1924.11.24
2,302 rows · 17,726 words · 147 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 108Η
Δευτέρα 24 Νοεμβρίου 1924
Προεδρία Κ. Ρακτιβάν
(Ὥρα 5.30′ μ.μ.).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Νὰ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. (Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως). Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Συνέλευσιν τὰ ἑξῆς: — Οἱ ἐπιλαχόντες κατὰ τὰς εἰσιτηρίους ἐξετάσεις εἰς τὴν Σχολὴν τῶν Εὐελπίδων παρακαλοῦσιν ὅπως εἰσαχθῶσι καὶ αὐτοὶ εἰς τὴν Σχολήν. — Αἱ Ἐθνικαὶ ἐργατικαὶ Ὀργανώσεις Δράμας διακηρύττουσιν ὅτι μακρὰν πάσης πολιτικῆς διαμάχης τελοῦσαι ἔχουσι πρόγραμμα συντηρητικὸν ἐναντίον τοῦ κομμουνισμοῦ. — Ὁ ἐκ Νιγρίτης Γεώργιος Ζηβελέκης παραπονεῖται κατὰ τοῦ Ἐφόρου Νιγρίτης καὶ τοῦ προέδρου Ἀνταλλαγῆς, ζητούντων τὴν ἔξωσίν του ἐκ τῆς οἰκίας ἐν ᾗ διαμένει. — Ὁ Δικηγορικὸς Σύλλογος Χανίων διαμαρτύρεται διὰ τὰ λεχθέντα ὅτι ἐγένετο ὑπ’ αὐτοῦ εἰσήγησις ἀνακλήσεως νόμου 3109 περὶ ἀμνηστίας ἐξ ἰδιοτελείας. — Ὁ Γεωργικὸς Συνεταιρισμὸς Χατζημὶρ Καρδίτσης παρακαλεῖ ὅπως ἡ διανομὴ τοῦ τσιφλικίου Χατζημὶρ τροποποιηθῇ ἐπὶ τὸ δικαιότερον. — Οἱ κάτοικοι τῶν ἐπαρχιῶν Ἀποκορώνου Κυδωνίας παρακαλοῦν ὅπως ἀπονεμηθῇ σύνταξις εἰς τὸν πολιτευτὴν Γεώργιον Μυλωνογιάννην. — Ὁ Ἐθνικὸς Δημοκρατικὸς Σύλλογος Δράμας διαμαρτύρεται διὰ τὰ λεχθέντα ὑπὸ διαφόρων πληρεξουσίων ἀναφορικῶς πρὸς τὸν Σύλλογον Δράμας. — Ὁ Μουφτῆς Κομοτηνῆς παρακαλεῖ ὅπως ἡ ἀμνηστία ἡ χορηγηθεῖσα εἰς τοὺς πολιτικοὺς καταδίκους ἐπεκταθῇ καὶ ἐπὶ τῶν Μουσουλμάνων τῶν καταδικασθέντων ὑπὸ τοῦ Στρατοδικείου Ξάνθης. — Ὁ Οἰνολογικὸς Σύλλογος Λευκάδος παρακαλεῖ ὅπως ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν τὸ ὑπόμνημα τοῦ Οἰνολογικοῦ Συνεδρίου. — Οἱ πρόεδροι τῶν διαφόρων Σωματείων Σερρῶν ἀποδοκιμάζουσι τὰς ἐναντίον τοῦ Νομάρχου Σερρῶν μομφάς. — Οἱ κάτοικοι τῶν Κοινοτήτων Μουζακίου καὶ Μαυρομματίου Καρδίτσης παρακαλοῦσιν ὅπως ἀπαλλαγῶσι τοῦ φόρου τῶν ἀμβύκων. — Οἱ καπνοπαραγωγοὶ Μακρυνείας παρακαλοῦσι τὴν Συνέλευσιν ὅπως διὰ νόμου ἐλαττωθῇ ὁ φόρος ἐπὶ τοῦ καπνοῦ. — Οἱ κάτοικοι τῶν κοινοτήτων Χαρβατίου καὶ Μπερμπατίου Ἄργους παρακαλοῦσιν ὅπως ἀναβληθῇ ἡ παραχώρησις τῶν κτημάτων τσιφλικίου Κιούρκας Χαντάκια καὶ Μονῆς Στεφανίου. — Ὁ Σύλλογος ἰδιοκτητῶν Ἀμαλιάδος, τασσόμενος παρὰ τὸ πλευρὸν τῆς Κυβερνήσεως, ζητεῖ τὴν αὐστηρὰν τιμωρίαν τῶν ἀντιπειθαρχικῶν κινημάτων. — Ἐπιτροπὴ ὑπαλλήλων Τ.Τ.Τ. Θράκης παρακαλοῦσιν ὅπως προσμετρηθῇ ὁ ἐν Θράκῃ χρόνος τῆς ὑπηρεσίας των δυνάμει τοῦ ἄρθρου 10 τοῦ νόμου 2782. — Ἡ Ἐπαγγελματικὴ Ἕνωσις Ξάνθης διαμαρτύρεται διὰ τὴν κατάργησιν τῆς ὑποδιοικήσεως Ξάνθης. — Διάφοροι ἐργατικαὶ Ὀργανώσεις διαμαρτύρονται διὰ τὴν σύλληψιν τῶν ἐργατῶν Καβάλλας καὶ ζητοῦσι τὴν ἄμεσον αὐτῶν ἀποφυλάκισιν. — Ὁ Γεωργικὸς Συνεταιρισμὸς Μπαλαίτσης παρακαλεῖ ὅπως ἐξαιρεθῇ τοῦ ἐνοικιοστασίου βοσκῶν τὸ ὑπὸ τοῦ Συνεταιρισμοῦ μισθωθὲν κτῆμα. — Οἱ δικηγόροι Λεβαδείας παρακαλοῦσιν ὅπως ἀπορριφθῇ τὸ Κωπαϊδικὸν νομοσχέδιον, καταστρεπτικὸν διὰ τοὺς περιοίκους Κωπαΐδος. — Οἱ κ.κ. Ὑπουργοὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τῆς Δικαιοσύνης ὑποβάλλουσι τὰ ἑξῆς σχέδια νόμων: 1) «Περὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου περὶ Ἀστυνομίας Πόλεων καὶ μερικῆς ἐπεκτάσεως τοῦ θεσμοῦ ἐν Ἀθήναις». 2) «Περὶ ἐγκαταστάσεως καὶ κινήσεως ἀλλοδαπῶν ἐν Ἑλλάδι». 3) «Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 19 Σ)βρίου ἐ. ἔ. Ν. Δ. περὶ συντμήσεως προθεσμιῶν διὰ τὰς προσεχεῖς ἐκλογὰς νομαρχιακῶν, δημοτικῶν καὶ κοινοτικῶν Ἀρχῶν καὶ 4) «Περὶ ὑπαγωγῆς τοῦ χωρίου Ἀσῆ Γωνιᾶ εἰς τὸν νομὸν Ρεθύμνης». — Ὁ πληρεξούσιος κ. Σ. Ἀντωνιάδης ὑποβάλλει πρότασιν ψηφίσματος «περὶ καταρτισμοῦ Ἐπιτροπῆς οἰκονομιῶν». Πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Α. Πρωτοσύγκελλος ἐπὶ προσωπικοῦ ζητήματος.
§2Α. ΠΡΩΤΟΣΥΓΚΕΛΛΟΣ. Ζητῶ νὰ πληροφορηθῶ ἂν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐκ Θεσσαλονίκης κατέθεσε τὴν ἐπερώτησιν τὴν ὁποίαν ἀνέφερεν ἐν τῇ προχθεσινῇ του ἀγορεύσει περὶ ἐξαγωγῆς ἐλαίου καὶ τυροῦ.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὴν τὴν στιγμὴν δὲν δύναμαι νὰ σᾶς πληροφορήσω.
§4Α. ΠΡΩΤΟΣΥΓΚΕΛΛΟΣ. Ἄν δὲν τὴν ἔχῃ καταθέσει, παρακαλῶ νὰ παρακληθῇ νὰ τὴν καταθέσῃ τάχιστα διὰ νὰ γίνῃ συζήτησις ἐπ’ αὐτῆς καὶ ἀποδειχθῇ κατὰ πόσον ἡ διαχείρισις τῶν ζητημάτων παρ’ ἐμοῦ ὡς Ὑπουργοῦ τῆς Ἐννόμου Τάξεως ἐγένετο καλῶς ἢ κακῶς. Ἔχω τὴν ἀντίληψιν ὅτι ἐκ τῆς συζητήσεως ταύτης θ’ ἀποδειχθῇ ὄχι μόνον ὅτι δὲν φέρομεν εὐθύνην τινά, ἀλλ’ ἀντιθέτως ὅτι ἐπαίνους πρέπει ν’ ἀκούσωμεν. Παρακαλῶ καὶ ἐκλιπαρῶ τὸν κ. πληρεξούσιον, ἀπόντα ἤδη, νὰ καταθέσῃ τὴν ἐπερώτησιν ταύτην.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπιθυμία σας θὰ διαβιβασθῇ.
§6Α. ΠΡΩΤΟΣΥΓΚΕΛΛΟΣ. Ὀφείλω νὰ προσθέσω ὅτι δὲν ἔλαβον τὸν λόγον προχθὲς διότι ἔχω τὴν ἀντίληψιν ὅτι ἡ ἐπίθεσις τοῦ κ. πληρεξουσίου ἐκ Θεσσαλονίκης καὶ ἡ φρασεολογία τὴν ὁποίαν μετεχειρίσθη κατ’ αὐτὴν ἀφήρεσε ψήφους ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ὑπὲρ τῆς Κυβερνήσεως, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἔλαβον τὸν λόγον.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς συνταγματικῆς καὶ νομοθετικῆς ἐργασίας.
§8Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Θὰ παρακαλέσω τὴν Συνέλευσιν νὰ δεχθῇ νὰ ψηφισθοῦν κατ’ ἀρχὴν καὶ νὰ θεωρηθοῦν κατεπείγοντα τὰ ὑπ’ ἀριθμὸν 16 καὶ 17 νομοσχέδια τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως. Ἄλλοτε αἱ δικαστικαὶ θέσεις συνεπληροῦντο διὰ διαγωνισμοῦ. Ἀπό τινος χρόνου ἠναγκάσθη ἡ Πολιτεία νὰ διορίζῃ ἁπλοῦς δικηγόρους. Ἐν μέρει τὸ τοιοῦτον ἐπέτυχε καὶ ἐν μέρει ἀπέτυχε. Νομίζομεν ὅτι πρέπει νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὸ σύστημα τοῦ διαγωνισμοῦ καὶ δι’ αὐτὸ ἐπείγει τὸ νομοσχέδιον. Ἐπίσης τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 18. Ὡς γνωρίζετε, αἱ ἐφέσεις ἐπὶ τῶν ἐξώσεων δικάζονται παρ’ ἑνὸς δικαστοῦ. Αὐτὸ τὸ σύστημα ἀπέτυχε καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὸ πρώην καθεστώς, νὰ δικάζωνται δηλ. ἀπὸ ὁλόκληρον τὸ Ἐφετεῖον. Αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον εὑρῆκα ἕτοιμον ὑπὸ τοῦ προκατόχου μου, ὑπεδείξαμεν δὲ εἰς τοὺς κ.κ. προεδρεύοντας Ἐφέτας νὰ σταματήσωσι τὰς ἐφέσεις διὰ νὰ μὴ παραπονοῦνται οἱ πολῖται, καὶ οὕτω ἔχει σταματήσει τελείως ἡ ἐκδίκασις αὐτῶν. Τὸ πρᾶγμα ἐπείγει.
§9Β. ΙΑΚΩΒΑΚΗΣ. Νὰ δώσητε ἐντολὴν νὰ ἀνασταλῶσι καὶ αἱ ἐκτελέσεις τῶν ἐξώσεων.
§10Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἐνεργοῦμεν μετὰ μετριοπαθείας καὶ ὑποδεικνύομεν τὰ δέοντα εἰς τοὺς προέδρους. Τοιαύτην διαταγὴν δὲν ἠμποροῦμεν νὰ δώσωμεν. Τὸ Διάταγμα τὸ τελευταῖον, διὰ τοῦ ὁποίου ἦρα τὸ δικαιοστάσιον, προβλέπει καὶ διὰ τὴν περίπτωσιν αὐτήν. Καὶ τελευταῖον εἶναι τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 20, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὴν ἐπίταξιν οἰκημάτων χάριν κρατικῶν Ὑπηρεσιῶν καὶ προσφυγικῶν ἀναγκῶν. Ἔχομεν ἀνάγκην νὰ στεγάσωμεν ἐπί τινα χρόνον κρατικὰς Ὑπηρεσίας καὶ δὲν εὑρίσκομεν οἰκήματα, ὡς ἐπίσης ἔχομεν ἀνάγκην νὰ θεραπεύσωμεν καὶ προσφυγικὰς ἀνάγκας. Τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ δίδει εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον τὸ δικαίωμα κατ’ ἀπόφασιν αὐτοῦ νὰ ἐνεργῶνται τοιαῦται ἐπιτάξεις. Τὸ μίσθωμα θὰ εἶναι σύμφωνον πρὸς τὰς σημερινὰς ἀνάγκας καὶ θὰ ὁρίζηται ὑπὸ τοῦ Προέδρου τοῦ Πρωτοδικείου καὶ κατ’ ἔφεσιν ὑπὸ τοῦ Ἐφετείου.
§11Α. ΜΑΡΚΟΥ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίρρησις νὰ κηρυχθῶσι κατεπείγοντα, πλὴν τοῦ τελευταίου, περὶ τοῦ ὁποίου ἔχω ἀντίληψιν ὅτι πρέπει νὰ παραπεμφθῇ εἰς Ἐπιτροπήν, διότι, ἂν δοθῇ ἡ ἐξουσιοδότησις αὐτή, εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ περιπέσωμεν εἰς καταχρήσεις. Αἱ κρατικαὶ Ὑπηρεσίαι ἐπειδὴ δὲν θὰ εὑρίσκουν οἰκήματα εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ καταλαμβάνωσιν οἰκίας καὶ νὰ δίδωσιν εἰσηγήσεις μὴ στηριζομένας εἰς τὰ πράγματα καὶ νὰ γεννῶνται ἀδικίαι. Πλειστάκις, ὁσάκις εἰς κρατικὰς Ὑπηρεσίας ἀφέθη τοιαύτη ἐλευθερία, αὗται ἠδίκησαν. Καλὸν λοιπὸν θὰ ἦτο νὰ παραπεμφθῇ εἰς μίαν Ἐπιτροπήν.
§12Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Σᾶς παρακαλῶ νὰ κηρυχθῇ κατεπεῖγον καὶ σεῖς ἠμπορεῖτε νὰ φέρητε τὰς παρατηρήσεις σας, τὰς ὁποίας εἶμαι πρόθυμος νὰ δεχθῶ.
§13Φ. ΜΑΝΟΥΗΛΙΔΗΣ. Καὶ ἐγὼ παρακαλῶ νὰ κηρυχθῇ κατεπεῖγον, διότι παρίσταται ἐπιτακτικὴ ἡ ἀνάγκη τῆς στεγάσεως τῶν προσφύγων. Εἰσῆλθεν ὁ χειμὼν δριμύτατος καὶ πανταχόθεν ἔχομεν ἀγγελίας θανάτων ἐκ ψύξεως. Συνεπῶς σέβομαι μὲν τὰς ἐπιφυλάξεις τοῦ κ. ἐκ Πατρῶν συναδέλφου, ἀλλ’ ἡ ἀνάγκη εἶναι ἐπιτακτικωτέρα καὶ πρέπει νὰ ἀντιμετωπισθῇ ἡ δι’ ἐπιτάξεως στέγασις τῶν προσφύγων.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Συνέλευσιν.
§15Α. ΔΕΝΔΡΙΝΟΣ. Νομίζω ὅτι ἀνταποκρίνομαι πλήρως εἰς τὴν ἐπιθυμίαν ὁλοκλήρου τῆς Συνελεύσεως ἂν ζητήσω τὴν πρόταξιν τοῦ ἀγροτικοῦ νομοσχεδίου, εἰδικῶς ὅμως νομίζω ὅτι ἀνταποκρίνομαι εἰς τὴν ἐπιθυμίαν τῶν πληρεξουσίων ἐκείνων, εἰς τὰς ἐπαρχίας τῶν ὁποίων ὑπάρχει ἡ ἐκκρεμότης τοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος, ἀλλ’ οὐχὶ μόνον τούτων, ἀλλὰ καὶ τῶν προσφύγων, ἐφόσον εἶναι ἀλληλένδετον τὸ προσφυγικὸν ζήτημα μὲ τὸ ἀγροτικόν. Νομίζω ὅτι οὔτε Ὑπουργοῦ οὔτε οὐδενὸς δύναται νὰ γίνῃ δεκτὴ πρότασις περὶ προτάξεως, ἂν δὲν γίνῃ δεκτὴ ἡ πρόταξις τοῦ ἀγροτικοῦ νομοσχεδίου, ὡς ἐπίσης καὶ τοῦ περὶ βοσκῶν.
§16Ι. ΓΙΑΜΟΥΖΗΣ. Σήμερον ἐλήφθη ἀπόφασις νὰ ψηφισθῇ τὸ ψήφισμα περὶ ἐπανεξετάσεως τῶν ἀπορριφθέντων καθηγητῶν. Ἑκάστη ἡμέρα ἡ ὁποία παρέρχεται εἶναι καταστροφὴ διὰ τὴν σπουδάζουσαν νεολαίαν.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Συνέλευσιν κατὰ σειρὰν ἐπὶ τῶν ὑποβληθεισῶν προτάσεων.
§18Γ. ΚΙΑΓΙΑΣ. Ἔχουσι προταχθῆ δι’ ἀποφάσεως τῆς Συνελεύσεως ἄλλα νομοσχέδια. Τώρα ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ζητεῖ νὰ προταχθῶσιν ἄλλα τῶν προταχθέντων.
§19Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Εἶναι κοινωνικαὶ ἀνάγκαι.
§20Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Τὸ Σάββατον κατηρτίσθη ἡ Ἡμερησία Διάταξις καὶ τῇ προτάσει τῆς Κυβερνήσεως ἐκανονίσθη ἡ σειρὰ τῶν νομοσχεδίων. Δὲν εἶναι δυνατὸν τώρα νὰ λάβωμεν ἄλλην ἀπόφασιν.
§21Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Εἶναι ἐπιτακτικὴ ἀνάγκη.
§22ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Κατὰ σειρὰν, κ. Πρόεδρε.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ γνώμη τῆς Συνελεύσεως εἶναι νὰ προχωρήσωμεν ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει κατὰ σειράν. Πρώτη συζήτησις ἐπὶ τοῦ ψηφίσματος «περὶ καταρτισμοῦ προσωρινῆς Γερουσίας». Ὁ κ. Σοφούλης ἔχει τὸν λόγον.
§24Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Δὲν ἔχω καμμίαν ἀντίρρησιν νὰ προηγηθῇ ὁ κ. Σοφούλης. Λαμβάνω ὅμως ἐκ τούτου ἀφορμὴν διὰ νὰ εἴπω ὅτι δὲν ἐλήφθη ἀπόφασις νὰ προτιμῶνται οἱ Ἀρχηγοί. Ἐκ λόγων φιλοφροσύνης προτιμῶμεν πάντες τοὺς Ἀρχηγοὺς τῶν μεγάλων Ὁμάδων, οἱ ὁποῖοι ἐξασκοῦσιν ἐπιρροήν. Ἄν καθιερωθῇ ὅμως τὸ σύστημα ὅτι καὶ οἱ ἐπὶ κεφαλῆς 2 ἢ 3 πληρεξουσίων πρέπει νὰ προτιμῶνται, θὰ συντελέσωμεν εἰς τὴν συνεχῆ κατάτμησιν τοῦ Σώματος εἰς διάφορα κόμματα καὶ κομματίδια. Δὲν ὁμιλῶ βεβαίως προσωπικῶς διὰ τὸν κ. Σοφούλην, ἀλλὰ διὰ τοὺς ἄλλους, διότι ἄλλως δὲν θὰ τελειώσωμεν ποτέ. Βέβαια ὅταν προσέρχεται νὰ ὁμιλήσῃ κάποιος ἡλικιωμένος ἢ κάποιος Ἀρχηγὸς δὲν φέρει κανεὶς ἀντίρρησιν, ἀλλὰ νὰ μὴ πάρωμεν καὶ τὸν κατήφορον.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ περιορίζομαι νὰ τηρῶ μίαν ἀπόφασιν ἡ ὁποία ἐλήφθη ἄλλοτε κατὰ πρότασιν τοῦ κ. Καφαντάρη, καθ’ ἣν οἱ Ἀρχηγοὶ οἱ ὁμιλοῦντες ἐξ ὀνόματος πολιτικῶν μερίδων δικαιοῦνται νὰ λαμβάνωσι τὸν λόγον καὶ πρὸ τῆς σειρᾶς.
§26Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Τότε νὰ μᾶς εἴπητε ποῖαι εἶναι αἱ μερίδες, διότι καθημερινῶς συντίθενται καὶ ἀποσυντίθενται.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐλᾶτε εἰς τὸ Γραφεῖον νὰ σᾶς δώσω τοὺς καταλόγους.
§28Θ. ΣΟΦΟΥΛΗΣ. Ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ σχεδίου ψηφίσματος περὶ Γερουσίας ἤρχισε πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν μὲ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ ἀξιοτίμου Ἡγέτου τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως», ἀγόρευσιν τῆς ὁποίας τὸ πλούσιον ἄλλως περιεχόμενον δὲν μᾶς ἔπεισεν ὅτι ὑπάρχει οἱοσδήποτε λόγος ὑπαγορεύων τὴν ἀνάγκην τοῦ ἀμέσου σχηματισμοῦ τῆς Γερουσίας καὶ μὲ τρόπον διάφορον πρὸς τὸν προβλεπόμενον ὁριστικὸν κανονισμόν, δηλαδὴ τὴν ἀνάγκην πρὸς μίαν ἐνέργειαν ὁπωσδήποτε ἀντικειμένην πρὸς πᾶσαν καθιερωμένην τάξιν. Ἄν ὁ κύριος προορισμὸς τῆς Γερουσίας εἶναι νὰ χρησιμεύῃ ὡς παράγων μετριασμοῦ καὶ ἰσορροπήσεως, οὐδεμία ὑφίσταται ἀφορμὴ ἀνησυχίας δικαιολογοῦσα τὴν ἄμεσον συγκρότησιν τῆς Γερουσίας, ὡς φραγμοῦ δῆθεν κατὰ τῶν ἐκδηλουμένων ἀκροτήτων τῆς Συνελεύσεως. Διότι δυστυχῶς ἢ εὐτυχῶς ἡ Συνέλευσις πᾶν ἄλλο μέχρι τοῦδε ἐξεδήλωσεν ἢ μίαν ὑπέρμετρον ὁρμὴν πρὸς τὰ πρόσω καὶ σπεύδουσαν ἐργατικότητα, πᾶν ἄλλο μέχρι τοῦδε ἐφανέρωσεν ἢ τάσεις πρὸς παρατόλμους νεωτερισμούς. Ὥστε δὲν παρίσταται ἀνάγκη μετοχετεύσεως μιᾶς ὑπερβαλλούσης ζωτικότητος τῆς Συνελεύσεως, ἀλλὰ μᾶλλον ἀνάγκη συγκεντρώσεως, ἐντάσεως τῶν ἰδίων αὐτῆς δυνάμεων, διὰ νὰ καταστῇ ἡ Συνέλευσις ἱκανὴ νὰ ἀντιμετωπίσῃ τὸν μεγάλον αὐτῆς προορισμὸν καὶ νὰ ἀνταποκριθῇ πρὸς τὰς ἀξιώσεις τῆς Κοινῆς Γνώμης. Ὁ ἄμεσος ὅμως σχηματισμὸς τῆς Γερουσίας διὰ τοῦ διχασμοῦ τῆς Συνελεύσεως θὰ ἔχῃ ὡς μόνην συνέπειαν ὅτι θὰ καταστῇ τὸ Σῶμα τοῦτο μᾶλλον ἄτονον, μᾶλλον ἀναιμικόν, ἂν μάλιστα τὴν σύνθεσιν τῆς Γερουσίας κανονίσῃ, ὡς ὀφείλει, ὁ νόμος τῆς ἐπιλογῆς. Ἡ κυρία ἔννοια, ἐπὶ τῆς ὁποίας στηρίζεται τὸ σχέδιον τοῦτο τοῦ ψηφίσματος, εἶναι ὅτι ἐπιβάλλεται ὁ ἄμεσος σχηματισμὸς τῆς Γερουσίας ἵνα προσλάβῃ τὸ ταχύτερον τὸ πολίτευμα τὴν πλήρη δημοκρατικὴν αὐτοῦ μορφὴν καὶ καταστῆ ὁμαλωτέρα ἡ διεξαγωγὴ τοῦ νομοθετικοῦ ἔργου. Ἀλλ’ ὁ θεσμὸς τῆς Γερουσίας οὔτε ἀποκλειστικὸν οὔτε ἀπαραίτητον στοιχεῖον τῆς δημοκρατικῆς ἰδέας εἶναι, οὔτε ἰδιαίτερον γνώρισμα συμπληροῦν τὴν δημοκρατικὴν μορφὴν τοῦ πολιτεύματος, ἀλλ’ εἶναι ἁπλῶς κοινὸν μέτρον προνοίας κατὰ τῶν παρεκβάσεων παντὸς πολιτεύματος ἀντιπροσωπευτικοῦ. Καὶ εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ Δημοκρατία καὶ ἡ μᾶλλον ἀκραιφνὴς καὶ λαϊκὴ ἄνευ Γερουσίας, ὅπως καὶ τἀνάπαλιν ὁ θεσμὸς τῆς Γερουσίας δύναται νὰ χρησιμεύσῃ ὡς σημαντικὸς παράγων καὶ τῆς μᾶλλον αὐστηρᾶς Μοναρχίας. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς ὅτι κατὰ θεωρίαν γενικῶς ἐπιδοκιμάζεται ὁ θεσμὸς οὗτος, κατὰ πρᾶξιν ὅμως ἐφαρμογῆς ἡ σκοπιμότης τῆς Γερουσίας ὀφείλει νὰ προσμετρηθῇ μόνον πρὸς τοὺς ὅρους τοὺς προσιδιάζοντας πρὸς τὴν πολιτικὴν καὶ κοινωνικὴν ζωὴν ἑκάστης χώρας. Αἱ ἰδιαίτεραι δὲ συνθῆκαι ἡμῶν, τῶν ὁποίων ἡ ὀρθὴ αἴσθησις καὶ ἐκτίμησις ὑπηγόρευσεν εἰς μὲν τὴν Βʹ Ἀναθεωρητικὴν Βουλὴν τοὺς δισταγμούς, εἰς δὲ τὴν Γʹ Συντακτικὴν τὴν ἄρνησιν, αἱ ἰδιαίτεραι, λέγω, συνθῆκαι ἡμῶν, ζωηρότερον σήμερον ἐμφανιζόμεναι, εἶναι τοιαύτης φύσεως, ὥστε τολμῶ νὰ εἴπω ὅτι ἡ χρησιμότης, ἡ ὠφελιμότης τῆς Γερουσίας παρ’ ἡμῖν οὔτε κατ’ ἀρχὴν δύναται νὰ θεωρηθῇ ἀνεπίδεκτος ἀμφισβητήσεως. Ἀλλὰ καὶ ὁ ἕτερος ἐπιδιωκόμενος σκοπός, ἡ ὁμαλωτέρα διεξαγωγὴ τοῦ νομοθετικοῦ ἔργου, δὲν ἐπιτυγχάνεται διὰ τοῦ ἀμέσου σχηματισμοῦ τῆς Γερουσίας. Διότι μόνη ἡ διχοτόμησις τῆς Συνελεύσεως δὲν θὰ ἔχῃ βεβαίως καὶ τὴν θαυματουργὸν δύναμιν εἰς τὴν ἀπόδοσιν τοῦ ἔργου αὐτῆς, ἀφοῦ ἡ νομοθετικὴ ἐργασία θὰ παραμείνῃ ἀσκουμένη, κεχωρισμένως μὲν ἀλλ’ ὑπὸ τῶν αὐτῶν πάντοτε προσώπων, μὲ τὰς αὐτὰς κεκτημένας πλέον κομματικὰς ἀντιλήψεις καὶ τὰς αὐτὰς κομματικὰς κατευθύνσεις, ἐκτὸς ἂν ὑποτεθῇ ὅτι ἡ χάρις τοῦ Παναγίου Πνεύματος δὲν ἐπιφοιτᾷ μόνον εἰς τοὺς προχειριζομένους λειτουργοὺς τοῦ Ὑψίστου, ἀλλὰ καὶ εἰς τοὺς προχειριζομένους γερουσιαστάς. Νομίζω περιττὸν νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν λεπτομερειῶν. Ἐπικαλοῦμαι μόνον τὴν λαμπρὰν ἔκθεσιν τῆς οἰκείας Ἐπιτροπῆς ἥτις ἀναλύουσα τὸ σχέδιον τοῦτο τοῦ ψηφίσματος μὲ διαύγειαν καὶ μεθοδικότητα σκέψεως προτείνει τὴν ἀπόρριψιν αὐτοῦ. Ἀρκοῦμαι μόνον νὰ ἐξάρω τὸ κύριον σημεῖον, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ καὶ τὸ κεφαλαιῶδες μειονέκτημα. Ὁ σχηματισμὸς ὁ ἄμεσος τῆς Γερουσίας καθ’ ὃν τρόπον ἐπιδιώκεται ὑπὸ τοῦ σχεδίου τούτου ψηφίσματος, δηλαδὴ διὰ τῆς μεταβαπτίσεως 133 πληρεξουσίων εἰς γερουσιαστάς, διὰ τῆς αὐτοκλήτου συμμετοχῆς Πρωθυπουργῶν καὶ Ὑπουργῶν, ὧν οὐκ ἔστιν ἀριθμός, καὶ διὰ τοῦ διορισμοῦ 40 ἄλλων ἔξωθεν ἐπιστρατευομένων, ὁ σχηματισμὸς οὗτος τῆς Γερουσίας σημαίνει καὶ τὴν λῆξιν τῆς Δʹ Συντακτικῆς Συνελεύσεως, τὴν κατάλυσιν τῆς κυριαρχικῆς αὐτῆς ἐξουσίας. Ἡ Συνέλευσις ἀποδεχομένη τὸ ψήφισμα τοῦτο αὐτοκτονεῖ μὲ αἴσθημα ὑπερτάτης αὐτοθυσίας, διὰ νὰ ἐξασφαλίσῃ εἰς ἕνα ἀριθμὸν τῶν μελῶν αὐτῆς μίαν ὁπωσδήποτε μακροβιότητα ἀμέριμνον καὶ ἄπονον. Διὰ τοῦ ἀμέσου σχηματισμοῦ τῆς Γερουσίας ἡ Συνέλευσις ἀποβάλλουσα τὴν κυριαρχικὴν αὐτῆς αὐτοτέλειαν μετουσιοῦται εἰς ἁπλοῦν Νομοθετικὸν Σῶμα, εἰς ἁπλῆν Βουλήν, ἡ ὁποία προσκτᾶται καὶ τὴν συνταγματικὴν ἱκανότητα ὄχι πλέον ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀρχικῆς ἐντολῆς τοῦ Λαοῦ, ἀλλ’ ἐκ τῆς ἐπαφῆς αὐτῆς πρὸς τὴν Γερουσίαν. Ἀλλὰ τὸ Σῶμα τοῦτο ἐκλήθη ὡς Συνέλευσις Συντακτικὴ μὲ τὴν ἐντολὴν τῆς ἀνασυντάξεως τοῦ Καταστατικοῦ Χάρτου τῆς Χώρας. Καὶ πρὸ τῆς συμπληρώσεως τοῦ ἔργου αὐτῆς δὲν δύναται νὰ θιγῇ ἡ κυριαρχικὴ αὐτοτέλεια τῆς Συνελεύσεως. Ἂν ὑπάρχῃ ἡ γνώμη, ἢ ὄχι τελείως ἀβάσιμος, ὅτι ἡ Συνέλευσις δὲν ἀνταποκρίνεται πρὸς τὸν σκοπὸν διὰ τὸν ὁποῖον ἐκλήθη, ἓν εἶναι τὸ καθῆκον καὶ τὸ δικαίωμα ἡμῶν, νὰ καταθέσωμεν τὴν ἐντολὴν εἰς τὰς χεῖρας καὶ πάλιν τοῦ Λαοῦ. Θὰ ἦτο ὅμως μεγάλη κατάχρησις τῆς δυνάμεως ἡμῶν ἂν ἠθέλομεν νὰ μεταβιβάσωμεν, νὰ μετατρέψωμεν ἢ νὰ περιστείλωμεν τὴν λαϊκὴν ἐντολήν. Ὅταν δὲ λάβῃ τις ὑπ’ ὄψιν καὶ τὰ ὠφελήματα τὰ ὁποῖα παρέχει ὁ ἄμεσος σχηματισμὸς τῆς Γερουσίας, ὠφελήματα ἐξασφαλίζοντα εἰς ἕνα μεγάλον ἀριθμὸν πληρεξουσίων μίαν κατάστασιν μονιμωτέραν καὶ μᾶλλον ἄνετον, εὐλόγως τότε γεννᾶται ὁ φόβος μήπως δίδομεν ἀφορμὴν ὑπονοίας ὅτι ἡ τήβεννος τοῦ γερουσιαστοῦ εἶναι τὸ τίμημα τῆς ψήφου ἡμῶν. Μίαν μόνην λεπτομέρειαν ὀφείλω νὰ θίξω ὡς ἐνέχουσαν γενικωτέραν σημασίαν, τὴν διάταξιν δηλαδὴ κατὰ τὴν ὁποίαν ἕκαστον κόμμα δικαιοῦται νὰ ἐξαιρέσῃ ἐκ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἐκλεκτέων γερουσιαστῶν τὸ ⅕ τῶν ἀνηκόντων εἰς αὐτό. Ἐκ τοῦ ὁρισμοῦ τούτου ἐξάγεται τὸ συμπέρασμα ὅτι διὰ τὸ ⅓ τῶν πληρεξουσίων δὲν ὑπάρχει τρόπος ἐξαιρέσεως καὶ κατ’ οὐδένα λόγον ἐπιτρέπεται ἡ ἄρνησις τῆς ἀποδοχῆς. Ἀλλὰ τότε, κύριοι, τοῦτο δὲν εἶναι ἐκλογὴ γερουσιαστῶν, εἶναι ἐπιβολὴ καταναγκαστικῶν ἔργων, εἶναι αὐτὸ τοῦτο εὐπρεπὴς ἀπομάκρυνσις ἐκ τῆς αἰθούσης ταύτης μὲ πλήρεις τὰς τιμὰς καὶ μὲ ἀκεραίας τὰς ἀποδοχάς, ἀλλὰ μὲ μειωμένην τὴν δύναμιν τῆς λαϊκῆς ἐντολῆς. Τὸ συμπέρασμά μου εἶναι ὅτι ἡ ἰδέα τοῦ ἀμέσου σχηματισμοῦ τῆς Γερουσίας δὲν ἐκπηγάζει ἀπὸ τὴν συναίσθησιν μιᾶς πραγματικῆς ἀνάγκης καὶ δὲν ἀποβλέπει εἰς τὴν θεραπείαν αὐτῆς, ἀλλ’ εἶναι τεχνητὸς καὶ ἐξεζητημένος συνδυασμὸς προωρισμένος μόνον νὰ δυσχεράνῃ, νὰ παρακωλύσῃ ἢ καὶ νὰ ἐξουδετερώσῃ τὴν ἐνδεχομένην μέλλουσαν χρησιμότητα τοῦ θεσμοῦ τούτου. Ἡ προσωρινὴ Γερουσία, στερουμένη μιᾶς ἑνιαίας ὁμαλῆς συνθέσεως, ὄχι μόνον δὲν θὰ συντελέσῃ εἰς τὴν καλυτέραν διαρρύθμισιν τοῦ πολιτικοῦ βίου, ἀλλὰ τοὐναντίον θὰ ἐπαυξήσῃ τὰς ἀνωμαλίας καὶ θὰ δημιουργήσῃ ἴσως νέας περιπλοκὰς ὡς ἐκ τῆς ἀνομοιότητος καὶ τοῦ ἀσυμβιβάστου τοῦ προσωρινοῦ πρὸς τὸν πάγιον θεσμόν. Ἂν ἡ Συνέλευσις ἔχῃ τὴν ἀπόφασιν νὰ καθιερώσῃ τὴν Γερουσίαν ἐν τῷ Συντάγματι, πρέπει τότε καὶ νὰ ἀναμείνῃ τὴν ὁμαλήν, τὴν φυσιολογικὴν γένεσίν της, τὴν σύμφωνον πρὸς τὸν ὁριστικὸν ὑπὸ τοῦ Συντάγματος κανονισμὸν αὐτῆς. Ὁ πρόωρος ὅμως τοκετός, τὸν ὁποῖον ἐπισπεύδει διὰ τεχνητῶν μέσων καὶ προβιβάζεται τὸ σχέδιον τοῦτο τοῦ ψηφίσματος, πᾶν ἄλλο θὰ φέρῃ εἰς φῶς ἢ βιώσιμον ὀργανισμόν. Ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ ἡ γνώμη ὅτι παρ’ ὅλα ταῦτα τὰ ἀναντίρρητα μειονεκτήματα ἐπιβάλλεται ἡ ἀνάγκη τοῦ ἀμέσου σχηματισμοῦ τῆς Γερουσίας, ἵνα καταστῇ δυνατὴ καὶ ἡ συνεργασία μετὰ τοῦ πολιτικοῦ κόμματος τοῦ ἀποσχόντος κατὰ τὰς ἐκλογάς, συμβάλλουσα πρὸς τὴν ταχυτέραν καὶ πληρεστέραν ἐξομάλυνσιν τοῦ πολιτικοῦ βίου. Ὀφείλομεν νὰ ὁμολογήσωμεν ὅτι οὐδὲν ἄλλο ἀνταποκρίνεται περισσότερον εἰς τὴν ἐπιθυμίαν ὅλων ἡμῶν, ὅσον ἡ ὁριστικὴ ἀποκατάστασις μιᾶς παγίας γαλήνης.
