1924.11.17
2.320 στίχοι · 18.032 λέξεις · 121 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 102Η
Δευτέρα 17 Νοεμβρίου 1924.
Προεδρία Κ. Ρακτιβάν
(Ὥρα 5.40′ μ.μ.).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Ν’ ἀναγνωσθῶσι τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως. (Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Συνέλευσιν τὰ ἑξῆς: — Ὁ Σύλλογος Καυκασίων Θεσσαλονίκης ἀναφέρων τὰ ἐν Κοὺκ τῆς Κατερίνης λαβόντα χώραν κατὰ τῶν προσφύγων τοῦ ἐκεῖ συνοικισμοῦ παρὰ τοῦ τσιφλικιούχου Καραβίδα, αἰτεῖται τὴν αὐστηρὰν αὐτοῦ τιμωρίαν. — Ἡ καπνεργατικὴ τάξις Βόλου διαμαρτύρεται διὰ τὰ γεγονότα τῆς Καβάλλας. — Οἱ κάτοικοι Καρδίτσης παρακαλοῦσιν ὅπως ἀπαγορευθῇ ἡ ἐξαγωγὴ τῶν ἀνεπεξεργάστων καπνῶν. — Ἡ Καπνεργατικὴ Ὁμοσπονδία Θεσσαλονίκης διαμαρτύρεται διὰ τὰς νέας σκηνὰς τὰς λαβούσας χώραν εἰς τὸ χωρίον Τσαλαλτζὰ τῆς Δράμας. — Ἡ Γενικὴ Συνομοσπονδία Ἐργατῶν διαμαρτύρεται διὰ τὰς σκηνὰς Καβάλλας καὶ παρακαλεῖ ὅπως λυθῇ τὸ ζήτημα τῶν ἀνεπεξεργάστων καπνῶν. — Ὁ Σύλλογος Καπνοπαραγωγῶν Ξάνθης παρακαλεῖ ὅπως ἐλαττωθῇ ὁ ἐπὶ τοῦ καπνοῦ φόρος τῆς δεκάτης. — Τὸ Σωματεῖον τῆς Ἀλληλεγγύης Ἐνοικιαστῶν ὑποβάλλει ὑπόμνημα ἐπὶ τῆς ἀκυρωθείσης ἀπαλλοτριώσεως τοῦ γηπέδου ἐν τῇ θέσει «Ἀνάλατος» πρὸς ἵδρυσιν συνοικισμοῦ. — Οἱ Συμβολαιογράφοι Τρικκάλων αἰτοῦνται τὴν ψήφισιν νομοσχεδίου περὶ βελτιώσεως τῆς θέσεώς των. — Ἐπιτροπὴ κατοίκων Ἀλεξανδρουπόλεως αἰτεῖται τὴν τροποποίησιν τοῦ νόμου 3125. — Οἱ ἀπόφοιτοι τῶν Ἐμπορικῶν Σχολῶν παρακαλοῦσι τὴν Συνέλευσιν ὅπως τοῖς ἐπιτραπῇ ἡ εἰς τὸ Πανεπιστήμιον εἴσοδός των. — Οἱ πληρεξούσιοι κ. κ. Ν. Τερζόγλου, Δ. Εὐθυμιάδης, Π. Γκελγκενδζόγλου καὶ Α. Λαζαρίδης, διαπιστώσαντες ὅτι αἱ σκηναὶ Κιούπκιοϊ δὲν ὀφείλονται εἰς ἔλλειψιν γαιῶν, παρακαλοῦσιν ὅπως διαταχθῇ ἡ ταχεῖα ἀνέγερσις οἰκημάτων ἐν τῇ ἀρχικῇ θέσει τοῦ προσφυγικοῦ συνοικισμοῦ. — Ὁ Ξενοφῶν Ριζόπουλος, κάτοικος Λαρίσης, παρακαλεῖ τὴν Συνέλευσιν ὅπως διὰ τροποποιήσεως τοῦ Ν. Δ. τῆς 5 Σεπτεμβρίου ἐπανορθωθῇ τὸ προσγενόμενον αὐτῷ ἀδίκημα. — Ἐπιτροπὴ κατοίκων Κερασοῦντος παρακαλεῖ ὅπως ἀπαλλαγῶσι τοῦ φόρου λόγῳ τῆς καταστροφῆς τῶν προϊόντων των ἐκ τῶν καιρικῶν μεταβολῶν. — Τὸ Ἐμπορικὸν καὶ Βιομηχανικὸν Ἐπιμελητήριον Χίου διαμαρτύρεται κατὰ τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ νόμου 3166 διαστρεβλούσης αὐτόν. — Τὸ Κοινοτικὸν Συμβούλιον Γραμμένου Ἰωαννίνων παρακαλεῖ ὅπως ἀπαλλαγῇ τοῦ ἱεράρχου του. — Ὁ Προσφυγικὸς Θρακικὸς Σύλλογος Καβάλλας ζητεῖ τὴν παραδειγματικὴν τιμωρίαν τῶν ὑπευθύνων τῶν σκηνῶν Κιούπκιοϊ. — Ὁ Ἀντώνιος Ναναδάκης, δημοδιδάσκαλος, παρακαλεῖ τὴν Συνέλευσιν, ὅπως διὰ δημοψηφίσματος προβῇ εἰς τὴν διαβάθμισιν τῶν δημοδιδασκάλων. — Ὁ ἀπόστρατος ὑπολοχαγὸς Λεβεντάκης Κωνσταντῖνος αἰτεῖται τὴν ἀναθεώρησιν τῆς ἀποστρατείας του. — Οἱ ἐν ταῖς φυλακαῖς Δράμας κρατούμενοι καπνεργάται διαμαρτύρονται διὰ τὰς βασάνους εἰς ἃς ὑποβάλλονται ἐν τοῖς κρατητηρίοις. — Οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου Σουμπάσκιοϊ παρακαλοῦσιν ὅπως διαρρυθμισθῶσι τὰ ὅρια τῶν καλλιεργουμένων γαιῶν ἀπό τε τῶν ἐντοπίων καὶ τῶν προσφύγων. — Οἱ Συμβολαιογράφοι Καρδίτσης παρακαλοῦσιν ὅπως ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ βελτιώσεως τῆς θέσεως τῶν συμβολαιογράφων. — Ἡ Ἕνωσις Παλαιῶν Πολεμιστῶν Θεσσαλονίκης διαμαρτύρεται διὰ τὰ γεγονότα τῆς Καβάλλας. — Ὁ Σύνδεσμος τῶν Δημοσίων Ὑπαλλήλων Πραβίου παρακαλεῖ ὅπως εἰς τὸ πανυπαλληλικὸν Διάταγμα ὑπαχθῶσι καὶ οἱ δημοδιδάσκαλοι. — Τὸ Σωματεῖον Καπνεργατῶν Τρικκάλων ἀξιοῖ τὴν παραδειγματικὴν τιμωρίαν τῶν ὑπευθύνων διὰ τὰ αἱματηρὰ γεγονότα τῆς Καβάλλας. — Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας κ. Κ. Σπυρίδης ὑποβάλλει σχέδιον νόμου «περὶ ἀκυρώσεως τῆς διὰ τοῦ Ν. Διατάγματος τῆς 29 Φεβρουαρίου 1924 κηρυχθείσης ἀναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως γηπέδων ὑπὲρ τοῦ πρώτου οἰκοδομικοῦ συνεταιρισμοῦ ἀνωτέρων δημοσίων ὑπαλλήλων Ἀθηνῶν». — Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν κ. Κονδύλης ὑποβάλλει σχέδιον νόμου «περὶ τοῦ ὅρκου τοῦ Ἕλληνος πολίτου». — Ὁ πληρεξούσιος κ. Θαλῆς Θεοδωρίδης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 8 τοῦ σχεδίου τοῦ Καταστατικοῦ Χάρτου. — Ὁ πληρεξούσιος κ. Π. Μερλόπουλος ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου ψηφίσματος «περὶ παρατάσεως τῆς ἰσχύος τῶν ἐδαφ. 2, 3, 4 καὶ 5 τοῦ ἀπὸ 24 Ἰουλίου ἐ.ἔ. ψηφίσματος τῆς Δʹ ἐν Ἀθήναις Συνελεύσεως περὶ συστάσεως Ἐπιτροπῆς Οἰκονομιῶν».
§3Ι. ΠΑΣΑΛΙΔΗΣ. Παρακαλῶ τὸν λόγον, κ. Πρόεδρε, πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε.
§5Ι. ΠΑΣΑΛΙΔΗΣ. Ἤθελον νὰ ἐρωτήσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ἂν ἔχει γνῶσιν περὶ τῶν νέων σκηνῶν αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο εἰς τὸν συνοικισμὸν Κοὺκ τῆς περιφερείας Κατερίνης, διότι παρ’ ὅλας τὰς βεβαιώσεις...
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι θέμα ἐπερωτήσεως.
§7Ι. ΠΑΣΑΛΙΔΗΣ. ... ὅτι θὰ λάβῃ μέτρα, μολαταῦτα βλέπομεν ὅτι πρὸ τριῶν ἡμερῶν ἐγένετο ἔνοπλος ἐπίθεσις οὐχὶ κολλήγων, ἀλλὰ τοῦ τσιφλικιούχου Καραβίδα, ὁ ὁποῖος ἐκ δευτέρου ἐπετέθη ἐναντίον τοῦ συνοικισμοῦ Κούκ, ἐξετόπισε τοὺς πρόσφυγας καὶ ἐχάλασε τὰ ζῷά των. Ἤθελον νὰ ἐρωτήσω τὴν Κυβέρνησιν, ἂν τὰ μέτρα τὰ ὁποῖα λαμβάνει, καταλήγουν εἰς τὰ ἐπεισόδια αὐτά. Εἶναι ἀδύνατον ἡ κατάστασις αὐτὴ νὰ ἐξακολουθήσῃ· ἂν ἐξακολουθήσῃ, θὰ ἀμυνθῶμεν. Ἂν ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ περιφρουρήσῃ τὴν ζωὴν τῶν προσφύγων, οἱ πρόσφυγες μὲ τοὺς γηγενεῖς καλλιεργητὰς θὰ ὁπλισθῶσι.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν πρέπει νὰ ἀκούωνται αὐτά.
§9Ι. ΠΑΣΑΛΙΔΗΣ. Ἤθελον νὰ ἐρωτήσω τὴν Κυβέρνησιν, ἂν θὰ ἐξακολουθήσουν αὐτά, ἄλλως θὰ φέρω ἐπερώτησιν.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι δικαίωμα τῆς Κυβερνήσεως ν’ ἀπαντήσῃ.
§11Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Τί ν’ ἀπαντήσῃ ἡ Κυβέρνησις; Ὁ κ. συνάδελφος ἐζήτησεν ὑποσχέσεις ὅτι τοιαῦτα ἐπεισόδια δὲν θὰ ἐπαναληφθῶσιν.
§12Ι. ΠΑΣΑΛΙΔΗΣ. Εἴπετε πρὸ τεσσάρων ἡμερῶν, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως....
§13Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπειδὴ δὲν μὲ ἀφήνει ὁ κ. συνάδελφος ν’ ἀπαντήσω, δι’ αὐτὸ δὲν ἀπαντῶ.
§14Ι. ΠΑΣΑΛΙΔΗΣ. Τὰς εὐθύνας τὰς ἔχετε σεῖς καὶ ὄχι ἡμεῖς.
§15Γ. ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ἡμεῖς δὲν διεκόψαμεν καὶ παρακαλῶ ν’ ἀκούσωμεν, διότι μᾶς ἐνδιαφέρει τὸ ζήτημα αὐτό.
§16Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἡμεῖς ὑποχωροῦμεν νὰ συζητήσωμεν αὔριον τὸ δικαστικὸν νομοσχέδιον· τότε νὰ εἰσέλθωμεν ἀμέσως μετὰ τὴν ψήφισιν τῶν συμβάσεων εἰς τὴν Γερουσίαν.
§17Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ὑπάρχει ἀντίρρησις.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίρρησις. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας.
§19Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Τὰς συμβάσεις πρῶτον καὶ ἔπειτα τὴν Γερουσίαν.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς ἀπὸ 10 Ὀκτωβρίου 1924 συμβάσεως μεταξὺ τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου καὶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος περὶ παρατάσεως τῆς προθεσμίας συναλλαγματικῶν δανείου φράγκων 40 ἑκατομμ. πρὸς 6% τοῦ 1921». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 3 Σεπτεμβρίου 1924 Ν. Δ. περὶ κυρώσεως συμβάσεως μεταξὺ τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου καὶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος περὶ αὐξήσεως τοῦ συνολικοῦ ποσοῦ τῶν ὑπὸ τὴν ἐγγύησιν τοῦ Δημοσίου χορηγητέων γεωργικῶν δανείων πρὸς πρόσφυγας ἀπὸ δραχ. 50 ἑκατομμυρίων εἰς δραχμ. 100 ἑκατομμύρια». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως συμβάσεως μεταξὺ τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου καὶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος περὶ ἑνοποιήσεως προσωρινῶν δανείων καὶ τροποποιήσεως προγενεστέρων μετ’ αὐτῆς συμβάσεων δανείων». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τῶν ἀπὸ 17 Ἰουλίου ἔ.ἔ. καὶ 20 Ὀκτωβρίου ἔ.ἔ. συμβάσεων μεταξὺ τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου καὶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος περὶ τροποποιήσεως τῆς ἀπὸ 26 Ἀπριλίου 1924 ὁμοίας περὶ χορηγήσεως δανείου δραχ. 50 ἑκατομμυρίων διὰ τὴν ἀπαλλοτρίωσιν ἀγροτικῶν καὶ ἀστικῶν κτημάτων Δυτικῆς Θράκης». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ καταργήσεως τοῦ ἐδαφ. 1 τοῦ ἄρθρου 10 τοῦ νόμου 2749 περὶ συνάψεως ἐσωτερικοῦ ἀναγκαστικοῦ δανείου μέχρι τοῦ ποσοῦ τῶν 1600 ἑκατομμ. δραχμῶν, περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου 3201 τῆς 7 Αὐγούστου 1924, περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τοῦ Ν. Δ. τῆς 3 Ἀπριλίου 1923 περὶ εἰσαγωγικῶν τελῶν κλπ.». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ αὐξήσεως τῆς ὑπὲρ τοῦ Γενικοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Ταμείου ἐκτάκτου συνδρομῆς τοῦ Δημοσίου». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν).
§21Ε. ΠΑΥΛΙΔΗΣ. Περιμένομεν νὰ δοθῇ ἀπὸ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ἀπάντησις εἰς τὸν κ. Πασαλίδην. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μείνῃ ἡ Συνέλευσις χωρὶς ἀπάντησιν.
