1924.12.17
3.444 στίχοι · 26.482 λέξεις · 396 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 127Η
Τετάρτη 17 Δεκεμβρίου 1924
Προεδρία Κ. Ρακτιβάν
(Ὥρα 5.45′ μ.μ.).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ Θεωρεῖα. (Ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως). Ὑπάρχει ἀντίρρησις ἐπὶ τῶν πρακτικῶν;
§2Ο. ΚΥΠΡΙΑΝΟΣ. Χθές, κύριε Πρόεδρε, ὅτε ἀνεκοινώσατε τὰ ὀνόματα τῶν μελῶν τῶν Ἐπιτροπῶν, ἔκαμα τὴν ἑξῆς παρατήρησιν, ὅτι τὸ Προεδρεῖον ἀπὸ ἔτους καὶ πλέον εἰς τὸν καταρτισμὸν τῶν Ἐπιτροπῶν ἀκολουθεῖ ἕνα ἀπαράβατον κανόνα. Ἔμαθε πεντήκοντα ὀνόματα πληρεξουσίων καὶ εἰς κάθε Ἐπιτροπὴν αὐτὰ τὰ ὀνόματα ἀναφέρονται, ἐνῷ ὑπάρχουν τριακόσιοι πεντήκοντα πληρεξούσιοι καὶ δύναται νὰ ὁρίζῃ καὶ ἐξ αὐτῶν, ἂν ὄχι διὰ τίποτε ἄλλο, ἀλλὰ διὰ νὰ ἐξασκῶνται. Μοῦ ἔκαμεν ἐντύπωσιν ὅτι δὲν ἀναφέρεται ἡ παρατήρησίς μου αὕτη εἰς τὰ χθεσινὰ πρακτικὰ καὶ παρακαλῶ νὰ καταχωρισθῇ ἡ σημερινή μου τοιαύτη.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὀφείλω νὰ δώσω μίαν ἐξήγησιν εἰς τὸν κ. πληρεξούσιον· αἱ Ἐπιτροπαὶ καταρτίζονται κατόπιν συνεννοήσεως τοῦ Προεδρείου μετὰ τῶν ἀρχηγῶν τῶν κοινοβουλευτικῶν μερίδων καὶ ἐκ τῶν μερίδων τούτων προσλαμβάνονται τὰ μέλη τῶν Ἐπιτροπῶν. Ἡ παρατήρησις τοῦ κ. πληρεξουσίου θὰ καταχωρισθῇ εἰς τὰ πρακτικά, ὡς καὶ ἡ ἀπάντησις τοῦ Προεδρείου. (Ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικά). Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Συνέλευσιν τὰ ἑξῆς: — Ἐπιτροπὴ προσφύγων συνοικισμοῦ Ἁγίου Κωνσταντίνου Ἀγρινίου διαμαρτύρεται διὰ τὴν παραχώρησιν τοῦ δημοσίου κτήματος Σέλου εἰς γηγενεῖς. — Ὁ Γεωργοκτηματικὸς Συνεταιρισμὸς Ἀγρινίου αἰτεῖται τὴν μείωσιν τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν καπνῶν. — Ἐπιτροπὴ κατοίκων Ἐρετρίας παρακαλεῖ ὅπως μὴ καταργηθῇ τὸ ἐκεῖ Τηλεγραφεῖον. — Ὁ Γεωργικὸς Μισθωτικὸς Συνεταιρισμὸς καπνοπαραγωγῶν Καβάλλας παρακαλεῖ ὅπως υἱοθετήσῃ ἡ Κυβέρνησις τὰ ὑπ’ αὐτοῦ ὑποβληθέντα αἰτήματα. — Ὁ Γεωργικὸς Συνεταιρισμὸς Φαναρίου παρακαλεῖ ὅπως ἐπιτραπῇ ἐλευθέρως τὸ ἐμπόριον τοῦ καπνοῦ. — Ἐπιτροπὴ κατοίκων Κρουσόβου Σιδηροκάστρου παρακαλεῖ τὴν Κυβέρνησιν ὅπως λάβῃ δρακόντεια μέτρα κατὰ τῶν συμμοριῶν. — Ὁ Πάνος Κατσιαρδῆς ἐκ Πατρῶν αἰτεῖται τὴν τροποποίησιν τοῦ ἐνοικιοστασίου. — Οἱ δημοδιδάσκαλοι Ἀργοστολίου παρακαλοῦσιν ὅπως μὴ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ μονιμοποιήσεως τῶν προσωρινῶν Ἐπιθεωρητῶν. — Οἱ καπνοπαραγωγοὶ Σερρῶν αἰτοῦνται τὴν τροποποίησιν τῆς ἐπὶ τοῦ καπνοῦ φορολογίας καὶ τὴν κατάργησιν τοῦ ἐξαγωγικοῦ δασμοῦ, συνάμα δὲ παρακαλοῦσιν ὅπως ἀφεθῇ ἐλεύθερον τὸ ἐμπόριον τῶν καπνῶν. — Οἱ καπνεργάται Σιδηροκάστρου αἰτοῦνται τὴν ἀπαγόρευσιν τῆς ἐξαγωγῆς ἀνεπεξεργάστων καπνῶν. — Οἱ ἐν τῇ ἀστυνομίᾳ τῆς Αἰγυπτιακῆς Κυβερνήσεως ὑπηρετοῦντες Κρῆτες ἀστυνομικοὶ παρακαλοῦσιν ὅπως θεωρηθῶσιν ὡς Ἕλληνες πολῖται. — Ἐπιτροπὴ κατοίκων Ἁλμυροῦ παρακαλεῖ ὅπως τύχωσι περιθάλψεως οἱ ἐκεῖσε ἄρτι ἀφιχθέντες πρόσφυγες. — Οἱ κάτοικοι τῆς Κοινότητος Ματαράγκας αἰτοῦνται ὅπως μειωθῇ περισσότερον ὁ φόρος τοῦ καπνοῦ. — Ὁ Βασίλειος Παπαδόπουλος, ἀπόστρατος ταγματάρχης τῆς Χωροφυλακῆς, αἰτεῖται τὴν ἐπαναφοράν του. — Οἱ γεωργοὶ τοῦ χωρίου Πραιτωρίου αἰτοῦνται τὴν ἀναθεώρησιν τῆς ἀποφάσεως τῆς Ἐπιτροπῆς ἀπαλλοτριώσεως Λαρίσης ἐπὶ τοῦ ἀγροκτήματος Πραιτωρίου. — Ὁ Προσφυγικὸς Σύλλογος Ἀλεξανδρουπόλεως παραπονεῖται διὰ τὴν παραχώρησιν κακῆς ποιότητος σίτου πρὸς σπορὰν ὑπὸ τοῦ προϊσταμένου τοῦ Γραφείου Ἐποικισμοῦ Ἔβρου. — Οἱ στρατευθέντες ἀπόφοιτοι μαθηταὶ τῆς Γʹ Γυμνασιακῆς τάξεως παρακαλοῦσι τὴν Συνέλευσιν ὅπως διὰ ψηφίσματος τοῖς ἐπιτραπῇ ἡ εἰς τὸ Πανεπιστήμιον ἐγγραφή των. — Ὁ Σύλλογος τῶν καπνεμπόρων Ξάνθης αἰτεῖται τὴν ἐλευθέραν ἐξαγωγὴν ἀνεπεξεργάστων καπνῶν. — Οἱ πληρεξούσιοι κ.κ. Δ. Τσαπόγας, Θ. Παπαϊωάννου καὶ Λ. Ἀναγνωστόπουλος ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συμπληρώσεως τῶν διατάξεων τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 1074 νόμου τοῦ ἔτους 1917 περὶ ὁδοποιίας». — Οἱ πληρεξούσιοι κ.κ. Σ. Κρεμεζῆς, Γ. Βλάχος, Γ. Κοσμίδης, Π. Μπέμπης, Ε. Ἐμμανουηλίδης, Β. Χατζηλίας, Θ. Γοῦσκος, Α. Παπαοικονόμου κλπ. ὑποβάλλουσι ψήφισμα «περὶ ἐκδόσεως Νομοθετικῶν Διαταγμάτων κατὰ τὴν διακοπὴν τῶν ἐργασιῶν τῆς Δʹ Συντακτικῆς Συνελεύσεως». — Ἡ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τῶν νόμων 3119, 2769 καὶ τοῦ ἀπὸ 5 Δεκεμβρίου 1922 Ν. Δ. περὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου 2769 περὶ τῶν στρατιωτικῶν συντάξεων». — Ἡ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τῆς αἰτουμένης ἀδείας πρὸς δίωξιν τοῦ πληρεξουσίου κ. Σ. Κρεμεζῆ. — Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν κ. Γ. Κονδύλης καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κ. Κ. Γκότσης ὑποβάλλουσι σχέδιον νόμου «περὶ διατηρήσεως μέχρις ἓξ γραφέων βʹ τάξεως εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ὡς μονίμων προσειλημμένων πρὸ τοῦ καταργηθέντος Ὑπουργείου Ἐννόμου Τάξεως». — Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης κ. Π. Τσιτσεκλῆς ὑποβάλλει σχέδιον ψηφίσματος «περὶ συστάσεως Ἐπιτροπῆς πρὸς ἐπεξεργασίαν κώδικος δικηγόρων». — Ἡ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ζητεῖ νὰ τῇ χορηγηθῇ μακροτέρα προθεσμία ἵνα ὑποβάλῃ τὴν ἔκθεσιν αὐτῆς ἐπὶ στρατιωτικῶν νομοσχεδίων μὴ ἐπειγούσης φύσεως. (Ἀποφάσει τῆς Συνελεύσεως χορηγεῖται τριήμερος παράτασις τῆς προθεσμίας). — Ὁ Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν κ. Α. Μιχαλακόπουλος ὑποβάλλει σχέδιον νόμου «περὶ ἀνακλήσεως εἰς τὴν ἐνεργὸν ὑπηρεσίαν ἀποτάκτων ἀξιωματικῶν καὶ μεταφορᾶς των εἰς ὑπηρεσίας». — Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας κ. Ι. Βαλαλᾶς ὑποβάλλει τὰ ἑξῆς σχέδια νόμων: 1) «Περὶ κυρώσεως ἀτμοπλοϊκῶν συμβάσεων διενεργηθεισῶν μεταξὺ τοῦ ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας Ὑπουργείου καὶ εἴκοσιν ἀτμοπλοϊκῶν Ἑταιρειῶν Ἑλληνικῶν». 2) Περὶ κυρώσεως τῆς μετὰ τῆς Ἑταιρείας «Aero–Espresso Italiana» συναφθείσης συμβάσεως ἐναερίων συγκοινωνιῶν» καὶ 3) «Περὶ κυρώσεως τῆς μετὰ τῆς Ἑταιρείας «Messageries Trans-aeriennes» συναφθείσης συμβάσεως ἐναερίου συγκοινωνίας».
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔχει τὸν λόγον.
§5Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω εἰς τὴν Συνέλευσιν ψήφισμα «περὶ χορηγήσεως δύο δωδεκατημορίων ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων χρήσεως 1924–1925 πρὸς ἐνέργειαν τῶν ἐξόδων κατὰ τοὺς μῆνας Δεκέμβριον τοῦ 1924 καὶ Ἰανουάριον τοῦ 1925». Ἐπίσης μεταβολάς τινας ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὡς ἐπίσης καὶ παρατηρήσεις τινάς, αἱ ὁποῖαι παρακαλῶ νὰ ἐκτυπωθῶσι καὶ διανεμηθῶσι.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν Ἐπερωτήσεων.
§7Α. ΜΑΡΚΟΥ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε, πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε.
§9Α. ΜΑΡΚΟΥ. Ἀπὸ τριημέρου διεξάγεται ἐνώπιον τοῦ Κακουργιοδικείου Ἀθηνῶν μία δίκη ἐναντίον δημοσιογράφων κατηγορουμένων ἐπὶ ἐξυβρίσει. Ὡς τὰ πράγματα παρίστανται ἐν τοῖς πρακτικοῖς, γεννῶσι τὴν κατάπληξιν τοῦ ἀναγινώσκοντος διὰ τὸν τρόπον κατὰ τὸν ὁποῖον διεξάγεται ἡ διαδικασία. Δὲν θέλω νὰ εἴπω οὔτε περὶ τῶν ἐρωτήσεων τὰς ὁποίας ὑποβάλλουσιν οἱ συνήγοροι, οὔτε περὶ τῶν ἀπαντήσεων τὰς ὁποίας δίδουν οἱ μάρτυρες. Θέλω νὰ εἴπω περὶ τῆς συμμετοχῆς εἰς τὴν διαδικασίαν τοῦ ἀκροατηρίου. Ἡ τοιαύτη διεξαγωγὴ τῆς διαδικασίας μαρτυρεῖ ὅτι ὁ προεδρεύων ταύτης ἢ δὲν γνωρίζει πῶς πρέπει νὰ διεξαχθῇ ἡ δίκη ἢ ἀπὸ σκοποῦ τὴν διεξάγει κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν ὑπόθεσιν αὐτήν, νὰ ἐξετάσῃ πῶς ἔχουν τὰ πράγματα καὶ ἂν ἔχουν ὡς διατυποῦνται ἐν τῷ Τύπῳ νὰ καλέσῃ εἰς ἀπολογίαν τὸν διευθύνοντα τὴν διαδικασίαν.
§10Π. ΜΑΖΑΡΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ παρακαλέσω ὑμᾶς ὅπως λάβητε πρόνοιαν περὶ ζητήματός τινος, περὶ τοῦ ὁποίου καὶ ἄλλοτε ἐγένετο ἐνταῦθα λόγος. Νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν ἀναφορὰν δι’ ἧς ὑποβάλλεται ἡ παράκλησις νὰ συγκεντρώσητε ὅλας τὰς αἰτήσεις περὶ ἀδείας διώξεως πληρεξουσίων ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει, ἵνα ἀποφανθῇ ἡ Συνέλευσις ἐπ’ αὐτῶν, ὥστε νὰ μὴ παραμένωσιν ἐκτεθειμένοι συνάδελφοι.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλω συστήσει εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τὰ δέοντα. Ὁ κ. Γ. Φραγκούδης ὑποβάλλει εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Γεωργίας σύστασιν περὶ χρησιμοποιήσεως τῶν παλαιῶν Ἀνακτόρων.
§12Γ. ΦΡΑΓΚΟΥΔΗΣ. Μίαν σύστασιν, κύριε Πρόεδρε, θὰ ἀπευθύνω πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Γεωργίας καὶ τὴν Κυβέρνησιν σχετικῶς πρὸς τὰ παλαιὰ Ἀνάκτορα. Τὰ παλαιὰ Ἀνάκτορα χρησιμοποιοῦνται σήμερον πολὺ ἐπωφελῶς διὰ διαφόρους Ὑπηρεσίας τοῦ προσφυγικοῦ κόσμου, περὶ τούτου δὲν ἔχω ἀντίθετον γνώμην καὶ φρονῶ καὶ ἐγὼ ὅτι πρέπει νὰ παραμείνωσιν εἰς τὰς Ὑπηρεσίας αὐτάς, ἐφόσον ὑφίσταται ἡ ἀνάγκη. Ἀλλὰ τὰ παλαιὰ Ἀνάκτορα ἀποτελοῦσιν ἱστορικὸν μνημεῖον καὶ πρέπει ἀπὸ σήμερον νὰ φροντίσωμεν ὅπως ἀποδοθῶσιν εἰς τὸν ἁρμόζοντα προορισμόν, ἀφ’ ἑνὸς μὲν εἰς τὸ Ἐθνολογικὸν Μουσεῖον καὶ ἀφ’ ἑτέρου εἰς τὰ στρατιωτικὰ μουσεῖα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ φροντίσωμεν νὰ ἱδρύσωμεν μετὰ τοὺς πολέμους τῶν τελευταίων ἐτῶν. Τοῦτο εἶναι ἡ γνώμη ὅλων τῶν ἀσχολουμένων εἰς τὰ τοιαῦτα καὶ ἀναμφισβητήτως τὰ παλαιὰ Ἀνάκτορα δύνανται νὰ παράσχωσι στέγην καὶ εἰς τὸ Ἐθνολογικὸν Μουσεῖον καὶ εἰς τὴν Πινακοθήκην, τὰ ὁποῖα σήμερον στεγάζονται ἐλλιπῶς εἰς ἀνεπαρκεῖς αἰθούσας τοῦ Μετσοβίου Πολυτεχνείου. Ἐκτὸς τούτου αἱ μεγάλαι αἴθουσαι τῶν παλαιῶν Ἀνακτόρων πρέπει νὰ ἀφεθῶσιν ἐλεύθεραι ἵνα χρησιμοποιηθῶσιν ὡς αἴθουσαι ὑποδοχῶν καὶ μεγάλων συγκεντρώσεων καὶ ἑορτῶν, ὅπως γίνεται εἰς ὅλα τὰ Ἔθνη. Τὸ Κράτος μας εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο παρουσιάζει εἰκόνα Ἀθιγγάνων, δὲν ἔχομεν μέρος νὰ συγκεντρώσωμεν ἕνα ἀριθμὸν ἐπισήμων προσώπων, δὲν ἔχομεν μίαν αἴθουσαν νὰ πανηγυρίσωμεν μίαν ἑορτήν, νὰ δώσωμεν ἓν ἐπίσημον γεῦμα. Καὶ αὐτοὶ οἱ Ὑπουργοὶ ἀναγκάζονται εἰς τοιαύτας περιστάσεις νὰ καταφεύγωσιν εἰς τὸ «Τροκαντερὼ» καὶ ἄλλα καμπαρέ. Δι’ αὐτὸ φρονῶ ὅτι, ὅπως ἔγινεν ἐν Γαλλίᾳ, ὅπου τὰ παλαιὰ Ἀνάκτορα παρέμειναν ὡς ἱστορικὰ μνημεῖα καὶ χρησιμοποιοῦνται ὡς κέντρα ἐπισήμων δεξιώσεων καὶ ἑορτῶν, οὕτω καὶ παρ’ ἡμῖν, ἐπὶ τῇ προβλέψει μελλούσης ἐκκενώσεως τῶν παλαιῶν Ἀνακτόρων, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ συστήσῃ μίαν Ἐπιτροπὴν ἡ ὁποία νὰ σκεφθῇ ὅπως κανονίσῃ τὰ τῶν παλαιῶν Ἀνακτόρων, ἀφ’ ἑνὸς μὲν πρὸς συγκέντρωσιν εἰς αὐτὰ τῶν μεγάλων ἡμῶν Μουσείων καὶ ἀφ’ ἑτέρου πρὸς χρησιμοποίησιν αὐτῶν ὡς μέρους συγκεντρώσεων δι’ ἑορτὰς ἐπισήμους καὶ πανηγύρεις.
§13Γ. ΜΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Διὰ τὰ παλαιὰ Ἀνάκτορα ἔχει ἀποφασισθῆ ὅπως τὰ διαμερίσματα τῆς τέως Βασιλίσσης χρησιμοποιηθῶσι διὰ τὸ Ἐθνολογικὸν Μουσεῖον, διὰ τὴν ἀφορμὴν δὲ ταύτην παρέμειναν μέχρι πρὸ ὀλίγου κενὰ τελείως· ἐσχάτως ὅμως ἠναγκάσθημεν νὰ χρησιμοποιήσωμεν αὐτὰ διὰ νὰ παραχωρήσωμεν χῶρον δι’ ἀνάγκας προσφυγικάς. Διὰ τὴν χρησιμοποίησιν τῶν λοιπῶν διαμερισμάτων θὰ ληφθῇ πρόνοια μόλις κατορθώσωμεν νὰ ἐξεύρωμεν χῶρον διὰ τὰς ἐκεῖ ἐγκατεστημένας προσφυγικὰς Ὀργανώσεις. Συμφωνῶ δὲ πρὸς τὴν γνώμην τοῦ κ. συναδέλφου ὅπως, ὅταν ληφθῇ ἡ ἀπόφασις τῆς διαρρυθμίσεως τοῦ ζητήματος τούτου τῶν παλαιῶν Ἀνακτόρων, ληφθῇ καὶ ἀπόφασις περὶ συγκροτήσεως Ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία νὰ μελετήσῃ τὸ ζήτημα καὶ γνωμοδοτήσῃ περὶ αὐτοῦ.
§14Α. ΜΥΛΩΝΑΣ. Ἤθελα, κ. Πρόεδρε, νὰ προσθέσω τὰ ἑξῆς, ὅτι πολλαὶ αἴθουσαι τῶν παλαιῶν Ἀνακτόρων δὲν πρέπει νὰ χρησιμοποιηθῶσιν οὔτε δι’ ἐγκατάστασιν Ὑπηρεσιῶν οὔτε διὰ δικαστήρια, διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον ὅτι περιλαμβάνουσι πολύτιμα μωσαϊκά, τοιχογραφίας καὶ ἄλλας πολυτίμους ἐγκαταστάσεις, αἱ ὁποῖαι θὰ ἦτο πολὺ κακὸν νὰ φθείρωνται δι’ ἐγκαταστάσεως δημοσίων Ὑπηρεσιῶν. Καὶ ὅταν ἤμην Ὑπουργός, ἀντέτεινα εἰς ὀρέξεις πολλῶν Ὑπηρεσιῶν, αἵτινες ἐζήτουν νὰ καταλάβωσιν αἰθούσας ἐν τοῖς Ἀνακτόροις πρὸς ἐγκατάστασιν.
§15Γ. ΦΡΑΓΚΟΥΔΗΣ. Δι’ αὐτὸ νομίζω ὅτι ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ φροντίσῃ ἐγκαίρως καὶ περὶ διαφυλάξεως μέρους τῶν διαμερισμάτων τῶν παλαιῶν Ἀνακτόρων δι’ ἑορτὰς καὶ ἄλλας ἐπισήμους δεξιώσεις.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χαβίνης ἐπερωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν διατί μέχρι σήμερον δὲν ἀνεχώρησαν οἱ ὑπὸ ἀνταλλαγὴν Μουσουλμάνοι τῆς Τσαμουργιᾶς τῆς Ἠπείρου.
§17Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Ὡς σᾶς εἶναι γνωστόν, κύριοι πληρεξούσιοι, συμφώνως πρὸς τὴν Συνθήκην Ἀνταλλαγῆς ἡ Ἐπιτροπὴ ἀπέστειλεν ὑποεπιτροπὰς εἰς τὴν Τσαμουργιὰν τῆς Ἠπείρου διὰ νὰ ἐξετάσῃ κατὰ πόσον οἱ ἐκεῖ εὑρισκόμενοι Τοῦρκοι εἶναι ἀνταλλάξιμοι. Κατὰ τὴν μετάβασιν τῶν ὑποεπιτροπῶν ἐκεῖ σχεδὸν τὰ 99% τῶν Μουσουλμάνων ἐδήλωσαν μόνοι των ὅτι εἶναι Μουσουλμάνοι ἀνταλλάξιμοι καὶ θέλουσι νὰ μεταβῶσιν εἰς τὴν Τουρκίαν. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ βεβαίως εἶναι λίαν εὐχάριστον δι’ ἡμᾶς, ἀφ’ ἑνὸς μὲν διότι θὰ λείψωσιν ἀπὸ μίαν γωνίαν στοιχεῖα τὰ ὁποῖα θὰ δύνανται νὰ γεννῶσι ζητήματα εἰς βάρος μας, καὶ ἀφ’ ἑτέρου θὰ ἐλευθερωθῶσι γαῖαι ἱκαναὶ αἱ ὁποῖαι θὰ χρησιμεύσωσι διὰ τὴν ἐγκατάστασιν τῶν προσφύγων. Καὶ ὄντως ἡ Κυβέρνησις τότε, ἐν τῇ ἐπιθυμίᾳ της ὅπως στεγάσῃ ὅσον τὸ δυνατὸν τοὺς πρόσφυγας, ἀπέστειλεν εἰς τὴν Ἤπειρον περὶ τοὺς 4000 πρόσφυγας, οἱ ὁποῖοι ἀνέμενον ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας εἰς τὸ ὕπαιθρον μέχρις οὗ ἀναχωρήσωσιν οἱ ἀνταλλάξιμοι. Δυστυχῶς ὅμως ἡ μεγάλη διπλωματία, εἰς τὴν ὁποίαν δὲν καταλέγομαι, διότι δὲν εἶμαι διπλωμάτης, κατώρθωσεν ἡ Ἑλληνική, λέγω, διπλωματία ὥστε οἱ Τοῦρκοι οἱ ἀνταλλάξιμοι μόλις ἐδήλωσαν ὅτι θέλουν νὰ ἀναχωρήσουν διὰ τὴν Τουρκίαν, κατώρθωσαν νὰ ἐπιτύχωσιν ὥστε νὰ ἀναβληθῇ ἐπ’ ἄπειρον ἡ ἀναχώρησις τῶν ἐκεῖ Μουσουλμάνων. Τοῦτο ἐγένετο κατὰ τὴν τελευταίαν σύσκεψιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς Ἀλβανίας ἐπρότεινε τὴν μὴ ἀναχώρησιν αὐτῶν, πρότασιν τὴν ὁποίαν ὁ Ἕλλην ἀντιπρόσωπος ἐδέχθη ἀμέσως καὶ ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀντιρρήσεως. Συνέπεια τούτου φυσικὰ ἦτο ἡ ἀναχώρησις τῶν δυστυχῶν ἐκείνων προσφύγων. Δὲν γνωρίζω καὶ ἤθελον νὰ ἐρωτήσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ μᾶς εἴπῃ ἂν ἡ μεγάλη ἐκείνη Ἑλληνικὴ διπλωματία συντελεῖ εἰς τὴν εὐόδωσιν τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων καὶ εἰς τὴν στέγασιν τῶν προσφύγων, διὰ τοὺς ὁποίους τόσα ὡραῖα λόγια λέγομεν ἐνταῦθα. Βεβαίως ὁ ἔνοχος εἰς μίαν τοιαύτην πρᾶξιν δὲν γνωρίζω ἂν θὰ ἔχῃ κανὲν ἀποτέλεσμα. Φοβοῦμαι δυστυχῶς ὅτι δὲν θὰ ἔχῃ κανὲν ἀποτέλεσμα, ἀλλ’ ἐπὶ τέλους εἶναι καιρὸς νὰ μάθωμεν ποία εἶναι ἡ ἀόρατος ἐκείνη δύναμις ἡ ὁποία διευθύνει τὴν Ἑλληνικὴν διπλωματίαν κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε ἡμεῖς οἱ ἀδαεῖς περὶ τὰ τοιαῦτα ζητήματα δὲν δυνάμεθα νὰ ἐννοήσωμεν οὔτε αὐτὸ τὸ παραμικρὸν πρᾶγμα.
§18Π. ΓΕΩΡΓΙΤΣΗΣ. Εἶναι ἁπλούστατον τὸ ζήτημα. Ἡ Ἑλληνικὴ διπλωματία οὐδέποτε κατώρθωσε νὰ μάθῃ τὴν σημασίαν τῶν τετελεσμένων γεγονότων, ἐνῷ ὅλοι οἱ πέριξ ἡμῶν δημιουργοῦσι τετελεσμένα γεγονότα.
§19Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Εἶχον τὴν αὐτὴν ἀντίληψιν καὶ ἐγώ.
§20Π. ΓΕΩΡΓΙΤΣΗΣ. Ἐφόσον εἴχομεν δηλώσεις τῶν κατοίκων Τσαμουργιᾶς ὅτι θέλουν νὰ φύγωσι καὶ νὰ μεταβῶσιν εἰς τὴν Τουρκίαν, ἡ Ἑλληνικὴ διπλωματία καθεύδει.
§21Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Ἔχετε τὴν αὐτὴν σκέψιν τὴν ὁποίαν ἔχω καὶ ἐγὼ καὶ δι’ αὐτὸ ἐρωτῶ τὴν Ἑλληνικὴν διπλωματίαν ποία εἶναι ἡ μεγάλη καὶ ἀόρατος δύναμις ἡ ὁποία διευθύνει τὰ μεγάλα πράγματα, διότι ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω οὔτε πόθεν διευθύνεται ἡ Ἑλληνικὴ διπλωματία οὔτε τὴν σκοπιμότητα τῆς Διασκέψεως οὔτε τὴν ἀποδοχὴν τῆς προτάσεως ἄνευ ἀντιρρήσεως διὰ τὴν μὴ ἀναχώρησιν τῶν Τούρκων τῆς Τσαμουργιᾶς. Ἐλπίζω ὅτι ἡ Κυβέρνησις κατανοεῖ τὴν σοβαρότητα τοῦ ζητήματος, διότι, ὡς εἶπον, τοῦτο θὰ συντελέσῃ εἰς τὴν στέγασιν 4000 προσφύγων εἰς μέρη τὰ ὁποῖα εἶναι εὐφορώτατα καὶ διότι οἱ Τοῦρκοι ἀνταλλάξιμοι εἶναι εἰς τὴν γωνίαν τοῦ Κράτους ἡμῶν, εἰς τὴν ὁποίαν διεξάγεται παντὸς εἴδους προπαγάνδα. Διὰ τοῦτο ὁμολογῶ ἐγὼ ὁ ἁπλοϊκὸς ὅτι τὴν μεγάλην Ἑλληνικὴν διπλωματίαν δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω καὶ δι’ αὐτὸ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ μὲ μυήσῃ εἰς τὴν μεγάλην αὐτὴν διπλωματίαν διὰ νὰ μάθωμεν καὶ ἐγὼ καὶ οἱ λοιποὶ συνάδελφοι, ὡς ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, κατὰ ποῖον τρόπον ἐξασφαλίζονται τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα.
§22Γ. ΡΟΥΣΣΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ὡς εἶναι γνωστὸν, εἰς τὴν Συνθήκην τῆς Λωζάννης περιελήφθη ὑποχρέωσις τῆς Ἑλλάδος νὰ μὴ ὑποβάλῃ εἰς τὴν ἀνταλλαγὴν τοὺς Μουσουλμάνους Ἕλληνας ὑπηκόους καταγωγῆς Ἀλβανικῆς. Μικτὴ ὑποεπιτροπὴ μετέβη εἰς Ἤπειρον ὅπως λάβῃ τὰς δηλώσεις τῶν ἀνταλλαξίμων. Ἡ Ἀλβανικὴ Κυβέρνησις δι’ ἐπανειλημμένων διαβημάτων εἰς τὴν Κοινωνίαν τῶν Ἐθνῶν παρεπονέθη ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἐπεχείρει διὰ πιέσεως ἐπὶ τῶν Μουσουλμάνων Ἀλβανικῆς καταγωγῆς νὰ τοὺς ὑποχρεώσῃ νὰ μεταναστεύσωσι. Κατὰ τὴν Σύνοδον τοῦ Σεπτεμβρίου 1924 καὶ αἴτησις τῆς Ἀλβανίας ὑπεβλήθη. Ἡ Κοινωνία τῶν Ἐθνῶν παρέπεμψε τὸ ζήτημα εἰς τὴν Σύνοδον τοῦ Συμβουλίου κατὰ τὸν Δεκέμβριον τοῦ 1924. Κατὰ ταύτην ἐλήφθη ἡ ἀπόφασις ὅπως Ἐπιτροπὴ μεταβῇ ἐπὶ τόπου καὶ ἐρευνήσῃ ἂν πράγματι ἐξησκήθη πίεσις. Ἡ Ἐπιτροπὴ θὰ ἀποτελεσθῇ ἐκ τοῦ προέδρου τῆς ὑποεπιτροπῆς διὰ τὴν τελείαν ἔρευναν αὐτοπροσώπως. Ἡ ἀναχώρησις δὲν ἐπεβραδύνθη ἐκ σφάλματος ἢ ἀμελείας τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ διότι ἡ μεταφορὰ γίνεται δι’ ἀτμοπλοίων στελλομένων ὑπὸ τῆς Τουρκίας. Τὸ ζήτημα θὰ λυθῇ ὁριστικῶς προσεχῶς διὰ τῆς ἐπὶ τόπου ἐξετάσεως τῶν παραπόνων.
§23Σ. ΓΕΩΡΓΙΛΑΔΑΚΗΣ. Δὲν πιστεύω νὰ διαφεύγῃ τὴν ἀντίληψίν σας ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν ἐκδίδει ὀνομαστικὰς ἀδείας διὰ Τούρκους προύχοντας καὶ τοῖς ἀναγνωρίζει τὴν ὑπηκοότητα τὴν Ἑλληνικήν, ὅπως εἰς τὰ Χανιὰ ἔχει ἀναγνωρίσει εἰς δύο Ὀθωμανοὺς οἱ ὁποῖοι ἔχουν περιουσίαν ἄνω τῶν 20.000.000, ἐνῷ αὐτοὶ εἶναι ἐγγεγραμμένοι εἰς τὰ μητρῷα τῶν ἀρρένων τοῦ Δήμου ἀπὸ τοῦ 1912 καὶ ἑπομένως εἶναι ἀνταλλάξιμοι, καὶ ἔχουν τὴν περιουσίαν των καὶ τὴν νέμονται.
§24Π. ΓΕΩΡΓΙΤΣΗΣ. Ἐνεφιλοχώρησεν ἀσύγγνωστος ἀμέλεια ἐκ μέρους τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, ὥστε νὰ κατορθώσῃ νὰ ἐπέμβῃ ἡ Κοινωνία τῶν Ἐθνῶν εἰς ζήτημα τὸ ὁποῖον θὰ ἐλύομεν μόνοι μας, ἀποστέλλοντες αὐτοὺς εἰς τὴν πατρίδα των.
§25Γ. ΡΟΥΣΣΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Πότε τὸ εἶπεν αὐτὸ ἡ Ἐπιτροπή;
§26Π. ΓΕΩΡΓΙΤΣΗΣ. Πρὸ 4 ἢ 5 μηνῶν.
§27Γ. ΡΟΥΣΣΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Τὰ ζητήματα αὐτὰ ἔχουν γεννηθῆ ἀπὸ πέρυσι.
§28Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Ἐγὼ νομίζω ὅτι τὰ ζητήματα αὐτὰ ἠγέρθησαν, διότι δὲν ἐπεσπεύσαμεν τὴν ἀναχώρησιν αὐτῶν καὶ δὲν ἐστείλαμεν ἀτμόπλοια ἀρκετὰ νὰ τοὺς παραλάβουν, ἐφόσον τὸ σημεῖον αὐτὸ ἦτο ὀλίγον ἐπικίνδυνον καὶ γνωρίζετε ποῖαι ἐνέργειαι καταβάλλονται νὰ μὴ φύγουν. Θὰ ἦτο δυνατὸν λοιπὸν νὰ προτιμηθῇ νὰ μεταφερθοῦν αὐτοὶ οἱ Τοῦρκοι πρῶτον καὶ κατόπιν οἱ Τοῦρκοι τῆς Μακεδονίας, πρέπει δὲ νὰ γνωρίζετε ὅτι ὁ λόγος εἶναι, διότι δὲν ἐπεσπεύσαμεν τὴν ἀποστολὴν τῶν ἀτμοπλοίων νὰ τοὺς μεταφέρουν.
§29Γ. ΜΟΔΗΣ. Ἡ Ἐπιτροπὴ τῆς Ἀνταλλαγῆς μοὶ φαίνεται ὅτι μεταχειρίζεται δύο μέτρα καὶ δύο σταθμά, διότι εἰς τὴν Μακεδονίαν ἐπὶ τῶν Μουσουλμάνων τῶν ὁμιλούντων τὴν Ἀλβανικὴν τοῦ νομοῦ Φλωρίνης ἀπεδέχθη ὁριστικῶς ὅτι εἶναι Τοῦρκοι ἀνταλλάξιμοι καὶ ἐφαρμόζει τὴν ἀνταλλαγήν. Ἑπομένως δὲν ἠμπορεῖ νὰ εἴπῃ ὅτι οἱ Μουσουλμάνοι τῆς Ἠπείρου ὁμιλοῦντες τὴν Ἀλβανικὴν δὲν εἶναι Τοῦρκοι, ἀλλὰ Ἀλβανοί.
§30Γ. ΡΟΥΣΣΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Πρόκειται περὶ μιᾶς κατηγορίας, ὅτι ἐπιέσθησαν ἀπὸ τὰς Ἀρχάς. Ἑπομένως πρόκειται περὶ ἑνὸς πραγματικοῦ γεγονότος.
§31Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Εἶναι γνωστὸν ὅτι οἱ ἐν Ἠπείρῳ Ὀθωμανοὶ ἐξεδήλωσαν τὴν θέλησιν αὑτῶν νὰ εἶναι Τοῦρκοι καὶ κατὰ συνέπειαν νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς ἀνταλλαγήν. Ἡ θέλησις δὲ αὕτη ἀποτελεῖ τὸ μόνον ἀναμφισβήτητον γνώρισμα ὅτι ἀνήκει τις εἰς ὡρισμένην ἐθνότητα. Καὶ λέγω τοῦτο, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπεν ὅτι τοὺς ἐν Ἠπείρῳ Ὀθωμανοὺς ἄλλοι θεωροῦν Ἀλβανοὺς καὶ ἄλλοι Τούρκους. Κανεὶς δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ τοὺς θεωρῇ Ἀλβανοὺς ἢ ὁ,τιδήποτε ἄλλο, ἀφοῦ οἱ ἴδιοι θέλουν νὰ εἶναι Τοῦρκοι. Τὴν τοιαύτην των θέλησιν ἐπιστοποίησεν ἡ Μικτὴ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῆς ἀνταλλαγῆς τῶν πληθυσμῶν κατόπιν ἐπιτοπίου ἐξετάσεως. Τοῦτο ἔγινε τὸν Μάϊον ἢ Ἰούνιον. Ἡ Κοινωνία τῶν Ἐθνῶν ἀνεμίχθη μετὰ πέντε, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, μῆνας. Κατ’ ἀκολουθίαν ὑπάρχει μία καθυστέρησις σοβαρὰ εἰς τὴν ἐργασίαν τῆς ἀνταλλαγῆς τῶν ἐν Ἠπείρῳ Ὀθωμανῶν, ἡ ὁποία εἶναι ἐπιζημία εἰς τοὺς Ἕλληνας πρόσφυγας, τῶν ὁποίων ἡ ἐγκατάστασις εἰς τόσας δυσχερείας προσκόπτει.
§32Γ. ΡΟΥΣΣΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἡ πίεσις προῆλθεν ἐκ μέρους τῆς Ἀλβανικῆς Κυβερνήσεως, ὅτι αἱ δηλώσεις τῶν ἀνταλλαξίμων ἦσαν προϊὸν πιέσεως ἐκ μέρους τῶν ἐκεῖ Ἀρχῶν. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ λεχθὲν ὅτι δὲν ἐστείλαμεν ἀτμόπλοια, τοῦτο δὲν εἶναι ἀκριβές. Μὴ λησμονῆτε ὅτι ἡ μεταφορὰ τῶν Μουσουλμάνων δὲν ἔγινεν ἐκ μέρους τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἔστειλεν ἀτμόπλοια καὶ μετέφερε τοὺς ἀνταλλαξίμους. Ὅλοι οἱ Τοῦρκοι τῆς Μακεδονίας μετεφέρθησαν εἰς Ἀσίαν διὰ Τουρκικῶν ἀτμοπλοίων, διότι οὐδέποτε ἡ Τουρκικὴ Κυβέρνησις ἠθέλησεν ἀτμόπλοια Ἑλληνικά. Ἄν ἐπῆλθε βραδύτης, ἐπῆλθε διότι ἡ Τουρκικὴ Κυβέρνησις δὲν ἔστελλεν ἀτμόπλοια.
§33Γ. ΚΙΑΓΙΑΣ. Οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς Τουρκίας δὲν ἤθελον νὰ ἀκούσουν τίποτε περὶ Ἀλβανίας.
§34Γ. ΡΟΥΣΣΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Κάθε μέλος τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν εἶχε δικαίωμα νὰ φέρῃ καὶ ἓν παράπονον πρὸς συζήτησιν.
§35Κ. ΦΙΛΑΝΔΡΟΣ. Ἐγενικεύθη ἡ συζήτησις, κ. Πρόεδρε;
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Ὑπάρχει πρότασις δέκα πληρεξουσίων. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Ρέντης.
§37Γ. ΡΟΥΣΣΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Παρακαλῶ νὰ ἀναβάλωμεν ὀλίγας στιγμάς, ὥστε νὰ φέρω τὸν φάκελόν μου ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον.
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Οἱ κ.κ. Κ. Γόντικας, Κ. Σταμούλης, Γ. Σεχιώτης, Φ. Μανουηλίδης καὶ Χρ. Πανταζίδης ἐπερωτῶσι τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης διὰ τὴν ὑπὸ τοῦ Εἰσαγγελέως Ἕβρου παραπομπὴν τοῦ πληρεξουσίου Ἕβρου κ. Πανταζίδου ἄνευ ἀδείας τοῦ Σώματος.
§39Χ. ΠΑΝΤΑΖΙΔΗΣ. Ἐνόμιζα, κύριοι πληρεξούσιοι, ὅτι ἔπρεπε νὰ λάβω τὸν λόγον ἵνα ἐκθέσω ἐνώπιον ὑμῶν τόσον τὰ πραγματικὰ περιστατικὰ τὰ ὁποῖα ἔλαβον χώραν ἐξ ἀφορμῆς τοῦ τελωνοφύλακος Διδυμοτείχου ὅσον καὶ τοῦ Εἰσαγγελέως Ἕβρου, ἵνα ἔχητε πλήρη τὴν εἰκόνα τῶν γενομένων καὶ σχηματίσητε ἀσφαλῆ κρίσιν ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως τῆς ἀφορώσης τὴν ὑπὸ συζήτησιν ἐπερώτησιν. Κατὰ τὴν 26 Μαΐου ἐ.ἔ. εἴς τι ταξίδιόν μου δι’ Ἀθήνας, ἐν τῷ σιδηροδρομικῷ σταθμῷ Διδυμοτείχου, ἐνῷ μετεφέροντο αἱ ἀποσκευαί μου, μὲ ἐπλησίασε τελωνοφύλαξ τις καὶ μὲ ἠρώτησεν ἂν αἱ μεταφερόμεναι ἀποσκευαὶ ἦσαν ἰδικαί μου. Μετὰ τὴν καταφατικήν μου ἀπάντησιν ἀπεμακρύνθη, ἵνα ἐπανέλθῃ πάλιν μετ’ ὀλίγον καὶ ἐπαναλάβῃ τὴν ἐρώτησίν του. Τῷ ἐπαναλαμβάνω ἐκ νέου ὅτι ἦσαν αἱ αὐταὶ ἀποσκευαί, προσέθεσα δὲ εἰς τὴν ἐρώτησιν διατί ὁ φόβος του αὐτός, ἐφόσον ὁ σιδηροδρομικὸς σταθμὸς Διδυμοτείχου δὲν εἶναι σταθμὸς μεθοριακὸς δικαιολογῶν τὴν τοιαύτην ἐπέμβασιν. Εἰς τὰς δικαίας καὶ εὐλόγους ἐρωτήσεις μου ὁ τελωνοφύλαξ λίαν ὀργίλως μοὶ ἀπήντησεν ὅτι δὲν ἔχει νὰ δώσῃ λόγον εἰς κανένα καὶ ὅτι θὰ κάμῃ ὅ,τι τοῦ ἀρέσει. Παρετήρησα τότε εὐσχήμως ὅτι ὀφείλει νὰ συμπεριφέρεται κοσμιώτερον ὡς δημόσιος ὑπάλληλος, τοσοῦτο μᾶλλον καθόσον διὰ τῆς σιδηροδρομικῆς γραμμῆς ταξιδεύουν ξένοι καὶ εἴμεθα ὑποχρεωμένοι καθημερινῶς νὰ δίδωμεν ἐξετάσεις καλῆς συμπεριφορᾶς. Μοὶ εἶπε τότε ὅτι ἀδιαφορεῖ διὰ τὸν κόσμον καὶ ὅτι δὲν ἐπιτρέπει ἐπεμβάσεις εἰς τὰ ὑψηλά του καθήκοντα. Κύριοι πληρεξούσιοι, θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς εἴπω ὅτι κατὰ τὸν αὐστηρότερον τρόπον ἐκράτησα δέσμιον τὴν θέλησίν μου καὶ δὲν ἐπέτρεψα εἰς τὸν ἑαυτόν μου οὐδεμίαν ὑπερβασίαν προερχομένην ἀπὸ βίαια συναισθήματα, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ συσκοτίσουν τὴν ψύχραιμον λογικὴν καὶ τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ παρακωλύσουν τὴν λογικὴν ἐνέργειαν τοῦ κριτικοῦ πνεύματος. Καίτοι δὲ ἀπὸ χαρακτῆρος καὶ ἀπὸ ἀγωγῆς πάντοτε ἡ κρίσις μου αὐτὴ ἐπεκράτησεν ἐν τῷ μέτρῳ τοῦ φυσικοῦ καὶ δυνατοῦ καὶ τοῦ ἐπιτρεπομένου διὰ τὰς πράξεις τῶν ἄλλων, δὲν ἠδυνήθην νὰ ἐπιτρέψω μίαν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν ὠθούμην καὶ ἐγὼ μοιραίως ἵνα γίνω συνεργὸς τῆς ὑπερβασίας τῶν ἄλλων. Ἐν προκειμένῳ, κύριοι πληρεξούσιοι, ἠνέχθην μὲ καρτερίαν ὑποδειγματικὴν ὅλας τὰς βιαιότητας καὶ σκαιότητας τοῦ ἐν λόγῳ τελωνειακοῦ ὀργάνου. Τὴν στιγμὴν ὅμως κατὰ τὴν ὁποίαν ἔβλεπον τὸν ἄνθρωπον αὐτὸν ὑπερβαίνοντα τὰ ὅρια τῆς ἀξιοπρεπείας καὶ ὠθούμενον μόνον ἀπὸ πνεῦμα ταπεινῆς ἐκδικήσεως, κατόπιν τῆς λογικῆς μου ἐρωτήσεως, καὶ θέλοντα νὰ θέσῃ ὑπὸ τὸν ἔλεγχόν του τὰς ἀποσκευάς μου, ἵνα κάμῃ κατάχρησιν τῶν δικαιωμάτων του, ὠθούμενος ἐκ τῶν ταπεινοτέρων ἐλατηρίων, ἐνόμιζα ὅτι εἶχον τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἀποτρέψω τὴν τοιαύτην παρανομίαν. Ἐζήτησα λοιπὸν τὴν συνδρομὴν τοῦ ἀξιωματικοῦ τῆς φρουρᾶς. Δυστυχῶς ὅμως, ὅπως συνήθως συμβαίνει, ἐπειδὴ οὐδέποτε ὑπάλληλος εὑρίσκεται εἰς τὴν θέσιν του, ὁ φρούραρχος δὲν ἐνεφανίσθη, ἀλλὰ προσῆλθεν ἕτερος ἀξιωματικός, τῇ ἐπεμβάσει τοῦ ὁποίου ἀπεμακρύνθη ὁ τελωνοφύλαξ διαμαρτυρόμενος. Ἀλλά, καίτοι ἀπομακρυνθεὶς ἐκτὸς τοῦ βαγονίου, ἐξηκολούθει νὰ φωνάζῃ καὶ νὰ προκαλῇ τὴν κοινὴν περιέργειαν τοῦ συγκεντρωθέντος πλήθους. Τότε κατὰ σύστασιν ἑνὸς φίλου συνταξιδιώτου μου ἐξῆλθον καὶ παρετήρησα δριμέως, ἀλλὰ λίαν δικαίως, τὸν τελωνοφύλακα αὐτὸν καὶ τὸν ἐκάλεσα εἰς τὴν τάξιν.
