1924.12.11
3.269 στίχοι · 26.137 λέξεις · 243 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 122Α
Πέμπτη 11 Δεκεμβρίου 1924
Προεδρία Κ. Ρακτιβάν
(Ὥρα 4 μ.μ.).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. (Ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§2Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἶναι ἡ ἑκατοστὴ φορὰ κατὰ τὴν ὁποίαν ἐπαναλαμβάνομεν παράπονα κατὰ τοῦ τρόπου καθ’ ὃν γράφονται τὰ πρακτικά. Ὑπάρχουν μερικὰ ζητήματα, ὅπως τὸ χθεσινὸν ζήτημα τῆς πληρωμῆς τῶν φόρων καὶ τῶν ἐφέδρων, τὰ ὁποῖα, ἂν ἐγράφοντο ἀναλυτικώτερον ἢ μᾶλλον ἂν ἐγράφοντο ἔστω καὶ περιωρισμένως ἀλλὰ ὡς ἐλέχθησαν, ἀναντιρρήτως θὰ εἶχον ἐξέλθει κερδισμένοι ἐν τῇ κοινῇ συνειδήσει καὶ ἡ Συνέλευσις καὶ οἱ πληρεξούσιοι οἱ ὁποῖοι ὡμίλησαν. Θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ ρίψετε ἓν βλέμμα ἐπὶ τῶν ζητημάτων αὐτῶν τὰ ὁποῖα ἔθιξαν οἱ κ.κ. Βουδούρης, Χαβίνης καὶ Ἀβραάμ, καὶ θὰ ἴδητε ὅτι δὲν ἀναγράφονται οὔτε τὰ ὀνόματά των. Μάλιστα ὁ κ. Ἀβραάμ, ὁ ὁποῖος ἀνέπτυξε θαυμασιώτατα τὸ ζήτημα, κατέληξε καὶ εἰς ὡρισμένας προτάσεις, καὶ ἐν τούτοις δὲν ἀναγράφεται τίποτε ἀπὸ αὐτά.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἂν καὶ νομίζω ὅτι ἀρκετὰ γράφουν, ἐν τούτοις θὰ κάμω τὰς δεούσας συστάσεις. (Τὰ πρακτικὰ ἐπικυροῦνται). Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Συνέλευσιν τὰ ἑξῆς: —Οἱ κάτοικοι τῶν χωρίων Μουρτιανοῦ κλπ. τοῦ Μεσολογγίου διαμαρτύρονται κατὰ τοῦ ἐφοριακοῦ ὑπαλλήλου Ἀγγελοπούλου αὐθαιρέτως καταγράψαντος εἰς φορολογικὸν κατάλογον πλεῖστα πρόσωπα. —Ἡ καπνεργατικὴ τάξις Βόλου παρακαλεῖ τὴν Κυβέρνησιν ὅπως ἀποδεχθῇ τὸ ὑπὸ τοῦ Καπνεργατοπαραγωγικοῦ Συνεδρίου ὑποβληθὲν ὑπόμνημα. —Οἱ διπλωματοῦχοι χημικοὶ τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου ζητοῦσιν ὅπως διορισθῶσιν ὡς δευτεροβάθμιοι καθηγηταί. —Ὁ Σύλλογος τῶν Δυτικομακεδόνων διαμαρτύρεται κατὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 144688 διαταγῆς τοῦ Ὑπουργείου Γεωργίας ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως μύλου Φαδούλ. —Οἱ δικηγόροι Κιάτου παρακαλοῦσιν ὅπως καταργηθῇ ἡ κενωθεῖσα θέσις διὰ τοῦ θανάτου τοῦ συμβολαιογράφου Οἰκονομοπούλου ὡς πλεονάζουσα. —Οἱ κάτοικοι Ἀραχώβης παρακαλοῦσιν ὅπως ὑπαχθῶσι διοικητικῶς εἰς τὴν ἐπαρχίαν Παρνασσίδος. — Ὁ Θεόδωρος Βασιλειάδης καὶ Βασίλειος Φιλιππίδης ἐκ Δράμας διαμαρτύρονται ἐναντίον τοῦ Διευθυντοῦ τοῦ Ἐποικισμοῦ Α. Σπυροπούλου, ἐκδιώξαντος αὐτοὺς βιαίως ἐκ τοῦ κτήματός των. — Ἡ Ἕνωσις τῶν ἐνοικιαστῶν Τρικκάλων παρακαλεῖ ὅπως μὴ τροποποιηθῇ τὸ ἐνοικιοστάσιον. — Ὁ Σύνδεσμος τῶν ἐπαγγελματικῶν ὀργανώσεων παρακαλεῖ ὅπως καταβληθῇ πᾶσα προσπάθεια ἀκυρώσεως τοῦ Πρωτοκόλλου τῆς Γενεύης. — Ὁ Γεωργικὸς Συνεταιρισμὸς Ντραχαλιᾶ Μαχαλᾶ Καρδίτσης διαμαρτύρεται διὰ τὰς ἐνεργείας τῶν καπνεμπόρων καὶ παρακαλεῖ ὅπως ἀπαγορευθῇ ἡ ἐξαγωγὴ τῶν ἀνεπεξεργάστων καπνῶν. — Ὁ Μητροπολίτης Νευροκοπίου Δαμασκηνὸς παρακαλεῖ ὅπως ἀρθῇ ἡ διαταγὴ δι’ ἧς τῷ ἀπαγορεύεται ἡ ἐπίσκεψις τοῦ ἐπαρχιακοῦ του τμήματος Ζυρνόβου. — Τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον Καβάλλας, διαμαρτυρόμενον διὰ τὴν ἀναβολὴν τῆς δημοπρασίας διὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ λιμένος Καβάλλας, παρακαλεῖ ὅπως ταχέως γίνῃ ἔναρξις τῆς κατασκευῆς αὐτοῦ. — Οἱ κάτοικοι τῆς περιφερείας Μαντουδίου παρακαλοῦσιν ὅπως ἀνακληθῇ ἡ ἀπόφασις περὶ ὑποβιβασμοῦ τοῦ ἐκεῖ τηλεγραφικοῦ γραφείου. — Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν κ. Α. Μιαούλης ὑποβάλλει σχέδια νόμου 1) «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου 535 περὶ Ναυτικῆς Στρατολογίας» καὶ 2) «περὶ αὐξήσεως τῆς εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν κεχορηγημένης παγίας προκαταβολῆς». — Οἱ πληρεξούσιοι κ.κ. Ι. Μανέττας, Ν. Ξηρὸς καὶ Γ. Βραχηνὸς ὑποβάλλουσι προσθήκην εἰς τὸ σχέδιον νόμου «περὶ ἀπονομῆς συντάξεως εἰς τοὺς ἀπολυθέντας τοῦ στρατεύματος ὁπλαρχηγούς». — Οἱ πληρεξούσιοι κ.κ. Μ. Σοφούλης, Λ. Κεντούρης καὶ Ι. Μαλαχίας ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ Ν. Δ. περὶ φορολογίας τῶν ἀμβύκων». — Ἡ ἐπὶ τοῦ Ἐμπορίου, Βιομηχανίας, Ἐργασίας κλπ. Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσιν αὐτῆς ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου περὶ κυριακῆς ἀναπαύσεως». — Ἡ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσιν αὐτῆς ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ παρατάσεως προθεσμίας ἀναγνωρίσεως γάμου στρατιωτικῶν». — Ἡ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσιν αὐτῆς 1) ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 8 τοῦ νόμου περὶ προσωρινῶν μέτρων κλπ.» καὶ 2) ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συμπληρώσεως τοῦ ἐδαφ. 2 τοῦ ἄρθρου 458 τῆς Ποιν. Δικονομίας». — Ἡ ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἀσφαλείας καὶ Τοπικῆς Διοικήσεως Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσιν αὐτῆς ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐγκαταστάσεως ἀλλοδαπῶν ἐν Ἑλλάδι». Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν.
§4Γ. ΛΟΥΠΙΝΑΣ. Πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως, κ. Πρόεδρε, παρακαλῶ, τὸν λόγον.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε.
§6Γ. ΛΟΥΠΙΝΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἰς τὴν Κυπαρισσίαν ἐνέσκηψεν ἡ ἐπιδημία τῆς πανώλους ἐπενεγκοῦσα δύο θανατηφόρα κρούσματα καὶ προκαλέσασα τὴν εὐλογωτάτην ἀνησυχίαν τοῦ πληθυσμοῦ τῶν ἐπαρχιῶν Τριφυλίας καὶ Ὀλυμπίας. Θὰ παρεκάλουν, τῶν ἁρμοδίων Ὑπουργῶν ἐπὶ τῆς Ὑγιεινῆς, τῆς Παιδείας καὶ τῆς Δικαιοσύνης ἀπουσιαζόντων, τὸν κ. Πρωθυπουργὸν τὸν μὲν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ὑγιεινῆς νὰ καθοδηγήσῃ πρὸς λῆψιν τῶν δεόντων μέτρων πρὸς περιστολὴν τοῦ κακοῦ, τὸ ὁποῖον ἀπειλεῖ τὸ διαμέρισμα ἐκεῖνο διὰ τῆς ἐπεκτάσεως πολλῶν ἄλλων κρουσμάτων, καὶ τὴν ἀποστολὴν ἐπειγόντως τῶν ἀπαιτουμένων φαρμάκων καὶ συνεργείων πρὸς καθαριότητα. Συγχρόνως δὲ νὰ συστήσῃ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας τὴν διακοπὴν τῶν μαθημάτων τῶν σχολείων μέχρις ὅτου παρέλθῃ ὁ κίνδυνος αὐτὸς τῆς ἐξαπλώσεως τῆς νόσου, καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης τὴν διακοπὴν τῶν συνεδριάσεων τῶν δικαστηρίων μέχρι τοῦ αὐτοῦ σημείου. Διότι δὲν εἶναι δυνατὸν ὑπὸ τὴν ἀνησυχίαν εἰς ἣν διατελεῖ ὁ πληθυσμὸς ἐκεῖνος νὰ προστρέχουν εἰς τὸν τόπον τὸν προσβληθέντα ὑπὸ τῆς πανώλους εἰς τὰ δικαστήρια καὶ οἱ μαθηταὶ νὰ συρρέουν πεπυκνωμένοι εἰς τὰ μαθήματα.
§7Γ. ΚΟΝΔΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Πρὸ δύο ἡμερῶν ὁ πληρεξούσιος κ. Μανωλόπουλος μὲ εἰδοποίησε διὰ κροῦσμα πανώλους τὸ ὁποῖον παρουσιάσθη εἰς Κυπαρισσίαν. Εἰδοποιήσαμεν τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Προνοίας καὶ ἀπέστειλε συνεργεῖα. Ταυτοχρόνως τὸ Ὑπουργεῖον τοῦτο, τοῦ ὁποίου ὁ Διευθυντὴς γνωρίζει πολὺ καλὰ αὐτὰ τὰ πράγματα, ἔλαβεν ὅλα τὰ μέτρα, ὥστε φρονῶ ὅτι δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ γίνῃ περισσοτέρα συζήτησις. Πάντα τὰ μέτρα ἐλήφθησαν.
§8Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ αὐτὸ ἐγένετο καὶ πρὸ πέντε μηνῶν εἰς τὰς Πάτρας καὶ μετὰ πάροδον 15 ἡμερῶν ἐξηλείφθη, διότι εὐτυχῶς ἡ Ὑπηρεσία εἶναι ἐξησκημένη· ὥστε δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ ἀνησυχῆτε.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς Συντακτικῆς καὶ Νομοθετικῆς Ἐργασίας. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔχει τὸν λόγον.
§10Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Κύριοι συνάδελφοι, ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν ψῆφον ὑμῶν σχέδιά τινα νόμων καὶ ψηφισμάτων. Τὸ πρῶτον ἐξ αὐτῶν εἶναι «περὶ ἱδρύσεως διοικητικῶν δικαστηρίων πρὸς ἐκδίκασιν τῶν ἐν Μικρᾷ Ἀσίᾳ καὶ Θρᾴκῃ γεννηθεισῶν κατὰ τοῦ Δημοσίου ἀπαιτήσεων». Γνωρίζετε ὅτι εἶχε γίνει μία Ἐπιτροπή, ἀλλ’ ἡ Ἐπιτροπὴ ἐκείνη εἶχε γίνει ἀφορμὴ εἰς σκανδαλώδεις καταχρήσεις. Ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἀνέλαβον τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ἐζήτησα νὰ γίνῃ σχέδιον νόμου τὸ ὁποῖον νὰ ἱδρύῃ διοικητικὰ δικαστήρια δύο βαθμῶν, ὥστε κατ’ ἀντιμολίαν νὰ γίνεται συζήτησις περὶ τῶν ἀξιώσεων τῶν ὑποβληθεισῶν. Καταρτίζονται διὰ τοῦ σχεδίου δύο βαθμῶν διοικητικὰ δικαστήρια, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦνται κατὰ πλειονοψηφίαν ἀπὸ ἰσοβίους δικαστὰς καὶ κατὰ μειονοψηφίαν ἀπὸ ἀξιωματικούς. Θὰ παρακαλέσω νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ἐπιτροπὴν, ἂν δὲν ὑπάρχῃ δὲ ἀντίρρησις νὰ ψηφισθῇ κατ’ ἀρχήν. Ἐπίσης παρακαλῶ νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ σχέδιον νόμου «περὶ τροποποιήσεως ἄρθρων τινῶν τῆς κειμένης στρατιωτικῆς ποινικῆς νομοθεσίας». Εἶναι διάφοροι λεπτομέρειαι, τὰς ὁποίας ἀναγράφει τὸ νομοσχέδιον, καὶ περὶ τῶν ὁποίων θὰ εἶναι ἀνιαρὸν νὰ ἀπασχολήσω τὴν Συνέλευσιν. Ἐνδείκνυνται ἐκ τῶν ἀναγκῶν τῆς Ὑπηρεσίας. Ἄλλο σχέδιον νόμου, τὸ ὁποῖον ἐπίσης παρακαλῶ νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, εἶναι «περὶ καταδικαζομένων ἀξιωματικῶν ἐπὶ πράξεσι συνεπαγομέναις στέρησιν τοῦ βαθμοῦ των». Εἶχε καθιερωθῆ δυστυχῶς, ὅταν ἐδίδετο χάρις, νὰ ἐπανέρχωνται αὐτοδικαίως εἰς τὸ στράτευμα. Καταλαμβάνετε ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι ἀνεκτοὶ εἰς τὸ στράτευμα ἀξιωματικοὶ καταδικασθέντες διὰ τοιαῦτα ἀδικήματα, ἔστω καὶ ἂν ἔτυχον χάριτος μετ’ ἄρσεως ὅλων τῶν συνεπειῶν. Δὲν τοὺς δέχεται, καὶ δικαίως, ἡ στρατιωτικὴ οἰκογένεια. Ὑποθέτω ὅτι καὶ ἐπ’ αὐτοῦ ἡ Συνέλευσις εἶναι σύμφωνος κατ’ ἀρχήν. Ὑποβάλλω ἐπίσης σχέδιον νόμου «περὶ συστάσεως Γενικῆς Διευθύνσεως ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν». Εἶναι τὸ μόνον Ὑπουργεῖον τὸ ὁποῖον δὲν εἶχε γενικὸν γραμματέα, οὕτως εἰπεῖν, γενικὸν διευθυντήν. Ἐντεῦθεν δὲ παρετηρεῖτο μία ἔλλειψις συναρμολογήσεως διαφόρων μέτρων, τὰ ὁποῖα λαμβάνονται ἀπὸ τὰς διαφόρους διευθύνσεις, καὶ πολλάκις συνέβαινεν ὁ Ὑπουργὸς νὰ ὑπογράφῃ ἓν ἔγγραφον προσκομιζόμενον ἐπὶ παραδείγματι ἀπὸ τὴν Διεύθυνσιν Στρατολογίας καὶ διὰ τὴν ἰδίαν ὑπόθεσιν νὰ τῷ προσκομίζεται ἄλλο ἔγγραφον ἀπὸ ἄλλην Ὑπηρεσίαν, ἄλλως λῦον τὴν ὑπόθεσιν. Καὶ ἂν τὸ ἐνεθυμεῖτο ὁ Ὑπουργός, εἶχε καλῶς, ἄλλως ἦτο δυνατὸν νὰ προκύψουν δύο διαταγαὶ διαφόρως λύουσαι ἓν καὶ τὸ αὐτὸ ζήτημα. Παρακαλῶ νὰ παραπεμφθῇ καὶ αὐτὸ εἰς τὴν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ἐπιτροπήν, ἂν κατ’ ἀρχὴν ἡ Συνέλευσις τὸ ἐγκρίνῃ.
§11Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, διὰ τὴν τάξιν, καίτοι δὲν ὑπάρχει οὐδεμία ἀντίρρησις, ἂς ἐγγραφοῦν εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν.
§12Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Θεωρεῖτε τὰ προηγούμενα ψηφισθέντα κατ’ ἀρχήν, ναὶ ἢ ὄχι;
§13Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Πλὴν τοῦ περὶ δικαστηρίων τὸ ὁποῖον εἰσηγήθητε, ἂν τὰ ἄλλα δὲν εἶναι ἐξαιρετικῶς ἐπείγοντα, ἠμποροῦν νὰ σταλοῦν εἰς τὴν Ἐπιτροπήν.
§14Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Κύριοι, ὁ Κανονισμός, καθ’ ὅσον ἐνθυμοῦμαι, λέγει ὅτι μετὰ τὴν κατ’ ἀρχὴν ψήφισιν τὰ νομοσχέδια παραπέμπονται, ἂν μὴ πρότερον παρεπέμφθησαν, εἰς Ἐπιτροπήν. Διὰ τοῦτο δύνανται νὰ παραπεμφθοῦν ἀπὸ τοῦδε εἰς τὴν Ἐπιτροπήν. Δὲν εἶναι λοιπὸν ἀνάγκη νὰ ψηφισθοῦν ἀπὸ τοῦδε κατ’ ἀρχὴν ὅλα. Δύνανται νὰ παραπεμφθοῦν ἀμέσως εἰς Ἐπιτροπήν.
§15Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἠμποροῦν νὰ ψηφισθοῦν κατ’ ἀρχὴν καὶ νὰ πᾶνε εἰς τὴν Ἐπιτροπήν.
§16Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπίσης ὑποβάλλω σχέδιον νόμου περιέχον τὴν ἀφομοίωσιν περὶ τῆς ὁποίας ὡμίλησα χθές, τῶν συντάξεων. Καὶ αὐτὸ παρακαλῶ νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ἐπιτροπήν. Ἕνεκεν ἑρμηνειῶν, ἅς, ἔν τισι περιπτώσεσιν, ἀντιφατικῶς ἔδωκε τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, ὑπάρχουν ἀνομοιότητές τινες αἵτινες πρέπει νὰ ἐξαλειφθοῦν. Ὑποβάλλω ἐπίσης σχέδιον νόμου «περὶ ἱδρύσεως μνημείων καὶ κενοταφίων τῶν ὑπὲρ Πατρίδος πεσόντων ἀπὸ τοῦ 1912 ἕως τὸ 1922» διὰ τοῦ ὁποίου ὑποχρεοῦνται καὶ αἱ κοινότητες νὰ συνεισφέρουν, ὅπως ἐντὸς ἐλαχίστου χρόνου ἀποκτήσωμεν καὶ ἡμεῖς μνημεῖα εἰς τιμὴν τῆς μνήμης τῶν ὑπὲρ Πατρίδος πεσόντων. Κράτη ἡττηθέντα καὶ πολὺ πτωχότερα εἰς πᾶσαν κοινότητα ἔχουν ἀνεγείρει κενοτάφια ἢ μνημεῖα τοιαῦτα. Ὑποθέτω ὅτι δὲν ὑπάρχει καμμία ἀντίρρησις νὰ ψηφισθῇ κατ’ ἀρχήν.
§17ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Ὄχι, ὄχι.
§18Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ὑποβάλλω ἄλλο σχέδιον ψηφίσματος τὸ ὁποῖον παρακαλῶ νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῶν προσφυγικῶν ζητημάτων, διότι ἐπὶ τῶν προσφυγικῶν ζητημάτων ἐδέχθη ἡ Συνέλευσις νὰ ὑποβάλλωνται τὰ ληπτέα μέτρα ὑπὸ μορφὴν ψηφίσματος. Ἀφορᾷ τὴν ἵδρυσιν παρὰ τῇ Προεδρίᾳ τῆς Κυβερνήσεως Ὑφυπουργείου, τὸ ὁποῖον σκοπὸν ἔχει τὸν συντονισμὸν τῶν ἐνεργειῶν τῶν διαφόρων Ὑπηρεσιῶν, αἱ ὁποῖαι καταγίνονται μὲ τὰς ὑποθέσεις τὰς προσφυγικάς. Ἐκτὸς τῶν ἀνεξαρτήτων ἰδιωτικῶν ὀργανώσεων, ἐκτὸς τῆς Ἐπιτροπῆς Ἀποκαταστάσεως Προσφύγων, ἥτις ὀφείλει νὰ συνεργάζεται μὲ τὴν Κυβέρνησιν, ὑπάρχει τὸ Ταμεῖον Περιθάλψεως, διά τινα δὲ ζητήματα ἀπασχολεῖται τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Γεωργίας καὶ δι’ ἄλλα τὸ Ὑπουργεῖον Ὑγιεινῆς. Συνέβη δὲ πλειστάκις νὰ ἔλθουν ἄνθρωποι παραπονούμενοι ὅτι καταφεύγουν εἰς τὴν μίαν Ὑπηρεσίαν ἡ ὁποία λέγει ὅτι δὲν εἶναι ἁρμοδία, καταφεύγουν εἰς τὴν ἄλλην, ἡ ὁποία ἐπίσης λέγει ὅτι δὲν εἶναι ἁρμοδία καὶ οὕτω καθεξῆς. Ἀνάγκη λοιπὸν ἐπιβλέψεως, συστηματοποιήσεως καὶ συντονισμοῦ τῶν διαφόρων τούτων ἐνεργειῶν. Αἱ δαπάναι περιορίζονται εἰς τὸ ἐλάχιστον, καθόσον θὰ ἑδρεύῃ τὸ Ὑφυπουργεῖον ἐν τῷ Πολιτικῷ Γραφείῳ καὶ θὰ χρησιμοποιήσῃ κατὰ τὸ πλεῖστον τὸ προσωπικὸν τοῦ Πολιτικοῦ Γραφείου. Ὑποβάλλω τέλος τὸ σχέδιον ψηφίσματος «περὶ συστάσεως Ἐπιτροπῆς διὰ τὰ γεγονότα τῆς Μικρᾶς Ἀσίας». Ἐδηλώθη ὅτι ὡς ψήφισμα ἐπιθυμεῖ ἡ Συνέλευσις νὰ ὑποβληθῇ τὸ μέτρον τοῦτο καὶ παρακαλῶ νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν Ἐπιτροπήν. Διὰ τοῦ ψηφίσματος τούτου συνιστᾶται πενταμελὴς Ἐπιτροπὴ ἐξ ἀντιστρατήγων ἢ ὑποστρατήγων ἐκ τῶν μὴ διατελούντων ἐν ἐνεργῷ ὑπηρεσίᾳ, εἰς τοὺς ὁποίους δίδεται τὸ δικαίωμα νὰ ἐξετάσουν τὴν πολεμικὴν δρᾶσιν τῶν διοικητῶν Σωμάτων Στρατοῦ, Μεραρχιῶν, Ταξιαρχιῶν καὶ Συνταγμάτων καὶ νὰ ἀποφανθῇ ἂν αὕτη ὑπῆρξε πλημμελὴς ἢ ἂν παρουσιάζει πράξεις ἢ παραλείψεις ἀντιβαινούσας εἰς τοὺς στρατιωτικοὺς νόμους ἢ κανονισμοὺς ἢ εἰς τὸ στρατιωτικὸν καθῆκον καὶ τίνες εἶναι παραπεμπτέοι εἰς Στρατοδικεῖα, τίνες δὲ εἰς Στρατιωτικὰ Συμβούλια. Οἱ κληθησόμενοι νὰ ἀναλάβουν τοιοῦτον βάρος ἐκτελέσεως ὑπάτης πρὸς τὴν Πατρίδα ὑπηρεσίας θεωροῦνται ὡς τελοῦντες ἐν ἐνεργῷ ὑπηρεσίᾳ καὶ κατὰ συνέπειαν πᾶσα ἄρνησις αὐτῶν ἀδικαιολόγητος συνεπάγεται ποινήν, ἐνῷ περὶ κωλύματος ἐξ ἀσθενείας θὰ ἀποφαίνεται τὸ δεύτερον τμῆμα τοῦ Ἀρείου Πάγου. Αἱ ἀποφάσεις αὐτῆς θὰ εἶναι ὁριστικαὶ καὶ οἱ κρινόμενοι παραπέμπονται, ὡς εἶπον, εἰς τὸ Στρατοδικεῖον ἢ εἰς Ἀνακριτικὰ Συμβούλια.
§19Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν θὰ ἠμπορέσῃ νὰ γίνῃ ἐξαίρεσις. Τὸ καλὸν θὰ ἦτο νὰ ἦτο νομοσχέδιον, δὲν ἔχω ἀντίρρησιν ὅμως νὰ γίνῃ καὶ διὰ ψηφίσματος, θὰ παρακαλέσω δέ, διὰ νὰ μὴ βραδύνῃ ἡ ὑπόθεσις καὶ νὰ ἠμπορέσῃ νὰ ἐργασθῇ ἡ Ἐπιτροπή, νὰ συζητηθῇ κατ’ ἀρχὴν τὸ ψήφισμα εἰς μίαν συνεδρίασιν νομοθετικῆς ἐργασίας καὶ ἔπειτα νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν Ἐπιτροπήν.
§20Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἀφοῦ ἐδέχθημεν νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, ἂς ταχθῇ προθεσμία εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τριῶν ἡμερῶν πρὸς ὑποβολὴν τῆς ἐκθέσεώς της.
§21Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἂν ἡ Συνέλευσις εἶναι σύμφωνος, εἶναι περιττὸν νὰ παραπεμφθῇ εἰς Ἐπιτροπήν.
§22Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ ἐπιθυμῶ νὰ τὸ ἐπεξεργασθῇ Ἐπιτροπή, προκειμένου περὶ ζητήματος τὸ ὁποῖον πρώτην φορὰν παρουσιάζεται καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ τύχῃ ἐπεξεργασίας.
§23Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Τὸ ζήτημα εἶναι τὸ ἑξῆς, κ. Πρόεδρε, ὅτι εἶναι ὀρθὸν νὰ γίνῃ ἡ τυπικὴ ψήφισις, ἐπίσης δὲ ἡ διαδικασία τῆς κατ’ ἀρχὴν ψηφίσεως νὰ μὴ λείψῃ.
§24Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε συνάδελφε, δὲν ὑπάρχει εἰς τὸ ψήφισμα κατ’ ἀρχὴν συζήτησις.
§25Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν ἔχει σημασίαν.
§26Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἂν ἀπορρίψῃ ἡ Συνέλευσις τὸ πρῶτον ἄρθρον, τότε ἀπορρίπτεται τὸ ὅλον.
§27Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Θὰ ἐξετασθῇ τὸ νομοσχέδιον.
§28Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἄν νέαι τινὲς ἰδέαι ἀντιπροσωπευθοῦν ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ στρατιωτικῶν ὑποθέσεων, τὸ σχέδιον ψηφίσματος θὰ ἔλθῃ τροποποιημένον ἀπὸ τὴν Ἐπιτροπὴν καὶ θὰ συζητηθῇ οὕτως, ἂν δὲν συμπέσῃ νέαι ἰδέαι νὰ εὕρουν διερμηνεῖς ἐντὸς τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῶν στρατιωτικῶν ὑποθέσεων, τότε θὰ δύναται πᾶς τις νὰ ὑποβάλῃ τροπολογίαν, τοσοῦτον μᾶλλον καθόσον τὸ σχέδιον παραπεμπόμενον εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν θὰ ἐκτυπωθῇ καὶ θὰ διανεμηθῇ, θὰ ἔχῃ ἡ Ἐπιτροπὴ τρεῖς ἡμέρας προθεσμίαν καὶ θὰ ἔχουν καὶ οἱ πληρεξούσιοι τὰς τρεῖς ἡμέρας διὰ νὰ μελετήσουν καὶ ὑποβάλουν τὰς τροπολογίας των ἐντὸς τριῶν ἡμερῶν.
§29Γ. ΣΕΧΙΩΤΗΣ. Δὲν ἔχει καθαρῶς στρατιωτικὴν μορφὴν τὸ σχέδιον ψηφίσματος, ἔχει γενικωτέραν μορφὴν καὶ διὰ τοῦτο ἡ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ἐπιτροπὴ εἶναι ἀδύνατον, ἐξ ἀνθρωπίνης ἀδυναμίας, νὰ μὴ τὸ κρίνῃ μεροληπτικῶς ἐκ τοῦ ὅτι πρέπει νὰ δώσουν λόγον οἱ δωσίλογοι διὰ τὴν καταστροφήν. Ἐξ ἄλλου δὲν ἔχει ἀνάγκην ἡ Συνέλευσις νὰ κρίνῃ ὑπὸ προκατάληψιν, διότι τὸ ζήτημα δὲν εἶναι καθαρῶς στρατιωτικὸν καὶ τοῦτο ἀπαιτεῖ νὰ συζητηθῇ κατ’ ἀρχήν.
§30Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. συνάδελφος ἂς εἶναι πεπεισμένος ὅτι ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ἐπιτροπῆς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπηρεάσῃ κατ’ οὐδένα τρόπον τὴν Συνέλευσιν.
§31Γ. ΣΕΧΙΩΤΗΣ. Ἀσυναισθήτως.
§32Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Οὔτε ἀσυναισθήτως. Εἶμαι βέβαιος ὅτι καθεὶς θὰ ἐκθέσῃ τὰ ἐπιχειρήματά του. Ἀλλ’ ἐγὼ θὰ προτείνω εἰς τὴν Συνέλευσιν νὰ ἐνισχυθῇ ἡ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ἐπιτροπὴ διά τινων μελῶν στρατιωτικῶν καὶ μή.
§33ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§34Α. ΠΡΑΝΤΟΥΝΑΣ. Ὄχι ἐκ μὴ στρατιωτικῶν· ἐκ μὴ μελῶν τῆς Ἐπιτροπῆς.
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συμφωνεῖ ἡ Συνέλευσις ὅλα τὰ νομοσχέδια νὰ ψηφισθοῦν κατ’ ἀρχὴν καὶ νὰ παραπεμφθοῦν εἰς Ἐπιτροπήν;
§36Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Τὸ πρῶτον περὶ ἱδρύσεως διοικητικῶν δικαστηρίων καὶ τὸ νομοσχέδιον περὶ κενοταφίων δύνανται νὰ ψηφισθῶσι κατ’ ἀρχήν, τὰ ἄλλα νὰ παραπεμφθοῦν εἰς Ἐπιτροπήν.
§37Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Ἔπρεπε νὰ μετάσχωσιν ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότερα μέλη καὶ στρατιωτικὰ τὰ ὁποῖα συμμετέσχον κατὰ τὴν ἐκστρατείαν, ὄχι διότι θέλομεν ὁπωσδήποτε νὰ ἐκφράσωμεν δυσπιστίαν εἰς τὰ μέλη, ἀλλὰ διότι περισσότερα τῶν μελῶν εἶναι ἐξ ἐκείνων τὰ ὁποῖα δὲν ἔλαβον μέρος.
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτῶ τὴν Συνέλευσιν ἂν δέχεται τὴν πρότασιν τοῦ κ. Προέδρου νὰ ἐνισχυθῇ ἡ μόνιμος Ἐπιτροπή.
§39Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ μόνιμος Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ἐνισχυθῇ, ἂν θέλετε, δι’ ὀκτὼ μελῶν, ἐκ τῶν ὁποίων νὰ εἶναι τὰ 3 στρατιωτικὰ ἐκ τῶν μὴ μετεχόντων καὶ τὰ ἄλλα 5 ἐκ τῶν μετεχόντων.
§40Α. ΠΡΑΝΤΟΥΝΑΣ. Ἀντιστρόφως· ἡμεῖς εἴμεθα εἰδικώτεροι.
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Συνέλευσις τὴν ἐνίσχυσιν τῆς μονίμου Ἐπιτροπῆς δι’ 8 μελῶν;
§42Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Τέσσαρες καὶ τέσσαρες.
§43Α. ΠΡΑΝΤΟΥΝΑΣ. Μισοὶ καὶ μισοί.
§44ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Συνέλευσις παρεδέχθη.
§46Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Περατῶν, κύριοι, καταθέτω τὰ κάτωθι νομοσχέδια: 1) «περὶ τροποποιήσεως τῶν νόμων 3119, 2769 καὶ τοῦ ἀπὸ 5 Δεκεμβρίου 1922 Ν. Δ. περὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου 2769 περὶ στρατιωτικῶν συντάξεων», 2) «περὶ συστάσεως Γενικῆς Διευθύνσεως ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν», 3) «περὶ τροποποιήσεως ἄρθρων τινῶν τῆς Στρατιωτικῆς Ποινικῆς Νομοθεσίας καὶ ἑτέρων διατάξεων ἀφορωσῶν τὴν Στρατιωτικὴν Δικαιοσύνην» καὶ 4) «περὶ καταδικαζομένων ἀξιωματικῶν ἐπὶ πράξεσι συνεπαγομέναις στέρησιν τοῦ βαθμοῦ των». Ὑποβάλλω ὡσαύτως τὰ ἑξῆς σχέδια ψηφισμάτων: 1) «περὶ συστάσεως Ἀνακριτικῆς Ἐπιτροπῆς πρὸς ἔρευναν τῆς εὐθύνης τῶν Διοικητῶν στρατιωτικῶν μονάδων κατὰ τὴν ὑποχώρησιν τῆς Μικρᾶς Ἀσίας» καὶ 2) «περὶ συστάσεως Ὑφυπουργείου τῶν προσφυγικῶν ὑποθέσεων». Ἐπίσης ὑποβάλλω τὰ ἑξῆς σχέδια νόμων: 1) «περὶ ἱδρύσεως διοικητικῶν δικαστηρίων πρὸς ἐκδίκασιν τῶν ἐν Μ. Ἀσίᾳ καὶ Θράκῃ γεννηθεισῶν κατὰ τοῦ Δημοσίου ἰδιωτικῶν ἀπαιτήσεων» καὶ 2) «περὶ ἀνεγέρσεως καὶ συντηρήσεως τάφων καὶ κενοταφίων τῶν πεσόντων ὑπὲρ Πατρίδος κατὰ τὴν ἐμπόλεμον περίοδον 1912–1922». (Τὰ νομοσχέδια ταῦτα, συναινέσει τῆς Συνελεύσεως κηρύσσονται κατεπείγοντα καὶ γίνονται δεκτὰ κατ’ ἀρχήν, μεθ’ ὃ παραπέμπονται εἰς τὴν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν).
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συνεχίζεται ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ 1 ἄρθρου τοῦ Συντάγματος. Ὁ κ. Δουζίνας ἔχει τὸν λόγον.
§48Γ. ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Κύριοι πληρεξούσιοι, ἐζήτησα τὸν λόγον διὰ νὰ φέρω ὀλίγας παρατηρήσεις ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρου, ὥστε, ἂν εἶναι δυνατόν, νὰ ἐπιτύχωμεν νὰ διαγραφῶσιν ἐκ τοῦ ἄρθρου περικοπαί τινες, αἱ ὁποῖαι ἠχρηστεύθησαν ἐπὶ μακρὸν χρονικὸν διάστημα, διότι ἐμαράνθη, ὡς πρὸς αὐτάς, ὁ ζῆλος τοῦ κόσμου, εἴτε διὰ νὰ ἐπιτύχωμεν ἕνα γενικὸν συντονισμὸν συγχρόνως καὶ τῆς ποινικῆς μας νομοθεσίας σύμφωνον μὲ τὸ ἄρθρον αὐτό, καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἐζήτησα νὰ σᾶς ἀπασχολήσω ἐπί τινα λεπτά. Ὅπως γνωρίζετε, τὸ ἄρθρον 1 τοῦ παλαιοῦ Συντάγματος, ἄρθρον 2 τοῦ σχεδίου τοῦ καταρτισθέντος ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς, περιλαμβάνει δύο κυρίας περικοπάς. Εἰς τὴν πρώτην περικοπὴν ἀσχολεῖται τὸ ἄρθρον αὐτὸ εἰς μέτρα προστασίας τῆς θρησκείας τῆς ἐπικρατούσης ἢ ἐπισήμου λεγομένης, καὶ εἰς τὴν δευτέραν περίοδον ἀπασχολεῖται μὲ τὰς σχέσεις Ἐκκλησίας καὶ Πολιτείας. Ἡ πρώτη περικοπὴ συνεζητήθη διὰ μακρῶν εἰς δύο Συνελεύσεις ἐνταῦθα. Ὑπῆρξαν θεολόγοι εἰς τὴν Συνέλευσιν αὐτὴν σοφοί, οἱ ὁποῖοι ἠσχολήθησαν καὶ τῶν ὁποίων αἱ ἀγορεύσεις, ἂν μελετηθῶσιν, ἀποτελοῦσι πράγματι διατριβὴν ἐναίσιμον θεολογικήν· ἑπομένως δὲν ἀπόκειται εἰς ἐμὲ νὰ προσθέσω τίποτε νέον, ἀφοῦ εἶναι ζήτημα ἁπλῆς ἀναγνώσεως. Καὶ αὐτὸς ἀκόμη ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Φίλανδρος, ὁ ὁποῖος ὠνόμασε τὸν ἑαυτόν του Θεονόον, ἔδωσε συμβολήν, ὡς ἀσχοληθεὶς μὲ τὰ θεολογικά. Ἐν τούτοις κατὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ἄρθρου ἤκουσα διαφόρους φωνὰς ἐκ τῶν ἑδρῶν, αἱ ὁποῖαι ἐξέφραζον ὡρισμένας ἀπορίας καὶ ἐπ’ αὐτῶν δὲ θὰ ἀσχοληθῶ. Τὸ ἄρθρον 1 ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἡ ἐπικρατοῦσα θρησκεία ἐν Ἑλλάδι εἶναι ἡ τῆς Ἀνατολικῆς Ὀρθοδόξου τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας, πᾶσα δὲ ἄλλη γνωστὴ θρησκεία εἶναι ἀνεκτὴ καὶ τὰ τῆς λατρείας αὐτῆς τελοῦνται ἀκωλύτως ὑπὸ τὴν προστασίαν τῶν νόμων, ἀπαγορευομένου τοῦ προσηλυτισμοῦ καὶ πάσης ἄλλης ἐπεμβάσεως κατὰ τῆς ἐπικρατούσης θρησκείας». Πολλοὶ ἠρώτησαν ἀμέσως τί θὰ εἴπῃ «πᾶσα δὲ ἄλλη γνωστὴ θρησκεία». Εἶναι ἀπαραίτητος ἡ φράσις αὐτὴ νὰ ὑπάρχῃ εἰς τὸ κείμενον τοῦ ἄρθρου 1, ὥστε θρησκεία ἡ ὁποία θὰ γίνῃ τυχὸν γνωστὴ νὰ μὴ συμπεριλαμβάνεται; Καὶ ποία ἐπιστήμη εἶναι ἐκείνη ἡ ὁποία θὰ κρίνῃ ὅτι ἡ μία θρησκεία εἶναι γνωστὴ καὶ ἡ ἄλλη δὲν εἶναι γνωστή; Ἡ ἐπιστήμη ἔχει δεχθῆ ὡς γνωστὴν θρησκείαν τὴν θρησκείαν ἡ ὁποία πρεσβεύεται ἀπὸ ἕνα ὁλόκληρον λαόν, ὡς τῆς Ἀνατολικῆς Ὀρθοδόξου τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας ἢ τῆς Καθολικῆς τοιαύτης. Ἂν δὲν εἶχε πολλὰς συνεπείας ἡ ἀναγραφὴ τῆς λέξεως αὐτῆς ἐν τῷ Συντάγματι, καὶ ἐγὼ θὰ ἄφηνον εἰς τὴν Ἱερὰν Σύνοδον νὰ κρίνῃ ποία θρησκεία εἶναι γνωστὴ καὶ ποία δὲν εἶναι γνωστή, ὥστε νὰ ἐπιτρέπεται ἡ λατρεία αὐτῆς ὅταν εἶναι γνωστὴ καὶ νὰ ἀπαγορεύεται ὅταν δὲν εἶναι γνωστή. Ἀλλὰ ἔχομεν τὸν Ποινικὸν Νόμον, ὁ ὁποῖος ἔρχεται καὶ περιβάλλει τὴν λέξιν αὐτὴν διὰ ποινῶν καὶ ποινῶν σοβαρωτάτων· καὶ ὄχι μόνον ἔχομεν τὸν Ποινικὸν Νόμον, ἀλλὰ ἔχομεν καὶ τὸν Ἀστικὸν νόμον, ὁ ὁποῖος δημιουργεῖ ζητήματα ἐπὶ τῆς λέξεως αὐτῆς, διότι, ἂν μία θρησκεία ἤθελον νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς γνωστή, τότε ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἤθελον ἐκφράσει γνώμας, πεποιθήσεις καὶ ἰδέας διὰ τὴν θρησκείαν αὐτὴν ὑπόκεινται εἰς τὰς διατάξεις τῶν ἄρθρων τοῦ Ποινικοῦ Νόμου 212–222 καὶ ἐπίσης εἰς τὰ ἄρθρα 194 καὶ 198, διατάξεις αἱ ὁποῖαι ἐπιβάλλουν ποινὰς καὶ ποινὰς σοβαρωτάτας. Ἐπίσης καὶ ποινὰς Ἀστικοῦ Δικαίου δημιουργεῖ ἡ λέξις αὐτὴ ἡ ὁποία δὲν προσδίδει τίποτε οὔτε καὶ εἰς τὴν ἑρμηνείαν τοῦ ἄρθρου τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν σήμερον. Ὁμοίως εἶναι γνωστὸν ὅτι κατὰ τὸ Πρωτόκολλον τοῦ 1830 τὸ συναφθὲν μεταξὺ Γαλλίας καὶ Ρωσίας καὶ Ἀγγλίας ἐγένετο σύμβασις ὥστε οἱ γάμοι τῶν ἑτεροδόξων νὰ τελῶνται ὑπὸ τὴν προστασίαν τῶν νόμων. Ἐπίσης εἶναι γνωστὸν ὅτι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἤθελον ὑποστῆ ποινὰς τοῦ Ποινικοῦ Νόμου νὰ ὑφίστανται καὶ ποινὰς τοῦ Ἀστικοῦ Νόμου· δηλαδή, ἄν τις ἐκφράσῃ πεποιθήσεις κατ’ ἀντίθεσιν τῶν γνωστῶν θρησκειῶν καὶ ὑποστῇ τὰς Ποινὰς τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, δὲν δύναται οὔτε νὰ μαρτυρήσῃ ἐπὶ δικαστηρίου οὔτε πληρεξούσιος νὰ εἶναι οὔτε δημοσίαν θέσιν νὰ καταλάβῃ. Ὅλα αὐτὰ προέρχονται ἀπὸ τὴν λέξιν «γνωστή», νομίζω δὲ ὅτι σήμερον δὲν ἔχει οὐδένα λόγον νὰ ὑπάρχῃ εἰς τὸ Σύνταγμα καὶ ἑπομένως ἠδύνατο νὰ διατυπωθῇ τὸ ἄρθρον ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἡ ἐπικρατοῦσα κλπ.». Δηλαδὴ νὰ ἀφαιρεθῇ ἡ λέξις «γνωστή», ἡ ὁποία δημιουργεῖ ὅλας αὐτὰς τὰς παραβάσεις τοῦ Ποινικοῦ καὶ Ἀστικοῦ νόμου. Οὐδὲν ἔχει νὰ ζημιωθῇ, διότι πᾶσα θρησκεία στηρίζεται εἰς τὴν συνείδησιν τοῦ λαοῦ, δὲν ἔχει ἀνάγκην οὐδὲ συνταγματικῶν διατάξεων οὐδὲ ποινικῶν οὐδὲ ἄλλων προστατευτικῶν διατάξεων διὰ νὰ εἶναι σεβαστή, ἡ δὲ χριστιανικὴ θρησκεία εἶναι ριζωμένη εἰς τὴν συνείδησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ οὐδέποτε ἐχρησιμοποιήθησαν αἱ διατάξεις αἱ ὁποῖαι ἀναφέρονται εἰς τὸ Σύνταγμα ἢ εἰς τὸν Ποινικὸν Νόμον διὰ τὴν προστασίαν της. Ἑπομένως βλάβην προξενεῖ ἡ λέξις καὶ οὐδεμίαν ὠφέλειαν προσφέρει εἰς τὴν θρησκείαν. Ἐπίσης ἡ δευτέρα περικοπὴ τοῦ πρώτου ἄρθρου τοῦ ἐν ἰσχύϊ Συντάγματος καὶ τοῦ δευτέρου τοῦ ὑπὸ συζήτησιν σχεδίου τερματίζεται ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἀπαγορευομένου τοῦ προσηλυτισμοῦ καὶ πάσης ἄλλης ἐπεμβάσεως κατὰ τῆς ἐπικρατούσης θρησκείας». Καὶ ἡ περικοπὴ αὐτὴ νομίζω ὅτι ἀποτελεῖ μᾶλλον ὕβριν πρὸς τὴν θρησκείαν ἡμῶν, διότι ἡ Ὀρθόδοξος Χριστιανικὴ Ἐκκλησία δὲν ἔχει ἀνάγκην νὰ προσηλυτίσῃ, δὲν ἔχομεν κανὲν ἱστορικὸν παράδειγμα προσηλυτισμοῦ ἐκ μέρους τῆς Ὀρθοδόξου Χριστιανικῆς Ἐκκλησίας· ἑπομένως εἰς οὐδὲν χρησιμεύει ἡ περικοπὴ αὕτη παρὰ μόνον πρὸς συκοφάντησιν τῆς θρησκείας ἡμῶν παρὰ τῶν ἐχόντων ἀντιθέτους θρησκευτικὰς πεποιθήσεις, ὅτι ὑπάρχει ἡ διάταξις αὐτὴ διὰ νὰ καταπιέζῃ αὐτοὺς, διότι, ὅπως διατυποῦται εἰς τὸ ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, ἀπαγορεύεται ὁ προσηλυτισμὸς μόνον ἐναντίον τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καὶ ὅτι ἐπιτρέπεται ἴσως νὰ γίνεται προσηλυτισμὸς τῶν ἄλλων, τῶν πιστευόντων εἰς ἄλλα θρησκευτικὰ δόγματα, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον οὐδέποτε παρουσιάσθη· διότι, ἂν ἠκούσθησαν παρὰ διαφόρων καὶ ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης ἐνίοτε παράπονα, ἠκούσθησαν τὰ ἀντίθετα παράπονα, ὅτι ἄλλα θρησκευτικὰ δόγματα προσεπάθησαν νὰ προσηλυτίσωσι πιστοὺς ἀνήκοντας εἰς τὴν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν καὶ ὄχι ὅτι παρὰ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἐγένοντο προσπάθειαι ὅπως προσηλυτισθῶσιν ἄλλοι ἀνήκοντες εἰς ἄλλα θρησκευτικὰ δόγματα. Νομίζω λοιπὸν ὅτι καὶ αὐτὴ ἡ περικοπὴ τοῦ ἄρθρου πρέπει νὰ ἀπαλειφθῇ, διότι ὄχι μόνον δὲν ὠφελεῖ, ἀλλὰ συντελεῖ εἰς τὸ νὰ συκοφαντῆται ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία καὶ νὰ δίδῃ ὅπλα εἰς τοὺς πολίτας ἀντιθέτων θρησκευτικῶν δογμάτων διὰ νὰ καταπολεμῶσι τὴν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν. Αὐτὰς τὰς παρατηρήσεις εἶχον ὡς πρὸς τὸ πρῶτον ἄρθρον ἢ μᾶλλον ὡς πρὸς τὴν πρώτην περίοδον τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ ὑπὸ συζήτησιν σχεδίου Συντάγματος, δηλαδὴ νὰ ἀφαιρεθῇ ἡ λέξις «γνωστή» καὶ ἡ περικοπὴ ὁλόκληρος, ὡς καὶ ἡ δευτέρα περικοπὴ «ἀπαγορευομένου τοῦ προσηλυτισμοῦ κλπ.» καὶ νὰ γίνῃ τὸ ἄρθρον ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἡ ἐπικρατοῦσα θρησκεία ἐν Ἑλλάδι εἶναι ἡ τῆς Ἀνατολικῆς Ὀρθοδόξου τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας, πᾶσα δὲ ἄλλη θρησκεία τελεῖ τὰ τῆς λατρείας αὐτῆς ἀκωλύτως καὶ ἐλευθέρως ὑπὸ τὴν προστασίαν τῶν νόμων».
