1924.12.09
2.944 στίχοι · 23.168 λέξεις · 233 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 120Η
Προεδρία Κ. Ρακτιβάν
Τρίτη 9 Δεκεμβρίου 1924.
(Ὥρα 5 μ.μ.).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. (Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως). Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Συνέλευσιν τὰ ἑξῆς: — Ὁ Προσφυγικὸς Σύνδεσμος Ἀλεξανδρουπόλεως παρακαλεῖ ὅπως ληφθῇ μέριμνα περὶ ἀποπερατώσεως τῶν ἡμιτελῶν οἰκιῶν των. — Ὁ Σύνδεσμος Δημοδιδασκάλων Σουφλίου καὶ περιφερείας παρακαλεῖ ὅπως διορισθῇ ὡς μόνιμος ἐπιθεωρητὴς ἐκεῖ ὁ Γ. Ἐμμανουήλ. — Οἱ καπνοπαραγωγοὶ Μουζακίου Καρδίτσης παρακαλοῦσιν ὅπως ἐπιτραπῇ ἐλευθέρως ἡ ἐξαγωγὴ καπνοῦ. — Ἡ Διδασκαλικὴ Ὁμοσπονδία παρακαλεῖ ὅπως μὴ πραγματοποιηθῇ ἡ μονιμοποίησις τῶν προσωρινῶν ἐπιθεωρητῶν. — Ὁ Σύλλογος τῶν Καπνοπαραγωγῶν Σερρῶν παρακαλεῖ ὅπως περιορισθῇ ὁ φόρος ἐπὶ τοῦ καπνοῦ κατὰ 10%. — Αἱ ἐπαγγελματικαὶ ὀργανώσεις Ξάνθης καὶ περιφερείας παρακαλοῦσιν ὅπως ἀπαγορευθῇ ἡ ἐξαγωγὴ τῶν ἀνεπεξεργάστων καπνῶν. — Οἱ ἐν Ἰσθμίᾳ πρόσφυγες παρακαλοῦσιν ὅπως τοῖς ἀποσταλῶσι χρήματα, καθότι στεροῦνται τῶν πάντων. — Ἡ ἀπολυθεῖσα ἔκτακτος ὑπάλληλος τῆς Ἐπιτροπῆς πολεμικῶν συντάξεων Ἡρακλείου Σοφία Γιανναράκη παρακαλεῖ ὅπως ἐπαναδιορισθῇ. — Ὁ Χρῖστος Εὐαγγελάτος, διευθυντὴς τῆς ἐφημερίδος «Στερεὰ Ἑλλάς», παρακαλεῖ ὅπως ληφθῇ μέριμνα περὶ βελτιώσεως τῆς συγκοινωνίας Κρυονερίου–Μεσολογγίου. — Τὰ διοικητικὰ συμβούλια ὑπαλληλικῶν ὀργανώσεως Τ. Τ.Τ. Μακεδονίας διαμαρτύρονται κατὰ τῶν ἀποφάσεων τῆς Ἐπιτροπῆς Οἰκονομιῶν. — Οἱ κάτοικοι Νιστραμίου διαμαρτύρονται κατὰ τῶν κακοβούλων ἐνεργειῶν τοῦ Παπατέρπου ζητοῦντος ὅπως τὸ κοινοτικὸν δάσος περιέλθῃ εἰς τὴν κυριότητά του. — Ὁ πληρεξούσιος Θεσσαλονίκης κ. Γ. Χατζηκυριακοῦ ζητεῖ ὅπως ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀποκεντρώσεως» ἡ ὑποβληθεῖσα τροπολογία του. — Ἡ Ἕνωσις τῶν Συνεταιρισμῶν Τριφυλίας παρακαλεῖ ὅπως ἀποσοβηθῇ ἡ μελετωμένη φορολογία ἐπὶ τῶν ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ εἰσαγομένων χημικῶν λιπασμάτων καὶ γεωργικῶν ἐργαλείων. — Ὁ Καπνεμπορικὸς Σύλλογος Ἀγρινίου παρακαλεῖ τὴν Κυβέρνησιν ὅπως ὑποχρεώσῃ τὴν Ἑταιρείαν καὶ ἀποστείλῃ ἀτμάκατον ἐν Κρυονερίῳ διὰ τὴν ἀποβίβασιν ἐπιβατῶν. —Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν κ. Α. Μιαούλης ὑποβάλλει τὰ ἑξῆς σχέδια νόμου: 1) «Περὶ ἐγκρίσεως πιστώσεως δρ. 500,000 διὰ τὴν κατασκευὴν νέου κτιρίου Φάρου ἐπὶ τοῦ ἀκρωτηρίου Μαλέα». 2) «Περὶ ἐγγραφῆς πιστώσεως δρ. 211,649.75 ἐν τῷ εἰδικῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν τῆς χρήσεως 1924–1625» καὶ 3) «περὶ βαθμολογίας, κατατάξεως, ἐκπαιδεύσεως καὶ προσόντων προαγωγῆς τῶν ἀξιωματικῶν καὶ ὑπαξιωματικῶν μηχανικοῦ τοῦ Π. Ναυτικοῦ.» —Οἱ πληρεξούσιοι κ.κ. Γ. Σίδερης, Θ. Παπαϊωάννου, Α. Ἀναγνωστόπουλος, Π. Πετρίδης, Τάσης Ἀναστασίου, Βασίλ. Δαλιάνης, Ν. Ξηρὸς καὶ λοιποὶ ὑποβάλλουν πρότασιν ψηφίσματος «περὶ διαθέσεως πλεοναζόντων δημοτικῶν ἐσόδων πρὸς βελτίωσιν τοῦ μισθοῦ τῶν δημοτικῶν ὑπαλλήλων τοῦ δήμου Ἀθηναίων». —Ὁ πληρεξούσιος κ. Γ. Ροδόπουλος ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ψηφίσματος «περὶ Ἐπιτροπῆς Οἰκονομιῶν». —Ὁ πληρεξούσιος κ. Α. Κούτρας ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ καταργήσεως τοῦ Διατάγματος τῆς 11 Ἰουλίου 1917 καὶ τοῦ νόμου 2804 τοῦ 1922 περὶ προσόδων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων». —Οἱ πληρεξούσιοι κ.κ. Ο. Κυπριανός, Α. Παπαγεωργίου καὶ Μ. Λαίλιος ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως τοῦ Ν. Δ. περὶ φορολογίας τῶν ἀμβύκων». —Οἱ πληρεξούσιοι κ.κ. Δ. Σαράτσης καὶ Δ. Ψιάρης ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως Νομοθετικοῦ Διατάγματος περὶ φορολογίας τῶν ἀμβύκων». —Οἱ πληρεξούσιοι κ.κ. Α. Πρωτοσύγκελλος, Σ. Ἀναστασιάδης καὶ Γ. Βλάχος ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ παρατάσεως καὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου 1356 ὅσον ἀφορᾷ τὰς ἐν τῷ Κράτει ἐπιχειρήσεις παραγωγῆς καὶ διανομῆς ἠλεκτρικῆς ἐνεργείας». —Ὁ πληρεξούσιος κ. Π. Ζωγράφος ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συμπληρώσεως τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 1074 τοῦ ἔτους 1917 νόμου». —Ὁ πληρεξούσιος κ. Ν. Ξηρὸς ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 8 τοῦ νόμου περὶ προσωρινῶν μέτρων εἰς τὰς περὶ διακατοχῆς διαφοράς». —Ὁ πληρεξούσιος κ. Γ. Δουζίνας ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ ἐν ἰσχύϊ Συντάγματος ἢ 2 τοῦ προσχεδίου τῆς ἐπὶ τοῦ Συντάγματος Ἐπιτροπῆς ἐδαφ. 2. —Ἡ ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Συνελεύσεως Ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσιν αὐτῆς ἐπὶ τῆς ἀπὸ 27 Νοεμβρίου ἐ.ἔ. προτάσεως τῆς ἐπὶ τοῦ Συντάγματος Ἐπιτροπῆς «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 9 τοῦ Εἰδικοῦ Κανονισμοῦ τῆς Συνελεύσεως». —Ἡ ἐπὶ τῆς Παιδείας Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσιν αὐτῆς ἐπὶ τοῦ σχεδίου ψηφίσματος «περὶ ἐπανεξετάσεως ἀπορριφθέντων μαθητῶν καὶ περὶ ἐξετάσεων τῶν κατ’ ἰδίαν διδαχθέντων μαθητῶν». Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἀναφορῶν. Ὁ κ. Ε. Γονατᾶς ἐπὶ ἀναφορᾶς....
§2Ε. ΓΟΝΑΤΑΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἀπουσιάζει. Σᾶς παρακαλῶ, ὅταν ἔλθῃ.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Ὁ κ. Βουδούρης ἐπὶ ἀναφορᾶς ἐπιλαχόντων κατὰ τὰς εἰσιτηρίους ἐξετάσεις εἰς τὴν Σχολὴν τῶν Εὐελπίδων. Ἀπών. Οἱ κ.κ. Ι. Σολιώτης καὶ Γ. Κατσιμπίρης ὅπως καταθέσωσι καὶ ἀναπτύξωσιν ἀναφοράν.
§4Ι. ΣΟΛΙΩΤΗΣ. Ἀξιότιμε κ. Ὑπουργὲ τῆς Παιδείας, οἱ τριτοβάθμιοι δημοδιδάσκαλοι διὰ τῆς παρούσης ἀναφορᾶς των ἀναφέρονται καὶ πληροφοροῦσιν ὑμᾶς καὶ τὴν Συνέλευσιν ὅτι, ἐνῷ διὰ τοῦ νόμου 3215 τῆς παρούσης Ἐθνοσυνελεύσεως δὲν ἔγινε καμμία διάκρισις βαθμοῦ καὶ τάξεως εἰς τὴν ἐκπαιδευτικὴν οἰκογένειαν τῶν δημοδιδασκάλων, ἀντιθέτως διὰ τοῦ Ν. Διατάγματος τῆς 25 Σεπτεμβρίου ἐ.ἔ., τὸ ὁποῖον προέβλεψε περὶ τοῦ κανονισμοῦ τῶν ἀποδοχῶν ἐν γένει τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, οἱ δημοδιδάσκαλοι διεβαθμίσθησαν εἰς τέσσαρας τάξεις, συγχρόνως δὲ ἡ διοίκησις τῆς Ὁμοσπονδίας τῶν Δημοδιδασκάλων ὑπέβαλεν ὑπόμνημα πρὸς ὑμᾶς, διὰ τοῦ ὁποίου ζητεῖ νὰ γίνουν αἱ τάξεις πέντε ἀπὸ τέσσαρας καὶ ἡ μικροτέρα τάξις νὰ ἀντιστοιχῇ πρὸς τὸν βαθμὸν γραφέως αʹ τάξεως, ἡ δὲ ἀνωτέρα πρὸς τὸν βαθμὸν εἰσηγητοῦ. Καὶ τὸ Ν. Διάταγμα τῆς 25 Σεπτεμβρίου καὶ τὴν ὑπόδειξιν τῆς Ὁμοσπονδίας κατακρίνουσιν οἱ τριτοβάθμιοι δημοδιδάσκαλοι, καὶ νομίζω ὅτι ἔχουσι δίκαιον, διότι αὕτη προτείνει νὰ αὐξηθῇ ὁ μισθὸς τῶν πρωτοβαθμίων εἰς 3.600, ἐνῷ οἱ τριτοβάθμιοι δημοδιδάσκαλοι θὰ λαμβάνωσι 1300. Ἂν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν μας ὅτι ἡ αὔξησις τῶν μισθῶν δὲν ἐγένετο πρὸς διάκρισιν ἠθικήν, ἀλλὰ πρὸς ἀντιμετώπισιν τῶν βιωτικῶν ἀναγκῶν, ὀφείλομεν νὰ δεχθῶμεν ὅτι ὑπάλληλοι τοῦ αὐτοῦ βαθμοῦ, τοῦ αὐτοῦ προορισμοῦ δὲν πρέπει νὰ μισθοδοτῶνται μὲ τόσον διαφορετικὰς ἀποδοχάς, διότι, ἂν εἶναι ἀπαραίτητον μὲ 3600 δραχ. νὰ μισθοδοτῶνται οἱ τῆς πρώτης κατηγορίας δημοδιδάσκαλοι, πῶς εἶναι δυνατὸν μὲ 1300 δραχ. νὰ μισθοδοτῆται ἕνας δημοδιδάσκαλος; Τὰ πράγματα λέγουσιν ὄχι καὶ δι’ αὐτὸ προτείνουσιν οἱ τριτοβάθμιοι δημοδιδάσκαλοι νὰ μὴ φθάσῃ ὁ ἀνώτερος βαθμὸς τῆς διαβαθμίσεως μέχρι τοῦ εἰσηγητοῦ, ἀλλὰ νὰ κανονισθῇ μικρότερος καὶ οἱ τριτοβάθμιοι δημοδιδάσκαλοι νὰ ἀμειφθῶσι περισσότερον. Σᾶς πληροφορῶ ὅτι ἀπεκήρυξαν τὴν διοίκησιν τῆς Ὁμοσπονδίας. Αὐτοὶ ὅλοι ἀνήκουσιν εἰς τὴν δʹ τάξιν καὶ ἀποβλέπουν νὰ πάρουν τὰς 3500 δραχ. Καταθέτω τὸ νομοσχέδιον.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ.κ. Ι. Καλογερᾶς, Γ. Φραγκούδης, Α. Πραντούνας, Ι. Μαμάης, Δ. Προμπονᾶς καὶ Ι. Γιαμούζης ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν ἐν Ἀθήναις καὶ Πειραιεῖ ἁμαξηλατῶν.
§6Ι. ΜΑΜΑΗΣ. Ἐδῶ εἶναι ὁ κ. Σ. Ζερβός· ἂν φείδεσθε τοῦ χρόνου, παραιτοῦμαι ἐγὼ καὶ ἂς λάβῃ τὸν λόγον ὁ κ. Ζερβός.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι σημειωμένος ὁ κ. Ζερβός.
§8Ι. ΜΑΜΑΗΣ. Ἐν τοιαύτη περιπτώσει παραιτοῦμαι ἐγώ.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἔλθῃ ὁ ἑπόμενος κ. Καλογερᾶς.
§10Ι. ΚΑΛΟΓΕΡΑΣ. Τὸ ζήτημα ἔχει κάποιαν σοβαρότητα καὶ ἔπρεπε νὰ εὑρίσκεται, ἂν ὄχι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, τοὐλάχιστον ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργός.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται μέχρις οὗ ἔλθῃ ὁ κ. Ὑπουργός. Οἱ κ.κ. Δ. Φλέσσας καὶ Χ. Κατριβάνος ἐπὶ ἀναφορᾶς κατοίκων κοινότητος Κασιμίου Μεγαλοπόλεως.
§12Δ. ΦΛΕΣΣΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, τόσον οἱ κάτοικοι τῆς κοινότητος Κασιμίου ὅσον καὶ οἱ κάτοικοι τῶν κοινοτήτων τῆς ἐπαρχίας μου ὑπέβαλον ἀναφορὰν πρὸς τὴν Συνέλευσιν διαμαρτυρόμενοι κατὰ τοῦ οἰκονομικοῦ ἐφόρου καὶ τῶν ὑπαλλήλων τῆς Ἐφορίας, διότι δὲν ἠθέλησαν νὰ δώσωσι προσοχὴν εἰς συστάσεις τῶν προέδρων κοινοτήτων διὰ τὴν ἐξακρίβωσιν τῆς γεωργικῆς παραγωγῆς. Ἔκαμον συλλαλητήρια οἱ κάτοικοι τῶν κοινοτήτων καὶ διεμαρτυρήθησαν κατὰ τοῦ ὑπαλλήλου αὐτοῦ, παρακαλοῦσι δὲ νὰ ληφθῶσι μέτρα. Τὸ τηλεγράφημα ἔχει οὕτως (ἀναγινώσκει): «Ὁ γεωργικὸς πληθυσμὸς κλπ.»). Φαίνεται ὅτι ὁ ἁρμόδιος ὑπάλληλος τῆς Ἐφορίας ἐκ προκαταλήψεως ἔχει ὑπ’ ὄψιν ὅτι οἱ κάτοικοι ἀποκρύπτουν τὴν παραγωγήν, ἀλλ’ ἂν δώσῃ προσοχὴν ἡ Ὑπηρεσία, θὰ ἴδῃ ὅτι εἰς τὴν ἐπαρχίαν αὐτὴν εἰσάγονται καθημερινῶς βαγόνια ἀλεύρων. Διατί νὰ μὴ δείξῃ ἐπιείκειαν ὁ ὑπάλληλος αὐτὸς ὁ ὁποῖος τοὺς ἀπειλεῖ ὅτι «θὰ τοὺς βάλῃ τὰ δύο ποδάρια εἰς ἕνα παποῦτσι»; Θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ διατάξετε ἀνακρίσεις.
§13Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Διετάχθη ὁ ἐπιθεωρητὴς νὰ ἐνεργήσῃ ἀνακρίσεις. Παρακαλῶ νὰ μοῦ στείλετε τὸ τηλεγράφημα.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Θεολογίτης ἐπὶ ἀναφορᾶς ὑπαλλήλων Τ.Τ.Τ. Ἕβρου.
§15Α. ΘΕΟΛΟΓΙΤΗΣ. Συνιστῶ τὴν ἀναφορὰν καὶ παρακαλῶ ὅπως ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν τὰ δίκαια παράπονα τῶν ὑπαλλήλων τῶν Τ.Τ.Τ. Ἕβρου.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ. κ. Δ. Δαγκλῆς, Γ. Παπανδρέου, Γ. Δουζίνας, Π. Μαζαράκης, Γ. Σολδάτος, Π. Πετρίδης, Ν. Σπηλιώτης καὶ Κ. Βουδούρης ἐπὶ ἀναφορᾶς Μιχαὴλ Ροϊλοῦ.
§17Γ. ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Κύριοι συνάδελφοι, πρόκειται περὶ μιᾶς ἀναφορᾶς ἡ ὁποία θὰ πρέπῃ κυρίως νὰ ἀπασχολήσῃ τὴν Κυβέρνησιν διὰ νὰ ὑποβάλῃ τὴν γνώμην της ὑπὸ οἱονδήποτε τύπον θέλει, εἴτε ὑπὸ τύπον νομοσχεδίου εἴτε ὑπὸ τύπον ψηφίσματος. Πρόκειται περὶ ἑνὸς ἀνθρώπου ὁ ὁποῖος καταφεύγει εἰς τὴν Συνέλευσιν καὶ ζητεῖ τὴν συνδρομήν της ἐπὶ προσωπικοῦ ζητήματος, ἀλλὰ θίγει ἓν ζήτημα τὸ ὁποῖον νομίζω ὅτι ὤφειλε νὰ κινήσῃ τὸ ἐνδιαφέρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ τῆς Συνελεύσεως. Πρόκειται περὶ ἑνὸς Ροϊλοῦ, ὁ ὁποῖος ἔχει δέκα παιδιά, τὸ δέκατον δὲ παιδὶ εἶναι ἡλικίας 12 ἐτῶν.
§18ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Πόσων ἐτῶν εἶναι;
§19Γ. ΔΟΥΖΙΝΑΣ. 35 ἐτῶν καὶ παρέχει τὴν ἐλπίδα νὰ δώσῃ καὶ ἄλλα παιδιά. Τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι μεγίστου ἐνδιαφέροντος καὶ ἀπησχόλησεν ὄχι μόνον τὴν Γερμανίαν, ἀλλὰ καὶ τὴν Γαλλίαν καὶ κυρίως τοὺς Ὑπουργοὺς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας καὶ τὸ ζήτημα δὲν ἐκρίθη μὲ τὸ αὐτὸ ἐνδιαφέρον μὲ τὸ ὁποῖον σήμερον εἰσάγεται εἰς τὴν Συνέλευσιν. Ἐγένετο εὐρυτάτη συζήτησις, ὁ δὲ νῦν Πρωθυπουργὸς τῆς Γαλλίας κ. Ἐρριὼ ἐτέθη ἐπὶ κεφαλῆς μιᾶς τοιαύτης κινήσεως. Ἔχω ἐνώπιόν μου μίαν εἰκόνα τὴν ὁποίαν θὰ δείξω εἰς τὴν Συνέλευσιν. Ἐκεῖ λοιπὸν ἐλήφθησαν μέτρα ἀνάλογα διὰ τὴν προστασίαν τῆς πολυτεκνίας.
§20Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ὁ κ. Μαμάης ἔχει ἕνδεκα.
§21Γ. ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Μόλις ἐγεννήθη τὸ ζήτημα εἰς τὴν Γαλλίαν, ἀμέσως εἰσήχθη πρὸς συζήτησιν νομοσχέδιον, τοῦ ὁποίου εἰσηγητὴς ἦτο ὁ μέγας οἰκονομολόγος Μπουλανζὲ καὶ διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ παρεσχέθη εἰς μὲν τὴν μητέρα ἡ ὁποία ἔχει δύο τέκνα βοήθημα δρ. 500, δι’ ἕκαστον δὲ ἐπιγεννώμενον τέκνον παρεσχέθησαν ἀνὰ 1000 δρ. καὶ μετὰ τὸ δέκατον τέκνον παρέχονται ἀνὰ 2000 δραχ. Ἐπίσης εἰς τὸν πατέρα ὁ ὁποῖος θὰ κατορθώσῃ νὰ παρουσιάσῃ εἰς τὸ Δημαρχεῖον 7 τέκνα δίδουν ἀνὰ 2000 δραχ. κατὰ τέκνον. Ἡμεῖς δὲν ἔχομεν κανένα νόμον προστατεύοντα τοὺς γονεῖς οἱ ὁποῖοι ἔχουν τέκνα, ἀλλὰ μόνον ὅσον ἀφορᾶ τὴν στράτευσιν. Ἐκεῖ πραγματικῶς ἐλήφθη ἕνα εὐεργετικὸν μέτρον διὰ τοὺς γονεῖς οἱ ὁποῖοι μεταφέρονται εἰς τὴν δευτέραν σειρὰν τῆς ἐφεδρείας, ἂν εἶναι προστάται τεσσάρων τέκνων. Ἐπίσης ἔχει καὶ μερικὰ ἄλλα βοηθήματα ὁ στρατολογικὸς νόμος διὰ τοὺς γονεῖς καὶ οἰκογενειάρχας. Ἐπίσης ὅσον ἀφορᾶ τὴν ἐνίσχυσιν τῶν ὑπαλλήλων παρεσχέθησαν πολλὰ εὐεργετήματα εἰς τοὺς ἔχοντας τέκνα ἐξ αὐτῶν καὶ γίνεται προσθήκη εἰς τὸν μισθόν των, ὅταν ὑπερβοῦν τὸν ὡρισμένον ἀριθμὸν τέκνων. Ἀλλ’ αὐτὰ δὲν εἶναι τὸ μέτρον ἐκεῖνο τὸ γενικὸν τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ μᾶς ἀπασχολήσῃ σοβαρῶς, καθὼς ἀπησχόλησεν ὅλα τὰ Κράτη μετὰ τὸν πόλεμον. Κατὰ τὴν πρόχειρον μελέτην τὴν ὁποίαν εἶχε τὴν καλωσύνην νὰ μοῦ παράσχῃ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Ἐλευθεριάδης, εἰδικῶς ἀσχολούμενος, αἱ γεννήσεις μειοῦνται, καίτοι δὲ ηὐξήθη ὁ πληθυσμὸς πάλιν ἐλαττοῦται. Λοιπὸν νομίζω ὅτι ἡ ἀναφορὰ αὐτὴ πρέπει νὰ κινήσῃ τὸ ἐνδιαφέρον ὄχι μόνον διὰ νὰ δώσωμεν ἓν βοήθημα, ἀλλὰ διὰ ν’ ἀποφασίσωμεν γενικώτερον. Ἐγὼ νομίζω ὅτι ἡ Συνέλευσις πρέπει νὰ μελετήσῃ τὸ ζήτημα καὶ ἀπὸ ἀπόψεως γενικωτέρας, ὄχι μόνον ἀπὸ ἀπόψεως τοῦ στρατευομένου πληθυσμοῦ, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ ἀπόψεως ἐνισχύσεως ἑνὸς Τόπου. Τὴν Γαλλίαν ἀπησχόλησεν ἐπὶ πολὺ τὸ ζήτημα τοῦτο. Καὶ εἰς τὴν Γερμανίαν ἐλήφθησαν ἀνάλογα μέτρα, μολονότι ἐκεῖ δὲν ὑπῆρχεν ἡ ἐλάττωσις τοῦ πληθυσμοῦ, ἡ ὁποία ὑπῆρχεν εἰς τὴν Γαλλίαν. Εἰς τὴν Γαλλίαν ἔλαβον εἰδικὰ μέτρα καὶ εἰδικὸν νόμον ἔκαμαν, ἐπὶ κεφαλῆς δὲ ὅλης αὐτῆς τῆς κινήσεως ἐτέθησαν ἐκτὸς τοῦ κ. Ἐριὼ οἱ ἀριστεῖς τοῦ πνεύματος.
§22Ι. ΜΑΜΑΗΣ. Εὑρίσκω δικαιοτάτην τὴν αἴτησιν ταύτην, διότι ἐγὼ ἔπαθον ὅλους αὐτοὺς τοὺς κλονισμοὺς μὲ 12 παιδιά. Μοῦ ἐπῆραν τὰ παιδιά μου στρατιώτας, μοῦ ἐφόνευσαν ἕνα καὶ μοῦ ἔκαμαν ὅλα τὰ ἄλλα ἄχρηστα, καὶ τὸ Κράτος δὲν ἔλαβε καμμίαν πρόνοιαν. Συνιστῶ καὶ ἐγὼ ὁ παθών, ὁ ἔχων ἕνδεκα τέκνα, τὴν ἀναφοράν, διότι εἶναι τὸ πλέον δυσβάστακτον ἡ μεγάλη οἰκογένεια καὶ ὀφείλει τὸ Κράτος νὰ λάβῃ μίαν μέριμναν.
§23Γ. ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Παρακαλοῦν λοιπὸν οἱ ὑποστηρίζοντες τὴν πρότασιν ἀφ’ ἑνὸς μὲν νὰ λάβετε τὴν καλωσύνην, κ. Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ εἰσηγηθῆτε ἑνὸς ψηφίσματος ὥστε νὰ παράσχωμεν ἓν βοήθημα εἰς τὸν ἄνθρωπον αὐτὸν ὁ ὁποῖος παρουσιάζει αὐτὴν τὴν ἐξαιρετικὴν πολυτεκνίαν, νὰ ληφθῇ δὲ ὡς βάσις νόμου τὸ νομοσχέδιον τοῦ Ντωνοτὲ καὶ ἀφ’ ἑτέρου, ἂν θέλετε ὑμεῖς ἢ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Προνοίας νὰ ὑποβάλετε εἰς τὴν Συνέλευσιν ἕνα εἰδικὸν νόμον ὥστε νὰ ἀπαλλάξετε καὶ ἡμᾶς νὰ ἐπανέλθωμεν ἐπὶ τοῦ θέματος διὰ νὰ ὑποστηρίξωμεν τὰ ἐπιχειρήματα τὰ ὁποῖα συνηγοροῦν ὑπὲρ τῆς προτάσεως αὐτῆς.
§24Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Καὶ φόρους;
§25Γ. ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Τὸ νομοσχέδιον προνοεῖ περὶ τοῦ φόρου τὸν ὁποῖον νὰ λάβετε ὑπ’ ὄψιν.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Φλέσσας ἐπὶ ἀναφορᾶς κοινότητος Χράνων Μεγαλοπόλεως.
§27Δ. ΦΛΕΣΣΑΣ. Ἡ ἀναφορὰ αὐτὴ εἶναι σχετικὴ μὲ τὴν προηγουμένην ἀναφοράν.
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ζερβὸς ἐπὶ ἀναφορᾶς Συνδέσμου Ταμπουρίου–Ξυλοκερατέας.
§29Σ. ΖΕΡΒΟΣ. Ἡ ἀναφορὰ ἀφορᾷ μίαν μεγάλην συνοικίαν τοῦ Πειραιῶς, ἡ ὁποία δὲν εἶναι ἐντὸς τοῦ σχεδίου τῆς πόλεως, εἰς τὴν ὁποίαν πρὸ τριακονταετίας δὲν ὑπῆρχε καμμία οἰκία, σήμερον δὲ κατοικοῦσι πολλαὶ χιλιάδες προσφύγων καὶ εἰς τὸ κέντρον τῆς συνοικίας αὐτῆς εἶναι ἡ πυριτιδαποθήκη. Νομίζω λοιπὸν ὅτι πρέπει νὰ διατάξετε τὴν ἀπομάκρυνσιν τῆς πυριτιδαποθήκης, ἡ ὁποία εἶναι δυνατὸν νὰ προξενήσῃ μεγάλας ζημίας εἰς τοὺς κατοίκους, ἂν ἤθελέ ποτε ἐκραγῆ. Ἐπίσης αἱ ὁδοὶ τῆς συνοικίας ταύτης εἶναι ἀδιάβατοι καὶ φωτισμὸς δὲν ὑπάρχει. Πρέπει ἡ Δημαρχία νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν της καὶ εἰς τὸ ζήτημα τοῦ φωτισμοῦ καὶ εἰς τὸ ζήτημα τῆς συγκοινωνίας, πρὸ παντὸς δὲ νὰ διατάξετε τὴν ἄμεσον ἀπομάκρυνσιν τῆς πυριτιδαποθήκης, διότι εἰς τὸ μέρος εἰς ὃ εὑρίσκεται σήμερον τίποτε ἄλλο δὲν εἶναι εἰμὴ μία ἑστία μολύσματος.
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λεονάρδος ἐπὶ ἀναφορᾶς τῆς Παγκληρικῆς Ἑνώσεως.
§31Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Κύριοι πληρεξούσιοι, ἔχω εἰς χεῖράς μου μίαν ἀναφορὰν τῆς Παγκληρικῆς Ἑνώσεως, διὰ τῆς ὁποίας παραπονοῦνται οἱ ἱερεῖς ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται εἰς τὰ χωριὰ ὅτι δὲν τὰ βγάζουν πέρα εἰς τὴν σημερινὴν περίστασιν. Εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι οἱ ἱερεῖς, ἐφόσον δὲν λαμβάνουν ὅσα πρέπει ἀπὸ τὴν ἐκκλησίαν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνταποκριθῶσιν εἰς τὰς σημερινὰς δαπάνας. Οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ ἄλλην ἐργασίαν κάμνουν παρὰ τοῦ ἱερέως. Πρέπει τὸ Κράτος νὰ λάβῃ κάποιαν μέριμναν διὰ τοὺς ἀνθρώπους αὐτούς. Κατόπιν δὲ τῆς ἀπαλλοτριώσεως καὶ τῶν κτημάτων τῶν Μονῶν θὰ εὑρεθῶσιν εἰς τὴν αὐτὴν κατάστασιν καὶ οἱ ἱεροκήρυκες καὶ οἱ καθηγηταὶ τῶν ἱερῶν μαθημάτων. Καιρὸς εἶναι νὰ σκεφθῇ σοβαρῶς διὰ τὸ ζήτημα αὐτὸ ἡ Κυβέρνησις, διότι ἡ ἐκκλησία παίζει σπουδαῖον ρόλον εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῆς κοινωνίας. Ἐπίσης νὰ ληφθῇ μέτρον διὰ τοὺς πρόσφυγας ἱερεῖς, οἱ ὁποῖοι, καίτοι ἐξαιρετικῶς μορφωμένοι, περιφέρονται εἰς τοὺς δρόμους.
§32Κ. ΣΠΥΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν). Τὸ ζήτημα εἶναι ὑπὸ μελέτην καὶ θέλει ληφθῆ πᾶσα μέριμνα.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ροδόπουλος ἐπὶ ἀναφορᾶς ἀκτημόνων καλλιεργητῶν Τυρνάβου.
§34Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ ἀκτήμονες καλλιεργηταὶ Τυρνάβου παραπονοῦνται ὅτι ἐγένετο ἡ διανομὴ ἑνὸς κτήματος εἰς μὴ γεωργοὺς καὶ διετέθησαν γαῖαι χρήσιμοι διὰ τὴν γεωργίαν εἰς ἀνθρώπους μὴ γεωργούς. Τὸ ζήτημα τῆς ἀποκαταστάσεως τῶν ἀκτημόνων καλλιεργητῶν εἶχε σκοπὸν νὰ ἀποκατασταθῶσιν οἱ πραγματικοὶ καλλιεργηταὶ τῆς γῆς. Τί ἔγινε λοιπὸν εἰς τὴν διανομὴν τοῦ κτήματος Καμπὶλ Ἀγᾶ; Διενεμήθη εἰς μὴ γεωργοὺς οἱ ὁποῖοι δὲν ἐκαλλιέργησαν τὰς γαίας, αἱ γαῖαι μετεβλήθησαν εἰς λιβάδια, τὰ λιβάδια τὰ ἐνοικιάζουν καὶ κάθηνται. Ζητοῦν λοιπὸν τώρα οἱ πραγματικοὶ γεωργοὶ νὰ γίνῃ μία ἐκκαθάρισις τῶν μὴ γεωργῶν, οἱ ὁποῖοι ἐπῆραν τὸ κτῆμα τοῦ Σουλτάνου, καὶ νὰ τὸ πάρουν οἱ πραγματικοί. Νομίζω ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον δὲν πρέπει νὰ παρατείνῃ ἐπὶ πολὺ τὴν κατάστασιν αὐτήν.
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πατάλας ἐπὶ ἀναφορᾶς κατοίκων Ἐλευσῖνος, Μάνδρας καὶ Μαγούλας.
§36Ι. ΠΑΤΑΛΑΣ. Κύριοι πληρεξούσιοι, ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου μίαν ἀναφορὰν τῶν κατοίκων Ἐλευσῖνος Μεγαρίδος, οἱ ὁποῖοι παραπονοῦνται διότι ἡ ὁδὸς ἡ ἄγουσα ἀπ’ Ἀθηνῶν εἰς Ἐλευσῖνα εὑρίσκεται εἰς ἀξιοθρήνητον κατάστασιν—κατήντησε σχεδὸν ἀδιάβατος—καὶ ζητοῦν ὅπως θεραπευθῇ τὸ κακὸν αὐτό. Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως τῶν δικαίων παραπόνων τῶν κατοίκων, ὡς γνωστὸν ἡ Ἐλευσὶς εἶναι τόπος ἀρχαιολογικός, ἐπισκέπτονται δὲ αὐτὴν ξένοι ἀρχαιολόγοι. Ἂν ἦτο παρὼν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας, θὰ παρεκάλουν αὐτὸν ὅπως ἐκ τῶν πρώτων ἔργων αὐτοῦ εἶναι ἡ ἡμιασφαλτόστρωσις τῆς ὁδοῦ αὐτῆς, διότι ὁ τέως Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας ἀξιότιμος πληρεξούσιος Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς ἐπλούτισε μὲ ἀρκετὰ ἑκατομμύρια τὸ εἰδικὸν τμῆμα καὶ δύναται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐπισκευὴν τῆς ὁδοῦ αὐτῆς. Ἐπίσης ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου μίαν ἀναφορὰν κατοίκων Μάνδρας, οἱ ὁποῖοι παραπονοῦνται ὅτι ὁ δασάρχης Μάνδρας διὰ τὴν ἔκδοσιν ἀδείας ὑλοτομίας ἐπὶ κεκαυμένων μερῶν ζητεῖ διπλάσιον φόρον. Κατὰ τὸ ἀντεπαναστατικὸν κίνημα ἀπετεφρώθησαν μεγάλαι δασώδεις ἐκτάσεις, τῶν ὁποίων οἱ ἰδιοκτῆται δὲν ἀπεζημιώθησαν μέχρι σήμερον. Ἐν τούτοις διὰ τὴν ὑλοτομίαν τῶν κεκαυμένων ἐκείνων δασικῶν ἐκτάσεων ζητεῖ τὸ Δημόσιον διπλασίαν φορολογίαν. Ἰσχυρίζεται ἡ Ὑπηρεσία ὅτι εἰδικὸς νόμος ὁρίζει ὅτι προκειμένου περὶ ἐκτάσεων κεκαυμένων ἐπιβάλλεται διπλασία φορολογία. Νομίζω ὅτι ἐν προκειμένῳ δὲν δύναται ἡ διάταξις νὰ ἰσχύσῃ καὶ ὅτι δύναται τὸ Ὑπουργεῖον, ἑρμηνεῦον διασταλτικῶς τὸν νόμον, νὰ ἐκδώσῃ τὴν σχετικὴν διαταγήν, ὅπως εἰσπράξῃ τὸ Δημόσιον ἁπλῆν φορολογίαν...
§37Α. ΔΕΝΔΡΙΝΟΣ. Τὴν ἀναφοράν, ὡς δικαιοτάτην, συνιστῶ καὶ ἐγώ.
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δενδρινὸς ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν ἐν Ἀθήναις καὶ Πειραιεῖ ἀρβυλοποιῶν.
§39Α. ΔΕΝΔΡΙΝΟΣ. Τὸ ζήτημα εἶναι πολὺ σπουδαῖον καὶ ἀφορᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὅστις ἀπουσιάζει, ὑποθέτω ὅμως ὅτι, ἐφόσον παρίσταται ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ἁρμοδιώτερος ἀκόμη κατ’ οὐσίαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν τοῦ νῦν, νομίζω ὅτι δυνάμεθα κάλλιστα νὰ ἀναπτύξωμεν τὴν ἀναφορὰν αὐτήν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ὄχι μόνον ὡς ἐκ τοῦ ἐπαγγέλματός του, ἀλλ’ ὡς διατελέσας Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, γνωρίζει τὴν ἱστορίαν τῶν ἀέργων ἀρβυλοποιῶν. Εἶναι ὁλόκληρος κόσμος ὁ ὁποῖος πεινᾷ καὶ δὲν ἔχει ἐργασίαν. Γνωρίζει κάλλιστα ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας ὁπόσας καὶ ὁποίας ἔχει ἐνοχλήσεις καθημερινῶς, δικαίας ἄλλως τε, διότι οἱ ἄνθρωποι πεινοῦν καὶ αὐτοὶ καὶ αἱ οἰκογένειαί των, ἔπρεπε δὲ νὰ ληφθῇ φροντὶς δι’ αὐτὸν τὸν κόσμον. Ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου ἐπιστολὴν τὴν ὁποίαν ἀπηύθυναν καὶ ἐδημοσιεύθη εἰς τὸ «Ἔθνος», τὴν ὁποίαν θὰ παρακαλέσω νὰ μοῦ ἐπιτραπῇ νὰ ἀναγνώσω.
§40Ι. ΜΑΜΑΗΣ. Εἶναι σπουδαιότατον τὸ ζήτημα καὶ δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἀναπτυχθῇ εἰς πέντε λεπτὰ οὔτε δύναται νὰ τὸ διεξαγάγῃ εἷς πληρεξούσιος.
§41Α. ΔΕΝΔΡΙΝΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας ἐν συνεννοήσει μετὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν γνωρίζει ὁποῖαι καταχρήσεις ἐγένοντο εἰς βάρος τοῦ Δημοσίου ἐκ τῶν προμηθειῶν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν τῶν ἀρβυλῶν καὶ μάλιστα ἀπὸ ἕνα κύριον Πρόξενον. Δὲν εἶναι λοιπὸν ὀρθὸν τὰ ἑκατομμύρια τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ νὰ τὰ καταχρῶνται ὡρισμένα πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἀναλαμβάνουν τὰς προμηθείας, καὶ ὁ ἐργατικὸς κόσμος ὁ ἰδικός μας νὰ εἶναι ἄεργος. Ἐλπίζω ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ λάβῃ σοβαρῶς ὑπ’ ὄψιν τὸ ζήτημα· ἄλλως, ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὁ ὁποῖος ἔχει κάποτε ἄλλας ἀντιλήψεις περὶ ἐργατικῆς πολιτικῆς, δὲν θελήσῃ νὰ εἰσακούσῃ τὰς καλὰς εἰσηγήσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, τότε βεβαίως θὰ ἀναγκασθῶμεν νὰ ὑποβάλωμεν ἐπερώτησιν.