§40Φ. ΜΑΝΟΥΗΛΙΔΗΣ. Ὁ τελωνοφύλαξ αὐτὸς ἐξακολουθεῖ νὰ εἶναι εἰς τὴν θέσιν του;
§41Χ. ΠΑΝΤΑΖΙΔΗΣ. Βεβαίως παραμένει. Κατ’ ἐμὲ δὲν εἶναι ζήτημα τελωνοφύλακος. Τοιαύτην ἀνατροφὴν εἶχε καὶ δὲν δύναται κανεὶς νὰ περιμένῃ περισσότερα ἀπὸ αὐτόν.
§42Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἶναι ζήτημα καθήκοντος· δὲν εἶναι ζήτημα ἀνατροφῆς.
§43Χ. ΠΑΝΤΑΖΙΔΗΣ. Ἐνόμισα ὅτι ἤμην μειωμένος καὶ συνέταξα ἕνα σχέδιον τηλεγραφήματος, τὸ ὁποῖον ἔδωσα εἰς τὸν συνταξιδιώτην μου διὰ νὰ τὸ τηλεγραφήσῃ εἰς τὸν προϊστάμενον τελωνειακὸν ὑπάλληλον, ζητῶν τὴν παραδειγματικὴν τιμωρίαν ἢ τὴν μετάθεσίν του. Ὁ γνωστός μοι παρέλειψε νὰ τηλεγραφήσῃ, ὁ δὲ προϊστάμενός του, ἐκλαμβάνων, φαίνεται, ὡς ἀνδραγάθημα τὴν διαγωγήν του πρὸς ἐμέ, τὸν ἔβαλε νὰ συντάξῃ ἀναφοράν, τὴν ὁποίαν ἔσπευσε νὰ ὑποβάλῃ πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα τοῦ νομοῦ Ἕβρου, ὁ ὁποῖος, προθυμότερος αὐτοῦ....
§44ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Πῶς λέγεται;
§45Χ. ΠΑΝΤΑΖΙΔΗΣ. Κομνηνός. Ὁ κ. Εἰσαγγελεύς, προθυμότερος τοῦ Τελώνου, ἐνῷ εἶναι γνωστὸν ὅτι ἐκκρεμοῦν εἰς τὸ Πλημμελειοδικεῖον Ἕβρου τόσαι καὶ τόσαι δίκαι, ἔσπευσεν, ἄνευ ἀδείας τοῦ Σώματος, νὰ διατάξῃ τὴν ποινικήν μου δίωξιν καὶ νὰ εἰσαγάγῃ τὴν ὑπόθεσιν εἰς τὸ ἀκροατήριον.
§46Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Εἰς τὰς 12 Σεπτεμβρίου.
§47Χ. ΠΑΝΤΑΖΙΔΗΣ. Ἐνόμιζον ὅτι ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς δὲν εἶχε γνῶσιν τῆς ἰδιότητός μου, διότι τὸ κλητήριον θέσπισμα ἀνέφερεν ἁπλῶς τὸ ὀνοματεπώνυμον χωρὶς νὰ ἀναφέρῃ οὔτε ἐπάγγελμα οὔτε ἰδιότητα, καὶ μὲ τὴν πεποίθησιν αὐτὴν εἶδον τὸν κ. Εἰσαγγελέα καὶ τότε ἀντελήφθην ὅτι ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς εὑρίσκετο ἐν πληρεστάτῃ γνώσει τῆς ἰδιότητός μου. Τῷ ἐξέφρασα τότε τὴν ἔκπληξίν μου πῶς, ἐνῷ γνωρίζει τὴν ἰδιότητά μου, μὲ εἰσάγει εἰς δίκην, καὶ μοὶ ἀπήντησεν ὅτι, ἐπειδὴ εἰσάγεται ἡ ὑπόθεσις ἵνα δικασθῇ τῇ 26 Σεπτεμβρίου, δηλαδὴ 5 ἡμέρας πρὸ τῆς ἐπαναλήψεως τῶν ἐργασιῶν τῆς Συνελεύσεως, ἔχει τὴν γνώμην ὅτι νομίμως εἰσάγεται, διότι συμπίπτει εἰς τὴν λῆξιν τῆς βουλευτικῆς Συνόδου.
§48Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχει Σύνοδον ἡ Συνέλευσις.
§49Χ. ΠΑΝΤΑΖΙΔΗΣ. Τῷ παρετήρησα τότε, ἀσχέτως πρὸς τὸ χρονικὸν ὅριον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἔχω ἀπόλυτον ἀντίρρησιν, ὅταν εἶχε διατάξει τὴν ποινικήν μου δίωξιν, τὸ ἔργον τῆς Συνελεύσεως ἐξηκολούθει. Μοὶ ἀπήντησεν ὅτι καὶ εἰς αὐτὸ εὑρίσκετο ἐν τάξει καὶ μὲ τὸν Νόμον, διότι ἡ συλλογὴ πληροφοριῶν δὲν ἀποτελεῖ ποινικὴν δίωξιν, ὥστε νὰ ἔχῃ ἀνάγκην τῆς ἀδείας τοῦ Σώματος. Δὲν εἶμαι, κύριοι, οὔτε νομοκάνων οὔτε θεμιστοπόλος οὔτε θεμιστονόος, κατὰ τὰς προσφυεῖς ἐκφράσεις τοῦ λεξικογράφου συναδέλφου κ. Φιλάνδρου, ἀλλ’ ἡ ὀλίγη μου δικηγορικὴ πεῖρα καὶ ἡ μετρία μου μελέτη ἐπὶ τῶν νομικῶν πραγμάτων μοὶ παρεῖχε τὴν πεποίθησιν ὅτι ἡ διαταγὴ πρὸς ἀνάκρισιν διὰ συγκεκριμένον ἀδίκημα ἀποτελεῖ ἀνακριτικὴν πρᾶξιν διὰ τὴν ὁποίαν ἀπαιτεῖται ἡ ἄδεια τοῦ Σώματος.
§50Σ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Διὰ ποῖον ἀδίκημα διετάχθη ἀνάκρισις;
§51Χ. ΠΑΝΤΑΖΙΔΗΣ. Δι’ ἐξύβρισιν κατὰ τοῦ τελωνοφύλακος. Ἐπίσης παρετήρησα ἐντὸς τοῦ φακέλου ὅτι ὑπῆρχε μόνον ἁπλῆ ἀναφορά. Παρετήρησα τότε εἰς τὸν κ. Εἰσαγγελέα ὅτι ἐστηρίχθη ἐπὶ ἀκύρου ἐγγράφου, καθόσον τὸ ἀδίκημα τῆς ἐξυβρίσεως εἶναι προσωπικὸν καὶ διώκεται κατ’ ἔγκλησιν τοῦ παθόντος. Ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς μοὶ ἀντέταξεν ὅτι πρόκειται περὶ ἐξυβρίσεως δημοσίου ὑπηρέτου καὶ συνεπῶς τὸ ἀδίκημα διώκεται αὐτεπαγγέλτως. Βλέπων ὅτι ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς παντοῦ ἔδιδε τὴν ἀπάντησιν καὶ εἶχεν ὅλως διόλου ἀντιθέτους γνώμας ἔκαμα τὴν ἑξῆς ὑποχώρησιν καὶ τῷ εἶπον ὅτι ἔπρεπε νὰ δεχθῇ, ἐφόσον τὰ ζητήματα εἶναι ἐπίμαχα, νὰ ἀποσύρῃ, ἐν τῷ δικαιώματι τὸ ὁποῖον εἶχε, τὴν δικογραφίαν, ἵνα ὡριμώτερον μελετήσῃ τὰ πράγματα. Ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς ὅμως, στηριζόμενος εἰς τὸ δικανικόν του δαιμόνιον, μοὶ εἶπεν ὅτι ἀδυνατεῖ νὰ πράξῃ τοῦτο, διότι κωλύεται ἀκριβῶς λόγῳ τῆς ἰδιότητός μου, λησμονῶν τὰς προηγουμένας φιλοφρονήσεις τὰς ὁποίας μοὶ ἔκαμεν, ὅταν μοὶ ἔλεγεν ὅτι δὲν ἐζήτησε τὴν ἄδειαν τοῦ Σώματος ἐξ ὑπερβολικοῦ ἐνδιαφέροντος μήπως ἐκτεθῶ καὶ γράψουν αἱ ἐφημερίδες ὅτι ζητεῖται ἡ ποινικὴ δίωξις τοῦ κ. Πανταζίδου. Τῷ εἶπον τότε ὅτι θὰ ἀναγκασθῶ νὰ ἀναφερθῶ πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης καὶ νὰ ζητήσω ὅ,τι ἔδει νὰ ζητήσω. Μοὶ εἶπεν ὅτι «δύνασθε νὰ κάμετε ὅ,τι θέλετε». Τότε ἐτηλεγράφησα τὸ γνωστὸν τηλεγράφημα, ἐν τῷ ὁποίῳ ἀνέγραφον ὅτι ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς ἔκαμνε σύγχυσιν μεταξὺ τῆς Συνελεύσεως καὶ τῆς ἁπλῆς Βουλῆς, συγχέων τὰς διακοπὰς τῆς Συνελεύσεως μὲ τὴν λῆξιν τῆς Συνόδου τῆς ἁπλῆς Βουλῆς, συνάμα δὲ ὅτι καὶ ἡ ἐξέτασις μαρτύρων καὶ ἡ παραγγελία πρὸς δικαστικὰς ἐνεργείας ἐναντίον μου ἐπὶ συγκεκριμένῳ ἀδικήματι ἀπετέλει ποινικὴν δίωξιν, διὰ τὴν ὁποίαν ἔπρεπε νὰ ζητηθῇ ἡ ἄδεια τοῦ Σώματος. Προσέθετα δὲ καὶ τὸ ἑξῆς, ἐπὶ τοῦ ὁποίου παρακαλῶ τοὺς κυρίους συναδέλφους ἰδιαιτέρως νὰ προσέξωσι. Κατήγγειλα ἀσχέτως πρὸς πᾶν ἄλλο τὸ ἑξῆς συγκεκριμένον γεγονός, ὅτι ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς διὰ τὴν ὑπόθεσιν τοῦ Νομάρχου Ἔβρου, ἐξυβρισθέντος διὰ τὰ ἔργα τῆς Ὑπηρεσίας του διὰ τοῦ Τύπου, εἶχεν ἀντίθετον γνώμην, φρονῶν ὅτι τὸ ἀδίκημα διώκεται κατ’ ἔγκλησιν τοῦ παθόντος, ἀποτελοῦν ἐξύβρισιν, ἐνῷ ἐν τῇ συγκεκριμένῃ περιπτώσει τῇ ἰδικῇ μου, προκειμένου μάλιστα περὶ δημοσίου ὑπηρέτου καὶ οὐχὶ ὑπαλλήλου, ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς ἐθεώρει τὸ ἀδίκημα διωκόμενον αὐτεπαγγέλτως. Τὸ ἱστορικὸν ἔχει ὡς ἑξῆς: Ὁ κ. Νομάρχης Ἕβρου εἶχεν ἐξυβρισθῆ διὰ τὰ ἔργα τῆς Ὑπηρεσίας του σκαιότατα διὰ τοῦ Τύπου. Συνέταξεν ἀναφορὰν καὶ μὲ τὰ ἀποκόμματα τῶν ἐφημερίδων ἐζήτησε τὴν ποινικὴν δίωξιν τοῦ ὑβριστοῦ του. Ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς ἐπὶ τρίμηνον ἀφῆκεν ἐκκρεμῆ τὴν ὑπόθεσιν. Μετὰ τρεῖς μῆνας ὁ κ. Νομάρχης εἶχε τὴν ἀπορίαν νὰ μάθῃ τί γίνεται ἡ ὑπόθεσίς του καὶ ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς τῷ ἀπήντησε: «Κύριε Νομάρχα, ὑπεβάλατε μίαν ἁπλῆν ἀναφοράν, ἐνῷ, ὅπως γνωρίζετε—ἦτο δικηγόρος καὶ ὁ Νομάρχης —τὸ ἀδίκημα τῆς ἐξυβρίσεως εἶναι προσωπικὸν καὶ διώκεται κατ’ ἔγκλησιν τοῦ παθόντος· σεῖς συνετάξατε μίαν ἀναφορὰν ἁπλῆν μὴ ἔχουσαν τὸν τύπον τῆς μηνύσεως, τὴν ὁποίαν δὲν ἐνεχειρίσατε καὶ συνεπῶς δὲν εἶχον καμμίαν ὑποχρέωσιν νὰ ἐνεργήσω ἐπ’ αὐτῆς». Ὥστε, κύριοι πληρεξούσιοι, χωρὶς νὰ θέλω νὰ συζητήσω ἐπὶ τοῦ νομικοῦ μέρους τῆς προκειμένης ὑποθέσεως, ἂν διώκεται κατ’ ἔγκλησιν ἢ οὔ, ἀναφέρω συγκεκριμένως τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ ἴδιος Εἰσαγγελεὺς ἐπὶ ὑποθέσεως τῆς αὐτῆς φύσεως εἶχε διπλῆν γνώμην.
§52Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Διὰ τὰ ἔργα τῆς ὑπηρεσίας του ἦτο καὶ ἡ ἐξύβρισις τοῦ κ. Νομάρχου;
§53Χ. ΠΑΝΤΑΖΙΔΗΣ. Μάλιστα. Ὡς βλέπετε, κύριοι πληρεξούσιοι, προσεπάθησα ὅση μοι δύναμις νὰ ἀποτρέψω τὴν ὀδυνηρὰν ἐξέλιξιν τῶν γεγονότων τὰ ὁποῖα ἔλαβον τὴν κατεύθυνσιν αὐτὴν ἐναντίον τοῦ Εἰσαγγελέως καὶ δὲν τὸ κατώρθωσα δυστυχῶς. Εἰς αὐτό, φυσικά, ὑπαίτιος δὲν εἶμαι ἐγώ, διότι ἔδωσα εἰς τὸν κ. Εἰσαγγελέα τὴν εὐκαιρίαν ὅπως ἀναθεωρήσῃ τὰς ἀποφάσεις του καὶ μελετήσῃ πλέον βαθέως τὴν ὑπόθεσιν. Ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς δὲν ἐπωφελήθη τῆς εὐκαιρίας αὐτῆς. Κατόπιν τούτου φρονῶ ὅτι ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς δὲν δύναται πλέον νὰ παραμείνῃ εἰς τὴν θέσιν του, διότι καὶ ἀποκλειομένης τῆς κακῆς του προθέσεως μόνον ἡ ἄγνοια στοιχειωδῶν διατάξεων καὶ ἡ ἀγρία αὐτῶν παρερμηνεία, συνάμα δὲ καὶ ἡ σπουδή του πρὸς σχηματισμὸν νομικῆς γνώμης ἀφορώσης πληρεξούσιον ἔχει μειώσει τὴν ἐμπιστοσύνην τῶν πολιτῶν τοῦ νομοῦ Ἕβρου, προκειμένου διὰ τὴν ἀπόδοσιν παρ’ αὐτοῦ δικαιοσύνης καὶ δι’ ὑποθέσεις ἥσσονος σπουδαιότητος. Δὲν γνωρίζω εἰς τίνα αὐτεπάγγελτον ἐνέργειαν προέβη ὁ κ. Ὑπουργός· ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον μανθάνω εἶναι ὅτι ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς διαδίδει εὐρέως ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔσπευσε νὰ τοῦ ζητήσῃ συγγνώμην δι’ ὅσα ἀπὸ τῆς Συνελεύσεως εἶπε κατ’ αὐτοῦ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἡμεῖς ὑποβάλλομεν σημείωμα ὑπογεγραμμένον παρ’ ἀρκετῶν συναδέλφων πρὸς τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ζητοῦντες τὴν αὐστηρὰν τιμωρίαν αὐτοῦ καὶ τὴν ἀπομάκρυνσίν του ἐκ τοῦ Ἕβρου. Δὲν γνωρίζω ἐπ’ αὐτοῦ τί ἐγένετο, ἐν τούτοις θέλομεν νὰ βεβαιώσωμεν, κύριοι πληρεξούσιοι, ὅτι εἰς τὴν ἀπόφασίν μας αὐτὴν καὶ τὸ μέτρον αὐτὸ προέβημεν οὐχὶ ὁρμώμενοι ἐκ προσωπικῶν παθῶν ἢ ἐκ ταπεινῶν ἐλατηρίων, διότι αὐτὰ ἐμφωλεύουσιν εἰς ψυχὰς ταπεινὰς καὶ σκοτεινάς. Ἂν ἐπράξαμεν τοῦτο, ἐνομίζομεν ὅτι ἐπράττομεν μίαν ἐπιβεβλημένην ὑποχρέωσιν. Ἂν ἐπρόκειτο περὶ προσωπικοῦ μας ἀδικήματος, βεβαιοῦμεν ὅτι θὰ παρητούμεθα. Ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν πρόκειται περὶ αὐτοῦ. Ἔχουν θιχθῆ θεμελιώδεις διατάξεις, ἔχουσι παρερμηνευθῆ μὲ τὸν χειρότερον τρόπον κοιναὶ ἔννοιαι τοῦ Νόμου, ὥστε νὰ μὴ μᾶς εἶναι ἐπιτετραμμένον ἡμεῖς νὰ συγχωρήσωμεν, διότι, ἂν ἐπράττομεν αὐτό, νομίζομεν ὅτι ὁμόφωνος θὰ ἦτο ἡ ἀποδοκιμασία μας ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον μὲ θλῖψιν, ἀλλὰ μὲ τὴν πεποίθησιν ὅτι ἐκπληρῶ ἓν ἐπιβεβλημένον καθῆκον, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ὅπως ἐπισπεύσῃ καὶ λάβῃ ὅλα τὰ μέτρα, ἵνα συντόμως τιμωρήσῃ τὸν κ. Εἰσαγγελέα καὶ μεταθέσῃ αὐτὸν ἐξ Ἕβρου. (Χειροκροτήματα).
§54Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Θὰ ἐνθυμῆσθε ὅτι πρὸ δύο περίπου μηνῶν, ὅτε κατὰ πρῶτον ἡ Κυβέρνησις ἀνέλαβε τὴν διοίκησιν τῆς Χώρας καὶ ἀπετέλεσα καὶ ἐγὼ μέλος τῆς Κυβερνήσεως, μίαν ἡμέραν ἀνεγνώσθη ἓν τηλεγράφημα ἐκ τοῦ Προεδρείου, κατὰ τὸ ὁποῖον ὑπεβάλλοντο παράπονα ὅτι ὁ Εἰσαγγελεὺς Ἕβρου ἐζήτει νὰ εἰσαγάγῃ εἰς δίκην τὸν πληρεξούσιον κ. Πανταζίδην. Τοῦτο συνέβη κατὰ τὰ μέσα ἢ τὰς ἀρχὰς Ὀκτωβρίου καὶ διετυπώθη τότε ἢ μᾶλλον ἐγεννήθη ἡ ἀπορία πῶς ἦτο δυνατὸν πληρεξούσιος νὰ εἰσαχθῇ εἰς δίκην ἄνευ ἀδείας τοῦ Σώματος. Ὁμολογουμένως τὸ τηλεγράφημα αὐτὸ ἀνεγνώσθη ἐξαπίνης, ἐγὼ δὲν ἤμην παρεσκευασμένος, ἀλλὰ τὸ πρᾶγμα μὲ ἐξέπληξεν. Ὡς δὲ θὰ ἐνθυμῆσθε, τότε εἶπον ὅτι θὰ διέτασσον τὸν Εἰσαγγελέα νὰ ἀποσύρῃ τὴν τοιαύτην εἰσαγωγὴν εἰς δίκην ἑνὸς πληρεξουσίου. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι τὴν ἡμέραν ἐκείνην πολλὰς διαμαρτυρίας ἐκ μέρους τῶν κυρίων συναδέλφων ἤκουσα, ἂν καὶ κατὰ πόσον ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔχει τοιοῦτον δικαίωμα, νὰ διατάσσῃ τὰς εἰσαγγελικὰς Ἀρχὰς καὶ μάλιστα μοὶ διετυπώθησαν πολλαὶ ἐπικρίσεις ὡς πρὸς τὴν γνώμην μου ταύτην, εἰς τὰς ὁποίας ἀπήντησα ὅτι προκειμένου περὶ καταφανῶς ἐκνόμων πράξεων καὶ δὴ ἐκνόμων πράξεων εἰσαγγελικῆς Ἀρχῆς, ἡ ὁποία ἔχει διπλῆν ἰδιότητα, δικαστικὴν καὶ διοικητικήν, ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἀπέναντι καταφανῶς ἐκνόμων τυπικῶν πράξεων, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ διατάξῃ τὴν εἰσαγγελικὴν Ἀρχήν. Ἀλλά, κύριοι, κατὰ τὸ σημεῖον ἐκεῖνο συνέβαινε μία παρεξήγησις, συνέβαινε τὸ ἑξῆς· ὅτι, ἐνῷ εὑρισκόμεθα εἰς τὸν Ὀκτώβριον καὶ ἐνομίζομεν ὅτι ὁ κ. Πανταζίδης ἐκαλεῖτο νὰ εἰσαχθῇ εἰς δίκην ἐντὸς τοῦ Ὀκτωβρίου, τὸ τηλεγράφημα αὐτὸ εἶχε προαποσταλῆ καὶ δὲν γνωρίζω πῶς ἀνεγνώσθη ἐκείνην τὴν ἡμέραν, διότι ἀφεώρα παράπονα εὔλογα τοῦ κ. Πανταζίδου διὰ τὴν εἰσαγωγὴν αὐτοῦ εἰς δίκην κατὰ τὴν 26 Σεπτεμβρίου. Ἐν τοσούτῳ διατελῶν ἐγὼ ὑπὸ τὴν ἐντύπωσιν ὅτι ἐπρόκειτο περὶ εἰσαγωγῆς κατὰ τὸν Ὀκτώβριον, ὁπότε μάλιστα καὶ συνεδρίαζεν ἡ Συνέλευσις, μετέβην εἰς τὸ Ὑπουργεῖον καὶ παρήγγειλα ἀμέσως νὰ διαταχθῇ ὁ Εἰσαγγελεὺς νὰ ἀναφέρῃ διατί εἰσάγῃ καὶ πάλιν εἰς δίκην τὸν κ. Πανταζίδην καὶ πάντως νὰ ἀποσύρῃ τὴν εἰσαγωγήν του εἰς δίκην, ἡ ὁποία ὑπέθετον ὅτι ἐπρόκειτο νὰ γίνῃ διὰ τὸν Ὀκτώβριον, διότι φαίνεται ὅτι τὸ τηλεγράφημα εἶχε καθυστερήσει ἐν τῷ Προεδρείῳ καὶ ἀνεγνώσθη βραδύτερον ἢ μᾶλλον δὲν ὑπῆρχε Συνέλευσις τὴν ἐποχὴν καθ’ ἣν ἐστάλη τὸ τηλεγράφημα. Ὁ Εἰσαγγελεὺς Ἕβρου ἔσπευσε νὰ ἀπαντήσῃ ὅτι εἶχεν ἀποσύρει τὴν δίκην συνεπείᾳ προηγουμένου τηλεγραφήματος τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης κ. Γκότση. Εἰς τοῦτο, ἐπειδὴ νομίζω ὅτι ὅπως πρέπει αἱ δικαστικαὶ Ἀρχαὶ νὰ σέβωνται τὰ δικαιώματα παντὸς πολίτου, οὕτω πρέπει καὶ ἡ Πολιτεία καὶ οἱ προϊστάμενοι αὐτῶν, ἐθεώρησα εὐπρεπὲς νὰ ἀπαντήσω ὅτι ἔλαβε χώραν παρεξήγησις, διότι κατόπιν ἀπεκαλύφθη ὅτι τὸ τηλεγράφημα ἐκεῖνο δὲν ἀφεώρα εἰσαγωγὴν εἰς δίκην τὸν Ὀκτώβριον, ἀλλὰ ἀφεώρα εἰσαγωγὴν εἰς δίκην τὸν Σεπτέμβριον, τὸ ὁποῖον ζήτημα διερρυθμίσθη, ὅπως σᾶς εἶπον. Καὶ ὅταν εἶδον ὅτι εἶχε γίνει παρεξήγησις, ἔστειλα ἓν τηλεγράφημα πρὸς τὸν κ. Εἰσαγγελέα εἰς ἀπάντησίν μου καὶ ἔλεγον ὅτι πρόκειται περὶ παρεξηγήσεως.
§55ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Ἐζητεῖτε συγγνώμην.
§56Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Μὲ συγχωρεῖτε· τότε δὲν θὰ ἤμην Ὑπουργός.
§57Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐταὶ ἦσαν αἱ λέξεις μὲ τὰς ὁποίας ἀπηντήσατε;
§58Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἔλαβε χώραν παρεξήγησις· τίποτε ἄλλο. Ἀλλὰ τοῦτο, τὸ ὅτι ἐζητήθη συγγνώμη, δὲν τὸ ἔχω βεβαιωμένον, μοὶ τὸ ἀνέφεραν ὅμως διάφοροι κύριοι, οἱ ὁποῖοι ἔχω πᾶσαν πεποίθησιν ὅτι λέγουν τὴν ἀλήθειαν.
§59Π. ΚΑΛΑΝΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε γεννᾶται ἄλλο ζήτημα κατὰ τοῦ κ. Εἰσαγγελέως.
§60Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὅτε ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὁμιλήσω ἐπ’ αὐτῆς τῆς ὑποθέσεως, καὶ μάλιστα ὑπῆρξε καὶ ἡ πρώτη φορὰ καθ’ ἣν ἐνεφανίσθην ὁμιλῶν ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως, εἶπον τότε ὅτι ἐγὼ εἶχον τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἐξακολουθῶ νὰ ἔχω, ὅτι ἡ Συνέλευσις δὲν ἔχει Συνόδους, ἀλλ’ ἔχει διαρκῆ συνέχειαν ἐργασιῶν, τὰς ὁποίας διακόπτει χάριν ἀναπαύσεως καὶ κατὰ συνέπειαν ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς ὤφειλε νὰ μὴ εἰσαγάγῃ οὐδαμῶς τὸν κ. πληρεξούσιον εἰς δίκην. Ἠκούσθησαν ὅμως καὶ τότε ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου παρατηρήσεις τινὲς καὶ ἐκ μέρους λίαν ἀξιοτίμων καὶ σεβαστῶν πληρεξουσίων, κατὰ τὰς ὁποίας εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ ἠδύνατο εἷς Εἰσαγγελεὺς νὰ πλανηθῇ καὶ νὰ ὑπολάβῃ ὅτι καὶ ἡ Συνέλευσις ἔχει Συνόδους.
§61Α. ΑΚΡΙΔΑΣ. Καθόλου, κ. Ὑπουργέ, δὲν ἠδύνατο νὰ πλανηθῇ, διότι ρητῶς τὸ Σύνταγμα λέγει καὶ ἐπὶ τακτικῶν Βουλῶν ὅτι καὶ τέσσαρας ἑβδομάδας πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς Συνόδου δὲν δύναται νὰ ἐνεργηθῇ προσωπικὴ κράτησις κατὰ βουλευτοῦ. Ἐγνώριζε δὲ ὁ κύριος αὐτὸς ὅτι τὴν 1ην Ὀκτωβρίου θὰ ἐπανελαμβάνοντο αἱ ἐργασίαι τῆς Συνελεύσεως. Πῶς ἦτο δυνατὸν νὰ πλανηθῇ;
§62Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἄλλο ζήτημα αὐτό. Ἄλλη ἄποψις αὐτή. Ἐγὼ εἶπον ποία εἶναι ἡ ἰδική μου γνώμη, τινὲς ὅμως τῶν κυρίων πληρεξουσίων ἐξέφρασαν αὐτὴν τὴν ἰδέαν, ὅτι εἷς Εἰσαγγελεὺς ἠδύνατο νὰ πλανηθῇ. Εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο ἐσταμάτησε τὸ πρᾶγμα. Τώρα ὁμολογουμένως κατόπιν μοὶ ὑπεβλήθησαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον παράπονα ὅτι ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς ἔκαμεν ἐσπευσμένην ἐνέργειαν εἰς τὸ νὰ καταδιώξῃ δι’ ἀσήμαντον περίπτωσιν τὸν κ. πληρεξούσιον καὶ δὴ αὐτεπαγγέλτως, ὅπως ἐπίσης ἀντιθέτως, ἐνῶ ἐπρόκειτο περὶ ἰδίας περιπτώσεως ἀφορώσης τὸν Νομάρχην Ἔβρου, δὲν ἔπραξε τὸ αὐτὸ καὶ ἐθεωρήθη καὶ ἐκεῖ ὅτι ἐπρόκειτο περὶ παρεξηγήσεως κατὰ δημοσίου ὑπαλλήλου διακεκριμένου. Ἐν τῷ μεταξὺ μοὶ ὑπεβλήθησαν καὶ διάφορα ἄλλα παράπονα ὡς πρὸς τὴν κοινωνικὴν συμπεριφορὰν τοῦ κ. Εἰσαγγελέως Ἔβρου, ὡς πρὸς τὸν τρόπον τοῦ φέρεσθαι καὶ ὅτι ἐν τῷ συνόλῳ καθίσταται διὰ τῆς συμπεριφορᾶς του οὐχὶ ἀνεκτός. Πολλάκις μάλιστα ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ συνομιλήσω μετὰ πολλῶν ἐκ τῶν κυρίων πληρεξουσίων Ἔβρου. Ταῦτα πάντα διεβίβασα εἰς τὸν Εἰσαγγελέα Κομοτηνῆς κ. Τσαπραλῆν ἐγγράφως, ἵνα ἐνεργήσῃ ἀνακρίσεις ἐπὶ ὅλων αὐτῶν, μετὰ τοῦ σημειώματος τὸ ὁποῖον μοὶ ἔδωκαν οἱ κύριοι πληρεξούσιοι. Δὲν ἠρκέσθην εἰς αὐτὸ μόνον, ἀλλὰ κληθέντος ἐνταῦθα τοῦ Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν Κομοτηνῆς κ. Τσαπραλῆ διὰ λόγους ὑπηρεσίας ἄλλους τῷ παρέστησα καὶ προφορικῶς τὰς διαφόρους ταύτας αἰτιάσεις κατὰ τοῦ Εἰσαγγελέως Ἔβρου καὶ τῷ συνέστησα νὰ ἐπιταχύνῃ τὰς ἀνακρίσεις, συγχρόνως δὲ τῷ ὑπέδειξα ὅτι μεθ’ ἣν ἐδημιουργήθη κατάστασιν διὰ τῶν αἰτιάσεων αἱ ὁποῖαι ἀποδίδονται εἰς αὐτὸν καθίσταται ὁπωσδήποτε δυσχερὴς ἡ παραμονή του ἐν Ἀλεξανδρουπόλει καὶ θὰ ἦτο σκόπιμον, θὰ ἦτο ἐξυπηρετικὸν τῆς ἰδέας τῆς δικαιοσύνης νὰ γνωματεύσῃ κατὰ τὸν νόμον ὁ Εἰσαγγελεὺς καὶ ὁ Πρόεδρος τῶν Ἐφετῶν, ἵνα ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῆς τῆς γνωματεύσεως δυνηθῶμεν νὰ ἀποταθῶμεν πρὸς τὸν Ἄρειον Πάγον, διότι, ὡς γνωρίζετε, αὐτὰς τὰς διατυπώσεις οἱ κείμενοι νόμοι ἐπιβάλλουν ἵνα μετατεθῇ εἷς δικαστικός, εἷς Εἰσαγγελεύς, εἷς γραμματεύς. Πρέπει νὰ γνωματεύσουν κατὰ πρῶτον ὁ Εἰσαγγελεὺς καὶ ὁ Πρόεδρος τῶν Ἐφετῶν, ἂν πρόκειται περὶ Πρωτοδίκου καὶ ἄνω, καὶ ὁ Εἰσαγγελεὺς καὶ ὁ Πρόεδρος τῶν Πρωτοδικῶν; ἂν πρόκειται περὶ Εἰρηνοδίκου καὶ κάτω, καὶ ἐντεῦθεν αἱ χεῖρες τοῦ Ὑπουργοῦ εἶναι δεσμευμέναι. Διὰ νὰ κρούσῃ τὰς θύρας τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου πρέπει νὰ ἔχῃ αὐτὴν τὴν σύμφωνον γνωμοδότησιν, ὅτε πλέον ἀναμένει τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου. Ἀνεχώρησεν ὁ Εἰσαγγελεὺς Ἐφετῶν κ. Τσαπραλῆς καὶ δὲν ἔλαβον καμμίαν ἀπάντησιν οὐδὲ ἐπὶ τοῦ ἀποτελέσματος τῶν ἀνακρίσεων τὰς ὁποίας διέταξα οὐδὲ ἐπὶ τῆς γνωματεύσεως τὴν ὁποίαν τῷ ὑπέδειξα ὅτι ἦτο σκόπιμον νὰ γίνῃ. Πρὸ τριῶν ἢ τεσσάρων ἡμερῶν, ἐνθυμηθεὶς τὴν ὑπόθεσιν, ἀπέστειλα κρυπτογραφικὸν τηλεγράφημα εἰς τὸν κ. Εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν, ἵνα ἐπισπεύσῃ αὐτὴν τὴν ὑπόθεσιν περὶ ἧς ὡμιλήσαμεν. Εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον εὑρίσκονται τὰ πράγματα. Ἄλλας πλειοτέρας πληροφορίας δὲν ἔχω νὰ δώσω εἰς τὴν Συνέλευσιν, ἀλλὰ θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω ὅτι καθ’ ἃ ἐκτίθενται τὰ πράγματα καὶ καθ’ ἃ μοὶ ἀνέφεραν οἱ κύριοι πληρεξούσιοι, περὶ τῶν ὁποίων δὲν ἔχω κανένα λόγον νὰ ἀμφιβάλλω, βεβαίως ἐπιβάλλεται τουλάχιστον ἡ γνωμάτευσις αὐτὴ διὰ τὴν ἀπομάκρυνσιν αὐτοῦ ἐκ τῆς θέσεως τὴν ὁποίαν κατέχει.
§63ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Ἡ ἀπόλυσίς του ἐπιβάλλεται.
§64Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Αὐτὸ εἶναι ἄλλο ζήτημα. Ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν δύναται ὁ Ὑπουργὸς νὰ ἐνεργήσῃ τίποτε ἀκόμη. Ἐπὶ τῆς ὑπουργίας τοῦ κ. Γκότση, ὡς Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὁ πληρεξούσιος κ. Πανταζίδης, ὅταν εἶδεν ὅτι εἰσάγεται εἰς δίκην κατὰ τὰς 28 Σεπτεμβρίου καὶ φρονῶν ὀρθῶς ὅτι δὲν δύναται νὰ εἰσαχθῇ ἄνευ ἀδείας τῆς Συνελεύσεως καὶ μὴ δυνάμενος νὰ πείσῃ τὸν Εἰσαγγελέα ἀνεφέρθη εἰς τὸν τότε Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅστις δι’ ἁβροτάτου τηλεγραφήματος, ἐνῷ ἠδύνατο νὰ τὸν διατάξῃ νὰ ἀποσύρῃ τὴν εἰσαγωγήν, ὑπέδειξε νὰ ἀποσυρθῇ ἡ εἰσαγωγή. Τότε ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς ἔπραξε καὶ τὸ ἑξῆς ἄτοπον, κατ’ ἐμέ· οὐδὲ εἰς τὴν διαταγὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ἡ ὁποία ἦτο διαταγὴ τέλος πάντων, συνεμορφώθη, ἀλλ’ ἐζήτησεν ὁδηγίας ἀπὸ τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν, καὶ ἀφοῦ ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν εἶπε «μάλιστα», τότε ἐφάνη ὅτι συναινεῖ νὰ ὑποχωρήσῃ εἰς τὴν διαταγὴν τοῦ Ὑπουργοῦ. (Θόρυβος). Μὰ τί θέλετε, κύριοι; Εἶπον καὶ ἄλλοτε ὅτι παρουσιάζονται ἄτοπά τινα περὶ τὴν λειτουργίαν τῶν Συμβουλίων, περὶ τῶν ὁποίων ἐν μεγίστῃ προσοχῇ θὰ ἔδει νὰ ἀσχοληθῶμεν διὰ νὰ ἴδωμεν τί πρέπει νὰ γίνῃ. Λοιπὸν σήμερον, διὰ νὰ τελειώνω, ἡ ὑπόθεσις εὑρίσκεται εἰς τὸ σημεῖον εἰς τὸ ὁποῖον σᾶς εἶπον. Διέταξα ἀνακρίσεις, ἀποστείλας ὅλα τὰ σχετικὰ σημειώματα τῶν κυρίων πληρεξουσίων Ἔβρου εἰς τὸν Εἰσαγγελέα Ἐφετῶν. Ἀπάντησιν δὲν ἔλαβον.
§65ΤΙΝΕΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Οὐδὲ θὰ λάβητε.
§66Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὑπέδειξα ὅτι, ὅπως ἐξετυλίχθη ἡ συμπεριφορὰ τοῦ κ. Εἰσαγγελέως Ἔβρου, ὁσαδήποτε καὶ ἂν παρουσιάζῃ προσόντα καὶ δραστηριότητα, ὡς παριστάνεται, ἐνδεικνύεται τέλος πάντων, πρὸς κατάπαυσιν τοῦ ἐρεθισμοῦ τῶν πνευμάτων, ἡ ἀπομάκρυνσις αὐτοῦ ἀπὸ τῆς θέσεώς του. Ἀπάντησιν δὲν ἔλαβον.
§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σεχιώτης ἔχει τὸν λόγον.
§68Γ. ΣΕΧΙΩΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, καθ’ ὅσον ἐγέννησε τὴν συμπάθειάν μας ἡ ἁπλῆ καὶ ἀπέριττος ἐξιστόρησις τοῦ λυπηροῦ γεγονότος, τὸ ὁποῖον συνέβη εἰς τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον κ. Πανταζίδην, κατὰ τοσοῦτον ἐγέννησεν ἐπίσης ἀγανάκτησιν ἡ συμπεριφορὰ τοῦ κ. Εἰσαγγελέως. Δὲν δύναμαι νὰ εἶμαι ἐνθουσιασμένος ἐκ τῆς τακτικῆς τὴν ὁποίαν μέχρι σήμερον σχετικῶς πρὸς τὸ ὑπὸ συζήτησιν ζήτημα ἐτήρησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Ὅταν ἐγεννήθη τὸ πρῶτον ἡ συζήτησις ἐνταῦθα, ἐγὼ διεφώνησα μὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης καθὼς καὶ ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως» περὶ τῆς δικαιοδοσίας τὴν ὁποίαν ἔχει ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ παραγγέλλῃ τὰ δικαστικὰ ὄργανα διὰ τὴν ἐνάσκησην ἢ μὴ ἐνάσκησην τῆς ποινικῆς ἀγωγῆς. Εἶχον τὴν γνώμην ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δὲν εἶχε δικαίωμα νὰ διατάξῃ τὸν Εἰσαγγελέα νὰ μὴ ἐνασκήσῃ τὴν ποινικὴν ἀγωγήν, διότι ἡ διαταγὴ αὐτὴ εἶναι ἐπέμβασις εἰς τὰ ἔργα τῆς δικαστικῆς Ἀρχῆς. Παρεμπίπτει καὶ ζήτημα δικαιοδοσίας Ὑπουργοῦ ἀπέναντι τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, τὸ ὁποῖον δὲν πρέπει νὰ παρίδωμεν. Ἔχει ὑποχρέωσιν ἡ Συνέλευσις νὰ θίξῃ καὶ τὸ ζήτημα τοῦτο, ἔχει ὑποχρέωσιν σοβαράν, σοβαρωτάτην. Δὲν εὑρισκόμεθα ἐνταῦθα ὡς Σῶμα ὅπως μόνον ἀποκαταστήσῃ τὴν γενομένην προσβολήν, εὑρισκόμεθα καὶ εἴμεθα καὶ Σῶμα κυρίαρχον, τὸ ὁποῖον ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐξετάσῃ καὶ τὸ ζήτημα τοῦτο, ζήτημα ἀφορῶν τὴν διάκρισιν τῶν ἐξουσιῶν, περὶ τῶν ὁποίων ὁμιλεῖ τὸ Σύνταγμα. Ἔχω τὴν γνώμην ὅτι συμφώνως πρὸς τὴν θεμελιώδη διάταξιν περὶ διακρίσεως τῶν ἐξουσιῶν ἡ Ἐκτελεστικὴ Ἐξουσία δὲν δύναται νὰ ἐπεμβαίνῃ εἰς τὰ ἔργα τῆς δικαστικῆς Ἀρχῆς. Ἔχω λοιπὸν τὴν γνώμην, κύριοι, ὅτι συμφώνως πρὸς τὴν θεμελιώδη διάταξιν περὶ διακρίσεως τῶν ἐξουσιῶν ἡ Ἐκτελεστικὴ Ἐξουσία δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ ἐπεμβαίνῃ εἰς τὰ ἔργα τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας καὶ δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ ἐξασκῇ ἔργα δικαστικῆς ἐξουσίας. Ἡ δὲ διαταγὴ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης πρὸς τὸν Ἀντεισαγγελέα περὶ ἐνασκήσεως ἢ μὴ ἐνασκήσεως ποινικῆς ἀγωγῆς περιέχει καὶ δικαίωμα ἐνασκήσεως δικαστικῆς ἐξουσίας. Ὁ λόγος δὲ ὅτι ὁ Εἰσαγγελεὺς παρίσταται ὡς ἀντιπρόσωπος τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας καὶ ὅτι εἶναι διφυής, καὶ δικαστικὸς καὶ διοικητικὸς ὑπάλληλος, δὲν δικαιολογεῖ τὴν παρέμβασιν ταύτην, διότι ἡ διαταγή του πρὸς ἐνάσκησην ποινικῆς ἀγωγῆς δὲν ἀφορᾷ τὰ διοικητικὰ ἔργα τοῦ Εἰσαγγελέως, ἀλλὰ τὰ δικαστικὰ αὐτοῦ ἔργα. Ὁ Εἰσαγγελεὺς εἶναι τὸ διάμεσον μεταξὺ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης καὶ τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, ἐφόσον ἐπιβλέπει ἐνασκῶν ἔλεγχον καὶ ἀναφέρων εἰς τὸν προϊστάμενόν του Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης.
§69ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Αὐτὸς δὲν εἶναι ἔλεγχος, κ. συνάδελφε.
