1925.02.03
2,159 rows · 16,553 words · 207 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 138
Τρίτη 3 Φεβρουαρίου 1925.
Προεδρία Κ. Ρακτιβάν
(Ὥρᾳ 5.40′ μ.μ.).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. (Ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§2Π. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἴμεθα ὀλίγοι καὶ πάντοτε λύετε τὴν συνεδρίασιν ἅμα δὲν ὑπάρχουν πολλοί.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ δηλώσω ἐκ τῶν προτέρων ὅτι, ἂν δὲν εἶναι ἀπαρτία, μετ’ ὀλίγην ὥραν θὰ λύσω τὴν συνεδρίασιν.
§4Ν. ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ τὸν λόγον ἐπὶ τῶν πρακτικῶν.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε.
§6Ν. ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΗΣ. Δὲν θὰ ἐλάμβανον τὸν λόγον ἂν δὲν ἀνεγίνωσκον εἰς τὰ ἀνεπίσημα πρακτικὰ τῶν ἐφημερίδων ἀνακριβείας, ὅτι εἶπον φράσεις δῆθεν ἐναντίον τοῦ προσώπου τοῦ κ. Παγκάλου. Πᾶν ἄλλο παρὰ ἐγὼ εἶπόν τι ἐν τῇ Συνελεύσει ἐναντίον τοῦ προσώπου τοῦ κ. Παγκάλου. Ἐπεθύμουν μόνον νὰ διαμαρτυρηθῶ δι’ ὅσα ἐλέχθησαν ἀπὸ τὸν ἀντιπολιτευόμενον κ. Πάγκαλον παρὰ νὰ ψέξω τὸν Ἀρχιστράτηγον, ὁ ὁποῖος δὲν ἔχει οὐδένα ἄλλον εἰλικρινέστερον καὶ ἐνθουσιωδέστερον θαυμαστήν, ἀδιάφορον ἂν εἶναι διάφορα τὰ πολιτικὰ φρονήματά μου.
§7Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν ἠξεύρω, κ. Πρόεδρε, ἂν συνέπεσε νὰ γνωρίζετε τί ἔγραψε μία ἐφημερὶς διὰ τὰς δηλώσεις τοῦ στρατηγοῦ κ. Παγκάλου σχετικῶς μὲ τὴν δίκην τῶν πολιτικῶν. Ἔγραψεν ἡ ἐφημερὶς αὕτη ὅτι ὁ στρατηγὸς Πάγκαλος διεκήρυξεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὅτι ἀδίκως κατεδικάσθησαν οἱ ἄνθρωποι αὐτοί. Μοῦ φαίνεται ὅτι ὅλως τὸ ἀντίθετον εἶπεν ὁ στρατηγὸς κ. Πάγκαλος καὶ ὅτι, ἂν ὑπάρχῃ μία ἰδέα ὅτι δὲν ἦτο ἐν τάξει ἡ δίκη αὐτή, εἰς κανενὸς ἀπὸ τοὺς εὑρισκομένους ἐδῶ τὴν διάνοιαν δὲν ἐπέρασε ποτέ. Πρέπει νὰ λεχθῇ αὐτὸ καὶ νὰ δημοσιευθῇ εἰς τὰ ἐπίσημα πρακτικά.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βεβαίως δὲν εὐθυνόμεθα δι’ ὅ,τι γράφουν αἱ ἐφημερίδες. Τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ δὲν ἔχω ἀμφιβολίαν ὅτι εἶναι διατυπωμένα ἀκριβῶς ὅπως ἐλέχθησαν.
§9Α. ΑΚΡΙΔΑΣ. Ἐγὼ ἐζήτησα προηγουμένως ἐκ τῶν ἐστενογραφημένων πρακτικῶν νὰ ἴδω ἂν τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Παγκάλου εἶναι τὰ διατυπωμένα εἰς τὰς ἐφημερίδας ἢ ὄχι. Δυστυχῶς μέχρι τῆς στιγμῆς δὲν κατώρθωσα νὰ ἐξακριβώσω τὸ τοιοῦτον.
§10Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Νὰ προσκομισθοῦν τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικὰ διὰ νὰ ἴδωμεν ἂν πράγματι ἐλέχθησαν αὐτὰ ὑπὸ τοῦ κ. Παγκάλου.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καὶ ἐγὼ ἀντελήφθην ὅτι δὲν ἐλέχθησαν.
§12Δ. ΚΑΛΚΑΝΔΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον νὰ συνεννοηθῇ μὲ τὸν κ. Πάγκαλον καὶ νὰ δώσῃ ἐπίσημον πρακτικόν, διότι καὶ ἡμεῖς ἐκτιμῶμεν καὶ ἀγαπῶμεν τὸν κ. Πάγκαλον, καθόσον ὑπῆρξε καλὸς πατριώτης καὶ προσέφερε πολλὰς ὑπηρεσίας εἰς τὴν Πατρίδα, ἀλλὰ χθὲς τὴν ἑσπέραν ὑπερέβη τὰ ἐσκαμμένα.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ δημοσιευόμενα δημοσιεύονται εἴτε ἐκ προθέσεως εἴτε ἐκ πλάνης ἀπὸ τὰς ἐφημερίδας. (Τὰ πρακτικὰ ἐπικυροῦνται). Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Συνέλευσιν τὰ ἑξῆς: —Οἱ πρόσφυγες τῆς περιφερείας Γουμενίτσης παρακαλοῦσιν ὅπως ληφθῇ μέριμνα διὰ τὴν ἄμεσον ἐγκατάστασίν των. —Ὁ Ἀλέξανδρος Καρκάκης, ἀνάπηρος πολέμου, παρακαλεῖ ὅπως συμπεριληφθῇ εἰς τὸ πρῶτον Ν. Διάταγμα «περὶ ἀπονομῆς συντάξεως εἰς τραυματίας». —Ὁ Ἐμπορικὸς Σύλλογος Καλαμπάκας παρακαλεῖ ὅπως ἡ Κυβέρνησις ἐξαναγκάσῃ τὴν Ἑταιρείαν τῶν Θεσσαλικῶν Σιδηροδρόμων ἵνα μειώσῃ τὸ μίσθωμα τοῦ φόρου τοῦ σιδηροδρομικοῦ σταθμοῦ Καλαμπάκας εἰς μίαν δραχμήν. —Ἡ ἐν Νέᾳ Ὑόρκῃ κοινότης τοῦ Ἁγίου Ἐλευθερίου παρακαλεῖ τὴν Κυβέρνησιν ὅπως, ἂν οἱ ὅροι τῆς Ἑλληνοαμερικανικῆς Ἑταιρείας πρὸς ὕδρευσιν Ἀθηνῶν–Πειραιῶς ἐξυπηρετῶσι τὰ συμφέροντα τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, προτιμηθῇ πάσης ἄλλης Ἑταιρείας. —Ὁ Σύνδεσμος τῶν Ἑλλήνων Σχεδιαστῶν παρακαλεῖ τὴν Συνέλευσιν ὅπως ἄρῃ τὸ προσγενόμενον αὐτοῖς ἀδίκημα διὰ τὴν μὴ παροχὴν δυνάμει τοῦ ἀπὸ 25 Σεπτεμβρίου 1924 Ν. Δ. προσθέτου ἐπιδόματος 15% εἰς τοὺς τεχνικοὺς ὑπαλλήλους. —Ἐπιτροπὴ κατοίκων Πλατάνου Μεσογείων παρακαλεῖ τὴν Συνέλευσιν ὅπως μεριμνήσῃ διὰ τὴν ἐπέκτασιν τῆς ἁμαξιτῆς ὁδοῦ Ἁγίου Γεωργίου–Πλατάνου καὶ ἐκεῖθεν εἰς τὸ Σφηνάρι. —Διάφοροι ὀργανώσεις ἐκ διαφόρων μερῶν τοῦ Κράτους διαμαρτύρονται διὰ τὴν βάρβαρον ἐκδίωξιν τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου καὶ ἀξιοῦσι παρὰ τῆς Κυβερνήσεως τὴν ἐπίλυσιν τοῦ ζητήματος συμφώνως πρὸς τοὺς ἐθνικοὺς πόθους. —Τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον Βεροίας παρακαλεῖ ὅπως ληφθῶσι τὰ δέοντα μέτρα περὶ ἀμέσου διαρρυθμίσεως καὶ ἐπισκευῆς τῆς δημοσίας ὁδοῦ Κοζάνης–Βεροίας. —Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας κ. Γ. Μαρῆς καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κ. Κ. Γκότσης ὑποβάλλουσι σχέδιον νόμου «περὶ κυρώσεως συμβάσεως μεταξὺ τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου καὶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος περὶ αὐξήσεως τοῦ συνολικοῦ ποσοῦ τῶν ὑπὸ τὴν ἐγγύησιν τοῦ Δημοσίου χορηγουμένων γεωργικῶν δανείων πρὸς πρόσφυγας ἀπὸ δραχ. 100 ἑκατ. εἰς δραχ. 150 ἑκατ.». —Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν κ. Α. Μιαούλης ὑποβάλλει τὰ ἑξῆς σχέδια νόμων: 1) «Περὶ παρατάσεως προθεσμίας προσελεύσεως λιποτακτῶν καὶ ἀνυποτάκτων Π. Ναυτικοῦ»· 2) «Περὶ τῶν εἰς ἀνυποτάκτους τοῦ Π. Ναυτικοῦ ἐπιβαλλομένων ποινῶν» καὶ 3) «Περὶ συστάσεως κλάδου πηδαλιουχίας ἐν τῷ Π. Ναυτικῷ». —Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας κ. Κ. Σπυρίδης ὑποβάλλει σχέδιον νόμου «Περὶ συμπληρώσεως τῆς νομοθεσίας τῆς ἐμπορικῆς ἐκπαιδεύσεως». —Οἱ πληρεξούσιοι κ.κ. Γ. Δουζίνας, Γ. Κιαγιᾶς, Ε. Παυλίδης καὶ Δ. Μαργέτης ὑποβάλλουσι πρότασιν ψηφίσματος «Περὶ μονιμοποιήσεως τῶν ἐκτάκτων ἀγροτικῶν διανομέων». Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἀναφορῶν. Ὁ κ. Βαρελᾶς ἐπὶ ἀναφορᾶς τῆς «Πανθεσσαλικῆς Ἑνώσεως Συνεταιρισμῶν».
§14Δ. ΒΑΡΕΛΑΣ. Αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἔλαβον τηλεγράφημα ἐκ Τρικκάλων καὶ Λαρίσης καὶ παρακαλῶ ὅπως τὸ περιεχόμενον τὸ ἀκούσῃ καὶ ἡ Συνέλευσις ἵνα καὶ αὐτὴ κρίνῃ περὶ αὐτοῦ (ἀναγινώσκει): «Ἀντιπρόσωποι Ἑνώσεως Λαρίσης καὶ Τρικκάλων....κλπ.».
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἠμποροῦμεν νὰ ἀπασχολῶμεν τὴν Συνέλευσιν μὲ τηλεγραφήματα τὰ ὁποῖα λαμβάνουν οἱ κύριοι πληρεξούσιοι. Ἄν θέλετε, νὰ κατατεθῇ καὶ νὰ ζητήσετε τὸν λόγον. Ὁ κ. Κρεμεζῆς ἐπὶ ἀναφορᾶς Κοινοτικοῦ Συμβουλίου Ἀραχώβης.
§16Σ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Ὁ λαὸς Ἀραχώβης καὶ τὸ Κοινοτικὸν Συμβούλιον διὰ ψηφισμάτων ζητοῦν ὅπως ἀποσπασθοῦν καὶ ὑπαχθοῦν διοικητικῶς καὶ ἀπὸ πάσης ἀπόψεως εἰς τὴν ἐπαρχίαν Παρνασσίδος. Ἡ κοινότης Ἀραχώβης εἶναι μία κωμόπολις ἀπέχουσα τῆς Λεβαδείας περὶ τὰς 8–9 ὥρας, χωρὶς νὰ ἔχῃ συγκοινωνίαν μὲ αὐτήν, ὅλα δὲ τὰ συμφέροντά της ἔχει εἰς τὴν Ἄμφισσαν, μὲ τὴν ὁποίαν καὶ διεξάγει τὸ ἐμπόριόν της, ἀπέχει δὲ τέσσαρας μόνον ὥρας καὶ συγκοινωνεῖ δι’ ἁμαξιτῆς ὁδοῦ. Φρονῶ λοιπὸν ὅτι ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ λάβῃ τὰ δέοντα μέτρα.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καλογερᾶς ὅπως καταθέσῃ καὶ ἀναπτύξῃ πρότασιν νόμου «περὶ ἀφομοιώσεως τῶν μισθῶν τῶν ἀξιωματικῶν καὶ τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων».
§18Ι. ΚΑΛΟΓΕΡΑΣ. Κύριοι συνάδελφοι, θὰ σᾶς ἀπασχολήσω ὀλίγα λεπτὰ δι’ ἓν ζήτημα τὸ ὁποῖον πάντες ἀντελήφθητε ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ καὶ ἔξω αὐτῆς, διότι ἀπασχολεῖ κυριώτατα τὴν Κοινὴν Γνώμην. Εἶναι τὸ ζήτημα τῶν συντάξεων. Πρὸ τῶν διακοπῶν εἶχεν ἀνακινηθῇ τὸ ζήτημα αὐτὸ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, εὑρισκόμενος δὲ ἐν τῇ αἰθούσῃ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου εἶπον τότε εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ εἰς τοὺς λοιποὺς οἱ ὁποῖοι εὑρίσκοντο ἐκεῖ ὅτι τὸ ζήτημα αὐτὸ χρήζει ἀμέσου λύσεως καὶ εἰ δυνατὸν ῥιζικῆς. Ἡ γνώμη μου διὰ τὴν ῥιζικὴν τούτου λύσιν εἶναι ὅτι ἔπρεπε νὰ ταξινομηθῇ τὸ ζήτημα τῶν μισθῶν καὶ συντάξεων τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων καὶ τῶν ἀξιωματικῶν, ὥστε νὰ μὴ ἐγείρωνται διαρκῶς εὔλογα καὶ δίκαια παράπονα ὅτι οἱ μὲν ἀξιωματικοὶ ἀμείβονται πλέον τοῦ δέοντος, οἱ δὲ ὑπάλληλοι πένονται. Ἐνόμισα ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν οὔτε ἐπιτετραμμένον εἰς μίαν Χώραν τὰ ὄργανα τῆς Πολιτείας, ἀξιωματικοὶ καὶ ὑπάλληλοι, οἱ μὲν νὰ ἀμείβωνται γλίσχρως, οἱ δὲ πλέον ἢ ἐπαρκῶς. Κυρίως δὲ διὰ τὸ ζήτημα τῆς συντάξεως ἐσκέφθην ὅτι τοῦτο ὄχι μόνον ἐπρόκειτο νὰ ἔλθῃ ὡς ἀμοιβὴ εἰς ἀνθρώπους οἱ ὁποῖοι ἀφιέρωσαν τὸν βίον των ὁλόκληρον εἰς τὴν ὑπηρεσίαν καὶ σήμερον δὲν δύνανται νὰ ζήσωσιν, ἀλλ’ ὅτι ἐξυπηρετεῖ τὸ συμφέρον τὸ γενικώτερον τῆς Πατρίδος. Πῶς; Πάντες γνωρίζετε, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι εἷς ὑπάλληλος τοῦ Κράτους, εἴτε ἀξιωματικὸς εἴτε δημόσιος ὑπάλληλος, ὅταν πρόκειται νὰ μεταβῇ ἐκ τῆς ἐνεργοῦ ὑπηρεσίας εἰς τὴν συντάξιμον ὑπηρεσίαν κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη, θὰ βλέπῃ ὅτι, ἐνῷ μετ’ ὀλίγον χρόνον δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπαρκέσῃ ἀναμφισβητήτως, εἶναι ἠναγκασμένος νὰ καταφύγῃ εἰς μέσα τὰ ὁποῖα, χωρὶς νὰ τὸ θέλῃ ἡ συνείδησίς του, νὰ τῷ φέρουν πόρους, εἰς τρόπον ὥστε νὰ δύναται νὰ ζήσῃ καὶ νὰ μὴ ἀποθάνῃ τῆς πείνης. Προφανῶς αὐτὸ δὲν θὰ εἶναι πρὸς τὸ συμφέρον τῆς Ὑπηρεσίας. Ἔπρεπεν ἑπομένως νὰ εὑρεθῇ εἷς τρόπος ὥστε νὰ ἀμείβωνται καὶ οἱ ὑπάλληλοι οἵτινες μεταβαίνουσιν εἰς τὴν σύνταξιν, κατὰ τὰ ἔτη κατὰ τὰ ὁποῖα δὲν θὰ δύνανται νὰ ζήσωσιν. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κατήρτισε μίαν Ἐπιτροπὴν νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα τῶν συντάξεων· ἡ Ἐπιτροπὴ ἀπεφάνθη ὁμοφώνως, ὅτι ἔπρεπε ῥιζικῶς νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα αὐτό, καθοριζομένου ἑνὸς μισθοῦ ἑνιαίου καὶ μιᾶς συντάξεως ἀναλόγου διὰ τοὺς ὑπαλλήλους τοῦ Κράτους, ἀξιωματικοὺς καὶ δημοσίους ὑπαλλήλους. Γνωρίζετε ὅτι κατὰ τὸ διάστημα τῶν διακοπῶν κατετέθη ἓν σχέδιον προτάσεως νόμου, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου ταξινομοῦνται οἱ ὑπάλληλοι τοῦ Κράτους, ἀξιωματικοὶ καὶ δημόσιοι ὑπάλληλοι, καὶ ὁρίζεται εἷς μισθός. Ὁ μισθὸς αὐτὸς πολλαπλασιάζεται ἐπί τι ποσοστὸν διὰ τοὺς ἐν ἐνεργείᾳ ὑπαλλήλους, ὀλιγώτερον δὲ διὰ τοὺς συνταξιούχους, εἰς τρόπον ὥστε νὰ δύνανται καὶ οἱ συνταξιοῦχοι νὰ λαμβάνωσι περισσότερον ἀπὸ ὅ,τι λαμβάνουν καὶ εἰς τρόπον ὥστε νὰ δύναται νὰ ἐπαρκέσῃ τὸ Κράτος εἰς τὰς δαπάνας αἱ ὁποῖαι προβλέπονται. Ἐπειδὴ δὲ ἔχει ὑποβάλει ἐκ παραλλήλου ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἓν ἰδιαίτερον σχέδιον ψηφίσματος, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου προσωρινῶς καθορίζεται ἡ ἀμοιβὴ τῶν συνταξιούχων, θέτω ὑπὸ τὴν κρίσιν ὑμῶν τὴν ἑξῆς γνώμην: Νὰ ψηφισθῇ ὡς ἐτροποποιήθη τὸ ζήτημα τῶν συντάξεων, ἀλλὰ ἐκ παραλλήλου, ἐπειδὴ ἐν τῷ ψηφίσματι ἐκείνῳ προβλέπεται ὁ καταρτισμὸς Ἐπιτροπῆς πρὸς λύσιν τῶν ζητημάτων αὐτῶν, ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἂν δὲν ἔχῃ ἀντίρρησιν, ἢ νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία πρόκειται νὰ καταρτισθῇ, εἰς τρόπον ὥστε νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα ῥιζικῶς ἤ, ἂν νομίζῃ ἐπωφελέστερον, δύναται νὰ καταρτισθῇ μία Ἐπιτροπὴ ἥτις ἐντὸς τεσσάρων ἢ πέντε ἡμερῶν, ἐπεξεργαζομένη αὐτὸ τὸ ζήτημα, νὰ τὸ παρουσιάσῃ μὲ μίαν ριζικὴν λύσιν, ἵνα δύναται ἡ Χώρα ἀπερισπάστως νὰ βασίζεται ἐπὶ τῶν κρατικῶν ὀργάνων· διότι μὴ λησμονῶμεν ὅτι οἱοιδήποτε καὶ ἂν εἶναι οἱ κατέχοντες τὰ ἑδώλια τῶν Ὑπουργῶν, εἶναι ἀδύνατον νὰ ἀντεπεξέλθωσιν, ἂν τὰ κρατικὰ ὄργανα ἐν γένει τὰ ἐνεργὰ δὲν ἀμείβωνται τοιουτοτρόπως ὥστε ἀπερισπάστως νὰ δύνανται νὰ εἶναι ἀφωσιωμένα εἰς τὸ καθῆκον, καὶ ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλὰ νὰ γνωρίζωσι σαφῶς καὶ κατηγορηματικῶς ὅτι τὰ τέκνα μιᾶς καὶ τῆς αὐτῆς Πατρίδος δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀμείβωνται τὰ μὲν γλίσχρως, τὰ δὲ προνομιακῶς. Πρέπει ἅπαξ διὰ παντὸς νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα αὐτό.
§19Α. ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πρέπει κατ’ οὐδένα λόγον νὰ ἀναβληθῇ ἡ ἐπιψήφισις τῆς προτάσεως νόμου.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ.κ. Π. Μαζαράκης καὶ Γ. Μόδης ὅπως ἀναπτύξωσιν ἀναφορὰν τῶν διπλωματούχων χημικῶν τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου.
§21Π. ΜΑΖΑΡΑΚΗΣ. Παρακαλῶ, κ. Ὑπουργέ, ὅπως οἱ διπλωματούχοι χημικοὶ τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου ἀφομοιοῦνται μὲ τοὺς καθηγητὰς τῶν φυσικῶν ἐπιστημῶν, νῦν μάλιστα ὁπότε ὑπάρχουν τόσαι κεναὶ θέσεις. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ ληφθῇ ἓν μέτρον ὑπὲρ αὐτῶν, ἐφόσον εἶναι ἐπιστήμονες καὶ σήμερον μάλιστα μὲ τὴν πρόοδον τῆς χημείας εἶναι ἀπαραίτητοι ὡς καθηγηταὶ εἰς τὰ Γυμνάσια.
§22Γ. ΜΟΔΗΣ. Συνενῶ καὶ ἐγὼ τὴν παράκλησίν μου μὲ τὴν τοῦ κ. Μαζαράκη.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κρεμεζῆς ἐπὶ ἀναφορᾶς τοῦ ἐμπορικοῦ κόσμου Ἰτέας.
§24Σ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Πρόκειται, κ. Ὑπουργέ, περὶ μιᾶς πόλεως ἡ ὁποία ἔχει ἀπόλυτον ἀνάγκην τηλεγραφείου, διότι ἄλλως εἶναι ἀδύνατον νὰ διεξαχθῇ τὸ ἐμπόριον τῆς πόλεως. Ἓν ἀπὸ τὰ μεγάλα ἀδικήματα τῆς Ἐπιτροπῆς Οἰκονομιῶν εἶναι καὶ ἡ κατάργησις τηλεγραφικῶν τινων γραφείων. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἀκούσῃ μετὰ στοργῆς τὰ παράπονα τοῦ ἐμπορικοῦ κόσμου Ἰτέας.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀκρίδας ὅπως ἀναπτύξῃ ἀναφορὰν τῆς Ἑνώσεως ὑπαλλήλων καφενείων καὶ ζαχαροπλαστείων Ἀθηνῶν.
§26Α. ΑΚΡΙΔΑΣ. Κύριοι, γνωρίζετε ὅτι καὶ εἰς τὰ ἑστιατόρια καὶ εἰς τὰ ζαχαροπλαστεῖα καὶ εἰς τὰ καφενεῖα πληρώνομεν ὡς φιλοδώρημα ὄχι 10%, ἀλλὰ 20 καὶ 30%. Οἱ ὑπάλληλοι τῶν καφεζαχαροπλαστείων καὶ τῶν συναφῶν τεχνικῶν κλάδων ἔχουσιν ὑποβάλει διαφόρους ἀναφοράς, ἔχουσιν ἐπισκεφθῆ καὶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας καὶ ἔχουσι ζητήσει τὸν καθορισμὸν ἑνὸς ποσοστοῦ ἐπὶ τῶν εἰσπράξεων αὐτῶν. Ἠμπορεῖ μάλιστα ἐκεῖ ποὺ γίνονται αἱ διατιμήσεις νὰ λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν ὅτι μέσα εἰς τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον εἰσπράττεται θὰ εἰσπράττεται καὶ ἕνα ποσὸν διὰ τοὺς ὑπαλλήλους καὶ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον δὲν θὰ περιποιοῦνται τὸν ἕνα καλύτερον τοῦ ἄλλου, χάριν τοῦ ἰδιαιτέρου φιλοδωρήματος, ἐπὶ πλέον δὲ νὰ τεθῇ καὶ ρήτρα ὅτι τὸ τοιοῦτον ἀπαγορεύεται, ὡς παντοῦ ἔχει κανονισθῆ διὰ νόμου. Διὰ πινάκων ἀποδεικνύεται ὅτι οἱ διάφοροι ἐπιχειρηματίαι τῶν ἐπαγγελμάτων τούτων κερδίζουν 40–60%, ἀλλὰ δὲν παραδέχονται τοῦτο. Εἶναι λοιπὸν δίκαιον νὰ κανονισθῇ καὶ διὰ τοὺς ὑπαλλήλους των ἓν ποσοστὸν ἀνάλογον τῆς ἐργασίας των καὶ ὁ κόσμος νὰ ἀπαλλαγῇ ἀπὸ μίαν πραγματικὴν πληγήν.
§27Ν. ΣΤΑΜΑΤΙΑΔΗΣ. Δὲν θὰ λείψῃ.
§28Α. ΑΚΡΙΔΑΣ. Ἠμπορεῖ νὰ τεθῇ ρήτρα ὅτι καὶ ὁ δωροδοκῶν ἰδιαιτέρως τὸν ὑπάλληλον τιμωρεῖται.
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ.κ. Ν. Καραμάνος καὶ Γ. Λουπινᾶς ἐπὶ ἀναφορᾶς φαρμακοποιοῦ Κουτραφούρη.
§30Γ. ΛΟΥΠΙΝΑΣ. Εἶναι παλαιὰ ἡ ἀναφορά, ἀλλ’ ἐνδιαφέρουσα. Ὁ φαρμακοποιὸς Κουτραφούρης ἐκ Καλαμῶν ἀπηυθύνθη εἰς τὴν Συνέλευσιν παραπονούμενος ὅτι ἐπὶ μακρὸν δὲν ἠδύνατο νὰ παραλάβῃ δύο δέματα μορφίνης ἐλθόντα ἀπὸ τὸν Ἰούλιον, ἐδέησεν ὅμως νὰ παραλάβῃ τὸ φάρμακόν του τώρα ἐσχάτως. Αὐτὸ καταδεικνύει τὴν ἐξάρθρωσιν εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκονται αἱ δημόσιαι Ὑπηρεσίαι, αἱ ὁποῖαι δὲν ἐξυπηρετοῦν τὰς ὑποθέσεις τοῦ κόσμου, καὶ ἀκούομεν ἡμεῖς τὴν κατακραυγήν, ἡ ὁποία καταλήγει εἰς βάρος μας. Θὰ παρακαλέσω τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς νὰ καταστήσουν προσεκτικὰ τὰ ὄργανά των, ἵνα μὴ ἐμφανίζηται αὐτοῦ τοῦ εἴδους ἡ ἐνέργεια εἰς τὰς ὑποθέσεις τῶν πολιτῶν.
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λουπινᾶς ἐπὶ ἀναφορᾶς τοῦ ἐν Κοπανακίῳ Συλλόγου «Ἀλληλοβοήθεια».
§32Γ. ΛΟΥΠΙΝΑΣ. Οἱ κάτοικοι Κοπανακίου διὰ μιᾶς ὀργανώσεώς των διαμαρτύρονται εἰς τὴν Συνέλευσιν διὰ τὴν μελετηθεῖσαν κατάργησιν ἢ τὸν μελετηθέντα ὑποβιβασμὸν τοῦ τηλεγραφικοῦ των γραφείου. Τὸ Κοπανάκιον εὑρίσκεται περίπου εἰς τὸ μέσον, ἂν ὄχι ἀκριβῶς εἰς τὸ κέντρον, πολλῶν ἄλλων χωρίων, ὑπάρχει δὲ ἐκεῖ ἕνα τηλεγραφικὸν γραφεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον λειτουργεῖ καὶ ἡ ὑπηρεσία τῶν ἐπιταγῶν. Ἂν λοιπὸν ὑποτεθῇ ὅτι τὸ μοναδικὸν αὐτὸ γραφεῖον τὸ ἐξυπηρετοῦν τόσον πληθυσμὸν καταργηθῇ, θὰ ὑποχρεωθοῦν ἐκεῖνοι οἱ πληθυσμοὶ νὰ ὑπάγουν 25 χιλιόμετρα, εἰς τὴν Κυπαρισσίαν, διὰ νὰ ἐκδίδουν τὰς μικροεπιταγάς των. Δὲν ὑποθέτω ὅτι αὐτὸ εἶναι οἰκονομία, ὅταν στρέφεται κατὰ τόσον ζωτικωτάτων συμφερόντων τῆς Χώρας καὶ νομίζω ὅτι πρέπει νὰ δοθῇ μεγάλη προσοχή, ἵνα μὴ προκαλῶνται τὰ δίκαια παράπονα τοῦ κοινοῦ.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κυπριανὸς ἐπὶ ἀναφορᾶς κατοίκων Ἐρεσσοῦ Λέσβου.