§42Α. ΤΡΑΧΗΛΗΣ. Κύριοι πληρεξούσιοι, ὅπως καὶ ὁ κ. Μαμάης εἶπε, δὲν εἶναι ζήτημα μικρὸν τὸ ζήτημα τῆς ἀναφορᾶς τῶν ἀρβυλοποιῶν Ἀθηνῶν–Πειραιῶς. Πρόκειται περὶ 600 καὶ πλέον ἀρχηγῶν οἰκογενειῶν, τοὺς ὁποίους τὸ Κράτος τὸ ἴδιον ἐχρησιμοποίησεν ἀπὸ τοῦ 1897, ὁπόταν εἶχεν ἀνάγκην ἀνθρώπων πρὸς κατασκευὴν ἐξαρτυμάτων τοῦ Στρατοῦ. Οἱ ἄνθρωποι οὗτοι ἤρχισαν τὸ ἐπάγγελμά των πτωχοὶ καὶ μένουσι πτωχοί, διότι ἐργάζονται πρὸς ἀπόλαυσιν ἑνὸς ἡμερομισθίου καὶ τὰς ὠφελείας ἐκ τῆς ἐργασίας των τὰς ἔχει τὸ Κράτος. Οἱ ἀρβυλοποιοὶ ἐχρησιμοποιοῦντο μέχρι πρὸ διετίας, ὁπότε ἡ Ἐπανάστασις, πιεζομένη ἀπὸ τὴν ἀνάγκην, ἐπρομηθεύθη 200 καὶ πλέον χιλιάδας ἀρβύλας ἀπὸ τὸ ἐξωτερικόν. Αἱ ἀρβύλαι ἐκεῖναι ἐστοίχισαν εἰς τὸ Δημόσιον πλέον τῶν 200 δραχ. τὸ ζεῦγος, καθ’ ἣν στιγμὴν οἱ ἀρβυλοποιοὶ ἐπρότεινον εἰς τὸ Κράτος νὰ κατασκευάσωσιν ἀρβύλας μόνον μὲ 120 δραχμάς· τὸ δὲ χειρότερον πάντων εἶναι ὅτι αἱ ἀρβύλαι ἐκεῖναι ἦσαν ἐντελῶς ἀκατάλληλοι διὰ τοὺς στρατιώτας, διότι ἐκτὸς τοῦ ὅτι ἦσαν ἀπὸ πεπιεσμένον χάρτην καὶ ἐπληγώθησαν οἱ πόδες τῶν στρατιωτῶν εὐθὺς ὡς τὰς μετεχειρίσθησαν, ἀλλὰ καὶ διελύθησαν ἕνεκα τῆς ἀνωμαλίας τῆς κατασκευῆς των καὶ τοῦ ὑπερβολικοῦ βάρους των. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψετε νὰ σᾶς ἐπιδείξω μίαν ἀπὸ αὐτὰς τὰς ἀρβύλας, ἀπὸ τὰς ὁποίας ὑπάρχουν 50 καὶ πλέον χιλιάδες· αὗται ἐδόθησαν ἀπὸ προηγουμένην Κυβέρνησιν πρὸς ἐπισκευήν, ἐπιβαρύνουσαν τὸ Κράτος μὲ 30 δραχ. ἕκαστον ζεῦγος, δὲν εἶναι δὲ δυνατὸν νὰ γίνῃ τίποτε, διότι ἐκτὸς τοῦ ὅτι πρέπει νὰ ἀφαιρεθῇ τὸ πρόσθιον μέρος, ζυγίζουν καὶ μίαν ὀκᾶν καὶ 50 δράμια αἱ δύο. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὁ ὁποῖος εἶναι ἐν γνώσει τῶν ζητημάτων αὐτῶν, νὰ φροντίσουν νὰ δοθῇ μικρά τις ἐργασία εἰς τοὺς ἀνθρώπους αὐτούς, διότι πραγματικῶς πένονται καὶ διότι θὰ ἔλθῃ στιγμὴ καθ’ ἣν τὸ Κράτος θὰ λάβῃ τὴν ἀνάγκην αὐτῶν. Τὸ ζήτημα εἶναι πολὺ σπουδαῖον καὶ νομίζω ὅτι παρὰ τὰς ὑλικὰς δυσχερείας εἰς τὰς ὁποίας εὑρίσκεται τὸ Κράτος πρέπει νὰ ἱδρύσῃ ἓν συνεργεῖον διὰ νὰ ἐργάζωνται καὶ οἱ ἄνθρωποι οὗτοι καὶ ἑτοιμάζουν ἀρβύλας, αἱ ὁποῖαι εἶναι τέλειαι καὶ σύμφωνοι μὲ τὰς ἀνάγκας τοῦ Στρατοῦ μας. Ἂν τοῦτο εἶναι ἀδύνατον, ἂς δώσῃ τὸ Κράτος, ὅπως ἔκαμε μὲ τοὺς καπνεργάτας, ἕνα ποσὸν διὰ νὰ ἠμπορέσουν καὶ αὐτοὶ νὰ ἀλλάξουν ἐπάγγελμα (διαμαρτυρίαι). Καὶ ἐγὼ δὲν τὸ ἐγκρίνω αὐτὸ καὶ διὰ τοῦτο νομίζω ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ τὸ πρῶτον, δεδομένου ὅτι θὰ τοὺς χρειασθῇ τὸ Κράτος καὶ δὲν θὰ τοὺς ἔχῃ.
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κρεμεζῆς ἐπὶ ἀναφορᾶς ὑπαλλήλων Τ.Τ.Τ. Φθιωτιδοφωκίδος.
§44Σ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Ὁμολογουμένως, κ. Πρόεδρε, ἡ ψαλὶς τῆς Ἐπιτροπῆς Οἰκονομιῶν ὑπῆρξεν εἰς ἄκρον βαθεῖα ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ταχυδρομικοὺς ὑπαλλήλους, τοσοῦτο μᾶλλον καθόσον ἐκ τῶν ὑστέρων, μετὰ τὴν ὑπόδειξιν καὶ τῶν γραφείων τὰ ὁποῖα δέον νὰ καταργηθοῦν, κατὰ τὴν γνώμην τῆς Ἐπιτροπῆς, ἀνεκαλύφθη ὅτι οἱ ἐναπομένοντες ὑπάλληλοι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπαρκέσουν διὰ τὰ γραφεῖα τὰ ὁποῖα αὐτὴ ἡ Ἐπιτροπὴ ἀφῆκεν. Ἐκ τοῦ ἀτόπου αὐτοῦ φρονῶ ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ λάβῃ ἀφορμὴν ἡ Κυβέρνησις καὶ νὰ παρακαλέσῃ τὴν Ἐπιτροπὴν ὅπως ἀναθεωρήσῃ τὴν ἀπόφασιν σύμφωνα μὲ τὰς δικαίας ἀπόψεις τῶν ὑπαλλήλων, τὰς ὁποίας ἐκθέτουν ἐν τῇ ἀναφορᾷ.
§45Α. ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Συμφωνῶ καὶ ἐγὼ διὰ τοὺς ὑπαλλήλους τῶν Τ.Τ.Τ. μὲ τὸν κ. συνάδελφον, διότι εἰς περίπτωσιν καθ’ ἣν ἐλαττωθῇ ὁ ἀριθμὸς τῶν ὑπαλλήλων θὰ κλείσουν ὅλα τὰ γραφεῖα τῶν ἐπαρχιῶν.
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ξηρὸς ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν κατὰ ξηρὰν καὶ θάλασσαν ἐν πολέμῳ παθόντων.
§47Ν. ΞΗΡΟΣ. Κύριε Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς 15ης Ἰουλίου, ὅτε ἐψηφίζετο ἡ πίστωσις διὰ τὴν μερικὴν ἐξόφλησιν τῶν ἀπαιτήσεων τῶν παθόντων ἐν πολέμῳ, ἐγένετο δήλωσις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν ὅτι οἱ ἔχοντες ἀπόφασιν εἰς ξένα νομίσματα θὰ ἐπληρώνοντο εἰς τὸ νόμισμα εἰς τὸ ὁποῖον ἔχουν ἐκδοθῆ αἱ ἀποφάσεις αὐταί. Τὸ γραφεῖον τὸ ὁποῖον ἐξελέγχει τὰς αἰτήσεις τῶν ἀποφάσεων ἀρνεῖται νὰ συμμορφωθῇ πρὸς τὰς τοιαύτας ἀποφάσεις. Θὰ παρεκάλουν λοιπὸν ἐπὶ τοῦ ζητήματος νὰ δοθῇ μία λύσις συμφώνως πρὸς τὴν ὀρθότητα τῆς ἀναφορᾶς. Παρακαλῶ νὰ διαβιβασθῇ πρὸς τὸν κ. Ὑπουργόν.
§48Α. ΔΕΝΔΡΙΝΟΣ. Συνιστῶ καὶ ἐγὼ τὴν ἀναφορὰν εἰς τὸν κ. Ὑπουργόν.
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὡρολογόπουλος ἐπὶ ἀναφορᾶς ἐμπόρων γουναρικῶν Καστορίας.
§50Α. ΩΡΟΛΟΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἀναφορά, κύριοι πληρεξούσιοι, τὴν ὁποίαν ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως, εἶναι σχετικὴ πρὸς ὅσα χθὲς τὸ βράδυ ἀνέπτυξα κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ σχεδίου ψηφίσματος τοῦ σχετικοῦ μὲ τὸ νέον δασμολόγιον. Οἱ ἐργάται Καστορίας παραπονοῦνται διὰ τὴν ἐπικειμένην ἐφαρμογὴν τοῦ δασμολογίου, διότι πρόκειται νὰ τοὺς ἀφαιρεθῇ ὁ ἄρτος των. Δι’ αὐτὸ καταθέτω ἀναφορὰν μὲ τὴν παράκλησιν, ὅπως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τὴν λάβῃ ὑπ’ ὄψιν καὶ φροντίσῃ ἐν τῷ μεταξὺ νὰ τροποποιηθῇ τὸ σχετικὸν δασμολόγιον, ἀναλόγως τῶν ὑποδείξεων ἃς χθὲς ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ἀναπτύξω.
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καλέλλης ἐπὶ ἀναφορᾶς Ἐμπορικοῦ Συλλόγου Καλαμῶν.
§52Ν. ΚΑΛΕΛΛΗΣ. Πρόκειται, κ. Ὑπουργέ, περὶ τοῦ δασμολογίου. Μετὰ τὴν χθεσινὴν ἀπόφασιν τῆς Συνελεύσεως παρέλκει πᾶσα σύστασις· μόνον θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μὴ μᾶς παρουσιάσῃ καμμίαν ἡμέραν Διάταγμα διὰ τοῦ ὁποίου νὰ ἐπεκτείνεται ἡ ἐφαρμογή.
§53Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Συνελεύσεως νὰ συστήσῃ τάχιστα τὴν Ἐπιτροπὴν διὰ νὰ ἀρχίσουν ἀπὸ αὔριον αἱ ἐργασίαι της.
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μερλόπουλος ὅπως καταθέσῃ καὶ ἀναπτύξῃ ἀναφορὰν τοῦ ἐν ἀποστρατείᾳ ταγματάρχου Ν. Σπανοῦ καὶ ὅπως ὑποβάλῃ ἀναφορὰς διαφόρων κοινοτήτων ἐπαρχίας Μεσσήνης.
§55Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὅσον ἀφορᾷ τὴν κατάθεσιν τῆς ἀναφορᾶς τοῦ ταγματάρχου Ν. Σπανοῦ θὰ παρακαλέσω νὰ ἀναβληθῇ, ἐπειδὴ ἀπουσιάζει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν. Ὅσον ἀφορᾷ τὰς ἀναφορὰς τῶν κοινοτήτων Μεσσήνης, τὰς ὁποίας καὶ καταθέτω, αὗται ἀφορῶσι θέματα ἀναγόμενα εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Συγκοινωνίας, ἔχω δὲ ν’ ἀνακοινώσω ὅτι ἔχω λάβει μέχρι τοῦδε ἀπειρίαν τηλεγραφικῶν διαμαρτυριῶν ἀπὸ διάφορα μέρη τῆς ἐπαρχίας μου καὶ πολιτῶν καὶ συμβουλίων κοινοτικῶν καὶ ἐμπόρων καὶ γεωργῶν καὶ Συνεταιρισμῶν παραπονουμένων διὰ τὴν μελετωμένην ἕνωσιν τῶν ταμείων τῶν εἰδικῶν, τῶν ὑδραυλικῶν ἔργων τῆς κοιλάδος Παμίσου καὶ τοῦ εἰδικοῦ ταμείου διὰ τὴν διευθέτησιν τῆς κοίτης τοῦ χειμάρρου Νέδοντος. Ὑποβάλλονται αἱ τηλεγραφικαὶ αὐταὶ διαμαρτυρίαι διὰ τὸ μελετώμενον τοῦτο μέτρον ἀπὸ μέρους τῆς Ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῆς Γεωργίας, διότι, ὡς ἔμαθον οἱ συμπολῖταί μου, πρόκειται τὰ ταμεῖα τῶν ὑδραυλικῶν ἔργων τῆς κοιλάδος Παμίσου καὶ τὰ ταμεῖα τοῦ χειμάρρου Νέδοντος νὰ ἑνωθοῦν καὶ νὰ ἐπιβληθῇ μία νέα φορολογία ὄχι μόνον ἐπὶ τῶν κτημάτων καὶ ἐπὶ τῶν κατοίκων τῆς πόλεως Καλαμῶν διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἔργων τοῦ Νέδοντος, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ ὁλοκλήρου τοῦ νομοῦ Μεσσηνίας. Τὸ πρᾶγμα εἶναι τόσον χονδροειδῶς ἄδικον, ὥστε δὲν τολμῶ νὰ πιστεύσω ὅτι ἐν τῇ ἁρμοδίᾳ Ὑπηρεσίᾳ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Συγκοινωνίας ἐπεκράτησεν ἡ γνώμη αὐτὴ τῆς ἐπιβολῆς τῆς φορολογίας ἐπὶ πέντε ὁλοκλήρων ἐπαρχιῶν τοῦ νομοῦ Μεσσηνίας διὰ τὴν ἐκτέλεσιν ἔργου τὸ ὁποῖον ἀποκλειστικῶς καὶ μόνον θὰ ὠφελήσῃ μίαν μικρὰν ὡρισμένην περιφέρειαν. Ἐγώ, εἴπερ τις καὶ ἄλλος, ἐνδιαφέρομαι διὰ τὴν ταχίστην ἐκτέλεσιν τοῦ ἔργου τῆς διευθετήσεως τοῦ χειμάρρου Νέδοντος, διότι ἐγένετο ὁ χείμαρρος αἰτία καταστροφῶν ἀνυπολογίστων, ἐκθέτει δὲ εἰς κίνδυνον καὶ τὴν ζωὴν τῶν κατοίκων ἀκόμη, ὡς συνέβη τελευταῖον, ὅτε καὶ 9 ἄτομα ἐπνίγησαν. Καὶ στέργω διότι στέργει καὶ ὁ τόπος—νὰ ἐπιβληθῇ ἡ ἀναγκαία καὶ δικαία φορολογία, ἵνα ἀπαρτισθῇ τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον θὰ ἀπαιτηθῇ διὰ τὴν συνομολόγησιν τοῦ χρησίμου διὰ τὸ ἔργον δανείου. Ἀλλὰ μὲ τοῦτο δὲν ἔπεται ὅτι στέργω — καὶ πᾶς λογικὸς καὶ σκεπτόμενος δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ στέρξῃ — ὥστε ὁλόκληρος ὁ λαὸς Μεσσηνίας νὰ ὑποβληθῇ εἰς φορολογίαν χάριν ἔργου τὸ ὁποῖον θὰ ὠφελήσῃ μίαν καὶ μόνην πόλιν. Εἶναι δὲ ἔργον τοπικῆς ὠφελείας προφανῶς, διότι, ἂν δὲν ἐπρόκειτο περὶ τούτου, θὰ ἦτο τότε τὸ Κράτος ὑπόχρεον νὰ ἐκτελέσῃ τὸ ἔργον τοῦτο διὰ τῶν γενικῶν πόρων τοῦ Κράτους, ἀλλὰ πρόκειται περὶ ἔργου τοπικῆς ὠφελείας καὶ θεωρῶ ὅτι ἡ φορολογία εἶναι ἀναγκαῖον καὶ δίκαιον νὰ ἐπιβληθῇ μόνον εἰς τὴν περιοχὴν ἐκείνην ἥτις πρόκειται νὰ ὠφεληθῇ ἐκ τοῦ ἔργου. Οὐδέποτε ἔργα δημόσια τοιούτου σκοποῦ, ἀποβλέποντα ἀποκλειστικῶς εἰς τὴν ἐξασφάλισιν καὶ τὴν ὠφέλειαν ὡρισμένης τοπικῆς περιοχῆς, ὠφέλειαν δὲ τῆς ὁποίας οὐδαμῶς μετέχουν οἱ περίοικοι, οὐδέποτε, λέγω, ἐξετελέσθησαν δι’ ἀκουσίων εἰσφορῶν καὶ διὰ φορολογίας ἐπεκτεινομένης πέρα τῆς μελλούσης νὰ ὠφεληθῇ ἐκ τῶν ἔργων περιοχῆς· διότι οἱ περίοικοι δὲν εἶναι δοῦλοι καὶ δὲν ἐπιτρέπεται συνεπῶς νὰ γίνωνται φόρου ὑποτελεῖς διὰ τὴν ἐξυπηρέτησιν ἀλλοτρίων συμφερόντων, καὶ ὅταν ἀκόμη τὰ συμφέροντα αὐτὰ εἶναι συμφέροντα τῆς πρωτευούσης ἑνὸς νομοῦ. Ἐν προκειμένῳ μάλιστα ἡ πρωτεύουσα πόλις τῆς Μεσσηνίας εἶναι εὐτυχῶς τόσον πλουσία, ὥστε καὶ μόνη αὐτὴ δύναται νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ ἔργου. Ἡ ἕνωσις δὲ τῶν ταμείων τῶν ὑδραυλικῶν ἔργων τῆς κοιλάδος Παμίσου τὰ ὁποῖα ἐξυπηρετοῦν τὴν ἐκτέλεσιν ἔργων χρησιμότητος γενικῆς δύο ὁλοκλήρων ἐπαρχιῶν, θὰ εἶναι μέτρον ἄδικον, ἀλλ’ ἐπίσης θὰ ἦτο ἔργον καὶ παράλογον, διότι δὲν ἐπιτρέπεται ἡ ἕνωσις δύο ταμείων ἐξυπηρετούντων δύο διαφόρους καὶ ἀσχέτους πρὸς ἀλλήλους σκοπούς. Ποιοῦμαι τὰς συστάσεις ταύτας εἰς τὸν κ. ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας Ὑπουργὸν καὶ δι’ αὐτοῦ εἰς τὴν ἁρμοδίαν Ὑπηρεσίαν δημοσίων ἔργων, ἵνα ληφθῶσιν αὗται ἐν καιρῷ ὑπ’ ὄψιν. Γνωρίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς μετ’ ἐνδιαφέροντος παρακολουθεῖ τὰ ζητήματα ταῦτα, ἀλλ’ ἐθεώρησα ἀναγκαῖον νὰ ἐπιστήσω καὶ ἐγὼ τὴν προσοχήν του ἵνα ἐν πνεύματι ἀπολύτου δικαιοσύνης καὶ συνάμα πρακτικότητος μελετήσῃ τὸ ζήτημα καὶ προτείνῃ εἰς τὴν Συνέλευσιν τὰ ἀναγκαῖα μέτρα, τῆς φορολογίας μὴ ἐκτεινομένης πέρα τῆς περιοχῆς τὴν ὁποίαν θὰ ὠφελήσῃ.
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καταφυγιώτης. Ἀπών. Διαγράφεται. Αἱ λοιπαὶ ἀναφοραὶ ἀναβάλλονται, παρελθούσης τῆς ὥρας. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς Συντακτικῆς καὶ Νομοθετικῆς Ἐργασίας. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ καθορισμοῦ τῆς δικαιοδοσίας τῶν Γενικῶν Διοικητῶν καὶ τῶν Νομαρχῶν». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). Συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ Συντάγματος.
§57Γ. ΣΕΧΙΩΤΗΣ. Δύο λέξεις, κ, Πρόεδρε. Ἐπειδὴ τὸ Σύνταγμα ἀποτελεῖ ἓν σύνολον ἑνιαῖον, ἕνα ζωντανὸν ὀργανισμόν, διὰ τοῦτο νομίζω ὅτι θὰ εἶναι ἀνάγκη νὰ τὸ ἐπεξεργασθῇ ὁλόκληρον ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπὴ καὶ νὰ τὸ παρουσιάσῃ ὁλόκληρον εἰς τὴν Συνέλευσιν, διότι τὸ Σύνταγμα ἀποτελεῖ ἕνα ὀργανισμὸν συνολικόν. Δὲν ἠμπορεῖ ἡ Συνέλευσις νὰ συζητῇ χωριστὰ τμήματα τοῦ Συντάγματος χωρὶς νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν της τὸ σύνολον ὡς σύνολον ὀργανισμοῦ ὁλοκλήρου. Ἔχω λοιπὸν τὴν γνώμην ὅτι, πρὶν ἢ ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπὴ περατώσῃ τὸ ἔργον της, νὰ μὴ ἀρχίσῃ ἡ Συνέλευσις τὸ ἔργον της τὸ συντακτικόν.
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κανονισμὸς προβλέπει τὴν βαθμιαίαν συζήτησιν καθ’ ὅσον ἐπεξεργάζεται ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ εἰσηγητὴς κ. Παπανδρέου.
§59Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Χαίρω, κύριοι συνάδελφοι, διότι ἐγκαινιάζομεν σήμερον τὴν συζήτησιν κατ’ ἄρθρον ἐπὶ τοῦ νέου δημοκρατικοῦ πολιτεύματος καὶ εἶμαι εὐτυχὴς εἰσηγούμενος ταῦτα. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι παρῆλθεν ἔτος ἀφ’ ὅτου ἐξελέγη ἡ Συντακτικὴ Συνέλευσις καὶ μόλις σήμερον ἐπιλαμβάνεται τοῦ συντακτικοῦ αὐτῆς ἔργου, ἄδικος ὅμως εἶναι ἡ μομφὴ ἡ ὁποία ἐκ τοῦ γεγονότος αὐτοῦ ἐπιρρίπτεται εἰς βάρος τῆς Συνελεύσεως, ἄδικος καθὼς ἀποδεικνύει μία ἁπλῆ ἀναδρομὴ εἰς τὰ γεγονότα τοῦ παρελθόντος. Τὸ δημοψήφισμα ἐγένετο κατ’ Ἀπρίλιον, ὑπελείποντο ἑπομένως μῆνες τρεῖς μέχρι τῶν διακοπῶν τοῦ θέρους. Καὶ εἶναι γεγονὸς ὅτι ὁμοφώνως ἡ Συνέλευσις εἶχε τὴν γνώμην ὅτι ἔπρεπε νὰ καταβληθῇ προσπάθεια ὅπως εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ νέου δημοκρατικοῦ πολιτεύματος συμμετάσχῃ καὶ ὁ ἐκτὸς τῆς Συνελεύσεως πολιτικὸς κόσμος. Ἡ μὲν «Δημοκρατικὴ Ἕνωσις» ἐπεδίωκε τοῦτο διὰ τοῦ σχεδίου τῆς προσωρινῆς Γερουσίας, ἡ δὲ πλειονοψηφία τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Συντάγματος διὰ τῶν ἐκλογῶν τῆς Γερουσίας, αἱ ὁποῖαι θὰ ἐνεργοῦντο κατὰ τὸν Σεπτέμβριον, εἰς τρόπον ὥστε λαϊκοὶ ἀντιπρόσωποι τοῦ ἐκτὸς τῆς Συνελεύσεως κόσμου νὰ συμμετάσχουν. Ὁμόφωνος ἑπομένως ὑπῆρχεν ἡ γνώμη τῆς Συνελεύσεως, ὅπως ἀναβληθῇ τότε ἡ συζήτησις τοῦ Συντάγματος. Οὐδεμία λοιπὸν ἐπίκρισις ἀπὸ καμμίαν πτέρυγα τῆς Συνελεύσεως εἶναι δυνατὴ· διὰ τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως μέχρι τῶν διακοπῶν τοῦ θέρους, κατὰ μείζονα δὲ λόγον οὐδεμία ἐπίκρισις εἶναι δυνατὴ ἀπὸ τὸν πολιτικὸν κόσμον τὸν ἐκτὸς τῆς Συνελεύσεως, διότι χάριν ἐκείνου ἀκριβῶς ἐγένετο ἡ ἀναβολὴ πρὸς συμμετοχήν του εἰς τὸ συντακτικὸν ἔργον τῆς Συνελεύσεως. Ἐπανελήφθησαν αἱ ἐργασίαι τῆς Συνελεύσεως πρὸ ἑνὸς μηνὸς καὶ συνεζητήθη μέχρι τοῦδε τὸ σχέδιον τῆς προσωρινῆς Γερουσίας. Βεβαίως ἡ συζήτησις τῆς προσωρινῆς Γερουσίας δὲν ἀποτελεῖ συζήτησιν κατ’ ἄρθρον τοῦ νέου δημοκρατικοῦ πολιτεύματος, ἀποτελεῖ ὅμως προφανῶς συζήτησιν συντακτικήν. Καὶ εἶναι βέβαιον ὅτι καὶ μετὰ τὴν ἀπόρριψιν τοῦ σχεδίου περὶ προσωρινῆς Γερουσίας τὸ ζήτημα τοῦ δευτέρου Νομοθετικοῦ Σώματος διηυκρινίσθη εἰς τὴν Συνέλευσιν, εἰς τρόπον ὥστε, ὅταν ἔλθῃ ἡ συζήτησις τοῦ ζητήματος, ὥριμα νὰ εἶναι τὰ σχετικὰ συμπεράσματα. Ἄδικος συνεπῶς εἶναι ἡ μομφὴ ἡ ὁποία ἐπανειλημμένως καὶ πολλαχόθεν διατυποῦται εἰς βάρος τῆς Συνελεύσεως διὰ τὴν μέχρι τοῦδε καθυστέρησιν αὐτῆς. Ἀπὸ σήμερον πλέον εἰσερχόμεθα εἰς τὴν συζήτησιν κατ’ ἄρθρον τοῦ νέου Συντάγματος καὶ ἐλπίζω νὰ προχωρήσωμεν ταχέως εἰς τὸ ἔργον ἡμῶν. Ἡ Ἐπιτροπὴ ἔχει παρασκευάσει μὲ ὅσην δύναται ἐπιμέλειαν καὶ ἐμβρίθειαν τὸ ἔργον τοῦτο, ὥστε νὰ διευκολύνῃ τὴν Συνέλευσιν. Ἀλλὰ δὲν ἐννοῶ διὰ τίνα λόγον θὰ ἔπρεπε νὰ καταβληθῇ ὑπερβολικὴ σπουδὴ πρὸς ταχεῖαν περάτωσιν αὐτοῦ. Εἶναι βέβαιον ὅτι ὅλαι αἱ Συνελεύσεις μετὰ περισκέψεως, ἡ ὁποία πολλάκις κατέληξεν εἰς βραδύτητα, ἐπεράτωσαν τὸ ἔργον αὐτῶν. Εἶναι γνωστὸν ὅτι ἡ Γαλλικὴ Συνέλευσις διήρκεσεν ἐπὶ ἔτη μακρά· εἶναι γνωστὸν ὅτι ἡ Συνέλευσις τοῦ Weimar, εἰς ἕνα Τόπον δηλαδὴ ὅπου ἡ ἐπιστημονικὴ προπαρασκευὴ τῶν θεμάτων ἦτο ἀρτία, ἐχρειάσθη μολαταῦτα μῆνας μακροὺς διὰ νὰ καταρτίσῃ ὁριστικῶς τὸ πολίτευμα. Δὲν παραγνωρίζω τοὺς πολιτικοὺς ὅρους οἱ ὁποῖοι παρ’ ἡμῖν ἐπιβάλλουν τὴν ταχεῖαν περάτωσιν, ἀλλὰ νομίζω ὅτι οἱ πολιτικοὶ ἀκριβῶς ὅροι ἔκαμον ὥστε νὰ δεχθῶμεν τὴν ἀναθεώρησιν τῶν ἐκλογικῶν καταλόγων, καὶ ἐφόσον διὰ τῆς ἀποδοχῆς τῆς ἀξιώσεως ταύτης τοῦ ἐκτὸς τῆς Συνελεύσεως πολιτικοῦ κόσμου κατ’ ἀνάγκην ὁ χρόνος καὶ τῶν τοπικῶν ἀκόμη ἐκλογῶν παρατείνεται, δὲν ἐννοῶ διὰ τίνα λόγον θὰ ἔπρεπεν ἡμεῖς νὰ σπεύσωμεν, εἰς τρόπον ὥστε νὰ καταρτίσωμεν ἐλλιπὲς ἔργον, ἐνῷ πλήρης εἶναι ὁ χρόνος διὰ τὴν ὥριμον αὐτοῦ ἐπεξεργασίαν. Τὸ παλαιὸν γνωμικὸν «νὰ σπεύδωμεν βραδέως» νομίζω ὅτι ἔχει καὶ πάλιν σήμερον ἐπικαιρότητα. Θὰ σπεύσωμεν εἰς τὸ ἔργον ἡμῶν, ἀλλὰ μετὰ περισκέψεως ἀξίας τῆς σοβαρότητος τοῦ ἔργου τὸ ὁποῖον ἔχομεν νὰ ἐπιτελέσωμεν· διότι καταρτίζομεν σήμερον νέον πολίτευμα καὶ πρέπει νὰ θέσωμεν τὰς βάσεις αὐτοῦ μετὰ ὡριμότητος, εἰς τρόπον ὥστε τὸ νέον πολίτευμα νὰ ἀνταποκριθῇ ἐντελῶς εἰς τὰς ἀνάγκας, εἰς τοὺς πόθους καὶ εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Δὲν παραγνωρίζομεν βεβαίως τὰς ἀτελείας καὶ τὰ μειονεκτήματα τὰ ὁποῖα παρουσιάζει ἡ Συνέλευσις κατὰ τὴν ἐπιτέλεσιν τῶν ἔργων της. Ἀφ’ ἑνὸς τὸ μειλίχιον ὕφος τοῦ Προεδρείου εἶναι συνήθως ἀκατάλληλον διὰ νὰ κατευνάσῃ τὴν ἀκάθεκτον ὁρμὴν πολλῶν συναδέλφων, καὶ ἀφ’ ἑτέρου εἶναι δυστυχῶς γεγονὸς ὅτι ὑπάρχουν ὀλίγοι συνάδελφοι καταχρώμενοι τὸν χρόνον τῆς Συνελεύσεως, οἱ ὁποῖοι παραγνωρίζουν ἐνταῦθα μίαν ἠθικὴν τάξιν, τὴν ὁποίαν ἐπιβάλλει ἡ πολιτικὴ εὐκοσμία, παραγνωρίζουν τὰς ἀποστάσεις τὰς ὁποίας πρέπει νὰ τηροῦν καὶ εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην. Ἐπειδὴ παρὰ τὸ τυπικὸν γεγονὸς ὅτι εἴμεθα ὅλοι ἰσότιμοι πληρεξούσιοι, ἐν τούτοις ὑφίσταται ἕνα βαθύτερον ἠθικὸν καὶ πραγματικὸν γεγονός, ὅτι ὑπάρχουν πολιτικαὶ ἀποστάσεις μεταξὺ τῶν νεωτέρων ἡμῶν καὶ τῶν ἄλλων, οἱ ὁποῖοι διήνυσαν μακρὸν καὶ ἄξιον λόγου πολιτικὸν βίον, εἰς τρόπον ὥστε, ὡς προσωπικότητες, νὰ ἐπιβάλλωνται. (Ἐπιδοκιμασίαι καὶ χειροκροτήματα). Καὶ εἶναι ἐπίσης γεγονὸς ὅτι δὲν εἶναι σπανία ἡ ἐκτροπὴ αὐτῶν εἰς ἐκφράσεις ἀκόσμους καὶ εἰς βάρος τῶν Κυβερνήσεων καὶ εἰς βάρος τῆς Συνελεύσεως. Ἀλλ’ ἂν τοῦτο εἶναι ἀληθὲς εἶναι ἐπίσης ἀληθὲς καὶ τὸ ἀντίστροφον, ὅτι ὡς σύνολον ἡ Ἐθνικὴ Συνέλευσις περιλαμβάνει τὰς καλυτέρας πολιτικὰς δυνάμεις τῆς Χώρας, ὅτι περιλαμβάνει ὁλοκλήρους τὰς πολιτικὰς δυνάμεις τῆς δημοκρατικῆς παρατάξεως. Καὶ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι μὲ τόσην ἐλαφρότητα ὑπονομεύουν τὸ κῦρος αὐτῶν δὲν ὑπονομεύουν μόνον τὸ κῦρος προσώπων καὶ κομμάτων, ὑπονομεύουν τὸ κῦρος αὐτῆς τῆς δημοκρατικῆς παρατάξεως. Καὶ ὅταν τὸ κῦρος τῆς Συνελεύσεως καταπέσῃ, τότε βεβαίως κλονίζεται καὶ τὸ καθεστώς. (Χειροκροτήματα). Αὐτή, κύριοι συνάδελφοι, εἶναι ἡ γνώμη ἡμῶν διὰ τὸ ἔργον καὶ τὸ κῦρος τῆς Συνελεύσεως. Καὶ τώρα προχωροῦμεν εἰς τὴν συζήτησιν. Πρῶτον ἄρθρον καὶ εἰς τὸ παλαιὸν καὶ εἰς τὸ νέον πολίτευμα εἶναι τὸ κεφάλαιον περὶ θρησκείας. Τὰ πολιτεύματα τῆς Ἑλλάδος ἀνέκαθεν, καὶ τὸ πολίτευμα τῆς Ἐπιδαύρου, καὶ τὸ πολίτευμα τῆς Τροιζῆνος, καὶ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1844, καὶ τὸ μέχρι τοῦδε ἰσχῦον Σύνταγμα, ὡς πρῶτον ἄρθρον ἀναγράφουν τὸ περὶ θρησκείας. Εἰς τὰ σύγχρονα πολιτεύματα τὸ κεφάλαιον περὶ θρησκείας δὲν εἶναι ἀνεξάρτητον οὔτε προτάσσεται. Εἰς τὰ σύγχρονα πολιτεύματα τὸ κεφάλαιον περὶ θρησκείας κατατάσσεται εἰς τὸ κεφάλαιον τῶν ἀτομικῶν δικαιωμάτων. Καὶ συμβαίνει τοῦτο ὄχι μόνον εἰς τὰ πολιτεύματα, ὅσα καθιεροῦν τὸν χωρισμὸν τῆς Ἐκκλησίας ἀπὸ τὴν Πολιτείαν, ἀλλὰ καὶ εἰς ἐκεῖνα, ὅσα ἀναγνωρίζουν ἐπικρατοῦσαν θρησκείαν, ὅπως εἶναι τὸ πολίτευμα τὸ Πολωνικόν. Ἡ Ἐπιτροπὴ ὅμως ἔκρινε, φειδομένη τῶν ἑλληνικῶν παραδόσεων, διατηροῦσα τὴν συνέχειαν ὅλων τῶν μέχρι τοῦδε πολιτευμάτων, ὅτι ἔπρεπε καὶ πάλιν εἰς τὸ νέον δημοκρατικὸν πολίτευμα νὰ προτάξῃ τὸ κεφάλαιον περὶ θρησκείας. Διὰ τὴν σαφεστέραν κατανόησιν τοῦ ἄρθρου εἶναι ἀνάγκη νὰ γίνῃ μία βασικὴ διάκρισις ἀφ’ ἑνὸς τοῦ ζητήματος τῆς ἐλευθερίας τῆς συνειδήσεως καὶ τῆς θρησκευτικῆς ἐλευθερίας, καὶ ἀφ’ ἑτέρου τῶν σχέσεων Ἐκκλησίας καὶ Πολιτείας, ἅτινα εἶναι θέματα διάφορα καὶ ἀνεξάρτητα ἀλλήλων. Ἡ ἐλευθερία τῆς συνειδήσεως καὶ ἡ ἐλευθερία τῆς θρησκευτικῆς λατρείας ἄλλοτε, εἰς τοὺς χρόνους τοῦ παλαιοῦ παρελθόντος, ὑπέστησαν δοκιμασίαν δεινήν. Εἶναι τὰ ἀτομικὰ δικαιώματα τὰ ὁποῖα περισσότερον καὶ τραγικώτερον ἐδοκιμάσθησαν. Φθάνει νὰ ἐνθυμηθῇ κανεὶς τὰς διώξεις τῶν Χριστιανῶν ἀπὸ τὴν Ρωμαϊκὴν Πολιτείαν, τὰς διώξεις τῶν αἱρετικῶν ἀπὸ τὴν Καθολικὴν Ἐκκλησίαν. Ἀλλὰ κατὰ τοὺς νεωτέρους χρόνους τὰ δικαιώματα ταῦτα πρῶτα εὗρον ἀπόλυτον ἀναγνώρισιν. Ἡ διακήρυξις τῶν δικαίων τοῦ ἀνθρώπου καὶ τοῦ πολίτου διὰ τοῦ ἄρθρου 10 καθιερώνει ὡς «ἀπόλυτα καὶ ἀπαραβίαστα» τὰ δικαιώματα τῆς ἐλευθερίας τῆς συνειδήσεως καὶ τῆς λατρείας. Καὶ εἰς τὰ σύγχρονα δημοκρατικὰ πολιτεύματα ἀπεριόριστος καὶ ἀνεπιφύλακτος εἶναι ἡ ἀναγνώρισις. Εἶναι ἄλλως τε ἀπολύτως σαφὲς ὅτι προκειμένου περὶ δημοκρατικοῦ πολιτεύματος οἱοσδήποτε περιορισμὸς τῆς ἐλευθερίας τῆς συνειδήσεως καὶ τῆς ἐλευθερίας τῆς θρησκευτικῆς λατρείας θὰ ἦτο εἰς πλήρη ἀντίφασιν πρὸς τὴν φύσιν τοῦ πολιτεύματος. Καὶ διὰ τὸ νέον ἡμῶν δημοκρατικὸν πολίτευμα ἡ ἀναγνώρισις αὕτη πρέπει νὰ εἶναι ἀπόλυτος. Ἡ διατύπωσις τοῦ ἰσχύοντος Συντάγματος, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐλευθερίαν τῆς συνειδήσεως καὶ τὴν ἐλευθερίαν τῆς θρησκευτικῆς λατρείας, ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἡ ἐπικρατοῦσα θρησκεία ἐν Ἑλλάδι εἶναι ἡ τῆς Ἀνατολικῆς Ὀρθοδόξου τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας». Εἶναι ἡ πρώτη παράγραφος, τὴν ὁποίαν θὰ ἐξετάσωμεν βραδύτερον, διότι ὑπάγεται εἰς ἑτέραν κατηγορίαν, εἰς τὰς σχέσεις τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῆς Πολιτείας καὶ δὲν ἀφορᾷ τὴν ἐλευθερίαν τῆς συνειδήσεως καὶ λατρείας. (Ἀναγινώσκει): «Πᾶσα δὲ ἄλλη γνωστὴ θρησκεία εἶναι ἀνεκτὴ καὶ τὰ τῆς λατρείας αὐτῆς τελοῦνται ἀκωλύτως ὑπὸ τὴν προστασίαν τῶν νόμων, ἀπαγορευμένου τοῦ προσηλυτισμοῦ καὶ πάσης ἄλλης ἐπεμβάσεως κατὰ τῆς ἐπικρατούσης θρησκείας». Εἶναι γνωστόν, κύριοι συνάδελφοι, πόσας μακρὰς βυζαντινὰς συζητήσεις εἶχε προκαλέσει εἰς τὴν προκάτοχον Συνέλευσιν ἡ διατύπωσις τοῦ ἄρθρου τούτου καὶ ἀναγνωρίζομεν πάντες πόσον γόνιμον διδακτικὸν προηγούμενον ἀπετέλεσεν ἡ ἄσκοπος ἐκείνη σπατάλη τοῦ χρόνου διὰ τὴν σημερινὴν Συνέλευσιν. Εὐτυχῶς τὴν λύσιν τοῦ προβλήματος τῆς διατυπώσεως μᾶς παρέσχεν ἡ ὁμόφωνος γνώμη τῆς Ἱερᾶς Συνόδου. Ἡ Ἱερὰ Σύνοδος διατυπώσασα ἐξ οἰκείας πρωτοβουλίας τὸ ἄρθρον, ὑπέβαλε τὴν διατύπωσιν αὐτῆς εἰς τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπήν. Ἡ διατύπωσις δὲ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Πᾶσα δὲ ἄλλη γνωστὴ θρησκεία τελεῖ τὰ τῆς λατρείας αὐτῆς ἐλευθέρως ὑπὸ τὴν προστασίαν τῶν νόμων, ἀπαγορευομένου τοῦ προσηλυτισμοῦ καὶ πάσης ἄλλης ἐπεμβάσεως κατὰ τῆς ἐπικρατούσης θρησκείας». Ἐσκέφθη ὀρθῶς ἡ Ἱερὰ Σύνοδος καὶ τὴν σκέψιν αὐτῆς ἀνεπιφυλάκτως ἀπεδέχθη ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπή. Ἐσκέφθη ὅτι ἡ προσθήκη τῆς λέξεως «ἀνεκτή», ἂν δηλαδὴ ἄλλη θρησκεία εἶναι ἀνεκτὴ ἢ ἐλευθέρα, περιττεύει. Παρακάμπτομεν οὕτω τὴν ματαίαν συζήτησιν καὶ προσδιορίζομεν μόνον ὅτι πᾶσα ἄλλη γνωστὴ θρησκεία τελεῖ ἐλευθέρως τὰ τῆς λατρείας αὐτῆς ὑπὸ τὴν προστασίαν τοῦ Νόμου. Ἀλλὰ ζήτημα γεννᾶται, ποία εἶναι ἡ ἔννοια τῆς λέξεως «γνωστή» καὶ ἂν θὰ ἔπρεπε νὰ διατηρηθῇ αὕτη. Συμφώνως πρὸς τὴν ἐπιστημονικὴν ἑρμηνείαν ἡ λέξις «γνωστή» ἐκλαμβάνεται ὡς «φανερά». Τὰ σύγχρονα πολιτεύματα δὲν ἔχουν τοιαύτην διατύπωσιν. Ὁρίζουν ὅτι πᾶσα ἄλλη θρησκεία τελεῖ τὰ τῆς λατρείας αὐτῆς ἐλευθέρως, ἐφόσον ἡ ἄσκησις αὐτῆς δὲν προσκόπτει εἰς τὴν δημοσίαν τάξιν καὶ τὰ χρηστὰ ἤθη. Ἀσφαλῶς ἡ διατύπωσις αὕτη τῶν νέων πολιτευμάτων εἶναι πλήρης, εἶναι περισσότερον σαφὴς καὶ περισσότερον σύγχρονος. Ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Συντάγματος ἀπεδέχθη μὲν τὴν διατήρησιν τοῦ ὅρου «γνωστή», ἔδωκεν ὅμως εἰς τὸν ὅρον τοῦτον τὴν ἑρμηνείαν ὅτι δὲν θὰ ἔπρεπεν ἐνδεχομένη θρησκεία, δημιουργουμένη εἰς τὸ μέλλον, νὰ ὑποσκάπτῃ τὰ θεμέλια τῆς Πολιτείας, νὰ ἀντιστρατεύεται εἰς τὴν δημοσίαν τάξιν καὶ τὰ χρηστὰ ἤθη. Ὁμολογῶ ὅτι ἡ ἑρμηνεία εἶναι ὀλίγον βεβιασμένη, καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ τὴν ἐδέχθη ἁπλῶς διότι εἶχεν ὑπ’ ὄψιν ὅτι παρὰ τὴν ἀτέλειαν τῆς διατυπώσεως ζήτημα εἰς τὸ παρελθὸν δὲν ἐγεννήθη δὲν συντρέχει ἑπομένως λόγος ἀνησυχίας καὶ διὰ τὸ μέλλον. Προσωπικῶς νομίζω ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ ἀντικατασταθῇ ἡ λέξις «γνωστή». Εἶναι τόσον σκόπιμος ἡ διάταξις ἡ ὁποία περιέχεται εἰς τὰ σύγχρονα πολιτεύματα, ὅπως π.χ. εἰς τὸ Τσεχοσλοβακικόν, ἄρθρον 122 (ἀναγινώσκει τὸ ἄρθρον), ὥστε, κατὰ τὴν γνώμην μου, ἓν ἐκ τῶν δύο θὰ συμβῇ: Ἢ θὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ διατύπωσις, ὡς μέχρι τοῦδε, ὑπὸ τὴν ἑρμηνείαν ὅμως ὅτι γνωστὴ θρησκεία σημαίνει ἐνδεχομένως γνωστὴν καὶ εἰς τὸ μέλλον, ἀλλὰ μὴ θίγουσαν τὴν δημοσίαν τάξιν καὶ τὰ χρηστὰ ἤθη, ἢ θὰ προχωρήσωμεν — καὶ τοῦτο εἶναι προτιμότερον — εἰς μίαν νέαν διατύπωσιν σαφεστέραν, ὁπότε τὸ ἄρθρον θὰ διετυποῦτο ὡς ἑξῆς: «Πᾶσα ἄλλη θρησκεία τελεῖ τὰ τῆς λατρείας αὐτῆς ἐλευθέρως, ἐφόσον ἡ ἄσκησις αὐτῆς δὲν εἶναι ἀσυμβίβαστος πρὸς τὴν δημοσίαν τάξιν καὶ τὰ χρηστὰ ἤθη» Τὸ ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, τὸ ἰσχῦον, προσθέτει τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «ἀπαγορευομένου τοῦ προσηλυτισμοῦ καὶ πάσης ἄλλης ἐπεμβάσεως κατὰ τῆς ἐπικρατούσης θρησκείας». Ἡ Ἐπιτροπὴ ἔχουσα ὑπ’ ὄψιν ὅτι μέχρι τοῦδε οὐδὲν ζήτημα ἐγεννήθη ἐκ τῆς διατυπώσεως ταύτης ἐνόμισε, κατὰ πλειονοψηφίαν, ὅτι ἔπρεπε νὰ διατηρηθῇ ἡ διατύπωσις. Καὶ ἄλλοι συνάδελφοι εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν καὶ ἐγὼ ἔχομεν τὴν γνώμην ὅτι ἡ διατύπωσις αὐτὴ εἶναι ἀσυμβίβαστος πρὸς τὸ πνεῦμα τοῦ δημοκρατικοῦ πολιτεύματος. Διότι ἀπαγορεύει μὲν τὸν προσηλυτισμὸν κατὰ τῆς ἐπικρατούσης θρησκείας, ἀλλὰ ἐπιτρέπει ἴσως τὸν προσηλυτισμὸν εἰς βάρος τῶν ἄλλων θρησκειῶν. Ἀσφαλῶς δὲν εἶναι τοιαύτη ἡ ἔννοια, ἀλλ’ ἡ παρερμηνεία εἶναι δυνατή. Ἀλλὰ δὲν δεχόμεθα ἡμεῖς ὅτι ἡ Ἐκκλησία ἡμῶν θὰ χρειασθῇ νὰ καταφύγῃ εἰς τὸ ἀθέμιτον μέσον τοῦ προσηλυτισμοῦ διὰ νὰ κατακτήσῃ τὴν συνείδησιν τῶν πιστῶν. Τῆς ἀρκεῖ ἡ θρησκευτικὴ ἀλήθεια, τῆς ἀρκεῖ ἡ ἠθικὴ δύναμις τὴν ὁποίαν ἐγκλείει διὰ νὰ ἀσκήσῃ τὸ ἔργον τῆς κατηχήσεως καὶ τῆς ἀποκτήσεως πιστῶν. Εἶναι ἀδύνατον διὰ τοῦ κεφαλαίου τούτου νὰ καθιερώσωμεν μίαν μειονεκτικὴν θέσιν εἰς τὰς ἄλλας θρησκείας, μίαν προνομιοῦχον θέσιν εἰς τὴν ἰδικήν μας. Τὰ θρησκεύματα πρέπει νὰ θεωρηθοῦν ἴσα, καὶ εἰς ὅλα νὰ ἀπαγορευθῇ ὁ προσηλυτισμός.
