1925.02.09
2,433 rows · 20,376 words · 91 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 143
Δευτέρα 9 Φεβρουαρίου 1925.
Προεδρία Κ. Ρακτιβάν
(Ὥρα 5.25′ μ.μ.).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. (Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως). Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Συνέλευσιν τὰ ἑξῆς: — Ἡ Ὁμοσπονδία Ἐπαγγελματιῶν Κερκύρας αἰτεῖται τὴν ταχεῖαν ἀνακαίνισιν τοῦ ὑδραγωγείου Κερκύρας. — Οἱ κάτοικοι Τριπόλεως ὑποβάλλουσι ψήφισμα περὶ μεταφορᾶς εἰς Τρίπολιν τοῦ Ἐφετείου Ναυπλίου. — Ἡ «Ἕνωσις Παλαιῶν Πολεμιστῶν» Νιαούσης διαμαρτύρεται διὰ τὰς συλλήψεις τῶν ἡγετῶν τοῦ ἐργαζομένου λαοῦ. — Ὁ Ἐμπορικὸς Σύλλογος Βόλου ἐκφράζει τὸν ἀποτροπιασμόν του διὰ τὰ αἱματηρὰ γεγονότα τῶν Τρικκάλων καὶ ἐπιδοκιμάζει τὴν στάσιν τῶν Ἀρχῶν. — Ἡ «Ὁμοσπονδία Παλαιῶν Πολεμιστῶν» αἰτεῖται τὴν αὔξησιν τῶν συντάξεων θυμάτων πολέμου. — Τὸ Κοινοτικὸν Συμβούλιον Πύργου, τέως δήμου Ἀκραίας, παρακαλεῖ ὅπως ἀκυρωθῇ τὸ δημοσιευθὲν Διάταγμα «περὶ ἀναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως ὕδατος ἀνήκοντος εἰς τὴν Κοινότητα Πύργου. — Αἱ φιλελεύθεροι Δημοκρατικαὶ Ὀργανώσεις Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς ὑποβάλλουσιν εὐχὴν ὅπως τὸ ζήτημα τῆς ὑδρεύσεως παραπεμφθῇ εἰς Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν. — Τὸ Ἐθνικὸν Συμβούλιον τῶν Ἑλληνίδων ὑποβάλλει ὑπόμνημα, δι’ οὗ παρακαλεῖ τὴν Συνέλευσιν ὅπως ἐπισπεύσῃ τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος τῆς ὁριστικῆς ὑδρεύσεως τῆς Πρωτευούσης καὶ τοῦ Πειραιῶς. — Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν κ. Α. Μιχαλακόπουλος ὑποβάλλει σχέδιον νόμου «περὶ ἐγκρίσεως πιστώσεως δραχμ. 39.500 εἰς στρατολογηθέντας κατὰ τὸ ἀντεπαναστατικὸν κίνημα ἐν τῷ Νομῷ Ἡρακλείου». — Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν κ. Α. Μιαούλης ὑποβάλλει σχέδιον νόμου «περὶ κανονισμοῦ τῆς μισθοδοσίας τῶν ἐθελοντῶν ναυτῶν καὶ τῶν μαθητευομένων τεχνιτῶν τοῦ Συνεργείου τοῦ Π. Ναυτικοῦ». — Ὁ πληρεξούσιος κ. Λ. Κουτσοπέταλος ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως τῶν νόμων 3119, 2759 καὶ τοῦ ἀπὸ 5 Δεκεμβρίου 1922 Ν. Δ. περὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου 2709 περὶ στρατιωτικῶν συντάξεων». Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς Συντακτικῆς καὶ Νομοθετικῆς Ἐργασίας Συνεχίζεται ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ «περὶ νομοθετικῆς ἐξουσίας» κεφαλαίου. Ὁ κ. Τσιριμῶκος ἔχει τὸν λόγον.
§2Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Κύριοι πληρεξούσιοι, εἶναι ὁμόφωνος ἡ ἐπιδοκιμασία τῆς Βουλῆς περὶ τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ θεσμοῦ τῆς Γερουσίας. Μία μόνη ἠκούσθη μέχρι τοῦδε φωνὴ κατὰ τῆς ἱδρύσεως τοῦ θεσμοῦ τῆς Γερουσίας· ἑπομένως περιττεύει ἐντελῶς ἡ συζήτησις κατὰ πόσον εἶναι ἢ δὲν εἶναι χρήσιμος ἡ σύστασις τῆς Γερουσίας. Ἄλλως τε τοῦτο ἐγένετο ἤδη δεκτὸν ὑπὸ τῆς Συνελεύσεως. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἤγειρεν εὐλόγους συζητήσεις καὶ συζητήσεις σοβαρὰς καὶ ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ τοῦ Συντάγματος καὶ ἐν τῇ Συνελεύσει εἶναι ποία θὰ εἶναι ἡ δικαιοδοσία τῆς Γερουσίας, ποία ἡ δύναμίς της, καὶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἡ νομοθετική, καὶ πῶς ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν ἐπέλθῃ διαφωνία μεταξὺ τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Γερουσίας θὰ αἴρηται αὕτη. Εἶναι ἀναντίρρητον ὅτι τὸ ἁπλούστερον τῶν συστημάτων εἶναι νὰ δεχθῇ τις ἰσοδυναμίαν νομοθετικὴν μεταξὺ Βουλῆς καὶ Γερουσίας. Καὶ ἑπομένως πᾶσα πρότασις νόμου ἡ ὁποία ἤθελεν ἀπορριφθῆ ἀπὸ τὴν Γερουσίαν νὰ θεωρῆται ὡς ἀπορριφθεῖσα ὁριστικῶς καὶ νὰ μὴ καθίσταται νόμος τοῦ Κράτους. Αὐτὸ εἶναι σύστημα ἁπλοῦν, ἀλλὰ σύστημα τὸ ὁποῖον δὲν ἐπιδιώκεται οὔτε ἐπιδοκιμάζεται. Πάντως ἐλέχθη, καὶ εὐλόγως, ὅτι τὴν τελευταίαν λέξιν πρέπει νὰ ἔχῃ ἡ ἀντιπροσωπεία ἡ προερχομένη ἐκ τῆς λαϊκῆς δυνάμεως, ἐκ τῆς ἀμέσου ἐκλογῆς ὑπὸ τοῦ λαοῦ. Δὲν γνωρίζω, κύριοι, ποῖον σύστημα θὰ ἐπικρατήσῃ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐκλογὴν τῶν γερουσιαστῶν, ἂν δηλαδὴ θὰ ἐπικρατήσῃ τὸ ὑπὸ τῆς πλειονοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Συντάγματος προτεινόμενον ὅπως οἱ γερουσιασταὶ προέρχωνται ἐξ ἀμέσου ἐκλογῆς. Ἀλλὰ καὶ ἂν τοῦτο δὲν ἐπικρατήσῃ, ἀναντιρρήτως δὲν δύναται νὰ ἐπικρατήσῃ, δὲν φαίνεται ὅτι θὰ ἐπικρατήσῃ τοὐλάχιστον, τὸ σύστημα τῆς ἐξ ἀμέσου καὶ καθολικῆς ψηφοφορίας προερχομένης Γερουσίας. Διότι καὶ ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ τοῦ Συντάγματος ὑπεστηρίχθη ἡ γνώμη ὅτι θὰ ἦτο ὀρθότερον ἡ Γερουσία νὰ προέρχηται ἐξ ἀμέσου μὲν ἐκλογῆς ἀλλ’ ἐκ περιωρισμένου ἀριθμοῦ ἐκλογέων, τιθεμένων δηλαδὴ προσόντων εἰς τοὺς ἐκλογίμους, προσόντων κυρίως ἡλικίας, ἀναλόγως ἐκείνων τῶν προσόντων τὰ ὁποῖα τίθενται εἰς τοὺς ἐκλογεῖς. Ἀλλ’ εἴτε τοῦτο ἐπικρατήσῃ εἴτε ἡ ἔμμεσος ἐκλογὴ ὁριστικῶς ἐπικρατήσῃ, πάντως ἡ Γερουσία θὰ προέρχηται ἐκ τοῦ λαοῦ, εἴτε ἀμέσως εἴτε ἐμμέσως, ἀλλ’ ὄχι ἐκ καθολικῆς ψηφοφορίας. Πάντοτε δὲ πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἓν Σῶμα νομοθετικὸν ἐπικρατοῦν καὶ δὴ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἀνανεοῦται ταχύτερον καὶ συχνότερον καὶ τὸ ὁποῖον προέρχεται ἀμέσως ἀπὸ τοῦ λαοῦ. Τιθεμένης ταύτης τῆς ἀρχῆς, ἐξετάζεται: Ἂν ἡ Βουλὴ ἔχῃ διάφορον γνώμην τῆς Γερουσίας ἢ ἂν ἡ Γερουσία ἔχῃ διάφορον γνώμην τῆς Βουλῆς, μέχρι ποίου σημείου θὰ ἐξακολουθήσῃ ἕκαστον Σῶμα ἐμμένον εἰς τὴν γνώμην του καὶ κατὰ τίνα τρόπον θὰ ἀρθῇ ἡ διαφωνία αὕτη; Ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ τοῦ Συντάγματος δύο τρόποι συνεζητήθησαν: Ὁ τρόπος ὁ διατυπούμενος ἐν τοῖς ἄρθροις τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Συντάγματος καὶ ἡ πρότασις ἡ ὁποία προῆλθεν ἐκ μέρους τοῦ κ. πληρεξουσίου ἐκ Μεσσηνίας, τῆς λύσεως δηλαδὴ τῆς διαφωνίας διὰ κοινῆς συνελεύσεως Γερουσίας καὶ Βουλῆς. Ἡ δευτέρα πρότασις ὑπεχώρησεν εἰς τὴν πρώτην καὶ ἡ μεγάλη πλειονοψηφία τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Συντάγματος ἐδέχθη τὴν ἄρσιν τῆς διαφωνίας διὰ τῆς ἀνασχετικῆς δυνάμεως τῆς Γερουσίας, διὰ τῆς παρόδου τοῦ χρόνου καὶ διὰ τῆς ηὐξημένης πλειονοψηφίας. Ἐδέχθη ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Συντάγματος ὅτι, ἂν πρότασίς τις ἀπορριφθῇ ἀπὸ τὴν Γερουσίαν ἢ τροποποιηθῇ, τότε ἡ πρότασις αὕτη τοῦ νόμου ἐπανέρχεται εἰς τὴν Βουλήν, ἀλλὰ μετὰ πάροδον ὡρισμένου χρόνου, καί, ἂν μὲν συμφωνήσῃ ἡ Βουλὴ πρὸς τὴν γνώμην τῆς Γερουσίας, ἔχει καλῶς, ἂν δὲ δὲν συμφωνήσῃ, δὲν δύναται νὰ καταστῇ νόμος εἰμὴ μόνον ἂν τύχῃ ὡρισμένης ηὐξημένης πλειονοψηφίας. Ἐδέχθη ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Συντάγματος τὸ τετράμηνον· τὰ χρονικὰ ὅρια κανονίζονται κατὰ τὴν ἀντίληψιν ἑκάστου. Εἴτε τετράμηνον εἴτε τρίμηνον εἴτε πεντάμηνον, θὰ δεχθῆτε ἓν χρονικὸν ὅριον ἐπαρκὲς εἰς τὸ νὰ δώσῃ τὸν χρόνον τῆς ὡριμάσεως μιᾶς σκέψεως, εἰς τὸν κατευνασμὸν ἴσως παθῶν, εἰς τὴν καθησύχασιν λαϊκῶν ρευμάτων, καὶ ἑπομένως εἰς τὴν κατάρτισιν μετὰ περισκέψεως ἑνὸς νόμου ἀρτίου. Λέγουσιν ὅτι, ἂν δεχθῶμεν τὸ σύστημα τοῦτο καὶ ἡ τελικὴ ψῆφος ἀνήκῃ εἰς τὴν Βουλήν, ποίαν δύναμιν ἀσκεῖ ἡ Γερουσία; Μεγίστην, ἀπαντῶ. Καὶ τὴν δύναμιν τῆς Γερουσίας ἐγὼ τοὐλάχιστον προσωπικῶς τὴν θέλω μεγάλην. Τὴν Γερουσίαν τὴν θέλω μετὰ κύρους καὶ ἰσχυράν. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι ἡ δύναμις τῆς Γερουσίας τοῦ νὰ μὴ ἀποδέχηται ἕνα νόμον καὶ νὰ παραπέμπῃ τοῦτον εἰς τὴν Βουλήν, μετὰ συζητήσεις δημοσίας αἱ ὁποῖαι θέλουν προκαλέσει τὴν προσοχὴν τῆς Κοινῆς Γνώμης ἐπὶ μακρόν, ἡ δύναμις αὕτη τῆς Γερουσίας τοῦ νὰ ἐπαναφέρῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸν ψηφισθέντα, ἀδιαφόρως ὑπὸ ποίας πλειονοψηφίας, νόμον, χωρὶς ἡ Βουλὴ νὰ δύναται νὰ ἐπιληφθῇ τῆς συζητήσεως εἰμὴ μετὰ πάροδον ὡρισμένου χρονικοῦ διαστήματος, εἶναι δύναμις ὑψίστη, διότι ἐμποδίζει ὁριστικῶς τὴν ψήφισιν τοῦ νόμου. Ἂν μετὰ πάροδον τεσσάρων μηνῶν ἐπιληφθῇ καὶ πάλιν τῆς συζητήσεως ἡ Βουλή, ὅτε πλέον ἡ Κοινὴ Γνώμη θὰ εἶναι ὥριμος, ὅτε θὰ ἔχῃ ἐξονυχισθῆ ἡ ὑπὸ συζήτησιν πρότασις νόμου, ὅτε καὶ αἱ ἐλάχισται λεπτομέρειαι θὰ ὑποπέσωσιν εἰς τὴν ἀντίληψιν τοῦ Κοινοῦ, ὅτε θὰ διαφωτισθῇ ἡ Βουλή, ὅτε τὰ πάθη καὶ αἱ ὁρμαὶ αἱ λαϊκαὶ καὶ τὰ ρεύματα θὰ κατευνασθῶσι, τίς ἀμφιβάλλει ὅτι, ὅταν ἐπανέλθῃ ἡ πρότασις αὕτη τοῦ νόμου εἰς τὴν Βουλήν, ἡ Βουλὴ δὲν θὰ δύναται νὰ ἐξακολουθήσῃ ἐμμένουσα εἰς μίαν πεπλανημένην γνώμην καὶ τίς ἀμφιβάλλει ὅτι δὲν θὰ ἀποδεχθῇ τὰς ὀρθὰς καὶ πεφωτισμένας γνώμας, αἱ ὁποῖαι θὰ προέρχωνται ἀπὸ τὴν πεῖραν τῶν ἐπιλέκτων ἀνθρώπων οἵτινες θὰ ἀπαρτίζουν τὴν Γερουσίαν; Ἀλλὰ θὰ μοὶ εἴπητε ὅτι, ἂν καὶ μετὰ τετράμηνον ἐπανέλθῃ εἰς τὴν Βουλὴν ἡ πρότασις νόμου καὶ ἡ Βουλὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν γνώμην αὐτῆς, τί θὰ γίνῃ; Εἶναι ἀναντίρρητον ὅτι ἡ Βουλὴ ἐπιμένουσα εἰς τὴν γνώμην της θὰ ἔχῃ ὄπισθεν αὐτῆς τὴν Κοινὴν Γνώμην, καὶ ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλὰ δὲν θὰ θεωρῇ ὅτι ἐκ τῶν συζητήσεων προέκυψαν γεγονότα τοιαῦτα τὰ ὁποῖα νὰ τὴν πείσωσι νὰ μεταβάλῃ γνώμην. Ἑκάστη δὲ Κυβέρνησις ἡ ὁποία διαχειρίζεται ἐπισήμως καὶ εἰσάγει τὰ νομοθετήματα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παρίδῃ εἴτε τὴν γνώμην τῆς Γερουσίας εἴτε τὴν Κοινὴν Γνώμην. Ἀλλὰ τί ἠξίωσεν ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Συντάγματος ἐπὶ τοῦ προκειμένου; Ὅτι δὲν θὰ ἀρκῇ ἡ συνήθης πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς, δὲν θὰ εἶναι ἀρκετὴ ἡ πλειονοψηφία τῆς ἀπαρτίας, διὰ τῆς ὁποίας ἀποφασίζει περὶ ὅλων τῶν κοινῶν μέτρων, ἀλλ’ ἐν περιπτώσει διαφωνίας ἀξιοῖ ὄχι μόνον τὴν ἀπόλυτον πλειονοψηφίαν τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν βουλευτῶν ἀλλὰ καὶ κάτι πλέον, τὰ 11/20, ἕνα ἀριθμὸν δηλαδὴ ἀνώτερον τῆς ἀπολύτου πλειονοψηφίας τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν βουλευτῶν. Διὰ νὰ συγκεντρωθῇ, κύριοι, τοιαύτη πλειονοψηφία εἰς ὑποστήριξιν ἑνὸς νομοθετήματος, ἀναντιρρήτως πρέπει νὰ πιστεύῃ ἡ Βουλὴ ὅτι τὸ νομοθέτημα τοῦτο εἶναι ἐπωφελὲς καὶ χρήσιμον καὶ ὅτι ἡ μικρὰ ἢ μεγάλη πλειονοψηφία τῆς Γερουσίας εὑρίσκεται ἐν τῇ πλάνῃ καὶ διὰ τοῦτο τελικῶς θὰ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλὴ περὶ τῆς τύχης τοῦ νομοθετήματος. Ἔχει τις τὴν γνώμην, καὶ εἶναι δυνατὸν νὰ πιστεύσῃ τις ὅτι ἡ τοιαύτη τῆς Γερουσίας στάσις δὲν ἤθελεν ἐπηρεάσει ὄχι μόνον τὸ νομοθέτημα ἀλλὰ καὶ τὴν τύχην τῆς Κυβερνήσεως ἡ ὁποία τὸ εἰσήγαγεν; Ἔχει τις τὴν γνώμην ὅτι τὸ ἠθικὸν κῦρος καὶ ἡ ἐπιβολὴ ἑνὸς Σώματος ὡς ἡ Γερουσία δὲν θὰ εἶναι τοιαῦτα ὥστε νὰ κλονίζῃ καὶ τὴν Κυβέρνησιν ἐμμένουσαν εἰς νομοθέτημα τὸ ὁποῖον δὲν ἐπικροτεῖται κοινῶς; Καὶ εἶναι μικρὰ ἡ δύναμις αὕτη τῆς Γερουσίας; Ἀλλὰ λέγουσιν: Ἡ Γερουσία δὲν θὰ ἔχῃ τὸ προσῆκον κῦρος, ἂν τελικῶς ἐπικρατῇ ἡ Βουλή. Καὶ διὰ τοῦτο νομίζουσιν οἱ τοῦτο λέγοντες ὅτι ὀρθότερον εἶναι τὸ σύστημα τῆς ἀπὸ κοινοῦ συνελεύσεως τῶν δύο Σωμάτων. Καὶ ἂν δεχθῇ τις τὸ σύστημα τοῦτο, ἀπὸ κοινοῦ νὰ συσκέπτωνται Βουλὴ καὶ Γερουσία, φαντάζεσθε ποῖον θὰ ἦτο τὸ θέαμα. Καλεῖται μία Συνέλευσις, ἡ ὁποία προορισμὸν ἔχει νὰ ἐκλέγῃ τὸν Πρόεδρον τῆς Δημοκρατίας ἢ νὰ συνέρχεται ὡς Συντακτικὸν Σῶμα, καλεῖται ἑκάστοτε νὰ λύσῃ μικροδιαφωνίας, αἱ ὁποῖαι προκύπτουσι κατὰ τὰς συζητήσεις. Ἐγὼ νομίζω ὅτι ἤθελεν ὑποστῆ μείωσιν ὄχι τὸ Σῶμα τῆς Γερουσίας μόνον, ἀλλὰ καὶ ἡ Συνέλευσις αὐτὴ ὡς τοιαύτη. Ἡ αἴγλη τῆς Συνελεύσεως, ὡς θέλομεν νὰ τὴν ἀντιλαμβανώμεθα, ἤθελεν ἐκλείψει, ἡ σοβαρότης τῆς Συνελεύσεως, συνερχομένης διὰ τὰ μέγιστα τῶν ζητημάτων εἴτε διὰ τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ πολιτεύματος εἴτε διὰ τὴν ἐκλογὴν τοῦ Προέδρου τῆς Δημοκρατίας, ἤθελε μειωθῆ. Καὶ ποία θὰ ἦτο ἡ τύχη καὶ τὸ γόητρον τῆς Γερουσίας; Ἀναντιρρήτως ἤθελεν ἡττᾶσθαι καθ’ ἑκάστην ἕνεκα τοῦ ἀριθμοῦ. Ἀλλ’ ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλὰ θὰ ἐπήρχετο καὶ σύγχυσις. Ἄν δὲ θέλωμεν τὴν Γερουσίαν ὡς πολιτικὸν Σῶμα, ὅταν ἀπὸ κοινοῦ συνεδριάζῃ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ κέκληται νὰ δώσῃ τὴν αὐτὴν ψῆφον, θὰ δίδῃ ψῆφον ἰσοδύναμον πρὸς τοὺς βουλευτὰς ἐπηρεάζουσαν ἀμέσως τῆς τύχην τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν πολιτικῶν πραγμάτων, διότι δὲν δύναται νὰ εἴπῃ κανεὶς ὅτι ἓν νομοθέτημα δὲν συνδέεται στενῶς καὶ ἀρρήκτως μὲ ἓν πρόγραμμα κυβερνητικόν, μὲ τὴν τύχην τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ τοιαύτην πολιτικὴν δύναμιν δὲν ἠθέλησεν ἡ ἐπὶ τοῦ Συντάγματος Ἐπιτροπὴ νὰ δώσῃ εἰς τὴν Γερουσίαν. Εἶναι μεγάλη ἡ πολιτικὴ δύναμις τῆς Γερουσίας ἢ ἔμμεσος. Εἶναι ἕνεκα τοῦ ἠθικοῦ της κύρους ἡ ἐπιβολή, εἶναι ἕνεκα τῶν συζητήσεων αἱ ὁποῖαι θὰ γίνωνται ἐν τῇ Γερουσίᾳ. Καὶ ἔχει μεγάλην δύναμιν πολιτικὴν ἄλλην· τὸ νὰ γνωμοδοτῇ περὶ διαλύσεως τῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ δύναμιν τοιαύτην ἐπὶ ἑνὸς ἑκάστου νομοθετήματος, πολιτικὴν δύναμιν τοιαύτην νομοθετικὴν δὲν ἠθέλησεν ἡ Ἐπιτροπὴ νὰ προσδώσῃ εἰς τὴν Γερουσίαν. Ἐγὼ ὅμως λέγω ὅτι, ἂν ἤθελε γίνει ἀποδεκτὴ πρότασις τοιαύτη, καὶ βεβαίως δὲν φαντάζομαι ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ ἀποδεκτὴ πρότασις περὶ τῆς ἄρσεως τῶν ἑκάστοτε διαφωνιῶν διὰ συνελεύσεως, ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου τὴν πρότασιν τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ Κόμματος τῶν Προοδευτικῶν Φιλελευθέρων, ἡ ὁποία μετριάζει τὰς κακὰς συνεπείας τῆς κοινῆς συνελεύσεως· διότι ὁ κ. ἐξ Εὐρυτανίας πολιτευτὴς ἀπεδέχθη κατ’ ἀρχὴν τὸ σύστημα τὸ διατυπούμενον. Εἶπεν ὅμως μόνον τοῦτο, ὅτι, ἂν πρόκειται περὶ οὐσιωδῶν τροποποιήσεων, περὶ οὐσιωδῶν νομοθετημάτων, θὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα ἡ Βουλὴ διὰ τῶν ⅗ αὐτῆς νὰ εἴπῃ ὅτι διὰ τοῦτο τὸ νομοθέτημα χρειάζεται κοινὴ συνέλευσις. Ἄν ἤθελε γίνει δεκτὴ ἡ τοιαύτη πρότασις ἡ μετριάζουσα τὰς κακὰς συνεπείας τῆς ἑκάστοτε συνελεύσεως ἀπὸ κοινοῦ τῶν δύο Σωμάτων, πάλιν ποῖον θὰ ἦτο τὸ ἀποτέλεσμα; Ἄν ὑποθέσητε ὅτι νομοθέτημα ἐπιβλαβές, τὸ ὁποῖον προεκλήθη ἀπὸ μίαν πεπλανημένην λαϊκὴν γνώμην, τὸ ὁποῖον ἐγένετο ἐκ ρεύματος λαϊκοῦ, τὸ ὁποῖον ἐπεκράτησε πρὸς στιγμήν, νομοθέτημα τὸ ὁποῖον ἐγένετο διὰ πλειονοψηφίας μεγάλης μιᾶς Βουλῆς, ἡ Γερουσία τὸ ἀπορρίψῃ καὶ τὸ ἀπορρίψῃ ὡς ἐπιβλαβές, ποία θὰ εἶναι ἡ συνέπεια; Ἡ Βουλὴ ἔχει τὸ δικαίωμα διὰ τῶν ⅗ νὰ καλῇ ἀμέσως συνέλευσιν, νὰ προβαίνῃ εἰς ἄμεσον σύγκλησιν τῆς συνελεύσεως καὶ ἡ ἄμεσος σύγκλησις τῆς συνελεύσεως θὰ ἔχῃ ὡς ἀποτέλεσμα τὴν ἐπικύρωσιν ὑπὸ τῆς Συνελεύσεως τοῦ νομοθετήματος ἐκείνου τοῦ ἐπιβλαβοῦς. Τί ἐπιτυγχάνετε διὰ τούτου; Ἐπιτυγχάνετε τὴν πλήρη ἐπικράτησιν τῶν πλανῶν καὶ τὴν ἐπιψήφισιν τὴν ὁριστικὴν τοῦ νομοθετήματος. Ἐκλείπουν τὰ ἀγαθὰ τῆς ἀνασχετικῆς δυνάμεως, τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ Γερουσία διὰ τοῦ ἄλλου μέτρου, τῆς ἀναβολῆς ἐπὶ χρόνον, διὰ νὰ ἐπέλθῃ ἡ ψύχραιμος, ἡ ὥριμος ἀπόφασις· ἀναβολῆς ἐπὶ χρόνον διὰ νὰ διαφωτισθῇ ὁ πλανώμενος λαός, ὁ ὁποῖος ἠξίωσε τὴν ψήφισιν τοῦ νομοθετήματος, ἀναβολῆς ἐπὶ χρόνον μακρὸν διὰ νὰ ἀναχαιτισθῇ ἡ δημοκοπικὴ ὁρμὴ μιᾶς τυχὸν Κυβερνήσεως, ἀναβολῆς ἐπὶ χρόνον μακρὸν διὰ νὰ μελετηθῶσι τὰ πράγματα. Αὐτὴ ἡ ἀναβολὴ ἐπὶ χρόνον μακρόν, ἡ ὁποία θὰ ἔχῃ σωτήρια ἀποτελέσματα, ἐκλείπει αὐτοδικαίως, διότι παρέχεται τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Βουλὴν διὰ τῶν ⅗ αὐτῆς, καὶ ἀναντιρρήτως προκειμένου περὶ τοιούτου μέτρου θὰ συγκεντρώσῃ τὰ ⅗, νὰ καλέσῃ τὴν συνέλευσιν καὶ ἐν τῇ συνελεύσει θὰ ἐπικρατήσῃ ἀναντιρρήτως ὁ ἀριθμός, διότι, ὅπως καὶ ἂν τὸ κάμητε, ὁ ἀριθμὸς τῶν βουλευτῶν θὰ εἶναι διπλάσιος τοῦ ἀριθμοῦ τῶν γερουσιαστῶν. Δὲν ἐπιτυγχάνεται λοιπὸν ὁ ἀρτιώτερος καταρτισμὸς τοῦ νομοθετήματος. Ἐπιτυγχάνεται ὁ ἀρτιώτερος καταρτισμὸς τοῦ νομοθετήματος μόνον ἂν ἡ Βουλὴ ζητῇ τὴν ἄμεσον ἐπιψήφισιν τοῦ νομοθετήματος. Ἀλλ’ αὐτὸ αἴρει τὸν σκοπὸν τῶν δύο Σωμάτων. Πρὸς ποῖον λόγον νὰ ἔχωμεν δύο Σώματα; Δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν καὶ ἕν, ἀρκεῖ νὰ αὐξήσωμεν τὸν ἀριθμὸν ἀπὸ 200 εἰς 300. Ἂν ἀπὸ κοινοῦ πρόκειται νὰ ἀποφασίζουν περὶ τῶν νομοθετημάτων, ἐν τῇ αὐτῇ ἀτμοσφαίρᾳ νὰ σκέπτωνται καὶ ὑπὸ τὸ κράτος τῶν αὐτῶν ἀντιλήψεων νὰ κρίνωσιν, ἂν πρόκειται νὰ παρασύρωνται, συνεδριάζοντα ἀπὸ κοινοῦ, μὲ τὰς αὐτὰς ὁρμάς, εἶναι περιττὸν καὶ νὰ ὑφίστανται τὰ δύο Σώματα. Ὅταν τὰ Σώματα κεχωρισμένως σκέπτωνται, κεχωρισμένως δρῶσιν ὑπὸ ἄλλην ἑκάστοτε ἀτμόσφαιραν, ἄνευ νευρικότητος, τὸ ἓν χωρὶς νὰ παρασύρῃ τὸ ἄλλο, μὲ πεῖραν, μὲ σκέψιν βαθεῖαν, ὄχι μὲ νεανικὴν ὁρμήν, τότε μόνον, ὅταν τὰ δύο Σώματα δρῶσιν ἰδιαιτέρως ἑκάστοτε, τότε μόνον δύνασθε νὰ ἐπιτύχητε τοῦ σκοπίμου, τότε δύνασθε νὰ ἐπιτύχητε καὶ ἐπωφελεῖς συνεπείας τῆς ὑπάρξεως τῆς Γερουσίας. Τὸ ἓν νὰ ἐμποδίζῃ τὸ ἕτερον, τὸ ἓν νὰ συμπληροῖ τὸ ἕτερον. Φοβοῦμαι ὅτι, ἂν ἠθέλετε ἀποδεχθῆ τὴν πρότασιν ταύτην καὶ ἠθέλετε καταστήσει κοινὴν τὴν συνέλευσιν, δὲν θὰ ὑπάρξῃ περίπτωσις, νομίζω, δὲν θὰ ὑπάρξῃ σοβαρά, διὰ νὰ μετανοήσωμεν διὰ τὴν ὕπαρξιν τῶν δύο Σωμάτων. Ὁ χρόνος εἶναι ὁ μεγαλύτερος ἰατρός. Πόσα ἐφαντάσθημεν πρὸς στιγμὴν ὅτι ἔχουσι καλῶς, ὅτι βαίνουσι καλῶς καὶ διερρυθμίσθησαν καλῶς ὑπὸ τὸ κράτος τῶν πρώτων ἐντυπώσεων καὶ ποσάκις σκληρῶς μετενοήσαμεν μετὰ πάροδον ὀλίγου χρόνου; Διὰ πόσας ἀποφάσεις, αἵτινες οὕτω βιαίως ἐλήφθησαν, δὲν μετενοήσαμεν σκληρῶς; Τί ἄλλο μᾶς ἔκαμε νὰ μετανοήσωμεν παρὰ ὁ ἀθάνατος χρόνος; Ὁ χρόνος ὁ ὁποῖος ἐψύχρανε τὰ πάθη, ὁ ὁποῖος ἀφῆκε τὴν σκέψιν ἐλευθέραν καὶ ἐσκέφθημεν ὡρίμως καὶ εἴπομεν ὅτι ἦτο πλάνη ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐκάμομεν. Χρόνος λοιπὸν πρέπει νὰ μεσολαβῇ καὶ διὰ τοῦτο ἡ ἐπὶ τοῦ Συντάγματος Ἐπιτροπὴ κατέληξεν εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι τὸ σύστημα τοῦτο εἶναι ἄρτιον. Δὲν ἔχω τὴν συνήθειαν νὰ καταφεύγω εἰς ξένα συγγράμματα καὶ ξένους συγγραφεῖς, ὄχι διὰ τὴν ἀδυναμίαν τοῦ ἀνευρίσκειν εἰς τὰ ἐγχειρίδια τὰς διαφόρους γνώμας, ἀλλὰ διότι εἰς ὅλα τὰ θέματά μου πάντοτε ἠθέλησα νὰ ἁρμονίζωμαι περισσότερον πρὸς τὰ Ἑλληνικὰ πράγματα καὶ νὰ ἐξετάζω ἂν αἱ γνῶμαι τῶν ἄλλων δύνανται νὰ ἐφαρμοσθῶσιν εἰς τὰ Ἑλληνικὰ πάτρια. Εἶναι γεγονὸς ὅτι καὶ τὰ νεώτερα πολιτεύματα τοῦτο τὸ σύστημα ἀποδέχονται. Τὸ ἀποδέχονται μάλιστα τὸ σύστημα τοῦτο, ἐνῶ ἔχουσιν ἄμεσον ἐκλογὴν τῆς Γερουσίας διὰ καθολικῆς ψηφοφορίας. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι εἰς τὴν διατύπωσιν τῶν διατάξεων τούτων, ἰδίᾳ δὲ τοῦ ἄρθρου 9, ὑπῆρξεν ὀλίγον ἀτυχὴς ἡ Ἐπιτροπή, ἀτυχὴς διότι τὸ τελευταῖον ἐδάφιον τοῦ 9 ἄρθρου ἐτέθη, ὑποθέτω, ἐξ ἀβλεψίας τῶν ἄλλων παρασυρθέντων ἀπὸ τὴν πρώτην διάταξιν τοῦ ἄρθρου 8. Εἶναι ἀναντίρρητον ὅτι ἡ δευτέρα διάταξις δύναται νὰ λείψῃ αὐτοδικαίως. Ἐπίσης εἰς τὸ ἄρθρον 9 παρελείφθη ἡ περίπτωσις κατὰ τὴν ὁποίαν πρόκειται ἡ πρότασις νὰ ἀπορριφθῇ, διότι λέγει τὸ ἄρθρον (ἀναγινώσκει): «Ἄν ἡ Βουλὴ.... κλπ.». Ἀλλ’ εἶναι προφανὲς ὅτι, ἂν τὴν ἀπορρίψῃ ἡ Γερουσία, ποῖος νόμος θέλει ἀποκατασταθῆ; Ἑπομένως εἶναι μία παράλειψις, ἡ ὁποία εἶναι ἀνθρώπινον νὰ γίνῃ, ὅταν διατυποῦνται διατάξεις τοῦ Συντάγματος, καὶ διὰ τοῦτο ἡ συζήτησις διορθώνει τὰς ἀτελείας, αἱ ὁποῖαι τυχὸν ὑπάρχουσιν εἰς τὴν διατύπωσιν αὐτήν. Τὸ δὲ τελευταῖον ἐδάφιον δὲν δύναται νὰ ἀπαλειφθῇ εἰμὴ διὰ πλειονοψηφίας. Αὐτὸ πρέπει νὰ ἐκλείψῃ καὶ νὰ τεθῇ «ὁπότε ἡ Βουλὴ ἀποφασίζει ὁριστικῶς». Διότι, ὅπως ὀρθῶς παρετήρησεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μαντινείας πολιτευτής, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς ἤθελε τεθῆ εἰς δευτέραν μοῖραν. Ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου τὴν πρότασιν τοῦ κ. Παπαναστασίου ὅσον ἀφορᾶ τὸ πρῶτον ἄρθρον καὶ ἐν τῇ διατυπώσει διώρθωσα ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἀγορεύων προέτεινα, «πρώτην καὶ δευτέραν ἀνάγνωσιν», διότι ἐφανταζόμην ὅτι εὑρέθην σύμφωνος πρὸς τὴν παρατήρησιν ὅτι ἦτο ἐνδεχόμενον ἡ Βουλὴ νὰ ἀποδεχθῇ μίαν τροποποίησιν εἰς τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν καὶ ἀπορρίψῃ εἰς τὴν δευτέραν. Διὰ τοῦτο ἐν τῇ προτάσει του διορθώνων λέγει ὅτι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἡ πρότασις νόμου νὰ ψηφίζηται ἐφάπαξ καὶ νὰ ἐπακολουθῇ ἡ δευτέρα συζήτησις μετὰ τετράμηνον.