§34Ο. ΚΥΠΡΙΑΝΟΣ. Πρόκειται περὶ ζητήματος τὸ ὁποῖον διεπραγματεύθησαν καὶ ἄλλοι συνάδελφοι. Εὐτυχῶς ἡ Ἐπιτροπὴ Οἰκονομιῶν ἀνεκάλεσε τὴν ἀπόφασίν της τὴν ἄδικον καὶ δι’ αὐτὸ δὲν θὰ ὁμιλήσω.
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κωνσταντινίδης ἐπὶ ἀναφορᾶς ἐκτάκτων ταχυδρομικῶν ὑπαλλήλων Ἀλεξανδρουπόλεως.
§36Α. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ. Οἱ ὑποβαλόντες τὴν ἀναφορὰν αὐτὴν ὑπάλληλοι τῶν Τ.Τ.Τ. ἀνήκουν εἰς μίαν κατηγορίαν, ἡ ὁποία ἐξαιρετικῶς ἐξ ὅλων τῶν ἄλλων ἠδικήθη κατὰ τὸν κανονισμὸν τῆς μισθοδοσίας· διότι, ἂν δι’ ὅλους ἐλήφθη μέριμνα, διὰ μόνους αὐτοὺς δὲν ἐλήφθη οὐδεμία μέριμνα καὶ παραμένουν ὑπηρετοῦντες καὶ λαμβάνοντες πολὺ ὀλιγώτερα ἀπὸ ὅ,τι λαμβάνουν οἱ κλητῆρες τῶν Ὑπουργείων. Ὅταν ὑπέβαλον τὴν ἀναφοράν, ἦτο παραμονὴ τοῦ νέου ἔτους καὶ εἶχον ζητήσει ἓν ἐπίδομα ἐπ’ εὐκαιρίᾳ τῶν ἑορτῶν. Δυστυχῶς ἡ ἀναφορὰ ἦλθε σήμερον. Ἐν τούτοις ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ θὰ εἶχον νὰ παρακαλέσω, ἂν ἦτο δυνατόν, νὰ δοθῇ εἰς αὐτοὺς ἕνα ἐπίδομα καὶ νὰ προσκομισθῇ εἰς τὴν Συνέλευσιν τὸ νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον ἔχει ἑτοιμάσει ἤδη ἡ Ὑπηρεσία· διότι πρόκειται περὶ ὑπαλλήλων χρησίμων, ὅπερ ἔχει ἀναγνωρίσει καὶ αὐτὴ ἡ Ὑπηρεσία, μόλις δὲ ἀνέρχονται εἰς τὸν ἀριθμὸν τῶν 250. Τονίζω ὅτι ἴσως εἶναι ἱκανώτεροι τῶν μονίμων ὑπαλλήλων χωρὶς νὰ ἀμείβωνται. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργόν, ὁ ὁποῖος κατάγεται ἀπὸ τοιαύτην ἐπαρχίαν καὶ γνωρίζει αὐτοὺς τοὺς ὑπαλλήλους, νὰ λάβῃ μέτρα περὶ αὐτῶν τὸ ταχύτερον.
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λουπινᾶς ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν ἰατρῶν Γ. Λαδᾶ καὶ Γ. Μιχαλοπούλου κατὰ τοῦ διευθυντοῦ τοῦ Πολιτικοῦ Νοσοκομείου.
§38Γ. ΛΟΥΠΙΝΑΣ. Δύο ἰατροὶ παραπονοῦνται κατὰ τοῦ διευθυντοῦ τοῦ Πολιτικοῦ Νοσοκομείου καὶ τὸν καταγγέλλουν διὰ πράξεις αἱ ὁποῖαι, ἂν ἀληθεύουν, πρέπει νὰ προκαλέσουν τὴν προσοχὴν τῆς ἁρμοδίας Ὑπηρεσίας, πιθανῶς δὲ καὶ τῆς εἰσαγγελικῆς Ἀρχῆς. Συγχρόνως οὗτοι ἀναφέρουν εἰς τὴν Συνέλευσιν ὅτι ὁ διευθυντὴς τοῦ Πολιτικοῦ Νοσοκομείου εἶναι δικηγόρος. Δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω δικηγόρον τὸν διευθυντὴν τοῦ Πολιτικοῦ Νοσοκομείου· διότι δὲν γνωρίζω τί θὰ ἔκαμνον τότε οἱ ἰατροί.
§39Π. ΜΑΖΑΡΑΚΗΣ. Ὁ κανονισμὸς τοῦ Νοσοκομείου δὲν ἀπαιτεῖ τὸν διευθυντὴν ἰατρόν.
§40Γ. ΛΟΥΠΙΝΑΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν ἁρμόδιον κ. Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀναφορὰν αὐτήν, διότι εἶναι σοβαρὰ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα καταγγέλλονται.
§41Γ. ΦΡΑΓΚΟΥΔΗΣ. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ αὐτῇ ἤθελον νὰ θίξω τὸ ζήτημα τῶν ἀναφορῶν. Ἡ Ἐπιτροπὴ τῶν ἀναφορῶν δὲν ἐργάζεται. Ὁ λαὸς νομίζει ὅτι ἀπευθύνεται εἰς τὴν Συντακτικὴν Συνέλευσιν καὶ ἐλπίζει τὴν διευθέτησιν τῶν συμφερόντων του. Καὶ ὅμως δὲν γίνεται τίποτε. Ἔχομεν Ἐπιτροπὴν ἀναφορῶν ἡ ὁποία δὲν ἐργάζεται. Ἐκτὸς τῶν ἀναφορῶν αἱ ὁποῖαι συνιστῶνται ἐκ μέρους τῶν πληρεξουσίων, αἱ ἄλλαι ἀναφοραί, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἁπλῶς ἀναγεγραμμέναι καὶ ἀναγινώσκονται ἐπιτροχάδην χωρὶς νὰ ἐννοῶμεν πολλάκις τὸ περιεχόμενόν των, δὲν χρησιμεύουν εἰς τίποτε. Ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τῆς Συνελεύσεως καὶ τοῦ κ. Προέδρου. Ἂν νομίζετε ὅτι αἱ ἀναφοραὶ πρέπει νὰ ἔχουν κάποιον λόγον, ὀφείλει ἡ Ἐπιτροπὴ ἀναφορῶν νὰ φέρῃ πόρισμα, ἄλλως προτείνω τὴν κατάργησιν τῶν ἀναφορῶν ὡς ἄσκοπον καὶ παράλογον. Ἐνῷ ἤδη τροποποιοῦμεν τὸν Κανονισμόν, ἐπιζητοῦντες τὴν βελτίωσιν, διαρκῶς καταπατοῦμεν τὸν ὑπάρχοντα, κατὰ τὰ συνηθισμένα. Ἐγὼ ὡς πρὸς τὰς ἀναφορὰς δὲν προτείνω παρὰ σύστασιν ἁπλῆν. Ἀλλ’ ἐπ’ εὐκαιρίᾳ συνιστῶ τὴν λῆψιν πραγματικῶν μέτρων σχετικῶς μὲ τὰς ἀναφοράς.
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ.κ. Α. Θεολογίτης καὶ Α. Μπακάλμπασης ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν καπνεμπόρων Καβάλλας.
§43Α. ΘΕΟΛΟΓΙΤΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας ὅπως ἐπισπεύσῃ νὰ ὑποβάλῃ τὸ νομοσχέδιον περὶ προστασίας τῶν καπνῶν. Τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ἔχει κατατεθῆ παρὰ τοῦ τέως Ὑπουργοῦ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, παρῆλθον ὅμως ἔκτοτε μῆνες ὁλόκληροι καὶ ἔχει βυθισθῆ τὸ νομοσχέδιον εἰς τὴν σειρὰν τῶν πολλῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα ὑπάρχουν εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν. Τὸ ζήτημα περὶ προστασίας τῶν καπνῶν καὶ τὸ ζήτημα τῶν ἀνεπεξεργάστων καπνῶν εἶναι τὰ δύο ζητήματα εἰς τὰ ὁποῖα βασίζεται ὁ κομμουνισμὸς διὰ νὰ προσελκύῃ τὰς μεγάλας καπνεργατικὰς μάζας καὶ νὰ προκαλῇ διαφόρους ταραχὰς καὶ σκηνὰς ἰδίᾳ εἰς τὰς πόλεις τῆς Νέας Ἑλλάδος. Νομίζω ὅτι πρέπει τὸ ταχύτερον νὰ δοθῇ μία λύσις εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο διὰ νὰ προληφθοῦν αἱ κινήσεις ἐκείνων οἱ ὁποῖοι θέλουν νὰ προκαλοῦν διαταραχὰς τῆς δημοσίας τάξεως εἰς ἐποχὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἔχομεν ἀνάγκην ἀπόλυτον εἰρήνης καὶ ἡσυχίας.
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χαβίνης ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν διοικητικῶν συμβουλίων τῶν ἐν Ἀθήναις Συλλόγων.
§45Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Κύριοι πληρεξούσιοι, ὅλα τὰ Σωματεῖα Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς συνῆλθον πρὸ ἑνὸς περίπου μηνὸς καὶ ὑπέβαλον μακροσκελὲς ὑπόμνημα εἰς τὴν Συνέλευσιν, ὅπως ληφθῶσι μέτρα αὐστηρὰ κατ’ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι δὲν ἐπλήρωσαν τὴν καθαρὰν πρόσοδον ἢ ἐπλήρωσαν ἐλαχίστην. Καίτοι παρῆλθον δύο μῆνες ἀφ’ ὅτου μακρὸς λόγος ἐγένετο ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, δυστυχῶς δὲν εἴδομεν τὰ σύντονα μέτρα τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ λάβῃ ἡ Κυβέρνησις. Ἀντὶ τούτων εἴδομεν μέτρα τινὰ τὰ ὁποῖα συνίστανται εἰς τὴν μεγάλην αὐστηρότητα ἐναντίον τῶν χωρικῶν, ἐναντίον τῶν κατοίκων τῆς ὑπαίθρου Χώρας, εἰς σημεῖον μάλιστα ὥστε νὰ φθάσουν οἱ ὑπάλληλοι τῆς Ἐφορίας νὰ φορολογήσουν καὶ μοναδικὴν λεμονέαν ἡ ὁποία κεῖται εἰς περιβόλι σπιτιοῦ. Πιέζουν μέχρι τοιούτου σημείου τοὺς ἀγρότας, ὥστε δύναται νὰ θεωρηθῇ ὅτι οὗτοι εὑρίσκονται ἐν ἐπαναστάσει. Ἐγὼ τοὐλάχιστον λαμβάνω καθ’ ἑκάστην τηλεγραφήματα καὶ ἐπιστολὰς ὄχι μόνον ἐκ τῆς περιφερείας τὴν ὁποίαν ἀντιπροσωπεύω, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ ἄλλας περιφερείας, διὰ τῶν ὁποίων διαμαρτύρονται οἱ κάτοικοι διὰ τὴν καταθλιπτικὴν πίεσιν τῶν ὑπαλλήλων ἐναντίον τῶν ἀγροτῶν καὶ ἐργατῶν, καθ’ ἣν στιγμὴν ἄνθρωποι γνωστοί, γνωστότατοι δὲν ἐπλήρωσαν τὴν καθαρὰν πρόσοδον καὶ οὐδὲν μέτρον ἐλήφθη ἐναντίον των. Καὶ τοιουτοτρόπως ἄνθρωποι πάμπλουτοι δὲν ἐπλήρωσαν κἂν καθαρὰν πρόσοδον καὶ περιφέρονται ἐλεύθεροι εἰς τὰς πόλεις, χλευάζοντες τὸ σύστημα. Κύριοι πληρεξούσιοι, ἂν ἐγκαθιδρύσαμεν Δημοκρατίαν, ἀσφαλῶς τὸ δημοκρατικὸν ἰδεῶδες δὲν ἐπεκράτησε· διότι τὸ δημοκρατικὸν ἰδεῶδες ἀπαιτεῖ πρὸ παντὸς δικαιοσύνην καὶ δὲν δύναται νὰ νοηθῇ δικαιοσύνη, ὅταν δὲν ὑπάρχῃ ἀναλογία προσφορᾶς αἵματος καὶ χρήματος.
§46Γ. ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Νὰ σᾶς δώσω τὴν ἑξῆς πληροφορίαν διὰ τὴν δρᾶσιν τῶν ἐφοριακῶν ὑπαλλήλων. Κατώρθωσαν οὗτοι τὴν νῆσον Ὕδραν καὶ τὸν ἰδιαίτερον δῆμον Μεθάνων νὰ παραστήσουν ὡς τόπους ἐξαγωγῆς σιτηρῶν. Δηλαδὴ ἔκαμον τοιαύτας δηλώσεις, ὥστε ἀποδεικνύεται ὅτι ἡ Ὕδρα καὶ τὰ Μέθανα ὄχι μόνον εἶναι αὐτάρκεις, ἀλλὰ καὶ ἐξάγουν σιτηρά! Αὐτὴ εἶναι ἡ δρᾶσις τῶν ἐφοριακῶν ὑπαλλήλων.
§47Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Δὲν πρέπει νὰ ἀναμένωμεν στερέωσιν τῆς Δημοκρατίας, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἀναμένωμεν κοινωνικὰς ἀνατροπάς, αἱ ὁποῖαι θὰ ὑπερβοῦν καὶ τὸν κομμουνισμόν, φθάνουσαι εἰς τὴν ἀναρχίαν· διότι ἤρχισαν νὰ σκέπτωνται οἱ χωρικοὶ δυστυχῶς ἂν πρέπει νὰ ἐξακολουθοῦν νὰ καταβάλλουν τοὺς φόρους, διότι καὶ ἐγὼ ὁμολογῶ ὅτι δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω διὰ ποῖον λόγον δὲν εὑρίσκονται εἰς τὰς φυλακὰς ὅλοι οἱ γνωστοὶ ἑκατομμυριοῦχοι τῶν Ἀθηνῶν, οἱ ὁποῖοι ἀρνοῦνται νὰ πληρώσουν φόρους καὶ περιφέρονται εἰς τὰς ὁδοὺς τῶν Ἀθηνῶν. Εἶναι ἑκατομμυριοῦχοι οἱ ὁποῖοι δὲν πληρώνουν οὔτε μίαν πεντάραν φόρον. Ἂν συνέβαινε μία ληστεία εἰς ἓν μέρος, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν θὰ μετέβαινεν ἐπὶ τόπου ἤ, ἂν κατεστρέφετο μία γέφυρα, ἔπρεπεν ὁ Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας νὰ μεταβῇ ἐπὶ τόπου, ὅπως ἀποκαταστήσῃ τὴν συγκοινωνίαν διὰ τῆς κατασκευῆς τῆς γεφύρας. Ἂν ὁ ἑκάστοτε Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν μετέβαινεν εἰς τὴν Ἐφορίαν καὶ ἔβλεπεν ὅτι δὲν πληρώνει τίποτε ὁ ἑκατομμυριοῦχος ὁ γνωστός, ὁ ἔχων Ἑταιρείας καὶ περιουσίαν ἄνω τῶν 200 ἑκατομμυρίων, θὰ ἔπρεπε νὰ διατάξῃ νὰ συλληφθῇ καὶ νὰ ἐφαρμοσθῇ κατ’ αὐτοῦ ὁ νόμος. Διατί ἐφαρμόζεται ὁ νόμος διὰ τὸν χωρικόν, ὁ ὁποῖος ἔχει μίαν αἶγα διὰ τὸ παιδί του; Ἂν δὲν ληφθοῦν μέτρα αὐστηρὰ ἐπὶ τοῦ ἐπιπέδου αὐτοῦ, πρέπει νὰ ἀναμένωμεν κοινωνικὴν ἀνατροπήν, δι’ ἣν δὲν θὰ εἴμεθα ἡμεῖς ὑπεύθυνοι. Ὁ λαὸς θὰ εἶναι ἐν πλήρει δικαίῳ ὄχι μόνον εἰς κοινωνικὰς ἀνατροπὰς νὰ προβῇ, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν τιμωρίαν τὴν παραδειγματικὴν ἡμῶν.
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σεχιώτης.
§49Γ. ΣΕΧΙΩΤΗΣ. Ἴσως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν θὰ ἔχῃ τὴν καλωσύνην νὰ μᾶς καθορίσῃ τί ἐσκέφθη νὰ ἐνεργήσῃ σχετικῶς μὲ τὸ ζήτημα τῆς βεβαιώσεως τῆς καθαρᾶς προσόδου.
§50Α. ΔΕΝΔΡΙΝΟΣ. Ἐνθυμεῖσθε ὅτι, ὅταν συνεζητεῖτο ὁ νόμος, εἴπετε ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ κλείσουν αἱ φυλακαί. Νομίζω ὅτι καλύτερον εἶναι νὰ βγοῦν οἱ πτωχοὶ καὶ νὰ εἰσέλθουν οἱ πλούσιοι.
§51Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν πιστεύω νὰ ἀγνοῇ ἡ Συνέλευσις ὅτι ἡ κατάστασις αὐτὴ εἶναι χρονία. Συνετέλεσε πολὺ εἰς τὴν κατάστασιν αὐτὴν ἡ ἀνωμαλία εἰς τὴν ὁποίαν εὑρισκόμεθα ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν ἤδη. Αἱ Ὑπηρεσίαι δὲν εὑρίσκονται εἰς τὴν θέσιν των καὶ ἑπομένως καθυστέρησεν ἡ βεβαίωσις τῶν φόρων κατὰ πολύ. Εἶμαι εἰς θέσιν νὰ σᾶς εἴπω ὅτι ἤδη βεβαιοῦνται οἱ φόροι τῶν ἐτῶν 1919, 1920, 1921 καὶ 1922. Ἡ κατάστασις αὕτη εἶναι οἰκτρά, διότι δὲν εἶναι μόνον ὅτι διαφεύγουν οἱ φορολογούμενοι νὰ πληρώσουν τὸν φόρον, ἀλλὰ καὶ αὐτὸ τὸ Κράτος δὲν δύναται ἐγκαίρως νὰ βεβαιώσῃ αὐτοὺς καὶ καθιστᾷ τοὺς φορολογουμένους ἀνικάνους νὰ πληρώσωσι φόρους τεσσάρων ἢ πέντε ἐτῶν. Εἶναι λοιπὸν ζήτημα μερίμνης ἡ ἐξασφάλισις τῆς ἐγκαίρου βεβαιώσεως τοῦ φόρου. Περὶ τούτου ἐσκέφθην εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς, ὡς ἀνέλαβον τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ἔχω ἤδη παρασκευάσει ἐργασίαν, τὴν ὁποίαν ἴσως αὔριον, ἴσως μεθαύριον θὰ θέσω ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Συνελεύσεως. Ὅταν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ὑπηρετῶ ὑπὸ τὸν ἀξιότιμον πληρεξούσιον Μαντινείας, εἶχον εἰσηγηθῆ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον καὶ ἐψηφίσθη, κατὰ τὸ ὁποῖον ἐγκαθίσταται συνεργεῖον πρώτης τάξεως εἰς τὰς πόλεις Ἀθηνῶν, Πειραιῶς, Θεσσαλονίκης, Βόλου, τὸ ὁποῖον θὰ ἔχῃ ὡς ἀποστολὴν τὴν βεβαίωσιν τοῦ φόρου τῶν παρελθουσῶν χρήσεων, ὥστε οἱ ἔφοροι πλέον νὰ καταγίνωνται εἰς τὴν βεβαίωσιν τῶν τρεχουσῶν χρήσεων. Τὴν Ὑπηρεσίαν αὐτὴν ἔθεσα ὑπὸ τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἀλλὰ συνέβη τὸ ἑξῆς· ἐπειδὴ ἡ Ἐπιτροπὴ Οἰκονομιῶν ὑπέδειξε διαφόρους τροποποιήσεις, δὲν ἐγένετο δυνατὸν εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος αὐτός. Ἀφοῦ ἐξεδόθη ἡ ἀπόφασις τῆς Ἐπιτροπῆς Οἰκονομιῶν καὶ ἔληξε τὸ ζήτημα αὐτό, ἐδημοσίευσα δὲ τὸ Διάταγμα κατὰ τὸ ὁποῖον ἀπολύονται δημόσιοι ὑπάλληλοι τῆς οἰκονομικῆς Ὑπηρεσίας, θὰ τακτοποιηθῇ τὸ προσωπικόν. Ὀφείλω νὰ σᾶς δηλώσω τὸ ἑξῆς, ὅτι ἐν τῇ ἐργασίᾳ ταύτῃ δὲν ἀπέβλεψα παρὰ μόνον εἰς τὸ συμφέρον τῆς Ὑπηρεσίας καὶ δὲν ἐφείσθην οὐδενός, ἐβεβαίωσα δὲ τοὺς κυρίους πληρεξουσίους, οἱ ὁποῖοι ὁμολογουμένως ἀνεγνώρισαν τὴν ἀνάγκην αὐτήν, ὅτι δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ γίνῃ σκέψις περὶ ἄλλης τινὸς ἐνεργείας παρ’ ἐκείνης ἡ ὁποία τείνει εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου αὐτοῦ. Ἔχω δὲ σταθερὰν τὴν πεποίθησιν ὅτι ἐντὸς ὀλιγίστου χρόνου θὰ εἶμαι εἰς θέσιν νὰ σᾶς ἀναγγείλω ὅτι οὐδεὶς τῶν φορολογουμένων ἐκείνων οἱ ὁποῖοι παρέλειψαν νὰ δηλώσουν θὰ διαφύγῃ· εἶμαι περὶ τούτου βέβαιος. Ὁ κ. ἐκ Πρεβέζης πληρεξούσιος παρεπονέθη ὅτι εἰς τὴν ὕπαιθρον Χώραν γίνονται διώξεις βοσκῶν καὶ καταχρήσεις. Εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι δυστυχῶς τὸ προσωπικὸν τῶν Ἐφοριῶν δὲν εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ εἶναι· εἶναι ἀνεπαρκές. Ἠναγκάσθην νὰ κάμω ἐγκύκλιον, διὰ τῆς ὁποίας ὑποδεικνύω τὸν τρόπον κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ ἐπιδίδωνται εἰς τὴν βεβαίωσιν τῶν φόρων εἰς τὴν ὕπαιθρον Χώραν, δηλαδὴ τοῖς λέγω ὅτι πρέπει νὰ βεβαιώνουν τὰ κύρια προϊόντα τῶν γεωργῶν καὶ ὄχι τὰς ὄρνιθας, λεμονέας κλπ.
§52Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Αὐτὰ εἶναι τὰ μέτρα τὰ ὁποῖα ἐλάβετε ὅσον ἀφορᾷ τὴν πίεσιν τῶν χωρικῶν ὑπὸ τῶν ὑπαλλήλων, ἀλλὰ διερωτᾶται ὁ κόσμος τίνα μέτρα ἐλήφθησαν ἐναντίον τῶν ὑπαλλήλων οἱ ὁποῖοι δὲν ἐφαρμόζουν τοὺς νόμους διὰ τοὺς πλουσίους. Ὁ ἔφορος Ἀθηνῶν π.χ. ἠξεύρει ὅτι ὁ Α εἶναι ἑκατομμυριοῦχος καὶ ἐν τούτοις δὲν πηγαίνει νὰ τῷ εἴπῃ «πλήρωσε»).
§53Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Σᾶς εἶπον ἀκριβῶς ὅτι διὰ νὰ μὴ διαφύγῃ κανεὶς ἐπίτηδες συνέστησα συνεργεῖον πρὸς καταδίωξιν.
§54Σ. ΖΕΡΒΟΣ. Κύριοι πληρεξούσιοι, ὅταν πρὸ δύο μηνῶν οἱ ἀξιότιμοι κύριοι συνάδελφοι ἐκ Πρεβέζης καὶ Κορινθίας παρουσίασαν ἐνώπιον τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως τὸ γεγονὸς ὅτι δεκάδες πλουσίων, κερδιζόντων μεγάλα χρηματικὰ ποσά, δὲν ἔχουν δηλώσει καθολοκληρίαν, δὲν πληρώνουν καθολοκληρίαν οὐδὲν ποσὸν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἡ Κοινὴ Γνώμη ἐξηγέρθη· περὶ τὰ 30 σωματεῖα, σύλλογοι, ὀργανώσεις κοινωνικαί, πολιτικαί, ἀγροτικαί, φιλανθρωπικαί, ἀνεξαρτήτως πολιτικῆς χροιᾶς, συνῆλθον πρὸ δύο περίπου μηνῶν, εἰς τὰς 14 παρελθόντος Δεκεμβρίου, καὶ ἀφοῦ συνεζήτησαν τὸ πρωτάκουστον τοῦτο γεγονός, ἀπεφάσισαν νὰ ἀπευθύνουν εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ εἰς τὴν Ἐθνοσυνέλευσιν ἓν ψήφισμα. Συνεζήτησαν αἱ ὀργανώσεις καὶ οἱ σύλλογοι οὗτοι διὰ τίνα λόγον οἱ προνομιοῦχοι οὗτοι ὀργανισμοὶ καὶ τὰ πρόσωπα δὲν ἐπλήρωσαν τὸν φόρον τὸν ὁποῖον ὤφειλον νὰ πληρώσουν. Συνεζήτησαν τίνα μέτρα ἔλαβε καὶ λαμβάνει τὸ Κράτος ἐναντίον αὐτῶν τῶν κυρίων. Συνεζήτησαν τί δέον γενέσθαι καὶ κατέληξαν εἰς ἓν ψήφισμα, τὸ ὁποῖον ἔχω ἀνὰ χεῖρας καὶ τοῦ ὁποίου τὰ σπουδαιότερα σημεῖα εἶναι τὰ ἑπόμενα (ἀναγινώσκει):... Οἱ σύλλογοι εἶπον τοῦτο· ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν ἀκολουθεῖ τὴν οἰκονομικὴν πολιτικὴν τὴν ὁποίαν ἔπρεπε νὰ ἀκολουθῇ, καὶ λέγουσιν οὗτοι ὅτι, ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἠκολούθει τὴν οἰκονομικὴν πολιτικὴν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν τῆς περιστάσεως, τὰ ἀποτελέσματα θὰ ἦσαν ἀπείρως καλύτερα.
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τότε ὑποβάλετε ἐπερώτησιν.
§56Σ. ΖΕΡΒΟΣ. Κύριοι, δὲν εἶναι ἔλεγχος, εἶναι ἀναφορά. Λέγουν λοιπὸν ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ἀντὶ νὰ ἀναμένῃ τοὺς κυρίους αὐτοὺς νὰ μεταβῶσιν εἰς τὴν Ἐφορίαν διὰ νὰ δηλώσωσι τίνα περισσεύματα καὶ τίνας προσόδους ἔχουν, ἔχει καθῆκον νὰ κτυπήσῃ τὴν θύραν αὐτῶν καὶ νὰ ζητήσῃ τὸν φόρον τοῦ δημοσίου Ταμείου, καὶ λέγουσιν οὗτοι ὅτι εἶναι ἀνάγκη ἅπαντα τὰ σύνορα τοῦ Κράτους νὰ παρακολουθῶνται προσεκτικῶς· διότι ὑπάρχουσιν αὐτόπται μάρτυρες, οἱ ὁποῖοι μᾶς ἐδήλωσαν ὑπευθύνως ὅτι ὡρισμένα σύνορα τοῦ Κράτους εἶναι ἐκτεθειμένα εἰς τὸ λαθρεμπόριον καὶ ὅτι ὡρισμέναι Ἑταιρεῖαι ὑπὸ τὴν ξένην προστασίαν διενεργοῦσι λαθρεμπόριον εἰς βαθμὸν μέγιστον. Καὶ λέγουσιν οἱ φορολογούμενοι πολῖται ὅτι, ἂν τὸ Κράτος ἐφαρμόσῃ τοὺς ὑπάρχοντας νόμους, ἀλλὰ τοὺς ἐφαρμόσῃ τελείως καὶ αὐστηρῶς καὶ μὲ ἀμεροληψίαν καὶ δικαιοσύνην, τὰ ἀποτελέσματα θὰ εἶναι θαυμάσια· διότι τὸ δημόσιον Ταμεῖον θὰ ἐνισχύετο κατὰ τρόπον μέγιστον, ὥστε νὰ δυνηθῇ νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους. Ὡς παράδειγμα ἀναφέρουσιν οἱ πολῖται οὗτοι τὴν οἰκονομικὴν πολιτικὴν τῆς Ἐπαναστάσεως, πρὸς τὴν ὁποίαν λέγουσιν ὅτι εἶναι ἀνάγκη ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ στρέψῃ τὴν βελόνην τῆς πυξίδας του καὶ νὰ μὴ κάμπτεται, τὰς δὲ συμπαθείας τὰς ὁποίας ἔχει νὰ κρύψῃ διὰ τὸν ἑαυτόν του καὶ νὰ ἐνδιαφέρεται διὰ τὸ συμφέρον τῆς Πατρίδος.