§60Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Κύριε συνάδελφε, ἂν δὲν πλανῶμαι, καὶ οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς Ἐκκλησίας, τουλάχιστον ἐκεῖνοι μετὰ τῶν ὁποίων ἐγὼ ἦλθον εἰς ἐπαφήν, συμφωνοῦν μὲ τὴν γνώμην ἡμῶν. Τουλάχιστον εἰς ἐμὲ αὐτὸ εἶπον, ὅτι ἡ ἀπαγόρευσις τοῦ προσηλυτισμοῦ θὰ εἶναι γενικὴ καὶ δέον νὰ παραλειφθῇ καθολοκληρίαν.
§61Γ. ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ἡ πρώτη γνώμη, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον διὰ τοῦ Σεβασμιωτάτου Ναυπακτίας, εἶναι ἀντίθετος.
§62Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριε πρόεδρε, προφορικῶς καὶ ἐγὼ ἔχω τὰς αὐτὰς πληροφορίας. Συμβαίνει ὅμως εἰς τὸ ἔγγραφον τῆς Συνόδου νὰ μὴ διατυποῦται ἡ γνώμη αὕτη. Ἑπομένως ἢ θὰ διετυποῦτο ὅτι «ὁ προσηλυτισμὸς ἀπαγορεύεται» ἢ ἡ παράγραφος θὰ διεγράφετο ἐντελῶς, ὅπως εἰς ὅλα τὰ σύγχρονα πολιτεύματα.
§63Α. ΜΥΛΩΝΑΣ. Κύριε συνάδελφε, νομίζω ὅτι ἡ παράλειψις τῆς διατάξεως εἶναι μᾶλλον φιλελευθέρα, τοσοῦτο μᾶλλον καθόσον κατὰ τοῦ προσηλυτισμοῦ ὑπάρχουν κοιναὶ διατάξεις τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, ἀπαγορεύουσαι αὐτόν. Εἶναι περιττὸν νὰ δοθῇ συνταγματικὴ σημασία εἰς τὴν τοιαύτην διάταξιν.
§64Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἀνεπαρκεῖς αἱ διατάξεις τοῦ Ποινικοῦ Νόμου.
§65Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Τοιουτοτρόπως, κύριοι συνάδελφοι, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ πρῶτον τμῆμα τοῦ κεφαλαίου περὶ θρησκείας, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐλευθερίαν τῆς συνειδήσεως καὶ τὴν ἐλευθερίαν τῆς θρησκευτικῆς λατρείας, διετυπώσαμεν τὸ ἄρθρον κατὰ τρόπον ἀνταποκρινόμενον εἰς τὸ πνεῦμα τῶν συγχρόνων δημοκρατικῶν πολιτευμάτων. Ὑπολείπεται τὸ δεύτερον ζήτημα: Ποία θὰ εἶναι ἡ σχέσις Ἐκκλησίας καὶ Πολιτείας. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ποικίλαι εἶναι αἱ θεωρητικαὶ ἀπόψεις αἱ ὁποῖαι ὑποστηρίζονται. Γεγονὸς ὅμως εἶναι ὅτι εἰς ὅλα τὰ Κράτη καὶ τοῦ παρόντος καὶ τοῦ παρελθόντος οὐδέποτε αἱ σχέσεις Ἐκκλησίας καὶ Πολιτείας ἐρρυθμίσθησαν ἐπὶ τῇ βάσει ἀφηρημένων θεωρητικῶν ἀρχῶν. Ἐρρυθμίσθησαν πάντοτε ἐπὶ τῇ βάσει τῶν συγκεκριμένων ἱστορικῶν καὶ πραγματικῶν συνθηκῶν. Ὑπάρχει βεβαίως μία γενικὴ γραμμὴ εἰς τὴν Ἱστορίαν, ὑπάρχει ἕνας ρυθμὸς ἱστορικῆς ἐξελίξεως, ὁ ὁποῖος προσδιορίζει τὴν κατεύθυνσιν τοῦ μέλλοντος. Ἐκκλησία καὶ Πολιτεία ἀπὸ τὰ βάθη τῆς Ἱστορίας ἐκκινοῦν ἡνωμέναι, καὶ ἐφόσον προχωροῦν οἱ αἰῶνες Ἐκκλησία καὶ Πολιτεία ἀποχωρίζονται καὶ εἰς τὸ βάθος ἀσφαλῶς εὑρίσκεται ὁ χωρισμὸς τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῆς Πολιτείας. Ἀλλ’ ἐντὸς τοῦ εὐρυτάτου τούτου πλαισίου τῆς ἱστορικῆς κατευθύνσεως τὰ Κράτη προσαρμόζονται εἰς τὰς ὑφισταμένας συνθήκας των καὶ παραβλέπουν τὰς θεωρητικὰς ἀρχάς. Ἀπόδειξιν τούτου παρέχει μία ἁπλῆ συγκριτικὴ παρατήρησις τῶν συγχρόνων πολιτευμάτων. Τὸ Τσεχοσλοβακικὸν πολίτευμα καθιεροῖ ὅτι, ὅταν τὰ θρησκεύματα εἶναι ἴσα, οὐδεμίαν θρησκείαν ἀναγνωρίζει ἐπικρατοῦσαν. Ἀντιστρόφως τὸ Πολωνικὸν Σύνταγμα, ἐπίσης σύγχρονον, ἐπίσης δημοκρατικόν, ἀναγνωρίζει ἐπικρατοῦσαν τὴν Καθολικὴν Ἐκκλησίαν. Τὸ δὲ Γερμανικὸν Σύνταγμα ἀναγνωρίζει μὲν τὸν χωρισμὸν Ἐκκλησίας καὶ Πολιτείας, παρέχει ὅμως ἄφθονα δικαιώματα εἰς τὴν Ἐκκλησίαν, εἰς τὰς ἐκκλησιαστικὰς Κοινότητας, τὰς ὁποίας ἀναγνωρίζει ὡς Σωματεῖα Δημοσίου Δικαίου. Δὲν εἶναι δὲ τοῦτο ἀποτέλεσμα θεωρητικῶν πεποιθήσεων τῆς Συνελεύσεως τῆς Βαϊμάρ· ὑπῆρξεν ἀποτέλεσμα συμβιβασμοῦ τῶν ἀντιπάλων κομμάτων. Ὑπῆρχεν ἐκεῖ τὸ κόμμα τὸ σοσιαλιστικόν, τὸ ὁποῖον ἠξίου τὸν χωρισμὸν τῆς Ἐκκλησίας ἀπὸ τῆς Πολιτείας, τὴν ἀγνόησιν τῆς Ἐκκλησίας ἐκ μέρους τῆς Πολιτείας. Ὑπῆρχεν ἐπίσης τὸ κόμμα τῶν Καθολικῶν τοῦ Κέντρου, τὸ ὁποῖον ἐζήτει προνόμια ὑπὲρ τῆς Ἐκκλησίας. Καὶ διότι τὰ δύο κόμματα ἀπετέλουν τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Συνελεύσεως, συνεβιβάσθησαν εἰς μίαν μέσην λύσιν. Τὸ ἴδιον συνέβη καὶ εἰς τὴν Γαλλίαν, ἡ ὁποία ἐπὶ ἕνα αἰῶνα εἰς τὰς σχέσεις αὐτῆς πρὸς τὴν Ἐκκλησίαν κατοπτρίζει τὰς πολιτικὰς αὐτῆς περιπετείας, μέχρις ὅτου ἐσχάτως τὸ Concordate κατηργήθη λόγῳ τῆς ἀντιθέσεως τῆς Γαλλικῆς Πολιτείας πρὸς τὴν Καθολικὴν Ἐκκλησίαν καὶ καθιερώθη πλήρως ὁ χωρισμὸς Ἐκκλησίας καὶ Πολιτείας. Διδασκόμενοι ἀπὸ τὰ παραδείγματα ταῦτα δὲν πρέπει νὰ παραπλανηθῶμεν ὥστε νὰ νομίσωμεν ὅτι, ἐπειδὴ εἰσάγομεν σήμερον δημοκρατικὸν πολίτευμα, πρέπει νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὸν χωρισμὸν τῆς Ἐκκλησίας ἀπὸ τὴν Πολιτείαν. Τοιουτοτρόπως, χωρὶς νὰ δημιουργήσωμεν καμμίαν πρακτικὴν ὠφέλειαν, θὰ ἐπροκαλοῦμεν μόνον παρεξήγησιν εἰς βάρος τοῦ πολιτεύματος. Ὀφείλομεν νὰ ἀναμετρήσωμεν τὰς ἱστορικὰς καὶ κοινωνικάς μας συνθήκας καὶ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν νὰ ρυθμίσωμεν τὸ ζήτημα τῆς Ἐκκλησίας. Καὶ αἱ ἱστορικαί μας συνθῆκαι πείθουν ὅτι ἡ Ἐκκλησία καὶ ἡ Πολιτεία παρ’ ἡμῖν ὑπῆρξαν καθ’ ὅλους τοὺς αἰῶνας τῆς δουλείας ἡνωμέναι, ἡ Ἐκκλησία ὑπῆρξεν ὁ διάδοχος τοῦ Βυζαντινοῦ Κράτους καὶ ὁ πρόδρομος τῆς Ἑλληνικῆς Πολιτείας. Σχέσεις ἑπομένως, ὅπως ἀναγράφομεν εἰς τὴν ἔκθεσιν, ἀμοιβαίας στοργῆς καὶ ἀνταποδόσεως ὑπάρχουν παρ’ ἡμῖν μεταξὺ Ἐκκλησίας καὶ Πολιτείας. Δεδομένου δὲ καὶ τοῦ γεγονότος ὅτι ἡ μεγίστη πλειονοψηφία τῶν Ἑλλήνων εἶναι ὀρθόδοξοι, ἐντελῶς εὔλογος εἶναι ἡ διάταξις ὅτι «ἐπικρατοῦσα θρησκεία ἐν Ἑλλάδι εἶναι ἡ τῆς Ἀνατολικῆς Ὀρθοδόξου τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας». Τὸ ἄρθρον 2 τοῦ ἰσχύοντος Συντάγματος ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει τὸ ἄρθρον 2). Ἡ Ἐπιτροπὴ διετήρησεν ἀμετάβλητον περίπου καὶ τὸ ἄρθρον τοῦτο, συμφωνοῦσα πρὸς τὴν γνώμην τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, ἡ ὁποία ἐπρότεινεν ἐπίσης ὅπως τὸ ἄρθρον 2 παραμείνῃ ἀμετάβλητον. Διότι ἡ δογματικὴ ἕνωσις πρὸς τὴν ἐν Κωνσταντινουπόλει Μεγάλην Ἐκκλησίαν καὶ ἡ διοικητικὴ ἀνεξαρτησία τὴν ὁποίαν καθιερώνει τὸ ἄρθρον 2 εἶναι ἀρχαὶ αἱ ὁποῖαι εὐστόχως μέχρι τοῦδε ἐτηρήθησαν, καὶ σκόπιμον εἶναι ὅπως τηρηθοῦν καὶ εἰς τὸ μέλλον. Ἁπλῶς ἡ Ἱερὰ Σύνοδος εἶχε προτείνει ὅπως διαγραφῇ τὸ «καὶ» εἰς τὴν παράγραφον «τούς τε ἱεροὺς ἀποστολικοὺς καὶ συνοδικοὺς κανόνας» εἰς τρόπον ὥστε τὸ «ἱεροὺς» νὰ ἀφορᾷ καὶ εἰς τοὺς συνοδικοὺς κανόνας, τροποποίησις, βεβαίως, ἡ ὁποία ἐγένετο δεκτή. Ἀλλὰ ζήτημα οὐσιῶδες, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν παράγραφον αὐτήν, δὲν ἦτο ἡ διατύπωσις, ἀλλ’ ἡ ἑρμηνεία της. Κατὰ τὴν ἀντίληψιν τῆς Ἱεραρχίας «τὰ κυριαρχικὰ δικαιώματα τῆς Ἐκκλησίας», ὅπως γράφονται εἰς τὸ ἄρθρον, σημαίνουν εὐρεῖαν ἐξουσίαν τῆς Ἐκκλησίας, ἐξουσίαν ἰσοδύναμον πρὸς τὴν τῆς Πολιτείας, καὶ τὴν ἄποψιν ταύτην ἡ Ἱεραρχία ὑπεστήριξε περισσότερον συγκεκριμένως διὰ τῆς ὑποβολῆς προτάσεως, ὅπως προστεθῇ δεύτερον ἐδάφιον, τὸ ὁποῖον ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἡ Ἱερὰ Σύνοδος, ἀσκοῦσα ἐλευθέρως τὴν ἐκκλησιαστικὴν ἐξουσίαν ὑπὸ τὴν ἐποπτείαν καὶ τὴν προστασίαν τῆς Πολιτείας, ἐκδίδει διατάξεις καὶ ἐσωτερικοὺς κανονισμοὺς περὶ διοικήσεως καὶ ὀργανώσεως τῆς Ἐκκλησίας, ἔχοντας νόμου ἰσχὺν ἐνώπιον πάσης πολιτικῆς Ἀρχῆς καὶ τῶν δικαστηρίων τοῦ Κράτους, ὅπερ ἀποφαίνεται διὰ νόμων τῆς Βουλῆς μόνον, ὁσάκις πρόκειται περὶ ὑποχρεωτικῶν εἰσφορῶν τῶν πολιτῶν ὑπὲρ τῆς Ἐκκλησίας». Αἱ ἀπόψεις τῆς Ἐκκλησίας ἦσαν αἱ ἑξῆς: «Δὲν θέλομεν, εἶπον οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς Ἐκκλησίας, πλήρη χωρισμὸν Ἐκκλησίας καὶ Πολιτείας...»
§66ΤΙΝΕΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Δὲν τοὺς συμφέρει, καὶ δι’ αὐτό.
§67Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἀναπτύσσω τὰς ἀπόψεις ὅπως ἐξετέθησαν ἀπὸ τὴν Ἱερὰν Σύνοδον. «Δὲν θέλομεν πλήρη χωρισμόν, ἀλλὰ ζητοῦμεν αὐτονομίαν κατὰ τὸ πρότυπον τὸ ὁποῖον παρέχει περίπου ἡ Ρουμανία. Ζητοῦμεν αὐτονομίαν, δηλαδὴ νὰ ἔχωμεν ἀκέραια τὰ δικαιώματα καὶ νὰ ἀπαλλαγῶμεν τῶν ὑποχρεώσεων. Ζητοῦμεν νὰ μὴ ἀσκῇ ἡ Πολιτεία οὐδεμίαν ἐποπτείαν ἐπὶ τῆς Ἐκκλησίας καὶ ζητοῦμεν ταυτοχρόνως ὅπως ἡ Ἐκκλησία ἔχῃ δικαίωμα νὰ ἐκδίδῃ διατάξεις, αἱ ὁποῖαι θὰ ἔχουν ἰσχὺν νόμου καὶ τὰς ὁποίας τὰ ὄργανα τῆς Πολιτείας θὰ ἔχουν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐκτελοῦν». Ἐννοεῖται, κύριοι, ὅτι ὁμόφωνος ὑπῆρξεν ἡ γνώμη τῆς Ἐπιτροπῆς ἐναντίον τῆς τοιαύτης προτάσεως. Ἀπηντήσαμεν εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους τῆς Ἱεραρχίας, καὶ διετυπώσαμεν τοῦτο καὶ εἰς τὴν εἰσήγησιν, ὅτι ὀρθῶς μέχρι τοῦδε ἴσχυσε τὸ σύστημα τῆς ὑπαγωγῆς τῆς Ἐκκλησίας ὑπὸ τὴν Νομοθετικὴν Ἐξουσίαν τοῦ Κράτους. Τὰ κυριαρχικὰ δικαιώματα τῆς Ἐκκλησίας δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀσκηθοῦν παρὰ μόνον ἐντὸς τῶν ὁρίων τὰ ὁποῖα τάσσει ἡ Νομοθετικὴ Ἐξουσία. Καὶ δὲν προέβημεν μὲν εἰς οὐδεμίαν μεταβολὴν τῆς διατυπώσεως τοῦ ἄρθρου, ἀλλὰ προσδιωρίσαμεν ἑρμηνευτικῶς ὅτι τοιαύτη εἶναι ἡ ἔννοια τῶν κυριαρχικῶν δικαιωμάτων.
§68Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Σᾶς παρακαλῶ· μίαν ἐρώτησιν.
§69Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Εἶμαι πρόθυμος, ἀλλὰ εἰς τὸ τέλος, διὰ νὰ ἐξακολουθήσω τὸν εἱρμὸν τῶν ἰδεῶν μου. Ἠρωτήσαμεν ποῖος εἶναι ὁ λόγος διὰ τὸν ὁποῖον ἡ Ἐκκλησία νομίζει ὅτι πρέπει νὰ μεταβληθῇ τὸ σύστημα τὸ ὁποῖον ἴσχυσε μέχρι τοῦδε, καὶ ὁ λόγος τὸν ὁποῖον ἐπεκαλέσθησαν ἦτο ἡ ἀνάγκη τῆς οἰκονομικῆς ἀρωγῆς, ἡ ἀνάγκη τῆς πνευματικῆς μορφώσεως τοῦ Κλήρου. Ἡ ἄποψις τῆς Ἱεραρχίας ἦτο ὅτι τὸ σύστημα τῆς ὑπαγωγῆς τῆς Ἐκκλησίας ὑπὸ τὴν Πολιτείαν ὑπῆρξε μέχρι τοῦδε ἀφορμὴ εἰς τὴν καθυστέρησιν τῆς πνευματικῆς μορφώσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ Κλήρου. Ἔχομεν τὴν γνώμην ὅτι ἡ ἀξίωσις αὕτη, ἡ ἀξίωσις ὅπως καταβληθῇ πᾶσα μέριμνα διὰ τὴν οἰκονομικὴν ἐπάρκειαν, διὰ τὴν πνευματικὴν καὶ ἠθικὴν ἐξύψωσιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Κλήρου, εἶναι ἀξίωσις εὔλογος, καὶ δὲν εἶναι μόνον ἀξίωσις τῆς Ἱεραρχίας, ἀλλ’ ἀξίωσις πάντων ἡμῶν, διότι ἀπὸ τὴν πνευματικὴν καὶ ἠθικὴν ἔξαρσιν τοῦ Κλήρου ἐξαρτᾶται ἐπίσης κατὰ μέγα μέρος καὶ ἡ ἠθικὴ στερέωσις τῆς ἑλληνικῆς κοινωνίας. Ἀλλὰ γνωρίζομεν ἐκ τῆς πείρας τὴν ὁποίαν ἔχομεν πάντες ὅτι πρέπει, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸν Ἑλληνικὸν Κλῆρον, νὰ γίνεται πάντοτε μία διάκρισις βασική, διάκρισις τοῦ ἀγάμου ἀπὸ τὸν ἔγγαμον Κλῆρον. Κατὰ τὴν γνώμην ἡμῶν τὴν προσωπικήν, ὁ ἄγαμος κλῆρος εἰς τὴν Ἑλλάδα οὐδεμίαν ὑπηρεσίαν προσέφερεν ἀπὸ τῆς ἀπελευθερώσεως αὐτῆς. Ὑπῆρξε μόνον ἑστία ῥαστώνης καὶ διαφθορᾶς (χειροκροτήματα). Ἀντιθέτως ὅμως ὁ ἔγγαμος κλῆρος ἐστερήθη βεβαίως μορφώσεως, μετεβλήθη εἰς ἁπλοῦν ἐπαγγελματίαν, ἀλλ’ εἶναι γεγονὸς ὅτι ἀσκεῖ τὸ ἐπάγγελμα αὑτοῦ ἐναρέτως. Καὶ εἶναι βέβαιον ἐπίσης ὅτι εἰς ἕκαστον χωρίον ἑλληνικὸν ἡ οἰκογένεια τοῦ ἱερέως καὶ ἡ οἰκογένεια τοῦ διδασκάλου, αἱ ὁποῖαι ἀπαρτίζουν τὴν πνευματικὴν ἀριστοκρατίαν τοῦ τόπου, αὐταὶ ἀπετέλεσαν τὴν ἑστίαν, αὐταὶ ἀπετέλεσαν τὸ φυτώριον ἀπὸ τὸ ὁποῖον ἐβλάστησαν καὶ ἐξεπορεύθησαν ἐκλεκταὶ δυνάμεις τοῦ Ἔθνους. Διότι οἱ ἱερεῖς ἐκεῖνοι, φλεγόμενοι ἀπὸ τὴν ἀγάπην τῶν γραμμάτων μὲ τὰ ὁποῖα καθημερινῶς ἀσχολοῦνται, φιλοδοξοῦν μίαν πνευματικὴν ἀποκατάστασιν τῶν τέκνων αὐτῶν. Ἀπέναντι λοιπὸν τοῦ ἐγγάμου κλήρου πλῆρες καὶ βαρύτατον καὶ ἐπεῖγον εἶναι τὸ καθῆκον τῆς Πολιτείας νὰ λάβῃ μέριμναν καὶ διὰ τὴν καλυτέραν μόρφωσιν καὶ διὰ τὴν ἐπαρκῆ οἰκονομικήν του συντήρησιν. Οὐδεμία ἀμφιβολία. Ἀλλὰ πρὸς λῆψιν τοιούτων μέτρων δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη συνταγματικῆς διατάξεως, δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη τροποποιήσεως τῶν σχέσεων Ἐκκλησίας καὶ Πολιτείας. Ὑπάρχει ἀνάγκη καλῆς μερίμνης τῆς Πολιτείας, ἡ ὁποία εἶναι δυνατὴ διὰ τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσίας. Ἀλλ’ ἡ Ἱεραρχία δὲν ἠρκέσθη εἰς τὴν διατύπωσιν ταύτην. Ἐζήτησεν ἐπίσης νὰ προσδιορισθῇ διὰ συνταγματικῆς διατάξεως ὁ τρόπος τῆς διοικήσεως τῆς Ἐκκλησίας. Καὶ ἐνῷ τὸ ἰσχῦον Σύνταγμα ὁρίζει ὅτι ἡ Ἐκκλησία διοικεῖται «ὑπὸ Ἱερᾶς Συνόδου Ἀρχιερέων», ἔχει ἑπομένως μίαν διατύπωσιν ἐλαστικὴν εἰς τρόπον ὥστε ἡ Ἱερὰ Σύνοδος ν’ ἀποτελῆται εἴτε ἀπὸ ὀλίγους εἴτε ἀπὸ πολλοὺς εἴτε ἀπὸ ὅλους τοὺς Ἀρχιερεῖς τῆς Χώρας, ἡ Ἱερὰ Σύνοδος προτείνει ὅπως διατυπωθῇ ὅτι ἡ Ἐκκλησία διοικεῖται «ὑπὸ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῶν ἐχόντων Ἐπισκοπὰς Ἀρχιερέων», προτείνει δηλαδὴ συνταγματικὴν καθιέρωσιν ἑνὸς ὡρισμένου τρόπου διοικήσεως τῆς Ἐκκλησίας. Δὲν γνωρίζω, κύριοι συνάδελφοι, ποία εἶναι ἡ γνώμη ὑμῶν διὰ τὸν καλύτερον τρόπον τῆς διοικήσεως τῆς Ἐκκλησίας, ἂν εἶναι καλύτερον νὰ διοικῆται, ὅπως μέχρι τοῦδε, ὑπὸ μιᾶς πενταμελοῦς Συνόδου ἢ ἂν εἶναι καλύτερον νὰ διοικῆται ὑπὸ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῶν ἐχόντων Ἐπισκοπὰς Ἀρχιερέων. Δὲν πρόκειται σήμερον νὰ συζητήσωμεν τοῦτο. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ συζητήσωμεν εἶναι ἂν πρέπει διὰ συνταγματικῆς διατάξεως νὰ ὁρίσωμεν τὸν τρόπον τῆς διοικήσεως ἢ ἂν εἶναι προτιμότερον ἡ μὲν διάταξις τοῦ Συντάγματος νὰ εἶναι ἐλαστικὴ καὶ εὐρεῖα, διὰ νόμου δὲ ἑκάστοτε νὰ ὁρίζεται ὁ τρόπος τῆς διοικήσεως τῆς Ἐκκλησίας. Καὶ τὴν ἄποψιν ταύτην ἀπεδέχθη ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Συντάγματος. Ὡρίσαμεν ὅτι διατηρεῖται ἡ παλαιὰ διατύπωσις τοῦ Συντάγματος, εἰς τρόπον ὥστε νὰ ἰσχύῃ μὲν σήμερον αὐτὸς ὁ τρόπος τῆς διοικήσεως, αὔριον ὅμως διὰ νόμου νὰ εἶναι δυνατὴ ἡ μεταβολή. Γνωρίζομεν βεβαίως ὅτι ὑπάρχει μία ἀπόφασις τῆς Ἐπαναστάσεως ἔχουσα συντακτικὴν δύναμιν — ὁ Καταστατικὸς Χάρτης — ἡ ὁποία ὁρίζει τὸν σημερινὸν τρόπον τῆς διοικήσεως τῆς Ἐκκλησίας. Συνεπεῖς ὅμως πρὸς τὴν ἀρχὴν τὴν ὁποίαν ἐθέσαμεν, καὶ ἵνα μὴ ἡ Συνέλευσις ἀρχίσῃ τώρα συζήτησιν διὰ τὸν τρόπον τῆς διοικήσεως τῆς Ἐκκλησίας, ἐπειδὴ τοῦτο θὰ ἦτο ἀπομάκρυνσις ἀπὸ τοῦ συντακτικοῦ αὐτῆς ἔργου τὸ ὁποῖον τώρα προτάσσεται, προτείνομεν ὅπως προσδιορισθῇ ἑρμηνευτικῶς ὅτι ἡ ἀπόφασις ἐκείνη τῆς Ἐπαναστάσεως ἔχει νόμου μόνον ἰσχὺν εἰς τρόπον ὥστε εἰς τὸ μέλλον νὰ εἶναι δυνατὴ καὶ διὰ νόμου τροποποίησις αὐτῆς. Ζήτημα ἐπίσης, κύριοι συνάδελφοι, τὸ ὁποῖον ἐτέθη ἐνώπιον τῆς Ἐπιτροπῆς ἦτο καὶ τὸ κατὰ πόσον, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὑφισταμένων διατάξεων, θὰ ἦτο δυνατὸν Ἐκκλησίαι τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους νὰ μὴ ὑπαχθοῦν διοικητικῶς εἰς τὴν Ἱερὰν Σύνοδον τῶν Ἀθηνῶν. Σήμερον εἶναι γεγονὸς ὅτι Ἐκκλησίαι τοῦ ἐλευθέρου Κράτους — τῶν Νέων Χωρῶν — ὑπάγονται διοικητικῶς εἰς τὰ Πατριαρχεῖα τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Δὲν γνωρίζομεν ποῖαι θὰ εἶναι αἱ συνθῆκαι τοῦ μέλλοντος. Καὶ διὰ τοῦτο ἡ Ἐπιτροπὴ ἔκρινεν ὅτι τὸ ζήτημα τῆς διοικητικῆς τύχης τῆς Ἐκκλησίας τῶν Νέων Χωρῶν πρέπει νὰ ἐπιτραπῇ ὅπως ρυθμίζεται διὰ νόμου εἰς τὸ μέλλον. Ἡ ἑρμηνεία αὕτη εἶναι ἀπαραίτητος, εἰς τρόπον ὥστε νομίμως νὰ ἀντιμετωπίσωμεν τὰ ἄγνωστα ἐνδεχόμενα τοῦ μέλλοντος. Τὸ ἰσχῦον Σύνταγμα ἔχει ἐπίσης τὴν ἀκόλουθον παράγραφον (ἀναγινώσκει): «Οἱ λειτουργοὶ ὅλων τῶν ἀνεγνωρισμένων θρησκειῶν ὑπάγονται εἰς τὴν αὐτὴν ὑπὸ τῆς Πολιτείας ἐπιτήρησιν εἰς ἣν καὶ οἱ λειτουργοὶ τῆς ἐπικρατούσης θρησκείας». Ἡ ἀρχὴ τῆς ἐπιτηρήσεως εἶναι ἀρχὴ ὀρθή, συμβιβάζεται δὲ πρὸς τὴν ἔννοιαν ὅτι ἡ Πολιτεία ἐπικρατεῖ. Ἡ δὲ ἀρχὴ τῆς «ἴσης» ἐπιτηρήσεως ἀπέναντι τῶν λειτουργῶν ὅλων τῶν θρησκειῶν εἶναι ἐπίσης ἀρχὴ ὀρθή, διότι καθιερώνει τὴν ἰσότητα τῶν θρησκευμάτων. Διὰ τοὺς λόγους τούτους ἡ Ἐπιτροπὴ ἀπεδέχθη τὴν διατήρησιν τοῦ ἐδαφίου. Τέλος, ὑπάρχει καὶ τὸ ἀκόλουθον ἐδάφιον (ἀναγινώσκει): «Τὸ κείμενον τῶν Ἁγίων Γραφῶν τηρεῖται ἀναλλοίωτον. Ἡ εἰς ἄλλον γλωσσικὸν τύπον ἀπόδοσις τούτου ἄνευ τῆς προηγουμένης ἐγκρίσεως καὶ τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Μεγάλης τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας ἀπαγορεύεται ἀπολύτως». Κύριοι συνάδελφοι, τὸ ἐδάφιον τοῦτο δὲν ὑπῆρχεν οὔτε εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1844 οὔτε εἰς τὰ παλαιότερα Συντάγματα οὔτε εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1862, τὸ ὁποῖον ἰσχύει. Ἡ διάταξις προσετέθη κατὰ τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911, ὀφείλεται δέ, ὡς εἶναι γνωστόν, εἰς τὴν καταδημαγώγησιν τῆς θρησκείας καὶ τῆς γλώσσης. Καὶ προσετέθη τότε μαζὶ μὲ τὴν ἄλλην διάταξιν τοῦ ἄρθρου 107 τοῦ Συντάγματος. Τὸ περιεχόμενον ὅμως τούτου εἶναι οὐσιαστικῶς διάφορον ἀπὸ τὸ περιεχόμενον τοῦ ἄρθρου 107. Τὸ ἄρθρον 107 ὁρίζει ὅτι «ἐπίσημος γλῶσσα τοῦ Κράτους εἶναι ἐκείνη εἰς τὴν ὁποίαν συντάσσεται τὸ πολίτευμα καὶ τῆς ἑλληνικῆς νομοθεσίας τὰ κείμενα. Πᾶσα πρὸς παραφθορὰν ταύτης ἐπέμβασις ἀπαγορεύεται». Ὁρίζει δηλ. ὅτι οἱ ἄνθρωποι θὰ ἔχουν ὡρισμένην ἡλικίαν! Ὅτι οἱ ἄνθρωποι π.χ. θὰ εἶναι 30 ἐτῶν! Αὐτὴ εἶναι ἡ ἔννοια τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 107. Καὶ ἐνῷ ἡ ἡλικία μεταβάλλεται, ἡ ἀνόητος διάταξις ἐπιμένει νὰ προσδιορίζῃ νομικῶς τὴν ἡλικίαν τῶν ἀνθρώπων. Διότι τὸ ἴδιον ἀκριβῶς συμβαίνει καὶ μὲ τὴν γλῶσσαν. Καὶ ἡ γλῶσσα, ὅπως ὅλη ἡ ζωή, μεταβάλλεται καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν οἱ νομικοὶ κανόνες νὰ τὴν καταστήσουν ἀμετάβλητον. (Χειροκροτήματα). Ἀλλὰ δὲν πρόκειται σήμερον νὰ συζητήσωμεν τὸ ἄρθρον 107. Εἶμαι ἄλλως τε ἀπολύτως βέβαιος ὅτι θὰ εἶναι ἀδύνατον νὰ εὑρεθῇ πληρεξούσιος τῆς δημοκρατικῆς παρατάξεως ἔχων τὴν γνώμην ὅτι εἶναι δυνατὸν τόσον ἀντιλαϊκή, διότι στρέφεται ἐναντίον τῆς γλώσσης τοῦ λαοῦ, ἀλλὰ ταυτοχρόνως καὶ τόσον ἀφιλοσόφητος, τόσον ἀνόητος, τόσον βάρβαρος διάταξις νὰ διατηρηθῇ εἰς τὸ δημοκρατικόν μας πολίτευμα. Ἄλλη ὅμως εἶναι ἡ φύσις τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 2. Τὸ ἄρθρον 2 δὲν ἀπαγορεύει τὴν μετάφρασιν οὔτε εἰς τὴν καθαρεύουσαν οὔτε εἰς τὴν δημοτικήν. Τὸ ἄρθρον τοῦτο ὁρίζει μόνον ὅτι διὰ τὴν μετάφρασιν παρίσταται ἀνάγκη ἀδείας τῆς ἀνωτάτης ἐκκλησιαστικῆς Ἀρχῆς. Δικαιοῦται ἡ Ἀρχὴ ἡ ἐκκλησιαστικὴ νὰ ἔχῃ γνώμην διὰ τὴν τροποποίησιν, διότι τὰ κείμενα εἶναι ἱερά. Εὔλογος ἑπομένως εἶναι ἡ ἐποπτεία αὐτῆς. Διότι ἐπιβάλλεται καὶ καλαίσθητος ἀπόδοσις καὶ ἀκρίβεια καὶ εὐλάβεια. Διὰ τοῦτο ἡ Ἐπιτροπὴ ἀνεπιφυλάκτως ἀνεγνώρισε τὸ δικαίωμα τοῦτο τῆς ἀνωτάτης ἐκκλησιαστικῆς Ἀρχῆς. Ἔκρινεν ὅμως ὅτι πρὸς ἄσκησιν τοιούτου δικαιώματος δὲν εἶναι ἀπαραίτητος διάταξις συντακτική. Ἡ δύναμις τῆς Νομοθετικῆς καὶ Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας εἶναι ἐπαρκὴς ὅπως κατοχυρώσῃ τὸ δικαίωμα τῆς ἐκκλησιαστικῆς Ἀρχῆς πρὸς ματαίωσιν μιᾶς ἀκαλαισθήτου, ἀνευλαβοῦς ἢ ἀνακριβοῦς ἀποδόσεως τῶν ἱερῶν κειμένων. Διὰ μόνον τὸν λόγον τοῦτον ἔκρινεν ἡ Ἐπιτροπὴ ὅτι ἐνδείκνυται ἡ διαγραφὴ τοῦ ἐδαφίου. Αὐτὰ εἶναι, κύριοι, τὰ συμπεράσματα εἰς τὰ ὁποῖα κατελήξαμεν ἐν σχέσει πρὸς τὸ κεφάλαιον περὶ θρησκείας. Αἱ κεντρικαὶ σκέψεις αἱ ὁποῖαι ἐνέπνευσαν τὴν Ἐπιτροπὴν ἦσαν δύο. Ἀφ’ ἑνὸς ἡ διατύπωσις τῶν ἄρθρων κατὰ τρόπον ἀνταποκρινόμενον πρὸς τὸ πνεῦμα τοῦ δημοκρατικοῦ πολιτεύματος, διότι θὰ ἦτο τερατῶδες νὰ συντάσσωμεν δημοκρατικὸν πολίτευμα καὶ ταυτοχρόνως νὰ διατηρῶμεν τυχὸν διατάξεις ἀπροσαρμόστους πρὸς τὸ νεώτερον πνεῦμα. Ἀλλ’ καὶ ἀφ’ ἑτέρου ἡ προσπάθεια ὅπως, ἐφόσον αἱ τροποποιήσεις δὲν ἦσαν ἐπιτακτικῶς ἀπαραίτητοι, ἀποφευχθῶσι. Καὶ τοῦτο ὄχι μόνον διότι καὶ ἡ συνέχεια καὶ ἡ παράδοσις ἔχουν τὰ δικαιώματα αὐτῶν ἐπὶ τῆς ζωῆς, ἀλλὰ καὶ διότι ἔχομεν δυστυχῶς πικρὰν πεῖραν διὰ τὴν κακὴν πίστιν καὶ τὴν διαβολὴν ἡ ὁποία ἐνεδρεύει ἐναντίον τοῦ ἔργου ἡμῶν. Ἔχομεν πρόσφατον τὴν διαβολὴν ἡ ὁποία ἠσκήθη εἰς βάρος τοῦ δημοκρατικοῦ πολιτεύματος μὲ τὴν εὐκαιρίαν τῆς μεταβολῆς τοῦ ἡμερολογίου, μιᾶς μεταβολῆς ἡ ὁποία στοιχειωδῶς ἐπεβάλλετο καὶ ἀπὸ λόγους οἰκονομικοὺς καὶ ἀπὸ λόγους ἐπιστημονικούς, μεταβολῆς ἡ ὁποία ἀπετέλει στοιχειώδη συγχρονισμὸν τῆς Χώρας ἡμῶν. Καὶ ἔχοντες τοῦτο ὑπ’ ὄψιν προσεπαθήσαμεν νὰ ἀποφύγωμεν νεωτερισμοὺς οἱ ὁποῖοι, χωρὶς νὰ εἶναι πρακτικῶς καὶ ἰδεολογικῶς ἀπαραίτητοι, θὰ παρεῖχον ἁπλῶς Ἀχίλλειον πτέρναν, θὰ παρεῖχον πλευρὰς ἀσθενεῖς εἰς τοὺς πολεμίους ἡμῶν, εἰς τὰ πνεύματα τὰ πονηρά, τὰ ὁποῖα ἐνεδρεύουν ἵνα ὑποσκάψουν τὸ ἔργον τῆς Συνελεύσεως καὶ τὸ νέον πολίτευμα. Αὐτὸ ὑπῆρξε τὸ πνεῦμα ἀπὸ τὸ ὁποῖον ἐνεφορήθη ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Συντάγματος. Ἐλπίζω ὅτι αὐτὸ θὰ εἶναι καὶ τὸ πνεῦμα τῆς Συνελεύσεως. (Χειροκροτήματα).