§70Γ. ΣΕΧΙΩΤΗΣ. Ἔλεγχος εἶναι τὸ νὰ ἀναφέρῃ ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν ὅτι ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Πλημμελειοδικῶν παρεξετράπη εἰσαγαγὼν εἰς δίκην πληρεξούσιον ἄνευ τῆς ἀδείας τοῦ Σώματος. Τοῦτο εἶναι ἔλεγχος. Ἡ διαταγὴ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἐνασκήσῃ ἢ μὴ ἐνασκήσῃ ποινικὴν ἀγωγὴν ἀπολύτως ἀπαγορεύεται καὶ εἰς τοῦτο συμπίπτουσιν ἀπολύτως πάντες οἱ ἑρμηνευταί, μηδενὸς διαφωνοῦντος. Ἔχω τὴν γνώμην ὅτι δὲν ἔχει δικαίωμα, ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τούτου· ἔχω τὴν γνώμην ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης διὰ τῆς νομίμου ὁδοῦ, διὰ τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν, ἔπρεπε νὰ ζητήσῃ τὴν ταχεῖαν, τὴν ταχυτάτην ἐνέργειαν ἀνακρίσεων, ὑποβολὴν τοῦ πορίσματος διὰ τὴν τιμωρίαν τοῦ παρεκτραπέντος Εἰσαγγελέως, τοῦ Εἰσαγγελέως ὁ ὁποῖος παρεξετράπη παρὰ τὴν θεμελιώδη συνταγματικὴν διάταξιν, τοῦ Εἰσαγγελέως, τοῦ ὁποίου ἡ διαγωγὴ δὲν ὑπῆρξεν ἀπολύτως ἄδολος, ἀφοῦ τηρεῖ δύο μέτρα καὶ δύο σταθμά, διὰ τὸν ὑβριστὴν τοῦ Νομάρχου εἰς ὁμοίαν περίπτωσιν καὶ διὰ τὸν πληρεξούσιον, ὁ ὁποῖος ἐφέρθη ἀνευλαβῶς καθ’ ἑνὸς αὐθάδους τελωνοφύλακος. Δὲν δικαιολογεῖται ὁ Εἰσαγγελεὺς προβαλὼν ἄγνοιαν ἑρμηνευτικῆς συνταγματικῆς διατάξεως ἀκαταδιώκτου τῶν πληρεξουσίων, συγχύζων τὴν Ἐθνοσυνέλευσιν πρὸς τὴν τακτικὴν Βουλήν. Δὲν ὑπάρχει δευτέρα γνώμη, κύριοι, ὅτι ἡ Συνέλευσις δὲν διαιρεῖται εἰς Συνόδους, ὅτι ἀποτελεῖ μίαν καὶ μόνον Σύνοδον. Ἂν ἤθελεν ὀλίγον νὰ σκεφθῇ ὁ Εἰσαγγελεύς, δὲν θὰ προέβαινεν εἰς τοῦτο, ἀφοῦ τῷ ἦτο γνωστὸν ὅτι ἡ Συνέλευσις ἕνα καὶ μόνον Πρόεδρον ἐκλέγει ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς μέχρι τῆς λήξεως, ἐνῷ αἱ τακτικαὶ Βουλαὶ ἐκλέγουσι Πρόεδρον καθ’ ἑκάστην τῶν Συνόδων. Ἀλλ’ εἰς τὴν περίπτωσιν ταύτην ἔχομεν καὶ ἄλλο ἐπιβαρυντικὸν κατὰ τοῦ Εἰσαγγελέως, δὲν ἠδύνατο καὶ περὶ τακτικῆς Βουλῆς προκειμένου νὰ καταδιώξῃ βουλευτὴν εἰμὴ μόνον τρεῖς τοὐλάχιστον ἑβδομάδας πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῶν ἐργασιῶν ἑκάστης Συνόδου. Δὲν δύναμαι νὰ δεχθῶ ὅτι καὶ τοῦτο ἠγνόει ὁ κ. Εἰσαγγελεύς, ὁ ὁποῖος δύναται νὰ διωχθῇ καὶ ποινικῶς, ὡς διατελῶν ἐν δόλῳ, ὁ ὁποῖος δόλος ἐμφαίνεται ἐκ τῶν περιστατικῶν αὐτῶν. Ἀντὶ τούτου ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἦλθε νὰ μᾶς πληροφορήσῃ ὅτι πρὸ τριῶν μηνῶν διέταξε τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν νὰ ἐνεργήσῃ ἀνακρίσεις.
§71Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἡ ἐπερώτησις πρὸ δύο μηνῶν εἶναι ἐγγεγραμμένη.
§72Γ. ΣΕΧΙΩΤΗΣ. Ἐγὼ εἶπον ὅτι πρέπει νὰ ἐνεργήσητε ἱεραρχικῶς κατὰ τοῦ Εἰσαγγελέως αὐτοῦ.
§73Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἐφόσον λέγετε ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ ἀνώτατος Εἰσαγγελεύς, δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ ζητῇ εὐθύνας ἀπὸ τοὺς Εἰσαγγελεῖς, ποτὲ δὲν θὰ δυνηθῶμεν νὰ διατηρήσωμεν ἱεραρχίαν. Τὸ εἶπον καὶ ἄλλοτε, τὸ λέγω καὶ τώρα.
§74ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Βέβαια, βέβαια.
§75Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἂν ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δὲν ἔχῃ αὐτὸ τὸ δικαίωμα, τότε πειθαρχία δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ. Ὅλα τὰ ἄλλα τὰ ὁποῖα εἴπετε εἶναι λόγια.
§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μανουηλίδης ἔχει τὸν λόγον. Ὁ κ. Μανουηλίδης παρακαλεῖται νὰ δηλώσῃ ἂν δέχεται διακοπάς.
§77Φ. ΜΑΝΟΥΗΛΙΔΗΣ. Δὲν δέχομαι.
§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ ρήτωρ δὲν δέχεται διακοπάς.
§79Φ. ΜΑΝΟΥΗΛΙΔΗΣ. Μεταξὺ τῶν ἐκτρόπων καὶ ἐκνόμων, τὰ ὁποῖα συμβαίνουσιν εἰς τὴν Ἑλλάδα, κύριοι συνάδελφοι, βεβαίως δὲν κατέχει τὴν πρώτην θέσιν τὸ θέμα τὸ ὁποῖον εἰσήχθη ὑπὸ συζήτησιν κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην. Τὸ θέμα τοῦτο εἶναι πολὺ παλαιόν· ὅσοι ἔχουσιν ὁμιλήσει, ἔχουσι λησμονήσει ὅτι ἐδημιουργήθη κατὰ Μάϊον καὶ συνεπῶς ἐμεσολάβησαν ἔκτοτε ἑπτὰ ὁλόκληροι μῆνες, κατὰ τοὺς ὁποίους ὁ ἀξιότιμος κ. Εἰσαγγελεὺς Ἔβρου ἐξακολουθεῖ νὰ εὑρίσκεται εἰς τὴν θέσιν του, αἱ δὲ κεντρικαὶ Ἀρχαὶ αἱ δικαστικαὶ τῆς Ἑλλάδος ἐξακολουθοῦν κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο νὰ ἀναμένωσι νὰ διαφωτισθοῦν παρὰ τῆς δικογραφίας τόσον ἀπὸ γενικῆς ἀπόψεως ὅσον καὶ ἀπὸ εἰδικῆς ἀπόψεως εἰς τὴν περίπτωσιν τῆς καταδιώξεως τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἔβρου συναδέλφου. Ἐπὶ τῶν λεπτομερειῶν τοῦ γεγονότος δὲν θέλω ὁμιλήσει· ὁ παθὼν συνάδελφος, τὸν ὁποῖον εἶναι περιττὸν νὰ σᾶς εἴπω ὅτι τὸν χαρακτηρίζει περίσσεια καὶ εὐγένεια ἤθους καὶ προσήνεια, διότι τὸν εἴδετε ἀπὸ τοῦ βήματος, ἔχει ὑποστῆ ἐπίθεσιν ἐκ μέρους τελωνοφύλακος, ὁ δὲ τελωνοφύλαξ κατὰ τὸ ἑπτάμηνον τοῦτο διάστημα ἐξακολουθεῖ νὰ εὑρίσκηται εἰς τὴν θέσιν του. Κατόπιν ἦλθεν ὁ κ. Εἰσαγγελεύς, ὁ ὁποῖος ἐνόμισεν ὅτι ὁ τελωνοφύλαξ ἐφέρθη καθὼς ἔπρεπε νὰ φερθῇ ἀπέναντι τοῦ κ. συναδέλφου, καὶ ὑπερθεματίζων αὐτὸν ἠθέλησε νὰ καλέσῃ τὸν κ. συνάδελφον ἄνευ τῆς συγκαταθέσεως τοῦ Σώματος. Ὅταν τὸ ζήτημα τοῦτο ἦλθε διὰ πρώτην φοράν, ἐξ ἐσφαλμένης ἀναγνώσεως τοῦ σχετικοῦ τηλεγραφήματος — τὸ σφάλμα τοῦτο δὲν εὐθύνει ὑμᾶς· εἶναι καὶ αὐτὸ ἀπὸ τὰ συνηθισμένα ἔκτροπα καὶ στραβὰ τὰ ὁποῖα παρατηροῦνται ἐδῶ καὶ γίνεται ἐπ’ αὐτῶν συζήτησις — ὅπως ἀνέφερεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἐστάλη τηλεγράφημα τόσον εἰς τὸν Εἰσαγγελέα Ἕβρου, ὅπως ἀποσύρῃ τὴν δικογραφίαν, ἀλλ’ ἐστάλη καὶ δεύτερον τηλεγράφημα πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα Ἐφετῶν Κομοτηνῆς ὅπως καλέσῃ εἰς ἀπολογίαν τὸν Εἰσαγγελέα Ἕβρου. Ἔκτοτε παρῆλθον ἑπτὰ ὁλόκληροι μῆνες· κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο τόσον ἡ Ἐθνικὴ Συνέλευσις κατὰ τὴν συζήτησιν ἔχει ἀποδοκιμάσει τὴν πρᾶξιν τοῦ κ. Εἰσαγγελέως, ἀλλ’ ἐκ παραλλήλου καὶ οἱ πολιτευταὶ Ἕβρου ἔχουσιν ἐπιδώσει σημείωμα πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, διὰ τοῦ ὁποίου καταγγέλλουν καὶ ἄλλους ὑπερβασίας τοῦ κ. Εἰσαγγελέως. Βεβαίως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἀνέπτυξε τὸ ζήτημα ἀπὸ ἀπόψεως νομικῆς, δὲν θὰ εἰσέλθω δ’ ἐγὼ εἰς τοιαύτην συζήτησιν, διότι ὁμολογῶ ὅτι δὲν κατέχω τὰ νομικὰ ζητήματα. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐμποιεῖ κατάπληξιν εἶναι πῶς, ἐνῷ ἡ Ἐθνικὴ Συνέλευσις, ὡς κυρίαρχον Σῶμα, ἀπὸ ἑπταμήνου ἔχει ἀποδοκιμάσει τὸν ἐν λόγῳ Εἰσαγγελέα....
§80ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Ἀπὸ τὸν Ὀκτώβριον, ὅτε εἰσήχθη ἡ ὑπόθεσις ἐδῶ.
§81Φ. ΜΑΝΟΥΗΛΙΔΗΣ. Ἔστω ἀπὸ τὸν Ὀκτώβριον.... πῶς δὲν προέβη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἰς τὴν παῦσιν τοῦ Εἰσαγγελέως.
§82Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν ἠμποροῦμεν.
§83Φ. ΜΑΝΟΥΗΛΙΔΗΣ. Ἐπαναλαμβάνω δὲν γνωρίζω τὰ νομικά, φαντάζομαι ὅμως ὅτι, ὅταν ὑπάρχωσιν ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι ἐν τῇ ἐνασκήσει τῶν ὑψίστων καθηκόντων των ἀδικοῦσι πολίτας ἢ ἀδικοῦσι πληρεξουσίους, πρέπει νὰ ὑπάρχῃ μία Ἀρχὴ ἡ ὁποία νὰ δύναται νὰ τιμωρῇ, καθ’ ἣν στιγμὴν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δηλοῖ ὅτι ἀδυνατεῖ νὰ τιμωρήσῃ τὸν κ. Εἰσαγγελέα Ἕβρου. Ἐρωτᾶται: Ἂν ὅλοι οἱ Εἰσαγγελεῖς τοῦ Κράτους θελήσωσι νὰ κλητεύσωσι πληρεξουσίους χωρὶς νὰ ζητήσωσι τὴν συγκατάθεσιν τοῦ Σώματος, τί ἤθελε συμβῆ; Καταρρίπτεται τὸ κῦρος τῆς κυριάρχου Ἐθνοσυνελεύσεως ναὶ ἢ ὄχι; Καὶ καθ’ ἣν περίπτωσιν εὑρεθῶμεν πρὸ μιᾶς πληθύος τοιούτων καταδιώξεων, αἵτινες, κατὰ τὴν γνώμην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, εἶναι κολάσιμοι, ἀλλὰ εἰς περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ περιορισθῶσιν, ἐρωτᾶται πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξακολουθήσῃ ὑπάρχουσα ἡ ἀντίληψις εἰς τοὺς πολίτας ὅτι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἐτάχθησαν διὰ νὰ ἐφαρμόζουν τοὺς νόμους δύνανται νὰ παραγνωρίζουν τὴν ἐφαρμογὴν αὐτῶν χωρὶς νὰ ὑφίστανται τὰς συνεπείας τῆς τοιαύτης παραγνωρίσεως; Ἀλλ’ εἰς τὸ σημείωμα τὸ ὁποῖον ἐδόθη εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ἀπὸ ἀπόψεως τοπικῆς ἔχει τονισθῆ ποῖα εἶναι τὰ ἀπώτερα ἐλατήρια τοῦ κ. Εἰσαγγελέως Ἕβρου· ἔχει λεχθῆ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης κατ’ ἐπανάληψιν ὅτι ὁ κ. Εἰσαγγελεύς Ἕβρου ἀπειλεῖ τοὺς πολίτας καὶ τυραννεῖ καὶ ἔχει δημιουργήσει μίαν κατάστασιν ἥτις ἔπρεπε νὰ ἀναγκάσῃ πρὸ πολλοῦ τὴν Κυβέρνησιν ὅπως λάβῃ τάχιστα τὰ μέτρα τὰ ἐνδεδειγμένα πρὸς ἀπομάκρυνσίν του.
§84Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἔλαβον τὰ μέτρα.
§85Φ. ΜΑΝΟΥΗΛΙΔΗΣ. Ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς ἔφθασε μέχρι τοῦ σημείου νὰ δικάζῃ ἐν ὀνόματι τοῦ Νόμου καὶ τοῦ Βασιλέως. (Αἴσθησις).
§86ΤΙΝΕΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Πῶς; Πῶς;
§87Φ. ΜΑΝΟΥΗΛΙΔΗΣ. Ἐπέδειξα εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης καὶ τὸ ἀπέστειλα εἰς τὸν κ. Εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν ἓν κλητήριον θέσπισμα φέρον τὴν ἡμερομηνίαν τῆς 3 Σεπτεμβρίου. Τὸ κλητήριον αὐτὸ θέσπισμα εἶναι γραμμένον μὲ γραφομηχανήν, συνεπῶς δὲν δύναται νὰ λεχθῇ ὅτι ἐπρόκειτο περὶ παλαιοῦ ἐντύπου χάρτου.
§88Λ. ΚΑΤΑΦΥΓΙΩΤΗΣ. Κύριε συνάδελφε, ὁ Εἰσαγγελεὺς Κομνηνὸς εἶναι βενιζελικώτατος, εἶναι ἐπιστήμων καλὸς καὶ ἀκεραίου χαρακτῆρος. (Θόρυβος).
§89Φ. ΜΑΝΟΥΗΛΙΔΗΣ. Λυποῦμαι πολύ, διότι δὲν δύναμαι νὰ συμφωνήσω μὲ τὸν κ. συνάδελφον.
§90ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐδηλώθη ὅτι δὲν εἶναι δεκταὶ αἱ διακοπαί. Βλέπετε δὲ πόσον θόρυβον δημιουργεῖ πᾶσα διακοπή.
§91Φ. ΜΑΝΟΥΗΛΙΔΗΣ. Ἤθελον νὰ παρατηρήσω εἰς τὸν διακόψαντά με ἀξιότιμον συνάδελφον ὅτι ἐγὼ δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω τὰ αἰσθήματα τοῦ κ. Εἰσαγγελέως.
§92ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Δὲν μᾶς ἐνδιαφέρουν.
§93Φ. ΜΑΝΟΥΗΛΙΔΗΣ. Εἶναι ἀνάγκη νὰ σέβεται κανεὶς τὰ αἰσθήματα τῶν ἄλλων. Καὶ εἰς τὸ μέρος εἰς τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς νὰ εἶναι ἥσυχος ὁ κ. συνάδελφος ὅτι τὰ αἰσθήματα τοῦ κ. Εἰσαγγελέως τὰ σέβονται μὲ τὸ περιπλέον. Ἀτυχῶς ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς δὲν σέβεται τὰ αἰσθήματα τῶν ἄλλων κατὰ τὸν ἴδιον τρόπον καὶ θεωρεῖ ὡς μὴ ὑφιστάμενον τὸ πολίτευμα. Δὲν εἶναι μόνον ἡ περίπτωσις τοῦ κλητηρίου θεσπίσματος ἡ ὁποία μᾶς δίδει τὸ δικαίωμα νὰ ὁμιλήσωμεν κατὰ τοιοῦτον τρόπον. Εἶναι κοινὸν μυστικὸν εἰς τὸν νομὸν Ἕβρου ὅτι ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς δὲν νομίζει ὅτι πρέπει νὰ ἀναγνωρίζῃ τὸ πολίτευμα. Καὶ εἶναι ἀκόμη γεγονὸς ἀναμφισβήτητον ὅτι ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς ἔχει τὰς ἰδικάς του πεποιθήσεις.
§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γνωρίζω πρὸς τὴν Συνέλευσιν ὅτι κατ’ αἴτησιν 10 πληρεξουσίων ἡ συζήτησις ἐγενικεύθη, ὥστε ὁ θέλων δύναται νὰ λάβῃ τὸν λόγον.
§95Φ. ΜΑΝΟΥΗΛΙΔΗΣ. Ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς εἶχε δηλώσει ὅτι διὰ λόγους εὐπρεπείας ἐνόμισεν ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀπαντήσῃ εἰς τὸ τηλεγράφημα τοῦ κ. Εἰσαγγελέως καὶ νὰ τῷ εἴπῃ ὅτι ἐσφαλμένως καὶ ἐκ προθέσεως εἶχεν ἀναγνωσθῆ τὸ τηλεγράφημα ἐνταῦθα. Ἀτυχῶς τὴν εὐπρέπειαν καὶ τὴν ἐξαιρετικὴν εὐγένειαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τὴν ἐξέλαβεν ὡς ἀδυναμίαν ὁ κ. Εἰσαγγελεύς, διότι εἶναι γεγονὸς ὅτι διετυμπάνισεν ἁπανταχοῦ ὅτι ἔλαβεν αἴτησιν συγγνώμης ἀπὸ μέρους τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης καὶ ἔκτοτε ἡ κατάστασις ἐχειροτέρευσεν. Ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς φρονεῖ ὅτι εἶναι ἀσύδοτος, ὅτι δύναται νὰ ἀπειλῇ τοὺς πάντας καὶ τὰ πάντα. Ἔχομεν ἐπιστολὰς τελευταῖον ἐξ Ἀλεξανδρουπόλεως, αἵτινες χαρακτηρίζουσι μὲ τὰ χειρότερα χρώματα τὴν τρομοκρατίαν τὴν ὁποίαν ὑφίσταται ὅλος ὁ ἐκεῖ κόσμος, φοβούμενος μήπως ποτὲ διέλθῃ διὰ τῶν ἑδωλίων τοῦ δικαστηρίου. Ὁ ἴδιος κ. Εἰσαγγελεὺς διακηρύσσει ὅτι «ἀλλοίμονον εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι θὰ περάσουν ἀπὸ τὰ νύχια μου»· εἶναι ἡ ἔκφρασις τὴν ὁποίαν μεταχειρίζεται πανταχοῦ καὶ καθημερινῶς. Τελευταῖον θὰ σᾶς ἀναφέρω ἓν μικρὸν παράδειγμα. Μετέβη καὶ εἰς Ἀλεξανδρούπολιν εἷς θίασος διὰ νὰ τέρψῃ τέλος πάντων καὶ τοὺς δυστυχεῖς αὐτούς, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται εἰς τὸ ἄκρον τῆς Ἑλλάδος. Λοιπὸν ὁ θίασος, κύριοι, ἀνεχώρησε, γνωρίζετε διὰ ποῖον λόγον; Διότι ὅλοι οἱ δικαστικοί, ἔχοντες ἐπὶ κεφαλῆς τὸν κ. Εἰσαγγελέα, ἀπῄτησαν ὅπως ἔχωσιν εἰσιτήρια διαρκῆ καὶ δωρεὰν δι’ ἑαυτοὺς καὶ δι’ ὅλην τὴν οἰκογένειάν των! Καὶ παρουσιάσθη πρὸ τῶν ἐκπλήκτων πολιτῶν τῆς Ἀλεξανδρουπόλεως τὸ θέαμα νὰ ἔχῃ πληρωθῆ τὸ θέατρον ἀπὸ τοὺς δικαστικοὺς καὶ λοιποὺς ὑπαλλήλους, ὁ δὲ θεατρώνης ἐθεώρησεν ὅτι τὸ καλύτερον ποῦ εἶχε νὰ κάμῃ ἦτο νὰ ἀναχωρήσῃ ἐξ Ἀλεξανδρουπόλεως. Ἔτσι φαντάζεται ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς ὅτι πρέπει νὰ συμπεριφέρωνται οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς Πολιτείας εἰς τὸν νομὸν Ἔβρου. Ἀλλ’ ἐγὼ δὲν φαντάζομαι ὅτι πταίει ὁ κ. Εἰσαγγελεύς, ἐγὼ φαντάζομαι ὅτι ἐν ὅσῳ ἐξακολουθεῖ ἡ ἀτιμωρησία, ἐν ὅσῳ ἐξακολουθεῖ ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς νὰ παραμένῃ εἰς τὴν θέσιν του ἐπὶ ἑπτάμηνον, κατόπιν τῆς παρανόμου καταδιώξεως πληρεξουσίου τῆς παρούσης Ἐθνοσυνελεύσεως, ἥτις ὀνομάζεται κυρίαρχον Σῶμα, ἐν ὅσῳ ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς εἶναι βέβαιος ὅτι ἡ ἀτιμωρησία αὐτὴ θὰ ἐξακολουθήσῃ, ἐν ὅσῳ ἡμεῖς ἐδῶ ἐξακολουθοῦμεν νὰ συζητῶμεν περὶ δικαιοδοσίας ἐκείνων οἵτινες θὰ τιμωρήσουν τὸν κ. Εἰσαγγελέα, φρονῶ ὅτι θὰ ἔχωμεν καὶ νεώτερα, τὰ ὁποῖα θὰ καταγγείλωμεν πρὸ τοῦ Σώματος, καὶ δὲν γνωρίζω πότε ἐπὶ τέλους θὰ συγκινηθῇ τοῦτο, ὥστε νὰ δώσωμεν ἓν μάθημα εἰς ἐκείνους οἵτινες ἐτάχθησαν νὰ ἐφαρμόσουν τὴν δικαιοσύνην εἰς τὸν νομὸν Ἔβρου.
§96Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Ὅρα καὶ Χαμάρτον.
§97Φ. ΜΑΝΟΥΗΛΙΔΗΣ. Πρόκειται νὰ ὁμιλήσουν πολλοὶ συνάδελφοι καὶ ἐγὼ εἶμαι ἐξ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι φρονοῦσιν ὅτι πρέπει νὰ γίνεται φειδὼ εἰς τὰς ἐργασίας τοῦ Σώματος. Ἐν πάσῃ περιπτώσει δὲν εἶναι δυνατὸν ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς Ἔβρου νὰ ἐξακολουθήσῃ παραμένων εἰς τὴν θέσιν του.
§98ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Τοῦ Εἰσαγγελέως....
§99Φ. ΜΑΝΟΥΗΛΙΔΗΣ. Εὐνοεῖ ὅλους τοὺς κατωτέρους δικαστικούς. Εἶχον παράπονα καὶ κατὰ τοῦ Εἰρηνοδίκου Σουφλίου, ἀλλ’ ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς ἐκήρυξεν ἀλληλέγγυον, διότι ὁ Εἰρηνοδίκης ἦτο ὁμόφρων καὶ γνωρίζουν ὅλοι ὅτι εἰς τὸν νομὸν Ἔβρου δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ δικαιοσύνη νὰ ἀπονέμεται μετὰ ἀμεροληψίας. Φρονῶ ὅτι ἡ γνώμη τῆς Συνελεύσεως εἶχε καὶ κατὰ τὴν πρώτην φορὰν ἐκδηλωθῆ, ἦτο κατηγορηματικὴ καὶ ἀπεδοκίμασε καὶ τὴν πρᾶξιν καὶ τὸν δράστην τῆς πράξεως καὶ φρονῶ ὅτι εἶναι καιρός, ἂν θέλωμεν νὰ περισώσωμεν τὴν ἀξιοπρέπειαν ἥτις ἐπιβάλλεται εἰς τὸ Κυρίαρχον τοῦτο Σῶμα, ὅπως δι’ ἀμέσου καταθέσεως ψηφίσματος ἀπομακρύνωμεν ἐκεῖθεν τὸν ἐν λόγῳ Εἰσαγγελέα.
§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σταμούλης ἔχει τὸν λόγον.
§101Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ. Δὲν ἔχω ἀνάγκην λέξεων, ἀλλ’ οὔτε καὶ ἐπιχειρημάτων διὰ νὰ καταγνώσω ὄχι ἁπλῶς βαρυτάτην ἀμέλειαν, ἀλλ’ εὐθύνην εἰς τὸν Εἰσαγγελέα δι’ ὅσα ἔπραξεν ἐναντίον πληρεξουσίου. Οὐδεὶς θὰ εἶναι ἐκεῖνος ὅστις θὰ ἀρνηθῇ ὅτι ὁ Εἰσαγγελεὺς αὐτὸς κατέστη ὑπαίτιος σοβαρωτάτων πράξεων, κατέστη ὑπαίτιος ἀδικημάτων, ὄχι δὲ βίας ἢ τυχὸν πλάνης, ἀλλ’ ἀπὸ προθέσεως, ἵνα διασύρῃ τὴν ὑπόληψιν ταύτην τῆς Συνελεύσεως. Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου ὑπάρχει καὶ ἕτερον σημεῖον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐπικαλοῦμαι τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως. Τὸ σημεῖον τοῦτο εἶναι ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἀντὶ νὰ σπεύσῃ νὰ ἐρωτήσῃ ἢ νὰ προκαλέσῃ γνωμοδότησιν περὶ μεταθέσεως τοῦ Εἰσαγγελέως, ἔπρεπε νὰ σπεύσῃ νὰ ἐνεργήσῃ τὴν πειθαρχικὴν δίωξιν αὐτοῦ καὶ κατὰ τοιοῦτον τρόπον ὥστε νὰ ὑποβάλῃ ἐρώτημα περὶ ἀπολύσεως τοῦ Εἰσαγγελέως· διὰ τοῦτο βαρύνει τὸ παράπτωμα αὐτό, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀντίθετον ἀπολύτως πρὸς τὴν ἀποστολὴν τοῦ Εἰσαγγελέως. Ἂν τοῦτο ἔπραττεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, θὰ ἐδικαιοῦτο.
§102Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Τὸ ἔπραξα πρὸ πολλοῦ.
§103Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ. Ποίαν ἀπάντησιν εἴχετε μέχρι τοῦδε; Δὲν εἶναι ἀπὸ τὰ συνήθη θέματα ἡ τοιαύτη παράβασις τοῦ καθήκοντος τοῦ Εἰσαγγελέως· εἶναι ὑποχρέωσις νὰ καταδιώξητε πειθαρχικῶς τὸν Εἰσαγγελέα. Δὲν πρέπει δὲ νὰ λέγωμεν ὅτι οἱ δικασταὶ παραβιάζουσι τὸ καθῆκόν των, διότι, ὅταν γίνεται παράβασις ἀπὸ ἕνα δικαστήν, ἔχομεν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ τιμωρῶμεν ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος παρέβη τὸ καθῆκόν του, χωρὶς νὰ διασύρηται ὁλοκλήρου τῆς Δικαιοσύνης ἡ ὑπόληψις καὶ νὰ κλονίζωμεν τὴν πεποίθησιν τῆς Κοινῆς Γνώμης. Δι’ αὐτὸ αἰτιῶμαι τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, διότι ἐπὶ τόσον χρονικὸν διάστημα δὲν ἔφερεν εἰς πέρας τὴν ὑπόθεσιν, διατάσσων ἐπειγόντως τὴν ποινικὴν δίωξιν καὶ τὴν ἀπόλυσιν αὐτοῦ καὶ ὄχι μετάθεσιν ἀπὸ τὸ ἓν μέρος εἰς τὸ ἄλλο, διὰ νὰ δοθῇ γενικὸν μάθημα εἰς τοὺς δικαστικοὺς ὅτι δὲν πρέπει νὰ παραβαίνωσι τὸ καθῆκον αὐτῶν εἰς βάρος τῆς Δικαιοσύνης καὶ τοῦ λαοῦ.
§104Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Διετάχθη ὁ Εἰσαγγελεὺς Κομοτηνῆς νὰ ἐνεργήσῃ ἀνακρίσεις καὶ νὰ γνωμοδοτήσῃ ὁ Εἰσαγγελεὺς Ἐφετῶν μετὰ τοῦ Προέδρου Ἐφετῶν, ἂν πρέπει νὰ μετατεθῇ ἐκεῖθεν ὁ Εἰσαγγελεὺς Ἕβρου.
§105Φ. ΜΑΝΟΥΗΛΙΔΗΣ. Δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορὰ καθ’ ἣν ζητεῖται ἡ γνωμοδότησις τοῦ Εἰσαγγελέως Κομοτηνῆς· διατί δὲν ἀπήντησε;
§106Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Γνωρίζετε ὅτι δὲν δύναται ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἄνευ γνωμοδοτήσεως τοῦ Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν καὶ τοῦ Προέδρου Ἐφετῶν νὰ κρούσῃ τὴν θύραν τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου, ἵνα ἀποφανθῇ. Θὰ κρούσῃ τὴν θύραν καὶ θ’ ἀνοίξῃ καὶ θὰ ἵσταται ἔξω τῆς θύρας διὰ νὰ ἀποφανθῇ τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον.
§107ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Διατί δὲν ἀπαντᾷ ὁ Εἰσαγγελεὺς Κομοτηνῆς;
§108Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἐγὼ ἐζήτησα τὴν ἐνέργειαν ἀνακρίσεων καὶ τὴν γνωμοδότησιν τοῦ Εἰσαγγελέως καὶ Προέδρου Ἐφετῶν διὰ νὰ τιμωρηθῇ ὁ Εἰσαγγελεύς. Εἴπατέ μοι πῶς νὰ τὸν ἀπολύσω; Διὰ ν’ ἀπολυθῇ, πρέπει νὰ ἔχῃ τιμωρηθῇ δὶς ἢ τρὶς πειθαρχικῶς. Λοιπὸν νὰ μὴ τὰ λέγωμεν αὐτὰ ἐδῶ, ἐφόσον γνωρίζετε πολὺ καλὰ ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀπολυθῇ. Ἔρχομαι τώρα εἰς τὸ ἄλλο ζήτημα· ἦλθε πρὸ καιροῦ ὁ Εἰσαγγελεὺς Ἐφετῶν κ. Τσαπραλῆς καὶ τοῦ εἶπον προφορικῶς τὰ δέοντα, ἀλλ’ ἀκόμη δὲν εἶχε λάβει τὰ ἔγγραφα, ἐνῷ ἐγὼ τῷ τὰ εἶχον στείλει καὶ τῷ ὑπέμνησα νὰ ἐπισπεύσῃ τὴν γνωμάτευσιν αὐτήν. Δυστυχῶς δὲν ἀπήντησε καὶ δι’ αὐτὸ παρεκάλεσα τοὺς κυρίους πληρεξουσίους νὰ ἀναβάλουν τὴν ἐπερώτησιν διὰ νὰ μὴ διασύρηται ἡ ὑπόληψις τῆς Δικαιοσύνης.
§109ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Διατί δὲν ἀπήντησε;
§110Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἐπληροφορήθην ὅτι ἀνεχώρησε διὰ Λάρισαν καὶ ἐντεῦθεν ἡ βραδύτης, οὐχ ἧττον ὅμως ἀπέστειλα κρυπτογραφικὸν τηλεγράφημα πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα συνιστῶν νὰ ἐνεργήσῃ συμφώνως πρὸς τὰς προφορικὰς ὁδηγίας μου.
§111Γ. ΣΕΧΙΩΤΗΣ. Νὰ τῷ ὁρίσητε προθεσμίαν νὰ ὑποβάλῃ τὸ πόρισμα.
§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀλεξανδρῆς ἔχει τὸν λόγον.
§113Π. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι, λαμβάνων τὸν λόγον δὲν προτίθεμαι νὰ ἐλέγξω τὰς πράξεις καὶ τὰς ἐνεργείας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ἀλλὰ ἁπλῶς νὰ δώσω πληροφορίας εἰς τὴν Συνέλευσιν πῶς ἔχουσι τὰ τῆς δικαιοδοσίας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ἀναφορικῶς πρὸς τὸ ζήτημα τὸ ἀπασχολοῦν ἡμᾶς. Τὸ ἀπασχολοῦν ζήτημα τῆς δικαιοδοσίας τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης εἶναι σοβαρόν, ἀλλὰ καὶ ἐπίμαχον. Τὰ τοῦ ζητήματος τούτου διέπονται ἀπὸ τὸ ἄρθρον 53 τοῦ Ὀργανισμοῦ τῶν Δικαστηρίων. Τοῦ συνόλου τῶν Εἰσαγγελέων προΐσταται ὁ Εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου, τὴν στενωτέραν δὲ ἐποπτείαν ἐπὶ τῆς Εἰσαγγελίας ἔχει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης· τουτέστι δίδει ὁδηγίας πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ ἀπ’ εὐθείας πρὸς τοὺς Εἰσαγγελεῖς Ἐφετῶν καὶ λαμβάνει παρὰ τούτων ἀναφοράς. Ἐκ τοῦ πνεύματος λοιπὸν καὶ τοῦ γράμματος τοῦ ἄρθρου τούτου προκύπτει ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δίδει ὁδηγίας καὶ παραγγελίας πρὸς ὁμοιόμορφον ἄσκησιν τῆς ποινικῆς ἀγωγῆς, πρὸς ἄσκησιν ἀνακοπῆς καὶ ἐφέσεως. Ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ δώσῃ διαταγὰς ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης πρὸς ἄσκησιν τῶν ἐνδίκων τούτων μέσων καὶ πρὸς ἔναρξιν τῆς ποινικῆς ἀγωγῆς. Κατὰ τοῦτο λοιπὸν διαφωνῶ πρὸς τὸν συνάδελφον κ. Σεχιώτην, ἔχων μετ’ ἐμοῦ ὅλους τοὺς συγγραφεῖς.
§114Γ. ΣΕΧΙΩΤΗΣ. Δύναται νὰ ἐλέγξῃ παράλειψιν ἀσκήσεως ποινικῆς ἀγωγῆς.
§115Π. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Ὁμιλοῦντες ὑπεστηρίξατε ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ διατάξῃ τὸν Εἰσαγγελέα νὰ ποιήσηται ἔναρξιν τῆς ποινικῆς ἀγωγῆς.
§116Γ. ΣΕΧΙΩΤΗΣ. Νὰ μὴ ἐνασκήσῃ ποινικὴν ἀγωγήν. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐνάσκησιν δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα, ἀλλ’ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐλέγξῃ διατί δὲν ἤσκησε ποινικὴν ἀγωγήν.
§117Π. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ διατάξῃ καὶ τὴν ἔναρξιν τῆς ποινικῆς ἀγωγῆς. Τοῦτο λέγουν ἡμεδαποὶ συγγραφεῖς, ἀλλὰ καὶ οἱ ἀλλοδαποὶ συγγραφεῖς, καθὼς καὶ οἱ Γάλλοι. Οἱ Γάλλοι ἔχουν τὸ ἀξίωμα τὸ ὁποῖον ἐπεβλήθη διὰ μέσου τῶν αἰώνων, ὅτι ὁ Εἰσαγγελεὺς ἀναφορικῶς πρὸς τὸν διοικητικὸν χαρακτῆρα τὸν ὁποῖον ἔχει, ἀκούει τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἀναφορικῶς δὲ πρὸς τὸν δικαστικὸν χαρακτῆρα ἀκούει μόνον τὴν συνείδησίν του. Ἔχουσι δὲ οἱ Γάλλοι καὶ ρητὴν διάταξιν, τὸ ἄρθρον 247, τὸ ὁποῖον λέγει ὅτι ὁ Γενικὸς Εἰσαγγελεὺς εἴτε ἐξ ἐπαγγέλματος εἴτε κατόπιν διαταγῆς τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ἐπιφορτίζει τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Πρωτοδικῶν νὰ καταδιώξῃ τὰ ἐγκλήματα.
§118Γ. ΣΕΧΙΩΤΗΣ. Ὡς διοικητικὸν ὄργανον ἐπεμβαίνει παρὰ τῷ Εἰσαγγελεῖ τῶν Ἐφετῶν ὑπὸ τὴν ἰδιότητά του αὐτήν, ὡς διοικητικοῦ ὀργάνου, καὶ ἐλέγχει διὰ τὴν μὴ ἐνάσκησιν ποινικῆς ἀγωγῆς.
§119Π. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Καὶ διατάσσει. Περὶ τούτου εἶναι σύμφωνοι ὅλοι οἱ συγγραφεῖς· πρὸ παντὸς δὲ πρέπει νὰ ἀκούσητε ὅτι ὅσον ἀφορᾷ τὰς καταδιώξεις δὲν ὑπάρχει οὐδαμοῦ οὐδεμία διχογνωμία.
§120Γ. ΣΕΧΙΩΤΗΣ. Ὅσον ἀφορᾷ μὲν τὴν ἐνάσκησιν τῆς ποινικῆς ἀγωγῆς εἶναι σύμφωνοι πρὸς ὅ,τι εἴπετε καὶ ἰδικοί μας ἑρμηνευταί, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὡς ἀνώτερος ἐπόπτης τῆς Δικαιοσύνης, δύναται νὰ ἐλέγξῃ μὴ ἐνάσκησιν ποινικῆς ἀγωγῆς, ὄχι ὅμως νὰ ἐκφράσῃ τὴν γνώμην ὅτι πρέπει νὰ ἐνασκηθῇ, διότι τοῦτο εἶναι ἐπέμβασις εἰς τὰ ἔργα τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας· οὐδέποτε ὅμως δύναται νὰ διατάξῃ τὴν μὴ ἐνάσκησιν.
§121Π. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ διατάξῃ τὴν ἐνάσκησιν ἀνακοπῆς καὶ ἐφέσεως.
§122Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπιτρέψατέ μοι, κ. συνάδελφε, νὰ σᾶς ἀναγνώσω τι σχετικὸν (ἀναγινώσκει)....
§123Π. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Μέχρι τοῦ σημείου νὰ διατάσσηται ἡ καταδίωξις καὶ ἡ ἐνέργεια ἐνδίκων μέσων δὲν ὑπάρχει διχογνωμία μεταξὺ τῶν συγγραφέων. Ἀκούσατε λοιπὸν διὰ τὸ ζήτημα τοῦ ἂν ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ διατάξῃ ἀναστολὴν καταδιώξεως ἢ ὄχι (ἀναγινώσκει)... Ταῦτα λέγουν οἱ συγγραφεῖς Garraud καὶ Hellie. Ἀντιθέτως εἰς τούτους ὁ Ortolan καὶ ὁ Dalloiz, τοῦ δὲ τελευταίου τὰ ἔργα εἶναι τὸ ἀπαραίτητον ἐφόδιον τῶν Εἰσαγγελέων καὶ τῆς πρακτικῆς τῶν δικαστηρίων, ἐπιγραμματικῶς λέγουν τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει):.... Δηλαδὴ τὸ ζήτημα τοῦ ἂν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀναστείλῃ τὴν καταδίωξιν εἶναι ζήτημα ἀναμφισβήτητον. Συγγραφεὺς ἐπίσημος εἶναι ὁ Dalloiz, ἀλλὰ καὶ ἄλλοι οἱ ὁποῖοι λέγουν (ἀναγινώσκει).... Κατὰ τὴν γνώμην μου ὑπάρχουσι καὶ συγγραφεῖς οἱ ὁποῖοι δέχονται ὅτι ὁ Εἰσαγγελεὺς δὲν ἔχει ὑποχρέωσιν νὰ ἀκούῃ τὴν περὶ ἀναστολῆς τῆς καταδιώξεως διαταγὴν τοῦ Ὑπουργοῦ, διότι ἀπὸ τῆς στιγμῆς καθ’ ἣν ἐξέδωκε τὸ κλητήριον θέσπισμα ἡ ὑπόθεσις ἐπῆγε πλέον εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τῶν δικαστηρίων. Ἐγὼ φρονῶ ὅτι ἡ ἐκδοχὴ ἡ δευτέρα, καθ’ ἣν ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀναστείλῃ τὴν ποινικὴν ἀγωγὴν καὶ τὴν καταδίωξιν, εἶναι ὀρθοτέρα. Διότι ἀπὸ τῆς στιγμῆς καθ’ ἣν ἡ ὑπόθεσις, εἰσαχθεῖσα εἰς τὸ δικαστήριον, θὰ διαταχθῇ ἡ ἐκδίκασις αὐτῆς, ἐγείρεται ἡ ὑπόνοια ὅτι ἡ Ἐκτελεστικὴ Ἐξουσία ἐπεμβαίνει εἰς τὰ ἔργα τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι θίγει σοβαρῶς τὴν ποινικὴν ἀγωγήν, ἀλλὰ καὶ ἀποδοκιμάζει τὴν ἐνέργειαν τοῦ Εἰσαγγελέως.
§124Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Αὐτὸ εἶναι ὀρθόν, ὅταν ἡ ἐνέργεια τοῦ Εἰσαγγελέως εἶναι καταφανῶς ἔκνομος κατὰ τύπους.
§125Π. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Σεῖς δὲν δύνασθε νὰ διατάξητε, ἂν εἶμαι ἐγὼ εἰς τὰς φυλακὰς παρανόμως, νὰ μὲ βγάλουν, ἀλλὰ διὰ τοῦ Εἰσαγγελέως. Πάντοτε διὰ τῆς εἰσαγγελικῆς Ἀρχῆς γίνεται ἡ τοιαύτη ἐνέργεια. Φρονῶ λοιπὸν ὅτι τὸ ζήτημα αὐτὸ περὶ τῆς ἁρμοδιότητος καὶ δικαιοδοσίας τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης δὲν πρέπει σήμερον νὰ λυθῇ ἑρμηνευτικῶς. Δὲν πρέπει νὰ λυθῇ ὑπὸ τὸ Κράτος μιᾶς ἐντυπώσεως, ἡ ὁποία παρήχθη ἐξ ὡρισμένης ὑποθέσεως ἀφορώσης καὶ σχέσιν ἐχούσης μὲ πρόσωπον ἀντιπροσώπου ἐν τῷ Συνεδρίῳ τούτῳ. Τὸ ζήτημα εἶναι πολὺ σοβαρόν. Τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι τῆς ἁρμοδιότητος τῶν νομικῶν, τῶν σοφῶν, τῶν βιβλιοθηκῶν, διότι, ἂν λάβωμεν ἀπόφασιν τὴν ὁποίαν ἡ Συνέλευσις ἔδειξεν ὅτι ἔχει τάσεις νὰ λάβῃ, θὰ παρεξηγηθῶμεν καὶ θὰ ἐνισχύσωμεν τὴν ὑπόνοιαν αὐτὴν περὶ τῆς ἐπεμβάσεως τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ δικαστηρίου.
§126ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κούνδουρος ἔχει τὸν λόγον.
§127Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Αἰσθάνομαι, κύριοι, παντὸς ἄλλου βαθύτερον τὸ δικαιολογημένον παράπονον τοῦ κ. συναδέλφου, ὁ ὁποῖος ἀντίκρυσε τὴν παρανομίαν ἑνὸς δικαστικοῦ ὀργάνου· διότι ἄλλοτε καὶ ἐγώ, ἀπολαύων τῆς αὐτῆς ἀσυλίας κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Συνέλευσιν, εἶδον τὴν παρανομίαν νὰ ἐξικνῆται πολὺ περαιτέρω, μέχρι τοῦ σημείου, ὥστε νὰ θέτῃ παράνομον χεῖρα ὁ ἀντιπρόσωπος τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους εἰς ξένην Ἐπικράτειαν. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τοῦ μεμονωμένου περιστατικοῦ, δὲν πρόκειται περὶ τοῦ ἂν ἐπικράνθη ἢ προσεβλήθη εἷς πληρεξούσιος οἱοσδήποτε. Τὸ ζήτημα πρέπει νὰ ἐξετασθῇ ὑπὸ μίαν γενικωτέραν μορφήν, ὑπὸ τὴν μορφὴν τὴν ὁποίαν ἐνεφάνισαν πληρεξούσιοί τινες, ἀναγομένην εἰς τὴν δρᾶσιν τοῦ κ. Εἰσαγγελέως, ὑπὸ τὴν μορφὴν τὴν ὁποίαν ἐνεφάνισαν αἱ δηλώσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὁμολογήσαντος ἐν τέλει ὅτι εὑρίσκεται ἐν ἀδυναμίᾳ νὰ λάβῃ μέτρα σοβαρώτερα τῶν ὅσων ἔλαβε.
§128Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἔλαβα μέτρα καὶ ἀναμένω τὸ ἀποτέλεσμα· νόμον δὲν ἔχω διὰ νὰ λάβω ἄλλα. Ἂν ἐξακολουθήσῃ ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν νὰ μὴ ἀπαντᾷ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, θὰ τὸν διώξω διὰ τῆς νομίμου ὁδοῦ.
