1925.02.05
2.572 στίχοι · 20.603 λέξεις · 219 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 140
Πέμπτη 5 Φεβρουαρίου 1925.
Προεδρία Κ. Ρακτιβάν
(Ὥρα 5.20′ μ.μ.).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. (Ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως). Ὑπάρχει ἀντίρρησις ἐπὶ τῶν πρακτικῶν;
§2Ε. ΠΑΥΛΙΔΗΣ. Εἰς τὰ πρακτικὰ ἀντὶ τοῦ ὀνόματός μου γράφεται Μαυρίδης.
§3Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Καὶ ἐγὼ διαμαρτύρομαι κατὰ τῶν πρακτικῶν. Εἶχον εἴπει κατὰ τὴν χθεσινὴν συζήτησιν ὅτι ἡ Βασίλισσα Ὄλγα προΐσταται διαφόρων κληροδοτημάτων, ὡς ἐπίσης προΐσταται καὶ τοῦ «Εὐαγγελισμοῦ».
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα, ἀλλ’ εἴπομεν ὅτι ὑπάρχει ἄλλη ἀναφορὰ ἐπὶ τῆς ὁποίας εἴπετε ὅτι θὰ λάβητε τὸν λόγον. (Τὰ πρακτικὰ διορθωθέντα ἐπικυροῦνται). Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Συνέλευσιν τὰ ἑξῆς: — Ἐπιτροπὴ κτηματιῶν Ἀμαλιάδος ἀναμένει ἀγωνιωδῶς τὴν ἐξαγορὰν 25 ἑκατομμυρίων δελτίων παρακρατήματος σταφίδος παρὰ τοῦ Κράτους. — Οἱ στρατεύσιμοι ὑπερτελειόφοιτοι τῆς Νομικῆς Σχολῆς αἰτοῦνται ὅπως ψηφισθῇ εὐεργετικὸς νόμος διὰ τὰς ἐπὶ διπλώματι ἐξετάσεις των. — Διάφορα Σωματεῖα διαφόρων μερῶν τῆς Ἑλλάδος διαμαρτύρονται διὰ τὸ βάναυσον καὶ αὐθαίρετον πραξικόπημα τῆς Τουρκικῆς Κυβερνήσεως κατὰ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου καὶ παρακαλοῦσι τὴν Κυβέρνησιν ὅπως ἐνεργήσῃ διὰ τὴν ἀποκατάστασιν τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου. — Ὁ Λάζαρος Γουμπέρης, ἐνοικιαστὴς τοῦ ἐν τῷ χωρίῳ Ζαγραδέτι ἀγροκτήματος τοῦ ἰδιοκτήτου Σαλῆ Σελαχὶν Μπέη, αἰτεῖται ὅπως ἐγκριθῇ ἡ πληρωμὴ ἀποζημιώσεώς του ἐκ δραχμῶν 22,400. — Ἡ Σοφία, χήρα Σωκράτους Παπαδοπούλου, τέως τηλεγραφητοῦ, αἰτεῖται τὴν ἀπονομὴν συντάξεως. — Ὁ Κτηματικὸς Σύλλογος Καβάλλας παρακαλεῖ ὅπως προκληθῇ νομοθετικὸν μέτρον περὶ τῶν εἰς χρυσὸν ὑποχρεώσεων ὑπὲρ ἐλαχίστης κατηγορίας δανειστῶν, δανεισάντων ἐνυπόθηκα δάνεια δι’ ὀθωμανικῶν χρυσῶν λιρῶν εἰς Ὀθωμανοὺς ἀνταλλαγέντας. — Οἱ παθόντες κατὰ τὸν εὐρωπαϊκὸν πόλεμον αἰτοῦνται τὴν τροποποίησιν τοῦ νόμου 3125 κλπ. — Τὸ κοινοτικὸν Συμβούλιον Κυθήρων παρακαλεῖ ὅπως ἐπαναληφθῇ ἡ συγκοινωνία Κυθήρων. — Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν κ. Α. Μιαούλης ὑποβάλλει σχέδιον νόμου «περὶ καταργήσεως καὶ ἀντικαταστάσεως τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ ΧΝΘʹ νόμου περὶ ναυτικῆς ποινικῆς νομοθεσίας». — Οἱ πληρεξούσιοι κ.κ. Ν. Ἀσκούτσης, Γ. Τσαγρῆς, Ι. Γοβατζιδάκης καὶ Μ. Βολουδάκης ὑποβάλλουσι πρότασιν νόμου «περὶ ἀντικαταστάσεως τοῦ διὰ τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ νόμου 2125 ὑποβληθέντος τῷ Δήμῳ Ρεθύμνης φόρου». — Οἱ πληρεξούσιοι κ.κ. Α. Μπακάλμπασης, Β. Χατζηλίας, Φ. Μανουηλίδης, Γ. Μπρίκας, Χ. Πανταζίδης, Α. Παπαθανάσης, Σ. Ἀντωνιάδης, Ε. Γονατᾶς, Γ. Λαλαζήσης καὶ διάφοροι ἄλλοι πληρεξούσιοι ὑποβάλλουσι πρότασιν νόμου «περὶ ἀπαλλαγῆς ἐνοικιαστῶν δεκάτης Δ. Θράκης λόγῳ θεομηνίας κλπ.». — Ὁ πληρεξούσιος κ. Ο. Κυπριανὸς ὑποβάλλει πρότασιν νόμου «περὶ τοῦ τρόπου καλλιεργείας τοῦ καπνοῦ ἐν τῷ νομῷ Λέσβου». — Οἱ Ὑπουργοὶ τῶν Στρατιωτικῶν κ. Α. Μιχαλακόπουλος καὶ τῶν Ναυτικῶν κ. Α. Μιαούλης ὑποβάλλουσι σχέδιον νόμου «περὶ Ἀνωτάτου Συμβουλίου Ἐθνικῆς Ἀμύνης», ὅπερ παραπέμπεται εἰς τὴν ἁρμοδίαν Ἐπιτροπήν, εἰς ἣν τάσσεται προθεσμία 10ήμερος πρὸς ὑποβολὴν τῆς ἐκθέσεώς της. — Οἱ Ὑπουργοὶ τῶν Οἰκονομικῶν κ. Κ. Γκότσης καὶ τῆς Προνοίας κ. Α. Ὀρφανίδης ὑποβάλλουσι σχέδιον νόμου «περὶ μονοπωλίου τῶν ναρκωτικῶν φαρμάκων». Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς Συντακτικῆς καὶ Νομοθετικῆς Ἐργασίας. Πρῶτον ἀντικείμενον εἶναι συζήτησις ἐπὶ τοῦ Συντάγματος.
§5Ε. ΖΥΜΠΡΑΚΑΚΗΣ. Νὰ προταχθῇ τὸ ψήφισμα «περὶ συντάξεων».
§6Γ. ΣΕΧΙΩΤΗΣ. Ἀπὸ ὀκτὼ ἡμερῶν ὑπεβλήθη αἴτησις περὶ προτάξεως τοῦ ψηφίσματος «περὶ συντάξεων». Τότε ἐγίνετο ἡ συζήτησις περὶ τοῦ Πρωτοκόλλου τῆς Γενεύης καὶ ἠμποδίσθη ἡ συζήτησις, ὑπεσχέθη δὲ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὅτι θὰ συνεζητεῖτο εὐθὺς μετὰ τὴν συζήτησιν ἐκείνην. Ἡ ὑπόσχεσις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἐξετελέσθη, εἶναι δὲ εὔλογος ἡ ἀνησυχία ὅλων τῶν συνταξιούχων διὰ τὴν μὴ ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προέχει ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ Συντάγματος.
§8Α. ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Συνέλευσις ἐπ’ αὐτοῦ.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μετὰ τὸ Σύνταγμα δὲν θὰ ἔλθωμεν εἰς ἄλλο θέμα τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως καὶ τότε θὰ θέσωμεν τὴν πρότασιν αὐτὴν εἰς ψηφοφορίαν. Συνεχίζεται ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ «περὶ Νομοθετικῆς Ἐξουσίας» κεφαλαίου τοῦ Συντάγματος. Ἄρθρον 8ον (ἀναγινώσκεται)... Ὁ κ. Δουζίνας ἔχει ἐπ’ αὐτοῦ τὸν λόγον.
§10Γ. ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Κύριοι πληρεξούσιοι, εἶχον τὴν τιμὴν ἐνώπιον τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς νὰ ὑποβάλω τὴν γνώμην ὅτι πλὴν τῶν δύο Σωμάτων τὰ ὁποῖα ἀσκοῦσι τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν, δηλαδὴ τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Γερουσίας, δέον ν’ ἀσκῆται αὕτη ἐν μέτρῳ τινὶ καὶ ὑπὸ τοῦ λαοῦ ἀμέσως. Ἡ Ἐπιτροπὴ δὲν ἐδέχθη τὴν γνώμην μου αὐτὴν καὶ ἐνόμισα ὑποχρέωσίν μου νὰ ἐκθέσω ταύτην καὶ ἐνώπιον ὑμῶν ἀναφέρων τὰ ἐπιχειρήματα τὰ ὁποῖα ἐγὼ ὁ ἴδιος ἀνέπτυξα εἰς τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπήν, καὶ τὰ ἐπιχειρήματα τὰ ὁποῖα συνετέλεσαν ὥστε νὰ μὴ γίνῃ αὕτη δεκτή. Τὸ θέμα εἶναι σπουδαῖον, νομίζω δὲ ὅτι πρέπει νὰ ἀπασχολήσῃ τὴν Συνέλευσιν καὶ ἐν μέτρῳ, ἔστω καὶ μικροτέρῳ τοῦ ὑπ’ ἐμοῦ ζητουμένου, νὰ δεχθῶμεν ὅπως καὶ ὁ λαὸς ἀμέσως ἀσκῇ τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν. Εἶναι γνωστὸν ὅτι εἰς τὰ πολιτεύματα μὲ τὰ ὁποῖα σήμερον διοικεῖται ὁλόκληρος ὁ κόσμος ἅπασα ἡ δύναμις τῆς Πολιτείας ἀπορρέει ἀπὸ τοῦ λαοῦ, ἀπέρρεε δὲ ἄλλοτε ἀμέσως, ἐνῷ σήμερον ἀπορρέει ἐμμέσως διὰ τῶν Ἀντιπροσωπευτικῶν Σωμάτων. Ἀμέσως διοικούμενα παλαιότερα Κράτη ἦσαν τὰ Ἑλληνικά, τὰ Κράτη τὰ Ρωμαϊκά, ὅπου ὁ λαὸς συνήρχετο εἰς συνελεύσεις καὶ ἐκεῖ ἐνομοθέτει καὶ διῴκει τὴν τύχην τῶν Χωρῶν ἐκείνων. Ἡ Ἱστορία μᾶς δεικνύει ὅτι ὁ πολιτισμὸς ἤκμαζε κατὰ τὴν περίοδον ἐκείνην, δὲν βλέπομεν δὲ αὐτὰ τὰ ἀποτελέσματα ἀπὸ ἀπόψεως πολιτισμοῦ καὶ μορφώσεως μετὰ τὴν ἐπιβολὴν τοῦ νέου συστήματος. Πλὴν ὅμως τῶν δύο αὐτῶν Ἀντιπροσωπευτικῶν Σωμάτων, τὰ ὁποῖα ἐδημιουργήθησαν κατὰ τὰς χρονικὰς καὶ ἱστορικὰς ἐκείνας περιόδους, ἐδημιουργήθη καὶ ἓν νέον σύστημα, τὸ ὁποῖον ἀπέδωσεν ἐπίσης ἀγλαοὺς πράγματι καρποὺς καὶ τὸ ὁποῖον συνετέλεσεν ὥστε ὁ πολιτισμὸς τῶν λαῶν νὰ προαχθῇ ἔτι μᾶλλον. Παράδειγμα ὅτι ἔχουν τοῦτο τὰ μᾶλλον πεπολιτισμένα Κράτη, ὅπως εἶναι ἡ Νορβηγία καὶ ἡ Ἑλβετία. Τοῦτο εἶναι τὸ μικτὸν λεγόμενον σύστημα. Δηλαδὴ οὔτε ἡ ἄμεσος ἀντιπροσώπευσις ἀπολύτως οὔτε καὶ ἡ ἀπόλυτος καθιέρωσις τῆς ἀντιπροσωπευτικῆς Δημοκρατίας. Ἀλλ’ ἡ μικτὴ λεγομένη Δημοκρατία συνυπάρχει μὲ τὸ Ἀντιπροσωπευτικὸν Σῶμα, ἀλλὰ μετέχει καὶ ὁ λαὸς ἐν μέρει ἀμέσως εἰς τὴν ἄσκησιν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας. Τοιοῦτον περίπου σύστημα ἐπρότεινα ἐνώπιον τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς ὄχι βεβαίως μὲ τὴν ἔκτασιν τὴν ὁποίαν ἔχει τοῦτο εἰς τὴν Ἑλβετίαν ἢ εἰς τὴν Ἀμερικὴν ἢ εἰς ὅλα τὰ μεταπολεμικὰ Κράτη πλὴν τῆς Πολωνίας ἀλλὰ πολὺ περιωρισμένην, ὅπως θὰ ἴδητε εἰς τὴν ὑποβληθεῖσαν ἔκθεσίν μου καὶ τὴν τυπωθεῖσαν τροπολογίαν μου. Δὲν εἶναι, κύριοι, ἡ μικτὴ Δημοκρατία ἐφεύρεσις ἡ ὁποία εἰκῆ καὶ ὡς ἔτυχεν ἦλθεν εἰς τὸν νοῦν τῶν ἐπιστημόνων καὶ πολιτειολόγων. Εἶναι προϊὸν ἱστορικῆς ἐξελίξεως. Πρῶτος ὁ Ρουσσὼ ἀνέπτυξε θεωρητικῶς ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀντιπροσωπευθῇ ἡ θέλησις τοῦ λαοῦ, ὅπως δὲν εἶναι δυνατὸν καὶ νὰ ἀπαλλοτριωθῇ αὕτη, καὶ ὅτι οἱ ἀντιπρόσωποι οἱ σημερινοί, οἱ ὁποῖοι ἀσκοῦσι τὴν ἐντολήν, ἀσκοῦσι μὲν κατ’ ἐντολὴν αὐτοῦ τὰ καθήκοντά των, ἀλλ’ ἐκφράζουν τὴν ἰδίαν των γνώμην, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δὲν πρέπει νὰ γίνηται, διότι δὲν εἶναι πρὸς τὸ συμφέρον τῆς Πολιτείας. Ἡ θεωρία αὕτη δὲν ἔμεινεν εὐτυχῶς ἀτελεσφόρητος ἀλλ’ ἐπραγματοποιήθη μετὰ τὸν σάλον τῆς Γαλλικῆς Ἐπαναστάσεως. Συνεζητήθη εὐρύτατα τεθεῖσα εἰς τὸ προσχέδιον τοῦ Συντάγματος τῶν Ἰακωβίνων, ἐτέθη δὲ καὶ εἰς ἐφαρμογὴν μετὰ τὰ Συντάγματα τὰ μέχρι τοῦ 1870 ἐν Γαλλίᾳ, τὰ ὁποῖα ἐξετέθησαν ὅλα εἰς δημοψήφισμα. Ἐκεῖ ὅμως ὅπου ἔλαβε μεγίστην ἔκτασιν τὸ σύστημα τοῦτο εἶναι ἡ Ἑλβετία καὶ ἡ Ἀμερική. Θὰ ἐφάνη ἴσως παράδοξον πῶς τὰ Κράτη τὰ μεγάλα, ἡ Ἀγγλία, ἡ Γαλλία, ἡ Ἰταλία, στεροῦνται τοῦ θεσμοῦ τούτου. Τὸ πρᾶγμα ὅμως δὲν εἶναι ἀκατανόητον, κύριοι συνάδελφοι. Τὰ Κράτη τὰ πολὺ παλαιὰ βασίζονται ἀκριβῶς ἐπὶ πολὺ παλαιῶν Καταστατικῶν Χαρτῶν. Ἄλλως τε τὸ σύστημα αὐτὸ εἰς τὰ πολὺ μεγάλα Κράτη ἔχει ἀνάγκην καὶ μεγάλης προπαρασκευῆς, διότι, ὡς σᾶς εἶναι γνωστόν, ἡ διοίκησις αὐτῶν εἶναι ἀκόμη δυσκολωτέρα. Ὅλα ὅμως τὰ μεταπολεμικὰ Κράτη ἐδέχθησαν τὸν θεσμὸν τῆς ἀμέσου λαϊκῆς ἀντιπροσωπεύσεως, πλὴν τῆς Πολωνίας. Ἡ Πολωνία ὑστέρησεν εἰς τοῦτο λόγῳ τῆς γειτονίας αὐτῆς πρὸς τὸ Ρωσικὸν Κράτος καὶ ἐκ τοῦ φόβου τῆς μεταδόσεως τοῦ Μπολσεβικισμοῦ. Τοῦτο καὶ μόνον εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἠμπόδισε τὴν Πολωνίαν νὰ δεχθῇ τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ θεσμοῦ τῆς ἀμέσου λαϊκῆς κυριαρχίας. Ἡ διὰ δημοψηφίσματος ἐκδήλωσις τῆς γνώμης τοῦ λαοῦ ἐφηρμόσθη ἐπὶ τῶν ἡμερῶν μας εἰς γενικώτερα ζητήματα. Διὰ δημοψηφίσματος εἶχεν ἀποφασισθῆ νὰ κανονισθῇ ἡ τύχη τῆς Σμύρνης, διὰ δημοψηφίσματος δὲ ἐλύθησαν τὸ ζήτημα τοῦ Δάντσιγ καὶ τὸ ζήτημα τῆς Σιλεσίας. Εἰς ἡμᾶς τὸ δημοψήφισμα φέρει ἴσως πικράν τινα ἀνάμνησιν, διότι δὲν ἐδοκιμάσαμεν τοῦτο βαθμιαίως οὔτε εἰς τὴν ἄσκησιν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας ἀλλ’ εἰς τὰ πολιτειακὰ ζητήματα. Καὶ παρέμεινεν οὕτω πικρὰ ἡ ἀνάμνησις τοῦ πρώτου παρ’ ἡμῖν δημοψηφίσματος, καὶ εἰς τὰς ἐκ τούτου δυσχερείας καὶ τοὺς κινδύνους οὓς ἐδημιούργησεν ἀποδίδω καὶ τὴν ἀπόφασιν τῆς Ἐπιτροπῆς ὅπως μὴ ἀποδεχθῇ τοῦτο οὔτε ὡς πρὸς τὴν λύσιν τῆς διαφωνίας μεταξὺ Βουλῆς καὶ Γερουσίας. Δι’ αὐτὸ θὰ ἐκθέσω ὅλα τὰ ἐλαττώματα τὰ ὁποῖα ἀποδίδονται εἰς τοῦτο, καθὼς καὶ τὰ προτερήματα τὰ ὁποῖα ἐγὼ νομίζω ὅτι ἔχει τὸ σύστημα αὐτό, ὥστε ἐν τῇ συγκρίσει νὰ καταδείξω τὸ ἀναγκαῖον τῆς ἀποδοχῆς αὐτοῦ. Πολέμιοι τῆς ἀμέσου λαϊκῆς ἀντιπροσωπεύσεως τοῦ λαοῦ ὑπάρχουν ἀπὸ τοῦ 18ου αἰῶνος. Ἐφευρέθη καὶ τότε τὸ ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον ἀκριβῶς λέγεται πάντοτε ὅταν πρόκειται νὰ εἰσαχθῇ μία μεταρρύθμισις ὑπὲρ τοῦ λαοῦ, ὅτι ὁ λαὸς δὲν εἶναι ὥριμος. Εἶναι τὸ πρῶτον καὶ μοναδικὸν ἐπιχείρημα τὸ ὁποῖον ἀντέταξαν οἱ πολέμιοι τοῦ θεσμοῦ τούτου καὶ παρ’ ἡμῖν, ὅπως τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο ἀντιτάσσεται κατὰ πάσης μεταρρυθμίσεως. Μεταφέρομεν πάντοτε οἱ διοικοῦντες τὴν Χώραν τὴν ἰδίαν ἡμῶν μὴ ὡριμότητα ὡς μὴ ὡριμότητα τοῦ λαοῦ. Καὶ εἶναι μὲν πιθανὸν νὰ μὴ εἶναι ὥριμος ὁ λαός, ἀλλ’ ὅπως ἐδέχθησαν ὅλοι οἱ σοφοὶ τοῦ κόσμου ὁ λαὸς ἔχει τὴν διαίσθησιν καὶ ἡ διαίσθησις εἶναι σοφωτέρα καὶ τῆς σοφωτέρας γνώμης. Ἀντέταξαν ὅτι ὁ λαὸς εἶναι ἀδέξιος καὶ δὲν εἶναι κατηρτισμένος εἰς τὸ νὰ καταρτίζῃ νόμους καὶ νὰ σκέπτεται περὶ αὐτῶν. Εἰς τοῦτο ὅμως τὸ ἐπιχείρημα πολὺ ὀρθῶς ἀντετάχθη ὅτι· ἆρά γε εἴμεθα ὅλοι ἡμεῖς οἱ ὁποῖοι ἀσκοῦμεν τὸ βαρὺ ἔργον τοῦ νομοθέτου ὥριμοι διὰ τὴν νομοθετικὴν ἐργασίαν; Εἴμεθα ὅλοι ἡμεῖς οἱ συνερχόμενοι ἐνταῦθα ὥριμοι εἰς τὸ νὰ παρασκευάζωμεν νόμους, τοὺς ὁποίους καθ’ ἑκατοντάδας παρασκευάζομεν, καὶ δὲν εἶναι τάχα ὥριμος ὁ λαὸς ἐν συνόλῳ συνερχόμενος; Καὶ σᾶς εἶπα ὅτι ἡ πρᾶξις ἀπέδειξε πάντοτε ἢ ἔστω σχεδὸν πάντοτε ὅτι ὁ λαὸς οὐδέποτε ἀπατᾶται καὶ ὅτι ἡ ἀνικανότης αὕτη, ἡ ὁποία ἀποδίδεται εἰς τὸν λαόν, εἶναι μία ἀδικαιολόγητος πλάνη. Εἶναι πλάνη, διότι ἡ ὁμαδικὴ σκέψις ἔχει μέσα της τὴν διαίσθησιν τοῦ καλοῦ, ἔχει μέσα της τὴν διαίσθησιν τοῦ ὡρίμου, ἔχει μέσα της τὴν γνῶσιν τοῦ νομίμου, καὶ ἡ πεῖρα ἀπέδειξεν ὅτι αὕτη εἶναι ἀνωτέρα πάσης συμβατικῆς μορφώσεως, ὅτι εἶναι ἀνωτέρα πάσης συμβατικῆς ὡριμότητος. Ἀντέταξαν ἀκόμη ὅτι ὁ λαὸς ψηφίζει ἀσυνειδήτως καὶ ὅτι εἶναι ἐνδεχόμενον ἕνας νόμος ὁ ὁποῖος ἐψηφίσθη ἀπὸ σοφὰς κεφαλὰς, ἀπὸ μίαν Βουλὴν ἢ ἀπὸ μίαν Γερουσίαν, νὰ ἀπορριφθῇ διότι δὲν ἔχει τὴν κατάλληλον μόρφωσιν νὰ τὸν κρίνῃ ὁ λαός. Ἂν μελετήσωμεν τὰ παραδείγματα ἐκεῖ ὅπου ἐφηρμόσθη καὶ τὸ referendum καὶ ἡ λαϊκὴ πρωτοβουλία, θὰ ἴδωμεν ὅτι ὅλως τοὐναντίον συμβαίνει, ὅτι ὁ λαὸς πάντοτε ὑπῆρξε σοφώτερος, ὅτι ὁ λαὸς ὑπῆρξε ῥιζοσπαστικώτερος, ὅτι ὁ λαὸς ὑπῆρξε φειδωλότερος εἰς τὴν διαχείρισιν τοῦ δημοσίου χρήματος. Ἀπέδειξε περισσοτέραν φειδὼ ἀπὸ ὅσην παρουσιάζουν τὰ Ἀντιπροσωπευτικὰ Σώματα εἴτε τὸ πρῶτον εἴτε τὸ δεύτερον Ἀντιπροσωπευτικὸν Σῶμα, εἴτε ὁμοῦ ἀμφότερα. Ἀντέταξαν ἀκόμη ὅτι οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες ἔχουν τὰ δῶρα ἐκ τῆς φύσεως τοῦ κρίνειν καὶ τοῦ προνοεῖν. Δὲν γνωρίζω ἂν τοιαῦται προσωπικότητες δύνανται νὰ παρουσιασθῶσιν εἰς ὁλόκληρον τὸν βίον μιᾶς Βουλῆς. Δὲν νομίζω ὅμως ὅτι δυνάμεθα εὐκόλως νὰ ἀρνηθῶμεν εἰς τὸν λαὸν ὅτι μεταξὺ τῶν διαφόρων ὁμάδων αὐτοῦ δὲν θὰ ὑπάρξουν πρόσωπα τὰ ὁποῖα νὰ εἶναι προικισμένα ἐξ ἴσου μὲ τὰ φυσικὰ δῶρα, μὲ τὰ ὁποῖα τυχὸν νὰ ἐπροίκισεν ἡμᾶς τοὺς πολιτευομένους ἡ φύσις. Νομίζω ὅτι τοῦτο εἶναι ἐγωισμὸς τῶν Ἀντιπροσωπευτικῶν Σωμάτων, τὸν ὁποῖον ἀτυχῶς δὲν δικαιολογοῦν ἀπολύτως τὰ πράγματα. Καὶ δυστυχῶς ὄχι μόνον δὲν τὸν δικαιολογοῦν τὰ πράγματα, ἀλλ’ ἀπεδείχθη καὶ κάτι χεῖρον, ὅτι τὰ Ἀντιπροσωπευτικὰ Σώματα φθείρονται διαρκῶς καὶ ὅτι οὐδόλως προάγουν τὰ ζωτικώτερα συμφέροντα τοῦ Τόπου. Ἀλλ’ ἀκόμη νομίζομεν ὅτι τὰ ἐλαττώματα αὐτὰ τοῦ θεσμοῦ μεγαλοποιοῦνται, διότι, ἂν εἰς αὐτὰ τὰ ἐλαττώματα ἀντιτάξωμεν τὰ προτερήματα τὰ ὁποῖα παρουσιάζει οὗτος, θὰ ἴδωμεν ὅτι ταῦτα εἶναι κατὰ πολὺ μεγαλύτερα, ὅτι ταῦτα ἔχουσιν εὐεργετικώτερα ἀποτελέσματα διὰ τὴν εὐημερίαν τοῦ κόσμου. Διότι ἡ ψῆφος τοῦ λαοῦ ἐπὶ τοῦ ψηφισθέντος νόμου θὰ κρίνῃ καὶ τὴν τύχην τῆς κυβερνητικῆς μερίδος. Θὰ ἔλθῃ ἡ λαϊκὴ ἀντιπροσωπεία, ἡ ὁποία θὰ ὑπομνήσῃ τὰς ὑποχρεώσεις ἃς δέον νὰ κέκτηται ἡ πλειονοψηφία, ἤτοι τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ λαοῦ, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι δυνατὸν μόνη της νὰ προκαλέσῃ ἡ πλειονοψηφία αὕτη ἢ σπανιώτατα. Ὅπως εἶναι γνωστὸν καὶ ὅπως μέχρι τοῦδε ἐγίνετο, οὐδεὶς εἶναι δυνατὸν νὰ διασείσῃ τὸν ὄγκον μιᾶς συμπαγοῦς πλειονοψηφίας. Θὰ εἶναι τὸ δημοψήφισμα ὁ γνώμων, ὁ ὁποῖος θὰ κρίνῃ ἂν μία συμπαγὴς πλειονοψηφία εἶναι καιρὸς νὰ ἐγκαταλίπῃ τὰ ἑδώλια ταῦτα, διότι ἠξίωσε τοῦτο ὁ λαός, οὗτινος ἡ σφυγμομέτρησις ἐγένετο διὰ τοῦ δημοψηφίσματος. Τοιαύτη σφυγμομέτρησις δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ ἄλλως ἄνευ διαταράξεως τῆς δημοσίας τάξεως. Πῶς εἶναι δυνατὸν μία πλειονοψηφία συμπαγής, ἡ ὁποία ἐξέπεσε πλέον τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ λαοῦ, νὰ ἀπέλθῃ ἄνευ διαταράξεως τῆς δημοσίας τάξεως; Ἰδοὺ ἓν προτέρημα τὸ ὁποῖον ἔχει ἡ εἰσαγωγὴ τοῦ θεσμοῦ τούτου, διότι θὰ ἐξαναγκάσῃ τοὺς ἄνδρας οἱ ὁποῖοι διαχειρίζονται ἐν ὀνόματι τοῦ λαοῦ τὰς τύχας του ἑκάστοτε νὰ συμμορφοῦνται καὶ πρὸς τὰς ἐπιθυμίας αὐτοῦ. Ἐκεῖνο δὲ τὸ ὁποῖον παρουσιάζεται ὡς ἐλάττωμα τοῦ θεσμοῦ, ὅτι ὁ λαὸς θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἀπορρίψῃ ἕνα νόμον τὸν ὁποῖον οἱ σοφοί του ἔκριναν ὡς ὀρθόν, ἐγὼ νομίζω ὡς ἓν τῶν μεγαλυτέρων προτερημάτων αὐτοῦ, διότι θὰ ἐξαναγκάσῃ ἀκριβῶς τὸν νομοθέτην νὰ συμμορφοῦται πρὸς τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ λαοῦ καὶ ὄχι ὁ λαὸς νὰ συμμορφοῦται πρὸς τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ νομοθέτου. Θὰ ἐξαναγκάσῃ δὲ τοὺς εἰσηγητὰς τῶν διαφόρων νόμων, διὰ τῶν ὁποίων ρυθμίζεται ἡ τύχη τοῦ λαοῦ, ὅπως τὸ ἔργον τὸ ὁποῖον παρουσιάζουν καὶ τὸ ὁποῖον καταρτίζουν εἰς διατάξεις νὰ μὴ τὸ ἀφήνουν ἔκθετον, ἀλλ’ οἱ ἴδιοι νὰ προσέρχωνται ἐνώπιον τοῦ λαοῦ νὰ τὸν διαφωτίζουν, νὰ κάμνουν προπαγάνδαν ὑπὲρ τῶν ἰδεῶν των. Καὶ ἐκεῖ βλέπω τὸ μεγαλύτερον κέρδος, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ ἔχῃ μία Χώρα. Διότι σήμερον εἰσάγεται ἓν νομοθέτημα, τὸ ὁποῖον προκαλεῖ πυρίνας ἀγορεύσεις, συζητήσεις μακράς, καὶ ἐν τούτοις, ἐπειδὴ μία πλειονοψηφία 10 ψήφων τὸ ἀπέρριψε, μένει πλέον καταδικασμένον. Ἐνῷ, ἂν τοῦτο ἔλθῃ ἐνώπιον τοῦ λαοῦ, τί θὰ συμβῇ; Ἢ ὁ λαὸς θὰ τὸ κρίνῃ ὅτι εἶναι σύμφωνον μὲ τὴν θέλησίν του καὶ θὰ ἐπιβάλῃ εἰς τοὺς πολιτικοὺς νὰ τὸ καταρτίσουν εἰς νόμον, ἢ οἱ ὑποστηρίξαντες τὴν ἀπόρριψιν αὐτοῦ θὰ προσέλθουν ἐνώπιον τοῦ λαοῦ νὰ τὸν καταστήσωσιν ἐνήμερον τῶν σκέψεών των, νὰ τὸν φωτίσουν μὲ τὴν φωτεινὴν διάνοιάν των καὶ τότε καὶ αὐτὸς θὰ ἀποδεχθῇ τὴν γνώμην των ὡς ὀρθὴν πρὸς ὄφελος τῆς Χώρας. Ἡ διαπαιδαγώγησις τοῦ λαοῦ πρέπει νὰ εἶναι ἡ κυριωτέρα κατεύθυνσις καὶ ὁ σκοπὸς τῶν πολιτευμάτων. Ὄχι νὰ ἰσχυρίζωνται διαρκῶς οἱ πολιτευόμενοι ὅτι ὁ λαὸς δὲν εἶναι ὥριμος, ἀλλὰ νὰ ἀγωνίζωνται οἱ ἴδιοι νὰ τὸν καταστήσωσιν ὥριμον. Ὥριμος δὲ εἶναι δυνατὸν νὰ καταστῇ ἕνας λαὸς δι’ οἱασδήποτε μεταρρυθμίσεως, ἐκτὸς ἂν οἱ πολιτικοί του ἄνδρες δὲν περιορίζωνται εἰς τὰς ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἀγορεύσεις των ἀλλὰ κατέρχωνται καὶ εἰς τὰς ἀγυιὰς καὶ τὸν φωτίζουν περὶ τῶν σοφῶν νομοθετημάτων τὰ ὁποῖα εἰσηγοῦνται ἐν τῇ Συνελεύσει. Ἔχει ὅμως καὶ ἓν ἄλλο μέγα προτέρημα ὁ θεσμὸς οὗτος. Τὸ προτέρημα τοῦτο εἶναι ἡ σφυγμομέτρησις τῶν δυνάμεων τῶν κομμάτων, ἡ σφυγμομέτρησις τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἀληθοῦς. Σήμερον βλέπομεν ἀγωνιζομένας μερίδας, αἱ ὁποῖαι θέλουν νὰ ἀναλάβουν τὴν διοίκησιν τοῦ Τόπου. Βλέπομεν τοὺς κομμουνιστὰς ἰσχυριζομένους ὅτι αὐτοὶ πρέπει νὰ ἀναλάβουν τὴν διοίκησιν τοῦ Τόπου, ἐνῷ, ἂν εἷς τοιοῦτος νόμος ψηφισθῇ, θὰ ἴδωμεν ποῖοι ἔχουν τὴν πλειονοψηφίαν καὶ θὰ ἀφοπλισθοῦν ἀπὸ τὸ ἐπιχείρημα τὸ ὁποῖον διαρκῶς ἀντιτάσσεται ὅτι αἱ ἰδέαι των εἶναι γνῶμαι τοῦ λαοῦ. Καὶ τοῦτο εἶναι μέγιστον κέρδος, τὸ ὁποῖον θὰ μᾶς παράσχῃ μόνον ἡ διὰ δημοψηφίσματος σφυγμομέτρησις καὶ γνῶσις τῆς πραγματικῆς πλειονοψηφίας τοῦ λαοῦ.