§29Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Μήπως ἐννοεῖτε νὰ προβῶμεν εἰς ἐκλογὰς ἀκόμη καὶ βουλευτικάς, πρὶν γίνῃ ἡ ἐκλογὴ τῆς Γερουσίας;
§30Θ. ΣΟΦΟΥΛΗΣ. Εὐθύνομαι δι’ ὅσα λέγω μόνον. Δὲν ἀνταποκρίνεται, λέγω, τίποτε ἄλλο περισσότερον εἰς τὴν ἐπιθυμίαν ὅλων ἡμῶν, ὅσον ἡ ὁριστικὴ ἀποκατάστασις παγίας γαλήνης, μετὰ τὸν σάλον ὑπὸ τοῦ ὁποίου ἐπὶ μακρὸν χρόνον ἐδοκιμάσθη ἡ Χώρα ἡμῶν. Δὲν θὰ ἐδίσταζον δὲ νὰ ἀνακαλέσω ὅλας τὰς ἀντιρρήσεις καὶ νὰ θεωρήσω αὐτὰς ὑποδεεστέρας σημασίας ἀπέναντι τῶν προσδοκωμένων ἀγαθῶν ἐκ τῆς συνεργασίας μετὰ τοῦ ἐξωκοινοβουλευτικοῦ ἀντιπολιτευομένου κόσμου. Ὅλοι συναισθανόμεθα τὴν ἀνάγκην τῆς συνεργασίας, τὴν ἀνάγκην τῆς συμμετοχῆς ὁλοκλήρου τοῦ Ἑλληνικοῦ πολιτικοῦ κόσμου, διότι εἶναι ἀπαραίτητον, κατὰ τὴν συγκρότησιν, κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ Καταστατικοῦ Χάρτου νὰ διερμηνεύεται ἑνιαία ἡ λαϊκὴ βούλησις καὶ ἡ λαϊκὴ νόησις, καθ’ ὅλας αὐτῆς τὰς ἐκφάνσεις. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν ἀξιότιμον ἡγέτην τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως» καὶ φίλτατον πάντοτε συνάδελφον, παρὰ τὴν πολιτικὴν ἀντίθεσιν ἡ ὁποία μᾶς χωρίζει τώρα, νὰ μὲ παρακολουθήσῃ, ἂν ὄχι μετὰ τοῦ αὐτοῦ ἐνδιαφέροντος καὶ τῆς εὐλαβείας μετὰ τῆς ὁποίας τὸν παρακολουθῶ ἐγώ, ἀλλ’ ὁπωσδήποτε μετὰ προσοχῆς τινος.
§31Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Κύριε συνάδελφε, γνωρίζετε ποίαν ἐκτίμησιν τρέφω πρὸς ὑμᾶς, ἀνεξαρτήτως τῆς μεγάλης πολιτικῆς διαφορᾶς, ἡ ὁποία μᾶς χωρίζει· βλέπετε ὅτι ἰδιαιτέραν συμπάθειαν ἔχω πρὸς ὑμᾶς καὶ μετὰ προσοχῆς σᾶς ἀκούω. Ὀφείλω ὅμως νὰ σᾶς εἴπω ὅτι εἰς ὅσα εἴπετε δὲν συμφωνῶ.
§32Θ. ΣΟΦΟΥΛΗΣ. Ἀλλὰ δυστυχῶς μετὰ τὴν κατηγορηματικὴν δήλωσιν τῶν παραγόντων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι εὐλόγως θεωροῦνται ὅτι ἐγκυρότερον ἐμφανίζουν τὴν γνώμην τῆς ἐξωκοινοβουλευτικῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἔσβυσε καὶ ἡ ἐλπὶς αὕτη τῆς συνεργασίας καὶ μετ’ αὐτῆς καὶ ἡ μόνη σοβαρὰ δικαιολογία ὑπὲρ τοῦ ἀμέσου σχηματισμοῦ τῆς Γερουσίας. Ἀπέτυχε καὶ ἡ προσπάθεια αὐτή, ὅπως πᾶσαι αἱ μέχρι τοῦδε, ὅπως καὶ ὅλαι αἱ ἐνδεχομένως εἰς τὸ μέλλον παρόμοιαι ἀπόπειραι εἶναι καταδικασμέναι νὰ καταλήξουν εἰς τὴν αὐτὴν πανηγυρικὴν ἀποτυχίαν. Καὶ εἶναι μὲν ἀξιέπαινος καὶ χρηστὴ ἡ πρόθεσις αὕτη ἡ συμφιλιωτική, ἀλλὰ εἶναι καὶ φανερὸν ὅτι ὑπὸ τὰς συνθήκας αὐτὰς δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ ἰδέα τῆς συμφιλιώσεως, ἐπιδιωκομένης ὅπως μέχρι τοῦδε ἐπεδιώχθη, νὰ χρησιμεύῃ πάντοτε ὡς ὁ κύριος γνώμων ὁ ρυθμίζων τὰς σκέψεις καὶ κανονίζων τὰς ἀποφάσεις ἡμῶν. Ἡ Δημοκρατία ἔχει βεβαίως καθῆκον ἀπαράβατον νὰ προαγάγῃ τὸ ἔργον τῆς συμφιλιώσεως, ἀλλὰ διὰ μέτρων μᾶλλον πραγματικῶν, νὰ προαγάγῃ τὸ ἔργον τῆς συμφιλιώσεως, παρέχουσα εἰς πάντας πλήρη ἰσότητα, ἐλευθερίαν καὶ δικαιοσύνην. Ἡ κατεύθυνσις ὅμως, τὴν ὁποίαν ἐτράπησαν ὅλαι αἱ ἀπὸ τοῦ Δεκεμβρίου Κυβερνήσεις εἰς τὰς προσπαθείας αὐτῶν πρὸς συμφιλίωσιν, ὑπῆρξε κατεύθυνσις ἐσφαλμένη, ὁδηγοῦσα μοιραίως εἰς ἀποτελέσματα ἀντίθετα πρὸς τὰ προσδοκώμενα. Μετὰ τὰς ἀποτυχίας δὲ τὰς πολλαπλᾶς ὀφείλομεν ὅλοι νὰ κατανοήσωμεν, ἐπὶ τέλους, ὅτι τὴν ἀσφαλῆ ἐγγύησιν τῆς στερεότητος τοῦ πολιτεύματος καὶ τὴν ὁριστικὴν ἠρεμίαν τῆς Χώρας δὲν παρέχουν αἱ προσωπικαὶ συνεννοήσεις καὶ ὑποχωρήσεις καὶ οἱ συμβιβασμοί, ἀλλὰ μόνον ἡ ἐμπιστοσύνη τοῦ λαοῦ, ἡ ἐκ τῶν πραγμάτων, ἡ δι’ ἔργων κτωμένη καὶ διὰ μιᾶς διοικήσεως προσηρμοσμένης πρὸς τὰς πραγματικὰς ἀνάγκας τῆς ἐθνικῆς ζωῆς καὶ πρὸς τὰς ἀξιώσεις τῆς Κοινῆς Γνώμης. Τότε μόνον ἡ γαλήνη ἡ πολιτικὴ καὶ κοινωνικὴ θὰ καταστῇ ἀδιατάρακτος καὶ ἡ Δημοκρατία ἀπρόσβλητος καὶ ἀσάλευτος, ὅταν θεμελιοῦται ἐπὶ τῆς λαϊκῆς πίστεως, ἐπὶ τῆς λαϊκῆς ἀγάπης.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γονατᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§34Σ. ΓΟΝΑΤΑΣ. Δὲν πρόκειται σήμερον περὶ τῆς ἀνάγκης ἢ μὴ τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ θεσμοῦ τῆς Γερουσίας παρ’ ἡμῖν, ἀνάγκης ὑφισταμένης καὶ ὅταν διετελοῦμεν ὑπὸ Συνταγματικὴν Βασιλείαν, ἀνάγκης ἐξ ἴσου ὑφισταμένης καὶ ἤδη, ὁπότε διατελοῦμεν ὑπὸ Δημοκρατίαν, καθόσον ἡ Γερουσία ἐφευρέθη, ὅπως παρεμποδίζῃ τὴν μεταβολὴν τῶν Βασιλέων εἰς τυράννους, ἀλλὰ καὶ τὴν μεταβολὴν τῶν δημοκρατιῶν εἰς ὀχλοκρατίας. Δὲν πρόκειται νὰ συνηγορήσω σήμερον γενικῶς ὑπὲρ τοῦ θεσμοῦ, ἐφόσον εὔγλωττα καὶ πειστικὰ ἐπιχειρήματα ἀρκετοὶ ἐκ τῶν προαγορευσάντων ἐξέθηκαν ὑμῖν καὶ οἵτινες ἀπέδειξαν ὅτι ἡ χρησιμότης τοῦ θεσμοῦ τῆς Γερουσίας σήμερον δὲν ὑπόκειται οὔτε εἰς ἱστορικὴν οὔτε εἰς ἐπιστημονικὴν ἀμφισβήτησιν. Ἐκτὸς τούτου ἄλλως τε ἀντιλαμβάνομαι ὅτι δὲν ὑπάρχουν καὶ πολλοὶ μεταξὺ ὑμῶν οἱ ἀντιφρονοῦντες, ὥστε νὰ ὑπάρχῃ ἀνάγκη νὰ μεταπείσῃ τις τούτους. Σήμερον πρόκειται νὰ συζητήσωμεν περὶ τοῦ τρόπου τοῦ καταρτισμοῦ τῆς Γερουσίας ἢ μᾶλλον ἀκριβέστερον περὶ τοῦ πολιτικῶς συμφέροντος καλυτέρου τρόπου πρὸς κατάρτισιν τῆς πρώτης Γερουσίας. Λέγων δὲ πολιτικῶς συμφέροντος ἐννοῶ τοῦ μᾶλλον συμφέροντος εἰς τὴν Πολιτείαν τρόπου. Καὶ περὶ μὲν τοῦ τρόπου καθ’ ὃν ἐν τῷ μέλλοντι θὰ συγκροτῆται ὁριστικῶς ἡ Γερουσία, θὰ συζητήσωμεν ἐν καιρῷ, καὶ ἐλπίζομεν ὅτι θὰ καταλήξωμεν εἰς τὰ προσφορώτερα καὶ λυσιτελέστερα διὰ τὴν Πολιτείαν μας συμπεράσματα. Ἤδη πρόκειται νὰ συζητήσωμεν ἂν ἡ πρώτη αὕτη Γερουσία πρέπει νὰ καταρτισθῇ καθ’ ὃν τρόπον θὰ καταρτισθῇ αὕτη μονίμως, ἢ συμφέρει νὰ καταρτισθῇ κατὰ ἰδιόρρυθμον τρόπον χάριν τῆς ἀμέσου συγκροτήσεως αὐτῆς. Ἂν δεχθῶμεν τὸν πρῶτον τρόπον, ἀσφαλῶς ἡ συγκρότησις τῆς Γερουσίας αὐτῆς θὰ ἀναβληθῇ ἐπὶ ἓξ μῆνας ἢ καὶ ἐπὶ ἓν ἔτος. Πάντως δὲν θὰ συμμετάσχῃ εἰς τὸν καταρτισμὸν τοῦ πολιτεύματος. Ἐνῷ κατὰ τὸν ἄλλον τρόπον θέλει καταρτισθῆ λίαν συντόμως ἡ νέα Γερουσία, καὶ πρόκειται νὰ κρίνωμεν τὴν σκοπιμότητα τοῦ ἀμέσου καταρτισμοῦ αὐτῆς. Δι’ ἐμὲ προσωπικῶς δὲν παρουσιάζεται κατὰ πρώτην φορὰν τὸ πρόβλημα τῆς ἀμέσου συγκροτήσεως τῆς Γερουσίας. Κατὰ Φεβρουάριον τοῦ 1923 ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν κ. Παπανδρέου καὶ ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν κ. Ἀλεξανδρῆς, ἐκ τῶν ἐμπειροτέρων πολιτικῶν συμβούλων τῆς Ἐπαναστάσεως, παρουσίασαν ἐνώπιον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου τὴν πρότασιν τοῦ ἀμέσου καταρτισμοῦ Γερουσίας. Καὶ ὁ μὲν Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἐξήγησεν ὅτι ἀπὸ ἀπόψεως ἐσωτερικῆς θὰ ἐπήρχετο σταθεροποίησις τοῦ ἔργου τῆς Ἐπαναστάσεως, διὰ τῆς συμμετοχῆς λαϊκῶν ἀντιπροσώπων ἐν αὐτῇ, ὁ δὲ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ἐν τῇ ἁρμοδιότητί του, ὑπεστήριξεν ὅτι τὸ τοιοῦτον θὰ ἐνομιμοποίει τὴν κατάστασιν ἐκείνην καὶ θὰ διηκόλυνε τόσον τὴν βελτίωσιν τῶν ἐξωτερικῶν ἡμῶν σχέσεων, ὅσον καὶ τὴν σύναψιν συνθηκῶν καὶ δανείων.
§35Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Κύριε συνάδελφε, μοὶ ἐπιτρέπετε μίαν ἐρώτησιν; Κατὰ ποῖον τρόπον συνιστᾶτο τότε ὑπὸ τῶν πολιτικῶν συμβούλων τῆς Ἐπαναστάσεως ἡ συγκρότησις τῆς Γερουσίας;
§36Σ. ΓΟΝΑΤΑΣ. Δὲν θὰ εἰσέλθω εἰς λεπτομερείας, διότι ἀπέκρουσα κατ’ ἀρχὴν καὶ τότε τὴν σκοπιμότητα.
§37Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἡμᾶς ἐνδιαφέρει κατὰ ποῖον τρόπον συνιστᾶτο ἡ ἄμεσος συγκρότησις τῆς Γερουσίας ἐκείνης.
§38Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἐπιτρέπετε νὰ σᾶς δώσω τὴν ἐξήγησιν ἐγώ; Ἐπρόκειτο νὰ γίνῃ ἐκλογὴ τοπικῆς αὐτοδιοικήσεως καὶ ἐπ’ αὐτοῦ συνεζητοῦμεν. Δὲν ἐπρόκειτο νὰ γίνῃ ὁ θεσμός.
§39Κ. ΡΕΝΤΗΣ. Πότε ἐξεδόθη τὸ Διάταγμα τῆς αὐτοδιοικήσεως; Νομίζω τὸν Ἰανουάριον.
§40Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ὄχι ἐνωρίτερον. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἡ ἄποψις τὴν ὁποίαν εἰσηγήθην ἦτο νὰ γίνουν πρῶτον αἱ ἐκλογαὶ τῆς τοπικῆς αὐτοδιοικήσεως καὶ ἐξ αὐτῆς νὰ προέλθῃ ἡ Γερουσία. Δηλαδὴ ἄποψις πρὸς τὴν ὁποίαν φερόμεθα καὶ σήμερον.
§41Σ. ΓΟΝΑΤΑΣ. Ἐγὼ καὶ τότε ἔφερα τὴν ἀντίρρησιν ὅτι ἐσωτερικῶς μὲν θὰ ἐγεννᾶτο ἡ ἐντύπωσις ὅτι προσεπαθοῦμεν νὰ μονιμοποιηθῶμεν, ἐνῷ οὔτε αἱ προθέσεις μας οὔτε αἱ ἐπαγγελίαι μας ἦσαν σύμφωνοι πρὸς τοῦτο· καὶ ὁ λαὸς ἀκόμη, καίτοι κατὰ τὴν ἀντίληψίν μας δὲν ἐφαίνετο δυσανασχετῶν διὰ τὸν τρόπον κατὰ τὸν ὁποῖον διῳκεῖτο τότε ἡ Χώρα, ἐν τούτοις διετέλει ὑπὸ κάποιαν ἀνησυχίαν ἀπρόοπτον, ἐφόσον τὸ καθεστὼς δὲν ἐπανήρχετο εἰς τὴν νόμιμον τροχιὰν αὐτοῦ, ἐξωτερικῶς δὲ ἔλεγα ὅτι δὲν ἐπίστευον νὰ δοθῇ ἀλλοία ἐντύπωσις ἀπὸ τὴν πραγματικῶς ὑπάρχουσαν κατάστασιν παρ’ ἡμῖν καὶ ὅτι δὲν ἦτο τὸ ἐπαναστατικὸν καθεστὼς ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐδυσχέραινεν εἴτε τὰς ἐξωτερικὰς ἡμῶν σχέσεις εἴτε τὸν καταρτισμὸν συμβάσεων καὶ τὴν σύναψιν δανείων, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον καὶ ἐκ τῶν ὑστέρων νομίζω ὅτι μὲ ἐδικαίωσε.
§42Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν μνήμην σας καὶ ὡς πρὸς τὴν συζήτησιν ἡ ὁποία διεξήχθη τότε. Ἐγὼ ἐτάχθην ἐναντίον τῆς ἀμέσου συγκροτήσεως καὶ ἂν ἐνθυμῆσθε ἐν Ὑπουργικῷ Συμβουλίῳ ἐπάλαισα μόνος ἐναντίον τῶν ἀπόψεων τοῦ κ. Ἀλεξανδρῆ διὰ τὴν ἄμεσον συγκρότησιν Γερουσίας. Τὴν πρώτην ἑσπέραν ὑπελείφθην μόνος, εἰς τρόπον ὥστε καὶ ὁ Ἀρχηγὸς τῆς Ἐπαναστάσεως νὰ χαριτολογήσῃ εἰς βάρος μου. Μετά τινας ἡμέρας ἐγκατελείφθη ἡ γνώμη αὐτή, διότι ὁμοφώνως ἐθεωρήθη ἄσκοπος.
§43Σ. ΓΟΝΑΤΑΣ. Ἔχω τὸ ἐλάττωμα νὰ μὴ δύναμαι νὰ ὁμιλῶ ἐκ τοῦ προχείρου, ἀλλὰ τοῦτο μοὶ παρέχει τὸ ἀντιστάθμισμα νὰ κρατῶ τὰς σημειώσεις μου, καὶ ὡς ἐκ τούτου νὰ γνωρίζω τί εἶπα εἰς ἑκάστην περίστασιν. Ἐγὼ δὲν ἀπέδωσα εἰς τὸν τότε Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν προθέσεις οἱασδήποτε, ἐμνήσθην ἁπλῶς ἐκείνων τὰ ὁποῖα τότε ἀνεπτύχθησαν, ἀδιάφορον ἂν ἐταυτίζοντο ἢ ὄχι μὲ τὰς ἀντιλήψεις τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν. Ἀνέφερα μόνον ὅτι δὲν ἠπειλήσατε τὴν κατάρτισιν Γερουσίας πρὸ τῆς παύσεως τοῦ ἐπαναστατικοῦ καθεστῶτος.
§44Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ὁ κ. Ἀλεξανδρῆς εἰσηγήθη εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον αὐτὴν τὴν ἄποψιν, ὅτι, ἂν ἐγίνετο μία ἄμεσος, μία ῥαγδαία συγκρότησις Γερουσίας, θὰ ἐγίνετο μία ἀποκατάστασις ἐσωτερικὴ αἰσιωτάτη καὶ ὅτι θὰ εἴχομεν μίαν ἄμεσον ἀποκατάστασιν τῶν ἐξωτερικῶν σχέσεων. Τότε δὲ τὴν πρώτην ἑσπέραν ὁ κ. Μίσιος ἐξουσιοδοτήθη νὰ καταρτίσῃ ἓν σχέδιον ἀμέσου συγκροτήσεως Γερουσίας. Ἐπάλαισα μόνος ἐναντίον αὐτῶν τῶν ἀπόψεων, μετά τινας ὅμως ἡμέρας ὁμοφώνως τὸ σχέδιον τοῦτο, ἐπειδὴ ἦτο ἄσκοπον, ἐγκατελείφθη.