§129Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὰ αἴτια τὰ ὁποῖα ἠνάγκασαν τὸν κ. Εἰσαγγελέα νὰ παρεκτραπῇ μέχρι τοῦ σημείου νὰ ἐνεργήσῃ δίωξιν παρὰ τὴν συνταγματικὴν ἀσυλίαν ἐναντίον ἑνὸς συναδέλφου δὲν εἶναι οὔτε ἡ ἄγνοια τοῦ νόμου καὶ τοῦ Συντάγματος οὔτε ἡ παρερμηνεία τοῦ νόμου καὶ τοῦ Συντάγματος. Εἶναι ἄλλα αἴτια ἀπώτερα, ἄλλα αἴτια βασικώτερα, τὰ ὁποῖα, ἂν δὲν δύναταί τις νὰ ἀνεύρῃ εἰς τὸ γεγονὸς ὅτι ἐξακολουθεῖ νὰ ἐκτελῇ ἀποφάσεις ἐν ὀνόματι μιᾶς καταλυθείσης Βασιλείας, ἀναντιρρήτως ὀφείλει νὰ ἀναζητήσῃ ἀλλαχοῦ. Ὑπάρχει ἓν πνεῦμα ὑπηρεσιακὸν ἐνισχυόμενον ἀπὸ τοὺς θεσμούς, ἰδίᾳ ὑπὸ τῶν θεσμῶν τῶν Συμβουλίων, τὸ ὁποῖον ὑπηρεσιακὸν πνεῦμα ἔχει ὑπερβῆ μέχρι τοιούτου σημείου τὰ ὅρια, ὥστε ἀποδίδουν τὰς εὐθύνας πάσης κακοδαιμονίας εἰς τὸν πολιτευόμενον κόσμον, ἐνῷ ἐξ ἀντιθέτου εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ὑποστηρίξω ὅτι, ἂν εὐάριθμοι πολιτευόμενοι γίνονται πρὸς στιγμὴν ἐπιλήσμονες τῶν καθηκόντων αὐτῶν καὶ ἐπεδίωξαν νὰ ἀσκήσουν καθήκοντα κατὰ τρόπον ἀντικείμενον εἰς τὸ συμφέρον τῆς Χώρας, εἶναι πολὺ μεγαλύτερος ὁ ἀριθμὸς τῶν ὑπαλλήλων τῶν ἀνευλαβῶν πρὸς τὰς ὑποχρεώσεις των, οἱ ὁποῖοι δὲν ᾐσθάνθησαν τὴν ἐπελθοῦσαν μεταβολὴν διὰ τῆς ἀλλαγῆς τοῦ πολιτεύματος, τῶν ὑπαλλήλων οἱ ὁποῖοι ἐξακολουθοῦν νὰ νομίζουν ὅτι θὰ γίνωσι σατράπαι, ὀργιάζοντες εἰς βάρος τοῦ λαοῦ. Ἔχομεν πλείονα τοῦ ἑνὸς περιστατικά, κύριοι συνάδελφοι. Ἔχομεν ὑπάλληλον τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, ὁ ὁποῖος εἶπεν εἰς τὸν κλητῆρα: «Βγάλτε ἔξω τὸν κ. πληρεξούσιον». Ἔχομεν ἐπίσης ὑπάλληλον τοῦ Ὑπουργείου τῆς Γεωργίας, ὁ ὁποῖος ἐπέδειξε τὴν ἰδίαν ἀνευλάβειαν ἐναντίον σεμνοῦ καὶ τιμίου συναδέλφου. Ἔχομεν περίπτωσιν καθ’ ἣν ἀνώτερος ὑπάλληλος τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ἐξύβρισε μὲ τὰς χυδαιοτέρας φράσεις ἕνα ἀξιότιμον πληρεξούσιον, τὸν κ. Ἀκρίδαν, ἂν δὲν ἀπατῶμαι.
§130Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Πότε ἔγινεν αὐτό;
§131Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὄχι ἐπὶ τῆς ἐποχῆς σας. Ἀνέφερα τὰ περιστατικὰ αὐτὰ διὰ νὰ σᾶς εἴπω ὅτι τὰ αἴτια τῆς κρινομένης παρανομίας δέον νὰ τὰ ἀναζητήσητε εἰς τὰ σημεῖα εἰς τὰ ὁποῖα ἔρχεται εἰς σύγκρουσιν τὸ ὑπηρεσιακὸν πρὸς τὸ πολιτικὸν πνεῦμα. Θὰ ἤθελον ἀκόμη νὰ ὑπομνήσω εἰς τὴν Συνέλευσιν τὴν φράσιν τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου ἐκ Πατρῶν κ. Μάρκου, καθ’ ἣν ἡ πλειονότης τοῦ δικαστικοῦ κόσμου δὲν ἔχει δημοκρατικὴν τὴν ψυχήν, ἀλλὰ δὲν εἶναι κατάλληλος ἡ στιγμή. Ὅταν ἡ Συνέλευσις προαγάγῃ τὸ ἔργον της, ὅταν λείψουν αἱ παρεξηγήσεις ἐναντίον αὐτῆς, ὅταν γίνουν ἔκδηλα τὰ ἀποτελέσματα τοῦ ἔργου αὐτῆς, ἔχω ἑτοίμην ὁλόκληρον ἐργασίαν τὴν ὁποίαν θὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Συνέλευσιν καὶ θὰ ζητήσω τὴν λῆψιν νομοθετικῶν μέτρων. Εἶναι γεγονός, κύριοι, ὅτι διεπράξαμεν σφάλμα, τοῦ ὁποίου εἴθε νὰ δυνηθῶμεν νὰ προλάβωμεν τὰς συνεπείας, ἐγκαταστήσαντες ἓν πολίτευμα, μεταβαλόντες τὸ πολίτευμα, χωρὶς νὰ μεταβάλωμεν τὸ ἔμψυχον ὑλικόν. Ἂν τὸ ἔμψυχον ὑλικὸν δὲν τὸ μεταβάλωμεν, ἂς μὴ πλανώμεθα καὶ ἂς μὴ ἀποπλανῶμεν καὶ τοὺς ἄλλους, οὔτε ἔχομεν Δημοκρατίαν, οὔτε θὰ δυνηθῶμεν νὰ ἔχωμεν. Οὔτε ἔχομεν ἐφαρμογὴν τῶν νόμων, οὔτε θὰ δυνηθῶμεν νὰ ἔχωμεν. Εἶναι χαρακτηριστικὴ ἡ περίπτωσις τὴν ὁποίαν ἔφερεν ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος. Σᾶς ἀνέφερεν ὅτι ὁ ἴδιος Εἰσαγγελεύς, προκειμένου περὶ μηνύσεως ἐναντίον ἑνὸς Νομάρχου ἐξυβρισθέντος κατὰ τὸν χυδαιότερον τρόπον, ἐβράδυνε νὰ ἐνεργήσῃ ἢ οὐδόλως ἐνήργησεν, ἠξίωσε δὲ τὴν ὑποβολὴν νομιμοτύπου μηνύσεως. Προκειμένου ὅμως περὶ δῆθεν προσβολῆς, περὶ δῆθεν ἐξυβρίσεως ἑνὸς τελωνοφύλακος παρὰ πληρεξουσίου, ἐπέδειξε τὴν δραστηριότητα τὴν ὁποίαν ἠκούσατε καὶ προέβη εἰς τὰς ἐνεργείας αἱ ὁποῖαι ἐξετέθησαν. Ἂς ἀντικρύσωμεν τὰ γεγονότα ὅπως τὰ ἐμφανίζει ἡ ἀντικειμενικὴ ἐξέτασις, κύριοι, καὶ ἂς μὴ θέλωμεν νὰ πλανώμεθα. Ἐπαναλαμβάνω ὅτι, ἂν δὲν μεταβάλωμεν τὸ ἔμψυχον ὑλικόν, ἂς μὴ πιστεύωμεν — ἐγὼ τοὐλάχιστον οὔτε ἐπίστευσα οὔτε πιστεύω — ὅτι ἔχομεν Δημοκρατίαν καὶ ὅτι δυνάμεθα πράγματι νὰ ἐλπίσωμεν εἰς βελτίωσιν τῆς κρατικῆς καταστάσεως. Ἀλλὰ πῶς θὰ ἐπέλθῃ τοῦτο; Δύο ὁδοὶ ὑπάρχουσιν. Ἡ πρώτη ὁδὸς διὰ τῆς Συνελεύσεως, διὰ τοῦ νόμου, ἂν καταργήσωμεν τὸ κράτος τῶν Συμβουλίων τὰ ὁποῖα καταχρῶνται τῆς ἐξουσίας μὲ τὴν ὁποίαν ὁ νόμος τὰ περιέβαλε. (Χειροκροτήματα). Ἡ ἰδέα τῶν Συμβουλίων, κύριοι, ἀνέκυψε καὶ ἐπραγματοποιήθη εἰς ἄλλην ἐποχήν, εἰς τὴν ἐποχὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ κακοδαιμονία τῆς Χώρας κατελογίζετο εἰς βάρος τῶν παλαιοκομματικῶν μεθόδων, εἰς ἐποχὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἐπρόκειτο νὰ τεθῇ φραγμός, καὶ ἐτέθη εἰς πολιτευομένους ἐπιλήσμονας τῶν καθηκόντων αὐτῶν. Ἀλλ’ ἡ ἐποχὴ ἐκείνη παρῆλθεν ἀνεπιστρεπτί. Ὁ παλαιοκομματικὸς κόσμος ἐνεταφιάσθη ὁριστικῶς. Δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ τεθῇ χαλινὸς βάρβαρος καὶ προσβλητικὸς εἰς τὸν σημερινὸν πολιτικὸν κόσμον. Δὲν γνωρίζω, κύριοι, ἂν ὑπέπεσαν εἰς τὴν ἀντίληψιν ὑμῶν τὰ γεγονότα τὰ ὁποῖα πολλάκις, ὁσάκις ἠναγκάσθην νὰ ἐπισκεφθῶ κανὲν δημόσιον γραφεῖον, ὑπέπεσαν εἰς τὴν ἰδικήν μου ἀντίληψιν. Ὁ ὑπάλληλος εὐθὺς ὡς ἀντικρύσῃ τὸν πολιτευόμενον αἰσθάνεται ἐναντίον αὐτοῦ αἴσθημα ἀμύνης, διότι εἶναι ἐκεῖνος ὁ τηρητὴς τῶν νόμων καὶ ὄχι ὁ πολιτευόμενος, διότι οἱ ὑπάλληλοι ἐνδιαφέρονται διὰ τὰ δημόσια συμφέροντα περισσότερον παρ’ ὅσον ἐνδιαφέρονται οἱ πολιτευόμενοι. Καὶ ὅμως γνωρίζομεν ὅλοι, κύριοι, ὅτι τὸ ἀντίθετον συμβαίνει. Καὶ τὸ λέγω πρὸς τιμὴν τοῦ σημερινοῦ Ἀντιπροσωπευτικοῦ Σώματος, διότι, ἐνῷ περιστοιχίζεται πανταχόθεν ἀπὸ ἐχθρούς, ἐχθροὺς λυσσώδεις, ἀπὸ δημοσιογράφους ἐχθροὺς μάλιστα, οἵτινες δύνανται εὐχερῶς διαθέτοντες χρόνον καὶ μελάνην νὰ ἐπιτεθῶσιν ἐναντίον τῶν πολιτευομένων, δὲν ἠδυνήθησαν ν’ ἀποδείξωσι πολιτευομένους ἐπιλήσμονας τῶν πολιτικῶν των καθηκόντων καὶ δὲν εὗρον τούτους ἐνεργοῦντας πράξεις ἀντικειμένας πρὸς τὰ συμφέροντα τοῦ Τόπου. Ἐνῷ τοὐναντίον εἷς ἕκαστος ἐξ ἡμῶν, ἐγὼ τοὐλάχιστον μόνος δύναμαι ν’ ἀναφέρω ἑκατοντάδας περιστατικῶν παραβάσεων καθήκοντος αὐτῶν ἐπὶ ἰδιοτελείᾳ καὶ χάριν ἰδιοτελείας, περιστατικῶν παραβάσεων καθήκοντος ἐξ ὑπεροψίας ὑπηρεσιακῆς, περιστατικῶν παραβάσεων ἐπίσης ἀπὸ πολιτικοὺς λόγους. Θὰ ἤθελον, ἀφορμὴν λαμβάνοντες ἀπὸ τοῦ περιστατικοῦ τούτου καὶ συσχετίζοντες ὅσα ἐλέχθησαν καὶ ὅσα δὲν ἐλέχθησαν ἀλλ’ ἐξυπακούονται, μὲ τὴν ἐκ τοῦ νόμου ἀδυναμίαν εἰς τὴν ὁποίαν εὑρέθη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, δηλώσας ὅτι δὲν δύναται, λόγῳ τοῦ περιφήμου θεσμοῦ τῶν Συμβουλίων, παρὰ νὰ κρούσῃ τὴν θύραν καὶ κρούων τὴν θύραν νὰ μείνῃ ἐκτὸς αὐτῆς, θὰ ἤθελον, λέγω, νὰ μᾶς ἔδιδε τὸ περιστατικὸν τοῦτο μίαν λαβὴν εἰς τὸ νὰ ρίψωμεν ἓν βλέμμα ἐπὶ τοῦ σημείου εἰς τὸ ὁποῖον ἔρχεται εἰς ἐπαφὴν τὸ ὑπηρεσιακὸν πρὸς τὸ πολιτικὸν πνεῦμα. Καὶ ἀνέμενον τοῦτο ἀπὸ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος ἀρέσκεται νὰ εἰσάγῃ τὰ ὡραῖα δαιμόνια τὰ ὁποῖα κρατοῦν εἰς τὰς ξένας Χώρας. Θὰ ἤθελον νὰ γίνῃ εἰδικὸς νόμος, εἰδικὸν ψήφισμα, τὸ ὁποῖον νὰ προστατεύῃ τὴν ὑπόληψιν τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ λαοῦ. Θὰ ἤθελον νὰ ὑπομνήσω καὶ ἐγὼ τὸ παράδειγμα τῆς Ἀγγλίας, ὅπου δίδεται χάρις εἰς ὅλα τὰ ἀδικήματα πλὴν τῶν ἀδικημάτων τὰ ὁποῖα θίγουν τὴν ὑπόληψιν πολιτευομένου. Δὲν δύναται ἐν Ἀγγλίᾳ ἀδίκημα τὸ ὁποῖον θίγει τὰ ἠθικὰ συμφέροντα πολιτευομένου νὰ τύχῃ χάριτος βασιλικῆς. Θὰ ἐπρότεινον νὰ θεσπισθῇ παρ’ ἡμῖν τὸ ἑξῆς νομοθέτημα: Νὰ καθιερωθῇ εἰδικὸν ἀδίκημα τὸ ὁποῖον θὰ διέπραττον ὑπάλληλοι οἱ ὁποῖοι φέρονται ὑβριστικῶς ἀπέναντι πληρεξουσίου. Καὶ τὸ ἀδίκημα τοῦτο νὰ ἔχῃ ὡς συνέπειαν τὴν ἀπόλυσιν τοῦ ὑπαλλήλου καὶ ἂν ἀκόμη εἶναι μόνιμος ἢ ἰσόβιος. Θὰ ἤθελον νὰ συνδυάσω ἀντιστοίχως τὴν διάταξιν αὐτὴν τοῦ νόμου μὲ μίαν μόνιμον καὶ παγίαν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία νὰ ἐξετάζῃ τὴν περίπτωσιν ἐξυβρίσεως τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ λαοῦ, ἀλλὰ καὶ ἀντιθέτως παθητικῶς τὴν περίπτωσιν καθ’ ἣν ἀντιπρόσωποι τοῦ λαοῦ φέρονται σκαιῶς ἔναντι ὑπαλλήλου. Αὐτό, κύριοι, καὶ μόνον θὰ ἀπετέλει τὴν ἀσφαλιστικὴν δικλεῖδα διὰ τῆς ὁποίας καὶ ἡ ὑπόληψις τοῦ πληρεξουσίου καὶ ἡ ὑπόληψις τοῦ Σώματος θὰ διατηρηθῇ καὶ διὰ τῆς ὁποίας θὰ συναισθανθοῦν καὶ οἱ ὑπάλληλοι ὅτι δὲν δύνανται νὰ ἀντιπροσωπεύουν εἰς τὰς ἐπάλξεις ἐπὶ τῶν ὁποίων ἵστανται ἄλλο τι παρὰ τὸ ξηρὸν αὐτῶν καθῆκον καὶ ὅτι δὲν δύνανται νὰ ἀσκοῦν πολιτικὴν δύναμιν καὶ νὰ ἐκφράζουν συμπαθείας καὶ ἀντιπαθείας. Αὐτή, κύριοι, εἶναι ἡ μία ὁδός. Περὶ τῆς ἄλλης δὲν θέλω νὰ ὁμιλήσω, διότι ὑπάρχει καὶ ἄλλη ἐπίσης γόνιμος ὁδός, ἥτις χορηγεῖ τὸ δικαίωμα τῆς ἀμύνης εἰς τὸν προσβαλλόμενον. Ὁ Ποινικὸς Νόμος χορηγεῖ τὸ δικαίωμα τῆς ἀμύνης κατὰ πάσης προσβολῆς ἡ ὁποία ἀφορᾷ τὴν ζωήν, τὴν περιουσίαν καὶ τὴν τιμὴν τοῦ προσβαλλομένου. Μακαρίζω καὶ συγχαίρω τοὺς συναδέλφους αὐτούς, οἱ ὁποῖοι, ἐφόσον ὑπῆρξαν θύματα τοιούτων παρεκτροπῶν, κατώρθωσαν νὰ τηρήσουν τὴν ψυχραιμίαν των καὶ δὲν ἐξήσκησαν τὸ δικαίωμά των καθ’ ὃν τρόπον ἐγὼ τὸ ἐξήσκησα ὅταν εὑρέθην πρὸ τοιαύτης παρεκτροπῆς. Θὰ ἤθελον τὸν πληρεξούσιον ὁ ὁποῖος θὰ ἐξήρχετο ἀπὸ τὸ γραφεῖον τοῦ οἱουδήποτε ὑπαλλήλου νὰ ἀμυνθῇ καθ’ ὃν τρόπον ἔχει δικαίωμα καὶ ἐκ τοῦ Νόμου καὶ ἐκ τῆς ἠθικῆς. Θὰ ἤθελον ἐπίσης— καὶ διεκήρυξα τοῦτο ἐν τῷ δημοκρατικῷ Συνεδρίῳ τῆς Θεσσαλονίκης, τοῦ ὁποίου ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ μετάσχω—ὅπως εἰς τὴν περίπτωσιν παρεκτροπῆς ἐκ μέρους τῶν ὀργάνων τοῦ Κράτους ἡ Κοινωνία ἔχῃ ἐπὶ τέλους τὸ δικαίωμα τῆς ἀμύνης. Ὑπάρχουν παρεκτροπαὶ τῶν κρατικῶν ὀργάνων αἱ ὁποῖαι ἐνθυμίζουν τὴν ἐποχὴν τῆς Τουρκοκρατίας εἰς τὰς Νέας Χώρας. Ἀλλὰ μὲ τὴν ὑπάρχουσαν νομοθεσίαν, μὲ τὸν ὑπάρχοντα θεσμὸν τῶν Συμβουλίων, δὲν δυνάμεθα νὰ τὰ ἐξαναγκάσωμεν νὰ ὑποχωρήσουν παρὰ μόνον ἂν καὶ ἡ Κοινωνία αἰσθανθῇ τὸ δικαίωμα τῆς ἀμύνης, τὸ ὁποῖον ἔχει καὶ τὸ ὁποῖον δύναται νὰ ἐξασκήσῃ ἐναντίον οἱουδήποτε. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ γεννηθὲν ζήτημα περὶ τοῦ ποία εἶναι ἡ ἁρμοδιότης τοῦ Ὑπουργοῦ, ὅταν εὑρίσκεται πρὸ τοιούτων περιστατικῶν, ἔχω τὴν γνώμην ὅτι δὲν ἐτέθη οὔτε ἐντεῦθεν οὔτε ἐκεῖθεν τὸ ζήτημα εἰς τὴν θέσιν του. Δὲν δυνάμεθα νὰ καθορίσωμεν τὸ σημεῖον μέχρι τοῦ ὁποίου δύναται νὰ φθάσῃ ἡ δικαιοδοσία τοῦ Ὑπουργοῦ. Πρόκειται π.χ. περὶ μιᾶς παρανόμου συλλήψεως· εἷς πολίτης κρατεῖται ἕνα μῆνα εἰς τὰς φυλακὰς ἄνευ ἐντάλματος. Ἡ πρᾶξις εἶναι παράνομος. Καὶ ἐρωτᾶται· δύναται ὁ Ὑπουργὸς νὰ ἐπεμβῇ εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτήν; Ἀναντιρρήτως ναί. Ἀλλὰ δὲν ἐπεμβαίνει εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν διὰ νὰ εἴπῃ ὅτι «ἡ σύλληψις εἶναι παράνομος καὶ ἀποφυλακίζω τὸν πολίτην», ἀλλ’ ἐπεμβαίνει ἐπὶ ἄλλῳ σκοπῷ. Ἐπὶ τῷ σκοπῷ νὰ ἐπαναφέρῃ τὸ παρεκτραπὲν ὄργανον ἐντὸς τῶν ὁρίων τοῦ νόμου. Διὰ νὰ ὑπάρχῃ πολίτης εἰς τὰς φυλακὰς ἄνευ ἐντάλματος, ὑπάρχει εἷς δικαστικὸς λειτουργὸς ὁ ὁποῖος παρέβη τὸν νόμον. Ὁ Ὑπουργὸς ἐπεμβαίνει καὶ διατάσσει οὐχὶ ἀπόλυσιν τοῦ δεῖνα, ἀλλὰ ὑπομιμνήσκει εἰς τὸν Εἰσαγγελέα ὅτι δὲν δύναται νὰ κρατῆται πολίτης ἄνευ ἐντάλματος· καλεῖ τὸν Εἰσαγγελέα ἐντὸς τῶν νομίμων καθηκόντων αὐτοῦ. Νομίζω ἑπομένως ὅτι ὑπῆρξε συγχωρημένη ἡ ἐπέμβασις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Ὅτι ὁ Ὑπουργὸς ἠδύνατο νὰ ἐπεμβῇ καὶ νὰ εἴπῃ εἰς τὸν Εἰσαγγελέα: «Πῶς, ἐνῷ ὑπάρχει διάταξις συνταγματικὴ καθιεροῦσα ἀσυλίαν ὑπὲρ ἑνὸς πληρεξουσίου, πῶς σὺ ἐνεργεῖς δίωξιν ἐναντίον αὐτοῦ;» Ἀναντιρρήτως εἶχε καὶ ἔχει τοιοῦτον δικαίωμα ὁ Ὑπουργός, μὲ αἰτιολογίαν ὅμως καὶ ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ὅτι ἐπεμβαίνει οὐχὶ διὰ νὰ προστατεύσῃ τὸ ἄτομον, ἀλλὰ διὰ νὰ ἐπαναφέρῃ ἐντεῦθεν τῶν δικαιωμάτων αὐτοῦ τὸν παρεκτρεπόμενον ὑπάλληλον. Ἀλλὰ ἤκουσα καὶ διαφόρων εἰπόντων ὅτι ἠσθένησεν ἐν τῷ μεταξὺ ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν, ὅτι προκειμένου περὶ τοιούτων ὑποθέσεων, μετὰ τὴν διαταγὴν τοῦ Ὑπουργοῦ, ὤφειλεν ἡ προϊσταμένη Ἀρχὴ νὰ ἐνεργήσῃ ἀνάκρισιν καὶ νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὸν Ὑπουργὸν τὰ στοιχεῖα ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων ὁ Ὑπουργὸς θὰ ἔθετον εἰς τὸ Συμβούλιον τὸ Δικαστικὸν ἐρώτημα. Καὶ ἐφόσον ἐπῆλθε βραδύτης, ἠδύνατο ὁ Ὑπουργὸς νὰ καλέσῃ εἰς ἀπολογίαν τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν, ὁ ὁποῖος ἐβράδυνε περισσότερον τοῦ δέοντος· ἀλλ’ ἔτι πλέον, διὰ νὰ διαφωνήσω πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ὑποστηρίζοντα ὅτι δὲν δύναται νὰ προβῇ εἰς τὴν ἀπόλυσιν τοῦ Εἰσαγγελέως, νομίζω ὅτι ἠδύνατο καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ καταμηνύσῃ τὸν Εἰσαγγελέα οὐχὶ πλέον ἐπὶ σκοπῷ ἐπιβολῆς πειθαρχικῆς ποινῆς, ἀλλ’ ἐπὶ σκοπῷ ἐπιβολῆς πραγματικῆς ποινῆς· νὰ τὸν καταμηνύσῃ ἐπὶ παραβάσει καθήκοντος, ρητῶς ἀναγραφομένου οὐχὶ εἰς τὸν νόμον, ἀλλ’ εἰς αὐτὸ τὸ Σύνταγμα. Καὶ μετὰ τὴν λογοδοσίαν του ἐνώπιον ἑνὸς τακτικοῦ δικαστηρίου ἀναντιρρήτως ἔχει τὸ δικαίωμα τῆς ἀπολύσεως ὁ Ὑπουργός. Θὰ ἤθελον, προκειμένου περὶ μεταθέσεως, νὰ φέρω εἰς γνῶσιν τῆς Συνελεύσεως τὴν ψυχολογίαν ἐκείνων οἵτινες ἀκριβῶς διὰ νὰ ἐπιτύχωσι μετάθεσιν ἀπὸ μέρους εἰς τὸ ὁποῖον δὲν ἐπεθύμουν νὰ διαμείνωσιν ἔρχονται εἰς προστριβὰς ἐπίτηδες μετὰ ἰσχυρῶν πολιτευομένων προσώπων. Ἤκουσα δικαστὴν νὰ λέγῃ «τὸ κάμνω ἐπίτηδες διὰ νὰ μὲ μεταθέσουν». Ἂς ρίψῃ ἓν βλέμμα καὶ ἐπὶ τῆς πλευρᾶς ταύτης ὁ κ. Ὑπουργὸς διὰ νὰ ἴδῃ μήπως ἐπὶ σκοπῷ μεταθέσεως ἐνήργησεν ὡς ἐνήργησεν ὁ Εἰσαγγελεύς, ὁπότε ἀντὶ νὰ τιμωρηθῇ ἀμείβεται. Ἀλλ’ ἂς λάβωμεν τὸ περιστατικὸν αὐτὸ καὶ ἂς ἐξετάσωμεν ὅλην τὴν νοσηρὰν κατάστασιν. Εἶναι δὲ ἐδῶ ἡ νοσηρὰ κατάστασις τοιαύτη, ὥστε, ἂν δὲν εἶναι ταχεῖα ἡ ἔρευνα καὶ ἄμεσος καὶ ἐκτρωτικὰ τὰ μέσα τὰ ὁποῖα θὰ λάβωμεν, τότε ἂς ὁμολογήσωμεν ὅτι οὔτε Δημοκρατία δύναται νὰ ὑπάρξῃ οὐσιαστικῶς, ἀλλ’ ἔτι πλέον οὔτε Κράτος ἔχον ὑπαλλήλους ἐντὸς τῶν ὁρίων τοῦ καθήκοντός των. Ἀλλ’ ἂν ἤθελα νὰ γενικεύσω τὴν συζήτησιν θὰ ἤθελα νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν του ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὸ περιστατικὸν ἐκτελέσεως ἀποφάσεων ἐν ὀνόματι τῆς καταλυθείσης Βασιλείας. Ἐγὼ προσωπικῶς δὲν ἐκπλήσσομαι, ὅπως δὲν ἐκπλήσσομαι πληροφορούμενος μετὰ βασιμότητος ὅτι ἐν μέσαις Ἀθήναις ὑπάρχει ἱερεὺς ὁ ὁποῖος ἐξακολουθεῖ νὰ μνημονεύῃ δημοσίᾳ εἰς τὴν λειτουργίαν τὸ ὄνομα τοῦ Βασιλέως. Φοβοῦμαι μήπως αἱ ἐκδηλώσεις αὗται....
§132Ν. ΚΑΛΕΛΛΗΣ. Τώρα ποὺ τὸ ἔμαθε τί θὰ κάμῃ; Αὐτὸ θέλω νὰ μάθω.
§133Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. ... φοβοῦμαι μήπως αἱ ἐκδηλώσεις αὗται εἶναι ἀποτελέσματα τῆς πολιτικῆς τὴν ὁποίαν ἀκολουθοῦμεν κατὰ τὰς τελευταίας ἡμέρας, κατὰ τοὺς τελευταίους καιρούς. Ὅτε παρὰ τοὺς νόμους τοὺς ὁποίους ἐθεσπίσαμεν διὰ νὰ περιφρουρήσωμεν τὸ πολίτευμα ὑπὸ τὰ ὄμματα τοῦ Εἰσαγγελέως, τοῦ κατ’ ἐξοχὴν ἐντεταλμένου νὰ ἐνεργῇ εἰς τοιαύτας ὑποθέσεις, εἰς μίαν ὑπόθεσιν μνημονεύεται ἡ πρᾶξις τῆς θανατικῆς ἐκτελέσεως τῶν θανατωθέντων προδοτῶν τῆς Πατρίδος, ὅτε ὑπὸ τοὺς θόλους τοὺς δικαστικοὺς παραβιάζονται ὅλαι αἱ διατάξεις τοῦ κατοχυρωτικοῦ Διατάγματος, ὅτε ἐν μέσαις Ἀθήναις ὑπάρχουν Εἰσαγγελεῖς οἱ ὁποῖοι ἐκτελοῦν ἐν ὀνόματι τοῦ Βασιλέως τὰς ἀποφάσεις, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ σκεπτώμεθα πῶς θὰ ἐπιβάλωμεν τὸν κεντρικὸν Νόμον, ὁ ὁποῖος ἐπιβάλλει τὸν σεβασμὸν πρὸς τὸ νέον πολίτευμα καὶ τοὺς νόμους αὐτοῦ.
§134ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καλέλλης ἔχει τὸν λόγον.
§135Ν. ΚΑΛΕΛΛΗΣ. Μεθ’ ὅσα, κύριοι πληρεξούσιοι, ἐξετέθησαν ἐκ μέρους τῶν προλαλησάντων περὶ τῆς δικαιοδοσίας τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ἵνα ἐπιλαμβάνηται τοῦ κολασμοῦ τοιούτων παραβάσεων ἐκ μέρους Εἰσαγγελέων, θεωρῶ περιττὸν νὰ προσθέσω τι, διότι δὲν ἔχω καμμίαν ἀμφιβολίαν ὅτι καὶ οἱ τυχὸν ἔχοντες ἀντίθετον γνώμην ἐπείσθησαν πλέον ἀκραδάντως ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἀσκῶν τὴν πειθαρχικὴν ἐξουσίαν δύναται καὶ ὀφείλει καὶ ὑποχρεοῦται νὰ προλαμβάνῃ τὰ ἀδικήματα ἐκ μέρους τῶν εἰσαγγελικῶν ὀργάνων καὶ νὰ προσπαθῇ νὰ πράττῃ πᾶν ὅ,τι εἶναι δυνατὸν πρὸς κολασμὸν τῶν παρεκτρεπομένων. Εἶναι ὁμολογουμένως λυπηρόν, διότι προΐσταται τῆς Δικαιοσύνης ἄνθρωπος ὁ ὁποῖος ἔχει ψυχὴν ἀγγελικήν, ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργός, ὁ ὁποῖος θέλει νὰ ἐμφανίζεται ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ὡς τόσον ἀγρίως αὐστηρός, αὐτὸς ὁ ὁποῖος ἀφήνει ἄνευ κολασμοῦ ὁρμαθὸν ὁλόκληρον παραβάσεων ἐκ μέρους ἑνὸς καὶ μόνον εἰσαγγελικοῦ ὀργάνου, χωρὶς νὰ ὁμιλήσω περὶ ἄλλων παραβάσεων τὰς ὁποίας ἄλλα εἰσαγγελικὰ ὄργανα ἐν γνώσει τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης διέπραξαν, παραβάσεων τὰς ὁποίας ὡμολόγησεν αὐτὸς οὗτος ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὅτι γνωρίζει ὡς λαβούσας χώραν. Κύριοι πληρεξούσιοι, πρὶν ὁμιλήσω περὶ τῶν παραβάσεων τούτων, ἔχω νὰ ἐπαναφέρω εἰς τὴν μνήμην ὑμῶν τὰ ἑξῆς γεγονότα, ἐπὶ τῶν ὁποίων δὲν νομίζω ὅτι ἐκ μέρους ὑμῶν ἀπεδόθη ἡ δέουσα προσοχή. Δὲν ὑπάρχει ἑβδομάς, διὰ νὰ μὴ ἀναφέρω μικρότερον χρονικὸν διάστημα, κατὰ τὴν ὁποίαν ἀπὸ τοῦ στόματος τοῦ κ. Προέδρου τῆς Συνελεύσεως νὰ μὴ ἀκουσθῇ ὅτι ζητεῖται παρὰ τοῦ Α ἢ Β Εἰσαγγελέως ἡ δίωξις τοῦ Γ ἢ Δ πληρεξουσίου. Ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἀπετέλεσαν ἢ ἀποτελοῦν μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς Δικαιοσύνης, ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἔλαβον γνῶσιν τῶν κατηγοριῶν αἱ ὁποῖαι ἀπεδόθησαν εἰς τοὺς οὕτω κατηγορουμένους κυρίους πληρεξουσίους, ἐκεῖνοι καὶ μόνοι εἶναι εἰς θέσιν κάλλιον παντὸς ἄλλου νὰ κρίνωσιν ἂν ἀμερολήπτως ἀπονέμεται ἡ δικαιοσύνη ὑπὸ τῶν αἰτουμένων τὴν δίωξιν πληρεξουσίων Εἰσαγγελέων ἢ ὄχι. Ἂν ἐβλέπετε τὰς κατηγορίας αἱ ὁποῖαι ἀπευθύνονται κατὰ τῶν πληρεξουσίων, θὰ ἐφρίττετε, πῶς ὑπῆρξαν τόσον εὔθικτοι αἱ κατὰ τόπους δικαστικαὶ ἐξουσίαι διότι ὁ Α πληρεξούσιος κατηγγέλθη ἀπὸ τὸν Β ἀγροφύλακα ὅτι εἶπεν εἰς αὐτὸν παρανομήσαντα «ἀφοῦ κάνεις ἔτσι, θὰ σοῦ δείξω ἐγώ».
§136Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ μὴ ζητήσῃ τὴν ἄδειαν διώξεως;
§137Ν. ΚΑΛΕΛΛΗΣ. Χαίρω, διότι μὲ ἐφέρατε ταχύτερον εἰς ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θὰ ἔφερον μετ’ οὐ πολύ.
§138Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τί θὰ ὤφειλε νὰ πράξῃ ὁ Εἰσαγγελεύς;
§139Ν. ΚΑΛΕΛΛΗΣ. Καὶ μὲ ἠρώτησεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσσηνίας συνάδελφος «τί ἠθέλατε νὰ πράξῃ ὁ Α ἢ Β Εἰσαγγελεύς; νὰ ἀφήσῃ κοιμισμένην τὴν μήνυσιν κατὰ τοῦ Γ ἢ Δ πληρεξουσίου;» Ἀλλὰ πρὶν ἢ λάβῃ τὴν ἀπάντησιν οὗτος, θὰ ἀπευθύνω τὴν ἐρώτησιν ἐγὼ εἰς οἱονδήποτε ἐξ ὑμῶν, ἀλλὰ πρὸ παντὸς εἰς τὸν κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργόν: Πλὴν τῆς μηνύσεως ταύτης ἡ ὁποία ἀφεώρα παραβάσεις ἀποδιδομένας εἰς τὸν περὶ οὗ πρόκειται πληρεξούσιον, οἱοσδήποτε καὶ ἂν εἶναι οὗτος, ὑπῆρχεν ἄλλη ἐκκρεμὴς μήνυσις καθ’ οἱουδήποτε προσώπου ἐν τῷ εἰσαγγελικῷ γραφείῳ καὶ διεξήχθη ἐνημέρως ἡ ἄλλη ὑπηρεσία τῆς Εἰσαγγελίας καὶ παρέμεινεν εἰς βάρος τῆς ὑπολήψεως τοῦ πληρεξουσίου ἡ μήνυσις ἐκείνη;
§140Ν. ΞΗΡΟΣ. Ὁ Εἰσαγγελεὺς ἀμέσως ἅμα τῷ παραδοθῇ μήνυσις, ἀμέσως τὴν χαρακτηρίζει καὶ τὴν παραπέμπει. Προκειμένου περὶ πληρεξουσίου πῶς δὲν προβαίνει εἰς τὴν παραπομπήν;
§141Ν. ΚΑΛΕΛΛΗΣ. Μὴ μὲ προκαλεῖτε νὰ σᾶς ἀναφέρω ἀληθείας αἱ ὁποῖαι εἶναι πολὺ θλιβεραί, ἀξιότιμε κ. συνάδελφε· νὰ ἀναφέρω ἔκθεσιν Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν ἡ ὁποία βεβαιοῖ ὅτι ὄχι μόνον εἰς τὴν Εἰσαγγελίαν Ἀθηνῶν, ἀλλὰ καὶ εἰς πολλὰς ἄλλας Εἰσαγγελίας, αἱ ὁποῖαι ἔχουν μικροτέραν κίνησιν, εὑρίσκονται μηνύσεις ἐκκρεμεῖς. Σᾶς τὸ βεβαιῶ καὶ σᾶς ἀναφέρω τὴν ἔκθεσιν τοῦ Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν Κερκύρας τὴν τελευταίαν, τὴν ὁποίαν θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ καταθέσῃ διὰ νὰ πεισθῆτε.
§142Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἐπὶ ποίας ὑποθέσεως;
§143Ν. ΚΑΛΕΛΛΗΣ. Ἐπιθεωρήσεως γραφείων. Διὰ νὰ πεισθῇ ὁ ἔντιμος συνάδελφος ὅτι μηνύσεις ὑπάρχουν ἐκκρεμεῖς καὶ ἀχαρακτήριστοι ἐν τῷ εἰσαγγελικῷ γραφείῳ ὄχι ἀπὸ ἡμερῶν μόνον, ὄχι ἀπὸ μηνῶν, ἀλλ’ ἀπὸ ἐτῶν.
§144Β. ΑΛΕΒΙΖΑΤΟΣ. Αὐτὸ εἶναι ἐγκληματικόν.
§145Ν. ΞΗΡΟΣ. Δι’ ἓν μόνον ἠμπορεῖτε νὰ κακίσητε τοὺς Εἰσαγγελεῖς· ὅτι δὲν ἐπεξεργάζονται ὡς ἔδει τὰς μηνύσεις ἅμα τῇ ἐπιδόσει των καὶ τὰς παραπέμπουν χωρὶς νὰ τὰς ἐξετάσουν.
§146Ν. ΚΑΛΕΛΛΗΣ. Ἀλλά, κύριοι, καὶ ἂν ἐπανέλθω εἰς τὸν Εἰσαγγελέα Ἀλεξανδρουπόλεως καὶ ἂν θελήσω νὰ δεχθῶ ὅτι ὁ Εἰσαγγελεὺς Ἀλεξανδρουπόλεως ὑπῆρξε τόσον ἐνήμερος ὥστε μόνον τὴν μήνυσιν ἐκείνην τὴν κατὰ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου κ. Πανταζίδου νὰ εἶχεν ἐν τῷ γραφείῳ του, θὰ ἠρώτων ὑμᾶς· μήπως ἐζήτησεν ἅμα τῇ ὑποβολῇ τῆς μηνύσεως, μήπως ἐζήτησε, λέγω, τὴν ἄδειαν διώξεως ἐκ μέρους τοῦ Σώματος διὰ νὰ προχωρήσῃ;
§147Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄλλο αὐτό.
§148Ν. ΚΑΛΕΛΛΗΣ. Δὲν εἶναι ἄλλο.
§149Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Πῶς δὲν προσδιώριζε τὴν κατὰ τοῦ Νομάρχου;
§150Ν. ΚΑΛΕΛΛΗΣ. Δὲν συμφωνῶ μὲ τὴν γνώμην σας, κ. Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν. Δὲν ἐπρόκειτο περὶ τοῦ ἀδικήματος αὐτοῦ τὸ ὁποῖον διέπραξεν ὁ κ. Εἰσαγγελεύς· διέπραξε κάτι μεῖζον ὁ κ. Εἰσαγγελεύς. Ἂν θελήσωμεν νὰ πιστεύσωμεν εἰς αὐτὸν ὅτι εἶχε τὴν ἰδέαν, τὴν γνώμην, τὴν πεποίθησιν ὅτι δὲν ἀπῃτεῖτο ἄδεια ἐκ μέρους τῆς Συνελεύσεως πρὸς δίωξιν τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου Ἀλεξανδρουπόλεως καὶ ὅτι ὀρθῶς προέβη εἰς προανάκρισιν κατ’ αὐτοῦ, ἐρωτῶ· ἐξεπλήρου εὐσυνειδήτως τὸ καθῆκόν του εἰσάγων ἀπ’ εὐθείας εἰς δικαστήριον πέντε ἢ ὀκτὼ ἡμέρας ἀπὸ τῆς διαπράξεως τοῦ ἀδικήματος τὸν ἀξιότιμον κ. πληρεξούσιον ἐνώπιον τοῦ ἀκροατηρίου καθ’ ὃν χρόνον ἄφηνεν ἐκκρεμεῖς ἐν τῷ γραφείῳ αὐτοῦ ἄλλας μηνύσεις κατ’ ἄλλων πολιτῶν, αἱ ὁποῖαι ἀφεώρων ἴσως βαρυτέρας πράξεις; Ἡ μήνυσις ἐκείνη, ἡ ἐκκρεμότης τῆς μηνύσεως ἐκείνης, ἡ μὴ τιμωρία τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου, αὐτὴ θὰ ἔβλαπτε τὸ γόητρον τῆς Δικαιοσύνης καὶ ἡ ἐκκρεμότης τόσων φύσεως ἄλλης μηνύσεων δι’ ἀπείρους ἐγκληματικὰς πράξεις δὲν θὰ ἐμείου τὸ γόητρον τῆς Δικαιοσύνης; Οὐδὲν ἄλλο ἐνδεικνύει τοῦτο εἰμὴ ὅτι οἱ πληρεξούσιοι, οἱ βουλευταὶ μειονεκτοῦσιν ἀπέναντι τῆς Δικαιοσύνης, διότι εἶναι κοινὸν μυστικὸν ὅτι οὐδεὶς δικάζεται ἀγριώτερον ἀπὸ τοὺς ἔχοντας, ἂς εἴπω, τὴν εὐτυχίαν νὰ παρακάθηνται ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ καὶ οὐδεὶς κρίνεται αὐστηρότερον ἐκ μέρους τῶν δικαστικῶν ὀργάνων. Δὲν θὰ παύσῃ τὸ κακόν, κύριοι πληρεξούσιοι, ἐφόσον δὲν εὑρίσκεται ὁ ἀπαιτούμενος ἔλεγχος. Θεωρίαι ἀνεπτύχθησαν πολλαὶ ἐνταῦθα τὴν ἑσπέραν ταύτην καὶ ἐγὼ κατέληξα εἰς τὸ νὰ παραπονεθῶ ἐναντίον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ διὰ τὴν εὐαγγελικὴν αὐτοῦ ψυχὴν καὶ ἐπαναλαμβάνω καὶ τονίζω ὅτι πόσας κατήγγειλεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐνώπιον ἡμῶν παραβάσεις τοῦ Εἰσαγγελέως Ἔβρου; Δευτέρα κατηγορία, ὁμολογηθεῖσα ἀπὸ τὸν τέως ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸν κ. Γκότσην, ὅτι ἐτηλεγράφησεν εἰς τὸν Ἀντεισαγγελέα ὅτι πρέπει, ἐφόσον δὲν ἐζητήθη ἡ ἄδεια τῆς Συνελεύσεως, νὰ μὴ ἐκδικασθῇ ἡ ὑπόθεσις αὐτή.
§151Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Νὰ τὴν ἀποσύρῃ.
§152Ν. ΚΑΛΕΛΛΗΣ. Νὰ τὴν ἀποσύρῃ. Γνωρίζετε ποία ὑπῆρξεν ἡ ἀπάντησις τοῦ κ. Εἰσαγγελέως: «Ἠρώτησα τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν καὶ μοὶ εἶπε νὰ τὴν ἀποσύρω, καὶ τὴν ἀπέσυρα». Δηλαδή: «κ. Ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, κόπιασε νὰ κουβεντιάσῃς μὲ τὸν ἰδιαίτερόν σου γραμματέα ἢ μὲ τὸν κλητῆρα τοῦ Ὑπουργείου σου καὶ ἐσένα δὲν σὲ λογαριάζω».
§153Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Αὐτὸ εἶναι ἀπόρροια τῆς θεωρίας τὴν ὁποίαν ἀνέπτυξεν ὁ κ.....
§154Ν. ΚΑΛΕΛΛΗΣ. Ἔχομεν παράδοσιν τοιαύτην, ἡ ὁποία, δὲν θέλω νὰ τὴν χαρακτηρίσω βαρύτερον, ἀλλ’ ἀναμφισβητήτως ἀποτελεῖ μίαν παράδοσιν ἀρκετὰ σοβαράν. Ἔρχεται κατόπιν ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς ὁ ὑποκρινόμενος τὸν αὐστηρόν, τὸν ἄτεγκτον, καλεῖ τὸν κ. Εἰσαγγελέα νὰ ἀποσύρῃ τὴν ὑπόθεσιν διὰ τοὺς ἰδίους λόγους, διότι δὲν ἔχει λάβει γνῶσιν τῆς προτέρας ἐνεργείας, καὶ ἡ ἀπάντησις ποία εἶναι; Τὴν ἠκούσατε ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργόν. Τηλεγραφεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅτι ἔλαβε χώραν παρεξήγησις καὶ τοῦ τηλεγραφήματος αὐτοῦ τοῦ ἱπποτικοῦ, τοῦ εὐγενοῦς, τοῦ ἀποσταλέντος ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐγένετο χρῆσις ὄχι ἀγαθή, ἀλλὰ κατάχρησις τοῦ χειροτέρου εἴδους, διότι ὁ τρόπος κατὰ τὸν ὁποῖον τὸ μετεχειρίζετο ἐνώπιον συναδέλφων καὶ ἄλλων πολιτῶν δὲν ἔλεγε τίποτε ἄλλο ἢ ὅτι καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης περιεφρόνει τὸν κ. πληρεξούσιον καὶ ὅτι οἱονεὶ ἐξεδήλου ὁ κ. Ὑπουργὸς αἰσθήματα συγγνώμης. Ζητεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀπὸ τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν τὴν πειθαρχικὴν δίωξιν τοῦ Εἰσαγγελέως Ἔβρου καὶ παρέρχονται τρεῖς μῆνες.
§155ΤΙΝΕΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. 2½ μῆνες.