§70Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Εἴπετε ὅτι ἡ Ἐκκλησία ἠξίωσε πλήρη τὰ δικαιώματα, ἀλλὰ νὰ μὴ ὑπόκειται εἰς ἐπιτήρησιν. Ἐν τούτοις ἔχω εἰς χεῖράς μου τὰ ἄρθρα τοῦ Συντάγματος, ὅπως τὰ διετύπωσεν ἡ Ἐκκλησία, καὶ εἰς τὴν τελευταίαν διάταξιν τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ ἡ Ἐκκλησία λέγει ὅτι πρέπει νὰ διατυπωθῇ ὅτι ὑπόκεινται εἰς ἐπιτήρησιν καὶ τῶν ξένων θρησκειῶν οἱ λειτουργοὶ καὶ οἱ τῆς ἐπικρατούσης θρησκείας.
§71Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἡ διατύπωσις τῆς Ἐκκλησίας ἡ ἐπιγραμματικὴ διὰ τὴν ἀξίωσιν αὐτὴν εἶναι ἐλευθέρα Ἐκκλησία ἐν ἐλευθέρῳ Κράτει.
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Παπαναστασίου ἔχει τὸν λόγον.
§73Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Μετ’ ἰδιαιτέρας εὐχαριστήσεως ἤκουσα τὴν ἀγόρευσιν τοῦ ἀξιοτίμου γενικοῦ εἰσηγητοῦ τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς. Ὑπεστήριξε σήμερον τὰς ἀπόψεις τὰς ὁποίας ἐπανειλημμένως ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ ὑπεστήριξεν, ὅτι δηλαδὴ διὰ νὰ συντάξωμεν καὶ διὰ νὰ κάμωμεν ἔργον καρποφόρον εἶναι ἀνάγκη νὰ βαδίσωμεν μετὰ περισκέψεως, καὶ διὰ νὰ βαδίσωμεν μετὰ περισκέψεως εἶναι ἀνάγκη νὰ παρέλθῃ ἀρκετὸς χρόνος ὄχι μόνον διὰ νὰ ἐπιτευχθῇ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον δὲν ἐπετεύχθη, ἡ συνεργασία μετὰ τοῦ ἐκτὸς τῆς Συνελεύσεως πολιτικοῦ κόσμου, ἀλλὰ καὶ ὅπως ὡριμάσουν εἰς ἡμᾶς καὶ ἐκτὸς ἡμῶν εἰς τὸν διανοούμενον κόσμον τοῦ Τόπου, ὡριμάσουν αἱ σκέψεις περὶ τῆς κατ’ ἀνάγκην μεταρρυθμίσεως τοῦ Συντάγματος σύμφωνα μὲ τὴν τελευταίαν πολιτειακὴν μεταβολήν. Καὶ εἶχε πολὺ δίκαιον ὁ κ. εἰσηγητὴς νὰ ἀποδοκιμάσῃ ὅλας τὰς κατηγορίας αἱ ὁποῖαι συχνὰ διατυποῦνται ἐναντίον τοῦ Σώματος ὅτι ἀμελεῖ νὰ ἐκπληρώσῃ τὴν κυρίαν αὐτοῦ ἀποστολήν. Ὅσον καὶ ἂν αἱ συνταγματικαὶ διατάξεις λαμβάνουν σάρκα καὶ ὀστᾶ ἀπὸ τὴν πολιτικὴν ζωήν, δὲν ἠμπορεῖ κανεὶς νὰ ἀρνηθῇ, δὲν ἠμπορεῖ νὰ ὑποστηρίξῃ ὅτι ἡ σύνταξις τοῦ πολιτεύματος, ἡ διατύπωσις τῶν διατάξεων αὐτοῦ σύμφωνα μὲ τὸ σύγχρονον πνεῦμα καὶ μὲ τὰς τοπικὰς συνθήκας θὰ ἤρκει, θὰ ἦτο στοιχειώδης ὅρος ὅπως προαχθῇ ὁ πολιτικὸς βίος, ὅπως ἐξελιχθοῦν ὁμαλῶς τὰ πολιτικὰ πράγματα τοῦ Τόπου. Καὶ εἶπεν ὅτι τὸ σύγχρονον πνεῦμα καὶ αἱ ἰδιαίτεραι συνθῆκαι τῆς Ἑλλάδος εἶναι οἱ δύο ὅροι οἱ στοιχειώδεις τοὺς ὁποίους πρέπει νὰ τηρήσωμεν κατὰ τὴν ψήφισιν τοῦ Συντάγματος. Ὡς σύγχρονον πνεῦμα τῆς νεωτέρας σκέψεως τῶν γενικωτέρων συνθηκῶν τοῦ λαοῦ λαμβάνομεν τὰ Κράτη τὰ ὁποῖα εὑρίσκονται εἰς τὰς αὐτὰς μὲ ἡμᾶς πολιτικὰς καὶ κοινωνικὰς συνθήκας. Κατὰ συνέπειαν αἱ πολιτικαὶ διατάξεις αἱ ἀπορρέουσαι ἀπὸ τὸ σύγχρονον πνεῦμα ἔχουν ἐξαιρετικὴν πρακτικὴν σημασίαν. Ἀλλ’ ἐννοεῖται ὅτι, ὅταν πρόκειται νὰ συντάξωμεν τὸ πολίτευμα ἡμῶν, ἔχομεν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ μὴ ἀκολουθήσωμεν δουλικῶς ξένας διατυπώσεις, ἀλλὰ νὰ τὸ προσαρμόσωμεν καὶ πρὸς τὰς ἰδικάς μας συνθήκας, αἱ ὁποῖαι, χωρὶς καὶ νὰ παραβιάσωμεν τὰς συγχρόνους δημοκρατικὰς ἀντιλήψεις, θὰ μᾶς ἐπιβάλουν νὰ δημιουργήσωμεν καὶ διὰ τοῦ Συντάγματος νὰ διευκολύνωμεν τὴν ἐξέλιξιν τὴν ὁμαλὴν τοῦ πολιτικοῦ μας βίου. Ὅπως παρετήρησεν ὁ κ. εἰσηγητής, τὸ ἄρθρον τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ συζητήσωμεν σήμερον ἀπησχόλησεν ἐπὶ μακρὰς συνεδριάσεις τὴν Γʹ Ἐθνικὴν Συνέλευσιν. Θὰ ἐπεθύμουν καὶ ἐγὼ ὅπως μὴ δαπανηθῇ τόσος χρόνος διὰ τὴν συζήτησιν τοῦ ἰδίου ἄρθρου. Θὰ προσπαθήσωμεν ὅπως τοὐλάχιστον εἶναι συντομώτερος ὁ χρόνος, καὶ τοῦτο ὄχι διότι τὸ ἄρθρον περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται δὲν ἔχει ἐξαιρετικὴν σημασίαν, ἀλλὰ διότι αἱ διαφοραὶ αἱ ὁποῖαι θὰ προκύψουν κατὰ τὴν συζήτησιν δὲν ἔχουσι πολὺ μεγάλην οὐσιαστικὴν σημασίαν καὶ διότι οἱ λόγοι ἐπὶ τῶν ὁποίων στηρίζεται ἡ μία ἢ ἡ ἄλλη ἄποψις εἶναι τόσον γνωστοί, ὥστε δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη μακρῶν ἀγορεύσεων, ὅπως ὑποστηριχθῇ ἑκάστη ἄποψις. Ἀρκεῖ μὲ τὴν σαφήνειαν καὶ μὲ τὴν ὅσον τὸ δυνατὸν μεγαλυτέραν συντομίαν νὰ εἴπωμεν εἰς ποίας πεποιθήσεις, εἰς ποίας γνώμας ἔχομεν κατασταλάξει ἀπὸ τὴν μελέτην τῶν ζητημάτων, τὰ ὁποῖα περιέχονται εἰς τὸ 1 ἄρθρον τοῦ Συντάγματος. Καὶ πρῶτον ἔχω νὰ κάμω μίαν παρατήρησιν ἐντελῶς τυπικὴν καὶ ἂν μοῦ ἐπιτρέπετε, σχολαστικήν: Ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπὴ ἐτήρησε τὴν σειρὰν τῶν ἄρθρων τὴν ὁποίαν εἶχον τὰ παλαιὰ Συντάγματα.
§74Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ὄχι.
§75Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὅσον ἀφορᾶ τὸ 1 ἄρθρον, ὄχι καὶ διὰ τὰ ἄλλα ἄρθρα, διότι ἐκεῖ ἐκάματε ὁμολογουμένως τροποποιήσεις. Ὅσον ἀφορᾶ τὸ 1 ἄρθρον, δὲν ὑπάρχει βεβαίως κανεὶς ἐδῶ, ἀξιότιμοι συνάδελφοι, ὁ ὁποῖος νὰ ἀμφισβητήσῃ τὰς μεγίστας ὑπηρεσίας τὰς ὁποίας προσέφερεν ἡ Ἐκκλησία εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Ἔθνος. Ἡ Ἑλλὰς ἀπέσεισε τὴν δουλείαν εἰς ἕνα ἀγῶνα ἐναντίον ἀλλοθρήσκων· ὁ ἀγὼν ὁ ἑλληνικὸς ἐθεωρεῖτο ὡς ἕνας ἀγὼν τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ ἐναντίον τῶν ἀλλοπίστων καὶ ἦτο φυσικὸν τὰ πρῶτα πολιτεύματα τὰ ὁποῖα συνετάχθησαν μετὰ τὴν ἀπελευθέρωσιν τῆς Ἑλλάδος νὰ δώσουν κατὰ σειρὰν τὴν πρώτην θέσιν εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Ἐκκλησίαν. Ἀλλ’ ἤδη ἀρχίζομεν μίαν νέαν περίοδον τοῦ δημοσίου μας βίου καὶ ἐφόσον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ καμμία παρεξήγησις ἢ καμμία βλάβη, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ ἀποφασίσωμεν λογικώτερον καὶ ἐπιστημονικώτερον. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι εἷς ὀργανισμὸς ὁ ὁποῖος ὑπάρχει ἐντὸς τοῦ Κράτους τὸ ὁποῖον λειτουργεῖ σύμφωνα μὲ τὰς ἀποφάσεις αἱ ὁποῖαι λαμβάνονται ἀπὸ τὰς συντεταγμένας ἐξουσίας τοῦ Κράτους. Οὕτως ἐχόντων τῶν πραγμάτων εἶναι κάτι τι πρωθύστερον μετὰ τὰς διατάξεις αἱ ὁποῖαι κανονίζουν τὴν σύνταξιν τοῦ πολιτεύματος, νὰ ὑπάρχουν καὶ διατάξεις κανονίζουσαι τὰ τῆς θρησκείας. Δὲν ἔχει καμμίαν ἐξαιρετικὴν σημασίαν τὸ πρᾶγμα, εἶναι ζήτημα ἐμφανίσεως τοῦ πολιτεύματος, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἐμφανίζῃ τὴν διανοητικότητα ἑνὸς λαοῦ. Ὁ ἀξιότιμος εἰσηγητὴς πολὺ ὀρθὰ παρετήρησεν ὅτι αἱ περὶ θρησκείας διατάξεις εἰς τὰ σύγχρονα πολιτεύματα περιέχονται εἰς τὸ κεφάλαιον περὶ δημοσίου δικαίου τῶν πολιτῶν καὶ γίνεται λόγος περὶ τῶν θρησκειῶν ἐν συναρτήσει πρὸς τὴν καθιερουμένην ἀρχὴν τῆς ἀπολύτου ἐλευθερίας τῆς θρησκευτικῆς συνειδήσεως. Χωρὶς λοιπὸν νὰ θεωρηθῇ ὅτι ἀποτελεῖ καμμίαν ὑποτίμησιν τῆς θέσεως ἢ τῆς σημασίας τῆς Ἐκκλησίας εἰς τὴν Ἑλλάδα, θὰ ἐπεθύμουν καὶ τὸ ἄρθρον αὐτὸ νὰ λάβῃ τὴν φυσικὴν καὶ λογικὴν αὐτοῦ θέσιν εἰς τὸ Σύνταγμα, εἰς τρόπον ὥστε νὰ μὴ ἐμφανίζεται τὸ πολίτευμα τρόπον τινὰ νὰ ἀντικατοπτρίζῃ τὴν σύγχρονον ἑλληνικὴν διανοητικότητα. Τὸ ἄρθρον 1 τοῦ Συντάγματος, ἐκτὸς τῆς σημασίας τῆς ἱστορικῆς τὴν ὁποίαν εἶχε διὰ τὸ Ἔθνος, περιέχει διατάξεις αἱ ὁποῖαι θέτουν τὴν Ἐκκλησίαν εἰς θέσιν πλεονεκτικὴν ἀπέναντι τῶν ἄλλων θρησκειῶν. Καὶ πρῶτον λείπει εἰς τὸ ἰδικόν μας σύνταγμα γενικὴ ἀρχὴ καθιερώνουσα τὸ ἀπαραβίαστον τῆς θρησκευτικῆς συνειδήσεως. Ὁ Ἑλληνικὸς λαός, πρέπει νὰ ὁμολογηθῇ, εἶναι ἐκ τῶν πλέον ἀνεξιθρήσκων λαῶν τοῦ κόσμου. Σπάνιαι ὑπῆρξαν αἱ ἐξαιρέσεις κατὰ τὴν σταδιοδρομίαν τῶν νεωτέρων, σπάνιαι αἱ περιστάσεις κατὰ τὰς ὁποίας ἀπὸ φανατισμὸν ἢ ἀπὸ πλάνην παρακινούμενος ὁ λαὸς καὶ αἱ νόμιμοι ἐξουσίαι τοῦ Κράτους παρεβίασαν τὴν ἐλευθερίαν τῆς θρησκευτικῆς συνειδήσεως. Ἠμπορεῖ κανεὶς νὰ εἴπῃ ὅτι εἰς τὴν ψυχὴν τὴν ἑλληνικὴν εἶναι βαθιὰ ριζωμένος ὁ σεβασμὸς πρὸς τὴν ἐλευθερίαν τῆς θρησκευτικῆς συνειδήσεως, καὶ δι’ αὐτὸ εἶμαι βέβαιος ὅτι δὲν ὑπάρχει κίνδυνος παραβιάσεως τῆς θεμελιώδους ἀρχῆς τῆς ἐλευθερίας αὐτῆς τῶν ἀτόμων. Ὅσον λοιπὸν καὶ ἂν ὑπάρχῃ αὐτὴ ἡ ἐλευθερία, ὅσον, ἐπαναλαμβάνω, καὶ ἂν εἶναι σπανιώτατα τὰ παραδείγματα κατὰ τὰ ὁποῖα εἰς τὸ παρελθὸν παρεβιάσθη καὶ ἀπὸ τὸν λαὸν καὶ ἀπὸ τὰς συντεταγμένας ἐξουσίας τοῦ Κράτους ἡ ἐλευθερία τῆς θρησκευτικῆς συνειδήσεως, νομίζω ὅτι ἀνταποκρίνεται εἰς τὴν θέλησιν τοῦ λαοῦ, ἀνταποκρίνεται εἰς τὸ αἴσθημα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἀνταποκρίνεται εἰς τὰς δημοκρατικάς μας ἀρχὰς καὶ ἀντιλήψεις νὰ καθιερωθῇ ρητῶς καὶ σαφῶς, νὰ ἀναγραφῇ ρητῶς καὶ σαφῶς εἰς τὸ Σύνταγμα τὸ ἀπαραβίαστον τῆς θρησκευτικῆς συνειδήσεως, ὡς ἀναγράφεται ἡ ἐλευθερία τῆς σκέψεως, ὡς ἀναγράφεται τὸ δικαίωμα τοῦ συνέρχεσθαι καὶ συνεταιρίζεσθαι. Ἐκτὸς τούτου νομίζω ὅτι ἠμποροῦμεν νὰ ἐρωτήσωμεν ἂν ἡ διατύπωσις τοῦ 1 ἄρθρου τοῦ Συντάγματος, ἡ ὁποία δίδει πλεονεκτικὴν θέσιν εἰς τὴν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν, εἶναι τόσον ἀπαραίτητος ὥστε νὰ διατηρηθῇ. Διατρέχει κανένα κίνδυνον ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία, ὥστε νὰ φοβῆται τὴν ἰσοπολιτείαν ἐντὸς τῆς Ἑλλάδος; Ἐνῷ, ὅταν συνετάσσοντο τὰ παλαιὰ Συντάγματα, πρέπει νὰ ὁμολογήσωμεν ὅτι οὐδεὶς κίνδυνος ὑπῆρχε, καὶ ἐφόσον ἀκούονται διαμαρτυρίαι ἀλλοθρήσκων κατὰ διαστήματα ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀπόλυτος ἰσοπολιτεία, νομίζω ὅτι συμφέρον τῆς Ἑλλάδος εἶναι καὶ ἀπέναντι τῶν ἀλλοθρήσκων κατοίκων τῶν διαβιούντων εἰς τὸ Κράτος, ἀλλὰ καὶ ἀπέναντι τοῦ ξένου κόσμου, μετὰ τοῦ ὁποίου ἡ ἐξέλιξις προβαίνει εἰς στενώτερον σύνδεσμον, συμφέρον τῆς Ἑλλάδος εἶναι, ἐφόσον δὲν ἐπέρχεται καμμία βλάβη, νὰ ἀναγνωρισθῇ αὐτὴ ἡ ἰσοπολιτεία. Αἱ διατάξεις περὶ τῶν ὁποίων πρόκειται εἶναι ἐντελῶς εἰδικαί· εἶναι ἡ διάταξις τὴν ὁποίαν ὑπέμνησεν ὁ κ. εἰσηγητὴς τῆς Ἐπιτροπῆς, ἡ ἐπιτρέπουσα ἐμμέσως τὸν προσηλυτισμὸν πρὸς τὸ συμφέρον τῆς ἐπικρατούσης θρησκείας, καὶ εἶναι καὶ ἡ διάταξις ἡ καθιερώνουσα τὴν θρησκείαν τὴν Ὀρθόδοξον Ἑλληνικὴν ὡς ἐπικρατοῦσαν θρησκείαν. Εἶναι γνωστὸν ὅτι ἡ ἔννοια τῆς «ἐπικρατούσης» δὲν εἶναι ἐκείνη τὴν ὁποίαν ἀποδίδει κανεὶς εἰς τὴν λέξιν «ἐπικρατοῦσα», ἀλλ’ εἶναι ἡ ἔννοια ὅτι τὸ Κράτος ἀναγνωρίζει ὡς ἐπίσημον θρησκείαν, ὡς θρησκείαν μετὰ τῆς ὁποίας συμπράττει εἰς τὴν ἐπίσημον ἐκδήλωσιν αὐτοῦ, τὴν Ὀρθόδοξον θρησκείαν. Εἶναι ἡ θρησκεία ἡ ὁποία ἀποτελεῖ ἓν μέρος τοῦ κρατικοῦ ὀργανισμοῦ. Ἐφόσον λοιπὸν αὕτη εἶναι ἡ ἔννοια, νομίζω ὅτι συμφέρον εἶναι νὰ προσαρμόσωμεν τὴν φρασεολογίαν τοῦ ἄρθρου εἰς τὴν ἔννοιαν. Θεωρῶ ὅθεν ἀπαραίτητον καὶ τὴν διάταξιν περὶ προσηλυτισμοῦ νὰ διαγράψωμεν ἐντελῶς, ἐφόσον, σύμφωνα μὲ τοὺς κειμένους νόμους, δυνάμεθα νὰ παρεμποδίσωμεν τὸν προσηλυτισμὸν τὸν βίαιον, διότι, διὰ νὰ εἴμεθα εἰλικρινεῖς, ὁ προσηλυτισμὸς ὁ ὁποῖος γίνεται διὰ τῆς διδασκαλίας ἀπὸ τοῦ ἄμβωνος ἢ διὰ τῶν βιβλίων ἀπὸ καμμίαν διάταξιν δὲν ἠμπορεῖ νὰ παρεμποδισθῇ. Εἶναι ἡ ἐκδήλωσις τῶν διαφόρων θρησκειῶν, ἡ ὁποία δημιουργεῖ μίαν ἅμιλλαν, ἅμιλλαν ὅμως εὐγενῆ, ἀπὸ τῆς ὁποίας οὐδέποτε εἶναι δυνατὸν νὰ διατρέξῃ τὸν ἐλάχιστον κίνδυνον ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία. Ἂν εἴχομεν μίαν πρόχειρον στατιστικήν, θὰ ἐβλέπομεν ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀλλοθρήσκων εἰς τὴν Ἑλλάδα ὁλονὲν καὶ μειοῦται ὄχι ἐκ λόγων βιαίων, ὄχι διὰ βιαίας τινὸς ἐπεμβάσεως τῆς ἐπισήμου θρησκείας τοῦ Κράτους, ἀλλ’ ἐλαττοῦται εἴτε διότι προσαρμόζεται ἡ Ὀρθόδοξος θρησκεία εἰς τὰς ἀντιλήψεις τῶν βιούντων εἰς τὴν Ἑλλάδα εἴτε διότι λόγῳ τῆς μεγάλης πλειονοψηφίας τῶν ὀρθοδόξων χριστιανῶν οἱ ἀλλόθρησκοι ὀλίγον κατ’ ὀλίγον ἐκ τῶν ἐπιγαμιῶν καὶ ἐξ ἄλλων λόγων προσαρμόζονται πρὸς τὴν ἐπίσημον θρησκείαν τοῦ Κράτους. Ἀφοῦ ἡ ἐπίσημος θρησκεία, οἱοσδήποτε καὶ ἂν εἶναι ὁ ἐλεύθερος ἀνταγωνισμὸς τῶν θρησκειῶν, δὲν διατρέχει τὸν ἐλάχιστον κίνδυνον, διατί νὰ ὑπάρχῃ διάταξις, εἰς τὸ Σύνταγμα μάλιστα, ἡ ὁποία νὰ φαίνεται ὅτι θέλει διὰ μέσων βιαίων, διὰ μιᾶς κρατικῆς ἐπεμβάσεως, νὰ προστατεύσῃ τὴν Ὀρθόδοξον χριστιανικὴν θρησκείαν, ἡ ὁποία δὲν διατρέχει κανένα ἀπολύτως κίνδυνον; Ἐρχόμεθα εἰς τὰς σχέσεις Ἐκκλησίας καὶ Πολιτείας. Εἶμαι καὶ ἐγὼ σύμφωνος ὅτι τὸ μέλλον ἀνήκει εἰς μίαν τάξιν πραγμάτων, κατὰ τὴν ὁποίαν ὑπάρχει πλήρης χωρισμὸς Ἐκκλησίας καὶ Πολιτείας. Ἡ θρησκεία εἶναι μία προσωπικὴ ὑπόθεσις τῶν πολιτῶν, ἐντελῶς ἄσχετος μὲ τὰς ἄλλας, πολιτειακάς, οἰκονομικὰς καὶ κοινωνικὰς σχέσεις τῶν ἀτόμων. Καὶ ἐφόσον ἀποτελεῖ ἰδιωτικήν, προσωπικὴν ὑπόθεσιν τῶν πολιτῶν, μοιραίως μίαν ἡμέραν θὰ ἀφεθῇ ἡ θρησκεία νὰ κανονίζεται ὑπὸ τῶν ὀπαδῶν αὐτῆς ἐλευθέρως. Μοιραῖον εἶναι μίαν ἡμέραν ἡ Ἐκκλησία, ἀποτελοῦσα χωριστὸν σωματεῖον, ὅπως ἔγινεν ἀλλαχοῦ ὅπου ὑπάρχει πλήρης χωρισμὸς Ἐκκλησίας καὶ Κράτους, ἀποτελοῦσα χωριστὸν σωματεῖον, λέγω, νὰ ζῇ σύμφωνα μὲ τὴν ἰδίαν της θέλησιν, ἀλλὰ καὶ χωρὶς καμμίαν ἀρωγὴν οἰκονομικὴν ἐκ μέρους τοῦ Κράτους καὶ χωρὶς ἐπέμβασιν, ἐφόσον ἡ λατρεία δὲν ἀντιβαίνει πρὸς τὰ χρηστὰ ἤθη καὶ τὴν δημοσίαν τάξιν. Ἀλλ’ ὡς πολὺ ὀρθῶς ἀναγνωρίζει καὶ ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπή, ἡ ἱστορικὴ ἐξέλιξις ἐδῶ εἰς τὴν Ἑλλάδα εἶναι τοιαύτη, ὥστε δὲν ἠμπορεῖ νὰ χωρισθῇ ἐντελῶς Ἐκκλησία καὶ Κράτος, ἂν θέλωμεν τὴν προαγωγὴν τῆς Ἐκκλησίας. Οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς Ἐκκλησίας ἀναγνωρίζουν ἐπίσης ὅτι χωρὶς τὴν ἀρωγὴν καὶ ὑποστήριξιν τοῦ Κράτους δὲν δύναται νὰ προαχθῇ ἡ Ἐκκλησία. Δὲν ἐξετάζω ἂν ὁ ἀνώτερος ἢ κατώτερος Κλῆρος ἐξεπλήρωσε περισσότερον τὴν ἀποστολήν του. Τὸ βέβαιον εἶναι ὅτι, ἂν θέλωμεν ἀνώτερον ἠθικὸν βίον, εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐνισχύσωμεν τὴν Ἐκκλησίαν, τὸν Κλῆρον, ὅπως ἐξαρθῇ εἰς τὸ ὕψος τῆς ἀποστολῆς του, ἀποστολῆς πνευματικοῦ καὶ ἠθικοῦ ὁδηγοῦ τοῦ λαοῦ, ἠθικοῦ ὁδηγοῦ καὶ παρηγόρου τοῦ λαοῦ. Διὰ νὰ συντελέσωμεν ὅπως ὁ Κλῆρος ἐξαρθῇ, εἶναι ἀνάγκη ὅπως εἶναι συνεχὴς ἡ ἀρωγὴ καὶ ἐποπτεία τοῦ Κράτους. Καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐξαρθῇ ὁ Κλῆρος ἀκόμη περισσότερον, διότι, ὅπως κάθε θρησκεία εἶναι ἱστορικὸν προϊὸν καὶ φυσικὰ καὶ ἡ Ὀρθόδοξος χριστιανικὴ θρησκεία εἶναι ἱστορικὸν προϊόν, καθ’ ὅμοιον τρόπον καὶ ἡ Ἐκκλησία ἐξελίσσεται καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ προσαρμόζεται πρὸς τὰς ἐπικρατούσας ἑκάστοτε ἀντιλήψεις. Καὶ διὰ νὰ ἠμπορῇ ἡ Ἐκκλησία νὰ μεταρρυθμίζεται σύμφωνα μὲ τὰς συγχρόνους ἑκάστοτε ἀντιλήψεις, ἔχει ἀνάγκην ἑνὸς μορφωμένου καὶ φωτισμένου Κλήρου, τὸν ὁποῖον μόνον μὲ τὴν βοήθειαν καὶ ἀρωγὴν τοῦ Κράτους δυνάμεθα νὰ ἀποκτήσωμεν. Ἄλλως τε ἡ παράδοσις ὁλοκλήρου τῆς Ἑλληνικῆς Ἐκκλησίας εἶναι ὅτι εἶναι ὀργανισμὸς ἐντὸς τοῦ Κράτους, ὅτι εἶναι ὑποτεταγμένη εἰς τὸ Κράτος, κατ’ ἀντιδιαστολὴν πρὸς τὴν Δυτικὴν Ἐκκλησίαν, ἡ ὁποία ἀντεποιήθη πολιτικὰ δικαιώματα καὶ κοσμικὴν ἐξουσίαν. Οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς Ἐκκλησίας ἀναγνωρίζουν ὅλας αὐτὰς τὰς ἀληθείας, θὰ ἐπεθύμουν ὅμως ὅπως διατηρήσωμεν μὲν τὴν ἀρωγὴν ἐκ μέρους τοῦ Κράτους, ἀλλ’ ἀναπτυχθοῦν εἰς αὐτόνομον ὀργανισμόν, ἔχοντα καὶ δικαστικὴν καὶ νομοθετικὴν τρόπον τινὰ ἐξουσίαν. Ἡ κατάστασις εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκονται τὰ ἐκκλησιαστικὰ πράγματα καὶ αἱ σημεριναὶ ἀντιλήψεις περὶ αὐτῶν τῶν πραγμάτων εἶναι ὅτι ἡ Ἐκκλησία δὲν εἶναι δυνατὸν καὶ δὲν συμφέρει νὰ ἀποτελέσῃ τόσον αὐτόνομον ὀργανισμόν. Βεβαίως ἀναγνωρίζομεν τὴν αὐτονομίαν τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ τὰ ὅρια τῆς αὐτονομίας νομίζομεν ὅτι καλῶς διεγράφησαν εἰς τὸ παρελθὸν καὶ κανεὶς λόγος δὲν ὑπάρχει νὰ ἀποκτήσῃ μεγαλυτέραν δύναμιν καὶ αὐτονομίαν ἡ Ἐκκλησία, διότι τότε ἴσως θὰ ὑπάρχῃ ὁ φόβος μήπως γίνωμεν πρόξενοι κακοῦ, δηλαδὴ συγκρούσεως Ἐκκλησίας καὶ Πολιτείας. Αἱ τοιαῦται τάσεις ἀντιθέσεως Ἐκκλησίας καὶ Πολιτείας ἐξεδηλώθησαν εἰς τὸ παρελθόν· πρέπει λοιπόν, ἂν θέλωμεν νὰ βαδίσωμεν χωρὶς τοιούτου εἴδους ἀνωμαλίας, νὰ βοηθήσωμεν τὴν Ἐκκλησίαν νὰ διατηρήσῃ τὴν παλαιάν της αὐτονομίαν, ἀλλὰ νὰ διατηρήσωμεν καὶ ὅλην τὴν ἐποπτείαν καὶ κηδεμονίαν τοῦ κηδεμόνος, τὰς ὁποίας αἱ μέχρι τοῦδε πράξεις ἀπέδειξαν καλὰς καὶ ὠφελίμους. Διὰ τοῦτο εἶμαι καὶ ἐγὼ σύμφωνος ὅτι τὸ καθεστὼς τὸ δημιουργηθὲν — ἀσχέτως μὲ τὴν κατάργησιν τῆς παλαιᾶς Συνόδου καὶ τὴν δημιουργίαν μιᾶς γενικῆς συνολικῆς Συνόδου ἡ ὁποία φαινομενικῶς δημιουργεῖ δημοκρατικὸν καθεστώς, ἐνῷ πράγματι ἐγκαθιδρύει ἀπολυταρχικὸν καθεστώς, διότι λείπει ἡ διαρκὴς λειτουργία Συνόδου — πρέπει νὰ καθιερωθῇ, νὰ διατηρηθῇ ὡς θεσμὸς μία Σύνοδος τῶν Ἀρχιερέων. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐπιθυμῶ εἶναι νὰ ὑπάρχῃ κάποια διαρκὴς Ἐπιτροπὴ Ἀρχιερατική, ὁμοία ἀκριβῶς μὲ τὴν παλαιὰν Σύνοδον, ἡ ὁποία φυσικὰ νὰ εἶναι ὑποτεταγμένη εἰς τὴν Σύνοδον τῶν Ἀρχιερέων. Οὕτως ἐχόντων τῶν πραγμάτων ἱκανοποιοῦμεν τὴν ἀξίωσιν τῆς ὀργανώσεως τῆς Ἐκκλησίας ἐπὶ δημοκρατικῶν βάσεων καὶ ἀσφαλίζομεν ἀκριβῶς αὐτὴν τὴν δημοκρατικὴν ὀργάνωσιν τῆς Ἐκκλησίας οὐσιαστικῶς καὶ ὄχι φαινομενικῶς, ὅπως γίνεται σήμερον. Διὰ τὴν διάταξιν, τὴν ὁποίαν ὀρθότατα ἀπήλειψεν ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπή, περὶ μεταφράσεως τῶν Γραφῶν, δὲν ἔχω παρὰ νὰ συγχαρῶ τὴν Ἐπιτροπήν, ἀνεξαρτήτως τῆς διατάξεως ἐκείνης τοῦ Συντάγματος περὶ γλώσσης, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ στίγμα διὰ τὸ Σύνταγμα, διὰ τὴν νεωτέραν μας ἱστορίαν, ἀνεξαρτήτως ἐκείνης ἡ ὁποία εἶμαι ἀπολύτως βέβαιος ὅτι μὲ τὴν πάμψηφον θέλησιν τῆς Συνελεύσεως θὰ ἀπαλειφθῇ, ὡς ἓν στίγμα, καὶ ἡ διάταξις αὐτὴ περὶ μεταφράσεως τῶν Γραφῶν δὲν ἔχει κανένα λόγον εἰς τὸ Σύνταγμα καὶ δὲν παρέχει καμμίαν ἀσφάλειαν περὶ τῆς θρησκείας. Δὲν πρέπει νὰ φανταζώμεθα ὅτι ἀπὸ μίαν κακὴν μετάφρασιν θὰ ἐπέλθῃ διασάλευσις τῆς Ἐκκλησίας· ἄλλως τε ἡ Ἐκκλησία, ὅπως εἶναι ὠργανωμένη, ἔχει ὅλην τὴν δύναμιν νὰ στιγματίσῃ τὰς κακὰς μεταφράσεις, αἱ ὁποῖαι ἤθελον θεωρηθῆ ὅτι βλάπτουν τὸ κῦρος τῆς Ἐκκλησίας. Ἔχομεν ἐξ ἀντιθέτου τὸ γεγονὸς ὅτι μεταφράσεις ἐγένοντο συνεχεῖς κατ’ ἔμπνευσιν καὶ τῆς Συνόδου καὶ τῶν Πατριαρχείων, ὥστε καὶ γενικώτερον τοιούτου εἴδους διατάξεις δὲν ἔχουν καμμίαν χρησιμότητα, εἶναι περιτταὶ καὶ κατὰ μείζονα λόγον δὲν ἔχουν καμμίαν θέσιν εἰς τὸ Σύνταγμα. Συμφώνως λοιπὸν πρὸς τὰς ἀντιλήψεις τὰς ὁποίας εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἐκθέσω εἰς ὑμᾶς, διετύπωσα τὸ 1. ἄρθρον ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἡ ἐλευθερία τῆς θρησκευτικῆς συνειδήσεως εἶναι ἀπαραβίαστος κλπ.». Παρελείφθησαν οἱ κανόνες οἱ συνοδικοὶ καὶ τοῦτο ὄχι διότι δὲν ἔχουσιν ἰδιαίτερον ἐνιδαφέρον, ἀλλὰ διότι ἀπεδείχθη ὅτι ὑπάρχει σειρὰ συνοδικῶν κανόνων οἱ ὁποῖοι δὲν ἐφαρμόζονται. Ὑπάρχουν ἀποστολικοὶ κανόνες οἱ ὁποῖοι σήμερον ἀναγινωσκόμενοι θὰ ἔφερον τὸν γέλωτα· ὑπάρχει ὁ κανὼν ὅτι ὁ κληρικὸς ὁ ἀσχολούμενος μὲ τὴν μαθηματικὴν γίνεται ἔκτακτος ἀξιωματικός. Δι’ αὐτὸ περιωρίσθην εἰς τὴν γενικωτέραν ἐκδοχὴν συμφώνως μὲ τὰς ἀντιλήψεις θεολόγων. Ἐννοεῖται ὅτι δὲν ἀποδίδω σημασίαν διότι διὰ τῆς πράξεως αὐτῆς δὲν ἐφαρμόζονται οἱ συνοδικοὶ κανόνες. Εἰς τὴν διατύπωσιν αὐτὴν ὑπάρχουν αἱ ἑξῆς διαφοραὶ ἐν συγκρίσει μὲ τὴν διατύπωσιν τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς: 1) Ὅτι καθιεροῦται ἡ γενικωτέρα ἀρχὴ τῆς ἐλευθερίας τῆς θρησκευτικῆς συνειδήσεως. 2) Ὅτι καταργεῖται ἡ διάταξις περὶ προσηλυτισμοῦ, ἡ ὁποία ἀφήνεται νὰ κανονισθῇ διὰ τῶν νόμων, οἱ ὁποῖοι ἄλλως τε καὶ ὑπάρχουν, διότι, ὅπως γνωρίζετε, αἱ συνταγματικαὶ διατάξεις δὲν ἔχουν κανὲν κῦρος, ἂν δὲν συνοδεύωνται διὰ νόμων καθιερούντων τὰς συνεπείας τῶν παραβάσεων, διὰ τὸν λόγον δὲ αὐτὸν διεγράφη ἡ διάταξις περὶ προσηλυτισμοῦ· οὔτε ἀποτελεῖ καμμίαν ὠφέλειαν διὰ τὴν Ἐκκλησίαν. Ἡ ὅλη διατύπωσις εἶναι ὅτι ὁμιλεῖ γενικῶς περὶ θρησκείας καὶ δὲν κάμνει διακρίσεις γνωστῶν καὶ μὴ θρησκειῶν. Βεβαίως ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπὴ ἐδήλωσεν ὅτι ἡ ἔννοια αὐτὴ ἀνάγεται εἰς τὸ παρελθὸν καὶ εἰς τὸ μέλλον, αὐτὴν δὲ τὴν διατύπωσιν ἔκαμα, διότι ὑπάρχουν ἐλάχισται περιπτώσεις εἰς τὴν Ἑλλάδα ὅπου ἀνεφύη τὸ ζήτημα ἂν ἡ νεωτέρα εἶναι σεβαστὴ ἢ ὄχι. Ἔχομεν τὴν περίπτωσιν τοῦ Καΐρη, ἡ ὁποία δὲν ἦτο πρὸς δόξαν τῆς Ἑλληνικῆς ἱστορίας. Καὶ δι’ αὐτὸ θὰ ἦτο πολὺ πρακτικώτερον νὰ μὴ ὑπάρχῃ καμμία διάταξις, νὰ ἀφήνεται εἰς τὴν κρίσιν τοῦ δικαστηρίου κατὰ πόσον μία θρησκεία προσβάλλει τὰ ἤθη, διότι περὶ αὐτοῦ ἀκριβῶς ἐνδιαφερόμεθα, νὰ μὴ γίνῃ καμμία αἵρεσις ἡ ὁποία θὰ θίγῃ τὰ χρηστὰ ἤθη καὶ τὴν δημοσίαν τάξιν. Ἐδῶ ἡμεῖς δὲν διακρινόμεθα διὰ τὴν δημιουργίαν καὶ τάσιν πρὸς δημιουργίαν θρησκειῶν· ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς δὲν εἶναι λαὸς ὁ ὁποῖος διεκρίθη διὰ τὴν δημιουργίαν θρησκευτικῶν αἱρέσεων, καὶ διὰ τοῦτο νομίζω ὅτι δὲν βλάπτει νὰ κάμωμεν μίαν διάκρισιν, σύμφωνα μὲ τὸ αἴσθημα τὸ ἑλληνικόν. Ἐγὼ προτιμῶ τὴν διατύπωσιν αὐτὴν ὡς μᾶλλον ἀνταποκρινομένην πρὸς τὰ πράγματα. Ἡ ἄλλη διαφορὰ εἶναι ὅτι ἡ διατύπωσις αὐτὴ ὁμιλεῖ καὶ περὶ Ἀρχιερατικῆς Ἐπιτροπῆς, δηλαδὴ θέλει ὅπως ἡ διοίκησις τῆς Ἐκκλησίας στηρίζεται εἰς μίαν διοίκησιν Ἱερᾶς Συνόδου καὶ εἰς μίαν διοικοῦσαν Ἐπιτροπήν, ὥστε κατὰ τὰς διακοπὰς τῆς Ἱερᾶς Συνόδου νὰ ὑπάρχῃ μία πολυμελὴς Ἐπιτροπή. Αὐτὸ ἄλλως τε ἀνταποκρίνεται καὶ πρὸς τοὺς ἀποστολικοὺς κανόνας, οἱ ὁποῖοι θέλουν τὴν διοίκησιν τῆς Ἐκκλησίας διὰ τῶν πολλῶν καὶ ὄχι διὰ τοῦ ἑνός. Ἡ ἄλλη διαφορὰ εἶναι ὅτι παραλείπονται οἱ κανόνες οἱ συνοδικοὶ καὶ περιοριζόμεθα εἰς τὴν διατύπωσιν ὅτι ἡ Ἐκκλησία εἶναι δογματικῶς ἡνωμένη πρὸς τὴν Μεγάλην Ἐκκλησίαν καὶ ὅτι εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ τηρῇ ἀπαρασαλεύτως τὰς ἱερὰς παραδόσεις. Νομίζω ὅτι τοῦτο εἶναι ἀρκετόν. Αὐταὶ ὅλαι εἶναι αἱ ἐπερχόμεναι διαφοραί. Καὶ πάλιν ἐπαναλαμβάνω ὅτι μεγίστην πρακτικὴν διαφορὰν εἰς τὰς διαφόρους ἀντιλήψεις, εἰς τὰς διατάξεις τὰς ἀφορώσας τὴν διοίκησιν τῆς Ἐκκλησίας, μεγίστην διαφορὰν οὐσιαστικὴν δὲν βλέπω. Ἐν τούτοις νομίζω ὅτι πρέπει συστηματικῶς νὰ γίνῃ ἡ διατύπωσις· διότι, ἐπαναλαμβάνω, πρέπει καὶ εἰς τὸ ἄρθρον αὐτό, εἰς τὸ βάθος τοῦ ὁποίου εἴμεθα ὅλοι σύμφωνοι, πρέπει νὰ ἀντικατοπτρίζεται τὸ πνεῦμα τὸ σύγχρονον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ αἱ δημοκρατικαὶ ἀρχαί. Πολλάκις νομίζομεν ὅτι μία διάταξις καθιερώνουσα μίαν γενικὴν ἀρχὴν δὲν ἔχει πρακτικὴν σημασίαν. Πρέπει λοιπὸν νὰ θελήσωμεν ὅπως αἱ διάφοροι διατάξεις τοῦ πολιτεύματος εἶναι οὕτω διατυπωμέναι, ὥστε νὰ ὠθοῦν πρὸς τὰ ἐμπρός, πρὸς τὴν πρόοδον, πρὸς τὴν δόξαν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. (Χειροκροτήματα).
