1924.11.26
2.782 στίχοι · 22.053 λέξεις · 257 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 110Η
Τετάρτη 26 Νοεμβρίου 1924
Προεδρία Κ. Ρακτιβάν
(Ὥρα 4.45′ μ.μ.).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. (Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως). Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Συνέλευσιν τὰ ἑξῆς: — Ὁ Ν. Κηπούρης καταγγέλλει τὴν ἐξαγωγὴν ἀνεπεξεργάστων καπνῶν ἐν Κομοτηνῇ. — Οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου Βουνοῦ Τεγέας παρακαλοῦσιν ὅπως καταργηθῇ ὁ νῦν ἰσχύων φόρος ἐπὶ τῆς γεωργικῆς παραγωγῆς. — Ἡ Ἕνωσις τῶν ἐφέδρων Καϊλαρίων παραπονεῖται ἐναντίον τοῦ προϊσταμένου τοῦ Γραφείου Ἀνταλλαγῆς Καϊλαρίων καὶ ζητεῖ τὴν ἀπομάκρυνσιν τούτου. — Οἱ ὑπάλληλοι τῶν Τ.Τ.Τ. Ἕβρου παρακαλοῦσιν ὅπως ὁ χρόνος τῆς ἐν Θράκῃ ὑπηρεσίας των θεωρηθῇ ὡς διπλοῦς. — Οἱ στρατευθέντες μαθηταὶ παρακαλοῦσιν ὅπως τοῖς χορηγηθῶσιν εὐκολίαι τινὲς ὡς πρὸς τὴν ἐγγραφὴν αὐτῶν εἰς τὸ Πανεπιστήμιον. — Ὁ Πάνος Σοφιανὸς παρακαλεῖ ὅπως λόγῳ τῆς ἱκανοποιητικῆς τιμῆς τῆς σταφίδος ἀφεθῇ τὸ ζήτημα, ἵνα λάβῃ τὴν φυσικήν του ἐξέλιξιν. — Σχολικὴ Ἐπιτροπὴ Δράμας παρακαλεῖ τὴν Συνέλευσιν ὅπως ματαιωθῇ ἡ μελετωμένη μετάθεσις τοῦ γυμνασιάρχου Δράμας. — Ἡ Παμβοιωτικὴ Γεωργικὴ Ἕνωσις παρακαλεῖ ὅπως ἀπορριφθῇ τὸ Κωπαϊδικὸν νομοσχέδιον, ὡς καταστρέφον τοὺς δυτικοὺς περιοίκους τῆς Κωπαΐδος. — Οἱ συμβολαιογράφοι Ζακύνθου καὶ Σάμου παρακαλοῦσι τὴν Συνέλευσιν ὅπως μεριμνήσῃ διὰ τὴν βελτίωσιν τῆς θέσεώς των. — Κάτοικοι τῆς Κοινότητος Κασιμίου Τσιφλικίου διαμαρτύρονται ἐναντίον τοῦ ὑπαλλήλου τῆς Ἐφορίας Μεγαλοπόλεως διὰ τὴν ὑπερβολικὴν ἐγγραφὴν γεωργικῆς παραγωγῆς. — Ἡ Ἀδελφότης τῶν ἁμαξηλατῶν Ἀθηνῶν–Πειραιῶς παρακαλεῖ ὅπως προστατευθῶσιν ἀπέναντι τοῦ ἀνταγωνισμοῦ τῶν ταξιμέτρων αὐτοκινήτων. — Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης διαβιβάζει ἔγγραφον τοῦ Εἰσαγγελέως Πρωτοδικῶν Ἀθηνῶν περὶ χορηγίας ἀδείας παρὰ τῆς Συνελεύσεως πρὸς δίωξιν τοῦ πληρεξουσίου κ. Ι. Λυμπεροπούλου. Ἐπίσης διαβιβάζει ἔγγραφον τοῦ Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν Λαρίσης περὶ χορηγίας ἀδείας παρὰ τῆς Συνελεύσεως πρὸς δίωξιν τοῦ πληρεξουσίου κ. Κ. Ταλιαδούρου. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἐπερωτήσεων. Ὁ κ. Γ. Χατζηκυριακοῦ ἔχει τὸν λόγον.
§2Γ. ΧΑΤΖΗΚΥΡΙΑΚΟΥ. Εἶχον ὑποβάλει μίαν ἐπερώτησιν περὶ καταθέσεως τοῦ πρακτικοῦ τῆς Γενεύης περὶ μειονοτήτων, καὶ τὸ πρακτικὸν δὲν κατετέθη. Νομίζω ὅτι πρέπει νὰ συζητηθῇ.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατ’ ἀπόφασιν τῆς Συνελεύσεως σήμερον προηγεῖται ἡ ἐπερώτησις τῶν 14 χωρίων τῆς Ἠπείρου.
§4Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Δὲν ὑπάρχει τοιαύτη πρότασις.
§5Γ. ΧΑΤΖΗΚΥΡΙΑΚΟΥ. Ἂν δὲν συζητηθῇ ἀπόψε ἡ ἰδική μου ἐπερώτησις, τότε πρέπει νὰ ὁρισθῇ μία ἄλλη ἡμέρα, ἂν ἡ σημερινὴ δὲν εἶναι κατάλληλος.
§6Α. ΠΡΩΤΟΣΥΓΚΕΛΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐζήτησα τὸν λόγον πρὸ τῶν ἐπερωτήσεων ἐπὶ τοῦ ζητήματος τοῦ Σαββάτου, ἂν δὲν ὑπεβλήθη ἐπερώτησις...
§7Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Θέλω νὰ σᾶς εἰπῶ τὸ ἑξῆς πρᾶγμα· τὴν ἡμέραν κατὰ τὴν ὁποίαν ἐγένετο λόγος περὶ πρωτοκόλλου τῆς Γενεύης, θὰ ἐνθυμῆται ἡ Συνέλευσις ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔδειξε προθυμίαν ὅπως δεχθῇ μίαν τοιαύτην συζήτησιν. Ὀφείλω νὰ εἴπω ὅτι ἔκτοτε τὰ πράγματα τὰ διπλωματικὰ ἐξειλίχθησαν κατὰ τρόπον ὥστε, ἂν γίνῃ σήμερον συζήτησις ἐπ’ αὐτοῦ, θὰ ἐπέλθῃ βλάβη. Διὰ τοῦτο σᾶς παρακαλῶ νὰ ἀναβάλωμεν, διότι εἶναι δυνατὸν νὰ βλάψωμεν τὰ πράγματα.
§8ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§9Γ. ΧΑΤΖΗΚΥΡΙΑΚΟΥ. Θὰ περιωρίζετο ἡ συζήτησις εἰς τὸ ἐθνολογικὸν σημεῖον.
§10Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τεθῇ φραγμὸς εἰς τὴν συζήτησιν, κύριε συνάδελφε.
§11Σ. ΓΟΝΑΤΑΣ. Κατὰ τὴν ἀντίληψιν τὴν κυβερνητικήν, θὰ προσαχθῇ τὸ πρωτόκολλον πρὸς κύρωσιν ἐν τῇ Συνελεύσει ἢ θεωρεῖ τοῦτο ὅτι δυνατὸν νὰ γίνῃ ἄνευ τῆς ἀποφάσεως τῆς Συνελεύσεως;
§12Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις δύναται νὰ εἴπῃ εἶναι ὅτι μετὰ πάροδον ἡμερῶν τινων θὰ εἶναι εἰς θέσιν νὰ εἴπῃ ἂν ἐπιτρέπεται ἡ συζήτησις ἐπὶ τῶν γενομένων, ἐπὶ τοῦ πρωτοκόλλου. Τώρα, ἂν χρειάζεται ἐπικύρωσις ἢ ὄχι, ἰδιαιτέραν σημασίαν δὲν ἔχει ἀπὸ ἀπόψεως οὐσιαστικῆς καὶ ἀπὸ ἀπόψεως πολιτικῆς· ἔχει σημασίαν ἀπὸ ἀπόψεως νομικῆς· ἐν ἄλλοις λόγοις μία δήλωσις γενομένη, ἂν ἡ δήλωσις ἐκείνη εἶναι δήλωσις μειοῦσα τὰ δικαιώματα τοῦ Κράτους, τότε θὰ εἶναι ἀνάγκη νὰ γίνῃ νόμος. Ἂν δὲν μειοῖ ταῦτα, δὲν χρειάζεται νόμος. Μένει πάντως τὸ δικαίωμα τῆς Συνελεύσεως νὰ ἀποδοκιμάσῃ τὴν γενομένην πρᾶξιν, ὥστε νὰ τὴν καταστήσῃ ἀνύπαρκτον. Οὐσιαστικῶς καταλήγομεν εἰς τὸ αὐτὸ ζήτημα.
§13Γ. ΜΟΔΗΣ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἔχομεν τὴν γνώμην ὅτι θὰ ἐπεβάλλετο ἡ συζήτησις, ἂν ὄχι σήμερον, ἀλλ’ ἐν τῷ μέλλοντι, διότι ἐδημιουργήθησαν διάφοροι παρεξηγήσεις.
§14Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἀπόκειται εἰς τὴν Συνέλευσιν νὰ κρίνῃ πότε εἶναι δυνατὴ ἢ ὄχι ἡ συζήτησις.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Πρωτοσύγκελλος ἔχει τὸν λόγον.
§16Α. ΠΡΩΤΟΣΥΓΚΕΛΛΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ὁ ἀξιότιμος κ. πληρεξούσιος Θεσσαλονίκης ἐν τῇ ἀγορεύσει αὐτοῦ τοῦ Σαββάτου ἤλεγξε τὴν πολιτείαν ἐμοῦ ὡς Ὑπουργοῦ τῆς Ἐννόμου Τάξεως, ὅτι παρανόμως ἐξέδωκα διαταγὰς ἐξαγωγῆς τυροῦ καὶ ἐλαίου, ἐχρησιμοποίησε δὲ ἐν τῇ ἀγορεύσει του ἐκείνῃ φράσεις, αἱ ὁποῖαι δὲν ἦσαν καὶ τόσον εὐπρεπεῖς. Ἀφ’ ἧς στιγμῆς, κύριοι πληρεξούσιοι, ἀνέλαβον τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Ἐννόμου Τάξεως δύναμαι νὰ διαβεβαιώσω ὑμᾶς ὅτι ὄχι μόνον διαταγὴ ἐξαγωγῆς τυροῦ δὲν ἐξεδόθη, ἀλλὰ καὶ αὐστηρὰ μέτρα ἐλήφθησαν ἕνεκα διαδόσεώς τινος ὅτι κυκλοφοροῦν ἄδειαι ἐξαγωγῆς τυροῦ ἐκδοθεῖσαι ἐπὶ τῆς προηγουμένης Κυβερνήσεως ἢ καὶ ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως τῆς ἰδικῆς μας. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Συνέλευσις νὰ ἀναγνώσω τὴν διαταγὴν τὴν ὁποίαν ἔχω ἐκδώσει (ἀναγινώσκει): «Πρὸς ἁπάσας τὰς ἀστυνομικὰς καὶ τελωνιακὰς Ἀρχάς. Κατηγγέλθη ὅτι παρὰ διαφόρων ἀτόμων προσάγονται πρὸς πώλησιν εἰς διαφόρους ἐμπόρους ἄδειαι ἐξαγωγῆς τυροῦ ἀντὶ χρημάτων. Ἐπειδὴ κατὰ τὸν νόμον τῆς αἰσχροκερδείας ἀπηγορεύθη ἀπολύτως ἡ ἐκτὸς τοῦ Κράτους ἐξαγωγὴ παντὸς εἴδους τροφίμων, τιμωρουμένου ποινικῶς τοῦ ἐξάγοντος τοιαῦτα, καὶ μόνον δύναται νὰ ἐπιτραπῇ κατόπιν ἀποφάσεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἡ ἐξαγωγὴ τοιούτων, αἱ δὲ μέχρι σήμερον ἄδειαι εἶναι ἄκυροι παρ’ οἱασδήποτε Ἀρχῆς καὶ ἂν ἐξεδόθησαν. Διὰ ταῦτα: Ἐντελλόμεθα ὅπως προβῆτε εἰς τὴν κατάσχεσιν πάσης τοιαύτης ἀδείας, ἐνεργοῦντες καὶ ἔνορκον προανάκρισιν, ἣν θέλετε ὑποβάλει ἡμῖν μετὰ τῆς κατασχεθείσης ἀδείας».
§17Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Τίνα ἡμερομηνίαν ἔχει αὐτὴ ἡ διαταγή, κύριε συνάδελφε;
§18Α. ΠΡΩΤΟΣΥΓΚΕΛΛΟΣ. 21 Αὐγούστου. Θὰ ἤμην, κύριοι πληρεξούσιοι, ἄξιος ὄχι παραπομπῆς εἰς εἰδικὸν δικαστήριον, ὅπως ἐξήτησεν ὁ κ. πληρεξούσιος Θεσσαλονίκης, ἀλλ’ ἀγχόνης, ἂν εἶχον τὴν κουταμάραν νὰ ἐκδώσω διαταγὴν ἐξαγωγῆς τυροῦ, τροφίμου τὸ ὁποῖον σπανίζει εἰς ἡμᾶς καὶ τοῦ ὁποίου ὁ Λαὸς ἔχει ἀπόλυτον ἀνάγκην. Ἀλλὰ διὰ τὸ ζήτημα τοῦ τυροῦ ἰδίως πρέπει νὰ σᾶς εἴπω καὶ τὸ ἑξῆς. Ὁ τυρός, ὅπως γνωρίζετε πάντες, εἶναι προϊὸν τῆς Θεσσαλίας, εἶχε δὲ διατιμηθῆ κατὰ τὴν θερινὴν περίοδον παρὰ τῆς προηγουμένης Κυβερνήσεως εἰς μίαν τιμὴν λογικὴν καὶ ἀνάλογον τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. Μετὰ τὴν θερινὴν περίοδον προσήγγιζεν ἡ χειμερινὴ περίοδος καὶ ἦτο ἐπιβεβλημένον καὶ δίκαιον ἐν τῇ διατιμήσει τοῦ τυροῦ νὰ γίνῃ αὔξησις ἤ, ἂν δὲν ἐγίνετο αὔξησις τῆς τιμῆς αὐτοῦ, νὰ γίνῃ ἄρσις τῆς διατιμήσεως αὐτοῦ. Ἠδυνάμην δ’ ἐκ τοῦ νόμου νὰ τὸ κάμω, διότι ἐπρέσβευον καὶ πρεσβεύω ὅτι ἔπρεπε νὰ ἔχῃ αὐξηθῆ ἡ τιμὴ τοῦ τυροῦ, ἠδυνάμην νὰ τὴν αὐξήσω 5–10 δραχμὰς ἄνευ οὐδενὸς φόβου, διότι τὸ δικαίωμα εἶχον ἐκ τοῦ νόμου· δὲν τὸ ἔκαμα δὲ ἀκριβῶς διότι, προκειμένου περὶ προϊόντος τῆς Θεσσαλίας, θὰ παρεξηγούμην. Μόνον δὲ διὰ νὰ ἀποφύγω τὴν παρεξήγησιν ἐδείχθην αὐστηρὸς καὶ ἄδικος εἰς τὸ ζήτημα αὐτὸ καὶ μέχρι σήμερον διατηρεῖται ἡ τιμὴ τοῦ τυροῦ ἡ ἐαρινή, ἐνῷ ἔπρεπε νὰ ἰσχύῃ ἄλλη διατίμησις κατὰ τὴν χειμερινὴν περίοδον. Ἐκ τούτου ἀποδεικνύεται πόσον ὑπῆρξα αὐστηρὸς καὶ ἄδικος εἰς τὸ ζήτημα αὐτό. Πλὴν τούτου, κύριοι συνάδελφοι, οἱ μεγαλύτεροι τυρέμποροι τῶν Ἀθηνῶν εἶναι Θεσσαλοί, πατριῶταί μου, προσωπικοί μου δὲ φίλοι, καὶ ἂν ἤθελον νὰ καταχρασθῶ ἠδυνάμην ἄνευ οὐδενὸς φόβου νὰ ἄρω ἢ νὰ αὐξήσω τὴν διατίμησιν τοῦ τυροῦ καὶ νὰ ἔχω περιουσίαν ἑκατομμυρίων, ὅπως ἔχει καὶ ὁ ἐκ Θεσσαλονίκης ἔντιμος κ. συνάδελφος.
§19Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶπε τοιοῦτόν τι.
§20Θ. ΠΑΓΚΑΛΟΣ. Δὲν σᾶς κατηγόρησα διὰ κατάχρησιν· ἐνθυμεῖσθε ὅτι, ὅτε σᾶς ἤλεγξα, εἶπον ὅτι ὁ ἀξιότιμος καὶ ἔντιμος —διότι σᾶς ἐγνώρισα ὡς ἔντιμον ἀξιωματικόν—παρεσύρθη καὶ ὑπέγραψε τὴν διαταγήν· δὲν σᾶς εἶπον ὅτι κατεχράσθητε.
§21Α. ΠΡΩΤΟΣΥΓΚΕΛΛΟΣ. Θὰ σᾶς ἀποδείξω ὅτι δὲν παρεσύρθην.
§22Θ. ΠΑΓΚΑΛΟΣ. Ἄλλως τε, διὰ νὰ μὴ ἀπασχολῶ τὴν Συνέλευσιν, θὰ καταθέσω ἐπερώτησιν σχετικήν, δυνατὸν δὲ νὰ ἀποδειχθῇ ὅτι ἐπλανήθην.
§23Α. ΠΡΩΤΟΣΥΓΚΕΛΛΟΣ. Ὅσον ἀφορᾷ δὲ τὸ πολυθρύλητον ζήτημα τοῦ ἐλαίου, κατὰ μῆνα Ἰούνιον ὁ Ὑπουργὸς τῆς Ἐννόμου Τάξεως καὶ πληρεξούσιος Θεσσαλονίκης ἐξέδωκε τρεῖς διαταγὰς πρὸς τὰ τελωνεῖα Μυτιλήνης, Κρήτης καὶ Κερκύρας ἐπιτρέψας τὴν ἐξαγωγὴν ἐλαίου ἐκ μὲν Μυτιλήνης καὶ Κερκύρας ἀνὰ ἓν ἑκατομμύριον ὀκάδας, ἐκ δὲ τῆς Κρήτης ἀνὰ ἑκατὸν χιλιάδας ὀκάδας ἐξ ἑκάστου νομοῦ αὐτῆς. Τὸ μέτρον τοῦτο τῆς Κυβερνήσεως τότε, δίκαιον ὂν λόγῳ τῆς ὑπερπαραγωγῆς ἡ ὁποία ὑπῆρχεν εἰς τὰς ἐπαρχίας, διετηρήθη. Κατὰ τὰς ἀρχὰς Αὐγούστου ὁ διαδεχθεὶς τὸν πληρεξούσιον Θεσσαλονίκης ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Ἐννόμου Τάξεως ἀξιότιμος κ. Κούνδουρος ἐπέτρεψε τὴν ἐξαγωγὴν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν ἐκ τῆς παρακαταθήκης ἐλαίου μὲ παρακράτημα 30% ἐπὶ τοῦ ἐλαίου πρώτης ποιότητος μέχρι 3 βαθμῶν ὀξύτητος καὶ ἐπὶ τοῦ ἐλαίου δευτέρας ποιότητος μέχρις ἑπτὰ βαθμῶν ὀξύτητος μὲ παρακράτημα 20%. Δικαιότατον τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον ἀνεκούφισεν ὁλοκλήρους τοὺς ἐλαιοφόρους πληθυσμοὺς καὶ ἐθεράπευσεν ὅλα τὰ δίκαια παράπονα· ἀλλ’ ἐξαιρετικῶς διὰ τὴν Μυτιλήνην, λόγῳ τῆς ἀρίστης ποιότητος τὴν ὁποίαν παρεῖχε, δὲν περιείχετο ἡ παραγωγὴ διὰ τὴν ὀξύτητά της. Ὅταν παρέλαβον τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Ἐννόμου Τάξεως κατ’ Αὔγουστον, ἀθρόα τηλεγραφήματα ἔφθανον ἐξ ὅλων τῶν μερῶν τῆς Μυτιλήνης ὅτι ἔχουσι 5½ ἑκατομμύρια ἀπόθεμα καὶ ἔλεγον ὅτι ἡ προσεγγίζουσα ἐσοδεία φέρει μεγάλην ποσότητα ἐλαίου, καὶ παρεκάλον νὰ ἐπιτρέψωμεν τὴν ἐξαγωγὴν τοῦ ἐλαίου.
§24Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Αὐτὰ τὰ παράπονα ἐκ μέρους τοῦ λαοῦ τῆς Μυτιλήνης ὀφείλω νὰ δηλώσω ὅτι καὶ ἐκ τῆς ὑπουργίας μου εἶχον διατυπωθῆ, δηλαδὴ παρεπονέθησαν διὰ τὸ μέτρον τοῦ παρακρατήματος.
§25Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Δὲν παρεπονέθησαν μόνον, διότι ἡ παραγωγὴ ἦτο μεγάλη καὶ ἑπομένως τὸ παρακράτημα ἦτο ἀνεπαρκές, ἀλλὰ παρεπονέθησαν διότι συμφώνως πρὸς τὴν Ὑπηρεσίαν ἐξεδόθησαν διαταγαὶ χωρὶς πρόνοιαν ἐφαρμογῆς. Διότι, ἐνῷ ὡρίζετο ὅτι θὰ ὑπάρξῃ παρακράτημα 30%, δὲν ὑπῆρχε καμμία Ὑπηρεσία ἡ ὁποία νὰ ἐπιβλέπῃ διὰ τὸ παρακράτημα. Καὶ ἐνῷ παρείχετο ἡ ψευδὴς ἐντύπωσις ὅτι θὰ ἐπετρέπετο ἡ ἐξαγωγή, κατ’ οὐσίαν εἶχεν ἀπαγορευθῆ.
§26Α. ΠΡΩΤΟΣΥΓΚΕΛΛΟΣ. Εἰσηγήθην τὴν ὑπόθεσιν τῆς ἐξαγωγῆς τοῦ ἐλαίου εἰς τὸ πρῶτον Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, διότι ἀνεγνώριζα τὰ δίκαια παράπονα τῶν Μυτιληναίων. Τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ἀπεφάσισε τὴν ἐξαγωγὴν ἄνευ οὐδενὸς παρακρατήματος τοῦ ἐλαίου. Τὰς ἡμέρας ἐκείνας ἦλθον ὅλοι σχεδὸν οἱ πληρεξούσιοι Μυτιλήνης ἀνεξαρτήτως πολιτικῆς ἀποχρώσεως καὶ μοὶ ἐξέθηκαν τὸ ζήτημα, διότι εἶχον λάβει καὶ αὐτοὶ τηλεγραφήματα ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν των καὶ μὲ παρεκάλεσαν νὰ ἐκδώσω ἀδείας ἐξαγωγῆς. Εἶπον εἰς αὐτοὺς ὅτι τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ἀπεφάσισε νὰ ἐπιτρέψῃ τὴν ἐξαγωγὴν ἐλαίου καὶ τὴν 5ην Αὐγούστου ἐξέδωκα τὴν ἑξῆς διαταγήν, τὴν ὁποίαν θὰ μοὶ ἐπιτρέψετε νὰ διαβάσω (ἀναγινώσκει): «Νομάρχην, Τελώνην, Μυτιλήνην. Ἐπιτρέψατε ἐξαγωγὴν ἑνὸς ἑκατομμυρίου ὀκάδων ἐλαίου. Ἀποφάσεις πρὸς πλήρη ἐλευθερίαν ἐξαγωγῆς ληφθήσονται προσεχῶς».
§27Θ. ΠΑΓΚΑΛΟΣ. Δι’ αὐτὸ καὶ μόνον τὸ τελευταῖον σᾶς ἤλεγξα.
§28Α. ΠΡΩΤΟΣΥΓΚΕΛΛΟΣ. Τὸ περίεργον εἶναι ὅτι ἀκριβῶς δι’ αὐτὴν τὴν παράγραφον, τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐθεώρησε σκάνδαλον, θὰ μοὶ ἐπιτρέψετε νὰ εἴπω ὅτι ἡ διαταγὴ αὐτή, κατόπιν σκέψεως, συνετάχθη ἐπὶ παρουσίᾳ τοῦ πληρεξουσίου Μυτιλήνης κ. Παπανδρέου, τοῦ ὁποίου ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν. Εἶναι ἰδιοχείρως γραμμένη. Ἐτέθη δὲ ἐπίτηδες διὰ νὰ ἀσφαλίσῃ τὰς σχέσεις τῶν παραγωγῶν καὶ ἐμπόρων καὶ νὰ μὴ γίνῃ αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἐφαντάσθητε σεῖς ἐν τῇ διανοίᾳ σας· διὰ νὰ μὴ κάμουν οἱ ἔμποροι προαγορὰς καὶ νὰ γνωρίζουν οἱ παραγωγοὶ ὅτι θὰ ἀφεθῇ ἐλεύθερον τὸ ἔλαιον.
§29Θ. ΠΑΓΚΑΛΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας καὶ τῶν Οἰκονομικῶν βεβαίως ἔπρεπε νὰ σκεφθῇ ὅπως λέγετε σεῖς, ἀλλὰ σεῖς, ὡς Ὑπουργὸς τῆς Ἐννόμου Τάξεως, ἔπρεπε νὰ ὑπερασπίσετε τὰ ζωτικώτατα συμφέροντα τοῦ λαοῦ. Αὐτὸ εἶναι τὸ ἔργον σας, ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ προκειμένου εἰργάσθητε ἀντιστρόφως.
§30Α. ΠΡΩΤΟΣΥΓΚΕΛΛΟΣ. Αὐτὸ ἀκριβῶς εἶπον εἰς τὸν λαὸν τῆς Μυτιλήνης. Λαὸς δὲ τῆς νήσου Λέσβου θὰ εἴπῃ καλλιεργηταὶ ἐλαιῶν καὶ ἐλαιοπαραγωγή.
§31Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ δύο λέξεις. Ἐπιθυμῶ νὰ πληροφορήσω τὸν κ. πληρεξούσιον Θεσσαλονίκης ὅτι ἡ ἀποστολὴ τοῦ τηλεγραφήματος ἐγένετο κατόπιν προσωπικῆς μου παρακλήσεως, ἐγένετο δὲ ὑπὸ τὰς ἀκολούθους συνθήκας. Πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ὁ τότε Ὑπουργὸς τῆς Ἐννόμου Τάξεως μὲ εἶχε βεβαιώσει ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἀπεφάσισε πλήρη ἐλευθερίαν εἰς τὴν ἐξαγωγὴν τοῦ ἐλαίου Μυτιλήνης. Κατόπιν τῆς βεβαιώσεως αὐτῆς ἐτηλεγράφησα εἰς Μυτιλήνην ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐπέτρεψε πλήρη ἐλευθερίαν καὶ τὸ ἐμπόριον ἐν Μυτιλήνῃ εἶχε πλήρη γνῶσιν τῆς τοιαύτης ἀποφάσεως. Ἐβράδυνεν ὅμως περιέργως ἡ ὑπογραφὴ τοῦ πρακτικοῦ καὶ τότε ἐπεσκέφθην εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τὸν κ. Πρωτοσύγκελλον καὶ τῷ εἶπον ὅτι ἡ καθυστέρησις εἶναι ἀδικαιολόγητος, δημιουργοῦνται ἐμπορικαὶ καταστάσεις δυσχερεῖς, διότι ἓν ἐκ τῶν δύο συμβαίνει· ἢ ὑφίσταται ἀπόφασις καὶ πρέπει ταχέως νὰ ἀνακοινωθῇ ἢ δὲν ὑφίσταται καὶ πρέπει καὶ πάλιν νὰ ἀνακοινωθῇ. Παρεμβαίνω εἰς μίαν ὑπόθεσιν ἀπὸ καθῆκον εἰλικρινείας, βλέπετε ὅτι τὸ θεωρῶ ὡς ζήτημα τιμῆς δι’ ἐμέ, εἰς μίαν ὑπόθεσιν κατὰ τὴν ὁποίαν ἐλέγχεται εἷς πληρεξούσιος διὰ νὰ συμμερισθῶ τὰς ἠθικὰς εὐθύνας, ἂν ὑπάρχωσι.
§32ΤΙΝΕΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Δὲν ὑφίστανται εὐθῦναι.
§33Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Δὲν ὑφίστανται. Τότε λοιπὸν ὁ κ. Πρωτοσύγκελος ἐτηλεγράφησεν ὅπως προηγουμένως εἶχεν ἀποφασισθῆ.
§34Θ. ΠΑΓΚΑΛΟΣ. Ἐπετράπη λοιπὸν ἐλευθερία ἐξαγωγῆς;
§35Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Βεβαίως καὶ εἶναι ἐλευθέρα ἡ ἐξαγωγὴ σήμερον.
§36Θ. ΠΑΓΚΑΛΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίθετος πληροφορία, ὅτι δὲν εἶναι ἐλευθέρα.
§37Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἐγὼ γνωρίζω ὅτι εἶναι ἐλευθέρα.
§38Θ. ΠΑΓΚΑΛΟΣ. Ἁρμόδιος εἶναι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας νὰ τὸ βεβαιώσῃ.
§39Κ. ΣΠΥΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Ἰδοὺ τί συμβαίνει· ἔχομεν ἐνδομύχως λάβει τὴν ἀπόφασιν νὰ ἀφήσωμεν ἐλευθέραν τὴν ἐξαγωγήν. (Θόρυβος). Ἀφήσατέ με νὰ ὁμιλήσω, ἂν θέλετε νὰ σᾶς ἀπαντήσω καὶ ἂν δὲν θέλετε νὰ ἀστειευώμεθα. Λοιπὸν θέλετε νὰ μὲ ἀκούσετε;
§40Θ. ΠΑΓΚΑΛΟΣ. Ὁρίστε· ἐγὼ δὲν σᾶς διακόπτω.
§41Κ. ΣΠΥΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Ἰσχυριζόμεθα, φρονοῦμεν καὶ ἔχομεν καθῆκον νὰ ἀφήσωμεν ἐλευθέραν τὴν ἐξαγωγήν. Ὑπάρχουν 30 ἑκατομμύρια ὀκάδες ἐλαίου, αἱ ὁποῖαι ἀναμένουν τὰ ἐλαιοπιεστήρια. Λοιπὸν σᾶς ἀπαντῶ ὅτι ἕως ὅτου κανονισθῇ γενικῶς τὸ ζήτημα ἐδώσαμεν ἐντολὴν νὰ ἐξαχθῇ ἓν ἑκατομμύριον ὀκάδων ἐλαίου.
§42Θ. ΠΑΓΚΑΛΟΣ. Δὲν μᾶς ἀπαντᾶτε μὲ μίαν λέξιν; Εἶναι ἐλευθέρα σήμερον ἡ ἐξαγωγὴ ἢ ὄχι;
§43Κ. ΣΠΥΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Σᾶς ἀπαντῶ ὅτι εἶναι ἐλευθέρα.
§44Κ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Εἴπετε ἐνδομύχως. Ἐνδομύχως εἶναι ἐλευθέρα ἢ εἶναι ἐλευθέρα;
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπανερχόμεθα εἰς τὸν Κανονισμόν. Παρακαλῶ ἡσυχία. Μόνον ὁ εἰς ὃν ἀφορᾷ τὸ προσωπικὸν ζήτημα ἀγορεύει καὶ ὁ θίξας. Ἄλλος οὐδείς. Ὁρίστε, κ. Πρωτοσύγκελλε.
§46Α. ΠΡΩΤΟΣΥΓΚΕΛΛΟΣ. Μὲ τὸν ἀξιότιμον κ. πληρεξούσιον Θεσσαλονίκης, κύριοι συνάδελφοι, ἔχω συνεργασθῆ πολλὰ ἔτη. Προσέφερον ὑπηρεσίας πολλάς, προσωπικῶς δὲ σοβαρωτάτας εἰς αὐτόν, ἴσως ἄλλας μὲν γνωστὰς αὐτῷ, ἄλλας δὲ ἴσως ἀγνώστους, ἰδίως κατὰ τὴν ἐπαναστατικὴν περίοδον. Προσέφερον δὲ τοιαύτας ὑπηρεσίας αὐτῷ προσωπικῶς, ὥστε ἐκινδύνευσα νὰ παρεξηγηθῶ ἀπὸ ὁλόκληρον τὸν στρατιωτικὸν κόσμον καὶ νὰ θεωρηθῶ ὡς Παγκαλικὸς ἀξιωματικός. Δὲν ἤλπιζον ποτὲ ὅτι ἀντὶ τῶν ὑπηρεσιῶν αὐτῶν ἤθελεν ἐν τῇ περιστάσει ταύτῃ μοὶ προσφέρει χολὴν ἀντὶ τοῦ μάννα, στηρίζων τὴν ἐναντίον μου ἐπίθεσιν ἐπὶ ἀνυπάρκτων ἢ ἐσφαλμένων πληροφοριῶν. Τώρα, ἀσχέτως αὐτῶν, ἐπαφίεμαι νὰ κρίνῃ ἡ Ἐθνοσυνέλευσις, ἂν ἐνήργησα καλῶς ὡς Ὑπουργὸς τῆς Ἐννόμου Τάξεως ἐπὶ τῶν δύο αὐτῶν ζητημάτων. Εἰς δὲ τὸν ἀξιότιμον πληρεξούσιον Θεσσαλονίκης ἐπιβάλλεται, κατόπιν τῶν δοθεισῶν ἐξηγήσεων, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ στηριχθῇ ἐπὶ ἀδεσπότων πληροφοριῶν, ἐπιβάλλεται, λέγω, νὰ ἀνακαλέσῃ ὅλας τὰς ἐκστομηθείσας ἐναντίον μου ὕβρεις, διότι ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει μοιραίως ἐγείρει ἀκέραιον ἐπὶ τῆς ράχεώς του τὸ βάρος τῆς συκοφαντίας.
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λήγει τὸ παρεμπῖπτον ζήτημα καὶ συνεχίζομεν τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἐπερωτήσεων.
§48Κ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἐζήτησα τὸν λόγον, κ. Πρόεδρε, πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως.
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα, τὸν εἴχετε ζητήσει προηγουμένως. Ὁρίστε.
§50Κ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἀσφαλῶς, κύριοι πληρεξούσιοι, τὸ φαινόμενον τὸ ὁποῖον παρουσιάζεται σήμερον ἐνώπιον ἡμῶν δὲν ἔχει παρουσιασθῆ εἰς καμμίαν Βουλήν, εἰς καμμίαν Συνέλευσιν. Ὁμιλῶ περὶ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως, στενούσης ὑπὸ τὸν φόρτον 150 καὶ πλέον ἐπερωτήσεων. Ὁμιλῶν ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως πρὸ ἡμερῶν ἠθέλησε νὰ δικαιολογήσῃ τὴν πληθώραν ταύτην τῶν ἐκκρεμῶν ἐπερωτήσεων εἰπὼν ὅτι αὕτη ὀφείλεται εἰς τὸ ὅτι πολλοὶ τῶν κυρίων πληρεξουσίων ὑποβάλλουν ἐπερωτήσεις διὰ ζητήματα ἐπουσιώδη, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ λάβουν τὴν μορφὴν ἐρωτήσεων ἢ τὰ ὁποῖα τὸ πολὺ–πολὺ ἔπρεπε νὰ λυθοῦν ἐντὸς τῶν ὑπουργικῶν γραφείων.
§51Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ δεύτερον δὲν τὸ εἶπον ἐγώ.
§52Κ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Τὸ εἴπετε, ὅτι εἶναι ζητήματα τὰ ὁποῖα ἠδύναντο νὰ λυθῶσιν ἐντὸς τῶν ὑπουργικῶν γραφείων· ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν τῆς Συνελεύσεως. Συνεχίζων δὲ ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀνέπτυξε τὴν πρωτότυπον, κατ’ ἐμὲ τοὐλάχιστον, θεωρίαν ὅτι ἡ ἐπερώτησις πρέπει νὰ ὑποβάλλεται μόνον τότε, ὅταν ἀντικειμενικὸς σκοπὸς τοῦ ἐλέγχου, ὁ ὁποῖος θὰ λάβῃ χώραν, θὰ εἶναι ἡ ἀνατροπὴ τῆς Κυβερνήσεως. Εἶμαι ὑποχρεωμένος, κύριοι πληρεξούσιοι, νὰ διαφωνήσω πρὸς τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως εἰς ἀμφότερα τὰ σημεῖα. Ἡ πληθώρα τῶν ἐκκρεμῶν ἐπερωτήσεων ὀφείλεται εἰς τὸ ὅτι ἀπὸ τῆς ἐγκαθιδρύσεως τοῦ δημοκρατικοῦ πολιτεύματος, ἤτοι ἀπὸ ἐννέα περίπου μηνῶν, οὐδεμία ἐπερώτησις συνεζητήθη ἐξ ἐκείνων αἵτινες τακτικῶς ὑπεβλήθησαν ἐκ μέρους τῶν ἀξιοτίμων πληρεξουσίων, αἱ δὲ συνεδριάσεις αἱ ἀφιερωμέναι κατὰ τὸν Κανονισμὸν εἰς τὸν κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον κατηναλώθησαν ἢ διὰ ζητήματα ὅλως ξένα καὶ ἄσχετα πρὸς τὸν κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον ἢ δι’ ἐπερωτήσεις ἐκτάκτως εἰσαχθείσας κατὰ τὸν γνωστὸν τρόπον.
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ποῖον τρόπον;
§54Κ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Τῆς προτάξεως.
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κανονικῶς δηλαδὴ κατ’ ἀπόφασιν τῆς Συνελεύσεως.
§56Κ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Μάλιστα. Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ διαφωνήσω διὰ τὴν ἀναπτυχθεῖσαν αὐτὴν θεωρίαν τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι τουτέστιν αἱ ἐπερωτήσεις πρέπει νὰ κατατίθενται μόνον ὅταν πρόκειται περὶ σοβαρωτάτου ζητήματος, τὸ ὁποῖον θὰ ἐπακολουθήσῃ ψῆφος ἐμπιστοσύνης πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Ὁ κοινοβουλευτικὸς ἔλεγχος, κύριοι πληρεξούσιοι, δὲν ἔχει ὡς μυστικὸν σκοπὸν τὴν ἀνατροπὴν τῆς Κυβερνήσεως, ἔχει σκοπὸν τὴν διαφώτισιν τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ σοβαρωτάτων ζητημάτων.
§57ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Τότε εἶναι σύστασις.