§11Γ. ΣΕΧΙΩΤΗΣ. Δι’ οἱονδήποτε νομοσχέδιον;
§12Γ. ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ἔχετε ὑπομονήν· ἄλλως τε ἔχουν τυπωθῇ αἱ ἐκθέσεις μου καὶ δύνασθε νὰ πληροφορηθῆτε ἀπὸ ἐκεῖ. Ἐπίσης ἡ παραδοχὴ τοῦ θεσμοῦ τούτου θὰ φέρῃ ἀκόμη εἰς συνάφειαν καὶ εἰς κοινότητα σκέψεων τὸν ἐκλογέα μετὰ τῶν ἐκλεκτῶν του, διαρκῆ δὲ συνάφειαν καὶ διαρκῆ κοινότητα σκέψεων, ἐνῷ σήμερον μετὰ τὸ πέρας τῆς ἐκλογῆς ἡ συνάφεια δὲν εἶναι παρὰ μόνον εἰς τὸ πεδίον τῶν προσωπικῶν ἱκανοποιήσεων. Πιστεύω δὲ ὅτι, ἂν δεχθῶμεν τὸν θεσμὸν ὁ ὁποῖος ἰσχύει εἰς τὰ πλεῖστα τῶν Κρατῶν, θὰ παύσῃ πλέον καὶ αὐτὴ ἡ μεγάλη προσωπικὴ συναλλαγὴ καὶ θὰ εἶναι ἡ ἠθικωτέρα συναλλαγὴ ἡ ὁποία εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ, ἡ συναλλαγὴ τῶν ἰδεῶν, ἡ συναλλαγὴ τῶν κοινῶν σκέψεων, ἡ συναλλαγὴ τῆς κοινῆς προόδου. Ἔχει δὲ ὁ θεσμὸς καὶ ἓν ἄλλο προσὸν ἀκόμη. Θὰ παύσῃ ἡ πίεσις τῶν μειονοτήτων τῶν Βουλῶν, θὰ παύσῃ ἡ συντριβὴ αὐτῶν ὑπὸ τῆς πλειονοψηφίας, ἡ ὁποία κατὰ κανόνα γίνεται εἰς τὰ Ἀντιπροσωπευτικὰ Σώματα, διότι θὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα ὡρισμένος ἀριθμὸς ἐκλογέων, θὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα ἡ μειονοψηφία, οὐχὶ βεβαίως ἡ ἀσήμαντος ἀλλ’ ἡ ἀνάλογος πρὸς ὡρισμένον ἀριθμόν, νὰ κάμνῃ ἔφεσιν ἐνώπιον τοῦ λαοῦ τῶν ἀποφάσεων τῆς πλειονοψηφίας. Καὶ ὅταν ἡ πλειονοψηφία θὰ γνωρίζῃ ὅτι ἡ μειονοψηφία διὰ ζήτημα τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὴν τύχην τοῦ λαοῦ θὰ καταφεύγῃ ἐνώπιόν του, δὲν θὰ εἶναι εὔκολον νὰ τὴν συντρίβῃ, ὅπως συνήθως συντρίβονται αἱ μειονοψηφίαι διὰ 10 ἢ 20 ψήφων. Θὰ παύσῃ ἡ καταπίεσις τὴν ὁποίαν καὶ ἡμεῖς εἰς τὸ μικρὸν χρονικὸν διάστημα τῶν ἐργασιῶν μας ἐδοκιμάσαμεν. Θὰ ἐνθυμῆσθε — καὶ τότε διεμαρτυρήθην πρὸς τοῦτο — ὅτι ἡ μειονοψηφία ἐκείνη ἀπεδείχθη ὅτι εἶχε δίκαιον εἰς ζήτημα τὸ ὁποῖον ἀπησχόλησε ζωηρῶς τὸ Σῶμα τοῦτο καὶ τὸ ὁποῖον ἐκκληθὲν ἐνώπιον τοῦ λαοῦ ἐγένετο θεσμός. Ἐννοῶ τὴν Δημοκρατίαν. Ἄλλως τε τὸ δύσκολον τῆς διαλύσεως τῶν Ἀντιπροσωπευτικῶν Σωμάτων ὁδηγεῖ συχνὰ εἰς ἀνατροπάς. Εἰς τὸν Τόπον δὲ αὐτὸν πολὺ συχνότερον, ἀτυχῶς διὰ τὴν Χώραν μας, ὁ συνήθης τύπος τῆς διαλύσεως τῶν Ἀντιπροσωπευτικῶν Σωμάτων εἶναι μόνον ὁ τῆς ἐπαναστάσεως. Αἱ ἐπαναστάσεις προλαμβάνονται ἀπολύτως διὰ τοῦ θεσμοῦ τούτου, παύει δὲ αὐτὴ ἡ ἔκνομος καὶ ἀναρχικὴ κατάστασις τῶν διαφόρων ὁμάδων, εἴτε πολιτικῶν εἴτε στρατιωτικῶν. Ἂν εἴχομεν πράγματι τὸν θεσμὸν τοῦτον, οὔτε τὸ κίνημα τοῦ Α ἀξιωματικοῦ οὔτε τὸ κίνημα τοῦ Β πολίτου θὰ εἴχομεν, διότι θὰ εἴχαμεν λάβει γνῶσιν τῆς ἀληθοῦς γνώμης τοῦ λαοῦ, διότι θὰ εἴχομεν καταφύγει πολλάκις ἐνώπιόν του. Ἰδοὺ ἓν μέγιστον κέρδος, τὸ ὁποῖον θὰ ἔχωμεν ἐκ τῆς παραδοχῆς τοῦ θεσμοῦ τούτου. Τὸ κέρδος τῆς διατηρήσεως τῆς συνοχῆς καὶ τῆς πειθαρχίας τῆς πολιτικῆς πρὸς τὸ Κράτος, ἡ ὁποία πειθαρχία διαρκῶς διασαλεύεται ὅταν δίδωμεν τὴν ἀφορμήν, καὶ ἀτυχῶς ἡ ἀφορμὴ αὕτη πάντοτε θὰ γεννᾶται ἕνεκα τῆς μακροβιότητος τῶν Ἀντιπροσωπευτικῶν Σωμάτων καὶ τῆς διαστάσεως τούτων πρὸς τὴν γνώμην τοῦ λαοῦ. Τοῦτο λοιπὸν τὸ ἀποφεύγομεν ἀπολύτως. Αὐτά, κύριοι, εἶναι τὰ προτερήματα καὶ αὐτὰ τὰ ἐλαττώματα τοῦ θεσμοῦ τὸν ὁποῖον σᾶς ἀνέπτυξα. Καὶ ἤδη θὰ εἰσέλθω εἰς τὸ δεύτερον μέρος, ὥστε νὰ ἱκανοποιήσω καὶ τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον κ. Σεχιώτην. Ὁ λαὸς κατὰ τὸ σύστημα τοῦτο ἀσκεῖ τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν ἀμέσως ὑπὸ δύο τύπους· εἴτε ὑπὸ τὸν τύπον τοῦ referendum εἴτε ὑπὸ τὸν τύπον τῆς λαϊκῆς πρωτοβουλίας. Διὰ τὸν δεύτερον δὲν θὰ σᾶς ἀπασχολήσω πολύ, διότι καὶ ἐγὼ δὲν τὸ δέχομαι διὰ σήμερον τοὐλάχιστον ἀπολύτως, ὥστε νὰ δώσωμεν εἰς τὸν λαὸν τὸ δικαίωμα τῆς προτάσεως τῶν νόμων ἀμέσως. Ἐκεῖ ὅμως ὅπου ἰσχύει εἶναι ἡ Ἑλβετία καὶ αἱ Ἡνωμέναι Πολιτεῖαι τῆς Ἀμερικῆς. Δὲν ἐπιμένω δὲ εἰς τὴν εἰσαγωγήν του, ὄχι διότι ὁ θεσμὸς αὐτὸς καθ’ ἑαυτὸν δὲν μοὶ εἶναι ἀρεστός, ἀλλὰ διότι δὲν νομίζω, λόγῳ τῆς πολεμικῆς περιόδου καὶ τῆς ἐσωτερικῆς ἀνωμαλίας τὴν ὁποίαν διήλθομεν, δὲν νομίζω τὴν εἰσαγωγήν του ἔγκαιρον. Διότι πράγματι ἔχει καὶ κινδύνους, οἱ ὁποῖοι παρουσιάσθησαν εἰς τὰ Κράτη ἐκεῖνα εἰς τὰ ὁποῖα ἐφηρμόσθη. Ἀλλὰ καὶ δι’ ἕνα ἄλλον λόγον, διὰ τὸν λόγον ὅτι ἀκόμη δὲν ἔχομεν τὰς κοινωνικὰς τάξεις ὠργανωμένας, φοβοῦμαι δὲ ἐκ τοῦ ἀνοργανώτου αὐτοῦ ἐπαύξησιν τῶν ἐσωτερικῶν ταραχῶν καὶ διαμαχῶν. Διὰ τοῦτο θὰ περιορισθῶ μόνον εἰς τὸν πρῶτον τύπον, τῆς ἀσκήσεως τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας ἀμέσως ὑπὸ τοῦ λαοῦ διὰ τοῦ τύπου τοῦ δημοψηφίσματος. Ὅπως γνωρίζετε, τὸ δημοψήφισμα εἶναι ἢ προκαταρκτικόν, ὅπως λέγουν οἱ νομικοί, ἢ τακτικὸν δημοψήφισμα ἐνεργούμενον μετὰ τὴν κατάρτισιν τοῦ νόμου. Τὸ προκαταρκτικὸν δημοψήφισμα δὲν τὸ δέχομαι, διότι περιέχει τὰ ἐλαττώματα τὰ ὁποῖα περιέχει ἡ λαϊκὴ πρότασις καὶ ἑπομένως καὶ τοὺς κινδύνους τοὺς ὁποίους περιέχει καὶ ἐκείνη. Διὰ τοῦτο περιωρίσθημεν εἰς τὴν ἀποδοχὴν τοῦ δημοψηφίσματος τοῦ ὁριστικοῦ, postem legem. Ἡμεῖς θέλομεν τὸ δημοψήφισμα ὅταν ὡρισμένος ἀριθμὸς βουλευτῶν, τὸ ⅓ — δύναται ἡ Συνέλευσις νὰ αὐξήσῃ τὸ ποσοστὸν — ἢ ὡρισμένος ἀριθμὸς ἐκλογέων ζητήσῃ ὅπως νόμος τις ψηφισθεὶς ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἢ τῆς Γερουσίας ἐκτεθῇ εἰς δημοψήφισμα, νὰ ὑποχρεοῦται ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Ἐκτελεστικὴ Ἐξουσία νὰ ἐκθέσουν τοῦτον εἰς δημοψήφισμα, καὶ τοῦτο ὅμως περιωρισμένως. Νομίζομεν δὲ ὅτι διὰ τοιούτου εἴδους δημοψηφίσματος προλαμβάνομεν τὴν παντοκρατορίαν τῆς πλειονοψηφίας, προλαμβάνομεν τὰ κακὰ τὰ ὁποῖα δημιουργεῖ ὁ δεσποτισμὸς τῆς πλειονοψηφίας, προστατεύομεν δὲ τὴν μειονοψηφίαν, διότι καθιστῶμεν ἑκάστοτε δωσίλογον τὴν πλειονοψηφίαν ἐνώπιον τοῦ λαοῦ. Βεβαίως καὶ τὸ δημοψήφισμα δὲν ζητοῦμεν διὰ σήμερον τουλάχιστον ἐκτεταμένον, ὅπως ἰσχύει εἰς ὅλα τὰ Κράτη. Ζητοῦμεν τὴν εἰσαγωγὴν αὐτοῦ περιωρισμένην. Διὰ δὲ τῆς προτάσεώς μας ὁρίζομεν τὸ ἑξῆς: «Δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἐκταθῇ (ἀναγινώσκει τὴν διανεμηθεῖσαν πρότασίν του). Ζητοῦμεν δηλαδὴ τὴν εἰσαγωγὴν μόνον τοῦ δημοψηφίσματος ὡς πρὸς τὰ νομοσχέδια τὰ μὴ ἀφορῶντα τὴν οἰκονομικὴν ζωὴν καὶ τὴν ἄμυναν τῆς Χώρας.
§13Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ νόμοι περὶ ἐπιτάξεως ὑπάγονται εἰς τὰ φορολογικὰ νομοσχέδια;
§14Γ. ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ὄχι· αὐτὰ ὑπάγονται εἰς τὰ περὶ ἀμύνης τῆς Χώρας, τὰ ὁποῖα ἐξαιρεῖ. Ἐπίσης ζητοῦμεν τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ δημοψηφίσματος ὅταν πρόκειται νὰ λυθῇ μία διαφωνία μεταξὺ Βουλῆς καὶ Γερουσίας. Ὑπάρχουν πολλὰ συστήματα διὰ τὴν ἄρσιν τῆς διαφωνίας μεταξὺ Βουλῆς καὶ Γερουσίας. Ἐγὼ νομίζω ὅτι τὸ μόνον σύστημα τὸ ὁποῖον θὰ τηρῇ τὰ δύο Σώματα εἰς τὴν περιωπήν των εἶναι ἡ προσφυγὴ ἐνώπιον τοῦ λαοῦ. Διότι, ἂν νόμος τις ἀπορριφθῇ ἀπὸ τὸ ἓν τῶν δύο Σωμάτων, δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ προκαλέσῃ ρῆξιν μεταξὺ αὐτῶν καὶ θὰ ἀπορροφήσῃ ὁλόκληρον τὴν ἰσχὺν τοῦ ἑτέρου Σώματος, τοῦ ὁποίου ἡ γνώμη δὲν ἐλήφθη ὑπ’ ὄψιν. Εἶναι δὲ δυνατὸν ἡ ρῆξις μεταξὺ τῶν δύο Σωμάτων, ἡ ὁποία εἶναι ἀναμφισβήτητος κατὰ τὴν γνώμην μου, νὰ προκαλέσῃ καὶ ἐσωτερικὰς ταραχὰς καὶ διαμάχας. Εἴπομεν ὡρισμένας διατάξεις περὶ πολιτικῶν εὐθυνῶν τῆς Γερουσίας, εἴπομεν ὡρισμένας γνώμας περὶ τῶν δικαιωμάτων αὐτῆς, ἀλλὰ ὅλαι αὐταὶ αἱ γνῶμαι ἐκμηδενίζονται ἀπολύτως ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν γίνει δεκτὸν ὅπως ἔχει τὸ ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Συντάγματος ὑποβληθὲν σχέδιον νόμου περὶ τῆς Γερουσίας. Διότι, ἂν δεχθῶμεν, λέγω, ὅτι ἐπεκράτησεν ἡ γνώμη εἴτε τῆς Βουλῆς εἴτε τῆς Γερουσίας, ἀφίενται τὰ Σώματα πλέον νὰ εἶναι πολιτικῶς ἰσοδύναμα.
§15Γ. ΣΕΧΙΩΤΗΣ. Ἰσοδύναμα πολιτικῶς δὲν εἶναι τὰ δύο Σώματα. Εἶναι ὑποδεέστερα ἡ Γερουσία. Ἰσοδύναμα εἶναι νομοθετικῶς καὶ ὄχι ἀπολύτως, διότι καὶ νομοθετικῶς ἡ Γερουσία μειονεκτεῖ τῆς Βουλῆς, ἀφοῦ δύναται ἡ Βουλὴ νὰ ἐπαναφέρῃ νόμον, ἐντὸς ὡρισμένου χρονικοῦ διαστήματος, ἀπορριφθέντα ὑπὸ τῆς Γερουσίας. Πολιτικῶς δὲ μειονεκτεῖ ἀπολύτως, διότι δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ ἐκφράσῃ ψῆφον ἐμπιστοσύνης.
§16Γ. ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ἡ γνώμη τῆς διαφορᾶς ἐπὶ τῆς δυνάμεως τῶν δύο Σωμάτων εἶναι γνώμη τῶν πολλῶν, ἀλλὰ δὲν εἶναι γνώμη τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς. Ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπὴ θέλει — καὶ ἀντελήφθην καλῶς ἐκ τῆς ἐπιδοκιμασίας τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ἡ Συνέλευσις ὅτι καὶ αὕτη θέλει, καὶ δικαίως — πολιτικὴν ἰσοδυναμίαν, διότι, ἂν τὰ δύο Σώματα δὲν εἶναι πολιτικῶς ἰσοδύναμα, εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι τὸ ἰσχυρότερον θὰ καταστρέψῃ τὸ ἀσθενέστερον καὶ εἶναι περιττὸν νὰ ὑποβληθῶμεν εἰς τὸν κόπον νὰ καταρτίσωμεν ἓν Σῶμα θνησιγενές. Τοῦτο δὲν τὸ ἠθέλησεν ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπὴ καὶ ὑποθέτω ὅτι καὶ ἡ Συνέλευσις δὲν θὰ δεχθῇ τὴν γνώμην ταύτην. Πιθανῶς νὰ μὴ δεχθῇ τὴν πρότασιν τὴν ὁποίαν ἔκαμα ἐγώ, ἀλλ’ ἀσφαλῶς τὴν πρότασιν περὶ διαφορᾶς δυνάμεως δὲν θὰ τὴν δεχθῇ. Διὰ τοῦτο ἐπιμένω ὅτι ἐν ᾗ περιπτώσει ἐκ λόγων συντηρητικότητος δὲν θελήσῃ ἡ παροῦσα Συνέλευσις νὰ δεχθῇ τὴν ἔκτασιν τοῦ referendum ἐκεῖ ὅπου ἐγὼ τὴν δίδω, πάντοτε ὅμως πρέπει νὰ δεχθῇ τοῦτο διὰ τὴν ἄρσιν τῆς διαφωνίας μεταξὺ τῶν δύο Σωμάτων. Κατηγορήθη, κύριοι, ὁ λαὸς ὅτι εἶναι ἄκρως ῥιζοσπαστικός. Τὰ παραδείγματα ὅμως μᾶς ἔπεισαν ὅτι ὁ λαὸς εἶναι συντηρητικώτατος. Εἰς τὴν Ἑλβετίαν, ὅταν ἐξετέθη εἰς δημοψήφισμα τὸ ζήτημα τῆς ψήφου τῶν γυναικῶν, ἀπερρίφθη, ἐνῷ εἰς τὰ Κράτη τὰ φερόμενα ὡς συντηρητικὰ αἱ Βουλαὶ τὸ παρεδέχθησαν. Ὥστε ἰδοὺ ὅτι ὁ λαὸς δὲν εἶναι τόσον ῥιζοσπαστικὸς καὶ τόσον μεταρρυθμιστικὸς προκειμένου περὶ τῶν ἰδίων πραγμάτων. Ἐπίσης ὁ λαὸς εἶναι πολὺ φειδωλὸς εἰς τὴν διαχείρισιν τοῦ δημοσίου χρήματος, ἀπεδείχθη δὲ ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ δημοψηφίσματος ἐν Ἑλβετίᾳ καὶ ἐν Ἀμερικῇ ὅτι ἔφθασεν αὐτὴ ἡ φειδώ του εἰς τὸ σημεῖον νὰ περιορίσῃ καὶ τὰ ἀγαθὰ τοῦ πολιτισμοῦ χάριν τῆς δημοσίας οἰκονομίας, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δὲν παρουσιάζουν αἱ Βουλαί, αἱ ὁποῖαι εἶναι πολὺ εὔκολοι εἰς παροχάς, ἔστω καὶ ἂν αἱ παροχαὶ αὐταὶ ἱκανοποιοῦν γενικώτερα συμφέροντα. Ἀλλ’ ἔχει καὶ ἓν ἄλλο προτέρημα τὸ δημοψήφισμα, ὅτι εἶναι μέγιστον ἐμπόδιον εἰς τοὺς προσωπικοὺς νόμους. Γινόμεθα μάρτυρες ὅλοι ἀπὸ σειρᾶς ἐτῶν καὶ ἀπὸ γενεῶν, καὶ ἡμεῖς καὶ τὰ ἄλλα Κράτη ὄχι ὀλιγώτερον ἡμῶν, εἰς τὴν σύνταξιν καὶ ἐφαρμογὴν προσωπικῶν νόμων. Δὲν φαντάζομαι ὅτι θὰ εἶναι δυνατόν ποτε νὰ ὑπάρξῃ Κυβέρνησις ἢ βουλευτὴς ὁ ὁποῖος θὰ εἰσηγηθῇ προσωπικὸν νόμον καὶ ὅτι θὰ ἔχῃ τὸ θάρρος ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀντιμετωπίσῃ τὸν λαὸν εἰς δημοψήφισμα, ὅταν πρόκειται ὁ νόμος αὐτὸς νὰ τύχῃ κυρώσεως. Καὶ μόνον δι’ αὐτὸν τὸν λόγον, καὶ μόνον δι’ αὐτὴν τὴν θεραπείαν τῆς νόσου θὰ ἤρκει νὰ πειραματισθῶμεν, νὰ πειραματισθῶμεν μὲ τὴν πρότασιν αὐτήν, τὴν ὁποίαν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ εἰσηγηθῶ. Διότι τὰ πλεῖστα τῶν δεινῶν ὀφείλονται ἀκριβῶς εἰς τὴν σύνταξιν καὶ εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τοιούτων προσωπικῶν νόμων. Ἄλλως τε, ὅπως περιορίζω τοῦτο, ὄχι μόνον δὲν ἔχει νὰ βλάψῃ τὸν Τόπον, ὄχι μόνον δὲν ἔχει νὰ παρουσιάσῃ βλάβην τινά, ἀλλὰ τουναντίον θὰ σφυγμομετρήσωμεν τὴν γνώμην τοῦ λαοῦ καὶ θὰ τὸν διαπαιδαγωγήσωμεν, ὥστε νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπεκτείνωμεν ὅσον τὸ δυνατὸν τὸ μέτρον τοῦτο, νὰ θεραπεύσωμεν δὲ καὶ τὰ κακὰ τὰ ὁποῖα παρουσίασε μέχρι τοῦδε τὸ Ἀντιπροσωπευτικὸν Σῶμα. Δὲν πρέπει, κύριοι συνάδελφοι, ἡ πεῖρα τοῦ πολιτικοῦ δημοψηφίσματος νὰ πρυτανεύσῃ εἰς τὰς σκέψεις μας. Τὸ πολιτικὸν δημοψήφισμα εἶναι ἐντελῶς ἄσχετον μὲ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐγὼ προτείνω. Διότι τὸ πολιτικὸν δημοψήφισμα λαμβάνει χώραν εἰς ἐκτάκτους περιστάσεις καὶ ἔχει τὴν ἐγγύησιν τὴν ὁποίαν παρέχει ἡ ἰσχύς. Ἐνῷ τὸ νομοθετικὸν δημοψήφισμα εἶναι ἐντελῶς διάφορον. Τὸ νομοθετικὸν δημοψήφισμα εὑρίσκει τὸν λαὸν ἤρεμον, ψύχραιμον καὶ σκεπτόμενον, ἐνῷ τὸ πολιτικὸν δημοψήφισμα εὑρίσκει τὰς διανοίας τεταραγμένας καὶ δι’ αὐτὸ πολλάκις ἀποδίδει ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἴσως νὰ μὴ ἀπέδιδεν, ἂν δὲν ἐμεσολάβουν ὅσα ἐμεσολάβησαν διὰ τὴν δημιουργίαν του. Ἂς μὴ ἐπηρεάσῃ τὰς σκέψεις μας ἡ πεῖρα τοῦ πρώτου δημοψηφίσματος. Δυστυχῶς παρετήρησα ὅτι ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπὴ τοῦτον καὶ μόνον τὸν κίνδυνον ἐπισείει. «Δὲν ἐνθυμεῖσθε, λέγει, τὸ δημοψήφισμα τῆς παλινορθώσεως τοῦ Βασιλέως»; Ἀλλ’ ὅλοι γνωρίζομεν ὅτι ἐκεῖνο δὲν ἦτο δημοψήφισμα· ἄλλως τε τὰ πολιτικὰ δημοψηφίσματα περιέχουσιν αὐτὰ τὰ μειονεκτήματα καὶ δι’ αὐτὸ καὶ ἐγὼ δὲν εἰσηγοῦμαι τὴν μόνιμον εἰσαγωγήν των. Τὰ νομοθετικὰ δημοψηφίσματα εἶναι εἰσαγωγὴ νόμων, εἶναι μελέτη νόμων. Ἡ Βουλὴ θὰ καταρτίζῃ ἕνα νόμον, θὰ τὸν ψηφίζῃ, ὁ λαὸς διὰ τοῦ Τύπου θὰ παρακολουθῇ τὰς ἐν τῇ Βουλῇ συζητήσεις, καὶ ἀφοῦ γίνῃ ἄρτιος νόμος, μετὰ τὴν ἔρευναν μάλιστα τῶν δύο Σωμάτων, ἂν ζητηθῇ καὶ ἀπὸ μερίδα μεγάλην βουλευτῶν — τὸ ⅓ τοὐλάχιστον τοῦ συνόλου — τότε θὰ ἔλθῃ ἐνώπιον τοῦ λαοῦ καὶ ὁ λαὸς θὰ δύναται πλέον νὰ κρίνῃ.
§17Α. ΜΥΛΩΝΑΣ. Θὰ ἦτο πολὺ ἐνδιαφέρον νὰ γνωσθῇ τί ἐλέχθη εἰς τὴν Ἀγγλικὴν Βουλήν, ὅτε ἀπεκρούετο τὸ νομοθετικὸν δημοψήφισμα. Διότι καὶ ἐκεῖ ἐπροτάθη τοῦτο καὶ ἐλέχθη ὅτι ὁ ἀγγλικὸς λαὸς δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἐκτελῇ ἔργα νομοθέτου, διότι ἕνεκα τῆς πολυπλόκου σήμερον κοινωνικῆς ζωῆς οἱ διάφοροι νόμοι περιέχουσι τεχνικὰς διατάξεις καὶ ἄλλας ποικίλας τοιαύτας, τὰς ὁποίας δὲν εἶναι εἰς θέσιν ἡ μᾶζα ἡ μεγάλη νὰ παρακολουθήσῃ καὶ νὰ τελῇ ἐν ἐπιγνώσει αὐτῶν. Δι’ αὐτὸ ἀκριβῶς ὁ λαὸς στέλλει τοὺς μορφωμένους ἐκλεκτούς του ὄχι μὲ ἐπιτακτικὴν ἐντολὴν ἀλλὰ μὲ γενικὴν καὶ ἀόριστον, ὅπως αὐτοὶ ἀποτελοῦν τὸ Νομοθετικὸν Σῶμα. Βλέπετε λοιπὸν ὅτι ὡμολογήθη μὲ εἰλικρίνειαν ὑπὸ τῶν Ἄγγλων ὅτι αὐτὸς ὁ Ἀγγλικὸς λαὸς δὲν εἶναι ἱκανὸς νὰ ἐκτελέσῃ ἔργα νομοθέτου. Ἂν φοβῆσθε τὸ πολιτικὸν δημοψήφισμα, κατὰ πολὺ περισσότερον πρέπει νὰ φοβῆσθε τὸ νομοθετικόν. Διότι τοῦτο θὰ δίδῃ ἀφορμὴν ἑκάστοτε πρὸς δημαγωγίαν μόνον, δὲν θὰ εἶναι δὲ εἰς θέσιν ὁ λαὸς νὰ ψηφίζῃ.
§18Γ. ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Κύριε συνάδελφε, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ὡριμότητα τοῦ λαοῦ δὲν ἦσθε παρὼν ὅτε ὡμίλησα καὶ εἶπον ὅτι ἡ ὡριμότης τῶν λαῶν εἶναι ἐφεύρεσις τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν. Διότι ὁ λαὸς πιθανὸν νὰ μὴ εἶναι ὥριμος εἰς μάθησιν, ἀλλ’ ἔχει τὴν διαίσθησιν τοῦ καλοῦ ἀνεπτυγμένην. Τοῦτο δέχονται οἱ σοφοί. Ὁ Κάντιος λέγει ὅτι ἡ διαίσθησις τοῦ λαοῦ εἶναι σοφωτέρα πάσης γνώμης τῶν σοφῶν. Ἑπομένως τὸ περὶ ὡριμότητος ἐπιχείρημα ἐλέγετο, λέγεται καὶ θὰ λέγεται διαρκῶς προκειμένου νὰ ἐπεκτείνωνται αἱ λαϊκαὶ ἐλευθερίαι. Αὐτὸ ἀντέταξεν ὁ Μοντεσκιὲ κατὰ τὸν 18ον αἰῶνα, ὅτι δὲν ἦτο ὥριμος ὁ Γαλλικὸς λαός. Καὶ ὅμως οἱ λαοὶ εἶναι πάντοτε ὥριμοι. Ἔχομεν παράδειγμα ἐκ τῆς Ἑλβετίας ὅτι ὁ λαός της σπανίως ἐπλανήθη. Ἐνῷ ἔχομεν ἀντίθετον παράδειγμα, ὅτι οἱ πολιτευόμενοι κατὰ κανόνα πάντοτε ἀτυχῶς ἠπατήθησαν, διότι οἱ πολιτευόμενοι ἔχουν κύκλον ὡρισμένον περὶ τὸν ὁποῖον περιστρέφονται καὶ ὁ ὁποῖος ἐπηρεάζει τὰς σκέψεις των, ἐνῷ ὁ λαὸς μορφώνει τὰς σκέψεις του ἐκ τῶν συζητήσεων καὶ μόνον.
§19Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἡ κήρυξις πολέμου εἶσθε τῆς γνώμης ὅτι πρέπει νὰ τεθῇ εἰς δημοψήφισμα; Ἡ στρατολογία, ὅπως γράφετε, ὄχι· τὰ φορολογικὰ ὄχι.
§20Γ. ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ἐξῄρεσα ὅσα ἀφοροῦν τὴν ἄμυναν τῆς Χώρας.
§21Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Διατί, ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς ἡ ὡριμότης τοῦ λαοῦ θεωρεῖται ἀναμφισβήτητος, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ὑπάρχουν γεγονότα ἀνεπανόρθωτα, ὅπως ἡ κήρυξις πολέμου, διατί δὲν δέχεσθε τὴν ἀνάγκην νὰ ἀποφαίνηται καὶ ἐπ’ αὐτῶν ὁ λαός;
§22Γ. ΣΕΧΙΩΤΗΣ. Συμφωνῶ μαζί σας καὶ διαφωνῶ μὲ τὸν προλαλήσαντα, διότι ἡ ὡριμότης τοῦ λαοῦ δὲν φθάνει μέχρι τοῦ νὰ καταπολεμηθῇ τὸ αἴσθημα τῆς αὐτοσυντηρήσεως. Πρέπει νὰ εἶναι ὡριμότης ὑπερτελείου λαοῦ.
§23Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν τὸ δημοψήφισμα προκειμένου περὶ πολέμου, διότι, ἂν μὲν ὁ ἐχθρὸς κηρύξῃ τὸν πόλεμον, θὰ ἀμυνθῇ τις. Ἂν δὲ πρόκειται τὸ Κράτος νὰ ἐπιτεθῇ, τότε μὲ τὸ δημοψήφισμα θὰ προειδοποιηθῇ ὁ ἐχθρός. Ὥστε προκειμένου περὶ πολέμου δὲν εἶναι δυνατὸν τὸ δημοψήφισμα.
§24Γ. ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Δὲν γνωρίζω ἂν ὁ κ. συνάδελφος σᾶς ἱκανοποίησε μὲ τὴν ἀπάντησίν του, ἀλλ’ ἂν θέλετε καὶ τὴν ἰδικήν μου, ἐγώ, ὅπως εἴδετε εἰς τὴν πρότασίν μου, ἐξαιρῶ ὡρισμένα θέματα, ἐξαιρῶ τὴν περίπτωσιν τοῦ πολέμου, καὶ δὲν τὴν ἐξαιρῶ μόνον ἐγώ, ἀλλὰ τὴν ἐξαιροῦν καὶ τὰ Συντάγματα τὰ ὁποῖα δέχονται τὸ δημοψήφισμα. Ἀλλὰ δὲν εἶναι αὐτὸς ὁ λόγος, τὸν ὁποῖον λέγετε, ὅτι πρόκειται περὶ γενικῶν ζητημάτων. Ὁ πόλεμος δὲν εἶναι ζήτημα. Εἶναι περίπτωσις, εἶναι περιπέτεια, ἡ ὁποία ἐξαπίνης εὑρίσκει ἕνα λαόν. Δὲν εἶναι δυνατὸν τὴν στιγμὴν ἐκείνην νὰ ἔλθητε καὶ νὰ ἐρωτήσητε τὸν λαόν, μὴ ἔχοντα οὔτε τὰ μέσα οὔτε τὸν χρόνον διὰ νὰ ἀπαντήσῃ ἁρμοδίως. Ἐπίσης ἐξῃρέθη καὶ ὁ Προϋπολογισμός, διότι καὶ ἐκεῖ ἀπαιτοῦνται εἰδικαὶ τεχνικαὶ γνώσεις, διότι καὶ ἐκεῖ ὑπάρχουν κονδύλια τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκτεθοῦν εἰς τὴν δημοσιότητα χωρὶς νὰ ἐκτεθῶσι καὶ τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους.
§25Ι. ΚΑΛΟΓΕΡΑΣ. Δὲν μᾶς ἀναφέρετε δύο–τρία ζητήματα, ἐπὶ τῶν ὁποίων νὰ δύναται νὰ ἀποφανθῇ ὁ λαός;
§26Γ. ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ὅλα τὰ κοινωνικὰ ζητήματα.
§27ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Εἴπατέ μας ἕν.
§28Γ. ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ἄπειρα τοιαῦτα ὑπάρχουν, καί, ἂν εἴχετε τὴν ὑπομονήν, κύριοι συνάδελφοι, νὰ ἀκούσητε, εὐχαρίστως θὰ σᾶς ὑπενθυμίσω σειρὰν τοιούτων. Ὁ κ. Μερλόπουλος ἔδωσε πράγματι τὴν ἀπάντησιν: Ὅλα τὰ ζητήματα πλὴν ἐκείνων τὰ ὁποῖα ἐξαιρῶ. Μὲ ἠρωτήσατε ποῖα εἶναι τὰ γενικὰ ζητήματα. Βεβαίως δὲν εἶναι σφάλμα ἰδικόν μου ἢ ἄγνοια τοῦ κ. συναδέλφου. Ὅλα τὰ ζητήματα τὰ ὁποῖα μᾶς ἀπασχολοῦν εἶναι ζητήματα γενικά. Τὸ ἀγροτικόν, τὸ σταφιδικόν, τὰ ζητήματα τῆς ἐκπαιδεύσεως καὶ πολλὰ ζητήματα γενικὰ θὰ ὑπάρχουν πάντοτε.
§29Γ. ΚΑΛΔΗΣ. Ὑπάρχουν ζητήματα τὰ ὁποῖα δὲν ἐνδιαφέρουν ὅλας τὰς ἐπαρχίας τοῦ Κράτους. Εἴπετε τώρα τὸ σταφιδικόν. Ἂν πρόκειται περὶ νόμου ἀφορῶντος τὸ ἔλαιον, θὰ ἦτο κατάλληλος ὁ Μυτιληναϊκὸς λαὸς νὰ ἀποκριθῇ. Ἀλλ’ ἂν μᾶς ἐρωτήσητε δι’ ἕνα νόμον περὶ σταφίδος, δὲν θὰ εἴμεθα εἰς θέσιν νὰ ἀπαντήσωμεν, ἐκτὸς ἂν προκηρύσσηται ἑκάστοτε δημοψήφισμα εἰς ὡρισμένας περιφερείας.