§76ΤΙΝΕΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Κύριε Πρόεδρε, μίαν μικρὰν διακοπήν.
§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτομεν ἐπὶ 5 λεπτά. (Ὥρᾳ 7.40′ μ.μ.).
ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΚΟΠΗΝ
(Ὥρᾳ 7.50′ μ.μ.). (Τὴν ἕδραν τοῦ κ. Προέδρου καταλαμβάνει ὁ δεύτερος Ἀντιπρόεδρος κ. Ι. Μανέττας).
§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Συνέλευσιν ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ τρόπου τῆς ἀπονομῆς συντάξεων θυμάτων πολέμου συνεπληρώθη διὰ τῶν πληρεξουσίων κ.κ. Π. Διαμαντοπούλου, Δ. Μαρσέλου, Λ. Κωνσταντιλιέρη καὶ Π. Γεωργίτση. Γνωστοποιῶ εἰς τὴν Συνέλευσιν ὅτι τηρουμένου τοῦ Κανονισμοῦ τῶν ἐργασιῶν τῆς Συνελεύσεως θὰ ἐφαρμοσθῇ τὸ ἡμίωρον. Ὁ κ. Φίλανδρος ἔχει τὸν λόγον.
§79Κ. ΦΙΛΑΝΔΡΟΣ. Προκειμένου, κύριοι πληρεξούσιοι, νὰ προβῇ ἡ Συνέλευσις εἰς ψήφισιν θεμελιωδῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος τοῦ νέου ἀφορωσῶν τὸ θρήσκευμα ἡμῶν, ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ φρονῶ ὅτι ἐπιβάλλεται σοβαρὰ ἐξέτασις περὶ τῆς ἱστορίας τῆς Ἐκκλησίας ἡμῶν καὶ τοῦ προορισμοῦ αὐτῆς, ἀλλὰ καὶ τῆς θέσεως αὐτῆς ἐν τῇ Πολιτείᾳ. Χριστιανικὴ Ἐκκλησία, ὡς γνωστόν, κύριοι συνάδελφοι, σημαίνει τὸ ἄθροισμα τῶν πιστῶν, οἱ ὁποῖοι πιστεύουν εἰς τὸν Χριστὸν ὡς Υἱὸν τοῦ Θεοῦ καὶ σωτῆρα τοῦ κόσμου. Δογματικῶς ἡ Ἐκκλησία διαιρεῖται εἰς διαφόρους ὁμολογίας, μία ἀπὸ τὰς ὁποίας εἶναι καὶ ἡ ὀρθόδοξος τοιαύτη, τὴν ὁποίαν παραδέχεται καὶ ὁμολογεῖ ὁλόκληρος ὁ Ἑλληνισμός. Ἐν τῇ κοινωνίᾳ ἡ Ἐκκλησία εἶναι θρησκευτικὸν καθίδρυμα, τὸ ὁποῖον ὡς προορισμὸν ἔχει τὴν σωτηρίαν τὴν ψυχικὴν τῶν πιστῶν, τουτέστι τὴν μέλλουσαν σωτηρίαν τῶν πιστῶν, ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὴν Πολιτείαν, ἡ ὁποία ὡς σκοπὸν αὐτῆς ἔχει τὴν παροῦσαν εὐδαιμονίαν τῶν πολιτῶν. Καὶ ἐρωτᾶται ἤδη: Πῶς ἐν τῇ αὐτῇ κοινωνίᾳ δύο ὀργανισμοὶ ὅλως διάφορον προορισμὸν ἔχοντες δύνανται νὰ συνυπάρξωσιν; Οὕτω γεννᾶται αὐτομάτως ζήτημα σχέσεων Ἐκκλησίας καὶ Πολιτείας, ἐπὶ τοῦ ὁποίου θέματος πρέπει νὰ ἀσχοληθῇ σοβαρῶς ὡσαύτως ἡ Συνέλευσις. Κύριοι πληρεξούσιοι, ἡ Γραφὴ εἶναι φειδωλὴ ὅσον ἀφορᾷ τὴν παροχὴν πληροφοριῶν ἀναφορικῶς πρὸς τὰς σχέσεις Ἐκκλησίας καὶ Πολιτείας. Ὁ Ναζωραῖος ἱδρύων τὸν θρήσκευμα αὐτοῦ δὲν ἐφρόντισε συγχρόνως νὰ ἱδρύσῃ καὶ ἰδιαίτερον θρησκευτικὸν ἢ θεοκρατικὸν πολίτευμα, ὡς ἔπραξε κατόπιν ὁ Μωάμεθ καὶ οἱ διάδοχοι αὐτοῦ.
§80Α. ΚΑΝΑΡΗΣ. Καὶ ὅπως ἡ Παλαιὰ Διαθήκη λέγει.
§81Κ. ΦΙΛΑΝΔΡΟΣ. Ἦλθε, σεβαστὲ κ. συνάδελφε, νὰ πληρώσῃ τὸν Νόμον, ἀλλ’ ἐκ τῆς ἱστορίας γνωρίζομεν ὅλοι ὅτι ἡ Ἐκκλησία ἄλλοτε μὲν ἔζησεν ἐκτὸς τῆς Πολιτείας, ἄλλοτε συνέζησεν ἀπὸ κοινοῦ μετὰ τῆς Πολιτείας καὶ ἄλλοτε ἔζησεν ἐπὶ τὴν Πολιτείαν. Καὶ ἔζησεν ἡ Ἐκκλησία ἐκτὸς τῆς Πολιτείας κατὰ τοὺς πρώτους 3 αἰῶνας, οἱ ὁποῖοι ἦσαν αἰῶνες διωγμοῦ. Τὸ ὅτι ἡ Ἐκκλησία δύναται νὰ ζήσῃ καὶ ἐκτὸς τῆς Πολιτείας τὸ ἀποδεικνύουν οἱ 3 αἰῶνες, αἰῶνες τρομεροῦ διωγμοῦ, κατὰ τοὺς ὁποίους κατεδιώκετο ἀγρίως αὐτὴ αὕτη ἡ ὑπόστασις τῆς Ἐκκλησίας. Ἀλλ’ ἡ Ἐκκλησία μὴ καταδιωκομένη καὶ παραγνωριζομένη ἐντελῶς—ἀρκεῖ νὰ δύναται νὰ ἐπιτελῇ τὰ θρησκευτικὰ αὐτῆς καθήκοντα καὶ νὰ μὴ καταδιώκεται—δύναται νὰ ζήσῃ καὶ ἐκτὸς τῆς Πολιτείας. Ἀπὸ τοῦ τρίτου αἰῶνος καὶ ἐντεῦθεν, ἀπὸ τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου δηλ. ὁπότε πρωτεύουσα τοῦ ἀπεράντου καὶ ἀχανοῦς Ρωμαϊκοῦ Κράτους ἐγένετο ἡ Κωνσταντινούπολις, ἡ Ἐκκλησία ἤρχισε νὰ συζῇ καὶ νὰ βαίνῃ παραλλήλως καὶ συναλλήλως πρὸς τὴν Πολιτείαν. Συνέβη κάτι τι ἐπὶ πλέον μάλιστα· ἡ Πολιτεία ἀσπασθεῖσα τὴν θρησκείαν τὴν χριστιανικὴν καὶ ἑνωθεῖσα μετ’ αὐτῆς ὄχι μόνον ἐξυπηρέτει τὴν Ἐκκλησίαν, ὄχι μόνον ἐβοήθει καὶ ἐπροστάτευεν αὐτήν, ἀλλ’ ἑνωθεῖσα μετ’ αὐτῆς ἐρρύθμιζε καὶ τὴν νομοθεσίαν αὐτῆς συμφώνως πρὸς τοὺς ἱεροὺς κανόνας. Καὶ ἦτο τὸ Ἑλληνικὸν Βυζαντινὸν Κράτος χριστιανικόν.
§82Α. ΚΑΝΑΡΗΣ. Εἶχε καί τινας διατυπώσεις τοῦ Κράτους ἀπέναντι τῆς Ἐκκλησίας.
§83Κ. ΦΙΛΑΝΔΡΟΣ. Βεβαίως, ὑπῆρξαν στιγμαὶ κατὰ τὰς ὁποίας Αὐτοκράτορες αὐθαίρετοι ἐπενέβαινον ἐνίοτε εἰς τὰ τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλ’ ἡ Ἐκκλησία ἀνθίστατο σθεναρῶς διὰ τῶν ἱεραρχῶν καὶ πρωθιεραρχῶν αὑτῆς καὶ κατώρθωνε νὰ διατηρῇ ἀμείωτον τὴν αὐτοτέλειάν της. Ἦσαν δύο ἐξουσίαι ἐν διαφόρῳ ἐπιπέδῳ κείμεναι, ἀμφότεραι ἡνωμέναι ὅμως καὶ συναδελφωμέναι κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε ἦτο ἓν θαῦμα, οὕτως εἰπεῖν, κατώρθωσαν ὅμως ἡ μία νὰ μὴ παραβλάπτῃ τὴν ἄλλην καὶ τότε ἐπενέβαινεν εἰς τὴν ἄλλην ἐλαφρῶς, ὅταν ἡ μία ἔδιδεν ἐλαφρὰ δικαιώματα εἰς τὴν ἄλλην. Διὰ τοῦτο καὶ οἱ Αὐτοκράτορες, οἱ ὁποῖοι ἀνελάμβανον τὸ ἀξίωμα αὐτὸ διὰ χρίσεως μύρου ὑπὸ τῶν πρωθιεραρχῶν καὶ ἐλέγοντο Αὐτοκράτορες εὐσεβεῖς, Αὐτοκράτορες χρηστοί, εἶχον ἐλαφρὰ δικαιώματα καὶ μάλιστα ἐντὸς τοῦ ναοῦ τῆς Ἁγίας Σοφίας, λεγόμενοι Ἐπιστημονάρχαι, τουτέστιν οἱ διευθυνταὶ τῆς τάξεως τῆς Ἐκκλησίας. Τὸ παρίστασθαι τοὺς Αὐτοκράτορας ἢ ἀντιπροσώπους εἰς τὰς Οἰκουμενικὰς Συνόδους δὲν εἶναι ἐπιχείρημα, ὡς ἐκλαμβάνουσί τινες, ὅτι ἄνευ τῆς παρουσίας τῶν Αὐτοκρατόρων ἢ τῶν ἀντιπροσώπων αὐτῶν δὲν δύναται νὰ συγκροτηθῇ Σύνοδος ἢ νὰ προαχθῇ Σύνοδος. Οἱ Αὐτοκράτορες παρίσταντο, ὡς λέγουσιν οἱ πατέρες, διὰ τὴν εὐκοσμίαν τῆς τάξεως, καὶ συνέβη πολλάκις εἰς Τοπικὰς ἢ Οἰκουμενικὰς Συνόδους νὰ μὴ παρίστανται οὔτε οἱ Αὐτοκράτορες οὔτε οἱ ἀντιπρόσωποι αὐτῶν καὶ ἡ Σύνοδος ἐξηκολούθει τὰς ἐργασίας αὑτῆς καὶ ἐτερμάτιζε τὰς ἐργασίας αὑτῆς. Καὶ εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο, κύριοι συνάδελφοι, διὰ νὰ κατανοήσωμεν ποία σχέσις ὑπάρχει μεταξὺ Πολιτείας καὶ Ἐκκλησίας ἐν τῷ Βυζαντίῳ, θὰ μοὶ ἐπιτρέψετε νὰ ἀναγνώσω ὀλίγα σχετικὰ χωρία. Θέλω νὰ τονίσω τοῦτο, διότι ὁ ἀξιότιμος ἡγέτης τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως» ἤθελε νὰ ἀπαλείψῃ τοὺς κανόνας (ἀναγινώσκει): «Οἱ κανόνες ἔχουσι κλπ.».
§84Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Ποῖος τὰ λέγει αὐτά;
§85Κ. ΦΙΛΑΝΔΡΟΣ. Ὁ Φώτιος.
§86Γ. ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Θέλετε ὁ κανὼν ὁ ὁποῖος ἔχει συνταγματικὴν ἰσχὺν νὰ ἐξακολουθῇ νὰ παραμένῃ;
§87Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Μὴ ἐξαντλῆτε τὴν ὥραν μὲ τὰς διακοπάς.
§88Κ. ΦΙΛΑΝΔΡΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐγὼ θὰ παύσω, ὅταν τελειώσῃ τὸ ἡμίωρον, καὶ ἰδοὺ τὴν κλεψύδραν τὴν θέτω ἐνώπιόν σας. Ταῦτα πάντα καὶ ἄλλα παραπλήσια, κύριοι συνάδελφοι, τῶν ὁποίων δὲν ἀμοιρεῖ ἡ ἱστορία, δύνανται νὰ ἀποδείξωσι τρανότατα τὴν ἐπίδρασιν τὴν ὁποίαν εἶχεν ἡ Ἐκκλησία κατὰ τοὺς χρόνους ἐκείνους τῆς Βυζαντινῆς Αὐτοκρατορίας, κατὰ τοὺς χρόνους τῆς εὐκλείας καὶ τῆς δόξης ἡμῶν τῆς ἐθνικῆς. Καὶ δὲν παρημπόδισεν ἡ Ἐκκλησία τὴν πρόοδον τοῦ Ἔθνους οὔτε παρεβίασε τὰς κοινωνιολογικὰς γνώσεις καὶ ἰδέας, καὶ δὲν ἐσταμάτησεν ἡ Ἐκκλησία τὴν ἀνάπτυξιν τὴν πνευματικὴν καὶ τὴν πρόοδον τοῦ Ἔθνους, πολεμουμένου πανταχόθεν ἀπὸ βαρβάρους ἐχθρούς. Καὶ διὰ νὰ μὴ ἀναγνώσω καὶ ἄλλα παρόμοια χωρία κανόνων ἀποστολικῶν, κανόνων συνοδικῶν καὶ παρέρχεται ἡ ὥρα, πρὸς κλεψύδραν γὰρ ὁμιλῶ, περιορίζομαι εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο ἐπὶ τοῦ παρόντος καὶ προχωρῶ φθάνων μέχρι τῆς Ἁλώσεως, ὁπότε ἡ Ἐκκλησία διῆλθεν ἡμέρας πονηρὰς καὶ χαλεπάς, ἀλλ’ εὐθὺς ὡς παρῆλθον αἱ πρῶται ἡμέραι σὺν τῷ χρόνῳ ἡ Ἐκκλησία ἤρχισε νὰ ἀπολαμβάνῃ δικαιώματα καὶ προνομίας πολὺ περισσοτέρας ἀπὸ ὅσας εἶχεν ἐπὶ τῆς ἐποχῆς τῆς Βυζαντινῆς Αὐτοκρατορίας. Τοῦτο ἴσως νὰ φαίνεται παράδοξον καὶ ἴσως νὰ μὴ ἐπιτρέπεται ἀπὸ εὐθιξίαν ἐθνικὴν καὶ εὐκοσμίαν νὰ λέγεται, ἀλλ’ εἶναι ἀλήθεια ἱστορικὴ καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου πρέπει νὰ λέγωνται ἀλήθειαι ἱστορικαί. Τὸ «χάτι σερίφ» καὶ τὸ «χάτι χουμαγιού», τὰ ὁποῖα διεδέχθησαν οἱ ἐθνικοὶ κανονισμοί, παρεχώρησαν εἰς τὴν Ἐκκλησίαν μεγάλας προνομίας καὶ ἰδιαιτέρως δικαιώματα δικαιοδοσίας ἐπὶ τῶν διαθηκῶν, ἐπὶ τοῦ γάμου, ἐπὶ τοῦ διαζυγίου, ἐπὶ τῶν εὐαγῶν ἱδρυμάτων καὶ ἄλλων παρομοίων ζητημάτων.
§89Γ. ΓΚΑΛΚΟΣ. Δὲν τὰ παρεχώρησε τὸ Κράτος· στηρίζονται εἰς τὰς συνθήκας.
§90Κ. ΦΙΛΑΝΔΡΟΣ. Ἐγὼ δὲν ἀνατρέχω οὔτε εἰς τὴν ἐποχὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ ἱδρυτὴς τῆς μουσουλμανικῆς θρησκείας ἐπὶ τοῦ ὄρους Σινᾶ ἔδωκε τὰς πρώτας προνομίας οὔτε ὅταν ἄλλοι ἔδωσαν τοιαύτας προνομίας. Ἐγὼ συνοψίζω τὰ πράγματα, διότι προλαβόντως οἱ κύριοι συνάδελφοι μὲ ὅλην τὴν λεπτότητα εἶπον ὅτι καλὴ καὶ σεβαστὴ εἶναι ἡ Ἐκκλησία, ἀλλὰ πρὸς κλεψύδραν ὁμιλοῦμεν καὶ σταματοῦν τὰ ἱστία τοῦ λόγου, ἀλλ’ ἐπροχώρησα καὶ ἀφῆκα ὁλόκληρα κείμενα καὶ ἔφθασα αἰφνιδίως εἰς τὴν ἅλωσιν τῆς Κωνσταντινουπόλεως, προχωρῶν μέχρι τοῦ 1821, ὁπότε γίνεται ἡ μεγάλη παλιγγενεσία τοῦ Ἔθνους. Θέλω νὰ εἴπω λοιπὸν ὅτι ἐπὶ τῆς ἐποχῆς τῆς τουρκοκρατίας ἡ Ἐκκλησία ἀπήλαυε μεγάλων δικαιωμάτων, δικαιωμάτων τοιούτων ὁποῖα δὲν εἶχεν ἐπὶ τῆς ἐποχῆς τῆς Βυζαντινῆς Αὐτοκρατορίας. Ἤδη ἐξετάσωμεν ποία εἶναι ἡ θέσις τῆς Ἐκκλησίας παγκοσμίως, σταματῶντες ἐπὶ τοῦ παρόντος εἰς τὸ 1821, ὁπότε μία γωνία τῆς ὅλης Ἑλλάδος εἶχε τύχει ἐθνικῆς ἐλευθερίας. Ἡ Ἐκκλησία γενικῶς, κύριοι συνάδελφοι, παρουσίασε τρεῖς ὄψεις: Μίαν τὴν ὄψιν τῆς Βυζαντινῆς συναλληλίας Πολιτείας πρὸς τὴν Ἐκκλησίαν, δευτέραν ὄψιν παρουσίασεν εἰς τὴν Δύσιν ἐν τῇ Παποκαθολικῇ Ἐκκλησίᾳ, τὴν ὄψιν τῆς ἱεροκρατίας, καὶ τρίτην ὄψιν καὶ μορφὴν παρουσίασεν εἰς τὰς Προτεσταντικὰς Χώρας, τὴν ὄψιν τῆς πολιτειοκρατίας ἢ τοῦ καισαροπαπισμοῦ. Ταύτας καὶ δὴ τὰς τελευταίας δύο δὲν εἶδεν ἡ Ὀρθόδοξος Ἑλληνικὴ Ἐκκλησία οὔτε τὴν ἐποχὴν τῆς Βυζαντινῆς Αὐτοκρατορίας οὔτε ἐπὶ τουρκοκρατίας οὔτε ἐπὶ τοῦ παρόντος. Ἄλλοτε ἡ Ἐκκλησία ἐν Ἑλλάδι δὲν ἀπήλαυεν ἀπολύτου, ὡς εἶπον, ἐλευθερίας. Καὶ ἤδη εἰσερχόμεθα εἰς τὸ ζήτημα τῆς Ἐκκλησίας ἐν Ἑλλάδι, ἀφ’ ὅτου ἡ γωνία αὐτὴ ἀπηλευθερώθη. Ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τοῦ Συντάγματος εἰσηγητὴς, ἐμβριθὴς κοινωνιολόγος καὶ σοφὸς δογματιστής, ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης ἐξετόξευσε, κύριοι συνάδελφοι, μίαν μομφὴν καὶ ὕβριν κατὰ τοῦ ἀγάμου Κλήρου.
§91Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Εἶναι ἀτομική του γνώμη.
§92Κ. ΦΙΛΑΝΔΡΟΣ. Δὲν ἤκουσα ὑμᾶς, ἀξιότιμε καὶ σεβαστὲ κ. συνάδελφε, νὰ διακρίνετε τὸ πρᾶγμα, δι’ αὐτὸ καὶ λέγω ὡς ἀντιπρόσωπος τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς....
§93Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ὄχι.
§94Κ. ΦΙΛΑΝΔΡΟΣ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει καὶ ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ Ἔθνους, ὁ ὁποῖος ἔχει ἐγκύψει εἰς μελέτας ἱστορικὰς καὶ κοινωνιολογικάς, φρονῶ ὅτι ἔπρεπε νὰ σεβασθῇ—καὶ λυποῦμαι ὅτι δὲν παρίσταται νὰ μὲ ἀντικρούσῃ καὶ τὸν ἀντικρούσω—ἔπρεπε νὰ σεβασθῇ τὸν Κλῆρον τὸν ἄγαμον, διότι ὁ κλῆρος, κύριοι συνάδελφοι, εἴτε ἔγγαμος εἴτε ἄγαμος, ὁ Κλῆρος ὁ Ἑλληνικὸς ὑπῆρξε καὶ εἶναι πάντοτε Κλῆρος ἐθνικὸς καὶ ὡς ἐθνικὸς Κλῆρος παρέσχεν εἰς διαφόρους περιστάσεις ἐθνικὰς πολυτίμους ὑπηρεσίας πρὸς τὴν Πατρίδα. Καὶ διὰ νὰ μὴ ἀναμοχλεύσω μακρὸν παρελθὸν ἀρκεῖ νὰ σᾶς ὑπομνήσω ὅτι ἱερομόναχος ἄγαμος ἦτο ὁ Γερμανὸς Παλαιῶν Πατρῶν, ὁ ὁποῖος ὕψωσε τὴν σημαίαν τῆς Ἑλληνικῆς Ἐλευθερίας.
§95Γ. ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Εἶπον προηγουμένως καὶ δὲν μὲ ἠκούσατε, κ. συνάδελφε, ὅτι διὰ τῆς γνώμης του περὶ ἀγάμου Κλήρου ὁ κ. Παπανδρέου ἐξέφραζε καὶ τὴν ἰδικήν μου γνώμην καὶ εἶμαι ὑποχρεωμένος αὐτὴν τὴν στιγμὴν νὰ σᾶς εἴπω ὅτι ὁ κ. Παπανδρέου εἶπεν ἀπὸ τῆς ἀπελευθερώσεως τῆς Ἑλλάδος καὶ ἐφεξῆς. Μὴ ἀνατρέχετε εἰς τὴν ἱστορίαν οὔτε τοῦ 1821 οὔτε παλαιότερον. Ἀπὸ τῆς ἀπελευθερώσεως καὶ ἐντεῦθεν.
§96Κ. ΦΙΛΑΝΔΡΟΣ. Ἐγώ, κ. συνάδελφε, σᾶς εὐχαριστῶ διὰ τὴν πληροφορίαν αὐτήν, ἀλλ’ ἐπιτρέψατέ μοι νὰ εἴπω ὅτι δὲν δύναμαι νὰ συγχαρῶ οὔτε ὑμᾶς οὔτε τὸν κ. εἰσηγητήν. Καὶ ὁ ἄγαμος Κλῆρος τῶν ἱερομονάχων προσέφερεν ὑπηρεσίας ἐθνικὰς καὶ ἀπὸ τοῦ 1821 καὶ ἐντεῦθεν.
§97Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Πρέπει νὰ καταστήσω γνωστὸν εἰς τὸν κ. συνάδελφον ὅτι ὅλοι οἱ ἱεροκήρυκες οἱ ὁποῖοι παρακολουθοῦσι τὰ συντάγματα, χωρὶς νὰ ἔχωσιν ὑποχρέωσιν, ἐκτίθενται εἰς τοὺς κινδύνους τῆς μάχης καὶ ὑπάρχουν πολλοὶ οἱ ὁποῖοι φέρουν τὸν Πολεμικὸν Σταυρόν.
§98Κ. ΦΙΛΑΝΔΡΟΣ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἐγώ, ὡς ὀρθόδοξος Ἕλλην, διαμαρτύρομαι. Δὲν θέλω νὰ ἐπεκτείνω περισσότερον τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Ὁ σεβασμός μου εἶναι ἀτέρμων ἀπέναντι τοῦ Κλήρου εἴτε ἀγάμου εἴτε ἐγγάμου. Καὶ ἤδη ἐξετάζοντες τὴν θέσιν τῆς Ἐκκλησίας τῆς ἐλευθέρας Ἑλλάδος μετὰ λύπης παρατηροῦμεν ὅτι ἡ Ἐκκλησία ἀπὸ τοῦ 1833, ἀφ’ ὅτου ὁ Βαυαρὸς Μάουρερ ἔχει συντάξει τὸν περίφημον ἐκεῖνον Καταστατικὸν Νόμον, ἡ Ἐκκλησία ἔκτοτε παρουσιάζεται οὐχὶ ἐλευθέρα, ἵνα μὴ εἴπω ὑπόζυγος καὶ ὑπόδουλος ἐν τῇ ἐλευθέρᾳ Ἑλλάδι. Καὶ εἶναι φαινόμενον ἱστορικὸν τὸ ὁποῖον προκαλεῖ κατάπληξιν, πῶς μία Πολιτεία ἡ ὁποία ἀπήλαυσε τὴν ἐλευθερίαν αὐτῆς καὶ διὰ τῶν ἀγώνων τῆς Ἐκκλησίας ἐφέρθη κατὰ τοιοῦτον τρόπον ἄστοργον καὶ ἀγνώμονα ἀπέναντι τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ Μάουρερ, μέλος τῆς Ἀντιβασιλείας, ἀνέλαβε νὰ συντάξῃ τὰ τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος λαβὼν ὑπ’ ὄψιν τὸ προτεσταντικὸν πνεῦμα, τὸ πολιτειοκρατικόν, τὸ ὁποῖον ἐγέρετο ἐν τῇ Δύσει εἰς τὰς προτεσταντικὰς περιφερείας. Ἐπὶ πλέον ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν καὶ τὸν Καταστατικὸν Χάρτην, ὁ ὁποῖος ἵδρυσε συνέδριον, τὸ ὁποῖον οἱ κανόνες δὲν ἀναγνωρίζουσι, πενταμελὲς ἢ ἑξαμελὲς ἢ ὀκταμελές, ὡς ἐσφαλμένως ἐλέχθη. Οἱ κανόνες τὸ κανονίζουσιν ὡς Ἀνωτάτην τῆς Ἐκκλησίας Ἀρχήν, συνέδριον ὁλοκλήρου τῆς Ἱεραρχίας, καὶ κατὰ τὴν φράσιν τὴν ἐκκλησιαστικὴν Τοποτηρησίαν διοικητικὴν ἀναγνωρίζουν ἐν τῷ κέντρῳ. Ὁ Μάουρερ λοιπὸν εἶχε θέσει χειροπέδας εἰς τὴν Ἐκκλησίαν τῆς Ἑλλάδος καὶ ἀσπαίρουσα ἡ δυστυχὴς Ἐκκλησία δὲν ἠδύνατο νὰ διαμαρτυρηθῇ κάτω ἀπὸ τὰς πληγὰς τὰς ὁποίας ἔφερεν ἐπὶ τοῦ τραχήλου αὐτῆς, τραχήλου πλήρους ἐθνικῶν πληγῶν. Ὑπὲρ τὰ 400 μοναστήρια διεμελίσθησαν καὶ διηρπάγησαν ὑπὸ τῆς Πολιτείας. Βεβαίως καὶ σήμερον, κύριοι συνάδελφοι, ἐθνικοὶ λόγοι ἐπιβάλλουσι τὴν ἀπαλλοτρίωσιν μοναστηριακῶν κτημάτων. Ἀλλὰ φαντάζεσθε τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, εὐθὺς μετὰ τὰς Ἐπαναστάσεις, εὐθὺς μόλις ἡ ἐλευθερία τῆς Ἑλλάδος ἠκτινοβόλησε μέσα εἰς τὸ πνεῦμα τὸ ζωηρὸν τῆς θρησκομανίας — ἂν ἐπιτρέπεται ἡ λέξις — ποίαν ἐντύπωσιν οἰκτρὰν εἶχε προξενήσει εἰς τὴν Ἐκκλησίαν ἡ στάσις αὕτη τοῦ Βαυαροῦ Μάουρερ. Τῷ 1844 καὶ τῷ 1864 εἰς τὰς διαφόρους τότε Συνελεύσεις ἐτέθη ἐπὶ τάπητος τὸ ζήτημα τῆς ἐλευθέρας Ἐκκλησίας καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως ἐλέχθησαν πολλὰ καὶ πολλαὶ διαμαρτυρίαι ἠκούσθησαν, ἀλλὰ παρέμεινεν ἡ Ἐκκλησία καὶ αὖθις εἰς τὴν ἰδίαν κατάστασιν καὶ μόλις ἐπὶ ἐσχάτων, μετὰ τὸ 1909, 1910, 1912, ἤρχισαν νὰ παρέχωνται εἰς τὴν Ἐκκλησίαν κάποιαι ἐλαφραὶ ἐλευθερίαι. Ἐκ τῶν διαλυθεισῶν 412 μονῶν τῷ 1833 ἡ Πολιτεία ἔλαβεν (ἀναγινώσκει)... Εἶναι εἷς κατάλογος τὸ τί ἀπήλαυσεν ἡ Πολιτεία ἀπὸ κτήματα μοναστηριακὰ καὶ ἐκκλησιαστικά, τὰ ὁποῖα διὰ τοῦ νόμου τοῦ Μάουρερ εἶχε κατακρατήσει ἡ Πολιτεία. Ἡ Ἐθνοσυνέλευσις τῷ 1844 ἀνέθηκεν εἰς τὴν Νομοθετικὴν Ἐξουσίαν ὅπως αὐτὴ φροντίσῃ δι’ ἰδιαιτέρου νόμου νὰ κανονίσῃ ὁπωσδήποτε τὰς σχέσεις Ἐκκλησίας καὶ Πολιτείας καὶ τῷ 1852 ἐξεδίδοντο οἱ περίφημοι ἐκεῖνοι νόμοι Σʹ καὶ ΣΑʹ, οἱ ὁποῖοι ἦσαν οἱ πλέον καταθλιπτικοί, οἱ πλέον ταπεινωτικοὶ διὰ τὴν Ἐκκλησίαν νόμοι. Καὶ διὰ νὰ μὴ κατατρίβωμαι εἰς λεπτομερείας, εἰς τὰ 1833 κατηρτίσθη μία μικτὴ Ἐπιτροπὴ πρὸς ἐξέτασιν τῶν νόμων αὐτῶν, τοῦ Σʹ καὶ τοῦ ΣΑʹ, καὶ ἄλλων σχετικῶν καὶ διερρύθμισε τὰ τῆς νομοθεσίας τῆς ἐκκλησιαστικῆς. Δὲν θέλω νὰ εἴπω ἂν καὶ κατὰ πόσον ἡ Ἐπιτροπὴ αὐτὴ ἐξετέλεσε πλήρως τὸ καθῆκόν της, ἀλλ’ ὅστις εἶναι ἐντριβὴς περὶ τὰ ἐκκλησιαστικὰ καὶ θεολογικά, ἂν ἀναγνώσῃ τὰ πρακτικὰ καὶ τὰς ἀποφάσεις τῆς νομοθεσίας—ἡ ὁποία εὐτυχῶς δὲν ἐφηρμόσθη—δὲν θὰ μείνῃ πολὺ εὐχαριστημένος. Καὶ διὰ νὰ τερματίσω τὸν λόγον μου, ἀφοῦ ἐδήλωσα ὅτι ἡ Ἐκκλησία ἐν τῇ ἐλευθέρᾳ Ἑλλάδι διατελεῖ ὑπὸ ζυγὸν τῆς Πολιτείας, ἔρχομαι νὰ λάβω ὑπὸ σημείωσιν τὸ σχετικὸν ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον μετὰ τόσης στωμυλίας καὶ εὐπειθείας ἀνέπτυξεν ὁ ἀξιότιμος εἰσηγητὴς τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς καὶ τὸ ὁποῖον ἐπίσης ἐμβριθῶς ἤλεγξεν ὁ ἀξιότιμος ἡγέτης τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως». Ὁ ἀξιότιμος κ. εἰσηγητὴς εἶπεν ὅτι ἡ Ἐπιτροπή, ἀφοῦ συνέταξε τὸ σχετικὸν ἄρθρον, τὸ ὑπέβαλεν εἰς τὴν Ἱεραρχίαν, εἰς τὴν Ἀρχιεπισκοπὴν ἢ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν Ἱεραρχῶν, προερχομένην ἀπὸ Ἱεράρχας. Ἐνῷ προηγουμένως εἶχε καταστρώσει καὶ διατυπώσει τὸ ἄρθρον τὸ ὑπέβαλεν ἢ προηγουμένως ἐζήτησε τὴν γνώμην τῆς Ἱεραρχίας;
§99Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Δὲν ὑπεβλήθη ποτὲ τοιαύτη πρότασις εἰς τὴν Ἱεραρχίαν.
§100Π. ΜΑΖΑΡΑΚΗΣ. Ἦλθεν ἀντιπρόσωπος τῆς Ἱεραρχίας.
§101Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ Ἱεραρχία ἐζήτησε τὴν ἄδειαν ἀπὸ τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπὴν νὰ δεχθῇ ἕνα ἀντιπρόσωπον τῆς Ἱεραρχίας ὁ ὁποῖος νὰ ἐκθέσῃ τὰς ἀντιλήψεις τῆς Ἱερᾶς Συνόδου. Ἐδέχθημεν καὶ ἦλθεν ὁ Μητροπολίτης Ναυπακτίας καὶ ἀνέπτυξε τὰς ἀντιλήψεις του.
§102Γ. ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν εἴπομεν νὰ κληθοῦν διάφοροι εἰδικοὶ καὶ ἐπιστήμονες νὰ παράσχουν τὰ φῶτά των εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν προκειμένου νὰ γεννηθοῦν οἱαδήποτε ζητήματα. Κατ’ ἐντολὴν τοῦ τότε Προέδρου τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς καὶ νῦν Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, κατ’ ἀπόφασιν προηγουμένην τῆς ὁλομελείας τῆς Ἐπιτροπῆς, ἀπέστειλα ἔγγραφον εἰς τὴν Ἱεραρχίαν καὶ τὴν παρεκάλουν νὰ μᾶς ὑποβάλῃ καὶ αὐτὴ ποίας γνώμας εἶχεν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ. Ἡ Ἱερὰ Σύνοδος μᾶς ἀπέστειλε τὸν Σεβασμιώτατον Ναυπακτίας, ὁ ὁποῖος μᾶς ὑπέβαλε τὰς γνωστὰς ἀπόψεις τῆς Ἱερᾶς Συνόδου καὶ τὰς ἀνέπτυξεν. Ἑπομένως ἐκλήθη νὰ ὑποβάλῃ ἁπλῶς τὴν γνώμην της οὐχὶ πρὸς ἔγκρισιν ἢ ἀπόρριψιν.
§103Κ. ΦΙΛΑΝΔΡΟΣ. Χαίρω πολύ, διότι ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπὴ ἐσκέφθη νὰ καλέσῃ τὴν Ἐκκλησίαν, ὅπως ἡ Ἐκκλησία ἐκφέρῃ τὴν σεβαστὴν αὐτῆς γνώμην. Ἀλλὰ δὲν μοῦ διηυκρινίσθη τὸ ἑξῆς· ὅταν προσῆλθεν ὁ Ἅγιος Ναυπακτίας, εἶχε διατετυπωμένον ἴδιον σχέδιον τῆς Ἐκκλησίας ἢ εἴχετε σεῖς ἕτοιμον νὰ τῷ ὑποδείξετε;
§104Γ. ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Αὐτὸς εἶχε διατετυπωμένην τὴν γνώμην τῆς Ἱεραρχίας, μίαν πρότασιν τὴν ὁποίαν ἀνεκοίνωσε καὶ ἀνέπτυξε μακρότατα. Ἐπ’ αὐτῆς συνεζητήσαμεν καὶ κατελήξαμεν εἰς τὴν ἀπόφασιν.
§105Κ. ΦΙΛΑΝΔΡΟΣ. Ὅταν διετυπώθη τὸ ἄρθρον τὸ ὁποῖον ἐκομίσατε ἐνώπιον ἡμῶν, τὸ εἶδεν ὁ Ἅγιος Ναυπακτίας;
§106Γ. ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ὄχι, δὲν ἦτο δυνατὸν τοιαῦτα πράγματα νὰ γίνουν· μετὰ τὴν ἀνάπτυξιν τῆς γνώμης του ὁ Ἅγιος Ναυπακτίας ἀνεχώρησεν. Ὑπάρχουν εἰς τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικά.
§107Κ. ΦΙΛΑΝΔΡΟΣ. Καὶ τὰ πρακτικὰ ἀνέγνωσα καὶ τὰς ἐφημερίδας ἀνέγνωσα, ἀλλὰ γνωρίζω καὶ πῶς συντάσσονται τὰ πρακτικά· δὲν εἶναι δυνατὸν πάντοτε τὸ πνεῦμα τὸ ὁποῖον διατυποῦται διὰ λέξεων Α ἢ Β νὰ παρουσιασθῇ ἐντὸς τῶν πρακτικῶν. Εἶναι ζήτημα διατυπώσεως πολὺ λεπτὸν καὶ θὰ ἤθελα νὰ εἶχον γνῶσιν λεπτομερῆ.