§22Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Πρέπει νὰ γνωρίζουν οἱ κύριοι συνάδελφοι οἱ νεωστὶ εἰσελθόντες ὅτι δι’ ἐπεισόδια μικρὰ δὲν εἶναι εἰθισμένον νὰ γίνεται ἑκάστοτε ἐπερώτησις, ἡ ὁποία καὶ νὰ προτάσσεται ὅλων τῶν ἄλλων. Βεβαίως δι’ ἕνα ἐπεισόδιον τόσον σοβαρᾶς σημασίας, ὅπως εἶναι τοῦ Κιούπκιοϊ, ὅπου ἐχύθη αἷμα ἀδελφικόν, ἡ Κυβέρνησις ἔπρεπε νὰ δώσῃ ἀπάντησιν. Ἀλλὰ δι’ ἕνα ἐπεισόδιον μικρόν, τὸ ὁποῖον δυνατὸν νὰ ἐπαναλαμβάνεται εἰς 30 πόλεις τῆς Ἑλλάδος ὄχι μεταξὺ γηγενῶν καὶ προσφύγων, ἀλλὰ καὶ μεταξὺ γηγενῶν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δίδῃ ἀπάντησιν ἡ Κυβέρνησις. Ἡ Κυβέρνησις ἔδωσεν αὐστηροτάτας διαταγὰς νὰ προστατευθῶσι τὰ δικαιώματά των καὶ νὰ γίνωσι καὶ αἱ δέουσαι διώξεις. Δὲν πιστεύω δὲ νὰ ἀμφιβάλλετε ὅτι ἐδόθησαν τοιαῦται διαταγαί. Ἂν δὲ εἰς κάθε τηλεγράφημα προκαλῆται καὶ μία τοιαύτη συζήτησις, δὲν νομίζω ὅτι τοῦτο εἶναι ἐποικοδομητικὸν διὰ τὴν πρόοδον τῶν ἐργασιῶν τῆς Συνελεύσεως.
§23Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἡ ἀπόφασις τῆς Συνελεύσεως περὶ διορισμοῦ μιᾶς Ἐπιτροπῆς τί ἔγινε;
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔγινε.
§25Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν ἠρωτήθημεν καθόλου.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προχθὲς ἀνήγγειλα τὴν συγκρότησιν καὶ περιλαμβάνεται εἰς τὰ σημερινὰ πρακτικά. Συζήτησις ἐπὶ τοῦ σχεδίου ψηφίσματος «περὶ καταρτισμοῦ τῆς Γερουσίας».
§27Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Θὰ ἰσχύσουν αἱ διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ αἱ ψηφισθεῖσαι τελευταίως, κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ ψηφίσματος περὶ Γερουσίας;
§28Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Κατὰ τὴν ψήφισιν τοῦ Κανονισμοῦ τοῦ εἰδικοῦ συνεφωνήθη ὅτι δὲν θὰ περιληφθῇ ἡ συζήτησις περὶ Γερουσίας.
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἂς προχωρήσωμεν καὶ βλέπομεν.
§30Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Εἰς τὰς σημερινὰς ἐφημερίδας ἀνέγνωσα ὅτι θὰ γίνῃ μὲν σήμερον συζήτησις ἐπὶ τοῦ σχεδίου περὶ ἀμέσου συγκροτήσεως τῆς Γερουσίας, ἀλλ’ ὅτι εἶναι βέβαιον ὅτι τὸ σχέδιον θὰ ἀπορριφθῇ. Ἀσφαλῶς ἡ εἴδησις τῶν ἐφημερίδων προέρχεται ἐκ τοῦ γεγονότος ὅτι μερικοὶ ἐκ τῶν κοινοβουλευτικῶν ἀρχηγῶν ἔχουν ἤδη ἐκφρασθῆ ἐναντίον τοῦ σχεδίου. Ἂν, κύριοι πληρεξούσιοι, δὲν ἐνόμιζον ὅτι ἐπὶ ζητημάτων ἐξαιρετικῆς σοβαρότητος θὰ ἦτο ἱκανὴ ἡ Συνέλευσις νὰ συζητήσῃ, μὴ λαμβάνουσα ὑπ’ ὄψιν της τοὺς κομματικοὺς δεσμούς, τὰς κομματικὰς ἀντιθέσεις, δὲν θὰ ἐλάμβανον τὸν κόπον νὰ σᾶς ἀπασχολήσω. Τὸ ζήτημα, εἰς τοῦ ὁποίου τὴν συζήτησιν εἰσερχόμεθα σήμερον, κύριοι, εἶναι ἐκ τῶν σπουδαιοτάτων. Μετὰ τὴν καθιέρωσιν τοῦ πολιτεύματος δὲν γνωρίζω ἂν ὑπάρχει ζήτημα τὸ ὁποῖον δύναται νὰ ἀσκήσῃ μεγαλυτέραν ἐπιρροὴν εἰς τὴν ἄμεσον ἐξέλιξιν τῶν πολιτικῶν πραγμάτων τοῦ Τόπου. Καὶ δι’ αὐτὸ τὰς σκέψεις, αἱ ὁποῖαι περιέχονται εἰς τὸ σχέδιον, τὰς ὑπέβαλα καὶ εἰς τὴν πρώτην μετεπαναστατικὴν Κυβέρνησιν καὶ εἰς τὴν δευτέραν καὶ τὰς ὑπέβαλον ἐν σχεδίῳ πλέον, ὅταν συνεκροτήθη ἡ πρώτη δημοκρατικὴ Κυβέρνησις. Καὶ τὰς ὑποστηρίζω ἀκόμη καὶ σήμερον, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἀποδεικνύει ὅτι ὁ φόβος ὅτι διὰ τοῦ σχεδίου αὐτοῦ ἐπεδιώκοντο κομματικὰ πλεονεκτήματα τῆς τότε Κυβερνήσεως ἦτο ἐντελῶς ἀβάσιμος. Τὴν σπουδαιότητα τοῦ ζητήματος δὲν παραγνωρίζουν βεβαίως καὶ οἱ ἀρχηγοὶ τῶν κομμάτων καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ δι’ αὐτὸ ἐδήλωσαν, καὶ μετ’ εὐχαριστήσεως εἶδον τοῦτο ἀπὸ ὅλα τὰ μέρη, ὅτι δὲν θὰ ἀποτελέσῃ πολιτικὸν ζήτημα, δὲν θὰ ἀποτελέσῃ δηλαδὴ ζήτημα δεσμεῦον τὰ μέλη τῆς Συνελεύσεως ἀπὸ ἀπόψεως κομματικῆς. Θὰ ἦτο πράγματι δυστύχημα, ἂν ἐπὶ ἑνὸς τόσον σοβαροῦ ζητήματος ἡ Συνέλευσις δὲν ἀπεμιμεῖτο ὅλας σχεδὸν τὰς Συντακτικὰς Συνελεύσεις, αἱ ὁποῖαι ἐπὶ τοιούτων ζητημάτων συζητοῦν καὶ ἀποφασίζουν ἀνεξαρτήτως κομματικῶν ἀντιθέσεων, ἂν οἱ πληρεξούσιοι δὲν ἀπεφάσιζον σύμφωνα μὲ τὴν ἐνδόμυχον πεποίθησιν αὐτῶν, μὴ λαμβάνοντες ὑπ’ ὄψιν τὰς γνώμας τὰς ὁποίας ὑποστηρίζουν οἱ συμπαραστάται καὶ φίλοι αὐτῶν εἰς τὸν συνήθη κομματικὸν ἀνταγωνισμόν. Δι’ αὐτό, διότι τρέφομεν αὐτὴν τὴν ἐλπίδα, ἐπιμένομεν εἰς τὴν συζήτησιν καὶ ψήφισιν τοῦ σχεδίου τούτου καὶ θὰ ἔχω τὴν τιμὴν νὰ σᾶς ἀπασχολήσω ἐπ’ ὀλίγην ὥραν ἐπ’ αὐτοῦ. Ἐξ αὐτῆς τῆς ἐξάρσεως τῆς Συνελεύσεως ὑπεράνω κομματικῶν ἀντιθέσεων ἐξαρτᾶται, κατὰ τὴν ἀντίληψίν μου, ἡ ἐπιτυχὴς ἐκπλήρωσις τῆς ἀποστολῆς τῆς Συνελεύσεως. Ἀπὸ τὰς ἐργασίας αὐτῆς τῆς Συνελεύσεως, ἀπὸ τὴν περιωπὴν εἰς τὴν ὁποίαν θὰ ἀνέλθῃ ἡ Συνέλευσις εἰς τὰς ἀποφάσεις αὐτῆς θὰ κριθῇ κατὰ πόσον θὰ ἐξέλθῃ εὐκόλως ἡ Δημοκρατία νικήτρια ἐναντίον ὅλων τῶν κατ’ αὐτῆς ἀντιδράσεων καὶ ὑπονομεύσεων. Καὶ ἂν κυττάξωμεν γύρω μας, κύριοι πληρεξούσιοι, θὰ ἴδωμεν ὅτι ἡ μεγαλυτέρα ἐγγύησις διὰ τὴν ἐξέλιξιν τὴν πολιτικήν, διὰ τὴν στερέωσιν τοῦ δημοκρατικοῦ πολιτεύματος αὐτὴν τὴν στιγμήν, ἡ μεγαλυτέρα, λέγω, ἐγγύησις εἶναι αὐτὴ ἡ Συνέλευσις καὶ τὸ ἔργον αὐτῆς. Κατὰ τὸ σχέδιον τὸ ὑπὸ συζήτησιν προτείνεται ἡ Συντακτικὴ Συνέλευσις νὰ διαιρεθῇ εἰς Βουλὴν καὶ Γερουσίαν, ἐκλεγομένου ἑνὸς ποσοστοῦ τῶν μελῶν αὐτῆς ὡς μελῶν τοῦ δευτέρου νομοθετικοῦ Σώματος, τὸ ὁποῖον θὰ συμπληρωθῇ καὶ δι’ ἄλλου ἀριθμοῦ πολιτῶν ἐκτὸς τῆς Συνελεύσεως λαμβανομένων. Αὐτὴ εἶναι ἡ θεμελιώδης, αὐτὴ εἶναι ἡ κυρία ἀρχὴ τοῦ σχεδίου. Ὑπάρχουν λεπτομερειακαὶ διατάξεις ἀφορῶσαι τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ δευτέρου νομοθετικοῦ Σώματος, τὸν τρόπον τῆς ἐκλογῆς τῶν ἐκτὸς τῆς Συνελεύσεως ληφθησομένων μελῶν τοῦ δευτέρου νομοθετικοῦ Σώματος, ἀφορῶσαι τὸν ἀριθμόν, τὸ ποσοστὸν τῶν ἐκ τῆς Συνελεύσεως ἐκλεχθησομένων ὡς μελῶν τῆς Γερουσίας. Ἀλλ’ ὅλαι αὐταὶ αἱ λεπτομέρειαι θὰ ἦτο προτιμότερον νὰ μὴ ἀποτελέσουν ἀντικείμενον συζητήσεως, ἂν δὲν εἴμεθα σύμφωνοι εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ σχεδίου. Διότι, ἂν κατ’ ἀρχὴν ἀπεκρούετο ἡ ἰδέα τῆς ἀμέσου συγκροτήσεως τῆς Γερουσίας διὰ διχοτομήσεως τῆς Συντακτικῆς Συνελεύσεως καὶ ἐκλογῆς ἑνὸς ἀριθμοῦ ἐκ τῶν ἐκτὸς τῆς Συνελεύσεως εὑρισκομένων πολιτικῶν, εἶναι περιττὴ ὅλη ἡ συζήτησις ἐπὶ τῶν λεπτομερειῶν. Ἂν ὅμως γίνῃ κατ’ ἀρχὴν δεκτὸν τὸ σχέδιον τοῦτο, ἠμποροῦμεν νὰ εἰσέλθωμεν εἰς συζήτησιν τῶν λεπτομερειῶν. Τοῦτο δὲ τοσοῦτο μᾶλλον, καθόσον ἤδη εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ἐδήλωσα ὅτι οἱ εἰσηγηταὶ τοῦ σχεδίου δέχονται νὰ γίνουν ἀρκεταὶ τροποποιήσεις εἰς τὰς λεπτομερείας. Ἐπὶ παραδείγματι, κατὰ τὸ ὑποβληθὲν σχέδιον ἓν μέρος τῶν ἐκτὸς τῆς Συνελεύσεως εὑρισκομένων θὰ ἀποτελεσθῇ ἀπὸ τοὺς καταλαβόντας ὡρισμένα ἀξιώματα. Τοῦτο περιελήφθη, διότι προεβλήθη ἐξ ὡρισμένων κύκλων ἐξωκοινοβουλευτικῶν τοιαύτη ἀξίωσις. Δὲν γνωρίζω, ἂν ἡ ἀξίωσις αὐτὴ διατηρεῖται ἀκόμη καί, ἐφόσον ἔχω ἀμφιβολίας, εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ἐδήλωσα ἤδη ὅτι ὄχι μόνον δέχομαι νὰ περιορισθῇ ὁ ἀριθμὸς τῶν κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον εἰσαχθησομένων εἰς τὴν Γερουσίαν, διότι ἠγέρθησαν σοβαραὶ ἀντιρρήσεις δι’ ὡρισμένα πρόσωπα ἐκ τῶν καταλαβόντων τοιαῦτα ἀξιώματα, ἀλλὰ δέχομαι ἀκόμη νὰ διαγραφῇ ἐντελῶς ἡ διάταξις ἡ ἀφορῶσα τὴν ἐπὶ τῇ βάσει ὡρισμένων προσόντων εἴσοδον εἰς τὴν Γερουσίαν. Ἐπίσης ἠμπορεῖ νὰ περιορισθῇ ὁ ἀριθμὸς τῶν μελῶν τοῦ δευτέρου νομοθετικοῦ Σώματος, τῶν ἐκλεχθησομένων ἐκ τῶν ἐκτὸς τῆς Συνελεύσεως, διότι πρακτικὴ ἄποψις ἠμπορεῖ νὰ ἀποδείξῃ ὅτι εἶναι προτιμότερον νὰ περιορισθῇ ὁ ἀριθμὸς τῶν μελῶν, ὅπως εἶναι δυνατὸν νὰ περιορισθῇ καὶ τὸ ποσοστὸν τῶν πληρεξουσίων, τῶν ἐκλεχθησομένων ὡς μελῶν τοῦ δευτέρου νομοθετικοῦ Σώματος. Ἤθελον παρακαλέσει ἡ συζήτησις νὰ διεξαχθῇ ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου διὰ νὰ εἶναι μᾶλλον συγκεντρωμένη καὶ διαφωτιστική, διὰ νὰ καταλήξωμεν τὸ ταχύτερον εἰς ἕνα συμπέρασμα καὶ κατόπιν, ὅταν γίνῃ κατ’ ἀρχὴν ἀποδεκτὸν τὸ ψήφισμα, δυνάμεθα νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὰς λεπτομερείας.
