1924.12.03
3.336 στίχοι · 26.496 λέξεις · 232 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 116Η
Τετάρτη 3 Δεκεμβρίου 1924.
Προεδρία Κ. Ρακτιβάν
(Ὥρα 4.45′ μ.μ.).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. (Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως). Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Συνέλευσιν τὰ ἑξῆς: — Ὁ Ἐμπορικὸς Σύλλογος Αὐλωναρίου διαμαρτύρεται διὰ τὴν ἔλλειψιν τηλεγραφητοῦ εἰς τὸ ἐκεῖ τηλεγραφεῖον. — Ὁ Προσφυγικὸς Σύλλογος Κομοτηνῆς παρακαλεῖ ὅπως ἀπομακρυνθῇ ὁ βοηθὸς τοῦ ἐπιθεωρητοῦ κ. Ρηγιανός. — Ἡ «Δημοκρατικὴ Ἕνωσις» Μακεδονίας παρακαλεῖ ὅπως ἀκυρωθῇ τὸ Πρωτόκολλον τῆς Γενεύης. — Καπνοπαραγωγοὶ διαφόρων ἐπαρχιῶν διαμαρτύρονται διὰ τὴν ἀπαγόρευσιν τῆς ἐξαγωγῆς ἀνεπεξεργάστων καπνῶν καὶ παρακαλοῦσιν ὅπως ἀφεθῇ ἐλευθέρα ἡ ἐξαγωγή. — Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν κ. Α. Μιαούλης καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης κ. Π. Τσιτσεκλῆς ὑποβάλλουσι σχέδιον νόμου «περὶ παρακρατήσεως ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου ποσοῦ τῶν δικαιούχων ἐκ ναυτικῶν ἐπιτάξεων καὶ κανονισμοῦ ἀποζημιώσεως τῶν μελῶν τοῦ Δικαστηρίου τῶν ναυτικῶν ἐπιτάξεων». — Ὁ πληρεξούσιος κ. Δ. Πετρίτης ὑποβάλλει προσθήκην εἰς τὸ ἄρθρον μόνον τοῦ νόμου «περὶ ἑρμηνείας τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ νόμου 3119». — Οἱ πληρεξούσιοι κ.κ. Ι. Μανέτας, Θ. Κολιαλέξης, Δ. Φλωριᾶς, Δ. Λεονάρδος, Α. Πρωτοσύγκελλος, Κ. Βουδούρης καὶ πλεῖστοι ἄλλοι πληρεξούσιοι ὑποβάλλουσι σχέδιον ψηφίσματος «περὶ εἰσαγωγῆς εἰς τὴν σχολὴν τῶν Εὐελπίδων ἁπάντων τῶν καθ’ ὑπέρβασιν τοῦ ἀρχικῶς ὁρισθέντος ἀριθμοῦ ἐπιτυχόντων». — Ἡ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συνεχίσεως ἐπιτάξεως οἰκιῶν, ἐν αἷς τὰ γραφεῖα τῶν σιδηροδρόμων τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους καὶ ἄλλων κρατικῶν ὑπηρεσιῶν». Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἐπερωτήσεων. Ἔχομεν ἐκκρεμεῖς δύο ἐπερωτήσεις διὰ μὴ κατάθεσιν ἐγγράφων. Ὁ κ. Ροδόπουλος ἐπερωτᾷ τὸν Ὑπουργὸν τῆς Γεωργίας διατὶ ἀρνεῖται νὰ καταθέσῃ φακέλους κλπ.
§2Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι παρὼν ὁ κ. Ὑπουργός.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀραβαντινὸς ἐπερωτᾷ ἐπίσης τοὺς Ὑπουργοὺς τῆς Δικαιοσύνης καὶ τῆς Συγκοινωνίας. Ἀμφότεροι ἀπόντες, καὶ ὁ κ. Ἀραβαντινὸς ἀπών.
§4Α. ΠΡΑΝΤΟΥΝΑΣ. Νὰ περιμένωμεν νὰ ἔλθουν οἱ κύριοι Ὑπουργοί. Νὰ γίνῃ διακοπὴ 5 λεπτῶν, διότι δὲν εἴμεθα καὶ ἐν ἀπαρτίᾳ.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅταν δὲν εἴμεθα ἐν ἀπαρτίᾳ, ἠξεύρετε τὸν τρόπον, φέρετε ἔνστασιν, ἂν θέλετε, νὰ διαλυθῇ ἡ συνεδρίασις. Ἡ πληροφορία μου εἶναι ὅτι ἐντὸς τοῦ καταστήματος τοῦ Βουλευτηρίου, εἰς τὰ δωμάτια καὶ εἰς τοὺς διαδρόμους εἶναι πολλοὶ πληρεξούσιοι. Ὁ κ. Πραντούνας ἔχει ἐπερώτησιν διὰ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν. Φυσικὰ πρέπει νὰ εἶναι ἐδῶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν. Ἐπίσης ὁ κ. Πραντούνας διὰ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν.
§6Α. ΠΡΑΝΤΟΥΝΑΣ. Θὰ παρακαλέσω νὰ μοῦ δώσετε τὸν λόγον μόλις ἔλθουν οἱ κύριοι Ὑπουργοί.
§7Π. ΜΑΖΑΡΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, προτιμήσατε τὰς ἐπερωτήσεις διὰ τὰς ὁποίας εἶναι παρόντες οἱ ἁρμόδιοι Ὑπουργοί.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀκριβῶς αὐτὸ θὰ κάμω· ἀλλ’ ἐπειδὴ ἔχουν δικαίωμα οἱ κύριοι πληρεξούσιοι νὰ ἐπερωτῶσι καὶ ἀπόντων τῶν κυρίων Ὑπουργῶν, διὰ τοῦτο ἐρωτῶ τοὺς κυρίους ἐπερωτῶντας. Οἱ κ.κ. Κ. Βουδούρης καὶ Γ. Σολδᾶτος ἐπερωτῶσι τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Κοινωνικῆς Προνοίας διὰ τὰς ἀπονεμομένας συντάξεις.
§9Κ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἔχομεν ὑποβάλει ἐπερώτησιν διὰ τὰς ἀπονεμομένας συντάξεις. Τὸ ζήτημα εἶναι σοβαρώτατον καὶ πρέπει πρὸ παντὸς νὰ λάβῃ γνῶσιν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ ἐπερώτησις ἀπευθύνεται πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Κοινωνικῆς Προνοίας, ἀλλ’ εἶναι ὁ ὀλιγώτερον ἐνδιαφερόμενος. Παρακαλῶ νὰ προταχθῇ ἡ ἐπερώτησις αὐτή, διότι εἶναι ζήτημα τὸ ὁποῖον δὲν θὰ διαρκέσῃ καὶ πολύ.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπόν, ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Κοινωνικῆς Προνοίας δὲν θέλῃ, ἂς ἀναβληθῇ διὰ τὴν προσεχῆ ἡμέραν ἐπερωτήσεων.
§11Κ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶναι ἀνάγκη νὰ παρίσταται ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἡ λοιπὴ Κυβέρνησις, διότι εἶναι ζήτημα τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ ὁλόκληρον τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία πρέπει νὰ λάβῃ σύντονα καὶ σοβαρὰ μέτρα. Παρακαλῶ νὰ περιμένετε νὰ ἔλθῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ.κ. Ι. Παπαθεοδώρου, Ν. Σταματιάδης, Κ. Ἀλαβάνος, Α. Δενδρινὸς καὶ Σ. Κρεμεζῆς ἐπερωτῶσι τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν διὰ ποῖον λόγον δὲν εἶναι ὁμοιόμορφος ἡ φορολογία τοῦ ἐλαίου.
§13Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἔχει ὑποβληθῇ νομοσχέδιον καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν θὰ ληφθῶσι μέτρα.
§14Σ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον δὲν προβλέπει ἐξίσωσιν τῶν τρόπων τῆς εἰσφορᾶς τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ ἐλαίου καθ’ ἅπαν τὸ Κράτος, καθόσον εἰς τὴν Παλαιὰν Ἑλλάδα, ἐξαιρέσει ὀλίγων ἐπαρχιῶν, ὁ φόρος καταβάλλεται εἰς τὰ ἐλαιοτριβεῖα, ἀλλὰ εἰς τὸν Βόλον, Γύθειον, Ἰονίους Νήσους, Κρήτην, Σάμον ὁ φόρος αὐτὸς καταβάλλεται κατὰ τὴν ἐξαγωγὴν εἴτε ἐκ τοῦ δήμου εἴτε ἐκ τοῦ τελωνείου. Ἡ οὐσιαστικὴ διαφορὰ ἔγκειται εἰς τοῦτο, ὅτι οἱ παραγωγοὶ τῶν ἐπαρχιῶν οἱ ὁποῖοι καταβάλλουσι τὸν φόρον εἰς τὰ ἐλαιοτριβεῖα πληρώνουν φόρον καὶ ἐπὶ τοῦ ἐλαίου τὸ ὁποῖον αὐτοὶ καταναλίσκουν διὰ τὰς οἰκογενείας των, ἐνῷ εἰς τὰ ἄλλα μέρη, ὅπου ὁ φόρος αὐτὸς εἰσπράττεται κατὰ τὴν ἐξαγωγὴν, ὄχι μόνον διὰ τὸ ὑπ’ αὐτῶν χρησιμοποιούμενον ἔλαιον δὲν καταβάλλουν φόρον, ἀλλὰ καὶ δι’ ὅλον τὸ ἔλαιον, τὸ ὁποῖον γίνεται ἀντικείμενον φορολογίας ἐντὸς τῆς ἐπαρχίας, ἀπαλλάσσονται τῆς φορολογίας. Τὸ κατατεθὲν νομοσχέδιον δὲν προβλέπει τὴν τοιαύτην λύσιν τῆς ἀνισότητος.
§15Α. ΘΕΟΛΟΓΙΤΗΣ. Πρέπει νὰ εἶναι ἐξίσωσις εἰς ὅλα τὰ φορολογικὰ βάρη. Νὰ μὴ ὁμιλῶμεν περὶ προτιμήσεων. Γενικὴν ἐξίσωσιν θέλομεν.
§16Σ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Ὁ κ. συνάδελφος μέμφεται ἡμᾶς ὅτι ἡμεῖς ζητοῦμεν προνομιακῶς νὰ μὴ πληρώνωμεν φόρον, ἐνῷ ἡμεῖς καὶ ἐκ τοῦ Συντάγματος ἔχομεν τὸ δικαίωμα, ὡς ἀντιπρόσωποι ἐπαρχιῶν παραγωγικῶν, νὰ ζητήσωμεν ὅπως ὅλοι οἱ Ἕλληνες φορολογοῦνται ἐξ ἴσου. Καὶ ἐρωτῶ τὸν κ. συνάδελφον: Ποῖος κατέβαλε φόρον διὰ τὸ ἔλαιον τὸ ὁποῖον καταναλίσκεται ἐπιτοπίως; Ἡ ἐπαρχία τὴν ὁποίαν ἀντιπροσωπεύω πληρώνει τὸ λάδι καὶ διὰ τὸ κανδῆλι τῶν εἰκόνων τῆς Παναγίας. Ἡμεῖς ἔχομεν τὴν ἀξίωσιν ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἐξισωθῇ ὁ τρόπος αὐτὸς τῆς εἰσπράξεως τοῦ φόρου τοῦ ἐλαίου, εἰς τρόπον ὥστε ὅλοι οἱ Ἕλληνες ἐλαιοπαραγωγοὶ νὰ καταβάλλωσι τὸν αὐτὸν φόρον διὰ τὸ ἔλαιον καὶ ἐπ’ αὐτοῦ ἀναμένομεν μίαν ἀπάντησιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν.
§17Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ὑπάρχει τροπολογία ἡ ὁποία θὰ συζητηθῇ κατὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου.
§18Δ. ΒΑΡΕΛΑΣ. Δὲν εἴδομεν καμμίαν τροπολογίαν.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Φραγκούδης ἐπερωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης πόσοι καταδικασθέντες εἰς θάνατον ὑπὸ τῶν Κακουργιοδικείων ὑπάρχουσιν εἰς τὰς φυλακὰς τοῦ Κράτους.
§20Γ. ΦΡΑΓΚΟΥΔΗΣ. Εἴμεθα, κύριοι συνάδελφοι, δυστυχῶς, τὸ ἐγκληματικώτερον τῶν Ἐθνῶν. Μᾶς λείπουν στατιστικαὶ συγκριτικαί, ἀπὸ δεκαετίας δὲ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης ἔπαυσε νὰ δημοσιεύῃ στατιστικὰς ἐγκληματικὰς καὶ δι’ αὐτὴν τὴν Ἑλλάδα. Τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης λέγει ὅτι δὲν ἔχει τὰ μέσα νὰ ἐκδίδῃ τακτικὰς στατιστικάς, διότι τὸ Ἐθνικὸν Τυπογραφεῖον δὲν ἐπαρκεῖ εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους, ἀλλ’ εἶναι γνωστὸν ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ ἔχωμεν δικαιοσύνην καὶ ἐπιστήμην ἐγκληματολογικὴν δίχως στατιστικήν. Ἂν τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης ἐνεφορεῖτο ἀπὸ πνεῦμα νεωτεριστικόν, ἀντὶ νὰ ξεφουρνίζῃ νομοσχέδια, νὰ ἐφρόντιζε πρὸ παντὸς νὰ μεταβάλῃ μίαν φυλακὴν τοῦ Κράτους, ὡς τὰς φυλακὰς Ἀβέρωφ, εἰς Τυπογραφεῖον. Ἐπεσκέφθην τελευταίως μίαν φυλακὴν εἰς τὴν Γαλλίαν, ἡ ὁποία εἶναι ἓν τελειότατον Τυπογραφεῖον. Ἐκεῖ μόνον τὰ ἐπείγοντα ἀποστέλλονται εἰς τὸ Ἐθνικὸν Τυπογραφεῖον. Σήμερον δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν στατιστικήν, ἡ ὁποία ἐθεωρήθη πρὸ δεκαετίας ὅτι ὑπῆρξεν ἕνας μεγάλος νεωτερισμός. Ἐν τούτοις κατώρθωσα νὰ λάβω ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης πληροφορίας ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐγκληματικότητα ἐν Ἑλλάδι καὶ τοιουτοτρόπως ἐπὶ τῇ βάσει μηνύσεων καὶ ἀνακρίσεων ἔμαθα ὅτι κατὰ τὸ 1923 ἐγένοντο 1206 καὶ πλέον ἀνθρωποκτονίαι ἐν Ἑλλάδι, ἐκτὸς τῶν ἐξ ἀμελείας φόνων, τὸ ὁποῖον, ἐπὶ πληθυσμοῦ 6.000.000 περίπου πρὸ ἑνὸς ἔτους, ἀναλογεῖ 200 ἐγκλήματα φόνων ἐπὶ ἑνὸς ἑκατομμυρίου. Γνωρίζομεν ἐκ μελέτης ὅτι τὸ ἐγκληματικώτερον Ἔθνος σήμερον εἰς τὴν Εὐρώπην εἶναι ἡ Ἰταλία καὶ εἰς τὴν Ἀμερικὴν αἱ Ἡνωμέναι Πολιτεῖαι. Εἰς τὰς Ἡνωμένας Πολιτείας ἐγένοντο κατὰ τὸ 1923 10.000 ἀνθρωποκτονίαι, τὸ ὁποῖον σημαίνει ὅτι ἔχομεν 85 τοιαύτας ἐπὶ ἑνὸς ἑκατομμυρίου, ἄρα ἡμεῖς ἔχομεν σχεδὸν διπλασίαν ἐγκληματικότητα ἀπὸ τὰς Ἡνωμένας Πολιτείας. Ἡ Ἰταλία ἔχει 100 ἀνθρωποκτονίας ἐπὶ ἑνὸς ἑκατομμυρίου, ἄρα ἔχομεν ἀκριβῶς διπλασίαν ἐγκληματικότητα ἀπὸ τὴν Ἰταλίαν. Τώρα τὰ ὀλιγώτερον ἐγκληματικὰ Ἔθνη εἶναι ἡ Ἀγγλία καὶ ἰδιαιτέρως ἡ Σκωτία. Εἰς τὴν Σκωτίαν ἐγένοντο μόνον 5 φόνοι ἐπὶ ἑνὸς ἑκατομμυρίου, τὸ ὁποῖον σημαίνει ὅτι εἴμεθα 60 φορὰς ἐγκληματικώτεροι τῶν Σκωτσέζων· φονεύεται 1 Σκωτσέζος καὶ 60 Ρωμηοί. Ἐννοεῖται ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ φθάσωμεν εἰς τὴν ἐγκληματικότητα τῆς Σκωτίας καὶ τῆς Ἑλβετίας, ἀλλὰ συγκρίνομεν ἑαυτοὺς πρὸς ἄλλους λαούς, ὅπως τὰς Ἡνωμένας Πολιτείας καὶ τὴν Ἰταλίαν, ὅπου ἡ ἐγκληματικότης εἶναι ἐπίσης μεγάλη, ἀλλὰ πάντως κατὰ τὸ ἥμισυ μικροτέρα τῆς ἰδικῆς μας. Τὰ αἴτια τῆς ἐγκληματικότητος ἐν Ἑλλάδι εἶναι πολλὰ καὶ δὲν ἠμποροῦμεν νὰ τὰ συζητήσωμεν αὐτὴν τὴν στιγμήν. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον μᾶς ἐνδιαφέρει εἶναι ὅτι ἡ Πολιτεία ἐν Ἑλλάδι εἶναι ἡ ὠθοῦσα τὸν πολίτην εἰς τὸ ἔγκλημα. Ἕνας ἐκ τῶν συντελεστῶν τῆς ἐγκληματικότητος εἶναι ἀναμφισβητήτως καὶ ἡ μεγάλη ἐπιείκεια ἡ ὁποία ἐπιδεικνύεται κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη πρὸς τοὺς ἐγκληματίας.
§21Γ. ΚΙΑΓΙΑΣ. Ἐλάβετε τὴν στατιστικὴν τὴν πρὸ τοῦ 1915;
§22Γ. ΦΡΑΓΚΟΥΔΗΣ. Σᾶς εἶπον ὅτι ἐλλείπουν συγκριτικαὶ στατιστικαί.
§23Γ. ΚΙΑΓΙΑΣ. Ἔπρεπε νὰ τὴν κάμετε, διότι τώρα εἶναι ἐξαιρετικαὶ περιστάσεις.
§24Γ. ΦΡΑΓΚΟΥΔΗΣ. Ἐγὼ θέλω νὰ εἴπω ὅτι τὰ τελευταῖα μέτρα τῆς ἐπιεικείας συνετέλεσαν εἰς τὴν αὔξησιν τῆς ἐγκληματικότητος, αἱ τοιαῦται δὲ ἐπιείκειαι πρὸς τοὺς ἐγκληματίας ἀριθμοῦνται κατὰ τὴν τελευταίαν δεκαετίαν. Ὁ μακαρίτης Δημητρακόπουλος εἰσηγήθη πρῶτος μέτρα ἐπιεικείας διὰ τῆς ἀναστολῆς τῶν ποινῶν, ἡ ὁποία προαπαιτεῖ πρὸ παντὸς σωφρονιστικὸν σύστημα, σημαίνει ὅτι ὑπάρχουν φυλακαὶ ὅπου οἱ ἐγκληματίαι σωφρονίζονται, ἐνῷ ἡμεῖς ἐδημιουργήσαμεν τὴν ἀναστολὴν ὡς χάριν, δηλαδὴ ὑπεβιβάσαμεν τὰς τιμωρίας τοῦ Ποινικοῦ Νόμου εἰς τὸ ἥμισυ. Ἰδοὺ ἀμέσως τὸ πρῶτον βῆμα τὸ ὁποῖον μᾶς ὤθησε πρὸς τὴν ἐγκληματικότητα.
§25Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Αὐτὸ ἔγινε τελευταίως· ὁ νόμος τοῦ Δημητρακοπούλου, ὁ ὁποῖος ἔγινε κατ’ ἀπομίμησιν τοῦ Γαλλικοῦ Νόμου, ἀφορᾷ τοὺς καταδικασθέντας εἰς ποινὴν ἐλάσσονα τῶν τριῶν μηνῶν, ὡς πρὸς τὴν ὁποίαν δύναται νὰ γίνῃ ἀναστολὴ τῆς ἐκτελέσεως. Αἱ ἄλλαι ἔγιναν τώρα τελευταίως.
§26Γ. ΦΡΑΓΚΟΥΔΗΣ. Αὐτὸ ὑπῆρξεν ἡ ἀρχή. Κατόπιν ἐπηκολούθησαν ὅλα τὰ μέτρα ἐκεῖνα τῆς ἐπιεικείας πρὸς τὸ ἔγκλημα, αἱ ἀθρόαι χάριτες, ἡ ἀμνηστία, διὰ τῶν ὁποίων ἀνοίγομεν διαρκῶς τὰς πύλας τῶν φυλακῶν. Συνέβη ὅμως κάτι τι πολὺ παράδοξον, ἡ κατάργησις ἡ σιωπηρὰ τῆς κεφαλικῆς ποινῆς. Ἀπὸ χρόνου μακροῦ ἔπαυσαν νὰ ἐκτελῶνται αἱ θανατικαὶ ἀποφάσεις χωρὶς νὰ τὰς καταργήσῃ κανεὶς νόμος καὶ χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ συνείδησις εἰς τὸ Ἔθνος ὅτι ἔπρεπε νὰ καταργηθῇ ἡ θανατικὴ ποινή. Τοῦτο δὲ καθ’ ἣν στιγμὴν ἡ Ἑλλὰς οὐδέποτε αἱματοκυλίσθη περισσότερον καὶ οὐδέποτε ἡ Πολιτεία προσέφυγεν εἰς ἐξαιρετικὰ μέτρα ἀποδεικνύοντα ὅτι τὸ Κράτος ἀπὸ τὴν μιὰ μεριὰ ἀνοίγει τὰς φυλακὰς καὶ κατόπιν, διὰ νὰ σωθῇ, τὴν τελευταίαν στιγμήν, καταφεύγει εἰς ἐξαιρετικὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα χαρακτηρίζουν τοὺς ἡμιβαρβάρους λαούς. Οὕτω καταφεύγει εἰς εἰδικὰ δικαστήρια καὶ Στρατοδικεῖα, τὸ ὁποῖον ἀποδεικνύει ὅτι ἀδρανεῖ ἡ τακτικὴ Δικαιοσύνη τοῦ Κράτους διὰ νὰ καταφεύγωμεν εἰς τὴν εἰδικὴν δωσιδικίαν. Τελευταίως ἐκάμαμεν τὰ Αἰσχροδικεῖα καὶ καταφεύγομεν σήμερον διὰ τοὺς καταχραστὰς εἰς τὰ Ἐφετεῖα, ἤτοι κηρύττομεν ὅτι τὰ τακτικὰ δικαστήρια ἔχουν χρεοκοπήσει. Ἀλλὰ αὐταὶ αἱ δύο πολιτικαὶ εὑρίσκονται εἰς ἀντίφασιν. Ἀπὸ τὸ ἓν μέρος ἔνοχος ἐπιείκεια ἐκ μέρους τοῦ Κράτους καὶ ἀπὸ τὸ ἄλλο ἀγρία αὐστηρότης καὶ ἐξαιρετικὰ μέτρα εἰς τὰ ὁποῖα καταφεύγομεν διὰ νὰ σωθῶμεν, διότι ἀντιλαμβανόμεθα ὅτι πρέπει νὰ λάβωμεν μερικὰ μέτρα ἐξαιρετικὰ διὰ νὰ σώσωμεν τὰς κεφαλάς μας ἀπὸ τοὺς λῃστάς. Δι’ αὐτὸ κακίζω τὴν Πολιτείαν, διότι διὰ τῶν μέτρων τὰ ὁποῖα λαμβάνει ὑποθάλπει τὴν λῃστείαν καὶ τὸ ἔγκλημα καὶ μᾶς ἀναγκάζει νὰ καταφεύγωμεν εἰς ἐξαιρετικὰ μέτρα διὰ τὴν περιφρούρησιν τῆς δημοσίας τάξεως. Ἡ ἐπερώτησίς μου ἀφορᾷ τὸ ἑξῆς: Βεβαίως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἶναι σημερινὸς καὶ ἡ εὐθύνη τῆς καταργήσεως τῶν ποινῶν εἶναι γενική, ἀλλ’ ἡ ἐπερώτησις δὲν γίνεται μόνον πρὸς ἔλεγχον τῶν Ὑπουργῶν. Γίνεται διὰ τὴν μελέτην τῶν ἐθνικῶν ζητημάτων καὶ διὰ νὰ λαμβάνωνται ὑπ’ ὄψιν καὶ αἱ εὐχαὶ τοῦ λαοῦ καὶ τῶν ἀντιπροσώπων αἱ γνῶμαι, διὰ νὰ ἐφιστᾶται ἡ προσοχὴ ἐπὶ τῶν μεγάλων ἐθνικῶν ζητημάτων, ἓν ἐκ τῶν ὁποίων, κατὰ τὴν γνώμην μου, εἶναι καὶ τὸ ζήτημα τῆς καταργήσεως τῆς θανατικῆς ποινῆς. Τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν χιλιάδες ἄνθρωποι τυφεκίζονται ἀπὸ τὰ Στρατοδικεῖα δι’ ἄλλα ἐγκλήματα κατηργήθη ἡ θανατικὴ ποινή. Ὑπάρχει νόμος καταργήσεως, ὑπάρχει τοιαύτη συνείδησις τοῦ Ἔθνους; Δὲν θὰ ἐξετάσω ἂν ὑπάρχει ἢ ἂν κατηργήθη καὶ εἰς τὰ ἄλλα μέρη τοῦ κόσμου διὰ νὰ τὴν καταργήσωμεν καὶ ἡμεῖς, ἀλλ’ ὅπου κατηργήθη, τοῦτο ἔγινε διὰ νόμου καὶ διὰ κοινῆς θελήσεως τοῦ Ἔθνους. Κατηργήθη εἰς δύο ἢ τρία Ἔθνη, εἰς μερικὰ δέ, ὅπως ἡ Ἰταλία, κατηργήθη διὰ νὰ ἐπανέλθῃ πάλιν. Εἶναι λοιπὸν ἐξαιρετικὴ ἡ κατάργησις τῆς θανατικῆς ποινῆς. Πολὺ δὲ περισσότερον δὲν πρέπει νὰ καταργηθῇ εἰς τὴν Ἑλλάδα, ὅπου ἡ κοινὴ συνείδησις δὲν εἶναι ὑπὲρ τῆς καταργήσεως, οὐδεὶς δὲ νόμος κατήργησε τὴν θανατικὴν ποινήν. Θέλω λοιπὸν τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως ἂν θέλει νὰ καταργηθῇ ἡ θανατικὴ ποινὴ καί, ἂν θέλῃ, νὰ φέρῃ νόμον νὰ τὴν καταργήσῃ. Δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν νόμους οἱ ὁποῖοι νὰ ἀτονοῦν καὶ νόμους τόσον σπουδαίους, τῶν ὁποίων ἡ ἀτονία διασείει τὴν δημοσίαν τάξιν καὶ τὰ δημόσια ἤθη.
§27Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἐγὼ θὰ σᾶς δώσω ἀπάντησιν εἰς τὰς πληροφορίας τὰς ὁποίας μοῦ ἐζητήσατε. Ἀπὸ γενικῆς ἀπόψεως συμφωνοῦμεν. Βεβαίως, ἂν πρόκειται περὶ ἐλέγχου, αὐτὸς δὲν ἀφορᾷ ἐμέ. Εἰς τὰς γενικὰς γραμμάς, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν αὔξησιν τῆς ἐγκληματικότητος, συμφωνοῦμεν ὅτι ἐπ’ ἐσχάτων ἐπεκράτησεν ἰδιαιτέρα ὅλως ἐπιείκεια καὶ θ’ ἀναγκασθῶ νὰ ἀνακαλέσω τὸν νόμον τὸν ὁποῖον ὑπέβαλον.
§28Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Καὶ ἐπὶ τοῦ ὁποίου θὰ συζητήσωμεν.
§29Γ. ΦΡΑΓΚΟΥΔΗΣ. Ἐπὶ τίνος θὰ συζητήσωμεν;
§30Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν ὑπέβαλον νομοσχέδιον ν’ ἀνασταλῇ ὁ νόμος 3119; Εἶναι νόμος ὁ ὁποῖος εὐνοεῖ τὴν ἐγκληματικότητα, διότι ὡρισμέναι ποιναὶ μειοῦνται.
§31Γ. ΦΡΑΓΚΟΥΔΗΣ. Θὰ ἐκτελέσετε αὔριον μίαν ἀπόφασιν θανατικῆς ποινῆς τὴν ὁποίαν θὰ ἐκδώσῃ ἓν Κακουργιοδικεῖον;
§32Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἐγὼ σᾶς ἀπαντῶ γενικῶς ὅτι συμφωνοῦμεν εἰς τὰς γενικὰς γραμμὰς καὶ ἑπομένως, ἂν ὅλων τῶν περιστατικῶν θέλωμεν νὰ ἐκτιμήσωμεν τὴν ἐπιρροὴν αὐτήν, ὅλα αὐτὰ τείνουν εἰς τὸ νὰ αὐξήσουν τὴν ἐγκληματικότητα, ὅταν βλέπουν οἱ ἐγκληματίαι ὅτι ἡ Πολιτεία εἶναι διατεθειμένη νὰ ἐλαφρύνῃ τὰς ποινάς των. Τὸ ζήτημα τῆς κεφαλικῆς ποινῆς τὸ ὁποῖον ἐθίξατε εἶναι ζήτημα ἰδιαιτέρας μελέτης μὴ δυνάμενον νὰ λυθῇ ἐν μιᾷ στιγμῇ καὶ ἐν μιᾷ ἐπερωτήσει. Ἴσως πρέπει νὰ συσταθοῦν καὶ Ἐπιτροπαὶ διὰ νὰ μελετήσουν τὴν βελτίωσιν τῶν κακῶς ἐχόντων. Ὅσον ἀφορᾷ τὰς πληροφορίας τὰς ὁποίας μοῦ ἐζητήσατε σᾶς λέγω τὸ ἑξῆς: 1) Καταδικασθέντες εἰς θάνατον ὑπὸ τῶν Κακουργιοδικείων ὑπάρχουσι σήμερον 13 ἐν συνόλῳ, ἤτοι εἰς τὰς φυλακὰς Αἰγίνης 6, εἰς τὰς φυλακὰς Ἑπταπυργίου Θεσσαλονίκης 1, εἰς τὰς φυλακὰς Καλαμίου Κρήτης 1, εἰς τὰς φυλακὰς Πύλου 3 καὶ εἰς τὰς φυλακὰς Συγγροῦ 2. Ἤτοι ἐν συνόλῳ 13. 2) Αἱ θανατικαὶ διὰ λαιμητόμου ἐκτελέσεις ἔπαυσαν ἀπὸ τοῦ ἔτους 1911, ὁπότε ἐπὶ τῆς Ὑπουργίας τοῦ ἀειμνήστου Δημητρακοπούλου ἐγένετο ἡ τελευταία ἐκτέλεσις 12 καταδίκων. 3) Ἡ θανατικὴ ποινὴ σιωπηρῶς δὲν ἐκτελεῖται σήμερον, ὡς ἐκ τοῦ ἐπικρατήσαντος νεωτεριστικοῦ πνεύματος, εἰς ἅπαντα τὰ πεπολιτισμένα Κράτη. Ἐπὶ πλέον παρ’ ἡμῖν δὲν εἶναι εὐχερὴς ἤδη ἡ θανατικὴ ἐκτέλεσις, μετὰ τὴν κατάργησιν τῶν ἐγκληματικῶν φυλακῶν Παλαμηδείου, εἰς ἃς ἐφυλάσσετο ἡ λαιμητόμος, καὶ τὴν διάλυσιν αὐτῆς, πρὸς δὲ τὴν ἔλλειψιν δημίων, ἡ μετὰ τῶν ὁποίων σύμβασις, λήξασα κατὰ τὸ 1918, δὲν ἀνενεώθη πρὸς ἀποφυγὴν τῆς δαπάνης καταβολῆς ἀποζημιώσεως τούτων καὶ τῶν λοιπῶν ἐξόδων, δι’ ἃ ἐτησίως ἀνεγράφετο εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν πίστωσις 6.600 δραχ. 4) Σκέψεις τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὸ μέλλον: Εἶναι ζήτημα σοβαρᾶς μελέτης καὶ ἅμα κοινωνικόν, ὅπερ θὰ μελετηθῇ ἐμβριθῶς ἐν συνεργασίᾳ μετὰ τῶν ἁρμοδίων. 5) Ὡς ἐξάγεται ἐκ τῶν παρ’ ἡμῖν στοιχείων, μετεβλήθη ἡ θανατικὴ ποινὴ διὰ χάριτος εἰς καταδίκους (ὑπό τε κοινῶν καὶ στρατιωτικῶν δικαστηρίων καταδικασθέντας): Κατὰ τὸ ἔτος 1918 εἰς 13, κατὰ τὸ ἔτος 1919 εἰς 17, κατὰ τὸ ἔτος 1920 εἰς 14, κατὰ τὸ ἔτος 1921 εἰς 18, κατὰ τὸ ἔτος 1922 εἰς 1, κατὰ τὸ ἔτος 1923 εἰς 20 καὶ κατὰ τὸ ἔτος 1924 εἰς 23. Μεταξὺ τῶν ἄνω συμπεριλαμβάνονται καὶ καταδικασθέντες διὰ πολιτικὰ ἀδικήματα. Τὰ πρὸ τοῦ ἔτους 1917 στοιχεῖα δὲν εἶναι πλήρη καὶ ἀκριβῆ· πάντως ἐν ἔτει 1911 φαίνεται μεταβληθεῖσα ἡ θανατικὴ ποινὴ ἑνὸς καταδίκου, κατὰ τὸ 1914 τριῶν καὶ κατὰ τὸ 1917 ἑνὸς διὰ χάριτος τῆς προσωρινῆς Κυβερνήσεως. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν στατιστικὴν τὴν ὁποίαν εἴπετε, ὁμολογουμένως ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν ἔπαυσε τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης νὰ δημοσιεύῃ στατιστικὰς ὄχι μόνον ὡς πρὸς τὰς ποινάς, ἀλλὰ καὶ ὡς πρὸς ἄλλα ζητήματα οὐσιώδη. Ἤδη προσπαθοῦμεν διὰ τοῦ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου νὰ ἐκδώσωμεν τὴν Ἐπετηρίδα, εἰς τὴν ὁποίαν περιλαμβάνονται ὅλα αὐτά. Δυστυχῶς προσκόπτομεν, ὅπως εἶναι γνωστόν, εἰς τὰς οἰκονομίας καὶ δὲν γνωρίζω ἂν θὰ κατορθώσωμεν νὰ συνεχίσωμεν τήν ἔκδοσιν τῆς Ἐπετηρίδος τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης.
§33Γ. ΦΡΑΓΚΟΥΔΗΣ. Λυποῦμαι, διότι ἡ ἀπάντησις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ δὲν εἶναι ἱκανοποιητική, διότι ἐγὼ θὰ ἤθελον νὰ μάθω πόσων ἡ ποινὴ μετεβλήθη ἀπὸ ἰσόβια δεσμὰ κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη, ἀπὸ τὸ 1911 ἕως τὸ 1922.
§34Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Μὲ ἐρωτᾶτε πόσων ἡ θανατικὴ ποινὴ μετεβλήθη;
§35Γ. ΦΡΑΓΚΟΥΔΗΣ. Αὐτὸ δὲν μοῦ τὸ λέγετε· ἀπὸ τὸ 1911 δὲν ὑπάρχει στατιστική;
§36Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν ἠμπορεῖ τὸ Ὑπουργεῖον νὰ τὰ εὕρῃ.
§37Γ. ΦΡΑΓΚΟΥΔΗΣ. Τότε τί Ὑπουργεῖον εἶναι νὰ μὴ ἔχῃ στατιστικὰς τῶν καταδικασθέντων; Ἡ ἀπάντησίς σας δὲν εἶναι ἱκανοποιητική, διότι μᾶς λέγει ὅτι σήμερον ὑπάρχουν 13 καταδικασμένοι εἰς θάνατον καὶ μᾶς εἴπετε καὶ τὴν παράδοξον θεωρίαν ὅτι εἶναι μεγαλύτερον μαρτύριον ἡ εἰς ἰσόβια δεσμὰ καταδίκη παρὰ ἡ ἐκτέλεσις τῆς θανατικῆς ἀποφάσεως.
§38Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν εἶπα αὐτό. Εἶπα ὅτι εἶναι μαρτύριον ἡ εἰς θάνατον καταδίκη καὶ ἡ ἀναβολὴ τῆς ἐκτελέσεως μεγαλύτερον μαρτύριον ἀπὸ τὴν ἐκτέλεσιν.
§39Γ. ΦΡΑΓΚΟΥΔΗΣ. Αὐτὸ εἶναι ἐναντίον τῶν φιλανθρωπικῶν ἀρχῶν καὶ ἀπορῶ πῶς ἔχετε τόσον ἀγρίας διαθέσεις.
§40Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Σεῖς ἔχετε.
§41Γ. ΦΡΑΓΚΟΥΔΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἔχω καμμίαν ἀγρίαν διάθεσιν. Ἐφόσον δὲν φέρετε καλυτέρευσιν εἰς ἕνα Ὑπουργεῖον, εὐθύνεσθε καὶ σεῖς, διότι ἡ συχνὴ ἀλλαγὴ τῶν Ὑπουργῶν ἐν μέρει μόνον ἀπαλλάσσει τοὺς Ὑπουργοὺς τῶν εὐθυνῶν. Ἐφόσον ἕνας Ὑπουργὸς μένει ἐπὶ 24 ὥρας καὶ δὲν φέρει μίαν βελτίωσιν εἰς τὸν κλάδον, καὶ αὐτὸς φέρει ὅλας τὰς εὐθύνας τῶν ἄλλων. Καὶ ὄχι μόνον δὲν φέρετε βελτίωσιν, ἀλλ’ οὔτε σκέπτεσθε κἄν....
§42Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Τίνα βελτίωσιν;
§43Γ. ΦΡΑΓΚΟΥΔΗΣ. Θὰ σᾶς τὸ εἴπω.
§44Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Νὰ σκοτώσω 13 ἀνθρώπους; Θέλετε νὰ πᾶτε σεῖς νὰ τοὺς σκοτώσετε;
§45Γ. ΦΡΑΓΚΟΥΔΗΣ. Ἐγὼ σᾶς θεωρῶ σοβαρόν· δὲν δυνάμεθα τραγικὸν θέμα νὰ τὸ κάμωμεν γελοῖον. Εἴπετε ὅτι διὰ τῆς εἰς θάνατον καταδίκης καὶ ἐγκαθείρξεως εἶναι μεγαλυτέρα ἡ τιμωρία. Ἀλλ’ οἱ ἐγκληματίαι οἱ εἰς θάνατον καταδικασθέντες ἐπιτυγχάνουν ἀμέσως χάριν δι’ ἰσόβια δεσμά, ἔπειτα διὰ πρόσκαιρα δεσμὰ καὶ οὕτω καθεξῆς. Καὶ οἱ κακοῦργοι ἐξέρχονται τῶν φυλακῶν ἐντὸς 10 ἢ 15 ἐτῶν. Οἱ χείριστοι ἐγκληματίαι περιφέρονται εἰς τὰ Χαυτεῖα, ἂν καὶ ἔκαμαν 10 καὶ 20 φόνους. Ἄν εἴχομεν τελείας φυλακάς, καὶ ἐγὼ θὰ ἤμην ὑπὲρ τῆς καταργήσεως τῆς θανατικῆς ποινῆς. Ἀλλὰ τί γίνεται; Ἀφοῦ ἅπαξ ὁ εἰς θάνατον καταδικασθεὶς γλυτώσῃ τὴν λαιμητόμον, ἐργάζεται δι’ ὅλων τῶν μέσων ὅπως ἐπιτύχῃ διὰ τὴν μεταβολὴν εἰς ἰσόβια, κατόπιν ἔρχεται εἰς τὰ πρόσκαιρα, κατόπιν ἔρχεται εἰς τὰ προσωρινά, εἰς τὴν εἱρκτὴν καὶ μετὰ ὀλίγα ἔτη ὅλοι οἱ φοβεροὶ λῃσταὶ περιφέρονται εἰς τὴν πλατεῖαν τοῦ Συντάγματος. Καὶ δι’ αὐτὸ ἤθελον νὰ μᾶς εἴπετε κάτι τι νέον καὶ ὄχι τὰ συνήθη τῶν Ὑπουργῶν. Ὁποῖον δικαίωμα ἔχομεν νὰ καταργήσωμεν τὴν θανατικὴν ποινὴν σιωπηρῶς;
§46Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Τώρα σεῖς εἴπετε ὅτι τὴν καταργεῖτε.
§47Γ. ΦΡΑΓΚΟΥΔΗΣ. Ἐγὼ εἶπον ὅτι θὰ τὴν κατήργουν, ἀλλὰ θὰ ἔκαμνα φυλακὰς καὶ θὰ ἐξήρτων τὴν χάριν αὐτῶν πρῶτον ἀπὸ τὸ ζήτημα τῆς ὑπάρξεως σωφρονιστικῶν συστημάτων καὶ ὄχι τὸ σημερινὸν ρεμπελιό. Ὑπάρχουν κακοῦργοι οἱ ὁποῖοι ἔκαμαν 50 κακουργήματα· εἰς τὴν Σάμον οἱ Γιαγιάδες, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἐγκληματίαι μὲ δίπλωμα, ἔχουν φονεύσει ὁ καθένας 50 ἀνθρώπους καὶ περιφέρονται καὶ εἶναι ἕτοιμοι νὰ ὑπηρετήσουν ὅλα τὰ καθεστῶτα. Δι’ αὐτὸ θεωρεῖτε ὅτι δὲν εἶσθε ὑπεύθυνος; Ἐγὼ νομίζω ὅτι εἶσθε.
§48Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Τί νὰ κάμω;
§49Γ. ΦΡΑΓΚΟΥΔΗΣ. Νὰ ἐκτελέσετε τοὺς νόμους.
§50Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ποίους;
§51Γ. ΦΡΑΓΚΟΥΔΗΣ. Νὰ ἐκτελέσετε τὰς θανατικὰς ποινάς.
§52Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Καὶ ἂν ἤθελα, δὲν ἔχω λαιμητόμον.
§53Γ. ΦΡΑΓΚΟΥΔΗΣ. Νὰ κάμωμεν ἕνα ἔρανον νὰ ἀγοράσετε!
§54Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Εἴμεθα ὅλοι κατὰ τῶν θανατικῶν ἐκτελέσεων.
§55Γ. ΦΡΑΓΚΟΥΔΗΣ. Νὰ κάμωμεν ἕνα ἔρανον νὰ ἀγοράσετε τὴν θανατικὴν ποινήν. Δὲν δύνασθε ἐπὶ μίαν δεκαετίαν νὰ καταπατῆτε ἕνα νόμον, ὁ ὁποῖος δὲν κατηργήθη καὶ εἰς τὸν ὁποῖον ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς στηρίζει τὴν ἀσφάλειάν του καὶ τὴν ἡσυχίαν του. Ἐμάθομεν ὅλα τὰ πράγματα νὰ τὰ μεταβάλλωμεν εἰς θεωρίας. Ἀντὶ νὰ ἐρχώμεθα ἐδῶ νὰ συζητῶμεν περὶ Γερουσίας καὶ νὰ θαυμαζώμεθα διὰ τὰς λαμπρὰς ἰδέας μας, καλύτερον θὰ ἦτο νὰ φέρωμεν μίαν βελτίωσιν εἰς τὴν ὑπάρχουσαν κατάστασιν. Σχετικῶς πρὸς τὴν ἑπομένην ἐπερώτησίν μου θὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις. Κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς κωνσταντινικῆς περιόδου τέσσαρα ἐγκλήματα στυγερὰ ἔλαβον χώραν ἐναντίον τεσσάρων προσώπων, τὰ ὁποῖα εἶχον διεξαγάγει ἕνα ἀγῶνα ἢ τὰ ὁποῖα διεκρίνοντο μεταξὺ τοῦ φιλελευθέρου κόσμου, οὐδεμία δὲ ἐνηργήθη ἀνάκρισις διὰ τὰ ἐγκλήματα αὐτὰ καὶ ἐθεωρήθη ὅτι ἦτο πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ παραμελήσωμεν ἴσως ἐξ ὀνόματος τῆς πολιτικῆς συμφιλιώσεως, ἡ ὁποία μᾶς κατέστησε τόσον ἀνάνδρους. Τὴν ἐπαύριον τῆς ἐγκαταστάσεως τοῦ Κωνσταντίνου ἐδολοφονήθη ὁ Φατσέας, Πρόεδρος τοῦ Στρατοδικείου, εἷς ἐκ τῶν λαμπροτέρων δικαστῶν, ὁ ὁποῖος παρέσχεν εἰς τὰς κρισίμους περιστάσεις μεγάλας ὑπηρεσίας εἰς τὸ Κράτος, διότι ἐστήριξε τὴν Δικαιοσύνην ἐναντίον τῶν στασιαστῶν, οἵτινες ἐζήτουν νὰ καταστρέψουν τὸν Στρατὸν βαδίζοντα πρὸς τὸ καθῆκόν του. Ὀλίγον κατόπιν ἔγινεν ἀπόπειρα στυγερὰ ἐναντίον τοῦ ναυάρχου Κουντουριώτη, ὁ ὁποῖος ἦτο κάρφος εἰς τοὺς ὀφθαλμοὺς τῶν ἀντιδραστικῶν, διότι ἡγεῖτο τῆς διανομῆς τῶν ἐράνων ἐξ Ἀμερικῆς. Ἕνα μῆνα κατόπιν ἐγένετο ἡ ἀπόπειρα ἐναντίον μου, διότι εἶχον τὴν τόλμην νὰ ἐγείρω τὴν κεφαλὴν κατὰ τοῦ καθεστῶτος καὶ νὰ ζητήσω τὴν διόρθωσιν τῆς καταστάσεως. Ὀλίγον χρόνον κατόπιν ἐδολοφονεῖτο ὁ Ἀνδρέας Καβαφάκης, διότι εἶχε τὴν τόλμην καὶ αὐτὸς νὰ συμβουλεύσῃ εἰς τὸ πρώην καθεστὼς τὰ δέοντα. Καὶ ἔπεσε μία τῶν κορυφῶν τῆς δημοσιογραφίας κατὰ τρόπον ἐπαίσχυντον, ὅλοι δὲ ἐθρηνήσαμεν τὸν θάνατον τόσον πολυτίμου συναδέλφου. Ἐναντίον τῶν δραστῶν τόσων ἐγκλημάτων, τοὺς ὁποίους ὑπεδείξαμεν, δὲν ἐνηργήθη τίποτε, σᾶς βεβαιῶ μάλιστα ὅτι ἐνηργήθησαν περισσότεραι ἀνακρίσεις ἔστω καὶ κατὰ τύπους ἐπὶ τοῦ πρώην καθεστῶτος παρὰ ἀπὸ τῆς ἡμέρας καθ’ ἣν ἠλευθερώθημεν ἀπὸ τὸ πρώην καθεστὼς καὶ ἦλθεν ἡ Ἐπανάστασις. Καὶ διὰ τὸν φόνον τοῦ Φατσέα ὑπεδείχθησαν στοιχεῖα διὰ τὴν σύλληψιν τῶν ἐνόχων καὶ διὰ τὴν ἐπίθεσιν κατὰ τοῦ Κουντουριώτη, πολὺ δὲ περισσότερον διὰ τὸ ζήτημα τὸ ἰδικόν μου καὶ ἀκόμη περισσότερον διὰ τὸν φόνον τοῦ Καθαφάκη, διὰ τὸν ὁποῖον συνελήφθη ἕνας Μαστραντώνης καὶ ἀφέθη ἐλεύθερος, διότι ἐθεωρήθη παράφρων.