§3Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἔτσι τὸ διετύπωσα.
§4Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Αὐτὸ λέγω· μοὶ φαίνεται ὅτι καὶ αὐτὸ ἠδύνατο νὰ ἐκλείψῃ. Διατί νὰ μεταβάλωμεν τὸν τρόπον τῆς συζητήσεως καὶ ψηφίσεως τῶν νομοθετημάτων; Διότι, ἂν λέγωμεν ὅτι εἰς τὴν δευτέραν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν καὶ ἡ ψήφισις τοῦ συνόλου ἀναβάλλεται ἐπὶ τετράμηνον, ὅτε ἐπιτρέπεται νέα συζήτησις, τὸ πρᾶγμα ἤθελεν εἶσθαι εἰς ἀντίθεσιν πρὸς τὸ κρατοῦν σύστημα τῆς ψηφίσεως τῶν νόμων. Καὶ διατί, ἂν ἑκάστοτε ἠθέλομεν νὰ προσαρμόσωμεν μίαν διάταξιν, νὰ τροποποιῶμεν τὰς ἄλλας διατάξεις τοῦ Συντάγματος; Νομίζω ὅτι δύναται νὰ τηρηθῇ τὸ αὐτὸ σύστημα ψηφίσεως τῶν νόμων, δηλαδὴ τῶν δύο ἀναγνώσεων, καὶ νὰ εἴπωμεν, ἂν κατὰ τὴν δευτέραν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν ἡ Βουλὴ τὸ ἀπορρίψῃ, τότε ἡ ψήφισις τοῦ συνόλου ἀναβάλλεται, ὅτε ἐπιτρέπεται νέα συζήτησις. Τοιουτοτρόπως εἴμεθα ἐν ἁρμονίᾳ πρὸς τὴν γενικὴν διάταξιν περὶ τοῦ τρόπου καθ’ ὃν ἡ Βουλὴ θὰ καταρτίζῃ τοὺς νόμους.
§5Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἡ ἐπιψήφισις ἐπαναφέρει τὸ ζήτημα εἰς τὴν Βουλήν· ἑπομένως δὲν κάμνομεν καμμίαν παρέκβασιν.
§6Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἡ παρατήρησίς σας εἶναι ὀρθὴ κατὰ τοῦτο, ὅτι δὲν λαμβάνετε ὑπ’ ὄψιν ὅτι τροποποιήσεις οὐσιώδεις μεταβάλλουσι καθ’ ὁλοκληρίαν ἓν νομοθέτημα καὶ τὴν εἰσαγωγὴν ἐκ νέου νομοθετήματος νέου σχεδόν, νέας προτάσεως νόμου· διότι αἱ οὐσιώδεις τροποποιήσεις αἱ ὁποῖαι ἐπέρχονται πρέπει νὰ τύχωσι τῆς αὐτῆς προσοχῆς καὶ συζητήσεως τῆς Βουλῆς, διότι εἶναι διατάξεις τὰς ὁποίας τυχὸν ἡ Γερουσία θέλει φέρει ὡς νέας. Ἑπομένως τὸ πρᾶγμα δὲν ἔχει σπουδαίαν σημασίαν, ἀλλὰ λέγω ὅτι εἶναι περιττὸν νὰ μεταβάλωμεν τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος, ἡ ὁποία κανονίζει τὸν τρόπον τῆς ψηφίσεως τῶν νόμων.
§7Γ. ΣΕΧΙΩΤΗΣ. Ἡ διατύπωσις τοῦ κ. Παπαναστασίου ἀφορᾷ ὄχι μόνον εἰς τροποποίησιν τῶν νόμων ὑπὸ τῆς Γερουσίας, ἀλλὰ καὶ εἰς ἀπόρριψιν. Ἄν ἡ Γερουσία, λέγει, ἀπορρίψῃ τὴν πρότασιν, αὕτη ἐπανέρχεται εἰς τὴν Βουλήν, ὅτε αἴρεται τὸ χρονικὸν ἐκεῖνο διάστημα τὸ ὁποῖον θεωρεῖται ἀπαραίτητον διὰ τὴν διαφώτισιν τὴν γνώμην, διὰ τὴν μεταβολὴν τῆς γνώμης τῆς Βουλῆς κλπ. Ὅπως ἔχει διατυπωθῆ, ἔχει διατυπωθῆ κακῶς ἡ πρότασις τοῦ κ. Παπαναστασίου· λέγει (ἀναγινώσκει): «Ἄν ἡ Γερουσία ἀπορρίψῃ... κλπ.».
§8Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Ἐπιστρέφεται· δὲν γίνεται νόμος τοῦ Κράτους.
§9Γ. ΣΕΧΙΩΤΗΣ. Λέγει ὅτι, ἂν ἡ Γερουσία ἀπορρίψῃ τὴν πρότασιν, αὕτη ἐπιστρέφεται εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εἰσάγεται ἐκ νέου εἰς συζήτησιν. Κατὰ συνέπειαν δὲν παρεμβάλλει τὸ χρονικὸν ἐκεῖνο διάστημα τὸ ὁποῖον ἡμεῖς θεωροῦμεν ἀπαραίτητον. Ἐγὼ εἰς μίαν τροπολογίαν τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον ὁρίζω τὴν ἀπόρριψιν τῆς τροπολογίας καὶ λέγω (ἀναγινώσκει): «Ἄν ἡ Βουλὴ ἀπορρίψῃ τὴν πρότασιν.... κλπ.».
§10Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Κύριε συνάδελφε, ἂν εἴχετε τὴν καλωσύνην νὰ μὲ ἀναμείνητε, θὰ ἐβλέπετε ὅτι καὶ ἡμεῖς εἰς αὐτὸ θὰ κατελήγομεν. Ἀλλὰ δὲν ἔχω ἤδη ἐξετάσει τὸ θέμα τοῦτο· ὁμιλῶ ἔτι περὶ τῆς διατυπώσεως εἰς τὸ σημεῖον εἰς τὸ ὁποῖον ὡμίλησα, θὰ ἔφθανον δὲ εἰς τὸ σημεῖον περὶ οὗ ἀσχολεῖσθε. Διὰ τοῦτο καὶ ἐγὼ ἐπείσθην ὅτι ἡ ἀπόρριψις πρέπει νὰ εἶναι ἐντελῶς διάφορος ἀπὸ τὴν τροπολογίαν, καὶ διετύπωσα ἰδίαν πρότασιν, ὅτι τὸ τετράμηνον εἶναι ἀπαραιτήτως ἀναγκαῖον προκειμένου περὶ ἀπορρίψεως, ἡ χρονικὴ ἀπόστασις πρέπει νὰ ἐπέλθῃ προκειμένου περὶ ἀπορρίψεως, διότι ἡ ἀπόρριψις ἀπὸ μέρους τῆς Γερουσίας σημαίνει ὅτι ἡ πρότασις νόμου δὲν εἶναι ἀναγκαία καὶ τὴν ἀπορρίπτει... Ἀλλὰ προκειμένου περὶ τροποποιήσεων εἶναι εὔλογον ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὁ ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν Φιλελευθέρων εἶπε καὶ ὁ κ. πληρεξούσιος Μαντινείας, ὅτι διατί ἡ Βουλὴ νὰ μὴ ἔχῃ τὴν εὐχέρειαν νὰ συνέλθῃ καὶ νὰ εἴπῃ ὅτι ἀποδέχεται τὰς τροποποιήσεις. Ἡμεῖς εἴχομεν διατυπώσει τοιαύτην περίπτωσιν, ἀλλὰ τὴν εἴχομεν διατυπώσει: «ὅταν ἡ Γερουσία τροποποιήσῃ τὴν πρότασιν καὶ χαρακτηρίσῃ ἐπείγουσαν τὴν πρότασιν ταύτην, ἐπανέρχεται ἀμέσως εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἐπιλαμβάνεται αὕτη ἀμέσως τῆς συζητήσεως αὐτῆς». Εἶναι ἀρτιωτέρα ὅμως ἡ προταθεῖσα διατύπωσις, καθ’ ἣν ἡ πρότασις ἡ τροποποιητέρα πρέπει νὰ ἐπανέρχηται ἀμέσως εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἂν ἡ Βουλὴ δεχθῇ τὰς τροποποιήσεις, τότε καθίσταται νόμος ἡ πρότασις, ἄλλως ἀναβάλλεται καὶ πάλιν ἐπὶ τετράμηνον ἡ ὁριστικὴ ψήφισις αὐτῆς. Ἑπομένως δὲν διαφωνοῦμεν εἰς τοῦτο, ὑποθέτω δὲ ὅτι καὶ ὁ κ. πληρεξούσιος Μαντινείας δὲν θὰ ἔχῃ ἀντίθετον γνώμην, νὰ διχάσῃ τὴν πρότασίν του, καὶ προκειμένου μὲν περὶ ἀπορρίψεως ἡ πάροδος τοῦ χρόνου νὰ εἶναι ἀναγκαία, προκειμένου δὲ περὶ τροποποιήσεως νὰ δύναται ἡ Βουλὴ νὰ συνέλθῃ καὶ νὰ ἐπιληφθῇ τοῦ θέματος ἀμέσως. Διότι προκειμένου περὶ ἀπορρίψεως ἡ Βουλὴ, συνερχομένη, τί νὰ εἴπῃ; Νὰ συμφωνήσῃ μὲ τὴν Γερουσίαν ὅτι ἀπορρίπτει καὶ αὐτὴ τὴν πρότασιν; Βεβαίως τοῦτο ἔχει νόημα μόνον περὶ τροποποιήσεων προκειμένου καὶ ὑπὸ τὸ πνεῦμα αὐτὸ ὁ κ. Σεχιώτης διετύπωσε τὴν πρότασίν του. Νομίζω, κύριοι πληρεξούσιοι, ὅτι μὲ τὴν νέαν ταύτην διαρρύθμισιν, ἡ ὁποία προέκυψεν ὡς ἀνάγκη μετὰ τὴν γενομένην συζήτησιν, δύναται ἡ Συνέλευσις νὰ ἀποδεχθῇ τὰ δύο ἄρθρα περὶ ἄρσεως τῆς διαφωνίας μεταξὺ Γερουσίας καὶ Βουλῆς. Βεβαίως δὲν διεκδικεῖ ἡ ἐπὶ τοῦ Συντάγματος Ἐπιτροπὴ τὸ ἀλάθητον, ἀφοῦ ὑπέπεσεν εἰς λάθη καὶ κατὰ τὴν διατύπωσιν, ἀλλὰ νομίζω ὅτι ὅλα αὐτὰ εἶναι φάρμακα, τὰ ὁποῖα ἐμφανίζονται μὲ ὀλιγωτέραν δραστικότητα τοῦ φαρμάκου τὸ ὁποῖον συνιστᾷ ἡ Ἐπιτροπὴ πρὸς ἄρσιν τῆς συγκρούσεως. Νομίζω, κύριοι, ὅτι θὰ ἐπακολουθήσῃ συζήτησις καὶ θὰ ἀκουσθῶσι καὶ ἄλλαι γνῶμαι. Εἴθε αἱ γνῶμαι αὗται νὰ εἶναι σοφώτεραι καὶ νὰ μεταπείσωσι τὰ μέλη τῆς ἐπὶ τοῦ Συντάγματος Ἐπιτροπῆς. Τὸ ἐπ’ ἐμοί, ἂν κατέληγεν ἡ Συνέλευσις εἰς τὸ νὰ ἀποδεχθῇ καὶ τὸ ἔσχατον μέτρον τὸ ὁποῖον προέβαλεν ἡ ἀνάγκη διὰ τοῦ στόματος τοῦ ἀρχηγοῦ τῶν Προοδευτικῶν Φιλελευθέρων, τὸ μέτρον τοῦτο ἔπρεπε νὰ ἐπεκταθῇ καὶ εἰς τὴν δευτέραν περίπτωσιν· εἴτε ἡ Γερουσία ἀπορρίψῃ τὴν πρότασιν εἴτε δὲν τὴν ἀπορρίψῃ, ἑκάτερον τῶν δύο Σωμάτων διὰ μεγάλης πλειονοψηφίας—ἴσως–ἴσως μάλιστα θὰ ἔλεγον ὅτι πρέπει νὰ αὐξηθῇ ἀκόμη περισσότερον ἡ πλειονοψηφία διὰ νὰ καταστῇ δυσχερεστέρα ἡ συγκρότησις τῆς συνελεύσεως — ἑκάτερον τῶν δύο Σωμάτων νὰ δύναται νὰ προκαλῇ τὴν διπλῆν ταύτην συνέλευσιν. Τὸ ἀπεύχομαι χάριν τοῦ κύρους τῆς Βουλῆς, τὸ ἀπεύχομαι χάριν τῆς ἐπιτυχίας τοῦ θεσμοῦ τῆς Γερουσίας, διότι τὸ χωριστὸν συνέδριον εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θὰ ἐπιβληθῇ εἰς τὴν λαϊκὴν ψυχήν.
§11Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Εἶμαι ὑποχρεωμένος, κύριοι, καὶ ἐγὼ νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις διὰ νὰ ἀναπτύξω ἐνώπιον ὑμῶν τὴν γνώμην τὴν ὁποίαν ἐν ὀλίγοις καὶ παρεμπιπτόντως ἀνέπτυξα ὅτε εἶχον τὴν τιμὴν νὰ εἶμαι πρόεδρος τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς. Ἡ γνώμη μου δὲν εἶναι γνώμη τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι γνώμη ἑνὸς μέλους τῆς Ἐθνικῆς Συνελεύσεως· διότι, ὡς ἐπανειλημμένως καὶ κατὰ κόρον εἴπομεν, τὰ συνταγματικὰ ζητήματα δὲν εἶναι ζητήματα ποσῶς κυβερνητικά. Ἐπεθύμουν πρῶτον νὰ ἐξετάσωμεν τὴν δύναμιν καὶ τὴν ἔκτασιν ἐπιχειρημάτων τινῶν, ἀχθέντων πρὸς ὑποστήριξιν τῆς μιᾶς ἢ τῆς ἄλλης λύσεως. Περὶ τοῦ θεσμοῦ τῆς Γερουσίας δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ συζήτησις, διότι κατ’ ἀρχὴν ἔχει γίνει ἤδη δεκτή, θεσπισθεῖσα ἐν προηγουμένῳ ἄρθρῳ. Ἀλλὰ καὶ ἡ συζήτησις ἡ ὁποία ἐγένετο σχετικῶς περὶ τοῦ σχηματισμοῦ μιᾶς προσωρινῆς Γερουσίας κατέδειξεν ὅτι δὲν ὑπάρχει διαφωνία τις ἐπὶ τῆς ἀνάγκης τῆς ὑπάρξεως τοῦ θεσμοῦ τῆς Γερουσίας. Θὰ ἦτο λοιπὸν παλιλλογία νὰ ἐπαναλαμβάνωμεν τοὺς λόγους τοὺς ὑπαγορεύοντας παρ’ ἡμῖν τὴν ὕπαρξιν τοῦ Σώματος τούτου. Ἐλέχθη ὅμως ὅτι πρέπει νὰ προσέξωμεν εἰς τὸ ὅτι ἡ τάσις τῶν νεωτέρων πολιτευμάτων εἶναι ὅπως μεταθέτουν εἰς τὴν Κάτω Βουλὴν τὴν δύναμιν τὴν νομοθετικὴν καὶ τὴν δύναμιν τὴν πολιτικήν. Καὶ ἤχθη ὡς παράδειγμα τὸ παράδειγμα τῆς Ἀγγλίας, ἥτις ἀπὸ τοῦ 1911 ἔδειξεν ὅτι ἐννοεῖ ν’ ἀφαιρέσῃ καὶ ἀφήρεσε πράγματι προνόμια ἀπὸ τὴν Ἄνω Βουλήν, μεταθέσασα ταῦτα εἰς τὴν Κάτω Βουλήν. Ἐπίσης ἤχθη ὡς παράδειγμα τὸ τῶν Συνταγμάτων τῆς Τσεχοσλοβακίας καὶ τῆς Πολωνίας, ὅπου ἡ Κάτω Βουλὴ εἶναι ἡ ἔχουσα τὴν δύναμιν. Ἔχω δισταγμούς, κύριοι, πιθανὸν νὰ μὴ εἶναι ὀρθοί, ἀλλ’ ὀφείλω νὰ τοὺς ἐκδηλώσω, ἐπὶ τῆς ἀκριβείας τῆς ἑρμηνείας τῶν παρατηρήσεων τούτων. Ἀφῃρέθησαν προνόμια ἀπὸ τὴν Ἄνω Βουλὴν τῆς Ἀγγλίας· εἶναι ἀναμφισβήτητον. Ἀλλὰ πρόκειται ἐκεῖ περὶ Βουλῆς ὁπωσδήποτε προερχομένης ἐκ τῆς λαϊκῆς θελήσεως; Ὄχι βέβαια. Πρόκειται περὶ Γερουσίας προερχομένης εἴτε ἀμέσως εἴτε ἐμμέσως ἐκ τοῦ λαοῦ; Ὄχι βέβαια. Πρόκειται περὶ Γερουσίας, θεσμοῦ, δύναταί τις εἰπεῖν, ἀναχρονιστικοῦ διὰ τὰς σημερινὰς ἀντιλήψεις, ἀπὸ τὸν ὁποῖον περιέκοψαν τινὰ μόνον ἐκ τῶν δικαιωμάτων αὐτοῦ καὶ ἰδιαίτατα τὰ ἀφορῶντα τὰ τῆς οἰκονομικῆς νομοθετήσεως. Ἄν ἔλεγέ τις ὅτι ἡ τάσις ἡ νεωτέρα εἶναι, ὅπως μὴ ὑπάρχουν πλέον αἱ Γερουσίαι αἱ μὴ προερχόμεναι ἐκ τῆς λαϊκῆς θελήσεως, εἴτε ἀμέσως εἴτε ἐμμέσως, τοῦτο θὰ ἦτο ἀκριβές, μολονότι εἴδομεν καὶ εἰς νεώτερα πολιτεύματα συνταχθέντα μετὰ τὸν πόλεμον Γερουσίας διασωζούσας ἴχνη τῆς παλαιᾶς αὐτῶν καταγωγῆς καὶ τῆς παλαιᾶς αὐτῶν συγκροτήσεως. Τὰ παραδείγματα τῆς Τσεχοσλοβακίας καὶ τῆς Πολωνίας φαίνονται ἀποφασιστικώτερα. Ἐκεῖ τῳόντι ἡ Ἄνω Βουλὴ προέρχεται ἐκ τῆς λαϊκῆς θελήσεως ἀμέσως. Καὶ ὅμως ἐπικρατεῖ κατὰ τὴν διαδικασίαν, τὴν ὁποίαν εἴδετε εἰς τὰ κείμενα τὰ μεταφρασμένα, ἡ θέλησις τῆς Κάτω Βουλῆς. Ἀπέναντι τούτων καὶ προτοῦ ἐρευνήσῃ τις τὸν θεσμόν, οἷος διετυπώθη εἰς τὰ δύο ταῦτα Κράτη, δὲν δύναταί τις νὰ παρίδῃ ὅτι ἐν Γαλλίᾳ τὸ πολίτευμα, τὸ ὁποῖον ἀπὸ μιᾶς πεντηκονταετίας λειτουργεῖ κατὰ τρόπον παρέχοντα ὅσον ἔνεστιν ὀλιγωτέρας δυσκολίας καὶ συγκρούσεις, ἀκριβῶς λόγῳ τῆς ἐλαστικότητος αὐτοῦ, ἀκριβῶς λόγῳ ὅτι δὲν εἶναι νομοθετικῶς περιωρισμένον, ὅπως ἦσαν τὰ προηγούμενα Συντάγματα τῆς Γαλλίας, τοῦ 1848, τοῦ 1830 καὶ τὰ παλαιότερα, ἐν Γαλλίᾳ, λέγω, τὸ πολίτευμα παρουσιάζει τὸ φαινόμενον ὅτι ἡ Γερουσία ἀσκεῖ ἤδη καὶ πολιτικὴν ἐξουσίαν. Ἠμφισβητεῖτο μέχρι τινὸς τὸ πρᾶγμα καὶ δὲν ἦτο εἰς τὰ ἔθιμα τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, οἷον ἀσκεῖται διὰ τῶν δύο ἐκεῖ Σωμάτων, τὸ παραιτεῖσθαι τὴν Κυβέρνησιν, ἂν δὲν ἐλάμβανε ψῆφον ἐμπιστοσύνης ἐκ μέρους τῆς Γερουσίας. Ἀπό τινων ὅμως ἐτῶν καθιερώθη καὶ τοῦτο. Ἔχομεν λοιπὸν ἐκεῖ μίαν ροπὴν κατ’ ἔθιμον ἐπαυξήσεως τῶν δικαιωμάτων τῆς Ἄνω Βουλῆς καὶ καθιερώθη οὐχὶ ἅπαξ οὐδὲ δὶς νὰ ζητῆται ἡ ἐμπιστοσύνη τῆς Γερουσίας διὰ τὴν παραμονὴν τῆς Κυβερνήσεως ἐν γένει. Ἡ ἐξήγησις ἐξ ἄλλου τῶν αἰτίων τῶν ὑπαγορευσάντων τὰς διατάξεις τὰς καθωρισμένας εἰς τὰ Συντάγματα τῆς Τσεχοσλοβακίας καὶ τῆς Πολωνίας ὀφείλεται, κατ’ ἐμέ, εἰς τοῦτο κυρίως: Οἱ λαοὶ οὗτοι ἔζησαν ἐπὶ μακρὰν σειρὰν αἰώνων ὑπὸ ἀφόρητον δεσποτισμόν. Τὰ μέρη τῆς Πολωνίας, τὰ ὁποῖα ἀνῆκον εἰς τὴν Αὐστριακὴν Αὐτοκρατορίαν ἢ εἰς τὴν Γερμανικὴν Αὐτοκρατορίαν, καὶ ἡ Τσεχοσλοβακία εἶχον εἶδός τι συνταγματικοῦ πολιτεύματος, πάντως ὅμως δὲν εἶχον κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα. Ὁ μεγαλύτερος δὲ ρόλος διεδραματίζετο ἐν Αὐστρίᾳ ἀπὸ τὸν Μονάρχην καὶ ἀπὸ τὴν Ἄνω Βουλήν, ἥτις συνεκροτεῖτο ἀπὸ παλαιοὺς ἀρχοντικοὺς οἴκους τῶν Αὐστριακῶν, ἐκείνων δηλαδὴ ἀκριβῶς οἵτινες ὑπῆρξαν καὶ οἱ δεσπόται, οἱ δυνάσται, οἱ χωροδεσπόται τῶν δύο ἐκείνων Χωρῶν. Ἡ ἀνάμνησις λοιπὸν τῆς Ἄνω Βουλῆς εἰς τοὺς δύο ἐκείνους λαοὺς ἦτο λίαν δυσάρεστος. Ὑπῆρχε φόβος τις κατὰ τοῦ θεσμοῦ τῆς Γερουσίας, φόβος ἀνάλογος πρὸς ἐκεῖνον τὸν ὁποῖον ὑπέστησαν οἱ ἡμέτεροι, ὅτε πρὸ ἑξήκοντα ἐτῶν ἐπεξειργάσθησαν τὸ Σύνταγμα, τὸ ἀναθεωρηθὲν κατὰ τὸ 1911, φόβος ὅστις ἐξεδηλώθη καὶ μέχρι τοῦ 1911, ὅτε κατ’ ἰσοψηφίαν ἀπερρίφθη ὁ θεσμὸς τῆς Γερουσίας ἐν τῇ Συνταγματικῇ Ἐπιτροπῇ, οὐδαμῶς δὲ συνεζητήθη τότε ἐν τῇ Ἀναθεωρητικῇ Βουλῇ. Εὑρισκόμενοι ἐνώπιον τοῦ φόβου τούτου, ἀναγνωρίζοντες ὅμως ἐξ ἄλλου ὑπὸ τὴν φωτεινὴν ὁδηγίαν διαπρεπῶν ἐπιστημόνων καὶ πολιτικῶν τὴν ἀνάγκην τῆς ὑπάρξεως ἑνὸς δευτέρου Σώματος, ἔλαβον τὸ μέτρον τῆς ἀμέσου ἐκλογῆς τοῦ Σώματος τούτου ἐκ τῆς λαϊκῆς βουλήσεως. Ἀλλὰ καὶ τοῦτο δὲν ἐθεωρήθη ἀρκετόν. Ἠθέλησαν περαιτέρω νὰ ἀσφαλισθῶσιν ἐκ τοῦ φόβου ἐπικρατήσεως τῆς Ἄνω Βουλῆς. Καὶ ἔθεσαν καὶ τὴν διάταξιν κατὰ τὴν ὁποίαν, ἐν περιπτώσει διαφωνίας, ἐπέρχεται ἡ ἐπικράτησις τῆς Κάτω Βουλῆς. Ἀλλά, κύριοι, παρακολουθῶν, ἐφόσον εἶναι δυνατόν, ὁσάκις μάλιστα πρόκειται περὶ λαῶν τῶν ὁποίων ἀγνοεῖ τις τὴν γλῶσσαν καὶ μόνον ἀπὸ ἄλλας πηγὰς δύναται νὰ παρακολουθήσῃ τὴν ἐξέλιξιν τῆς ἐφαρμογῆς θεσμῶν δι’ αὐτοὺς πρωτοτύπων, παρακολουθῶν, λέγω, αὐτὰ διατελῶ ὑπὸ τὴν ἐντύπωσιν ὅτι κατὰ τοιοῦτον τρόπον αἱ Γερουσίαι ἐκεῖναι κατεδικάσθησαν σχεδὸν εἰς ἀδράνειαν. Ἐνῷ, ἐκ τοῦ ἐναντίου, εἴδετε κατὰ ποῖον θετικὸν τρόπον δρᾷ ἡ Γερουσία ἐν τῇ Γαλλικῇ Δημοκρατίᾳ. Ὑπηρεσίας πολυτίμους ἔχει παράσχει διὰ τὴν περικοπὴν δαπανῶν, ἐνίοτε δὲ καὶ πρὸς ὑποδείξεις νέων προσόδων. Ὑπῆρξαν αἱ ὑπηρεσίαι της πολύτιμοι ἐν Γαλλίᾳ ἰδίᾳ μετὰ τὸν πόλεμον. Οἱ γερουσιασταὶ ἐκλεγόμενοι διὰ μίαν ἐννεαετίαν ἐξ ἐμμέσου ἐκλογῆς δὲν ἔχουν ἀνάγκην νὰ θεραπεύσουν τὰ λαϊκὰ αἰσθήματα, τὰς λαϊκὰς ὀρέξεις καὶ τὰς λαϊκὰς ὁρμάς. Συμβαίνει μάλιστα πολλάκις, ὅπως ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ εἴπω καὶ εἰς τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπήν, εἰς παραμονὰς ἐκλογῶν μάλιστα ἀφειδῶς οἱ βουλευταὶ εἴτε νὰ ἐλαττώνουν φόρους εἴτε νὰ παραχωροῦν χρηματικὰ ποσὰ εἰς θεραπείαν τοπικῶν ἰδίᾳ ἀναγκῶν, εὐάρεστοι μὲν γινόμενοι εἰς τοὺς ἐκλογεῖς αὐτῶν, γνωρίζοντες ὅμως ἀσφαλῶς ὅτι ἡ Ἄνω Βουλὴ δὲν πρόκειται νὰ ἐπικυρώσῃ τὰ ὑπ’ αὐτῶν κατὰ τοιοῦτον γενναῖον τρόπον διδόμενα. Καὶ ἂν ἐπέτυχεν ἐκεῖ ἡ Γερουσία, ἐπέτυχε, διότι εἰσῆλθον ἄνδρες ἐν αὐτῇ οἱ ὁποῖοι ἀληθῶς τιμῶσι τὸν πολιτικὸν κόσμον τῆς Γαλλίας, ἀφοῦ εἶχον προηγουμένως τιμήσει τὸ Κοινοβούλιον. Ἄνδρες ἀποτυχόντες ἐνώπιον μιᾶς λαϊκῆς λαίλαπος, καὶ γνωρίζομεν ὅτι τὰ λαϊκὰ ρεύματα εἶναι πολλάκις ἀλόγιστα, εὑρῆκαν τὴν πρώτην εὐκαιρίαν νὰ εἰσέλθωσιν εἰς τὴν Γερουσίαν καὶ νὰ ὑπηρετήσωσιν ἐκεῖ τὴν πατρίδα των. Ἀπέτυχεν ὁ Κλεμανσώ, ἔγινε μετ’ ὀλίγον γερουσιαστὴς, ὡς γερουσιαστὴς δὲ κατὰ τὸ διάστημα τοῦ πολέμου προήδρευε τόσον τῆς ἐπὶ τῶν ἐξωτερικῶν Ἐπιτροπῆς τῆς Γερουσίας ὅσον καὶ τῆς ἐπὶ τῶν στρατιωτικῶν Ἐπιτροπῆς τοῦ αὐτοῦ Σώματος. Καὶ εἰς τὰς συζητήσεις τῆς Γερουσίας ἐστερεώθη ἡ ἰδέα ὅτι θὰ ἠδύνατο νὰ σώσῃ τὸν Τόπον του, κλονισθέντα κατὰ τὸ 1917 ἐσωτερικῶς, ἀνετέθη δὲ αὐτῷ ἡ Ἐξουσία καὶ πράγματι ἐσώθη ὁ ἀγών. Ὁ Κλεμανσώ, ὁ Πουανκαρέ, ὁ Ριμπώ, ἄνθρωποι γενόμενοι Πρωθυπουργοὶ ἢ καὶ Ὑπουργοί, κατέφυγον εἰς τὴν Γερουσίαν, ἵνα παράσχωσιν ὑπηρεσίας εἰς τὴν πατρίδα των, γνωρίζοντες ὅτι θὰ ἔχωσι καὶ αὐτοὶ πολιτικὴν δύναμιν. Εἰσέρχονται ἐκεῖ ὅσοι, εἴτε ἕνεκα τοῦ χαρακτῆρός των εἴτε, ὅπερ καὶ τὸ συνηθέστερον, ἕνεκα τῆς παρόδου τοῦ χρόνου, θέλουν νὰ ἀποφύγουν τοὺς τραχεῖς ἀγῶνας, τοὺς κοπιώδεις ἀγῶνας, τοὺς ὁποίους ἀπαιτοῦν αἱ βουλευτικαὶ ἐκλογαί, καθ’ ἃς ὁ ὑποψήφιος εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ ἀποταθῇ εἰς τὰς μεγάλας μάζας τὰς λαϊκάς. Καὶ εἶναι δυσκολώτερον εἰς ἐκλεκτοὺς νὰ ἐξηγήσουν τὰς γνώμας των εἰς τὸ πλῆθος, ἐνῷ εἶναι εὐκολώτερον εἰς ἄλλους νὰ παρασύρουν, λέγοντες τὰ ἀρεστὰ εἰς τὸν λαόν. Ἐλέχθη, κύριοι, ὅτι, ἀφοῦ ἡ Γερουσία ἀπορρέει ἐκ τῆς λαϊκῆς θελήσεως ἐμμέσως, εἶναι ὀρθὸν νὰ ἐπικρατήσῃ ἡ θέλησις ἐκείνου τοῦ Σώματος τὸ ὁποῖον ἀμέσως ἀπορρέει ἀπὸ τῆς λαϊκῆς θελήσεως. Θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ ἐκδηλώσω δισταγμόν τινα ὡς πρὸς τὴν ὀρθότητα τοῦ συλλογισμοῦ. Διὰ τίνα λόγον ἐθεωρήσαμεν σκόπιμον τὴν Γερουσίαν; Ἐνθυμεῖσθε ὅτι κατὰ τὴν συζήτησιν τὴν λαβοῦσαν χώραν ἐπὶ τῆς συγκροτήσεως μιᾶς προσωρινῆς Γερουσίας ἔλεγον εἰς ὑμᾶς ὅτι εἰς πολλὰ βιβλία, ἀλλοδαπά τε καὶ ἡμεδαπά, δύναταί τις νὰ εὕρῃ τὰς δικαιολογίας τῆς συστάσεως τῆς Γερουσίας, ἀλλ’ ὅτι, ἐγὼ τοὐλάχιστον, ἔχω εὕρει αὐτὰς θαυμασίως διατυπωμένας εἰς τὸν Πλούταρχον. Δὲν ἐνθυμοῦμαι ἀκριβῶς τὰς λέξεις του, ἀλλ’ ἡ ἔννοια αὐτῶν ὑπῆρξεν αὕτη· ὅτι ὁ Λυκοῦργος ἐθαυμάσθη ὡς σοφὸς καθιδρύσας τὴν Γερουσίαν, διότι αὕτη χρησιμεύει εἰς στιγμὰς κατὰ τὰς ὁποίας τὰ λαϊκὰ ρεύματα εἶναι ἰσχυρά, ὡς ἀντίρροπον δυνάμενον νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν ἰσορροπίαν τοῦ σκάφους τῆς Πολιτείας. Διὰ νὰ ἀντισταθῶμεν λοιπὸν κατὰ τῶν λαϊκῶν ρευμάτων, ἐνίοτε κατὰ τῶν λαϊκῶν παροξυσμῶν, ἱδρύομεν τὴν Γερουσίαν καὶ δὲν τὴν θέλομεν ἀπορρέουσαν ἀμέσως ἐκ τῆς ἐκλογῆς τοῦ λαοῦ, διὰ νὰ μὴ ὑφίσταται καὶ αὕτη τὴν ὁρμήν, τὸ πεῖσμα, τὸν παροξυσμόν, τὴν παράσυρσιν, τὴν πλάνην, ἡ ὁποία χαρακτηρίζει πολλάκις τὰς λαϊκὰς μάζας. Τὴν θέλομεν ἐμμέσως ἐκλεγομένην διὰ νὰ εἶναι ψυχραιμοτέρα ἡ ἐκλογὴ τῶν ἐκλεκτόρων, τὴν θέλομεν ἀνανεουμένην κατὰ τὸ τρίτον κατὰ τριετίαν ἤ, ἂν θέλητε, κατὰ διετίαν, κατὰ τὸ γαλλικὸν πρότυπον, ἵνα μὴ ἡ ἀντίληψις ὅτι πρόκειται νὰ ἀνανεωθῇ ἓν ὁλόκληρον πολιτικὸν Σῶμα δίδῃ εἰς τὴν