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Θεοδωρόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§58Σ. ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ συζητουμένη ἀναφορὰ ἔχει σοβαρωτάτην σημασίαν, δὲν εἶναι δὲ τίποτε ἄλλο παρὰ ἀπήχησις τῆς δημοσίας γνώμης διὰ τὸ πρὸ ὀλίγου ἀποκαλυφθὲν εἰς τὴν Συνέλευσιν γεγονὸς ὅτι οἱ πλούσιοι δὲν πληρώνουν οὐδένα φόρον διὰ τὰ ὅσα κερδίζουν, ἐνῷ τοὐναντίον ὁ λαός, οἱ χωρικοὶ καὶ ἡ μεσαία τάξις πληρώνουν καὶ βεβαιοῦται καὶ εἰσπράττεται ὁ φόρος των· διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ ἄλλως, ἀφοῦ ἐκεῖνοι εἰς τοὺς ὁποίους εἶναι μισθωμέναι αἱ Ἑταιρεῖαι κρατοῦν τὸν φόρον, τὸν ὁποῖον πληρώνουν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶναι ἐν γνώσει τῆς καταστάσεως καὶ ἐδήλωσεν ὅτι θὰ λάβῃ μέτρα. Ἂς ἀναμείνωμεν λοιπὸν τὰ μέτρα αὐτά.
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρελθούσης τῆς ὥρας αἱ λοιπαὶ ἀναφοραὶ ἀναβάλλονται. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν....
§60Π. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ, τὸν λόγον πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως.
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε.
§62Π. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, αἱ ἐφημερίδες τῆς σήμερον ἀνέγραψαν σοβαρωτάτην εἴδησιν, ὅτι ἐν Τρικκάλοις ἐγένοντο συμπλοκαὶ μεταξὺ τῶν Ἀρχῶν καὶ πολιτῶν καὶ ὀργανώσεων κομμουνιστικῶν καὶ ὅτι κατὰ τὰς συμπλοκὰς ταύτας ἐφονεύθησαν πέντε πολῖται καὶ ἐτραυματίσθησαν ἱκανὸς ἀριθμὸς αὐτῶν. Θὰ παρεκάλουν τὴν Κυβέρνησιν, ἂν ἔχῃ ἐπισήμους πληροφορίας ἐπὶ τῶν γεγονότων αὐτῶν, νὰ μᾶς πληροφορήσῃ διὰ νὰ λάβῃ γνῶσιν ἡ Συνέλευσις, ἂν ὄντως πρόκειται περὶ ὠργανωμένης ἐξεγέρσεως τῶν κομμουνιστῶν ἢ ἂν πρόκειται περὶ ἐξεγέρσεως ἀγροτῶν ἐπιδιωκόντων τὴν ἐξασφάλισιν καὶ τὴν διεκδίκησιν τῶν δικαιωμάτων των· διότι ἀπὸ τὸ ἓν σημεῖον ἕως τὸ ἄλλο ὑπάρχει μεγάλη ἀπόστασις, καὶ ἐπειδὴ ἡ ἀτμόσφαιρα εἶναι ἀρκετὰ συσκοτισμένη τὸν τελευταῖον καιρόν, παρακαλῶ νὰ δοθῶσιν αἱ πληροφορίαι αὐταὶ διὰ νὰ γνωρίζωμεν τί ἀκριβῶς συνέβη.
§63Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Νὰ θέσωμεν μίαν βάσιν· ἂν πρόκειται νὰ ἀρχίσωμεν νὰ συζητήσωμεν καὶ νὰ ἐξαντλήσωμεν τὴν συνεδρίασιν.
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν θὰ ἐπιτρέψω ἐγώ· μόνον πληροφορίας ζητεῖ ὁ κ. πληρεξούσιος.
§65Γ. ΚΟΝΔΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ἔχει τηλεγραφήματα τοῦ Νομάρχου καὶ τοῦ Διοικητοῦ τῆς Χωροφυλακῆς Τρικκάλων, διὰ τῶν ὁποίων ἀνακοινοῦνται τὰ ἀκόλουθα. Νὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ ἀναγνώσω τὰ τηλεγραφήματα. (Ἀναγινώσκει σχετικὰ τηλεγραφήματα τοῦ Νομάρχου Τρικκάλων).
§66Γ. ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Μερικὰς ἐξηγήσεις ἤθελον νὰ κάμω.
§67Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ Κυβέρνησις εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ δώσῃ μίαν ἀπάντησιν. Ἀφήσατε νὰ τελειώσῃ ἡ ἀπάντησις. Ἂν ἀρχίσωμεν συζήτησιν, θὰ χάσωμεν καὶ τὴν σημερινὴν ἡμέραν.
§68Κ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Δὲν εἴμεθα εἰς ἀλληλοδιδακτικὸν σχολεῖον, ὥστε νὰ δεχθῶμεν παρατηρήσεις. Τί θὰ εἴπῃ νὰ χάσωμεν καὶ τὴν σημερινὴν ἡμέραν;
§69Γ. ΚΟΝΔΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Τὸ Ὑπουργεῖον διέταξε τὸν Ἀνώτατον Διοικητὴν τῆς Χωροφυλακῆς τῆς Στερεᾶς Ἑλλάδος νὰ ἀναχωρήσῃ διὰ Τρίκκαλα καὶ ἐνεργήσῃ ἀνακρίσεις. Ἐπίσης διεβίβασε τὰ τηλεγραφήματα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, ὅπως διατάξῃ νὰ ἀποσταλῇ ἀνακριτὴς πρὸς ἐνέργειαν εὐρυτάτων ἀνακρίσεων. Περισσότεραι πληροφορίαι δὲν ὑπάρχουν.
§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν....
§71Γ. ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Μίαν ἐξήγησιν ἤθελον νὰ κάμω.
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν σᾶς δίδω τὸν λόγον.
§73Γ. ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Δὲν δύνασθε νὰ ἀρνηθῆτε μίαν ἐξήγησιν ὅπως διαφωτισθῶ ἀπὸ τὰ τηλεγραφήματα.
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δύνασθε νὰ κάμετε ἐπερώτησιν.
§75Θ. ΠΑΓΚΑΛΟΣ. Δύο λέξεις ἤθελον νὰ εἴπω, ἐπειδὴ ἀπουσίαζον. Ἐπληροφορήθην ὅτι ὁ σημερινὸς Τύπος ἀναγράφει πλείστας ἀνακριβείας σχετικῶς μὲ τὰ λεχθέντα παρ’ ἐμοῦ χθές.
§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐδόθησαν ἐξηγήσεις. Ἐπλαστογραφήθησαν ὅσα εἴπετε.
§77Θ. ΠΑΓΚΑΛΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸ Προεδρεῖον, εἰ δυνατόν, νὰ δημοσιεύσῃ δήλωσιν ἐκ τῶν ἐπισήμων πρακτικῶν, ἐκ τῶν ὁποίων θὰ ἐμφαίνεται ὅτι πᾶν ἄλλο παρὰ ἠθέλησα νὰ δικαιολογήσω τοὺς τυφεκισθέντας πολιτικοὺς καὶ νὰ φέρω κρίσεις ἐπὶ τῆς δίκης, ὅτι δῆθεν ἀδίκως ἐτιμωρήθησαν. Ἐνθυμοῦνται πάντες ὅτι διὰ τῶν λόγων μου ἐτόνισα ὅτι ἐδόθη παράδειγμα εἰς τοὺς πολιτικοὺς ἄνδρας, οἱ ὁποῖοι ἔθεσαν ὑπεράνω τῶν συμφερόντων τῆς Πατρίδος τὸ ἀτομικὸν συμφέρον. Θὰ σᾶς παρακαλέσω, ἂν ἐγκρίνετε, νὰ δημοσιεύσετε ὀλίγας λέξεις.
§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καὶ εἰς τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ καὶ εἰς τὸ Δελτίον τοῦ Τύπου τὰ πράγματα εἶναι ἀποκατεστημένα σύμφωνα μὲ τὴν ἀλήθειαν· πέρα τούτου δὲν δύναται νὰ κάμῃ τὸ Προεδρεῖον τίποτε. Ἀγῶνα δημοσιογραφικὸν δὲν δύναται νὰ κάμῃ τὸ Προεδρεῖον.
§79Χ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΔΗΣ. Ἤθελον νὰ βεβαιώσω τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν ὅτι τὸ κίνημα τῆς Καλαμπάκας οὐδεμίαν σχέσιν ἔχει μὲ τὸ κίνημα τῶν Τρικκάλων καὶ ὅτι οἱ κομμουνισταὶ εἰς τὰ Τρίκκαλα μετροῦνται εἰς τὰ δάκτυλα, ἡ δὲ διαδήλωσις τῶν 200 ἀτόμων δὲν ἔφερε σοβαρὸν χαρακτῆρα.
§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς Συντακτικῆς καὶ Νομοθετικῆς Ἐργασίας Ὁ γενικὸς εἰσηγητὴς τῆς ἐπὶ τοῦ Συντάγματος Ἐπιτροπῆς κ. Γ. Παπανδρέου ἔχει τὸν λόγον.
§81Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Εἰσερχόμεθα, κύριοι, εἰς τὸ κεφάλαιον περὶ τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσίας. Ἡ Συνέλευσις ἔχει ψηφίσει μέχρι τοῦδε πέντε ἄρθρα τοῦ Συντάγματος. Τὸ πρῶτον εἶναι τὸ ἄρθρον τὸ ἀφορῶν τὴν θρησκείαν. Κατόπιν ἐπακολουθεῖ τὸ γενικὸν κεφάλαιον περὶ συντάξεως τῆς Πολιτείας. Καί, ὅπως ἐνθυμεῖσθε, τὸ μὲν 2ον ἄρθρον προσδιορίζει ποῖος εἶναι ὁ τύπος τοῦ Ἑλληνικοῦ πολιτεύματος, ὅτι δηλαδὴ εἶναι Δημοκρατία καὶ κατὰ τίνα τρόπον ἀσκοῦνται αἱ ἐξουσίαι τοῦ Κράτους—κατὰ τὸν τρόπον τὸν ὁποῖον ὁρίζει τὸ Σύνταγμα—, τὰ δὲ ἄλλα τρία ἄρθρα, τὸ 3, 4 καὶ 5, ὁρίζουν κατὰ τίνα τρόπον ἀσκεῖται ἡ Νομοθετική, ἡ Ἐκτελεστικὴ καὶ ἡ Δικαστικὴ Ἐξουσία. Ὁλόκληρον τὸ Σύνταγμα πρόκειται νὰ ἀποτελεσθῇ ἀπὸ τὴν ἀνάλυσιν τῶν τριῶν αὐτῶν βασικῶν κεφαλαίων. Τελικῶς δὲ θὰ ἐπακολουθήσῃ τὸ κεφάλαιον περὶ τῶν ἀτομικῶν δικαιωμάτων καὶ καθηκόντων τῶν Ἑλλήνων. Τὰ κεφάλαια ταῦτα θὰ συναπαρτίσουν ὁλόκληρον τὸ πολίτευμα. Εἰσερχόμεθα λοιπὸν σήμερον εἰς τὸ πρῶτον γενικὸν κεφάλαιον περὶ Νομοθετικῆς Ἐξουσίας. Ἡ Νομοθετικὴ Ἐξουσία εἶναι γνωστὸν ὅτι μέχρι τοῦδε ἠσκεῖτο ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Κατὰ τὴν διατύπωσιν τοῦ ἰσχύοντος Συντάγματος ἡ Νομοθετικὴ Ἐξουσία ἐνηργεῖτο ὑπὸ τοῦ Βασιλέως καὶ τῆς Βουλῆς. Ἐξηγήσαμεν κατὰ τὴν εἰσήγησιν τοῦ ἄρθρου 3 διὰ τίνα λόγον δὲν εἶναι δυνατὸν πλέον νὰ ἀναγραφῇ ὅτι ὁ Βασιλεύς, δηλαδὴ ὁ Ἀνώτατος Ἄρχων, εἰς τὴν ἐποχήν μας ἀποτελεῖ παράγοντα τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσίας. Ἡ διατύπωσις αὕτη ὀφείλεται εἰς τὸ πνεῦμα τῆς ἐποχῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν συνετάχθη τὸ ἰσχῦον Σύνταγμα. Τότε ὁ Βασιλεὺς ἦτο πράγματι ὁ ἕτερος παράγων τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσίας. Εἶχε τὸ δικαίωμα τῆς προτάσεως τῶν νόμων, εἶχε τὸ δικαίωμα τῆς ἀρνησικυρίας. Εὐλόγως ἑπομένως ἀναγράφεται ὡς ὁ ἕτερος παράγων τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσίας. Ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ὅμως κατὰ τὴν ὁποίαν ἐκράτησεν ὁ κοινοβουλευτισμὸς ὁ Βασιλεὺς ἔπαυσε πλέον νὰ εἶναι παράγων καὶ τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσίας. Ἀντὶ ὅμως τοῦ Ἀνωτάτου Ἄρχοντος ἀνεγράφη σήμερον ὅτι ἕτερος παράγων τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσίας εἶναι ἡ Γερουσία. Καὶ ἐξηγήσαμεν κατὰ τὴν γενικὴν ἡμῶν εἰσήγησιν διὰ τίνα λόγον εἶναι ἀπαραίτητον νὰ ἱδρυθῇ τὸ δεύτερον Νομοθετικὸν Σῶμα, εἰς τρόπον ὥστε νὰ περιττεύῃ σήμερον ἡ ἐπανάληψις τῆς ἀναπτύξεως ταύτης. Σήμερον ἀναχωροῦμεν ἀπὸ τοῦ δεδομένου ὅτι ἡ Γερουσία θὰ ἱδρυθῇ παρ’ ἡμῖν καὶ πρόκειται νὰ ἐξετάσωμεν ἤδη ποία θὰ εἶναι ἡ συγκρότησις καὶ ποία ἡ λειτουργία τῆς Βουλῆς, ποία θὰ εἶναι ἡ συγκρότησις καὶ ποία ἡ λειτουργία τῆς Γερουσίας. Καὶ τέλος κατὰ τίνα τρόπον θὰ συνεργάζωνται τὰ δύο Νομοθετικὰ Σώματα. Τοῦτο ἀποτελεῖ τὸ θέμα τῆς σημερινῆς εἰσηγήσεως, ἡ ὁποία περιλαμβάνει 35 ἄρθρα, ἀποτελοῦντα τὸ γενικὸν κεφάλαιον τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσίας. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν Βουλήν, αἱ μεταβολαὶ τὰς ὁποίας ἐπέφερεν ἡ Ἐπιτροπὴ ἡ ἐπὶ τοῦ Συντάγματος δὲν εἶναι οὐσιώδεις. Διατάξεις αἱ ὁποῖαι ἴσχυσαν μέχρι τοῦδε καὶ αἱ ὁποῖαι ηὐδοκίμησαν εἰς τὴν ἐφαρμογὴν ἢ καὶ αἱ ὁποῖαι δὲν ἀπετέλεσαν προσκόμματα εὐλόγως διετηρήθησαν. Διετηρήθη ἡ διάταξις ἡ ὁποία ὁρίζει ὅτι ἡ Βουλὴ ἐκλέγεται ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀμέσου καθολικῆς καὶ μυστικῆς ψηφοφορίας· ἡ διάταξις ἡ ὁποία ὁρίζει ὅτι οἱ βουλευταὶ ἀντιπροσωπεύουν τὸ Ἔθνος καὶ ὄχι μόνον τὴν ἐκλογικὴν περιφέρειαν ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἐκλέγονται, ὅτι οἱ βουλευταὶ ἐκλέγονται διὰ τέσσαρα ἔτη. Ζήτημα ἐγεννήθη εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν κατὰ πόσον ἔπρεπε νὰ ἀναγραφῇ εἰς τὸ Σύνταγμα καὶ τὸ σύστημα τὸ ἐκλογικὸν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου θὰ ἐκλέγωνται οἱ βουλευταί, ζήτημα προφανῶς οὐσιῶδες. Ὑπῆρξεν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν πρότασις, συμφώνως πρὸς τὴν ὁποίαν καὶ πρὸς τὸ Ἑλληνικὸν δημοκρατικὸν πολίτευμα θὰ ἔπρεπε νὰ ἀναγραφῇ, ὅπως ἀναγράφεται εἰς ὅλα τὰ νεώτερα δημοκρατικὰ πολιτεύματα, ὡς ἐκλογικὸν σύστημα τὸ ἀναλογικόν. Τὸ ζήτημα τοῦτο ἔχει διπλῆν ἄποψιν. Πρῶτον τίθεται τὸ ἐρώτημα: Εἶναι ἐνδεδειγμένον διὰ συντακτικῆς διατάξεως νὰ ὁρίζεται τὸ ἐκλογικὸν σύστημα; Καὶ ἂν κατ’ ἀρχὴν ἐνδείκνυται ὅπως διὰ συντακτικῆς διατάξεως ὁρίζεται τὸ ἐκλογικὸν σύστημα, τότε, ἐρωτᾶται, ποῖον πρέπει νὰ εἶναι τὸ ἐκλογικὸν τοῦτο σύστημα; Ἡ Ἐπιτροπὴ δὲν ἠθέλησε νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν συζήτησιν περὶ ἐκλογικοῦ συστήματος. Περιωρίσθη εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ πρώτου μέρους καὶ κατέληξεν εἰς τὸ συμπέρασμα, περίπου ὁμοφώνως, ὅτι δὲν εἶναι ἐνδεδειγμένον νὰ ἀναγραφῇ εἰς τὸ Σύνταγμα τὸ ἐκλογικὸν σύστημα. Κατέληξε δὲ εἰς τὸ συμπέρασμα τοῦτο ἀναχωροῦσα ἐκ τῆς ἀρχῆς ὅτι δὲν ὑπάρχει ἐκλογικὸν σύστημα ὁμοφώνως, ἀπολύτως ὀρθόν. Ὅλα τὰ ἐκλογικὰ συστήματα ἔχουν καὶ ἀτελείας καὶ ἐλαττώματα. Εἶναι καὶ θεωρητικῶς τοῦτο καὶ πρακτικῶς ἀναμφισβήτητον. Καὶ ἐφόσον τοῦτο εἶναι δεδομένον, ἐφόσον τὰ ἐκλογικὰ συστήματα ἔχουν ἀξίαν σχετικὴν μόνον, ἀναλόγως τοῦ χρόνου καὶ τοῦ τόπου κατὰ τὸν ὁποῖον ἐφαρμόζονται, ἄσκοπον θὰ ἦτο καὶ ἐπιβλαβὲς διὰ συντακτικῆς διατάξεως νὰ καθιερωθῇ παρ’ ἡμῖν ὡρισμένος τρόπος ἐκλογικοῦ συστήματος. Προσωπικῶς πιστεύω ὅτι ὑπὸ τὰς σημερινὰς συνθήκας ἡ ἀναλογικὴ ἐκλογὴ ἀποτελεῖ τὸ ἐκλογικὸν σύστημα τὸ ἀπαραίτητον διὰ τὴν Χώραν. Μόνον διὰ τῆς ἀναλογικῆς ἐκλογῆς εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξασφαλίσωμεν ὄχι μόνον τὴν ἐκλογικὴν δικαιοσύνην, τὴν ὁποίαν ἀναμφισβητήτως, πανθομολογουμένως ἐξασφαλίζει τὸ ἐκλογικὸν σύστημα, ἀλλὰ καὶ νὰ παγιώσωμεν τὸ δημοκρατικὸν καθεστὼς καὶ ταυτοχρόνως νὰ ἐξυπηρετήσωμεν τὴν πολιτικὴν γαλήνην καὶ τὴν πολιτικὴν ὁμαλότητα. Καίτοι ὅμως ἔχω ἀκλόνητον τὴν πεποίθησιν ταύτην, ἀποδίδων μάλιστα σημασίαν σπουδαιοτάτην εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο, ἐν τούτοις καταλήγω εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται νὰ καθορισθῇ διὰ τοῦ Συντάγματος ὁ τρόπος τῆς ἀναλογικῆς ἐκλογῆς, διότι δὲν ἀποκλείεται, ὅταν παρέλθουν αἱ σημεριναὶ περιστάσεις, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς πείρας τὴν ὁποίαν θὰ ἀποκτήσωμεν ἐξ ἐνδεχομένης ἐφαρμογῆς του, δὲν ἀποκλείεται νὰ καταλήξωμεν εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι ὑπὸ τὰς νέας συνθήκας ἀντενδείκνυται ἡ ἀναλογικὴ ἐκλογὴ ἴσως δι’ οὓς λόγους σήμερον εἶναι ἀπολύτως ἐπιβεβλημένη. Ἄλλοτε, εἶναι ἀληθές, ὁ ἐνθουσιασμὸς διὰ τὴν ἀναλογικὴν ἦτο ἀπεριόριστος, διότι δὲν εἶχον παρουσιασθῆ τὰ ἐλαττώματα ἐφαρμογῆς καὶ διὰ τοῦτο ἴσως ἐξηγεῖται διατί αἱ νέαι Δημοκρατίαι ἀναγράφουν εἰς τὰ Συντάγματα αὐτῶν τὴν ἀναλογικὴν ἐκλογήν. Ἀλλ’ ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης μέχρι σήμερον παρῆλθε χρόνος καὶ ἡ πρᾶξις ἐπιστοποίησε τὰς ἀτελείας καὶ τοῦ ἀναλογικοῦ συστήματος. Ἔχομεν ἄλλως τε τὸ παράδειγμα τῆς Γερμανίας, ἡ ὁποία ἐπὶ ἔτη τώρα κλυδωνίζεται, κατατρύχεται ἀπὸ ἀδυναμίαν σχηματισμοῦ Κυβερνήσεων.
§82Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Διατί; Γνωρίζετε ὅτι ἐκεῖ καὶ πρὸ τῆς εἰσαγωγῆς τῆς ἀναλογικῆς δὲν ἦτο ὀλιγώτερος ὁ ἀριθμὸς τῶν κομμάτων.
§83Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Δὲν νομίζω ὅτι ὑπάρχει ἐπικαιρότης τὴν στιγμὴν αὐτὴν διὰ νὰ ἐξετάσωμεν ποῖαι εἶναι αἱ ἀρεταὶ καὶ ποῖαι αἱ ἀτέλειαι τοῦ ἀναλογικοῦ συστήματος. Ἐνόμισα μόνον ὅτι ὤφειλον νὰ προβῶ εἰς τὴν ἐξήγησιν αὐτήν, ὅτι, καίτοι ἡ προσωπική μου πεποίθησις εἶναι ὑπὲρ τῆς ἀναλογικῆς, καίτοι θεωρῶ τὸ ζήτημα τοῦτο ὄχι δευτερεῦον, ἀλλ’ ἀπολύτου σπουδαιότητος, μολαταῦτα καταλήγω εἰς τὸ συμπέρασμα....
§84Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Διὰ τὸ παράδειγμα;
§85Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Θὰ ἔλθῃ καιρὸς νὰ ἐξηγηθῶμεν καὶ ἐπὶ τοῦ παραδείγματος καὶ τότε θὰ ὑπομνήσωμεν ὅτι ὁμόφωνος περίπου εἶναι ἡ γνώμη ἡ κρατοῦσα σήμερον καὶ εἰς τὴν ἐπιστήμην καὶ εἰς τὸν Τύπον καὶ εἰς τὸν πολιτικὸν κόσμον τὸν σύγχρονον ὅτι, ἂν ἡ ἀναλογικὴ ὑπηρετεῖ τὴν ἐκλογικὴν δικαιοσύνην, ταυτοχρόνως ὅμως καθιστᾷ ἀδύνατον τὸν σχηματισμὸν ἰσχυρῶν Κυβερνήσεων. Ἐν τούτοις δὲν ἀποτελεῖ θέμα σήμερον ἡ ἀνάπτυξις τῶν ἀτελειῶν καὶ τῶν ἀρετῶν τοῦ ἐκλογικοῦ συστήματος. Σήμερον πρόκειται νὰ συζητήσωμεν τοῦτο μόνον· ἐπιβάλλεται νὰ καθορίζεται τὸ ἐκλογικὸν σύστημα διὰ συντακτικῆς διατάξεως; Καὶ μόνον εἰς τὴν περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Συνέλευσις θὰ ἔκρινεν ὅτι ἐπιβάλλεται ὁ συντακτικὸς καθορισμὸς τοῦ ἐκλογικοῦ συστήματος, μόνον τότε, θὰ ὠφείλομεν νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ ζητήματος ποῖον ἔπρεπε νὰ εἶναι τὸ ἐκλογικὸν σύστημα. Καὶ ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου ἡ Ἐπιτροπή—διότι ἀκριβῶς ἡ ἀξία τῶν ἐκλογικῶν συστημάτων εἶναι σχετικὴ καὶ ὄχι ἀπόλυτος, ἐξαρτωμένη ἀπὸ τὰς ἑκάστοτε συνθήκας τόπου καὶ χρόνου—περίπου ὁμοφώνως κατέληξεν εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ καθορισθῇ διὰ συντακτικῆς διατάξεως. Εἰς τὸ ἄρθρον 17 ἡ Ἐπιτροπὴ προσέθεσε τὰς ἀκολούθους διατάξεις (ἀναγινώσκει): «Οἱ Μουσουλμάνοι τῆς Δυτικῆς Θράκης καθὼς καὶ οἱ Ἰσραηλῖται τῆς Θεσσαλονίκης ἀποτελοῦν ἴδιον ἐκλογικὸν σύλλογον πρὸς ἐκλογὴν βουλευτῶν». Ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου εἶναι ἀνάγκη νὰ παράσχω ἐξηγήσεις πρὸς τὴν Συνέλευσιν. Δὲν ὡρμήθημεν ἀπὸ ἀπόψεως ἀνειλημμένων διεθνῶν ὑποχρεώσεων, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν Συνθηκῶν. Τὰ συμπεράσματα τῆς Ἐπιτροπῆς στηρίζονται εἰς ἀπόψεις ἐσωτερικοῦ ἐκλογικοῦ δικαίου. Ἐσκέφθημεν ὅτι εἰς τὴν νέαν δημοκρατικὴν περίοδον, ὑπὸ τὸ δημοκρατικόν μας πολίτευμα, πρέπει νὰ προνοήσωμεν ὥστε καὶ τὰ δικαιώματα καὶ τὰ συμφέροντα τῶν συμπολιτῶν Μουσουλμάνων καὶ Ἰσραηλιτῶν νὰ ὑπηρετηθοῦν πλήρως. Καὶ μόνον ἐφόσον παράσχωμεν εἰς αὐτοὺς τὴν εὐχέρειαν νὰ ἐκλέγουν ἰδίους ἀντιπροσώπους ὑπηρετοῦμεν καὶ τὰ δικαιώματα καὶ τὰ συμφέροντα αὐτῶν πληρέστερον. Ἐνῷ ἀντιστρόφως, ἂν δὲν παρείχομεν εἰς αὐτοὺς τὴν εὐκολίαν αὐτήν, θὰ διέτρεχον τὸν κίνδυνον νὰ ἀπορροφηθοῦν ἐντὸς τοῦ ἄλλου ὁμοιογενοῦς πληθυσμοῦ καὶ νὰ στερηθοῦν ἰδίων ἀντιπροσώπων. Ἐκ μέρους ἀντιπροσώπων τῶν πληθυσμῶν αὐτῶν διετυπώθη προφορικῶς εἰς ἐμὲ ἡ ἄποψις ὅτι τοῦτο δὲν συμβιβάζεται ἴσως πρὸς μίαν αὐστηρῶς, στενῶς ἐννοουμένην ἐθνικιστικὴν πολιτικήν, διότι τὸ συμφέρον τῆς Χώρας ἀπὸ ἀπόψεως ἐθνικιστικῆς θὰ ἦτο νὰ ἀφήσῃ καὶ τούτους ἐντὸς τοῦ γενικοῦ πληθυσμοῦ, εἰς τρόπον ὥστε βαθμιαίως νὰ ἀπορροφηθοῦν πολιτικῶς. Ἀπηντήσαμεν ὅμως εἰς τὴν σκέψιν αὐτὴν ὅτι ἡ Ἑλλὰς καὶ πάντοτε εἰς τὸ παρελθὸν καὶ κατ’ ἀπείρως μείζονα λόγον κατὰ τὴν νέαν αὐτῆς δημοκρατικὴν περίοδον δὲν εἶναι διατεθειμένη νὰ θυσιάσῃ συμφέροντα συμπολιτῶν αὐτῆς, ἀγομένη ἀπὸ στενὰς ἐθνικιστικὰς βλέψεις. Βασίζεται εἰς τὸν πολιτισμόν της. Ἄλλως τε ἡ εὐτυχία τῶν Κρατῶν δὲν συνίσταται εἰς τὴν ἐθνικὴν ἀπορρόφησιν. Συνίσταται εἰς τὴν ὁμαλὴν συμβίωσιν ὅλων τῶν πολιτῶν ἐπὶ τῇ βάσει ἀμοιβαίας ἀναγνωρίσεως τοῦ πολιτισμοῦ των. Διὰ τοὺς λόγους τούτους κατελήξαμεν εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι καὶ οἱ Μουσουλμάνοι καὶ οἱ Ἰσραηλῖται πρέπει νὰ λάβωσι τὴν εὐκαιρίαν ἐκλογῆς ἰδίων ἀντιπροσώπων. Σχετικῶς οὐσιώδη μεταβολὴν εἰς τὸ κεφάλαιον περὶ Βουλῆς ἐπεφέραμεν καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐκλογὴν καὶ τὰς ἀποδοχὰς τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς. Ἐνομίσαμεν, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι τὸ ἀξίωμα τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς πρέπει νὰ ἐξαρθῇ πολὺ περισσότερον παρ’ ὅσον μέχρι σήμερον ἔχει συμβῆ. Πρέπει νὰ καταβληθῇ καὶ διὰ τῶν συντακτικῶν διατάξεων προσπάθεια ἰδιαιτέρα, ὅπως τεθῇ κατὰ τὸ δυνατὸν ἐκτὸς τῶν κομμάτων, καὶ εἰς τοῦτο ἀπέβλεψεν ἡ διάταξις τὴν ὁποίαν ἐθέσαμεν, ὅτι ἡ πλειονοψηφία μὲ τὴν ὁποίαν ὁ Πρόεδρος πρέπει νὰ ἐκλέγεται θὰ εἶναι ηὐξημένη. Εἰς τοῦτο ἐπίσης ἀπέβλεψεν ἡ διάταξις ὅτι καὶ αἱ ἀποδοχαὶ τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς ἐξισοῦνται πρὸς τὰς ἀποδοχὰς τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως.