§56Κ. ΤΣΙΜΙΝΑΚΗΣ. Κύριε συνάδελφε, ὡρισμένως ὁ Μαστραντώνης δὲν ἦτο παράφρων. Τοῦτο τὸ γνωρίζω, διότι μοῦ ἐζητήθη νὰ τὸν ἐξετάσω, τὸν ἐξήτασα καὶ δι’ ἐκθέσεώς μου ἐδήλωσα ρητῶς ὅτι δὲν ἦτο παράφρων. Θὰ ἦτο δὲ παράφρων, καὶ τὸ λέγω ἀπὸ τὴν θέσιν ταύτην, καὶ ἀγράμματος ἐκεῖνος ὁ ἰατρὸς ὅστις θὰ ἐγνωμοδότει ὅτι ὁ Μαστραντώνης ἔπασχε τὰς φρένας.
§57Π. ΜΑΖΑΡΑΚΗΣ. Ἀφοῦ διατηρεῖ μαγαζί.
§58Γ. ΦΡΑΓΚΟΥΔΗΣ. Ἐγὼ ἐπῆγα εἰς τὸν ἀνακριτὴν καὶ ἠρώτησα τί γίνονται αὐταὶ αἱ ὑποθέσεις· μοῦ εἶπεν ὅτι θὰ ἐπιληφθῇ ὅταν ἔχῃ καιρόν, εἶχε δὲ τὰς δικογραφίας αὐτὰς μὲ τὰς ἄλλας χωρὶς καμμίαν ἐνέργειαν. Δύναται νὰ λεχθῇ ὅτι τὰ ἀδικήματα αὐτά, ὡς πολιτικά, ἠμνηστεύθησαν, ἀλλὰ πρῶτον μέχρις ὅτου ἓν ἔγκλημα διευκρινισθῇ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρῆται ὅτι εἶναι πολιτικόν, διότι πιθανὸν τὸ πολιτικὸν ἐλατήριον νὰ εἶναι μία πρόφασις καὶ νὰ ἔγινε διὰ λόγους προσωπικούς· ἔπειτα τὰ σύνθετα ἐγκλήματα εἶναι ἀδύνατον νὰ χαρακτηρισθῶσιν ὡς πολιτικά, εἶναι ἀδύνατον ὁ ἄνθρωπος ὁ ὁποῖος ἐσκότωσε τὸν Καθαφάκην νὰ ἀφεθῇ ἐλεύθερος.
§59Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Δυστυχῶς τὸ Διάταγμα περὶ ἀμνηστίας ἀμνηστεύει καὶ τὰ κοινὰ ἀδικήματα τὰ ἔχοντα σχέσιν πρὸς τὸν πολιτικὸν ἀνταγωνισμόν, ὥστε ὀρθῶς ἐδόθη αὐτὴ ἡ ἑρμηνεία.
§60Γ. ΦΡΑΓΚΟΥΔΗΣ. Πρέπει ὅμως νὰ εὑρεθοῦν οἱ ἔνοχοι. Ἐπὶ τέλους πρέπει νὰ γνωρίζωμεν τοὺς ἀνθρώπους οἱ ὁποῖοι ἠθέλησαν νὰ μᾶς δολοφονήσουν. Τελευταίως συνελήφθη ὁ ἀποπειραθεὶς τὴν κατ’ ἐμοῦ δολοφονίαν καὶ εἶναι εἰς τὰς φυλακὰς δι’ ἄλλην ὑπόθεσιν. Ὁ συνάδελφος κ. Δουζίνας ἠμπορεῖ νὰ μᾶς ἐξηγήσῃ τὴν ὅλην ὑπόθεσιν τῆς δολοφονίας τοῦ Καθαφάκη, τῆς ὁποίας ἡ ἐξιστόρησις ἀποτελεῖ ἓν αἶσχος διὰ τὸ Κράτος.
§61Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Αὐτὸς ὁ ὁποῖος συνελήφθη καὶ ὁ ὁποῖος φρονεῖτε ὅτι ἔκαμε τὴν ἐναντίον σας ἐπίθεσιν ποῖος εἶναι;
§62Γ. ΦΡΑΓΚΟΥΔΗΣ. Συνελήφθη δι’ ἄλλην ὑπόθεσιν. Ὁ κ. Πραντούνας τὸν γνωρίζει.
§63Α. ΠΡΑΝΤΟΥΝΑΣ. Μάλιστα. Εἶχεν ἀπειλήσει καὶ ἐμὲ ὅτι θὰ μὲ δολοφονήσῃ. Εἶναι εἷς ὀνόματι Μίχας, εἶναι ἀντιπρόεδρος τοῦ συλλόγου τῶν διαφθορέων.
§64Γ. ΦΡΑΓΚΟΥΔΗΣ. Αὐτὸς ὡμολόγησεν ὁ ἴδιος ὅτι ἔκαμε τὴν ἐναντίον μου ἐπίθεσιν. Ἤθελον νὰ δώσετε τὴν ἐντολὴν νὰ περατωθοῦν αὐταὶ αἱ ὑποθέσεις καὶ ἰδίᾳ νὰ μάθωμεν τί ἔγινε διὰ τὴν ὑπόθεσιν τοῦ μακαρίτου Καθαφάκη.
§65Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεώς σας ἡ ἀπάντησις εἶναι ἡ ἑξῆς: Αἱ δικογραφίαι τῶν ἀνακρίσεων διὰ τὰς δολοφονίας Φατσέα καὶ Καθαφάκη, ζητηθεῖσαι ὑπὸ τοῦ Αʹ Σώματος Στρατοῦ, ἀπεστάλησαν εἰς αὐτὸ κατ’ Ἀπρίλιον τοῦ 1923 ὑπὸ τῆς Εἰσαγγελίας Πλημμελειοδικῶν Ἀθηνῶν, ἰσχύοντος τότε τοῦ Στρατιωτικοῦ Νόμου. Διὰ τὴν κατὰ τοῦ ναυάρχου Κουντουριώτη ἀπόπειραν, ἀνακρίσεως ἐπελήφθη εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ἡ Στρατιωτικὴ Δικαιοσύνη. Διὰ τὴν ὑπόθεσιν Γ. Φραγκούδη εἶχεν ἀρχίσει ἀνάκρισιν τὸ 4ον ἀνακριτικὸν τμῆμα, ἥτις εἰς οὐδὲν κατέληξεν ἀποτέλεσμα, μὴ κατορθωθείσης τῆς ἀνακαλύψεως τῶν δραστῶν. Πᾶσαι ὅμως αἱ πράξεις αὗται ἠμνηστεύθησαν διὰ τῆς δηλώσεως περὶ ἀμνηστίας τῆς ὑπογραφείσης ἐν Λωζάννῃ καὶ διὰ τοῦ ἄρθρου 3 αὐτῆς, καθ’ ὃ πλήρης καὶ τελεία ἀμνηστία χορηγεῖται διὰ πᾶν διαπραχθὲν ἀπὸ 1 Αὐγούστου 1914 μέχρι 20 Νοεμβρίου 1922 κακούργημα ἢ πλημμέλημα προφανῶς συναφὲς πρὸς τὰ διαρκούσης τῆς χρονικῆς ταύτης περιόδου λαβόντα χώραν πολιτικὰ γεγονότα ἐν Ἑλλάδι. Εἶναι φανερὸν ὅτι τὰ περὶ ὧν πρόκειται ἀδικήματα εἶχον ἄμεσον συνάφειαν πρὸς τὴν τότε πολιτικὴν κατάστασιν τῆς Χώρας. Ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν Ἀθηνῶν παρηγγέλθη ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου κατὰ Φεβρουάριον τοῦ 1924 νὰ ζητήσῃ τὰς ἄνω δικογραφίας καὶ εἰσαγάγῃ αὐτὰς εἰς τὸ Συμβούλιον τῶν Ἐφετῶν, ἵνα τοῦτο κηρύξῃ ἠμνηστευμένας τὰς πράξεις ταύτας, κατὰ τὸ Ν. Δ. τῆς 15 Δεκεμβρίου 1923 (φύλλ. Ἐφ. Κυβερ. 293), δι’ οὗ ἐκανονίσθη ὁ τρόπος τῆς ἐκτελέσεως τῆς περὶ ἀμνηστίας Συνθήκης τῆς Λωζάννης. Ἀλλ’ οὗτος, μελετήσας τὰς ἀποσταλείσας αὐτῷ δύο μόνον δικογραφίας (Φατσέα καὶ ναυάρχου Κουντουριώτη), ἐμόρφωσε τὴν γνώμην ὅτι δὲν ὑπάγονται εἰς τὰς περιπτώσεις περὶ ὧν προβλέπει τὸ ῥηθὲν Ν. Δ. τῆς 15 Δεκεμβρίου 1923, ὅπερ ἔχει ἐφαρμογὴν μόνον ἐφόσον πρόκειται περὶ ὑποδίκων καὶ καταδίκων κρατουμένων ἐν φυλακαῖς, ἐνῷ ἐπὶ τοῦ προκειμένου δὲν ἀνεκαλύφθησαν οἱ δράσται τῶν πράξεων τούτων. Ὁ διὰ τὸν φόνον τοῦ Καθαφάκη συλληφθεὶς καὶ κρατηθεὶς Μαστραντώνης ἀπελύθη τῶν φυλακῶν, συνεπείᾳ διαταγῆς τοῦ Βʹ Ἐπιτρόπου τοῦ Αʹ Σώματος Στρατοῦ κατὰ Σεπτέμβριον τοῦ 1923.
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔληξεν ἡ ἐπερώτησις αὐτή. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔχει τὸν λόγον.
§67Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ δήλωσις τὴν ὁποίαν θέλω νὰ κάμω εἶναι ἡ ἑξῆς: Παρακαλῶ καὶ πάλιν νὰ μὴ συνεχισθῇ ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως τῆς Μικρασιατικῆς καταστροφῆς, διότι δὲν εὑρίσκω ὅτι εἶναι συντελεστικὴ εἰς τὸ μέγα δημόσιον συμφέρον, τῆς τάξεως καὶ τῆς πειθαρχίας ἐν τῷ στρατεύματι. Ἐκτὸς τούτου δὲν νομίζω ὅτι εἶναι δυνατὸν ἐκ τῆς συζητήσεως ἐν τῇ Βουλῇ νὰ φθάσωμεν εἰς ἀποτελέσματα ἐνδεικνύοντα τίνες εἶναι οἱ πράξαντες τὸ καθῆκόν των καὶ τίνες οἱ παραλείψαντες αὐτό. Ὑπόσχομαι ὅμως ἐντὸς τὸ πολὺ ὀκτὼ ἡμερῶν νὰ εἰσαγάγω εἰς τὴν Συνέλευσιν σχέδιον ψηφίσματος, διὰ τοῦ ὁποίου νομίζω ὅτι θὰ ἐπέρχεται ἱκανοποίησις ἐπαρκὴς εἰς τὰς ἀπαιτήσεις τῶν ἀξιοτίμων πληρεξουσίων καὶ τῆς δημοσίας γνώμης, τὰς σχετικὰς μὲ τὴν ἔρευναν τοῦ ἐν λόγῳ ζητήματος. Τώρα θὰ παρακαλέσω καὶ πάλιν, μετὰ τὰς ὑποσχέσεις τὰς ὁποίας δίδω, νὰ σταματήσῃ ἡ συζήτησις.
§68Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἡ συζήτησις φαντάζομαι ὅτι δὲν ἐπρόκειτο νὰ περιστραφῇ ποῖος εἶναι ὑπεύθυνος καὶ ποῖος ἀνεύθυνος. Ἡ συζήτησις ἐπρόκειτο νὰ περιστραφῇ, ἂν εἶναι ἀνάγκη διὰ τὸ στράτευμα, οἱ ὑπεύθυνοι, ἂν ὑπάρχουν, σύμφωνα μὲ τὰς ἀνακρίσεις αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο, νὰ εἰσαχθοῦν εἰς δίκην. Αὐτὴ εἶναι, κατὰ τὴν ἀντίληψιν τῶν ἀγορευσάντων, ἡ ἀξίωσις τοῦ στρατεύματος. Ἐφόσον ὅμως ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δηλοῖ ὅτι θὰ εἰσαγάγῃ ψήφισμα τὸ ὁποῖον θὰ ἱκανοποιῇ αὐτὴν τὴν ἀξίωσιν τοῦ στρατεύματος, νομίζω ὅτι δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ συνεχισθῇ ἡ συζήτησις.
§69Α. ΑΚΡΙΔΑΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἂν πρέπει νὰ συνεχισθῇ ἡ συζήτησις ἢ ὄχι δὲν εἴμεθα εἰς θέσιν νὰ γνωρίζωμεν καὶ δὲν ἐπιμένομεν νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις. Ἡ ἄλλη συζήτησις ἂν δηλαδὴ πρέπει νὰ δοθῇ μία λύσις ἢ ὄχι, ἔχει σήμερον διατυμπανισθῆ καθ’ ὅλον τὸ πανελλήνιον, καὶ ὁ Τύπος καὶ ὅλοι οἱ πολῖται συζητοῦσιν ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ θέματος. Ἡμεῖς διὰ τῆς συζητήσεως θέλομεν νὰ ὑποδείξωμεν τὰ μέσα διὰ τῶν ὁποίων νομίζομεν ὅτι πρέπει νὰ κριθοῦν ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι θὰ ἦσαν ὑπεύθυνοι. Ἐφόσον ὅμως ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὑπόσχεται ὅτι θὰ φέρῃ ὁ ἴδιος σχέδιον ψηφίσματος, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ ὑποδεικνύῃ εἰς τὴν Συνέλευσιν τὸν τρόπον διὰ τοῦ ὁποίου πρέπει νὰ δώσουν λόγον οἱ τυχὸν ὑπεύθυνοι, δὲν ἔχομεν καμμίαν ἀντίρρησιν νὰ ἀναμείνωμεν τὸ ψήφισμα.
§70Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Ὀφείλω νὰ σᾶς δηλώσω τὸ ἑξῆς, ὅτι ἐκ τῶν διοικησάντων μονάδας ἀνωτέρας κατὰ τὴν καταστροφὴν καὶ πρὸ αὐτῆς ἐλάχιστοι εἶναι οἱ διοικοῦντες σήμερον ἀνωτέρας μονάδας εἰς τὸ στράτευμα. Δηλαδὴ οἱ διοικηταὶ τοῦ στρατεύματος οἱ σημερινοὶ δὲν ἔλαβον μέρος εἰς τὴν καταστροφήν, διότι οἱ γνωστοὶ κωνσταντινικοὶ δὲν ἤθελον ν’ ἀγωνισθῶσι καὶ τοὺς ἀπέκλεισαν. Πρέπει νὰ καταστήσωμεν γνωστὰ ταῦτα, διότι ψιθυρίζεται ὅτι πρόκειται περὶ συγκαλύψεως τῶν ἡμετέρων.
§71Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Ἂν καὶ εἶμαι ἀπολύτως πεπεισμένος ὅτι διὰ τῆς ἀναβολῆς τῆς συζητήσεως ὄχι μόνον δὲν ἐπέρχεται ἠρεμία εἰς τὸ στράτευμα, ἀλλὰ τοὐναντίον μεγάλη ἀνησυχία, ἡ ὁποία ἐπικρατεῖ διότι ὑπάρχουν ἀκόμη ἀξιωματικοὶ δωσίλογοι καὶ ἐν πολλοῖς ὑπεύθυνοι διὰ τὴν καταστροφήν, καθημέραν δὲ διεξάγονται συζητήσεις εἰς τὰς λέσχας καὶ παντοῦ, ἐν τούτοις, ἐφόσον ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως λέγει ὅτι θὰ μᾶς φέρῃ ἓν ψήφισμα ἐντὸς ὀκτὼ ἡμερῶν, δὲν θὰ ἐπιμείνωμεν εἰς τὴν συζήτησιν, ἀλλὰ θ’ ἀναμείνωμεν νὰ μᾶς φέρῃ τὸ ψήφισμα αὐτό, καὶ ἀκόμη νὰ μᾶς δηλώσῃ ὅτι θὰ συζητήσωμεν ἐπὶ τοῦ ψηφίσματος.
§72Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Βεβαίως.
§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πραντούνας ἐπερωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν τίνας ὁριστικὰς ἀποφάσεις σκέπτεται νὰ λάβῃ ἐπὶ τῆς ὑποβληθείσης αὐτῷ πρὸ πέντε ἡμερῶν γνωμοδοτικῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ πενταμελοῦς Στρατιωτικοῦ Συμβουλίου ἐπὶ τῶν αἰτήσεων ἐπαναφορᾶς τῶν ὁπωσδήποτε ἀπομακρυνθέντων τοῦ στρατεύματος ἀξιωματικῶν ἀπὸ 1ης Νοεμβρίου 1920 καὶ ἐντεῦθεν, δυνάμει τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ ἐσχάτως ψηφισθέντος ὑπὸ τῆς Συνελεύσεως σχετικοῦ νόμου.
§74Α. ΠΡΑΝΤΟΥΝΑΣ. Κύριοι πληρεξούσιοι, ἀπὸ τοῦ 1909 μέχρι σήμερον δυστυχῶς μέγας πολιτικὸς σάλος συνεχὴς διέσεισε παρ’ ἡμῖν, συνεκλόνησε καὶ τέλος ἀνέτρεψε τὰ πάντα, καὶ συνειδήσεις καὶ καθεστῶτα, οὐ μόνον κοινωνικά, ἀλλὰ καὶ πολιτειακά. Ἀποτέλεσμα τοῦ ἀναβρασμοῦ τούτου ὑπῆρξεν ὅτι οὐ μόνον οἱ συνήθεις τῆς ἠρέμου ζωῆς πολιτικῆς κύκλοι, ἀλλὰ καὶ ὁ μακρὰν πάσης πολιτικῆς ἀναζυμώσεως καὶ δίνης μέχρι τοῦ 1909 ἱστάμενος Στρατός, ἀναμιχθεὶς μοιραίως καὶ κατ’ ἀνάγκην, καθ’ ὃ μὴ μισθοφόρος, εἰς τὸν ἐθνικὸν τοῦτον κλύδωνα ὡς ἀληθὴς Κέρβερος τῶν μεγάλων ἐθνικῶν ὀνείρων, διῃρέθη εἰς δύο μεγάλα ἀντίπαλα καὶ ἀδιάλλακτα στρατόπεδα, ἄντικρυς δυσταμένων πολιτικῶν καὶ πολιτειακῶν ἀντιλήψεων καὶ ἰδεολογιῶν. Εἰς τὸ ἕτερον τῶν στρατοπέδων τούτων, τὸ τῶν βασιλοφρόνων ἢ ἀντιδημοκρατικῶν, ἐκτὸς τῶν ἐλαχίστων πάντως πεπλανημένων διανοιῶν, τὸ πλεῖστον εἰσεπήδησαν ρευσταὶ νοοτροπίαι καὶ συνειδήσεις αἰχμάλωτοι ἀτομικῶν πεισμάτων, ἀνθρωπίνων ἀτελειῶν καὶ ἰδιοτελειῶν. Ἀντιθέτως δὲ εἰς τὸ καθαρῶς δημοκρατικὸν στρατόπεδον παρέμειναν τὸ πλεῖστον σταθεροὶ χαρακτῆρες, ἁγνῶς πατριωτικοί, θυσιάζοντες τὰ πάντα διὰ τὰ ὑψηλὰ ἐθνικὰ ὄνειρα. Εἰς τὸ τελευταῖον τοῦτο φυσικὸν ἦτο καὶ πολῖται καὶ στρατιωτικοὶ νὰ εὑρεθῶσι τὰ ἐπίλεκτα στοιχεῖα τοῦ Τόπου ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν γενικῶς, ἱκανότητος, ἐντιμότητος, αὐταπαρνήσεως, ἀνδρείας καὶ πάσης ἀξίας καὶ ἀρετῆς, τοὐλάχιστον κατὰ τὰ 90%. Διὰ τοῦτο καὶ μετὰ τὴν ἐπελθοῦσαν ἐσχάτως σχετικὴν γαλήνην τῆς σήμερον εὑρέθησαν μετὰ τὸν δεκαπενταετῆ αὐτὸν ἐθνικὸν κλυδωνισμὸν τὰ πλεῖστα στοιχεῖα τοῦ δημοκρατικοῦ κόσμου μας τιτλοῦχοι μεγάλων περγαμηνῶν καὶ λαμπρῶν ἐκδουλεύσεων πρὸς τὴν Πατρίδα ἀνωτέρων παντὸς σεβασμοῦ καὶ ἐθνικῆς εὐγνωμοσύνης. Ὀφείλομεν ὅμως νὰ μὴ παρίδωμεν ὅτι ἐν μέσῳ τῆς αἱματηρᾶς καὶ τρομερᾶς ταύτης παλιρροίας καὶ ἐπικρατήσεως διαδοχικῶς ἑκατέρου τῶν δύο καθεστώτων ἢ στρατοπέδων τούτων ἀνεφάνησαν, ὀλιγώτεροι μέν, ἀλλὰ πάντως ὁμότιμοι τιτλοῦχοι ἐθνικῶν περγαμηνῶν, μόνον δὲ ἐν τῷ καθαρῶς πολεμικῷ πεδίῳ, καὶ ἐκ τοῦ ἀντιδημοκρατικοῦ κόσμου, οἵτινες, καὶ καθότι οὗτοι πλέον, συνελθόντες, διεῖδον τὴν πλάνην των, ἠρυθρίασαν καὶ μετ’ ἀξιεπαίνου παρρησίας ὡμολόγησαν ταύτην ἢ καὶ ἦσαν ἕτοιμοι νὰ τὴν ὁμολογήσουν. Ἡ εὐοίωνος νεαρὰ Δημοκρατία μας, ἐμπνεομένη εἰλικρινῶς, ὡς πιστεύομεν πάντες, ὑπὸ τῆς σιδηρᾶς ἀνάγκης τῆς γενικῆς συμφιλιώσεως τοῦ λαοῦ καὶ τῆς ἀδιασείστου πλέον γεφυρώσεως τοῦ ἀπύθμενος χάσματος, ὅπερ, ὡς προεῖπον, μᾶς διῄρεσεν, ὡς Λαὸν καὶ ὡς Στρατόν, εἰς δύο ἀδιαλλάκτους πολιτειακὰς μερίδας, ἀποκλειστικῶς καὶ κυρίως πρὸς παγίωσιν οὐ μόνον τοῦ ἐθνοσωτηρίου δημοκρατικοῦ καθεστῶτος, ἀλλὰ καὶ δι’ αὐτοῦ καὶ σὺν αὐτῷ τῆς τόσον περιποθήτου πλέον ἐν τῷ Τόπῳ γαλήνης καὶ ὁμαλῆς εἰρηνικῆς ζωῆς, ἐθεώρησεν ὡς πρώτιστον καθῆκόν της νὰ μετέλθῃ πᾶν πρὸς τοῦτο ἀξιέπαινον μέσον. Καὶ ὀφείλομεν πάντες εὐγνωμόνως νὰ ὁμολογήσωμεν ὅτι ἅπασαι αἱ τέως πέντε διαδοχικαὶ Κυβερνήσεις της ἐπέδειξαν πρὸς τοῦτο ἅμιλλαν ἀνωτέραν παντὸς θαυμασμοῦ, μετελθοῦσαι πᾶν μέσον μετὰ πάσης εἰλικρινείας. Ἅπαντα ὅμως τὰ πατριωτικὰ μέλη τοῦ δημοκρατικοῦ κόσμου καὶ ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τοῦ Κοινοβουλίου ἀνεγνώρισαν μετὰ περισσῆς ψυχολογικῆς δεινότητος καὶ βαθύτητος ὅτι ἡ περιπόθητος αὕτη συμφιλίωσις, ὅπως ἐπιτευχθῇ, ἔχει ἀπόλυτον καὶ μοναδικὴν ἀνάγκην τῆς ἐπουλώσεως χαινουσῶν καὶ αἱμοσταζουσῶν ἔτι ὀδυνηρῶν πληγῶν τῆς μεγάλης μάζης τοῦ λαοῦ, καὶ οὐχί, ὡς λίαν ἐσφαλμένως φρονοῦσί τινες δυστυχῶς, τῆς συνδιαλλαγῆς τῶν μετὰ τῶν πολιτικῶν κορυφῶν τοῦ ἀντιδημοκρατικοῦ κόσμου, 15 ἢ 20 αὐτοκλήτων καὶ τυχαρπάστων δῆθεν ἀρχηγῶν φανταστικῶν κομματιδίων. Δὲν ἀποκρούομεν βεβαίως καὶ ταύτην, ὡς καὶ πᾶσαν ἄλλην ὁμοίαν ἀπόπειραν, ἀλλὰ θεωροῦμεν ἀνεπιφυλάκτως ἀδύνατον, ὀπισθόβουλον, ἀνειλικρινῆ, πάντως δὲ ἐπουσιωδεστάτην καὶ ἀσήμαντον, ἐστερημένην πάσης πολιτικῆς σκοπιμότητος πᾶσαν μετ’ αὐτῶν συνδιαλλαγήν. Θέλετε ταχεῖαν ὄντως καὶ ἄμεσον, ῥιζικὴν καὶ ἀποτελεσματικὴν τὴν συμφιλίωσιν καὶ τὴν παγίωσιν τῆς δημοκρατικῆς μας γαλήνης; Ἀπευθυνθῆτε πρὸς τὸν λαὸν καὶ μόνον πρὸς τὸν λαόν. Ἀναζητήσατε τοὺς πόνους του καὶ βαλσαμώσατέ τους. Σφυγμομετρήσατε τὰς ἀνάγκας του καὶ θεραπεύσατέ τας. Ἐρευνήσατε τὰς ἀδικίας ἃς ὑφίσταται, ὡς καὶ τὰς ἀνισότητας, καὶ ἀπόδοτε ἀμέσως τὸ δίκαιόν του. Ἂν ταῦτα πράξετε, θὰ ἀφοπλίσετε τελείως τοὺς ἀντιπάλους μας, τοὺς αὐτοκλήτους, ὡς εἶπον, ἀρχηγοὺς τῶν ἀντιδημοκρατικῶν κομμάτων. Ἂν δὲν τὰ πράξετε ὅμως, θὰ τοὺς ἐνισχύσετε, θὰ τοὺς δημιουργήσετε ἐκ τοῦ μὴ εἶναι εἰς πραγματικοὺς κομματάρχας ἀντιδημοκράτας. Ὁ λαός, κύριοι, δὲν ἐνδιαφέρεται οὔτε τὸν μέλει διὰ τὸν Καταστατικόν σας Χάρτην, διὰ τὴν Γερουσίαν σας, διὰ τὴν ἀνασύνταξιν τῶν ἐκλογικῶν καταλόγων σας. Τὸν ἐνδιαφέρει ὅμως σπουδαίως τὸν πολὺν λαόν, τὸν ὅλον λαόν, θὰ ἔλεγον, ἡ ὑποτίμησις τῶν εἰδῶν τῆς ζωῆς, ἡ ἀσφάλειά του ἡ ὕπαιθρος καὶ ἡ ἀστική, ἡ ἀρτία δικαιοσύνη, ἡ ὑγιεινή, ἡ ἐκπαίδευσις, ἡ ἰδιοκτησία του, ἡ συγκοινωνία του, τὸ ἐμπόριόν του καὶ ἡ ναυτιλία του. Εἰδικώτερον δὲ μίαν μεγίστην μᾶζαν τοῦ λαοῦ ἐνδιαφέρει ἀμέσως καὶ τάχιστα ἡ δικαία καὶ φιλόστοργος τακτοποίησις τοῦ προσφυγικοῦ ζητήματος, ὅπερ ἀφορᾷ ἀμέσως ἢ ἐμμέσως ὅλους μας καὶ ὡς Κράτος καὶ ὡς Ἔθνος καὶ ὡς ἄτομον καὶ αἰσθηματικῶς καὶ πλουτολογικῶς καὶ ἀνθρωπίνως. Ἑτέρα μεγάλη καὶ πάσχουσα μᾶζα τοῦ λαοῦ, ἥτις εἶναι καὶ τὸ εὐγενέστερον ἀλλὰ καὶ τὸ οἰκτρότερον θῦμα τοῦ παρελάσαντος πρὸ ἡμῶν προσφάτου μεγάλου ὀλέθρου, εἶναι οἱ ὁπωσδήποτε εὑρεθέντες ἔξω τοῦ στρατεύματος ἀξιωματικοὶ ἀμφοτέρων τῶν στρατοπέδων ἀπὸ τοῦ Νοεμβρίου τοῦ 1920 καὶ ἐντεῦθεν, οἵτινες προσήνεγκον θριαμβευτικὰς καὶ μεγάλας ὑπηρεσίας πρὸς τὴν Πατρίδα, τραυματίαι ἢ μή, ἐπὶ τῶν πεδίων τῶν μαχῶν καὶ οὐχὶ ἐπὶ τῶν μηχανορραφιῶν τῶν πολιτικῶν παρασκηνίων ἢ ἐπὶ τῶν στηλῶν τοῦ Τύπου καὶ τῆς ρητορικῆς διαφόρων πολιτικῶν βημάτων, ὑπαιθρίων ἢ μή. Ἡ πατριωτικὴ Δημοκρατία μας λίαν ἀξιεπαίνως, ὡς προεῖπον, καὶ δι’ ὅλων τῶν Κυβερνήσεών της, λαβοῦσα σκόπιμα μὲν μέτρα διὰ τὴν ἀσφάλειαν τοῦ Τόπου, διὰ τὴν Δικαιοσύνην, διὰ τὸ προσφυγικὸν ζήτημα, διὰ τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους γενικῶς, ἀσκοπώτατα δὲ διὰ τὴν ὑποτίμησιν τῶν εἰδῶν τῆς ζωῆς, διὰ τὴν ὑγιεινήν, διὰ τὴν ἐκπαίδευσιν, συγκοινωνίαν, ἐμπόριον καὶ ναυτιλίαν, ὡς καὶ ἀνατρεπτικὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ κοινωνικοῦ καθεστῶτος διὰ τὴν ἰδιοκτησίαν, μέχρι τῆς σημερινῆς τοὐλάχιστον Κυβερνήσεώς της, μὴ συμπεριλαμβανομένης, ἐμερίμνησεν ἐπίσης καὶ ὑπὲρ ἀποκαταστάσεως τῶν εὐγενεστέρων τέκνων της τῶν ἀπὸ τοῦ 1909 μέχρι σήμερον δημιουργῶν τοῦ μέχρι τοῦ 1922 μεγαλείου τῆς ἀξιωματικῶν της, οἵτινες μοιραίως καὶ παρὰ πᾶσαν ὀφειλομένην γενναίαν καὶ ἀσυζήτητον ἐθνικὴν εὐγνωμοσύνην ἐξεβράσθησαν ἔξω τοῦ στρατεύματος, ὅπερ τόσον ἐτίμησαν καὶ ἐδόξασαν, σώσαντες πολλάκις οὐ μόνον τὴν τιμήν, ἀλλὰ καὶ αὐτὴν τὴν ὕπαρξιν τῆς Πατρίδος. Καὶ ἐψήφισε πρὸ 2–3 μηνῶν τὸν γνωστὸν νόμον, δι’ οὗ ἐν τῷ πολυθρυλήτῳ πλέον πνεύματι τῆς τόσον περιποθήτου, ἀλλὰ καὶ σκοπιμωτάτης συμφιλιώσεως τῶν διαφόρων λαϊκοστρατιωτικῶν μαζῶν παρείχετο (ἄρθρον 1ον) τὸ δικαίωμα εἰς πάντα ὁπωσδήποτε ἀπομακρυνθέντα ἀξιωματικὸν ἢ ἀνθυπασπιστὴν ὅπλων ἢ ὑπηρεσιῶν, ὡς καὶ τῆς χωροφυλακῆς, θεωροῦντα ἑαυτὸν ἀδίκως ἀποστρατευθέντα ἀπὸ 1 Νοεμβρίου 1920 καὶ ποθοῦντα νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὸν Στρατόν, δι’ ὃν τόσον ἐμόχθησε καὶ τόσους ἱδρῶτας καὶ αἷμα ἔχυσε καὶ δι’ ὃν εἶναι πρόθυμος τὰς αὐτὰς καὶ αὖθις θυσίας νὰ προσφέρῃ, νὰ ζητήσῃ τοῦτο δι’ ἀναφορᾶς του ἐντὸς ὡρισμένης προθεσμίας. Τί ὅθεν συνέβη ἅμα τῇ κοινοποιήσει τοῦ νόμου τούτου; Ἰδού: Ἐκ τῶν 2500 περίπου τοιούτων ἀξιωματικῶν ὑπέβαλον αἰτήσεις ἐπανόδου των εἰς τὸ στράτευμα, ὡς ἔμαθον ἐξωδίκως, 1400 περίπου ἀξιωματικοὶ ὅπλων καὶ ὑπηρεσιῶν καὶ 650 περίπου ἀξιωματικοὶ τῆς χωροφυλακῆς, ἤτοι 2000 περίπου ἐν στρογγύλῳ. Ἄρα δὲν ὑπέβαλον τοιαύτας αἰτήσεις 500 μόνον. Οὗτοι δὲ οἱ 500 διέδωκαν ὅτι δὲν ὑπέβαλον αἰτήσεις, διότι ἦσαν βέβαιοι ὅτι τὰ ἁρμόδια ὄργανα τῆς Δημοκρατίας δὲν θὰ τοῖς ἐπέτρεπον τὴν ἐπάνοδόν των. Ὥστε θὰ ὑπέβαλλον καὶ οὗτοι, ἂν ἦσαν βέβαιοι περὶ τῆς εἰλικρινοῦς ἐφαρμογῆς τοῦ ἐν λόγῳ νόμου, ὅπερ σημαίνει ὅτι εἶναι πρόθυμοι πάντες νὰ τείνωσι τὰς χεῖρας διὰ τὴν γενικὴν συμφιλίωσιν καὶ ὁμαλότητα, καὶ ὄχι ὅτι εἶναι ἀδιάλλακτοι. Ἐγὼ ὅμως πρὸς χάριν οἱουδήποτε ἀντιρρησίου δέχομαι πρὸς στιγμὴν ὅτι δὲν ὑπέβαλον οὗτοι αἰτήσεις, διότι ὄντως εἶναι ἀδιάλλακτοι. Θὰ ἴδωμεν ὅμως ἐφεξῆς ἂν τοῦτο εἶναι ἀληθὲς ἐκ τῶν ὑστέρων. Τὸ ἄρθρον 2 τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νεαροῦ νόμου ἐκέλευεν, ἵνα οἱ οἰκεῖοι Ὑπουργοὶ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῆς Ἐννόμου τάξεως συγκροτήσωσι πενταμελῆ Στρατιωτικὰ Συμβούλια, ἅτινα θὰ ἐμελέτων τὰς αἰτήσεις τῶν ὑποβαλόντων τοιαύτας ἀξιωματικῶν καὶ θὰ ὑπέβαλλον αὐτοῖς τὰς συμβουλευτικὰς γνωμοδοτήσεις των, τὰς δὲ ὁριστικὰς ἀποφάσεις θὰ ἐλάμβανον κατὰ ῥητὴν διάταξιν τοῦ ἰδίου ἄρθρου 2 οἱ οἰκεῖοι Ὑπουργοί, οἵτινες εὐτυχῶς συνέπεσε νὰ εἶναι σήμερον ὁ νῦν ἀξιότιμος κ. Πρωθυπουργὸς διὰ τοὺς μὲν καὶ ὁ ἔνδοξος στρατηγὸς Κονδύλης διὰ τοὺς δέ, ἀνώτεροι πολιτικῶν παθῶν καὶ θιασῶται τῆς συμφιλιώσεως μέχρι παρεξηγήσεως, κατ’ ἐμὴν ταπεινὴν γνώμην. Τὰ λοιπὰ ἄρθρα τοῦ νόμου τούτου εἶναι ἡ τεχνικὴ αὐτοῦ οἰκονομία. Οἱ ἐκτελέσαντες τὸν νόμον τοῦτον πρὸ δύο μηνῶν κ. κ. Ὑπουργοὶ ἐξέδωκαν ἐγκυκλίους, δι’ ὧν ἐζήτησαν ὡρισμένας ὑπευθύνους δηλώσεις ἀπὸ τοὺς ποθοῦντας τὴν ἐπάνοδόν των ἀξιωματικούς. Αἱ σπουδαιότεραι τῶν δηλώσεων τούτων ἦσαν δύο, ἐκ τῶν ὁποίων ἡ μὲν ἀφεώρα τὸν λόγον τῆς ἀπομακρύνσεώς των ἐκ τοῦ Στρατοῦ ἑκουσίως ἢ ἀκουσίως, ἡ δὲ τὴν κατάστρωσιν τῶν πρὸς τὴν Πατρίδα ἐν Μετώπῳ ὑπηρεσιῶν των. Οἱ τέως ἀντιδημοκράται εἴς τε τὰς ἀναφοράς των καὶ εἰς τὴν σχετικὴν ὑπεύθυνον δήλωσίν των ἐβεβαίωσαν κατηγορηματικῶς ὅτι ἀπαρνοῦνται τελείως τὰς τέως πολιτικὰς πλάνας των καὶ ὅτι προσχωροῦσιν εἰλικρινῶς εἰς τὸ νῦν δημοκρατικὸν καθεστώς. Ἱκανῶν δὲ ἐκ τούτων οἱ πολεμικοὶ τίτλοι οὓς εἶδον ἐν τῇ σχετικῇ ὑπευθύνῳ δηλώσει των εἶναι ἄξιοι πάσης τιμῆς. Οἱ δὲ δημοκρατικοὶ ἀξιωματικοὶ σχεδὸν ἅπαντες ἔχουσι πολεμικοὺς τίτλους ἀξίους πάσης ἐθνικῆς εὐγνωμοσύνης, ὡς καὶ τὰ πολιτικά των φρονήματα. Δὲν κακίζω ποσῶς τοὺς ἀξιοτίμους τότε κ.κ. Ὑπουργοὺς διὰ τὰς τοιαύτας ζητηθείσας ὑπευθύνους πολιτικὰς δηλώσεις, ἔχων ὑπ’ ὄψιν μου τὸ πρόσφατον ὀδυνηρὸν παρελθόν. Θὰ ἠδυνάμην μάλιστα καὶ νὰ τοὺς συγχαρῶ, ἂν δὲν ἐφρόνουν ὅτι διὰ ν’ ἀπομακρυνθῶμεν σταθερῶς πάσης παρασκηνιακῆς ἢ μὴ στρατοκρατίας μονομεροῦς, ταύτης ἢ ἐκείνης τῆς πολιτικῆς ἀντιλήψεως, θὰ ἦτο λίαν σκόπιμον νὰ ὑπάρχουν ποικίλα στοιχεῖα ἐν τῷ στρατεύματι, ὥστε, μὴ δυνάμενα ταῦτα νὰ συμπέσωσιν εἰς τὸ ἐντεῦθεν ἢ ἐκεῖθεν βουλεύεσθαι, κατ’ ἀνάγκην νὰ τηρῶσι τὸν Στρατὸν ἀνίκανον εἰς πολιτικήν τινα ἀνάμιξιν καὶ συνεπῶς ἀφωσιωμένον εἰς τὰ καθαρῶς στρατιωτικά του καθήκοντα, ὡς συμβαίνει εἰς τὸν ἔνδοξον Γαλλικὸν Στρατόν, ἔνθα αἱ ἑκάστοτε δημοκρατικαὶ πάντως Κυβερνήσεις ἀνακατεύουσαι τὰ χαρτιὰ εἰς πάντα κλάδον τῆς διοικήσεως ἐξουδετεροῦσι σταθερῶς πᾶσαν ἐπικίνδυνον διὰ τὸ πολίτευμα προσπάθειαν. Καὶ ἂς ἔλθωμεν ἤδη εἰς τὴν δρᾶσιν τῶν Στρατιωτικῶν Συμβουλίων τούτων: Τὸ μὲν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ἐκ τῶν 1300 ὑποβληθεισῶν αἰτήσεων ἀξιωματικῶν ἐνέκρινε μόνον τὰς 250 ἢ 300, ὡς ἤκουσα, ἄρα ἀπέρριψε τὰς 1100–1150! Τὸ δὲ τῆς Ἐννόμου Τάξεως ἐνέκρινεν ἐκ τῶν ὑποβληθεισῶν αὐτῷ 650 ὁμοίων αἰτήσεων μόνον 45–50, ἄρα ἀπέρριψεν 600! Ἤτοι ἐκ τῶν 2000 αἰτήσεων ἐκρίθησαν δεκταὶ ὑπὸ τῶν Στρατιωτικῶν Συμβουλίων τούτων μόνον 300 ἐν στρογγύλῳ καὶ ἀπερρίφθησαν 1700! Ἂν δὲ εἰς τούτους προσθέσωμεν καὶ τοὺς προλεχθέντας 500 ἀξιωματικοὺς τοὺς μὴ ὑποβαλόντας αἰτήσεις, δι’ οὓς λόγους προεῖπον, καὶ ἂν ὅλως ἀνελπίστως, ὁ νῦν Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, λαμβάνων μὲ πλήρη ἀρνησικυρίαν, συμφώνως τῇ ῥητῇ διατάξει τοῦ ἄρθρου 2, τὰς ὁριστικὰς ἀποφάσεις του, ἤθελε τυχὸν συμφωνήσει μὲ τὴν ὅλως ἀψυχολόγητον πολιτικολογικὴν συμβουλευτικὴν γνώμην τῶν Στρατιωτικῶν Συμβουλίων τούτων, θὰ μένουν ἔξω τοῦ στρατεύματος μὲ βαθὺ μύχιον παράπονον, παρ’ ὅλας τὰς εὐγενεῖς καὶ πατριωτικὰς προσπαθείας τοῦ ἐν λόγῳ νόμου, δηλαδὴ ἡμῶν τῶν νομοθετησάντων, 2200 ἀξιωματικοί! Αὐτοὶ οἱ 2200 ἀξιωματικοί, ὁσονδήποτε καὶ ἂν ἔχωσι γρανιτώδη τὴν πατριωτικὴν συνείδησιν, εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ καμφθῶσι καὶ νὰ μὴ συρρεύσωσιν ὡς ἰσχυρὰ στελέχη τοῦ ἀντιπάλου πολιτειακοῦ κόσμου μὲ τὴν πικρὰν καὶ φανατικὴν ἀλλαξοπιστοῦντος ἀγανάκτησιν, ὅτι, ἐνῷ συνετέλεσαν καὶ αὐτοί, ἴσως δὲ πολλοὶ κατὰ πολὺ μέγαν ὄγκον, εἰς τὴν ἵδρυσιν μιᾶς πολὺ μεγάλης Πατρίδος πέραν τοῦ Πηνειοῦ, ταύτην ὅμως νέμονται ὡρισμένοι σφετερισταὶ τῶν θριάμβων των ἢ καὶ ἄλλοι ὁμότιμοί των μέν, ἀλλ’ ἀσεβεῖς μύσται τῆς στρατιωτικῆς ἀλληλεγγύης, συναδελφότητος καὶ ἐθνικῆς εὐγνωμοσύνης. Τοιαύτας σκέψεις καὶ ἀποσκιρτήσεις πρὸς τὸ ἐθνοκτόνον βασιλόδουλον στρατόπεδον καὶ ὑπὸ παρομοίας συνθήκας ἔκαμον ἀπὸ τοῦ 1915 καὶ ἐντεῦθεν πλεῖστοι ἄλλοι ἐκ τῶν ἤδη καὶ τέως κορυφαίων συντελεστῶν τῆς ἀποφράδος 1ης Νοεμβρίου 1920. Σημειωτέον δέ, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι μεταξὺ τῶν 2200 οὕτως ἀναλγήτως καὶ τόσον ἀστόργως καὶ ἀπανθρώπως ἀπορριπτομένων ἀστοχώτατα ἀξιωματικῶν εὑρίσκοντο πολλοί, πλεῖστοι ἐμπνευσμένοι καὶ φανατικοὶ δημοκράται ἀξιωματικοί, διαπράξαντες ἀνδραγαθίας καρδίας καὶ πνεύματος ἐν μάχαις ἐκ τοῦ συστάδην καὶ μή, διοικήσαντες μὲ μικροὺς βαθμούς, λοχαγοῦ π.