λαϊκὴν παντοδυναμίαν ἔξαψιν μεγαλυτέραν τοῦ δέοντος καὶ σύρῃ τὸν λαὸν εἰς σφάλματα, τὰ ὁποῖα πολλάκις γίνονται αἰτία καταστροφῶν ἀνεπανόρθωτων. Διὰ τοῦτον τὸν λόγον ἠθελήσαμεν τὴν ἐγκατάστασιν τῆς Γερουσίας, διὰ τοῦτον τὸν λόγον δὲν ἠθελήσαμεν αὐτὴν ἀπορρέουσαν ἀπὸ ἀμέσου ἐκλογῆς, προκειμένου πρὸ πάντων περὶ λαῶν οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν τὴν ψυχραιμίαν τὴν ὁποίαν ἔχουν λαοὶ βορειότεροι, ὅπως ἐκεῖνοι τῶν ὁποίων τὰ Συντάγματα ἐτέθησαν ὡς πρότυπα. Ἂν διὰ τούτους τοὺς λόγους ἐθεωρήσαμεν ἀναγκαίαν τὴν Γερουσίαν, πρέπει ἆρά γε ἡ ἔμμεσος ἐκλογή, εἰς τὴν ὁποίαν καταφεύγομεν, διότι τὴν θεωροῦμεν ἀναγκαίαν, νὰ χρησιμεύσῃ ὡς λόγος μειώσεως πολιτικῆς τῆς Γερουσίας, ὥστε νὰ εἶναι ἡ ἀπόφασις αὐτῆς πάντοτε μηδὲν ἐναντίον τῶν ἀποφάσεων τοῦ Σώματος, τὸ ὁποῖον θὰ προέρχηται ἐκ τῆς ἀμέσου λαϊκῆς θελήσεως, ἐκ τῆς ὁρμητικῆς λαϊκῆς θελήσεως, ἐξ ἐκείνης τῆς λαϊκῆς θελήσεως τὴν ὁποίαν, φοβηθέντες, ἠθελήσαμεν νὰ προασπίσωμεν, θέτοντες τὴν Γερουσίαν ὡς ἓν πρόφραγμα; Ἰδοὺ ὁ δισταγμός, κύριοι, τὸν ὁποῖον ἔχω. Τὸ θέμα εἶναι ἀληθῶς, ὅπως εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Εὐρυτανίας πολιτευτής, ἐκ τῶν τὰ μάλα δυσχερῶν ἀπὸ ἀπόψεως νομοθετικῆς. Ἀλλ’ ἐλέχθη ὅτι ἡ Γερουσία θὰ συζητήσῃ, ἡ Γερουσία θὰ διαφωτίσῃ καὶ θὰ ἐκφέρῃ τὴν γνώμην της. Θὰ ὑπάρχῃ δὲ καιρός, τρίμηνον ἢ τετράμηνον, ὥστε νὰ διαφωτισθῇ ἡ ἐν γένει Κοινὴ Γνώμη καὶ ἡ Κοινὴ Γνώμη νὰ ἐπηρεάσῃ τὴν Κάτω Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν, ὥστε αὗται, μεταβάλλουσαι ἢ τροποποιοῦσαι τὰς γνώμας αὐτῶν, νὰ δώσωσι τὴν τελικὴν ψῆφον, ὑφιστάμεναι τῆς Γερουσίας τὴν ἠθικὴν ἐπιρροήν. Δὲν γνωρίζω, κύριοι, ἂν εἰς τὸ παρελθὸν τῆς κοινοβουλευτικῆς ἡμῶν ἱστορίας ἔχομεν παραδείγματα, κατὰ τὰ ὁποῖα ἡ διαφώτισις τῆς Κοινῆς Γνώμης ἐπέφερεν ἀλλαγὴν εἴτε τῶν γνωμῶν τῶν Κυβερνήσεων εἴτε τῶν γνωμῶν τῶν Νομοθετικῶν Σωμάτων, ἂν μάλιστα λάβῃ κανεὶς ὑπ’ ὄψιν, ὅπως εἶπεν ὁ κ. ἐκ Μαντινείας πολιτευτής, ὅτι εὑρισκόμεθα εἰς περίοδον κατὰ τὴν ὁποίαν αἱ ὀξύτητες δὲν κατηννάσθησαν, θὰ ἠδύνατο νὰ ἔχῃ ἀμφιβολίας περὶ τοῦ ἂν ἡ διαφώτισις τῆς Κοινῆς Γνώμης περὶ ἐπικειμένης τυχὸν συμφορᾶς θὰ μετέβαλλε τὰς ἀποφάσεις τῶν Κυβερνήσεων καὶ τὰς ἀποφάσεις τῶν πλειονοψηφιῶν τῶν ἐν τῇ Βουλῇ, ἔστω καὶ ἂν αὗται στηρίζωνται ἐπὶ ὀλίγων ψήφων. Ἐγὼ ἀμφιβάλλω περὶ τῆς ἐπιρροῆς, τὴν ὁποίαν θὰ ἔχῃ ἡ διαφώτισις ἡ ἐκ τῆς Γερουσίας ἐκπορευομένη. Ἀμφιβάλλω, διότι λαμβάνω ὑπ’ ὄψιν μου ὅτι ἡ γνώμη τῆς Γερουσίας θὰ ἐκφέρηται πάντως κατὰ πλειονοψηφίαν μικράν. Ἂν ὑποθέσητε ὅτι θὰ ἔχωμεν 200 βουλευτὰς ἐπὶ παραδείγματι καὶ 100 γερουσιαστὰς ἢ 220 βουλευτὰς καὶ 110 γερουσιαστάς, ἓν μέρος τῶν γερουσιαστῶν ἐκείνων βεβαίως θὰ ἔχῃ τὴν γνώμην τῆς Κάτω Βουλῆς, ἀφοῦ καὶ ἡ Γερουσία θὰ χωρισθῇ κατὰ κομματικὰς ἀποχρώσεις. Κατὰ συνέπειαν ἐλαχίστη θὰ εἶναι ἡ πλειονοψηφία· δὲν γνωρίζω ἂν δέκα ἢ δεκαπέντε ἢ εἴκοσι ψῆφοι θὰ εἶναι πλειονοψηφία τόσον σοβαρά, ὥστε νὰ κλονίσῃ τὴν Κοινὴν Γνώμην καὶ ἐκ τοῦ κλονισμοῦ ἐκείνου νὰ ἐπέλθῃ ἐπηρεασμὸς τῆς Κάτω Βουλῆς καὶ τῆς Κυβερνήσεως. Νομίζω ὅτι κατὰ τοιοῦτον τρόπον μεταμορφοῦνται οἱ γερουσιασταὶ εἰς οἱονεὶ προφορικοὺς ἐφημεριδογράφους, οἵτινες θὰ προσπαθῶσι διὰ τῶν συζητήσεων αὐτῶν, συζητήσεων τὰς ὁποίας κάλλιστα θὰ ἠδύναντο νὰ κάμωσι καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τοῦ Τύπου, ἁπλῶς νὰ διαφωτίσωσι τὴν Κοινὴν Γνώμην. Καὶ ὁσονδήποτε ἂν εἶναί τις ἔνθους, ζωηρός, εἶναι φυσικόν, ὅταν γνωρίζῃ ὅτι ἡ φωνή του εἶναι «φωνὴ βοῶντος ἐν τῇ ἐρήμῳ», διότι θὰ ἐπικρατήσῃ πάντως ἡ Κάτω Βουλή, μετά τινας ἀγῶνας, χάνει πλέον τὴν θέρμην ἡ ὁποία θὰ ἀπῃτεῖτο ἵνα κατορθωθῇ μεταβολὴ ἀποφάσεων τῆς Κάτω Βουλῆς. Θὰ ἔχωσιν οἱ γερουσιασταὶ τὴν ἀθυμίαν καὶ τὴν ἀποκαρτέρησιν τῶν ἀνθρώπων οἱ ὁποῖοι γνωρίζουν ὅτι, ὁτιδήποτε καὶ ἂν εἴπωσιν, ὁσονδήποτε καὶ ἂν διαμαρτυρηθῶσι, θὰ κύψωσιν ἐπὶ τέλους ὑπὸ τὴν λαιμητόμον τῆς ἀποφάσεως τῆς Κάτω Βουλῆς. Δυσκόλως, νομίζω, θὰ μεταβαίνωσιν εἰς τὴν Γερουσίαν ἄνθρωποι ἱκανοὶ καὶ παλαισταί. Ὁμολογῶ, κύριοι, ὅτι, ἐκτὸς τῆς ἐπιτυχίας τὴν ὁποίαν ἔσχεν ἐν Γαλλίᾳ ἡ ἀπονομὴ πλήρους πολιτικῆς δυνάμεως διὰ τὴν Γερουσίαν, μὲ καθιστᾷ διστακτικώτατον ἀπέναντι τοῦ σχεδίου τοῦ ὑποστηριχθέντος ἐνταῦθα, κατὰ τὸ ὁποῖον παρέρχεται τετράμηνον μέχρις οὗ γίνῃ νέα συζήτησις ἐν τῇ Βουλῇ, ἡ ἰδέα ὅτι ἐπὶ ζητημάτων σοβαρῶν, τὰ ὁποῖα θὰ γεννήσωσιν ἀντιθέσεις ὀξείας — διότι ἐπὶ ζητημάτων δευτερευόντων ἡ συζήτησις ἂν μάλιστα διευκολυνθῇ, ὡς ὑπέδειξεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσσηνίας πολιτευτής, διὰ τῶν κοινῶν Ἐπιτροπῶν θὰ εὑρίσκηται συμβιβαστική τις λύσις, καθ’ ὃν τρόπον γίνεται περίπου μεταξὺ δύο πτερύγων τῆς Κάτω Βουλῆς προκειμένου περὶ δευτερευόντων νομοσχεδίων, ὁδοποιίας ἢ ἄλλων μὴ ἐχόντων πολιτικὴν σημασίαν—ἐπὶ ζητημάτων, λέγω, σπουδαίων καὶ γεννώντων συνεπῶς ὀξύτητα ἀντιθέσεως γνωμῶν, τὸ τετράμηνον ἢ τρίμηνον ἐκεῖνο χρονικὸν διάστημα δὲν θὰ εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ μία διηνεκὴς ὑπόκαυσις, εἷς διηνεκὴς ὑποδαυλισμὸς τῶν ἀντιθέσεων μεταξὺ τῶν δύο Σωμάτων. Ἡ ὀξύτης ἡμέρᾳ τῇ ἡμέρᾳ, ἀφοῦ θὰ πρόκειται περὶ σπουδαίων διαφορῶν, θὰ γίνηται μεγαλυτέρα, μέχρις ὅτου ἡ ψῆφος τῆς Κάτω Βουλῆς θὰ ἀποτελῇ οἱονεὶ ἓν ράπισμα κατὰ τῆς Ἄνω Βουλῆς, ἂν δὲ τὸ πρᾶγμα ἐπαναληφθῇ πολλάκις, φοβοῦμαι ὅτι ἡ κατάπτωσις τοῦ κύρους τῆς Ἄνω Βουλῆς θὰ εἶναι τοσαύτη, ὥστε ὁ λαὸς, ἐμπνεόμενος καὶ ἀπὸ τὴν λέξιν, τὴν ὁποίαν εἶναι δύσκολον νὰ ἀναπληρώσωμεν, «Γερουσία», θὰ νομίζῃ ὅτι ἡ Ἄνω Βουλὴ δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ ἓν Σῶμα γηραιῶν ἀκαδημαϊκῶν, προσπαθούντων μὲν νὰ διαφωτίσωσι τὴν Κοινὴν Γνώμην, ἀλλὰ ὑποκυπτόντων μοιραίως εἰς τὴν ὁρμὴν τῆς λαϊκῆς θελήσεως, ἐκπροσωπουμένης διὰ τῶν βουλευτῶν. Ἔθιξε παρεμπιπτόντως ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μαντινείας πολιτευτὴς τὸ ζήτημα τῆς συντμήσεως τῆς περιόδου τῆς βουλευτικῆς. Εἶχον καὶ ἐγώ, κύριοι, τὴν τιμὴν νὰ εἴπω εἰς τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπὴν ὅτι θὰ ἦτο μᾶλλον ἐνδεδειγμένον νὰ εἶναι τριετὴς ἡ περίοδος τῆς Βουλῆς, ἑξαετὴς τῆς Γερουσίας, μὲ διετῆ ἀνανέωσιν τοῦ ⅓, καὶ πενταετὴς ἡ τοῦ Προέδρου τῆς Δημοκρατίας. Εἴμεθα λαὸς ἁψίκορος, μὴ δυνάμενος νὰ δεχθῇ ἐπὶ μακρὸν χρόνον τὴν παραμονήν τινος ἐν τῇ Ἐξουσίᾳ. Ὁ τράχηλος ἀρχίζει ἀπὸ τῆς ἑπομένης ἡμέρας τῆς ἐκλογῆς νὰ εὑρίσκῃ σκληρὰν τὴν ἐξουσίαν τοῦ ἐκλεκτοῦ του καὶ ἀρχίζει νὰ ποθῇ νὰ τὸν ἀποτινάξῃ. Ἂν μάλιστα ἐξετάσῃ κανείς, ὅπως καὶ πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἔλαβον τὴν τιμὴν παρεμπιπτόντως νὰ εἴπω, τὴν κοινοβουλευτικὴν ἱστορίαν τῶν τελευταίων 40 ἐτῶν ἐν Ἑλλάδι, θὰ ἴδῃ ὅτι δύο μόνον Βουλαὶ ἔσχον περίοδον τετραετῆ, καὶ ἐκεῖναι διὰ λόγους ἐκτάκτους. Ἡ Βουλὴ τοῦ 1895 ἔζησε μέχρι τοῦ 1899, ἕνεκα τοῦ παρεμπεσόντος ἀτυχοῦς πολέμου, καὶ ἡ Βουλὴ τοῦ 1906 ἔζησε μέχρι τοῦ 1910, ἕνεκα τῆς παρεμπεσούσης Ἐπαναστάσεως τοῦ 1909. Εἴδομεν Βουλὰς αἱ ὁποῖαι ἔζησαν ἓν μόνον ἔτος, εἴδομεν ἄλλας νὰ ζήσουν μόνον δύο ἔτη, ὀρθότατα δὲ ὁ κ. ἐκ Κέας πολιτευτὴς ἢ νομίζω ἄλλος τις τῶν συναδέλφων εἶπεν ὅτι ὁ μέσος ὅρος εἶναι ἡ διετὴς διάρκεια.
§12Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐγὼ τὸ εἶπον ὅτι ὁ μέσος ὅρος δὲν ὑπερβαίνει τὰ δύο ἔτη.
§13Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ὁ λαός, ὁσάκις ἐγένετο διάλυσις τῆς Βουλῆς, μετ’ εὐχαριστήσεως πάντοτε σχεδὸν ἀπεδέχθη αὐτήν, ὅπερ ἀποδεικνύει ὅτι ἡ λαϊκὴ θέλησις τὴν στιγμὴν ἐκείνην ἦτο ὑπὲρ τῆς διαλύσεως. Μόνον τῷ 1915 ἔγινε διάλυσις καὶ ὁ λαὸς ἔδωσε ψῆφον ἀντίθετον πρὸς τὴν διάλυσιν.
§14Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Παρεμπιπτόντως ἐξετάζετε τὸ ζήτημα;
§15Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Μάλιστα· διότι ὡμίλησε παρεμπιπτόντως καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μαντινείας πολιτευτὴς περὶ τούτου, θὰ σᾶς παρακαλέσω δὲ νὰ μὴ ἀνοίξωμεν σήμερον τὴν συζήτησιν· ἔχομεν πλήρη τὸν καιρὸν κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν σχετικῶν ἄρθρων περὶ Βουλῆς καὶ Γερουσίας νὰ συζητήσωμεν περὶ αὐτῶν. Νομίζω ἄλλως τε ὅτι ἡ γνώμη μου αὕτη θὰ εἶναι ἴσως καταδικασμένη πρὸ τῆς πλειονοψηφίας τῆς Συνελεύσεως. Ἐλέχθη, κύριοι, καὶ ἔχω σημειώσει τὰς λέξεις, ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον ἐκ Μαντινείας πολιτευτὴν ὅτι τὸ σύστημα τῆς συνεργασίας τῶν δύο Σωμάτων δὲν ἀποδέχεται, διότι δὲν ἔχουσι κοινὴν τὴν προέλευσιν καὶ διότι δὲν θέλομεν «νὰ μεταβάλωμεν τὴν Γερουσίαν εἰς πολιτικὸν Σῶμα». Κοινὴν μὲν τὴν προέλευσιν πάντες ἔχουσιν, ἡμεῖς δὲ κρίνομεν ὅτι ἡ δι’ ἐμμέσου ἐκλογῆς προέλευσις εἶναι τὸ ἀντίρροπον τοῦ μειονεκτήματος τοῦ ὑπάρχοντος ἐν τῇ ἐκλογῇ τῇ ἀμέσῳ ἐκ τοῦ λαοῦ. Διαφωνῶ δὲ ὡς πρὸς τὴν ἀντίληψιν ὅτι δὲν πρέπει τὴν Γερουσίαν νὰ καθιδρύσωμεν ὡς πολιτικὸν Σῶμα. Ἐλέχθη ἐπίσης ὅτι ἡ συνέλευσις ἀπὸ κοινοῦ Βουλῆς καὶ Γερουσίας θὰ ἔχῃ τοῦτο τὸ δυσάρεστον· ὅτι ἡ Γερουσία θὰ ἐξέρχηται μειωμένη, ὅταν ἡττηθῇ ἐν κοινῇ συνελεύσει, ὅπως ἐπίσης ἐλέχθη ὅτι θὰ ἐξέρχηται μειωμένη ἡ Κάτω Βουλή, ἄν, ἔχουσα πλειονοψηφίαν ἐλαχίστων ψήφων, ὅπως συνέβαινε κατὰ τὸ 1920–1922, εὑρίσκηται πρὸ ἐπικρατήσεως τῆς γνώμης τῆς Γερουσίας. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ πρῶτον, κύριοι, ἐγὼ νομίζω ὅτι, καὶ ἂν ὑπάρχῃ μείωσις τῆς Γερουσίας, ὑπάρχει πάντως ὀλιγωτέρα ἂν ἡττηθῇ ἐν κοινῇ συνελεύσει παρὰ ἂν ἐκ τῶν προτέρων γνωρίζῃ ὅτι ἡ γνώμη της εἶναι καταδικασμένη. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ δεύτερον, ἀκριβῶς τὸ παράδειγμα τὸ ὁποῖον ἐμνημονεύθη, τῆς Συνελεύσεως τοῦ 1920–1922, παρουσιαζούσης ἐλαχίστην πλειονοψηφίαν, μιᾶς μέχρι τριῶν ψήφων, πείθει μᾶλλον ὅτι θὰ ἦτο προτιμότερον, εἰς τοιαύτας περιπτώσεις, νὰ ἔχωμεν κοινὰς συνελεύσεις, εἰς τὰς ὁποίας ἡ πλειονοψηφία τῆς Γερουσίας, ἐπικρατοῦσα, θὰ ἀπεδείκνυεν ὅτι ἡ Κάτω Βουλὴ ἔπαυσε πλέον νὰ ἐκπροσωπῇ τὴν λαϊκὴν θέλησιν καὶ συγχρόνως θὰ ὑπεδείκνυεν οὕτως εἰς τὸν Ἀνώτατον λειτουργὸν καὶ ρυθμιστὴν τοῦ ὅλου πολιτειακοῦ συγκροτήματος τὸ καθῆκον αὐτοῦ, ὅπως, βασιζόμενος, ἂν τοῦτο γίνῃ δεκτόν, καὶ ἐπὶ τῆς γνώμης τῆς Γερουσίας, προβῇ εἰς ἔκκλησιν πρὸς τὸν λαὸν διὰ τὴν ἀνανέωσιν τῆς ἐντολῆς τῆς δοθείσης πρὸς τὴν Κάτω Βουλήν. Κύριοι, εἶμαι ὑπὲρ τοῦ συστήματος τῆς ἀπὸ κοινοῦ συνελεύσεως τῶν δύο Σωμάτων. Θὰ ἐπεθύμουν μάλιστα νὰ μὴ κάμω τὴν διάκρισιν περὶ ὑποβολῆς εἰς κοινὴν κρίσιν νομοσχεδίων μόνον ἐπειγόντων καὶ ὄχι μὴ ἐπειγόντων. Θὰ ἔλεγον ὅτι δεδομένου ὄντος ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λύωνται αἱ διαφωνίαι διὰ δημοψηφίσματος, διότι εἶναι θεσμὸς τοὐλάχιστον πρόωρος δι’ ἡμᾶς, φρονῶ ὅτι αἱ διαφωνίαι πρέπει νὰ ὑποβάλλωνται εἰς τὴν συνέλευσιν τῶν δύο Σωμάτων, ἀπὸ κοινοῦ συνερχομένων. Τὸ θέμα τοῦτο, κύριοι, εἶχεν ἀπασχολήσει ἐπὶ μακρὸν καὶ ἄλλους. Ἐν Ἰταλίᾳ γίνεται ἀπὸ μακροῦ χρόνου μελέτη πρὸς ἀναδιοργάνωσιν τῆς Γερουσίας, ἐπὶ τῷ σκοπῷ νὰ δοθῇ εἰς τὴν Γερουσίαν λαϊκωτέρα τις ὑπόστασις. Ἐπιτροπαὶ ἐκ πολιτικῶν καὶ ἐπιστημόνων ἐμελέτησαν ἐπανειλημμένως τὰ διάφορα συστήματα, καὶ πρὸ καὶ μετὰ τὸν πόλεμον, μετὰ τὸ 1918. Κατέληξαν, κατὰ τὸ 1920, εἰς ἓν σχέδιον περὶ Γερουσίας, ἐν τῷ ἀκροτελευτίῳ ἄρθρῳ τοῦ ὁποίου παραδέχονται τὸ σύστημα τῆς ἐπιλύσεως τῶν διαφορῶν μεταξὺ τῶν δύο Σωμάτων διὰ τῆς κοινῆς συνελεύσεως. Ἀλλ’ ἐλέχθη, καὶ τὸ πρᾶγμα εἶναι ἄξιον παρατηρήσεως, ὅτι ἡ κοινὴ συνέλευσις τῶν δύο Σωμάτων ἀφαιρεῖ ἓν μέρος σημαντικὸν τῆς αἴγλης τὴν ὁποίαν τὰ δύο ταῦτα Σώματα ἔχουν, ὅταν ἀπὸ κοινοῦ συνέρχωνται, διὰ τὰς σπουδαίας περιπτώσεις τῆς ἐκλογῆς τοῦ Ἀνωτάτου Ἄρχοντος, τοῦ Προέδρου τῆς Δημοκρατίας ἢ τῆς ἀναθεωρήσεως διατάξεων μὴ θεμελιωδῶν τοῦ Συνταγματικοῦ Χάρτου. Ἂν λοιπὸν περὶ μικρὰ κατεγίνετο ἡ συνέλευσις ἡ κοινὴ τῶν δύο Σωμάτων, ἴσως ἡ συχνὴ ἐπανάληψις τοῦ φαινομένου τούτου θὰ ἐθίσῃ τὸν λαὸν πρὸς τοῦτο καὶ κατὰ συνέπειαν θὰ ἀφαιρέσῃ τὴν αἴγλην τὴν ὁποίαν τὰ δύο Σώματα ἀπὸ κοινοῦ ἔχουσιν εἰς ὡρισμένας ἐξαιρετικὰς περιπτώσεις. Θὰ προσέθετα — ὀφείλω νὰ εἴπω καὶ τοὺς φόβους μου — ὅτι θὰ ἐφοβούμην μήπως ἡ κοινὴ συνέλευσις, γνωρίζουσα ὅτι ἔχει τὸ δικαίωμα τῆς ἀναθεωρήσεως διατάξεων τοῦ Συντάγματος, ὅταν ἀρχίσῃ νὰ ἐργάζηται ἐπὶ ὡρισμένων νομοσχεδίων, ὀλίγον κατ’ ὀλίγον ἀχθῇ εἰς κατήφορον καὶ ἀντιποιηθῇ δικαιώματα ἀναθεωρήσεως. Ὁ φόβος ὅμως οὗτος θὰ ἦτο λίαν μεμακρυσμένος, διότι ἡ διαδικασία τῆς ἀναθεωρήσεως θὰ ἔχῃ κατοχυρωθῆ διὰ μιᾶς προδικασίας, μὴ ἐπιτρεπούσης ἄνευ πραξικοπήματος τὸν σφετερισμὸν τῆς συντακτικῆς ἐξουσίας. Κύριοι, καταλήγω εἰς τὸ ἑξῆς συμπέρασμα: Θὰ ἐπεθύμουν νὰ ὑπάρχουν δύο συζητήσεις ἐν τῇ Κάτω Βουλῇ. Μία ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ κατ’ ἄρθρον, δευτέρα ἐπὶ τῶν ἄρθρων. Κατόπιν θὰ ἐπακολουθῇ μία συζήτησις ἐν τῇ Γερουσίᾳ κατ’ ἄρθρον καὶ κατ’ ἀρχήν, μία μόνον. Ἐν περιπτώσει ἢ ἀπορρίψεως ἢ διαφωνίας, θὰ ἐγίνετο ὅ,τι καὶ ἐν Γαλλίᾳ· δηλαδὴ θὰ ἐπανήρχετο ἡ ἐξέτασις τοῦ ζητήματος ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἀποφαινομένης διὰ μιᾶς μόνον ἀναγνώσεως. Μετὰ τοῦτο θὰ ἐξήταζεν ἡ Γερουσία τὸ σχέδιον ἐν μιᾷ μόνον ἀναγνώσει. Εἴδομεν τοιαῦτα νομοσχέδια εἰς τὴν Γαλλικὴν Βουλὴν καὶ Γερουσίαν συζητούμενα εἰς διάστημα μόνον 15 ἢ 20 ἡμερῶν, διότι μόνον ἡ πρώτη συζήτησις ἡ ὁποία θὰ γίνῃ οὕτως ἢ ἄλλως ἐν τῇ Βουλῇ ἢ τῇ Γερουσίᾳ εἶναι ἡ πολὺν χρόνον ἀπασχολοῦσα· αἱ ἄλλαι περιορίζονται εἰς ὡρισμένα σημεῖα. Θὰ ἐπεθύμουν μόνον νὰ κάμωμεν τὴν ἑξῆς καινοτομίαν ἐν σχέσει πρὸς τὰ ἐν Γαλλίᾳ κρατοῦντα· πρὸ τῆς παραπομπῆς τοῦ νομοσχεδίου τοῦ ἀπορριφθέντος ἢ τροποποιηθέντος ὑπὸ τῆς Γερουσίας, εἰς τὴν Βουλὴν νὰ γίνεται κοινὴ σύσκεψις τῶν ἁρμοδίων Κοινοβουλευτικῶν Ἐπιτροπῶν τῶν δύο Σωμάτων, σύστημα εἰς ὃ κατέληξε καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ ἐν Ἰταλίᾳ. Ἀφοῦ δὲ ἐν κοινῇ συσκέψει τῶν Ἐπιτροπῶν Γερουσίας καὶ Βουλῆς — ἂν δὲν ἀπατῶμαι καὶ ὁ κ. Μερλόπουλος αὐτὸ ὑπέδειξε — καταρτίζεται ἓν κοινὸν σχέδιον, τὸ ὁποῖον ἴσως θὰ εἶχε καὶ τὴν μειονοψηφίαν, τότε θὰ ἔρχηται, ἀποκαθαιρομένων πλέον πολλῶν λεπτομερειῶν, εἰς τὴν Βουλὴν καὶ μετὰ τὴν Βουλὴν εἰς τὴν Γερουσίαν. Ἀναλόγως θὰ ἐφηρμόζοντο τὰ πράγματα, ἂν τὸ σχέδιον εἶχε τὸ πρῶτον ὑποβληθῆ εἰς Γερουσίαν καὶ εἶχε διαφωνήσει ἡ Βουλή. Εἶναι πρόδηλον ὅτι αἱ Κυβερνήσεις, γνωρίζουσαι ἐκ τῶν προτέρων ποίαν πλειονοψηφίαν εἶναι δυνατὸν νὰ διαθέσωσιν ἐν τῇ Γερουσίᾳ καὶ ποίαν ἐν τῇ Βουλῇ περίπου, γνωρίζουσαι δηλαδὴ ἐκ τῶν προτέρων ποία θὰ εἶναι ἡ τύχη τοῦ νομοθετήματος ἐν τῇ κοινῇ συνελεύσει, θὰ συνεννοῶνται καὶ μετὰ τῶν Ἐπιτροπῶν τῶν ἁρμοδίων τῆς Γερουσίας καὶ τῆς Βουλῆς καὶ θὰ καταλήγουν ἀσφαλῶς εἴς τι συμβιβαστικὸν συμπέρασμα, τὸ ὁποῖον θὰ συναρμονίζῃ τὰς βλέψεις ἀμφοτέρων τῶν Βουλῶν, τάς τε ὁρμητικωτέρας τῆς Κάτω Βουλῆς καὶ τὰς ἴσως συντηρητικωτέρας τῆς Ἄνω, παρουσιαζομένου οὕτω τοῦ νόμου εἰς εὔκολον ἐπιψήφισιν ἐνώπιον ἑκατέρου τῶν Σωμάτων, ὅπως συμβαίνει ἐν Γαλλίᾳ πολλάκις, σχεδὸν πάντοτε. Θὰ παρέχηται οὕτως εἰς τὸν λαὸν ἡ ἐντύπωσις ὅτι τὸ ψηφισθὲν ὑπῆρξε πόρισμα μακρᾶς ἐξονυχίσεως, ἀλλὰ καὶ προθύμου διαθέσεως πρὸς διευθέτησιν τῶν διαφορῶν αἱ ὁποῖαι θὰ προέκυπτον μεταξὺ τῶν δύο Σωμάτων. Σπανίως δὲ θὰ παρουσιάζετο ἡ ἀνάγκη τῆς ἐν κοινῇ συνελεύσει συζητήσεως. Τὸ θέμα εἶναι, κύριοι, ἐκ τῶν δυσχερεστάτων. Οὐδεὶς δύναται νὰ ἀντιποιηθῇ ὅτι ἐξέφερε γνώμην ἀσφαλῶς ὀρθήν. Ἡ πεῖρα, τὴν ὁποίαν ἔχομεν ἀπὸ τὴν ἐφαρμογὴν τῶν Συνταγμάτων εἰς ἃ ἐγένετο δεκτὴ ἡ διαδικασία ἣν υἱοθέτησεν ἡ Ἐπιτροπή, δὲν εἶναι μακρά, ὁ δὲ χαρακτὴρ τῶν λαῶν ἐκείνων οἱ ὁποῖοι δὲν ἔζησαν ποσῶς ὑπὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα δὲν νομίζω ὅτι μᾶς ἐπιτρέπει νὰ εἴπωμεν ὅτι, κατὰ τὴν ἀνθρωπίνως δυνατὴν πρόβλεψιν, τὸ σύστημα ἐκεῖνο θὰ ἦτο τὸ καλύτερον. Ἐξ ἄλλου ἡ ἐπιτυχία τοῦ γαλλικοῦ συστήματος, μολονότι ἐκεῖ δὲν ὑπάρχει τὸ ὕστατον καταφύγιον τῆς κοινῆς συνελεύσεως τῶν δύο Σωμάτων, ὑπῆρξαν δὲ ἐλάχιστα τὰ νομοθετήματα τὰ ὁποῖα πρὸ μιᾶς ἀντικρούσεως ἐκ μέρους τοῦ Ἄνω Σώματος ἐματαιώθησαν, ἡ πεῖρα, τὴν ὁποίαν ἔχομεν ἀπὸ τὸ γαλλικὸν πρότυπον, εἶναι μᾶλλον ἐνθαρρυντικὴ εἰς τὸ νὰ ὠθήσῃ καὶ ἡμᾶς νὰ μὴ θελήσωμεν τὴν Γερουσίαν νὰ καταστήσωμεν Σῶμα τοῦ ὁποίου ἡ ἀδυναμία ἀπέναντι τῆς Κάτω Βουλῆς θὰ ἦτο ἐκ τῶν προτέρων ἐκδεδηλωμένη. Διότι φοβοῦμαι, κύριοι, ὅτι, ἂν ἀγῶνες ὀξεῖς κατὰ τὸ παρεμπῖπτον τρίμηνον ἢ τετράμηνον χρονικὸν διάστημα τῆς διαφωνίας μεσολαβήσουν μεταξὺ τῶν δύο Σωμάτων, ἐπικρατῇ δέ, ὅπως καὶ θὰ ἐπικρατῇ σχεδὸν πάντοτε, εἰς τὰς οὐσιώδεις διαφορὰς ἡ γνώμη τῆς Κάτω Βουλῆς, φοβοῦμαι πολὺ ὅτι θὰ ἔλθῃ ἡμέρα κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Κάτω Βουλὴ θὰ σκεφθῇ ἁπλούστατα ὅτι δὲν χρειάζεται πλέον ἡ Γερουσία, ἀφοῦ, ὁσάκις ἦλθεν εἰς σύγκρουσιν, ἡ Βουλὴ ἐπεκράτησε. Θὰ τὴν θεωρήσῃ ὀχληρὰν πολυτέλειαν καὶ θὰ ἐπιδιώξῃ τὴν κατάργησίν της. Καὶ θὰ μετανοήσωμεν ἴσως, ὅπως μετενοήσαμεν διότι ἔκτοτε δὲν ἔχομεν καθιερώσει τὸν θεσμὸν τῆς Ἄνω Βουλῆς, ἀλλ’ ἡ μετάνοια δὲν θὰ ὠφελήσῃ. Σᾶς ἐξέφερα εἰλικρινῶς τοὺς δισταγμούς μου, σᾶς ἐξέθηκα καὶ τὴν γνώμην μου. Εἶσθε ὑμεῖς κύριοι νὰ ἀποφασίσητε.
§16ΤΙΝΕΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Νὰ διακόψωμεν 5 λεπτά.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ἐπὶ 5 λεπτά. (Ὥρᾳ 6.55′ μ.μ.).
ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΚΟΠΗΝ
(Ὥρᾳ 7.5′ μ.μ.).
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Ὁ κ. Γρηγορίου ἔχει τὸν λόγον.