§58Κ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἔχει σκοπὸν τὴν πρόληψιν καταχρήσεων ἐκ μέρους τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας, ἔχει σκοπὸν ὅπως ἐνεργῇ μεμονωμένον ἔλεγχον ἐναντίον μελῶν τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος ὡς ἀποτέλεσμα θὰ ἔχῃ ἀσφαλῶς ὅπως οἱ Ὑπουργοὶ οὗτοι ὁδηγηθοῦν εἰς τὴν ὁδὸν τοῦ καθήκοντος. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἔχω τοῦτο νὰ εἴπω, κύριοι πληρεξούσιοι, πρόχειρον παράδειγμα. Πρὸ μηνῶν ὁλοκλήρων εἶχον καταθέσει ἐπερώτησιν, διὰ τῆς ὁποίας ἐζήτουν ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῆς Γεωργίας τότε νὰ μοὶ γνωρίσῃ τὸ ἀποτέλεσμα τῶν ἐνεργειῶν του περὶ καταγγελίας ὑποβληθείσης ἐκ μέρους μου, ὡς Νομάρχου Ἀργολιδοκορινθίας, ἐναντίον ἀνωτάτου ὑπαλλήλου. Ἡ ἐπερώτησις αὕτη δὲν εἶδε καθόλου τὸ φῶς, μετά τινα δὲ χρόνον εἶδον εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως ὅτι ὁ ὑπάλληλος αὐτὸς προήγετο. Ἂν συνεζητεῖτο ἡ ἐπερώτησις καὶ ἂν μοὶ ἐδίδετο καιρὸς ὅπως ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἀναπτύξω τὰς πράξεις αὐτοῦ τοῦ ὑπαλλήλου, εἶμαι βέβαιος ὅτι καὶ ὁ πλέον ἀσυνείδητος Ὑπουργὸς δὲν θὰ ἐτόλμα ὄχι νὰ ὑπογράψῃ τὴν προαγωγήν, ἀλλ’ οὐδὲ νὰ ἀφήσῃ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τὸν περίφημον ἐκεῖνον ὑπάλληλον.
§59Β. ΑΛΕΒΙΖΑΤΟΣ. Ποῖος εἶναι ὁ ὑπάλληλος αὐτός;
§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ· δὲν συζητεῖται τώρα ἡ ἐπερώτησις.
§61Β. ΑΛΕΒΙΖΑΤΟΣ. Πρὸς διαφώτισιν ἡμῶν, κ. Πρόεδρε.
§62Κ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Κύριοι πληρεξούσιοι, ἐκ τῶν ὑπαρχουσῶν ἐπερωτήσεων εἶμαι βέβαιος ὅτι πολλαὶ ἀσφαλῶς θὰ ἠδύναντο νὰ λάβουν τὴν μορφὴν τῆς ἐρωτήσεως. Ἀλλ’ ἀπὸ τοῦ σημείου τούτου μέχρι τῆς ἀπόψεως τὴν ὁποίαν ὑπεστήριξεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὑπάρχει μεγάλη ἀπόστασις. Εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν, κύριοι πληρεξούσιοι, εἶναι ἐγγεγραμμέναι ἀπὸ μηνὸς καὶ πλέον ἐπερωτήσεις σοβαρώταται, αἱ ὁποῖαι δὲν εἶδον οὔτε ὑπάρχει ἐλπὶς νὰ ἴδουν τὸ φῶς ἤ, ἂν ὑπάρχῃ ἐλπὶς νὰ συζητηθοῦν, θὰ συζητηθοῦν μετὰ χρόνον μακρόν, ὅτε οὐδὲν θὰ ὑπάρξῃ τὸ ἐκ τούτων ὄφελος, οἱ δὲ ἐλεγχόμενοι Ὑπουργοὶ δὲν θὰ κάθηνται εἰς τὰ ἑδώλια ἐκεῖνα, διότι, καθὼς γνωρίζομεν πάντες, ὅλα τὰ πράγματα καὶ πρὸ παντὸς αἱ Κυβερνήσεις ἀλλάσσουν εἰς τὸν μάταιον αὐτὸν κόσμον. Εἶναι ἐγγεγραμμέναι ἐπερωτήσεις σπουδαιόταται, κύριοι συνάδελφοι, ἀφορῶσαι σπουδαῖα συμφέροντα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἔχω καταθέσει ἐπερώτησιν μετ’ ἄλλων συναδέλφων διὰ τίνα λόγον καθυστεροῦν κατὰ 99% αἱ συντάξεις θυμάτων πολέμου ἐπὶ μίαν ἑξαετίαν καὶ οὐδεμία δίδεται οὐδὲ θὰ δοθῇ ἀπάντησις. Κατέθεσα πρὸ πολλῶν ἡμερῶν ἐπερώτησιν διὰ τὸ δυστύχημα τοῦ κινηματογράφου, τὸ ὁποῖον εἶχεν ὡς θύματα 30 νεκροὺς καὶ 70 τραυματίας καὶ διὰ τὸ ὁποῖον ἠθικῶς ὑπεύθυνον εἶναι τὸ Κράτος καὶ ἀμέσως ὑπεύθυνος ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀλλ’ οὐδὲ συνεζητήθη οὐδ’ ὑπάρχει ἐλπὶς νὰ συζητηθῇ. Ἔχω καταθέσει ἐπερώτησιν μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου πληρεξουσίου Πρεβέζης κ. Χαβίνη καὶ ἐρωτῶ τὴν Κυβέρνησιν τίνα μέτρα ἔλαβεν ἐναντίον ἐκείνων οἱ ὁποῖοι δὲν ἐδήλωσαν μίαν πεντάραν περιουσίας, ἐναντίον ἐκείνων οἱ ὁποῖοι δὲν ἐδήλωσαν οὐδεμίαν πρόσοδον. Καὶ εἶμαι ἀπολύτως βέβαιος ὅτι ἐκ τῶν πινάκων οἱ ὁποῖοι κατετέθησαν ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅταν συζητηθῇ ἡ ἐπερώτησις ἐκείνη, ἀσφαλῶς θὰ συγκινηθῇ καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Συνέλευσις καὶ πρὸ παντὸς θὰ συγκινηθῇ ὁ Ἑλληνικὸς λαός, ὁ ὁποῖος θὰ σκεφθῇ σοβαρώτερον περὶ τῆς τύχης του. Κύριοι πληρεξούσιοι, θὰ ἠδίκουν ἐμαυτὸν καὶ τὴν Συνέλευσιν, ἂν ἤθελον νὰ ἀναπτύξω τὴν σημασίαν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου, ὡς καὶ τοὺς κινδύνους ἐκείνους τοὺς ὁποίους γεννᾷ ἡ τακτικὴ αὐτὴ ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως. Φρονῶ λοιπόν, ὅπως φρονεῖ, ἐλπίζω, καὶ ὅλη ἡ Συνέλευσις ὅτι εἶναι ἀπόλυτος ἀνάγκη, ὅπως ἐξαντληθῇ ἡ Ἡμερησία Διάταξις τῶν ἐπερωτήσεων μέχρι μιᾶς δι’ οἱουδήποτε τρόπου καὶ δι’ οἱωνδήποτε ὁλονυκτίων ἔστω συνεδριάσεων, οὕτως ὥστε νὰ κατορθώσωμεν καὶ νὰ συζητῶμεν κατὰ τὰς ὡρισμένας ἡμέρας τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου τὰς ὑποβαλλομένας μέχρι τῆς ἡμέρας ἐκείνης ἐπερωτήσεις. Διὰ νὰ ἐπιτευχθῇ ὅμως τοῦτο εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ τονίσω καὶ ἓν ἄλλο σημεῖον. Εἶναι ἀνάγκη οἱ ἁρμοδιώτεροί μου νὰ συστήσωσιν εἰς τοὺς πλείστους συναδέλφους μεγαλυτέραν προθυμίαν εἰς τὸ ἔργον καὶ συχνοτέραν τὴν ἐμφάνισιν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, διότι εἶναι ἀναμφισβήτητον, κύριοι, ὅτι πολλὰς προσφιλεῖς φυσιογνωμίας τῶν κυρίων πληρεξουσίων βλέπομεν μόνον ὅταν πρόκειται νὰ τεθῇ ζήτημα ἐμπιστοσύνης. Εἶναι ἀνάγκη ἀπόλυτος, κύριοι, νὰ τονισθῇ τοῦτο, ὅτι ἡ γαλήνευσις καὶ ἡ ἡσυχία τῆς Χώρας, τὰ ὁποῖα ἐπαγγελλόμεθα, καὶ ἡ προστασία τῶν συμφερόντων τοῦ λαοῦ, τοῦ ὁποίου εἴμεθα ἀντιπρόσωποι, ἔχει ἀνάγκην θυσιῶν, φρονῶ δὲ ὅτι ἡ πλέον ἀνώδυνος θυσία εἶναι ἡ τακτικὴ προσέλευσις τῶν πληρεξουσίων εἰς τὰς συνεδριάσεις τῆς Συνελεύσεως.
§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καρασεβδᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§64Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Ἐκ τῆς μέχρι τοῦδε ἐφαρμογῆς τοῦ Κανονισμοῦ κινδυνεύομεν νὰ ἴδωμεν τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα παρεκκλῖνον τοῦ σκοποῦ αὑτοῦ. Ἂν πάρωμεν τοὺς Κανονισμοὺς κατὰ γράμμα καὶ τοὺς ἐφαρμόσωμεν, θὰ ἴδωμεν ὅτι τὰ ὄργανα τὰ ἐντεταλμένα διὰ τὴν ἐφαρμογὴν αὐτῶν θὰ πάθωσιν ἔμφραξιν. Τὸ αὐτὸ συμβαίνει καὶ μὲ τοὺς δημοσίους λειτουργούς. Ὑπάρχει διάταξις τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, ἡ ὁποία λέγει ὅτι πᾶς δημόσιος ὑπάλληλος, ἂν δὲν καταγγείλῃ τὰς πράξεις τὰς ἀξιοποίνους αἱ ὁποῖαι ὑποπίπτουν εἰς τὴν ἀντίληψιν αὑτοῦ καταγγέλλεται ἐπὶ παραβάσει καθήκοντος. Καὶ ὅπως ἔχουν σήμερον τὰ πράγματα, ἂν εἷς θέλῃ νὰ ἐφαρμόσῃ τὸν Κανονισμὸν καὶ τὸν Νόμον, θὰ πάθῃ ἔμφραξιν.
§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶσθε ἐγεγραμμένος.
§66Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Ὑποθέτω ὅτι ἡ Συνέλευσις συναινεῖ. Τὸ αὐτὸ καθῆκον ἐπιβάλλεται εἰς κάθε πολίτην, θέλοντα νὰ ἐκπληρώσῃ τὰ καθήκοντά του, νὰ πάθῃ καὶ αὐτὸς ἔμφραξιν. Τὸ αὐτὸ συμβαίνει καὶ διὰ τὴν Συνέλευσιν. Κάθε πρᾶξις παράνομος καὶ μὴ σκόπιμος ἔρχεται δι’ ἐπερωτήσεως εἰς τὴν Συνέλευσιν, ἐνῷ κατ’ ἀνάγκην οἱ πληρεξούσιοι πρέπει νὰ παίρνωσι τὰς μᾶλλον σημαντικάς. Ὑπάρχουσι καὶ ἄλλοι τρόποι ἐλέγχου· εἶναι ὁ Τύπος, ἡ μήνυσις καὶ ἡ ἐμφάνισις εἰς τὸν Ὑπουργόν. Δύναται καὶ ὁ πληρεξούσιος καὶ ὁ κάθε ἕνας νὰ ἐμφανίζεται εἰς τὸν Ὑπουργόν. Ἐγὼ δὲν παρέλειψα νὰ κάμνω αὐτὸ καὶ σπανίως κάμνω ἔλεγχον· πηγαίνω εἰς τὸν Ὑπουργὸν καὶ εἰς τοὺς ὑπαλλήλους καὶ λέγω τὰ παράπονά μου. Δὲν ἔχω μέχρι σήμερον ὑποβάλει οὔτε ἀναφορὰν οὔτε ἐρώτησιν οὔτε ἐπερώτησιν.
§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως τῆς ἀφορώσης τὰ 14 χωρία ὁ κ. Μόδης ἔχει τὸν λόγον.
§68Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ ἔχω ἐγὼ τὸν λόγον.
§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ἀπόφασις τῆς Συνελεύσεως.
§70Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Δὲν ὑπάρχει καμμία ἀπόφασις. Ἔχω καταθέσει καὶ ἐγὼ ἐπερώτησιν.
§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ἀμέσως ἡ ἑπομένη.
§72Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Ὅταν συζητηθῇ αὐτή, δὲν θὰ συζητηθῇ ἡ ἰδική μου, ἡ ὁποία ἔχει κάποιον σοβαρώτερον σκοπόν, ἐνῷ διὰ τὰ 14 χωρία δὲν πρόκειται νὰ δοθῇ τοιαύτη ἀπάντησις, ὥστε νὰ καθησυχάσῃ τὴν ἐξέγερσιν τοῦ κοινοῦ.
§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μόδης ἔχει τὸν λόγον.
§74Γ. ΜΟΔΗΣ. Θὰ ἦτο προτιμότερον ἡ ἐπερώτησις τῶν 14 χωρίων τὰ ὁποῖα ἐξεκενώσαμεν νὰ συνδυασθῇ μὲ τὴν ἐπερώτησιν διὰ τὸ Πρωτόκολλον τῆς προστασίας τῶν μειονοτήτων. Ἐφόσον ὅμως ἡ Κυβέρνησις δὲν δέχεται τοῦτο, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὴν πρώτην ἐπερώτησιν κεχωρισμένως. Βεβαίως ἡ ἐπερώτησις αὕτη ἔρχεται κατόπιν τετελεσμένου γεγονότος, κατόπιν ἑορτῆς, διότι τὰ χωρία —τὰ ὁποῖα, διὰ νὰ ἡσυχάσουν τινὲς συνάδελφοι, ἔχουν ἔκτασιν μεγαλυτέραν ἀπὸ τὰς ἐπαρχίας τὰς ὁποίας ἀντιπροσωπεύουν καὶ ἑπομένως δὲν πρόκειται περὶ παρωνυχίδος —διότι, λέγω, τὰ χωρία τὰ παρεδώσαμεν ἢ τὰ ἐγκατελείψαμεν ἤ, ὅπως λέγει ἡ Κυβέρνησις, τὰ ἐξεκενώσαμεν. Ἀλλὰ πιστεύω ὅτι ἡ συζήτησις δὲν εἶναι οὔτε περιττὴ οὔτε ἄσκοπος. Διότι, ἂν μή τι ἄλλο, θὰ ἀποδείξῃ τουλάχιστον ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία συμπάσχει εἰς τὸν πόνον ἐκείνων τοὺς ὁποίους παρεδώσαμεν εἰς ξένους πραγματικοὺς δυνάστας. Θὰ ἦτο τερατῶδες, ἂν ἡ Συνέλευσις δὲν ἠδύνατο νὰ ἀποσπάσῃ ὀλίγον χρόνον διὰ νὰ ἀπασχοληθῇ μὲ τὴν τύχην αὐτῶν. Ἀλλ’ ἡ συζήτησις ἐπὶ πλέον θὰ ἀποδείξῃ τὸν ἀντίκτυπον τὸν ὁποῖον ἡ μεγάλη ἀδικία ἔσχεν ἐπὶ τῆς Ἑλληνικῆς ψυχῆς καὶ θὰ ὁπλίσῃ πᾶσαν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν ἀπέναντι ἐκείνων οἱ ὁποῖοι διέπραξαν αὐτὴν τὴν ἀδικίαν, ὥστε εἰς τὸ μέλλον νὰ φανῶσι πλέον δίκαιοι καὶ εὐμενεῖς πρὸς τὰς Ἑλληνικὰς ἀξιώσεις καὶ τὰ Ἑλληνικὰ δίκαια. Καὶ δυστυχῶς ὑπὸ τὴν κατάστασιν ὑπὸ τὴν ὁποίαν εὑρισκόμεθα εἶναι βέβαιον ὅτι δὲν θὰ λείψουν τὰ Ἑλληνικὰ προβλήματα τὰ ὁποῖα ἀναμένουν τὴν τύχην των ἀπὸ τὸν Ἄρειον Πάγον τῆς Εὐρώπης. Τὸ γνωρίζετε τὸ ζήτημα. Τὰ χωρία αὐτὰ τὰ παρελάβομεν τῷ 1913 ἀπὸ τοὺς Σέρβους, ὁ Στρατὸς τῶν ὁποίων τὰ εἶχε καταλάβει εἰς ἀντάλλαγμα ἄλλων χωρίων πολὺ μεγαλυτέρων καὶ πλουσιωτέρων τὰ ὁποῖα παρεχωρήθησαν τότε εἰς τὴν Σερβίαν. Ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀμοιβαίων τούτων παραχωρήσεων ἐχαράχθη καὶ ἡ Ἑλληνοσερβικὴ μεθόριος. Ἡ πρᾶξις αὕτη τῆς διαχαράξεως τῆς Ἑλληνοσερβικῆς μεθορίου εἰς τὴν περιφέρειαν ἐκείνην τῶν 14 χωρίων εἶναι πρᾶξις ἀναμφισβητήτου κύρους τόσον ἀπὸ ἀπόψεως ἐσωτερικῆς, ὅσον καὶ ἀπὸ ἀπόψεως ἐξωτερικῆς. Ἐνῷ δὲ αἱ Μεγάλαι Δυνάμεις ἔσπευσαν ἀπὸ τοῦ 1913 νὰ διαμαρτυρηθοῦν ἐντόνως κατὰ τῆς γενομένης χαράξεως Ἑλληνοσερβικῆς μεθορίου περαιτέρω ἐπὶ ἐδάφους τῆς Β. Ἠπείρου, ὡς π.χ. παρὰ τὴν λίμνην τῆς Ἀχρίδος, καὶ ἐπέτυχον νὰ ἀναστείλουν τὰς ἐργασίας τῆς χαράξεως καὶ νὰ ματαιώσουν παντελῶς αὐτήν, τοὐναντίον οὐδεμίαν τότε ἢ βραδύτερον διετύπωσαν διαμαρτυρίαν κατὰ τῆς χαράξεως Ἑλληνοσερβικῶν συνόρων εἰς τὴν περιφέρειαν τῶν 14 χωρίων, παραδεχόμεναι καὶ πιστεύουσαι προφανῶς ὅτι ταῦτα ἀποτελοῦν ἔδαφος καθαρῶς καὶ ἀπολύτως Ἑλληνικὸν οὐδαμῶς περιλαμβανόμενον εἰς τὴν ἀμφισβητουμένην περιοχὴν τῆς Β. Ἠπείρου. Ἐπηκολούθησεν ὁ Ἠπειρωτικὸς ἀγὼν καὶ ἡ ἀνακατάληψις τῆς Β. Ἠπείρου. Κατὰ τὴν διάρκειαν τῶν τραγικῶν γεγονότων τοῦ ἀγῶνος τούτου καὶ μέχρι τοῦ 1921 οἱ κάτοικοι τῶν χωρίων αὐτῶν, κατεχομένων ἄνευ οἱασδήποτε διακοπῆς συνεχῶς ὑφ’ ἡμῶν, ἐξηκολούθουν νὰ θεωρῶνται καὶ νὰ θεωροῦν ἑαυτοὺς Ἕλληνας ὑπηκόους καὶ νὰ ὑπόκεινται εἰς ὅλα τὰ βάρη, νὰ ἐνασκῶσιν ὅλα τὰ δίκαια τοῦ Ἕλληνος πολίτου. Κατὰ τὸ 1917 κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ πολέμου ἐγένετο μεταξὺ τῆς Κορυτσᾶς καὶ τῆς λίμνης τῆς Πρέσπας οὐδετέρα ζώνη περιλαμβάνουσα τὰ πλεῖστα τῶν 14 χωρίων καὶ διατελοῦσα ὑπὸ τὴν διοίκησιν Γάλλων ἀξιωματικῶν. Τοιαῦται ζῶναι εἶχον τότε χαραχθῆ εἰς τὴν περιφέρειαν τῶν Σερβίων καὶ Γρεβενῶν. Ἐν τούτοις οἱ Γάλλοι ἀξιωματικοὶ οἱ διοικοῦντες τὴν Ἑλληνοαλβανικὴν ζώνην δὲν ἔπαυσαν οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν νὰ θεωρῶσι τὸ ἔδαφος αὐτὸ ὡς Ἑλληνικόν, νὰ ἐφαρμόζωσι τοὺς Ἑλληνικοὺς νόμους καὶ νὰ συντηρῶσι τὰ Ἑλληνικὰ σχολεῖα καὶ τοὺς Ἕλληνας διδασκάλους. Ἀλλ’ ὅλως ἀπροόπτως τὸ φθινόπωρον τοῦ 1921 ἐκλήθημεν ὑπὸ τῆς Διασκέψεως τῶν Πρεσβευτῶν τῶν Παρισίων, ὅπως ἀποστείλωμεν ἀντιπρόσωπον καὶ ἡμεῖς εἰς μίαν τριμελῆ Ἐπιτροπήν, τὴν ὁποίαν ἔστελλεν ἡ Διάσκεψις διὰ τὴν διαχάραξιν τῶν συνόρων μεταξὺ Σερβίας καὶ Ἀλβανίας, ἡ ὁποία ὤφειλε τὴν προέλευσίν της εἰς συγκρούσεις μεταξὺ Σέρβων καὶ Ἀλβανῶν ἐν τῇ Β. Ἀλβανίᾳ. Ἐξεθάπτετο τότε ἓν Πρωτόκολλον ὑπογραφὲν τῷ 1913 καὶ τὸ ὁποῖον ὥριζεν ὡς σύνορα μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Ἀλβανίας εἰς τὴν περιφέρειαν τῆς Κορυτσᾶς τὰ ὅρια τοῦ παλαιοῦ καζᾶ Κορυτσᾶς καὶ ἐκαλούμεθα νὰ συμμορφωθῶμεν μὲ τὰς διατάξεις τοῦ Πρωτοκόλλου ἐκείνου, μολονότι ἔκτοτε ἐμεσολάβησαν τόσον μεγάλα γεγονότα, ὅπως ὁ παγκόσμιος πόλεμος, μολονότι ἐκ τῶν ἓξ Δυνάμεων αἱ ὁποῖαι εἶχον συντάξει τὸ Πρωτόκολλον ἐκεῖνο αἱ τρεῖς εἶχον παύσει ὑπάρχουσαι ἢ ὑπολογιζόμεναι, μολονότι παρὰ τῶν αὐτῶν Δυνάμεων εἴχομεν λάβει ἄλλας ὑποσχέσεις καὶ εἶχον ὑπογραφῆ ἄλλα Πρωτόκολλα καὶ ἄλλαι συνθῆκαι καὶ συμφωνίαι ἀσυγκρίτως σημαντικώτεραι καὶ ἐγκυρότεραι, αἱ ὁποῖαι ἐν τούτοις κατέρρευσαν καὶ ἐξηφανίσθησαν. Δυστυχῶς οὐκ ἦν ἄλλως γενέσθαι. Δὲν δυνάμεθα δὲ σήμερον νὰ ἐννοήσωμεν διὰ ποῖον λόγον ἡ τότε Κυβέρνησις τοῦ φθινοπώρου τοῦ 1921 δὲν ἐδέχθη ὅπως τὸ ζήτημα τοῦτο διακανονισθῇ ὑπὸ τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν, ἀλλ’ ἐπέμενεν ὅπως παραπεμφθῇ εἰς τὴν Διάσκεψιν τῶν Πρεσβευτῶν τῶν Παρισίων. Μέρος τοῦ ἔτους 1922, ὁλόκληρον τὸ 1923 καὶ τὸ 1924 διετέθη ὑπὸ τῆς διεθνοῦς τριμελοῦς Ἐπιτροπῆς τῆς ἐντεταλμένης ὑπὸ τῶν Πρεσβευτῶν τῶν Παρισίων εἰς τὴν ἐνέργειαν ἐρευνῶν, αἱ ὁποῖαι εἶχον χαρακτῆρα καθαρῶς ἀρχαιολογικὸν πρὸς ἀνακάλυψιν τῶν περιφήμων αὐτῶν ὁρίων τῆς παλαιᾶς ἐπαρχίας Κορυτσᾶς. Ἐπὶ τῇ βάσει δὲ τῶν ἐρευνῶν ἐκείνων συνετάχθη ἔκθεσις ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς, γενομένη δεκτὴ ὑπὸ τῆς Διασκέψεως τῶν Πρεσβευτῶν τῶν Παρισίων, ὑπὸ τῆς ὁποίας καὶ ἐξεδόθη ἡ καταδικαστικὴ ἀπόφασις τῶν 14 χωρίων. Τὰ χωρία ταῦτα, κύριοι, ἀντιπροσωπεύουσι πληθυσμὸν 4600 κατοίκων. Ἐξ αὐτῶν τὸ μεγαλύτερον μέρος ἀποτελεῖται ἀπὸ χριστιανούς, οἱ ὁποῖοι καὶ ἂν ἔχουν μητρικὴν γλῶσσαν ὄχι Ἑλληνικήν, δὲν ἔπαυσαν ὅμως κατὰ τὴν μεγίστην αὐτῶν πλειονότητα ποτὲ οὔτε ἐπὶ τουρκοκρατίας νὰ ἔχωσι συνείδησιν καθαρῶς Ἑλληνικήν. Ἀλλὰ κατὰ πόσον οἱ ἐπίλοιποι Μουσουλμάνοι ἔχουν Ἀλβανικὴν συνείδησιν ἀποδεικνύεται ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι οἱ πλεῖστοι τοῦ μεγαλυτέρου ἐκ τῶν Τουρκαλβανικῶν χωρίων τῆς περιφερείας, ἤτοι τῆς Ρακίτσκας, ἐπροτίμησαν καὶ ἐπέμειναν παρὰ τὰς συστάσεις καὶ τὰς ἀντιρρήσεις τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς Ἑλληνοτουρκικῆς ἀνταλλαγῆς νὰ ἐγκαταλείψουν τὴν περιουσίαν αὐτῶν κινητὴν καὶ ἀκίνητον καὶ νὰ ἀναχωρήσουν εἰς Τουρκίαν ὡς ἀνταλλάξιμοι· τοῦτο δὲ εἰς τὰς παραμονὰς τῆς ἐκκενώσεως καὶ τῆς εἰς Ἀλβανίαν ἑπομένως παραχωρήσεώς των. Ἀλλὰ πολὺ πρὶν ἢ ἐκδοθῇ ἡ καταδικαστικὴ δι’ ἡμᾶς ἀπόφασις τῶν 14 χωρίων εἶχεν ἐκδοθῆ ὑπὸ τῆς αὐτῆς Πρεσβευτικῆς Διασκέψεως τῶν Παρισίων ἄλλη ἀπόφασις, τῆς 6 Δεκεμβρίου 1922, διὰ τῆς ὁποίας ἐπεδικάζετο εἰς τὴν Ἀλβανίαν τὸ μοναστήριον τοῦ Ὁσίου Ναούμ, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ ἁπλῶς μίαν ἐκκλησίαν κειμένην ἐπὶ τῆς ὄχθης τῆς λίμνης Ἀχρίδος. Αἱ Κυβερνήσεις τῆς Ἑλλάδος καὶ τῆς Σερβίας προσεπάθησαν ὅπως ἐπιτύχουν ἀναθεώρησιν τῶν ἀποφάσεων, δυνάμει τῶν ὁποίων ἡμεῖς κατεδικαζόμεθα εἰς τὴν ἀπώλειαν τῶν 14 χωρίων, ἀλλὰ δὲν τὸ κατώρθωσαν. Ἐνῷ ὅμως ἡμεῖς ἐσπεύσαμεν καὶ ἐξεκενώσαμεν τὰ χωρία ἐκεῖνα, ἡ Σερβία, μολονότι ἡ καταδικαστικὴ δι’ αὐτὴν ἀπόφασις ἦτο κατὰ πολὺ προγενεστέρα, ἐξακολουθεῖ νὰ κατέχῃ τὸ μοναστήριον. Καὶ τὸ μοναστήριον τοῦτο εἶναι μία ἁπλῆ ἐκκλησία χρησιμοποιουμένη ἀπὸ τὸν XIII αἰῶνα, ἡ ὁποία μέχρι τοῦ 1913 ὑπῆρξε μόνον Ἑλληνικὴ καὶ ἡ ὁποία ἔχει τέχνην, εἰκόνας καὶ ἐπιγραφὰς καθαρῶς Ἑλληνικάς. Συνέβη δὲ καὶ τὸ παράδοξον ὅτι κατὰ τὰς διαφόρους συζητήσεις, τὰς ὁποίας προεκάλεσεν ἡ ἀνακίνησις τοῦ ζητήματος τοῦ Ὁσίου Ναοὺμ ὑπὸ τῆς Σερβικῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐνώπιον τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν καὶ ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου τῆς Χάγης, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐξεδόθη ὁλόκληρος τόμος Σερβικῆς Κυανῆς Βίβλου, ἡ Ἀλβανικὴ Κυβέρνησις ἐστήριξε τὰς ἀξιώσεις της ἐπὶ τῆς μονῆς ταύτης κατὰ μέγα μέρος ἐπὶ τοῦ γεγονότος ὅτι ἡ μονὴ ὑπῆρξεν ἐπὶ αἰῶνας Ἑλληνικὴ καὶ ὄχι Σλαυϊκή. Καὶ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως ταύτης τῆς ἀρχαιολογικῆς ἐξεταζόμενα τὰ 14 ταῦτα χωρία ἔχουν ἀξίαν οὐχὶ μικράν. Ὁ καθηγητὴς τοῦ Πανεπιστημίου κ. Σωτηρίου, τοῦ ὁποίου τὴν μετάβασιν ἐκεῖ προεκάλεσα, συνέταξεν ἔκθεσιν, διὰ τῆς ὁποίας ἐκφράζεται ἐνθουσιωδῶς περὶ τῶν ἐκεῖ εὑρισκομένων μεσαιωνικῶν εὑρημάτων καὶ κειμηλίων, περὶ ἐκκλησιῶν, ἀναχωρητηρίων, εἰκόνων, διεσκορπισμένων εἰς τὰς ὄχθας καὶ τὰς νησῖδας τῆς λίμνης, τὰ ὁποῖα ὅλα εἶναι τέχνης Ἑλληνικῆς τοῦ ΧΙΙΙ αἰῶνος καὶ τὰ ὁποῖα συμπίπτουν πρὸς τὴν ἐποχὴν τῆς ἀναγεννήσεως τῆς Βυζαντινῆς τέχνης. Ἐρωτᾶται ἤδη: Διατί ἡ Κυβέρνησις προέβη εἰς τὴν ἐκκένωσιν τῶν χωρίων τούτων χωρὶς νὰ ἐρωτηθῇ ἡ γνώμη τῆς Συνελεύσεως καὶ διατί ἐξεκένωσε ταῦτα προτοῦ ἡ Σερβία ἐκκενώσῃ τὴν μονὴν τοῦ Ὁσίου Ναούμ; Καὶ τὰ δύο ζητήματα εἶναι κεφαλαιώδους σημασίας. Ἡ παραγνώρισις τῆς γνώμης τῆς Συνελεύσεως ἐπὶ τοιούτων ζητημάτων δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παρέλθῃ ἀπαρατήρητος. Δὲν γνωρίζω βεβαίως ποία θὰ ἦτο ἡ ἀπόφασις τῆς Συνελεύσεως, πιστεύω ὅμως ὅτι αὕτη ὡς Σῶμα λαϊκώτερον δυσκόλως θὰ ἔστεργε νὰ ὑπαχθῇ εἰς τὴν ἀπόφασιν καὶ δὲν θὰ προέβαινε τουλάχιστον εἰς τὴν ἀπαλλοτρίωσιν ἐθνικοῦ ἐδάφους προτοῦ ἄλλη Χώρα γειτονικὴ προβῇ εἰς παρομοίαν πρᾶξιν. Δι’ αὐτὸ δὲ καὶ διὰ τῆς διατάξεως τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον ἀναθεωροῦμεν, ἀναφέρεται ὅτι ἀπαγορεύεται ἡ παραχώρησις ἐθνικοῦ ἐδάφους ἄνευ νόμου. Ἀλλὰ καὶ τὸ γεγονὸς τῆς ἐκκενώσεως τοῦ ἐδάφους ἐκείνου, πρὶν ἡ Σερβία προβῇ εἰς παραχώρησιν τοῦ Ὁσίου Ναούμ, ἐνέχει ἐξαιρετικὴν σημασίαν λαμβανομένου ὑπ’ ὄψιν τοῦ ἠθικοῦ ἀντικτύπου ὁ ὁποῖος ἐδημιουργήθη εἰς τὴν τεταραγμένην ἐκείνην περιφέρειαν καὶ ὅπου ἐδώσαμεν δείγματα ἐπικινδύνου πραγματικῆς κρατικῆς ἀδυναμίας. Κύριοι συνάδελφοι, εἶναι γνωστὸν ὅτι, ὅταν ἕνας Στρατὸς βαδίζῃ πρὸς πόλεμον, δὲν θὰ νικήσῃ, ἂν δὲν πιστεύσῃ εἰς τὴν νίκην. Ἡττήθημεν διπλωματικῶς εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο, διότι δὲν ἐπιστεύσαμεν εἰς τὸ δίκαιόν μας καὶ τὴν νίκην καὶ δὲν κατεβάλομεν ὅλας τὰς δυνάμεις μας ἀποφασιστικῶς, ὅπως περισώσωμεν τὰ θυσιασθέντα ἀτυχῆ αὐτὰ χωρία.
§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μπότσαρης ἔχει τὸν λόγον.
§76Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. Θὰ ἐπεθύμουν νὰ ἀκούσω τὰς δηλώσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ κατόπιν νὰ ὁμιλήσω συμπληρωματικῶς.
§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἔχει τὸν λόγον.
§78Γ. ΡΟΥΣΣΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Κύριοι πληρεξούσιοι, δὲν θὰ σᾶς ἀπασχολήσω ἐπὶ μακρὸν διὰ νὰ δικαιολογήσω τὴν ἐνέργειαν εἰς τὴν ὁποίαν προέβη ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ἐξεκένωσε τὰ 14 λεγόμενα χωρία, διότι ἡ ἐνέργεια αὕτη ἐπιβεβλημένη ἦτο καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κειμένων νόμων ἐγένετο. Τὸ ζήτημα τῶν Ἑλληνοαλβανικῶν συνόρων ἔχει λυθῆ ἀπὸ τὸ Πρωτόκολλον τῆς Φλωρεντίας, ὑπογραφὲν κατὰ τὸ 1913. Τὸ Πρωτόκολλον τοῦτο ἀνεκοινώθη εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν τὸν Φεβρουάριον τοῦ 1914, ἀλλ’ ἐγένετο ἀποδεκτὸν ἀπὸ αὐτὴν χωρὶς ἐπιφυλάξεις ἐκτὸς μιᾶς ἀναφερομένης εἰς τὸν τομέα τοῦ Ἀργυροκάστρου. Τὸ πρωτόκολλον εἶχεν ὡς παράρτημα Χάρτην, ἐπὶ τοῦ ὁποίου εἶχε χαραχθῆ ἡ γραμμὴ τὴν ὁποίαν θὰ ἠκολούθουν τὰ μεταξὺ Ἀλβανίας καὶ Ἑλλάδος σύνορα καὶ προέβλεπε περὶ εἰδικῆς ἀποστολῆς ἐπὶ τόπου, ἥτις θὰ ἐχάραττεν ὁριστικῶς τὰ σύνορα τῶν δύο Χωρῶν ἐπὶ τοῦ ἐδάφους καὶ τῆς ὁποίας αἱ ἐργασίαι ὤφειλον νὰ τελειώσουν μέχρι τοῦ Σεπτεμβρίου τοῦ 1913. Ἡ ἐνέργεια ἐματαιώθη τότε διὰ τῆς βορειοηπειρωτικῆς ἐξεγέρσεως καὶ κατόπιν διὰ τοῦ μεγάλου πολέμου. Ὅταν ἐτελείωσεν ὁ πόλεμος, ὑπεγράφησαν διάφοροι Συνθῆκαι, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ ἡ Συνθήκη τοῦ Ἁγίου Γερμανοῦ, τοῦ Τριανὸν καὶ τοῦ Νεϋγῦ, περιλαμβάνουσαι διατάξεις αἱ ὁποῖαι ἐφαρμόζονται ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῶν Ἑλληνοαλβανικῶν συνόρων. Εἶναι τὸ ἄρθρον 89 τῆς Συνθήκης τοῦ Ἁγίου Γερμανοῦ, τὸ ὁποῖον κανονίζει ἁρμοδιότητα ἀποκλειστικὴν καὶ δικαιώματα ἀπόλυτα εἰς τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον τῆς Εἰρήνης νὰ χαράξῃ τὰ σύνορα ὄχι μόνον τῶν Χωρῶν αἱ ὁποῖαι ἐπανέβλεπον διὰ τῶν ἀποφάσεων αὐτοῦ τὸ φῶς τῆς ἡμέρας, ἀλλὰ καὶ τῶν Χωρῶν τῶν ὁποίων τὰ σύνορα ὑφίσταντο ἀλλοιώσεις, μεταξὺ δὲ αὐτῶν ἀναφέρονται καὶ τὰ σύνορα Ἑλλάδος καὶ Σερβίας. Ἡ αὐτὴ διάταξις ἐπαναλαμβάνεται καὶ εἰς τὴν Συνθήκην τοῦ Τριανὸν καὶ εἰς τὴν Συνθήκην τοῦ Νεϋγῦ. Τῷ 1921 ἡ Ἀλβανία ἐγένετο δεκτὴ ὡς μέλος τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν καὶ ἡ πρώτη της ἐνέργεια μόλις ἀπετέλεσε μέλος τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν ὑπῆρξεν ἡ ἑξῆς: Ὑπέβαλεν ἔκκλησιν πρὸς τὴν Κοινωνίαν τῶν Ἐθνῶν, εἰς τὴν ὁποίαν ἐξέθηκεν ὅτι ἡ μὴ χάραξις τῶν συνόρων αὐτῆς πρὸς τὰς γείτονας Χώρας Σερβίας καὶ Ἑλλάδος προκαλεῖ διαταράξεις καὶ συμπλοκὰς καὶ κατάστασιν ἀφόρητον, ἐκ τῆς ὁποίας καταστάσεως ἡ εἰρήνη εὑρίσκετο ἐν κινδύνῳ. Παρεκάλει συνεπῶς τὴν Κοινωνίαν τῶν Ἐθνῶν νὰ ὁρίσῃ Ἐπιτροπὴν ἡ ὁποία μεταβαίνουσα ἐπὶ τόπου νὰ χαράξῃ ὁριστικῶς τὰ σύνορα μεταξὺ Ἑλλάδος, Σερβίας καὶ Ἀλβανίας. Τὴν αἴτησιν ταύτην τῆς Ἀλβανίας ἀντέκρουσαν ἐρρωμένως καὶ ἡ Σερβικὴ καὶ ἡ Ἑλληνικὴ ἀντιπροσωπεῖαι. Καὶ αἱ δύο ἀντιπροσωπεῖαι ὑπεστήριξαν ὅτι ἡ Κοινωνία τῶν Ἐθνῶν ἦτο ἀναρμοδία νὰ γνωρίζῃ τὸ ζήτημα αὐτὸ καὶ ὅτι μόνον ἁρμόδιον Σῶμα, ὅπως λύσῃ τὸ ζήτημα, ἦτο τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον τῆς Εἰρήνης, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἤδη ἐπιληφθῆ τῆς ἐξετάσεως αὐτοῦ καὶ ἑπομένως ἐπροβάλλετο ἔνστασις ἀναρμοδιότητος τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν καὶ ταυτοχρόνως ἔνστασις ἐκκρεμοδικίας. Ἡ Κοινωνία τῶν Ἐθνῶν δὲν ἀπεφάσισεν ἀμέσως, ἀλλὰ παρέπεμψε τὸ ζήτημα εἰς τὸ Νομικὸν Τμῆμα, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλε μελέτην, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ ἄποψις ἡ Ἑλληνικὴ καὶ ἡ Σερβικὴ ἦτο ὀρθὴ καὶ συνεπῶς γνωμοδοτῆσαν τὸ Νομικὸν Τμῆμα τοῦ Συμβουλίου τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν ἀπεδέχθη τὴν ἄποψιν τὴν ὁποίαν ὑπεστηρίξαμεν καὶ παρέπεμψε τὸ ζήτημα ἐνώπιον τῆς Διασκέψεως τῶν Πρεσβευτῶν, ἡ ὁποία ἐν τῷ μεταξὺ ὑποκατέστησε τὸ Ἀνώτατον Συμμαχικὸν Συμβούλιον. Ἡ Διάσκεψις τῶν Πρεσβευτῶν ἐπελήφθη τῆς ἐξετάσεως τοῦ ζητήματος καὶ διώρισεν Ἐπιτροπὴν εἰδικὴν ἡ ὁποία μεταβᾶσα ἐπὶ τόπου προέβη εἰς τὴν χάραξιν τῶν συνόρων. Τὴν ἡμετέραν Κυβέρνησιν ἀντεπροσώπευσε μέχρι τοῦ ἀτυχοῦς γεγονότος τῆς Κακαβιᾶς ὁ κ. ἐξ Ἰωαννίνων συνάδελφος καὶ ἡ χάραξις τῶν συνόρων ἐπροχώρησεν ἀπροσκόπτως μέχρι τοῦ βορειοανατολικοῦ τομέως, ὅστις κατὰ τὸ πρωτόκολλον τῆς Φλωρεντίας ὤφειλε νὰ ἀκολουθήσῃ τὴν γραμμὴν τὴν ὁποίαν ἠκολούθουν τὰ σύνορα τοῦ πρώην τουρκικοῦ καζᾶ Κορυτσᾶς. Ἡ μὲν Ἑλληνικὴ ἀντιπροσωπεία κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ὑπεστήριξεν ὅτι τὸ σύνορον ὤφειλε νὰ τεθῇ δυτικώτερον, ἐνῷ ἡ Ἀλβανία ὑπεστήριξεν ὅτι ἔπρεπε νὰ τεθῇ ἀνατολικώτερον καὶ ἡ διαφωνία ἡ ὁποία ἐγεννήθη παρεπέμφθη ἐνώπιον τῆς Διασκέψεως τῶν Πρεσβευτῶν. Ἡ Διάσκεψις τῶν Πρεσβευτῶν ἐξέδωκεν ἀπόφασιν κατ’ Ἀπρίλιον τοῦ 1924 καὶ ἀπεδέχθη μέσην λύσιν. Ἠκολούθησε μίαν γραμμὴν μεταξὺ τῶν δύο ὑποβληθεισῶν ὑπὸ τῆς Ἑλλάδος καὶ τῆς Ἀλβανίας καὶ ἀνεγνώρισε μέρος τοῦ ἀμφισβητουμένου ἐδάφους ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος, τὸ δὲ μεγαλύτερον ὑπὲρ τῆς Ἀλβανίας. Ἡ ἀπόφασις ἐκοινοποιήθη εἰς ἡμᾶς τὸν Ἀπρίλιον τοῦ 1924 καὶ εἰς τὴν ἀνακοίνωσιν προσετίθετο ἡ παρατήρησις ὅτι πρέπει νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν ὅτι τὰ σύνορα ὡρίσθησαν ὁριστικῶς καὶ τελεσιδίκως. Ἐν τούτοις ἐθεωρήσαμεν ὅτι ἐπεβάλλετο νὰ ἐπιχειρήσωμεν ἀναθεώρησιν τῶν ἀποφάσεων καὶ προσεφύγαμεν ἐκ νέου εἰς τὴν Διάσκεψιν τῶν Πρεσβευτῶν, ὅπου ὑπεβλήθησαν οἱ λόγοι οἱ ὁποῖοι καθ’ ἡμᾶς ἐδημιούργουν τὴν αἴτησιν περὶ ἀναθεωρήσεως τῆς ἀποφάσεως. Οἱ λόγοι αὐτοί, ὅπως θὰ ἴδητε ἐκ τῶν ἐγγράφων, δὲν ἐλήφθησαν ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὰς δύο ἀποφάσεις ὑπὸ τῆς Διασκέψεως τῶν Πρεσβευτῶν, διότι ἐθεωρήθησαν δυστυχῶς ἀβάσιμοι καὶ ἀνίσχυροι. Εἰς τὰς 25 Αὐγούστου παρελθόντος μᾶς ἐκοινοποιήθη ἡ νέα ἀπόφασις τῆς Διασκέψεως, ἡ ὁποία ἀπέρριπτε τὴν αἴτησιν ἀναθεωρήσεως καὶ ὥριζεν ὡς ἡμέραν ἐκκενώσεως τοῦ ἐπιδικασθέντος χώρου τὴν 25 Σεπτεμβρίου παρελθόντος. Ἡ Βουλὴ τότε ἤργει. Ἡ Κυβέρνησις ἐθεώρησεν ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐξασφαλίσῃ τοὐλάχιστον ἀναβολὴν τῆς ἡμέρας τῆς ἐκκενώσεως μέχρις ὅτου συνερχομένη ἡ Συνέλευσις δώσῃ τὴν ἔγκρισιν αὐτῆς. Ἡ Διάσκεψις ἠρνήθη νὰ δώσῃ τὴν παράτασιν, διότι μᾶς εἶπον ὅτι οἱ σύγχρονοι περιορισμοὶ δὲν ἐτίθεντο ἐπὶ τοῦ παρόντος, διότι οὐδὲν ἔδαφος εἶχε προσαρτηθῆ εἰς τὴν Ἑλλάδα μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, δεδομένου ὅτι οὐδεμία εἶχε ληφθῆ ἀπόφασις περὶ χαράξεως συνόρων μεταξὺ Ἀλβανίας καὶ Ἑλλάδος καὶ ἦτο ἀδύνατον πρὸ τῆς ἐκδόσεως μιᾶς ὁριστικῆς ἀποφάσεως νὰ ἐπέλθῃ προσαύξησις ἐδάφους εἰς τὴν Ἑλλάδα. Ἐπεμείναμεν, ἀλλ’ ἡ Διάσκεψις τῶν Πρεσβευτῶν, δηλοῦσα ὅτι δὲν θέλει νὰ προβῇ εἰς συζητήσεις νομικὰς μὲ τὴν Ἑλλάδα, ἀλλὰ λαμβάνουσα ὑπ’ ὄψιν ὅτι ἡ αἴτησις πρὸς ἀναθεώρησιν ἰσοδυνάμει πρὸς ἀνάληψιν ὑποχρεώσεως τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως πρὸς ἐκκένωσιν τοῦ ἐδάφους κατὰ τὴν ὡρισμένην ἡμέραν, παρέτεινε τὴν προθεσμίαν τῆς ἐκκενώσεως μέχρι τῆς 31 Ὀκτωβρίου παρελθόντος, καὶ ἡ ἐκκένωσις, κύριοι, συνετελέσθη κατὰ τὴν ὡρισμένην ἡμέραν. Ἐκ τῶν ἐγγράφων τὰ ὁποῖα κατετέθησαν θὰ ἴδητε ὅτι ταυτοχρόνως μὲ τὴν ἐκκένωσιν μᾶς ὑπεδηλώθη ὅτι, ἂν ἡ Ἑλλὰς δὲν ὑπήκουεν εἰς τὴν ἐκδοθεῖσαν ἀπόφασιν τῆς Διασκέψεως τῶν Πρεσβευτῶν, θὰ ἐλαμβάνοντο μέτρα πιέσεως ἐναντίον αὐτῆς.
§79Γ. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ποία πίεσις ἠπειλεῖτο;
§80Γ. ΣΕΧΙΩΤΗΣ. Προγενεστέρα ἦτο ἡ ἀπόφασις διὰ τὴν Σερβίαν;
§81Γ. ΡΟΥΣΣΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Διὰ τὴν Σερβίαν δὲν εἶχεν ὁρισθῆ ἡμέρα ἐκκενώσεως. Εἶχεν ἐκδοθῆ ἀπόφασις ἐπιδικάζουσα τὸ Μοναστήριον τοῦ Ἁγίου Ναοὺμ εἰς τὴν Σερβίαν, ἀλλὰ δὲν εἶχεν ὁρισθῆ πότε θὰ γίνῃ ἡ ἐκκένωσις.
§82Γ. ΣΕΧΙΩΤΗΣ. Ἡ ἀπόφασις εἶναι προγενεστέρα διὰ τὴν Ἑλλάδα;
§83Γ. ΡΟΥΣΣΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἡ Σερβικὴ ἀπόφασις εἶχεν ἐκδοθῆ μετὰ τὸν Ἀπρίλιον τοῦ 1924.
§84Γ. ΣΕΧΙΩΤΗΣ. Τελεσίδικος ἀπόφασις περὶ ἐκκενώσεως τοῦ σερβικοῦ ἐδάφους εἶναι προγενεστέρα ἀπὸ τὴν ἀπόφασιν διὰ τὰ 14 χωρία.
§85Γ. ΡΟΥΣΣΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Σᾶς εἶπον ὅτι διὰ τὴν ἰδικήν μας ὑπόθεσιν ἐξεδόθησαν δύο ἀποφάσεις, ἡ πρώτη τοῦ Ἀπριλίου καὶ ἡ δευτέρα τοῦ Αὐγούστου. Ἐν τῷ μεταξὺ ἐξεδόθη ἡ ἀπόφασις διὰ τὸ ζήτημα τοῦ ὁσίου Ναούμ. Ἡ Σερβία τότε προσέφυγεν εἰς τὸ Δικαστήριον τῆς Χάγης, ὑποστηρίξασα ὅτι εἶναι ἀναρμοδία ἡ Διάσκεψις τῶν Πρεσβευτῶν νὰ ἐξετάσῃ τὸ ζήτημα. Εἰς τὴν δίκην παρενέβημεν ὑποστηρίζοντες τὴν σερβικὴν ἄποψιν. Δυστυχῶς τὸ Δικαστήριον τῆς Χάγης ἀπέρριψε τὴν ἔνστασιν τοῦ Σερβικοῦ Κράτους καὶ ἀπεφάνθη ὅτι ἡ Διάσκεψις τῶν Πρεσβευτῶν εἶναι ἡ μόνη ἁρμοδία καὶ παρέπεμψεν εἰς αὐτὴν τὸ ζήτημα.
§86Γ. ΣΕΧΙΩΤΗΣ. Τελεσίδικος εἶναι ἡ ἀπόφασις διὰ τὴν Σερβίαν;
§87Γ. ΡΟΥΣΣΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Δὲν δύναμαι νὰ γνωρίζω ἂν ἡ Σερβία ἐπεχείρησεν ἀναθεώρησιν τῆς ἀποφάσεως.
§88Γ. ΣΕΧΙΩΤΗΣ. Θὰ ἔπρεπε νὰ τὸ γνωρίζετε. Εἶναι ἴσως τὸ σπουδαιότερον τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ γνωρίζετε, ἂν προέβη ἡ Σερβία εἰς διάβημα σχετικὸν διὰ τὴν ὑπόθεσιν, ἡ ὁποία ἀφορᾷ καὶ ἡμᾶς ζωτικώτατα.
§89Γ. ΡΟΥΣΣΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Προέβη εἰς αἴτησιν ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου τῆς Χάγης, ἥτις ἀπερρίφθη. Ἂν προέβη εἰς αἴτησιν ἀναθεωρήσεως ἐνώπιον τῆς Διασκέψεως τῶν Πρεσβευτῶν εὑρισκόμεθα εἰς ἀδυναμίαν νὰ τὸ γνωρίζωμεν, διότι αὐτὰ εἶναι διαβήματα ἐντελῶς μυστικά.
§90Γ. ΣΕΧΙΩΤΗΣ. Τῆς Διασκέψεως τῶν Πρεσβευτῶν;
§91Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐφόσον δὲν ἐπελήφθη αὐτῶν ἡ Διάσκεψις εἶναι μυστικά. Δυστυχῶς ἡ διεθνὴς Δικαιοσύνη δὲν ἔχει ὀργανωθῆ ὥστε νὰ γνωρίζωμεν τὰ στάδια τὰ ὁποῖα θὰ ἀκολουθηθοῦν.
§92Γ. ΣΕΧΙΩΤΗΣ. Αὐτὸ τὸ γνωρίζω, ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω πῶς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἑλλάδος, ἡ ὁποία ἦτο σύμμαχος πρὸς τὸ Σερβικὸν Κράτος, καὶ ἐνδιεφέρετο ἐξ ἴσου καὶ εὐχαρίστως θὰ ἤρχετο εἰς συνεργασίαν διὰ τὴν εὐμενῆ λύσιν τοῦ ζητήματος καὶ τῆς Ἑλλάδος καὶ τῆς Σερβίας, πῶς δὲν γνωρίζει τὰ διαβήματα τὰ Σερβικά. Αὐτὰ εἶναι μυστικὰ διὰ τὴν Ἀλβανίαν, διὰ τὴν Τουρκίαν, ἀλλ’ ὄχι καὶ διὰ τὴν Ἑλλάδα, ἡ ὁποία ἐξ ἴσου ἐνδιαφέρεται μὲ τὴν Σερβίαν. (Χειροκροτήματα). Αὐτὸ δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω.
§93Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ ἀκούσητε καὶ θὰ τὸ ἐννοήσητε.
§94Γ. ΡΟΥΣΣΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Δὲν γνωρίζομεν ἂν ἐγένοντο διαβήματα καὶ ποῖα τὰ ἀποτελέσματα. Τὸ γεγονὸς εἶναι ὅτι ἡμεῖς ἔχομεν μίαν ἀπόφασιν ἡ ὁποία ἐπιδικάζει τὸ ἔδαφος εἰς τὴν Ἀλβανίαν, ἀλλὰ δὲν ἔχει ὁρίσει ἀκόμη κατὰ ποίαν ἡμέραν θὰ γίνῃ ἡ ἐκκένωσις, διότι ἐν τῷ μεταξὺ συνέπεσεν ἡ προσφυγὴ εἰς τὸ Δικαστήριον τῆς Χάγης καὶ ὡς ἐκ τούτου ἀνεστάλη ὁ προσδιορισμὸς τῆς ἡμέρας τῆς ἐκκενώσεως.
§95Γ. ΜΟΔΗΣ. Δὲν εἶναι μόνον αὐτὸς ὁ λόγος, ἀλλ’ εἶναι καὶ ὁ λόγος ὅτι εἰς τὴν Σερβίαν δὲν παύουν ὅλοι νὰ διαδηλοῦν ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ προβοῦν εἰς τὴν ἐκκένωσιν, ἐνῷ ἐδῶ δὲν ἔχομεν καιρὸν νὰ ἀσχοληθῶμεν οὔτε διὰ 5 λεπτὰ μὲ αὐτὰ τὰ ζητήματα.
§96Λ. ΙΑΣΟΝΙΔΗΣ. Ἐν περιπτώσει μὴ ἐκτελέσεως τῆς ἀποφάσεως ἠπειλήθη μόνον ἡ Ἑλλὰς ἢ καὶ ἡ Σερβία;
§97Γ. ΡΟΥΣΣΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Διὰ τὴν Σερβίαν δὲν ὡρίσθη ἀκόμη ἡμέρα ἐκκενώσεως. Τὰ μέτρα καὶ αἱ ὑποδείξεις θὰ γίνουν τὴν ἐποχὴν ἐκείνην.
§98Π. ΓΕΩΡΓΙΤΣΗΣ. Κύριε Ὑπουργέ, μήπως ἐξεδηλώθησαν τάσεις ὅπως ἐπιβληθῶσι πιεστικὰ μέτρα πρὸ τῆς παραδόσεως τῶν 14 χωρίων;
§99Γ. ΡΟΥΣΣΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Αὐτὸ εἶπον πρὸ ὀλίγου, ὅτι εἴχομεν εἰδοποιηθῆ ὅτι ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν ὑπήκουεν ἡ Ἑλλὰς εἰς τὴν ἀπόφασιν τῶν Δυνάμεων θὰ ἐφηρμόζοντο μέτρα πιεστικά.
§100Π. ΓΕΩΡΓΙΤΣΗΣ. Ἐξεδηλώθη πιεστικόν τι μέτρον ἢ τοὐλάχιστον ἀπειλή;
§101Γ. ΡΟΥΣΣΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Σᾶς ἐπαναλαμβάνω ὅτι ἡ ἀπειλὴ ὑπῆρξεν ἔγγραφος. Ἀποδεικνύεται λοιπὸν ἐκ τῶν πραγμάτων ὅτι ἡ ἐκκένωσις ἦτο ἀναπόφευκτος. Ὑπῆρχε μία δυσμενὴς ἀπόφασις, ἐναντίον τῆς ὁποίας δὲν εἴχομεν πουθενὰ νὰ προστρέξωμεν καὶ τῆς ὁποίας τὴν ἐκτέλεσιν ὠφείλαμεν νὰ ὑποστῶμεν. Ἀλλ’ ἠρωτήθην διατί δὲν ἐζητήθη προηγουμένως ἡ ἔγκρισις τῆς Συνελεύσεως. Κύριοι, ἂν ἤθελον νὰ ἀποφύγω οἱανδήποτε ἐξήγησιν, δὲν εἶχον παρὰ νὰ ἐπικαλεσθῶ ἁπλῶς καὶ μόνον ἓν πραγματικὸν γεγονός. Αἱ συνεδριάσεις τῆς Συνελεύσεως κατὰ τὸν παρελθόντα Ὀκτώβριον διήρκεσαν ὀλίγας ἡμέρας, διεκόπησαν δὲ ἀπροόπτως ἕνεκα τῆς ἀσθενείας τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἑπομένως δύναμαι νὰ ἰσχυρισθῶ ὅτι δὲν εἶχον τὸν ἀπαιτούμενον χρόνον ὅπως ὑποβάλω τὸ σχετικὸν νομοθέτημα· ἀλλὰ δὲν θὰ ἔλεγον τὴν ἀλήθειαν, ἂν τοιοῦτόν τι ἰσχυριζόμην. Δὲν ἐζητήθη ἡ ἔγκρισις τῆς Συνελεύσεως, διότι δὲν ὑπῆρχεν ἀνάγκη τοιαύτης ἐγκρίσεως, διότι εἶχεν αὕτη δοθῆ προκαταρκτικῶς. Ὅπως προεῖπον, τρεῖς διάφοροι Συνθῆκαι, ἡ τοῦ Ἁγίου Γερμανοῦ, ἡ τοῦ Τριανὸν καὶ ἡ τοῦ Νεϊγὺ ὑπεγράφησαν ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα καὶ ἐπεκυρώθησαν ἀπὸ τὸ Ἑλληνικὸν Κοινοβούλιον. Αἱ Συνθῆκαι αὗται ἀνεγνώριζον εἰς τὰς μεγάλας συμμάχους Δυνάμεις τὸ δικαίωμα νὰ καθορίσουν τὰ σύνορα μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Σερβίας.
§102Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. Ἑλλάδος καὶ Ἀλβανίας.
§103Γ. ΡΟΥΣΣΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἑλλάδος καὶ Σερβίας καὶ ἀναγκαστικῶς καὶ τῆς Ἀλβανίας, διότι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ θιχθῇ τὸ σύνορον τὸ ἑλληνοσερβικὸν χωρὶς νὰ θιχθῇ τὸ σύνορον τὸ ἀλβανικόν, ὅπως δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ θιχθῇ τὸ σύνορον τὸ ἀλβανικὸν χωρὶς νὰ θιχθῇ τὸ σύνορον τὸ ἑλληνοσερβικόν.
§104Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. Ἴσως, κύριε Ὑπουργέ, παρήκουσα τὴν φράσιν· ἐπιμένετε ὅτι πρόκειται περὶ τῶν ἑλληνοσερβικῶν;
§105Γ. ΡΟΥΣΣΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Εἶπον ὅτι τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον τῆς Εἰρήνης εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ καθορίσῃ τὰ ἑλληνοσερβικά. Σᾶς ἀνέφερα τὰ ἄρθρα, τὰ ὁποῖα δύνασθε νὰ ἀναγνώσητε.
§106Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. Τὰ γνωρίζω.
§107Γ. ΡΟΥΣΣΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Τὰ ἄρθρα αὐτὰ ἔχουν ψηφισθῆ ἀπὸ τὴν Ἑλληνικὴν Συνέλευσιν, ἔχουν γίνει νόμοι τοῦ Κράτους καὶ τὴν στιγμὴν καθ’ ἣν ἔχομεν διάταξιν κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος ἀνέθεσεν εἰς τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον τῶν Συμμάχων νὰ χαράξῃ τὰ σύνορα αὐτά, ἐκ τῶν προτέρων εἶναι βέβαιον ὅτι εἶναι ὑποχρεωμένον νὰ δεχθῇ τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ἀνωτάτου αὐτοῦ Συμβουλίου, ἐκ τῶν προτέρων εἶχε δοθῆ ἡ ἔγκρισις, ὅπως ἡ ἀπόφασις αὐτοῦ γίνῃ ἐκτελεστή. Καθ’ ἣν στιγμὴν τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος ὑπεβάλλετο εἰς οὕτως εἰπεῖν μίαν διαιτησίαν καὶ ἡ διαιτησία εἶχεν ἐγκριθῆ προκαταβολικῶς, ἡ συνέπεια ἡ νομικὴ εἶναι ὅτι τὴν στιγμὴν καθ’ ἣν ἡ ἀπόφασις ἐκδοθῆ δὲν ὑπάρχει καμμία ἀνάγκη ἰδιαιτέρας ἐγκρίσεως καὶ ἀποφάσεως τῆς Συνελεύσεως ὅπως ἐκτελεσθῇ αὐτὴ ἡ ἀπόφασις.
§108Π. ΓΕΩΡΓΙΤΣΗΣ. Νομίζω ὅμως, κύριε Ὑπουργέ, ὅτι κατὰ τὸ Σύνταγμα δὲν δύναται ν’ ἀποσπασθῇ χώρα ἑλληνικὴ ἄνευ νόμου.
§109Γ. ΡΟΥΣΣΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Κατὰ τὸ Σύνταγμα δὲν δύναται νὰ ἐκχωρηθῇ ἄνευ ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς ἑλληνικὸν ἔδαφος. Ἀλλὰ τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ὑπάρχει ἡ ἀμφισβήτησις περὶ τοῦ ποῖον εἶναι ἑλληνικὸν καὶ ποῖον εἶναι ξένον, καὶ ἡ ἀπόφασις πρόκειται νὰ κρίνῃ ποῖον μέρος θὰ προσαρτηθῇ εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ ποῖον θὰ μείνῃ ἔξω, μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης δὲν δύναται νὰ γίνῃ λόγος περὶ ἑλληνικοῦ ἐδάφους. Μόνον ὅταν ἐκδοθῇ ἡ ἀπόφασις καὶ ἐκτελεσθῇ, τότε μόνον δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ὅτι ἀρχίζει ἡ ὕπαρξις ἑλληνικοῦ ἐδάφους.
§110Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἤθελον παρακαλέσει τοὺς κ.κ. συναδέλφους, προκειμένου περὶ ἐξωτερικῶν ζητημάτων, νὰ μὴ γίνεται συζήτησις κατ’ ἐρωταπόκρισιν, διότι ἐννοεῖ πᾶς τις ὅτι εἰς τὰ ζητήματα αὐτὰ ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς εἶναι παρεσκευασμένος νὰ ἀπαντήσῃ καὶ ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται ὁ καθεὶς νὰ ὑποβάλῃ ἐρωτήσεις καὶ νὰ φέρῃ ἴσως ζητήματα, τὰ ὁποῖα εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ συζητηθοῦν. Δι’ αὐτὸ ἡ συνεχὴς διακοπὴ καὶ ἐρωταπόκρισις, ἂν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι ἀνεκτὴ εἰς οἱαδήποτε ἄλλα θέματα, εἰς τὰ διπλωματικὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι ἀνεκτή.
§111Γ. ΡΟΥΣΣΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἴσως, κύριοι, ὑπερβολικὴ εὐαισθησία ὅσον ἀφορᾷ τὰς εὐθύνας θὰ ἐπέβαλλεν εἰς ἐμὲ νὰ εἰσηγηθῶ σχέδιον νόμου καὶ νὰ ζητήσω τὴν κύρωσιν τῆς Συνελεύσεως. Δὲν τὸ ἔκαμα, διότι ἔχω τὴν γνώμην ὅτι ἕκαστος ἐξ ἡμῶν πρέπει νὰ ἔχῃ τὰς εὐθύνας του καὶ νὰ μὴ ζητῇ ἐμμέσως νὰ τὰς μεταφέρῃ εἰς τοὺς ὤμους ἄλλων Δὲν ἐνόμισα ὅτι μοῦ ἐπιτρέπεται, καθ’ ἣν στιγμὴν ἐπίστευον καὶ πιστεύω ὅτι ἡ εὐθύνη ὑπάρχει ἐκ τῆς ψήφου ἡ ὁποία ἐδόθη εἰς τὴν Συνθήκην αὐτήν, ὅτι μοῦ ἐπιτρέπεται νὰ μεταφέρω τὴν συζήτησιν ἐνταῦθα, νὰ ζητήσω καὶ νὰ ἐπιβάλω, ἐφόσον δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ ἄλλως, μίαν ἀπόφασιν τῆς Συνελεύσεως, διὰ νὰ μεταφέρω τὰς εὐθύνας ἐπὶ τῶν ὤμων τῶν ἰδικῶν σας. Ἐπὶ πλέον ἐφρόνουν καὶ φρονῶ ὅτι ἡ ἀπόφασις ἡ ἐκδοθεῖσα εἶναι ἓν μικρὸν μέρος τῆς ὅλης μεγάλης ἀδικίας ἡ ὁποία ἔγινεν εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ δὲν ἤθελα νὰ ὑποβάλω αὐτὴν εἰς τὴν κρίσιν ὑμῶν καὶ τὴν ψῆφον ὑμῶν καὶ ὑποχρεώσω ὑμᾶς νὰ τὴν ἐπικυρώσητε καὶ λόγῳ ἀνάγκης νὰ τῆς δώσητε τὸν τύπον τῆς νομιμότητος.
§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μπότσαρης ἔχει τὸν λόγον.
§113Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. Αἰσθάνομαι τὴν ὑποχρέωσιν, κύριοι πληρεξούσιοι, νὰ ζητήσω τὴν ὑμετέραν προσοχήν. Θέλω καταβάλει πᾶσαν τὴν δυνατὴν προσπάθειαν, ἵνα διασαφήσω, κατὰ τὴν ἐμὴν ἀντίληψιν, ὅσα κενὰ σημεῖα θεωρῶ ὑπάρχοντα, μὴ καταχρώμενος τὸν πολύτιμον χρόνον τῆς Συνελεύσεως εἰμὴ κατὰ τὸ ἀπολύτως ἀναγκαῖον. Παρῆλθον ἱκανοὶ μῆνες ἀφ’ ἧς ἡμέρας πανηγυρικῶς ἡ Ἐθνοσυνέλευσις διὰ ψηφίσματος, τὸ ὁποῖον δὲν ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ ἀκούσω μνημονευόμενον σήμερον παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, ἀπηγόρευσεν ἐν τῇ οὐσίᾳ ἀπολύτως πᾶσαν συζήτησιν, πᾶσαν διαπραγμάτευσιν περὶ παραχωρήσεως τῶν χωρίων τούτων. Ἀλλὰ τὰ χωρία παρεδόθησαν. Ἄρα τὸ Σῶμα τοῦτο ἢ ψιλῷ ὀνόματι εἶναι κυρίαρχον, ὁπότε θὰ ἤθελεν ἀποδειχθῇ ὅτι ἔχει μειωμένην τὴν συναίσθησιν τῆς εὐπρεπείας τὴν ὁποίαν ἀξιοῖ παρὰ τῆς ἀνωτέρας Ἐθνικῆς κυριάρχου Συνελεύσεως ἡ Χώρα, ἢ δικαιοῦται νὰ πληροφορηθῇ πλήρως ποῖα ἐλατήρια ἐδικαιολόγησαν τὴν κατὰ παράβασιν τῆς ἀπαγορεύσεώς της παράδοσιν τῶν 14 χωρίων. Κατὰ τὴν 10ην Ἰουλίου διετύπου ὅτι... (ἀναγινώσκει τὸ ψήφισμα). Τὸ πνεῦμα τοῦ ψηφίσματος, κύριοι, τὸ ὁποῖον διετύπωσεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Κουρτίδης τὴν ἡμέραν ἐκείνην, εἶναι ἀπολύτως περιοριστικὸν τῶν κυβερνητικῶν ἐνεργειῶν. Δὲν εἶμαι διατεθειμένος νὰ ψέξω πρόσωπα, τοσοῦτο μᾶλλον καθ’ ὅσον τὰ πρόσωπα ταῦτα εἶναι ἐκεῖνα μὲ τὰ ὁποῖα καὶ προσωπικῶς ὑπευθύνως πρό τινος ἐν τῇ Κυβερνήσει συνειργάσθην καὶ ἀτομικῶς μοῦ εἶναι ἐξαιρετικῶς συμπαθῆ. Εἶμαι ὅμως ὑποχρεωμένος νὰ ἀνασκευάσω ἀπόψεις, αἵτινες μεταφέρουσιν ἀναιτίως τὸ ζήτημα ἐπὶ ἐπιπέδου ἐξαιρετικῶς νεφελώδους, ἐπὶ ἐπιπέδου ἐξαιρετικῶς νομικοῦ καὶ τυπικοῦ. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἐμνημονεύθη τὸ ἄρθρον 89 τῆς Συνθήκης τοῦ Ἁγίου Γερμανοῦ. Τὸ ἄρθρον τοῦτο δεσμεύει τὴν Αὐστρίαν καὶ εἶναι πανομοιότυπον πρὸς τὸ ἄρθρον 59 τῆς Συνθήκης τοῦ Νεϊγύ, δεσμεῦον τὴν Βουλγαρίαν, καὶ πρὸς τὸ ἄρθρον 79 τῆς Συνθήκης τοῦ Τριανόν, δεσμεῦον τὴν Οὑγγαρίαν. Διὰ τῶν πανομοιοτύπων τούτων ἄρθρων ὑποχρεοῦντο ἕκαστον χωριστὰ τὰ τρία ἡττημένα Κράτη νὰ ἀποδεχθῶσιν ἐκ τῶν προτέρων τὰ σύνορα τὰ ὁποῖα ἤθελον καθορίσει εἴς τινα ἐκ τῶν νικητῶν Κρατῶν, μεταξὺ τῶν ὁποίων συγκεκριμένως εἰς τὴν Σερβίαν, εἰς τὴν Ἑλλάδα, εἰς τὴν Τσεχοσλοβακίαν καὶ εἰς ἄλλα Κράτη, τὰ ὁποῖα ἤθελον καθορίσει αἱ πρωτεύουσαι Δυνάμεις. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἐπικυρωτικὴ ἐτέθη ἡ ὑπογραφὴ τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου. Εἶναι ὅμως προφανὲς ὅτι δὲν ἀφορᾷ τοῦτο εἰς ἔλεγχον τῶν ἑλληνοσερβικῶν συνόρων. Τοιοῦτος ἔλεγχος ἦτο ἀδύνατον νὰ νοηθῇ ἄνευ τῆς αἰτήσεως τοῦ ἑνὸς ἢ τοῦ ἑτέρου ἐκ τῶν δύο τούτων Κρατῶν καὶ ἄνευ προσήκοντος λόγου, δημιουργοῦντος ἀνάγκην. Ἀλλὰ τοιοῦτος λόγος ἢ ἀνάγκη οὐδέποτε παρουσιάσθη. Ἥ τε Σερβία καὶ ἡ Ἑλλὰς ὥρισαν μεταξὺ αὐτῶν, κύριοι συνάδελφοι, διὰ τῆς Ἑλληνοσερβικῆς Συνθήκης, διὰ Συνθήκης ὑπογραφείσης ἀπὸ τοῦ 1913, ὁποῖα ἠξίουν ὅτι ἐπεθύμουν νὰ ὦσι τὰ μεταξὺ αὐτῶν σύνορα, καὶ τὰ σύνορα αὐτά, ὅπως καὶ πρὸ μηνῶν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἀναπτύξω, χωρὶς νὰ θέλω νὰ ἐπανέλθω εἰς λεπτομερείας, ὠθοῦντο πρὸς δυσμάς, πέρα τῆς λίμνης Ἀχρίδος. Γνωρίζετε ἐπίσης ὅτι de facto ἀνεγνωρίσθησαν παρ’ ἀμφοτέρων τῶν ἐμπολέμων συνδυασμῶν τὰ σύνορα ταῦτα καὶ κατέστησαν σεβαστά. Ὅτε αἱ Δυνάμεις κατὰ τὸ 1913 ἠθέλησαν ν’ ἀναστείλωσι τὴν πρὸς δυσμὰς ἐξέλιξιν τῆς χαράξεως τῆς Ἑλληνοσερβικῆς μεθορίου, ἀπέστειλαν ἀπειλητικὴν σχεδὸν τὸ ὕφος διακοίνωσιν εἰς ἀμφότερα τὰ Κράτη. Διὰ ταύτης ἠξίουν παρ’ αὐτῶν ὅπως ἀναστείλωσι τὰς πρὸς δυσμὰς τῆς λίμνης Ἀχρίδος ὁροθετικὰς ἐργασίας. Κατ’ ἀντιδιαστολὴν ἀνεγνώριζον τὰς πρὸς ἀνατολάς. Ἀμφότερα τὰ Κράτη συνεμορφώθησαν, ὅταν δὲ διαρκοῦντος τοῦ μεγάλου πολέμου οἱ αὐτοκρατορικοὶ Στρατοὶ ἠθέλησαν νὰ καταλάβωσιν ἅπαν τὸ σερβικὸν ἔδαφος, ἔστησαν πρὸ τῶν συνόρων τούτων τῶν ὁριστικῶν τμημάτων, τὰ ὁποῖα σήμερον ἐντελῶς αὐθαιρέτως παραχωροῦνται εἰς τὴν Ἀλβανίαν. Ἀμφότεροι οἱ ἐμπόλεμοι συνδυασμοὶ ἀνεγνώρισαν de facto τὴν ὕπαρξιν τῆς ἑλληνοαλβανικῆς μεθορίου, βαινούσης μέχρι τοῦ ὄρους Πετρίου, μέχρι τουτέστι τῆς σπονδυλικῆς στήλης τῆς Βαλκανικῆς Χερσονήσου. Δὲν εἶναι λοιπὸν ποσῶς λογικὸν νὰ δεχθῇ τις ἄνευ ἐλέγχου καὶ πρὸ παντὸς ἄνευ πιέσεως ὅτι ὁ ὅρος οὗτος ἀφεώρα εἰς τὴν διαρρύθμισιν τῶν ὑπ’ οὐδετέρου τῶν ἐνδιαφερομένων Κρατῶν προσβληθέντων ποτὲ ἑλληνοσερβικῶν συνόρων. Ὀφείλω νὰ πληροφορήσω τὴν Συνέλευσιν ὅτι οὐδὲ ὁ πρωταρχικὸς ὅρος τῆς ὑπάρξεως τῶν χωρίων τούτων πάλαι ποτὲ ἐν τῷ παλαιῷ καζᾷ Κορυτσᾶς ἐτηρήθη ἀπολύτως. Τὰ ἀφαιρούμενα παρ’ ἡμῶν 14 χωρία δὲν ἀνῆκον πάντα εἰς τὸν καζᾶν Κορυτσᾶς, ἀνεξαρτήτως πρὸς τὸ γεγονὸς τῆς ἐλαστικότητος τοῦ ὁρίου τοῦ καζᾶ τούτου. Ἓν χωρίον ἐξ αὐτῶν δὲν ἀνῆκεν εἰς τὸν καζᾶν Κορυτσᾶς. Ἀφηρέθη παρ’ ἡμῶν αὐθαιρέτως, μολονότι ἀνῆκεν εἰς τὸν καζᾶν Καστορίας, τοῦτο δὲ οἱ Ἀλβανοὶ ἀντιπρόσωποι ἐδέχθησαν μὴ διαμαρτυρηθέντες. Μετὰ τὸ γεγονὸς τοῦ ψηφίσματος τῆς Συνελεύσεως εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἐπηκολούθησεν ἡ ἀνταλλαγὴ διακοινώσεών τινων. Ἡ Ἑλλὰς ἀπετάθη ἐν τῷ μεταξὺ καὶ πάλιν εἰς τὴν Πρεσβευτικὴν Διάσκεψιν. Ἂν τὸ διάβημα ἦτο ἀρκετὸν ἢ ὄχι δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ ἐξετάσωμεν σήμερον, διότι ἡ ὅλη τηρηθεῖσα ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ πολιτικὴ τῆς Ἑλλάδος ὑπῆρξεν ἐλαστική. Καὶ ὑπῆρξε μέν, ὡς πολὺ ὀρθῶς εἶπεν ὁ κ. ἐκ Φλωρίνης συνάδελφος, δηλωτικὴ ὅτι ἡ Ἑλλὰς οὐδὲ νὰ ἀναλογισθῇ ἐπεθύμει τὰ τῆς ἀπωλείας τῆς περιοχῆς ταύτης, ὄντως δὲ δὲν ἀνέμενεν ἢ ἀπειλὴν διὰ νὰ θεωρηθῇ τὸ ζήτημα τοῦτο λῆξαν. Κύριοι, ἡ φράσις αὕτη δὲν ἀφορᾷ ἀποκλειστικῶς εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργόν, δὲν ἀφορᾷ μόνον εἰς τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν· ἀφορᾷ καὶ εἰς τὴν προγενεστέραν, τῆς ὁποίας συμμετεῖχον, ἀφορᾷ καὶ εἰς τὴν προκάτοχον ταύτης, ἥτις ἄνευ σχεδὸν ἐμφανίσεως τῆς ἀπειλῆς εἶχεν ἀπολύτως παρασκευάσει τὴν....
§114Κ. ΡΕΝΤΗΣ. Ἔχετε τὰς ἀποδείξεις;
§115Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. Μάλιστα· καὶ ἄλλην ἀπόδειξιν, τὴν ἀλλοίωσιν τοῦ τόνου ὑμῶν, ἀφ’ ἧς ἐποχῆς μετ’ ἐμοῦ εἴχετε διατυπώσει τὴν πρὸς τὸν τότε Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν ἐπερώτησιν, ἀπὸ τοῦ τόνου τὸν ὁποῖον ἐδώσατε ὅταν συνέπεσεν ἐπερωτώμενος νὰ εἶσθε σεῖς ὁ ἴδιος, καθόσον ἐν τῷ μεταξὺ ἀνελάβετε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν. Διότι εἶναι διάφορον τὸ πρίσμα ὑπὸ τὸ ὁποῖον βλέπομεν τὰ γεγονότα, ὅταν εἴμεθα ἐν τῇ Ἀρχῇ ὄχι ἐξ ἀδυναμίας ἢ φιλαρχίας, ἀλλ’ ἐκ τῆς συναισθήσεως τῶν εὐθυνῶν, ἢ ὅταν κατέχωμεν τὴν ἀνεξάρτητον θέσιν τοῦ ἀντιπολιτευομένου ἢ τοῦ ἐλέγχοντος.