§31Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Θὰ γίνουν δύο συζητήσεις;
§32Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὑπάρχουν πολλὰ ἄρθρα. Κατὰ τὴν πρότασίν μου ἡ γενικωτέρα ἀρχὴ τοῦ σχεδίου εἶναι νὰ συγκροτηθῇ ἀμέσως δεύτερον νομοθετικὸν Σῶμα, διὰ διχοτομήσεως τῆς Συντακτικῆς Συνελεύσεως καὶ ἐκλογῆς ἑνὸς ἀριθμοῦ πολιτικῶν ἐκτὸς τῆς Συνελεύσεως εὑρισκομένων.
§33Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Ἅμα ἀνέλθῃ εἷς ῥήτωρ καὶ ὁμιλῇ ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, ἅμα ἐπανέλθῃ, θὰ τοῦ εἴπουν ὅτι λαμβάνει ἐκ δευτέρου τὸν λόγον;
§34Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἠμπορεῖτε νὰ ὁμιλήσετε ὅπως θέλετε· δὲν θὰ εἰσέλθω εἰς συζήτησιν λεπτομερειῶν καὶ θὰ παρεκάλουν τοὺς κυρίους συναδέλφους νὰ συζητήσωμεν τὴν βάσιν αὐτοῦ τοῦ σχεδίου διὰ νὰ ἴδωμεν ἂν συμφωνοῦμεν. Εἰς τὰς λεπτομερείας εἶναι εὔκολος ὁ συμβιβασμὸς, εἰς τὴν βάσιν τοῦ σχεδίου εἶναι δύσκολος ὁ συμβιβασμὸς τῶν ἀντιθέτων ἀπόψεων. Διὰ νὰ ἐξετάσωμεν σοβαρῶς τὸ σχέδιον τῆς Γερουσίας, πρέπει νὰ μὴ λησμονῶμεν οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν ὅτι ἡ Συντακτικὴ Συνέλευσις εἶναι προϊὸν μιᾶς Ἐπαναστάσεως, ὅτι δι’ αὐτῆς ἠμπορεῖ κανεὶς νὰ εἰπῇ ὅτι ἐξακολουθεῖ νὰ λειτουργῇ ἡ Ἐπανάστασις. Ἡ Ἐπανάστασις ἡ στρατιωτική, ἡ ὁποία ἐξεδίωξεν ἕνα Βασιλέα, ἡ Ἐπανάστασις, κατόπιν, ἡ ὁποία ἐξεδίωξε τὸν δεύτερον Βασιλέα, καὶ τρίτον ἡ Ἐπανάστασις ἡ λαϊκή, ἡ ὁμαλῶς γενομένη, ἡ ὁποία εἶχεν ὡς ἀποτέλεσμα τὴν καθιέρωσιν τῆς Δημοκρατίας, νὰ μὴ λησμονῶμεν ποτὲ ὅτι κάθε Ἐπανάστασις, ὅσον καὶ ἂν προέρχεται ἀπὸ τὴν ὁμόθυμον θέλησιν τοῦ λαοῦ, διότι ἀποτελεῖ μίαν ἀπότομον μεταβολὴν καταστάσεως, διότι θίγει συμφέροντα, διότι ἀνατρέπει ἀξίας, προκαλεῖ εἴτε μεγάλην εἴτε μικρὰν ἀντίδρασιν πάντοτε. Νὰ μὴ λησμονῶμεν ἀκόμη ὅτι ἡ ἀξία τῶν Ἐπαναστάσεων δὲν κρίνεται ἀπὸ τὸ ὕψος τῶν ἰδεῶν, ἀπὸ τὰς ὁποίας ἐμφοροῦνται, οὔτε καὶ ἀπὸ τὸ μέγεθος τῶν ἀνατροπῶν ποὺ προκαλοῦν, ἀλλὰ κρίνονται ἀπὸ τὰ μόνιμα, τὰ διαρκῆ ἀποτελέσματα αὐτῶν. Καὶ δι’ αὐτὸ πολὺ δικαίως εἰς κάθε Ἐπανάστασιν, ἡ ὁποία εἶχε διαρκῆ ἀποτελέσματα, θὰ ἴδητε ὅτι πάντοτε ἔγιναν σκέψεις, ἐλήφθησαν μέτρα κατοχυρώσεως τοῦ ἐπαναστατικοῦ ἔργου, παρεμποδίσεως τῆς ἀντιδραστικῆς πλημμυρίδος, τῆς πάντοτε προκαλουμένης μετὰ μίαν Ἐπανάστασιν καὶ ἀπειλούσης ἀνατροπὴν τοῦ ἐπαναστατικοῦ ἔργου. Ἡ τελευταία Ἐπανάστασις δὲν εἶχε χαρακτῆρα κοινωνικόν. Δὲν ἦτο Ἐπανάστασις προκληθεῖσα λόγῳ ἀντιθέσεων κοινωνικῶν. Ὑπῆρχον βέβαια μερικὰ στοιχεῖα εἰς τὴν ἀντίθεσιν τὴν τελευταίαν, τὰ ὁποῖα ἠμποροῦσαν νὰ δώσουν τὴν ἐντύπωσιν ὅτι πράγματι πρόκειται περὶ κοινωνικῆς ἀντιθέσεως, περὶ ἀντιθέσεως τῶν ἀστικῶν καὶ λαϊκῶν στοιχείων ἐναντίον τῶν παλαιοτέρων κομματικῶν στοιχείων τοῦ Τόπου. Ἀλλ’ ἡ ἐντύπωσις αὐτὴ ἦτο ἐσφαλμένη, διότι ἕνεκα τοῦ ἀντιπροσωπευτικοῦ πολιτεύματος, εὐκόλως εἰσεπήδησαν εἰς τὸ ἀντιπροσωπευτικὸν Σῶμα καὶ εὐκόλως κατέλαβον σημαίνουσαν θέσιν εἰς τὴν Πολιτείαν, βαθμιαίως, τὰ ἀστικὰ καὶ τὰ λαϊκὰ στοιχεῖα καὶ εἰς τὴν κίνησιν αὐτήν, ἡ ὁποία ὀλίγον κατ’ ὀλίγον παρεμέριζε τὰ παλαιότερα ὀλιγαρχικά—ἀπὸ ἀπόψεως ὄχι τυπικῶν δικαιωμάτων, ἀλλ’ ἐξασκήσεως οὐσιαστικῶν προνομιακῶν δικαιωμάτων—εἰς τὴν κατεύθυνσιν, λέγω, αὐτὴν μεγίστην ὤθησιν ἔδωσε τὸ κίνημα τοῦ 1909. Καὶ δι’ αὐτὸ εἰς τὴν τελευταίαν Ἐπανάστασιν δὲν ὑπάρχουν πολλὰ στοιχεῖα κοινωνικῶν ἀντιθέσεων. Ἡ τελευταία Ἐπανάστασις εἶναι μία Ἐπανάστασις ἐθνική, ἠμπορῶ νὰ εἴπω, Ἐπανάστασις ἡ ὁποία προεκλήθη ἀπὸ μεγάλας ἐθνικὰς συμφοράς, προελθούσας ἐκ τῆς αὐθαιρέτου ἀσκήσεως τῆς προνομιακῆς ἐξουσίας τοῦ Στέμματος. Καὶ ἀπέβλεψεν ἡ Ἐπανάστασις νὰ ἀσφαλίσῃ καὶ τὰ ἐθνικὰ δίκαια καὶ τὰς λαϊκὰς ἐλευθερίας διὰ τῆς καταργήσεως τοῦ βασιλικοῦ θεσμοῦ. Ἀπέβλεψεν ἡ Ἐπανάστασις νὰ δημιουργήσῃ μεγαλυτέρας ἐγγυήσεις, ὅπως εἰς τὸ μέλλον μὴ παραβιάζεται ἡ λαϊκὴ βούλησις, ὅπως μὴ τίθεται κάτω τῆς φατρίας τὸ ἐθνικὸν συμφέρον. Αὐτοὶ ἦσαν οἱ σκοποὶ τῆς Ἐπαναστάσεως. Ἀλλά, μολονότι αὕτη ἦτο τόσον ἐθνική, προκληθεῖσα ὕστερα ἀπὸ τόσας μεγάλας καταστροφὰς καὶ δὲν ὑπάρχει κίνδυνος ἐν τῇ ἐξελίξει αὐτῆς νὰ ἐμφανισθοῦν αἱ μεγάλαι συγκρούσεις, τὰς ὁποίας προεκάλεσαν παντοῦ αἱ Ἐπαναστάσεις αἱ κοινωνικοῦ χαρακτῆρος, ὅπως εἰς τὴν Γαλλίαν καὶ τὴν Ρωσίαν, ἐν τούτοις ἡ τελευταία ἱστορία μᾶς δεικνύει ὅτι ἡ κομματικὴ ἀντίθεσις εἶναι ἐπικινδύνως μεγάλη. Μᾶς διδάσκει ὅτι ἡ ἐμπάθεια τῶν ὀργάνων τῶν κομματικῶν εἶναι τόσον ὑπερβολική, ὥστε ἠμποροῦν νὰ ὠθήσουν τὸν Τόπον εἰς καταστροφάς, ἠμποροῦν νὰ δημιουργήσουν συγκρούσεις, τοσοῦτο μᾶλλον, καθόσον μεταξὺ τῶν ὀργάνων αὐτῶν ἀπὸ τὴν μίαν μερίδα καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλην ὑπάρχουν καὶ τάξεις προσώπων, ὑπαλλήλων καὶ στρατιωτικῶν, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ ὠθήσουν τὰ πράγματα εἰς τὰ ἄκρα. Ἄλλως τε ἡ Ἑλλὰς δὲν εἶναι τόσον μεγάλο Κράτος, ὅσον τὰ Κράτη ποὺ ἀνέφερα, διὰ νὰ ἠμπορῇ ἀκινδύνως νὰ ὑποστῇ ἀκόμη καὶ ἄλλας ἐσωτερικὰς ἀνωμαλίας. Ὕστερα ἀπὸ τὴν μεγάλην ἐθνικὴν καταστροφὴν ἡ ἐσωτερικὴ κατάστασις καὶ ἡ διεθνὴς θέσις εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται ἡ Ἑλλὰς εἶναι τοιαύτη, ὥστε οἱ κίνδυνοι εἶναι μέγιστοι, ἂν συνεχισθῇ ὁ ἐμφύλιος διχασμός. Δι’ αὐτὸ δὲν πρέπει νὰ παραλειφθῇ τίποτε, ἀπολύτως τίποτε ἀπὸ ὅ,τι εἶναι δυνατὸν νὰ στερεώσῃ τὸ πολίτευμα καὶ νὰ εὐκολύνῃ τὴν ὁμαλὴν ἐξέλιξιν τῶν πολιτικῶν πραγμάτων. Καὶ ἡ πρότασις περὶ ἀμέσου συγκροτήσεως τοῦ δευτέρου νομοθετικοῦ Σώματος δι’ αὐτὸ γίνεται, διότι νομίζομεν ὅτι εἶναι καὶ αὐτὴ ἕνα μέσον, διὰ τοῦ ὁποίου καὶ ἡ Δημοκρατία στερεώνεται καὶ ἐξασφαλίζεται ὁμαλωτέρα ἡ ἐξέλιξις τῆς πολιτικῆς καταστάσεως. Πῶς νομίζομεν ὅτι διὰ τῆς ἀμέσου συγκροτήσεως τοῦ δευτέρου νομοθετικοῦ Σώματος εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτευχθοῦν αὐτοὶ οἱ σκοποί; Πρῶτον ὑποστηρίζομεν ὅτι ἡ ἄμεσος συγκρότησις τοῦ δευτέρου νομοθετικοῦ Σώματος προάγει ἀμέσως τὰς ἐργασίας τὰς νομοθετικάς—καὶ ἀρχίζω ἀπὸ τὸ πλέον ἀσθενὲς καὶ ἀσήμαντον ἐπιχείρημα—τὰς προάγει διότι περιορίζει τὸν ἀριθμὸν τῶν μελῶν τοῦ πρώτου νομοθετικοῦ Σώματος. Δὲν ὑπάρχει κανεὶς κανών, κύριοι πληρεξούσιοι, ὁρίζων ὅτι αὐτὸς ἢ ἐκεῖνος πρέπει νὰ εἶναι ὁ ἀριθμὸς τῶν μελῶν τοῦ νομοθετικοῦ Σώματος. Τοῦτο ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὸν πληθυσμὸν καὶ τὸν βαθμὸν τοῦ πολιτισμοῦ ἑκάστου Τόπου. Σύμφωνα λοιπὸν μὲ τὸν πληθυσμὸν τῆς Ἑλλάδος καὶ τὸν βαθμὸν τοῦ πολιτισμοῦ πρέπει νὰ ὁμολογήσωμεν ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν μελῶν ἑνὸς νομοθετικοῦ Σώματος, ὄχι προκειμένου περὶ συντάξεως τοῦ πολιτεύματος, ἀλλὰ περὶ νομοθετικῆς ἐργασίας, εἶναι ὑπερβολικὰ μεγάλος, καὶ ὅτι εἴμεθα τὸ Κράτος, τὸ ὁποῖον εἰς τὴν Εὐρώπην, ἐν σχέσει μὲ τὸν πληθυσμόν, ἔχει τὸν μεγαλύτερον ἀριθμὸν μελῶν τοῦ νομοθετικοῦ Σώματος. Ἴσως αὐτὴ εἶναι μία αἰτία ποὺ αἱ νομοθετικαὶ ἐργασίαι καὶ τῆς Γʹ καὶ τῆς Δʹ Ἐθνικῆς Συνελεύσεως δὲν ἠμπόρεσαν νὰ διεξαχθοῦν πολὺ ὁμαλῶς. Ἔχομεν βέβαια τὸ ἀντίθετον παράδειγμα τῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς τοῦ 1911, ἀλλὰ τότε δὲν ὑπῆρχεν ἡ κατάτμησις τῶν κομμάτων ποὺ ὑπάρχει σήμερον καὶ ἐπὶ πλέον ὑπῆρχε τότε ἕνας πολιτικὸς ἀρχηγὸς πραγματικὰ μεγαλοπράγμων, ὁ ὁποῖος ἤσκει ἐξαιρετικὸν κῦρος εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἠδύνατο νὰ διευθύνῃ τὰς ἐργασίας της. Οἱ ὅροι οὗτοι δὲν ὑπῆρχον οὔτε εἰς τὴν Γʹ οὔτε ὑπάρχουν εἰς τὴν Δʹ Ἐθνικὴν Συνέλευσιν καὶ ὡς ἐκ τούτου αἱ νομοθετικαὶ ἐργασίαι δὲν ἠμπόρεσαν νὰ διεξαχθοῦν ὁμαλῶς. Ἐπαναλαμβάνω ὅμως ὅτι αὐτὸ εἶναι τὸ ἀσθενέστερον καὶ τὸ πλέον ἐπουσιῶδες ἐπιχείρημα. Τὸ σπουδαιότερον ἐπιχείρημα εἶναι ὅτι διὰ τῆς ἀμέσου συγκροτήσεως τοῦ δευτέρου νομοθετικοῦ Σώματος ἀναγκαστικῶς ὑποβάλλομεν τὴν νομοθετικὴν ἐργασίαν εἰς δύο στάδια, διεξαγόμενα εἰς δύο ξεχωριστὰ Σώματα. Δὲν θὰ θελήσω νὰ ἀναπτύξω τὰς ἀρετὰς αὐτῆς τῆς διαδικασίας, διότι, ἐκτὸς ἴσως ἐλαχίστων ἐξαιρέσεων, ὁλόκληρος ἡ Συνέλευσις εἶναι πεπεισμένη