§49Δ. ΒΑΡΕΛΑΣ. Σήμερον, ἐνῷ ἔχει τεθῆ αὐτὸ εἰς τὸ ἰσχῦον Σύνταγμα, πολλάκις κατηγγέλθησαν σκάνδαλα ἐκ μέρους ἰδίᾳ τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας καὶ ἐν Ἀθήναις καὶ ἐν Νάξῳ καὶ ἀλλαχοῦ.
§50Γ. ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ἂν ἐπροσέχετε, κ. συνάδελφε, θὰ μὲ ἠννοεῖτε. Εἶπον τὸ ἑξῆς, ὅτι, ἐνῷ δὲν ἔχομεν παράδειγμα προπαγάνδας ὑπὲρ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, συμβαίνει τὸ ἀντίθετον, ὡς ἀκούω, διότι ἐγὼ δὲν ἔχω κανένα παράδειγμα, καὶ ἑπομένως οὐδεμίαν ὠφέλειαν ἔχει ἡ θρησκεία ἐκ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ παρὰ μόνον νὰ συκοφαντῆται ἡ θρησκεία τὴν ὁποίαν ἡμεῖς πρεσβεύομεν. Αὐτὰς τὰς παρατηρήσεις εἶχον, ὡς πρὸς τὸ πρῶτον ἄρθρον. Καὶ ἤδη ἔρχομαι εἰς τὸ δεύτερον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου, τὸ πραγματευόμενον περὶ τῶν σχέσεων τῆς Ἐκκλησίας πρὸς τὴν Πολιτείαν καὶ περὶ τῆς τηρήσεως ὡρισμένων κανόνων τῆς Ἐκκλησίας. Αἱ σχέσεις Ἐκκλησίας καὶ Πολιτείας ἀνεπτύχθησαν εὐρύτατα ἐνταῦθα. Ἡ Ἐκκλησία πρώτη ἔδωσε τὴν ἀφορμὴν εἰς τὴν συζήτησιν αὐτήν. Ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπὴ ὁμοφώνως δὲν ἤθελε κἂν νὰ θίξῃ τὸ μέχρι τοῦδε ἰσχῦον καθεστώς, διότι πραγματικῶς κατ’ οὐδὲν ἐζημιώθη ἡ Ἑλληνικὴ Πολιτεία ἐκ τῆς μέχρι τοῦδε ἐφαρμογῆς τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ τοῦ Συντάγματος. Ἐν τούτοις, ἐπειδὴ ἀνεκινήθη τὸ ζήτημα ἀπὸ τὴν Ἐκκλησίαν, ἐθεωρήθη ἀναγκαῖον νὰ συζητηθῇ, καὶ ὄχι μόνον νὰ συζητηθῇ, ἀλλὰ καὶ νὰ μελετηθῶσιν αἱ ἀπόψεις τῆς Ἐκκλησίας καὶ αἱ κατευθύνσεις ἐκείνων οἱ ὁποῖοι διευθύνουν σήμερον τὰ τῆς Ἐκκλησίας. Καὶ ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι ἡ Συνέλευσις θὰ καταλήξῃ ὄχι εἰς ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θέλουν οἱ προτείνοντες, ἀλλ’ εἰς ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον προέκυψεν ἐκ τῆς συζητήσεως, διότι προτείνουσι καὶ ἐπιδιώκουσιν οὔτε πολὺ οὔτε ὀλίγον, κύριοι συνάδελφοι, τὸν χωρισμὸν τῆς Ἐκκλησίας ἀπὸ τοῦ Κράτους. Ἐνώπιον τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς προσῆλθεν ὁ Σεβασμιώτατος Ναυπακτίας καὶ ἐξέφερε τὴν γνώμην ἐκ μέρους τῆς Ἱερᾶς Συνόδου καὶ ἐζήτησε τὸν χωρισμὸν τῆς Ἐκκλησίας ἀπὸ τοῦ Κράτους.
§51Α. ΠΡΑΝΤΟΥΝΑΣ. Εὖγε!
§52Γ. ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ἡ Ἑλληνικὴ Πολιτεία συνέζησε καὶ συνεβάδισε πάντοτε μὲ τὴν Ἐκκλησίαν. Ὅ,τι καλὸν ἐγένετο ἀπὸ ἐθνικῆς ἀπόψεως καὶ κατὰ τοὺς χρόνους τῆς δουλείας καὶ μετὰ τὴν ἀπελευθέρωσιν, ἐγένετο ἀπὸ κοινοῦ ὑπὸ τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῆς Πολιτείας, καὶ σήμερον ἔρχεται ἡ Ἐκκλησία μόνη της καὶ ζητεῖ τὸν χωρισμὸν αὐτῆς, χωρισμὸν ὁ ὁποῖος θὰ φέρῃ δύο ἐξουσίας εἰς τὸ Κράτος ἀντιμαχομένας, μίαν δυαρχίαν εἰς ἕνα Τόπον, ἡ ὁποία γνωρίζετε πολὺ καλὰ ὅτι ὁδηγεῖ πάντοτε εἰς ἀναρχίαν.
§53Α. ΠΡΑΝΤΟΥΝΑΣ. Ποῖαι εἶναι αὐταὶ αἱ δύο ἐξουσίαι;
§54Γ. ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Θὰ σᾶς εἴπω. Εἶναι γνωστὸν ὅτι ὑπάρχουσι δύο συστήματα, ὑπάρχει τὸ σύστημα τὸ ὁποῖον ἡμεῖς ἔχομεν, τὸ νὰ συμβαδίζουν ἡ Ἐκκλησία καὶ ἡ Πολιτεία καὶ νὰ ἔρχεται ἀρωγὸς ἡ Πολιτεία εἰς τὴν Ἐκκλησίαν. Καὶ πιθανὸν μὲν λόγῳ τῶν διαφόρων περιόδων, τὰς ὁποίας διῆλθεν ἡ Ἑλληνικὴ Πολιτεία, νὰ μὴ ἔδωσεν εἰς τὴν Ἐκκλησίαν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ δώσῃ, ἀλλ’ οὐδέποτε ἔπαυσε νὰ εὐλαβῆται καὶ νὰ συντρέχῃ αὐτήν, ἂν δὲ μελετήσετε ὅλας τὰς κυβερνητικὰς περιόδους, θὰ ἴδετε τοὺς Ὑπουργοὺς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ὅλους μὲ ἐξαιρετικὸν ἐνδιαφέρον διὰ τὴν θρησκείαν. Ὑπάρχει καὶ τὸ ἄλλο σύστημα, τοῦ ἐντελοῦς χωρισμοῦ τῆς Ἐκκλησίας ἀπὸ τῆς Πολιτείας. Ὑπάρχει δὲ καὶ τρίτον σύστημα, αὐτὸ τὸ ὁποῖον μᾶς προέτεινεν ὁ Σεβασμιώτατος Ναυπακτίας, τὸ σύστημα τῆς αὐτονομίας, τῆς ἀνεξαρτησίας τῆς ἐξουσίας· δηλαδὴ ἡ Ἐκκλησία νὰ διοικῆται ἀπολύτως ἀφ’ ἑαυτῆς, νὰ νομοθετῇ ἡ ἰδία. Ἀκούσατε τὴν φράσιν τοῦ Σεβασμιωτάτου (ἀναγινώσκει): «Τὸ Κράτος δὲν τὸ θέλομεν νὰ νομοθετῇ καὶ νὰ ἐπεμβαίνῃ εἰς τὰ τῆς Ἐκκλησίας κλπ.». Αὐτὸ προτείνει ἡ Ἐκκλησία διὰ τοῦ Σεβασμιωτάτου Ἀμβροσίου. Καὶ ἐνθυμοῦμαι ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος ἦτο τότε Πρόεδρος τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς, τὸν ἠρώτησεν: «Ἐν ᾗ περιπτώσει θεσμοθετήσετε ὅτι χρειάζονται 100 Ἀρχιερεῖς, θὰ εἶναι ὑποχρεωμένη καὶ ἡ Πολιτεία νὰ μισθοδοτῇ 100 Ἀρχιερεῖς;» Καὶ ἀπήντησεν ὁ Σεβασμιώτατος Ναυπακτίας «βεβαίως εἶναι ὑποχρεωμένη».
§55Α. ΠΡΑΝΤΟΥΝΑΣ. Δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἐζήτησεν αὐτό.
§56Γ. ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Κύριε Πραντούνα, τὰς παρατηρήσεις εἰς τὸ τέλος, σᾶς παρακαλῶ. Ὥστε βλέπετε ὅτι αὐτὴ εἶναι ἡ τάσις τῶν διοικούντων τὴν Ἐκκλησίαν, τάσις πλήρους αὐτονομίας αὐτῆς. Καὶ ἐπεκαλέσθη ὁ Σεβασμιώτατος τὸ παράδειγμα τῆς Ρουμανίας, ἀλλὰ δὲν ἤθελεν ὅμως ὁλόκληρον τὸ ρουμανικὸν σύστημα νὰ ζητήσῃ νὰ ἐφαρμοσθῇ καὶ ἐδῶ, κατὰ τὸ ὁποῖον εἰς τὴν ἐκλογὴν τῶν Ἐπισκόπων, εἰς τὴν ἐκλογὴν τῶν Μητροπολιτῶν παρεμβαίνει αὐτὸς ὁ λαός, κατὰ τὸ σύστημα τὸ ὁποῖον εἴχομεν καὶ ἡμεῖς κατὰ τοὺς χρόνους τῆς δουλείας καὶ τὸ ὁποῖον—δὲν βλέπω ἐδῶ τὸν κ. Φίλανδρον—ἰσχύει καὶ σήμερον ἀκόμη ἐν Κωνσταντινουπόλει. Ἀλλὰ τὸ σύστημα αὐτὸ ὄχι μόνον δὲν ἔχει νὰ ὠφελήσῃ τὸν Κλῆρον, ἀλλὰ μᾶλλον ἔχει νὰ τὸν βλάψῃ, διότι ἀκόμη δὲν εἶναι ὠργανωμένη ἡ Ἑλληνικὴ Πολιτεία κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε εἰς τὸν αὐτόνομον ὀργανισμὸν νὰ δώσῃ τὰ μέσα διὰ νὰ ἀποδώσῃ οὗτος τοὺς καρποὺς τοὺς ὁποίους καὶ οἱ Ἅγιοι Πατέρες ἐλπίζουν. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ συντηρηθῇ ὁ Κλῆρος αὐτὸς ἄνευ τῆς συνδρομῆς τῆς Πολιτείας; Πῶς εἶναι δυνατὸν ἀκόμη, ἐφόσον δὲν ἔχομεν ὠργανωμένα τὰ ὄργανα τοῦ κατωτέρου βαθμοῦ, πῶς εἶναι δυνατόν, λέγω, νὰ ὀργανώσωμεν ἕνα ὀργανισμὸν ὁ ὁποῖος μάλιστα θὰ αὐτοδιοικηθῇ, ἀφοῦ ἤδη μὲ τόσῃ ἐπιμονὴν τῆς Πολιτείας δὲν κατορθώνει νὰ ἔχῃ φθάσει εἰς τὸ ὕψος εἰς τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ εἶχε φθάσει; Ἂν δὲ τοῦ ἀφαιρέσωμεν καὶ τὸ μέσον τῆς συνδρομῆς τῆς Πολιτείας καὶ τὸν κάμωμεν ἐντελῶς ἰδιωτικὴν ὑπόθεσιν, ὅπως ἰσχύει ἀλλοῦ, νὰ εἶσθε βέβαιοι ὅτι ἀντὶ ὠφελείας θὰ ἔχῃ νὰ ζημιωθῇ μόνον ὁ Κλῆρος εἰς βάρος καὶ τῆς Ἑλληνικῆς Πολιτείας καὶ τῆς Ἑλληνικῆς κοινωνίας. Ἀλλ’ ἡμεῖς τὸ ἀποκρούομεν αὐτὸ τὸ σύστημα τῶν αὐτονομιῶν, διότι θέλομεν συντονισμένον τὸ Κράτος τὸ Ἑλληνικόν. Αἱ αὐτονομίαι αὐταὶ οὐδέποτε ἀπέδωκαν ἀποτελέσματα εὐεργετικὰ εἰς ἕνα Κράτος, διότι παρετηρήθη ὅτι καὶ ἐκεῖ ὅπου ἔχομεν αὐτοτελῆ δρᾶσιν Ὑπηρεσιῶν δὲν ἀπέδωκαν αὗται τοὺς καρποὺς τοὺς ὁποίους ἠλπίζαμεν. Φαντασθῆτε δὲ ἂν τοὺς κάμωμεν ἐντελῶς αὐτονόμους, μὴ ὑπαγομένους εἰς ἔλεγχον, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει ἐφαρμοσθῆ οὐδαμοῦ, καὶ νὰ νομοθετοῦν συγχρόνως.
§57Ι. ΜΑΜΑΗΣ. Ἡ Ἐπιτροπὴ δὲν τὸ ἀπεδέχθη.
§58Γ. ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Τὸ ἀπέρριψεν ἀπολύτως καὶ ἐγὼ παρακαλῶ τὴν Συνέλευσιν νὰ ἐγκρίνῃ εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο τὸ σχέδιον τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς. Ὑπάρχει ὅμως καὶ μία ἄλλη περικοπὴ εἰς τὸ ἄρθρον αὐτὸ ἡ ὁποία καὶ αὐτὴ ἐδημιούργησε ζητήματα. Ὅταν προχθὲς ὡμίλει ὁ κ. Φίλανδρος τὸν ἠρώτησα ἂν πρέπει νὰ διατηρήσωμεν τοὺς κανόνας τῆς Ἐκκλησίας, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι συνταγματικὴν ἰσχύν, καὶ μοῦ ἀπήντησεν ὅτι οἱ κανόνες τῆς Ἐκκλησίας μεταβάλλονται διὰ κανόνων ἐπίσης. Τοῦτο εἶναι σφάλμα, διότι οἱ κανόνες οἱ ὁποῖοι κυροῦνται διὰ συνταγματικῆς διατάξεως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μεταβληθοῦν παρὰ μόνον διὰ τοῦ Συντάγματος. Ἠχρήστευσαν μόνον τινὲς τούτων, ἀλλ’ εἶναι δυνατὸν νὰ γεννηθοῦν ζητήματα καὶ ἐκ τῶν ὑπολοίπων καὶ ἐξ αὐτῶν τῶν ἀχρηστευθέντων ἀκόμη καὶ νομίζομεν ὅτι ἡ Ἐκκλησία, ἂν δὲν εἶναι ἀναγεγραμμέναι αἱ διατάξεις αὐταί, ὄχι μόνον κέρδος δὲν ἔχει νὰ ἀποκομίσῃ, ἀλλὰ τοὐναντίον ζημίαν τὴν ὁποίαν πρέπει μὲ πᾶσαν θυσίαν νὰ ἀποφύγωμεν. Καὶ νομίζω ὅτι πρέπει νὰ μεταρρυθμισθῇ καὶ νὰ γίνῃ ὡς ἑξῆς τὸ ἄρθρον (ἀναγινώσκει): «Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία κλπ.». Δηλαδὴ νὰ ἀφαιρεθῇ ἡ περικοπὴ «τηροῦσα...κλπ.», διότι αὐτὸ ἐννοεῖται μόνον του, ὅτι, ἀφοῦ εἶναι Ἐκκλησία, βεβαίως τηρεῖ καὶ τὰς παραδόσεις καὶ τοὺς ἐκκλησιαστικοὺς κανόνας, χωρὶς νὰ παρεμβάλλωνται διὰ τοῦ Συντάγματος δυσκολίαι, αἱ ὁποῖαι δημιουργοῦν ζητήματα καὶ ἀστικὰ καὶ ἄλλα ἀκόμη. Καὶ νὰ προχωρήσῃ (ἀναγινώσκει): «Εἶναι δὲ αὐτοκέφαλος κλπ.». Ἡ τελευταία παρατήρησις τὴν ὁποίαν ἔχω νὰ κάμω εἶναι ὡς πρὸς τὸ διοικητικὸν «ὑπὸ Ἱερᾶς Συνόδου Ἀρχιερέων». Ὅταν ἐγένοντο αἱ ἐκλογαὶ καὶ ἐπρόκειτο νὰ συνέλθωμεν ἐνταῦθα, ἔσπευσαν οἱ ἐνδιαφερόμενοι διὰ τὴν διοίκησιν τῆς Ἐκκλησίας Ἀρχιερεῖς, μερὶς μᾶλλον Ἀρχιερέων, διότι συνήντησα καὶ ἐγὼ ἀρχιερεῖς οἱ ὁποῖοι ἔχουν τελείως ἀντίθετον γνώμην, πρὸς τὴν Ἐπανάστασιν ἡ ὁποία συνέταξεν ἕνα νέον Καταστατικὸν Χάρτην τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἕνα τοιοῦτον ζήτημα μεγάλο ἐλύθη εἰς διάστημα δύο ὡρῶν, μετὰ τὰς ἐκλογὰς καὶ καθ’ ὃν χρόνον ἐπρόκειτο νὰ συνέλθῃ ἡ Συντακτικὴ Συνέλευσις. Καὶ ἐγὼ ἔχω τὴν γνώμην τὴν ὁποίαν ἔχει νομίζω, καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἄλλα μέλη ὅτι τὰ Διατάγματα αὐτὰ τὰ συντακτικὰ δὲν ἔχουν κῦρος.
§59Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶπε τοιοῦτόν τι.
§60Γ. ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ἴσως τὸ εἶπεν ὁ κ. Γόντικας. Ἑπομένως εἶναι ἀπόλυτος ἀνάγκη νὰ καταργηθῇ ὁ Καταστατικὸς αὐτὸς Χάρτης.
§61Γ. ΣΕΧΙΩΤΗΣ. Διατί δὲν ἰσχύουν;
§62Γ. ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ἐγὼ φρονῶ ὅτι δὲν ἔχει οὐδὲν κῦρος. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, πρὸς ἄρσιν ἀμφιβολιῶν, νὰ καταργηθῇ ὁ Καταστατικὸς αὐτὸς Χάρτης.
§63Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ καλύτερον θὰ ἦτο ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπή, ἡ ὁποία ἐργάζεται ἀνενδότως διὰ τὴν κατάρτισιν τοῦ σχεδίου τοῦ Συνταγματικοῦ Χάρτου νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ὅλα αὐτὰ τὰ Διατάγματα μὲ συντακτικὸν περιεχόμενον καὶ εἰς τὸ τέλος νὰ ἑτοιμάσῃ ἕνα σχέδιον ψηφίσματος δεικνύον ποῖα ἐξ αὐτῶν παραμένουν ἐν ἰσχύϊ μετὰ τὸ Σύνταγμα καὶ ποῖα ὄχι διὰ νὰ μὴ ἀναθέσωμεν εἰς τὰ δικαστήρια νὰ κρίνουν ἂν ἀντιβαίνουν εἰς τὸ Σύνταγμα ἢ ὄχι.
§64Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Νομίζω ὅτι τὰ Διατάγματα τὰ ἐκδοθέντα μετὰ τὰς ἐκλογὰς εἶναι ἄκυρα. Ὑπεστηρίχθη ὅτι τὸ συντακτικὸν δικαίωμα τῆς Ἐπαναστάσεως, ἡ ὁποία ἡ ἰδία προεκήρυξε τὰς ἐκλογάς, τὴν ἑπομένην τῶν ἐκλογῶν ἔληξε καὶ δὲν ἀπέμενε παρὰ ἡ τυπικὴ παράδοσις τῆς Ἐξουσίας εἰς τὴν ὑπάρχουσαν Συνέλευσιν.
§65Γ. ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Νομίζω ὅτι πρόκειται περὶ τοιούτου.
§66Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι προγενέστερον.
§67Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἔκτοτε ἐπίστευον ὅτι ὅλα αὐτὰ τὰ Διατάγματα, τὰ μετὰ τὰς ἐκλογάς, τὰ συντακτικοῦ περιεχομένου, εἶναι ἄκυρα, κατὰ τὴν γνώμην τὴν ἰδικήν μου. Εἰδικῶς δὲ αὐτὸ ἐγένετο μετὰ τὰς ἐκλογὰς καὶ ἐγένετο πράγματι, ὅπως λέγετε, πολὺ προχείρως, εἰς διάστημα ἡμερῶν, ἴσως ὡρῶν. Ὅταν ἤμην ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργός, πολλάκις ἠγέρθησαν αὐτὰ τὰ αἰτήματα ὑπὸ τῆς Ἱεραρχίας, ἀλλὰ τὰ ἀντέκρουσα καὶ θὰ ἔφθανον μέχρι τῆς ὑποβολῆς τῆς παραιτήσεώς μου, διότι ἐνόμιζον ὅτι, ἂν ὑπῆρχεν ἀνάγκη μεταβολῆς τοῦ Καταστατικοῦ Χάρτου, μόνον ἡ Συνέλευσις ἦτο ἁρμοδία καὶ οὐδεὶς λόγος ὑπῆρχε νὰ δημιουργηθῇ τοιαύτη πρᾶξις ὑπὸ τῆς Ἐπαναστάσεως.
§68Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως προτείνει εἰς τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπὴν νὰ ταξινομήσῃ, διευθετήσῃ ὅλα τὰ Διατάγματα τὰ συντακτικοῦ περιεχομένου, ἀλλ’ αὐτὰ ἔχουν κυρωθῆ ἤδη.
§69Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Μετὰ τὸ νέον Σύνταγμα θὰ ἐξετασθῇ ποῖον παρέμεινεν εἰς αὐτὸ τὸ κῦρος, θὰ κριθῇ ἂν τὸ Σύνταγμα κατήργησε τὸ δεῖνα Διάταγμα ἢ ὄχι καὶ θὰ εὑρεθῶμεν ἐνώπιον κυκεῶνος. Προτιμότερον λοιπὸν εἶναι νὰ κληθῇ ἡ Ἐπιτροπὴ καὶ ἀποφανθῇ ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ, ὥστε διὰ ψηφίσματος νὰ ἀποφασίσῃ ἡ Ἐθνοσυνέλευσις.
§70Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἔχετε πληρέστατον δίκαιον.
§71Γ. ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ἐγὼ ἔχω τὴν νομικὴν πεποίθησιν ὅτι εἶναι ἀπολύτως ἄκυρον τὸ Διάταγμα αὐτό, διότι δὲν ἐξεδόθη ὑπὸ Ἐξουσίας ἐχούσης συντακτικὴν ἰδιότητα. Δέχομαι τὴν γνώμην τοῦ κ. Γόντικα, ὅτι, ἐφόσον ἡ Ἐπανάστασις εἶχε καταργηθῆ, δὲν εἶναι δικαίωμα νὰ δημιουργήσῃ νόμον ὁ ὁποῖος δεσμεύει τοὺς πολίτας καὶ πρὸ παντὸς νόμον συνταγματικόν. Ἐξαιρετικῶς δέ, ἐνῷ ὅλοι οἱ ἄκυροι νόμοι οὐδὲν γεννοῦν ἀποτέλεσμα, αὐτὸς ὁ νόμος ἐγέννησε μόνον τὸ ἀποτέλεσμα τῶν συγκρούσεων καὶ ἐρίδων μεταξὺ Ἐκκλησίας καὶ Πολιτείας. Ἐφόσον ἡ Κυβέρνησις ἐξακολουθεῖ νὰ διοικῇ τὰ τῆς Ἐκκλησίας ἐπὶ τῇ βάσει αὐτοῦ τοῦ Διατάγματος, μὴ δεχομένη τὴν γνώμην τοῦ ἀπολύτως ἀκύρου, ἔχει ὑποχρέωσιν ἢ νὰ τὸ ἐπικυρώσῃ ἢ νὰ τὸ ἀκυρώσῃ. Κατὰ τὰς ἰδικάς μας δὲ ἀντιλήψεις πρέπει νὰ ἀκυρωθῇ, διότι εἴδετε εἰς τὴν πρώτην του ἐφαρμογὴν τίνα ἄτοπα παρουσίασεν. Ἀλλὰ καὶ αἱ κατ’ ἰδίαν διατάξεις τοῦ Καταστατικοῦ αὐτοῦ Χάρτου θὰ εἴδετε ὅτι συνετάχθησαν οὐχὶ κατὰ τὰς ἀντιλήψεις τῆς περιόδου τὴν ὁποίαν διερχόμεθα, ἀλλὰ κατὰ τὰς ἀντιλήψεις τοῦ μεσαίωνος. Σήμερον ἡ Ἐκκλησία δὲν διοικεῖται ὑπὸ Συνόδου, δὲν διοικεῖται συλλογικῶς, διότι ἡ Σύνοδος καλεῖται μόνον ἐφάπαξ καὶ καλεῖται ἵνα κυρώσῃ τὰς πράξεις τὰς ὁποίας ἐξετέλεσεν ὁ διοικῶν τὴν Ἐκκλησίαν. Ἀφ’ ἑτέρου δὲ καὶ τὰ μέσα τῆς ἀμύνης τοῦ κατωτέρου Κλήρου πρὸς τοὺς Ἐπισκόπους καὶ αὐτα ἐμεσαιώνισαν· ἐστέρησαν τῶν ἐνδίκων μέσων τοὺς ἱερεῖς ἐναντίον τῶν ἀποφάσεων τῶν Ἐπισκόπων. Δύναται νὰ τιμωρηθῇ ὁ ἱερεὺς ἀπὸ τὸν Ἐπίσκοπον, ὁ ὁποῖος εἶναι καὶ δικαστὴς καὶ μηνυτής, καὶ νὰ μὴ ἔχῃ πρὸς ἄμυνάν του οὐδὲν ἔνδικον μέσον. Ἔχω περὶ τούτου παράδειγμα πρόσφατον τὸ ὁποῖον ἔλαβε χώραν εἰς τὴν ἰδικήν μου πατρίδα. Κατηγορήθη εἷς ἱερεὺς ἐπὶ μηνύσεως τοῦ Ἐπισκόπου του δι’ ἀτομικὴν ὕβριν κατ’ αὐτοῦ, ὁ Ἐπίσκοπος ἔκαμεν ὁ ἴδιος τὴν ἀνάκρισιν, ἔκαμεν ὁ ἴδιος τὸ δικαστήριον, κατηγόρησε, κατεδίκασε καὶ ἔκρινε καὶ ἐπὶ τοῦ ἐνδίκου μέσου τοῦ ὁποίου ἠθέλησε νὰ κάμῃ χρῆσιν ὁ ἱερεύς. Δὲν ἐνθυμοῦμαι τὰς λεπτομερείας, ἀλλ’ ὅταν ἔλθῃ ἡ ἡμέρα τῆς συζητήσεως καὶ ἀναγνώσετε τὸν Καταστατικὸν αὐτὸν Χάρτην, θὰ ἴδετε ὅτι ὄζει μεσαιωνισμοῦ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ στερήσετε σήμερον τῶν μέσων τῆς ἀπολογίας ἕνα ἱερωμένον, ἔστω καὶ ἂν κατηγορῆται διὰ τὸ σοβαρώτερον παράπτωμα. Γνωρίζετε τίνα σάλον διήλθομεν καὶ πόσον ἐκδικητικοὶ εἶναι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι νομίζουν ὅτι ἠδικήθησαν ἢ ὑβρίσθησαν ἀπὸ διαφόρους ἱερεῖς, οἱ ὁποῖοι ἤδη εἶναι ἐν διωγμῷ, χωρὶς νὰ ἔχωσι τὸ δικαίωμα νὰ ἐφεσιβάλωσι τὴν ἀπόφασιν τῶν ἰδίων των μηνυτῶν καὶ κατηγόρων Ἐπισκόπων.
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Τσιριμῶκος ἔχει τὸν λόγον.
§73Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ὁ κ. πληρεξούσιος Λέσβου καὶ εἰσηγητὴς τῆς ἐπὶ τοῦ Συντάγματος Ἐπιτροπῆς μὲ τὴν διακρίνουσαν αὐτὸν στωμυλίαν καὶ γνῶσιν τῶν ζητημάτων ἐξέθεσεν ἐνώπιον ἡμῶν, κύριοι πληρεξούσιοι, τοὺς λόγους ἕνεκα τῶν ὁποίων ἡ Ἐπιτροπὴ ἔφθασεν εἰς τὰ πορίσματα, τὰ ὁποῖα διατυπώνει διὰ τοῦ 1 ἄρθρου τοῦ Συντάγματος. Τὸ 1 ἄρθρον τοῦ Συντάγματος δὲν ὑπέστη ἀλλοίωσιν καὶ μεταβολήν, δὲν παρελείφθη ἐξ αὐτοῦ καὶ τοῦ ἐν ἰσχύϊ Συντάγματος παρὰ μόνον ἡ τελευταία παράγραφος αὐτοῦ. Ἐπανελήφθη ὡς ἦτο ἐν τῷ Συντάγματι τοῦ 1911, καὶ τοῦτο διότι δὲν παρεσχέθησαν ἀφορμαὶ ἐν τῷ παρελθόντι, ἀλλὰ καὶ διότι ἐκρίθη ὅτι ἐπαρκῶς καὶ σαφῶς μεταδίδει ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἠθέλησεν ἡ Ἐπιτροπή, τὸ ὁποῖον ἠθέλησαν τὰ προηγούμενα Συντάγματα νὰ καθιερώσωσι. Τί ζητεῖται διὰ τοῦ 1 ἄρθρου τοῦ καθορίζοντος τὰ τῆς θρησκείας; Ζητεῖται νὰ καθορισθῇ ὅτι ἡ θρησκεία τῆς Ὀρθοδόξου Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἡ ἐπικρατοῦσα ἐν τῷ Κράτει ἡμῶν. Ἂν μετεχειρίσθη τὴν λέξιν «ἐπικρατοῦσα» τὸ παρελθὸν Σύνταγμα, τὸ ἐν ἰσχύϊ Σύνταγμα, τὸ Σύνταγμα τοῦ 1864 καὶ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1844 καὶ δὲν μετεχειρίσθη τὴν φράσιν ὅτι «ἐπίσημος θρησκεία τοῦ Κράτους εἶναι ἡ Ἀνατολικὴ Ὀρθόδοξος», δὲν εἶναι ἴσως τυχαῖον, ἀλλὰ διὰ τῆς φράσεως «ἐπικρατοῦσα θρησκεία» ἤθελε νὰ ἀνταποκριθῇ περισσότερον εἰς τὸ κοινὸν αἴσθημα τοῦ Ἔθνους, ὅτι ὡς θρησκείαν του θέλει τὴν Ἀνατολικὴν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἤθελεν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἀφ’ ἧς ἀπέκτησε τὴν ἀνεξαρτησίαν του νὰ εἴπῃ ἦτο ὅτι αὐτὴ εἶναι ἡ θρησκεία ἡ ἰδική μας, τὴν ὁποίαν ἀναγνωρίζομεν, ἀλλὰ πᾶσα ἄλλη θρησκεία τελεῖ ἐλευθέρως καὶ δύναται νὰ ἀσκῆται ἐλευθέρως ὑπὸ τῶν ἀλλοθρήσκων. Ἡ ἐλευθερία τῆς θρησκευτικῆς συνειδήσεως, τὴν ὁποίαν ἐζήτησεν ὁ κ. πληρεξούσιος νὰ ἀναγραφῇ κεχωρισμένως, παρέχεται πλήρως διὰ τῆς διατάξεως τοῦ Συντάγματος, διότι λέγει τὸ Σύνταγμα ὅτι «πᾶσα δὲ ἄλλη γνωστὴ θρησκεία τελεῖ τὰ τῆς λειτουργίας αὐτῆς ἐλευθέρως ὑπὸ τὴν προστασίαν τῶν νόμων»· δὲν λέγει τίποτε ἄλλο παρὰ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐπιζητοῦμεν μὲ πανηγυρικωτέραν ἔκφρασιν. Ἀλλ’ ἡ πανηγυρικὴ αὕτη ἐκδήλωσις τῆς πλήρους ἰσότητος δὲν μεταβάλλει μόνον τὰ πράγματα, δὲν λύει καθόλου τὸν χαρακτῆρα, ἀφήνει ὅμως πάντοτε νὰ νοῆται ὅτι δὲν ὑπάρχει μία ἐπικρατοῦσα θρησκεία. Ἡ Θρησκεία εἰς ἡμᾶς εἶναι συνυφασμένη μὲ τὴν ὅλην ζωὴν τοῦ Ἔθνους. Οἱ ἀγῶνες ἐγένοντο ἐν ὀνόματι τῆς Πίστεως καὶ τῆς Πατρίδος. Δὲν ἠθελήσαμεν νὰ θίξωμεν κανένα καὶ νὰ ἀνοίξωμεν ζήτημα τὸ ὁποῖον ἠδύνατο νὰ θίξῃ τὴν εὐαίσθητον χορδὴν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἐφόσον δὲν παρεσχέθη οὐδεμία ἀφορμὴ ἐν τῷ παρελθόντι νὰ χαρακτηρισθῇ ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς δὲν παρέχει πλήρη ἰσότητα εἰς τὴν τέλεσιν τῆς λατρείας τῆς θρησκείας, ἐφόσον δὲν ἐδόθη ἀφορμὴ νὰ νομισθῇ ὅτι ὑστερεῖ κατὰ τὸ πνεῦμα τῆς ἐλευθερίας ἐν τούτῳ ὁ Ἑλληνικὸς λαός, δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ μετεβάλλετο οὐδὲ τὸ γράμμα τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον ἀπ’ ἀρχῆς ἐτέθη οὕτως. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν περίοδον τοῦ προσηλυτισμοῦ, εἶμαι ἐκ τῶν μελῶν τῆς ψηφοφορίας τῆς Ἐπιτροπῆς τὰ ὁποῖα ἐθεώρησαν ὅτι δὲν ἔχει θέσιν ἐν τῷ Συντάγματι ἡ δευτέρα περίοδος «ἀπαγορευομένου τοῦ προσηλυτισμοῦ καὶ πάσης ἄλλης ἐπεμβάσεως κατὰ τῆς ἐπικρατούσης θρησκείας». Ὅταν τὸ ἄρθρον ἐτέθη, ἴσως ὑπῆρχον ἀνησυχίαι καὶ φόβοι, ἴσως οἱ κρατοῦντες τότε εἴχοντο στενώτερον τῆς ἰδέας τῆς ἐπικρατήσεως μιᾶς ὡρισμένης θρησκείας καὶ ἐφοβοῦντο μήτοι ἀλλόθρησκοι συντελέσωσι διὰ τοῦ προσηλυτισμοῦ νὰ μεταβάλωσι τὰς θρησκευτικὰς ἡμῶν πεποιθήσεις. Σήμερον τοῦτο κρίνεται ἐντελῶς ἀνελεύθερον καὶ μὴ ἀναγκαῖον, διότι ὁ νόμος ἠδύνατο νὰ προστατεύσῃ κατὰ τοῦ προσηλυτισμοῦ δι’ ἀθέσμων μέσων κατὰ πάσης θρησκείας, ὁρίζων διατάξεις ὅτι ὄχι μόνον ἀπαγορεύεται, ἀλλὰ καὶ τὴν κύρωσιν αὐτῶν καὶ τὰς συνεπείας αὐτῶν, ἄν τις καταβάλλῃ μέσα τοιαῦτα ἄθεσμα καὶ παράνομα πρὸς προσηλυτισμὸν γενικῶν διὰ πᾶσαν γνωστὴν θρησκείαν. Ὑποθέτω ὅτι κατὰ τοῦτο δὲν θὰ ὑπάρξωσιν ἀντιρρήσεις σοβαραὶ οὐδὲ ἐν τῇ Συνελεύσει, ὅπως δὲν ὑπῆρξαν οὐδὲ ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ τοῦ Συντάγματος. Ἡ ἀφαιρεθεῖσα παράγραφος ἐκ τοῦ ἄρθρου τοῦ Συντάγματος περὶ τῆς ἀποδόσεως τῶν Ἁγίων Γραφῶν εἰς ἄλλον γλωσσικὸν τύπον, ὡς εἶχεν ἐν τῷ Συντάγματι, ἀφῃρέθη κατὰ κοινὴν ἀπαίτησιν, ὑποθέτω, κατ’ ἀπαίτησιν τῆς κοινῆς συνειδήσεως, διότι ἀρκεῖ ὅτι τότε, ἐν ἔτει 1911, ἐτέθη μόνον καὶ μόνον διὰ νὰ πραΰνῃ τὴν ὁρμὴν τῶν ἐκμεταλλευομένων τὸ θρησκευτικὸν αἴσθημα τοῦ λαοῦ, διὰ νὰ ἀπαλειφθῇ σήμερον. Οὐδένα σκοπὸν εἶχε τότε, διότι, ἂν ὑπάρξῃ ἀπόδοσις εἰς ἄλλον ἑλληνικὸν γλωσσικὸν τύπον, ἡ ὁποία θέλει στρεβλώσει τὴν ἔννοιαν τῶν Ἁγίων Γραφῶν, ἡ διοίκησις τῆς Ἐκκλησίας παροῦσα, ἡ Νομοθετικὴ Ἐξουσία παροῦσα διὰ νὰ ἐμποδίσουν τὴν τοιαύτην ἀπόδοσιν. Ἡ διοίκησις τῆς Ἐκκλησίας προκαλοῦσα τὴν ἐπέμβασιν τῆς Πολιτείας δύναται νὰ ἐμποδίσῃ πᾶν τοιοῦτον ἔντυπον, τὸ ὁποῖον δὲν ἀποδίδει τὸ νόημα τῶν Ἱερῶν Γραμμάτων. Ἀλλὰ νὰ τεθῇ ἐν τῷ Συντάγματι ὅτι ἡ ἀπόδοσις εἰς ἄλλον γλωσσικὸν τύπον, ἡ ὁποία ὅμως ἀπόδοσις δὲν εἶναι τῆς ἀρεσκείας ἢ τῆς κρίσεως τοῦ Α ἢ τοῦ Β, ἐφόσον ἀποδίδει πλήρως τὸ νόημα, εἶναι τοῦτο μία βεβήλωσις, εἶναι μία πρᾶξις ἀνελευθέρα, εἶναι μία ἰδέα σφαλερά. Ἀκριβῶς ἐγὼ θὰ ἔλεγον ὅτι ἡ ἀπόδοσις εἰς ἄλλον γλωσσικὸν τύπον, ἐφόσον συντελεῖ νὰ κατανοηθῇ εἰς τοὺς ἁπλουστέρους καὶ εἰς τοὺς μὴ δυναμένους νὰ κατανοήσωσι τὸν εἰς τὸν τύπον τοῦ ἱεροῦ Εὐαγγελίου καὶ τῶν Ἁγίων Γραφῶν γλωσσικὸν τύπον, ἐφόσον συντελεῖ εἰς τὴν εὐκολωτέραν κατανόησιν τοῦ νοήματος τῶν Ἁγίων Γραμμάτων καὶ ὄχι εἰς τὴν ἀποστρέβλωσιν αὐτῶν, χωρὶς νὰ ἀντιλαμβάνωνται τὴν ἔννοιαν, ἡ ἀπόδοσις εἶναι εὐκταία. Καὶ μὲ τὴν ἄδειαν μάλιστα τῆς Ἱερᾶς Συνόδου θὰ ηὐχόμην δι’ Ἐπιτροπῆς ἀνθρώπων λογίων, ἐγγραμμάτων, μικτῆς, ἐξ ἐκκλησιαστικῶν ἀνδρῶν καὶ ἐκ λογίων πολιτικῶν, νὰ γένηται ἡ μετάφρασις εἰς ἁπλουστέραν γλῶσσαν, νοητὴν ὑπὸ τοῦ πολλοῦ λαοῦ, διὰ νὰ μὴ ἀντιλαμβάνεται τὴν θρησκείαν καθ’ ὃν τρόπον τὴν ἀντιλαμβάνεται. Εἶναι ἄλλο ζήτημα διατί δὲν ἀποδίδεται ἡ ἔννοια· διότι, ἂν δὲν ἀποδίδεται ἡ ἔννοια θὰ εἴπῃ εἷς εἰς τὸν ὁποῖον ἦλθεν ἡ ὄρεξις νὰ μεταφράσῃ «ἐπῆγαν καὶ ἀπέδωσαν εἰς ἄλλον γλωσσικὸν τύπον καὶ ἐστρέβλωσαν τὴν ἔννοιαν», ἀλλὰ τοῦτο θὰ τὸ ἐμποδίσετε διὰ τῆς ἐπεμβάσεως τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ συνταγματικὴ λοιπὸν διάταξις ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ γλῶσσα δὲν δύναται, προοδεύουσα καὶ ἁπλουστευομένη, νὰ μεταδώσῃ τὴν ἔννοιαν τῶν Ἱερῶν Γραφῶν, αἱ ὁποῖαι μεταδίδονται εἰς ὅλας τὰς ἄλλας ξένας γλώσσας, τοιαύτη συνταγματικὴ διάταξις, ἐξακολουθοῦσα νὰ παραμένῃ, θὰ ἦτο ἀληθῶς θέαμα ἀηδές. Πλὴν τούτου ἡ συζήτησις ἔφερε τὰ περὶ διοικήσεως τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῶν σχέσεων τῆς Πολιτείας καὶ τῆς Ἐκκλησίας, ἀφορμὴν δὲ ἔδωσεν ἡ παρουσία ἑνὸς Ἱεράρχου εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, ἐν ὀνόματι τῆς Ἱεραρχίας ὑποστηρίξαντος τὴν γνώμην περὶ πλήρους αὐτονομίας τῆς Ἐκκλησίας. Αὐταὶ εἶναι αἱ ἰδέαι αἱ ὁποῖαι ὑπεστηρίχθησαν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ Συντάγματος, αὐταὶ εἶναι ἐκεῖναι αἱ ὁποῖαι ἐκίνησαν τὴν Ἱεραρχίαν καὶ ἐπεκαλέσθη τὴν ἐπέμβασιν τοῦ Ἀρχηγοῦ τῆς Ἐπαναστάσεως τὰς παραμονὰς τῆς καταθέσεως ὑπ’ αὐτοῦ τῆς Ἀρχῆς ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως, διὰ νὰ ἐκδώσῃ τὸ Διάταγμα περὶ οὗ ἐγένετο λόγος καὶ ἐφαρμοσθῶσιν αἱ νέαι ἰδέαι, αἱ ὁποῖαι προετάχθησαν καὶ ἐνώπιον τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Συντάγματος. Αἱ ἰδέαι αὐταὶ εἶναι ὅτι δὲν πρέπει νὰ διοικῆται ἡ Ἐκκλησία ὑπὸ μιᾶς διαρκοῦς Ἱερᾶς Συνόδου, ἀλλ’ ὑπὸ τῆς Ἱεραρχίας ἁπάσης, συνερχομένης ἅπαξ ἢ δὶς τοῦ ἐνιαυτοῦ. Αἱ ἰδέαι αὐταὶ εἶναι προσέτι νὰ ἀπολαύῃ πλήρους αὐτονομίας ἡ Ἐκκλησία. Κύριοι, μελετῶντες τὴν ἱστορίαν τοῦ Τόπου μας εὑρίσκομεν τὴν Ἐκκλησίαν ἐν πλήρει ἁρμονίᾳ συνεργασθεῖσαν μετὰ τῆς Πολιτείας, εὑρίσκομεν τὴν Ἐκκλησίαν πρὸ μὲν τῆς ἀπελευθερώσεως τὴν μόνην κιβωτὸν εἰς τὴν ὁποίαν κατέφυγεν ὁ Χριστιανισμὸς καὶ ἡ σκιά του, εὑρίσκομεν τὴν Ἐκκλησίαν ὄχι μόνον τελοῦσαν τὰ τῆς θρησκείας, ἀλλ’ ὡς τὴν κρυφὴν ἑστίαν, ὅπου ἀνεπτύσσετο ὁ πατριωτισμὸς καὶ ὅπου ἐξυφαίνετο ἡ ἐξέγερσις κατὰ τοῦ τυράννου. Μετὰ τὴν ἀπελευθέρωσιν τῆς Ἑλλάδος ἡ Πολιτεία ἔτεινεν ἀμέσως τὴν χεῖρα καὶ ἀνεγνώρισε τὴν ἀνεξάρτητον διοίκησιν τῆς Ἐκκλησίας ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς καὶ καθώρισεν ἀπὸ τῆς ἐν Τροιζῆνι Συνελεύσεως τὴν ἀνεξαρτησίαν τῆς Ἐκκλησίας καὶ τὴν διοίκησιν αὐτῆς ὑπὸ Ἱερᾶς Συνόδου Ἀρχιερέων, ἡ δὲ Ἐκκλησία ἀνεγνώρισε τὸ δικαίωμα τῆς Πολιτείας ὅπως μετέχῃ εἰς τὴν διοίκησιν τῆς Ἐκκλησίας ἐποπτεύουσα αὐτήν· ἡ Πολιτεία παραχωροῦσα τὴν συνδρομήν της καὶ τὴν ἀνωτέραν ἐποπτείαν καὶ ἡ Ἐκκλησία αὐτοδιοικουμένη. Ἡ Ἱερὰ Σύνοδος ὑπῆρξε πάντοτε Ἱερὰ Σύνοδος ὀλίγων Ἱεραρχῶν καὶ διαρκής. Τοῦτο δὲ εἶναι τὸ πνεῦμα τοῦ Συντάγματος καὶ ἡ ἔννοια τοῦ Συντάγματος, αὐτὴ δὲ ἦτο ἡ θέλησις ἡ διαρκὴς τῆς Ἐκκλησίας ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς ἀπελευθερώσεως καὶ πρὸ αὐτῆς, ἀπὸ τοὺς χρόνους τῆς Ἐπαναστάσεως καὶ μέχρι σήμερον. Ἡ διοίκησις ἡ συνταγματικὴ εἶναι ἡ διαρκὴς Σύνοδος, διότι τὸ Σύνταγμα ὥρισεν ὅτι ἡ Ἐκκλησία θὰ διοικῆται ὑπὸ Συνόδου Ἀρχιερέων κατὰ τὸ κανονικόν της δίκαιον, ἀλλὰ τὸ Σύνταγμα εἶπεν: «Ἐγὼ ἀναγνωρίζω εἰς τὴν Ἐκκλησίαν τὸ δικαίωμα νὰ εἶναι ἡ θρησκεία μου ἡ θρησκεία τῆς Ἀνατολικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, αὐτὴ τὴν ὁποίαν ἀναγνωρίζω καὶ τὴν θέτω ὑπὸ τὴν προστασίαν μου». Ὥρισε μόνον νὰ διοικῆται κατὰ τοὺς κανόνας, ἀλλ’ οἱ κανόνες οἱ ὁποῖοι εὑρέθησαν ἀντιμέτωποι πρὸς τὸ Σύνταγμα δὲν ἰσχύουν, ἠχρηστεύθησαν. Τὸ Σύνταγμα καταλύει ἐκείνους τοὺς κανόνας οἱ ὁποῖοι ἀντιτίθενται πρὸς αὐτό. Συνταγματικὴ λοιπὸν εἶναι ἡ Ἱερὰ Σύνοδος τῶν ὀλίγων.