§116Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Εἶναι περίεργον νὰ διαμαρτύρεσθε διὰ πρᾶγμα, διὰ τὸ ὁποῖον εὐθύνεσθε καὶ σεῖς.
§117Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. Ἂν οὕτως ἀποδειχθῇ, αὐτὸ σημαίνει μίαν συντριβὴν τὴν ὁποίαν θὰ εὐχηθῶ καὶ εἰς σᾶς εἰς πᾶσαν ἄστοχον στάσιν καὶ πρὸ παντὸς εἰς πᾶσαν ἄστοχον διακοπήν. Ἔλεγον λοιπόν, κύριοι, ὅτι δὲν ὑπῆρξεν ἐπαρκές, σταθερὸν καὶ συνεχὲς τὸ ἐπικρατῆσαν πνεῦμα ἐν τῇ ὑποθέσει ταύτῃ καὶ πρὸ καὶ ἀφ’ ἧς στιγμῆς, ἅμα τῇ Μικρασιατικῇ συντριβῇ, ἐδέχθην τὴν ἐντολὴν τῆς ἀντιπροσωπείας τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους ἐν τῷ συνθέτῳ τούτῳ ζητήματι καὶ μέχρι τῆς νῦν στιγμῆς καθ’ ἣν ψάλλομεν τὸν ἐπιμνημόσυνον δυστυχῶς. Ἐν ταῖς διαρκέσιν ἀλλαγαῖς καθεστώτων δὲν ἐτηρήθη ἡ συνοχὴ καὶ παράδοσις. Ἀνεχώρησα μεθ’ ὁδηγιῶν, ἀνεχώρησα μετὰ τῶν εὐχῶν τῆς ταχείας περατώσεως τοῦ ζητήματος μετὰ πάσης τῆς δυνατῆς παραχωρήσεως. Εἰς τοῦτο διετύπωσα τὴν ἀναμφισβήτητον θέλησίν μου, ὅπως μὴ προβῶ εἰς παραχώρησιν, ἐφόσον τὴν παραχώρησιν δὲν ἐπέβαλλε τὸ ἐνδεχόμενον τῆς ὑλικῆς πιέσεως. Τοῦτο δέ, διότι ἐφρόνουν ὅτι τὸ δίκαιον εἶναι μεθ’ ἡμῶν. Δὲν θέλω νὰ εἴπω ὅτι παρ’ ἡμῶν καὶ τῶν μετ’ ἐμοῦ ἀποσταλέντων ὑπῆρξεν ἐπιτυχὴς ἡ διαχείρισις τοῦ ζητήματος· θέλω νὰ εἴπω ὅτι, ὁσάκις ἐπεμείνομεν, ἀείποτε ἐπετύχομεν· ὁσάκις ὡμιλοῦμεν ὥστε νὰ μὴ φθάσῃ ἡ ὑπόνοια ἡττοπαθοῦς διαθέσεως ἡμῶν ἐνώπιον τῶν κριτῶν ἡμῶν, ἐπείσθην, κύριοι, ὅτι πάντοτε ἐπετύχομεν. Καὶ ἐπείσθημεν καὶ περὶ μιᾶς ἄλλης ψυχολογικῆς ἀπαντήσεως· ἐπείσθημεν ἐπὶ τῆς παρατηρήσεως ὅτι, ὁσάκις συνεταυτίζομεν τὴν προσπάθειαν ἡμῶν μετὰ τῆς προσπαθείας τῶν μέχρι τῆς προχθὲς συμμάχων ἡμῶν Σέρβων....
§118Γ. ΡΟΥΣΣΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Πάντοτε.
§119Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. Ἐξακολουθεῖ ἡ συμμαχία δι’ ἓν ἔτος — πάντοτε τὰ ἀποτελέσματα ὑπῆρξαν ἀλλοῖα. Ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἠκούσθησαν πολλάκις φωναὶ ὅτι πολλὰ δυσμενῆ ἐθνικὰ ἀποτελέσματα τῆς σήμερον ὀφείλονται εἰς ἀποφράδας ἐνεργείας τῆς καταλυθείσης καταστάσεως. Ἐν τῇ διακρινούσῃ αὐτὸν λεπτότητι καὶ ἐν τῷ διακρίνοντι αὐτὸν ἱπποτισμῷ ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν δὲν ἠθέλησε νὰ διατυπώσῃ ποῦ ὀφείλεται ἡ ἄρνησις τῆς Ἑλλάδος νὰ ἀποταθῇ εἰς τὴν Κοινωνίαν τῶν Ἐθνῶν. Κατὰ τὸ 1921 ὑπῆρξεν ἀναμφισβητήτως Ἑλληνικὸν διπλωματικὸν σφάλμα, ἀλλὰ τὴν ἄποψιν ταύτην, πρὸς τὴν ὁποίαν ἐτάχθη καὶ ἡ Σερβία, τὴν ἄποψιν ταύτην δὲν ἐδέχθη ἡ Ἀλβανία, τὴν ἄποψιν ταύτην ἐκύρωσεν, ὡς προηκούσαμεν, ἀπόφασις τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν. Θὰ ἐρωτήσω: Πῶς συνέβη, ὥστε, ἐνῷ ὑπάρχει ἀπόφασις τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν, πῶς συνέβη ὁ αἰδεσιμώτατος Φὰν Νόλι, Πρωθυπουργὸς τῆς ὁμόρου Ἐπικρατείας, ν’ ἀποταθῇ εἰς τὴν Κοινωνίαν τῶν Ἐθνῶν, ἐνάγων τὴν Ἑλλάδα ἐπὶ μὴ συμμορφώσει πρὸς τὰς ἀποφάσεις τῆς Πρεσβευτικῆς Διασκέψεως; Θὰ μοὶ ἀπηντᾶτο παρὰ μᾶλλον νομομαθῶν ἀπὸ ἐμὲ ὅτι τὸ ζήτημα καθίσταται ἀκριβῶς τυπικόν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν τὴν οὐσίαν, εἶναι ἐπιζήμιον νὰ κριθῇ διὰ ποῖον λόγον εἷς ἐκ τῶν μετεχόντων εἰς τὸν διεθνῆ τοῦτον ὀργανισμὸν δὲν συμμορφοῦται πρὸς προϋπάρχουσαν ἀπόφασιν. Δὲν πρόκειται, κύριοι, περὶ μιᾶς οἱασδήποτε διαφορᾶς μεταξὺ Κρατῶν ἀνηκόντων εἰς τὴν Κοινωνίαν τῶν Ἐθνῶν, πρόκειται περὶ διαφορᾶς ἀφορώσης ρύθμισιν συνόρων καὶ τὴν ρύθμισιν ταύτην ἐνεργεῖ ἡ Πρεσβευτικὴ Διάσκεψις καὶ αὕτη εἶναι ὀργανισμὸς οὐχὶ ἐν ταῖς νεφέλαις ἁπλῶς, ἀρυομένη τὰς χρησίμους αὐτῇ πιέσεις, καὶ ἠδύνατο νὰ εὕρῃ τὰ μέσα πιέσεως καὶ τὰ μέσα ταῦτα οὐδέποτε ἐνεφανίσθησαν οὐδὲ εἰς τὸν ἀπώτερον ὁρίζοντα.
§120Π. ΓΕΩΡΓΙΤΣΗΣ. Τώρα δὲν ἐνεφανίσθησαν;
§121Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. Ποτέ, κ. συνάδελφε, μέχρι τῆς στιγμῆς κατὰ τὴν ὁποίαν συζητοῦμεν τὴν ἐπερώτησιν.
§122Π. ΓΕΩΡΓΙΤΣΗΣ. Ὥστε ἐξάγετε ὅτι ἡ ἡττοπάθεια τῆς Κυβερνήσεως παρέδωσε τὰ 14 χωρία.
§123Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. Συνάγω ὅτι ἡ ἡττοπάθεια ἡμῶν ἁπάντων, ἡ ἀδιαφορία ἡμῶν ἁπάντων, ἡ ἀραίωσις τῶν τάξεων ἡμῶν καθ’ ἣν στιγμὴν συζητεῖται σπουδαιότατον ζήτημα, ἡ ἡττοπάθεια πάντων ἡμῶν συνετέλεσε, κύριοι. Ἀπαντῶν εἰς ἐρώτησιν ὑμῶν δὲν ἐλέγχω κανένα.
§124Π. ΓΕΩΡΓΙΤΣΗΣ. Διὰ τῆς ἐπερωτήσεως ἐλέγχεται ἡ Κυβέρνησις, δὲν ἐλέγχεται ἡ Συνέλευσις, οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποδίδετε μομφὴν κατὰ τῆς Συνελεύσεως τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν πρὸ ὀλίγης μόλις ὥρας ἀνεγνώσατε ψήφισμα αὐτῆς τῆς Συνελεύσεως, ἡ ὁποία ἀποκρούει τὴν παράδοσιν αὐτῶν τῶν χωρίων· δὲν εἶναι δυνατὸν αὐτὰ νὰ συμβιβάζωνται μὲ ὅσα πρὸ ὀλίγου εἴπετε.
§125Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. Κύριε συνάδελφε, ἀρυόμεθα ἴσως τὰς ἐντυπώσεις ἡμῶν ἑκάτερος ἐκ τοῦ παρελθόντος αὐτοῦ σταδίου. Εἶναι βέβαιον ὅτι τυπικῶς ἔχετε ὑμεῖς δίκαιον, οὐσιαστικῶς ἔχω ἐγώ. Ἂν ἡ Συνέλευσις ἤθελε νὰ διατρανώσῃ τὰ κυριαρχικὰ αὐτῆς δικαιώματα, οὐδεὶς Ὑπουργὸς ἤθελε σκεφθῆ νὰ παραιτηθῇ τῶν ἐδαφῶν αὐτῶν.
§126Π. ΓΕΩΡΓΙΤΣΗΣ. Ἔπρεπε ν’ ἀνατρέψῃ τὴν Κυβέρνησιν.
§127Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. Δὲν ἔπρεπε νὰ τὴν ἀνατρέψῃ, διότι πρὶν ἀνατρέψῃ τὴν Κυβέρνησιν, ἔπρεπε νὰ διερωτηθῇ ποίαν Κυβέρνησιν ἔπρεπε νὰ φέρῃ εἰς τὰ πράγματα διὰ νὰ διαπραγματευθῇ τὸ ζήτημα αὐτό.
§128Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Ἀλλ’ ὅσον εὐρύνονται αἱ εὐθῦναι, τόσον περιορίζονται αἱ εὐθῦναι τῶν ἁρμοδίων ὑπευθύνων.
§129Β. ΚΥΒΕΛΟΣ. Ἡ Δʹ τῶν Ἑλλήνων Συνέλευσις ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς καθ’ ἣν ἀντελήφθη τὴν δευτέραν ἀπόφασιν τῆς Πρεσβευτικῆς Διασκέψεως τῶν Παρισίων, δι’ ἧς παραδόξως ἡ Διάσκεψις ἐκείνη ἀνῄρει προηγουμένην της ἀπόφασιν ἐκχωροῦσα εἰς τὴν Ἀλβανίαν τὰ 14 Ἑλληνικὰ χωρία, κατελήφθη ἀπὸ κατάπληξιν καὶ δεδικαιολογημένην μεγίστην ψυχικὴν ὀδύνην. Εἰλικρινῶς πιστεύω ὅτι ὅλαι αἱ Κυβερνήσεις αἱ προελθοῦσαι ἐκ τῆς παρούσης Συνελεύσεως ἐξαιρετικῶς ἠσθάνθησαν εἰς μεγαλύτερον βαθμὸν τὴν ἐθνικὴν ὀδύνην διὰ τὸν στραγγαλισμὸν τῶν 14 Ἑλληνικῶν χωρίων, ὅπως εἰς τὴν καθημαγμένην Ἑλλάδα ἀπὸ τὴν κολοσσιαίαν πρόσφατον μεγάλην της καταστροφὴν ἐγένετο ὑπὸ τῶν ἰσχυρῶν, ἀπὸ τοὺς ὁποίους ὁ ἠθικὸς κόσμος μετὰ τὸν μέγαν πόλεμον περιέμενεν ἀποφάσεις ἐπὶ τῶν τοιούτων ζητημάτων δικαιοτέρας, ἠθικωτέρας. Εἶμαι ὑποχρεωμένος ἐξ ὀνόματος τῆς Συνελεύσεως καὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ νὰ διαμαρτυρηθῶ ὄχι θεατρικῶς, ἀλλὰ μὲ συντριβὴν καὶ ἀπόγνωσιν ψυχικὴν διὰ τὴν ἄδικον αὐτὴν ἀπόφασιν τῆς Διασκέψεως εἰς βάρος τῶν ἱερωτέρων δικαίων τῆς Ἑλλάδος.
§130Δ. ΒΑΡΕΛΑΣ. Καὶ μάλιστα ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἐτύγχανον σύμμαχοι.
§131Ι. ΜΑΜΑΗΣ. Φαίνεται ὅτι ὅλοι πταίουν.
§132ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Ἤθελα νὰ εἴπω ὅτι εἶναι ἡ τρίτη φορὰ καθ’ ἣν τὸ ζήτημα τῶν 14 χωρίων ἔρχεται εἰς τὴν Συνέλευσιν καὶ ἐλέχθησαν ἐπ’ αὐτοῦ ἀρκετά.
§133Π. ΓΕΩΡΓΙΤΣΗΣ. Ἐλέχθησαν ἀρκετά, τὰ ὁποῖα ὅμως δὲν ἐλήφθησαν ὑπ’ ὄψιν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν.
§134ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, παύσατε τὰς διακοπὰς διὰ νὰ δυνηθῇ ὁ ῥήτωρ νὰ ἐξακολουθήσῃ. Δὲν ἐπιτρέπονται διακοπαί.
§135Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. Ὀφείλω, κατόπιν τῆς ἀπαγορεύσεως τοῦ κ. Προέδρου, νὰ θέσω τέρμα εἰς τὴν σκέψιν ἀπαντήσεως ἐπὶ τῶν διασταυρουμένων ἐρωτήσεων. Ἄλλως τε δὲν ἀποτείνονται τὰ ἐρωτήματα πρὸς ἐλεγχόμενον. Ἁπλῶς διετύπωσα τὴν γνώμην ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρηθῇ ὅτι καὶ τὸ ἐνδιαφέρον ἡμῶν τῶν πληρεξουσίων ὑπῆρξε θερμὸν ὅσον ἔπρεπε νὰ εἶναι θερμόν. Γνώμη εἶναι. Ἀλλ’ εἶναι γνωστὸν ὅτι ἡ ἐπερώτησις δὲν συνεζητήθη ἐγκαίρως· ἀπεμακρύνθη ὄχι διότι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἠθέλησε νὰ προτιμηθῇ, ἀλλὰ διότι, ἐνῷ ἡ Κυβέρνησις μετὰ περισσοῦ θάρρους ἤθελε νὰ ὑποστῇ τὸν κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον, δὲν ὑπῆρξεν ἐξ ἡμῶν ἡ γνώμη νὰ φανῶμεν εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο τόσον αὐστηροὶ ὅσον ὑπήρξαμεν εἰς τὸ ψήφισμα. Τοῦτο εἶναι γνώμη, λάβετε ὑπ’ ὄψιν, πρῴην στρατιωτικοῦ. Ἐπανέρχομαι ἤδη εἰς τὴν οὐσίαν. Ἐνῷ ἡ προσκύρωσις εἶχεν ὑπογραφῆ ὑπὸ τῶν Δυνάμεων, ὥστε ὄχι μόνον κατὰ πᾶσαν λογικὴν καὶ ὄχι μόνον «de facto» εἶχεν ἀναγνωρισθῆ τὸ ὁριστικὸν ἀπὸ τοῦ ὄρους Πετρίνου μέχρι τῆς λίμνης Πρέσπας τῆς Ἑλληνικῆς μεθορίου, ἀλλὰ καὶ αἱ κατόπιν δοθεῖσαι ἐντολαὶ εἰς τὴν διαχαρακτικὴν Ἐπιτροπὴν ἦσαν περιωρισμέναι, τὰ πράγματα ἀνεστράφησαν. Ἡ Ἐπιτροπὴ ἡ ἀποσταλεῖσα ἐνταῦθα κατὰ τὸ 1922 ὑπὸ τὸν ἀείμνηστον στρατηγὸν Tellini εἶχε, κύριοι, περιωρισμένην ἐντολήν. Ἡ ἐντολὴ αὐτῆς ἦτο ὅτι ἠδύνατο νὰ καθορίσῃ μόνον τὰ ἐκκρεμῆ σύνορα. Καὶ τὰ ἐκκρεμῆ σύνορα ἦσαν τὰ Ἑλληνοαλβανικὰ καὶ τὰ Ἀλβανοσερβικά· δὲν ἦσαν τὰ Ἑλληνοσερβικά. Ἤκουσα παρὰ τοῦ προλαλήσαντος κ. Ἀλεκτορίδου ὅτι εἶναι μεγάλη ἡ ἀπολεσθεῖσα περιοχή. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι εἶναι ἀνωτέρα τῆς περιοχῆς τῆς νήσου Τήνου, ἀλλὰ δὲν εἶναι τοῦτο ἡ μεγαλυτέρα ἀπώλεια, διότι ἡ Ἑλλὰς ἀπώλεσε πολλά. Ἡ μεγαλυτέρα ἀπώλεια εἶναι ἄλλη, ὅτι δύναται νὰ νοηθῇ ὅτι ἡ Ἑλλὰς δύναται νὰ ὑπόκειται εἰς κατατμήσεις. Δὲν δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ὅτι ὀφείλεται τὸ πάθημα τῆς ἀπωλείας τῶν 14 αὐτῶν χωρίων εἰς τὴν 1ην Νοεμβρίου. Βεβαίως ἡ 1 Νοεμβρίου ὑπῆρξε πρόξενος μεγάλων ἀπωλειῶν, ἀλλὰ δὲν ἀρκεῖ νὰ λέγωμεν τοῦτο ὡς αἰτίαν πάσης ἀπωλείας μας. Καὶ θὰ ἐρωτηθῶ ἴσως, διατί δὲν ἀπευθυνόμεθα κατὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν ἢ κατὰ τῆς Κυβερνήσεως. Διότι, ἀπαντῶ, ὑπάρχει τεκμήριον, διότι ἔλαβε χώραν συμβούλιον, εἰς τὸ ὁποῖον συμβούλιον μετέσχον πάντες οἱ ἡγέται τῶν πολιτικῶν μερίδων. Εἰς τὸ συμβούλιον ὑπεβλήθησαν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν πᾶσαι αἱ συνθῆκαι τοῦ σοβαρωτάτου τούτου προβλήματος καὶ ἔχω τὴν πληροφορίαν ὅτι εἰς τὸ συμβούλιον ἐκεῖνο οὐδεὶς τῶν κυρίων προέδρων ἠθέλησε νὰ διαμαρτυρηθῇ κατὰ τῆς γνώμης τῆς παραχωρήσεως. Τοῦτο δὲν θέλω νὰ εἴπω ὅτι μαρτυρεῖ τὴν ὁριστικὴν πρόθεσιν τῆς Συνελεύσεως. Δὲν ἀνεπτύχθησαν αἱ ἄλλαι γνῶμαι, ἀλλὰ προϋπῆρχεν ἡ πρόθεσις ἡ ἐνισχύουσα τὴν Κυβέρνησιν, ἡ προοιωνίζουσα ἑπομένως τὸν ἔλεγχον φροῦδον. Ἄν τὰ ζητήματα ἐφέροντο ἐνταῦθα, δύο θὰ ἦσαν αἱ δυναταὶ λύσεις. Ἢ ἡ Συνέλευσις, πειθομένη περὶ τοῦ μεγέθους τῶν ἐθνικῶν ὑποχρεώσεων ἡμῶν καὶ τῶν ἐπενεκτέων θυσιῶν, ἤθελε συσφίγξει τὴν καρδίαν αὐτῆς καὶ ἀποφασίσει νὰ ἀποχωρισθῇ τῆς προσφιλοῦς αὐτῇ περιοχῆς ἢ ἤθελε ἀποδοκιμάσει τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἀναζητήσει ἑτέραν λύσιν. Δὲν ἦτο ὅμως ἐπιτετραμμένον νὰ προεξοφλήσῃ ἡ Κυβέρνησις τὴν λύσιν ταύτην «ipso jure», ἔστω καὶ ἐν τῇ προθέσει τῆς προφυλάξεως τοῦ Σώματος τούτου ἀπὸ τοῦ νὰ ἐξενέγκῃ ἀρνητικὴν τελεσίδικον ἀπόφασιν. Ἐφόσον ἡ Συνέλευσις, ἔστω καὶ ἐκ τῶν ὑστέρων, δὲν ἐψήφισεν ἀντιθέτως, ἰσχύει σιωπηρῶς τὸ ἀναγνωρισθὲν γεγονός. Ἄν εἴπωμεν εἴς τινα «γνωρίζετε ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Συνέλευσις ἔκλεισε τοὺς ὀφθαλμοὺς καὶ δὲν ἐπεδοκίμασε τὴν παροχήν», θὰ ἀπήντα «ὤφειλε νὰ ἀποδοκιμάσῃ καὶ νὰ ἀποδοκιμάσῃ σαφῶς».
§136ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Βεβαίως. Κατὰ τίνα τρόπον; Θέτουσα ζήτημα ἐμπιστοσύνης;
§137ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε, παρακαλῶ.
§138Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. Ὄχι μόνον ἀπὸ τὸν λογικὸν εἱρμὸν τῶν γεγονότων δὲν εὑρίσκω ὅτι ἡ παροῦσα λύσις ἦτο ἀναπότρεπτος, ἀλλὰ καὶ κατὰ τὰς προηγηθείσας διπλωματικὰς παρ’ ἡμῶν διαπραγματεύσεις ἐτηρήθη ὑπὸ τῆς Ἑλλάδος ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἀπολύτως ἄκαμπτος στάσις. Καὶ ἡμεῖς προσωπικῶς κατὰ τὰς προτάσεις ἡμῶν διετυποῦμεν τὴν 20ὴν Ἰουνίου 1923 ὅτι οὐδεμία Κυβέρνησις, οὐδεμία Βουλὴ ἤθελέ ποτε δεχθῆ νὰ κυρώσῃ διὰ τῆς συγκαταθέσεώς της τὴν ἀπότμησιν ἐθνικῶν ἐδαφῶν. Ἀφήνομεν κατὰ μέρος ὅτι ὁ τότε Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀξιότιμος ἡγέτης τῆς Ἐπαναστατικῆς Ὁμάδος, ἐπῄνεσε μὲν ἡμᾶς ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν διὰ τὴν τότε στάσιν, ἔψεξεν ὅμως ἡμᾶς ὡς Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν διὰ τὴν τοιαύτην στάσιν. Εἶχε διττὴν τὴν ἰδιότητα, ἑπομένως διττὴν ἐξέτασιν τοῦ πράγματος. Ἔλεγεν ὅτι ὀφείλομεν πολὺ δυτικώτερον, ἐπὶ τῆς γραμμῆς Μαρόβα, νὰ ζητήσωμεν νὰ στηθῶσιν αἱ συνοριακαὶ ἡμῶν σημαῖαι. Τοῦτο δὲν ἐπεζητήθη, διότι ἦτο ἀπολύτως ἀδύνατον. Δὲν ἀρέσκομαι, ὑπευθύνως ἐκ τοῦ πλησίον ἐξετάζων τὰ πράγματα, νὰ ἐπεκτείνωμαι εἰς ἐπίπεδα θεωρητικῶν αἰτήσεων, αἱ ὁποῖαι δὲν ἔχουσι πρακτικὴν ἀπόδοσιν. Ἐφόσον πάντες τότε ἐδείχθημεν ἄκαμπτοι, ὅτι τὸ ἐλάχιστον ἦτο τὸ τότε κρατοῦν παρ’ ἡμῖν συνοριακὸν καθεστώς, τὸ ἐλάχιστον τῶν διεκδικήσεων ἡμῶν, ἐφόσον ἔρχεται βραδύτερον κυροῦν τὴν πρώτην τοιαύτην σκέψιν ψήφισμα τῆς Συνελεύσεως δεσμευτικόν, ἐφόσον ἐπανέρχεται τὸ ζήτημα τοῦτο ἀναλλοιώτως καὶ ἐπὶ τῆς κατόπιν Κυβερνήσεως τῆς ὑπὸ τὸν ἀξιότιμον ἐκ Σάμου πολιτευτήν, πῶς, κύριοι, ἠδυνήθημεν νὰ δεχθῶμεν τοιαύτην ἀδόκητον παραχώρησιν; Καὶ ὀφείλω, ἐπειδὴ μοῦ ἐξετοξεύθησαν ἐκ τῆς αἰθούσης ταύτης σκέψεις περὶ συνυφάνσεως εὐθυνῶν ἀτομικῶν, ὀφείλω νὰ γνωρίσω εἰς τὴν Συνέλευσιν ὅτι, ὅταν κατὰ τὰ Ὑπουργικὰ Συμβούλιο τῆς Κυβερνήσεως, τῆς ὁποίας μετεῖχον, ἦλθε διὰ τὸ ζήτημα ὅτι ἐπὶ θύραις εὑρίσκετο ἡ πρόθεσις τῆς παραχωρήσεως τῶν ἐδαφῶν αὐτῶν, ὁ ὑποφαινόμενος ἐθεώρησεν ὅτι ὤφειλε νὰ θέση πρὸς τὴν φίλην αὐτῷ Κυβέρνησιν ζήτημα παραιτήσεως διὰ τὴν σκέψιν ἁπλῶς ταύτην. Καὶ μετὰ μακρὰς πείσμονας συζητήσεις ἀνεγνωρίσθη καὶ παρὰ τῶν νομικῶν μελῶν τοῦ τότε Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ὅτι δὲν ἦτο ἀβάσιμος ἡ τοῦ ἁπλοῦ στρατιώτου ἄποψις καὶ ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ παραχώρησις ἄνευ κυρώσεως παρὰ τῆς Συνελεύσεως. Κύριοι συνάδελφοι, ὑπὸ τὸ πνεῦμα αὐτὸ ἐνετάλη ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ὡς ἐγὼ τοὐλάχιστον ἀντελήφθην, νὰ ἀποστείλῃ τὴν διακοίνωσιν πρὸς τὰς Δυνάμεις.
§139Ν. ΚΑΛΕΛΛΗΣ. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἦτο ὁ αὐτὸς ὁ ὑποχωρήσας κατόπιν;
§140Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. Μάλιστα. Ἔχω ὅμως τὴν ἰδέαν ὅτι ὑπεχώρησεν ἡ ψυχὴ πάντων ὑμῶν ἀνεξαιρέτως.
§141Ν. ΚΑΛΕΛΛΗΣ. Ἀπατᾶσθε.
§142Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἀντελήφθην ὅτι τὴν μεγαλυτέραν εὐθύνην ἀποδίδετε εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν ὁποίαν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ διευθύνω ἐγώ.
§143Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. Ὄχι, κ. Πρόεδρε.
§144Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Γνωρίζετε πολὺ καλὰ ὅτι, ὅταν ἀνεφύη τὸ ζήτημα, ὅταν ἡ Ἐπιτροπὴ τῶν συνόρων ἐχάραξε τὴν γραμμὴν καὶ ἐζήτησεν ἀπὸ τὸν ἀντιπρόσωπον τῆς Ἑλλάδος νὰ συμμετάσχῃ εἰς τὴν χάραξιν τῆς γραμμῆς, ἡμεῖς διεμαρτυρήθημεν καὶ ἀνεφέρθημεν εἰς τὴν Διάσκεψιν τῶν Πρεσβευτῶν τῶν Παρισίων, ὁρίζοντες συγχρόνως τὰ δικαιώματα τῆς Ἑλλάδος καὶ ζητοῦντες ἐπὶ πλέον ὅτι προκαταβολικῶς, πρὶν γίνῃ ἡ ἐλαχίστη παραχώρησις, ἔπρεπε νὰ λυθῶσι τὰ ἄλλα ζητήματα ἐν Ἀλβανίᾳ. Εἶναι τὸ μόνον σημεῖον τὸ ὁποῖον νομίζω ὅτι δύναται νὰ συζητηθῇ.
§145Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἰς αὐτὸ καταλήγω, εἰς τὸ ζήτημα τῆς μὴ ἀλληλουχίας τῶν γεγονότων. Ἀλλὰ θὰ ὤφειλον νὰ ἐπανορθώσω τὴν σειρὰν τῶν ἐντυπώσεων λέγων ὑμῖν ὅτι ἡ ὑμετέρα Κυβέρνησις διετύπωσεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου δύο γνώμας· τὴν πρώτην μὲν ὅτι θλιβερὸν τὸ γεγονός, ἀλλὰ παρήγορον ὅτι τὰ χωρία ταῦτα θὰ παραχωρηθῶσιν εἰς φίλην Δύναμιν.
§146Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὄχι.
§147Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. Μάλιστα, κ. Πρόεδρε. Ἡ ὑμετέρα Κυβέρνησις, κ. Πρόεδρε, διότι δέχομαι τὸ ἑνιαῖον τῆς Κυβερνήσεως ἐν τῷ προσώπῳ τοῦ Προέδρου αὐτῆς.
§148Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Κύριε συνάδελφε, αὐτὴ ἦτο μία φράσις τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, ἡ ὁποία δὲν ἐσήμαινε καὶ τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως. Εἶπεν ἐν «ἐσχάτῃ ἀνάγκῃ», ὅπως ἀποδεικνύει καὶ ὁ φάκελος τῶν ἐγγράφων.
§149Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως», δὲν ὑπάρχει ἀντιδιαστολή. Ἢ ἡ Κυβέρνησις εἶναι ἀλληλέγγυος ἢ μεριμνᾷ ἐγκαίρως νὰ ἀποδοκιμάσῃ καὶ νὰ ἀποτινάξῃ τὴν ἀλληλεγγύην της μετὰ Ὑπουργῶν, τῶν ὁποίων τυχὸν τὰς σκέψεις δὲν συμμερίζεται.
§150Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Κύριε συνάδελφε, δὲν πρόκειται περὶ ἀρνήσεως τῆς ἀλληλεγγύης. Σᾶς λέγω ὅτι ἡ φράσις ἐκείνη, ἡ ὁποία ἐλέχθη κατόπιν μιᾶς στενοχωρίας ἐνταῦθα, δὲν ἐξεδήλου τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως. Ἐνθυμεῖσθε δὲ πολὺ καλὰ ὅτι μετὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ ἀξιοτίμου τότε Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν ἀνῆλθον ἐγὼ ἐπὶ τὸ βῆμα καὶ σαφέστερον διετύπωσα τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐπεξήγησα τοὺς λόγους καὶ τοῦ ἀξιοτίμου τότε Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν. Ἑπομένως δὲν ὑπάρχει καμμία ἄρνησις ἀλληλεγγύης, ἀλλὰ ἀσάφεια. Δὲν νομίζω δὲ ὅτι, ἂν ἐκφύγῃ εἰς κανένα ἀπὸ ἡμᾶς μία φράσις, πρέπει εἰς τὴν φράσιν αὐτὴν νὰ δώσωμεν τὴν ἔννοιαν ὅτι αὐτὴ καὶ μόνη χαρακτηρίζει τὴν πολιτικὴν μιᾶς Κυβερνήσεως.
§151Γ. ΡΟΥΣΣΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Κύριε συνάδελφε, μοὶ ἐπιτρέπετε νὰ προσθέσω ὅτι ἐπὶ τῆς συνεργασίας μας ἔγινε καὶ ἡ αἴτησις διὰ τὴν ἀναθεώρησιν τῆς ἀποφάσεως καὶ ὅλη ἡ ἐνέργεια κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην.
§152Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι ἔγινε μακρὰ συζήτησις καὶ ἐγὼ ἤμην ὁ ἐπιμείνας ὅπως μὴ ὑποχωρήσωμεν εἰς τὴν ἀξίωσιν τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς συνοριακῆς.
§153Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἐλέχθησαν παρ’ ὑμῶν ταῦτα. Ἄν ταῦτα ὀνομάζετε ἐπεξήγησιν τῶν λόγων τῶν τότε κυρίων συναδέλφων ὑμῶν, ἐγὼ ἁπλῶς ὀνομάζω ἐλευθέραν παράφρασιν. Ὄχι ἐλευθέραν παράφρασιν, εὐφυᾶ ἀντιστροφήν.
§154Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Κύριε συνάδελφε, τίνα σημασίαν ἔχει μία φράσις, ὅταν ἔχετε τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως ἀπὸ τὰ ἐπίσημα ἔγγραφα; Νομίζω ὅτι τὰ ἔγγραφα καὶ ἡ ὅλη συμπεριφορὰ τῆς Κυβερνήσεως ἦτο ἄρνησις τῆς ἀποδοχῆς τῆς ἀποφάσεως τῆς Ἐπιτροπῆς. Ὅταν ἐν γένει ὅλη ἡ συμπεριφορὰ μιᾶς Κυβερνήσεως ἀποδεικνύῃ τὴν πολιτικὴν καὶ τὰς σκέψεις της, δὲν νομίζω ὅτι μία φράσις δύναται αὐτὴ καὶ μόνη νὰ χαρακτηρίσῃ τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως. Εἴπετε ὅτι, ὅταν σεῖς ἦσθε Ὑπουργός, ὑπεβάλετε τὴν παραίτησιν ὑμῶν. Νομίζω ὅτι ἡ ὑποβολὴ μιᾶς παραιτήσεως ἑνὸς Ὑπουργοῦ, ὅπως ἀποκρούσῃ μίαν ἐνέργειαν, δὲν ἀποτελεῖ μίαν λύσιν. Ἔπρεπε νὰ εἴπετε τί ἔπρεπε νὰ γίνῃ ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ.
§155Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. Θὰ ἀπαντήσω, κ. Πρόεδρε.
§156Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἀπευθύνομαι πρὸς ἣν κατεύθυνσιν μὲ ρίπτετε. Ἄν ἀπευθυνθῶ πρὸς τὴν κατεύθυνσιν πρὸς τὴν ὁποίαν σεῖς εὑρίσκεσθε, τότε....
§157Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. Εἶπον ὅτι λίαν προσφυῶς ἀντεστρέψατε τοὺς λόγους τῶν συναδέλφων σας, ἂν ὅμως, κ. Πρόεδρε τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἂν τότε ἦσαν τοιαῦται αἱ ἀρχῆθεν κρατοῦσαι σκέψεις παρὰ τῇ Κυβερνήσει, οὐδεμία προπαρασκευαστικὴ μέριμνα θὰ εἶχε ληφθῇ παρ’ ἡμῶν διὰ τὴν ἐκκένωσιν τῶν χωρίων. Καὶ εἶναι βέβαιον ὅτι εἶχον ἐκπορευθῆ ὁδηγίαι, ὅπως εἶναι ἕτοιμα τὰ τμήματα πρὸς ἐκκένωσιν. Δὲν ἔχει καὶ τόσην ἀξίαν τὸ γεγονός. Θὰ μοῦ ἔκαμνε τὴν τιμὴν ὁ κ. συνάδελφος νὰ ζητήσῃ τὴν κατεύθυνσιν πρὸς τὴν ὁποίαν ἠθέλησα νὰ ρίψω τὴν Κυβέρνησιν. Εἶναι ἐκείνη πρὸς τὴν ὁποίαν ἀναλλοιώτως ἐπορεύθημεν ἀπὸ τοῦ φθινοπώρου τοῦ 1922. Προσηρμόσθημεν καὶ πρὸς τὴν Σερβικὴν ἄποψιν καὶ ἀναλλοιώτως μετ’ αὐτῆς ἐπορεύθημεν. Δὲν ὑπῆρξεν ἐπιβολὴ πιεστικῶν μέτρων. Εἶναι ἐν τούτοις γνωστὸν ὅτι ἡ Κοινωνία τῶν Ἐθνῶν ἔχει ἐντολοδόχον διὰ τὰ ἀφορῶντα εἰς τὰ Ἀλβανικὰ σύνορα. Εἶναι ἡ πρὸς δυσμὰς τοῦ Ἀδριατικοῦ γείτων. Αὕτη ἐπρόκειτο νὰ εἶναι ὁ χωροφύλαξ τοῦ κανονισμοῦ τῶν Ἀλβανικῶν συνόρων. Χωροφύλαξ ἐπὶ ὑποθέσεως ἐν τῇ ὁποίᾳ εὑρίσκοντο ἐνδιαφερόμενοι δύο σύμμαχοι, ἐκ τῶν ὁποίων ὁ ἕτερος εἶχε προσφυῶς καὶ ἐγκαίρως καταστῆ σύμμαχος πρὸς τὴν ἐντολοδόχον ταύτην Δύναμιν. Κατὰ τὸ 1922 διὰ πρώτην φοράν, ὅταν εὑρέθην ἐπὶ τόπου, ἦτο δὲ ἡ διεθνὴς ἀτμόσφαιρα δυσμενὴς πολὺ διὰ τὴν ἐκπεσοῦσαν, τὴν ἐστερημένην στρατοῦ, διὰ τὴν ἄπορον, τὴν ἄφιλον καὶ ταπεινὴν Ἑλλάδα, ἡ σκέψις μου ἦτο ἀκριβῶς πῶς θὰ προσῃρμοζόμεθα μετὰ τῶν Σέρβων. Καὶ προεῖπον ὅτι, ὁσάκις ἐκάμνομεν τοῦτο, ἤμεθα κερδισμένοι. Δὲν παρέλειπον ὅμως τοῦ νὰ τηρήσω τὴν Κυβέρνησιν ἐνήμερον ἐπὶ ἑνὸς ἄλλου σημείου, εἰς τὸ ὁποῖον ἡ Σερβία διετήρησε τὴν εὐαισθησίαν της καὶ διετύπωσεν ἀνεπισήμως, ἀλλὰ στερρῶς, τὴν πρόθεσιν αὐτῆς, ὅπως διεκδικήσῃ ὑπὲρ ἑαυτῆς τὰ χωρία, ἂν ταῦτα, ἐνδεχομένως, ἤθελον ἀφαιρεθῆ ἀπὸ ἡμᾶς.
§158Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν τὸ εἶπε τότε ἡ Σερβία.
§159Γ. ΜΟΔΗΣ. Δὲν λέγομεν ὅτι τὸ εἶπεν, ἀλλ’ ὅτι ἠδύνατο νὰ εἴπῃ ὅτι θέλει νὰ ἀφαιρέσῃ τμήματα τοῦ λαφύρου. Ἦτο ἀδύνατον.
§160Γ. ΡΟΥΣΣΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Οὔτε καὶ σήμερον τὸ λέγει.
§161Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. Εἶναι πολὺ ἀργά. Ἐλέχθη ἐπισήμως καὶ διετυπώθη παρ’ ἐμοῦ κατ’ ἐπανάληψιν, τακτικώτατα.
§162Γ. ΜΟΔΗΣ. Εἰς τὸ χωρίον Μουζάκι.