§45Σ. ΓΟΝΑΤΑΣ. Ἔλεγον ἀκόμη ὅτι, ἂν ὑπῆρχον οἱαιδήποτε συγκεκριμέναι ὑποδείξεις ὅτι ἡ ἀπομάκρυνσις τῆς Ἐπαναστατικῆς Κυβερνήσεως θὰ παρεῖχεν ὡρισμένα ἀντισταθμίσματα ὑπὲρ τῆς Πατρίδος, ἤμεθα διατεθειμένοι ἀσφαλῶς νὰ παραχωρήσωμεν τὴν Ἀρχήν. Ἀλλὰ τοιαύτη ὑπόδειξις δὲν ὑπῆρξε. Καὶ νομίζω ὅτι καὶ τώρα κάτι τι ἀνάλογον συμβαίνει μὲ ἐξ ἴσου πρὸς τὴν τότε ἀγαθὴν πρόθεσιν, καὶ ὑποβάλλεται τὸ παρὸν σχέδιον μὲ τὸν ἰσχυρισμὸν ὅτι ἡ ἄμεσος συγκρότησις τῆς Γερουσίας πρόκειται νὰ ἐξομαλύνῃ τὰς ὑπαρχούσας ἐσωτερικὰς ἀνωμαλίας, ἐφόσον δεχόμεθα ὅτι ὑπάρχουσι τοιαῦται, καὶ ἐπουλώσῃ ὅλας τὰς πληγὰς αἱ ὁποῖαι ὑφίστανται εἰς τὸ Κράτος μας, λόγῳ τοῦ μακροῦ πολέμου, τοῦ διχασμοῦ καὶ τῆς Μικρασιατικῆς καταστροφῆς. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψετε ὄχι μόνον νὰ ἀμφιβάλλω, ἀλλὰ καὶ νὰ φρονῶ τὰ ἀντίθετα. Ἡ Κυβέρνησις τοῦ ἐκ Μαντινείας ἀξιοτίμου πολιτευτοῦ ἀπὸ τοῦ παρελθόντος Μαΐου ὑπέβαλε σχέδιον περὶ ἀμέσου συγκροτήσεως τῆς Γερουσίας, κατὰ τρόπον ἴδιον ἀπὸ ἐκεῖνον κατὰ τὸν ὁποῖον ἐν τῷ μέλλοντι πρόκειται νὰ συγκροτῆται ἡ Γερουσία. Ἡ εἰσηγητικὴ ἔκθεσις περιέχει τρεῖς σπουδαίους δικαιολογητικοὺς λόγους: Ὁ πρῶτος ἦτο ὅπως προσλάβῃ τὸ ταχύτερον τὴν πλήρη μορφήν του τὸ δημοκρατικὸν πολίτευμα· ὁ δεύτερος εἶναι λόγος σκοπιμότητος, διότι διευκολύνει τὴν συνεργασίαν τῆς Γερουσίας ταύτης μετὰ τῆς Συνελεύσεως καὶ ἑπομένως τῶν κομμάτων ἐκείνων τὰ ὁποῖα ἀπέσχον κατὰ τὰς ἐκλογὰς αὐτῆς καὶ διαπνέονται σήμερον ὑπὸ τῆς ἐπιθυμίας, ὅπως συμβάλουν εἰς τὴν κατάρτισιν τοῦ πολιτεύματος· καὶ τρίτον ὅτι θὰ διηυκολύνετο τὸ νομοθετικὸν ἡμῶν ἔργον καὶ θὰ διηυκολύνετο ἐπίσης ἡ ὁριστικὴ μείωσις τοῦ ἀριθμοῦ τῶν βουλευτῶν. Ὑποθέτω ὅτι τινὲς τῶν ὑπογραψάντων τότε τὸ σχέδιον τοῦτο ἔχουσι μεταβάλει ἤδη γνώμην καὶ ὡς τοιούτους ὑποθέτω, χωρὶς νὰ διαψευσθῶ, ὅτι δύναμαι νὰ ἀναφέρω τὸν κ. Κονδύλην, τὸν κ. Ροῦσσον, τὸν κ. Μητσοτάκην καὶ τὸν κ. Τσουδερόν. Ἀλλ’ ἤλπιζον ὅτι ὁ μεσολαβήσας ἔκτοτε χρόνος θὰ ἔπειθε καὶ τοὺς ἄλλους ὅτι αἱ συνθῆκαι ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐβασίσθη ἡ ὑποβολὴ τοῦ σχεδίου αὐτοῦ, μετεβλήθησαν σήμερον, ὥστε νὰ μὴ ἔχουν οἱ λόγοι ἐκεῖνοι ἰσχύν. Θὰ περιορισθῶ εἰς τὴν κατ’ ἀρχὴν μόνον ἐξέτασιν τοῦ περὶ οὗ πρόκειται σχεδίου καὶ ἰδίᾳ τῶν δικαιολογητικῶν λόγων τῆς ὑποβολῆς του, τόσον ἐκείνων τοὺς ὁποίους ὁ ἐκ Μαντινείας ἀξιότιμος συνάδελφος προφορικῶς ἐξέθηκεν, ὡς καὶ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι διαλαμβάνονται ἐν τῇ εἰσηγητικῇ ἐκθέσει. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μαντινείας συνάδελφος ἐτόνισεν ἰδιαιτέρως κατὰ τὴν ἀγόρευσίν του τὸν γνωστὸν λόγον τοῦ προορισμοῦ τῆς Γερουσίας, τοῦ νὰ καταρτίζῃ ἐντελεστέρους τοὺς νόμους, καὶ ἀνέφερε τοῦτο ὡς μίαν τῶν αἰτιῶν τῶν ἐπιβαλλουσῶν τὴν ἐπίσπευσιν τοῦ καταρτισμοῦ τῆς Γερουσίας. Χωρὶς νὰ θέλω νὰ διαμφισβητήσω τὸ βάσιμον τοῦ λόγου τούτου κατ’ ἀρχήν, πιστεύω ὅτι ἀκριβῶς κατὰ τὴν περίοδον ταύτην τοῦτο θὰ ἦτο μειονέκτημα καὶ ὄχι πλεονέκτημα. Ἀφοῦ ἐπεράσαμεν τόσα ἔτη ἄνευ Γερουσίας, δὲν νομίζω ὅτι θὰ εἶναι μεγάλη ζημία ἂν περάσωμεν ἀκόμη ὀλίγους μῆνας ἄνευ Γερουσίας. Ἀπ’ ἐναντίας μάλιστα, λόγῳ τῶν ἐξαιρετικῶν περιστάσεων ὑπὸ τὰς ὁποίας εὑρισκόμεθα, νομίζω ὅτι ἐπιβάλλεται ἡ μὴ ὕπαρξις Γερουσίας, τοὐλάχιστον ἐπί τι εἰσέτι διάστημα. Καὶ δὲν συμφωνῶ μὲ τὸν ἀξιότιμον ἐξ Εὐρυτανίας πολιτευτὴν ὅτι θὰ ἠδύνατο νὰ σταματήσῃ, ἄνευ βλάβης, ἡ νομοθετικὴ ἡμῶν ἐργασία, διότι δὲν πρόκειται πάντοτε ἡ νομοθετικὴ ἐργασία νὰ σκοπῇ τὴν βελτίωσιν ἁπλῶς τῆς κρατικῆς μηχανῆς, ἀλλὰ πρόκειται πολλάκις νὰ ἐπιλύῃ ζητήματα φύσεως ἐπειγούσης καὶ νὰ διαρρυθμίζῃ ἀνάγκας κοινωνικάς, πρὸ τῶν ὁποίων καθημερινῶς παριστάμεθα καὶ αἱ ὁποῖαι πανταχοῦ μὲν παρουσιάσθησαν μεταπολεμικῶς, ἰδιαιτέρως δὲ εἰς ἡμᾶς, ὅπου ὁλόκληρον τὸ προσφυγικὸν ζήτημα ἀπαιτεῖ καθημερινῶς νὰ ἐπιλύωμεν νομοθετικῶς διάφορα ζητήματα. Συμφωνῶ ἀντιστρόφως μὲ τὴν γνώμην ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ὑπεστήριξαν ὅτι ὁ λαὸς ἐξελθὼν ἑνὸς μακροτάτου πολέμου, ὁ ὁποῖος ἔσχε δυστυχῶς τόσον τραγικὴν τὴν λύσιν, καὶ ὁ ὁποῖος ἐπιδοθεὶς τόσον ἀξιεπαίνως εἰς τὴν οἰκονομικήν του ἀνασυγκρότησιν καὶ εἰς τὴν ἐξυπηρέτησιν τῶν ἀτομικῶν του συμφερόντων δὲν ζητεῖ ἀπὸ τὸ Κράτος ἢ νὰ τὸν διευκολύνῃ καὶ νὰ ἐπεμβαίνῃ μόνον ἐκεῖ ὅπου εἶναι ἀναγκαία ἡ ἐπέμβασίς του πρὸς διαρρύθμισιν διαφόρων ζητημάτων καὶ διευκόλυνσιν τῶν ἀναγκῶν τῆς ζωῆς του. Καὶ ἀφοῦ ὁ λαός, διὰ τοῦ δημοψηφίσματος, ἔδωσε τὴν γενικὴν μορφὴν τοῦ νέου πολιτεύματος, ἐκείνην ἡ ὁποία ἐνόμιζεν ὅτι τῷ ἐξασφαλίζει τὴν γαλήνην, τὴν στιγμὴν αὐτὴν δευτερευόντως ἀποβλέπει εἰς τὰς λεπτομερείας τοῦ πολιτεύματος, τοῦ ὁποίου ἡ ἀπόδοσις θὰ εἶναι μελλοντικὴ καὶ πρωτίστως ἀποβλέπει εἰς τὰς ἐπειγούσας καὶ ἀμέσους ἀνάγκας τῆς ζωῆς του, αἵτινες μόνον νομοθετικῶς δύνανται νὰ ἐπιλυθῶσι. Κατηγορήθημεν καὶ ἡμεῖς κάποτε παρά τινων ὅτι ἐξεδώσαμεν πληθὺν Νομοθετικῶν Διαταγμάτων, ἀλλ’ ἐν τούτοις ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι μᾶς κατηγόρησαν δὲν εἶχον τὴν ὑπομονὴν νὰ ἀριθμήσωσιν ἂν ἐξ ἐκείνων τὰ ὁποῖα ἐξεδόθησαν ἰσχύει κἂν τὸ ⅓ σήμερον καὶ ἂν τὰ ⅔ ἐξεπλήρωσαν ἀνάγκας τῆς στιγμῆς, αἱ ὁποῖαι ἔπαυσαν ἤδη ὑφιστάμεναι καὶ μαζὶ μὲ τὰς ὁποίας ἔπαυσαν ἰσχύοντα καὶ τὰ Νομοθετικὰ Διατάγματα, τὰ ὁποῖα ἐγένοντο τότε πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῶν ἀναγκῶν τούτων. Δὲν γνωρίζω ἂν κατ’ ἰσόχρονον πρὸς τὴν ἐπαναστατικὴν περίοδον διάστημα ἡ Συνέλευσις ἡμῶν θὰ ἐκδώσῃ ὀλιγωτέρους κατ’ ἀριθμὸν νόμους, ψηφίσματα καὶ Νομοθετικὰ Διατάγματα, ἐκδιδόμενα τῇ ἐγκρίσει της. Ἀλλὰ δὲν λέγω τοῦτο ὅπως μεμφθῶ κανένα, ἀλλὰ τὸ λέγω ἀκριβῶς διὰ νὰ ἀποδείξω ὅτι ὑπῆρξαν καὶ ὑφίστανται πραγματικαὶ καταστάσεις ἐπιβάλλουσαι τὴν ψήφισιν τῶν νόμων αὐτῶν, ἐκ τῶν ὁποίων οἱ περισσότεροι ἐπιλύουσιν ἀνάγκας ἐπειγούσας τῆς ζωῆς καὶ ἰδίᾳ τῆς μεταπολεμικῆς περιόδου. Καὶ διὰ τοῦτο ἀκριβῶς λέγω ὅτι ἡ παρουσία τῆς Γερουσίας τὴν στιγμὴν αὐτὴν θὰ ἦτο μᾶλλον ἐμπόδιον καὶ οὐχὶ κέρδος. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μαντινείας πολιτευτὴς εἶπε προσέτι, πρὸς ὑποστήριξιν τῆς γνώμης του, ὅτι καὶ ἡ Συνέλευσις ἡ Γαλλικὴ κατὰ τὸν καταρτισμὸν τῆς πρώτης Γερουσίας ὥρισεν ἕνα ἀριθμὸν γερουσιαστῶν. Τοῦτο εἶναι ἀκριβές· ἀλλὰ τοῦτο ἐγένετο διὰ τὸν ὁριστικὸν καταρτισμὸν καὶ τῶν μελλουσῶν Γερουσιῶν, ἐκεῖνο δηλαδὴ τὸ ὁποῖον καὶ ἡμεῖς ὑποστηρίζομεν, ὅτι καὶ ἡ πρώτη Γερουσία δέον νὰ καταρτισθῇ καθ’ ὃν τρόπον θὰ καταρτίζεται καὶ ἐν τῷ μέλλοντι ἡ Γερουσία.
§46Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Διωρίσθησαν τότε οἱ ἰσόβιοι γερουσιασταί.
§47Σ. ΓΟΝΑΤΑΣ. Δὲν θὰ ὑφίστατο ἡ Συνέλευσις διαρκῶς καὶ διὰ τοῦτο ἐν τῷ μέλλοντι ἀνέθεσαν εἰς τὴν Γερουσίαν τὴν ἐκλογήν.
§48Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Θὰ ὑπῆρχεν ἡ Βουλή. Δὲν ἐπρόκειτο λοιπὸν περὶ ὁριστικῆς Γερουσίας.
§49Σ. ΓΟΝΑΤΑΣ. Ἀκριβῶς ὥρισε τὸ ¼ τότε ἡ Συνέλευσις ἐκείνη καὶ ὥρισεν ὅτι τὸ τέταρτον αὐτὸ θὰ ἀνανεοῦται δι’ ἐκλογῆς ἐν τῷ μέλλοντι παρὰ τῆς Γερουσίας. Ὥστε εἶναι τὸ αὐτό. Δὲν ὥρισεν ὅθεν ὡς πρώτην μίαν ἰδιόρρυθμον Γερουσίαν. Ἀσφαλῶς λοιπόν, ἂν ἡ πρώτη Γερουσία δὲν καταρτισθῇ καθ’ ὃν τρόπον θὰ καταρτίζεται καὶ ἡ μόνιμος Γερουσία, νομίζω ὅτι θὰ ἀπέβαινε μᾶλλον πρὸς βλάβην παρὰ εἰς ὠφέλειαν τοῦ τε θεσμοῦ καὶ τῆς καταστάσεως. Ἂς ἔλθωμεν ἤδη εἰς τὰ ἐπιχειρήματα τὰ ἀναπτυσσόμενα ἐν τῇ εἰσηγητικῇ ἐκθέσει: Ὁ ἄμεσος καὶ πρόχειρος καταρτισμὸς τῆς Γερουσίας δίδει πράγματι οὐσιαστικὴν μορφὴν εἰς τὸ δημοκρατικὸν πολίτευμα καὶ καθιστᾷ τοῦτο στερεώτερον; Νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀπατώμεθα ὅτι οἱ θεσμοὶ εἶναι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἐξασφαλίζουν τὴν πολιτειακὴν κατάστασιν. Ἂν ὁ λαὸς ἀπέκτησε συνείδησιν δημοκρατικήν, ἔχει καλῶς, ἂν δὲν ἀπέκτησε, δὲν νομίζω ὅτι οἱ θεσμοὶ θὰ εἶναι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι θὰ τοῦ ἐπιβάλουν τὸ τοιοῦτον. Εἰς οὐδὲν Κράτος οἱ θεσμοὶ ἀπετέλεσαν φραγμοὺς πρὸς τὰς λαϊκὰς ὁρμάς, πρὸς τὰς λαϊκὰς κατευθύνσεις, πρὸς τὰς λαϊκὰς ροπάς. Ἀπὸ τῆς Γαλλικῆς Ἐπαναστάσεως καὶ ἐντεῦθεν, ἐπὶ 100 δηλαδὴ περίπου ἔτη, μέχρις ὅτου δηλαδὴ ἔπαυσαν νὰ ὑπάρχουν πολιτειακαὶ μεταβολαὶ ἐν Γαλλίᾳ, πολλάκις ἐνηλλάγη τὸ μοναρχικὸν πολίτευμα πρὸς τὴν Συνταγματικὴν Βασιλείαν καὶ πρὸς τὴν Δημοκρατίαν. Καὶ εἰς πολλὰ τῶν πολιτευμάτων τούτων ἔτυχε νὰ ὑφίσταται Γερουσία καὶ νὰ ἔχῃ οὕτως ὁλοκληρωθῇ τὸ πολίτευμα, χωρὶς τὸ τοιοῦτον νὰ ἐμποδίζῃ τὰς τοιαύτας μεταλλαγὰς τῶν πολιτευμάτων. Καὶ σήμερον ἀκόμη οἱ ἴδιοι οἱ Γάλλοι παραδέχονται ὅτι ἡ πολιτική των ἱστορία δὲν τοῖς παρέχει κανὲν δίδαγμα καὶ κανὲν συμπέρασμα, ὡς πρὸς τὸ κεφάλαιον τοῦτο. Καὶ νομίζω ὅτι δι’ ἡμᾶς ἀκόμη περισσότερον ὁ θεσμὸς τῆς Γερουσίας, ἂν τυχὸν ἡ Γερουσία κατηρτίζετο κατὰ τὸν ἰδιόρρυθμον αὐτὸν τρόπον, δὲν δύναται ν’ ἀποτελέσῃ κανὲν ἔρεισμα τῆς Δημοκρατίας, ἀντιστρόφως μάλιστα θέλει μειώσει τὸ κῦρος καὶ αὐτοῦ τοῦ ὁριστικοῦ θεσμοῦ, καθόσον ἔχομεν δυστυχῶς καὶ τὸ προηγούμενον τῆς πρώτης Γερουσίας, ἡ ὁποία, διορισθεῖσα, ἐξέπεσεν εἰς τὴν κοινὴν συνείδησιν καὶ συνεπείᾳ τούτου συμπαρέσυρεν ἐν τῇ πτώσει της καὶ τὸν θεσμὸν τῆς Γερουσίας. Οἱ βυσσοδομοῦντες κατὰ τῆς Δημοκρατίας ἀποβλέπουν εἰς τὰς πρώτας βουλευτικὰς ἐκλογάς. Ἂν αἱ πρῶται βουλευτικαὶ ἐκλογαὶ ἀποδώσουν ἀποτελέσματα σύμφωνα πρὸς τὰς ἐπιθυμίας των, τὰς ἀτασθαλίας τῆς τοιαύτης Βουλῆς δὲν θὰ δύναται νὰ τὰς συγκρατήσῃ παρὰ μόνον ἡ Γερουσία, ἡ ὁποία πάντως θὰ ἔχῃ ἐκλεγῆ πρὸ τῶν βουλευτικῶν ἐκλογῶν, ἂν ἡ Γερουσία αὐτὴ προέλθῃ ἐκ τοῦ λαοῦ, ὁπότε πράγματι θὰ ἔχῃ κῦρος καὶ θὰ δύναται νὰ ἐπεμβαίνῃ πρὸς καταστολὴν τῶν τυχὸν ἀτασθαλιῶν τῆς κάτω Βουλῆς. Συνεπῶς ὁ προσωρινὸς καταρτισμὸς τῆς Γερουσίας, καθ’ ὃν τρόπον προτείνεται, οὐδὲν θὰ ἀποδώσῃ διὰ τὴν στερέωσιν τοῦ πολιτεύματος οὐδὲ θὰ δώσῃ τὰ ἀποτελέσματα τὰ ὁποῖα ἀνέφερον ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι εἰσηγήθησαν τὸν προσωρινὸν καταρτισμὸν τῆς Γερουσίας. Δεύτερον ἐκπληροῦται πράγματι διὰ τοῦ ὑπὸ τὴν κρίσιν ἡμῶν σχεδίου ψηφίσματος ἡ πρόθεσις τῶν συνταξάντων αὐτό, τοῦ νὰ μετάσχουν εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ πολιτεύματος καὶ τὰ ἐκτὸς τῆς Συνελεύσεως πολιτικὰ κόμματα; Ἴσως ἡ προϋπόθεσις αὕτη νὰ εἶχε βάσιν, ὅταν συνετάχθη τὸ σχέδιον τοῦτο, ὅπως ἀνέφερε καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μαντινείας πολιτευτής· πιθανότης μὴ ὑφισταμένη σήμερον. Ἂν καὶ ἐγὼ φρονῶ ὅτι, καὶ ἄν τινες τῶν πολιτευτῶν τῶν ἐξωκοινοβουλευτικῶν ἐδέχοντο νὰ διορισθῶσι κατὰ τὸν τρόπον τοῦτον ὡς γερουσιασταί, τάχιστα θὰ ἐθεωροῦντο οὗτοι ὡς μονάδες καὶ ὡς οὐδὲν ἀντιπροσωπεύοντες. Διότι τὰς ἀντιλήψεις τοῦ κοινοῦ τὰς μορφώνει ὁ ἀντίθετος Τύπος, καθὼς καὶ ἡ κλίκα τῶν ὀλίγων ἀδιαλλάκτων, οἵτινες εἰς τὴν καθεστωτικὴν μεταβολὴν δὲν ἀποβλέπουν παρὰ εἰς ἐξυπηρέτησιν τῶν ἀτομικῶν των συμφερόντων. Οὗτοι λοιπὸν θὰ κατώρθουν νὰ δημιουργήσουν τὴν ἐντύπωσιν ὅτι οἱ μετασχόντες εἰς τὴν Γερουσίαν δὲν ἀντιπροσωπεύουσιν οὐδὲν ἄλλο πλὴν τοῦ ἑαυτοῦ των καὶ συνεπῶς αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἐπιζητοῦμεν δὲν ἐπιτυγχάνεται· διότι νομίζω ὅτι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐπεζητεῖτο τότε ἦτο ἰδίως ἡ ἐντύπωσις καὶ ὄχι ἡ οὐσία· διότι ἐν τῇ οὐσίᾳ δὲν νομίζω ὅτι ἡ παρουσία αὐτῶν θὰ συνετέλει εἰς τὸ νὰ δοθῇ διάφορος μορφὴ εἰς τὸ πολίτευμα ἐκείνης εἰς τὴν ὁποίαν κατὰ πᾶσαν πιθανότητα θὰ καταλήξουν. Ἄλλως τε δὲν ἀπέχει πολὺ ὁ χρόνος, κατὰ τὸν ὁποῖον οἱ ἐξωκοινοβουλευτικοὶ οὗτοι παράγοντες, εὑρισκόμενοι ἐνταῦθα, ὑπὸ τὸν αὐθαίρετον τίτλον, τὸν ὁποῖον μόνοι των προσέλαβον, τῆς Γʹ Συντακτικῆς Συνελεύσεως, συνεζήτουν περὶ καταρτισμοῦ Συντάγματος καὶ ἐξ ὅσων ἐμελέτησα, καθόσον δὲν ἤμην ἐδῶ τότε, διότι εὑρισκόμην εἰς τὸ Μέτωπον, εἶδον ὅτι αἱ ἀντιλήψεις των δὲν διέφερον οὐσιαστικῶς ἐκείνων τὰς ὁποίας ἡμεῖς εἴχομεν, ἐξαιρέσει τοῦ θεσμοῦ τῆς Γερουσίας, ὁ ὁποῖος δὲν εἶχε προφθάσει νὰ ἔλθῃ εἰς συζήτησιν ἐν τῇ Συνελεύσει, ἀλλ’ ἡ ἐπὶ τοῦ πολιτεύματος, ὅπως τὴν ἐκάλουν, Ἐπιτροπὴ ἀπεφάνθη ὑπὲρ τῆς μὴ εἰσαγωγῆς τοῦ θεσμοῦ τῆς Γερουσίας «ἐπὶ τοῦ παρόντος», κατὰ τὴν ἔκφρασίν της. Καὶ τὸ τοιοῦτον τὸ θεωρῶ λίαν φυσικόν, λαμβανομένης ὑπ’ ὄψιν τῆς ψυχολογίας τῆς πλειονοψηφίας τῆς Συνελεύσεως ἐκείνης, ἡ ὁποία ἀπέδιδεν ὅτι ὁ Βασιλεὺς ὑπέστη μαρτύρια, λόγῳ τῆς ἀσκήσεως τῶν καθηκόντων του, καὶ συνεπῶς ἡ ἐνδόμυχος ἐπιθυμία της ἦτο νὰ αὐξήσῃ καὶ ὄχι νὰ περιορίσῃ τὰ δικαιώματα αὐτοῦ, ἐνῷ, ἂν ἐδημιούργουν Γερουσίαν, πάντως αὕτη θὰ περιώριζε τὸ περίφημον δικαίωμα τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς, ἐπὶ τοῦ ὁποίου τόσον μακραὶ διεξήχθησαν συζητήσεις. Οὐσιαστικῶς ὅθεν ἡ παρουσία τοῦ ἐξωκοινοβουλευτικοῦ κόσμου δὲν ἐπρόκειτο νὰ μεταβάλῃ τὰ συμπεράσματα εἰς τὰ ὁποῖα καὶ ἡμεῖς θὰ καταλήξωμεν ἐν τῇ ἐπεξεργασίᾳ τοῦ πολιτεύματος, ἐκτὸς ἂν ἐν τῇ συζητήσει θὰ τοῖς ἐπετρέπομεν νὰ ἐπαναφέρουν τὸ ζήτημα τοῦ βασιλικοῦ θεσμοῦ, τὸ ὁποῖον δὲν φαντάζομαι, καὶ ἐφόσον θὰ ἐτίθετο πρὸ αὐτῶν ὅτι τὸ πολίτευμα εἶναι καὶ θὰ παραμείνῃ δημοκρατικόν. Δὲν νομίζω ὅθεν ὅτι αἱ ἀντιλήψεις αὐτῶν θὰ συνετέλουν εἰς τὴν ἀλλοίαν διαμόρφωσιν τοῦ πολιτεύματος. Ἄλλως τε τὸν Καταστατικὸν Χάρτην τὸν ὁποῖον θὰ συντάξωμεν ἐλπίζω ὅτι δὲν θὰ τὸν θεωρήσωμεν ὡς ἀλάθητον, καθόσον οὐδὲν ἀνθρώπινον ἔργον εἶναι τοιοῦτον, καὶ ὅτι θὰ παράσχωμεν καὶ θὰ συζητήσωμεν περὶ τούτου, ὅταν ἔλθῃ ἡ ὥρα, ὅλας τὰς εὐκολίας πρὸς ἀναθεώρησιν αὐτοῦ, εὐκολίας αἱ ὁποῖαι ἀποτελοῦσι τὴν ἀσφαλιστικὴν δικλεῖδα δι’ ἧς ἐξατμίζονται αἱ ὁρμαὶ τῶν ῥοπῶν αἱ ὁποῖαι παρουσιάζονται ἑκάστοτε εἰς τοὺς λαούς. Ἄλλως τε εἶναι δίκαιον τὰ πολιτεύματα νὰ ἐξυπηρετῶσι τοὺς λαοὺς καὶ οὐχὶ οἱ λαοὶ νὰ ὑποτάσσωνται εἰς ἄκαμπτα πολιτεύματα, ὥστε καὶ ἀπ’ αὐτῆς τῆς ἀπόψεως, ἂν τυχὸν αὐτοὶ ἐπικρατήσωσι μίαν ἡμέραν καὶ ἔχωσι τυχὸν ἀντιθέτους ἰδέας ἐκείνων εἰς τὰς ὁποίας ἡμεῖς θὰ καταλήξωμεν, θὰ ἔχωσι τὸ μέσον τῆς ἀναθεωρήσεως ἐκτός, ἐννοεῖται, τοῦ πρώτου ἄρθρου, τὸ ὁποῖον θὰ λέγῃ «ἡ Ἑλλὰς εἶναι Δημοκρατία». Μὲ τοῦτο θέλω νὰ εἴπω ὅτι δὲν πρέπει νὰ μᾶς στενοχωρῇ ἡ ἀπουσία τῶν ἐξωκοινοβουλευτικῶν ἐκ τῆς αἰθούσης ταύτης κατὰ τὸν καταρτισμὸν τοῦ πολιτεύματος. Τέλος ἔρχομαι νὰ ἐξετάσω ἂν εἶναι οὐσιώδεις οἱ προβαλλόμενοι λόγοι, ὅτι ὁ περιορισμὸς τῶν πληρεξουσίων θὰ συνετέλει εἰς τὴν διευκόλυνσιν τοῦ νομοθετικοῦ ἡμῶν ἔργου. Ὁ ἀριθμὸς ἡμῶν εἶναι ἀναντιρρήτως μέγας, προκειμένου περὶ ἁπλῆς Βουλῆς, ἀλλὰ δὲν νομίζω ὅτι εἶναι μέγας, προκειμένου περὶ Συντακτικῆς Συνελεύσεως. Προκειμένου ἄλλως τε περὶ τοῦ συντακτικοῦ ἔργου, τόσον τὸ σχέδιον τοῦ κ. ἐκ Μαντινείας πληρεξουσίου, ὅσον καὶ τὸ σχέδιον τὸ ὁποῖον ἔχει ἐπεξεργασθῆ ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπὴ καὶ τὸ ὁποῖον νομίζω ὅτι θὰ ἀποδεχθῶμεν, θὰ συνενοῦνται Βουλὴ καὶ Γερουσία καὶ οὕτω θὰ ἔχωμεν μίαν αὔξησιν ἐπὶ τοῦ σημερινοῦ ἀριθμοῦ 50 ἐπὶ πλέον συνέδρων.
§50Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Οὐχὶ ὅμως καὶ διὰ νομοθετικὰς ἐργασίας.
§51Σ. ΓΟΝΑΤΑΣ. Μάλιστα. Ἐφόσον ὅμως δεχθῶμεν ὅτι εἶναι δυνατὴ ἡ ἐργασία ἀπὸ Σῶμα τὸ ὁποῖον θὰ ἀποτελῆται ἀπὸ 450 συνέδρους, ἔστω καὶ διὰ τὸ συντακτικὸν ἔργον, νομίζω ὅτι δὲν δύναται νὰ ἀποκλεισθῇ τὸ δυνατὸν τῆς ἐργασίας Σώματος ἀπὸ 350 πληρεξουσίους διὰ τὸ νομοθετικὸν ἔργον. Ἐπὶ πλέον, ἂν ὁ ἀριθμὸς τῶν 400 εἶναι πράγματι ὑπερβολικὸς διὰ τὸ ἡμέτερον Κοινοβούλιον, λόγῳ τοῦ πληθυσμοῦ τοῦ Κράτους, εἶναι δὲ γνωστὸν ὅτι ὑπάρχουσιν ἄλλα Κοινοβούλια ἔχοντα ἀριθμὸν βουλευτῶν μεγαλύτερον καὶ ἐν τούτοις διεξάγοντα ὁμαλῶς τὰς ἐργασίας των· θὰ ἦτο ὅθεν μία μείωσις τῆς ἰδικῆς μας ἀξιοπρεπείας, ἂν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἄλλα Κράτη τὸ κάμνουν, ἡμεῖς δὲν δυνάμεθα νὰ τὸ κάμωμεν. Θὰ ἦτο καὶ μία ἀνακολουθία, τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ὅλα τὰ Κράτη, προκειμένου περὶ συντακτικοῦ ἔργου, συνενώνουν τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Γερουσίαν εἰς μίαν Συνέλευσιν, ἡμεῖς, εὑρεθέντες, λόγῳ τῆς Ἐπαναστάσεως, εἰς μίαν Συνέλευσιν, νὰ τὴν διχοτομήσωμεν εἰς Βουλὴν καὶ Γερουσίαν.
§52Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Διὰ τὴν νομοθετικὴν ἐργασίαν.
§53Σ. ΓΟΝΑΤΑΣ. Μάλιστα. Πάντως φρονῶ ὅτι πρέπει ἡ Συνέλευσις νὰ μείνῃ ὅπως εἶναι σήμερον. Ἐπὶ τῆς ἐσχάτης, τέλος, δικαιολογίας τοῦ ψηφίσματος, ὅτι ὁ διχασμὸς τοῦ Σώματος θὰ διευκολύνῃ τὸν ὁριστικὸν περιορισμὸν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν βουλευτῶν, δὲν θὰ ἀσχοληθῶ ἐπὶ πολύ, διότι καὶ τοῦτο τὸ θεωρῶ θίγον ὀλίγον τὴν ἀξιοπρέπειαν ἡμῶν, διότι διὰ τῆς προτάσεως ταύτης ὑπολανθάνει ὁ ὑπαινιγμὸς ὅτι ἡμεῖς θὰ ἠρνούμεθα νὰ περιορίσωμεν τὸν ἀριθμὸν τῶν βουλευτῶν εἰς ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος θὰ ἐκρίνετο ἀπολύτως ἀναγκαῖος. Πιστεύω ὅτι δὲν θὰ ὑπάρχῃ οὔτε εἷς ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ὁ ὁποῖος θὰ ἔθετε τὸ ἀτομικόν του συμφέρον ὑπεράνω τοῦ γενικοῦ. (Χειροκροτήματα).
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καραπαναγιώτης ἔχει τὸν λόγον.