§74Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι ἡ Ἱεραρχία.
§75Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ὄχι. Ἀπὸ τῆς πρώτης τῶν Ἑλλήνων Ἐθνικῆς Συνελεύσεως ἐν Ἐπιδαύρῳ τὸ βουλευτικὸν ὥρισε νὰ συσταθῇ καὶ παρευρίσκεται ὅπου καὶ ἡ διοικοῦσα Ἐκκλησιαστικὴ Σύνοδος συντεθειμένη ἀπὸ ἓξ ἢ ὀκτὼ Ἀρχιερεῖς. Ἐν Ἑρμιόνῃ νὰ θεσπισθῇ παρὰ τῆς Συνελεύσεως τοῦ Ἔθνους καὶ νὰ διορισθῇ παρὰ τῆς διοικήσεως Σύνοδος Ἀρχιερέων ἢ 3 ἢ 5 ἐκ τῶν μᾶλλον εἰδημόνων. Ἐν Τροιζῆνι τὰ αὐτά. Ὁ κυβερνήτης Καποδίστριας, ἐλθών, συνέστησεν Ἐκκλησιαστικὴν Ἐπιτροπὴν Ἀρχιερέων ὀλιγάριθμον, διαρκῆ, διοικοῦσαν τὰ τῆς Ἐκκλησίας. Ἐπῆλθε τὸ Διάταγμα τοῦ 1833, τὸ ὁποῖον ἐμονιμοποιήθη διὰ τῆς ἐγκαθιδρύσεως διαρκοῦς Ἱερᾶς Συνόδου. Τὸ Σύνταγμα τοῦ 1844 ἄνευ συζητήσεως, ὁμοθυμαδὸν καὶ ὁμοφώνως ἔκαμε δεκτὸν τὸ δεύτερον ἄρθρον, ὅπως διετυποῦτο καὶ εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1864 καὶ σήμερον ἐν τῇ ἐννοίᾳ ταύτῃ, ὅτι ἡ διοίκησις τῆς Ἐκκλησίας ἀνατίθεται εἰς τὴν διαρκῆ Ἱερὰν Σύνοδον ἐξ ὀλίγων Ἀρχιερέων. Ἀλλὰ τῷ 1864 καὶ ὅταν ἀντετάχθησαν ὅτι δὲν εἶναι τοῦτο τὸ νόημα, ἀλλ’ ὅτι πρέπει ὅλοι οἱ Ἱεράρχαι νὰ συμμετέχουν, ἄνδρες σοφοί, ἐπιφανεῖς, πρωτοστατοῦντος τοῦ ἀοιδίμου Καλλιγᾶ, ἀπέδειξαν ὅτι ἡ Ἱερὰ Σύνοδος ἡ διαρκὴς ἐξ ὀλίγων Ἀρχιερέων εἶναι ἐκείνη τὴν ὁποίαν ἀπαιτεῖ τὸ Σύνταγμα καὶ ἡ Ἐκκλησία. Καὶ ὁ Καλλιγᾶς προκαλῶν αὐτοὺς τοῖς ἔλεγεν: «Ὁ Πατριάρχης δὲν ἔχει Ἱερὰν Σύνοδον ἐξ ὀλίγων Ἀρχιερέων διοικοῦσαν καὶ αὐτήν;» Καὶ αὐτὴ ἡ Ἱεραρχία δύναται νὰ συνέρχεται, ὁσάκις ἀπὸ συμφώνου μετὰ τῆς Πολιτείας ἀποφασίζεται, διὰ νὰ κανονίζῃ τὰ γενικώτερα ζητήματα τῆς Ἐκκλησίας ἢ μεταρρυθμίσεις ἢ διὰ δογματικὰ ζητήματα. Ἡ διοικοῦσα ὅμως Ἀρχὴ δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ εἶναι ἡ διαρκὴς Ἱερὰ Σύνοδος τῶν Ἀρχιερέων, ὀλίγων ἢ περισοτέρων· ἀδιάφορον ἂν εἶναι 5 ἢ 6 ἢ 8 ἢ 10 ἢ 12. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον αὐτὴ ἡ εὐρεῖα καὶ ὀρθὴ ἔννοια τοῦ Συντάγματος. Τοῦτο εἶναι καὶ τὸ κανονικὸν καὶ ἀπόδειξις εἶναι ὅτι, ὅταν ἐν ἔτει 1862 ἐξεδόθη ὁ Τόμος ὁ Συνοδικὸς τοῦ Πατριάρχου, ἰδοὺ τί ἔλεγεν (ἀναγινώσκει): «Ὑπερτάτην Ἐκκλησιαστικὴν Ἀρχὴν γνωρίζουσαν Σύνοδον διαρκῆ, συνισταμένην ἐξ Ἀρχιερέων προσκαλουμένων ἀλληλοδιαδόχως κατὰ τὰ πρεσβεῖα τῆς χειροτονίας». Ἀπαντῶν τὸ Πατριαρχεῖον διὰ τοῦ Συνοδικοῦ Τόμου ἀναγνωρίζει αὐτοκέφαλον τὴν Συνοδικὴν Ἐκκλησίαν διοικουμένην ὑπὸ διαρκοῦς Συνόδου ἐξ Ἀρχιερέων. Εἶναι λοιπόν, κύριοι, ἀναντίρρητον ὅτι ἡ ἔννοια τοῦ Συντάγματος εἶναι ὅτι διαρκὴς πρέπει νὰ εἶναι ἡ διοικοῦσα τὴν Ἐκκλησίαν Ἱερὰ Σύνοδος· εἶναι ἀναντίρρητον ὅτι τοῦτο εἶναι κανονικόν· εἶναι ἀκόμη ἀναντίρρητον ὅτι αὐτὴ εἶναι ἡ θέλησις τῆς Ἐκκλησίας, αὐτὴ εἶναι ἡ θέλησις τῆς Πολιτείας. Καὶ μία ὁμόφωνος θέλησις 100 ἐτῶν καὶ μία ἐφαρμογὴ τοιαύτη δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μεταβληθῇ διὰ μίαν οἱανδήποτε θέλησιν πολλῶν ἢ ὀλίγων κληρικῶν ἢ καὶ ἀκόμη ἀπὸ μέρους τῆς Πολιτείας. Αὐτὸ ἀνταποκρίνεται εἰς κοινὸν αἴσθημα τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῆς Πολιτείας. Εἶπον οἱ μὲν ὅτι ἡ Ἐκκλησία ἐδείχθη ἐν τῇ διοικήσει της ἀναξία τῶν προσδοκιῶν τοῦ Ἔθνους, οἱ δὲ ὅτι ἡ Πολιτεία οὐδέποτε παρέσχε τὴν συνδρομήν της πρὸς τὴν Ἐκκλησίαν διὰ νὰ διαμορφώσῃ τὸν Κλῆρον. Εἶμαι, κύριοι, ἐξ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι οὔτε τὴν γνώμην τὴν μίαν ἀσπάζονται οὔτε τὴν γνώμην τὴν ἄλλην εὑρίσκουσιν ἀληθῆ. Καὶ δὲν θὰ συμφωνήσω εἰς τὸ πρῶτον μετὰ τοῦ ἐπιφανοῦς καὶ ἀγαπητοῦ μου συναδέλφου κυρίου πληρεξουσίου ἐκ Λέσβου, εἰπόντος βαρεῖαν φράσιν κατὰ τοῦ ἀγάμου Κλήρου. Μεμονωμένα παραδείγματα Ἐπισκόπων, ἐπιλαθομένων τῶν ὑποχρεώσεων αὐτῶν καὶ τῆς ἱερᾶς ἀποστολῆς των, δὲν παρέχουσι τὸ δικαίωμα τῆς ἀρᾶς καὶ τῆς καταφρονήσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ Κλήρου. Ἄν προσήνεγκεν ὑπηρεσίας εἰς τὸν Τόπον ὁ Κλῆρος, περισσοτέρας προσήνεγκεν ὑπηρεσίας ὁ ἄγαμος Κλῆρος, ὄχι μόνον κατὰ τοὺς χρόνους τοὺς σκοτεινοὺς τῆς Ἐπαναστάσεως, ἀλλὰ καὶ κατὰ τοὺς χρόνους τοὺς νεωτέρους. Ἐκεῖνοι δὲ οἱ ὁποῖοι περιώδευσαν τυχὸν τὴν Τουρκίαν κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ Μακεδονικοῦ ἀγῶνος ἔμειναν ἔκπληκτοι πρὸ τοῦ πατριωτισμοῦ καὶ τῆς ἱερότητος τῶν αἰσθημάτων καὶ τοῦ θάρρους τῶν Ἱεραρχῶν, οἱ ὁποῖοι δὲν ἦσαν τίποτε ἄλλο παρὰ οἱ ἀρχηγοὶ τῆς Ἐθνικῆς Ἰδέας, οἱ ἡγέται αὐτῆς, ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι συνεκράτουν ὅλην τὴν Ἑλλάδα διὰ νὰ μάχεται κατὰ τοῦ βουλγαρικοῦ κινδύνου. Ἀλλ’ ὄχι μόνον τοῦτο· ὑπάρχουν καὶ σήμερον σεμνώματα ἀληθῆ εἰς τὸν ἀνώτερον ἡμῶν Κλῆρον καὶ ἀπὸ ἀπόψεως μορφώσεως καὶ ἀπὸ ἀπόψεως ἀρετῆς. Εἶναι λοιπὸν ὑπερβολικὴ ἡ γενικότης τὴν ὁποίαν ἔδωκεν εἰς τὴν φράσιν του ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μου, ὅτι εἶναι ἑστία ἀκολασίας καὶ διαφθορᾶς ὁ ἄγαμος Κλῆρος.
§76Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἡ γνώμη τὴν ὁποίαν ἀνεφέρατε περὶ τοῦ ἀγάμου Κλήρου εὑρίσκει ὁμόφωνον ἀναγνώρισιν, ἀλλὰ εἰς περιόδους δουλείας τοῦ Ἔθνους. Διότι ἡ Μακεδονία κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην δὲν εἶχεν ἀκόμη ἀπελευθερωθῆ. Εἶναι γεγονὸς ὅτι ἐφόσον ὁ ἄγαμος Κλῆρος ἦτο κατ’ οὐσίαν καὶ ἐκκλησιαστικὸς καὶ πολιτικὸς ἀρχηγὸς τοῦ Ἔθνους, ὅπως συνέβη μέχρι τῆς ἀπελευθερώσεως εἴτε τοῦ ἐλευθέρου Κράτους εἴτε τῶν Νέων Χωρῶν, ἀσφαλῶς ἡγεῖτο τῶν ἀγώνων καὶ προσέφερεν ἀνεκτιμήτους ὑπηρεσίας. Τοῦτο ὁμολογεῖται καὶ ἀπὸ ἐμὲ καὶ ἀπὸ ὅλους χωρὶς καμμίαν ἀμφισβήτησιν. Αἱ ἐπιφυλάξεις μου διετυπώθησαν καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν δρᾶσιν αὐτοῦ μετὰ τὴν ἀπελευθέρωσιν εἴτε τοῦ παλαιοῦ Κράτους εἴτε τῶν Νέων Χωρῶν. Σπάνιαι ἐξαιρέσεις ὑπάρχουν· ὁ κανὼν εἶναι ἀναμφισβητήτως, ἂν θέλωμεν νὰ εἴπωμεν τὴν ἀλήθειαν ὁλόκληρον, ὅτι ὁ ἄγαμος Κλῆρος εἶναι ἑστία ραστώνης καὶ διαφθορᾶς, ἐκτὸς ἐξαιρέσεων σπανίων.
§77Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἤλπιζον, κύριοι, ὅτι δὲν θὰ προεκάλουν νέαν διακοπὴν τοῦ ἀγαπητοῦ συναδέλφου, ἤλπιζον ὅτι ἤθελεν ἀφήσει νὰ λησμονηθῇ ἡ φράσις, ἤλπιζον ὅτι ἤθελεν ὁμολογήσει ὅτι αἱ ἐξαιρέσεις εἶναι πρὸς τὸ μέρος τῶν ἀπόψεων τὰς ὁποίας ὑποστηρίζει καὶ οἱ ἄλλοι εἶναι πρὸς τὸ μέρος τὸ ἰδικόν μου. Ὅλοι ἐκεῖνοι οἱ Ἱεράρχαι οἱ δράσαντες κατὰ τὸν Μακεδονικὸν ἀγῶνα ἀνέλαβον θέσεις ἐν τῇ ἐλευθέρᾳ Πατρίδι καὶ εἶναι καὶ αὐτοὶ μεταξὺ τῶν ἄλλων Ἐπίσκοποι.
§78Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Πρόκειται ἁπλούστατα διὰ τοὺς μοναχοὺς τῶν μοναστηρίων, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦν τὴν μεγάλην πλειονοψηφίαν τοῦ ἀγάμου Κλήρου. Δὲν πρόκειται διὰ τοὺς Ἱεράρχας, οἱ ὁποῖοι προσέφεραν πολυτίμους ὑπηρεσίας εἰς τὸ Ἔθνος. Πρόκειται διὰ τοὺς καλογήρους τῶν μοναστηρίων, οἱ ὁποῖοι ἀναμφισβητήτως κατὰ μέγα μέρος εἶναι ἑστία ραστώνης καὶ διαφθορᾶς.
§79Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ δηλώσω ὅτι προκειμένου διὰ τὸν ἄγαμον Κλῆρον τῆς ἰδιαιτέρας πατρίδος μου, τὸν ὁποῖον καλῶς γνωρίζω, δὲν εὑρίσκω δικαιολογημένους ἀπολύτως τοὺς χαρακτηρισμοὺς τοῦ κ. ἐκ Λέσβου συναδέλφου. Δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ δυσφορία τις καὶ καταφορὰ καὶ προκατάληψις κατὰ τοῦ ἀγάμου Κλήρου, πάντως ὅμως ἐν τῇ ἰδιαιτέρᾳ μου πατρίδι τοὐλάχιστον ἡ συμπεριφορά του δὲν εἶναι τοιαύτη, ὥστε νὰ δικαιολογῶνται τόσον βαρεῖαι ἐκφράσεις.
§80Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ὁ περιορισμὸς τὸν ὁποῖον ἔκαμε τελευταῖον ὁ ἀγαπητὸς συνάδελφος εἰς τοὺς μοναχοὺς καὶ μόνον μὲ ἀπαλλάσσει τῆς ὑποχρεώσεως νὰ εἴπω ὅτι ὄχι μόνον οἱ Ἱεράρχαι, ἀλλὰ καὶ οἱ ἄγαμοι ἀρχιμανδρῖται προσήνεγκον πολυτίμους ὑπηρεσίας, ὁσάκις ἡ Πατρὶς εἶχεν ἀνάγκην τῶν ὑπηρεσιῶν αὐτῶν, κατὰ γενικὸν κανόνα. Προκειμένου περὶ τῶν μοναχῶν δὲν θὰ δώσω καμμίαν ἀπάντησιν, διότι τοὺς μοναχοὺς δὲν τοὺς θεωρῶ μεταξὺ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι εἶναι ἐντεταλμένοι νὰ ἐμπνεύσουν πίστιν εἰς τὸν λαὸν καὶ νὰ διδάξωσι τὴν θρησκείαν. Οἱ μοναχοὶ ἀναντιρρήτως τείνουσι νὰ ἐκλείψωσι καὶ θὰ ἐκλείψωσιν, ἀφαιρουμένης μάλιστα τῆς μοναστηριακῆς ἤδη περιουσίας· συνεπῶς θὰ ἐλαττωθῶσιν εἰς τὸ ἐλάχιστον καὶ θὰ μείνωσι μόνον οἱ φύλακες τῶν πολυτίμων θησαυρῶν, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται ἐν ταῖς Μοναῖς. Ἀλλ’ ἂν δὲν συμφωνῶ μὲ τὸν ἀξιότιμον ἐκ Λέσβου κ. πληρεξούσιον καὶ δὲν συνεφώνησα μὲ τὴν γνώμην τὴν ὁποίαν ἐξήνεγκε, δὲν συμφωνῶ καὶ μὲ ἐκείνους, ὡς ὁ κ. Φίλανδρος, ὁ ὁποῖος εἶπεν ὅτι οὐδέν ποτε ἡ Πολιτεία παρέσχεν εἰς τὴν Ἐκκλησίαν καὶ οὐδέποτε ἐμερίμνησε περὶ αὐτῆς. Ἀλλ’ ἡ Πολιτεία ἀπὸ τῆς συστάσεώς της παρέσχεν ἀνεξαρτησίαν εἰς τὴν Ἐκκλησίαν καὶ τὴν ἀφῆκε νὰ διαχειρίζεται τὸν μέγαν πλοῦτον τὸν μοναστηριακὸν κατὰ τὸ δοκοῦν καὶ διηρπάγη ὁλόκληρος πλοῦτος, θησαυρός, καὶ κατηναλώθη χωρὶς ὀβολὸς νὰ παρασχεθῇ ὑπὲρ μορφώσεως τοῦ Κλήρου οὐδὲ νὰ συντελέσωσιν εἰς τὴν βελτίωσιν τῶν τῆς Ἐκκλησίας οὐδὲ νὰ προκαλέσωσι τὴν προσοχὴν τῆς Πολιτείας ὅτι τὸ χρῆμα τοῦτο τὸ καταναλισκόμενον ἐν ταῖς Μοναῖς εἶναι χρῆμα τὸ ὁποῖον δύναται νὰ χρησιμοποιηθῇ ὑπὲρ τῆς βελτιώσεως τῆς Ἐκκλησίας. Καὶ μόνον ὅταν ἡ Πολιτεία ἐμόρφωσε τὴν γνώμην ὅτι πρέπει νὰ παρεμβῇ κατὰ τὴν Ἐπανάστασιν τοῦ 1909, ἡ Κυβέρνησις τῆς Ἐπαναστάσεως ἔκαμε τὸν νόμον περὶ Γενικοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Ταμείου καὶ ἀφῄρεσε τὰς προσόδους τῶν Μονῶν καὶ τὰς ἔδωσεν εἰς ἴδιον ταμεῖον διὰ νὰ πληρώνωνται οἱ μισθοὶ τῶν Ἱεροκηρύκων, τῶν Ἀρχιερέων καὶ τῶν καθηγητῶν τῶν θρησκευτικῶν μαθημάτων, τότε δὲ εἰσήχθη καὶ ὁ νόμος περὶ ἐνοριῶν καὶ τοιουτοτρόπως ἐτέθησαν τὰ θεμέλια. Ἐνεφανίσθη τὸ πρῶτον τὸ ζήτημα τῆς καταστάσεως τῶν ἐφημερίων καὶ ἐτέθησαν τὰ θεμέλια τῆς βελτιώσεως τοῦ ἐνοριακοῦ Κλήρου. Κατὰ τοὺς καλοὺς δὲ χρόνους τῆς γενικῆς ἀναδιοργανώσεως τῶν κρατικῶν Ὑπηρεσιῶν, τοὺς χρόνους τοὺς μεταξὺ τοῦ 1910 καὶ 1915, ἡ τότε Κυβέρνησις εἰσηγήθη —συνέπεσεν ὁ ἔχων τὴν τιμὴν νὰ ὁμιλῇ πρὸς ὑμᾶς νὰ εἶναι εἰσηγητὴς ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως—τὸν νόμον 188 τοῦ 1914, κατὰ τὸν ὁποῖον συνιστᾶτο μεγάλη Νομοπαρασκευαστικὴ Ἐπιτροπὴ πρὸς ἀνακαίνισιν καὶ ἀναθεώρησιν καὶ σύνταξιν τῆς ἐκκλησιαστικῆς νομοθεσίας. Ἡ Ἐπιτροπὴ ἐκείνη ἀπετελέσθη ἐξ 6 ἕως 7 κληρικῶν καὶ ἐξ 7 ἐπιφανῶν πολιτικῶν, ὡς ὁ ἐπιζῶν Ἰωάννης Εὐταξίας, ἐπίτιμος καθηγητὴς τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Δικαίου, ὁ ἤδη καθηγητὴς Ἀλεβιζᾶτος καὶ ἄλλοι, καὶ συνέταξαν, ἐργασθέντες συντόνως μετ’ ἐπιμελείας καὶ σοβαρότητος, ὁλόκληρον τὴν ἐκκλησιαστικὴν νομοθεσίαν, συνέταξαν νέον Καταστατικὸν Χάρτην, συνέταξαν σχέδιον νόμου περὶ ἐκκλησιαστικῶν δικαστηρίων καὶ τῆς πρὸ αὐτῶν διαδικασίας, περὶ ἐκκλησιαστικοῦ ταμείου, περὶ διοικήσεως τῶν Μονῶν καὶ διαχειρίσεως περιουσιῶν, καὶ ὁλόκληρος ἡ νομοθεσία αὐτή, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ ἓξ ἕως ἑπτὰ τόμους, κεῖται ἀδρανὴς ἔκτοτε, διότι ἐπῆλθον τὰ γεγονότα, ἐξώντωσαν τὴν Κυβέρνησιν, ἐπῆλθεν ὁ παγκόσμιος πόλεμος, ἡ Ἐκκλησία ηὐρύνετο, ἄλλα ἦσαν τὰ θέματα τὰ ὁποῖα ἀπησχόλουν καὶ ὁ ἁρμόδιος τότε Ὑπουργὸς δὲν κατώρθωσε νὰ θέση ἐν ἐφαρμογῇ ἢ νὰ ἐπιζητήσῃ τὴν ψήφισιν τῶν συνταχθέντων, τῶν τόσον σοφῶν νόμων ἐκείνων, διὰ τῶν ὁποίων θὰ ἠνωρθοῦτο πράγματι ἡ Ἐκκλησία καὶ ἡ διοίκησις θὰ ἐβελτιοῦτο. Ἀλλὰ τότε, ὅτε συνῆλθον νὰ ἀποφασίσουν περὶ καταστάσεως τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ποία ἦτο ἡ γνώμη τῆς Νομοπαρασκευαστικῆς ἐκείνης Ἐπιτροπῆς; Μήτοι ἐζήτησε τότε αὐτονομίαν τῆς Ἐκκλησίας ἢ ἐζήτησε νὰ διοικῆται ἡ Ἐκκλησία ὑπὸ ὅλης τῆς Ἱεραρχίας καὶ ὄχι ὑπὸ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου; Μετὰ συζητήσεις μακρὰς ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ ἐκείνῃ ὑπερίσχυσεν ἡ γνώμη καὶ τῶν σωφρονούντων κληρικῶν καὶ τῶν σοφῶν λαϊκῶν ὅτι ἡ Ἐκκλησία διοικεῖται συνταγματικῶς καὶ κανονικῶς μόνον διὰ διαρκοῦς Ἱερᾶς Συνόδου. Ὥστε δὲν εἶναι μόνον γνώμη τῶν παλαιοτέρων, δὲν εἶναι μόνον γνώμη τῶν Συνταγμάτων, ἀλλὰ καὶ γνώμη νεωτέρα τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἐπιτροπῆς, τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς Νομοπαρασκευαστικῆς, ἡ ὁποία ὥρισεν ὅτι (ἀναγινώσκει): «Ἀνωτάτη ἐν τῷ Βασιλείῳ κλπ.». Ἡ Σύνοδος ἀποτελεῖται ἐκ 12 μελῶν· ηὔρυνεν ὀλίγον τὸν κύκλον τῶν Ἀρχιερέων διὰ νὰ μειώσῃ τὴν δύναμιν τοῦ Προέδρου τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, ἀλλ’ οὐδέποτε ἀπέστη τῆς ἀρχῆς ὅτι διαρκὴς πρέπει νὰ εἶναι ἡ Ἱερὰ Σύνοδος, ἐξ ὀλίγων Ἀρχιερέων, καλουμένων κατὰ τὰ πρωτεῖα καὶ διαρκοῦσα ὄχι πλέον τοῦ ἑνὸς ἔτους. Οὐδὲ τότε λοιπὸν ἐσκέφθησαν νὰ ζητήσουν μείζονα δικαιώματα, ἀλλ’ ἡμεῖς, κύριοι, ὡς ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἔθνους, ὑποχρέωσιν ἔχομεν νὰ ἐνισχύσωμεν τὴν Ἐκκλησίαν ἐν τῇ προσπαθείᾳ τῆς ἐκπληρώσεως τῆς ἱερᾶς αὐτῆς ἀποστολῆς. Κεῖται ἐκτὸς ἀμφιβολίας ὅτι οὐδεμία προσπάθεια εἶναι θεμιτὴ πρὸς περιφρόνησιν τοῦ Κλήρου ἐν τῷ συνόλῳ, ὡς ἐκπροσωποῦντος τοὺς λειτουργοὺς τοῦ Ὑψίστου, κεῖται ἐκτὸς ἀμφιβολίας ὅτι ἔζησε τὸ Ἔθνος ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι σήμερον ὑπὸ τὴν προστασίαν αὐτῆς τῆς θρησκείας, κεῖται ἐκτὸς ἀμφιβολίας ὅτι εἶναι τοσοῦτον συνδεδεμένη ἡ Ἐκκλησία καὶ ἡ Πολιτεία, ὥστε πᾶς κλονισμὸς τῆς πίστεως ἡμῶν εἶναι κλονισμὸς ὁ ὁποῖος θὰ ἔχῃ ἀντίκτυπον ἐπὶ ὅλης τῆς ἠθικῆς ὑποστάσεως τοῦ Ἔθνους. Καὶ ἰδοὺ διατί ἐτέθη πρῶτον τὸ ἄρθρον. Εἶμαι ἀπολύτως σύμφωνος μὲ τὸν κ. ἐκ Μαντινείας πολιτευτὴν ὅτι ἡ θέσις τοῦ ἄρθρου νομοτεχνικῶς δὲν εἶναι ὡς πρῶτον ἄρθρον τοῦ Συντάγματος. Τὸ Σύνταγμα πρέπει νὰ ἐμφανισθῇ εὐθὺς ἀμέσως τί εἶναι, τί παριστᾷ καὶ τὸ πρῶτον ἄρθρον ἔπρεπε νὰ εἶναι ὅτι ἡ Δημοκρατία εἶναι τὸ πολίτευμα ἡμῶν καὶ νὰ ἀρχίσῃ τὸ περὶ συντάξεως τῆς Πολιτείας, ὅτι δὲ τὸ περὶ θρησκείας ὀρθὸν εἶναι νὰ ὑπαχθῇ εἰς τὸ Δημόσιον Δίκαιον. Ἀλλά, κύριοι, ἂν ἐτέθη πρῶτον τὸ ἄρθρον, εἶναι συνέπεια μακρᾶς παραδόσεως, ὅτι ἀπὸ τῆς θρησκείας πάντοτε ἀρχόμεθα· μὴ τὸ θέτετε μεταξὺ τῶν κεφαλαίων τῆς συντάξεως τῆς Πολιτείας, διότι δὲν πρέπει νὰ τὸ θέσετε· εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔκαμαν ὅλοι ἀπὸ τῆς ἀνεξαρτησίας τῆς Ἑλλάδος ἐν ὀνόματι τῆς Ἁγίας καὶ Ὁμοουσίου καὶ Ἀδιαιρέτου Τριάδος. «Συνερχόμενοι ἡμεῖς οἱ πληρεξούσιοι τοῦ Ἔθνους καὶ τηροῦντες πίστιν εἰς τὴν θρησκείαν τῆς Ἀνατολικῆς ἡμῶν Ἐκκλησίας ἀπεφασίσαμεν καὶ διατάσσομεν» εἶναι ὁ πρόλογος πάσης ἐπιχειρήσεως, εἶναι ἡ ἐκδήλωσις τῆς πίστεως ἡμῶν πρὸς τὴν θρησκείαν, εἶναι τὸ «Σταυρέ, βοήθει μοι» τῶν μαθητῶν τοῦ «Κρυφοῦ σχολείου», εἶναι ὁ ἁγιασμὸς ὁ ψαλλόμενος ὅταν τίθεται ὁ θεμέλιος λίθος ἑνὸς μεγάλου οἰκοδομήματος. Ἁγιασμὸν λοιπὸν κάμνει τὸ 1 ἄρθρον τοῦ Συντάγματος καὶ μετὰ ταῦτα ἐπακολουθοῦσιν αἱ λοιπαὶ διατάξεις τοῦ Συντάγματος. Ὑπὸ τὴν ἔννοιαν αὐτὴν ἐτέθη πρῶτον τὸ ἄρθρον αὐτὸ καὶ ὄχι ἐν ἀγνοίᾳ ὅτι ἡ θέσις του δὲν εἶναι ἐνταῦθα, ὑπὸ τὴν ἔννοιαν αὐτὴν ὁ Ἑλληνικὸς λαός, ὅσον καὶ ἂν εἶναι ἡ πρόοδος μεγάλη καὶ ὅσον ἂν νεωτεριστικαὶ ἰδέαι μᾶς κατέλαβον, δὲν ἀπομακρύνεται τοῦ θρησκευτικοῦ αἰσθήματος, τοῦ ὁποίου ἔχεται στερρῶς. Καὶ ὑπὸ τοιοῦτον πνεῦμα νομίζω ὅτι ἡ Συνέλευσις, ἀπαλείφουσα μόνον τὴν παράγραφον περὶ προσηλυτισμοῦ, θὰ ἀποδεχθῇ τὸ ἄρθρον ὡς ἔχει διὰ νὰ βαδίσουν ἡ Ἐκκλησία καὶ ἡ Πολιτεία ἡνωμέναι πρὸς τὸ καλὸν τοῦ Ἔθνους καὶ τὸ καλὸν τῆς Πατρίδος. (Χειροκροτήματα).
§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀβραὰμ ἔχει τὸν λόγον.
§82Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Ὡς πρὸς τὴν πρόταξιν, κύριοι πληρεξούσιοι, ἐν τῷ νέῳ Καταστατικῷ ἡμῶν Χάρτῃ τοῦ ἄρθρου περὶ θρησκείας ἔχω καὶ ἐγὼ τὴν ἀντίληψιν ὅτι λόγοι καθαρῶς ἱστορικοί, ἀνταποκρινόμενοι καὶ πρὸς συγχρόνους κοινωνικὰς καὶ κρατικὰς ἡμῶν ἀνάγκας, ὑπαγορεύουν ταύτην ἐπιτακτικῶς ἐπὶ τοῦ παρόντος. Εἶναι μὲν ἀληθὲς τὸ λεχθὲν ἐκ μέρους τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μαντινείας πολιτευτοῦ ὅτι εἰσερχόμεθα σήμερον εἰς μίαν νέαν περίοδον τοῦ δημοσίου ἡμῶν βίου, καὶ εἶναι ἀνάγκη ὁ νέος Καταστατικὸς ἡμῶν Χάρτης νὰ φέρῃ τὴν σφραγῖδα τῆς συγχρόνου διανοητικότητος τοῦ λαοῦ, ἀλλ’ εἶναι ἐπίσης ἀληθές, θὰ ἔλεγον ὡς πρὸς τοῦτο, ὅτι τὸ Ἑλληνικὸν Δημοκρατικὸν Σύνταγμα δέον νὰ φέρῃ καὶ Ἑλληνικὸν χρῶμα, διότι, ἂν τὴν ἀντίληψιν αὐτὴν περὶ συγχρονισμοῦ τῶν νέων συνταγματικῶν διατάξεων ἠθέλομεν ἐξωθήσει εἰς τὸ ἀπόλυτον καὶ εἰς τὸ ἄκρον, ἀσφαλῶς θὰ ὠφελοῦμεν τότε, ἀσπαζόμενοι καὶ τὰς θεωρίας τὰς ἀναπτυχθείσας ὑπὸ τοῦ συναδέλφου κ. Φραγκούδη, νὰ υἱοθετήσωμεν καὶ ἡμεῖς καὶ νὰ ἀποδεχθῶμεν ὅ,τι συνετελέσθη καὶ ἐγένετο δεκτὸν ὡς πρόοδος ἀλλαχοῦ, ὡς ἡ συντελεσθεῖσα πρόοδος τοῦ χωρισμοῦ τοῦ Κράτους ἀπὸ τῆς Ἐκκλησίας, τὴν ὁποίαν χάριν τοῦ συγχρονισμοῦ θὰ ἔπρεπε καὶ ἡμεῖς νὰ παρακολουθήσωμεν. Δὲν εἶναι λοιπὸν ὁ λόγος αὐτὸς τοῦ τοιούτου συγχρονισμοῦ τοῦ Καταστατικοῦ Χάρτου τοσοῦτον ἰσχυρός, ὥστε νὰ τεθῇ ὑπεράνω τῶν λόγων τῶν κοινωνικῶν, τῶν ἱστορικῶν, τοὺς ὁποίους ἀνέπτυξε καὶ ὁ κ. εἰσηγητής, τοὺς ὁποίους γνωρίζομεν ὅλοι καὶ διὰ τοὺς ὁποίους εἶναι παραδεδεγμένον γενικῶς ὅτι κατ’ ἐξοχὴν ἡ ἰδική μας θρησκεία ἀποτελεῖ τὸ Α καὶ τὸ Ω καὶ τῆς ἐθνικῆς καὶ τῆς κοινωνικῆς ἡμῶν ὑποστάσεως. Ὡς πρὸς τὴν ἐκ μέρους ἐπίσης τοῦ κ. ἐκ Μαντινείας πολιτευτοῦ προταθεῖσαν μεταρρύθμισιν τοῦ ἄρθρου κατὰ τρόπον τοιοῦτον, ὥστε νὰ ἐκφράζεται σαφῶς ὅτι τὸ Σύνταγμα ἡμῶν προστατεύει τὴν ἐλευθερίαν τῆς θρησκευτικῆς συνειδήσεως, καίτοι ἐπιστημονικῶς οὐδέποτε ἠμφισβητήθη ὅτι ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος ἡ προστατεύουσα τὸ μεῖζον, δηλαδὴ τὴν ἐξωτερίκευσιν τῆς θρησκευτικῆς συνειδήσεως, τὴν λατρείαν, δὲν προστατεύει αὐτὴν ταύτην τὴν ἐλευθερίαν τῆς συνειδήσεως. Διότι ἡ θρησκευτικὴ ἐλευθερία ἔχει τριπλῆν τὴν ἐκδήλωσιν καὶ τὴν ὑπόστασιν. Ἡ πρώτη εἶναι ἡ τῆς ἐσωτερικῆς ἀπολύτως ἐννοίας τῆς ἐλευθερίας, ἡ ὁποία προστατεύεται οὐ μόνον ἀπὸ τὸ ἄρθρον τοῦτο τὸ προστατεῦον, ἐπαναλαμβάνω, τὸ μεῖζον, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὸ ἄρθρον 14 τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον καθιεροῖ τὴν ἐλευθερίαν τῆς σκέψεως γενικῶς. Δευτέρα ἡ τῆς ἐλευθερίας τῆς λατρείας καὶ τρίτη ἡ ἀπὸ ἄλλο ἄρθρον τοῦ Συντάγματος προστατευομένη ἐλευθερία τοῦ θρησκευτικοῦ συνεταιρισμοῦ. Θὰ ἠδύνατο ὅμως νὰ εἴπῃ τις ὅτι, καίτοι πράγματι προστατεύεται ἐκ τῶν διατάξεων τούτων ἡ ἐλευθερία τῆς θρησκευτικῆς συνειδήσεως, ἐν τούτοις ἡ προτεινομένη διατύπωσις δὲν θὰ ἔβλαπτε καὶ ἐγὼ τουλάχιστον θὰ ἀπέκλινον ὑπὲρ τῆς γνώμης τῆς ἀποδοχῆς τῆς προτάσεως τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μαντινείας πολιτευτοῦ, καθ’ ἣν δέον ὡς πρώτη φράσις τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ νὰ τεθῇ «ἡ ἐλευθερία τῆς θρησκευτικῆς συνειδήσεως εἶναι ἀπαραβίαστος», ἵνα διαδηλωθῇ κατὰ τρόπον πανηγυρικὸν καὶ πλέον σαφῆ ὅτι παρ’ ἡμῖν προστατεύεται ἀπεριορίστως καὶ ἀπολύτως ἡ ἐλευθερία τῆς θρησκευτικῆς συνειδήσεως καὶ ἵνα καὶ ἐν τούτῳ ἐκφρασθῇ ἡ ἁρμονία τοῦ πολιτεύματος ἡμῶν πρὸς ὅλα τὰ σύγχρονα πολιτεύματα, τὰ ὁποῖα, ὡς λ.χ. τὸ νέον Γερμανικόν, τὸ Πολωνικὸν καὶ τὸ Τσεχοσλοβακικόν, ἔχουσι τὴν διάταξιν ταύτην περὶ τοῦ ἀπαραβιάστου τῆς ἐλευθερίας τῆς θρησκευτικῆς συνειδήσεως. Ὡς πρὸς τὴν ἀντικατάστασιν τῆς λέξεως «ἐπικρατοῦσα» διὰ τῆς φράσεως «ἐπίσημος θρησκεία τοῦ Κράτους», εἶναι ἀληθὲς ὅτι καὶ κατὰ τὸ παρελθὸν ἐγεννήθησαν παρερμηνεῖαι καὶ ἀμφισβητήσεις ὡς πρὸς τὴν ἔννοιαν τῶν δύο ἄρθρων τοῦ Συντάγματος καὶ ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ, ἀλλ’ ἐγένετο δεκτὸν ὅτι ἡ ὀρθὴ ἔννοια τῆς λέξεως «ἐπικρατοῦσα» εἶναι ἡ ἀπολαμβάνουσα ἰδιαιτέρας παρὰ τοῦ Κράτους προστασίας καὶ ἰδιαιτέρων προνομίων καὶ ἀκολουθουμένη παρὰ τῆς πλειονότητος τῶν ὑπηκόων αὐτοῦ. Ὡς πρὸς τὴν λεκτικὴν αὐτὴν μεταρρύθμισιν, ἔχω τὴν γνώμην ὅτι ἡ λέξις «ἐπικρατοῦσα» εἶναι καθιερωμένη, καὶ ἐφόσον, ὡς πρὸς τὸ κεφάλαιον αὐτὸ τῆς Ἐκκλησίας ἐπιβάλλεται ὁ σεβασμὸς καὶ τῶν παραδεδεγμένων τύπων ἀκόμη, δὲν πληροῖ οὐδεμίαν ἀνάγκην ἡ λεκτικὴ αὐτὴ μεταρρύθμισις. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι καὶ ὡς πρὸς τὴν ἄλλην φράσιν ἠγέρθη κατὰ τὸ παρελθὸν ἀμφιβολία καὶ ἠσχολήθησαν οἱ εἰδικοὶ περὶ τοῦ ποία εἶναι ἡ ἔννοια τῆς λέξεως «γνωστὴ θρησκεία», ἐγένετο δὲ δεκτὸν ὅτι «γνωστὴ θρησκεία» εἶναι ἐκείνη ἡ ὁποία ἔχει καταστήσει τὰ τῆς λατρείας αὐτῆς γνωστὰ εἰς τὸ Κράτος καὶ ἑπομένως ἀνεγνωρίσθη ὑπὸ τοῦ Κράτους καὶ δικαιοῦται νὰ ἀπολαμβάνῃ τῆς προστασίας αὐτοῦ. Δικαιοῦται, ἐννοεῖται, ἐφόσον δὲν ἤθελεν ἡ ἐνέργεια τῶν τῆς λατρείας αὐτῆς συγκρούεσθαι πρὸς τὴν δημοσίαν τάξιν καὶ τὰ χρηστὰ ἤθη. Τὴν διατύπωσιν αὐτὴν τὴν ἔχουν καὶ ὅλα τὰ νεώτερα Συντάγματα. Ὑπεβλήθη δὲ καὶ τροπολογία σχετικὴ ὑπὸ τοῦ ἐκ Λέσβου πολιτευτοῦ. Ἐγὼ φρονῶ ὅτι, ἀπαλειφομένης τῆς λέξεως «γνωστή», γίνεται ἐντελῶς καθαρὰ καὶ σαφεστέρα ἡ διατύπωσις, εἰς τρόπον ὥστε νὰ μὴ χωρῇ καμμία παρερμηνεία, ἂν τεθῇ «καὶ πᾶσα ἄλλη θρησκεία γνωστὴ ἀσκεῖ ἐλευθέρως τὰ τῆς λατρείας αὐτῆς ὑπὸ τὴν προστασίαν τῶν νόμων, ἐφόσον δὲν ἀντίκειται εἰς τὴν δημοσίαν τάξιν ἢ τὰ χρηστὰ ἤθη». Τὴν αὐτὴν τροπολογίαν ἐπρότεινεν εἰς συνέντευξιν ἡ ὁποία ἐδημοσιεύθη τελευταίως ὁ εἰδικὸς καθηγητὴς τοῦ Κανονικοῦ Δικαίου κ. Ράλλης. Ὡς πρὸς τὸν προσηλυτισμὸν εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἐνέχει τι τὸ ἀνελεύθερον ἡ εἰδίκευσις τῆς ἀπαγορεύσεως μόνον ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν ἐπικρατοῦσαν θρησκείαν, καίτοι καὶ ἐπ’ αὐτοῦ ἐπιστημονικῶς ἀνεπτύχθη καὶ ἀντίθετος ἑρμηνεία, ὅτι καὶ ὡς κεῖται ἡ διάταξις ἀπαγορεύει τὸν προσηλυτισμὸν καὶ πᾶσαν ἐπέμβασιν καὶ κατὰ πάσης ἄλλης θρησκείας. Θὰ ἠδύνατο λοιπὸν ἢ νὰ προστεθῇ «ἀπαγορευομένου τοῦ προσηλυτισμοῦ καὶ πάσης ἄλλης ἐπεμβάσεως κατὰ τῆς ἐπικρατούσης θρησκείας καὶ κατὰ πάσης ἄλλης», κατὰ τὰ ἀνωτέρω, ἤ, ὅπως ὑπεστηρίχθη, νὰ ἀπαλειφθῇ ἐντελῶς ἡ διάταξις αὕτη, χωρὶς ἐκ τούτου, κατὰ τὴν ἀντίληψίν μου, νὰ δημιουργῆται ὁ κίνδυνος τὸν ὁποῖον ὑπέδειξεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Βαρελᾶς, διακόψας τὸν κ. Δουζίναν, ἐν σχέσει πρὸς ξενικὰς πολιτικοθρησκευτικὰς προπαγάνδας. Διότι καὶ ἡ διάταξις κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ εἶναι ἀνεκτὴ καὶ θὰ προστατεύεται, ἐφόσον δὲν ἀντίκειται εἰς τὴν δημοσίαν τάξιν, ἀποκλείει τὸν κίνδυνον. Ἄλλως τε εἶναι γνωστὸν ὅτι ὑπάρχει ρητὴ διάταξις καὶ εἰς τὸν Ποινικὸν Νόμον, ἡ ὁποία τιμωρεῖ τὸν προσηλυτισμόν. Ὅσον ἀφορᾷ, κύριοι συνάδελφοι, μίαν ἄλλην πρότασιν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μαντινείας πολιτευτής, περὶ ἀντικαταστάσεως τῆς φράσεως «τοὺς ἀποστολικοὺς καὶ συνοδικοὺς κανόνας» διὰ τῆς φράσεως «ἁγία γραφή», ἔχω νὰ παρατηρήσω ὅτι ἡ προτεινομένη διατύπωσις δὲν ἀποδίδει τὴν ἰδίαν ἔννοιαν, διότι θεολογικῶς εἶναι γνωστὸν ὅτι ἁγία γραφὴ δὲν εἶναι οἱ ἀποστολικοὶ καὶ συνοδικοὶ κανόνες, ἀλλὰ ἡ παλαιὰ καὶ καινὴ διαθήκη. Ὥστε πρόκειται οὕτω νὰ ἐπέλθῃ μεταβολὴ οὐσιώδης καὶ ἀλλοίωσις τῆς ἐννοίας.