§86Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Καὶ οἱ Ὑπουργοὶ τὸ ἴδιον λαμβάνουν.
§87Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Μᾶς ἐνδιαφέρει ἡ καθιέρωσις τοῦ ἠθικοῦ κύρους τοῦ ἀξιώματος. Ἔπρεπε νὰ καταστῇ σαφὲς ὅτι ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, πρὸς τὸν ὁποῖον ἐξισοῦται καὶ ὁ Πρόεδρος τῆς Γερουσίας, ἀνέρχεται εἰς ἀξίωμα ὕπατον. Καθ’ ὅσον δὲ ἀφορᾷ τὰς ἀποδοχάς, αὗται ἔπρεπε νὰ αὐξηθοῦν εἰς τρόπον ὥστε νὰ εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἐγκαταλείψῃ πᾶσαν ἐπαγγελματικὴν ἀσχολίαν κατὰ τὸ στάδιον τῆς ἀσκήσεως τῆς ὑψηλῆς του λειτουργίας, καὶ διετυπώσαμεν ὡς ἑξῆς τὸ ἄρθρον 22 (ἀναγινώσκει): «Διὰ νὰ προβῇ ἡ Βουλὴ εἰς τὴν ἐκλογὴν ἀπαιτεῖται ἡ παρουσία τῶν 11/20 τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν μελῶν αὐτῆς. Ὁ Πρόεδρος ἐκλέγεται δι’ ἀπολύτου πλειονοψηφίας τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν βουλευτῶν». Εἰς τὸ ἄρθρον 33 ὁρίζεται (ἀναγινώσκει): «Εἰς τὸν τακτικὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς παρέχονται ἔξοδα παραστάσεως ἰσούμενα πρὸς τὰς ἀποδοχὰς τοῦ Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου». Ζήτημα ἐγεννήθη ἐπίσης, ἂν θὰ ἔπρεπε νὰ ὁρισθῇ διὰ συντακτικῆς ἀποφάσεως, ὅπως συμβαίνει εἰς τὸ ἰσχύον Σύνταγμα, ἡ βουλευτικὴ ἀποζημίωσις. Τὸ ἰσχύον Σύνταγμα εἰς τὸ ἄρθρον 75 ἀναγράφει (ἀναγινώσκει): «Οἱ βουλευταὶ λαμβάνουν ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου ἀποζημίωσιν οἱ μὲν ἐν Ἀθήναις καὶ Πειραιεῖ κατοικοῦντες δραχμῶν 800 ἐν ἀρχῇ ἑκάστης τριμηνίας, οἱ δὲ λοιποὶ 1000». Ἡ ἀρχὴ τῆς βουλευτικῆς ἀποζημιώσεως εἶναι ἀρχὴ κατ’ ἐξοχὴν δημοκρατική. Ἄν δὲν ὑπάρχῃ ἀποζημίωσις τῶν βουλευτῶν, εἶναι ἐντελῶς εὔλογον ὅτι οἱ στερούμενοι ἐπαρκῶν μέσων θὰ εὑρίσκωνται εἰς ἀδυναμίαν νὰ ἀσκοῦν τὸ λειτούργημα τοῦ λαϊκοῦ ἀντιπροσώπου, ὑπὸ τοιαύτας δὲ συνθήκας τὸ ἀξίωμα τοῦ βουλευτοῦ θὰ καταστῇ προνόμιον τοῦ πλούτου. Καὶ εἶναι ἀδύνατον δημοκρατικὸν πολίτευμα νὰ καθιερώσῃ πλουτοκρατικὰ προνόμια. Ἐπὶ τῆς ἀρχῆς ἑπομένως, ἐπὶ τῆς ἀνάγκης κατ’ ἀρχὴν τῆς βουλευτικῆς ἀποζημιώσεως ζήτημα δὲν ἠμπορεῖ νὰ ὑφίσταται. Ζήτημα μόνον ὑπάρχει κατὰ πόσον ἔπρεπε νὰ ἀναγραφῇ τὸ ποσὸν αὐτῆς εἰς τὸ Σύνταγμα. Ὁμοφώνως ἡ Ἐπιτροπὴ ἀπέκρουσε τὴν ἄποψιν ταύτην, διότι εἶναι τόσον εὐμετάβλητοι αἱ συναλλαγματικαὶ καὶ νομισματικαὶ συνθῆκαι εἰς τὴν ἐποχήν μας, ὥστε θὰ ἦτο ἐντελῶς παράλογον νὰ καθορισθῇ διὰ συντακτικῆς διατάξεως ἅπαξ διὰ παντὸς ἡ βουλευτικὴ ἀποζημίωσις. Καὶ διὰ τοῦτο ἀνεγράψαμεν εἰς τὸ ἄρθρον 33 τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Οἱ βουλευταὶ λαμβάνουν ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου ἀποζημίωσιν, ὁριζομένην ἑκάστοτε διὰ νόμου». Αὐταὶ εἶναι, κύριοι συνάδελφοι, αἱ μεταβολαὶ τὰς ὁποίας ἐπεφέραμεν εἰς τὸ κεφάλαιον περὶ Βουλῆς, μὲ μίαν ἀκόμη, οὐσιώδη, ἐκείνην ἡ ὁποία ἀφορᾷ τὸν ἀριθμὸν τῶν ἀναγνώσεων αἱ ὁποῖαι εἶναι ἀπαραίτητοι διὰ τὴν ψήφισιν τῶν νόμων ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Μέχρι τοῦδε, ὅπως εἶναι γνωστόν, αἱ ἀναγνώσεις ἦσαν τρεῖς. Τὸ ἰσχύον Σύνταγμα εἰς τὸ ἄρθρον 57 ἀναγράφει ὅτι (ἀναγινώσκει): «Οὐδεμία πρότασις νόμου γίνεται δεκτὴ ἂν δὲν συζητηθῇ καὶ ψηφισθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἅπαξ μὲν κατ’ ἀρχήν, δὶς δὲ κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον, κατὰ τρεῖς διαφόρους ἡμέρας». Εἰς τὸ ἄρθρον 27 ἀνεγράψαμεν ὅτι (ἀναγινώσκει): «Πᾶσα πρότασις νόμου πρέπει νὰ συνοδεύηται ὑποχρεωτικῶς ὑπὸ εἰσηγητικῆς ἐκθέσεως». Ἡ προσθήκη ἐθεωρήθη ἀπαραίτητος, ἵνα καὶ συντακτικῶς κυρωθῇ ἡ ἀνάγκη τῆς αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως. (Ἐξακολουθεῖ ἀναγινώσκων): «Οὐδεμία πρότασις νόμου γίνεται δεκτὴ ἂν δὲν συζητηθῇ καὶ ψηφισθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς, δὶς καὶ εἰς δύο διαφόρους συνεδριάσεις ἀπεχούσας ἀλλήλων δύο τοὐλάχιστον ἡμέρας, κατ’ ἀρχὴν μὲν καὶ κατ’ ἄρθρον κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν, κατ’ ἄρθρον δὲ καὶ σύνολον κατὰ τὴν δευτέραν». Ὑπάρχουν ἐπίσης δύο ἄλλα ζητήματα, τῶν ὁποίων ἡ ρύθμισις ἐπιβάλλεται ἐπὶ τῇ βάσει τῆς πείρας τῆς κοινοβουλευτικῆς. Ἔπρεπε νὰ προνοηθῇ ὥστε καὶ αἱ τροπολογίαι νὰ ψηφίζωνται ὡς διατάξεις νόμου, διότι εἶναι βέβαιον ὅτι αἱ τροπολογίαι ἦσαν νομικαὶ διατάξεις προνομιοῦχοι — προνομιοῦχοι ἢ ἐλαττωματικαὶ εἶναι τὸ ἴδιον πρᾶγμα — διότι δὲν ἐψηφίζοντο καθ’ ὃν τρόπον καὶ αἱ λοιπαὶ διατάξεις. Καὶ ἔπρεπεν ἐπίσης νὰ προνοηθῇ ὥστε ἡ περίφημος τακτικὴ τῶν διαφόρων Ὑπηρεσιῶν αἱ ὁποῖαι διὰ καβαλιστικῶν παραπομπῶν κατώρθωνον νὰ ὑφαρπάζουν τὴν ψήφισιν οἱωνδήποτε νόμων, ἔπρεπε νὰ προνοηθῇ ὥστε νὰ ἀποτραπῇ πλέον εἰς τὸ μέλλον. Εἰς τοῦτο ὀφείλεται ἡ προσθήκη δύο διατάξεων, τῶν ἀκολούθων (ἀναγινώσκει τὴν σχετικὴν προσθήκην): «Ἐὰν κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν... κλπ.». Ὑπῆρχε μέχρι τοῦδε ἡ τακτικὴ νὰ παρεμβάλλωνται εἰς τοὺς νόμους διατάξεις ἀπολύτως ἄσχετοι, εἰς τρόπον ὥστε ἡ ἐπικεφαλὶς νὰ παραπλανᾷ, νὰ ἐξυπηρετῆται δὲ ὁ δόλιος σκοπὸς τῶν ἐνδιαφερομένων διὰ τῆς παρεμβολῆς ἀπροσδοκήτων διατάξεων. Εἶναι γνωστὸν καὶ εἰς ἡμᾶς ὅτι πέρα τῶν νόμων αἱ δυνάμεις ἐκεῖναι αἱ ὁποῖαι ρυθμίζουν τὴν πολιτικὴν ζωὴν τῶν λαῶν εἶναι δυνάμεις ἠθικαὶ καὶ πολιτικαί. Ἀλλὰ συντάσσοντες πολίτευμα μίαν μόνον ἁρμοδιότητα καὶ δύναμιν εἴχομεν, νὰ καθιερώσωμεν συντακτικὰς διατάξεις καὶ εἰς αὐτὰς κατὰ τὸ δυνατὸν νὰ στηρίξωμεν ἐλπίδας διὰ τὴν βελτίωσιν τῶν πραγμάτων. Αὐταὶ ὑπῆρξαν αἱ μεταβολαὶ τὰς ὁποίας ἐπεφέραμεν εἰς τὸ εἰδικὸν κεφάλαιον περὶ Βουλῆς. Εἰσερχόμεθα τώρα εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ κεφαλαίου τῆς Γερουσίας. Κύριοι συνάδελφοι, ἐνῷ διὰ τὴν συγκρότησιν τῆς Βουλῆς ἡ ὁμοφωνία εἶναι ἀπόλυτος καὶ εἰς τὴν θεωρίαν καὶ εἰς τὴν πρᾶξιν, διότι πανταχοῦ ἡ Βουλὴ συγκροτεῖται ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀμέσου καὶ καθολικῆς ψηφοφορίας, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν Γερουσίαν οἱ τρόποι εἶναι ποικίλοι, οὐδόλως δὲ ὑφίσταται σύμπτωσις γνωμῶν περὶ τοῦ καλυτέρου τρόπου τῆς συγκροτήσεως αὐτῆς. Εἴτε συγκροτεῖται ἐπὶ τῇ βάσει τίτλων εὐγενείας —καὶ εἶναι ὁ παλαιὸς ἱστορικὸς τρόπος τῆς συγκροτήσεως— εἴτε συγκροτεῖται ἐπὶ τῇ βάσει διορισμοῦ ἐκ μέρους τοῦ Ἀνωτάτου Ἄρχοντος παλαιότερον — τῆς Κυβερνήσεως κατόπιν, ἀφότου ὁ Ἀνώτατος Ἄρχων δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ γνώμην εἰμὴ διὰ τῶν ὑπευθύνων Κυβερνήσεων — εἴτε ἐπὶ τῇ βάσει ἐπαγγελματικῆς ἐκπροσωπήσεως, εἴτε ἐπὶ τῇ βάσει ἐκλογῆς ὑπὸ τῆς Βουλῆς, εἴτε — καὶ τοῦτο ἀποτελεῖ τὸν σύγχρονον τρόπον τῆς συγκροτήσεως — ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀμέσου καθολικῆς ἐκλογῆς — συμβαίνει μάλιστα εἰς τὰ σύγχρονα πολιτεύματα νὰ ὑφίστανται ταυτοχρόνως πολλοὶ ἀπὸ τοὺς τρόπους αὐτοὺς τῆς συγκροτήσεως τῆς Γερουσίας —, εἶναι ὅμως προφανὲς ὅτι, προκειμένου περὶ Νομοθετικοῦ Σώματος τὸ ὁποῖον τὸ πρῶτον συγκροτεῖται εἰς μίαν σύγχρονον Δημοκρατίαν, ὡρισμένοι ἀπὸ τοὺς τρόπους αὐτοὺς δὲν εἶναι πλέον συζητήσιμοι, καθὼς ὁ διορισμὸς γερουσιαστῶν ἐπὶ τῇ βάσει τίτλων εὐγενείας, ἐπὶ τῇ βάσει εὐμενείας τοῦ Ἀνωτάτου Ἄρχοντος. Ὅ,τι δύναται σήμερον νὰ τεθῇ ὑπὸ συζήτησιν εἶναι ἡ ἄμεσος καθολικὴ ἐκλογή, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ὁποίας συγκροτεῖται καὶ ἡ Βουλή, ἢ ἡ ἔμμεσος ἐκλογὴ ὑπὸ τῶν τοπικῶν Συμβουλίων ἢ ἡ ἐπαγγελματικὴ ἐκπροσώπησις ἢ ἡ ἐκλογὴ ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Καὶ τώρα θὰ προχωρήσωμεν εἰς τὴν συζήτησιν διὰ νὰ κρίνωμεν ποῖος εἶναι ὁ περισσότερον ἐνδεδειγμένος τρόπος συγκροτήσεως τῆς Γερουσίας εἰς τὴν Χώραν ἡμῶν ὑπὸ τὰς σημερινὰς περιστάσεις. Εἶναι προφανές, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ἡ ἄμεσος καὶ καθολικὴ ἐκλογὴ εἶναι ὁ πλέον δημοκρατικὸς τρόπος τῆς συγκροτήσεως τῶν Ἀντιπροσωπευτικῶν Σωμάτων εἰς τὴν ἐποχήν μας. Ἡ θεωρία δὲ αὕτη ἐπικυροῦται καὶ ἀπὸ τὴν πρᾶξιν, ὅταν ὅλαι αἱ νέαι Δημοκρατίαι καθιερώνουν ὡς τρόπον συγκροτήσεως τῆς Γερουσίας τὴν ἄμεσον καθολικὴν καὶ ἀναλογικὴν ἐκλογήν. Περίεργον μόνον εἶναι ὅτι, ἐνῷ τὰ νέα δημοκρατικὰ πολιτεύματα καθιερώνουν τρόπον συγκροτήσεως τῆς Γερουσίας ἐντελῶς ὅμοιον μὲ τὸν τρόπον τῆς συγκροτήσεως τῆς Βουλῆς, περίεργον εἶναι, λέγω, ὅτι δὲν καθιερώνουν καὶ τὴν ἰσοδυναμίαν τῆς Γερουσίας. Ἐπειδὴ εἶναι προφανὲς ὅτι, ἐφόσον ἡ συγκρότησις εἶναι ὁμοία, λογικῶς καὶ πολιτικῶς συνεπὲς θὰ ἦτο νὰ εἶναι καὶ ἰσοδύναμος πολιτικῶς καὶ νομοθετικῶς. Εἶναι περίεργον ὅτι, καίτοι καθορίζεται ὁ αὐτὸς τρόπος συγκροτήσεως, μολαταῦτα σοβαρῶς μειωμένη ἐμφανίζεται ἡ ἐξουσία τῆς Γερουσίας. Ἡ ἄποψις τῆς ἀμέσου καθολικῆς ἐκλογῆς διὰ τὴν συγκρότησιν τῆς Γερουσίας καὶ παρ’ ἡμῖν ὑπεστηρίχθη εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, ἀλλὰ δὲν ἐπεκράτησε, διότι ἐθεωρήθη ἰσχυροτέρα ἡ ἀντίθετος ἄποψις. Εἴπομεν εἰς τὴν Ἐπιτροπήν: Ἐφόσον ἀναχωροῦμεν ἀπὸ τὸ δεδομένον ὅτι δὲν θέλομεν ἰσοδυναμίαν τῆς Γερουσίας πρὸς τὴν Βουλήν, θὰ εὑρισκόμεθα εἰς μίαν ἀνακολουθίαν ἂν ἐδεχόμεθα μολαταῦτα αὐτὸν τὸν τρόπον τῆς συγκροτήσεως τῆς Γερουσίας, ἐπειδὴ εἶναι ἐντελῶς σαφὲς ὅτι ἡ συγκρότησις δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κριθῇ καθ’ ἑαυτήν. Εἶναι ἐπιβεβλημένον νὰ κριθῇ ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὴν ἁρμοδιότητα τῆς Γερουσίας. Πρῶτον πρέπει νὰ καταλήξωμεν εἰς συμπέρασμα περὶ τοῦ ποία εἶναι ἡ ἁρμοδιότης τὴν ὁποίαν ἐμπιστευόμεθα εἰς τὴν Γερουσίαν καὶ κατόπιν νὰ κρίνωμεν ποῖος πρέπει νὰ εἶναι ὁ κατάλληλος τρόπος τῆς συγκροτήσεως τοῦ Σώματος εἰς τρόπον ὥστε ἐπαρκῶς νὰ ἐκπληροῖ τὸν σκοπὸν τὸν ὁποῖον τοῦ ἐμπιστευόμεθα. Καὶ ἐφόσον κατελήξαμεν εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι ἡ ἁρμοδιότης τῆς Γερουσίας ἡ νομοθετικὴ πρέπει νὰ εἶναι περιωρισμένη καὶ ἡ ἁρμοδιότης ἡ πολιτικὴ πολὺ περισσότερον, περιοριζομένης τῆς Γερουσίας εἰς τὴν ἄσκησιν ἐλέγχου, ἄνευ ὅμως ἀμέσου πολιτικῆς κυρώσεως, ἐφόσον κατελήξαμεν εἰς τὸ συμπέρασμα τοῦτο, ὠφείλομεν ἐπίσης νὰ προνοήσωμεν ὅπως ἡ συγκρότησις αὐτῆς εἶναι ἀντίστοιχος πρὸς τὴν ἁρμοδιότητα τὴν ὁποίαν τῆς ἐμπιστευόμεθα. Ἐπὶ τῇ βάσει λοιπὸν τῶν σκέψεων τούτων ἀπερρίφθη ἡ πρότασις ὅπως καὶ ἡ Γερουσία παρ’ ἡμῖν συγκροτῆται δι’ ἀμέσου καθολικῆς ἐκλογῆς. Ἡ Ἐπιτροπὴ κατέληξεν εἰς τὴν προτίμησιν, κατὰ πλειονοψηφίαν, τῆς ἐμμέσου ἐκλογῆς τῆς Γερουσίας διὰ τῶν τοπικῶν Συμβουλίων, κοινοτικῶν, δημοτικῶν καὶ ἐπαρχιακῶν. Γνωρίζω, κύριοι συνάδελφοι — καὶ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ἀνεπτύχθη, καὶ ἐπιστημονικῶς ὑποστηρίζεται, καὶ ἄλλοτε παρέστη εὐκαιρία καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ τονισθῇ — γνωρίζω ποία εἶναι ἡ κατηγορία ἡ ὁποία διατυποῦται ἐναντίον τοῦ τρόπου τούτου τῆς συγκροτήσεως τῆς Γερουσίας: Ὅτι δηλαδὴ εἰσάγει τὸν κομματισμὸν εἰς τὰ τοπικὰ Συμβούλια. Αὐτὸ εἶναι τὸ ἐπιχείρημα τὸ ὁποῖον ἐκπορευθὲν κυρίως ἀπὸ τὴν Ἀγγλίαν ὑπεστηρίχθη καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Ἀλλ’ εἰς τὴν Ἀγγλίαν εἶχον δίκαιον, διότι ἐκεῖ τὰ τοπικὰ Συμβούλια εἶναι πράγματι ἀπηλλαγμένα τοῦ γενικοῦ κομματικοῦ πολιτικοῦ χαρακτῆρος. Εὐλόγως ἄρα διατυποῦται ἐκεῖ ἡ ἐπιφύλαξις, εὐλόγως διατυποῦται ὁ φόβος μήπως μὲ τὴν ἀνάθεσιν εἰς τὰ τοπικὰ Συμβούλια καὶ τῆς ἁρμοδιότητος νὰ ἐκλέγωσι γερουσιαστὰς ἐκτραπῶσιν ἀπὸ τοῦ τοπικοῦ αὐτῶν προορισμοῦ καὶ ἐγκαταλείψωσι τὰ κύρια ἔργα των. Ἡ ἐπιφύλαξις λοιπὸν ἐκεῖ εἶναι ἀπολύτως εὔλογος. Ἀλλὰ συμβαίνει τάχα τὸ ἴδιον καὶ εἰς τὴν Χώραν ἡμῶν; Ποῖος εἶναι δυνατὸν νὰ ἀγνοῇ, ὄχι μόνον ἀπὸ τοὺς πληρεξουσίους οἱ ὁποῖοι ἔχουν προσωπικὴν πεῖραν τοῦ πράγματος τούτου ἀλλ’ ἐν γένει ἀπὸ τοὺς πολίτας τῆς Χώρας, ποῖος εἶναι δυνατὸν νὰ ἀγνοῇ ὅτι μέχρι τοῦδε τὰ τοπικά, κοινοτικὰ καὶ δημοτικὰ Συμβούλια ἐκλέγονται περίπου ἐπὶ τῇ βάσει τῶν πολιτικῶν ἀποχρώσεων αἱ ὁποῖαι διακρίνουν τὰ γενικὰ πολιτικὰ κόμματα τῆς Χώρας; Καὶ ἐφόσον τοῦτο εἶναι βέβαιον, προφανὲς εἶναι ὅτι οὐδεὶς ὑφίσταται κίνδυνος νὰ ζημιωθοῦν ἐκ τῆς προσθήκης εἰς ταῦτα καὶ τῆς ἁρμοδιότητος πρὸς ἐκλογὴν Γερουσίας. Καὶ μάλιστα, κατὰ τὴν γνώμην ἡμῶν, ὄχι μόνον δὲν πρόκειται νὰ ζημιωθῇ ἡ λειτουργία τῶν τοπικῶν Συμβουλίων, ἀλλὰ πρόκειται ἀσφαλῶς καὶ νὰ τονωθῇ. Εἶναι βέβαιον σήμερον, καὶ ἔχω προσωπικὴν πεῖραν τοῦ πράγματος — νομίζω δὲ ὅτι καὶ οἱ κ.κ. συνάδελφοι ἀπεκόμισαν ἐσχάτως τὴν αὐτὴν πεῖραν — ὅτι ἀπροθυμία ἀπόλυτος παρατηρεῖται εἰς τοὺς πολίτας διὰ τὴν συμμετοχὴν εἰς τὰ τοπικὰ Συμβούλια.
§88Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Διὰ τὰ νομαρχιακὰ μόνον, διότι δὲν γνωρίζουν περὶ τίνος πρόκειται.
§89Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἐσχάτως, ὅτε ἐπρόκειτο νὰ ἐνεργηθοῦν αἱ ἐκλογαὶ τῶν τοπικῶν Συμβουλίων, περιώδευσα τὴν Λέσβον ὁλόκληρον καὶ ἀντελήφθην ὅτι παρετηρεῖτο γενικὴ ἀπροθυμία τῶν πολιτῶν νὰ μετάσχωσιν εἰς τὰ κοινοτικὰ καὶ δημοτικὰ Συμβούλια, μέχρι τοῦ σημείου ὥστε νὰ παρακαλῶμεν τοὺς φίλους ἡμῶν νὰ μετάσχουν καὶ αὐτοὶ νὰ μᾶς λέγουν ὅτι τοῖς εἶναι ἀδύνατον. Καὶ δικαίως. Ὄχι μόνον διότι συντρέχουν οἱ γενικοὶ λόγοι τῶν ὁποίων ἡ ἀνάπτυξις σήμερον ἴσως δὲν εἶναι ἐπίκαιρος καὶ οἱ ὁποῖοι κατέστησαν πλέον τὸν δημόσιον βίον εἰς τὴν Χώραν ἡμῶν ἐντελῶς ἀχάριστον ἀφαιρέσαντες ἀπ’ αὐτοῦ τὸ θέλγητρον τῆς κοινῆς ὑπολήψεως, τὸ μόνον ἐλατήριον τὸ ὁποῖον ἄλλοτε παρώρμα τὰς καλυτέρας δυνάμεις τῆς Χώρας νὰ εἰσέρχωνται εἰς τὸν δημόσιον βίον, ἀλλὰ καὶ διότι κατήντησε, δυστυχῶς, σήμερον ὅσοι ἀσχολοῦνται εἰς τὴν πολιτικὴν ἐν γένει νὰ διατρέχουν τὸν κίνδυνον νὰ ἐκπέσουν ταχέως εἰς μίαν γενικὴν ἀνυποληψίαν. Καὶ εἶναι ἐντελῶς εὔλογον ὅτι αἱ ζωτικαὶ δυνάμεις τῆς Χώρας θὰ ἀρχίσουν ἐγκαταλείπουσαι τὸν δημόσιον βίον. Εἶναι ἀδύνατον ἄνθρωποι διαθέτοντες ὅλας τὰς δυνάμεις τῆς ψυχῆς αὐτῶν καὶ τοῦ πνεύματος ὑπὲρ τῶν δημοσίων πραγμάτων χωρὶς καμμίαν ἄλλην φιλοδοξίαν ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ἐπιθυμίαν τῆς ἐξυπηρετήσεως τοῦ κοινοῦ συμφέροντος καὶ τὴν εὔλογον ἀξίωσιν τῆς ἀναγνωρίσεως τῶν προσφερομένων ὑπηρεσιῶν, εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐξακολουθήσουν ἐμπλεκόμενοι εἰς μίαν κατάστασιν, τῆς ὁποίας τὸ κατάντημα εἶναι σχεδὸν πάντοτε ἡ ἀνυποληψία. Ἐφόσον λοιπὸν ὁ δημόσιος βίος ὑπέστη τὴν κατάπτωσιν ταύτην, εὔλογον εἶναι νὰ ἀποφεύγεται, αἱ δὲ ζωτικαὶ δυνάμεις τῆς Χώρας νὰ τρέπωνται πρὸς ἄλλα πεδία, πλέον γόνιμα καὶ πλέον εὐτυχοῦς εὐδοκιμήσεως, πρὸς τὴν Τέχνην, πρὸς τὴν Ἐπιστήμην καὶ πρὸ παντὸς πρὸς τὴν ἐπιχείρησιν. Προκειμένου ὅμως περὶ τῶν τοπικῶν Συμβουλίων, ἐκτὸς τῶν γενικῶν τούτων λόγων, συντρέχουν καὶ ἄλλοι. Ἐπὶ τῇ βάσει τῆς κοινοτικῆς νομοθεσίας βαρύνονται τὰ κοινοτικὰ Συμβούλια ἀπὸ ἀπειρίαν ὑποχρεώσεων καὶ εὐθυνῶν, διατάσσονται ἀπὸ ὅλας τὰς Ἀρχάς, καταδιώκονται ἀπὸ τὸν εἰσπράκτορα καὶ τὸν χωροφύλακα καὶ ἀπὸ ὅλα ἐν γένει τὰ ὄργανα τοῦ Κράτους, καὶ ἐνῷ τοιουτοτρόπως ταλαιπωροῦνται, δὲν ἔχουν τουλάχιστον τὴν ἱκανοποίησιν ὅτι διὰ μιᾶς εὐρυτέρας δικαιοδοσίας δύνανται νὰ ἀποδίδουν χρήσιμα ἔργα ὑπὲρ τοῦ Τόπου. Καὶ εὐλόγως ἀρνοῦνται νὰ μεταβάλλωνται ἁπλῶς εἰς ἕρμαια χωροφυλάκων καὶ εἰσπρακτόρων.