§163Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. Μάλιστα.
§164Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Μίαν διασάφησιν κάμνω. Ἡ πολιτικὴ ἡ ὁποία ἠκολουθεῖτο ἀπὸ ἡμᾶς καὶ τὴν ὁποίαν συνεβούλευσα νὰ ἀκολουθήσουν καὶ ἠκολούθησαν ἦτο ὅλη ἡ ὑπόθεσις νὰ διαχειρισθῇ κατόπιν συνεννοήσεως μὲ τὴν Σερβίαν.
§165Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. Τί ἐννοεῖτε συνεννόησιν;
§166Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἄν ἐξετάσετε τὸ ζήτημα, θὰ ἴδετε ὅτι ὅλη ἡ ὑπόθεσις διεχειρίσθη καὶ ὑπὸ τῆς ἰδικῆς μας Κυβερνήσεως καὶ κατόπιν διεχειρίσθη μὲ τὸν αὐτὸν τρόπον παρὰ τῶν ἄλλων Κυβερνήσεων ἐν συνεννοήσει μὲ τὴν Σερβικὴν Κυβέρνησιν, διότι δὲν ἠγέρθη οὐδεμία ἀντίρρησις, διεχειρίσθη δὲ ἐν στενῇ ἐπαφῇ καὶ ἐν συνεννοήσει μὲ τὴν Σερβικὴν Κυβέρνησιν.
§167Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. Αἱ πληροφορίαι ἐκ τῶν δύο ὁμόρων Κρατῶν εἶναι ὅτι ὄντως εὑρέθημεν εἰς ἐπαφήν· ἀλλὰ ποίαν ἐπαφήν; Εἰς ἀνταλλαγὴν πληροφοριῶν καὶ οὐδὲν πέρα τούτου. Εἰς δὲ τὸ τελευταῖον χρονικὸν διάστημα, λόγῳ τοῦ συμπεσόντος ζητήματος, οὔτε ταύτην ἐτηρήσαμεν. Καὶ εἶναι βέβαιον ὅτι ἐσπεύσαμεν εἰς τὴν ἐκκένωσιν τῆς περιοχῆς. Ἀλλὰ δὲν εἶναι νέα ἡ πληροφορία τῆς ἀποφάσεως τῆς Πρεσβευτικῆς Διασκέψεως, ὅπως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ὡμίλησε περὶ διακοινώσεως ἐπισήμου ἀποσταλείσης κατὰ τὸ 1924. Τοῦτο εἶναι ἀληθές, ὡς εἶναι ἀληθὲς ὅτι καὶ κατὰ τὸ 1923, ἐπειδὴ ἤμεθα ἐκεῖ, κατέστη γνωστὸν ἐγκαίρως καθ’ ἣν ὥραν ἐλήφθησαν ὑπὸ τῆς διεθνοῦς Ἐπιτροπῆς ἀποφάσεις περὶ τῆς τύχης τῶν 14 χωρίων. Τὴν 27 Ἰουνίου ἐξεδόθη ἡ ἀπόφασις τῆς Ἐπιτροπῆς ἡ ἀφαιροῦσα ἀπὸ ἡμᾶς τὸ τμῆμα τοῦτο. Δὲν εἶχε διασαφηνισθῆ ἂν ἀφῃρεῖτο ἀπὸ ἡμᾶς τὸ χωρίον Κιουνέκ. Τὴν 27 Ἰουνίου μετὰ διαγράμματος ἐμεριμνήσαμεν, ὥστε νὰ ἀποσταλῇ εἰς χεῖρας τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἡγέτου τῆς Ἐπαναστάσεως καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν μετὰ τῶν κρίσεων ἡμῶν ἐπὶ τῆς ἐκτάσεως τῆς προσγενομένης ζημίας. Ἡ ἀπώλεια εἶναι ἀσημοτέρα καὶ μικροτέρα ἐκείνης τὴν ὁποίαν ὑπελόγισεν ἡ Ἑλλὰς κατ’ ἀρχάς. Καὶ ἐλέγομεν ἐν ταῖς πληροφορίαις ἡμῶν ὅτι ἡ Ἑλλὰς βεβαίως δὲν ὑφίσταται ἐκεῖ καίριον τραῦμα ὑλικόν, ἀλλ’ ὑφίσταται καίριον ἠθικόν. Ἐπανειλημμένως ἐζητήσαμεν ἔκτοτε τὴν σύμπραξιν μετὰ τῆς συμμάχου Σερβίας, ἀλλ’ ἡ σύμπραξις αὕτη οὐδέποτε οὐσιαστικῶς ἐπεδιώχθη ἢ ἐπετεύχθη. Εὑρέθημεν ἐν ἐπαφῇ, εὑρέθημεν ἐν παραλληλισμῷ, οὐδέποτε ὅμως εὑρέθημεν ἐν συντονισμῷ ἐργασίας. Δὲν ἠξεύρω οὐδεμίαν περίοδον ἀπολύτως τῶν ἓξ τελευταίων Κυβερνήσεων. Ἡ Σερβία διεφειλονίκει τὰ χωρία ταῦτα. Τὸ τοιοῦτον ἀπέναντι ἡμῶν θὰ ἄφηνε σκέψεις θλιβερὰς ἐν σχέσει πρὸς τὴν παραχώρησιν τὴν γενομένην τῷ 1913 πλουσιωτέρας περιοχῆς παρὰ τῷ χωρίῳ Κέναλι μετ’ ἄλλων πολλῶν χωρίων. Οἱ Σέρβοι ἀντιπρόσωποι ἔλεγον ὅτι ἐπιθυμοῦν νὰ συνταυτίσουν τὴν ἄποψίν των μετὰ τῆς ἰδικῆς μας, συνδέοντες τὸ ζήτημα τοῦ Ὁσίου Ναοὺμ μὲ τὸ ζήτημα τῶν χωρίων. Ἡ Σερβία ἐπέτυχεν εἰς τὸν Ὅσιον Ναούμ, ἔνθα οὐδὲν πραγματικὸν δικαίωμα —δὲν ὁμιλῶ διὰ δίκαιον, ἀλλὰ διὰ δικαίωμα— ἠδυνήθη νὰ διατυπώσῃ· ἔμεινε καὶ θὰ παραμείνῃ. Δὲν χρειάζεται νὰ ἐτάζῃ τις καρδίας καὶ νεφροὺς διὰ νὰ τὸ ἴδῃ· θὰ παραμείνῃ.
§168Γ. ΜΟΔΗΣ. Ὅταν ἡ ἀπόφασις διὰ τῆς ὁποίας παρεχωρεῖτο ὁ Ὅσιος Ναοὺμ εἰς τὴν Ἀλβανίαν ἐξεδόθη, ἦτο τὸ 1922, ἡ ἀπόφασις δὲ διὰ τὰ χωρία ἐξεδόθη τὸν Ἀπρίλιον τοῦ 1924.
§169Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. Ὄχι μόνον ἔλαβε χώραν ἡ πρώτη ἀπόφασις, ἀλλ’ εἰς ταύτην ἀπήντησεν ἡ Σερβία τὸ «non possumus». Καὶ τοῦτο μετ’ ἐξέτασιν καὶ ἐπαναπόρριψιν τῶν νέων τεκμηρίων, ἅτινα προσεκόμισε. Τὰ τεκμήρια ταῦτα δὲν εἶναι σοβαρά, ἔχουν μόνον τοῦτο τὸ σοβαρόν, ὅτι λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν τοῦ ἐπιμένοντος ἡ θέλησις. Μετὰ τὴν ἐπαναπόρριψιν τῶν νέων Σερβικῶν προτάσεων ἐπακολουθεῖ ἀπόλυτος ἄρνησις τῆς Σερβίας. Καὶ πρόκειται περὶ μονῆς, διὰ τὴν ὁποίαν, ἵνα μὴ δυσχεράνω τὸ ἔργον τῶν φίλων ἡμῶν Σέρβων, προσεποιούμην ὅτι δὲν ἀνεγνώριζον τοὺς Ἑλληνικοὺς χαρακτῆρας τῶν εἰκόνων, αἱ ὁποῖαι πιθανὸν νὰ ὡμοίαζον μὲ Σερβικάς. Ἡ Σερβικὴ ἀξίωσις ἀπερρίφθη τελεσιδίκως, ἂν ἐπιτρέπεται ἡ ἔκφρασις, καὶ χιλιάκις θὰ ἀπορριφθῇ, καὶ ἐν τέλει θὰ μείνῃ ἐκεῖ ἡ Σερβία. Ὅτι δύναταί τις νὰ ἐπιτύχῃ διὰ τῆς ἑνώσεως τῶν προσπαθειῶν, τοῦτο ἀποδεικνύει ἀποτελεσματικῶς ἡ ἀπόπειρα ἡ ἐπιτυχοῦσα πρὸς ματαίωσιν τῆς οὐδετέρας ζώνης, φθανούσης μέχρι τοῦ ὄρους Γράμμου. Θὰ ἀπετέλει τοῦτο ἓν καρδιοβόρον καρκίνωμα, τὸ ὁποῖον ἤθελεν ἐπιτρέψει νὰ ἀναπτυχθοῦν πᾶσαι αἱ προπαγανδιστικαὶ καὶ ἐθνικιστικαὶ προσπάθειαι πάσης τῆς Βαλκανικῆς πανσπερμίας. Ἡ ἐν συνεχείᾳ μετὰ τῶν Σέρβων ἄρνησις ἡμῶν, ἡ κατηγορηματικὴ καὶ ἄνευ περιστροφῆς, εἶναι γεγονὸς ὅτι ἀπέδωκε καρπούς. Καὶ ἵνα μὴ μακρηγορῶμεν ἐπὶ τοῦ παρελθόντος λέγομεν: Ἐτέθη τὸ ζήτημα εἰς τὴν Κοινωνίαν τῶν Ἐθνῶν ὑπὸ τῆς Ἑλλάδος; Ὄχι, δὲν ἐτέθη, διότι ἡ ἐπίσημος Ἑλλὰς ἐν ἔτει 1921 ἠρνήθη τὴν δικαιοδοσίαν ταύτην εἰς τὴν Κοινωνίαν τῶν Ἐθνῶν. Ἀλλ’ ἐτέθη τὸ ζήτημα τοῦτο ὡς τυπικόν, ἐπαναλαμβάνω, ὑπὸ τῆς Ἀλβανίας. Καὶ ποία ἦτο ἡ φρασεολογία τοῦ Ἕλληνος ἀντιπροσώπου; Ἦτο φρασεολογία δεικνύουσα ὅτι τὸ ἠθικὸν τῆς Ἑλλάδος εἶχε καμφθῆ.
§170ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Ποῖος ἦτο ὁ Ἕλλην ἀντιπρόσωπος;
§171Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. Ὁ κ. Πολίτης, ὁ πολλαπλᾶς παρασχὼν ὑπηρεσίας εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἀλλὰ μετὰ τοῦ ὁποίου, θὰ μοῦ ἐπιτρέψετε, νὰ μὴ ἔχω τὴν ἰδίαν γνώμην ὡς πρὸς τὴν τηρηθεῖσαν πολιτικήν. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἡ Κοινωνία τῶν Ἐθνῶν εἶχε διατυπώσει εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν τὴν γνώμην ὅτι συμφέρον εἶναι, ἐφόσον ἐκκρεμοῦσιν οὐσιώδη ζητήματα, νὰ μὴ ἀναμίξωμεν καὶ τὸ στοιχεῖον τοῦτο καὶ νὰ μὴ περιπλέξωμεν εἰς νέαν ἄρνησιν τὴν Κοινωνίαν τῶν Ἐθνῶν. Καὶ ἐπειδὴ ἐκινήθη τὸ ἐνδιαφέρον ὑμῶν, ἀναγινώσκω βραχυτάτας παραγράφους τῆς ὅλης ἐπιχειρηματολογίας, τὴν ὁποίαν παρουσιάσαμεν εἰς τὴν Κοινωνίαν τῶν Ἐθνῶν. (Ἀναγινώσκει).
§172Γ. ΡΟΥΣΣΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Διὰ ποίαν περίοδον ὁμιλεῖτε;
§173Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. Διὰ τὴν περίοδον τὴν τελευταίαν, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ κ. Φὰν Νόλι περιέπλεξεν εὐφυῶς τὸ ζήτημα τῆς ἐκκλησιαστικῆς καὶ ἐκπαιδευτικῆς ἀδιαφορίας πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν μειονοψηφίαν.
§174Γ. ΡΟΥΣΣΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Κατὰ τὴν τελευταίαν σύνοδον;
§175Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. Κατὰ τὸν παρελθόντα Σεπτέμβριον. Ἐπαναλαμβάνω, κύριοι, ὅτι δὲν ὑπῆρξεν εἰς τὸ παρὸν ἡ ἔλλειψις ἐνδιαφέροντος. Ὑπῆρξεν ἡ ὀλεθρία κατεύθυνσις, τὴν ὁποίαν ἡ εὐλύγιστος ἡμῶν σπονδυλικὴ στήλη συνήθισεν ἀπὸ μακροῦ χρόνου. Ὑπῆρξεν ἡ τάσις ἡμῶν, τὴν ὁποίαν ἔψεξα, τὴν ὁποίαν ψέγω, τῆς ὁποίας δὲν δύναμαι ἀπολύτως ποτὲ νὰ εἶμαι ἀκόλουθος, ὅτι πρέπει νὰ κάμνωμεν πάντοτε μεγάλην, εὐρεῖαν διπλωματικὴν πολιτικήν, ὅτι τὰ ζητήματα ταῦτα εἶναι κατώτερα τῶν ἡμετέρων ἀντιπροσώπων. Ἠθελήσαμεν, κύριοι συνάδελφοι, πάντοτε νὰ ἐμπνευσθῶμεν ἀπὸ τὸ παράδειγμα τοῦ ἀποσυρθέντος μεγάλου ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων. Ἀλλὰ τότε δὲν ἦτο μόνον μεγάλη ἡ πολιτικὴ τὴν ὁποίαν ἠκολούθει οὗτος, ἀλλ’ ἦτο μέγα καὶ τὸ πλαίσιον τῶν διεθνῶν γεγονότων. Ἡ Ἑλλὰς ἐφέρετο βεβαίως ὑπὸ τῆς ἰδίας αὐτῆς κινητηρίου ροπῆς, ἀλλ’ ἐφέρετο ταυτοχρόνως καὶ ὑπὸ τῆς φορᾶς τῶν διεθνῶν γεγονότων. Καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ ἄλλως. Τὸ ἰσχυρὸν διασυμμαχικὸν ρεῦμα ἔφερε τὴν Ἑλλάδα πρὸς τὰ μεγάλα της πεπρωμένα. Ἤρκει αὕτη νὰ τηρῇ τὸν οἴακα πρὸς τὴν καλὴν κατεύθυνσιν. Ἀλλ’ ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἔπεσεν ὁ ἄνεμος, ὑπῆρξεν ὅλως ἀστεῖον τὸ νὰ δεχθῶμεν ὅτι θὰ δημιουργήσωμεν ἡμεῖς ἰδιώνυμον ἄνεμον διὰ νὰ κινηθῶμεν ἡμεῖς οὗτοι μετὰ τῆς αὐτῆς ταχύτητος. Διὰ τοῦτο βλέπομεν ἡμᾶς παραπαίοντας καὶ καταλήγοντας εἰς τὴν Μικρασιατικὴν καταστροφήν. Ἐλησμονήσαμεν ὅτι, ἂν δὲν προσελιμενιζόμεθα ἐγκαίρως, μοιραίως θὰ κατεπίπτομεν, βραδέως κατ’ ἀρχάς, συντριβόμενοι κατόπιν, διότι ἔπεσεν ὁ ἄνεμος ὁ ὁποῖος μᾶς ἔδιδε δύναμιν. Ἀλλ’ ἐπὶ τὸ θέμα: Ἐθεωρήσαμεν τὸ ζήτημα τῶν 14 χωρίων μικρόν, τὸ ζήτημα τοῦτο κατώτερον ἡμῶν, κατώτερον τῆς κρατικῆς εὐπρεπείας, κατώτερον τοῦ παρελθόντος ἡμῶν. Ὑπομιμνήσκω τὴν Γαλλικὴν παροιμίαν—δὲν μοῦ ἀρέσει νὰ ἀναφέρω παροιμίας, ἀλλ’ εἰς τὴν ἔκθεσιν τοῦ Ἕλληνος ἀντιπροσώπου ἀναφέρεται ἕνας μῦθος τοῦ Αἰσώπου καὶ ἕνας μῦθος τοῦ Λαφονταίν — τὴν Γαλλικὴν παροιμίαν, ὅτι «οὐδέποτε ὁ ἀρχιμάγειρος παρασκευάζει μόνος του τὸ δεῖπνον, τοῦτο δὲ διὰ νὰ μὴ χάσῃ τὸ γόητρόν του, ἂν ἀποτύχῃ». Καὶ εἶπον παρελθέτω ἀφ’ ἡμῶν ἑκάστοτε ἡ προσπάθεια τοῦ νὰ φέρωμεν σύγχυσιν εἰς τοὺς διπλωματικοὺς κύκλους διὰ τὸ μικρὸν ζήτημα τοῦτο, τὸ ὁποῖον ὤφειλον νὰ τάμουν τὸ ταχύτερον, ἀδιαφόρως ἂν ἔταμον τὴν εὐθεῖαν ἢ μίαν οἱανδήποτε γραμμὴν ἀκανόνιστον καὶ βλαπτικήν. Δὲν λέγω ὅτι τοῦτο ἐγένετο λόγῳ μειωμένου ἐθνικοῦ ἐνδιαφέροντος, ἀλλ’ ἀναμφισβητήτως ἐπεκράτησε στρεβλὴ κατεύθυνσις, τὴν ὁποίαν ἐλάβομεν, τιθέμενοι ἐπὶ τὰ ἴχνη τοῦ μεγάλου ἀρχηγοῦ διὰ μικρὰς ὑποθέσεις καὶ πρὶν ἢ σφυγμομετρήσωμεν τὰς διαθέσεις τοῦ περιβάλλοντος. Ἔλθωμεν, κύριοι, εἰς τὴν ἐπιχειρηματολογίαν, εἰς ἣν ἐξεταζόμεθα ὡς ἐναγόμενοι, ἐνῷ ὑπήρξαμεν οἱ ἀδικούμενοι..... (Ἀναγινώσκει).
§176ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Ποῖος τὸ λέγει; Δὲν ἦσθε τότε Ὑπουργός;
§177Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. Ὁ κ. Πολίτης. Τὴν ἐποχὴν καθ’ ἣν ἤμην Ὑπουργὸς δὲν ἔλαβον γνῶσιν, διότι δὲν ὡμιλοῦσα ἐγὼ εἰς τὴν Γενεύην.
§178ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Πρὸς ποῖον ἀπευθύνεται;
§179Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. Ἀπευθύνεται πρὸς τὸν πρόεδρον τῆς συνεδριάσεως, ὁ ὁποῖος ἔδωκε τὸν λόγον εἰς τὸν κ. Πολίτην ἐπὶ ἐνστάσεως τοῦ Φὰν Νόλι, συνταχθείσης εἰς αὔθαδες ὕφος. Καὶ ἐπιθυμῶ νὰ φέρω ἐνώπιον ὑμῶν μερικὰ δείγματα τοῦ αὐθάδους ὕφους του διὰ νὰ τὸ συγκρίνετε μὲ τὸ ἰδικόν μας τὸ τεταπεινωμένον. Λέγει λοιπὸν ὁ Φὰν Νόλι, εὐφυέστατος Πρωθυπουργός (Ἀναγινώσκει): «Ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ φέρωμεν εἰς γνῶσιν ὑμῶν»—πρὸς τὸν Γενικὸν Γραμματέα τῆς Πρεσβευτικῆς Διασκέψεως — εἶναι ὁ τύπος ὁ διπλωματικός. Πρόκειται περὶ διακοινώσεως κοινῆς πρὸς ἀμφότερα τὰ Κράτη ταυτοσήμως ἐκδοθείσης. (Ἀναγινώσκει)..... Εἶναι τὸ διάστημα καθ’ ὃ μετεῖχον τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐγένετο ἡ ἄρνησις. Πρὸ ὀλίγου ὡμίλει περὶ διαταγῶν τῆς Κυβερνήσεως, ἔνθα ὑποτίθεται ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις δὲν ἔχει παρὰ νὰ δέχεται διαταγὰς ἑνὸς ξένου στρατηγοῦ, ἐνῷ ὤφειλε νὰ δεχθῇ τὰς ἀπαιτήσεις τῆς Πρεσβευτικῆς Διασκέψεως, αἵτινες, συμφώνως πρὸς τοὺς κρατοῦντας κανονισμούς, ἰσχύουσι μετὰ τὴν ἐπαναγωγὴν τῶν Ἑλληνικῶν ἀντιλήψεων καὶ τὴν δήλωσιν ὅτι ἔλαβε γνῶσιν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις. Δὲν δέχεται μία Κυβέρνησις διαταγὰς ἀπὸ ἕνα ξένον ἀξιωματικόν, ὁ ὁποῖος δύναται νὰ εἶναι καὶ ἀνθυπολοχαγός. Ἐξακολουθῶ τὴν ἀνάγνωσιν. (Ἀναγινώσκει)..... Ἔστε βέβαιοι ὅτι ὄχι μόνον τὸ Βελιγράδιον, ἀλλ’ οὔτε καὶ ὁ Νομάρχης Μοναστηρίου θὰ ἐδέχετο τὸ εἰκοστὸν τῆς φραστικῆς ταύτης. Κύριοι, τοῦτο ἔλαβε τὴν ὑπηρεσιακὴν ὁδὸν καὶ ἔφθασε μέχρι τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν. Πῶς ἔφθασε δὲν γνωρίζω. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν εἶπεν ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ φθάσῃ. Ἔφθασεν ὅμως εἰς τὴν Πρεσβευτικὴν Διάσκεψιν, ἥτις ἀπέτεινε τὸ ζήτημα εἰς τὴν Κοινωνίαν τῶν Ἐθνῶν. Ἀντὶ ἡ Ἑλλὰς νὰ ὠφεληθῇ τῆς ἀνελπίστου εὐκαιρίας ὅτε ὁ ἀντίπαλος αὐτῆς ἔφερε τὸ ζήτημα εἰς τὸ δικαστήριον, ἀντὶ νὰ πράξῃ τοῦτο, ἔρχεται τεταπεινωμένη καὶ συντετριμμένη καὶ λέγει: Μὲ συγχωρεῖτε, δὲν δύναμαι νὰ ἐκκενώσω τὸ ἔδαφος τοῦτο. Διατί; Διότι δὲν ἔπρεπε νὰ τὸ ἐκκενώσῃς; Ὄχι, ἀλλὰ διότι μοῦ μένει νὰ διαπράξω τύπον τινὰ καὶ νὰ καλέσω τὴν Συνέλευσιν ὅπως συγκατατεθῇ. Κύριοι, ἐκλήθη ἡ Συνέλευσις δι’ ἄλλα ζητήματα, διὰ τοὺς ἄνθρακας, διὰ τὸ σταφιδικόν, ἀλλὰ διὰ τὸ ζήτημα τῶν 14 χωρίων δὲν ἠρωτήθη. Καὶ τί λέγει ἡ Ἑλληνικὴ ἐπιχειρηματολογία; Ἐπωφελήθη τῆς εὐκαιρίας τοὐλάχιστον, ἵνα καταστήσῃ ἀλληλέγγυον τὸ ζήτημα τῆς παραχωρήσεως τῶν ἀδίκως καταληφθέντων ἡμῶν χωρίων, νὰ τὸ καταστήσῃ ἀλληλέγγυον, λέγω, πρὸς τὸ ἐκκρεμοῦν εἰς βάρος τῆς Ἑλλάδος σχολικὸν καὶ ἐκκλησιαστικὸν ζήτημα;
§180Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἂν δὲν ἔγινεν αὐτό, εἶναι σφάλμα μεγάλο.
§181Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. Ἔγινε διὰ τῆς φράσεως, τὴν ὁποίαν θὰ σᾶς ἀναγνώσω. Ἔγινεν ὡς εὐχή, δὲν ἔγινεν ὡς θέλησις, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ κάμωμεν τοῦτο, ἐπειδὴ ἡ διεθνῶς ὑποχρεωμένη νὰ πράξῃ ἐκεῖνο Ἀλβανία δὲν ἐξεπλήρωσε τοὺς ὅρους, ἐπειδὴ κατεπάτησε τὸ Πρωτόκολλον τῆς Κατωπίτσης, τῆς Κερκύρας, ὀχυρωθεῖσα ὄπισθεν τοῦ τύπου ὅτι τὰ Πρωτόκολλα δὲν ἔτυχον διεθνοῦς ἐπικυρώσεως καὶ οὕτω δύναται νὰ ἀρνηθῇ τὸ κῦρος τῆς ὑπογραφῆς αὐτῆς. Ἀλλὰ μήπως ἐν τῷ ζητήματι τῶν σχολείων καὶ τῶν ἐκκλησιῶν ἐβελτίωσαν τὴν ἐκ τοῦ παρελθόντος δυσμενῆ διαβίωσιν τῶν κατοίκων τούτων; Ἤδη ἀσφαλεῖς πληροφορίαι καὶ ἔγκυροι φέρουσιν ὅτι ἡ Ἀλβανία ζητεῖ νὰ εἰσπράξῃ φόρους 12 ἐτῶν ἐκ τῶν χωρίων τούτων. Κύριοι, ἔχετε ὑποχρέωσιν νὰ ψηφίσετε κονδύλιον, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ πληρωθῶσιν οἱ φόροι αὐτοί, ἀφοῦ οὐδεὶς ἔσχε τὴν ἔμπνευσιν νὰ καταστήσῃ τοὺς ἀνθρώπους τούτους μὴ ἐπιρρεπεῖς, μὴ ὑποχρέους εἰς τὸ νὰ καταβάλλωσι φόρους εἰς Κράτος τὸ ὁποῖον ἐθεώρησαν ξένον. Καὶ ἐπανέρχομαι εἰς τὴν Ἑλληνικὴν φραστικήν. Ἐζητήσαμεν νὰ κατασκευάσωμεν μικρὰν ἄμυναν ἐπιχειρηματολογίας, πλαγγόνα, ἂν θέλετε, ξόανον. Καὶ λέγομεν, ἀφοῦ ὁμολογοῦμεν ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι ἐλαχιστότατον, ἀδιόρατον διὰ τὸν διπλωματικὸν ὀφθαλμόν, τί εἶναι λοιπόν; Κύριοι, ἐπλανήθημεν, δὲν ἐξηντλήσαμεν τὰ μέσα. Οὐδέποτε εὑρέθημεν εἰς ἀλληλουχίαν μετὰ τῆς Σερβίας πραγματικήν. Οὐδέποτε παρουσιάσαμεν ζωτικῶς τὴν ἄποψιν ἡμῶν. Μᾶς ἀπήντησαν, ὅταν ἐζητήσαμεν ν’ ἀναγνωρισθῇ τὸ τμῆμα τοῦτο τῆς μεθορίου ὡς τμῆμα Ἑλληνοσερβικόν, μᾶς ἀπήντησαν κατὰ τὴν 25 Αὐγούστου, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ πρᾶξις τοῦ 1913 ἡ Ἑλληνικὴ νὰ ἰσχύῃ, διότι ἐπηκολούθησεν ἡ πρᾶξις ἡ διπλωματικὴ τῆς 8 Φεβρουαρίου 1913, διὰ τῆς ὁποίας ἐπεφύλασσον αἱ Μ. Δυνάμεις ἑαυταῖς τὸ δικαίωμα τοῦ διακανονισμοῦ τῶν Ἑλληνοαλβανικῶν συνόρων καὶ ἡ Ἑλλὰς εἶπε: Καλῶς. Εἴπετε ὅτι ἔληξε τὸ ζήτημα. Θὰ ἀπαντήσω: Ποῦ τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα δημιουργεῖ ἡ κατοχὴ τῶν μερῶν τούτων ἡ ἐπὶ δωδεκαετίαν καὶ ἡ ἐκ μέρους τῶν πολιτῶν ἐκπλήρωσις τῶν πολιτικῶν καὶ στρατιωτικῶν αὐτῶν καθηκόντων; Ποῦ ἡ ἀναγνώρισις, συμφώνως πρὸς τὴν συνθήκην τὴν ὁποίαν ἀπεκάλυψαν οἱ μπολσεβίκοι, καὶ αὐτῆς ταύτης τῆς Ἰταλίας ὑπὸ τὰς ἐμπνεύσεις τῆς Γαλλίας καὶ τῆς Ἀγγλίας, τοῦ δικαιώματος τῆς Ἑλλάδος καὶ τῆς Σερβίας, ὅπως συνορεύσωσιν ἐπὶ Ἀλβανικοῦ ἐδάφους πρὸς δυσμὰς τῆς λίμνης Ἀχρίδος ἐν ἔτει 1916; Ποῦ ὁ σεβασμὸς τῶν δυτικῶς τῆς Πρέσπας Ἑλληνοσερβικῶν συνόρων κατὰ τὸν μέγαν πόλεμον ὑπ’ ἀμφοτέρων τῶν ἀντιπάλων; Ταῦτα δὲν ἔτυχον τῆς ψιλῆς κυρώσεως, καλῶς ἢ κακῶς, ἀλλ’ οὔτε τοῦ κόπου τῆς μνημονεύσεως ἐκ μέρους ἡμῶν. Ἐπαναλαμβάνω καὶ πάλιν διὰ μυριοστὴν φορὰν ὅτι δὲν ψέγω πρόσωπα, ψέγω τὸ σύστημα, καὶ θὰ ἐπαναλάβω μίαν φράσιν τοῦ Κολοκοτρώνη ὅτι «δὲν πταίει ὁ βιολιτζῆς, ἀλλὰ ὁ χαβᾶς». Πταίει ἡ ἀρτηριοσκλήρωσις ἡ πνευματική, ὁ ἐμπειρισμός, ὁ μερεμετισμὸς ὁ διέπων μέχρι τοῦδε πᾶν ἐπιτελικόν, πᾶν διπλωματικόν, πᾶν πνευματικὸν κρατικὸν σύστημα παρ’ ἡμῖν. (Χειροκροτήματα).
§182Κ. ΡΕΝΤΗΣ. Ὁ κ. συνάδελφος ὑπῆρξε κύριος συνεργάτης καὶ τοῦ Ἐπιτελείου καὶ τοῦ Ὑπουργείου ἐπὶ τοῦ θέματος καὶ φοβεῖται μήπως γίνῃ ἀντικείμενον συμμετοχῆς εἰς τὰς εὐθύνας καὶ προσπαθεῖ νὰ εὐρύνῃ τὸν κύκλον.
§183Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. Ὁ κ. συνάδελφος ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἠνέῳξε λάκκον καὶ κατέπεσεν ἐν αὐτῷ πρὸ τῆς ὥρας. Ἐπεθύμουν, ὡς Ἠπειρωτικὸν κεφάλαιον, νὰ διαφυλάξω τὸν κ. συνάδελφον, παρὰ τὸ χονδρὸν σφάλμα τὸ ὁποῖον διέπραξε κατὰ τὴν συζήτησιν τὴν ἀπολήξασαν εἰς τὸ γνωστὸν ψήφισμα, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτρεικῶν, νὰ ἀγνοήσῃ στοιχειωδῶς ὅτι δὲν λαμβάνονται ὑπ’ ὄψιν αἱ ἐθνολογικαὶ ἐξετάσεις, προκειμένου περὶ τῶν συνόρων. Καὶ προσεπάθησα μὲν ἐγκαίρως νὰ τὸν διακόψω, ἵνα προφυλάξω αὐτὸν ἐκ τοῦ σφάλματος, ἀλλὰ κατέστη ἀδύνατον νὰ μὲ ἀντιληφθῇ, διότι δὲν κατεῖχε τὰ προηγούμενα. Καὶ ἐδήλωσεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου—Θὰ παρακαλέσω δὲ νὰ ζητηθῶσι τὰ πρακτικά, ἂν εἶναι ἀναγκαῖον—ὅτι ὄντως θὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν τὸ ἐθνολογικὸν μέρος, ἀγνοῶν ὅτι δὲν ζῶμεν ἐν ἔτει 1913, ὅτε ἔλαβε χώραν ἡ ἀξιέπαινος αὐτοῦ διπλωματικὴ συμβολή. Μὴ ἀδικῶμεν ἀμοιβαίως ἀλλήλους. Ἂν ἐπ’ ἐμὲ ὑπάρχουσιν εὐθῦναι, τὰς ἐζήτησα, ἐζήτησα νὰ ἐλεγχθῶσιν αὗται. Ἄν ἀνευρίσκῃ ἡ Ἐθνικὴ Συνέλευσις εὐθύνας ἐμοῦ, εἶμαι πρόθυμος νὰ τὰς ἀποδώσω οὐχὶ ὡς παλαιὸς Ὑπουργός. Αἱ πολιτικαὶ εὐθῦναι εἶναι μικραὶ ἀπέναντι τῶν καταστροφῶν. Μὴ βλέπωμεν τὸ ἄνομον διὰ τοῦ μικροσκοπίου. Προσπαθοῦμεν νὰ τὸ ἴδωμεν μέγα. Ἄν ὑπάρχῃ σφάλμα ἰδικόν μου, θὰ παρακαλέσω νὰ ἐλεγχθῇ καὶ νὰ μὴ ἀοριστολογῇ ὁ διπλωμάτης. Εἶναι εὔκολον νὰ κινῇ τὴν κεφαλὴν ὁ ἐκ Κορινθίας κ. τέως Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ὁ ἐμπεσὼν ἐν τῷ λάκκῳ τὸν ὁποῖον ἠθέλησε νὰ ἀνορύξῃ, ἠγνόησεν ὅμως ὅτι δὲν ἐπετράπη νὰ ἐξετασθῶσιν ἐθνολογικαὶ συνθῆκαι διὰ τὸν καζᾶν Κορυτσᾶς, ἀλλὰ μόνον συνθῆκαι οἰκονομικαὶ, συνθῆκαι συμπλέγματος ὁδοποιΐας καὶ ὅτι ρητὴ ἀπαγόρευσις ἀπέκλειε δυστυχῶς τὴν πιθανότητα τῆς ἐκ μέρους τῆς διεθνοῦς Ἐπιτροπῆς ἐξετάσεως τῶν ἐθνικῶν φρονημάτων τῶν κατοίκων. Καὶ μόνον πρὸς τὴν διεθνῆ Ἐπιτροπὴν εἶχον ἐπαφὴν ἐκ τῆς θέσεώς μου. Ἀλλὰ τὸ τοιοῦτον ἐπετράπη μόνον εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τὴν κατὰ τὸ 1913 συσταθεῖσαν, ἵνα ἐφαρμόσῃ τὸ γνωστὸν Πρωτόκολλον τῆς Φλωρεντίας, τὸ κατὰ τὸ ἄρθρον 3 τῆς Συνθήκης τοῦ Λονδίνου συνταχθέν. Ἐκεῖ ὥρισεν ἡ διπλωματία μίαν ζώνην ἐδάφους ἀρχομένην ἀπὸ τοῦ Γράμμου καὶ καταλήγουσαν ἔναντι τῆς Κερκύρας, παρὰ τὸ ἀκρωτήριον Στῦλος. Ἐντὸς δὲ τῆς ζώνης, λαμβανομένων ὑπ’ ὄψιν τῶν ἐθνολογικῶν τεκμηρίων, τούτων δὲ τεκμαιρομένων ἐκ τῆς μητρικῆς γλώσσης, ἠδύνατο ἡ Ἐπιτροπὴ τότε νὰ προβῇ εἰς ἔρευναν. Διὰ τὸ βορειότερον τούτου τμῆμα δυστυχῶς οὐδὲν ἐπράξαμεν, ὥστε νὰ περιληφθῇ μεταξὺ τῶν ἐξεταστέων στοιχείων τὸ ἐθνικὸν τῶν κατοίκων αἴσθημα. Τὰ τεκμήρια τὰ ὁποῖα ἀτυχῶς ἐδέχθη τὸ Συμβούλιον τῶν Συμμάχων, τουτέστι τῆς καταγωγῆς, τῆς γλώσσης, τῆς θρησκείας, εἶναι τεκμήρια ἀσαφῆ καὶ ἄδηλα. Ἀλλ’ ὅταν ὁ τέως Ὑπουργὸς ὁ θέλων νὰ μὲ ψέξῃ ἀνῆλθεν ἐπὶ τοῦ βήματος καὶ ἀπεδείχθη ὅτι οὐδὲ κἂν ἐγνώριζε τοῦτο, πῶς θέλετε νὰ ἐπιδιώξῃ κάτι τὸ ὁποῖον δὲν ἐγνώριζε;
§184Κ. ΡΕΝΤΗΣ. Σεῖς τὸ ὑποστηρίζετε τώρα, ὅτι ἔχει ἐθνολογικὴν ὑπόστασιν ἡ Κορυτσά· πῶς κατηγορεῖτε ἐμέ; Ἂν δὲν ὑπάρχῃ ἐθνολογικὸς χαρακτήρ, τότε τί διεκδικοῦμεν; Ἄλλως τε ἀνεγνωρίσθη καὶ διεθνῶς ἀπὸ ἀπόφασιν τῆς Διασκέψεως τῶν Παρισίων ἡ ἑλληνικότης τοῦ καζᾶ τῆς Κορυτσᾶς. Ἐγὼ ἠθέλετε νὰ τὸ ἀρνηθῶ;
§185Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. Ὁ κ. πληρεξούσιος ἐπιθυμῶν νὰ διαπράξῃ παραβολὴν ἐξικνεῖται εἰς ὑπερβολήν. Δὲν εἶπον τοῦτο. Εἶπον ὅτι ὁ κ. πρώην ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς ἀπὸ τοῦ βήματος διεκήρυξεν ὅτι βεβαίως θὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν τὰ ἐθνολογικά, τὰ ἐθνικά, ἂν θέλετε, φρονήματα τῶν κατοίκων τῆς ἐπιδίκου ζώνης. Παρατηρῶ ὅτι ἐξακολουθεῖ εὐρύνων τὸ χάσμα τὸ χωρίζον τοῦτον ἀπὸ τῆς πραγματικῆς θέσεως τοῦ ζητήματος, ὑποστηρίζων ὅτι πρόκειται περὶ ἐρεύνης τοῦ ἐθνολογικοῦ χαρακτῆρος τοῦ καζᾶ Κορυτσᾶς. Δὲν πρόκειται, κύριοι, ποσῶς περὶ καζᾶ Κορυτσᾶς. Εἶναι γνωστὸν ὅτι ἀνεγνωρίσθη ἡ Ἑλληνικὴ σύστασις αὐτοῦ κατὰ πλειονοψηφίαν. Ἐπρόκειτο περὶ ὡρισμένης ζώνης ἀμφιδίκου.
§186Κ. ΡΕΝΤΗΣ. Δὲν περιλαμβάνεται εἰς τὸν καζᾶν Κορυτσᾶς.
§187Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. Ὄχι, εἰς τὸ πλαίσιον.
§188Κ. ΡΕΝΤΗΣ. Τὸ ἔλαττον περιέχεται εἰς τὸ μεῖζον.