§83Γ. ΣΕΧΙΩΤΗΣ. Δὲν εἶπεν ὁ κ. Παπαναστασίου νὰ διαγραφοῦν οἱ ἀποστολικοὶ κανόνες καὶ νὰ θέσωμεν τὴν φράσιν ἁγίαν γραφήν.
§84ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Εἶπε καὶ τὰς ἱερὰς παραδόσεις καὶ ἐδικαιολόγησεν ὅτι δὲν ἐφαρμόζονται ὅλοι οἱ ἀποστολικοὶ κανόνες.
§85Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Αὐτὸ εἶπεν. Ἄλλο τὸ ζήτημα τῆς ἰσχύος τῶν κανόνων. Εἶναι γνωστὸν ὅτι δὲν ἐφαρμόζονται σήμερον ὅλοι οἱ κανόνες. Καίτοι ὑπῆρξε τὸ ζήτημα ἀντικείμενον ἀμφισβητήσεων, εἶναι σήμερον γενικῶς γνωστὸν ὅτι ἰδίως οἱ κανόνες οἱ διοικητικοί, οἱ κανόνες οἱ καιρικοί, κατὰ τὴν γνώμην ὅλων τῶν εἰδικῶν κοινωνιολόγων δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἰσχύσωσι.
§86Γ. ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε νὰ σᾶς διακόψω; Ὑπάρχουν διατάξεις κανονικαὶ λέγουσαι ὅτι, ὅπου εἰς ναοὺς παλαιοὺς ἐστεγάσθησαν σύμβολα εἰδωλολατρικά, αὐτοὶ πρέπει νὰ κατεδαφισθοῦν. Ἂν ἐφαρμόσωμεν τὸν κανόνα αὐτόν, ὁ ὁποῖος εὐτυχῶς δὲν ἐφηρμόσθη, πρέπει νὰ κατεδαφίσωμεν καὶ τὴν Ἀκρόπολιν. Δι’ αὐτὸ προυτάθη νὰ διαγραφοῦν, ὥστε νὰ μὴ ἔχουν συνταγματικὴν ἰσχύν, ἀλλὰ νὰ ἰσχύωσιν οἱ κανόνες ὅπου νομίζει ἡ Ἐκκλησία καὶ νὰ μὴ ἔχουν συνταγματικὴν ἰσχὺν διὰ νὰ δύνανται νὰ καταργηθοῦν.
§87Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἐφόσον ὁ κανὼν ἔχει συνταγματικὸν κῦρος δὲν ἠμπορεῖ νὰ τροποποιηθῇ διὰ νόμου· δὲν εἶναι αὐτὸ ῥητόν, ἀλλ’ ἐξυπακούεται.
§88Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Ἀκριβῶς θὰ προτείνω μίαν τροπολογίαν, διότι πράγματι ἔχει γεννηθῆ τὸ ζήτημα ποῖοι εἶναι οἱ ἰσχύοντες κανόνες. Ἠρωτήθη δηλαδή: ἂν ὑπάρχῃ κανὼν ἀντισυνταγματικός, ἰσχύει; Οἱ εἰδικοί, οἱ ἐγκυρότερον δυνάμενοι νὰ ἀποφανθοῦν, βεβαίως ἀπεφάνθησαν ὅτι, ἐφόσον εἷς κανὼν ἀντίκειται εἰς τὸ Σύνταγμα, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἰσχύῃ. Ὑπεστηρίχθη ὅμως καὶ τὸ ἀντίθετον...
§89Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Εἷς Ἐπίσκοπος εἶπεν ὅτι δὲν ἰσχύει ὁ νόμος Α καὶ δὲν τὸν σέβομαι ἐγώ, διότι ἀντίκειται εἰς τὸν ἱερὸν κανόνα ΒΓΔ.
§90Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Ἀληθὲς εἶναι ὅτι ὑπάρχουν καὶ νεώτεροι συγγραφεῖς, οἱ ὁποῖοι ἀμφισβητοῦν ἂν δύναται νὰ ἐρευνηθῇ ἡ συνταγματικότης ἢ μὴ τῶν κανόνων καὶ νὰ θεωρηθοῦν ἰσχύοντες μόνον ἐφόσον δὲν ἀντίκεινται εἰς τὸ Σύνταγμα. Διὰ τοῦτο καὶ ὁ εἰδικὸς καθηγητὴς τοῦ Κανονικοῦ Δικαίου ἐπρότεινε νὰ διατυπωθῇ ἡ διάταξις αὕτη τοῦ Συντάγματος κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ μὴ γεννᾶται καμμία ἀμφισβήτησις περὶ τοῦ ποῖοι κανόνες ἰσχύουν σήμερον καὶ προτείνει ὅπως τεθῇ ὅτι ἰσχύουν οἱ κανόνες οἱ ἀποτελοῦντες τὴν θεμελιώδη Κανονικὴν διδασκαλίαν τῆς Ἐκκλησίας. Δὲν γνωρίζω ἂν εἶναι ἀκριβὴς ἡ διατύπωσις αὐτή, ἀλλ’ ἔχω τὴν ἀντίληψιν ὅτι ὁπωσδήποτε, ἂν ἐγίνετο μία τοιαύτη προσθήκη, δὲν θὰ ἐγεννᾶτο εἰς τὸ μέλλον ζήτημα καὶ δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ εὑρεθῇ Ἐπίσκοπος, ὡς παρετήρησεν ὁ κ. Γόντικας, ὁ ὁποῖος νὰ εἴπῃ ὅτι δὲν εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ τηρήσῃ νόμον ἀντικείμενον εἰς κανόνα.
§91Γ. ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ἐτιμωρήθησαν, κ. συνάδελφε, καὶ ἐπεβλήθησαν ποιναὶ εἰς ἱερεῖς διὰ παραβάσεις τοιούτων κανόνων, τοῦ κανόνος τῆς Καρθαγένης.
§92Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Εἶναι φανερὸν ὅτι δὲν ἰσχύουν κανόνες οἱ ὁποῖοι ἐπιβάλλουν ποινὰς καὶ εἰς κοσμικούς, διότι θεωροῦνται ἀντισυνταγματικοί. Αὐτὸ τὸ ζήτημα ἐγεννήθη καὶ ἀπεφάνθησαν οἱ εἰδικοὶ ὅτι ἰσχύουν οἱ κανόνες, ἐφόσον δὲν ἀντίκεινται εἰς τὸ Σύνταγμα. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἐφόσον ἐγεννήθη ἀμφισβήτησις, θὰ ἐπρότεινα νὰ διατυπωθῇ οὕτως ἡ διάταξις ὥστε νὰ μὴ γεννῶνται ἀμφισβητήσεις περὶ τῆς ἰσχύος καὶ τῶν ἀντισυνταγματικῶν ἀκόμη κανόνων εἴτε διοικητικῆς εἴτε κανονικῆς μορφῆς.
§93Δ. ΚΑΛΚΑΝΔΗΣ. Κύριε συνάδελφε, ἔχομεν διάταξιν τοῦ Συντάγματος ἡ ὁποία λέγει ὅτι οὐδεὶς δικάζεται ἀναπολόγητος. Κατηγορήθη εἷς ἀρχιμανδρίτης καὶ ἐδικάσθη ἀπὸ Ἀρχιερέα καὶ κατεδικάσθη εἰς 10 ἐτῶν ἐξορίαν.
§94ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Ἀναπολόγητος;
§95Δ. ΚΑΛΚΑΝΔΗΣ. Βεβαίως· ἐγένετο καὶ ἔφεσις. Τὸν ἐδίκασεν ἀνώτερον δικαστήριον ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ τελευταίου Καταστατικοῦ Χάρτου, ἐπεκυρώθη ἡ ἀπόφασις καὶ ἦλθεν εἰς τὸ τμῆμα τὸ Ἐκκλησιαστικὸν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας καὶ παρὰ τὰς διαμαρτυρίας μας ὁ Ὑπουργὸς κ. Σπυρίδης εὑρέθη εἰς ἀμηχανίαν καὶ ἐπεκύρωσε τὴν ἀπόφασιν καὶ διέταξε τὴν σύλληψιν καὶ ἐγκάθειρξιν τοῦ ἀρχιμανδρίτου αὐτοῦ εἰς μίαν νῆσον. Ὁ Ἐπίσκοπος ὁ ἁρμόδιος τῷ ἀπηγόρευσε νὰ ὑπάγῃ εἰς τὴν Μονήν.
§96Β. ΑΛΕΒΙΖΑΤΟΣ. Εἶναι τὸ ζήτημα τῶν ἐπιτιμίων.
§97Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Ὡς πρὸς τὴν διάταξιν τὴν καθορίζουσαν τὸν τρόπον τῆς διοικήσεως τῆς Ἐκκλησίας ἔχω τὴν γνώμην ὅτι ὀρθότατα ἡ Ἐπιτροπὴ ἀφῆκε τὴν παλαιὰν διατύπωσιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Ἐκκλησία διοικεῖται ὑπὸ Ἱερᾶς Συνόδου Ἀρχιερέων. Ὑπεστηρίχθη ἄλλοτε, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ἡ διάταξις αὐτὴ τοῦ Συντάγματος....
§98Ι. ΜΑΜΑΗΣ. Θὰ κάμωμεν καλὰ νὰ τὰ ἀφήσωμεν ὡς ἔχουν, κατὰ τὸ παλαιόν, διὰ νὰ μὴ τὰ μπερδεύσωμεν.
§99Ν. ΑΒΡΑΑΜ. ... εἶναι ἀντικανονικὴ καὶ ὅτι ἡ διοίκησις τῆς Ἐκκλησίας παρὰ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου καὶ ὄχι παρὰ τῆς ὁλομελείας τῶν Ἱεραρχῶν εἶναι ἀντικανονική. Ἡ τοιαύτη ὅμως γνώμη ἀντεκρούσθη καὶ ὑπὸ πλείστων θεολόγων ἀκόμη, ὥστε νὰ μὴ ἔχῃ κανεὶς τὸ δικαίωμα νὰ ἰσχυρίζεται ὅτι οἱ ὑποστηρίζοντες τὴν ἀντίθετον πρὸς ταύτην γνώμην καὶ μὴ ἀσπαζόμενοι ὅσα ἐπ’ αὐτοῦ ὑποστηρίζουν καὶ οἱ σημερινοὶ ἄρχοντες τῆς Ἐκκλησίας δὲν γνωρίζουσι δῆθεν τὰ ἐκκλησιαστικὰ πράγματα, δὲν ἐνδιαφέρονται εἰλικρινῶς διὰ τὴν Ἐκκλησίαν, ὡς ἐλέχθη καὶ ἐκ μέρους τοῦ συναδέλφου κ. Φραγκούδη. Ἡ διατύπωσις αὐτή, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ διοίκησις τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἀνατεθειμένη εἰς Ἱερὰν Σύνοδον Ἀρχιερέων, δὲν καθορίζει τὸν ἀριθμὸν τῶν ἀποτελούντων ταύτην Ἀρχιερέων. Ἐπ’ αὐτοῦ ἐγεννήθη συζήτησις καὶ εἰς τὴν προκάτοχον Συνέλευσιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐγένετο δεκτὴ ἑρμηνευτικὴ δήλωσις ὅτι ἡ διάταξις αὐτὴ ἀξιοῖ συλλογικὴν διοίκησιν τῆς Ἐκκλησίας καὶ ὅτι διὰ νόμου δύναται νὰ ὁρισθῇ ὁ ἀριθμὸς τῶν μελῶν τῆς Ἱερᾶς Συνόδου. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἀνεκινήθη τὸ ζήτημα αὐτὸ καὶ ὑπεστηρίχθη ἄλλοτε ὅτι ὁ δῆθεν ἀντικανονικὸς αὐτὸς τρόπος διοικήσεως τῆς Ἐκκλησίας ἀποτελεῖ ἓν ἰσχυρὸν κώλυμα τῆς προόδου τῆς Ἐκκλησίας, πρέπει νὰ ὑπομνησθῇ ὅτι καὶ ἡ διοίκησις τῆς Μεγάλης τοῦ Γένους Ἐκκλησίας, ἂν εἶναι ἀληθὴς ἡ κανονικὴ αὐτὴ θεωρία, θὰ ἠδύνατο νὰ θεωρηθῇ ἀντικανονική· διότι εἶναι γνωστὸν ὅτι τὸ Μικτὸν Διοικητικὸν Συμβούλιον δὲν προβλέπεται ὑπὸ οὐδενὸς κανόνος. Ἄλλως τε δὲ εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐννοηθῇ ὅτι προκειμένου περὶ κανόνων διοικητικῶν, οἱ ὁποῖοι ὑπέστησαν τροποποιήσεις ἀναλόγους πρὸς τὰς καιρικὰς μεταβολὰς καὶ συνθήκας, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ δεκτὸν ὅτι πρέπει νὰ ἰσχύουν διαρκῶς, ἀποτελοῦντες οἱονεὶ μίαν τυραννίαν καὶ μίαν δέσμευσιν τῆς ἐξελίξεως, τὸ πνεῦμα τῆς ὁποίας πρὸ παντὸς ρυθμίζει τὴν διοίκησιν ὅλων τῶν ζωντανῶν ὀργανισμῶν εἰς τὸν κόσμον αὐτόν. Ἂν συνέτρεχον ἄλλοι λόγοι, λόγοι οὐσιαστικοί, θὰ ἦτο προσῆκον ὅπως ἀναπτυχθῶσι παρρησίᾳ ἐκ μέρους τῆς Ἱεραρχίας, τῆς ἐνδιαφερομένης καὶ ἀποβλεπούσης βεβαίως εἰς τὴν ἐξασφάλισιν τῶν μέτρων ἐκείνων τῶν διοικητικῶν τὰ ὁποῖα περισσότερον θὰ ἐξυπηρετήσωσι τὴν προσπάθειαν τῆς ἐξυγιάσεως τοῦ ὀργανισμοῦ τῆς Ἐκκλησίας καὶ τὴν ἀπόδοσιν θετικωτέρου καὶ ἐπωφελεστέρου ἔργου, ἐπιδρῶντος οὐσιωδῶς εἰς τὴν ἐν γένει ἠθικὴν ἀνάπλασιν τῆς κοινωνίας διὰ νὰ πεισθῶμεν καὶ ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι ἀνήκομεν εἰς τὴν Ἐκκλησίαν, ἂν πράγματι οἱ λόγοι αὐτοὶ εἶναι ἐν Ἑλλάδι τόσον ἰσχυροί, τόσον ἐπιτακτικοί, ὥστε νὰ ἀποδεχθῶμεν τὴν ἀξιουμένην μεταρρύθμισιν. Ἀλλ’ ἐζητήθη λοιπὸν ἐκ μέρους τῆς Ἐκκλησίας τοιαύτη χειραφέτησις, τοιαύτη αὐτονόμησις; Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἡ ἀξίωσις ὅπως δοθῇ εἰς τὴν Ἐκκλησίαν νομοθετικὴ ἐξουσία, ἡ ὁποία διετυπώθη παρ’ ἀντιπροσώπων τῆς Ἱεραρχίας ἐνώπιον τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς, ἀσφαλῶς ἐνδεικνύει σαφῶς τὴν τάσιν ταύτην. Τῶν τάσεων τούτων διερμηνεὺς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐγένετο καὶ ὁ συνάδελφος κ. Φραγκούδης, ὁ ὁποῖος, τονίζων ὅτι δῆθεν ἡ Ἐκκλησία κατὰ τὸν βίον αὐτῆς ὑπὸ τὸ ἐλεύθερον Κράτος ὑπέστη μόνον τὴν ὀλεθρίαν ἐπίδρασιν τῆς Πολιτείας, ἰσχυρίσθη ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀποδώσωμεν εἰς αὐτὴν μίαν αὐτοτέλειαν καὶ αὐτονόμησιν δι’ ἧς καὶ μόνης θὰ ἐπιτευχθῇ ἡ ἀνάπλασίς της. Ὁ λόγος, κύριοι συνάδελφοι, ὁ τυπικός, ὁ κανονικὸς δὲν εἶναι ἄξιον νὰ μᾶς ἀπασχολήσῃ σοβαρῶς, διότι, ἐπαναλαμβάνω, ἀνάγεται εἰς κανόνας διοικητικῆς φύσεως, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι λογικῶς ἐπιτετραμμένον νὰ γίνῃ δεκτὸν ὅτι δύνανται νὰ ἰσχύωσιν ἀναλλοίωτοι καὶ ἀσυγχρόνιστοι. Ἀλλ’ ἐξεταστέον ἂν ὑπάρχουσι λόγοι πραγματικοὶ οἱ ὁποῖοι εἰδικῶς εἰς τὴν Ἑλλάδα θὰ ὑπηγόρευον τοιαύτην ἀπόσχισιν τῆς Ἐκκλησίας ἀπὸ τοῦ Κράτους. Ὁ κ. Φραγκούδης ὑπέμνησεν ὅτι ἐν Κύπρῳ ἡ Ἐκκλησία, ἀπολύτως ἐλευθέρα καὶ ἀνεξάρτητος, ἐπιτελεῖ τὸν προορισμὸν αὐτῆς. Ἀλλ’ ἐλησμόνησεν ὅτι ἡ Ἐκκλησία ἐκεῖ ἔχει σκοπὸν ἐντελῶς ἄκρως ἀντίθετον πρὸς τὸν σκοπὸν τὸν ὁποῖον ἔχει τὸ ἐκεῖ Κράτος. Καὶ ἂν ἐπίσης ἀλλαχοῦ ἐγένετο ἀπόσχισις τῆς Ἐκκλησίας ἀπὸ τοῦ Κράτους, συνέτρεχον λόγοι παρεμφερεῖς καὶ εἰδικοὶ ὅροι, καίτοι καὶ ἐκεῖ ἀμφισβητεῖται ἂν καὶ κατὰ πόσον ἐξυπηρέτησεν αὕτη τὴν ὑπόθεσιν τῆς Ἐκκλησίας διὰ τῆς δημιουργίας τοῦ Ἀθέου Κράτους, ἀναμφισβητήτως εἰς τὴν ἐλευθέραν Ἑλλάδα, εἰς τὴν ὁποίαν οἱ σκοποὶ τῆς Ἐκκλησίας καὶ τοῦ Κράτους ταυτίζονται ἀπολύτως, δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον ὅπως γίνῃ κἂν συζήτησις ἐπ’ αὐτοῦ. Ἐφόσον, ἔλεγεν ὁ ἀείμνηστος Καλλιγᾶς εἰς τὴν Συνέλευσιν τοῦ 1864, δὲν ἔχει ἀπέναντι τῆς Πολιτείας ἡ Ἐκκλησία ἰδιαίτερον σκοπὸν ἠθικὸν καὶ κοινωνικόν, οὐδεὶς ὑπάρχει λόγος νὰ μὴ ἐξακολουθήσῃ αὕτη συμβαδίζουσα μετὰ τῆς Πολιτείας ἐν τῇ σχέσει τῆς συναλληλίας ὑπὸ τὴν ὁποίαν ἔδρασεν ἐπὶ τοῦ Βυζαντινοῦ Κράτους, τοῦ ὁποίου διάδοχον ὑπῆρξε τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος. Ἀλλ’ ἐλέχθη ἐκ μέρους τοῦ κ. Φιλάνδρου ὅτι καὶ τότε ἡ Πολιτεία διὰ τῶν Αὐτοκρατόρων ἐπενέβη πολλάκις κατὰ τρόπον ἐπιζήμιον εἰς τὰ τῆς Ἐκκλησίας καὶ διετάραξε τὴν ὁμαλὴν λειτουργίαν αὐτῆς. Ἀλλ’ ἂν συνέβησαν παρεμβάσεις δὲν εἶναι δυνατὸν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν παρεμβάσεων καὶ αὐθαιρεσιῶν ὡρισμένων ἀντιπροσώπων τῆς Πολιτείας νὰ κρίνωνται τὰ συστήματα, τὰ ὁποῖα κρίνονται πάντοτε κατὰ τὰς θεωρητικάς των ἀρχάς. Τὸ σύστημα τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἀκολουθεῖ καὶ ἡ Ἑλληνικὴ Πολιτεία ἀπὸ τῆς ἀπελευθερώσεώς της, οὐδαμῶς ἐζημίωσε τὴν Ἐκκλησίαν, διότι καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ παλαιοῦ Καταστατικοῦ Νόμου ἦτο ἀρκετὴ ἡ αὐτόνομος ἐξουσία τῆς Ἐκκλησίας, εἰς τρόπον ὥστε νὰ μὴ ἐμποδίζεται εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ προορισμοῦ της καὶ εἰς τὴν δημιουργίαν μιᾶς πραγματικῆς ἠθοπλαστικῆς ζωῆς, ἡ ὁποία θὰ ἐπέδρα καὶ εἰς τὴν κοινωνικὴν ἀνάπλασιν. Εἶναι πράγματι περίεργοι αἱ σκέψεις καὶ αἱ ἀντιλήψεις τῶν συνηγορούντων ὑπὲρ τῆς ἀπολύτου αὐτονομήσεως τῆς Ἐκκλησίας· διότι, ἂν δὲν ἀνατρέξωμεν εἰς τὴν Βυζαντινὴν ἱστορίαν, ἀλλὰ περιορισθῶμεν μόνον εἰς τὴν ἱστορίαν τὴν πρόσφατον τῶν τελευταίων ἐτῶν, θὰ ἴδωμεν ὅτι, ἂν ἐγένετο ἀγαθόν τι, ὡς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Φθιώτιδος συνάδελφος, τοῦτο ὀφείλεται μόνον εἰς τὴν ἐπίδρασιν τῆς Πολιτείας, εἰς τὴν ἀγαθὴν κηδεμόνευσιν καὶ ἐπικουρίαν αὐτῆς. Ἀλλ’ ὑπεμνήσθη ὅτι ἔχομεν ἓν θλιβερὸν ἱστορικὸν γεγονός. Ἔχομεν τὸ ἀνάθεμα, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ στίγμα διὰ τὴν τελευταίαν ἱστορίαν τῆς Ἐκκλησίας καὶ εἰς τὸ ὁποῖον ἐσύρθη αὕτη ὑπὸ τῆς Πολιτείας. Θὰ εἶχον ἐπὶ τούτου νὰ ὑπομνήσω εἰς τὸν συνάδελφον τὸν ὑπομνήσαντα τὸ γεγονὸς τοῦτο ὅτι τότε ἡ Πολιτεία ἀντέστη διὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας εἰς τὸν ἐκτροχιασμὸν ἐκεῖνον τὸν ἐπαίσχυντον, εἰς τὸν ὁποῖον οἱ ἀρχηγοὶ τῆς Ἐκκλησίας, οἱ κληρικοὶ ἔσυραν αὐτήν. Πράγματι ὁ τότε Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας ἐκίνησε πάντα λίθον ὅπως συγκρατήσῃ αὐτὴν ἀπὸ τὸν κατήφορον, ὅπως μὴ ἴδῃ ἡ Ἑλληνικὴ κοινωνία τὸ θλιβερὸν ἐκεῖνο θέαμα τῶν ἀρχηγῶν τῆς Ἐκκλησίας ριπτόντων λίθους ἀναθέματος, οἱ ὁποῖοι... ἐπωστρακίσθησαν κατὰ τοῦ ἠθικοῦ κύρους τῆς ἰδίας Ἐκκλησίας. Ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ ἄλλο ζήτημα ἀναγόμενον εἰς τὴν ἀξίωσιν ὅπως κατὰ τὴν ἐκλογὴν τῶν Ἐπισκόπων μὴ παρεμβαίνῃ ἡ Πολιτεία, διότι δῆθεν οἱ πολιτικοὶ ὑποκύπτοντες εἰς κομματικὰς πιέσεις παρεμποδίζουσι τὴν ἐκλογὴν τῶν ἀρίστων Ἱεραρχῶν. Ἀλλά, κύριοι, ποῖος τάχα ἠμπόδισε τοὺς διοικοῦντας τὴν Ἐκκλησίαν ὅπως ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ παλαιοῦ Καταστατικοῦ Νόμου ἀσκήσωσι τὸ δικαίωμα τῆς ὑποδείξεως τῶν τριῶν κατὰ τρόπον τοιοῦτον ὥστε νὰ λαγχάνῃ ὁ Κλῆρος ἐπὶ τοὺς ἀρίστους; Διότι δυστυχῶς ἡ ἱστορία λέγει ὅτι σπανιώτατα ὑπέδειξαν τοὺς ἀρίστους! Εἶναι λοιπὸν ἐντελῶς ἀδικαιολόγητος ἐκ τῶν πραγμάτων ὁ ἰσχυρισμὸς ὅτι ἡ Πολιτεία παρημπόδισε τὴν Ἐκκλησίαν εἰς τὸ νὰ ἀναπτυχθῇ, νὰ ἀναπλασθῇ καὶ προοδεύσῃ. Τελευταίως ἀκόμη ἐπὶ τῆς Ἐπαναστάσεως κατὰ τὴν ἐκλογὴν τῶν Ἐπισκόπων, ἂν ἐπετεύχθη ἡ ἐκλογὴ πράγματι ἀρίστων κληρικῶν, τοῦτο ἐπετεύχθη διότι παρενέβη ἡ Πολιτεία. Διότι δυστυχῶς ἀρέσκονται καὶ οἱ διοικοῦντες τὴν Ἐκκλησίαν — δὲν θέλω νὰ θίξω κανὲν πρόσωπον — ἀρέσκονται εἰς μίαν ἰδιώνυμον συναλλαγήν. Ἀλλ’ εἶναι περίεργον. Ἐν ᾧ ἰσχυρίζονται ὅτι ἔχουν μελετήσει καλῶς πῶς ἤθελε διοικηθῆ ἡ Ἐκκλησία, ἂν πράγματι ἐπήρχετο ὁ χωρισμὸς αὐτῆς ἀπὸ τοῦ Κράτους, δὲν ἐπρόσεξαν τοῦτο τὸ κεφαλαιῶδες· ὅτι, ἂν ἀλλαχοῦ συνέβη νὰ εὐδοκιμήσουν αἱ Ἐκκλησίαι αἱ ἀποσχισθεῖσαι καὶ νὰ ἀναπτυχθῶσι, τοῦτο συνέβη διότι ἀφ’ ἑνὸς ἐκεῖ, ὡς λ.χ. προκειμένου περὶ τῆς Ρωμαιοκαθολικῆς Ἐκκλησίας, εἶχεν αὕτη ἐγκόσμιον ἀρχηγὸν τὸν Πάπαν, ἀσκοῦντα καὶ ἐξουσίαν κοσμικήν, ἀλλ’ ἐξ ἄλλου ἀπετέλει ἡ Ἐκκλησία ἐκείνη αὐτόνομον οἰκονομικὸν ὀργανισμόν, ἔχοντα τὰ μέσα νὰ ἀναπτύξῃ μίαν ἰδίαν θρησκευτικὴν ζωήν. Ἀλλὰ δύναται νὰ ὑποστηριχθῇ ὅτι εἰς τὴν Ἑλλάδα, ὅπου δυστυχῶς δὲν ὑπάρχει κεχωρισμένως ὠργανωμένη θρησκευτικὴ συνείδησις, ἀλλ’ εἶναι αὕτη συνυφασμένη μὲ τὴν συνείδησιν τοῦ πολίτου, τοῦ Ἕλληνος, εἶναι δυνατὸν νὰ νοηθῇ Ἐκκλησία ἀποτελοῦσα Σωματεῖον ἰδιωτικόν, τὸ ὁποῖον δὲν θὰ ἐτέλει ὑπὸ τὴν προστασίαν τοῦ Κράτους καὶ θὰ ἦτο ξένον πρὸς αὐτό; Δύνασθε νὰ φαντασθῆτε ποτὲ παρ’ ἡμῖν τὴν θρησκείαν ὡς ὑπόθεσιν ἰδιωτικὴν χωρὶς κἂν νὰ ὑπάρχωσι τὰ μέσα διὰ τῶν ὁποίων θὰ ἠδύνατο ἐπὶ παραδείγματι ἡ Ἐκκλησία νὰ ὀργανώσῃ καὶ ἴδια σχολεῖα; Διότι δημιουργία Κράτους Ἀθέου θὰ ἐπέφερε καὶ τὴν δημιουργίαν καὶ τοῦ Οὐδετέρου λεγομένου σχολείου, ἀπὸ τὸ ὁποῖον θὰ ἀπεκλείοντο τὰ θρησκευτικὰ μαθήματα καὶ ἡ κατήχησις, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς οἱ πολιτικοί, ὅπως εἶπεν εἰς τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπὴν ἀπαντῶν εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ὁ παριστάμενος Ἐπίσκοπος, μόνον ἀπὸ τὰ σχολεῖα μανθάνομεν. Ἀλλὰ καὶ ἡ καθιέρωσις τοῦ πολιτικοῦ γάμου καὶ ἡ κατάργησις τοῦ θρησκευτικοῦ ὅρκου, ἀναπότρεπτοι συνέπειαι τοιούτου χωρισμοῦ, φαντάζεσθε ὁποῖον θέλουσι δημιουργήσει σάλον εἰς τὴν συνείδησιν τοῦ λαοῦ καὶ ὁποίαν θέλουσιν ἐπιφέρει κοινωνικὴν ἀνατροπήν. Οἱ λόγοι λοιπὸν αὐτοὶ συντρέχουσιν ὑπὲρ τῆς διατηρήσεως τοῦ καθεστῶτος, τῆς ἐξαρτήσεως, τῆς κηδεμονεύσεως τῆς Ἐκκλησίας ὑπὸ τῆς Πολιτείας.
§100Γ. ΦΡΑΓΚΟΥΔΗΣ. Ὁ χωρισμὸς τὸν ὁποῖον ἡμεῖς λέγομεν δὲν σημαίνει νὰ καταργήσωμεν τὰ θρησκευτικὰ μαθήματα. Δὲν εἶναι καλὸν νὰ ἀναλάβωμεν ἀγῶνα θρησκευτικόν, ὅπως κάμνουν εἰς τὴν Γαλλίαν. Ἡ ἐκπαίδευσις θὰ ἔχῃ τὸν χαρακτῆρα τὸν ὁποῖον ἔχει σήμερον.
§101Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Πῶς θὰ γίνῃ; Ὅπως εἰς τὴν Ἀγγλίαν; Θὰ ἱδρύσωμεν Κυριακὰ Σχολεῖα; Θὰ εἶναι δηλαδὴ ὑπόθεσις τοῦ Κράτους ἢ ἰδιωτική;
§102Γ. ΦΡΑΓΚΟΥΔΗΣ. Πρόκειται νὰ χωρισθοῦν διοικητικῶς.
§103Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Ἡ διοικητικὴ αὐτονόμησις τῆς Ἐκκλησίας ὑπάρχει. Ἔχω λοιπὸν τὴν γνώμην ὅτι ἐπιβάλλεται διὰ τοὺς λόγους τοὺς ὁποίους ἀνέπτυξαν καὶ οἱ προλαλήσαντες, ἀλλὰ καὶ διὰ λόγους τοὺς ὁποίους ὅσον ἠδυνήθην δι’ ὀλίγων ὑπέμνησα καὶ ἐγὼ εἰς ὑμᾶς, ὅπως ἡ Συνέλευσις ἀποκρούσῃ τὰς προβαλλομένας ἐμμέσως παρὰ τῆς Ἐκκλησίας ἀξιώσεις περὶ αὐτονομήσεως αὐτῆς, αἱ ὁποῖαι δὲν θὰ ἀπέβαινον ποτὲ ἐπ’ ἀγαθῷ τῆς Ἐκκλησίας. Ὑπάρχει πράγματι μία ἀφορμή, ἡ ἀπαλλοτρίωσις τῶν μοναστηριακῶν κτημάτων. Κατ’ ἐμέ, αὐτὴ συνέβαλε σπουδαίως εἰς τὴν ἀνακίνησιν τοῦ σοβαρωτάτου τούτου ζητήματος. Εἶναι πράγματι τοῦτο θλιβερόν, διότι θὰ ἔπρεπε τοὐλάχιστον ἐν τῇ συνειδήσει τῶν μορφωμένων κληρικῶν νὰ εἶναι τοῦτο λελυμένον. Ὁ κ. Φραγκούδης εἶπεν ὅτι συνεζήτησε μετὰ πολλῶν κληρικῶν καὶ ἀντελήφθη ὅτι ἀποδέχονται τὰς γνώμας του. Ἀλλ’ ὑπάρχει σωρεία κληρικῶν καὶ θεολόγων περισσότερον ἐντριβῶν περὶ τὰ ζητήματα αὐτά, οἱ ὁποῖοι διεμαρτυρήθησαν πάντοτε κατὰ τῶν τοιούτων ἀποχωριστικῶν τάσεων. Ὅπως ἔλεγεν εἰς συνέντευξίν του δημοσιευθεῖσαν ἐπ’ ἐσχάτων ὁ καθηγητὴς τοῦ Κανονικοῦ Δικαίου ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ κ. Ράλλης, οὐδὲ συζήτησις ἐπιτρέπεται διὰ τὴν ἀξίωσιν τυχὸν τῆς Ἱεραρχίας ὅπως περιβληθῇ μὲ ἰδιαιτέραν νομοθετικὴν ἐξουσίαν, ἵνα συντάσσουν κανονισμοὺς ἔχοντας θέσιν νόμου. Εἶναι λοιπὸν σαφὴς καὶ ἐπιτακτικὴ ἡ ὑποχρέωσις ὅπως διατηρήσωμεν τὸ ὑπάρχον καθεστὼς καὶ ἐν καιρῷ μεταρρυθμίσωμεν νομοθετικῶς τὸν τελευταῖον Καταστατικὸν Νόμον τῆς Ἐκκλησίας, περὶ τοῦ ὁποίου πρὸ ἡμερῶν ἀνέπτυξα τὰς σκέψεις μου πρὸ τῆς Συνελεύσεως καὶ ὁ ὁποῖος ἀσφαλῶς ἀποτελεῖ τὴν κυριωτέραν ἐκδήλωσιν τῶν τάσεων τῶν χωριστικῶν, ἡ πραγματοποίησις τῶν ὁποίων θὰ ἀπετέλει πλῆγμα κατὰ τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία ἀποτελεῖται ἀπὸ τὸ σύνολον τῶν ὀρθοδόξων κατοίκων τῆς Χώρας, καὶ κατὰ τῆς θρησκείας ἡ ὁποία εἶναι θρησκεία ὅλων τῶν Ἑλλήνων, ὅλου τοῦ Κράτους. Ὅσον ἀφορᾷ, κύριοι συνάδελφοι, τὴν διάταξιν τὴν ἀφορῶσαν τὴν γλῶσσαν, εἶναι γνωσταὶ αἱ συνθῆκαι ὑφ’ ἃς ἐτέθη ἡ διάταξις αὕτη κατὰ τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ 1911. Φρονῶ ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀπασχοληθῶμεν οὐδὲ νὰ συζητήσωμεν περὶ τῆς ἀνάγκης τῆς ἀπαλείψεως αὐτῆς. Ἔχομεν ὑποχρέωσιν ὅπως εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ θέσωμεν ἐπὶ τοῦ νέου ἡμῶν Συντάγματος ζωηρὰν τὴν σφραγῖδα τῆς συγχρόνου διανοητικότητος τοῦ λαοῦ καὶ τῆς πνευματικῆς αὐτοῦ ἐξελίξεως, διὰ τὴν ὁποίαν ἀπετέλεσε πράγματι συκοφαντίαν ἀληθῆ ὁ συνταγματικὸς αὐτὸς φραγμός. (Χειροκροτήματα).
§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σεχιώτης ἔχει τὸν λόγον.
§105Γ. ΣΕΧΙΩΤΗΣ. Κύριοι πληρεξούσιοι, κατὰ τὴν προχθεσινὴν ἔναρξιν τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῆς καταρτίσεως τοῦ Συνταγματικοῦ Χάρτου τῆς Χώρας εἶχον τὴν γνώμην ὅτι ἔπρεπεν αὕτη νὰ ἀρχίσῃ, ἀφοῦ πρότερον θὰ ὑπεβάλλετο ὁλόκληρον τὸ προσχεδίασμα παρὰ τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς. Εἶχον τὴν γνώμην ταύτην ὁρμώμενος ἀπὸ τῆς σκέψεως ὅτι τὸ Σύνταγμα ἀποτελεῖ ἕνα ὁλόκληρον ζωντανὸν ὀργανισμόν, ἕνα ὁλόκληρον ἑνιαῖον σύνολον καὶ θὰ ἔπρεπε νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ὁλόκληρον ὑπὸ τῶν κυρίων πληρεξουσίων, ἵνα, μελετῶντες καὶ κατανοοῦντες τοῦτο ὡς ἑνιαῖον σύνολον, δυνηθῶσι νὰ σχηματίσωσι γενικὴν γνώμην περὶ αὐτοῦ, ὥστε οὗτοι νὰ προσαρμόζωσιν ἑαυτοὺς πρὸς τὰ σημεῖα ἐκεῖνα εἰς τὰ ὁποῖα θὰ ἠδύναντο νὰ διαφωτίσωσιν ὁμιλοῦντες, συμβάλλοντες οὕτως εἰς τὴν ταχυτέραν περάτωσιν τοῦ συντακτικοῦ ἔργου τῆς Συνελεύσεως. Ἕνεκα τῆς σκέψεως ταύτης ὑπεστήριξα τὴν γνώμην ὅτι θὰ ἦτο ὀρθότερον νὰ ἐμφανισθῇ ὡς ἓν σύνολον καὶ ὄχι τμηματικῶς. Ἀποτελῶν μέλος τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς καὶ συζητουμένων τῶν σχετικῶν δύο πρώτων ἄρθρων τῶν ἀφορώντων εἰς τὴν θρησκείαν συνεφώνησα μετὰ τοῦ συναδέλφου μου ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐν τῷ προσχεδιάσματι διατύπωσιν πλὴν σημείων τινῶν. Εἶχον τὴν γνώμην ὅτι εἶναι περιττὸν νὰ τεθῇ ἡ λέξις «γνωστή» προκειμένου περὶ τοῦ «πᾶσα ἄλλη θρησκεία γνωστὴ τελεῖ τὰ τῆς λατρείας αὐτῆς ἐλευθέρως», διότι «γνωστὴ» προυποθέτει τὴν σήμερον γνωστήν. Ὑπεχώρησα ὅμως εἰς τὴν γνώμην ταύτην, κατόπιν τῆς ἐξηγήσεως τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ τότε Προέδρου τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς, ὅτι θὰ ἐλαμβάνετο ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν ἡ ἐκ τῶν πρακτικῶν τῆς συζητήσεως δοθεῖσα ἑρμηνεία ὅτι «γνωστή» σημαίνει καὶ πᾶσαν νέαν θρησκείαν ἥτις ἤθελεν εἰς τὸ μέλλον ἐμφανισθῆ. Ἐπίσης ὅσον ἀφορᾷ τὸ μέρος τοῦ 1 ἄρθρου τὸ ἀφορῶν εἰς τὸν προσηλυτισμὸν ἐνόμιζον ὅτι τοῦτο θὰ ἦτο περιττὸν καὶ ὅτι θὰ ἔκαμνε κάποιαν κακὴν ἐντύπωσιν προδιαθέτουσαν δυσμενῶς τὸν ἀναγνώστην, τὸ νὰ ἐπακολουθῇ μετὰ τὴν ἀναγνώρισιν τῆς ἐπικρατούσης θρησκείας ἡ πρόνοια τῆς κατοχυρώσεως ταύτης διὰ τῆς ἀπαγορεύσεως τοῦ προσηλυτισμοῦ. Τοῦτο εἶναι ψυχολογικῶς δυσάρεστον διὰ τὸν ἀναγινώσκοντα τὸ ἄρθρον. Ἐνόμιζον περιττὴν τὴν διάταξιν αὐτήν, ἀφοῦ παρὰ τοῦ κοινοῦ Ποινικοῦ Νόμου προστατεύεται πᾶσα δρᾶσις πρὸς προσηλυτισμὸν διὰ βιαίων ἀθεμίτων μέσων. Ὁ προσηλυτισμὸς ἀπὸ τοῦ ἄμβωνος, διὰ τῶν βιβλίων ἢ ἄλλων μέσων θεμιτῶν δὲν ἀπαγορεύεται, διότι τοῦτο προσκρούει εἰς τὴν ἀνεξιθρησκίαν. Ὁ ἀξιότιμος κ. ἀρχηγὸς τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως» ὑπέβαλε τροπολογίαν ὅσον ἀφορᾷ τὰ δύο ἄρθρα τὰ ἀφορῶντα τὴν θρησκείαν. Εἴς τινα σημεῖα τῆς τροπολογίας ταύτης συμφωνῶ μετὰ τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως», εἰς τὰ πλεῖστα ὅμως τούτων διαφωνῶ. Καὶ ἄρχεται αὕτη ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἡ ἐλευθερία τῆς θρησκευτικῆς συνειδήσεως εἶναι ἀπαραβίαστος. Κάθε θρησκεία ἀσκεῖ ἀκωλύτως τὰ τῆς λατρείας αὐτῆς, ἐφόσον δὲν ἀντίκειται εἰς τὴν δημοσίαν τάξιν καὶ τὴν ἠθικήν». Αἱ δύο αὐταὶ παράγραφοι νομίζω ὅτι παρέλκουσι, διότι ἐν τῇ ἐννοίᾳ τοῦ προσχεδιάσματος τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς περιλαμβάνεται ἡ ἔννοια τῶν δύο τούτων παραγράφων. Δὲν βλέπω οὐδαμοῦ τοῦ προσχεδιάσματος, ὅσον ἀφορᾷ τὴν διατύπωσιν τῶν δύο τούτων ἄρθρων, νὰ μὴ διαφαίνεται καὶ ἡ ἐλευθερία τῆς θρησκευτικῆς συνειδήσεως, ὅτι εἶναι ἀπαραβίαστος καὶ ὅτι πᾶσα γνωστὴ Θρησκεία δύναται ἀκωλύτως νὰ τελῇ τὰ καθ’ ἑαυτήν. Ἀλλ’ ὁ τρόπος καθ’ ὃν διατυποῦνται καὶ ὁ τρόπος καθ’ ὃν ἄρχεται ἡ διατύπωσις νομίζω ὅτι εἶναι πολὺ ἐλευθεριάζων, ὁμοιάζων πρὸς Συντάγματα ὅπως τῆς Γερμανικῆς Δημοκρατίας, ἐν τῇ ὁποία ἡ Ἐκκλησία εἶναι χωρισμένη ἀπὸ τὴν Πολιτείαν. Ἐμφανίζεται ἡ Θρησκεία ὡς ἐντελῶς σύστημα φιλοσοφικὸν καὶ ὄχι ὡς ὀργανισμὸς ἔχων σχέσιν μὲ τὸ Κράτος, ἔχων σχέσιν μὲ τὴν Πολιτείαν. Τὸ Γερμανικὸν Σύνταγμα περίπου οὕτως ὁρίζει τὰ τῆς θρησκείας καὶ τῶν σχέσεων ταύτης πρὸς τὸ Κράτος (ἀναγινώσκει): «Πάντες οἱ κάτοικοι τῆς Ἐπικρατείας ἀπολαύουν πλήρους ἐλευθερίας συνειδήσεως καὶ πεποιθήσεων». Ταῦτα πάντα βεβαίως δὲν ἔχουν οὐσιαστικὴν σημασίαν, ἀλλ’ ἔχουσι σοβαρὰν ψυχολογικὴν σημασίαν καὶ πάντες γνωρίζετε ὅτι ἡ θρησκεία αὐτὴ καθ’ ἑαυτὴν καὶ ἐν σχέσει πρὸς τὴν ἐπίδρασιν ἐπὶ τῆς κοινωνίας ἐμφανίζεται λίαν εὐαίσθητος ψυχολογικῶς. Διὰ τοῦτο θὰ ἤθελον νὰ ἐμμείνωμεν εἰς τὴν διατύπωσιν τοῦ προσχεδιάσματος τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς. Ἐπίσης ἡ τροπολογία τοῦ ἐκ Μαντινείας πολιτευτοῦ ὅσον ἀφορᾷ τὸ δεύτερον μέρος ἀναγράφει ὅτι «συνδέεται δογματικῶς μὲ τὴν ἐν Κωνσταντινουπόλει Μεγάλην τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίαν, τηροῦσα ἀπαρασαλεύτως ὡς ἐκείνη τὴν Ἁγίαν Γραφὴν καὶ τὰς ἱερὰς παραδόσεις». Ἀπαλείφει ἀπὸ τοῦ προσχεδιάσματος τῆς Ἐπιτροπῆς «τοὺς ἀποστολικοὺς καὶ συνοδικοὺς κανόνας». Εἰς τοῦτο διαφωνῶ μὲ τὸν ἀξιότιμον ἀρχηγὸν τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως», διότι οἱ ἀποστολικοὶ καὶ συνοδικοὶ κανόνες ἀποτελοῦσι τὸν Καταστατικὸν Χάρτην τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία δὲν ἀπαρτίζεται μόνον ἐκ τῶν Ἁγίων Γραφῶν καὶ ἐκ τῆς παραδόσεως, διότι τότε κατ’ οὐδὲν σχεδὸν θὰ διέφερε τῆς Προτεσταντικῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία ἀποκλειστικῶς συγκεντροῦται εἰς τὰς Ἁγίας Γραφάς. Ἡ Ὀρθόδοξος Ἑλληνικὴ Ἐκκλησία ἐξειλίχθη διὰ μέσου τῶν Συνόδων καὶ τῶν ἀποστολικῶν κανόνων, εἶναι ἀναπόσπαστον μέρος αὐτῆς, συνδέονται ἀρρήκτως μετ’ αὐτῆς καὶ οἱ ἀποστολικοὶ καὶ οἱ συνοδικοὶ κανόνες. Ἐλέχθη ὅτι, πῶς εἶναι δυνατὸν θρησκεία νὰ ἔχῃ ἀποστολικοὺς καὶ συνοδικοὺς κανόνας, οἱ ὁποῖοι εἶναι δυνατὸν νὰ ἀντιτίθενται πρὸς τὸ Σύνταγμα; Τοῦτο, κύριοι, δὲν εἶναι σοβαρὸν ἐπιχείρημα, διότι εἶναι ἀπολύτως παραδεδεγμένον παρ’ ὅλων τῶν ἑρμηνευτῶν ὅτι ἐκεῖ ὅπου οἱ ἀποστολικοὶ καὶ συνοδικοὶ κανόνες ἀντιτίθενται πρὸς τὰς συνταγματικὰς διατάξεις δὲν ἰσχύουν (ἀναγινώσκει ἐκ σημειώματος συνοδικοὺς κανόνας διαφόρων Συνόδων). Δηλαδὴ οἱ κανόνες ἐκεῖνοι οἱ ἀποστολικοὶ καὶ συνοδικοὶ οἱ ὁποῖοι ἀντιτίθενται πρὸς τὰς συνταγματικὰς διατάξεις δὲν ἰσχύουν. Ἄλλως τε, κύριοι, πρακτικῶς θὰ ἦτο ἐντελῶς περίεργον καὶ ἀκατανόητον νὰ μὴ ἐδεχόμεθα τοὺς συνοδικοὺς καὶ ἀποστολικοὺς κανόνας καὶ νὰ δυνάμεθα τὸ περιεχόμενον τούτων νὰ τροποποιῶμεν διὰ νόμων. Θὰ ἐφθάνομεν ποτὲ εἰς τὸ σημεῖον ἡ ἡμετέρα Αὐτοκέφαλος Ἐκκλησία νὰ διέφερεν οὐσιωδῶς τῶν λοιπῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, τῆς Ἀντιοχείας, τῶν Ἱεροσολύμων καὶ τῆς Ἀλεξανδρείας, παρουσιάζουσα ἰδιόρρυθμον ὅλως τύπον Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ὅπερ λίαν ἀσύμφορον ἀπό τε θρησκευτικῆς καὶ πολιτικῆς ἀπόψεως. Εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι πρέπει νὰ μείνωσεν ἐν ἰσχύϊ οἱ ἀποστολικοὶ καὶ συνοδικοὶ κανόνες, καὶ νὰ μὴ ἰσχύουν ἐτέσον ἀντιτίθενται πρὸς τὰς συνταγματικὰς διατάξεις. Ἄλλως τε σᾶς εἶπα ὅτι ἀποφαίνονται πάντες οἱ ἑρμηνευταί, καθορίζοντες καὶ τὰς ἀποφάσεις τῶν συνοδικῶν κανόνων, αἵτινες ἀντιτίθενται πρὸς τὰς συνταγματικὰς διατάξεις. Εἰς τὴν τροπολογίαν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μαντινείας πολιτευτοῦ προστίθεται ὅτι ἡ Ἐκκλησία θὰ διοικῆται ὑπὸ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου καὶ Συνοδιαστικῆς Ἐπιτροπῆς. Τοῦτο τὸ εὑρίσκω ὀρθόν, διότι, ὡς εἶναι γνωστόν, ἡ Ἱεραρχία συνέρχεται τὸν Ὀκτώβριον καὶ αἱ συνεδριάσεις τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησιαστικῆς διαρκοῦν κατὰ τὸν μῆνα τοῦτον, ὁ δὲ Ἀρχιεπίσκοπος εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ ἐνεργῇ μόνον τυπικῶς τὰ ἀφορῶντα εἰς τὰ τῆς ἐσωτερικῆς τάξεως καὶ ὑπηρεσίας τῆς Ἐκκλησίας, νὰ ἐφαρμόζῃ δὲ ὅσον ἀφορᾷ τὰ γενικώτερα ζητήματα τὰ ἀφορῶντα εἰς τὸ πνευματικὸν μέρος, τὸ δογματικὸν καὶ τὸ διοικητικόν, ὅ,τι ἀποφασίσῃ ἡ Ἱεραρχία. Εὑρίσκω ὀρθόν, ὀρθότατον τὸ νὰ συμπαρεδρεύῃ παρ’ αὐτῷ μικρὰ Ἐπιτροπὴ ἐξ Ἀρχιερέων, ἡ ὁποία νὰ χρησιμεύῃ τρόπον τινὰ ὡς τοποτηρητὴς τῆς Ἱεραρχίας διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἀποφάσεων αὐτῆς, καὶ εἰς ἐκτάκτους περιστάσεις νὰ ἀποφαίνεται μετὰ τοῦ Ἀρχιεπισκόπου ἐπὶ ζητημάτων γενικωτέρας φύσεως, ὅταν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συγκληθῇ ἀμέσως ἡ Ἱεραρχία διὰ νὰ ἀποφασίσῃ περὶ αὐτῶν. Ἔχω τὴν γνώμην, κύριοι, ὅτι βεβαίως δὲν συμφέρει οὔτε εἰς τὴν Ἐκκλησίαν οὔτε εἰς τὴν Πολιτείαν ὁ χωρισμὸς τῆς πρώτης ἀπὸ τῆς δευτέρας, καὶ ἂν ὁ χωρισμὸς οὗτος ἐπέλθῃ, θὰ ἐπέλθῃ ζημία καὶ εἰς τὴν Ἐκκλησίαν καὶ εἰς τὴν Πολιτείαν. Εἶναι ἀναμφισβήτητον καὶ τοῖς πᾶσι γνωστὸν ὅτι ἀπὸ μακροῦ χρόνου, ἀπὸ τῆς Βυζαντινῆς Αὐτοκρατορίας, βαδίζουν ἐκ παραλλήλου ἡ Ἑλληνικὴ Πολιτεία καὶ ἡ Ἑλληνικὴ Ἐκκλησία. Καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν τῆς Βυζαντινῆς Αὐτοκρατορίας ἐβάδιζον ἐκ παραλλήλου κατὰ τοὺς χρόνους τῆς δουλείας ἡ Ἐκκλησία ἀνέλαβε καὶ τὴν κοσμικήν, τὴν πολιτικὴν ἐξουσίαν. Μετὰ τὴν ἀνάστασιν τοῦ Βυζαντινοῦ Κράτους, τὸ ὁποῖον θεωρεῖται ὡς διάδοχος τοῦ Βυζαντινοῦ Κράτους, ἐπανῆλθεν ἡ Ἐκκλησία εἰς τὴν θέσιν τῆς παραλλήλου ἐξουσίας πρὸς τὴν Πολιτείαν. Εἶναι, κύριοι, συνυφασμένον μὲ τὴν ψυχὴν καὶ μὲ τὸ αἴσθημα τὸ Ἑλληνικὸν τὸ αἴσθημα τὸ θρησκευτικὸν ὑπὲρ πάντα λαόν, διότι καὶ ἐκ τῆς παραδόσεως καὶ ἐκ τῆς ἱστορίας μας εἶναι βεβαιωμένον ὅτι ἐγαλουχήθησαν οἱ ἄνδρες τοῦ 1821 καὶ οἱ Ἀρματολοὶ οἱ πρὸ τῆς Ἐπαναστάσεως ἀπὸ τοὺς μεγάλους τῆς Ἐκκλησίας Πατέρας. Εἶναι βεβαιωμένον ὅτι ἐκεῖνοι διεφύλαξαν καὶ τὸν Ἑλληνικὸν ἐθνισμὸν καὶ τὰ Ἑλληνικὰ γράμματα. Εἰς τοὺς μεγάλους ἐκείνους Πατέρας ὀφείλει καὶ ὁ Ἑλληνισμὸς καὶ ὁ νεώτερος πολιτισμὸς τὴν μεταλαμπάδευσιν τοῦ Ἑλληνικοῦ πολιτισμοῦ μετὰ τὴν πτῶσιν τοῦ Βυζαντίου εἰς τὴν Βενετίαν καὶ τὴν διάδοσιν εἰς ἅπαντα τὸν νεώτερον κόσμον. Θὰ ἀποδειχθῶμεν τελείως ἀγνώμονες, ἂν θελήσωμεν, ἐκ νεωτεριστικῶν ἰδεῶν, αἱ ὁποῖαι δὲν ἔχουν καμμίαν ἀντικειμενικὴν σκοπιμότητα, νὰ θίξωμεν τὴν Ἐκκλησίαν καὶ μετὰ περιφρονήσεως νὰ ἀτενίσωμεν πρὸς αὐτὴν διὰ νὰ μεταβάλωμεν αὐτὴν εἰς δούλην τῆς Πολιτείας καὶ ἐξυπηρετικὴν τῶν σκοπῶν αὐτῆς καὶ μόνον. Λέγω ὅτι τοῦτο δὲν ἐξυπηρετεῖ κανένα ἀντικειμενικὸν σκοπόν, ἀλλ’ ἁπλῶς ἐκφράζομεν μίαν γνώμην νεωτεριστικὴν ἴσως, ἡ ὁποία ἠμπορεῖ νὰ ἔχῃ κάποιαν ἀξίαν, ἴσως καὶ μεγάλην, ἀπὸ θεωρητικῆς ἀπόψεως. Οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες ὀφείλουσι νὰ ἀποβλέπωσιν εἰς τὴν πραγματικότητα καὶ νὰ κρίνωσιν ἐμπεριστατωμένως καὶ σχετικῶς καὶ ὄχι ἀπολύτως. Ἐφόσον, κύριοι, εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι διὰ τὴν ἠθικὴν διάπλασιν τῆς κοινωνίας καὶ δι’ αὐτὴν ἔτι τὴν πολιτικὴν διαπαιδαγώγησιν τοῦ πολίτου κατὰ πολὺ συμβάλλει ἡ ἠθικὴ θρησκευτικὴ πίστις, ἔχομεν τὴν ὑποχρέωσιν τὴν Ἐκκλησίαν νὰ ἐνισχύσωμεν καὶ ἐξάρωμεν εἰς τὴν ψυχὴν τοῦ λαοῦ. Ἂν ὑποδουλώσωμεν τὴν Ἐκκλησίαν εἰς τὸ Κράτος, λαμβανομένης ἰδιαιτέρως ὑπ’ ὄψιν τῆς πολιτικῆς περιόδου τὴν ὁποίαν διανύομεν, βεβαίως θὰ καταρρίψωμεν ταύτην εἰς τὴν συνείδησιν τοῦ λαοῦ, ὅπερ θὰ ἐπιφέρῃ τὴν κατάπτωσιν τοῦ θρησκευτικοῦ αὐτοῦ αἰσθήματος. Ἐπίσης ἔχομεν ὑποχρέωσιν νὰ τονώσωμεν τὸ αἴσθημα τοῦ σεβασμοῦ τοῦ λαοῦ πρὸς τὰ ὄργανα τῆς Ἐκκλησίας, χάριν τῆς τονώσεως παρ’ αὐτῷ τοῦ θρησκευτικοῦ αἰσθήματος. Πάντες καλῶς γνωρίζετε ὅτι ἐνασκεῖ μεγάλην ψυχολογικὴν ἐπίδρασιν ἐπὶ τοῦ θρησκευτικοῦ αἰσθήματος ἡ ἐντύπωσις ἡ κρατοῦσα περὶ τοῦ ποιοῦ τῶν ἐκκλησιαστικῶν λειτουργῶν. Δὲν ἤθελα νὰ ἀκουσθῶσιν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἀπὸ πολιτευτάς, καὶ μάλιστα περιωπῆς, γνῶμαι ἥκιστα τιμητικαὶ διὰ τοὺς ἀνωτέρους βαθμούχους τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἱεραρχίας.