ὅτι δὲν ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρξῃ ἐπιμεμελημένη ἐπεξεργασία νόμων οὐδὲ ἐξασφάλισις τῆς λαϊκῆς θελήσεως, ἂν ἡ νομοθετικὴ ἐργασία δὲν ρυθμισθῇ κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ διέρχεται ἀπὸ τὰ δύο στάδια διὰ δύο ξεχωριστῶν Σωμάτων. Ἔτσι ὑπάρχει ἐλπὶς νὰ λείψῃ ἡ ταχύτης καὶ ἡ σπουδὴ ἡ ὁποία παρατηρεῖται εἰς τὰς νομοθετικὰς ἐργασίας τοῦ ἑνὸς Σώματος καὶ νὰ περιορισθοῦν τὰ μεγάλα σφάλματα εἰς τὰ ὁποῖα ὑποπίπτει. Δι’ αὐτὸ ὅλοι ἐχαρακτήρισαν τὸ δεύτερον νομοθετικὸν Σῶμα, τὴν Γερουσίαν, θεμελιώδη δημοκρατικὸν θεσμὸν καὶ δι’ αὐτὸ ἔχομεν συμφέρον τὸ ταχύτερον νὰ παρουσιάσωμεν εἰς τὸν λαὸν τὴν Δημοκρατίαν ὑπὸ τὴν πλήρη αὐτῆς μορφήν, ὅπως ἐννοοῦμεν νὰ λειτουργήσῃ εἰς τὸ μέλλον. Ἔτσι, ὅσον καλύτερον θὰ διεξάγωνται αἱ νομοθετικαὶ ἐργασίαι, τόσον μικροτέρα θὰ εἶναι ἡ δυσφορία τοῦ κόσμου, ἡ ὁποία προκαλεῖται ἀπὸ ἐλαττωματικὴν καὶ ἐσπευσμένην διεξαγωγὴν τῶν νομοθετικῶν ἐργασιῶν καὶ τόσον ὀλιγώτερον εὐνοϊκὸν ἔδαφος θὰ εὑρίσκουν ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι θέλουν νὰ καλλιεργήσουν τὸ μῖσος, τὴν συνέχισιν τοῦ ἐμφυλίου διχασμοῦ. Τόσον θεωροῦμεν οἱ ὑποβαλόντες τὸ ὑπὸ συζήτησιν σχέδιον προέχοντα τὸν σκοπὸν αὐτόν, ὥστε ἐσκέφθημεν νὰ ὑποστηρίξωμεν τὴν ἄμεσον συγκρότησιν τῆς Γερουσίας μόνον καὶ μόνον δι’ αὐτὸν τὸν σκοπόν. Μεταγενεστέρως δέ, ὅτε εἴδομεν ὅτι εἶναι δυνατὴ καὶ ἡ συνεννόησις μὲ τὸν ἐκτὸς τῆς Συνελεύσεως πολιτικὸν κόσμον, προσεθέσαμεν ἕνα ἄλλον σκοπόν, τὸν τῆς συμμετοχῆς εἰς τὸ δεύτερον νομοθετικὸν Σῶμα καὶ πολιτικῶν ἀνηκόντων εἰς τὸν ἐκτὸς τῆς Συνελεύσεως πολιτικὸν κόσμον. Συμφωνῶ ἀπολύτως ὅτι ἡ ὕπαρξις ἐξωκοινοβουλευτικοῦ πολιτικοῦ κόσμου εἶναι σφάλμα τῶν ἀρχηγῶν αὐτοῦ τοῦ πολιτικοῦ κόσμου καὶ περὶ αὐτοῦ δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ μακρηγορήσω, ἀλλ’ ὅσον καὶ ἂν εἶναι σφάλμα αὐτῶν τῶν ἰδίων, ἀποδεικνύει πνεῦμα φιλελεύθερον, θέλησιν ἐξομαλύνσεως τῆς καταστάσεως, ἱκανοποιήσεως μιᾶς ἐπαγγελίας, ἣν ὅλοι ἐδώσαμεν, ὅτι ἐπιθυμοῦμεν ἀμέσως, εἰ δυνατόν, τὸ ταχύτερον, ἡ Δημοκρατία νὰ εἶναι κτῆμα ὅλων τῶν Ἑλλήνων. Δι’ αὐτὸ ἐνομίσαμεν ὅτι δὲν πρέπει νὰ παραλειφθῇ καὶ αὐτὸ τὸ μέσον, ὅπως ἐπιτύχωμεν τὴν συνεργασίαν ἑνὸς μέρους τοῦ ἐκτὸς τῆς Συνελεύσεως εὑρισκομένου πολιτικοῦ κόσμου. Δι’ αὐτῆς τῆς συνεργασίας καὶ τὰ πάθη ἁπαλύνονται καὶ αἱ ἀντιθέσεις γεφυρώνονται καὶ ἐξασφαλίζεται ἡ ταχυτέρα ἐξομάλυνσις τῆς πολιτικῆς καταστάσεως. Ἐξ ἄλλου ἐπιτυγχάνεται ὁ σκοπὸς αὐτὸς τῆς στερεώσεως τοῦ πολιτεύματος, διότι τὸ δεύτερον νομοθετικὸν Σῶμα, τὸ ὁποῖον, ὅπως προτείνεται, μοιραίως θὰ ἀποτελῆται κατὰ πλειονοψηφίαν ἀπὸ στοιχεῖα δημοκρατικά, θὰ ἐπιζήσῃ ἀναγκαίως τοῦ τμήματος ἐκείνου τῆς Συνελεύσεως, τὸ ὁποῖον θὰ χαρακτηρισθῇ ὡς Βουλή. Τοιουτοτρόπως καὶ μετὰ τὴν διάλυσιν αὐτῆς θὰ ὑπάρξῃ τὸ δεύτερον νομοθετικὸν Σῶμα ὡς μία ἐγγύησις διατηρήσεως τοῦ πολιτεύματος. Εἶναι ἐπίσης φανερὸν ὅτι μὲ τὴν ἄμεσον συγκρότησιν τῆς Γερουσίας διευκολύνεται καὶ ἡ ριζικὴ ἐκλογικὴ μεταρρύθμισις, ἡ ὁποία ἀσφαλίζει τὴν πολιτικὴν δικαιοσύνην καὶ ὡς ἐκ τούτου διευκολύνει τὴν ὁμαλὴν πολιτικὴν ἐξέλιξιν. Αὐτοὶ εἶναι ἐν περιλήψει οἱ σκοποὶ τοῦ σχεδίου τοῦ ὑπὸ συζήτησιν. Ἐναντίον τοῦ σχεδίου αὐτοῦ ἠγέρθησαν πολλαὶ ἀντιρρήσεις καὶ θεωρητικοῦ χαρακτῆρος καὶ πρακτικοῦ. Θὰ τὰς ἐξετάσω χωριστά. Ἡ πρώτη, ἡ σπουδαιοτέρα θεωρητικὴ ἀντίρρησις εἶναι ἡ ἑξῆς: Πῶς εἶναι δυνατόν, λέγουν, ἡ Ἐθνικὴ Συνέλευσις, ἡ ὁποία ἐξελέγη διὰ νὰ συντάξῃ τὸ πολίτευμα, πῶς εἶναι δυνατὸν αὐτὴ νὰ ὁρίσῃ τὰ μέλη τῶν νομοθετικῶν Σωμάτων; Κύριοι πληρεξούσιοι, θὰ ἦτο πολὺ τολμηρὸν νὰ διαγράψῃ τις τὰ ὅρια μιᾶς Συντακτικῆς Συνελεύσεως. Διατί ἐξελέγη ἡ Συντακτικὴ Ἐθνικὴ Συνέλευσις; Ἄν καλῶς ἑρμηνεύωμεν τὴν θέλησιν τοῦ λαοῦ, καὶ νομίζω ὅτι καλῶς τὴν ἑρμηνεύομεν, ἐξελέγη διὰ νὰ καθιερώσῃ τὴν Δημοκρατίαν καὶ νὰ τὴν στερεώσῃ. Αὐτὴ ἦτο ἡ γενικωτέρα σκέψις τοῦ λαοῦ. Πῶς θὰ τὴν στερεώσῃ εἶναι ζήτημα τῆς Συνελεύσεως. Ἀνεπτύχθησαν κατὰ τὰς ἐκλογὰς διάφοροι γνῶμαι περὶ δύο νομοθετικῶν Σωμάτων, περὶ ἀναλογικῆς ἀντιπροσωπείας, περὶ αὐτοδιοικήσεως καὶ ἀποκεντρώσεως καὶ ἄλλα πολλά, ἀλλὰ πρέπει νὰ ὁμολογήσωμεν ὅτι ὁ λαὸς δὲν ἐπρόσεξε τόσον εἰς αὐτά, ὅσον εἰς τὸν γενικὸν σκοπὸν καὶ τὴν κατεύθυνσιν τῆς καθιερώσεως καὶ στερεώσεως τῆς Δημοκρατίας. Τὰ ἄλλα ἀφέθησαν νὰ τὰ λύσῃ ἡ Ἐθνικὴ Συνέλευσις. Δὲν φαντάζομαι ὅτι θὰ εὕρῃ κανεὶς δικαιολογίαν, ἂν εἴπῃ αὔριον εἰς τὸν λαὸν ὅτι δυστυχῶς δὲν ἠμπόρεσα νὰ κατοχυρώσω πλήρως τὸ νέον πολίτευμα, διότι εἶχον μόνον ἐξουσιοδότησιν νὰ τὸ συντάξω καὶ νὰ τὸ ἀσφαλίσω, ἐγκαθιδρύων ὡρισμένας ἐξουσίας. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, ἐκτὸς τοῦ ὅτι δὲν δύνανται νὰ τεθοῦν ὅρια εἰς μίαν Συντακτικὴν Συνέλευσιν, προερχομένην ἀπὸ μίαν Ἐπανάστασιν καὶ ἔχουσαν ἀποστολὴν νὰ καθιερώσῃ μίαν νέαν τάξιν πολιτειακὴν καὶ νὰ τὴν στερεώσῃ, τί εἶναι ἡ σύνταξις τοῦ δευτέρου νομοθετικοῦ Σώματος, ὥστε νὰ ὑπάρχουν περιορισμοὶ εἰς τὴν Συνέλευσιν, ὥστε νὰ μὴ δύναται νὰ ὁρίσῃ καὶ τὰ μέλη τοῦ δευτέρου νομοθετικοῦ Σώματος; Δέχομαι, κύριοι πληρεξούσιοι, ὅτι δὲν δύναται ποτὲ μία Συντακτικὴ Συνέλευσις νὰ παραβιάσῃ τὰς φιλελευθέρους ἀρχὰς ἀπὸ τὰς ὁποίας ἀπορρέει τὸ φιλελεύθερον πνεῦμα, τὸ ὁποῖον τὴν ἐγέννησε. Δὲν ἠμπορεῖ ποτὲ μία Συντακτικὴ Συνέλευσις, ἔχουσα ἀποστολὴν νὰ καθιερώσῃ τὴν Δημοκρατίαν, νὰ περιορίσῃ τὴν λαϊκὴν θέλησιν, νὰ θέσῃ φραγμὸν ματαιώνοντα τὴν ἐλευθερίαν τὴν πολιτικήν. Ἀλλ’ ἡ σύνταξις τῆς Γερουσίας, ἡ ἄμεσος συγκρότησις τῆς Γερουσίας, πρόκειται νὰ παραβιάσῃ τὰς στοιχειώδεις λαϊκὰς ἐλευθερίας; Πρόκειται ἡ Γερουσία νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ τίθεται ὑπεράνω τῆς θελήσεως τοῦ πρώτου νομοθετικοῦ Σώματος καὶ νὰ ματαιώνῃ τὰς ἀποφάσεις αὐτοῦ; Ὄχι οὔτε κατὰ τὸ ὑπὸ συζήτησιν σχέδιον οὔτε κατὰ τὸν ὁριστικὸν ὀργανισμὸν αὐτῆς. Ἡ Γερουσία ἔχει προορισμὸν ὄχι νὰ ματαιώνῃ τὴν λαϊκὴν θέλησιν, ἀλλὰ νὰ συντελῇ, ὅπως διευκρινίζεται ἡ λαϊκὴ θέλησις, νὰ ἐπέρχεται διαφώτισις ἐπὶ τῶν μεγάλων πολιτικῶν ζητημάτων τοῦ Τόπου. Καὶ ὅταν ἐπέρχεται πλήρης διαφώτισις, οὐδεὶς φραγμὸς δύναται νὰ τεθῇ εἰς τὴν ἱκανοποίησιν τῆς λαϊκῆς θελήσεως, τῆς ἐκπροσωπουμένης ἀπὸ τὸ πρῶτον νομοθετικὸν Σῶμα. Δι’ αὐτὸ ἡ ἀρχὴ ἡ τηρουμένη περὶ τοῦ πρώτου νομοθετικοῦ Σώματος δὲν τηρεῖται περὶ τοῦ δευτέρου, ἡ ἀρχὴ τῆς προελεύσεως ἀπὸ ἄμεσον, καθολικὴν καὶ ἴσην ἐκλογήν. Ἔχομεν τὸ παράδειγμα τῆς Συντακτικῆς Συνελεύσεως τῆς Γαλλίας, ἡ ὁποία κατὰ τὸ 1875, ὅταν συνέταξε τὸν θεσμὸν τῆς Γερουσίας, ἀπεφάσισεν ἓν μέρος τῶν γερουσιαστῶν νὰ διορίσῃ αὐτὴ ἡ Συνέλευσις καὶ μάλιστα γερουσιαστῶν ὄχι προσκαίρων καὶ δυναμένων νὰ ἀντικατασταθοῦν, ἀλλὰ γερουσιαστῶν ἰσοβίων. Ἔχομεν νεώτερον παράδειγμα, τὸ παράδειγμα τοῦ Βελγίου, κατὰ τὸ πολίτευμα τοῦ ὁποίου τὸ δεύτερον νομοθετικὸν Σῶμα προέρχεται μὲν ἐξ ἐκλογῆς καὶ ἐμμέσου καὶ ἀμέσου, ἀλλὰ καὶ ἐκ τῆς ἐκλογῆς αὐτοῦ τοῦ ἰδίου Σώματος, δηλαδὴ ἡ Γερουσία ἐκλέγει μόνη της τὸ ¼ τῶν μελῶν της. Ἡ ἀρχὴ δὲ αὕτη τῆς μὴ προελεύσεως πάντων τῶν μελῶν τοῦ νομοθετικοῦ Σώματος ἐξ ἀμέσου ἐκλογῆς ἤρχισεν ἤδη νὰ εἰσάγεται καὶ εἰς τὰς Βουλὰς κατὰ τοὺς νεωτέρους ἐκλογικοὺς νόμους Κρατῶν δημοκρατικῶν. Ἕν μέρος τῶν Βουλῶν προέρχεται ἀπὸ τὴν ἐκλογὴν τὴν ἄμεσον, ἓν ὅμως μέρος προέρχεται καὶ ἀπὸ τὸν προσδιορισμὸν τῶν κομμάτων, χωρὶς νὰ γίνεται δηλαδὴ κρίσις ἐπὶ τῶν προσώπων ἐκ μέρους τοῦ λαοῦ καμμία. Εἰς τὴν Πολωνίαν 72 μέλη τῆς Βουλῆς δὲν προέρχονται ἀπὸ ἄμεσον ἐκλογήν, ἀλλ’ ἀπὸ ὑπόδειξιν τῶν κομμάτων, κατανεμομένων τῶν ἑδρῶν ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀναλογίας τῆς ὑπαρχούσης μεταξὺ τῶν κομμάτων. Τὸ ἴδιον ἀκριβῶς συμβαίνει εἰς τὴν Γερμανικὴν Δημοκρατίαν. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται μόνον περὶ αὐτοῦ. Ἔχομεν ἀκόμη καὶ ἄλλα Κράτη φιλελεύθερα, εἰς τὰ ὁποῖα τὸ δεύτερον νομοθετικὸν Σῶμα, μὲ πολὺ μεγαλύτερα δικαιώματα ἀπὸ ὅ,τι προικίζομεν ἡμεῖς αὐτό, συγκροτεῖται διὰ διορισμοῦ ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως. Οὐδεὶς βέβαια ἐσκέφθη νὰ ὑποστηρίξῃ, ὅπως συστηθῇ ἐδῶ τοιούτου εἴδους δεύτερον νομοθετικὸν Σῶμα, ἀλλ’ ἐρωτῶ· ὅταν ἔχομεν τὰ ἄνω παραδείγματα, κατὰ τί ἀντίκειται εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τῆς Συνελεύσεως, ἐχούσης τὴν ἐντολὴν νὰ συντάξῃ τὸ πολίτευμα καὶ νὰ τὸ ἀσφαλίσῃ, κατὰ τί ἀντίκειται, λέγω, εἰς τὴν δικαιοδοσίαν αὐτῆς, αὕτη νὰ ὁρίσῃ δι’ ἐκλογῆς αὐτῆς τῆς ἰδίας τὰ μέλη τῆς πρώτης Γερουσίας; Ὑπάρχει καὶ ἄλλη θεωρητικὴ ἀντίρρησις, ἡ ἑξῆς: Πῶς, λέγουν, πληρεξούσιοι ἐκλεγέντες νὰ ἀσκῶσι συντακτικὴν καὶ νομοθετικὴν ἐξουσίαν καὶ ἔχοντες πολιτικὴν δύναμιν, πῶς τοιοῦτοι πληρεξούσιοι θὰ μετατοπισθοῦν εἰς τὸ δεύτερον νομοθετικὸν Σῶμα καὶ ὡς ἐκ τούτου θὰ στερηθοῦν καὶ τῆς πολιτικῆς δυνάμεως καὶ νομοθετικῆς δυνάμεως ἴσης πρὸς τὰ μέλη τῆς Βουλῆς; Ἡ ἀντίρρησις αὕτη εἶναι ἐντελῶς θεωρητική· εἶναι θεωρητική, διότι ὁ ἀγὼν δὲν διεξάγεται ἐντὸς τῆς Βουλῆς ἀπὸ μεμονωμένα ἄτομα. Ὁ ἀγὼν ὁ πολιτικὸς εἴτε πρόκειται περὶ νομοσχεδίων εἴτε πρόκειται περὶ συγκροτήσεως τῆς Κυβερνήσεως διεξάγεται ἀπὸ συγκεκροτημένας ὁμάδας. Αὐτὸς εἶναι ὁ κανών. Σπανιωτάτη εἶναι ἡ ἐξαίρεσις τῶν ἐντελῶς ἀνεξαρτήτων μελῶν τῶν Βουλῶν, καὶ ἐφόσον ὁ ἀγὼν διεξάγεται ἀπὸ συγκεκροτημένας ὁμάδας, ἡ μετατόπισις ἑνὸς ὡρισμένου ποσοστοῦ πληρεξουσίων ἀπὸ κάθε κόμμα εἰς τὸ δεύτερον νομοθετικὸν Σῶμα δὲν ἐλαττώνει κανενὸς κόμματος τὴν δύναμιν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ κατὰ συνέπειαν δὲν ἐκθέτει εἰς ἀδυναμίαν τὴν πολιτικὴν ἐκείνην μερίδα εἰς τὴν ὁποίαν ἀνήκει ὁ πληρεξούσιος ποὺ θὰ μετατοπισθῇ εἰς τὴν Γερουσίαν.
§35Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ὑποχρεωτικὴν ἐννοεῖτε τὴν μετατόπισιν;
§36Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἂν ἐξετάσωμεν τὰς διαθέσεις τῶν μελῶν τῆς Συνελεύσεως, θὰ ἴδωμεν ὅτι ὑπάρχει ἀρκετὸς ἀριθμὸς πληρεξουσίων διατεθειμένων νὰ μεταβοῦν εἰς τὸ δεύτερον νομοθετικὸν Σῶμα ὄχι, ὅπως λέγεται ἐσφαλμένως, διὰ νὰ ἀσφαλίσουν μακρότερον κοινοβουλευτικὸν βίον, ἀλλὰ διὰ νὰ παράσχουν ὑπηρεσίας εἰς τὸν Τόπον.
§37Κ. ΚΑΛΟΜΕΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε τὸ ὑποχρεωτικῶς παρέλκει.
§38Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Κύριε συνάδελφε, ἂν δὲν ὑπάρχουν πληρεξούσιοι διατεθειμένοι πρὸς τοῦτο, θ’ ἀπορρίψῃ ἡ Συνέλευσις τὸ ψήφισμα, ἂν ὅμως ὑπάρχῃ ἀρκετὸς ἀριθμὸς τοιούτων πληρεξουσίων, δὲν δημιουργεῖται δυσκολία. Ἐγὼ θὰ ἐδεχόμην καὶ μίαν τροπολογίαν, τὴν τροπολογίαν νὰ ὁρίσῃ ἕκαστον κόμμα τὸ ⅓ τῶν μελῶν του, τὸ ὁποῖον θὰ ὑπάγῃ εἰς τὴν Γερουσίαν, ὥστε νὰ μὴ ὑπάρξῃ κανεὶς ἐκβιασμός. Ἀλλ’ αὐτὰ τὰ πράγματα εἶναι ζητήματα ἐκτιμήσεως· δὲν ἠμποροῦμεν ἐκ τῶν προτέρων νὰ εἴπωμεν περὶ ἑνὸς ἑκάστου τῶν πληρεξουσίων, ἂν εἶναι διατεθειμένος ἢ ὄχι νὰ λάβῃ μέρος εἰς τὸ δεύτερον νομοθετικὸν Σῶμα, ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ τρόπος, ἐπὶ τέλους, νὰ συμβιβάσωμεν καὶ αὐτὴν τὴν ἀνωμαλίαν. Διότι ὅσον ἀφορᾷ τὸ συντακτικὸν ἔργον, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ τὸ κυριώτερον ἔργον τῶν πληρεξουσίων, δὲν ὑπάρχει καμμία διαφορὰ μεταξὺ τῶν μελῶν τοῦ πρώτου καὶ τοῦ δευτέρου νομοθετικοῦ Σώματος. Προκειμένου ὅμως περὶ νομοθετικῆς ἐργασίας, εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ ὅ,τι γίνεται καὶ ἀλλοῦ προκειμένου περὶ δευτέρου νομοθετικοῦ Σώματος, ἔχοντος τὴν αὐτὴν προέλευσιν καὶ τὸ αὐτὸ κῦρος, νὰ λύωνται δηλαδὴ αἱ διαφοραὶ διὰ τῆς συνεργασίας τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Γερουσίας. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει καμμία ἐλάττωσις, καμμία μείωσις τῶν δικαιωμάτων τῶν πληρεξουσίων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι θὰ μεταβοῦν εἰς τὸ δεύτερον νομοθετικὸν Σῶμα, δὲν θὰ γίνῃ.
§39Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Δηλαδὴ θὰ ἔχουν καὶ πολιτικὴν δύναμιν.
§40Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Θὰ σᾶς εἴπω καὶ περὶ τῆς πολιτικῆς δυνάμεως. Τὸ δεύτερον νομοθετικὸν Σῶμα ἔχει τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου, ἀλλ’ ὅταν ἐργάζεται μεμονωμένως, δὲν ἔχει βεβαίως πολιτικὴν δύναμιν, οὔτε θέλω νὰ ἔχῃ, διότι, ἂν ἐζήτησα νὰ λειτουργήσῃ ἀμέσως ἡ Γερουσία, εἶναι διότι νομίζω ὅτι διὰ τοῦ περιορισμοῦ τῶν μελῶν τοῦ πρώτου νομοθετικοῦ Σώματος, τὰ ὁποῖα ἀσκοῦν καθ’ ἡμέραν καὶ ἀμέσως πολιτικὴν δύναμιν, διὰ τοῦ περιορισμοῦ αὐτοῦ ἐπέρχεται μία ὁμαλότης κυβερνητική, τὴν ὁποίαν δὲν θὰ ἐπετυγχάνομεν, ἂν ἐδίδομεν τὰ αὐτὰ δικαιώματα καὶ εἰς τὸ δεύτερον νομοθετικὸν Σῶμα. Ἀλλά, κύριοι συνάδελφοι, δὲν ἠμπορεῖ νὰ ὑποστηριχθῇ ὅτι στεροῦνται τὰ μέλη τοῦ δευτέρου νομοθετικοῦ Σώματος ἐντελῶς πολιτικῆς δυνάμεως, διότι, ὅταν ἐργάζεται ἡ Συνέλευσις ὡς συντακτικὸν Σῶμα, ὅταν ἡ Βουλὴ συνεργάζεται μετὰ τῆς Γερουσίας πρὸς ψήφισιν τοῦ Συντάγματος, βεβαίως εἶναι εἰς τὴν ἐξουσίαν τῆς Συνελεύσεως, εἰς τὴν ὁποίαν συμπράττουν καὶ τὰ μέλη τῆς Γερουσίας, νὰ καθαιρέσουν οἱανδήποτε Κυβέρνησιν θέλουν. Τοιουτοτρόπως δὲν ἔχετε κατάργησιν οὔτε αὐτῆς τῆς πολιτικῆς δυνάμεως, διότι δὲν ἔχει βεβαίως ἐξαιρετικὴν σημασίαν, ἂν ἑκάστην ἡμέραν καὶ ἑκάστην ὥραν δύναται ἢ ὄχι ὁ γερουσιαστὴς νὰ ἀνατρέπῃ μίαν Κυβέρνησιν. Δὲν νομίζω ὅτι κανεὶς πληρεξούσιος παραβιάζει τὰ δικαιώματα τοῦ λαοῦ, ἂν δεχθῇ νὰ μεταβῇ μὲ αὐτὸν τὸν μικρὸν περιορισμὸν εἰς τὸ δεύτερον νομοθετικὸν Σῶμα, ὅπως διευκολύνῃ τὴν ἐξέλιξιν τῶν πολιτικῶν πραγμάτων, ὅπως προαγάγῃ τὴν νομοθετικὴν ἐργασίαν. Αὐταὶ εἶναι αἱ δύο μεγάλαι θεωρητικαὶ ἀντιρρήσεις, αἱ ὁποῖαι ἀντετάχθησαν καὶ αἱ ὁποῖαι νομίζω ὅτι δὲν εἶναι βάσιμοι, δὲν ἠμποροῦν νὰ ἀνατρέψουν τὰ πλεονεκτήματα, τοὺς λόγους οἱ ὁποῖοι ἐπιβάλλουν τὴν ἄμεσον συγκρότησιν τοῦ δευτέρου νομοθετικοῦ Σώματος. Ἔρχομαι εἰς τὰς πρακτικὰς ἀντιρρήσεις, αἱ ὁποῖαι ἔχουν ἐπίσης μεγάλην ἀξίαν καὶ μεγαλυτέραν ἴσως ἀπὸ τὰς θεωρητικὰς ἀντιρρήσεις. Πολὺ καλά, ἐλέχθη, δύναται νὰ ἔχῃ ὁπωσδήποτε πλεονεκτήματα ἡ ἄμεσος συγκρότησις τοῦ δευτέρου νομοθετικοῦ Σώματος, ἀλλὰ ἔχει πολὺ μεγαλύτερα πλεονεκτήματα καὶ αὐξάνουν τὰ πλεονεκτήματα τὰ ὁποῖα σεῖς ὑποστηρίζετε, ἂν γίνῃ ἡ ἄμεσος μὲν συγκρότησις τῆς Γερουσίας, ἀλλὰ δι’ εὐρυτέρων ἐκλογῶν, δηλαδὴ ἀντετάχθη ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ συγκροτηθῇ τὸ δεύτερον νομοθετικὸν Σῶμα διαρκουσῶν τῶν ἐργασιῶν τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως, χωρὶς νὰ μεταφέρωμεν εἰς τὴν Γερουσίαν πληρεξουσίους. Ἡ ἀντίρρησις αὐτὴ προεβλήθη ὅτε τὸ πρῶτον συνεζητήθη εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ Συντάγματος τὸ σχέδιον τὸ ὑπὸ συζήτησιν καὶ εἶμαι πεπεισμένος ὅτι αὐτὴ ἡ ἀντίρρησις συνετέλεσε περισσότερον οἱασδήποτε ἄλλης, ὥστε ἡ Ἐπιτροπὴ ν’ ἀπορρίψῃ τὸ ὑπὸ συζήτησιν ψήφισμα. Δὲν νομίζω, ἐγὼ τοὐλάχιστον καὶ τότε τὸ ὑπεστήριξα, ὅτι θὰ ἦτο ὀρθόν, καὶ ἂν ἀκόμη ἦτο δυνατὴ ἡ διεξαγωγὴ τῶν ἐκλογῶν, εἰς τρόπον ὥστε νὰ ἔχωμεν καὶ Γερουσίαν καὶ Συνέλευσιν, δὲν θὰ ἦτο πολιτικὸν νὰ βαδίσωμεν αὐτὸν τὸν δρόμον, καὶ νομίζω τοῦτο, διότι φοβοῦμαι ὅτι, ἀνεξαρτήτως τῆς θεωρητικῆς δυσκολίας, τοῦ νὰ συμπράξῃ μία Συνέλευσις Συντακτικὴ μὲ μίαν Γερουσίαν, τὴν ὁποίαν παραβλέπω, διότι προκειμένου περὶ ἑνὸς μέτρου τοσαύτης σοβαρότητος πρέπει νὰ ἀποβλέψωμεν εἰς τὴν πρακτικὴν ἀξίαν καὶ τοὺς πρακτικοὺς σκοποὺς παρὰ εἰς τὴν θεωρίαν. Ἀλλὰ δὲν εἶμαι σύμφωνος ἀκόμη, διότι θὰ ηὔξανεν ὑπερβολικὰ ὁ ἀριθμὸς τῶν μελῶν τῶν ἀντιπροσωπευτικῶν Σωμάτων μέχρι τοιούτου σημείου, φοβοῦμαι, ὥστε νὰ προκληθῇ καὶ ἀντίδρασις λαϊκή. Ἀλλ’ αὐτὰ δὲν ἔχουν πλέον καμμίαν ἀξίαν, οὔτε οἱ ἰδικοί μας φόβοι οὔτε ἡ πρακτικὴ καὶ θεμελιώδης ἀντίρρησις, ὁμολογουμένως, διότι ἡ ἀξίωσις τοῦ ἐκτὸς τῆς Συνελεύσεως πολιτικοῦ κόσμου, ὅπως μὴ γίνουν δημοτικαὶ καὶ νομαρχιακαὶ ἐκλογαὶ χωρὶς ριζικὴν ἀνασύνταξιν τῶν καταλόγων, ἐματαίωσε τὴν ἐκλογὴν τῶν Συμβουλίων, τῶν Ὀργανισμῶν τῆς τοπικῆς αὐτοδιοικήσεως, καὶ ὡς ἐκ τούτου ἐματαίωσεν ὁριστικῶς τὴν συγκρότησιν τῆς Γερουσίας ἐπ’ ἀρκετὸν χρόνον δι’ εὐρυτέρων ἐκλογῶν. Ἑπομένως