χ., πολλὰς μεγάλας μονάδας καὶ συγχρόνως τυχόντες εὐδοκίμως ἢ ἐν τῇ ἡμεδαπῇ ἢ καὶ ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ ἢ καὶ αὐτοδίδακτοι ἀνωτέρας στρατιωτικῆς μορφώσεως, ὥστε νὰ μὴ δύνανται νὰ συγκριθῶσιν ἐν τῷ συνόλῳ τῶν πρὸς αὐτοὺς ἢ ἐλάχιστοι ἐκ τῶν σήμερον ὑπηρετούντων ὁμοιοβάθμων των εἰς οἱανδήποτε βαθμίδα τῆς ἱεραρχίας. Ἀλλ’ ἐν τοῖς Στρατιωτικοῖς Συμβουλίοις τούτοις ἐπεκράτησεν ἀτυχῶς ἡ τακτικὴ τοῦ «ὁ θάνατός σου ζωή μου» διὰ τοὺς ὁμόφρονας, συγχρόνως δὲ τὸ πάθος, ὁ φθόνος καὶ ὁ φόβος τῆς μὴ ἐμφανίσεως τῶν πραγματικῶν ἱκανοτήτων πρὸ τῶν μετριοτήτων. Εἶμαι εἰς τὴν λίαν δυσάρεστον θέσιν, κύριοι συνάδελφοι, νὰ βεβαιώσω ὑμᾶς καὶ ἰδιαιτέρως τὸν νῦν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν ὅτι τὸ ἐν λόγῳ Στρατιωτικὸν Συμβούλιόν του, μακρὰν τοῦ νὰ ἐμπνευσθῇ ὑπὸ τοῦ πνεύματος καὶ τοῦ γράμματος τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νόμου, καὶ ἐνῷ τὰ ἀποτελέσαντα αὐτὸ πρόσωπα ἐθεωροῦντο ὡς εὐθεῖς χαρακτῆρες, ἐν τούτοις ἐπηρεάσθη κατὰ τρόπον ἀνελπίστως δουλικὸν ἐκ πολιτικῶν παρασκηνίων, τετυφλωμένων ὑπὸ πολιτικῆς ἀδιαλλαξίας διὰ τοὺς μὲν ἐκ τῶν κρινομένων συναδέλφων των, ἐκ ταπεινοῦ δὲ ἀτομικοῦ πάθους ἢ φθόνου ἢ ἰδιοτελείας διὰ τοὺς δέ. Ὅπως μὴ νομισθῶ δέ, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι διαβάλλω ἢ φαντασιοκοπῶ, ὅπερ οὐδέποτε ἀνὰ τὸν 40ετῆ δημόσιον βίον μου ἐπέτρεψα εἰς τὸν χαρακτῆρά μου, λαμβάνω τὴν τιμὴν ἐν πάσῃ εἰλικρινείᾳ νὰ ἐκθέσω τὰς ἑξῆς προσωπικὰς πληροφορίας μου: 1) Ἁρμόδιος ἀνώτερος ὑπάλληλος, ὁ προσωπάρχης κ. Βαλσαμάκης, ἀντισυνταγματάρχης τοῦ πεζικοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, εἰς ὃν ἀπετάθην, ὁμιλῶν γενικῶς περὶ τῶν ἀντιλήψεών του ἐπὶ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου τούτου, μοὶ εἶπεν ὅτι ἡ σταθερὰ ἀντίληψίς του ἦτο ὅτι τὸ Στρατιωτικὸν Συμβούλιον δέον νὰ ὑποβάλῃ πίνακα εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν περὶ τῶν κριτέων ὑπ’ αὐτοῦ δεκτῶν ἀξιωματικῶν, ὅτι δὲ ἡ διάταξις τοῦ νόμου περὶ λήψεως τῶν ὁριστικῶν ἀποφάσεων ἐκ μέρους τοῦ οἰκείου Ὑπουργοῦ παρέχει αὐτῷ τὸ δικαίωμα τῆς διαγραφῆς μὲν ἐκ τοῦ πίνακος τούτου ὅσων ἀτόμων θέλει, οὐχὶ δὲ καὶ τῆς ἐγγραφῆς ἐν αὐτῷ τυχὸν κατὰ τὴν κρίσιν του ἀδίκως ἀπορριφθέντων ὑπὸ τοῦ Συμβουλίου ἀξιωματικῶν. Εἰς τὰς δικαίας δὲ ἀντιρρήσεις μου, ὅτι καὶ μὲ τὸ πνεῦμα ἡμῶν τῶν νομοθετῶν καὶ μὲ τὸ ρητὸν γράμμα τοῦ νόμου μας τούτου τὸ δικαίωμα τοῦ Ὑπουργοῦ εἶναι ἀπόλυτον καὶ ὑπὲρ καὶ κατὰ τῶν ὁπωσδήποτε κριθέντων ὑπὸ τοῦ καθαρῶς συμβουλευτικοῦ Συμβουλίου τούτου μοὶ ἀντέταξεν οὗτος ὅτι δὲν ἔχω δίκαιον, διότι, ὅταν αὐτοὶ μετὰ τοῦ πρώτου εἰσαγαγόντος ἡμῖν πρὸς ψήφισιν τὸ ἐν λόγῳ νομοσχέδιον Ὑπουργοῦ τὸ συνέτασσον, αὐτὴν τὴν ἀντίληψιν εἶχον ἐν νῷ. Ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον, ὅπως γίνῃ νόμος, ὑπέστη μεγάλην βάσανον καὶ πολλὰς τροποποιήσεις ὑφ’ ἡμῶν, ὥστε ὁ κ. εἰσηγητὴς οὗτος τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου μας εὑρίσκεται ἐν καταφανεστάτῃ πλάνῃ. 2) Ὁ αὐτὸς ἁρμόδιος ὑπάλληλος, ὅταν εἰς ἄλλην τυχαίαν ἐπίσης συνάντησίν μας τῷ συνέστησα νὰ προσέξῃ τὸ Ὑπουργεῖον εἰς τὴν συγκρότησιν τῶν μελῶν τοῦ Συμβουλίου, ὅπως ὦσι ταῦτα ἀνώτερα ἀτομικῶν παθῶν καὶ ἀνθρωπίνων ἀδυναμιῶν ἢ πολιτικῶν ἀδιαλλαξιῶν, τῷ ὑπέδειξε δὲ ὡς μέλη ἄτομά τινα, μοὶ εἶπε δι’ ἓν ἐξ αὐτῶν: «Ἄ! αὐτὸν εἶναι ἀδύνατον νὰ τὸν διορίσωμεν, διότι ἔχει τὴν ὄρεξιν νὰ μᾶς ἐπαναφέρῃ ὅλους τοὺς ἀποτάκτους». 3) Εἶναι εὐνόητον ὅτι ἡ ὑπερηφάνειά μου καὶ ἡ πεποίθησίς μου εἰς τὸ παρελθόν μου δὲν μοὶ ἐπέτρεπε νὰ παρακαλέσω οὐδένα περὶ ἐμοῦ, καθ’ ὃ ὑποβαλόντος τοιαύτην αἴτησιν, καίτοι συνεδεόμην ἀρκούντως μὲ τρεῖς στρατηγοὺς ἐκ τῶν πέντε τοῦ Συμβουλίου τούτου, ὧν ὁ εἷς ἦτο καὶ συμμαθητής μου ἐπὶ τρία ἔτη ἐν Γαλλίᾳ εἰς τὴν ἀνωτέραν Ἀκαδημίαν, γνωρίζων καλῶς καὶ τὰς ἐκεῖ εὐδοκίμους σπουδάς μου καὶ τὰς μετέπειτα πολεμικάς μου δάφνας, ὁ δ’ ἕτερος ἐγνώριζεν ἐπίσης πολὺ καλῶς τὴν ἐν Ἠπείρῳ ἀνὰ τὰ ὑψώματα τῆς Μανωλιάσης ἐξαιρετικῶς ἡρωικήν μου δρᾶσιν τῷ 1912–1913 ἐπὶ τρεῖς μῆνας, ἔνθα διώκουν ὡς λοχαγὸς μικτὸν ἀπόσπασμα ἐκ 3–5 ταγμάτων μετὰ πυροβολικοῦ κλπ. καὶ ὅστις συναντῶν με ἐσχάτως ἐνταῦθα ἐξέφραζε τὴν ἀγανακτησίν του διὰ τὴν μὴ ἐπαναφοράν μου εἰς τὸ στράτευμα ὑπὸ τῆς Ἐπαναστάσεως τοῦ 1922 καὶ ὑπὸ τῶν μετέπειτα Κυβερνήσεων. Ἐν τούτοις μίαν ἡμέραν πρὸ μηνὸς καὶ πλέον δι’ ἑνὸς τηλεφωνήματος καὶ χωρὶς νὰ δώσω τὴν ἐλαχίστην ἀφορμὴν ἐκλήθην φιλικῶς ἐκ μέρους ἑνὸς τῶν μελῶν τοῦ Συμβουλίου τούτου, τοῦ ἀντιστρατήγου Ἀλεξ. Μαζαράκη, ὅστις μοὶ εἶπε τὰ ἑξῆς: «Καίτοι ἐδώκαμεν ἐν τῷ Συμβουλίῳ λόγον τιμῆς νὰ μὴ εἴπωμεν τί συζητοῦμεν ἐν αὐτῷ, ἐν τούτοις, ἐνδιαφερόμενος ἀδελφικῶς δι’ ὑμᾶς, σᾶς ἀνακοινῶ ὅτι ἕνεκα πιέσεως τῆς πολιτικῆς ἐπεκράτησεν ἡ γνώμη νὰ μὴ σᾶς ἐπαναφέρωμεν· ἐπὶ πλέον δὲ ἀπουσιάζετε καὶ 4 ἔτη ἐκ τοῦ Στρατοῦ». Ἡ ἐντύπωσίς μου ἦτο καὶ εἶναι, κύριοι, ὅτι τὸ εὔορκον αὐτὸ μέλος εἶχεν ἐντολὴν νὰ μοὶ εἴπῃ ταῦτα, ὅπως μὲ βολιδοσκοπήσῃ. Ἔμαθον δὲ μάλιστα κατὰ τρόπον θετικώτατον ὅτι τὸ εὐσυνείδητον αὐτὸ Συμβούλιον, ὅπερ ἐπρόκειτο καὶ εἶχε τὴν ἐντολὴν νὰ δώσῃ μίαν τοσαύτης βαρύτητος γνώμην εἰς τὸν κ. Ὑπουργόν, εὑρεθὲν εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ἐν διαφωνίᾳ πολιτικολογικῇ, φαίνεται, μεταξὺ τῶν μελῶν του, ἔστειλε τὰ δύο μέλη του, τοὺς ἀντιστρατήγους Ζ. Παπαθανασίου καὶ Α. Μαζαράκην πρὸς τὸν κ. Ὑπουργόν, ὅπως ζητήσῃ γνώμην, πρὶν κἂν λάβῃ τὸ θάρρος νὰ δώσῃ τοιαύτην. Δὲν ἀμφιβάλλω ὅμως ὅτι ὁ ἐξόχως νομοταγὴς τότε κ. Ὑπουργὸς θὰ τοῖς ὑπέδειξε τὸ καθῆκόν των κατὰ τὸν ἁρμόζοντα νόμιμον τρόπον. Ἐγὼ ὅμως ἀπήντησα τότε εἰς τὸν ἀμφίβολον τοῦτον φίλον μου καὶ μέλος τοῦ Συμβουλίου τούτου τὰ ἑξῆς: «Ποῖα τὰ πολιτικὰ ταῦτα παρασκήνια, ἅτινα θὰ σᾶς ἐπηρεάσωσι τόσον ὥστε νὰ διαφθείρετε τὸν χαρακτῆρά σας καὶ νὰ ὑγροποιήσετε τὴν συνείδησίν σας; Καὶ πῶς ἐτόλμησαν νὰ σᾶς ἐπιβάλωσι τοιοῦτόν τι; Ἐννοοῦν νὰ νέμωνται αὐτοὶ μίαν Πατρίδα μεγάλην τὴν ὁποίαν ἡμεῖς ἐδημιουργήσαμεν μὲ τοὺς ἡρωισμούς μας καὶ μόχθους μας; Δι’ αὐτὸ ἐπαλαίσαμεν καὶ διεκινδυνεύσαμεν ἐπὶ 40–47 ἔτη δημοσίου βίου; Ποῖον δὲ ἀντιπροσωπεύουσιν αὐτοὶ καὶ τίνες εἶναι οὗτοι; Διότι ἀσφαλῶς πιστεύω ὅτι οὔτε ὁ κ. Σοφούλης οὔτε ὁ κ. Κατεχάκης εἶναι οἱ οὕτως ἀντεθνικῶς ἐπιβαλλόμενοι ὑμῖν, τὸ δὲ μέλος τῆς Κυβερνήσεως, ὁ Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας κ. Μπότσαρης, συζητουμένου τοῦ ἐν λόγῳ νόμου διεκήρυξε μετ’ ἀληθοῦς πατριωτικοῦ πόνου, τιμῶντος αὐτόν, ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Συνελεύσεως ὅτι εἶναι ἔγκλημα νὰ εὑρίσκωνται ἀξιωματικοὶ ἔνδοξοι ἔξω τοῦ στρατεύματος καὶ ἔφερεν ὡς παράδειγμα ἐμὲ ὀνομαστικῶς. Εἰς τοῦτο δὲ ἐπίσης ὀνομαστικῶς καὶ ἀμέσως μετὰ τὸν κ. Μπότσαρην ὑπερεθεμάτισεν ὁ κ. Καλογερᾶς, ὅστις γνωρίζει προσωπικῶς ὁποῖον ρόλον ἔπαιξα ἐγώ, λοχαγὸς ὤν, εἰς τοὺς πολέμους τοῦ 1912 καὶ 1913 καὶ εἰς τοὺς ἀπὸ 1916– 1920 ἐθνικούς μας ἀγῶνας ὡς ἀντισυνταγματάρχης καὶ συνταγματάρχης ἐκτὸς τῶν ἐν Γαλλίᾳ ἀνωτέρων σπουδῶν μου μετ’ αὐτοῦ. Ἀλλὰ καὶ ὁ κ. Πάγκαλος κατὰ τὰς ἀρχὰς Ἰανουαρίου 1924 ἐντὸς τῆς Λέσχης τῶν Φιλελευθέρων καὶ ἐνώπιον πολλῶν συναδέλφων μας, κατόπιν πικρῶν φιλικῶν παραπόνων μου ὅτι μὲ παρηγκώνισε, μοῦ ἀπήντησε μεγαλοφρόνως: «Ἐγὼ ὑπέβαλα δὶς Β.Δ. πρὸς ὑπογραφὴν περὶ ἐπαναφορᾶς σου, ἀλλὰ τὰ ἐσταματοῦσεν αὐτὸς ὁ κακοήθης ὁ Γονατᾶς! Δὲν εἶδες εἰς τὰς ἐφημερίδας ποὺ τὸν ἀπεκάλεσα αὐτὰς τὰς ἡμέρας κακοήθη;» Ὥστε καὶ ὁ κ. Πάγκαλος, συνεπῶς καὶ οἱ περὶ αὐτὸν ὁσοιδήποτε, ἀνεγνώρισαν πρὸ πολλοῦ τὸ δίκαιον τῆς ἐπαναφορᾶς μου ἀπὸ τοῦ 1922 μέχρι τοὐλάχιστον τοῦ Ἰανουαρίου τοῦ 1924. Ὁ ἔνδοξος δὲ καὶ ἀνδρεῖος συνάδελφος κ. Γ. Κονδύλης, οὗτινος ἀναγνωρίζω τὰς ἀπαραμίλλους στρατιωτικὰς καὶ πατριωτικὰς ἀρετάς, δὲν πιστεύω ποτὲ νὰ ὑπῆρξε τὸ μαῦρον καὶ φθονερὸν παρασκήνιον ὅπερ νὰ συνέστησεν ἐπιμόνως τὴν μὴ ἐπαναφοράν μου, διότι ὑπάρχει ἀξίωμα, καθ’ ὃ «ὁ ἀνδρεῖος καὶ ἔνδοξος τιμᾷ καὶ σέβεται καὶ ἀγαπᾷ τὸν ἐπίσης τοιοῦτον συνάδελφόν του». Δὲν πιστεύω δὲ ὁ ἔντιμος καὶ σοφὸς συνάδελφος κ. Κονδύλης νὰ γνωρίζῃ πολλοὺς συναδέλφους μας σημερινοὺς συνταγματάρχας καὶ ἰδίᾳ στρατηγοὺς οἵτινες νὰ ἔχωσι νὰ ἐπιδείξωσι τοὺς ἰδικούς μου τίτλους καὶ ἰδίᾳ μαχῶν ἐκ τοῦ συστάδην, στῆθος μὲ στῆθος καὶ μὲ λόγχην, ἡμερησίων καὶ νυκτερινῶν, πολυνέκρων δὲ καὶ λυσσωδῶν. Οὔτε θὰ ἀγνοῇ ὅτι ὅλους μου τοὺς βαθμοὺς καὶ τὰ παράσημα τὰ κατέκτησα μόνον ἐπὶ τοιούτων πεδίων ἐνδόξων θριάμβων καὶ οὐχὶ ἐπὶ τῶν σκοτεινῶν πολιτικῶν παρασκηνίων οὔτε ἐντὸς τῶν ἀκάπνων καὶ ἀσφαλιστικῶν ζωῆς ἐπιτελείων οὔτε ἔχων δεξιά μου καὶ ἀριστερά μου καὶ ὄπισθεν διὰ πᾶν ἀπευκταῖον τοὺς ἀηττήτους συμμάχους μας Ἄγγλους καὶ Γάλλους, ἀλλὰ μόνος, κατάμονος, μὲ τὴν Ἑλληνικὴν μόνον ψυχήν, ἡγούμενος καὶ οὐδέποτε ἑπόμενος τῶν πρώτων γραμμῶν τῶν ἡρωικῶν ταγμάτων μου, ὡς ἀληθὴς entraineur d'hommes, δίδων πρῶτος ἐν τοῖς πρώτοις τὸ παράδειγμα τῆς αὐτοθυσίας, τῆς πρωτοβουλίας, τοῦ θάρρους, τῆς εὐθύνης, τῆς ταχείας ἀντιλήψεως καὶ τῆς ραγδαίας καὶ σοφῆς ἀποφάσεως καὶ ἐκτελέσεως, λοχαγὸς ὤν, ἐπὶ κεφαλῆς 3–5 ταγμάτων, ἄνευ πυροβολικοῦ πολλάκις, ὡς ἐν τῇ πολυνέκρῳ μάχῃ τῶν Σιδηρῶν Πυλῶν, ὡς ἐν Μανωλιάσῃ, ἔνθα μάρτυς ὁ ἔνδοξος συμπολεμιστής μου κ. Π. Καρασεβδᾶς, ὡς ἐν Γενιτσοῖς κλπ., ἢ ὡς κατ’ οὐσίαν Μέραρχος τῆς 7ης Μεραρχίας ἐπὶ κεφαλῆς πέντε συνταγμάτων πεζικοῦ μετὰ πλείστων ἄλλων μονάδων βοηθητικῶν ὅπλων καὶ ὑπηρεσιῶν μὲ ἕνα γελοῖον, τυπικὸν μόνον Μέραρχον, τὸν ἔκφυλον Σωτήλην (μάρτυρες οἱ νῦν ἀπόστρατοι καὶ ἀνδρεῖοι ὑποστράτηγος Ἰάκ. Νεγροπόντης καὶ ἀντιστράτηγος Γ. Πολυμενάκος καὶ πλεῖστοι ἄλλοι), ὅπερ ἠνάγκαζεν εἰς κάθε ἀριστοτεχνικήν μου μυριόνεκρον νίκην καὶ θρίαμβον τὸν τότε γενικὸν ὑποεπιτελάρχην τῆς Ἑλληνικῆς Στρατιᾶς κ. Ι. Μεταξᾶν ν’ ἀναφωνῇ εἰς τὸ πλευρὸν τοῦ τότε Βασιλέως του μεγαλοφώνως καὶ ἐνώπιον πάντων: «Ζήτω ὁ Πραντούνας καὶ ὄχι ὁ Σωτήλης, Μεγαλειότατε». Τίς ἔχει νὰ ἐπιδείξῃ τοὺς τίτλους μου καὶ τὰς περγαμηνάς μου αὐτάς; Τὸ Στρατιωτικὸν Συμβούλιόν σας ἢ τὰ παρασκήνια ποὺ τὸ ἐτρομοκράτησαν, ἐφ’ ὃ καὶ ἐρυθριῶ, διότι ἐταπεινώθην νὰ μὲ κρίνῃ αὐτό, ἀντὶ νὰ κρίνω ἐγὼ τοῦτο; Ἂς ἔλθωσι νὰ μετρηθῶμεν ὅποτε θέλουσιν. Ἂς ρίψωμεν κάτω τὰς περγαμηνάς μας, ἵνα ἴδωμεν τί ὀφείλει εἰς ἕκαστον ἡ Πατρίς, τίς εἶναι ὁ ἀληθὴς ἄξιος τῆς Πατρίδος, καὶ τίνες φέρουσιν ἐπαξίως, ἀπὸ πολεμικῆς ἀπόψεως καὶ ὄχι ἀπὸ πολιτικῆς ἢ γραφειοκρατικῆς τοιαύτης, τὰς ἐπωμίδας καὶ τὰ παράσημα καὶ τὰς θέσεις καὶ τὰς τιμάς των. Θέλετε ἓν Στρατιωτικὸν Συμβούλιον ἔντιμον καὶ ἀνεπηρέαστον καὶ εἰδικὸν νὰ κρίνῃ ὅλους μας; Ἰδοὺ αὐτό: Οἱ νῦν ἀπόστρατοι καὶ ἄτρωτοι πλέον ἀπὸ πολιτικὰ πάθη, ἀπὸ παρασκήνια, ἀπὸ φθόνους καὶ ἀνθρωπίνας ἀδυναμίας καὶ ἀτελείας στρατηγοὶ Σαπουντζάκης, Ἐμμ. Ζυμπρακάκης, Γ. Πολυμενάκος, Κ. Καλλάρης, Κ. Μοσχόπουλος, Π. Κοντογιάννης, Γ. Κατεχάκης, Γ. Κακουλίδης κλπ. Δὲν θέλετε οὔτε τὸ μέσον τοῦτο, ὅπερ μετεχειρίσθη ἡ Γαλλία κατὰ τὰ Δραϋφουσικά, ὁπότε εἶχεν ἀποσυντεθῆ καὶ παραλύσει ὁ ἔνδοξος Γαλλικὸς Στρατός, ἀνακαλέσασα ἐκ μακροτάτης ἀποστρατείας εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν τὸν ἐνδοξότατον στρατηγὸν Galiffé; Τότε, ἀφοῦ, ὡς ἀπέδειξε τὸ τελευταῖον ἐκνευριστικὸν καὶ ἀπελπιστικὸν κίνημα τῶν στρατηγῶν Τσερούλη καὶ Παναγιωτοπούλου, ὅπερ μὲ καθιστᾷ λίαν σκεπτικιστήν, μερίς τις τῶν ἐσχάτως κατασκευασθέντων ἐν τῇ δίνῃ τῆς ἀφθάστου συμφορᾶς μας κορυφαίων τοῦ Στρατοῦ ἐξακολουθεῖ νὰ βουλεύεται, ἤτοι νὰ πολιτικολογῇ, νὰ θέλῃ νὰ ἐπεμβαίνῃ ἀκόμη εἰς τὰ πολιτικά, ὀνειροπολοῦσα στρατοκρατίας καὶ δικτατορίας, τί λογικώτερον καὶ σκοπιμώτερον ἀπὸ τὴν ἐφάπαξ καὶ ἀναφανδὸν πλέον προσφυγήν μας εἰς αὐτὸν τοῦτον τὸν ἀπομείναντα ἔνδοξον Στρατόν μας; Οὗτος, δείξας τὴν πλάτην του πλέον εἰς τοὺς στασιαστὰς τούτους, ἐβροντοφώνησε παταγωδῶς ὅτι ἀποκρούει μετ’ ἀξιεπαίνου ἀγανακτήσεως καὶ πατριωτισμοῦ τὰς ὀλεθρίας κλίκας τῶν παρασκηνίων τῆς δικτατωρίας καὶ στρατοκρατίας, τοῦ φθόνου καὶ τοῦ σφετερισμοῦ τῶν δαφνῶν ἄλλων. Διατάξατε, κύριοι, ἐφάπαξ φανερὰς ἐκλογὰς ἐν τῷ Στρατῷ, ὅπως οἱ ἀξιωματικοί, ἀπὸ ἀνθυπολοχαγοῦ μέχρι συνταγματάρχου, ἀποφανθῶσι τίνας στρατηγοὺς θέλουν καὶ τίνας δὲν θέλουν νὰ τοὺς διοικῶσι. Καὶ τότε θὰ ἴδετε, ἂν αὐτοὶ ποὺ σᾶς «μπλοφάρουν» ὅτι σύρουν τὸν Στρατὸν ἀπὸ τὴν μύτην καὶ σᾶς τρομοκρατοῦν μὲ διαφόρους ἀπειλάς, καὶ ὧν ἡ ἐμπροσθοφυλακὴ τῆς οἰκτρᾶς ἀποπείρας των ὑπῆρξαν οἱ τόσον ἀποκρουσθέντες ἐσχάτως δύο στρατηγοὶ καὶ ὑφ’ ὧν ἐτρομοκρατήθη καὶ ἐρρευστοποιήθη τὸ ὑπόδικον σήμερον ἐνώπιόν σας ὑπ’ ἐμοῦ ὡς δημοσίου κατηγόρου Στρατιωτικὸν Συμβούλιον, ἀπέμειναν ἴσως μὲ μίαν κλίκαν των ἐκ 50–100 προσώπων καὶ μὲ ἐξατμισθείσας πλέον ἀσφαλῶς ὑπογραφὰς ἀνθυπασπιστῶν τινων τῆς χωροφυλακῆς καὶ ἀνυπάρκτους ἄλλας φανταστικῶν ἀτόμων, περὶ ὧν μᾶς ὡμίλησεν ἐντεῦθεν ἐπισήμως πρὸ 3–4 μηνῶν ὁ κ. Γονατᾶς. Περὶ τῶν λεπτομερειῶν τῆς οὐχὶ πρωτοτύπου ταύτης ἰδέας μου, κύριοι, ἣν ἠκολούθησαν εὐστοχώτατα πάντοτε καὶ οἱ μεγάλοι λαοὶ τῆς Ἑλλάδος καὶ τῆς Ρώμης, σᾶς ὑπέβαλον πρὸ πολλῶν μηνῶν καὶ νομοσχέδιον καὶ προφορικῶς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου σᾶς ὡμίλησα. Ἐννοεῖται ὅτι κατὰ τὰς μοναδικὰς ἐφάπαξ ἐκλογὰς ταύτας ὑποψήφιοι μὲν θὰ εἴμεθα πάντες οἱ μὴ τέως καταληφθέντες ὑπὸ τοῦ ὁρίου ἡλικίας τῶν 60–65 ἐτῶν στρατηγοί, ψηφοφόροι δὲ οὐ μόνον οἱ ἐν ἐνεργείᾳ καὶ διαθεσιμότητι, ἀλλὰ καὶ οἱ ἐπιζήσαντες τῶν προσφάτων πολέμων ἀνάπηροι ἢ μὴ καὶ ἀπόστρατοι συνάδελφοι, ὡς ἀληθὴς ζῶσα ἱστορία δικαιούμενοι καὶ τιμῆς ἕνεκα νὰ ἔχωσιν εἰσέτι γνώμην καὶ πόνον δι’ ὅ,τι ᾠκοδόμησαν καὶ ὅπερ λέγεται μείζων τοῦ Πηνειοῦ Πατρὶς μέχρις Ἕβρου καὶ ἔνδοξος Στρατός μας. Μήπως ἄλλως τε τὸ αὐτὸ περίπου καὶ αὐτοβούλως δὲν ἔπραξεν ἐσχάτως τὸ ἔνδοξον Ναυτικόν μας; Τὸ ἔντιμον μέλος τοῦ περιφήμου Στρατιωτικοῦ Συμβουλίου μοὶ εἶπεν ἐπίσης, ὡς σᾶς προεῖπον, καὶ ὅτι ἀπέχω ἤδη τοῦ στρατεύματος ἀπὸ τετραετίας. Τῷ ἀπήντησα ταῦτα: 1) Μήπως διὰ τοῦτο ἔχασα τὴν στρατιωτικὴν ἀξίαν ἢ ἱκανότητά μου ἢ πεῖράν μου 40 ἐτῶν καθαρῶς μαχίμου καὶ πολεμικοῦ βίου ἀπὸ διμοιρίας μέχρι Μεραρχίας καὶ Σώματος Στρατοῦ; Ἀλλὰ καὶ ἐκ τόσων στρατηγῶν, οὓς καὶ πρὸ καὶ μετὰ τὴν μεγάλην συμφορὰν μας κατεσκευάσατε καὶ ὑμεῖς καὶ οἱ ἀντίπαλοί σας, τίνες καὶ πότε καὶ ποῦ καὶ ἐν εἰρήνῃ καὶ ἐν πολέμῳ ἔτι διῴκησαν διμοιρίαν, λόχον, τάγμα, σύνταγμα, Μεραρχίαν, διατρίβοντες πάντες, οἱ πλεῖστοι, ὑπὸ τὰς ἁμάρας τῶν διαφόρων ἐπιτελείων καὶ Ὑπουργείων καὶ ἀνακύψαντες μίαν ὡραίαν πρωίαν ὑποστράτηγοι καὶ ἀντιστράτηγοι; 2) Ὁ φθόνος μοῦ κατεσκεύασε τὰ τέσσαρα ταῦτα ἔτη τῆς ἀποχῆς μου, διότι συνέπεσε νὰ εἶμαι ἀρχαιότερος τῶν σημερινῶν συναδέλφων μου. Ἂν ἀνεκαλούμην δὲ καὶ ἐγὼ, ὡς οἱ κ.κ. Πάγκαλος, ἀδελφοὶ Μαζαράκη, Τσερούλης κλπ. μετὰ τὴν Ἐπανάστασιν τοῦ 1922, δὲν θὰ εἶχον ἀπόσχει τέσσαρα ἔτη, ἀλλὰ μόνον δύο ἀπὸ τὸν Στρατόν, ὅπως αὐτοί, καὶ οὐχὶ 3½, ὅπως ὁ κ. Παπούλας καὶ οἱ σὺν αὐτῷ τότε στρατηγοί. Ἀλλ’ ὅταν ἡ αὐτὴ Ἐπανάστασις ἀνεκάλεσε τὸν Σεπτέμβριον 1922 τὸν παραιτηθέντα κατὰ Φεβρουάριον 1918 ἀντιστράτηγον Χαραλάμπην, ἤτοι μετὰ 4½ ἔτη ἀποχῆς, καὶ τὸν διώρισεν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ἵνα ἔλθῃ καὶ ἐκσπάσῃ τὸ κατ’ ἐμοῦ προσωπικόν του πάθος καὶ νὰ τακτοποιήσῃ πολλὰ προσωπικά του συμφέροντα, ὅπερ γνωρίζει καλῶς ὅλη ἡ τότε ἀτμόσφαιρα τῆς Ἐπαναστάσεως τοῦ 1922—Γονατᾶς, Πλαστήρας, Πρωτοσύγκελλος—δὲν ἐπείραξε; Καὶ δι’ ἐμὲ τώρα πειράζει; Καὶ τίνας ἐκδουλεύσεις ἡρωικὰς ἢ θριάμβους μαχῶν ἢ καὶ διοίκησιν μονάδος τινὸς καὶ πότε ἢ ἐν πολέμῳ ἢ ἐν εἰρήνῃ ἔχει νὰ ἐπιδείξῃ ὁ γραφειοκράτης οὗτος ἐν συγκρίσει πρὸς ἐμέ; Ἂς μοὶ εἴπῃ μίαν καὶ μόνην μάχην του, ἔργον τῶν χειρῶν του, ἔστω καὶ μακρόθεν ὑπ’ αὐτοῦ διευθυνομένην ἢ καὶ ἁπλῶς συλληφθεῖσαν ἐν τῷ νῷ ἢ καὶ διατυπωθεῖσαν ὑπ’ αὐτοῦ ἔστω. Μοὶ ἐζήτησε τὸν Nudant ὡς ἐπιτελάρχης τῆς 1ης Μεραρχίας τὸν Σεπτέμβριον τοῦ 1922! 3) Ὁ Γερμανὸς στρατηγὸς Χίδεμπουργκ ἦτο ἀπόστρατος ἀπὸ ὀκταετίας, λόγῳ ὁρίου ἡλικίας καὶ δυσμενείας τοῦ Κάϊζερ, ὅταν ἐκηρύχθη ὁ παγκόσμιος πόλεμος τοῦ 1914. Καὶ ὅμως εὐθὺς ἅμα τῇ κηρύξει τούτου ἀνεκλήθη εἰς τὴν ἐνεργὸν ὑπηρεσίαν καὶ ἀνέλαβεν ὑψίστας ἀποστολὰς καὶ ἀρχιστρατηγίας δι’ ὧν ἐδόξασε τὴν ἀτυχήσασαν πατρίδα του. 4) Ὁ γνωστός μας ἔνδοξος στρατηγὸς Σαράϊγ, ἀποστρατευθεὶς αὐτεπαγγέλτως τῷ 1917 λόγῳ πολιτικῆς καὶ ἐν τῷ μεταξὺ καταληφθεὶς καὶ ὑπὸ τοῦ ὁρίου τῆς ἡλικίας, ἀνεκλήθη ἐσχάτως ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως Ἐρριώ, ἀνέλαβεν ἀνάλογον τοῦ βαθμοῦ του διοίκησιν, ἀποκατεστάθη εἰς ὅλα του τὰ δικαιώματα, τὰ ἀπορρέοντα ἐκ τοῦ ἐνδόξου παρελθόντος του, καὶ ἐτέθη ἐκτὸς ὁρίου ἡλικίας, τιμῆς ἕνεκεν, μετὰ ὀκταετῆ συνεχῆ ἀπομάκρυνσίν του ἐκ τοῦ στρατοῦ. Τὸ αὐτὸ συνέβη καὶ διὰ τὸν στρατηγὸν Lanraizak, λιμωξαρισθέντα μετὰ τὴν μάχην τοῦ Charleroi τῷ 1914, ἤτοι μετὰ δεκαετῆ καὶ πλέον ἀπομάκρυνσιν. Ὁ Σαράϊγ, κύριοι, διὰ τῶν λαμπρῶν ἑλιγμῶν του πρὶ τὸ Βερντέν, εἰς τὸ ἄκρον δεξιὸν τῆς Γαλλικῆς Στρατιᾶς, ὑποχωρούσης τὸν Αὔγουστον τοῦ 1914 ἐκ τῆς μάχης τοῦ Charleroi πρὸς τὸν Μάρνην, ἔσωσε, μεταξὺ 4 ἢ 5 ἄλλων ἐνδόξων στρατηγῶν, καὶ ἐδόξασε τὴν Γαλλίαν του, ἀνατρέψας καὶ συντρίψας τὸν ἐχθρὸν καὶ μάλιστα μετὰ θαυμαστοῦ θάρρους εὐθύνης, παραβὰς ὅλως ἐναντίας ρητὰς διαταγὰς τοῦ Ζὸφρ πρὸς ὑποχώρησιν. Ἀλλὰ καὶ ἐγὼ τὴν 9 Ὀκτωβρίου 1912, ὅταν ὁ Στρατὸς τοῦ Διαδόχου Κωνσταντίνου ἡττήθη οἰκτρῶς εἰς τὴν πολύνεκρον μάχην τοῦ νοτίου στομίου τοῦ Σαρανταπόρου, ὑπερπηδήσας ὁρμητικῶς τὰ Καμβούνια ὄρη διὰ συντόνων πορειῶν 45 χιλιομέτρων ἐν μέσῳ δυσβάτου ὀρεινῆς καὶ δασώδους Χώρας, ἀπὸ χαραυγῆς μέχρι βαθείας νυκτός, καὶ ἀνατρέψας εἰς τρεῖς διαδοχικὰς ἁψιμαχίας, ὧν δύο ἐκ τοῦ συστάδην, τὸν ἐχθρὸν εἰς Μόκρον, εἰς Μεταξᾶδες, εἰς Ράχοβον, ἐπὶ κεφαλῆς τοῦ τάγματός μου, ὡς ἐμπροσθοφυλακὴ τῆς 4ης Μεραρχίας, ἔπηξα τὰς προφυλακάς μου εἰς τὰ νῶτα τοῦ νικητοῦ ἐχθροῦ, συμπαρασύρας ὄπισθέν μου καὶ ὁλόκληρον τὴν Μεραρχίαν μου, καὶ ἠνάγκασα διὰ νυκτὸς τὸν νικητὴν Τοῦρκον Ταξὶν πασᾶν νὰ ἐγκαταλείψῃ τὰς πρὸ τοῦ ἡττηθέντος Κωνσταντίνου ὀχυρωτάτας θέσεις του. Τὴν χαραυγὴν δὲ τῆς ἑπομένης 10 Ὀκτωβρίου ἐλθὼν εἰς χεῖρας, στῆθος πρὸς στῆθος, μὲ τὸν ἐχθρὸν καὶ καταδιώξας αὐτὸν μετὰ λυσσώδη μάχην πέρα τῆς Μεσημβρίας καὶ πέρα τῶν Σερβίων καὶ τῆς γεφύρας τοῦ Ἁλιάκμονος, ἤνοιξα τὸν δρόμον εἰς ὁλόκληρον τὴν Στρατιὰν καὶ ἔσωσα τὴν Πατρίδα μου. Ὁ τότε σύνδεσμος τῆς Στρατιᾶς πρὸς τὴν 4ην Μεραρχίαν, ταγματάρχης τοῦ πυροβολικοῦ Ἀρ. Βλαχόπουλος καὶ ἤδη ἀπόστρατος ὑποστράτηγος, μὲ ἐβεβαίωσε τὴν μεθεπομένην ὅτι εἶχον παλαίσει μὲ τὰς ἰσχυρὰς ἐμπροσθοφυλακὰς ἀκμαίων ἐνισχύσεων τῶν σπευσασῶν Τουρκικῶν Μεραρχιῶν Δράμας καὶ Νευροκοπίου. Δηλαδὴ μὲ τὸ τάγμα τῶν Μανιατῶν μου, ⅜ πεζικοῦ συντάγματος, ἐθριάμβευσα ἐναντίον 7 ἢ 8 ταγμάτων Τουρκικῶν. Τὰ λάφυρά μου ἦσαν 35 τηλεβόλα πεδινά, ἄφθονοι ἵπποι καὶ ὑλικόν, μὲ 400 ἄνδρας μου ἐκτὸς μάχης, μὲ ὑπερχιλίους δὲ νεκροὺς τοῦ ἐχθροῦ ἐκτὸς τῶν τραυματιῶν του. Τὸ μηχανικόν μας ἔθαπτε τοὺς κοινοὺς ἐχθροὺς ἐπὶ πέντε ἡμέραις. Τὸ ἐπίσημον Κράτος ἐτηλεγράφησε τὴν ἐθνικὴν εὐγνωμοσύνην του πρὸς τὸν Στρατόν, ἀλλ’ αὕτη ἀνῆκεν ὁλοκληρωτικῶς καὶ προφανῶς εἰς ἐμέ. Ὁ παρελάσας ἐκεῖθεν Ἑλληνικὸς Στρατὸς τὴν μεθεπομένην εἶδε τὸ θαυμάσιον καὶ τρομακτικὸν ἐκεῖνο θέαμα καὶ μὲ συνεχάρη. Ἡ ὑπ’ ἐμοῦ προκληθεῖσα διαταγὴ τῆς Μεραρχίας μου ἦτο ἄμυνα, ἐγὼ παρήκουσα καὶ ἐφώρμησα.... Ποῦ ἦσαν οἱ νῦν κριταί μου καὶ τὰ παρασκήνιά των κατὰ τὰς δύο τόσον ἀγωνιώδεις ἐκείνας ἡμέρας καὶ τί ἔδωκαν εἰς τὴν Πατρίδα; Ἂς τολμήσουν νὰ τὸ εἴπωσιν ἀπ’ ἐδῶ ἢ ἀπὸ τὰς στήλας τῶν ἐφημερίδων αὔριον. Θὰ μοῦ τὸ λησμονήσῃ ἡ Πατρίς–Μητρυιὰ αὐτὸ καὶ μόνον ἔστω σήμερον; Ἀλλ’ εἰς τὴν μάχην τῶν Γενιτσῶν τὴν 19ην Ὀκτωβρίου 1912 ἀπὸ τῆς 3ης μ.