§55Β. ΚΑΡΑΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ. Παρηκολουθήσαμεν καὶ ἡμεῖς, κύριοι πληρεξούσιοι, μετὰ μεγάλης προσοχῆς τὴν διεξαχθεῖσαν συζήτησιν καὶ ἐπὶ πολλῶν σημείων ὁμολογοῦμεν ὅτι οἱ ἀγορεύσεις τῶν ἀξιοτίμων προλαλησάντων συναδέλφων ὑπῆρξαν διαφωτιστικαί. Ἡμεῖς τολμῶμεν νὰ λάβωμεν τὸν λόγον διὰ νὰ τονίσωμεν μόνον σημεῖά τινα. Ἐκεῖνα ἰδίᾳ τὰ ὁποῖα εἴτε ἀτελῶς εἴτε οὐδόλως ἐτονίσθησαν. Κατὰ βάσιν τασσόμεθα ὑπὲρ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ψηφίσματος. Θὰ ἀναπτύξωμεν δὲ τὰς διαφορὰς τὰς βασικὰς αἵτινες ἀπό τινων σημείων τοῦ ψηφίσματος τούτου μᾶς χωρίζουν. Περὶ μὲν τῆς ἀναγκαιότητος τοῦ θεσμοῦ τῆς Γερουσίας, κύριοι συνάδελφοι, εἰς ἡμᾶς οὐδὲν ἐναπόκειται νὰ εἴπωμεν. Εἴτε ἀξιότιμοί τινες συνάδελφοι τὸν θεσμὸν τῆς Γερουσίας ὡς ἀναγκαῖον ἔκριναν, εἴτε ἄλλοι ἔκριναν αὐτὸν ὡς ἀπαραίτητον, δι’ ἡμᾶς ἡ οὐσία εἶναι ὅτι κατόπιν τῶν γνωμῶν αἵτινες ἐξετέθησαν ὑπάρχει, τρόπον τινά, μία προειλημμένη ἀπόφασις τῆς Συνελεύσεως περὶ συστάσεως καὶ παρ’ ἡμῖν τοῦ δευτέρου Νομοθετικοῦ Σώματος. Καὶ ὄχι μόνον ὅσον ἀφορᾷ τὸν θεσμὸν κατὰ βάσιν, ἀλλὰ καὶ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐντολήν, τὸν ρόλον τὸν ὁποῖον ἐν τῷ δημοκρατικῷ πολιτεύματι τῆς Χώρας θὰ ἔχῃ νὰ διαδραματίσῃ τὸ δεύτερον Νομοθετικὸν Σῶμα, καὶ ἐπὶ τούτου, ἐξ ὅσων ἀγορεύσεων μέχρι τοῦδε τουλάχιστον ἠκούσαμεν, δὲν προέκυψαν οὐσιώδεις εἰς τὰς χονδρὰς γραμμὰς διαφοραί. Αἱ διαφοραὶ αἱ ὁποῖαι ὑφίστανται μεταξὺ τοῦ ψηφίσματος τὸ ὁποῖον ἡ πρώτη μετὰ τὸ δημοψήφισμα Κυβέρνησις ἔθεσεν ὑπὸ τὴν κρίσιν ὑμῶν, αἱ διαφοραί, λέγω, αἱ ὁποῖαι χωρίζουν τοῦτο ἀπὸ τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς περὶ ἀπορρίψεως, ἥτις υἱοθετεῖ διὰ τὸν καταρτισμὸν τοῦ δευτέρου Νομοθετικοῦ Σώματος τὴν ἐκλογὴν τῶν γερουσιαστῶν διὰ τῶν νομαρχιακῶν συμβουλίων, αἱ διαφοραὶ εἶναι ἐπὶ τοῦ συστήματος. Ἔχομεν ὅμως τὴν ἀντίληψιν ὅτι μέχρι τοῦδε ἡ συζήτησις δὲν διεξήχθη ἐπὶ τοῦ ἁρμόζοντος ἐπιπέδου, διὰ τὸν λόγον ὅτι αὕτη περιωρίσθη εἰς τὴν ὑποστήριξιν ἢ τὴν ἀντίκρουσιν τῶν ἐπιχειρημάτων τὰ ὁποῖα τὸ ψήφισμα τῆς πρώτης μετὰ τὸ δημοψήφισμα Κυβερνήσεως ἐν τῇ εἰσηγητικῇ της ἐκθέσει προβάλλει, χωρὶς νὰ ἐξετασθῶσι καὶ οὐσιώδεις τινὲς λεπτομέρειαι τοῦ ψηφίσματος, τὰς ὁποίας ἡμεῖς τοὐλάχιστον δὲν δυνάμεθα νὰ θεωρήσωμεν ὡς λεπτομερείας ἐπουσιώδεις καὶ κατὰ συνέπειαν μὴ ἐχούσας σχέσιν μὲ τὸ ὅλον σύστημα. Κατὰ τὴν γνώμην μας τουτέστιν ἡ συζήτησις καταλήγει εἰς σύγκρισιν μεταξὺ δύο συστημάτων, τοῦ προτεινομένου παρὰ τῆς πρώτης μετὰ τὸ δημοψήφισμα Κυβερνήσεως καὶ τοῦ τρόπου συγκροτήσεως, ὅστις ὑποδηλοῦται ἐν τῇ εἰσηγητικῇ ἐκθέσει περὶ ἀπορρίψεως, τῆς πλειονοψηφίας τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς. Ὡς γνωστόν, κύριοι πληρεξούσιοι, τὸ ὑπὸ συζήτησιν ψήφισμα ἀπετέλεσε τὸ ἀντικείμενον σοβαρωτάτων ἐπικρίσεων τόσον ἐντὸς τῆς Συνελεύσεως ταύτης ὅσον καὶ ἐκτὸς αὐτῆς. Καὶ αἱ μὲν ἐπικρίσεις αἱ ὁποῖαι εἴτε ἐγράφησαν εἴτε ἠκούσθησαν παρὰ μεγάλου μέρους τοῦ πολιτικοῦ κόσμου τῆς αἰθούσης ταύτης κατὰ τοῦ ψηφίσματος φρονοῦμεν ὅτι ἀποτελοῦσιν ἐπικρίσεις προερχομένας ἐκ τῆς ἐξετάσεως τῆς πραγματικῆς ἀξίας τοῦ συστήματος. Δὲν θὰ ἠδυνάμεθα ὅμως νὰ εἴπωμεν τὸ αὐτὸ καὶ περὶ τῶν ἐπικρίσεων τοῦ ἐκτὸς τῆς Συνελεύσεως πολιτικοῦ κόσμου. Αἱ ἐπικρίσεις αἵτινες ἐπερρίφθησαν ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ψηφίσματος παρὰ τοῦ ἐκτὸς τῆς Συνελεύσεως πολιτικοῦ κόσμου φρονοῦμεν ὅτι δὲν ἀπετέλεσαν ἢ τὴν ἀπήχησιν τῶν ἐντεῦθεν ἐπικρίσεων. Καὶ δι’ ἡμᾶς, κρίνοντας τὰ πράγματα ἐκ τῆς μέχρι τοῦδε τακτικῆς τοῦ πολιτικοῦ τούτου κόσμου, αἱ ἐπικρίσεις αὗται ἀποτελοῦν ἓν ἐπὶ πλέον ἐπιχείρημα τῆς ὀρθότητος τοῦ συστήματος διὰ τὸν λόγον ὅτι ὁ ἐκτὸς τῆς Συνελεύσεως πολιτικὸς κόσμος μᾶς ἐσυνήθισεν εἰς τὴν συστηματικὴν ἀντιπολίτευσιν καὶ ἀντίδρασιν ἐπὶ παντὸς μέτρου τὸ ὁποῖον θὰ ἠδύνατο νὰ ἐπιφέρῃ τὴν ποθητὴν πολιτικὴν γαλήνην εἰς τὸν Τόπον τοῦτον. Ὁπωσδήποτε ὅμως ἀναγνωρίζω ὅτι θὰ μοὶ εἴπητε ὅτι, οἱαδήποτε καὶ ἂν εἶναι τὰ ἐλατήρια τὰ ὁποῖα προκαλοῦσι τὴν τοιαύτην κατὰ τοῦ ψηφίσματος ἀντίθεσίν των, ἡ οὐσία εἶναι ὅτι δὲν θέλουν νὰ μετάσχουν εἰς τὴν Γερουσίαν συγκροτουμένην κατὰ τὸν τρόπον τοῦτον. Ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου θὰ ὁμιλήσωμεν περαιτέρω, κύριοι συνάδελφοι. Ὡς εἶπον πρότερον, ἡ συζήτησις παρουσιάζει ὑμῖν τὴν σύγκρισιν μεταξὺ δύο συστημάτων. Αἱ ἐπικρίσεις αἵτινες ἐστράφησαν κατὰ τοῦ συστήματος τὸ ὁποῖον ἡμεῖς ὑποστηρίζομεν συνοψίζονται εἰς τὰ ἑξῆς: Τὸ σύστημα τοῦτο, μᾶς λέγουσιν, εἶναι κάτι τὸ πρωτοφανές, κάτι τὸ καινοφανές, κάτι τὸ ἀντιδημοκρατικόν, τὸ αὐθαίρετον, λαμβανομένων φυσικὰ ὑπ’ ὄψιν τῶν εἰδικῶν συνθηκῶν ὑπὸ τὰς ὁποίας διατελοῦμεν καὶ ὑφ’ ἃς τὸ σύστημα τοῦτο ἐξετάζεται. Ἀλλὰ φρονοῦμεν ὅτι οἱ προβάλλοντες τὰς ἐπικρίσεις αὐτὰς δὲν ὑπῆρξαν ἐστερημένοι μιᾶς προσχηματισμένης οὕτως εἰπεῖν γνώμης ἐπὶ τοῦ συστήματος τούτου οὐδὲ ἀπηλλαγμένοι ποιᾶς τινος προκαταλήψεως. Γνωρίζομεν φυσικὰ καὶ ἡμεῖς, ὅπως ὅλοι γνωρίζουσιν, ὅτι τὸ σύστημα τοῦτο δὲν ἀποτελεῖ σύστημα υἱοθετημένον παρ’ ἑνὸς οἱουδήποτε Κράτους ἐκ τῶν ἐχόντων δεύτερον Νομοθετικὸν Σῶμα, πλὴν τῶν ἐλαχίστων ἐξαιρέσεων τὰς ὁποίας ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μαντινείας πληρεξούσιος ἀνέφερε κατὰ τὴν ἀγόρευσίν του. Μολονότι ὅμως δὲν ἀποτελεῖ σύστημα υἱοθετηθέν, μία ἔρευνα αὐτοῦ οὐχ ἧττον θὰ μᾶς κατεδείκνυεν ὅτι τοῦτο δὲν ἄγεται διὰ πρώτην ἤδη φορὰν ὑπὸ συζήτησιν. Ἐκεῖ δὲ ἔνθα ἐτέθη ὑπὸ συζήτησιν — καὶ θὰ εἴπωμεν ἀμέσως περαιτέρω ποῦ — καὶ ἐπεδοκιμάσθη καὶ ἐψηφίσθη μάλιστα, ἀδιάφορον ἂν καὶ ἐκεῖ διὰ λόγους ἀσχέτους πρὸς τὴν πραγματικὴν ἀξίαν καὶ τὰ πραγματικὰ προσόντα τοῦ συστήματος, δὲν υἱοθετήθη. Ἄν, κύριοι πληρεξούσιοι, ἀναδράμωμεν εἰς σημεῖά τινα τῆς κοινοβουλευτικῆς ἱστορίας τῆς Ἀγγλίας τῆς τελευταίας τριακονταετίας, θὰ πεισθῶμεν ὅτι ὁσάκις ἐν τῷ ἀγγλικῷ Κοινοβουλίῳ ἐγένετο συζήτησις σοβαρὰ ἢ ἀπόπειραι πρὸς τροποποίησιν τοῦ ὑφισταμένου ἐκεῖ κληρονομικοῦ θεσμοῦ τῆς δευτέρας Βουλῆς τῶν Λόρδων, δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ὅτι ὁμοφώνως σχεδὸν κατέληξαν εἰς σύστημα ὅμοιον πρὸς τὸ προτεινόμενον, δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ὅτι τὰ κατὰ καιροὺς εἰσαχθέντα εἰς συζήτησιν ἐν τῷ ἀγγλικῷ Κοινοβουλίῳ συστήματα κατὰ βάσιν δὲν ἀφίστανται τοῦ ὑπὸ συζήτησιν τοιούτου. Διὰ τὴν πληρεστέραν μελέτην τοῦ συστήματος ὀφείλομεν, κύριοι συνάδελφοι, νὰ τὸ ἀναλύσωμεν εἰς τὰ κύρια αὐτοῦ χαρακτηριστικά, οὕτως ὥστε ταῦτα ἰδίᾳ νὰ ἐξετάσωμεν παραβλέποντες τὰς λεπτομερείας τὰς μὴ οὐσιώδεις, αἵτινες θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐξετασθῶσι βραδύτερον μετὰ τὴν κατ’ ἀρχὴν παραδοχήν του. Τὰ κύριά του χαρακτηριστικά, κύριοι συνάδελφοι, εἶναι: Πρῶτον: Ἐκλογικὸς Σύλλογος. Τοῦτον θὰ ἀποτελέσωσι κατὰ τὸ ψήφισμα τὰ μέλη τῆς παρούσης Συνελεύσεως. Δεύτερον: Ἐκλέξιμοι. Πρὶν ἢ ὀνομάσω τὰς κατηγορίας τῶν ἐκλεξίμων νὰ μᾶς ἐπιτραπῇ, κύριοι συνάδελφοι, νὰ μεταχειριζώμεθα τὴν λέξιν «ἐκλέγειν» ἀντὶ τῆς λέξεως «διορίζειν», τὴν ὁποίαν θέλει νὰ μεταχειρίζεται τόσον ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπή, τῆς ὁποίας ἡ πλειονοψηφία τὸ ἀπέρριψεν, ὅσον καὶ ὅσοι ἐκ τῶν ἀξιοτίμων προλαλησάντων συναδέλφων ἐκηρύχθησαν κατὰ τοῦ συστήματος.
§56Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Εἰς τὴν συζήτησιν ἡ ὁποία ἔγινεν εἰς τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπὴν ἐδήλωσα ὅτι ἡμεῖς παραιτούμεθα τοῦ διορισμοῦ ἐπὶ τῇ βάσει προσόντων.
§57Β. ΚΑΡΑΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ. Λέγω τοῦτο, κύριε Πρόεδρε, διότι συμφώνως πρὸς τὴν ἔκθεσιν τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς δὲν θεωροῦνται διωρισμένα μόνον τὰ μέλη τῆς τρίτης κατηγορίας. Ἀλλὰ θεωροῦνται ὡς διωρισμένοι καὶ ἐκεῖνοι οἵτινες ἐντεῦθεν θὰ προέλθωσι δι’ ἐκλογῆς, εἴτε εἶναι μέλη τῆς παρούσης Συνελεύσεως εἴτε ὄχι. Ἐκλεξίμων κατὰ τὸ ψήφισμα διακρίνομεν τρεῖς κατηγορίας: Τὴν πρώτην κατηγορίαν ἀποτελοῦσι μέλη τῆς παρούσης Βουλῆς. Τὴν δευτέραν κατηγορίαν ἀποτελοῦσιν, ὡς καθορίζει τὸ ψήφισμα, «Πολῖται Ἕλληνες συμπληρώσαντες τὸ τριακοστὸν ἔτος τῆς ἡλικίας των καὶ δυνάμενοι διὰ τῶν γνώσεων καὶ τῆς ἐμπειρίας των νὰ συνεισφέρωσιν εἰς τὸ ἔργον τῆς Συνελεύσεως». Τὴν τρίτην κατηγορίαν ἀποτελοῦσιν ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι αὐτοδικαίως, κατὰ τὸ ψήφισμα, θὰ ἀποτελέσωσι μέλη τῆς Δευτέρας Βουλῆς συνεπείᾳ εἰδικῶν προσόντων, τὰ ὁποῖα συγκεντροῦσιν. Εἰς τὴν ἀποδοχὴν τῆς τρίτης ταύτης κατηγορίας δυνάμεθα ἀπὸ τοῦδε νὰ εἴπωμεν καὶ ἡμεῖς ὅτι ἀπολύτως ἀντιτιθέμεθα. Ἀναμφισβητήτως αὕτη ἀποτελεῖ κατηγορίαν διωρισμένων ἀντιπροσώπων κατ’ ἀρχὴν ἀσυμβίβαστον πρὸς τὰ δημοκρατικὰ δόγματα. Αὐτὰ εἶναι, κύριοι πληρεξούσιοι, τὰ κύρια χαρακτηριστικὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν συστήματος. Μετὰ τὴν ἀνάλυσιν ταύτην δυνάμεθα νὰ ἀνατρέξωμεν εἰς μίαν σύντομον ἀνασκόπησιν τῶν σχετικῶν σημείων τῆς κοινοβουλευτικῆς ἱστορίας τῆς Ἀγγλίας τῆς τελευταίας τριακονταετίας. Ἡ πρώτη προσπάθεια, κύριοι συνάδελφοι, ἡ ὁποία ἀρχίζει κατὰ τὸ ἔτος 1893 ἐν Ἀγγλίᾳ ἐπὶ Γλάδστωνος διὰ τὴν διαρρύθμισιν τοῦ δευτέρου Νομοθετικοῦ Σώματος παρουσιάζεται οὐσιαστικωτέρα κατὰ τὸ 1906. Κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο ἡ Βουλὴ τῶν Λόρδων ἀπέρριψε νόμους τινὰς τῆς Βουλῆς τῶν Κοινοτήτων, ἐν οἷς καὶ τὸν νόμον περὶ καταργήσεως τῆς ἰσχυούσης πολλαπλῆς ψήφου. Ἀποτέλεσμα τῆς ἀπορρίψεως ταύτης ὑπῆρξεν ἡ ἀνάληψις ἐκ μέρους τῶν Φιλελευθέρων συστηματικοῦ κατὰ τῆς Βουλῆς τῶν Λόρδων ἀγῶνος. Τὸ κύριον δὲ σημεῖον, κατὰ τοῦ ὁποίου κατηυθύνετο ὁ κατὰ τῆς Βουλῆς τῶν Λόρδων ἀγών, ἦτο ὁ κληρονομικὸς θεσμός, ὡς ἐν Ἀγγλίᾳ ὑφίστατο καὶ ὑφίσταται ἔτι. Ἀλλὰ κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο μία μόνη πρότασις τοῦ λόρδου Newton εἰσήχθη ὑπὸ συζήτησιν ἐν τῇ Βουλῇ τῶν Λόρδων, ἀλλ’ ἥτις δὲν διέφερε κατ’ οὐσίαν τοῦ ὑφισταμένου κληρονομικοῦ θεσμοῦ, καθόσον ἀπέβλεπε μόνον εἰς τὸν περιορισμὸν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν λόρδων, οἵτινες θὰ εἶχον δικαιώματα ν’ ἀποτελῶσι μέλη τῆς δευτέρας Βουλῆς, τοῦ ἀριθμοῦ τούτου προερχομένου ἐξ ἐκλογῆς μεταξὺ τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν λόρδων τοῦ Ἡνωμένου Βασιλείου. Δὲν παρουσίαζεν συνεπῶς ὡρισμένην τινὰ προσπάθειαν διὰ τὴν εἰσαγωγὴν αἱρετοῦ στοιχείου ἐν τῇ Βουλῇ τῶν Λόρδων. Ἡ πρότασις αὕτη τοῦ λόρδου Newton ἐψηφίσθη εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν, δὲν ἐψηφίσθη δὲ εἰς δευτέραν, διότι, ὑπὸ τὴν πίεσιν τοῦ διεξαγομένου παρὰ τῶν Φιλελευθέρων ἀγῶνος, κατηρτίσθη ἡ πρώτη Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ παρὰ τῇ Βουλῇ τῶν Λόρδων διὰ τὴν μελέτην τῶν εἰσακτέων μεταρρυθμίσεων εἰς τὴν σύνθεσιν τῆς ὑφισταμένης ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ κληρονομικοῦ δικαιώματος Βουλῆς τῶν Λόρδων. Ἡ Ἐπιτροπὴ αὕτη ἐτέθη ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ λόρδου Rosebery. Διὰ πρώτην τότε φορὰν εἰς τὸ Ἀγγλικὸν Κοινοβούλιον, κύριοι συνάδελφοι, παρουσιάζεται προσπάθεια εἰσαγωγῆς καὶ αἱρετοῦ στοιχείου ἐν τῇ Βουλῇ τῶν Λόρδων, στοιχείου αἱρετοῦ προερχομένου δι’ ἐκλογῆς ἐκτὸς τῶν κληρονομικῶν λόρδων. Ἐν ἐκθέσει του ὁ λόρδος Rosebery δὲν καθορίζει τὸν τρόπον ἐκλογῆς τοῦ αἱρετοῦ τούτου στοιχείου λόγῳ τῶν διαφωνιῶν, αἱ ὁποῖαι, ὡς ὁ ἴδιος ἐν τῇ ἐκθέσει του ἀναφέρει, προέκυψαν ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ. Ἐκ τῆς μελέτης ὅμως τῶν συζητήσεων, αἵτινες ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἐκθέσεως ἐπηκολούθησαν ἐν τῇ Βουλῇ τῶν Λόρδων, τότε διὰ πρώτην φορὰν ἀναφαίνεται ὡς τρόπος ἐκλογῆς τοῦ αἱρετοῦ τούτου στοιχείου ὁ διὰ τῆς Βουλῆς τῶν Κοινοτήτων ὑποστηριζόμενος, ἰδίᾳ παρὰ μιᾶς μικρᾶς μερίδος τῶν λόρδων, μερίδος φιλελευθέρας ὑπὸ τὸν λόρδον Courtney of Penwith. Εἰς τὰ πρακτικὰ τῆς Βουλῆς τῶν Λόρδων, τῶν ὁποίων ἀτελῆ μόνον περίληψιν ἠδυνήθημεν νὰ ἀνεύρωμεν εἰς τοὺς ἐν τῇ Βιβλιοθήκῃ τῆς Βουλῆς τόμους τῶν «Τάϊμς» τοῦ Λονδίνου, δύναταί τις νὰ εὕρῃ ἀρκετὰ ἐπιχειρήματα ὑπὲρ τοῦ συστήματος τούτου. Ἀλλὰ καὶ πάλιν ἡ σημειωθεῖσα προσπάθεια ἦτο μονομερής, μὴ δυναμένη νὰ θεωρηθῇ ὅτι ἐνέχει κεφαλαιώδη τινὰ σημασίαν. Προχωροῦντες περαιτέρω, κύριοι συνάδελφοι, φθάνομεν εἰς τὴν ἐποχὴν τοῦ 1910, ὁπότε πλέον παρουσιάζεται ἐν τῇ Βουλῇ τῶν Λόρδων σύστημα ὄχι μόνον ἀνάλογον, ἀλλά, δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅμοιον πρὸς τὸ ὑπὸ συζήτησιν. Καὶ τοῦτο ἐψηφίσθη δὶς ἐν τῇ Βουλῇ τῶν Λόρδων, δὲν ἐπεκράτησεν ὅμως ἐν τέλει, διότι ἐπῆλθε, διὰ λόγους ἄλλους, ἡ διάλυσις τῆς Βουλῆς ἐκείνης τοῦ 1910. Κατὰ τὴν περίοδον αὐτὴν τοῦ 1910 κατηρτίσθη μία Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ εὐρυτάτη ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ λόρδου Lansdowne. Τῆς ἐκθέσεως τῆς Ἐπιτροπῆς ταύτης σημεῖά τινα εἶναι ἐξαιρετικῆς σημασίας διὰ τὴν ἄποψιν ἡμῶν. Διότι ἐν τῇ ἐκθέσει ταύτῃ ἀνευρίσκομεν τὰ αὐτὰ σχεδὸν χαρακτηριστικὰ πρὸς ἐκεῖνα ἅτινα πρότερον ἀνελύσαμεν. Διότι κατὰ τὴν ἔκθεσιν τῆς Ἐπιτροπῆς ἡ Βουλὴ τῶν Λόρδων θὰ ἀποτελῆται (ἀναγινώσκει): αʹ) ἀπὸ 100 λόρδους κληρονομικοὺς ἐκλεγομένους παρ’ ὅλου τοῦ Σώματος τῶν κληρονομικῶν λόρδων κατά τι σύστημα ἀναλογικῆς ἐκλογῆς, τὸ γνωστὸν ὑπὸ τὸ ὄνομα τῆς «ἁπλῆς μεταφερτῆς ψήφου»· βʹ) ἀπὸ 120 λόρδους ἐκλεγομένους κατὰ ἐκλογικὰς περιφερείας, καταρτισθησομένας καθ’ ἅπαν τὸ Ἡνωμένον Βασίλειον, τῆς ἐκλογῆς γινομένης παρ’ ἐκλογικῶν συλλόγων ἀποτελουμένων ἐκ μελῶν τῆς Βουλῆς τῶν Κοινοτήτων τῶν ἐκλογικῶν τούτων περιφερειῶν· γʹ) ἀπὸ 100 λόρδους διοριζομένους παρὰ τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας· δʹ) ἀπὸ 7 ἀρχιεπισκόπους καὶ ἐπισκόπους καὶ εʹ) ἀπὸ 16 λόρδους ἔχοντας αὐτοδικαίως δικαίωμα συμμετοχῆς εἰς τὴν Βουλὴν τῶν Λόρδων. Ἐκ τῶν διαφόρων τούτων κατηγοριῶν ἐκείνη ἥτις ἰδιαιτέρως ὅλως μᾶς ἐνδιαφέρει εἶναι ἡ δευτέρα, διότι αἱ ἄλλαι κατηγορίαι ἀποτελοῦσι κατὰ τὸ μᾶλλον ἢ ἧττον διωρισμένα μέλη τῆς δευτέρας Βουλῆς. Ἡ δευτέρα αὕτη κατηγορία ἀποτελεῖ προφανῶς μίαν ἀναμφισβήτητον ὁμοιότητα πρὸς τὸ ὑπὸ συζήτησιν σύστημα, καθόσον τὸ αἱρετὸν στοιχεῖον τῆς δευτέρας Βουλῆς ἐκλέγεται ἐν γενικαῖς γραμμαῖς καθ’ ὃν τρόπον καὶ ἡμεῖς ὑποστηρίζομεν. Ἐννοῶ τὴν ἀντίρρησιν τὴν ὁποίαν θὰ μοὶ προβάλετε· ἀντίρρησιν εὔλογον καὶ φυσικήν. Τὸ σημεῖον, θὰ μοὶ εἴπετε, τῆς ἐκθέσεως τὸ ὁποῖον ἀνεγνώσατε, ἀποτελεῖ προφανῶς ὁμοιότητα ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ἐκλογικοὺς συλλόγους μόνον, ἐφόσον οὗτοι θὰ καταρτισθῶσι, κατὰ τὴν πρότασιν τῆς Ἐπιτροπῆς, ἀπὸ μέλη τῆς Βουλῆς τῶν Κοινοτήτων, ἀπὸ μέλη τῆς πρώτης Βουλῆς. Ἀλλά, ὡς πρὸς τὸ ἕτερον, τὸ καὶ σπουδαιότερον, τῆς ὑποψηφιότητος τ. ἔ. τῶν βουλευτῶν διὰ τὴν Γερουσίαν, οὐδὲν προκύπτει. Μάλιστα, θὰ σᾶς ἀπαντήσω, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ἐκ τῆς ἐκθέσεως οὐδὲν προκύπτει οὐδὲ γίνεται μνεία τις οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνεύρῃ τις ποῖαι ὑπῆρξαν αἱ γνῶμαι τῶν σημαινόντων πολιτικῶν παραγόντων τῆς Ἀγγλίας, οἵτινες ὑπῆρξαν μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς ἐκείνης, διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον ὅτι πρακτικὰ τῆς Ἐπιτροπῆς ἐκείνης δὲν ἐτηρήθησαν. Μελετῶντες ὅμως τὰς διεξαχθείσας ἐπὶ ἀρκετὰς ἡμέρας συζητήσεις ἐν τῇ Βουλῇ τῶν Λόρδων ἐπὶ τῆς ἐκθέσεως τῆς Ἐπιτροπῆς, θὰ ἴδωμεν ἀπόλυτον συμφωνίαν τοῦ πολιτικοῦ κόσμου τῆς Βουλῆς τῶν Λόρδων καὶ τῶν Συντηρητικῶν καὶ τῶν Φιλελευθέρων εἰς τὴν εἰσαγωγὴν εἰς τὸν ὑφιστάμενον κληρονομικὸν θεσμὸν αἱρετοῦ στοιχείου, προερχομένου δι’ ἐκλογῆς παρ’ ἐκλογικοῦ συλλόγου ἢ ἐκλογικῶν συλλόγων ἀποτελουμένων ἐκ μελῶν τῆς Βουλῆς τῶν Κοινοτήτων. Ἀλλὰ ταυτοχρόνως θὰ ἴδωμεν ὅτι συνεζητήθη καὶ ἐπεκράτησε καὶ τὸ δεύτερον χαρακτηριστικὸν τοῦ συζητουμένου συστήματος, τῆς ὑποψηφιότητος τουτέστι τῶν βουλευτῶν διὰ τὴν Γερουσίαν. Ἀλλ’ ὀφείλομεν νὰ τονίσωμεν καὶ ἕτερον σημαντικὸν σημεῖον τῶν διεξαχθεισῶν συζητήσεων. Ἐκ τῶν συζητήσεων τούτων προκύπτει ἡ μεγίστη σημασία, τὴν ὁποίαν ὁ ἀγγλικὸς πολιτικὸς κόσμος ἀπέδωκε πάντοτε, καὶ τότε, ἀλλὰ καί, ὡς γνωστόν, μεταγενεστέρως, εἰς τὴν ἐπικράτησιν τοῦ συστήματος τούτου, ἔναντι τοῦ ἰσχύοντος ἐν Γαλλίᾳ συστήματος, καὶ τὸ ὁποῖον, υἱοθετηθέν, προτείνεται παρὰ τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς ἵνα ἰσχύσῃ καὶ παρ’ ἡμῖν. Ὁ πολιτικὸς κόσμος τῆς Ἀγγλίας ὄχι μόνον ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ, ἀλλὰ καὶ καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν τῶν συζητήσεων, αἱ ὁποῖαι ἐπηκολούθησαν ἐν τῇ Βουλῇ τῶν Λόρδων, καὶ τότε καὶ εἰς μεταγενεστέραν περίοδον, ὁμοφώνως ἀπεφάνθη ὅτι ὁ μόνος τρόπος ἐκλογῆς γερουσιαστῶν, ὁ ὁποῖος θὰ ἠδύνατο νὰ ἀνταποκριθῇ εἰς τὴν ἀνάγκην τῆς ἐπιλογῆς τῶν καταλλήλων ἐκείνων προσώπων, τὰ ὁποῖα θὰ ὦσι πεπροικισμένα διὰ τῶν προσόντων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα οἱ γερουσιασταὶ πρέπει νὰ ἔχωσιν, ὁ μόνος, λέγω, κατ’ αὐτούς, τρόπος ἐκλογῆς εἶναι ὁ διὰ τῆς πρώτης Βουλῆς. Νὰ μοὶ ἐπιτραπῇ, κύριοι συνάδελφοι, νὰ ἀναγνώσω ὑμῖν περικοπὰς μόνον τινὰς ἐκ τῶν ἀγορεύσεων ἐν τῇ Βουλῇ τῶν Λόρδων, ἐξ ὧν θὰ καταφανῇ περισσότερον ἡ σοβαρότης τῶν ἐπιχειρημάτων των. Ὁ πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς λόρδος Lansdowne, εἰσηγούμενος τὴν ἔκθεσίν του ἐν τῇ Βουλῇ τῶν Λόρδων κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 8ης Μαΐου 1911, λέγει προκειμένου περὶ τοῦ τρόπου ἐκλογῆς τοῦ αἱρετοῦ στοιχείου τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἐπιθυμοῦμεν ἵνα τὰ μέλη ταῦτα ἐκλέγωνται διὰ μηχανισμοῦ εὑρισκομένου εἰς στενωτάτην ἐπαφὴν καὶ ὑπείκοντα εἰς τὴν Κοινὴν Γνώμην. Πῶς τὸ μέρος τοῦτο θὰ ἐκλέγεται; Δὲν πιστεύομεν ὅτι πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον ἤθελεν ἐκφρασθῆ ἡ ἐπιθυμία νὰ ἀνατρέξωμεν εἰς τὴν ἄμεσον ἐκλογήν. Οὕτω θὰ εἴχομεν ἁπλῶς ἓν ἀντίγραφον τῆς πρώτης Βουλῆς». Καὶ περαιτέρω ἐκθέτων τοὺς λόγους δι’ οὓς ἡ Ἐπιτροπὴ ἀπέρριψε τὴν ἔμμεσον διὰ τῶν συμβουλίων τοπικῆς αὐτοδιοικήσεως ἐκλογὴν λέγει (ἀναγινώσκει): «Ἄλλη λύσις θὰ ἦτο ἡ ἐκλογὴ διὰ τῶν συμβουλίων τῶν κοινοτικῶν καὶ λοιπῶν συμβουλίων τῆς αὐτοδιοικήσεως, ἐκλεγόντων τοὺς ἐκλέκτορας, οἵτινες, συνερχόμενοι, θὰ ἐξέλεγον τὰ μέλη τῆς δευτέρας Βουλῆς. Ἀλλ’ εὕρομεν μίαν μοιραίαν ἀντίρρησιν εἰς τὴν πρότασιν αὐτήν. Τὰ συμβούλια αὐτοδιοικήσεως ἀναμφιβόλως ὀφείλουσι μέγα μέρος τῆς μεγάλης ἐκτιμήσεως ἧς ἀπολαύουσιν εἰς τὸ γεγονὸς ὅτι κατώρθωσαν — δὲν λέγω τελείως, ἀλλ’ εἰς μεγάλην κλίμακα — νὰ τηρήσωσιν ἑαυτὰ μακρὰν πολιτικῶν διενέξεων (ἄκουσον, ἄκουσον) καὶ κατελήξαμεν εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι ὅσην καὶ ἂν κατεβάλλομεν προσπάθειαν, θὰ ὑπῆρχε μέγας κίνδυνος, ἂν τὸ καθῆκον τοῦτο ἐπεβάλλομεν εἰς τὰ συμβούλια αὐτά, νὰ τὰ ἀναμίξωμεν εἰς πολιτικὰς διαμάχας, ἀπὸ τὰς ὁποίας εὐτυχῶς εἰς μεγάλην κλίμακα ἐτηρήθησαν μακρὰν μέχρι τοῦδε (ἄκουσον, ἄκουσον). Ἐν τέλει δέ, ἐκθέτων τὸν τρόπον ἐκλογῆς εἰς ὃν κατέληξεν ἡ Ἐπιτροπή, ἐπιλέγει: «Ἐν πάσῃ περιπτώσει δύναμαι νὰ ἐξάρω ἓν προφανὲς προσὸν τὸ ὁποῖον ἡ μέθοδος αὕτη ἐνέχει. Ἔχετε τὸν ἐκλογικόν σας σύλλογον ἀμέσως ἕτοιμον. Ἕτοιμον πρὸς ἐνέργειαν. Δὲν εἶσθε ὑποχρεωμένοι νὰ δημιουργήσετε Σῶμά τι πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον. Καὶ πρὸς τούτοις ἔχετε Σῶμα, τὸ ὁποῖον, καὶ εἶμαι βέβαιος ὅτι δὲν θὰ ἔχωσιν ἐπὶ τούτου ἀντίρρησιν οἱ πρὸς τὸ σχέδιον τοῦτο ἀντιτιθέμενοι, δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς ἐκπροσωποῦν ἄριστα τὴν Κοινὴν Γνώμην τῶν ἐκλογικῶν των περιφερειῶν». Τελευτῶν δὲ προσθέτει: «Διεκδικοῦμεν ὑπὲρ τοῦ σχεδίου μας, οἱαδήποτε καὶ ἂν εἶναι τὰ ἐλαττώματά του, ὅτι εἶναι τουλάχιστον ἁπλούστατον, κατ’ ἐξοχὴν ἀδάπανον καὶ νομίζω ὅτι δύναμαι νὰ εἴπω δημοκρατικώτατον». Αἱ συζητήσεις ἐξηκολούθησαν ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας.