§106Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Εἶναι ἀνάγκη μιᾶς νέας ἀποσαφηνίσεως μετὰ δύο διακοπὰς τὰς ὁποίας ἔκαμα. Ἡ ἄποψις τὴν ὁποίαν ὑπεστήριξα εἶναι σαφής· εἶπον ὅτι πρῶτον ὁ ἔγγαμος Κλῆρος ἐξεπλήρωσε πάντοτε τὸ καθῆκόν του. Δεύτερον ὅτι ὁ ἄγαμος Κλῆρος κατὰ τὴν περίοδον τῆς δουλείας ἐξεπλήρωσεν εἰς ἄκρον τὸ καθῆκόν του, διότι ἦτο ἀρχηγὸς καὶ ἐκκλησιαστικὸς καὶ πολιτικὸς καὶ ἡγεῖτο τῶν μαρτυρικῶν ἀγώνων τότε. Κατόπιν διέστειλα ὅτι ὑπάρχουν μόνον ἐξαιρέσεις τοῦ ἀγάμου Κλήρου κατὰ τὴν περίοδον τῆς ἐλευθερίας, οἱ ὁποῖοι πράγματι ἀποτελοῦν θρησκευτικοὺς ἀρχηγοὺς πολυτίμους διὰ τὴν ἠθικὴν στερέωσιν τῆς κοινωνίας. Ὑπάρχει ὅμως τὸ μέγα μέρος τῶν καλογήρων τῶν μοναστηρίων, οἱ ὁποῖοι πράγματι εἶναι ἑστία ῥαστώνης καὶ διαφθορᾶς.
§107Γ. ΣΕΧΙΩΤΗΣ. Ἀφοῦ ὁ κ. συνάδελφος ἀνομολογεῖ ὅτι μέρος τοῦ λόγου του κατηνάλωσαν οἱ καλόγηροι, οἱ ὁποῖοι κάθηνται εἰς τὰ μοναστήρια καὶ καλλιεργοῦν τὰς ἀμπέλους, ἐγὼ δὲν ἔχω καμμίαν ἀντίρρησιν νὰ τὸ δεχθῶ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει δὲν ἀνευρίσκω, κύριοι συνάδελφοι, ποῦ καὶ κατὰ ποίαν ἐποχὴν καὶ εἰς ποῖον σημεῖον ἀπὸ τῆς ἐμφανίσεως τοῦ νεωτέρου Ἑλληνικοῦ Κράτους μέχρι σήμερον ὁ Κλῆρος ἔβλαψε τόσον τὴν Πολιτείαν, ὥστε νὰ ὑπάρχῃ τόση κατακραυγὴ κατ’ αὐτοῦ.
§108Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Οὐδεὶς ἐκ τῶν ῥητόρων ἐξέφρασε κατακραυγήν. Διαμαρτύρομαι, διότι δὲν ἐπιτρέπεται νὰ κατασκευάζωνται ψευδεῖς ἐντυπώσεις.
§109Γ. ΣΕΧΙΩΤΗΣ. Ἔχω τὴν γνώμην, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι διὰ νὰ περιμένῃ ἡ Πολιτεία ἀπόδοσιν περισσοτέρων καρπῶν ἐκ μέρους τῆς Ἐκκλησίας ἀπό τε τῆς κοινωνικῆς ἀποστολῆς της διὰ τὴν ἠθικὴν διαπαιδαγώγησιν τῶν Ἑλλήνων καὶ ἀπὸ τῆς ἐθνικῆς ἀποστολῆς της, ὀφείλει καὶ ἡ Πολιτεία νὰ συμβάλῃ εἰς τοῦτο. Ἀλλὰ δὲν βλέπω οὐδαμοῦ οὐδεμίαν μέριμναν τῆς Πολιτείας πρὸς τὴν Ἐκκλησίαν. Οὐδέποτε ἡ Πολιτεία ἐσκέφθη νὰ δημιουργήσῃ ἱερεῖς περιωπῆς, οὐδέποτε ἐσκέφθη νὰ ἐνισχύσῃ οἰκονομικῶς τὸν Κλῆρον.
§110Γ. ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ποῖος ἔκαμε τὸ Ἐκκλησιαστικὸν Ταμεῖον;
§111Δ. ΒΑΡΕΛΑΣ. Ὁ μισθὸς τοῦ Ἀρχιεπισκόπου εἶναι τετραπλάσιος τοῦ μισθοῦ τοῦ Προέδρου τῶν Πρωτοδικῶν. Πῶς δὲν ἀμείβεται ὁ Κλῆρος;
§112Γ. ΣΕΧΙΩΤΗΣ. Ἔχω τὴν γνώμην ὅτι ἔπρεπε καὶ πρέπει διὰ παντὸς τρόπου ἡ Πολιτεία νὰ ἐνισχύσῃ τὸν Κλῆρον διὰ νὰ ἀναγάγῃ εἰς τὴν ἐμπρέπουσαν περιωπὴν τοὺς λειτουργοὺς αὐτοῦ καὶ νὰ στρατολογῇ αὐτοὺς ἐκ τῶν καλυτέρων οἰκογενειῶν, ὅπως γίνεται εἰς τὴν Ἀγγλίαν, ὥστε οὗτοι νὰ ἀποβῶσιν ὠφελιμώτεροι πρὸς τὸν πολίτην καὶ ἀπὸ ἀπόψεως κοινωνικῆς καὶ ἀπὸ ἀπόψεως καθαρῶς ἐθνικῆς. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐξάρτησιν τοῦ Κλήρου ἀπὸ τῆς Πολιτείας, ἔχω τὴν γνώμην ὅτι τὸ προσχεδίασμα τῆς Ἐπιτροπῆς ἔχει καλῶς καὶ ὅτι ὀφείλει νὰ ἐξακολουθῇ ἐξαρτωμένη ἡ Ἐκκλησία ἀπὸ τῆς Πολιτείας καθ’ ὃν τρόπον μέχρι τοῦδε ἐξαρτᾶται, χωρὶς νὰ καθίσταται ἐντελῶς αὐτόνομος, ὅπως ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς Ἱερᾶς Συνόδου ἐζήτησεν ἀπὸ τὴν Ἐπιτροπήν, διότι νομίζω ὅτι ἡ αὐτονόμησις τῆς Ἐκκλησίας καὶ αὐτὴν θὰ βλάψῃ καὶ διὰ τὴν Πολιτείαν δὲν θὰ προκύψουν τὰ ὀφέλη ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα προκύπτουν ἐκ τῆς συνεργασίας τῆς μέχρι τοῦδε. Ἔχω δὲ τὴν γνώμην ὅτι θὰ εἶναι δυνατὸν διὰ νεωτάτων ὀργανικῶν νόμων θρησκευτικῶν νὰ προσαρμοσθῇ περισσότερον ἡ ἀλληλουχία ἡ ὑφισταμένη ἤδη μεταξὺ τῶν δύο τούτων ὀργανισμῶν τῆς Πολιτείας καὶ τῆς Ἐκκλησίας.
§113ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καρασεβδᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§114Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Ἔχω τὴν γνώμην, κύριοι πληρεξούσιοι, ὅτι αἱ διατάξεις τοῦ Συντάγματος αἱ ἀφορῶσαι τὰς σχέσεις Πολιτείας καὶ Ἐκκλησίας πρέπει νὰ μείνουν ὅπως ἔχουν καὶ εὑρίσκονται, διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον ὅτι αἱ διατάξεις αὐταί, ἰσχύουσαι ἀπὸ μακροῦ, δὲν ἔδωσαν καμμίαν ἀφορμὴν ἀπολύτως, δὲν ἐγέννησαν κανὲν ζήτημα, δὲν προσέκρουσαν πουθενά, δὲν ἔβλαψαν κανένα· εἶναι αἱ ἀθῳότεραι. Δὲν πρέπει λοιπὸν νὰ μεταβληθοῦν τόσον μᾶλλον καθόσον τὰ θρησκευτικὰ πράγματα πρέπει νὰ μένουν ἀμετάβλητα σχετικῶς τουλάχιστον, ἀπορῶ δὲ πῶς κατέλαβε τόσους καὶ τόσους ἡ μανία τῆς τροποποιήσεως αὐτῶν, ἡ ὁποία τοὺς κάμνει νὰ φεύγουν πολὺ ἀπὸ τὰ ὅρια τῆς λογικῆς. Θὰ ἐπεθύμουν νὰ μὴ ἐγίνετο καμμία συζήτησις καὶ νὰ ἐψηφίζοντο αἱ αὐταὶ διατάξεις, ὅπως ἔχουν, διὰ νὰ προχωρήσωμεν εἰς ἄλλας· νὰ κάμωμεν δηλαδὴ τὸ ἀντίθετον ἀπὸ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔκαμαν οἱ προκάτοχοί μας. Μιὰ φορὰ ὅμως ποὺ ἐπροτάθησαν τροποποιήσεις εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ τὰς συζητήσωμεν. Ἡ πρώτη λοιπὸν ἡ ὁποία ἐπροτάθη ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον ἀρχηγὸν τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως» εἶναι ἀντὶ τῆς φράσεως «ἐπικρατοῦσα θρησκεία» νὰ προστεθῇ «ἐπίσημος θρησκεία». Ἡ τροπολογία αὐτὴ προφανῶς δὲν ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ δεκτή, διότι ἐπίσημος θρησκεία δὲν θὰ εἴπῃ τίποτε, θὰ ἐπροκάλει δὲ τὸ ἐρώτημα χωρὶς νὰ τύχῃ ἀπαντήσεως «ποία εἶναι ἡ ἀνεπίσημος θρησκεία». Διότι, ἀφοῦ ὑπάρχει ἐπίσημος, θὰ ὑπάρχῃ καὶ ἀνεπίσημος. Ὁπωσδήποτε τὸ «ἐπίσημος θρησκεία» εἶναί τι πρᾶγμα ὀξύμωρον· διότι τὸ Κράτος εἶναι ἄλλο καὶ ἡ θρησκεία ἄλλο. Κράτος εἶναι ἡ ἐγκόσμιος ἐξουσία, θρησκεία δὲ θὰ εἴπῃ ὅλως τὸ ἀντίθετον. Εἶναι πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὴν κατάστασιν τῶν ψυχῶν μετὰ θάνατον. Ἀλλὰ αἱ δύο αὗται ἀντίθετοι καὶ κεχωρισμέναι ἔννοιαι δὲν δύνανται νὰ ἑνωθοῦν· ἑνούμεναι δὲν κάμνουν τίποτε ἄλλα παρὰ ἓν ὀξύμωρον σχῆμα.
§115Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἐγὼ μὲν ἐδέχθην τὸν ὅρον «ἐπικρατοῦσα θρησκεία», ἀλλὰ καὶ ὁ ὅρος «ἐπίσημος θρησκεία» δὲν εἶναι ἀκατανόητος διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον ὅτι τὸ Κράτος, ὡς πολιτικὴ ὀργάνωσις, ἔχει ἐπίσης θρησκευτικὰς ἐκδηλώσεις. Ἔχει πρῶτον τὸν καθορισμὸν ἑορτῶν· κατὰ τίνα τρόπον θὰ γίνωνται αἱ ἑορταί. Κατ’ ἀνάγκην θὰ γίνωνται ἐπὶ τῇ βάσει μιᾶς θρησκείας· ἑπομένως ὁ ὅρος «ἐπίσημος θρησκεία» ἔχει ταύτην τὴν ἔννοιαν, ὅτι αἱ τελεταί, αἱ ἑορταὶ θὰ γίνωνται ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῆς τῆς θρησκείας καὶ ὄχι ἄλλης. Δεύτερον εἰς ἓν Κράτος δίδεται ὅρκος, προσδιορίζεται ἡ θρησκεία τοῦ Ἀνωτάτου Ἄρχοντος, εἶναι ἐκδηλώσεις θρησκευτικαί, λειτουργίαι θρησκευτικαὶ ἐντὸς τοῦ πολιτικοῦ ὀργανισμοῦ. Γεννᾶται λοιπὸν τὸ ζήτημα· ἐπὶ τῇ βάσει ποίας θρησκείας θὰ κανονίζεται τὸ ζήτημα τῆς δόσεως τοῦ ὅρκου; Ποίαν θρησκείαν θὰ ἔχῃ ὁ Ἀνώτατος Ἄρχων; Ἀπὸ τῶν ἀπόψεων αὐτῶν ἑπομένως ὁ ὅρος «ἐπίσημος θρησκεία» δὲν εἶναι ἀκατανόητος, ἔχει νόημα.
§116Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Ἐγὼ ἐπαναλαμβάνω ὅτι εἶναι σχῆμα ὀξύμωρον, διότι σᾶς εἶπον ὅτι ἐπίσημος θρησκεία θὰ εἴπῃ κρατικὴ θρησκεία, ἀλλὰ θρησκεία καὶ Κράτος εἶναι δύο πράγματα ἀντίθετα· ὁπωσδήποτε τὸ Κράτος εἶναι ἓν πλάσμα τοῦ δικαίου, ἄρα δὲν ἔχει ψυχὴν οὔτε θρησκείαν. Ὅσον ἀφορᾷ τὰ ζητήματα ποὺ ἀνεφέρατε σεῖς, ὅλα αὐτὰ λύονται μὲ τὸν χαρακτηρισμὸν τὸν ἄλλον «ἐπικρατοῦσα θρησκεία». Ἡ φράσις δηλαδὴ «ἐπικρατοῦσα θρησκεία» ἔχει τὴν θέσιν της· εἶναι μία βεβαίωσις τοῦ Κράτους διὰ τοῦ Συντάγματος, μία στατιστικὴ πληροφορία, πληροφορία ἡ ὁποία τέμνει καὶ προλαμβάνει πᾶσαν ἀμφισβήτησιν ὡς πρὸς τὸ ζήτημα ποία θρησκεία πλειονοψηφεῖ τόσον ἐκ μέρους τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσίας ὅσον καὶ ἐκ μέρους τῆς Ἐκτελεστικῆς. Ἀποτελέσματα τῆς τοιαύτης βεβαιώσεως ἔχομεν πολλά. Οὕτως, ἂν τὸ Κράτος εἶναι διατεθειμένον νὰ ἐνισχύσῃ τὴν θρησκείαν, ὀφείλει νὰ ἐνισχύσῃ τὴν «ἐπικρατοῦσαν θρησκείαν» περισσότερον, ἀφοῦ εἶναι ἡ θρησκεία τῶν πολλῶν. Ἐπίσης, ἂν τὸ Κράτος τελῇ τελετὰς καὶ εἶναι καθιερωμένον εἰς αὐτὰς τὰς τελετὰς νὰ γίνωνται ἱεροτελεστίαι, αἱ ἱεροτελεστίαι θὰ γίνωνται κατὰ τὴν ἐπικρατοῦσαν θρησκείαν. Βλέπετε λοιπὸν ὅτι ἡ φράσις «ἐπικρατοῦσα θρησκεία» εἶναι ἡ πλέον ἁρμόζουσα καὶ ὅτι λύει ὅλα αὐτὰ τὰ ζητήματα καὶ ὅτι ἐξ αὐτῆς τῆς φράσεως ἕπονται τόσαι συνέπειαι.
§117Ν. ΞΗΡΟΣ. Ἂν βάλωμεν ἢ «ἐπίσημος» ἢ «ἐπικρατοῦσα», ποία διαφορὰ θὰ ὑπάρχῃ;
§118Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Θὰ ὑπάρχῃ ἡ διαφορὰ μεταξὺ παραλογισμοῦ καὶ λογικῆς. Ἄλλη μία τροποποίησις προτείνεται, νὰ ἀπαλειφθῇ ἡ διάταξις περὶ ἀπαγορεύσεως τοῦ προσηλυτισμοῦ. Ἂν ἐπροτείνετο νὰ ἀπαγορευθῇ καὶ εἰς τὴν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν νὰ ἐνεργῇ προσηλυτισμόν, δὲν θὰ εἶχα ἀντίρρησιν, θὰ ἔλεγον μόνον τοῦτο, ὅτι αὐτὴ ἡ διάταξις, ἡ προσθήκη εἰς τὴν ὑπάρχουσαν θὰ παρεῖλκε, διότι ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία οὐδέποτε ἐπεχείρησε προσηλυτισμόν. Εἰς τὴν πρωτοχριστιανικὴν ἐποχὴν βεβαίως συνετέλεσεν εἰς τὴν διάδοσιν τῆς θρησκείας, ἀλλ’ ἄλλο διάδοσις τῆς θρησκείας διὰ τοῦ λόγου καὶ ἄλλο προσηλυτισμός. Ἀλλὰ δὲν ζητεῖται κυρίως νὰ γίνῃ ἡ προσθήκη αὐτή, ζητεῖται νὰ ἀπαλειφθῇ ὅλη ἡ διάταξις περὶ ἀπαγορεύσεως τοῦ προσηλυτισμοῦ. Ἀλλ’ εἶναι γνωστὸν ὅτι ὑπάρχουν Ἐκκλησίαι διαθέτουσαι ἰσχυρότατα μέσα καὶ ὄπισθεν αὐτῶν εὑρίσκονται ἰσχυρότατα Κράτη ποὺ ἐπιδίδονται εἰς προσηλυτισμούς, καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ διατηρηθῇ αὐτὴ ἡ διάταξις διὰ νὰ παρεμποδίζῃ αὐτὰς τὰς ἐπιδόσεις τὰς ὁποίας ἐπληρώσαμεν μὲ τὴν ὑποδούλωσίν μας ὑπὸ τὸν Τοῦρκον τῷ 1453, ὅτε δὲν μᾶς ἐδόθη βοήθεια τινῶν τῶν Δυτικῶν, διότι δὲν ἐδεχόμεθα νὰ ὑπαχθῶμεν εἰς τὴν Καθολικὴν Ἐκκλησίαν, καὶ τώρα τελευταίως πάλιν ἓν τῶν αἰτίων τῆς ἐθνικῆς μας καταστροφῆς ἐν Μικρᾷ Ἀσίᾳ ὑπῆρξαν αἱ ἀντιζηλίαι κατὰ τῆς Ἐκκλησίας μας. Δὲν δύναμαι λοιπὸν νὰ ἐννοήσω διατί αὐτὴ ἡ διάταξις, ἡ ὁποία προστατεύει τὴν ἀδύνατον Ἐκκλησίαν μας ἐναντίον ξένων ἰσχυρῶν ἐκκλησιαστικῶν καὶ κρατικῶν ὀργανισμῶν, θέλετε νὰ ἀπαλειφθῇ. Λέγετε ἀκόμη νὰ ἀπαλειφθῇ καὶ ἄλλη διάταξις, ἡ διάταξις ἡ λέγουσα «τηροῦσα ἀπαρασαλεύτως, ὡς ἐκεῖναι, τούς τε ἱεροὺς ἀποστολικοὺς καὶ συνοδικοὺς κανόνας καὶ τὰς ἱερὰς παραδόσεις». Ἐγὼ ἔχω τὴν ἰδέαν ὅτι δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα ἡ Πολιτεία νὰ εἴπῃ εἰς τὴν Ἐκκλησίαν ποίους κανόνας θὰ τηρῇ καὶ ποίους ὄχι. Νομίζω ὅμως ὅτι, ἐφόσον ἡ διάταξις αὕτη εὑρίσκεται, νὰ μὴ τὴν ἀπαλείψωμεν, διότι θὰ ἠδύνατο ἴσως νὰ λεχθῇ ὅτι τοῦτο θὰ ἀποτελέσῃ κάποιαν ἐξασθένισιν τῶν κανόνων, ἐκτὸς δὲ τούτου θὰ ἐδίδομεν ἀφορμὴν εἰς παρεξηγήσεις καὶ διαστροφάς, ὡς ἐγένετο καὶ κατὰ τὴν μεταβολὴν τοῦ Ἡμερολογίου. Ἔχει ἄλλως τε ἡ διάταξις αὐτὴ τὴν θέσιν της ἐδῶ· ἂν μάλιστα τὴν συνδυάσωμεν μὲ τὴν πρώτην φράσιν, ἡ ὁποία λέγει «ἐπικρατοῦσα θρησκεία εἶναι ἡ Ὀρθόδοξος»· δηλαδὴ ἡ ἔννοια ἀμφοτέρων τῶν διατάξεων συνδυασμένων εἶναι ὅτι ἡ Ὀρθόδοξος Θρησκεία θεωρεῖται ἐπικρατοῦσα ἐφόσον εἶναι Ὀρθόδοξος, ἤτοι τηρεῖ τοὺς κανόνας αὐτῆς. Αὐτὴν τὴν ἔννοιαν ἔχει ἡ διάταξις αὐτή, δηλαδὴ συμπληρωματικὴν τῆς πρώτης, ὥστε δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ τὴν ἀπαλείψωμεν. Ἐλέχθη ὅμως ὅτι εἶναι πολλοὶ κανόνες συνοδικοὶ οἱ ὁποῖοι κατηργήθησαν δι’ ἀχρησίας. Ἀλλὰ ἐκ τούτου δὲν ἕπεται ὅτι πρέπει νὰ καταργηθῇ καὶ ἡ περὶ αὐτῆς διάταξις τοῦ Συντάγματος· διότι καὶ πολλοὶ κανόνες νομικοὶ ἔχουν καταργηθῆ δι’ ἀχρησίας, ἀλλ’ εἰς τὸ Σύνταγμα καὶ τοὺς νόμους ἐξακολουθοῦν νὰ ὑπάρχουν διατάξεις αἱ ὁποῖαι λέγουν ὅτι τηροῦνται οἱ νόμοι καὶ τὸ Σύνταγμα δὲν ἠξεύρω ὑπὸ ποίων. Καὶ πολὺ ὀρθῶς, διότι μέχρις ὅτου καταργηθοῦν κάθε διάταξις ὑφίσταται. Ἡ καλυτέρα δὲ κατάργησις εἶναι ἡ δι’ ἀχρησίας, διότι δι’ αὐτῆς ἐκφράζεται ἡ γνώμη ὄχι μόνον τῶν ἀντιπροσώπων, ἀλλὰ καὶ τῶν ἀντιπροσωπευομένων. Καὶ ἄλλο ἕνα: «Τὸ κείμενον τῶν Ἁγίων Γραφῶν δὲν πρέπει νὰ μεταφράζεται ἄνευ τῆς ἐγκρίσεως τῆς Ἐκκλησίας». Δὲν λέγει νὰ μὴ μεταφράζεται, ἀλλὰ δυνατὸν νὰ ἔλθῃ εἰς κακόπιστος ἄνθρωπος μὲ κακὰς προθέσεις καὶ νὰ κάμῃ μεταφράσεις αἱ ὁποῖαι ἐξευτελίζουν τὸ Εὐαγγέλιον.
§119Ι. ΠΑΣΑΛΙΔΗΣ. Θέλω νὰ σᾶς ἐρωτήσω, ἂν δὲν μεταφρασθῇ ἡ Ἁγία Γραφὴ ἀπὸ τὴν Ἑλληνικὴν εἰς τὴν δημοτικήν, θὰ μεταφρασθῇ ἀπὸ τὴν Γερμανικὴν εἰς τὴν Γαλλικήν. Θὰ ἐπιτροπῇ τοῦτο;
§120Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Θὰ ἐπιτραπῇ εἰς πᾶσαν γλῶσσαν καὶ τὴν δημώδη Ἑλληνικὴν ἀκόμη, ἀρκεῖ νὰ περάσῃ ὁ μεταφραστὴς ἀπὸ τὴν Ἱερὰν Σύνοδον, ἵνα βεβαιωθῇ μήπως ἡ μετάφρασις αὐτὴ ἀποτελεῖ διασυρμὸν τῶν ἱερῶν ἰδεῶν καὶ δοθῇ ἡ ἔγκρισις. Ἂν ἡ μετάφρασις παρέμενεν ἀπολύτως ἐλευθέρα, θὰ ἦτο ἀνάρμοστον τοῦτο, ὡς ἂν ἠποροῦσε ὁ καθεὶς νὰ πάρῃ τὰ ἄρθρα τοῦ κομμουνισμοῦ ἢ δὲν ἠξεύρω ποίας πίστεως καὶ νὰ τὰ διαστρέψῃ ὅπως αὐτὸς θέλει.
§121Ι. ΠΑΣΑΛΙΔΗΣ. Δηλαδὴ παραδέχεσθε εἰς τὸν εἰκοστὸν αἰῶνα Ἱερὰν Ἐξέτασιν.
§122Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Εἴθε νὰ ἦτο ἡ Ἱερὰ Ἐξέτασις σὰν τὴν ἔγκρισιν αὐτήν.
§123Π. ΓΕΩΡΓΙΤΣΗΣ. Ἡ διάταξις αὐτὴ δὲν ὑπάρχει οὔτε εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1863.
§124Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Παρουσιάσθη μεταγενεστέρως ἡ ἀνάγκη νὰ τεθῇ, διότι ἦλθόν τινες καὶ μετέφρασαν τὸ Εὐαγγέλιον ἀπρεπῶς καὶ εἴχομεν καὶ τυφεκισμοὺς καὶ σκοτωμένους. Ὅσον ἀφορᾷ τὰς σχέσεις τῆς Πολιτείας πρὸς τὴν Ἐκκλησίαν, κατὰ τρεῖς τρόπους δύνανται νὰ κανονισθῶσιν. Ἡ Πολιτεία ἢ ἐπιτηρεῖ τὴν Ἐκκλησίαν ἢ ἐπεμβαίνει εἰς αὐτὴν ἢ τὴν ἐνισχύει. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐπιτήρησιν τὴν παραδέχομαι καὶ τὸ Σύνταγμα τὴν καθιεροῖ, ὁ σκοπὸς δὲ τῆς ἐπιτηρήσεως εἶναι ἵνα μὴ τυχὸν τὰ ὄργανα τῆς Ἐκκλησίας θελήσωσι νὰ ἀνατρέψωσι τὰ πολιτικὰ καθεστῶτα ἢ ἐνασκήσουν πολιτικὴν ἐξουσίαν ἢ μόνον παραβοῦν τοὺς νόμους καὶ τὸ Σύνταγμα. Εἶναι ἄριστα δικαιολογημένη ἡ διάταξις αὐτὴ καὶ ἠμπορεῖ νὰ διατηρηθῇ. Ὀφείλω ὅμως νὰ παρατηρήσω ὅτι παρ’ ἡμῖν διὰ τὴν Ὀρθόδοξον Ἑλληνικὴν Ἐκκλησίαν παρέλκει, διότι ἡ Ὀρθόδοξος Ἑλληνικὴ Ἐκκλησία οὐδέποτε παρενέβη εἴτε διὰ νὰ ἀνατρέψῃ καθεστῶτα εἴτε διὰ νὰ ἀσκήσῃ πολιτικὴν ἐξουσίαν. Ἡ διάταξις αὐτὴ εἶναι εἰλημμένη ἀπὸ τὰ ξένα Κράτη. Εἰς τὰ ξένα Κράτη, ὡς εἶπον καὶ ἄλλοτε, εἰς τὴν παλαιοτέραν μάλιστα ἐποχὴν καὶ τώρα ἴσως ἡ Καθολικὴ Ἐκκλησία ἠξίου νὰ ἐνασκῇ πολιτικὴν ἐξουσίαν. Τὰ Κράτη δὲ ταῦτα, ὅταν ἀπηλευθερώθησαν ἀπὸ τὰς ἰδέας αὐτὰς τοῦ μεσαιωνισμοῦ, τοῦ παπισμοῦ, ἔθεσαν τοιαύτας διατάξεις διὰ νὰ ἐπιτηροῦν τὰ ὄργανα τῆς Ἐκκλησίας διὰ νὰ μὴ παρεμβαίνουν καὶ σιγὰ σιγὰ ἠμπορέσουν νὰ ἀσκήσουν πολιτικὴν ἐξουσίαν καὶ νὰ ἱδρύσουν πάλιν Κράτη ἐκκλησιαστικά, ὅπως ἄλλοτε. Αὐτὰ λοιπὸν διὰ τὴν ἐπιτήρησιν. Μένει τώρα ἡ ἄλλη σχέσις· ἂν ἠμπορεῖ ἡ Πολιτεία νὰ ἐπεμβαίνῃ εἰς τὴν Ἐκκλησίαν. Αὐτό, κύριοι, τὸ Σύνταγμα δὲν τὸ καθιεροῖ καὶ δὲν πρέπει νὰ τὸ καθιερώσωμεν οὐδὲ εἰς τὸ νέον Σύνταγμα, δὲν εἶναι δὲ ἐπιτετραμμένον διὰ τοὺς ἑξῆς πρὸ πάντων λόγους: Πρῶτον, ὅπως εἶπον, Ἐκκλησία καὶ Πολιτεία εἶναι δύο πράγματα χωριστά, ἀντίθετα ἐντελῶς. Ἠμπορεῖ τὸ ἓν νὰ ἐνισχύῃ τὸ ἄλλο, ἀλλ’ εἶναι δύο πράγματα ἀντίθετα. Ἡ μὲν Πολιτεία εἶναι ἐγκόσμιος, εἶναι ἡ γενικὴ βούλησις τῶν πολιτῶν καὶ ἀφορᾷ καὶ κανονίζει τὴν ἀτομικὴν βούλησιν τῶν πολιτῶν, ἡ δὲ Ἐκκλησία εἶναι ἐξουσία ὑπερκόσμιος καὶ ἀφορᾷ εἰς τὴν κατάστασιν τῶν ψυχῶν μετὰ θάνατον, εἰς τὴν παρασκευὴν αὐτῶν μετ’ αὐτόν. Ὅταν λοιπὸν τοιαύτη εἶναι ἡ θρησκεία καὶ τοιαύτη ἡ Πολιτεία, πῶς ἡ Πολιτεία θὰ ἐπεμβαίνῃ εἰς τὴν Ἐκκλησίαν; Τοῦτο ἄλλως τε εἶναι ἀντιχριστιανικόν. Εἶναι γνωστόν, κύριοι, δὲν ἐνθυμοῦμαι μόνον ποῖος κανὼν τὸ λέγει, διότι ὁμολογῶ ὅτι δὲν εἶμαι ἐνήμερος εἰς αὐτά, ἐνθυμοῦμαι ὅμως ὅτι κάπου οἱ κανόνες λέγουν ὅτι τὴν Ἐκκλησίαν τὴν διευθύνουν οἱ ποιμένες τῆς Ἐκκλησίας· ὅταν ὅμως ἡ Πολιτεία ἐπεμβαίνῃ εἰς τὴν Ἐκκλησίαν, τοῦτο θὰ εἴπῃ ὅτι συμμετέχει εἰς τὴν διοίκησιν αὐτῆς, εἰς ἐκείνους μόνον ἀνηκούσης, τοῦθ’ ὅπερ ἀντίκειται, ὡς εἶπον, εἰς τοὺς ἱεροὺς κανόνας καὶ τὰς γραφὰς τῆς θρησκείας. Τέλος ἔρχεται ἡ τρίτη σχέσις τῆς Πολιτείας πρὸς τὴν Ἐκκλησίαν, ἡ ἐνίσχυσις δηλαδὴ τῆς Ἐκκλησίας ὑπὸ τῆς Πολιτείας. Αὐτὴ δὲν ἀναγράφεται εἰς τὸ Σύνταγμα· ἂν θέλετε, δυνάμεθα νὰ τὸ ἀναγράψωμεν εἰς τὸ νέον, ἀλλὰ καὶ ἂν δὲν ἀναγραφῇ, ἐξυπακούεται ὅτι ἡ Πολιτεία ὀφείλει ἠθικῶς καὶ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐνισχύῃ τὴν Ἐκκλησίαν. Αὐτό, καίτοι δὲν τὸ λέγει τὸ Σύνταγμα, ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ. Ἡ ἐνίσχυσις δὲν βλάπτει τὸν ἐνισχυόμενον. Ἀλλὰ πάντως ἐνίσχυσις τῆς Ἐκκλησίας ὑπὸ τῆς Πολιτείας ἐπιτρέπεται καὶ ἂν δὲν ἀναγράφεται ρητῶς εἰς τὸ Σύνταγμα, διότι ἡ ἐνίσχυσις τῆς Ἐκκλησίας ὑπὸ τῆς Πολιτείας ἀποτελεῖ ἐνίσχυσιν αὐτῆς τῆς Πολιτείας, καθόσον ἡ Ἐκκλησία, ἐνισχυομένη ἐμμέσως, δύναται νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν εὐόδωσιν τῶν σκοπῶν τῆς Πολιτείας. Ἔτσι λοιπὸν αἱ σχέσεις τῆς Πολιτείας καὶ τῆς Ἐκκλησίας εἶναι αὗται, ὅτι δηλαδὴ ἡ Πολιτεία δύναται νὰ ἐπιτηρῇ τὴν Ἐκκλησίαν μήπως τὰ ὄργανα τῆς Ἐκκλησίας θελήσουν νὰ ἐπεμβοῦν εἰς τὰ τῆς Πολιτείας, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον ποτὲ ἡ Πολιτεία νὰ ἐπεμβαίνῃ εἰς τὰ τῆς Ἐκκλησίας, διότι αὐτὸ εἶναι καὶ ἀντισυνταγματικόν, ἀλλὰ καὶ ἄτοπον. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔχει δικαίωμα καὶ ὑποχρέωσιν νὰ πράττῃ ἡ Πολιτεία εἶναι μόνον νὰ ἐνισχύῃ τὴν Ἐκκλησίαν. Αὐτὸ ὀφείλομεν νὰ κάμωμεν καὶ ἡμεῖς, ἂν θέλωμεν νὰ ἐξυψωθῇ ἡ Ἐκκλησία. Ἕως τώρα ἐκάμαμεν τὸ ἀντίθετον καὶ ἐπεμβαίνομεν εἰς τὰ τῆς Ἐκκλησίας. Τὸ Σύνταγμα δὲν τὸ ἐπιτρέπει, ἀλλὰ δυστυχῶς ὑπῆρχον νόμοι ἀντισυνταγματικοὶ ἐν τούτῳ, ὅπως καὶ εἰς ἄλλους κλάδους, οἱ ὁποῖοι καθιέρωσαν τὴν ἐπέμβασιν τῆς Πολιτείας εἰς τὰ τῆς Ἐκκλησίας παρὰ τὸ Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον μόνον ἐπιτήρησιν καθιεροῖ. Ἐκ τῆς ἐπεμβάσεώς μας δὲ ταύτης, δηλαδὴ τῆς Πολιτείας, μυρία κακὰ εἰς τὴν Ἐκκλησίαν ἐπῆλθον. Οὕτως ἐπενέβαινεν ἡ Πολιτεία εἰς τὴν ἐκλογὴν τῶν Ἐπισκόπων καὶ δι’ αὐτῶν πλαγίως εἰς τὴν ἐκλογὴν τῶν ἱερέων. Ἀλλ’ ἡ ἐπέμβασις αὕτη δὲν ἦτο παρὰ μία καθαρὰ ἐπέμβασις τοῦ κόμματος καὶ τῆς φατρίας εἰς τὰ τῆς Ἐκκλησίας, ἥτις οὕτω κατέπεσε, δι’ ὅπερ ἡμεῖς πταίομεν. Ἔτσι θετικῶς ἐνεργήσαμεν καὶ ἐχαμηλώσαμεν τὰ ὄργανα τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλ’ ἐβλάψαμεν τὴν Ἐκκλησίαν καὶ ἀρνητικῶς. Οὕτω παρελείψαμεν τὸ καθῆκόν μας, ὡς πρὸς τὴν ἐνίσχυσιν τῆς Ἐκκλησίας. Ποτὲ δὲν ἐκάμαμεν Σχολὰς διὰ τὴν ἐκπαίδευσιν τοῦ Κλήρου καὶ τοῦ ἐγγάμου καὶ τοῦ ἀγάμου. Τώρα τελευταῖον μόνον, καὶ τοῦτο εἶναι τίτλος τιμῆς διὰ τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Συνέλευσιν, ἀπεφασίσθη καὶ ἱδρύθησαν Ἱερατικαὶ Σχολαὶ ἀνώτεραι εἰς διάφορα κέντρα.