§156Ν. ΚΑΛΕΛΛΗΣ. Παρέρχονται 2½ μῆνες, ζητεῖ ἀπάντησιν ἀπὸ τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν καὶ οὐδεμία ἀπάντησις ἔρχεται. Πότε θὰ εὐαρεστηθῇ νὰ ἀπαντήσῃ εἰς τὸν κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸν ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν; Καὶ ἕως πότε, κ. Ὑπουργέ, θὰ ἀνέχεσθε τὸν Εἰσαγγελέα αὐτὸν τῶν Ἐφετῶν κωφεύοντα καὶ τοῦτον εἰς τὰς ὑμετέρας διαταγὰς περὶ τῆς πειθαρχικῆς διώξεως τοῦ ὑφισταμένου αὐτοῦ Εἰσαγγελέως; Ἂν, κύριοι πληρεξούσιοι, κατὰ τὸ 1910 ἕως τὸ 1914 καὶ 1915 ἡ Δικαιοσύνη ἔφθασεν εἰς τὸ ζενὶθ τῆς δόξης καὶ τῆς ὑπολήψεώς της, μὴ ἀκούετε ὅτι τοῦτο ἐγένετο διότι ἔλειψαν αἱ δῆθεν ἐπεμβάσεις ἢ διότι συνεστήθη ὁ θεσμὸς τοῦ Συμβουλίου ἢ διότι εἰσήχθησαν νέαι δυνάμεις εἰς τὸ δικαστικὸν Σῶμα. Ὄχι, τοῦτο δὲν εἶναι ἀκριβές. Μὴ λησμονῆτε ὅτι Ἕλληνες ἐσμὲν καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν ἢ πάντες νὰ ἔχωμεν τὸν αὐτὸν χαρακτῆρα, Τί ἦτο ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον συνεκράτει τὴν Δικαιοσύνην τὴν Ἑλληνικὴν ἐντὸς τῶν χαρακωμάτων αὐτῆς; Ἦτο ὁ ἔλεγχος καὶ ἔφθανεν ὁ ἔλεγχος οὗτος μέχρι τοῦ σημείου ὥστε ὀλίγον νὰ ἀπέχῃ καὶ ἀπὸ τῆς οὐσιαστικῆς ἀπονομῆς τοῦ δικαίου· διότι δὲν θὰ λησμονῆτε ὅτι ἐτιμωρήθησαν τότε ἀπὸ τὸν ἀείμνηστον Ὑπουργὸν Δημητρακόπουλον δικασταὶ διότι ἐξέδιδον βουλεύματα ἀπαλλακτικά, καθ’ ὃν χρόνον ἐκ τῆς δικογραφίας ἀπεδεικνύετο ὅτι διὰ νὰ ἐκδοθῇ τοιοῦτον βούλευμα ἔπρεπε νὰ ὑπάρχῃ κουφότης καὶ ἀμέλεια τοιαύτη εἰς τοὺς ἐκδώσαντας τὸ βούλευμα δικαστάς, ὥστε νὰ ἐμπίπτωσιν εἰς τὰς διατάξεις ἐκείνας κατὰ τὰς ὁποίας γεννᾶται ἡ δικαιοδοσία τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης πρὸς κολασμὸν τῶν παραβατῶν τοῦ Ὀργανισμοῦ τῶν Δικαστηρίων δικαστῶν. Ἂν, κ. Ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, θέλετε νὰ ἐπαναφέρετε τὴν Δικαιοσύνην εἰς τὸ σημεῖον εἰς τὸ ὁποῖον εὑρίσκετο τότε, σημεῖον τὸ ὁποῖον πάντες ὀνειροπολοῦμεν, ἂν θέλετε νὰ παύσουν τὰ δίκαια παράπονα οὐχὶ καθ’ ὅλου, εὐτυχῶς, τοῦ δικαστικοῦ κλάδου, κλάδου ὁ ὁποῖος δὲν εἶμαι ἐγὼ ἐκεῖνος ὅστις θὰ ἀρνηθῇ ὅτι διετήρησεν ἐν τοῖς σπλάγχνοις αὐτοῦ καὶ στοιχεῖα ὑγιᾶ, στοιχεῖα τὰ ὁποῖα μᾶς ἐπιτρέπουν νὰ στηρίξωμεν χρηστὰς ἐλπίδας ἐπ’ αὐτοῦ καὶ ἐν τῷ μέλλοντι, ἄν, λέγω, θέλετε νὰ παύσουν τὰ παράπονα κατὰ τῶν παραβαινόντων τὰ καθήκοντά των δικαστικῶν ὑπαλλήλων, πρέπει τὰ δικαιώματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα φαίνεσθε ὅτι γνωρίζετε ὅτι ἔχετε καὶ ὅτι ἐπιθυμεῖτε νὰ τὰ ἐνασκήσετε, πρέπει νὰ τὰ ἐνασκήσετε μᾶλλον εὐρύτερον καὶ νὰ προσπαθήσετε νὰ τὰ ἐνασκήσετε δι’ ἐλέγχου, τὸν ὁποῖον ἔχετε εἰς χεῖρας νὰ ἐφαρμόσετε διὰ τῶν ἐπιθεωρητῶν τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων. Μόνον ὅταν ὑπάρξῃ ὁ ἔλεγχος, μόνον ὅταν δὲν θὰ γίνωνται αἱ ἐπιθεωρήσεις τῶν Εἰσαγγελέων τῶν Ἐφετῶν διὰ τηλεγραφημάτων πρὸς τοὺς Εἰσαγγελεῖς τῶν Πρωτοδικῶν, ὅπως ἐπιβῶσι λέμβου, ἀξιότιμε ἐκ Φθιώτιδος συνάδελφε, καὶ μεταφέρωσι τὰ βιβλία τῆς Εἰσαγγελίας εἰς τὸ ἀτμόπλοιον πρὸς θεώρησιν, διότι ἐπείγεται νὰ ἀναχωρήσῃ εἰς Σῦρον ὁ κ. Εἰσαγγελεύς....
§157ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Ποῖος εἶναι αὐτὸς ὁ κ. Εἰσαγγελεύς;
§158Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Καταγγείλατέ τον, κ. πληρεξούσιε.
§159Ν. ΚΑΛΕΛΛΗΣ. Τί νὰ καταγγείλω; Δὲν τὸν γνωρίζετε, κ. Ὑπουργέ;
§160Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν τὸν γνωρίζω.
§161Ν. ΚΑΛΕΛΛΗΣ. Ἀλήθεια; Αὔριον· ἂν θέλετε καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Ὅταν θελήσετε νὰ γίνεται ἔλεγχος ἄγρυπνος ἐπὶ τῶν κατωτέρων τῆς Δικαιοσύνης ὀργάνων, μόνον τότε θὰ ἐξασφαλίσετε ἀπόλυτον τὴν ἐλευθερίαν τοῦ πολίτου, εἰς τὸν χαρακτηρισμὸν δὲ τοῦτον περιλαμβάνω καὶ ὑμᾶς, κύριοι πληρεξούσιοι. (Χειροκροτήματα).
§162ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καλομενόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§163Κ. ΚΑΛΟΜΕΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἶπεν ὅτι δὲν ἠθέλησε νὰ προκαλέσῃ περαιτέρω ἔρευναν τῆς ὑποθέσεως τῆς ἐνδιαφερούσης τὸν ἀξιότιμον ἐκ Ροδόπης συνάδελφον διὰ νὰ μὴ ἐκτεθῇ τὸ γόητρον τῆς Δικαιοσύνης. Αὐτὴ ἡ σφαλερὰ ἀντίληψις τοῦ νὰ θέλωμεν νὰ σκεπάζωμεν τὰ ἀτοπήματα, καὶ ὅτι ὡρισμένος κλάδος θὰ ὑποστῇ ζημίαν, θὰ ταπεινωθῇ, ἂν ἐφαρμοσθῇ ἀμειλίκτως ὁ ἔλεγχος ἐπ’ αὐτοῦ, αὐτὴ ἡ ἀντίληψις, λέγω, εἶναι μία μεγάλη αἰτία καὶ ἀφορμὴ τῆς κακοδαιμονίας τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους. Ἄν, κ. Πρόεδρε, ἐνηργεῖτο ἐν ὥρᾳ τῇ πρεπούσῃ ὁ ἔλεγχος τῶν διαχειριστῶν τοῦ δημοσίου πλούτου καὶ δὲν ἐπεκράτει ἡ σφαλερὰ ἀντίληψις ὅτι θὰ προσβληθῇ τάχα ὁ Α δωσίλογος ἢ ὅτι θὰ προσβληθῇ ὁ Σύλλογος ἂν ἐξαπίνης εἰσέλθῃ εἰς τὸ γραφεῖόν του ὁ ἐπιθεωρητὴς καὶ ζητήσῃ τὰ βιβλία καὶ ζητήσῃ τὰς ἀποδείξεις καὶ κάμῃ ἔλεγχον, διότι εἶναι φίλος ἢ συγγενὴς τοῦ Α ἢ τοῦ Β, δὲν θὰ διεπράττοντο αἱ κολοσσιαῖαι ἐκεῖναι καταχρήσεις αἱ ὁποῖαι ἐξήγειραν τὴν κοινὴν συνείδησιν καὶ δὲν θὰ κατεστρέφοντο τόσοι ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι, διατελοῦντες ὑπὸ αὐστηρὸν ἔλεγχον, κατὰ τὸ πλεῖστον δὲν θὰ παρέβαινον τόσον θρασέως τὸ καθῆκόν των. Δὲν προβαίνω, κ. Πρόεδρε, εἰς περαιτέρω ἀνάπτυξιν τῆς γνώμης αὐτῆς οὔτε ἔχω ἀνάγκην νὰ τὴν ἀναπτύξω περαιτέρω, διότι εἶμαι βέβαιος ὅτι δὲν ὑπάρχει δευτέρα γνώμη περὶ τούτου. Ὁ δικαστικὸς κλάδος, κατὰ τὴν γνώμην μου, ὄντος καὶ ἐμοῦ δικαστικοῦ, ἔπρεπε πράγματι νὰ ὑφίσταται ὅσον τὸ δυνατὸν ἡσυχώτερον, ἠρεμώτερον τὸν ἔλεγχον τῶν διαφόρων Ἀρχῶν. Καὶ θὰ ἦτο εὐτύχημα διὰ τὴν Ἑλληνικὴν Δημοκρατίαν ἂν δὲν ἐδίδοντο τοιαῦτα ἀφορμαί, ὥστε νὰ εὑρεθῶμεν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ πετάξωμεν τὸν πέπλον καὶ νὰ σύρωμεν ἐνώπιόν μας τὴν σεμνὴν θεὰν γυμνὴν διὰ νὰ ἴδωμεν τὰς πληγάς της. Θὰ ἦτο εὐτύχημα, ἀλλ’ ἀφοῦ ἅπαξ ἐτέθη ὁ δάκτυλος ἐπὶ τὸν τύπον τῶν ἥλων δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ νὰ μὴ ἐξαπλώσωσιν ἐπὶ τῆς τραπέζης τοῦ ἀνατόμου τὸ σκωληκόβρωτον σῶμα καὶ νὰ μὴ ἐνεργήσωσιν ὅ,τι θὰ ἐνήργει ὁ καλὸς ἰατρός, ὁ καλὸς χειροῦργος, ὅταν ἔχῃ ἐνώπιόν του ὀργανισμὸν σεσηπότα εἰς ὡρισμένα μέρη. Ὁ καλὸς χειροῦργος δὲν θὰ διστάσῃ νὰ κόψῃ τὸν πόδα καὶ τὴν χεῖρα καὶ νὰ ἐξορύξῃ τὸν ὀφθαλμὸν διὰ νὰ σώσῃ τὸ ὑπόλοιπον σῶμα. Ἔχομεν ἱερὰν ὑποχρέωσιν νὰ μὴ σταματήσωμεν πρὸ οὐδενὸς μέτρου τὸ ὁποῖον εἶναι προωρισμένον νὰ ἐκκαθαρίσῃ τὴν Δικαιοσύνην. Κύριε Πρόεδρε, πρὸ πολλῶν ἐτῶν ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην, ἐπὶ Δηλιγιάννη Πρωθυπουργοῦ, καὶ τότε δὲν ἔπαυσα εἴτε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου εἴτε εἰς ἰδιαιτέρας συνομιλίας νὰ τονίζω ὅτι ὅποιος θέλει νὰ κυβερνᾷ πρέπει νὰ αἰσθάνεται τοὺς ὤμους του πολὺ στιβαροὺς διὰ νὰ φέρῃ τὸ βάρος τῆς εὐθύνης, διότι ἡ τιμὴ ἔχει ἀνταπόδοσιν καὶ ἀνταλλάγματα. Καὶ ἂν ῥίψωμεν ἓν βλέμμα εἰς τὴν ἔντιμον σειρὰν τῶν ὑπευθύνων Ὑπουργῶν, ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος εἶναι μᾶλλον ἀξιολύπητος δὲν εἶναι οὔτε ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν οὔτε τῶν Ναυτικῶν οὔτε τῶν Ἐξωτερικῶν, ἀλλ’ εἶναι ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὁ ὁποῖος ἔρχεται διὰ τῆς φωνῆς ἑνὸς πεπειραμένου, ἐξόχου ἐπιστήμονος καὶ ῥίπτει πρὸς ἡμᾶς μίαν λυπηρὰν ἐξυπηρέτησιν, ὅτι δὲν εἶναι ἱκανὸς νὰ τιμωρήσῃ οὐδὲ τὸν γραμματέα τοῦ Εἰρηνοδικείου δευτέρας τάξεως.
§164ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Ὄχι διότι δὲν εἶναι ἱκανός, ἀλλὰ διότι δὲν ἔχει θέλησιν.
§165Κ. ΚΑΛΟΜΕΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι ὅτι δὲν ἔχει τὴν προσωπικὴν ἱκανότητα, ἀλλ’ ὅτι οἱ νόμοι τοῦ Κράτους τὸν καθιστοῦν ἀνίκανον νὰ ἀσκήσῃ τὴν πειθαρχικὴν ἐξουσίαν ἐπὶ τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων.
§166Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Παρακαλῶ νὰ σᾶς δώσω μίαν διασάφησιν. Διὰ νὰ τιμωρήσῃ ἕνα δικαστὴν ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔχει τὸ δικαίωμα παρακολουθήσεως ὡρισμένης διαδικασίας.
§167Κ. ΚΑΛΟΜΕΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἠξεύρω, κ. Ὑπουργέ.
§168Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶπον εἶναι ὅτι δὲν δύναται νὰ μεταθέσῃ οὐδὲ ἕνα γραμματέα Εἰρηνοδικείου ἄνευ τῆς γνωματεύσεως τῶν ἀνωτέρων καὶ τῆς ἀποφάσεως τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου.
§169Κ. ΚΑΛΟΜΕΝΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ εἶπον, κ. Ὑπουργέ· ὅτι διὰ νὰ μεταθέσετε ἕνα γραμματέα Εἰρηνοδικείου δευτέρας τάξεως εὑρισκόμενον εἰς μακρινὸν μέρος πρέπει νὰ ζητήσητε τὴν ἄδειαν ἀπὸ ὅλους τοὺς Βραχμᾶνας. Καὶ ἀφοῦ εὑρίσκεται τοιοῦτος σκιώδης Ὑπουργὸς ἀπέναντι τοῦ γραμματέως δευτέρας τάξεως Εἰρηνοδικείου, πῶς ἔρχεται ὁ κ. ἐξ Ἕβρου συνάδελφος καὶ ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν διατί δὲν ἔθιξεν ἕνα Εἰσαγγελέα Πρωτοδικῶν καὶ διατί ἀνέχεται τὴν σιωπὴν τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν καὶ τοῦ Προέδρου τῶν Ἐφετῶν; Κύριοι, δὲν πρόκειται περὶ σιωπῆς ὀλίγων ἡμερῶν, κατὰ τὰς ὁποίας ἐταξίδευσεν ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν καὶ ἠσθένησεν, ἀλλὰ πρόκειται περὶ ὑποθέσεως λαβούσης τὴν γένεσιν πρὸ ἑπτὰ μηνῶν.
§170Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἀπὸ τὸν Ὀκτώβριον.
§171Κ. ΚΑΛΟΜΕΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπὸ τὸν Μάϊον. Τὸ ἐπεισόδιον ἐγένετο τὸν Μάϊον· μετρήσατε πόσοι μῆνες παρῆλθον. Ἀπὸ τοῦ Μαΐου μέχρι σήμερον δὲν εὑρέθη τρόπος νὰ ἱκανοποιηθῇ ἕνας ἀντιπρόσωπος τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὁ ὁποῖος ἔχει ἐντολὴν νὰ καταρτίσῃ τὸ πολίτευμα, νὰ οἰκοδομήσῃ τὸν ἱερὸν ναὸν τῆς Ἑλληνικῆς Δημοκρατίας, ὁ ὁποῖος προσεβλήθη, καὶ δὲν εὑρέθη ὁ τρόπος ὄχι μόνον νὰ παυθῇ, ὄχι μόνον νὰ μετατεθῇ ὁ ὑπαίτιος τῆς προσβολῆς, ἀλλὰ τουλάχιστον νὰ τῷ γίνῃ ἡ ἁβροτέρα παρατήρησις διὰ τὴν προσβολὴν ἑνὸς ἀντιπροσώπου τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἔπρεπε νὰ τεθῶσιν εἰς ἐνέργειαν ὅλαι αἱ Ἀρχαί. Λέγων ταῦτα, κύριοι, βεβαίως δὲν στρέφομαι κατὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης κ. Τσιτσεκλῆ οὔτε κατὰ τοῦ προκατόχου του κ. Γκότση οὔτε καθ’ ὅλης τῆς σειρᾶς τῶν προκατόχων των. Καὶ ἀπαντᾷ ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅτι αὐτοὺς τοὺς νόμους τῷ δίδει τὸ Κράτος καὶ μὲ αὐτοὺς διοικεῖ. Ὅταν γνωρίζετε, κύριοι, πασιδήλως ὅτι μὲ αὐτοὺς τοὺς νόμους περιήλθομεν εἰς αὐτὴν τὴν θέσιν, ὅτι μὲ αὐτοὺς τοὺς νόμους ἔχομεν πληγὰς ἀνοικτὰς καὶ δὲν ὑπάρχει ὁ ἱκανὸς νὰ τὰς θεραπεύσῃ, τότε ἐπιβάλλεται ἡ ὑποχρέωσις, τὸ ὑπέρτατον καθῆκον νὰ σκεφθῶμεν σοβαρῶς πῶς θὰ μεταβάλωμεν αὐτοὺς τοὺς νόμους τοὺς κακοποιούς, πῶς θὰ καταστήσωμεν ὑπεύθυνον τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, πραγματικῶς ὑπεύθυνον, καὶ νὰ εἶναι ἡ Συνέλευσις εἰς θέσιν νὰ ζητῇ λόγον ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὁ ὁποῖος θὰ τρέμῃ, ἐνῷ σήμερον εἶναι ἡ σκιὰ τῆς Δικαιοσύνης· παρέρχεται ἐνώπιόν μας τρέμουσα πρὸ συνεταιρισμῶν καὶ συνεννοήσεων ἀνωτάτων ὑπαλλήλων καὶ ῥίπτουσα ἓν βλέμμα πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν λέγει «ὁρίστε, στρέψατε τὸ βλέμμα σας πρὸς τὰ ἐκεῖ». Ἂν τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν δὲν εἶναι καλά, ὁ δημόσιος ἡμῶν θησαυρὸς ὀλίγα ἔχει νὰ χάσῃ· ἂν ὁ Ἑλληνικὸς Στρατὸς ἔχῃ ὀργανισμὸν μὴ ἀνταποκρινόμενον πρὸς τὸν χαρακτῆρα τοῦ Ἕλληνος ἢ πρὸς τὰς ἀνάγκας τῆς ἀμύνης ἢ ἐπιθέσεως ἐκτὸς ἢ ἐντὸς τῶν συνόρων, τὸ κακὸν θὰ τὸ ἀναπληρώσῃ ἡ γενναιότης τῶν Ἑλλήνων στρατιωτῶν· ἀλλ’ ὅταν ἡ Δικαιοσύνη εὑρίσκεται εἰς αὐτὴν τὴν κατάστασιν, ὅταν ἐν παραζάλῃ εὑρίσκεται ἐνώπιον ὑμῶν ὁ ἀγαθὸς Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καὶ σᾶς λέγει δὲν γνωρίζω πῶς νὰ ἐξέλθω καὶ τί νὰ κάμω, τότε πρέπει νὰ σκεφθῶμεν τί πρέπει νὰ πράξωμεν. Δὲν πρόκειται νὰ χάσωμεν ὡρισμένα χρήματα ἀπὸ τὸν λαθρέμπορον ἐπὶ τοῦ προκειμένου κινδυνεύει ὁλόκληρον τὸ κοινωνικὸν καὶ πολιτειακὸν οἰκοδόμημα. Γεννᾶται ἡ δυσπιστία πρὸς ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος εἶναι προωρισμένος νὰ προστατεύσῃ τὴν περιουσίαν του, τὴν τιμήν του. Ἀλλοίμονον ἂν ὑπάρχῃ ἡ ἀντίληψις εἰς τὴν κοινωνίαν ὅτι ἡ Δικαιοσύνη εἴτε ἐξ ἀμελείας εἴτε ἐξ ἄλλων λόγων ἀδικεῖ τοὺς πολίτας. Αὐτὴν τὴν στιγμὴν ποὺ ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ λεγώμεθα ἱδρυταὶ τοῦ νέου πολιτεύματος, ἡμεῖς οἱ ὁποῖοι εἴχομεν τὴν ἀξίωσιν ὅτι θὰ μεταβάλωμεν τὴν Ἑλλάδα ἀπὸ τὴν κακοποιὸν δυναστείαν, δὲν ἔχομεν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἀφήσωμεν τὴν συζήτησιν τῶν φορολογικῶν νομοσχεδίων καὶ πᾶσαν ἄλλην ἀσχολίαν καὶ νὰ στρέψωμεν τὴν προσοχήν μας εἰς τὸ νὰ ἄρωμεν τὸ κακὸν αὐτὸ τὸ ὁποῖον ὑπονομεύει τὴν ὕπαρξιν τῆς Ἑλλάδος; Ἀναμένω ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν νὰ μᾶς φέρῃ προτάσεις αἱ ὁποῖαι θὰ ἔχωσιν ὡς ἀποτέλεσμα τὴν ἀπαλλαγὴν τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους ἀπὸ τὰ νοσηρὰ συρματοπλέγματα μὲ τὰ ὁποῖα εἶναι περιπεπλεγμένη ἡ Δικαιοσύνη καὶ νὰ βαδίσῃ ἐπ’ ἀγαθῷ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἐλπίζω ὅτι καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ παμψηφία τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων θὰ ζητήσῃ μιᾷ φωνῇ νὰ καταρρίψῃ τὸ σύστημα αὐτὸ καὶ νὰ δημιουργήσῃ μίαν κατάστασιν νέαν, ἕνα νέον τρόπον διοικητικὸν μὲ τὸν ὁποῖον θὰ δυνηθῶμεν νὰ ἐλπίσωμεν ὅτι θὰ ἀνυψωθῇ τὸ γόητρον καὶ ἡ εὐημερία τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ.
§172Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Χθὲς τὸ βράδυ ἀπεφασίσαμεν ὅπως τὴν 8ην ὥραν συνεχισθῇ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἐνοικιοστασίου βοσκῶν. Γνωρίζω ὅτι κατὰ τὸν Κανονισμὸν δὲν ἐπιτρέπεται, ἐφόσον εἶναι καὶ ἄλλοι ἐγγεγραμμένοι ἐπὶ τοῦ ζητήματος συνάδελφοι νὰ ὁμιλήσωσιν, ἔχω ὅμως τὴν γνώμην ὅτι τὸ ζήτημα ἐξηντλήθη ἐπαρκέστατα καὶ ὅτι ἡ περαιτέρω συζήτησις δὲν θὰ διαφωτίσῃ περισσότερον τὴν Συνέλευσιν, πολὺ δὲ μᾶλλον τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης. Ἔχω τὴν ἀντίληψιν ὅτι δυνάμεθα νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς Νομοθετικῆς Ἐργασίας, διότι εἶναι ἐπείγοντα νομοθετικὰ μέτρα, ὅπως τὸ περὶ καπνῶν καὶ βοσκῶν, τὰ ὁποῖα ἀσφαλῶς πρέπει νὰ λυθοῦν πρὸ τῶν διακοπῶν. Ἂν οἱ κύριοι συνάδελφοι παραιτηθῶσι τοῦ λόγου, νομίζω ὅτι οὐδὲν ἐμποδίζει νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν.
§173Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ κάμω μίαν σύστασιν. Κατόπιν τῆς συζητήσεως ἡ ὁποία διεξήχθη ἐπὶ τοῦ σοβαρωτάτου ζητήματος τῆς λειτουργίας καὶ τῆς ἐπαρκείας τῆς Δικαιοσύνης, φρονῶ ὅτι τὸ ζήτημα πρέπει νὰ μελετηθῇ εὐρύτερον καὶ μετὰ μακρὰν μελέτην καὶ σοβαρὰν νὰ σκεφθῶμεν τί θὰ ἠμπορῇ νὰ γίνῃ πρὸς πρόληψιν τῶν ρηθέντων ἀτόπων. Τὸ πρᾶγμα δὲν εἶναι ὀλίγων στιγμῶν. Πολλάκις ἐσκέφθην ἀναφορικῶς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο καὶ νομίζω ὅτι τὰ μέτρα ταῦτα θὰ ἔδει νὰ ληφθῶσι συνερχομένης μιᾶς μεγάλης Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία νὰ συζητήσῃ λεπτομερῶς καὶ νὰ ὑποβάλῃ τὰ πορίσματα αὐτῆς εἰς τὴν Συνέλευσιν καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν πορισμάτων αὐτῶν νὰ προβῇ ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν λῆψιν νομοθετικῶν μέτρων.
§174Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἡ κατάστασις ἡ ὁποία ἔθεσεν ἐπὶ τάπητος ὁλόκληρον τὸ δικαστικὸν ζήτημα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τερματισθῇ ἄνευ πορίσματος ἐκ μέρους τῆς Συνελεύσεως. Κατεδείχθησαν πολλὰ τρωτὰ ἐν τῇ διοικήσει τῆς Δικαιοσύνης. Ὁλόκληρος ἡ Συνέλευσις συμμερίζεται ὅτι πάντως τὸ ζήτημα αὐτὸ πρέπει νὰ λυθῇ τὸ ταχύτερον. Ἡ πρότασις τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ἡ ὁποία συνοψίζεται εἰς τὸ ὅτι πρέπει νὰ καταρτισθῇ ταχέως Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ εὐρυτάτης δικαιοδοσίας, ἡ ὁποία νὰ ἐξετάσῃ ὅλα τὰ ζητήματα τὰ σχετιζόμενα καὶ μὲ τὴν δρᾶσιν τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου καὶ μὲ τὴν ἐν γένει διοίκησιν τῶν πραγμάτων τῆς Δικαιοσύνης, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ ἀποδεκτή, νὰ ἀνατεθῇ δὲ εἰς τὸ Προεδρεῖον τῆς Συνελεύσεως νὰ καταρτίσῃ τὴν Ἐπιτροπὴν ταύτην εὐρυτάτην, ἵνα ἐντὸς τῶν ἡμερῶν αὐτῶν, αἱ ὁποῖαι θὰ ἐπακολουθήσουν τὴν διακοπὴν τῶν ἐργασιῶν τῆς Συνελεύσεως, λόγῳ τῶν ἑορτῶν, κατορθώσῃ νὰ φέρῃ τὰ πορίσματά της ἵνα συζητηθῶσι καὶ μορφωθῶσι πλείονες νόμοι οἱ ὁποῖοι θὰ θέσουν τέρμα εἰς τὴν ὁμολογουμένως νοσηρὰν κατάστασιν τῶν πραγμάτων τῆς Δικαιοσύνης.
§175Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Γίνεται πανταχόθεν ἀσπαστὴ ἡ γνώμη τοῦ κ. Ὑπουργοῦ περὶ γενικωτέρας ἐρεύνης τῆς ὅλης Δικαιοσύνης καὶ περὶ λήψεως γενικωτέρων μέτρων· ἀλλὰ νὰ ἐξηγούμεθα καλῶς. Δὲν πρέπει νὰ βελτιώσωμεν μόνον τοὺς θεσμοὺς καὶ τὰ συστήματα· πρέπει νὰ προσέξωμεν καὶ εἰς τὸ ἔμψυχον ὑλικόν, νὰ ἐκκαθαρίσωμεν τὴν Δικαιοσύνην οὐχὶ βεβαίως ὑπὸ πρίσμα κομματικόν, ἀλλὰ μὲ μέτρον τὴν χρηστότητα καὶ μὲ γνώμονα τὴν μόρφωσιν, νὰ ἀποβάλωμεν δὲ τοὺς κακούς, ἂν ὑπάρχουν, καὶ ὑπάρχουν, καὶ νὰ ἐπαναφέρωμεν τοὺς καλούς, ἂν ὑπάρχουν, καὶ ὑπάρχουν. Ἐγὼ προσωπικῶς δὲν τρέφω ἀνυποληψίαν πρὸς τὴν Δικαιοσύνην μας, τὴν θεωρῶ παρ’ ὅλα ταῦτα ἀνωτέραν καὶ τῆς Ἀγγλικῆς καὶ τῆς Γαλλικῆς, ἣν ἐγνώρισα ἐκ τοῦ πλησίον· νομίζω ὅτι περισσότερον τῆς ἀλλαγῆς τῶν συστημάτων ἐνδείκνυται ἡ ἐκκαθάρισις τῶν προσώπων. Παρακαλῶ νὰ ἀκούσητε τὴν κάτωθι ἀπόφασιν Εἰρηνοδίκου τῆς περιφερείας μου ἐναντίον μητρός, διότι κατὰ τὸ ἀγορανομικὸν δὲν ἠδυνήθη νὰ τιμωρήσῃ λόγῳ ἀνηλικιότητος τὸν ἐννεαετῆ υἱόν της, κατηγορούμενον ἐπὶ κλοπῇ ὀλίγων ὀπωρῶν (ἀναγινώσκει): «Τὸ Πταισματοδικεῖον Ἄνω Βιάννου συγκείμενον κλπ. Σκεφθέν: Ἐπειδὴ ἐκ τῶν ἐξετασθέντων μαρτύρων τῆς κατηγορίας, τῆς ἐν γένει ἀποδεικτικῆς διαδικασίας καὶ τῆς ὁμολογίας τῆς κατηγορουμένης ἀπεδείχθη πλήρως ἡ ἐνοχὴ ταύτης καὶ οὐδεμία ἀμφιβολία ὑπάρχει περὶ τοῦ ἐναντίου, ἑπομένως δέον αὕτη ὅπως κηρυχθῇ ἔνοχος καὶ νὰ ἐπιβληθῇ εἰς αὐτὴν ἡ νόμιμος ποινή· ἐπειδὴ ἡ πρᾶξις δι’ ἣν ἀπεδείχθη ἡ ἐνοχὴ τῆς κατηγορουμένης ἀπεδείχθη πλήρως καὶ οὐδεμία ὑπάρχει ἀμφιβολία περὶ τοῦ ἐναντίου, ἑπομένως δέον ὅπως αὕτη κηρυχθῇ ἔνοχος καὶ νὰ ἐπιβληθῇ εἰς αὐτὴν ἡ νόμιμος ποινή· ἐπειδὴ ἡ πρᾶξις δι’ ἣν ἀπεδείχθη ἡ ἐνοχὴ τῆς κατηγορουμένης, κλοπὴ πταισματικῶς ἀποκαλουμένη, εἶναι κακὴ μήτηρ, ἥτις σὺν τῷ χρόνῳ ἀναπτυσσομένη τίκτει κακοῦργα τέκνα, ἤτοι κλοπὴν εἰς βαθμὸν πλημμελήματος, ζωοκλοπήν, ληστείαν καὶ ληστείαν μετὰ φόνου (κατὰ τὸ παλαιὸν ῥητὸν πρῶτον συνηθίζει καὶ κλέπτει τὸ αὐγό, κατόπιν τὸ ἀρνίον κλπ.), κατὰ τοιαύτης λοιπὸν κακῆς μητρὸς δέον νὰ πέσῃ ὁ πέλεκυς τῆς Δικαιοσύνης βαρύς, βαρύτατος πρὸς παραδειγματισμὸν καὶ ἄλλων ἐχόντων ῥοπὴν εἰς τὴν διάπραξιν τοιούτου εἴδους ἀδικημάτων (παλαιὸν ῥητὸν λέγει ὅτι, ὅταν τὸ φεῖδι εἶναι μικρό, τσάκισον τὸ κεφάλι του, καθόσον, ὅταν τὸ ἀφήσῃς καὶ μεγαλώσῃ, γίνεται θηρίον καὶ θὰ σὲ φάγῃ)· καὶ ἐπειδὴ ἡ πρᾶξις δι’ ἧς ἀπεδείχθη ἡ ἐνοχὴ τῆς κατηγορουμένης προβλέπεται καὶ τιμωρεῖται ἀπὸ τὸ ἄρθρον 693 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου. Διὰ ταῦτα....κλπ. Ἐκρίθη, ἀπεφασίσθη καὶ ἐδημοσιεύθη παραχρῆμα καὶ ἐπ’ ἀκροατηρίῳ. Ἐν Ἄνω Βιάννῳ τῇ 21 Ἰουνίου 1924». Ὑπογραφαί.
§176Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Πότε ἔγινεν αὐτό;
§177Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Πρὸ δύο μηνῶν. Ἐπαναλέγω ταῦτα, διότι ὑπάρχει μία σοβαρὰ μερὶς πληρεξουσίων ἡ ὁποία ἀδιαφοροῦσα διὰ τὰ νέα συστήματα ποὺ θὰ εἰσαχθοῦν δὲν εἶναι ἀποφασισμένη νὰ ἐπιμείνῃ ὅπως ληφθῇ πρόνοια διὰ τὸ ἔμψυχον ὑλικὸν τῆς Δικαιοσύνης, διότι ἄνευ αὐτοῦ τοῦ ὑλικοῦ καμμία πρόοδος δὲν συντελεῖται. Ἐγώ, ὅπως ἐδήλωσα καὶ προηγουμένως, δὲν τρέφω ἀνυποληψίαν πρὸς τὴν Δικαιοσύνην, τὴν νομίζω μάλιστα καλυτέραν τῆς Γαλλικῆς καὶ τῆς Ἀγγλικῆς, ἀλλὰ ἔχει ἀνάγκην ἐκκαθαρίσεως τοῦ ἐμψύχου ὑλικοῦ, ἐκκαθαρίσεως, ἐπαναλαμβάνω, ὄχι κομματικῆς, ἀλλὰ τοῦ χαρακτῆρος καὶ τῶν διανοητικῶν προσόντων.
§178Κ. ΦΙΛΑΝΔΡΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ἔπειτα ἀπὸ τόσας ἐπιστημονικῶς ἐμβριθεῖς ἀγορεύσεις ἐκ μέρους τόσων λειτουργῶν τῆς Θέμιδος, ἐγώ, ἄρτι κατηχημένος εἰς τὰ μυστήρια τῆς Θέμιδος, αἰσθάνομαι ὅτι δὲν τολμῶ νὰ συζητήσω παρὰ μετ’ εὐλαβείας. Ἐκεῖνο ὅμως τὸ ὁποῖον μοὶ ἐπροξένησε κατάπληξιν εἶναι τοῦτο· ὅτι, ἐνῷ ἐπὶ ἑκατὸν ἔτη Βουλαὶ ἐπὶ Βουλῶν καὶ Συνελεύσεις ἐπὶ Συνελεύσεων συνεκλήθησαν, ἡ Δʹ τῶν Ἑλλήνων Συνέλευσις συζητεῖ μέσα εἰς τὸ πολυδαίδαλον πνεῦμα ποὺ ἔχετε ψηφίσει, συζητεῖ ἀκόμη, ἂν καὶ κατὰ πόσον ὁ Ὑπουργὸς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ τιμωρῇ Εἰσαγγελέα, ὁ ὁποῖος ἐπὶ τῆς γυμνῆς θεᾶς, ὅπως εἶπεν ὁ κ. ἐκ Κυκλάδων συνάδελφος, ἀκολασταίνει ὀργιάζων. Ὅταν τὸ πρῶτον ἀνεγνώσθη τὸ τηλεγράφημα καὶ τότε ἠνοίχθη συζήτησις μακρὰ καὶ ὑπῆρξαν συνάδελφοι οἱ ὁποῖοι εἶπον τότε ὅτι δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα ὁ Ὑπουργὸς διοικητικῶς, δικαστικῶς, δὲν ἠξεύρω πῶς, νὰ ἐπεμβῇ καὶ συλλάβῃ ἐκ τοῦ ὠτίου τὸν ἀκολασταίνοντα ὑπάλληλον τῆς Θέμιδος, καὶ ἡ οἰκτρὰ κατάστασις ἡ ὁποία ἐδημιουργήθη ἐξ ἀφορμῆς ὡρισμένων λειτουργῶν τῆς Θέμιδος, ὡς καὶ ἐξ ἀφορμῆς ἄλλων διοικητικῶν καὶ ἀστυνομικῶν ἀτόπων, μᾶς ἔφερεν εἰς τὴν μνήμην τὰς οὐχὶ εὐχαρίστους ἡμέρας τὰς ὁποίας διήλθομεν ἐν ἀνελευθερίᾳ ἐν Θρᾴκῃ, ὁπότε διὰ μίαν ἐληὰν ἐκόπτετο χαρτὶ καὶ ἐσύρετο εἰς τὰς φυλακὰς ὁ δυστυχὴς πολίτης Θρᾷξ. Ἐνθυμοῦμαι τὰς ἡμέρας ἐκείνας καὶ χωρὶς νὰ θεωρηθῶ ὑπερβολικός, ἂν δὲν ἐπήρχετο ἡ καταστροφὴ ἡ ἐθνική, αἱ Χῶραι αὐταὶ θὰ ἐστασίαζον. Ἄς λέγωμεν, κύριοι, τὴν ἀλήθειαν ὅσον πικρὰ καὶ ἂν εἶναι. Τί θὰ ἐγίνετο, ἄν, ὡς εἶπεν ὁ ἐκ Κρήτης θεμιστοπόλος, ὁ κ. πληρεξούσιος συνελάμβανεν ἐκ τοῦ ὠτίου τὸν τελωνοφύλακα καὶ λὰξ καὶ πὺξ τὸν ἐξεδίωκε τοῦ Τελωνείου; Θὰ ἐδημιουργεῖτο μία κατάστασις ἀφόρητος. Θὰ ἐλάμβανε χώραν γεγονὸς τὸ ὁποῖον θὰ εἶχε τρομακτικὰς διαστάσεις.
§179ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Θὰ ἐτυφεκίζετο ὁ πληρεξούσιος.
§180Κ. ΦΙΛΑΝΔΡΟΣ. Βεβαίως καὶ θὰ μᾶς ἐκάλει ὁ Εἰσαγγελεύς, ὅπως ἐπροτάθη, νὰ παραπεμφθοῦν οἱ πληρεξούσιοι οἱ ὁποῖοι ἔθιξαν τοὺς ραδιοκλέπτας. Κύριοι συνάδελφοι, ὅπως μεταξὺ ὡρισμένων γεωπόνων οὕτω καὶ μεταξὺ δικαστῶν ὑπάρχει ἓν τράστ, μία ἀλληλεγγύη, ἡ ὁποία ἠμπορεῖ νὰ τοὺς τιμᾷ μέχρις ἑνὸς ὁρίου, ἀλλ’ ἀφ’ ἧς ἐξέρχονται τοῦ ὁρίου τούτου εἶναι ψεκτέοι. Καὶ σεῖς, κ. Ὑπουργέ, κράτιστος νομικὸς καὶ ἀκέραιος χαρακτήρ, εἴπετε «μὰ τί νὰ πράξω; Θὰ φθάσω μέχρι τῆς θύρας τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου, θὰ κρούσω τὴν θύραν καὶ ἂν μοὶ ἀνοιγῇ ἡ θύρα, θὰ εἰσέλθω, ἄλλως θὰ ἀναμείνω», καὶ ἡμεῖς θὰ ἀναμείνωμεν πότε θὰ εὐδοκήσῃ τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον νὰ δεχθῇ ὑμᾶς; Τὸ κακὸν ἔγκειται ἀλλαχοῦ. Τὰ Ἀνώτατα Συμβούλια καὶ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῶν Ναυτικῶν καὶ τῶν Ἐσωτερικῶν σεῖς τὰ ἐδημιουργήσατε, εἰς τρόπον ὥστε νὰ ὑπογράφετε ὡς Ὑπουργὸς ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα συντάσσουν οἱ διάφοροι τμηματάρχαι καὶ οἱ διάφοροι Βραχμᾶνες, ὡς εἶπεν ὁ ἐκ Κυκλάδων συνάδελφος, καὶ νὰ τὰ φέρετε εἰς τὴν Βουλὴν καὶ νὰ θέτετε χειροπέδας εἰς ἡμᾶς ἐνταῦθα καὶ νὰ ὑφιστάμεθα τὰς συνεπείας τοιούτων νομοθετημάτων. Εἶναι μία κατάστασις ἀφόρητος καὶ ἀντὶ νὰ ἀποσπῶμεν τὸ μανδήλιον μὲ τὸ ὁποῖον εἶναι σκεπασμένοι οἱ ὀφθαλμοὶ τῆς τυφλῆς, νὰ ἐξορύξωμεν τοὺς ὀφθαλμοὺς τῶν λειτουργῶν τῆς Θέμιδος. Διὰ ταῦτα, καὶ ἵνα μὴ μακρηγορῶ, σταθμίζων τὴν κατάστασιν ἡ ὁποία ὑπάρχει εἰς τὸ περίφημον καὶ μοιραῖον Κράτος, τὸ ὁποῖον ἔχει ἀνάγκην τῆς ἐκ θεμελίων ἀνασυγκροτήσεως, ὅπως ἔχει ἀνάγκην καὶ ἡ πολυδαίδαλος νομοθεσία σας νὰ χυθῇ ἐντὸς μιᾶς χοάνης καὶ νὰ ἐξέλθῃ μία νομοθεσία σαφής, οὕτως ὥστε νὰ μὴ ἔχωμεν ζητήματα περὶ τοῦ ἂν δικαιοῦται ἢ ὄχι ὁ Ὑπουργὸς νὰ συλλάβῃ ἀπὸ τὸ ὠτίον ἕνα τοιοῦτον Εἰσαγγελέα, λέγω νὰ θέσητε τοὺς νόμους αὐτοὺς εἰς μίαν χοάνην καὶ νὰ μᾶς παρουσιάσητε μίαν σαφῆ νομοθεσίαν, διότι, κατὰ τὸ ἀρχαῖον ρητόν, «σοφὸν τὸ σαφές». Ἡ πολυνομία αὐτή, ἡ ὁποία ἐγέμισε βιβλιοθήκας ὁλοκλήρους, ἔχει ἀλαλιάσει τὰς Νέας Χώρας. Ταῦτα πάντα, ἐφόσον εἴμεθα Συντακτικὴ Συνέλευσις, πρέπει νὰ τὰ θίξωμεν καὶ νὰ θεραπεύσωμεν τὰς πυορροούσας καὶ αἱμορροούσας πληγὰς τοῦ Κράτους, ἄλλως δὲν ἐκπληροῦμεν τὸν προορισμόν μας. Συντάσσομεν μόνον ἓν Σύνταγμα τὸ ὁποῖον θὰ δείξωμεν εἰς τὸν λαὸν καὶ θὰ τῷ εἴπωμεν «ἰδού, ἴδε τὰ ἀγαθὰ τῆς Δημοκρατίας, ἀπόλαυσε, ζῆσε εὐτυχής». Ἔχω τὴν τιμὴν ἐξ ὀνόματος πολλῶν συναδέλφων νὰ καταθέσω εἰς τὸ Προεδρεῖον ψήφισμα, διὰ τοῦ ὁποίου προτείνομεν ὅπως χορηγηθῇ τὸ δικαίωμα εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἐφόσον μάλιστα ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ ἔχωμεν τοιοῦτον κράτιστον νομομαθῆ καὶ ἀκεραίου χαρακτῆρος Ὑπουργόν (ἀναγινώσκει).... Τὸ ψήφισμα τοῦτο δὲν συνετάχθη ὑπ’ ἐμοῦ, διότι ἐγὼ εἶμαι ἀδαὴς περὶ τὰ δικονομικά· συνετάχθη ὑπὸ ἐμβριθῶν περὶ τὰ δικονομικὰ συναδέλφων καὶ τὸ καταθέτω εἰς τὴν Συνέλευσιν. Ἐπαναλαμβάνω δὲ ὅτι πρέπει νὰ ληφθοῦν μέτρα διὰ τὴν Δικαιοσύνην καὶ δι’ ὅλους ἐν γένει τοὺς κλάδους, ἵνα μὴ θρηνήσωμεν ἐπὶ τῶν ἐρειπίων τῆς ὡραίας ἡμῶν Δημοκρατίας. (Χειροκροτήματα).