§19Σ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ. Τὸ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρον, κύριοι πληρεξούσιοι, μοιραίως ἔφερεν ἐπὶ τάπητος τὸ σπουδαιότατον θέμα τῆς ἁρμοδιότητος τῆς μελλούσης νὰ συσταθῇ Γερουσίας, τὸ θέμα δὲ τοῦτο βεβαίως εἶναι τόσον κεφαλαιῶδες, ὥστε ἐκ τῆς καλῆς ρυθμίσεως αὐτοῦ ἐξαρτᾶται ἀσφαλῶς ἡ τύχη τοῦ θεσμοῦ τῆς Γερουσίας, ἐπὶ τοῦ ὁποίου τοσαύτας στηρίζομεν ἐλπίδας. Πρὶν ἢ ὅμως ἐξετάσῃ τις τὸ θέμα τοῦτο τῆς ἁρμοδιότητος τῆς Γερουσίας, ἀναμφισβητήτως δέον νὰ ἀναχωρήσῃ ἐκ τῆς ἀρχῆς ὅτι τὸ μέλλον νὰ συσταθῇ δεύτερον Νομοθετικὸν Σῶμα δέον νὰ ἔχῃ κῦρος, δέον νὰ ἔχῃ κῦρος ἴσον σχεδὸν πρὸς τὸ κῦρος τοῦ πρώτου, τῆς Βουλῆς. Ἂν πρόκειται νὰ δημιουργήσωμεν ἓν δεύτερον Νομοθετικὸν Σῶμα τὸ ὁποῖον νὰ ἀποβῇ ἓν εἶδος Γνωμοδοτικοῦ Συμβουλίου, ἓν εἶδος Συνεδρίου τοῦ ὁποίου αἱ γνῶμαι πρόκειται μόνον νὰ συγκινήσουν τὴν Κοινὴν Γνώμην τῆς Χώρας χωρὶς νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπηρεάσουν οὐσιαστικῶς τὰς ἀποφάσεις τοῦ πρώτου Νομοθετικοῦ Σώματος, τότε οὐδένα προορισμὸν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐκτελέσῃ τοῦτο, τότε δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ περιλάβῃ πρόσωπα κατέχοντα ἐξέχουσαν θέσιν ἐν τῇ κοινωνίᾳ, ἱκανὰ νὰ ἐκπροσωπῶσι σοβαρῶς οἱασδήποτε κοινωνικὰς τάξεις καὶ συνεπῶς οὐδένα ἐκ τῶν προορισμῶν ἐκείνων τοὺς ὁποίους τάσσομεν εἰς τὸ Σῶμα τοῦτο θὰ ἐπιτύχωμεν. Τὸ πρόβλημα ἑπομένως εἶναι δυσεπίλυτον. Δέον ἡ Γερουσία νὰ ἔχῃ κῦρος, καὶ διὰ νὰ ἔχῃ κῦρος πρέπει νὰ ἔχῃ πρόσωπα τὰ ὁποῖα νὰ ἐκλέγωνται βεβαίως καθ’ ἓν οἱονδήποτε σύστημα, ὥστε νὰ μὴ πηγάζουν μὲ τὴν αὐτὴν μέθοδον ἀπὸ τὸν λαὸν καθ’ ὃν τρόπον ἐκλέγονται οἱ βουλευταί, διότι θὰ εἴχομεν ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἓν δεύτερον Σῶμα ἐντελῶς ὅμοιον πρὸς τὴν Βουλήν. Συνεπῶς δέον νὰ ἐκλέγωνται οἱ γερουσιασταὶ μὲ ἄλλο σύστημα ἀπὸ τὸν λαὸν καὶ νὰ ἔχουν ἁρμοδιότητα ἴσην ἢ σχεδὸν ἴσην μὲ τὴν τῆς Βουλῆς. Εἶναι δυνατὸν τοῦτο; Ἐδῶ εἶναι τὸ πρόβλημα. Ἐτέθη, κύριοι πληρεξούσιοι, ἐπὶ τάπητος τὸ ζήτημα ἂν πρέπει ἡ Γερουσία νὰ ἔχῃ πολιτικὴν ἁρμοδιότητα. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀγορεύων πρὸ ὀλίγου, ἀνέφερε τὸ παράδειγμα τῆς Γαλλίας καὶ ὑπεστήριξεν ὅτι ἐν Γαλλίᾳ τελευταίως σχεδὸν ὁμοφώνως ἔχει γίνει δεκτὸν ὅτι ἡ Γερουσία ἔχει πολιτικὴν δύναμιν. Βεβαίως ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶναι κάλλιον ἐμοῦ εἰς θέσιν νὰ γνωρίζῃ τὰ ἐν Γαλλίᾳ συμβαίνοντα, ἀλλὰ θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ φρονῶ ὅτι, ὅσον καὶ ἂν ηὐρύνθη ἐσχάτως λόγῳ τῆς δημιουργηθείσης πολιτικῆς καταστάσεως ἡ πολιτικὴ δύναμις τῆς Γερουσίας, ἐν τούτοις δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποστηριχθῇ ποτε κατὰ τὴν ἀντίληψίν μου ὅτι ἡ Γερουσία ἐν Γαλλίᾳ εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ ἄμεσον ἐπιρροὴν πολιτικὴν ἐπὶ τῶν Κυβερνήσεων, ὅτι τουτέστιν ἡ πολιτικὴ δύναμις τῆς Γερουσίας θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ εἶναι ἴση πρὸς τὴν τῆς Βουλῆς. Καὶ πρόχειρος ἀπόδειξις εἶναι τοῦτο, ὅτι παρὰ τῇ Κοινῇ Γνώμῃ ἐπικρατεῖ ἐν Γαλλίᾳ, ὡς καὶ παρ’ ἡμῖν, ἡ ἀντίληψις ὅτι, ὅταν μία Κυβέρνησις ἐπιτύχῃ εἰς τὰς ἐκλογὰς τὰς βουλευτικάς, ἔχει τὴν πλειονοψηφίαν καὶ βεβαίως κατ’ ἀνάγκην, λόγῳ τῶν κοινοβουλευτικῶν θεσμῶν οἱ ὁποῖοι ἐπικρατοῦσι καὶ ἐκεῖ, δέον νὰ καταλάβῃ τὴν Ἀρχήν. Τοῦτο συνέβη ἐσχάτως ἐν Γαλλίᾳ μὲ τὴν Κυβέρνησιν Ἑρριώ. Ἀναμφισβητήτως ἡ Γερουσία ἔχει μεγάλην δύναμιν νομοθετικὴν καὶ μίαν ἔμμεσον πολιτικὴν δύναμιν ἰσχυράν, ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ καταστῇ τοιαύτη, ὥστε νὰ εἶναι δυνατὸν ἡ ψῆφος τῆς Γερουσίας μετὰ τῆς αὐτῆς εὐκολίας ὅπως ἡ ψῆφος τῆς Βουλῆς, νὰ ρίπτῃ μίαν Κυβέρνησιν. Ὑποστηρίζω ἄλλως τε ἀπὸ θεωρητικῆς ἀπόψεως ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀναγνωρίσωμεν πολιτικὴν δύναμιν εἰς τὴν Γερουσίαν, διότι τότε θὰ εὑρισκόμεθα πρὸ ἑνὸς δευτέρου Νομοθετικοῦ Σώματος, τοῦ ὁποίου ἡ δύναμις θὰ ἦτο μεγαλυτέρα τῆς δυνάμεως τῆς Βουλῆς, διότι ἡ Γερουσία ἔχει ὑπὲρ ἑαυτῆς τὴν ἰδιότητα ὅτι εἶναι διαρκὲς Σῶμα καὶ διότι δὲν ὑπόκειται εἰς διάλυσιν. Ἂν δὲ ἐδίδετο εἰς τὸ δεύτερον Νομοθετικὸν Σῶμα πολιτικὴ δύναμις ἄμεσος, τότε ἀσφαλῶς θὰ καθίστατο κατὰ πολὺ ἰσχυρότερον τοῦ πρώτου Νομοθετικοῦ Σώματος καὶ θὰ ἀνετρέπετο ἡ βάσις τοῦ πολιτεύματος ἡμῶν, κατὰ τὴν ὁποίαν τὴν βάσιν τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσίας ἀποτελεῖ ἡ Βουλή, διότι αὐτὴ κυρίως ἀπορρέει ἀπὸ τὴν ἄμεσον λαϊκὴν πηγήν. Ὥστε, καὶ ἂν ἀκόμη λάβωμεν τὸ πρότυπον τὸ γαλλικόν, καὶ ἂν ἀκόμη λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὰς συνθήκας αἱ ὁποῖαι κρατοῦσιν ἐν ἡμῖν, καὶ ἂν λάβωμεν ἀκόμη ὑπ’ ὄψιν τὸ κρατοῦν παρ’ ἡμῖν κοινοβουλευτικὸν σύστημα, κατὰ τὸ ὁποῖον δέον νὰ παραδεχθῶμεν ὅτι ὑφίσταται μία ἀτέλεια ἐντελῶς ἀξία προσοχῆς καὶ σπουδαιότητος, ἡ ἀτέλεια κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ κοινοβουλευτισμὸς δημιουργεῖ μίαν ἀστάθειαν τῶν ἑκάστοτε Κυβερνήσεων, θὰ παραδεχθῶμεν ὅτι ἡ ὕπαρξις ἑνὸς δευτέρου Κοινοβουλευτικοῦ Σώματος, ὅπερ θὰ ἔχῃ πολιτικὰς συνεπείας καὶ τὸ ὁποῖον διὰ τῆς ψήφου του θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ δημιουργῇ περισσοτέρας περιπτώσεις πτώσεως Κυβερνήσεων, θὰ ἐπέφερε περισσοτέραν σύγχυσιν ἐν τῇ κρατικῇ μηχανῇ καὶ θὰ ἐδημιουργεῖτο οὕτως εἷς θεσμὸς ὁ ὁποῖος θὰ καθίστα ἀδύνατον πᾶσαν διακυβέρνησιν τῆς Χώρας. Ὑπὸ τοιαύτην ἔννοιαν καὶ ὑπὸ τοιαύτας ἀρχάς, τὰς ὁποίας ὑποστηρίζουν οἱ συνταγματολόγοι, ἐφόσον ἡ αὐτὴ γνώμη ἐπικρατεῖ καὶ ἐν Γαλλίᾳ, νομίζω ὅτι ἀναμφισβητήτως, ἂν ἔχωμεν ὑποχρέωσιν νὰ δημιουργήσωμεν ἓν δεύτερον Νομοθετικὸν Σῶμα, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτελέσωμεν τοῦτο, ἂν δώσωμεν ἄμεσον πολιτικὴν δύναμιν εἰς τὸ Σῶμα τοῦτο. Ἔρχομαι τώρα εἰς τὴν νομοθετικὴν ἁρμοδιότητα τῆς Γερουσίας. Ἀναμφισβητήτως ἡ ἁρμοδιότης αὕτη πρέπει νὰ εἶναι ἴση ἢ σχεδὸν ἴση πρὸς τὴν τῆς Βουλῆς. Μᾶς ἐνδιαφέρει ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία τῆς Γερουσίας νὰ εἶναι τονωμένη. Διατί νὰ εἶναι ὅμως τονωμένη; Ποῖοι εἶναι οἱ λόγοι οἵτινες ἐπέβαλον τὴν δημιουργίαν τοῦ δευτέρου Νομοθετικοῦ Σώματος; Μᾶς τὴν ἐπιβάλλουν, ὡς γνωστόν, ἰδίως λόγοι πολιτικοὶ καὶ ὄχι λόγοι οἰκονομικοὶ ἢ κοινωνικοί, ἢ λόγοι ἐκπροσωπήσεως ἀριστοκρατικῶν στοιχείων μὴ ὑφισταμένων παρ’ ἡμῖν. Οἱ πολιτικοὶ δὲ οὗτοι λόγοι εἶναι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι μᾶς ὠθοῦν εἰς τὴν δημιουργίαν ἑνὸς δευτέρου Νομοθετικοῦ Σώματος, τὸ ὁποῖον θὰ εἶναι ὁ ρυθμιστὴς τῆς πολιτικῆς ἡμῶν ζωῆς, ρυθμιστὴς ὁ ὁποῖος θὰ συγκρατῇ τὰς ὑπερβολικὰς τάσεις τῆς Βουλῆς, αἵτινες θὰ ὤθουν ἐνδεχομένως αὐτὴν εἰς τὸ νὰ καθίσταται αὐθαίρετος καὶ τυραννικὴ εἰς βάρος τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ λαοῦ, τάσεις τὰς ὁποίας ἔχουν ἀνέκαθεν τὰ Σώματα τὰ μονομερῆ, ὅταν μάλιστα εἶναι παντοδύναμα, ὅπως εἶναι παρ’ ἡμῖν ἡ Βουλή, ἥτις καὶ θὰ καταστῇ ἔτι περισσότερον παντοδύναμος σήμερον μετὰ τὴν καθιέρωσιν τοῦ πολιτεύματος τοῦ δημοκρατικοῦ, τὸ ὁποῖον δημιουργεῖ κατ’ ἀνάγκην μίαν Ἐκτελεστικὴν Ἐξουσίαν ἐντελῶς ἐξησθενημένην. Ὅταν ἀπέναντι μιᾶς τοιαύτης Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας πρόκειται νὰ ὑπάρξῃ μία Βουλὴ ἡ ὁποία ὑπῆρξεν ἀνέκαθεν ἰσχυρά, ἔχομεν ἀνάγκην ἑνὸς δευτέρου Σώματος διὰ ν’ ἀποτελέσῃ ἕνα ἀνασχετῆρα τῶν τάσεων ἐκείνων τῶν ὑπερβολικῶν εἰς ἃς ἐνδεχομένως θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ παρασυρθῇ ἡ Βουλή. Θέλομεν τὸ δεύτερον Νομοθετικὸν Σῶμα ὡς ρυθμιστῆρα τῶν σχέσεων μεταξὺ Νομοθετικῆς καὶ Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας προκειμένου περὶ διαλύσεως τῆς Βουλῆς πρὸς ἐξομάλυνσιν ὅλων ἐκείνων τῶν ἀκροτήτων, εἰς ἃς ὠθήθησαν ὁτὲ μὲν ἡ Ἐκτελεστικὴ Ἐξουσία, ὁτὲ δὲ ἡ Βουλὴ ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ ἡμετέρου Κράτους, ἀκρότητες αἵτινες ὡδήγησαν εἰς πλήρη κοινοβουλευτικὴν ἀστάθειαν. Ὅλοι αὐτοὶ οἱ ὑπὲρ τῆς ὑπάρξεως τῆς Γερουσίας λόγοι, οἱ ὁποῖοι ὑφίστανται δι’ ὅλα τὰ κοινοβουλευτικὰ πολιτεύματα, ὑφίστανται ἰδίᾳ παρ’ ἡμῖν, ἡ δὲ ἀνασκόπησις τοῦ πολιτικοῦ μας βίου δύναται ἀσφαλῶς νὰ μᾶς δώσῃ τοὺς λόγους ἐκείνους οἵτινες συνηγοροῦσι πρὸς δημιουργίαν μιᾶς Γερουσίας ἰσχυρᾶς. Θέλοντες ὅθεν νὰ δημιουργήσωμεν τὴν Γερουσίαν εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ δώσωμεν εἰς αὐτὴν νομοθετικὴν δύναμιν, ἀφοῦ πολιτικὴν δύναμιν δὲν δυνάμεθα νὰ τῇ δώσωμεν ἄμεσον, διότι θὰ καθιστῶμεν αὐτὴν ἰσχυροτέραν τῆς Βουλῆς, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δὲν θέλομεν, ἀφοῦ ἐπιδιώκομεν ἡ δύναμις τῆς Γερουσίας νὰ εἶναι σχεδὸν ἴση πρὸς τὴν τῆς Βουλῆς, διὰ τοῦτο δέ, ὡς εἶπον, ἡ Γερουσία πρέπει μηδεμίαν μὲν νὰ ἔχῃ πολιτικὴν ἁρμοδιότητα, νὰ ἔχῃ δὲ νομοθετικὴν ἁρμοδιότητα σχεδὸν ἰσοδύναμον πρὸς τὴν τῆς Βουλῆς. Αὐτὰ εἶναι τὰ ὅρια ἐντὸς τῶν ὁποίων δέον νὰ πλαισιώσωμεν τὰς σκέψεις μας διὰ νὰ καθορίσωμεν τὰς ἀποφάσεις ἡμῶν ἐν σχέσει μὲ τὸ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρον. Θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ δὲ νὰ προσθέσω περαιτέρω, ἐφόσον ὁμιλοῦμεν περὶ τοῦ θεσμοῦ τῆς Γερουσίας, ὅτι διὰ τὴν ὕπαρξιν τοῦ θεσμοῦ τούτου ὑφίσταται παρ’ ἡμῖν καὶ ἕτερος πραγματικὸς λόγος, οὗτος δὲ εἶναι ἡ ὑπερπληθώρα τῶν πολιτικῶν στελεχῶν. Εἶναι γνωστὸν δυστυχῶς ὅτι παρ’ ἡμῖν ἡ διαίρεσις ἐδημιούργησε μεταξὺ τῶν ἄλλων κακῶν καὶ αὐτὴν τὴν ὑπερπληθώραν τῶν στελεχῶν. Ὑπερπληθώραν διοικητικῶν στελεχῶν, ὑπερπληθώραν στρατιωτικῶν στελεχῶν, ὑπερπληθώραν πολιτικῶν στελεχῶν. Ἂν ἡ συμφιλίωσις ἔχει ἐπέλθει εἰς τὰς λαϊκὰς μάζας, ἡ συμφιλίωσις δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ μεταξὺ τῶν στελεχῶν τούτων. Καὶ οὕτως ὑπεγράφη μὲν συνθήκη εἰρήνης μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ λοιπῶν Κρατῶν, ἀλλὰ δὲν ὑπεγράφη συνθήκη εἰρήνης μεταξὺ τῶν στελεχῶν τούτων, δὲν ὑπεγράφη καὶ θὰ ὑπογραφῇ μόνον δι’ ἀποζημιώσεων, καὶ δι’ ἀποζημιώσεων βαρυτάτων δυστυχῶς. Δὲν θεωροῦμεν βεβαίως ὅτι ἡ Γερουσία θὰ συμβάλῃ εἰς τὴν συμφιλίωσιν τῶν στελεχῶν, ἀλλὰ νομίζω ὅτι ἡ ὕπαρξις δευτέρου Νομοθετικοῦ Σώματος θέλει ὠθήσει πολλὰ ἐκ τῶν στελεχῶν τούτων εἰς τὴν κατάληψιν θέσεων παρὰ τῷ Σώματι τούτῳ, θέσεων αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εὑρεθῶσι διὰ τόσον πολυπληθῆ στελέχη εἰς τὸν στενὸν χῶρον τῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ διὰ νὰ ὠθηθοῦν καὶ τὰ στελέχη ταῦτα πρὸς τὴν Γερουσίαν πρέπει νὰ ἔχῃ αὕτη κῦρος καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ νοηθῇ μία Γερουσία ὡς Γνωμοδοτικὸν Συμβούλιον ἁπλῶς. Ἂν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ πολιτικὴν δύναμιν δι’ οὓς λόγους προανέφερα, δέον ὅμως ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία αὐτῆς νὰ εἶναι σχεδὸν ἴση πρὸς τὴν τῆς Βουλῆς. Θὰ γεννηθῇ ἴσως ἡ ἀντίρρησις ἡ ἑξῆς: Ἂν ἡ Γερουσία ἔχῃ δύναμιν νομοθετικὴν ἴσην πρὸς τὴν δύναμιν τῆς Βουλῆς, θὰ σταματήσῃ πᾶσα κίνησις πρὸς τὰ πρόσω, δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ψηφίζωνται νόμοι, θὰ σταματήσῃ ἡ κρατικὴ μηχανή; Δὲν ἔχω αὐτὴν τὴν ἀντίληψιν, κύριοι πληρεξούσιοι. Καὶ ἐν Γαλλίᾳ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία τῆς Γερουσίας εἶναι σχεδὸν ἴση πρὸς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν τῆς Βουλῆς, ἐν τούτοις δὲν ἐσταμάτησεν ἡ κρατικὴ μηχανὴ καὶ δὲν ἐσταμάτησε καὶ ἡ πολυνομία δυστυχῶς, διότι εἶναι γνωστὸν πόσον μέγας εἶναι ἐπίσης ὁ φόρτος τῶν γαλλικῶν νόμων. Ἄλλως τε ἐνδιαφερόμεθα πρὸ παντὸς ὄχι νὰ δημιουργῶμεν πολλοὺς νόμους, ἀλλὰ νόμους καλούς. Νομοσχέδια δὲ τὰ ὁποῖα εἰσάγονται εἰς τὴν Βουλὴν καὶ δὲν τυγχάνουν τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Γερουσίας δὲν θὰ εἶναι νόμοι οἱ ὁποῖοι νὰ ἔχουν τὴν γενικὴν ἐπιδοκιμασίαν τοῦ λαοῦ καὶ συνεπῶς θὰ εἶναι νόμοι οἱ ὁποῖοι δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ ψηφισθοῦν. Ὁσάκις γίνεται ἰσχυρὰ ἀντίδρασις ἐκ μέρους μιᾶς μειονοψηφίας τῆς Κοινῆς Γνώμης, φρονῶ ὅτι εἶναι προτιμότερον νὰ σταματήσῃ ὁ νόμος αὐτὸς καὶ νὰ μὴ γίνῃ, παρὰ νὰ γίνῃ καὶ νὰ ἀποδειχθῇ ἐν τῇ πράξει κακός. Ἀλλ’ ἐφόσον εἶναι αὐταὶ αἱ κατευθύνσεις αἱ ὁποῖαι τίθενται πρὸ ἐμοῦ, θὰ εἶναι ἐπίσης δυνατὸν συχνάκις νὰ δημιουργῶνται συρράξεις Βουλῆς καὶ Γερουσίας. Καὶ πῶς θὰ αἴρωνται αἱ συρράξεις αὗται; Διότι ἐτέθη πρὸ ἡμῶν καὶ τὸ ζήτημα τοῦτο καὶ ἐπροτάθησαν διάφοροι λύσεις. Αἱ συρράξεις δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λάβουν χώραν παρὰ μόνον ἐπὶ τοῦ νομοθετικοῦ ἐπιπέδου, διότι, ἐφόσον εἰς τὴν Γερουσίαν δὲν ἀναγνωρίζομεν πολιτικὴν ἁρμοδιότητα, θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ διαφωνήσῃ μὲ τὴν Βουλὴν μόνον ἐν σχέσει μὲ τὴν ψήφισιν ἑνὸς νομοθετικοῦ μέτρου. Πῶς θὰ λυθῇ ἡ διαφωνία αὕτη; Ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν Φιλελευθέρων ὑπέβαλε τὴν γνώμην ὅτι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ συνηνοῦντο τὰ δύο Σώματα εἰς ἓν καὶ θὰ ἀποφασίζουν ἀπὸ κοινοῦ. Τὴν πρότασιν ταύτην ὑπεστήριξε καὶ ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ δύο ἄλλοι προλαλήσαντες. Ἀλλὰ παρ’ ὅλον τὸ κῦρος αὐτῶν, θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ διαφωνήσω πρὸς αὐτούς. Ἂν ἦτο δυνατόν, κύριοι πληρεξούσιοι, νὰ γίνῃ ἀποδεκτὴ ἡ πρότασις αὕτη, θὰ ἦγε κατ’ ἐμὴν ἀντίληψιν εἰς τὴν κατάργησιν τὴν οὐσιαστικὴν τοῦ δευτέρου Σώματος. Διότι τί θὰ συμβῇ; Ἢ θὰ συμφωνήσῃ ἡ Γερουσία μὲ τὴν Βουλὴν ὅσον ἀφορᾷ τὴν ψήφισιν ἑνὸς νόμου, ὁπότε εἶναι περιττὴ ἡ Γερουσία, διότι εἴτε ὑπάρχει εἴτε δὲν ὑπάρχει ὁ νόμος θὰ ἐψηφίζετο καλῶς, ἢ θὰ διαφωνήσῃ, ὁπότε ἡ ἕνωσις τῶν δύο Σωμάτων εἰς ἓν εἰς οὐδὲν ἄλλο θὰ συντελέσῃ παρὰ εἰς τὴν κατάργησιν τὴν ὁριστικὴν τῆς Γερουσίας. Ἔχω τὴν ἀντίληψιν, κύριοι πληρεξούσιοι, ὅτι ἑκάστη ὁμὰς ἔχει καὶ εἰδικὴν ψυχολογίαν. Ἡ Βουλὴ ὡς ὁμὰς ἔχει μίαν ψυχολογίαν καθωρισμένην καὶ ἡ Γερουσία ὡς ὁμὰς ἔχει ἐπίσης καθωρισμένην ψυχολογίαν. Δυνάμει δὲ τῆς γενικῆς ἀρχῆς τῆς ψυχολογίας τῶν ὁμάδων ἡ ἕνωσις αὐτῶν θὰ ἀπαρτίσῃ μίαν τρίτην ψυχολογίαν μιᾶς τρίτης ὁμάδος. Ἐξεταστέον λοιπὸν τίνα σκοπὸν ἐπιδιώκομεν διὰ τῆς συστάσεως τοῦ δευτέρου Νομοθετικοῦ Σώματος. Ἐπιδιώκομεν τὴν ὕπαρξιν αὐτῆς τῆς δευτέρας κεχωρισμένης ψυχολογίας, ἡ ὁποία θὰ δρᾷ ἀντιθέτως ἢ παραλλήλως πρὸς τὴν πρώτην ψυχολογίαν, τὴν ψυχολογίαν τῆς ὁμάδος τῆς Βουλῆς, καὶ ἐκ τοῦ συνδυασμοῦ τῶν δύο τούτων ἀντιρρόπων δυνάμεων, τοῦ πνεύματος τῆς ὁρμητικότητος καὶ τοῦ πνεύματος τῆς συντηρητικότητος, θὰ ἐπέρχηται ἡ βραδεῖα ἐξέλιξις, ἡ ταχεῖα ἐξέλιξις, πάντως ἡ ὁμαλὴ ἐξέλιξις πρὸς τὰ πρόσω τοῦ πολιτικοῦ ἡμῶν βίου καὶ τοῦ κοινωνικοῦ ἡμῶν βίου. Τὸ ἀποτέλεσμα τοῦτο, τὸ ὁποῖον προκύπτει ἰδίᾳ προκειμένου περὶ Γερουσίας, ἐκμηδενίζεται τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἐδημιουργοῦμεν τὴν δευτέραν ταύτην ἀντίρροπον δύναμιν καὶ τὴν ἡνώναμεν μετὰ τῆς Βουλῆς διὰ νὰ ἀποτελεσθῇ τρίτη Συνέλευσις, ἡ ὁποία δὲν θὰ ἐκπροσωπῇ πλέον τὴν παγίαν κατεύθυνσιν τῆς ψυχολογίας τῶν ὁμάδων, τὴν ὁποίαν ἐδημιούργησαν τὰ δύο κεχωρισμένα Σώματα τὰ νομοθετικά, ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Γερουσία. Διὰ τοῦτο δὲ καὶ τὸ ζήτημα τῆς διαφωνίας Βουλῆς καὶ Γερουσίας εἶναι ζήτημα τὸ ὁποῖον συνεζητήθη εἰς ὅλα τὰ Κράτη τὰ ὁποῖα ἔχουν τοὺς δύο θεσμούς, ἀλλ’ εἰς οὐδὲν τῶν Κρατῶν τούτων ἐφηρμόσθη μέχρι σήμερον, πέρα τῆς προτάσεως ἐκείνης τὴν ὁποίαν ἀνέφερεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὡς πρότασιν μέλλουσαν νὰ λάβῃ χώραν ἐν Ἰταλίᾳ διὰ τὴν ἄρσιν τῶν διαφωνιῶν. Ὑπεστηρίχθη εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ 1918 ὑπὸ τοῦ λόρδου Μπράϊς ἡ ὕπαρξις κοινῶν Ἐπιτροπῶν προπαρασκευαστικῶν, τὰς ὁποίας καὶ ἡμεῖς ἐδέχθημεν, οὐδέποτε ὅμως ὑπεστηρίχθη ἡ σύμπραξις. Ἄλλως τε, ἂν δεχθῶμεν τὴν σύμπραξιν ταύτην, τότε κατ’ ἀνάγκην μοιραίαν θὰ δεχθῶμεν καὶ μίαν ἄλλην διαδικασίαν διὰ τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ Συντάγματος. Ἡμεῖς δεχόμεθα ὅτι ὁ Καταστατικὸς Χάρτης τῆς Χώρας εἶναι ἐξαιρετικὸς νόμος καὶ συνεπῶς χρειάζεται καὶ ἐξαιρετικὴ διαδικασία διὰ τὴν ἀναθεώρησιν αὐτοῦ.
§20Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ὑπάρχει προδιαδικασία ἐξαιρετική.
§21Σ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ. Ἀλλ’ ὁ τρόπος τῆς ἀναθεωρήσεως;
§22Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Χωριστὰ ἡ Βουλὴ καὶ χωριστὰ ἡ Γερουσία ψηφίζουν περὶ τῶν ἀναθεωρητέων διατάξεων.
§23Σ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ. Οὐχ ἧττον ἡ ἰδία διαδικασία καθιεροῦται καὶ διὰ τὴν συζήτησιν τῶν διαφωνιῶν.
§24Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Πρέπει νὰ συμφωνήσουν διὰ τὸ Σύνταγμα, καὶ τοῦτο δὲν εἶναι εὔκολον.
§25Σ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ. Εἰς τὴν ἄλλην θὰ πρέπῃ τὰ ⅗ τοῦ ἑνὸς Σώματος νὰ τὴν προτείνουν, ὁπότε ὑποχρεωτικῶς τὴν δέχεται τὸ ἄλλο Σῶμα. Συνεπῶς ἡ διαφορὰ εἶναι ἐλαχίστη. Διότι, ἂν γίνῃ κοινὴ συνέλευσις, θὰ ἀποφασίζῃ καὶ εἰς τὰς δύο περιπτώσεις, εἴτε διὰ τὴν τροπολογίαν τῶν νόμων εἴτε διὰ τὴν ἀναθεώρησιν τῶν διατάξεων τῶν συνταγματικῶν. Ἀλλ’ ὑποστηρίζω ταυτοχρόνως καὶ κυρίως ὅτι διὰ τῆς συμπράξεως τῶν δύο Νομοθετικῶν Σωμάτων εἰς ἕν, ἐκτὸς τοῦ ὅτι θίγομεν αὐτὴν τὴν βάσιν τὴν ὁποίαν ἐθέσαμεν, τῆς ὑπάρξεως δηλαδὴ ἑνὸς κεχωρισμένου Σώματος, τῆς Γερουσίας, ἐκμηδενίζομεν εἰς τὰς πλείστας περιπτώσεις κατὰ τρόπον ὁριστικὸν τὰς ἀποφάσεις τοῦ δευτέρου Νομοθετικοῦ Σώματος. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, διὰ τῆς ἑνώσεως τῶν δύο τούτων Σωμάτων εἰς μίαν Ἐθνοσυνέλευσιν μοιραίως δίδεται πλέον πολιτικὴ δύναμις εἰς τοὺς γερουσιαστάς. Διότι μοιραίως οἱ γερουσιασταί, ἑνούμενοι μετὰ τῆς μειονοψηφίας τῆς Βουλῆς, θὰ δύνανται νὰ ἀνατρέψουν μίαν Κυβέρνησιν ἡ ὁποία θὰ θέσῃ ζήτημα ἐμπιστοσύνης ἐπὶ ἑνὸς νομοσχεδίου. Διότι ἐν τῇ πράξει τί θὰ συμβῇ; Εἰς μίαν περίπτωσιν διαφωνίας ἰσχυρᾶς, ἂν ἡ Γερουσία εἶναι προσδεδεμένη πρὸς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, θὰ παίξῃ τὸν ἑξῆς ρόλον· θὰ καλέσῃ Ἐθνοσυνέλευσιν καὶ θὰ ἑνωθῇ ἐν τῇ Ἐθνοσυνελεύσει μὲ τὴν μειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς διὰ νὰ ἀνατρέψῃ τὴν Κυβέρνησιν. Πλὴν τούτου ὑποστηρίζω ὅτι αἱ Ἐθνοσυνελεύσεις θὰ λαμβάνουν χώραν τόσον συχνά, ὥστε νὰ παύσῃ παρὰ τῇ Κοινῇ Γνώμῃ πλέον ὑφισταμένη ἡ ἰδέα τῆς ὑπάρξεως κεχωρισμένου Σώματος. Ἐκτὸς τούτου ἰσχυρίζομαι ταυτοχρόνως ὅτι διὰ τῆς συμπράξεως, διὰ τῆς ἑνώσεως τῶν δύο Σωμάτων εἰς ἕν, ἀσφαλῶς δίδεται πολιτικὴ δύναμις εἰς τὰ μέλη τῆς Γερουσίας, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον μοιραίως εἰς οὐδὲν ἄλλο θὰ κατέληγεν εἰμὴ εἰς τὸ νὰ καταστήσῃ ἀσαφέστερον τὸν κοινοβουλευτικὸν ἡμῶν βίον. Ἀλλ’ ἐπροτάθη, κύριοι, καὶ ἕτερος τρόπος λύσεως τῶν διαφωνιῶν, τὸ δημοψήφισμα, Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Τροιζηνίας συνάδελφος ὑπεστήριξεν ὅτι δέον τὸ δημοψήφισμα νὰ εἰσαχθῇ καὶ ὡς τρόπος ψηφίσεως τῶν νόμων ὑπὸ τύπον, λέγει, προτάσεως ἢ ὑπὸ τύπον referendum.
§26Γ. ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Referendum προαιρετικοῦ.
§27Σ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ. Μάλιστα. Ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ μὴ σᾶς ἀπασχολήσω. Ἂν θίγω τὸ ζήτημα αὐτό, τὸ θίγω διότι νομίζω ὅτι ἀπὸ μιᾶς ἀπόψεως εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ παραδεκτὸν τὸ δημοψήφισμα. Προκειμένου περὶ τῶν συνταγματικῶν διατάξεων, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ὑποστηριχθῇ ὅτι θὰ ἦτο σκοπιμώτερον τὸ δημοψήφισμα εἰς περιπτώσεις κατὰ τὰς ὁποίας θὰ ἐγεννᾶτο διαφορά τις μεταξὺ Βουλῆς καὶ Γερουσίας, σύρραξις μᾶλλον μεταξὺ τῶν δύο τούτων Σωμάτων, ὁπότε θὰ ὠθήσῃ τοῦτο τὴν Βουλὴν εἰς τὴν κατάργησιν τοῦ θεσμοῦ τῆς Γερουσίας. Διότι τὴν σύρραξιν αὐτὴν ἐγὼ τὴν φοβοῦμαι ὡς ἓν ἐνδεχόμενον τὸ ὁποῖον ἀσφαλῶς θὰ λάβῃ χώραν εἰς τὸ μέλλον. Διότι δύο τινὰ θὰ συμβῶσιν· ἢ θὰ περιπέσῃ εἰς ἄγνοιαν ἡ Γερουσία περιλαμβάνουσα ὅλους τοὺς συνταξιούχους τῆς πολιτικῆς ζωῆς ἢ θὰ ἀποβῇ ἰσχυρά, ὅπως τὸ εὔχομαι, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει εἶναι ἐνδεχόμενον ὅτι αἱ συρράξεις θὰ φθάσουν μέχρι βιαιοτήτων καὶ ὅτι πολλάκις ἡ Βουλὴ θὰ σκεφθῇ κατὰ τίνα τρόπον εἶναι δυνατὸν νὰ φθάσῃ καὶ μέχρι καταργήσεως τῆς Γερουσίας. Εἰς τὸ σημεῖον δὲ τοῦτο βεβαίως ἡ Γερουσία δὲν θὰ ἔχῃ οὐδεμίαν δύναμιν ἀμύνης, διότι ἡ ἀναθεώρησις τοῦ Συντάγματος γίνεται ἐν κοινῇ συνελεύσει καὶ οἱ βουλευταὶ θὰ εἶναι διπλάσιοι τῶν γερουσιαστῶν. Εἰς τὰς περιπτώσεις λοιπὸν αὐτὰς τὰς ἐκτάκτους θὰ ἤθελον νὰ ἔχῃ ἡ Γερουσία ὡς μέσον ἀμύνης κατὰ τοιούτων ἀποφάσεων τὸ δημοψήφισμα, καὶ βεβαίως εἰς τοιαύτας περιπτώσεις, ὅπως καὶ εἰς περιπτώσεις ἄλλων θεμελιωδῶν θεσμῶν, εἶναι δυνατὸν ὁ λαὸς νὰ μὴ πλανηθῇ. Καὶ εἰς τὰς περιπτώσεις αὐτάς, λέγω, θὰ ἤθελον νὰ εἶναι δυνατὸν μὲ μίαν πρότασιν ἀρχικῶς ὡρισμένην ὑπὸ ὁμάδος βουλευτῶν ἢ γερουσιαστῶν νὰ γίνῃ ἔκκλησις εἰς τὸν λαόν, ὁ ὁποῖος θὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα ν’ ἀποφασίσῃ ἐπὶ τῆς καταργήσεως τῆς Γερουσίας. Λέγω ὅτι τὸ δημοψήφισμα θέλω εἰς ἐκτάκτους περιπτώσεις, διότι, μολονότι ὑποστηρίζεται ὅτι οἱ λαοὶ ἔχουν διαίσθησιν καὶ δὲν πλανῶνται, ἐν τούτοις εἰς τὴν πρᾶξιν συμβαίνει δυστυχῶς τὸ ἀντίθετον. Ἡ ἐπιστήμη ἔχει παραδεχθῆ ὅτι ὁ λαὸς εἶναι μὲν εἰς θέσιν νὰ ἐκλέγῃ πρόσωπα, εἶναι ὅμως δυσχερέστατον νὰ ἀποφαίνηται ἐπὶ ζητημάτων νομοθετικῶν. Δὲν ἔχει ἄλλως τε οὔτε τὸν χρόνον πρὸς τοῦτο οὔτε τὴν ἀπαιτουμένην μόρφωσιν, ἀλλὰ πρὸ παντὸς ἔχει τὸ ἀτύχημα ὅτι δὲν δύναται νὰ συζητήσῃ. Εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ ἀπαντήσῃ δι’ ἑνὸς ναὶ ἢ δι’ ἑνὸς ὄχι. Προκειμένου δὲ περὶ νομοσχεδίων μεγάλης σημασίας, θὰ εἶναι δυνατὸν ἄλλοτε μὲν διὰ μίαν καλὴν διάταξιν νὰ δεχθῇ ἕνα νόμον ὁλόκληρον ὁ ὁποῖος θὰ περιέχῃ πλεῖστα τρωτά, ἄλλοτε δὲ νὰ ἀπορρίψῃ ἓν νομοθετικὸν μέτρον ἄριστον ἐπειδὴ θὰ περιέχῃ τυχὸν μίαν κακὴν διάταξιν.