§125Ι. ΠΑΣΑΛΙΔΗΣ. Ἐπιτρέπετε μίαν ἐρώτησιν; Τί θὰ τοὺς κάμετε τοὺς καλογήρους; Δηλαδὴ διὰ ποῖον σκοπὸν εἶναι αὐτοί;
§126Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Ἐγώ, κ. συνάδελφε, δὲν εἶμαι ὑπὲρ τῆς ἀγαμίας τοῦ Κλήρου, ἀλλ’ αὐτὸ εἶναι ζήτημα ποὺ δὲν ἐνδιαφέρει ἐμὲ οὐδὲ σᾶς οὐδὲ τὸ Σύνταγμα, ἐνδιαφέρει ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ποιμαίνουν τὴν Ἐκκλησίαν. Σεῖς ἐπιμένετε νὰ συζητῆτε ἂν πρέπει νὰ εἶναι ἔγγαμοι ἢ ἄγαμοι οἱ Ἀρχιερεῖς· εἶναι ὡσὰν νὰ θέλετε νὰ συζητῆτε ἂν πρέπει νὰ γίνεται ἔτσι ἢ ἔτσι ἡ λειτουργία. Αὐτὰ εἶναι θέματα καθαρῶς ἐκκλησιαστικά, δὲν εἶναι θέματα τοῦ Συντάγματος.
§127Π. ΓΕΩΡΓΙΤΣΗΣ. Τότε διατί βάζετε διάταξιν διὰ τὴν μετάφρασιν τοῦ Εὐαγγελίου;
§128Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Διότι, φίλε μου, εἶπον ὅτι ἡ Πολιτεία ἐνισχύει τὴν Ἐκκλησίαν.
§129Δ. ΒΑΡΕΛΑΣ. Σᾶς ἐρωτῶ, ἂν ἔχετε γνῶσιν ὅτι ὁ Πατριάρχης τῆς Κωνσταντινουπόλεως Μελέτιος εἶχε προτείνει νὰ γίνουν καὶ οἱ Ἀρχιερεῖς ἔγγαμοι.
§130Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Φίλε μου κ. Βαρελᾶ, τὰ λόγια μου βλέπω ὅτι πηγαίνουν χαμένα. Ἐγώ, κύριε, εἶμαι τῆς γνώμης ὅτι πρέπει νὰ εἶναι ἔγγαμοι ὅλοι, καὶ οἱ Ἀρχιερεῖς, ἀλλὰ δὲν εἶμαι ἁρμόδιος ἐγὼ νὰ ἀποφασίσω καὶ ἀπορῶ πῶς μὲ κηρύσσετε σεῖς ἁρμόδιον. Αὐτὸ εἶναι παραβίασις καὶ τοῦ Κανονισμοῦ καὶ τοῦ Συντάγματος, νὰ γίνεται συζήτησις περὶ τῆς ἀγαμίας ἢ μὴ τοῦ Κλήρου. Τὸ Σύνταγμα κανονίζει τὰς σχέσεις τῆς Πολιτείας καὶ τῆς Ἐκκλησίας καὶ ὄχι τὰ δόγματα καὶ τὰς παραδόσεις καὶ τοὺς κανόνας τῆς Ἐκκλησίας.
§131ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ δέχεσθε διακοπάς.
§132Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Τελειώνω, κύριοι. Λοιπὸν εἶμαι τῆς γνώμης ὅτι πρέπει νὰ μείνουν αἱ διατάξεις τοῦ Συντάγματος τοῦ πρώτου καὶ δευτέρου ἄρθρου ὅπως εἶναι καὶ εὑρίσκονται. Ἡ μόνη τροποποίησις ἡ ὁποία ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ εἶναι μία, ἀφορῶσα τὴν διοίκησιν τῆς Ἐκκλησίας, τὴν ὁποίαν ζητοῦν οἱ Ἱεράρχαι, καὶ τὴν δέχομαι μόνον διότι τὴν ζητοῦν αὐτοὶ ὡς ἁρμόδιοι· διότι ὅ,τι ἀφορᾷ τὴν διοίκησιν τῆς Ἐκκλησίας, αὐτὸ δὲν εἶναι ζήτημα ἰδικόν μας, ἀλλὰ τῶν Ἱεραρχῶν τῆς Ἐκκλησίας. Δὲν θὰ τὴν κανονίσωμεν ἡμεῖς πῶς θὰ γίνεται ἡ διοίκησις αὕτη. Ἀλλὰ μίαν φορὰν πού ἀνεγνωρίσαμεν τέλος πάντων ὅτι ἐπικρατοῦσα θρησκεία εἶναι ἡ Ὀρθόδοξος πρέπει νὰ εἴπωμεν πῶς θὰ ἀντιπροσωπεύεται αὕτη διὰ νὰ γνωρίζωμεν μὲ ποίους ἀντιπροσώπους της θὰ κανονίσωμεν τὰς σχέσεις μας. Θεσπίζοντες ὅμως πῶς πρέπει νὰ διοικῆται ἡ Ἐκκλησία ὀφείλομεν νὰ πράξωμεν τοῦτο συμφώνως μὲ τὰ αἰτήματα αὐτῆς τῆς Ἐκκλησίας, ἁρμοδίας εἰς τοῦτο. Ζητοῦν λοιπὸν οἱ Ἱεράρχαι τῆς Ἐκκλησίας νὰ γίνεται ὡς ἑξῆς ἡ διοίκησις: Ἀντὶ νὰ λέγῃ τὸ Σύνταγμα ὅτι ἡ Ἱερὰ Σύνοδος νὰ ἀποτελῆται ἀπὸ Ἀρχιερεῖς ἀορίστως καὶ νὰ ἔρχεται ἑκάστοτε ὁ νόμος νὰ ὁρίζῃ τὸν ἀριθμὸν τῶν μελῶν της ἀναλόγως τῶν ἀπαιτήσεων τοῦ κόμματος, ὅταν δηλαδὴ ἕν κόμμα δὲν ἔχῃ τὴν πλειονοψηφίαν εἰς τὴν Σύνοδον τῶν Ἀρχιερέων νὰ ἠμπορῇ νὰ αὐξάνῃ τὸν ἀριθμὸν διὰ νόμου ἕως νὰ ἐπιτύχῃ πλειονοψηφίαν, ἀντί, λέγω, τούτου, ζητοῦν νὰ διατυπωθῇ τὸ ἄρθρον τοῦ Συντάγματος διαφορετικώτερα, νὰ γίνεται ἡ διοίκησις τῆς Ἐκκλησίας ὑπὸ τῶν Ἀρχιερέων τῶν ἐχόντων Ἐπισκοπήν. (Διαμαρτυρίαι). Ἀφήσατε, παρακαλῶ, νὰ τελειώσω. Πρέπει νὰ ἠξεύρῃ κανεὶς καὶ πότε πρέπει νὰ διακόπτῃ· ἐν τούτῳ ἔγκειται ἡ εἰδικότης μου. (Ἱλαρότης). Λοιπὸν οἱ Ἱεράρχαι προτείνουν νὰ γίνεται ἡ διοίκησις δι’ ὅλων τῶν Ἐπισκόπων τῶν ἐχόντων Ἐπισκοπήν. Ἔτσι θὰ εἶναι σταθερὰ ἡ διοίκησις καὶ δὲν θὰ ἀλλάσσῃ κάθε ὥραν, κατὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ κόμματος. Ἐπὶ πλέον ὁ τρόπος αὐτὸς τῆς διοικήσεως θὰ ἀποτελῇ γνησιωτέραν ἐκδήλωσιν τῆς θελήσεως τοῦ ὅλου χριστεπωνύμου πληρώματος· διότι μὲ τὴν σημερινὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος δύνανται νὰ εἶναι μέλη τῆς Συνόδου καὶ Ἀρχιερεῖς χωρὶς νὰ ἔχουν Ἐπισκοπήν, χωρὶς νὰ ἔχουν καμμίαν ἐπαφὴν μὲ τὸ ποίμνιον, ὥστε νὰ δύνανται γνησίως νὰ ἐκδηλώσουν τὸ φρόνημα αὐτοῦ. Τοῦτο δὲ εἶναι σύμφωνον μὲ τὰς παραδόσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καὶ ὄχι ὅπως ἀντιθέτως εἶπεν ὁ κ. Μερλόπουλος· διότι τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον πάντοτε διωκεῖτο εἰς τὰ σημαντικὰ ζητήματα ἀπὸ ὅλους τοὺς Ἐπισκόπους τοὺς ὑπαγομένους εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Πατριαρχείου, ἐπειδὴ δὲ ὅλοι οὗτοι, ποὺ ἦσαν ἄλλοτε τόσον πολλοί, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ συνέρχωνται καὶ διὰ τὰ πλέον ἀσήμαντα ζητήματα, δι’ αὐτὸ ἐπεκράτησε νὰ τὰ διαχειρίζεται ἡ τοποτηρησία. Σήμερον δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ γίνεται τοῦτο διὰ τοιαῦτα παρ’ ἡμῖν, διότι ἀποτελεῖται ἡ Ἱεραρχία ἀπὸ ὀλίγους Ἐπισκόπους μόνον· δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ ἔχωμεν μίαν Ἱεραρχίαν καὶ μίαν τοποτηρησίαν. Ἡ μόνη λοιπὸν δεκτὴ μεταρρύθμισις εἶναι αὐτὴ τὴν ὁποίαν προτείνει ἡ Ἐκκλησία· ἔτσι θὰ ἔχωμεν μίαν διοίκησιν σταθερὰν χωρὶς νὰ ἐναλλάσσεται κατὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ κόμματος. Ἐν τέλει, κατερχόμενος τοῦ βήματος, ὀφείλω νὰ εἴπω ὅτι εἰς ὅ,τι ἀφορᾷ τὴν Ἐκκλησίαν πρέπει νὰ εἴμεθα δίκαιοι· ἀντὶ νὰ κατηγορῶμεν τὸ ὅλον τῶν ὀργάνων τῆς Ἐκκλησίας διὰ σφάλματα ὀλίγων, πρέπει τοὐναντίον νὰ ἀγωνιζώμεθα νὰ ἀνυψώνωμεν αὐτὰ δι’ ἐνισχύσεως τῆς Ἐκκλησίας ὑπὸ τῆς Πολιτείας δι’ ἐκπαιδεύσεως π.χ. καὶ μισθοδοτήσεως τοῦ Κλήρου. (Χειροκροτήματα).
§133ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Παπαγρηγοριάδης ἔχει τὸν λόγον.
§134Σ. ΠΑΠΑΓΡΗΓΟΡΙΑΔΗΣ. Κύριοι πληρεξούσιοι, τὰ πλεῖστα σημεῖα τοῦ ζητήματος ἐθίγησαν ὑπὸ τῶν κυρίων προλαλησάντων συναδέλφων· ἐγὼ θὰ θίξω ἄλλα σημεῖα καὶ θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μὴ μὲ διακόψετε. Εἶναι εὐχάριστον τὸ φαινόμενον τὸ ὁποῖον παρουσιάζει ἡ Δʹ τῶν Ἑλλήνων Συνέλευσις συζητοῦσα περὶ θρησκείας καὶ παρουσιάζουσα ἁρμονίαν σκέψεων καὶ αἰσθημάτων ἐντολέων καὶ ἐντολοδόχων διὰ τὸ θρησκευτικὸν αἴσθημα, τὸ ὁποῖον ἀνέκαθεν ὑπῆρξε τὸ ἰσχυρότατον καὶ εὐγενέστατον ἐλατήριον ὅλων τῶν μεγάλων ἔργων τῆς Ἑλληνικῆς Φυλῆς. Καὶ εἰς τὴν ἀρχαίαν Ἑλλάδα τὰ πάντα ἐκανόνιζε τὸ θρησκευτικὸν αἴσθημα. Πολιτικοὶ καὶ στρατιωτικοὶ ἄρχοντες συνειργάζοντο μετὰ τῶν θρησκευτικῶν. Ὁ Λεωνίδας συνεσκέπτετο καὶ συνειργάζετο καὶ συνεπολέμει μετὰ τοῦ Ἀκαρνᾶνος μάντεως καὶ Ἀρχιερέως Μεγιστίου. Καὶ οἱ πατέρες ἀπευθυνόμενοι πρὸς τοὺς νέους ἔλεγον: «Τρεῖς εἰσιν ἀρεταί, ἃς χρεών σ’ ἀσκεῖν, τέκνον· σέβειν τε θεούς, τούς τε θρέψαντας γονεῖς, καὶ νόμους πατρίδος φυλάττειν· καὶ ταῦτα πράσσων κάλλιστον ἕξεις στέφανον ἐν τῇ ζωῇ». Ἡ θρησκεία ἀπετέλει ἐν τῇ ἀρχαιότητι τοὺς στήμονας καὶ τῆς ἐπιστήμης καὶ τῶν ὡραίων τεχνῶν. Ναύαρχοι καὶ στρατηγοὶ ἀπὸ τοῦ ναοῦ τῆς Παλλάδος ἀνεχώρουν διὰ τὰς ἐπιχειρήσεις τὰς πολεμικάς. Τὴν αὐτὴν ἱστορίαν συνεχίζει ἡ Ἑλληνικὴ Φυλὴ κατὰ τὴν μακρὰν Βυζαντινὴν περίοδον. Ἡ Ἐκκλησία, ἡ Ὀρθόδοξος Ἑλληνικὴ Ἐκκλησία μένει ἐλευθέρα καὶ ἀπηλλαγμένη πάσης πολιτικῆς ἐπεμβάσεως. Οὐδέποτε παρεβίασε τὴν θρησκευτικὴν ἢ ἐθνικὴν συνείδησιν ἄλλων γειτόνων λαῶν. Ὅταν ἐστάλη ἀπὸ τὸ Βυζάντιον Ἀρχιεπίσκοπος εἰς τὴν Βουλγαρίαν ὁ Θεοφύλακτος, ἀγορεύων ἐνώπιον τοῦ Βουλγαρικοῦ ἐκκλησιάσματος καὶ μὴ κατανοούμενος ἔγραφε μὲ παράπονον εἰς τὸ Βυζάντιον ὅτι ὁμοιάζει μὲ χελιδόνα τὴν ὁποίαν χιονοστρόβιλοι ἐξεδίωξαν ἀπὸ τὴν Χώραν τῆς ἀϊδίου ἀνοίξεως εἰς μίαν Χώραν ἀγρίαν, ὅπου ἔχει τὴν τύχην κιθαρῳδοῦ, τὸν ὁποῖον δὲν ἐννοοῦν παίζοντα ἄγριοι ἀκροαταί. Καὶ ὑπῆρξαν τελευταῖον πολλοὶ οἱ ὁποῖοι κατέκριναν τὴν στάσιν ταύτην τοῦ Βυζαντίου καὶ τῆς Ἐκκλησίας ἀπέναντι τῶν Βουλγάρων. Διατί, λέγουν, δὲν ἔστειλεν ὁ Θεοφύλατος ἐκεῖ Ἕλληνας ἱερεῖς διὰ νὰ ἐξελληνίσουν τοὺς Βουλγάρους; Ὁ ρηθεὶς Ἕλλην Ἀρχιεπίσκοπος συνεχίζει τὰς παραδόσεις τῆς Ἑλληνικῆς Φυλῆς, ἡ ὁποία πάντοτε ἐσεβάσθη τὴν θρησκευτικὴν συνείδησιν τῶν ἄλλων λαῶν καὶ διώρισε Βουλγάρους ἱερεῖς, οἵτινες μετέφρασαν εἰς τὴν γλῶσσάν των τὰ θρησκευτικά των βιβλία καὶ ἐξεπαίδευσαν τοὺς Βουλγάρους ἐπὶ τῶν γονάτων αὐτῶν ὡς μικρὰ παιδία. Τὴν ἰδίαν στάσιν ἐτήρησεν ἡ Ἐκκλησία εἰς τὴν Ρουμανίαν καὶ οἱ ἐξ Ἑλλήνων θρησκευτικοὶ ἀρχηγοί της καθὼς καὶ οἱ Ἕλληνες ἡγεμόνες καθ’ ὅλον τὸν 18ον αἰῶνα διεπαιδαγώγησαν τὸν Ρουμανικὸν λαὸν καὶ τὸν ἐδίδαξαν νὰ ἀγαπᾷ τὴν ἐθνικήν του γλῶσσαν καὶ τὸ ἐθνικόν του θέατρον. Διὰ τοῦτο ἠνάγκασαν τὸν Βασιλέα Κάρολον νὰ εἴπῃ περὶ τῶν ἐν Ρουμανίᾳ τετελεσμένων ἐν παντὶ κλάδῳ τῆς κρατικῆς, κοινωνικῆς καὶ οἰκογενειακῆς ζωῆς ὅτι πᾶν ὅ,τι καλὸν ὑπάρχει ἐν Ρουμανίᾳ προέρχεται ἀπὸ τὴν σύγκρασιν τοῦ ἁδροῦ Ρουμανικοῦ αἵματος καὶ τοῦ λεπτοῦ Ἑλληνικοῦ. Εἰς δυσχερεῖς περιστάσεις καὶ Σέρβοι καὶ Ρουμάνοι καὶ Βούλγαροι ὑπετάχθησαν εἰς τὸ Πατριαρχεῖον Κωνσταντινουπόλεως. Θεόδωρος ὁ Λάσκαρις, ὁ Αὐτοκράτωρ τῆς Νικαίας καὶ ὁ Πατριάρχης Γερμανὸς κατὰ τὸ 1221 εἶχον δώσει ἐλευθερίαν εἰς τὴν Σερβικὴν Ἐκκλησίαν· ἀλλὰ τὸ αὐτόνομον τοῦτο τῆς Σερβικῆς Ἐκκλησίας κατηργήθη μόνον τῇ αἰτήσει τῶν Σέρβων Ἐπισκόπων τῷ 1766. Ὁσάκις δὲ ἐπιέζοντο ὑπὸ τῶν Τούρκων τυράννων καὶ Σέρβοι καὶ Βούλγαροι καὶ Ρουμάνοι ἠναγκάζοντο νὰ ζητοῦν τὴν προστασίαν τοῦ Ἕλληνος Πατριάρχου καὶ τῶν ἐν Κωνσταντινουπόλει Ἑλλήνων. Τὰ πάντα ἀπὸ τὸ Πατριαρχεῖον περιέμενον. Οὐδεὶς λοιπὸν φόβος μὴ καὶ ἡ ἐν Ἑλλάδι Ἑλληνικὴ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία παραβιάσῃ ξένας συνειδήσεις καὶ προβῇ εἰς προσηλυτισμόν. Ἡ Ἑλληνικὴ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία κινεῖται ἐπὶ τῆς φωτεινῆς τροχιᾶς τῶν ἑπτὰ Οἰκουμενικῶν Συνόδων, ἐνῷ οἱ ἄλλοι ἔχουσιν ἐκτροχιασθῆ καὶ Καθολικοὶ καὶ Διαμαρτυρόμενοι. Τελευταῖον πολλοὶ ἐξ εἰλικρινοῦς ἐνδιαφέροντος ὁρμώμενοι ἐμελέτησαν τὴν ἱστορικὴν ἐξέλιξιν τῶν δογματικῶν θεσμῶν καὶ εὑρεθέντες ἐνώπιον τῶν ἀποστολικῶν χαρακτήρων τῆς Ἀνατολικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ὑπὲρ ὧν ἀμύνεται καὶ αὐτὸς ὁ Πάπας Λέων ὁ Γʹ διὰ τῶν ἐν τῷ Βατικανῷ σωζομένων ἀργυρῶν πλακῶν, ἤρχισαν ν’ ἀναγνωρίζουν τὴν πλάνην των καὶ ἀνομολογοῦν ὅτι πολὺ δικαίως ὁ Πάπας Λέων τὴν εἰς τὸ Σύμβολον προσθήκην «filioque» (καὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ) ὠνόμαζε πλάνην ἱσπανικὴν καὶ ὡς ἐπικεφαλίδα ἐν τῷ Συμβόλῳ ἐπὶ τῶν ἱστορικῶν ἐκείνων πλακῶν ἐχάραττε ταῦτα «Λέων ἐθέμην δι’ ἀγάπην καὶ προφυλακὴν τῆς ὀρθοδόξου πίστεως». Ἀναγκάζονται δὲ ἀπεριφράστως νὰ εἴπωσιν ὅτι ἡ ἀλήθεια εὑρίσκεται ἐν τῇ Ἀνατολικῇ Ὀρθοδόξῳ Ἐκκλησίᾳ καὶ ὅτι εἶναι ἀνάγκη πρὸς αὐτὴν νὰ στραφῶμεν. Τὸ ἴδιον συμβαίνει εἰς τὴν ψυχολογίαν τῶν Διαμαρτυρομένων. Ἦλθον εἰς ἐπικοινωνίαν καὶ μὲ Καθολικοὺς καὶ μὲ κορυφαίους Διαμαρτυρομένους, οἵτινες διακαῶς ἐπιθυμοῦν τὴν ἕνωσιν τῶν Ἐκκλησιῶν καὶ πρὸς τὴν Ἐκκλησίαν μας μετ’ ἐλπίδων ἀτενίζουσιν. Οἱ Διαμαρτυρόμενοι μάλιστα φοβοῦνται μὴ ἡ αὐθαιρεσία ἡ ὁποία ἐπεκράτησεν εἰς τὴν μετάφρασιν τῆς Ἁγίας Γραφῆς, συνεπείᾳ τῆς ὁποίας γίνονται νέαι αἱρέσεις, συντελέσῃ εἰς τὴν δημιουργίαν ἐποχῆς κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ θρηνήσωσιν οἱ Διαμαρτυρόμενοι διὰ τὴν χρεοκοπίαν τοῦ προτεσταντισμοῦ. Τελευταία ἔκφανσις τοῦ προτεσταντισμοῦ εἶναι ὁ ἀδβεντισμός. Ἡ αἵρεσις αὕτη ὑπονομεύει αὐτὴν τὴν ἀρχὴν τῆς πίστεως, τὸ τριαδικὸν τοῦ Θεοῦ. Διαστρέφουν τὸ νόημα τῆς φράσεως τοῦ Ἀποστόλου Παύλου «ἀλλ’ ἑαυτὸν ἐκένωσε μορφὴν δούλου λαβὼν» καὶ λέγουν ὅτι ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς γενόμενος ἄνθρωπος ἔχασε τὴν θεότητα, ἄρα ὁ Πατὴρ μόνον εἶναι Θεὸς καὶ ὄχι καὶ ὁ Χριστός. Αὐτὴ εἶναι ἡ τελευταία ἐκδήλωσις τοῦ προτεσταντισμοῦ καὶ ἤρχισαν ἀπὸ τοῦδε νὰ ἀπελπίζωνται δι’ αὐτὸν καὶ νὰ στρέφωνται πρὸς τὴν Ἀνατολικὴν Ἑλληνικὴν Ἐκκλησίαν. Ἡ Ἐκκλησία ἡ Ἑλληνικὴ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ κηρύττῃ τὴν ἀλήθειαν, οὔτε παρεβίασεν οὔτε θὰ παραβιάσῃ συνειδήσεις. «Εἴ τις θέλει ὀπίσω μου ἐλθεῖν», λέγει ὁ Ἀρχηγός της. «Εἴ τις θέλει» διὰ μέσου τῶν αἰώνων φωνάζει ἡ Ὀρθόδοξος Ἑλληνικὴ Ἐκκλησία. Ἐλέχθη ὑπό τινων συναδέλφων ὅτι τὸ αὐτοκέφαλον τῆς ἐν Ἑλλάδι Ἐκκλησίας δὲν ὠφέλησεν. Ἐγὼ λέγω ὅτι ἔβλαψε τὸ αὐτοκέφαλον. Ὁ Κυβερνήτης Καποδίστριας ἤθελε τὴν πνευματικὴν καὶ δογματικὴν ἕνωσιν ὅλων τῶν Ἐκκλησιῶν καὶ τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος μετὰ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου. Ἦλθε μάλιστα εἰς διαπραγματεύσεις μὲ τοὺς Πατριάρχας Κωνστάντιον τὸν Αʹ καὶ Ἀγαθάγγελον τὸν Αʹ καὶ ἐστάλη ἐδῶ πρεσβεία Ἀρχιερέων ἐκ Κωνσταντινουπόλεως μὲ ἐντολὴν ἐκ μέρους τοῦ Σουλτάνου διὰ νὰ καλλιεργηθοῦν εἰς τὸ μέλλον σχέσεις καλαὶ μεταξὺ τῆς Ἑλλάδος, ἐλευθέρας πλέον, καὶ τῆς Τουρκίας καὶ ἐξηκολούθησεν ἡ Ἐκκλησία νὰ μὴ κηρύσσῃ σχισματικοὺς τοὺς ἐν Ἑλλάδι, ὅπως ἐκήρυξε τοὺς Βουλγάρους, κατόπιν τῆς ἀδικαιολογήτου ἀποσπάσεώς των ἀπὸ τοῦ κέντρου ἐκείνου τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ. Ὅταν δὲ βραδύτερον ἐξεδόθη ὁ Τόμος καὶ εἰς ἀπάντησιν τοῦ Τόμου ἐκείνου τοῦ Πατριαρχείου ἐξεδόθη ὁ Ἀντίτομος ὑπὸ τοῦ Θεοκλήτου Φαρμακίδου, ἐδημιουργήθη μία κατάστασις, ἡ ὁποία οὐδέποτε ἀνεγράφη εἰς τὰ ἐκκλησιαστικὰ χρονικά.
§135Κ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἡ ὁποία ἔβλαψε τὴν Ἑλλάδα καὶ ἔδωσεν ὅπλα εἰς τοὺς Βουλγάρους.
§136Σ. ΠΑΠΑΓΡΗΓΟΡΙΑΔΗΣ. Καὶ εἴχομεν καταστροφὰς πολυτίμων περιουσιῶν. Καὶ ἐλέχθη ὅτι μόνον ἐδῶ ἐζημιώθη ἡ Ἐκκλησία καὶ κατεστράφησαν περιουσίαι αἰώνων. Εἶχον προηγηθῆ αἱ καταστροφαὶ ἐν Ρουμανίᾳ, ὅταν ὁ Κούζας ἐδήμευσε τὰς περιουσίας τῶν Μετοχίων Σινᾶ, Παναγίου Τάφου καὶ Ἄθωνος. Ἐχάθησαν πολὺ μεγάλαι περιουσίαι· τὰ Μετόχια ἐκεῖνα ἀπέδιδον ἐτησίως 120.000.000 φράγκα. Καὶ ἐνῷ εἰς ἕνα Πρωτόκολλον, τὸ ὁποῖον ὑπέγραψαν αἱ ξέναι Δυνάμεις, διωρίσθη Ἐπιτροπὴ διὰ νὰ προνοήσῃ διὰ τὸ εἰσόδημα ἐκεῖνο τῶν Ἑλληνικῶν κτημάτων, ἡ Ἐπιτροπὴ αὐτὴ περιωρίσθη μόνον εἰς προκαταρκτικὰς ἐργασίας καὶ ἐχάθη διὰ παντὸς διὰ τὴν Ἑλλάδα ἡ κολοσσιαία ἐκείνη περιουσία. Ἔμεινεν ἀπομεμονωμένη ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος καὶ ὑπετάχθη ὄχι πλέον εἰς τὸν Ἄρχοντα, τὸν Βασιλέα, ὅπως ὑποτάσσονται αἱ προτεσταντικαὶ ἐκκλησίαι εἰς τὸν Μονάρχην· ὑπετάχθη εἰς τὸ Κράτος, εἰς τὴν ἰδέαν τοῦ Κράτους, εἰς τὸ τελευταῖον ὄργανον τοῦ Κράτους. Διὰ τοῦτο θὰ ηὐχόμην νὰ χειραφετηθῇ ἡ Ἐκκλησία. Ἡ Ἐκκλησία ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ νομοθετῇ ὄχι βέβαια προκειμένου περὶ οἰκονομικῶν τῆς Χώρας οὔτε περὶ ἄλλων ζητημάτων. Θὰ νομοθετήσῃ διὰ τὸ χριστεπώνυμον πλήρωμα, συνεχίζουσα τὰς παραδόσεις τῶν Ἀποστολικῶν Πατέρων καὶ τῶν ἄλλων διδασκάλων τῆς Ἐκκλησίας. Καὶ ἤδη προετοιμάζεται ἐργασία διὰ τὴν μέλλουσαν νὰ συγκροτηθῇ ἐν Ἱεροσολύμοις Οἰκουμενικὴν Σύνοδον. Ἐκεῖ δὲ θὰ μάθουν οἱ κύριοι συνάδελφοι ὅτι κανόνες τινὲς ἀναφερόμενοι εἰς ἐκκλησιαστικὰ ἔθιμα καὶ ἐκκλησιαστικὰς διατάξεις θὰ καταργηθῶσι καὶ θὰ μείνουν αἰώνιοι καὶ ἀναλλοίωτοι οἱ κανόνες οἱ ἀναφερόμενοι εἰς τὴν πίστιν καὶ εἰς τὰ δόγματα· διότι μόνον οἱ κανόνες αὐτοὶ δὲν μεταβάλλονται. Ἰησοῦς Χριστὸς χθὲς καὶ σήμερον ὁ αὐτὸς καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας. Θὰ ἔλθῃ ἐποχὴ κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν θὰ ἔχωμεν ἄγαμον Κλῆρον, διότι οὔτε ἦτο ὁ Κλῆρος ἄγαμος κατὰ τοὺς παλαιοὺς χρόνους. Ὁ Αὐτοκράτωρ τῶν Βυζαντινῶν Ἰουστινιανός, ἐπειδὴ οἱ Ἀρχιερεῖς εἶχον τὴν διαχείρισιν τῶν μοναστηριακῶν καὶ ἐκκλησιαστικῶν κτημάτων καὶ δι’ αὐτῶν ἐπροίκιζον υἱοὺς καὶ θυγατέρας, ἠναγκάσθη διὰ Διατάγματος νὰ ὁρίσῃ ὥστε νὰ ἐκλέγωνται ἀπὸ τοῦ ἀγάμου Κλήρου οἱ μέλλοντες νὰ χειροτονηθῶσιν Ἐπίσκοποι, καὶ ἦλθε κατόπιν ἡ πενθέκτη Οἰκουμενικὴ Σύνοδος καὶ ἐπεκύρωσε τὸ Διάταγμα τοῦ Ἰουστινιανοῦ. Σήμερον δὲν ὑπάρχει τοιαύτη διαχείρισις καὶ εἶναι ἀνάγκη καὶ ὁ ἀνώτερος Κλῆρος, οἱ Ἐπίσκοποι, νὰ ἔχουν τὰς οἰκογενείας των· διότι, ἂν κατὰ τὴν ἐποχὴν τῶν διωγμῶν πλεῖστοι τῶν Ἀποστόλων ἦσαν ἄγαμοι, ὡς ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, ὑπῆρχον ὅμως καὶ ἔγγαμοι, ὡς ὁ Ἀπόστολος Πέτρος, ὁ Ἀπόστολος Φίλιππος, ὅστις εἶχε καὶ τέσσαρας θυγατέρας. Καὶ βραδύτερον ἄλλοι πατέρες, Γρηγόριος ὁ Νύσσης, ἀδελφὸς τοῦ Μεγάλου Βασιλείου, ὁ ὁποῖος μετὰ τὴν χειροτονίαν ἐνυμφεύθη σύζυγον τὴν Θεοσέβειαν. Ἐλεγχόμενος δὲ ὑπὸ τοῦ ἀδελφοῦ του Βασιλείου τοῦ Μεγάλου ἀπήντησε: «Τὸ ὑπὲρ φύσιν ἀγγέλοις δέδοται ἡ παρθενία, ἡμῖν δὲ τοῖς ἀσθενέσιν ἀνθρώποις τὸ κατὰ φύσιν, ὁ γάμος». Καὶ ἔκτοτε ὁ Μέγας Βασίλειος τὸν ἀφῆκεν ἀνενόχλητον, διότι ἀνεγνώρισεν ὅτι εἶχε δίκαιον. Ὁ εἷς ἦτο ἀσθενοῦς κράσεως καὶ δὲν ἠσθάνετο τὴν ἀνάγκην τοῦ γάμου· ὁ ἄλλος ἤθελε νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν ἀχίλλειον πτέρναν, διότι ἀχίλλειος πτέρνα διὰ τὸν ἀνώτερον Κλῆρον ἦτο τὸ ἄγαμον. Οἱ ἐκ τῶν ἀγάμων κληρικῶν, καίπερ μορφωμένοι, ἐνῷ ἀγωνίζονται, ὁμοιάζουν μὲ ἰατρὸν γράφοντα μακρόθεν συνταγάς, διότι εἶναι ὑποχρεωμένοι, διὰ νὰ μὴ παρεξηγηθοῦν, νὰ μένουν κλεισμένοι εἰς τὰ δωμάτιά των, ἐνῷ, ἂν εἶχον τὴν οἰκογένειάν των, ὡς τὴν εἶχον οἱ ἀρχαῖοι Ἐπίσκοποι καὶ ὁ Συνέσιος ὁ Ἐπίσκοπος Θηβαΐδος θὰ ἦσαν πολὺ χρησιμώτεροι. Κατὰ τί θὰ ἐμποδίσῃ τὸν Ἐπίσκοπον νὰ ἐργασθῇ διὰ τὴν θρησκείαν ὁ οἰκογενειακὸς βίος; Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος λέγει (ἀναγινώσκει): «Δεῖ οὖν τὸν Ἐπίσκοπον ἀνεπίληπτον εἶναι, μιᾶς γυναικὸς ἄνδρα, νηφάλιον, σώφρονα κόσμον, φιλόξενον, διδακτικόν, μὴ πάροινον, μὴ πλήκτην, μὴ αἰσχροκερδῆ, ἀλλ’ ἐπιεικῆ, ἄμαχον, ἀφιλάργυρον, τοῦ ἰδίου οἴκου καλῶς προϊστάμενον, τέκνα ἔχοντα ἐν ὑποταγῇ μετὰ πάσης σεμνότητος. Εἰ δέ τις τοῦ ἰδίου οἴκου προστῆναι οὐκ οἶδε, πῶς ἐκκλησίας Θεοῦ ἐπιμελήσεται;». (Αʹ Τιμοθ. Γʹ 2–6). Δι’ ὅλα αὐτὰ ἐσκέπτετο τὸ Πατριαρχεῖον, ἀδελφοί, ἀλλ’ ἦλθον τὰ γεγονότα τῆς καταστροφῆς καὶ τῆς μεγάλης ἐθνικῆς συμφορᾶς καὶ ἀνεβλήθη ἡ ἀπόφασις αὕτη τῶν Ἱεραρχῶν. Τώρα ὅτε εἴμεθα συγκεντρωμένοι εἰς τὸ ἐλεύθερον ἐδῶ ἔδαφος οἱ πρώην δοῦλοι καὶ οἱ ἐλεύθεροι πολλὰ ἔχομεν νὰ ἐλπίσωμεν ἀπὸ τὴν Οἰκουμενικὴν Σύνοδον· διὰ τοῦτο εἶναι ἀνάγκη νὰ φροντίσῃ ἡ Πολιτεία δι’ ἱδρύσεως σχολείων, δι’ ἐκδόσεως χριστιανικῶν βιβλίων καὶ διὰ τῆς μεταφράσεως τῶν Γραφῶν, ἀφοῦ ὁ Πατριάρχης Κύριλλος ὁ Ϛʹ (1813) ὑπεχρέωσε νὰ μεταφρασθῇ τὸ Εὐαγγέλιον, ἀλλὰ πρέπει νὰ μεταφρασθοῦν αἱ Ἅγιαι Γραφαὶ ἀπὸ εἰδικούς. Δὲν γνωρίζω ποῦ εἶναι ὁ κ. Πασαλίδης. Εἰς τὴν Ρωσίαν μετέφρασαν τὰ βιβλία οἱ ἱεραπόστολοι τῶν Σλαύων Κύριλλος καὶ Μεθόδιος.
§137Ι. ΠΑΣΑΛΙΔΗΣ. Εἰς ποῖον αἰῶνα εὑρισκόμεθα; Ἐγὼ νομίζω ὅτι εὑρισκόμεθα εἰς τὸν εἰκοστὸν αἰῶνα. Ἡ ἀγόρευσίς σας δὲν εἶναι διὰ τὴν Ἐθνοσυνέλευσιν, ἀλλ’ εἶναι διὰ νὰ ἀναγνωσθῇ ἀπὸ ἄμβωνος Ἐκκλησίας.
§138Σ. ΠΑΠΑΓΡΗΓΟΡΙΑΔΗΣ. Ὅλα ὅσα εἶπον εἶναι πολὺ σχετικὰ μὲ τὸ θέμα. Τὴν μετέφρασεν ὁ Κύριλλος καὶ ὁ Μεθόδιος, οἱ ὁποῖοι δὲν ἦσαν τυχαῖοι ἄνθρωποι. Εἰς τὴν Γερμανίαν μετεφράσθη ἡ Ἁγία Γραφὴ ἀπὸ τὸν Λούθηρον ὄχι εἰς ἰδίωμα χυδαῖον, ἀλλ’ εἰς τὴν γλῶσσαν τῶν Πανεπιστημίων, τῆς ἀριστοκρατίας τῶν γραμμάτων καὶ τῶν τεχνῶν, εἰς τὸ «χοχντόιτς» εἰς αὐτὴν τὴν γλῶσσαν μετεφράσθη ὑπὸ τοῦ Λουθήρου. Καταλήγων, διὰ νὰ μὴ καταπονῶ τὴν Ἐθνοσυνέλευσιν, θὰ παρακαλέσω νὰ μείνῃ ὡς ἔχει εἰς τὸ προηγούμενον Σύνταγμα τὸ σχετικὸν ἄρθρον ἢ ὡς παρουσιάζεται ὑπὸ τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς καὶ μὲ τὴν προσθήκην ἀκόμη περὶ μεταφράσεως τῶν Ἁγίων Γραφῶν. Εἰδικοὶ δύνανται νὰ μεταφράσουν, ὄχι ἄνθρωποι μὴ ἔχοντες ἰδέαν τῆς Θεολογίας (Χειροκροτήματα).
§139ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σαράτσης ἔχει τὸν λόγον.
§140Δ. ΣΑΡΑΤΣΗΣ. Κύριοι πληρεξούσιοι, ἀναγνωρίζω τὴν κούρασιν τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως· καὶ μετὰ τόσον σαφῆ ἀνάπτυξιν τοῦ θέματος ὑπὸ τῶν κυρίων προλαλησάντων σᾶς ὑπόσχομαι νὰ εἶμαι συντομώτατος. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψετε νὰ σᾶς ὑποβάλω μερικὰς σκέψεις ἐπὶ τοῦ συζητουμένου ἄρθρου, τοῦ ὁποίου ἡ πρόταξις καὶ εἰς ἐμὲ ἐγέννησε τὴν ἐντύπωσιν ὅτι ἀρχίζομεν νὰ πραγματευώμεθα περὶ πραγμάτων τὰ ὁποῖα ἀναφέρονται εἰς ὑπερκοσμίους ἐξουσίας, πρὶν κανονίσωμεν τὰς κοσμικὰς τοιαύτας. Τὸ Σύνταγμα εἶναι ὁ Καταστατικὸς Χάρτης, ὁ ὁποῖος ὤφειλε νὰ ὁρίσῃ ποῖαι εἶναι αἱ ἐξουσίαι τῆς Πολιτείας καὶ μετὰ ταῦτα νὰ πραγματευθῇ καὶ περὶ τῶν σχέσεων τὰς ὁποίας ἔχει ἡ Δημοκρατία μετὰ τῆς θρησκείας. Ἐν τούτοις αὐτὸ δὲν ἐγένετο. Καὶ παρακαλῶ νὰ ἀκούσετε μερικὰς ἀπορίας μου. Ἐν πρώτοις ἡ διατύπωσις τοῦ ἄρθρου, ὅπως φαίνεται, «ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, κεφαλὴν γνωρίζουσα τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν», ἡ διατύπωσις, λέγω, ἐνθυμίζει Χριστιανικὴν Κατήχησιν ἢ Σύνοψιν Προσευχῶν, ἀλλ’ ὄχι συνταγματικὰς διατάξεις. Ἐδῶ δὲν συνήλθομεν νὰ κάμωμεν ἄρθρα πίστεως, ἀλλὰ νὰ συντάξωμεν τὸ πολίτευμα, εἰς τὸ ὁποῖον δὲν ἔχουν θέσιν δογματικαὶ ἀντιλήψεις τῶν θρησκειῶν· διότι, ἂν πρόκειται τὸ Σύνταγμα νὰ κανονίσῃ τί διδάσκει ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία, ὀφείλει νὰ κανονίσῃ τί διδάσκει καὶ ἡ Ἑβραϊκὴ καὶ ἡ Μωμεθανικὴ Ἐκκλησία, διότι ἔχομεν καὶ συμπολίτας σήμερον Ἑβραίους καὶ Τούρκους καὶ θὰ ἔπρεπε νὰ ὁρίσωμεν διὰ τοῦ Συντάγματος καὶ ὅτι ἡ Ἑβραϊκὴ ἀναγνωρίζει ἀρχηγόν της τὸν Ἰεχωβᾶ καὶ ἡ Τουρκικὴ τὸν Ἀλλάχ. Αὐταὶ ὅμως δὲν εἶναι διατάξεις συνταγματικαί. Οὐδὲν Σύνταγμα ἀναγράφει θεολογικὰς διατάξεις, οὔτε αὐτὸ τὸ Πολωνικὸν οὔτε τὸ Τουρκικόν, τὰ ὁποῖα ἀναγνωρίζουν Ἐκκλησίαν τοῦ Κράτους, οὔτε εἰς αὐτὰ δὲν ἀναφέρονται ὡρισμένα δόγματα, τὰ ὁποῖα ἀνάγονται εἰς ζητήματα θρησκευτικὰ καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποτελέσουν ἀντικείμενον ἐρεύνης συνταγματικῶν διατάξεων. Δὲν ἔχομεν δικαιοδοσίαν νὰ κρίνωμεν ἡμεῖς τί πιστεύει καὶ τί δὲν πιστεύει ἡ Ἐκκλησία. Τὸ μόνον τὸ ὁποῖον ἔχομεν νὰ κάμωμεν εἶναι νὰ κανονίσωμεν τὰς σχέσεις τοῦ Κράτους μὲ τὴν Ἐκκλησίαν. Ἐπὶ πλέον παρατηρῶ ὅτι ὁ ὅρος «ἐπικρατοῦσα θρησκεία», ἂν μὲν σημαίνῃ ὅτι εἶναι Ἐκκλησία τῶν ἐπικρατεστέρων, ὅτι δηλαδὴ οἱ Ὀρθόδοξοι ἡμεῖς εἴμεθα οἱ ἐπικρατέστεροι, τοῦτο εἶναι μία κοινοτοπία, εἶναι ὡσὰν νὰ λέγῃ τὸ Σύνταγμα ὅτι ὁ ἥλιος ἀνατέλλει καὶ δύει καὶ εἰς τὴν Ἑλλάδα, ὅπως ἀνατέλλει καὶ δύει εἰς τὸν ἄλλον κόσμον, ἂν δὲ θέλῃ νὰ εἴπῃ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον διετύπωσεν ὁ ἀγαπητός μου ἀρχηγὸς τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως», ὅτι ἡ Ἐκκλησία ἡ Ὀρθόδοξος εἶναι Ἐκκλησία τοῦ Κράτους, τοῦτο θὰ ἦτο εἰλικρινέστερον. Ἀλλὰ Ἐκκλησία τοῦ Κράτους δὲν ὑπάρχει σήμερον. Καὶ εἰς τὸ Τσεχοσλοβακικὸν Σύνταγμα καὶ εἰς τὸ Ρωσικὸν καὶ εἰς τὸ Γερμανικὸν καὶ ἐκ τῶν παλαιοτέρων εἰς τὸ Βελγικόν, εἰς τὸ Γαλλικόν, εἰς τὸ Ἰταλικὸν καὶ εἰς τὸ Ἀμερικανικὸν δὲν ὑπάρχει οὐδεμία Ἐκκλησία τοῦ Κράτους. Μόνον Ἐκκλησία τοῦ Κράτους ὑπάρχει εἰς τὸ Πολωνικὸν καὶ τὸ Τουρκικόν· διότι τὸ Κράτος ὀφείλει νὰ εἶναι ἄθρησκον· ὄχι ἀντίθρησκον οὔτε ἄθεον, ὅπως εἶπεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Ἀβραάμ. Τὸ Κράτος πρέπει νὰ εἶναι ἄθρησκον, ἔχον πλήρη οὐδετερότητα ἀπέναντι πάσης οἱασδήποτε μορφῆς λατρείας· Θὰ ὤφειλε νὰ μὴ ἔχῃ καμμίαν προτίμησιν ἀπέναντι οὐδεμιᾶς θρησκείας, διότι δὲν εἶναι αὐτὸς ὁ προορισμὸς τοῦ Κράτους. Γνωρίζω τὴν ἀντίρρησιν ὅτι ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία συνυφάνθη μὲ τὸ Ἑλληνικὸν Γένος καὶ ἔφερε τὴν ἀπελευθέρωσιν αὐτοῦ. Δὲν εἶμαι ἐγὼ ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος θὰ ὑποτιμήσῃ τοὺς ἀγῶνας τοὺς ὁποίους ἔκαμον διαπρεπεῖς κληρικοὶ τῆς Ἐκκλησίας μας ὑπὲρ τοῦ Γένους, ἀλλὰ μὴ λησμονῆτε, κύριοι, ὅτι δὲν εἶναι οἱ μόνοι οἱ ὁποῖοι ἐδημιούργησαν τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος. Τὸ Ἑλληνικὸν Γένος διετηρήθη καὶ μὲ τὰ θαυμάσια λαϊκά του ᾄσματα, τὰς ὡραίας παραδόσεις του καὶ τὴν φάλαγγα τῶν λογίων, οἱ ὁποῖοι κατὰ τοὺς χρόνους τῆς δουλείας διέλυσαν τὰ σκότη τῆς ἀμαθείας. Καὶ ὅταν ἦλθεν ἡ ὥρα τῆς ἀναστάσεως, ἐδημιούργησαν τὸ Κράτος οἱ ἀγῶνες τῶν πολεμιστῶν καὶ τῶν πολιτικῶν.
§141Δ. ΘΕΟΛΟΓΙΤΗΣ. Ἄν δὲν ἦτο ἡ θρησκεία, δὲν θὰ ἔκαμνον τίποτε.