§108Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Εἰς τὴν ἐφημερίδα «Δημοκρατίαν» ἐδημοσιεύθησαν τὰ ἄρθρα τοῦ Συντάγματος ὡς προτείνει ἡ Ἱεραρχία νὰ διατυπωθοῦν.
§109Κ. ΦΙΛΑΝΔΡΟΣ. Τὰ ἄρθρα αὐτὰ τὰ ἀνέγνωσα καὶ ἐγὼ καὶ εἶδα ὅτι ὁ Πρωθιερεὺς τῆς Ἐκκλησίας τὰ ἔδωσεν εἰς τὸν Τύπον. Δὲν γνωρίζω ὅμως ἄν, ὡς τὰ διετύπωσεν ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν, θὰ τὰ ἤθελε καὶ ὁλόκληρος ἡ Ἱεραρχία. Διότι ὑφ’ ἃς συνθήκας διατελεῖ ἡ Ἐκκλησία, ὡς κατηντήσαμεν αὐτὴν ἐν τῇ ἐλευθέρᾳ Ἑλλάδι καὶ ὑπὸ δημοκρατικὸν ἀκόμη καθεστὼς—καὶ πρέπει νὰ τὸ εἴπωμεν καὶ ἂς μὴ κοκκινίζωμεν— ὡς τὴν ἔχομεν τρομοκρατήσει δὲν τολμᾷ δυστυχῶς νὰ παρουσιάσῃ ὅ,τι θὰ ἤθελε νὰ παρουσιάσῃ ὡς ἄρθρον Συνταγματικοῦ Χάρτου. Ἂν ἐλευθέρως ἀφήναμεν τὴν Ἐκκλησίαν νὰ ἀποφανθῇ ἢ θὰ ἐζήτει καὶ αὐτὴ ἐλευθέραν Ἐκκλησίαν, κεχωρισμένην Ἐκκλησίαν ἢ θὰ διετύπου ὡς ἑξῆς τὸ πολύ, κατὰ τὴν ἀντίληψίν μου, τὸ σχετικὸν ἄρθρον (ἀναγινώσκει)...
§110Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τίνος γνώμη εἶναι αὐτή;
§111Κ. ΦΙΛΑΝΔΡΟΣ. Ἰδική μου.
§112Σ. ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ. Αἱ γνῶμαι τῆς Ἱεραρχίας ὑπάρχουν εἰς τὰ πρακτικὰ τὰ ἐστενογραφημένα ἐν σελ. 80.
§113Κ. ΦΙΛΑΝΔΡΟΣ. Ἂν ἡ Ἐκκλησία ἦτο ἐλευθέρα καὶ ὄχι ἐπτοημένη, ὑπ’ αὐτὸ τὸ πνεῦμα θὰ διετύπωνε τὸ σχετικὸν ἄρθρον τοῦ Συντάγματος.
§114Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πῶς τὸ ἠξεύρετε;
§115Κ. ΦΙΛΑΝΔΡΟΣ. Διότι ἔχω καὶ ἐγὼ ἐπικοινωνήσει μετὰ τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως ἠξεύρετε καὶ σεῖς πῶς τὴν ἔχετε τρομοκρατήσει.
§116Γ. ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ὁ Σεβασμιώτατος Ναυπακτίας ἐδήλωσε σαφέστατα ὅτι κατ’ ἐντολὴν τῆς Ἱεραρχίας ἔρχεται νὰ μᾶς ὑποβάλῃ σχέδιον. Αὐτὸ μᾶς ἐδήλωσεν ἐπισήμως. Τώρα σεῖς ἀμφισβητεῖτε τὴν ἐντολήν.
§117Κ. ΦΙΛΑΝΔΡΟΣ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἐγὼ καταθέτω εἰς τὸ Προεδρεῖον τὸν τύπον τόνδε. Ἐδῶ λέγει τὸ σχετικὸν ἄρθρον τὸ διατυπωθὲν «πᾶσα ἄλλη γνωστὴ θρησκεία»—δὲν θὰ εἴπω, κύριοι, πολλὰ ἐπ’ αὐτοῦ· ἔχω πικρὰν πεῖραν ἐκ τῆς Γʹ Συνελεύσεως τῶν περὶ ἀνεκτῆς καὶ ἐλευθέρας, σκόπελον τὸν ὁποῖον πολὺ ἐπιτηδείως κατώρθωσε νὰ παρακάμψῃ ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπή—Γνωστὴ θρησκεία εἶναι καὶ ἡ ἡλιολατρεία, ἐφόσον θὰ εἶναι γνωστὴ καὶ δὲν θὰ προσβάλλῃ τὴν δημοσίαν τάξιν καὶ τὰ δημόσια ἤθη. Αὔριον ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ ἄλλη γνωστή· λέγει «ἀπαγορευομένου τοῦ προσηλυτισμοῦ καὶ πάσης ἄλλης ἐπεμβάσεως κατὰ τῆς ἐπικρατούσης θρησκείας». Ἐδῶ, κύριοι συνάδελφοι, τέμνω τὴν ψυχὴν καὶ τὴν συνείδησίν μου εἰς δύο μέρη, καὶ τὸ μὲν τμῆμα τὸ ἐθνικὸν μοῦ λέγει τὰ ἑξῆς, ὅλως ἀντίθετα πρὸς ὅσα μοῦ λέγει τὸ τμῆμα τὸ θρησκευτικόν. Βεβαίως ἡ θρησκευτική μου συνείδησις, κύριοι συνάδελφοι, δὲν μοῦ ἐπιτρέπει νὰ δεχθῶ αὐτὴν τὴν φράσιν «ἀπαγορευομένου τοῦ προσηλυτισμοῦ καὶ πάσης ἄλλης ἐπεμβάσεως κατὰ τῆς ἐπικρατούσης θρησκείας». Ἡ ἐπικρατοῦσα θρησκεία, κύριοι, ἡ ὀρθόδοξος εἶναι δι’ ἡμᾶς, οἵτινες πιστεύομεν εἰς αὐτήν, ἡ ἀνωτέρα πασῶν τῶν θρησκειῶν καὶ ἔχει τοιαύτην ἠθικὴν δύναμιν, ὥστε νὰ κατορθώνῃ καὶ νὰ ἀμύνεται ἐν παντὶ χωρὶς νὰ ἔχῃ ἀνάγκην τοιούτων προστατευτικῶν μέτρων. Αὐτὸ μοῦ λέγει ἡ θρησκευτική μου συνείδησις, ἀλλ’ ἐφόσον τὸ Ἔθνος ἡμῶν διῆλθε πικρὰς καὶ χαλεπὰς ἡμέρας καὶ καταπολεμεῖται ἀπὸ παντοίους ἐχθρούς, τὸ τμῆμα τῆς ἐθνικῆς μου συνειδήσεως μὲ ἀναχαιτίζει εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο τῆς ἀπαλείψεως τῆς σχετικῆς παραγράφου. Κύριοι συνάδελφοι, ἂς μὴ κρυπτώμεθα ὄπισθεν τοῦ δακτύλου ἡμῶν καὶ ἂς μὴ θέλωμεν ἐπὶ βλάβῃ τῆς Ἐκκλησίας καὶ τοῦ Ἔθνους νὰ φανῶμεν ὅτι εἴμεθα ὑπέρτεροι πάσης ἄλλης σκέψεως. Ὁ προσηλυτισμὸς εἶναι ἡ φαγέδαινα ἡ ὁποία ὑπέσκαψε τὴν ἐθνικὴν συνείδησιν καὶ ἐν τῷ ἀλυτρώτῳ Ἑλληνισμῷ, ἀλλὰ καὶ ἐν τῇ ἐλευθέρᾳ Ἑλλάδι. Αἱ διάφοροι μοναὶ αἱ παπικοκαθολικαὶ καὶ προτεσταντικαὶ δὲν ἔχουν ὑποσκάψει μόνον τὰ θεμέλια τοῦ θρησκευτικοῦ ἡμῶν αἰσθήματος, ἀλλὰ καὶ τῆς θρησκευτικῆς συνειδήσεως ἐκεῖ ὅπου ἱδρύθησαν. Ἕν μόνον παράδειγμα ἂς ἀναφέρω ἀπὸ τὰ πολλά, ὅτι εἰς τὴν περιφέρειαν τῶν Κυκλάδων ἀείμνηστος Ἐπίσκοπος, ὅταν ἠθέλησε νὰ μεταλάβῃ ἕνα ὀρθόδοξον κοριτσάκι τὸ ὁποῖον ἐξεπαιδεύετο εἰς Μονὴν Καλογραιῶν, ἀπέστειλεν ἱερέα πρὸς τοῦτο, ἀλλ’ οὗτος δὲν ἐγένετο δεκτός. Καὶ ὅταν κατόπιν ἐπείσθη ἡ ἡγουμένη νὰ δεχθῇ τὸν ἱερέα καὶ ἐφαντάσθη ὅτι δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ ἀμυνθῇ, τότε ἔσπευσε νὰ δεχθῇ μὲν τὸν ἱερέα τὸν ὀρθόδοξον καὶ νὰ μεταλάβῃ τὸ κοριτσάκι, ἀλλ’ ὅταν ἐξῆλθεν ἔξω ὁ ἱερεὺς ὁ ἰδικός μας ἔδωκεν ἐμετικὸν εἰς τὴν κόρην καὶ ἐξήμεσε τὴν ἱερὰν μετάληψιν καὶ τῆς ἔδωσε κατόπιν ὄστιαν.
§118ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Ποῦ συνέβη αὐτό;
§119Κ. ΦΙΛΑΝΔΡΟΣ. Συνέβη εἰς τὴν Τῆνον. Δὲν ἔχω μαζί μου τὸ σχετικὸν τεῦχος τοῦ Ἐπισκόπου τῆς Τήνου Τιμοθέου, ὁ ὁποῖος τὰ γράφει ἐπὶ λέξει. Καὶ ἡ κόρη ἀπέθανε. Πόσα ἄλλα παραδείγματα ὑπάρχουν, κύριοι συνάδελφοι, καὶ ἰδίως ἐν Μακεδονίᾳ μεταξὺ τῶν προσφύγων, ὅπου γίνεται προπαγάνδα καὶ ἀπὸ προτεστάντας καὶ ἀπὸ δυτικούς. Καὶ ἡ συμφορὰ εἶναι πολὺ κακὸς σύμβουλος καὶ κακὸς ὁδηγός. Καὶ ἐνῷ ἡ Πολιτεία ἔρχεται νὰ γίνῃ πολὺ φειδωλὴ ὡς πρὸς τὴν παροχὴν ἐλευθερίας εἰς τὴν Ἐκκλησίαν τὴν Ὀρθόδοξον, τὴν ἐθνικὴν ἡμῶν, φαίνεται πολὺ γενναιόδωρος εἰς τὰς ξένας Ἐκκλησίας, εἰς τὴν Ἐκκλησίαν τὴν Καθολικήν, εἰς τὴν Ἐκκλησίαν τῶν Διαμαρτυρομένων. Καὶ συνέβη τὸ ἑξῆς ἐδῶ ἀκόμη: Εἰς τοὺς Ποδαράδες ἱδρύεται ἐκκλησία καθολική, εἰς τὴν Μακεδονίαν ἱδρύονται παντοῦ μοναστήρια καὶ ἐκκλησίαι καθολικαί. Καὶ δὲν εἶναι βέβαια αὐτὰ ὅλα παπαδικὰ φαινόμενα. Ὄπισθεν τοῦ παπαδικοῦ σχήματος ὑπάρχει ἡ φαγέδαινα ἡ ἐθνική. Δι’ οὓς λόγους, κύριοι συνάδελφοι, ἔχω ἀναπτύξει, ἀναγκάζομαι νὰ πιέσω τὴν θρησκευτικήν μου συνείδησιν καὶ νὰ ὑπακούσω εἰς τὴν ἐθνικὴν τοιαύτην, παραδεχόμενος τὴν σχετικὴν διάταξιν περὶ ἀπαγορεύσεως τοῦ προσηλυτισμοῦ. Ὅταν καὶ ἡμεῖς θὰ φθάσωμεν εἰς ἐποχὴν κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἔχωμεν Κράτος ἰσχυρόν, Κράτος τοιοῦτον ὥστε αἱ σχολαὶ καὶ αἱ ἐκκλησίαι ἡμῶν νὰ εἶναι τοιαῦται ὥστε νὰ χαλκεύουν ὅπως πρέπει τὸ χριστεπώνυμον πλήρωμα, τότε θὰ ἔλθῃ ἐποχὴ ποὺ θὰ ἀπολειφθῇ καὶ αὐτὴ ἡ φράσις. Ἀλλὰ καθ’ ἣν στιγμὴν ἀπαλλοτριοῦμεν εἰς τὰς Κυκλάδας καὶ ἀλλαχοῦ μοναστηριακὰ κτήματα διὰ νὰ τὰ δώσωμεν δῆθεν εἰς δημοσίους ὑπαλλήλους καὶ πρόσφυγας καὶ ὄπισθεν τῶν δῆθεν ἐξαγοραζόντων ὑπάρχουν καθολικοὶ οἱ ὁποῖοι ἀγοράζουν τὴν γῆν αὐτήν, ἀξιότιμε πρώην Ὑπουργὲ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, ὁ ὁποῖος μὲ μειδίαμα οἰκτιρμοῦ ἀκούετε πάντα ταῦτα, ὅταν, λέγω, εἰς τὰς Κυκλάδας ὅσα χωράφια ἀπηλλοτριώθησαν τὰ ἐπῆραν οἱ καθολικοί, φρονῶ ὅτι σοβαρώτερον θὰ ἔπρεπε νὰ ἐξετάσωμεν τὸ ζήτημα τοῦτο. Δι’ αὐτὸ λέγω ὅτι εἶμαι καὶ ἐγὼ ὑπὲρ τῆς τηρήσεως αὐτῆς τῆς διατάξεως τό γε νῦν ἔχον. «Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος κεφαλὴν γνωρίζουσα τὸν Κ.Η.Ι.Χ. κλπ.». Ποῖοι εἴμεθα ἡμεῖς, κοσμικοὶ ἄνδρες, πολιτικοὶ ἄνδρες, οἱ ὁποῖοι ἐρχόμεθα νὰ θεσπίσωμεν νόμους καθαρῶς ἐκκλησιαστικούς, σχετιζομένους μὲ δόγματα καὶ ἐκκλησιαστικοὺς κανόνας; Ἐγὼ τοὐλάχιστον κρίνω ἐμαυτὸν ἀναρμόδιον. Καὶ σεβόμενος καὶ τὸν ἑαυτόν μου ὡς πληρεξούσιον καὶ ὡς ὀρθόδοξον χριστιανὸν δὲν θίγω αὐτὴν τὴν παράγραφον· ἐν τῇ διατυπώσει ὅμως τὴν ὁποίαν ἔχω κάμει τοῦ σχετικοῦ ἄρθρου δὲν ὑπάρχει τοιοῦτον πρᾶγμα. Ἔπειτα λέγει «τηροῦσα ἀπαρασαλεύτους τοὺς ἱεροὺς ἀποστολικοὺς καὶ συνοδικοὺς κανόνας καὶ τὴν ἱερὰν παράδοσιν». Κύριοι συνάδελφοι, ἡ Ἐκκλησία τοὺς τηρεῖ· ἡμεῖς τοὺς παραβαίνομεν. Καὶ καλὸν θὰ ἦτο νὰ τὸ ἀπαλείψωμεν, διότι εἶναι μία τραγικὴ εἰρωνεία εἰς βάρος τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ Πολιτεία ἀναγκάζει συχνὰ τὴν Ἐκκλησίαν νὰ ὑπείκῃ, δεχομένη νόμους ἀντικανονικούς, ἐναντίους αὐτῶν τῶν κανόνων τῆς Ἐκκλησίας. Καὶ ἂν θὰ κατηρτίζετο μία Ἐπιτροπὴ ἐκ θεολόγων καὶ πληρεξουσίων καὶ ἐμελέτα τοὺς σχετικοὺς νόμους Σʹ καὶ ΣΑʹ καὶ ἄλλους παραπλησίους, συγχρόνως δὲ καὶ τοὺς κανόνας τῆς Ἐκκλησίας, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων πρέπει νὰ ρυθμισθῇ ἡ ἐκκλησιαστικὴ νομοθεσία, θὰ ἔφριττον ὡς ὀρθόδοξοι καὶ τίμιοι χριστιανοί. Πρὸς τί λοιπὸν νὰ συζητῶμεν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ τὸ ὁποῖον λέγει περὶ τῶν ἀποστολικῶν νόμων; Θέτομεν ἐπὶ τοῦ τραχήλου τῆς Ἐκκλησίας νόμους ἐναντίους τῶν κανόνων τῆς Ἐκκλησίας. Ἔπειτα κατωτέρω λέγει «τὰ κυριαρχικὰ αὐτῆς δικαιώματα». Καὶ ἡ λέξις «κυριαρχικὰ» κατετρόμαξέ τινας τῶν κυρίων πληρεξουσίων. Κυριαρχικὰ δικαιώματα ἡ Ἐκκλησία; Ἀλλὰ τὸ κυρίαρχον τοῦτο Σῶμα τὸ ἀνώτερον παντὸς νόμου καὶ προφήτου ποῖα δικαιώματα θὰ ἔχῃ; Κύριοι συνάδελφοι, τὰ κυριαρχικὰ τῆς Ἐκκλησίας δικαιώματα δὲν εἶναι δικαιώματα πολιτικά. Δὲν ἐπεμβαίνει ἡ Ἐκκλησία εἰς τὸ ἔδαφος τὸ πολιτειακόν.
§120ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Ἐπενέβη διὰ τοῦ ἀναθέματος.
§121Κ. ΦΙΛΑΝΔΡΟΣ. Ἐγὼ εἶπον καὶ προηγουμένως· διὰ μέσου τῶν αἰώνων ἡ Ἐκκλησία ἐκπροσωπεῖται ἀπὸ ἀνθρώπους τὸν κόσμον οἰκοῦντας καὶ σάρκα φοροῦντας, ἀπὸ ἀνθρώπους οἱ ὁποῖοι προέρχονται ἐκ τῶν σπλάγχνων τῆς κοινωνίας, ὄντας ἢ πατέρας ἢ ἀδελφοὺς ἢ τέκνα ἡμῶν. Διατί παραξενευόμεθα ἂν παρεκτρέπεται ἐνίοτε καὶ εἰς τοιαῦτα στραβά;
§122ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Ἀκριβῶς δι’ αὐτὸ θέλομεν νὰ μείνῃ ἡ λέξις «τηροῦσα».
§123Κ. ΦΙΛΑΝΔΡΟΣ. Τί τηροῦσα; Τοὺς κανόνας; Βεβαίως ἄνευ τῶν κανόνων δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ὑπόστασις τῆς ὀρθοδόξου χριστιανικῆς Ἐκκλησίας. Ἀλλ’ ὁ ἡγέτης τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως» ἠθέλησε νὰ ἀπαλείψῃ τοὺς κανόνας δικαιολογῶν τὴν αἴτησιν αὐτοῦ ὅτι ὑπάρχουν καὶ κανόνες ποὺ δὲν τηροῦνται. Ναί, κύριοι, ὑπάρχουν καὶ κανόνες οἱ ὁποῖοι ἐνεκρώθησαν, ἀλλὰ τοῦτο εἶναι δικαίωμα τῆς Ἐκκλησίας, νὰ τηρῇ τὸν Α ἢ Β κανόνα καὶ ἄλλους νὰ μὴ τηρῇ διὰ λόγους ὅλως ἀνωτέρους. Ἀλλὰ τὸ νὰ ἀπαλείψωμεν ριζικῶς τοὺς κανόνας αὐτοὺς εἶναι ζήτημα τοῦτο διὰ τὸ ὁποῖον ἐπαναλαμβάνω καὶ φρονῶ ὅτι ἐγὼ δὲν εἶμαι ἁρμόδιος. Τότε, ἐφόσον θὰ παραμείνῃ τὸ ἄρθρον ὡς ἔχει, φρονῶ ὅτι πρέπει νὰ παραμείνῃ καὶ ἡ λέξις «κανόνες». Καὶ κατωτέρω λέγει πῶς διοικεῖται ἡ Ἐκκλησία, πῶς τὴν ἠναγκάσαμεν νὰ διοικῆται, πῶς ἡμεῖς οἱ ὁποῖοι θεσπίζομεν θεμελιώδεις συνταγματικὰς διατάξεις, ὅπως τηρῇ τοὺς κανόνας ἡ Ἐκκλησία, ἡμεῖς λέγομεν «ναὶ οἱ κανόνες λέγουσιν ὅτι θὰ διοικῆται ὑπὸ τῆς Συνόδου ὁλοκλήρου τῆς Ἱεραρχίας, ἀλλ’ ἡμεῖς θὰ σὲ ἀναγκάσωμεν νὰ διοικῆται ὑπὸ πενταμελοῦς Συνόδου, διότι αὐτὸ εἶναι συμφέρον μας· πέντε μέλη εὐκολώτερον δυνάμεθα νὰ τὰ κανονίζωμεν».
§124Γ. ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ἠξεύρετε ὅτι ἔχουσι συνταγματικὴν ἰσχὺν οἱ κανόνες αὐτοί;
§125Κ. ΦΙΛΑΝΔΡΟΣ. Δὲν ἠμπορῶ νὰ καταλάβω τί θὰ εἴπῃ αὐτό. Οἱ κανόνες ἔχουν συνταγματικὴν ἰσχὺν βεβαίως, κ. συνάδελφε.
§126Γ. ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ὅλοι οἱ κανόνες αὐτοὶ ἔχουν συνταγματικὴν ἰσχύν· ἑπομένως ὅλοι οἱ κανόνες αὐτοὶ πρέπει νὰ τηρῶνται, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ καταργηθοῦν διὰ νόμου.
§127Κ. ΦΙΛΑΝΔΡΟΣ. Κύριε συνάδελφε, πιθανὸν νὰ εἶσθε θεμιστοπόλος καὶ θεμιστονόος, ἀλλὰ πιθανὸν νὰ μὴ ἔχετε ἐμβαθύνει εἰς τὰ δόγματα τῆς Ἐκκλησίας οὔτε ἐγὼ τόσον. Διότι καὶ εἰς τὰ ἄδυτα αὐτῆς πρέπει νὰ διέλθῃ τις ἡμέρας καὶ νύκτας μελετῶν τρεῖς τοὐλάχιστον τόμους περὶ ἀζύμων, πρὸ τῶν ὁποίων τρέμουν μεγάλοι καὶ σοφοὶ δογματολόγοι καὶ δογματισταί. «Ὑπὸ Ἱερᾶς Συνόδου Ἀρχιερέων». Κύριοι συνάδελφοι, εἶναι ἀντικανονικόν, εἶναι ἐναντίον τῶν κανόνων. Οἱ κανόνες λέγουν· Ἀνωτάτη κεφαλὴ τῆς Ἐκκλησίας....
§128Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄν μοὶ ἐπιτρέπετε νὰ σᾶς διακόψω, θὰ ἠρώτων ὑμᾶς: Πότε ἡ Ἐκκλησία ἡ χριστιανικὴ διῳκήθη ὑπὸ ἁπάσης τῆς Ἱεραρχίας αὐτῆς καὶ οὐχὶ ὑπὸ τῆς τοποτηρησίας.
§129Κ. ΦΙΛΑΝΔΡΟΣ. Θὰ σᾶς ἀπαντήσω τώρα, κ. συνάδελφε. Οἱ κανόνες λέγουν ὅτι ἡ Ἐκκλησία ἀνέκαθεν ἐκυβερνᾶτο κατὰ τοὺς κανόνας ὑπὸ τῆς Ἱεραρχίας αὐτῆς, ὑπὸ τῆς Συνόδου τῆς Ἱεραρχίας ὁλοκλήρου, διῳκεῖτο δὲ διὰ τοποτηρησίας ὑπὸ ὡρισμένου ἀριθμοῦ Ἀρχιερέων.
§130Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἴμεθα σύμφωνοι. Ἐγὼ θέλω νὰ εἴπω τὸ ἑξῆς, κ. συνάδελφε, ὅτι αἱ Σύνοδοι τῆς Ἱεραρχίας ἐκλήθησαν μόνον διὰ νὰ λύσουν δογματικὰ ζητήματα, δὲν ἐξελέγησαν διὰ νὰ διοικήσουν τὴν Ἐκκλησίαν. Ἡ διοίκησις δὲ τῆς Ἐκκλησίας ἐγίνετο πάντοτε ἀνέκαθεν διὰ τοποτηρησίας εἴτε διὰ τῶν Ἐπισκόπων, οὐδέποτε δὲ διὰ τοῦ συνόλου τῆς Ἱεραρχίας, ὅπως ἐγένετο τελευταίως παρ’ ἡμῖν δυνάμει τοῦ Συνταγματικοῦ Διατάγματος τὸ ὁποῖον ἐξέδωκεν ἡ Ἐπανάστασις.
§131Κ. ΦΙΛΑΝΔΡΟΣ. Ἀκριβῶς, κ. συνάδελφε, διοικεῖται ὑπὸ τῆς Συνόδου τῆς Ἱεραρχίας, συνερχομένης ὅμως ἄνευ ἀδείας τῆς Πολιτείας, ὡς γίνεται ἐν τῇ ἐλευθέρᾳ Ἑλλάδι, διότι εἰς τὴν ἐλευθέραν Ἑλλάδα δὲν δύναται νὰ συνέλθῃ ἡ Ἱεραρχία μόνη της, ἐφόσον προχθὲς ἀκόμη ἠθέλησε νὰ συνέλθῃ ἵνα σκεφθῇ διὰ τὴν οἰκονομικὴν τῆς Ἐκκλησίας κατάστασιν καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν Ὑπουργὸς δὲν τὸ ἐπέτρεψεν. Ἀλλ’ οἱ κανόνες τῆς Ἐκκλησίας λέγουν ὅτι δικαιοῦται νὰ συνέρχεται ἡ Ἱεραρχία ὁλόκληρος ὁπόταν νομίζῃ ὅτι ὑπάρχουν σοβαρὰ ζητήματα, νὰ διοικῆται δὲ διὰ τοποτηρησίας καὶ ὄχι διὰ Συνόδου ἰδιαιτέρας. Διὰ ταῦτα ἡ φράσις «ὑπὸ Ἱερᾶς Συνόδου Ἀρχιερέων» ἡ ὁποία, κατὰ τὴν ἀντίληψιν τοῦ κ. εἰσηγητοῦ, ἔχει ἐλαστικότητα, δὲν ἔχει τὴν θέσιν της. Κατωτέρω λέγει τὸ ἑξῆς· «ἔχει τὴν ἐπιτήρησιν τὴν ὁποίαν ἀσκεῖ ἡ Πολιτεία ἐπὶ τῆς Ἐκκλησίας». Ἡ ἐπιτήρησις αὐτὴ εἶναι προστασία καὶ ἐπιτήρησις, ὥστε ἡ Ἐκκλησία νὰ μὴ προβαίνῃ εἰς ὑπερβασίας κανόνων, ἐφόσον θὰ παρέμενε τὸ ἄρθρον τοῦτο. Ἀλλ’ ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπὴ ἔχει ἀπαλείψει ἀπὸ τὸ 2 ἄρθρον καὶ τὸ κείμενον τῶν ἱερῶν Γραφῶν. Ὁ ἀξιότιμος ὁ εἰσηγητὴς ἀναφέρει καὶ τὸ 107 περὶ γλώσσης, μολονότι καὶ ἐκεῖνος λέγει ὅτι δὲν ἔχει καμμίαν σχέσιν μὲ τὴν παράγραφον τοῦ 2 ἄρθρου τοῦ συμπτυχθέντος μὲ τὸ πρῶτον εἰς ἓν ἄρθρον. Κύριοι συνάδελφοι, καὶ αὐτὴ ἡ παράγραφος ἡ ἀπαλειφθεῖσα ἀλλὰ καὶ ἄλλαι παράγραφοι, ὅπως εἶπε, δὲν εἶναι τῆς ἁρμοδιότητος ἡμῶν, ἐφόσον ὅμως ἵστανται, πρέπει νὰ συζητηθοῦν. Ὑπάρχουν προηγούμενα καὶ τὰ προηγούμενα αὐτὰ τὰ θλιβερὰ δὲν ἔχουν, φαίνεται, τὰ ἐλατήρια αὐτῶν ἐπὶ θρησκευτικοῦ ζητήματος. Ὑπάρχουν προηγούμενα κατὰ τὰ ὁποῖα ἐδόθησαν ἀφορμαὶ θλιβεραὶ νὰ αἱματοκυλισθῇ ὁ Ἑλληνικὸς λαός. Ἡμεῖς ζῶντες τότε ὑπὸ τὸ δούλειον ἦμαρ δὲν ἐγνωρίζομεν λεπτομερῶς τί συνέβαινεν ἐδῶ κάτω, τοὺς κάμνοντας κατάχρησιν τῆς ἐλευθερίας, ὥστε νὰ αἱματοκυλίεσθε διὰ τὰ Εὐαγγελιακὰ εἰς τὴν ὁδὸν Κοραῆ ἔναντι τοῦ «Φλογεροῦ Καμινίου» ἓν μόνον ἐνθυμούμεθα ὅτι κατεσφάγητε χάριν τοῦ Εὐαγγελίου. Ἐν πάσῃ περιπτώσει γνωρίζομεν ὅτι ἐδόθη ἀφορμὴ νὰ θιγῇ τὸ Εὐαγγέλιον καὶ ὁ λαὸς εἴτε ἐκ πίστεως εἴτε διότι θρησκεύεται δὲν ἠνέχθη ἔστω τὴν διάδοσιν ὅτι προσβάλλεται τὸ Εὐαγγέλιον καὶ ἐξώπλισε τὰ πλήθη καὶ τοὺς φοιτητὰς διὰ νὰ ἀμυνθῶσιν ὑπὲρ τοῦ κειμένου τοῦ ἱεροῦ Εὐαγγελίου. Ἐν τῷ μεταξὺ εἴτε τότε εἴτε προηγουμένως εἴτε συγχρόνως εἴτε μεταγενεστέρως μετεφράσθησαν καὶ περικοπαὶ τοῦ Εὐαγγελίου εἰς μίαν γλῶσσαν καββαλιστικήν. Τώρα ἂν μετεφράσθη ὁλόκληρον τὸ Εὐαγγέλιον ἢ μερικαὶ παράγραφοι, τοῦτο ἀποδεικνύει ὄχι εὐλαβῆ συμπεριφορὰν πρὸς τὸ κείμενον τοῦ Εὐαγγελίου. Δὲν θὰ εἶμαι ἐγώ, κύριοι συνάδελφοι, ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος θὰ ἐπιμείνω ὅπως σταματήσῃ ὁ χρόνος τῆς γλώσσης, ὅπως τὰ χρόνια ἑνὸς ἀνθρώπου, εἰς τὴν γλῶσσαν τὴν Ἑλληνικήν. Βεβαίως δὲν δύναται ὁ ἀξιότιμος εἰσηγητὴς ἐπὶ τοῦ Συντάγματος νὰ μείνῃ εἰς τὰ ἔτη τῆς ὡραίας αὐτοῦ δροσερᾶς νεότητος.
§132ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Ἐπωφελεῖσθε τῆς ἀπουσίας του.
§133Κ. ΦΙΛΑΝΔΡΟΣ. Ἐγὼ λυποῦμαι πάρα πολὺ διότι εἶναι ἀπὼν καὶ συζητῶ τὰς φράσεις του καὶ σέβομαι καὶ ἐκτιμῶ αὐτὸν καὶ τὰς γνώσεις του. Ἐν πάσῃ περιπτώσει εἰς τὸ γλωσσικόν, λέγω, ἰδίωμα δὲν θὰ ἤμην ἐγὼ ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος θὰ ἐσταμάτων τὸν ροῦν τῆς γλώσσης, ἵνα βαδίζῃ ἄνω ποταμῶν.
§134ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Τὰ πάντα ρεῖ.
§135Κ. ΦΙΛΑΝΔΡΟΣ. Μάλιστα, κ. συνάδελφε, τὰ πάντα ρεῖ καὶ ρεῖ καὶ ἡ γλῶσσα. Ὅταν φθάσωμεν εἰς τὸ σχετικὸν ἄρθρον, θὰ ἐκφέρω τὴν ταπεινήν μου γνώμην. Ἐπὶ τοῦ παρόντος λέγω ὅτι τόσον ἡ ἄκρα συντηρητικότης ὅσον ἀκριβῶς καὶ ἡ ἄκρα προοδευτικότης ἐξυπηρετοῦσιν εἴτε θετικῶς εἴτε ἀρνητικῶς τὴν γλῶσσαν. Ἂς προσέξωμεν μὴ γίνωμεν γλωσσοπλάσται καὶ γλωσσολόγοι καὶ παρασύρωμεν τὴν σειρὰν τῆς γλώσσης εἰς τὸ ρεῦμα τοῦ ποταμοῦ. Ἐπανέρχομαι εἰς τὸ θέμα τοῦτο, κύριοι συνάδελφοι, καὶ θὰ μοὶ ἐπιτρέψετε, δι’ οὓς λόγους εἶπον ἐν ὀλίγοις, νὰ φρονῶ ὅτι τὸ ζήτημα τῆς μεταφράσεως τοῦ κειμένου τοῦ ἱεροῦ Εὐαγγελίου εἰς ἄλλην γλῶτσαν εἶναι ζήτημα μόνον Ἐκκλησίας. Διότι, ἂν αὔριον παρουσιασθῇ ἓν κείμενον τὸ ὁποῖον θὰ λέγῃ ὅτι «ἐν ἀρχῇ ἡ κουβέντα καὶ ἡ κουβέντα εἶναι λόγος τοῦ Θεοῦ», τὰ τοιαῦτα βεβαίως ἐγὼ τουλάχιστον δὲν ἀνέχομαι, ἡ Ἐκκλησία ὅμως ἔχει τὰ ὅπλα της νὰ ἀμυνθῇ καὶ νὰ πολεμήσῃ εἴτε δι’ ἀφορισμοῦ εἴτε δι’ ἀποκηρύξεως τοῦ τοιούτου κειμένου· πάντως αὐτὸ εἶναι ζήτημα τῆς Ἐκκλησίας. Καὶ ἤδη θὰ μοῦ ἐπιτρέψετε, κύριοι πληρεξούσιοι, νὰ θίξω ζήτημα τὸ ὁποῖον οὔτε ὁ ἀξιότιμος εἰσηγητὴς οὔτε ὁ ἀξιότιμος ἡγέτης τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως» ἔθιξαν καὶ ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐπικαλοῦμαι τὴν προσοχὴν τῆς Συνελεύσεως. Εἶναι τὸ ζήτημα τῆς αὐτοκεφάλου Ἐκκλησίας. Κύριοι, πᾶσα περιφέρεια κατοικουμένη ὑπὸ χριστιανῶν, κατορθώσασα νὰ ἀποκτήσῃ ἰδιαιτέραν ἐλευθερίαν ἢ ἰδιαιτέραν διοίκησιν, ἀποκτᾷ καὶ Ἐκκλησίαν αὐτοκέφαλον. Καὶ ἡ Ἐκκλησία, ἡ μήτηρ αὐτὴ ἀπὸ τῆς ὁποίας ἀποσπᾶται, πρέπει νὰ εὐδοκήσῃ νὰ ἐκδώσῃ τὸν σχετικὸν νόμον διὰ τοῦ ὁποίου ἀποκτᾷ τὴν ἐλευθερίαν καὶ τὸ αὐτοκέφαλον αὐτῆς. Δὲν θὰ ἀναμοχλεύσω, κύριοι συνάδελφοι, ἀνιαρὸν παρελθὸν κατὰ τὸ ὁποῖον διεξήχθησαν ἀγῶνες ὅπως ἀποκτήσῃ ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος τὸ αὐτοκέφαλον αὐτῆς, πρᾶξις ἐν πολλοῖς, ὡς καὶ ἐκ τῶν ὑστέρων ἀπεδείχθη καὶ ἄνδρες φίλοι τῆς Ἑλλάδος ὑπεστήριξαν, ἀνωφελής. Ἀλλὰ δὲν εἶναι καιρὸς αὐτὴν τὴν στιγμὴν νὰ ἐξετάσωμεν τὸ αὐτοκέφαλον τῆς Ἐκκλησίας ὑπὲρ τοῦ ὁποίου ἠμύνθη ὁ Φαρμακίδης, ἂν καὶ κατὰ πόσον ὠφέλησεν ἢ ἔβλαψε τὴν Ἐκκλησίαν τῆς Ἑλλάδος. Κατ’ ἐμέ, δὲν τὴν ὠφέλησεν. Ἐκ τῶν ὑστέρων ἀπεδείχθη ὅτι, ἂν τὸ αὐτοκέφαλον τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος δὲν ἐπήρχετο, σήμερον ἐγὼ δὲν θὰ εὑρισκόμην εἰς τὴν θέσιν νὰ θίγω ἓν τόσον λεπτὸν ζήτημα καὶ ἰδίως κατ’ αὐτὰς τὰς ἡμέρας τὰς ὁποίας διερχόμεθα. Ἐγὼ ἐπιμένω νὰ μὴ ἀναπτύξω τοὺς λόγους διὰ τοὺς ὁποίους φρονῶ ὅτι, ἂν παραμείνῃ τὸ ἄρθρον ὡς ἔχει ἢ καὶ τροποποιηθῇ οὕτως ἢ ἄλλως, πρέπει νὰ ὁρισθῇ ὅτι ἡ ἄρσις τοῦ αὐτοκεφάλου τῆς Ἑλληνικῆς Ἐκκλησίας ἤρτηται τουλάχιστον ἐκ τῆς συμφωνίας Ἐκκλησίας καὶ Πολιτείας, δηλαδὴ θὰ παρεκάλουν τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ὅπως εὐαρεστηθῶσι χωρὶς νὰ θυσιάσωσι πολλὰ κύτταρα τοῦ ἐγκεφάλου των νὰ δώσωσι μικρὰν προσοχὴν εἰς τὸ ζήτημα αὐτὸ τοῦ αὐτοκεφάλου τῆς Ἐκκλησίας.
§136Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶναι ζήτημα Κυβερνήσεως αὐτό.
§137Κ. ΦΙΛΑΝΔΡΟΣ. Θὰ παρεκάλουν ὑμᾶς, ὡς Κυβέρνησιν, νὰ προσέξετε ἰδιαιτέρως εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο, διότι ὑμεῖς διαχειρίζεσθε σήμερον τὰς τύχας τοῦ Κράτους.
§138Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Εἶναι ζήτημα τῆς Συνελεύσεως καὶ ὄχι τῆς Κυβερνήσεως.
§139Κ. ΦΙΛΑΝΔΡΟΣ. Μάλιστα· ἀλλ’ ὑπάρχουν ζητήματα, ὡς εἶναι τὸ περὶ μειονοτήτων, διὰ τὸ ὁποῖον μᾶς παρουσιάζετε ὅτι διακυβεύονται ἐθνικὰ συμφέροντα καὶ ἡμεῖς ὑποχωροῦμεν.
§140Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Τοιοῦτον ζήτημα δὲν θὰ παρουσιασθῇ ἐπὶ τοῦ προκειμένου.
§141Κ. ΦΙΛΑΝΔΡΟΣ. Εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ ἔπρεπε νὰ τεθῇ μία διάταξις κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ ἄρσις τοῦ αὐτοκεφάλου τῆς Ἐκκλησίας ἤρτηται ἐκ τῆς συμφωνίας τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῆς Πολιτείας· ἤθελον νὰ λέγεται ὅτι δύναται ἡ Ἐκκλησία, ἂν παραστῇ ἀνάγκη, ἐκ συμφώνου μετὰ τῆς Πολιτείας, ἄνευ Συντακτικῆς Συνελεύσεως, νὰ ἑνωθῇ μετὰ τῆς μητρὸς Ἐκκλησίας. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου θὰ ἤθελον νὰ προτείνω ὅπως ἀνατεθῇ εἰς μίαν Ἐπιτροπὴν νὰ ἐξετάσῃ ἂν οἱ λόγοι ἐπὶ τῶν ὁποίων στηρίζομαι εἶναι σοβαροί, ὡς ἐγὼ φρονῶ, ἰδίᾳ κατὰ τὰς ἡμέρας αὐτὰς τὰς ὁποίας διερχόμεθα. Καὶ καταλήγων, κύριοι συνόδελφοι, θέτω πρότασιν καταρτισμοῦ μικτῆς ἐκ Θεολόγων καὶ πληρεξουσίων Ἐπιτροπῆς πρὸς ἀναθεώρησιν τῆς ἐκκλησιαστικῆς νομοθεσίας.
§142Δ. ΚΑΛΚΑΝΔΗΣ. Αὐτὸ θὰ γίνῃ αὐτομάτως.