§58Σ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Δὲν πιστεύω νὰ φαντάζεσθε ὅτι ὁ κίνδυνος, τὸν ὁποῖον ἐξέφρασε, διὰ τὴν ἐκλογὴν τῶν γερουσιαστῶν διὰ τῶν νομαρχιακῶν συμβουλίων, ὑπάρχει καὶ ἐν Ἑλλάδι.
§59Β. ΚΑΡΑΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ. Ἀκριβῶς αὐτὸ ἤθελα νὰ εἴπω, ὅτι ὁ κίνδυνος αὐτός, ὁ ὁποῖος θὰ ἦτο ὀλιγώτερος εἰς τὴν Ἀγγλίαν, εἶναι μεγαλύτερος παρ’ ἡμῖν. Καὶ λέγω τοῦτο, διότι ἔχομεν δυστυχῶς, κύριοι συνάδελφοι, τὴν πεῖραν τοῦ προσφάτου παρελθόντος. Οὐδεὶς περισσότερον ἡμῶν θὰ ἠδύνατο νὰ βεβαιώσῃ τὴν ἀλήθευσιν τῆς τοιαύτης προρρήσεως. Διὰ πρώτην φορὰν ἐπρόκειτο καὶ ἐνταῦθα νὰ διεξαχθῶσιν ἐκλογαὶ νομαρχιακῶν συμβουλίων τῆς τοπικῆς αὐτοδιοικήσεως, καὶ εἴδομεν τὰς προσπαθείας, αἵτινες κατεβλήθησαν παρὰ πάντων, προσπαθείας αἱ ὁποῖαι δὲν ἔτεινον εἰς τὴν ἐκλογὴν τῶν καταλλήλων προσώπων διὰ τὴν καλὴν ἐνάσκησιν τῶν καθηκόντων τῶν νομαρχιακῶν συμβουλίων, ἀλλὰ τοὐναντίον προσπαθείας τεινούσας εἰς τὴν ἐκλογὴν πειθηνίων ὀργάνων καὶ ὑποχειρίων διὰ τὴν ἐκλογὴν τῶν γερουσιαστῶν. Καὶ τοῦτο, κύριοι πληρεξούσιοι, ἐπὶ τῇ ἰδέᾳ μόνον ὅτι εἰς τὰ νομαρχιακὰ συμβούλια θὰ ἀνετίθετο ἡ ἐκλογὴ τῶν γερουσιαστῶν. Εἴδομεν τουτέστιν ὅτι τὸ πνεῦμα τοῦ κομματισμοῦ καὶ τῆς ἐπιτεύξεως πλεονεκτημάτων διὰ τὴν ἐνδεχομένην ἐκλογὴν τῶν γερουσιαστῶν διὰ τῶν νομαρχιακῶν συμβουλίων ἀπετέλεσε τὸ κύριον στοιχεῖον κρίσεως, ἐπὶ τοῦ ὁποίου πάντες ἐβάσισαν τὴν ὑπόδειξιν τῶν ὑποψηφίων νομαρχιακῶν συμβούλων. Καὶ σᾶς ἐρωτῶ ἤδη, κύριοι συνάδελφοι, ἂν ηὕρατε εὐκόλως πρόσωπα κατάλληλα διὰ νομαρχιακοὺς συμβούλους εἰς τὰς ἐπαρχίας σας, διότι ἐγὼ τοὐλάχιστον ὁμολογῶ τὴν πικρὰν πεῖραν ἣν ἔχω ἀποκομίσει. Τὰ κατάλληλα πρόσωπα δὲν κατωρθώθη νὰ εὑρεθῶσι καὶ μόνον ἡ ἰδέα ὅτι οἱ νομαρχιακοὶ σύμβουλοι θὰ ἐχρησιμοποιοῦντο ἐνδεχομένως ὡς ἐκλέκτορες τῶν γερουσιαστῶν, μόνον ἡ ἰδέα αὕτη ὤθει τοὺς ἐνδιαφερομένους εἰς τὴν ὑποβολὴν ὑποψηφιότητος.
§60Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ πολιτευόμενοι δὲν θὰ δημιουργήσωσι νέα πρόσωπα, ἀλλ’ ἐκ τῶν ὑπαρχόντων θὰ ἐκλέξουν, ὅπως καὶ ἡμεῖς ἐξελέγημεν ἐκ τῶν ὑπαρχόντων ἐν τῷ πολιτικῷ κόσμῳ.
§61Β. ΚΑΡΑΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ. Μὴ κάμνετε σύγκρισιν μὲ τὰς βουλευτικὰς ἐκλογάς, κ. συνάδελφε. Εἰς τὰς βουλευτικὰς ἐκλογὰς παρουσιάσθητε σεῖς, ὁ ὁποῖος ἠθελήσατε νὰ ἐκλεγῆτε βουλευτὴς καὶ εὑρέθησαν 15–20 ψηφοφόροι διὰ νὰ σᾶς προτείνουν. Προκειμένου ὅμως περὶ τῶν νομαρχιακῶν ἐκλογῶν λέγομεν ὅτι, μολονότι θὰ ὑπάρξουν 15–20 ψηφοφόροι νὰ προτείνουν τινὰ διὰ νομαρχιακὸν σύμβουλον, δὲν θὰ εὑρεθῶσι δυστυχῶς ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι καὶ τὰ προσόντα τοῦ καλοῦ νομαρχιακοῦ συμβούλου θὰ ἔχουν καὶ τὴν διάθεσιν νὰ θέσωσιν ὑποψηφιότητα. Ἐπαναλαμβάνομεν λοιπὸν ὅτι μόνον ἡ ἰδέα ὅτι τὰ πρόσωπα ταῦτα θὰ ἠδύναντο νὰ χρησιμοποιηθῶσιν ὡς πιθανοὶ ἐκλέκτορες τῶν γερουσιαστῶν, μόνον ἡ ἰδέα αὕτη ὤθει τοὺς ὑποψηφίους νομαρχιακοὺς συμβούλους.
§62Π. ΜΑΖΑΡΑΚΗΣ. Ἀναχωρεῖτε ἀπὸ ἐσφαλμένην βάσιν, διότι λέγετε ὅτι δὲν ἐξευρέθησαν κατάλληλα πρόσωπα διὰ τὴν θέσιν τῶν νομαρχιακῶν συμβούλων. Ἀλλὰ δὲν ὑπεβλήθησαν προτάσεις, ἐπειδὴ ἔγινε γνωστὸν ὅτι ἀναβάλλονται αἱ ἐκλογαί.
§63Β. ΚΑΡΑΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ. Εἶναι ἡ γνώμη σας, κ. συνάδελφε. Ἡ ταπεινή μου γνώμη εἶναι ὅτι, ἀνεξαρτήτως τῆς ἀναβολῆς τῶν ἐκλογῶν, αἱ ὑποψηφιότητες, τὰς ὁποίας εἴδαμεν ὑποβληθείσας, δὲν ἀνταπεκρίνοντο πρὸς τὴν σοβαρότητα τῆς ἐντολῆς, τὴν ὁποίαν τὰ νομαρχιακὰ συμβούλια ἔμελλον νὰ ἀναλάβωσιν. Ἄλλως τε τὸ ζήτημα τοῦτο ὑποθέτω ὅτι ὁ φίλος συνάδελφος κ. Δ. Ἐλευθεριάδης θὰ εὐαρεστηθῇ νὰ ἀναπτύξῃ εὐρύτερον.
§64Γ. ΚΙΑΓΙΑΣ. Ἐγὼ τὸ καλοκαῖρι εἶχα ὑπάγει εἰς τρεῖς περιφερείας. Τότε εἶχον ὑποβληθῆ προτάσεις. Σᾶς βεβαιῶ δὲ ὅτι πρόσωπα νὰ γίνουν ἱκανοὶ νομαρχιακοὶ σύμβουλοι δὲν παρουσιάσθησαν οὐδὲ ἱκανοὶ ἐτόλμων νὰ θέσωσιν ὑποψηφιότητα, διότι τοῦτο ἐγίνετο κατ’ ἐπιταγὴν τῶν κομμάτων.
§65Β. ΚΑΡΑΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ. Ἐγὼ τοὐλάχιστον περὶ τούτου εἶμαι ἀπολύτως πεπεισμένος. Διὰ τοῦτο ἀκριβῶς καὶ ἐξέλεξα, ἐκ τῆς ὅλης ἀγορεύσεως τοῦ προέδρου τῆς Ἐπιτροπῆς ἥτις εἰσηγήθη τὴν μεταβολὴν τοῦ κληρονομικοῦ θεσμοῦ, τὸ σημεῖον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον, κατ’ ἐμέ, παρουσιάζει σημασίαν οὐσιώδη καὶ σοβαρωτάτην. Τὴν πρότασιν ταύτην τῆς Ἐπιτροπῆς ὑπεστήριξαν πάντες, οἵτινες ἔλαβον τὸν λόγον κατὰ τὴν συζήτησιν ἐκείνην, πλὴν δὲ μιᾶς ἀντιρρήσεως ἐκ μέρους τοῦ φιλελευθέρου λόρδου Morley, ἐπικρίναντος τὸ σύστημα τῆς κατατμήσεως κατὰ διαφόρους ἐκλογικὰς περιφερείας, τὸ σύστημα ἐγένετο ἀποδεκτὸν παρὰ τῆς Βουλῆς τῶν Λόρδων. Κατὰ τὴν συνέχισιν τῶν συζητήσεων ἔχομεν νὰ ἀναφέρωμεν σημεῖόν τι τῆς ἀγορεύσεως τοῦ λόρδου Curzon κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 17 Μαΐου, ὅστις ὁμιλῶν περὶ τοῦ προτεινομένου συστήματος καταλήγει (ἀναγινώσκει): «Διὰ τοὺς ἀνωτέρω λόγους κατελήξαμεν εἰς τὸ προτεινόμενον σύστημα ἐκλογῆς, τοὐλάχιστον διὰ πρώτην φοράν, διὰ τῶν μελῶν τῆς Βουλῆς τῶν Κοινοτήτων. Εἶναι οὗτος μηχανισμὸς ἁπλοῦς, ὑπάρχων ἕτοιμος, ἀδάπανος καὶ λαϊκός». Αὐτοὶ εἶναι, κύριοι πληρεξούσιοι, οἱ χαρακτηρισμοὶ τοῦ λόρδου Curzon. Βλέπετε ὅτι καὶ ἐκεῖ ὁ λόρδος Curzon ἐπρότεινε τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ συστήματος διὰ πρώτην τοὐλάχιστον φορὰν διὰ τὴν ἀρχικὴν τῆς Βουλῆς τῶν Λόρδων συγκρότησιν. Ἀλλὰ μολονότι ταῦτα ἐλέχθησαν παρὰ τούτου, οὐδένα εἴδομεν, ὡς ἐνταῦθα, νὰ διαρρηγνύῃ τὰ ἱμάτιά του διότι παρουσιάσθη ὁ λόρδος Curzon προτείνων τὸ σύστημα τοῦτο διὰ πρώτην φορὰν διὰ τὴν ἀρχικὴν συγκρότησιν.
§66Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Εἶπεν ὁ λόρδος Curzon νὰ διχοτομηθῇ ἡ Βουλή;
§67Β. ΚΑΡΑΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ. Θὰ ἀπαντήσωμεν καὶ ἐπ’ αὐτοῦ ἐντὸς ὀλίγου, κ. συνάδελφε. Ἀλλὰ θὰ μοὶ εἴπετε, καὶ δικαίως: Ἐξ ὅσων σημείων μέχρι τοῦδε ἐτονίσατε προκύπτει ἀναμφισβητήτως ὅτι ἡ δευτέρα Βουλὴ θὰ ἠδύνατο νὰ καταρτισθῇ ἐκ τῆς πρώτης. Ἀλλ’ οἱ βουλευταὶ τῆς πρώτης ἠδύναντο νὰ ὦσιν ὑποψήφιοι διὰ τὴν δευτέραν Βουλήν; Ἐκ τῆς μελέτης τῶν συζητήσεων προκύπτει ἀναμφισβητήτως καὶ τοῦτο: Κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 17ης Μαΐου τῆς Βουλῆς τῶν Λόρδων, ὁ λόρδος Newton ἐπικρίνων τὸ προτεινόμενον σύστημα «φοβεῖται μὴ ἕκαστος ψηφίσῃ τὸν ἑαυτόν του». Ἐξηγεῖ δὲ ὅτι οἱ φόβοι του ἀφορῶσι μᾶλλον τὸν τρόπον ψηφοφορίας, ἐπειδὴ θὰ ἴσχυεν, ὡς προείπομεν, τὸ σύστημα τῆς ἁπλῆς μεταφερτῆς ψήφου, ἐξ οὗ ἐφοβεῖτο μήπως ἕκαστος ψηφίζῃ τὸν ἑαυτόν του. Ἐκ τούτου προκύπτει ὅτι οἱ βουλευταὶ τῆς πρώτης Βουλῆς ἠδύναντο νὰ ἐκλεγῶσι διὰ τὴν δευτέραν. Δὲν προκύπτει ὅμως μόνον ἐκ τῶν ὀλίγων τούτων λέξεων τοῦτο. Ὁ λόρδος Rosebery ἀπαντῶν καὶ ὑπεραμυνόμενος τοῦ συστήματος λέγει (ἀναγινώσκει): «Φυσικὰ ὑπὸ ἀλλοίας καὶ εὐτυχεστέρας περιστάσεις θὰ ἠδυνάμεθα νὰ φαντασθῶμεν ὅτι ἐκλογικὸς σύλλογος ἐκ μελῶν τῆς Βουλῆς τῶν Κοινοτήτων ἀποτελούμενος θὰ ἐψήφιζε πιθανῶς, ὅπως οἱ πλοίαρχοι ἔκαμνον ὅταν ἐπρόκειτο νὰ ἐκλέξωσι τὸν ναύαρχον τὸν μέλλοντα νὰ κυβερνήσῃ τὸν Ἀθηναϊκὸν Στόλον. Ἕκαστος ἐξ αὐτῶν ἐψήφιζε τὸν ἑαυτόν του. Δὲν εἶμαι βέβαιος ἄν, ὑπὸ τὰς συνθήκας ταύτας τὰς οὐχὶ εὐτυχεῖς ὑπὸ τὰς ὁποίας διατελοῦμεν ἢ ὑφ’ ἃς πιθανὸν νὰ εὑρεθῶμεν, μέλος τι τῆς Βουλῆς τῶν Κοινοτήτων θὰ θελήσῃ νὰ ἐγκαταλείψῃ μίαν ἔμμισθον θέσιν, πλουσίως ἀμειβομένην δι’ 100 λιρῶν κατὰ τριμηνίαν, διὰ νὰ τὴν ἀνταλλάξῃ μὲ τὴν ἐν συγκρίσει ἄγονον τιμὴν νὰ παρακαθίσῃ εἰς τὰ ἑδώλια ταῦτα». Κατὰ τὸν τερματισμὸν τῶν συζητήσεων, ἐπειδὴ προεβλήθη ἡ ἐνδεχομένη ἐξάρτησις τῶν λόρδων παρὰ τῆς Βουλῆς τῶν Κοινοτήτων, ἀφοῦ παρὰ ταύτης θὰ ἐξελέγοντο, ὁ πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς λόρδος Lansdowne ἀπαντῶν εἰς τὴν ἀντίρρησιν αὐτὴν λέγει (ἀναγινώσκει): «Ὁ λόρδος Newton, διαπραγματευόμενος τὸ μέρος τοῦτο τοῦ σχεδίου νόμου, ἔκαμε παρατηρήσεις τινὰς διὰ τὴν ἐνδεχομένην ἐξάρτησιν τῶν οὕτως ἐκλεγομένων μελῶν τῆς δευτέρας Βουλῆς ἀπὸ τὰ μέλη τῆς πρώτης, ἅτινα ἀπετέλεσαν τὸν ἐκλογικὸν σύλλογον τῆς περιφερείας των. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἰς ἀπάντησιν ἐπιθυμῶ νὰ φέρω εἰς τὴν μνήμην ὑμῶν εἶναι τοῦτο: Μολονότι τὰ μέλη ταῦτα θὰ κατέχουν τὰς ἕδρας των διὰ τῆς ψήφου των, οὕτως εἰς ἐκλογικοὺς συλλόγους συγκροτουμένων μελῶν τῆς Βουλῆς τῶν Κοινοτήτων ἡ θέσις αὐτῶν θὰ εἶναι μᾶλλον ἀνεξάρτητος, ἐφόσον, συμφώνως τῷ σχεδίῳ ἡμῶν, τὰ μέλη τῆς δευτέρας Βουλῆς θὰ εἶχον ἀσφαλῆ τὴν ἕδραν των διὰ 12 ἔτη». Καὶ αἱ προτάσεις αὗται ἐψηφίσθησαν καὶ εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν. Καταλήγομεν ὅθεν εἰς τοῦτο· ὅτι βουλευταὶ τῆς πρώτης Βουλῆς ἠδύναντο νὰ ὦσιν ὑποψήφιοι καὶ διὰ τὴν δευτέραν.
§68Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἠδύναντο νὰ εἶναι ὑποψήφιοι, ἐνῷ κατὰ τὸ σύστημά μας εἶναι ὑποχρεωτικόν.
§69Β. ΚΑΡΑΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ. Καὶ καθ’ ἡμᾶς δὲν εἶναι ὑποχρεωτικόν, κύριοι συνάδελφοι. Κατ’ ἀρχὴν ἀντιτιθέμεθα εἰς τὴν ὑποχρέωσιν ἑνὸς μέλους τῆς πρώτης Βουλῆς νὰ μεταβῇ εἰς τὴν δευτέραν. Ἀλλ’ εἴμεθα βέβαιοι, κύριοι πληρεξούσιοι, ὅτι δὲν θὰ γίνῃ ἀνάγκη καμμιᾶς ὑποχρεώσεως, διότι προφανῶς θὰ ὑπάρξωσιν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ θελήσωσι νὰ μεταβῶσιν εἰς τὴν δευτέραν Βουλήν. Οὐδεμίαν δέ, φρονοῦμεν, μείωσιν τοῦ συντακτικοῦ των δικαιώματος ὑφίστανται. Ἐδῶ, κύριοι, τερματίζεται ἡ περίοδος τοῦ 1911, κατὰ τὴν ὁποίαν αἱ ἀνωτέρω λεχθεῖσαι προτάσεις ἐψηφίσθησαν εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν παρὰ τῆς Βουλῆς τῶν Λόρδων. Δὲν εἰσήχθησαν δὲ τότε εἰς τὴν Βουλὴν τῶν Κοινοτήτων, διότι ἡ τότε Κυβέρνησις τῶν Φιλελευθέρων ὑπὸ τὸν Asquith, ἐπιτυχοῦσα διὰ τῆς ἐπιβολῆς εἰς τὴν Βουλὴν τῶν Λόρδων τὴν ἀποδοχὴν τοῦ παρὰ τῆς Βουλῆς τῶν Κοινοτήτων ψηφισθέντος Parliament Act τοῦ 1911, τὴν μείωσιν τῶν δικαιωμάτων τῆς Βουλῆς τῶν Λόρδων, οὐδόλως πλέον ἔσπευδεν εἰς τὴν εἰσαγωγὴν μεταρρυθμίσεων ἐν τῇ συνθέσει τῆς Βουλῆς τῶν Λόρδων. Ἀλλὰ πλὴν τούτου περὶ τὸ τέλος τοῦ 1911 ἐπῆλθεν ἡ διάλυσις τῆς Βουλῆς τῶν Κοινοτήτων καὶ κατὰ τὴν ἔναρξιν τοῦ 1912 ἔχομεν νέαν Βουλήν.
§70Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἔγινε καὶ τῷ 1918 συζήτησις.
§71Β. ΚΑΡΑΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ. Εἰς τοῦτο θέλω νὰ καταλήξω καὶ ἐγώ.
§72Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Νὰ καταλήξετε εἰς τὸ συμπέρασμα τῆς Βουλῆς τοῦ 1918.
§73Β. ΚΑΡΑΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ. Δὲν κατέληξα κατ’ εὐθεῖαν εἰς τὸ πόρισμα τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ 1918, διότι τὸ πόρισμα τοῦτο δὲν ἀρκεῖ διὰ τοὺς μὴ εἰδότας τὰ προηγηθέντα τῆς τελευταίας ταύτης ἐκθέσεως. Διὰ τοῦτο ἠθέλησα νὰ τονίσω ὅτι, ὁσάκις εἰς τὸ Ἀγγλικὸν Κοινοβούλιον ἐγίνετο συζήτησις περὶ μεταβολῆς τοῦ κληρονομικοῦ θεσμοῦ, ἐπεκράτησε σύστημα ὅμοιον πρὸς τὸ προτεινόμενον. Διὰ τοῦτο, λέγω, δὲν ἔφθασα ἀμέσως εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ 1918, τῆς ὁποίας ἡ ἔκθεσις συνοψίζει πᾶσαν προγενεστέραν ἐργασίαν, διότι διὰ τοὺς ἀγνοοῦντας τὰ προηγούμενα δὲν θὰ ἀπετέλει ἡ μεμονωμένη αὕτη ἔκθεσις ἐπαρκὲς στοιχεῖον διὰ τὸν σχηματισμὸν πεποιθήσεως ἢ γνώμης. Κατὰ τὸ 1912, κύριοι πληρεξούσιοι, κατὰ τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ λόγου τοῦ Θρόνου βλέπομεν ἐπανερχόμενον πάλιν ἐπὶ τάπητος τὸ ζήτημα τῆς εἰσαγωγῆς μεταρρυθμίσεων ἐν τῇ συνθέσει τῆς Βουλῆς τῶν Λόρδων. Αἱ μεταρρυθμίσεις αὗται ἐπρόκειτο νὰ εἰσαχθῶσι κατὰ τὸ 1916, ὁπότε, ἐπὶ τῇ ἐκρήξει τοῦ μεγάλου πολέμου, ὑπῆρξαν τόσον σοβαρὰ τὰ ἀπασχολήσαντα τὸ Ἀγγλικὸν Κοινοβούλιον ζητήματα, ὥστε τὸ τῶν μεταρρυθμίσεων τούτων ἐτέθη ἐν δευτέρᾳ ὅλως μοίρᾳ. Ἀλλὰ τοσαύτην σοβαρότητα ἀπέκτησε πάλιν τὸ ζήτημα ὑπὸ τὴν πνοὴν τῶν δημοκρατικῶν ἰδεῶν, ὡς ἐκ τοῦ πνεύματος τοῦ διεξαγομένου πολέμου, ὥστε τὸ Ἀγγλικὸν Κοινοβούλιον καὶ ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις δὲν ἀντέσχον εἰς τὴν ἐπίμονον ἀπαίτησιν τῶν Συντηρητικῶν διὰ τὴν εἰσαγωγὴν ὡρισμένων μεταρρυθμίσεων εἰς τὴν σύνθεσιν τῆς Βουλῆς τῶν Λόρδων. Διὰ τὴν μελέτην τῶν μεταρρυθμίσεων τούτων κατηρτίσθη Ἐπιτροπὴ μικτὴ ἐκ τῶν δύο Βουλῶν, ἐκ 16 μελῶν ἐξ ἑκάστης Βουλῆς, ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ λόρδου James Bryce. Ἡ Ἐπιτροπὴ κατέληξεν εἰς ὡρισμένα συμπεράσματα, ἐκτεθέντα δι’ ἐκθέσεως τοῦ προέδρου αὐτῆς, ἐκθέσεως πραγματικῶς πολυτίμου διὰ τοὺς μελετῶντας τὴν σύνθεσιν ἐν γένει τῶν δευτέρων Νομοθετικῶν Σωμάτων, ἐκ τῆς μελέτης τῆς ὁποίας προκύπτει ὅτι ὄχι μόνον δὲν ἐμειώθη, ἀλλὰ τοὐναντίον ἐνισχύθη ἡ γνώμη τοῦ πολιτικοῦ κόσμου τῆς Ἀγγλίας διὰ τὴν υἱοθέτησιν τοῦ συστήματος τούτου, τοῦ καταρτισμοῦ τῆς δευτέρας Βουλῆς ἐκ τῆς πρώτης, καὶ ὁ ἀριθμὸς τῶν μελῶν, τὰ ὁποῖα δι’ ἐκλογῆς θὰ εἰσήρχοντο εἰς τὴν Βουλὴν τῶν Λόρδων, παρουσιάζεται ἀρκετὰ ηὐξημένος. Εἶναι γνωστή, κύριοι πληρεξούσιοι, ἡ σημασία, ἡ ὁποία παρ’ ὅλων ἀποδίδεται εἰς τὴν ἔκθεσιν αὐτήν. Διὰ νὰ τονίσωμεν τὴν σημασίαν ταύτην, ἀρκεῖ μόνον νὰ ὑπομνήσωμεν ὀλίγας λέξεις τὰς ὁποίας ὁ Barthélemy ἀναφέρει εἰς τὸν πρόλογον τῆς Γαλλικῆς μεταφράσεως τοῦ τελευταίου ἔργου τοῦ Bryce «Αἱ νεώτεραι Δημοκρατίαι» (ἀναγινώσκει): «Κατὰ τὸ 1914 γίνεται λόρδος μὲ τὸν τίτλον τοῦ Ὑποκόμητος Bryce. Καλεῖται ἀμέσως νὰ προεδρεύσῃ τῆς Ἐπιτροπῆς, ἥτις ἐσχηματίσθη ἵνα μελετήσῃ τὰς μεταρρυθμίσεις τῆς Βουλῆς τῶν Λόρδων. Συμφώνως πρὸς τὴν μέθοδον τῆς ἀμέσου παρατηρήσεως, πρὸς τὴν ὁποίαν παρέμεινε πάντοτε πιστός, ζητεῖ νὰ περιστοιχισθῇ ἀπὸ ὅλα τὰ φῶτα. Ζητεῖ ἰδίᾳ ἐκθέσεις περὶ τῆς Γαλλικῆς Γερουσίας ἀπὸ πολλοὺς καθηγητὰς τῆς Σχολῆς ταύτης τῶν Πολιτικῶν Ἐπιστημῶν, μετὰ τῆς ὁποίας εἶχε διατηρήσει τὰς φιλικωτέρας τῶν σχέσεων. Ὁ ἔχων τὴν τιμὴν νὰ ὑπογράφῃ τὸν πρόλογον τοῦτον δὲν λησμονεῖ τὴν ὑψηλὴν καὶ κολακευτικὴν εὐμένειαν, μετὰ τῆς ὁποίας τὸν ἐτίμησεν, ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ, ὁ διάσημος συγγραφεὺς καὶ πολιτικός. Ὁ James Bryce συνεκέντρωσε τὰς ἐργασίας τῆς Ἐπιτροπῆς εἰς μίαν μεγαλειώδη ἔκθεσιν, τὴν ὁποίαν δέον νὰ συμβουλεύωνται πάντες ὅσους ἀπασχολεῖ ἡ ὑπόστασις, ὁ ρόλος καὶ ἡ σύνθεσις τῶν δευτέρων Βουλῶν». Εἶναι γνωστὸν τί προέτεινεν ἡ Ἐπιτροπὴ αὕτη διὰ τὴν συγκρότησιν τῆς δευτέρας Βουλῆς. Κατὰ τὰς προτάσεις τῆς Ἐπιτροπῆς, ἡ δευτέρα Βουλὴ θὰ ἀπετελεῖτο ἐκ 246 μὲν μελῶν ἐκλεγομένων παρὰ τῶν μελῶν τῆς Βουλῆς τῶν Κοινοτήτων ἀποτελούντων ὁμάδας κατὰ γεωγραφικὰς περιφερείας, καὶ ἐξ 81 κληρονομικῶν λόρδων ἐκλεγομένων παρὰ τῆς ἐπὶ τούτῳ μονίμου μικτῆς Ἐπιτροπῆς ἀμφοτέρων τῶν Βουλῶν μεταξὺ τοῦ ὅλου Σώματος τῶν κληρονομικῶν λόρδων. Ἀναφέρων τοὺς λόγους δι’ οὓς ἐπεκράτησε τὸ σύστημα τὸ ὁποῖον προτείνεται ὁ πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς κάμνει μίαν μακρὰν εἰσήγησιν, τῆς ὁποίας ὀλίγας φράσεις θεωροῦμεν ἀπαραίτητον νὰ ἀναφέρωμεν. Κάμνει μίαν ἀνάλυσιν ὅλων τῶν δυνατῶν τρόπων συγκροτήσεως τοῦ δευτέρου Νομοθετικοῦ Σώματος, ἐξετάζων ἐκ περιτροπῆς τὸν διορισμόν, τὴν ἄμεσον ἐκλογήν, τὴν ἔμμεσον διὰ τῶν συμβουλίων τοπικῆς αὐτοδιοικήσεως ἐκλογήν, τὴν δι’ Ἐπιτροπῆς ἐπιλογὴν τῶν μελῶν τοῦ δευτέρου Νομοθετικοῦ Σώματος καὶ τὴν διὰ τῆς πρώτης Βουλῆς ἔμμεσον ἐκλογὴν καὶ καταλήγει κηρυσσόμενος ὑπὲρ τῆς γνωστῆς πλέον ἀπόψεως τοῦ πολιτικοῦ κόσμου τῆς Ἀγγλίας, ἀπορρίπτων δι’ ἐπιχειρημάτων ἀκαταμαχήτων τὴν ἐκλογὴν τῶν γερουσιαστῶν κατὰ τὸ ἐν Γαλλίᾳ ἐν ἰσχύϊ σύστημα. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψετε, κύριοι συνάδελφοι, νὰ σᾶς ἀναγνώσω ἐκ τῆς ἐκθέσεως μόνον τὰ κυριώτερα σημεῖα, ἐκεῖνα τουτέστι ὁποῖα θὰ μᾶς ἐχρησίμευον ἐν τῇ ἡμετέρᾳ συζητήσει (ἀναγινώσκει): «Προετάθη ὅπως ἐμπιστευθῶμεν τὴν ἐκλογὴν τῶν μελῶν τῆς δευτέρας Βουλῆς εἰς τὰς τοπικὰς ἀρχάς, συγκροτουμένας εἰς ὁμάδας κατὰ γεωγραφικὰ διαμερίσματα καταλλήλου μεγέθους. Τὰ συμβούλια τῶν κομητειῶν καὶ τῶν ἀνεξαρτήτων δήμων, τῇ προσθήκῃ πιθανῶς τῶν συμβουλίων τῶν μεγαλυτέρων κοινῶν δήμων, ἀστικῶν καὶ ἀγροτικῶν διαμερισμάτων, θὰ ἠδύναντο νὰ ἀποτελέσωσι τοιούτους ἐκλογικοὺς συλλόγους, ἢ ἀντιπρόσωποι τῶν ἐπιτοπίων τούτων Ἀρχῶν θὰ ἠδύναντο νὰ ἀποτελέσωσι τοὺς ἐκλογικοὺς συλλόγους διὰ τὰς περιφερείας ταύτας. Τοιουτοτρόπως θὰ ἠδύνατο νὰ ἀποτελεσθῇ μία συνέλευσις ἐπιλέκτων πολιτῶν, ἐκλεγέντων παρὰ τοῦ λαοῦ, εἰς τὰς σχετικὰς περιφερείας των καὶ συνεπῶς δυναμένων νὰ ἐκπροσωπήσωσιν ἐν τούτῳ τὸν λαόν. Καὶ οὗτοι θὰ ἐξέλεγον διὰ τὴν δευτέραν Βουλὴν πολίτας ἀσκοῦντας τοπικὴν ἐπιρροὴν καὶ ἔχοντας ἔμπρακτον πεῖραν τῶν κοινῶν ὑποθέσεων. Τοιαῦται ἐκλογαὶ θὰ ἠδύναντο νὰ λάβωσι χώραν ἄνευ τῶν δαπανῶν καὶ τοῦ κομματισμοῦ, συμπαρομαρτούντων εἰς τὴν ἄμεσον ἐκλογήν, καὶ θὰ ἠδύναντο νὰ δώσωσιν ἀποτελέσματα ἐξ ἴσου καλὰ μὲ τὴν ἄμεσον ἐκλογὴν ἢ καὶ καλύτερα ταύτης μάλιστα. Μολονότι τὸ σχέδιον τοῦτο παρέχει τὸ μέγα θέλγητρον τῆς προσδόσεως μιᾶς νέας ὅλως βάσεως διὰ τὴν δευτέραν Βουλήν, πολλαὶ ἀντιρρήσεις παρουσιάσθησαν ἐναντίον του. Ὑπεστηρίχθη ὅτι ἀσφαλῶς θὰ εἰσῆγε τὸν κομματισμὸν εἰς τὰς ἐκλογὰς τῶν τοπικῶν συμβουλίων, αἵτινες διεξήγοντο μέχρι τοῦδε οὐχὶ κομματικαί, καὶ θὰ ἐνίσχυε τὸ πνεῦμα τοῦ κόμματος εἰς τὰς τοπικὰς ἐκλογὰς τῶν περιφερειῶν εἰς ἃς ἢ τοῦτο ὑφίσταται ὑπὸ τὴν καλὴν καὶ ἠπίαν αὐτοῦ μορφὴν ἢ εἰς ἃς αἱ ἐκλογαὶ αὗται ἐλάμβανον χώραν ἐπὶ τῇ βάσει προγραμμάτων ἀλλοίων ἀπὸ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐχρησιμοποιοῦντο εἰς τὰς βουλευτικὰς ἐκλογάς. Καὶ θὰ εἴχομεν ὡς ἀποτέλεσμα νὰ ἐξαναγκάζωμεν τοὺς ψηφοφόρους, ὅταν ψηφίζωσι, νὰ ἀποβλέπωσιν εἰς τὰ πολιτικὰ φρονήματα τοῦ ὑποψηφίου μᾶλλον παρὰ εἰς τὴν καταλληλότητα διὰ τὴν διεύθυνσιν τῶν τοπικῶν ὑποθέσεων, καθ’ ὃν χρόνον θὰ ἔκαμνεν αὐτὰ ταῦτα τὰ τοπικὰ συμβούλια νὰ διαιροῦνται ἐπὶ τῇ βάσει κομματικῶν γραμμῶν κατὰ τὴν ἐνάσκησιν τῶν καθηκόντων των ἐν τῇ διευθύνσει τῶν κοινῶν καὶ θὰ ἐμείου οὕτω σημαντικῶς τὴν ἀπόδοσίν των. Ἐπειδὴ τὰ μέλη τῶν τοπικῶν συμβουλίων ἐκλέγονται μέχρι τοῦδε διὰ τὴν ἐνάσκησιν καθηκόντων ἐχόντων ἐλαχίστην σχέσιν μὲ τὴν πολιτικὴν τοῦ Ἔθνους, οὐδεὶς σοβαρὸς λόγος ὑπῆρχε νὰ ἐπιβαρύνωμεν αὐτὰ μὲ τὸ ὅλως διάφορον καθῆκον τῆς ἐκλογῆς Σώματος καταλλήλου διὰ τὴν ἐνάσκησιν τῶν πολιτικῶν ἔργων μιᾶς δευτέρας Βουλῆς. Τὰ ἐπιχειρήματα ταῦτα κατίσχυσαν ἐν τέλει». Ἀκολούθως ἐκθέτων τὸ σύστημα τὸ ὁποῖον ἡ Ἐπιτροπὴ διὰ μεγάλης πλειονοψηφίας ἐνέκρινε λέγει (ἀναγινώσκει): «Ἐκλογὴ διὰ τῆς Βουλῆς τῶν Κοινοτήτων. Αὕτη δύναται νὰ συντελεσθῇ διὰ δύο μεθόδων. Ἡ Βουλὴ τῶν Κοινοτήτων θὰ ἠδύνατο νὰ ψηφίσῃ ὡς ἓν σύνολον διὰ τὴν ἐκλογὴν τῆς δευτέρας Βουλῆς ἢ θὰ ἠδύνατο νὰ διαιρεθῇ εἰς δύο ὁμάδας, ἑκάστη τῶν ὁποίων θὰ ἠδύνατο νὰ ἀναλάβῃ τὴν ἐκλογὴν ὡρισμένων μελῶν. Ὡς πρὸς τὸν πρῶτον τρόπον, ἠγέρθη ἡ ἀντίρρησις ὅτι ἡ ἐκλογὴ ὑπὸ ὁλοκλήρου τῆς Βουλῆς τῶν Κοινοτήτων, ὡς συνόλου, θὰ κατέληγεν ἀναποφεύκτως εἰς μίαν κομματικὴν διαμάχην, διεξαγομένην παρὰ τῶν κομμάτων μὲ βάσιν τὰς κομματικὰς φιλοδοξίας ἢ τὰς κομματικὰς ὑπηρεσίας τῶν ἐκλεκτέων προσώπων, ἐλαχίστης ἀποδιδομένης σημασίας εἰς τὰ προσωπικά των χαρίσματα. Ἡ ἀναλογικὴ ἐκλογὴ ἐγένετο σκέψις ὅτι δὲν θὰ κατέρριπτε τὴν ἀντίρρησιν αὐτήν, διότι δὲν θὰ ἦτο πρακτικῶς ἐφαρμόσιμος εἰς μίαν ἐκλογήν, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ πίναξ τῶν ὑποψηφίων θὰ περιεῖχεν ἑκατοντάδας ὀνομάτων, καὶ ἐν τῇ ὁποίᾳ ὁ ἐκλογικὸς διαιρέτης θὰ ἦτο τόσον μικρός, ὥστε ὀλίγοι ἐκλέκτορες θὰ ἠδύναντο, συνδυαζόμενοι ὁμοῦ, νὰ ἐξασφαλίσωσι τὴν ἐκλογὴν τοῦ ὑποψηφίου των. Τοιαύτη ἐκλογὴ συνεπῶς δὲν θὰ ἐπετύγχανε νὰ ἐξασφαλίσῃ τὸ εἶδος τῆς δευτέρας Βουλῆς, τὸ ὁποῖον ἡ Χώρα πιστεύεται ὅτι ἐπιθυμεῖ. Τουναντίον, ἂν τὰ μέλη τῆς Βουλῆς τῶν Κοινοτήτων διῃροῦντο κατὰ ὁμάδας ἀντιπροσωπευούσας εὐρείας τινὰς περιφερείας τῆς Χώρας καὶ συνήρχοντο κατὰ τοιαύτας ὁμάδας ὅπως ἐκλέξωσι τὰ διὰ τὴν δευτέραν Βουλὴν κρινόμενα κατάλληλα πρόσωπα, οἱ ἀναφερθέντες ἀμέσως ἀνωτέρω κίνδυνοι θὰ ὑπῆρχον ὀλιγώτεραι πιθανότητες νὰ παρουσιασθῶσι. Τὰ ἀποτελοῦντα τὰς ὁμάδας μέλη τῆς Βουλῆς τῶν Κοινοτήτων ἐλπίζεται ὅτι θὰ ἠδύναντο νὰ γνωρίζωσι τὰ μᾶλλον κατάλληλα πρόσωπα, ὅπως ἐκπροσωπήσουν τὰς ἀνάγκας καὶ ἐπιθυμίας τῶν περιφερειῶν, ἀπὸ τὰς ὁποίας καὶ οἱ ἴδιοι προέρχονται, καὶ θὰ ἐνήργουν ὑπὸ ἔννοιάν τινα εὐθύνης ἔναντι τῶν ἐκλογικῶν των περιφερειῶν, ἥτις ἔννοια τῆς εὐθύνης δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ ἰσχύσῃ προκειμένου περὶ τῆς Βουλῆς, ὡς συνόλου. Θὰ ἠδύναντο νὰ συνέλθωσιν εἰς ἀριθμὸν ὄχι πολὺ μεγάλον διὰ μίαν φιλικὴν συζήτησιν καὶ συμβιβασμόν, ἵνα κάμωσι τὴν ἐπιλογὴν τῶν προσώπων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα καλύτερον θὰ ἐξεπροσώπουν τὰς διαφόρους πολιτικὰς μερίδας καὶ θὰ ἠδύναντο μάλιστα νὰ κρατήσωσι καὶ ἀριθμόν τινα ἑδρῶν διὰ τὰ πρόσωπα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα δὲν ἦσαν μὲν πολιτικοὶ τῆς ἐνεργοῦ πολιτικῆς, ἀλλὰ παρεῖχον τὰ ἐχέγγυα τῆς καλῆς καὶ ἀφατριάστου ἐξετάσεως τῶν πραγμάτων. Αἱ ἀπόψεις αὗται ἔδωκαν χαρακτηριστικὴν προτίμησιν ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ διὰ τὸν τρόπον τοῦτον μᾶλλον παρὰ διὰ τὸν ἄλλον, τῆς ἐκλογῆς τ. ἔ. παρὰ τῆς Βουλῆς τῶν Κοινοτήτων, ὡς συνόλου, καὶ ὅταν ἐτέθη ζήτημα μεταξὺ τοῦ τρόπου τῆς παραγράφου 17 (δηλαδὴ ἐπιλογῆς διὰ μονίμου μικτῆς Ἐπιτροπῆς) ὁ τρόπος οὗτος ἔτυχε τῆς μεγαλυτέρας ὑποστηρίξεως». Ἀλλὰ καὶ ἐδῶ εὔλογον εἶναι ὅτι θὰ μοὶ προβάλετε τὴν αὐτὴν ἐρώτησιν: Οἱ βουλευταὶ τῆς Βουλῆς τῶν Κοινοτήτων ἦσαν ὑποψήφιοι γερουσιασταὶ δυνάμενοι νὰ ἐκλεγῶσι διὰ τῶν ἐκλογικῶν τούτων συλλόγων; Προφανῶς ναί. Τοῦτο προκύπτει ἐξ αὐτῆς ταύτης τῆς ἐκθέσεως τῆς Ἐπιτροπῆς, τῆς ὁποίας πρακτικὰ μὲν δὲν ἐτηρήθησαν διὰ νὰ δύναταί τις νὰ ἴδῃ τὰς ἐκτεθείσας γνώμας ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου ἀλλὰ ἐξ ὡρισμένων παραγράφων τῆς ἐκθέσεως, τὰς ὁποίας παρακαλῶ νὰ μοὶ ἐπιτρέψετε νὰ σᾶς ἀναγνώσω, προκύπτει καὶ τὸ ἀνωτέρω. Τοῦτο προκύπτει ἐκ τῆς κατωτέρω σημειουμένης γνώμης τῆς μειονοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς, ἥτις ἐκηρύχθη ὑπὲρ τοῦ διὰ τῆς μικτῆς Ἐπιτροπῆς τρόπου ἐπιλογῆς τῶν γερουσιαστῶν. Ἡ γνώμη τῆς μειονοψηφίας ἐκτίθεται ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Θεωροῦσιν ἀπίθανον ὅτι ἐκλογὴ δι’ ὁμάδων ἐκ βουλευτῶν θὰ ἀπέδιδε Σῶμα ἀνδρῶν ἐχόντων τὰ διὰ τὴν δευτέραν Βουλὴν ἀπαιτούμενα ἐφόδια ἢ ἐνδεδειγμένων νὰ ἀναλάβωσι τὰ εἰς τὸ Σῶμα τοῦτο καθοριζόμενα καθήκοντα. Ἐκλεγόμενοι παρ’ ἀνδρῶν, οἵτινες ἀναποφεύκτως οἱ ἴδιοι ἦσαν ὀπαδοὶ κομμάτων, δυσκόλως (κατὰ τὴν γνώμην τῆς μειονοψηφίας) θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἀναμένῃ τις νὰ ὦσιν ἀπηλλαγμένοι τοῦ κομματισμοῦ. Ἀναποφεύκτως σχεδὸν θὰ ἐξελέγοντο ὡς ὀπαδοὶ κομμάτων καὶ θὰ ἐθεώρουν συνεπῶς ἑαυτοὺς κομματικῶς δεσμευμένους. Ἐκτὸς τούτου ὑπῆρχε φόβος μήπως τὸ σύστημα τοῦτο προσαρμοσθῇ πρὸς διαπραγματεύσεις καὶ συναλλαγὰς τοῦ μᾶλλον ἀνεπιθυμήτου εἴδους. Πολὺ μικρὸς ἀριθμὸς ἐκλεκτόρων θὰ ἠδύνατο κατὰ ἀναλογικόν τι σύστημα νὰ ἐκλέξῃ ἓν μέλος τῆς δευτέρας Βουλῆς. Καὶ συχνάκις θὰ ὑπῆρχεν εἷς ἀκλόνητος πειρασμὸς νὰ ἐκλεγῶσι πρόσωπα ὄχι συνεπείᾳ τῆς διακεκριμένης των ὑποστάσεως ἢ τῆς καταλληλότητός των, ὅπως λάβωσι μέρος εἰς τὰς ἐργασίας τοῦ δευτέρου Νομοθετικοῦ Σώματος, ἀλλά, ἐφόσον θὰ ὑπῆρχεν ἡ ἐπιθυμία νὰ ἀμειφθῶσι διὰ τὰς κομματικάς των ὑπηρεσίας, πολιτικὰς ἢ χρηματικὰς ἢ ἐξ αἰτίας προσωπικῆς φιλίας. Ἂν δὲ ὑπῆρχεν ἐλευθερία εἰς τὰς ὁμάδας νὰ ἐκλέγωσι τὰ μέλη τῆς Βουλῆς τῶν Κοινοτήτων, θὰ ἐχρησιμοποιεῖτο ἡ εὐκαιρία νὰ τίθενται αἱ ἕδραι τῶν μελῶν τούτων εἰς τὴν διάθεσιν τῶν ὑποψηφίων τῶν κομμάτων ἢ εἰς ἄλλας περιπτώσεις νὰ ἀπαλλάσσωνται ἑνὸς μέλους τῆς Βουλῆς τῶν Κοινοτήτων, οὗτινος ἡ δημοφιλία ἐμειοῦτο, ἵνα ἀντικαταστήσωσι τοῦτο δι’ ἄλλου μᾶλλον δραστηρίου καὶ χρησιμωτέρου εἰς τὸ κόμμα». Ἐκ τῆς παραγράφου ταύτης προκύπτει προδήλως ὅτι παρὰ τῇ πλειονοψηφίᾳ τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπεκράτησεν ἡ σκέψις ὅτι τὰ μέλη τῆς πρώτης Βουλῆς ἠδύναντο νὰ εἶναι ὑποψήφιοι διὰ τὴν δευτέραν. Αὐτὰ εἶναι τὰ συμπεράσματα ἀπὸ τὰ ὁποῖα ἠθελήσαμεν νὰ ἀντλήσωμεν ἐπιχειρήματα ὑπὲρ τοῦ συζητουμένου ψηφίσματος. Ἀναγνωρίζω ὅμως καὶ πάλιν ποία θὰ εἶναι ἡ ἀντίρρησις ὑμῶν. Θὰ μοὶ εἴπετε: Ὅλα αὐτὰ τὰ ὁποῖα εἴπετε πιθανὸν νὰ εἶναι πολὺ ὀρθὰ καὶ ἐφαρμόσιμα προκειμένου περὶ τῆς Ἀγγλίας. Ἐνδεχόμενον νὰ μὴ εἶναι ἐφαρμόσιμα προκειμένου περὶ Ἑλλάδος.
§74ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Διότι ἐδῶ ἡ Βουλὴ ἀπαρτίζεται ἀπὸ τὸν ἥμισυ πολιτικὸν κόσμον. Ὁ ἄλλος εἶναι ἐκτός.
§75Β. ΚΑΡΑΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ. Θὰ εἴπωμεν καὶ περὶ αὐτοῦ, κ. συνάδελφε. Καὶ ἂν μὲν τὰ πράγματα περιωρίζοντο μόνον εἰς γνώμας ἀναπτυχθείσας ἐν τῷ Ἀγγλικῷ Κοινοβουλίῳ, φυσικὰ θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἀκούσωμεν ὅτι τὸ σύστημα εἶναι ἄριστον διὰ τὴν ἐφαρμογήν του ἐν Ἀγγλίᾳ. Ἀλλὰ πάλιν, ἂν ἐξετάσωμεν τὰς γνώμας τοῦ ἰδίου προέδρου τῆς Ἐπιτροπῆς λόρδου Bryce, ἀλλ’ εἰς ἄλλην περίπτωσιν, θὰ ἴδωμεν ὅτι ὁ ἴδιος τὰς αὐτὰς ἐκφράζει γνώμας ὄχι μόνον προκειμένης τῆς ἐφαρμογῆς του ἐν Ἀγγλίᾳ, ὄχι μόνον προκειμένης τῆς προσαρμογῆς του εἰς τὰ ἤθη τοῦ Ἀγγλικοῦ πολιτικοῦ κόσμου, ἀλλά, ὅταν βραδύτερον κατὰ τὸ 1921 ἐδημοσίευσε τὸ γνωστὸν σύγγραμμά του «Αἱ νεώτεραι Δημοκρατίαι», εἰς τὰ αὐτὰ συμπεράσματα κατέληξε, συμπεράσματα μὴ ἐξαρτώμενα προφανῶς ἐκ τῆς προσαρμογῆς των πρὸς τὰς Ἀγγλικὰ πολιτικὰ ἤθη. Ἐν τῷ συγγράμματί του τούτῳ, κύριοι πληρεξούσιοι, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ μίαν συγκριτικὴν μελέτην τῶν πολιτευμάτων τῶν δημοκρατικῶν Κρατῶν, τῆς Ἑλβετίας, τῆς Γαλλίας, τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν τῆς Βορείου Ἀμερικῆς, τοῦ Καναδᾶ, τῆς Νέας Σηλανδίας καὶ τῆς Αὐστραλίας, ὁ Bryce ἐξετάζων ὅλους τοὺς τρόπους συγκροτήσεως τῶν δευτέρων Νομοθετικῶν Σωμάτων καὶ πάλιν μεταξὺ τῶν ἀρίστων συστημάτων καταλήγει εἰς τὸ σύστημα τῆς ἐκλογῆς τῶν μελῶν τῆς δευτέρας Βουλῆς διὰ τῆς πρώτης. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μαντινείας πληρεξούσιος ἐτόνισεν ὅτι ὁ Bryce εἰς τὸ σύγγραμμά του τοῦτο ἀποφαίνεται μόνον ὑπὲρ τοῦ καταρτισμοῦ τῆς Γερουσίας διὰ μιᾶς Ἐπιτροπῆς ἐκλεγομένης παρὰ τοῦ λαοῦ. Εἰς τοῦτο θὰ προσθέσωμεν ὅτι ὁ Bryce ἐκ παραλλήλου πρὸς τὸ σύστημα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον, κατὰ τὴν γνώμην του, θεωρεῖ ἄριστον, συνιστᾷ ὁμοίως, ὡς ἐξ ἴσου ἄριστον, καὶ τὸ σύστημα ἐκλογῆς τῆς δευτέρας Βουλῆς διὰ τῆς πρώτης.
§76Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Νὰ σᾶς εἴπω διατί ἐτόνισα τὸ σημεῖον αὐτὸ τῆς μελέτης τοῦ Bryce. Διότι ὁ Bryce ἀναλύων ποία εἶναι ἡ σημερινὴ ἀποστολὴ τοῦ δευτέρου Νομοθετικοῦ Σώματος θεωρεῖ ὡς ἀποστολὴν αὐτοῦ νὰ παρέχῃ εὐκολίαν διαφωτίσεως τῆς Κοινῆς Γνώμης ἐπὶ τῶν ὑποβαλλομένων νομοθετικῶν μέτρων. Καταλήγει δὲ ὅτι τὸ ἄριστον σύστημα θὰ ἦτο, ἂν ἦτο δυνατὸν νὰ καταρτισθῇ μία Ἐπιτροπὴ ἐκ τῶν ἀρίστων πολιτῶν, οἵτινες νὰ ἐκλέγωσι τὰ μέλη τῆς Γερουσίας.
§77Β. ΚΑΡΑΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ. Αὐτὸ λέγω καὶ ἐγώ, κ. Πρόεδρε. Ὁ Bryce, λέγω, ἐν τῷ συγγράμματί του ἐξετάζων τὰ μειονεκτήματα τῶν διαφόρων συστημάτων συγκροτήσεως ἐπάγεται (ἀναγινώσκει): «Τὸ ἓν συνίσταται εἰς τὴν ἐκλογὴν τῶν γερουσιαστῶν διὰ τῆς πρώτης Βουλῆς, κατανεμομένης ἐπὶ τούτῳ εἰς ἐκλογικοὺς συλλόγους περιφερειακοὺς καὶ ἐκλέγοντας ὡρισμένον ἀριθμὸν γερουσιαστῶν. Τὸ ἕτερον εἰς τὴν ἐπιλογὴν τῶν γερουσιαστῶν διὰ μιᾶς εἰδικῆς Ἐπιτροπῆς, διοριζομένης παρὰ τοῦ λαοῦ καὶ ἐνεργούσης ἐπ’ ὀνόματί του. Ἐπανερχόμεθα οὕτως εἰς τοὺς τιμητὰς τῆς ἀρχαίας Ρώμης». Καὶ ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ δὲ ταύτῃ ἀπορρίπτει τὸ ἐν Γαλλίᾳ ἰσχῦον σύστημα ἐμμέσου ἐκλογῆς τῶν γερουσιαστῶν διὰ τῶν συμβουλίων τοπικῆς αὐτοδιοικήσεως λέγων (ἀναγινώσκει): «Ἡ ἐκλογὴ δι’ ἐκλογικῶν συλλόγων συγκροτουμένων μεταξὺ τῶν τοπικῶν συμβουλίων ἔδωκεν εἰς τὴν Γαλλίαν Γερουσίαν συγκειμένην ἐξ ἱκανῶν ἀνδρῶν. Ἀλλὰ ὁ τρόπος οὗτος τῆς ἐκλογῆς παρεισάγει τὴν κομματικὴν πολιτικὴν εἰς τὰς παρὰ τοῦ λαοῦ ἐκλογὰς τῶν τοπικῶν Ἀρχῶν καὶ τῶν τοπικῶν συμβουλίων. Πολιτευόμενοι θέλοντες νὰ εἰσέλθωσιν εἰς τοπικόν τι συμβούλιον παρουσιάζονται ὑπὸ τὴν σημαίαν ἑνὸς κόμματος, τὸ ὁποῖον χρησιμοποιεῖ τὰ Σώματα ταῦτα ὑπὲρ αὐτῶν, οὕτως ὥστε ἕκαστον τοπικὸν συμβούλιον, νομαρχιακόν, ἐπαρχιακὸν ἢ κοινοτικόν, καταλήγει νὰ διαιρῆται συμφώνως πρὸς τὰς γραμμὰς τῶν μεγάλων πολιτικῶν κομμάτων, τὰ ὁποῖα συγκροτοῦνται ἐπὶ τῇ βάσει γενικοῦ ἢ ἐθνικοῦ ἐνδιαφέροντος ζητημάτων, τὰ ὁποῖα ὅμως οὐδεμίαν δύνανται νὰ ἔχωσι σχέσιν μὲ τὰς ἰδιαιτέρας ὑποθέσεις ἑνὸς νομοῦ, μιᾶς ἐπαρχίας ἢ μιᾶς κοινότητος. Ὅπως εἰς τὰς Ἡνωμένας Πολιτείας ἡ ἐκλογὴ τῶν γερουσιαστῶν τῆς ὁμοσπονδίας διὰ τῶν Κοινοβουλίων τῶν Πολιτειῶν κατώρθωσε νὰ ἀποτυπώσῃ εἰς τὰς δευτέρας αὐτὰς Βουλὰς ἕνα χαρακτῆρα κομματικόν, οὕτω καὶ ἐν Γαλλίᾳ σήμερον τὰ νομαρχιακὰ καὶ ἄλλα τοπικὰ συμβούλια ὑφίστανται τὸν ἐπηρεασμὸν τῶν μεγάλων κομμάτων εἰς βαθμὸν περισσότερον χαρακτηριστικόν, πρᾶγμα ὅπερ δὲν θὰ συνέβαινεν εἰς τόσον βαθμόν, ἂν δὲν ἐλάμβανον μέρος εἰς τὰς ἐκλογὰς τῶν γερουσιαστῶν».
§78Π. ΚΑΛΑΝΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς ὅλα τὰ συστήματα αὐτὰ κατέληξεν ὄχι διότι ἀπέκλεισε τὸ ἄλλο ἀλλὰ ἐκ τοῦ φόβου μὴ διαφθαρῶσι τὰ νομαρχιακὰ συμβούλια.
§79Β. ΚΑΡΑΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ. Κατὰ τὴν συζήτησιν, ἡ ὁποία διεξήχθη, κ. συνάδελφε, ὀλίγον πρότερον, φαίνεται ὅτι δὲν ἦσθε παρών. Ἐπὶ τοῦ σημείου, τὸ ὁποῖον θίγετε, ἅπαντες σχεδὸν οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι συνωμολόγησαν μετ’ ἐμοῦ ὅτι δὲν παρουσιάζονται, ὡς ὑποψήφιοι νομαρχιακοὶ σύμβουλοι, τὰ κατάλληλα πρόσωπα καὶ ἑπομένως δὲν θὰ εἴχομεν καλοὺς ἐκλέκτορας γερουσιαστῶν. Τὰ νομαρχιακὰ συμβούλια ἔχουσι σκοπὸν καὶ ἐντολὴν νὰ ἐνασχοληθῶσι μὲ τὰς τοπικὰς ὑποθέσεις τῆς περιφερείας. Θὰ ὑπάρχωσι βεβαίως τοπικὰ κόμματα μὲ ὡρισμένα τοπικὰ πολιτικὰ προγράμματα, ἐξυπηρετοῦντα τὰς τοπικὰς ἀνάγκας, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων θὰ ἐνασκηθῇ ἡ τοπικὴ αὐτοδιοίκησις. Ἀλλὰ δι’ αὐτὸν ἀκριβῶς τὸν λόγον ἠθέλησα νὰ εἴπω ὅτι τὰ τοπικὰ συμβούλια πρέπει νὰ παραμένωσιν ἀνεπηρέαστα ἀπὸ τῆς πολιτικῆς ἐπηρείας τῶν μεγάλων κομμάτων.
§80Γ. ΣΕΧΙΩΤΗΣ. Ἐξητάσατε τὸ ζήτημα χωρὶς νὰ προσέξετε τί γίνεται. Πρέπει νὰ ἐξετάσετε τὰς συνθήκας, πολιτικὰς καὶ κοινωνικάς, αἱ ὁποῖαι ὑφίστανται ἐν Ἑλλάδι καὶ νὰ μὴ ἐπηρεάζεσθε ἀπὸ θεωρίας.