§30Γ. ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Σεῖς, νομίζω, εἶσθε ἀπὸ περιφέρειαν μὴ σταφιδικήν. Καὶ ὅμως σᾶς εἶδον εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ἀναμιγνυόμενον καὶ εἰς τὰς τοιαύτας συζητήσεις, διότι δὲν εὑρίσκετε συμφέροντα τὸν νόμον. Καὶ κατ’ ἔκτασιν αὐτὸς ὁ κύκλος τῶν ἐργασιῶν κατ’ ἀναλογίαν θὰ εἶναι καὶ διὰ τὸν λαόν. Κύριοι, οὐσιῶδες ἐπίσης εἶναι τὸ ζήτημα τὸ ὁποῖον εἶχε προτείνει τῷ 1911 καὶ ὁ ἐκ Μαντινείας πολιτευτὴς κ. Παπαναστασίου. Εἶναι τὸ ζήτημα τῶν συνταγματικῶν διατάξεων. Εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπεφυλάχθη. Ἐλπίζω ὅτι τοῦτο θὰ γίνῃ βεβαίως δεκτὸν παρὰ τῆς Συνελεύσεως, ἀφοῦ ὑποβάλῃ καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ τὴν γνώμην της. Δὲν ἤχθην, κύριοι, εἰς τὴν ἀπόφασιν νὰ ὑποβάλω τὴν πρότασίν μου ταύτην οὔτε διὰ νὰ ἐπιδείξω ἐνώπιόν σας γνώσεις, ἀφοῦ ὅλοι εἶσθε σοφώτεροι καὶ μᾶλλον ἔμπειροι ἐμοῦ, ἀλλ’ οὔτε ἦλθον ἐνώπιόν σας διὰ νὰ ἀναπτύξω μόνον θεωρίας κενάς. Μὲ ἐβασάνισε καὶ μὲ βασανίζει — καὶ ὑποθέτω ὅτι ὅλους ὑμᾶς βασανίζει — ἡ θέσις τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος. Παρ’ ὅλην τὴν καλὴν θέλησιν τὴν ὁποίαν δεικνύουν οἱ ἀντιπρόσωποι, παρ’ ὅλας τὰς συζητήσεις αἱ ὁποῖαι γίνονται διὰ τὴν θέσιν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, βλέπομεν ὅτι τοῦτο ἔχει ὑποστῆ φθοράν. Ὅσον καὶ ἂν θέλετε νὰ τὸ ἀρνηθῆτε, εἶναι τοῦτο μία ἀλήθεια. Πρὸ τοῦ κινδύνου νὰ τὸ ἴδωμεν καταστρεφόμενον ὁλόκληρον, πρέπει νὰ σκεφθῶμεν περὶ τῶν μέτρων τῆς βελτιώσεως αὐτοῦ. Καὶ μέσον βελτιώσεως εἶναι ἡ εἰσαγωγὴ τοῦ referendum. Διὰ τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ θεσμοῦ τούτου θὰ τονωθῇ τὸ ἀντιπροσωπευτικὸν πολίτευμα. Ὅταν ὑπεστηρίχθη εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, δὲν γνωρίζω ἀπὸ ποῖον συνάδελφον, ὅτι ἡ εἰσαγωγὴ τοῦ θεσμοῦ τούτου σημαίνει βαθμιαίαν κατάργησιν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, ὑπεστηρίχθη μία πλάνη. Διότι νομίζω ὅτι ἀποτελεῖ τόνωσιν τοῦ ἀντιπροσωπευτικοῦ συστήματος ἡ εἰσαγωγὴ τοῦ θεσμοῦ τούτου. Τὴν φθορὰν δὲ ταύτην ὑπέστη κατὰ μέγιστον λόγον καὶ τὸ Ἀντιπροσωπευτικὸν Σῶμα τὸ ἡμέτερον, τὴν ὑπέστη καὶ διότι παρὰ τὴν θέλησίν του διελύθη καὶ διότι παρὰ τὴν θέλησίν του ἐψήφισε νόμους, καὶ νόμους οἱ ὁποῖοι εἶχον γενικὴν σημασίαν. Εἶναι λοιπὸν ἡ φθορὰ προϊοῦσα καὶ αὔξουσα καὶ πρέπει νὰ σκεφθῶμεν περὶ τῶν μέσων θεραπείας. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος ὅστις μὲ ἤγαγε νὰ ἐπιμείνω εἰς τὴν πρότασίν μου καὶ ἐνώπιόν σας. Ὀφείλομεν, κύριοι, νὰ μεριμνήσωμεν διὰ τὸ μέσον τῆς θεραπείας τοῦ κακοῦ αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον ἔχει βλαστήσει ἐπὶ τοῦ Ἀντιπροσωπευτικοῦ ἡμῶν Σώματος. Ὅσοι παρηκολούθησαν τὸν βίον του κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη, θὰ εἶδον ποίαν φθορὰν ἔχει ὑποστῆ, θὰ εἶδον ποῖον εἶναι τὸ πραγματικὸν κῦρός του, θὰ εἶδον διαρκῶς ἀπειλούμενον τὸ Ἀντιπροσωπευτικὸν Σῶμα, ὄχι μόνον ἰδανικῶς, ἀλλὰ καὶ οὐσιαστικῶς. Πρέπει λοιπὸν ἐναντίον αὐτῆς τῆς φθορᾶς νὰ εὕρωμεν μέσα τὰ ὁποῖα θὰ ἀντιταχθοῦν, πρέπει νὰ μεριμνήσωμεν διὰ τὴν θεραπείαν αὐτὴν κυρίως διὰ τὸν Τόπον μας. Θεραπεία δὲ αὐτοῦ εἶναι, ὅπως ὑπεστήριξα, ἡ εἰσαγωγὴ ἡ μακρὰ καὶ ἡ βαθμιαία τῆς ἀμέσου ἀντιπροσωπεύσεως τοῦ λαοῦ. Ἂς εἰσαγάγωμεν λοιπόν, κύριοι, αὐτὴν εἰς ὡρισμένας περιπτώσεις, καὶ τότε θὰ δώσωμεν τὴν ἀφορμήν, θὰ δώσωμεν τὸ δικαίωμα εἰς τὸν λαὸν νὰ σκεφθῇ καὶ αὐτὸς ἂν πράγματι εἶναι ἄξιον τῆς τύχης του τὸ Σῶμα τοῦτο, τὸ ὁποῖον κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη ἔχει περιέλθει εἰς τὸ σημεῖον εἰς ὃ εὑρίσκεται, καὶ ἂν πράγματι πρέπει τὸ Σῶμα τοῦτο νὰ λειτουργῇ ὅπως λειτουργεῖ ἢ μετερρυθμισμένον, ὅπως ἐγὼ προτείνω. (Χειροκροτήματα).
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σεχιώτης ἔχει τὸν λόγον.
§32Γ. ΣΕΧΙΩΤΗΣ. Τὸ 8ον ἄρθρον τοῦ προσχεδίου τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς νομίζω ὅτι ἔχει καλῶς. Ἔχω νὰ ἐπιφέρω παρατηρήσεις τινάς, ἀλλὰ πρὸ τούτου ἤθελον νὰ εἴπω τινὰ σχετικῶς μὲ τὸ δημοψήφισμα, τὸ ὁποῖον ὑπεστήριξεν ὁ προλαλήσας συνάδελφος, ὁ ὁποῖος καὶ διεφώνησεν ὅσον ἀφορᾷ τὴν διατύπωσιν, ὡς αὕτη ἐγένετο, τοῦ ἄρθρου 8 τοῦ Συντάγματος παρὰ τῆς Ἐπιτροπῆς. Ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας ἐστήριξε τὴν θεωρίαν του ἐπὶ τοῦ δημοψηφίσματος πρῶτον εἰς τὸ ὅτι δι’ αὐτοῦ διαπαιδαγωγεῖται ὁ λαός. Δὲν εὑρίσκω τὴν σκέψιν ταύτην ὀρθήν. Δὲν νομίζω ὅτι διαπαιδαγωγεῖται ὁ λαὸς διὰ τοῦ δημοψηφίσματος. Ὁ λαὸς διαπαιδαγωγεῖται διὰ τῶν πολιτικῶν Συλλόγων τῶν διαφόρων κομμάτων. Μόνον δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου εἶναι δυνατὸν νὰ διαπαιδαγωγηθῇ εἷς λαὸς πολιτικῶς. Ὅταν ὁ λαὸς οὗτος διαπαιδαγωγηθῇ ἐπαρκῶς πολιτικῶς, τότε εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ σκέψις ἂν πρέπει νὰ συμμετέχῃ ἀμέσως εἰς τὴν Νομοθετικὴν Ἐξουσίαν. Οὐδεὶς δύναται νὰ ἀμφισβητήσῃ τὴν ἀλήθειαν τῶν λεχθέντων παρὰ τοῦ κ. προλαλήσαντος. Θὰ ἦτο ἐξόχως καλὸν ἂν ἠδύνατο εἷς λαὸς νὰ εἶναι τοσοῦτον προηγμένος, νὰ παρακολουθῇ τοσοῦτον τὰ ἀφορῶντα τὴν Πολιτείαν, ὥστε νὰ δύναται νὰ ἀσκῇ τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν ἀμέσως. Ἂν δὲν δύναται εἷς λαὸς νὰ εἶναι εἰς θέσιν νὰ παρακολουθῇ πλήρως τὴν ἔκφανσιν τῆς κοινωνικῆς καὶ πολιτικῆς ζωῆς, δὲν δύναται νὰ ἐπιλαμβάνηται τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας. Τοῦτο διὰ τὴν Ἱστορίαν τοῦ κόσμου εἰς μίαν μόνον ἐποχὴν ἔλαβε χώραν, εἰς τὴν ἐποχὴν τοῦ Περικλέους, ὅτε ὁ λαὸς ἠδύνατο νὰ νομοθετῇ ἀπ’ εὐθείας, ἀλλ’ ὁ λαὸς ἐκεῖνος εἶχε τοιαύτην πνευματικὴν καὶ πολιτικὴν προαγωγήν, ὥστε ν’ ἀποφαίνηται αὐτὸς ἀμέσως περὶ τῶν ἔργων τοῦ Σοφοκλέους καὶ τοῦ Εὐριπίδου καὶ νὰ εἶναι αὐτὸς ἑλλανοδίκης εἰς τὴν καλλιτεχνίαν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ἡ ὁποία ἦτο πρότυπον διὰ τὴν μεγαλοφυΐαν καὶ διὰ τὴν ἱστορικὴν περιωπὴν εἰς τὴν ὁποίαν ἀνήγαγε τὴν καλλιτεχνίαν. Ἀτυχῶς λαὸς τοιοῦτος οὐδεὶς ὑπάρχει εἰς τὸν κόσμον. Καὶ αὐτὸς ὁ μᾶλλον προηγμένος σήμερον πολιτικῶς Ἀγγλικὸς λαὸς ἀπέκρουσεν, ἐρωτηθείς ποτε, τὴν συμμετοχήν του ἀμέσως εἰς τὴν Νομοθετικὴν Ἐξουσίαν.
§33Γ. ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Δὲν νομίζετε ὅτι δὲν προάγονται τὰ συμφέροντα τοῦ λαοῦ ἂν συγκρίνωμεν τοῦτον διαρκῶς μὲ τὸν Ἀγγλικὸν λαόν; Δὲν εὑρίσκετε ἕνα ἄλλον λαόν;
§34Γ. ΣΕΧΙΩΤΗΣ. Δὲν ὁμιλῶ περὶ Ἀγγλίας· εἶπον ὅτι, ἂν εἷς λαὸς ὁ ὁποῖος ἔχει πολιτικὴν ἱστορίαν 1100 ἐτῶν ἀνομολογεῖ ὅτι δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ συμμετέχῃ ἀμέσως τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσίας, πῶς εἶναι δυνατὸν ἡμεῖς νὰ δώσωμεν τὸ δικαίωμα τοῦτο εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ἀφοῦ ἄλλως τε οὗτος δὲν ἐζήτησε τὸ δικαίωμα τοῦτο. Ἐμφανίζει λοιπόν, κύριοι, ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς πρόοδον ἀρκετὰ σημαντικὴν διὰ τὸ ἐλάχιστον χρονικὸν διάστημα τοῦ πολιτικοῦ του βίου, ἀλλὰ δὲν ἐμφανίζει τοιαύτην πρόοδον, ὥστε νὰ δυνάμεθα νὰ σκεφθῶμεν ὅπως παράσχωμεν εἰς αὐτὸν τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ μετέχῃ ἀμέσως εἰς τὴν Νομοθετικὴν Ἐξουσίαν. Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς θὰ ἠδύνατο νὰ εἶναι πλειότερον πολιτικῶς προηγμένος, ἂν ἐδίδετο κάποια προσοχὴ εἰς τὴν πολιτικὴν αὐτοῦ διαπαιδαγώγησιν.
§35Ρ. ΛΙΒΑΘΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ θεσμὸς τοῦ λαοψηφίσματος εἶναι νέος θεσμὸς τῶν Δημοκρατιῶν; Εἶναι ἀρχαιότατος θεσμός· ἡ Δημοκρατία ἀπὸ αὐτὴν τὴν Χώραν ἐξῆλθεν, οἱ δὲ ἀρχαῖοι συγγραφεῖς, ἀπὸ τοὺς ὁποίους πολλὰ διδασκόμεθα, λέγουν ὅτι «πᾶς ἰδιώτης....».
§36Γ. ΣΕΧΙΩΤΗΣ. Ἕτερον λόγον τῆς συμμετοχῆς τοῦ λαοῦ εἰς τὴν Νομοθετικὴν Ἐξουσίαν μᾶς φέρει ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος τὴν ἐπαφὴν μεταξὺ λαοῦ καὶ πολιτευομένων, τὴν μὴ καταδυνάστευσιν τῆς μειονοψηφίας παρὰ τῆς πλειονοψηφίας καὶ τὴν σφυγμομέτρησιν τῶν κομματικῶν δυνάμεων. Κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, κύριοι, νομίζω ὅτι πρέπει ὅσον τὸ δυνατὸν νὰ ἀποφεύγωμεν, λόγῳ τῶν κρατουσῶν παρ’ ἡμῖν συνθηκῶν, νὰ ἐρχώμεθα εἰς συχνὴν προεκλογικὴν ἐπαφὴν μὲ τὸν λαόν. Ἔχω τὴν γνώμην ὅτι εἶναι τοιαύτη ἡ διαμόρφωσις τῶν πολιτικῶν ἡμῶν ἠθῶν, εἶναι τοιαῦται ἀτυχῶς αἱ συνθῆκαι τῆς πολιτικῆς παρ’ ἡμῖν, ὥστε θὰ ἦτο ἀπαραίτητον νὰ ἀποφύγωμεν ὅσον τὸ δυνατὸν τὰς πολιτικὰς διαμάχας, αἵτινες θὰ εἶναι ὀξύτεραι ὅταν ὁ λαὸς πρόκειται νὰ ἀποφανθῇ διὰ νομοθετικοῦ δημοψηφίσματος. Γνωρίζετε πῶς ἐξάπτονται τὰ πολιτικὰ πάθη καὶ ὅταν πρόκειται περὶ ἐκλογῆς ἱερέων ἢ ἐκλογῆς ἀγροφυλάκων ἀκόμη, καὶ ἑπομένως ἀντὶ νὰ προάγεται ὁ λαὸς πολιτικῶς τοὐναντίον διαφθείρεται, διότι ἔρχεται εἰς προσωπικὰς ἀντιθέσεις. Δὲν εἶναι ὁ καταλληλότερος τρόπος διαπαιδαγωγήσεως τοῦ λαοῦ τὸ νὰ μεταφέρωμεν συχνὰ αὐτὸν εἰς τοὺς μικροπολιτικοὺς ἀνταγωνισμούς, εἰς τὰ μικροπολιτικὰ πάθη, τοσοῦτο μᾶλλον καθόσον καὶ τὴν ψηφοφορίαν ἐπὶ νομοθετικῶν ζητημάτων οἱ πολιτευόμενοι θὰ τὴν θεωρήσωσιν ὡς πολιτικὸν ἀνταγωνισμόν, διότι θὰ νομίζωσιν ὅτι ἐξ αὐτῆς θὰ ἐξαρτηθῇ πολιτικῶς ἡ ὑπόστασις αὐτῶν εἰς τὸν Τόπον των. Δὲν εὑρισκόμεθα ἀτυχῶς οὔτε εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς πολιτικῆς διαπαιδαγωγήσεως τοῦ λαοῦ.
§37Δ. ΚΑΛΚΑΝΔΗΣ. Ἐνθυμοῦμαι, κύριε συνάδελφε, ὅτι πρὸ δύο ἐτῶν, ὅτε οἱ Δικηγορικοὶ Σύλλογοι εἶχον ἀρχαιρεσίας, ἐβλέπομεν καθ’ ἑκάστην εἰς τὸν Τύπον ὅτι ὁ δεῖνα Δικηγορικὸς Σύλλογος ἐξέλεξε τόσους βενιζελικοὺς καὶ τόσους ἀντιβενιζελικούς.
§38Γ. ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Τὰ προσωπικὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα προκαλοῦσι τὰς διαμάχας, τὰ μεταφέρετε καὶ εἰς τοὺς νόμους. Πότε θὰ ψηφισθῇ εἷς νόμος; Θὰ ψηφισθῇ ὅταν τὸ ζητήσῃ τὸ ἓν τρίτον τῆς Βουλῆς ἢ τὸ ἓν τρίτον τῆς Γερουσίας ἢ τὸ ἓν τρίτον τῶν ἐκλογέων. Δὲν νομίζω ὅτι αὐτὸ δύναται νὰ ἐπηρεάσῃ τὰς σκέψεις μας.
§39Γ. ΣΕΧΙΩΤΗΣ. Ὁ κ. Δουζίνας εἶπεν ὅτι ἰδιαιτέρως ὁ λαὸς πρέπει νὰ ἀποφαίνηται ἐπὶ τῶν προσωπικῶν νόμων.
§40Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Εἶπεν ὅτι δὲν θὰ τολμᾷ ἡ Βουλὴ νὰ ψηφίσῃ προσωπικὸν νόμον.
§41Γ. ΣΕΧΙΩΤΗΣ. Τοῦτο ἀντιτίθεται πρὸς τὴν γνώμην τὴν ὁποίαν ἐξεφέρατε, ὅτι ὁ λαὸς εἶναι ὥριμος νὰ μετέχῃ τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσίας. Ὅταν εἷς λαὸς δὲν παρακολουθῇ τὰς ἐργασίας τοῦ Ἀντιπροσωπευτικοῦ Σώματος ὥστε νὰ γνωρίζῃ πότε θὰ ψηφισθῇ προσωπικὸς νόμος, παρὰ τίνος κόμματος εἰσάγεται καὶ ὑποστηρίζεται ὥστε νὰ ἀποδοκιμάσῃ τοῦτο, δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ὥριμος πολιτικῶς ὥστε νὰ συμμετέχῃ ἀμέσως τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσίας.
§42Γ. ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Κύριοι, δὲν εἶπον τοῦτο· δὲν μὲ ἀντελήφθητε ποσῶς.
§43Γ. ΣΕΧΙΩΤΗΣ. Τὸ εἴπετε καὶ σᾶς ἀντελήφθην καλῶς.
§44Γ. ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Εἶπον ὅτι δὲν εἶναι ἡ ἀπειλὴ τοῦ δημοψηφίσματος ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θὰ ἐμποδίσῃ τὰς Κυβερνήσεις καὶ τοὺς βουλευτὰς νὰ μὴ εἰσάγουν καὶ ἐπιδιώκουν τὴν ψήφισιν προσωπικῶν νόμων.
§45Γ. ΣΕΧΙΩΤΗΣ. Ἂν τώρα τὸ κάμῃ;
§46Γ. ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Τὸ φοβεῖται, ἀλλὰ τὸ ἔκαμε· δὲν σημαίνει ὅμως ὅτι αἱ δικαστικαὶ Ἀρχαὶ δὲν ἐφορεύουσι.
§47Γ. ΣΕΧΙΩΤΗΣ. Ἕτερος λόγος ὁ ὁποῖος συντρέχει, κατὰ τὸν ἀξιότιμον προλαλήσαντα, διὰ τὸ δημοψήφισμα εἶναι ὅτι ὁ λαὸς θὰ αἴρῃ τὴν διαφωνίαν μεταξὺ τῶν δύο Νομοθετικῶν Σωμάτων προλαμβάνων οὕτω τὴν ἐκμηδένισιν τῆς Γερουσίας, ἡ ὁποία μειονεκτοῦσα νομοθετικῶς τῆς Βουλῆς θὰ ἐκμηδενισθῇ τελείως. Καὶ εἰς τοῦτο ὅμως διαφωνῶ μὲ τὸν κ. Δουζίναν, διότι νομίζω ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ δεύτερον Νομοθετικὸν Σῶμα μὲ τὴν αὐτὴν ἐξουσίαν. Ἐν καιρῷ δὲ θὰ ἀναπτύξω ἀπὸ νομοθετικῆς ἀπόψεως τὸ ζήτημα τοῦτο καὶ νομίζω ὅτι ὀρθῶς ἔχει διατυπωθῆ τὸ ἄρθρον 8, κατὰ τὸ ὁποῖον δύναται ἐν διαφωνίᾳ τῆς Γερουσίας νὰ ἐπανέλθῃ τὸ νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλήν, ἥτις θὰ ἀποφασίζῃ ὁριστικῶς καὶ τελεσιδίκως περὶ ἐπιψηφίσεως, ἀπορρίψεως ἢ τροποποιήσεως τούτου. Διατί λοιπὸν ἡ διαίσθησις τοῦ λαοῦ θὰ εἶναι ἱκανὴ νὰ ἀντικαταστήσῃ τὴν πολιτικὴν αὐτοῦ διαπαιδαγώγησιν;
§48Γ. ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Δὲν ἀντελήφθητε, κύριε συνάδελφε, τί εἶπον. Ἐγὼ εἶπον ὅτι ἓν ἐπιχείρημα τὸ ὁποῖον ἀντιτάσσεται εἶναι τὸ τῆς ὡριμότητος τοῦ λαοῦ, καὶ εἰς ὅλους τοὺς αἰῶνας διαλαλεῖται ὅτι ὁ λαὸς δὲν ἦτο ὥριμος. Σᾶς εἶπα ὅτι αὐτὸ τὸ ἐπιχείρημα εἶναι μία πλάνη, διότι ὑπάρχει ἡ διαίσθησις εἰς τὰς ὁμάδας, ἡ ὁποία εἶναι ἡ σοφωτέρα πάσης γνώσεως. Αὐτὸ τὸ λέγει ὁ Κάντιος.
§49Γ. ΣΕΧΙΩΤΗΣ. Ἂν τὸ λέγῃ τοῦτο ὁ Κάντιος, βεβαίως δὲν θὰ εἶχεν ὑπ’ ὄψιν του τὴν ἄμεσον συμμετοχὴν λαοῦ ἀδιαπαιδαγωγήτου πολιτικῶς εἰς τὴν Νομοθετικὴν Ἐξουσίαν. Βεβαίως ἡ λαϊκὴ διαίσθησις δὲν δύναται νὰ ἀντικαταστήσῃ τὴν πολιτικὴν μόρφωσιν. Λυποῦμαι δὲ ὅτι δὲν δύναμαι νὰ συμφωνήσω μὲ τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου φίλου. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἄρθρον 8 ἔχω νὰ παρατηρήσω τὰ ἑξῆς: Τὸ ἄρθρον λέγει.... Ἀκούσατε, κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως.
§50Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Αἱ διατάξεις τοῦ Συντάγματος δὲν εἶναι ζήτημα κυβερνητικόν.
§51Γ. ΣΕΧΙΩΤΗΣ. Ὄχι· ἀλλὰ διότι ἐλάβετε μέρος εἰς τὴν σχετικὴν συζήτησιν εἰς τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπήν. Τὸ ἄρθρον διαλαμβάνει ὅτι, ἂν ἡ Γερουσία τροποποιήσῃ ἢ ἀπορρίψῃ πρότασιν νόμου, δύναται μετὰ τέσσαρας μῆνας ἀπὸ τῆς ἀπορρίψεως νὰ ἐπανέλθῃ αὕτη εἰς τὴν Βουλήν. Ἔχω τὴν γνώμην ὅτι τὸ χρονικὸν διάστημα πρέπει νὰ περιορισθῇ εἰς δύο μῆνας, διότι ἀπὸ τῆς ἀπορρίψεως τοῦ νομοσχεδίου παρὰ τῆς Γερουσίας δυνατὸν νὰ ἐπέλθουν ταχέως τὰ αὐτὰ γεγονότα τὰ ὁποῖα νὰ καθιστῶσιν ἀπαραίτητον τὴν ταχεῖαν ψήφισιν τούτου. Συμπίπτουν πολλάκις γεγονότα τινά, ἡ παραμέλησις τῶν ὁποίων καὶ ἡ μὴ διὰ νόμου κατάλληλος θεραπεία τῶν ἐκ τῶν γεγονότων τούτων προκυπτουσῶν ἀναγκῶν πιθανὸν νὰ παραβλάψῃ σπουδαίως τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους. Περαιτέρω λέγει (ἀναγινώσκει): «Ἐὰν ἡ Γερουσία τροποποιήσῃ πρότασιν νόμου, χαρακτηρίσῃ ὅμως αὐτὴν ὡς ἐπείγουσαν...». Δυνατὸν νὰ τὴν χαρακτηρίσῃ ὡς ἐπείγουσαν, ἀλλὰ νὰ μὴ εἶναι ἐπείγουσα. Παρακαλῶ, προσέξατε, κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως.
§52Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἂν ἀποτείνεσθε εἰς ἐμὲ ὡς Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, σᾶς ἀπήντησα ἤδη ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν δύναται νὰ ἔχῃ παρὰ μόνον τὴν γνώμην τῶν ἀτόμων τῶν ἀποτελούντων αὐτὴν καὶ τίποτε ἄλλο. Ἂν ὅμως ἀποτείνεσθε, ὡς ὑποθέτω, πρὸς ἕνα πληρεξούσιον, ὁ ὁποῖος ἔλαβε τὴν τιμὴν ἄλλοτε νὰ συνεργασθῇ μετὰ τῶν μελῶν τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς, τότε, ὡς ἐνθυμεῖσθε, ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης εἶχον ἀντιθέτους ἀντιλήψεις ὅσον ἀφορᾷ τὸ δικαίωμα τῆς Γερουσίας ἔναντι τῆς Βουλῆς, τὰς ὁποίας ἀντιλήψεις θὰ ἐκθέσω ἐν καιρῷ.
§53Γ. ΣΕΧΙΩΤΗΣ. Προτείνω λοιπὸν τὴν τροπολογίαν ὅπως περιορισθῇ τὸ χρονικὸν διάστημα εἰς δύο μῆνας. Ὡς πρὸς δὲ τὴν κατωτέρω παράγραφον «ἂν ἡ Γερουσία τροποποιήσῃ πρότασιν νόμου, χαρακτηρίσῃ ὅμως ταύτην ὡς ἐπείγουσαν, δύναται ἡ Βουλὴ νὰ ἐπιληφθῇ ἀμέσως τῆς ἐκ νέου συζητήσεως αὐτῆς καὶ νὰ λάβῃ ἀπόφασιν», προτείνω τὴν ἀπόρριψιν ταύτης, διότι ἡ Γερουσία εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ τὴν ἐντύπωσιν ὅτι δὲν εἶναι ἐπείγουσα διότι δὲν ὑπάρχουσι τὰ γεγονότα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ τὴν καταστήσωσι τοιαύτην, δυνατὸν ὅμως ταῦτα νὰ προκύψωσιν ἀργότερον.
§54ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Ἐμποδίζεται ἐκ τοῦ ἄρθρου τούτου ἡ Γερουσία νὰ κανονίσῃ τὴν περίπτωσιν αὐτὴν ὡς ἐπείγουσαν;
§55Γ. ΣΕΧΙΩΤΗΣ. Ἐμποδίζεται.
§56Ο ΑΥΤΟΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Δὲν εἶναι περιοριστικὴ ἡ διάταξις αὐτή. Λέγει ἁπλῶς «ἂν χαρακτηρίσῃ ἡ Γερουσία ἐπείγουσαν τὴν πρότασιν», δύναται μεταγενεστέρως νὰ ἐπανέλθῃ.
§57Γ. ΣΕΧΙΩΤΗΣ. Ὄχι· δὲν δύναται.
§58Ο ΑΥΤΟΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Ἐγὼ νομίζω ὅτι δύναται.
§59Γ. ΣΕΧΙΩΤΗΣ. Τὸ ζήτημα ἔχει ὡς ἑξῆς: Πρότασίς τις νόμου ψηφίζεται παρὰ τῆς Βουλῆς καὶ ὑποβάλλεται εἰς τὴν Γερουσίαν, παρὰ τῆς ὁποίας ἀπορρίπτεται. Δὲν εἶναι δυνατὸν πλέον νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὴν Γερουσίαν διὰ νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς ἐπείγουσα, ἂν προκύψωσι γεγονότα μετά τινας ἡμέρας καθιστῶντα ταύτην ἐπείγουσαν.
§60Ο ΑΥΤΟΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Τί ἐμποδίζει τὴν ἐπαναφοράν;
§61Γ. ΣΕΧΙΩΤΗΣ. Δὲν προβλέπεται οὐδαμοῦ τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Γερουσίας περίπτωσις ἐπαναφορᾶς ἀπορριφθέντος νομοσχεσχεδίου.
§62Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Δὲν πρόκειται διὰ τὴν περίπτωσιν τῆς ὁριστικῆς ἀπορρίψεως, διότι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν ἔχει νόημα ὁ χαρακτηρισμὸς τῆς προτάσεως ὡς ἐπειγούσης ἐκ μέρους τῆς Γερουσίας. Ἡ περίπτωσις λοιπὸν αὐτὴ τῆς ἀπορρίψεως τῆς ὁριστικῆς ἀποκλείεται. Ὑπολείπεται ἡ περίπτωσις τῆς τροποποιήσεως μόνον, καὶ δι’ αὐτό, ὡς βλέπετε, τὸ ἄρθρον λέγει παρακάτω (ἀναγινώσκει): «... ἐὰν ἡ Γερουσία τροποποιήσῃ πρότασιν νόμου...».
§63Γ. ΣΕΧΙΩΤΗΣ. Ἢ ἀπορρίψῃ.
§64Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ὄχι· τροποποιήσῃ ἁπλῶς. Ἂν ἀπορρίψῃ τὴν πρότασιν νόμου δὲν γεννᾶται ζήτημα χαρακτηρισμοῦ ταύτης ὡς ἐπειγούσης. Καὶ ἀπησχόλησε τὴν Ἐπιτροπὴν ἀκριβῶς τοῦτο· ἂν ἡ Γερουσία ἔχῃ μὲν διαφωνίας ἐν σχέσει πρὸς λεπτομερείας τοῦ νόμου, ταυτοχρόνως ὅμως ἔχῃ τὴν ἀντίληψιν ὅτι ἐπείγει ἡ ψήφισις τοῦ νόμου αὐτοῦ, τί θὰ συμβῇ; Εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ τηρήσωμεν τὸν κανόνα, συμφώνως πρὸς τὸν ὁποῖον ἡμεῖς ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ ἀπεβλέψαμεν εἰς αὐτὴν τὴν κατεύθυνσιν, ἀφ’ ἑνὸς μὲν νὰ μὴ ὑπάρχῃ ἀπόλυτος ἰσοδυναμία τῆς Γερουσίας πρὸς τὴν Βουλὴν διὰ νὰ μὴ ἐπέρχηται ἐξουδετέρωσις τῶν ἀντιπάλων δυνάμεων, ἀφ’ ἑτέρου δὲ νὰ μὴ στερηθῇ πάσης ἐξουσίας ἡ Γερουσία, ὥστε νὰ εὑρίσκηται εἰς ἀδυναμίαν πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν σκοπῶν της. Εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ τηρηθῇ ἡ ἀρχὴ τὴν ὁποίαν ἐθέσαμεν τῆς τετραμήνου ἐπιβραδύνσεως; Καὶ τότε εἴπομεν· ἂς ἀφήσωμεν εἰς τὴν Γερουσίαν, ὑπὲρ τῆς ὁποίας ἐθέσαμεν τὸ τετράμηνον διάστημα, τὸν χαρακτηρισμὸν τοῦ ἐπείγοντος. Ἂν ὑπάρξῃ, θὰ δύναται νὰ ἐπιληφθῇ ἡ Βουλὴ ἀμέσως τοῦ νομοσχεδίου. Ὁ κ. συνάδελφος ἀπὸ τὴν ἀφορμὴν ἡ ὁποία ἐδόθη ἔδωκε τὴν ἑρμηνείαν ὅτι, ἂν ἐπακολουθήσουν γεγονότα τὰ ὁποῖα δὲν ὑπῆρχον εἰς τὴν ἐποχὴν καθ’ ἣν ἡ Γερουσία ἐτροποποίησε τὴν πρότασιν νόμου, δύναται ἡ Γερουσία τότε...
§65Γ. ΣΕΧΙΩΤΗΣ. Ἐπὶ ἀπορρίψεως ὡμίλουν.
§66Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἡ περίπτωσις αὐτὴ ἀποκλείεται.
§67Γ. ΣΕΧΙΩΤΗΣ. Τότε εἴμεθα σύμφωνοι.
§68Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ὄχι, δὲν εἴμεθα σύμφωνοι προκειμένου διὰ τὴν περίπτωσιν καθ’ ἣν δὲν τροποποιηθῇ ἀλλ’ ἀπορριφθῇ ἡ πρότασις νόμου ἀπὸ τὴν Γερουσίαν· ἂν δηλαδὴ παρῆλθε τετράμηνον ἀπὸ τῆς ἀπορρίψεως καὶ δὲν δύναται νὰ χαρακτηρισθῇ ἡ πρότασις ὡς ἐπείγουσα.
§69Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἠξεύρετε ποῦ εἶναι τὸ σφαλερὸν τῆς διατυπώσεως; Εἰς τὸ ὅτι ὑποχρεωτικῶς, καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει ἀκόμη ἡ Βουλὴ ἀποδεχθῇ τὴν τροπολογίαν τῆς Γερουσίας, παρίσταται ἀνάγκη διαρρεύσεως χρονικοῦ διαστήματος. Αὐτὸ δὲν ἔχει καμμίαν δικαιολογίαν, διότι εἶναι δυνατὸν βεβαίως νὰ κάμῃ μερικὰς τροποποιήσεις ἡ Γερουσία, νὰ ἀποδεχθῇ ἡ Βουλὴ καὶ νὰ μὴ εἶναι ἀνάγκη νὰ περιμένῃ. Αὐτὸ εἶναι ἐλάττωμα τοῦ ἄρθρου.
§70Γ. ΣΕΧΙΩΤΗΣ. Καταθέτω τροπολογίαν περιορισμοῦ τοῦ τετραμήνου χρονικοῦ διαστήματος εἰς δύο μῆνας καὶ ἑτέραν τροπολογίαν, καθ’ ἣν, ἂν ἡ Γερουσία τροποποιήσῃ πρότασιν νόμου καὶ ἀποδεχθῇ τὴν τροποποίησιν ἡ Βουλή, νὰ μὴ ὑπάρχῃ ἀνάγκη νὰ διαρρεύσῃ τὸ ὁριζόμενον χρονικὸν διάστημα. Δύναται ἡ Βουλή, ἀποδεχομένη τὴν τροποποίησιν, νὰ καταστήσῃ τὸ νομοσχέδιον νόμον τοῦ Κράτους, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ ἀνάγκη νὰ περιμένῃ νὰ παρέλθῃ τὸ ἀνωτέρω χρονικὸν διάστημα, διότι εἶναι πλέον σύμφωνα ἀμφότερα τὰ Σώματα περὶ τοῦ πῶς πρέπει νὰ τροποποιηθῇ ἡ πρότασις νόμου.
