεῖ ἤρχισαν νὰ φοβῶνται ὅτι θὰ ἔχωσι δίκας ἐπανειλημμένας, ἀλλ’ ἐκ περιεργείας παρηκολούθησα τὸ πρᾶγμα καὶ ἀνέγνωσα εἰς σοβαρωτάτην ἐφημερίδα τῆς Ἰταλίας ὅτι ἐπὶ 100 περιπτώσεων αἱ 80 ἐλύθησαν διὰ συνεννοήσεως τοῦ ἰδιοκτήτου μετὰ τοῦ ἐνοικιαστοῦ· ὁ λόγος εἶναι ἁπλοῦς. Καὶ ἀφοῦ ὁ κ. ἐξ Εὐρυτανίας πολιτευτὴς ἀνέφερε τὴν περίπτωσιν τὴν ἰδικήν του, ἂς πάρω καὶ ἐγὼ τὴν ἰδικήν μου περίπτωσιν. Πρὸ τοῦ πολέμου ἐπλήρωνα 330 δραχμάς· ἂν τὸ πολλαπλασιάσωμεν ἐπὶ 10, ἔπρεπε νὰ πληρώνω 3,300 δραχ., πληρώνω μόνον 2,800, θὰ πληρώνω δὲ μὲ τὸ νέον ἐνοικιοστάσιον 5,000 καὶ κάτι· δηλαδὴ 50% τῆς ἀξίας τῆς προπολεμικῆς ἢ 52%. Ἂς ὑποθέσωμεν ὅτι ἔρχεται ἡ δυνητικὴ παράτασις. Ἐκεῖνος θὰ νομίζῃ ὅτι, ἂν μὲ φέρῃ εἰς τὸ δικαστήριον, θὰ μὲ καταδικάσῃ νὰ πληρώσω τὸ δωδεκαπλάσιον, ἐγὼ δὲ ὅτι δὲν δύναμαι νὰ πληρώσω τίποτε. Ἐπειδὴ ἑκάτερος θὰ νομίζῃ ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ χάσῃ, εἶναι φυσικὸν ὅτι θὰ ἐπέλθῃ κάποια συνεννόησις. Μὴ νομίζετε δὲ ὅτι ὁμιλῶ περὶ ἑνὸς λαοῦ ὁ ὁποῖος νὰ μὴ ἀγαπᾷ τὰς δίκας, τοὐλάχιστον ὅσον τὰς ἀγαποῦν καὶ οἱ Ἕλληνες· εἶναι φιλέριδες, ρέπουσιν εἰς ἔριδας δικαστικάς, ρέπουσιν ἐπίσης ὅσον καὶ οἱ Ἕλληνες καὶ οἱ Ἰταλοί. Ἔχω λοιπὸν δι’ ἐλπίδος ὅτι εἶναι δυνατὸν δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου πράγματι νὰ ὑπάρξῃ κάποιον στάδιον συνεννοήσεως μεταξὺ τῶν ἐνδιαφερομένων μερίδων, εἰς τρόπον ὥστε ἐλάχισται ὑποθέσεις νὰ ἀχθῶσιν ὑπὸ δικαστικὴν κρίσιν. Δὲν νομίζω ὅτι πρέπει νὰ σᾶς ἀπασχολήσω περισσότερον, διότι κατελήξαμεν σχεδὸν πάντες εἰς συνεννόησιν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐζήτησε τὴν σύστασιν μιᾶς κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς. Ἡ κοινοβουλευτικὴ αὕτη Ἐπιτροπή, παρακαλῶ, νὰ μὴ εἶναι πολυμελής, διότι γνωρίζετε ὅτι αἱ πολυμελεῖς Ἐπιτροπαὶ δὲν ἐργάζονται πολύ. Ὅταν εἶναι δεκαπενταμελής, θὰ εὐχαριστήσῃ καὶ τὸν ἀξιότιμον ἐκ Μαντινείας πολιτευτήν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ἐπίσης ἐδήλωσεν ὅτι διὰ Διατάγματος, τὸ ὁποῖον δυνάμεθα πάντοτε νὰ ἐκδώσωμεν, ἡ Κυβέρνησις θὰ λάβῃ μέτρα ὥστε νὰ μὴ γίνῃ οὐσιαστικὴ ἐφαρμογὴ ποσῶς τοῦ Διατάγματος τούτου, διότι οὐδεὶς εἶπεν ὅτι δὲν θὰ γίνωνται ἐξώσεις. Ἀλλ’ ἀφοῦ δὲν θὰ γίνωνται ἐξώσεις παραδέχομαι καὶ ἐγὼ τὴν ἄποψιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Εὐρυτανίας πολιτευτοῦ, ὅτι δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ γίνῃ καὶ δίκη. Τί θὰ κάμῃ ἡ Ἐπιτροπή; Μὴ λησμονῶμεν ὅτι πρόκειται περὶ νόμου, ἀφοῦ ἐξεδόθη κατ’ ἐντολὴν καὶ ἐξουσιοδότησιν τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσίας. Ἡ Ἐπιτροπή, κατὰ τὰς δηλώσεις τὰς ὁποίας ἐκάμαμεν, θὰ συνεργασθῇ μετὰ τῆς Κυβερνήσεως. Ἄν ὑποθέσωμεν ὅτι ἡ Συνέλευσις δὲν ἐγκρίνει τὸ ἔργον τῆς Ἐπιτροπῆς....