§81Β. ΚΑΡΑΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ. Συμφωνῶ, κ. συνάδελφε, ἀλλὰ τότε κατὰ τίνα τρόπον τὸ γαλλικὸν σύστημα, τὸ ὁποῖον θέλετε νὰ εἰσαγάγετε, γίνεται ἀμέσως ἑλληνικόν;
§82Ι. ΚΑΛΟΓΕΡΑΣ. Παρακαλῶ μίαν ἐξήγησιν. Ἂν ὑποθέσωμεν ὅτι τὰ νομαρχιακὰ συμβούλια ἤθελον ἐπιφορτισθῆ μὲ αὐτὴν τὴν ἁρμοδιότητα, φαντάζεσθε ὅτι ἡ ἐπίδρασις τὴν ὁποίαν ὁ πληρεξούσιος, ὁ βουλευτὴς θὰ προσπαθήσῃ νὰ προσδώσῃ εἰς τὰ ὄργανα, τὰ ὁποῖα ἤθελον ἐπιζητήσει τὴν ἕδραν τοῦ νομαρχιακοῦ συμβούλου, δὲν θὰ εἶναι ἡ αὐτὴ εἴτε ἔχουσι ταῦτα τὴν ἁρμοδιότητα νὰ ἐκλέγωσι τοὺς γερουσιαστὰς εἴτε ὄχι;
§83Β. ΚΑΡΑΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ. Ἐτόνισα τὴν γνώμην μου. Ὅτι ἡ ἰδέα μόνον ὅτι εἰς τὸ ἀξίωμα τοῦ νομαρχιακοῦ συμβούλου θὰ ἀνατεθῇ ἡ ἐκλογὴ τῶν μελῶν τοῦ δευτέρου Νομοθετικοῦ Σώματος θὰ κινητοποιήσῃ ἅπαντας τοὺς πολιτικοὺς διὰ νὰ ἀποκτήσωσι τοὺς μέλλοντας ἐκλέκτορας τῶν γερουσιαστῶν. Καὶ ταῦτα μὲν εἴχομεν νὰ εἴπωμεν ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἱστορικὸν μέρος τοῦ ψηφίσματος. Ἂν τώρα ἔλθωμεν εἰς τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς, ἥτις προτείνει τὴν ἀπόρριψιν τοῦ ψηφίσματος, θὰ μᾶς ἐπιτραπῇ νὰ εἴπωμεν ὅτι ἡ ἔκθεσις τῆς Ἐπιτροπῆς δὲν ὑπῆρξεν ἐστερημένη ποιᾶς τινος προκαταλήψεως. Τὴν προκατάληψιν αὐτὴν βλέπομεν καὶ εἰς τὸ ὕφος τῆς ἐκθέσεως καὶ εἰς τὴν προσπάθειαν τῆς χρησιμοποιήσεως λέξεων, αἱ ὁποῖαι δὲν ἀνταποκρίνονται εἰς τὴν πραγματικότητα, δὲν ἀνταποκρίνονται πρὸς τὴν πραγματικὴν ἔννοιαν. Καὶ ἐν τῇ εἰσηγητικῇ ἐκθέσει τῆς Ἐπιτροπῆς, ἀλλὰ καὶ κατὰ τὰς ἀγορεύσεις τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων, τὰς ὁποίας εἴχομεν τὴν τιμὴν νὰ ἀκούσωμεν, παρετηρήθη μία συστηματικὴ χρησιμοποίησις τῶν λέξεων «διορισμὸς» καὶ «διωρισμένοι γερουσιασταὶ» ὄχι μόνον διὰ τὴν κατηγορίαν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν καὶ ἡμεῖς ἀπεκλείσαμεν, τὴν κατηγορίαν τῶν συνεπείᾳ ὡρισμένων προσόντων γερουσιαστῶν, ἀλλὰ καὶ διὰ τὰς λοιπὰς κατηγορίας τῶν ἐξ ἐμμέσου ἐκλογῆς διὰ τῆς παρούσης Συνελεύσεως γερουσιαστῶν. Ἡμεῖς τοὐλάχιστον, ὁσάκις περὶ τῶν κατηγοριῶν τούτων ἐκάμαμεν λόγον, ἐποιήσαμεν χρῆσιν τῆς λέξεως «ἐκλογὴ» καὶ ὄχι «διορισμός». Διότι ἀναδιφήσαντες εἰς τὰς συζητήσεις τῆς Ἀγγλικῆς Βουλῆς, εἰς τὰς ἐκθέσεις τῶν διαφόρων Κοινοβουλευτικῶν Ἐπιτροπῶν καὶ εἰς ἄλλα συγγράμματα, εἴδομεν ὅτι πανταχοῦ γίνεται χρῆσις τῆς λέξεως «ἐκλογὴ» καὶ οὐχὶ τῆς λέξεως «διορισμός», ἀδιαφόρως εἴτε περὶ τῆς διὰ τῶν νομαρχιακῶν συμβουλίων ἐμμέσου ἐκλογῆς γίνεται λόγος εἴτε περὶ τῆς διὰ τῆς Βουλῆς τῶν Κοινοτήτων ἐμμέσου ἐκλογῆς. Συγκεκριμένως ἐν τῇ ἐκθέσει τοῦ Bryce τοῦ 1918 εἴδομεν σαφέστατα γινομένην τὴν διάκρισιν τῶν δύο λέξεων, σαφεστάτην διάκρισιν μεταξὺ τῆς λέξεως «διορισμὸς» προκειμένου περὶ διορισμοῦ γερουσιαστῶν παρὰ τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας, τῆς λέξεως «ἐπιλογῆς», ὅταν ἐξετάζεται ὁ τρόπος τῆς ἐπιλογῆς γερουσιαστῶν διὰ μικτῆς μονίμου Ἐπιτροπῆς τῶν δύο Βουλῶν, καὶ τρίτον τῆς λέξεως «ἐκλογῆς», χρησιμοποιουμένης ἀδιαφόρως εἴτε αὕτη γίνεται διὰ τῶν τοπικῶν συμβουλίων αὐτοδιοικήσεως εἴτε διὰ τῆς Βουλῆς. Διὰ τοὺς λόγους τούτους φρονοῦμεν ὅτι τόσον ἡ εἰσηγητικὴ ἔκθεσις τῆς Ἐπιτροπῆς ὅσον καὶ αἱ ἀγορεύσεις τῶν ἀξιοτίμων προλαλησάντων συναδέλφων ὅσοι ἐκηρύχθησαν κατ’ ἀρχὴν κατὰ τοῦ ψηφίσματος δὲν ὑπῆρξαν ἀπολύτως ἀμερόληπτοι, ἐφόσον ἐχρησιμοποιοῦντο οὐχὶ αἱ κατάλληλοι καὶ ἀποδίδουσαι τὴν πραγματικὴν ἔννοιαν λέξεις. Ἀλλὰ θὰ μοὶ εἴπητε· τίνα σημασίαν ἔχουσιν αἱ λέξεις, ἀφοῦ ἡ οὐσία εἶναι αὐτὴ τὴν ὁποίαν ἡμεῖς ἐννοοῦμεν; Δὲν πρέπει, κύριοι, νὰ παραγνωρίζωμεν τὴν ἐντύπωσιν τὴν ὁποίαν δημιουργοῦσιν αἱ λέξεις, ἰδίᾳ δὲ παρ’ ἡμῖν, ὅπου αἱ ἐντυπώσεις εἶναι δημιουργήματα τῶν λέξεων μᾶλλον καὶ ὄχι τῶν πραγματικῶν ἐννοιῶν. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου ἀπεκλήθη ὁ τρόπος οὗτος τοῦ καταρτισμοῦ τοῦ δευτέρου Νομοθετικοῦ Σώματος αὐθαίρετος, ἀντιδημοκρατικός, ἀντιλαϊκός. Διατί πρέπει νὰ τὸν θεωρήσωμεν αὐθαίρετον; Ἂν καὶ πάλιν ἀναδράμωμεν εἰς τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Bryce, θὰ ἴδωμεν ὅτι οὐδαμοῦ ὁ τρόπος οὗτος χαρακτηρίζεται αὐθαίρετος, ἀλλ’ ἐθεωρήθη ὡς τρόπος συγκροτήσεως ἀπολύτως κανονικὸς καὶ τὸν ὁποῖον ἡ ὑφισταμένη τότε Βουλὴ προετείνετο νὰ χρησιμοποιήσῃ. Ἐν τῇ ἐκθέσει ταύτῃ προτείνεται ἡ ἄμεσος συγκρότησις τοῦ δευτέρου Νομοθετικοῦ Σώματος διὰ τῆς Βουλῆς, ἥτις ὑφίστατο τότε. Μάλιστα προκειμένης εἰδικῶς τῆς περιπτώσεως ταύτης, τοῦ καταρτισμοῦ τοῦ δευτέρου Νομοθετικοῦ Σώματος ἀμέσως διὰ τῆς τότε ὑφισταμένης Βουλῆς, καθορίζεται ἐν τῇ ἐκθέσει ἰδία ὅλως μέθοδος ἐκλογῆς. Δὲν φρονῶ δὲ ὅτι ἡ κοινοβουλευτικὴ εὐθιξία τῶν μελῶν τῆς ἡμετέρας Συνελεύσεως εἶναι ἀνεπτυγμένη εἰς βαθμὸν μείζονα παρὰ εἰς τοὺς Ἄγγλους πολιτικοὺς ὅταν ἐκεῖνοι οὐδόλως ἐθεώρουν παράβασιν τῆς ἐντολῆς τῶν ἐκλογέων των, ἐφόσον ζήτημα τοιοῦτον δὲν εἶχε τεθῆ κατὰ τὰς ἐκλογὰς ἐξ ὧν προῆλθον, δὲν ἐθεώρουν, λέγω, παράβασιν τῆς ἐντολῆς ὅπως ἡ ἰδία, ἡ ὑφισταμένη τότε Βουλὴ καταρτίσῃ τὸ δεύτερον Νομοθετικὸν Σῶμα χωρὶς νὰ προστρέξῃ εἰς νέας ἐκλογάς. Καὶ δύναταί τις νὰ ἀρνηθῇ ὅτι μία τοιαύτη ἐκλογὴ τῶν γερουσιαστῶν διὰ τῆς παρούσης Συνελεύσεως ἀποτελεῖ ἀναφαίρετον δικαίωμα προερχόμενον ἐκ τῆς συντακτικῆς ἐξουσιοδοτήσεως τῆς Συνελεύσεως ταύτης; Εἰς παρομοίαν περίπτωσιν κατὰ τὸ 1875 ἐν Γαλλίᾳ, ὅπως καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς συνάδελφος ἀνέπτυξε, καὶ τότε ἡ Συντακτικὴ Συνέλευσις ἡ Γαλλικὴ ἐθεώρησεν ἀπολύτως συνάδοντα πρὸς τὴν συντακτικήν της ἰδιότητα τὸν διορισμὸν 75 ἰσοβίων γερουσιαστῶν παρ’ αὐτῆς ταύτης τῆς Συνελεύσεως. Ὅπως δὲ λέγει ὁ Esmein ἐν τῷ Συνταγματικῷ του Δικαίῳ, κατὰ τὴν γνώμην τῶν εἰσηγητῶν τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς τῆς Συνελεύσεως ἐκείνης, τοῦτο ἀποτελεῖ «λογικὴν συνέπειαν τοῦ συντακτικοῦ της δικαιώματος». Ἀλλὰ ἀπεκλήθη ἀντιλαϊκὸς καὶ ἀντιδημοκρατικὸς ὁ τρόπος οὗτος τῆς συγκροτήσεως τῆς Γερουσίας. Καὶ θὰ ἤθελον νὰ ἐρωτήσω: Κατὰ τί θὰ ἦτο δημοκρατικώτερος ὁ τρόπος ἐκλογῆς διὰ τῶν συμβουλίων τοπικῆς αὐτοδιοικήσεως, ἐφόσον δι’ ἐμμέσου ἐκλογῆς θὰ συγκροτηθῇ κατ’ ἀμφοτέρας τὰς περιστάσεις;
§84ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Διότι θὰ μετάσχῃ καὶ ὁ ἐξωκοινοβουλευτικὸς κόσμος.
§85Β. ΚΑΡΑΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ. Τὸν καλοῦμεν νὰ μετάσχῃ.
§86Ι. ΚΑΛΟΓΕΡΑΣ. Ἀφοῦ δὲν θέλει;
§87Β. ΚΑΡΑΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ. Θὰ ἔλθωμεν καὶ εἰς αὐτὸ τὸ «δὲν θέλει». Διότι τὸ «δὲν θέλει» εἶναι ἡ διαρκής του πολιτικὴ καὶ ἡ διαρκής του ἀντίδρασις. Δὲν ὑπάρχει τίποτε τὸ ὁποῖον νὰ θέλῃ. Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Εὐρυτανίας συνάδελφος, ὅτε κατὰ τὴν συνεδρίαν τῆς 15ης Ὀκτωβρίου ὁμιλῶν ἐπὶ τῶν προγραμματικῶν δηλώσεων τῆς παρούσης Κυβερνήσεως ὑπεστήριζε τὴν εἰσαγωγὴν παρ’ ἡμῖν τοῦ θεσμοῦ τῆς κατ’ ἀναλογίαν ἐκλογῆς, τὴν ἐπικαιρότητα ἔφερεν ὡς μοναδικόν του ἐπιχείρημα διὰ τὴν παραδοχὴν τοῦ θεσμοῦ ἐκείνου. Δὲν θὰ ἠδύνατο ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος τὴν ἐπικαιρότητα νὰ ἐπεκτείνῃ καὶ ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ψηφίσματος; Δὲν θὰ ἐνόμιζεν ὅτι ἡ ἐπικαιρότης καὶ εἰς τοῦτο ἐπεκτεινομένη θὰ παρεῖχεν αὐτῷ περισσοτέρας ἐγγυήσεις καὶ ἐξασφάλισιν μείζονα ἐκείνης τὴν ὁποίαν μόνη ἡ εἰσαγωγὴ τοῦ ἀναλογικοῦ συστήματος θὰ τῷ παρεῖχεν; Ἀλλ’ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον διαρκῶς προεβάλλετο κατὰ τὴν ὁμιλίαν μου σήμερον εἶναι τοῦτο: Ὅλα τὰ ὁποῖα λέγετε πιθανὸν νὰ εἶναι ὀρθά. Ἀλλ’ ἀφοῦ ὁ ἐκτὸς τῆς Συνελεύσεως πολιτικὸς κόσμος ἀρνεῖται νὰ μετάσχῃ εἰς τὴν Δευτέραν Βουλήν, τί νὰ κάμωμεν; Εἰς τοῦτο θὰ ἀπαντήσωμεν ἡμεῖς: Νὰ μᾶς εἴπητε μίαν περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ ἐκτὸς τῆς Συνελεύσεως πολιτικὸς κόσμος συνεφώνησε μὲ ἡμᾶς. Αὔριον, κύριοι συνάδελφοι, ἐνδεχόμενον εἶναι ἡ ψῆφος ἡμῶν νὰ θεσπίσῃ τὴν εἰσαγωγὴν τῆς ἀναλογικῆς ἐκπροσωπήσεως. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ὁμοίως ἔχομεν ἐκπεφρασμένην τὴν γνώμην τοῦ ἐκτὸς τῆς Συνελεύσεως πολιτικοῦ κόσμου. Ἐδήλωσεν οὗτος ρητῶς ὅτι οὐδεμίαν μεταβολὴν τοῦ ἐκλογικοῦ συστήματος ἐννοεῖ νὰ ἀνεχθῇ. Καὶ ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλὰ γνωρίζομεν ὅτι ὁ λόγος αὐτὸς ἀπετέλεσε τὸ σοβαρώτερον τῶν ἐπιχείρημα ἢ μᾶλλον τὸ σοβαρώτερον τῶν πρόσχημα διὰ τὴν κατὰ τὰς τελευταίας ἐκλογὰς ἀποχήν του. Καὶ σᾶς ἐρωτῶ: Τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ ἐκτὸς τῆς Συνελεύσεως πολιτικὸς κόσμος, ἂν ἡ ψῆφος ἡμῶν θεσπίσῃ τὴν ἀναλογικὴν ἀντιπροσωπείαν ἢ ἓν ἄλλο οἱονδήποτε ἐκλογικὸν σύστημα τὸ ὁποῖον δὲν θὰ εἶναι τὸ μέχρι τοῦ 1922 ἰσχῦσαν ἐκλογικὸν σύστημα, τὴν στιγμὴν, λέγω, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἀρνηθῇ νὰ τὸ ἀποδεχθῇ, θὰ ὑποχωρήσητε καὶ εἰς τοῦτο καὶ θὰ εἴπητε ὅτι, ἀφοῦ ὁ ἐκτὸς τῆς Συνελεύσεως πολιτικὸς κόσμος ἀρνεῖται νὰ ἀποδεχθῇ τὸ σύστημα τοῦτο, ἡμεῖς παραιτούμεθα τούτου; Προφανῶς ὄχι. Ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει διερωτῶμαι διὰ ποῖον λόγον λαμβάνετε ὑπ’ ὄψιν τὴν ἄρνησίν του μόνον περὶ τῆς Γερουσίας, ὅταν διὰ τὸ σύστημα τῆς ἐκλογῆς τῶν βουλευτῶν δὲν τὸν λαμβάνετε ὑπ’ ὄψιν; Ἀλλὰ θὰ μοὶ εἴπητε: Ἐδῶ ἡ ἄρνησίς του παρουσιάζεται ὑπὸ ἄλλην μορφήν. Ἡ ἄρνησις αὐτοῦ εἶναι ρητή. Ἀρνεῖται νὰ μετάσχῃ εἰς τὴν Γερουσίαν, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς θὰ συγκροτήσωμεν. Μάλιστα. Ἀλλὰ παρ’ ὅλα ταῦτα φρονῶ ὅτι τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ ὑπὸ συζήτησιν σύστημα θὰ ἀποτελέσῃ πλέον μίαν ἀπόφασιν τῆς Συνελεύσεως, ὄχι μόνον θὰ μετάσχῃ, ἀλλὰ θὰ δηλώσῃ προθυμίαν συμμετοχῆς εὐνόητον.
§88Γ. ΚΙΑΓΙΑΣ. Ἤθελον νὰ σᾶς εἴπω τὸ ἑξῆς: ὅτι ἀπὸ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς, ἀπὸ τῆς ὁποίας ἐξητάσατε τὸ παράδειγμα αὐτό, ἔπρεπε νὰ τὸ ἐξετάσετε γενικώτερον. Αὐτοὶ δὲν μᾶς ἀναγνωρίζουν τὸ δικαίωμα τῆς συντάξεως τοῦ πολιτεύματος.
§89Β. ΚΑΡΑΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ. Θὰ τὸ εἴπω ἀμέσως. Ὅπως ἐτόνισεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, τὴν στιγμὴν αὐτὴν ἡ πολιτική των ἀποτελεῖ μίαν ἄρνησιν συστηματικὴν οἱασδήποτε ἀποφάσεως καὶ ἂν λάβωμεν. Ἐδήλωσαν ἤδη· μὴ σπεύδετε, μᾶς λέγουσι, νὰ ψηφίσετε τὸν Καταστατικὸν Χάρτην τῆς Χώρας. Ὁ Καταστατικὸς οὗτος Χάρτης θὰ ἀποτελῇ δι’ ἡμᾶς ἓν προαιρετικὸν ἀνάγνωσμα. Καὶ σᾶς ἐρωτῶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει: Διατί προβαίνετε εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ Καταστατικοῦ Χάρτου, ὁ ὁποῖος θὰ ἀποτελέσῃ δι’ αὐτοὺς ἓν προαιρετικὸν ἀνάγνωσμα καὶ ὄχι τὴν ὑποχρέωσιν ἑνὸς πολιτεύματος; Ἡ Συνέλευσις ἡμῶν, κύριοι πληρεξούσιοι, δὲν εἶναι Σῶμα ἀκαδημαϊκὸν ἢ συνέλευσις ἐπιστημόνων προωρισμένη νὰ ἐκφέρῃ ἀκαδημαϊκὰς κρίσεις καὶ συμπεράσματα ἐπιστημονικά. Εἶναι Σῶμα πολιτικόν, Σῶμα συγκροτηθὲν ὑπὸ συνθήκας ἐξαιρετικῶς κρισίμους διὰ τὴν Χώραν ταύτην, Σῶμα τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει μόνον τὴν ἐντολὴν νὰ καταρτίσῃ τὸν Καταστατικὸν Χάρτην τῆς Χώρας ὑπόδειγμα ἐπιστημονικῆς ἐρεύνης καὶ ἀκαδημαϊκῆς ἐργασίας. Ἀλλὰ διὰ τὴν ἡσυχίαν τῆς πολυπαθοῦς ταύτης Χώρας, διὰ τὴν ἡσυχίαν τοῦ ἀτυχοῦς τούτου λαοῦ ἔχει ὑποχρέωσιν μείζονα τῆς ψηφίσεως τοῦ Καταστατικοῦ Χάρτου τῆς Χώρας νὰ προστατεύσῃ καὶ τοὺς θεσμοὺς τῆς Χώρας καὶ τὸ πολίτευμα καὶ τὴν ἐθνικὴν πρὸ παντὸς ἀσφάλειαν ἀπὸ πάσης τάσεως πρὸς ἐπάνοδον εἰς ἀτέρμονας καθεστωτικοὺς ἀγῶνας. Καὶ μεταξὺ τῶν θεσμῶν, οἵτινες τὸν Καταστατικὸν Χάρτην τῆς Χώρας δὲν θὰ καθίστων ἁπλοῦν προαιρετικὸν διά τινας ἀνάγνωσμα, εἶναι καὶ ὁ θεσμὸς τῆς Γερουσίας οὕτω συγκροτουμένης. Ἀναλογιζόμενοι τὰς εὐθύνας τοῦ μέλλοντος, κύριοι συνάδελφοι, δὲν θὰ δύνασθε νὰ λέγετε: Ἐξεπληρώσαμεν τὴν ἐντολήν μας, ἐψηφίσαμεν τὸν Καταστατικὸν Χάρτην τῆς Χώρας· διότι θὰ σᾶς ἀπαντήσωσιν: Ἐψηφίσατε αὐτόν, ἀλλὰ τὸν ἀφήσατε ἕρμαιον τῆς πνοῆς τοῦ πρώτου πνεύσαντος ἀνέμου. Ἅπαντες, κύριοι πληρεξούσιοι, ἔθεσαν ὡς ἕνα τῶν σπουδαιοτέρων σκοπῶν τῆς Γερουσίας νὰ ἀντιτάσσῃ μίαν πρόσκαιρον τοὐλάχιστον ἀντίστασιν εἰς τὰς πολὺ συχνὰς μεταλλαγὰς τῆς Κοινῆς Γνώμης. Πολλάκις κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη, κύριοι συνάδελφοι, εἴδομεν τὴν πολιτικὴν ἰσορροπίαν ἀνατρεπομένην ἐνταῦθα, συνεπείᾳ ἀποτόμου μεταστροφῆς τῆς Κοινῆς Γνώμης, μὴ ἀνταποκρινομένης πολλάκις εἰς τὴν ἐσκεμμένην τοῦ λαοῦ βούλησιν, ὅστις ἔρχεται τὴν ἑπομένην νὰ μεταμεληθῇ δι’ ὅ,τι τὴν προτεραίαν ἔπραξε καὶ νὰ μεταγνώσῃ διὰ στιγμάς τινας πλάνης καὶ πάθους. Καὶ ἀφοῦ προωρισμένον εἶναι τὸ δεύτερον Νομοθετικὸν Σῶμα νὰ ἐξασφαλίζῃ τὴν πολιτικὴν εὐστάθειαν, δὲν φρονεῖτε ὅτι ἔχει δικαίωμα καὶ ὑποχρέωσιν νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν εὐστάθειαν τὴν πολιτειακὴν τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἔκδηλοι πλέον φαίνονται οἱ σκοποὶ τῆς ἀντιδράσεως; (Ἀναγινώσκει): Ἤρχισε χθὲς μετὰ πάσης αὐθαδείας καὶ ἀμαθείας τὸ ἔργον τῆς συντάξεως τοῦ Καταστατικοῦ Χάρτου τῆς Χώρας. Ἀναμένομεν νὰ συνταχθῇ ταχέως τὸ ἀξιόλογον πόνημα, τὸ ὁποῖον θὰ ἐκδοθῇ εἰς εἰκονογραφημένα 50λεπτα φυλλάδια. Θὰ πωλῆται εἰς ὅλα τὰ κιόσκια, ἀλλὰ δὲν θὰ ἀγοράζεται, εἰμὴ μόνον ὡς καταστατικὸς χάρτης περιτυλίγματος. Αὐτὰ μὲν λέγει ἡ «Καθημερινή». Ἀλλὰ λέγει καὶ ὁ Esmein ἐν τῷ Συνταγματικῷ του Δικαίῳ (ἀναγινώσκει): «Ἐξ ἄλλου οἱ λαοὶ οἵτινες τὴν ἐδανείσθησαν (τὴν δευτέραν Βουλὴν) ἀπὸ τοὺς Ἄγγλους τὴν ἐφήρμοσαν ἐνίοτε ἐκ προθέσεως εἰς τὴν περιφρούρησιν διαφόρων συμφερόντων». Καὶ ἀλλαχοῦ: «Κατὰ τὸ 1875 ἐν Γαλλίᾳ ἡ πλειονοψηφία ἤθελε νὰ ἐξασφαλίσῃ εἰς τὴν Γερουσίαν μόνιμον στήριγμα μὴ ἐξαρτώμενον ἐκ τῶν μεταβαλλομένων πνοῶν τῆς Κοινῆς Γνώμης. Οἱ 75 θὰ ἀπετέλουν τὸν ἀκλόνητον τοῦτον βράχον. Ἀλλὰ εἰς ποίαν ἐξουσίαν νὰ ἐμπιστευθῶσι τὴν ἐκλογήν των; Διὰ τοὺς πρώτους ἐκείνους οἵτινες θὰ εἰσήρχοντο εἰς τὴν Γερουσίαν κατὰ τὴν ἀρχικήν της συγκρότησιν ἁπλοῦν καὶ φυσικὸν ἦτο νὰ ἐκλεγῶσι παρ’ αὐτῆς τῆς Συντακτικῆς Συνελεύσεως. Ὅπως δὲ ἀνέφερον οἱ εἰσηγηταί, τοῦτο ἀπετέλει λογικὴν συνέπειαν τοῦ συντακτικοῦ του δικαιώματος». Καὶ ἀλλαχοῦ: «Ἡ πλειονοψηφία τῆς Ἐθνικῆς ἐκείνης Συνελεύσεως ἠθέλησε νὰ κάμῃ τὴν Γερουσίαν φρούριον τοῦ συντηρητικοῦ κόμματος, ἔργον ἀμύνης ἐναντίον τῶν μεταρρυθμίσεων τὰς ὁποίας ἐφοβοῦντο, ὅταν ὑπὸ τὸ δημοκρατικὸν πολίτευμα τὸ δημοκρατικὸν κόμμα ἤρχετο εἰς τὴν Ἀρχήν». Ἀλλ’ ἡμεῖς, κύριοι συνάδελφοι, δὲν ζητοῦμεν παρ’ ὑμῶν νὰ μεταβάλετε τὴν Γερουσίαν εἰς φρούριον κομματικὸν οἱουδήποτε κόμματος. Ζητοῦμεν νὰ καταστήσετε ταύτην φρούριον δημοκρατικόν, ἔργον ἀμύνης ἐναντίον πάσης ἀντιδράσεως. Πρὶν ἐμπιστευθῆτε, κύριοι πληρεξούσιοι, ὅπως καὶ εἰς τὸ παλαιὸν Σύνταγμα, δι’ ἀκροτελευτίου σας ἄρθρου τὴν τήρησίν του εἰς τὸν πατριωτισμὸν τῶν Ἑλλήνων, φροντίσατε νὰ τῷ παράσχητε τὰ ἀναγκαῖα ἐρείσματα. (Χειροκροτήματα).
§90ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπενθυμίζω εἰς τοὺς κυρίους πληρεξουσίους τὸν νέον Κανονισμόν. Ὁ κ. Σεχιώτης ἔχει τὸν λόγον.
§91Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Παραχωρῶ τὴν θέσιν μου εὐχαρίστως εἰς τὸν κ. Σεχιώτην, ἀλλὰ νὰ τηρηθῇ ἡ σειρά.
§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπενθυμίζω εἰς τοὺς κυρίους πληρεξουσίους ὅτι θὰ ἔχωμεν καὶ μετὰ τὸ φαγητὸν συνεδρίασιν.
§93Γ. ΣΕΧΙΩΤΗΣ. Συμφωνῶ ἀπολύτως, κύριοι πληρεξούσιοι, εἰς τὰ προλογισθέντα ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἀρχηγοῦ τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως» ὅτι τὸ ὑπὸ συζήτησιν σχέδιον ψηφίσματος δὲν πρέπει νὰ κριθῇ ἐκ προκαταλήψεώς τινος ἢ κομματικοῦ ὑπολογισμοῦ, διότι ἀφορᾷ εἰς ζήτημα γενικῆς φύσεως, εἰς ζήτημα τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει καμμίαν σχέσιν μὲ τοὺς κομματικοὺς ὑπολογισμούς. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἐπὶ τοιούτων ζητημάτων, ἀφορώντων εἰς τὸ πολίτευμα, ἀφορώντων εἰς τὸ πολιτειακὸν καθεστώς, δὲν πρέπει νὰ χωρῇ οὐδεμία προκατάληψις, οὐδεὶς κομματικὸς ὑπολογισμός. Ἐλπίζω ὅτι θὰ ἐπείσθη εἰς τὴν διαπιστωθεῖσαν παρ’ ἐμοῦ συμφωνίαν ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως» καὶ ἰδιαίτερος συμπολίτης μου, ὥστε νὰ μὲ ἀκούσῃ εὐμενῶς ἀντιλέγοντα πρὸς αὐτὸν μὲ τὴν βεβαιότητα ὅτι οὐδεὶς κομματικὸς ὑπολογισμὸς μὲ παρορμᾷ εἰς τοῦτο. Παρὰ πάντων τῶν δημοκρατικῶν πολιτευμάτων, πλείστων δὲ καὶ τῆς Συνταγματικῆς Βασιλείας ὁ θεσμὸς τῆς Γερουσίας ἐκρίθη ἀπαραίτητος, ὡς δευτέρου Νομοθετικοῦ Σώματος, ἀντιρρόπου εἰς τὰς ὑπερβασίας τυχὸν τοῦ πρώτου Νομοθετικοῦ Σώματος, διὰ τὴν συνδρομὴν τὴν ὁποίαν παρέχει εἰς αὐτὸ διὰ τὴν ὁμαλότητα καὶ ταχύτητα τῆς διεξαγωγῆς τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας, καὶ ὡς ἀντιρρόπου τοῦ Ἀνωτάτου Ἄρχοντος εἰς τὰς ὑπερβασίας εἰς τὰς ὁποίας τυχὸν θὰ προέβαινεν οὗτος ἐξερχόμενος τῶν ὁρίων ἐντὸς τῶν ὁποίων τὸν θέτει τὸ πολίτευμα. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τούτου σήμερον. Δὲν πρόκειται περὶ τοῦ μονίμου θεσμοῦ τῆς Γερουσίας, περὶ τοῦ ὁποίου θὰ συζητήσωμεν ἐν καιρῷ. Κατὰ τοῦτο ἔχει σημασίαν ὁ μόνιμος θεσμὸς τῆς Γερουσίας ἐν Ἑλλάδι, καθότι ἄλλοτε ἐφαρμοσθεὶς ἀπέτυχε καὶ κατηργήθη. Εἶναι ἀνάγκη λοιπὸν σήμερον, συζητοῦντες τὸν θεσμὸν τῆς ἀμέσου συγκροτήσεως τῆς Γερουσίας, νὰ προσέξωμεν πολὺ εἰς τὰ αἴτια ἕνεκα τῶν ὁποίων κατηργήθη ὁ μόνιμος θεσμὸς τῆς Γερουσίας, εἰς τὴν ἐπίδρασιν τὴν ψυχολογικὴν τὴν ὁποίαν ἔχουν τὰ αἴτια ταῦτα ἐπὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὥστε νὰ μὴ καταστήσωμεν καὶ τὸν μόνιμον θεσμὸν τῆς Γερουσίας δυσαρέστως ἀποδεκτὸν ἀπὸ τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ὁ ὁποῖος ἔχει τὴν εὔλογον προκατάληψιν. Ἔχω τὴν γνώμην ὅτι τὸ παρὸν ψήφισμα τῆς ἀμέσου συγκροτήσεως τῆς Γερουσίας, καθ’ ὃν τρόπον θὰ συγκροτηθῇ, ὄχι μόνον δὲν ἐπιδιώκει οὐδεμίαν σκοπιμότητα σοβαράν, ὄχι μόνον δὲν ἔχει νὰ ἐκπληρώσῃ κανένα σοβαρὸν σκοπόν, ἀλλὰ τοὐναντίον ἴσως θὰ προδιαθέσῃ τὴν ψυχὴν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ δυσμενῶς καὶ εἰς τὸν θεσμὸν τῆς μονίμου συγκροτήσεως τῆς Γερουσίας. Ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως» καὶ εἰσηγητὴς τοῦ ὑπὸ συζήτησιν σχεδίου ψηφίσματος τρεῖς λόγους οὐσιώδεις ἀνέφερεν ἐπιβάλλοντας τὴν ἄμεσον συγκρότησιν τῆς Γερουσίας. Πρῶτον τὴν ὁμαλὴν καὶ ταχυτέραν διεξαγωγὴν τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας διὰ τῆς συνδρομῆς τοῦ δευτέρου Νομοθετικοῦ Σώματος, δεύτερον τὴν πλήρη ἐμφάνισιν τοῦ πολιτεύματος καὶ τρίτον τὴν συνδρομὴν διὰ τὴν ὁμαλὴν ἐξέλιξιν τοῦ πολιτικοῦ βίου καὶ τὴν τελικὴν πλήρη ἀποκατάστασιν ὁμαλοῦ τοιούτου ἐν τῇ Χώρᾳ ἡμῶν. Ἔχω τὴν γνώμην ὅτι καὶ οἱ τρεῖς οὗτοι λόγοι δὲν ἔχουσιν οὐδεμίαν βασιμότητα καὶ ὅτι ὁ τρόπος καθ’ ὃν ἐπιδιώκεται ἡ συγκρότησις τῆς Γερουσίας θὰ παραβλάψῃ τὴν ὁμαλὴν καὶ ταχυτέραν διεξαγωγὴν τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας, θὰ παραβλάψῃ τὴν πλήρη ἐμφάνισιν τοῦ πολιτεύματος, θὰ παραβλάψῃ καὶ αὐτὴν τὴν πρόοδον διὰ τὴν ἐξέλιξιν ὁμαλότητος τοῦ πολιτικοῦ βίου ἐν τῇ Χώρᾳ. Δὲν θὰ ἐξετάσω, κύριοι, τὸ ψήφισμα κατ’ ἄρθρον· θὰ τὸ ἐξετάσω κατ’ ἀρχήν, ἐπιφυλασσόμενος, ὅταν θὰ συζητηθῇ κατ’ ἄρθρον, νὰ ἐκφέρω τὴν ἐμὴν γνώμην. Ἡ κυρία γραμμὴ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν σχεδίου ψηφίσματος εἶναι ὁ τρόπος τῆς συγκροτήσεως τῆς Γερουσίας. Κατὰ τὸ σχέδιον προτείνεται ἡ ἄμεσος συγκρότησις κατὰ τὸ ⅓ ἐκ μελῶν τοῦ παρόντος Νομοθετικοῦ Σώματος, ἐκ τῶν πρώην Πρωθυπουργῶν, ἐκ τῶν πρώην Ὑπουργῶν καὶ χρηματισάντων δὶς βουλευτῶν καὶ 40 ἄλλων προσώπων ἐκτὸς τῆς πολιτικῆς, τὰ ὁποῖα διὰ τῶν φώτων καὶ τῆς μορφώσεως αὐτῶν θὰ συνεισέφερον εἰς τὴν καλυτέραν διεξαγωγὴν τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας καὶ τὴν καλυτέραν διεξαγωγὴν τοῦ συντακτικοῦ ἔργου τῆς Συνελεύσεως. Ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως» διὰ τῆς μειώσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν πληρεξουσίων, μὲ τὸ νὰ περάσῃ τὸ ⅓ εἰς τὴν Γερουσίαν, φρονεῖ ὅτι θὰ διεξάγωνται ἐν τῷ Σώματι ταχύτερον αἱ συζητήσεις καὶ ταχύτερον θὰ περατοῦται ἡ νομοθετικὴ ἐργασία. Τοῦτο ἴσως θεωρητικῶς εἶναι ὀρθόν. Ἀτυχῶς ὅμως, κύριοι, ἡ πρακτική, τῆς ὁποίας ἔχομεν πεῖραν, μᾶς πείθει ἀπολύτως ὅτι εἰς τὴν βραδύτητα τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας δὲν συντελεῖ ὁ πολὺς ἀριθμός, διότι εἶναι βεβαιωμένον ὅτι ἐκ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν πληρεξουσίων πολὺ ὀλίγοι ἀναμιγνύονται εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐργασίαν, διότι πολλάκις ἢ μᾶλλον κατὰ τὸ πλεῖστον ἡ νομοθετικὴ ἐργασία συνετελέσθη κατὰ τὰς πρωινὰς ὥρας, παρισταμένων πληρεξουσίων ἀριθμουμένων εἰς τὰ δάκτυλα τῆς μιᾶς χειρὸς καί τινων ἐκ τῶν κυρίων Ὑπουργῶν. Καὶ αὐτὸς ὁ ἀριθμὸς ἂν παραμείνῃ, κατὰ τὸν ἴδιον τρόπον θὰ διεξάγεται. Δὲν ἔχει νὰ συντελέσῃ οὐδόλως διὰ τὴν ταχυτέραν διεξαγωγὴν τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας. Δεύτερος λόγος προβληθεὶς παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἀρχηγοῦ τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως» εἶναι ὅτι δίδεται εὐκαιρία διὰ τῆς εἰσόδου εἰς τὴν Γερουσίαν τοῦ ⅓ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν πληρεξουσίων τῆς μειώσεως τοῦ ἀριθμοῦ αὐτῶν. Τοῦτο, κύριοι, δὲν τὸ εὑρίσκω πολὺ ἀξιοπρεπὲς διὰ τοὺς κυρίους πληρεξουσίους. Δὲν εὑρίσκω ἀξιοπρεπὲς νὰ ὑποτεθῇ ὅτι χάριν τῆς ἰδίας πολιτικῆς αὐτῶν ὑποστάσεως, χάριν τῆς ἰδέας νὰ κατέχωσι μίαν ἕδραν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ δὲν θὰ συγκατατεθῶσιν εἰς τὴν ἐλάττωσιν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν πληρεξουσίων. Ἔχω τὴν γνώμην, διαφωνῶν πρὸς τὸν ἀξιότιμον προλαλήσαντα, ὅτι ἡ παροῦσα Ἐθνοσυνέλευσις δὲν δύναται νὰ μεταθέσῃ τὸ ⅓ τῶν μελῶν της εἰς τὴν Γερουσίαν. Βεβαίως, κύριοι, ἡ Ἐθνοσυνέλευσις εἶναι κυρίαρχον Σῶμα. Δύναται νὰ πράξῃ τὰ πάντα. Δὲν λαμβάνει ὑπ’ ὄψιν κανένα νόμον, δὲν λαμβάνει ὑπ’ ὄψιν της καμμίαν θεμελιώδη συνταγματικὴν διάταξιν. Ἀλλ’ ἡ Ἐθνοσυνέλευσις δὲν δύναται, ἀπὸ ἠθικοὺς λόγους, νὰ ἐκτραπῇ τῆς θελήσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, τὸν ὁποῖον ἀντιπροσωπεύει. Ἡ Ἐθνοσυνέλευσις ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν, καίτοι κυρίαρχον Σῶμα, νὰ παρακολουθῇ τὴν ψυχολογίαν τοῦ λαοῦ καὶ νὰ μὴ ἐκτρέπεται κατὰ τὰς ἐνεργείας της τῆς ἐπιθυμίας αὐτοῦ καὶ νὰ μὴ ἀντιτίθεται εἰς τὰς ψυχολογικὰς ἐντυπώσεις του. Τὴν κυριαρχίαν της ἡ Ἐθνοσυνέλευσις τὴν ἀρύεται ἐκ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ ὀφείλει δι’ ἠθικοὺς λόγους νὰ παρακολουθήσῃ στερρῶς τὴν ψυχολογίαν αὐτοῦ, μὴ συγκρουομένη πρὸς αὐτὴν κατὰ τὴν ἐνάσκησιν τῆς κυριαρχίας της. Δὲν δύναται, κύριοι, ὁ Ἑλληνικὸς λαός, ὁ ὁποῖος ἔδωκεν ἐντολὴν εἰς τὴν Συνέλευσιν νὰ συντάξῃ τὸ πολίτευμα, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἰσορροπήσῃ ψυχολογικῶς μὲ τὴν ἐντύπωσιν ὅτι καταρτίζεται δεύτερον Νομοθετικὸν Σῶμα, διοριζόμενον ἀπὸ τὸ πρῶτον τοιοῦτον.