§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καρασεβδᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§72Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Δὲν εἶχον θέσει εἰς τὸν νοῦν μου ὅτι θὰ εἰσήγετο ἐδῶ ἡ πρότασις περὶ δημοψηφίσματος. Θὰ ἀπαντήσω ἑπομένως ἐκ τοῦ προχείρου καὶ νομίζω ἄλλως τε ὅτι ἡ πρόχειρος ἀπάντησις θὰ εἶναι καὶ ἡ καλυτέρα. Εἶμαι λοιπὸν ἐναντίον τοῦ δημοψηφίσματος, εἴτε τοῦτο ἀποτελεῖ ἁπλοῦν referendum εἴτε ἀποτελεῖ λαϊκὴν νομοθετικὴν πρωτοβουλίαν, ὅπως λέγουν, διότι εἶναι δύο οἱ τύποι. Καὶ εἶμαι ἐναντίον τοῦ δημοψηφίσματος διὰ τοὺς ἑξῆς λόγους: 1) Διότι τὸ δημοψήφισμα ἀποτελεῖ ἀναίρεσιν τοῦ ἀντιπροσωπευτικοῦ συστήματος, ἑνὸς συστήματος δηλαδὴ τὸ ὁποῖον διέπει τὰ Κράτη ἐπὶ αἰῶνας. Εἶναι τὰ δύο ἄκρα ἀντίθετα. Ἐνῷ τὸ δημοψήφισμα εἶναι ἡ ἀπ’ εὐθείας ὑπὸ τοῦ λαοῦ ἐνάσκησις τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας, τὸ ἀντιπροσωπευτικὸν σύστημα εἶναι ἡ ἔμμεσος ὑπὸ τοῦ λαοῦ ἐνάσκησις τῆς λαϊκῆς ταύτης κυριαρχίας. Ὁ κ. Δουζίνας μᾶς εἶπεν ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ εἰσαχθῇ τὸ δημοψήφισμα ἵνα ἐνισχυθῇ τὸ ἀντιπροσωπευτικὸν σύστημα. Ἀλλ’ ἐρωτῶ· εἶναι δυνατὸν νὰ ἐνισχυθῇ ἓν σύστημα διὰ τοῦ ἀπολύτως ἀντιθέτου; Ἂν νομίζῃ ὅτι τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα παρεξέκλινε, δύναται νὰ προτείνῃ διατάξεις συμπληρούσας, διορθούσας, ἀλλὰ μὲ βάσιν πάντοτε τὸ ἀντιπροσωπευτικὸν σύστημα καὶ ὄχι τὴν ὅλως ἀντίθετον, τὴν κατάργησιν δηλαδὴ τοῦ ἀντιπροσωπευτικοῦ συστήματος τούτου. 2) Ὅπως εἶπον, τὸ δημοψήφισμα ἀποτελεῖ ἐνάσκησιν ἀπ’ εὐθείας τῆς ἐθνικῆς κυριαρχίας ὑπὸ τοῦ λαοῦ. Τὴν ἐθνικὴν κυριαρχίαν ἀπ’ εὐθείας ἐνήσκουν πραγματικῶς αἱ ἀρχαῖαι Δημοκρατίαι, ὄχι μόνον αἱ Ἑλληνικαὶ ἀλλὰ καὶ αἱ Ρωμαϊκαί. Ἰδοὺ ὅμως ποία θεμελιώδης διαφορὰ ὑπῆρχε τότε. Εἰς τὰς ἀρχαίας Ἑλληνικὰς καὶ Ρωμαϊκὰς Δημοκρατίας ὑπῆρχον οἱ δοῦλοι, πολὺ περισσότεροι ἀπὸ τοὺς ἐλευθέρους πολίτας. Οἱ δοῦλοι ἐδούλευον καὶ οἱ ἐλεύθεροι ἠδύναντο νὰ ἀποκτῶσι πολιτικὴν μόρφωσιν καὶ πεῖραν καὶ νὰ διαθέτωσι ταύτας πρὸς ἐνάσκησιν ἀπ’ εὐθείας τῆς ἐθνικῆς κυριαρχίας. Σήμερον ὅμως δὲν ὑπάρχουν δοῦλοι καὶ ὡς ἐκ τούτου οἱ πολῖται ἀπασχολοῦνται περισσότερον μὲ τὰς ἰδιωτικάς των ὑποθέσεις, διότι αἱ ἀνάγκαι αἱ βιωτικαὶ εἶναι ἀπείρως περισσότεραι. Δὲν ἔχουσιν ὅθεν τὸν καιρὸν νὰ ἀποκτῶσι τὴν μόρφωσιν καὶ τὴν πεῖραν τὴν πολιτικὴν διὰ νὰ ἐνασκῶσι τὴν κυριαρχίαν ταύτην ἀπ’ εὐθείας. Δι’ αὐτὸ ἀνεγνωρίσθη ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν οὐδὲ χρήσιμον τὸ δημοψήφισμα. 3) Αἱ ἀρχαῖαι Ἑλληνικαὶ καὶ Ρωμαϊκαὶ Δημοκρατίαι ἦσαν περιωρισμένης ἐκτάσεως καὶ εἶχον τὸν πληθυσμὸν ἐλάχιστον, ἦτο δὲ ὡς ἐκ τούτου δυνατὴ εἰς αὐτὰς ἡ ἀπ’ εὐθείας ἐνάσκησις τῆς κυριαρχίας, διότι ἦτο δυνατὸν οἱ πολῖται τῶν μικρῶν αὐτῶν Δημοκρατιῶν νὰ συνέρχωνται ἐν τῷ αὐτῷ τόπῳ καὶ χρόνῳ καὶ νὰ ὑφίστανται τὴν ἐπήρειαν ὁμάδων καὶ γνωμῶν τῶν ἀντιθέτων, νὰ γίνεται συζήτησις μεταξύ των καὶ κατόπιν νὰ ἀποφαίνωνται. Ἀλλὰ σήμερον ἔχομεν τοιαύτας Δημοκρατίας, τόσον μικράς; Θὰ μοὶ ἀντιταχθῇ ἴσως ὅτι καὶ αἱ Ἑλληνικαὶ καὶ αἱ Ρωμαϊκαὶ Δημοκρατίαι βραδύτερον ἀνεπτύχθησαν καὶ ἐπεξετάθησαν. Ναί· ἀλλ’ ὅταν ἀνεπτύχθησαν, ἐπειδὴ ἀκριβῶς δὲν εἰσήγαγον τὸ ἀντιπροσωπευτικὸν σύστημα ἀλλ’ ἐξηκολούθουν νὰ ἔχωσι τὴν ἀπ’ εὐθείας ἐνάσκησιν τῆς ἐθνικῆς κυριαρχίας ὑπὸ τοῦ λαοῦ, δι’ αὐτὸ μετετράπησαν εἰς Αὐτοκρατορίας. Ἡ Ρωμαϊκὴ Δημοκρατία μετετράπη εἰς Αὐτοκρατορίαν καὶ ἡ Ἑλληνικὴ ὑπετάχθη εἰς τὸν Βασιλέα τὸν ἀπὸ Μακεδονίας ἐλθόντα. Εἰς τὴν ἀρχαίαν Ἑλλάδα καὶ τὴν Ρώμην ἦσαν γνωστὰ τὰ ἀντιπροσωπευτικὰ συστήματα. Εἰς τὴν Τεγέαν ἐφηρμόζετο εἶδός τι ἀντιπροσωπευτικοῦ συστήματος, ἀλλ’ οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες δὲν ἐσκέφθησαν νὰ τὸ εἰσαγάγουν. Ἐπίσης εἰς τὴν Ρώμην διῆλθεν ἀπὸ τὸν νοῦν τοῦ Μάρκου Αὐρηλίου, τοῦ Αὐτοκράτορος, παρέμεινεν ὅμως ὡς ἰδέα μόνον. Ἄλλως τε τότε πλέον εἶχε μετατραπῆ ἡ Ρωμαϊκὴ Δημοκρατία εἰς Αὐτοκρατορίαν. Εἰς τὰ νεώτερα Κράτη ἐγένετο δεκτὸν τὸ ἀντιπροσωπευτικὸν σύστημα, εἰς αὐτὸ δὲ ὀφείλεται ἡ ἐπικράτησις τῆς Δημοκρατίας. Βεβαίως δὲν εἰσήχθη τὸ σύστημα τοῦτο πρὸς τοιοῦτον σκοπόν. Εἶναι γνωστὸν ὅτι εἰς τὴν Ἀγγλίαν, ὅπου εἰσήχθη τὸ πρῶτον, εἰσήχθη πρὸς ἄλλον σκοπόν, ἀλλὰ βαθμηδὸν τὸ σύστημα αὐτὸ ἐχρησίμευσεν ὡς βάσις τῆς ἀναπτύξεως καὶ εὐδοκιμήσεως τῆς Δημοκρατίας καὶ ἐν γένει τῶν δημοκρατικῶν θεσμῶν. Εἰς τὰ Κράτη δὲ ταῦτα τὸ δημοψήφισμα, τὸ ὁποῖον ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ζητεῖ νὰ εἰσαγάγῃ καὶ ἐδῶ, δὲν ἔγινε δεκτὸν παρὰ ὑπὸ ἐλαχίστων, τῶν μᾶλλον προηγμένων, ὡς π.χ. εἰς τὴν Ἑλβετίαν. Ἀλλὰ καὶ εἰς αὐτὰ καὶ δὴ εἰς τὴν Ἑλβετίαν, τὸ δημοψήφισμα δὲν ἀπέδωκεν ἀγλαοὺς καρπούς. Εἶναι βεβαιωμένον ὅτι ἀπερρίφθησαν ἄπειροι προτάσεις ὠφελιμώταται.
§73Γ. ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Θέλετε νὰ σᾶς εἴπω διατί ἀπερρίφθησαν; Εἰς τὴν Ἑλβετίαν ἐγένοντο ἀπορρίψεις σπουδαῖαι τοιούτων νόμων, ὡς καὶ εἰς τὴν Ἀμερικήν. Ἀκριβῶς αὐτὸ εἶναι τὸ ἐπιχείρημα ὑπὲρ τῆς παραδοχῆς τοῦ δημοψηφίσματος, διότι ὁ λαός, παρ’ ὅσα λέγονται, εἶναι συντηρητικὸς καί, ἐνῷ εἶναι συντηρητικός, ἡμεῖς δὲν θέλομεν νὰ τοῦ δώσωμεν τὸ δικαίωμα αὐτὸ ὑποστηρίζοντες ὅτι εἶναι ριζοσπαστικός. Τοὐναντίον εἰς τὴν Ἑλβετίαν ἀπέρριψεν ὁ λαὸς τὸ νομοσχέδιον περὶ παροχῆς ψήφου εἰς τὰς γυναῖκας, ὡς καὶ εἰς τὴν Ἀμερικήν. Εἰς τὴν Σουηδίαν ἀπέρριψε πολλὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἀπῄτουν δαπάνας. Αὐτὸ δὲν εἶναι ἐναντίον· εἶναι ὑπὲρ τοῦ θεσμοῦ, διότι ἀποδεικνύει ὅτι ὁ λαὸς δὲν εἶναι, ὡς νομίζουσι πολλοί, ριζοσπάστης, ἀλλ’ ἀποτελεῖ ἀσφάλειαν καὶ ἐγγύησιν.
§74Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Θὰ ἀπαντήσω. Πρῶτον, ἂν τὸ σύστημα τοῦ δημοψηφίσματος εἶναι συντηρητικόν, ἀντιτίθεται εἰς τὰς ἀρχὰς τὰς ἰδικάς σας, αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι συντηρητικαί· εἶσθε δηλαδὴ ἐν ἀνακολουθίᾳ ἐπιδεικνύοντες συντηρητικότητα. Δεύτερον, εἴτε διὰ τοῦτον εἴτε δι’ ἐκεῖνον τὸν λόγον τὸ ἔκαμεν ὁ Ἑλβετικὸς λαός, εἶναι βέβαιον ὅτι ἀπέρριψε πλειστάκις νομοθετήματα λογικὰ καὶ χρήσιμα πολύ· ἄρα ἀπέδειξεν ὅτι οὔτε αὐτὸς ἔχει ὡριμότητα καὶ ἐπάρκειαν διὰ τοιαῦτα δημοψηφίσματα. Ἐρχόμεθα τώρα εἰς τὴν Ἀμερικήν. Ἐκεῖ εἰσήχθη τὸ δημοψήφισμα ὄχι μόνον πρὸς νομοθέτησιν ἀλλὰ καὶ πρὸς ἐκλογὴν τῶν δικαστῶν καὶ τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, ἀποτέλεσμα ὅμως ὑπῆρξεν ἡ ἀνάπτυξις τῆς φαυλοκρατίας, διὰ τὸν περιορισμὸν τῆς ὁποίας εἰσάγουν ἤδη ἢ προσπαθοῦν νὰ εἰσαγάγουν μεταρρυθμίσεις ἀντιθέτους πρὸς τὸ δημοψήφισμα. Ὁπωσδήποτε εἰς τὴν Ἀμερικὴν καὶ εἰς τὴν Ἑλβετίαν, ὅπως καὶ εἰς ὅλα τὰ σύγχρονα εὐρωπαϊκὰ Κράτη τὰ πεπολιτισμένα, λόγῳ τῆς συγκοινωνίας καὶ τῆς μεγάλης των βιομηχανίας, ὁ πληθυσμὸς εἶναι αυγκεντρωμένος μᾶλλον εἰς τὰς πόλεις καὶ εἶναι μᾶλλον ἀστικός, τοὐλάχιστον κατὰ τὸ ἥμισυ αὐτοῦ. Εἰς τὴν Γερμανίαν μάλιστα κατὰ τὰ 65% καὶ εἰς τὴν Ἀγγλίαν κατὰ τὰ 80%, ἐνῷ τὸ ἰδικόν μας Κράτος εἶναι καθαρῶς ἀστικόν. Εἶναι δηλαδὴ εὐκολώτερον εἰς αὐτὰ τὸ δημοψήφισμα, ἐνῷ εἰς τὸ ἰδικόν μας ἀδύνατον. Τέλος, κύριοι πληρεξούσιοι, ἐπὶ μίαν δεκαετίαν ἔχομεν χιλίας δύο μεταβολὰς καὶ ἀνατροπὰς πολιτικάς. Εἶναι δυνατὸν κατόπιν αὐτῶν ἀθρόως νὰ εἰσαγάγωμεν ὅλως νέους θεμελιώδεις θεσμοὺς χωρὶς νὰ κλονίσωμεν τὰς βάσεις τῆς Πολιτείας; Ἂς ἐφαρμόσωμεν τὴν Δημοκρατίαν καὶ ἂς ἡσυχάσωμεν τὸν Τόπον καὶ κατόπιν βλέπομεν διὰ τὸ δημοψήφισμα. Ἐναντίον αὐτοῦ βεβαίως κατὰ θεωρίαν δὲν ἠμπορεῖ νὰ εἶναι κανείς. Εἶναι ὅμως τοῦτο ἐφαρμόσιμον, ὅταν οἱ λαοὶ ἔχωσιν ἐπάρκειαν χρόνου καὶ πολιτικῆς ἱκανότητος. Μέχρις ὅτου ὅμως κτηθῶσι ταῦτα τὸ δημοψήφισμα εἶναι ἀδύνατον καὶ ἐπιβλαβές.
§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Παπαναστασίου ἔχει τὸν λόγον.
§76Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς δευτέρας Βουλῆς εἶχε προλειανθῆ ἀπὸ τὴν συζήτησιν ἡ ὁποία προηγήθη περὶ τῆς ἀμέσου συγκροτήσεως τῆς Γερουσίας. Σήμερον εἰσερχόμεθα εἰς τὰς οὐσιαστικὰς διατάξεις περὶ τῆς δευτέρας Βουλῆς, εἰς τὰς διατάξεις τὰς ἀφορώσας τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ δευτέρου Νομοθετικοῦ Σώματος. Προκειμένου νὰ λύσωμεν τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι ἀπαραίτητον νὰ ἐξετάσωμεν ποία εἶναι ἡ κατεύθυνσις εἰς τὴν ὁποίαν ἐξελίσσεται ἡ δικαιοδοσία τῶν δύο Βουλῶν εἰς τὰ ἄλλα Ἔθνη, σχετικῶς ὑπὸ τὰς αὐτὰς πολιτικὰς καὶ κοινωνικὰς μὲ ἡμᾶς συνθήκας εὑρισκόμενα, καὶ δεύτερον ποῖοι εἶναι οἱ ἰδιαίτεροι πολιτικοὶ ὅροι οἱ κρατοῦντες εἰς τὴν Ἑλλάδα, οἱ ὁποῖοι ὀφείλουν νὰ ἐπηρεάσουν τὴν διατύπωσιν τῶν σχετικῶν ἄρθρων περὶ δικαιοδοσίας τῆς Γερουσίας. Ἡ κατεύθυνσις πρὸς τὴν ὁποίαν ἐξελίσσονται οἱ λαοὶ οἱ φιλελεύθεροι εἶναι μία κατεύθυνσις περιορισμοῦ τῆς σημασίας τῆς δευτέρας Βουλῆς, ἤ, διὰ νὰ εἶμαι ἀκριβέστερος, εἶναι ἡ κατεύθυνσις ἐξαρτήσεως τῆς λύσεως τῶν νομοθετικῶν καὶ πολιτικῶν ζητημάτων ἀπὸ τοὺς ἀμέσους ἀντιπροσώπους τοῦ λαοῦ καὶ ἡ κατεύθυνσις αὕτη διαγράφεται κατὰ διαφόρους τρόπους. Πρῶτον εἰς τὴν οὐσιαστικὴν μεταβίβασιν περισσοτέρων δικαιωμάτων εἰς τὴν λαϊκὴν Βουλήν, εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἀπαρτιζομένην ἀπὸ ἀντιπροσώπους ἀμέσως ἐκλεγομένους ὑπὸ τοῦ λαοῦ καὶ ἡ ἐξέλιξις εἶναι μέχρι τοῦ 1911 εἰς τὴν Ἀγγλίαν, ὅπου, ἐνῷ κατ’ ἀρχὰς ἡ Βουλὴ τῶν Λόρδων εἶχε τὴν μεγαλυτέραν πολιτικὴν σημασίαν, μολονότι τυπικῶς καὶ ἡ Βουλὴ τῶν Κοινοτήτων καὶ ἡ Βουλὴ τῶν Λόρδων εἶχον τὰ αὐτὰ δικαιώματα. Σὺν τῷ χρόνῳ τὸ κέντρον τῆς βαρύτητος μετεβιβάσθη κατ’ ἀρχὰς ἀπὸ τὸ Στέμμα εἰς τὴν Βουλὴν τῶν Λόρδων καὶ ἔπειτα ἀπὸ τὴν Βουλὴν τῶν Λόρδων εἰς τὴν Βουλὴν τῶν Κοινοτήτων, ἡ ὁποία ἐσχάτως ὑπέστη μεγαλυτέραν διὰ τῆς ἐξελίξεως μεταρρύθμισιν ὅσον ἀφορᾷ τὴν σύνθεσιν αὐτῆς διὰ τῆς εἰσόδου πλείστων λαϊκῶν στοιχείων εἰς τὴν Βουλὴν τῶν Κοινοτήτων, ἀφ’ ἑτέρου δὲ διὰ τοῦ ἀμέσου ἐπηρεασμοῦ τῆς πολιτικῆς αὐτῆς, τῶν ἀποφάσεων αὐτῆς ἀπὸ τὴν δημοσίαν Ἀγγλικὴν Γνώμην. Καὶ ἡ ὄχι κατὰ τύπους ἀλλὰ κατ’ οὐσίαν ὑπεροχὴ τῆς Γερουσίας παρατηρεῖται εἰς ὅλα τὰ Κράτη τὰ κοινοβουλευτικά, μολονότι σχεδὸν κατὰ κανόνα ἡ Γερουσία ἔχει τὰ αὐτὰ δικαιώματα πρὸς τὴν Βουλὴν σιωπηρῶς, πλὴν ἐξαιρέσεων κατ’ ἀραιὰ διαστήματα. Καὶ εἰς τὸ Βέλγιον καὶ εἰς τὴν Γαλλίαν ἀκόμη ἀσκεῖται μία λειτουργία συμβιβαστικὴ κατὰ κανόνα. Ὑποχωρεῖ ἡ Γερουσία ἀπέναντι τῶν σταθερῶν ἀξιώσεων τῆς Βουλῆς τῆς λαϊκῆς. Ἀλλ’ ἡ κατεύθυνσις αὐτὴ φανερώνεται καὶ κατ’ ἄλλον τρόπον, ἐκ τῆς συστάσεως καὶ τῆς δευτέρας Βουλῆς ἀπὸ λαϊκοὺς ἀντιπροσώπους. Αὐτὸ κυρίως συμβαίνει εἰς τὰς νεωτέρας Δημοκρατίας, ὅπου ὅμως, μολονότι εἶναι ἡ αὐτὴ προέλευσις καὶ τῆς μιᾶς καὶ τῆς ἄλλης Βουλῆς, διετηρήθη ἡ ὑπεροχὴ τῆς κάτω Βουλῆς, μάλιστα ἐμφαντικώτερον καὶ τυπικῶς, ἐνῷ εἰς τὰ ἄλλα Κράτη, εἰς τὰ ὁποῖα ἡ δευτέρα Βουλὴ δὲν ἀπορρέει ἀπὸ ἄμεσον λαϊκὴν ἐκλογήν, τυπικῶς ὑπάρχει ἰσοτιμία μεταξὺ Βουλῆς καὶ Γερουσίας. Ἀλλ’ εἰς τὰ νεώτερα Κράτη, τὰ ὁποῖα δὲν ἐπηρεάζονται ἀπὸ παλαιὰς συνηθείας, ἀπὸ παραδόσεις παλαιάς, εἶναι εὐνόητον ὅτι αἱ νεώτεραι δημοκρατικαὶ ἀρχαὶ τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας ἐπεκράτησαν εἰς τρόπον ὥστε καθιερώθη ὄχι μόνον ἡ δευτέρα Βουλὴ νὰ ἀπορρέῃ ἀπὸ ἀμέσου ἐκλογῆς τοῦ λαοῦ, ἀλλὰ καὶ δι’ ἀποφυγὴν ἀνωμαλιῶν ἡ μία ἐκ τῶν δύο Βουλῶν νὰ ἔχῃ τὴν ὑπεροχήν. Αἱ ἰδιαίτεραι συνθῆκαι δὲν πρέπει νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν εἰς τὴν Ἑλλάδα, διότι ἐσυνηθίσαμεν ἐπὶ 70 τώρα ἔτη μὲ μίαν μόνον Βουλήν, διότι ἀνετράφημεν μὲ τὴν ἀντίληψιν ὅτι ἡ ἀπὸ τοῦ λαοῦ προερχομένη Βουλὴ εἶναι ἀπολύτως κυρίαρχος καὶ ὅτι καμμία ἄλλη δύναμις πολιτικὴ δὲν δύναται νὰ ἀντιταχθῇ εἰς τὴν βούλησιν τῆς λαϊκῆς Βουλῆς. Εἷς ἄλλος ἐπίσης σπουδαῖος ὅρος, ὁ ὁποῖος θὰ εἶναι ἀσφαλῶς παροδικός, εἶναι ἡ μεγάλη ὀξύτης, ἡ μεγάλη ἀντίθεσις ἡ πολιτικὴ μεταξὺ τῶν δύο παλαιῶν πολιτικῶν παρατάξεων, ἡ ὁποία, φυσικά, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δημιουργήσῃ μεγαλυτέρας ἀνωμαλίας ἂν συνέβαινεν ἡ Βουλὴ νὰ ταχθῇ μὲ τὰς ἀντιλήψεις τῆς μιᾶς παρατάξεως καὶ ἡ Γερουσία μὲ τὰς ἀντιλήψεις τῆς ἄλλης παρατάξεως. Κατεκρίθη ἡ καθιέρωσις τοῦ δευτέρου Νομοθετικοῦ Σώματος παρ’ ἡμῖν, ὅτι ἀντιτίθεται εἰς τὰς δημοκρατικὰς ἀρχάς. Ἀνεξαρτήτως τοῦ παραδείγματος τὸ ὁποῖον ἔχομεν ὅλων τῶν Κρατῶν, πλὴν δύο ἢ τριῶν, μοὶ φαίνεται Ἑλλάδος, Σερβίας καὶ Βουλγαρίας, ἀνεξαρτήτως τοῦ παραδείγματος τῶν δημοκρατικῶν λαῶν οἱ ὁποῖοι ἔχουσι καθιερώσει τὴν δευτέραν Βουλήν, ἡμεῖς οἱ ὁποῖοι ὑπεστηρίξαμεν τὴν σύστασιν δευτέρου Νομοθετικοῦ Σώματος δὲν ἐπεδιώξαμεν τὴν σύστασιν διὰ νὰ περιστείλωμεν τὰ κυριαρχικὰ δικαιώματα τοῦ λαοῦ. Δὲν ὑπάρχει κόμμα συντηρητικὸν οὔτε θεσμὸς ὁ ὁποῖος θὰ ἠδύνατο νὰ ζητήσῃ ἓν στήριγμα τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας ἀπέναντι τῶν τάσεων τῶν ἀνατρεπτικῶν, τῶν τάσεων τῶν ῥιζοσπαστικῶν τῆς λαϊκῆς Βουλῆς εἰς μίαν Γερουσίαν διοριζομένην ἀπὸ τὴν Ἐκτελεστικὴν Ἐξουσίαν. Ἐξητάσαμεν τὴν σύστασιν δευτέρου Νομοθετικοῦ Σώματος ὄχι, ἐπαναλαμβάνω, πρὸς περιορισμὸν τῶν λαϊκῶν δικαιωμάτων, ἀλλ’ ἀκριβῶς ὅπως παρέχηται εὐκαιρία εἰς τὸν λαὸν νὰ διαφωτίζηται ἐπὶ σπουδαίων νομοθετικῶν μέτρων, εἰς τρόπον ὥστε, ἂν αἱ πράξεις τῆς Βουλῆς δὲν ἀνταποκρίνωνται πρὸς τὴν λαϊκὴν θέλησιν, νὰ παρέχηται εὐκαιρία ἐκδηλώσεως τῆς λαϊκῆς γνώμης. Ἐξητάσαμεν ἀκριβῶς τὴν δευτέραν Βουλὴν διὰ νὰ ἀποφεύγηται ἡ ἀτελὴς βάσανος τῶν νόμων, ἡ ὁποία εἶναι μοιραία μὲ τὴν μίαν Βουλήν. Ὁσασδήποτε μεταρρυθμίσεις τοῦ Κανονισμοῦ καὶ ἂν ἐπενέγκωμεν εἶναι ἀδύνατον μὲ τὴν μίαν Βουλὴν νὰ ἔχωμεν εὐσυνείδητον νομοθετικὴν ἐργασίαν. Ἐζητήσαμεν τὴν δευτέραν Βουλὴν ἀκριβῶς καὶ δι’ ἄλλους λόγους, διὰ νὰ διορθώσωμεν καὶ ἄλλα ἐλαττώματα τοῦ ἀντιπροσωπευτικοῦ πολιτεύματος. Περὶ αὐτοῦ ὅμως θὰ κάμω λόγον ὅταν συζητήσωμεν τὰς διατάξεις αἱ ὁποῖαι καθορίζουσι τὸν τρόπον τῆς συστάσεως τοῦ δευτέρου Νομοθετικοῦ Σώματος. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶναι ἐκτὸς πάσης ἀμφισβητήσεως εἶναι ὅτι δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἐννοηθῇ πράγματι πεφωτισμένη νομοθετικὴ ἐργασία μὲ μίαν μόνον Βουλὴν καὶ ὅτι ὁ λαὸς δὲν ἐνδιαφέρεται νὰ γίνωνται νόμοι αἱ ἀποφάσεις τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ νὰ γίνωνται νόμοι μετὰ μακρὰν καὶ πεφωτισμένην συζήτησιν, μετὰ παροχὴν εὐκαιρίας πρὸς ὑποστήριξιν ὅλων τῶν ἀπόψεων τῶν ἀντιθέτων, τῶν μεγάλων λαϊκῶν ὁμάδων, τῶν μεγάλων συμφερόντων. Σύμφωνον λοιπὸν πρὸς αὐτὰ τὰ ὁποῖα ἐξέθεσα, νομίζω, εἶναι ὅτι ἐπ’ αὐτῆς τῆς ἀρχῆς ἐστηρίχθημεν, ὅτι εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ συντάξωμεν τὸ δεύτερον Νομοθετικὸν Σῶμα οὕτω πως, ὥστε νὰ διατηρῆται ἡ ὑπεροχὴ τοῦ πρώτου, τοῦ ἀμέσως ἐκ τῆς λαϊκῆς προερχομένου ἐκλογῆς. Αὐτὸ ἀνταποκρίνεται καὶ πρὸς τὸν τρόπον τῆς συστάσεως τοῦ δευτέρου Νομοθετικοῦ Σώματος, τὸν ὁποῖον τρόπον ἐδέχθη ἤδη ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπὴ καὶ τὸν ὁποῖον ἀποδεχόμεθα καὶ ἡμεῖς. Θὰ ἔχωμεν κατὰ τὸν τρόπον αὐτὸν μίαν Βουλὴν προερχομένην ἀπὸ ἄμεσον λαϊκὴν ἐκλογὴν καὶ ἑπομένως αὐτὴ ἡ Βουλὴ θὰ ἐκπροσωπῇ κατὰ τεκμήριον τὴν λαϊκὴν θέλησιν καὶ αὐτῆς ἡ γνώμη πρέπει νὰ ὑπερισχύῃ ἐν διαφωνίᾳ μεταξὺ τῶν δύο Σωμάτων. Τὸ ζήτημα εἶναι ποίαν ἀντίδρασιν θὰ ἠμπορῇ νὰ ἀντιτάξῃ τὸ δεύτερον Νομοθετικὸν Σῶμα ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν συμφωνῇ εἰς τὰ ὑπὸ τῆς Βουλῆς ψηφιζόμενα νομοθετικὰ μέτρα. Παρέλειψα νὰ εἴπω ὅτι ἡ σημασία τῆς Γερουσίας δύναται νὰ διαιρεθῇ εἰς τρεῖς μεγάλας κατηγορίας, εἰς τὴν πολιτικὴν δύναμιν, εἰς τὴν νομοθετικὴν δύναμιν γενικώτερον, καὶ εἰδικώτερον εἰς τὰ ἀφορῶντα τὸν Προϋπολογισμὸν καὶ τὰ οἰκονομικὰ μέτρα. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν πολιτικὴν δύναμιν, ἤδη εἴμεθα ὅλοι σύμφωνοι, ἐλπίζω, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται ἡ Γερουσία νὰ ἔχῃ πολιτικὴν δύναμιν, ὄχι μόνον λόγῳ τῆς προελεύσεως αὐτῆς — διότι δὲν θὰ ἀπαρτίζεται ἀπὸ ἀμέσους ἀντιπροσώπους τοῦ λαοῦ —ἀλλὰ καὶ διὰ λόγους σκοπιμότητος, διότι, ἂν καὶ ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Γερουσία εἶχον πολιτικὴν δύναμιν, ἡ πολιτικὴ ἀνωμαλία ἡ ὁποία παρουσιάζεται ἐκ τῆς διαιρέσεως τῆς Βουλῆς εἰς πολλὰ κόμματα θὰ πολλαπλασιασθῇ, ἂν ἔχῃ πολιτικὴν δύναμιν καὶ ἡ Γερουσία, διότι θὰ ἔχωμεν ἀνατροπὰς κυβερνητικὰς καὶ ἐκ τῆς Γερουσίας προερχομένας, καὶ μεγαλυτέρας ἀφορμὰς συγκρούσεων Βουλῆς καὶ Γερουσίας, ἐνῷ ἡ ἐπιθυμία μας εἶναι αἱ συγκρούσεις αὗται νὰ μὴ δημιουργοῦν κυβερνητικὰς ἀνωμαλίας, ἀλλὰ νὰ συντελοῦν εἰς τὸ νὰ γίνεται καλυτέρα βάσανος τῶν νόμων, εἰς τρόπον ὥστε οἱ ψηφιζόμενοι νόμοι νὰ ἀνταποκρίνωνται περισσότερον εἰς τὴν λαϊκὴν θέλησιν καὶ εἰς τὰ γενικώτερα συμφέροντα τοῦ Τόπου. Ἐνῷ ὅμως αὐταὶ εἶναι αἱ ἀρχαὶ ἐπὶ τῶν ὁποίων νομίζω ὅτι πρέπει νὰ βασισθοῦν αἱ διατάξεις αἱ ἀφορῶσαι τὴν δικαιοδοσίαν τῆς Γερουσίας, φρονῶ δὲ ὅτι καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ ὑπὸ τῶν αὐτῶν ἀρχῶν ὡρμήθη, παρατηρῶ ὅτι ἡ διατύπωσις δὲν ἀνταποκρίνεται πλήρως εἰς τὰς ἀρχὰς αὐτάς. Καὶ πρῶτον, ἐνῷ θὰ ἔπρεπε νὰ ὑπάρχῃ κατὰ κανόνα ὑπεροχὴ τῆς Βουλῆς ἀπέναντι τῆς Γερουσίας, ὑποθέτω ὅτι ἐξ ἀβλεψίας ἡ Ἐπιτροπὴ διατυπώνει τὰ πράγματα οὕτω πως, ὥστε οὐσιαστικῶς εἰς μίαν περίπτωσιν πράγματι νὰ ὑπάρχῃ ὑπεροχὴ τῆς Βουλῆς, εἰς ἄλλην ὅμως περίπτωσιν νὰ παρουσιάζηται ὑπεροχὴ τῆς Γερουσίας. Κατὰ τὴν Ἐπιτροπήν, ἐνῷ μία νομοθετικὴ μεταρρύθμισις, ἐφόσον ψηφίζεται ἀπὸ τὴν Βουλὴν καὶ ἀποκρούεται ἀπὸ τὴν Γερουσίαν, διὰ νὰ γίνῃ νόμος τοῦ Κράτους ἀπαιτεῖται ὡρισμένη πλειονοψηφία ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς, ἀντιστρόφως νομοθετικὴ διάταξις ψηφιζομένη ἀπὸ τὴν Γερουσίαν πρῶτον — διότι θὰ εἰσάγωνται καὶ εἰς τὴν Γερουσίαν κατὰ πρῶτον — δι’ ἁπλῆς πλειονοψηφίας δὲν δύναται νὰ ἀποκρουσθῇ ἀπὸ τὴν Βουλὴν παρὰ μόνον δι’ ὡρισμένης πλειονοψηφίας. Δηλαδὴ δύναται ἡ Γερουσία νὰ ψηφίσῃ ἕνα νόμον διὰ σχετικῆς πλειονοψηφίας· τὸν νόμον αὐτόν, ἂν ἐπιμείνῃ ἡ Γερουσία, διὰ νὰ τὸν ἀποκρούσῃ τελειωτικῶς ἡ Βουλὴ ἔχει ἀνάγκην μιᾶς πλειονοψηφίας τῶν 11/20 τῶν μελῶν, ἐνῷ ἀντιστρόφως διὰ νὰ ἀπορρίψῃ ἡ Γερουσία ἕνα νόμον τῆς Βουλῆς δὲν ἔχει ἀνάγκην καμμιᾶς ἰδιαιτέρας πλειονοψηφίας, ἀρκεῖ δὲ ἁπλῆ πλειονοψηφία. Σᾶς λέγω τὸ ἑξῆς· ἡ Γερουσία ἀπαρτίζεται ἀπὸ 150 μέλη· ἂς ὑποθέσωμεν ὅτι εἶναι ὅλα παρόντα· δύναται νὰ ψηφίσῃ ἕνα νόμον μὲ 76 μέλη. Ὑποθέσωμεν ὅτι ἡ Βουλὴ ἀπαρτίζεται ἀπὸ 300 μέλη· διὰ νὰ ἀπορρίψῃ ἡ Βουλὴ τελειωτικῶς ἕνα νόμον τὸν ὁποῖον ἐψήφισεν ἡ Γερουσία ἔχει ἀνάγκην ὄχι ἁπλῆς πλειονοψηφίας, ἀλλὰ τῶν 11/20, ἤτοι 165. Ἡ σημασία εἶναι ὅτι δύναται ἡ Γερουσία νὰ περάσῃ ἕνα νόμον, ἐνῷ ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς τὸν ἀποκρούει. Αὐτὸ εἶναι ἀντίθετον πρὸς τὴν ἀρχὴν ἐπὶ τῆς ὁποίας πρέπει νὰ βασισθοῦν αἱ σχετικαὶ διατάξεις. Ἐνῷ συμφωνοῦμεν ὅτι οὐδεὶς νόμος δύναται νὰ ψηφισθῇ ἂν ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς δὲν τὸν θέλῃ, ἡ διατύπωσις εἶναι τοιαύτη ὥστε δύναται νὰ γίνῃ νόμος τοῦ Κράτους καὶ ἂν τὸν ἀποκρούῃ ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς, διότι τὸν ψηφίζει ἡ πλειονοψηφία τῆς Γερουσίας. Αὐτὸ πρέπει νὰ διαγραφῇ.