§189Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. Γνωρίζετε ὅτι ἐν τῷ τμήματι τοῦ καζᾶ Κορυτσᾶς περιλαμβάνεται καὶ ἡ περιοχὴ τοῦ Ὄπαρι. Ἀλλ’ αὕτη, καίτοι ἀνήκει εἰς τὸν καζᾶν τοῦτον, εἶναι μᾶλλον Μουσουλμανικὴ καὶ ἄφιλος εἰς ἡμᾶς. Δὲν ὁμιλοῦμεν περὶ ἀμβύκων, περὶ ἐλαίου, περὶ ὁμοιογενοῦς ρευστοῦ, ὁμιλοῦμεν περὶ Βαλκανικῆς, περὶ Β. Ἠπείρου, εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ εἰς τὸ ὁποῖον συγχέονται αἱ ἐπιρροαὶ διαφόρων βλέψεων. Ἐπαναλαμβάνω, κύριοι, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται ἀπολύτως ἡ ἐξέτασις δυστυχῶς ἀπὸ ἐθνικοῦ παράγοντος. Προκαλῶ τὰς εὐθύνας νὰ πέσωσιν ἐπ’ ἐμοῦ, ἂν ὑπάρχωσι. Φοβοῦμαι ὅμως μήπως ἐξέτασις τοῦ ζητήματος, ἄν ποτε τύχῃ τῆς εὐμενείας καὶ τοῦ καιροῦ ὑμῶν, ἤθελεν ἀποδείξει ὅτι ἐκ τοῦ κέντρου οὐχὶ ἅπαξ συγκρουόμεναι ὁδηγίαι μὲ ἔθετον εἰς θέσιν ἀδυναμίας καὶ τὸ μέτριον νὰ ἐπιτύχω. Καὶ τοῦτο ἐτόνισα πλειστάκις καὶ ἐζήτησα, ἵνα τὸ Ἐπιτελεῖον μὴ ἀναμιγνύεται ἐφ’ ἃ μὴ δεῖ καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ μὴ περιορίζῃ ἐνίοτε ἀκουσίως τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Ἐπιτελείου ἐπὶ καθαρῶς στρατιωτικῶν συνοριακῆς φύσεως ζητημάτων. Καὶ ὑπῆρξε δυστυχῶς ἐπὶ πλείονας τῆς μιᾶς περιπτώσεις χάσμα μεταξὺ τῶν δύο ἀπόψεων ἀτέρμον καὶ ἀτυχῶς πλειστάκις βάλλον κατὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἡγέτου τῆς Ἐπαναστατικῆς Ὁμάδος, λίαν ἐπὶ τοῦ προκειμένου ὀρθοφρονήσαντος. Ἐπανέρχομαι εἰς τὸ κρατοῦν ἐν συγκινήσει Ἑλληνικὸν ἐπιχείρημα: Ἀφοῦ λέγει ὅτι ἡ Ἑλλην. Κυβέρνησις ἐθεώρησεν ὅτι ὤφειλε νὰ ἐξαντλήσῃ πάντα τὰ μέσα ἅτινα διέθετεν, ἵνα ἐπιτύχῃ τὴν ἀναθεώρησιν τῆς ἀποφάσεως, ἡ Διάσκεψις ἐτήρησε τὴν ἀρχικὴν αὐτῆς ἀπόφασιν. Ἡ ἀπόφασις αὐτὴ εἶναι ὁριστική. Τοῦτο εἶναι ἡ φράσις τῆς διακοινώσεως, ἀλλὰ θὰ πρέπῃ κανεὶς νὰ μὴ ἔχῃ ζήσῃ ἐν τῇ Βαλκανικῇ διὰ νὰ μὴ γνωρίζῃ πόσον ἀφίσταται ἡ ἐκτέλεσις τῶν ἑκάστοτε τακτῶν. Ἀλλ’ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἐπληροφόρει τὰς Κυβερνήσεις τὰς ἀντιπροσωπευομένας ἐν τῇ Διασκέψει τῶν Πρεσβευτῶν ὅτι εὐθὺς ἅμα τῇ συγκλήσει τοῦ Κοινοβουλίου, τὸ ὁποῖον μέλλει νὰ λάβῃ χώραν προσεχῶς—κατὰ Σεπτέμβριον ἐδίδετο αὕτη ἡ διακοίνωσις—θὰ καταθέσῃ σχέδιον νόμου, ὥστε νὰ ἐξουσιοδοτηθῇ νὰ παραδεχθῇ τὴν μικρὰν ταύτην ἐλάττωσιν τοῦ Ἑλληνικοῦ ἐδάφους. (Ἀναγινώσκει): «Εἶναι λοιπὸν προφανῶς ζήτημα φύσεως καθαρῶς συνταγματικῆς, τὸ ὁποῖον ἠμπόδισε τὴν Κυβέρνησιν τοῦ Τόπου νὰ ἐκτελέσῃ τὴν ἀπόφασιν τῆς Διασκέψεως τῶν Πρεσβευτῶν». Κύριοι, ἡ ἰδική μου ἀντίληψις εἶναι ὅτι δὲν ἦτο αὐτὴ ἡ πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν ἐντολὴ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου.
§190Γ. ΡΟΥΣΣΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ἐκρίναμεν ὅτι ἐπεβάλλετο ἡ ἀπόφασις τῆς Συνελεύσεως καὶ ἡ ἔγκρισις παρ’ αὐτῆς τῆς ἐκκενώσεως. Ἐρωτῶ τὸν κ. συνάδελφον: Ὑπὸ ποῖον τρόπον ἔπρεπε νὰ γίνῃ ἡ ἀνακοίνωσις περὶ ἀναβολῆς τῆς ἐκκενώσεως; Ἡ ἐκκένωσις εἶχεν ὁρισθῆ εἰς τὰς 15 Σεπτεμβρίου καὶ ἡ Συνέλευσις θὰ ἐπανελάμβανε τὰς ἐργασίας της τὸν Ὀκτώβριον· ἑπομένως, ἐφόσον ἐπρόκειτο νὰ ὑποδείξωμεν εἰς τὰς Δυνάμεις ὅτι ἔχομεν ἀνάγκην ἐγκρίσεως τῆς Συνελεύσεως διὰ νὰ ἐκτελέσωμεν τὴν ἀπόφασίν των, ἐρωτῶ, πῶς ἔπρεπε νὰ γίνῃ ἡ ἀνακοίνωσις;
§191Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. Σᾶς ἀπήντησα δίς, σᾶς ἐπαναλαμβάνω καὶ ἐκ τρίτου.
§192Γ. ΡΟΥΣΣΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Διότι βλέπω ὅτι ἐξετάζετε καὶ κατακρίνετε τὴν διατύπωσιν. Πῶς νομίζετε ὅτι ἔπρεπε νὰ γίνῃ αὐτὴ ἡ διατύπωσις τὴν στιγμὴν ποὺ ἐπρόκειτο νὰ ζητήσωμεν ἀναβολήν;
§193Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. Ἐπαναλαμβάνω ὅ,τι εἶπον εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, τὸ ὁποῖον ὁμολογῶ ὅτι ἦτο καὶ ἡ γνώμη μου· ἴσως νὰ ἐπλανήθην. Σᾶς ἐπαναλαμβάνω: Εἶχον παρακαλέσει τὴν τότε Κυβέρνησιν νὰ διατυπωθῇ ὅτι τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, κηρῦσσον ἑαυτὸ κατηγορηματικῶς ἀναρμόδιον νὰ ἀποφασίσῃ, ἐφόσον ὑπάρχει Συντακτικὴ Συνέλευσις, φρονοῦν ὅτι ἡ θυσία ἀφορᾷ ἔδαφος ἐν τινι τμήματι τοὐλάχιστον κατακυρωθὲν ἐπισήμως εἰς τὴν Ἑλλάδα κατὰ τὸ 1913, δὲν δύναται παρὰ νὰ πράξῃ τὸ καθ’ ἑαυτό, ὥστε νὰ ἐπιτύχῃ τὴν ταχεῖαν ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἐκδήλωσιν τῆς γνώμης τῆς Συνελεύσεως. Ὄχι ποίαν γνώμην τῆς Συνελεύσεως. Πῶς δυνάμεθα, κύριοι, νὰ εἴπωμεν ὅτι αὐτὸ εἶναι ζήτημα τυπικὸν καὶ ὅτι μεταξὺ μας θὰ τὴν φωνάξωμεν νὰ τῆς εἴπωμεν «ἔλα νὰ μοῦ δώσῃς μίαν ψῆφον». Ποία Κυβέρνησις; Ὄχι μία Κυβέρνησις ρευστῆς θέσεως, καθ’ ὃ ποικιλογενής. Πῶς θέλετε, καὶ ἐφόσον μακρὰν εὑρίσκετο τῆς Χώρας ταύτης ὁ ἀξιότιμος ἐξ Εὐρυτανίας ἡγέτης, ὁ ἐκπροσωπῶν ἐπὶ τοῦ προκειμένου τὴν πλειονοψηφοῦσαν μερίδα ἐν τῇ κυβερνητικῇ συνθέσει, καὶ ἐφόσον δὲν ἠρωτήθη καὶ ὁ Πρόεδρος τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως», ὁ ἐκπροσωπῶν τὸ μᾶλλον πολυάριθμον κόμμα ἐν τῇ Συνελεύσει ταύτῃ, καὶ οἱ λοιποὶ ἀρχηγοί, ὥστε κατὰ πλάσμα τοὐλάχιστον νὰ ἐξυπακούεται ἡ ἐνημερότης ἐμμέσως μέρους κἂν τῆς Συνελεύσεως; Πάντως ὃ γέγονε, γέγονε.
§194Γ. ΡΟΥΣΣΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Νομίζω ὅτι γίνεται μία σύγχυσις, διότι ἀναγινώσκετε τὰς ἐξηγήσεις αἱ ὁποῖαι ἐδόθησαν εἰς τὴν Κοινωνίαν τῶν Ἐθνῶν, ἐνῷ ἡ διακοίνωσις ἐστάλη εἰς τοὺς Πρεσβευτάς. Ὥστε μὴ ὁμιλεῖτε περὶ διακοινώσεως.
§195Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. Γνωρίζω καλῶς τὸ κείμενον τῆς διακοινώσεως. Εἰς τὸ κείμενον τοῦτο φρονῶ ὅτι ἀπεμακρύνθημεν τῆς ἐντυπώσεως, τὴν ὁποίαν ἐγὼ εἶχον μορφώσει. Λέγομεν εἰς τὴν διακοίνωσιν ταύτην ὅτι εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ ζητήσωμεν τὴν γνώμην τῆς Συνελεύσεως καὶ δίδομεν κατευθύνσεις ὑποσχετικὰς διὰ τὴν ἀνάληψιν τῆς γνώμης της, συνδεομένης δι’ ὑποχρεώσεως ὑπερβαινούσης τὸ κῦρος οἱασδήποτε Κυβερνήσεως. Ἐπὶ πᾶσιν ἔρχεται εἰς τὸν ἀνώτατον κριτήν, εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον τὸν διεθνῆ, ἡ κατάθεσις αὕτη τοῦ πρώτου Ἕλληνος ἀντιπροσώπου ἡ ἔχουσα μείζονα σπουδαιότητα καὶ τῆς διακοινώσεως, διότι ἡ διακοίνωσις εἶναι γνωστὸν ὅτι κατασκευάζεται ἔν τινι γραφείῳ ὑπὸ δεδομένων ὡρισμένων, καὶ δύναται μεταξὺ κατασκευῆς καὶ ἀνακοινώσεως νὰ ἔχῃ ἀλλοιωθῇ ἡ γενικὴ κατάστασις, ἐνῷ ἡ συζήτησις ἡ γενομένη ἐν τῇ Κοινωνίᾳ τῶν Ἐθνῶν εἶχεν ἀκριβῶς τὸν χαρακτῆρα τῆς συζητήσεως τῆς ὑστάτης στιγμῆς. Ἐξακολουθεῖ λέγων (ἀναγινώσκει): «Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἔχω τὴν τιμὴν νὰ δώσω εἰς τὸ Συμβούλιον τὴν διαβεβαίωσιν ὅτι τὸ ζήτημα θὰ λυθῇ τελειωτικῶς, καθόσον ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις δὲν ἔχει τὴν συνήθειαν νὰ ἐγείρῃ παρατηρήσεις ἐναντίον τῶν ὁριστικῶν διεθνῶν ἀποφάσεων, θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ ἀναμφιβόλως νὰ ἐκθέσω βραχέως τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους ἡ Ἑλλὰς ἠναγκάσθη νὰ δείξῃ τόσην ἐπιμονὴν δι’ ὑπόθεσιν φαινομενικῶς ἐλαχίστην. Πρόκειται περὶ ἐδάφους ὀλίγον ἐνδιαφέροντος πράγματι, διότι δὲν περιέχει παρὰ 14 χωρία, κατοικούμενα παρά τινων ἑκατοντάδων κατοίκων». Κύριοι συνάδελφοι, τὴν ἀξίαν τοῦ ἐδάφους δὲν δίδουσι τὰ χωρία. Χωρία δύναται νὰ κατασκευάσῃ καὶ δυστυχῶς κατασκευάζει ἄπειρα ἡ Ἑλλὰς διὰ τοὺς πρόσφυγάς της· τοῦ ἐδάφους της ἔχει ἀνάγκην ἡ Ἑλλὰς διὰ τὴν ὅλην συνοριακὴν διαρρύθμισιν τῆς Χώρας της. Λέγει ἡ ἐπίσημος ἀντιπροσωπεία ὅτι κατοικοῦνται ὑπό τινων ἑκατοντάδων. Κύριοι, τὰ χωρία ταῦτα κατὰ παλαιὰν στατιστικὴν κατοικοῦνται ὑπὸ 4600 κατοίκων, αὐξηθέντων ἔκτοτε. Τοῦτο ὀνομάζει ἑκατοντάδας. (Ἐξακολουθεῖ τὴν ἀνάγνωσιν): «Ἀλλὰ τὸ ἔδαφος τοῦτο συνάπτεται πρὸς μίαν μεγάλην ἐπαρχίαν (τὴν Β. Ἤπειρον ἐννοεῖ, ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ Ἠπείρου, ἀλλὰ περὶ Μακεδονίας), τὴν ὁποίαν ἡ Ἑλλὰς ἔχασεν, ἀφοῦ ἐπανειλημμένως κατεῖχε καὶ εἶχε προκτήσει ἐπανειλημμένως, κατόπιν ἐπισήμων τίτλων. Ἡ Κυβέρνησις ἐδέησε τοιουτοτρόπως νὰ φθάσῃ εἰς τὴν φιλοσοφίαν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ὁ Αἴσωπος τὴν ἐδίδαξε καὶ τὴν ὁποίαν ὁ καλὸς Λαφονταὶν ἐπανέλαβεν εἰς μίαν θαυμασίαν γλῶσσαν εἰς τὸ τέλος τοῦ μύθου «Τὰ πανωλόβλητα ζῷα». Καὶ μανθάνομεν, κύριοι ὅτι εἰς τὸ τέλος τοῦ μύθου «Τὰ πανωλόβλητα ζῷα» ὑπάρχει ἡ παραχώρησις τῶν 14 χωρίων. Καὶ ἔχομεν τὴν φράσιν ὅτι «ἡ Ἑλλὰς προσέπεσεν».
§196ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Ποῖος τὸ εἶπεν αὐτό;
§197Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. Οἱ Ἕλληνες ἀντιπρόσωποι εἰς τὴν Κοινωνίαν τῶν Ἐθνῶν διὰ τοῦ στόματος τοῦ κ. Πολίτη. Καὶ ἔρχομαι εἰς τὸ σημεῖον, τὸ ὁποῖον προσφυέστατα ἔθιξεν ὁ ἡγέτης τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως». Ἑλληνικαὶ διαμαρτυρίαι ἔρχονται ἀπὸ τῆς ἐπαρχίας ταύτης τῆς γενομένης Ἀλβανικῆς. Παράπονα πρὸς τὴν κακὴν μεταχείρισιν, πρὸς τὸ κλείσιμον τῶν σχολείων, πρὸς τὰς πιέσεις, πρὸς τὴν ἀφαίρεσιν ἐκ τῶν ἑστιῶν των ἑνὸς πολιτισμοῦ μακραίωνος. Ἀλλὰ δὲν γνωρίζει ἡ Κοινωνία τῶν Ἐθνῶν ποῖοι καὶ πόσοι Ἕλληνες βουλευταὶ ἐπέτυχον εἰς τὰς Ἀλβανικὰς ἐκλογάς, λόγῳ τῶν ἀσκηθεισῶν πιέσεων, καὶ ἂν οἱ ἐκλεγέντες ὑπῆρξαν οἱ κράτιστοι. Καὶ εἶναι, κύριοι, ἡ διακατοχὴ τοῦ μικροῦ καὶ μοναδικοῦ τύπου ἀνταλλάγματος τὸ πιεστικὸν μέτρον, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ προήγομεν τὸ ζήτημα τῶν σχολείων, τῶν ἐκκλησιῶν καὶ τῆς διαβιώσεως τῶν Ἑλλήνων, καὶ διότι τὸ παρέσχομεν ἄνευ ἐγγυήσεως, ὅτι δὲν θὰ ὑποστῶσι τὰ πάνδεινα οἱ κάτοικοι.
§198ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Ποῖον ἐλέγχετε;
§199Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. Τὸν ἑαυτόν μου σὺν τοῖς ἄλλοις.
§200Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἔχετε τὴν γνώμην ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπιληφθῇ ἡ Κοινωνία τῶν Ἐθνῶν καὶ μετὰ τὴν προσφυγὴν ἡ ὁποία ἐγένετο ἐκ μέρους τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν Συνδιάσκεψιν τῶν Πρεσβευτῶν;
§201Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. Μάλιστα.
§202Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ποῦ τὴν στηρίζετε;
§203Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. Τὴν στηρίζω εἰς τὴν ἐμπειρίαν τὴν ὁποίαν ἔχω ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου.
§204Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ ἐμπειρία σας δὲν ἀρκεῖ, ὅταν πρόκειται περὶ δικαιοδοσίας Σωμάτων. Ἡ ἀτομική σας ἐμπειρία δυνατὸν νὰ εἶναι σεβαστή, ἀλλὰ πρέπει νὰ μοῦ ἐξηγήσετε κατὰ ποῖον τρόπον. Ὁμιλῶ δὲ διότι δὲν ἔκαμα ἐγὼ τὴν προσφυγὴν τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. ἐν Μαντινείας πληρεξουσίου, ἀλλ’ εἶναι τὸ μόνον μέσον. Ἐὰν ἐγίνετο καὶ νέα προσφυγὴ καὶ μετὰ τὴν νέαν προσφυγὴν ἡ Συνδιάσκεψις τῶν Πρεσβευτῶν μᾶς ἔλεγεν ὅτι δὲν ἔχομεν δίκαιον, σᾶς ἐρωτῶ κατὰ ποῖον τρόπον θὰ ἐπελαμβάνετο τῆς οὐσίας. Διότι ἐκ τοῦ ἐπεισοδίου τῆς Κακαβιᾶς ἐγένετο δήλωσις καθ’ ἥν, ἂν ζήτημά τι εἶναι ἐκκρεμὲς ἐνώπιον τῆς Πρεσβευτικῆς Συνδιασκέψεως ἢ ἄλλου Σώματος, δὲν δύναται νὰ ἐπιληφθῇ αὐτοῦ ἡ Κοινωνία τῶν Ἐθνῶν, κατὰ μείζονα δὲ λόγον ἂν ἓν ζήτημα ἔχῃ λυθῆ. Ἤθελα νὰ ἰδῶ πῶς ἠμποροῦσε νὰ ἀπευθυνθῶμεν.
§205Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. Ἐγὼ γνωρίζω ὅτι παρεδόθησαν τώρα τὰ χωρία.
§206Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἠμπορεῖτε νὰ μοῦ εἴπετε ὅτι μᾶς ἠπείλησαν καὶ ὅτι ἔπρεπε νὰ ἴδωμεν τοὺς ξένους Στόλους ἔξω τοῦ Πειραιῶς καὶ τότε νὰ παραδώσωμεν τὰ χωρία. Εἶναι μία θεωρία, τὴν ὁποίαν θὰ συνεζητοῦμεν, ἀλλὰ νὰ ἴδωμεν, ἂν κατὰ τὰ διεθνῶς ὑφιστάμενα νόμιμα ἠμποροῦσε νὰ κάμῃ κάτι τι ἡ Κυβέρνησις, καὶ δὲν τὸ ἔκαμε. Κατὰ τίνα τρόπον ἠμποροῦσε νὰ γίνῃ αὐτὸ ποὺ λέτε;
§207Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. Θὰ ἐνόμιζέ τις ὅτι ὑπάρχει σταθμητὸν ἀπολύτως σήμερον τῶν διαφόρων διπλωματικῶν ἐνεργειῶν. Συγκρίνετε δύο γεγονότα ἀνεπιρρεπῆ συγκρίσεως· τὴν περίπτωσιν τῆς Κακαβιᾶς, ἡ ὁποία ἐγένετο εἰς βάρος ὅλης τῆς Ἑλλάδος, καὶ εἰδικώτερον τοῦ ὑποφαινομένου, μὲ τὴν στιγμὴν τὴν σημερινήν. Καὶ ἔχετε πρὸ ὑμῶν τὸ φαινόμενον ὅτι ἡ Κοινωνία τῶν Ἐθνῶν δὲν εἶπεν εἰς τὴν Ἀλβανίαν «δὲν ἀναμιγνύομαι ἐγώ, ἰδοὺ ἡ Πρεσβευτικὴ Διάσκεψις· ἔχει μέσα ἐφαρμογῆς». Εἶναι ἐν τούτοις γνωστὸν ὅτι ὁ κ. Κλεμανσὼ εἶχεν ἐπιδιώξει τὴν παραχώρησιν εἰς τὴν Πρεσβευτικὴν Διάσκεψιν τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ἐφρόντισε δὲ ὅπως αὕτη ἔχῃ τὰ ὄργανα. Τί φυσικώτερον, ἂν ἠκολουθεῖτο ἡ παρ’ ἡμῶν θεωρουμένη ὁδός, νὰ μὴ ἀπήντα ἡ Κοινωνία τῶν Ἐθνῶν «καλά, ἴσως ἔχετε δίκαιον, ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ ζητήματος, διότι ἡ Ἑλλὰς δὲν ἐφαρμόζει τὰς ὑποχρεώσεις της»;
§208Γ. ΡΟΥΣΣΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἡ Σερβία προσέφυγεν εἰς τὴν Κοινωνίαν τῶν Ἐθνῶν καὶ ἡ Κοινωνία τῶν Ἐθνῶν παρέπεμψε τὸ ζήτημα ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου τῆς Χάγης, τὸ ὁποῖον ἀπεφάνθη ὅτι μόνη Ἀρχὴ νὰ ἐπιληφθῇ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ εἶναι ἡ Πρεσβευτικὴ Διάσκεψις. Ἑπομένως ἡ ὁδὸς τὴν ὁποίαν ὑποδεικνύετε ἠκολουθήθη καὶ ἀπεδείχθη ἐντελῶς μὴ καρποφόρος.
§209Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. Καὶ πάλιν ἀρύεσθε διδάγματα ἐκ τῆς κοινῆς δικονομίας· δυστυχῶς τὸ ἐμπράγματον δίκαιον δὲν εἶναι ἔτσι. Ἐπαναλαμβάνω ὅτι συγκρίνετε δύο γεγονότα ἀνεπιρρεπῆ συγκρίσεως, διότι ἡ μὲν Σερβία ἀξιοῖ τὴν παραμονὴν αὐτῆς ἐπὶ ἐδαφῶν τῶν ὁποίων οἱ κάτοικοι εἶναι ἀναμφισβητήτως Ἕλληνες, ἡμεῖς δὲ διαμφισβητοῦμεν—δηλαδὴ δὲν τὸ ἐκάμαμεν ποτὲ οὐσιαστικῶς, μόνον μὲ ἡμίμετρα—τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ Συμβουλίου τῶν Πρεσβευτῶν διὰ νὰ κρίνῃ περὶ τμήματος ἐδάφους χωρίζοντος τὴν Ἑλλάδα ἀπὸ τὴν Σερβίαν, ὄχι ἀπὸ τῆς Ἀλβανίας, καθεστῶτος δηλαδὴ ὑπάρξαντος κατὰ τὸ 1914, ἐπὶ ἐποχῆς ἥτις ἐτέθη ὡς ἀφετηρία τῶν ἐργασιῶν τῶν διαφόρων τοιαύτης φύσεως Ὑπηρεσιῶν. Ἀλλ’ εἰς ὑμᾶς καὶ εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως θὰ ἀπαντήσω ὑπενθυμίζων τὴν ὡραίαν παραβολὴν τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ἄλλοτε ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι, ἂν ἠρωτᾶτο εἷς ἀσθενὴς πότε ἤθελε νὰ ἀσθενήσῃ, τώρα ἢ βραδύτερον, θὰ ἔλεγε «θὰ ἐπροτίμων νὰ ἀσθενήσω βραδύτερον, διότι ἕως τότε ἴσως εὕρω τρόπον προφυλάξεως ἢ θεραπείας». Οὐδὲ δικαιολογεῖται κανεὶς ἂν εἴπῃ ὅτι «δὲν ἔκαμες ὑπὲρ ἐμοῦ ἅπαντα τὰ ἔνδικα μέσα, δὲν ἐπεκαλέσθης εἰς τὴν νόσον μου ἅπαντας τοὺς ἰατρούς». Διότι θὰ ἦτο ἴσως μελλοντικῶς ὑπὲρ ἡμῶν ἡ ἀπόφασις. Δι’ αὐτὸ λίαν παραγνωρίζομαι, ἂν θεωρηθῶ ὅτι διεξάγω πολεμικὴν ἀτομικὴν καὶ δὴ κατ’ ἀτόμων, πρὸς τὰ ὁποῖα καὶ φίλα φρονῶ ἀτομικῶς, καὶ πρὸς τὴν παράταξιν τῶν ὁποίων ἀπολύτως συμπράττω.
§210Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν σᾶς ἀπέδωσα τοιοῦτον πρᾶγμα, εἰλικρινῶς σᾶς λέγω, διότι ἐγὼ διατελῶ ὑπὸ τὴν ἐντύπωσιν ὅτι οὐδεμία Κυβέρνησις θὰ ἠμποροῦσε νὰ κάμῃ τίποτε παραπάνω ἀπὸ μίαν προσφυγὴν καὶ νὰ εἴπῃ κατόπιν ὅτι ἀδικεῖται. Ποῖοι θὰ ἔκρινον περὶ τῆς προσφυγῆς αὐτῆς; Τὸ διεθνὲς Σῶμα, τὸ ὁποῖον ἦτο ἁρμόδιον, τὸ δὲ Σῶμα αὐτὸ ἔτυχε νὰ εἶναι ἡ Πρεσβευτικὴ Διάσκεψις. Δὲν ἠμπορούσαμεν νὰ φύγωμεν ἀπὸ τὴν ἁρμοδιότητα ἐκείνην καὶ νὰ μεταβῶμεν εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν. Ἐπικαλοῦμαι δὲ τοῦτο, ὅτι τὸ διεθνὲς Νομικὸν Συμβούλιον τὸ ὁποῖον συνεκροτήθη ἐκ τῆς ἀφορμῆς τοῦ ἐπεισοδίου τῆς Κακαβιᾶς τῆς Ἑλλάδος μὲ τὴν Ἰταλίαν εἶπεν ὅτι, ὅταν μιᾶς ὑποθέσεως ἔχῃ ἐπιληφθῆ ἓν ἄλλο διεθνὲς Σῶμα, δὲν δύναται ἡ Κοινωνία τῶν Ἐθνῶν νὰ ἐπιληφθῇ πλέον. Εὑρίσκω λοιπὸν ὅτι αἱ προηγούμεναι Κυβερνήσεις δὲν εἶχον κανὲν ἄλλο μέσον παρὰ νὰ καταφύγουν εἰς τὸ ἴδιον Σῶμα. Δέχομαι νὰ συζητήσωμεν τοῦτο, ὅτι παρὰ τὴν ἀπόφασιν τῆς Πρεσβευτικῆς Διασκέψεως ἡ Ἑλλάς, μολονότι τῆς εἶπον ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ ἐκκενώσῃ ἐντὸς ὡρισμένης διορίας τὸ ἔδαφος— πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δὲν συνέβη διὰ τὴν Σερβίαν, δὲν ἔταξε διορίαν διὰ τὴν Σερβίαν καὶ ἔταξεν εἰς τὴν Ἑλλάδα—ἠδύνατο νὰ εἴπῃ ὅτι «ἐγώ, ἂν δὲν ἴδω τὰ καράβια ἔξω ἀπὸ τὸν Πειραιᾶ, δὲν θὰ τὸ πράξω»· δηλαδὴ θὰ τὸ ἔλεγε μόνον. Αὐτὸ δέχομαι νὰ τὸ συζητήσωμεν, ἀλλὰ διὰ τὴν ἁρμοδιότητα φρονῶ καὶ ἐγὼ ὅτι οἱαδήποτε Κυβέρνησις καὶ ἂν ἦτο, δὲν ἠμποροῦσε νὰ κάμῃ τίποτε ἄλλο παρ’ ὅ,τι ἔκαμεν ἡ προηγουμένη Κυβέρνησις.
§211Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. Θὰ παρεκάλουν νὰ ἔχω συμπληρωματικῶς τὴν πληροφορίαν, πῶς συμβαίνει, ὥστε ἡ Ἀλβανία νὰ ἐπιτύχῃ νὰ ἀποταθῇ εἰς τὴν Κοινωνίαν τῶν Ἐθνῶν.
§212Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἁπλούστατα· λησμονεῖτε ὅτι ὑπάρχει ἓν ἄρθρον, τὸ ἄρθρον 11, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, τοῦ Συμφώνου τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν, τὸ ὁποῖον λέγει «ἂν ἐπίκειται διατάραξις τῆς εἰρήνης». Δὲν εἶναι δὲ ἀπειλὴ αὐτό, κ. συνάδελφε, διότι γνωρίζετε ὅτι καὶ ἡμεῖς ἐπεκαλέσθημεν τὸ ἴδιον ἄρθρον διὰ τὴν Ἰταλίαν· ἐζητήσαμεν νὰ ὑπάγωμεν εἰς τὴν Κοινωνίαν τῶν Ἐθνῶν. Γνωρίζετε ὅτι καὶ τελευταίως ἀκόμη καὶ εἰς τὸ ζήτημα τῶν «ἐταμπλὶ» ἐπίσης ἐπ’ αὐτοῦ ἀπετάθημεν καὶ μετεχειρίσθημεν τὸν ἴδιον τύπον· εἶναι τύπος διὰ νὰ ἀνοίξῃ τὴν ἁρμοδιότητα τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν καὶ ἔχει τὸ δικαίωμα πᾶς τις ἐξ ἡμῶν ν’ ἀποταθῇ εἰς τὴν Κοινωνίαν τῶν Ἐθνῶν, ἀναφερόμενος εἰς τὸν λόγον ὅτι ἐπίκειται διατάραξις τῆς εἰρήνης. Ἡ Ἀλβανία λοιπὸν εἶπεν ὅτι «ἐδῶ ὑπάρχει μία ἀπόφασις, ἡ ὁποία λέγει ὅτι ἡ Ἑλλὰς πρέπει νὰ μοῦ δώσῃ τὰ 14 χωρία· ἡ Ἑλλὰς δὲν μοῦ τὰ δίδει, αὐτὸ δὲ τὸ ὅτι παραλείπει ἡ Ἑλλὰς νὰ συμμορφωθῇ πρὸς τὴν ἀπόφασιν, ἡ μὴ ἐκτέλεσις τῆς ἀποφάσεως, παρουσιάζει κίνδυνον διαταράξεως τῆς εἰρήνης καὶ ἔρχομαι νὰ ζητήσω νὰ ἐπεμβῆτε ὄχι διὰ τὴν οὐσίαν». Ἡ αἴτησις αὐτὴ δὲν σημαίνει ὅτι ζητεῖται νὰ ἐπεμβῇ ἡ Κοινωνία διὰ τὴν οὐσίαν, σημαίνει νὰ ἐπεμβῇ διὰ τὴν ἐκτέλεσιν. Ἰδοὺ διατί ἡ Ἀλβανία ἀπετάθη εἰς τὴν Κοινωνίαν τῶν Ἐθνῶν. Ἂν παρουσιαζόμεθα καὶ ἡμεῖς καὶ ἐλέγομεν «μίαν φορὰν ποὺ ἀπετάθη ἡ Ἀλβανία, ζητοῦμεν καὶ ἡμεῖς τὴν ἐπέμβασίν σας», θὰ μᾶς ἔλεγον ὅτι «δὲν ἠμποροῦμεν νὰ ἐξετάσωμεν τὸ ζήτημα αὐτὸ διὰ δευτέραν φοράν». Ἰδοὺ διατί ἀπετάθη ἡ Ἀλβανία καὶ ἰδοὺ διατί ἡμεῖς δὲν ἠδυνάμεθα νὰ ζητήσωμεν ἀπὸ τὴν Κοινωνίαν τῶν Ἐθνῶν νὰ ἐπανέλθῃ ἐκ νέου εἰς τὴν οὐσίαν τοῦ ζητήματος.
§213Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. Εἴδετε ὅτι οὐδόλως ἠρνήθησαν, κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, νὰ δεχθῶσι τὰς φράσεις τὰς ὡραίας τοῦ κ. Πολίτη.
§214Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Μὲ ἐρωτᾶτε διὰ τὰς φράσεις τοῦ κ. Πολίτη. Αἱ φράσεις τοῦ κ. Πολίτη, περὶ τῶν ὁποίων τόσην ὥραν κάμνετε λόγον, πρῶτον, ὡς γνωρίζετε, δὲν εἶναι ἀπὸ τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικά. Κρατοῦνται πρακτικὰ σύντομα· ἑπομένως, ἂν κρίνετε ἀπὸ τὰ ἐδῶ πρακτικά, δύνανται νὰ γίνωνται λάθη. Λοιπόν, ἂν ἐλέχθη οὕτως ἡ φράσις—ἠμπορεῖ καὶ νὰ μὴν ἐλέχθη—ἂν ἐλέχθη οὕτως ἡ φράσις, εἶχε βεβαίως ταύτην τὴν ἔννοιαν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἡ ὁποία ἔχασεν ὅλην τὴν Μικρὰν Ἀσίαν, τὴν ὁποίαν εἴχετε ὑποσχεθῆ σεῖς οἱ ἰσχυροί, ἡ Ἑλλὰς ἡ ὁποία ἔχασε τὴν Ἀνατολικὴν Θράκην, διὰ τὴν ὁποίαν σεῖς οἱ ἰσχυροὶ ὑπεγράψατε τὴν Συνθήκην, ἡ ὁποία ἔχασεν ὁλόκληρον τὴν Βόρειον Ἤπειρον, δὲν ἔρχεται ἐδῶ νὰ εἴπῃ ὅτι διεκδικεῖ αὐτὸ τὸ κομμάτι, τὸ ὁποῖον εἶναι ἓν μικρὸν κομμάτι ἀπέναντι τῶν τόσων ἄλλων τὰ ὁποῖα ἔχασε. Δὲν φαντάζομαι ὅτι ὁ κ. Πολίτης ἠθέλησε νὰ εἴπῃ ὅτι αὐτὸ τὸ μέρος εἶναι ἀνάξιον προσοχῆς, ἀλλὰ διότι τὸ συνέκρινε μὲ τὰς τόσον μεγάλας ἀπωλείας, τὰς ὁποίας ὑπέστημεν, φρονῶ ὅτι αὐτὴ θὰ ἦτο ἡ πρόθεσίς του.
§215Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπεξηγήσατε διὰ μακρῶν κάτι τὸ ὁποῖον ἐγὼ δὲν ἤθελον νὰ εἴπω....
§216Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ σᾶς παρακαλέσω, κ. συνάδελφε, νὰ μὴ μὲ παρεξηγήσετε, διότι εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἀποσυρθῶ, καθόσον πρέπει νὰ παραστῶ εἰς ἐπίσημον γεῦμα. Θὰ παραμείνῃ ὅμως ἐνταῦθα ὁ κ. Ροῦσσος.
§217Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. Δὲν ἤθελα λοιπὸν νὰ εἴπω αὐτὸ τὸ ὁποῖον εἴπετε· ἤθελα νὰ εἴπω ὅτι ἐδέχθησαν θαυμασίως τὸν κ. Πολίτην ὁμιλήσαντα ὄχι περὶ αὐτοῦ τοῦ ζητήματος, ἀλλὰ περὶ σχολείων, ἐκκλησιῶν κλπ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῷ ἐπέτρεψε νὰ θίξῃ ζητήματα θαυμασίως δυνάμενα νὰ διαταράξωσι τὰς σχέσεις δύο Κρατῶν. Ἀλλ’ ἡ Ἑλλὰς πρὸς μὲν τὴν Ἰταλίαν ἦτο τὸ ἔλασσον, πρὸς δὲ τὴν Ἀλβανίαν ἤδη τὸ ἔλασσον τοῦ ἐλάσσονος. Συνοψίζων λοιπὸν ὁ κ. Πολίτης λέγει (ἀναγινώσκει): «Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις κλίνει ἐνώπιον τῆς ὁριστικῆς ἀποφάσεως, νομιμοφρόνως θὰ τὴν ἐκτελέσῃ καὶ ἀναμένει μετ’ ἐμπιστοσύνης ὅτι τὸ Συμβούλιον τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν, ἐξετάζον τὰ παράπονα»—ἰδοὺ τὸ Συμβούλιον, κύριοι, εἰσερχόμενον κατ’ ἀντίθεσιν πρὸς τὴν ἄποψιν τὴν ὁποίαν θίγει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως—«ἐξετάζον τὰ παράπονα τῶν μειονοψηφιῶν τῶν Ἑλληνικῶν ἐν Ἀλβανίᾳ, θέλει δώσει τὰς καθησυχάσεις, αἵτινες εἶναι ἀναγκαῖαι διὰ νὰ συντηρηθῇ ἡ καλὴ σχέσις μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Ἀλβανίας». Τότε ἀπήντησεν ὁ Φὰν Νόλι προσφυέστατα, κύριοι, ὅτι «δὲν πιστεύω ὅτι ἡ Ἑλλὰς εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ ὑποβάλῃ τὸ ζήτημα εἰς τὴν Βουλήν, διότι πρόκειται περὶ ἐδάφους, τὸ ὁποῖον οὐδέποτε τῇ ἀνῆκεν». Ὁ κ. Φὰν Νόλι εἶπε περίπου ὅ,τι λέγει καὶ τώρα ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, κύριοι. Εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ ὁ κ. Πολίτης θὰ ἠδύνατο νὰ ἀπαντήσῃ ὅτι τῇ ἀνῆκε, διότι εἶναι Ἑλληνικὸν ἔδαφος. Ὁ ἰσχυρισμὸς οὗτος τοῦ κ. Φὰν Νόλι καὶ νομικῶς δὲν εἶναι ἀκριβής.