§181ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κιαγιᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§182Γ. ΚΙΑΓΙΑΣ. Δὲν δύναμαι καὶ ἐγώ, κύριοι συνάδελφοι, παρὰ νὰ ἐκφράσω τὴν ἔκπληξίν μου πῶς, ἐνῷ ἀπὸ ἑπταμήνου περίπου εἷς Εἰσαγγελεὺς παρεβίασε καταφώρως καὶ τὸν Νόμον καὶ τὰ ἰδιαίτερα καθήκοντα, δὲν κατωρθώθη ἀκόμη ὄχι νὰ μετατεθῇ, διότι τοῦτο οὐδεὶς ἤθελεν ἀξιώσει ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, διότι γνωρίζομεν πολὺ καλὰ μὲ ποίους κλοιοὺς περιβάλλονται οἱ δικασταί, οὕτως ὥστε νὰ εἶναι ἐντελῶς ἀδύνατον εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ἐντὸς τοῦ διαρρεύσαντος χρονικοῦ διαστήματος νὰ ἐκπληρώσῃ τὴν ἐπιθυμίαν ἡμῶν ταύτην, ἀλλὰ δὲν κατωρθώθη, λέγω, κύριοι συνάδελφοι, ὄχι μόνον νὰ ἐπιβληθῇ εἰς τὸν παραστρατήσαντα καὶ εἰς τὸν τόσον καταφώρως παραβιάσαντα τὸν Νόμον καὶ τὴν ἠθικὴν Εἰσαγγελέα, ἀλλ’ οὐδὲ κἂν νὰ τιμωρηθῇ πειθαρχικῶς, ἀλλ’ οὐδὲ κἂν νὰ κληθῇ εἰς ἀπολογίαν. Διότι τοῦτο μᾶς ἐβεβαίωσεν ὁ κ. Ὑπουργός, ὅτι, ἐνῷ διέρρευσαν ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης κατὰ τὴν ὁποίαν ἐγένετο τὸ πρῶτον λόγος ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ τρεῖς περίπου μῆνες, δὲν κατωρθώθη ἀκόμη νὰ κληθῇ εἰς ἀπολογίαν ἀπὸ τὸν κ. Εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν, διότι ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς δὲν ἠξεύρω ποῦ περιεφέρετο καὶ ἐποιεῖτο τὰς διατριβάς του. Τοῦτο εἶναι τὸ σημεῖον διὰ τὸ ὁποῖον δὲν δυνάμεθα παρὰ νὰ ἐκφράσωμεν τὴν ἔκπληξιν ἡμῶν. Δὲν πταίουν οἱ νόμοι. Οἱ νόμοι ὑπῆρχον καὶ ἄλλοτε, ὅταν Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἦτο ὁ ἀείμνηστος Δημητρακόπουλος, ἀλλὰ τότε αἱ διαταγαὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ἐτρομοκράτουν τοὺς δικαστάς, ἐνῷ σήμερον βλέπομεν ὅτι, καίτοι παρῆλθον τρεῖς ὁλόκληροι μῆνες, διαταγαὶ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης δὲν λαμβάνονται παντάπασιν ὑπ’ ὄψιν. Τοῦτο εἶναι τὸ σημεῖον τὸ ὁποῖον μᾶς ἐκπλήττει καὶ εἰς τὸ ὁποῖον ὀφείλομεν νὰ προσέξωμεν. Διότι δὲν πρόκειται περὶ παρωνυχίδος. Εἶναι ζήτημα τὸ ὁποῖον δὲν θίγει μόνον τὸ γόητρον καὶ τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς Συνελεύσεως, ἀλλὰ στρέφεται ἐναντίον τῆς ἀκωλύτου καὶ ἐλευθέρας ἐνασκήσεως τῶν κυριαρχικῶν δικαιωμάτων, διότι ἐν τῷ προσώπῳ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου Ἔβρου δὲν ἐθίγη μόνον οὗτος, ἀλλ’ ὁλόκληρον τὸ Σῶμα. Καὶ ὀφείλομεν νὰ τονίσωμεν ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης ὅτι ἀνεξαρτήτως τῶν ἄλλων ὑπαλλήλων, οἱ ὁποῖοι οὐδεμίαν ἐπιδεικνύουσιν εὐλάβειαν πρὸς τοὺς πληρεξουσίους, οἱ δικαστικοὶ ἐκ τῆς θέσεως τὴν ὁποίαν ἔχει ἐξασφαλίσει εἰς αὐτοὺς τὸ πολίτευμα καὶ ἐκ τοῦ μεταξὺ αὐτῶν ἐπικρατοῦντος πνεύματος τῆς συναδελφικῆς ἀλληλεγγύης ἔχουσι καταστῆ ἀληθεῖς δεσπόται, ἀληθεῖς τύραννοι καὶ εἶμαι βέβαιος ὅτι ἐν τῇ προκειμένῃ περιπτώσει ἐνήργησεν ὡς ἐνήργησεν ὁ Εἰσαγγελεὺς ὄχι ἀπὸ ἄλλον λόγον, ἀλλ’ ἐκ περιφρονήσεως πρὸς τὸ ἀξίωμα μὲ τὸ ὁποῖον ὁ κ. συνάδελφος ἦτο περιβεβλημένος. Αὐτὸς ἦτο ὁ μοναδικὸς λόγος διὰ τὸν ὁποῖον ὁ κ. Εἰσαγγελεύς, καὶ μετὰ τὰς ἐπανειλημμένας ὑποδείξεις τὰς ὁποίας τῷ ἔκαμεν ὁ ἀξιότιμος πληρεξούσιος περὶ τοῦ παρανόμου τῆς ἐνεργείας του καὶ ἐνῷ εἰς παρομοίαν ὑπόθεσιν εἶχεν ἀκολουθήσει ὅλως ἀντίθετον ὁδόν, ἐφέρθη ὡς ἐφέρθη ἐναντίον τοῦ κ. πληρεξουσίου. Κύριοι πληρεξούσιοι, καὶ ἄλλοτε, ὅταν ὡμίλουν ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης περὶ τῆς Δικαιοσύνης, εἶχον τὴν τιμὴν νὰ εἴπω πρὸς ὑμᾶς ὅτι τὸ Σῶμα τὸ δικαστικὸν νοσεῖ καὶ νοσεῖ νόσον βαρυτάτην, ὅτι ἔχει ἀνάγκην νὰ τεθῇ ἐπὶ τῆς ἀνατομικῆς τραπέζης καὶ ὁ χειροῦργος νὰ κάμῃ ἐγχείρησιν ριζικὴν καὶ βαθεῖαν, διότι ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει ὄχι μόνον δὲν θὰ δυνηθῶμεν νὰ προστατεύσωμεν τὰ ἀγαθὰ τὰ ὁποῖα ἡ Ἑλληνικὴ Δημοκρατία ὑπόσχεται εἰς τὸν Ἕλληνα πολίτην, ἀλλὰ πολὺ γρήγορα θὰ ἐγκαθιδρύσωμεν εἰς τὴν Χώραν ἡμῶν τὴν ὠργανωμένην ἀναρχίαν. Καὶ ὀφείλομεν εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο νὰ ἀποβλέψωμεν μετὰ τῆς μεγαλυτέρας προσοχῆς καὶ περισκέψεως, διότι εἰς τὰς χεῖρας ἡμῶν ἔχει ἐναποτεθῆ ἡ Ἑλληνικὴ Δημοκρατία, τὴν ὁποίαν δὲν θὰ δυνηθῶμεν νὰ περιφρουρήσωμεν, ὅταν εὑρίσκωνται εἰς τὴν ὑπηρεσίαν ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι δὲν σέβονται ἄλλο παρὰ τὰς ἀτομικὰς βλέψεις καὶ διαθέσεις των καὶ ὅταν ἀφήσωμεν τοὺς διαφόρους ὑπαλλήλους νὰ δροῦν καθ’ ὃν τρόπον δροῦν καὶ νὰ δεικνύωνται καθ’ ὃν τρόπον δεικνύονται δυσμενεῖς ἐναντίον τοῦ πολιτεύματος. Βεβαίως κανεὶς δὲν θὰ ἀνεχθῇ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἡ δικαστικὴ ἀνεξαρτησία νὰ τεθῇ ὑπὸ τὸν ἔλεγχον οἱουδήποτε Ὑπουργοῦ, ἀλλὰ καὶ κανεὶς δὲν θὰ ἀνεχθῇ ὅπως οἱ δικαστικοὶ ὑπάλληλοι, εἰς τὰς χεῖρας τῶν ὁποίων ἔχει ἐναποθέσει ἡ Πολιτεία τὰ τιμαλφέστερα τοῦ πολίτου δικαιώματα, ἐνεργῶσι κατὰ τρόπον θέτοντα ἐν κινδύνῳ αὐτὸ τοῦτο τὸ πολίτευμα χωρὶς νὰ δύναται ἡ Πολιτεία νὰ λάβῃ τὰ μέτρα τὰ ὁποῖα θὰ ἐπαναφέρουν εἰς τὸν δρόμον τοῦ καθήκοντος ἐν τῷ χρόνῳ τῷ συντόμῳ ὁ ὁποῖος ἐπιβάλλεται. Διότι ποία θὰ εἶναι ἡ ἐντύπωσις ἐνώπιον τῆς Κοινῆς Γνώμης, ὅταν μάθῃ ὅτι εἷς πληρεξούσιος πρὸ ἑπτὰ μηνῶν καθυβρίσθη, διεπομπεύθη, ὅτι εἷς Εἰσαγγελεὺς πρὸ ἑπτὰ μηνῶν παρενόμησε κατὰ πληρεξουσίου καὶ δὲν κατέστη ἀκόμη δυνατὸν σήμερον νὰ δώσῃ λόγον ἔστω καὶ πειθαρχικῶς ἀπέναντι τῆς προϊσταμένης αὐτοῦ ἐξουσίας; Τί θὰ εἴπῃ ὁ πολίτης ὁ ἀτυχής, τοῦ ὁποίου τὰ συμφέροντα καθ’ ἑκάστην ἡμέραν κινδυνεύουσι καὶ εὑρίσκονται ἀποτεθειμένα εἰς χεῖρας τῶν δικαστῶν; Πᾶσα ἰδέα περὶ δικαιοσύνης ἀναμφισβητήτως θὰ ἐκλείψῃ καὶ τὸ τελευταῖον ἴχνος τὸ ὁποῖον διατηρεῖται ἐν τῇ κοινῇ συνειδήσει θὰ ἐξατμισθῇ. Εἶμαι ἐντελῶς σύμφωνος μετὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ὅτι δέον ἀπὸ τοῦδε νὰ συγκροτηθῇ μεγάλη Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπή, ἡ ὁποία νὰ μελετήσῃ τὸ ζήτημα τοῦτο, καὶ ὄχι μόνον τοῦτο τὸ ἀφορῶν τὸν δικαστικὸν κλάδον, ἀλλὰ τὸ ἀφορῶν τὴν ἐν γένει διοίκησιν τοῦ Κράτους καὶ νὰ καταλήξῃ εἰς ὡρισμένα συμπεράσματα, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων νὰ ληφθῶσι μέτρα διὰ τῶν ὁποίων θὰ δυνηθῇ ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐκκαθαρίσῃ τὸν ὑπαλληλικὸν ἐν γένει ὀργανισμὸν τῆς Χώρας ἀπὸ τὰ στελέχη ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἔχουν εἰσαγάγει ἐντὸς τοῦ Σώματος αὐτοῦ τὴν σῆψιν, τὴν διαφθορὰν καὶ τὴν κακοήθειαν.
§183Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Πρόεδρε, ἐγὼ νομίζω ὅτι ὁλόκληρος ἡ Συνέλευσις ἐπιδοκιμάζει τὴν πρότασιν νὰ ἐξετασθῇ τὸ ζήτημα ἐν εἰδικῇ Κοινοβουλευτικῇ Ἐπιτροπῇ καὶ ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔχει καμμίαν ἀντίρρησιν εἰς τοῦτο· τοὐναντίον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔκαμε τὴν πρότασιν, ἂν δὲν ἀπατῶμαι. Ἀλλὰ νὰ χωρίσωμεν τὰ ζητήματα· ἂν συστηθῇ Ἐπιτροπὴ δι’ ὅλους τοὺς κλάδους, δὲν θὰ κάμωμεν τίποτε.
§184ΤΙΝΕΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Μόνον διὰ τὴν Δικαιοσύνην.
§185Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Μάλιστα, διότι δὲν δυνάμεθα ἐξ ὑπογείου νὰ ψηφίζωμεν ψηφίσματα. Ὅσοι δὲ ἐπιθυμοῦν ἢ αἰσθάνονται ἐν ἑαυτοῖς τὴν ἔφεσιν ἢ τὴν εἰδικότητα νὰ λάβουν μέρος εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν αὐτήν, παρακαλῶ νὰ δώσουν τὰ ὀνόματά των εἰς τὸν κ. Πρόεδρον διὰ νὰ περιληφθοῦν εἰς τὴν Ἐπιτροπήν. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει νομίζω ὅτι διερμηνεύω τὴν γνώμην τῆς Συνελεύσεως ἂν διακόψωμεν τὴν συνεδρίασιν καὶ ἐπανέλθωμεν ὅπως ἐξακολουθήσωμεν τὴν νομοθετικὴν συζήτησιν.
§186ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραιτοῦνται οἱ λοιποὶ ἐπερωτῶντες;
§187ΤΙΝΕΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Παραιτοῦνται, παραιτοῦνται.
§188ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ ὅτι οἱ πληρεξούσιοι κ.κ. Ν. Ἀνδρεαδάκης, Α. Θεολογίτης, Κ. Φίλανδρος κλπ. ὑποβάλλουσι ψήφισμα «περὶ παροχῆς ἐπὶ δίμηνον δικαιώματος εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης περὶ ἀμέσου μεταθέσεως καὶ ἀπολύσεως τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων τῶν παραβαινόντων τὰ καθήκοντά των»· Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις διὰ νὰ ἐπαναληφθῇ τῇ 10 καὶ 30′ μ. μ. (Ὥρα 9 μ.μ.).
ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΚΟΠΗΝ
(Ὥρα 11 μ.μ.).
§189ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς Συντακτικῆς καὶ Νομοθετικῆς Ἐργασίας.
§190ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Ὑπάρχει μία ἐπερώτησις τοῦ κ. Μπακοπούλου ἀφορῶσα τὰ λιμενικὰ ἔργα Καβάλλας· ἡ ἐπερώτησις αὕτη ἐζητήθη νὰ προταχθῇ, ἐπειδὴ δὲ ἐστάθη ἀδύνατον νὰ συζητηθῇ, θὰ παρακαλέσω νὰ συζητηθῇ τὸ Σάββατον.
§191ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ὑποβληθῆ πρότασις περὶ προτάξεως· ἡ πρότασις θὰ μείνῃ, ἀλλὰ θὰ συζητηθῇ τὸ Σάββατον διὰ νὰ ἀποφασίσῃ ἡ Συνέλευσις.
§192Κ. ΡΕΝΤΗΣ. Ἔχει διακοπῆ μία ἐπερώτησις διὰ νὰ συνεχισθῇ.
§193ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ ἐπληροφορήθην ὅτι ἀπεφασίσθη νὰ ἐπανέλθῃ ἡ Συνέλευσις διὰ νομοθετικὴν ἐργασίαν· αὐτὴν τὴν ἀπόφασιν μοὶ ἀνεκοίνωσεν ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος. Αἱ ἐπερωτήσεις θὰ μείνουν διὰ τὴν προσεχῆ συνεδρίασιν ἐπερωτήσεων.
§194Κ. ΡΕΝΤΗΣ. Ἡ διακοπεῖσα διὰ 10;
§195ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀδιάφορον. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ρυθμίσεως τῶν ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τῆς περὶ ἐξωτερικοῦ συναλλάγματος νομοθεσίας ἐκκρεμῶν ὑποθέσεων καὶ διαφορῶν».
§196Κ. ΣΠΥΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Διὰ τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 2 δὲν θίγονται δικαιώματα ἰδιωτῶν κατὰ Τραπεζῶν, τοῦ Συνδικάτου ἢ τοῦ Κράτους γεννηθέντα ἐξ ἐσφαλμένου κανονισμοῦ ὑπ’ αὐτῶν τῆς τιμῆς τοῦ συναλλάγματος. Ἐπίσης ἡ διάταξις αὕτη οὐδεμίαν ἔχει σχέσιν μὲ τὴν ἐκκαθάρισιν τῶν λογαριασμῶν τοῦ Συνδικάτου καὶ τοὺς σχετικοὺς πρὸς τοῦτο λογαριασμοὺς Τραπεζῶν.
§197ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Δεκτόν, δεκτόν. (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον).
§198ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 21 Σεπτεμβρίου 1924 Ν. Δ. περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἀπὸ 17 Αὐγούστου 1924 Ν. Δ. περὶ ἐνοικιοστασίου βοσκῶν». Ὁ κ. Καλαντζόπουλος παρακαλεῖται ὅπως συνεχίσῃ τὴν χθεσινὴν ἀγόρευσίν του.
§199Π. ΚΑΛΑΝΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπόσχομαι νὰ μὴ ἐπαναλάβω τὰ ἴδια καὶ νὰ μὴ ἐμμείνω περισσότερον τοῦ δέοντος εἰς ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ἀναφέρω. Προκειμένου, κύριοι συνάδελφοι, νὰ συνεχίσω ἀγόρευσιν ἀρξαμένην χθὲς ἢ μᾶλλον τὰς πρωινὰς ὥρας τῆς σήμερον, τὰς ὥρας δηλαδὴ καθ’ ἃς δὲν παρίσταντο ἢ ἐλάχιστοι τῶν κυρίων συναδέλφων, αἰσθάνομαι τὴν ἀνάγκην καὶ χάριν τῶν ἀπόντων συναδέλφων καὶ διὰ τὴν ὁλοκλήρωσιν τῆς ὅλης ἀπόψεως τοῦ ζητήματος περὶ τοῦ ἐνοικιοστασίου τῶν βοσκῶν νὰ ζητήσω νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Συνέλευσις νὰ ἐπανέλθω δι’ ὀλιγίστων λέξεων εἰς τὰ χθὲς λεχθέντα. Ὡμίλησα χθές, κύριοι συνάδελφοι, διὰ τὴν κτηνοτροφίαν μας, ὡς πλουτοπαραγωγικὸν κλάδον, καὶ εἶπον ὅτι ἡ κτηνοτροφία μας ἔχει ἀξιοθρηνήτως παραμεληθῆ ἐκ μέρους τοῦ μεγαλυτέρου μέρους τοῦ πολιτικοῦ μας κόσμου καὶ δικαιοῦται ὡς ἐκ τῆς εἰσφορᾶς αὐτῆς καὶ πρὸς τοὺς πολίτας καὶ πρὸς τὸ δημόσιον ταμεῖον νὰ ἀξιώσῃ νὰ καταλάβῃ τὴν θέσιν ἐκείνην τὴν ὁποίαν ἔχει καὶ εἰς τὰ γείτονα Κράτη, καὶ γνωρίζετε, δὲν εἶναι μυστικόν, ποίαν θέσιν ἔχει καὶ εἰς τὴν Σερβίαν καὶ εἰς τὴν Βουλγαρίαν, καὶ τὸ γνωρίζετε καλῶς ὅτι ὅλοι μας διαιτώμεθα μὲ τὰ κτηνοτροφικὰ προϊόντα τῶν ὁμόρων Κρατῶν. Ἀνέπτυξα ἐπίσης τὰς συνθήκας ὑπὸ τὰς ὁποίας καθιερώθη τὸ πρῶτον περὶ βοσκῶν ἐνοικιοστάσιον, ἐπίσης τὴν ἐξέλιξιν τὴν ὁποίαν ὑπέστη ὁ θεσμὸς αὐτὸς κατὰ τὸ διάστημα τῆς πρώτης διετίας, κατὰ τὴν ὁποίαν ἤσκησε τὰ ἀγαθὰ ἀποτελέσματα ὁ θεσμὸς αὐτὸς κατὰ τὸ αὐτὸ διάστημα, τὰς πιέσεις τὰς ὁποίας ὑπέστη ἡ Κυβέρνησις κατὰ τὴν ἄνοιξιν τοῦ 1921 διὰ τὴν κατάργησιν τοῦ θεσμοῦ, τὰς ἐκ τῆς καταργήσεως φοβερὰς συνεπείας, ἐμνήσθην τῆς Ἐπαναστάσεως καὶ ἐπήνεσα τὴν σπουδὴν αὐτῆς εἰς τὸ νὰ ἐπαναφέρῃ καὶ αὖθις τὸ ἐνοικιοστάσιον τῶν βοσκῶν καὶ ἤδη εἰσέρχομαι εἰς τὸ σήμερον κρατοῦν Νομοθετικὸν Διάταγμα περὶ ἐνοικιοστασίου βοσκῶν. Πρὶν ἢ εἰσέλθω εἰς τὰς λεπτομερείας τοῦ Διατάγματος νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς εἴπω πῶς ἔγινε. Πρὸ τῆς λήξεως τοῦ προηγουμένου ἔτους ὁ τότε Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας κ. Σίδερης συνεκρότησε, λίαν ἀξιεπαίνως, μίαν δωδεκαμελῆ Ἐπιτροπὴν ἀποτελεσθεῖσαν ἀπὸ τέσσαρας λιβαδιούχους, τὸν κ. Καραπάνον, μεγαλοκτηματίαν καὶ λιβαδιοῦχον Ἠπείρου, τὸν κ. Μελισσουργόν, τέως Εἰσαγγελέα, λιβαδιοῦχον Ἀττικῆς, τὸν κ. Γκέκαν, πολιτευτὴν Λαρίσης, λιβαδιοῦχον Θεσσαλίας, καὶ κάποιον Ρακῆ μπέην, ἐπίσης λιβαδιοῦχον Μακεδονίας, ἀπὸ τέσσαρας ἀντιπροσώπους κτηνοτροφικῶν συνεταιρισμῶν, ἀπὸ δύο προέδρους κτηνοτροφικῶν συνδέσμων καὶ ἀπὸ τέσσαρας τμηματάρχας τοῦ Ὑπουργείου. Ἡ Ἐπιτροπὴ δὲ αὕτη ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ τότε Γεν. Γραμματέως κ. Νικολοπούλου κατήρτισε τὸ τελευταῖον Διάταγμα περὶ ἐνοικιοστασίου βοσκῶν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν πορισμάτων τὰ ὁποῖα ἐμελετήθησαν ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς ἐκείνης. Ὀφείλω νὰ ἐξάρω τὸ ἔργον τῆς Ἐπιτροπῆς ἐκείνης, διότι ὄντως ἔδειξε τὴν φιλοτιμίαν ἡ ὁποία ἐχρειάζετο διὰ τὴν μελέτην τοῦ ζητήματος τούτου. Ἀρκεῖ νὰ σᾶς εἴπω ὅτι ἐργασθεῖσα ἐπὶ δύο μῆνας, συνελθοῦσα δὲ εἰς δώδεκα συνεδριάσεις, δὲν παρέλειψε νὰ ἀφήσῃ κανὲν σημεῖον σχετικὸν μὲ τὸ ζήτημα αὐτὸ ἀνεξέταστον καὶ δὲν ἐνθυμοῦμαι συνεδρίασιν τῆς Ἐπιτροπῆς ἐκείνης ἡ ὁποία νὰ λήξῃ πρὸ τῆς παρελεύσεως πέντε ὡρῶν· τοὐναντίον ἐνθυμοῦμαι ὅτι πολλάκις ἐξήλθομεν μετὰ τὴν 12 ὥραν. Οὕτω δὲ τὸ τελευταῖον αὐτὸ Διάταγμα περὶ ἐνοικιοστασίου βοσκῶν καταρτισθὲν μετὰ τοιαύτης ἐπιμελείας ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς ἐκείνης πληροῖ ἁπάσας τὰς ἀπαιτήσεις κτηνοτρόφων καὶ γεωργῶν.
§200Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Ἀντιπρόσωποι τῶν ἀγροτῶν ἦσαν εἰς τὴν Ἐπιτροπήν;
§201Π. ΚΑΛΑΝΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ σᾶς εἴπω.
§202Ι. ΓΙΑΜΟΥΖΗΣ. Ἀφήσατε αὐτὰ καὶ εἴπετε ἄλλα σοβαρώτερα.
§203Π. ΚΑΛΑΝΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅλοι ὅσοι ἦσαν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ἵστανται τόσον ὑψηλά, ὥστε νὰ μὴ δύναται οὐδεὶς νὰ τοὺς θίξῃ.
§204Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Δὲν κατηγορεῖ κανεὶς τὴν Ἐπιτροπήν, ἀλλὰ μόνον τὸ γεγονὸς ὅτι δὲν περιελάμβανεν ἀντιπροσώπους τῶν ἀγροτῶν εἶναι ἀρκετὸν διὰ νὰ ἀνατρέψῃ ὁλόκληρον τὸ ἔργον της.
§205Π. ΚΑΛΑΝΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν μετεῖχεν ὁλόκληρον τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Γεωργίας, τὸ ὁποῖον ἀγνοεῖ τελείως τοὺς κτηνοτρόφους.
§206Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Τοὐναντίον, τὸ Ὑπουργεῖον μόνον τοὺς κτηνοτρόφους γνωρίζει καὶ μόνον εἰκόνας κτηνοτροφικὰς θὰ εὕρητε εἰς τοὺς τοίχους του, οὔτε ἓν ἄροτρον θὰ ἴδητε εἰς αὐτούς.
§207ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, μὴ διακόπτετε. Ἀποβλέπων εἰς τὴν τήρησιν τῆς τάξεως καὶ τὴν ταχυτέραν λῆξιν τῆς συζητήσεως ἀπαγορεύω τὰς διακοπάς.
§208Π. ΚΑΛΑΝΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὸ Νομοθετικὸν αὐτὸ Διάταγμα περιελήφθη χωριστὸν κεφάλαιον σχετικὸν μὲ τὰς ἐξαιρέσεις, διὰ τὰς ὁποίας κυρίως συζητοῦμεν ἀπόψε. Τὸ κεφάλαιον αὐτὸ ἀπετελέσθη ἐκ τῶν ἄρθρων 9 καὶ 10, ἀλλὰ περὶ τοῦ τελευταίου δὲν θὰ ὁμιλήσω, τὸ ἄρθρον 10 δὲν ἔχει ν’ ἀπασχολήσῃ ἡμᾶς, διότι εἰς τὸ ἄρθρον αὐτὸ διαγράφεται ἡ διαδικασία τῆς ἐξαιρέσεως καὶ ἐφόσον δὲν ζητεῖται ἡ τροποποίησις αὐτῆς, ἀλλ’ ἡ ἐξ ὁλοκλήρου κατάργησις, περιττὸν εἶναι νὰ σᾶς ὁμιλήσω περὶ αὐτοῦ. Εἰς τὸ ἄρθρον αὐτὸ θίγεται καὶ τὸ ζήτημα τῆς ἐξαιρέσεως ὑπὲρ τῶν ἰδιοκτητῶν λιβαδίων, τὰ ὁποῖα αὐτοὶ θὰ ἤθελον νὰ καλλιεργήσωσι. Διὰ τὴν σύνταξιν, κύριοι συνάδελφοι, τοῦ ἄρθρου 9, διὰ τὸ ὁποῖον τόσος γίνεται θόρυβος, ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν ἡ Ἐπιτροπὴ τὰ ἑξῆς: Πρῶτον ὅτι καθ’ ὅσον μὲν ἀφορᾶ τὰς ἐκτάσεις αἱ ὁποῖαι ἀνέκαθεν ἦσαν κεφαλοχώρια δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ λάβῃ μέριμνάν τινα, διότι τὰ κεφαλοχώρια αὐτὰ τὰ ὁποῖα ἀπὸ 100 ἐτῶν εἶχον καθορίσει τὰ ὅριά των οὐδὲν ἤξιζον, ἀλλ’ οὐδὲ καὶ ἦτο ἐπιτετραμμένον νὰ μεριμνήσωμεν νὰ τοῖς χορηγήσωμεν λιβάδια. Ἐκτὸς τοῦ ὅτι εἴχομεν ἄλλας ἀνάγκας νὰ ἐξυπηρετήσωμεν, εἴχομεν τόσους ἀποκαταστατέους κολλήγους, εἴχομεν δὲ καὶ παραλλήλως καὶ τοὺς πρόσφυγας. Διὰ τὸν λόγον αὐτόν, ἐπαναλαμβάνω, δὲν ἐλήφθη μέριμνα διὰ τὰ κεφαλοχώρια, οὐδεὶς δὲ λόγος ἐγένετο εἰς τὸ ἄρθρον αὐτὸ περὶ κεφαλοχωρίων. Ἐνόμισα ὅμως ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀναφέρω τοῦτο, διότι ὑπάρχουν τροποποιήσεις, δυνάμει τῶν ὁποίων ζητεῖται νὰ χορηγηθῇ τὸ δικαίωμα εἰς τὸν Ὑπουργὸν ἢ τὴν Ἐπιτροπὴν τὴν μίαν ἢ τὴν ἄλλην νὰ ἐξαιρῇ τὰ λιβάδια τῶν κοινοτήτων. Ἐλήφθη ὅμως μέριμνα, κύριοι συνάδελφοι, καὶ διὰ τοὺς ἀποκαταστατέους κολλήγους, ἀλλὰ καὶ διὰ τοὺς πρόσφυγας, ἔτι δὲ ἐλήφθη μέριμνα καὶ διὰ τὴν ἐνδεχομένην ἀναδάσωσιν καὶ διὰ τὴν ἐνδεχομένην ἀποξήρανσιν καὶ διὰ τὰ ἐνδεχόμενα ὑδραυλικὰ ἔργα καὶ δι’ ἄλλας ἀνάγκας. Θὰ σᾶς ἀναγνώσω τὸ ἄρθρον αὐτό (ἀναγινώσκει)... Ταῦτα διὰ τοὺς ἀποκαταστατέους. Τὰ τσιφλίκια, κύριοι συνάδελφοι, δὲν ἀπετελοῦντο ἀπὸ χωρία καὶ ἀπὸ γεωργοὺς οἱ ὁποῖοι δὲν εἶχον ἀροτριῶντα ζῷα καὶ δὲν εἶχον καὶ μικρὰ τοιαῦτα. Κάθε ἄλλο· ἴσα ἴσα τὰ τσιφλίκια εἶχον περισσότερα ζῷα παρ’ ὅσα ἔπρεπε νὰ ἔχουν, διότι οἱ κολλῆγοι γνωρίζοντες ὅτι κατ’ ἔτος ὁ ἰδιοκτήτης θὰ ἐπήγαινεν εἰς τὸ ἁλῶνι νὰ τοῖς μοιράσῃ τὸ εἰσόδημα ἀπέφευγον νὰ καλλιεργοῦν τὴν γῆν καὶ ἐπεδίδοντο εἰς τὴν κτηνοτροφίαν. Ὅλα τὰ τσιφλίκια λοιπὸν εἶχον ἀναλόγους βοσκάς, διότι, ὅπως σᾶς εἶπον προηγουμένως, ἐπροτίμων τὴν ἐνασχόλησιν εἰς τὴν κτηνοτροφίαν παρὰ εἰς τὴν γεωργίαν οἱ ἐν τοῖς τσιφλικίοις κολλῆγοι. Ἀλλὰ τέλος πάντων, ἐπειδὴ ἦτο ἐνδεχόμενον νὰ ὑπάρχουν καὶ τσιφλίκια τὰ ὁποῖα νὰ μὴ ἔχουν τὰς ἀναλογούσας βοσκάς, ἐλήφθη μέριμνα διὰ τὴν ἐξαίρεσιν λιβαδίων ἐκ τῶν περιορισμῶν τοῦ ἐνοικιοστασίου πρὸς παραχώρησιν εἰς ὡρισμένους ἀποκαταστατέους κολλήγους. Ἐπίσης ἐλήφθη μέριμνα καὶ διὰ τοὺς πρόσφυγας. Ἀλλὰ δὲν θέλω νὰ σᾶς ἀπασχολήσω διὰ τὸ ζήτημα αὐτό, διότι εὐθὺς ἀμέσως ἐξεδόθη ἄλλος νόμος, δυνάμει τοῦ ὁποίου νόμου ἡ Ἐπιτροπὴ Ἀποκαταστάσεως Προσφύγων ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιτάσσῃ λιβάδια καὶ συνεπῶς ἡ διάταξις αὐτὴ δὲν ἔχει κανένα λόγον, διότι σήμερον αὐτὰ ποὺ λέγουν εἰς τοὺς πρόσφυγας οἱ προστάται τῶν ἀγροτῶν, ὅτι ἀγωνίζονται καὶ δι’ αὐτούς, εἶναι, κατὰ τὴν ἀντίληψίν μου, φενάκη, διότι διὰ τοὺς πρόσφυγας δὲν ὑπάρχει ἐνοικιοστάσιον. Τὸ ζήτημα τῆς ἀποκαταστάσεως τῶν προσφύγων τὸ ἔχει ἀναλάβει ἡ Ἐπιτροπὴ Ἀποκαταστάσεως, ἡ ὁποία δύναται εἰς οἱανδήποτε ὥραν οἱονδήποτε λιβάδι νὰ τὸ ἐπιτάξῃ. Δὲν ὑφίσταται λοιπὸν ἐνοικιοστάσιον οὐδὲ ἠδύνατο νὰ ὑπάρξῃ ἐπὶ κτημάτων ἀνηκόντων εἰς τὴν ὁμάδα τῶν προσφύγων.
§209Δ. ΕΥΘΥΜΙΑΔΗΣ. Θὰ σᾶς ἀποδείξωμεν, κύριε συνάδελφε, ὅτι ὑπάρχει ἐνοικιοστάσιον.
§210ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Εὐθυμιάδη, εἶπον ὅτι δὲν ἐπιτρέπω διακοπάς· θὰ ἀναγκασθῶ νὰ ἐφαρμόσω τὸν Κανονισμόν. Κύριε Παναγιώτου, ἐπίσης σᾶς ὑπενθυμίζω ὅτι ἀπαγορεύω πᾶσαν διακοπήν.
§211Π. ΚΑΛΑΝΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅπως ὅμως εἶπον προηγουμένως, ἐλήφθη μέριμνα, παρεκτὸς τῶν ἀποκαταστατέων προσφύγων, καὶ δι’ ἄλλας περιπτώσεις, διὰ τὴν ἀναδάσωσιν, διὰ τὴν ἀποξήρανσιν, διὰ τὴν κατασκευὴν ὑδραυλικῶν ἔργων καὶ ἄλλων ἔργων κοινῆς ὠφελείας κλπ. κλπ. Τὸ ἐνοικιοστάσιον δὲ αὐτό, τὸ ὁποῖον, ὡς εἶπον προηγουμένως, κατηρτίσθη ὡς κατηρτίσθη ἀρτιώτερον ἀναντιρρήτως τῶν προηγουμένων, ἦτο προωρισμένον καὶ ὁμαλώτερον νὰ ἐξελιχθῇ, ἀλλὰ καὶ ἐναργέστερα νὰ εἶναι τὰ ἀγαθὰ αὐτοῦ ἀποτελέσματα, τὰ κοινωφελῆ. Δὲν συνέβη δυστυχῶς αὐτό. Διατί δὲν συνέβη; Ὅταν ἔλθωμεν εἰς τὸ ζήτημα τῶν τροποποιήσεων τῶν ἐπενεχθεισῶν διὰ τοῦ Διατάγματος τῆς 4ης Σεπτεμβρίου, τότε θὰ τὸ εἴπωμεν. Τὸ Διάταγμα, κύριοι, τῆς 4ης Σεπτεμβρίου ὑπῆρξεν ἀπότοκον μιᾶς μακρᾶς συζητήσεως, ἡ ὁποία διεξήχθη εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν ἐκ μέρους τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς Κοινοβουλευτικῆς, ἡ ὁποία εἶχεν ὁρισθῆ ἐπὶ τούτῳ. Διὰ τοῦ Διατάγματος ἐπῆλθον διάφοροι τροποποιήσεις· ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἐπετράπη ἡ ἐξαίρεσις τῶν περιορισμῶν τοῦ ἐνοικιοστασίου οὐχὶ ἁπλῶς ἐπὶ ἐκείνων τὰ ὁποῖα παρεχωρήθησαν δι’ ἀποφάσεως εἰς τοὺς ἀποκαταστατέους κολλήγους, ἀλλ’ ἐπετράπη ἡ ἐξαίρεσις τῶν περιορισμῶν τοῦ ἐνοικιοστασίου ἐφ’ ὅλων ἐν γένει τῶν ὁπωσδήποτε κηρυχθέντων ἀπαλλοτριωτέων, δοθέντος δὲ ὅτι ὅλα ἐν γένει τὰ μεγάλα ἀγροκτήματα ἐκηρύχθησαν ἀπαλλοτριωτέα, ἕπεται ὅτι δι’ ὅλα δυνάμει τοῦ Νομοθετικοῦ αὐτοῦ Διατάγματος δύναται νὰ χωρήσῃ ἡ ἐξαίρεσις. Ἐπὶ πλέον δὲ ἐπῆλθε καὶ μία ἄλλη οὐσιώδης τροποποίησις διὰ τοῦ Διατάγματος, ἡ ἑξῆς· ἐπετράπη ἡ ἐξαίρεσις καὶ ἐπὶ τῶν κοινοτικῶν ἀκόμη, ὡς καὶ ὑπὲρ κοινοτήτων αἱ ὁποῖαι εἶναι κεφαλοχώρια. Αὐταὶ αἱ δύο οὐσιώδεις μεταρρυθμίσεις ἐπῆλθον εἰς τὸ ἄρθρον 9, τὸ ὁποῖον σᾶς ἀνέγνωσα προηγουμένως, ἐνῷ τὸ προηγούμενον ἄρθρον ἐπὶ τῇ βάσει μιᾶς ὡρισμένης διαδικασίας ἐπέτρεπε τὴν ἐξαίρεσιν τῶν λιβαδίων τῶν παραχωρηθέντων δυνάμει ἀποφάσεως τῆς Ἐπιτροπῆς Ἀποκαταστάσεως, ἤδη ἐπιτρέπεται διὰ τῆς νέας τροπολογίας ἡ ὁποία ἐγένετο ἡ ἐξαίρεσις καὶ τῶν ἁπλῶς κηρυχθέντων ἀπαλλοτριωτέων, ἔτι δὲ καὶ ἡ ἐξαίρεσις τῶν κοινοτικῶν βοσκῶν τῶν κεφαλοχωρίων. Διὰ τῆς τροπολογίας τῆς πρώτης χορηγεῖται σήμερον τὸ δικαίωμα εἰς ὅλας τὰς κοινότητας, τῶν ὁποίων τὰ ἀγροκτήματα ἐκηρύχθησαν ἀπαλλοτριωτέα, νὰ αἰτήσωσιν ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Γεωργίας τὴν ἐξαίρεσιν τοῦ ἐνοικιοστασίου ὑπὲρ αὐτῶν. Θὰ εἴχομεν λοιπὸν ὡς μίαν συνέπειαν τῆς ἐφαρμογῆς αὐτοῦ μίαν σωρείαν αἰτήσεων ἀπὸ ὅλα τὰ τσιφλίκια τῆς Ἑλλάδος, διότι οἱ κάτοικοι ὅλων θὰ θέλουν νὰ ἐξαιρεθοῦν τὰ γύρωθεν λιβάδια ὑπὲρ αὐτῶν.
§212ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Τὰ κηρυχθέντα ἀπαλλοτριωτέα δηλαδή.
§213Π. ΚΑΛΑΝΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ κηρυχθέντα ἀπαλλοτριωτέα. Ἀλλὰ θὰ εἴχομεν καὶ ἕνα ἄλλο· θὰ εἴχομεν καὶ τὰ κεφαλοχώρια, διότι καὶ αὐτοὶ οἱ κάτοικοι οἱ ὁποῖοι ἐγνώριζον ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπεκτείνωσι τὰ κτήματά των καὶ αὐτοὶ θὰ σηκωθῶσι καὶ θὰ εἴπωσι «θέλομεν καὶ ἡμεῖς, κ. Ὑπουργέ», καὶ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον τὸ ζήτημα αὐτὸ θὰ εἶναι ζήτημα ἱκανότητος τοῦ πληρεξουσίου. Δὲν θὰ εἶναι ἱκανοὶ οἱ πληρεξούσιοι ἂν δὲν προικίσωσι κάθε κοινότητα καὶ μὲ ἕνα λιβάδι. Ἂς ἴδωμεν τώρα μήπως ἐπηκολούθησαν καὶ ἄλλαι τροπολογίαι διὰ τὸ ψήφισμα. Καλούμεθα, κύριοι, νὰ ἀκυρώσωμεν τὸ Διάταγμα αὐτὸ καὶ ὄντως διὰ τοῦ πρώτου ἐδαφίου τοῦ ψηφίσματος ζητεῖται ἡ ἐπικύρωσις τοῦ Διατάγματος, διὰ τοῦ δευτέρου ἐδαφίου τοῦ μοναδικοῦ ἄρθρου καταργεῖται τὸ ψήφισμα, διότι τὸ ψήφισμα περιέχει τρεῖς τροπολογίας. Ἐπὶ τοῦ 9 ἄρθρου ἔρχεται τὸ δεύτερον ἐδάφιον, τὸ ὁποῖον, ἐνῷ τὸ πρῶτον κυροῖ τὸ ψήφισμα, αὐτὸ καταργεῖ τὸ ἄρθρον. Διὰ τοῦ 1 ἄρθρου κυροῦται ἓν ψήφισμα καὶ καταργεῖται διὰ τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου. Τὸ ψήφισμα λέγει «κυροῦται τὸ ἀπὸ 4 Σεπτεμβρίου Νομοθετικὸν Διάταγμα». Τὸ Νομοθετικὸν Διάταγμα περιέχει τροπολογίας· ἔρχεται τὸ κατωτέρω ἐδάφιον καὶ λέγει· «Τὸ ἄρθρον 9 τὸ ὁποῖον τροποποιεῖ τὸ ψήφισμα καταργεῖται καὶ ἀντικαθίσταται ὡς ἑξῆς». Ἂν ἐπρόκειτο, κύριοι συνάδελφοι, περὶ νέας διατυπώσεως τοῦ ἄρθρου, θὰ ὠφείλετο καὶ εὐγνωμοσύνη εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Γεωργίας, διότι θὰ συνεμορφοῦτο μὲ μίαν ἀρχὴν τὴν ὁποίαν ἑτοιμάζει ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπὴ πρὸς τὴν Συνέλευσιν, ὅπως αἱ τροποποιήσεις εἰς τὸ ἑξῆς περιέχωσιν ὁλόκληρον τὸ τροποποιούμενον ἄρθρον. Δὲν πρόκειται περὶ αὐτοῦ, δὲν τροποποιεῖται τὸ ἄρθρον ὡς ἐτροποποιήθη διὰ τοῦ Διατάγματος τῆς 4 Σεπτεμβρίου. Τὸ νέον ἄρθρον εἶναι ἐντελῶς ἄσχετον μὲ τὸ προηγούμενον.
§214Γ. ΜΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ποῖον;
§215Π. ΚΑΛΑΝΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ 9. Τὸ Νομοθετικὸν Διάταγμα τῆς 4ης Σεπτεμβρίου περιέχει τροποποιήσεις τοῦ ἄρθρου 9. Ἔρχεται τὸ ψήφισμα....
§216Γ. ΜΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ποῖον ψήφισμα;
§217Π. ΚΑΛΑΝΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ τροπολογία καὶ λέγει «κυροῦται τὸ Ν. Διάταγμα τῆς 4ης Σεπτεμβρίου», ἄρα ὅλαι αἱ τροπολογίαι.
§218Γ. ΜΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Τροποποιούμενον ὡς ἕπεται. Ἂν δὲν ἔχῃ τὸ «τροποποιούμενον», εἶναι ἀβλεψία. Ὅταν ὑποβάλλωμεν πρὸς ἐπικύρωσιν ἓν Ν. Διάταγμα, ἔχει δικαίωμα ἡ Συνέλευσις νὰ κάμῃ τὰ ἑξῆς πράγματα: Πρῶτον, ἂν θέλῃ, νὰ τὸ ἀκυρώσῃ· αὐτὸ δὲν γίνεται εἰς τὴν τακτικήν, διότι ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἰσχύοντος Διατάγματος ἔχουσιν ἀναληφθῆ ὑποχρεώσεις καὶ δικαιώματα. Δεύτερον ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ τὸ ἐπικυρώσῃ καὶ νὰ τὸ ἀφήσῃ ἰσχῦον, ὅπως ἐψηφίσθη. Τρίτον ἔχει τὸ δικαίωμα, ἂν τὸ ψηφίσῃ, νὰ τὸ κυρώσῃ, νὰ ἰσχύῃ δηλαδὴ μέχρι τῆς κυρώσεως ὡς ἐγένετο καὶ νὰ τὸ τροποποιήσῃ, ὁπότε λέγει «κυροῦται τὸ ἀπὸ τάδε Διάταγμα τροποποιούμενον ὡς ἕπεται». Αὐτὸ εἶναι κοινοτάτης χρήσεως καὶ ἀπορῶ πῶς σᾶς ἐγέννησεν ἀπορίαν.
§219Π. ΚΑΛΑΝΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀσχολοῦμαι μὲ τοὺς νόμους καὶ δὲν ἐνθυμοῦμαι νὰ συνήντησα ἕνα ἄρθρον τοῦ νόμου τὸ ὁποῖον δι’ ἑνὸς ἐδαφίου νὰ κυροῦται καὶ δι’ ἄλλου νὰ καταργῆται. Νομοτεχνικῶς εἶπον.
§220Γ. ΜΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ἀντὶ νὰ εἴπωμεν «ἀφαιρεῖται ἡ φράσις δεῖνα καὶ προστίθεται ἡ δεῖνα», λέγομεν «ἀντικαθίσταται ὡς ἑξῆς».
§221Π. ΚΑΛΑΝΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ τροποποιεῖτε ὅμως τώρα.
§222Γ. ΜΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ἔχω τὸ δικαίωμα. Δὲν βλέπω ἑπομένως λόγους ἀπορίας, ἐκτὸς ἂν οὐσιαστικῶς ἔχετε ἀντίρρησιν ἐπ’ αὐτοῦ μόνον δύνασθε νὰ ὁμιλήσητε.
§223Π. ΚΑΛΑΝΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπ’ αὐτοῦ θὰ ὁμιλήσω. Διὰ τοῦ νέου ἄρθρου ἐπέρχονται αἱ ἑξῆς τροποποιήσεις: Πρῶτον καταργεῖται ἡ μέχρι τοῦδε ὑφισταμένη διαδικασία. Τὸ ζήτημα τῆς ἐξαιρέσεως τῶν λιβαδίων θὰ τὸ κανονίζῃ ἡ Ἐπιτροπή, ἐνῷ μέχρι τοῦδε διὰ νὰ ἐξαιρεθῇ ἓν λιβάδιον ἐχρειάζετο νὰ κοινοποιηθῇ μία αἴτησις εἰς τὸν κτηνοτρόφον, ὥστε νὰ λαμβάνῃ γνῶσιν ὅτι εἶναι ἐπίδικον πρὸς ἐξαίρεσιν καὶ νὰ φέρῃ ἀντιρρήσεις. Ἤδη ἡ Ἐπιτροπὴ δύναται νὰ τὸ ἐξαιρῇ χωρὶς νὰ λαμβάνηται ὑπ’ ὄψιν ἡ διαδικασία. Δεύτερον δὲν ὡμίλει περὶ προθεσμίας πρὸς ἐγκατάλειψιν τοῦ ἐξαιρεθέντος λιβαδίου, λέγει μόνον ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ δύναται νὰ κανονίζῃ τὸν χρόνον καθ’ ὃν θὰ ἐξαιρέσῃ τὸ λιβάδιον. Καὶ μάλιστα εἷς Ὑπουργὸς ἐξῄρεσεν ἐν καιρῷ χειμῶνος τὴν «Μεσαράν», ἐξ ἧς ἀποφάσεως 50 οἰκογένειαι κινδυνεύουσιν ἤδη νὰ μείνωσιν εἰς τὸν δρόμον.