§77Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἡ ἀρχὴ τὴν ὁποίαν ἠθελήσαμεν νὰ τηρήσωμεν εἶναι νὰ ὑπάρξῃ τελικὴ ἐπικράτησις τῆς Βουλῆς ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς ηὐξημένης πλειονοψηφίας, καὶ αὐτὴν τὴν ἀρχὴν τὴν ἐτηρήσαμεν.
§78Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐδῶ ἐκάμετε μίαν σύγχυσιν· δὲν ἔχομεν ἰσότιμα Σώματα Βουλὴν καὶ Γερουσίαν. Βεβαίως ὅταν ἀποκρούσῃ ἕνα νόμον ἡ Γερουσία θὰ ζητήσωμεν μίαν πλειονοψηφίαν ὡρισμένην διὰ νὰ ἐπικρατήσῃ ἡ θέλησις τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ ὅταν ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς ἀποκρούσῃ ἕνα νόμον, οὐδεμία πλειονοψηφία οὔτε καὶ ἡ παμψηφία τῆς Γερουσίας δὲν θὰ δύναται νὰ ἐπικρατήσῃ, ἐνῷ σεῖς καταλήγετε νὰ εἴπητε ὅτι δύναται μία πλειονοψηφία μικρὰ ἐξ ὀλίγων γερουσιαστῶν νὰ κατισχύσῃ τῆς ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς. Αὐτὸ ἀνατρέπει ὁλόκληρον τὴν ἀρχὴν ἐπὶ τῆς ὁποίας στηρίζεται ἡ διατύπωσις τῶν διατάξεων περὶ Γερουσίας καὶ Βουλῆς. Ἀλλ’ αὐτὸ εἶμαι βέβαιος ὅτι προέρχεται ἐκ λάθους, ἐξ ἀβλεψίας, ἡ ὁποία εἶναι δυνατὴ ὅσην ἐπιμέλειαν καὶ ἂν δείξῃ, ὅπως καὶ πράγματι ἔδειξεν, ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπή. Ἀλλὰ καὶ ἂν ἀπαλειφθῇ, δὲν νομίζω ὅτι τὰ πράγματα θὰ εἶναι ἐν τάξει. Κατὰ τὸ ἄρθρον 8, διὰ νὰ ψηφισθῇ, ἐν περιπτώσει ἀποκρούσεως ὑπὸ τῆς Γερουσίας, μία πρότασις τῆς Βουλῆς, χρειάζεται μία πλειονοψηφία τῶν 11/20, καὶ ὄχι μόνον αὐτὸ ἀλλὰ χρειάζεται καὶ πάροδος ὡρισμένων μηνῶν. Ἀφήνω ὅτι, ἂν δεχθῶμεν ὅτι χρειάζεται μία ὡρισμένη πλειονοψηφία, οἱ μῆνες νομίζω ὅτι θὰ εἶναι περιττοί, ἀλλ’ ἐγὼ προτιμῶ τὴν πάροδον τῶν μηνῶν καὶ θὰ ἐπεθύμουν ἡ πλειονοψηφία νὰ εἶναι τοιαύτη ὥστε πράγματι ἡ Γερουσία νὰ μὴ ἔχῃ ἀπόλυτον veto ἐπὶ τῶν ἀποφάσεων τῆς Βουλῆς. Προτιμῶ νὰ διαγραφῇ τὸ περὶ πλειονοψηφίας τῶν 11/20 καὶ νὰ μείνουν οἱ 4 μῆνες, παρὰ νὰ μείνῃ ἡ πλειονοψηφία τῶν 11/20 καὶ νὰ γίνουν δύο οἱ μῆνες. Διότι ὑποθέσατε ὅτι πρόκειται ἡ Συνέλευσις αὐτὴ νὰ ἀποφασίσῃ καὶ ὅτι ὑπάρχει Γερουσία σήμερον. Θὰ ἔπρεπε τὸ νομοσχέδιον διὰ νὰ γίνῃ νόμος νὰ συγκεντρώσῃ 220 ψήφους εἰς τὴν Συνέλευσιν. Καὶ σᾶς ἐρωτῶ: Νομίζετε ὅτι εἶναι εὔκολον ἡ Κυβέρνησις, ἔχουσα τὴν πλειονοψηφίαν, νὰ συγκεντρώνῃ ἐπὶ νομοσχεδίων — διότι θὰ ὑπάρχουν νομοσχέδια ποὺ θὰ ἔχουν συζήτησιν Γερουσίας καὶ Βουλῆς — τοιαύτην πλειονοψηφίαν; Φοβοῦμαι ὅτι, ἐνῷ δὲν θέλομεν νὰ παραχωρήσωμεν εἰς τὴν Γερουσίαν — καὶ ὀρθῶς δὲν θέλομεν — ἀπόλυτον veto ἐπὶ τῶν ἀποφάσεων τῆς Βουλῆς, διὰ τῆς διατάξεως αὐτῆς οὐσιαστικῶς καθιεροῦμεν τὸ ἀπόλυτον veto. Καὶ τοιουτοτρόπως δημιουργοῦμεν ἀνωμαλίαν, διότι εἶναι ἀνάγκη, διὰ νὰ ἠμπορέσωμεν νὰ διεξαγάγωμεν ὁμαλῶς τὴν διακυβέρνησιν τοῦ Τόπου, νὰ ἔχωμεν μίαν πλειονοψηφίαν ὄχι μεγάλην ἀλλ’ ἀπόλυτον, ἡ ὁποία καὶ Κυβέρνησιν νὰ δώσῃ καὶ νὰ ἠμπορῇ νὰ νομοθετήσῃ. Θὰ εἶναι ὑπερβολικὸν νὰ ζητῶμεν νὰ ἠμπορῇ νὰ προχωρήσῃ ἡ Νομοθετικὴ Ἐξουσία κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον. Διὰ νὰ συγκεντρώνῃ μία Κυβέρνησις 220 ψήφους ἐπὶ τῆς Συνελεύσεως ἔπρεπε νὰ διαθέτῃ 270 ψήφους. Θὰ ἦτο φαινόμενον νὰ συγκεντρώσῃ μία Κυβέρνησις τοιαύτην πλειονοψηφίαν. Λοιπὸν ἔρχομαι τώρα εἰς τὰ Ἑλληνικὰ πράγματα καὶ σᾶς ἐρωτῶ: Ποῖον ἀποτέλεσμα φαντάζεσθε ὅτι δύναται νὰ ἔχῃ τοῦτο εἰς ἕνα λαὸν ὁ ὁποῖος ἔχει τὴν ἀνατροφὴν τὴν ὁποίαν εἶπον, ἀνατροφὴν ὥστε νὰ σχηματίζῃ τὴν ἀντίληψιν ὅτι μετὰ μίαν ἐκλογὴν θὰ ἔχωμεν μίαν πλειονοψηφίαν ἡ ὁποία νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ ρυθμίζῃ τὰ νομοθετικὰ πράγματα καὶ νὰ δώσῃ βιώσιμον Κυβέρνησιν; Ποῖον ἀποτέλεσμα θὰ ἔχωμεν ἂν ἡ Γερουσία, διότι λείπουν ἓν ἢ δύο μέλη ἀπὸ τὴν συνεδρίασιν, θὰ δύναται νὰ ματαιώνῃ σοβαρὰ νομοσχέδια μιᾶς Κυβερνήσεως; Φοβοῦμαι διότι αὐτὸ εἶναι ἐξαιρετικῆς δικαιοδοσίας καὶ θὰ ἔχωμεν ὡς ἀποτέλεσμα νὰ δημιουργῶμεν σύγκρουσιν μεταξὺ Βουλῆς καὶ Γερουσίας. Θὰ ἔχῃ ὡς ἀποτέλεσμα νὰ γεννήσῃ ἀνωμαλίας εἰς τὸ δεύτερον Νομοθετικὸν Σῶμα καὶ ἀντίληψιν ἐχθρικὴν πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ ἀντιστρόφως. Καὶ πολὺ φοβοῦμαι ὅτι τοιούτου εἴδους συγκρούσεις, λόγῳ τῶν ἐξαιρετικῶν συνθηκῶν ὑπὸ τὰς ὁποίας εὑρισκόμεθα, θὰ ἔχουν ἴσως τὸ ἀποτέλεσμα νὰ ἀνατρέψουν ὁλόκληρον τὸν θεσμὸν τὸν ὁποῖον θέλομεν νὰ εἰσαγάγωμεν. Παρουσιάζεται ἡ ἀντίρρησις ὅτι πῶς, ἀφοῦ θέλομεν νὰ κάμωμεν δεύτερον Νομοθετικὸν Σῶμα, νὰ τὸ κάμωμεν τόσον περιωρισμένον καὶ ἐστερημένον δυνάμεως, ἓν εἶδος Ἀκαδημίας, Συμβουλίου Ἐπικρατείας μὲ αἱρετὰ μέλη, τὸ ὁποῖον νὰ μὴ ἔχῃ τὴν δύναμιν νὰ καταστήσῃ σεβαστὴν τὴν γνώμην του, καὶ συνεπῶς θὰ εἰσέλθουν εἰς αὐτὸ ἄνθρωποι ἐντελῶς ἀσήμαντοι, ἄνθρωποι οὐδεμίαν εἰδικότητα ἔχοντες οὔτε δικαιούμενοι συνεπῶς, ὡς μὴ ἔχοντες τὴν ἱκανότητα, νὰ ἐκπροσωπῶσι τὸν λαὸν καὶ νὰ λαμβάνωσι μέρος εἰς τὴν Νομοθετικὴν Ἐξουσίαν; Τὴν ἀντίρρησιν ὅμως αὐτὴν νομίζω ὄχι σοβαράν. Διότι τὸ δικαίωμα νὰ ματαιώνῃ ἐπὶ τέσσαρας μῆνας τὸ ἔργον τῆς Βουλῆς, τὸ ἐμπόδιον τοῦτο τὸ ὁποῖον εἶναι δικαίωμα τῆς Γερουσίας, εἶναι ἀρκετὰ σοβαρόν, ἀφοῦ μεταξὺ τῶν νομοσχεδίων θὰ ὑπάρχωσι καὶ σοβαρὰ νομοσχέδια, ἐπὶ τῶν ὁποίων θὰ καλῆται νὰ δίδῃ τὴν γνώμην της. Διότι δὲν πρόκειται περὶ μὴ σοβαρῶν νομοσχεδίων, ἀφοῦ περὶ τῶν τυπικῶν τοιούτων εἶναι δυνατὸν μεταξὺ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἐπέλθῃ συνεννόησις. Νομίζω λοιπὸν ὅτι ἡ ματαίωσις, ἡ παρακώλυσις ἑνὸς νομοθετικοῦ μέτρου ἐπὶ τέσσαρας μῆνας εἶναι πολὺ σοβαρά. Καὶ δὲν ἔχομεν πράγματι 4 μῆνας, διότι λάβετε ὑπ’ ὄψιν τὸν χρόνον τὸν ὁποῖον θὰ καταναλώσῃ ἡ ψήφισις εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εἰς τὴν Γερουσίαν, ἀφοῦ ἔχει αὕτη δικαίωμα νὰ συζητήσῃ ἐπὶ δύο μῆνας. Δὲν πρόκειται λοιπὸν περὶ τεσσάρων, ἀλλὰ περὶ ὀκτὼ μηνῶν.
§79Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Καὶ ἡ Κυβέρνησις θὰ ἔχῃ κόμμα εἰς τὴν Γερουσίαν.
§80Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν ἔχω ἀντίρρησιν. Βεβαίως κατ’ αὐτὸ τὸ διάστημα θὰ δίδηται εὐκαιρία καὶ εἰς τὴν Γερουσίαν καὶ εἰς τὴν λαϊκὴν γνώμην νὰ διαφωτίζωνται, ὅταν τέλος πάντων πρόκειται περὶ μέτρων τὰ ὁποῖα θίγουν γενικώτερα συμφέροντα, ἀλλὰ θὰ εἶναι δύσκολον, ἀφοῦ θὰ παρέλθῃ τόσος χρόνος διὰ νὰ διαφωτισθῇ ἡ Κοινὴ Γνώμη ἐπαρκῶς, θὰ εἶναι δύσκολον εἰς αὐτὴν τὴν Κυβέρνησιν νὰ φέρῃ εἰς πέρας τὸ νομοσχέδιον. Ὑπάρχει βεβαίως τὸ πλεονέκτημα ὅτι δὲν δημιουργεῖται καμμία γενικωτέρα ἀνωμαλία. Ἀλλὰ πάντως θὰ δημιουργηθῇ μία παρατυπία, διότι θὰ εἶναι δυνατὸν διὰ τῆς ἐλλείψεως ἑνὸς ἢ δύο βουλευτῶν, καίτοι ὑπάρχει πλειονοψηφία παρούσης τῆς Βουλῆς, ν’ ἀπορρίπτηται ἓν νομοσχέδιον ἐκ μιᾶς μικρᾶς πλειονοψηφίας τῆς Γερουσίας. Θὰ ἐπεθύμουν λοιπὸν νὰ περιορισθῇ αὐτὸ τὸ ἄρθρον. Ἐγὼ προσωπικῶς ἐπιθυμῶ νὰ καθίσταται νόμος τὸ ὑποβαλλόμενον ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως διὰ τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς νομοσχέδιον. Ἀλλ’ ἐπειδὴ θὰ ὑπάρχῃ τάσις νὰ δυσχερανθῇ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἡ τελικὴ ἐπιψήφισις τοῦ νομοσχεδίου, δέχομαι νὰ τεθῇ ὅτι ἀρκεῖ ἀπόλυτος πλειονοψηφία — ἡ ὁποία δὲν εἶναι καὶ μικρὸν πρᾶγμα — πρὸς τελικὴν ἐπικράτησιν τῆς γνώμης τῆς Βουλῆς ἐν περιπτώσει διαφωνίας μετὰ τῆς Γερουσίας.
§81Γ. ΣΕΧΙΩΤΗΣ. Τῶν παρόντων;
§82Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὄχι τῶν παρόντων ἀλλὰ τοῦ συνόλου.
§83Γ. ΣΕΧΙΩΤΗΣ. Μικρὰ ἡ διαφορά· ἀντὶ 110 θὰ ἔχωμεν 101.
§84Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Βεβαίως θὰ εἶναι 101 ἐπὶ 270 πληρεξουσίων. Μικρὰ ἡ διαφορά.
§85Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐνθυμεῖσθε πολὺ καλά, κύριε Πρόεδρε, ὅτι εἰς τὴν περασμένην Συνέλευσιν τὸ ζήτημα τῆς πλειονοψηφίας ἐξηρτᾶτο ἀπὸ τὴν πλειονοψηφίαν τῶν παρόντων, τῆς μιᾶς ἢ δύο ψήφων. Εἰς τὸ παρελθὸν ἔχομεν πολλὰ παραδείγματα, ὅπου ἡ πλειονοψηφία δὲν ἦτο παρὰ 2 ἢ 3 ψῆφοι. Ἐγώ, κύριοι, σᾶς λέγω ὅτι εἶμαι ὑπὲρ τῆς σχετικῆς πλειονοψηφίας, ἀλλ’ ἐπειδὴ βλέπω τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Ἐπιτροπῆς νὰ θέλῃ τοὐλάχιστον ἀπόλυτον πλειονοψηφίαν, δι’ αὐτὸ κάμνω τὴν συγκατάβασιν αὐτήν. Διότι ἡ πεῖρα τῶν τελευταίων ἐτῶν ἀπέδειξεν ὅτι μία Κυβέρνησις εἶναι δύσκολον νὰ παρουσιάσῃ δι’ ἓν σοβαρὸν νομοσχέδιον τοιαύτην πλειονοψηφίαν. Ἐκεῖνο ὅμως τὸ ὁποῖον εἶναι οὐσιῶδες εἶναι τοῦτο, ὅτι ὅπως ἔχει διατυπωθῆ τὸ νομοσχέδιον διατρέχομεν τὸν κίνδυνον νὰ παραχωρήσωμεν ἀπόλυτον δικαίωμα εἰς τὴν Γερουσίαν, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἀποκρούω ἀπολύτως.
§86Γ. ΣΕΧΙΩΤΗΣ. Τότε νὰ κάμητε μίαν τροπολογίαν τοιαύτην.
§87Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐπίσης τὸ ἄρθρον αὐτὸ ἔχει τὸ τεχνικὸν σφάλμα ὅτι, καὶ ἂν ἀκόμη ἡ Βουλὴ συμφωνῇ μὲ τὴν τροπολογίαν τῆς Γερουσίας, νὰ ἀναμείνῃ ἓν χρονικὸν διάστημα διὰ νὰ δεχθῇ τὴν τροπολογίαν τῆς Γερουσίας.
§88Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἂν κατὰ τὴν πρώτην κατ’ ἄρθρον συζήτησιν ἡ Βουλὴ φαίνεται ὅτι ἀποδέχεται τὴν τροποποίησιν τῆς Γερουσίας καὶ εἰς τὴν δευτέραν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν ἡ Βουλὴ μεταβάλῃ γνώμην καὶ τὴν ἀπορρίψῃ—δηλαδὴ ἂν τὸ νομοσχέδιον τὸ ἐπιστραφὲν ἀπὸ τὴν Γερουσίαν συζητῆται καὶ ἡ Βουλὴ ἀποδέχηται τὰς τροποποιήσεις, ἀλλ’ εἰς τὴν δευτέραν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν ἡ ὁποία ἐπακολουθεῖ ὑπάρχῃ μείζων ἀριθμὸς βουλευτῶν παρόντων καὶ ἀπορρίπτηται ἡ τροποποίησις τῆς Γερουσίας — ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει τὸ χρονικὸν διάστημα τὸ ὁποῖον θέλετε ἀπὸ τὴν πρώτην μέχρι τῆς δευτέρας συζητήσεως δύναται νὰ ὑπάρξῃ.
§89Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Πρῶτον, διὰ νὰ δεχθῇ τὴν τροποποίησιν ἡ Βουλὴ σημαίνει ὅτι ἀπορρίπτει τὰς ἰδικάς της διατάξεις, κατὰ συνέπειαν δὲ δὲν ἠμπορεῖ κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν ν’ ἀπορρίψῃ τὴν τροποποίησιν τῆς Γερουσίας. Ἡ διάταξις ἀπορριπτομένη δὲν ἠμπορεῖ νὰ ψηφισθῇ ἡ ἰδία.
§90Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Βάσις τῆς συζητήσεως θὰ εἶναι τὸ νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον ἔρχεται ἀπὸ τὴν Γερουσίαν.
§91Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ναί. Ἐν πάσῃ περιπτώσει κατὰ τὴν δευτέραν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν, ἂν γίνῃ τροποποίησις τῶν ἀποφάσεων τῆς Γερουσίας, πηγαίνει καὶ πάλιν εἰς τὴν Γερουσίαν καὶ ἐπαναλαμβάνεται ἡ αὐτὴ διαδικασία.
§92Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Μετὰ τετράμηνον.
§93Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὄχι· ὑποθέσατε ὅτι ἡ Βουλὴ κάμνει μίαν τροπολογίαν ἡ ὁποία συμβιβάζει τὰ διεστῶτα. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει πρέπει νὰ ὑπάγῃ πάλιν εἰς τὴν Γερουσίαν.
§94Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Τὸ ζήτημα λύεται διὰ τῆς προσθήκης τῆς διαστολῆς μεταξὺ δευτέρας καὶ πρώτης συζητήσεως. Λέγω δὲ τὸ ἑξῆς· ἐπανέρχεται ἀπὸ τὴν Γερουσίαν τὸ νομοσχέδιον· ὀρθῶς προτείνετε ὅπως, ἂν μὲν ὑπάρχῃ ἡ περίπτωσις ἐξαιρετικῶς ἐπείγοντος, ἡ Βουλὴ νὰ ἐπιλαμβάνηται ἀμέσως αὐτοῦ, καὶ ἂν πιστοποιηθῇ διαφωνία, εἴτε εἰς τὴν πρώτην εἴτε εἰς τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν, τότε δὲν δύναται ἡ Βουλὴ νὰ προχωρήσῃ εἰς τὴν λῆψιν ἀποφάσεως.
§95Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Πρέπει νὰ ὑποθέσωμεν καὶ τὸ ἑξῆς πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον προβλέπετε καὶ σεῖς: Ἐν τῷ μεταξὺ αἱ Ἐπιτροπαὶ Βουλῆς καὶ Γερουσίας συνέρχονται καὶ συζητοῦσιν, ἡ δὲ Βουλὴ δὲν ἀποδέχεται πλήρως τὰς ἀντιλήψεις τῆς Γερουσίας. Λοιπὸν σήμερον εἶναι τὸ ταχύτερον νὰ ὑπάγῃ εἰς τὴν Γερουσίαν ἡ ὑπόθεσις κατόπιν τοῦ συμβιβασμοῦ ὁ ὁποῖος γίνεται εἰς τὰς Ἐπιτροπὰς. Εἶναι ὀρθότερον λοιπὸν νὰ γίνῃ ἡ διατύπωσις ἵνα εἶναι εὔκολος ἡ μεταβίβασις, διότι δὲν ὑπάρχει τρόπος νὰ διατυπώσωμεν τὸ πρᾶγμα οὕτω πως ὥστε νὰ εἴπωμεν ὅτι, ἂν ἡ Βουλὴ διαφωνήσῃ πρὸς τὴν Γερουσίαν, τότε λαμβάνεται ἡ τελικὴ ἀπόφασις, τελικὴ δ’ ἀπόφασις εἶναι ἡ ψήφισις, τότε νὰ εἴπωμεν ὅτι, ἂν διαφωνήσῃ, νὰ ὑπάγῃ πάλιν εἰς τὴν Γερουσίαν.
§96Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ὁ κ. Παπανδρέου σᾶς εἶπε τὸ ἴδιον. Ἂν ἡ Βουλὴ φαίνεται διαφωνοῦσα, ἀναβάλλεται ἡ ὁριστικὴ ψήφισις ἐπὶ τόσον καιρόν.
§97Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Νομίζω ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ διατυπωθῇ ὡς ἑξῆς: 1ον) Ὅτι ἂν εἰς τὴν πρώτην καὶ δευτέραν συζήτησιν δὲν ὑπάρξῃ διαφωνία, καθίσταται νόμος. 2ον) Ἂν ὑπάρξῃ διαφωνία, ἀναβάλλεται, ἐκτὸς ἂν ἡ Γερουσία παραδέχεται τὰς τροποποιήσεις.
§98Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Κύριε Καρασεβδᾶ, ἔχετε δίκαιον. Νομίζω ὅτι ἡ τεχνικωτέρα διατύπωσις εἶναι ὅτι τὸ σύνολον τοῦ νόμου ψηφίζεται συμφωνούσης Βουλῆς καὶ Γερουσίας, ὅτε γίνεται νόμος τοῦ Κράτους. Νομίζω ὅτι εἶναι ἡ καλυτέρα διατύπωσις, ἡ ὁποία συμβιβάζει ὅλα τὰ πράγματα.
§99Γ. ΣΕΧΙΩΤΗΣ. Δηλαδὴ ὑποτίθεται ὅτι δύναται καὶ ἡ Γερουσία νὰ μεταβάλῃ γνώμην καὶ ὅτι Ἐπιτροπαὶ Γερουσίας καὶ Βουλῆς εὑρίσκονται ἐν ἐπαφῇ.
§100Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Βεβαίως, καὶ θὰ γίνῃ συμβιβασμός.
§101Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Τοῦτο παρέχει τὸ ἑξῆς μειονέκτημα: Ὁ λόγος διὰ τὸν ὁποῖον θέλομεν μίαν ἐπιβράδυνσιν εἶναι ἡ διαφώτισις τῆς Κοινῆς Γνώμης καὶ ἡ ἄσκησις μιᾶς ἐπιρροῆς ἐπὶ τῶν Νομοθετικῶν Σωμάτων ἀπὸ τὴν Κοινὴν Γνώμην. Τί θὰ συμβῇ ἐφόσον ἡ Βουλὴ θὰ προβῇ ἀμέσως εἰς τὴν συζήτησιν καὶ εἰς τὴν ψήφισιν κατὰ δύο ἀναγνώσεις καὶ μόνον ἡ ψήφισις τοῦ συνόλου θὰ ἀναβληθῇ; Μήπως διὰ τοῦ τρόπου αὐτοῦ ἐπέρχεται τὸ ἀποτέλεσμα ὥστε νὰ προέλθῃ ἐκ νέου εἰς τὴν λῆψιν τῶν ἀποφάσεων τῶν ἀρχικῶν διὰ δευτέραν φοράν; Ἀσφαλῶς, ὑποθέτω, τὸ κύριον ἐπιχείρημα τὸ ἰδικόν σας διὰ τὴν χρονικὴν ἐπιβράδυνσιν, διὰ τὸ ὁποῖον κυρίως ἐπιμένετε, εἶναι ὁ συμβιβασμὸς τὸν ὁποῖον θὰ ἐπέφερεν ἡ σχετικὴ πάροδος τοῦ χρόνου. Τὸ ἐπιχείρημα αὐτὸ ἐκλείπει ἐκ τοῦ γεγονότος ὅτι ἀμέσως ἡ Βουλὴ ἔχει τὴν εὐχέρειαν καὶ τῆς συζητήσεως καὶ τῆς λήψεως ἀποφάσεως καὶ κατὰ δύο ἀναγνώσεις.
§102Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Εἰς τὸ σύνολον δὲν ἐμποδίζεται νὰ ἀπορριφθῇ ἓν νομοσχέδιον καὶ δὲν ἐμποδίζεσθε νὰ εἴπητε τὸ ἑξῆς, ὅτι εἰς τὸ σύνολον ἐπιτρέπεται ἡ συζήτησις, ἡ ἐξέτασις ἄνευ τροπολογιῶν πλέον καὶ κατ’ ἄρθρον καὶ κατ’ ἀρχήν. Ἐγὼ νομίζω τὸ ἑξῆς, ὅτι δὲν ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ δεκτὴ ἄλλη ἄποψις παρὰ ἡ ἰδική μου. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ὁ κ. συνάδελφος ἔκαμε μίαν παρατήρησιν, ἡ ὁποία ἔχει τὴν σημασίαν ὅτι ἡ Βουλὴ ἂν σπεύσῃ νὰ ψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον ὑπ’ αὐτὰς τὰς ἀντιλήψεις δὲν ἔχει τὴν εὐκαιρίαν νὰ ἐπηρεασθῇ ἀπὸ τὴν δημοσίαν γνώμην, ἡ ὁποία εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκδηλωθῇ ἐντὸς δύο–τριῶν μηνῶν. Ἂν βεβαίως τὰ ἄλλα Συντάγματα δὲν ἔχουν αὐτὴν τὴν δυσκολίαν εἶναι διότι ἐν διαφωνίᾳ ἔρχεται, συμφώνως καὶ πρὸς τὰ νεώτερα Συντάγματα, ἡ δημιουργία διὰ νέων ἐκλογῶν Βουλῆς καὶ Γερουσίας ἢ ἔπειτα διὰ δημοψηφίσματος. Τὸ γεγονὸς εἶναι πολύπλοκον καὶ ἔχομεν ὑποχρέωσιν νὰ τὸ διατυπώσωμεν.
§103Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἂν ἐνηργοῦντο αἱ ἐκλογαί, θὰ ἦτο τὸ καλύτερον σύστημα νὰ φθάσωμεν εἰς συμβιβασμόν.
§104Γ. ΣΕΧΙΩΤΗΣ. Εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ δεκτὴ μία τροπολογία ἢ νὰ ἀπορριφθῇ εἰς πρώτην καὶ δευτέραν ἀνάγνωσιν καὶ νὰ ἀπορριφθῇ ἢ γίνῃ δεκτὴ εἰς τὸ σύνολον.
§105Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὅταν ὑπάρχῃ διαφωνία, διαλύονται καὶ αἱ δύο Βουλαὶ καὶ ἀποφασίζει ὁ λαός. Δύνασθε νὰ εἴπητε ὅτι εἶναι ὑποχρεωτικὴ ἡ τρίτη ἀνάγνωσις ὑπὸ τὸν ὅρον ὅτι δὲν δύναται νὰ γίνῃ τροπολογία κατ’ αὐτήν, ἀλλὰ καὶ ἐφόσον συμφωνεῖ ἡ Γερουσία. Αἱ γνῶμαι τὰς ὁποίας ὑπεστήριξα στηρίζονται εἰς τὴν ἀρχὴν ὅτι ἡ διαφωνία μεταξὺ Βουλῆς καὶ Γερουσίας λύεται διὰ τῆς ἐπικρατήσεως τῆς γνώμης τῆς Βουλῆς. Ὁ κ. Δουζίνας ὑπεστήριξεν εὐστόχως καὶ διὰ μακρῶν ἄλλον τρόπον λύσεως, ὁ ὁποῖος ἐξομαλύνει ὅλα τὰ πράγματα δι’ ἀποφάσεως λαϊκῆς. Τοῦτο εἶναι μία λογικὴ συνέπεια τῶν δικαιωμάτων τοῦ λαοῦ ἀφ’ ἑνὸς καὶ τῆς ἀτελείας τὴν ὁποίαν παρουσιάζει ἡ ἐκδήλωσις τῆς βουλήσεως τοῦ λαοῦ δι’ ἐκλογῶν· διότι δὲν εἶναι ποτὲ δυνατόν, προκειμένου περὶ ἐκλογῆς, ἡ ἐκλογὴ νὰ ἐκδηλώνῃ καὶ τὴν ἐπὶ ἑκάστου ζητήματος βούλησιν τοῦ λαοῦ. Γνωρίζομεν ὅλοι ὅτι ἐπὶ ἑνὸς μεγάλου πολιτικοῦ ζητήματος ἀποφασίζει ὁ λαὸς δι’ ἐκλογῶν ἀνεξαρτήτως τῆς ἐκτιμήσεως πρὸς πρόσωπα ἢ ἀποφασίζει ἐπὶ τῇ βάσει τῆς γενικωτέρας κατευθύνσεως, τὴν ὁποίαν ἔχουσι τὰ ὀνόματα εἴτε ἀκόμη ἐπὶ μὴ προηγμένων πολιτικῶς λαῶν στηρίζεται εἰς προσωπικὴν συμπάθειαν ἢ ἐκτίμησιν. Μολονότι εἶναι λογικὴ συνέπεια τῆς ἀρχῆς ὅτι εἶναι ὁ λαὸς κυρίαρχος, εἶναι δυνατὸν ὅμως νὰ εἴπῃ τις ὅτι ἐν ᾗ περιπτώσει ἐκαλεῖτο ὁ λαὸς νὰ ἀποφανθῇ ἐν περιπτώσει διαφωνίας μεταξὺ Βουλῆς καὶ Γερουσίας ἢ ἐν ᾗ περιπτώσει ὡρισμένος ἀριθμὸς μελῶν τοῦ ἀντιπροσωπευτικοῦ Σώματος ἐζήτει τὴν λαϊκὴν ἐτυμηγορίαν, εἶναι προφανὲς ὅτι ὄχι μόνον δημιουργοῦνται ἀνωμαλίαι, διότι θὰ ἐκαλεῖτο πολλάκις ὁ λαὸς νὰ ἀποφανθῇ περὶ ζητημάτων τῶν ὁποίων ἡ ἀνάπτυξις καὶ κατανόησις εἶναι δυσχερής. Ἡ γνώμη μου εἶναι ὅτι ὅσον καὶ ἂν λογικῶς τὸ δημοψήφισμα ἐπιβάλλεται ἐκ τῆς ἀρχῆς τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας, λόγῳ τῶν ἀνωμαλιῶν τὰς ὁποίας προκαλεῖ ἡ ἐνέργεια ἐκλογῶν ἐκ τῆς εἰς ὡρισμένας περιπτώσεις καταδημαγωγήσεως τοῦ λαοῦ, ἡ ἐπικράτησις τῆς λαϊκῆς βουλήσεως θὰ γίνεται διὰ τῆς κατ’ ἄλλον τρόπον ἐκδηλώσεως τῆς λαϊκῆς γνώμης, δι’ ἄλλων τρόπων, οἱ ὁποῖοι ἐκδηλοῦν τὴν διάφορον μορφὴν τῆς βουλήσεως τοῦ λαοῦ καὶ ἀκόμη διὰ τοῦ περιορισμοῦ τῆς περιόδου τῆς Βουλῆς. Εἶναι προφανὲς ὅτι εἰς τέσσαρα χρόνια δύναται νὰ ἀλλάξῃ δέκα φορὰς τὸ δημόσιον φρόνημα. Διὰ νὰ μὴ παρίσταται αὐτὴ ἡ ἀνάγκη εἴτε λαϊκῆς ἐξεγέρσεως εἴτε διενέξεων ἐπιβάλλεται νὰ εἶναι μικρότερος ὁ χρόνος τῆς βουλευτικῆς περιόδου, εἰς τρόπον ὥστε αἱ Βουλαὶ νὰ προέρχωνται κάπως νωπότερον ἀπὸ τὴν λαϊκὴν θέλησιν.
§106Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Εἰς τὴν Ἀμερικὴν εἶναι μόνον τριετία, εἰς τὴν Νορβηγίαν διετία. Εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ἐπρότεινα τὸ ἑξῆς: Νὰ ἐξετάσῃ ἀπὸ τοῦ 1882. Μόνον εἰς δύο περιστάσεις κατ’ ἐξοχὴν ἀνωμάλους ἔμεινεν ἡ Βουλὴ ἐπὶ τριετίαν. Ἡ Σύνοδος τοῦ 1882 διήρκεσε μέχρι τοῦ 1885. Ἔπειτα ἀπὸ τοῦ 1885 ἕως τὸ 1887. Μόνον εἰς δύο περιστάσεις παρέμεινεν ἡ Βουλὴ ὅλον τὸν χρόνον.
§107Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Κατὰ μέσον ὅρον τὴν τελευταίαν τριακονταετίαν οἱ Βουλαὶ ἐκλέγονται ὀλιγώτερον τῶν δύο ἐτῶν. Αὐτὴν τὴν στιγμὴν δὲν συζητοῦμεν αὐτὸ τὸ πρᾶγμα, διότι ἔχομεν ἄλλας διατάξεις· ὅταν ἔλθῃ ἡ σειρά του, θὰ τὸ συζητήσωμεν, ἀλλὰ περιορίζομαι νὰ εἴπω μόνον τὸ ἑξῆς, ὅτι ἕνας τρόπος νὰ μὴ δημιουργῆται μεγάλη ἀντίφασις μεταξὺ πλειονοψηφίας λαοῦ καὶ Βουλῆς εἶναι αἱ περίοδοι νὰ εἶναι συντομώτεραι. Τώρα μὲ τὴν καθιέρωσιν τῆς Γερουσίας ἡ διάλυσις τῆς Βουλῆς θὰ εἶναι....