§218Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε συνάδελφε, ὑποθέτω ὅτι ἔμεινεν εἰς τὴν Συνέλευσιν μία μικρὰ παρεξήγησις ἀκριβῶς ἐκ τῆς διακοπῆς τὴν ὁποίαν ἔκαμα εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν. Ἡ Συνθήκη τοῦ Τριανὸν τοῦ 1920, ἡ ὁποία εἶναι ὑπογεγραμμένη καὶ ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα, λέγει τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἡ Οὑγγαρία δηλοῖ ὅτι ἀποδέχεται τὰ σύνορα τῆς Αὐστρίας.... κλπ.». Αὐτὴν τὴν συνθήκην τὴν ἐκύρωσεν ἡ Ἑλλὰς ἢ ὄχι; Κατόπιν ἔρχεται ἡ Συνθήκη μὲ τὴν Βουλγαρίαν, ὑπογραφεῖσα καὶ ὑπὸ τῆς Ἑλλάδος (ἀναγινώσκει): «Ἡ Βουλγαρία δηλοῖ ὅτι ἀποδέχεται τὰ σύνορα....κλπ.».
§219Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. Τὸ προανέφερα αὐτό, κ. Πρόεδρε.
§220Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Εἴπετε διὰ τὰ σύνορα τῆς Ἀλβανίας. Σᾶς λέγω ὅτι καὶ τὰ σύνορα τῆς Σερβίας καὶ τῆς Ἑλλάδος ἀνέλαβον καὶ αὐτὰ νὰ τὰ κανονίσουν αἱ Σύμμαχοι Δυνάμεις.
§221Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. Εἶναι γνωστόν, κ. Πρόεδρε.
§222Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ὄχι· ἐπῆλθε μία σύγχυσις. Λοιπὸν εἰς τρεῖς διαφόρους Συνθήκας ἀνέλαβον αἱ Σύμμαχοι Δυνάμεις, τῶν ὁποίων, ὡς εἴπετε πολὺ σωστά, τὸ ἐκτελεστικὸν ὄργανον εἶναι ἡ Διάσκεψις τῶν Πρεσβευτῶν ἐν Παρισίοις, ἀνέλαβον νὰ κανονίσωσι τὰ σύνορα τῆς Ἑλλάδος, τῆς Σερβίας κλπ. Ἰδοὺ διατί διὰ τῶν νόμων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐπεκύρωσαν αὐτὰς τὰς Συνθήκας, τὰ σύνορά μας ἐκεῖ εἶχον τεθῆ ὑπὸ ἐκκρεμότητα καὶ ἰδοὺ διατί δὲν χρειάζεται νέος νόμος· καὶ κατόπιν μακρᾶς συσκέψεως τὴν ὁποίαν ἐκάμομεν εἴπομεν ὅτι δὲν χρειάζεται νέος νόμος.
§223Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. Διατί ἐκάμαμεν αὐτὸ τὸ ψήφισμα;
§224Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε συνάδελφε, ἂν ἐνθυμῆσθε, αὐτὴν τὴν ἐποχὴν ἐγὼ ὡμίλησα.
§225Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. Ἦσθε ἀπών, κ. Πρόεδρε· πῶς ὡμιλήσατε;
§226Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ὡμίλησα.
§227Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. Ἔχω τὰ πρακτικά, κ. Πρόεδρε. Συγχέετε τὰς ἡμέρας.
§228Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ὡμίλησα, καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μαντινείας πολιτευτοῦ, καὶ εἶπον μάλιστα τὴν φράσιν τοῦ Γαμβέττα, ὅτι «καλὸν εἶναι νὰ τὰ συλλογίζεται κανείς, ἀλλὰ νὰ μὴ ὁμιλῇ περὶ αὐτῶν», καὶ ἡ ὁποία ἀπεδείχθη καὶ πάλιν πρακτική. Καὶ εἶπον ὅτι τὰ Σώματα τὰ Κοινοβουλευτικὰ ὑφίστανται μοιραίως ἕνα περιορισμόν, ὡς πρὸς τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικήν, ἂν δὲ ἐκφράζωσιν εὐχάς, εἶπον, ἂς μὴ νομίζωμεν ὅτι αἱ εὐχαὶ αὐταὶ ἐνδυναμώνουν τὴν Κυβέρνησιν. Καὶ ἀνέφερον μάλιστα ὅτι πρωτύτερα ἐκάμνομεν πολιτικὴν τῶν διαμαρτυριῶν καὶ συλλαλητηρίων καὶ δὲν ἐπηγαίναμεν καλά. Καὶ ὑπῆρξεν ἐποχὴ κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν ἐκάμνομεν οὐδὲ συλλαλητήρια οὐδὲ διαμαρτυρίας καὶ ἐπηγαίναμεν πολὺ καλά. Ὁ κ. πολιτευτὴς ἐκ Μαντινείας θὰ ἐνθυμῆται πολὺ καλὰ ὅτι ὡμίλησα κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον. Θὰ βλέπετε ἄλλα πρακτικά. Θέλω δὲ ἀκριβῶς νὰ προφυλάξω τὴν Συνέλευσιν ἀπὸ τοῦ νὰ ἐκφράζῃ εὐχάς, αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι δυνατὸν πάντοτε νὰ χρησιμεύουν. Ἰδοὺ διατί.
§229Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν πρόκειται περὶ τῆς συζητήσεως αὐτῆς. Δὶς ἦλθε τὸ ζήτημα τὴν ἡμέραν κατὰ τὴν ὁποίαν ὡμίλησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ ὁ κ. τότε Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν καὶ μετὰ ἕνα μῆνα.
§230Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε συνάδελφε, ὡμίλησα ἐπὶ τοῦ ζητήματος.
§231Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. Ὡμιλήσατε κατὰ τὴν πρώτην φοράν, ἀλλὰ δὲν παρίστασθε κατὰ τὴν ἡμέραν κατὰ τὴν ὁποίαν ἔγινε τὸ ψήφισμα.
§232Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἂν παριστάμην τὴν ἡμέραν ἐκείνην, ἴσως θὰ ἐπανελάμβανον τὰ ἴδια καὶ θὰ ἔλεγον ὅτι «παρακαλῶ τὴν Συνέλευσιν νὰ μὴ τὸ κάμῃ αὐτό».
§233Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. Ἐντονώτερον ἴσως, διότι ἐπέκειτο ὁ κίνδυνος. Καταλήγων λέγει ὁ Φὰν Νόλι (ἀναγινώσκει): «Ἐν σχέσει μὲ τὴν παρατήρησιν τοῦ κ. Πολίτη διὰ τὸ κλείσιμον τῶν σχολείων, ἀρκοῦμαι νὰ παρατηρήσω.... κλπ.». Καὶ ἐλησμόνησεν ὁ κ. Φὰν Νόλι ἐπὶ τοῦ προκειμένου ὅτι ἅπαντα τὰ σχολεῖα ταῦτα ἐγένοντο ὑπὸ τῶν Ἑλλήνων. Κύριοι, περατῶν τὸν λόγον, ὁ ὁποῖος ἐμηκύνθη λόγῳ τῆς τροπῆς τὴν ὁποίαν ἔλαβεν ἡ συζήτησις, νομίζω ὅτι τῶν χωρίων, τῶν ὁποίων ἡ τύχη καθωρίσθη οὕτω, τὸ παράδειγμα δὲν ἔπρεπε ποτὲ νὰ ἐπαναληφθῇ. Διότι οὐδεὶς γνωρίζει τί ἐπιφυλάσσει εἰς ἡμᾶς ὁ ἀμφίβολος διπλωματικὸς ὁρίζων. Θὰ ἔπρεπε νὰ συντονίσωμεν τὰς ἐνεργείας μας, εἰς τρόπον ὥστε νὰ δημιουργήσωμεν πολιτικὰς καὶ διπλωματικὰς παραδόσεις καὶ νὰ μὴ ἐξαρτῶνται τὰ ζητήματα ἀπὸ τὸν ἑκάστοτε Ὑπουργὸν ἢ τῶν ἑκάστοτε ὑπαλλήλων ἄνευ ἀκολουθουμένης γραμμῆς. Δὲν ἐπιθυμῶ καὶ θὰ ηὐχόμην νὰ μὴ προσετίθετο τὸ ζήτημα αὐτὸ εἰς τὴν ὅλην τελευταίαν φάσιν τῶν σχέσεων ἡμῶν μετὰ τῆς Σερβίας, ἐφόσον, ἐπαναλαμβάνω, ἡ Σερβία ἐνδιεφέρετό πως διὰ τὴν τύχην τῶν χωρίων τούτων. Ἀλλὰ ταῦτα ἀνάγονται εἰς τὸ παρελθόν. Παρέχω τὴν ἐξήγησιν καὶ πάλιν τὴν σαφῆ ὅτι δὲν ἀφορᾷ ὁ ἔλεγχός μας ἔλεγχον ἀτόμων, εἶναι ἔλεγχος μεθόδων, εἶναι ἔλεγχος περιλαμβάνων ὅλους ὑμᾶς καὶ ἐμέ. Τοῦτο τὸ λέγω, διότι εἰς τόνον ζωηρότερον πράγματι, τὸ ὁποῖον μὲ λυπεῖ, ὡμίλησα πρὸς τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον κ. Ρέντην, κατέχοντα ἄλλοτε τὸν θῶκον τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, τοῦ ὁποίου εἶναι εὐεξήγητος μία λήθη, τοῦ ὁποίου ὅμως οὐδείς, καὶ ἐγὼ ὀλιγώτερον, παραγνωρίζει τὴν συμβολὴν εἰς τὰ πατριωτικὰ ἡμῶν πράγματα. Πλανώμεθα ὅμως, ἂν νομίζωμεν ὅτι διὰ τῆς εὐχεροῦς κάμψεως πρὸ τῶν ἀποφάσεων, θὰ ἀπομακρύνωμεν ἀφ’ ἡμῶν τοὺς κινδύνους καὶ δημιουργοῦμεν φίλον ἐκεῖνον πρὸς τὸν ὁποῖον παραχωροῦμεν. Ἁπλῶς ἐξάπτομεν τὴν ἀπληστίαν αὐτοῦ. Ἂς δημιουργήσωμεν, κύριοι συνάδελφοι, Κράτος ἰσχυρόν, ἂς δημιουργήσωμεν Στρατὸν ἰσχυρόν, τότε θὰ εἴμεθα ἐπιθυμητοὶ ὡς φίλοι, ἐπιθυμητοὶ ὡς σύμμαχοι. Ἡ εὐκαμψία ἡμῶν πρὸ τῶν πιέσεων, πρὸ τοῦ φαντάσματος τῶν πιέσεων, αἵτινες πλειστάκις εἶναι εἰκονικαί, βεβαίως δὲν συντελεῖ εἰς τὴν ἐπίδοσιν τῶν ἐθνικῶν ἡμῶν πραγμάτων. Ἐκ τῆς συζητήσεως ταύτης θὰ ἤμην εὐτυχής, ἂν ἐπήγαζε τοὐλάχιστον ἡ στερέωσις τῶν ἀποφάσεων ἡμῶν διὰ τὸ μέλλον τῆς Χώρας. (Χειροκροτήματα).
§234ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σῖμος ἔχει τὸν λόγον.
§235Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Ἐγενικεύθη ἡ συζήτησις;
§236ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ γενικευθῇ, κ. συνάδελφε. Κύριοι συνάδελφοι, καθίσατε, παρακαλῶ.
§237ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Νὰ διακόψωμεν ὀλίγον, κ. Πρόεδρε.
§238ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ἐπὶ 5 λεπτά. (Ὥρα 8.10′ μ.μ.).
ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΚΟΠΗΝ
(Ὥρα 8.20′ μ.μ.).
§239ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Ὁ κ. Σῖμος ἔχει τὸν λόγον.
§240Σ. ΣΙΜΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, αἱ Συνελεύσεις καὶ αἱ Βουλαὶ δὲν εἶναι οὔτε Ἀκαδημίαι οὔτε Σύλλογοι διὰ νὰ γίνεται ἱστορικὴ κριτικὴ περὶ ἀνευθύνων προσώπων. Αἱ Συνελεύσεις καὶ αἱ Βουλαὶ εἶναι Σώματα πολιτικά. Καὶ ὅταν ἀναγράφεται μία ἐπερώτησις κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, ὀφείλει αὕτη νὰ καταλήξῃ εἰς ὡρισμένα συμπεράσματα. Ἡ Κυβέρνησις ἐλέγχεται ὅτι ἐξεκένωσε τὰ 14 Ἠπειρωτικὰ χωρία. Τὸ ζήτημα ἑπομένως τίθεται οὕτως: Ἠδύνατο νὰ μὴ προβῇ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ἀποφάσεως τῆς Πρεσβευτικῆς Διασκέψεως ἢ ὄχι; Ἂν ἡ Κυβέρνησις εἶχε καλῶς ἀναμετρήσει τὰς εὐθύνας αὐτῆς, καὶ ἑπομένως ἠδύνατο νὰ ἀποφύγῃ τὴν ἐκκένωσιν, καὶ δὲν τὴν ἀπέφυγεν, εἶναι ἐλέγξιμος, καὶ κατὰ συνέπειαν ἡ Συνέλευσις ὀφείλει νὰ ἐπιδιώξῃ τὴν πτῶσιν τῆς Κυβερνήσεως, ὡς κακῶς διαχειρισθείσης τὴν ὑπόθεσιν, καὶ ἑπομένως τὴν ἀντικατάστασιν ὑπὸ ἄλλης Κυβερνήσεως, ἐκείνης ἡ ὁποία θὰ ἠδύνατο ὑπὸ ἰδίαν εὐθύνην νὰ προβῇ εἰς ἐπανόρθωσιν τῶν κακῶς γενομένων. Ἀλλ’ ἐφόσον τοῦτο δὲν ἐξηλέγχθη καὶ δὲν προσήχθησαν πειστήρια, ἐκ τῶν ὁποίων νὰ ἀποδειχθῇ ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔσπευσεν εἰς τὸ διάβημα αὐτῆς τοῦτο καὶ εὗρεν ὅτι ἡ μὴ ἐκτέλεσις θὰ ἠδύνατο νὰ συνεπαγάγῃ συνεπείας βαρυτάτας, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ὁ ἔλεγχος κατὰ τίνος στρέφεται; Στρέφεται κατὰ τῶν ἀνευθύνων ἤδη προηγουμένων Κυβερνήσεων τῶν διαχειρισθεισῶν οὕτως ἢ ἄλλως τὸ ζήτημα. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἂν πρόκειται περὶ ἱστορικῶν εὐθυνῶν καὶ ὄχι πραγματικῶν, αἱ ὁποῖαι, ὡς εἶπον, ὤφειλον νὰ καταλήξουν εἰς ὡρισμένα συμπεράσματα, ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω ὅτι θὰ ἐζήτουν ἐγὼ τότε εὐθύνας καὶ παρὰ τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, τῆς ὁποίας ὁ ἀντιπρόσωπος, ὁ ἄρτι κατελθὼν τοῦ βήματος, κατὰ τὴν διαχάραξιν τῶν συνόρων, ἔσχε τὴν ἀτυχίαν νὰ ἐμπέσῃ καὶ εἰς τὴν παγίδα τῶν ἐχθρῶν ἡμῶν διὰ νὰ ἐπακολουθήσωσιν αἱ βαρύταται ἐκεῖναι συνέπειαι, ἐκ τῶν ὁποίων ἐκινδύνευσεν ἡ Κέρκυρα καὶ ἐκ τῶν ὁποίων ἐταπεινώθη τὸ Κράτος καὶ κατέβαλεν ἁδροτάτην καὶ ὀγκώδη ἀποζημίωσιν. Κύριοι, πρὸ ἕνδεκα ἐτῶν ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης, ὅταν ἡ Β. Ἤπειρος παρεχωρήθη ὑπὸ τῶν ἰσχυρῶν εἰς τὴν Ἀλβανίαν, μετὰ συντριβῆς καρδίας ἠναγκάσθην νὰ δώσω ψῆφον ἐμπιστοσύνης πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην, ἡ ὁποία ὑπέκυψεν εἰς τὴν ἀπόφασιν τῶν ἰσχυρῶν. Ἐγνώριζα καλῶς τὰς διαθέσεις τῆς Κυβερνήσεως τοῦ κ. Βενιζέλου, ἐγνώριζα καλῶς τοὺς κόπους τοὺς ὁποίους κατέβαλεν ὅπως διασώσῃ τὸ κατ’ ἐξοχὴν Ἑλληνικὸν ἐκεῖνο τμῆμα. Ἀλλὰ αἱ συνέπειαι τῆς ἀρνήσεως τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως ἀποδεχθῇ τὴν ἀπόφασιν τῶν Δυνάμεων, θὰ ἦσαν βαρύταται καὶ διὰ τοῦτο ἡ πλάστιγξ ἔκλινεν ὑπὲρ τῆς παραχωρήσεως τῆς Β. Ἠπείρου. Εἶπον τότε ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης, πρὸ 11 ἐτῶν, ὅτι, ἂν αἱ Κυβερνήσεως ἀναμετροῦσι τὰς εὐθύνας τὰς γενικάς, ὑποβάλλουσιν ἐνίοτε εἰς ὀδυνηρὰς ἐκτελέσεις, τὰ Ἔθνη τὰ ὁποῖα ἀδικοῦνται, δὲν ὑποκύπτουσιν εἰς ἀποφάσεις ἀδίκους. Ἡ ἰδιωτικὴ πρωτοβουλία ἡ Ἠπειρωτικὴ καὶ τὸ σύνολον τοῦ Ἔθνους συνεκινήθησαν τότε. Δὲν ἀπεδέχθησαν τὴν ἀπόφασιν. Ἡ Ἠπειρωτικὴ ἄμυνα ἠγωνίσθη καὶ ἐπέτυχεν, ἀπότοκον δὲ τῆς ἐπιτυχίας ἐκείνης ὑπῆρξε τὸ Πρωτόκολλον τῆς Κερκύρας. Εἶχον εἴπει τότε ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης ὅτι δὲν εἶναι ἴδιον τῶν γενναίων Ἐθνῶν, τῶν Ἐθνῶν τῶν ἐχόντων πρόγραμμα εὐρείας ἐξελίξεως, νὰ θρηνοῦν ἁπλῶς καὶ νὰ περιορίζωνται εἰς αἰτιάσεις κατὰ τῶν ἰσχυρῶν. Ἴδιον τῶν ζώντων Ἐθνῶν εἶναι νὰ ἐργασθῶσιν, ὅπως ἀνακτήσωσιν ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα τοῖς ἀφηρέθησαν διὰ τῆς ἀδικίας καὶ τῆς βίας. Καὶ ἐπηκολούθησεν, ὡς γνωστόν, μετὰ τὸ Πρωτόκολλον τῆς Κερκύρας ὁ μέγας πόλεμος. Καὶ ηὐτύχησεν ὁ κυβερνήτης τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ὁ ὁποῖος μετὰ συντριβῆς καρδίας εἶχεν ἀποδεχθῆ τὴν ἀφαίρεσιν τῆς Β. Ἠπείρου, νὰ διατάξῃ τὴν προέλασιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Στρατοῦ καὶ νὰ καταλάβῃ ὁλόκληρον τὴν Βόρειον Ἤπειρον. Ἀλλ’ ἀφ’ ἧς στιγμῆς αἱ ἐθνικαὶ ἀτυχίαι διεδέχθησαν ἀλλήλας, καὶ ἀνέτειλεν ἡ ἀπαισία ἡμέρα τῆς 22 Ἰανουαρίου τοῦ 1915, εὑρέθη ἡ εὐκαιρία εἰς τοὺς ἐποφθαλμιῶντας τὴν Βόρειον Ἤπειρον καὶ ταύτην νὰ καταλάβουν καὶ νὰ προχωρήσουν μέχρι τῶν προθύρων τῆς Παλαιᾶς Ἑλλάδος. Ἐπηκολούθησαν τὰ γεγονότα τοῦ 1917, ἐκ τῶν ὁποίων ἠδυνήθημεν νὰ ἀπαλλάξωμεν τῆς ξενικῆς κατοχῆς τμῆμα πλέον ὄχι τῆς Β. Ἠπείρου, ἀλλὰ τῆς Ἀνατολικῆς Ἠπείρου. Ὅταν τὰ πρόσωπα ἐκλείπουν ἐκ τοῦ κόσμου τούτου, ἡ ἱστορία δὲν ἀναστέλλει τὴν κρίσιν αὐτῆς. Εἶναι πρὸς ὑμᾶς γνωστὴ ἡ σύμβασις Βενιζέλου–Τιττόνι, ὡς πρὸς τὴν Βόρειον Ἤπειρον. Ἔμεινεν ἀνεκτέλεστος ἡ Σύμβασις ἐκείνη διὰ τοὺς λόγους τοὺς ὁποίους γνωρίζετε, ὑποθέτω, πάντες ὑμεῖς. Ἐπρόκειτο δηλονότι νὰ ἀνακαταλάβωμεν τὴν Βόρειον Ἤπειρον εὐθὺς μετὰ τὴν ὑπογραφὴν τῆς ἐν Ραπάλῳ Συμβάσεως, μεταξὺ Ἰταλίας καὶ Γιουγκοσλαυίας διὰ τὸ Ἀδριατικόν. Ἐμεσολάβησεν ἐν τῷ μεταξὺ ἡ ἀπαισία 1 Νοεμβρίου 1920, ἡ ὁποία μαζὶ μὲ τὰς ἄλλας ἐθνικὰς συμφορὰς ἐματαίωσε καὶ τὴν ὑπὸ τῆς Ἑλλάδος ἀνακατάληψιν τῆς Β. Ἠπείρου. Εἰς μάτην ὁ κ. Βενιζέλος ἐκ Νικαίας διεμήνυσεν ἐνταῦθα τὰ ἐκ τῆς Συμφωνίας Βενιζέλου–Τιττόνι προκύπτοντα δικαιώματα τῆς Ἑλλάδος, ἀφοῦ πλέον εἶχεν ὑπογραφῆ ἡ Σύμβασις τοῦ Ραπάλο. Ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν διετέλει ἐν πλήρει ἀγνοίᾳ τοῦ πράγματος καὶ δὲν ἐνόμισεν ὅτι ἔπρεπε νὰ προχωρήσωμεν εἰς πραγμάτωσιν τῶν δικαιωμάτων μας. Ἀφέθησαν οὕτω τὰ πράγματα, ὁπότε ἐπηκολούθησεν ἡ συνεννόησις Ἀγγλίας καὶ Ἰταλίας, ἡ ὁποία ἔφερεν ἀκριβῶς τὸ δυσάρεστον ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον ὅλοι γνωρίζομεν. Καὶ προκειμένου νὰ ἐπανακάμψω εἰς τὴν Ἑλλάδα τὸ φθινόπωρον τοῦ 1921, μοὶ ἐδόθη ἐπιστολὴ ἐκ μέρους τοῦ κ. Βενιζέλου, δι’ ἧς μοὶ συνιστᾶτο νὰ συμβουλεύσω τὴν τότε Κυβέρνησιν, ὅπως προβῇ ἐν τάχει εἰς τὴν κατάληψιν τοῦ τμήματος ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἡ Σύμβασις Τιττόνι–Βενιζέλου εἶχε καθορίσει, πρὶν ἢ ἡ Ἀγγλοϊταλικὴ Συνεννόησις ἀποκλείσῃ πᾶσαν περαιτέρω Ἑλληνικὴν δρᾶσιν. Παρουσιάσθην εἰς τὸν τότε Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, τῷ ἀνεκοίνωσα τὴν γνώμην τοῦ κ. Βενιζέλου καὶ μοὶ ἀπήντησεν ὅτι δὲν φοβεῖται τὴν Ἀλβανίαν, ὅτι ἀλλοῦ εἶναι ἐστραμμένη ἡ προσοχὴ τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὅτι οἱ φόβοι τοῦ κ. Βενιζέλου εἶναι ἀστήρικτοι. Δυστυχῶς τὰ γεγονότα ἐπηλήθευσαν τὴν πρόβλεψιν τοῦ κ. Βενιζέλου καὶ οὕτως ἀπώλετο διὰ τρίτην φορὰν ἡ ἀτυχὴς Β. Ἤπειρος. Κύριοι, τὸ ζήτημα εἶναι ἑνιαῖον. Πρόκειται περὶ τῆς Β. Ἠπείρου ὁλοκλήρου καὶ κατὰ συνέπειαν καὶ περὶ τῶν 14 χωρίων, διότι καὶ τὰ 14 χωρία ἀποτελοῦσι τμῆμα τῆς Β. Ἠπείρου.
§241Γ. ΜΟΔΗΣ. Ὄχι, κ. συνάδελφε· εἶναι....
§242Σ. ΣΙΜΟΣ. Γεωγραφικὰς γνώσεις, κ. συνάδελφε, ἔχω καὶ ἐγώ. Πρόκειται περὶ Ἑλληνικῶν ἐδαφῶν, τὰ ὁποῖα ἡ ἄδικος ἀπόφασις τῶν ἰσχυρῶν τῆς γῆς ἀπέδωκεν εἰς ἓν ἡμιβάρβαρον Κράτος. Ἐπὶ τούτου τοῦ σημείου ὁ ἔλεγχος ὀφείλει νὰ στραφῇ κατὰ τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὄχι διὰ τὴν ἐκτέλεσιν μιᾶς ἐπιτακτικῆς ἀποφάσεως τῶν ἰσχυρῶν, ἀλλὰ διὰ τὴν μὴ μέριμναν αὐτῆς περὶ τῆς τύχης τῆς ὅλης Β. Ἠπείρου. Πρόκειται περὶ καταδυναστεύσεως 240.000 πληθυσμῶν ὑπὸ τῆς ἡμιπολιτισμένης Ἀλβανίας. Κατηργήθησαν τὰ Ἑλληνικὰ σχολεῖα τῆς Β. Ἠπείρου, αἱ Ἑλληνικαὶ ἐκκλησίαι καὶ ἐν γένει κατηργήθη ἡ Ἑλληνικὴ γλῶσσα. Νομίζω ὅτι ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου ὀφείλει νὰ στραφῇ ὁ ἔλεγχος τῆς Συνελεύσεως. Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ ἐπιδιώξῃ τὸ ἔδαφος τὸ κατάλληλον, ὅπως τὸ ὅλον Βορειοηπειρωτικὸν ζήτημα ἐπανέλθῃ ἐνώπιον τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν, ἡ ὁποία, ἂν συνεστήθη διὰ τὴν εἰρήνην τοῦ κόσμου, ἂς εἶναι βεβαία ὅτι ἡ παραχώρησις τῆς Β. Ἠπείρου εἰς τὴν Ἀλβανίαν ἐμβάλλει μάχαιραν μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Ἀλβανίας. Ἡ Ἀλβανία, πρὸς τὴν συγκρότησιν τῆς ὁποίας ὡς Κράτους ἔχομεν ὅλην τὴν συμπάθειαν, συζῶμεν δὲ μετὰ τῶν Ἀλβανῶν ἀπὸ αἰώνων, ὤφειλε νὰ μὴ λησμονήσῃ ὅτι τὰ φῶτα καὶ αὐτοῦ τοῦ πρωτογόνου πολιτισμοῦ της τὰ ἔλαβεν ἐκ τῆς Ἑλληνικῆς Ἠπείρου καὶ ὅτι ἡ Ἤπειρος ὑπῆρξεν ἀείποτε ἡ βορεία πύλη κατὰ πάσης βαρβαρικῆς ἐπιδρομῆς πρὸς νότον. Ἡ Ἀλβανία ὤφειλε νὰ μὴ ἐπιδιώξῃ τὴν ἐπέκτασιν τοῦ Κράτους αὐτῆς πρὸς τὸ τμῆμα ἐκεῖνο, παρὰ τοῦ ὁποίου ἔλαβε τὰ πρῶτα φῶτα καὶ τὴν πρώτην φιλοξενίαν. Ἐδάφη καθαρῶς Ἑλληνικά, ἀνήκοντα προϊστορικῶς εἰς τὴν Ἑλλάδα, δὲν ἔπρεπεν οὔτε συνέφερεν εἰς τὴν Ἀλβανίαν νὰ τὰ ὑποδουλώσῃ εἰς τὸν ζυγὸν αὐτῆς, ἂν ἤθελε νὰ εἶναι φίλη μετὰ τῆς Ἑλλάδος καὶ νὰ ἔχῃ διὰ τὴν περαιτέρω ἐξέλιξιν αὐτῆς ὅλην τὴν Ἑλληνικὴν συμπάθειαν. Καὶ ἂν ἐπαληθεύῃ ἡ εἴδησις ὅτι, ὡς πρῶτον ἔργον τῆς Ἀλβανικῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὰ 14 χωρία ὑπῆρξε τὸ κλείσιμον τῶν σχολείων καὶ τῶν ἐκκλησιῶν καὶ ὁ ἐξαναγκασμὸς αὐτῶν πρὸς πληρωμὴν φόρων τοὺς ὁποίους δὲν ὤφειλον ταῦτα, εἶναι ἀκριβῶς ἡ μεγαλυτέρα ἀπόδειξις ὅτι οἱ πληθυσμοὶ οἱ Ἑλληνικοὶ εἶναι ἀδύνατον νὰ βιώσωσιν ὑπὸ τὴν Ἀλβανίαν. Δὲν ἀπηλπίσθην πρὸ δεκατεσσάρων ἐτῶν, κύριοι συνάδελφοι, δὲν ἀπελπίζομαι καὶ τώρα διὰ τὴν ἀπελευθέρωσιν τῆς Β. Ἠπείρου. Ἀπόκειται εἰς ἡμᾶς, ὅπως ἀνακτήσωμεν τὴν Β. Ἤπειρον, ἀπόκειται, λέγω, εἰς ἡμᾶς καὶ τὸ Κράτος ἡμῶν, ὅπως ἀνακτήσωμεν καὶ ἄλλας ἀπωλείας καὶ ὅπως ἐπανορθώσωμεν καὶ πολλὰς ἄλλας ἀδικίας, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο κατὰ τῶν ἀπαραγράπτων Ἑλληνικῶν δικαίων. (Χειροκροτήματα).
§243ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει πρότασις δέκα πληρεξουσίων περὶ γενικεύσεως τῆς συζητήσεως. Ἡ συζήτησις γενικεύεται. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Ρέντης.
§244Κ. ΡΕΝΤΗΣ. Ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς ἀναπτύσσων τὸ ζήτημα τὸ Ἠπειρωτικὸν ἀνέφερεν ἐν πρώτοις τὴν ἀπόφασιν τοῦ Λονδίνου τοῦ 1913, διὰ τῆς ὁποίας παρεχωρεῖτο ἡ Β. Ἤπειρος ἢ μᾶλλον ὡρισμένα διαμερίσματα αὐτῆς εἰς τὴν Ἀλβανίαν. Πράγματι ἡ ἀπόφασις ἐκείνη παρεχώρει εἰς τὴν Ἀλβανίαν τὸν καζᾶν τῆς Κορυτσᾶς καὶ τὰ πέρα τοῦ ἀκρωτηρίου Στύλου διαμερίσματα, χωρὶς νὰ προϋπάρξῃ οὐδεμία ἐθνολογικὴ ἐξέτασις οὔτε τοῦ καζᾶ Κορυτσᾶς οὔτε τοῦ καζᾶ Δελβινίου οὔτε τοῦ καζᾶ τῆς Χειμάρρας. Ἐπιτροπὴ ἐστάλη διὰ νὰ ἐξετάσῃ τὸν ἐθνολογικὸν χαρακτῆρα τῶν κατοίκων μεταξὺ τῶν δύο καζάδων καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ πορίσματος τῆς ἐξετάσεως νὰ χωρισθοῦν τὰ ἐν τῷ μεταξὺ σύνορα. Ὥστε ἀπὸ ἐθνολογικῆς ἀπόψεως ἡ ἀπόφασις τοῦ 1913 δὲν ἀποτελεῖ τι τὸ δεδικασμένον ἀπέναντι τῆς Ἑλλάδος. Γνωρίζομεν ὅλοι ὅτι ἡ ἀπόφασις τῆς Διασκέψεως τοῦ Λονδίνου τοῦ 1913 ὑπῆρξεν ἀπόρροια συμβιβασμοῦ μεταξὺ τῶν δύο ὁμάδων τῶν μεγάλων Δυνάμεων, τῆς Τριπλῆς Συνεννοήσεως καὶ τῆς Τριπλῆς Συμμαχίας. Ἡ πίεσις ἡ ὁποία ἠσκήθη ἐπίσης ἐναντίον τῆς Ἑλλάδος διὰ τὴν ἐκκένωσιν τῶν διαμερισμάτων τὰ ὁποῖα κατεῖχον ὁ Ἑλληνικὸς Στρατὸς δὲν ἦτο πίεσις ὑλικῆς δυνάμεως, ἀλλὰ βίας ἠθικῆς. Ἡ Ἑλλὰς ἐτέθη πρὸ τοῦ διλήμματος ἢ νὰ ἐκκενώσῃ τὰ διαμερίσματα ἐκεῖνα ἢ ἄλλως νὰ ἴδῃ τὰς μεγάλας Δυνάμεις νὰ μὴ κατακυρώσουν τὴν παραχώρησιν τῶν μεγάλων νήτων τοῦ Αἰγαίου εἰς τὴν Ἑλλάδα. Εὑρεθεῖσα πρὸ τοῦ τραγικοῦ αὐτοῦ διλήμματος ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἠναγκάσθη νὰ ὑποκύψῃ χωρὶς νὰ ἔχῃ καὶ τὸ δικαίωμα ἴσως νὰ ἀσκήσῃ προτίμησιν μεταξὺ τῶν δύο μερῶν, διότι, ἂν ἠρνεῖτο νὰ ἐκκενώσῃ τὰ διαμερίσματα τῆς Ἠπείρου, φόβος ὑπῆρχε νὰ ἔχανε καὶ τὴν Β. Ἤπειρον καὶ τὰς νήσους. Ἡ μὴ ἐξέτασις τοῦ ἐθνικοῦ χαρακτῆρος τῶν κατοίκων καὶ ἡ μὴ ἐξασφάλισις τῶν ἑλληνικῶν πληθυσμῶν τῆς Β. Ἠπείρου ἀπέναντι τῆς Ἀλβανίας ἐπέφερον ἄμεσον ἀποτέλεσμα τὴν ἐξέγερσιν τῶν πληθυσμῶν καὶ τὴν διὰ τῶν ὅπλων ἀντίστασιν εἰς τὴν ἀλβανικὴν κατάληψιν. Βεβαίως οὐδεμίαν ἐνίσχυσιν θετικὴν παρέσχεν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις εἰς τοὺς Ἠπειρώτας, οἱ ὁποῖοι ἠγωνίζοντο ἐν Β. Ἠπείρῳ, ἀλλ’ ἀφ’ ἑτέρου δὲν ἐτόλμησε καὶ μέχρι τοῦ σημείου ὥστε νὰ συλλάβῃ οὔτε τὸν ἀείμνηστον Χρηστάκην Ζωγράφον οὔτε τὸν κ. Ἀλέξανδρον Καραπάνον, οἱ ὁποῖοι μετέβησαν εἰς τὸ Ἀργυρόκαστρον ὅπως κηρύξωσι τὸ αὐτόνομον κίνημα. Δὲν ἠθέλησε νὰ φθάσῃ μέχρι τοῦ σημείου αὐτοῦ. Καὶ τὸ ὡμολόγησεν ὅτι δὲν ἔχει τὴν δύναμιν νὰ λάβῃ μέτρα πρὸς κατάπνιξιν τοῦ κινήματος. Τὸ μόνον τὸ ὁποῖον ἠδύνατο νὰ κάμῃ ἦτο νὰ ἀποσύρῃ τὰ στρατεύματα καὶ νὰ μὴ ἀφήσῃ στρατιωτικὰς δυνάμεις πέρα τῆς γραμμῆς τὴν ὁποίαν αἱ Δυνάμεις ἔθετον. Καὶ ὑπῆρξε πιστὴ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις εἰς τοῦτο. Εἷς ἢ δύο ἀξιωματικοὶ προσεχώρησαν εἰς τὸ κίνημα καὶ ἐλάχιστοι στρατιῶται. Ἡ ἔκρηξις τοῦ μεγάλου πολέμου εὑρίσκει τὸ κίνημα τῆς Βορείου Ἠπείρου ἐπικρατοῦν. Καὶ ἐπεκράτησε διὰ τῆς βίας, ἐπεκράτησεν ὅμως καὶ ἀπὸ πολιτικῆς ἀπόψεως, διότι οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν μεγάλων Δυνάμεων εἶχον ἐξαναγκάσει ἀντιπροσώπους τῆς Ἀλβανίας νὰ κατέλθωσιν εἰς Κέρκυραν καὶ νὰ ζητήσωσι νὰ ἔλθωσιν εἰς διαπραγματεύσεις μὲ τὴν Κυβέρνησιν τῆς αὐτονόμου Ἠπείρου. Ἀποτέλεσμα δὲ τῶν διαπραγματεύσεων ὑπῆρξεν ὁ καταρτισμὸς τοῦ πρωτοκόλλου τῆς Κερκύρας περὶ προνομίων παραχωρουμένων εἰς τοὺς Βορειοηπειρώτας ὑπὸ τὴν ἀλβανικὴν διοίκησιν καὶ περὶ τοπικῆς αὐτονομίας. Εὐθὺς κατόπιν ἐνεφανίσθησαν εἰς τὴν Ἀλβανίαν αἱ γνωσταὶ ἐκεῖναι ἀνωμαλίαι, ὑπὸ τὴν πίεσιν τῶν ὁποίων ἀνετράπη ὁ πρίγκιψ τοῦ Βήδ, ἐπωφελουμένη δὲ ἡ Κυβέρνησις τῆς αὐτονόμου Ἠπείρου προέβη εἰς τὴν κατάληψιν τῆς Κορυτσᾶς τῇ συμπράξει τῶν Κορυτσιωτῶν. Οὕτως ὁ Εὐρωπαϊκὸς πόλεμος εὗρεν ὅλα τὰ ἐδάφη τῆς Βορείου Ἠπείρου ὑπὸ τὴν ἐπικράτησιν τῆς Βορειοηπειρωτικῆς Κυβερνήσεως, ἐξεῦρε δὲ τότε ἡ Ἑλλὰς τρόπον ὅπως διαχειρισθῇ πολιτικῶς τὸ ζήτημα. Τὴν στιγμὴν ἐκείνην μεταξὺ τῶν δύο ὁμάδων τῶν μεγάλων Δυνάμεων εὑρίσκοντο ἐν οὐδετερότητι καὶ ἡ Ἰταλία καὶ ἡ Ἑλλάς. Εἶναι γνωσταὶ αἱ ἀντιρρήσεις ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐπικράτησιν τῆς Ἑλλάδος ἐπὶ τῆς Ἠπειρωτικῆς παραλίας, τὰς ὁποίας εἶχεν ἡ μεγάλη μεσογειακὴ Δύναμις. Ὑπεδείχθη τότε εἰς τὴν Ἑλλάδα ὅτι εἰς περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Ἰταλία θὰ ἐλάμβανε τὴν εὐκαιρίαν νὰ μεταβῇ εἰς Αὐλῶνα θὰ ἠδύνατο καὶ ἡ Ἑλλὰς νὰ προχωρήσῃ μέχρι Χειμάρρας καὶ νὰ καταλάβῃ ὁλόκληρον τὸ ὑπὸ τῆς αὐτονόμου Κυβερνήσεως κρατούμενον ἔδαφος μετὰ τῆς Κορυτσᾶς. Πράγματι κατόπιν μεσολαβήσεως πρεσβευτοῦ μεγάλης Δυνάμεως ἐπῆλθεν ἡ συνεννόησις καὶ ἡ Ἰταλία κατέλαβε τὸν Αὐλῶνα, ἡ δὲ Ἑλλὰς ἀνακατελάμβανε τὴν Βόρειον Ἤπειρον, χωρὶς νὰ καταργηθῇ ἡ ἀπόφασις τοῦ Λονδίνου τοῦ 1913. Τί βλέπομεν λοιπόν; Ὅτι αἱ πολιτικαὶ συνθῆκαι δύνανται νὰ μεταβάλλωσιν ἐκ τῶν πραγμάτων τὰς ἀποφάσεις τῶν Μεγάλων Δυνάμεων ὅταν εὑρίσκουν πρόσφορον ἔδαφος. Δὲν ἠμπόδισεν ἡ ἀπόφασις τοῦ Λονδίνου τοῦ 1913 εἰς τὸ νὰ καταλάβῃ ἡ Ἑλλὰς τὴν Β. Ἤπειρον. Δὲν ὑπῆρχε Συνθήκη. Ἐπεφυλάσσετο νὰ ρυθμισθῇ τὸ ζήτημα, ἀλλὰ τρόπον τινὰ ὑπῆρχε μία προδικασία, μία προαναγνώρισις τῶν ἐθνολογικῶν δικαιωμάτων τῆς Ἑλλάδος ἐπὶ τῆς περιφερείας ἐκείνης. Καὶ αἱ δύο ὁμάδες τῶν ἀντιμαχομένων εἶχον δώσει τὴν συγκατάθεσιν αὐτῶν διὰ τὴν κατάληψιν τοῦ Αὐλῶνος ὑπὸ τῆς Ἰταλίας καὶ τῆς Βορείου Ἠπείρου ὑπὸ τῆς Ἑλλάδος. Ἡ διατήρησις τῆς ἑλληνικῆς κατοχῆς ἀρξαμένη κατὰ τὸ 1914 ἔληξε κατὰ τὸ 1916 συνεπείᾳ τῶν γνωστῶν τότε περιπετειῶν εἰς τὰς ὁποίας περιεπλάκη ἡ Ἑλλάς. Ὅταν ἤρχισαν αἱ διαπραγματεύσεις τῆς εἰρήνης ἐν Παρισίοις μετὰ τὸ πέρας τοῦ πολέμου ἡ μὲν Κορυτσᾶ κατείχετο ὑπὸ Γαλλικοῦ Στρατοῦ, τὸ δὲ ὑπόλοιπον τῆς Β. Ἠπείρου κατείχετο ὑπὸ τῶν Ἰταλῶν, οἱ ὁποῖοι ἐν τῷ μεταξὺ ἠθέλησαν νὰ τὴν παραχωρήσουν προσωρινῶς εἰς τοὺς Ἀλβανοὺς μέχρις ὅτου καταρτισθῇ ἡ ἀπόφασις περὶ τῆς τύχης τῶν περιφερειῶν ἐκείνων. Ἐπιτροπαὶ εἰδικαὶ ἀνέλαβον νὰ ἐξετάσουν τὰ τῆς Β. Ἠπείρου καὶ αἱ ἀποφάσεις ἐδικαίουν κατὰ πλειονοψηφίαν τὴν Ἑλλάδα. Δηλαδὴ οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς Ἀγγλίας, τῆς Γαλλίας, τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν τῆς Ἀμερικῆς ἀπεφαίνοντο ὅτι τὰ τμήματα Πρεμετῆς, Ἀργυροκάστρου, Δελβινίου, Χειμάρρας κατοικοῦνται κατὰ πλειονοψηφίαν ὑπὸ Ἑλλήνων καὶ ὅτι ἔχουν ἑλληνικὸν ἐθνολογικὸν χαρακτῆρα καὶ ἔπρεπε συνεπῶς νὰ παραχωρηθῶσιν εἰς τὴν Ἑλλάδα. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν Κορυτσάν, ὑπεστήριξαν τὴν παραχώρησιν τῆς Κορυτσᾶς εἰς τὴν Ἑλλάδα ἐπὶ τῇ βάσει ἐθνολογικῶν ἐπίσης λόγων, καὶ μοῦ εἶναι ἀδύνατον νὰ ἀντιληφθῶ διατί διεμαρτυρήθη ὁ ἐξ Ἰωαννίνων συνάδελφος.