§143Κ. ΦΙΛΑΝΔΡΟΣ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ζητῶ συγγνώμην ὅτι σᾶς κατεπόνησα καὶ παρακαλῶ νὰ τιμήσωμεν τὴν ἱερὰν ἡμῶν Ἐκκλησίαν, ἵνα καὶ αὕτη τιμήσῃ ἡμᾶς χάριν τοῦ ἱεροῦ ἡμῶν μέλλοντος. (Χειροκροτήματα).
§144ΤΙΝΕΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Νὰ διακόψωμεν, κ. Πρόεδρε.
§145Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Συνελεύσεως ἵνα τὴν τροπολογίαν τὴν ὁποίαν οἱ ἀξιότιμοι προαγορεύσαντες ὑπέβαλον, ἂν νομίζῃ ὅτι εἶναι σύμφωνος πρὸς τὸν Κανονισμόν, νὰ διαβιβάσῃ αὐτὴν εἰς τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπήν, ὅπως αὕτη ἀποφανθῇ ἐπ’ αὐτῆς.
§146ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσίν της κοινὴν ἐπὶ τοῦ σχεδίου ψηφίσματος «περὶ τῶν ἀπορριφθέντων μαθητῶν». Ὁ κ. Φραγκούδης ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς συζητήσεως τῶν ἄρθρων τοῦ Συντάγματος.
§147Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ. Ἂν πρόκειται νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις, φρονῶ ὅτι δὲν εἶναι εὐπρεπὲς δι’ ἡμᾶς οἱ ὁποῖοι παρακολουθοῦμεν τὰς συζητήσεις νὰ μὴ διακόπτωμεν, ὥστε νὰ ἐκπληρώνωμεν μίαν φυσικὴν ἀνάγκην καὶ νὰ ἐπανερχώμεθα.
§148Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Μετὰ τὸ γεῦμα δὲν ἐπανέρχονται οἱ κύριοι πληρεξούσιοι· καλύτερον νὰ συνεχίσωμεν.
§149ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ παραταθῇ ἡ συζήτησις. Ὁρίστε, κ. Φραγκούδη.
§150Γ. ΦΡΑΓΚΟΥΔΗΣ. Κύριοι, ἐπροτάθησαν διάφοροι τροπολογίαι ἐπὶ τοῦ πρώτου ἄρθρου, παρὰ τὸν Κανονισμόν, ὅστις λέγει ὅτι πρέπει τρεῖς ἡμέρας πρωτύτερα αἱ τροπολογίαι νὰ ὑποβάλλωνται, ἂν ὄχι εἰς τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπήν, τοὐλάχιστον εἰς τὸ Προεδρεῖον. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ συζητήσωμεν ἐπ’ αὐτῆς τῆς τροπολογίας, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ ἀξιότιμος ἡγέτης τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως» παρὰ τὸν Κανονισμόν, ὁ ὁποῖος ἐθέσπισε, καὶ δικαίως, τὴν προηγουμένην ὑποβολὴν διὰ νὰ μᾶς δίδεται καιρὸς νὰ μελετῶμεν τὰς διαφόρους τροπολογίας καὶ νὰ μὴ ἐρχώμεθα ἐδῶ χωρὶς νὰ γνωρίζωμεν τί ἐπροτάθη; Δι’ αὐτὸ νομίζω ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διεξαχθῇ συζήτησις, ὅταν ὁ κάθε ρήτωρ ὑποβάλλῃ καὶ μίαν νέαν τροπολογίαν, ἡ ὁποία δὲν ὑπεβλήθη προηγουμένως κατὰ τὸν Κανονισμόν.
§151Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. «Προτάσεις» λέγει ὁ Κανονισμός, δὲν λέγει «τροπολογίαι». Αἱ τροπολογίαι δὲν εἶναι δυνατὸν κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς συζητήσεως νὰ ὑποβάλλωνται.
§152Γ. ΦΡΑΓΚΟΥΔΗΣ. «Τροπολογίαι καὶ προτάσεις» λέγει ρητῶς ὁ Κανονισμός. Ἐν τούτοις λυποῦμαι, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συμφωνήσω μὲ τὸν ἀξιότιμον ἡγέτην τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως» ὅσον ἀφορᾷ τὴν διατύπωσιν τὴν ὁποίαν ἔκαμεν. Ἐγὼ ὑπέβαλον ἤδη τροπολογίαν, διὰ τῆς ὁποίας συμφωνῶ μὲ τὴν διατύπωσιν τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς μέχρι τινός, ζητῶν ἐν τέλει τὴν πραγματικὴν αὐτονομίαν τῆς Ἐκκλησίας. Βεβαίως, κύριοι, καὶ δυνάμει τοῦ ὑπάρχοντος Συντάγματος ἡ αὐτονομία τῆς Ἐκκλησίας δύναται νὰ θεσπισθῇ διὰ νόμου· ἀλλὰ δυστυχῶς μετὰ ἑκατὸν ἐτῶν καθεστὼς νομίζω ὅτι θὰ ἦτο ἀναγκαῖον ὅπως διὰ τοῦ Συντάγματος καθιερωθῇ ἡ αὐτονομία, ἡ ὁποία πραγματικῶς θὰ ἀποβῇ πρὸς ἀναγέννησιν καὶ ἐξυγίανσιν τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῆς κοινωνίας. Δὲν ὑπάρχει, κύριοι, ἀμφιβολία ὅτι ἡ Ἐκκλησία ἔφθασεν εἰς τὸ σημεῖον εἰς τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται κυρίως ἀπὸ τὴν τελείαν ὑποδούλωσίν της εἰς τὴν Πολιτείαν. Καὶ ἂν ἠκούσθη ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς Κλῆρος διεφθάρη καὶ ἡ Ἐκκλησία διεφθάρη, τοῦτο προέρχεται ἀπὸ τὴν ὑποδούλωσιν, εἰς τὴν ὁποίαν τὴν ὑπέβαλον τὰ κόμματα, τὰ ὁποῖα ἀπὸ παραπτώματος εἰς παράπτωμα τὴν ὡδήγησαν εἰς τὸ ἀνάθεμα τοῦ Νοεμβρίου 1916.
§153Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Δὲν τὴν ὡδήγησαν.
§154Γ. ΦΡΑΓΚΟΥΔΗΣ. Καὶ αὐτὸς ὁ Θεόκλητος ἀντέστη, ἀλλὰ τὸν ἔσυραν οἱ κομματάρχαι εἰς τοὺς δρόμους καὶ τὸν ὡδήγησαν εἰς τὸ Πεδίον τοῦ Ἄρεως, διότι ἐσυνήθισαν νὰ λέγουν διὰ τοὺς παπάδες ὅτι εἶναι κοπέλια τῆς πολιτικῆς.
§155Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Ἡ Πολιτεία ἀντετάχθη· ὁ Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας ἀντετάχθη.
§156Γ. ΦΡΑΓΚΟΥΔΗΣ. Ἀντετάχθη κατ’ ἐπίφασιν.
§157Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Ἡ Ἐκκλησία ὡδηγήθη μόνη της.
§158Γ. ΦΡΑΓΚΟΥΔΗΣ. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Φίλανδρος ἀνέπτυξε τὸ θέμα πραγματικῶς πολὺ καλά, τὸ θέμα τῆς ἀνεξαρτησίας τῆς Ἐκκλησίας, καὶ σᾶς ἔδειξε τὰ δεινὰ τὰ ὁποῖα ὑπέστημεν ἐκ τῆς ὑποδουλώσεως αὐτῆς τῆς Ἐκκλησίας, ἐναντίον τῶν κανόνων καὶ ἐναντίον τῆς παραδόσεως τῆς Ἑλληνικῆς Ἐκκλησίας. Βεβαίως εἰς τὸ παρελθὸν καὶ ἐπὶ τοῦ Βυζαντίου καὶ ἐπὶ τουρκοκρατίας ἡ Ἐκκλησία πολλάκις ἐδούλευσεν εἰς τὸ Κράτος, ἀλλὰ τῶν μὲν Αὐτοκρατόρων ἦτο ἡ αὐθαιρεσία, τῶν δὲ Σουλτάνων ἡ βία. Ἡμεῖς, δημιουργήσαντες ἐλεύθερον Κράτος, ἔχοντες μεγάλην εὐγνωμοσύνην εἰς τὴν Ἐκκλησίαν, ἐθεωρήσαμεν ὅτι ἔπρεπεν ἐν τῷ Συντάγματι νὰ καθιερώσωμεν τὴν Ἐκκλησίαν τὴν Ὀρθόδοξον ὡς ἐπικρατοῦσαν θρησκείαν καὶ νὰ λάβωμεν ὅλας τὰς προφυλάξεις διὰ τὸν προσηλυτισμόν. Ἀλλὰ τὸ Ἑλληνικὸν Ἔθνος καὶ οἱ Ἐπαναστάται τοῦ 1821 οὐδέποτε ἐσκέφθησαν νὰ ὑποδουλώσουν τὴν Ἐκκλησίαν. Τὸ γεγονός, ὡς ἐξηγήθη, ὑπῆρξεν ἔργον τῆς βαυαροκρατίας, ἡ ὁποία, ὁδηγουμένη ἀπὸ συγκεντρωτικὸν πνεῦμα, ὑπέβαλε καὶ τὴν Ἐκκλησίαν εἰς τὸν ζυγὸν τῆς Πολιτείας. Οὕτως ἐδημιουργήθη ὁ νόμος τοῦ 1852, ὁ ὁποῖος εἶναι ἡ τελεία ὑποδούλωσις τῆς Ἐκκλησίας. Διὰ τῆς ὑποδουλώσεως αἱ ἰκμάδες τῆς Ἐκκλησίας κατηναλώθησαν εἰς τοὺς κομματικοὺς ἀγῶνας. Ὑπεδουλώθη δὲ ἡ Ἐκκλησία μέχρι τοιούτου σημείου, κύριοι, ὥστε καὶ ὁ γραμματεὺς τῆς Ἱερᾶς Συνόδου νὰ διορίζεται ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον. Νὰ μὴ δύναται ἡ Ἐκκλησία νὰ κάμῃ τίποτε χωρὶς τὸν Ὑπουργὸν καὶ νὰ ὑπάρχῃ ἀντιπρόσωπος τοῦ Κράτους εἰς τὰς συνεδριάσεις τῆς Συνόδου. Διὰ ποῖον λόγον νὰ ὑπάρχῃ ἀντιπρόσωπος; Ἕν πρᾶγμα μόνον εἶχε νὰ προσέξῃ τὸ Κράτος, νὰ μὴ παραβαίνῃ ἡ Ἐκκλησία τὸ Σύνταγμα καὶ τοὺς νόμους. Τὸ ζήτημα δυστυχῶς χρήζει μεγάλης ἀναπτύξεως, τὸ ἔθιξε δὲ λαμπρότατα ὁ πρώην Μητροπολίτης Ἀθηνῶν Μελέτιος εἰς τὸν ἐνθρονιστήριον λόγον του, ὁ ὁποῖος ἠκούσθη εἰς τὸν Μητροπολιτικὸν ναὸν πρό τινων ἐτῶν μὲ μεγάλην εὐχαρίστησιν καὶ παρὰ τοῦ κ. Βενιζέλου, καὶ ὁ ὁποῖος ἔλεγεν ὅτι εἶναι καιρὸς ἡ Ἐκκλησία νὰ λάβῃ τὴν αὐτονομίαν της. Δὲν πρόκειται νὰ δημιουργήσωμεν κράτος ἐν κράτει, ἀλλὰ νὰ εἴπωμεν εἰς τὴν Ἐκκλησίαν «πήγαινε νὰ διοικηθῇς κατὰ τὸ πνεῦμα τοῦ Σωτῆρος καὶ κατὰ τὸ πνεῦμα τῶν ἱερῶν κανόνων· ἓν πρᾶγμα θέλομεν μόνον, νὰ σέβεσαι τὸ Σύνταγμα καὶ νὰ μὴ πράττῃς τίποτε ἐναντίον τῶν κειμένων νόμων». Κατὰ τὰ ἄλλα τί δικαίωμα ἔχομεν ἡμεῖς ἀπέναντι τῆς Ἐκκλησίας; Καὶ ἀπορῶ μάλιστα μὲ τὴν πτέρυγα ἐκείνην καὶ τὸν ἀρχηγὸν αὐτῆς, ὁ ὁποῖος παρὰ τὰς διατυμπανιζομένας προχωρημένας ἀρχάς του ἔρχεται ἐπιμένων εἰς τὴν ὑποδούλωσιν τῆς Ἐκκλησίας. Ποῖος ὁ λόγος νὰ θέλετε νὰ κρατῆτε δεσμίαν τὴν Ἐκκλησίαν;
§159Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Διὰ νὰ κάμωμεν καὶ τὴν Ἐκκλησίαν προοδευτικήν, κ. συνάδελφε.
§160Γ. ΦΡΑΓΚΟΥΔΗΣ. Ἡ Ἐκκλησία δὲν ἔχει ἀνάγκην ἀπὸ σᾶς. Αὐτὸ εἶναι βέβηλον τὸ ὁποῖον εἴπετε. Ἡ Ἐκκλησία ἔχει τὸν ὁδηγόν της, τὸν ὁποῖον δὲν εἶσθε ἱκανὸς σεῖς νὰ θίξετε, καὶ σᾶς παρακαλῶ πολὺ νὰ μὴ ἀνακατεύεσθε εἰς ζητήματα τοιαῦτα. Νὰ ἀνακατεύεσθε εἰς τὸν φεμινισμὸν καὶ τὸν σοσιαλισμόν, νὰ ἀνακατεύεσθε εἰς ὅλα τὰ ἄλλα ζητήματα, ἐκτὸς τῆς Ἐκκλησίας, διότι εἶσθε βέβηλος. (Χειροκροτήματα).
§161Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Κύριε πληρεξούσιε, μήπως θὰ γίνετε Πατριάρχης καὶ κάμνετε καὶ ἀναθέματα;
§162ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἡ ὀπισθοδρόμησις καὶ ἡ στασιμότης.
§163Γ. ΦΡΑΓΚΟΥΔΗΣ. Γνωρίζω, κύριοι, ὅτι ὑπάρχουν ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι ἐπιτηδεύονται καὶ ἀσέβειαν καὶ περιφρόνησιν πρὸς τὴν Ἐκκλησίαν. Αὐτοὶ δὲν μὲ ἐνδιαφέρουν. Τονίζω μόνον ὅτι ἡ θρησκεία εἶναι εἰς ὅλας τὰς κοινωνίας τὸ μέγα παλλάδιον, τὸ θεμέλιον αὐτῶν. Ὅλοι οἱ προηγμένοι λαοί, ὅπως οἱ Ἄγγλοι, ὅπως οἱ Ἀμερικανοί, στηρίζουν τὴν κοινωνικήν των ἀνάπτυξιν ἐπὶ τοῦ θρησκευτικοῦ αἰσθήματος.
§164Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἡ Ἀγγλικανικὴ Ἐκκλησία δὲν εἶναι ὑποτεταγμένη εἰς τὸ Κράτος;
§165Γ. ΦΡΑΓΚΟΥΔΗΣ. Ὄχι, κύριε, ἀπατᾶσθε. Ἄν ἦτο καιρός, θὰ συνεζητοῦμεν, ἀλλὰ δὲν συζητοῦμεν σήμερον τὸ ζήτημα αὐτό. Ἠσχολήθη καὶ ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπὴ περὶ τοῦ ζητήματος τοῦ χωρισμοῦ τῆς Ἐκκλησίας ἀπὸ τῆς Πολιτείας, ἀλλὰ δὲν πρόκειται καθ’ ἑαυτὸ περὶ χωρισμοῦ τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως συνέβη ἐν Γαλλίᾳ. Ἐκεῖ ὁ χωρισμὸς τῆς Ἐκκλησίας ἀπὸ τῆς Πολιτείας ἐπῆλθε, διότι ἡ Ἐκκλησία εἶχε τὴν ἐκπαίδευσιν εἰς τὰς χεῖράς της καὶ διὰ τῶν Ἰησουιτῶν ὑπενόμευε τὴν Δημοκρατίαν. Δὲν ἦτο ἀπὸ ἀντιθρησκευτικὸν πνεῦμα τοῦ Γαλλικοῦ λαοῦ ποὺ ὁ Μπριὰν εἰσήγαγε τὸν νόμον τοῦ χωρισμοῦ τῆς Ἐκκλησίας ἀπὸ τῆς Πολιτείας. Τὸ ζήτημα ἦτο ἐκπαιδευτικὸν καὶ πολιτικόν· ὁ Κλῆρος εἶχε τὴν ἐκπαίδευσιν καὶ τὴν ὅλην ἀνατροφὴν τοῦ Γαλλικοῦ λαοῦ εἰς τὰς χεῖράς του. Ἐθεωρήθη λοιπὸν ἀναγκαῖον νὰ ἐκλαϊκεύσουν τὴν ἐκπαίδευσιν. Ἐδῶ δὲν πρόκειται περὶ τούτου. Ἡμεῖς δὲν ἔχομεν ἐχθρὰν τὴν Ἐκκλησίαν πρὸς τὴν Πολιτείαν. Ἔχομεν μόνον καθῆκον νὰ δώσωμεν εἰς τὴν Ἐκκλησίαν τὴν ἐλευθερίαν της διὰ νὰ ζήσῃ τὸν ἰδικόν της βίον. Σᾶς φέρω τὸ παράδειγμα τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κύπρου, Ἐκκλησίας αὐτονόμου, ἡ ὁποία ἀπὸ τῆς αὐτονομίας της πραγματικῶς ἠσθάνθη τοὺς παλμοὺς μιᾶς νέας ζωῆς. Μετὰ τὴν Ἀγγλικὴν κατοχὴν ἡ Ἐκκλησία τῆς Κύπρου, αὐτοκέφαλος καὶ ἀνεξάρτητος καὶ ἰσοδύναμος μὲ Πατριαρχεῖον ἀπὸ αὐτοκρατορικὰ προνόμια, ἀφέθη ἀπὸ τοὺς Ἄγγλους ἐντελῶς ἀνεξάρτητος καὶ αὐτόνομος δίχως κανένα δεσμὸν πρὸς τὴν Πολιτείαν. Ἡ Ἐκκλησία τῆς Κύπρου, ἐπειδὴ δὲν εἶχε Καταστατικὸν Χάρτην, καταστραφέντα μὲ τοὺς κώδικας κατὰ τὴν Ἐπανάστασιν, συνῆλθε καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἱερῶν κανόνων καὶ ἐθίμων ἔκαμε τὸν νέον Καταστατικόν της Χάρτην, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου ἐγένετο ἐπὶ τῆς Ἐπαναστάσεως καὶ ὁ νέος Καταστατικὸς Χάρτης τῆς ἐδῶ Ἐκκλησίας. Τί συμβαίνει ἐν Κύπρῳ διὰ νὰ ἐκτελῶνται αἱ ἀποφάσεις τῆς Ἐκκλησίας; Ὑπάρχει ὁ Ἄγγλος δικαστής. Ἐπαύθησαν π.χ. δύο ἱερεῖς ἀπὸ τὰ καθήκοντά των. Ὁ Ἐπίσκοπος ἐπῆγεν εἰς τὸν δικαστὴν καὶ τοῦ εἶπεν ὅτι οἱ ἱερεῖς αὐτοὶ παρήκουσαν εἰς τὰς διαταγάς του. Ὁ δικαστὴς πεισθεὶς περὶ τῆς παρακοῆς των διέταξε τοὺς ἱερεῖς νὰ παύσουν πᾶσαν ἱερουργίαν. Σᾶς ἔφερα τὸ παράδειγμα αὐτὸ διὰ νὰ σᾶς δείξω ὅτι, ἂν ἀφήσωμεν τὴν Ἐκκλησίαν ἀνεξάρτητον, θὰ ἀναζήσῃ, διότι μᾶς ἀρκεῖ ἡ δικαιοσύνη τοῦ Κράτους. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξακολουθήσωμεν ἔχοντες τὸ μικροελλαδικὸν πνεῦμα. Σήμερον νέοι ὁρίζοντες ἀνοίγονται καὶ δὲν πρέπει νὰ ἀφήσωμεν τὸ ζήτημα ἄλυτον. Ὑπάρχει τάσις νὰ καταργήσωμεν καὶ αὐτὴν τὴν ὀλίγην ἀνεξαρτησίαν τῆς Ἐκκλησίας, τὴν ὁποίαν τῆς ἔδωκεν ὁ νόμος τῆς Ἐπαναστάσεως, καὶ συζητοῦμεν πῶς πρέπει νὰ εἶναι ἡ Σύνοδος. Ποῖον δικαίωμα ἔχομεν νὰ λέγωμεν ἡμεῖς εἰς τὴν Ἐκκλησίαν τί οἱ ἱεροὶ κανόνες κελεύουν; Ἄν ἐκπέσῃ ἡ Ἐκκλησία, θὰ ἐκπέσῃ μόνη της εἰς τὴν συνείδησιν τοῦ λαοῦ. Ἡμεῖς δὲν δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ὅτι θὰ τὴν σώσωμεν διὰ τῆς ὑποδουλώσεως. Ἄν ἔπεσεν ἡ Ἐκκλησία ἕνεκα τῶν περιστάσεων, μόνη της θὰ ἀνορθωθῇ. Ἄς μιμηθῶμεν τὴν Ρουμανίαν, ἡ ὁποία ἄλλως φροντίζει διὰ τὴν Ἐκκλησίαν. Ἐκεῖ ὅλοι οἱ ἱερεῖς μισθοδοτοῦνται δίχως ἡ Ἐκκλησία νὰ ὑποβάλλεται εἰς τοὺς περιορισμοὺς εἰς τοὺς ὁποίους τὴν ὑποβάλλομεν ἡμεῖς. Γνωρίζετε πῶς ἐφαγώθησαν αἱ μοναστηριακαὶ περιουσίαι μὲ ἡγουμένους καὶ κομματάρχας μαζί. Τῶν διαλυομένων μονῶν αἱ περιουσίαι ἐξητμίσθησαν, ἐνῷ, ἂν ἐχρησιμοποιοῦντο διὰ τὴν Ἐκκλησίαν, αὕτη θὰ ἦτο εἰς τὸ ὕψος της καὶ ἀπὸ πολλοῦ θὰ εἶχε πραγματοποιήσει τὴν ἀναβίωσίν της. Ἡμεῖς τὴν καταδιώκομεν. Ὁ ἀείμνηστος Μητροπολίτης Γερμανὸς Καλλιγᾶς ἔκτισε μίαν Ἱερατικὴν Σχολὴν καὶ ἡ Πολιτεία τὴν ἔκαμε Σχολεῖον Χωροφυλακῆς! Ποῖον δικαίωμα εἴχομεν; Ἡμεῖς ἐπήραμεν τὴν Ἐκκλησίαν ὡς ἕνα κλάδον κομματικῆς ἐκμεταλλεύσεως, τὸν ὁποῖον δὲν θέλομεν νὰ χάσωμεν. Πλεῖστοι παλαιοὶ πολιτευόμενοι εἶχον ἀποκτήσει ἑκατομμύρια ἀπὸ τὰς μονάς. Μὴ φωνάζετε διὰ τὴν διαφθορὰν τοῦ ἀγάμου Κλήρου. Ὁ Ἑλληνικὸς Κλῆρος ἐξέπεσε, δὲν εἶναι ὁ ἡρωικὸς Κλῆρος τῆς παλαιᾶς ἐποχῆς, καὶ τοῦτο διότι ἐξέπεσεν ἡ ὅλη κοινωνία, ἡ Πολιτεία. Ζητήματα ὅπως τὸ τῆς ἀνεξαρτησίας τῆς Ἐκκλησίας ὀφείλομεν νὰ ἐξετάσωμεν διαφορετικά. Ὁ πρώην Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης κ. Μελέτιος, εἰς τοῦ ὁποίου τὴν γνώμην δίδω μεγάλην σημασίαν, ὡς Μητροπολίτης Ἀθηνῶν εἶχεν ὑποβάλει ὑπόμνημα εἰς τὴν Ἱερὰν Σύνοδον ἔνθα ὁμιλεῖ ἐν πλάτει περὶ αὐτῶν τῶν ζητημάτων. Ἐπίσης ἡ Ἱεραρχία ὑπέβαλε σκέψεις καὶ εἶπεν ὅτι, ἂν ὑπάρχῃ τοιαύτη ἀντίληψις παρὰ τῇ Πολιτείᾳ, ἡ Ἐκκλησία θὰ αἰσθανθῇ μεγάλην χαράν. Ὡς πρὸς τὸ ὑλικὸν μέρος, δικαιούμεθα νὰ ἀπογυμνώσωμεν τὴν Ἐκκλησίαν, νὰ τὴν ἀφήσωμεν ἄνευ πόρων καὶ νὰ ἀναμιγνυώμεθα εἰς ὅλα τὰ ζητήματά της; Βεβαίως ὄχι. Κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη ἐπῆλθε κάποια ἀνάνηψις εἰς τὸ ζήτημα τῆς στενῆς ἐξαρτήσεως τῆς Ἐκκλησίας ἀπὸ τὴν Πολιτείαν. Πρῶτον βῆμα ὑπῆρξεν ὁ νόμος περὶ ἐνοριῶν. Εἴχομεν ἀποκλείσει τὸν Ἐπίσκοπον ἀπὸ τὸ ποίμνιόν του, ὑπηγάγομεν τὴν Ἐκκλησίαν εἰς τὸν Νομάρχην καὶ τὸν Δήμαρχον, δὲν ἀφήσαμεν τίποτε εἰς τὸν Ἐπίσκοπον! ἐκάμαμε τὸν ἱερέα «κοπέλι» τῶν ἐπιτρόπων, ἐπήραμε τοὺς ναοὺς καὶ τοὺς ἐδώκαμεν εἰς τοὺς ἐπιτρόπους, εἰς τὸν Δήμαρχον καὶ εἰς τὸν κανδηλανάπτην, ἀλλ’ ὄχι εἰς τὸν μόνον ἁρμόδιον, τὸν Ἐπίσκοπον! Τὸν νόμον περὶ ἐνοριῶν ἐπηκολούθησεν ἡ ἵδρυσις τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Ταμείου, διὰ τοῦ ὁποίου ἤρχισαν νὰ μισθοδοτῶνται οἱ μορφωμένοι ἱερεῖς. Τρίτον βῆμα ἦτο τὸ Διάταγμα τῆς Ἐπαναστάσεως, διὰ τοῦ ὁποίου ἐδίδετο εἰς τὴν Ἐκκλησίαν ἐλπὶς πρὸς μεγαλυτέραν αὐτονομίαν. Ἐν τούτοις ἐρχόμεθα σήμερον καὶ λέγομεν νὰ τὰ καταργήσωμεν καὶ τὰ ὀλίγα αὐτά. Ποῖον δικαίωμα ἔχετε σεῖς νὰ ὑπαγάγητε τὴν Ἐκκλησίαν εἰς τὸ παλαιὸν σύστημα τῆς Ἱερᾶς Συνόδου;
§166Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν θέλω, κ. πληρεξούσιε, νὰ ἐπανέλθετε εἰς τὴν φρασεολογίαν τὴν προηγουμένην, ἡ ὁποία δὲν σᾶς τιμᾷ.
§167Γ. ΦΡΑΓΚΟΥΔΗΣ. Οὔτε σᾶς τιμᾷ. Ἐπρόκειτο περὶ ἀστεϊσμῶν τινων, ἀνταλλαγέντων μεταξὺ ἡμῶν.
§168Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν εἶναι ἀστεϊσμοί. Δὲν σᾶς εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ λέγετε τοιαῦτα πράγματα.
§169Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ. Πρόκειται περὶ θρησκευτικοῦ αἰσθήματος εἰς βάρος ἑνὸς κόμματος.
§170Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Θὰ ἐπεθύμουν, ὅταν συζητῶμεν τοιαῦτα ζητήματα, νὰ μὴ ἔχωμεν οὐδεμίαν διάθεσιν δημαγωγίας.
§171Γ. ΦΡΑΓΚΟΥΔΗΣ. Ἡ δημαγωγία ἦτο ἐκ μέρους σας. Ἐγὼ δὲν εἶμαι ἀρεστός, εἶμαι δυσάρεστος. Δὲν εἶναι δημαγωγία, σεῖς δημαγωγεῖτε.
§172Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δημαγωγὸς εἶναι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος μὲ τὴν ἐμπάθειαν συσκοτίζει τὰ ζητήματα. Ἀκούσατε τὴν ἀπάντησιν. Ἐγὼ ὅταν εἶπον νὰ μὴ περιληφθῇ ἡ διάταξις περὶ κανόνων εἶπον νὰ μὴ τεθῇ διὰ τὸ γεγονὸς ὅτι πλεῖστοι κανόνες δὲν ἐφαρμόζονται, διότι σήμερον ἀντίκεινται εἰς τὴν γενικὴν ἀντίληψιν καὶ ἔφερα ἓν παράδειγμα ἑνὸς κανόνος τὸν ὁποῖον ἂν ἐπιχειρήσωμεν νὰ ἐφαρμόσωμεν θὰ ἐπροκάλει τὴν ἐξέγερσιν τοῦ κόσμου. Ἐνῷ λοιπὸν ἔχομεν σειρὰν κανόνων, ἐνῷ δὲν κατηργήθησαν ἀπὸ οὐδεμίαν Σύνοδον, δὲν ἔχουσιν οὐδεμίαν ἐφαρμογήν. Εἶπον ὅτι θὰ ἦτο ὀρθὸν νὰ μὴ συμπεριληφθῇ συνταγματικὴ διάταξις ἡ ὁποία δὲν ἔχει συντακτικὴν ἰσχὺν εἰς τοὺς κανόνας. Αὐτὰ εἶναι τὰ ζητήματα καὶ νὰ ὁμιλῆτε μὲ ὀλιγώτερον στόμφον.
§173Γ. ΦΡΑΓΚΟΥΔΗΣ. Καὶ ἐγὼ λέγω ὅτι δὲν ἔχομεν οὐδὲν δικαίωμα νὰ ἀνακατευώμεθα μὲ τοὺς ἱεροὺς κανόνας ἢ νὰ τοὺς καταργῶμεν.
§174Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν εἶπον ὅτι καταργοῦμεν κανόνα τινά. Ὅ,τι δὲν περιελήφθη εἰς τὸ Σύνταγμα ἄρα καταργεῖται;
§175Γ. ΦΡΑΓΚΟΥΔΗΣ. Σᾶς εἶπον ὅτι τὸ Νομοθετικὸν Διάταγμα ἐγένετο τῇ εἰσηγήσει τῆς Ἱεραρχίας, ἡ ὁποία θεωρεῖ ἀπαραίτητον διὰ τὴν ἀνεξαρτησίαν καὶ τὸν βίον τὸν ὁποῖον θέλετε σεῖς νὰ περιστείλετε μόλις ἤρχισε νὰ ἀναπτύσσεται, κάποιαν αὐτοβουλίαν τῆς Ἱεραρχίας.
§176Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Πρῶτον δὲν ἐλησμονήσατε ὅτι ἡ Σύνοδος τῆς Ἱεραρχίας καθιερώθη ἀπὸ τὴν Πολιτείαν.
§177Γ. ΦΡΑΓΚΟΥΔΗΣ. Τῇ αἰτήσει τῆς Ἱεραρχίας.
§178Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δεύτερον ὅτι ὑπάρχει μεγάλη ἀντίδρασις κατὰ τοῦ τοιούτου ὀργανισμοῦ ἀπὸ ὁμάδα Ἱεραρχῶν. Τρίτον ὅτι εἶναι πρωτότυπος ἡ ἀντίληψις ἡ ἰδική σας κατὰ τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ γίνουν ἰδιοκτῆται τῆς Ἐκκλησίας οἱ τριάκοντα Ἐπίσκοποι οἱ ὁποῖοι αὐτοχειροτονοῦνται καὶ διευθύνουν αὐτοὶ τὰ πράγματα.
§179Γ. ΦΡΑΓΚΟΥΔΗΣ. Θέλετε νὰ χειροτονῆτε τοὺς Ἐπισκόπους σεῖς;
§180Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐφόσον ὅλοι ἡμεῖς ἀνήκομεν εἰς τὴν Ὀρθοδοξίαν καὶ ἐφόσον παράδοσις τῆς Ὀρθοδοξίας εἶναι ὅτι ἡ διοίκησις, ὅπως καὶ εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν, εἶναι λαϊκὴ καὶ ἐκκλησιαστική, νομίζω ὅτι ἔχομεν, κατὰ μείζονα λόγον, δικαίωμα νὰ δώσωμεν γενικωτέραν διάταξιν, συμφώνως μὲ τὰς παραδόσεις νὰ διοικῆται ἡ Ἐκκλησία.
§181Γ. ΦΡΑΓΚΟΥΔΗΣ. Ἡμεῖς διαφωνοῦμεν ῥιζικῶς.
§182Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Διαφωνήσατε.
§183Γ. ΦΡΑΓΚΟΥΔΗΣ. Ἐγὼ νομίζω ὅτι πρέπει ἡ Ἐκκλησία νὰ ἔχῃ ἀνεξάρτητον διοίκησιν ὑπὸ τοὺς ἱεροὺς κανόνας, οἱ ὁποῖοι ἀφοροῦν μόνον τὴν Ἐκκλησίαν. Ἡμεῖς ἕνα πρᾶγμα ἔχομεν νὰ εἴπωμεν, ὅτι δίδομεν ἀνεξαρτησίαν ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ μὴ παραβαίνωνται οἱ θεσμοὶ τῆς Πολιτείας. Ἂν θέλωμεν ν’ ἀναβιώσῃ ἡ Ἐκκλησία, δέον ν’ ἀπαλλαγῇ ἀπὸ τὸν ζυγὸν τῆς Πολιτείας, εἶναι δὲ ζήτημα τῆς Ἐκκλησίας νὰ ἐφαρμόσῃ ποίους κανόνας θέλει· ἡ Πολιτεία θὰ ἐπεμβαίνῃ μόνον διὰ τὴν δημοσίαν τάξιν. Βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ κράτος ἐν κράτει καὶ δι’ αὐτὸ θὰ κάμωμεν μίαν σύμβασιν μὲ τὴν Ἐκκλησίαν ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἀποφάσεών της καὶ τὸ ζήτημα τῆς ὑλικῆς προστασίας τῆς Ἐκκλησίας. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῶν ἀπαλλοτριώσεων, ἡ Ἐκκλησία βέβαια δὲν δύναται νὰ διεκδικῇ προνόμια. Θὰ ὑπαχθοῦν καὶ τὰ ἐκκλησιαστικὰ κτήματα εἰς τὸν νόμον τῆς ἀπαλλοτριώσεως. Δὲν δικαιούμεθα ὅμως νὰ ἐπεμβαίνωμεν εἰς τὴν περιουσίαν τῆς Ἐκκλησίας καὶ νὰ ἁρπάζωμεν καὶ αὐτὰ τὰ ἀστικά της κτήματα καὶ νὰ κάμνωμεν διαρκῶς ἀπαλλοτριώσεις, διότι ἡ περιουσία αὐτὴ εἶναι διὰ τὴν Ἐκκλησίαν καὶ ἂν τὴν εἶχε, θὰ εἶχε λύσει ὅλα τὰ ζητήματά της, ὡς τῆς μισθοδοσίας τοῦ Κλήρου καὶ τῶν ἱερατικῶν Σχολῶν. Ἡ Ἐκκλησία ζητεῖ νὰ τὴν ἀφήσωμεν ἐλευθέραν, ἄλλως προβλέπω ὅτι μὲ τὴν κατάστασιν αὐτὴν μετ’ ὀλίγα ἔτη οὔτε Ἐκκλησία θὰ ὑπάρχῃ οὔτε κοινωνία. Ἡ ἐπίδρασις τῶν πολιτικῶν καὶ τῶν Κυβερνήσεων ἐπὶ τῶν ἐκκλησιαστικῶν πραγμάτων εἶναι ὀλεθρία.
§184Γ. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ὅταν ἔλθῃ τὸ Κόμμα τῆς Ἐξυγιάνσεως, τότε τὰ φτιάνετε ὅλα.
§185Γ. ΦΡΑΓΚΟΥΔΗΣ. Σὲ παρακαλῶ, τοῦ λόγου σου νὰ κάνῃς τὸν «τζουτζέ» εἰς ἄλλο Κοινοβούλιον καὶ ὄχι ὅταν συζητῶμεν σοβαρά.
§186Γ. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ἔχεις τὴν ἰδέαν ὅτι συζητεῖς σοβαρῶς;
§187Γ. ΦΡΑΓΚΟΥΔΗΣ. Αὐτὸ εἶναι ζήτημα ἀντιλήψεως. Νομίζω ὅτι τὸ ζήτημα δὲν ἐμελετήθη ὅπως ἔπρεπεν. Ἐν τούτοις δὲν ἀμφιβάλλο ὅτι ἡ ἰδέα θὰ ὡριμάσῃ καὶ ὅτι ἡ συζήτησις ἡ γενομένη εἰς τὴν Συνέλευσιν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τοῦ χωρισμοῦ τῆς Ἐκκλησίας καθ’ ὃν τρόπον ἐξέθεσα ὠφέλησε. Θὰ ἔλθῃ ὥρα νὰ πραγματοποιηθῇ ὁ χωρισμός, ἂν θέλωμεν πραγματικῶς νὰ δώσωμεν εἰς τὴν Ἐκκλησίαν τὴν ἀκμὴν καὶ τὴν δόξαν της διὰ τὸ καλὸν τῆς κοινωνίας. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ σχέδιον, κατὰ τὰ ἄλλα εἶμαι σύμφωνος μὲ τὸ σχέδιον τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία ἀφήνει τὰ περὶ προσηλυτισμοῦ. Ἡ λέξις «προσηλυτισμός», ἡ ὁποία κτυπᾷ τόσον ἄπρεπα εἰς τὸν κ. Παπαναστασίου, δὲν ἐτέθη διὰ νὰ θέσῃ τὴν Ἐκκλησίαν τῆς Ἑλλάδος εἰς καλυτέραν μοῖραν ἀπὸ τὰς ἄλλας Ἐκκλησίας, διότι οὐδέποτε οἱ Ἕλληνες εἴχομεν προσηλυτιστικὰς τάσεις. Ἂν ἡ Ἐκκλησία της ἦτο προσηλυτιστική, ἄλλη θὰ ἦτο ἡ θέσις μας. Ἡ διάταξις ἐτέθη πρὸς ἄμυναν ἡμῶν ἕνεκα τῶν καταδιωγμῶν τοὺς ὁποίους εἶχεν ὑποστῆ ἡ Ἑλληνικὴ Ἐκκλησία ἀπὸ τὴν Φραγκιάν. Ὁ κόσμος τότε ἐνόμιζεν ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀμυνθῇ ἡ Ἑλληνικὴ Ἐκκλησία κατὰ τῆς παπικῆς προπαγάνδας, δυστυχῶς δὲ καὶ σήμερον παρατηροῦμεν ὅτι ἡ κατάστασις αὐτὴ ἐξακολουθεῖ καὶ αἱ προπαγάνδαι ἐνεργοῦν σκανδαλωδῶς ἐν Ἑλλάδι. Βεβαίως δὲν ἠμποροῦν νὰ ἀλλάξουν τὴν πίστιν τοῦ λαοῦ αἱ διάφοροι προπαγάνδαι, τὸ κακὸν ὅμως εἶναι αἱ ἐκφυλιστικαὶ καὶ αἱ ἀνατρεπτικαὶ τάσεις τὰς ὁποίας αἱ διάφοροι προπαγάνδαι εἰσάγουσιν εἰς τὴν Ἑλλάδα. Δὲν φοβούμεθα ὅτι θὰ μᾶς κάμωσι Φράγκους, ἀλλὰ διὰ τῆς προπαγάνδας τῶν σχολείων ὑπονομεύεται ἡ οἰκογένεια καὶ ὁ πατριωτισμὸς ὁ Ἑλληνικός.
§188ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὸν πατριωτισμὸν ἐκείνων οἱ ὁποῖοι στέλλουν τὰ παιδιά των εἰς τὰ σχολεῖα αὐτά.
§189Γ. ΦΡΑΓΚΟΥΔΗΣ. Τὸ ζήτημα εἶναι σπουδαῖον παρ’ ὅλην τὴν ἀτονίαν τὴν ὁποίαν ὑπέστη τὸ ἄρθρον τοῦ Συντάγματος τὸ ἀφορῶν τὸν προσηλυτισμόν. Φρονῶ ὅτι πρέπει νὰ μείνῃ ἡ διάταξις, διότι εἶναι κάτι τι τὸ ὁποῖον δίδει τὸ δικαίωμα εἰς τὰς Ἀρχὰς νὰ ἐπιβλέπωσι τὰς ξένας προπαγάνδας. Δὲν πρόκειται νὰ κηρύξωμεν μισαλλοδοξίαν οὔτε πόλεμον κατὰ τῶν ξένων Σχολῶν. Εἴμεθα τὸ μόνον Κράτος τὸ ὁποῖον δὲν φροντίζει διὰ τίποτε, ἐνῷ εἰς τὰς ξένας Χώρας δὲν ὑπάρχει σχολεῖον ξένον τὸ ὁποῖον νὰ λειτουργῇ ἀνεξέλεγκτον. Ἡμεῖς εἴμεθα ἡ ἐλευθέρα Κέρκυρα. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Συνέλευσιν νὰ δώσῃ προσοχὴν εἰς τὴν τροπολογίαν μου, ἔχουσαν οὕτως (ἀναγινώσκει).... Ἂν παραδεχθῇ τὴν ἀρχὴν τῆς αὐτονομίας τῆς Ἐκκλησίας, θὰ πράξῃ ἔργον μέγα ὄχι μόνον διὰ τὴν Ἐκκλησίαν, ἀλλὰ καὶ διὰ τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ὅστις ἔχει θρησκευτικὸν αἴσθημα. Δὲν ὑπάρχει κοινωνία χωρὶς θρησκείαν· καὶ αὐτοὶ οἱ ἄγριοι ἔχουν μίαν θρησκείαν. Ἀλλ’ εἶναι ἀνάγκη ὅπως τὸ αἴσθημα τοῦτο ἐνισχυθῇ εἰς τὸν λαόν, θὰ τὸ καλλιεργήσωμεν δὲ μόνον ἂν δώσωμεν εἰς τὴν Ἐκκλησίαν τὴν παλαιάν της λαμπρότητα καὶ ἡ λαμπρότης της θὰ εἶναι ἡ ἀνεξαρτησία της.