μ. ὥρας μέχρι τοῦ μεσονυκτίου, ἐν ἀκαλύπτῳ ἐδάφει θεριζόμενος ὑπὸ τοῦ ἐχθροῦ, πῶς, ἐνῷ ἤμην ὀπισθοφυλακὴ τῆς Μεραρχίας διὰ πρώτην φοράν, πῶς κατώρθωσα νὰ εὑρεθῶ καὶ πάλιν ἐμπροσθοφυλακὴ τῆς 4ης Μεραρχίας μου ἐπὶ κεφαλῆς μόνον τριῶν λόχων τοῦ τάγματός μου καὶ νὰ ἐφορμήσω ἀκάθεκτος κατὰ τοῦ ἐχθροῦ, ἐξαφανισθέντων ἁπάντων τῶν ἄλλων ταγμάτων τῆς Μεραρχίας μου, καὶ νὰ κατακτήσω τὴν προγραμμὴν τοῦ ἐχθροῦ διὰ τῆς λόγχης, δειλιασάντων μάλιστα δύο λοχαγῶν μου οἰκτρῶς καὶ τραυματισθέντος θανασίμως τοῦ τρίτου, ἐγὼ δὲ ἡγούμενος πάντοτε τῆς γραμμῆς τοῦ πυρὸς 200 μέτρα καὶ πλέον; Καὶ πῶς ἠδυνήθην, ἄνευ ἄλλης ἐνισχύσεως, πλὴν τοῦ σταλέντος μοι κατὰ τὴν νύκτα 1ου λόχου μου, νὰ ἀνθέξω ἐν μέσῳ σωρείας νεκρῶν καὶ τραυματιῶν εἰς δέκα λυσσώδεις ἀντεπιθέσεις συνεχεῖς τοῦ ἐχθροῦ μέχρι τοῦ μεσονυκτίου, στῆθος πρὸς στῆθος; Καὶ πῶς συνεκράτησα τὸν ταῦρον ἐκ τῶν κεράτων μόνος, κατάμονος μέχρι τῆς 9ης ὥρας τῆς πρωΐας ἐν μέσῳ μαινομένου πυρὸς κολάσεως πεζικοῦ, πυροβολικοῦ καὶ πολυβόλων, θερίζοντος τὰ πάντα, μέχρις οὗ ἀνεφάνησαν αἱ πρῶται φίλιαι φάλαγγες μακρόθεν; Μάλιστα περὶ τὴν χαραυγὴν εὑρέθην μεταξὺ φιλίων καὶ ἐχθρικῶν θέσεων μὲ τοὺς λοχίας Μουντζουρίδην καὶ Καβαλιέρον, Ναυπλιεῖς, περιπλανηθεὶς καὶ διασωθεὶς ὡς ἐκ θαύματος. Πῶς θὰ μοῦ τὸ λησμονήσῃ καὶ αὐτὸ ἡ Πατρίς–Μητρυιά, ἡ τόσους καίουσα λιβανωτοὺς εἰς τόσους ἄλλους ἀκάπνους παρασκηνιακούς; Ποῦ δὲ ἦσαν οἱ κύριοι οὗτοι κατὰ τὰς τρομερὰς ἐκείνας νύκτας; Καὶ τί νὰ πρωτοδιηγηθῶ διὰ τὴν Μακεδονίαν; Θὰ σᾶς ἐκούραζα πολύ. Οἱ ἡρωικοὶ Μανιᾶταί μου θὰ διηγοῦνται τοὺς ἄθλους μου ἐπὶ πολλὰ ἔτη εἰς τοὺς δισεγγόνους των ἔτι. Ἀλλ’ ἂς ἔλθωμεν εἰς τὴν Ἤπειρον: Μετὰ τὴν οἰκτρὰν ἧτταν τῆς 2ας Μεραρχίας, ἀρχὰς Δεκεμβρίου 1912, μεταξὺ τῆς διασφάγος τοῦ Ὀλύτσικα καὶ τῶν ὑψωμάτων τῆς Μανωλιάσης, ἤτοι ἀπὸ τῆς 12 Δεκεμβρίου 1912 μέχρι τῆς 19 Φεβρουαρίου 1913, ἐπὶ κεφαλῆς τοῦ τάγματός μου καὶ εἶτα δύο ταγμάτων τὴν 7 Ἰανουαρίου 1913 καὶ πέντε ταγμάτων μετὰ πυροβολικοῦ ἀπὸ τῆς 8 Ἰανουαρίου καὶ πέρα ὑπῆρξα ὁ ἥρως τῶν ἐξόχως δυσκόλων ἐκείνων ἡμερῶν, ὁ διασώσας πολλάκις καὶ ἰδίᾳ ἀπὸ 7–15 Ἰανουαρίου 1913 τὴν Ἑλληνικὴν Στρατιὰν μὲ πολυνέκρους μάχας μου ἐκ τοῦ συστάδην, νυκτὸς καὶ ἡμέρας. Μόνον τὴν 7 Ἰανουαρίου ἀπὸ πρωΐας μέχρι νυκτὸς ἐκ τῶν δύο ταγμάτων μου, ἄνευ πυροβολικοῦ καὶ ἐπὶ χώρας ὀρεινῆς καὶ βραχώδους καὶ ἐντελῶς ἀκαλύπτου, θεριζόμενος ἀπὸ πλεῖστα πυροβόλα, πολυβόλα τοῦ ἐχθροῦ ἐκ Μπιζανίου κλπ., ἔχασα 780 ἄνδρας, ἐξ ὧν 290 νεκρούς, ἔθαψα δὲ μετ’ αὐτῶν ἐπὶ πολλὰς νύκτας 1200 νεκροὺς τοῦ ἐχθροῦ, κατέκτησα 3 χιλιόμετρα βάθος ἐδάφους ἐπὶ Μετώπου 1500 μέτρων, 9 ράχεις τοῦ ἐχθροῦ ἰσχυρότατα ὠχυρωμένας κλπ. Ποῦ ἦσαν τότε οἱ σημερινοὶ πάτρωνες τῆς Πατρίδος καὶ ποῦ ἡ μέχρι Μάνης διὰ Λευκάδος καὶ Μεσολογγίου καὶ Πατρῶν ἀγωνιῶσα μέχρις ἀπογνώσεως τότε Πατρὶς καὶ νῦν Μητρυιά; Ποῦ οἱ Μανιᾶται καὶ Λάκωνες πολιτευταὶ ποὺ ἔγραφον τότε, ὑπερήφανοι ἀλλὰ βαρυαλγοῦντες, εἰς τὸν Τύπον ὅτι θὰ ξεκληρίσῃ ἡ Μάνη ἀπὸ ἐμέ, διότι συνεχῶς ἀνεπληροῦντο διὰ χιλιάδων Μανιατῶν καὶ Λακώνων καὶ Κυνουριέων καὶ Ναυπλιέων τὰ μεγάλα κενὰ τῶν ἡρωικῶν ταγμάτων μου; Περὶ τὰ μέσα Ἰανουαρίου 1913 δι’ ὅλας μου τὰς προρρηθείσας ἀνδραγαθίας ὑπεβλήθη ἐπίσημος ἔκθεσις εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ἀπὸ τὸν συνταγματάρχην μου, ἀπὸ τὸν μέραρχόν μου καὶ ἀπὸ τὸν Ἀρχιστράτηγον, ἵνα προαχθῶ ἀπὸ λοχαγὸς εἰς ταγματάρχην, ἀντισυνταγματάρχην καὶ συνταγματάρχην συγχρόνως! Τὴν αὐτὴν δ’ ἐποχὴν μὲ ἐπεσκέφθησαν ἀνὰ τὰ δαφνοστεφῆ καὶ αἱμοστάζοντα πεδία τῶν μαχῶν μου τῆς Μανωλιάσης διαδοχικῶς ὁ συνταγματάρχης μου μετὰ τοῦ ἐπιτελείου του, ὁ μέραρχός μου Μοσχόπουλος μετὰ πλείστων ἀνωτέρων ἀξιωματικῶν καὶ ἐπιτελῶν τῶν πέριξ συνταγμάτων καὶ ἐπιτελείων των, οἵτινες μὲ κατεφίλησαν καὶ μοὶ εἶπον: «Εὖγε, Πραντούνα· ἀπὸ 4 ἢ 5 παλληκάρια ποὺ ἀκούονται σήμερον τριγύρω ἀπὸ τὰ Γιάννενα τὸ πρῶτον εἶσαι σύ». Τίς ἀπήλαυσε τὰς τιμὰς ταύτας ἀπὸ τοὺς σημερινοὺς κριτάς μου καὶ ἀπὸ τὰ μαῦρα παρασκήνιά των; Τὸ Κράτος ἐτηλεγράφησε καὶ αὖθις τὴν εὐγνωμοσύνην του, ἧς ἡ μεγίστη μερίς, ὡς καὶ ἐν Γενιτσοῖς, ὡς καὶ ἐν Σερβίοις, ἀνῆκεν εἰς ἐμέ. Δὲν σᾶς ὡμίλησα διὰ τὸ Βελεστῖνόν μου ὡς ἀνθυπολοχαγὸς κατὰ τὸ 1897, διότι τώρα εἴμεθα πολὺ μακρὰν ἀπὸ αὐτὸ καὶ οἱ συναγωνισταί μου ἔμειναν ὀλίγοι δυστυχῶς (ὑποστράτηγοι Ι. Τριλίβας καὶ Πελοπίδας Πίκουλας). Ἀλλ’ ἂς ἔλθωμεν εἰς τὰς κατὰ Βουλγάρων ἐπιχειρήσεις τῆς Στρατιᾶς ἀπὸ 1ης Ἰουνίου μέχρι τέλους Ἰουλίου 1913. Θὰ ἀρνηθῶσιν οἱ νῦν ὑποστράτηγοι Π. Μακκᾶς, Δ. Καθενιώτης, Δ. Φλωριᾶς, Ι. Νεγροπόντης, Η. Ντάνος, Α. Μάρκου, Γ. Πολυμενάκος, Π. Κούτσης, Κ. Τριαντάκης, Τόλιας Ρέγκλης, Γ. Λάσκαρις, συνταγματάρχαι Βενετσανόπουλος, Π. Βλάσης, Α. Κουρούκλης, Δ. Σταυριανόπουλος, Κ. Στιμοναρᾶς, ταγματάρχης διαχειρίσεως Κλεώπας, ἀεροπόρος Παπαδόπουλος, ἀπόστρατος ὑποστράτηγος Ν. Μιχαλόπουλος ἢ Ἀρκαδικὸς καὶ πλεῖστοι ἄλλοι τὴν ἐκεῖ λαμπρὰν δρᾶσίν μου ὡς ἐπιτελοῦς, ἀλλὰ κατ’ οὐσίαν Μεράρχου τῆς 7ης Μεραρχίας, ἧς ἡ δύναμις βαθμηδὸν ἀνῆλθεν εἰς Σῶμα Στρατοῦ μὲ δύο Μεραρχίας, ὧν ἡ μία ἠρίθμει πέντε συντάγματα μὲ ἄφθονον πυροβολικὸν πεδινὸν καὶ ὀρειβατικὸν κλπ.; Πόσα λάφυρα, πόσοι θρίαμβοι εἰς κάθε βῆμά μου; Ποσάκις, παρὰ τὰς δειλὰς καὶ ἀνοήτους διαταγὰς τοῦ ἐκφύλου τυπικοῦ Μεράρχου μου Σωτήλη, συνῆψα μάχας νικηφόρους καὶ δαφνοστεφεῖς, αἱματηροτάτας δὲ καὶ λυσσώδεις, τραυματισθεὶς δὶς ὡς καὶ ἐν Ἠπείρῳ; Δὲν ἤμην ἐγώ, λοχαγὸς ὤν, πάντοτε ἡ δρῶσα ψυχὴ καὶ τὸ πνεῦμα ὅπερ διῴκει ἐκεῖ τὰ πάντα καὶ προέβλεπε καὶ προελάμβανε καὶ ἐξετέλει, μὴ γνωρίζων τὴν ἀνάπαυσιν καὶ λησμονῶν πάντοτε τὸ σαρκίον μου νυκτὸς καὶ ἡμέρας; Δὲν μὲ ἀπεθέωσαν τότε ὅλοι οἱ ἀνώτεροι καὶ κατώτεροί μου; Εἰς τὸ κίνημα τῆς Θεσσαλονίκης δὲν ἔσπευσα πρῶτος ἀποβιβασθεὶς ὑπὸ τὸν μέγαν Βενιζέλον μας εἰς Κρήτην καὶ διορισθεὶς στρατιωτικὸς διοικητὴς ταύτης ὡς ἀντισυνταγματάρχης νὰ διοργανώσω καὶ τὴν Μεραρχίαν καὶ τὴν Χωροφυλακὴν ταύτης, αἵτινες προσήνεγκον ἔκτοτε μέχρι σήμερον ὑψίστας ὑπηρεσίας τῇ ὅλῃ Ἑλλάδι; Καὶ κατόπιν ὡς ὑπαρχηγὸς τοῦ Γενικοῦ Ἐπιτελείου τῆς Προσωρινῆς Κυβερνήσεως Θεσσαλονίκης, ἀπὸ Φεβρουαρίου μέχρι Μαΐου 1917 δὲν μετέφρασα τὸν ἐπίσημον Γαλλικὸν κανονισμὸν μάχης ὑπὸ Ζόφρ, ὅστις ἐτροφοδότησε θαυμασίως ἔκτοτε τὸν δρῶντα τότε Ἑλληνικὸν Στρατόν; Ἀλλ’ ἀπὸ τοῦ Ἰουνίου 1917 μέχρι τοῦ Αὐγούστου 1918, ὡς ἐπιτελάρχης τοῦ Αʹ Σώματος Στρατοῦ ἐν Ἀθήναις καὶ εἶτα ἐν τῷ Μετώπῳ τοῦ Στρυμόνος, ὀλίγας προσήνεγκον ὑπηρεσίας τῇ Πατρίδι; Ἀπὸ τοῦ Αὐγούστου δὲ τοῦ 1918 μέχρι τῆς ἀνακωχῆς, ὡς διοικητὴς Μεραρχίας πεζικοῦ, τῆς 13ης Μεραρχίας τοῦ κάτω Στρυμόνος, νυχθήμερον ἐπὶ τῶν χαρακωμάτων ὡς Κέρβερος καὶ τέλος κατὰ τὴν γενικὴν ἐπίθεσιν εἰς τὴν γνωστὴν νυκτερινὴν ἐπιχείρησιν κατὰ τῶν ἔναντί μου περὶ τὸ Παγγαῖον Βουλγάρων, ἣν ἀνέλαβον καὶ ὠργάνωσα καὶ ἐξετέλεσα προσωπικῶς, δὲν ἐτρομοκράτησα τὸν ἐχθρόν, ἀναγκάσας τοῦτον νὰ σιγήσῃ δι’ ἀφθόνου πυροβολικοῦ, ὅπερ διηύθυνα ἀπὸ τῆς πρώτης γραμμῆς τῶν χαρακωμάτων καὶ δὲν ἠνάγκασα τοῦτον νὰ ἐγκαταλείψῃ τὰ πρῶτά του χαρακώματα; Δὲν κατέλαβα ἀμέσως μετὰ ταῦτα ὁλόκληρον τὴν Χώραν ἀπὸ τοῦ κάτω Στρυμόνος μέχρι τοῦ κάτω Νέστου, διορισθεὶς εὐθὺς μετ’ ὀλίγον Μέραρχος διαδοχικῶς τῶν Μεραρχιῶν Ἀρχιπελάγους, 4ης, Κρητῶν, 9ης, 14ης κλπ. πάντοτε ἐν τῷ Μετώπῳ περὶ τὸ Σκρᾶ, τὸ Σαρισαμπάν, τὴν Ξάνθην μέχρι τῆς ἀποφράδος 1ης Νοεμβρίου 1920, ὁπότε καὶ παρῃτήθην μόνον, διότι προέβλεπον τὴν συμφορὰν τῆς Πατρίδος μας ὑπὸ τὸ ἐθνοκτόνον βασιλικὸν καθεστώς; Τί διώκησαν ἐν τῷ μεταξὺ ἢ ὁποίας οὐχὶ μείζονας ἀλλ’ ἔστω καὶ ἴσας μὲ ἐμὲ ὑπηρεσίας προσήνεγκον καὶ ὑπὸ ποίας ἀντιξόους ὡς ἐγὼ συνθήκας τὸ πλεῖστον τῶν σημερινῶν ἐν ἐνεργείᾳ συναδέλφων μου, ὡς καὶ τὸ περίφημον Στρατιωτικὸν Συμβούλιόν σας; Ἀλλὰ τὸ Συμβούλιον τοῦτο, κύριοι, περιέπεσε καὶ εἰς μίαν ἄλλην ἀφροσύνην ὡς πρὸς τοὺς ἀποτάκτους τοὐλάχιστον τοῦ τελευταίου στασιαστικοῦ κινήματος τοῦ 1923. Ἰδοὺ αὕτη: Ἔλαβε, λέγουν, τὸ μέτρον ὅπως ἐπαναφέρῃ εἰς τὰς τάξεις τοὺς στασιαστὰς τοὺς τιμωρηθέντας ὑπὸ τῶν διαφόρων τότε Ἐκτάκτων Στρατοδικείων ἔλαττον τῶν δύο ἐτῶν, ὄχι δὲ καὶ τοὺς πλέον τῶν δύο ἐτῶν. Τί συνέβη δὲ κατόπιν τῆς ἀψυχολογήτου ταύτης ἀποφάσεως; Ὁ λοχαγὸς Κιμωλιάτης π.χ. παρουσιασθεὶς εὐθὺς ἀμέσως ὅπως δικασθῇ κατεδικάσθη εἰς 10 ἐτῶν εἱρκτήν. Ὁ ἀρχηγός του ὅμως ταγματάρχης Κίτσος, παρουσιασθεὶς μετὰ πολλοὺς μῆνας, ὁπότε εἶχεν ἐξατμισθῆ ἡ κατὰ τῶν στασιαστῶν ἀγανάκτησις, ἐτιμωρήθη μόνον διὰ φυλακίσεως ἑνὸς ἔτους. Ἄρα ἤδη ἀνεκλήθη ὁ ἀρχηγὸς καὶ ὄχι τὸ ὄργανον τῆς ἐν Μεσολογγίῳ στάσεως. Καθόλου δὲ παράδοξον νὰ συνέβη τὸ αὐτὸ καὶ διὰ πολλοὺς ἄλλους ὁμοιοπαθεῖς των. Ἰδοὺ ἐπιπολαιότης κρίσεως, ἰδοὺ εὐθυδικία! Ἔχω δὲ ὑπ’ ὄψιν μου καὶ πολλὰς ἄλλας μετριότητας ὡς καὶ ἀνικανότητας, ἃς ἀνεκάλεσαν ἤδη ἀνεξαρτήτως μάλιστα καὶ στάσεων.... Ἀλλὰ καὶ πολλοὶ ἄλλοι βενιζελικοὶ διαφόρων βαθμῶν, καταληφθέντες ἤδη ὑπὸ τοῦ νέου ὁρίου ἡλικίας μάλιστα, ὑπέβαλον αἰτήσεις τυπικῆς μόνον ἐπαναφορᾶς των, ὅπως τακτοποιήσωσι μόνον τὴν σύνταξίν των, καθόσον ἐν τῇ σπουδῇ των νὰ παραιτηθῶσι μόλις εἶδον ἐνσκήψασαν ἐν τῷ Τόπῳ τὴν κωνσταντινικὴν θεομηνίαν, δὲν ἐπρόλαβον νὰ ἀναμείνωσι μῆνας τινὰς οἵτινες τοῖς ὑπελείποντο πρὸς τακτοποίησιν τῶν συμφερόντων των. Καὶ τούτους ἀπέρριψε τὸ αὐστηρὸν Συμβούλιον, καίτοι τινὰς ὑπηρετήσαντας ἐπὶ 40–49 ἔτη τὴν Πατρίδα μὲ πλῆθος ἡρωισμῶν ἀφαντάστου αὐτοθυσίας καὶ ἐντιμότητος. Ἀλλ’ ἀναπολῶν, κύριοι, μὲ πολλήν μου ὀδύνην τὸ πρόσφατον παρελθὸν τοῦ τρομεροῦ πολιτικοῦ σάλου, ὃν εἶπον ἐν τῇ ἀρχῇ τοῦ λόγου μου τούτου, τουτέστι τὴν τελευταίαν περίοδον ἀπὸ τοῦ Σεπτεμβρίου 1922 μέχρι σήμερον, καὶ διονυχίζων τοὺς χαρακτῆρας τῶν ἀναρριχηθέντων εἰς τὰ ὕπατα ἀξιώματα τοῦ Στρατοῦ διαφόρων κυρίων εἴτε ἀκάπνων εἴτε γραφειοκρατῶν εἴτε ἐνδόξων ἢ ἀδόξων μαχίμων, ἐξίσταμαι πρὸ μιᾶς ὑγρότητος συνειδήσεων, ἥτις μὲ καθιστᾶ λίαν σκεπτικιστήν. Ἰδοὺ ἐν ὀλίγοις: Ὁ κ. Πάγκαλος εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς Ἐπαναστάσεως ὕβριζε τοὺς ἐπαναστάτας ὡς «χαλβάδες», εἰς ἐμὲ δὲ τοὺς ὠνόμασε κάπως ἄλλως, ὅπερ ἐρυθριῶ νὰ εἴπω. Εἰδικῶς διὰ τὸν κ. Γονατᾶν τὸν ὠνόμασε «κακοήθη» καὶ ἐγκλείοντα ἐν ἑαυτῷ τὸν σπόρον τοῦ βασιλισμοῦ. Τὸν δὲ ἔνδοξον ὄντως στρατηγὸν Κονδύλην ὡς ἰλιγγιάσαντα ἐκ τῆς ραγδαίας δόξης του καὶ συνεπῶς παραλογιζόμενον. Ὅταν δέ, ἀπαντῶν εἰς τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον κ. Π. Μαζαράκην, ὅστις ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τὸν κατέκρινεν ὡς πατήσαντα ἀνέκαθεν ἐπὶ πτωμάτων ἵνα σφετερισθῇ διὰ τῶν παρασκηνίων τὰς δάφνας ἄλλως ἀσυγκρίτως ἐνδοξοτέρων του, εἶπεν ὅτι κατὰ Ναπολέοντα ἕκαστος στρατιώτης φέρει τὴν στραταρχικὴν ράβδον ἐν τῷ γυλιῷ του, ἀπὸ τῶν ἑδωλίων αὐτῶν πολλοὶ διαπρεπέστατοι συνάδελφοι ἐκραύγασαν ὑπομιμνήσκοντες εἰς τοῦτον ὅτι ὁ Ναπολέων ἠννόει τὴν στραταρχικὴν ράβδον ἥτις ἐπικρατεῖ καὶ ἀναδεικνύεται ἐπὶ πεδίων δαφνηφόρων κρισίμων μαχῶν καὶ οὐχὶ ἐπὶ μαύρων παρασκηνίων ἀχνιζόντων ἐρειπίων ἐθνικῆς συμφορᾶς.... Ὁ κ. Γονατᾶς μᾶς ἀπεκάλυψεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου πρό τριῶν μηνῶν ὅτι ὁ κ. Πάγκαλος μὲ ψευδεῖς ὑπογραφὰς τὰς μὲν καὶ μὲ ἀνθυπασπιστῶν τινων τῆς χωροφυλακῆς τὰς δὲ ἐτρομοκράτησε τὴν Ἐπανάστασιν καὶ τὸν ἐπανέφερεν ἐκ τῆς ἀποστρατείας εἰς τὴν ἀρχιστρατηγίαν διὰ μέσου τοῦ μεγάρου τῆς Σχολῆς τῶν Εὐελπίδων. Ὁ κ. Σακελλαρόπουλος, ὀπαδὸς τοῦ κ. Γονατᾶ, μᾶς ἔλεγε τὴν αὐτὴν νύκτα ἐνώπιον τοῦ κ. Βελλιανίτου καὶ ἄλλων συναδέλφων ὅτι ἡτοιμάζετο ὁ κ. Γονατᾶς νὰ ἐρωτήσῃ τὸν κ. Πάγκαλον εἰς ποίαν μάχην καὶ πότε ἔλαβε μέρος. Συγχρόνως δὲ μᾶς διηγήθη καὶ μίαν ἐξόχως ἀντιπατριωτικὴν σκηνὴν τοῦ κ. Παγκάλου ἔν τινι Πολεμικῷ Στρατιωτικῷ Συμβουλίῳ ἐν Μ. Ἀσίᾳ, καθ’ ἣν ἐθυσίαζεν ἐλαφρότατα δύο Μεραρχίας μὲ τὸν σατανικὸν σκοπὸν νὰ ἀπαλλαγῇ τῶν ἀρχαιοτέρων του στρατηγῶν Ἰωάννου καὶ Νίδερ. Μᾶς διηγήθη δὲ προσέτι καὶ μίαν ἥκιστα τιμητικὴν ἀπάντησίν του, ὅταν τὸν ἠρώτησε κατηγορηματικῶς ἡ Ἐπανάστασις διὰ κάποιο σπουδαῖον καὶ σοβαρώτατον πολεμικὸν ζήτημα. Ὁ κ. Κ. Μαζαράκης ἀποκαλεῖ ἐν τῷ Τύπῳ ἄκαπνον τὸν κ. Πάγκαλον καὶ ὁ κ. Ἰωάννου ἐξυβρίζει ἐπίσης ἀμειλίκτως τὸν κ. Γονατᾶν. Ἀμφότεροι σιγῶσιν. Αἱ ἐπίσημοι ἐκθέσεις καὶ τοῦ κ. Κ. Μαζαράκη καὶ τοῦ κ. Ν. Τρικούπη προσάπτουσι τὴν ἀνήκουστον μομφὴν εἰς τὸν «ἄξιον τῆς Πατρίδος» ἥρωα Ν. Πλαστήραν ὅτι, θεώμενος ἀπό τινος λόφου τοῦ Χασὰν Ντεντὲ Τεπὲ ἐγγύθεν τὸ πεδίον διεξαγομένης τινὸς μάχης ὑπὸ τοῦ Ν. Τρικούπη, ἔστειλε σημείωμα εἰς τοὺς ἔτι ἀπώτερον αὐτοῦ εὑρισκομένους στρατηγοὺς Δημαρᾶν καὶ Φράγκου «ζητῶν τὴν ἄδειάν των νὰ ἐπιτεθῇ κατὰ τοῦ δεξιοῦ τοῦ ἐχθροῦ μὲ τὸ ἄθικτον μικτὸν ἀπόσπασμά του καὶ μὲ τὴν πεποίθησιν νίκης τῶν Ἑλλήνων καὶ συντριβῆς τῶν Τούρκων» καὶ ὅτι οἱ δύο οὗτοι στρατηγοὶ ἦσαν ἕτοιμοι νὰ ἐπιτρέψωσι τοῦτο, ἀλλὰ τῇ ἐπιμονῇ τοῦ συμπαρεστῶτος συνταγματάρχου τότε Κουρουσοπούλου διετάχθη ἡ ἀναβολὴ τῆς ἐπιθέσεως ταύτης καὶ ἡ μάχη ἐχάθη οἰκτρῶς δι’ ἡμᾶς. Καὶ ὅμως διὰ τὴν φοβερὰν αὐτὴν συκοφαντίαν καθ’ ἑνὸς τοιούτου ἥρωος, ὃν ὠνομάσατε «ἄξιον τῆς Πατρίδος» ἅπαντες δι’ ἐπευφημιῶν ἐνταῦθα, οὐδὲ εἷς εὑρέθη φίλος νὰ ὑπεραμυνθῇ αὐτοῦ ἐν τῷ Τύπῳ ἢ ἐν ἄλλῳ ἐπισήμῳ βήματι, καθόσον προφανῶς δι’ ἕνα τοιοῦτον ἄνδρα μοῦ εἶναι ἀδύνατον νὰ φαντασθῶ ὡς γεγονὸς ἕνα παρόμοιον ἔγκλημα κοινοτάτης ἐλλείψεως πρωτοβουλίας καὶ θάρρους εὐθύνης, ἀλλὰ καὶ ἀδρανείας πρὸ τοῦ κρότου τοῦ πυροβόλου, ἣν ἡ στρατιωτικὴ ἐπιστήμη ὀνομάζει ἀτιμίαν! Καὶ ἀφοῦ μάλιστα, καὶ μακρὰν πάσης αἰτήσεως διαταγῆς, καὶ ἂν εἶχεν ἀκόμη διαταγὴν ν’ ἀδρανήσῃ, θὰ ἦτο ἡ τιμητικωτέρα περίπτωσις διὰ πάντα στρατιώτην ὑπὸ ὁμοίας συνθήκας νὰ παραβῇ ἀσυζητητὶ τοιαύτην ἐλεεινὴν διαταγήν. Διὰ δὲ τὸν κ. Κουρουσόπουλον, συστήσαντα, ὅπερ ἐπίσης δὲν πιστεύω, ὁμοίαν ἀθλίαν διαταγὴν καὶ προβιβασθέντα μετὰ τινας μῆνας εἰς ὑποστράτηγον, ἐπίσης οὐδεμία φωνὴ ἀμύνης. Ὁ κ. Λούφας, ἐνεργῶν τὰς πολιτικοστρατιωτικὰς ἀνακρίσεις, ὡς συνταγματάρχης, ἐν ἀρχῇ τῆς Ἐπαναστάσεως καὶ μένεα πνέων κατὰ τῶν ἐπαναστατῶν, ἐρωτηθεὶς δὲ ὑπ’ ἐμοῦ διατί δὲν μὲ ἐπαναφέρει ἡ Ἐπανάστασις, μοὶ ἀπήντησεν: «Ἀπὸ φθόνον καὶ ἀπὸ φόβον μήπως τοὺς πάρῃς τὴν ἀρχιστρατηγίαν. Ἐγὼ ὅμως αὐτὰς τὰς ἡμέρας θὰ ἐκδώσω ἔνταλμα συλλήψεως κατὰ τοῦ κ. Γονατᾶ, διότι αἱ ἀνακρίσεις μου ἐκεῖ μὲ φέρουν». Τὸ αὐτὸ δὲ μοὶ ἐπεβεβαίωσε καὶ φίλος μου διακεκριμένος δημοσιογράφος μετά τινα χρόνον, μόλις ἐπανελθὼν ἐκ Παρισίων καὶ ἐρευνήσας ὑπὲρ ἐμοῦ παρὰ τῇ Ἐπαναστάσει, δηλαδὴ «ἀπὸ φθόνον καὶ φόβον». Ὥστε ὁ Στρατὸς ἀπέβη φέουδον ὡρισμένης κλίκας, ἥτις τὸν νέμεται, καὶ πίττα εἰς ἣν ἀλληλοτραταρίζονται ἄλλοι καὶ ὄχι ἡμεῖς οἱ κύριοι δημιουργοί της μὲ τὸ αἷμά μας. Ὁ δὲ κ. Λούφας πολλὰ ἐπίσης μοῦ ἔλεγε συνεχῶς καὶ κατὰ τοῦ κ. Πλαστήρα πρὶν γίνῃ ὑποστράτηγος. Ἀφ’ ἧς ὅμως προεβιβάσθη τὸν ἔχασα καὶ τὸν ἤκουσα ἐσχάτως μόνον ὡς μέλος τοῦ Στρατιωτικοῦ Συμβουλίου, ὅπερ μᾶς ἔκρινεν. Οἱ κ.κ. Πλαστήρας καὶ Πρωτοσύγκελλος καὶ ἄλλοι μοὶ ἐξεμυστηρεύθησαν ἐν ἀρχῇ τῆς Ἐπαναστάσεως ὅτι ὁ κ. Χαραλάμπης, Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἄσπονδος ἐχθρός μου ἐκ Γαλλίας, ὡς γνωρίζει προσωπικῶς ὁ συμμαθητής μου κ. Α. Μαζαράκης, τοῖς ἔθεσεν ὡς μοναδικὸν ὅρον «τὴν μὴ ἐπαναφοράν μου εἰς τὸν Στρατὸν» καὶ ὑπέκυψαν ὅλοι των πρὸ τοῦ ἀμάχου, κατὰ τοῦ ἐνδόξου μαχητοῦ! Ὁ κ. Α. Μαζαράκης συμφωνεῖ καθ’ ὅλα μὲ τὸν ἀδελφόν του Κ. Μαζαράκην κατὰ τοῦ κ. Παγκάλου ὡς ἀκάπνου κλπ. καὶ ὅμως ψηφίζει ἐν τῷ Συμβουλίῳ τὴν μὴ ἐπαναφορὰν ἐμοῦ, θὰ ἴδετε δὲ τὸ πῶς ἐφεξῆς. Καὶ ὅμως τόσοι αἰχμάλωτοι στρατηγοὶ καὶ μὴ παραμένουσι καὶ προβιβάζονται εἰς Ὑπουργοὺς χωρὶς οὐδεὶς προηγουμένως νὰ διέλθῃ διὰ τοῦ Στρατοδικείου ἐναντίον ρητοῦ ἄρθρου τῆς Στρατ. Ποινικῆς Νομοθεσίας. Καὶ τὸ πτωχὸν Κράτος πληρώνει τεραστίους μισθοὺς ὀψίμων φιλοδοξιῶν καὶ εὐνοιῶν τῆς εἰρήνης, περιφρονοῦν τοὺς ἀφανεῖς ἥρωάς του. Καὶ συνεπῶς ἐγὼ ὁ συνεχῶς θριαμβεύων νικητὴς δὲν ἐπαναφέρομαι εἰς τὸν Στρατὸν χάριν τοῦ πάθους ἑνὸς γραφειοκράτου! Ἐντὸς τῆς Βουλῆς ὁ κ. Πάγκαλος ἀποκαλύπτει ἔνοχον ἥττης τὸν κ. Καλογερᾶν, μολονότι τὸν εἶχεν ἐκλέξει ὡς ἐπιτελάρχην του ἐν τῇ Στρατιᾷ τοῦ Ἔβρου. Καὶ ἐν τούτοις ὀλίγας ἡμέρας μετὰ ταῦτα τὸν προβιβάζει εἰς ὑποστράτηγον μαζὶ μὲ 7 ἄλλους συνταγματάρχας ὑπεραρίθμους, ὥστε αἰσίως ἐφθάσαμεν εἰς τὸν ἀριθμὸν 30, νομίζω, στρατηγῶν, ἐνῷ αἱ Μεραρχίαι ἐμειώθησαν εἰς 12 καὶ τὰ Σώματα Στρατοῦ εἰς 4. Ἄρα θὰ ἔχωμεν ἀνάγκην σὺν τῷ ἀρχηγῷ τοῦ Γενικοῦ Ἐπιτελείου μόνον 17 στρατηγῶν τὸ πολύ, διότι οὔτε ὁ ὑποεπιτελάρχης εἶναι ἀνάγκη νὰ εἶναι ὑποστράτηγος, ὅπως τώρα, οὔτε ὁ Ἀρχηγὸς τῆς Χωροφυλακῆς, ὅστις πάντως δέον νὰ προέρχεται ἐκ τοῦ κλάδου της. Διατί ὅθεν αὐτὴ ἡ δημοκοπικὴ πολυτέλεια τῶν στρατηγῶν μὲ πλεόνασμα 13 τοιούτων καὶ μὲ μισθοὺς ὑπὲρ τὸ ἑκατομμύριον ἐτησίως; Ὁ κ. Πάγκαλος ἐξευτελίζει τὸν διαπρεπῆ καὶ ἀνδρεῖον ὑποστράτηγον Κ. Μαζαράκην ἐν τῇ Βουλῇ, ἀποκαλεῖ δὲ δειλὸν τὸν ὑποστράτηγον Ν. Βλαχόπουλον καὶ δὲν ἐνθυμοῦμαι τί τὸν ὑποστράτηγον Ν. Τρικούπην. Καὶ ὅμως δέχεται νὰ προαχθῶσιν οὗτοι εἰς ἀντιστρατήγους ἐν ἀποστρατείᾳ, οἵτινες ὅμως καὶ δὲν ἀποστρατεύονται. Εἰς τοὺς διαδρόμους καὶ τὰς αἰθούσας τοῦ Βουλευτηρίου πλεῖστα ὅσα διαλαλοῦνται πολεμικὰ ὄργια εἰς κύκλους συναδέλφων ἀξίων πάσης πίστεως, μέχρις ἀποδείξεως τοῦ ἐναντίου, ἐναντίον ἄλλων συναδέλφων ἐπιφανεστάτην κατεχόντων θέσιν, καὶ ὅμως οἱ πάντες φοβοῦνται νὰ ἀντικρύσωσιν ἀναφανδὸν καὶ ἐντεῦθεν ἐπισήμως τὴν ἀλήθειαν. Πῶς ἔμεινα τόσον μόνος, Θεέ μου! Μήπως εἶμαι ὁ δυνατὸς ἄνθρωπος κατὰ τὸν Ἴψεν; Διατί μόνον ἐγὼ ἔχω τὸ θάρρος, ὅπερ εἶναι ὁ μόνος νόμος τῆς ἀληθινῆς ζωῆς; Ὅταν ἀπηλπίσθην, κύριοι, ὅτι ἡ Ἐπανάστασις δὲν θὰ μὲ ἐπανέφερε πλέον καὶ ὄχι ἵνα ἀμυνθῶ ἐμαυτοῦ, ἀλλ’ ἵνα συντρίψω ἀμειλίκτως οἱονδήποτε ταπεινὸν τυχὸν συκοφάντην μου, ἐδημοσίευσα παρρησίᾳ εἰς τὰς ἐφημερίδας «Ἐμπρός», «Ἑστίαν», «Ἐλεύθερον Τύπον» καὶ «Ἐλεύθερον Βῆμα» κατὰ Δεκέμβριον, νομίζω, τοῦ 1922 τὴν ἑξῆς ἐνυπόγραφον δήλωσίν μου, ἣν ἐπαναλαμβάνω καὶ ἤδη ἐντεῦθεν (ἀναγινώσκει): «Μολονότι παρῆλθον 22 μῆνες κωνσταντινικοῦ καθεστῶτος, καθ’ οὓς ἐβασανίσθην πολυτρόπως καὶ ἐγιουχαΐσθην ὑπὸ χιλίων βασιλικῶν φαλαγγιτῶν ἐν μέσῃ ὁδῷ Σταδίου τὴν 16 Δεκεμβρίου τοῦ 1920 καὶ ἠπειλήθην νὰ δολοφονηθῶ πλειστάκις, παρηκολουθούμην δὲ καθημερινῶς ὑπὸ κατασκόπων καὶ ἤμην πάντοτε ὑπὸ ἀγρίαν ἀστυνομικὴν ἐπιτήρησιν, χωρὶς ὅμως νὰ τολμήσῃ οὐδεὶς νὰ μὲ μηνύσῃ διὰ τίποτε, ἐν τούτοις καὶ ἤδη ἀποκαλῶ δημοσίᾳ ἄτιμον καὶ ἄνανδρον συκοφάντην οἱονδήποτε λέγοντά τι κατ’ ἐμοῦ, ὅπερ θίγει τὸν δημόσιον ἢ ἰδιωτικὸν βίον μου καὶ μὴ τολμῶντα νὰ μὲ μηνύσῃ ἐπισήμως». Ἀλλ’ ὁποῖος τραγέλαφος! Θέλετε νὰ μάθετε δὲ καὶ πῶς ἐψήφισαν ἐν τῷ Στρατιωτικῷ Συμβουλίῳ; Ὁ μὲν κ. Παπαθανασίου, πρόεδρος, ἔλαβε τὸν λόγον καὶ ὡμίλησεν ἡμίσειαν ὥραν ἐναντίον ἐμοῦ. Τὸν βεβαιῶ ὅτι, ἂν ὡμίλει ὁ Στρατὸς καὶ ἡ Κοινωνία ὑπὲρ ἐμοῦ, ὡς καὶ οἱ ἐν Γαλλίᾳ καθηγηταί μου καὶ νῦν ἐνδοξότατοι στρατηγοί, θὰ ἐχρειάζοντο τοὐλάχιστον 500 ἡμίωρα. Κατόπιν τῆς τετυφλωμένης ταύτης ρητορικῆς του τὰ λοιπὰ εὔορκα μέλη, ἐξ ὧν καὶ οἱ τρεῖς φίλοι μου στρατηγοὶ Α. Μαζαράκης, Χ. Λούφας καὶ Κ. Πέτσας, κατέπιον τὴν γλῶσσάν των. Τοὺς παραδίδω εἰς τὴν ἀθανασίαν καὶ εἰς τὰς Ἐρινύας τοῦ ἀρχαίου Ἀριστείδου καὶ τῶν Πολυζωίδηδων καὶ Τσερτίδηδων τῆς νεωτέρας Ἑλλάδος. Εἶτα δὲ ἤρχισεν ἡ ψηφοφορία φανερὰ καὶ πρῶτον ἀπὸ τοῦ προέδρου, ἕκαστος δὲ φόβῳ τοῦ φλογεροῦ αὐτοῦ ρήτορος μοὶ ἔδιδε μαῦρον. Ὁ νόμος ὅμως καὶ αἱ στρατιωτικαὶ παραδόσεις κελεύουσι ρητῶς νὰ ἀναγνωσθῶσιν αἱ ὑπεύθυνοι δηλώσεις μας ἢ ἡ δικογραφία, ὡσεὶ ἐπρόκειτο περὶ ἀνακριτικοῦ συμβουλίου τοῦ περὶ καταστάσεως ἀξιωματικῶν νόμου, νὰ μὴ ὁμιλήσῃ οὐδείς, ὅπως μὴ παρασύρῃ τοὺς ἄλλους, ἡ δὲ ψηφοφορία νὰ γίνῃ μυστικὴ καὶ ἀπὸ τοῦ κατωτέρου πρὸς τὸν ἀνώτερον. Σημειωτέον δὲ ὅτι τὰ πέντε μέλη τοῦ Συμβουλίου τούτου ἦσαν νεώτεροί μου κατ’ ἀρχαιότητα, οἱ δὲ κ. κ. Λούφας καὶ Πέτσας ἔν τινι Συμβουλίῳ Ἀντιστρατήγων ἐσχάτως εἶχον κριθῆ ἀποστρατευτέοι ὡς ἀνεπαρκεῖς, ἓν δὲ μέλος ἦτο συνταγματάρχης τοῦ ἱππικοῦ, τελείως ἀγνοῶν με, ὡς στρατιωτικὸς καὶ γραμματεὺς τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν. Ἐν μέσῳ ὅλου αὐτοῦ τοῦ κυκεῶνος, τῆς τόσης ρευστότητος τῶν χαρακτήρων, τῆς τόσης «μπλόφας» τῶν γραφειοκρατῶν καὶ τῶν σπειρῶν τῶν ἀμάχων, τῆς ἐλλείψεως ἀλληλεγγύης, συναδελφότητος, στρατιωτικοῦ πνεύματος, σιδηρῶν χαρακτήρων ἀνωτέρων παντὸς πάθους καὶ πάσης ἰδιοτελείας καὶ φθόνου, ὡς καὶ ἀνωτέρων πάσης ταπεινῆς ἐκ τοῦ ἀσφαλοῦς διαβολῆς, εἶμαι πολὺ περίεργος, κύριοι, νὰ ἴδω—καὶ μετ’ ἐμοῦ εἶναι καὶ πολλαὶ μυριάδες λαοῦ καὶ χιλιάδες ἀξιωματικῶν καὶ ὁπλιτῶν ἐν ἐνεργείᾳ, ἐφεδρείᾳ καὶ ἀποστρατείᾳ—ὁποίας ὁριστικὰς ἀποφάσεις καὶ μὲ ὁποίαν διορατικότητα καὶ πυγμὴν ἀνδρικὴν καὶ πατριωτικὴν θὰ λάβῃ ὁ ἀνώτερος πάσης ὑπολήψεως καὶ τιμῆς, ὁ τόσον εὔελπις Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν καὶ Πρωθυπουργός, ὡς καὶ ὁ ἔνδοξος συνάδελφός του τῶν Ἐσωτερικῶν, ρίπτοντες ἐκτάδην καὶ παταγωδῶς πᾶσαν λεοντῆν καὶ ἀνυψοῦντες εἰς τὴν δέουσαν περιωπήν της πᾶσαν πραγματικὴν ἀξίαν καὶ ἱκανότητα μὲ τὸ ἀλάνθαστον βαρόμετρον τῆς ἐθνικῆς εὐγνωμοσύνης καὶ πατρικῆς στοργῆς. Ποία δὲ εἶναι ἡ θέσις τῶν στρατηγῶν Τσερούλη καὶ Παναγιωτοπούλου σήμερον, ὁπότε τὸ στράτευμα τοῖς ἔστρεψε τὰ νῶτα; Ποῦ δὲ ἐπολέμησεν ὁ κ. Παναγιωτόπουλος καὶ τί μοὶ ἔλεγεν ὁ κ. Α. Μαζαράκης περὶ τῆς δράσεως τοῦ κ. Τσερούλη ἐν Μικρᾷ Ἀσίᾳ ἐσχάτως μόλις; Δύνανται πλέον νὰ παραμένωσιν οὗτοι εἰς τὴν ἐνέργειαν, ὁπότε πέντε στρατηγοὶ Στρατοδίκαι ἀπεφάνθησαν παμψηφεὶ καὶ ἐπισήμως ὅτι τὸ ἔγκλημά των ἀποτελεῖ βαρύτατον κατὰ τῆς πειθαρχίας πταῖσμα, ἤτοι περίπτωσιν ἀποτάξεως; Συνεστήθη ἀνακριτικὸν συμβούλιον διὰ τὴν ἀπόταξίν των καὶ ὅμως τοῦτο δυστυχῶς εἰσέτι δὲν δύναται νὰ παγιωθῇ καὶ συνεδριάσῃ, παραιτουμένων συνεχῶς μελῶν καὶ προέδρων καὶ καταφυγόντος τοῦ Ὑπουργείου μέχρι καὶ τῶν ὑποστρατήγων Φωτιάδου τῆς χαρτογραφικῆς ὑπηρεσίας καὶ Βλαχοπούλου καὶ Τρικούπη, στασίμων καὶ καθυβρισθέντων ἐπισήμως ἐντεῦθεν, ὡς προεῖπον. Ὁποία κατάστασις! Ἵνα συμπληρώσω, κύριοι Ὑπουργοί, μὴ ἀφήνων οὐδὲν κενὸν ἐν τῇ πατρικῇ διανοίᾳ σας, ἐπειδὴ θὰ σᾶς εἴπωσιν ἴσως ὅτι ἔχομεν ἤδη πολλὰ πλεονάσματα ἐν τῷ Στρατῷ καὶ συνεπῶς τί θὰ συμβῇ, ἂν ἐπαναφέρωμεν καὶ τοὺς 2500 ἀξιωματικοὺς τοὺς ὁπωσδήποτε ἀπομακρυνθέντας ἀπὸ 1ης Νοεμβρίου 1920 καὶ ἐντεῦθεν, ἀπαντῶ: 1) Οὐδεὶς λέγει νὰ ἐπανέλθωσιν ὅλοι. Ἴσως ἐξ αὐτῶν νὰ ὑπάρχωσι περὶ τοὺς 500–700 φυγοπόλεμοι, «κουραμπιέδες», ἀνίκανοι, δειλοὶ κλπ. διαλυτικὰ ἢ ἐπικίνδυνα στοιχεῖα. 2) Ὑπάρχει εἷς ἄλλος ἀριθμός, ἴσως 150–200, οἵτινες ἐπαναφερόμενοι θὰ ἀπέλθωσιν ἀμέσως, καθὸ σήμερον καταληφθέντες ὑπὸ τοῦ νέου ὁρίου τῆς ἡλικίας καὶ οἵτινες θέλουσι μόνον νὰ τακτοποιήσωσι τὴν σύνταξίν των. 3) Εἶναι οἱ 500 ἀξιωματικοὶ οἵτινες δὲν ὑπέβαλον αἰτήσεις, ὡς προεῖπον. Ἄρα τὸ σφάλμα εἶναι ἰδικόν των. Συνεπῶς 1400 ἐν ὅλῳ ἐκ τῶν 2500 δὲν θὰ κουράσωσι τὸν Προϋπολογισμόν. Θὰ ἐπαναφερθῶσιν ἑπομένως μόνον 1100, ἐξ ὧν ὑπολογίζω 800 τοῦ Στρατοῦ καὶ 300 τῆς Χωροφυλακῆς. Οὗτοι δέ, συναναμιγνυόμενοι μετὰ τῶν ἤδη ὑπαρχόντων πλεονασμάτων ἐν ἑκάστῳ βαθμῷ, ἔνθα δὲν ἐλλείπουσιν ἔτι καὶ σήμερον ἱκαναὶ μετριότητες καὶ ἀνεπάρκειαι, θὰ λάβωσι τὴν τύχην τῶν ἐπικειμένων κυβερνητικῶν μέτρων διὰ τὰ πλεονάσματα, τιθέμενοι οἱ μὲν τυχὸν ἀνίκανοι ἐκ τούτων εἰς αὐτεπάγγελτον ἀποστρατείαν διὰ τῆς φυσιολογικῆς καὶ τετριμμένης ὁδοῦ τῶν ἐπιθεωρήσεων τῆς εἰρήνης, συμφώνως τοῖς κειμένοις νόμοις, ὡς πάντοτε, οἱ δὲ εἰς διαθεσιμότητα ἠλαττωμένου μισθοῦ τῆς ἐνεργείας κατὰ τὰ ⅔ π.χ., καὶ οὗτοι βεβαίως θὰ ὦσιν οἱ νεώτεροι ἐν ἑκάστῳ βαθμῷ, ἕτοιμοι νὰ πληρῶσι τὰ ἑκάστοτε κενὰ τῆς ἐνεργείας, καὶ ἄλλοι εἰς ἐφεδρείαν. Οἱ νεώτεροι καὶ κατώτεροι ἐκ τῶν τελευταίων τούτων ἴσως χρησιμοποιηθῶσιν εἰς τὴν δημοσίαν κατωτέραν καὶ μέσην ἐκπαίδευσιν, ἰδίᾳ ὡς γυμνασταί, ἀλλὰ καὶ εἰς ἄλλας εἰδικότητάς των, καὶ οἱονεὶ ὡς ἐμβρυώδη κυβερνητικὰ μέτρα πρὸς προσανατολισμόν μας διὰ τὴν ἐν ἀπωτέρῳ μέλλοντι εἰσαγωγὴν παρ’ ἡμῖν τοῦ Ἑλβετικοῦ στρατιωτικοῦ ὀργανισμοῦ, ὅστις προαπαιτεῖ ἀρτίαν Σπαρτιατικὴν μόρφωσιν κατωτέρας καὶ μέσης ἐκπαιδεύσεως καὶ πολιτικοεθνικὴν ἀνατροφὴν ἐξόχως ἰδανικὴν διὰ τὸν λαόν. Καὶ οὕτως ἱκανοποιοῦνται, φρονῶ ταπεινῶς, ὅλαι αἱ φιλοδοξίαι καὶ ὅλα τὰ βαλάντια καὶ ἰδίως ἀνακουφίζεται γενναίως ὁ Προϋπολογισμὸς καὶ καταπνίγεται πᾶν παράπονον καὶ πᾶσα ἀντεθνικὴ καὶ ἐμπαθὴς ἢ ταπεινὴ δημοκοπία, ἀσφαλεῖς πρόδρομοι καὶ στυλοβάται τῆς ἀπαραιτήτου καὶ περιποθήτου συμφιλιώσεως ὅλων τῶν Ἑλλήνων, ἵνα τοῦ λοιποῦ ἀληθῶς ἀδελφωμένοι καὶ συνεπῶς ἀληθῶς ἰσχυροὶ καὶ εὐστόχως ὠργανωμένοι βαδίσωμεν σταθερῶς καὶ μετὰ βεβαιότητος πρὸς τὴν ὀνειροπολουμένην «Ἀντεκδίκησιν» τάχιστα!
§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔχει τὸν λόγον.