§90Δ. ΒΑΡΕΛΑΣ. Γνωρίζετε διατί; Διότι δὲν δύνανται νὰ ἐξυπηρετήσουν τὰ τοπικὰ συμφέροντα ἕνεκα τῶν νόμων.
§91Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἀσφαλῶς. Εἶναι βέβαιον λοιπὸν ὅτι σήμερον παρατηρεῖται ἀπροθυμία. Ὑφίσταται ἑπομένως ἀνάγκη νὰ τονώσωμεν τὸ κῦρος τῶν τοπικῶν Συμβουλίων καὶ εἶμαι βέβαιος ὅτι τὸ κῦρος τῶν Συμβουλίων τονοῦται ἐκ τοῦ γεγονότος ὅτι ἐμπιστευόμεθα εἰς αὐτὰ τὴν ἐκλογὴν τῶν γερουσιαστῶν. Θὰ ἐπεθύμουν, κύριοι, εἰς τὴν ἐκτίμησιν τῶν ζητημάτων αὐτῶν νὰ μὴ παρασυρώμεθα ἀπὸ γενικὰς καὶ ἀφῃρημένας θεωρίας ἢ ἀπὸ πράγματα τὰ ὁποῖα συμβαίνουν εἰς ἄλλας Χώρας, ὅπου αἱ συνθῆκαι εἶναι διάφοροι. Θὰ ἐπεθύμουν ὅπως τὰ συμπεράσματα εἰς τὰ ὁποῖα καταλήγομεν νὰ ἀντλῶνται ἀπὸ τὴν μελέτην τῆς ἑλληνικῆς πραγματικότητος, καὶ ἡ ἑλληνικὴ πραγματικότης διδάσκει ὅτι ὁ ἑλληνικὸς κομματισμὸς ὑπάρχει σήμερον εἰς τὰ Συμβούλια καὶ δὲν πρόκειται νὰ εἰσαχθῇ τὸ πρῶτον διὰ τῆς ἐκλογῆς τῆς Γερουσίας, ἡ ἀνάθεσις δὲ εἰς αὐτὰ καὶ τῆς ἁρμοδιότητος πρὸς ἐκλογὴν τῶν γερουσιαστῶν, ἀσφαλῶς θὰ τονώσῃ τὸ κῦρός της, εἰς τρόπον ὥστε ἄνθρωποι χρήσιμοι εἰς τὸν Τόπον νὰ φιλοδοξοῦν τὴν συμμετοχὴν εἰς τὰ τοπικὰ Συμβούλια. Βεβαίως δὲν ἔχω τὴν γνώμην ὅτι ἡ τοιαύτη πρόσθετος ἁρμοδιότης ἀρκεῖ. Γνωρίζει ἡ Συνέλευσις μὲ πόσην ἐπιμονὴν καὶ μὲ πόσην πίστιν ὑποστηρίζω τὴν ἀνάγκην τῆς αὐτοδιοικήσεως, εἰς τρόπον ὥστε βασικῶς νὰ βελτιωθῇ ἡ κατάστασις καὶ οἱ μετέχοντες εἰς τὰ Συμβούλια ταῦτα νὰ ἔχουν πράγματι τὸ εὐχάριστον συναίσθημα ὅτι διαθέτουν τὰς δυνάμεις αὐτῶν διὰ νὰ ἀποδίδουν ὄντως χρήσιμα ἔργα ὑπὲρ τοῦ Τόπου. Θὰ ἦτο ἴσως ἀκόμη δυνατὸν νὰ λεχθῇ ὅτι εἶναι ἀσυμβίβαστος πρὸς τὴν ἀρχὴν τὴν δημοκρατικὴν ἡ ἔμμεσος ἐκλογή. Νομίζω ὅμως ὅτι, ἐφόσον ἡ ἔμμεσος ἐκλογὴ στηρίζεται εἰς Συμβούλια προερχόμενα ἐξ ἀμέσου ἐκλογῆς, δὲν εὑρισκόμεθα μακρὰν τῆς δημοκρατικῆς ταύτης ἀρχῆς, τῆς ὁποίας ἡ ἐπιταγὴ εἶναι ὅπως τὰ Ἀντιπροσωπευτικὰ Σώματα προέρχωνται ἀπὸ τὸν λαόν, διότι ἀπὸ τὸν λαὸν ἐπίσης κατ’ ἔμμεσον τρόπον πρόκειται νὰ προέλθῃ καὶ ἡ Γερουσία. Ὁ τρόπος δὲ οὗτος τῆς ἐμμέσου ἐκλογῆς τῶν γερουσιαστῶν ἀνταποκρίνεται πληρέστερον πρὸς τοὺς εἰδικοὺς σκοποὺς τοὺς ὁποίους ἐνεπιστεύθημεν εἰς αὐτὴν ὡς παράγοντα ἠρεμίας, σωφροσύνης καὶ ὡριμότητος. Ἐπὶ τῇ βάσει τῶν σκέψεων τούτων διετυπώθη τὸ ἄρθρον 33, τὸ ὁποῖον ὁρίζει ὅτι «οἱ γερουσιασταὶ ἐκλέγονται ὑπὸ ἐκλογικῶν Συλλόγων ἀποτελουμένων ἀπὸ τοὺς βουλευτὰς τῆς περιφερείας, τοὺς Δημάρχους καὶ τοὺς αἱρετοὺς συμβούλους τῶν Νομῶν, τῶν Δήμων καὶ τῶν Κοινοτήτων κατὰ ἐκλογικὰς περιφερείας καὶ κατὰ τρόπον ὁριζόμενον διὰ νόμου». Ἐνεπιστεύθημεν δὲ εἰς νόμον τὴν ρύθμισιν ὅλων τῶν λεπτομερειῶν τῆς ἐκλογῆς τῆς Γερουσίας. Ἀλλ’ ἐκτὸς τοῦ ἐμμέσου τρόπου τῆς ἐκλογῆς τῆς Γερουσίας, προτείνεται σήμερον ἡ ἐπαγγελματικὴ ἐκπροσώπησις. Θέμα σοβαρώτατον καὶ ἄξιον νὰ προκαλέσῃ ἰδιαζόντως τὴν προσοχὴν τῆς Συνελεύσεως. Δύο εἶναι, κύριοι συνάδελφοι, τὰ συστήματα ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων εἶναι δυνατὴ σήμερον ἡ ἐκπροσώπησις τοῦ λαοῦ: Τὸ σύστημα τὸ πολιτικὸν τὸ ὁποῖον καθιερώθη, ὡς γνωστόν, κατὰ τὴν ἐποχὴν τοῦ Φιλελευθερισμοῦ, τοῦ liberalismus, τὸ ἀντιπροσωπευτικὸν πολιτικὸν σύστημα, καὶ τὸ σύστημα τὸ οἰκονομικὸν τὸ ὁποῖον καθιερώθη ὑπὸ τοῦ Μπολσεβικισμοῦ. Τὸ πολιτικὸν σύστημα ἔχει ὡς μονάδα τὸν πολίτην. Οἱ πολῖται κατὰ γεωγραφικὰς περιφερείας συντάσσονται εἰς κόμματα καὶ ἐκλέγουν ἀντιπροσώπους των. Αὐτὸ εἶναι τὸ περιεχόμενον τοῦ πολιτικοῦ συστήματος τῆς ἀντιπροσωπείας. Ἐντελῶς ἀντίστροφον πρὸς τοῦτο εἶναι τὸ οἰκονομικὸν σύστημα τῆς ἐκπροσωπήσεως. Μονὰς εἰς τὸ οἰκονομικὸν σύστημα δὲν εἶναι πλέον ὁ πολίτης· εἶναι ὁ παραγωγός, καὶ συντασσόμενοι οἱ παραγωγοὶ εἰς ἐπαγγελματικὰς Ὀργανώσεις ἐκλέγουν τοὺς ἀντιπροσώπους των. Καταργεῖται ἡ γεωγραφικὴ περιφέρεια, τὸ κόμμα ἀντικαθίσταται ἀπὸ τὴν ἐπαγγελματικὴν Ὀργάνωσιν, μονὰς ἀντὶ τοῦ πολίτου τίθεται πλέον ὁ παραγωγὸς καὶ ἡ βάσις εἶναι οἰκονομική. Οἱ συνήγοροι τῆς ἐπαγγελματικῆς ἐκπροσωπήσεως δὲν δέχονται βεβαίως ὅτι πρέπει νὰ καταργηθῇ ἡ πολιτικὴ ἀντιπροσωπεία, οὔτε θέλουν καὶ νὰ ἀντικατασταθῇ ἀπὸ τὴν οἰκονομικὴν ἐκπροσώπησιν. Ἡ ἄποψις αὐτὴ εἶναι ἡ ῥωσική, ἡ ὁποία βεβαίως εἰς τὰ σύγχρονα ἀστικὰ καθεστῶτα δὲν υἱοθετεῖται, δέχονται ὅμως οὗτοι ὅτι πρέπει νὰ ὑπάρξῃ συμβιβασμὸς τῶν δύο ἀντιθέτων ἀπόψεων, ὅτι πρέπει εἰς τὸ πλευρὸν τῆς πολιτικῆς Βουλῆς νὰ ὑπάρξῃ καὶ τὸ ἐπαγγελματικὸν Κοινοβούλιον. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἄποψις τὴν ὁποίαν ὑποστηρίζουν, καὶ τὰ ἐπιχειρήματα τὰ ὁποῖα ἐπικαλοῦνται εἶναι τὰ ἀκόλουθα: Ἔχομεν, λέγουν, μακρὰν πεῖραν ἐπὶ τῆς ἀποδόσεως τῶν πολιτικῶν Κοινοβουλίων. Ἀπεδείχθη μέχρι τοῦδε ὅτι αἱ Βουλαὶ ἔχουν πράγματι ἱκανότητα διὰ τὴν πολιτικὴν νομοθεσίαν, καθὼς καὶ διὰ τὴν ἄσκησιν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ, τοῦ διοικητικοῦ ἐλέγχου. Ἀλλ’ ἀπεδείχθη ἐπίσης, λέγουν, ὅτι αἱ πολιτικαὶ Βουλαὶ ἔχουν ἀνεπάρκειαν καὶ ἀνικανότητα διὰ τὴν κοινωνικὴν καὶ οἰκονομικὴν νομοθεσίαν. Καὶ ἐφόσον ὁ σύγχρονος βίος κατέστη κατ’ ἐξοχὴν οἰκονομικός, ἐφόσον τὸ σύγχρονον Κράτος ὑπὸ τὴν δύναμιν τῶν πραγμάτων ἀπὸ νυκτοφύλαξ τῆς ἀσφαλείας, ὅπως προωρίζετο ἄλλοτε, εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ γίνῃ ὁ ρυθμιστὴς τῆς κοινωνικῆς δικαιοσύνης, ὁ διαιτητὴς τῶν ἀντιπάλων κοινωνικῶν συμφερόντων, ὁ κυβερνήτης τῆς οἰκονομικῆς ζωῆς, ἐφόσον εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην αὐτὴν ὀφείλει ἐπίσης νὰ δημιουργήσῃ καὶ τὸ ἀντίστοιχον ὄργανον πρὸς ἐπαρκῆ ἐξυπηρέτησιν τοῦ νέου σκοποῦ του. Καὶ τὸ ἀντίστοιχον τοῦτο ὄργανον εἶναι τὸ ἐπαγγελματικὸν Κοινοβούλιον. «Ἄν θέλωμεν, γράφει ὁ Duguit, τὴν ἐξασφάλισιν τῆς ἐκπροσωπήσεως ὅλων τῶν στοιχείων τῆς ἐθνικῆς ζωῆς εἰς τὸ Κοινοβούλιον, πρέπει νὰ ἐγκαταστήσωμεν εἰς τὸ πλευρὸν μιᾶς Βουλῆς ἐκλεγομένης κατ’ ἀναλογίαν τῶν ἀριθμητικῶν δυνάμεων ἑκάστου κόμματος μίαν ἄλλην Βουλὴν ἐκλεγομένην ὑπὸ τῶν ἐπαγγελματικῶν ὁμάδων». Αὐτοὶ εἶναι οἱ συλλογισμοί, κύριοι συνάδελφοι, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων ὑποστηρίζεται ὅτι ἔπρεπε καὶ παρ’ ἡμῖν νὰ ὑπάρξῃ ἐπαγγελματικὸν Κοινοβούλιον, ἢ τοὐλάχιστον μερικὴ ἐπαγγελματικὴ ἐκπροσώπησις. Ἀπέναντι τῶν ἐπιχειρημάτων τούτων οἱ ἀντίπαλοι τῆς ἐπαγγελματικῆς ἐκπροσωπήσεως ἀντιτάσσουν ὅτι ἡ ἔννοια τῆς ἐπαγγελματικῆς ἐκπροσωπήσεως εἶναι ἐντελῶς ἀσυμβίβαστος πρὸς τὴν δημοκρατικὴν ἀρχὴν τῆς πολιτικῆς ἰσότητος. Δὲν εἶναι βέβαιον, λέγουν, ὅτι οἱ πολῖται ψηφίζουν ὅλοι ἀνεξαιρέτως καὶ ὅτι ἑπομένως ὡς πολῖται ἔχουν ἤδη μίαν ἀντιπροσωπείαν; Πῶς εἶναι δυνατὸν δι’ ὡρισμένους πολίτας καὶ δι’ ὡρισμένας τάξεις νὰ καθιερώσωμεν τὸ δικαίωμα ἰδίας ἐκπροσωπήσεως; Ὑπὸ τοιαύτας συνθήκας δὲν καθιεροῦμεν διπλῆν ψῆφον, προνόμιον ὡρισμένων πολιτῶν; Καὶ τοιοῦτο προνόμιον εἶναι δυνατὸν νὰ συμβιβασθῇ πρὸς τὴν ἀρχὴν τῆς δημοκρατικῆς ἰσότητος; Ἀλλ’ ἐκτὸς τῆς ἀντιφάσεως ταύτης πρὸς τὸ δημοκρατικὸν ἰδεῶδες τῆς ἰσότητος, ἡ ἐπαγγελματικὴ ἐκπροσώπησις ἐγκλείει καὶ ἕνα ἄλλον κίνδυνον — ἐξηγῶ τὰς ἀπόψεις τῶν ἀντιπάλων τῆς ἐπαγγελματικῆς ἐκπροσωπήσεως. Οἱ ἀντίπαλοι τοῦ συστήματος τούτου ὑπενθυμίζουν ὅτι ὁ ἀντιπρόσωπος ὀφείλει νὰ μεριμνᾷ περὶ τῶν γενικωτέρων συμφερόντων τῆς Χώρας. Ἀλλ’ εἶναι βέβαιον ὅτι ὁ ἀντιπρόσωπος ἐπαγγελματικῆς Ὀργανώσεως θὰ καταστῇ δυνατὸν νὰ ἐξαρθῇ ὑπεράνω τῶν συμφερόντων τῆς τάξεως, τῆς ὁποίας εἶναι ἐντεταλμένος ἀντιπρόσωπος; Δὲν διατρέχομεν τὸν κίνδυνον νὰ δημιουργήσωμεν ἓν Σῶμα ἀποτελούμενον ἀπὸ δικηγόρους τῶν τάξεων; Καὶ δὲν ὑπάρχει ὁ φόβος ὅπως τὸ γενικώτερον ἀνθρωπιστικὸν συμφέρον, τὸ ἐθνικὸν καὶ κοινωνικόν, θυσιάζηται ἑκάστοτε εἰς τὰς συγκεκριμένας ἐντολάς, τὰς περιοριζομένας ἀπὸ τὰ ἰδιαίτερα συμφέροντα τῶν τάξεων τὰς ὁποίας ἀντιπροσωπεύουν; Καὶ ὅταν οἱ ὑπέρμαχοι τῆς ἐπαγγελματικῆς ἐκπροσωπήσεως ὑποστηρίζουν ὅτι παρίσταται ἀνάγκη τεχνικῆς ἱκανότητος, τεχνικῆς εἰδικότητος διὰ τὴν λύσιν τῶν κοινωνικῶν καὶ οἰκονομικῶν ζητημάτων, οἱ ἀντίπαλοι τῆς τοιαύτης ἐκπροσωπήσεως ὑποστηρίζουν ὅτι ἡ τεχνικὴ ἄποψις εἶναι μὲν πράγματι μία πλευρὰ τῶν κοινωνικῶν καὶ οἰκονομικῶν ζητημάτων, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἡ μόνη. Ἀσφαλῶς τὰ οἰκονομικὰ ζητήματα ἔχουν μίαν πλευρὰν τεχνικὴν καὶ ἀσφαλῶς, προκειμένου περὶ τῶν τεχνικῶν ἀπόψεων, οἱ εἰδικοὶ πρέπει νὰ ἀκούωνται. Ἀλλ’ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι πρέπει ν’ ἀποφασίζουν τελικῶς ἐν οὐδεμιᾷ περιπτώσει ἐπιτρέπεται νὰ εἶναι τεχνικοί. Ἐπειδή, ἂς εἴπωμεν, ὁ τρόπος τῆς φορολογίας εἶναι ζήτημα οἰκονομικόν, ὁ τρόπος τῆς διανομῆς τῆς γῆς εἶναι ζήτημα οἰκονομικόν, ὁ καθορισμὸς τῆς κυριακῆς ἀναπαύσεως εἶναι ἐπίσης ζήτημα οἰκονομικόν, ἀλλὰ μόνον μία πλευρὰ τῶν ζητημάτων αὐτῶν εἶναι τεχνική. Πέρα τῆς πλευρᾶς αὐτῆς ὑφίσταται τὸ γενικώτερον ἀνθρωπιστικὸν καὶ κοινωνικὸν καὶ ἐθνικὸν ζήτημα. Κατὰ τίνα τρόπον τὸ γενικώτερον συμφέρον ὑπηρετεῖται διὰ τῆς διανομῆς τῆς γῆς ἢ τοῦ τρόπου τῆς φορολογίας; Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποφασίζουν οἱ τεχνικοί, ὅταν γενικευθῇ τὸ ζήτημα; Ἐπὶ τῶν γενικῶν ζητημάτων μόνον μία συμβουλευτικὴ ἁρμοδιότης θὰ ἔπρεπε ν’ ἀναγνωρισθῇ εἰς τοὺς εἰδικούς, οὐδέποτε ὅμως τὸ δικαίωμα ν’ ἀποφασίζουν τελικῶς, διότι εἶναι ἀνίκανοι διὰ τὰς τελικὰς ἀποφάσεις, διὰ τὰς ὁποίας ἁρμόδιοι εἶναι μόνον οἱ πολιτικοί. Ἀλλ’ ἐκτὸς τῶν ἀντιρρήσεων αὐτῶν αἱ ὁποῖαι διατυποῦνται κατὰ τῆς ἐπαγγελματικῆς ἐκπροσωπήσεως ὑπάρχουν καὶ ἄλλαι. Καὶ ἂν ὑποτεθῇ, λέγουν, ὅτι κατ’ ἀρχὴν γίνεται δεκτὴ ἡ ἀνάγκη τῆς ἐπαγγελματικῆς ἐκπροσωπήσεως, ὑφίσταται μία περίπου ἀνυπέρβλητος πρακτικὴ δυσχέρεια. Κατὰ τίνα τρόπον θὰ ὁρισθοῦν αἱ ἀναλογίαι διὰ τὴν ἐκπροσώπησιν τῶν ἐπαγγελματιῶν; Θὰ συμβῇ ἓν ἐκ τῶν δύο: Ἢ θὰ ὁρισθῇ ὡς βάσις ὁ ἀριθμὸς τῶν μελῶν ἑκάστου ἐπαγγέλματος καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἐπανερχόμεθα εἰς τὴν ἀριθμητικὴν βάσιν τὴν ὁποίαν ἐχρησιμοποίει καὶ τὸ πολιτικὸν ἀντιπροσωπευτικὸν σύστημα, ὁπότε ἡ δημιουργία τοῦ δευτέρου Σώματος κατὰ τὸν τρόπον αὐτὸν εἶναι τοὐλάχιστον ἀνωφελής, ἢ θὰ συμβῇ τὸ ἀντίστροφον, νὰ ληφθῇ δηλαδὴ ὡς βάσις ἡ οἰκονομικὴ σημασία ἑκάστου ἐπαγγέλματος. Ἀλλὰ κατὰ τὸν τρόπον αὐτὸν εἰσερχόμεθα πλέον εἰς τὸ χάος τῶν αὐθαιρέτων ὑποκειμενικῶν ἀντιλήψεων. Καὶ εἰς τὸ χάος αὐτὸ εἶναι ἀδύνατον νὰ εὑρεθῇ ὁ ρυθμός. Ματαίως ἐπίσης ἐλπίζουν οἱ ὑπέρμαχοι τῆς ἐπαγγελματικῆς ἐκπροσωπήσεως ὅτι δι’ αὐτῆς εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπηρετηθῇ ἡ κοινωνικὴ ὁμαλότης καὶ ἡ κοινωνικὴ δικαιοσύνη, διότι τοὐναντίον θὰ παρασχεθῇ ἀφορμὴ ἐντάσεως τῶν ἀντιπάλων ἀπόψεων καὶ τῶν ἀντιπάλων συμφερόντων, εἰς τρόπον ὥστε νὰ καταλήξωμεν μᾶλλον εἰς περισσοτέραν ὀξύτητα τῶν κοινωνικῶν ἀντιθέσεων καὶ εἰς ἀποσύνθεσιν. Καθ’ ὅσον δὲ ἀφορᾷ τὰ πράγματα τῆς Χώρας ἡμῶν, προσθέτουσιν ὅτι ἡμεῖς ἔχομεν ἐλαχίστας ἐπαγγελματικὰς Ὀργανώσεις καὶ ἑπομένως καὶ ἐκ τοῦ λόγου αὐτοῦ δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ εἰσαγάγωμεν τὸ σύστημα τῆς ἐπαγγελματικῆς ἐκπροσωπήσεως, εἰσάγοντες δὲ αὐτὸ ἀντὶ νὰ βελτιώσωμεν τὸν πολιτικὸν βίον τῆς Χώρας τοὐναντίον θὰ εἰσαγάγωμεν καὶ ἐντὸς τῶν ὀλίγων αὐτῶν ἐπαγγελματικῶν Ὀργανώσεων τοὺς κομματικοὺς ἀνταγωνισμοὺς καὶ τὰς κομματικὰς διαμάχας, ὥστε νὰ τὰς ἐκτροχιάσωμεν. Αὐτὰ εἶναι τὰ ἐπιχειρήματα τὰ ὁποῖα οἱ ἀντίπαλοι τῆς ἐπαγγελματικῆς ἐκπροσωπήσεως ἀντιτάσσουν. Εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ἀνεπτύχθησαν καὶ αἱ δύο ἀπόψεις. Τελικῶς ὅμως ἐκράτησεν ἡ ἀντίληψις ὅτι ἔπρεπε καὶ παρ’ ἡμῖν νὰ δεχθῶμεν ὑπὸ τύπον δοκιμῆς μίαν μικρὰν ἐπαγγελματικὴν ἐκπροσώπησιν, διότι, κύριοι συνάδελφοι, ὁσαδήποτε καὶ ἂν εἶναι τὰ ἐπιχειρήματα τὰ ὁποῖα συνήθροισα καὶ προσεπάθησα μάλιστα μὲ ὅσην ἠδυνάμην ἀκρίβειαν καὶ πληρότητα νὰ ἀποδώσω, ὁσαδήποτε καὶ ἂν εἶναι τὰ ἐπιχειρήματα ταῦτα, παραμένει πάντοτε τὸ πραγματικὸν καὶ ἀκατάλυτον γεγονὸς ὅτι ὁ σύγχρονος βίος δὲν εἶναι μόνον πολιτικός, εἶναι κατ’ ἐξοχὴν οἰκονομικὸς καὶ τὸ γεγονὸς τοῦτο δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀγνοήσωμεν ὅτε συντάσσομεν τὸ νέον Πολίτευμα. Πρέπει νὰ μεριμνήσωμεν ὥστε νὰ ὑπάρξῃ μία ἀπαρχὴ τοὐλάχιστον ἐκπροσωπήσεως καὶ τοῦ οἰκονομικοῦ βίου τῆς Χώρας. Ἂν θέλωμεν τὰ Ἀντιπροσωπευτικὰ Σώματα νὰ εἶναι τὸ κάτοπτρον τῆς ζωῆς, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀρκεσθῶμεν εἰς τὸν παλαιὸν τύπον τοῦ Κοινοβουλίου. Εἴμεθα λοιπὸν ὑποχρεωμένοι κατ’ ἀρχὴν τοὐλάχιστον νὰ ἀναγνωρίσωμεν τὴν ἀνάγκην μιᾶς οἰκονομικῆς ἐκπροσωπήσεως. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἰκάσωμεν μὲ ἀσφάλειαν τὸ μέλλον, ἀλλ’ ἡμεῖς προχωροῦντες εἰς τὴν δοκιμὴν αὐτὴν θὰ εἴμεθα εἰς θέσιν διὰ τῆς πείρας, διὰ τῆς πράξεως νὰ κρίνωμεν κατὰ πόσον ἡ ἐπαγγελματικὴ αὕτη ἐκπροσώπησις θὰ συμβάλῃ εἰς τὴν βελτίωσιν τῶν πραγμάτων τῆς Χώρας ἢ θὰ ἀποτελέσῃ ἐμπόδιον. Καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς δοκιμῆς αὐτῆς θὰ καταλήξωμεν βραδύτερον εἰς συμπεράσματα διὰ τὸ ἀπώτερον μέλλον. Ἂν τυχὸν ἡ ἐπαγγελματικὴ ἐκπροσώπησις εὐδοκιμήσῃ ἐντὸς τῆς Γερουσίας, θὰ ὀφείλωμεν βραδύτερον νὰ καταργήσωμεν ὁλοσχερῶς τὸν τρόπον τῆς ἐμμέσου ἐκλογῆς τῆς Γερουσίας καὶ νὰ δημιουργήσωμεν ἐπαγγελματικὰ Κοινοβούλια. Ἂν πεισθῶμεν ὅτι ἡ ἐπαγγελματικὴ ἐκπροσώπησις εἶναι ἐπιζημία διότι ἀφαιρεῖ τὴν ὁμαλότητα καὶ τὴν γαλήνην ἀπὸ τὴν κοινωνίαν καὶ τὸν πολιτικὸν βίον, οὐδένα κίνδυνον διατρέχομεν, διότι τὸ ποσὸν τῶν ἐπαγγελματικῶν ἀντιπροσώπων εἶναι σχετικῶς ἐλάχιστον. Ὡρίσθη ἀριθμὸς 20 μόνον μελῶν ἐντὸς ὁλοκλήρου τῆς Γερουσίας. Δηλαδὴ παρέχομεν ἁπλῶς τὴν εὐκαιρίαν εἰς τοὺς ἐπαγγελματίας νὰ ἀκούωνται ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Γερουσίας. Ὁ ἀριθμὸς τῶν μελῶν τῆς Γερουσίας θὰ εἶναι τὸ ἥμισυ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν μελῶν τῆς Βουλῆς. Ἐκ τοῦ ἀριθμοῦ αὐτοῦ 20 θὰ εἶναι ἀντιπρόσωποι τῶν ἐπαγγελματιῶν, οὐδεὶς δὲ φόβος ὑπάρχει ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν 20 μελῶν θὰ ἐπηρεάζῃ εἰς τὴν λῆψιν τῶν ἀποφάσεων, διότι εἶναι δεδομένον ὅτι οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν ἐπαγγελματικῶν τάξεων θὰ εἶναι ἀντιπρόσωποι ἀντιμαχομένων κοινωνικῶν τάξεων καὶ ἑπομένως αἱ ψῆφοί των ἀμοιβαίως θὰ ἐξουδετερῶνται, ὥστε τελικῶς αἱ ἀποφάσεις τῶν λοιπῶν μελῶν τῆς Γερουσίας νὰ κρίνουν τὴν τύχην τῶν διαφόρων ζητημάτων. Ἐδέχθημεν λοιπὸν τελικῶς ὅτι κατ’ ἀρχὴν ὀφείλομεν νὰ ἀναγνωρίσωμεν τὴν ἐκπροσώπησιν ταύτην, νὰ ἀναθέσωμεν δὲ εἰς νόμον τὸν καθορισμὸν τοῦ συγκεκριμένου τρόπου τῆς ἐπαγγελματικῆς ἐκπροσωπήσεως. Δὲν νομίζω ὅτι παρίσταται ἀνάγκη περαιτέρω ἀναπτύξεως τοῦ θέματος. Ἐπιφυλάσσομαι — διότι δὲν ἔχω ἀμφιβολίαν ὅτι τὸ θέμα τοῦτο θὰ προκαλέσῃ σοβαρὰς συζητήσεις —, ἐπιφυλάσσομαι, ὅταν ἐπιστῇ ὁ καιρὸς τῆς συζητήσεως τῶν σχετικῶν ἄρθρων, νὰ ἐπανέλθω εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ θέματος. Ἀλλ’ ἐκτὸς τῆς ἐπαγγελματικῆς ἐκπροσωπήσεως ὑπεστηρίχθη ἐπίσης ὅτι πρέπει νὰ δεχθῶμεν ὡς τρόπον ἐκλογῆς τμηματικῆς τῆς Γερουσίας τὴν ἐκλογὴν ὑπὸ τῆς Βουλῆς εἰς τὴν ἀρχὴν ἑκάστης βουλευτικῆς περιόδου τοῦ ¼ τῶν μελῶν τῆς Γερουσίας. Ἡ πρότασις ὑπεστηρίχθη κυρίως ἀπὸ τὴν «Δημοκρατικὴν Ἕνωσιν», τὰ ἐπιχειρήματα δὲ τῆς ἀπόψεως ταύτης εἶναι τὰ ἑξῆς: Ἡ Γερουσία, λέγουν, καθ’ ὃν τρόπον πρόκειται νὰ συγκροτηθῇ ἐμμέσως, μὲ τμηματικὴν ἀνανέωσιν, χωρὶς νὰ ὑπόκειται εἰς διάλυσιν, θὰ εὑρίσκηται κατ’ ἀνάγκην μακρὰν τῶν λαϊκῶν ρευμάτων. Θὰ ἔπρεπε λοιπὸν νὰ ἐξευρεθῇ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖον νὰ θέσωμεν εἰς ἀμεσωτέραν ἐπαφὴν τὴν Γερουσίαν πρὸς τὸ δημόσιον αἴσθημα, τὸ ἑκάστοτε μεταβαλλόμενον. Καὶ τὸν τρόπον αὐτὸν τὸν εὑρίσκομεν μὲ τὸ νὰ στέλλωμεν ἑκάστοτε ἓν τμῆμα τῆς Γερουσίας δι’ ἐκλογῆς ἀπὸ τὴν Βουλήν. Τοιουτοτρόπως θὰ παράσχωμεν εὐκαιρίαν εἰς τὰ κόμματα τῆς Βουλῆς νὰ ἀποστέλλουν ἐγκύρους ἀντιπροσώπους αὐτῶν εἰς τὴν Γερουσίαν πρὸς ἀνάπτυξιν τῶν ἰδικῶν των ἀπόψεων. Θὰ παρασχεθῇ ἐπίσης εὐκαιρία εἰς τὰ κόμματα ὅπως ἀποτυχόντα τυχὸν ἐπίλεκτα μέλη αὐτῶν ἀποκαθιστοῦν εἰς τὴν Γερουσίαν, ἢ ἄλλα μέλη αὐτῶν ἐπίλεκτα μὴ ἐπιθυμοῦντα νὰ πολιτευθοῦν. Αὐταί, νομίζω, εἶναι αἱ ἀπόψεις ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐστηρίχθη ἡ πρότασις. Ἀλλ’ ἡ Ἐπιτροπὴ σχεδὸν ὁμοφώνως ἀπέρριψε τὴν πρότασιν ταύτην.