§224Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Ἔχει ἀρθῆ τὸ ἐνοικιοστάσιον.
§225Π. ΚΑΛΑΝΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἐνοικιοστάσιον, κύριοι, ἤρθη ἀπὸ τοῦ Σεπτεμβρίου, ἀλλὰ συνέβη τὸ ἑξῆς· συνεπείᾳ τῶν διαφωνιῶν τῶν κοινοτήτων διὰ τὴν ἁρπαγὴν τοῦ ἐξαιρεθέντος λιβαδίου, ἔμενε τὸ λιβάδιον μέχρι τοῦδε ἀκαλλιέργητον. Εἰσῆλθον οἱ κτηνοτρόφοι καὶ ἐγκατεστάθησαν μετὰ 40 οἰκογενειῶν καὶ 5 προβάτων καὶ σήμερον ἀποστέλλεται διαταγὴ ὅπως φύγωσιν ἐκεῖθεν ἐν καιρῷ χειμῶνος.
§226Γ. ΜΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Δὲν μὲ συγκινεῖ ἰδιαιτέρως οὔτε τὸ κτηνοτροφικὸν οὔτε τὸ ἀντίθετον ζήτημα. Εἰς κάθε ἀπόφασιν τὴν ὁποίαν λαμβάνω κάμνω κάτι τι τὸ ὁποῖον νομίζω ὅτι εἶναι δίκαιον. Ἡ Μεσαρὰ ἔχει ἐξαιρεθῆ ἐπειδὴ ὑπῆρχον ἔριδες διὰ τὴν διανομὴν τοῦ ἄλλου λιβαδίου. Ὄχι ὁλόκληρα τὰ λιβάδια, ἀλλὰ μέρος τῶν λιβαδίων.
§227Π. ΚΑΛΑΝΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁλόκληρα.
§228Γ. ΜΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ἐξηρέθησαν ὡρισμέναι ἐκτάσεις ὑπὸ τοῦ προκατόχου μου Ὑπουργοῦ καὶ ἐγεννήθησαν ἀμφισβητήσεις μεταξὺ τῶν πλησίον εὑρισκομένων χωρίων διὰ τὴν διανομὴν τοῦ ἑνὸς λιβαδίου, τῶν στρεμμάτων δηλαδὴ τὰ ὁποῖα ὁ Ὑπουργὸς δὲν ἐξῄρεσε τοῦ ἐνοικιοστασίου.
§229Π. ΚΑΛΑΝΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν ἔκτασιν καθορίζει εἰς τὴν....
§230Γ. ΜΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ἡ Ὑπηρεσία ἐκεῖ εἶχεν ἐμποδίσει τὴν καλλιέργειαν καὶ τοῦ ἑτέρου λιβαδίου, περὶ τοῦ ὁποίου δὲν ὑπῆρξεν ἀμφισβήτησις.
§231Π. ΚΑΛΑΝΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχει διαφορά.
§232Γ. ΜΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Τῆς τελευταίας στιγμῆς ἐνστασιολογία. Ἠρωτήθην λοιπὸν ἐγὼ ἂν πρέπει νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ ἀπαγόρευσις τῆς καλλιεργείας καὶ ἐπὶ τοῦ λιβαδίου ἐπὶ τοῦ ὁποίου δὲν ὑπῆρχε καμμία διαφορά. Βεβαιότατα δὲν ὑπάρχει λόγος κανεὶς νὰ ἐξακολουθήσῃ νὰ ἀπαγορεύεται εἰς τοὺς γεωργοὺς ἡ καλλιέργεια. Τὸ ὅτι ἐπέτρεψα εἰς τοὺς γεωργοὺς νὰ καλλιεργήσουν τὸ λιβάδι τὸ ὁποῖον ἐξηρέθη ὑπὲρ αὐτῶν τὸ ὀνομάζετε σεῖς ἔξωσιν; Ἂν θέλετε, ὀνομάσατέ το. Ἂν δὲν καλλιεργήσουν, τότε θὰ ἐφαρμόσω τὰς συνεπείας τοῦ νόμου.
§233Π. ΚΑΛΑΝΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ αἱ ἐγκατεστημέναι εἰς τὰ λιβάδια αὐτὰ οἰκογένειαι τί θὰ γίνουν;
§234Γ. ΜΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Πρὸ μηνῶν τὸ γνωρίζουσι.
§235Π. ΚΑΛΑΝΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Φέρετε εὐθύνην καὶ δύναμαι νὰ χαρακτηρίσω τὴν ἐνέργειάν σας αὐτήν....
§236Γ. ΜΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Διὰ τὰς οἰκογενείας αὐτὰς τί θὰ γίνουν, ἔλαβε μέριμναν ὁ Ὑπουργός, ὁ ὁποῖος ἐξῄρεσε τὰ τμήματα αὐτὰ ἐκ τοῦ ἐνοικιοστασίου, καὶ ἑπομένως δὲν πρέπει νὰ εἴπητε ὅτι ὁ Ὑπουργὸς ὁ ὁποῖος ἐπέτρεψε τὴν καλλιέργειαν εἰς λιβάδια ἐξαιρεθέντα πρὸ μηνῶν κατέστρεψε τὴν κτηνοτροφίαν. Ἂν εἶναι τῆς αὐτῆς ὁλκῆς καὶ τὰ λοιπὰ ἐπιχειρήματά σας, τότε δὲν προσφέρετε ὑπηρεσίαν εἰς τοὺς κτηνοτρόφους.
§237Π. ΚΑΛΑΝΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ τί θὰ γίνουν αἱ οἰκογένειαι; Τὸ θεωρεῖτε μικρὸν ὅτι πετῶνται 40 οἰκογένειαι εἰς τὸν δρόμον καὶ σᾶς φαίνεται μικρὸν τὸ ἐπιχείρημα αὐτό; Καὶ μὲ ἐρωτᾶτε ἂν τὰ ἐπιχειρήματά μου ὅλα εἶναι τῆς αὐτῆς ὁλκῆς; Αὐτὸ εἶναι τὸ κυριώτερον ἐπιχείρημα, καὶ μὲ ἐρωτᾶτε ἂν ἔχω ἐπιχειρήματα;
§238Γ. ΜΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ἐξῃρέθησαν ἀπὸ τοῦ Αὐγούστου ἢ πρὸ τοῦ Αὐγούστου καὶ ὄχι ἐν μηνὶ Δεκεμβρίῳ· διατί δὲν λέγετε τὰ πράγματα ὅπως εἶναι;
§239Π. ΚΑΛΑΝΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄλλη τροπολογία ἐπενεχθεῖσα διὰ τοῦ ψηφίσματος εἶναι ἡ ἑξῆς, κύριοι συνάδελφοι· ὅτι ὄχι μόνον ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ ἄρθρου 8, ἀλλὰ προκειμένης ἐπιτάξεως δι’ ἐγκατάστασιν προσφύγων ἡ ἐξαίρεσις ἠδύνατο νὰ ὁρισθῇ ἐν ἐπειγούσῃ περιπτώσει ὑπὸ τῆς ἐπιταξάσης Ἀρχῆς. Δοθέντος δ’ ὅτι τὰς ἐπιτάξεις εἰς τὰς Νέας Χώρας τὰς κάμνει καὶ ἡ χωροφυλακή, δύνανται τὰ δικαιώματα αὐτὰ νὰ μεταβιβασθοῦν καὶ εἰς τὰ ὄργανα αὐτῆς, ὥστε νὰ δύνανται νὰ ἐπιτάξουν καὶ λιβάδια.
§240Γ. ΜΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα ἡ χωροφυλακὴ νὰ κάμνῃ ἐπιτάξεις. Μὴ κάμνετε σύγχυσιν μεταξὺ ἐπιτάξεως καὶ καταλήψεως.
§241Π. ΚΑΛΑΝΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Αἱ ἐπιτάξεις ἐνεργοῦνται καὶ ὑπὸ ὑπαλλήλων τοῦ Ἐποικισμοῦ. Ἂν δὲ νομίζετε ὅτι ἡ χωροφυλακὴ εἶναι εἰς πολὺ κατωτέραν θέσιν ἀπὸ τοὺς ἐποικιστικοὺς ὑπαλλήλους, εἶσθε πολὺ ἠπατημένος.
§242Γ. ΜΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Καὶ τώρα θὰ σᾶς ἐρωτήσω, ἐπειδὴ τὸ ἔχετε ὑπ’ ὄψιν σας, ἀφοῦ πρὸ ὀλίγου ἐμνημονεύσατε τὸ ἐνοικιοστάσιον περὶ διαθέσεως βοσκῶν εἰς πρόσφυγας κτηνοτρόφους, ἐκεῖ δὲν γίνεται κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον;
§243Π. ΚΑΛΑΝΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ σᾶς εἴπω. Ἀλλ’ ἀσχέτως πρὸς τὰς τρεῖς αὐτὰς νέας τροποποιήσεις, κύριοι συνάδελφοι, ἔχει νὰ παρατηρήσῃ τις εἰς τὸ ψήφισμα αὐτὸ καὶ δύο ἄλλας διατάξεις διὰ τὰς ὁποίας θὰ παρεκάλουν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ δώσῃ ἀπάντησιν. Λέγει εἰς κάποιον μέρος ὅτι «αἱ βοσκήσιμοι ἐκτάσεις αἱ ἀποδεδειγμένως χρησιμοποιούμεναι ὡς ζευγαρολίβαδα ἐξαιροῦνται». Κύριοι συνάδελφοι, δὲν κατοικοῦμεν τέλος πάντων εἰς τὸ Ζουλοῦ διὰ νὰ μὴ γνωρίζωμεν τί εἶναι ζευγαρολίβαδα. Ἐφόσον χρησιμοποιοῦνται διὰ ζευγαρολίβαδα δὲν εἶναι ἐνοικιασμέναι· εἶναι ἐνοικιασμέναι, δὲν εἶναι ζευγαρολίβαδα.
§244Γ. ΜΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Δὲν ὑπάρχουν περιπτώσεις κατὰ τὰς ὁποίας ἐκτάσεις χρησιμοποιούμεναι ὡς ζευγαρολίβαδα ἐνοικιάσθησαν διὰ μίαν περίοδον;
§245Π. ΚΑΛΑΝΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂν ἐνοικιάσθησαν, ἀποτελοῦν χρῆσιν διὰ τὴν κοινότητα ἡ ὁποία τὰ ἐνοικίασε.
§246Γ. ΜΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ὑπάρχουσιν ὡρισμέναι περιπτώσεις κατὰ τὰς ὁποίας ἐκτάσεις διάφοροι χρησιμοποιούμεναι ὡς ζευγαρολίβαδα εἴτε δι’ ἄλλους λόγους ἐνοικιάσθησαν διὰ μίαν περίοδον καὶ κατελήφθησαν ὑπὸ τοῦ ἐνοικιοστασίου. Θὰ ἦτο ἄδικον νὰ ἐξακολουθῇ παραμένον τὸ ἐνοικιοστάσιον. Ἂν δὲν ὑπάρχουν τοιαῦται ἐκτάσεις, τότε δὲ ἔχει νὰ χάσῃ τίποτε ἡ κτηνοτροφία.
§247Π. ΚΑΛΑΝΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Χρησιμοποιούμεναι δηλαδὴ ἄλλοτε.
§248Γ. ΜΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Χρησιμοποιούμεναι μέχρι τῆς ἐποχῆς ποὺ ἐνοικιάσθησαν, διότι τότε δὲν θὰ ἐχρησιμοποιοῦντο διὰ ζευγαρολίβαδα.
§249Π. ΚΑΛΑΝΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχει καὶ μία ἄλλη διάταξις, ὅτι δι’ ἀποφάσεως τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Γεωργίας μετὰ σύμφωνον γνώμην τοῦ Συμβουλίου Ἐποικισμοῦ ἐπιτρέπεται νὰ καταλαμβάνωσι λιβάδια κλπ. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἔχομεν, κύριοι συνάδελφοι, τρεῖς τρόπους ἐξαιρέσεως. Ὁ πρῶτος δι’ ἀποφάσεως τοῦ Ὑπουργοῦ, ὁ ἄλλος διὰ τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ ἄρθρου 8 καὶ ὁ τρίτος δι’ ὅλων τῶν ἐποικιστικῶν ὑπαλλήλων, οἱ ὁποῖοι λυμαίνονται τὴν ὕπαιθρον χώραν. Δι’ αὐτῶν τῶν τρόπων πρόκειται νὰ ἐξασφαλισθοῦν τὰ συμφέροντα τῶν ἀκτημόνων καλλιεργητῶν.
§250Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Εἰς τὰς τρεῖς αὐτὰς περιπτώσεις, ἂν θέλετε, προσθέσατε καὶ μίαν ἀκόμη τετάρτην· νὰ ἐξαιρεθῶσι τοῦ ἐνοικιοστασίου πάντα τὰ λιβάδια.
§251Π. ΚΑΛΑΝΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα λέγετε καὶ θὰ ὁμιλήσω περὶ ὑμῶν. Ὁπωσδήποτε ὑπάρχει μία λογικωτάτη παρατήρησις, ἡ ἰδική σας, διότι ἡ ἰδική σας λέγει ὅτι ἐπιτρέπεται ἡ ἐξαίρεσις τοῦ ἐνοικιοστασίου μετὰ διαταγὴν τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Γεωργίας, ὄχι μετὰ σύμφωνον γνώμην τοῦ Συμβουλίου Ἐποικισμοῦ, ἀλλὰ μόνον μετὰ προηγουμένην γνώμην τῆς Ἐπιτροπῆς Ἀποκαταστάσεως. Καὶ προτιμῶ ἐγὼ τὴν γνώμην τῆς Ἐπιτροπῆς Ἀποκαταστάσεως. Λοιπὸν σεῖς ὁ ὁποῖος ἔχετε μίαν τόσον ὡραίαν τροπολογίαν μὴ λέγετε ὅτι πρέπει νὰ καταργηθοῦν αὐτά.
§252Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Σᾶς εὐχαριστῶ πολὺ διὰ τὰ λόγια αὐτά, ἀλλὰ σκεφθεὶς λογικώτερον ἐπρότεινα ἄλλην τροπολογίαν τὴν ὁποίαν θέλετε παραδεχθῆ καὶ σεῖς ὡς λογικωτέραν.
§253Π. ΚΑΛΑΝΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλά, ὅπως εἶπον προηγουμένως, κύριοι συνάδελφοι, τίνα λόγον τῆς προστασίας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ εἶχον οἱ πρόσφυγες, τῶν ὁποίων τὰ λιβάδια εἶναι ἰδιοκτησία των, ἀνήκουν εἰς τὴν προσφυγικὴν ὁμάδα; Τίνα λόγον ἔχουν τὰ μέτρα αὐτὰ ὑπὲρ τῶν προσφύγων, ἐνῷ διὰ τοὺς πρόσφυγας δὲν ὑφίσταται ἐνοικιοστάσιον; Οἱ πρόσφυγες, κ. Ὑπουργέ, δὲν ἔχουν ἀνάγκην τῆς προστασίας τῆς ἰδικῆς σας, διότι ἔχουν τὴν Ἐπιτροπὴν Ἀποκαταστάσεως, ἡ ὁποία γνωρίζει κατὰ τίνα τρόπον τοὺς προστατεύει, οἱ ἴδιοι δὲ εἰσηγήθησαν μέτρα τὰ ὁποῖα δὲν ἔλαβε ποτὲ πολιτευόμενος Ὑπουργός.
§254Κ. ΦΙΛΑΝΔΡΟΣ. Ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν ὑπογράψῃ εἰς τὴν ἀπαλλοτρίωσιν ὡρισμένων ἐδαφῶν, δὲν δυνάμεθα νὰ ἐγκατασταθῶμεν. Καὶ ὅπου ἐγκατεστάθησαν πρόσφυγες εἰς τοιαῦτα ἀμφισβητούμενα ἐδάφη συνέβησαν συρράξεις. Ἐκτὸς ἂν ἐννοεῖτε νὰ μείνωμεν μετέωροι, ὅπως οἱ δαίμονες οἱ ἐξ οὐρανοῦ πεσόντες.
§255Π. ΚΑΛΑΝΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν προστατεύονται οἱ πρόσφυγες οὕτως, ὅπως καὶ δὲν προστατεύονται καὶ διὰ τοῦ ἀγροτικοῦ νόμου ὅπως ἐψηφίσθη.
§256Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Εἶσθε κατὰ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ ἀγροτικοῦ νόμου;
§257Π. ΚΑΛΑΝΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ὡς ἐψηφίσθη, βεβαίως.
§258ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἐπιτρέπονται διακοπαί.
§259Π. ΚΑΛΑΝΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ Ἐπιτροπὴ Ἀποκαταστάσεως Προσφύγων, κύριοι συνάδελφοι, ἀντιμετωπίσασα τὸ ζήτημα τῆς ἐξαιρέσεως τῶν λιβαδίων ὑπὸ ὀψιμωτέραν μορφήν, ἰδοὺ πῶς τὸ ἐχαρακτήρισεν (ἀναγινώσκει): «Ἐγκύκλιος τῆς Ἐπιτροπῆς Ἀποκαταστάσεως Προσφύγων πρὸς τὰς ἁπανταχοῦ Ἀρχάς.... κλπ.». Ἔτσι ἀνθρωπίνως κανονίζει ἡ Ἐπιτροπὴ Ἀποκαταστάσεως τὸ ζήτημα τῶν λιβαδίων καὶ ὄχι τὰ Χριστούγεννα νὰ βγαίνῃ διαταγὴ καὶ νὰ δίδῃ ἕνα χαρτὶ εἰς τοὺς χωρικοὺς διὰ νὰ βγάλουν 50 κτηνοτροφικὰς οἰκογενείας εἰς τὸν δρόμον.
§260Γ. ΜΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ἀναλόγως τῶν ἀναγκῶν θὰ τοῖς παραχωρήσῃ τὰ λιβάδια αὐτά, κ. πληρεξούσιε. Ἐκπλήσσομαι δὲ πῶς σεῖς, ὁ ὁποῖος πρὸ δύο λεπτῶν δὲν ἐνεπιστεύθητε εἰς τὰς Ὑπηρεσίας τοῦ Ἐποικισμοῦ, «αἱ ὁποῖαι λυμαίνονται τὴν Ἑλλάδα», πῶς τώρα τὰς ἐξυμνεῖτε.
§261Π. ΚΑΛΑΝΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Μὴ ὁμιλεῖτε διὰ τὰ προσφυγικά, διότι δὲν ἐξηρέθη κανένα λιβάδι ὑπὲρ τῶν προσφύγων. Εἶναι δὲ φενάκη καὶ λυποῦμαι πολύ, διότι πολλοὶ συνάδελφοι παρουσιάζονται νὰ ὑποστηρίζουν τὰς ἀπόψεις αὐτάς. Ποῖα λιβάδια διεθέσατε διὰ τοὺς πρόσφυγας; Φέρετέ μας ἕνα παράδειγμα, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ μᾶς πείσητε ὅτι ἐξηρέθησαν λιβάδια διὰ πρόσφυγας. Ἡ ἀλήθεια εἶναι ὅτι δὲν διετέθη κανένα λιβάδι διὰ τοὺς πρόσφυγας.
§262Ι. ΓΙΑΜΟΥΖΗΣ. Εἰς τὴν Ἐλασσόνα ἐξηρέθησαν δεκαπέντε λιβάδια, ἐκ τῶν ὁποίων τὰ πλεῖστα διετέθησαν διὰ τὴν ἐγκατάστασιν προσφύγων.
§263Π. ΚΑΛΑΝΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ σᾶς εἴπω ἀμέσως καὶ δι’ αὐτό. Θὰ τὰ εἴπωμεν ὅλα κατ’ ἀντιμολίαν.
§264Ι. ΓΙΑΜΟΥΖΗΣ. Τί νὰ εἴπητε καὶ τί νὰ μὴ εἴπητε. Σεῖς τοὺς παρασύρετε, σεῖς τοὺς ἐξαπατᾶτε, σεῖς τοὺς ἐκμεταλλεύεσθε.
§265Π. ΚΑΛΑΝΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἔλθω καὶ εἰς αὐτό. Εἶναι εἰς θέσιν οἱ κτηνοτρόφοι νὰ ἠξεύρουν ποίας ὑπηρεσίας τοῖς προσέφερα ἐγὼ καὶ ὑπὸ ποίας συνθήκας.
§266Γ. ΣΕΧΙΩΤΗΣ. Δὲν εἶναι τρόπος διεξαγωγῆς συζητήσεως αὐτός· ὀφείλουν νὰ σέβωνται τὸν ρήτορα. Δὲν πρέπει, κ. Πρόεδρε, νὰ ἐπιτρέπητε προσωπικὰς ἐπιθέσεις.
§267Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Διὰ τὴν Μεσαρᾶν σᾶς πληροφορῶ ὅτι ἡ ἔκθεσις τοῦ γεωπόνου λέγει ὅτι ἂν ὁ κτηνοτρόφος φύγῃ ἀπὸ τὴν Μεσαρᾶν δὲν ἔχει νὰ πάθῃ τίποτε, διότι ἔχει τὸ λιβάδι τὸ ὁποῖον εἶναι παραπάνω.
§268Π. ΚΑΛΑΝΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἔκθεσις τῆς Ἐπιτροπῆς, ἀποτελουμένης ἀπὸ ἕνα δικαστήν, ἀπὸ τὸν ἔφορον κλπ., λέγει νὰ ἐπανέλθῃ τὸ ἐνοικιοστάσιον καὶ εἰς τὰ δύο.
§269Γ. ΜΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Μὴ ἀναμιγνύετε αὐτὸ τὸ ζήτημα. Κάμετε, ἂν θέλετε, ἐπερώτησιν, ὥστε νὰ ἔχω ἐδῶ τὰ ἔγγραφα τὰ ὁποῖα θὰ σᾶς κάμουν νὰ μὴ τὰ ἐπαναλάβητε αὐτά.
§270Π. ΚΑΛΑΝΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Μὴ προσποιεῖσθε ἄγνοιαν· τὴν ἠξεύρετε τὴν ὑπόθεσιν. Ἔλεγον ἐν ἀρχῇ, κύριοι, ὅτι τὸ ἐνοικιοστάσιον αὐτό, ὡς ἀρτιώτερον τῶν προηγουμένων, ἦτο προωρισμένον καὶ ὁμαλώτερον νὰ ἐξελιχθῇ, ἀλλὰ καὶ εὐεργετικώτερα νὰ εἶναι τὰ ἀποτελέσματα αὐτοῦ ἐπὶ τῆς κοινωνίας. Δυστυχῶς δὲν συνέβη αὐτό, διότι κατὰ τὸν Νοέμβριον τοῦ 1923 ἐξεδόθη ἓν ἄλλο Νομοθετικὸν Διάταγμα, τῆς 20)11)23, τὸ ὁποῖον ἐγὼ τοὐλάχιστον ἀποφεύγω νὰ χαρακτηρίσω. Ἀρκεῖ νὰ σᾶς εἴπω ὅτι εἰς δύο σελίδας κανονίζει τὰ λιβάδια τὰ ὁποῖα ἐγκατέλειψαν Τοῦρκοι κτηνοτρόφοι διὰ νὰ τὰ πάρουν οἱ ἐλθόντες πρόσφυγες κτηνοτρόφοι, διότι οἱ ἐλάχιστοι τῆς Θράκης δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ φθάσουν εἰς τὰ ἄλλα μέρη τῆς Ἑλλάδος, ἔφθασαν εἰς τὴν Δυτικὴν Θράκην, ἐκεῖ δὲ ἤρθη τὸ ἐνοικιοστάσιον. Δυνάμει τοῦ ἄρθρου ἐκείνου ἔγιναν Ἐπιτροπαί, παραεπιτροπαί, ἐκανονίσθησαν ἀποζημιώσεις, διαδικασία τῆς ἐξαιρέσεως τῶν λιβαδίων, τὰ ὁποῖα κατεῖχον Τοῦρκοι ἀνταλλάξιμοι καὶ τὰ ὁποῖα θὰ ἔπρεπε νὰ πάρουν πρόσφυγες κτηνοτρόφοι. Ἐπειδὴ δὲ οὔτε Τοῦρκοι κτηνοτρόφοι ὑπάρχουν, δὲν ὑπάρχουν καὶ λιβάδια, δὲν ὑπάρχουν δὲ χριστιανοὶ πρόσφυγες κτηνοτρόφοι, διότι οἱ ἐλάχιστοι τῆς Θράκης δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ φθάσουν εἰς τὰ ἄλλα μέρη τῆς Ἑλλάδος, ἔφθασαν εἰς τὴν Δυτικὴν Θράκην ὅπου ἤρθη τὸ ἐνοικιοστάσιον. Ἐγὼ τοὐλάχιστον ἕως τὴν ὥραν δὲν συνήντησα Τοῦρκον κτηνοτρόφον οὔτε ἤκουσα νὰ ὑπάρχῃ μόνον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Γεωργίας ἠμποροῦσαν νὰ λάβουν τοιοῦτον νομοθετικὸν μέτρον. Ἐμνημόνευσα τὴν διάταξιν αὐτήν, ὄχι διότι ἔχει σχέσιν μὲ τὸ θέμα, ἀλλὰ διὰ νὰ λάβητε μίαν ἀμυδρὰν ἰδέαν τῆς προχειρότητος τοῦ Ν. Διατάγματος, ἐντὸς τοῦ ὁποίου περιελήφθη καὶ ἡ τορπίλλη ἐναντίον τοῦ ἐνοικιοστασίου βοσκῶν. Δυνάμει διατάξεως τοῦ ἄρθρου 6 καθωρίσθη τὸ ἑξῆς. Εἰς τὸ ἐδάφιον αʹ τοῦ ἄρθρου 9 προστίθεται περίοδος καθ’ ἣν κατηργήθη τὸ ἐνοικιοστάσιον, διότι ἐχορηγήθη εἰς τὸν Ὑπουργὸν τὸ δικαίωμα ἄνευ γνωμοδοτήσεως, ἄνευ ὑποδείξεως νὰ ἐξαιρῇ ὅποιο λιβάδι θέλει. Συντάκτης τοῦ Διατάγματος ἦτο ὁ κ. Σίδερης, ὅστις εἶχε παραιτηθῆ μὲν τότε, ἀλλ’ ἡ Ἐπανάστασις ἐπολιτεύετο, εὑρισκόμεθα δὲ εἰς παραμονὰς ἐκλογῶν καὶ ἠνοίχθη ἡ θύρα εἰς τὴν ρουσφετολογίαν καὶ αἱ κοινότητες ἠδύναντο νὰ πάρουν λιβάδια. Διατί ἐπρόκοψαν τὰ δύο προηγούμενα ἐνοικιοστάσια; Διότι ἐναντίον αὐτῶν δὲν παρεπονοῦντο οὔτε οἱ ἰδιοκτῆται, οἱ ὁποῖοι ἐλάμβανον περισσότερον μίσθωμα ἐν ἀναλογίᾳ πρὸς τοὺς ἰδιοκτήτας ἀστικῶν κτημάτων, οὔτε καὶ οἱ κολλῆγοι, οἱ ὁποῖοι ἓν ὄνειρον εἶχον, πῶς θὰ γίνουν νοικοκυραῖοι, δὲν ἐφαντάζοντο δὲ ὅτι, ἀφοῦ πάρουν τὰ κτήματα, θὰ ἔπαιρναν καὶ τῶν ἄλλων οἱ ὁποῖοι τὰ εἶχαν αἰῶνας ὁλοκλήρους καὶ ἔχουν θάψει ἐκεῖ καὶ τοὺς γονεῖς των. Αὕτη εἶναι ἡ διάταξις, κύριοι, ἡ ὁποία ἐτορπίλλισε τὸ ἐνοικιοστάσιον τῶν βοσκῶν καὶ ἤρχισαν αἱ διάφοροι κοινότητες νὰ ἐπεκτείνουν τὰ ὅριά των εἰς βάρος τῶν κτηνοτρόφων.
§271ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Διὰ τοὺς ἐνοικιαστὰς ἔχετε καμμίαν ἀντίρρησιν, κ. συνάδελφε; Ἔχουν ἕνα σωρὸ λιβάδια.
§272Π. ΚΑΛΑΝΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἠμποροῦν νὰ ἔχουν, κ. συνάδελφε· ἐκ τοῦ νόμου δὲν δύνανται νὰ ἔχουν. Τόση δὲ ὑπῆρξεν ἡ ἀγανάκτησις τοῦ λαοῦ καὶ ἡ δυσφορία τῆς Κοινῆς Γνώμης διὰ τὴν διαρπαγὴν τῶν περιουσιῶν καὶ διὰ τὴν διαγωγὴν τῶν κτηνοτρόφων, ὥστε νὰ εἶμαι εἰς θέσιν νὰ ὁμολογήσω ὅτι ὁ κ. Μπακάλμπασης, ἀνήκων εἰς ἀριστερὰν Κυβέρνησιν καὶ προερχόμενος ἐκ τῶν τάξεων τῶν προσφύγων, δὲν ἔκαμε παρὰ 7 ἢ 8 ἐξαιρέσεις. Εἶναι δὲ τοῦτο πρὸς τιμήν του, διότι διὰ τῆς ἐγνωσμένης αὐτοῦ ὀρθοφροσύνης κατώρθωσε νὰ ἀντεπεξέλθῃ, καὶ θὰ εἶναι εἰς τὸ ἐνεργητικόν του, καίτοι προέρχεται ἐκ τῶν προσφύγων. Ἐπῆγα καὶ παρεκάλεσα τὸν κ. Μυλωνᾶν, ὅταν ἦτο Ὑπουργός, διὰ νὰ μὴ κάμῃ ἐξαιρέσεις, καὶ μοὶ ἔδωσε τὸν λόγον τῆς τιμῆς του ὅτι δὲν θὰ ἔκαμνεν, ὀφείλω δὲ νὰ ὁμολογήσω ὅτι ἐτήρησε τὸν λόγον του. Ἔκαμεν ὁ κ. Μπακάλμπασης ἕνα σφάλμα, εἰς τὸ ὁποῖον ἠμποροῦσε κάθε ἄνθρωπος νὰ περιπέσῃ. Ἐπιέζετο νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐξαίρεσιν 3 ἢ 4 λιβαδίων εἰς Θεσσαλίαν· ἐπειδὴ δὲν ἠδύνατο νὰ ἔχῃ ἄμεσον ἀντίληψιν τοῦ πράγματος, ἀνέθεσεν εἰς τὸν ἐκεῖ Διευθυντὴν τοῦ Ἐποικισμοῦ καὶ ὁ Ἐποικισμὸς ἔκαμε κατάχρησιν τόσην, ὥστε νὰ ἀρθῇ τὸ δικαίωμα ἀπὸ τὸν διευθυντὴν τοῦ ἐποικισμοῦ Θεσσαλίας. Ἐνῷ δὲ ἔτσι εἶχον τὰ πράγματα μέχρι τοῦ σχηματισμοῦ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως καὶ τῆς ἀναλήψεως τοῦ Ὑπουργείου τῆς Γεωργίας ἐκ μέρους τοῦ κ. Μαρῆ, ἤρχισαν ἀπὸ τῆς ἑπομένης αἰτήσεις ἀπὸ δύο μέρη, διότι δὲν τὸ ἐπῆραν μυρωδιὰ οἱ ἄλλοι, τὸ ἐπῆραν μυρωδιὰ μόνον οἱ πληρεξούσιοι Ἄρτης καὶ Ἐλασσόνος, καθόσον ἀπὸ κανένα ἄλλο μέρος δὲν ὑπεβλήθη αἴτησις ἐξαιρέσεως. Καὶ ἐπειδὴ ἐπίεζον τὸν κ. Ὑπουργόν, εἶπε νὰ κάμουν μίαν «ἀποκέντρωσιν»· εἶναι λέξις τῆς μόδας.
§273Γ. ΜΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Σᾶς βεβαιῶ ὅτι δὲν ἔχει καμμίαν σχέσιν ἡ ἀποκέντρωσις τὴν ὁποίαν ὑποδεικνύετε. Θὰ ἤθελον νὰ σᾶς ἐρωτήσω· τὴν Μεσαρᾶν διὰ τὴν ὁποίαν παραπονεῖσθε ποῖος τὴν ἐξήρεσε τοῦ ἐνοικιοστασίου; Ἐγώ; Τὴν Μιλβούσταν ποῖος τὴν ἐξήρεσεν;
§274Π. ΚΑΛΑΝΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ Μιλβούστα εἶναι ἀπὸ πέρυσι τὸν Δεκέμβριον.
§275Γ. ΜΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Δὲν κατακρίνω τοὺς συναδέλφους μου, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἤκουσα νὰ λέγητε ὅτι ὁ κ. Μυλωνᾶς δὲν ἔκαμε καμμίαν, ὁ κ. Μπακάλμπασης καμμίαν καὶ ἐπειδὴ δὲν εἶναι ἄλλος Ὑπουργός, ἄρα εἶμαι ἐγώ.
§276Π. ΚΑΛΑΝΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔγιναν ἐξαιρέσεις πέρυσι συνεπείᾳ Διατάγματος τῆς Ἐπαναστάσεως. Ἐγὼ σᾶς εἶπον ποῖαι ἐξαιρέσεις ἔγιναν.
§277Γ. ΜΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ἔκαμα ἐξαιρέσεις εἰς ὡρισμένον μέρος τῆς Ἠπείρου καὶ μετὰ τὴν λῆξιν τῆς χειμερινῆς περιόδου, διότι ἐπακολουθεῖ ἡ θερινὴ περίοδος. Καμμίαν ἄλλην δὲν ἔκαμα.
§278Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Νὰ μὴ γίνῃ ἐξαίρεσις;
§279Π. ΚΑΛΑΝΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ γίνῃ μὲ διασφάλισιν τοῦ νόμου λελογισμένην. Διὰ νὰ ἔχωμεν μίαν σαφεστέραν ἀντίληψιν τοῦ πράγματος, ἀρκεῖ νὰ σᾶς ὑπομνήσω τοῦτο, ὅτι, ὅταν λέγωμεν λιβάδια, δὲν ἐννοοῦμεν λιβάδια τῆς χωρητικότητος τῶν 100 ἢ 200 προβάτων, ἐννοοῦμεν ἓν κτῆμα, τὸ ὁποῖον νὰ ἔχῃ τοὐλάχιστον 1000 πρόβατα καὶ νὰ παραχειμάζουν 5–10 κτηνοτροφικαὶ οἰκογένειαι. Αὐτὰ ἐννοοῦνται λιβάδια εἰς τὰς Νέας Χώρας, ἂν δὲ δὲν ἔχουν ἀντίρρησιν οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι, ἐγὼ θὰ ἐδεχόμην τροπολογίαν κατὰ τὴν ὁποίαν λιβάδια ἐκτάσεως κατωτέρας τῶν 500 στρεμμάτων νὰ εἶναι ἐλεύθερα.
§280Γ. ΜΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Πόσα στρέμματα εἶναι ἡ Μεσαρά;
§281Π. ΚΑΛΑΝΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Δύο χιλιάδες.
§282Γ. ΜΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Πόσα τῆς ἐπήραμε;
§283Π. ΚΑΛΑΝΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἑξακόσια, ἀλλὰ δὲν μετροῦνται κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον τὰ λιβάδια. Ἀποκέντρωσις, τὸ ἐπιχείρημα τὸ πρῶτον διὰ τὴν κατάργησιν τῆς διαδικασίας καὶ τὴν παραχώρησιν τοῦ δικαιώματος— πρόκειται νὰ ξεκολλήσητε καὶ ἄλλα 3, 5, 7, 8 ἀπὸ τὰ τσιφλίκια—εἶναι αὐτό, κ. Πρόεδρε. Τὸ ζήτημα τῆς ἀποκαταστάσεως τῶν προσφύγων τὸ ἔχει ἀναλάβει ἡ Ἐπιτροπὴ Ἀποκαταστάσεως Προσφύγων, τὸ ζήτημα ὅμως τῆς ἀποκαταστάσεως τῶν ἀκτημόνων ποῖος τὸ ἀνέλαβε; Σᾶς ἐρωτῶ· διότι πόσα τσιφλίκια δὲν ἔχουν λιβάδια;
§284Γ. ΜΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Λέγομεν ὅτι ὑπάρχουν καὶ λιβάδια εἰς τὰ ὁποῖα ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ καλλιέργεια καὶ διὰ νὰ γίνῃ αὕτη πρέπει νὰ παραδοθοῦν καὶ πρέπει νὰ ἐκκενωθοῦν. Μὲ τὴν τάσιν τὴν ὁποίαν ἔχει σήμερον ἡ γεωργία, μὲ τὴν ἐνίσχυσιν τὴν ὁποίαν ἐπῆρε ἀπὸ τῆς ἀφίξεως τῶν προσφύγων, τείνει νὰ καταλάβῃ τὰ λιβάδια καὶ σᾶς παρακαλῶ νὰ μὴ λέγετε ὅτι πρέπει νὰ μείνουν τὰ λιβάδια εἰς τὴν κτηνοτροφίαν. Ἐπὶ τοῦ παρόντος ἀπαλλοτριοῦνται καὶ τὰ λιβάδια καὶ πολλὰ ἐξ αὐτῶν καλλιεργοῦνται.
§285Π. ΚΑΛΑΝΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Ὑπουργέ, λέγοντες λιβάδια ἐννοοῦμεν τὰ κτήματα ἐκεῖνα εἰς τὰ ὁποῖα εἶναι ἐγκατεστημέναι 10 οἰκογένειαι. Καὶ σᾶς ἐρωτῶ: Πόσοι συνοικισμοὶ κτηνοτρόφων δύνανται νὰ ἐξοικονομηθοῦν; Ἄλλοι δέκα· διότι ἀπαλλοτρίωσις θὰ εἴπῃ συντριβὴ τοῦ κτηνοτροφικοῦ συνεταιρισμοῦ. Καὶ σᾶς ἐρωτῶ....
§286Γ. ΜΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ἂν ἡ ἐξαίρεσις εἶναι καταστροφὴ τῆς κτηνοτροφίας, διατί ὑμεῖς συνεφωνήσατε εἰς τὴν ἐξαίρεσιν ὡς μέλος τῆς Ἐπιτροπῆς ἡ ὁποία ἐθέσπισε τὸ ἐνοικιοστάσιον;
§287Π. ΚΑΛΑΝΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Λυποῦμαι πολὺ διότι δὲν ἔχετε κατανοήσει τὴν ἔννοιαν τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ. Τὸ ἄρθρον αὐτὸ λέγει ὅτι τρεῖς μῆνας πρὸ τῆς λήξεως τῆς περιόδου θὰ κάμῃ αἴτησιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Γεωργίας, ὅπερ θὰ ἀποφανθῇ ὑπὲρ τῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ καλλιεργητοῦ.
§288Γ. ΜΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Καταλήγει ἢ δὲν καταλήγει εἰς τὴν ἔκθεσιν; Ἐγὼ δὲν προσέθεσα νέον τι λέγων «πλὴν τῶν κοινοτήτων»· ἔκαμα λεκτικὴν διαμόρφωσιν τοῦ ἄρθρου καὶ ἀλλαγὴν τῆς διαδικασίας· ἀντὶ νὰ τὴν ἔχῃ ὁ Ὑπουργός, νὰ τὴν ἔχῃ ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ ἄρθρου 8.
§289Π. ΚΑΛΑΝΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξαιρεθοῦν λιβάδια εἰς τὰ ὁποῖα ἀπὸ ὡρισμένον χρόνον εἷς ἀριθμὸς κτηνοτρόφων στεγάζεται ἐντὸς αὐτῶν; Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ ἐξαίρεσις; Ἀλλ’ ἡ στενότης τοῦ ἐδάφους; Δεύτερον ἐπιχείρημα εἶναι ἡ στενότης τοῦ ἐδάφους. Πρέπει νὰ κατανοηθῇ καλῶς διὰ νὰ ἴδωμεν· ὑπάρχει ἡ στενότης αὕτη, εἶναι πραγματικὴ ἢ φανταστική; Ἰδοὺ τί γράφει ὁ Διευθυντὴς τοῦ Γραφείου Ἐποικισμοῦ Λαρίσης κ. Γανώσης (ἀναγινώσκει): «Τώρα εὑρέθησαν οἱ κολλῆγοι ἔχοντες εἰς τὴν διάθεσίν των....κλπ.». Καὶ παρακάτω ὁ ἴδιος διὰ τὴν στενότητα τοῦ ἐδάφους (ἀναγινώσκει): «Εἶναι γνωσταὶ αἱ θεωρίαι... κλπ.». Αὐτὴ εἶναι ἡ μεγάλη ἀλήθεια. Κύριοι συνάδελφοι, ἀκούσατε καὶ διὰ τὴν στενότητα τοῦ ἐδάφους τὸν πατέρα τῆς Γεωργίας κ. Χασιώτην.
§290Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Εἶναι τῆς κτηνοτροφίας.
§291Π. ΚΑΛΑΝΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀκούσατε τί γράφει (ἀναγινώσκει): «Ἂν δὲν ἐγίνετο ἡ σπατάλη... κλπ.». Ἀλλά, κύριοι συνάδελφοι, νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε διὰ τὴν σπατάλην τῆς γῆς νὰ ἐπικαλεσθῶ καὶ μίαν ὁμολογίαν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Πρεβέζης συναδέλφου, ὁ ὁποῖος χθὲς μὲ ἐβεβαίου ὅτι ὄντως ἐγένετο σπατάλη τοῦ κλήρου καὶ εἰς ἀριθμὸν καὶ εἰς ἔκτασιν, διότι, ὡς ἔχει πληροφορηθῆ, πολλοὶ τῶν κολλήγων εἶχον λάβει 200–300 στρέμματα. Εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι δὲν πρόκειται περὶ σπατάλης τῆς γῆς, ἀλλὰ περὶ ἀλογίστου σπατάλης τῆς γῆς, ἐκ τῆς ὁποίας ἐμφανίζεται ἡ στενότης αὐτὴ τῆς γῆς. Ἔχω ὅμως νὰ προσθέσω ἐν σχέσει μὲ τὴν ὑπὸ συζήτησιν στενότητα τῆς γῆς—καὶ τοῦτο ἔρχεται πρὸς ἀπόδειξιν τῆς ἀπόψεώς μου—ἔχω δηλαδὴ νὰ σᾶς φέρω ἓν παράδειγμα ἐξαιρέσεως λιβαδίου ὑπὲρ μιᾶς κοινότητος, παράδειγμα ἐνδεικτικὸν τοῦ τρόπου κατὰ τὸν ὁποῖον γίνονται αἱ ἐξαιρέσεις. Ἡ κοινότης Μαλαμπίστης τῆς ἐπαρχίας Ἐλασσόνος, καίτοι εἶχε τρία λιβάδια ἰδικά της ὡς περίσσευμα, συγκεκριμένως τὰ Α, Β, Γ, τὰ ὁποῖα ἐνοικίαζε κατ’ ἔτος εἰς τοὺς κτηνοτρόφους Δ, Ε, Γ, ἐν τούτοις κατώρθωσε νὰ ἐπιτύχῃ ὅπως ὑπὲρ τῆς κοινότητος ἐξαιρεθῶσιν ἄλλα τρία λιβάδια ὡρισμένα καὶ συγκεκριμένα, καὶ ἐπειδὴ ἡ ἐξαίρεσις ἐγένετο τὸν παρελθόντα Φεβρουάριον, διὰ νὰ μὴ ἐξωσθῶσιν οἱ κτηνοτρόφοι ἐκ τῶν λιβαδίων, ὑπεχρεώθησαν νὰ καταβάλωσιν ἀπέναντι χρήματα εἰς τὴν κοινότητα. Ἦλθον εἰς τὰς Ἀθήνας καὶ κατήγγειλαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Γεωργίας, κατήγγειλαν δὲ συγκεκριμένως αὐτὰ τὰ ὁποῖα εἶπον, ὅτι ἡ κοινότης αὐτὰ τὰ ἔλαβε, καὶ ἐν τούτοις τὸ Ὑπουργεῖον ἐξῄρεσε τὰ τρία αὐτὰ λιβάδια.
§292Γ. ΜΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Τὸ Ὑπουργεῖον ἔχει εἰς χεῖράς του τὴν ὑπ’ ἀριθ. 7835 ἔκθεσιν τῆς Διευθύνσεως τοῦ Ἐποικισμοῦ Λαρίσης, διὰ τῆς ὁποίας καθίσταται γνωστὸν ὅτι οὐδεμία ἔλαβε χώραν μίσθωσις τῶν λιβαδίων τούτων οὔτε διὰ συμβολαίων.
§293Π. ΚΑΛΑΝΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Γεωργίας διεβίβασε τὴν αἴτησιν αὐτὴν εἰς τὸν Ἐποικισμὸν Λαρίσης, ἀλλ’ ἐπέρασαν 10, 20, 30 ἡμέραι, τηλεγραφήματα ἐπὶ τηλεγραφημάτων ἐστέλλοντο καὶ δὲν ἐλάμβανεν ἀπάντησιν. Ἐπῆγαν οἱ κτηνοτρόφοι καὶ διεμαρτυρήθησαν εἰς τὸν Βόλον καὶ τὴν Λάρισαν καὶ τέλος ἦλθε μία ἀπάντησις ἡ ὁποία ἔλεγεν ὅτι αὐτὰ τὰ λιβάδια τὰ ἐξῄρεσαν τὸν Δεκέμβριον, ἐνῷ ἡ αἴτησίς μας ἔλεγεν ὅτι, ἐνῷ ἡ κοινότης εἶχε τὰ λιβάδια καὶ τὰ εἶχε μισθώσει εἰς αὐτούς, τὸ Δημόσιον τοῖς ἐξῄρεσε καὶ ἄλλα τρία λιβάδια καὶ ὅτι ἐπειδὴ τοῖς τὰ ἔδωσαν τὸν Φεβρουάριον καὶ ἐπειδὴ δὲν ἠμποροῦσαν νὰ φύγουν, ἠναγκάσθησαν καὶ ἔδωκαν χρήματα, λήγει δὲ ἡ μίσθωσις τὸ ἐρχόμενον ἔτος καὶ ἤρχοντο νὰ διαμαρτυρηθοῦν διὰ τὴν ἀπάντησιν αὐτήν. Ἐπὶ τέλους ἦλθεν ἓν ἔγγραφον τοῦ Ἐποικισμοῦ Βόλου, τὸ ὁποῖον λέγει ὅτι ὄντως ἡ κοινότης ἔχει αὐτὰ τὰ λιβάδια. Ἔχομεν ἄλλως τε τὴν ἔκθεσιν βεβαιοῦσαν ὅτι ἡ κοινότης ἔχει τρία λιβάδια καὶ ἐξηρέθησαν ὑπὲρ αὐτῆς ἄλλα τρία. Ἀλλ’ ἔχομεν καὶ ἔκθεσιν ὁμιλοῦσαν περὶ τῆς κακῶς γενομένης ἐξαιρέσεως, ἔχομεν τὴν ἄλλην ἔκθεσιν καθ’ ἣν τὰ λιβάδια ἐξηρέθησαν καὶ ἔχομεν καὶ ἄλλην ἔκθεσιν ὁμιλοῦσαν περὶ τῆς καταργήσεως· ἔχομεν πάντα ταῦτα καὶ ὑπάρχει διάταξις τοῦ νόμου, διὰ τῆς ὁποίας ἀκυροῦται ἡ ἀπόφασις. Ὁ κ. Ὑπουργὸς λέγει ὅτι, «καίτοι ἀναγνωρίζω ὅτι ἔχετε δίκαιον, δὲν ἠμπορῶ νὰ ἐκδώσω Διάταγμα ν’ ἀκυρώσω τὴν ἀπόφασιν». Ἀλλ’ ἐγὼ δὲν ἐζήτησα τὴν ἀκύρωσιν τῆς ἀποφάσεως, ἀλλ’ ἐζήτησα ὅπως, μετὰ τὴν βεβαίωσιν αὐτὴν τῶν γεγονότων ἐκ μέρους τῶν βοσκῶν, μὴ ἰσχύσῃ ἡ διάταξις καὶ συνεπῶς οἱ κτηνοτρόφοι νὰ εἰσέλθουν εἰς τὰ λιβάδια.
§294Γ. ΜΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Σεῖς ἐζητήσατε ἀνάκλησιν τῆς ἀποφάσεως.
§295Π. ΚΑΛΑΝΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ μὲ συγχωρῆτε, κ. Ὑπουργέ· ἐζήτησα νὰ διαπιστώσετε τὸ ἄκυρον τῆς ἀποφάσεως διὰ νὰ πᾶνε οἱ κτηνοτρόφοι εἰς τὰ λιβάδια.
§296Γ. ΜΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Θὰ σᾶς ἐρωτήσω πότε ὑπεβλήθη ἡ αἴτησίς σας· ἀπὸ τὴν 12 Αὐγούστου. Τί ἔχομεν σήμερον; 17 Δεκεμβρίου. Πότε ἐλάβομεν ἀπάντησιν; Πρὸ 25 ἡμερῶν. Ἰδοὺ λοιπὸν ὁ λόγος διὰ τὸν ὁποῖον ὑποστηρίζομεν ὅτι τὰ ζητήματα αὐτὰ πρέπει νὰ λύωνται διὰ τῶν ἐπιτοπίων Ἀρχῶν. Ἀγωνιζόμεθα διὰ μίαν ὑπόθεσιν ἐπὶ ἓξ μῆνας. Πταίει λοιπὸν ἡ διαδικασία.
§297Π. ΚΑΛΑΝΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ τώρα ποὺ ἦλθεν ἡ ἀπάντησις, σᾶς ἐρωτῶ, τί θὰ κάμετε;
§298Γ. ΜΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ἐζήτησα ἐπαρκεστέρας πληροφορίας. Σᾶς ἀπαντῶ διὰ τελευταίαν φοράν: Ἂν θέλετε νὰ μὲ ἐλέγξητε, κάμετε ἐπερώτησιν. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἐνθυμούμεθα ὅτι ὁ νόμος λέγει ρητῶς (ἀναγινώσκει): «Αἱ βοσκαὶ ἄρχονται ἀπὸ τῆς 1 Νοεμβρίου....κλπ.». Τοῦτο αὐτὸ εἶπον καὶ ἐγώ. Ἔταξα τὴν ὑπὸ τοῦ νόμου προβλεπομένην προθεσμίαν, τὴν 18 Ὀκτωβρίου, καὶ προσέθεσα τὴν τοῦ νόμου ἐξαίρεσιν, «ἐκτὸς ἂν τοπικαὶ συνθῆκαι ἄλλως ἔχουν ὁρίσει». Καὶ προσεθέσαμεν μάλιστα ὅτι, ἂν εἰς περιφέρειάν τινα ἐγένετο ἐκτέλεσις ἀποφάσεως ἢ ἔκδοσις ἀποφάσεως, νὰ ἐφαρμοσθῇ αὕτη, ἄλλως νὰ ἐφαρμόζεται ὁ νόμος. Πρέπει νὰ τὸ ἐννοήσετε, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς δὲν δύναται νὰ ἐφαρμόζῃ ἑκάστοτε τὸν νόμον κατὰ τὴν διάθεσιν τοῦ Α ἢ Β. Πρέπει νὰ ἐννοήσετε καλῶς τοῦτο, ὅτι, καίτοι ἀνήκετε εἰς τὴν πτέρυγα αὐτήν, δὲν θὰ δυνηθῆτε νὰ ἐπιτύχετε τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου, ὅπως θέλετε σεῖς αὐτήν. Αὐτὸ πρέπει νὰ τὸ ἐννοήσετε καλῶς. Δὲν δυνάμεθα παρεμβαίνοντες διὰ Διαταγμάτων νὰ δίδωμεν τὴν τοιαύτην ἢ τοιαύτην λύσιν οὐχὶ πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ συνόλου, ἀλλὰ τῆς Α ἢ Β περιφερείας καὶ πρὸς βλάβην τοῦ συνόλου.
§299Π. ΚΑΛΑΝΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς ἐρωτῶ συγκεκριμένως καὶ νὰ μοὶ ἀπαντήσητε: Εἰς 40 οἰκογενείας ἔχετε δώσει ἓξ λιβάδια εἰς τὴν περιφέρειαν Βριζόστι.
§300Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Εἰς τὸ Βριζόστι ἐδόθησαν εἰς τοὺς κτηνοτρόφους.
§301Ι. ΓΙΑΜΟΥΖΗΣ. Καὶ αὐτὰ περιλαμβάνονται, δὲν ἐξῃρέθησαν. Λέγετε ἀνακριβείας καὶ ἐπιτίθεσθε κατὰ τοῦ Ὑπουργοῦ, ὁ ὁποῖος σᾶς ἐβεβαίωσεν ὅτι ἐπὶ τῆς ὑπουργίας του δὲν ἐξῃρέθησαν.
§302Π. ΚΑΛΑΝΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτοί, κύριοι συνάδελφοι, εἶναι οἱ λόγοι οἱ ὑπαγορεύσαντες τὴν τροποποίησιν τοῦ ἐνοικιοστασίου. Σᾶς ἐρωτῶ: Ὑπάρχει εἷς πρόσφυξ; Καὶ ἐν τούτοις ἐδόθησαν ἓξ λιβάδια εἰς τὴν κοινότητα. Ἔρχομαι τώρα, κύριοι, εἰς τὰς τροπολογίας τὰς ἄλλας τὰς ὑποβληθείσας μετὰ τὸ Νομοθετικὸν Διάταγμα τῆς 4ης Ὀκτωβρίου.
§303ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Δὲν ἀφήνετε δι’ αὔριον τὰς τροπολογίας, κ. συνάδελφε;
§304Π. ΚΑΛΑΝΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄν, κύριοι συνάδελφοι, ὁ ἀριθμὸς 13 ἔχῃ σχέσιν τινὰ μὲ τὰ δαιμόνια, ὡρισμένως εἰς τὰ δαιμόνια πρέπει νὰ προσευχηθῶσιν οἱ ἀτυχεῖς κτηνοτρόφοι διὰ νὰ γλυτώσουν ἀπὸ τὰς 13 αὐτὰς τροπολογίας. Δὲν θὰ ἀργήσω μίαν πρὸς μίαν νὰ τὰς ἀναλύσω. Ἡ πρώτη εἶναι τῶν κ.κ. Σταμούλη καὶ Γουλιανοῦ. Δι’ αὐτῆς λέγουν ὅτι τὰ παραχωρηθέντα λιβάδια εἰς κοινότητας πρέπει νὰ ἐξαιρεθοῦν τοῦ ἐνοικιοστασίου. Δηλαδὴ ποῖα λιβάδια; Δυνάμει τοῦ ἐνοικιοστασίου ἢ πρὸ τοῦ ἐνοικιοστασίου, δυνάμει τῶν ἀγροτικῶν νόμων, εἶχον παραχωρηθῆ ὡρισμένα λιβάδια εἰς τοὺς ἀποκατασταθέντας κολλήγους, τὰ ὁποῖα οἱ κολλῆγοι τὰ ἐνοικίασαν, διότι ἦσαν περισσεύματα. Ἤδη ζητεῖται νὰ ἀρθῇ τὸ ἐνοικιοστάσιον ἀπὸ τὰ παραχωρηθέντα λιβάδια κατὰ παράβασιν ὀξεῖαν, κατὰ παράβασιν ὀξυτάτην ρητῆς βασικῆς διατάξεως τοῦ ἰσχύοντος νόμου, ὁ ὁποῖος λέγει....
§305Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁμιλεῖ τώρα διὰ τὰς τροπολογίας. Εἶναι ὡς νὰ μᾶς φέρῃ ἐδῶ ὅλα τὰ συγγράμματα καὶ ὅλας τὰς ἐφημερίδας νὰ τὰς συζητήσῃ. Ἔχει δύο ὥρας ποὺ συζητεῖ.
§306Π. ΚΑΛΑΝΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ ὁποῖος λέγει ὅτι, ἂν τὰ ἐξαιρεθέντα λιβάδια χρησιμοποιηθῶσι δι’ ἄλλους σκοπούς, ἂν μισθωθῶσιν, ἡ ἐξαίρεσις ἀκυροῦται. Ἐνῷ δὲ ἀκυροῦται ἡ ἐξαίρεσις, ἡμεῖς ἐρχόμεθα αὐτὰ τὰ παραχωρηθέντα καὶ μισθωθέντα νὰ τὰ ἐξαιρέσωμεν διὰ δευτέραν φοράν. Ἐν πάσῃ περιπτώσει νὰ ἀναγνωρίσωμεν τὸ δικαίωμα αὐτὸ τοῦ νὰ ἐνοικιάζωσιν αἱ κοινότητες τὰ λιβάδια. Αὐτὴ εἶναι ἡ πρώτη τροπολογία. Ἡ δευτέρα εἶναι ἀκόμη γενικωτέρα. Εἶναι τοῦ κ. Χαβίνη. Ὁ κ. Χαβίνης λέγει (ἀναγινώσκει): «Ἡ ἄρσις τοῦ ἐνοικιοστασίου τῶν βοσκῶν θὰ γίνεται ἐφόσον προχωρεῖ ἡ καλλιέργεια ὑπὸ τῶν ἀγροτῶν εἰς τὰ παραχωρηθέντα....κλπ.».
§307Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Τὴν ἀπέσυρα αὐτήν, κ. συνάδελφε.
§308Π. ΚΑΛΑΝΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν ἀπεσύρατε;
§309Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Τὸ ἐδήλωσα.
§310Π. ΚΑΛΑΝΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχομεν τρίτην τοῦ κ. Χαβίνη. Εἰς τὸ ἄρθρον 9 προστίθεται διάταξις ἔχουσα οὕτως (ἀναγινώσκει): «Ὅταν ὁ ἰδιοκτήτης εἶναι τὸ Κράτος, τὸ ἐνοικιοστάσιον αἴρεται αὐτοδικαίως....κλπ.».
§311Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Πρὸς καλλιέργειαν· διὰ νὰ ἀποφύγωμεν, κ. συνάδελφε, τὰς διατυπώσεις, εἶναι δὲ εἰς τὸ ἄρθρον 10 καὶ ὄχι εἰς τὸ ἄρθρον 9.
§312Π. ΚΑΛΑΝΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄλλη τροπολογία εἶναι τοῦ κ. Σίδερη. Ὁ κ. Σίδερης καταργεῖ τὴν διαδικασίαν καὶ ἀναθέτει τὴν ἐξαίρεσιν τοῦ ἐνοικιοστασίου διὰ τῆς τροπολογίας του εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ Ἐποικισμοῦ, εἰς τὰ ἐποικιστικὰ γραφεῖα, ἄνευ τῆς διαδικασίας κλπ., διότι λέγει ὅτι θὰ εἶναι ὑποχρεωτικὴ ἡ πρότασις. Καὶ ἐρωτῶ ὑμᾶς, κύριοι συνάδελφοι: Τίνος εἴδους ἀπόφασις εἶναι αὐτὴ τοῦ Ὑπουργοῦ, ὅταν θὰ εἶναι ὑποχρεωτικὴ δι’ αὐτὸν ἡ πρότασις τοῦ Ἐποικισμοῦ; Ἡ ὑποχρέωσις ἀναιρεῖ τὴν ἔννοιαν τῆς ἀποφάσεως. Δὲν πρόκειται πλέον περὶ ἀποφάσεως τοῦ Ὑπουργοῦ. Τίνος εἴδους ἀπόφασις εἶναι αὐτή;
§313Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Δὲν εἶναι μία περίπτωσις· εἶναι μυρίαι περιπτώσεις, κατὰ τὰς ὁποίας αἱ Ὑπηρεσίαι ἐκδίδουν ἀποφάσεις ἢ κάμνουν προτάσεις ὑποχρεωτικὰς διὰ τὸν Ὑπουργόν. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἠμπορεῖτε νὰ συζητήσετε εἶναι τοῦτο· ἂν οὐσιαστικῶς δύναται νὰ ἀφεθῇ εἰς μίαν τοπικὴν Ἀρχὴν νὰ κρίνῃ ὑποχρεωτικῶς ἢ ὄχι. Δὲν πρέπει ὅμως νὰ λέγητε ὅτι αὐτὸ σᾶς κάμνει ἐντύπωσιν, διότι εἶναι ἄπειροι περιπτώσεις κατὰ τὰς ὁποίας μία πρότασις εἶναι ὑποχρεωτικὴ διὰ τὸν Ὑπουργόν.
§314Π. ΚΑΛΑΝΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν μοῦ μένει καμμία ἀμφιβολία ὅτι ὑπάρχουν τοιαῦται περιπτώσεις, ἀλλ’ ἀναμφισβητήτως δὲν θὰ πρόκειται περὶ τοιούτων ζητημάτων, τοιαύτης σοβαρότητος, αἱ δὲ Ἐπιτροπαὶ ἐκεῖναι δὲν θὰ εἶναι ὡς αἱ Ἐπιτροπαὶ τῆς Ἀποκαταστάσεως τῶν ἀκτημόνων καλλιεργητῶν εἰς τὰ διάφορα χωρία· θὰ εἶναι Ἐπιτροπαὶ αἱ ὁποῖαι ἑδρεύουν εἰς κέντρα μεγάλα καὶ συγκροτοῦνται ἀπὸ πρόσωπα τὰ ὁποῖα παρέχουν τὰ ἐχέγγυα τῆς ἐκδόσεως προτάσεων ἐσκεμμένων καὶ συμφώνων πρὸς τὰ συμφέροντα τοῦ λαοῦ. Δὲν θὰ πρόκειται περὶ τοιούτων Ἐπιτροπῶν, οἷαι αἱ Ἐπιτροπαὶ τοῦ Ἐποικισμοῦ.
§315ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Κύριε συνάδελφε, αἱ Ἐπιτροπαὶ αὐταὶ τοῦ Ἐποικισμοῦ ἀπὸ ποίους ἀποτελοῦνται οὕτως ὥστε νὰ βγάζουν ἀποφάσεις ὑποχρεωτικὰς διὰ τὸν Ὑπουργόν;
§316Π. ΚΑΛΑΝΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἠμποροῦν νὰ εἶναι καὶ ἀπόφοιτοι τῆς δευτέρας γυμνασιακῆς τάξεως.
§317Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Συμφώνως μὲ τὸν νόμον αἱ Ἐπιτροπαὶ τῆς Ἀπαλλοτριώσεως ἀποτελοῦνται ἀπὸ τὸν Πρόεδρον τῶν Πρωτοδικῶν, ἀπὸ τὸν Οἰκονομικὸν Ἔφορον καὶ ἄλλα πρόσωπα. Ἐγὼ ἤθελον διὰ τῆς πρώτης τροπολογίας μου νὰ ἀφήσω τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος εἰς τὸν Ὑπουργόν, διότι ἤθελον νὰ ὑπάρχῃ κάποια σταθερότης εἰς τὴν ἔκδοσιν τῶν ἀποφάσεων, ἐνῷ αἱ Ἐπιτροπαὶ δύνανται νὰ ἐφαρμόσουν κατ’ ἄλλον τρόπον τὸν νόμον. Κατόπιν τῆς γενομένης συζητήσεως κατέληξα εἰς ἄλλο συμπέρασμα, διότι δὲν νομίζω ὅτι, ὅταν σχηματίζωμεν μίαν γνώμην, πρέπει νὰ προσκολλώμεθα εἰς αὐτὴν ὡς ὄστρακα· κατέληξα λοιπὸν εἰς ἄλλην, ἐντελῶς διάφορον πρότασιν.
§318Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε συνάδελφε, ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ ἄρθρου 8 ἀπὸ ποίους ἀποτελεῖται;
§319Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Εἶναι ἡ Ἐπιτροπὴ Ἀπαλλοτριώσεως ἢ ἡ Ἐπιτροπὴ ἐξαιρέσεως ἀπὸ τοῦ ἐνοικιοστασίου.
§320Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Δὲν ἀφήνετε νὰ προχωρήσωμεν;
§321Π. ΚΑΛΑΝΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄλλη τροπολογία εἶναι τοῦ συναδέλφου κ. Κούτρα. Ὁ συνάδελφος κ. Κούτρας δημιουργεῖ ἓν ἔνδικον μέσον κατὰ τῶν ἀποφάσεων τῆς Ἐπιτροπῆς. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐγὼ εἶμαι ἐναντίον τῆς παραχωρήσεως τοιούτου δικαιώματος εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν εἶμαι φυσικὰ καὶ ἐναντίον τοῦ ἐνδίκου μέσου κατὰ τῶν ἀποφάσεων τῆς Ἐπιτροπῆς. Πολὺ περισσότερον ἀποκρούω τὴν τροπολογίαν αὐτήν, διότι περιέχει μίαν διάταξιν, κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ ἔνδικον μέσον θὰ ἰσχύῃ καὶ ἐναντίον τῶν ἤδη ἐκδοθεισῶν ἀποφάσεων ἐντὸς ὡρισμένης προθεσμίας, θὰ ἀναιρῇ δηλαδὴ καὶ κεκτημένα δικαιώματα. Ἄλλη τροπολογία, κύριοι συνάδελφοι, εἶναι τοῦ κ. Ἀναστασιάδου. Ὁ κ. Ἀναστασιάδης λέγει ὅτι ἡ ἐξαίρεσις πρέπει νὰ χωρῇ αὐτοδικαίως μετὰ τὴν ἀπόφασιν τῆς Ἐπιτροπῆς. Θέλει δὲ ὡσαύτως τὴν ἐξαίρεσιν, μετ’ ἀπόφασιν τοῦ Ἐποικισμοῦ, ὑποχρεωτικὴν διὰ τὸν Ὑπουργόν. Ἀπὸ τῆς λήξεως δὲ μάλιστα τῆς τρεχούσης σήμερον περιόδου ἔχομεν καὶ τὴν ἐξαίρεσιν ἀπὸ ὅλα ὁπωσδήποτε τὰ ἀπαλλοτριωθέντα. Ἑτέρα τροπολογία εἶναι τοῦ κ. Μυλωνᾶ, ὁ ὁποῖος θέλει νὰ ἔρχεται τὸ ἐνοικιοστάσιον ἀπὸ τὴν Ἐπιτροπὴν τῆς Ἀπαλλοτριώσεως. Ἄλλη τροπολογία εἶναι τῶν κ.κ. Ξύδη, Παπαοικονόμου κλπ., ἡ ὁποία ἀφορᾷ τοὺς κτηνοτρόφους Θεσσαλίας καὶ Φθιώτιδος καὶ ἡ ὁποία ὁμιλεῖ διὰ τοὺς ἐν ἀγραναπαύσει ἀγρούς, τοὺς ὁποίους συνηθίζουν αἱ κοινότητες Αἰτωλοακαρνανίας νὰ ἐνοικιάζουν καὶ ἐπὶ τῶν ἐκτάσεων αὐτῶν εἶναι βέβαιον ὅτι ἰσχύει τὸ ἐνοικιοστάσιον μὲ τὸ δικαίωμα τῆς ἐναλλαγῆς τῆς βοσκῆς. Εἶναι καὶ μία ἄλλη τροπολογία τοῦ κ. Κούτρα, διὰ τῆς ὁποίας συγκατατίθεται ὁ κ. συνάδελφος ὅπως παραχωρηθῇ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τὸ δικαίωμα τῆς ἐφέσεως κατὰ τὸ ἄρθρον 8 (ἀναγινώσκει):... Ἔγιναν, κύριοι συνάδελφοι, τόσαι πολλαὶ ἐξαιρέσεις θίγουσαι τὰ σπουδαιότατα συμφέροντα τῶν κτηνοτρόφων, ὥστε νὰ θεωρῶ τὴν διάταξιν αὐτὴν δεδικαιολογημένην, ἀφορῶσαν τὴν ἀναθεώρησιν τῶν ἀποφάσεων. Πρέπει νὰ ἀνατεθῇ πράγματι εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τὸ ἄρθρον 6, ἑδρεύουσαν πλησίον τῶν ἐξαιρουμένων λιβαδίων, καὶ ἡ ὁποία ἀποτελεῖται ἀπὸ τὸν Πρόεδρον τῶν Πρωτοδικῶν, ἀπὸ τὸν Οἰκονομικὸν Ἔφορον καὶ ἀπὸ τὸν ὑπάλληλον τοῦ Ἐποικισμοῦ διὰ νὰ δύναται ἡ Ἐπιτροπὴ αὐτὴ νὰ ἀναθεωρῇ τὰς ἀποφάσεις.
§322Γ. ΜΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ἐννοεῖτε τὰ ἐξαιρεθέντα μέχρι τοῦδε.
§323Π. ΚΑΛΑΝΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα. Ἐπίσης εἶναι μία ἄλλη διάταξις ἀφορῶσα τὴν Ἤπειρον, διὰ τῆς ὁποίας δημιουργοῦνται ἰδιαίτερα δικαιώματα διὰ τὴν Ἤπειρον, διότι ἐνδεχόμενον νὰ ὑφίστανται περισσότεραι πιέσεις καὶ δι’ αὐτὸ δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ μετὰ ἀγανακτήσεως νὰ μὴ γίνῃ δεκτὴ ἀπὸ τὴν Συνέλευσιν.
§324Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Ἡ ἀγανάκτησις πρέπει νὰ προέρχηται ἀπὸ ἡμᾶς, διότι ἐκεῖ οὐδεὶς ἀκτήμων ἔχει ἀποκατασταθῆ καλλιεργητὴς καὶ ἀπορῶ πῶς σεῖς ὁ ὁποῖος προέρχεσθε ἀπὸ τὰς λαϊκὰς τάξεις δὲν θέλετε νὰ ἀποκατασταθῶσιν οἱ ἀκτήμονες ἀγρόται. Ἡμεῖς ἀγανακτοῦμεν διὰ τὴν ἐπέμβασίν σας.
§325Π. ΚΑΛΑΝΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Μὴ ὁμιλεῖτε κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, διότι εἰς τὴν ἤρεμον αὐτὴν αἴθουσαν ἡ γλῶσσά σας δὲν ἀκούεται καλῶς.
§326Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Μᾶς τυραννεῖτε, κ. συνάδελφε, καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν διαμαρτυρίαν ὅλων τῶν συναδέλφων. Εὐχαριστῶ διὰ τὸ ἐνδιαφέρον σας, ἀλλὰ σᾶς παρακαλῶ νὰ μᾶς ἀπαλλάξητε.
§327Π. ΚΑΛΑΝΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς βεβαιῶ ὅτι δὲν θὰ σᾶς ἀπαλλάξω.
§328Γ. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ἔχω νὰ διαμαρτυρηθῶ διὰ τὴν τακτικὴν τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία κατὰ τὴν ἡμέραν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου ἐπέτρεψε τὴν ψήφισιν νομοσχεδίων.
§329ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀπεφάσισε χθὲς ἡ Συνέλευσις.
§330Ι. ΓΙΑΜΟΥΖΗΣ. Διαμαρτύρομαι, διότι ὁ κ. συνάδελφος κωλυσιεργεῖ. Ἔχει ἀτομικὰ συμφέροντα.
§331Π. ΚΑΛΑΝΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐδὲν ἀπολύτως ἀτομικὸν συμφέρον ἔχω.
§332Ι. ΓΙΑΜΟΥΖΗΣ. Εἶσθε δικηγόρος τῶν κτηνοτρόφων.
§333Π. ΚΑΛΑΝΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶμαι βεβαίως, διότι εἶναι τὸ ἐπάγγελμά μου τοιοῦτον καὶ εἶναι τιμή μου νὰ ὑπερασπίζωμαι τὴν τάξιν αὐτήν.
§334ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Μπούμπουλη, χθὲς ἐπῆλθε συνεννόησις, ὅπως ἀναβληθῶσιν αἱ ἐπερωτήσεις καὶ γίνῃ νομοθετικὴ ἐργασία. Ἀπουσιάζατε σεῖς.
§335Γ. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Νομοθετικὴ ἐργασία καὶ ὄχι κωλυσιεργία.
§336ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ εἶναι ἄλλο ζήτημα.
§337Π. ΚΑΛΑΝΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀντελήφθητε ὅτι ἐπαναλαμβάνω τὰ ἴδια;
§338Γ. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Μὲ ἐνδιαφέρει τὸ ἔργον τῆς Συνελεύσεως καὶ ὄχι αἱ ἀντεγκλήσεις.
§339Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Εἶναι προφανὲς ὅτι ἡ συζήτησις αὐτὴ περὶ τοῦ ἐνοικιοστασίου θὰ παραταθῇ καὶ ὅσοι ἐνδιαφέρονται εἴτε ὑπὲρ τῆς μιᾶς ἀπόψεως εἴτε ὑπὲρ τῆς ἄλλης εἶναι ἀναγκαῖον νὰ γνωρίζουν μήπως ἡ Κυβέρνησις θὰ ἤθελε νὰ διακόψῃ τὴν συζήτησιν αὐτὴν διὰ νὰ ψηφισθοῦν ἄλλα νομοσχέδια.
§340Ι. ΓΙΑΜΟΥΖΗΣ. Διαμαρτύρομαι διὰ τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. συναδέλφου. Δὲν εἶναι ἀξιοπρεπὲς διὰ μίαν Συνέλευσιν νὰ ἐκβιάζεται ὑπὸ ἑνὸς πληρεξουσίου.
§341Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Εἶπον καὶ ἐπαναλαμβάνω ὅτι οἱ ἐνδιαφερόμενοι εἴτε ὑπὲρ τῆς μιᾶς εἴτε ὑπὲρ τῆς ἄλλης ἀπόψεως διὰ τὸ ἐνοικιοστάσιον εἴμεθα διατεθειμένοι νὰ παραμείνωμεν μέχρι πρωΐας, ἀλλ’ ὑπάρχουν καὶ πληρεξούσιοι οἱ ὁποῖοι δὲν ἐνδιαφέρονται δι’ αὐτό. Λοιπὸν ὀρθὸν εἶναι νὰ διακοπῇ ἡ συζήτησις, νὰ ψηφισθοῦν τὰ ἄλλα καὶ νὰ συνεχίσωμεν κατόπιν.
§342Ι. ΓΙΑΜΟΥΖΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ αὐτό.
§343Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Ἀφήσατε τὸν κ. πληρεξούσιον νὰ συνεχίσῃ καὶ κατόπιν θὰ ψηφισθῇ.
§344Π. ΚΑΛΑΝΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ νὰ καθησυχάσουν τὰ νεῦρα μερικῶν συναδέλφων, ἔχω νὰ τοῖς εἴπω ὅτι θὰ ἀσχοληθῶ ἀκόμη μὲ τὰ ἐπιχειρήματα τοῦ κ. συνδέλφου, τὰ ὁποῖα εἶναι 18. Θὰ ἀσχοληθῶ μὲ τὴν πρότασιν τὴν ἰδικήν μου, θὰ ἀσχοληθῶ δὲ ἀκόμη μὲ τὰ συμπεράσματα εἰς τὰ ὁποῖα καταλήγω καὶ δὲν ἠμπορῶ νὰ φθάσω πρὸ τῆς παρελεύσεως 1½ ὥρας.
§345Α. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Πρέπει νὰ σεβασθῆτε καὶ τὸ ἀξίωμα τὸ ὁποῖον φέρετε, διότι κωλυσιεργεῖτε.
§346Π. ΚΑΛΑΝΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ νὰ ὑπερασπίσωμεν τοὺς κτηνοτρόφους εἴμεθα 4–5, ἐνῷ διὰ τοὺς γεωργοὺς εἶσθε πολλοί.
§347Γ. ΜΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Νὰ μὴ ἐπιτραποῦν διακοπαὶ διὰ νὰ συνεχίσῃ.
§348Π. ΚΑΛΑΝΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχει καὶ ἄλλη τροπολογία, τοῦ κ. Καλέλλη, διὰ τῆς ὁποίας ἐπιτρέπεται ἡ ἐξαίρεσις τοῦ ¼ τῶν λιβαδίων τῶν κηρυχθέντων ἀπαλλοτριωτέων ἀπὸ τῆς λήξεως τῆς περιόδου αὐτῆς, ἀλλὰ καὶ διὰ τῆς ὁποίας, διὰ τοῦ δευτέρου ἐδαφίου, ἀναγνωρίζεται εἰς τὴν Ἤπειρον, ἐξ ἀλληλεγγύης ἀγροτικῆς, εἰς τὴν Ἤπειρον καὶ τὴν Ἄρταν νὰ μὴ ἐφαρμοσθῇ ἡ περίπτωσις αὐτή. Ἀσχέτως δὲ πρὸς τὴν τροπολογίαν αὐτὴν ὑπάρχει μία τροπολογία τῶν κ.κ. Σίμου καὶ Μπέμπη, τὴν ὁποίαν ἐκθύμως συνιστῶ, διότι οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι θέλοντες νὰ ἐξοικονομήσουν τὴν ἀνάγκην τῶν κτηνοτρόφων, οἱ ὁποῖοι εὑρέθησαν χωρὶς λιβάδια, λαμβάνουν πρόνοιαν ὅπως προτιμῶνται οἱ ἐντὸς τοῦ ἑλληνικοῦ ἐδάφους παραχειμάζοντες εἰς τὰ λιβάδια, καὶ παρακαλῶ τὴν Συνέλευσιν ὅπως λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν τροπολογίαν αὐτήν, τροποποιηθεῖσαν κατὰ τοῦτο ἐκ μέρους μου, ὅτι ἐν τῇ τροπολογίᾳ ἀναφέρεται τὸ ὄνομα «Ἀλβανία», ἐνῷ θὰ ἠδύνατο νὰ ἐφαρμοσθῇ καὶ διὰ τοὺς ἄλλους κτηνοτρόφους τοὺς παραχειμάζοντας καὶ εἰς ἄλλα Κράτη. Ἀπηλείφθη λοιπὸν ἡ λέξις «Ἀλβανίας» καὶ ἐτέθη «ξένης Ἐπικρατείας».
§349Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἂν ἐξακολουθήσετε, κ. συνάδελφε, θὰ παρακαλέσω νὰ διακόψωμεν, νὰ ψηφίσωμεν μερικὰ νομοσχέδια, ὅπως τὸ «περὶ ἀμβύκων» καὶ συνεχίζεται.
§350ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτομεν ἐπὶ 5 λεπτά. (Ὥρα 1.40′ π.μ.).
ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΚΟΠΗΝ
(Ὥρα 1.50′ π.μ.).
§351ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Ἡ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ζητεῖ νὰ τῇ χορηγηθῇ μακροτέρα παράτασις ἵνα ὑποβάλῃ τὴν ἔκθεσιν αὑτῆς ἐπὶ στρατιωτικῶν νομοσχεδίων μὴ ἐπειγούσης φύσεως. Συναινεῖ ἡ Συνέλευσις ὅπως πρὸ τῆς συνεχίσεως τῆς συζητήσεως περὶ ἐνοικιοστασίου βοσκῶν συζητηθῶσι νομοσχέδιά τινα μὴ προκαλοῦντα ἀντιρρήσεις;
§352ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§353ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ μειώσεως τοῦ φόρου δεκάτης καὶ τοῦ ἐγγείου φόρου ἐπὶ τοῦ παραγομένου καπνοῦ».
§354Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Παρακαλῶ νὰ ἀπαλειφθῶσι τὰ ἄρθρα 4 καὶ 5.
§355ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Μάλιστα. Δεκτὸν ὡς ἐτροπολογήθη. (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον).
§356ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ Ν. Δ. τῆς 26ης Αὐγούστου 1924 περὶ φορολογίας τῶν ἀμβύκων».
§357Χ. ΑΛΑΜΑΝΗΣ. Νὰ ἀπαλειφθῇ ἡ παράγραφος 10, διότι, ἐνῷ καταργοῦμεν τὸν φόρον, διὰ τοῦ αὐτοῦ νομοθετήματος δίδομεν τὸ δικαίωμα εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον νὰ βάλῃ νέαν φορολογίαν.
§358Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Θὰ βαδίσῃ κατ’ ἀναλογίαν τοῦ φόρου οἰνοπνεύματος. Λοιπὸν ἔχομεν τὸ δικαίωμα ἐκ τοῦ νόμου νὰ αὐξήσωμεν τὸν φόρον τοῦ οἰνοπνεύματος, θὰ πρέπῃ δὲ νὰ αὐξήσωμεν ἀναλόγως καὶ τὸν φόρον τῶν ἀμβύκων.
§359Κ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Νὰ καταχωρισθῇ εἰς τὰ πρακτικὰ ἡ δήλωσις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ.
§360Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Θὰ δώσω τροπολογίαν. Θὰ γίνῃ ὁσάκις ὁ φόρος ὑπερβαίνει τὰς 35 καὶ 50 δραχ. κατὰ χιλιόγραμμον.
§361Μ. ΤΣΑΡΛΑΜΠΑΣ. Δὲν πρόκειται, κύριοι, νὰ φέρω ἀντίρρησιν ἐπὶ τοῦ ὑπὸ κρίσιν σχεδίου νόμου, τὸ ὁποῖον ἀσφαλῶς διαρρυθμίζει κατὰ τὸ ἐνὸν μίαν κατάστασιν, ἔχω ὅμως νὰ ὑποβάλω μίαν ἀπορίαν, διὰ ποῖον λόγον λαμβάνονται μονομερῆ μέτρα προστασίας καὶ δὲν περιλαμβάνονται καὶ αἱ περιφέρειαι αἱ ὁποῖαι πάσχουν ἐξ οἰνολογικῆς κρίσεως, ἡ ὁποία βεβαίως εἶναι συνδεδεμένη μὲ τὸ ζήτημα τῶν ἀμβύκων.
§362Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἡ Λευκὰς δὲν εἶναι νῆσος, συνδέεται μὲ τὴν Ἤπειρον· πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ περιληφθῇ; Τότε νὰ εἴπωμεν καὶ διὰ τὴν Θεσσαλίαν.
§363Μ. ΤΣΑΡΛΑΜΠΑΣ. Εἶναι πρωτοφανὲς νὰ λέγεται ἀπὸ Ὑπουργὸν Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ὅτι ἡ ἐπαρχία Λευκάδος δὲν εἶναι νῆσος. Δὲν ἠμπορεῖτε νὰ μεταβάλλητε τοὺς γεωγραφικοὺς ὅρους τῆς Ἑλλάδος. Ἂν ἡ Συνέλευσις δέχεται τὴν τροπολογίαν μου αὐτήν, ἡ ὁποία πρόκειται νὰ ἀνακουφίσῃ μίαν πάσχουσαν νῆσον, ἐγὼ κατέρχομαι τοῦ βήματος.
§364Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Ἂν δὲν τὴν δέχεται;
§365Μ. ΤΣΑΡΛΑΜΠΑΣ. Τότε θὰ ἀναπτύξω τὴν τροπολογίαν μου. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐδήλωσεν ἐπανειλημμένως ὅτι ἡ ἐπαρχία Λευκάδος δὲν παράγει «σούμαν». Καίτοι σέβομαι καὶ ἐκτιμῶ τὸν κ. Ὑπουργόν, ἔχω ὑποχρέωσιν ἐν τούτοις νὰ δηλώσω ὅτι δὲν εἶναι ἀκριβὴς ἡ πληροφορία του. Ἀληθῶς ἡ «σούμα» παράγεται ὄχι κατὰ τὸν νόμιμον τρόπον, ἀλλὰ κατὰ τρόπον τὸν ὁποῖον γνωρίζει ἀσφαλῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ὁ ὁποῖος ἐν πάσῃ περιπτώσει δὲν ἀνακοινοῦται εἰς αὐτὸν διὰ τῶν Ἐφοριῶν, τοῦτο δὲ γίνεται ὄχι μόνον εἰς τὴν ἐπαρχίαν τὴν ἰδικήν μου, ἀλλὰ καὶ εἰς ἄλλας περιφερείας. Ἀλλά, καὶ ἂν δεχθῶμεν ὅτι ὄντως ἡ ἐπαρχία Λευκάδος δὲν παράγει «σούμαν», θὰ ἐρωτήσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν κατὰ τί ζημιοῦται ὁ Προϋπολογισμὸς ἂν μία εὐεργετικὴ διάταξις ἐτίθετο ἐν τῷ νομοσχεδίῳ καὶ δὲν ἐνεφάνιζε τοῦτο τὴν μονομερῆ ἐξυπηρέτησιν ἐπὶ τῇ βάσει ἀνοχῆς καί, ὀφείλω νὰ τὸ δηλώσω ἀπὸ τοῦ βήματος, τῶν ἑκάστοτε πιέσεων; Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶχεν ὑποχρέωσιν νὰ μὴ ἐξαιρῇ τῆς προστασίας τοῦ νομοσχεδίου τὰς περιφερείας αἱ ὁποῖαι ἔχουν μόνον ἕνα ἀντιπρόσωπον καὶ ὄχι περισσοτέρους.
§366ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Ἡ Λευκὰς ἔχει δύο.
§367Μ. ΤΣΑΡΛΑΜΠΑΣ. Εἶναι λυπηρόν, διότι, ἐνῷ ἔχει δύο ἀντιπροσώπους, ὁ ἕτερος δὲν ὑπεραμύνεται τῶν τοπικῶν συμφερόντων.
§368Γ. ΣΟΛΔΑΤΟΣ. Διατί τὰ βάζεις μὲ ἐμέ; Ἔχεις ἴδει εἰς τὴν Λευκάδα κανένα καζάνι πουθενά; Σὺ δὲν ἐγνώριζες τί θὰ εἴπῃ ἄμβυξ καὶ ὅταν ἠγόρευον, ἠρώτησες τὸν κ. Γρηγορίου τί εἶναι ὁ ἄμβυξ.
§369ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἀγορεύσητε διὰ μακρῶν;
§370Μ. ΤΣΑΡΛΑΜΠΑΣ. Μάλιστα.
§371ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον ἀναβάλλεται.
§372Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Θὰ ἐπρότεινα τὴν ἑξῆς μέσην λύσιν· νὰ μὴ ὁρισθῇ ἐν τῷ νόμῳ ὅτι περιλαμβάνεται ἡ Λευκάς, ἀλλὰ νὰ ὁρισθῇ ὅτι διὰ Διατάγματος δύναται νὰ ἐπεκταθῇ τὸ προνόμιον αὐτὸ καὶ εἰς τὴν Λευκάδα· διὰ Διατάγματος προκαλουμένου τῇ ἀποφάσει τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου.
§373ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον ἀναβάλλεται.
§374Ι. ΜΑΡΜΑΤΑΚΗΣ. Δὲν θὰ ἀναβληθῇ.
§375ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνεβλήθη.
§376ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Ἡ Συνέλευσις δὲν τὸ ἀνέβαλε. (Θόρυβος καὶ διαμαρτυρίαι).
§377ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ἐπὶ 10 λεπτά. (Ὥρᾳ 1.55′ π.μ.).
ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΚΟΠΗ
(Ὥρᾳ 2.5′ π.μ.).
§378ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Δέχεται ἡ Συνέλευσις μετὰ τὴν διακοπὴν νὰ ἐπανέλθωμεν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ φορολογίας τῶν ἀμβύκων κλπ.» εἰς βʹ συζήτησιν ἐπὶ τῶν ἄρθρων;
§379Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Ἡ ἐπιθυμία τῆς Συνελεύσεως, κ. Πρόεδρε, εἶναι νὰ τελειώσῃ τὸ ζήτημα αὐτό, ὑποθέτω δὲ ὅτι οἱ κύριοι συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι τόσον ἀξιεπαίνως ἠθέλησαν νὰ προστατεύσωσι τὰ συμφέροντα τῶν ἐπαρχιῶν των, θὰ ἱκανοποιηθῶσι πλήρως ἂν δεχθῶσι τὴν ὑποβληθεῖσαν τροποποίησιν, ἥτις ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Διὰ Διατάγματος ἐκδιδομένου μετ’ ἀπόφασιν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἐπιτρέπεται νὰ ἐπεκταθῇ καὶ εἰς ἄλλας περιφερείας».
§380ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα, δεκτόν, δεκτόν.
§381Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Θὰ λεχθῇ «εἰς περιφερείας»;
§382Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ δεχθῇ νὰ γίνῃ «εἰς περιφερείας».
§383Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Μάλιστα, καλῶς.
§384Μ. ΤΣΑΡΛΑΜΠΑΣ. Ἡ διάταξις αὐτὴ πρόκειται νὰ τεθῇ εἰς τὴν παράγραφον 13 μετὰ τὴν διάταξιν τὴν ἀφορῶσαν τὴν Κρήτην.
§385Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Μάλιστα.
§386Γ. ΣΟΛΔΑΤΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἀσχέτως πρὸς τὸ νομοσχέδιον, ἐπειδή, ὅταν ἔλαβον τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ «περὶ τῶν ἀμβύκων», ἐγράφη ὅτι ἐγὼ ὡμίλησα καθ’ ὃν τρόπον ὡμίλησα διότι ἐξεπροσώπουν τὰ συμφέροντα τῆς Ἑταιρείας Οἴνων καὶ Οἰνοπνευμάτων, ὀφείλω νὰ δηλώσω εἰς τὴν Συνέλευσιν καὶ μόνον διὰ τὴν Συνέλευσιν—διότι ἐγὼ βεβαίως δὲν θὰ προβῶ εἰς ἄλλην ἀπάντησιν—ὅτι ὄχι μόνον δὲν ἐκπροσωπῶ τὴν Ἑταιρείαν αὐτὴν καὶ συμφέροντα αὐτῆς, ἀλλὰ καὶ ὁ ἀδελφός μου, ὁ ὁποῖος ἀντεπροσώπευεν αὐτήν, ἔπαυσεν ἀπὸ δεκαετίας νὰ τὴν ἀντιπροσωπεύῃ, διότι ἡ Ἑταιρεία ἐκείνη εἰργάσθη ἔπειτα διὰ τῶν ὑπαλλήλων της καὶ ἤδη δὲν ἐργάζεται πλέον.
§387ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἡ Συνέλευσις ἀποδέχεται τὸ νομοσχέδιον μὲ τὴν γενομένην τροπολογίαν;
§388ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§389Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἡ διάταξις αὐτὴ θὰ τεθῇ εἰς ἐφαρμογὴν ἀπὸ τοῦ ἑπομένου ἔτους.
§390ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα. (Ψηφίζεται εἰς βʹ κατ’ ἄρθρον, ἀναβαλλομένης τῆς ψηφίσεως τοῦ συνόλου λόγῳ τῶν τροπολογιῶν).
§391ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συνεχίζομεν τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀνακλήσεως τῆς γενομένης δημοσιεύσεως ἐν τῷ ὑπ’ ἀριθ. 168 τῆς 23ης Ἰουλίου 1924 φύλλῳ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως δῆθεν νόμου ὑπ’ ἀριθ. 3107 ὑπὸ τὸν τίτλον περὶ τροποποιήσεως διατάξεων τῶν Ν. Δ. τῆς 23ης Ἀπριλίου 1924 περὶ ἀμνηστίας, ἀναστολῆς ποινῶν, παραγραφῆς ἀδικημάτων κλπ.», (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον).
§392Κ. ΦΙΛΑΝΔΡΟΣ. Τὸ «περὶ ἐξετάσεων τῶν μαθητῶν», κ. Πρόεδρε, εἶναι σοβαρὸν καὶ πρέπει νὰ ψηφισθῇ.
§393Τ. ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ. Νὰ ἀναγραφῇ αὔριον πρῶτον εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν.
§394ΤΙΝΕΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Νὰ ψηφισθῇ, κ. Πρόεδρε, τώρα.
§395Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Ἡ προσεχὴς Ἡμερησία Διάταξις νὰ ἔχῃ πρῶτον τὸ «περὶ ἐνοικιοστασίου βοσκῶν».
§396ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις διὰ νὰ ἐπαναληφθῇ τὴν 4ην μ.μ. τῆς σήμερον. (Ὥρᾳ 2.30′ π.μ.).