§28Γ. ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Αὐτὸ τὸ ὁποῖον λέγετε νομίζω ὅτι εἶναι ὑπὲρ τοῦ ἐπιχειρήματος. Διότι ἀκριβῶς ἐκ τῶν συζητήσεων θὰ φανῇ ἡ αἰτία διὰ τὴν ὁποίαν τὸ ἀπέρριψεν ὁ λαὸς καὶ θὰ μεταβληθῇ ὁ νόμος σύμφωνα μὲ τὴν θέλησιν τοῦ λαοῦ.
§29Σ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ. Ἐπειδὴ ἐγένετο λόγος περὶ δημοψηφίσματος, ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ ν’ ἀναφέρω μερικὰ παραδείγματα ἀπὸ τὴν κατ’ ἐξοχὴν Χώραν τοῦ δημοψηφίσματος, ἀπὸ τὴν Ἑλβετίαν, ἔνθα ὁ λαὸς εἶναι πλέον μορφωμένος, πλέον ὀλιγομελής, καὶ τὰ μέσα τῆς συγκοινωνίας εὔκολα, καὶ συνεπῶς δὲν ὑπάρχει καλυτέρα Χώρα ὅπου δύναται νὰ λειτουργήσῃ τὸ δημοψήφισμα. Ὁ Ἑλβετικὸς λοιπὸν λαὸς ἠρνήθη τὴν ἐπικύρωσιν νόμου περὶ στρατολογίας, ἠρνήθη τὴν ἀναδιοργάνωσιν τῆς διπλωματικῆς Ὑπηρεσίας, λόγῳ τῆς ἀντιπαθείας τὴν ὁποίαν τρέφει πάντοτε πρὸς τοὺς διπλωμάτας. Ἀλλ’ ἂν ἐκηρύχθημεν γενικῶς κατὰ τοῦ δημοψηφίσματος, ὁ λόγος εἶναι καὶ τὸ ὅτι αἱ Χῶραι αἱ ὁποῖαι τὸ εἰσήγαγον εἶναι ἐντελῶς ἐκλεκτικαὶ εἰς τὴν ἐφαρμογήν του. Δὲν ὁμιλῶ εἰδικῶς διὰ τὴν Χώραν τὴν ἰδικήν μας, εἰς τὴν ὁποίαν τὸ ποσοστὸν τῶν ἀγραμμάτων ὑπερβαίνει δυστυχῶς τὰ 40%. Ἐξ ὅλης αὐτῆς τῆς ἀνασκοπήσεως, κύριοι πληρεξούσιοι, ἀπομένει τοῦτο, διὰ νὰ συμπεράνω. Θέλω ἓν δεύτερον Νομοθετικὸν Σῶμα μὲ κῦρος, δὲν θέλω νὰ ἔχῃ πολιτικὴν δύναμιν, θέλω ὅμως νὰ ἔχῃ νομοθετικὴν ἁρμοδιότητα ἴσην πρὸς τὴν τῆς Βουλῆς. Καὶ ὡς ἐξετέθη, δὲν ἀπομένει ἄλλη λύσις παρὰ ἡ λύσις τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς, ἡ λύσις τοῦ ὑπὸ κρίσιν ἄρθρου, ἡ λύσις καθ’ ἣν ὁσάκις ἤθελε διαφωνήσει ἡ Βουλὴ πρὸς τὴν Γερουσίαν προκειμένου περὶ ἑνὸς νόμου, κατ’ ἀνάγκην ὁ νόμος ἀναστέλλεται. Ἀλλ’ ἐγὼ θὰ ἤθελον, ἂν εἶναι δυνατόν, νὰ σταματήσῃ ἐντελῶς, διότι νομοσχέδιον διὰ τὸ ὁποῖον ἐγείρονται σοβαραὶ διαφωνίαι μεταξὺ τοῦ ἑνὸς Σώματος καὶ τοῦ ἄλλου θὰ ἤθελον νὰ μὴ εἶναι δυνατὸν νὰ καταστῇ νόμος τοῦ Κράτους. Ἀλλ’ εὑρισκόμεθα εἰς μίαν περίοδον ἀναδιοργανώσεως, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἐσυνηθίσαμεν τόσον πολὺ εἰς τὴν παντοδυναμίαν τῆς Βουλῆς, ὥστε τὸ πρᾶγμα θὰ ἦτο δυσχερὲς δι’ ἡμᾶς αὐτούς, θὰ ἦτο δυσχερὲς νὰ ἀντιληφθῶμεν ἀπὸ τοῦδε ὕπαρξιν Γερουσίας ἐντελῶς ἴσης εἰς δύναμιν νομοθετικὴν μὲ τὴν τῆς Βουλῆς. Διὰ τοῦτο δὲν νομίζω ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ ἀπομακρυνθῶμεν ἀπὸ τὴν ἀρχὴν τὴν ὁποίαν ἔταξε τὸ ἄρθρον 7, μὲ τὴν τροπολογίαν — καὶ εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἰδιαίτατα θέλω νὰ τονίσω— ὅτι τὸ τετράμηνον θὰ ἤθελον νὰ μεταβληθῇ εἰς ἑξάμηνον, τὴν δὲ πλειονοψηφίαν τῶν 11/20 θὰ ἤθελον νὰ αὐξήσω εἰς τὰ ⅗, διὰ νὰ καταστῇ οὕτως ἐντελῶς ἀδύνατος ἡ ψήφισις νόμου, διὰ τὸν ὁποῖον θὰ ἐξεδηλοῦτο διαφωνία μεταξὺ Βουλῆς καὶ Γερουσίας. Ἡ δὲ ἀσφαλιστικὴ δικλεὶς τῆς μεγάλης πλειονοψηφίας θὰ συντελῇ ὥστε μετὰ πολλοῦ κόπου νὰ ὑπερισχύῃ ἡ Βουλὴ προκειμένου περὶ τοιούτων νομοσχεδίων. Μόνον κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, ἂν δημιουργηθῇ μία Γερουσία περιλαμβάνουσα πρόσωπα τὰ ὁποῖα θὰ ἔχουν κῦρος, πρόσωπα τὰ ὁποῖα θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ἔχουν ἀριστοκρατικὴν τὴν καταγωγὴν ἀλλὰ νὰ ἀνήκουν ἀσφαλῶς εἰς τὴν ἀριστοκρατίαν τοῦ πνεύματος, εἰς τὴν ἀριστοκρατίαν τῶν ἐπαγγελματικῶν τάξεων, μόνον κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον θὰ καταστῇ δυνατὸν ὁ θεσμὸς οὗτος νὰ ζήσῃ καὶ νὰ ἐκπληρώσῃ τὸν προορισμόν του.
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δενδρινὸς ἔχει τὸν λόγον.
§31Α. ΔΕΝΔΡΙΝΟΣ. Ἤμην καὶ εἶμαι κατ’ ἀρχὴν κατὰ τοῦ θεσμοῦ τῆς Γερουσίας. Οἱ λόγοι τῆς σκοπιμότητος, ἕνεκα τῶν ὁποίων ὑπερεψήφισα τοῦ ψηφίσματος περὶ προσωρινῆς Γερουσίας ἐξέλιπον. Ἐδεχόμην τὸ ψήφισμα τῆς προσωρινῆς Γερουσίας λόγῳ σκοπιμότητος πρὸς ἐνίσχυσιν τοῦ δημοκρατικοῦ πολιτεύματος καὶ ὅπως εἰσαγάγωμεν ἡμεῖς τὴν πρώτην βάσιν τῆς Γερουσίας ἀποτελουμένης ἀπὸ δημοκρατικούς, ὅπως ἀναμφισβητήτως εἴμεθα πάντες ὅσοι εὑρισκόμεθα ἐνταῦθα. Ἀλλὰ πλὴν τῆς σκοπιμότητος αὐτῆς ἤθελον ὑποστηρίξει ὅπως ἀντιπροσωπεύωνται ἐν τῇ Γερουσίᾳ καὶ αἱ ἐπαγγελματικαὶ τάξεις. Καὶ ἤδη συζητοῦμεν αὐτὸν τοῦτον τὸν θεσμὸν τῆς Γερουσίας. Ὅσα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐλέχθησαν παρ’ ἀνθρώπων λίαν ἐμβριθῶς μελετησάντων τὸ ζήτημα, παρ’ ἀνθρώπων οἱ ὁποῖοι ἐξ ἰδιοσυγκρασίας εἶναι συντηρητικοί, ἀκριβῶς αὐτὰ τὰ ὁποῖα ἐλέχθησαν ἀποδεικνύουσι πόσον ἔχομεν δίκαιον ἡμεῖς πάντες οἱ κατὰ τοῦ θεσμοῦ τῆς Γερουσίας κηρυχθέντες, ὄχι μόνον ἀπὸ ἀπόψεως ἰδεολογικῆς, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ ἀπόψεως σκοπιμότητος καὶ πρακτικῆς. Διότι οὐδεὶς ἐκ τῶν προλαλησάντων ἠμφισβήτησε σοβαρῶς ὅτι διατρέχομεν μέγιστον κίνδυνον ἢ μᾶλλον ὅτι ἔχομεν τὴν θετικότητα ὅτι θᾶττον ἢ βράδιον θὰ ἐπέλθῃ σύρραξις μεταξὺ τῶν δύο Σωμάτων. Ἀλλὰ καὶ ἄν τινες ἐξ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι δὲν ἀποδέχονται τὴν ἰδεολογίαν τῆς ἄκρας Ἀριστερᾶς τὴν ὁποίαν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀσπάζωμαι καὶ ὡς φίλην καὶ ὡς θρησκείαν, δύναμαι νὰ εἴπω, καὶ αὐτοὶ ἀκόμη οἱ ὁποῖοι δὲν φθάνουν εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον ἀλλ’ εἶναι δημοκρατικοὶ καὶ ἀγαπῶσι νὰ περιφρουροῦν τὰς λαϊκὰς ἐλευθερίας, ἐξ ὅσων, ἐπαναλαμβάνω, ἐλέχθησαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ ἐσαλεύθη καὶ αὐτῶν ἡ πεποίθησις ἐπὶ τῆς σκοπιμότητος τοῦ θεσμοῦ τῆς Γερουσίας, δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ εὑρίσκωνται εἰς μίαν πάλην μεταξὺ τῶν ἀρχῶν τὰς ὁποίας ἀσπάζονται, ὅτι δὲν εἶναι ἐκπρόσωποι ὅταν ζητῶσι τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἐπὶ τῆς ψήφου τὴν ὁποίαν θὰ ἐσκέπτοντο νὰ δώσουν ὑπὲρ τοῦ θεσμοῦ τῆς Γερουσίας ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Ἡ πάλη δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ ὑπάρξῃ εἰς τὴν ψυχὴν αὐτῶν, καὶ δι’ αὐτὸ βλέπομεν ὅλους διστακτικοὺς καὶ ἐπιφυλασσομένους νὰ σκέπτωνται κατὰ πόσον ὁ θεσμὸς τῆς Γερουσίας εἶναι θεσμὸς φιλελεύθερος ἢ θεσμὸς ἀναχρονιστικός. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου καὶ ἀπὸ ἀπόψεως πρακτικῆς καὶ ἀπὸ ἀπόψεως σκοπιμότητος ἐν σχέσει πρὸς τὰς στιγμὰς τὰς ὁποίας διερχόμεθα, καὶ ἐξηγοῦμαι, ἐν σχέσει πρὸς τὴν κατάστασιν καθ’ ἣν πάντες ἀποβλέπομεν πῶς τὸ ταχύτερον νὰ ἐπέλθῃ ἡ συμφιλίωσις καὶ παύσουν οἱ καθεστωτικοὶ ἀγῶνες, οἱ ἀγῶνες τῶν ἄκρων, πῶς θὰ ἐξυπηρετηθῇ ὁ θεσμὸς τῆς Γερουσίας, ἀφοῦ πάντες παραδεχόμεθα ὅτι θᾶττον ἢ βράδιον θὰ ἐπέλθῃ σύγκρουσις μεταξὺ Γερουσίας καὶ Βουλῆς; Ὅτι ἡ Γερουσία, κύριοι, θὰ εἶναι κώλυμα, θὰ εἶναι ἐμπόδιον ἐναντίον τῆς ἐπιψηφίσεως παντὸς ριζοσπαστικοῦ νόμου, παντὸς νόμου προστατεύοντος τὰς λαϊκὰς τάξεις, παντὸς νόμου τὸν ὁποῖον αἱ λαϊκαὶ τάξεις θὰ ἔλθωσι νὰ ἐπιβάλωσι διὰ τῆς θελήσεώς των, αὐτὸ εἶναι ἀναντίρρητον. Ἄλλως τε κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην, παρὰ τὴν συνήθειάν του ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος, ἐπιφυλασσόμενος μιᾶς δευτέρας γραμμῆς ὑποχωρήσεως, κρύπτει κάπως τὰς σκέψεις του καὶ τὰ διανοήματά του, τὴν ἑσπέραν ταύτην, λέγω, παρὰ τὴν συνήθειάν του ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἐν εἰλικρινείᾳ ἀξιοζηλεύτῳ ὡμολόγησεν ὅτι θέλει τὸν θεσμὸν τῆς Γερουσίας ὡς κώλυμα, ὡς ἐμπόδιον, ὡς φραγμὸν ἐναντίον τῶν ὁρμῶν τῶν λαϊκῶν, ἐναντίον τῶν ἐπιταγῶν, οὕτως εἰπεῖν, τῆς λαϊκῆς θελήσεως, δηλαδὴ ὡμολόγησεν ὅτι ἐδῶ ἀγωνιζόμεθα οὐχὶ ὡς Σῶμα τὸ ὁποῖον ἀπέρρευσεν ἀπὸ μίαν Ἐπανάστασιν, ἀλλ’ ὡσεὶ ἐγενόμεθα ἐνταῦθα Σῶμα τὸ ὁποῖον προῆλθεν ἐκ τῆς ὑποστηρίξεως ἀκριβῶς ἀντιθέτων ἀρχῶν, ὡμολόγησεν ὅτι θέλει τὴν Γερουσίαν ὡς ἓν προπύργιον κατὰ τῶν λαϊκῶν ὁρμῶν, κατὰ τῆς πραγματοποιήσεως τῶν λαϊκῶν ἐπιταγῶν. Ἀλλ’ ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλ’ ἔφθασε νὰ ζητήσῃ νὰ αὐξηθῇ ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότερον ἡ ἐξουσία τῆς Γερουσίας, διότι ἄλλως, εἶπεν, ὁ σκοπὸς τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκομεν, τοῦ νὰ ματαιώνωμεν τὴν λαϊκὴν βούλησιν, ἐκμηδενίζεται καὶ τότε εἶναι περιττὸς ὁ θεσμός. Αὐτά, κύριοι, εἶναι τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα παρέταξαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου οἱ ὑπερασπισταὶ τοῦ θεσμοῦ τῆς Γερουσίας. Δὲν εἶναι δυνατόν, κατόπιν μιᾶς τοιαύτης ἐπισήμου ἐξομολογήσεως, ὅσοι πράγματι λέγομεν τὴν ἀλήθειαν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ὅτι ἐρχόμεθα ἐνταῦθα ἵνα ὑπεραμυνθῶμεν τῆς λαϊκῆς παντοδυναμίας, δὲν εἶναι δυνατόν, λέγω, νὰ δώσωμεν ψῆφον ὑπὲρ τοῦ θεσμοῦ τῆς Γερουσίας. Ἐγὼ ἀκόμη ἀναμένω νὰ ἀκούσω δευτερολογοῦντα τὸν ἀξιότιμον καὶ πολυαγαπητὸν ἡγέτην τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως, εἰς τὰς πεποιθήσεις τοῦ ὁποίου δὲν μὲ ἀπέλιπεν ἡ πίστις, νὰ ἀκούσω αὐτὸν πῶς θὰ δικαιολογήσῃ τὴν ὑποστήριξιν τοῦ θεσμοῦ τῆς Γερουσίας, πῶς, λέγω, θὰ δικαιολογήσῃ καὶ πῶς θὰ τὴν συναρμολογήσῃ πρὸς τὰς ἀρχὰς τὰς ὁποίας πρεσβεύει. Τότε μόνον θὰ εἶναι συγγνωστός, τότε μόνον θὰ πιστεύσωμεν ὅτι δὲν μετέβαλεν ἀρχάς, ἂν παραδεχθῶμεν ὅτι θὰ ὑποστηρίξῃ ὅλαις δυνάμεσι τὴν ἐπαγγελματικὴν Γερουσίαν, ἂν ὑποστηρίξῃ ἡ Γερουσία νὰ ἀποτελῆται ἀπὸ ἀντιπροσώπους τῶν ἐπαγγελματικῶν τάξεων δι’ ἀμέσου ἐκλογῆς· τότε βεβαίως θὰ εἴπωμεν ὅτι εἶναι συνεπὴς πρὸς τὰς ἀρχάς του. Ἄλλως τε σήμερον δὲν ἔχει τὴν δικαιολογίαν τὴν ὁποίαν εἶχεν ὅτε ὑπέβαλλε τὸ ψήφισμα τῆς προσωρινῆς Γερουσίας, ἡ ὁποία ἦτο παμμεγίστης σημασίας, καὶ δι’ αὐτὸ ὅλοι ἠσπάσθημεν καὶ συνεμερίσθημεν τὰς ἰδέας του. Σήμερον τὸ δημοκρατικὸν πολίτευμα, ἀνεξαρτήτως τῶν ὅσα εἶπον σχετικῶς πρὸς τὴν νομοθεσίαν, ἡ ὁποία θὰ εἶναι πάντοτε ἀρτηριοσκληρωτική, σήμερον καὶ τὸ δημοκρατικὸν πολίτευμα θὰ ὑπονομευθῇ, ἐφόσον ἔχομεν τὴν θετικότητα ὅτι ἡ σύρραξις θὰ εἶναι βεβαία μεταξὺ Βουλῆς καὶ Γερουσίας. Ἀλλὰ καὶ ἂν βεβαία δὲν ἦτο ἡ σύρραξις καὶ μόνον φόβους ἂν εἴχομεν εἰς τὰς στιγμὰς τὰς ὁποίας διερχόμεθα, πάλιν ὀφείλομεν νὰ εἴπωμεν ὅτι ἂς παρέλθωσιν αἱ στιγμαὶ αὐταί, ἂς μὴ ριφθῶμεν εἰς τοιούτου εἴδους πολιτικὰς καὶ πολιτειακὰς ἴσως διαμάχας καὶ ἂς ἀρκεσθῶμεν μόνον νὰ δώσωμεν ζωὴν εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, τὸ ὁποῖον ἤθελεν ἀρκούντως ἐξυπηρετήσει τοὺς σκοποὺς τοὺς ὀρθοὺς τοὺς ὁποίους ἐπιδιώκομεν, τοῦ νὰ μελετῶνται οἱ νόμοι καὶ νὰ μὴ γίνηται ἡ νομοθεσία ὡς γίνεται καὶ ὡς πάντες ἀνεξαρτήτως κομμάτων ὁμολογοῦμεν. Τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας ἠδύνατο κάλλιστα νὰ χρησιμεύσῃ διὰ πολλοὺς ἄλλους λόγους, ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν ἐπεξεργασίαν τῶν νόμων. Ἀλλ’ ἐν τῇ ἀπιθάνῳ περιπτώσει, θέλω νὰ ἐλπίζω ἢ μᾶλλον κολακεύομαι νὰ ἐλπίζω ἢ μᾶλλον εἶναι σεβαστὸς πόθος μου ὅτι θὰ ἀναθεωρηθῇ ἡ ἀπόφασις τὴν ὁποίαν φαίνεται ὅτι ἔχει ἡ πλειονοψηφία τῆς Συνελεύσεως περὶ τοῦ θεσμοῦ τῆς Γερουσίας, ἄν, λέγω, δὲν πραγματοποιηθῇ ὁ πόθος αὐτός, ἡ ἐπιθυμία αὐτή, τότε ἀσφαλῶς πρέπει νὰ καταλήξωμεν εἰς τὸ δημοψήφισμα τὸ ὁποῖον ὁ ἀγαπητὸς συνάδελφος ἐκ Τροιζηνίας ἐπρότεινε. Τουλάχιστον τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἔχωμεν μίαν σύγκρουσιν μεταξὺ τοῦ ἀρτηριοσκληρωτικοῦ Σώματος καὶ τοῦ Σώματος τοῦ ἄλλου τοῦ κοινοβουλευτικοῦ, τοῦ δρῶντος πρὸς πρόοδον καὶ πρὸς τὰ ἐμπρὸς πάντοτε, φρονῶ ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἔχωμεν τὴν Γερουσίαν καὶ τὴν Βουλὴν συνερχομένας ἐπὶ τὸ αὐτὸ διὰ νὰ ἀλληλοεξευτελισθῶσιν, ἀλλὰ τὴν τελευταίαν λέξιν, τὸ veto, νὰ ἔχῃ μόνον ὁ πραγματικῶς παντοδύναμος λαός. Κύριοι, εἶναι βεβαίως μέγα τὸ θάρρος ἡμῶν καὶ δὲν ἔχομεν τοιοῦτον ἀνάστημα νὰ ἀμφισβητήσωμεν τὴν λαϊκὴν θέλησιν. Ὁ λαὸς πρέπει νὰ εἶναι ὁ κριτής, ὁ λαὸς πρέπει νὰ ἔχῃ τὸ veto καὶ μὴ λησμονεῖτε ὅτι τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα— ἂς ἔχωμεν τὸ θάρρος νὰ τὸ ὁμολογήσωμεν—ἔχει σχεδὸν χρεωκοπήσει, ἔχει ὁμολογουμένως χρεοκοπήσει καὶ σήμερον οἱ λαοὶ σκέπτονται πῶς νὰ τὸ ἀντικαταστήσουν. Ἡμεῖς θέλομεν νὰ τὸ στηρίξωμεν καὶ εἶμαι τῆς γνώμης ὅτι προσωρινῶς θὰ στηριχθῇ, ἀλλὰ διὰ νὰ στηριχθῇ πρέπει νὰ ἀναγνωρίσωμεν τὴν λαϊκὴν παντοδυναμίαν καὶ ὄχι νὰ τὴν ἀμφισβητῶμεν καὶ ὄχι νὰ τῆς ἀφαιρέσωμεν τὰ μέσα διὰ νὰ ἐπιβάλλεται. Ἐλέχθη ὅτι ὁ λαὸς δὲν εἶναι ὥριμος διὰ δημοψήφισμα. Καὶ ποῖοι, κύριοι, ἐτόλμησαν νὰ εἴπωσιν ὅτι ὁ λαὸς δὲν εἶναι ὥριμος διὰ δημοψήφισμα; Ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι μετέβαλον τὸ πολίτευμα διὰ δημοψηφίσματος.
§32Β. ΚΥΒΕΛΟΣ. Πολὺ δικαίως ἐξεδηλώσατε τὴν ἰδέαν ὅτι ὁ θεσμὸς θὰ ἦτο περιττός. Καὶ ἐγὼ ἐν μέρει συμφωνῶ μὲ τὴν ἰδέαν σας, ἀλλὰ τὸ ζήτημα αὐτὸ ἐλύθη· σήμερον δὲν κάμνομεν συζήτησιν διὰ τὸν θεσμόν, διότι αὐτὸ ἔχει ἀποφασισθῆ ἀπὸ τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Συνελεύσεως.
§33Α. ΔΕΝΔΡΙΝΟΣ. Ἂν ἐδιαβάσατε, κ. συνάδελφε, καὶ ἀσφαλῶς θὰ ἐδιαβάσατε, τὴν ἱστορίαν τῆς Γαλλικῆς Ἐπαναστάσεως, θὰ εἴδετε ὅτι ἡ Συνέλευσις ἐκείνη ἡ Ἐπαναστατικὴ κατ’ ἐπανάληψιν διὰ νεωτέρων ψηφισμάτων μετέβαλλεν ἀποφάσεις.
§34Β. ΚΥΒΕΛΟΣ. Ἀφοῦ λοιπὸν εἶσθε ἐναντίον τοῦ θεσμοῦ τῆς Γερουσίας, ὁ δὲ θεσμὸς τῆς Γερουσίας θεωρεῖται ἀναγκαῖος ὡς ἓν μέσον συγκερασμοῦ...
§35Α. ΔΕΝΔΡΙΝΟΣ. Δὲν τὸν θεωρῶ ἐγὼ ἀναγκαῖον.
§36Β. ΚΥΒΕΛΟΣ. Ἐθεωρήθη ἀναγκαῖος.... Τότε ἡ Γερουσία δὲν πρέπει νὰ προέρχηται ἀμέσως ἐκ τοῦ λαοῦ, διότι ἀμέσως ἐκ τοῦ λαοῦ ἔχομεν τὴν Βουλήν. Κατ’ ἀνάγκην λοιπὸν πρέπει νὰ προέρχηται ἐμμέσως διὰ νὰ δύναται νὰ ἀνταποκρίνηται πρὸς τὸν προορισμὸν ἐκεῖνον τὸν ὁποῖον οἱ ὑπὲρ τοῦ θεσμοῦ, καὶ οὗτοι εἶναι ἡ πλειονοψηφία, ἔχουσι δεχθῆ.
§37Α. ΔΕΝΔΡΙΝΟΣ. Ἐγὼ λέγω ὅτι ἀκριβῶς, ὅταν ὡμίλησα ἀρχικῶς περὶ Γερουσίας, δὲν ἐπεχείρησα νὰ παρατάξω ἐπιχειρήματα ἐναντίον τοῦ θεσμοῦ, δεδομένου ὅτι ἠσθανόμην ὅτι ὁλόκληρος σχεδὸν ἡ Συνέλευσις ἦτο ὑπὲρ τοῦ θεσμοῦ τῆς Γερουσίας. Σήμερον ὅμως, ὅτε μετὰ προσοχῆς ἠκροάσθην ὅλων τῶν ἀγορευσάντων ἀπὸ τοῦ δήματος τούτου, ὅλων ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ὑποστηρίζουν τὸν θεσμὸν τῆς Γερουσίας καὶ ἤκουσα μετ’ εἰλικρινείας ὁμολογουμένους τοὺς δισταγμοὺς τοὺς ὁποίους ἔχουσιν ἢ μᾶλλον τὴν θετικότητα τὴν ὁποίαν ἔχουν ὅτι θὰ ἐπέλθῃ σύρραξις, σήμερον λέγω, ἀκριβῶς, ἐκτιμῶν τὴν ἀνεξαρτησίαν τοῦ φρονήματος πάντων ὑμῶν, ἐκτιμῶν τὴν εὐθυκρισίαν πάντων ὑμῶν, ἀναγνωρίζων ὅτι τὸ ἀναθεωρεῖν τινα τὰς ἀποφάσεις του εἶναι ἴδιον σοφοῦ ἀνθρώπου, ἀκριβῶς ἀναγνωρίζων τοιαύτην εἰς πάντας ὑμᾶς σοφίαν καὶ εὐσυνειδησίαν, ἐπιχείρησα, λαμβάνων ὡς ὅπλον τὰς ἀγορεύσεις τῶν ὑποστηρικτῶν τοῦ θεσμοῦ, νὰ εἴπω ὀλίγας τινὰς λέξεις, ὅπως δικαιολογήσω τὰς ἀπόψεις μου καὶ τὰς πεποιθήσεις μου ἐναντίον τοῦ θεσμοῦ τῆς Γερουσίας. Ἀλλὰ δὲν θὰ ἐπιμείνω περισσότερον, διότι δὲν ἔχω τὴν ἀξίωσιν νὰ ἐπιβάλω τὰς γνώμας μου λέγω μόνον, μὲ ὅλον τὸν ὀφειλόμενον πρὸς ὑμᾶς σεβασμόν, τὰς σκέψεις μου. Καὶ βεβαίως ὑμεῖς θὰ κρίνητε καὶ θὰ δικάσητε διὰ τῆς ψήφου ὑμῶν· ἀλλ’ ἂν παραδεχθῶμεν ὅτι δὲν θὰ μεταβάλῃ ἡ ψῆφος τῆς Συνελεύσεως τὰς σκέψεις της σχετικῶς πρὸς τὸ χρήσιμον τοῦ θεσμοῦ τῆς Γερουσίας, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει λέγω ὅτι ἐπιβάλλεται νὰ γίνῃ ἀποδεκτὸν τὸ δημοψήφισμα, ἡ τροπολογία τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου κ. Δουζίνα· διότι, ἂν ὑποθέσωμεν ὅτι ἐπέρχεται μία διαφωνία περὶ ἑνὸς ἀγροτικοῦ ζητήματος, ἂν ἐπέλθῃ μία διαφωνία, ὅπως ὑπάρχῃ ἐν τῇ Βουλῇ ταύτῃ, πῶς θὰ λυθῇ, παρακαλῶ; Θὰ ἀναμείνωμεν ἐπ’ ἄπειρον; Ἴσως δι’ αὐτὸ τινὲς παρελκύουν τὴν λύσιν τοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος ἐπὶ τῇ ἐλπίδι νὰ προλάβῃ ἡ Γερουσία, ὁπότε δὲν θὰ ψηφισθῇ ποτὲ νόμος ἀγροτικός. Ἀλλ’ ἂν ἐν τῇ Συνελεύσει ταύτῃ, ὅπου εἷς ἕκαστος ἐξ ὑμῶν εἶναι ὑπὲρ τῆς ἀμέσου λύσεως τοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος, ἀσφαλῶς ἡ παμψηφία εἶναι ὑπέρ, ἐν τούτοις ὀλίγοι ὀπισθοδρομικοί, ὀλίγοι ἔχοντες ἀρχὰς ὑπεράγαν συντηρητικὰς ἐξυπηρετούσας ἀσφαλῶς τὴν ἄκραν ἀριστεράν, ἔχοντες τοιαύτας, λέγω, ἀρχὰς κατορθώνουν νὰ τοὺς πιέζουν, νὰ ἐπιβάλλωνται ψυχολογικῶς καὶ νὰ μὴ πραγματοποιῆται αὐτὸς ὁ νόμος, ἀλλὰ νὰ διαιωνίζεται. Καὶ συλλογισθῆτε, ἂν ἔχωμεν ἓν ζήτημα, ὡς τὸ φαντάζεται, ὡς ἐν εἰλικρινείᾳ τὸ παρέστησεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὅτι θὰ τὸ ἐπεθύμει, ἓν ζήτημα κοινωνικόν, ἓν ζήτημα ἐργατικόν, εἰπέτε μοι πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ περάσῃ; Αἱ συγκρούσεις ἀσφαλῶς θὰ εἶναι βέβαιαι καί, μὴ ἀμφιβάλλετε, ἴσως τραγικαί· διότι ἡ Κάτω Βουλή — ἂς τὴν ὀνομάσωμεν ὅπως θέλετε, διότι θέλομεν νὰ μιμούμεθα εἰς ὅλα τοὺς Ἄγγλους — ἡ Κάτω Βουλὴ θὰ ὑπεραμύνεται τῶν συμφερόντων τῶν ἐργατικῶν ὁμάδων, θὰ ὑπεραμύνεται δηλαδὴ τῶν τάξεων ἐκείνων αἱ ὁποῖαι γνωρίζουσι νὰ μεταχειρίζωνται καὶ ἄλλα μέσα, καὶ ὅπλα διὰ νὰ ἐπιβάλωσι τὴν θέλησίν των. Καὶ σᾶς εἶπον ὅτι ὑπέχομεν εὐθύνην ἂν ὁδηγήσωμεν τὰς λαϊκὰς μάζας εἰς ἀναρχίαν, ὑπέχομεν εὐθύνην ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι ἔχομεν ἐντολὴν ἀκριβῶς νὰ φέρωμεν τὴν γαλήνην εἰς τὸν Τόπον καὶ ὄχι τὴν ἀναστάτωσιν καὶ ὄχι τὴν ἀναρχίαν, ἀφοῦ βλέπετε ὅτι μὲ μίαν Βουλήν, ἀπόρροιαν μιᾶς Ἐπαναστάσεως, δὲν δυνάμεθα νὰ ψηφίσωμεν ἕνα νόμον διώξεως ἀμέσως καὶ τιμωρίας τῶν πολλῶν ἑκατομμυριούχων, οἱ ὁποῖοι δὲν πληρώνουν τοὺς φόρους, καὶ δὲν δυνάμεθα νὰ ἐπιτύχωμεν ἕνα νόμον διὰ νὰ τοὺς τιμωρήσωμεν, διὰ νὰ μὴ πιέζωμεν τὸν ἐργατικὸν λαόν. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ φωτισθῶμεν μὲ Σῶμα ἀρτηριοσκληρικὸν καὶ νὰ ἐπιτύχωμεν τοιαῦτα μέτρα; Κατόπιν τούτων ποιοῦμαι ἔκκλησιν εἰς τὰ αἰσθήματα ὑμῶν, τὰ ὁποῖα σᾶς ἐπιβάλλουν τοὐλάχιστον νὰ εἶσθε δημοκρατικοὶ καὶ ριζοσπαστικοί, ποιοῦμαι τὴν ἔκκλησιν νὰ ἀναθεωρήσητε τὴν ἀπόφασίν σας ὅσον ἀφορᾷ τὸν θεσμὸν τῆς Γερουσίας καὶ νὰ ἀρκεσθῶμεν εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, ἂν ὅμως ἀντιθέτως συμβῇ, τότε ἐν τοῖς καθέκαστα θὰ ὁμιλήσω καὶ πάλιν.