§108Γ. ΣΕΧΙΩΤΗΣ. Λαμβανομένου ὅμως ὑπ’ ὄψιν ὅτι ἡ Γερουσία θὰ ἐκλέγηται ἐμμέσως ὑπὸ ἐκλεκτόρων, ἀπὸ δημοτικὰ συμβούλια, ἀπὸ νομαρχιακὰ συμβούλια κλπ., ὑποτίθεται ὅτι θὰ γίνωνται πολλαὶ ἐκλογαὶ καὶ δι’ αὐτὸ τὸ χρονικὸν διάστημα τῶν δύο ἐτῶν εἶναι πολὺ μικρόν, διότι θὰ ἔχωμεν κάθε ἕξ μῆνας ἐκλογάς.
§109Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν συζητοῦμεν, κ. συνάδελφε, περὶ αὐτοῦ. Ἐγὼ γνωρίζετε ὅτι τὸν τελευταῖον καιρὸν εἶμαι θιασώτης τῆς περιωρισμένης θητείας καὶ περιόδων Βουλῆς καὶ ἔτσι θὰ εἶναι δημοκρατικώτεραι αἱ Κυβερνήσεις.
§110Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Νὰ μὴ φθάσωμεν μόνον εἰς τὸ τρίμηνον.
§111Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους δὲν δύναμαι νὰ ὑποστηρίξω ὅτι ὁ λαὸς εἶναι ἐντελῶς ἄωρος. Ὅπως καὶ κατὰ τὸ 1911 ὑπεστήριξα, θὰ περιωριζόμην ἐν σχέσει μὲ τὸ δημοψήφισμα εἰς τὴν ἐγκαθίδρυσιν αὐτοῦ μόνον προκειμένου περὶ τελικῆς ἐπιψηφίσεως συνταγματικῆς μεταρρυθμίσεως. Ἐφόσον ψηφίζεται μία συνταγματικὴ μεταρρύθμισις κανονικῶς, ἀντὶ νὰ ἔχωμεν ἐκλογάς, νὰ ἐρωτᾶται ὁ λαὸς ἀπ’ εὐθείας ἂν δέχεται ἢ ὄχι μίαν συνταγματικὴν μεταρρύθμισιν, διότι ἐπὶ συνταγματικῆς μεταρρυθμίσεως τὰ πράγματα εἶναι ἁπλᾶ, καὶ εἰς πολὺ ἀραιὰ διαστήματα παρουσιάζεται ἡ ἀνάγκη συνταγματικῆς μεταρρυθμίσεως καὶ οὐδεὶς φόβος ὑπάρχει καταδημαγωγήσεως τοῦ λαοῦ· διότι θὰ ἐρωτηθῇ ὁ λαὸς ὅταν ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Γερουσία θὰ ἔχωσιν ἤδη ἀποφασίσει ἐπὶ μιᾶς συνταγματικῆς μεταρρυθμίσεως, ὅταν δὲν ὑπάρχῃ κανεὶς φόβος βουλανζερισμοῦ εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἀνατροπῆς δηλαδὴ τοῦ πολιτεύματος διὰ τῆς μεθόδου τοῦ δημοψηφίσματος, διότι τὸ δημοψήφισμα θὰ γίνεται μόνον ὅταν Βουλὴ καὶ Γερουσία, ἡνωμέναι, ψηφίζουν μίαν συνταγματικὴν μεταρρύθμισιν. Ὑπάρχει καὶ ἄλλος τρόπος λύσεως τῆς διαφορᾶς· τῆς ἑνώσεως Βουλῆς καὶ Γερουσίας εἰς Συνέλευσιν. Τὸν τρόπον αὐτὸν τὸν ἀποκρούω.
§112ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Περὶ αὐτοῦ συζητοῦμεν;
§113Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Εἶναι σχετικὰ ὅλα αὐτά· τὸ πῶς λύονται αἱ διαφωνίαι μεταξὺ Βουλῆς καὶ Γερουσίας· τροπολογία εἶναι αὐτή. Ὁ κ. Μυλωνᾶς, ἂν ἐνθυμοῦμαι, ὅταν ἐζήτησε τὴν ἄμεσον συγκρότησιν τῆς Γερουσίας, εἶχεν ἐκφράσει αὐτὴν τὴν γνώμην, ἡ ὁποία ἰσχύει εἰς τὴν Νορβηγίαν καὶ ἀλλαχοῦ.
§114Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Τὴν ἀποκρούετε αὐτήν;
§115Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Μάλιστα, τὴν ἀποκρούω· διότι ἡ προέλευσις τῶν γερουσιαστῶν δὲν ἔχει τὸ αὐτὸ λαϊκὸν κῦρος, δὲν πηγάζει ἰσοτίμως μὲ τὴν Βουλήν.
§116Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ προέλευσις τῆς Γερουσίας δὲν εἶναι νομοθετημένη ἀκόμη.
§117Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Κύριε συνάδελφε, ἡμεῖς ἔχομεν ὑπ’ ὄψιν τὴν πρότασιν τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς. Καὶ ἡμεῖς δὲ, θέλομεν ἑνιαίαν συγκρότησιν τῆς Γερουσίας. Θέλομεν ἡ Γερουσία νὰ ἀπαρτίζεται ἀπὸ ἀντιπροσώπους ἐκλεγομένους ἐμμέσως ἀπὸ τὰ κοινοτικὰ συμβούλια, ἀπὸ ἐπιτροπὰς ἐκλογέων, ἀπὸ τὰ νομαρχιακὰ συμβούλια καὶ ἀκόμη γερουσιαστὰς ἐκλεγομένους ἀπὸ τὴν Βουλήν. Κατὰ μείζονα λόγον λοιπὸν ἡμεῖς δὲν εἴμεθα διατεθειμένοι νὰ δεχθῶμεν συγχώνευσιν γερουσιαστῶν καὶ βουλευτῶν. Διὰ τοῦτο ἀποκρούομεν τὴν συγχώνευσιν Γερουσίας καὶ Βουλῆς διὰ τὴν ἐκ συμφώνου ἀπόφασιν. Θὰ μοὶ εἴπητε· πῶς ἐπὶ συνταγματικῶν διατάξεων δεχόμεθα νὰ γίνεται ἡ συγχώνευσις; Εἶναι γνωστὸν ὅτι θέλομεν Βουλὴ καὶ Γερουσία, συνερχόμεναι ἐν κοινῷ, νὰ ἐκλέγωσι τὸν Πρόεδρον τῆς Δημοκρατίας καὶ νὰ προβαίνωσιν εἰς συνταγματικὰς μεταρρυθμίσεις. Πῶς λοιπὸν ἐπὶ τῶν συνταγματικῶν διατάξεων θέλομεν τὴν συγχώνευσιν καὶ ἐπὶ νομοθετικῶν διατάξεων δὲν δεχόμεθα νὰ εἶναι ἰσότιμοι; Σᾶς ἀπαντῶ ὅτι ἐγὼ θέλω μετὰ τοιαύτην ψῆφον ἐπὶ συνταγματικῶν διατάξεων νὰ γίνεται δημοψήφισμα καὶ νὰ ἀποφαίνεται ἀμέσως ὁ λαός. Ἑπομένως εἰς τὴν περίστασιν αὐτὴν ὁ λαὸς γενικῶς ἀποφαίνεται. Αὐτὸ διὰ νὰ μὴ θεωρηθῇ ὅτι ὑπάρχει ἀντίφασις. Ἀφήνω τὸ ἄλλο ζήτημα· ὅτι τὰ συνταγματικὰ ζητήματα κατὰ κανόνα δὲν εἶναι πολιτικὰ ζητήματα, ἐνῷ τὰ ἄλλα ζητήματα εἶναι πολιτικὰ ζητήματα καὶ δὲν εἶναι ὀρθὸν οἱ γερουσιασταὶ προτιθέμενοι εἰς μίαν Ἀντιπολίτευσιν νὰ ματαιώνουν τὸ θεμελιῶδες πρόγραμμα μιᾶς Κυβερνήσεως.
§118Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὸ ἥμισυ θὰ εἶναι ἡ ἕνωσις.
§119Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν σημαίνει. Ὑποθέσατε πρᾶγμα τὸ ὁποῖον συνέβη εἰς τὴν περασμένην Συνέλευσιν— ὅτι ἡ πλειονοψηφία τῆς Κυβερνήσεως εἶναι μία ἢ δύο ψῆφοι. Θὰ ἔχετε ματαίωσιν τοῦ ἔργου τῆς Κυβερνήσεως ἀπὸ τὴν Γερουσίαν, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς ἀποκρούομεν.
§120Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Πολὺ σωστά.
§121Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Καὶ κυρίως ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἡμεῖς θέλομεν εἶναι νὰ μὴ μεταβληθῇ ἡ Γερουσία εἰς πολιτικὸν Σῶμα. Δι’ αὐτῆς τῆς ἀναμίξεως ἡ Γερουσία μεταβάλλεται εἰς πολιτικὸν Σῶμα καὶ θὰ ἔχωμεν συγκρούσεις, τὰς ὁποίας θέλομεν νὰ ἀποφύγωμεν· θέλομεν διὰ τῆς Γερουσίας νὰ ἐπέλθῃ εἷς χωρισμὸς ἐξουσιῶν ὄχι ἀπόλυτος, ὅπως συμβαίνει ἀλλαχοῦ, ἀλλὰ σχετικός, δηλαδὴ νὰ ἔχωμεν ἓν Σῶμα, τὸ ὁποῖον κυρίως νὰ ἀσχολῆται μὲ τὸ νομοθετικὸν ἔργον καὶ θέλομεν τὴν Νομοθετικὴν Ἐξουσίαν πηγάζουσαν ἀπὸ ἄλλο Σῶμα ἐπίσης ἀντιπροσωπευτικόν. Πρέπει νὰ φροντίσωμεν ὅσον εἶναι δυνατὸν τὰ ἐλαττώματα τὰ ὁποῖα παρουσιάζει τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα ὑπὸ τὰς ἀντιλήψεις τὰς ἰδικάς μας νὰ τὰ ἐλαττώσωμεν δημιουργοῦντες ἐν ἀνάγκῃ κάθε πρωτότυπον διατύπωσιν τῶν διατάξεων τῶν σχετικῶν τοῦ Συντάγματος. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐπιθυμῶ νὰ λάβετε ὑπ’ ὄψιν σᾶς εἶναι ὅτι διὰ τοῦ δευτέρου Νομοθετικοῦ Σώματος δὲν πρόκειται νὰ περιορίσωμεν τὰ δικαιώματα τὰ λαϊκά, ἀλλὰ πρόκειται ἰδίως νὰ παράσχωμεν τὴν εὐκαιρίαν, κατόπιν διαφωτίσεως καὶ τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ καὶ τῆς Κοινῆς Γνώμης, νὰ λαμβάνωνται ὁριστικαὶ ἀποφάσεις ἐπὶ σπουδαίων νομοθετικῶν μέτρων.
§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καφαντάρης ἔχει τὸν λόγον.
§123Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ μὴ ἐνδιατρίψω εἰς τὴν ἐξέτασιν τῆς ἀναγκαιότητος ἢ χρησιμότητος τοῦ θεσμοῦ τῆς Γερουσίας, διότι θεωρῶ τὸ ζήτημα ἐξηντλημένον. Θὰ ἐξετάσωμεν σήμερον μόνον ποία ὀφείλει νὰ εἶναι ἡ δικαιοδοσία καὶ αἱ σχέσεις μεταξὺ τῶν δύο κλάδων τοῦ Νομοθετικοῦ Σώματος. Ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην νομίζω ὅτι κατ’ ἀρχὴν μὲν ἐλύθη τὸ ζήτημα ὀρθῶς διὰ τοῦ σχεδίου τοῦ Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς, χρήζει ὅμως συμπληρώσεων, ἱκανῶν νὰ διευκολύνουν τὴν ἀπρόσκοπτον λειτουργίαν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ μηχανισμοῦ. Θεσπίζεται ὀρθῶς διὰ τοῦ σχεδίου τῆς Ἐπιτροπῆς ἡ ὑπεροχὴ τῆς Λαϊκῆς Βουλῆς ἀπέναντι τῆς Γερουσίας καὶ δι’ ἄλλους πολλοὺς λόγους, ἀλλὰ καὶ δι’ ἕνα ὁ ὁποῖος μόνος θὰ ἤρκει, διότι καθίσταται ἀδύνατος ἡ παράλληλος λειτουργία δύο ἀνεξαρτήτων καὶ ἰσοδυνάμων Νομοθετικῶν Σωμάτων χωρὶς νὰ προκύψουν ἀνωμαλίαι βαθεῖαι, αἱ ὁποῖαι θὰ μᾶς ἀγάγουν εἰς τὴν πλήρη σχεδὸν ἐξάρθρωσιν τοῦ ὅλου κοινοβουλευτικοῦ συστήματος. Καὶ ἐκεῖ ὅπου, κατὰ τὸ γράμμα τῶν συνταγματικῶν νόμων, καθιεροῦται ἀπόλυτος ἰσοτιμία μεταξὺ τῶν δύο Κλάδων, κατ’ ἀνάγκην ἀνεγνωρίσθη σιωπηρῶς ἐν τῇ πράξει ἡ πολιτικὴ καθὼς καὶ ἡ νομοθετικὴ ὑπεροχὴ τῆς Λαϊκῆς Βουλῆς. Εἰς τὴν Γαλλίαν διὰ τῶν ὀργανικῶν νόμων τοῦ 1885 δὲν ὑπάρχει οὐδεμία διαφορὰ μεταξὺ Βουλῆς καὶ Γερουσίας. Ἐν τούτοις εἶναι πασίγνωστον ὅτι πολιτικὴν δύναμιν ἀσκεῖ ἀποκλειστικῶς ἡ Βουλή, ἡ ὁποία μόνη κρίνει περὶ τῆς τύχης τῶν Κυβερνήσεων, καὶ εἰς τὴν ὁποίαν ὡσαύτως ἀνήκει ἡ ὁριστικὴ ψῆφος ἐπὶ τῶν νομοθετικῶν ζητημάτων. Τὸ αὐτὸ παρατηροῦμεν καὶ εἰς τὰς νέας Δημοκρατίας, ὅπου ἡ Γερουσία ἀπορρέει ἐξ ἀμέσου λαϊκῆς ἐκλογῆς ἔστω καὶ περιωρισμένης. Παρὰ τὴν προέλευσιν ταύτην εἰς τὴν Πολωνίαν καὶ Τσεχοσλοβακίαν, ἕνεκα τῆς ἀνάγκης τῆς ἁρμονικῆς ἐργασίας τῶν δύο Σωμάτων, σαφῶς εἰς τὰ Συντάγματα καὶ μετ’ ἀκριβείας ἀναγνωρίζεται ἡ προέχουσα θέσις τῆς Βουλῆς. Διὰ τοῦ σχεδίου τῆς Ἐπιτροπῆς ἀναγνωρίζεται ἐπίσης ὀρθῶς ὅτι ἡ προέχουσα θέσις ἀνήκει εἰς τὴν Βουλὴν καὶ μένει νὰ ἴδωμεν ἂν ἐξ ἴσου ὀρθῶς ρυθμίζεται καὶ τὸ ζήτημα τῆς ἐξομαλύνσεως τῶν ἀναφυομένων μεταξὺ τῶν δύο Σωμάτων διαφωνιῶν. Πῶς θὰ κατορθωθῇ νὰ ἐναρμονίσωμεν τὴν δικαιοδοσίαν καὶ νὰ λύωμεν τὰς προκυπτούσας διαφορὰς μεταξὺ τῶν δύο Σωμάτων χωρὶς ἀφ’ ἑνὸς νὰ μειώσωμεν τὴν προέχουσαν θέσιν τῆς Βουλῆς καὶ χωρὶς ἐξ ἄλλου νὰ ἐκμηδενίσωμεν ἐντελῶς τὴν Γερουσίαν; Τὸ πρόβλημα προφανῶς εἶναι ἀκανθῶδες, νὰ διατηρήσωμεν τὴν ἰσορροπίαν μεταξὺ τῶν δύο Σωμάτων χωρὶς νὰ θίξωμεν τὸ κῦρος τῆς Γερουσίας καὶ τὴν ὑπεροχὴν τῆς Βουλῆς καὶ δὲν θὰ τὸ λύσωμεν δι’ ἐφευρέσεων, ἀλλὰ διὰ συμβιβασμοῦ. Καὶ ὁ συμβιβασμός, κατὰ τὴν γνώμην μου, ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ ὡς ἑξῆς: Νὰ κατανείμωμεν τὴν νομοθετικὴν ὕλην εἰς δύο τάξεις· εἰς ἐκείνην ἡ ὁποία εἶναι ἐξαιρετικῶς σπουδαία ἢ ἀπολύτως ἐπειγούσης φύσεως καὶ εἰς τὴν ἄλλην, τὴν συνήθη. Προκειμένου περὶ τῆς συνήθους νομοθετικῆς ἐργασίας ἡ διαδικασία ἡ ὁποία προτείνεται διὰ τοῦ σχεδίου τῆς Ἐπιτροπῆς εἶναι ἐπαρκὴς καὶ θὰ καταστῇ ἐπαρκεστέρα διὰ τῶν προταθεισῶν ἤδη τροποποιήσεων. Κατὰ τὸ σχέδιον λ.χ. ἀντίθετος τῆς Γερουσίας ἀπόφασις καταδικάζει τὰ νομοθετήματα, δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὁριστικῶς λόγῳ τῆς ἀπαιτουμένης μετ’ αὐτὴν εἰδικῆς πλειονοψηφίας. Θὰ ἠδυνάμεθα νὰ δεχθῶμεν μετὰ τὴν ἀπόρριψιν ἢ τροποποίησιν τοῦ νομοσχεδίου ὑπὸ τῆς Γερουσίας νέαν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς συζήτησιν καὶ νέαν παραπομπὴν εἰς τὴν Γερουσίαν ἐν περιπτώσει ἀσυμφωνίας.
§124ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Δύο φοράς;
§125Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Μάλιστα, δύο φοράς. Τί σᾶς ἐνοχλεῖ; Δύο φορὰς καὶ κατόπιν θὰ γίνεται ἡ ἀναστολὴ τῶν τεσσάρων μηνῶν, τοὺς ὁποίους δυνάμεθα νὰ περιορίσωμεν εἰς δύο μόνον, μετὰ τὴν πάροδον τῶν ὁποίων δὲν θὰ ἀπαιτοῦνται τὰ 11/20, ἀλλ’ ἁπλῆ πλειονοψηφία τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν βουλευτῶν διὰ τὴν τελικὴν τοῦ νομοσχεδίου ἐπιψήφισιν. Δέχομαι ἐπίσης ὡς ὀρθὴν τὴν ἀπόκρουσιν τῆς διατάξεως ἡ ὁποία καθιστᾷ προνομιοῦχον τὴν θέσιν τῆς Γερουσίας διὰ τὰ νομοθετήματα τὰ εἰσαγόμενα τὸ πρῶτον ἐνώπιον αὐτῆς. Θὰ σᾶς ἀναγνώσω τὴν ὑποβληθεῖσαν παρ’ ἐμοῦ πρότασιν (ἀναγινώσκει): «Ἂν ἡ Γερουσία ἀπορρίψῃ κατ’ ἀρχὴν τὴν πρότασιν.... κλπ.». Ἂν πρόκειται περὶ νομοσχεδίου ἐξαιρετικῆς σημασίας ἢ ἐντελῶς ἐπειγούσης φύσεως, ὥστε νὰ μὴ δύναται νὰ ἀναμείνῃ τὴν μακρὰν διαδικασίαν, ἡ ὁποία διαγράφεται διὰ τοῦ νομοσχεδίου τῆς Ἐπιτροπῆς, δίδεται τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Γερουσίαν καὶ εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ἐπιλύσουν ἀμέσως τὴν διαφορὰν διὰ κοινῆς συνελεύσεως τῶν δύο Σωμάτων. Ὁ χαρακτηρισμὸς τοῦ νομοσχεδίου ὡς ἐξαιρετικοῦ ἢ ἐπείγοντος ἐπαφίεται εἰς ἑκάτερον αὐτῶν, ἢ ἡ Βουλὴ τουτέστιν ἢ ἡ Γερουσία διὰ μιᾶς ἀποφάσεως δύνανται νὰ καθιερώσουν τὴν συνοπτικὴν ἀντὶ τῆς μακρᾶς διαδικασίας.
§126Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἂν δὲν ὑπάρχῃ πλειονοψηφία;
§127Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Θὰ ἀκολουθήσῃ ἡ συζήτησις τὸν συνήθη δρόμον. Ἡ λαϊκὴ γνώμη θὰ εὑρίσκῃ τοιουτοτρόπως ἱκανοποίησιν, προκειμένου περὶ μέτρων τὰ ὁποῖα κρίνει ἐπείγοντα. Ἂν δὲ ἡ πλειονοψηφία τῶν ⅗ θεωρηθῇ ὑπερβολική, δυνάμεθα νὰ ἀρκεσθῶμεν καὶ εἰς ἁπλῆν πλειονοψηφίαν τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν μελῶν διὰ νὰ καταστήσωμεν εὐκολωτέραν τὴν διέξοδον. Ἐλέχθη ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸς ὁ συγχρωτισμὸς Σαμαρειτῶν καὶ Ἰουδαίων, γερουσιαστῶν καὶ βουλευτῶν, διότι οἱ γερουσιασταὶ δὲν ἔχουν τὸ αὐτὸ λαϊκὸν κῦρος, ὅπως καὶ οἱ βουλευταί, καθὸ προερχόμενοι ἐξ ἐμμέσου καὶ οὐχὶ ἀμέσου ἐκλογῆς. Καὶ ὄντως εἶναι ἀμεσωτέρα ἡ σχέσις τῶν βουλευτῶν μὲ τὴν λαϊκὴν κυριαρχίαν, παρὰ τῶν γερουσιαστῶν, ἐκλεγομένων ὑπὸ τῶν τοπικῶν συμβουλίων. Προκειμένου ἐν τούτοις νὰ ἐξασφαλίσωμεν τὴν ἀπρόσκοπτον λειτουργίαν τοῦ πολιτεύματος, ἡ θεωρητικὴ συγκατάβασις δὲν εἶναι τόσον μεγάλη, ὥστε νὰ δειχθῶμεν ἀνένδοτοι. Καὶ τὴν ἐδέχθημεν ἄλλως τε ἤδη προκειμένου περὶ θεμάτων σπουδαιοτέρων, προκειμένου λ.χ. περὶ τῶν συνταγματικῶν ζητημάτων ἢ τῆς ἐκλογῆς τοῦ Προέδρου τῆς Δημοκρατίας καὶ τὴν ἐδέχθημεν ἐξ ἀνάγκης· διότι εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐξεύρωμεν ἄλλον τρόπον προσφυέστερον πρὸς ἐπίλυσιν τῶν ζητημάτων τούτων. Ὁ ἰσχυρισμὸς ὅτι τὰ συνταγματικὰ ζητήματα στεροῦνται πολιτικῆς ἐννοίας δὲν εἶναι ἀκριβής, ἡ δὲ σοβαρότης καὶ αἱ συνέπειαι τῶν συνταγματικῶν τροποποιήσεων εἶναι πάντοτε μεγαλύτεραι ἀπὸ τὰ νομοθετήματα κοινῆς φύσεως. Ὅταν ἑπομένως ἐδέχθημεν κατ’ ἀρχὴν τὰς κοινὰς συνεδριάσεις, δὲν δυνάμεθα νὰ τὰς ἀποκρούσωμεν ἐπὶ τῶν κοινῶν νομοθετικῶν ζητημάτων.
§128Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐπὶ συνταγματικῶν ζητημάτων νομίζω ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ κρατήσῃ ἡ ἀρχὴ ὅτι ἁπλῆ πλειονοψηφία δὲν δύναται νὰ μεταβάλλῃ καθεστῶτα. Δὲν ὁμιλῶ περὶ πολιτεύματος. Ὑπάρχουν συνταγματικαὶ διατάξεις. Θέλω νὰ εἴπω ὅτι προκειμένου περὶ συνταγματικῶν διατάξεων ἔχουν μεγαλύτερα δικαιώματα αἱ μειονοψηφίαι. Δι’ αὐτὸ ἀλλοῦ ἀπαιτεῖται ὡρισμένη πλειονοψηφία κλπ. Δέχομαι προκειμένου περὶ συνταγματικῶν διατάξεων οἱ γερουσιασταί, οἱ ὁποῖοι δὲν προέρχονται ἀπὸ τὴν λαϊκὴν θέλησιν, νὰ μετέχουν καὶ τῶν συνελεύσεων αἱ ὁποῖαι καθίστανται εἰς τὸ τέλος ὑπὸ τὴν κρίσιν τοῦ λαοῦ. Βλέπομεν λοιπὸν ὅτι ὑπάρχει καὶ ἄλλος λόγος, ὁ ὁποῖος δικαιολογεῖ αὐτὴν τὴν ἐκτροπὴν ἀπὸ τὴν γενικὴν ἀρχήν.
§129Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἡ ἀρχὴ τοῦ πλήρους χωρισμοῦ τῶν δύο Νομοθετικῶν Σωμάτων καταπίπτει διὰ τῶν κοινῶν συνεδριάσεων ἐπὶ συνταγματικῶν ζητημάτων. Αὐτὸ εἶναι τὸ ζήτημα τὸ θεωρητικόν. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν πολιτικὴν χροιὰν ἡ ὁποία θὰ μεταδοθῇ διὰ τῆς ἐπαφῆς καὶ εἰς τὴν Γερουσίαν εἶναι ἀδύνατον νὰ ἀρνηθῇ τις ὅτι ὁπωσδήποτε καὶ ἂν ρυθμίσωμεν τὰς σχέσεις τῶν δύο Σωμάτων δὲν θὰ παύσῃ νὰ ἀσκῇ κάποιαν πολιτικὴν ἐπιρροὴν ἡ Γερουσία, θὰ ἦτο δὲ καὶ θλιβερὸν ἂν ἀπεστραγγίζετο τὸ Σῶμα τοῦτο, Σῶμα πολιτικόν, τοιαύτης ἐπιρροῆς. Προκειμένου λ.χ. περὶ μέτρων κρινομένων ὑπὸ τῶν Κυβερνήσεων ὡς ἐπειγόντων καὶ ἀπολύτως ἀναγκαίων πρὸς ἐφαρμογὴν τοῦ προγράμματός των ἐνδεχομένη ἀπόκρουσίς των ὑπὸ τῆς Γερουσίας δὲν εἶναι δυνατὸν ἢ νὰ κλονίσῃ τὴν τύχην των, Πῶς μία Κυβέρνησις θὰ ἀνεχθῇ νὰ παραμείνῃ εἰς τὴν Ἀρχήν, ἐνῷ ἀδυνατεῖ νὰ φανῇ ἐπωφελὴς ἢ νὰ προλάβῃ ζημίας ἀποκρουομένων ἢ παραλειπομένων τῶν μέτρων της; Εἶναι ἀδύνατον νὰ ἀρνηθῶμεν οἱανδήποτε ἐπιρροὴν εἰς τὴν Γερουσίαν. Τί θέλει συμβῆ εἰς τὴν γενικὴν συνέλευσιν; Τὸ Σῶμα τὸ λαϊκὸν θὰ διατηρῇ τὴν ὑπεροχὴν ἀπέναντι τῆς Ἄνω Βουλῆς χάρις εἰς τὸν διπλάσιον ἀριθμὸν τῶν βουλευτῶν ἀπέναντι τῶν γερουσιαστῶν. Θὰ διατηρῇ κατὰ κανόνα τὴν ὑπεροχὴν ἡ Κάτω Βουλή, ὅταν ὅμως ἡ πλειονοψηφία της εἶναι ἀσθενὴς καὶ ἀντιστρόφως ἡ πλειονοψηφία τῆς Γερουσίας εἶναι μεγάλη θὰ ἐπικρατῇ ἐπὶ τῶν νομοθετημάτων ἡ γνώμη τῆς δευτέρας καὶ ὄχι τῆς πρώτης, καὶ τοῦτο δὲν εἶναι διόλου ἄτοπον· διότι, ἂν δὲν δώσωμεν καμμίαν ἀπολύτως ἐξουσίαν οὔτε ἄμεσον οὔτε ἔμμεσον εἰς τὴν Γερουσίαν καὶ τὴν περιορίσωμεν εἰς τὸ νὰ εἶναι Σῶμα ἁπλῶς συμβουλευτικόν, εἰς τὸ νὰ ὑποβάλλῃ γνώμας καὶ ὑποδείξεις εἰς τὴν Λαϊκὴν Βουλὴν καὶ νὰ ἐπικαλῆται τὴν δημοσίαν γνώμην, ὅταν μὲ ἄλλας λέξεις καταστήσωμεν τὸ ἔργον της ἀρνητικὸν καὶ ἐπουσιῶδες, πῶς θέλετε νὰ προσελκύσωμεν εἰς τοὺς κόλπους της τὰ στοιχεῖα τὰ ὁποῖα διαπνέονται ὑπὸ τοῦ πόθου καὶ ἔχουν τὴν δύναμιν νὰ ἀσκήσουν ἀμεσωτέραν ἐπιρροὴν ἐπὶ τῆς ἐξελίξεως τῶν δημοσίων πραγμάτων; Πῶς θέλετε νὰ προικίσωμεν μὲ κάποιον παλμὸν ζωῆς τὸ ἱδρυόμενον Σῶμα, ὅταν ἀφαιροῦμεν τὴν εὐκαιρίαν εἰς τὰ μέλη του νὰ παλαίσουν ὑπὲρ τῶν ἰδεῶν των καὶ ἂν ἀκόμη τελικῶς ἡττηθοῦν; Εἰς τὴν κοινὴν συνέλευσιν αἱ συζητήσεις θὰ εἶναι ζωηραὶ καὶ ἐνδιαφέρουσαι, διεξαγόμεναι ὄχι μεταξὺ τῶν δύο Σωμάτων, ἀλλὰ μεταξὺ τῶν τυχὸν ἀντιφρονούντων γερουσιαστῶν καὶ βουλευτῶν, καὶ ὁ γερουσιαστὴς δὲν θὰ περιορίζεται εἰς ἀκαδημαϊκὰς προσπαθείας πρὸς διαφώτισιν τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ θὰ μάχεται εἰς τὴν κοινὴν συνέλευσιν καὶ πολλάκις θὰ πείθῃ αὐτὴν καὶ θὰ ἐπικρατῇ. Ὁ γερουσιαστὴς μὲ ἄλλας λέξεις θὰ εἶναι καὶ αὐτός, καθὼς πρέπει νὰ εἶναι, πολιτικὸς παλαιστής. Τοιουτοτρόπως θὰ κατορθώσωμεν νὰ ἔχωμεν ἠθικὴν ἀντίρροπον δύναμιν εἰς τὴν βουλευτικὴν παντοκρατορίαν.
§130Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἡμεῖς δὲν θέλομεν οἱ γερουσιασταὶ νὰ εἶναι πολιτικοὶ παλαισταί· αὐτὴ εἶναι ἡ διαφορά.
§131Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Σῶμα πολιτικὸν εἶναι καὶ ἡ Γερουσία καὶ ὄχι Σῶμα ἀκαδημαϊκόν. Εἶναι Σῶμα πολιτικόν, τὸ ὁποῖον θὰ βαρύνῃ καὶ καθ’ ὑμᾶς πολλάκις ἐπὶ τῆς τύχης τῶν Κυβερνήσεων. Εἶναι ἄτοπον καὶ ἀσύμφορον ἑπομένως, ἀποστραγγίζοντες αὐτὸ πραγματικῆς ἐξουσίας, νὰ τὸ δημιουργήσωμεν νωθρὸν καὶ ἀνίσχυρον ἐξ ὑπαρχῆς καὶ νὰ τὸ καταδικάσωμεν εἰς φυτοζωΐαν καὶ ἐκπεσμόν. Δι’ αὐτὸ θὰ ἐπιμείνω εἰς τὴν ἄποψιν τῆς κοινῆς συνελεύσεως, ἐκ τῆς ὁποίας δὲν θὰ μειωθῇ μὲν τὸ κῦρος τῆς Λαϊκῆς Βουλῆς, διατηρούσης τὴν ὑπεροχήν της, θὰ ἐνισχυθῇ ὅμως συγχρόνως τὸ γόητρον τῆς Γερουσίας καὶ θὰ ἐξασφαλισθῇ ἡ συγκρότησις αὐτῆς κατὰ τρόπον ἐπιτρέποντα τὴν προάσπισιν τῶν γενικῶν συμφερόντων ἀπέναντι τῶν ἐνδεχομένων παραφορῶν καὶ καταχρήσεων τῆς Βουλῆς.
§132Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Θὰ παρακαλέσω καὶ τὸν ἀξιότιμον πληρεξούσιον ἐξ Εὐρυτανίας νὰ δώσῃ τὰς τροπολογίας του νὰ τυπωθοῦν διὰ νὰ τὰς ἴδωμεν.
§133Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Βεβαίως. Δὲν θὰ ψηφισθῇ ἀπόψε. Τὸ θέμα εἶναι ἀρκετὰ σπουδαῖον καὶ ἠμπορεῖ νὰ προβληθοῦν καὶ ἄλλαι τροπολογίαι.
§134ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μερλόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§135Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν προτίθεμαι, κύριοι, νὰ σᾶς ἀπασχολήσω ἐπὶ πολύ· βραχείας μόνον παρατηρήσεις ἔχω νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Συνέλευσιν, καὶ προκαταβολικῶς λέγω ὅτι δὲν ἔχω νὰ ἀσχοληθῶ μὲ τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν τόσον ἀξιολόγως ὑπεστήριξεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Τροιζηνίας πληρεξούσιος, περὶ παραπομπῆς τῆς ἐνδεχομένης διαφωνίας μεταξὺ τῶν δύο Σωμάτων εἰς τὴν λαϊκὴν ἀπόφασιν, διότι μὲ ὅλην τὴν ἐρρωμένην καὶ τὴν ἀπὸ θεωρητικῆς ἀπόψεως ἀκριβολόγον ὑπεράσπισιν τῆς προτάσεως ταύτης ἀπὸ μέρους τοῦ κ. συναδέλφου, ἔχω τὴν ἀντίληψιν ὅτι δὲν θὰ στέρξῃ τὸ Σῶμα νὰ ἀποδεχθῇ τὰ προτεινόμενα παρὰ τοῦ κ. συναδέλφου. Βραχείας μόνον θὰ ὑποβάλω παρατηρήσεις ἐπὶ ἑνὸς καὶ μόνου ζητήματος ἐξ ὅσων ἐμφανίζει τὸ ἄρθρον τὸ ὑπὸ συζήτησιν τοῦ σχεδίου τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς. Καὶ τὸ σημεῖον τοῦτο εἶναι τὸ περισσότερον παντὸς ἄλλου ἐφελκῦον τὴν προσοχὴν καὶ τὰς σκέψεις τῆς Συνελεύσεως. Εἶναι δὲ τὸ ζήτημα τῆς περιπτώσεως διαφωνίας μεταξὺ τῶν δύο Νομοθετικῶν Σωμάτων καὶ τοῦ τρόπου καθ’ ὃν κατορθοῦται ἡ ἄρσις τῆς συγκρούσεως ταύτης. Ὀφείλω νὰ προείπω, κύριοι, ὅτι ὑπερβολικὴν ᾐσθάνθην εὐχαρίστησιν ἀκούων πρὸ ὀλίγου ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τὸν ἀξιότιμον ἀρχηγὸν τῶν Προοδευτικῶν Φιλελευθέρων, προλαβόντα με καὶ ἐκθέτοντα εἰς τὴν Συνέλευσιν γνώμας τὰς ὁποίας ἤμην οἴκοθεν διατεθειμένος νὰ ὑποστηρίξω. Διότι, ὡς ἐνθυμοῦνται πάντες οἱ κύριοι συνάδελφοι ὅσοι ἀπετέλεσαν μέλη τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς καὶ αὐτὸς ὁ τότε Πρόεδρος αὐτῆς καὶ νῦν Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὑπεστήριξα ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ ἐκθύμως, ἐκθυμότατα τὴν ἄποψιν τὴν ὁποίαν καὶ ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν Φιλελευθέρων πρὸ ὀλίγου ἀνέπτυξε. Κατ’ αὐτὴν ὁ μόνος φυσικὸς τρόπος κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ αἴρωνται αἱ ἀναφυόμεναι εἰς τὸ μέλλον ἐπὶ τοῦ νομοθετικοῦ πεδίου διαφωνίαι μεταξὺ τῶν δύο Νομοθετικῶν Σωμάτων θὰ ἦτο ἡ παραπομπὴ τοῦ στασιαζομένου ζητήματος εἰς ἓν καὶ μόνον Σῶμα ἀποτελούμενον ἐκ τῆς ἑνώσεως Βουλῆς καὶ Γερουσίας, καὶ τοῦτο μετὰ τὴν συγκρότησιν μικτῆς Ἐπιτροπῆς ἐκ βουλευτῶν καὶ γερουσιαστῶν, ἥτις θὰ ἐπεξεργάζηται τὸ νομοσχέδιον ἐπὶ τοῦ ὁποίου προκύπτει ἡ διαφωνία καὶ θὰ ὑποβάλλῃ εἰς τὸ μέλλον νὰ συγκροτηθῇ ἑνιαῖον Σῶμα ἔκθεσιν περὶ αὐτοῦ. Ἄν, κύριοι, δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη, νομίζω ὅτι ἔτυχεν εὐμενοῦς ὑποδοχῆς καὶ παρὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ νῦν Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἡ πρότασίς μου αὐτή.