§245Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. Εἶπον ὅτι, ὅτε ἠρωτήθητε, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, νὰ δηλώσητε ποία νομίζετε ὅτι θὰ εἶναι ἡ συνέχεια τοῦ ζητήματος, εἴπετε ὅτι θὰ ληφθῇ μέριμνα ὥστε νὰ ληφθοῦν ὑπ’ ὄψιν οἱ ἐθνολογικοὶ πόθοι τῶν κατοίκων αὐτῶν. Ἄν τις ἐξ ἡμῶν πλανᾶται, ἂς ἀναζητηθῶσι τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικά.
§246Κ. ΡΕΝΤΗΣ. Ὡμίλουν γενικῶς.
§247Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. Ἐγὼ λέγω ὅτι αἱ Ἐπιτροπαὶ τῆς διαχαράξεως ἔχουσι σαφῆ ἀπαγόρευσιν νὰ μὴ λαμβάνωσιν ὑπ’ ὄψιν τὰ ἐθνικὰ ζητήματα τῶν κατοίκων. Ἡ δὲ Διάσκεψις τῶν Πρεσβευτῶν δὲν ἐπρόκειτο νὰ κρίνῃ ἐπὶ τῇ βάσει ἄλλων τεκμηρίων, ἀλλ’ εἶχεν ὡς ὀφθαλμὸν μοναδικὸν τὰς Ἐπιτροπὰς, τὰς ὁποίας εἶχεν ἀποστείλει.
§248Κ. ΡΕΝΤΗΣ. Δὲν ἐπρόκειτο νὰ διαχειρισθῇ τις τὸ ζήτημα μέχρι τῆς Πρεσβευτικῆς Διασκέψεως. Πιθανὸν νὰ τὸ εἶπον καὶ αὐτό, διότι ἔχω τὴν ἐντύπωσιν ὅτι εἶναι τὸ ἐπιχείρημα τὸ ὁποῖον ἔχει μεγαλειτέραν ἐπίδρασιν καὶ ἐνώπιον τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν καὶ εἰς τὴν Πρεσβευτικὴν Διάσκεψιν.
§249Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. Εἰς τὴν Πρεσβευτικὴν Διάσκεψιν ἀπαγορεύεται ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ νὰ ἐξετασθῶσι, μετὰ τὸ τέρμα τοῦ μεγάλου πολέμου ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐθνολογικῶν ζητημάτων Εἶναι ἡ περίπτωσις τοῦ 1913 αὐτὴ τὴν ὁποίαν ἀναφέρετε καὶ ἡ ὁποία τότε ἦτο ὀρθοτέρα.
§250Κ. ΡΕΝΤΗΣ. Κατὰ τὴν Διάσκεψιν τῶν Παρισίων τοῦτο τὸ ἀποτέλεσμα ἐπῆλθεν. Εἰς δὲ τὴν ἄποψιν, ὅσον ἀφορᾷ τὴν Κορυτσάν, τῆς Γαλλίας καὶ τῆς Ἀγγλίας προσεχώρησε καὶ αὐτὴ ἡ Ἀμερικὴ διὰ δηλώσεως τοῦ Προέδρου τῆς Γερουσίας, ἡ ὁποία κατεχωρίσθη εἰς τὰ πρακτικὰ τῆς Διασκέψεως. Εἴχομεν λοιπὸν ὁμοφωνίαν τῶν Μεγάλων Δυνάμεων καὶ ἐπιφύλαξιν τῆς Ἰταλίας, ἐπιφύλαξιν διὰ γενικοὺς λόγους. Διὰ νὰ ληφθῇ μία ἀπόφασις ἀπὸ τὴν Συνδιάσκεψιν τῆς Εἰρήνης ἀπῃτεῖτο ἀπόλυτος ὁμοφωνία· ἔλειπε λοιπὸν μία ψῆφος, ἡ ψῆφος τῆς Ἰταλικῆς Κυβερνήσεως. Κατὰ τὰς διαπραγματεύσεις αἱ ὁποῖαι διεξήχθησαν ἰδιαιτέρως μεταξὺ Βενιζέλου –Τιττόνι τὸν Ἰούλιον τοῦ 1919 ἐλύθησαν ὅλαι αἱ ἀφορμαὶ αἱ ὁποῖαι ἐδίχαζον τὰ δύο Κράτη καὶ ἐτέθησαν τὰ ὅρια τὰ ὁποῖα θὰ ἐχρησίμευον διὰ τὴν ἐπίλυσιν τῶν ζητημάτων αὐτῶν ἐνώπιον τῆς Συνδιασκέψεως. Μεταξὺ ἄλλων ἡ Ἰταλία ἦρε τὰς ἀντιρρήσεις της διὰ ὅ,τι ἀφορᾷ τὴν παραχώρησιν τῆς Β. Ἠπείρου εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ ἡ συμφωνία αὐτὴ ἐκοινοποιήθη εἰς τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον, τὸ ὁποῖον λαβὸν γνῶσιν τῆς γνώμης τῆς Ἰταλίας ἀπεφήνατο ὅτι ἡ Β. Ἤπειρος θὰ δοθῇ εἰς τὴν Ἑλλάδα κατόπιν τῆς ἐπελθούσης ὁμοφωνίας. Σχετικὴ δὲ ἀπόφασις δύναται νὰ λεχθῇ — διότι προφορικῶς ἐγένετο ἡ σχετικὴ συνεννόησις ἐνώπιον τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου — ἐλήφθη τὴν 13ην Ἰανουαρίου τοῦ 1920, ὑπὸ τὸν ὅρον ἡ ἀπόφασις νὰ μείνῃ μυστικὴ καὶ νὰ μὴ ἀνακοινωθῇ. Οὕτως εἶχον τὰ πράγματα τὰ ἀφορῶντα τὴν Β. Ἤπειρον μέχρις ὅτου ἐπῆλθεν ἡ καθεστωτικὴ μεταβολὴ ἐν Ἑλλάδι διὰ τῶν ἐκλογῶν τῆς 1ης Νοεμβρίου 1920. Ὅταν ἠγέρθη τὸ ζήτημα ἐκ μέρους τῆς Ἀλβανίας περὶ καθορισμοῦ τῶν συνόρων της διὰ τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν ἡ Ἑλλάς, ἂν ἐπεκαλέσθη τὴν ἐπέμβασιν ἢ μόνον τὴν ἀπόφασιν τῆς Διασκέψεως τῶν Πρεσβευτῶν, τὸ ἔπραττε διότι εἶχεν ὑπὲρ αὐτῆς μίαν ἀπόφασιν, ἓν δεδικασμένον. Ἀντὶ νὰ μεταβῶμεν εἰς τὴν Κοινωνίαν τῶν Ἐθνῶν νὰ θέσωμεν ὑπ’ ὄψιν της τὸ ὅλον ζήτημα καὶ ὑποβληθῶμεν εἰς νέας ἐξεταστικὰς ἐπιτροπὰς εἴχομεν τὰ πορίσματα τῆς Συνδιασκέψεως τῶν Παρισίων καὶ συνεπῶς ἠδυνάμεθα νὰ στηριχθῶμεν ἐπ’ αὐτῶν ὅπως διεκδικήσωμεν ὁλόκληρον τὴν Β. Ἤπειρον νὰ περιέλθῃ εἰς τὴν Ἑλλάδα. Ἡ τότε Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, μολονότι εἰδοποιήθη, δὲν ἠθέλησεν ἡ ἰδία νὰ ὑποκινήσῃ τὸ ζήτημα ἐγκαίρως, διότι ἦτο ἀπησχολημένη μὲ τὸ Μικρασιατικόν. Ἄν, ὅτε τὸ ζήτημα ἀνεκινήθη ὑπὸ τῆς Ἀλβανίας, αἱ ἀξιώσεις τῆς Ἑλλάδος δὲν ἐγένοντο δεκταὶ τότε, τοῦτο ὠφείλετο εἰς πολιτικοὺς λόγους καὶ οὐχὶ εἰς ἐθνολογικούς, οὔτε διότι δὲν ἴσχυεν ἡ ἀπόφασις ἡ ληφθεῖσα ὑπὸ τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου· ἴσχυεν, ὅπως ἴσχυον αἱ Συνθῆκαι αἱ ὁποῖαι ὑπεγράφησαν ἐπισήμως, αἱ ὁποῖαι ὅμως ἐτροποποιήθησαν εὐθὺς ἀμέσως λόγῳ τῆς μεταβολῆς τῆς πολιτικῆς καταστάσεως ἐν Ἑλλάδι, ἡ ὁποία ἐπηρέασε καὶ πέρα τῶν ὁρίων τῶν Βαλκανικῶν τὴν ἐν γένει πολιτικὴν ἐξέλιξιν τῆς Εὐρώπης δι’ ὅ,τι ἀφορᾷ τὰ Ἀνατολικὰ πράγματα. Ὥστε ἐξ αὐτοῦ τοῦ λόγου ἐπῆλθε μεταβολὴ τῶν σκέψεων τῆς Πρεσβευτικῆς Διασκέψεως, ἡ ὁποία εἶπεν ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου καὶ προκειμένου νὰ προβῇ εἰς νέαν ἀπόφασιν ἐνεθυμήθη τὴν ἀπόφασιν τοῦ Λονδίνου τοῦ 1913, ἐστηρίχθη εἰς αὐτὴν καὶ κατεκύρωσε τὴν Βόρειον Ἤπειρον εἰς τὴν Ἀλβανίαν. Ἡ ἐκ νέου παραχώρησις τῆς Βορείου Ἠπείρου εἰς τὴν Ἀλβανίαν ἐγένετο ὑπ’ αὐτοὺς τοὺς ἰδίους ὅρους καὶ τὰς προϋποθέσεις χωρὶς νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ὅτι συμπαγεῖς ἑλληνικοὶ πληθυσμοὶ παρεδίδοντο εἰς Κράτος, τὸ ὁποῖον δὲν εἶχεν ἀκόμη τὴν τύχην νὰ ἀναπτυχθῇ ὅσον εἶχον ἀναπτυχθῆ οἱ Ἕλληνες ἀπὸ ἀπόψεως ἐκπολιτιστικῆς, —χωρὶς νὰ θέλῃ κανεὶς νὰ κατακρίνῃ τοὺς γείτονας. Ἡ ὑπόθεσις τῶν 14 χωρίων ἐμφανίζεται ἀναμφισβητήτως ὡς ἓν μέρος, ἓν παράρτημα τοῦ ὅλου, τοῦ μεγάλου ζητήματος, διότι ἡμεῖς ἐχάσαμεν ὁλόκληρον τὴν Βόρειον Ἤπειρον καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ συγκεντρώσωμεν ὅλην τὴν προσοχήν μας διὰ τὰ 14 χωρία, ὅταν εἴχομεν ὅλην τὴν Β. Ἤπειρον ὑπὸ οἰκτρὰν κατάστασιν, εὑρισκομένην ὑπὸ ἀλβανικὴν κατοχήν. Ἡ ἀπόφασις περὶ παραχωρήσεως τῶν 14 χωρίων εἶχεν ἐκδοθῆ ὅτε τὸν παρελθόντα Ἰούνιον ἀνέλαβον τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν. Μοὶ ὑπεδείχθη τότε ὑπὸ τῆς Ὑπηρεσίας ὅτι, ὅταν θὰ ἔλθῃ ἡ στιγμὴ τῆς ἐκτελέσεως, θὰ διέτρεχε μεγίστους κινδύνους ἡ Ἑλλάς, ἂν ἠρνεῖτο. Ἐζήτησα τὰ στοιχεῖα τῶν κινδύνων καὶ μοῦ ὑπέδειξαν ἔκθεσιν ἑνὸς τῶν ἀρίστων ἀντιπροσώπων μας, ὁ ὁποῖος μεταξὺ ἄλλων συνῆπτεν ἀπόφασιν τῶν Δυνάμεων τοῦ 1921, κατὰ τὴν ὁποίαν ἀνεγνωρίζετο ὅτι ἡ Ἰταλία εἶχεν ἰδιαίτερα συμφέροντα ἐν Ἀλβανίᾳ καὶ ὅτι εἰς περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν διέτρεχέ ποτε κίνδυνον τὸ Ἀλβανικὸν Κράτος, εἴτε διεταράσσετο ἡ τάξις καὶ ἡ ἡσυχία εἰς τὰ σύνορά του εἴτε διέτρεχεν οἰκονομικοὺς κινδύνους, εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ προσκληθῇ ἡ Ἰταλία καὶ νὰ ἐπεμβῇ ὑπὲρ τῆς Ἀλβανίας. Ἡ δὲ ἀπόφασις αὕτη εἶχε κοινοποιηθῆ εἰς τὴν Κοινωνίαν τῶν Ἐθνῶν καὶ εἶχε καταχωρισθῆ. Ἦτο ἀπόφασις τοῦ 1921 καὶ ἐπρωτοκολλήθη εἰς τὴν Κοινωνίαν τῷ 1922 πρὸ τῆς ἐκρήξεως τῆς ἐπαναστάσεως. Ἀπετάθην εἰς ἄλλας ξένας Δυνάμεις διὰ νὰ ἐξακριβώσω κατὰ πόσον πράγματι ἡ Ἑλλὰς διέτρεχε τὸν κίνδυνον νὰ περιέλθῃ εἰς διενέξεις πρὸς Μεγάλην Δύναμιν. Τότε μὲ ἐπληροφόρησαν ὅτι τὴν ἀπόφασιν αὐτὴν θὰ ἔπρεπε κανεὶς νὰ τὴν ἀναγνώσῃ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἡμερομηνίας τὴν ὁποίαν ἔφερε. Δὲν κατηγορῶ ἀντιπροσώπους, οἱ ὁποῖοι ἐγκαίρως θέλουν νὰ θέσουν ἐνήμερον τὴν Κυβέρνησίν των περὶ τῶν κινδύνων τοὺς ὁποίους ἐνδεχομένως θὰ διέτρεχε, φοβοῦμαι ὅμως ὅτι ἔστιν ὅτε ὑπερβάλλουσι τοὺς ὑφισταμένους καὶ ἐπικρεμαμένους κινδύνους. Τὸ ζήτημα ἄλλως τε δὲν ἦτο μέγα· δὲν ἐπρόκειτο περὶ μεγάλης περιφερείας, ὥστε νὰ κινδυνεύσῃ ἡ Ἑλλὰς νὰ καταποντισθῇ διότι θὰ ἀνθίστατο ἐνδεχομένως εἰς τὴν παραχώρησιν τοῦ τμήματος ἐκείνου. Ἀλλὰ καὶ ἀπὸ ἄλλης ἀπόψεως ἐπεχείρησα νὰ τὸ ἐξετάσω. Ἐξήγησα εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους ὅλων τῶν Δυνάμεων τὸν δυσμενῆ ἀντίκτυπον τὸν ὁποῖον θὰ εἶχεν εἰς τὴν Ἑλλάδα ἡ παραχώρησις ἔστω καὶ ἑνὸς μικροῦ τμήματος εἰς ξένον Κράτος μετὰ τοιαύτας συμφορὰς καὶ ὅτι τοῦτο θὰ ἔδιδε λαβὴν νὰ εἴπουν ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἐξακολουθεῖ νὰ εὑρίσκεται ὑπὸ τὴν δυσμένειαν τῶν μεγάλων, καὶ τοὺς παρεκάλεσα ὥστε, ἂν ἦτο δυνατόν, νὰ ἀποφύγωμεν νὰ δοθῇ τοιοῦτό τι ἐπιχείρημα εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κοινὴν Γνώμην. Ἐν πάσῃ περιπτώσει εἶπον ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δεχθῇ ἡ Ἑλληνικὴ Κοινὴ Γνώμη τὴν παραχώρησιν ἀκόμη μερικῶν πληθυσμῶν εἰς τὴν Ἀλβανίαν, ἐφόσον οἱ παραχωρηθέντες τελοῦσιν ὑπὸ τόσον οἰκτρὰν κατάστασιν ἐν μέσῳ μιᾶς γενικῆς καταστάσεως ἐν Ἀλβανίᾳ ἡ ὁποία δὲν ἦτο εὐχάριστος, διότι τότε συνέπιπτε νὰ ἐκραγοῦν αἱ στάσεις καὶ αἱ μεταπολιτεύσεις ἐν Ἀλβανίᾳ διὰ βιαίων μέσων. Βεβαίως ὁ τρόπος καθ’ ὃν εἰσάγονται αἰτήσεις τινὲς ἐνώπιον τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν εἶναι καθωρισμένος, ἀλλ’ ἡ σκέψις μου ἦτο ὄχι νὰ ἀκολουθήσῃ τις τὴν δικονομικὴν ὁδὸν τὴν ὁποίαν γνωρίζομεν, ἀλλὰ νὰ προπαρασκευάσῃ τὸ ἔδαφος κατὰ πόσον θὰ ἦτο πολιτικῶς δυνατὸν διὰ τῆς ἐπεμβάσεως μεγάλων φίλων καὶ ἰσχυρῶν, οἱ ὁποῖοι παρεχώρησαν τμήματα ἑλληνικοῦ ἐθνικοῦ χαρακτῆρος εἰς τὴν Ἀλβανίαν, νὰ ἐξασφαλισθῇ μία καλυτέρα διαβίωσις τῶν πληθυσμῶν ἐκείνων, διότι εἰς τοῦτο νομίζω ὅτι ἀποβλέπει ἡ Συνέλευσις καὶ ἡ Ἑλληνικὴ Κοινὴ Γνώμη, καὶ ὄχι μόνον εἰς τὰ 14 χωρία, ἀλλ’ εἰς τὴν ὅλην περιφέρειαν τῆς Βορείου Ἠπείρου, καὶ τοὺς ὅρους ὑφ’ οὓς διαβιοῦν οἱ ἐκεῖ Ἕλληνες. Ἔλαβον ὑπόσχεσιν ὅτι θὰ διεβιβάζοντο αἱ παρακλήσεις μας πρὸς ὅλας τὰς Κυβερνήσεις, ἐπειδὴ ὅμως μετ’ οὐ πολὺ ἡ Κυβέρνησις εἶχεν ἀποχωρήσει ἐκ τῆς Ἀρχῆς, δὲν γνωρίζω τὰ ὁριστικὰ ἀποτελέσματα τῶν ἐνεργειῶν ἐκείνων. Δὲν νομίζω καὶ ἐγὼ ὅτι θὰ ἠδύνατο ἡ ἀπόφασις ἡ Πρεσβευτικὴ νὰ προσβληθῇ δι’ ἀνακοπῆς ἐνώπιον τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν ἐφόσον ἀπερρίφθη ἡ πρότασις τῆς Ἑλλάδος περὶ ἀναθεωρήσεως τῆς ἀποφάσεως, καὶ τοῦτο δὲν ἦτο ἐκπληκτικόν, διότι ἡ Πρεσβευτικὴ Συνδιάσκεψις κατ’ ἀρχὴν δὲν ἐπανέρχεται ἐπὶ ἀποφάσεων τὰς ὁποίας ἔλαβεν. Ἐπειδὴ καθώρισε τὰ σύνορα ὅλης τῆς Εὐρώπης, φοβεῖται νὰ ἐπανέλθῃ ἔστω καὶ ἐπὶ ἑνὸς μικροῦ σημείου, διότι τότε θὰ ἠδύναντο ὅλα τὰ Κράτη, τὰ ὁποῖα εἶναι δυσηρεστημένα διὰ τὸν α ἢ τὸν β λόγον ἐκ τῆς συνοριακῆς διαρρυθμίσεως, νὰ ὑποβάλουν αἰτήσεις, εἰς τρόπον ὥστε ὑπῆρχε κίνδυνος νὰ τεθῇ τὸ ὅλον πρόβλημα τῶν συνόρων τῶν Εὐρωπαϊκῶν Κρατῶν ἐνώπιον τῆς Πρεσβευτικῆς Διασκέψεως. Διὰ τοῦτο ἀποφεύγει νὰ προβαίνῃ εἰς ἀναθεωρήσεις, ἐφοβούμην δὲ καὶ ἐγὼ ἐξ αὐτῶν τῶν πραγμάτων ὅτι ἡ αἴτησις περὶ ἀναθεωρήσεως εἶχε πολὺ μικρὰς ἐλπίδας νὰ γίνῃ δεκτή. Ἀλλὰ τοὐλάχιστον θὰ ἐπεθύμουν—καὶ εἰς τοῦτο ἀπέβλεπον διὰ τῶν πολιτικῶν ἐνεργειῶν—ὅπως, ἐφόσον μᾶς ἐζητεῖτο μία ἀκόμη θυσία διὰ τῆς παραχωρήσεως ἑνὸς ἀκόμη τμήματος πρὸς τὴν Ἀλβανίαν, ἡ θυσία αὕτη νὰ ἰσοζυγισθῇ μὲ ἄλλα ἀνταλλάγματα, τὰ ὁποῖα αἱ Μεγάλαι Δυνάμεις θὰ ἦσαν εἰς θέσιν πολιτικῶς νὰ ἐκμαιεύσωσι παρὰ τῆς Ἀλβανίας δι’ ὅ,τι ἀφορᾷ τὴν προστασίαν τῶν Ἑλλήνων ἐν Β. Ἠπείρῳ. Σημειώσατε ὅτι ἐλήφθη ἀπόφασις παραχωρήσεως τῶν 14 χωρίων εἰς τὴν Ἀλβανίαν καὶ ἐζητεῖτο ἡ ἄμεσος ἐκτέλεσις. Ἀλλὰ ἀπόφασις ἐπίσης διεθνοῦς κύρους ἦτο καὶ ἡ τῆς προστασίας τῶν μειονοψηφιῶν καὶ ἐκτέλεσις αὐτῆς δὲν εἶχε γίνει ἐν Ἀλβανίᾳ. Ἄλλη ἀπόφασις ἦτο ἡ ἀπόφασις τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς Ἀνταλλαγῆς τῶν ἑλληνοτουρκικῶν πληθυσμῶν, ἡ ὁποία ἀπεφάνθη ὅτι οἱ κατοικοῦντες ἐν τῇ Ἑλληνικῇ Ἠπείρῳ Μουσουλμάνοι ἔχουν τουρκικὴν συνείδησιν καὶ πρέπει συνεπῶς ν’ ἀναχωρήσωσιν εἰς Τουρκίαν. Ἔχομεν ρητὴν καὶ τελικὴν ἀπόφασιν τῆς Μικτῆς Ἐπιτροπῆς περὶ ἀνταλλαγῆς τῶν ἑλληνοτουρκικῶν πληθυσμῶν· ἐν τούτοις καὶ ἡ ἀπόφασις αὕτη δὲν ἐκτελεῖται, διότι ὑπεβλήθησαν ἀντιρρήσεις ὅτι οἱ Τοῦρκοι τῆς Ἠπείρου δὲν εἶναι Τοῦρκοι ἀλλὰ Ἀλβανοί, ὅτι πιθανὸν νὰ ἔχουν τὴν συνείδησιν τουρκικήν, ἀφοῦ καὶ οἱ ἴδιοι λέγουν ὅτι εἶναι Τοῦρκοι, ἀλλ’ ἔκ τινων γνωρισμάτων πρέπει νὰ μὴ θεωρηθῶσιν ὡς Τοῦρκοι, ὅπως οἱ ἴδιοι ἐδήλωσαν καὶ ὅπως ἡ Ἐπιτροπὴ ἀπεφάνθη, καὶ ὅτι πρέπει νὰ μὴ φύγουν οὔτε νὰ ἀφήσουν τὸν χῶρον ἐλεύθερον πρὸς ἐγκατάστασιν τόσων χιλιάδων προσφύγων. Ἔχομεν αὐτὰς τὰς δύο ἀποφάσεις, αἱ ὁποῖαι ὅμως δὲν ἐκτελοῦνται, ἐζητήθη δὲ ἀπὸ ἡμᾶς ἡ ἄμεσος παράδοσις τῶν 14 χωρίων εἰς τὴν Ἀλβανίαν. Εἰς τοῦτο μόνον θὰ εἶχον ἀντιρρήσεις. Θὰ εἶχον νὰ εἴπω ὅτι ἡ Ἑλλὰς θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ φέρῃ τὰς ἀντιρρήσεις αὐτὰς ἐνώπιον τῶν Μεγάλων Δυνάμεων, πολιτικῶς μᾶλλον παρὰ δικονομικῶς, ὅπως ἐνώπιον Δικαστηρίου θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ εἴπῃ ὅτι «πολὺ καλά, θὰ ἐκτελέσω ἐγὼ τὰς ἀποφάσεις, ἀφοῦ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ πράξω ἄλλως καὶ οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ ἀντιμετωπίσῃ ἡ Ἑλλὰς τὰς Μεγάλας Δυνάμεις, ἀλλὰ σᾶς παρακαλῶ νὰ ἐκτελεσθοῦν καὶ αἱ ἄλλαι ἀποφάσεις, αἱ ὁποῖαι ἐνδιαφέρουν τὴν Ἑλλάδα καὶ παραμένουν ἐκκρεμεῖς». (Χειροκροτήματα).
§251ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καρασεβδᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§252Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Δύο λέξεις μόνον διὰ νὰ καταλήξω εἰς δύο συστάσεις. Ἡ κατηγορία κατὰ τῆς Συνελεύσεως ὅτι πταίει καὶ αὐτὴ διὰ τὰς γενομένας ἀδικίας ἀποτελεῖ ἓν σύστημα, τὸ ὁποῖον ταιριάζει μόνον εἰς τοὺς πταίστας. Οἱ πταῖσται, ὅταν διαπράττουν ἓν σφάλμα, λέγουν ὅτι πταίουν καὶ ἄλλοι. Καὶ διατί τὸ κάμνουν αὐτό; Διὰ νὰ εὐρύνουν τὴν εὐθύνην καὶ ἐλαφρύνουν τὴν θέσιν των. Τὸ σύστημα αὐτὸ εἶναι ἀπαράδεκτον, διότι τότε καταντᾷ νὰ πταίῃ ὅλη ἡ ἀνθρωπότης δι’ οἱονδήποτε ἔγκλημα ὁπουδήποτε καὶ ἂν διαπραχθῇ. Ἐδῶ πρέπει νὰ ἐξετάζωνται αἱ σχετικαὶ εὐθῦναι. Καὶ τώρα ἔχω νὰ σᾶς κάμω τὴν δευτέραν σύστασιν, ἡ ὁποία εἶναι καὶ ἡ σημαντικωτάτη. Ὅταν ἐγένετο ἡ διεκδίκησις τῶν 14 χωρίων, θὰ ὑπῆρχεν ἔστω καὶ ἡ ἐλαχίστη ἐλπίς. Ἀλλ’ αὐτὴν τὴν ἐλαχίστην ἐλπίδα δὲν ἠμπορούσαμε παρὰ νὰ τὴν χάσωμεν, ὅταν ἦλθεν ἕνας Ὑπουργὸς ἀπὸ τοῦ βήματος καὶ εἶπεν ὅτι, καὶ ἂν δὲν τὰ χάσωμεν αὐτά, οἱ φίλοι μας οἱ Ἀλβανοὶ θὰ τὰ πάρουν. Αὐτὸ τὸ σφάλμα προέρχεται ἐκ τῆς διανοητικότητός μας. Ἐπίσης ἄλλο σφάλμα ἐκ τῆς αὐτῆς διανοητικότητος εἶναι ὅτι ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἀνέβηκεν εἰς τὸ βῆμα καὶ εἶπεν ὅτι καὶ ἂν τὰ χάσωμεν αὐτὰ ἡμεῖς θὰ πταίωμεν. Αὐτὸ εἶναι ἀκόμη χειρότερον, διότι ὅταν διεκδικῇς κάτι καὶ λέγῃς ὅτι σὺ πταίεις, δὲν ἠμπορεῖς ποτὲ νὰ ἐπιτύχῃς. Ἀναφέρω αὐτὰ διὰ νὰ δείξω ὅτι τὰ σφάλματα αὐτὰ ἀπορρέουν ἀπὸ τὴν διανοητικότητά μας, τὴν ὁποίαν ἀπεκτήσαμεν ἀπὸ τοῦ 1915 καὶ ἐντεῦθεν. Παίρνομεν τὰ σφάλματά μας καὶ τὰ ἐπικαλούμεθα ἀκαίρως· καὶ ὄχι μόνον αὐτό, ἀλλὰ καὶ τὰ ὑπερβάλλομεν. Καὶ τὸ χειρότερον ὅτι τὰ ἐπικαλούμεθα ὅταν ἔχωμεν διαφορὰς μετ’ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι διέπραξαν μεγαλύτερα σφάλματα μὲ τοὺς Τούρκους, Βουλγάρους καὶ Ἀλβανούς. Αὐτὰ ἤθελον νὰ σᾶς εἴπω.
§253ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Τραχήλης ἔχει τὸν λόγον.
§254Α. ΤΡΑΧΗΛΗΣ. Ἡ βεβιασμένη παραχώρησις τῶν 14 Ἠπειρομακεδονικῶν χωρίων βεβαίως ἦτο σφάλμα διπλωματικόν. Καὶ ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν μᾶς ἀνέφεραν τὸ 89 ἄρθρον τῆς Συνθήκης τοῦ Ἁγίου Γερμανοῦ, τὸ 56 τῆς Συνθήκης τοῦ Νεϊγῦ καὶ δὲν ἐνθυμοῦμαι ποῖον τῆς Συνθήκης τοῦ Τριανόν, καὶ μάλιστα μᾶς ἀνέγνωσεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τὰ ἄρθρα ταῦτα. Ἐν τούτοις τὰ ἄρθρα ταῦτα δὲν ὁμιλοῦσι περὶ ζητημάτων μὴ ἀμφιβόλων, ἀλλὰ μόνον περὶ ἐκείνων τῶν ζητημάτων τὰ ὁποῖα ἦσαν ἀμφισβητήσιμα καὶ τὰ ὁποῖα θὰ εἶχον λυθῆ μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης. Ἐνῷ εἶναι γνωστὸν ὅτι διὰ τῆς Ἑλληνοσερβικῆς Συνθήκης ἀπὸ τοῦ Μαΐου τοῦ 1913 μεταξὺ ἡμῶν καὶ τῶν Σέρβων ἐπῆλθε τελεία συμφωνία καὶ παρελάβομεν ἡμεῖς τὰ 14 αὐτὰ χωρία, σερβικὰ μὲν διότι τὰ κατεῖχον ἐκεῖνοι, πράγματι δὲ ἑλληνικά, διότι δὲν ὑπῆρχεν οὔτε εἷς Σέρβος ἐκεῖ. Τὰ χωρία αὐτὰ κατείχομεν ἐπὶ 11 ὁλόκληρα ἔτη καὶ συνεπῶς αἱ Συνθῆκαι αἱ μεταπολεμικαὶ ἔρχονται νὰ ἀκυρώσουν παλαιὰς Συνθήκας, ἂν δὲ ἠρχίζαμεν τοιουτοτρόπως, ἔπρεπε νὰ καταργηθοῦν ὅλαι αἱ Συνθῆκαι. Ὅσα ἀνέφερεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῶν Συνθηκῶν δὲν ἔχουν καμμίαν ἐπίδρασιν ἐπὶ τῶν 14 χωρίων, διότι ταῦτα ἦσαν κτῆμα τῆς Ἑλλάδος, ἦσαν καθαρῶς ἑλληνικὰ χωρία. Ἐπίσης ἔρχεται ὡς συνέπεια ὅτι δὲν ἔπρεπε πλέον ἡ Συνέλευσις νὰ λάβῃ γνῶσιν τῆς παραχωρήσεως τῶν 14 χωρίων, παρὰ τὸ 13ον ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον ῥητῶς ἀπαγορεύει τὴν παραχώρησιν ἑλληνικοῦ ἐδάφους καὶ συνεπῶς δὲν ἔπρεπε νὰ τὸ φέρωμεν εἰς τὴν Συνέλευσιν. Ἐκτὸς δὲ τούτου δὲν ἔπρεπε νὰ ἔχωμεν καὶ ἀπόφασιν τῆς Συνελεύσεως, προσέθηκεν ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργός. Ἐν τούτοις ἡμεῖς νομίζομεν ὅτι ἔπρεπε νὰ διέλθῃ πρῶτον διὰ τῆς Συνελεύσεως τὸ ζήτημα καὶ διότι παραβαίνομεν ῥητὸν ἄρθρον τοῦ Συντάγματος καὶ διότι ἡ Συνέλευσις δὲν θὰ ἀπεφάσιζεν εἰκῇ καὶ ὡς ἔτυχε νὰ δοθοῦν τὰ χωρία εἰς τὴν Ἀλβανίαν, διότι τὴν ἀγαπῶμεν, ἀλλὰ θὰ ἐγίνετο εὐρεῖα συζήτησις ἐπὶ πολλὰς συνεδριάσεις, ὁπότε θὰ ἐλύοντο πολλὰ ζητήματα ἐκκρεμῆ, ὑφιστάμενα μετὰ τῆς Ἀλβανίας, καὶ δὴ τὸ τῶν ἐκκλησιῶν καὶ τῶν σχολείων. Διότι γνωρίζομεν οἱ Βορειοηπειρῶται ὅτι ἔχομεν 300,000 Ἑλλήνων εἰς τὴν Ἀλβανίαν, εἰς χώραν ἡ ὁποία εἶναι μὲν φίλη, ἀλλ’ ἡ ὁποία πάντως ὑστερεῖ εἰς τὴν συμπεριφορὰν ἀπέναντι τῶν ὑποδούλων της φυλῶν. Συνεπῶς ἔπρεπε καὶ νὰ διέλθῃ διὰ τῆς Συνελεύσεως, διότι αὐτὴ θὰ συνεζήτει ἐν εὐρύτητι τὸ ζήτημα τοῦτο καὶ θὰ ἐξεφράζαμεν τὴν γνώμην ὅτι, ἂν πιεζόμενοι ὑπὸ τῶν ἰσχυρῶν παραδίδομεν τὰ χωρία, πράττομεν τοῦτο σκεπτόμενοι ὅτι ἀπὸ τοῦ Τεπελενίου μέχρι τῆς Πρεβέζης καὶ ἀπὸ τῶν Ἁγ. Σαράντα μέχρι Κορυτσᾶς εἶναι ἑνιαία καὶ ἀδιαίρετος ἡ Ἤπειρος καὶ ὅτι καὶ πάλιν θὰ καταλήξῃ νὰ γίνῃ ἑλληνική. (Χειροκροτήματα).
§255ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ αὐριανὴ Ἡμερησία Διάταξις ἔχει ὡς ἑξῆς: 1) Συζήτησις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συμβιβαστικῆς λύσεως διαφορῶν μεταξὺ Δημοσίου καὶ Ἑταιρείας Κωπαΐδος», 2) τὸ Σταφιδικὸν κλπ.
§256ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§257ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις διὰ νὰ ἐπαναληφθῇ τὴν 4ην μ.μ. αὔριον. (Ὥρᾳ 9.5′ μ.μ.);