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μπακόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§39Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ θέμα, κύριοι πληρεξούσιοι, τὸ ὁποῖον ἀπασχολεῖ τὴν Συνέλευσιν δὲν εἶναι δεκτικὸν μακρηγορίας οὔτε πολυλόγου ἐκφράσεως. Δὲν ἐσκεπτόμην μάλιστα ποσῶς νὰ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ τῶν συζητουμένων ἄρθρων τοῦ Συντάγματος, καὶ ἂν ἀνῆλθον τὸ βῆμα τοῦτο, τὸ ἔπραξα διὰ νὰ διασαφηνίσω ὡρισμένας σκέψεις, αἱ ὁποῖαι ἐπρυτάνευσαν τόσον εἰς ἐμὲ προσωπικῶς ὡς εἰδικὸν εἰσηγητὴν τῶν ἄρθρων περὶ Γερουσίας εἰς τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπήν, ὡς καὶ τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπήν ὡς τοιαύτην διὰ τὴν διατύπωσιν τῶν συζητουμένων ἄρθρων, κατόπιν τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ συζήτησις τοῦ ζητήματος τῆς ἁρμοδιότητος τῶν δύο Νομοθετικῶν Σωμάτων ὀρθῶς συνεζητήθη ἐν τοιαύτῃ συναφείᾳ πρὸς τὸν τρόπον τῆς συγκροτήσεως τοῦ δευτέρου Νομοθετικοῦ Σώματος, πλὴν ὅμως ὁ τρόπος τῆς διαπραγματεύσεως τῶν δύο τούτων συναφῶν ζητημάτων εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ ἀπὸ δύο διαφόρων ἀπόψεων καὶ ἀκριβῶς ἐπειδὴ ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐτήρησεν εἰς τοὺς συλλογισμούς του διάφορον τρόπον τοῦ σκέπτεσθαι ἀπὸ τὸν τρόπον τὸν ὁποῖον ἐτηρήσαμεν ἡμεῖς, ἀκριβῶς δι’ αὐτὸ ἤχθη εἰς διάφορα συμπεράσματα ἐκείνων τὰ ὁποῖα διετυπώσαμεν ἐν τῇ Συνταγματικῇ Ἐπιτροπῇ εἰς τὰ συζητούμενα ἄρθρα. Ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔθεσεν ὡς πρώτην βάσιν, ὡς ἀφετηρίαν τῶν σκέψεών του ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἡμεῖς ἐθεωρήσαμεν ὡς πόρισμα, ὡς ἀποτέλεσμα, ἀναχωροῦντες καὶ χρησιμοποιοῦντες ὡς ἀφετηρίαν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔθεσεν ὡς συμπέρασμα τῶν σκέψεών του. Καὶ ἐξηγοῦμαι. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπε, ποιούμενος μίαν συγκριτικὴν ἀνασκόπησιν τῶν ἰσχυόντων εἰς τὰ ἄλλα Συντάγματα, ὅτι τὸ Πολωνικὸν καὶ Τσεχοσλοβακικὸν Σύνταγμα καθιέρωσεν ἄμεσον τρόπον συγκροτήσεως τῆς Γερουσίας, ἀκριβῶς ὅμοιον πρὸς τὸν τρόπον τῆς συγκροτήσεως τῆς Βουλῆς καὶ ἐν τούτοις ἔδωκε διάφορον πολιτικὴν ἁρμοδιότητα καὶ πολιτικὴν δύναμιν πρὸς τὴν Γερουσίαν ἐν συγκρίσει πρὸς τὴν ἁρμοδιότητα τῆς Βουλῆς. Καὶ ἐξήγησε τὸ φαινόμενον τοῦτο ὀρθῶς ἀπὸ τοιαύτης σκέψεως, ὅτι ἡ τοιαύτη τάσις τοῦ Πολωνικοῦ καὶ Τσεχοσλοβακικοῦ λαοῦ ἐκπροσωπεῖ μίαν ἀντίδρασιν ἐπὶ τὸ δημοκρατικώτερον κατὰ τοῦ μοναρχισμοῦ τῶν Κρατῶν ἐκείνων, ἀπὸ τῶν ὁποίων προῆλθον τὰ νέα ταῦτα Κράτη. Καὶ μνημονεύων τὸ παράδειγμα τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Μπράϊς ἐν Ἀγγλίᾳ, τὸ ὁποῖον διαρρυθμίζει τὴν ἁρμοδιότητα τῆς Βουλῆς τῶν Λόρδων, εἶπεν ὅτι τὸ παράδειγμα ἐκεῖνο τὸ ἀγγλικὸν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ χρησιμεύσῃ ὡς ὑπόδειγμα τῆς Ἑλληνικῆς Συνελεύσεως διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον ὅτι ἡ Βουλὴ τῶν Λόρδων εἶναι ἓν Σῶμα μὴ προερχόμενον ἀπὸ τὴν λαϊκὴν βούλησιν εἴτε ἀμέσως εἴτε ἐμμέσως. Καὶ ὑπεστήριξεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὅτι ἐφόσον θέλομεν καὶ ἡμεῖς νὰ ὀργανώσωμεν καὶ τὴν Γερουσίαν ὡς ἐκπροσωποῦσαν τὴν λαϊκὴν θέλησιν, ὡς προερχομένην δηλαδὴ ἐκ λαϊκῶν ἐκλογῶν, δὲν εἶναι ὀρθόν, δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ δώσωμεν περιωρισμένα δικαιώματα εἰς τὴν Γερουσίαν, διότι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει τρέχομεν τὸν κίνδυνον νὰ περιαγάγωμεν τὴν Γερουσίαν εἰς ἀφάνειαν. Ἡ σκέψις ἡμῶν, κύριοι πληρεξούσιοι, εἶναι διάφορος. Ἡμεῖς δὲν λέγομεν ὅτι, ἐπειδὴ ἡ ἐκλογὴ τῆς Γερουσίας εἶναι τοιαύτη, πρέπει τοιαύτη νὰ εἶναι ἡ πολιτικὴ καὶ νομοθετικὴ ἁρμοδιότης αὐτῆς. Ἡμεῖς λέγομεν ἀντιθέτως, ὅτι πρέπει πρῶτον νὰ διασαφηνισθῶσιν αἱ σκέψεις μας περὶ τοῦ σκοποῦ τὸν ὁποῖον θέτομεν εἰς τὴν Γερουσίαν καὶ ἀναλόγως τοῦ σκοποῦ τούτου νὰ ὀργανώσωμεν τὴν Γερουσίαν καὶ νὰ κανονίσωμεν τὸν τρόπον τῆς συνθέσεως αὐτῆς. Δύο, κύριοι πληρεξούσιοι, τρόποι χαράσσονται προκειμένου νὰ διαρρυθμισθῇ τὸ κοινοβουλευτικὸν Σῶμα. Μέχρι σήμερον ἔχομεν μίαν Λαϊκὴν Ἀντιπροσωπείαν. Ἀπὸ τοῦδε καὶ ἐφεξῆς ἐγκαθιδρύομεν, ἐγκαθιστῶμεν δύο Λαϊκὰς Ἀντιπροσωπείας. Ποία θὰ εἶναι ἡ ἁρμοδιότης αὐτῶν τῶν δύο Σωμάτων; Δυοῖν θάτερον: Ἢ θὰ εἶναι ἡ αὐτὴ εἰς ἀμφότερα ἢ θὰ εἶναι διάφορος εἰς ἑκάτερον τούτων. Καὶ ἐξητάσαμεν, ἐσκέφθημεν, ἐβασανίσαμεν τὸ ζήτημα. Πρέπει τάχα, εἶναι ὀρθόν, εἶναι συνετόν, εἶναι φρόνιμον νὰ δώσωμεν εἰς τὴν δευτέραν Λαϊκὴν Ἀντιπροσωπείαν πολιτικὴν ἰσοδυναμίαν καὶ νομοθετικὴν ἰσοδυναμίαν πρὸς τὴν πρώτην Λαϊκὴν Ἀντιπροσωπείαν; Δὲν ἐδέχθημεν τοῦτο καὶ ἕνεκα τούτου ἤχθημεν εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι ὁ τρόπος τῆς συγκροτήσεως τοῦ δευτέρου Νομοθετικοῦ Σώματος δὲν πρέπει νὰ εἶναι ὅμοιος πρὸς τὸν τρόπον τῆς συγκροτήσεως τοῦ πρώτου Νομοθετικοῦ Σώματος· διότι δὲν θὰ ὑπῆρχε κανεὶς λόγος διαφόρου συγκροτήσεως ἂν ἀναχωρήσωμεν ἀπὸ τὴν βάσιν ὅτι τὰ αὐτὰ θὰ εἶναι τὰ δικαιώματα ἀμφοτέρων τῶν Σωμάτων. Ἀλλ’ εἴπομεν, ἀλλ’ ἐδέχθημεν ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται, δὲν εἶναι πρᾶξις φρονήσεως ἡ ἀναγνώρισις καὶ εἰς τὸ δεύτερον Νομοθετικὸν Σῶμα καὶ εἰς τὴν δευτέραν, μᾶλλον διὰ τὴν κυριολεξίαν τῆς λέξεως, Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν ἡ ἀναγνώρισις τῶν αὐτῶν πολιτικῶν, τῶν αὐτῶν νομοθετικῶν δικαιωμάτων διὰ τοὺς ἑξῆς λόγους· διότι πολιτικὴ ἰσοδυναμία καὶ εἰς τὴν Γερουσίαν οὐδὲν ἄλλο σημαίνει παρὰ διπλασιασμὸν τῆς συναλλαγῆς, διότι ἡ πίεσις τὴν ὁποίαν αἰσθάνεται ἡ Κυβέρνησις ἐκ μέρους τῶν βουλευτῶν θὰ διπλασιάζεται, καὶ τοῦτο διότι ἀνάλογον πολιτικὴν πίεσιν, ἀνάλογον πίεσιν συναλλαγῆς θὰ αἰσθάνεται ἡ Κυβέρνησις καὶ ἐκ μέρους τῶν γερουσιαστῶν, ἂν ἔχῃ ἀνάγκην τῆς ἐμπιστοσύνης καὶ τῶν γερουσιαστῶν διὰ νὰ συγκρατηθῇ εἰς τὰ ὑπουργικὰ ἑδώλια. Δὲν ἠθελήσαμεν λοιπὸν νὰ δώσωμεν πολιτικὴν ἰσοδυναμίαν καὶ εἰς τὴν Γερουσίαν διὰ νὰ ἀποφύγωμεν τὸν κίνδυνον τῆς ἐπαυξήσεως τῆς συναλλαγῆς, διὰ νὰ ἀποφύγωμεν τὸν κίνδυνον τῆς συντριβῆς τῶν Κυβερνήσεων. Δὲν ἀνεγνωρίσαμεν ὅμως εἰς τὴν Γερουσίαν οὔτε νομοθετικὴν ἰσοδυναμίαν, διότι θὰ ἐτρέχομεν τὸν κίνδυνον τότε νὰ ἔχωμεν δύο Νομοθετικὰ Σώματα ἰσοδύναμα, τὰ ὁποῖα θὰ ἠδύναντο διὰ τὸ αὐτὸ θέμα εἰς τὸν αὐτὸν χρόνον νὰ λέγουν τὸ μὲν ἓν «ναί», τὸ δ’ ἄλλο «ὄχι», ἕκαστος δ’ ἐξ ἡμῶν ἂς σκεφθῇ οὐ μόνον ἂν θὰ ἦτο τότε δυνατὸν νὰ προαχθῇ ἡ νομοθετικὴ ἐργασία ἀλλὰ γενικῶς ἂν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ καταρτισθῇ νόμος τις σοβαρός. Καὶ τότε πῶς θὰ ἐπραγματοῦτο ὁ σκοπὸς τὸν ὁποῖον ἐθέσαμεν, ὅταν ἀπεφασίσαμεν νὰ ἱδρύσωμεν τὴν Γερουσίαν; Ὁ σκοπὸς ὁ προέχων, ὁ ὁποῖος συνίσταται εἰς τὴν βελτίωσιν τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας διὰ τῆς ἐπιμελεστέρας, διὰ τῆς ἐπιστημονικωτέρας καταρτίσεως τῶν νόμων, ἀφοῦ πρότερον σταθμισθῶσι καὶ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν πολλὰ ἀντίθετα καὶ ὁμαδικὰ συμφέροντα; Διὰ τοὺς λόγους τούτους δὲν ἠθελήσαμεν οὔτε πολιτικὴν ἰσοδυναμίαν νὰ δώσωμεν εἰς τὴν Γερουσίαν, οὔτε νομοθετικὴν ἰσοδυναμίαν. Καὶ ἀφοῦ ἐδώσαμεν τὴν βάσιν αὐτὴν ὡς ἀφετηρίαν τῶν περαιτέρω σκέψεών μας, τότε εἴπομεν ὅτι τούτου τεθέντος ἐνδείκνυται ἡ συγκρότησις τῆς Γερουσίας νὰ μὴ γίνεται δι’ ἐκλογῆς ἀμέσου, ὅπως καὶ ἡ τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ ὑπὸ ἐκλογῆς ἐμμέσου.
§40Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ ἰσοδυναμίαν μὲ τὴν Βουλὴν χωρὶς νὰ ὑπόκειται εἰς διάλυσιν;
§41Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἀρνηθῶμεν εἰς τὴν Γερουσίαν, ἐφόσον θὰ προήρχετο ὑπὸ ἐκλογῆς ἀμέσου καὶ καθολικῆς, ὅπως καὶ ἡ Βουλή, δὲν θὰ ἠδυνάμεθα νὰ τῇ ἀρνηθῶμεν τὸ δικαίωμα νὰ ἔχῃ τὴν αὐτὴν πολιτικὴν ἰσοδυναμίαν, τὴν αὐτὴν νομοθετικὴν ἰσοδυναμίαν. Δὲν ἐζητήσαμεν δηλαδὴ ἡμεῖς τὴν ἔμμεσον ἐκλογὴν τῶν γερουσιαστῶν διὰ νὰ εἶναι ἡ ἐκλογή των ἀποτέλεσμα μόνον ψυχραιμοτέρας σκέψεως καὶ μιᾶς καταστάσεως, εἰς τὴν ὁποίαν τὰ ἀτομικὰ πάθη θὰ εὑρίσκωνται ἐν κατευνασμῷ. Εἶναι καὶ τοῦτο ἓν πλεονέκτημα, ἀλλὰ δὲν ἦτο ὁ κύριος σκοπὸς ἡμῶν. Ὁ κύριος σκοπὸς ἦτο νὰ ἐξυπηρετηθῇ ἡ βάσις τοῦ προορισμοῦ τῆς Γερουσίας. Ἀλλ’ ἐλέχθη ὅτι ἡ μείωσις τῆς πολιτικῆς δυνάμεως, ἡ μείωσις τῆς νομοθετικῆς δυνάμεως θὰ ἐμφανίζῃ τὸν κίνδυνον ἀφανείας τοῦ Σώματος, εἰς τρόπον ὥστε ἄνθρωποι σοβαροί, ἄνθρωποι σεβόμενοι ἑαυτοὺς νὰ μὴ θελήσωσι νὰ λάβωσι μέρος εἰς ἓν τοιοῦτον Σῶμα. Εἰς τοῦτο, παρακαλῶ, νὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ ὁλοκληρώσωμεν τὰς σκέψεις ἡμῶν περὶ τῆς ἀποστολῆς τῆς Γερουσίας, διότι μόνον ὅταν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν ἡμῶν ἓν σύνολον σκέψεων, ἓν ἁρμονικὸν σύνολον, θὰ εἴμεθα εἰς θέσιν νὰ τὸ κρίνωμεν καὶ ὄχι ἂν ἐξετάσωμεν μεμονωμένως ἕκαστον ἄρθρον. Ἡμεῖς, κύριοι πληρεξούσιοι, φανταζόμεθα τὴν Γερουσίαν ὡς ἓν Σῶμα τὸ ὁποῖον ἀπὸ νομοθετικῆς μὲν ἀπόψεως θὰ ἔχῃ μίαν ἀποστολὴν οὐσιώδη, κυριωτάτην· θὰ ἔχῃ τὴν ἀποστολὴν νὰ σταματᾷ πᾶσαν παραφορὰν τῆς Βουλῆς, πᾶσαν ὑποκλοπὴν νομοσχεδίου ἀμελετήτου ἢ προσωπικοῦ. Θὰ ἔχῃ τὴν δυνατότητα καὶ τὴν εὐχέρειαν νὰ θέσῃ ἐνώπιον τοῦ λαοῦ σαφῶς ὅλα τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα προκύπτουν ἐξ ἑνὸς οἱουδήποτε δεδομένου νομοθετήματος, νὰ ἐφιστᾷ τὴν λαϊκὴν προσοχήν, νὰ γεννᾷ τὴν δημοσίαν συζήτησιν καὶ νὰ προκαλῇ τὴν ἠθικὴν εὐθύνην τῆς Βουλῆς ἐν συνόλῳ καὶ τῶν βουλευτῶν ὡς ἀτόμων ἀπέναντι τῶν ἐκλογέων. Μή τις ἐξ ὑμῶν νομίσῃ ὅτι ἡ ἠθικὴ αὕτη εὐθύνη εἶναι κάτι τι τὸ σκιῶδες, τὸ πλατωνικόν, κάτι τὸ ὁποῖον εἰς τὴν πολιτικὴν δὲν θὰ ἔχῃ καμμίαν ἀξίαν. Ὄχι μόνον ἀπὸ πολιτικῆς ἀπόψεως ἔχει ἀξίαν, ἀλλ’ ἀκόμη καὶ ἡ νεωτέρα πολιτικὴ ἐπιστήμη τὸ καθιερώνει ὡς δόγμα. Καὶ ἄλλοτε ὁμιλῶν ἐπὶ τοῦ σχεδίου ψηφίσματος περὶ τῆς ἀμέσου συγκροτήσεως τῆς Γερουσίας ἔσχον τὴν εὐκαιρίαν νὰ ἀναφέρω ἕνα Ἰταλὸν συγγραφέα, τὸν Πάλμα, ὁ ὁποῖος εἰς τὰς συνταγματικάς του μελέτας ἀναγράφει ὅτι ἡ εὐθύνη τῶν Κυβερνήσεων καὶ τῶν πολιτικῶν κομμάτων εἶναι τετραπλῆ. Ἐν ἀντιθέσει πρὸς μόνον τὴν τριπλῆν, δηλαδὴ τὴν πολιτικήν, τὴν ποινικὴν καὶ τὴν ἀστικὴν εὐθύνην τῶν Κυβερνήσεων, ἀναγράφει ὡς δόγμα καὶ τὴν τετάρτην εὐθύνην, τὴν ἠθικὴν εὐθύνην, τὴν ὁποίαν μάλιστα τὴν ἀναγράφει ὡς πρώτην, διότι εἰς αὐτὴν ἀποδίδει μεγίστην σημασίαν. Καὶ ἀληθῶς, σᾶς ἐρωτῶ: Εἰς ποίας περιπτώσεις εἰς τὸν ὁμαλὸν πολιτικὸν βίον ἐγεννήθη ζήτημα ποινικῆς εὐθύνης ἢ ἀστικῆς εὐθύνης οἱασδήποτε Κυβερνήσεως; Ἄν ἀνατρέξητε τὴν πολιτικὴν ἱστορίαν, θὰ ἴδητε σπάνια παραδείγματα εἰς ἐξαιρετικὰ μόνον πταίσματα. Ἀλλ’ ὁ κοινὸς βίος ὁ πολιτικὸς δὲν ἀπαρτίζεται ἀπὸ ἐξαιρετικὰ ἀσήμαντα πράγματα. Οὐχ ἧττον ὅμως τὰ πράγματα τὰ ὁποῖα παρουσιάζονται εἰς τὸν πολιτικὸν καὶ κοινωνικὸν βίον ἔχουσι σπουδαιότητα σημαντικήν. Ἀπὸ πολιτικῆς ἀπόψεως ἡ Γερουσία δὲν θὰ ἔχῃ ἰσοδυναμίαν πρὸς τὴν Βουλήν, δὲν θὰ δύναται νὰ ρίψῃ τὴν Κυβέρνησιν, θὰ εἶναι ὅμως ὁ ἀνώτατος κριτὴς περὶ τῆς διαρκείας τοῦ βίου τῆς Βουλῆς. Θὰ εἶναι ὁ κριτὴς ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος θὰ δύναται διὰ τῆς γνώμης αὑτοῦ νὰ διαλύῃ τὴν Βουλήν, ὅταν νομίσῃ ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν εὑρίσκεται ἐν ἁρμονίᾳ πρὸς τὴν λαϊκὴν θέλησιν. Ἀλλὰ καί τι πλέον τούτου. Ἡμεῖς ζητοῦμεν ἡ Γερουσία ὡς δικαστήριον νὰ δικάζῃ τὰ πολιτικὰ πταίσματα τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν, εἰς τρόπον ὥστε ἡ μὲν Βουλὴ θὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ κατηγορῇ, ἡ δὲ Γερουσία, ὡς ἀνώτερον πολιτικὸν δικαστήριον, θὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ πατάσσῃ τὰς πολιτικὰς ἀτασθαλίας. Καὶ ἀκόμη πλέον, ἐνῷ ἡ Βουλὴ ὡς Σῶμα εἶναι Σῶμα διαλυτόν, ἡ Γερουσία ὡς σύνολον θὰ εἶναι Σῶμα ἀδιάλυτον. Θὰ ἀνανεοῦται ἀληθῶς κατὰ τριετίαν περιοδικῶς, ἀλλ’ ὡς Σῶμα, ὡς σύνολον, θὰ εἶναι ἀδιάλυτον, καὶ λόγῳ τοῦ ἀδιαλύτου τοῦ Σώματος θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποκτήσῃ κῦρος τοιοῦτον, ὥστε νὰ ἐνασκῇ μίαν ἐπίδρασιν ἐπὶ τῆς λαϊκῆς γνώμης, τῆς ὁποίας ἡ σημασία εἶναι μεγίστη. Θέλομεν ἐπίσης διὰ τὸν τρόπον τῆς συγκροτήσεως τῆς Γερουσίας τὴν ἔμμεσον ἐκλογὴν μὲ εὐρυτέραν ἐκλογικὴν περιφέρειαν, ἀκριβῶς διὰ νὰ ἀποφύγωμεν τὴν συναλλαγὴν καὶ τὰς ἀτομικὰς ἐπηρεάσεις, ὥστε νὰ εἰσαχθοῦν ἄνθρωποι ἀρτίας ἐπιστημονικῆς μορφώσεως καὶ ἔχοντες παράσχει εἰς τὸν Τόπον ὑπηρεσίας. Θέλομεν ἐπίσης τὴν ἐπαγγελματικὴν ἐκπροσώπησιν διὰ νὰ ἐκπροσωποῦνται τὰ ὁμαδικὰ συμφέροντα, θέλομεν τὰς ἐκλογὰς τῶν γερουσιαστῶν, ὅπως εἶπε καὶ ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, διὰ νὰ διευκολύνωμεν τὴν εἴσοδον εἰς τὴν Γερουσίαν ἀνθρώπων προσκειμένων εἰς τὰ κόμματα, ἀλλὰ μὴ δυναμένων εἴτε μὴ θελόντων νὰ ἀποδυθῶσιν εἰς τὸν συνήθη τραχὺν καὶ ἄχαριν ἐκλογικὸν ἀγῶνα. Μὲ τὴν τοιαύτην ἀποστολήν, μὲ τὴν τοιαύτην σύνθεσιν, μὲ τοιοῦτον προορισμὸν ἡ Γερουσία δὲν τρέχει τὸν κίνδυνον νὰ περιπέσῃ εἰς ἀφάνειαν. Βεβαίως ὅλα τὰ πράγματα εἶναι σχετικά. Τὸ νὰ καθορίσῃ τις a priori ποῖον θὰ εἶναι τὸ κῦρος τῆς Γερουσίας εἶναι τολμηρόν. Ἀλλ’ ὅμως εἶναι τοῦτο τολμηρὸν εἴτε τοιαύτη εἶναι ἡ σύνθεσις αὐτῆς εἴτε ἀλλοία εἴτε τοιαύτη εἶναι ἡ ἁρμοδιότης αὐτῆς εἴτε ἀλλοία. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἀναμένομεν ἀπὸ τὴν Γερουσίαν εἶναι ὅτι ἡ ἐπήρεια τὴν ὁποίαν θὰ ἐξασκήσῃ ἐπὶ τῆς Κοινῆς Γνώμης θὰ εἶναι ἐπήρεια οὐχὶ προερχομένη ἀπὸ τὴν ἀριθμητικὴν δύναμιν τῶν γερουσιαστῶν, ἀλλ’ ἀπὸ τὸ κῦρος τῶν συζητήσεων καὶ ἀπὸ τὸ ὕφος εἰς τὸ ὁποῖον θὰ θελήσουν νὰ κρατήσουν τὴν Γερουσίαν ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι θὰ ἀποτελέσωσι μέλη αὐτῆς. Καὶ ἀκριβῶς, ἐπειδὴ τοιαύτη εἶναι ἡ ἄποψίς μας, ἀποκρούομεν καὶ τὴν πρότασιν τοῦ κ. ἀρχηγοῦ τῶν Προοδευτικῶν Φιλελευθέρων περὶ κοινῆς συνεδριάσεως τῶν δύο Νομοθετικῶν Σωμάτων, ὁσάκις παρουσιασθῇ ζήτημα διαφωνίας μεταξὺ τοῦ πρώτου Νομοθετικοῦ Σώματος καὶ τοῦ δευτέρου. Ἀποκρούομεν τὴν γνώμην αὐτὴν διότι τὸ κέντρον τῆς βαρύτητος τῶν σκέψεών μας εἶναι ἐπὶ τοῦ πνεύματος τὸ ὁποῖον θὰ ἐπικρατῇ εἰς τὴν μίαν συνέλευσιν καὶ τοῦ πνεύματος τὸ ὁποῖον θὰ ἐπικρατῇ εἰς τὴν ἄλλην συνέλευσιν. Δὲν πρόκειται περὶ ἀριθμοῦ τινος ἐχόντων τὴν Α γνώμην καὶ περὶ ἀριθμοῦ τινος ἐχόντων τὴν Β γνώμην. Ἄν μόνον περὶ ἀριθμοῦ ἐπρόκειτο, δὲν θὰ ἦτο ἀνάγκη συγκροτήσεως δευτέρου Νομοθετικοῦ Σώματος. Ἄν ὁ ἀριθμὸς τῶν μελῶν τῆς Βουλῆς δὲν μᾶς ἐπαρκῇ, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ζητήσωμεν τὴν αὔξησιν τοῦ ἀριθμοῦ αὐτῶν διὰ νὰ ἔχωμεν μεγαλύτερον ἀριθμὸν ριπτόντων μόνον τὸ βάρος τοῦ ἀριθμοῦ ἐπὶ τῆς τοιαύτης ἢ ἀλλοίας ἐκδοχῆς; Ἀλλ’ ἀντιθέτως πρὸς τοῦτο τὸ πνεῦμα τὸ σύγχρονον καὶ ἐντὸς ἀκόμη τῆς αἰθούσης ταύτης εἶναι οὐχὶ ἡ αὔξησις τοῦ ἀριθμοῦ τῶν βουλευτῶν, ἀλλὰ ὁ περιορισμὸς αὐτοῦ. Ἄν θελήσωμεν νὰ θεσπίσωμεν κοινὰς συνεδριάσεις τῶν δύο Νομοθετικῶν Σωμάτων, οὐδὲν ἄλλο κάμνομεν παρὰ ἐπαύξησιν τοῦ ἀριθμοῦ αὐτῶν· διότι ἀπὸ ἀπόψεως πρακτικῆς, ἂν ἡ ὀξύτης τῆς ἀντιθέσεως μεταξὺ τῶν δύο Νομοθετικῶν Σωμάτων περιέλθῃ εἰς τοιοῦτον σημεῖον, ὥστε νὰ θεωρηθῇ ζήτημα κύρους τοῦ ἑνὸς Σώματος ἢ τοῦ ἄλλου, ἐρωτῶ ποία θὰ εἶναι ἡ πρακτικὴ σημασία τῆς ἀπὸ κοινοῦ συνεδριάσεως τῶν δύο Σωμάτων, ὅταν οὕτω τιθεμένου τοῦ ζητήματος εἶναι ἐκ τῶν προτέρων ἐξησφαλισμένη ἡ νίκη τῆς ἀπόψεως τῆς Βουλῆς, ἀκριβῶς διὰ τὸν λόγον ὅτι τὸ σύνολον τῶν βουλευτῶν ἀποτελεῖ ἀριθμὸν διπλάσιον τοῦ συνόλου τοῦ ἀριθμοῦ τῶν γερουσιαστῶν; Κατὰ τὴν ἐμὴν ταπεινὴν κρίσιν, τοιοῦτός τις καθορισμὸς θὰ ἦτο ὁ ἀσφαλέστερος τορπιλλισμὸς τοῦ θεσμοῦ τῆς Γερουσίας· διότι θὰ ἐτρέχομεν τὸν κίνδυνον νὰ ἐβλέπομεν ὅτι ἡ ἐπίδρασις τὴν ὁποίαν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀσκήσῃ ἡ Γερουσία ἐπὶ τῆς Κοινῆς Γνώμης θὰ ἐξητμίζετο ὑπὸ τῆς ψήφου τῆς ἀπορρεούσης ἐκ μιᾶς συνεδριάσεως, ἐκ μιᾶς ψηφοφορίας, ἡ ὁποία θὰ συνέχεε τὴν εὐθύνην τῶν δύο Σωμάτων. Θέλομεν τὰ δύο Σώματα δρῶντα πάντοτε κεχωρισμένως διὰ νὰ ἔχωσιν ἑκάτερον πάντοτε κεχωρισμένην τὴν πολιτικὴν εὐθύνην, ὡς Σώματα ἀπέναντι τοῦ λαοῦ. Θέλομεν τὴν ἐπικράτησιν τῆς Βουλῆς ἐν διχογνωμίᾳ. Μάλιστα τὴν θέλομεν διότι ἡ Βουλὴ ὡς Σῶμα εἶναι ὁ ἄμεσος δωσίλογος, ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὴν Γερουσίαν, ἡ ὁποία ὡς Σῶμα οὐδέποτε εἶναι δωσίλογος ἐνώπιον τοῦ λαοῦ, διότι οὐδέποτε ὑπόκειται εἰς διάλυσιν. Ταῦτα, κύριοι πληρεξούσιοι, ἀπὸ ἀπόψεως ἀρχῆς. Ἂν θελήσωμεν νὰ ἔλθωμεν εἰς τὰς λεπτομερείας, ὁμολογῶ τὸ κατ’ ἐμὲ τοὐλάχιστον ὅτι οὐδεμίαν ἐξαιρετικὴν σημασίαν ἀποδίδω ἂν ἡ πλειονοψηφία, τὴν ὁποίαν θὰ ἀπαιτήσουν ἀπὸ τὴν Βουλὴν διὰ τὴν ἐκδήλωσιν τῆς γνώμης της, θὰ εἶναι τὰ 11)20, θὰ εἶναι ἡ ὁλότης, θὰ εἶναι τὰ ⅗, θὰ εἶναι τοῦτο ἢ θὰ εἶναι τὸ ἄλλο. Τοῦτο δὲν εἶναι τὸ πρωτεῦον δι’ ἐμὲ οὔτε εἶναι ἀντικείμενον τὸ ὁποῖον δύναται νὰ λυθῇ δι’ ἀγορεύσεως· διότι, μὰ τὴν ἀλήθειαν, τίποτε τὸ θετικὸν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λεχθῇ ὑπὲρ τῆς μιᾶς ἐκδοχῆς ἢ ὑπὲρ τῆς ἄλλης, ὅταν πρόκειται περὶ ἑνὸς μικροῦ ἀριθμοῦ ψήφων. Τοῦτο θὰ ἦτο ἀντικείμενον μιᾶς ἰδιαιτέρας συνεννοήσεως τῶν ἐχόντων ἀντιγνωμίας, εἰς τρόπον ὥστε νὰ διατυπωθῇ μία πρότασις κοινή, εἰς τρόπον ὥστε νὰ ἀποφευχθῇ μία ἀτελεύτητος σειρὰ ψηφοφοριῶν ἐπὶ ὅλων τῶν προτάσεων. Ζητοῦμεν, κύριοι πληρεξούσιοι, τὴν ἀναγνώρισιν τοῦ δικαιώματος εἰς ἕκαστον τῶν Νομοθετικῶν Σωμάτων, ὅπως προτείνῃ τὴν συγκρότησιν μιᾶς κοινῆς Ἐπιτροπῆς ἐξ ἴσου ἀριθμοῦ ἀντιπροσώπων ἀμφοτέρων τῶν Σωμάτων καὶ τὴν ὑποχρέωσιν πρὸς σύστασιν τῶν τοιούτων Ἐπιτροπῶν διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον ὅτι ἀναμένομεν ἀπὸ τὰς τοιαύτας Ἐπιτροπὰς μίαν ἐκπροσώπησιν τῶν ἐχόντων τὰς ἀντιθέτους ἀπόψεις. Μία δὲ συζήτησις εἰς περιβάλλον ἠρεμώτερον, ὅπως εἶναι τὸ περιβάλλον τῶν ἐπιτροπῶν καὶ ὅπως γνωρίζομεν ὅλοι ὅσοι συμμετέσχομεν ἐνεργῶς εἰς τὰς Κοινοβουλευτικὰς Ἐπιτροπάς, ὅπου εἴδομεν ὅτι τὸ πνεῦμα τῆς συζητήσεως εἰς τὰς μεμονωμένας αἰθούσας τῆς Βουλῆς εἶναι πολὺ διάφορον, εἶναι πολὺ οἰκογενειακώτερον, εἶναι πολὺ ἀπροσωπότερον παρὰ ἀπὸ τὸ πνεῦμα τὸ ὁποῖον ἐπικρατεῖ εἰς τὴν Βουλήν.
§42Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Διότι λείπει τὸ βῆμα.
§43Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως, διότι λείπει τὸ βῆμα, διότι λείπουν τὰ πρακτικά, διότι λείπει ἡ πολιτική. Αὐτὸ εἶναι τὸ ἀγαθὸν τὸ ὁποῖον ἀναμένομεν ἀπὸ τὴν σύστασιν τῶν τοιούτων Ἐπιτροπῶν, διότι ἐλπίζομεν ὅτι εἰς μίαν τοιαύτην Ἐπιτροπήν, συνεδριάζουσαν εἰς ἕνα κεκλεισμένον χῶρον ὑπὸ πνεῦμα οἷον προανέφερα, θὰ ἐξιχνιασθῶσιν ὅλαι αἱ ἀντίθετοι ἀπόψεις, καὶ ὑπάρχει πᾶσα ἐλπὶς νὰ ἐπέλθῃ μία συμφωνία, μία συνεννόησις. Ἂν δὲν ἐπέλθῃ καμμία συνεννόησις, θέλομεν τὴν κυριαρχοῦσαν γνώμην νὰ ἔχῃ ἡ Βουλὴ καὶ ἀποδίδομεν τοὐλάχιστον ὄχι κεφαλαιώδη σημασίαν εἰς τὸν λεπτομερειακὸν καθορισμὸν τῆς ἀριθμητικῆς ὑπεροχῆς τῆς Βουλῆς.