§92Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Διότι ἐπροτάθη ἀπὸ τὴν «Δημοκρατικὴν Ἕνωσιν».
§93Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Διότι ἔκρινεν ἡ Ἐπιτροπὴ ὅτι, ἂν ἡ ἀρχὴ αὕτη ἐγίνετο δεκτή, θὰ μετεβάλλετο ἡ Γερουσία εἰς κομματικὸν παράρτημα τῆς Βουλῆς καὶ οἱ σκοποὶ τοὺς ὁποίους θέλομεν νὰ ὑπηρετήσωμεν διὰ τῆς συγκροτήσεως τῆς Γερουσίας εἶναι ἀκριβῶς ὅπως ἡ Γερουσία ἀποτελῇ παράγοντα ἠρεμίας καὶ ὡριμότητος ἀπέναντι τῆς ὁρμῆς τῶν λαϊκῶν ρευμάτων, τὰ ὁποῖα θὰ κυκλοφοροῦν εἰς τὴν Βουλήν. Καὶ ἐσκέφθημεν ὅτι ὁ κομματικὸς ἀνταγωνισμός, ὅπως ἑκάστοτε θὰ ἐμφανίζηται εἰς τὴν Βουλήν, δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ ἔχῃ ἄμεσον ἀντίκτυπον εἰς τὴν Γερουσίαν καὶ θὰ ἔπρεπε νὰ προλάβωμεν ἕνα ἐκτροχιασμὸν τῆς Γερουσίας ἀπὸ τὸν κύριον προορισμὸν αὐτῆς, διὰ τὸν ὁποῖον τὴν προορίζομεν. Αὐτοὶ ὑπῆρξαν οἱ λόγοι διὰ τοὺς ὁποίους σχεδὸν ὁμοφώνως ἡ Ἐπιτροπὴ ἀπέκρουσε τὴν πρότασιν ταύτην. Ἐπὶ τῇ βάσει τοιούτων σκέψεων διετυπώθησαν τὰ ἄρθρα. Ζήτημα ἐπίσης οὐσιῶδες εἶναι τὸ ζήτημα τοῦ ἀριθμοῦ. Καθ’ ὃν τρόπον κανονίζεται εἰς ὅλα τὰ σύγχρονα πολιτεύματα, ὡρίσθη καὶ παρ’ ἡμῖν ὅτι θὰ εἶναι τὸ ἥμισυ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν βουλευτῶν. Ἄλλο ζήτημα οὐσιῶδες εἶναι κατὰ πόσον θὰ ἔπρεπε νὰ ὁρισθοῦν προσόντα διὰ τὴν ἐκλογὴν τῶν γερουσιαστῶν. Καὶ ὑπεστηρίχθη ἡ ἄποψις αὐτὴ ἐπανειλημμένως καὶ ἐπιμόνως εἰς τὴν Ἐπιτροπήν. Κατελήξαμεν ὅμως εἰς τὸ συμπέρασμα, συμμορφούμενοι καὶ πρὸς τὴν ἀρχὴν τὴν τηρουμένην εἰς ὅλα τὰ νέα δημοκρατικὰ πολιτεύματα, ὅτι οὐδεμία ἀναγραφὴ προσόντων πρέπει νὰ ὑπάρξῃ, ἐκτὸς ἁπλῶς τῆς ηὐξημένης ἡλικίας τῶν ὑποψηφίων, τῆς ἡλικίας τῶν 40 ἐτῶν. Καὶ κατελήξαμεν εἰς τὸ συμπέρασμα τοῦτο, ἐπειδὴ ἐκρίναμεν ὅτι ἡ ἀναγραφὴ τῶν προσόντων οὐδεμίαν ἐγγύησιν καλυτέρας ποιότητος ἀποτελεῖ. Θὰ διετρέχομεν τὸν κίνδυνον, ἀναγράφοντες προσόντα πρώην Νομαρχῶν, πρώην Δημάρχων, πρώην ἀξιωματικῶν, πρώην Διευθυντῶν Ὑπουργείων, θὰ διετρέχομεν τὸν κίνδυνον νὰ ἀποκλείσωμεν ζωτικὰς ἱκανότητας ἀπὸ τὴν Γερουσίαν καὶ νὰ μεταβάλωμεν αὐτὴν εἰς ἄσυλον τῶν ἀποστράτων, τῶν συνταξιούχων τῆς ζωῆς. Καὶ διὰ τοῦτο ἠρκέσθημεν εἰς τὴν ηὐξημένην ἡλικίαν. Κατὰ τὰ λοιπὰ ἐδέχθημεν ὅτι καὶ διὰ τὴν λειτουργίαν τῆς Γερουσίας ἰσχύουν κατ’ ἀνάγκην αἱ διατάξεις αἱ ἰσχύουσαι εἰς τὴν Βουλήν. Καὶ τώρα, κύριοι συνάδελφοι, ἀφοῦ ἀνεπτύξαμεν τὰ δύο εἰδικὰ κεφάλαια τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Γερουσίας, ἔχομεν νὰ ἐξετάσωμεν κατὰ τίνα τρόπον τὰ δύο Νομοθετικὰ Σώματα θὰ συνεργάζωνται, ποία δηλαδὴ θὰ εἶναι ἡ νομοθετικὴ ἁρμοδιότης τῆς Γερουσίας. Ἀνεπτύξαμεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καὶ ἄλλοτε ὅτι συμφώνως πρὸς τὴν ὁμόφωνον γνώμην τῆς Ἐπιτροπῆς δὲν καθιεροῦται ἡ νομοθετικὴ ἰσοδυναμία τῆς Γερουσίας, διότι ἐκρίναμεν ὅτι πλήρης ἰσοδυναμία θὰ ὑπῆρχε κίνδυνος νὰ ἀγάγῃ εἰς ἀμοιβαίαν ἐξουδετέρωσιν τῶν ἴσων ἀντιρρόπων δυνάμεων. Ὁ σκοπὸς εἰς τὸν ὁποῖον ἀπεβλέψαμεν ἦτο οὔτε ἡ πλήρης ἰσοδυναμία τῆς Γερουσίας πρὸς ἀποφυγὴν τῆς ἀμοιβαίας ἐξουδετερώσεως, ἀλλ’ ἐπίσης οὔτε ἡ πλήρης ἐκμηδένισις τῆς Γερουσίας, διότι τότε θὰ ἐξέπιπτε τὸ κῦρος αὐτῆς καὶ θὰ καθίστατο ἀνίκανος διὰ τὴν ἐκπλήρωσιν οἱουδήποτε σκοποῦ. Διὰ τὸν καθορισμὸν τῆς δυνάμεως τῆς Γερουσίας τὸ οὐσιῶδες ζήτημα εἶναι τί θὰ συμβῇ εἰς τὴν περίπτωσιν τῆς διαφωνίας τῶν δύο Σωμάτων, ἐπειδὴ εἰς τὴν περίπτωσιν τῆς ὁμοφωνίας προφανῶς ζήτημα δὲν γεννᾶται. Ἂν τὰ δύο Σώματα διαφωνήσουν, τί θὰ συμβῇ; Οἱ τρόποι οἱ ὁποῖοι ἰσχύουν εἰς τὰ σύγχρονα πολιτεύματα διὰ τὴν ἄρσιν τῆς διαφωνίας μεταξὺ τῶν δύο Νομοθετικῶν Σωμάτων εἶναι πολλοί. Ἢ παρέρχεται χρόνος, μετὰ τὸν ὁποῖον ἡ Βουλὴ ψηφίζουσα τὸ νομοσχέδιον καθιστᾷ τοῦτο νόμον, ἢ ἀπαιτεῖται ηὐξημένη πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς, ἢ γίνεται κοινὴ συνέλευσις τῶν δύο Σωμάτων ἢ γίνεται νομοθετικὸν δημοψήφισμα πρὸς ἄρσιν τῆς διαφωνίας. Προκειμένου περὶ τοῦ νομοθετικοῦ δημοψηφίσματος ὡμιλήσαμεν ἄλλοτε, ἐπὶ τῆς συζητήσεως τοῦ ἄρθρου 3, καὶ ἀνεπτύξαμεν διατί ἡ Ἐπιτροπὴ δὲν ἐδέχθη ὅτι καὶ ὁ λαὸς πρέπει νὰ ἀναγραφῇ ὡς παράγων ἄμεσος τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσίας. Ἐξηγήσαμεν τότε διὰ ποῖον λόγον νομίζομεν ὅτι τὸ νομοθετικὸν δημοψήφισμα ὑπὸ οἱονδήποτε τύπον ἀπολύτως ἀντενδείκνυται. Ὁμολογῶ ὅτι, ἂν ἐπρόκειτο νὰ εἰσαχθῇ τὸ δημοψήφισμα, ἡ καλυτέρα περίπτωσις ἐφαρμογῆς αὐτοῦ θὰ ἦτο ἡ προκειμένη, πρὸς ἄρσιν τῆς διαφωνίας τῶν δύο Σωμάτων. Ἀλλὰ δὲν δεχόμεθα τὸ νομοθετικὸν δημοψήφισμα κατ’ ἀρχὴν καὶ διὰ τοῦτο ἀπορρίπτομεν αὐτὸ καὶ εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτήν. Διότι, ἐκτὸς τῶν ἄλλων λόγων τοὺς ὁποίους τότε ἀνεφέραμεν, εἰς κοινοβουλευτικὰ Κράτη ἡ εὐχέρεια τοῦ νομοθετικοῦ δημοψηφίσματος θὰ ἦτο δυνατὸν εὐκόλως νὰ ἀγάγῃ εἰς ἐκφυλισμὸν τοῦ θεσμοῦ, ἐφόσον αἱ Ἀντιπολιτεύσεις θὰ ἐπελαμβάνοντο τῆς εὐκαιρίας τοῦ δημοψηφίσματος πρὸς δημιουργίαν πολιτικῶν ζητημάτων. Συνεζητήθη ἐπίσης εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν πρότασις περὶ κοινῆς συνελεύσεως τῶν δύο Σωμάτων πρὸς ἄρσιν τῆς διαφωνίας. Ἡ πρότασις αὕτη εἶχε πολλοὺς συνηγόρους, κατελήξαμεν ὅμως κατὰ πλειονοψηφίαν εἰς τὴν ἀπόρριψιν αὐτῆς, ἐπειδὴ ἐκρίναμεν ὅτι ἡ κοινὴ συνέλευσις αὕτη, ἐνῷ κατὰ κανόνα προδικάζει τὴν ἧτταν τῆς Γερουσίας λόγῳ τοῦ μειωμένου ἀριθμοῦ τῶν γερουσιαστῶν, ἐπιφέρει συγχρόνως προστριβὰς μεταξὺ τῶν δύο Σωμάτων, ἐπειδὴ συνέρχονται διαφωνοῦντα, ἐνῷ εἰς τὰς ἄλλας δύο περιπτώσεις, κατὰ τὰς ὁποίας τὰ δύο Σώματα συνέρχονται, δηλαδὴ πρὸς ἐκλογὴν τοῦ Προέδρου τῆς Δημοκρατίας καὶ διὰ τὸ συντακτικὸν ἔργον, συνέρχονται ἄνευ προκαταβολικῆς ἀντιθέσεως. Καὶ διότι, τέλος, ἐκρίναμεν ὅτι ἡ συχνὴ συνέλευσις τῶν δύο Σωμάτων ἐπὶ θεμάτων νομοθετικῶν ἀφαιρεῖ τὴν αἴγλην τῆς Ἐθνικῆς Συνελεύσεως, ἡ ὁποία εἶναι χρήσιμος διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἄλλων δύο κυρίων ἔργων αὐτῆς. Καὶ κατέληξε τελικῶς ἡ Ἐπιτροπὴ εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι ἔπρεπε νὰ ὁρίσῃ ἁπλῶς χρονικὴν ἐπιβράδυνσιν καὶ ηὐξημένην πλειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς, ὥρισε δηλαδὴ ὅτι νομοσχέδιόν τι ἀπορριφθὲν ὑπὸ τῆς Γερουσίας δὲν δύναται νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὴν Βουλὴν παρὰ μόνον μετὰ πάροδον 4 μηνῶν καὶ δὲν δύναται νὰ καταστῇ νόμος παρὰ μόνον ἂν ψηφισθῇ ἀπὸ τὰ 11)20 τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν βουλευτῶν. Αὐτὴ εἶναι ἡ βασικὴ διάταξις τὴν ὁποίαν ἐθέσαμεν καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ὁποίας διετυπώθησαν καὶ τὰ λοιπὰ ἄρθρα περὶ Γερουσίας. Ὡρίσαμεν ἐπίσης ὅτι πρὸς εὐχερῆ συνεννόησιν μεταξὺ τῶν δύο Σωμάτων θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ γίνωνται μικταὶ Κοινοβουλευτικαὶ Ἐπιτροπαί, αἱ ὁποῖαι θὰ διηκόλυνον τὴν συνεργασίαν τῶν δύο Σωμάτων ἐπὶ τῶν διαφόρων νομοθετημάτων. Αὐταί, κύριοι συνάδελφοι, εἰς τὰς γενικάς των γραμμὰς εἶναι αἱ διατυπώσεις τῶν ἄρθρων περὶ τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσίας. Ἐλπίζομεν ὅτι αἱ διατάξεις αὗται ἐγκρινόμεναι ἀπὸ τὴν Συνέλευσιν θὰ συμβάλουν οὐσιωδῶς εἰς τὴν βελτίωσιν τῆς νομοθετικῆς λειτουργίας τοῦ μέλλοντος. (Χειροκροτήματα).
§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Φραγκούδης ἔχει τὸν λόγον.
§95Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Πέντε λεπτῶν διακοπήν, κύριε Πρόεδρε.
§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι ἐγγεγραμμένος ἄλλος.
§97Γ. ΦΡΑΓΚΟΥΔΗΣ. Δὲν θὰ ὁμιλήσω ἐπὶ πολλὴν ὥραν.
§98Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω ὅτι μετὰ τὴν γενομένην εἰσήγησιν θὰ γίνῃ ἡ συζήτησις κατ’ ἄρθρον.
§99Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ ἤθελον νὰ κάμωμεν μίαν συμφωνίαν. Ἐλπίζω ὅτι ἡ ψήφισις τοῦ Συντάγματος θὰ γίνῃ ὁμαλῶς καὶ ταχέως. Ἀλλὰ διὰ νὰ εἶναι κάπως κανονικὴ καὶ εὐσυνείδητος ἡ γνώμη τῆς Συνελεύσεως θὰ ἦτο σκόπιμον νὰ συμφωνήσωμεν κατὰ ποίαν τάξιν θὰ ψηφίσωμεν τὰς ὁμάδας τῶν ἄρθρων τοῦ Συντάγματος. Ἔχουν ὑποβληθῆ 35 ἄρθρα. Δὲν πιστεύω νὰ ἔχουν συζήτησιν καὶ τὰ 35. Τὸ τμῆμα περὶ Γερουσίας τὸ ἀφορῶν τὴν δικαιοδοσίαν τῆς Γερουσίας ἔχει ὑποβληθῆ ἀπὸ μακροτάτου χρόνου. Ἀνεβλήθη, ὡς ἐνθυμοῦμαι, ἡ συζήτησις τοῦ κεφαλαίου αὐτοῦ, διότι ἐκρίθη ὀρθὸν νὰ εἶναι ἐν γνώσει ἡ Συνέλευσις καὶ τῶν διατάξεων τῆς συγκροτήσεως τῆς Γερουσίας, διὰ νὰ ἐκφέρῃ ὀρθοτέραν γνώμην ἐπὶ τῆς δικαιοδοσίας τῆς Γερουσίας, διότι τὰ ζητήματα συνδέονται ἀναποσπάστως. Λοιπὸν θὰ ἐπρότεινα τὸ ἑξῆς: Νὰ συζητήσωμεν πρῶτον κατὰ σειρὰν τὸ κεφάλαιον αὐτό, τὸ περὶ δικαιοδοσίας τῆς Γερουσίας, τὸ ὁποῖον δὲν φαντάζομαι ὅτι θὰ προκαλέσῃ μακρὰς συζητήσεις, ἀκολούθως νὰ συζητήσωμεν τὴν συγκρότησιν τῆς Γερουσίας καὶ ἔπειτα τὰ περὶ Βουλῆς, ὥστε νὰ ἠξεύρωμεν ὅτι σήμερον, τὴν Πέμπτην π.χ., θὰ τελειώσῃ τὸ κεφάλαιον περὶ δικαιοδοσίας τῆς Γερουσίας, τὴν ἀκόλουθον δὲ ἡμέραν θὰ συζητήσωμεν τὴν συγκρότησιν τῆς Γερουσίας. Νομίζω ὅτι πρέπει νὰ συζητήσωμεν μὲ κάποιον εἱρμόν, ἀφοῦ τὰ ζητήματα συνδέονται.
§100Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, πρῶτον ἐλπίζω ὅτι καὶ ἡ διάταξις τῶν ἄρθρων τῆς Ἐπιτροπῆς ἔγινε κατά τινα εἱρμὸν ὁ ὁποῖος ὑπηρετεῖ τὴν ἀξίωσιν τοῦ κ. ἀρχηγοῦ τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως», δεύτερον δέ, κατ’ εὐτυχῆ σύμπτωσιν, τὰ πρῶτα ἄρθρα περιέχουσι τὴν δικαιοδοσίαν τῆς Γερουσίας.
§101Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Καὶ τρίτον, ἔχει ἤδη κανονισθῆ ὅτι θὰ γίνεται συζήτησις κατ’ ἄρθρον. Λοιπὸν θὰ ἐξακολουθήσωμεν μὲ τὴν τάξιν αὐτήν.
§102Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ πρότασίς μου δὲν εἶναι μόνον νὰ κανονίσωμεν τὴν σειρὰν τῶν ἄρθρων. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἤθελον εἶναι νὰ ἠξεύρῃ ἡ Συνέλευσις πόθεν θὰ ἀρχίσῃ ἑκάστη συζήτησις καὶ ποῦ θὰ τελειώσῃ· διότι δὲν βλέπω νὰ εἶναι παρεσκευασμένη ἡ Συνέλευσις διὰ νὰ συζητήσῃ καὶ τὰ 35 ἄρθρα.
§103Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἂν τηρηθῇ ἡ σειρὰ συζητήσεως κατ’ ἄρθρον, ἡ συζήτησις θὰ προβῇ ὁμαλῶς. Ὅσα ἄρθρα δὲν προκαλοῦν συζήτησιν εἶναι φυσικὸν νὰ ψηφίζωνται ταχύτερον. Θὰ ὑπάρξουν ἄρθρα τὰ ὁποῖα θὰ μᾶς καταναλώσουν καὶ δύο ἢ τρεῖς συνεδριάσεις.
§104Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, εἶναι τὸ ἄρθρον περὶ δικαιοδοσίας τῆς Γερουσίας.
§105Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ὅταν ἔλθῃ ἡ σειρά του, θὰ τὸ συζητήσωμεν εὐρύτερον.
§106Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Αὐτὸ εἶναι τὸ κεφάλαιον.
§107Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Μὲ συγχωρεῖτε. Τὸ ἄρθρον 6, τὸ ὁποῖον ἔρχεται τώρα νὰ συζητηθῇ, λέγει (ἀναγινώσκει): «Τὸ δικαίωμα τῆς προτάσεως τῶν νόμων ἀνήκει εἰς τὴν Κυβέρνησιν, τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Γερουσίαν». Εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ συζήτησις ἐπ’ αὐτοῦ; Λοιπὸν θὰ προχωρήσωμεν εἰς τὸ 7ον καὶ ἔπειτα εἰς τὸ 8ον.
§108Γ. ΦΡΑΓΚΟΥΔΗΣ. Ἐγώ, κύριε Πρόεδρε, θὰ ὁμιλήσω περὶ τῆς ἀρχῆς τῆς Γερουσίας.
§109Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Μὲ συγχωρεῖτε.
§110Γ. ΦΡΑΓΚΟΥΔΗΣ. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ἀναπτύξω τὴν θεωρίαν μου.
§111Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ὅπως ἀγαπᾶτε. Δηλαδὴ ζητεῖτε τὸν λόγον ἵνα μετατραπῇ ὁ Κανονισμὸς τῆς Συνελεύσεως, κατὰ τὸν ὁποῖον ἡ συζήτησις τοῦ Συντάγματος γίνεται ἐπὶ τῶν ἄρθρων;
§112Γ. ΦΡΑΓΚΟΥΔΗΣ. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ἐξηγηθῶ. Μετὰ τὴν εἰσήγησιν τοῦ κ. εἰσηγητοῦ ὀρθὸν εἶναι νὰ προβῶμεν εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν. Ἀλλ’ ἐπειδὴ πρώτην φορὰν παρουσιάζεται ἡ λέξις «Γερουσία» εἰς τὸ ἄρθρον, ὀφείλομεν πρὸ παντὸς νὰ συζητήσωμεν περὶ τῆς Γερουσίας ἀνεξαρτήτως τοῦ ζητήματος ἂν ἡ Συνέλευσις....
§113Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε συνάδελφε, ἔχετε τὸ δικαίωμα εἰς τὸ ἄρθρον 6.
§114Γ. ΦΡΑΓΚΟΥΔΗΣ. Θὰ εἶναι πολὺ ἀργά.
§115Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἀκούσατε μίαν στιγμήν. Εἰς τὸ ἄρθρον 6 γίνεται λόγος περὶ Γερουσίας. Λοιπὸν ἔχετε τὸ δικαίωμα ἐκεῖ νὰ ἀναπτύξητε τὰς ἀντιλήψεις σας περὶ Γερουσίας.
§116Γ. ΦΡΑΓΚΟΥΔΗΣ. Αὐτὸ ζητῶ.
§117Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία.
§118Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν ἠμπορεῖ νὰ προχωρήσῃ ἡ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων πρὶν ἢ κανονίσωμεν τὸ ζήτημα ποίαν σειρὰν θὰ ἀκολουθήσωμεν. Ὥστε εἶμαι ἐν τάξει, κ. Πρόεδρε. Λέγω λοιπὸν τὸ ἑξῆς, ὅτι τὰ σπουδαιότερα ἄρθρα εἶναι τὰ περὶ Γερουσίας.
§119Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, ὅπως ἀντελήφθην, ὁ κ. Φραγκούδης θέλει νὰ ὁμιλήσῃ κατ’ ἀρχὴν περὶ τοῦ θεσμοῦ τῆς Γερουσίας. Φυσικὰ αὐτὴ ἡ συζήτησις προηγεῖται.
§120Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπανέρχομαι. Εἶπον ὅτι τὸ σπουδαιότερον τῶν ζητημάτων τοῦ Συντάγματος εἶναι τὸ περὶ Γερουσίας.
§121ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Εἴμεθα σύμφωνοι.
§122Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Ἀφήσατε λοιπὸν νὰ εἴπω δύο λέξεις. Ἀφοῦ εἶναι τοιοῦτον τὸ ζήτημα, εἶναι ἐπιβεβλημένον νὰ μὴ γίνῃ ἡ συζήτησις ἐπὶ τῶν κεφαλαίων τῆς ἐκθέσεως τῆς Ἐπιτροπῆς, ἀλλὰ νὰ μεσολαβήσῃ ἓν χρονικὸν διάστημα, διότι ἡ ἔκθεσις τῆς Ἐπιτροπῆς περιέχει συγκεντρωμένην ὅλην τὴν ἐργασίαν αὐτῆς. Εἶναι ἀνάγκη, ἀφοῦ δημοσιευθῇ ἡ ἔκθεσις αὕτη, νὰ μελετηθῶσιν αἱ γνῶμαι κατ’ ἰδίαν καὶ ὕστερον νὰ ἔλθῃ εἰς συζήτησιν τὸ ζήτημα τῆς Γερουσίας. Καὶ ἀπορῶ πῶς ἐπιμένουν ὅλοι ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπισπεύσωμεν τὴν συζήτησιν περὶ Γερουσίας. Ἐγὼ νομίζω ὅτι, ἐφόσον μᾶς ἐπιτρέπει ἡ σειρὰ τῶν ἄρθρων καὶ ὁ Κανονισμός, πρέπει νὰ ἀναβάλωμεν τὴν συζήτησιν περὶ Γερουσίας καὶ παρακαλῶ νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ πρότασίς μου.
§123Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἡ ἔκθεσις τῆς Ἐπιτροπῆς διενεμήθη πρὸ μηνῶν. Ἡ εἰσήγησις ἔγινε σήμερον.
§124ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε, κ. Φραγκούδη.