αἱ ἀντιρρήσεις αὐταὶ ἀνετράπησαν ἐκ τῶν πραγμάτων αὐτῶν. Ἴσως, ἂν κατωρθοῦτο νὰ γίνουν ἐκλογαὶ τοπικαί, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐνεργηθοῦν καὶ ἐκλογαὶ Γερουσίας καὶ νὰ ἔχωμεν σήμερον καὶ δεύτερον νομοθετικὸν Σῶμα καὶ ἴσως αὐτὸ θὰ ἦτο πρακτικώτερον παρ’ ὅλους τοὺς ἰδικούς μου ἐνδοιασμούς. Σήμερον ὅμως δὲν ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ καμμία σκέψις περὶ τοιαύτης λύσεως. Μία ἄλλη ἀντίρρησις ἠδύνατο νὰ προβληθῇ ἂν καὶ δὲν προεβλήθη, ὅτι ἡμεῖς σπεύδομεν εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ πολιτεύματος καὶ τὴν ἐνέργειαν τῶν ἐκλογῶν, σπεύδομεν μέχρι τοιούτου σημείου, ὥστε δὲν ἠμποροῦμεν νὰ ἀνακόψωμεν τὸν δρόμον ἡμῶν διὰ νὰ ἔχωμεν συνεργάτας πολιτικοὺς ἐκτὸς τῆς Συνελεύσεως εὑρισκομένους. Ἀλλὰ καὶ τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἠδύνατο νὰ προβληθῇ, ἡ ἀντίρρησις αὐτὴ ἀνετράπη ἐκ τῶν πραγμάτων. Καὶ ἀνετράπη ἐκ τῶν πραγμάτων, διότι ἡ Κυβέρνησις ἐδέχθη τὴν ριζικὴν ἀναθεώρησιν τῶν ἐκλογικῶν καταλόγων. Ριζικὴ ἀναθεώρησις τῶν ἐκλογικῶν καταλόγων σημαίνει ἀναβολὴν τῶν ἐκλογῶν πέρα τοῦ ὁρίου τὸ ὁποῖον κατ’ ἀρχὰς ἐθεωρήθη ἀρκετὸν ὅπως περατωθῇ τὸ συντακτικὸν ἔργον καὶ τὸ νομοθετικὸν ἀκόμη. Κατ’ ἀνάγκην λοιπόν, εἴτε θέλομεν εἴτε δὲν θέλομεν, καὶ μὲ τὴν καλυτέραν θέλησιν καὶ τῆς Συνελεύσεως καὶ τῆς Κυβερνήσεως, θὰ ἦτο ἀδύνατον τὸ πρόγραμμα αὐτὸ τῆς μεγάλης σπουδῆς νὰ ἐφαρμοσθῇ, ἀδύνατον νὰ περατωθῇ τὸ ἔργον αὐτὸ ἐντὸς τοῦ χρονικοῦ διαστήματος, τὸ ὁποῖον εἶχεν ὁρισθῆ. Κατ’ ἀνάγκην λοιπὸν καὶ μὲ κάποιαν ἠρεμίαν θὰ ἔχωμεν τὸ δικαίωμα νὰ συζητήσωμεν τὰς ἐπενεκτέας εἰς τὸ Σύνταγμα μεταρρυθμίσεις καὶ θὰ εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ ἀσχοληθῶμεν καὶ μὲ νομοθετικὰ μέτρα ἱκανοποιοῦντα λαϊκὰς ἀνάγκας καὶ μὲ νομοθετικὰ μέτρα ἀνορθοῦντα τοὺς διαφόρους κλάδους τῆς Διοικήσεως. Διότι, ἐφόσον ἀναβάλλονται αἱ ἐκλογαί, οὐδεμία Κυβέρνησις, καὶ ἡ Συνέλευσις ἀκόμη περισσότερον, εἶναι δυνατὸν νὰ παραγνωρίσῃ τὰς μεγάλας λαϊκὰς ἀνάγκας. Ἡ ἀντίρρησις λοιπὸν αὐτὴ τῆς ταχείας ἐνεργείας τῶν ἐκλογῶν, τῆς ταχείας διακοπῆς τοῦ ἐπαναστατικοῦ ἔργου ἐκ τῶν πραγμάτων κατέρρευσεν. Ὑπάρχει μία ἄλλη ἀντίρρησις, ἡ ἀντίρρησις ὅτι εἰς μίαν ἐποχὴν ἐπαναστατικήν, εἰς μίαν ἐποχὴν δημιουργικήν, ἡ ὁποία ἔχει ἀνάγκην μεταρρυθμίσεων, θὰ θέσωμεν φραγμὸν διὰ τῆς Γερουσίας. Ἀλλ’ ἡ ἀντίρρησις αὑτή, ἡ ὁποία θὰ ἠμποροῦσε νὰ στραφῇ καὶ κατὰ τῆς συγκροτήσεως τῆς Γερουσίας, ὡς ὁριστικοῦ Ὀργανισμοῦ, δὲν νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἀνησυχήσῃ κανένα. Διότι ἀφ’ ἑνός, καθ’ ὃν τρόπον πρόκειται νὰ συγκροτηθῇ ἡ Γερουσία, δὲν θὰ ἔχωμεν δεύτερον ἀντιδραστικὸν Σῶμα, δηλαδὴ ἐμφορούμενον ἀπὸ ἄλλας ἀρχὰς παρ’ ἐκείναις, ἀπὸ τὰς ὁποίας ἐμφορεῖται τὸ πρῶτον νομοθετικὸν Σῶμα. Θὰ ὑπῆρχε βεβαίως ὁ κίνδυνος, ἂν ἡ Γερουσία συνεκροτεῖτο κατὰ πλειονοψηφίαν ἀπὸ ἀνθρώπους ἐμφορουμένους ἀπὸ ἀντιθέτους ἰδέας, τότε θὰ ἐπεβραδύνετο, φυσικά, ἡ νομοθετικὴ ἐργασία, τὴν ὁποίαν ἔχομεν ἀνάγκην νὰ διευκολύνωμεν. Ἀλλὰ τὸ δεύτερον νομοθετικὸν Σῶμα θὰ ἐμφορῆται ἀπὸ τὸ αὐτὸ πνεῦμα, θὰ ἔχῃ τὰς αὐτὰς ἰδέας, ἀπὸ τὰς ὁποίας ἐμφορεῖται καὶ τὸ πρῶτον νομοθετικὸν Σῶμα. Ἑπομένως σύγκρουσις δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἐπέλθῃ, θὰ ἐπέλθῃ καλυτέρα ἐπεξεργασία τῶν νόμων ἐξυψοῦσα τὴν νομοθετικὴν ἐργασίαν, ἀλλ’ ὄχι καὶ σοβαρὰ ἐπιβράδυνσις. Ἀλλ’ ἂν καὶ τοιαύτη ἐπιβράδυνσις ἐπήρχετο, θὰ ἐπήρχετο διὰ νὰ βελτιώσῃ τὴν κατάστασιν, θὰ ἐπήρχετο διὰ νὰ προκαλέσῃ μεγαλυτέραν διαφώτισιν, μεγαλυτέραν ἐξονύχισιν τῶν ζητημάτων, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον θὰ ἀποβῇ ἐπ’ ἀγαθῷ καὶ τῆς Δημοκρατίας καὶ τοῦ νομοθετικοῦ Σώματος. Ὑπάρχει καὶ ἄλλη ἀντίρρησις, ὅτι τί κῦρος ἠμπορεῖ νὰ ἔχῃ μία Γερουσία, τὴν ὁποίαν ἤθελε συγκροτήσει ἡ Συντακτικὴ Συνέλευσις καὶ ἥτις δὲν ἤθελε προέλθει ἀπὸ ἐκλογάς, ἔστω ἐμμέσους. Καὶ ἡ ἀντίρρησις αὐτὴ νομίζω ὅτι δὲν εἶναι βάσιμος. Βεβαίως ἔχομεν μέγιστον συμφέρον νὰ ἔχῃ ὅσον τὸ δυνατὸν μεγαλύτερον κῦρος τὸ δεύτερον νομοθετικὸν Σῶμα, ἀλλὰ νομίζετε ὅτι οἱ γερουσιασταὶ οἱ ἐκλεγόμενοι ἀπὸ τὰ νομαρχιακὰ καὶ κοινοτικὰ Συμβούλια θὰ ἔχουν μεγαλύτερον κῦρος ἀπὸ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι προῆλθον ἀπὸ ἄμεσον καθολικὴν ἐκλογήν; Δὲν τὸ φαντάζομαι, κύριοι. Ἄλλως τε, ὅπως σᾶς εἶπον, πρέπει νὰ ἔχωμεν πάντοτε ὑπ’ ὄψιν ποῖος εἶναι ὁ προορισμὸς τοῦ δευτέρου νομοθετικοῦ Σώματος· εἶναι οὐχὶ ἡ ματαίωσις τῆς λαϊκῆς θελήσεως, ἀλλ’ ἡ διαφώτισις τῆς λαϊκῆς Κοινῆς Γνώμης καὶ δι’ αὐτὸ ἕνας ἀπὸ τοὺς μεγαλυτέρους πολιτειολόγους τῶν τελευταίων χρόνων, ὁ Μπράϊς, ὁ ὁποῖος, ἐξετάζων τὰ διάφορα συστήματα ἐκλογῆς δευτέρου νομοθετικοῦ Σώματος, δὲν εὑρίσκει κανὲν ἐκ τῶν ὑπαρχόντων συστημάτων ἱκανοποιητικόν, οὔτε τὴν ἄμεσον ἐκλογὴν οὔτε τὴν ἔμμεσον, καὶ λέγει ὅτι τὸ καλύτερον σύστημα ἴσως θὰ ἦτο ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐφηρμόζετο ἄλλοτε εἰς τὴν Ρώμην, νὰ ὑπάρχῃ μία Ἐπιτροπὴ Κηνσόρων, ἐντίμων ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι νὰ μὴ ὑπάρχῃ ἀμφιβολία ὅτι θὰ ἦσαν ἱκανοὶ νὰ ἐκλέξωσι μὲ ἀμεροληψίαν ἕνα ἀριθμὸν ἱκανῶν ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι νὰ καταλάβωσι τὰς θέσεις τῶν μελῶν τοῦ δευτέρου νομοθετικοῦ Σώματος. Δὲν εἶναι λοιπόν, ἐν σχέσει μὲ τὸν προορισμὸν τῆς Γερουσίας, ἡ ἐκλογὴ ἡ ἔμμεσος ἡ ὁποία θὰ δώσῃ τὸ κῦρος, εἶναι ἡ ἐκλογὴ καλῶν προσώπων καὶ νομίζω ὅτι ἡ Συνέλευσις ἔχει πολιτευομένους ἀντλοῦντας τὸ κῦρος αὐτῶν ἀπὸ τὴν ἄμεσον ἐκλογήν, ἔχει πολιτευομένους ἱκανοὺς νὰ ἐξυψώσωσι τὸ κῦρος τοῦ δευτέρου νομοθετικοῦ Σώματος. Ἐκτὸς τούτου ὑπάρχει καὶ ἡ δυνατότης ἐκλογῆς καὶ ἐκτὸς τῆς Συνελεύσεως πολιτῶν, δυναμένων νὰ αὐξήσωσιν ἢ νὰ συντελέσωσιν εἰς τὴν αὔξησιν τοῦ κύρους τοῦ δευτέρου νομοθετικοῦ Σώματος. Ἀλλά, λέγουσιν, ἐνῷ ἐπιδιώκετε διὰ τῆς τοιαύτης συγκροτήσεως τῆς Γερουσίας νὰ ἐξομαλύνετε τὴν κατάστασιν, κινδυνεύετε νὰ τὴν ἐκτραχύνετε, διότι πρῶτον ποῖοι ἐκ τῶν ἐκτὸς τῆς Συνελεύσεως εἶναι δυνατὸν νὰ μετάσχωσιν εἰς τὸ δεύτερον νομοθετικὸν Σῶμα; Ὅταν, κύριοι, ὑπεβλήθη τὸ σχέδιον ψηφίσματος περὶ σχηματισμοῦ Γερουσίας, τὸ ὑπὸ συζήτησιν, εἶχον ἀπόλυτον πεποίθησιν ὅτι ἕνας ἀρκετὸς ἀριθμὸς τῶν ἐκτὸς τῆς Συνελεύσεως εὑρισκομένων ἦτο διατεθειμένος νὰ μετάσχῃ τοῦ δευτέρου νομοθετικοῦ Σώματος καὶ ὄχι μόνον μέλη ἁπλᾶ κομμάτων, ἀλλὰ καὶ ἀρχηγοὶ κομμάτων. Δὲν γνωρίζω σήμερον ποῖαι εἶναι αἱ διαθέσεις τοῦ ἐκτὸς τῆς Συνελεύσεως πολιτικοῦ κόσμου, δὲν ἔχω καμμίαν ἐξουσιοδότησιν νὰ ἔλθω εἰς διαπραγματεύσεις καὶ ἑπομένως δὲν ἠμπορῶ νὰ δώσω πληροφορίαν περὶ αὐτοῦ. Ἀλλὰ καὶ ἂν ἀκόμη, κύριοι πληρεξούσιοι, οἱ ἀρχηγοὶ τῶν κομμάτων δὲν δέχονται, ἔχω ἀπόλυτον πεποίθησιν ὅτι τοὐλάχιστον ὑπάρχουν μεταξὺ τοῦ ἐξωκοινοβουλευτικοῦ κόσμου πολλοὶ οἵτινες ἀναγνωρίζουσιν ὅτι θέλουσι προσφέρει μεγάλας ὑπηρεσίας συμμετέχοντες εἰς τὴν συγκρότησιν τοῦ δευτέρου νομοθετικοῦ Σώματος. Ὑπάρχουν ἀρκετοὶ οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν σκοπὸν αὐτῶν τὴν ἀνατροπὴν τοῦ δημοκρατικοῦ πολιτεύματος καὶ οἱ ὁποῖοι θὰ ἦταν διατεθειμένοι νὰ συμπράξουν εἰς τὴν συγκρότησιν τοῦ δευτέρου νομοθετικοῦ Σώματος. Βεβαίως δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐξακριβώσωμεν πρῶτον ἐκείνους οἱ ὁποῖοι θὰ ἦσαν διατεθειμένοι νὰ συμπράξουν εἰς τὴν συγκρότησιν τοῦ δευτέρου νομοθετικοῦ Σώματος καὶ ἔπειτα ν’ ἀποφασίσωμεν. Ἡμεῖς νομίζομεν ὅτι εἶναι ἀπαραίτητος ἡ ἄμεσος συγκρότησις δευτέρου νομοθετικοῦ Σώματος. Εἴμεθα ἀπολύτως πεπεισμένοι ὅτι ὑπάρχουν ἀρκετὰ πρόσωπα τοῦ ἐξωκοινοβουλευτικοῦ πολιτικοῦ κόσμου τὰ ὁποῖα εἶναι διατεθειμένα νὰ μᾶς βοηθήσουν εἰς τὸ ἔργον αὐτό. Εἶναι ἀνάγκη, κύριοι πληρεξούσιοι, διὰ νὰ λάβωμεν μίαν ἀπόφασιν περὶ τούτου νὰ ἐξακριβώσωμεν τὴν πραγματικὴν πολιτικὴν κατάστασιν τοῦ Τόπου. Ἂν τὴν μελετήσετε, θὰ πεισθῆτε ὅτι εἰς τὸν λαὸν δὲν ὑπάρχει πλέον ἡ παλαιὰ μεγάλη πολιτικὴ ἀντίθεσις. Ἡ ἀντίθεσις ὑπάρχει μόνον εἰς ὡρισμένα ὄργανα τῶν κομμάτων.