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καρασεβδᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§45Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Μετὰ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως περὶ παραχωρήσεως πλήρων δικαιωμάτων εἰς τὴν Γερουσίαν, μᾶλλον ἰσοτίμων πρὸς τὴν Βουλήν, ἐνόμισα ὅτι πρέπει νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις εἰς ἀντίκρουσιν. Εἶναι γνωστὸν ὅτι, ὅταν τὸ πρῶτον εἰσάγωνται οἱ θεσμοὶ ὑπὸ τὸ κράτος τῆς βίας ἢ τῆς ἐπικρατήσεως τάξεώς τινος κοινωνικῆς, τότε οἱ θεσμοὶ αὐτοὶ εἰσάγονται πλήρεις μὲ δικαιώματα καὶ δικαιοδοσίαν εἰς τὰ πρόσωπα τὰ ἐντεταλμένα νὰ ἐφαρμόσουν τὸν θεσμὸν πλήρως. Αὐτὸς εἶναι ὁ ἱστορικὸς κανὼν καὶ εἰδικῶς διὰ τὴν Γερουσίαν συνέβη πάντοτε, ὅπου εἰσήχθη ὑπὸ τοιαύτας περιστάσεις, νὰ λάβῃ αὕτη πλήρη τὰ προνόμιά της. Ἀλλ’ ὅταν ὅμως οἱ θεσμοὶ εἰσάγωνται οὐχὶ ὑπὸ τοιαύτας περιστάσεις, ἀλλ’ ὅπως πρόκειται παρ’ ἡμῖν νὰ εἰσαχθῶσιν, οὕτως εἰπεῖν ἀπὸ συστήματος, τότε ἐπικρατεῖ μία ἄλλη ἀρχή: εἰσάγονται οἱ θεσμοί, μάλιστα οἱ θεμελιώδεις, οὐχὶ μὲ πλήρη δικαιοδοσίαν εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς, ἀλλὰ μὲ μικράν, βαθμηδὸν αὐξανομένην καὶ ἐφόσον οἱ θεσμοὶ οὗτοι εὐδοκιμοῦν. Ἡ ἀρχὴ αὕτη ἐφηρμόσθη ἀπὸ ὅλα τὰ σύγχρονα Κράτη εἰς πλείστους θεσμοὺς καὶ ἂς πάρωμεν δύο, τοὺς πλέον θεμελιώδεις. Τὸν θεσμὸν τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν. Ὅταν τὸ πρῶτον ἐπρόκειτο νὰ εἰσαχθῇ ὁ θεσμὸς αὐτός, δύο γνῶμαι ἀνεπτύχθησαν· ἡ μία νὰ σχηματισθῇ ἓν Κράτος τῶν Κρατῶν μὲ στρατοὺς καὶ στόλους καὶ μὲ δὲν ἠξεύρω τί ἄλλο, ἡ ἄλλη νὰ σχηματισθῇ μία ἁπλῆ ὀργάνωσις μὲ ὀλίγα δικαιώματα ἐπεκτεινόμενα βαθμηδὸν ἀναλόγως τῆς εὐδοκιμήσεως τοῦ θεσμοῦ. Αὐτὴ ἡ δευτέρα γνώμη, ἣν ὑπεστήριξε, νομίζω, καὶ ὁ ἡμέτερος κ. Βενιζέλος, ἦτο ἡ ὀρθοτέρα καὶ ἐπεκράτησεν. Ἔπειτα ἂς ἔλθωμεν εἰς τὸν θεσμὸν τῶν Κρατικῶν Ὁμοσπονδιῶν. Θὰ ἴδωμεν ὅτι ἡ Γερμανία βαθμηδὸν ἔγινεν Ὁμοσπονδιακὸν Κράτος καὶ κατέληξεν εἰς ἑνιαῖον· ἡ Ἀμερικὴ τὸ ἴδιον. Ἤρχισεν ἀπὸ μίαν ἀερώδη Ὁμοσπονδίαν, ἔγινεν Ὁμοσπονδία καὶ τώρα τείνει νὰ γίνῃ ἑνιαῖον Κράτος ἐπίσης βαθμηδόν. Ἡ Ἑλβετία καὶ αὐτὴ τὸ ἴδιον. Ἡ ἀρχὴ εἶναι μία· ὅ,τι, ὅταν εἰσάγωνται οἱ θεσμοί, δὲν δίδεται πλήρης, ἀλλὰ μικρά, βαθμηδὸν αὐξανομένη δικαιοδοσία. Αὐτὴν τὴν ἀρχὴν νομίζω ὅτι εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ ἐφαρμόσωμεν καὶ ἡμεῖς διὰ τὸν θεσμὸν τῆς Γερουσίας καὶ δι’ ἄλλον τινὰ λόγον ἀκόμη· διότι τὸ ἡμέτερον Κράτος ἐπὶ 15 ἔτη ὑπέστη τόσας καὶ τόσας ἀναστατώσεις, αἱ ὁποῖαι δὲν ἠμπορεῖ παρὰ νὰ τὸ συνεκλόνισαν. Ἕν ἄλλο Κράτος χωρὶς τὴν ζωτικότητα τοῦ ἰδικοῦ μας λαοῦ θὰ εἶχεν ἀνατραπῆ. Ἄν εἰσαγάγωμεν εἰς τὸν ὀργανισμὸν τοῦ Κράτους μας, εἰς τοιαύτην κατάστασιν εὑρισκομένου, ἕνα θεσμὸν τόσον θεμελιώδη, ὡς τὸν τῆς Γερουσίας, μὲ πλήρη δικαιοδοσίαν, θὰ ἔχωμεν νέαν διατάραξιν λίαν ἐπικίνδυνον ἢ τοὐλάχιστον θὰ εἶναι πρόσκομμα οὗτος καὶ ὄχι συνδρομὴ εἰς τὴν ἀποκατάστασιν τῆς παλαιᾶς τάξεως. Ὥστε καὶ ἂν παραδεχθῶμεν τὴν ἀρχὴν τῆς πλήρους δικαιοδοσίας τῆς Γερουσίας, δὲν πρέπει νὰ παραχωρήσωμεν ἀπὸ τοῦδε πλήρη τοιαύτην. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι οὔτε καὶ βραδύτερον πρέπει νὰ καθιερώσωμεν τὴν ἀρχὴν ταύτην, τῆς πλήρους ἰσοτιμίας μὲ τὴν Βουλήν, διότι ὁτιδήποτε καὶ ἂν λέγεται πάντως ἡ Γερουσία δὲν εἶναι κυρίως Σῶμα ἐκφράσεως θελήσεως λαϊκῆς, εἶναι Σῶμα γνώμης. Ἡ Βουλὴ εἶναι τὸ Σῶμα τὸ ὁποῖον ἐκφράζει τὴν θέλησιν τοῦ λαοῦ καὶ ἡ ἀντίληψις αὐτὴ πρέπει τόσον περισσότερον εἰς τὰ σημερινὰ Κράτη νὰ ἐπικρατήσῃ, ὅσον συμβιβάζεται καὶ μὲ τὴν ἔννοιαν τῆς ἑνότητος τῆς ἐθνικῆς κυριαρχίας, ἡ ὁποία ἐκφράζεται καλύτερον μὲ ἓν Σῶμα, ἀλλὰ καὶ μὲ τὴν κατάστασιν τὴν σημερινὴν τῶν Κρατῶν, τὰ ὁποῖα ἔχουσιν ἀπείρους ἀνάγκας καὶ ὁλονὲν νέας καὶ ἐπειγούσας, αἱ ὁποῖαι δὲν δύνανται ταχέως νὰ ῥυθμισθῶσιν ὅταν ὑπάρχωσι δύο Σώματα ἁρμόδια. Ἀντετάχθη ὅμως ὅτι, ἂν δὲν δώσωμεν ἰσοτιμίαν εἰς τὴν Γερουσίαν, δὲν θὰ ἑλκύσωμεν πρόσωπα ἐκλεκτὰ ὑπὸ ἔποψιν μορφώσεως, χαρακτῆρος καὶ πείρας. Ἀλλά, κύριοι, δὲν νομίζω ὅτι εἶναι τὰ πολλὰ δικαιώματα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα θὰ ἑλκύσουν τοὺς ἐκλεκτοὺς ὅσον ὁ ἁρμόζων διὰ τὸν Τόπον μας τρόπος τῆς ἐκλογῆς καὶ ἀνανεώσεως αὐτῆς, καὶ ἀπόδειξις εἶναι ὅ,τι συμβαίνει εἰς ὅλα τὰ Κράτη τοῦ κόσμου. Αἱ Βουλαὶ ὅλων ἢ τῶν περισοτέρων Κρατῶν ἔχουν τὰ περισσότερα δικαιώματα παρὰ αἱ Γερουσίαι καὶ ἐν τούτοις εἰς τὰς Βουλὰς δὲν βλέπομεν τόσον ἐκλεκτὰ πρόσωπα ὅσον εἰς τὴν Γερουσίαν. Τοῦτο ὀφείλεται εἰς τὸν τρόπον τῆς ἐκλογῆς, τῆς διαρκείας καὶ τῆς ἀνανεώσεως τῆς ἐντολῆς, καὶ εἰς τοῦτο πρέπει νὰ προσέξωμεν. Δι’ αὐτὸ καὶ ἄλλοτε ὑπεστήριξα τὴν συνδρομὴν ὅσον τὸ δυνατὸν μεγαλυτέραν τῶν βουλευτῶν εἰς τὴν ἐκλογὴν τῶν γερουσιαστῶν, διότι ὅσον ἐκλεκτότεροι εἶναι οἱ ἐκλέκτορες τόσον οἱ ἐκλεγόμενοι εἶναι ἐκλεκτοί. Ἕνεκα τούτου παραδέχομαι ὅτι πρέπει νὰ τροποποιηθῇ ἡ διάταξις τοῦ σχεδίου ὅτι, ὅταν ἀπορρίπτεται νομοσχέδιον ἀπὸ τὴν Γερουσίαν, διὰ νὰ γίνῃ νόμος τοῦ Κράτους πρέπει νὰ ψηφισθῇ ἀπὸ τὴν Βουλὴν μὲ μεγάλην ἢ ἀπόλυτον πλειονοψηφίαν καὶ νὰ τεθῇ ὅτι ἀπαιτεῖται σχετικὴ μόνον πλειονοψηφία, ἔστω ηὐξημένη κατά τι· διότι, ἂν μείνῃ ἡ διάταξις ὅπως ἔχει, τότε δίδονται χωρὶς νὰ τὸ καταλάβωμεν σχεδὸν πλήρη δικαιώματα εἰς τὴν Γερουσίαν, δυναμένην νὰ ματαιώνῃ τὸ ἔργον τῆς Βουλῆς. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν διαδικασίαν τῆς ψηφίσεως τῶν νόμων παραδέχομαι τὴν προταθεῖσαν ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Προέδρου τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως», ὁ ὁποῖος δέχεται δευτέραν εἰσαγωγὴν τοῦ νομοσχεδίου, ἥτις συνηθέστερον θὰ φέρῃ εἰς συνεννόησιν τὰ δύο Σώματα καὶ εἰς συμβιβασμόν. Ἐπίσης παραδέχομαι τὰς προτεινομένας Ἐπιτροπὰς ὡς δυναμένας νὰ διευκολύνουν πολὺ τὴν συνεννόησιν ταύτην καὶ τὸν συμβιβασμόν. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἀποκρούω εἶναι ὅ,τι προετάθη ἐκ μέρους τοῦ κ. ἀρχηγοῦ τοῦ Κόμματος τῶν Προοδευτικῶν Φιλελευθέρων καὶ νομίζω ὅτι ἐγένετο δεκτὸν καὶ ἀπὸ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἤτοι νὰ γίνεται κοινὴ συνέλευσις τῶν δύο Σωμάτων καὶ κοινὴ ψηφοφορία· διότι αὐτὸ ὄχι μόνον δὲν προσθέτει, ἀλλ’ ἀφαιρεῖ ὅλα τὰ δικαιώματα καὶ τὰ ἀνασταλτικὰ τῆς Γερουσίας, διότι εἰς τὴν κοινὴν συνέλευσιν, ἐπειδὴ ἡ Βουλὴ εἶναι πολυαριθμοτέρα, θὰ ὑπερισχύῃ ἡ θέλησις τῆς Βουλῆς.
§46Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ὄχι πάντοτε.
§47Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Ἔπειτα τί τὴν θέλετε τὴν κοινὴν συνεδρίασιν; Διὰ νὰ μεταβάλλῃ γνώμην ἐκ τῆς συζητήσεως εἰ δυνατὸν τὸ ἓν τῶν δύο Σωμάτων καὶ συμφωνήσῃ μὲ τὸ ἄλλο; Ἀλλὰ πρὸς τοῦτο ἀρκετὸν εἶναι νὰ γίνεται κοινὴ συνέλευσις καὶ συζήτησις χωρὶς κοινὴν ψηφοφορίαν, ἥτις θὰ καταπνίγῃ τὴν θέλησιν τοῦ δευτέρου Σώματος. Ἐψηφίσθη σήμερον ἓν νομοσχέδιον ἀπὸ τὴν Βουλήν· ἡ Γερουσία δὲν τὸ δέχεται· καλεῖται κοινὴ συνέλευσις καὶ ἡ συνέλευσις δὲν τὸ δέχεται. Τί θὰ ἐπικρατήσῃ; Ἡ γνώμη τῆς Βουλῆς. Λοιπὸν ἠμπορεῖ νὰ καθιερωθῇ κοινὴ συνέλευσις χωρὶς κοινὴν ψηφοφορίαν.
§48Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Περίεργον εἶναι ὅτι εἰς τὴν μελέτην τὴν ὁποίαν ἔκαμαν ἐπὶ μακρὸν εἰς τὴν Ἰταλίαν κατὰ τὸ 1919–1920 καταλήγουν εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι δὲν πρέπει νὰ γίνωνται κοιναὶ συζητήσεις, ἐκ τοῦ λόγου ὅτι εἶναι δυνατὸν τὸ Σῶμα, παρεκτρεπόμενον, νὰ ἐπιληφθῇ καὶ ἄλλων θεμάτων. Εἶπον δηλαδὴ ὅτι αἱ συζητήσεις αἱ γενόμεναι κεχωρισμένως ἐξεκαθάρισαν τὸ ζήτημα· ἂς ἔλθωμεν νὰ κάμωμεν μίαν ψηφοφορίαν. Ἐγὼ δὲν τὸ δέχομαι αὐτό· ἐγὼ θέλω νὰ γίνεται συζήτησις.
§49Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Τί ἔγινεν εἰς τὴν Ἰταλίαν ἐγὼ δὲν γνωρίζω, ἐγὼ ἀκολουθῶ τὴν κοινὴν λογικὴν καὶ λέγω· διατί ζητεῖτε τὴν κοινὴν συνέλευσιν; Διὰ νὰ μεταπείσῃ ὁ εἷς τὸν ἄλλον; Πολὺ καλά. Παραδέχομαι ταύτην καὶ θὰ εἶναι χρήσιμος. Ἄν δὲ οἱ μὲν μεταπεισθοῦν ἀπὸ τοὺς δέ, τελειώνει τὸ ζήτημα καὶ δὲν χρειάζεται κοινὴ ψηφοφορία. Ἀλλ’ ἂν δὲν μεταπεισθοῦν, τί τὴν θέλετε τὴν κοινὴν ψηφοφορίαν; Μόνον διὰ νὰ καταπνιγῇ ἡ θέλησις τῶν ὀλίγων γερουσιαστῶν εἰς τὴν θέλησιν τῶν πολλῶν βουλευτῶν; Ἀλλ’ αὐτὸ γίνεται καὶ ἄνευ κοινῆς ψηφοφορίας διὰ τῆς καθιερώσεως ὅτι ἐπικρατεῖ ἡ θέλησις τῆς Βουλῆς.
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γόντικας ἔχει τὸν λόγον.
§51Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Κύριοι πληρεξούσιοι, σκοπὸς τῆς ἀνόδου μου εἰς τὸ βῆμα δὲν εἶναι ἄλλος οὔτε προσπαθῶ νὰ πείσω τὴν Βουλὴν εἰμὴ μόνον νὰ διατυπώσω μίαν γνώμην καὶ νὰ δικαιολογήσω μίαν ψῆφον· διότι δὲν ἐγνώριζον μέχρι τῆς στιγμῆς αὐτῆς οὔτε γνωρίζω ἀκόμη, ἂν αἱ διάφοροι γνῶμαι, ὅπως διετυπώθησαν πολλαχόθεν, θὰ διατυπωθοῦν ἑνιαίως εἰς μίαν πρότασιν καὶ θὰ προκληθῇ, ὡς φρονῶ, ὀνομαστικὴ ψηφοφορία. Καὶ ἂν μὲν τοῦτο γίνῃ, βεβαίως θὰ μοὶ δοθῇ ἀφορμὴ διὰ τῆς ψήφου μου νὰ ἐκδηλώσω τὴν γνώμην μου· διότι ὅμως ἔχω ἀμφιβολίας τινὰς ἂν θὰ προκληθῇ ὀνομαστικὴ ψηφοφορία, διὰ τοῦτο, προκειμένου περὶ διατάξεως συνταγματικῆς θεμελιώδους καὶ σημασίας μεγίστης, ἐνόμιζον ὅτι ἡ γνώμη μου ἔπρεπε νὰ διατυπωθῇ καὶ νὰ λεχθῇ σαφῶς ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ διὰ τοῦτο ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ σᾶς ἀπασχολήσω, ἐπ’ ὀλίγον, χωρὶς νὰ ἀξιῶ ὅτι θέλω πείσει κανένα. Διὰ τὴν δικαιολογίαν τῆς γνώμης μου μὲ ἀπήλλαξε μακρηγορῶν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μαντινείας συνάδελφος κ. Μπακόπουλος, διότι ἀκριβῶς εἶμαι σύμφωνος πρὸς τὰς ἀπόψεις, τὰς ὁποίας ὑπεστήριξε τόσον ὀρθῶς, κατὰ τὴν γνώμην μου, καὶ τόσον δεδικαιολογημένως. Δὲν ὑπῆρξα, κύριοι, θιασώτης τοῦ θεσμοῦ τῆς Γερουσίας οὐδέποτε. Κατὰ τὰ 1911, ὅταν εἰσῆλθεν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ Συντάγματος πρὸς συζήτησιν καὶ εἰς τὴν Βουλὴν ἀργότερα, ἐκηρύχθην ἐναντίον τοῦ θεσμοῦ αὐτοῦ. Μέχρι σήμερον δὲν ἐπείσθην ἀπολύτως περὶ τῆς χρησιμότητός του. Ἂν ὑπῆρξα τότε ἐναντίον καὶ κατεψήφισα αὐτὸν τὸν θεσμόν, τὸ ἔπραξα διότι θεωρῶ ὅτι ἡ Γερουσία δὲν ἔχει κανένα ἄλλον σκοπὸν εἰμὴ τὴν ἀναθεώρησιν καὶ ψήφισιν τῶν νόμων ἐκ μέρους τῆς πρώτης Βουλῆς. Καὶ ἐγὼ ἀποδίδω σημασίαν ἐξαιρετικὴν προληπτικὴν παρὰ ἀποτελεσματικὴν εἰς τὴν Γερουσίαν, τουτέστιν εἰς τὴν διόρθωσιν τῆς νομοθεσίας. Καὶ δι’ ἓν ἄλλο ἀκόμη· τὸ ζήτημα τῆς γνώμης διὰ τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς. Ἂν αὐτὰ τὰ δύο δὲν ἦσαν ἀπαραίτητα σήμερον, δὲν θὰ εἶχον δυσκολίαν νὰ εἶμαι ἀκριβῶς κατὰ τοῦ θεσμοῦ τῆς Γερουσίας. Ἐπείσθην ὅμως ὅτι τότε διετέλουν ἐν πλάνῃ. Κατὰ τὸ 1911 ἐνόμισα ὅτι τὰ πράγματα διωρθώθησαν, ὅτι θὰ βαδίσωμεν εἰς ἕνα ἄλλον δρόμον ὁμαλώτερον, ὅτι ἡ νομοθετική μας ἐργασία θὰ ἐγίνετο ὁμαλώτερον, κανονικώτερον κλπ., τουτέστιν ὅτι δὲν θὰ ἐδημιουργοῦντο νομοθετικαὶ ἀτασθαλίαι. Οὐχ ἧττον ἡ πάροδος τῆς δεκαπενταετίας αὐτῆς μὲ ἔπεισεν ὅτι τὸ κακὸν ἐξηκολούθει νὰ γίνεται καὶ κατόπιν καὶ ὅτι ἐπεβάλλετο καὶ ἓν δεύτερον Νομοθετικὸν Σῶμα ἀναθεωρήσεως τῶν ὁρμῶν ἢ τῶν σκέψεων ἢ τῶν ἀποφάσεων τῆς πρώτης Βουλῆς, καὶ διὰ τοῦτο σήμερον δέχομαι καὶ ἐγὼ οὐχὶ μετὰ πολλοῦ ἐνθουσιασμοῦ τὴν ἵδρυσιν τοῦ θεσμοῦ τῆς Γερουσίας. Ἐξ ἄλλου σήμερον δὲν ἔχομεν πλέον παράγοντα βασιλικόν, ὁ ὁποῖος ἐνομίζετο ὅτι εἶχε δύναμιν ἰδιαιτέραν, ἴδιον δίκαιον καὶ ἰδίαν δύναμιν, σήμερον ἔχομεν παράγοντα αἱρετόν. Ὁ παράγων αὐτὸς προκειμένου νὰ ἀσκήσῃ τὸ ὕψιστον δικαίωμα τὸ ὁποῖον ἔχει, τουτέστι τὸ δικαίωμα τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς, ἔχει ἀνάγκην ἀπαραίτητον — ἂν καὶ διὰ τοῦτο καὶ μόνον ἐθεσπίζετο ἔκτοτε ὁ θεσμὸς τῆς Γερουσίας, ἴσως θὰ ἐπρολαμβάνοντο μερικὰ κακὰ τὰ ὁποῖα ἐγένοντο εἰς τὸ παρελθόν —, ἂν ὁ βασιλικὸς παράγων ἔχῃ ἀνάγκην γνώμης, ἀποφάσεως ἑνὸς Σώματος αἱρετοῦ, πολὺ περισσότερον ὁ παράγων ὁ αἱρετός, ὁ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας, ἔχει ἀνάγκην τονώσεως καὶ ἐνισχύσεως ἵνα μὴ ἀφεθῇ νὰ πιστευθῇ ὅτι ἐξ ἰδίας πρωτοβουλίας, ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως καὶ ἐξ ἰδίας δυνάμεως ἀκόμη ἐπιχειρεῖ νὰ διαλύσῃ τὴν Βουλὴν διὰ τὸ Α ἢ τὸ Β συμφέρον· διότι θὰ δημιουργηθοῦν προστριβαὶ κατὰ τοῦ προσώπου τοῦ Προέδρου τῆς Δημοκρατίας, διὰ τοῦτο εἶναι ἀνάγκη νὰ ὑπάρχῃ τὸ δεύτερον αὐτὸ Σῶμα, ὥστε νὰ ἀσκῇ τὸ δικαίωμα τοῦτο, τοῦ νὰ ἀποφασίζῃ ἢ νὰ συμβουλεύῃ πότε πρέπει νὰ γίνῃ ἡ διάλυσις τῆς Βουλῆς. Καὶ θὰ προσφέρῃ μεγάλας ὑπηρεσίας εἰς τὸν θεσμὸν τὸν δημοκρατικὸν καὶ εἰς τὸ νὰ καθιστᾷ τὸ πρόσωπον τοῦ Προέδρου τῆς Δημοκρατίας μακρὰν πάσης προστριβῆς. Μόνον αὐτὰ τὰ δύο δικαιώματα ἀνεγνώρισα εἰς τὴν Γερουσίαν. Ἐλέχθη ὅτι πρέπει νὰ θεωρηθῇ ἰσότιμος πρὸς τὴν Βουλήν. Δὲν ἠξεύρω ἂν ἐγὼ πταίω, διότι δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω ποῦ ἔγκειται ἡ μὴ ἰσοτιμία. Ἀσφαλῶς εἶναι ἰσότιμος. Ἕν μόνον δικαίωμα ἴσως δὲν θὰ ἔχῃ, καὶ ἀσφαλῶς δὲν θὰ τὸ ἔχῃ. Ἡ δευτέρα Βουλὴ δὲν θὰ ἔχῃ δύναμιν πολιτικήν, ὅπως λέγομεν συνήθως, τουτέστι δὲν θὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ ὑποδεικνύῃ καὶ νὰ καταβιβάζῃ Κυβερνήσεις, τουτέστιν ἡ Κυβέρνησις δὲν θὰ ἔχῃ ἀνάγκην τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Γερουσίας διὰ νὰ ὑπάρξῃ. Αὐτὸ εἶναι ἡ ἔλλειψις τῆς ἰσοτιμίας;
§52Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἰσότιμον θέλομεν καὶ ἡμεῖς τὴν Γερουσίαν πρὸς τὴν Βουλήν· δὲν τὴν θέλομεν ἰσοδύναμον. Δηλαδὴ νὰ μὴ γίνεται σύγχυσις μεταξὺ τῆς λέξεως «ἰσοδύναμος» καὶ «ἰσότιμος».
§53Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Εἰς τὰς τελετὰς θὰ πηγαίνουν μαζί, δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία.
§54Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Πλὴν τῆς περιπτώσεως αὐτῆς τῆς πολιτικῆς δυνάμεως εἶναι ἰσοτιμοτάτη. Δὲν θέλω νὰ εἴπω ὅτι θὰ εἶναι ἀνωτέρα, ἀλλ’ ὡς σύνολον, ὡς δευτέρα Βουλὴ εἶναι ἀπολύτως ἰσότιμος πρὸς τὴν πρώτην Βουλήν. Τώρα συζητοῦμεν ἂν πρέπει νὰ δώσωμεν πολιτικὴν δύναμιν ἡμεῖς εἰς τὴν δευτέραν Βουλὴν ἢ ὄχι. Καὶ ἐρωτῶ: Μέχρι σήμερον τὸ ὑπάρχον Σύνταγμα ἀνεγνώρισε καμμίαν πολιτικὴν δύναμιν εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ὑπάρχουσαν; Γραπτῶς ἀναγνωρίζεται μέχρι τοῦδε δύναμις πολιτικὴ εἰς τὴν Βουλήν; Δὲν γνωρίζω καλῶς τὰ τῶν ξένων Συνταγμάτων, ἐπικαλοῦμαι ὅμως τοὺς περισσότερον ἐμοῦ γνωρίζοντας. Εἰς τὸ Σύνταγμα τῆς Γαλλίας ὑπάρχει ἀναγεγραμμένον που ὅτι ἔχει ἡ Βουλὴ πολιτικὴν δύναμιν; Καίτοι ὅμως δὲν εἶναι γραπτόν, οὐχ ἧττον ὅμως εἶναι πλέον ἢ γραπτόν, εἶναι ἀκριβῶς τὸ κοινοβουλευτικὸν ἔθιμον, ἡ κοινοβουλευτικὴ συνήθεια ἡ ὁποία εἶναι κάτι τι παραπάνω ἢ ἴση πρὸς τὴν συνταγματικὴν διάταξιν. Εἶναι λοιπὸν εἷς κανὼν ὁ ὁποῖος ἐπεκράτησε, τὸ νὰ ἔχῃ πολιτικὴν δύναμιν ἡ Βουλὴ καὶ νὰ ἔχῃ πολιτικὴν δύναμιν ἡ Γερουσία. Καὶ εἰς ἡμᾶς ἀπὸ τὸ δόγμα τῆς δεδηλωμένης, ἀλλὰ καὶ πρὸ αὐτοῦ, κατεδείχθη κυρίως ἡ δύναμις τῆς Βουλῆς εἰς τὸ παρέχειν ἢ αἴρειν τὴν ἐμπιστοσύνην πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Τὸ ἔθιμον τὸ κοινοβουλευτικόν, οἱ κοινοβουλευτικοὶ κανόνες ἐπεκράτησαν τόσον ἰσχυρῶς, ὥστε ἐδημιούργησαν συνήθειαν ἀδιάκοπον καὶ καθωρισμένην ὅτι αἱ Κυβερνήσεις προέρχονται ἀπὸ τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς Βουλῆς. Ὅταν δὲ παρεβιάσθη ὁ κανὼν οὗτος ἐθεωρήθη παραβίασις οὐσιώδης, παραβίασις ῥιζικὴ καὶ ἐδημιουργήθησαν ἐπαναστάσεις, ἂν μή τι ἄλλο. Δὲν ἠμπορεῖ κανεὶς ἐκ τῶν προτέρων νὰ εἴπῃ ὅτι ἡ Γερουσία δὲν θὰ ἔχῃ πολιτικὴν δύναμιν εἰς τὸ μέλλον. Ἐξαρτᾶται. Εἰς τὴν Χώραν μας ἱδρύεται τὸ πρῶτον ἡ Γερουσία, ἱδρυομένη δὲ θὰ ἐργασθῇ. Ἐκ τῆς ἐργασίας της, ἐκ τοῦ κύρους τὸ ὁποῖον θὰ ἐπιδείξῃ, θὰ δημιουργήσῃ κανόνα πολιτικὸν εἰς τὸ μέλλον, κανόνα τοιοῦτον ὁ ὁποῖος θὰ θεωρῆται συνταγματικός, κανόνα οὐσιώδη, ὁ ὁποῖος θὰ ἐξαναγκάζῃ τὰς Κυβερνήσεις ἀπὸ ἔθιμον κοινοβουλευτικὸν νὰ λογοδοτοῦν πρὸς αὐτὴν καὶ ἐμμέσως θὰ ἔχῃ τὴν δύναμιν, ἂν εἶναι ἀξία νὰ τὴν ἔχῃ.
§55Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἡ διαφορὰ εἶναι ἡ ἑξῆς, ὅτι αἱ ἀπόψεις τῆς Ἐπιτροπῆς εἶναι νὰ διατυπωθῇ κοινοβουλευτικὸς κανών, καὶ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς ὑπάρχει θέμα πρὸς συζήτησιν.
§56Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Διὰ τὴν Βουλὴν τὴν σημερινὴν ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ ὑπάρχει σκέψις ὥστε νὰ εἶναι γραπτόν. Δὲν λέγω ὅτι εἶναι ἀπαραίτητον νὰ θέσωμεν ὅτι ἀπολαμβάνει ἡ Κυβέρνησις τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Γερουσίας, διότι δὲν θέλω ἡ Γερουσία, εἰς τὰς ἀρχὰς τοὐλάχιστον, νὰ ἔχῃ δύναμιν πολιτικήν, δὲν θέλω νὰ δημιουργηθοῦν προστριβαὶ εἰς τοιοῦτον βασικὸν σημεῖον μεταξὺ δύο Σωμάτων ἐκ διαφόρων κατευθύνσεων καὶ διαφοροτρόπως σκεπτομένων, ὥστε νὰ συμβαίνῃ εἰς μὲν τὴν μίαν Βουλὴν ἡ Κυβέρνησις νὰ τυγχάνῃ ἐμπιστοσύνης, εἰς δὲ τὴν ἄλλην νὰ μὴ τυγχάνῃ τοιαύτης. Θὰ ἔχωμεν ἀνάγκην διαιτητοῦ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει. Τίς θὰ εἶναι ὁ διαιτητὴς τότε; Θὰ διαλύῃ τις καὶ τὴν πρώτην καὶ τὴν δευτέραν Βουλήν· διότι, ἂν μὲν πρόκειται νὰ διαλύσῃ τὴν πρώτην Βουλὴν διὰ νὰ ζητήσῃ τὴν γνώμην τῶν ἐκλογέων, ὑπάρχει τὸ μέσον τῆς διαλύσεως, ἀλλὰ τὴν δευτέραν Βουλὴν τίς θὰ τὴν διαλύσῃ διὰ νὰ ἴδῃ ἂν ὀρθῶς σκέπτεται; Διὰ τοῦτο ἐν τῷ παρόντι δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ δοθῇ, γραπτῶς τοὐλάχιστον, πολιτικὴ ἰσχὺς εἰς τὴν δευτέραν Βουλήν. Ἂν εἶναι ἀξία τοῦ προορισμοῦ της καὶ χωρὶς νὰ τὸ λέγῃ καμμία διάταξις τοῦ Συντάγματος, θ’ ἀποκτήσῃ τοιαύτην ἰσχύν. Εἶπον ὅτι εἰς τὴν Γερουσίαν, καὶ νομίζω ὅτι ἡ λέξις «Γερουσία» προδιαθέτει χωρὶς κανεὶς νὰ τὸ θέλῃ μερικοὺς εἰς τὸ νὰ νομίζουν ὅτι, ὅταν λέγουν Γερουσίαν, ὑποχρεωτικῶς νὰ εἶναι καὶ γέροντες, ἠμπορεῖ νὰ εἶναι νεώτεροι παρὰ εἰς τὴν Βουλήν.
§57Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Μιὰ φορὰ τὸ 40 ἔτος θὰ εἶναι τὸ ὅριον.