§136Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Μάλιστα.
§137Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὀφείλω ὅμως νὰ ὁμολογήσω, καίτοι ἐπέμεινα ὑποστηρίζων τὴν πρότασίν μου ἐν τῇ Συνταγματικῇ Ἐπιτροπῇ, ὅπως καὶ νῦν πράττω, ὅτι δὲν ἀφορμῶμαι ἀπὸ πλήρους καὶ ἀσαλεύτου πεποιθήσεως ὅτι οὗτος εἶναι ὁ φυσικώτερος, ὁ καλύτερος, ὁ ἄριστος πάντων τρόπος, καθ’ ὃν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ αἴρωνται αἱ διαφωνίαι μεταξὺ τῶν δύο Σωμάτων. Ἡ πολιτικὴ εἶναι ἐπιστήμη ἐξόχως πρακτικὴ καὶ ἐλάχιστα θεωρητική. Πᾶν ὅ,τι ἀπὸ θεωρητικῆς ἀπόψεως συλλαμβάνομεν ἐν τῇ διανοίᾳ ἡμῶν, πᾶν ὅ,τι θεωροῦμεν ὀρθὸν καὶ ἄρτιον ἀπὸ θεωρητικῆς ἀπόψεως, συμβαίνει πολλάκις ἐν τοῖς πράγμασι τοῖς πολιτικοῖς νὰ ἀποδεικνύεται ἐκ θεμελίων ἐσφαλμένον καὶ πεπλανημένον. Δὲν δύναταί τις δὲ ἐκ τῶν προτέρων, a priori, ὅπως ἔλεγον οἱ ἀρχαῖοι φιλόσοφοι, νὰ εἴπῃ ὅτι τοῦτο εἶναι τὸ ὀρθὸν καὶ ἐκεῖνο εἶναι τὸ ἐσφαλμένον, ὅτι αὕτη ἡ ἀρχὴ θὰ δώσῃ ἄριστα ἀποτελέσματα, ἡ ἀντίθετος δὲ θὰ δώσῃ ἐπιζημίους συνεπείας. Ὅλα τὰ πράγματα εἶναι σχετικά, προκειμένου μάλιστα περὶ πραγμάτων ἀφορώντων εἰς τὴν διαρρύθμισιν τῆς Πολιτείας, προκειμένου περὶ συνταγματικῶν ζητημάτων, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θὰ ἦτο ἀπαραίτητον στοιχεῖον διὰ τὴν κρίσιν περὶ τῆς ὀρθότητος τῶν διαφόρων διατάξεων θὰ ἦτο ἡ ἐφαρμογὴ αὐτῶν καὶ ἡ ἐν τῇ ἐφαρμογῇ δοκιμασία τῆς ἀξίας τῶν θεσμῶν. Καὶ διὰ τοῦτο λέγω ὅτι πᾶν ὅ,τι προτείνομεν πιθανότητάς τινας μόνον δύναται νὰ γεννᾷ ἐν ἡμῖν ὅτι καθιεροῖ τὸν καλύτερον τρόπον τῆς τοιαύτης διαρρυθμίσεως τῶν πραγμάτων. Βεβαιότατα δὲ καὶ ἡ ἐφαρμογὴ καὶ ἡ ἐκτέλεσις τῶν ἤδη ψηφιζομένων θὰ ἐνδείξῃ εἰς τὸ μέλλον ἂν καλῶς ἐνομοθετήσαμεν ἢ ἂν περιεπέσαμεν εἰς πλάνην, ἂν ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐνομοθετήσαμεν ψηφίζοντες διατάξεις συνταγματικὰς θὰ δέωνται εἰς τὸ μέλλον καὶ ἄλλης ἀναθεωρήσεως καὶ ἄλλης μεταβολῆς. Ὥστε δὲν δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ἐκ τῶν προτέρων ὅτι ἀνοικοδομοῦντες τὸ οἰκοδόμημα τὸ συνταγματικὸν τὸ καθηλώνομεν ἀσάλευτον καὶ ἀμετάβλητον εἰς τὸ διηνεκὲς καὶ διὰ παντός, διότι οἱ νόμοι οἱ συνταγματικοὶ δὲν εἶναι ἄψυχος ὕλη, τὴν ὁποίαν δύναταί τις εἰς ἓν οἰκοδόμημα νὰ τὴν καταστήσῃ ἀκίνητον καὶ ἀσάλευτον καὶ νὰ ἀπολαμβάνῃ μίαν αἰσθητικὴν ἀπόλαυσιν ἐν τῇ θέᾳ τοῦ ρυθμοῦ τοῦ ὡραίου οἰκοδομήματος. Εἶναι πράγματα ἔχοντα ὡς περιεχόμενον ἔμψυχον ὕλην, τὴν ὁποίαν πρόκειται νὰ προσαρμόσωμεν εἰς τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος καὶ ὡς τοιαῦτα ἐξέρχονται πολλάκις τῆς δικαιοδοσίας ἡμῶν τῶν νομοθετῶν. Ἀλλὰ παρὰ πάντα ταῦτα, καὶ ἐφόσον μᾶς εἶναι δυνατὸν νὰ προΐδωμεν τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ θεσμοῦ, νομίζω ὅτι ὁ καλύτερος τρόπος πρὸς ἄρσιν τῶν διαφωνιῶν εἶναι ὁ προτεινόμενος παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἀρχηγοῦ τῶν Προοδευτικῶν Φιλελευθέρων. Ἠκούσθη πρὸ ὀλίγου ἡ ἀντίρρησις ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον ἀρχηγὸν τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως» ὅτι, ἂν τὰ δύο Σώματα ἡνοῦντο διὰ τὴν ἄρσιν τῆς διαφωνίας, τοῦτο θὰ προσέδιδε κῦρος πολιτικὸν εἰς Σῶμα, τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει ἀφ’ ἑαυτοῦ, ὡς ἐκ τῆς προελεύσεως αὐτοῦ, τοιοῦτον κῦρος, καὶ δὲν πρέπει νὰ ἀσκῇ τοιοῦτον, καὶ ὅτι συνεπῶς θὰ ἀπέβαινε τὸ δεύτερον Νομοθετικὸν Σῶμα ἰσοδύναμον πρὸς τὸ Σῶμα τῆς Βουλῆς. Ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. ἀρχηγὸς τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως» νὰ φρονῶ ὅτι τοῦτο ὄχι μόνον μειονέκτημα ἐν τοῖς ἀποτελέσμασι δὲν θὰ ἀπετέλει, ἀλλὰ θὰ ἀπετέλει καὶ πλεονέκτημα· διότι, ἂν διὰ τῆς τοιαύτης ἑνώσεως προσεπορίζομεν νέον κῦρος πολιτικὸν εἰς τὸ δεύτερον Νομοθετικὸν Σῶμα, εὖ καὶ καλῶς θὰ ἐγίνετο τοῦτο· διότι δὲν λανθάνει τινὰ ἐξ ὑμῶν ὅτι τὸ δεύτερον Νομοθετικὸν Σῶμα, ὡς ἐν τῷ σχεδίῳ τῆς Ἐπιτροπῆς ἐμφανίζεται, ἔχει καί τινα πολιτικὴν δύναμιν, καίτοι δὲν ἀσκεῖ ἐπιρροὴν ἡ ψῆφος αὐτοῦ ἐπὶ τῆς τύχης τῆς Κυβερνήσεως. Διότι οὐδεὶς δύναται νὰ ἀρνηθῇ ὅτι καὶ ἐκ τῶν συζητήσεων αἵτινες θὰ διεξάγωνται ἐν τῷ Σώματι τούτῳ ὑπὸ τὸ ἄπλετον φῶς τῆς δημοσιότητος δὲν θὰ δύναται ἡ Γερουσία νὰ ἀσκήσῃ ἐπιρροήν τινα ἐπὶ τῆς τύχης τῆς Κυβερνήσεως. Ὅπως οὐδεὶς δύναται νὰ ἀρνηθῇ ὅτι καὶ ἄλλο βῆμα, βῆμα ἐξ ἐκείνων τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι νομοθετημένα διὰ τοῦ Συντάγματος ὡς ὄργανα τῆς Πολιτείας, τὸ βῆμα τῆς δημοσιογραφίας καὶ τὰ ἐκεῖθεν λεγόμενα, οὐδεὶς δύναται νὰ ἀρνηθῇ ὅτι καὶ ταῦτα ἀσκοῦσι, καὶ καλῶς ἀσκοῦσιν, ἐπιρροὴν ἐπὶ τῆς τύχης τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλ’ ἐπίσης δὲν πρέπει νὰ λησμονῇ τις ὅτι καὶ διὰ τοῦ σχεδίου τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον ὑπεβλήθη εἰς τὴν Συνέλευσιν, ἀναγνωρίζεται αὐτοτελὴς πολιτικὴ δύναμις εἰς τὴν Γερουσίαν, καὶ μάλιστα δύναμις ὑπερτέρα κατὰ πολὺ τῆς δυνάμεως τῆς Βουλῆς, διότι, κατ’ ἀπομίμησιν τοῦ Γαλλικοῦ Συντάγματος, εἰς τὴν Γερουσίαν ἀναγνωρίζεται διὰ τοῦ σχεδίου τῆς Ἐπιτροπῆς τὸ δικαίωμα τοῦ γνωμοδοτεῖν περὶ τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς. Καὶ τί ἄλλο εἶναι τοῦτο εἰμὴ δικαίωμα πολιτικόν, τὸ ὁποῖον ἀπονέμεται εἰς τὸ δεύτερον Νομοθετικὸν Σῶμα; Καὶ ἂν τὴν πολιτικὴν δύναμιν, τὴν ὁποίαν θὰ ἀντλῇ ἀπὸ τοῦ Συντάγματος, τὴν ἐνισχύσωμεν καὶ διὰ τῆς δυνάμεως τὴν ὁποίαν ἤθελε προσπορισθῆ ἐκ τῆς συνεργασίας αὐτοῦ μετὰ τῆς Βουλῆς εἰς περιπτώσεις διαφωνιῶν, τοῦτο, ὡς εἶπον πρὸ ὀλίγου, εὖ καὶ καλῶς θὰ ἐγίνετο, διότι θὰ ἦτο σύμφωνον πρὸς τὸν προορισμὸν τοῦ δευτέρου Νομοθετικοῦ Σώματος. Ἀλλὰ προσθέτω ὅτι καὶ ἂν ἀκόμη ἡ καταγωγὴ τῆς Γερουσίας θὰ εἶναι διάφορος ἀπὸ τὴν τῆς Βουλῆς, ἂν ἤθελε νομοθετηθῆ ὁ καταρτισμός της ὡς προτείνεται διὰ τοῦ σχεδίου, δὲν ἕπεται ἐντεῦθεν ὅτι ἡ Γερουσία εἶναι ὅλως ἐστερημένη παντὸς κύρους πολιτικοῦ, διότι θὰ προέλθῃ ἐξ ἐμμέσου ἐκλογῆς ἐκλεκτόρων ἐκλεγέντων ὑπὸ τοῦ λαοῦ ἐπὶ τούτῳ τῷ σκοπῷ, τῆς ἐκλογῆς τῶν γερουσιαστῶν. Λαϊκὴ θὰ εἶναι καὶ ἡ προέλευσις τῆς Γερουσίας, μὲ μόνην τὴν διαφορὰν ὅτι θὰ εἶναι ἔμμεσος ἡ ἐκλογή, καίτοι ἐγὼ ἀτομικῶς καὶ ἐν τῷ σημείῳ τούτῳ διεφώνησα πρὸς τὴν Ἐπιτροπὴν καὶ θὰ διατυπώσω ἀντίθετον γνώμην ὅταν ἔλθῃ ἡ ὥρα τῆς συζητήσεως τοῦ οἰκείου ἄρθρου, ὡς πρὸς τὸν τρόπον τῆς συγκροτήσεως τῆς Γερουσίας, τὸν ὁποῖον ἐπιθυμῶ λαϊκώτερον ἀκόμη, ἐξ ἀμέσου λαϊκῆς ἐκλογῆς. Ἀλλὰ λέγω ὅτι, καὶ ἂν ὁ τρόπος τῆς συγκριτήσεως νομοθετηθῆ ὡς ἐν τῷ σχεδίῳ ἐκτίθεται, ἔχει λαϊκὴν τὴν προέλευσιν ἡ Γερουσία καὶ δίκαιον εἶναι ὡς τοιαύτη νὰ ἀσκήσῃ καὶ πολιτικὴν ἐξουσίαν καὶ ἰσοδύναμον ἐν τούτῳ πρὸς τὴν Βουλὴν κατὰ τὴν ἄρσιν τῶν διαφωνιῶν. Ἀλλὰ μήπως ἐντεῦθεν κινδυνεύει νὰ ὑποστῇ μείωσίν τινα ἐν τῇ δικαιοδοσίᾳ αὑτῆς τῇ νομοθετικῇ ἡ Βουλή; Βεβαίως ὄχι, διότι κατ’ ἀνάγκην λογικὴν ἡ Βουλὴ θὰ ὑπερέχῃ κατ’ ἀριθμὸν τῆς Γερουσίας καὶ θὰ ἔχῃ τὴν κυριαρχικὴν γνώμην. Καίτοι, προκειμένης τῆς ἄρσεως μιᾶς διαφωνίας, ἐγὼ θὰ ἐπεθύμουν νὰ μὴ ἐλύοντο τὰ ζητήματα μόνον διὰ τῆς δυνάμεως τοῦ ἀριθμοῦ ἐν τῇ ἑνώσει καὶ διὰ τοῦτο ἐπρότεινα εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν καὶ ἤδη προτείνω ὅπως γίνῃ δεκτὸν τὸ σύστημα τοῦτο τῆς ἑνώσεως τῶν δύο Σωμάτων χωρὶς νὰ ἀποβλέπω εἰς τὴν ἀριθμητικὴν δύναμιν αὐτῶν, ἀλλ’ ἐν τῇ ἐλπίδι ὅτι ἐν τῷ ἑνιαίῳ τούτῳ Σώματι δὲν θὰ κατενέμοντο αἱ γνῶμαι κατὰ λόγον τῆς προελεύσεως τῶν μελῶν τοῦ Σώματος τούτου τοῦ ἑνιαίου καὶ δὲν θὰ ἐλύοντο τὰ ζητήματα διὰ τῆς ἀριθμητικῆς ὑπεροχῆς τῆς Βουλῆς ἀπέναντι τῆς Γερουσίας, ἀλλὰ θὰ ἐλύοντο ἐν ἀπουσίᾳ παντὸς esprit de corps ἀπὸ τὰ δύο Σώματα, ἐξαιρόμενα μέχρι τοῦ ὕψους ἐκείνου τὸ ὁποῖον τὸ συμφέρον τῆς Πατρίδος ἐπιβάλλει καὶ ἐν τῇ ἐλπίδι ὅτι ἀπὸ τῆς περιωπῆς τοῦ ὕψους αὑτοῦ θὰ ἐμελετᾶτο τὸ ἐπίμαχον ζήτημα ἐν πάσῃ ἀπουσίᾳ προκαταλήψεως, ἐν τελείᾳ ἠρεμίᾳ συνειδήσεως. Ἀλλὰ τὸ σύστημα τοῦτο, τῆς ἑνώσεως τῶν δύο Σωμάτων πρὸς ἄρσιν τῶν διαφωνιῶν, θὰ ἀπέβαινεν ἀτελὲς καὶ ἴσως ἐπιζήμιον ἄνευ τῆς συμπληρώσεως αὐτοῦ καὶ δι’ ἑτέρας τινὸς συνταγματικῆς προνοίας, ἀπαραιτήτου, κατὰ τὴν σκέψιν μου. Ὁσονδήποτε καὶ ἂν ἀντλοῦμεν θάρρος ἐκ τῆς πεποιθήσεως ὅτι τὰ δύο Σώματα, ὑψούμενα ἐν τῇ ἑνώσει των εἰς τὴν πλήρη συναίσθησιν τῶν νομοθετικῶν καθηκόντων αὐτῶν, θὰ παραιτῶσιν εἰς τὴν θύραν τῆς αἰθούσης τῶν κοινῶν συνεδριάσεων πάντα τὸν φόρτον τῆς ἰδίας των ὑπεροψίας ὡς περιττὸν καὶ ἐπιβλαβῆ καὶ ὅτι ἄνευ οὐδεμιᾶς προκαταλήψεως καὶ τοῦ κακῶς ἐννοουμένου esprit de corps θὰ ἐπιλαμβάνωνται τῶν ἐργασιῶν των, ἐν τούτοις ἔχομεν καθῆκον νὰ προπαρασκευάσωμεν διὰ συνταγματικῶν μέτρων τὴν τοιαύτην ὑπερτέραν ψυχικὴν προαίρεσιν παρὰ τοῖς δύο Σώμασι καὶ νὰ προδιαθέσωμεν τὰ Σώματα πρὸς αὐτήν. Τὸ εἰς τὸν σκοπὸν τοῦτον ἄγον μέσον εἶναι ἡ συγκρότησις μικτῶν Ἐπιτροπῶν ἐκ γερουσιαστῶν καὶ βουλευτῶν κατ’ ἀναλογίαν τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ αὐτῶν, αἵτινες Ἐπιτροπαί, ἐν περιπτώσει διαφωνίας ἐκλεγόμεναι, θὰ ἐπιλαμβάνωνται τῆς μελέτης καὶ ἐπεξεργασίας τοῦ ἐπιμάχου ζητήματος πρὸ τῆς παραπομπῆς αὐτοῦ εἰς τὸ ἑνιαῖον Νομοθετικὸν Σῶμα. Ἡ πεῖρα τοῦ παρελθόντος, κύριοι, μᾶς διδάσκει περὶ τῆς σκοπιμότητος τοῦ ἔργου τῶν Ἐπιτροπῶν εἰς πλείστας ὅσας περιστάσεις· διότι πολλάκις εἴδομεν ἐν αὐταῖς καὶ αὐτὰ ἀκόμη τὰ μέλη των τὰ εὑρισκόμενα ἐν ριζικῇ ἀντιθέσει ἀντιλήψεων καὶ γνωμῶν νὰ εὑρίσκουν ἐν τῇ συνεργασίᾳ τῶν Ἐπιτροπῶν τὴν μέσην ὁδὸν τὴν συμβιβάζουσαν τὰ διεστῶτα, εἴδομεν δ’ ἐπίσης πολλάκις καί τι πλέον, τοὺς ἐν ἀδιαλλάκτῳ πολιτικῇ ἀντιθέσει ἀντιμαχομένους νὰ λησμονοῦν ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ τὴν ὀξύτητα τοῦ πολιτικοῦ ἀνταγωνισμοῦ καὶ νὰ κρίνουν ἀντικειμενικῶς πλέον τὰ διάφορα ζητήματα καὶ κατὰ συνέπειαν νὰ δίδουν εἰς αὐτὰ κοινὴν σύμφωνον λύσιν. Διὰ τοῦτο, ἐγὼ τοὐλάχιστον, ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον τὸ ἔργον τῶν μικτῶν Ἐπιτροπῶν ἐκ γερουσιαστῶν καὶ βουλευτῶν θὰ ἀποβῇ λυσιτελέστατον πρὸς τὸν σκοπόν του προοδοποιοῦν τρόπον τινὰ τὴν ὑστέραν συμφωνίαν Βουλῆς καὶ Γερουσίας. Ἂν μέσα εἰς τὸν σάλον καὶ τὴν ὁρμὴν τῶν ὁμαδικῶν συζητήσεων, εἴτε ἐν τῇ Βουλῇ εἴτε ἐν τῇ Γερουσίᾳ, ὀλίγαι ἐλπίδες ὑπάρχουν νὰ ἐπικρατήσῃ πάντοτε τὸ πνεῦμα καὶ ἡ διάθεσις τῆς ἀντικειμενικῆς ἐξετάσεως τῶν πραγμάτων καὶ τῶν ἀπόψεων τῆς πραγματικῆς σκοπιμότητος τῶν προτεινομένων μέτρων, ἐν τούτοις μέσα εἰς τὸ ἤρεμον καὶ γαλήνιον περιβάλλον, ἐν τῷ ὁποίῳ ἐργάζονται αἱ Ἐπιτροπαί, ἐν μικρῷ ἀριθμῷ συγκροτούμεναι ἐκ τῶν ἐμπειροτέρων καὶ σωφρονεστέρων, μακρὰν δὲ τῶν δημοσίων καὶ χάριν τῆς δημοσιότητος γινομένων συζητήσεων, ὑπάρχει ἡ βάσιμος ἐλπὶς ὅτι θὰ ἐπικρατήσῃ ἡ φωνὴ τῆς λογικῆς καὶ ὄχι αἱ πολιτικαὶ ὁρμαὶ καὶ αἱ κομματικαὶ παρακελεύσεις. Διὰ τοῦτο φρονῶ ὅτι ἡ μέθοδος αὕτη τῆς προεπεξεργασίας τῶν ἀμφισβητουμένων θεμάτων ἐν μικταῖς Ἐπιτροπαῖς ἀποτελεῖ τὸ ἀναγκαῖον συμπλήρωμα τοῦ συστήματος τῆς ἑνώσεως τῶν δύο Νομοθετικῶν Σωμάτων εἰς ἑνιαῖον τοιοῦτον διὰ τὴν ἄρσιν τῶν διαφωνιῶν. Ἐπαναλαμβάνω, κύριοι, νὰ δηλώσω ὅτι παρὰ τοὺς στοχασμούς μου τούτους, οἵτινες μὲ πείθουν νὰ συνταχθῶ πρὸς τὸ σύστημα τὸ προτεινόμενον παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἀρχηγοῦ τῶν Προοδευτικῶν Φιλελευθέρων, δὲν παύω οὐχ ἧττον νὰ πιστεύω ὅτι ἡ κύρωσις τῆς ὀρθότητος τῶν τοιούτων θεσμῶν ὑπάρχει κατὰ μέγα μέρος εἰς τὴν πεῖραν τὴν ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς αὐτῶν ἀπορρέουσαν. Ἀλλ’ ἐφόσον εἶναι δυνατὴ ἡ πρόβλεψις περὶ τῆς πείρας ταύτης καταλήγω εἰς τὸ συμπέρασμα τῆς ὀρθότητος καὶ τῆς σκοπιμότητος τοῦ συστήματος τούτου. Ἂν μάλιστα ἡ ὕλη ἡ νομοθετικὴ κατατμηθῇ εἰς δύο μεγάλας σφαίρας, εἰς ὕλην δηλονότι νομοθετικὴν ἐπὶ τῶν σπουδαιοτάτων ζητημάτων, κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν ὁποίων θὰ γίνεται ἡ ἕνωσις αὕτη τῶν δύο Νομοθετικῶν Σωμάτων, ἵνα ἀπὸ κοινοῦ ἀποφαίνωνται, καὶ εἰς νομοθετήματα δευτερευούσης σημασίας, ἐπὶ τῶν ὁποίων θὰ εἶναι δυνατὸν ἐν περιπτώσει διαφωνίας, καὶ ἐπανερχομένου τοῦ παρὰ τῆς Γερουσίας τροποποιηθέντος ἢ καὶ ἀπορριφθέντος μέτρου εἰς τὴν Βουλήν, νὰ ψηφίζεται τοῦτο ὑπὸ τῆς Βουλῆς, τὰ πράγματα ἤθελον ἁπλοποιηθῆ. Οὕτω τὰ πράγματα κατὰ τὸ δυνατὸν συμβιβάζονται καὶ καταλήγομεν εἰς τὸ εὐκταῖον ἀποτέλεσμα, εἰς τὴν ἀπροσωπόληπτον καὶ ἀπροκατάληπτον συνταύτισιν γνωμῶν τῶν Νομοθετικῶν Σωμάτων, ἡνωμένων δὲ εἰς ἓν κατὰ τρόπον ὥστε οὔτε τοῦ ἑνὸς Σώματος οὔτε τοῦ ἑτέρου τὸ κῦρος νὰ μειοῦται· τοὐναντίον νὰ ἐξαίρεται καὶ νὰ προβιβάζεται. Διότι δὲν θ’ ἀπολίπῃ τὰ μέλη τοῦ Σώματος τούτου ἡ συνείδησις ὅτι ἐκ τῆς ἀποτελεσματικῆς συνεργασίας ταύτης θὰ προκύψῃ ἡ στερέωσις τοῦ πολιτεύματος καὶ τοῦ νέου θεσμοῦ, τὸν ὁποῖον εἰσάγομεν διὰ τοῦ Συντάγματος, ἡ στερέωσις τῆς Γερουσίας, ἡ ὁποία ἀληθῶς εἶναι ἀπαραίτητος ὀργανισμὸς ἐν τῇ Πολιτείᾳ, διὰ τὴν καλὴν λειτουργίαν τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσίας· διότι δὲν εἶναι μόνον διυλιστήριον τῶν νόμων ἡ Γερουσία, ὥς τινες ἀπεκάλεσαν αὐτήν, διότι δὲν θὰ διϋλίζῃ τοὺς νόμους, ἀλλὰ καὶ θὰ τοὺς ψηφίζῃ ἀπὸ κοινοῦ μετὰ τῆς Βουλῆς, τοὐλάχιστον τοὺς νόμους ἐκείνους, διὰ τοὺς ὁποίους εὔλογος καὶ ἀπὸ συνειδήσεως χρηστῆς προκύπτει διαφωνία, ἵνα χρήζῃ αὕτη ἰδιαιτέρας προνοίας τοῦ συνταγματικοῦ νομοθέτου. Ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως» ψέγει τὴν διάταξιν τὴν ἐν τῷ σχεδίῳ τοῦ ἄρθρου 8 κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἀπαιτῆται ἡ πλειονοψηφία τῶν 11)20 ἵνα ἡ Βουλὴ ἀπορρίπτῃ σχέδιον νόμου παρὰ τῆς Γερουσίας ψηφισθέν. Ὀρθῶς δὲ ὑποβάλλει τὴν παρατήρησιν ὅτι εἶναι δυσχερὲς ἵνα συγκεντρώσῃ τὸ πλειονοψηφοῦν κόμμα καὶ νὰ ἔχῃ παροῦσαν ἐνταῦθα ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ τὴν πλειονοψηφίαν τῶν 11)20, ἵνα διὰ τῆς πλειονοψηφίας ἐπιτύχῃ τὴν ψήφισιν νόμου ἀπορριφθέντος παρὰ τῆς Γερουσίας. Ἀλλ’ ἀκριβῶς ἡ δυσχέρεια, ἡ ὁποία εἶναι πραγματικῶς ἀληθής, ἡ δυσχέρεια αὕτη μὲ ἄγει εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι ἡ ὁδὸς ἡ μόνη ὀρθή, διὰ τῆς ὁποίας θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἀρθῇ ἡ διαφωνία, εἶναι ἡ ὁδὸς ἡ διὰ τῆς ἑνώσεως τῶν δύο Σωμάτων. Ἀπὸ τῆς ἀπόψεως ταύτης, κύριοι, δὲν ἔχω νὰ προσθέσω ἄλλο τι, ὀφείλω ὅμως, καταλήγων, νὰ ἐπαναλάβω τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ διατυπώσω καὶ ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ, ὅτι διὰ τοῦ συστήματος τῆς ἑνώσεως τῶν δύο Σωμάτων δὲν θεμελιοῦται ἀπαρασαλεύτως εἰς τὸ μέλλον ὁ σκοπιμώτερος τρόπος τῆς ἄρσεως τῶν διαφωνιῶν, ἐν ὅσῳ τὰ περὶ τούτου εἶναι ζητήματα ἐφαρμογῆς καὶ δοκιμασίας. Ἀλλὰ κατὰ τὴν ἀντίληψίν μου ἐκ τῶν μέχρι τοῦδε δεδομένων ἡ προτεινομένη λύσις εἶναι ἡ μόνη ἀσφαλὴς τὴν ὁποίαν ὀφείλει ἡ Συνέλευσις νὰ ἀκολουθήσῃ μὲ τὴν πρόβλεψιν καὶ τὴν ἐπιφύλαξιν ὅτι, ἂν δεήσῃ εἰς τὸ μέλλον νὰ ἐπέλθῃ μεταρρύθμισις, τὸ πρᾶγμα θὰ εἶναι εὐχερές, ἀφοῦ θὰ ἔχωμεν εἰς τὸ μέλλον τὴν Συνέλευσιν παροῦσαν διὰ πᾶσαν ἀναγκαίαν συνταγματικὴν μεταρρύθμισιν.
§138ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις ἀναβάλλεται δι’ αὔριον. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Συνέλευσιν ὅτι ὑπεβλήθη ὑπὸ τοῦ κ. Α. Μπακάλμπαση πρότασις νόμου «περὶ ἀπαλλαγῆς ἀπὸ τοῦ φόρου τῆς δεκάτης ἐν Δυτικῇ Θρᾴκῃ λόγῳ θεομηνίας κλπ.». Ἀνακοινῶ ὅτι κατηρτίσθησαν αἱ ἑξῆς Ἐπιτροπαί: 1ον). Ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῆς ἀφορώσης τὰ ταμεῖα Ἀμύνης οἰνοπαραγωγῆς νομοθεσίας» οἱ κ.κ. 1) Μ. Τσαρλαμπᾶς, 2) Γ. Σολδάτος, 3) Α. Πρέκας, 4) Α. Δαργέντας, 5) Π. Μαζαράκης, 6) Κ. Γόντικας, 7) Χ. Φακῆς, 8) Α. Δενδρινὸς καὶ 9) Π. Παναγιώτου. 2ον). Ἐπὶ τῆς προτάσεως νόμου «περὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου τοῦ κυρώσαντος τὸ ἀπὸ 22 Αὐγούστου 1924 Ν.Δ. περὶ ἐξαγωγικοῦ ἐμπορίου τῆς σταφίδος» οἱ κ.κ. 1) Π. Μερλόπουλος, 2) Π. Πετρίδης, 3) Α. Ἀναγνωστόπουλος, 4) Κ. Γόντικας, 5) Α. Μάρκου, 6) Μ. Βυζᾶς, 7) Α. Μυλωνᾶς, 8) Γ. Τσακανίκας, 9) Χ. Ἀλαμανῆς, 10) Χ. Φακῆς, 11) Γ. Ἀργυρόπουλος, 12) Κ. Δρούλιας, 13) Ι. Ταρσούλης, 14) Π. Πετροπουλάκης, 15) Ι. Σολιώτης, 16) Π. Καλαντζόπουλος, 17) Ν. Καλλιοντζῆς, 18) Τ. Ἀναστασίου, 19) Θ. Γεῦσκος, 20) Γ. Λουπινᾶς, 21) Κ. Βουδούρης, 22) Β. Ἀλεβιζάτος, 23) Η. Μεϊντάνης, 24) Π. Ἀραβαντινός, 25) Α. Νιφοράτος, 26) Α. Ταβουλάρης, 27) Σ. Ἠλιόπουλος. 28) Μ. Τσαρλαμπᾶς, 29) Σ. Γεωργιλαδάκης, 30) Γ. Ροδόπουλος καὶ 31) Δ. Μαργέτης. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς Νομοθετικῆς Ἐργασίας Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συστάσεως Γενικῆς Διευθύνσεως ἐν τῷ ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν».
§139Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Ἐγὼ θὰ ἤθελον αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον νὰ διασκευασθῇ καλύτερον.
§140Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἂς ψηφισθῇ ἀπόψε εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν καὶ ὑποβάλετε τὰς γνώμας σας. (Ψηφίζεται εἰς πρώτην κατ’ ἄρθρον συζήτησιν).
§141ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ δεύτερον, τρίτον καὶ τέταρτον τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως ἀναβάλλονται. Ἐρχόμεθα εἰς τὸ πέμπτον. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου περὶ Ἀστυνομίας Πόλεων καὶ μερικῆς ἐπεκτάσεως ἐν Ἀθήναις».
§142Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Κύριε Ὑπουργέ, δύο λέξεις, παρακαλῶ, ἐπεθύμουν νὰ εἴπω. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι ἡ Ἀστυνομία Πόλεων εἶναι ἐκλεκτή, δὲν ἦτο δυνατὸν παρὰ νὰ εἶναι ἐκλεκτή, ἀφοῦ ὠργανώθη ἀπὸ ἀντιπροσώπους τῆς Ἀγγλικῆς Ἀστυνομίας, ἀλλ’ εἶναι δύο ζητήματα εἰς τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ προσέξωμεν. Εἰς τὸ ζήτημα τῆς δημοσίας ἀσφαλείας πρέπει ἑκάστη Συνέλευσις νὰ ἔχῃ ἐλευθερίαν μεγαλυτέραν ὅπως δύναται νὰ προσλαμβάνῃ στρατιωτικὴν ἐνίσχυσιν. Δεύτερον νομίζω ὅτι ὑπάρχουν εἰς τὴν Ἀστυνομίαν Πόλεων στελέχη ἄριστα, πάντως ὅμως φρονῶ ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ προσθήκη καὶ εἰς αὐτά.
§143Γ. ΚΟΝΔΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Θὰ ψηφισθῇ καὶ ὀργανισμὸς τῆς Χωροφυλακῆς ὁ ὁποῖος θὰ ἀνακαινίσῃ τὸ Σῶμα ἐξ ὁλοκλήρου καὶ θὰ κανονίζῃ τὰς σχέσεις αὐτοῦ καὶ τοῦ Σώματος τῆς Ἀστυνομίας Πόλεων. Δὲν εἶναι ἀληθὲς ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐπιστεύθη, ὅτι διὰ τῆς ἐγκαταστάσεως τῆς Ἀστυνομίας Πόλεων ἡ Χωροφυλακὴ θὰ φύγῃ· θὰ παραμείνῃ ἐδῶ ἡ Χωροφυλακὴ καὶ δύναμις μάλιστα μεγαλυτέρα ἀπὸ ὅ,τι εἶναι σήμερον καὶ ἑπομένως καὶ ἱκανωτέρα. Συνεπῶς τὸ νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ ψηφισθῇ εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν δὲν προβλέπει παρὰ λεπτομερειακά τινα ζητήματα διὰ τὴν λειτουργίαν τῆς Ἀστυνομίας Πόλεων.