§76Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Κύριοι συνάδελφοι, οὐδεὶς ἦτο δυνατὸν νὰ ἀμφισβητήσῃ τὴν πολεμικὴν δρᾶσιν τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου τοῦ ἄρτι κατελθόντος τοῦ βήματος. Ἀπόδειξις δὲ καὶ τεκμήριον ἀλάνθαστον ὑπῆρξεν ἡ ἐπιδοκιμασία ἡ ὁποία δαψιλῶς ἀπενεμήθη εἰς τοὺς λόγους του, τοὺς ἐξιστοροῦντας τὴν δρᾶσιν αὐτοῦ, ἐκ μέρους ὁλοκλήρου τῆς Συνελεύσεως. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται ἤδη περὶ τούτου. Τὸ ζήτημα τὸ ὁποῖον τίθεται ἐνώπιον ἡμῶν δὲν εἶναι νὰ κρίνωμεν ἂν τοιαύτη ἢ τοιαύτη ὑπῆρξεν ἡ δρᾶσις τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου. Εἶναι νὰ κρίνωμεν ἂν θέλομεν νὰ κρίνωνται τὰ ληπτέα διοικητικὰ μέτρα τοῦ στρατεύματος ἀπολύτως ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν ἢ ἀπὸ τοὺς δικαίως κληθέντας φυσικοὺς αὐτοῦ ἀρχηγούς. Καὶ δύναμαι νὰ εἴπω ὅτι τὸ πρόβλημα εἶναι γενικώτερον, τίθεται δι’ ἕκαστον Ὑπουργεῖον, ἀλλ’ ἔχει βεβαίως ἰδιάζουσαν σημασίαν διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν. Θεωρητικῶς βεβαίως δὲν ἀγνοῶ ὅτι ἡ λύσις ἡ ὁποία θὰ ἔπρεπε νὰ δοθῇ εἶναι ὅτι ὁ Ὑπουργὸς ἔχει νὰ ἐνεργῇ ἀνεξελέγκτως πάσας τὰς πράξεις τῆς διοικήσεως καὶ ἔχει νὰ δώσῃ λόγον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ ἡ θεωρητικὴ αὕτη λύσις, μετὰ τὰς συμφορὰς τὰς ὁποίας ἐπαρουσίασεν ὄχι μόνον παρ’ ἡμῖν, ἀλλὰ καὶ εἰς ἄλλας Χώρας κοινοβουλευτικῶς διοικουμένας, ἐγκατελείφθη ὁριστικῶς ἀπὸ μακρᾶς σειρᾶς ἐτῶν καὶ πρῶτον ἐν Ἀγγλίᾳ, μετ’ αὐτὴν δὲ ἐγκατελείφθη παταγωδῶς εἰς ὅλον τὸν κόσμον. Διότι ἀφ’ ἧς τὸ πολίτευμα ἐξειλίχθη εἰς ἄκρατον κοινοβουλευτικόν, ἦτο φυσικὸν ὅτι οἱ πειρασμοί, αἱ εἰσηγήσεις, τὰ πολιτικὰ συμφέροντα, οἱ κομματικοὶ δεσμοί, ἡ ἀνάγκη τῆς παραμονῆς εἰς τὴν Ἐξουσίαν εἴτε ἐκ ταπεινῶν ἐλατηρίων εἴτε καὶ ἐξ ὑψηλοτέρων ἐλατηρίων, ὅτι δύναταί τις νὰ ἐξυπηρετήσῃ τὴν Πατρίδα του ἐν τῷ μεγάλῳ κύκλῳ θυσιάζων μικρά τινα—διὰ νὰ μεταχειρισθῶ τὴν φράσιν τοῦ ἀειμνήστου Τρικούπη—«ἐξαγοραζομένης τῆς Ἐξουσίας ἀναλώμασι τοῦ ποιοῦ», εἴτε διὰ τὸν ἕνα λόγον εἴτε διὰ τὸν ἄλλον, κατεκρήμνισαν τὸ σύστημα τῆς ἀπεριορίστου διοικήσεως τῶν κοινῶν πραγμάτων ἐκ μέρους τῶν Ὑπουργῶν. Εἰς ὅλα τὰ κοινοβουλευτικὰ Κράτη—ἀγνοῶ ἂν ὑπάρχει ἓν τὸ ὁποῖον νὰ ἀποτελῇ ἐξαίρεσιν—ὑπάρχουν τὰ διοικητικὰ συμβούλια, τὰ ὁποῖα δὲν ἀφήνουν εἰς τὸν Ὑπουργὸν εἰμὴ σχεδὸν μόνον τὴν τιμὴν νὰ εἶναι εἰσηγητὴς καὶ ὑπερασπιστὴς τῶν ἀποφάσεων αὐτῶν ἐνώπιον τῶν Βουλῶν. Διατί τὰ οἰκονομικὰ τῆς Ἀγγλίας ὑπῆρξαν ὑγιῆ πάντοτε; Διότι ὁ Ὑπουργὸς εἶναι δοῦλος σχεδὸν τοῦ περιφήμου Treasury. Ἡ τάσις καὶ ἡ ἐπιθυμία τῆς τοιαύτης ἀποκεντρώσεως ἐξεδηλώθη καὶ παρ’ ἡμῖν ἀπὸ πολλῶν δεκάδων ἐτῶν, ἰδιαίτατα δὲ μετὰ τὸν ἀτυχῆ πόλεμον τοῦ 1897, πρὸ τοῦ ὁποίου καὶ κατὰ τὸν ὁποῖον εἶχεν ἐπικρατήσει τὸ ὀλέθριον σύστημα τοῦ διοικεῖσθαι τὸν Στρατὸν ἀπὸ μόνον τὸν Ὑπουργόν. Ἔκτοτε ἤρχισεν ὁ ἀγὼν διὰ τὴν ἀποκέντρωσιν ὅλων τῶν Ὑπηρεσιῶν, ἀλλὰ καὶ τοῦ στρατεύματος, ἐκδηλωθεὶς εἰς ἐξέγερσιν πλήρη κατὰ τὴν Ἐπανάστασιν τοῦ 1909 καὶ 1910. Ὅσοι δὲ ἔτυχε νὰ παρακολουθήσουν τὰ πολιτικὰ πράγματα ἡμῶν πρὸ τοῦ 1910 καὶ μετὰ τὸ 1910 εἶδον ὅτι ἀπὸ ἀπόψεως διοικήσεως καὶ εὐταξίας ἀναμφισβητήτως ἡ περίοδος τοῦ 1910 ἕως 1915 ὑπῆρξε πολὺ εὐτυχεστέρα παρὰ ἡ περίοδος ἡ πρὸ αὐτῆς. Τὴν φορὰν ταύτην ἀκολουθῶν καὶ ὁ κυβερνήσας τὴν Χώραν ἀπὸ τοῦ 1910–1915 εἰσήγαγε τότε τὸ Συμβούλιον τῶν Ἀντιστρατήγων. Ἡ φορὰ δὲ αὕτη καὶ ἡ ἐπιθυμία αὐτὴ ἐξεδηλώθησαν ἐναργέστερον μετὰ τὴν Ἐπανάστασιν τοῦ 1922, ὡς ἀξίωσις δικαία τοῦ στρατεύματος, ἐπιθυμοῦντος νὰ ἀπαλλαγῇ τῶν πολιτικῶν ἐπιρροῶν. Καὶ ὁ ἀξιότιμος νῦν συνάδελφός μου ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπῆρξεν ὁ εἰσηγητὴς ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀποκεντρώσεως τοῦ στρατεύματος, περὶ τοῦ ὁποίου ἔλεγον τότε ὅτι εἰσῆγε συρματοπλέγματα ἀμυντικὰ τοῦ στρατεύματος κατὰ τῶν πολιτικῶν ἐπεμβάσεων. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου ὥπλισε τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον μὲ δύναμιν τοιαύτην, ὥστε πᾶσα πολιτικὴ ἐπιρροὴ νὰ θραύεται πρὸ τῶν ἀποφάσεων τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου τῆς διοικήσεως τοῦ στρατεύματος. Τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο υἱοθέτησε κατόπιν καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Θεσσαλονίκης πληρεξούσιος ὡς Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν. Ἀλλ’ ἐξ ὅσων γνωρίζω, καὶ ὁλόκληρος ἡ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπή, ἀποτελουμένη κατὰ τὸ πλεῖστον ἀπὸ ἄνδρας οἱ ὁποῖοι ἠνάλωσαν τὸν μείζονα βίον αὑτῶν ἐν τῷ στρατεύματι καὶ οἵτινες γνωρίζουν καὶ τοὺς πόθους καὶ τὰς ἀνάγκας, τὰς μεθόδους τὰς καλυτέρας ἢ χειροτέρας πρὸς διοίκησιν τοῦ στρατεύματος, ἀπεφάνθη ὑπὲρ τοῦ σχεδίου, ὅπερ ἐγένετο νόμος. Μὴ ἐρωτᾶτε τί θὰ ἦτο τὸ ἰδανικὸν ἐν τῷ κόσμῳ τούτῳ. Δὲν δύναμαι νὰ ὑποστηρίξω βεβαίως ὅτι τὸ Συμβούλιον ἢ οἱονδήποτε Συμβούλιον εἶναι ἀλάνθαστον. Ἀλλ’ εἶναι φανερὸν ὅτι μεταξὺ τοῦ συστήματος τοῦ διοικεῖν τὸν Στρατὸν τὸν Ὑπουργὸν τὸν πολιτικὸν καὶ τοῦ διοικεῖσθαι τὸν Στρατὸν ἀπὸ Συμβούλια ἀποκεντρώσεως ἐκ τῶν φυσικῶν αὐτοῦ ἀρχηγῶν τὸ δεύτερον εἶναι ἀπείρως καλύτερον. Εἶπα καὶ ἄλλοτε ὅτι ἡ πολιτικὴ εἶναι ἡ τέχνη τοῦ μὴ χείρονος. Ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ πεισθῶ ὅτι, ἂν ὁ Ὑπουργὸς ἤθελε διοικεῖ τὸ στράτευμα, αἱ εἰσηγήσεις αἱ ὁποῖαι θὰ γίνωνται καλῇ τῇ πίστει βεβαίως καὶ θὰ υἱοθετοῦντο ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν δὲν θὰ ἦγον εἰς λάθη καὶ πολὺ περισσότερα εἰς ἀριθμὸν καὶ πολὺ ἀνώτερα κατὰ ποιὸν καὶ καταστρεπτικώτερα διὰ τὴν ὑπόστασιν τοῦ Στρατοῦ, παρὰ ὑπὸ τὸ κρατοῦν σύστημα. Ἐκεῖνοι εἰς οὓς ἀνετέθη νὰ λαμβάνουν τὰ μέτρα τὰ ἀναγκαῖα διὰ τὰ ἀφορῶντα τὰ ζητήματα τῆς προαγωγῆς, τοποθετήσεως, ἀποστρατεύσεως ἀξιωματικῶν εἶναι οἱ διοικηταὶ τῶν Σωμάτων Στρατοῦ, εἶναι ἐκεῖνοι εἰς οὓς ἐμπιστευόμεθα ἐν ὥρᾳ πολέμου τὴν ἄμυναν τῆς Χώρας, τὴν ὑπεράσπισιν τῶν συνόρων μας, τῆς τιμῆς μας, τῶν ἀγαθῶν μας. Δὲν εἶναι λοιπὸν φυσικόν, ἀφοῦ τόσον ἀπεριόριστον ἐμπιστοσύνην δεικνύομεν εἰς αὐτούς, νὰ τοῖς δώσωμεν καὶ τὰ μέσα, ὥστε τῆς εὐθύνης τῆς τεραστίας ἡ ὁποία τοὺς βαρύνει νὰ προηγῶνται μέτρα τὰ ὁποῖα θὰ ὑποδεικνύουν οἱ ἴδιοι καὶ ὄχι μέτρα τὰ ὁποῖα ἄλλοι θὰ ἐλάμβανον αὐτοβούλως, ἄλλοι μὴ δυνάμενοι ἴσως νὰ γνωρίζουν τὰς ἀνάγκας τοῦ στρατεύματος; Τὸ λανθάνεσθαι ἀνθρώπινον καὶ μεταξὺ τῶν ἀποφάσεων τοῦ Συμβουλίου θὰ ὑπάρχουν καί τινες λελανθασμέναι. Ἀλλὰ λαμβάνοντες ὑπ’ ὄψιν ὅτι ἓν ἄλλο σύστημα θὰ ἔχῃ ἀποτελέσματα θλιβερὰ πρέπει νὰ ἀντιπαρερχώμεθα τὰ μεμονωμένα τυχὸν λάθη, δικαιολογημένα ὅταν περὶ τόσῳ πολλῶν πραγμάτων καὶ τόσῳ σπουδαίων καὶ τόσῳ πολλῶν προσώπων ἔχουν νὰ κρίνουν πέντε πρόσωπα. Ὁ κ. συνάδελφος εἶπεν ὅτι εἷς ἐκ τῶν ἀποτελούντων τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον Ἀντιστρατήγων, διοικῶν κάποτε τάγμα, ὑπέστη ἐπίθεσιν ἐκ παραπλανηθεισῶν ὀβίδων πυροβολικοῦ καὶ εἶδε τὸ τάγμα του νὰ διαλύεται. Ἐρωτῶ: Εἶναι δυνατὸν νὰ εἴπῃ τις, ὑποθέτω δὲ καὶ ὁ ἀξιότιμος ἀγορεύσας δὲν θὰ ἠννόει τοιοῦτόν τι, ὡς ἀνεπάρκειαν στρατιωτικὴν τοῦ ἐν λόγῳ ὄντως διακεκριμένου ἀξιωματικοῦ;
§77Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Τοὐναντίον, κ. Πρόεδρε, ὁ ἀξιωματικὸς οὗτος ἐτραυματίσθη μαχόμενος εἰς τὴν πρώτην γραμμήν, εἶναι δὲ γνωστὸς διὰ τὴν γενναιότητά του. Εἶναι εἷς ἐκ τῶν ὀλίγων ἀξιωματικῶν οἱ ὁποῖοι ἐτραυματίσθησαν εἰς τοὺς πολέμους.
§78Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Λοιπόν, κύριοι, διατί νὰ ἀναφέρωνται γεγονότα τὰ ὁποῖα ὡς ἀποτέλεσμα θὰ εἶχον, ἂν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ σκεφθῶμεν νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὴν μέθοδον τῆς διοικήσεως τοῦ στρατεύματος ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ, τὴν θλιβερὰν μέθοδον παλαιῶν πολιτικῶν καιρῶν; Διατί λοιπὸν νὰ κλονίζωμεν τὸ κῦρος θεσμῶν σωτηρίων ἀληθῶς διὰ τὴν Πατρίδα;
§79Α. ΠΡΑΝΤΟΥΝΑΣ. Ὁ θεσμὸς εἶναι καλός, τὰ πρόσωπα δὲν εἶναι καλά.
§80Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἀνεθέσαμεν τὴν κρίσιν περὶ τῶν προσώπων τῶν ὑπηρετούντων εἰς τὸ στράτευμα εἰς τοὺς ἐπὶ κεφαλῆς τοῦ στρατεύματος εὑρισκομένους. Οὕτως ἐπράξαμεν καὶ διὰ τοὺς δικαστὰς καὶ δι’ ἄλλους ὑπαλλήλους. Ἂς μὴ κλονίζωμεν διὰ διαφόρων ἐπιθέσεων τοιούτους θεσμοὺς ἐξυγιαστικοὺς τῆς διοικήσεως τῆς Χώρας καὶ ἂς προσέχωμεν, ὥστε οἱ διάφοροι κλάδοι τῆς διοικήσεως νὰ μὴ ὑποστῶσι καίριον τραυματισμόν. Κάμνω ἔκκλησιν εἰς τὴν φρόνησίν σας καὶ τὸν πατριωτισμόν σας, νὰ παύσωμεν, ἡμεῖς πρῶτοι, ἐξευτελίζοντες εἰς τὰ ὄμματα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἀλλὰ καὶ εἰς τὰ ὄμματα τῶν παρακολουθούντων ἡμᾶς, θεσμοὺς οἵτινες ἁπανταχοῦ θεωροῦνται ἀναγκαῖοι διὰ τὴν ἀνεπηρέαστον διοίκησιν καὶ τοῦ στρατεύματος καὶ τῶν λοιπῶν κλάδων τῆς Χώρας. Ἀναγνωρίζω ὅτι ὁ πόνος τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου, τοσαύτας παρασχόντος ὑπηρεσίας, ὑπηγόρευσε λέξεις τινάς.....
§81Α. ΠΡΑΝΤΟΥΝΑΣ. Δὲν εἶναι πόνος ἰδικός μου· ἐγὼ εἶμαι ὄργανον τῆς Πατρίδος.
§82Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ θὰ τὸν παρεκάλουν θερμῶς νὰ προσφέρῃ μίαν ἀκόμη ὑστάτην στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν εἰς τὴν πατρίδα, νὰ συντελέσῃ καὶ αὐτός, ἐν αὐταπαρνήσει καὶ αὐτοθυσίᾳ, τὸ καθ’ ἑαυτὸν εἰς τὴν ἐμπέδωσιν τοῦ κύρους καὶ τῆς τάξεως ἐν τῷ Στρατῷ. (Χειροκροτήματα).
§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ.κ. Κ. Βουδούρης καὶ Γ. Σολδᾶτος ἐπερωτῶσι τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Προνοίας διατί ἀνεστάλη ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου 3122 «περὶ ἀπονομῆς συντάξεως εἰς τὰ θύματα τῶν πολέμων».
§84Κ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Κύριοι πληρεξούσιοι, λυποῦμαι βαθύτατα, διότι ἡ ἀδιαφορία τοῦ Κράτους πρὸς τὴν συμπαθεστέραν τάξιν τῆς Ἑλληνικῆς κοινωνίας, πρὸς τὴν τάξιν τῶν ἀναπήρων καὶ τῶν οἰκογενειῶν τῶν ἐν πολέμῳ πεσόντων μὲ φέρει πάλιν ἐπὶ τὸ βῆμα τοῦτο, ἵνα ὁμιλήσω διὰ πολλαπλῆν φορὰν ἐπὶ ζητήματος τὸ ὁποῖον ἔπρεπε πρὸ πολλοῦ νὰ εἶχε τερματισθῆ. Πρὸ δέκα περίπου μηνῶν ὁμιλῶν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἀνέπτυξα διὰ μακρῶν τὰ μέτρα τὰ ὁποῖα τὸ Κράτος εἶχε λάβει ὑπὲρ τῶν θυμάτων τούτων μέχρι τῆς ἡμέρας ἐκείνης, συνέστησα δὲ ποῖα ἦσαν τὰ μέτρα ἐκεῖνα διὰ τῶν ὁποίων θὰ ἐτίθετο τέρμα εἰς μίαν θλιβερὰν κατάστασιν, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ αἶσχος καὶ διὰ τὸ Κράτος καὶ διὰ τὴν κοινωνίαν. Ἡ ὁμιλία μου ἐκείνη προεκάλεσεν, ὡς ἦτο ἑπόμενον, τὸ ἐνδιαφέρον καὶ τῆς Συνελεύσεως καὶ τῆς Κυβερνήσεως, ὁ Πρόεδρος τῆς ὁποίας κ. Βενιζέλος ἐδήλωσεν ἀπὸ τοῦ ἑδωλίου ἐκείνου ὅτι τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος θεωρεῖ ζήτημα τιμῆς διὰ τὴν Κυβέρνησιν καὶ ὅτι δὲν θὰ ἐτερματίζετο ἡ συζήτησις, ἂν δὲν ἐλαμβάνοντο τόσον ὑπὸ τῆς Νομοθετικῆς ὅσον καὶ ὑπὸ τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας τὰ ἐνδεικνυόμενα μέτρα, διὰ τῶν ὁποίων θὰ ἱκανοποιοῦντο αἱ δίκαιαι ἀξιώσεις ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἐθυσίασαν ὅ,τι πολύτιμον εἶχον εἰς τὸν βωμὸν τῆς Πατρίδος. Ἀτυχῶς παρῆλθεν ὄχι 24ωρον, ἀλλ’ ἔτος σχεδὸν καὶ τὸ ζήτημα δὲν προήχθη οὔτε κατὰ κεραίαν, αἱ δὲ χιλιάδες τῶν ἀναπήρων καὶ τῶν οἰκογενειῶν τῶν ἐν πολέμῳ πεσόντων μένουν μὲ τὰς ὑποσχέσεις, αἵτινες, ὅσον καὶ ἂν εἶναι παχεῖαι, δὲν εἶναι ἱκαναὶ νὰ ἀντικαταστήσωσι τὴν ὑπὸ τοῦ Κράτους ὀφειλομένην εἰς αὐτοὺς ἀποζημίωσιν. Καὶ ἔγινε τοῦτο, κύριοι συνάδελφοι, διότι οἱ ἀνάπηροι καὶ αἱ οἰκογένειαι τῶν ἐν πολέμῳ πεσόντων δὲν εἶναι ὠργανωμένοι εἰς συλλόγους καὶ δὲν ἀποτελοῦν ὁμοσπονδίαν, δὲν ἔδωσαν τελεσίγραφα εἰς τὰς διαφόρους Κυβερνήσεις οὐδὲ ἠπείλησαν ἀπεργίαν. Δὲν θὰ ὁμιλήσω καὶ δὲν θὰ ἀναφέρω τὰ μέτρα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἔλαβον ἄλλα Κράτη, διὰ τῶν ὁποίων διῆλθεν ἡ πολεμικὴ λαῖλαψ, διότι εἶμαι βέβαιος ὅτι θὰ κρύψωμεν πάντες τὸ πρόσωπον ἐξ ἐντροπῆς. Θὰ περιορισθῶ μόνον νὰ εἴπω ὀλίγα τινὰ περὶ τῶν μέτρων τὰ ὁποῖα ἐλήφθησαν παρ’ ἡμῖν, ὡς καὶ τί πρέπει νὰ γίνῃ σήμερον σχετικῶς μὲ τὸ σπουδαιότατον τοῦτο ζήτημα, λαμβανομένων ὑπ’ ὄψιν τῶν συνθηκῶν ὑπὸ τὰς ὁποίας διατελεῖ ἡ Χώρα καὶ πρὸ παντὸς τῶν οἰκονομικῶν τοιούτων. Κύριοι πληρεξούσιοι, εἰς τὴν Χώραν μας ὄχι μόνον δὲν ἐλήφθησαν γενικὰ μέτρα, οἷα ἐλήφθησαν εἰς ἄλλα Κράτη, ἀλλὰ οἱ ἀνάπηροι πολέμου ἐγκατελείφθησαν καὶ ἐλησμονήθησαν ἐντελῶς, δύναταί τις νὰ εἴπῃ, τόσον ὑπὸ τοῦ Κράτους ὅσον καὶ ὑπὸ τῆς κοινωνίας, ἐνῷ τὰ ἄνθη, διὰ τῶν ὁποίων τοὺς ἐρραίνομεν ὅτε ἐπέστρεφον νικηταί, ἦσαν ἀκόμη νωπά. Ὁ ἐμπειρισμὸς καὶ ἡ ἐπιπολαιότης ἡ ὁποία διακρίνει τὴν Χώραν μας, ὡς καὶ τοὺς διαχειριζομένους τὰ σοβαρώτερα ζητήματα, εἰς τὸ ζήτημα τῆς περιθάλψεως τῶν θυμάτων πολέμου ἀνῆλθεν εἰς περιωπήν. Οὐδεμία ἐπὶ μίαν δωδεκαετίαν συστηματικὴ σκέψις καὶ προσπάθεια, οὐδεμία σοβαρὰ ἐνέργεια. Τουναντίον ἀπειρία ἁρμοδιοτήτων, δημιουργοῦσα ἀληθὲς χάος. Οὐδεὶς ὑπῆρχεν ὁ ὑπεύθυνος, ἀλλὰ καὶ οὐδεὶς ὑπῆρχεν ὁ ἁρμόδιος. Οὐδεμία συνεννόησις ὑπῆρχε μεταξὺ ὄχι μόνον τῶν κρατικῶν ὑπηρεσιῶν καὶ τῶν κοινωνικῶν ὀργανώσεων, αἵτινες ἐπελήφθησαν τοῦ ζητήματος, ἀλλὰ καὶ μεταξὺ αὐτῶν τῶν κρατικῶν ὑπηρεσιῶν. Τὰ πάντα τέλος διεῖπεν ὁ περίφημος Ἑλληνικὸς «τσαπατσουλισμός», εἰς τὸν βωμὸν τοῦ ὁποίου ἔθυον οἱ ἐπιτήδειοι καὶ οἱ φωνασκοί, πολλάκις δὲ καὶ οἱ μὴ δικαιούμενοι συντάξεως, καὶ ἐθυσιάζετο ἡ μερὶς τῶν ἀναπήρων καὶ τῶν οἰκογενειῶν τῶν πεσόντων ἐν πολέμῳ, οἵτινες ἢ ἠγνόουν τοὺς ὀργανισμοὺς ἐκείνους ἢ δὲν ἠδύναντο νὰ φθάσουν μέχρι τῶν θυρῶν των. Τὸ σοβαρώτερον μέτρον τὸ ὁποῖον ἐλήφθη τότε ἦτο ἡ παροχὴ περιθάλψεως ὑπὸ προσωρινὸν τύπον, ἀλλ’ ἀτυχῶς καὶ τὸ μέτρον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔφερεν ἀνακούφισίν τινα εἰς μίαν τάξιν δικαιούχων, ἀπὸ τῆς 1ης Νοεμβρίου ἐξέφυγεν ἐντελῶς τοῦ προορισμοῦ του, παρασυρθὲν καὶ τοῦτο ὑπὸ τοῦ κομματικοῦ φανατισμοῦ. Κατὰ μῆνα Ἰούλιον τοῦ 1922 τὸ ἔργον τῆς περιθάλψεως ἐσταμάτησεν ἐντελῶς καὶ ἄνευ νόμου, ἐπὶ τῇ δικαιολογίᾳ ὅτι κατὰ τὴν ἰδίαν αὐτὴν ἐποχὴν ἐξεδόθη νόμος ὁ ὁποῖος θὰ ἀπέδιδεν εἰς τὸ μέλλον ὁριστικὰς συντάξεις. Καὶ οὕτως αἱ χιλιάδες τῶν δικαιούχων ἔμειναν μὲ τὴν ἐλπίδα τῆς ἀπονομῆς ὁριστικῆς συντάξεως. Κατὰ τὸν Ἰούλιον τοῦ ἔτους 1922, κύριοι συνάδελφοι, ἐδημοσιεύθη ὁ νόμος 2769. Ὁ νόμος οὗτος, ὡς καὶ ἄλλοτε ἀνέφερα ἐνώπιον ὑμῶν, ἦτο νόμος γενικός, ρυθμίζων παντὸς εἴδους καὶ πάσης κατηγορίας συντάξεις τῶν στρατιωτικῶν καὶ ναυτικῶν ἐν εἰρήνῃ καὶ ἐν πολέμῳ καὶ τοῦ ὁποίου ἡ ἐφαρμογὴ εἶχεν ἀνατεθῆ εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, τὸ ὁποῖον, βεβαρημένον μὲ σοβαρωτάτας ἄλλας ὑποθέσεις, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπιληφθῇ τῆς ἐκδικάσεως ἑκατὸν καὶ πλέον χιλιάδων αἰτήσεων θυμάτων πολέμου, διὰ τὰς ὁποίας ἀπῃτεῖτο εἰδικὴ Ὑπηρεσία. Ἡ Ἐπαναστατικὴ Κυβέρνησις ἐσκέφθη νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα τοῦτο. Συνέστησε πράγματι Ἐπιτροπήν, τῆς ὁποίας εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἀποτελῶ μέλος, ἥτις ὑπέβαλε νομοσχέδιον ὅσον ἀφορᾷ τὴν ταχεῖαν ἀπονομὴν τῶν συντάξεων, καὶ ἄλλα νομοσχέδια συναφῆ πρὸς τὸ ζήτημα. Δὲν δύναμαι ὅμως νὰ γνωρίζω διὰ ποῖον λόγον ἢ μᾶλλον δὲν θέλω νὰ ἐπαναλάβω πλέον τοὺς λόγους οἱ ὁποῖοι ἠνάγκασαν τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην νὰ μὴ προβῇ εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τῶν μέτρων ἐκείνων, ἀλλὰ νὰ περιορισθῇ εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου 2769, ἐπιφέρουσα πράγματι μίαν σπουδαίαν τροποποίησιν, δημιουργοῦσα δηλαδὴ ἀποκεντρωτικὸν σύστημα καὶ ἀφήνουσα τὴν ἐκδίκασιν τῶν αἰτήσεων εἰς πρωτοδικειακὰς Ἐπιτροπάς. Ἀλλὰ καὶ διὰ τοῦ μέτρου τούτου οὐδεμία θεραπεία ἐπῆλθε. Καὶ δὲν ἐπῆλθε θεραπεία τοῦ παρατηρουμένου ἀτόπου, διότι ὁ νόμος 2769, νόμος ἴσως θεωρητικῶς τέλειος, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ ἐκ μέρους τῶν πρωτοδικειακῶν Ἐπιτροπῶν, τῶν ὁποίων ἡ σύνθεσις δὲν παρεῖχε τὰ ἐχέγγυα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀπῃτοῦντο διὰ νόμον τόσον δυσχερῶς ἐφαρμόσιμον, ὡς ὁ νόμος 2769. Ἀλλὰ πρὸ παντὸς δὲν ἀπέδωσεν οὔτε πολλοστημόριον τῶν προσδοκωμένων καρπῶν, χάρις εἰς τὴν ἀσυνειδησίαν τῶν Ὑπηρεσιῶν ἐκείνων, αἵτινες τὸν ἠγνόησαν σχεδὸν ἐντελῶς καὶ χάρις εἰς τὴν ἀσυνειδησίαν τῶν κεντρικῶν ὀργάνων τοῦ Κράτους, τὸ ὁποῖον δὲν ἠσχολήθη νὰ ἐρωτήσῃ κἂν ἂν ἐλειτούργουν αἱ Ἐπιτροπαὶ ἐκεῖναι. Ἡ πρώτη δημοκρατικὴ Κυβέρνησις, κύριοι πληρεξούσιοι, ὑπέβαλε νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον παρεπέμφθη εἰς Ἐπιτροπήν, τῆς ὁποίας πάλιν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ εἶμαι εἰσηγητής. Ἡ Ἐπιτροπὴ αὕτη εἰργάσθη ὅσον ἠδύνατο, ἔφερε δὲ ἐνώπιον ὑμῶν νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου δύναταί τις νὰ εἴπῃ ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ ἀποδοθοῦν ταχέως αἱ συντάξεις εἰς τοὺς δικαιούχους καὶ οὕτω πως νὰ θεραπευθῇ τὸ παρατηρούμενον ἄτοπον. Ἀλλὰ δυστυχῶς οὔτε ὁ νόμος ἐκεῖνος ἀπέδωκε τοὺς ποθουμένους καρπούς, καὶ τοῦτο, διότι, ὡς καὶ ἐν τῇ εἰσηγητικῇ μου ἐκθέσει ἀνέφερα καὶ προφορικῶς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἀνέπτυξα, ὁ νόμος ἐκεῖνος δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ ἀποδώσῃ τοὺς καρποὺς τούτους καὶ θὰ ἄφηνε τὰ πράγματα εἰς τὴν θέσιν των, ἂν ἡ Ἐκτελεστικὴ Ἐξουσία δὲν ἐλάμβανε συγχρόνως ὅλα τὰ κατάλληλα μέτρα διὰ τὴν ἐφαρμογήν του. Καὶ εἶπον τότε ὅτι εἶναι ἀνάγκη οἱ Ὑπουργοί, εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τῶν ὁποίων ὑπάγονται τὰ μέλη τῶν Ἐπιτροπῶν καὶ περὶ τῶν ὁποίων ὁμιλεῖ ὁ σχετικὸς νόμος 3122, νὰ ἐπιβάλουν εἰς τὰ μέλη αὐτά, δημοσίους ὑπαλλήλους, ὅπως ἀφοσιωθοῦν ὁλοκληρωτικῶς εἰς τὸ ἔργον. Καὶ συνέστησα τότε ὅπως ἐκδώσῃ ἡ ἁρμοδία Ὑπηρεσία διασαφητικὴν ἐγκύκλιον, εἰς τὴν ὁποίαν νὰ ἀναγράφῃ σαφῶς ποῖοι δικαιοῦνται συντάξεως, ὑπὸ ποίας περιπτώσεις, ποῖα δικαιοῦται ἕκαστος καὶ τίνα δικαιολογητικὰ ἀπαιτοῦνται διὰ τὴν παροχὴν ταύτης, ὡς καὶ ποῦ ἔπρεπε νὰ ἀποταθοῦν. Συνέστησα τότε ἐντόνως ὅπως ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐκδώσῃ αὐστηροτάτην διαταγὴν πρὸς τὰ στρατιωτικὰ γραφεῖα, τὰ ὁποῖα νὰ διατάξῃ ὅπως σπεύδωσιν εἰς τὴν παροχὴν πληροφοριῶν, ζητουμένων ἐκ μέρους τῶν ἁρμοδίων Ἐπιτροπῶν. Διότι, κύριοι, εἶναι φοβερὸν αὐτὸ τὸ ὁποῖον παρατηρεῖται: Ζητοῦνται ἐκ μέρους τῶν Ἐπιτροπῶν πιστοποιητικὰ βεβαιοῦντα τὸν θάνατον στρατιωτῶν καὶ οὐδεμία δίδεται ἐπὶ τρίμηνον καὶ ἑξάμηνον καὶ ἔτος σχεδὸν ἀπάντησις. Ἀτυχῶς οὐδὲν ἐκ τῶν μέτρων τούτων κύριοι πληρεξούσιοι, ἐλήφθη ὑπ’ ὄψιν, δὲν ἀποκρύπτω δὲ ὅτι διὰ τοὺς συμπολίτας μου ἔκαμα ἐγὼ ἰδίαις δαπάναις ἐγκύκλιον τὴν ὁποίαν ἀπέστειλα πρὸς αὐτούς, διότι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀναμένω τὴν ἔκδοσιν τοιαύτης ἐγκυκλίου ἐκ μέρους τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ δὲν συνέβη μόνον τοῦτο, δὲν ἔμειναν αἱ συστάσεις μου ἄνευ προσοχῆς, ἀλλὰ δὲν ἐφηρμόσθη κἂν ὁ νόμος 3122. Ἐγώ, κύριοι, δὲν ἀπορῶ διατί ἐφηρμόσθη, διότι εἰς τὴν ἀτυχῆ αὐτὴν Χώραν ὅλα εἶναι δυνατά, τοὐλάχιστον δι’ ἐμέ. Ὁ νόμος ἐψηφίσθη τὴν 30ὴν Ἰουλίου.
§85Β. ΚΑΡΑΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ. Ποῖος νόμος ἐφαρμόζεται;
§86Κ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Θὰ σᾶς τὸ εἴπω. Λοιπὸν ὁ νόμος ἐκεῖνος ἐψηφίσθη, ἀλλὰ διὰ τοῦ νόμου ἐκείνου ἐκρίθη σκόπιμον ὅπως ἡ τεχνικὴ διεξαγωγὴ τῆς σχετικῆς ὑπηρεσίας ἀνατεθῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Περιθάλψεως, ὥστε νὰ ἐπέλθῃ μία ἑνοποίησις τῆς ὑπηρεσίας. Τοῦτο δὲ ἐπῆλθε, κύριοι πληρεξούσιοι, κατόπιν συνεννοήσεώς μου, ὡς εἰσηγητοῦ, καὶ μὲ τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον καὶ μὲ τὴν ἁρμοδίαν Ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν. Ἀτυχῶς ὅμως ὑπάλληλοί τινες τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, βλέποντες ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ μείνουν ἄνευ ἐργασίας, ἐξεμάνησαν. Ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῆς Κοινωνικῆς Προνοίας διὰ τοῦ ἀπὸ 20 Αὐγούστου ἐγγράφου ἐζήτησεν ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ὅπως παραδώσῃ ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον πάντας τοὺς ὑπάρχοντας φακέλους πρὸς ἐνέργειαν. Ἀντὶ ὅμως νὰ συμβῇ τοῦτο, ὅ,τι δηλαδὴ ἐπέβαλλεν ὁ ψηφισθεὶς παρὰ τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως νόμος, τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ὄχι μόνον ἀρνεῖται, ἀλλ’ ἀπέστειλε τὸ κάτωθι ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον δι’ ἐμὲ εἶναι τοὐλάχιστον ἀνεξήγητον (ἀναγινώσκει τὸ ἔγγραφον). Καὶ ἀπαντᾷ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ Ὑπουργὸς τοῦ ὁποίου, ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, παρεσύρθη ἀπὸ δύο–τρεῖς ὑπαλλήλους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐδίστασαν νὰ δημιουργήσωσι καὶ δημοσιογραφικὸν θόρυβον, καὶ ἔγραψαν ὅτι διὰ τοῦ νόμου αὐτοῦ δημιουργεῖται ἑσμὸς ὑπαλλήλων ἄνευ ἐργασίας καὶ καταστρέφεται τὸ Κράτος. Καὶ ἐστέλλετο, κύριοι πληρεξούσιοι, τὸ ἔγγραφον τοῦτο πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Κοινωνικῆς Προνοίας καθ’ ἣν στιγμὴν ὁ ἀνακριτὴς ἐφυλάκιζε τέσσαρας ὑπαλλήλους τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ἐπὶ καταχρήσει δύο ἑκατομμυρίων. Καὶ δι’ αὐτοῦ τοῦ ἐγγράφου ἠκυρώθη εἷς νόμος.
§87Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν ἠκυρώθη νόμος. Εἶναι ἀπόφασις τῆς Ἐπιτροπῆς Οἰκονομιῶν.
§88Κ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Δὲν εἶχε λάβει ἀκόμη ἀποφάσεις ἡ Ἐπιτροπὴ Οἰκονομιῶν. Καὶ λέγει ἀκόμη τὸ ἔγγραφον (ἀναγινώσκει): «Καταλήγων ἔχω τὴν τιμὴν νὰ παρακαλέσω κλ.» Ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, κύριοι πληρεξούσιοι, ὅτι ἐνδιαφερόμενοι πολλοὶ ἐν ἀγνοίᾳ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ καὶ τοῦ Διευθυντοῦ τοῦ Γεν. Λογιστηρίου εἶχον ἐπισκεφθῆ τὰ μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς ἐκείνης, εἰς τὰ ὁποῖα εἶχον δώσει τὰς στρεβλὰς αὐτὰς πληροφορίας. Ἠναγκάσθην νὰ συναντήσω διάφορα μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον μετὰ τοῦ ὁποίου ὡμίλησα ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου. Καὶ εἶδον ὅτι πραγματικῶς ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς εἶχε παρασυρθῆ εἰς ἓν ἀδιέξοδον ἐκ μέρους τῶν ἐνδιαφερομένων ὑπαλλήλων. Ἀλλὰ δὲν ἐπρόκειτο κἂν περὶ Ἐπιτροπῆς, ἀλλὰ περὶ τεχνικῆς διεξαγωγῆς, περὶ μιᾶς ὑπογραφῆς τῶν βιβλιαρίων ἐκ μέρους τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Κοινωνικῆς Προνοίας ἢ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἀλλὰ καὶ τοῦτο ἂν ἐκρίθη σκόπιμον καὶ ἂν ἡ Ὑπηρεσία ἐσκέπτετο σοβαρώτερον ἀπὸ τὴν Συνέλευσιν ἡ ὁποία ἐξέδωκε τὸν νόμον, θὰ ἔπρεπε νὰ θέσῃ τέρμα ταχύ, ὥστε ἡ βραδύτης ἐκείνης νὰ μὴ ἐκσπάσῃ ἐπὶ τῆς κεφαλῆς 100.000 ἀναπήρων, οἱ ὁποῖοι ἐπὶ τόσα ἔτη τιμωροῦνται.
§89Ε. ΖΥΜΠΡΑΚΑΚΗΣ. Διὰ ποῖον λόγον ἠρώτησεν ἡ Ἐπιτροπὴ Οἰκονομιῶν;
§90Κ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Μετέβησαν ὑπάλληλοι, περὶ τῶν ὁποίων ὡμίλησα, οἱ ὁποῖοι ἐνόμιζον ὅτι ἔχανον τὴν θέσιν των, μετέβησαν καὶ εἶπον εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν Οἰκονομιῶν ὅτι δημιουργοῦνται ἄλλαι Ὑπηρεσίαι.
§91Β. ΚΑΡΑΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ. Ἄλλο ἤθελε νὰ ἐρωτήσῃ ὁ κ. συνάδελφος. Πῶς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ἠρώτησε τὴν Ἐπιτροπὴν Οἰκονομιῶν καὶ ὄχι πῶς ἐπῆγαν οἱ ὑπάλληλοι, διότι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ἠρώτησε τὴν Ἐπιτροπὴν Οἰκονομιῶν.
§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε, διότι θὰ γενικευθῇ ἡ συζήτησις.
§93Κ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Δὲν εἶμαι ἐγὼ ἁρμόδιος νὰ σᾶς δώσω τὴν ἀπάντησιν.
§94Β. ΚΑΡΑΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ. Ἠμπορεῖ νὰ τὸ ἠξεύρῃ ὁ κ. Ὑπουργός.
§95Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἡ Ἐπιτροπὴ ἡ ὁποία ἀσχολεῖται μὲ αὐτὰ τὰ πράγματα εἶπεν ὅτι ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου αὐτοῦ θὰ φέρῃ μᾶλλον σύγχυσιν. Αὐτὸ εἶπεν ἡ Ἐπιτροπή. Ἐγὼ δὲ ὡς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἐνδιαφερόμενος ἀκριβῶς διὰ τὴν ταχεῖαν περαίωσιν τῶν ὑποθέσεων αὐτῶν, ἔστειλα εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν Οἰκονομιῶν καὶ ἠρώτησα αὐτὴν περὶ τούτου, ἡ ὁποία καὶ διὰ λόγους οἰκονομίας, ὡς ἔλεγε, καὶ διὰ τὴν ἑνοποίησιν τῆς ὑπηρεσίας ἀπεφάνθη ὅπως ἡ ὑπηρεσία ἀνατεθῇ εἰς τὸ Γεν. Λογιστήριον. Ἡ γνώμη μου ἦτο αὐτὴ ἀκριβῶς, νὰ συντελέσω εἰς τὴν ταχυτέραν διεκπεραίωσιν ὑποθέσεων διὰ τὰς ὁποίας ἐνδιαφέρεται πρωτίστως ὁ ὑποφαινόμενος, ἔχων οὐκ ὀλίγας τοιαύτας ὑποθέσεις καὶ παράπονα δι’ αὐτάς. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον μετεφέρθη ἡ ὑπηρεσία εἰς τὸ Γεν. Λογιστήριον.
§96Ν. ΚΑΛΕΛΛΗΣ. Τὴν Ἐπιτροπὴν ποῖος τὴν διώρισε; Διότι μανθάνομεν ὅτι μόνη της διωρίσθη.
§97Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἡ Ὑπηρεσία ἀπεφάνθη, ἐξέφρασε τὴν γνώμην της, ἡ Ἐπιτροπὴ δηλ. ἡ ὁποία ἔτεινεν εἰς τὴν διευκόλυνσιν τῆς ἐντολῆς τῶν συντάξεων. Ὡς τοιαύτην τὴν ὑπέβαλεν εἰς τὴν κρίσιν τῆς Ἐπιτροπῆς Οἰκονομιῶν καὶ αὐτὴ ἀπεφάνθη ὅτι ὄντως τὸ πρᾶγμα οὕτως ἔπρεπε νὰ γίνῃ. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον κατόπιν ἐνήργησα εἶναι ὅτι συνέστησα τὴν ἀνακαίνισιν ὁλοκλήρου τοῦ τμήματος ἐκείνου. Ἔθεσα ἐπὶ κεφαλῆς τοῦ τμήματος ἐκείνου ἕνα τῶν ἀρίστων ὑπαλλήλων ὁ ὁποῖος πράγματι ἀνέλαβε καὶ ἐργάζεται δραστηρίως. Ἐπὶ πλέον ἔλαβα τὸ ἑξῆς μέτρον, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι ὑπόδειξις τῆς Ἐπιτροπῆς, ἀλλ’ εἶναι τῆς ἰδίας μου πρωτοβουλίας: Παρεκάλεσα τὸν ἀξιότιμον συνάδελφόν μου κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργόν, ἵνα τὸν δικαστὴν ὁ ὁποῖος λαμβάνει μέρος εἰς τὴν ἐκδίκασιν τῶν συντάξεων τὸν περιορίσῃ μόνον εἰς τὴν ἐργασίαν αὐτὴν καὶ πράγματι οὗτος ἀπηλλάγη πάσης ἄλλης ἐργασίας καὶ κάμνει μόνον τὴν ἐργασίαν αὐτήν. Ἀπετάθην εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν καὶ εἶπον ὅτι ὁ ἰατρὸς ὁ ὁποῖος θὰ λαμβάνῃ μέρος εἰς τὴν ἀπονομὴν τῶν συντάξεων νὰ ἀπαλλαγῇ πάσης ἄλλης ὑπηρεσίας καὶ πράγματι ὁ ἰατρὸς ἀπηλλάγη πάσης ἄλλης ὑπηρεσίας. Ἀπετάθην εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον καὶ εἶπον ὁ πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς, ὁ ὁποῖος εἶναι μέλος τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, νὰ ἀφοσιωθῇ μόνον εἰς τὴν ὑπηρεσίαν αὐτήν. Καὶ αὐτὸ ἔγινε καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ πραγματικῶς ἐργάζεται μετὰ δραστηριότητος. Ὁ ἐπὶ κεφαλῆς τοῦ συνεργείου αὐτοῦ τμηματάρχης ἦλθε καὶ μοῦ ἐζήτησεν ἐνίσχυσιν προσωπικοῦ, τῷ ἔδωκα ἀμέσως ὑπαλλήλους. Μοῦ ἐξεφράσθησαν παράπονα ὅτι ἡ ἐργασία καθυστερεῖται εἰς τὰς ἐπαρχιακὰς Ἐπιτροπάς.
§98ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Ὄχι εἰς τὰς ἐπαρχιακὰς Ἐπιτροπάς.