§250Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἡ Κυβέρνησις θέλετε νὰ εἴπητε.
§251Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ Συνέλευσις. Ἄν ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐγκρίνῃ τὸ ἔργον τῆς Ἐπιτροπῆς, δὲν θὰ ἐκδώσῃ τὸ Διάταγμα καὶ ἀπόκειται εἰς τὴν Συνέλευσιν νὰ ἀποφανθῇ. Ἀντιθέτως εἶναι δυνατὸν ἡ Συνέλευσις νὰ μὴ εἶναι εὐχαριστημένη διὰ τὸ ἔργον τῆς Ἐπιτροπῆς· δὲν κωλύεται τότε εἴτε διὰ τῆς μεθόδου τῆς ἐπερωτήσεως νὰ ἐπαναφέρῃ εἰς συζήτησιν τὸ ὅλον ἔργον εἴτε διὰ μιᾶς προτάσεως νόμου. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον παρακαλῶ εἶναι νὰ μεριμνήσωμεν.....
§252Κ. ΡΕΝΤΗΣ. Θὰ ἐκδοθῇ Διάταγμα ἢ θὰ γίνῃ ἀπόφασις;
§253Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἄν ἐπέλθῃ συνεννόησις μετὰ τῆς Ἐπιτροπῆς, θὰ ἐκδοθῇ Διάταγμα. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θέλω νὰ παρακαλέσω εἶναι ὅτι ἡ προθεσμία ἡ ὁποία θὰ τεθῇ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν πρέπει νὰ εἶναι σύντομος. Δὲν λέγω πέντε ἡμέραι, δὲν λέγω δέκα· θέλετε δώδεκα, θέλετε δεκαπέντε;
§254ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Δεκαπέντε.
§255Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Αὐταὶ εἶναι αἱ δηλώσεις τὰς ὁποίας κάμνομεν. Κύριοι συνάδελφοι, ἐπιθυμῶ νὰ εἶμαι εἰλικρινὴς ἀπέναντι ὅλων τῶν μερίδων τῆς Συνελεύσεως. Ἡ ἐπιθυμία τῆς Κυβερνήσεως θὰ ἦτο νὰ παραταθῶσιν αἱ ἐργασίαι αὐτῆς μέχρι τῆς προσεχοῦς Τρίτης ἢ Τετάρτης, ἀλλ’ ἔλαβον διαμαρτυρίας ἀπὸ πολλοὺς ἐκ τῶν κυρίων συναδέλφων ὅτι ἐπιθυμοῦν νὰ μεταβῶσιν εἰς τὰς ἑστίας των, δηλοῦντες ἄλλως τε ὅτι προθυμοποιοῦνται νὰ ἐπανέλθωσιν ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἤθελον νὰ σᾶς παρακαλέσω πρῶτον νὰ στέρξητε εἰς τὸ νὰ ψηφισθοῦν σύνολά τινα τὰ ὁποῖα εἶναι ἀπαραίτητα. Δεύτερον ὑπάρχει ἓν ἐπεῖγον νομοσχέδιον, διὰ τὸ ὁποῖον δύναται νὰ γίνῃ μόνον πεντάλεπτος διακοπὴ διὰ νὰ ψηφισθῇ, καὶ θὰ σᾶς εἴπω περὶ τίνος πρόκειται. Εἶναι τὸ νομοσχέδιον περὶ τῆς ἐλευθέρας ζώνης ἐν Θεσσαλονίκῃ. Πρόκειται περὶ ἐκτιμήσεως γηπέδων τινῶν. Τρίτον, πλὴν τούτων, δυστυχῶς ἐβράδυνεν ἐν τῷ Τυπογραφείῳ ἡ ἔκθεσις τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ νόμου περὶ στρατολογίας. Εἶναι νόμος τυπικός, ὁ ὁποῖος μᾶς χρειάζεται διὰ τυπικοὺς λόγους. Δὲν ἐπιθυμῶ —καὶ γνωρίζετε ὅτι οὐδέποτε τὸ ἐζήτησα— νομοθετικὴν ἐξουσιοδότησιν, ἀλλ’ εἰδικῶς διὰ τὸ θέμα τοῦτο, διὰ διαφόρους λόγους, ἡ Κυβέρνησις ἐπιθυμεῖ νὰ εἶναι ὡπλισμένη διὰ μιᾶς νομοθετικῆς ἐξουσιοδοτήσεως. Ὑποθέτω ὅτι δὲν ὑπάρχῃ ἀντίρρησις, διότι πρόκειται περὶ τῶν νεοσυλλέκτων, νὰ ἐπιτραπῇ εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐκδώσῃ Νομοθετικὰ Διατάγματα.