§125Γ. ΦΡΑΓΚΟΥΔΗΣ. Ὀρθῶς ἐτέθη τὸ ζήτημα ὅτι θὰ προβῶμεν εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν, ὀφείλομεν δὲ πρὸ παντὸς νὰ ἀποφασίσωμεν κατ’ ἀρχὴν ἐπὶ τῆς Γερουσίας, διότι ἡ λέξις Γερουσία ὑπάρχει διὰ πρώτην φορὰν ἐν τῷ νέῳ Συντάγματι εἰς τὸ ἄρθρον 6. Προφανῶς, ἂν ἀποφασίσωμεν διὰ τὴν Γερουσίαν, ὁλόκληρον τὸ οἰκοδόμημα τῆς Βουλῆς πρέπει νὰ μεταβληθῇ, διότι νομίζω ὅτι ἀφ’ ἑαυτῆς ἀνοίγεται ἡ συζήτησις τῆς Γερουσίας, ἐπὶ τῆς ὁποίας κατ’ ἀρχὴν θὰ ἀποφασίσῃ ἡ Συνέλευσις· διότι ναὶ μὲν μέχρι τοῦδε ὑπάρχει ἡ δημοκρατικὴ ἀτμόσφαιρα ὅτι ὀφείλομεν νὰ ψηφίσωμεν τὴν Γερουσίαν, ἀλλ’ οὐδεμίαν ἀπόφασιν ἐλάβομεν.
§126Σ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν Γερουσίαν, ἐλάβομεν ἤδη ἀπόφασιν εἰς τὸ ἄρθρον 4 περὶ συντάξεως τῆς Πολιτείας συνεπῶς ἡ Συνέλευσις ἀπεφάνθη ἐπ’ αὐτοῦ.
§127Γ. ΦΡΑΓΚΟΥΔΗΣ. Δὲν ἀπεφάνθη ἐπ’ αὐτοῦ· ἐν παρόδῳ μόνον. Σήμερον εἰσερχόμεθα εἰς τὰ καθέκαστα. Ἡ Συνέλευσις σήμερον καλεῖται νὰ συζητήσῃ τὰ ἄρθρα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἀφορῶσι τὴν ὀργάνωσιν τῆς Πολιτείας, δηλαδὴ τὸ ζήτημα τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Γερουσίας. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι διὰ πρώτην φορὰν εἰσάγεται εἰς τὴν Ἑλλάδα ὁ θεσμὸς τῆς Γερουσίας, διότι καὶ ἄλλοτε εἶχε ψηφισθῆ, ἀλλὰ δὲν εἶχεν ἐφαρμοσθῆ. Ἡ Συνέλευσις ἤδη ἀπεφάσισε κατὰ τοῦ θεσμοῦ τῆς Γερουσίας ὡς προσωρινοῦ μέτρου κατὰ τὰς εἰσηγήσεις τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως». Σήμερον παρουσιάζεται πρὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ὁ θεσμὸς τῆς Γερουσίας ὡς μία πανάκεια, ἡ ὁποία θὰ βελτιώσῃ τὰ πολιτικὰ ἡμῶν πράγματα. Δὲν εἶμαι ἐγώ, κύριοι, ὁ ὁποῖος θὰ ἀντιστῶ εἰς οἱανδήποτε ἀπόπειραν ἀγαθὴν τείνουσαν εἰς βελτίωσιν τῶν πολιτικῶν ἡμῶν ἠθῶν. Ἀλλὰ καθώς, ὅταν ἐκηρύσσετο ἡ Δημοκρατία, εἶπον εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν «μὴ νόμιζε ὅτι δι’ αὐτῆς θὰ ἀποκτήσῃς τὴν εὐνομίαν σου καὶ τὰ ἀγαθὰ τὰ ὁποῖα χρειάζεσαι», οὕτω πως καὶ σήμερον διὰ τῆς ψηφίσεως τῆς Γερουσίας λέγω ὅτι ὁ θεσμὸς οὗτος κατ’ οὐδὲν θὰ μεταβάλῃ, παρὰ τοὺς ὡραίους λόγους τοῦ κομψοεποῦς εἰσηγητοῦ τοῦ Συντάγματος, τὰ ἤθη τοῦ λαοῦ· διότι τὰ ρητορικὰ ἄνθη εἶναι εὔκολα καὶ αἱ πομπώδεις λέξεις εὐκολώτεραι πρὸς σαγήνευσιν τῆς Συνελεύσεως καὶ τοῦ λαοῦ, διότι δὲν στοιχίζουν τίποτε, στοιχίζει μόνον ἡ ἀλήθεια, στοιχίζει ἡ φιλοσοφικὴ παρατήρησις, ἡ ὁποία ἠμπορεῖ νὰ εἴπῃ τί χρειαζόμεθα διὰ νὰ διορθώσωμεν τὴν κατάστασίν μας. Μοῦ ἐνθυμίζουν οἱ Ἕλληνες πολιτευόμενοι οἱ ἀνερχόμενοι τὸ βῆμα τοῦτο διὰ νὰ ἀναπτύξωσιν ὡραίας θεωρίας τοὺς ἱδρυτὰς συλλόγων, οἱ ὁποῖοι ἱδρύουν ἕνα σύλλογον, καὶ τοὺς βλέπετε πόσον εἶναι μελετημένοι καὶ ἔχουν ἀγαθὴν πρόθεσιν νὰ συμπήξουν ἕνα σύλλογον καὶ μετὰ πόσας προσπαθείας καὶ αἱματοχυσίας ἀκόμη κατορθοῦται ἡ σύνταξις τοῦ καταστατικοῦ τοῦ συλλόγου. Τὴν ἄλλην ὅμως ἡμέραν δὲν ὑπάρχει σύλλογος, ὑπάρχει μόνον εἷς πρόεδρος ἢ καὶ εἷς γραμματεύς, ὁ ὁποῖος μένει ὁ τελευταῖος μαχητὴς ἐπὶ τῶν ἐπάλξεων τοῦ συλλόγου. Οὕτως ἐνθυμοῦμαι τὰς συζητήσεις πολιτικῶν ἀνδρῶν, οἱ ὁποῖοι ἔρχονται καὶ λέγουν φράσεις περὶ βελτιώσεως χωρὶς νὰ γνωρίζουν ὅτι ἡ βελτίωσις αὕτη δὲν γίνεται διὰ νέων θεσμῶν, ἀλλὰ διὰ νέων ἠθῶν. Δὲν ἤκουσα τὸν κ. Παπανδρέου νὰ μᾶς ἐξηγήσῃ πρὸ παντὸς τοὺς λόγους οἱ ὁποῖοι ἐπιβάλλουσι τὴν ἵδρυσιν τοῦ θεσμοῦ τῆς Γερουσίας καὶ διὰ ποῖον λόγον θὰ βελτιώσῃ τὰ πολιτικὰ ἤθη τῆς Χώρας. Προφανῶς οἱ λόγοι εἶναι δύο. Πρῶτον ἡ Γερουσία χρειάζεται ὡς χαλινὸς εἰς τὴν νομοδιάρροιαν τῆς Βουλῆς καὶ δεύτερον διὰ νὰ μᾶς θέσῃ ἕνα φραγμὸν εἰς τὴν μεγάλην καὶ εὔκολον ψήφισιν τῶν νόμων, ψήφισιν νόμων ὅλως ἀμελετήτων. Ἰδοὺ λοιπὸν ποία εἶναι ἡ ἀνάγκη τῆς Γερουσίας, μόνον καὶ μόνον διὰ νὰ ἱδρύσωμεν καὶ δεύτερον Σῶμα, τὸ ὁποῖον γνωρίζει καλύτερον τοὺς νόμους, καὶ νὰ θέσωμεν ἕνα φραγμὸν εἰς τὴν μεγίστην ψήφισιν τῶν νόμων. Ἀλλά, κύριοι, δι’ αὐτὸν τὸν λόγον θὰ κάμωμεν τὴν Γερουσίαν, διὰ νὰ θέσωμεν φραγμὸν εἰς τὴν μεγάλην καὶ εὔκολον ψήφισιν τῶν νόμων; Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν ἔχομεν τίποτε ἄλλο νὰ κάμωμεν παρὰ νὰ ἱδρύσωμεν τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, τὸ ὁποῖον ὡς νομοπαρασκευαστικὸν Σῶμα θὰ ἐμποδίζῃ τὴν εὔκολον ψήφισιν τῶν νόμων. Ὥστε δὲν νομίζω ὅτι εἶναι οὐσιώδης ὁ δεύτερος λόγος διὰ τὸν ὁποῖον χρειάζεται ἡ Γερουσία. Ἀναμφιβόλως κανεὶς ἄλλος ἄνθρωπος δὲν ἔχει περισσοτέρας γνώσεις ἀπὸ τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, γνώσεις ἀπείρους· ὁ κ. Δουζίνας, ὁ κ. Παπαναστασίου, εἴμεθα ὁρμαθὸς γνώσεων καὶ κολοσσοὶ καὶ πυραμίδες πολυμαθείας, ἀλλ’ εἶναι ἡ συνείδησις ποὺ μᾶς λείπει, εἶναι ἡ γνῶσις τοῦ τί πρέπει νὰ κάμωμεν. Θέλομεν νὰ εἰσαγάγωμεν ἀνθρώπους μὲ εἰδικὰς γνώσεις, νὰ εἰσαγάγωμεν δηλαδὴ τοὺς ἐμπόρους τῆς ὁδοῦ Βουκουρεστίου, τοὺς καλοὺς ἐπαγγελματίας, ἀλλ’ οἱ καλοὶ ἐπαγγελματίαι ἢ θὰ ἀπόσχουν τῶν ἐκλογῶν, δι’ οὓς λόγους εἶπεν ὁ κ. Παπανδρέου, ἢ θὰ τὸ μεταβάλουν εἰς ἐπάγγελμα μικροπολιτικῆς. Γνωρίζομεν ὅτι σήμερον δὲν πρόκειται, ὅπως προνοεῖ τὸ σχέδιον τῆς Ἐπιτροπῆς, νὰ μᾶς δώσουν γνώσεις αἱ ἐπαγγελματικαὶ τάξεις, διότι αἱ γνώσεις δὲν μᾶς ἀπολείπουν· ἐκεῖνο ποὺ μᾶς λείπει εἶναι τὰ ἤθη τὰ πολιτικά. Ἑπομένως, ἐφόσον δὲν ἱδρύεται ἓν ἄλλο Σῶμα ἐπαγγελματικὸν καθαυτό, δὲν βλέπω κατὰ τί 30 ἄνθρωποι θὰ ἐβελτίωνον τὴν κατάστασιν. Ἐγὼ νομίζω ὅτι ἡ προβλεπομένη Γερουσία θὰ ἦτο μία μετατόπισις τῆς «Γερουσίας τοῦ Ζαχαράτου» εἰς τὸ ἐθνικὸν θέατρον. Μὲ τὸ Σῶμα δὲ αὐτὸ κατ’ ἀνάγκην θὰ ἔλθῃ εἰς σύγκρουσιν ἡ Βουλή· ἂν ἡ Βουλὴ ἀντιληφθῇ ὅτι εἶναι ἐμπόδιον εἰς τὸ ἔργον της, θὰ ἔχωμεν σύγκρουσιν μεταξὺ Γερουσίας καὶ Βουλῆς, σύγκρουσιν μικροσυμφερόντων καὶ μικροπολιτικῆς. Δὲν ἤκουσα τὸν κ. εἰσηγητήν, καὶ ἐπιφυλάττομαι νὰ ἀκούσω τοὺς ἄλλους ἀγορητάς, διότι θὰ ὁμιλήσω καὶ κατόπιν ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ, ἐπιφυλάττομαι νὰ ἀκούσω τὰ ἐπιχειρήματα διατί ἡ Ἑλληνικὴ Δημοκρατία εἰς τὰ γεράματά της νὰ ἀποκτήσῃ Γερουσίαν· διότι ἔχομεν Δημοκρατίαν ἀπὸ ἑκατὸν ἐτῶν, οὐδέποτε δὲ ᾐσθάνθημεν τὴν ἀνάγκην τῆς Γερουσίας. Ἀλλ’ οὔτε καὶ τὰ νέα δημοκρατικὰ Ἔθνη ἔχουν Γερουσίαν· δὲν ἔχει ἡ Βουλγαρία, ἡ Τουρκία οὔτε ἡ Σερβία, παντοῦ δὲ ὅπου ὑπάρχει Γερουσία εἶναι λείψανον μεσαιωνικῆς ἐποχῆς. Εἰς τὴν Ἀγγλίαν εἶναι οἱ λόρδοι, παντοῦ δὲ τὸ πνεῦμα εἶναι ὅτι αἱ Γερουσίαι αὐταὶ ὅλαι ἔχουν ἐκπέσει. Ἡμεῖς, κύριοι, αἰσθανόμεθα τὴν ἀνάγκην τῆς Γερουσίας διὰ μόνον τὸν λόγον ὅτι εἴμεθα ἀνίκανοι νὰ ὁδηγήσωμεν τὸ Κράτος. Ἀπατῶμεν ἡμᾶς αὐτοὺς καὶ τοὺς ἄλλους καὶ τὸν λαὸν ὁσάκις ἐλέγχομεν ἕνα Ὑπουργὸν διὰ τὴν κατάστασιν τῆς ὑπηρεσίας του, ὁ ὁποῖος διὰ νὰ μᾶς ἀποστομώσῃ λέγει ὅτι ἔχει νομοσχέδιον νὰ ὑποβάλῃ. Ἔχει ὁ κ. Ὑπουργὸς νομοσχέδιον ἕτοιμον διὰ τοὺς κινηματογράφους, τὸ ὁποῖον θὰ ἐφαρμόσῃ διὰ νὰ πλανᾶται ὁ κόσμος ὅτι ὑπάρχει ἀγαθὴ θέλησις, ἀλλὰ λείπει ὁ νόμος. Οἱ νόμοι καὶ τὰ Συντάγματα ἀτονοῦν καὶ σκωριάζουν, οἱ δὲ πολιτικοὶ ἄνδρες παρασκευάζουν νέους θεσμούς. Ἐνθυμοῦμαι τὸν μακαρίτην Ρέπουλην, ὁ ὁποῖος εἰσηγούμενος τὸν νέον θεσμὸν περὶ κοινοτήτων ἔλεγε μεγάλους λόγους. Ἔλεγεν ὅτι ἡ Ἑλλὰς θὰ ἀναβιώσῃ διὰ τῶν κοινοτήτων, ζῶσα ὑπὸ δημοκρατικὸν πολίτευμα. Δὲν εἶναι ὁ θεσμὸς ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος θὰ διορθώσῃ τὰ πράγματα καὶ γνωρίζετε πόσον ἀπέτυχεν ὁ περὶ κοινοτήτων νόμος. Οὐδεμία κατάστασις ἐβελτιώθη διὰ τοῦ νόμου περὶ κοινοτήτων.
§128Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ συμπέρασμα εἶναι ὅτι δὲν ἀπέτυχεν ὁ νόμος.
§129Γ. ΦΡΑΓΚΟΥΔΗΣ. Τὸ συμπέρασμα εἶναι ὅτι, ἐνῷ εἴχομεν μεγάλας ἐλπίδας, δὲν ἔφερεν ἀποτελέσματα. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως φαίνεται ὅτι φρονεῖ ὅτι αὐτὰ τὰ ὁποῖα λέγω δὲν εἶναι πρακτικά.
§130Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν συμφωνῶ κατὰ πάντα.
§131Γ. ΦΡΑΓΚΟΥΔΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ βελτιωθῶσι τὰ πράγματα τῆς Χώρας παρὰ διὰ τῆς ἐξελίξεως, καὶ ὁ θεσμὸς τῆς Γερουσίας εἶναι μία ἐξέλιξις. Ἂν ἐγώ, κύριοι, εἶχον κάποιαν ἐλπίδα ὅτι ἦτο δυνατὸν διὰ τῆς ἐξελίξεως νὰ φθάσωμεν εἰς μίαν πρόοδον, θὰ ἤμην εὐτυχής, ἔστω καὶ μετὰ μίαν εἰκοσαετίαν, ἂν τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος ἔφθανεν εἰς ἕνα βαθμὸν ἀνεκτὸν πολιτισμοῦ. Δυστυχῶς ἡ ἐξέλιξις δὲν μὲ πείθει ὅτι βαίνομεν εἰς τὴν βελτίωσιν· τοὐναντίον ἡ ἐξέλιξις τῶν πραγμάτων τῆς Ἑλλάδος βαίνει καθημέραν πρὸς ὄλεθρον. Ἡ ἐξέλιξις τῶν κομμάτων καὶ τοῦ Ἔθνους καὶ τοῦ πολιτεύματος γίνεται κατὰ τρόπον ψευδῆ. Παίζομεν καθημέραν διὰ μεγάλων λόγων χωρὶς νὰ ἐφαρμόζωμεν ποτὲ τίποτε. Ἐγώ, κύριοι, ἓν πρᾶγμα θὰ ἐνόμιζον ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ βελτιώσῃ τὴν κατάστασιν τοῦ Ἔθνους, ἰδίως κατὰ τὴν δημοκρατικὴν περίοδον· ἂν ἦτο δυνατὸν τὰ κόμματα νὰ ἀποβλέψωσιν εἰς τὴν ἐξυγίασιν τοῦ πολιτεύματος καὶ ὄχι εἰς τὴν κατάληψιν τῆς Ἀρχῆς· ἂν ἦτο δυνατὸν ἕνα κόμμα νὰ καταλάβῃ τὸν προορισμόν του. Ὅταν τὰ κόμματα τῆς Χώρας δὲν σπεύδωσιν εἰς τὴν κατάληψιν τῆς Ἐξουσίας, ὅταν δὲν δημιουργῶσιν ἀτμόσφαιραν ἀπάτης πρὸς κατάληψιν τῆς Ἐξουσίας, ὅταν ἡ Ἀντιπολίτευσις εἶναι ἀνωτέρα τῆς Κυβερνήσεως, ὅταν αἱ Ἀντιπολιτεύσεις δὲν ἀφήνωσι τὰς παλαιὰς μεθόδους, διὰ τῶν ὁποίων θέλουσι νὰ σκοτίζωσι τὴν ἀτμόσφαιραν διὰ νὰ πάρουν τὴν Ἐξουσίαν, ὅταν θὰ ἐβλέπομεν Κυβερνήσεις αἱ ὁποῖαι νὰ μὴ θέλωσι νὰ μείνωσιν εἰς τὴν Ἐξουσίαν ἀντὶ πάσης θυσίας, ὡς καὶ Ἀντιπολιτεύσεις νὰ μὴ θέλωσι νὰ καταλάβωσι τὴν Ἐξουσίαν ἀντὶ πάσης θυσίας, ὅταν θὰ ἐβλέπομεν ὅτι ὁ λαὸς ἔχει τοιαύτην ἐπιθυμίαν αὐτοῦ τοῦ πράγματος, ὥστε νὰ ὑποστηρίξῃ τοὺς ἰδεολόγους, καὶ τέλος ὅταν θὰ ἐβλέπομεν ὅτι ὁ λαὸς θέλει πραγματικῶς βελτίωσιν καὶ ν’ ἀποστείλῃ ἀνθρώπους πρακτικοὺς εἰς τὴν Συνέλευσιν, τί ἐμποδίζει εἰς τὴν αὐριανὴν Βουλὴν νὰ ἔχωμεν τριάκοντα βουλευτὰς ἀντιπροσώπους τῶν ἐπαγγελματιῶν; Τί ἐμποδίζει τὸν λαὸν νὰ εἴπῃ ὅτι δὲν θέλει ἰατροὺς καὶ δικηγόρους, ἀλλὰ πρακτικοὺς ἀνθρώπους; Τί ἐμποδίζει τὸν λαὸν ἀπὸ τοῦ νὰ μᾶς στείλῃ βουλευτὰς ἀνθρώπους προερχομένους ἀπὸ τὰ σπλάγχνα αὐτοῦ, ἐμπνεομένους πράγματι ἀπὸ πρακτικὸν πνεῦμα; Τὰ τριάκοντα πρόσωπα, τὰ ὁποῖα θέλει ὁ εἰσηγητὴς νὰ φέρῃ εἰς τὴν Γερουσίαν, διατί νὰ μὴ τὰ στείλῃ ὁ λαὸς ἐδῶ; Νομίζετε, κύριοι, ὅτι θὰ βελτιώσητε τὴν κατάστασιν ἂν πάρωμεν πολιτευτὰς πωλητὰς ἢ σακαράκας ἢ πρώην Νομάρχας καὶ τοὺς κάμωμεν γερουσιαστὰς ἢ δεκαπέντε προέδρους σωματείων, οἱ ὁποῖοι θέλουσι νὰ γίνωσι γερουσιασταί; Ἂν νομίζωμεν ὅτι εἴμεθα ἱκανοὶ νὰ νομοθετήσωμεν, ἂς προβῶμεν διὰ νὰ καταστῇ τὸ ἔργον ἡμῶν ἄξιον, ἂν ὅμως νομίζωμεν ὅτι στερούμεθα γνώσεων, ἂς φέρωμεν συμβούλους. Ἔχομεν Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, ἀλλ’ οὐδέποτε ἔλειψαν αἱ γνώσεις.
§132Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ γνῶσις.
§133Γ. ΦΡΑΓΚΟΥΔΗΣ. Μάλιστα. Δὲν βλέπω κατὰ τί θὰ ἐβελτίωνε τὸ ἐναντίον. Ἡ δημιουργία τῆς Γερουσίας εἶναι καὶ ἐναντίον τοῦ δημοκρατικοῦ πνεύματος τοῦ λαοῦ. Μία κυριαρχία ὑπάρχει εἰς τὰ δημοκρατικὰ πολιτεύματα, ἡ κυριαρχία τοῦ λαοῦ νὰ ἐκλέγῃ ἕνα ἀντιπρόσωπον.
§134Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Τὰ νέα δημοκρατικὰ πολιτεύματα ἔχουσιν ὅλα Γερουσίαν.
§135Γ. ΦΡΑΓΚΟΥΔΗΣ. Ὅλα τὰ ἐξελθόντα ἀπὸ τὸ Αὐστροουγγρικὸν Κράτος εἶναι ἀριστοκρατικά. Οἱ Πολωνοὶ εἶναι βαρῶνοι καὶ κόμητες. Δὲν εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἐξετάσω τί γίνεται ἀλλαχοῦ. Ἐγὼ λέγω τί ἁρμόζει εἰς τὸν Ἑλληνικὸν χαρακτῆρα.
§136Γ. ΚΙΑΓΙΑΣ. Αὐτὰ τὰ ὁποῖα λέγετε εἶναι ὀρθὰ ἀπὸ τῆς ἑξῆς ἀπόψεως: Διὰ νὰ μὴ παραβιάσωμεν τὴν ἀρχὴν τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας, δέον νὰ καθιερώσωμεν τὸν ἄμεσον τρόπον τῆς Γερουσίας.
§137Γ. ΦΡΑΓΚΟΥΔΗΣ. Δὲν φαντάζομαι ὅτι δύναμαι νὰ σᾶς πείσω νὰ μὴ κάμετε τὴν Γερουσίαν, ἀλλ’ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θέλω νὰ εἴπω εἶναι ὅτι δὲν πρέπει νὰ στηρίζωμεν ἐλπίδας βελτιώσεως τῶν ἠθῶν μας. Αὐτὰ τὰ εἶπα καὶ ὅταν ἱδρύετο ἡ Δημοκρατία καὶ πράγματι δὲν ἐβελτιώθησαν καὶ τότε τὰ πράγματα, καὶ θέλω νὰ φανῇ εἰς τὸν λαὸν ὅτι ὑπάρχει μία φωνὴ πρακτική, ἡ ὁποία λέγει ὅτι ἱδρύοντες τὴν Γερουσίαν δὲν βελτιώνομεν κατ’ οὐδὲν τὰ ἤθη τῆς Χώρας, διότι ἡ δικαιολογία ἡ ὁποία ὑπάρχει διὰ τὴν ἵδρυσιν τῆς Γερουσίας δὲν ἀνταποκρίνεται εἰς τὴν ἀλήθειαν. Ποῖοι εἶναι οἱ λόγοι τῆς ἱδρύσεώς της: Χαλινὸς εἰς τὸ νομοθετικὸν ἔργον, δηλαδὴ ἡ Γερουσία θὰ ἐξετάζῃ τοὺς νόμους τοὺς ὁποίους θὰ κάμνωμεν ἡμεῖς. Ἐπ’ αὐτοῦ θὰ ὁμιλήσω ἄλλοτε, ὅταν θὰ ἀκούσω τὰς σοφὰς γνώμας τῶν ἄλλων συναδέλφων. Ἐγὼ μόνον λέγω, διὰ νὰ τελειώσω, ὅτι τὸ σχέδιον τῆς Ἐπιτροπῆς, κατὰ τὸ ὁποῖον ἡ Γερουσία εἶναι ἀνάγκη νὰ ἱδρυθῇ ὅπως φέρῃ φραγμὸν εἰς τὴν πολυνομίαν καὶ βελτίωσιν εἰς τὰ ἤθη τῆς Χώρας, δὲν εἶναι σοβαρόν· πρὸς τοῦτο ὑπάρχει ἄλλος τρόπος, τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας. Ὅσον ἀφορᾷ δὲ τὸ ὅτι θὰ ἀντιπροσωπευθοῦν καὶ ἐπαγγελματικαὶ τάξεις, καὶ αὐτὸ τὸ ἐπιχείρημα δὲν τὸ νομίζω σοβαρόν. Ἀναποδράστως, κύριοι, ἐντὸς τριετίας θὰ ἔχωμεν σύγκρουσιν Βουλῆς καὶ Γερουσίας, καὶ ὄχι ἀρχῶν, ἀλλὰ μικροπολιτικῆς καὶ συμφερόντων, εἰς τὴν ὁποίαν κυλιόμεθα ὅλοι, καὶ θὰ ἔλθῃ ζήτημα καταργήσεως τοῦ θεσμοῦ τῆς Γερουσίας. Καὶ τότε θέλει ἴδει ὁ ἀναγινώσκων τὰ πρακτικὰ τῆς Συνελεύσεως ὅτι ὑπῆρξε καὶ ἕνας ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος τὸ προεῖπε.
§138Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Προηγουμένως ἔλαβον πολλοὶ τὸν λόγον καὶ πολλαὶ γνῶμαι ἠκούσθησαν ὑπὲρ τῆς Γερουσίας. Εἰς ὅλα τὰ συγγράμματα τοῦ κόσμου ἐκτίθενται ἄπειρα ἐπιχειρήματα ὑπὲρ τοῦ θεσμοῦ τῆς Γερουσίας. Σπανιώτατα ἔγραψε κανεὶς ἐναντίον τῆς Γερουσίας. Ὅλα τὰ Κράτη τοῦ κόσμου σήμερον τὰ πολιτισμένα καὶ τὰ μὴ πολιτισμένα σχεδὸν ὅλα ἔχουν καθιερώσει τὴν Γερουσίαν, ἐλάχισται δὲ εἶναι αἱ ἐξαιρέσεις ἐν τῇ Ἀνατολῇ. Εἰς ὅλας τὰς ἐποχὰς καὶ εἰς ὅλους τοὺς Τόπους ἡ Γερουσία ἦτο θεσμὸς θεμελιώδης. Νομίζω ὅτι ἀναγνωρίζεται παρὰ πάντων ὅτι πρῶτον τὸ Ἀγγλικὸν καὶ τὸ Ρωμαϊκὸν ἦσαν τὰ μᾶλλον μακροχρόνια κατὰ τὸν βίον πολιτεύματα καὶ τὰ ἀποδώσαντα τοὺς περισσοτέρους καρποὺς, καὶ τὰ δύο δὲ ἐστηρίζοντο εἰς τὸν θεσμὸν τῆς Γερουσίας. Ἀλλὰ καὶ αἱ ἀρχαῖαι Ἑλληνικαὶ Δημοκρατίαι ὡς βάσιν εἶχον τὴν Γερουσίαν. Ἑπομένως ἦτο περιττὸν νὰ ἔλθω νὰ ἀπαντήσω εἰς τὸν προλαλήσαντα ὑπερασπιζόμενος τὸν θεσμὸν τῆς Γερουσίας, ἀνῆλθον μόνον εἰς τὸ βῆμα διὰ νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις, διὰ νὰ εἴπω ὀλίγα περὶ τοῦ θεσμοῦ ἐν γένει, διότι μοῦ φαίνεται ὅτι ὁ προλαλήσας ἀπὸ εὐγενῆ ἐλατήρια ἵνα ἀνυψώσῃ τὴν ἠθικὴν μᾶς παρακινεῖ νὰ βαδίσωμεν εἰς τὴν βαρβαρότητα. Ἀφοῦ δὲν θέλει τοὺς θεσμούς, σημαίνει ὅτι παραδέχεται τὴν ἀναρχίαν. Νομίζω ὅτι ἔφθασεν εἰς ὑπερβολὴν καὶ θέλω νὰ εἴπω ὅτι ἐκτὸς αὐτῶν ἀπαιτεῖται ὁ χαρακτήρ, τὸ πνεῦμα, τὸ περιβάλλον. Σήμερον ψηφίζομεν θεσμούς, ἀλλ’ ἂν γνωρίζῃ ἄλλα μέσα, νὰ τὰ ὑποδείξῃ ὅπως τὰ θέσωμεν εἰς ἐνέργειαν, ἵνα ἐπιτύχωμεν. Ὁ θεσμὸς τῆς Γερουσίας εἶπεν ὅτι ἔχει σκοπὸν τὴν ἐξεύρεσιν προσώπων διὰ τὴν χρησιμοποίησιν εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐργασίαν μὲ γνώσεις· ἀσφαλῶς τὸ τοιοῦτον τὸ παραδέχεται, ἀλλὰ τὸ θεωρεῖ κακόν. Ἐννοεῖ δηλαδὴ ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἔχωμεν γνώσεις, δὲν πρέπει νὰ ἔχωμεν θεσμούς. Καὶ ἡ Δημοκρατία καὶ ἡ Γερουσία καὶ πάντες οἱ θεσμοὶ εἶναι προωρισμένοι νὰ μεταβάλλουν τὰ πράγματα ἐπὶ τὸ καλύτερον. Ἂν δὲν ἦσαν χρήσιμοι οἱ θεσμοί, δὲν θὰ παρῆγεν ἡ ἀνθρωπότης θεσμούς. Ἐγὼ λέγω ὅτι ἡ ἀνθρωπότης τότε εἰσέρχεται εἰς τὸν πολιτισμόν, ὅταν ἀρχίζῃ νὰ παράγῃ δημοκρατικοὺς κανόνας πολιτισμοῦ. Πρέπει δὲ νὰ προσπαθήσωμεν νὰ ἔχωμεν ὄχι μόνον θεσμούς, ἀλλὰ καὶ χαρακτῆρα καὶ γνώσεις· διότι ὁ χαρακτὴρ μόνος ἀποτελεῖ τὰ ¾ τοῦ ἀνθρώπου καὶ οἱ χαρακτῆρες οἱ ἐκλεκτοὶ ἀπαντῶσιν εἰς κοινωνίας πολιτισμένας καὶ ἐν γένει οἱ χαρακτῆρες ἀπαντῶσιν εἰς Κράτη τὰ ὁποῖα ἔχουν ἐκλεκτοὺς θεσμούς. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ὑποθέτω, δὲν συμβιβάζομαι μὲ τὸν κ. προλαλήσαντα καὶ παραιτοῦμαι τῆς περαιτέρω ἐξακολουθήσεως τοῦ λόγου.