§99Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Καὶ ἔστειλα ἔγγραφον εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης καὶ τὸν παρεκάλουν ὅπως εἰς τὰς Ἐπιτροπὰς ἐκείνας ἀποστείλῃ ἕνα δικαστήν, τὸν ὁποῖον νὰ ἀπαλλάξῃ πάσης ἄλλης ὑπηρεσίας. Ἔχω ἀπάντησιν ὅτι πραγματικῶς ἀπηλλάγη πάσης ἄλλης ὑπηρεσίας. Ἔστειλεν ἔγγραφον καὶ εἰς τὰς Οἰκονομικὰς Ἐφορίας, διότι καὶ ἐκεῖ ὑπάρχουν δικαστικοὶ ἀντιπρόσωποι. Μάλιστα ἐκάλεσεν εἰς ἀπολογίαν ἕνα δικαστικὸν ἀντιπρόσωπον, ὁ ὁποῖος εἶχε δύο μῆνας νὰ ὑπάγῃ εἰς τὴν θέσιν του. Λοιπὸν ὅ,τι εἶναι δυνατὸν νὰ κάμῃ ἕνας Ὑπουργὸς ὁ ὁποῖος ἔχει ἐνδιαφέρον διὰ τὴν ὑπόθεσιν αὐτήν, ἡ ὁποία ἀπασχολεῖ ὄχι μόνον τὴν Συνέλευσιν, ἀλλὰ καὶ τὴν κοινωνίαν ὁλόκληρον, ἡ ὁποία ἔχει καθῆκον νὰ μεριμνήσῃ περὶ τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν, τὸ ἔκαμα. Δυστυχῶς προσκόπτομεν καὶ εἰς ἄλλα ζητήματα. Ἔχω δὲ πληροφορίας κατὰ τὰς ὁποίας τὰ ⅔ περίπου τῶν ἀποφάσεων αὐτῶν εἶναι ἐσφαλμέναι. Συμβαίνει μάλιστα πολλάκις νὰ ἀπονέμωνται συντάξεις εἰς μὴ δικαιουμένους.
§100ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Αὐτὰ τὰ λέγει ὁ τμηματάρχης; Ἐπὶ 800 ἀποφάσεων τὰς ὁποίας ἐξήλεγξε μόνον 50 εἶναι ἐσφαλμέναι.
§101Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Ἐπιτρέπετε δύο λέξεις; Ἀκούσατε, κ. Ὑπουργέ, διὰ τὸ ζήτημα τῶν γραμματέων τῶν Ἐπιτροπῶν αἱ ὁποῖαι ἀποφαίνονται περὶ τῶν συντάξεων εἰς τὰς ἐπαρχίας: Ἡ Ἐπιτροπὴ Οἰκονομιῶν κατήργησε τοὺς γραμματεῖς καὶ τώρα τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Κοινωνικῆς Προνοίας παρεκάλεσε τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, καὶ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης παρεδέχθη, τὰ καθήκοντα αὐτὰ νὰ ἀνατεθοῦν εἰς γραμματεῖς δικαστηρίων.
§102Κ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἐπιτρέπετε νὰ σᾶς διακόψω καὶ ἐγώ; Δύναμαι νὰ σᾶς δώσω τὴν πληροφορίαν, κατὰ τὴν ρητὴν διαβεβαίωσιν τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῆς Κοινωνικῆς Προνοίας, ὅτι ἔχει τόσην ἀφθονίαν ὑπαλληλικοῦ ὑλικοῦ εἰς τὴν κεντρικὴν Ὑπηρεσίαν, ὥστε δὲν ὑπῆρχε καμμία ἀνάγκη νὰ ἀνατρέξῃ εἰς τὴν βοήθειαν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης.
§103Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Ἀφήσατέ με νὰ ἀπαντήσω. Ἀγωνίζομαι ἐπὶ δύο μῆνας νὰ τοποθετηθῇ γραμματεὺς εἰς τὴν Λευκάδα, ὅπου ἐνδιαφέρομαι, καὶ σᾶς βεβαιῶ ὅτι δὲν ἐστάθη δυνατόν. Ἀκούσατε καὶ ἓν ἄλλο. Εἰς τὴν Λευκάδα ἐπίσης ἠσθένησεν εἷς καὶ μολονότι ὑπάρχει ἀπολυμαντικὸς κλίβανος, ἐπὶ τρεῖς μῆνας δὲν ἐστάθη δυνατὸν νὰ ἀπολυμανθῇ.
§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ, κ. πληρεξούσιε. Ἡ συζήτησις θὰ γενικευθῇ. Σᾶς παρακαλῶ λοιπόν, ἐπιφυλαχθῆτε νὰ λάβετε τὸν λόγον. Δὲν ἐπιτρέπω διακοπάς. Ὁ κ. Βουδούρης παρακαλεῖται νὰ συνεχίσῃ.
§105Κ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Παρ’ ὅλας τὰς διαβεβαιώσεις, κύριοι πληρεξούσιοι, τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, τοῦ ὁποίου παρακολουθῶ πραγματικῶς ἀπὸ πολλῶν ἡμερῶν τὸ ἐνδιαφέρον διὰ τὸ ζήτημα τοῦτο, δύναμαι νὰ διαβεβαιώσω τὴν Συνέλευσιν ὅπως καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ὅτι οὐδὲν ἐκ τῶν μέτρων, περὶ τῶν ὁποίων ὡμίλησεν, ἐφηρμόσθη, τὸ δὲ συμβούλιον τῶν ἐλέγχων ἐξακολουθεῖ ἐρασιτεχνικῶς ἐκτελοῦν τὴν ἀνατεθεῖσαν εἰς αὐτὸ ὑπηρεσίαν. Νὰ τονισθῇ εἰς τὴν Ὑπηρεσίαν αὐτήν, τῆς ὁποίας προΐσταται φιλότιμος καὶ ἱκανὸς ὑπάλληλος, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν τὸ ἔργον νὰ διεκπεραιωθῇ ἐφόσον τὸ συμβούλιον τοῦ ἐλέγχου δὲν ἀφοσιωθῇ ὁλοκληρωτικῶς εἰς τὸ ἔργον αὐτό. Καὶ εἶμαι βέβαιος ὅτι ἡ ἀφοσίωσις αὐτὴ ἡ ὁλοκληρωτικὴ τοῦ συμβουλίου δὲν θὰ φέρῃ καταστροφὴν διὰ τὴν Πατρίδα, καὶ εἰς τὰς ἄλλας Ὑπηρεσίας ἀσφαλῶς ἡ ἀπουσία του θὰ εἶναι ἀνώδυνος. Δὲν ἐγένετο, κύριοι, ἀπολύτως τίποτε ἐκ μέρους τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης οὔτε ἐκ μέρους τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν οὔτε ἐκ μέρους οὐδενὸς Ὑπουργοῦ μέχρι τῆς στιγμῆς καθ’ ἣν ὁμιλῶ.
§106Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Σᾶς διαβεβαιῶ ὅτι εἶναι 15 ἡμέραι ποὺ μὲ ἐπεσκέφθη ὁ κ. Τριανταφύλλου, ἐφέτης, καὶ μοὶ εἶπεν ὅτι ἀπεσπάσθη.
§107Κ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἀλλὰ σᾶς ἐπαναλαμβάνω ὅτι δὲν ἐξέδωκεν οὐδεμίαν ἀπόφασιν. Ὑπάρχουσιν ἐκκρεμεῖς 9000 ἀποφάσεις ἐνώπιόν του.
§108ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. 10.200.
§109Κ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Δύναμαι νὰ διαβεβαιώσω τὴν Συνέλευσιν ὅτι τὸ συμβούλιον ἀσφαλῶς δύναται νὰ ἐκδώσῃ 250–300 ἀποφάσεις τὴν ἡμέραν.
§110ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Πρέπει νὰ ἀπαλλαγῶσι πάσης ἄλλης ὑπηρεσίας.
§111Κ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Αὐτὸ εἶπον, κ. συνάδελφε, ἀλλ’ εἶσθε πολὺ ὑψηλά.
§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἴπομεν ὄχι διακοπάς.
§113Κ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Νὰ διακόπτουν, κ. Πρόεδρε, μόνον οἱ παρακολουθοῦντες τὴν συζήτησιν. Καὶ οὕτω, κύριοι πληρεξούσιοι, παρῆλθε σχεδὸν ἔτος ἀπὸ τῆς διαμαρτυρίας μου ἐκείνης, ἐψηφίσθησαν νόμοι καὶ ἐξεδόθησαν Διατάγματα, καὶ ἐν τούτοις τὸ ζήτημα δὲν προήχθη οὐδὲ κατὰ κεραίαν. Τὰ 90 ἑκατοστὰ τῶν δικαιουμένων συντάξεως στεροῦνται τῆς συντάξεως ταύτης, δηλαδὴ στεροῦνται 90.000 ἐκ τῶν 100 000 καὶ πλέον, οἱ ὁποῖοι ἀσφαλῶς θὰ τύχωσι συντάξεως συμφώνως τῷ ἰσχύοντι νόμῳ. Καὶ ταῦτα, κύριοι πληρεξούσιοι, ἐγένοντο καὶ καθυστέρησεν ἡ γλίσχρος αὐτὴ σύνταξις ἐπὶ 12ετίαν, καθ’ ἣν περίοδον ἡ Πατρίς μας εἶδε θριάμβους καὶ ἀντεμετώπισε δόξας, καθ’ ἣν στιγμὴν διεσκορπίσθησαν ἑκατοντάδες ἑκατομμυρίων διὰ ψυχικὴν ὀδύνην, καθ’ ἣν στιγμὴν ἐδημιουργήσαμεν μυθώδεις καὶ πολυτελεῖς Ὑπηρεσίας πρὸς τὸν σκοπὸν νὰ ἱκανοποιῶνται οἱ εὐνοούμενοι τῶν διαφόρων πολιτικῶν κομμάτων, καθ’ ἣν στιγμὴν οἱ ἀνθυπολοχαγίσκοι τῆς διαχειρίσεως σκορπίζουσι τὸν δημόσιον πλοῦτον εἰς τὰ διάφορα ντάσιγκ, αἱ δὲ δακτυλογράφοι ἀνεγείρουσι καλλιμάρμαρα μέγαρα, καθ’ ἣν στιγμήν, διὰ νὰ μεταχειρισθῶ τὴν φράσιν τοῦ ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων Προοδευτικῶν, οἱ κρουνοὶ τοῦ δημοσίου πλούτου ἔρρευσαν καὶ ἐξακολουθοῦν ἀτυχῶς νὰ ρέουν ἀφθόνως διὰ νὰ ἀρδεύουν τὴν βουλιμίαν τῶν ἡμετέρων, καθ’ ἣν στιγμὴν ὁ Ὑπουργὸς τῆς Προνοίας ζητεῖ νὰ διορίσῃ 40 ἀκόμη μονίμους ὑπαλλήλους εἰς τὸ Ὑπουργεῖόν του, ἐνῷ τὰ ⅘ τῶν ὑπαρχόντων εἶναι ἐντελῶς ἄχρηστοι, ὁ δὲ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν μονιμοποιεῖ 15 καὶ πλέον ἀξιωματικοὺς τῆς χωροφυλακῆς, καθ’ ἣν στιγμὴν οἱ 700 εἶναι ἀναμφισβητήτως ὑπεράριθμοι καὶ δὲν ἐκτελοῦσιν οὐδεμίαν ὑπηρεσίαν. Δὲν θὰ ἐξετάσωμεν, κύριοι, διότι δὲν ἔχω τοῦτον τὸν σκοπόν, τὰ βαθύτερα αἴτια τῆς παρατηρουμένης καταστάσεως, εἶμαι ὅμως ὑποχρεωμένος δι’ ὀλίγων νὰ εἴπω ὅτι ἡ ἀθλιότης αὐτὴ ὀφείλεται εἰς τὴν κρατικὴν ἀποσύνθεσιν καὶ τὴν ἐγκληματικὴν ἀσυνειδησίαν τῶν ὀργάνων του. Ἀλλὰ περὶ τούτου θὰ ἀπασχολήσω τὴν Συνέλευσιν, ὅταν ἡ Κυβέρνησις εὐδοκήσῃ νὰ φέρῃ ἐνώπιον ἡμῶν τὸ νομοσχέδιον περὶ κυρώσεως τῶν ἀποδοχῶν τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Καὶ ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῆς ἀπονομῆς τῶν συντάξεων, κύριοι, δηλώνω ὑπευθύνως ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅπως ἐδήλωσα πολλάκις, ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο ἦτο καὶ εἶναι ζήτημα ἑνὸς μηνός. Ἀσφαλῶς πολλοὶ ἐξ ὑμῶν θὰ μὲ θεωρήσωσιν ὑπερβολικόν, ὅπως ὑπερβολικὸν μὲ ἐθεώρησε καὶ ὁ ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων καὶ Πρωθυπουργὸς τότε κ. Ε. Βενιζέλος, ὅταν ὅμως τῷ ἀνέπτυξα πῶς εἶναι ὁ μηχανισμὸς καὶ τί ἀπαιτεῖται διὰ τὴν ἀπονομὴν συντάξεως, παρεδέχθη ὅτι οὐχὶ ἐντὸς μηνός, ἀλλὰ ταχύτερον ἔπρεπε νὰ τερματισθῇ τὸ ζήτημα, ὅπως καὶ ἐτερματίσθη εἰς ὅλα τὰ Κράτη ἐντὸς τόσου χρονικοῦ διαστήματος. Ἔχομεν παράδειγμα ὅτι οἰκογένειαι Ἑλλήνων ὑπηρετούντων εἰς τὸν Ἀμερικανικὸν Στρατὸν καὶ πιπτόντων εἰς τὸν Μάρνην ἐλάμβανον ἐνταῦθα ἀπὸ τὴν Ἀμερικανικὴν Κυβέρνησιν τὴν σύνταξιν ἐντὸς δύο μηνῶν ἀπὸ τοῦ φόνου τοῦ στρατιώτου. Καὶ εἶναι ἁπλούστατον τὸ ζήτημα, κύριοι, διότι ἠκούσατε τί χρειάζεται. Δὲν χρειάζεται παρὰ μία ἁπλῆ αἴτησις εἰς τὴν ἁρμοδίαν Ἐπιτροπήν, τὸ πιστοποιητικὸν διὰ τοῦ ὁποίου βεβαιοῦται ὁ θάνατος τοῦ στρατιώτου ἢ ἡ ἀναπηρία αὐτοῦ, ἢ πιστοποιητικὸν τοῦ προέδρου τῆς Κοινότητας, διὰ τοῦ ὁποίου βεβαιοῦται ἡ οἰκογενειακὴ σχέσις τοῦ αἰτοῦντος πρὸς τὸν θανόντα. Ἡ Ἐπιτροπή, ἐνώπιον τῆς ὁποίας τίθεται τὸ ζήτημα, δὲν ἔχει νὰ λύσῃ νομικὰ προβλήματα, δὲν ἔχει νὰ ἀναγνώσῃ νόμους καὶ θεσπίσματα, πανδέκτας καὶ νεαράς, θὰ ἴδῃ μόνον ἂν ὑπάρχει ἔγγραφον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ὅτι ἔπεσεν ὁ δι’ ὃν δίδεται ἡ σύνταξις καὶ ὅτι ὁ αἰτῶν ἔχει συγγένειαν μὲ τὸν θανόντα, ἐπὶ τῇ βάσει πιστοποιητικοῦ τοῦ προέδρου τῆς Κοινότητος.
§114Γ. ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Πῶς βεβαιοῦται ὁ θάνατος;
§115Κ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Διὰ πιστοποιητικοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Ὁ νόμος εἶναι λεπτομερέστατος καὶ τὰ λέγει ὅλα, συνεπῶς δὲν ἀφήνει οὐδὲν κενὸν εἰς τὰς Ἐπιτροπάς. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν αὔξησιν, κύριοι πληρεξούσιοι, τῶν τυχόντων συντάξεως ἀπὸ τοῦ 1912, εἶναι ἡ διαδικασία ἁπλουστέρα. Δὲν ἀπαιτεῖται παρὰ ἀντίγραφον τοῦ διπλώματος τῆς ἀπονεμηθείσης συντάξεως καὶ ὅμοιον πιστοποιητικὸν τοῦ προέδρου τῆς Κοινότητος, δηλοῦντος τὴν οἰκογενειακὴν κατάστασιν. Διὰ τοῦτο ἐπαναλαμβάνω καὶ πάλιν ὅτι δι’ ὁλόκληρον τὸ ζήτημα, διὰ τὰς 100.000 καὶ πλέον αἰτήσεων δικαιουμένων συντάξεως, δὲν ἔπρεπε καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν αἱ Ἐπιτροπαὶ νὰ ἀσχοληθῶσι πέρα τῶν δύο συνεδριάσεων. Ἀλλὰ πῶς θέλετε νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἐπὶ τρία ἔτη δὲν ἐλειτούργησαν Ἐπιτροπαὶ καὶ πῶς θέλετε νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν καθ’ ὅλον αὐτὸ τὸ χρονικὸν διάστημα τὸ Ὑπουργεῖον, τὰ Ὑπουργεῖα τὰ διάφορα, δὲν ἠρώτησαν διατί δὲν ἐλειτούργησαν αἱ Ἐπιτροπαί, καθ’ ἣν στιγμὴν δὲν ἐζήτησαν εὐθύνας, καθ’ ἣν στιγμὴν δὲν εἶχον τὴν ἐπιμέλειαν καὶ τὸ ἐνδιαφέρον νὰ ἐρωτήσωσι διατί δὲν λειτουργοῦσιν αἱ Ἐπιτροπαί; Ἐγώ, κύριοι, ἐπανειλημμένως διεμαρτυρήθην εἰς τὰς διαφόρους Ὑπηρεσίας καὶ ἐν τούτοις ἐπιτρέψατέ μοι νὰ δηλώσω ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Πρωτοδικείου εἰς τὸ ὁποῖον ὑπάγεται ἡ ἰδιαιτέρα μου ἐπαρχία μόλις πρὸ ὀλίγων μηνῶν ἤρξατο τῶν ἐργασιῶν της. Ἐσταμάτησε δὲ τὸ ζήτημα, διότι αἱ λογικώταται καὶ στοιχειωδέσταται συστάσεις μου δὲν ἐλήφθησαν κἂν ὑπ’ ὄψιν. Εἶπον τότε καὶ ἐπαναλαμβάνω καὶ τώρα ὅτι ἔπρεπε νὰ σταλῇ ἓν ἔγγραφον εἰς τὰς Ἐπιτροπὰς νὰ δηλώσωσι διὰ τίνα λόγον καθυστεροῦσι τὸ ἔργον αὐτό, νὰ δηλώσωσι ποῖα εἶναι τὰ γραφεῖα καὶ πρὸ παντὸς τὰ στρατιωτικὰ τὰ ὁποῖα λησμονοῦσι νὰ ἀποστείλωσι τὰς ζητουμένας πληροφορίας καὶ ταῦτα ν’ ἀναφέρωσιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, τὸ ὁποῖον νὰ τιμωρήσῃ ἀμειλίκτως ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἐλησμόνησαν τὸ ἱερώτερον πρὸς τὴν Πατρίδα καθῆκον. Μόνον ὅταν ἔχῃ ἡ Κυβέρνησις πυγμήν, μόνον ὅταν ἔχωσιν οἱ ἁρμόδιοι πυγμήν, μόνον ὅταν μετὰ πόνου χειρίζωνται τὸ ζήτημα, τότε καὶ μόνον λύεται τὸ ζήτημα ἐντὸς δέκα ἡμερῶν, ἀλλ’ ὅταν τὰ πράγματα ρυθμίζωνται μὲ τὸν συνήθη ἑλληνικὸν τρόπον, δὲν θὰ λυθῇ ποτέ, ἀλλὰ θὰ λυθῇ μόνον διὰ τοῦ θανάτου τῶν δικαιουμένων. Ἐπαναλαμβάνω καὶ δηλῶ εἰς τὰ μέλη τῆς Κυβερνήσεως ὅτι, ἂν λάβωσιν ὑπ’ ὄψιν τὰς στοιχειωδεστάτας ταύτας συστάσεις μου, ἀσφαλῶς ἐντὸς ἑνὸς μηνὸς θὰ λυθῇ τὸ ζήτημα καὶ οὐδεμία θὰ ἀκουσθῇ διαμαρτυρία.
§116Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Τὰ μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς.
§117Κ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Αὐτὰ λέγω καὶ ἐγὼ καὶ αὐτὰ λέγει καὶ ὁ νόμος. τὸ 2 ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 33. Ἐπίσης νὰ λάβῃ τὰ μέτρα του ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὅπως τὸ συμβούλιον τοῦ ἐλέγχου λειτουργήσῃ καὶ ἀφοσιωθῇ ὁλοκληρωτικῶς εἰς τὸ ἔργον του. Ἂς ἐνισχύσῃ τὴν Ὑπηρεσίαν καὶ εἶμαι διατεθειμένος νὰ ὑποδείξω τὰ πρόσωπα ἐκεῖνα διὰ τῶν ὁποίων θὰ ἐνισχυθῇ χωρὶς νὰ ἐπιβαρυνθῇ ὁ Προϋπολογισμὸς καὶ χωρὶς νὰ προκαλέσωμεν τὰς κραυγὰς τῆς Ἐπιτροπῆς Οἰκονομιῶν. Μᾶς ἐπροικοδότησε τὸ παρελθόν, κύριοι συνάδελφοι, μὲ τόσον ὑλικὸν δημοσίων ὑπαλλήλων, ὥστε ἀσφαλῶς δὲν δυνάμεθα νὰ ἐπικαλεσθῶμεν τὴν αἰτίαν ἐκείνην ὡς αἰτίαν προκαλέσασαν τὴν καθυστέρησιν τῶν συντάξεων.
§118Α. ΠΡΕΚΑΣ. Ἐπειδὴ ἐγένετο, μοῦ φαίνεται, κάποια σύγχυσις μεταξὺ τῆς ἁρμοδιότητος τῆς περιφερειακῆς Ἐπιτροπῆς καὶ τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ ἐλέγχου, ὁποίαν τὴν ὠνομάσατε, ἅμα ὡς ἡ Ἐπιτροπὴ ἡ πρωτοδικειακὴ κανονίσῃ τὴν σύνταξιν τοῦ ἀναπήρου ἢ τῆς οἰκογενείας τοῦ φονευθέντος ἐν πολέμῳ, ἄρχεται ἡ πληρωμὴ τῆς συντάξεως καὶ ἑπομένως τί ἔχει νὰ κάμῃ ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ ἐλέγχου;
§119Κ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Θὰ σᾶς ἀπαντήσω.
§120Α. ΠΡΕΚΑΣ. Ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ ἐλέγχου ἔχει νὰ ἐλέγξῃ μεταγενεστέρως ἂν ὀρθῶς ἡ πρωτοδικειακὴ Ἐπιτροπὴ ἐξέδωκε τὴν σύνταξιν.
§121Κ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Θὰ ἀπαντήσω, κύριοι πληρεξούσιοι, πρὸς τὸν ἀξιότιμον πληρεξούσιον ἐκ Θήρας: Μάλιστα, κ. πληρεξούσιε, ἅμα τῇ ἀπονομῇ τῆς συντάξεως ἐκ μέρους τῆς πρωτοδικειακῆς Ἐπιτροπῆς ἀρχίζει καὶ ἡ πληρωμὴ αὐτῆς, ἀλλὰ εἶναι ἀληθὲς ὅτι μυρία φέρονται ἐμπόδια ἐκ μέρους τοῦ κ. Νομάρχου. Ἀλλὰ δὲν κατηγόρησα τὸ συμβούλιον τοῦ ἐλέγχου μόνον, συγχρόνως κατηγόρησα καὶ τὰς πρωτοδικειακὰς Ἐπιτροπάς. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ συμβούλιον τοῦ ἐλέγχου ἐτόνισα ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ παρεξηγήσῃ τὴν ἀποστολήν του καὶ νὰ νομίσῃ ὅτι εἶναι συμβούλιον ἀπὸ τὰ συνήθη. Εἶναι συμβούλιον τὸ ὁποῖον εἶναι ὑποχρεωμένον νὰ ὑπερβῇ καὶ τὰ ὅρια τῆς συνήθους ἐργασίας ἀκόμη, προκειμένου περὶ τῆς σοβαρότητος τῆς ἀποστολῆς ἥτις τῷ ἀνετέθη. Εἴπετε, κύριε συνάδελφε, ὅτι δίδεται ἡ σύνταξις ἀπὸ τὴν ἡμέραν κατὰ τὴν ὁποίαν καθορίζεται ἐκ μέρους τῆς πρωτοδικειακῆς Ἐπιτροπῆς. Ἀλλὰ λησμονεῖτε ὅτι ἡ σύνταξις δίδεται καὶ ἀπὸ τῆς ἡμέρας τοῦ θανάτου ἀναδρομικῶς καὶ ὅτι διὰ τὸν δικαιοῦχον, διὰ τὴν χήραν ἐκείνην ἢ τὴν μητέρα τὸ χρηματικὸν ἐκεῖνο ποσὸν τὸ ὁποῖον ἐστερήθη ἀπὸ 10 ἢ ἀπὸ 6 ἐτῶν ὁλοκλήρων τῆς εἶναι ἀπολύτως χρήσιμον καὶ ἀσφαλῶς δὲν πρόκειται νὰ τὸ διαθέσῃ εἰς ἔντοκα γραμμάτια; Γνωρίζετε, κ. συνάδελφε, ἂν δὲ δὲν γνωρίζετε σᾶς πληροφορῶ ἐγὼ καὶ πληροφορῶ καὶ τὴν Συνέλευσιν ὅτι συνεπείᾳ τῆς παρατηρουμένης ἀθλιότητος ὑπάρχουν εἰς ὅλα τὰ μέρη, πρὸ παντὸς δὲ εἰς τὰς Ἀθήνας, συνεργεῖα ἀφθόνων ἐκβιαστῶν; Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἂς ἐρωτήσῃ τὴν ὑπηρεσίαν του· ὑπάρχει ἑσμὸς «ψιλικατζήδων» παριστανόντων τὸν δικηγόρον καὶ τὸν ὑποστηρικτὴν διαφόρων ὑποθέσεων, οἵτινες διανέμονται τὰ ποσὰ τὰ ὀφειλόμενα μετὰ τῶν δυστυχῶν χηρῶν; Διότι, ὅπως γνωρίζετε, οἱ ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι καταφεύγουν εἰς τὰ γραφεῖα ἐκεῖνα εἶναι ἀφελεῖς, ἄνθρωποι πάμπτωχοι καὶ συνεπῶς εἶναι εὔκολον νὰ πίπτουν θύματα τοῦ πρώτου τυχόντος λωποδύτου, τοῦ πρώτου τυχόντος ἐκβιαστοῦ. Καὶ πίπτουν θύματα, κύριοι πληρεξούσιοι, θύματα δικαιολογημένα, διότι εἶναι ὑποχρεωμένοι ἀντὶ πινακίου φακῆς νὰ παραχωροῦν τὰ δικαιώματά των, νὰ παραχωροῦν ὅ,τι τοὺς ὀφείλει τὸ Κράτος. Ἂν ζητήσετε πληροφορίας ἀπὸ τὰ κέντρα τῶν πρωτοδικειακῶν Ἐπιτροπῶν, θὰ μάθετε πόση αἰσχρὰ ἐκμετάλλευσις γίνεται ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Καὶ γίνεται, κύριοι πληρεξούσιοι, διότι αἱ ἁρμόδιαι Ὑπηρεσίαι δὲν ἐξέδωσαν, δι’ ὄνομα τοῦ Θεοῦ, μίαν ἐγκύκλιον εἰς τὴν ὁποίαν νὰ λέγουν ποῖος δικαιοῦται καὶ ποῖος δὲν δικαιοῦται, τί λαμβάνει ὁ ἀνάπηρος, τί χαρτιὰ πρέπει νὰ ὑποβάλλωνται καὶ ἀναγκάζονται οἱ δυστυχεῖς νὰ προσφεύγουν εἰς δικηγόρους καὶ πίπτουν θύματα τῶν διαφόρων ἐπιτηδείων, οἱ ὁποῖοι ἐν μέσαις Ἀθήναις ἔχουν δημιουργήσει συνεργεῖα ὁλόκληρα.
§122Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Ἐγὼ ἐδιάβασα εἰς τὰ χωριὰ ἐγκυκλίους ποὺ λέγουν τί χρειάζεται διὰ νὰ πάρῃ κανεὶς σύνταξιν.
§123Κ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ, κύριοι πληρεξούσιοι, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ συστήσω εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ πρὸ παντὸς εἰς τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς Κοινωνικῆς Προνοίας καὶ Οἰκονομικῶν νὰ μεταρρυθμίσουν μίαν διάταξιν τοῦ νόμου 3122, ἡ ὁποία ὁμολογῶ ὅτι μοῦ διέφυγεν ὡς εἰσηγητοῦ, ὄχι μοῦ διέφυγεν, ἀλλὰ παρεπλανήθην λόγῳ τῆς πολυνομίας τῆς ὑπαρχούσης, διότι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ συγκεντρώσω τοὺς νόμους καὶ τὰ Διατάγματα τὰ ὁποῖα ἐξεδόθησαν. Πρόκειται περὶ τοῦ ἄρθρου 25. Τὸ ἄρθρον τοῦτο ὁμιλεῖ περὶ ἐκπτώσεως ἐκ τῆς ἐνδεχομένως ὀφειλομένης συντάξεως τῆς ληφθείσης περιθάλψεως, διότι ὑπάρχει ἕνας μεγάλος ἀριθμὸς δικαιούχων οἱ ὁποῖοι ἔτυχον περιθάλψεως. Ὁ νόμος 2769 ἀναγράφει τὴν διάταξιν ἐκείνην ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ὁποίας γίνεται καὶ σχετικὴ ἔκπτωσις ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἔτυχον συντάξεως συμφώνως μὲ τὸν νόμον 2769. Μὴ δυνηθεὶς νὰ πληροφορηθῶ ὅτι ἐπηκολούθησεν ἕτερον Διάταγμα, ἠναγκάσθην νὰ δημιουργήσω ἀνισότητα καὶ νὰ δεχθῶ τὴν διάταξιν τοῦ νόμου 2769, ἐνῷ ἐξεδόθη Νομοθετικὸν Διάταγμα διὰ τοῦ ὁποίου ἠμνηστεύοντο οἱ λαβόντες περίθαλψιν καὶ οὐδεμία κράτησις γίνεται. Λοιπὸν φρονῶ ὅτι διὰ νόμου πρέπει νὰ ληφθῇ παρόμοιον μέτρον.
§124Α. ΟΡΦΑΝΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Προνοίας). Ἐπειδὴ εἴδομεν πραγματικῶς τὸ ἄδικον τῆς διαφορᾶς τοῦ ἐδαφίου ἐκείνου, εἰσηγήθην εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ὅπως τὸ Κράτος χαρίσῃ τὰ 10 αὐτὰ ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα ἐδόθησαν εἰς τὰ θύματα πολέμου.
§125Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εὑρεθοῦν αὐτά.
§126Κ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Καὶ διὰ τεχνικοὺς λόγους δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εὑρεθοῦν καὶ οὔτε ἡ σκοπιμότης οὔτε ἡ δικαιοσύνη τὸ ἐπιτρέπουν.
§127Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Καὶ διότι θὰ δώσῃ ἀφορμὴν εἰς νέαν βραδύτητα.
§128Κ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἀκριβῶς, κ. Πρόεδρε. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς νὰ φέρωσι κατεσπευσμένως μίαν τροπολογίαν, οὕτως ὥστε νὰ ὑποβοηθήσουν τὸ ἔργον τοῦ συμβουλίου τοῦ ἐλέγχου. Καὶ εἶπον ὅτι διὰ τῶν μέτρων τὰ ὁποῖα ἀνέπτυξα καὶ τὰ ὁποῖα εἶμαι ἀπολύτως βέβαιος ὅτι θὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τῆς ἡ Κυβέρνησις θὰ λυθῇ τὸ ζήτημα τῆς ἀπονομῆς τῆς συντάξεως καὶ οὐδεὶς ἐκ τῶν ἀξιοτίμων πληρεξουσίων θὰ εὑρεθῇ εἰς τὴν δυσάρεστον θέσιν νὰ ὁμιλήσῃ ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου. Οὐδεὶς, κύριοι πληρεξούσιοι, δύναται νὰ ὑποστηρίξῃ ὅτι ἡ δυνάμει τοῦ ἰσχύοντος νόμου παρεχομένη σύνταξις εἰς τοὺς ἀνθρώπους αὐτοὺς εἶναι τοιαύτη, ὥστε τὸ Κράτος νὰ μείνῃ ἥσυχον, διότι ἐξεπλήρωσε πραγματικῶς τὸ καθῆκόν του πρὸς τοὺς ἀναπήρους καὶ τὰς οἰκογενείας τῶν πεσόντων ἐν πολέμῳ. Τίς δύναται νὰ ὑποστηρίξῃ ὅτι τὸ Κράτος, παρέχον συντάξεις 150–200 δραχμὰς μηνιαίως, ἐξεπλήρωσε τὸν προορισμόν του καὶ ὅτι δύναται νὰ μένῃ ἥσυχον διότι ἐξεπλήρωσε τὴν ὀφειλήν του; Καθ’ ἣν στιγμὴν κατὰ τὸ 1912 αἱ παρεχόμεναι συντάξεις 30–60 δραχμῶν ἐθεωρήθησαν ἀνεπαρκεῖς διὰ τοὺς ἐν λόγῳ ἀναπήρους καὶ μέχρι τῆς ψηφίσεως τοῦ νόμου περὶ παγίας συντάξεως, ἡ Κυβέρνησις τοῦ ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων ἐδημιούργησε τὸ νομικὸν πρόσωπον τῆς Ἐπιτροπῆς Περιθάλψεως, ἵνα παρέχῃ ἐξαιρετικὴν περίθαλψιν εἰς ὡρισμένας κατηγορίας αὐτῶν. Διότι, ἂν τὸ Κράτος ἐνόμιζεν ὅτι ἡ παρεχομένη σύνταξις τῶν 30 καὶ 15 δραχμῶν ἦτο ἀνεπαρκής, εἶναι δυνατὸν νὰ πιστεύσῃ τις ὅτι ἡ εἰς τοὺς ἀναπήρους ἢ τὰς χήρας καὶ τὰ ὀρφανὰ τὰ ὁποῖα ζοῦν σήμερον εἶναι ἐπαρκὴς ἡ χορηγουμένη σύνταξις τῶν δραχμῶν 180 καὶ 200, ἤτοι 10 καὶ 12 προπολεμικῶν; Ἀσφαλῶς οὐδεὶς δύναται νὰ ὑποστηρίξῃ τοῦτο. Πολλοὶ θὰ ἔλυον τὸ ζήτημα διὰ μιᾶς στοιχειώδους σκέψεως. Θὰ ἔλεγον καθαρά: Αὐξήσατε τὰς συντάξεις. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψωσιν οἱ τοιαῦτα φρονοῦντες νὰ διαφωνήσω ῥιζικῶς. Ἐγὼ τουλάχιστον, ὁ ὁποῖος, λόγῳ πενταετοῦς ὑπηρεσίας, δύναμαι νὰ εἴπω ὅτι κατέχω στοιχεῖά τινα τοῦ ζητήματος, οὐδέποτε θὰ ὑπεστήριζον τοιαύτην γνώμην, τοῦ διπλασιασμοῦ ἢ τριπλασιασμοῦ τῶν συντάξεων, διότι διὰ τοῦ μέτρου τούτου θὰ ἐπεβαρύνετο ὁ Προϋπολογισμὸς μὲ τεράστια χρηματικὰ ποσὰ χωρὶς νὰ ἐξυπηρετῆται οὔτε ἡ σκοπιμότης οὔτε ἡ δικαιοσύνη. Δὲν εἶναι δυνατὸν δι’ ἑνὸς νομοθετήματος ν’ αὐξήσωμεν μαθηματικῶς τὰς συντάξεις καὶ νὰ παράσχωμεν εἰς τοὺς ἀναπήρους, σχετικῶς ἢ ἀπολύτως ἀνικάνους πρὸς ἐργασίαν, τὴν αὐτὴν σύνταξιν. Δὲν εἶναι δίκαιον νὰ χορηγῶμεν τὴν αὐτὴν σύνταξιν εἰς τὴν ἄπορον σχετικῶς χήραν καὶ εἰς τὴν ὅλως ἄπορον τοιαύτην. Δὲν εἶναι δυνατὸν διὰ μαθηματικῆς αὐξήσεως τῶν συντάξεων νὰ παράσχωμεν τὴν αὐτὴν σύνταξιν εἰς τοὺς ἀναπήρους τοὺς δυναμένους νὰ ἐργασθῶσιν, ὡς καὶ τοὺς ἔχοντας σχετικὴν εὐπορίαν, ἀλλὰ κυρίως θὰ παράσχωμεν συνδρομὴν εἰς τὸν ἀνάπηρον ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος δὲν ἔχει ποῦ τὴν κεφαλὴν κλῖναι καὶ δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἐκτελέσῃ καὶ τὴν στοιχειώδη ἐργασίαν. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψετε, κύριοι πληρεξούσιοι, καὶ πάλιν νὰ διαφωνήσω πρὸς τὸ μέτρον τὸ ὁποῖον ἐκ πρώτης ὄψεως φαίνεται δίκαιον, ἀλλὰ ἐνῷ θὰ στοιχίσῃ ἀσφαλῶς μεγάλα ποσὰ δὲν θ’ ἀποδώσῃ τοὺς ἀναμενομένους καρπούς. Τὸ ζήτημα τῶν ἀναπήρων καὶ τῶν οἰκογενειῶν τῶν πεσόντων ἐν πολέμῳ, κύριοι πληρεξούσιοι, θὰ λυθῇ διὰ τῆς λήψεως γενικωτέρων μέτρων, διὰ τῆς λήψεως μέτρων τὰ ὁποῖα ἄλλα πλέον ἡμῶν πεπολιτισμένα Κράτη καὶ ἴσως οἰκονομικῶς ἀσθενέστερα ἡμῶν ἔλαβον. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ περιορισθῶμεν εἰς τὴν παροχὴν μιᾶς συντάξεως. Εἶναι ἀνάγκη, κύριοι, τὸ Κράτος νὰ ἐξεύρῃ ἐργασίαν δι’ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἐργασθοῦν. Διὰ τοῦ μέτρου ἐκείνου θὰ συνδράμωμεν ὄχι μόνον τούτους καὶ θὰ ἐνισχύσωμεν τὴν χορηγουμένην σύνταξιν, ἀλλὰ συγχρόνως θὰ παράσχωμεν καὶ μίαν ἠθικὴν ἀνακούφισιν εἰς τὰ θύματα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα δὲν θὰ μεταβληθῶσιν εἰς κηφῆνας. Εἶναι ἀνάγκη, κύριοι πληρεξούσιοι, ὄχι μόνον τὸ Κράτος, ἀλλὰ καὶ οἱ ἰδιωτικοὶ ὀργανισμοὶ νὰ ὑποχρεωθοῦν, δυνάμει νόμου, ὅπως συμβαίνει εἰς ὅλα τὰ Κράτη, νὰ προσλαμβάνουν διὰ τὴν ὑπηρεσίαν των ἀνθρώπους παθόντας ἐν πολέμῳ καὶ οἱ ὁποῖοι εἶναι ἱκανοὶ νὰ ἐκτελέσωσι τὰς ὑπηρεσίας ταύτας, ἐνῷ οἱ ἄλλοι δύνανται νὰ ἀπασχοληθοῦν καὶ εἰς ἄλλας ὑπηρεσίας καὶ ἔργα. Καὶ πρέπει νὰ τοὺς προλαμβάνωσι μὲ τὴν πεποίθησιν ὅτι οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ οἱ ὁποῖοι ἐξετέλεσαν τὸ πρὸς τὴν Πατρίδα καθῆκόν των, μὴ φεισθέντες οὐδεμιᾶς θυσίας, θὰ δύνανται μετὰ περισσοτέρας εὐκολίας καὶ ἀφοσιώσεως ν’ ἀσκοῦν τὸ ἔργον τοῦ θυρωροῦ καὶ τοῦ κλητῆρος. Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ διαμαρτυρηθῶ εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο τόσον διὰ τὴν διαγωγὴν τοῦ Κράτους ὅσον καὶ διὰ τὴν διαγωγὴν τῶν ἰδιωτικῶν ὀργανισμῶν. Ὑπάρχει, κύριοι πληρεξούσιοι, ἀπὸ τοῦ 1920 ψηφισμένη διάταξις τοῦ νόμου 1960 κατὰ τὴν ὁποίαν αἱ θέσεις τῶν ἐπιστατῶν καὶ ἐπιστατριῶν καὶ ἐν γένει ὑπηρετῶν τῶν σχολείων θὰ δίδωνται εἰς τοὺς ἀναπήρους καὶ εἰς τὰ θύματα πολέμου. Εἰργάσθην ἐπὶ 4–5 ἔτη καὶ προσέτρεξα εἰς τὰς διαφόρους Ὑπηρεσίας, ἀσφαλῶς ὅμως ὁ νόμος δὲν ἐφηρμόσθη κατὰ κανόνα. Καὶ ἂν αἱ Ὑπηρεσίαι ἐκεῖναι ἔχουν λόγον ὑπάρξεως καὶ ἂν δύνανται νὰ μισθοδοτῶνται, δύνανται μόνον καθ’ ἣν περίπτωσιν τὰς καταλαμβάνουν ἀπολύτως ἄνθρωποι ἀνάπηροι καὶ οἰκογένειαι πεσόντων ἐν πολέμῳ. Διότι διὰ τοῦ μέτρου ἐκείνου ὄχι μόνον θὰ ἐνισχυθῇ μία μεγάλη τάξις ἀνθρώπων, ἡ ὁποία ἔχει δικαίωμα ἐπὶ τῆς συνδρομῆς τοῦ Κράτους, ἀλλά, ὅπως γνωρίζετε πάντες, θὰ ἀπαλλαγῶμεν ἀπὸ διαφόρους κηφῆνας, οἱ ὁποῖοι ἐποφθαλμιοῦν τὰς θέσεις τοῦ ἐπιστάτου καὶ ὑπηρέτου διὰ νὰ μὴ ἐμφανίζωνται παρὰ εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον διὰ νὰ λαμβάνωσι τὸν μισθόν. Τὸ μέτρον τοῦτο, ἐπαναλαμβάνω, πρέπει ἡ Κυβέρνησις νὰ τὸ ἐφαρμόσῃ μὲ ὅλην τὴν αὐστηρότητα. Διαμαρτύρομαι ἐπίσης διὰ τὴν ἀναλγησίαν τῶν ἰδιωτικῶν ὀργανισμῶν, οἱ ὁποῖοι παρέμειναν ἀσυγκίνητοι καὶ ἀδιάφοροι μὴ ἐφαρμόσαντες ἐξ ἰδίας πρωτοβουλίας τὸ μέτρον τοῦτο. Ἐπὶ πενταετίαν ἀγωνίζομαι, κύριοι συνάδελφοι, καὶ φρονῶ ὅτι εἶχον καὶ ἐγὼ τὰ μέσα, ὅπως ὁ τελευταῖος ἐκ τῶν ἀνθρώπων νὰ δώσω μίαν θέσιν εἰς ἕνα ἀνάπηρον εἰς μίαν ἀνεγνωρισμένην Τράπεζαν. Ἀλλὰ κατέστη ἀδύνατον. Τελευταίως ἐπληροφορήθην ὅτι ἐπληρώθη ἡ θέσις αὕτη ἀπὸ ἕνα εὐρωστότατον ἄνδρα, διότι ἐνδιεφέρετο ἡ ὑπηρέτρια κάποιου τμηματάρχου τῆς περὶ οὗ ὁ λόγος Τραπέζης. Εἶναι ἀνάγκη, κύριοι πληρεξούσιοι, νὰ λάβωμεν σοβαρώτατα ἐπίσης μέτρα διὰ τὴν ἵδρυσιν σανατορίου διὰ τοὺς φυματιῶντας. Ὑπάρχουν ἄνθρωποι, ἄνω τῶν 5000, οἱ ὁποῖοι πάσχουν ἐκ φυματιώσεως, τὴν ὁποίαν ἐκέρδισαν μαζὶ μὲ τοὺς πολεμικοὺς σταυροὺς εἰς τὰ πεδία τῶν μαχῶν. Δὲν δύναται νὰ ὑποστηρίξῃ τις σοβαρῶς ὅτι τὸ Κράτος ἐξεπλήρωσε τὴν ὑποχρέωσίν του πρὸς τοὺς ἀνθρώπους ἐκείνους, παρέχον μίαν σύνταξιν 200 δραχμῶν. Ὄχι μόνον δὲν δύνανται νὰ ζήσουν, ἀλλὰ διατελοῦσι καὶ αἱ οἰκογένειαί των ἐν κινδύνῳ. Γνωρίζετε, κύριοι, τοὺς κινδύνους τῆς νόσου ταύτης, πρὸ παντὸς ὅταν οἱ πάσχοντες εἶναι χωρικοί. Ὅλοι γνωρίζομεν ποία τραγικὴ τύχη ἀναμένει τὴν οἰκογένειαν ἐκείνου ἐν τῷ χωρίῳ, ὅταν ἓν μέλος τῆς οἰκογενείας πάσχῃ ἐκ φυματιώσεως. Ἀτυχῶς οἱ χωρικοί μας δὲν παρακολουθοῦν τὰς νέας ἐπιστημονικὰς θεωρίας καὶ δὲν γνωρίζουν ὅτι ἡ φυματίωσις δὲν εἶναι τοιοῦτος κίνδυνος, ὥστε νὰ ἀπειλῇ ἀμέσως καὶ τὰ ἄλλα μέλη τῆς οἰκογενείας. Ἂν λοιπὸν ἐκεῖ τύχῃ νὰ εἶναι κανὲν μέλος φυματικόν, ἡ οἰκογένεια εὑρίσκεται ἐν ἀποκλεισμῷ. Δὲν ὑπάρχει ἱερεὺς νὰ μεταλάβῃ τὸν ἑτοιμοθάνατον. Σᾶς βεβαιῶ, κύριοι πληρεξούσιοι, ὅτι δὲν εὑρέθησαν ἄνθρωποι νὰ ὁδηγήσουν φυματικὸν εἰς τὴν τελευταίαν του κατοικίαν καὶ ἠναγκάσθην ἐγὼ πρῶτος νὰ δώσω τὸ παράδειγμα καὶ νὰ λάβω μέρος εἰς τὴν διακομιδὴν τοῦ λειψάνου. Εἶναι ἀνάγκη ἀπόλυτος καὶ ἐπείγουσα νὰ ἱδρυθοῦν σανατόρια, εἰς τὰ ὁποῖα νὰ περιλάβουν ὅλους τοὺς παθόντας ἐκ φυματιώσεως κατὰ τοὺς διαφόρους πολέμους. Εἶναι ἀνάγκη παροχῆς νοσοκομειακῆς καὶ ἰατρικῆς περιθάλψεως εἰς τὰ θύματα τοῦ πολέμου ἐκ μέρους τοῦ Κράτους. Εἶναι ἀνάγκη ἱδρύσεως ἐπαγγελματικῆς σχολῆς σοβαρᾶς, εἰς τὴν ὁποίαν νὰ μετεκπαιδεύωνται οἱ παθόντες ἐν πολέμῳ καὶ αἱ χῆραι τῶν ἐν πολέμῳ πεσόντων. Εἰς τὴν Γαλλίαν, κύριοι συνάδελφοι, 700 χιλιάδες ἀνάπηροι καὶ γυναῖκες πεσόντων ἐν πολέμῳ μετεξεπαιδεύθησαν εἰς τὰς σχολὰς καὶ ἀνεῦρον ἐργασίαν. Ἔγινε καὶ ἐδῶ κάτι παρόμοιον διὰ νὰ διακωμῳδηθοῦν τὰ μέτρα τὰ ὁποῖα ἐλήφθησαν εἰς ἄλλα Κράτη. Ἔγινεν ἡ Στέγη Πατρίδος. Ἀτυχῶς ὅμως ἡ σύγχυσις τῶν ἁρμοδιοτήτων καὶ ἡ ἐπέμβασις τῶν διαφόρων φιλανθρώπων, οἱ ὁποῖοι ἐναβρύνονται νὰ βλέπουν τὰ ὀνόματά των εἰς τὰς ἐφημερίδας, κατέστησαν τὴν Στέγην Πατρίδος ξενοδοχεῖον τοῦ ὕπνου, διὰ τὸ ὁποῖον πολλάκις ἠναγκάσθη νὰ λάβῃ μέτρα ἡ Ἀστυνομία. Εἶναι ἀνάγκη νὰ συσταθῇ εἰδικὸν ὀρθοπεδικὸν ἐργαστήριον, ἀποτελούμενον ἀπὸ ἐπιστήμονας εἰδικούς, οἵτινες νὰ ἀναλάβουν νὰ προμηθεύουν καὶ νὰ ἐφαρμόζουν τὰ τεχνητὰ μέλη εἰς τοὺς διαφόρους ἀναπήρους. Ἀλλ’ εἶναι ἐπίσης ἀπόλυτος ἀνάγκη παροχῆς οἰκονομικῆς ἐνισχύσεως εἰς ἑκάστην συγκεκριμένην περίπτωσιν. Καὶ διὰ νὰ γίνουν ὅλα ταῦτα ἀπαιτεῖται ἡ σύστασις εἰδικοῦ αὐτοτελοῦς ὀργανισμοῦ, διατελοῦντος ὑπὸ τὴν ἐποπτείαν τοῦ Κράτους, ὁ ὁποῖος νὰ προβλέπῃ περὶ τῆς οἰκονομικῆς ἐνισχύσεως τῶν οἰκογενειῶν ἐκείνων εἰς τὰς ὁποίας ἡ διδομένη σύνταξις δὲν εἶναι ἐπαρκὴς καὶ αἵτινες δὲν εἶναι δυνατὸν δι’ ἄλλου τρόπου νὰ ἐξεύρουν τὰ ἀπαραίτητα πρὸς τὸ ζῆν. Ἡ πρώτη δημοκρατικὴ Κυβέρνησις, κύριοι πληρεξούσιοι, καὶ περὶ τούτου προενόησε καὶ εἰσήγαγεν ἐνώπιον ὑμῶν νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον ἔχει ψηφισθῆ εἰς αʹ ἀνάγνωσιν, «περὶ συστάσεως ταμείου θυμάτων πολέμου». Ἐπίσης ὑπάρχει νομοσχέδιον σοβαρώτατον, διὰ τοῦ ὁποίου ὄχι μόνον θὰ λυθῇ τὸ ζήτημα, ὄχι μόνον θὰ ἐνισχυθοῦν οἱ παθόντες ἐν πολέμῳ καὶ τὸ Κράτος θὰ δύναται ὑπερηφάνως νὰ λέγῃ ὅτι ἐξεπλήρωσε τὸν προορισμόν του, ἀλλ’ ἀσφαλῶς θὰ ἀνακουφισθῇ καὶ ὁ δημόσιος Προϋπολογισμός. Θὰ γίνουν ὅμως ὅλα ταῦτα, ὅταν σκεφθῶμεν σοβαρῶς· διότι θὰ μοῦ ἐπιτρέψετε νὰ εἴπω ὅτι δὲν ἀρκοῦν νομοθετήματα νὰ ἀποδώσουν τοὺς καρποὺς καὶ νὰ ἐξυπηρετήσουν τὸν ἀντικειμενικὸν σκοπόν. Τὰ νομοσχέδια ταῦτα εἶναι σοβαρώτατα βεβαίως καὶ δὲν δύνανται νὰ συζητηθῶσιν ἀπὸ τρίποδος καὶ τὰς πρωϊνὰς ὥρας. Εἶναι νομοσχέδια καὶ ἰδίως τὸ δεύτερον — τὸ ὁποῖον θίγει ἕνα κοινωνικὸν ζήτημα — καὶ πρέπει νὰ ἐξετασθοῦν μετὰ προσοχῆς καὶ ἐκ μέρους ἀνθρώπων οἱ ὁποῖοι γνωρίζουν νὰ χειρισθῶσι τοιαῦτα ζητήματα· καὶ ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν στερεῖται τοιούτων ἱκανοτήτων. Εἶναι ἀπόλυτος ἀνάγκη λοιπόν, κατὰ τὴν γνώμην μου, ὅπως ἡ Κυβέρνησις, ἀφοῦ λάβῃ ὅλα τὰ μέτρα τὰ ὁποῖα ἀνέπτυξα διὰ τὴν ταχεῖαν ἀπονομὴν τῶν συντάξεων, συστήσῃ Ἐπιτροπὴν ὄχι ἀπὸ τὰς συνιστωμένας συνήθως, ἀλλ’ Ἐπιτροπὴν τῆς ὁποίας νὰ μετέχουν ἐκεῖνοι οἵτινες καὶ δύνανται, ἀλλὰ καὶ πρὸ παντὸς εἶναι διατεθειμένοι νὰ ἐργασθῶσι καὶ νὰ φέρωσι ταχέως ἐνώπιον ἡμῶν ἔργον τὸ ὁποῖον θὰ ἀποδώσῃ τοὺς ἀναμενομένους καρπούς. Εἶμαι δὲ ὑποχρεωμένος νὰ τονίσω τοῦτο, διότι εἶναι γνωστὸν μετὰ πόσης ὀκνηρίας ἐργάζονται αἱ Ἐπιτροπαί, οὕτως ὥστε νὰ δημιουργηθῇ ἡ ἐντύπωσις ὅτι ζήτημα παραπεμπόμενον εἰς Ἐπιτροπὴν εἶναι ὡσὰν νὰ παραπέμπεται εἰς τὰς Ἑλληνικὰς καλένδας. Τῆς Ἐπιτροπῆς αὐτῆς φρονῶ ὅτι πρέπει νὰ προεδρεύσῃ αὐτὸς ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος μετὰ τόσης ἐπιμελείας παρακολουθεῖ τί γίνεται εἰς τὰ ξένα Κράτη καὶ γνωρίζει καλῶς τὸ ζήτημα, εἶμαι δὲ βέβαιος ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ θὰ μελετήσῃ τὰ περὶ ὧν πρόκειται ζητήματα καὶ θὰ καταλήξῃ ἀσφαλῶς καὶ ταχέως εἰς τὰ ἀπαιτούμενα συμπεράσματα. Ἡ Ἐπιτροπὴ αὐτὴ φρονῶ ὅτι δύναται καὶ πρέπει συγχρόνως νὰ ἐξετάσῃ ἐκ παραλλήλου καὶ τὸ ζήτημα τῶν μέτρων τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ λάβῃ ἡ Κυβέρνησις διὰ τοὺς ἀπολυθέντας ἐφέδρους. Διότι, ἐκτὸς τοῦ θέματος τὸ ὁποῖον ἀνέπτυξα, οὐδεμία Κυβέρνησις μέχρι σήμερον ἔλαβε μέτρα ὑπὲρ τῶν ἀπολυθέντων ἐφέδρων, οἵτινες ἔχουσιν ἀπόλυτον ἀνάγκην τῆς κρατικῆς ἀρωγῆς. Κύριοι πληρεξούσιοι, δύναμαι νὰ δηλώσω ὅτι, ἂν ὅλα ταῦτα δὲν γίνουν ταχέως, ταχύτατα, οὔτε ἡ Κυβέρνησις οὔτε κανεὶς ἐξ ἡμῶν ἔχει λόγον παραμονῆς ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Ἂς ἐργασθῶμεν λοιπὸν καὶ ἂς λησμονήσωμεν τὸ παρελθὸν καὶ ἂς μὴ προσπαθήσωμεν νὰ ἀνεύρωμεν ποῖον βαρύνουν περισσότερον αἱ εὐθῦναι, διότι αἱ εὐθῦναι μᾶς βαρύνουν ὅλους, διότι ὅλοι οἱ παρελάσαντες ἐντεῦθεν ἐπὶ μίαν δωδεκαετίαν δὲν ἔπρεπε νὰ ἀφήσουν Κυβέρνησιν ἐπὶ 24 ὥρας εἰς τὴν θέσιν της, ἐφόσον δὲν ἔλυε τὰ σπουδαιότατα ταῦτα ζητήματα. Εἶναι καιρὸς νὰ ἀντιμετωπίσωμεν τὰ ἐξόχως κοινωνικὰ καὶ ἐθνικὰ αὐτὰ ζητήματα διὰ μέτρων ταχέων, ῥιζικῶν καὶ συστηματικῶν καὶ ὄχι μετ’ ἐπιπολαιότητος, διότι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ὑποβοηθοῦμεν τὴν κρατικὴν καὶ τὴν ἐθνικὴν ἀποσύνθεσιν. Μόνον διὰ τοιούτων ἐνεργειῶν εἶναι βέβαιον ὅτι θὰ καταστήσωμεν τὸ Κράτος σεβαστὸν εἰς τοὺς πολίτας. Μόνον διὰ τοιούτων μέτρων θὰ κατοχυρώσωμεν τὴν ἐθνικὴν ψυχὴν καὶ θὰ εἴμεθα βέβαιοι ὅτι, ὅταν καὶ πάλιν ἠχήσῃ ἡ πολεμικὴ σάλπιγξ, τὰ τέκνα τῆς Πατρίδος θὰ σπεύσουν καὶ νὰ χύσουν τὸ αἷμά των διὰ τὴν σωτηρίαν καὶ τὴν τιμήν της. (Χειροκροτήματα).
§129Α. ΟΡΦΑΝΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Κοινωνικῆς Προνοίας). Ἡ Κυβέρνησις ἐν τῇ ἐπιθυμίᾳ αὐτῆς νὰ βελτιώσῃ τὴν θέσιν καὶ τῶν ἀναπήρων καὶ τῶν θυμάτων πολέμου καὶ τὰ νομοσχέδια αὐτὰ ἔχει ὑπ’ ὄψιν καὶ ἄλλα ἑτοιμάζει καὶ συνέστησεν Ἐπιτροπὴν εἰς τὴν ὁποίαν περιέλαβε καὶ ὑμᾶς, διότι γνωρίζει πόσον καλὰ κατέχετε τὰ ζητήματα ταῦτα.
§130Κ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Εἰς τοιαύτας Ἐπιτροπὰς ἔλαβον δεκαπεντάκις μέρος. Ἐγὼ εἶπον ὅτι πρέπει νὰ καταρτίσῃ Ἐπιτροπὴν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος ἀποδίδει τὴν σοβαρότητα ἡ ὁποία ἐμπρέπει εἰς τὸ θέμα.
§131Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει εἶναι ὡς ἂν ἐπικαλῆσθε τὴν ἀνασύστασιν μιᾶς Ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία ἔχει ἤδη συσταθῆ ἀπὸ τὸν Πρόεδρον τῆς Συνελεύσεως.
§132Ν. ΚΑΛΕΛΛΗΣ. Τῆς Ἐπιτροπῆς αὐτῆς ἔχει λήξει ἤδη τὸ ἔργον.
§133Κ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἡ Ἐπιτροπὴ ἐκείνη ἐνισχύθη ἀπὸ ἐμὲ καὶ ἀπὸ τὸν κ. Καλέλλην· ἦτο ἡ Ἐπιτροπὴ εἰς ἣν ἀνετέθη ἡ σύνταξις τοῦ νομοσχεδίου τὸ ὁποῖον ἔγινεν.
§134Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἤθελα νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Συνέλευσις, ἂν συγκατατίθεται εἰς τὴν τελευταίαν ἄποψιν τὴν ὁποίαν ἀνέπτυξεν ὁ κ. συνάδελφος. Διότι ὑπάρχει, οὕτως εἰπεῖν, μία ἀνεπίσημος Ἐπιτροπὴ ἡ ὁποία ἀνέλαβε τὴν σύνταξιν σχεδίου νόμου.
§135Β. ΚΑΡΑΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ. Αὐτὴ ἀφορᾷ εἰς τὰ προστατευτικὰ μέτρα ὑπὲρ τῶν ἐφέδρων. Ἄν θὰ ἦτο δυνατόν, νὰ γίνῃ κοινὴ συνεργασία, ἐνισχυομένης τῆς Ἐπιτροπῆς.
§136Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἄν ἡ Συνέλευσις προσχωρῇ εἰς τὴν ἄποψιν τοῦ κ. συναδέλφου, τότε θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξουσιοδοτήσῃ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Συνελεύσεως νὰ συστήσῃ μίαν Ἐπιτροπὴν ἡ ὁποία νὰ συγχωνευθῇ εἰς τὴν ἄλλην. Μολονότι δὲ τὸ ἔργον θὰ εἶναι κοπιῶδες, ἐπειδὴ ἤδη ἔχει καταγίνει εἰς αὐτὸ καὶ ἔχει ἑτοιμάσει σχέδιον, δὲν θὰ ἐδίσταζον νὰ δεχθῶ τὴν τιμὴν νὰ προεδρεύσω μιᾶς τοιαύτης Ἐπιτροπῆς, ἂν ἡ Συνέλευσις εἶναι σύμφωνος.
§137Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὁ κ. Βουδούρης, ἂν ἀντελήφθην καλῶς, προτείνει τὴν σύστασιν Διοικητικῆς Ἐπιτροπῆς. Ἐφόσον ὅμως προτείνεται ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν νὰ γίνῃ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπή....
§138Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν τὴν προέτεινεν ἡ Κυβέρνησις, ἀλλ’ ὁ κ. συνάδελφος.
§139Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἡ ἀντίληψίς μου ἦτο ὅτι ἐπρόκειτο περὶ Διοικητικῆς Ἐπιτροπῆς.
§140Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἀποκλείεται νὰ μετάσχουν τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ μέλη ἐκτὸς τῆς Συνελεύσεως. Ἔχω νὰ εἴπω ὅτι τὸ πρωΐ μὲ ἐπεσκέφθη μία Ἐπιτροπὴ τῶν ἀγωνιστῶν πολέμου καὶ τοὺς εἶπον ὅτι σκοπεύω νὰ καταρτίσω μίαν Ἐπιτροπὴν τοιαύτην καὶ θὰ ζητήσω ἀπὸ αὐτοὺς ἀκόμη νὰ μετάσχουν ὡς μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς.
§141Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι, ἂν πρόκειται νὰ ἐργασθῇ ἡ Ἐπιτροπή, θὰ ἐρωτηθοῦν καὶ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἐνδιαφέρονται. Ἐφόσον προτείνεται ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, δὲν ἔχομεν ἀντίρρησιν. Ὁ ἀξιότιμος πληρεξούσιος κ. Βουδούρης ἔθιξεν ὅλας τὰς ἀπόψεις καὶ εἶναι ὀρθὸν νὰ συμπεριληφθοῦν ὄχι μόνον αἱ οἰκογένειαι τῶν παθόντων, ἀλλὰ καὶ οἱ ἀνάπηροι καὶ οἱ ἔφεδροι, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον εἶναι ἀναγκαιότατον, διότι αὐτοὶ ἔχουν παραλειφθῆ καὶ ἀπὸ τὰς ἰδιωτικὰς ὀργανώσεις καὶ ἀπὸ τὸ Κράτος. Εἴμεθα ἀπολύτως σύμφωνοι νὰ γίνῃ μία Ἐπιτροπὴ Κοινοβουλευτική, ἡ ὁποία νὰ πάρῃ ὡς συνεργάτας καὶ μέλη ἐκτὸς τῆς Συνελεύσεως καὶ ἡ ὁποία νὰ ἐξετάσῃ τὸ ζήτημα καὶ νὰ βγάλῃ τὸ ταχύτερον πορίσματα, μάλιστα δὲ δύναται νὰ ἐξετάσῃ καὶ τὰ ὑπάρχοντα ἤδη νομοσχέδια τὰ ὑπὸ συζήτησιν.
§142ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σολδάτος ἔχει τὸν λόγον.
§143Γ. ΣΟΛΔΑΤΟΣ. Ἐγώ, κύριοι συνάδελφοι, ἐλάχιστα θὰ ἀπασχολήσω τὴν Συνέλευσιν. Ὑπάρχουσι τρεῖς κατηγορίαι θυμάτων πολέμου. Εἶναι ἡ πρώτη κατηγορία ἐκείνων τῶν ὁποίων ἐξεδικάσθη ἡ ὑπόθεσις ἀπὸ τὸ Πρωτοδικεῖον καὶ ἤδη λαμβάνουν τὰ θύματα ἢ οἱ συγγενεῖς τῶν θυμάτων τὴν σύνταξίν των ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς ἐκδικάσεως, δὲν ἐξεδικάσθη ὅμως εἰσέτι ἐνώπιον τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς ἐκδικαζούσης τὰς ἀποφάσεις ταύτας κατὰ δεύτερον βαθμὸν εἰς τὸ Γενικὸν Λογιστήριον, ἵνα μετὰ τὴν τελικὴν ταύτην ἀπόφασιν λάβωσιν οὗτοι ἀναδρομικῶς πλέον ἀπὸ τῆς ἡμέρας καθ’ ἣν εἶχον δικαίωμα μέχρι τῆς ἡμέρας τῆς ἐκδικάσεως ὅσα ποσὰ δικαιοῦνται. Διὰ τὴν κατηγορίαν αὐτὴν ἀρκετὰ εἶπεν ὁ κ. Βουδούρης, ὥστε νὰ μὴ ἐπανέλθω ἐγώ, νομίζω δὲ ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ λάβῃ μέτρα, ὥστε νὰ συντομευθῇ τὸ ζήτημα. Δευτέρα εἶναι ἡ κατηγορία ἐκείνη κατὰ τὴν ὁποίαν, ἐνῷ ὑπέβαλον αἰτήσεις, δὲν ἐξεδικάσθησαν αὗται οὔτε πρωτοδικειακῶς. Εἰς τὴν περίπτωσιν ταύτην ἡ ὑπαιτιότης ἀρχίζει ἀπὸ τὴν πρωτοδικειακὴν Ἐπιτροπήν. Εἰδικῶς δέ, ὅπως ἤκουσα καὶ εἰς ἄλλας περιφερείας, εἰς τὴν ἰδικήν μου περιφέρειαν συμβαίνει κάτι τι παράδοξον. Ἐνῷ ἤρχισεν ἡ Ἐπιτροπή, μετὰ ἕνα μῆνα ἔκλεισε, καὶ τώρα πέντε μῆνας δὲν ἐργάζεται, διατί; Διότι ὁ γραμματεὺς ἠσθένησε καὶ ὁ Πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς ἔχει τὴν ἰδέαν ὅτι εἶναι φθισικὸς καὶ ἔκλεισε τὴν Ἐπιτροπήν. Δὲν ἐζήτησεν οὔτε ν’ ἀπολυμάνῃ τὸ γραφεῖον οὔτε νὰ πάρῃ ἄλλον. Ἐγὼ λαβὼν ἐγκαίρως γνῶσιν τοῦ πράγματος παρεκάλεσα καὶ ἔγινεν ἔγγραφον, ὥστε ὁ ὑπάλληλος τῆς Ἐπιτροπῆς Περιθάλψεως Προσφύγων νὰ ἔχῃ ὑποχρέωσιν νὰ προσφέρῃ τὰς ὑπηρεσίας του ὡς γραμματεὺς καὶ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τῶν συντάξεων. Τὸ ἔγγραφον ἐπῆγεν, ἀλλ’ εἶναι τρεῖς μῆνες καὶ πάλιν δὲν γίνεται τίποτε μὲ τὴν πρόφασιν ὅτι πρέπει νὰ ἀπολυμάνουν τὸ γραφεῖον. Παρεκάλεσα τὸν κ. Ὑπουργὸν καὶ διέταξε νὰ ἀπολυμάνουν....
§144Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Ἐπῆγα καὶ ἐγὼ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον καὶ μοῦ εἶπον ὅτι ἐστάλη ἔγγραφον πρὸς ἀπολύμανσιν, ὑπάρχει δὲ καὶ ἰατρὸς πρὸς τοῦτο.
§145Γ. ΣΟΛΔΑΤΟΣ. Τὸ ἔγγραφον τῆς ἀπολυμάνσεως ἦλθε τώρα τελευταίως. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ ληφθῇ ἡ σχετικὴ μέριμνα. Ὑπάρχουν ὅμως καὶ πολλοὶ οἱ ὁποῖοι δὲν ὑπέβαλον αἰτήσεις. Εἰς αὐτοὺς ὑπάρχει τὸ ἑξῆς κώλυμα, ὅτι εἶναι ἀπαραίτητον τὸ πιστοποιητικὸν τῆς ἐξαφανίσεως. Ἠξεύρετε λοιπὸν τί χρειάζεται....
§146Α. ΟΡΦΑΝΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Κοινωνικῆς Προνοίας). Αὐτὸ εἶναι ζήτημα τῆς ἁρμοδιότητος τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ἐφόσον τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ἔχει τμῆμα ἰδιαίτερον.
§147Γ. ΣΟΛΔΑΤΟΣ. Ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ μία εὐκολία, κ. Ὑπουργέ. Ἀπαιτεῖται ἔνορκος βεβαίωσις, τὴν ὁποίαν στέλλουν εἰς Ἀθήνας, διὰ νὰ πάρουν τὸ πιστοποιητικόν. Δὲν ἠμπορεῖ νὰ ληφθῇ ἁπλῶς αὐτὴ ἡ ἔνορκος βεβαίωσις, ἀφοῦ ἡ ὕπαρξις αὐτῆς καὶ μόνης ἔχει ὡς ὑποχρέωσιν τὴν ἔκδοσιν τοῦ πιστοποιητικοῦ; Τοῦτο θὰ εἶχεν ὡς ἀποτέλεσμα νὰ μὴ χάνεται οὐκ ὀλίγος χρόνος, ὅστις σήμερον χάνεται, ἀπὸ τῆς ἐνόρκου βεβαιώσεως μέχρι τῆς ἐκδόσεως ἀπὸ τὸ ἁρμόδιον τμῆμα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν τοῦ ἁρμοδίου πιστοποιητικοῦ.
§148Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Τὸ Ὑπουργεῖον πρὸ καιροῦ διέταξεν ὅλας τὰς ἐκτελεστικὰς Ἀρχὰς νὰ δίδουν πιστοποιητικὰ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὑποβληθεισῶν ἐκθέσεων. Εἰς πάντα ζητήσαντα πιστοποιητικὸν περὶ πεσόντος πράγματι ἐν πολέμῳ δίδεται ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἐκθέσεως τὸ πιστοποιητικόν. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸ ζήτημα τοῦ πιστοποιητικοῦ νὰ διαλευκανθῇ.
§149ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει πρότασις περὶ γενικεύσεως. Ἡ συζήτησις γενικεύεται. Νομίζω σκόπιμον, ἂν δὲν ἔχῃ ἡ Συνέλευσις ἀντίρρησιν, νὰ συνδυασθῇ καὶ ἡ ὑπ’ ἀριθ. 13 ἐπερώτησις, τῆς ὁποίας τὸ περιεχόμενον δὲν εἶναι ξένον πρὸς τὴν συζήτησιν. Ὁ κ. Δενδρινὸς ἔχει τὸν λόγον.
§150Α. ΔΕΝΔΡΙΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω ὅτι κατόπιν τῶν δηλώσεων τῆς Κυβερνήσεως οὔτε νὰ φαντασθῇ τις ἐπιτρέπεται νὰ ἐκμεταλλευθῇ τὸ ζήτημα πρὸς ἔλεγχον ἢ ἀντιπολίτευσιν τῆς Κυβερνήσεως. Πρόκειται περὶ ζητήματος τὸ ὁποῖον εἶναι ἐκτὸς παντὸς ἀνταγωνισμοῦ πολιτικοῦ καὶ συγκινεῖ ἐξ ἴσου, τοῦτο δὲ ἀπέδειξε καὶ ἡ στάσις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος δὲν μᾶς ἔχει συνηθίσει νὰ συγκινῆται εὐκόλως. Θὰ παρακαλέσω ὅμως ἡ συγκίνησις αὐτὴ νὰ διατηρηθῇ ἐπί τινας ὥρας τοὐλάχιστον, διότι πρέπει ὀλίγας ὥρας ἀπ’ ἐκείνας κατὰ τὰς ὁποίας σκεπτόμεθα τὸν κίνδυνον ἐκ τοῦ κομμουνισμοῦ νὰ τὰς διαθέσωμεν διὰ νὰ σκεφθῶμεν ἐκείνους οἱ ὁποῖοι κινδυνεύουν ἐκ τοῦ κομμουνισμοῦ. Τοῦτο θὰ ἦτο ὠφελιμώτερον.
§151ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μαζαράκης ἔχει τὸν λόγον.
§152Π. ΜΑΖΑΡΑΚΗΣ. Ἔλαβον ἀφορμὴν καὶ ἄλλοτε, κύριοι συνάδελφοι, νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τοῦ ζητήματος περιθάλψεως τῶν θυμάτων πολέμου καὶ εἰδικῶς διὰ τὸν νομὸν Κυκλάδων, ἀπὸ τὸν ὁποῖον κατάγομαι, καὶ ἄλλοτε παρεκάλεσα τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης. Κατ’ ἐπισήμους πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἠρύσθην ἐκ τῆς Νομαρχίας Κυκλάδων, ὑπάρχουν ἐκκρεμεῖς αἰτήσεις 738, ἡ δὲ Ἐπιτροπὴ δὲν συνεδρίασεν ἐφέτος παρὰ τετράκις, τοῦτο δὲ διότι δὲν ὑπάρχει εἰς τὴν Σῦρον ἕδρα συντάγματος, ἀλλ’ ἀποσπᾶται εἰδικῶς στρατιωτικὸς ἰατρὸς ἐξ Ἀθηνῶν, ὁ ὁποῖος μεταβαίνει ἐπὶ τόπου ἐπὶ μίαν ἑβδομάδα. Τελευταίως παρεκάλεσα τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἀπαλλάξῃ τὸν δικαστὴν ὁ ὁποῖος λαμβάνει μέρος εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τῶν ἄλλων καθηκόντων του καὶ τὸ ὁποῖον ἔκαμεν ὁ κ. Ὑπουργός. Κατόπιν ἐγεννήθη τὸ ζήτημα τοῦ γραμματέως, ὁ ὁποῖος ἐξέλιπεν, ἡ δὲ Ἐπιτροπὴ ἠρνήθη νὰ διορίσῃ ἕνα οἱονδήποτε ὑπάλληλον διὰ νὰ ἐκτελέσῃ αὐτὰ τὰ καθήκοντα. Σήμερον ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπανέλαβε τὰς ἐργασίας της καὶ ἐξεδίκασε 12 ὑποθέσεις. Ὀφείλομεν νὰ συστήσωμεν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Περιθάλψεως νὰ ἀπαλλαγοῦν οἱ δικασταὶ τῶν ἄλλων καθηκόντων των, νὰ ἀφοσιωθῇ δηλαδὴ εἷς δικαστὴς εἰς τὰ καθήκοντα αὐτά.
§153ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μαρματάκης ἔχει τὸν λόγον.
§154Ι. ΜΑΡΜΑΤΑΚΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ἓν ζήτημα ὑψίστης σημασίας ἦλθε τὴν ἑσπέραν ταύτην ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως καὶ πρέπει νὰ ἀπασχολήσῃ ὅλους ἡμᾶς. Εἶναι δὲ ἁπλοῦν, δὲν ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ ἁπλούστερον πρᾶγμα. Μὲ τοὺς ἤδη ὑφισταμένους νόμους δυνάμεθα νὰ λύσωμεν τὸ ζήτημα διὰ νὰ μὴ βασανίζωνται ἐπὶ 12 ἔτη οἱ ἄνθρωποι καὶ νὰ μὴ κατορθώνουν νὰ πάρουν μίαν σύνταξιν 150 δραχμῶν. Χρειάζεται πρῶτον μία αἴτησις, ἓν πιστοποιητικὸν τοῦ δημάρχου καὶ ἓν πιστοποιητικὸν τοῦ Στρατιωτικοῦ Συμβουλίου καὶ μία ἀπόφασις τοῦ Πρωτοδικείου νὰ σταλῇ εἰς τὸ Γενικὸν Λογιστήριον διὰ νὰ ἐκδοθῇ ἡ ἀπόφασις καὶ νὰ πάρῃ ὁ συνταξιοῦχος τὴν σύνταξίν του καὶ ὄχι νὰ λέγωμεν εὑρετήρια, πρωτόκολλα, παραπομπὰς κλπ. Ἕν πρᾶγμα θὰ εἴπω εἰς τὸν κ. ἐξ Ὀλυμπίας πληρεξούσιον, ὁ ὁποῖος ἐκάκισεν ὅλας τὰς Ἐπιτροπὰς τὰς πρωτοδικειακὰς καὶ εἶπεν ὅτι εἶναι ἀνάξιαι, ἐφόσον δὲν κάμνουν τὸ καθῆκόν των, ὅτι ἐκεῖ ποὺ κάμνουν τὸ καθῆκόν των ἡ Πατρὶς καὶ ἡ Συνέλευσις πρέπει νὰ τοὺς εὐχαριστήσῃ, διότι ἡμεῖς εἰς τὰ Χανιὰ ἔχομεν μίαν Ἐπιτροπὴν ἡ ὁποία ἐξέδωκε μέχρι σήμερον χιλίας ἀποφάσεις. Δυστυχῶς ὅμως κατόπιν ἐστάλησαν ἐδῶ διὰ νὰ περάσουν ἀπὸ τὸ Γραφεῖον Περιθάλψεως, νὰ πρωτοκολληθοῦν καὶ νὰ σταλοῦν εἰς τὸ Γενικὸν Λογιστήριον καὶ νὰ γίνῃ ἓν συμβούλιον, καθυστεροῦν, καὶ κρατοῦνται ἐκεῖ. Κάμνω μίαν παράκλησιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, νὰ διατάξῃ τὴν ταχεῖαν ἐκδίκασιν ἀπὸ τὰς πρωτοδικειακὰς Ἐπιτροπὰς, μετὰ τὴν ὁποίαν νὰ ἀποστέλλωνται εἰς τὸ Γενικὸν Λογιστήριον καὶ νὰ κοινοποιοῦνται. Ἐπίσης ἐκεῖνο διὰ τὸ ὁποῖον ἔχω νὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν εἶναι νὰ λάβῃ νομοθετικὴν πρόνοιαν καὶ νὰ ἀπαγορεύσῃ τὴν ἀνάμιξιν παντὸς προσώπου εἰς μεσιτείας νὰ γίνῃ παροχὴ συντάξεως εἰς τὴν οἰκογένειαν τοῦ θύματος, διότι δυστυχῶς πολλοὶ ἐκμεταλλευταὶ ἐκμεταλλεύονται μέχρι τοιούτου σημείου αὐτάς, ὥστε καὶ τὸ ἥμισυ τῆς συντάξεως νὰ παίρνουν πολλάκις.
§155Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ὁμολογῶ ὅτι δὲν γνωρίζω τελείως ὅλας τὰς λεπτομερείας τῶν διαφόρων νόμων, ἀφοῦ καὶ ὁ κ. Βουδούρης ἐξέχασε μίαν διάταξιν. Θέλω νὰ ἐρωτήσω, ὑπάρχει ἀπαγόρευσις τῆς ἐκχωρήσεως τῶν τοιούτων συντάξεων;
§156Κ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ὑπάρχει ἀπαγόρευσις τῆς κατασχέσεως.
§157Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Διότι γεννᾶται τὸ ἐρώτημα πῶς νὰ εἶναι νομικῶς ἐξησφαλισμένος ὁ δίδων 2000 δραχμὰς διὰ νὰ πάρῃ 6000 δραχ. Δεύτερον νὰ γίνῃ εἰδικὴ διάταξις ἀπαγορεύουσα τοῦτο. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ παρελθὸν θὰ δίδεται ἓν δικαίωμα μετανοίας εἰς τοὺς ἁμαρτωλούς. Τρίτον τὸ Μετοχικὸν Ταμεῖον νὰ κάμνῃ αὐτὰς τὰς ἐξοφλήσεις.
§158Κ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Τὸ ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου, ὅπως ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου τὸ βιβλιάριον νὰ ἔχῃ μίαν φωτογραφίαν τοῦ δικαιούχου καὶ νὰ ἐξοφλῆται εἰς οἱονδήποτε ταμεῖον.
§159Ι. ΜΑΡΜΑΤΑΚΗΣ. Δὲν ἔχω παρὰ νὰ εὐχαριστήσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὰς δηλώσεις τὰς ὁποίας ἔκαμε καὶ τώρα καὶ πρὶν καὶ νὰ παρακαλέσω νὰ συστηθῇ εἰς τὰς διαφόρους Ὑπηρεσίας νὰ ἐργάζωνται, διότι, ἂν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν ὅτι ἀπὸ τὰς πρωτοδικειακὰς περιφερείας μέχρι τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου ἐργάζονται τοὐλάχιστον 250 ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἂν ἐξέδιδον μίαν ἀπόφασιν καθημέραν, θὰ εἴχομεν 6000 ἀποφάσεις συντάξεων τὸν μῆνα καὶ εἰς ἓν ἔτος θὰ εἶχε λήξει αὐτὴ ἡ ὑπόθεσις. Δυστυχῶς ὅμως αἱ μέθοδοι αἱ ὁποῖαι ἐφαρμόζονται δὲν ἔχουν κανὲν ἀποτέλεσμα. Ἐν πάσῃ περιπτώσει θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὸ ζήτημα, διότι πρέπει νὰ συνδράμωμεν τὰς οἰκογενείας ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἔχασαν τοὺς προστάτας των διὰ τὸ μεγαλεῖον τῆς Πατρίδος.
§160ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ξηρὸς ἔχει τὸν λόγον.
§161Ν. ΞΗΡΟΣ. Ὁ κ. Βουδούρης βεβαίως ἐξήντλησεν ἀπὸ θεωρητικῆς ἀπόψεως τὸ ζήτημα, ἐγκύψας πολὺ εἰς αὐτὸ καὶ ἐκταθεὶς κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ εἶναι ἀνεφάρμοστος ἐντελῶς ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκει τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος καὶ μάλιστα ταχέως. Πρωτίστως θὰ εἶναι ἐλαττωματικὸν ἂν θελήσωμεν νὰ ἀνεύρωμεν τὴν οἰκονομικὴν ἀντοχὴν ἢ τὴν οἰκονομικὴν ἱκανότητα τοῦ περιθαλψιούχου, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ὁποίας θὰ κρίνεται ἂν πρέπει νὰ λάβῃ σύνταξιν. Αὐτὸ θὰ εἶναι ἓν πέλαγος εἰς τὸ ὁποῖον θὰ καταποντισθῇ ἀπολύτως τὸ ζήτημα. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔχω νὰ συστήσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Προνοίας εἶναι νὰ καλέσῃ εἰς ἀπολογίαν ἀμέσως ὅλας τὰς Ἐπιτροπὰς καὶ πρωτίστως τῆς Λαμίας, διότι ἐπὶ ὀκτάμηνον δὲν ἐξέδωκε παρὰ μόνον 150 ἀποφάσεις, καὶ νὰ τὰς τιμωρήσῃ καὶ νὰ ἀπολύσῃ ὅλους αὐτούς. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ ἄλλως· ἂν δὲν καταλάβουν ὅτι ἔχουν ἀπ’ ἐπάνω των ἕνα «ματσοῦκι», δὲν θὰ ἐργασθοῦν. Αὐτὸ πρέπει νὰ κάμῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Προνοίας ἢ οἱοσδήποτε Ὑπουργὸς εἶναι ἁρμόδιος.
§162Κ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Νὰ λογοδοτήσουν αἱ Ἐπιτροπαὶ διατί καθυστεροῦν.
§163Ν. ΞΗΡΟΣ. Κυρίως ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι φέρουν τὴν μεγαλυτέραν εὐθύνην εἶναι οἱ δικαστικοί, οἱ ὁποῖοι τὸ θεωροῦν ὡς πάρεργον καὶ δὲν βγάζουν καμμίαν ἀπόφασιν.
§164Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Κύριε πληρεξούσιε, τὸ ἐσημείωσα διὰ νὰ στείλω αὔριον ἐγκύκλιον διαταγὴν εἰς ὅλους.
§165Χ. ΑΛΑΜΑΝΗΣ. Ἤθελον νὰ παρακαλέσω νὰ συστηθῇ εἰς τοὺς προέδρους τῶν Ἐπιτροπῶν νὰ ὑποβάλλουν κατὰ 15θήμερον καταστάσεις τῶν συζητηθεισῶν αἰτήσεων, τῶν ἐκδοθεισῶν ἀποφάσεων καὶ τῶν ἐκκρεμῶν αἰτήσεων.
§166Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Πολὺ καλά.
§167Α. ΟΡΦΑΝΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Κοινωνικῆς Προνοίας). Κύριε συνάδελφε, ὑποβάλλουν κατὰ μῆνα καταστάσεις. Ἔχουν ἐκδικασθῆ 25.886, ἀλλὰ δὲν ἔχουν ἐκτελεσθῆ, διότι δὲν ἔχει ἐφαρμοσθῆ ὁ νόμος 8523, ἐκκρεμοῦν δὲ περὶ τὰς 15.000.
§168Ν. ΞΗΡΟΣ. Ἐλπίζω, κ. Ὑπουργέ, ὅτι τὸ πρᾶγμα δὲν θὰ περιορισθῇ εἰς τὴν συζήτησιν, διότι καὶ ἄλλοτε συνεζήτησεν ἡ Συνέλευσις καὶ ἠγανάκτησε διὰ τὴν κατάστασιν, ἀλλὰ τὸ κακὸν δὲν ἐθεραπεύθη. Ὑποθέτω ὅτι πρέπει νὰ ληφθοῦν μερικὰ δρακόντεια μέτρα καὶ ἀποφάσεις σοβαραὶ αἱ ὁποῖαι καὶ νὰ ἐφαρμοσθοῦν, διότι, ἂν δὲν ἐφαρμοσθοῦν, δὲν θὰ κάμετε τίποτε ἀπὸ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα θέλετε νὰ κάμετε.
§169Α. ΟΡΦΑΝΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Κοινωνικῆς Προνοίας). Ἐφόσον πρόκειται νὰ γίνῃ μία Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ἡ ὁποία θὰ κανονίσῃ τὸ ζήτημα αὐτό.
§170ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἐλευθεριάδης ἔχει τὸν λόγον.
§171Δ. ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΔΗΣ. Κύριε συνάδελφε, λυποῦμαι καὶ ἐγὼ πολύ, διότι ὁ νόμος περὶ συντάξεως τῶν τραυματιῶν τοῦ πολέμου δὲν ἐφηρμόσθη, νόμος εἰς τὸ σχέδιον τοῦ ὁποίου καὶ ἐγὼ ἔθεσα τὴν ὑπογραφήν μου ὡς μέλος τῆς Ἐπιτροπῆς, ἂν καὶ διεφώνουν καὶ ἐξακολουθῶ νὰ διαφωνῶ ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου. Νομίζω ὅτι ὁ νόμος αὐτός, τοῦ ὁποίου τὴν μὴ ἐφαρμογὴν συζητοῦμεν τώρα, δὲν ἐξαντλεῖ ὅλα τὰ καθήκοντα τῆς Πατρίδος ἀπέναντι τῶν ἀναπήρων τοῦ πολέμου. Δὲν εἶναι ὥρα νὰ ἐπιληφθῶμεν ὅλων τῶν ζητημάτων τὰ ὁποῖα ἀναφέρονται εἰς τὸ θέμα αὐτό. Ὁ κ. Βουδούρης μὲ ἐπρόλαβε καὶ ἀνέφερε μερικὰ συμπληρωματικὰ μέτρα. Ἐγὼ ἤθελον νὰ συστήσω ἕνα τρόπον ἐξασφαλίσεως τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου αὐτοῦ καὶ τῶν ἄλλων νόμων οἱ ὁποῖοι θὰ τὸν συμπληρώσουν. Ἕνας τοιοῦτος νόμος δὲν δύναται νὰ περιλάβῃ ὅλας τὰς περιπτώσεις καὶ νὰ ἐφαρμοσθῇ ἐν ὅλαις ταῖς λεπτομερείαις ἄνευ ἑνὸς Κεντρικοῦ Συμβουλίου, μιᾶς Κεντρικῆς Ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία νὰ ἀποτελῆται ὡς ἐγένετο καὶ ἐν Γερμανίᾳ, τόσον ἐκ μονίμων ὑπαλλήλων ὅσον καὶ ἐξ ἐπιτίμων μελῶν, τὰ ὁποῖα νὰ ἠσχολήθησαν μὲ τὰ ζητήματα τῆς κοινωνικῆς προνοίας καὶ τῆς περιθάλψεως. Εἰς τοιοῦτον Συμβούλιον εἶναι ἀνατεθειμένοι καὶ οἱ νόμοι οἱ προνοοῦντες περὶ τῆς συντάξεως τῶν ἀναπήρων πολέμου ἐν Γερμανίᾳ. Ἐκεῖ ὑπάρχει μία Ἀνωτάτη Ἐπιτροπὴ ἀποτελουμένη ἐκ τῶν κορυφαίων τῆς Χώρας, ἡ ὁποία παρακολουθεῖ ἐκ τοῦ σύνεγγυς καὶ προτείνει τὰ μέτρα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἡ πεῖρα ὑποδεικνύει ὅτι πρέπει νὰ ληφθῶσιν. Ἡ Ἐπιτροπὴ ἐκείνη ἐκδίδει καὶ ἓν περιοδικὸν θαυμάσιον εἰς τὸ ὁποῖον συγκεντροῦται ὅλη ἡ ὕλη ἡ ἀφορῶσα τὰ θύματα πολέμου. Θὰ προέτεινον λοιπὸν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ προβῇ εἰς τὴν σύστασιν ἑνὸς τοιούτου Συμβουλίου Ἀνωτάτου, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν μὲ Κοινοβουλευτικὰς Ἐπιτροπὰς νὰ λύσωμεν αὐτὸ τὸ ζήτημα, μὲ Κοινοβουλευτικὰς Ἐπιτροπὰς τῶν ὁποίων τὰ μέλη δὲν συνέρχονται πολὺ τακτικῶς ἢ εἶναι καὶ ἀναρμόδια δι’ ἓν τοιοῦτον ἔργον.
§172Κ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Δὲν διαφωνῶ οὔτε ἀνέπτυξα ὅλα τὰ μέτρα τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ ληφθῶσιν· εἶμαι συμφωνότατος μαζί σας.
§173Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ὑπάρχουσι διάφοροι νόμοι οἱ ὁποῖοι προνοοῦσι περὶ Ἀνωτάτων Συμβουλίων τὰ ὁποῖα ἐφαρμόζουν τοὺς νόμους, ἰδιαίτατα δὲ προκειμένου περὶ προνοίας τὸ πρῶτον τὸ ὁποῖον συνεστήθη ἦτο τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον Ἐργασίας, εἰς τὸ ὁποῖον καὶ εἶχον τὴν τιμὴν νὰ προεδρεύσω, ὡς Ὑπουργὸς τότε. Πάντως ἓν τῶν μέτρων τὰ ὁποῖα θὰ ληφθῶσι θὰ εἶναι καὶ ἡ σύστασις τοιούτου Συμβουλίου.
§174Δ. ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΔΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Προνοίας εἶχε τὴν καλωσύνην νὰ μᾶς προσκαλέσῃ εἰς ἓν τοιοῦτον Συμβούλιον. Εἰς αὐτὸ παρίσταντο καὶ ἀντιπρόσωποι τῶν τραυματιῶν πολέμου καὶ εἴδομεν μετ’ εὐχαριστήσεως ὅτι οὗτοι προσεπάθησαν νὰ μᾶς βοηθήσουν εἰς τὴν καλυτέραν διατύπωσιν τῶν μέτρων τὰ ὁποῖα ἡ ἁρμοδία Ὑπηρεσία μελετᾷ ἀπὸ μακροῦ.
§175ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μαρσέλος ἔχει τὸν λόγον.