§142Δ. ΣΑΡΑΤΣΗΣ. Ὡμολόγησα τοὺς ἀγῶνας τῶν μεγάλων κληρικῶν, ἀλλὰ δὲν ἦσαν οἱ μόνοι. Θὰ ἤρχετο κανεὶς νὰ ὑποστηρίξῃ ὅτι οἱ διάδοχοι τῶν δημιουργῶν τοῦ Ἔθνους ἀγωνιστῶν καὶ τῶν πολιτικῶν θὰ ἔπρεπε νὰ ἔχουν προνομιακὴν θέσιν εἰς τὴν Πολιτείαν;
§143Γ. ΚΑΛΔΗΣ. Οἱ Ἕλληνες τῆς Ἀνατολῆς, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐγνώριζον τὴν Ἑλληνικὴν γλῶσσαν καὶ δὲν ἐδιάβαζον τὰ Ἑλληνικὰ τραγούδια, ἀπὸ ποῦ ἠρύσθησαν τὴν ἐθνικήν των συνείδησιν;
§144Δ. ΣΑΡΑΤΣΗΣ. Διὰ τῆς πίστεως· δὲν τὸ ἠρνήθην. Εἶπον ὅτι ἡ Ἐκκλησία δὲν ἦτο ὁ μόνος παράγων.
§145Ι. ΜΑΡΜΑΤΑΚΗΣ. Καὶ ἡ πρώτη ὕλη ἐλαμβάνετο ἀπὸ τὴν Ἐκκλησίαν, ἡ ὁποία ἐπώλησε καὶ τὰ δισκοπότηρα ἀκόμη.
§146Δ. ΣΑΡΑΤΣΗΣ. Δὲν ὑπετίμησα τοὺς ἀγῶνάς των, κ. συνάδελφε, ἀλλά, ὅπως θὰ ἦτο σόλοικον εἰς τοὺς ἀπογόνους καὶ τοὺς διαδόχους τῶν μεγάλων ἀνδρῶν νὰ ἔχουν προνομιακὴν θέσιν, εἶναι ὁ ἴδιος σολοικισμὸς νὰ ἀναγνωρίσωμεν ὅτι εἰς τοὺς διαδόχους τῶν κληρικῶν, οἱ ὁποῖοι ἐθυσιάσθησαν ὑπὲρ τοῦ Ἔνους, ὀφείλεται προνομιακὴ θέσις εἰς τὴν Πολιτείαν. Ἐπὶ πλέον ἡ φράσις «πᾶσα γνωστὴ θρησκεία κλπ.» περιορίζει τὴν ἀνθρωπίνην σκέψιν καὶ τὸ συναίσθημα, διότι ὅσον καὶ ἂν διὰ τῆς προόδου τῶν φυσικῶν ἐπιστημῶν περιωρίσθη ὁ κύκλος τοῦ ὑπερφυσικοῦ καὶ δὲν εἶναι πιθανὴ ἡ δημιουργία νέας θρησκείας, δὲν ἠμποροῦμεν νὰ σταματήσωμεν τὸ συναίσθημα καὶ νὰ εἴπωμεν: «Ἀπαγορεύομεν νὰ ὑπάρξῃ μία νέα θρησκεία· ἂν ἀναφανῇ οἱαδήποτε νέα θρησκεία, ὀφείλει νὰ εἶναι σεβαστή». Διὰ τοῦτο νομίζω ὅτι, ἂν δὲν ἀπαλειφθῇ ὅλον τὸ ἄρθρον, ὅπως θὰ σᾶς προτείνω, πρέπει νὰ ἀπαλειφθῇ ἡ λέξις «γνωστή» καὶ νὰ μείνῃ «πᾶσα θρησκεία τελεῖ ἐλευθέρως καὶ ἐκτελεῖ τὰ τῆς λατρείας της, ἐφόσον δὲν παραβαίνει τοὺς νόμους». Ἔρχεται κατόπιν ἡ φράσις «ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος τηροῦσα ἀπαρασαλεύτως τοὺς ἱεροὺς ἀποστολικοὺς καὶ συνοδικοὺς κανόνας καὶ τὰς ἱερὰς παραδόσεις». Ἐφόσον ἡ Ἐκκλησία θέλει νὰ τηρῇ τὰς παραδόσεις καὶ τοὺς κανόνας, οὐδεὶς δύναται νὰ τὴν ἐμποδίσῃ καὶ εἶναι καθῆκόν της νὰ τοὺς τηρῇ, ἀλλὰ νὰ ἔλθωμεν ἡμεῖς καὶ νὰ δώσωμεν συνταγματικὸν κῦρος εἰς αὐτοὺς τοὺς κανόνας εἶναι αὐτὰ πράγματα τὰ ὁποῖα φαίνονται ἀντίθετα πρὸς τὴν φυσικὴν ἐξέλιξιν τῆς ἀνθρωπίνης σκέψεως, διότι οἱ κανόνες αὐτοὶ ἐγένοντο ὑπὸ διαφορετικὰς περιστάσεις καὶ ἐπρονόουν περὶ καταστάσεως ἡ ὁποία ὑπῆρχε τότε, ὁπότε ὑπῆρχε διάφορος ἀντίληψις ἐκείνης τὴν ὁποίαν ἔχομεν σήμερον. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔλθωμεν σήμερον μὲ τὸ Σύνταγμα νὰ ὑποστηρίξωμεν τοὺς κανόνας ἐκείνους καὶ νὰ ὑποστηρίξωμεν ὅτι οἱ κανόνες οἱ ὁποῖοι ἐγένοντο πρὸ χιλίων ἐτῶν ἔχουσι κῦρος συνταγματικῆς διατάξεως καὶ εἶναι ἀνώτεροι τῶν νόμων, τοὺς ὁποίους ἡ Νομοθετικὴ Ἐξουσία θὰ δημιουργήσῃ. Ὁ συνάδελφος κ. Φίλανδρος εἶπεν ὅτι ἄλλοτε, ἐπὶ τῶν Βυζαντινῶν χρόνων, οἱ κανόνες εἶχον μεγαλυτέραν ἰσχὺν τῶν νόμων. Βεβαίως ἐπὶ τοῦ Ἰουστινιανοῦ καὶ τῶν διαφόρων Αὐτοκρατόρων εἶχον μεγαλυτέραν ἰσχύν, ἀλλ’ αὐτὸ ἀπέρρεεν ἐκ τῆς θεοκρατικῆς ἀντιλήψεως, ἡ ὁποία ὑπῆρχε καὶ εἰς τὴν Πολιτείαν καὶ εἰς τὴν ἐπιστήμην ἀκόμη κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην. Εὐτυχῶς ἀπηλλάγη σήμερον ἡ ἀνθρωπότης τῆς θεοκρατικῆς ἀντιλήψεως καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἰσχύουν ὡς ἄρθρα Συντάγματος κανόνες τεθέντες πρὸ χιλίων ἢ χιλίων πεντακοσίων ἐτῶν καὶ ρυθμίζοντες σχέσεις αἱ ὁποῖαι ἢ δὲν ὑπάρχουν ἐντελῶς ἤ, ἂν ὑπάρχουν, ἔχουσιν ἄλλως διαμορφωθῆ. Δὲν ἔχω παρὰ νὰ σᾶς ἀναφέρω μερικοὺς κανόνας διὰ νὰ ἴδετε πόσον ἀντίθετοι εἶναι πρὸς τὸ ἐπικρατοῦν σήμερον αἴσθημα. Ὁ 53 κανὼν τῆς ἐν Λαοδικείᾳ Συνόδου λέγει ὅτι «οὐ δεῖ χριστιανοὺς εἰς γάμον ἀπερχομένους βαλλίζειν ἢ ὀρχεῖσθαι, ἀλλὰ σεμνῶς δειπνεῖν ἢ ἀριστᾶν». Ἄρα κάθε ἕνας ἐξ ἡμῶν ὁ ὁποῖος θὰ ὑπάγῃ εἰς ἕνα γάμον καὶ θὰ γλεντήσῃ δὲν ἠμπορεῖ νὰ εἶναι χριστιανός. Καὶ τὸ λέγομεν ἡμεῖς μὲ τὸ Σύνταγμα, διότι αὐτὸς ὁ κανὼν δὲν ἀντίκειται πρὸς αὐτό, ἀφοῦ, ὅπως γνωρίζετε, δὲν ἰσχύουν μόνον οἱ κανόνες οἱ ρυθμίζοντες σχέσεις διοικητικάς, ἐφόσον ἀντίκεινται πρὸς τὸ Σύνταγμα. Ὁ 13 κανὼν τοῦ Μεγάλου Βασιλείου καταδικάζει εἰς τριετῆ στέρησιν τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας τοὺς ἐν πολέμῳ φονεύοντας. Σήμερον ἔχομεν ἄλλην ἀντίληψιν· ὄχι μόνον δὲν καταδικάζομεν αὐτούς, ἀλλὰ τοὺς στεφανώνομεν. Ἄλλος κανών, ὁ 84 τῆς Καρθαγένης, διατάσσει «ἵνα τὰ λείψανα τῆς εἰδωλολατρείας μὴ μόνον ἐν ξοάνοις, ἀλλὰ καὶ ἐν οἱοισδήποτε τόποις ἢ ἅλσεσιν ἢ δένδροις παντὶ τρόπῳ ἐξαλειφθῶσι». Δηλαδὴ νὰ καύσωμεν καὶ τὸν Ἑρμῆν τοῦ Πραξιτέλους καὶ τὸν Παρθενῶνα, ὡς λείψανα εἰδωλολατρικά! Ὑπάρχει καὶ ἄλλος κανὼν κωμικώτερος, ὁ 11ος τῆς Τρούλλου, ὁ ὁποῖος ὁρίζει «καθαίρεσιν κληρικοῦ καὶ ἀφορισμὸν λαϊκοῦ συμβουλευθέντος Ἰουδαῖον ἰατρόν»! Φαντασθῆτε ἕως ποῦ ἠμπορεῖ νὰ φθάσῃ τὸ παράλογον τῶν διατάξεων αὐτῶν, εἰς τὰς ὁποίας θέλομεν νὰ δώσωμεν συνταγματικὸν κῦρος. Ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ ἄλλος κίνδυνος. Μὲ τὴν συνταγματικὴν αὐτὴν διάταξιν ὑπὲρ τῶν κανόνων διατρέχομεν τὸν κίνδυνον νὰ σταματήσῃ εἰς ἓν σημεῖον ἡ Νομοθετικὴ Ἐξουσία εἰς τὸ μέλλον. Ἕν ζήτημα σπουδαῖον, τὸ ὁποῖον ἀσφαλῶς θὰ ἀπασχολήσῃ τὰς Βουλὰς τοῦ μέλλοντος, εἶναι ὁ πολιτικὸς γάμος. Μετὰ τὴν ἐπέκτασιν τοῦ Κράτους δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξακολουθήσῃ νὰ ἀπαγορεύεται ὁ γάμος μεταξὺ ἀλλοθρήσκων, οὔτε δύναται τὸ Κράτος νὰ ἀνέχεται ἐπ’ ἄπειρον τὴν παράνομον συμβίωσιν, διότι ὅλοι γνωρίζομεν περιστατικὰ ἀλλοθρήσκων οἱ ὁποῖοι συζοῦν παρανόμως εἰς γάμου κοινωνίαν, διότι δὲν δύνανται νὰ τελέσωσι τοῦτον, ἀπαγορευόμενον ὑπὸ τῶν κανόνων. Πῶς θὰ ἔλθῃ ἡ Βουλὴ νὰ νομοθετήσῃ τὸν πολιτικὸν γάμον, ὁ ὁποῖος θὰ ἐπιτραπῇ καὶ εἰς ἡμᾶς, ὅπως ἐπετράπη καὶ εἰς τὰ ἄλλα Κράτη καὶ εἰς αὐτὰ τὰ Βαλκάνια, ὅταν θὰ ἐγερθῇ ἡ Ἐκκλησία καὶ θὰ εἴπῃ ὅτι εἶναι ἐναντίον τῶν κανόνων καὶ ἑπομένως ἀντισυνταγματικός; Καὶ ὅμως θὰ κληθῇ μίαν ἡμέραν ἡ Βουλὴ νὰ ἀποφανθῇ ἐπὶ τοῦ σπουδαιοτάτου τούτου ζητήματος. (Διαμαρτυρίαι).
§147Σ. ΖΕΡΒΟΣ. Ἐν ᾗ περιπτώσει, κ. συνάδελφε, ἡ γνώμη τὴν ὁποίαν εἰσηγεῖσθε γίνῃ δεκτὴ πρέπει νὰ ἠξεύρετε ὅτι τὰ τμήματα τὰ ὁποῖα δὲν περιλαμβάνονται ἐντὸς τοῦ ἐλευθέρου Κράτους θὰ παύσωσιν ἐντὸς ὀλίγου νὰ εἶναι Ἑλληνικά. Πρὶν οὕτω δικάσετε καὶ καταδικάσετε μὲ τόσην εὐκολίαν περὶ ἑνὸς τόσον σοβαροῦ ζητήματος δὲν εἶναι δυνατὸν μὲ ἓν μειδίαμα ἢ μὲ μίαν ἀφελῆ συνεννόησιν νὰ πάρετε τὴν μάχαιραν, νὰ τάμητε καὶ νὰ ἀποχωρίσετε τὰς ἐπαρχίας ἐκείνας αἱ ὁποῖαι δὲν ἔχουσι τὴν τιμὴν νὰ εἶναι μεταξὺ τῶν ὁρίων τοῦ ἐλευθέρου Κράτους. Οὔτε ὁ εἰσηγούμενος τοιαύτας γνώμας πρέπει νὰ ἀκούεται μετ’ εὐλαβείας (διαμαρτυρίαι), διότι εἶναι μία γνώμη, ἡ ὁποία, λαμβάνουσα τυχὸν σάρκα καὶ ὀστᾶ, θὰ φέρῃ τὴν καταδίκην καὶ τὴν καταστροφὴν ὡρισμένων ἐπαρχιῶν Ἑλληνικῶν. Δὲν δυνάμεθα δυστυχῶς νὰ ἐπεκταθῶμεν διὰ γνωστοὺς λόγους. Μελετήσατε ὅμως, κύριοι, βαθύτερον τὸ θέμα τοῦτο καὶ ἀποφανθῆτε. Ἀλλ’ ἀποφασίσατε μετὰ σοβαρὰν σκέψιν καὶ μελέτην αὐτοῦ.
§148Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Κύριε Ζερβέ, δὲν ἀπαγορεύονται οἱ γάμοι μεταξὺ ἑτεροδόξων. Ἀντελήφθην περὶ τίνος πρόκειται, διότι σεῖς ἔχετε ὑπ’ ὄψιν γάμους ἑτεροδόξων.
§149Σ. ΖΕΡΒΟΣ. Ἐν ᾗ περιπτώσει, ἀξιότιμε κ. ἀρχηγὲ τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως», ἐκ μέρους τοῦ Πατριαρχείου ἐπετρέποντο αὐτοὶ οἱ γάμοι, ὡρισμέναι ἐπαρχίαι, ὡρισμέναι ἑνώσεις τούτων δὲν θὰ ἦταν προσεχῶς Ἑλληνικαί. Γνωρίζετέ το ἀσφαλῶς καὶ ἀναμφισβητήτως. Καὶ ὅταν ἔγινεν εἷς γάμος εἰς ὡρισμένην ἐπαρχίαν τοιοῦτος, ἡ Ἐκκλησία ἀντιληφθεῖσα τὸν φοβερὸν κίνδυνον ἐξέδωκεν ἐπιτίμιον καὶ ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης εὐτυχῶς οὔτε εἷς ἐγένετο πλέον γάμος τοιοῦτος καὶ ἡ ἐπαρχία ἔκτοτε ἔμεινεν ἀλώβητος, ἀναμένουσα ἀγωνιωδῶς τὴν στιγμὴν καθ’ ἣν Ἑλληνικὴ καὶ μόνον Ἑλληνικὴ θὰ ἐλευθερωθῇ καὶ θὰ ἑνωθῇ μετὰ τῆς Μητρὸς Ἑλλάδος.
§150Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἡμεῖς ψηφίζομεν Σύνταγμα διὰ τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος· δὲν θὰ θίξωμεν τὰς ἐπαρχίας αἱ ὁποῖαι ὑπάγονται εἰς τὸ Πατριαρχεῖον.
§151Σ. ΖΕΡΒΟΣ. Τὸ Πατριαρχεῖον ἔχει πολλὰς δεκάδας Ἀρχιερέων, ὡς γνωστόν, ὑπὸ τὴν ἄμεσον ἐξουσίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, καθὼς ἄριστα γνωρίζετε, ἀξιότιμε κ. πρόεδρε τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως». Γνωρίζετε δὲ ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Ἐκκλησία θὰ κανονίσῃ τὰς σχέσεις της πρὸς τὸ Πατριαρχεῖον προσεχῶς καὶ κατόπιν συζητήσεων, ὁπότε καὶ θὰ ἐκδοθῇ ὁ σχετικὸς Τόμος. Ἑπομένως πρὶν ἢ εἰσέλθωμεν εἰς τὸ ὀλισθηρὸν ἔδαφος τῆς ἐγκρίσεως τῆς γνώμης τοῦ ἀξιοτίμου κ. ἀγορεύοντος, ἂς φροντίσωμεν νὰ εἴμεθα ψύχραιμοι καὶ σκεπτικοί, διότι ἄλλως θὰ ἐκφέρωμεν γνώμας καὶ θὰ καταλήξωμεν εἰς συμπεράσματα, ὄπισθεν τῶν ὁποίων θὰ ἀντικρύσωμεν συντρίμματα καὶ καταστροφὴν ἀκραιφνῶς Ἑλληνικῶν ἐπαρχιῶν.
§152Δ. ΣΑΡΑΤΣΗΣ. Ὁ ἀξιότιμος κ. Ζερβὸς ἐλησμόνησεν ὅτι μετὰ τὴν Συνθήκην τῆς Λωζάννης τὰ Πατριαρχεῖα ἔπαυσαν δυστυχῶς νὰ ἔχουν πολιτικὴν ἐξουσίαν. Ἀπόκειται ἑπομένως εἰς τὴν Τουρκικὴν Δημοκρατίαν νὰ εἰσαγάγῃ ἢ ὄχι τὸν πολιτικὸν γάμον χωρὶς ἡμεῖς νὰ δυνάμεθα νὰ ἐπηρεάσωμεν τίποτε. Ἐκτὸς τούτου οὐδαμῶς ἀπειλεῖται ὁ ἐθνισμός μας ἀπὸ τὸν πολιτικὸν γάμον, ὁ ὁποῖος θὰ εἶναι ὑποχρεωτικὸς χωρὶς νὰ ἀπαγορευθῇ ὁ θρησκευτικός, ἀλλὰ θὰ διευκολύνῃ τοὺς γάμους μεταξὺ ἀλλοθρήσκων καὶ ὀφείλει νὰ γίνῃ ὅπως ἔγινεν εἰς ὅλα τὰ Κράτη. Δὲν τὸ προτείνω τώρα, ἀλλὰ λέγω ὅτι θὰ παραστῇ ἀνάγκη νὰ γίνῃ εἰς τὸ προσεχὲς μέλλον. Δι’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους ἐγὼ προτείνω τὸ ἄρθρον αὐτὸ νὰ ἀπαλειφθῇ ὁλόκληρον καὶ νὰ ἀναγνωρισθῇ πλήρης ἐλευθερία θρησκευτικῆς συνειδήσεως. Ὅλαι αἱ θρησκεῖαι νὰ εἶναι ἴσαι ἀπέναντι τοῦ Κράτους· οὐδεὶς θὰ ἐλέγχεται διὰ τὰς θρησκευτικὰς καὶ ἀντιθρησκευτικάς του πεποιθήσεις, θρησκεία δὲ τοῦ Κράτους δὲν θὰ ὑπάρχῃ. (Θόρυβος καὶ διαμαρτυρίαι. (Παρακαλῶ, ἀκούσατε πρῶτον. «Ὁ μὴ εἰδὼς ἀκούειν κακῶς βουλεύεται», ἔλεγον οἱ ἀρχαῖοι.
§153ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Ἀπὸ τὴν δίκην τῶν ἀθέων σᾶς γνωρίζομεν.
§154Δ. ΣΑΡΑΤΣΗΣ. Ἐγὼ δὲν σᾶς γνωρίζω καὶ εἶμαι εὐτυχής. (Γέλωτες).
§155Δ. ΒΑΡΕΛΑΣ. Τί εἶναι αὐτά; Δὲν ἐπιτρέπονται.
§156ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀπαγορεύονται αἱ διακοπαί.
§157Δ. ΣΑΡΑΤΣΗΣ. Νὰ χωρισθῇ τὸ Κράτος ἀπὸ τῆς Ἐκκλησίας.
§158ΤΙΝΕΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Κάτω, κάτω.
§159Δ. ΚΑΛΚΑΝΔΗΣ. Εἶναι κτηνώδης κατάστασις. (Θόρυβος).
§160Κ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ κ. συνάδελφος ἐν τῇ ἀγανακτήσει του ἐξεστόμησε βαρυτάτην φράσιν καὶ πρέπει νὰ τὸν βάλετε εἰς τὴν θέσιν του. Εἶπεν ὅτι εἶναι κτηνώδης ἡ κατάστασις.
§161Δ. ΣΑΡΑΤΣΗΣ. Κύριε συνάδελφε, μὴ ἐπεμβαίνετε· ὁ κ. συνάδελφος ἔκαμε μίαν περιαυτολογίαν. (Γέλωτες καὶ χειροκροτήματα). Λοιπὸν ἡ Ἐκκλησία προτείνει καὶ αὐτὴ νὰ χωρισθῇ ἀπὸ τὸ Κράτος, ἀλλὰ προτείνει κατά τινα τρόπον ἐντελῶς πρωτότυπον. Δηλαδὴ ἡ Ἐκκλησία ἔρχεται καὶ λέγει: Θέλω νὰ χωρισθῶ ἀπὸ τὸ Κράτος, θέλω νὰ διευθύνω τὸν ἑαυτόν μου ὅπως κρίνω ἐγώ, ἀλλὰ θέλω νὰ πληρώνωμαι» καὶ ἀναφέρει τὸ περιστατικὸν τῆς Ρουμανικῆς Ἐκκλησίας. Ἀλλὰ εἴτε δὲν γνωρίζει τί συμβαίνει εἴτε ἀποκρύπτει τὴν κατάστασιν. Ἡ Ρουμανικὴ Ἐκκλησία εἶναι ὑπόδειγμα Ἐκκλησίας ὑφισταμένης ὑπὸ τὸ Κράτος, δὲν εἶναι αὐτόνομος· διότι τὸ Κράτος τὸ Ρουμανικὸν ἔδωκε μὲν νομοθετικήν τινα ἐξουσίαν εἰς τὴν Σύνοδον διὰ τὰ ἐσωτερικὰ τῆς Ἐκκλησίας, πληρώνει τοὺς Ἐπισκόπους καὶ τοὺς ἱερεῖς, ἀλλὰ ἐπῆρεν ὅλα τὰ δικαιώματα τῆς αὐτονομίας, τὰ ὁποῖα εἶχον οἱ ἱερεῖς καὶ οἱ Ἐπίσκοποι, ἀφοῦ καὶ οἱ Νομάρχαι ἐπεμβαίνουν εἰς τὸν διορισμὸν ἢ τὴν μετάθεσιν ἱερέων, οἱ δὲ Ἐπίσκοποι διορίζονται ὑπὸ τῆς Γερουσίας καὶ τῆς Βουλῆς, συνερχομένων μετὰ τῆς Συνόδου. Ἐκεῖ λοιπὸν ἡ Ἐκκλησία ἐπώλησε τὰ δικαιώματά της ἀντὶ πινακίου φακῆς. Ἄρα δὲν εἶναι καμμία αὐτονομία αὐτὸ τὸ ὁποῖον ζητοῦν, ἀλλὰ μᾶλλον μείωσις τῶν δικαιωμάτων τῆς Ἐκκλησίας. Ἐγὼ προτείνω ἡ Ἐκκλησία νὰ μὴ ἔχῃ καμμίαν σχέσιν μὲ τὸ Κράτος, νὰ μὴ προστατεύεται ἀπὸ τὸ Κράτος, τὸ κάμνω δὲ τοῦτο ὑπὲρ τῆς Ἐκκλησίας, οὐχὶ ὑπὲρ τοῦ Κράτους· διότι ἔχω τὴν ἰδέαν ὅτι αἱ ἐπιχορηγήσεις αὐταὶ τοῦ Κράτους, τὰς ὁποίας ζητεῖ ἡ Ἐκκλησία ἀπὸ τὸ Κράτος καὶ ἡ προστασία αὐτοῦ ἐσταμάτησαν τὴν ἐκκλησιαστικὴν ζωήν. Δὲν ὑπάρχει πραγματικὴ ἐκκλησιαστικὴ ζωὴ εἰς τὸν Τόπον μας, καὶ δὲν ὑπάρχει ἐκ τῆς ἐλπίδος τὴν ὁποίαν ἔχει ὁ Κλῆρος ὅτι θὰ εὕρῃ πάντοτε συνδρομὴν καὶ καταφύγιον εἰς τὴν Πολιτείαν. Ἂν στερηθῇ ὁ Κλῆρος πάσης συνδρομῆς ἐκ μέρους τοῦ Κράτους, θὰ ἀναζωογονηθῇ κατ’ ἀνάγκην, θὰ γίνῃ ὅ,τι ἔγινεν εἰς ὅλα τὰ Κράτη, θὰ ἀποκτήσῃ ἰδίαν ζωὴν θρησκευτικήν, δὲν θὰ εἶναι ἔμπορος τοῦ ἀγνώστου, ἐκμεταλλευόμενος πράγματι τὰς ἀνθρωπίνας ἀδυναμίας, ἀλλὰ θὰ εἶναι πραγματικὴ δύναμις θερμουργός, τὴν ὁποίαν θὰ δύναται νὰ χρησιμοποιήσῃ καὶ τὸ Κράτος. Μὲ τὰς ἰδίας ἑαυτοῦ δυνάμεις ὁ Κλῆρος ὀφείλει νὰ πείσῃ τὴν κοινωνίαν περὶ τῆς χρησιμότητός του. Καὶ τότε ἡ φιλανθρωπία νὰ ἐξασκῆται ὑπὸ τὴν ἡγεσίαν τοῦ Κλήρου. Ὁ ἄμβων θὰ ἀναζήσῃ, θὰ ἀναζωογονηθῇ τὸ κήρυγμα καὶ θὰ εἶναι μία ἐναρμόνισις τοῦ ποιμνίου πρὸς τὴν θεότητα. Εἰς κανὲν μέρος τοῦ κόσμου ὁ Κλῆρος δὲν ζητεῖ τὴν συνδρομὴν τοῦ Κράτους· ἐν τούτοις ἐκπληροῖ καλύτερον τὸν προορισμόν του ἀπὸ ἡμᾶς. Καὶ ἐνθυμοῦμαι μερικοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους εἶπεν ὁ Μπριὰν κατὰ τὴν συζήτησιν ἡ ὁποία ἔγινεν εἰς τὴν Γαλλικὴν Βουλὴν πρὸ 20 ἐτῶν, ὅταν συνεζητήθη ἐκεῖ ὁ χωρισμὸς τῆς Ἐκκλησίας ἀπὸ τοῦ Κράτους. Ἐκεῖ ὑπῆρξαν διάφοροι πολιτικοὶ λόγοι οἱ ὁποῖοι ἐπέφεραν τὸν χωρισμόν, διότι ἡ Ἐκκλησία ἐπενέβαινεν εἰς τὰ ἐκπαιδευτικὰ ἱδρύματα, ἐπανέβαινεν εἰς τὴν πολιτικὴν καὶ ἀπετέλει κόμμα ἰδιαίτερον. Διὰ τοῦτο καὶ τὸ Γαλλικὸν Κράτος ἔκοψε πάντα δεσμὸν μετ’ αὐτῆς. Ἔλεγε λοιπὸν ὁ Μπριάν (ἀναγινώσκει): «Εἰς δημοκρατικὸν πολίτευμα θέλομεν νὰ πραγματοποιήσωμεν τὴν πλήρη καὶ ὁριστικὴν οὐδετερότητα εἰς τὰ ζητήματα τῆς πίστεως, καὶ διὰ τοῦτο θέλομεν νὰ ἀφήσωμεν εἰς τὴν Ἐκκλησίαν τὴν ἐλευθερίαν νὰ ἐργασθῇ μόνη της καὶ νὰ ἐξελιχθῇ κατὰ τὰς δυνάμεις της καὶ τὰ μέσα της. Ἄν πράγματι ὑπάρχῃ μεγάλη ἰσχὺς ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ, αὕτη δὲν ἔχει νὰ φοβηθῇ ἀπὸ τὸν χωρισμόν. Θὰ προσαρμοσθῇ ἀκόπως εἰς τὸ νέον σύστημα, εἰς τὸ ὁποῖον δὲν θὰ εὕρῃ τίποτε διὰ τὴν προστασίαν της, ἀλλ’ εἰς τὸ ὁποῖον δὲν ὑπάρχει καὶ τίποτε διὰ νὰ τὴν καταστρέψῃ Ἀλλ’ ἂν ἡ δύναμις τῆς Ἐκκλησίας εὑρίσκεται ἐν τῷ Κράτει, εἰς τὴν ἐπίσημον συνδρομὴν τὴν ὁποίαν τοῦτο τῇ παρέχει σήμερον, τότε ἡ Ἐκκλησία εἶναι προωρισμένη νὰ ἐξαφανισθῇ· διότι φυσικά, ἂν ἡ Ἐκκλησία ζῇ διὰ τοῦ Κράτους, σημαίνει ὅτι ἡ ὕπαρξίς της εἶναι καθαρῶς τεχνητή». Καὶ φοβοῦμαι ὅτι τοῦτο συμβαίνει καὶ παρ’ ἡμῖν, ὅτι ἡ Ἐκκλησία ζῇ διὰ τοῦ Κράτους καὶ δὲν προσπαθεῖ νὰ ἀναπτύξῃ ἰδίαν ζωὴν θρησκευτικήν, ἡ ὁποία, ἐπαναλαμβάνω, εἶναι ἀπαραίτητος διὰ τὰ Ἔθνη. Εἶναι μία δύναμις, τὴν ὁποίαν ὀφείλουν οἱ προϊστάμενοι τῶν λαῶν νὰ ἔχουν πάντοτε ὑπ’ ὄψιν. Ἀλλ’ ἡ δύναμις εἶναι χαμένη παρ’ ἡμῖν καὶ δι’ ἄλλους λόγους, ἀλλὰ καὶ δι’ ὃν λόγον σᾶς ἀνέπτυξα. Ὁ κ. Φραγκούδης εἶπεν ὅταν ἐπενέβη ἡ πολιτικὴ καὶ ἔφθειρε τὴν Ἐκκλησίαν. Ἐγὼ δὲν ἔχω αὐτὴν τὴν ἰδέαν διὰ τὸν Κλῆρον, ἀλλ’ ἔχω τὴν ἰδέαν ὅτι ἡ ἐλπὶς τῆς ὑποστηρίξεως καὶ ἡ ἀνάμιξις τῆς Πολιτείας εἰς θρησκευτικὰ ζητήματα ἔκαμε τὴν Ἐκκλησίαν νὰ μὴ ἔχῃ ἰδίαν θρησκευτικὴν ζωὴν καὶ αὐτὸ εἶναι ἓν ἀπὸ τὰ ἐθνικὰ δυστυχήματα. Ἀπόδειξις εἶναι ὅτι πάντοτε ἡ Ἐκκλησία ἐπικαλεῖται τὰς ἐθνικὰς ὑπηρεσίας τὰς ὁποίας προσέφερεν. Ἀλλ’ ἤδη ἀπὸ 40 ἐτῶν ὁ Ροΐδης εἶχε παρατηρήσει ὅτι ἡ Ἐκκλησία, ἡ ὁποία παρουσιάζεται ὡς πατριωτικὴ καὶ ἐθνικὴ δύναμις, παύει πλέον νὰ εἶναι Ἐκκλησία καὶ θρησκεία, διότι αὐτὸς δὲν εἶναι ὁ σκοπὸς τῆς Ἐκκλησίας, νὰ προάγῃ τὸ ἐθνικὸν αἴσθημα, ἀλλ’ εἶναι νὰ συνδέσῃ τὸν ἀόρατον κόσμον μὲ τὸν πραγματικόν, νὰ ἐξυψώσῃ τὰ ἄψυχα καὶ νὰ καταστήσῃ τοὺς ἀνθρώπους ἀνωτέρους ἠθικῶς καὶ πνευματικῶς. Δὲν ἠμπορεῖ λοιπὸν μία Ἐκκλησία νὰ ἐπικαλῆται ἐθνικοὺς ἀγῶνας, οἱ ὁποῖοι ἔγιναν εἰς τὸ παρελθόν, ἀλλ’ ὀφείλει νὰ δημιουργήσῃ σημερινὴν ἀξίαν, σημερινὰς ὑπηρεσίας, αἱ ὁποῖαι θὰ δημιουργηθοῦν ἀκριβῶς ἂν ὑπάρξῃ θρησκευτικὴ ζωὴ καὶ ἡ ὁποία, κατὰ τὴν γνώμην μου, θὰ δοθῇ μόνον ἂν παύσῃ πᾶσα σχέσις τῆς Ἐκκλησίας πρὸς τὸ Κράτος. Ἔχει δὲ τὰ μέσα ἡ Ἐκκλησία νὰ δημιουργήσῃ τὴν ζωήν. Ὅταν ἔρχωνται καὶ παραπονοῦνται δι’ ἔλλειψιν πόρων καὶ ὅτι αὐτὸ εἶναι τὸ αἴτιον τὸ ὁποῖον δημιουργεῖ τὴν ἔλλειψιν τῆς ζωῆς αὐτῆς, αὐτὸ δὲν εἶναι τὸ αἴτιον, διότι εἰς τὸ παρελθὸν ἐπὶ τουρκοκρατίας δὲν εἶχε περισσοτέρους πόρους ἡ Ἐκκλησία καὶ ὅμως ἐθαυματούργησε, καὶ σήμερον εἶναι δυνατὸν νὰ δημιουργήσῃ περισσοτέρους πόρους, ἂν ἐφαρμόσῃ μίαν παρακράτησιν ἱερέων καὶ Ἀρχιερέων. Ἴσως ἀγνοεῖτε ὅτι εἰς τὰ γειτονικὰ Ὀρθόδοξα Κράτη ὁ ἀριθμὸς τῶν Ἀρχιερέων εἶναι ἐλάχιστος ἀπέναντι ἐκείνων τοὺς ὁποίους ἔχομεν ἡμεῖς. Εἰς τὴν Σερβίαν μετὰ τοὺς Βαλκανικοὺς πολέμους, οἱ ὁποῖοι προσήρτησαν πληθυσμὸν 2.000.000 καὶ ἔγινε Κράτος 5.000.000, ὑπάρχουν δέκα μόνον Ἀρχιεπίσκοποι, εἰς δὲ τὴν Ρουμανίαν καὶ πρὸ τοῦ πολέμου τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ (διότι ἤδη ἔχει προσαρτηθῇ καὶ ἡ Βεσσαραβία) ὑπῆρχον μόνον 16 Ἐπίσκοποι ἐπὶ πληθυσμοῦ 7.000.000. Ἐκ τούτων 2 εἶναι Μητροπολῖται, 8 Ἀρχιεπίσκοποι καὶ 6 τιτλοῦχοι ἄνευ θρόνου. Καὶ ἡμεῖς ἐδῶ ἔχομεν 25–30 τῆς Π. Ἑλλάδος καὶ 20 τῆς Ν. Ἑλλάδος. Ἀφ’ ἑτέρου τὰ εἰσοδήματα τῶν Ἀρχιερέων εἶναι πάμπολλα, διότι δὲν εἶναι μόνον ὁ μισθός, εἶναι πολλὰ νόμιμα εἰσοδήματα ἐξ ἀδειῶν γάμων καὶ ἄλλων πόρων, οἱ ὁποῖοι ἀναβιβάζουν τὰ ἐτήσια εἰσοδήματα ἑκάστου Ἐπισκόπου μεταξὺ 150 καὶ 300 χιλ. δραχμῶν. Ἂν περιορισθῇ ὁ ἀριθμὸς αὐτῶν εἰς 10 δι’ ὅλην τὴν Ἑλλάδα, τὰ εἰσοδήματα ἐκ τῶν καταργουμένων Ἐπισκοπῶν πρέπει νὰ διατεθῶσιν ὑπὲρ τοῦ κατωτέρου Κλήρου. Καὶ οὗτος ὅμως πρέπει νὰ περισταλῇ κατ’ ἀριθμόν. Διότι εἰς τὰς πόλεις οἱ ἐφημέριοι πλεονάζουν καὶ θὰ ἔπρεπε τὸ ἥμισυ τοῦ ἀριθμοῦ αὐτῶν νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὰ ἐπαγγέλματα τὰ ὁποῖα εἶχον πρὶν σκεφθοῦν τὸ ἱερατεῖον, διὰ τὸ ὁποῖον βεβαίως οἱ πλεῖστοι εἶναι ἀκατάλληλοι. Οὕτω λύεται τὸ ζήτημα τῆς μισθοδοσίας τοῦ Κλήρου.
§162ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Πολιτικὴ σκοπιμότης δὲν τὸ ἐπιτρέπει.
§163Δ. ΣΑΡΑΤΣΗΣ. Ἀλλ’ ἐγὼ ὑποστηρίζω ὅτι θὰ τὸ κάμῃ μόνη της ἡ Ἐκκλησία, διότι ἡ Ἐκκλησία, εὑρισκομένη ἄνευ τῆς ὑποστηρίξεως τοῦ Κράτους, θὰ ἀναπτύξῃ τὴν χρησιμότητά της δημιουργοῦσα τὴν θρησκευτικὴν ζωήν, ὅπως σᾶς εἶπα.
§164Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἔχετε τὴν ἰδέαν ὅτι, ὅπως εἶναι διατυπωμένον τὸ ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, θὰ ἐμποδίζῃ τὸν χωρισμὸν τῆς Ἐκκλησίας ἀπὸ τοῦ Κράτους;
§165Δ. ΣΑΡΑΤΣΗΣ. Ὁ χωρισμὸς εἶναι καὶ τώρα, ἀλλ’ ὄχι πλήρης.
§166Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὁ κ. πληρεξούσιος θέλει διὰ τοῦ Συντάγματος νὰ γίνῃ ὁ χωρισμός.
§167Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Διὰ τίνα λόγον νὰ τὸ κάμωμεν διὰ τοῦ Συντάγματος, ἀφοῦ σεῖς ὁ ἴδιος λέγετε ὅτι δὲν πρέπει νὰ γραφῇ τοιοῦτόν τι; Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐλευθερίαν, ἡ ἐλευθερία δὲν διέτρεξε κίνδυνον κατὰ τὴν ἑκατονταετίαν. Ἓν ἄλλο· τὸ Κράτος τί δίδει εἰς τὴν Ἐκκλησίαν;
§168Δ. ΣΑΡΑΤΣΗΣ. Μόνον ἐλπίζει ἡ Ἐκκλησία εἰς αὐτὸ καὶ ἔχει τὴν ἠθικήν του προστασίαν ὡς Ἐκκλησία τοῦ Κράτους.
§169Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Γνωρίζετε ὅτι τὸ Γενικὸν Ἐκκλησιαστικὸν Ταμεῖον ἔχει εἰσοδήματα ἀπὸ μοναστηριακὰ κτήματα καὶ τὰ ὁποῖα διαθέτει;
§170Δ. ΣΑΡΑΤΣΗΣ. Μάλιστα, ἀλλὰ ὑποστηρίζω ὅτι ἡ προστασία τοῦ Κράτους ἐμποδίζει τὴν ἀνάπτυξιν ἰδίας θρησκευτικῆς ζωῆς καὶ χρησιμότητος. Καὶ συμπεραίνω ἀπὸ τὰ ἄλλα Κράτη, εἰς τὰ ὁποῖα ὁ Κλῆρος ὄχι μόνον ἔχει ψυχικὴν ἐπαφὴν μὲ τοὺς πιστούς, ἀλλὰ προΐσταται πάσης φιλανθρωπικῆς κινήσεως χωρὶς νὰ ἔχῃ ἐπίσημόν τινα σχέσιν μὲ τὸ Κράτος, ὅτι, ἂν δὲν γίνῃ τοῦτο καὶ παρ’ ἡμῖν, τότε τὸ Κράτος θὰ ἐξακολουθήσῃ τὴν ἠθοπλαστικήν του δρᾶσιν διὰ τῆς ἐκπαιδεύσεως καὶ τῆς δικαιοσύνης, διότι γνωρίζετε ὅτι καὶ τὸ Κράτος εἶναι πηγὴ δικαίου καὶ ἠθικῆς.
§171Κ. ΦΙΛΑΝΔΡΟΣ. Ἡ Ἐκκλησία δὲν ζητεῖ νὰ πληρώνεται ἀπὸ τὸ Κράτος. Ζητεῖ τὴν περιουσίαν της, διὰ τῆς ὁποίας θὰ ἐκτελέσῃ τὸν προορισμόν της. Ὅσον ἀφορᾷ τὸν χωρισμὸν Ἐκκλησίας καὶ Πολιτείας, τὴν θέτει σιωπηρῶς τὸ σχέδιον τὸ ὁποῖον εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Συνέλευσιν.