§256Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἡμεῖς εἴμεθα σύμφωνοι νὰ γίνουν αὐτὰ τὰ ὁποῖα θέλετε. Ἠθέλομεν νὰ ἠξεύρωμεν μόνον ἕως ποίαν ἡμέραν προτείνετε νὰ γίνῃ διακοπὴ τῶν ἐργασιῶν.
§257Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ προτείνω νὰ ἔλθωμεν τὴν Καθαρὰν Τετάρτην.
§258ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Ὄχι, ὄχι.
§259Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἀκούω διαμαρτυρίας.
§260Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Διὰ νὰ ἔλθουν ἐδῶ τὴν Τετάρτην πρέπει νὰ ἀναχωρήσουν οἱ κύριοι πληρεξούσιοι τὴν Καθαρὰν Δευτέραν.
§261Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἔχετε δίκαιον. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει τὴν Δευτέραν τῆς δευτέρας ἑβδομάδος. Κύριοι συνάδελφοι, σᾶς παρακαλῶ. Ἐν τοιαύτη περιπτώσει εἶσθε σύμφωνοι νὰ ψηφισθοῦν τὰ Στρατολογικὰ νομοσχέδια, ἐπειδὴ γνωρίζω ὅτι φοβεῖσθε τοῦτο, ὅτι θὰ καταργηθοῦν Στρατολογικὰ Γραφεῖα.
§262Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν φοβοῦμαι ὅτι θὰ καταργηθοῦν, ἀλλὰ φοβοῦμαι ὅτι ἱδρύονται κατὰ τρόπον ἄνισον.
§263ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρέπει νὰ ἐξουσιοδοτηθῇ ὁ Πρόεδρος νὰ καταρτίσῃ τὴν Ἐπιτροπὴν ἐπὶ τοῦ ἐνοικιοστασίου.
§264Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Εἶναι ἐξουσιοδοτημένος.
§265ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς Νομοθετικῆς Ἐργασίας. Συζήτησις ἐπὶ τοῦ σχεδίου ψηφίσματος «περὶ ἀδείας ἐκδόσεως Νομοθετικῶν Διαταγμάτων περὶ τῆς στρατολογίας τῆς χώρας καὶ τῶν ἀναγκῶν τοῦ στρατωνισμοῦ». (Γίνεται δεκτὸν τὸ ψήφισμα). Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ χορηγίας δανείων εἰς Ἕλληνας ὑπηκόους μὴ ἀνταλλαξίμους». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τῶν ἐδαφ. 17 καὶ 18 τοῦ ἄρθρου 97 τοῦ Κανονισμοῦ». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τρόπου καταβολῆς ἀντισηκωμάτων κλπ.». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον).
§266Β. ΚΑΡΑΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ. Ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὴν περίπτωσιν τῆς ἐκδόσεως Ν. Διαταγμάτων διὰ τὰ Στρατολογικὰ Γραφεῖα ζητῶ τὸν λόγον.
§267ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ ἐψηφίσθη, κ. Καραπαναγιώτη. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐγκρίσεως δαπάνης διὰ τὸν στρατωνισμὸν τοῦ κατὰ Γῆν Στρατοῦ καὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 26 Αὐγούστου 1924 Ν. Δ. περὶ ἐγκρίσεως δαπάνης διὰ τὸν στρατωνισμὸν τοῦ κατὰ Γῆν Στρατοῦ ἐν ταῖς Νέαις Χώραις». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). Παρακαλῶ τὴν Συνέλευσιν νὰ ἐξουσιοδοτήσῃ ὅπως ἐπικυρωθῶσι τὰ πρακτικὰ ὑπ’ εὐθύνην μου, καὶ ὅπως ἡ προσεχὴς συνεδρίασις ἀρχίσῃ τὴν 6ην π.μ. τῆς σήμερον.
§268ΠΛΕΙΣΤΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§269ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις ἵνα ἐπαναληφθῇ αὕτη τὴν 6ην π.μ. τῆς σήμερον. (Ὥρα 5.30′ π.μ.).