§190Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Ὑποβάλλω τὴν κάτωθι πρότασιν τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ Συντάγματος: «Εἰς τὸ ἄρθρον 1 τοῦ Συντάγματος καὶ δὴ εἰς τὴν σχετικὴν διάταξιν περὶ διοικήσεως τῆς Ἐκκλησίας, ἀντὶ τῆς φράσεως «καὶ διοικεῖται ὑπὸ Ἱερᾶς Συνόδου Ἀρχιερέων», νὰ τεθῇ ἡ φράσις «καὶ διοικεῖται ὑπὸ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῶν ἐχόντων Ἐπισκοπὰς Ἀρχιερέων».
§191ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ προχωρήσωμεν, κ. Πρόεδρε;
§192Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ ἐπρότεινον νὰ ψηφίσωμεν νομοσχέδιά τινα τὰ ὁποῖα δὲν θὰ ἐπροκάλουν ἀντίρρησιν.
§193ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συζήτησις ἐπὶ τοῦ σχεδίου ψηφίσματος «περὶ συστάσεως Ἐπιτροπῆς Οἰκονομιῶν».
§194Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ὑποβάλλω μίαν τροπολογίαν ὅσον ἀφορᾷ τὸ ὑποχρεωτικὸν ἢ μὴ τῶν ἀποφάσεων τῆς Ἐπιτροπῆς. Λέγομεν δηλαδὴ ὅτι «ἐπὶ ἀπολύσεως ὑπαλλήλων κλπ.».
§195Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Κατὰ τὸ ψήφισμα τὸ ὁποῖον ἰσχύει σήμερον ἡ Ἐπιτροπὴ ἀποφαίνεται ἐπὶ τῶν ὑπαλλήλων τῶν κεντρικῶν ὑπηρεσιῶν· περὶ ὅλων τῶν ἄλλων ἀποφαίνονται τὰ Συμβούλια.
§196Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Εἰσάγεται ἡ ἑξῆς τροπολογία: Ἡ ἀπόλυσις τῶν πλεοναζόντων ὑπαλλήλων ἐκτελεῖται ὑπὸ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου μετὰ γνωμοδότησιν τῆς Ἐπιτροπῆς, ἐντὸς μηνὸς ἀπὸ τῆς ὑποβολῆς τῆς γνωμοδοτήσεως. Ἐν τῇ γνωμοδοτήσει ταύτῃ, ἐπὶ μὲν ὑπαλλήλων τῶν κεντρικῶν ὑπηρεσιῶν ἀπὸ βαθμοῦ τμηματάρχου ἢ νομομηχανικοῦ καὶ ἄνω κατονομάζονται οἱ ἀπολυτέοι, διὰ δὲ τοὺς λοιποὺς καθορίζεται μόνον ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀπολυτέων. Διὰ τοὺς τελευταίους τούτους ἡ ἀπόλυσις γίνεται ἐπὶ τῇ βάσει ἀποφάσεως μετὰ γνωμοδότησιν τῆς Ἐπιτροπῆς, καθοριζούσης καθ’ ὡρισμένους γενικοὺς κανόνας τὴν σειρὰν καθ’ ἣν αἱ ἀπολύσεις δέον νὰ ἐκτελεσθῶσιν ἐπὶ τῇ βάσει προσόντων, ἀρχαιότητος ἢ ἄλλων στοιχείων, προτιμωμένων ἐκ τῶν ὑπαγομένων εἰς τὰς ἄνω κατηγορίας τῶν ἱκανωτέρων, κατὰ τὴν κρίσιν τῶν Ὑπηρεσιακῶν Συμβουλίων.
§197Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν ἔχω ἀντίρρησιν εἰς αὐτὴν τὴν διατύπωσιν.
§198Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Προκειμένου περὶ τῶν κατωτέρων ὑπαλλήλων πρόκειται νὰ καθορίσῃ ἡ Ἐπιτροπὴ κανόνας τινὰς κατὰ κλάδους, κατὰ τοὺς ὁποίους θὰ ἀπολυθοῦν. Ἀλλ’ ὑποθέτω ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη ἰδιαιτέρων κανόνων δι’ ἕκαστον τῶν κλάδων· αὐτοὶ ἀφοροῦν εἰς ὅλους τοὺς κλάδους. Ἂν νομίζετε ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ ὀφείλει νὰ καθορίσῃ κανόνας, θὰ ἦτο ὀρθὸν νὰ καθορισθοῦν ἐκ τῶν προτέρων. Λ.χ. θὰ ἀπολύωνται κατὰ σειρὰν ἱκανότητος ἢ κατὰ σειρὰν ἀρχαιότητος; Αὐτὸ θὰ ἰσχύσῃ δι’ ὅλους τοὺς κλάδους. Πρέπει νὰ κρίνωμεν ποῖος εἶναι προτιμότερος ἐκ τῶν δύο κανόνων· ἀντὶ νὰ ἀποφαίνεται ἡ Ἐπιτροπὴ Οἰκονομιῶν ἑκάστοτε, ἂν θὰ τηρηθῇ ἡ ἀρχαιότης ἢ ἡ ἱκανότης, νὰ τεθῇ εἰς τὸ ψήφισμα ὅτι αἱ ἀπολύσεις θὰ γίνωνται κατὰ σειρὰν ἀρχαιότητος ἢ θὰ γίνωνται κατὰ σειρὰν ἱκανότητος διὰ νὰ τὸ ἠξεύρουν καὶ οἱ ὑπάλληλοι καὶ νὰ μὴ ὑπάρχουν ἀνομοιότητες.
§199Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομιῶν). Θὰ γεννηθοῦν πολλὰ ζητήματα.
§200Δ. ΗΡΑΚΛΕΙΔΗΣ. Νὰ τεθῇ ὁ κανὼν τῆς ἱκανότητος καὶ ἡ ἀρχαιότης ἂς ἀμειφθῇ κατ’ ἄλλον τρόπον.
§201Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἀφήσατε ἀπόλυτον ἐλευθερίαν εἰς τὰ Ὑπηρεσιακὰ Συμβούλια νὰ λαμβάνουν ὑπ’ ὄψιν ὅλα τὰ στοιχεῖα τὰ ὁποῖα εἶναι ἀπαραίτητα διὰ τοὺς ὑπαλλήλους, οἱ ὁποῖοι πρέπει κατὰ προτίμησιν νὰ διατηρηθοῦν ἢ νὰ ἀπολυθοῦν ἤ, ἂν πρόκειται νὰ ὁρίσετε κανόνας, θὰ ἦτο ὀρθότερον νὰ τοὺς διατυπώσετε γενικῶς.
§202Σ. ΑΝΤΩΝΙΑΔΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ἀπορῶ πῶς διέλαθε τὴν προσοχὴν ὑμῶν τὸ οὐσιωδέστερον σημεῖον, τὸ ὁποῖον χρῄζει μεγάλης συζητήσεως, καὶ ἤνοιξε συζήτησις ἐπὶ θεμάτων δευτερευούσης σημασίας.
§203Β. ΑΛΕΒΙΖΑΤΟΣ. Δὲν ἀναβάλλεται ἡ συζήτησις, κ. Πρόεδρε, διὰ νὰ τυπωθῇ ἡ τροπολογία;
§204Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἂς ἀναβληθῇ.
§205Γ. ΚΙΑΓΙΑΣ. Εἰς Συμβούλια δὲν ἠμποροῦμεν νὰ ἐμπιστευθῶμεν τὴν ἐκκαθάρισιν. (Διάλογοι).
§206Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἀφοῦ ἐμείναμεν σύμφωνοι νὰ τυπωθοῦν αἱ τροπολογίαι, ἂς ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις.
§207ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ καταργήσεως τοῦ Διατάγματος τῆς 11 Ἰουλίου 1917 (κυρωθέντος ὑπὸ τοῦ νόμου 767) καὶ τοῦ νόμου 2804 τοῦ 1922 περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων».
§208Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὑπάρχει μία τροπολογία τοῦ κ. Γιωτοπούλου, ἡ ὁποία γίνεται δεκτή.
§209ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει καὶ μία τοῦ κ. Ρέντη.
§210Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Αὐτὴ ἀποσύρεται.
§211ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κούτρας ἔχει τὸν λόγον.
§212Α. ΚΟΥΤΡΑΣ. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου, κύριοι πληρεξούσιοι, ἐπανερχόμεθα εἰς τοὺς πρὸ τοῦ Ἰουλίου τοῦ 1917 νόμους ὅσον ἀφορᾷ τὰ προσόντα τὰ ἀπαιτούμενα διὰ τὸν διορισμὸν καὶ τὴν προαγωγὴν τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων. Οὐδεὶς δύναται νὰ ἀμφισβητήσῃ βασίμως τὴν σκοπιμότητα τοῦ εἰσηγουμένου νομοθετήματος. Οὐχ ἧττον νομίζω ὅτι θὰ ἦτο προτιμότερον νὰ μὴ ἐπανηρχόμεθα εἰς τοὺς πρὸ τοῦ Ἰουλίου τοῦ 1917 νόμους ἁλματικῶς, ἀλλὰ μὲ βῆμα κανονικόν. Καὶ ἐξηγοῦμαι: Θὰ ἠδύνατό τις κατὰ τοὺς μετὰ τὸ 1917 νόμους νὰ διορισθῇ λ.χ. εἰς τὴν θέσιν τοῦ Εἰρηνοδίκου ἔχων καὶ ἁπλοῦν δίπλωμα τοῦ Πανεπιστημίου, ἐνῷ τώρα ἐπανερχόμεθα εἰς τοὺς πρότερον κρατοῦντας νόμους, καθ’ οὓς διὰ νὰ διορισθῇ τις Εἰρηνοδίκης πρέπει νὰ ἔχῃ συμπληρώσει τριετῆ δικηγορικὴν ὑπηρεσίαν.
§213Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Διὰ νὰ διορισθῇ κανεὶς Εἰρηνοδίκης δευτέρας τάξεως ἀπαιτεῖται ἑνὸς ἔτους ὑπηρεσία, πρώτης δὲ τάξεως πρέπει νὰ ἔχῃ συμπληρώσει τριετῆ ὑπηρεσίαν. Σήμερον, ὡς γνωρίζετε, οἱ Εἰρηνοδίκαι ἔχουν μεγαλυτέραν δικαιοδοσίαν καὶ ἑπομένως πρέπει νὰ ἔχουν κάποιαν πεῖραν.
§214Α. ΚΟΥΤΡΑΣ. Τὸ ζήτημα εἶναι ὅτι δὲν εὑρίσκομεν ἤδη τοὺς διατεθειμένους νὰ ὑπηρετήσουν εἰς τὰ χωρία ὡς Εἰρηνοδίκαι, ἔστω καὶ μεθ’ ὑπηρεσίαν δικηγορικὴν ἑνὸς ἔτους. Ὁπωσδήποτε δὲν προτίθεμαι κατὰ τοῦτο νὰ ὑποβάλω τροπολογίαν, ἁπλῶς ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τῆς Συνελεύσεως. Ὑπάρχει ὅμως καὶ ἄλλο σημεῖον σχετικὸν διὰ τὸ ὁποῖον ὑποβάλλω τροπολογίαν. Τοῦτο εἶναι τὸ ἑξῆς: Κατὰ τὰ μέχρι τοῦδε μετὰ τὸ 1917 ἰσχύοντα ἠδύνατο νὰ διορισθῇ τις πρωτοδίκης ἄγων ἡλικίαν μέχρι 50 ἐτῶν. Ὁ διορισμὸς δὲ οὗτος ἠδύνατο νὰ γίνῃ ἀπ’ εὐθείας, ἄνευ ἐξετάσεων. Ἤδη, ἐπανερχομένου τοῦ νόμου περὶ δικαστικῶν παρέδρων, διὰ νὰ διορισθῇ τις ἔμμισθος πάρεδρος, πρέπει νὰ μὴ ἔχῃ συμπληρώσει τὸ 35ον ἔτος τῆς ἡλικίας του καὶ οὕτω νὰ ὑποστῇ τὸν διαγωνισμόν. Παρεμπιπτόντως προσθέτω ὅτι ὅσον ἀφορᾷ τὸ προσὸν τοῦτο τοῦ διαγωνισμοῦ συμφωνῶ ἀπολύτως, καίτοι εἶμαι τῆς γνώμης ὅτι τοῦ διαγωνισμοῦ θὰ ἔπρεπε νὰ προηγηθῇ ἐξέτασις τῶν ἠθικῶν προσόντων τοῦ διαγωνισθησομένου, ἐνεργουμένη ἀπὸ τὰ Συμβούλια τὰ δικηγορικὰ καὶ τὰ δικαστικά. Ἀλλὰ θὰ μοὶ ἀντιταχθῇ ἴσως ὅτι τὸν ἔλεγχον τὸν ὑφίστανται οἱ ὑποψήφιοι οὗτοι ὡς πάρεδροι ἂν ἐγκριθῶσι καὶ ὅτι, ἂν δὲν ἐπιτύχουν ὡς πάρεδροι, δὲν προάγονται εἰς πρωτοδίκας. Πλὴν τὸ παρελθὸν πείθει τελείως ὅτι δὲν ὑπάρχουν ἢ ἐλάχιστα παραδείγματα μὴ προαγωγῆς ἐκ τῆς θέσεως τοῦ δικαστικοῦ παρέδρου, καὶ ταῦτα, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ὀφείλονται εἰς πολιτικοὺς λόγους. Θὰ ἐνόμιζον λοιπὸν ὅτι σκόπιμον εἶναι νὰ προηγῆται ὁ ἔλεγχος αὐτός. Ἀνεξαρτήτως ὅμως τούτου, ἡ ἡλικία τῶν 35 ἐτῶν, τὴν ὁποίαν ὁρίζετε διὰ τοὺς δικαστικοὺς παρέδρους ὡς ἀνώτατον ὅριον....
§215Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν τὸ ὁρίζομεν ἡμεῖς· εἶναι ὡρισμένον.
§216Α. ΚΟΥΤΡΑΣ. Εἶναι ἀληθὲς τοῦτο, ἀλλ’ ἐπίσης καὶ ὅ,τι εἶπον, διότι ἐπανέρχεσθε εἰς τὸν παλαιὸν ἐκεῖνον νόμον καὶ υἱοθετεῖτε καὶ τὴν διάταξιν ταύτην. Νομίζω λοιπὸν ὅτι τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας πρέπει νὰ μεταβληθῇ καὶ θὰ σᾶς παρεκάλουν νὰ δεχθῆτε τὴν τροπολογίαν μου, καθ’ ἣν ἐπὶ τοῦ προκειμένου ὡς ἀνώτατον ὅριον εἶναι τὸ 40 ἔτος.
§217Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Σᾶς ἀπαντῶ: Ὅσον ἀφορᾷ τὸν ἠθικὸν ἔλεγχον, νομίζω ὅτι ὑπάρχει γενικὴ ἀρχὴ ὅτι πᾶς ἄνθρωπος εἶναι ἠθικός, ἐφόσον δὲν ἔχει τις τίποτε ἐναντίον του. Ἔπειτα, ὅσον ἀφορᾷ τὸ νὰ μεταβαίνῃ ἀπὸ τῆς θέσεως τοῦ ἐμμίσθου παρέδρου εἰς τὴν θέσιν τοῦ πρωτοδίκου, ὑφίσταται ἕνα ἔλεγχον καὶ ἡ ὑπηρεσία εἶναι ἐκείνη ἡ ὁποία ἀνυψώνει τὸν δικαστήν, ὁ ὁποῖος διὰ τῆς τοιαύτης ἢ τοιαύτης στάσεώς του δημιουργεῖ τὴν περὶ αὐτοῦ φήμην. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας, δὲν θὰ εἶχον καμμίαν ἀντίρρησιν, σᾶς βεβαιῶ, διότι δὲν εὑρίσκω καὶ οὐσιώδη διάκρισιν. Ἀλλὰ τὴν στιγμὴν καθ’ ἣν θέλομεν νὰ ἀνανεώσωμεν τὸν δικαστικὸν κλάδον καὶ νὰ εἰσαγάγωμεν σφριγηλὰ στοιχεῖα δὲν εἶναι ἐποικοδομητικὸν καὶ πρακτικὸν αὐτοῦ τοῦ σκοποῦ τὸ νὰ ἐπιτρέψωμεν εἰς ἀνθρώπους ἄγοντας ἡλικίαν 40 ἐτῶν νὰ δίδουν ἐξετάσεις· καὶ 35 ἐτῶν ἀκόμη εἶναι πολύ.
§218Α. ΚΟΥΤΡΑΣ. Ἔρχομαι ἤδη εἰς τὰ προσόντα τῆς προαγωγῆς. Οἱ μετὰ τὸ 1917 νόμοι ἐμείωσαν ταῦτα μόνον ὡς πρὸς τὸν χρόνον ὁ ὁποῖος ἀπῃτεῖτο ἵνα προαχθῇ τις ἀπὸ μιᾶς βαθμίδος εἰς τὴν ἀμέσως ἀνωτέραν. Νομίζω ὅμως ὅτι δὲν εἶναι σκόπιμον νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὰ ἀρχικὰ ταῦτα προσόντα καὶ παραβλέψωμεν τὴν ἱκανότητα τῶν νεωτέρων δικαστῶν, ἀφοῦ μεταξὺ τοιούτων ἴσης ἱκανότητος καὶ ὡς ἔχει ἤδη ὁ νόμος προτιμῶνται οἱ ἀρχαιότεροι.
§219Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἐπειδὴ καὶ τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Ρέντη τὴν ἀπέσυρα, ἡ ὁποία εἶναι σχετικὴ μὲ τὰς προαγωγὰς καὶ τοὺς διορισμούς, θὰ ἤμην διατεθειμένος νὰ συζητήσωμεν ἐν ἄλλῳ νομοσχεδίῳ τὸ ζήτημα τοῦτο.
§220Α. ΚΟΥΤΡΑΣ. Ἡ τελευταία μου ἐπὶ τοῦ προκειμένου παρατήρησις εἶναι αὕτη: Καταργεῖται μεταξὺ τῶν ἄλλων καὶ τὸ ἄρθρον 7 τοῦ νόμου 767. Διὰ τοῦ ἄρθρου τούτου, ὡς γνωστόν, ἐπιτρέπεται νὰ τοποθετῶνται εἰς τὰς θέσεις Προέδρων καὶ Εἰσαγγελέων Πρωτοδικῶν Ἀθηνῶν καὶ Θεσσαλονίκης ἐφέται καὶ ἀντεισαγγελεῖς Ἐφετῶν. Τοῦτο βεβαίως ἐγένετο οὐχὶ ἄνευ λόγου, ἀλλὰ συνεπείᾳ ἀνάγκης, διότι ἐθεωρήθη ὅτι δυνατὸν ἐν δεδομένῃ περιπτώσει νὰ μὴ ὑπάρχουν οἱ κατάλληλοι δικασταὶ διὰ τὰς θέσεις αὐτάς. Ἡ προκάτοχος μάλιστα Κυβέρνησις τοῦ ἐκ Μαντινείας ἀξιοτίμου πολιτευτοῦ ἠθέλησε νὰ ἐπεκτείνῃ τὸ μέτρον, προτείνασα ὅπως καὶ εἰς ἄλλα Πρωτοδικεῖα εἶναι δυνατὸν νὰ τοποθετῶνται ἐφέται ὡς Πρόεδροι διὰ νὰ χρησιμεύσουν ὡς διδάσκαλοι τῶν νέων δικαστῶν, οἱ ὁποῖοι δὲν φαίνεται νὰ εἶναι, τό γε νῦν ἔχον, κατά τι μέρος ἄρτιοι διὰ τὸ ἔργον των. Ἐγὼ ὁμολογῶ ὅτι δὲν συμφωνῶ μὲ τὴν ἄποψιν ταύτην τῆς ἐπεκτάσεως τοῦ μέτρου, διότι νομίζω ὅτι ἀδικεῖ τοὺς τακτικοὺς Προέδρους τῶν ἐπαρχιακῶν Πρωτοδικείων. Φρονῶ ὅμως ἀντιθέτως ὅτι οἱ λόγοι οἱ ὁποῖοι ἐπέβαλον τὴν τοποθέτησιν ἐφετῶν καὶ ἀντεισαγγελέων Ἐφετῶν ὡς Προέδρων καὶ Εἰσαγγελέων τῶν Πρωτοδικείων Ἀθηνῶν καὶ Θεσσαλονίκης δὲν ἐξέλιπον παντάπασιν ἤδη, ὥστε νὰ ὑπάρχῃ περίπτωσις καταργήσεως τοῦ σχετικοῦ νόμου. Εἶναι δικαίωμα τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου νὰ ἐκλέξῃ μεταξὺ τακτικοῦ Προέδρου καὶ ἐφέτου. Βεβαίως δὲ θὰ ἐκλέξῃ τὸν ἐφέτην μόνον ἂν δὲν εὕρῃ Πρόεδρον κατάλληλον διὰ τὴν θέσιν ταύτην. Διατί θέλετε νὰ στερήσετε τὸ Συμβούλιον, εἰς τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἔχωμεν ἐμπιστοσύνην ὅτι θὰ ἐκλέξῃ τοὺς καλυτέρους, διατί, ἐπαναλαμβάνω, θέλετε νὰ τὸ στερήσετε τῆς εὐκαιρίας νὰ ἐκλέξῃ τοὺς καταλληλοτέρους; Ἢ μήπως νομίζετε ὅτι ἡ θέσις τοῦ Προέδρου Πρωτοδικῶν Ἀθηνῶν καὶ Θεσσαλονίκης ἀπαιτεῖ ὀλιγώτερα προσόντα ἢ ἐκείνη τοῦ ἐφέτου; Γνωρίζετε ἐκ τῆς δικηγορικῆς σας πείρας, κ. Ὑπουργέ, ὅτι εἰς τὰς χεῖρας τῶν δικαστῶν τούτων ὁ νόμος ἔχει ἐμπιστευθῆ πολὺ μεγάλα δικαιώματα. Σᾶς ἀναφέρω τὴν σημασίαν τῆς ἐπ’ ἀναφορᾷ διαδικασίας καὶ ἄλλα δικαιώματα τὰ ὁποῖα ἀσκοῦν οἱ δικασταὶ οὗτοι. Νομίζω λοιπὸν ὅτι πρέπει νὰ παραμείνῃ τὸ δικαίωμα τῆς τοποθετήσεως εἰς τὰς θέσεις αὐτὰς καὶ ἐφετῶν, ἀφοῦ, ὡς προεῖπον, ὑπὸ τοῦ ἁρμοδίου Συμβουλίου θὰ γίνεται ἡ τοποθέτησις αὕτη μόνον ἂν καὶ ἐφόσον κριθῇ ἀναγκαία, μὴ ὑπαρχόντων τακτικῶν Προέδρων καὶ Εἰσαγγελέων καταλλήλων. Ἐμελέτησα ἐπισταμένως τὰ ἐναντία ἐπιχειρήματά σας, κ. Ὑπουργέ, ἀλλ’ ὁμολογῶ ὅτι δὲν μὲ πείθουν παντάπασιν. Ὁ ἔλεγχος ὑπὸ ὁμοιοβάθμων, τὸν ὁποῖον ἀναφέρετε, δὲν ὑφίσταται μόνον εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν, ἀφοῦ οἱ ἐλέγχοντες εἶναι ὁλόκληρον δικαστήριον.
§221Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Πῶς δὲν εἶναι πρωτοφανές, ἀφοῦ ἐξαιρεῖται;
§222Α. ΚΟΥΤΡΑΣ. Καὶ τὸ δικαστήριον παρ’ ᾧ ὑπηρετεῖ ὁ Πρόεδρος δύναται νὰ μεταρρυθμίζῃ κατὰ κανόνα τὰς ἀποφάσεις του. Ἑπομένως οὐ μόνον οἱ ὁμοιόβαθμοι, ἀλλὰ καὶ οἱ κατώτεροι, ὡς δικαστήριον, μεταρρυθμίζουν προεδρικὰς ἀποφάσεις. Διὰ τοῦτο εἶπον ὅτι τὸ πρᾶγμα δὲν εἶναι πρωτοφανὲς ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Ἐξ ἄλλου τὸ παρ’ ὑμῶν ἐπικαλούμενον primus inter pares ἔχει ἀξίαν μόνον ὡς πρὸς τὴν δικαστικὴν ψῆφον τοῦ Προέδρου, ἡ ὁποία θὰ εἶναι ἡ αὐτὴ καὶ ἂν οὗτος εἶναι ἐφέτης. Ὁ προεδρεύων ἐφέτης θὰ εἶναι ἐπίσης primus inter pares.
§223Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Εἶναι.
§224Α. ΚΟΥΤΡΑΣ. Τὰ ἐπὶ πλέον ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα ἀναφέρετε ἐπίσης, δὲν εἶναι πειστικά, διότι λησμονοῦν τὴν βάσιν καθ’ ἣν εἰς τοὺς ἐφέτας θὰ προσφύγωμεν ἐλλείψει καταλλήλων τακτικῶν Προέδρων. Ἑπομένως παρακαλῶ νὰ δεχθῆτε τὴν σχετικὴν τροπολογίαν μου.
§225Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Κύριοι, διὰ τὴν τελευταίαν αὐτὴν τροπολογίαν ἡ ὁποία ἐτέθη ὡς οὐρὰ τῶν προηγουμένων δὲν ἐπερίμενα νὰ γίνῃ τοιαύτη ἀντίρρησις, καθόσον μάλιστα πρόκειται περὶ τεσσάρων προσώπων διὰ τὰς Ἀθήνας καὶ τὴν Θεσσαλονίκην. Ἂν ἦτο γενικὸν τὸ πρᾶγμα, ἠδύνατο νὰ μᾶς ἀπασχολήσῃ. Ἐρευνήσας πολλὰς νομοθεσίας δὲν εὗρον τοιαύτην διάταξιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἀποσπᾶται εἷς ἐφέτης ὁ ὁποῖος ἔχει δύο βαθμούς, τὸν τοῦ Προέδρου τῶν Πρωτοδικῶν καὶ τὸν τοῦ ἐφέτου, ἀποσπᾶται, λέγω, εἰς τὴν θέσιν τοῦ Προέδρου. Τοιαύτην διάταξιν, ἐπαναλαμβάνω, δὲν εὗρον. Αὐτὸ ἐγένετο παρ’ ἡμῖν μόνον κατὰ τὸ 1917· ἴσως νὰ ὑπῆρχεν ἔλλειψις τότε καὶ νὰ ἐδικαιολογεῖτο τὸ μέτρον. Ἂν παρακολουθήσωμεν τὴν ἐξέλιξιν τοῦ μέτρου, δὲν εὑρίσκομεν ἐπιτυχίαν. Δὲν θέλω νὰ ἀναφέρω πρόσωπα, ἀλλὰ θὰ ἀναφέρω ἕνα ἐφέτην, ὅστις καταλαβὼν ἄλλοτε τὴν θέσιν τοῦ Προέδρου τῶν Πρωτοδικῶν ἐν Ἀθήναις ἐκίνησε τὴν ἀγανάκτησιν πάντων. Οἱ Δικηγορικοὶ Σύλλογοι Ἀθηνῶν, Πατρῶν καὶ Πειραιῶς ἐζήτησαν τὴν ἀπομάκρυνσίν του καὶ ὁ κύριος αὐτός, ὁ ὁποῖος ἐξετέλει τὰ ἔργα τοῦ Προέδρου τῶν Πρωτοδικῶν, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐκτοπισθῇ, ὁ δὲ Ἄρειος Πάγος παρ’ ὅλας τὰς ψηφοφορίας, διότι κατήντησε δικαστὴς νὰ τεθῇ ὑπὸ ψηφοφορίαν καὶ νὰ λάβῃ 300 καὶ πλέον μαῦρα καὶ νὰ λάβῃ, δὲν γνωρίζω μὲ πόσους ἐξευτελισμούς, ὀλίγας ψήφους ὑπὲρ αὐτοῦ, ὁ Ἄρειος Πάγος, λέγω, ἐπέμενε νὰ διατάσσῃ ἀποδείξεις καὶ τέλος ἠρνήθη τὴν ἐκτόπισιν τοῦ εἰρημένου ἐφέτου ἐκ τῆς θέσεως τοῦ Προέδρου Πρωτοδικῶν ἐν Ἀθήναις. Κατήντησε τὸ συμβούλιον τοῦ Δικηγορικοῦ Συλλόγου νὰ μεταβῇ εἰς τὴν τότε Κυβέρνησιν καὶ νὰ ζητήσῃ τὴν ἀπομάκρυνσίν του, ἀπειλῆσαν ὅτι ἄλλως θὰ τὸν κατεβάσῃ κάτω ἀπὸ τὴν ἕδραν. Διατί νὰ γίνῃ αὐτό;
§226Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂν ἦτο Πρόεδρος, δὲν θὰ συνέβαινεν αὐτό;
§227Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὄχι· οἱ ἔχοντες τοὺς δύο βαθμούς....
§228Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ δικαστὴς ἐκεῖνος ἦτο τύπος καὶ ὑπογραμμός.
§229Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Κύριε Μερλόπουλε, σᾶς παρακαλῶ· ἡ γνώμη τῶν 300 δικηγόρων ἦτο πεπλανημένη; Τώρα ἔρχομαι εἰς τὸν θεσμόν. Ὁ θεσμὸς δὲν ὑπάρχει οὐδαμοῦ, ἔχει δὲ τὰ ἄτοπα τὰ ὁποῖα ἀναφέρω ἐν τῇ ἐκθέσει. Πρῶτον εἶναι ἀνακόλουθον νὰ εἶναι Πρόεδρος ὁ ἐφέτης. Ὁ Πρόεδρος σήμερον ἔχει εὐρεῖαν δικαιοδοσίαν καὶ μάλιστα ἐν Ἀθήναις. Καὶ κατόπιν αὐτοῦ τοῦ Προέδρου ἐφέτου αἱ ἀποφάσεις νὰ ἐλέγχωνται ἀπὸ ἕνα ἐφέτην ὁμοιόβαθμον ἢ καὶ νεώτερον αὐτοῦ, εἰς ἃς περιπτώσεις χωρεῖ ἔφεσις. Δεύτερον εἶναι ἀνακόλουθον τελείως, τοὺς πρωτοδίκας, ὧν πολλοὶ σήμερον εἶναι νεαροὶ καὶ συνεσταλμένοι, τινὲς δὲ καὶ ἀκατάρτιστοι, εἶναι ἀνακόλουθον, λέγω, νὰ τοὺς προεδρεύῃ ἄλλος δικαστὴς ὅστις ὑπερέχει κατὰ δύο βαθμούς. Ὁ Οἰκονομίδης καὶ ἄλλοι συγγραφεῖς λέγουν ὅτι ὁ Πρόεδρος πρέπει νὰ εἶναι primus inter pares, πρῶτος ἐν τοῖς ἴσοις. Δὲν εἶναι ὅμως πρῶτος ἐν τοῖς ἴσοις ὁ ἔχων δύο βαθμούς· εἶναι supremus inter inferiores. Ἔχομεν δὲ καὶ σχετικὴν διάταξιν ἐν τῇ νομοθεσίᾳ ἡμῶν. Πράγματι ἐν ταύτῃ εὑρίσκομεν τὴν σοφὴν διάταξιν καθ’ ἣν ὁ Πρόεδρος ἐν ταῖς διασκέψεσι ψηφίζει τελευταῖος, ἥτις, ὡς ἀναφέρει ὁ Οἰκονομίδης, σκοπὸν ἔχει νὰ μὴ ἐπηρεάζωνται οἱ νεώτεροι καὶ μᾶλλον συνεσταλμένοι δικασταί. Καὶ ἂν θελήσωμεν νὰ εἴπωμεν ὅτι δὲν ἔχομεν ἱκανοὺς πρωτοδίκας διὰ νὰ καταλάβωσιν αὐτὴν τὴν θέσιν τοῦ Προέδρου, τοῦτο σημαίνει ὅτι δὲν ἔχομεν καθόλου ἱκανοὺς δικαστάς. Τρίτον ἀντίκειται εἰς τὴν περαιτέρω μόρφωσιν τοῦ δικαστοῦ αὐτό, τὸ νὰ καταλαμβάνῃ ὁ ἐφέτης τὴν θέσιν τοῦ Προέδρου Πρωτοδικῶν, δηλαδὴ νὰ ἐπανέρχεται εἰς τὴν θέσιν Προέδρου Πρωτοδικῶν. Ἔχει δὲ τοῦτο καὶ τὸ ἄλλο οὐσιαστικὸν μειονέκτημα, ὅτι, ὅταν καταλαμβάνωσι τὴν θέσιν τοῦ Προέδρου τῶν δύο μεγάλων Πρωτοδικείων οἱ ἐφέται, ἀποκλείονται συνήθως ἀπὸ τῆς θέσεως αὐτῆς καὶ ἀπογοητεύονται οἱ Πρόεδροι Πρωτοδικῶν καὶ ὅλοι οἱ ἄλλοι προαγόμενοι πρωτοδίκαι. Ἐκτὸς τούτου ὁ πρωτοδίκης ἢ ὁ Πρόεδρος τῶν Πρωτοδικῶν, ὅστις ἔγινεν ἐφέτης, πρέπει νὰ μεταβῇ εἰς τὸ Ἐφετεῖον, ἵνα καταλάβῃ τὴν θέσιν τοῦ ἐφέτου καὶ ἐργασθῇ ὡς ἐφέτης, διότι κατ’ ἄλλον τρόπον ἐργάζεται ὁ πρωτοδίκης, κατ’ ἄλλον ὁ Πρόεδρος Πρωτοδικῶν, κατ’ ἄλλον ὁ ἐφέτης καὶ κατ’ ἄλλον ὁ ἀρεοπαγίτης. Κατὰ συνέπειαν, τούτων οὕτως ἐχόντων, ματαιοῦται ὁ σκοπὸς τοῦ νόμου, ὅστις εἶναι νὰ ἐργάζεται ἐκ περιτροπῆς πᾶς δικαστὴς καθ’ ὅλα τὰ στάδια τῆς δικαστικῆς ἱεραρχίας καὶ ἐν τῷ ἀνωτέρῳ δικαστηρίῳ, ἵνα μορφοῦται πληρέστερον εἰς πᾶσαν ὕλην. Δὲν εἶναι λοιπὸν ὀρθὸν νὰ ἐπανέρχεται ὁ ἐφέτης εἰς τὴν θέσιν καὶ τὰ καθήκοντα τοῦ Προέδρου Πρωτοδικῶν. Ὁ Garsonnet ἀναφέρει τὰ κρατοῦντα σχετικῶς ἀπὸ αἰῶνος ἐν Γαλλίᾳ καὶ διὰ νόμου τεθεσπισμένα. Ἐκεῖ ἔχουσι τὸ λεγόμενον roulement des juges. Τοῦτο σημαίνει ὅτι δι’ ὅλων τῶν τμημάτων ἑκάστου δικαστηρίου πρέπει νὰ διέρχωνται ὅλοι οἱ δικασταὶ καὶ νὰ ἐναλλάσσωνται εἴς τε τὰ πολιτικὰ καὶ τὰ ποινικά, διότι οἱ δικασταὶ παραμένοντες ἐπὶ πολὺν χρόνον εἰς τὰ ποινικὰ ὡς ἀνακριταὶ γίνονται σκαιοὶ καὶ σκληροὶ καὶ συνηθίζουν νὰ θεωροῦν ἐνόχους πάντας τοὺς κατηγορουμένους. Δὲν πρέπει λοιπὸν καὶ οἱ πρωτοδίκαι, γινόμενοι Πρόεδροι, νὰ διέρχωνται ἀπὸ τὰς θέσεις αὐτάς, καὶ μάλιστα ὅταν ἔχωμεν ἀρίστους πρωτοδίκας, οἱ ὁποῖοι πρέπει νὰ ἔχωσι καὶ αὐτὰ τὰ δύο καλὰ Πρωτοδικεῖα ἵνα ὑπηρετήσωσιν ὡς Πρόεδροι εἰς αὐτά; Οἱ ἐφέται ἔχουσιν ἑπτὰ ὅλα Ἐφετεῖα νὰ ἐργασθῶσιν, ὥστε δὲν ἔχουσιν ἀνάγκην καὶ τῶν δύο αὐτῶν καλῶν Πρωτοδικείων. Ἄλλο ἄτοπον προέρχεται ἐκ τοῦ ὅτι εἰς τὸν τοιοῦτον Πρόεδρον, τὸν ἐκ τῶν ἐφετῶν, δὲν ὑπάρχει ὁ ζῆλος ὅστις ὑφίσταται φυσικῶς εἰς τὸν Πρόεδρον Πρωτοδικῶν, τὸν κατέχοντα τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου. Οὗτος φιλοτιμεῖται νὰ ἐκπληροῖ καλῶς τὸ καθῆκόν του, ἵνα, ἀναδεικνυόμενος, προαχθῇ εἰς ἀνωτέραν θέσιν, ἐνῷ ὁ ἄλλος, ὁ ἐφέτης, κατέχει ἤδη, ἂς εἴπωμεν οὕτω, τὸν ἀνώτερον βαθμὸν καὶ ἀδιαφορεῖ διὰ τὴν περαιτέρω προαγωγήν του. Ἂς δεχθῶμεν λοιπὸν καὶ ἂς ψηφίσωμεν οὕτω τὸ νομοσχέδιον ἐν τῇ πεποιθήσει ὅτι οὕτω πράττοντες προσφέρομεν μεγίστην ὑπηρεσίαν εἰς τὴν Δικαιοσύνην, εἰς ἐποχὴν μάλιστα κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ Κράτος μας βαδίζει εἰς πρόοδον καὶ εἰς νέον πολιτισμόν. (Χειροκροτήματα). (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον).
§230ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου μόνου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ αὐξήσεως κατὰ τὴν χρῆσιν 1924– 1925 τῆς ὑπὲρ τοῦ Γενικοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Ταμείου ἐκτάκτου συνδρομῆς τοῦ Δημοσίου» (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον καὶ τὸ σύνολον). Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κατασκευῆς διακλαδώσεως σιδηροδρόμου μέχρι τῆς πόλεως Λεβαδείας». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τῶν ἀποδοχῶν τῶν καθηγητῶν τῶν θρησκευτικῶν μαθημάτων». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυριακῆς ἀναπαύσεως κλπ.». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ὑπολογισμοῦ τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας τῶν ὑποψηφίων δικηγόρων ὡς χρόνου παρὰ δικηγόρῳ ἀσκήσεως καὶ ἄλλων τινῶν διατάξεων. (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συνεχίσεως τῆς ἐπιτάξεως οἰκιῶν ἐν αἷς τὰ γραφεῖα τῶν σιδηροδρόμων τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους καὶ ἄλλων κρατικῶν ὑπηρεσιῶν».
§231Γ. ΚΙΑΓΙΑΣ. Νὰ ἀναβληθῇ, κ. Πρόεδρε, αὐτό.
§232ΤΙΝΕΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Εἶναι ἀνάγκη νὰ ψηφισθῇ· εἶναι ἐπεῖγον, κύριε Πρόεδρε. (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον).
§233ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 30 Σεπτεμβρίου ἔ. ἔ. Ν. Δ. περὶ ἀναγνωρίσεως ὡς νομικοῦ προσώπου τοῦ νοσοκομείου Προσφύγων Ἀθηνῶν». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ῥυθμίσεως τῶν ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τῆς περὶ ἐξωτερικοῦ συναλλάγματος ἀπὸ 29 Μαΐου 1921 νομοθεσίας προκυψάντων ζητημάτων». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀναγραφῆς πιστώσεως ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν διὰ τὴν ἐκτύπωσιν μελέτης περὶ ἀναλογικῆς ἐκλογῆς». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). Τὰ λοιπὰ ἀναβάλλονται. Αὔριον ἔχομεν κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον. Ἡ Ἡμερησία Διάταξις τῆς Νομοθετικῆς Ἐργασίας θὰ κανονισθῇ ὡς ἡ σημερινή. Λύεται ἡ συνεδρίασις διὰ νὰ ἐπαναληφθῇ ὥρᾳ 4ῃ μ.μ. αὔριον. (Ὥρα 10.25′ μ.μ.).