§139ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δουζίνας.
§140Γ. ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ἡ τροπολογία μου ἀφορᾷ τὸ referendum καὶ φρονῶ ὅτι ἡ θέσις του εἶναι εἰς τὸ ἄρθρον 6. Ἐγὼ θέλω ἡ Νομοθετικὴ Ἐξουσία νὰ ἀσκῆται καὶ ὑπὸ τοῦ λαοῦ.
§141Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Νὰ συζητηθῇ εἰς τὸ ἄρθρον 8.
§142Γ. ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Νομίζω ὅτι ἐδῶ εἶναι ἡ θέσις του.
§143Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Θέλετε νὰ προτείνῃ νόμους ὁ λαός;
§144Γ. ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ὑπάρχει τὸ referendum καὶ ἡ λαϊκὴ πρωτοβουλία. Ἐγὼ κλίνω ὑπὲρ τοῦ περιωρισμένου referendum. Ὅταν ὡρισμένοι ἐκλογεῖς ἢ πολῖται ζητήσωσι τὴν ἔκδοσιν δημοψηφίσματος διὰ ψηφισθέντα νόμον, ἀκριβῶς νὰ γίνεται δημοψήφισμα.
§145Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Θέλετε ψηφισθεὶς νόμος νὰ τεθῇ κατ’ ἔφεσιν ὑπὸ τὴν κρίσιν τοῦ λαοῦ;
§146Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Κατὰ συνέπειαν εἰς τὸ ἄρθρον 8 θὰ γίνῃ ἡ συζήτησις.
§147Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡμεῖς ὑπεστηρίζομεν ὅτι διὰ τοῦ ψηφιζομένου σχεδίου Συντάγματος ἄρχεται μία νέα διαρρύθμισις τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσίας. Τὸ ἄρθρον 3 λέγει ὅτι ἡ Νομοθετικὴ Ἐξουσία ἀσκεῖται ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Γερουσίας, τὸ δὲ ἄρθρον 6 διαλαμβάνει τὸν τρόπον τῶν προτάσεων τῶν νόμων καὶ δίδει τὴν νομοθετικὴν πρωτοβουλίαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Γερουσίαν. Καὶ ἂν μὲν τὴν πρότασιν πρόκειται νὰ κάμῃ ὁ βουλευτής, φυσικὸν εἶναι νὰ εἰσέλθῃ ἡ πρότασις κατὰ πρῶτον εἰς τὴν Βουλὴν καὶ κατόπιν εἰς τὴν Γερουσίαν. Εἶναι ἡ φύσις τῶν πραγμάτων οὕτως.
§148Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Μάλιστα. Καὶ ὁ Γερουσιαστὴς θὰ ὑποβάλλῃ τὴν πρότασιν εἰς τὴν Γερουσίαν.
§149Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θέλω ὅμως νὰ γίνῃ μία δήλωσις ἡ ὁποία νὰ χρησιμεύσῃ ὡς βάσις τῆς ἑρμηνείας, κ. Πρόεδρε, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ δικαίωμα τῆς Κυβερνήσεως· ὅτι δηλαδὴ ἡ Κυβέρνησις ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ κάμῃ τὴν πρότασιν εἴτε εἰς τὴν Γερουσίαν εἴτε εἰς τὴν Βουλήν. Τὴν πρότασιν ταύτην ἔθεσα ὑπ’ ὄψιν καὶ εἰς τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπήν. Ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπὴ δὲν τὴν ἐδέχθη, ὄχι διότι δὲν εὗρεν αὐτὴν ὀρθήν, ἀλλὰ διότι ἐθεωρήθη περιττή, ἐφόσον τὸ ἄρθρον 13 λέγει ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους ὑποβάλλεται πρῶτον εἰς τὴν Βουλήν. Ἐξ ἀντιδιαστολῆς ἑπομένως ἐξάγεται τὸ ἐπιχείρημα ὅτι πᾶσα ἄλλη πρότασις δύναται νὰ εἰσαχθῇ εἴτε εἰς τὴν Βουλὴν εἴτε εἰς τὴν Γερουσίαν. Θὰ παρεκάλουν μόνον νὰ γίνῃ μία δήλωσις τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἐκπροσωποῦντος τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Συνελεύσεως, ἐμφαίνουσα τὸ δικαίωμα τῆς προτάσεως ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως εἴτε ἐν τῇ Βουλῇ εἴτε ἐν τῇ Γερουσίᾳ· διότι, κ. Πρόεδρε, κατὰ τὴν ἑρμηνείαν τοῦ Συντάγματος οἱ ἑρμηνευταὶ οἱ ὁποῖοι θὰ ἔχωσι τὸ νεκρὸν γράμμα τοῦ νόμου θὰ εὑρίσκωνται εἰς ἀμφιβολίαν περὶ τούτου.
§150Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἡ ἑρμηνεία εἶναι ἐντελῶς περιττή, διότι ὑπάρχει τὸ ἄρθρον 9, τὸ ὁποῖον σαφηνίζει τὸ πρᾶγμα.
§151Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἡ γνώμη τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς εἶναι σύμφωνος μὲ τὴν ἰδικήν σας.
§152Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν λύει τὸ ζήτημα τὸ ἄρθρον 9. Διατί, ἀφοῦ δυνατὸν νὰ γεννηθῇ ζήτημα, νὰ μὴ προστεθῇ ὑπὸ τῆς ἀντιπροσωπείας τῆς Βουλῆς ἡ ζητουμένη δήλωσις ὡς ἑρμηνεία; Ὥστε ὁσάκις ἡ Κυβέρνησις ὑποβάλλει πρότασιν νόμου δύναται νὰ τὴν ὑποβάλλῃ εἴτε εἰς τὴν Βουλὴν εἴτε εἰς τὴν Γερουσίαν πάντοτε ὑπὸ τοὺς περιορισμοὺς τοὺς κειμένους ἐν τῷ Συντάγματι. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἔννοια τοῦ ἄρθρου 6 ἐν συνδυασμῷ μὲ τὸ ἄρθρον 13.
§153ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 6ον (ἀναγινώσκει): «Τὸ δικαίωμα τῆς προτάσεως τῶν νόμων ἀνήκει εἰς τὴν Κυβέρνησιν, τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Γερουσίαν». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ψήφισιν τοῦ 6ου ἄρθρου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Συνέλευσις παρεδέχθη. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 6). Ἄρθρον 7ον (ἀναγινώσκει): «Οὐδεμία πρότασις ἀφορῶσα αὔξησιν τῶν ἐξόδων τοῦ Προϋπολογισμοῦ διὰ μισθοδοσίαν ἢ σύνταξιν ἢ ἐν γένει πρὸς ὄφελος προσώπου προέρχεται ἐκ τῆς Βουλῆς ἢ τῆς Γερουσίας. Πᾶσα πρότασις νόμου συνεπαγομένη δαπάνην ἢ μείωσιν ἐσόδων δέον νὰ συνοδεύηται ὑπὸ ἐκθέσεως περὶ τοῦ τρόπου τῆς καλύψεως αὐτῆς».
§154Γ. ΚΙΑΓΙΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, μίαν παρατήρησιν ἔχω νὰ κάμω ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου, τὸ ὁποῖον θεσπίζει τὸν κανόνα τῆς μὴ ὑποβολῆς ὑπὸ βουλευτῶν προτάσεως περὶ αὐξήσεως δαπανῶν διὰ νὰ μὴ ἔρχεται ἡ πρότασις αὐτὴ περὶ αὐξήσεως τῶν δαπανῶν τοῦ Κράτους χωρὶς συγχρόνως νὰ λαμβάνωνται καὶ τὰ μέτρα διὰ τῶν ὁποίων θὰ καλυφθῇ ἡ δαπάνη αὐτή. Ἐγὼ φρονῶ ὅτι, ὅπως ἔχει διατυπωθῆ τὸ ἄρθρον, θὰ μείνῃ πλατωνικὸς ὁ κανὼν καὶ οὐδεμίαν σημασίαν θὰ ἔχῃ ἡ διάταξις αὕτη. Νομίζω λοιπὸν ὅτι ἀντὶ τῆς λέξεως «ἔκθεσις» νὰ τεθῇ ἡ λέξις «πρότασις». Νὰ συνοδεύεται ὑπὸ προτάσεως νόμου περὶ τοῦ τρόπου τῆς καλύψεως τῆς δαπάνης.
§155ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Δὲν εἶναι δυνατὸν αὐτό.
§156Γ. ΚΙΑΓΙΑΣ. Ὄχι, κύριοι, δὲν θὰ ψηφίζεται ὁ νόμος, ἂν δὲν ψηφίζωνται καὶ τὰ μέτρα πρὸς κάλυψιν τῶν δαπανῶν.
§157Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν γίνεται δεκτὸν τοῦτο.
§158ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 7 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Συνέλευσις παρεδέχθη. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 7).
§159Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Πρόεδρε, θὰ παρεκάλουν τὴν Συνέλευσιν νὰ ψηφίσῃ τινὰ τῶν νομοσχεδίων ἐπὶ τῶν ὁποίων δὲν ὑπάρχει ἀντίρρησις.
§160ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§161ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συστάσεως Γενικῆς Διευθύνσεως ἐν τῷ Ὑπουργείῳ Στρατιωτικῶν». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τῆς προτάσεως νόμου «περὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου τοῦ κυρώσαντος τὸ ἀπὸ 22 Αὐγούστου 1924 Ν. Δ. περὶ ἐξαγωγικοῦ ἐμπορίου τῆς σταφίδος».
§162Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Εἶναι πρότασις νόμου καὶ παρακαλῶ νὰ παραπεμφθῇ εἰς Ἐπιτροπὴν εἰς τὴν ὁποίαν θὰ εἶναι μέλη ὄχι μόνον ἐκ τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν, ἀλλὰ καὶ ἐκ τῶν μὴ σταφιδοφόρων, ἵνα ὑποβάλῃ μίαν ἔκθεσιν διὰ νὰ ἐκλείψῃ καὶ ἡ ἰδέα ὅτι τὰ μέτρα τὰ ὁποῖα λαμβάνονται βλάπτουν τὸν δημόσιον θησαυρόν. Ἄλλως τε ἡ Κυβέρνησις ζητεῖ ἁπλῶς τὴν παραπομπὴν εἰς Ἐπιτροπὴν· δὲν προδικάζει τὸ ζήτημα: Ὥστε νὰ ἀναθέσωμεν εἰς τὸν κ. Πρόεδρον νὰ κάμῃ οὕτω μίαν Ἐπιτροπὴν διὰ νὰ μὴ μείνῃ μία ἐκκρεμότης, ὑπάρχουσα ἤδη.
§163Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ εἶναι ἀνάγκη ἡ πλειονοψηφία τῆς Ἐπιτροπῆς νὰ ἀποτελῆται ἀπὸ πληρεξουσίους ἐκ σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν.
§164Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐλήφθη ἀπόφασις αἱ Ἐπιτροπαὶ νὰ ἀπαρτίζωνται καθ’ ὑπόδειξιν τῶν κομμάτων.
§165Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Μάλιστα.
§166ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὥστε παραπέμπεται εἰς τὴν ἁρμοδίαν Ἐπιτροπήν. Συζήτησις ἐπὶ τοῦ σχεδίου ψηφίσματος «περὶ καθορισμοῦ τῆς πληρωτέας εἰς τοὺς πληρεξουσίους τῆς Δʹ ἐν Ἀθήναις Συντακτικῆς τῶν Ἑλλήνων Συνελεύσεως ἀποζημιώσεως». (Γίνεται δεκτὸν τὸ ψήφισμα). Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἱδρύσεως Διοικητικῶν Δικαστηρίων πρὸς ἐκδίκασιν τῶν ἐν Μ. Ἀσίᾳ καὶ Ἀνατολικῇ Θρᾴκῃ γεννηθεισῶν κατὰ τοῦ Δημοσίου ἰδιωτικῶν ἀπαιτήσεων». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ παρακρατήσεως ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου ποσοῦ τῶν Δικαιούχων ἐκ ναυτικῶν ἐπιτάξεων καὶ κανονισμοῦ ἀποζημιώσεως τῶν μελῶν τοῦ Δικαστηρίου τῶν ναυτικῶν ἐπιτάξεων». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τελωνειακῶν νόμων καὶ περὶ ἐγκρίσεως πιστώσεων ἀφορωσῶν τὰς τελωνειακὰς ἀρχάς». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀφομοιώσεως τῶν ἀποδοχῶν τῶν ὑπαλλήλων τῆς ἀνταλλαγῆς πρὸς τὰς ἀποδοχὰς τῶν μονίμων ὑπαλλήλων». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). Συζήτητις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῆς ἀφορώσης τὰ Ταμεῖα Ἀμύνης Οἰνοπαραγωγῆς νομοθεσίας».
§167Μ. ΤΣΑΡΛΑΜΠΑΣ. Νὰ παραπεμφθῇ εἰς Ἐπιτροπὴν ἐξ ἀντιπροσώπων τῶν οἰνοφόρων περιφερειῶν.
§168Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ μετάσχουν καὶ ἀντιπρόσωποι τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν.
§169Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Νὰ ψηφισθῇ κατ’ ἀρχὴν καὶ κατόπιν νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν Ἐπιτροπήν.
§170Μ. ΤΣΑΡΛΑΜΠΑΣ. Νὰ παραπεμφθῇ εἰς Ἐπιτροπὴν.
§171Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἔχετε ἀντίρρησιν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς;
§172Μ. ΤΣΑΡΛΑΜΠΑΣ. Μάλιστα.
§173Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ὁρίστε νὰ τὰς ἀναπτύξετε. Ὑπάρχει ὁ νόμος, ὑπάρχει ὁ θεσμὸς καὶ πρόκειται νὰ γίνῃ μεταρρύθμισις· ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρχουν ἀντιρρήσεις κατ’ ἀρχήν;
§174Μ. ΤΣΑΡΛΑΜΠΑΣ. Ζητοῦμεν γενικώτερα μέτρα· δὲν πρόκειται νὰ θίξωμεν τὴν βάσιν τοῦ νομοσχεδίου. Ἡμεῖς θέλομεν νὰ συγχρονίσωμεν τὴν οἰνολογικὴν πολιτικὴν τὴν ὁποίαν θὰ ἀσκήσωμεν συναφῶς μὲ ὅλα τὰ κατὰ μέρος ὑποβαλλόμενα νομοσχέδια. Δι’ ὅλων αὐτῶν δὲν πρόκειται νὰ ἀποκομίσωμεν σοβαρὰν ἐνίσχυσιν τῆς παραγωγῆς. Ἡμεῖς ζητοῦμεν γενικώτερα μέτρα, καθ’ ὃν τρόπον ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἰσηγεῖται εἰς τὴν Συνέλευσιν ὅπως εὐμενῶς ἀποδεχθῇ πρότασιν νόμου ἀφορῶσαν τὰς σταφιδοφόρους ἐπαρχίας....
§175Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶπον τοιοῦτόν τι καὶ σᾶς παρακαλῶ νὰ μὴ παραχαράσσετε τοὺς λόγους μου, πρόκειται δὲ ἀσφαλῶς περὶ παραχαράξεως ὅταν λέγετε ὅτι ἐζήτησα ἀπὸ τὴν Συνέλευσιν νὰ ἀποδεχθῇ εὐμενῶς τὴν πρότασιν. Οὐδὲν τοιοῦτον εἶπον· ἐζήτησα ἁπλῶς νὰ ἐξετασθῇ ἡ πρότασις ἀπὸ μίαν Ἐπιτροπήν.
§176Μ. ΤΣΑΡΛΑΜΠΑΣ. Ὅταν μία πρότασις νόμου προτάσσεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον οὐδέποτε ἄλλοτε ἐγένετο, αὐτὸ ἀποτελεῖ μίαν εὔνοιαν καταφανῆ καὶ ὄχι ὑπὲρ τῆς σταφιδοπαραγωγῆς, ἀλλ’ ὑπὲρ τῶν ἐμπόρων καὶ τῶν κατόχων δελτίων.
§177Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ὀφείλω νὰ εἰπῶ τὸ ἑξῆς, ὅτι θέλω νὰ δώσω πέρας εἰς μίαν ἐκκρεμότητα ἡ ὁποία ἐγεννήθη ἐξ αὐτῆς τῆς προτάσεως νόμου. Ἂς ἀπορριφθῇ ἡ πρότασίς μου εἶναι ἐντελῶς ἀδιάφορον· ἀρκεῖ νὰ δοθῇ μία λύσις κατὰ τὸν ἕνα ἢ τὸν ἄλλον τρόπον.
§178Γ. ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Διαφωνεῖτε, κ. Τσαρλαμπᾶ, νὰ ψηφισθῇ κατ’ ἀρχὴν τὸ νομοσχέδιον;
§179Μ. ΤΣΑΡΛΑΜΠΑΣ. Θὰ ἀκούσετε.
§180Γ. ΜΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Εἶναι δύσκολον νὰ ἐννοήσω πῶς θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ κανεὶς ἀντίρρησιν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς ἑνὸς νομοσχεδίου τροποποιητικοῦ ὑφισταμένου νόμου.
§181Μ. ΤΣΑΡΛΑΜΠΑΣ. Εἶναι γνωστὸν ὅτι αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον εὑρίσκεται ἐν ἁρμονίᾳ πρὸς ὡρισμένα συμφέροντα τῆς ἐπαρχίας μου, ἀλλ’ ἡμεῖς ζητοῦμεν μέτρα εὐρύτατα προστατεύοντα γενικώτερον τὴν οἰνοπαραγωγήν, καὶ ἐπειδὴ γνωρίζομεν ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνουν λόγῳ τῶν ἀσχολιῶν τῆς Κυβερνήσεως, ζητοῦμεν διὰ τὴν ἐπαρχίαν μας, καὶ δὲν ἠξεύρω ἂν θὰ συμφωνήσουν καὶ ἄλλοι, εὐρύτερα μέτρα προστασίας τῆς οἰνοπαραγωγῆς, ἡ ὁποία ὑφίσταται κρίσιν δεινήν. Λοιπὸν ἐζήτησα τοῦτο παρὰ τῆς Κυβερνήσεως· εἰ δυνατὸν διὰ τὰ οἰνολογικὰ νὰ καταρτισθῇ μία Ἐπιτροπὴ ἐξ ἀντιπροσώπων τῶν οἰνοπαραγωγῶν ἐπαρχιῶν καὶ εἰς αὐτὴν νὰ ὑποβληθοῦν ὅλα τὰ αἰτήματα διὰ γενικώτερα μέτρα προστασίας, διαρρυθμισθοῦν δὲ ὅλα τὰ ζητήματα. Ἂν νομίζετε ὅτι ἡ αἴτησις αὐτὴ ἀντιτίθεται πρὸς τὴν ἀντίληψιν τῆς πλειονοψηφίας τῆς Συνελεύσεως, δὲν ἔχω καμμίαν ἀντίρρησιν νὰ ὑποχωρήσω, διότι δὲν πρόκειται περὶ προσωπικοῦ ζητήματος.
§182Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Νὰ ψηφισθῇ κατ’ ἀρχὴν καὶ νὰ παραπεμφθῇ εἰς Ἐπιτροπήν.
§183Μ. ΤΣΑΡΛΑΜΠΑΣ. Δέχομαι τὴν ψήφισιν.
§184Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἐξαρτᾶται ἀπὸ σᾶς.
§185Μ. ΤΣΑΡΛΑΜΠΑΣ. Ἐγὼ λέγω τὴν προσωπικήν μου γνώμην· δὲν ἠμπορεῖτε νὰ μοῦ τὴν ἀφαιρέσετε. Δέχομαι κατ’ ἀρχὴν τοῦτο, ἀλλὰ παρακαλῶ νὰ παραπεμφθῇ τὸ νομοσχέδιον εἰς Ἐπιτροπὴν ἐξ ἀντιπροσώπων τῶν οἰνολογικῶν περιφερειῶν, ὅπως αὕτη συζητήσῃ καὶ τὸ νομοσχέδιον, ἀλλὰ καὶ ἄλλα μέτρα τὰ ὁποῖα νὰ ὑποβάλῃ ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Συνελεύσεως.
§186Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ παραπεμφθῇ εἰς Ἐπιτροπὴν εἰς ἣν θὰ ἀντιπροσωπεύωνται τὰ οἰνοφόρα μέρη, ἀλλὰ καὶ τὰ μὴ οἰνοφόρα, ὅπως ἔγινε καὶ εἰς τὸ σταφιδικόν· διότι ὑποθέσατε ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ αὕτη λέγει νὰ φορολογηθοῦν τὰ σταφιδοφόρα μέρη χάριν τῶν οἰνοπαραγωγικῶν.
§187Μ. ΤΣΑΡΛΑΜΠΑΣ. Δὲν εἶναι δεσμευτικὴ ἡ πρότασις τῆς Ἐπιτροπῆς.
§188Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ εἶναι μία μικτὴ Ἐπιτροπή, ἡ ὁποία διόλου δὲν ἐμποδίζεται, καὶ τὴν παρακαλοῦμεν μάλιστα, νὰ μᾶς ὑποβάλῃ καὶ σκέψεις εὐρυτέρας ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ, ἂν ἔχῃ τοιαύτας.
§189Μ. ΤΣΑΡΛΑΜΠΑΣ. Ἔχω νὰ τονίσω τοῦτο, ὅτι τὰ οἰνολογικὰ συμφέροντα εὑρίσκονται ἐν πολλοῖς ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὰ συμφέροντα τῶν σταφιδοπαραγωγικῶν μερῶν καὶ αἱ πλειονοψηφίαι τῶν Ἐπιτροπῶν αἱ κανονίζουσαι τὰ οἰνολογικὰ νοθεύονται ὑπὸ τῆς πλειονοψηφίας ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἐνδιαφέρονται πρωτίστως διὰ τὰ σταφιδικὰ καὶ εὑρισκόμεθα ἐν μειονεξίᾳ.
§190Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Εἶσθε σύμφωνος;
§191Μ. ΤΣΑΡΛΑΜΠΑΣ. Σύμφωνος, ἀλλὰ κάμνω τὴν παρατήρησιν ὅτι τὰ συμφέροντα τὰ οἰνολογικὰ εὑρίσκονται ἐν μειονεκτικότητι.
§192Α. ΔΕΝΔΡΙΝΟΣ. Νομίζω ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ μία Ἐπιτροπὴ μικτὴ καὶ διὰ τὰ σταφιδικὰ καὶ διὰ τὰ οἰνολογικά, διότι τὰ δύο ζητήματα εἶναι συναφῆ.
§193ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ ψηφισθῇ κατ’ ἀρχὴν τὸ νομοσχέδιον καὶ νὰ παραπεμφθῇ εἰς Ἐπιτροπήν.
§194ΠΛΕΙΣΤΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα. (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν).
§195ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τηλεφωνικῆς συγκοινωνίας τῶν κοινοτήτων». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). Ἤθελα νὰ ζητήσω τὴν ἄδειαν τῆς Συνελεύσεως ὅπως τάξω μίαν προθεσμίαν εἰς τὰς Ἐπιτροπὰς αἱ ὁποῖαι ἔχουν τέσσαρα ἢ πέντε νομοσχέδια, ὅπως ὑποβάλουν τὰς ἐκθέσεις των ἐντὸς τριῶν ἡμερῶν. Δέχεται ἡ Συνέλευσις;
§196ΠΛΕΙΣΤΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§197Α. ΜΠΑΚΑΛΜΠΑΣΗΣ. Διὰ τὸ τελευταῖον περὶ συστάσεως Ὑφυπουργείου Προσφύγων δὲν ἰσχύει ἡ τριήμερος προθεσμία.
§198ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι. Ἐπίσης ἀνακοινῶ εἰς τὴν Συνέλευσιν ὅτι ἡ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ἐπιτροπή, κατόπιν ἀποφάσεως τῆς Συνελεύσεως ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ κ. Ζυμπρακάκη συνεπληρώθη ἐκ τῶν ἑξῆς μελῶν, τῶν κ.κ. Ε. Ζυμπρακάκη, Π. Μαυρομιχάλη, Α. Ἀναγνωστοπούλου, Δ. Πετρίτη, Κ. Καλλιδοπούλου, Ι. Ἰσχομάχου καὶ Θ. Χαβίνη.
§199Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Παρακαλῶ νὰ μὲ διαγράψετε.
§200ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Ὁ κ. Π. Χαλόφτης.
§201Δ. ΜΑΡΣΕΛΟΣ. Εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ἔχει ἀποσταλῆ καὶ τὸ ψήφισμα περὶ δανείου εἰς Ἕλληνας ὑπηκόους. Κατὰ λάθος ἀπεστάλη εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν ἐπὶ τῆς Περιθάλψεως Ἐπιτροπήν, ἐνῷ ἔπρεπε νὰ ἀποσταλῇ εἰς τὴν ἐπὶ τῶν προσφυγικῶν ζητημάτων, καὶ ἤθελον παρακαλέσει, ὅσον ἀφορᾷ δι’ αὐτὸ τὸ ψήφισμα νὰ μὴ ἰσχύσῃ ἡ τριήμερος προθεσμία καὶ νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν προσφυγικὴν Ἐπιτροπήν.
§202Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Καλύτερον νὰ περιληφθῇ εἰς τὴν τριήμερον προθεσμίαν.
§203Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Ἔχετε ὑποβάλει μίαν ὁλόκληρον σειρὰν στρατιωτικῶν νομοσχεδίων, καὶ ἐπειδὴ τὰ νομοσχέδια αὐτὰ ἀφορῶσι τὴν ὀργάνωσιν τοῦ Στρατοῦ, θὰ ἐνόμιζον ὅτι πρέπει νὰ κληθῇ ἡ Συνέλευσις νὰ ἀποφανθῇ πρῶτον ἐπὶ τῆς ἐκκαθαρίσεως τοῦ ἐμψύχου ὑλικοῦ.
§204Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Αὐτὸ παρεπέμφθη εἰς τὴν Ἐπιτροπήν.
§205Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Σᾶς κάμνω τὴν δήλωσιν, διότι αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον τῶν ὑπευθύνων ἐν τῷ Στρατεύματι καὶ δωσιλόγων ἔχει καταντήσει κάπως ἀστεῖον. Φαίνεται ὅτι τὸ παρελκύομεν.
§206Α. ΔΕΝΔΡΙΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, κατὰ τὴν αὐριανὴν Νομοθετικὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν παρακαλῶ νὰ προταχθοῦν τὰ ἀγροτικὰ νομοσχέδια, διότι ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει θέλει προκληθῆ δικαία ἐξέγερσις τῶν χωρικῶν.
§207ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὔριον θὰ ἔχωμεν ἐπερωτήσεις καὶ νομοθετικὴν ἐργασίαν. Λύεται ἡ συνεδρίασις διὰ νὰ ἐπαναληφθῇ αὔριον εἰς τὰς 4 30′ μ.μ. (Ὥρα 9 μ.μ.).