§172Δ. ΣΑΡΑΤΣΗΣ. Χαίρω πολύ, διότι συμφωνοῦμεν εἰς τὸν χωρισμόν. Προκειμένου ὅμως περὶ πληρωμῆς, σᾶς ὑπενθυμίζω ὅτι ὁ Σεβασμιώτατος Ναυπακτίας κ. Ἀμβρόσιος, παριστάμενος ἐξ ὀνόματος τῆς Συνόδου κατὰ τὴν σχετικὴν περὶ Ἐκκλησίας συνεδρίασιν τῆς ἐπὶ τοῦ Συντάγματος Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς, ὑπέδειξε τὸ ἐν Ρουμανίᾳ κρατοῦν σύστημα καὶ ἐζήτησε νὰ ἐφαρμοσθῇ τοῦτο καὶ παρ’ ἡμῖν, δηλαδὴ νὰ ἔχῃ ἡ Σύνοδος νομοθετικὴν ἐξουσίαν διὰ τὰ ἐσωτερικὰ τῆς Ἐκκλησίας καὶ νὰ πληρώνωνται ἀπὸ τὸ Κράτος οἱ ἱερεῖς καὶ Ἀρχιερεῖς. Ὀλίγα ἀκόμη ἐπιτρέψατέ μοι νὰ προσθέσω διὰ τὴν διατύπωσιν κατὰ τῆς μεταφράσεως τῶν Γραφῶν, τὴν ὁποίαν ἐπρότεινεν ὁ κ. συνάδελφος Καρασεβδᾶς. Θέλω νὰ παρατηρήσω ὅτι αὐτὸ δὲν δύναται νὰ ἀποτελέσῃ ἀντικείμενον συνταγματικῆς διατάξεως. Ἡ Ἐκκλησία ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ κρίνῃ οἱονδήποτε βιβλίον τὸ ὁποῖον θεωρεῖ ἐπιβλαβὲς καὶ νὰ προφυλάξῃ τὸ ποίμνιόν της ἀπὸ τὴν ἀνάγνωσιν αὐτοῦ. Ἡ Καθολικὴ Ἐκκλησία, ὡς γνωρίζετε, ἔχει τὸν Judex, εἰς τὸν ὁποῖον ἀναγράφει πᾶν βιβλίον ἐπιβλαβές. Τὸ ἴδιον ἠμπορεῖ νὰ κάμῃ καὶ ἡ ἰδική μας Ἐκκλησία καὶ δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ τεθῇ εἰς τὸ Σύνταγμα, τοῦτο δὲ ἄλλως τε συνέβη καὶ πρὸ ἐτῶν. Εὑρῆκα μίαν διακήρυξιν τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἑλλάδος ἀπὸ τοῦ 1835, ὅταν τὸ πρῶτον ἐκυκλοφόρησαν αἱ μεταφράσεις τῶν Γραφῶν (ἀναγινώσκει): «Διακήρυξις περὶ μεταφράσεως τῆς Π. Γραφῆς. Ἡ Σύνοδος παραβαλοῦσα τὴν πρὸ μηνῶν ἀναφανεῖσαν ἐκ τοῦ Ἑβραϊκοῦ μετάφρασιν τῆς Π. Γραφῆς πρὸς τὴν κανονικὴν τῶν Οʹ μετάφρασιν καὶ εὑροῦσα αὐτὴν διαφέρουσαν ἐκείνης· ὀφείλουσα καὶ τὰ παρὰ τῆς Ὀρθοδόξου Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας παραδεδεγμένα νὰ διατηρήσῃ ὡς τὰ παρέλαβε καὶ τοὺς χριστιανοὺς νὰ προφυλάξῃ ἀπὸ πάσης παρεκτροπῆς τῶν ἀνέκαθεν παραδεδεγμένων· ἔχουσα ὑπ’ ὄψιν τὸ ἄρθρον 11 τοῦ ἀπὸ 23 Ἰουλίου – (4 Αὐγούστου) τοῦ 1833 Β.Δ. κατ’ ἔγκρισιν τῆς Κυβερνήσεως· διακηρύττει: Αʹ Κανονικὴ μετάφρασις τῆς Π. Διαθήκης εἶναι καὶ λέγεται ἡ ἀνέκαθεν παρὰ τῇ Ἀνατολικῇ Ἐκκλησίᾳ μόνη μετάφρασις τῶν Οʹ καὶ αὕτη ἀναγινώσκεται εἰς τὰς Ἐκκλησίας καὶ αὕτη εἶναι καὶ εἰς χρῆσιν τοῦ Κλήρου, τῆς νεολαίας καὶ ἐν γένει τοῦ λαοῦ, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν θρησκευτικὴν αὐτοῦ διδασκαλίαν. Βʹ Πᾶσα ἄλλη μετάφρασις τῆς Π. Διαθήκης εἴτε ἐκ τοῦ Ἑβραϊκοῦ εἴτε ἐξ ἄλλης γλώσσης ἀποδοκιμάζεται εἰς τὴν ἀνωτέρω χρῆσιν καὶ κηρύσσεται ἀκανόνιστος καὶ ἀπαράδεκτος εἰς τὴν Ἀνατολικὴν Ἐκκλησίαν. Ἐν Ἀθήναις τῇ 2 Ἀπριλίου 1835». (Ἕπονται αἱ ὑπογραφαὶ τῶν Συνοδικῶν καὶ ἡ τοῦ Γραμματέως τῆς Συνόδου, τοῦ πολλοῦ καὶ γνωστοῦ Θ. Φαρμακίδου). Τοιοῦτόν τι ἠμπορεῖ νὰ κάμῃ ἡ Ἱερὰ Σύνοδος καὶ σήμερον ἀποκηρύσσουσα πᾶσαν μετάφρασιν ἡ ὁποία, κατὰ τὴν γνώμην της, θὰ ἐμείωνε τὸ κῦρος τῆς τε Παλαιᾶς καὶ τῆς Νέας Γραφῆς. Ἀλλὰ δὲν εἶναι καμμία ἀνάγκη νὰ περιλάβωμεν τὴν ἀπαγόρευσιν εἰς τὸ Σύνταγμα καὶ νὰ ἀφήσωμεν νὰ ὑπάρχῃ ἀκόμη αὐτὸ τὸ ἀνελεύθερον στίγμα, τὸ ὁποῖον ἐτέθη πρὸ 13 ἐτῶν διὰ τοὺς λόγους τοὺς ὁποίους μᾶς ἀνέπτυξεν ὁ συνάδελφος κ. Παπανδρέου, γενικὸς εἰσηγητὴς τοῦ Συντάγματος. Μίαν ἀκόμη τελευταίαν παρατήρησιν θὰ κάμω σχετικῶς πρὸς τὴν διοίκησιν τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία εἰς τὴν Δημοκρατίαν μας παραμένει ἀκόμη μοναρχοαριστοκρατική. Σήμερον τὴν διοικοῦν 25–30 Ἀρχιερεῖς, οἱ ὁποῖοι παρουσιάζονται ὡς ἰδιοκτῆται τῆς Ἐκκλησίας! Ἀλλ’ Ἐκκλησία δὲν εἶναι οὔτε τὰ κτίρια τῶν ναῶν οὔτε τὰ μοναστήρια. Ἐκκλησία εἶναι οἱ πιστοί, οἱ ἀκολουθοῦντες τὴν λατρείαν, τὸ ἐκκλησίασμα, ὁ λαὸς δηλαδὴ ὁ ὁποῖος οὐδέποτε ἐρωτᾶται οὔτε διὰ τοὺς Ἀρχιερεῖς οὔτε διὰ τοὺς ἱερεῖς, ἀφοῦ καὶ αὐτῶν ἡ τοποθέτησις γίνεται μὲ τὴν γνώμην τοῦ Ἀρχιερέως. Γνωρίζω ἐπισκοπικὰς περιοχὰς εἰς τὰς ὁποίας ὁ λαὸς ἔχει τὴν χειροτέραν ἰδέαν περὶ τοῦ Ἐπισκόπου του καὶ ὅμως, κατὰ τὸν ὀργανισμὸν τῆς Ἐκκλησίας, δὲν ἔχει γνώμην. Εἶναι λοιπὸν ἀνάγκη νὰ γίνῃ καὶ ἡ Ἐκκλησία μας δημοκρατική, ἀναγνωρίζουσα καὶ εἰς τὸν λαὸν δικαιώματα συμμετοχῆς εἰς τὴν διοίκησιν αὐτῆς. Τοῦτο ἄλλως τε συνέβαινε πάντοτε εἰς τὴν Μ. Ἐκκλησίαν καὶ εἰς τὸ Πατριαρχεῖον Ἀλεξανδρείας, ὅπου καὶ ὁ λαὸς ἐρωτᾶται διὰ τὴν ἐκλογὴν τοῦ Πατριάρχου· ἐπὶ πλέον λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν καὶ ἡ θέλησις τοῦ ποιμνίου διὰ τὴν μετάθεσιν π.χ. ἑνὸς ποιμενάρχου, μὴ ἀνταποκρινομένου πρὸς τὴν ἀποστολήν του. Νομίζω λοιπὸν ὅτι, ἂν ἡ Ἐκκλησία χωρισθῇ ἀπὸ τὸ Κράτος κατ’ ἀνάγκην θὰ ζητήσῃ τὴν συνεργασίαν τοῦ λαοῦ διὰ νὰ καταστήσῃ τὸ ἔργον αὐτῆς ἐνδιαφέρον καὶ νὰ δημιουργήσῃ μετ’ αὐτοῦ ψυχικὴν ἐπαφήν, ἡ ὁποία θὰ ἀναγνωρίσῃ τὴν χρησιμότητά της. Ἡμεῖς ψηφίζοντες τὸ Σύνταγμα ἂς ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν ὅτι τὴν Δημοκρατίαν μας ἐφέραμεν μὲ τὰ ἰδεώδη τοῦ ἀρχαίου Ἑλληνισμοῦ. Εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀνέλθωμεν πάλιν πρὸς τὰς πηγὰς τοῦ ὡραίου ρεύματος, τὸ ὁποῖον φέρει τὴν Ἑλληνικὴν σκέψιν διὰ μέσου τῶν αἰώνων καὶ αὐτὴν νὰ ἔχωμεν ὡς ὁδηγὸν εἰς τὰς πράξεις μας. Ἂς μὴ λησμονῶμεν ὅτι ἡ Δημοκρατία θὰ δράσῃ ὡς δύναμις Ἑλληνικὴ καὶ γνώμη Ἑλληνική. (Χειροκροτήματα). Συνεπείᾳ αὐτῶν ὑποβάλλω τὴν τροπολογίαν καθ’ ἣν πρέπει νὰ διατυπωθῇ τὸ 1 ἄρθρον τοῦ Συντάγματος ἡ ὁποία εἶναι γραμμένη κατὰ τὸ πλεῖστον ἐκ τοῦ Γερμανικοῦ Συντάγματος (ἀναγινώσκει): «Πάντες οἱ κάτοικοι τῆς Δημοκρατίας ἀπολαύουσι πλήρους ἐλευθερίας πίστεως καὶ συνειδήσεως. Ἡ ἀνενόχλητος ἄσκησις τῆς θρησκείας ἀσφαλίζεται ὑπὸ τοῦ πολιτεύματος καὶ διατελεῖ ὑπὸ τὴν προστασίαν τῆς Πολιτείας. Διὰ τούτου δὲν θίγονται οἱ γενικοὶ πολιτικοὶ νόμοι. Οὐδεὶς ὑποχρεοῦται εἰς ἀποκάλυψιν τῶν θρησκευτικῶν του πεποιθήσεων. Οὐδεὶς ἐλέγχεται διὰ τὰς θεολογικάς, θρησκευτικάς, δογματικὰς ἢ φιλοσοφικὰς αὐτοῦ πεποιθήσεις καὶ δοξασίας. Οὐδεὶς ἐπιτρέπεται νὰ ἐξαναγκασθῇ εἰς ἐπιχείρησιν ἐκκλησιαστικῆς πράξεως ἢ τελετῆς ἢ καὶ συμμετοχῆς κατὰ τὴν ἄσκησιν θρησκεύματος ἢ εἰς χρῆσιν θρησκευτικοῦ τύπου ὅρκου. Ἐκκλησία τοῦ Κράτους δὲν ὑπάρχει. Ἀσφαλίζεται ἡ πρὸς ἕνωσιν καὶ θρησκευτικὰς κοινωνίας ἐλευθερία. Ἡ ἐντὸς τῆς Δημοκρατίας ἕνωσις πλειόνων θρησκευτικῶν κοινωνιῶν εἰς οὐδένα ὑποβάλλεται περιορισμόν. Ἑκάστη θρησκευτικὴ κοινωνία κανονίζει καὶ διοικεῖ ἐλευθέρως ἐντὸς τῶν ὁρίων τῶν νόμων τὰς ἰδίας αὐτῆς ὑποθέσεις καὶ ἀπονέμει τὰ ἀξιώματα αὐτῆς ἄνευ συμπράξεως τῆς Πολιτείας. Πρὸς τὰς θρησκευτικὰς κοινωνίας ἐξομοιοῦνται καὶ αἱ ἑνώσεις αἱ σκοποῦσαι τὴν ἀπὸ κοινοῦ ὑπὸ τῶν μελῶν αὐτῶν ἔρευναν ἢ διάδοσιν φιλοσοφικῶν ἰδεῶν».
§173ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συμφώνως πρὸς ληφθεῖσαν ἀπόφασιν διακόπτεται ἡ συζήτησις τοῦ Συντάγματος δι’ αὔριον.
§174Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπρόκειτο νὰ γίνῃ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἐνοικιοστασίου βοσκῶν, ἀλλ’ οἱ κύριοι συνάδελφοι ἐζήτησαν νὰ ἀναβληθῇ δι’ αὔριον.
§175Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Ὄχι, δὲν ἐζητήσαμεν τὴν ἀναβολήν· πᾶσα ἀναβολὴ εἶναι κατὰ τῆς ἀποκαταστάσεως.
§176Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Μὰ ἔχομεν ἐπιστολὴν τοῦ κ. Σίδερη· συνάδελφοί σας μὲ παρεκάλεσαν νὰ ἀναβληθῇ δι’ αὔριον.
§177Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Λυποῦμαι πολὺ διότι εὑρέθησαν πληρεξούσιοι ἀντιπροσωπεύοντες ἀγροτικὸν κόσμον οἱ ὁποῖοι ἐζήτησαν τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως τοῦ ἐνοικιοστασίου τῶν βοσκῶν. Ἂν ἐπιμένετε σεῖς, εἶναι ἄλλο ζήτημα.
§178Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Τίνα σημασίαν ἔχει ἂν ἀρχίσῃ αὔριον ἡ συζήτησις; Βλέπετε ὅτι εἶναι πολλοὶ ἐγγεγραμμένοι νὰ ὁμιλήσουν.
§179Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Ἡμεῖς, κ. Πρόεδρε, ἐκαθήσαμεν ἕως τώρα διὰ τὴν συζήτησιν ἀκριβῶς αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου.
§180Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Πολὺ καλὰ καὶ αὐτὸ ἐπρόκειτο νὰ συζητηθῇ, ἀλλ’ οἱ συνάδελφοί σας παρακαλοῦν νὰ ἀναβληθῇ καὶ ὁ κ. Σίδερης διὰ τῆς ἐπιστολῆς του παρακαλεῖ νὰ ἀναβληθῇ.
§181Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Ἂς ἀρχίσῃ ἀπόψε ἡ συζήτησις.
§182ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Αὔριον, αὔριον.
§183Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Διακόψατε, κ. Πρόεδρε, διὰ πέντε λεπτά.
§184ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ἐπὶ πέντε λεπτά. (Ὥρα 9 μ.μ.).
ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΚΟΠΗΝ
(Ὥρα 9.10′ μ.μ.).
§185ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς Νομοθετικῆς Ἐργασίας.
§186Α. ΔΕΝΔΡΙΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ, τὸν λόγον ἐπὶ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως.
§187ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δενδρινὸς ἐπὶ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως.
§188Α. ΔΕΝΔΡΙΝΟΣ. Ἤθελον παρακαλέσει τὴν Κυβέρνησιν νὰ δίδῃ περισσότεραν προσοχὴν προκειμένου περὶ ψηφίσεως νομοσχεδίων, τοῦτο δὲ δὲν τὸ κάμνω ἀπὸ ἀντιπολιτευτικὸν σκοπόν, διότι ἐγὼ εἶμαι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος, ὅταν προήδρευε τῆς Κυβερνήσεως ὁ ἀξιότιμος ἡγέτης τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως», μετὰ τοῦ ὁποίου οἱ δεσμοί μου οἱ φιλικοὶ εἶναι γνωστοί, ἐξηγέρθην ἐναντίον τοῦ τρόπου μὲ τὸν ὁποῖον ἐψηφίζοντο οἱ νόμοι, δηλαδὴ ἐν βίᾳ, καὶ διεμαρτυρήθην. Ἔτυχε μάλιστα καὶ ὁ Ἀντιπρόεδρος τῆς Συνελεύσεως κ. Μανέττας νὰ κατέχῃ τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου καὶ τότε διεμαρτυρήθην καὶ ἀπέσχον ἀπὸ τὴν συνεδρίασιν ἐκείνην καὶ ὑπομιμνήσκω τοῦτο διὰ νὰ μὴ θεωρηθῇ ὅτι ἐμφοροῦμαι ἀπὸ λόγους ἀντιπολιτευτικούς. Ἄλλως τε ἐνθυμοῦμαι ὅτι καὶ ὁ νῦν ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως παρετήρησε τότε ὅτι δὲν ἐπετρέπετο νὰ ψηφίζωνται νόμοι μὲ ἐλαχίστους ἐν τῇ αἰθούσῃ πληρεξουσίους. Ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλὰ καὶ ἐζήτησε νὰ ὁρίζεται ὁ ἀριθμὸς τῶν νομοσχεδίων ὄχι μέγας διὰ νὰ γίνεται συζήτησις τακτικὴ καὶ νὰ ἐξονυχίζωνται τὰ διάφορα νομοσχέδια. Δυστυχῶς ἐφθάσαμεν εἰς ἀποτελέσματα πολὺ χειρότερα ἐκείνων διὰ τὰ ὁποῖα παρεπονούμην καὶ ἐγὼ καὶ ὁ νῦν Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἰδιαιτέρως τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος φαίνεται ὅτι ἀπολυταρχικώτατα διευθύνει τὰ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως, νὰ ὁρισθῇ.... Κύριε Πρόεδρε, ὀλίγην προσοχήν, παρακαλῶ.
§189Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἀγορεύετε δι’ ἐμέ, ἀλλὰ πρὸς ὅλην τὴν Συνέλευσιν. Αὐτὴ εἶναι μία ἀπαίτησις τὴν ὁποίαν δὲν δύνασθε νὰ ὑποβάλλετε κάθε στιγμήν. Πρώτην φορὰν διατυποῦται τοιαύτη ἔπειτα ἀπὸ δέκα ἔτη μέσα εἰς τὴν Συνέλευσιν, ὅτι ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως πρέπει πάντοτε νὰ ἔχῃ τὸν νοῦν του εἰς τοὺς ἀγορεύοντας. Πρώτην φορὰν ἀκούω τοῦτο· τοιαύτη ἀπαίτησις δὲν ἔχει γίνει.
§190Α. ΔΕΝΔΡΙΝΟΣ. Ὑποθέτω τοὐλάχιστον ὅτι προσέχετε κατὰ πλάσμα. Ψηφίζονται νομοσχέδια τὰ ὁποῖα ἀγνοοῦμεν· τὸ ζήτημα εἶναι νὰ ὁρισθῇ μία ἡμέρα νομοθετικῆς ἐργασίας. (Θόρυβος).
§191ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Δὲν μᾶς ἀφήνετε, κ. Δενδρινέ;
§192Α. ΔΕΝΔΡΙΝΟΣ. Ἐγὼ θέλω ἀκριβῶς μόνον νὰ ὁρισθῇ μία ἢ δύο ἡμέραι νομοθετικῆς ἐργασίας ἐντὸς τῆς ἑβδομάδος αὐτῆς. Εἴμεθα ἐδῶ πέντε ὥρας ἀκριβῶς καὶ θέλομεν νὰ κάμωμεν τώρα νομοθετικὴν ἐργασίαν. Νομίζω ὅτι δὲν εἶναι τρόπος αὐτὸς τοῦ νομοθετεῖν· ἂν θέλετε νὰ ψηφίζωμεν νομοσχέδια καὶ νὰ μὴ γνωρίζωμεν κατόπιν τί ἐψηφίσαμεν, ἀλλάσσει τὸ ζήτημα.
§193ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 4 Σεπτεμβρίου 1924 Ν. Δ. περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἀπὸ 17 Αὐγούστου 1924 Ν. Δ. περὶ ἐνοικιοστασίου βοσκῶν». Ὁ κ. Λεονάρδος ἔχει τὸν λόγον.
§194Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Δὲν θὰ ἀναβληθῇ;
§195Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ εἶπον νὰ ἀναβληθῇ, διότι τοῦτο ἐζήτησαν οἱ κύριοι συνάδελφοι, ἀλλ’ ἀφοῦ ἐπιμένετε, ὁμιλήσατε.
§196Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Μόνον νὰ ὁρισθῇ ἡμέρα ἐνάρξεως τῆς συζητήσεως αὔριον εἰς τὰς 8 καὶ ὄχι εἰς τὰς 9 μ.μ.
§197Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἰδοὺ τί θὰ γίνῃ. Αὔριον θὰ ἀρχίσωμεν τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ Συντάγματος. Ὑποθέτω ὅτι θὰ εἴμεθα σύμφωνοι νὰ περατώσωμεν τὴν συζήτησιν αὐτὴν ἐπὶ τοῦ Συντάγματος, ἰδίως τὸ ἄρθρον περὶ θρησκείας. Ὅλαι αἱ ἀπόψεις ἐξιστορήθησαν· ἴσως εἴπω καὶ ἐγὼ δύο λέξεις, νὰ σταματήσωμεν εἰς τὰς 7 καὶ νὰ ἀρχίσωμεν τὸ ἐνοικιοστάσιον εἰς τὰς 8.
§198Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Δὲν συναινῶ.
§199Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ὁρίστε νὰ ἀγορεύσετε.
§200ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λεονάρδος ἔχει τὸν λόγον.
§201Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Κύριοι πληρεξούσιοι, ἂν ῥίψῃ τις ἓν βλέμμα ἐπὶ τῆς αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως τοῦ Νομ. Διατάγματος τοῦ ἐνοικιοστασίου τῶν βοσκῶν, τὸ ὁποῖον ἐγένετο ἐπὶ Ἐπαναστατικῆς Κυβερνήσεως, θὰ κατίδῃ τὴν ὄντως συμφέρουσαν προσπάθειαν τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῆς Γεωργίας, ὁ ὁποῖος προσεπάθησε νὰ προστατεύσῃ τὰ συμφέροντα ἐν γένει τοῦ Κράτους καὶ τῶν πολιτῶν. Ἐλαμβάνετο πρόνοια διὰ τοῦ Ν. Διατάγματος, ὅπως ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἡ παραγωγὴ τῆς κτηνοτροφίας αὐξηθῇ καὶ διὰ τὸ συμφέρον τοῦ Κράτους καὶ διὰ τὸν βίον τῆς Πολιτείας. Ἐλαμβάνετο ἐπίσης μέριμνα διὰ τοῦ Ν. Διατάγματος ὅπως κανονισθῶσιν αἱ σχέσεις μεταξὺ τῶν ἰδιοκτητῶν λιβαδίων καὶ τῶν κτηνοτρόφων. Ἐλαμβάνετο ὁμοίως πρόνοια διὰ τοῦ Διατάγματος αὐτοῦ, ὅπως μὴ μετακινῶνται τὰ διάφορα ποίμνια ἐκ τῶν θέσεών των, ἀπὸ τὸν ἕνα τόπον εἰς τὸν ἄλλον, καὶ ἐπέρχεται ζημία εἰς τοὺς κτηνοτρόφους. Κατὰ πόσον αἱ προσπάθειαι ἐκεῖναι ἐλήφθησαν ὑπ’ ὄψιν, ὡς καὶ ἄλλαι δευτερευούσης σημασίας διατάξεις, κατὰ πόσον ἡ προσπάθεια ἐκείνη τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῆς Γεωργίας ἐτελεσφόρησεν, εἶσθε εἰς θέσιν ὅλοι σας νὰ κρίνετε. Ἂν μὲ ὅλην τὴν παρασχεθεῖσαν προστασίαν εἰς τοὺς κτηνοτρόφους καὶ εἰς τὴν κτηνοτροφίαν ἐν γένει ἄλλα εἴδη ηὐξήθησαν εἰς τὴν διπλασίαν τιμήν, τὰ μόνα εἴδη τὰ ὁποῖα ηὐξήθησαν εἰς τὴν τριακονταπλασίαν τιμὴν εἶναι τὰ εἴδη τῆς κτηνοτροφίας, εἶναι ὁ τυρός, τὸ κρέας καὶ τὸ βούτυρον. Καὶ ἐνθυμεῖσθε πάντες, ὅπως καὶ ἐγὼ ἐνθυμοῦμαι, ὅτι εἰς τὴν κανονικὴν ἐποχὴν ἠγοράζομεν ὅλοι τὸ κρέας ἀντὶ 1,20 καὶ σήμερον δυσκολευόμεθα νὰ τὸ εὕρωμεν ἀντὶ 40 δραχμῶν. Ἐπίσης ὁ τυρὸς ηὐξήθη εἰς τιμὴν πολὺ μεγάλην, ἀλλὰ καὶ τὸ βούτυρον δὲν δυνάμεθα νὰ τὸ εὕρωμεν πουθενά, πρέπει νὰ τὸ παραγγείλωμεν ἐκ τῶν προτέρων καὶ νὰ τὸ πληρώσωμεν εἰς τιμὴν ἑκατονταπλασίαν διὰ νὰ τὸ εὕρωμεν. Μὲ ἄλλους λόγους θέλω νὰ εἴπω ὅτι ὁ βίος τῶν ἀνθρώπων οὐδόλως ἐξυπηρετεῖται διὰ τοῦ ἐνοικιοστασίου τῶν βοσκῶν. Ἐπίσης οὔτε ἡ παραγωγὴ τῆς κτηνοτροφίας οὔτε τὰ κτήνη ηὐξήθησαν, οὔτε δηλαδὴ οἱ κτηνοτρόφοι κατώρθωσαν νὰ αὐξήσουν τὰ κτήνη των διὰ νὰ διευκολύνουν τὸν βίον, ἀλλ’ ἀντιθέτως ἠλαττώθησαν ἕνεκα πολλῶν λόγων, τοὺς ὁποίους θὰ ἀναπτύξω. Ἐλήφθη διὰ Ν. Διατάγματος ἡ πρόνοια ὅπως τοὺς ἐνοικιαστὰς οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν οὐδεμίαν σχέσιν μὲ τὴν κτηνοτροφίαν δύναται ὁ Ὑπουργὸς νὰ τοὺς ἀποβάλλῃ δι’ ἀποφάσεώς του. Ἐν τούτοις, ἂν ρίψῃ τις ἓν βλέμμα εἰς τὰς ἐνοικιάσεις τῶν λιβαδίων, θὰ ἴδῃ ἀνθρώπους μὴ ἔχοντας οὐδεμίαν σχέσιν μὲ τὴν κτηνοτροφίαν καὶ ἐνοικιάζοντας αὐτὰ πρὸς ἐκμετάλλευσιν. Μόνον εἰς τὸν νομὸν Αἰτωλοακαρνανίας δύναμαι νὰ εἴπω ὅτι ὑπάρχουν 40.000– 50,000 στρέμματα βοσκησίμων γαιῶν, αἱ ὁποῖαι εὑρίσκονται εἰς χεῖρας ὡρισμένων ἀτόμων, ἐνῷ πολλοὶ γεωργικοὶ συνεταιρισμοὶ στεροῦνται τοιούτων. Διὰ τῆς προστασίας ἡ ὁποία ἐδόθη πρὸς τοὺς τότε ἐνοικιαστὰς τῶν λιβαδίων, ἀντὶ νὰ ἐπιτευχθῇ ἡ ὑπερπαραγωγή, ἐπετεύχθη τὸ ἀντίθετον, δηλαδὴ οἱ κάτοικοι οἱ ὁποῖοι ἤθελον νὰ αὐξήσωσι τὰ ποίμνιά των, ἐπειδὴ δὲν εἶχον μέρος νὰ βόσκουν τὰ ποίμνιά των, τὰ ἐπώλουν, ἐνῷ τοὐναντίον οἱ ἔχοντες ἄλλα ζῷα, λόγῳ τῶν εὐκολιῶν, ἠρκέσθησαν εἰς τὰ κέρδη τὰ ὁποῖα ἀπολαμβάνουν καὶ αὐξάνουν διὰ τῆς αἰσχροκερδείας, καὶ ἐνῷ ἀκόμη γίνεται μία τεραστία ζημία εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας λιβαδίων, οἱ ἄλλοι αἰσχροκερδοῦν τεραστίως. Ἕνας εἶχε ἕνα λιβάδιον τὸ ὁποῖον ἐνοικίασε κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ἀντὶ 10.000 δραχμῶν, τὸ ὑπενοικίασεν ἐφέτος εἰς κτηνοτρόφον ἀντὶ τριπλασίας τιμῆς· αὐτὸς προέβη καὶ εἰς ἀγορὰν ἄλλων προβάτων, διότι δύναται νὰ εἴπῃ τις ὅτι ἔχει ὠφέλειαν ἀπ’ αὐτὰ τὰ πράγματα. Ἐπίσης ἄλλη ζημία ἡ ὁποία ἐπέρχεται εἶναι ἡ ἀκόλουθος. Λόγῳ τοῦ πολέμου, πολλοὶ οἱ ὁποῖοι δὲν ἠδύναντο νὰ καλλιεργήσωσι τὰ κτήματά των τὰ ἐνοικίασαν εἰς διαφόρους κτηνοτρόφους, ὅταν δὲ ἐπανῆλθον οἱ ἄνθρωποι αὐτοί, ἀποστρατευθέντες, δὲν κατώρθωσαν νὰ ἀναλάβωσι πάλιν τὰ χωράφια των διὰ νὰ τὰ καλλιεργήσουν. Ὅλα αὐτὰ τὰ ὁποῖα ἀνέφερον ὑπέπεσαν εἰς τὴν ἀντίληψίν μου ἐξ ἰδιαιτέρων γεγονότων. Ἕνας εἶχεν ἐνοικιάσει λιβάδιον εἰς κάποιον κτηνοτρόφον καὶ ὅταν ἐπανῆλθεν ἀπὸ τὸν πόλεμον, ἀποστρατευθείς, καὶ ἐζήτησεν ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τῆς Γεωργίας νὰ τῷ χορηγηθῇ ἓν μέρος διὰ νὰ καλλιεργήσῃ, τὸ Συμβούλιον ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν τὰς αἰτιάσεις τοῦ κτηνοτρόφου καὶ τὸν ἀφῆκεν ἔξω καὶ οὕτως ὁ μὲν κτηνοτρόφος παχύνεται, ἐνῷ ὁ ἄλλος πένεται. Μὲ ὅλα αὐτὰ θέλω νὰ εἴπω ὅτι οὔτε ἡ παραγωγὴ τῶν κτηνῶν ηὐξήθη οὔτε ὁ βίος ὅσον ἀφορᾷ τὰ εἴδη αὐτὰ εἶναι εὐθηνότερος, ἀπεναντίας εἶναι ἀκριβώτερος, διότι, ἐνῷ ἄλλα εἴδη ηὐξήθησαν κατὰ τὸ διπλάσιον, αὐτὰ ηὐξήθησαν κατὰ τὸ τριακονταπλάσιον. Ἀλλ’ ἀκόμη καὶ ἡ καλλιέργεια παρημποδίσθη, διότι ὑπάρχουν χωράφια μεγάλα 3000 στρεμμάτων τὰ ὁποῖα κατέχει εἷς κτηνοτρόφος καὶ χρησιμοποιεῖ διὰ τὴν βοσκὴν 20 –50 προβάτων καὶ δύο ἀγελάδων μόνον.
§202ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Τὸν συμφέρει;
§203Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Δὲν πληρώνει ἐνοίκιον.
§204ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Διατί δὲν τὸ ἐνοικιάζει;
§205Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Τὸ ἐκμεταλλεύεται· τὸ ὑπενοικιάζει καθ’ ὃν τρόπον θέλει αὐτός. Αὐτὸ ἦτο πρὸς καλλιέργειαν.
§206Γ. ΜΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Αὐτὸ δὲν ἐπιτρέπεται.
§207Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Δὲν ἐπιτρέπεται. Ὁ ἰδιοκτήτης εἶναι τὸ Δημόσιον.
§208Γ. ΜΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ὁσάκις εἶναι ἰδιοκτήτης τὸ Δημόσιον, συμβαίνει τοῦτο;
§209Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Δὲν συμβαίνει, ἀλλὰ σᾶς ἀνέφερα ἓν συγκεκριμένον παράδειγμα. Γνωρίζω ὅτι ὑπάρχει ἕνας ὁ ὁποῖος δὲν ἔχει οὐδεμίαν σχέσιν μὲ τὴν κτηνοτροφίαν, ὁ ὁποῖος ἦτο ἐμπορευόμενος διαμένων εἰς τὴν Μικρὰν Ἀσίαν καὶ ἦλθεν ἐδῶ καὶ ἐνοικίασεν ἓν λιβάδιον τεράστιον, τῆς «Ὑψηλῆς Παναγιᾶς», τὸ ὁποῖον ὑπενοικίασεν εἰς ἕνα κτηνοτρόφον.
§210ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Ὁ νόμος ἰσχύει διὰ τοὺς ἔχοντας ὁμάδας· δὲν ἰσχύει διὰ κανένα ἄλλον.
§211Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Ὁ ἰδιοκτήτης εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν εἶναι τὸ Δημόσιον.
§212Ν. ΞΗΡΟΣ. Οἱ ἐκμισθωταὶ δὲν ἔκαμαν χρῆσιν τῶν δικαιωμάτων των;
§213Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Ἐγὼ λέγω συγκεκριμένα γεγονότα. Ὁ κτηνοτροφικὸς συνεταιρισμὸς Σταμνᾶς ἐζήτησε τὴν λύσιν τῆς μισθώσεως τοῦ λιβαδίου αὐτοῦ τοῦ Δημοσίου τῆς «Ὑψηλῆς Παναγιᾶς» ἀπὸ κάποιον—δὲν θέλω νὰ ἀναφέρω τὸ ὄνομά του —ὁ ὁποῖος δὲν ἔχει καμμίαν σχέσιν μὲ τὴν κτηνοτροφίαν καὶ ὁ ὁποῖος τὸ ὑπεξεμίσθωσεν εἰς κάποιον κτηνοτρόφον ὁ ὁποῖος ἔχει ἐλάχιστα πρόβατα καὶ τὸ χρησιμοποιεῖ δι’ ἄλλους σκοπούς. Ἐζήτησε λοιπὸν ὁ συνεταιρισμὸς νὰ καταλάβῃ αὐτὸς τὸ χωράφι. Ὑπεβλήθη αἴτησίς του εἰς τὸ ἁρμόδιον Συμβούλιον τοῦ Ὑπουργείου τῆς Γεωργίας, ὅταν δὲ ὑπεβλήθη ἡ σχετικὴ ἔκθεσις, ἐπειδὴ εὗρε λογικὰ τὰ παράπονα τῶν κτηνοτρόφων, τὰ ὁποῖα καὶ ἐγὼ ὁ ἴδιος παρέστησα, ἀπεφάσισε κατ’ ἀρχὴν τὴν λύσιν καὶ ἐδέχθη νὰ εἰσέλθῃ καὶ ὁ κτηνοτροφικὸς συνεταιρισμὸς καὶ νὰ παραμένῃ καὶ ὁ κτηνοτρόφος ἐκεῖνος εἰς τὸ χωράφι, ὡς μέλος τοῦ κτηνοτροφικοῦ συνεταιρισμοῦ. Ἀφοῦ ἔλαβε τὴν τοιαύτην ἀπόφασιν τὸ Συμβούλιον, εἰδοποίησε τὸν συνεταιρισμὸν νὰ ὑποβάλῃ αἴτησιν. Ὅταν ὑπέβαλεν αἴτησιν ἀναπτύσσουσαν τὰς ἀπόψεις του ὁ κτηνοτροφικὸς συνεταιρισμός, δὲν γνωρίζω τί παρενέβη καὶ τὸ δεύτερον Συμβούλιον ἀπέρριψε τὴν αἴτησιν.
§214Ν. ΞΗΡΟΣ. Εἰς τὴν ἐπαρχίαν μου ὅλαι αἱ αἰτήσεις ἐγένοντο δεκταὶ ὁσάκις ὑπεβλήθησαν.
§215Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Ἐγὼ εἶμαι εὐχαριστημένος ἀπὸ τὴν δήλωσίν σας ὅτι ἠγέρθησαν καὶ ἀλλαχοῦ παράπονα καὶ δι’ αὐτὸ δὲν βλέπω κανένα λόγον ὑπάρξεως τοῦ ἐνοικιοστασίου βοσκῶν καὶ μάλιστα ἔχω τὴν ἀντίληψιν ὅτι θὰ ὠφελήσῃ ἡ μὴ ὕπαρξις. Διότι ἔχω τὴν γνώμην, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι, ὅταν τὰ λιβάδια ἀπαλλαγοῦν τοῦ ἐνοικιοστασίου καὶ ἐνοικιασθῶσιν ὑπὲρ σκοπῶν κτηνοτροφικῶν, τότε ἡ κτηνοτροφία θὰ ἐπεκταθῇ εἰς τὰ λιβάδια αὐτὰ τὰ ὁποῖα κατέχουν ὡρισμένοι ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι τὰ ἐκμεταλλεύονται καὶ ἀρκοῦνται εἰς ὀλίγα κέρδη διὰ τῆς αἰσχροκερδείας καὶ δὲν φροντίζουν ὅλως διόλου διὰ τὴν αὔξησιν τῆς κτηνοτροφίας. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἐγὼ αὐτὴν τὴν πρότασιν ὑποβάλλω εἰς τὴν Συνέλευσιν μὲ τὴν ἀντίληψιν καὶ μὲ τὴν μικρὰν μελέτην τὴν ὁποίαν ἔκαμα. Τώρα, ἂν ἄλλοι νομίζουν ὅτι καλῶς ἔχει τὸ ζήτημα, ἐρχόμενοι ἐπὶ τοῦ βήματος, ἂς ἐκθέσουν τὰς ἀντιλήψεις των. Ἐπειδὴ δὲ δὲν εἶμαι ἀπολύτως βέβαιος ὅτι θὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ τοιαύτη γνώμη μου, ἔχω νὰ ὑποβάλω μίαν τροπολογίαν, ἐν περιπτώσει ἀπορρίψεως τῆς πρώτης προτάσεώς μου, ἐπὶ τοῦ πρώτου ἄρθρου, διὰ τῆς ὁποίας τροποποιεῖται τὸ Νομοθετικὸν Διάταγμα τῆς Ἐπαναστάσεως. Διὰ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ λαμβάνεται ἀπόφασις, ὅπως κοινοτικαὶ βοσκαὶ αἱ ὁποῖαι ἤθελον κριθῆ ὡς ἀνήκουσαι εἰς τὰς κοινότητας λύωνται ἐκ τοῦ ἐνοικιοστασίου βοσκῶν. Ἐγὼ δὲν εἶδον εἰς τὸν τόπον μου νὰ ὑπάρχουν κοινοτικαὶ βοσκαί· δημόσιαι βοσκαὶ περὶ τὰς κοινότητας δὲν ὑπάρχουν ἤ, ἂν ὑπάρχουν, αὗται εἶναι ἐλάχισται.
§216Ν. ΞΗΡΟΣ. Πολλαί.
§217Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Σᾶς λέγω ὅτι τοὐλάχιστον εἰς τὴν ἰδικήν μου ἐπαρχίαν δὲν ὑπάρχουν. Δὲν θέλω ἐγὼ νὰ εἴπω νὰ μὴ καταργηθῇ τὸ ἐνοικιοστάσιον· ἐγὼ θὰ πλειοδοτήσω.
§218Ν. ΞΗΡΟΣ. Μὴ λησμονῆτε ὅτι κατὰ τὸν νόμον περὶ κοινοτήτων ὅλαι αἱ βοσκαὶ ἐδόθησαν κατὰ παράκλησιν καὶ τὰς νέμονται σήμερον αἱ κοινότητες καὶ ὅτι ὑπάρχουσι πλεῖσται ὅσαι ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νόμου περὶ κοινοτήτων.
§219Δ. ΑΝΔΡΕΑΔΗΣ. Ὑπάρχουσι, κ. συνάδελφε, διότι ὑπήχθησαν εἰς τὸν νόμον καὶ ἐδόθησαν εἰς τὰς κοινότητας, αἵτινες τὰς εἶχον κατὰ παράκλησιν καὶ τώρα τὰς ἔχουν καὶ κατὰ κυριότητα.
§220Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Δὲν μὲ ἐνδιαφέρει· ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον μὲ ἐνδιαφέρει εἶναι τὸ ἑξῆς, ὅτι εἰς τὸν ἰδικόν μου τοὐλάχιστον τόπον—διότι δὲν περιώδευσα τὰς λοιπὰς ἐπαρχίας, δὲν περιώδευσα ὅλην τὴν Ἑλλάδα—δὲν ὑπάρχουν.
§221Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγένετο διαχωρισμὸς δυνάμει πρωτοκόλλου μιᾶς Ἐπιτροπῆς καὶ ἓν μέρος μένει εἰς τὴν κοινότητα καὶ τὸ ἄλλο εἰς τὸ Δημόσιον.
§222Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Λιβάδια ἄνω τῶν 2000 στρεμμάτων τῆς «Ὑψηλῆς Παναγιᾶς» ἔχει τὸ Δημόσιον ἐνοικιάσει εἰς ἕνα ἄνθρωπον, εἰς ἕνα κτηνοτρόφον, καὶ δὲν ἠμπορεῖ νὰ τὰ πάρῃ καὶ διαρκῶς ἀποτείνεται ὁ συνεταιρισμὸς καὶ δὲν γίνεται τίποτε.
§223Ν. ΞΗΡΟΣ. Δὲν ἠξεύρετε νὰ ἐνεργήσετε.
§224Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Ἀφοῦ ἡμεῖς δὲν γνωρίζομεν, διατί δὲν μᾶς βοηθεῖ τὸ Ὑπουργεῖον; Ἡμεῖς ὑπεβάλομεν αἰτήσεις καὶ λέγομεν ὅτι ἔχει ἐνοικιασθῇ τὸ ἐν λόγῳ κτῆμα εἰς ἕνα ἄνθρωπον ὁ ὁποῖος τὸ ἔχει ὑπενοικιάσει εἰς ἄλλους συμπολίτας, καίτοι αὐτὸ τὸ χωράφι δύναται νὰ συμπεριλάβῃ τὸν κτηνοτροφικὸν συνεταιρισμὸν Σταμνᾶς. Ὁ συνεταιρισμὸς δὲ οὗτος ἔχει ζητήσει καὶ δι’ ἐμοῦ καὶ διὰ τοῦ γεωπόνου, ὁ ὁποῖος ὑπέβαλε καὶ ἔκθεσιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, νὰ συμπεριληφθῇ καὶ ὁ κτηνοτροφικὸς συνεταιρισμὸς Σταμνᾶς καὶ ὁ Ζαρκάδας. Ἀπὸ κοινοῦ ἀγωνιζόμεθα διὰ τὴν ἀπόφασιν αὐτήν, τὴν ὁποίαν ἐπετύχομεν κατ’ ἀρχήν, ἤτοι νὰ δεχθοῦν ὡς μέλος τοῦ κτηνοτροφικοῦ συνεταιρισμοῦ καὶ τὸν Ζαρκάδαν. Καὶ ὅταν ἐγένετο τοῦτο δεκτὸν καὶ ὁ συνεταιρισμὸς ὑπέβαλεν αἴτησιν διὰ τῆς ὁποίας ἔλεγεν ὅτι ἀποδέχεται τὴν ἄποψιν ταύτην, ἔρχεται τὸ δεύτερον Συμβούλιον καὶ ἀπορρίπτει τὸ τοιοῦτον.
§225Π. ΚΑΛΑΝΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῖος τὸ βόσκει, ἀνεξαρτήτως τοῦ ποῖος τὸ ἐνοικιάζει;
§226Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Τὸ βόσκει ἕνας Ζαρκάδας.
§227Π. ΚΑΛΑΝΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸς προστατεύεται ὑπὸ τοῦ ἐνοικιοστασίου.
§228Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Τὸ γνωρίζω· λέγω ὅμως ὅτι τὰ κτήνη τὰ ὁποῖα ἔχει ὁ Ζαρκάδας εἶναι ἐλάχιστα, ὁ δὲ χῶρος εἶναι ἀπεριόριστος, εἰς τρόπον ὥστε κατὰ τὴν γνωμάτευσιν τῆς εἰδικῆς Ὑπηρεσίας καὶ τοῦ γεωπόνου δύναται νὰ περιλάβῃ ὁλόκληρον τὸν συνεταιρισμὸν Σταμνᾶς καὶ τὸν Ζαρκάδαν καὶ νὰ περισσεύῃ χῶρος.
§229ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Ὑπάρχει τόση ἔλλειψις λιβαδίων, ποὺ ἂν ὑπῆρχον περισσεύματα ὁ Ζαρκάδας δὲν θὰ....
§230Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Εἶσθε πολὺ περίεργος. Σᾶς ἀναφέρω ἓν συγκεκριμένον γεγονός. Ἀναφέρω μάλιστα ὅτι ὑπάρχει καὶ σχετικὴ ἔκθεσις τοῦ γεωπόνου Μεσολογγίου, διὰ τῆς ὁποίας λέγει ὅτι χωρεῖ καὶ ὁ Ζαρκάδας καὶ ἀκόμη ὁλόκληρος ὁ κτηνοτροφικὸς συνεταιρισμὸς Σταμνᾶς καὶ τὸ Συμβούλιον ἀπεφάσισε κατ’ ἀρχήν.
§231Γ. ΜΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Μήπως ἦτο δι’ ἄλλο κτῆμα;
§232Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Ὄχι. Ἄλλο κτῆμα εἶναι τὸ κτῆμα Νεοχωρίου τοῦ Δημοσίου, ἐκτάσεως δύο χιλιάδων στρεμμάτων, τὸ ὁποῖον κατέχει ἕνας συγχωριανός μου. Λοιπὸν ἐντὸς τοῦ λιβαδίου αὐτοῦ βόσκει αὐτὸς τὰ κτήνη του. Καὶ ὑπεβλήθη αἴτησις παρομοίας φύσεως, ἀλλ’ οὔτε αὐτὴ ἔγινε δεκτή. Σᾶς ἀνέφερα προηγουμένως συμπολίτην μου ὁ ὁποῖος ἐστρατεύθη καὶ ἠναγκάσθη νὰ ἐνοικιάσῃ τὸ ἐξ 80 στρεμμάτων κτῆμά του, ὑπέβαλε δὲ κατόπιν αἴτησιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον διὰ τῆς ὁποίας ἐζήτει νὰ τῷ ἐπιστραφῇ ἕνα μέρος τοῦ κτήματος διὰ νὰ καλλιεργήσῃ καὶ αὐτός. Τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Γεωργίας ἀπέρριψε τὴν αἴτησιν. Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας ἰταμώτατα ἀπεδέχθη τὴν ἄποψιν καὶ τοῦ εἶπε «πήγαινε». Ἐπειδὴ γνωρίζω ὅτι ὑπάρχουν πολλαὶ γαῖαι, τοὐλάχιστον εἰς τὸν ἰδικόν μου τόπον, γαῖαι τοῦ Δημοσίου τὰς ὁποίας κατέχουσιν ὡρισμένοι κτηνοτρόφοι, διὰ τοῦτο φρονῶ ὅτι πρέπει νὰ προβῶμεν εἰς τὴν λύσιν τοῦ ἐνοικιοστασίου τῶν βοσκῶν, ἵνα μαζὶ μὲ τοὺς κτηνοτρόφους αὐτοὺς βοσκήσωσι τὰ ζῷά των καὶ αἱ διάφοροι κοινότητες. Εἶναι ἐπίσης ἕνα μετόχι 2½ χιλιάδων στρεμμάτων, τὸ ὁποῖον κατέχει κάποιος ἐξ Εὐρυτανίας καὶ βόσκει τὰ κτήνη του. Καὶ ἡ κοινότης Σιβίστης θέλει νὰ βοσκήσῃ τὰ κτήνη της καὶ δὲν ἠμπορεῖ. Δι’ αὐτὸ ἤθελον σᾶς παρακαλέσει νὰ λάβετε ὑπ’ ὄψιν τὴν τροπολογίαν μου εἰς τὸ τέλος τοῦ ἄρθρου μόνου. Ἡ τροπολογία ἔχει οὕτω (ἀναγινώσκει). Δηλαδὴ ἅμα λύσωμεν τὴν μίσθωσιν τοῦ Ζαρκάδα θὰ τὸ ἐνοικιάσωμεν καὶ εἰς τὸν συνεταιρισμὸν τῶν κτηνοτρόφων Σταμνᾶ καὶ εἰς τὸν Ζαρκάδαν, διότι χωροῦσι καὶ οἱ δύο.
§233Γ. ΜΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Νὰ γίνῃ δηλαδὴ προσθήκη εἰς τὸ τέταρτον ἐδάφιον μετὰ τὴν λέξιν «χάριν».
§234Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Ἐγὼ κατὰ βάσιν εἶμαι ὑπὲρ τῆς καταργήσεως τοῦ ἐνοικιοστασίου.
§235Γ. ΜΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Θέμα ὑπὸ συζήτησιν εἶναι ἡ ἐπικύρωσις τοῦ Νομοθετικοῦ Διατάγματος τοῦ τροποποιοῦντος ὡρισμένον ἄρθρον τοῦ ἐνοικιοστασίου· δὲν εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς συζητήσεως ἡ κατάργησις τοῦ ἐνοικιοστασίου. Τί θέλετε νὰ ἐπιτύχετε διὰ τῆς ἐξαιρέσεως ἐκ τοῦ ἐνοικιοστασίου βοσκῶν ἀνηκουσῶν εἰς τὸ Δημόσιον;
§236Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Νὰ ἐξαιρέσω ἀπὸ τὸ ἐνοικιοστάσιον τῶν βοσκῶν τὸ δεύτερον κτῆμα, διότι εἶναι μεγάλο καὶ ἠμποροῦν νὰ βοσκήσουν εἰς αὐτὸ καὶ ἄλλοι τὰ ζῷά των.
§237ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κατσάρος ἔχει τὸν λόγον.
§238Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐπειδὴ τὸ νομοσχέδιον εἶναι ἐξαιρετικῶς ἐπεῖγον καὶ ἐνδιαφέρονται πολλοὶ πληρεξούσιοι, παρακαλῶ νὰ διακόψωμεν καὶ νὰ ἔλθῃ αὔριον πρὸ τῆς συζητήσεως τοῦ Συντάγματος.
§239Γ. ΜΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ὄχι πρὸ τοῦ Συντάγματος. Νὰ διακόψωμεν εἰς τὰς 8 τὴν συζήτησιν τοῦ Συντάγματος καὶ νὰ ἀρχίσωμεν μετὰ τὰς 8 τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐνοικιοστασίου βοσκῶν.
§240Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν ἔχομεν ἀντίρρησιν.
§241ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου συζήτησις.
§242Κ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Νὰ ψηφίσωμεν τὸ «περὶ ἀπονομῆς πολεμικῆς συντάξεως». Ἔχει σταματήσει τὸ ἔργον.
§243ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὔριον θὰ ἔχωμεν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ Συντάγματος ἕως τὰς 8 καὶ μετὰ τὰς 8 θὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις τοῦ «περὶ ἐνοικιοστασίου βοσκῶν». Λύεται ἡ συνεδρίασις διὰ νὰ ἐπαναληφθῇ τὴν 4ην μ. μ. αὔριον. (Ὥρᾳ 9.55′ μ.μ.).