§94Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Διὰ τὸ ὁποῖον μόνον δὲν ἐνδιαφέρεται.
§95Γ. ΣΕΧΙΩΤΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατόν· θὰ γεννηθῇ ἡ ἐντύπωσις ὅτι τὸ δεύτερον Νομοθετικὸν Σῶμα συγκροτεῖται ἀπὸ ἀνθρώπους διωρισμένους, ὅτι τὰ μέλη αὐτὰ δὲν ἔχουν τὴν ἐντολὴν οἷαν διὰ τῆς ἀμέσου συγκροτήσεως τῆς Γερουσίας θέλομεν νὰ τοῖς ἀποδώσωμεν. Εἰς τὴν Ἀγγλίαν, ὅταν ἐξελέγη ἡ Συνέλευσις, ὑπῆρχεν ἡ Γερουσία.
§96Β. ΚΑΡΑΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ. Δὲν ὑπῆρχε καὶ σᾶς εἶπον τοὺς λόγους διατί. Ἀφ’ ἧς οἱ φιλελεύθεροι ἀπέκτησαν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἤθελον, δηλαδὴ νὰ περιορίσουν τὰ δικαιώματα τῆς Βουλῆς τῶν Λόρδων, οὐδένα λόγον πλέον θὰ εἶχον νὰ ζητοῦν τὴν διαρρύθμισιν τῆς Βουλῆς τῶν Λόρδων.
§97Γ. ΣΕΧΙΩΤΗΣ. Ὁ ἰσχυρισμὸς τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως» ὅτι εἴς τινα δημοκρατικὰ Κράτη ἡ Γερουσία προέρχεται ἀπὸ τῆς Βουλῆς εἶναι ἀληθής. Εἰς τὰ Κράτη ὅμως ἐκεῖνα εἶναι ἀναγεγραμμένον ἐν τῷ πολιτεύματι ὅτι ἡ Γερουσία προκύπτει ἐκ τῆς Βουλῆς. Τὸ περιεχόμενον τῆς ἐντολῆς τοῦ βουλευτοῦ περιλαμβάνει καὶ τὴν ἐκ τῆς Βουλῆς συγκρότησιν τῆς Γερουσίας. Τὸ κρατοῦν λοιπὸν εἰς τὸ Βέλγιον, τὴν Πολωνίαν καὶ εἰς ἄλλα δημοκρατικὰ Κράτη, εἰς τὰ ὁποῖα ἡ Βουλὴ ἐκλέγεται ἀπὸ τὴν Γερουσίαν, εἶναι πολὺ φυσικόν· διότι περιέχεται ἐντὸς τῆς ἐντολῆς, τὴν ὁποίαν ὁ ἐκλογεὺς δίδει εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους του. Ἐξ ἄλλου εἶναι ἐντελῶς παράτυπος καὶ ἀδικαιολόγητος ἡ ὑποχρεωτικὴ μεταβίβασις ἑνὸς ἀριθμοῦ βουλευτῶν εἰς τὴν Γερουσίαν. Κατὰ ποῖον δικαίωμα τὸ κυρίαρχον Σῶμα θὰ ὑποχρεώσῃ ἀριθμόν τινα πληρεξουσίων νὰ μεταφερθῶσιν εἰς τὴν Γερουσίαν; Κατὰ ποῖον δικαίωμα ἡ Ἐθνοσυνέλευσις θὰ ὑποβιβάσῃ ἕνα ἀριθμὸν πληρεξουσίων, μεταθέτουσα τοῦτον εἰς τὴν Γερουσίαν; Καὶ ἂν ὑπάρχῃ ἕνας ἀριθμὸς πληρεξουσίων ἐπιθυμούντων νὰ μεταφερθῶσιν εἰς τὴν Γερουσίαν, τίς θὰ μὲ πείσῃ ὅτι οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι δὲν θὰ διαβληθῶσιν ἀπέναντι τῆς δημοσίας γνώμης καὶ ἀπέναντι τῆς ἱστορίας, ὅτι ἐξ ὑπολογισμοῦ διὰ νὰ παρατείνωσι τὴν ζωήν των, ὡς μελῶν τοῦ Νομοθετικοῦ Σώματος, ἔδωσαν τὴν συγκατάθεσίν των νὰ μεταποιηθῶσιν εἰς γερουσιαστάς; Εἶναι τοῦτο, κύριοι, ἀξιοπρεπὲς διὰ τὰ μέλη τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως; Κατὰ συνέπειαν, κύριοι συνάδελφοι, οὔτε ἡ Συνέλευσις ἔχει δικαίωμα οὔτε οἱ μεταφερθησόμενοι εἰς τὴν Γερουσίαν ἔχουσιν ὑποχρέωσιν νὰ δεχθῶσι τοῦτο, ἵνα διαβληθῶσιν ἀφ’ ἑνός, δι’ ὃν λόγον ἀνωτέρω ἐξέθηκα, καὶ ὑποβιβασθῶσιν ἀφ’ ἑτέρου, ὡς ἀνήκοντες εἰς Σῶμα κατώτερον τῆς Συνελεύσεως, δευτερευούσης νομοθετικῆς σημασίας καὶ ἐστερημένον παντελῶς πολιτικῆς δυνάμεως.
§98Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἐπεθύμουν, ἀποδεχόμενος τὰς ἀπόψεις σας, κ. συνάδελφε, νὰ ὑπενθυμίσω εἰς τοὺς κυρίους συναδέλφους ὅτι συμφώνως ἀκριβῶς πρὸς τὸ σχέδιον τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως» ἀποτελεῖ ὑποβιβασμὸν ἡ μετάθεσις τοῦ πληρεξουσίου εἰς γερουσιαστήν.
§99Γ. ΣΕΧΙΩΤΗΣ. Βεβαίως.
§100Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν ἀποτελεῖ ὑποβιβασμόν. Δὲν στεροῦνται τοῦ πολιτικοῦ δικαιώματος, διότι, ἐφόσον ἔχομεν τὴν συζήτησιν τοῦ Συντάγματος καὶ συνεργάζονται Βουλὴ καὶ Γερουσία, ἡ Ἐθνοσυνέλευσις θὰ ἀποτελῆται ἀπὸ τοὺς μὲν καὶ ἀπὸ τοὺς δέ· τότε θὰ ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ ἀσκήσουν πολιτικὴν δύναμιν.
§101Γ. ΣΕΧΙΩΤΗΣ. Προκειμένου περὶ ζητημάτων, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀδύνατον νὰ προκαλέσουν πολιτικὴν συζήτησιν. Ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα κατ’ ἐξοχὴν προκαλοῦσι πολιτικὴν συζήτησιν εἶναι αἱ σοβαραὶ ἐπερωτήσεις, αἱ ὁποῖαι ἔχουν ὡς περιεχόμενον πολιτικὸν ζήτημα. Δὲν εἶναι δυνατόν ποτε νὰ ἐπιτρέπεται ἡ πρόκλησις πολιτικῆς συζητήσεως, ὅταν συνέρχωνται ἐν ταὐτῷ τὰ Σώματα διὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Συντάγματος. Ἄλλως τε δὲν εὑρίσκω πολὺ σοβαρὰν αὐτὴν τὴν συζήτησιν· τὴν εὑρίσκω προχειρολόγον, ὅπως εὑρίσκω προχειρολόγον καὶ αὐτὸ τὸ κατασκεύασμα, τὸ ὁποῖον καλεῖται ἄμεσος συγκρότησις τῆς Γερουσίας.
§102Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κατὰ τὴν γνώμην τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως», τὰ συντακτικὰ ζητήματα δὲν ἀποτελοῦν ζήτημα ἐμπιστοσύνης.
§103Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Αὐτὸ δὲν ἔχει σημασίαν, ἂν τὰ συντακτικὰ ζητήματα ἔχουν ἢ δὲν ἔχουν σημασίαν πολιτικήν. Ἡ Συντακτικὴ Συνέλευσις συνεδριάζουσα δύναται νὰ ἐκδώσῃ ἓν ψήφισμα, διὰ τοῦ ὁποίου καθαιρεῖται ἡ Κυβέρνησις.
§104Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει εὑρισκόμεθα ἐνώπιον τοῦ τραγελάφου νὰ δημιουργηθῇ μία διχοτόμησις, ἐνῷ δεχόμεθα ὅτι προκειμένου περὶ νομοθετικῆς ἐργασίας θὰ συνέρχεται ἀπὸ κοινοῦ, προκειμένου περὶ συντακτικῆς ἐργασίας θὰ συνέρχεται ἀπὸ κοινοῦ, προκειμένου περὶ ζητήματος ἐμπιστοσύνης θὰ συνέρχεται ἀπὸ κοινοῦ καὶ ἡ διχοτόμησις θὰ γίνῃ πρὸς διασκέδασιν.
§105Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Εἶναι πρωτότυπος ἡ ἀντίληψις τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου καὶ μοῦ κάμνει κατάπληξιν, διότι προκειμένου περὶ νομοθετικῆς ἐργασίας θὰ ἐργάζεται κεχωρισμένως....
§106Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Καὶ διαφωνοῦσα θὰ συνέρχεται.
§107Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. .... ἡ Γερουσία καὶ ἡ Βουλὴ θὰ ἀσκοῦν κεχωρισμένως τὸν κυβερνητικὸν ἔλεγχον. Ἀλλὰ σᾶς εἶπον ὅτι ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Γερουσίαν, ἡνωμένας, ὑπάρχει πλειονοψηφία ἐναντίον τῆς Κυβερνήσεως, ὑπάρχει ἡ δυνατότης ὄχι νὰ δημιουργῶνται ἑκάστοτε πολιτικὰ ζητήματα, ἀλλὰ δι’ ἑνὸς ψηφίσματος, ἐν ἐσχάτῃ ἀνάγκῃ, νὰ καταλυθῇ ἡ Κυβέρνησις. Βεβαίως αὐτὸ τὸ δικαίωμα τὸ πολιτικὸν δὲν ἔχει τὴν αὐτὴν δύναμιν, τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ δύναμις ἡ πολιτικὴ ἡ ἀσκουμένη ἀπὸ τὴν Βουλήν, ἡ ὁποία κάθε φορὰν ἠμπορεῖ νὰ προκαλῇ πολιτικὸν ζήτημα καὶ νὰ ἀνατρέπῃ τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλ’ ἀποδεικνύει ὅτι, ἐφόσον τουλάχιστον παρατείνονται αἱ ἐργασίαι αἱ συντακτικαί, ἔχουν καὶ τὰ μέλη τοῦ δευτέρου Νομοθετικοῦ Σώματος μίαν πολιτικὴν δύναμιν περιωρισμένην.
§108Γ. ΣΕΧΙΩΤΗΣ. Μοῦ εἶναι ἐντελῶς ἀνεξήγητον πῶς, ἐνῷ ἀναγνωρίζει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως» ὅτι ἡ συντακτικὴ συζήτησις δὲν παρέχει ἔδαφος εἰς ζήτημα ἐμπιστοσύνης, ἀφ’ ἑτέρου λέγει ὅτι θὰ δύναται ἡ Συνέλευσις, ἀποτελουμένη ἐκ τῆς Γερουσίας καὶ τῆς Βουλῆς, νὰ προκαλῇ πολιτικὰ ζητήματα!
§109Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἡ δευτέρα Βουλὴ ἔχει τὸ δικαίωμα ἐλέγχου.
§110Γ. ΣΕΧΙΩΤΗΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν συμβολὴν τοῦ δευτέρου Νομοθετικοῦ Σώματος, καθ’ ὃν τρόπον πρόκειται τοῦτο νὰ συγκροτηθῇ, εἰς τὴν ὁμαλωτέραν καὶ ταχυτέραν διεκπεραίωσιν τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας, νομίζω ὅτι ἡ Γερουσία κατ’ οὐδὲν ἔχει νὰ συμβάλῃ. Τοὐναντίον θὰ φέρῃ ἐπιβράδυνσιν, εἰς ἐποχὴν καθ’ ἣν εἶναι ὡμολογημένον πανταχόθεν ὅτι δὲν ἔχομεν καιρὸν διὰ πολλὴν νομοθετικὴν ἐργασίαν, ὅτι ἔχομεν ἀνάγκην νὰ περικόψωμεν ταύτην διὰ νὰ στραφῶμεν ἀποκλειστικῶς εἰς τὸ συντακτικὸν ἔργον, τὸ ὁποῖον πρέπει ταχέως νὰ περατωθῇ. Εἰς τὴν ὁμαλωτέραν διεξαγωγὴν τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας βεβαίως θὰ συμβάλλῃ κατά τι, ἀλλὰ νομίζω ὅτι ἡ συμβολὴ τῶν ὀλίγων πολιτευομένων πρώην Πρωθυπουργῶν καὶ Ὑπουργῶν καὶ τῶν 40 προσώπων θὰ εἶναι πολὺ μικρὰ ἀπέναντι τῶν μειονεκτημάτων, τὰ ὁποῖα θὰ ἔχῃ πάντως ἡ ἄμεσος συγκρότησις τῆς Γερουσίας. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῆς προόδου εἰς τὸν ὁμαλὸν πολιτικὸν βίον νομίζω ὅτι ὄχι μόνον δὲν θὰ ὠφελήσῃ ἡ εἰσαγωγὴ μελῶν τινων ἐκ τοῦ ἐξωκοινοβουλευτικοῦ κόσμου εἰς τὴν Γερουσίαν, ἀλλὰ τοὐναντίον θὰ βλάψῃ. Ἀπορῶ δὲ πῶς ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως», ὁ ὁποῖος τόσον καλὰ γνωρίζει τὰς συνθήκας τὰς πολιτικὰς καὶ κομματικὰς τοῦ Τόπου καὶ παρακολουθεῖ ἐκ τοῦ σύνεγγυς τὴν λαϊκὴν ψυχολογίαν, δὲν γνωρίζει ὅτι διὰ νὰ προαχθῇ τὸ ἔργον τῆς συμφιλιώσεως εἶναι ἀνάγκη νὰ εἰσέλθωσιν εἰς τὴν Γερουσίαν ἄνθρωποι δυνάμενοι νὰ ἐνασκῶσιν ἐπιβολὴν εἰς ἀρκετὰ μεγάλην μερίδα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, διότι οἱ μὴ δυνάμενοι νὰ ἐνασκήσωσι τοιαύτην ἐπιβολὴν ἀφ’ ἑνὸς θὰ ἀχρηστεύσωσιν ὡς συντηρητικὰ στοιχεῖα καὶ διαλλακτικά, διότι θὰ καταστῶσιν ὕποπτα ἀπέναντι τῶν ἀδιαλλάκτων στοιχείων, τὰ ὁποῖα θὰ τοὺς ἐπιτεθῶσιν, ὡς προδίδοντα τὸν ἀγῶνά των διὰ τῆς συμμετοχῆς των εἰς τὴν Γερουσίαν, εἰς τὰς ἀντιλήψεις δὲ ταύτας θὰ παρασύρωσι μεγάλην μερίδα τοῦ συντηρητικοῦ ἐξωκοινοβουλευτικοῦ κόσμου καὶ οὕτω θὰ ἐπέλθῃ μεγίστη ζημία, ἀντὶ ὠφελείας, εἰς τὴν πρόοδον τῆς ἐπανόδου τῆς Χώρας εἰς πολιτικὴν ὁμαλότητα. Ἡ ἄμεσος συγκρότησις τῆς Γερουσίας δὲν θὰ ἐμφανίζῃ τὴν περιωπὴν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἐμφανίζῃ τὸ δεύτερον Νομοθετικὸν Σῶμα. Θὰ κάμνῃ τὴν ἐντύπωσιν Σώματος προερχομένου διὰ διορισμῶν. Θὰ καταπέσῃ τόσον εἰς τὴν συνείδησιν τοῦ Λαοῦ, ὥστε νὰ διαβάλῃ καὶ τὸν μόνιμον θεσμὸν τῆς Γερουσίας, κατὰ τοῦ ὁποίου κρατεῖ κάποια προκατάληψις, ὡς ἄλλοτε δοκιμασθέντος, ἀποτυχόντος καὶ καταργηθέντος. Θὰ καταρρίψῃ τὸ γόητρον τῆς Συνελεύσεως, ἡ ὁποία θὰ ἐνεργήσῃ τὴν μετάθεσιν πληρεξουσίων εἰς τὴν Γερουσίαν, διὰ τοὺς λόγους τοὺς ὁποίους ἀνέπτυξα. Δὲν θὰ συμβάλῃ οὐδόλως εἰς τὴν πλήρη ἐμφάνισιν τοῦ πολιτεύματος. Ὡσαύτως οὐδόλως θὰ συμβάλῃ εἰς τὴν κατοχύρωσιν τοῦ πολιτεύματος, διότι τὰ πολιτεύματα δὲν κατοχυροῦνται διὰ προχείρως παρεσκευασμένων θεσμῶν, ἀλλὰ κατοχυροῦνται μόνον εἰς τὴν συνείδησιν τῶν λαῶν, ὅταν οὗτοι πεισθῶσι βαθέως ὅτι δι’ αὐτῶν ἐξυπηρετοῦνται τὰ πραγματικὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους καὶ ἡ πρόοδος καὶ εὐημερία αὐτῶν.
§111ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις διὰ τὴν 10.30′.
§112Α. ΔΑΡΓΕΝΤΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, αὐτὴν τὴν στιγμὴν εἴμεθα παρόντες μόνον 40 πληρεξούσιοι. Ἔχουν τὴν ὑποχρέωσιν οἱ ἀρχηγοὶ τῶν κομμάτων νὰ παρακαλέσουν τοὺς ὀπαδοὺς καὶ φίλους των νὰ ἔρχωνται εἰς τὰς συνεδριάσεις. Πρόκειται περὶ τόσον σοβαροῦ ζητήματος καὶ νομίζω ὅτι δὲν πρέπει αἱ ἀγορεύσεις νὰ γίνωνται ἐνώπιον κενῶν ἑδωλίων.
§113ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συνεδρίασις διεκόπη. (Ὥρᾳ 9 μ.μ.).
ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΚΟΠΗΝ
(Ὥρᾳ 10.45′ μ.μ.).
§114ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. (Τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου καταλαμβάνει ὁ Ἀντιπρόεδρος κ. Μανέτας).
§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Συνέλευσις νὰ ψηφισθῶσι πρὸ τῆς συνεχίσεως τῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ ψηφίσματος τῆς Γερουσίας τὰ κατ’ ἀρχὴν νομοσχέδια;
§116ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Μάλιστα.
§117ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἑρμηνείας τοῦ ἄρθρου 29 τοῦ νόμου 3212 περὶ συστάσεως ὑπηρεσίας κρατικῶν προμηθειῶν». (Κηρύσσεται κατεπεῖγον καὶ ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ διεκδικήσεως τῶν διατετιμημένων προικώων ἀκινήτων μετὰ τὴν λύσιν τοῦ γάμου». (Κηρύσσεται κατεπεῖγον καὶ ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ διαγραφῆς τοῦ ἐν τοῖς πινακίοις τῶν πολυμελῶν δικαστηρίων Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς πολιτικῶν ὑποθέσεων».
§118Κ. ΡΕΝΤΗΣ. Μᾶς ἐκάμετε μαθήματα ὅτι πρέπει νὰ εἴμεθα πιστοὶ εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν· σήμερον δὲν εἶναι ἡμέρα νομοθετικῆς ἐργασίας.
§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὰ ἠρωτήσαμεν πρῶτον τὴν Συνέλευσιν ἂν δέχεται, καὶ ἡ Συνέλευσις ἐδέχθη.
§120Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Καὶ ἡ Συνέλευσις ἀπεφάσισε νὰ γίνῃ νομοθετικὴ ἐργασία.
§121ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Νὰ κηρυχθῇ κατεπεῖγον τὸ νομοσχέδιον αὐτό. (Κηρύσσεται κατεπεῖγον καὶ ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν).
§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ καταργήσεως τοῦ Διατάγματος τῆς 11 Ἰουλίου 1917 κυρωθέντος ὑπὸ τοῦ νόμου 767 καὶ τοῦ νόμου 2804 τοῦ 1922 περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων».
§123Α. ΔΕΝΔΡΙΝΟΣ. Νομίζω ὅτι αὐτὸ ποὺ γίνεται δὲν εἶναι σωστόν, ὄχι διότι δὲν συμφωνῶ,—συμφωνῶ ἀπολύτως,—ἀλλὰ διότι εἴπομεν ὅτι θὰ συνεχισθῇ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ψηφίσματος περὶ Γερουσίας.
§124Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Ἐγὼ νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ψηφίσωμεν τὰ νομοσχέδια ταῦτα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀναγεγραμμένα πρὸς συζήτησιν κατ’ ἀρχήν. Ἕως τώρα παρεβιάσαμεν τὴν ἀρχὴν τῆς καθορισθείσης ἐργασίας πρὸς ὄφελος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, αἰτήσει τῆς ὁποίας πολλάκις εἰς ἡμέραν συζητήσεως Συντάγματος καὶ νόμων ἐγένετο συζήτησις ἐπὶ διαφόρων ἐπερωτήσεων. Λοιπὸν ἐπιβάλλεται νὰ μὴ φέρωμεν ἀντίρρησιν εἰς τὴν ψήφισιν κατ’ ἀρχὴν νομοσχεδίων ὡς τὸ ὑπὸ συζήτησιν.
§125ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Νὰ κηρυχθῇ κατεπεῖγον.
§126ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. (Κηρύσσεται κατεπεῖγον καὶ ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου ΒΧΗʹ περὶ ἐξώσεως δυστροπούντων μισθωτῶν, ὡς ὄντως ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ Ν. Δ. τῆς 19 Μαρτίου 1924». (Κηρύσσεται κατεπεῖγον καὶ ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ διορισμοῦ τῶν ἀποχωρούντων δικαστικῶν ὡς δικηγόρων παρ’ οἷς δικαστηρίοις ὑπηρέτησαν ὡς δικαστικοί».
§127Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Αὐτὸ ἀναβάλλεται.
§128ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συνεχίσεως τῆς ἐπιτάξεως οἰκιῶν».
§129Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἀναβάλλεται.
§130ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συνεχίζεται ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ψηφίσματος «περὶ καταρτισμοῦ προσωρινῆς Γερουσίας».
§131ΤΙΝΕΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συζητήσωμεν μὲ τόσον ὀλίγον ἀριθμὸν πληρεξουσίων.
§132ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀραβαντινὸς ἔχει τὸν λόγον.
§133ΤΙΝΕΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Ἀπών.
§134Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Εἶπον ὅτι θὰ ἐπανέλθωμεν νὰ συνεχίσωμεν τὴν συζήτησιν διὰ τὴν Γερουσίαν. Οὔτε ἡ πρώτη φορὰ εἶναι οὔτε ἡ δευτέρα, κατὰ τὴν ὁποίαν εὑρισκόμεθα τόσοι, οὔτε τὸ μόνον Κοινοβούλιον εἶναι. Ξεύρετε ὅτι τὸ Ἀγγλικὸν Κοινοβούλιον συζητεῖ τὰ σπουδαιότερα νομοσχέδια μὲ 40 βουλευτάς.
§135Γ. ΛΟΥΠΙΝΑΣ. Ἐπειδὴ δὲν εἶναι ἐπαρκὴς ἀριθμὸς πληρεξουσίων....
§136Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ὑποβάλατε ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας.
§137Γ. ΛΟΥΠΙΝΑΣ. Ἂν ἦτο δυνατόν, ἐπειδὴ εἶναι ἓν ἐπεῖγον ζήτημα τὸ σταφιδικὸν νομοσχέδιον, ἂν εἶναι δυνατόν, νὰ προχωρήσωμεν εἰς αὐτό.
§138Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Διὰ τὸ σταφιδικὸν ἠγέρθησαν προχθὲς ἀντιρρήσεις· ἐπειδὴ δὲ πρὸ τῆς διακοπῆς εἶπον ὅτι θὰ συζητηθῇ τὸ Σύνταγμα, ἂν σήμερον θελήσωμεν ἡμεῖς νὰ συζητήσωμεν τὸ σταφιδικόν, θὰ ἔλθωσιν ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἔχουν ἀντιρρήσεις νὰ μᾶς κατηγορήσουν ὅτι ἐπωφελήθημεν τῆς εὐκαιρίας τῆς ἀπουσίας των.
§139ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀραβαντινὸς ἔχει τὸν λόγον· ἀπών. Ὁ κ. Μπακόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§140Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸ τεσσάρων ἡμερῶν, κύριοι πληρεξούσιοι, ἐγένετο ἡ ἔναρξις τῆς συζητήσεως τοῦ ὑπὸ συζήτησιν σχεδίου ψηφίσματος περὶ ἱδρύσεως προσωρινῆς Γερουσίας. Εἶναι ἡ δευτέρα ἡμέρα τῆς συζητήσεως σήμερον. Πλείονες τοῦ ἑνὸς ρήτορες παρῆλθον ἐπὶ τὸ βῆμα τοῦτο καὶ περιωρίσθησαν εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ ζητήματος ἀπὸ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς, ἂν καὶ κατὰ πόσον ἐνδείκνυται ἡ ἄμεσος ἵδρυσις τοῦ θεσμοῦ τῆς Γερουσίας, καθ’ ὃν τρόπον ὑποδεικνύει τὸ ὑπὸ κρίσιν σχέδιον ψηφίσματος. Ἀλλὰ τὸ ὑπὸ κρίσιν σχέδιον ψηφίσματος ἐπιδιώκει διττὸν σκοπόν· ἐπιδιώκει ἀφ’ ἑνὸς μὲν καὶ κυρίως τὴν ἵδρυσιν κατ’ ἀρχὴν τοῦ θεσμοῦ τῆς Γερουσίας ἐν Ἑλλάδι, καὶ κατὰ δεύτερον λόγον ἐπιδιώκει τὴν ἄμεσον ἵδρυσιν τῆς Γερουσίας. Ὁμολογῶ ὅτι ἐκπλήττομαι, διότι ὅλοι οἱ ρήτορες οἱ ἀγορεύσαντες μέχρι τοῦδε δὲν ἔθιξαν τὴν πρώτην ἄποψιν τοῦ ζητήματος, τὴν ἄποψιν τὴν βασικήν....
§141ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, κ. Μπακόπουλε. Ὑπεβλήθη ἔνστασις περὶ μὴ ἀπαρτίας ὑπογεγραμμένη ὑπὸ τῶν κ. κ. Λ. Κολιαλέξη, Μ. Τσαρλαμπᾶ, Ν. Καλέλλη, Λ. Δενδρινοῦ, Γ. Μπούμπουλη καὶ Ε. Γουλιανοῦ. Κατὰ τὴν ἀντίληψιν τοῦ Προεδρείου ἀπαρτία δὲν ὑπάρχει.
§142Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Αὔριον εἰς τὰς 4, παρακαλῶ.
§143ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§144Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ, ἡ Ἡμερησία Διάταξις νὰ κανονισθῇ. Θὰ προταχθῇ τὸ νομοσχέδιον «περὶ Κωπαΐδος» καὶ κατόπιν θὰ ἔλθουν τὰ ἄλλα νομοσχέδια.
§145Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν θὰ ἔχῃ Σύνταγμα αὔριον, κ. Πρόεδρε;
§146Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Εἴπομεν ὅτι κατὰ κανόνα θὰ γίνεται τοῦτο, ἄρα δι’ ἀποφάσεως θὰ γίνεται καὶ τὸ ἀντίθετον. Πρῶτον τὸ ζήτημα κατ’ ἀρχὴν τῆς «Κωπαΐδος», δεύτερον τὸ «Σύνταγμα» καὶ τρίτον ἔπειτα τὸ «σταφιδικόν».
§147ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις διὰ νὰ ἐπαναληφθῇ αὔριον τὴν 4ην μ.μ. (Ὥρᾳ 11 μ.μ.).