§176Δ. ΜΑΡΣΕΛΟΣ. Οἱ ἀξιότιμοι προλαλήσαντες ἔθεσαν τὰ πράγματα ὅπως ἔπρεπε καὶ εἶναι πραγματικῶς ἀκατανόητον πῶς ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις δὲν ἐφρόντισε μέχρι τοῦδε τοὐλάχιστον διὰ τοὺς ἀναπήρους πολέμου, ὅπως ἱκανοποιήσῃ ὑλικῶς τούτους, ὥστε νὰ δύνανται νὰ ζήσωσιν ἀξιοπρεπῶς καὶ διὰ πολλοὺς ἄλλους λόγους, ἀλλὰ κυρίως διὰ νὰ παρίστανται ὡς ζῶσα ἱστορία τῆς ἄλλοτε στρατιωτικῆς δόξης καὶ τῆς πολιτικῆς καταισχύνης τῶν τελευταίων ἐτῶν διὰ τὴν μέλλουσαν γενεάν. Ἀλλ’ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἠθέλησα νὰ τονίσω, διακόπτων τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι ὅτι δὲν φαντάζομαι ποτὲ ὅτι οἱ προτείνοντες τὰ διάφορα μέτρα καὶ ἡ δημοκρατικὴ Κυβέρνησις καὶ ἡ Ἑλληνικὴ Ἐθνοσυνέλευσις θὰ παρίδωσι καὶ δὲν θὰ περιλάβωσιν εἰς τὰ θύματα πολέμου τὰ ὀρφανὰ καὶ τὰς χήρας τῶν σφαγιασθέντων ἐκεῖ κάτω εἰς τὴν Ἀσιατικὴν Χώραν καὶ ὅτι τὸ καταρτισθησόμενον νομοθέτημα δὲν θὰ περιλάβῃ καὶ τὰ θύματα αὐτά, διὰ τὰ ὁποῖα ἓν προηγηθὲν νομοθέτημα τῆς δημοκρατικῆς Κυβερνήσεως εἶχεν ἤδη λάβει πρόνοιαν. Διότι ὀφείλω νὰ τονίσω ὅτι εἶναι ἐθνικὴ ὑποχρέωσις, ὅπως αἱ χῆραι καὶ τὰ ὀρφανὰ τῶν σφαγιασθέντων ἐκεῖ κάτω ὑπὲρ Πίστεως καὶ Πατρίδος καὶ ἀπολεσάντων τὰ πάντα νὰ μὴ μένωσιν εἰς τοὺς δρόμους ἀπροστάτευτα, μακρὰν πάσης κρατικῆς μερίμνης. Διὰ τοῦτο δὲ καὶ προτείνω καὶ παρακαλῶ, ὅπως εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ἡ ὁποία θὰ συγκροτηθῇ, μετάσχωσι καὶ πρόσφυγες πληρεξούσιοι.
§177ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μερλόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§178Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐλάχιστα θὰ εἴπω. Εἶναι ἀναντίρρητον καὶ ἀποδεχόμεθα πάντες ὅτι ἐν τῷ μέτρῳ τοῦ δυνατοῦ τὸ Κράτος πρέπει νὰ προνοήσῃ περὶ τῶν ἀναπήρων τοῦ πολέμου. Ἀλλὰ τὰ προταθέντα κατὰ τὴν σημερινὴν συνεδρίασιν μέτρα εἶναι ἀντικείμενα τὰ ὁποῖα θὰ ἐξετάσῃ μία Ἐπιτροπή, νομίζω δὲ ὅτι ἡ Συνέλευσις θὰ καταλήξῃ εἰς τὴν ἀπόφασιν νὰ συγκροτήσῃ μίαν Ἐπιτροπὴν ἐκ μελῶν αὐτῆς καὶ ἔξω αὐτῆς, ἡ ὁποία θὰ μελετήσῃ τὰ μέτρα καὶ θὰ προτείνῃ τὰ δέοντα νὰ ληφθῶσι μέτρα εἰς τὴν Συνέλευσιν. Μετὰ τοῦτο πᾶσα ὑπόδειξις γενομένη ἐκ μέρους ἡμῶν μέτρων ἀναγομένων εἰς τὸ ἔργον τῆς Ἀνωτάτης Ἐπιτροπῆς δὲν εἶναι ἀναγκαία. Ἀλλ’ ἂν ἡ Συνέλευσις καταλήξῃ εἰς τὴν ἀπόφασιν νὰ ἱδρύσῃ μίαν Ἐπιτροπήν, εἶναι ἀνάγκη, συνεπείᾳ τῆς ἀποφάσεως ταύτης, νὰ μὴ ἀφήσῃ ἄλυτον τὸ ζήτημα τῆς δικαιοδοσίας διὰ τὴν ἀπονομὴν τῶν συντάξεων κατὰ τὸν ὑπάρχοντα νόμον καὶ ἀμφισβητούμενον μεταξὺ τῶν διαφόρων Ὑπηρεσιῶν τῶν Ὑπουργείων, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον, ἀντὶ νὰ εὐνοήσῃ τὰ θύματα πολέμου, θὰ ἀπέβαινε τοὐναντίον εἰς ζημίαν αὐτῶν. Ἔχομεν ἕνα νόμον, κ. Πρόεδρε, τὸν νόμον τὸν ψηφισθέντα κατὰ τὸ θέρος, ὑπ’ ἀριθμὸν 3122, νομίζω, ὁ ὁποῖος δὲν ἔτυχεν εἰσέτι πλήρους ἐφαρμογῆς, διότι ἠμφισβητήθη ἡ δικαιοδοσία καὶ ἡ ἁρμοδιότης τοῦ Ὑπουργείου τῆς Κοινωνικῆς Προνοίας ἐπὶ τῆς ἀπονομῆς τῶν συντάξεων, καὶ ἠμφισβητήθη ἐντελῶς ἀδικαιολογήτως, κατ’ ἐμέ. Ἐφόσον ὑπῆρχε νόμος ἀναγνωρίζων ἁρμοδιότητα καὶ δικαιοδοσίαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ἐκεῖνο, οὐδεὶς ἦτο ἱκανὸς νὰ ἀναστείλῃ ἐν τῷ σημείῳ τούτῳ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου. Ὁ νόμος ἔπρεπε νὰ ἐκτελεσθῇ καὶ δὲν ἐξετελέσθη, διότι μεταξὺ τῶν δύο Ὑπουργείων, τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Κοινωνικῆς Προνοίας, ἐγεννήθη ἔρις. Δὲν ἠξεύρω ποία ὑπῆρξεν ἡ ἀφετηρία τῆς ἔριδος αὐτῆς.
§179ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ ἔριδος, κ. συνάδελφε.
§180Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Περὶ διαφορᾶς ἀντιλήψεως τότε; Ἔστω, περὶ διαφορᾶς ἀντιλήψεως, ὡς πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ νόμου.
§181ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Ἡ Ἐπιτροπὴ Οἰκονομιῶν συνέστησεν....
§182Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ Ἐπιτροπὴ Οἰκονομιῶν συνιστῶσα ἀπέβη ὑπερτέρα τῆς δυνάμεως τοῦ νόμου καὶ τῆς Συνελεύσεως. Τοῦτο τὸ σημεῖον λοιπόν, κ. Πρόεδρε, θέλω νὰ τονίσω ὅτι ὁ νόμος δὲν ἔτυχε τῆς ἐφαρμογῆς ἐκείνης, ἡ ὁποία ἐπεβάλλετο, καὶ μοῦ εἶναι ἀδιάφορον ἐκ τίνος λόγου. Καὶ δὲν ἐξετάζω τὰ αἴτια αὐτῆς τῆς διαφορᾶς ἀντιλήψεων καὶ γνωμῶν μεταξὺ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Κοινωνικῆς Προνοίας, δὲν θέλω κἂν νὰ ἐξετάσω τὰ αἴτια ταῦτα, ὁποῖα ἦσαν ἢ τίνα εἶναι. Ἀλλ’ ἀποβλέπω εἰς τὸ ἀποτέλεσμα, καὶ τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι ὅτι ὁ νόμος ὁ κανονίζων τὴν ἁρμοδίαν ὑπηρεσίαν πρὸς ἀπονομὴν συντάξεων θυμάτων πολέμου, ὁ νόμος 3122, ἐν τῷ σημείῳ τούτῳ δὲν ἔτυχεν ἐφαρμογῆς ἐπὶ ζημίᾳ τῶν προμάχων τῆς Πατρίδος. Διότι τὸ ἀποτέλεσμα ποῖον ὑπῆρξε, κύριοι; Τὸ ἀποτέλεσμα ὑπῆρξεν ὅτι συντάξεις, περὶ ὧν ἀπεφάνθησαν αἱ περιφερειακαὶ Ἐπιτροπαὶ εὐμενῶς, δὲν ἐπραγματοποιήθησαν μέχρι τοῦδε, ἀποφάσεις ἐπαρχιακῶν Ἐπιτροπῶν, ἐλθοῦσαι εἰς Ἀθήνας, ἵνα τύχωσι τῆς νομίμου κυρώσεως καὶ ἐκτελέσεως διὰ τῆς ἐκδόσεως ἐνταλμάτων χρηματικῶν καὶ φυλλαδίων συντάξεων πρὸς τοὺς δικαιουμένους νὰ λάβωσι τοιαύτην, παρέμειναν ἀνεκτέλεστοι ἢ ἐστάλησαν εἰς τὸ Γενικὸν Λογιστήριον καὶ ἀνεκτέλεστοι παραμένουσι καὶ ἐκεῖ, διότι ἀμφισβητεῖται ἡ ἁρμοδιότης τῆς Ὑπηρεσίας. Προέκυψε λοιπὸν ἐκ τούτου ἡ ζημία τῶν θυμάτων πολέμου καὶ τῶν οἰκογενειῶν αὐτῶν, ὅτι ἐπὶ μῆνας ὁλοκλήρους, ἀπὸ τῆς ἐποχῆς καθ’ ἣν ἐδημοσιεύθη ὁ νόμος, οὐδεμία σύνταξις ἀπενεμήθη. Ἐπὶ πλέον δὲ τούτου καὶ αὐτὰ ἀκόμη τὰ καθυστερούμενα, τὰ ὀφειλόμενα ἀπὸ τῆς ἡμέρας τοῦ θανάτου τοῦ στρατιώτου, καὶ αὐτὰ ἀκόμη ἐξακολουθοῦν νὰ εἶναι καθυστερούμενα καὶ νῦν ἔτι. Τοῦτο ὑπῆρξε τὸ ἀποτέλεσμα τῆς διαφωνίας μεταξὺ τῶν δύο Ὑπουργείων καὶ περὶ τούτου ἐπιβάλλεται ταχίστη μέριμνα ἐκ μέρους τῆς Συνελεύσεως, ἵνα ἡ ζημία αὐτὴ ἡ προσγινομένη εἰς τοὺς ὑπερασπιστὰς τῆς Πατρίδος καὶ τὰς οἰκογενείας αὐτῶν ἀποκατασταθῇ ὅσον ἔνεστι ταχύτερον. Ἔχω τὴν γνώμην ὅτι ἡ ἑσπερινὴ συζήτησις καταλήγει εἰς τὸ ἑξῆς συμπέρασμα· νὰ ἱδρυθῇ μία Ἐπιτροπή, ἡ ὁποία νὰ μελετήσῃ τὸ ὅλον ζήτημα, νὰ καταλήξῃ εἰς πορίσματα ὡρισμένα, τὰ πορίσματα ταῦτα νὰ τὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἡ δὲ Κυβέρνησις νὰ λάβῃ ἢ μέτρα διοικητικά, κατὰ τὰς ὑποδείξεις τῆς Ἐπιτροπῆς, ἢ καὶ μέτρα νομοθετικὰ ἐν ἀνάγκῃ. Ἀλλ’ εἶναι γνωστόν, κ. Πρόεδρε, εἰς πάντας κατὰ ποῖον τρόπον ἐργάζονται αἱ Ἐπιτροπαὶ καὶ πόσος χρόνος θὰ ἀπαιτηθῇ ἵνα ἡ Ἐπιτροπὴ αὕτη, συγκροτουμένη ἔστω καὶ ἀπὸ ἐλάχιστα μέλη, καταλήξῃ εἰς ὡρισμένα ἀποτελέσματα καὶ ὡρισμένας ὑποδείξεις πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Θὰ ἀπαιτηθῇ ἀναντιρρήτως χρόνος μακρός. Καὶ ἐρωτῶ: Δὲν θὰ ἀπαιτηθῇ ἄλλος χρόνος, ἵνα ἡ Κυβέρνησις, μελετῶσα τὰς ὑποδείξεις τῆς Ἐπιτροπῆς, καταλήξῃ εἰς ὡρισμένας προτάσεις πρὸς τὴν Συνέλευσιν οἱωνδήποτε ἐγκρίνει μέτρων νομοθετικῶν, ἂν παρίσταται ἀνάγκη τοιούτων μέτρων; Βεβαίως θὰ χρειασθῇ χρόνος. Τοιουτοτρόπως τὴν μέχρι σήμερον ἐκκρεμότητα, ἡ ὁποία τόσον ἐπιζημία ἀπέβη ἐπὶ μῆνας πέντε ἤδη εἰς τὰ θύματα πολέμου, τὴν ἐκκρεμότητα ταύτην θὰ παρατείνωμεν ἴσως ἐπὶ ἄλλους πέντε μῆνας ἐπὶ ζημίᾳ τῶν νομίμων δικαιωμάτων τῶν θυμάτων πολέμου, τῶν ὁποίων πάντες ἀναγνωρίζομεν τὰ δικαιώματα. Θὰ συνίστων λοιπόν, κ. Πρόεδρε, ἂν ληφθῇ τὸ μέτρον τῆς συστάσεως Ἐπιτροπῆς, ἄμεσον ἐνέργειαν καὶ ταχύτητα εἰς τὴν λῆψιν εἴτε νομοθετικῶν εἴτε διοικητικῶν μέτρων. Ἐκεῖνο δὲ τὸ ὁποῖον κυρίως θὰ συνίστων θὰ ἦτο νὰ ἐκτελεσθῇ ἀμέσως ὁ νόμος 3122, ἐφόσον οὗτος δὲν ἐξετελέσθη εἰσέτι, νὰ ἀναγνωρισθῇ δηλαδὴ ἡ ἁρμοδιότης τοῦ Ὑπουργείου τῆς Κοινωνικῆς Προνοίας, ἵνα ἀπονέμῃ συντάξεις.
§183ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Εἶχον ὑπάγει αἱ αἰτήσεις εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Κοινωνικῆς Προνοίας καὶ ἐξαναγύρισαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν. Τώρα θὰ τὰς ξαναπάρωμεν ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν; Δὲν θὰ γίνεται τίποτε ἄλλο;
§184Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν λύεται οὕτω τὸ ζήτημα, κύριοι συνάδελφοι. Τὸ ζήτημα θὰ λυθῇ μόνον ἂν ληφθῇ ἀπόφασις παρὰ τῆς Συνελεύσεως καθ’ ὃν τρόπον ὑπέδειξα. Ἂν θέλετε νὰ γίνῃ ἄλλως, ἂς γίνῃ ἄλλως. Λάβετε ὅμως ἀπόφασιν ὅσον ἔνεστι συντομώτερον διὰ νὰ παύσουν τὰ παράπονα τὰ δίκαια, τὰ ὁποῖα καθ’ ἡμέραν ἀκούομεν.
§185ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σίδερης ἔχει τὸν λόγον.
§186Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐξηντλήθη ἡ συζήτησις.
§187Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Θὰ εἶμαι σχεδὸν λακωνικός. Εἶναι δύο ζητήματα ἐντελῶς χωριστά. Πρῶτον τὸ καίριον ζήτημα· ποῖα εἶναι τὰ μέτρα τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ληφθῶσι διὰ τοὺς ἀναπήρους πολέμου. Νομίζω ὅτι δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ συνδυασθῇ τὸ ζήτημα λήψεως μέτρων ὑπὲρ τῶν ἀναπήρων πολέμου μὲ τὸ ἄλλο ζήτημα τὸ εὐρύτερον τῆς λήψεως μέτρων ὑπὲρ ὅλων τῶν ἀποστρατευθέντων πολεμιστῶν. Καὶ αὐτὸ νὰ ἐξετασθῇ, ἀλλὰ νὰ γίνῃ χωριστὴ ἐργασία δι’ ἕκαστον. Ἔχω κάποιαν πεῖραν Ὀργανώσεων καὶ Ἐπιτροπῶν, ὥστε νὰ ἔχω μεγάλον σκεπτικισμὸν ὡς πρὸς τὴν ἀποτελεσματικότητα ὅλων αὐτῶν τῶν Ὀργανώσεων καὶ ἕνα μεγαλύτερον σκεπτικισμὸν ὡς πρὸς τὸ ἐφικτὸν τῆς λύσεως τόσων ζητημάτων πολυσχιδῶν δι’ οἱωνδήποτε Ἐπιτροπῶν. Νομίζω ὅτι τὸ ζήτημα, ὁσονδήποτε καὶ ἂν ἀντιμετωπισθῇ, θὰ λυθῇ οὐχὶ ἐπαρκῶς. Ἀλλ’ εἶναι καὶ τὸ δεύτερον ζήτημα, τοῦ ὁποίου ἐπείγει ἡ λύσις· ἡ ἐφαρμογὴ τῶν κειμένων νόμων. Ἐκεῖνο ἀπὸ τὸ ὁποῖον ὑποφέρομεν εἰς τὸν Τόπον μας δὲν εἶναι ἡ ἔλλειψις νόμων, δὲν εἶναι αἱ θεωρίαι, εἶναι ἡ μὴ ἐφαρμογὴ τῶν νόμων, εἶναι ἡ ἔλλειψις διοικήσεως. Καὶ εἶναι τοῦτο νόσημα γενικόν. Ἡ διοίκησίς μας νοσεῖ καὶ ἔπρεπε νὰ στραφῇ ἡ προσοχὴ τῆς Συνελεύσεως καὶ κατὰ φυσικὸν λόγον τῆς Κυβερνήσεως εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον, εἰς τὴν ἀποκατάστασιν τῆς εὐρυθμίας τῆς διοικήσεως. Δὲν θέλω νὰ προσθέσω περισσότερα. Θὰ συστήσω μόνον εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, μὲ τὴν συνηθισμένην του ταχύτητα περὶ τὴν λῆψιν καὶ ἐκτέλεσιν ἀποφάσεων, νὰ μὴ περιορισθῇ μόνον εἰς ἀποστολὴν ἐγκυκλίων, ἀλλὰ νὰ καλέσῃ εἰς ἀπολογίαν τοὺς δικαστικούς, ἐξ ὑπαιτιότητος τῶν ὁποίων ἐπῆλθεν ἡ βραδύτης μέχρι σήμερον, διότι μόνον ἔτσι εἶναι δυνατὸν νὰ σπρώξωμεν τὴν διοίκησιν ὑπὸ τὴν εὐρυτέραν της ἔννοιαν εἰς δρόμον καλύτερον. Οἱ ὑπάλληλοι δέχονται ἐγκυκλίους, ὑφίστανται κάποτε καμμίαν ἐλαφρὰν ἐπιτίμησιν, ἀλλὰ σπανιώτατα τιμωροῦνται. Ἀσκήσατε τὰ πειθαρχικά σας δικαιώματα, κύριοι Ὑπουργοί, διότι ἄνευ τιμωριῶν, ἄνευ καθημερινῆς εἰ δυνατὸν παρακολουθήσεως αὐτῶν ἐκ μέρους τῶν Ὑπουργῶν δι’ εἰδικῶν ὑπαλλήλων τῆς ἐμπιστοσύνης των εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατον νὰ φθάσωμεν εἰς οἱονδήποτε ἀποτέλεσμα, ὁσουσδήποτε νόμους καὶ ἂν κάμωμεν, ὁσασδήποτε Ἐπιτροπὰς καὶ ἂν συστήσωμεν.
§188Κ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἐπειδὴ παρεξηγήθησαν οἱ λόγοι μου, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ δηλώσω ὅτι ἐγὼ ἐχώρισα τὸ ζήτημα τῆς συντάξεως ἀπὸ τῶν ἄλλων γενικωτέρων μέτρων. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀπονομὴν τῆς συντάξεως δυνάμει τοῦ ἰσχύοντος νόμου εἶπον ὅτι, ἂν ληφθῶσι διοικητικὰ μέτρα, λύεται τὸ ζήτημα. Ἡ Ἐπιτροπὴ ἡ ὁποία θὰ συσταθῇ θὰ μελετήσῃ τὰ γενικώτερα μέτρα, δεδομένου ὅτι δὲν εἶναι ἱκανοποιητικὴ ἡ παρεχομένη σύνταξις.
§189Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Καίτοι δὲν εἶμαι ἐνήμερος τῶν σχετικῶν νόμων, οὐχ ἧττον θὰ μελετήσω τὸ ζήτημα. Τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης θὰ ἀποστείλῃ αὐστηρὰς διαταγάς, ὅπως οἱ δικασταὶ ἐκτελῶσι τὸ καθῆκόν των, οἱ ὁποῖοι ὁμολογουμένως ἐκτελοῦσι τὴν ἐργασίαν ταύτην, ἣν ὅμως θεωροῦσιν ὡς πάρεργον. Θὰ ὑποβληθῇ ψήφισμα, ὅπως εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὁ κ. Βουδούρης, τὸ ὁποῖον θὰ ὑποχρεώσῃ τοὺς Ὑπουργοὺς νὰ ἔχωσι τὸ δικαίωμα τῆς ἀμέσου τιμωρίας τῶν μελῶν τῶν Ἐπιτροπῶν ἄνευ παραπομπῆς εἰς Συμβούλιον, ὁσάκις δὲ ἀναθέτομεν ἐργασίαν πρέπει νὰ δίδωμεν καὶ κάποιαν ἀμοιβήν, καὶ εἰς τὰς Ἐπιτροπὰς αὐτὰς ἔπρεπε νὰ δίδεται μία ἀμοιβή.
§190Κ. ΣΤΑΜΑΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι πληρεξούσιοι, ὁ νόμος αὐτὸς δὲν ἐφηρμόσθη, διότι, ὅπως τὸν εἶχεν ἡ Ἐπιτροπή, δὲν ἐδημοσιεύθη εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως. Ἠλλοιώθη ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον, διότι ἔχει διατάξεις τὰς ὁποίας ἡ Ἐπιτροπὴ δὲν εἶχεν, ἐψηφίσθη δὲ κατὰ τὰς πρωινὰς ὥρας. Ἔχει διάταξιν κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ παθόντες ἐν Ἀνατολικῇ Μακεδονίᾳ δικαιοῦνται συντάξεως.
§191Κ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Λυποῦμαι πολὺ διότι δὲν ἔχετε διαβάσει τὸν νόμον.
§192Κ. ΣΤΑΜΑΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπίσης ἔχει διάταξιν νὰ πάρουν οἱ ναυτικοὶ διπλῆν σύνταξιν χωρὶς νὰ δικαιοῦνται καὶ δι’ αὐτὸ δὲν ἐφηρμόσθη. Ἔπειτα ὑπάρχει ἄλλη διάταξις, κατὰ τὴν ὁποίαν, ἐνῷ ἐκρίθη ἡ Ἐπιτροπὴ νὰ ἀποτελῆται ἀπὸ ἕνα δικαστικὸν σύμβουλον, ἀπὸ ἕνα ἐλεγκτὴν τοῦ Συνεδρίου καὶ ἀπὸ ἕνα ἀρχίατρον καὶ νὰ συνεδριάσῃ ἐντὸς ἑνὸς μηνός, ἔθεσαν τοὺς ἐφέτας καὶ προέδρους Πρωτοδικῶν, διότι ἡ Ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας ἔφερεν ἀντιρρήσεις. Αὐτὸ εἶναι ἀληθές.
§193Κ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, καίτοι ἦτο μέλος τῆς Ἐπιτροπῆς, ἐν τούτοις δὲν γνωρίζει ὅτι ὁ νόμος δὲν ἀναφέρει τὴν διάταξιν περὶ τῆς ὁποίας ὁμιλεῖ διὰ τὴν Ἀνατολικὴν Μακεδονίαν ἢ Θράκην. Τὰ ἄρθρα 17 ἕως 19 ὁμιλοῦσι περὶ τῶν παθόντων ἐν Ἀνατολικῇ Μακεδονίᾳ καὶ εἶναι ἐπεξηγητικὰ τοῦ νόμου 2069, ἐπεβλήθη δὲ ἀπὸ τὴν Συνθήκην τοῦ Νεϊγῦ δι’ ὡρισμένας κατηγορίας ἀνθρώπων καὶ ὀφείλομεν νὰ πληρώσωμεν, διότι τὰ ἐλάβομεν τὰ χρήματα ἀπὸ τοὺς Συμμάχους. Λυποῦμαι, διότι ὁ κ. συνάδελφος δὲν προσέφερε τὰ φῶτά του, εἶχε δὲ τὴν μόνην ἀντίληψιν, καὶ ἐπέμενεν ἐπὶ δέκα ἡμέρας, ἀντὶ τοῦ ἀρχιάτρου νὰ θέσωμεν γενικὸν ἀρχίατρον.
§194Κ. ΣΤΑΜΑΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐλέγχετε τὴν Κυβέρνησιν. Θέλετε νὰ προστατεύσετε ὡρισμένα ἄτομα.
§195ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καρασεβδᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§196Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Ἐγὼ θὰ δώσω πληροφορίας χρησίμους διὰ τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς καὶ βουλευτάς. Διὰ νὰ πάρῃ τις σύνταξιν πρέπει νὰ ὑποβληθῇ σχετικὸν πιστοποιητικὸν τοῦ προέδρου τῆς Κοινότητος, χρειάζεται δὲ καὶ ἄλλο ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν καὶ πρέπει νὰ προσέξετε ὥστε ἡ ἐπίβλεψις νὰ ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Προνοίας, διότι δὲν γίνεται τακτικὴ ἡ χορηγία τῶν πιστοποιητικῶν αὐτῶν. Εἶπον ὅτι δὲν ὑπάρχουν ὁδηγίαι διὰ τὸν λαόν. Ὑπάρχουν τοιαῦται, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἐπαναλαμβάνωνται συχνά, διότι δὲν τὰς διαβάζουν. Ἔπειτα εἶναι πολλοὶ οἱ ὁποῖοι ἀπωλέσθησαν εἰς τὴν Μικρὰν Ἀσίαν καὶ οἱ ὁποῖοι δὲν φαίνεται ὅτι ἀπωλέσθησαν. Τὸ Ὑπουργεῖον ἔλαβε πρόνοιαν καὶ ἐξέδωκε διαταγὰς εἰς ὅλας τὰς ἀστυνομικὰς Ἀρχὰς καὶ εἰς τὸν τελευταῖον ἀκόμη σταθμάρχην διὰ νὰ μάθῃ ποῖος ἐχάθη ἀπὸ τοῦ 1912 καὶ ἐντεῦθεν. Λοιπὸν ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῇ ἀσφαλῶς θὰ καταρτισθοῦν εἰς τὴν Ὑπηρεσίαν κατάλογοι τῶν ἀπολεσθέντων. Ἄλλως τε καὶ ἂν παραλειφθῇ κανείς, δύναται κάθε βουλευτὴς νὰ παρακαλέσῃ ἕνα ὑπάλληλον ἢ νὰ κάμῃ μίαν ἀναφορὰν καὶ ἡ Ὑπηρεσία νὰ διατάξῃ τὴν ἀστυνομικὴν Ἀρχὴν τοῦ τόπου νὰ βεβαιώσῃ ὅτι ἐχάθη. Ἤθελα νὰ συστήσω ὅπως τὴν ἐπίβλεψιν εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἀπονομῆς τῶν συντάξεων τὴν ἔχῃ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Προνοίας. Αὐτὸ εἶναι τὸ μεγαλύτερον πρᾶγμα, τὸ γνωρίζω δὲ αὐτὸ καλά, διότι δὲν ἀπασχολοῦμαι μόνον μὲ τὴν ἐπαρχίαν μου, ἀλλὰ μὲ ὅλην τὴν Ἑλλάδα. Ἔρχομαι τώρα εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἀπονομῆς τῶν συντάξεων ἀπὸ τὰ Πρωτοδικεῖα. Εἶναι ρητὸς ὁ νόμος, ἀλλ’ εἶναι καὶ τυραννικός. Ὁ διορισμὸς τοῦ ἀστυνόμου ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, τῶν οἰκονομικῶν ὑπαλλήλων καὶ μελῶν τῆς Ἐπιτροπῆς ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν. Θὰ ἤθελον ὅλα αὐτὰ νὰ μετατεθοῦν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Προνοίας καὶ νὰ ἀνατεθῇ εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Προνοίας ὁ διορισμὸς πάντων τῶν ὑπαλλήλων καὶ ἡ ἐπίβλεψις καὶ ἡ τιμωρία αὐτῶν. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν παραχώρησιν τῶν συντάξεων ἢ τῶν καθυστερουμένων ἀπὸ τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον μέχρι τοῦδε ὑπῆρχεν ἀμφιβολία ἂν πρέπει τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Προνοίας ἢ τὸ Γενικὸν Λογιστήριον νὰ ἐκδίδῃ τὰς συντάξεις. Γνωρίζετε ὅμως ὅτι ἀπὸ τὰς καθυστερουμένας συντάξεις ἔχουν δοθῆ τὰ ⅔ καὶ μὴ λέγωμεν ὑπερβολὰς καὶ ἐξευτελίζωμεν τὰς Ἀρχάς.
§197ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δαργέντας ἔχει τὸν λόγον.
§198Α. ΔΑΡΓΕΝΤΑΣ. Τὸ σπουδαιότερον ἐμπόδιον διὰ τὸ ὁποῖον καθυστερεῖται ἡ ἐργασία τῶν Ἐπιτροπῶν ἦτο ἡ ἔλλειψις μέλους στρατιωτικοῦ. Ἐπὶ ἔτη δὲν ἠδυνήθημεν νὰ συνεδριάσωμεν λόγῳ τῆς ἐλλείψεως ταύτης. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον λέγω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ἰδιαιτέρως εἶναι ὅτι ἀπὸ ἑνὸς καὶ πλέον ἔτους ἡ Ἐπιτροπή, τῆς ὁποίας προήδρευον ἐγώ, μὲ ὅλον τὸν ζῆλον καὶ τὴν προθυμίαν τὴν ὁποίαν εἴχομεν ἦτο ἀπολύτως ἀδύνατον νὰ συνεδριάσῃ διὰ νὰ ἐκδώσῃ ἀποφάσεις, διότι ὁ πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς ἦτο ἀνακριτικὸς ὑπάλληλος καὶ προήδρευε καὶ ἦτο μέλος καὶ τῆς Ἐπιτροπῆς. Διὰ τοῦτο συνιστῶ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ περιορίσῃ τὰς Ἐπιτροπὰς εἰς τὰ ἔργα αὐτῶν καὶ ἐντὸς δέκα ἡμερῶν θὰ ἔχουν τελειώσει αἱ συντάξεις τῶν Κυκλάδων.
§199Σ. ΖΕΡΒΟΣ. Δύο λέξεις, κ. Πρόεδρε, ἐπὶ τοῦ τάσον σοβαροῦ ζητήματος θὰ ἤθελα νὰ εἴπω. Διὰ νὰ καταλήξουν αἱ Ἐπιτροπαὶ εἰς θετικὰ ἀποτελέσματα εἶναι βεβαίως καλὴ ἡ πρότασις νὰ σχηματισθῇ μία Ἐπιτροπὴ καὶ νὰ προεδρεύεται ἀπὸ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως. Ἤθελον ὅμως εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ἐκείνην νὰ συμπεριλάβετε καὶ μερικὰ πρόσωπα ἐκτὸς τοῦ Κοινοβουλίου. Μεταξὺ τῶν προσώπων τούτων μὴ λησμονῆτε νὰ συμπεριλάβετε καὶ ὀρθοπεδικούς, ἐπίσης δὲ μὴ λησμονῆτε νὰ συγκαταλέξετε καὶ διευθυντὰς μερικῶν νοσοκομείων, νὰ ζητήσετε δὲ καὶ μερικούς ἐμπειρογνώμονας. Ἐπίσης θὰ παρεκάλουν τοὺς Ὑπουργοὺς τῶν Οἰκονομικῶν, Ἐξωτερικῶν καὶ Δικαιοσύνης διὰ μίαν Ἐπιτροπὴν συντάξεων τῶν παθόντων συνεπείᾳ τορπιλλισμῶν. Πρὸ ἑπτὰ μηνῶν ἔγινεν ἕνας νόμος ἐπὶ Παπαναστασίου, διὰ τοῦ ὁποίου ἐδίδετο τὸ δικαίωμα εἰς τὰς οἰκογενείας τῶν τορπιλλισθέντων νὰ ὑποβάλουν αἰτήσεις εἰς μίαν Ἐπιτροπήν. Ἡ Ἐπιτροπὴ ἐκείνη δὲν λειτουργεῖ ἀπὸ τότε ποὺ συνεστήθη, πολλαὶ δὲ οἰκογένειαι ἔχουν καταστραφῆ τελείως, διότι ἡ Ἐπιτροπὴ ἐκείνη δὲν συνεδρίασεν οὔτε μίαν φοράν. Θὰ παρακαλέσω νὰ διαταχθῇ καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ αὐτὴ νὰ ἐκτελέσῃ τὰς ἐργασίας της.
§200ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καλκανδῆς ἔχει τὸν λόγον.
§201Δ. ΚΑΛΚΑΝΔΗΣ. Πρωτίστως θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ μὴ ἀναμιγνύῃ ἄλλοτε τοὺς δικαστὰς εἰς διοικητικὰ καθήκοντα, διότι προστρίβεται ἡ Δικαιοσύνη. Τὸ ὑπὸ συζήτησιν θέμα, κύριοι συνάδελφοι, διαιρεῖται εἰς τρία στάδια· εἰς τὸ προπαρασκευαστικόν, διότι εὑρίσκομεν δυσκολίαν εἰς τὴν ἔλλειψιν πιστοποιητικῶν. Ἔπειτα ἔρχεται τὸ ζήτημα τῆς ἐκδικάσεως. Ἄλλοι συνάδελφοι ἀνέπτυξαν τὰς δυσκολίας ἐπ’ αὐτοῦ. Ἔπειτα ἔρχεται τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον παρακαλῶ νὰ προσέξουν οἱ κ.κ. Ὑπουργοὶ καὶ ἰδιαιτέρως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, διότι μετὰ τὴν ἐκδίκασιν τῶν ἀποφάσεων αὐτῶν τὰ δίδουν εἰς τὴν Νομαρχίαν, ἡ Νομαρχία τὰ πετᾷ καὶ ἀρχίζει ἡ ἀλληλογραφία καὶ ὁ κόσμος χρήματα ζητεῖ καὶ χρήματα δὲν τοῦ δίδονται, ὁπότε ἐπεμβαίνει ὁ μικροπολιτικὸς καὶ τοῦ λέγει «δῶσέ μου τόσα διὰ νὰ σοῦ βγάλω τὴν σύνταξίν σου». Καταλήγων, κύριοι συνάδελφοι, συμφωνῶ νὰ γίνῃ μία Ἐπιτροπὴ διοικητικὴ ἀπὸ μέλη τοῦ Κοινοβουλίου διὰ νὰ ἐξετάσῃ τὰ ζητήματα καὶ συμπληρώσῃ τὸν ὑπάρχοντα νόμον διὰ νὰ παύσουν πλέον τὰ παράπονα.
§202ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κούτρας ἔχει τὸν λόγον.
§203Α. ΚΟΥΤΡΑΣ. Φρονῶ ὅτι ἐκ τῆς συζητήσεως προέκυψεν ἐγκληματικὴ ἀδράνεια τῶν Ἐπιτροπῶν καὶ ἰδίως τῶν κατὰ τόπους τοιούτων. Νομίζω λοιπὸν ὅτι ἐκτὸς τῆς προνοίας διὰ τὸ μέλλον — ἡ ὁποία, ἀφοῦ θὰ ληφθῇ προσωπικῶς ἀπὸ τὸν κ. Πρωθυπουργόν, φρονῶ ὅτι θὰ ληφθῇ κατὰ τὸν καλύτερον τρόπον — νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ζητηθῶσιν εὐθῦναι ἀπὸ τὰ μέλη τῶν Ἐπιτροπῶν καὶ ἰδίως ἀπὸ τοὺς δικαστάς, τοὺς ὁποίους ὡς προεδρεύοντας βαρύνει ἡ ἀδράνεια αὐτὴ καὶ εἰς τὸ παρελθόν. Ἐπὶ τούτου ἐφιστῶ ἰδιαιτέρως τὴν προσοχὴν τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης διὰ νὰ διατάξῃ ἀνακρίσεις διοικητικὰς καὶ ἐξακριβώσῃ ἂν καὶ κατὰ πόσον ἡ εὐθύνη αὐτὴ βαρύνει τοὺς δικαστάς, τοὺς ὁποίους ἐγὼ τοὐλάχιστον νομίζω ὅτι βαρύνει.
§204Λ. ΚΑΤΑΦΥΓΙΩΤΗΣ. Εἶναι γνωστόν, κύριοι πληρεξούσιοι, ὅτι πολλοὶ ἀποθανόντες ἢ φονευθέντες ἐν Μικρᾷ Ἀσίᾳ δὲν φέρονται εἰς τὰ στρατολογικὰ γραφεῖα οὔτε εἰς τὰ Σώματά των παρουσιάζονται ὡς ἀπολεσθέντες. Δι’ αὐτὸ ἀπαιτεῖται ἡ πιστοποίησις τῆς ὑγειονομικῆς ὑπηρεσίας ὅτι ἐφονεύθησαν ἢ ἀπέθανον. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ διατάξῃ τὴν Ἀνωτάτην Ὑγειονομικὴν Ὑπηρεσίαν νὰ παράσχῃ ἀμέσως τὰ πιστοποιητικά, διότι εἰς τὰς ἐπαρχίας ἡ βραδύτης ἐπέρχεται ἐξ αὐτοῦ μόνον τοῦ λόγου.
§205Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δύο μάρτυρες χρειάζονται μόνον.
§206Λ. ΚΑΤΑΦΥΓΙΩΤΗΣ. Χρειάζεται καὶ πιστοποιητικὸν τῆς ὑγειονομικῆς ὑπηρεσίας. Δι’ αὐτὸ παρακαλῶ νὰ δώσετε τὰς δεούσας διαταγάς.
§207ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Φίλανδρος ἔχει τὸν λόγον.
§208Κ. ΦΙΛΑΝΔΡΟΣ. Παραιτοῦμαι, διότι ἀνεπτύχθησαν τὰ ζητήματα ἐν πλάτει.
§209Ο. ΚΥΠΡΙΑΝΟΣ. Ἐγὼ θὰ ἤθελον νὰ συστήσω νὰ ἀναθεωρηθῶσιν οἱ λαμβάνοντες ἐπίδομα, διότι λαμβάνουν καὶ πολλοὶ μὴ ὄντες ἀνάπηροι.
§210ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδενὸς ἄλλου ἔχοντος ζητήσει τὸν λόγον ἡ συζήτησις κηρύσσεται περατωμένη καὶ εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς Νομοθετικῆς Ἐργασίας Ψήφισις συνόλου τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 22 Αὐγούστου 1924 Ν. Δ. περὶ προσθέτου προστασίας τῆς παραγωγῆς καὶ τοῦ ἐξαγωγικοῦ ἐμπορίου τῆς σταφίδος». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). Συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐπανεξετάσεως ἀπορριφθέντων μαθητῶν».
§211ΤΙΝΕΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Νὰ ἀναβληθῇ.
§212Ι. ΓΙΑΜΟΥΖΗΣ. Ὄχι· ἀφορᾷ τὴν τύχην 600 οἰκογενειῶν τὸ νομοσχέδιον αὐτό. Ἢ θὰ ἀναγκάσετε τὰ παιδιὰ αὐτὰ νὰ μεταβληθῶσιν εἰς κακούργους;
§213ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Νὰ ἀναβληθῇ.
§214Γ. ΦΡΑΓΚΟΥΔΗΣ. Τὸ ζήτημα εἶναι σπουδαῖον καὶ πταίουσιν εἰς τοῦτο οἱ κατὰ διαφόρους ἐποχὰς Ὑπουργοί, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶχον τὸ θάρρος νὰ εἴπουν ὅτι δὲν ψηφίζουν τὸ νομοσχέδιον. Ἰδιαιτέρως τὴν εὐθύνην φέρει ὁ κ. Σπυρίδης ἐνθαρρύνας τὰ παιδιὰ αὐτά. Διότι υἱοθέτησεν ἓν νομοθέτημα τὸ ὁποῖον καταστρέφει τὴν παιδείαν. Καὶ εἰς ἐμὲ ἦλθον μαθηταὶ νὰ ἐπικαλεσθῶσι τὴν συνδρομήν μου, ἀλλὰ τοὺς ἀπέπεμψα καὶ τοὺς εἶπα νὰ ὑπάγουν νὰ μελετήσουν.
§215ΤΙΝΕΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Νὰ ἀναβληθῇ.
§216Ι. ΓΙΑΜΟΥΖΗΣ. Ὄχι.
§217Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἀναβάλλεται καὶ τίθεται πρῶτον εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς Παρασκευῆς.
§218ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται.
§219Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ ψῆφος τῆς Συνελεύσεως εἶναι ἐντελῶς ἐλευθέρα. Πρόκειται νὰ λάβωμεν ἓν μέτρον· ἂς ἀποφανθῇ ἡ Συνέλευσις. Ἂν δὲν θέλῃ, ἂς τὸ ἀπορρίψῃ.
§220Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Εἴπομεν νὰ συζητηθοῦν νομοσχέδια ἐπὶ τῶν ὁποίων δὲν ὑπάρχει ἀντίρρησις. Ἐπ’ αὐτοῦ ὑπάρχουν ἀντιρρήσεις. Ἐγὼ δὲν ἀντιλέγω εἰς τὴν ἀναβολήν.
§221Κ. ΦΙΛΑΝΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται τὸ ζήτημα ἀπὸ ἡμέρας εἰς ἡμέραν.
§222Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Τὴν 10ην νυκτερινὴν ἐπιδιώκεται νὰ ὑφαρπαγῇ ἡ ψῆφος τῆς Συνελεύσεως. Δὲν εἶναι δυνατὸν αὐτό.
§223Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ τὸν κ. συνάδελφον νὰ εἶναι προσεκτικώτερος εἰς τὰς ἐκφράσεις του, διότι ἡμεῖς δὲν ἐθεωρήσαμεν τὸ ζήτημα πολιτικὸν διὰ νὰ κυττάξωμεν νὰ ὑφαρπάσωμεν τὴν ψῆφον.
§224Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Δὲν λέγω δι’ ὑμᾶς.
§225Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἡμεῖς δὲν ὑφαρπάζομεν νομοσχέδια· τὸ ἠξεύρετε πολὺ καλά.
§226Ι. ΓΙΑΜΟΥΖΗΣ. Τὴν στιγμὴν καθ’ ἣν ἐπέρασαν τὰ σοβαρώτερα νομοσχέδια εἰς πρωινὰς ὥρας, ἔρχεται ὁ κ. ἐκ Καρδίτσης συνάδελφος νὰ φέρῃ ἀντιρρήσεις, ὅταν πρόκειται νὰ συζητηθῇ ζήτημα τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὴν τύχην 600 οἰκογενειῶν. Τὴν κατάστασιν δὲ αὐτὴν ἐδημιούργησεν αὐτὸ τὸ Κράτος διὰ τῶν ἐπιτάξεων τῶν σχολείων καὶ διὰ μὴ διορισμοῦ καθηγητῶν.
§227Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Δὲν ἠμπορεῖ νὰ τεθῇ αὔριον πρῶτον;
§228Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Νὰ τεθῇ μεθαύριον πρῶτον.
§229ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ Ν. Δ. τῆς 26 Αὐγούστου 1924 περὶ φορολογίας τῶν ἀμβύκων κλπ».
§230Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω ὅτι ἠμποροῦμεν νὰ ψηφίσωμεν αὐτὸ εἰς πρώτην συζήτησιν καὶ ἐν τῷ μεταξὺ θὰ ὑποβληθῇ τὸ ἴδιον νομοσχέδιον εἰς τὴν Κυβέρνησιν τροπολογημένον.
§231Γ. ΗΣΑΪΑΣ. Παρακαλῶ ν’ ἀναβληθῇ. Ἔχω ἐγὼ ἀντίρρησιν.
§232ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «Περὶ ἀνακλήσεως τῆς γενομένης δημοσιεύσεως ἐν τῷ ὑπ’ ἀριθ. 168 τῆς 23 Ἰουλίου 1924 φύλλῳ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως δῆθεν νόμου ὑπ’ ἀριθ’ 3109 ὑπὸ τὸν τίτλον περὶ τροποποιήσεως διατάξεων τοῦ Ν. Δ. τῆς 23 Ἀπριλίου 1924 «περὶ ἀμνηστίας, ἀναστολῆς ποινῶν, παραγραφῆς ἀδικημάτων κλπ. καὶ βʹ περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν διατάξεων τοῦ ὡς ἄνω Ν. Δ. τῆς 23 Ἀπριλίου 1924». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχὴν καὶ παραπέμπεται εἰς Ἐπιτροπήν). Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κατασκευῆς καὶ ἐπισκευῆς στρατιωτικῶν κτιρίων Φρουρᾶς Ἀθηνῶν». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀκυρώσεως τῆς διὰ Β. Διατάγματος τῆς 29 Φεβρουαρίου 1924 κηρυχθείσης ἀναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως γηπέδου ὑπὲρ τοῦ πρώτου οἰκοδομικοῦ Συνεταιρισμοῦ ἀνωτέρων δημοσίων ὑπαλλήλων Ἀθηνῶν». (Κηρυσσόμενον κατεπεῖγον ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ χορηγίας πιστώσεως διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἀπαιτουμένων ἐργασιῶν πρὸς ἀποπεράτωσιν τῆς ὁδοῦ Πανόρμου —Περάμπος». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἑρμηνείας τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ νόμου 3119 περὶ ἀφομοιώσεως τῶν στρατιωτικῶν συντάξεων». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐγκαταστάσεως ἀλλοδαπῶν ἐν Ἑλλάδι». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου τῆς Ἀστυνομίας πόλεων καὶ μερικῆς ἐπεκτάσεως τοῦ θεσμοῦ ἐν Ἀθήναις». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 3 Σεπτεμβρίου 1924 Νομοθετικοῦ Διατάγματος περὶ ἀπαγορεύσεως δικαιοπραξιῶν ἐπὶ ἀκινήτων». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). Αὔριον συζήτησις ἐπὶ τοῦ Συντάγματος. Λύεται ἡ συζήτησις διὰ νὰ ἐπαναληφθῇ αὔριον 4 μ.μ. (Ὥρα 10 μ.μ.).