§144Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ. Ἐκ τῆς εἰσαγωγῆς ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς τῶν λεπτομερειακῶν αὐτῶν ζητημάτων θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξετασθῇ μία ἄποψις, ἡ ὁποία ἔχει ὑποβληθῆ διὰ τροπολογίας. Αὕτη εἶναι ἡ ἄποψις τῶν ἀξιωματικῶν τῆς Χωροφυλακῆς, οἱ ὁποῖοι κατὰ τὸν χρόνον καθ’ ὃν συνέστη τὸ Σῶμα τῆς Ἀστυνομίας Πόλεων ὑπέβαλον αἰτήσεις περὶ κατατάξεως καὶ αὐτῶν εἰς τὸ Σῶμα τῆς Ἀστυνομίας Πόλεων. Θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ ἤδη δεκτὴ ἡ τροπολογία αὕτη, ὥστε νὰ παρέχηται ἡ εὐκολία εἰς τὸν Ὑπουργὸν νὰ προσλαμβάνῃ ἐξ αὐτῶν, διότι καθ’ ὃν χρόνον συνέστη τὸ Σῶμα τῆς Ἀστυνομίας Πόλεων δὲν ἐλήφθη ὑπ’ ὄψιν ἡ ἀναφορὰ ἀξιωματικῶν τῆς Χωροφυλακῆς, οἱ ὁποῖοι εἶναι καθ’ ὅλα ἄξιοι, διότι οἱ ἀξιωματικοὶ ἐκεῖνοι δὲν ἐφρόνουν ὅσα ἐφρόνουν οἱ κυβερνῶντες. Νομίζω ὅτι διὰ τῆς τροπολογίας δίδεται ἡ εὐκαιρία, ἀλλὰ καὶ τὸ δικαίωμα εἰς τὸν Ὑπουργὸν νὰ περιλάβῃ καὶ τούτους εἰς τὸ Σῶμα.
§145Γ. ΚΟΝΔΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Πρόκειται περὶ δύο ἀνωτέρων ἀξιωματικῶν τῆς Χωροφυλακῆς, οἱ ὁποῖοι εἶχον ὑποβάλει τότε αἰτήσεις. Ἡ τροπολογία ἔχει βάσιν βεβαίως, ἀλλ’ ἐπιθυμῶ νὰ μελετήσω ἀκόμη τὰ ζητήματα αὐτά, διότι ἡ περίπτωσις αὕτη δύναται νὰ δημιουργήσῃ ἀδικήματα, δεδομένου ὅτι ἐνδέχεται νὰ παραγκωνισθῶσιν ἄλλοι ἀξιωματικοί. Δι’ αὐτὸ θὰ παρακαλέσω νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ καὶ ἂν ὑπάρχῃ ἀνάγκη, ἂν θεωρηθῇ χρήσιμον διὰ τὸ Σῶμα Ἀστυνομίας Πόλεων, νὰ μετατεθοῦν εἰς αὐτὸ ἀξιωματικοὶ τῆς Χωροφυλακῆς, θὰ γίνῃ καὶ αὐτό.
§146ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις κηρύσσεται περατωμένη.
§147ΠΛΕΙΣΤΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Δεκτόν, δεκτόν. (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον).
§148ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 6 τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως «περὶ χαρακτηρισμοῦ ἐθνικῶν ὁδῶν».
§149Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Νὰ ἀναβληθῇ, νὰ ἀναβληθῇ.
§150ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται.
§151Ι. ΒΑΛΑΛΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Διατί νὰ ἀναβληθῇ;
§152ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἂν δὲν πρόκειται νὰ ὑπάρξῃ ἀντίρρησις, δὲν ἀναβάλλεται.
§153Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Πρέπει νὰ περάσῃ αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον, ἂν καὶ δὲν μὲ ἀφορᾷ.
§154Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἀφήσατε νὰ περάσῃ, διότι δὲν θὰ κάμωμεν μισὸν δρόμον.
§155Ι. ΒΑΛΑΛΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Διατί νὰ μὴ συζητηθῇ; Ἔχει κανεὶς ἀντίρρησιν;
§156Γ. ΚΙΑΓΙΑΣ. Ὑπάρχει ἀντίρρησις ἐκ μέρους τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως».
§157Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Καὶ ἐκ μέρους ἐμοῦ.
§158ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. Συζήτησις ἐπὶ τοῦ σχεδίου ψηφίσματος «περὶ παροχῆς προσωρινοῦ ἐπιδόματος εἰς τοὺς συνταξιούχους».
§159Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Μίαν δήλωσιν, κύριε Πρόεδρε, θὰ κάμω. Κύριοι πληρεξούσιοι, ὡς παρεκάλεσα καὶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν ἐπὶ παρουσίᾳ καὶ τοῦ Διευθυντοῦ τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, παρακαλῶ καὶ τὴν Συνέλευσιν, ἐπειδὴ δὲν εἶμαι ἄνθρωπος νὰ παρακολουθῶ τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν, ἂν εἰς τὸ ψήφισμα αὐτὸ ἢ ὁπουδήποτε ἀλλοῦ ἐμβῆκε καμμία διάταξις ἡ ὁποία νὰ ἀφορᾷ ἐμέ, παραιτοῦμαι ἐκ τῶν προτέρων, ἐπιφυλάσσομαι δέ, ὅταν θὰ ψηφισθοῦν αἱ διατάξεις περὶ μονίμων βαθμῶν κλπ., νὰ ἐκφέρω τὴν γνώμην μου. Τὸ λέγω διὰ νὰ εἶμαι ἐν τάξει, διότι δὲν ἠμπορῶ νὰ παρακολουθῶ τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν.
§160Ε. ΖΥΜΠΡΑΚΑΚΗΣ. Κύριοι πληρεξούσιοι, εἰς ὅλους τυγχάνει γνωστὴ ἡ οἰκτρὰ οἰκονομικὴ κατάστασις τῶν συνταξιούχων. Ἐν τοσούτῳ τὸ Κράτος παρημέλησεν ἐντελῶς αὐτοὺς καὶ δὲν τοὺς ἔλαβε διόλου ὑπ’ ὄψιν, ἔπρεπε δὲ νὰ διαμαρτυρηθοῦν ἐπανειλημμένως διὰ νὰ ληφθοῦν κάπως ὑπ’ ὄψιν. Ἡ Κυβέρνησις ὑπέβαλε ψήφισμα εἰς τὸ ὁποῖον ἐθέσπιζε τὴν αὔξησιν τῶν συντάξεων πρὸς 125% διὰ τοὺς ἀξιωματικοὺς καὶ τὴν αὐτὴν κλίμακα ἠκολούθησε καὶ διὰ τοὺς πολιτικοὺς ὑπαλλήλους. Ἐν τούτοις κατὰ κακὴν τύχην καὶ κατὰ περίεργον τρόπον εὑρέθησαν καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἀσθενεῖς κατὰ τὰς παραμονὰς τῆς διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς Συνελεύσεως, οὕτω δὲ τὸ ψήφισμα ἐκεῖνο δὲν ἐψηφίσθη.
§161Α. ΠΡΑΝΤΟΥΝΑΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§162Ε. ΖΥΜΠΡΑΚΑΚΗΣ. Λοιπὸν ἀνεβλήθη ἡ συζήτησις λόγῳ τῆς ἀσθενείας τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ καὶ ἀνεβλήθη πρὸς βλάβην αὐτῶν τῶν συνταξιούχων, οἱ ὁποῖοι ἀνέμενον κατὰ τὰς ἑορτὰς αἱ ὁποῖαι ἐπέκειντο νὰ φάγουν καὶ αὐτοὶ ὀλίγον κρέας καὶ ὀλίγον ψωμὶ ἄσπρον. Ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν εἶχον αὐτὴν τὴν τύχην. Τὸ λέγω, κύριε Πρόεδρε, διότι σεῖς ἔρχεσθε καθημέραν μὲ αὐτοκίνητον καὶ ἐξοδεύετε εἰς τὸ Ξενοδοχεῖον τῆς Ἀγγλίας τουλάχιστον 700 δραχμὰς ἡμερησίως, καὶ δὲν λαμβάνετε ὑπ’ ὄψιν τοὺς ὅρους ὑπὸ τοὺς ὁποίους ζοῦν αὐτοὶ οἱ δυστυχεῖς.
§163Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Σᾶς λέγω ὅτι ἐγὼ ἀπεφάσισα τὸν μισθὸν ὁλόκληρον τὸν ὁποῖον λαμβάνω νὰ τὸν διαθέτω τὴν Κυριακὴν διὰ νὰ παίρνω ὀλίγον ἀέρα. Ὑποθέτω ὅτι αὐτὸ δὲν θὰ....
§164Ε. ΖΥΜΠΡΑΚΑΚΗΣ. Κάθε ἄλλο. Θέλω νὰ εἴπω ὅτι οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ πεινοῦν καὶ δὲν τοὺς ἔλαβε κανεὶς ὑπ’ ὄψιν καὶ θέλω ἀκόμη νὰ προσθέσω ὅτι, ἐνῷ ἐζητήσαμεν τὴν καλυτέρευσιν τῆς θέσεως τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν καὶ ἡ Κυβέρνησις ὑπεσχέθη ὅτι ἀπὸ τὸν Δεκέμβριον θὰ ἤρχιζεν ἡ αὔξησις τῶν συντάξεων, ἐν τούτοις οὐδὲ τὸν Δεκέμβριον οὐδὲ τὸν Ἰανουάριον ἔγινε τοῦτο, καὶ ἀκόμη τώρα ποὺ ἔχομεν Φεβρουάριον δὲν ἐκανονίσθη τὸ ζήτημα. Δυστυχῶς δὲ ἐκβιαζόμεθα σήμερον νὰ ὑποκύψωμεν εἰς τὸ ψήφισμα τῆς Κυβερνήσεως, διότι, ὡς ἐδήλωσεν ἡ Κυβέρνησις, εἶναι ἀδύνατον νὰ ψηφισθῇ ἄλλο. Καὶ διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὴν Συνέλευσιν ὅπως τὸ ταχύτερον ψηφισθῇ τοῦτο διὰ νὰ ἀνακουφισθοῦν ὀλίγον οἱ ἄνθρωποι αὐτοί.
§165ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δαργέντας ἔχει τὸν λόγον.
§166Ε. ΖΥΜΠΡΑΚΑΚΗΣ. Ἄς μὴ γίνῃ συζήτησις. Νὰ ψηφισθῇ, κύριε Πρόεδρε.
§167ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Ὑπάρχει μία τροπολογία ἐκ μέρους τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἡ ὁποία λέγει ὅτι ἐντὸς μηνὸς θὰ κανονισθῇ τὸ ζήτημα. Διὰ νὰ λείψῃ ἡ συζήτησις.
§168Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Πῶς θὰ λείψῃ ἡ συζήτησις;
§169Γ. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ἂν δέχεται ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ μὴ γίνῃ διὰ Διατάγματος, ἀλλὰ νὰ ἔλθῃ ἐδῶ τὸ ζήτημα, τότε μάλιστα.
§170Α. ΔΑΡΓΕΝΤΑΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ἔχω ἐντολὴν ἀπὸ Ὀργανώσεις συνταξιούχων νὰ δηλώσω ὅτι ἐν ᾗ περιπτώσει πρόκειται νὰ ψηφισθῇ ὡς ἔχει τὸ ψήφισμα, προτιμοῦν νὰ μὴ ψηφισθῇ καθόλου, διὰ νὰ ἀποθάνουν ἀληθῶς τῆς πείνης. Ἐφόσον ἔχω τοιαύτην ἐντολήν, ὀφείλω νὰ τὴν ἐκπληρώσω. Νομίζω δὲ ὅτι τοιοῦτον ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἐνδιαφέρει μίαν τάξιν Ἑλλήνων πολιτῶν ἀριθμοῦσαν δεκάδας χιλιάδων ψυχῶν, δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ψηφισθῇ καθ’ ἣν στιγμὴν δὲν ὑπάρχει οὔτε τὸ ἓν πέμπτον τῶν μελῶν τῆς Συνελεύσεως...
§171Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐνδιαφέρει τὴν Συνέλευσιν, κύριε συνάδελφε, τὸ ποσὸν τῆς αὐξήσεως τῶν συντάξεων. Τὴν ἐνδιαφέρει ἡ διάταξις ὅτι ἐντὸς μηνὸς θὰ κανονισθῇ ὁριστικῶς τὸ ζήτημα τῶν ἀποδοχῶν τῶν ὑπαλλήλων καὶ τῶν συντάξεων.
§172Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐντὸς μηνὸς ἡ Κυβέρνησις θὰ κανονίσῃ τὰς συντάξεις ὁριστικῶς.
§173Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Μετὰ τὴν δήλωσιν αὐτὴν δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη συζητήσεως. Θὰ ἔλθωμεν ἐδῶ καὶ θὰ δηλώσωμεν τότε ὅτι αὐτὰ ἔχει νὰ δώσῃ τὸ Κράτος.
§174Α. ΔΑΡΓΕΝΤΑΣ. Κύριε Ὑπουργέ, μετὰ τὴν παρέλευσιν τῆς προθεσμίας αὐτῆς τὴν ὁποίαν τάσσει τὸ ψήφισμα τί γενήσεται ἂν ἡ Ἐπιτροπὴ δὲν καταλήξῃ εἰς ἀποτέλεσμα ἢ ἂν δὲν φέρετε τὸ νομοσχέδιον;
§175Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐντὸς ἑνὸς μηνὸς ἡ Ἐπιτροπὴ θὰ φέρῃ ἓν πόρισμα περὶ τῶν συντάξεων, ἡ δὲ Κυβέρνησις διὰ Διατάγματος θὰ κανονίσῃ τὰς συντάξεις. Αὐτὸ θὰ γίνῃ μετὰ τὸ πόρισμα τῆς Ἐπιτροπῆς.
§176Α. ΔΑΡΓΕΝΤΑΣ. Δὲν νομίζετε, κύριε Ὑπουργέ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἀκούσῃ καὶ τὰς ἀντιλήψεις τῶν συνταξιούχων;
§177Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Μοὶ ἐπιτρέπετε; Πρέπει νὰ γνωρίζητε σαφῶς ὅτι δὲν ἐννοῶ νὰ γίνῃ καμμία ἐπιβάρυνσις τοῦ Προϋπολογισμοῦ χωρὶς νὰ γνωρίζωμεν συγχρόνως ὅτι θὰ ὑπάρχῃ καὶ ἀνάλογον ἀντίκρυσμα, διότι ἡ ἀντίθετος πολιτικὴ μᾶς ἤγαγε σήμερον εἰς ἓν ἔλλειμμα μέγιστον καὶ ἐκλόνισε σοβαρώτατα τὴν πίστιν τοῦ Κράτους. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀκολουθήσωμεν ἄλλην πολιτικὴν ἀπὸ ἐκείνην τὴν ὁποίαν ἀκολουθοῦμεν. Θὰ γίνῃ μία Ἐπιτροπὴ ἡ ὁποία θὰ ἐξετάσῃ τὸ ζήτημα, καὶ τὸ ἀποτέλεσμα τῆς μελέτης τῆς Ἐπιτροπῆς θὰ κυρωθῇ διὰ Διατάγματος. Τὸ μέτρον εἶναι προσωρινόν, μόνον δι’ ἕνα μῆνα. Ἐρχόμεθα καὶ δίδομεν μίαν προσωρινὴν ἀνακούφισιν εἰς τοὺς συνταξιούχους. Τὸ λέγει τὸ νομοσχέδιον: προσωρινὸν ἐπίδομα. Ἐματαιώσατε τὴν ψήφισιν κατὰ τὸν Δεκέμβριον. Τότε εἶχον παρακαλέσει νὰ ψηφισθῇ, διότι ἦσαν πολὺ καλύτερα τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους καὶ ἴσως ἡ ἀναβολὴ ἦτο καλυτέρα διὰ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν. Ἂν θέλετε καὶ σήμερον νὰ μὴ ψηφισθῇ, τὸ ἀποτέλεσμα θὰ εἶναι ὅτι δὲν θὰ δώσωμεν μίαν ἀνακούφισιν εἰς τοὺς συνταξιούχους, πράγματι ὑποφέροντας οἰκονομικῶς.
§178Α. ΠΡΕΚΑΣ. Ἐγὼ εἶμαι σύμβουλος εἰς τὸν Σύνδεσμον τῶν ἀποστράτων ἀξιωματικῶν, οἱ ὁποῖοι κατόπιν συζητήσεως μοὶ εἶπον ὅτι προκειμένου νὰ ἱκανοποιηθῶμεν δεχόμεθα νὰ ψηφισθῇ τὸ ψήφισμα.
§179Α. ΔΕΝΔΡΙΝΟΣ. Νομίζω ὅτι πρέπει νὰ σχηματισθῇ μία Ἐπιτροπὴ ἡ ὁποία νὰ φροντίσῃ ὅπως δοθῶσιν ὅλαι αἱ αὐξήσεις αἱ ὁποῖαι ἐδόθησαν εἰς τοὺς ὑπαλλήλους τῶν Ὑπουργείων ὅλων τῶν κλάδων καὶ νὰ τεθῇ μία βάσις μὲ ἕνα μισθὸν τοῦ 1914–1915 καὶ διὰ τοὺς συνταξιούχους καὶ δι’ ὅλους τοὺς ὑπαλλήλους.
§180Γ. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Κύριοι πληρεξούσιοι, λαμβάνω τὸν λόγον διότι ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι ἡ Κυβέρνησις οὐδέποτε μέχρι σήμερον ἐσκέφθη σοβαρῶς πρὸς ἐνίσχυσιν τῆς πασχούσης τάξεως τῶν συνταξιούχων. Δὲν ἐσκέφθη δὲ σοβαρῶς, διότι πιεσθεῖσα ὑπὸ τῆς ἀνάγκης ὑπέβαλε ψήφισμα τὸ ὁποῖον, ἐνῷ ἐπιγράφεται «περὶ προσωρινοῦ ἐπιδόματος εἰς τοὺς συνταξιούχους», δὲν εἶναι ἄλλο τι παρὰ φορολογικὸν νομοσχέδιον τῶν ἐν ἐνεργείᾳ ἀξιωματικῶν, τοὺς ὁποίους ταχυδακτυλουργικῶς φορολογεῖ μὲ τὸν βαρύτατον φόρον τῶν 22%.
§181ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις, διότι δὲν εἴμεθα ἐν ἀπαρτίᾳ.
§182Γ. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου τὸ Κράτος εἰσπράττει παρὰ τῶν ἐν ἐνεργείᾳ ἀξιωματικῶν 90,000,000 δραχμῶν, δίδει δὲ ἐξ αὐτῶν ὑπὲρ τῶν συνταξιούχων μόνον 45.000.000 δραχμῶν. Τί γίνονται τὰ ὑπόλοιπα, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν;
§183Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Εἰς τὴν τσέπην. (Ἱλαρότης).
§184Γ. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Αὐτὸ λέγω καὶ ἐγώ, κύριε Ὑπουργέ, ὅτι παρουσιάσατε ψήφισμα τὸ ὁποῖον ἀποδεικνύει σαφέστατα ὅτι οὐδέποτε ἐσκέφθητε σοβαρῶς πρὸς θεραπείαν τῶν ἀναγκῶν τῶν συνταξιούχων. Ὠθούμενοι ὑπὸ τῆς ἀνάγκης τῶν πραγμάτων τὴν τελευταίαν στιγμὴν ὑπεβάλατε τὸ ὑπὸ συζήτησιν ψήφισμα, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπεβαρύνετε μόνον τοὺς ἐν ἐνεργείᾳ ἀξιωματικοὺς ὄχι μόνον διὰ τοὺς συνταξιούχους ἀλλὰ καὶ διὰ τὰ θύματα πολέμου καὶ τοὺς ἀναπήρους. Ἐνταῦθα ἔγκειται ἡ ταχυδακτυλουργία, κύριε Ὑπουργέ. Δὲν εἶναι δυνατὸν μηδὲ δίκαιον νὰ φορολογῆται τόσον ἀπηνῶς μία τάξις, ἡ τῶν ἀξιωματικῶν, διὰ νὰ ἐκπληρώσῃ τὸ Κράτος τὰς πρὸς τὰ θύματα πολέμου καὶ πρὸς τοὺς ἀναπήρους ὑποχρεώσεις του. Ἔχει καθῆκον τὸ Κράτος, κύριε Ὑπουργέ, διὰ μίαν κρατικὴν ἀνάγκην νὰ φορολογήσῃ ἐξ ἴσου ὅλας τὰς τάξεις καὶ ὄχι μίαν. Αὐτὸ καλεῖται Κράτος, κύριε Ὑπουργέ.
§185Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Αὐτὰ τὰ ὁποῖα λαμβάνουν οἱ ὑπάλληλοι καὶ οἱ συνταξιοῦχοι, ὅλα αὐτὰ δὲν δίδονται ὑπὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ;
§186Γ. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Δὲν ἐσκέφθη, ἐπαναλαμβάνω, ὁ κ. Ὑπουργὸς ποτὲ διὰ τοὺς συνταξιούχους· διότι τὴν στιγμὴν καθ’ ἣν ἠσθάνθη τὴν χεῖρά του ἀδρανοῦσαν διὰ νὰ τὴν καταφέρῃ ἐφαρμόζων τὸν νόμον ἐναντίον ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ὀφείλουσιν ἐκ φόρων εἰς τὸ Κράτος πλέον τῶν 500,000,000, ὡς ὑπέδειξαν οἱ κ.κ. Θ. Χαβίνης καὶ Κ. Βουδούρης....
§187Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Εἶναι βεβαιωμένοι;
§188Γ. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Μάλιστα, κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, βεβαιωμένοι.... τὴν ἰδίαν στιγμὴν ἠσθάνθη τὴν χεῖρά του νευρωδεστάτην ἵνα τὴν καταφέρῃ ἐναντίον τῶν μετοχικῶν ταμείων, παραβαίνων ῥητὸν νόμον διὰ μιᾶς ὑπουργικῆς διαταγῆς ὡς ἄλλος Τσάρος. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε, κύριοι πληρεξούσιοι, νὰ σᾶς ἀναγνώσω τὴν διαταγήν (ἀναγινώσκει).... Ἐν τίνι δικαιώματι, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐξεδώσατε τὴν διαταγὴν ταύτην παραβαίνοντες τὸν νόμον καθ’ ἣν στιγμὴν ὑπάρχει καὶ ἀπόφασις τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου, κανονίσαντος τὸ ζήτημα ῥητῶς καὶ σαφέστατα, ἐπὶ πλέον δὲ ὑπάρχει διαταγὴ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὡς Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ὁ ὁποῖος διατάσσει τὴν ἔκδοσιν τῶν ἐνταλμάτων συμφώνως τῷ νόμῳ, ὡς ἐπίσης καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας; Καὶ πῶς κατόπιν τούτων ἔρχεσθε σεῖς καὶ διατάσσετε νὰ μὴ ἐκδοθῶσι, παραβαίνοντες τὸν νόμον; Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ Κράτος, κύριε Ὑπουργέ, ὅταν σεῖς πρῶτος παραβαίνετε τοὺς νόμους. Ἂν νομίζετε ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς δὲν πρέπει νὰ ὑπάρχῃ, καταργήσατέ τον. Ἐφόσον ὅμως ὑπάρχει, ἔχετε ἱερὰν ὑποχρέωσιν, καὶ ὡς πολίτης, ἀλλὰ κατὰ περισσότερον λόγον ὡς Ὑπουργός, νὰ τὸν σεβασθῆτε.
§189Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Θὰ τὸν καταργήσω.
§190Γ. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Εἶναι δικαίωμά σας νὰ φέρετε σχετικὸν νομοσχέδιον, ὅπως τὸν καταργήσητε, ἀλλὰ μέχρις ἐκείνης τῆς στιγμῆς δὲν ἔχετε δικαίωμα νὰ τὸν παραβαίνετε καὶ νὰ μᾶς λέγετε ὅτι διὰ τὰς παραβάσεις τῶν νόμων ἔχετε πολιτικὰς εὐθύνας. Εἰς τὸ τέλος τοῦ ἄρθρου....
§191ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Διεγράφη. Καὶ τὸ 13 διεγράφη.
§192Γ. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. (Ἀναγινώσκει): «Ἡ Ἐπιτροπή...». Ἐντὸς ἑνὸς μηνὸς θὰ ὑποβληθῇ Διάταγμα. Δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν πεποίθησιν πλέον ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν θὰ κάμῃ ἄλλην ταχυδακτυλουργίαν καὶ προτείνω ὅπως κανονισθῇ διὰ νόμου καὶ οὐχὶ διὰ Διατάγματος.
§193Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). – Μεταχειρίζεσθε, κ. πληρεξούσιε, φράσεις, αἱ ὁποῖαι μᾶς θίγουν.
§194Γ. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν παραβαίνετε νόμον ἔχω δικαίωμα νὰ σᾶς χαρακτηρίσω.
§195Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἐπιτρέπονται αὐτὰ τὰ πράγματα.
§196ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶσθε ἐν τάξει.
§197Γ. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Λυποῦμαι πολύ, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι σᾶς ἔκαμεν ἐντύπωσιν ὅτι ἀπεκάλεσα ταχυδακτυλουργὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν καὶ δὲν σᾶς ἔκαμε ἐντύπωσιν ὅτι Ὑπουργός σας παρέβη ὡρισμένον νόμον.
§198ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχουν καὶ μερικὰ ὅρια ἐντὸς τῶν ὁποίων πρέπει νὰ περιορίζετε τὴν συζήτησιν.
§199Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Εἶναι γνωστὸν ὅτι κάμνω ταχυδακτυλουργίαν διὰ νὰ σώσω τὰ ἑκατομμύρια τοῦ Δημοσίου.
§200Γ. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ ἑκατομμυρίων τοῦ Δημοσίου, κ. Ὑπουργέ, ποὺ σώζετε, ἀλλὰ περὶ ἑκατομμυρίων μὲ τὰ ὁποῖα φορολογεῖτε τοὺς ἐν ἐνεργείᾳ ἀξιωματικούς. Αὐτὰ εἶχον νὰ εἴπω, κύριοι, πληρεξούσιοι, διὰ νὰ σᾶς καταστήσω ἐνήμερους τοῦ ὑποβληθέντος ἐντελῶς ἀμελετήτου ψηφίσματος.
§201Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει νὰ ρίψετε τὴν Κυβέρνησιν αὐτὴν καὶ νὰ φέρετε μίαν ἄλλην νὰ ἀνοίξῃ τὰ ταμεῖα καὶ νὰ δίδῃ μέχρις ὅτου ἡ δραχμὴ νὰ μὴ ἀξίζῃ ἕνα λεπτόν, καθὼς εἰς τὴν Αὐστρίαν, ὅπου ἔφθασε στιγμὴ ποὺ ἔδιδον εἰς τοὺς ὑπαλλήλους ἑκατομμύρια καὶ δὲν ἔφθανον νὰ πάρουν ἓν ζεῦγος ὑποδήματα.
§202Γ. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ὅταν παίρνετε 90 ἑκατομμύρια ἀπὸ τοὺς ἀξιωματικούς, νὰ τὰ δώσητε εἰς τοὺς συνταξιούχους ἀξιωματικούς.
§203Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Καὶ τὰ θύματα πολέμου συνταξιοῦχοι εἶναι καὶ ἔχουν ἀνάγκην καὶ αὐτὰ νὰ πάρουν χρήματα.
§204Γ. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Τὰ θύματα πολέμου δὲν εἶναι ἀξιωματικοί.
§205Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ Κράτος εἶναι ἓν δι’ ὅλους.
§206Ε. ΖΥΜΠΡΑΚΑΚΗΣ. Διὰ τὰ θύματα πολέμου, ποὺ ἔχουν μικρὰς συντάξεις, ἡ αὔξησις εἶναι μικρά.
§207Γ. ΣΕΧΙΩΤΗΣ. Ἔχων ὑπ’ ὄψιν μου τὰς δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως καθ’ ἃς θέλει αὕτη ρυθμίσει τὸ ζήτημα τῶν συντάξεων ὁριστικῶς καὶ μονίμως, παραιτοῦμαι τῆς περαιτέρω ὁμιλίας μου, συνηγορῶ ὅμως ὑπὲρ τῶν συνταξιούχων καὶ παρακαλῶ ὅπως ἱκανοποιηθοῦν τὰ δίκαια αἰτήματά των.
§208Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Πρὸ ὀλίγου χρόνου ἐπὶ τῆς ὑπουργίας τοῦ κ. Κονδύλη ὡς Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν ἡ Συνέλευσις καὶ ἡ Κυβέρνησις ἔκριναν ὅτι ὁ μισθὸς τῶν ἀξιωματικῶν ἐν γένει ἦτο γλισχρότατος καὶ ἠναγκάσθησαν, λόγῳ τοῦ ὅτι τὸ Χρηματιστήριον ἀνεβίβαζε διαρκῶς τὴν λίραν, νὰ αὐξήσουν τοὺς μισθοὺς τῶν ἀξιωματικῶν καὶ τῶν ὑπαλλήλων διὰ νὰ δύνανται νὰ ἀντεπεξέλθουν εἰς τὰς πολλαπλᾶς ἀνάγκας, ἃς ἔχουν οἱ κρατικοὶ ὑπάλληλοι ἐν γένει. Διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν σχεδίου ἐλαττοῦται ὁ μισθὸς κάτω τοῦ σημείου εἰς τὸ ὁποῖον ἦτο ὅταν ηὐξήθη, διότι ἐκτὸς τοῦ μισθοῦ τὸν ὁποῖον ἔπαιρνεν ὁ ἀξιωματικὸς τότε, ὑπῆρχε καὶ ἀποθήκη τροφίμων, ἀπὸ τὴν ὁποίαν οὗτος ἐπρομηθεύετο τρόφιμα ἀξίας 700 δραχμῶν ἀντὶ 250 δραχ. μόνον, εἶχε δὲ καὶ ὑπηρέτην. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἀναγκάζετε τοὺς ἀξιωματικοὺς νὰ ζητοῦν νέας αὐξήσεις καὶ πρέπει νὰ λάβωμεν τὰ μέτρα μας, ὥστε νὰ μὴ φέρωμεν τοὺς ἀξιωματικοὺς καὶ τοὺς ὑπαλλήλους ἐν γένει διαρκῶς εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ζητοῦν νέας αὐξήσεις.
§209Κ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Εἰς τὸ ἐδάφιον 3 ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀνισότητα τῶν συντάξεων θὰ ἐπεθύμουν νὰ μὴ θεωρηθῇ καὶ νὰ τὸ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν της ἡ Ἐπιτροπή. Ἐκεῖ ὅπου λέγει 3122 νὰ προστεθῇ καὶ 2769, διότι αἱ συντάξεις ἐδίδοντο καὶ μὲ τοὺς δύο νόμους. Ἔχω καὶ ἄλλην μίαν τροπολογίαν ὅσον ἀφορᾷ τὸν καταρτισμὸν τῆς Ἐπιτροπῆς· θὰ ἤθελον νὰ τεθῇ μία διάταξις κατὰ τὴν ὁποίαν νὰ εἶναι ὑποχρεωμένη ἡ Κυβέρνησις νὰ καταρτίσῃ τὴν Ἐπιτροπὴν ἅμα τῇ δημοσιεύσει τοῦ νόμου.
§210Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἡ Κυβέρνησις θὰ καταρτίσῃ τὴν Ἐπιτροπὴν αὔριον.
§211Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ὑποθέσατε ὅτι βάζομεν «ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ νόμου». Ἄν ἡ Κυβέρνησις δὲν τὸ κάμῃ ἐντὸς τριῶν ἡμερῶν, δὲν τὸ κάμνει.
§212Κ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Εἶναι δυνατὸν ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀφήσῃ νὰ ἐκπνεύσῃ ἡ προθεσμία καὶ νὰ διορίσῃ τὴν Ἐπιτροπήν.
§213Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶναι κακῆς πίστεως ἡ Κυβέρνησις.
§214Κ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Νὰ γραφῇ εἰς τὰ πρακτικά· ἅμα τῇ δημοσιεύσει τοῦ νόμου θὰ καταρτισθῇ ἡ Ἐπιτροπή.
§215ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις ἐπερατώθη.
§216Δ. ΠΕΤΡΙΤΗΣ. Συμπεριλαμβάνονται αἱ συντάξεις αἱ ἄνω τῶν 3,500 δραχ. αἱ προελθοῦσαι λόγῳ θανάτου τέκνου ἐν πολέμῳ;
§217Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ὄχι.
§218ΠΛΕΙΣΤΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Δεκτὸν τὸ ψήφισμα, κ. Πρόεδρε. Δεκτόν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ψήφισμα).
§219ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ διατάξεων ἀφορωσῶν τὴν Τοπογραφικὴν ὑπηρεσίαν Ὑπουργείου Γεωργίας». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐπαναφορᾶς εἰς τὴν ὑπηρεσίαν καθηγητῶν τοῦ Πολυτεχνείου». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἀπὸ 14 Δεκεμβρίου 1923 Ν. Δ. περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου 3916 περὶ λειτουργίας τυχηρῶν καὶ μὴ παιγνίων καὶ φορολογίας αὐτῶν». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ παρατάσεως τῶν προθεσμιῶν τοῦ ἐδαφίου 4 τοῦ ἄρθρου μόνου τοῦ ἀπὸ 26 Ὀκτωβρίου 1923 Ν. Δ. περὶ λογιστικῆς διευθετήσεως Γενικῆς Διοικήσεως Θράκης». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συστάσεως ἐπαγγελματικῶν καὶ τεχνικῶν ἐπιμελητηρίων». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «Περὶ μονιμοποιήσεως τῶν προσωρινῶν ἐπιθεωρητῶν Θράκης». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «Περὶ μεταθέσεως καὶ προσθέτου ἀμοιβῆς τῶν ἐν Θράκῃ δικαστικῶν ὑπαλλήλων». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «Περὶ διατηρήσεως εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν μέχρις ἕξ γραφέων βʹ τάξεως ὡς μονίμων προσειλημμένων ὑπὸ τοῦ καταργηθέντος Ὑπουργείου Ἐννόμου Τάξεως». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «Περὶ ἀφομοιώσεως τῶν ἀποδοχῶν τῶν ὑπαλλήλων τῆς ἀνταλλαγῆς πρὸς τὰς ἀποδοχὰς τῶν μονίμων ὑπαλλήλων». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «Περὶ μὴ διορισμοῦ τῶν ἀποχωρούντων δικαστικῶν ὡς δικηγόρων παρ’ οἷς δικαστηρίοις ὑπηρέτησαν οὗτοι ὡς δικασταί». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). Αὔριον θὰ συζητήσωμεν τὸ ψήφισμα «περὶ ἐκλογικῶν καταλόγων», ὡς ἐπίσης καὶ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Α. Μπακάλμπαση κλπ. «περὶ ἀπαλλαγῆς ἀπὸ τοῦ φόρου λόγῳ θεομηνίας». Λύεται ἡ συνεδρίασις διὰ νὰ ἐπαναληφθῇ αὕτη τῇ 5ῃ μ.μ. τῆς αὔριον. (Ὥρα 10.15′ μ.μ.).