§58Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἂν θέσετε ἓν ὅριον πρὸς τὰ ἄνω, τότε θέσατε καὶ εἰς τὴν Βουλὴν τοὐλάχιστον ἀπὸ τὸ 50 καὶ κάτω νὰ εἰσέρχωνται. Ἡ Γερουσία θὰ ἀποτελεσθῇ μὲ τὸν τρόπον τὸν ὁποῖον θὰ ἀποφασίσῃ ἡ Συνέλευσις, μὲ τὰ πρόσωπα τὰ ὁποῖα σκέπτονται, κατ’ ἄλλον τρόπον ἢ ὡς σκέπτονται αἱ λαϊκαὶ Βουλαί, αἱ ὁποῖαι ἔρχονται εἰς ἄμεσον συνάφειαν μὲ τὸν λαόν, ἔχει δὲ τὸ πλεονέκτημα νὰ σκέπτεται καὶ εἰς δεύτερον βαθμὸν ἐνίοτε, διότι παρέλειψα νὰ σᾶς εἴπω ὅτι, ὅταν ὁμιλῆτε περὶ ἰσοτιμίας, πλὴν τῆς πολιτικῆς δὲν ὑπάρχει καμμία ἄλλη, διότι νόμους δύνασθε νὰ ὑποβάλλητε εἰς τὴν πρώτην ἀπ’ εὐθείας καὶ ἡ δευτέρα νὰ τοὺς ἐγκρίνῃ ἢ ὄχι, δύναται δὲ νὰ συμβῇ καὶ τὸ ἐναντίον. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει νομοθετικῶς δὲν θὰ ὑπάρχῃ καμμία διαφορά. Τὴν δύναμιν τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ Βουλὴ τὴν αὐτὴν θὰ ἔχῃ καὶ ἡ ἄλλη. Ἐγὼ ἀποδίδω, κύριοι, σπουδαίαν σημασίαν εἰς τὴν δύναμιν τὴν νομοθετικὴν τῆς δευτέρας Βουλῆς κατὰ τοῦτο: Δὲν νομίζω ὅτι ἡ δευτέρα Βουλὴ θὰ ἀνατρέπῃ συνήθως τοὺς νόμους τοὺς ὁποίους θὰ ψηφίζῃ ἡ πρώτη Βουλή, ἀλλὰ φρονῶ ὅτι ἡ πρώτη Βουλὴ ἢ ἡ δευτέρα Βουλὴ μόνον ὅταν εἰς αὐτὴν ὑποβάλλωνται τὸ πρῶτον οἱ νόμοι, ἔχουσα ὑπ’ ὄψιν της ὅτι ὁ νόμος τὸν ὁποῖον θὰ ψηφίσῃ πρέπει νὰ ὑποβληθῇ, καὶ θὰ ὑποβληθῇ ὑπὸ τὴν κρίσιν ἄλλου Σώματος, θὰ εἶναι προσεκτικωτέρα, δὲν θὰ δέχηται τροπολογίας ἁπλῶς καὶ ὡς ἔτυχε, τὴν τελευταίαν στιγμήν, δὲν θὰ ψηφίζῃ νόμους μὲ τὴν πρώτην ἀντίληψιν, μὲ τὴν πρώτην ὁρμήν, θὰ τοὺς ἔχῃ μελετημένους, διότι θὰ φοβῆται ὅτι, ἂν τὰ πράγματα δὲν εἶναι κανονικά, δὲν θὰ τύχωσι τῆς ἐγκρίσεως τῆς ἄλλης Βουλῆς. Εἰς τοῦτο ἀποδίδω ἰδιαιτέραν σημασίαν καὶ φρονῶ ὅτι θὰ εἶναι κυρίως προληπτικὴ ἡ δύναμις τὴν ὁποίαν θὰ ἔχῃ ἡ μία ἢ ἡ ἄλλη Βουλή. Ἐξ ἄλλου πολλάκις μετὰ δημοσίευσιν νόμων ἢ μετὰ ψήφισιν νόμων, τοὺς ὁποίους ψηφίζει ἀπὸ πρώτας ἐντυπώσεις, καὶ συνήθως ἔρχονται εἰς τὴν Βουλὴν ἐντυπώσεις ἔξωθεν πρὸς μίαν κατάστασιν ὡρισμένην, ἡ ὁποία διαρκεῖ μίαν ἢ πέντε ἡμέρας ἢ ἕνα μῆνα, ἀναγκάζεται νὰ λάβῃ νομοθετικὰ μέτρα πρὸς θεραπείαν προσωρινῶν ἀναγκῶν, τὰ ὁποῖα ὁ χρόνος, παρερχόμενος, ἀποδεικνύει ὅτι ἦσαν περιττὰ καὶ εἶναι δύσκολον νὰ τὰ ἀνακαλέσῃ ἢ τὰ τροποποιήσῃ. Ἐνῷ, ἂν ὑπάρχῃ ὁ χρόνος τῆς ἀναθεωρήσεως, τῆς ὡριμωτέρας σκέψεως, πολλὰ πράγματα θεραπεύονται, καὶ πολλὰ διορθοῦνται. Φοβούμεθα, λέγουν, τὴν σύγκρουσιν. Φαντάζεταί τις ὅτι θὰ ὑπάρξῃ εἷς ἐμφύλιος πόλεμος μεταξὺ τῶν δύο Βουλῶν καὶ ὅτι θὰ ὑπάρχῃ ἀέναος σύγκρουσις; Διὰ ποῖον λόγον; Σύγκρουσις θὰ ὑπάρχῃ, ὅταν ἔχῃ τὴν πολιτικὴν δύναμιν καὶ ἡ μία καὶ ἡ ἄλλη· ταύτης ἐκλειπούσης δὲν ὑπάρχει λόγος συγκρούσεως. Ἐκεῖ ποῦ εἶναι δυνατὸν νὰ παρουσιασθῇ σύγκρουσις εἶναι εἰς ἓν νομοθέτημα ἀρχῶν, εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοθετήματος. Προκειμένου περὶ τῶν οἰκονομικῶν καὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ βεβαίως δὲν θὰ ἔχῃ καμμίαν δύναμιν ἡ δευτέρα Βουλή. Ἐπὶ τῶν ἄλλων νομοθετημάτων τῆς τρεχούσης φύσεως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ καμμία σύγκρουσις. Εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ σύγκρουσις εἴτε λόγῳ ἰδιοσυγκρασίας εἴτε λόγῳ σκέψεως εἴτε εἰς τὴν μίαν εἴτε εἰς τὴν ἄλλην εἰς ἓν μέγα νομοθέτημα μεγάλης ἀρχῆς, ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἡ σύγκρουσις ἐπιβάλλεται, διότι αὐτὴ εἶναι ἡ ζωὴ καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ ἔρευνα καὶ ἡ ἐπιζήτησις τοῦ καλυτέρου. Ἄν δὲν ὑπάρξῃ ἀγὼν καὶ συζήτησις, τότε τί τὰς θέλομεν τὰς Βουλάς; Κάμνομεν μίαν Ἐπιτροπὴν καὶ συντάσσομεν τοὺς νόμους καὶ ἀποφεύγομεν καὶ τὰ ἔξοδα. Αὐτὸ ἀκριβῶς ἐπιδιώκομεν διὰ τῆς ἱδρύσεως τῆς δευτέρας Βουλῆς· δὲν ἐπιδιώκομεν τίποτε ἄλλο παρὰ εἰς τὰς μεγάλης γραμμὰς ἑνὸς νομοθετήματος ριζικοῦ, ἀκριβῶς, ἂν δὲν ἔχῃ ὡριμάσει εἰς ὁλόκληρον τὴν Κοινὴν Γνώμην, νὰ παρουσιασθῇ ἡ διαφωνία, ἡ διαφωνία δὲ αὐτὴ θὰ δημιουργήσῃ τὴν ἀναθεώρησιν ἐκ μέρους τοῦ νομοθετήσαντος Σώματος εἴτε τοῦ ἑνὸς εἴτε τοῦ ἄλλου, διότι πρέπει νὰ θεσπίσωμεν ὅτι καὶ μὲ τὴν δευτέραν Βουλὴν ἠμπορεῖ νὰ ἐπέλθῃ ἡ ἀναθεώρησις. Ἄν κατὰ τὴν ἀναθεώρησιν, μετὰ τὴν πάροδον χρόνου τινός, χρόνου κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ ἐπέλθῃ ἡ ψύχραιμος, ἡ ὥριμος, ἡ κατ’ ἰδίαν συζήτησις, ἡ σκέψις καὶ αἱ διάφοροι πληροφορίαι οὐσιαστικώτεραι καὶ ῥιζικώτεραι, ἂν κατὰ τὸ διάστημα αὐτὸ δὲν ἐπέλθῃ συμφωνία, τότε βεβαίως πρέπει νὰ ἐπικρατήσῃ ἡ γνώμη τοῦ Σώματος ἐκείνου τὸ ὁποῖον ἐγγύτερον εὑρίσκεται πρὸς τὴν λαϊκὴν δύναμιν. Ἀλλὰ παραμένει κάτι τι ἄλλο εἰς τὸ δεύτερον Σῶμα τὸ ἀνώτερον· νὰ βλέπῃ ὅτι τὸ Σῶμα αὐτὸ παραπλανᾶται, νὰ βλέπῃ ὅτι ἡ ἐπικράτησις καὶ ἡ ψηφοφορία ἡ ὁποία ἐγένετο τότε διὰ τοῦ ὡρισμένου ἀριθμοῦ τῶν ⅔ ἢ ⅗, ἀδιάφορον ποῖον, δὲν ἔχει νὰ κάμνῃ ἄλλο τι παρὰ νὰ συμβουλεύῃ τὴν διάλυσιν τοῦ Σώματος τούτου, καὶ τότε θὰ παρουσιασθῇ ἀνάγκη νὰ διαλυθῇ διὰ νὰ ἐρωτηθῇ εἰλικρινέστερον ὁ λαός.
§59Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Αὐτεπαγγέλτως θὰ ἀποφαίνηται περὶ τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς;
§60Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Διατί ὄχι;
§61Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τότε πολιτεύεται.
§62Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ διαλύηται καὶ ἡ Γερουσία μετὰ πάροδον ἐλαχίστου χρόνου.
§63Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Διὰ νὰ ἐπέλθῃ ἡ διάλυσις, ἀπαιτεῖται σύμπτωσις γνωμῶν. Ἡ γνώμη μου εἶναι ὅτι πρέπει νὰ γνωμοδοτῇ ἢ νὰ ἀποφαίνηται ἐρωτωμένη ἀπὸ τὸν Πρόεδρον τῆς Δημοκρατίας. Ἀλλὰ καὶ ἐξ ἰδίας πρωτοβουλίας νὰ ὑποβάλλῃ εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Δημοκρατίας τὴν γνώμην της περὶ τῆς διαλύσεως. Διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπακολουθήσῃ ἡ διάλυσις ἄνευ τῆς συμπτώσεως καὶ τῶν δύο γνωμῶν· δὲν ἠμπορεῖ οὔτε ὁ Πρόεδρος νὰ διαλύσῃ οὔτε ἡ Γερουσία. Πρέπει νὰ συμφωνήσωσιν ἐπὶ τῷ αὐτῷ. Πόθεν θὰ ὑποβληθῇ ἡ ὑπόδειξις τῆς διαλύσεως μοὶ εἶναι ἀδιάφορον. Ἂν ὑπάρχῃ εἷς Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας, ὅστις δὲν αἰσθάνεται μίαν κοινὴν βοήν, μίαν ἀγανάκτησιν ἢ δὲν αἰσθάνεται ὅτι μία Βουλὴ ἐστερήθη τῆς λαϊκῆς ἐμπιστοσύνης καὶ δὲν εὑρίσκεται ἐν ἁρμονίᾳ πρὸς αὐτήν, διακρίνῃ δὲ τοῦτο ἡ Γερουσία, ἔχει ἡ τελευταία αὕτη καθῆκον, κατὰ τὴν γνώμην μου, νὰ ὑποδείξῃ τοῦτο καὶ νὰ διαφωτίσῃ τὸν Πρόεδρον τῆς Δημοκρατίας. Ἀλλὰ θὰ σταματήσῃ κανεὶς μίαν συζήτησιν, ἓν γενικώτερον πρᾶγμα ἐντὸς τῆς Γερουσίας καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν νόμων αὐτῶν ἢ τῶν νομοσχεδίων αὐτῶν, τὰ ὁποῖα θὰ πρόκειται νὰ ψηφίσῃ ἡ Γερουσία, θὰ ἠμπορέσῃ κανεὶς νὰ θέσῃ φίμωτρον εἰς τὴν γλῶσσαν καὶ τὸ στόμα τῶν γερουσιαστῶν, ὥστε νὰ μὴ ἀναπτύξουν γνώμην καὶ νὰ μὴ ἐξετάσουν τοὺς λόγους καὶ τὸν τρόπον τῶν ἀποφάσεων τῶν Βουλῶν καὶ τοὺς σκοποὺς ἕνεκα τῶν ὁποίων ἐψηφίσθη ὁ νόμος καὶ τὰς ὁρμὰς αἱ ὁποῖαι παρεκίνησαν εἰς τὴν ψήφισιν αὐτοῦ; Δὲν πιστεύω νὰ σκέπτηται κανεὶς ὅτι αὐτοὶ οἱ γέροντες θὰ καθίσουν νὰ συζητήσουν μὲ τὸ χαμομῆλι καὶ ὅτι δὲν θὰ ἔχουν γνώμας. Ἐγὼ μάλιστα φοβοῦμαι ὅτι θὰ ἔχωσι καὶ μαγκοῦρες. Ἂν πρόκειται ἑπομένως περὶ τροποποιήσεων νόμων, κατ’ ἐμὴν γνώμην εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐπέλθῃ διαφωνία, διότι καὶ εἰς περίπτωσιν διαφωνίας, ὅπως συνηθίζομεν, θὰ ἐπέλθῃ μία συνεννόησις μεταξὺ τῶν δύο Σωμάτων, ὥστε νὰ γίνῃ κατόπιν συνεννόησις περὶ κοινῆς ἀποφάσεως, ἐξωδίκως, ἐννοῶ, ὅταν πρόκειται περὶ τροποποιήσεων. Τὴν διαφωνίαν τὴν φαντάζομαι ὅταν πρόκειται περὶ νόμων γενικωτέρας σημασίας. Τώρα πῶς θὰ αἴρηται ἡ διαφωνία αὕτη, ἡ ὁποία τυχὸν νὰ ὑπάρχῃ εἰς νομοσχέδιόν τι; Νομίζω ὅτι εἰς τοῦτο πρέπει νὰ διακρίνω τὴν γνώμην μου. Διότι τοῦτο εἶναι τὸ σπουδαῖον καὶ περὶ αὐτοῦ θ’ ἀπασχοληθοῦν αἱ Βουλαί. Ὑπάρχουν, κύριοι δύο προτάσεις κατ’ οὐσίαν. Ἡ μία εἶναι ἡ πρότασις τῆς Ἐπιτροπῆς, εἰς τὴν ὁποίαν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ μετέχω, ἡ δὲ ἄλλη εἶναι ἡ πρότασις καθ’ ἣν ἐν περιπτώσει διαφωνίας γίνεται ἕνωσις τῶν δύο Σωμάτων, καὶ εἰς τοῦτο ἀποδίδω μεγάλην σημασίαν. Φθάνω μέχρι τοῦ σημείου, ὑποστηρίζων ἀτομικῶς τὴν γνώμην μου, νὰ καταλήξω εἰς τὴν μὴ ἀποδοχὴν τοῦ θεσμοῦ, ὅταν ἡ διαφωνία θὰ αἴρηται δι’ ἑνώσεως τῶν δύο Σωμάτων. Ἀπολύτως ψηφίζω τότε κατὰ τῆς ἱδρύσεως τοῦ θεσμοῦ. Θεωρῶ περιττὸν τὸν θεσμὸν τῆς Γερουσίας ἂν πρόκειται νὰ κανονίσωμεν τὴν διάλυσιν τῶν διαφωνιῶν διὰ τῆς κοινῆς συνεργασίας καὶ διὰ κοινῆς ἀποφάσεως. Διότι, ὅπως ἔλαβον τὴν τιμὴν προηγουμένως νὰ εἴπω, φαντάζομαι τὴν δευτέραν Βουλὴν σκεπτομένην μὲ διάφορον τρόπον, ἀναλόγως τῆς μορφώσεως, τῆς ἀντιλήψεως τῶν ἐτῶν της, ἂν θέλητε, ἀλλὰ καὶ τῆς προελεύσεώς της. Τὴν φαντάζομαι διαφόρως σκεπτομένην, καὶ ἀποφασίζουσαν ὄχι μόνον ἀναλόγως τῆς προελεύσεως ἀλλὰ καὶ τοῦ μέλλοντός της ἀκόμη. Διαφορετικὰ θὰ σκεφθῇ, κατ’ ἐμὴν γνώμην, ὁ ἀντιπρόσωπος ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος μετ’ ὀλίγον θὰ ἀτενίσῃ τὸν λαὸν καὶ θὰ ἔλθῃ νὰ ζητήσῃ τὴν ἐκλογήν του διὰ καθολικῆς ψηφοφορίας, ὅτε καὶ ὡρισμένα ἄτομα ἐκ τοῦ παρελθόντος καὶ ὡρισμέναι δυνάμεις δύνανται νὰ συντελέσωσι κακῶς ἢ καλῶς εἰς τὴν ἀποτυχίαν του, καὶ διαφορετικὰ ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος μετὰ μακρὰ ἔτη θὰ ἔλθῃ νὰ ζητήσῃ ἀνανέωσιν τοῦ εἰσιτηρίου του. Ἀλλ’ εἶναι καὶ ἄλλης προελεύσεως, ἄλλης σκέψεως, ἴσως καὶ ἄλλου ἐδαφικοῦ περιεχομένου. Διότι εἶναι πιθανὸν ὁ μὲν βουλευτὴς νὰ ἐκλέγηται κατ’ ἐπαρχίαν, ὁ δὲ γερουσιαστὴς νὰ ἐκλέγηται μὲ εὐρυτάτην περιφέρειαν. Λοιπὸν διάφορα πράγματα ὁδηγοῦν εἰς διαφόρους σκέψεις καὶ τοὺς πολιτευομένους ἀκόμη, διότι ὁ ἄνθρωπος εἶναι πάντοτε ἄνθρωπος. Ἐν τοιαύτῃ δὲ περιπτώσει πῶς εἶναι δυνατὸν εἰς κοινὴν συνεδρίασιν νὰ ἀπαιτήσωμεν τὴν αὐτὴν ἀντίληψιν, τὸν αὐτὸν τρόπον σκέψεως, τὴν αὐτὴν μέθοδον συζητήσεων ἀπὸ τὰ δύο Σώματα; Ἀπὸ τὴν Γερουσίαν θὰ περιμένωμεν μίαν συζήτησιν καὶ ἕνα τρόπον μᾶλλον ἤρεμον, ὡς τὴν φαντάζομαι. Τὴν φαντάζομαι μὲ διάφορον σκέψιν καὶ ἀντίληψιν εἰς τὰ καθήκοντά της, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον εἶναι πολὺ διαφορετικὸν προκειμένου διὰ τὴν Βουλήν. Ἡ Βουλὴ θὰ συνεδριάζῃ πολλάκις ὄχι μὲ ἠρεμίαν, ἀλλὰ μὲ πολιτικόν, μὲ κομματικὸν ὑπολογισμόν, μὲ νεῦρα, μὲ ζωηρότητα. Ἐπὶ πραγμάτων δὲ διὰ τὰ ὁποῖα ἐκ τῶν προτέρων εὑρίσκονται ἐν διαφωνίᾳ τί θὰ γίνῃ; Ἢ θὰ ἀποχωρήσουν οἱ γερουσιασταὶ ἐκ τῆς αἰθούσης καὶ θὰ εἴπουν «κάμετε ὅ,τι θέλετε» ἢ θὰ ἀποκομίσουν πολὺ κακὴν ἰδέαν διὰ τὴν Βουλὴν καὶ εἰς πρώτην εὐκαιρίαν, εἴτε ἐρωτώμενοι εἴτε ἔχοντες πρὸς τοῦτο δικαίωμα, θὰ συστήσωσι τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς αὐτῆς. Καὶ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς νομίζω ὅτι δὲν δύναται μὲ διαφόρους ἀντιλήψεις νὰ γίνῃ κοινὴ συζήτησις καὶ συνεδρίασις καὶ νὰ ἐπιτευχθῇ κοινὴ ἀπόφασις λελογισμένη καὶ εὐθεῖα. Ἴσως θὰ σκεφθῇ λοιπὸν ἕκαστος κατὰ τὸν ἰδιαίτερόν του τρόπον, ὁπότε τὸ ζήτημα εἶναι ποῖος θὰ ἐπικρατήσῃ. Δὲν μειοῦται καθόλου ἡ δύναμις, ἡ ἐξουσία, δὲν μειοῦται τὸ κῦρος τῆς δευτέρας Βουλῆς ἂν μετὰ πάροδον 4–5 μηνῶν ἀποφασίσῃ ἡ Βουλὴ δι’ ὡρισμένης πλειονοψηφίας κομματικῆς τὴν μὴ ἀποδοχὴν νόμου τινὸς τροποποιημένου. Διότι εἶναι δυνατὸν καὶ ἐξ ἀντιθέτου νὰ συμβῇ τοῦτο. Νὰ ὑποβληθῇ ἡ πρότασις εἰς τὴν Γερουσίαν ἀντὶ τῆς Βουλῆς καὶ νὰ ἔλθῃ ἡ Γερουσία νὰ διαφωνήσῃ μὲ τὴν Βουλὴν καὶ νὰ ἐπέλθουν τὰ γεγονότα τὰ ὁποῖα καθορίζομεν διὰ τῆς διαδικασίας αὐτῆς ἀντιθέτως. Οὔτε τοῦ ἑνὸς μειοῦται τὸ κῦρος οὔτε τοῦ ἑτέρου. Διὰ τοῦτο φρονῶ ὅτι πρέπει διὰ παντὸς τρόπου καὶ μετὰ πολὺ μεγάλης προσοχῆς νὰ προσπαθήσωμεν ὅσον μᾶς εἶναι δυνατὸν καὶ διὰ τοῦ Συντάγματος ῥητῶς νὰ καθιερώσωμεν ὅτι ἡ συνεργασία τῶν δύο Σωμάτων ἐπὶ τῷ αὐτῷ νὰ εἶναι σπανιωτάτη καὶ πανηγυρική. Πανηγυρικὴ θὰ εἶναι εἰς δύο περιπτώσεις. Εἰς τὴν περίπτωσιν ἐκείνην κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἐκλέξουν τὸν Πρόεδρον τῆς Δημοκρατίας, τὸν Ἀνώτατον Ἄρχοντα, καὶ πρὸς τοῦτο θὰ συνέλθουν τὰ δύο Σώματα. Ὑπάρχει καὶ μία ἄλλη περίπτωσις, ἀλλ’ εἰς τὴν περίπτωσιν ἐκείνην μετὰ μεγάλης προσοχῆς καὶ μετὰ διαδικασίαν μακρὰν καὶ μετὰ σκέψεως πρέπει νὰ δώσωμεν καὶ τότε τὸ πανηγυρικὸν ὕφος, τὸ ἐξαιρετικὸν τοῦ πράγματος. Εἶναι ἡ περίπτωσις κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἀποφασισθῇ ἀναθεώρησις διατάξεως τοῦ Συντάγματος. Διότι, ἂν δὲν δώσωμεν τὸ κῦρος αὐτό, φαινομενικῶς τοὐλάχιστον καὶ ψυχολογικῶς, εἰς τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος, ἂν εἶναι προωρισμένον νὰ ζήσῃ, δὲν κάμνομεν τίποτε, διότι θὰ θεωρῆται ὡς κοινὸς νόμος πλέον καὶ θὰ λέγωμεν εἰς τοὺς γερουσιαστάς· «κοπιᾶστε εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ἀναθεωρήσωμεν τὴν Α ἢ τὴν Β διάταξιν τοῦ Συντάγματος». Ἔχει πολλὴν σημασίαν καὶ τὸ πανηγυρικὸν τοῦ ὕφους καὶ τὸ δύσκολον. Διὰ τοῦτο ὑποστηρίζεται ὅτι διάταξις συνταγματική, τῆς ὁποίας θὰ ἀποφασισθῇ ἡ ἀναθεώρησις ἀπὸ τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Γερουσίαν, δὲν ἀναθεωρεῖται, παρὰ πρέπει νὰ ἔλθῃ δευτέρα Βουλή, ὅταν θὰ ἔλθῃ, καὶ ἂν καὶ ἐκείνη εἶναι σύμφωνος, τότε θεωρεῖται ἡ διάταξις ἀναθεωρητέα. Τοῦτο ὑποστηρίζουν ἐκεῖνοι οἵτινες θέλουν νὰ καταστήσουν ἀκλονήτους τὰς συνταγματικὰς διατάξεις. Ἀλλά, καὶ ἂν δὲν καταλήξωμεν ἐκεῖ, βεβαίως θὰ ἀναγράψωμεν μίαν πλειονοψηφίαν κάπως ἐξαιρετικήν, ἡ ὁποία θὰ ἀπαιτῆται διὰ τὴν ἀναθεώρησιν συνταγματικῆς τινος διατάξεως. Πάντως ὅμως πρέπει νὰ εἶναι πανηγυρικὴ ἡ συνεδρίασις, προσδίδουσα κάποιαν ὄψιν ἄλλην, καὶ δὲν πρέπει νὰ θελήσωμεν νὰ φέρωμεν εἰς συνεχῆ κοινὴν συνεδρίασιν τὰ δύο Σώματα, διότι τότε εἶναι δυνατὸν νὰ συγκαλοῦνται εἰς ἀναθεώρησιν συνταγματικῶν διατάξεων καὶ διὰ φύλλου πήδημα. Δὲν ἔχω τίποτε ἄλλο νὰ προσθέσω, κύριοι, παρὰ μίαν καὶ μόνον λέξιν ἀκόμη, διὰ νὰ διαδηλώσω καὶ εἰς τοῦτο τὴν γνώμην μου, ὅτι εἶμαι ἐναντίον τῶν δημοψηφισμάτων ἀπολύτως. Καὶ σήμερον ὁ λαὸς — καὶ ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ φρονῶ ὅτι ἔχω καὶ ἐγὼ κάποιαν σχέσιν μὲ τὸν λαόν, ὅσον καὶ ἂν μερικοὶ τὸ θέλουν ἀποκλειστικὸν προνόμιον ὅτι τὸν γνωρίζουν περισσότερον ἀπὸ κάθε ἄλλον — σήμερον, λέγω, ὁ λαός, καὶ διὰ μίαν δεκαετίαν τοὐλάχιστον ἀκόμη, ἓν πρᾶγμα μόνον θέλει, νὰ τὸν ἀφήσωμεν ὅσον τὸ δυνατὸν ἡσυχώτερον. Αὐτὸ θέλει. Εἶναι αἱ βιωτικαὶ ἀνάγκαι τόσον μεγάλαι, τόσον πολυποίκιλοι, εἰς τοιαύτην κατάστασιν εὑρίσκεται ὁ λαὸς ἀγωνιζόμενος πῶς νὰ ἐξοικονομήσῃ τὸ ψωμί του, πῶς νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὴν ἐργασίαν του, ὥστε λέγει εἰς τὸν ἀντιπρόσωπόν του: «Σὲ βγάζω βουλευτήν, ὅπως διορίζω ἕνα ἐπιστάτην, ἐκλέγω ἕνα δικηγόρον, ἕνα ἰατρόν· κάμε τὴν δουλειάν σου καὶ ἄφησέ με ἥσυχον». Ἂν θελήσωμεν νὰ ἀπασχολῶμεν τὸν λαὸν διὰ φύλλου πήδημα, τότε ἐν τῷ δικαιώματί του θὰ μᾶς εἴπῃ: «Δὲν σᾶς χρειάζομαι· ἐγὼ θὰ σκέπτωμαι μόνος μου». Μοῦ φαίνεται λοιπὸν ὅτι τὸ δημοψήφισμα δὲν ἔχει καμμίαν ἀξίαν ἐπὶ τοῦ παρόντος τοὐλάχιστον. Ἴσως μελλοντικῶς, ὅταν ὁ κόσμος εὐημερήσῃ, ὅταν ὁ πλοῦτος εἰσρεύσῃ καὶ δὲν ἀπασχολῆται ὁ κόσμος εἰς ἄλλο τίποτε, ὡς οἱ ἀρχαῖοι Ἀθηναῖοι οἱ ὁποῖοι ἐκάθηντο καὶ ἐπολιτικολόγουν καὶ ἐδίκαζον ὅλοι μαζὶ καὶ ἐβουλεύοντο ὅλοι μαζί — ἀλλὰ τότε δὲν ἠσχολοῦντο διὰ τὸ ψωμί, διότι εἶχον τοὺς δούλους — ἴσως τότε νὰ χρειάζηται τὸ δημοψήφισμα. Ἀλλὰ τώρα ὁ κόσμος ἐργάζεται καὶ μᾶς παρακαλεῖ νὰ τὸν ἀφήσωμεν ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότερον ἥσυχον.
§64ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Πρὶν ἢ καταβῆτε, δὲν μᾶς λύετε καὶ τὸ ζήτημα τῆς ἄλλης ἀντιρρήσεως, ὅτι εἰς ἓν Σῶμα τὸ ὁποῖον θὰ εἶναι τόσον περιωρισμένον δὲν θὰ θελήσουν νὰ μετάσχουν καὶ πρόσωπα περιωπῆς; Ἐξηνέχθη μία τοιαύτη γνώμη.
§65Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἐγὼ ὑπεστήριξα ὅτι δὲν περιορίζεται καθόλου τὸ Σῶμα, ὅτι ἡ δύναμίς του θὰ εἶναι μεγάλη, ὅτι τὸ κῦρός του θὰ εἶναι μέγιστον, ὅτι ἐξ ἰδιοσυγκρασίας θὰ ὑπάγουν εἰς τὴν Γερουσίαν πρόσωπα σπουδαῖα, ὅσα βαρύνονται νὰ πηγαίνουν εἰς τὰ κατσάβραχα διὰ νὰ ζητοῦν τὰς ψήφους τῶν ἐκλογέων.
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συνέχεια τῆς συζητήσεως ἀναβάλλεται δι’ αὔριον. Δέχεται ἡ Συνέλευσις νὰ ψηφίσῃ μερικὰ νομοσχέδια ἐπὶ τῶν ὁποίων δὲν ὑπάρχει ἀντίρρησις;
§67Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Εἶχα παρακαλέσει τὴν Κυβέρνησιν ἐπανειλημμένως νὰ ὁρίσωμεν ἡμίσειαν ὥραν εἰς τὴν ἀρχὴν ἑκάστης συνεδριάσεως συνταγματικῆς διὰ τὴν ψήφισιν νομοσχεδίων. Δὲν ἔλαβα καμμίαν ἀπάντησιν.
§68Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ Κυβέρνησις ἔχει ἀπαντήσει ἐπανειλημμένως ὅτι δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἐζήτησεν ἀπὸ τὴν Συνέλευσιν νὰ θεσπίσῃ Κανονισμὸν ὁ ὁποῖος νὰ περιέχῃ σχετικὴν διάταξιν. Ἂν ἀρχίσωμεν τὴν συζήτησιν νομοσχεδίων προτοῦ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν συνταγματικὴν συζήτησιν, δὲν θὰ κάμωμεν ποτὲ συζήτησιν συνταγματικήν.
§69Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐπρότεινα μίαν πρακτικὴν λύσιν· νὰ διατίθεται ἡμίσεια ὥρα διὰ τὰ νομοσχέδια διὰ τὰ ὁποῖα δὲν ὑπάρχει ἀντίρρησις.
§70Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Οὐδέποτε ἀναγράφονται ὀλιγώτερα τῶν 50 ἢ 40 νομοσχεδίων.
§71Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ὅταν ὑπάρχῃ ἀντίρρησις, δὲν συζητοῦνται τὰ νομοσχέδια. Δι’ αὐτὸ εἴπομεν νὰ ὁρίσητε μίαν ἡμέραν διὰ τὴν ψήφισιν νομοσχεδίων.
§72Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ δὲν ἔχω ἀντίρρησιν ὅπως μία ἡμέρα τῆς ἑβδομάδος ὁρισθῇ διὰ νομοθετικὴν ἐργασίαν, ἀλλ’ ἐπιθυμῶ προηγουμένως νὰ προχωρήσωμεν ὀλίγον εἰς τὸ Σύνταγμα. Ἂν ἴδῃ ὁ κόσμος ὅτι ψηφίζομεν μερικὰ ἄρθρα τοῦ Συντάγματος, τότε θὰ δεχθῶ εὐχαρίστως.
§73Ι. ΒΑΛΑΛΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Θέλετε νὰ συζητήσωμεν τὸ «περὶ ὁδῶν»;
§74Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Εὐχαρίστως.
§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς προτάσεως νόμου «περὶ ἀπαλλαγῆς ἐνοικιαστῶν δεκάτης Δυτικῆς Θράκης λόγῳ θεομηνίας κλπ.».
§76Σ. ΓΟΝΑΤΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὅτε τὸ νομοσχέδιον ἐψηφίσθη κατ’ ἀρχὴν καὶ εἰς αʹ ἀνάγνωσιν, ἐλέχθη ὅτι εἶναι ἁπλῶς ὑπηρεσιακὸν νομοσχέδιον. Τώρα εἰς τὴν βʹ ἀνάγνωσιν παρουσιάζεται μακροσκελέστατον ἀπὸ 9 ἄρθρα καὶ περιλαμβάνονται ἐν αὐτῷ διατάξεις ἐντελῶς ἄσχετοι πρὸς τὸν τίτλον τοῦ νομοσχεδίου. Ἂν τὸ νομοσχέδιον λέγει «περὶ ἀπαλλαγῆς ἐνοικιαστῶν δεκάτης Δυτικῆς Θράκης λόγῳ θεομηνίας κλπ.», περιλαμβάνει ὅμως διατάξεις ἐντελῶς νέας καὶ ἀσχέτους πρὸς τὸ θέμα τοῦ νομοσχεδίου.
§77Β. ΚΑΡΑΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐντὸς τῆς προτάσεως αὐτῆς νόμου περιέχονται ὁλόκληροι διατάξεις αἱ ὁποῖαι εἶναι ἐντελῶς ἄσχετοι πρὸς τὸ περιεχόμενον.
§78Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν εἶναι καθόλου ἄσχετοι.
§79Β. ΚΑΡΑΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ. Ὑπεβλήθησαν καὶ ἀπερρίφθησαν ἐπανειλημμένως.
§80Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν ἀπερρίφθη τίποτε.
§81Β. ΚΑΡΑΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ. Ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μαντινείας πληρεξουσίου, ὑπουργοῦντος τοῦ κ. Τσουδεροῦ, ἀπερρίφθησαν. Διαμαρτυρόμεθα, κύριε Πρόεδρε, διότι εἰς νομοσχέδιον περὶ ἐνοικιαστῶν δεκάτης τῆς Θράκης περιλαμβάνονται διατάξεις ἀφορῶσαι τὴν ἐξαγωγὴν σάπωνος ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν Οἰτύλου καὶ Γυθείου.
§82Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν πρόκειται περὶ ἐξαγωγῆς σάπωνος.
§83Β. ΚΑΡΑΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ. Καὶ διατάξεις αἱ ὁποῖαι ἔχουν ἀπορριφθῆ κατὰ τὴν πρώτην κατ’ ἄρθρον συζήτησιν εἰσάγονται εἰς τὴν δευτέραν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν χωρὶς καθόλου νὰ λάβωμεν γνῶσιν. Δὲν ἔχω ἀντίρρησιν νὰ τὸ συζητήσωμεν. Νὰ ἔλθῃ ὅμως εἰς συζήτησιν.
§84Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐπειδὴ πρόκειται νὰ προκαλέσῃ συζήτησιν, παρετήρησα εἰς τοὺς κ.κ. συναδέλφους νὰ γίνῃ πρότασις νόμου.
§85Β. ΚΑΡΑΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ. Ἡμεῖς παρουσιασθέντες μετ’ Ἐπιτροπῆς πληρεξουσίων ἐκ Λέσβου συνεζητήσαμεν ἐπανειλημμένως τὸ ζήτημα αὐτό.
§86Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Οὐδεμίαν ἀξίαν ἔχει τὸ περιεχόμενον τοῦ νομοσχεδίου.
§87Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἂν πρόκειται περὶ νέων διατάξεων, αὗται βεβαίως θὰ διαγραφῶσι. Νὰ ἀναβληθῇ.
§88Β. ΚΑΡΑΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ. Ὄχι μόνον νὰ ἀναβληθῇ, ἀλλὰ καὶ νὰ διατυπωθῇ εἰς αὐτὸ τὸ σχέδιον νόμου, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνήκει.
§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπεβλήθη, κύριοι, ἔνστασις περὶ μὴ ἀπαρτίας ὑπὸ 5 πληρεξουσίων· ἑπομένως ἀναβάλλεται ἡ ψήφισις τοῦ νομοσχεδίου.
§90Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Εἶναι πρόδηλον ὅτι δὲν ὑπάρχει ἐπιθυμία συζητήσεως καὶ παρακαλῶ νὰ διακόψωμεν τὴν συνεδρίασιν δι’ αὔριον.
§91ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις, διότι ὑπεβλήθη ἔνστασις περὶ μὴ ἀπαρτίας, διὰ νὰ ἐπαναληφθῇ αὔριον τῇ 4ῃ μ.μ. (Ὥρᾳ 9.45′ μ.μ.).