§41ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Τὰ ὁποῖα διευθύνουν τὸν ἄλλον κόσμον καὶ ἔχουν ἐπιρροήν.
§42Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἀλλ’ ἐφόσον εἰς τὸν λαὸν ἔχει ἐκλείψει ἡ ἀντίθεσις, εἶναι πολὺ εὔκολον νὰ εὑρεθοῦν καὶ μεταξὺ τοῦ ἐκτὸς τῆς Συνελεύσεως πολιτικοῦ κόσμου πολιτικοὶ καὶ ἄξιοι νὰ καταλάβουν θέσιν εἰς τὸ δεύτερον νομοθετικὸν Σῶμα καὶ διατεθειμένοι νὰ τὸ πράξουν. Σήμερον, ὀφείλομεν νὰ τὸ ὁμολογήσωμεν χωρὶς νὰ θέλωμεν νὰ θίξωμεν κανένα καὶ νὰ μειώσωμεν τὸ κῦρος καὶ τὴν ἀξίαν τῶν ἐκτὸς τῆς Συνελεύσεως πολιτικῶν ἀρχηγῶν, σήμερον ὁ ἐξωκοινοβουλευτικὸς κόσμος στερεῖται ἀρχηγῶν ἀσκούντων ἀπεριόριστον κῦρος ἐπὶ τῶν διαφόρων ὁμάδων τῶν ἐξωκοινοβουλευτικῶν. Καὶ ἀκριβῶς διότι οἱ σημερινοὶ ἀρχηγοὶ τοῦ ἐξωκοινοβουλευτικοῦ πολιτικοῦ κόσμου δὲν ἀσκοῦν τὸ κῦρος τὸ ὁποῖον ἤσκουν ἄλλοτε οἱ ἀρχηγοί, εἴμεθα πεπεισμένοι ὅτι καὶ μεταξὺ αὐτῶν θὰ εὑρεθοῦν μερικοὶ οἱ ὁποῖοι θὰ ἀναγνωρίσουν ὅτι συμπράττοντες εἰς τὴν Γερουσίαν θὰ προσφέρουν μίαν ὑπηρεσίαν εἰς τὸν Τόπον, χωρὶς νὰ διακινδυνεύσωσι τὴν πολιτικήν των ἐπιρροήν. Ἀλλὰ καὶ ἂν δὲν θέλουν οἱ ἀρχηγοί, θὰ εὑρεθοῦν μεταξὺ τοῦ ἐξωκοινοβουλευτικοῦ κόσμου ἐπίλεκτοι πολιτικοὶ καὶ πολῖται καὶ ἄξιοι καὶ διατεθειμένοι νὰ καταλάβουν θέσιν εἰς τὸ δεύτερον νομοθετικὸν Σῶμα. Κύριοι πληρεξούσιοι, πρέπει νὰ ὁμολογηθῇ ὅτι ἡ σύμπραξις αὐτῶν θὰ συμβάλλῃ εἰς τὴν στερέωσιν τῆς Δημοκρατίας καὶ τὴν ἐξασθένισιν τῶν ἀντιδραστικῶν τάσεων. Βεβαίως τὴν ἀντίδρασιν δὲν ἠμποροῦμεν νὰ καταπνίξωμεν ἐντελῶς. Ἀλλὰ δυνάμεθα καὶ εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ τὴν ἐξασθενίσωμεν. Ὑπάρχει φόβος, σᾶς λέγουν ἀκόμη, ἂν τὰ στοιχεῖα αὐτὰ τὰ διαλλακτικὰ δεχθοῦν τὰς προτάσεις μας διὰ τῆς εἰσαγωγῆς αὐτῶν εἰς τὴν Γερουσίαν, νὰ βλαβῶσι πολιτικῶς καὶ νὰ καταστῶσιν ὁπωσδήποτε ὕποπτα εἰς τὸν ἐκτὸς τῆς Συνελεύσεως κόσμον. Ὁ φόβος αὐτὸς στηρίζεται, κύριοι πληρεξούσιοι, ἐπὶ ἑνὸς ἐσφαλμένου ψυχολογικοῦ ὑπολογισμοῦ. Σήμερον ἔχει ἐκλείψει εἰς τὴν ψυχὴν τοῦ λαοῦ, ἐπαναλαμβάνω, ἡ μεγάλη ἀντίθεσις καὶ εἶναι εὐνόητον ὅτι ἐκεῖνοι τῶν πολιτικῶν θ’ ἀποκτήσουν μεγαλύτερον κῦρος οἱ ὁποῖοι θὰ δράσουν περισσότερον ἐντὸς τοῦ δημοσίου βίου, θὰ φροντίσουν νὰ προστατεύσουν τὰ συμφέροντα τῶν ὁμοφρόνων αὐτῶν. Ἀλλ’ ἡμεῖς δὲν πρόκειται νὰ ἐξαγοράσωμεν διὰ τῆς εἰσόδου τοῦ ἐκτὸς τῆς Συνελεύσεως κόσμου τὰς ἀντιλήψεις των. Ἀναγνωρίζομεν ἡμεῖς ὅτι παρέχουν ἐκδούλευσιν εἰς τὴν δημοκρατικὴν ἰδέαν καὶ δὲν θέτομεν κανένα ἀπολύτως περιορισμόν, φυσικά, εἰς τὴν ἐπιδίωξιν τῶν ἰδεῶν αὐτῶν ἐντὸς τοῦ πλαισίου τοῦ δημοκρατικοῦ πολιτεύματος. Οὕτως ἐχόντων τῶν πραγμάτων, οἱ πολιτευόμενοι τοῦ ἐκτὸς τῆς Συνελεύσεως πολιτικοῦ κόσμου, τὰ ἐπίλεκτα πρόσωπα αὐτοῦ ποὺ θὰ εἰσέλθουν εἰς τὴν Γερουσίαν, ἐφόσον θὰ εἶναι πραγματικῶς ἄξια νὰ δράσουν εἰς τὴν Γερουσίαν, ὄχι μόνον ἤθελον συμβάλει εἰς τὴν στερέωσιν τοῦ πολιτεύματος, ἀλλ’ εἶμαι ἀπολύτως βέβαιος ὅτι διὰ τῆς δράσεως αὐτῶν ἤθελον ἀποκτήσει μεγαλύτερον κῦρος ἐντὸς τοῦ κύκλου τῶν ἐξωκοινοβουλευτικῶν πολιτικῶν κομμάτων. Ὁ κόσμος, αὐτὴ εἶναι ἡ ἰδική μας ἀντίληψις, ἐβαρύνθη ἐκ τῶν κομματικῶν ἀγώνων καὶ ὅταν ἴδῃ πολιτευομένους ἀγωνιζομένους διὰ τὰ ἄλλα κομματικὰ συμφέροντά του, τὰς ἰδέας του τὰς πολιτικάς, θὰ στραφῇ πρὸς τοὺς πολιτευομένους αὐτοὺς καὶ αὐτοὺς θὰ ἀκολουθήσῃ. Εἶναι μία ἐποχὴ κατὰ τὴν ὁποίαν ἠμπορεῖ ἡ Συνέλευσις νὰ συμβάλῃ ἵνα γίνῃ μία ἀνατροπὴ πολιτικῶν ἀξιῶν εἰς τὸν ἐκτὸς τῆς Συνελεύσεως πολιτικὸν κόσμον. Θὰ ἦτο σφάλμα μέγιστον ἂν ἡ Συνέλευσις ἐδίσταζεν ἀπὸ λόγους θεωρητικοὺς νὰ τὸ πράξῃ. Ὑπάρχει φόβος, λέγομεν, ὅτι διὰ τῆς συστάσεως ἀμέσως ἑνὸς τοιούτου Σώματος θὰ προκαλέσωμεν μεγαλυτέραν τὴν ἀντίδρασιν τοῦ ἐκτὸς τῆς Συνελεύσεως πολιτικοῦ κόσμου. Ἐδῶ, κύριοι, ἐρχόμεθα καὶ πάλιν εἰς τὸ ζήτημα τῶν διαφόρων πολιτικῶν τῆς συμφιλιώσεως. Ἐνθυμεῖσθε μίαν πολιτικὴν συμφιλιώσεως, ἡ ὁποία συνίστατο εἰς τὸ ἑξῆς· ἔλεγεν εἰς τὸν ἀντίπαλον πολιτικὸν κόσμον: «Ἐλᾶτε, κύριοι, διατηροῦντες τὰς ἰδέας σας, νὰ ἀγωνισθῶμεν καὶ νὰ ὑποκύψωμεν ὅλοι εἰς ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος θὰ ἐπικρατήσῃ». Οἱ μὲν ἢ οἱ δὲ ἀπὸ τὴν ἀρχὴν ἐθέσαμεν ἄλλην βάσιν συμφιλιώσεως, τὴν μόνην, κατὰ τὴν ἰδικήν μου ἀντίληψιν, δυνατήν. Εἴπομεν εἰς τοὺς ἀντιπάλους μας: «Ἐλᾶτε, κύριοι, νὰ συνδιαλλαγῶμεν, ἀλλ’ ὑπὸ τὴν προϋπόθεσιν ὅτι ὅλοι ἀναγνωρίζομεν, καὶ σεῖς καὶ ἡμεῖς, τὴν Δημοκρατίαν. Ἐὰν πληρωθῇ αὐτὸς ὁ ὅρος, εἴμεθα διατεθειμένοι εἰς οἱανδήποτε ὑποχώρησιν, εἴμεθα διατεθειμένοι νὰ συντάξωμεν ἐπειγόντως τὸ πολίτευμα, εἴμεθα διατεθειμένοι καὶ Πρόεδρον ἀκόμη τῆς Δημοκρατίας νὰ ψηφίσωμεν κατόπιν συνεννοήσεως μεθ’ ὑμῶν, εἴμεθα ἀκόμη διατεθειμένοι καὶ ἄλλας παραχωρήσεις, ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ὑπαλλήλους, νὰ κάμωμεν· ἀλλ’ εἰς ἓν ζήτημα δὲν ἠμποροῦμεν νὰ δεχθῶμεν συζήτησιν, εἰς τὸ ζήτημα τοῦ πολιτεύματος. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς Ἀριστερᾶς). Κατηγορήθη ἡ πολιτικὴ αὕτη ὡς αὐθαίρετος, καὶ ὅμως ἦτο ἡ μόνη πρακτικὴ καὶ εἰλικρινὴς πολιτική· διότι, ἐφόσον ἡμεῖς συναισθανόμεθα ὅτι καὶ ὁ ἐλάχιστος κλονισμὸς τοῦ νέου πολιτεύματος, τὸ ὁποῖον ἐπὶ τέλους καθιερώθη τόσον πανδήμως διὰ τῆς λαϊκῆς θελήσεως, θὰ ἔφερε καταστροφάς, ἐφόσον ἡμεῖς θεωροῦμεν μείωσιν τῆς καταστάσεως ἡμῶν, μείωσιν τῆς ἐθνικῆς ὑποστάσεως οἱανδήποτε ἐπαναφορὰν τῆς Δυναστείας καὶ τοῦ βασιλικοῦ θεσμοῦ, ὄχι μόνον ἔχομεν δικαίωμα, ἀλλ’ ἔχομεν καὶ ὑποχρέωσιν νὰ εἴπωμεν εἰς τοὺς ἀντιπάλους ἡμῶν, ὅτι ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ εἴμεθα διατεθειμένοι νὰ δεχθῶμεν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ πολιτεύματος. Δὲν μᾶς ἐνδιαφέρει ποῖος θὰ κατέχῃ τὴν Κυβέρνησιν, δὲν μᾶς ἐνδιαφέρει πότε θὰ γίνουν αἱ ἐκλογαί· ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον μᾶς ἐνδιαφέρει εἶναι νὰ μὴ ὑπάρξῃ κανεὶς κλονισμὸς τοῦ δημοκρατικοῦ πολιτεύματος. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς Ἀριστερᾶς). Μὲ τὴν συγκρότησιν τῆς Γερουσίας κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον τὸν ὁποῖον ὑποδεικνύομεν, ἐγκαθιστῶμεν ἓν Σῶμα ὡς φρουρὸν τοῦ δημοκρατικοῦ πολιτεύματος. Βεβαίως δὲν φοβούμεθα πλειονοψηφίαν ἀντίθετον, ἱκανὴν νὰ ἀνατρέψῃ τὸ πολίτευμα, ἀλλὰ δὲν ἐπιθυμοῦμεν καὶ προσπαθείας πρὸς ἀνατροπὴν τοῦ πολιτεύματος, διότι γνωρίζομεν ὅτι εἰς τὴν ψυχὴν τοῦ Λαοῦ δὲν ὑπάρχει πλέον ἡ μεγάλη ἀντίθεσις, ἀλλὰ γνωρίζομεν ἐξ ἄλλου μὲ ποῖα μέσα τὰ ὄργανα τῶν κομμάτων κατώρθωσαν μέχρι τοῦδε νὰ παρασύρουν μεγάλας μάζας τοῦ Λαοῦ. Θέλομεν ἐκ τῶν προτέρων νὰ ἔχῃ κοπῇ ὁ δρόμος τῆς δημαγωγίας. Θέλομεν ἐκ τῶν προτέρων νὰ τεθῶσι προχώματα μεγάλα, τὰ ὁποῖα νὰ πείσωσι καθέναν ὅτι οἱαδήποτε προσπάθεια πρὸς ἀνατροπὴν τοῦ πολιτεύματος, ἀνοίγουσα τὸν δρόμον εἰς τὴν ἱκανοποίησιν τῶν ἀτομικῶν συμφερόντων καὶ παθῶν, εἶναι ματαία καὶ ὅτι ὁ δρόμος αὐτὸς εἶναι κομμένος. Οὕτω μόνον νομίζομεν ὅτι θὰ ἐπέλθῃ συμφιλίωσις. Ἐφόσον ὑπάρχει ἡ ἀντίληψις ὅτι δεχόμεθα νὰ γίνῃ συζήτησις ἐπὶ τοῦ πολιτειακοῦ ζητήματος καὶ ἄλλην μίαν φορὰν καὶ ὅτι δεχόμεθα νὰ ὑποκύψωμεν ἂν ἐκ τῆς Συνελεύσεως προέλθῃ μία πλειονοψηφία, ἔστω καὶ μικρά, ἀντιδημοκρατική, ὅτι δεχόμεθα τὴν ἀνατροπὴν τοῦ πολιτεύματος, βεβαίως τότε θὰ ὑπάρξῃ ἐνέργεια ἀντικαθεστωτική, ἀγὼν καὶ ἀπόπειρα ἀνατροπῆς τοῦ πολιτεύματος, ἡ ὁποία θὰ στοιχίσῃ ἕνα ἐμφύλιον σπαραγμὸν εἰς τὴν Ἑλλάδα. Αὐτὰς τὰς προσπαθείας θέλομεν νὰ ἐμποδίσωμεν ἐκ τῶν προτέρων. Καὶ μόνον ὅταν ἀπὸ τὴν Συνέλευσιν ἐκδηλωθῇ ἀκλόνητος ἡ θέλησις ὅτι εἰς τὸ ἄμεσον μέλλον, — δὲν ἐννοοῦμεν νὰ περιορίσωμεν τὰς ἐλευθερίας ἐπ’ ἄπειρον· θέλομεν νὰ περιορισθῇ ἡ συζήτησις ἐπὶ ζητήματος, ἐφ’ οὗ ἀπεφάνθη ὁ Λαὸς νομίμως καὶ τελεσιδίκως, — δὲν δύναται νὰ γίνῃ συζήτησις, θὰ τὸ ἐπιτύχωμεν. Μόνον ὅταν διὰ τῆς ψηφίσεως θεσμῶν ὅπως τῆς Γερουσίας, τῆς ἐκλογικῆς μεταρρυθμίσεως, τῆς ἀποκεντρώσεως, καταδειχθῇ ὅτι εἶναι ἀδύνατος εἰς οἱονδήποτε ἡ ἀνατροπὴ τοῦ πολιτεύματος, μόνον τότε, ἐπαναλαμβάνω, θὰ ἀποσοβήσωμεν τοὺς κινδύνους τῶν μεγάλων ἐσωτερικῶν συρράξεων. (Χειροκροτήματα).
§43Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Φρονῶ ὅτι οἱ κ.κ. Ἀρχηγοὶ πρέπει νὰ ἀγορεύσωσιν εἰς τὸ τέλος, διότι ἀσκεῖται ἐπιρροή.
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καφαντάρης ἔχει τὸν λόγον.
§45Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Δὲν θὰ εἶχον καμμίαν δυσκολίαν νὰ ἀποδεχθῶ τὴν πρότασιν τοῦ κ. ἐκ Ξηροχωρίου πληρεξουσίου. Ἤδη ἄλλως τε τὴν ἀρχὴν τῆς συζητήσεως τὴν ἔκαμεν εἷς τῶν Ἀρχηγῶν, εἶναι δὲ δυνατὸν καὶ ἄλλοι νὰ λάβωσι τὸν λόγον. Ὁ ἀξιότιμος κ. πληρεξούσιος ἐκ Μαντινείας ἐξέθεσε καὶ ἄλλοτε διὰ μακρῶν, ἀνέπτυξε δὲ σήμερον ἔτι εὐρύτερον τοὺς λόγους διὰ τοὺς ὁποίους νομίζει ὅτι ἐπιβάλλεται ἡ ἄμεσος συγκρότησις τῆς Γερουσίας. Εἶναι γνωσταὶ αἱ ἀντιρρήσεις τὰς ὁποίας ὑποστηρίζομεν ἐναντίον τοῦ σχεδίου τούτου καὶ δὲν φαίνεται ὅτι εἶναι προωρισμένον ἡ διαφωνία ἡ ὁποία προέκυψε μεταξὺ ἡμῶν νὰ λυθῇ κατ’ ἄλλον τρόπον παρὰ διὰ τῆς ψήφου σας. Αἱ ἀντιλήψεις τὰς ὁποίας ἀρχῆθεν ἐσχημάτισα δὲν ἐκλονίσθησαν ἐκ τῆς ἀγορεύσεώς του. Κατ’ ἀνάγκην θὰ συζητήσωμεν. Τὴν συζήτησιν θὰ περιορίσω καὶ ἐγὼ κατ’ ἀνάγκην ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ μόνον τοῦ ψηφίσματος, μὴ ἐκτεινόμενος σήμερον εἰς τὰς λεπτομερείας. Θὰ ἐπεθύμουν μάλιστα τὸν λόγον μου νὰ περιορίσω μόνον ἐπὶ τῶν οὐσιωδεστέρων σημείων, καὶ εἰ δυνατὸν εἰς ἓν σημεῖον, τὸ μόνον τὸ ὁποῖον θεωρῶ σπουδαῖον, τὴν συμμετοχὴν τῶν ἀντιθέτων διὰ τῆς προσωρινῆς Γερουσίας εἰς τὸ συντακτικὸν τῆς Συνελεύσεως ἔργον. Ἀλλ’ ἡ συζήτησις ἐπεξετάθη· θὰ φέρω ὅθεν καὶ ἐγὼ δι’ ὀλίγων τὸν λόγον καὶ ἐπὶ τῶν ἄλλων ἀπόψεων. Δεχόμεθα καὶ ἡμεῖς, κύριοι πληρεξούσιοι, ὅτι ὁ θεσμὸς τῆς Γερουσίας εἶναι θεσμὸς χρήσιμος διὰ τὴν εὐρυθμοτέραν λειτουργίαν τοῦ πολιτεύματος. Ἄλλοτε ὁ ἀξιότιμος πληρεξούσιος ἐκ Μαντινείας ἐπροχώρει ἀκόμη περαιτέρω, ἀποδίδων εἰς τὴν δευτέραν Βουλὴν σημασίαν ὑπέρμετρον, προκειμένου ὄχι μόνον περὶ τῆς προσωρινῆς, ἀλλὰ καὶ περὶ τῆς ὁριστικῆς Γερουσίας. Ὑπεστήριζε δηλαδὴ ὅτι ὁ θεσμὸς τῆς Γερουσίας εἶναι τρόπον τινὰ συμφυὴς μὲ τὴν Δημοκρατίαν καὶ ὅτι ὁ δημοκρατικὸς μηχανισμὸς εἶναι ἀδύνατον νὰ κινηθῇ ἄνευ δευτέρου νομοθετικοῦ Σώματος. Σήμερον εὐχαρίστως παρετήρησα ὅτι ἐμετρίασε τὰς ἀντιλήψεις ταύτας. Θεωρεῖ ἁπλῶς τὸν θεσμὸν τῆς Γερουσίας χρήσιμον, ὄχι ὅμως καὶ ἀπαραίτητον. Καὶ δὲν εἶναι ὄντως ἀπαραίτητος. Ἡ ἱστορική του ἐξέλιξις δὲν ἔχει οὐδεμίαν θέσιν εἰς τοὺς ἀγῶνας, οἱ ὁποῖοι διεξήχθησαν κατὰ τὸ παρελθὸν πρὸς κατίσχυσιν τῶν λαϊκῶν ἰδεῶν. Τοὐναντίον, ἂν ἀνατρέξωμεν εἰς χρόνους παλαιοτέρους, θὰ ἴδωμεν ὅτι ἡ Γερουσία ἐδείχθη πάντοτε πρόθυμος εἰς ὑποστήριξιν τῶν ἀντιδραστικῶν τάσεων καὶ πολεμία τῶν προοδευτικῶν μεταρρυθμίσεων. Αἱ παραδόσεις λοιπὸν τῆς Γερουσίας εἶναι παραδόσεις δυσμενεῖς μᾶλλον ἐναντίον τοῦ δημοκρατικοῦ καθεστῶτος, παραδόσεις αἱ ὁποῖαι, ὀφείλομεν νὰ τὸ ὁμολογήσωμεν, ἔχουν τὴν ἀρχήν των εἰς τὸν τρόπον τῆς συγκροτήσεως τοῦ Σώματος, συγκροτήσεως αὐθαιρέτου, εἴτε διὰ τῆς κληρονομικῆς διαδοχῆς εἴτε διὰ τοῦ διορισμοῦ τῶν γερουσιαστῶν ἐκ μέρους τῶν Κυβερνήσεων καὶ τῶν Μοναρχῶν. Καὶ σήμερον ἀκόμη ἐκεῖ ὅπου ἐξακολουθεῖ νὰ ἰσχύῃ ὁ παλαιὸς αὐτὸς τρόπος προελεύσεως τοῦ Σώματος, ἐκεῖ ἡ Γερουσία διατηρεῖ τὸ πνεῦμα αὐτῆς τὸ ὀπισθοδρομικόν. Παράδειγμα ἡ Βουλὴ τῶν Λόρδων. Ὁ παλαιὸς αὐτὸς τύπος τῆς Γερουσίας δὲν εἶναι ἄγνωστος καὶ παρ’ ἡμῖν, διότι ἐδοκιμάσθη ἐπὶ τῆς πρώτης βασιλείας, ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τῆς ὁποίας ἐλειτούργησεν αὕτη ἀπαρτισθεῖσα ἐκ προσώπων διοριζομένων ἰσοβίως ὑπὸ τοῦ Βασιλέως. Ἡ Γερουσία ἐκείνη κατηργήθη ὑπὸ τῆς Βʹ Συντακτικῆς Συνελεύσεως καὶ κατηργήθη μολονότι ἡ τότε Συνταγματικὴ Ἐπιτροπὴ εἶχε περιλάβει τὸν θεσμὸν εἰς τὸ σχέδιον αὐτῆς καὶ μολονότι ὅλα τὰ ἐξέχοντα ἀνεξαιρέτως μέλη τῆς τότε Συνελεύσεως εἶχον ἀναλάβει ἀγῶνα σφοδρὸν πρὸς διατήρησιν ὑπὸ νέαν μορφὴν τοῦ θεσμοῦ, τὸν ὁποῖον ἐθεώρουν ἀπαραίτητον. Ἔχει λεχθῆ καὶ ὑπεστηρίχθη τελευταῖον καὶ ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον πληρεξούσιον ἐκ Μαντινείας, ὅτι ἡ Γερουσία τῆς δευτέρας βασιλείας κατηργήθη μολονότι προσέφερεν ὑψίστας ὑπηρεσίας εἰς τὴν Χώραν καὶ ὅτι ἡ κατάργησις αὐτῆς ὠφείλετο εἰς λόγους προσωπικῆς καὶ κομματικῆς ὑστεροβουλίας. Δὲν εἶμαι σύμφωνος πρὸς τὴν γνώμην αὐτήν. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι εἰς τὴν πρώτην ἐκείνην Γερουσίαν ὑπῆρξε μία εὐάριθμος μειονότης, εὐάριθμος ἀλλὰ καὶ ἐπίλεκτος, ἡ ὁποία δὲν ἐκάμφθη ἐνώπιον τῆς δυνάμεως τῆς Αὐλῆς, ἀλλ’ ἡ ὁποία ἤγειρε πάντοτε φωνὴν διαμαρτυρίας ἐναντίον τῶν ἀτασθαλιῶν τοῦ Στέμματος. Ἀλλ’ ἡ φωνὴ ἐκείνη τῶν ἀνδρῶν τῆς μειονοψηφίας τοῦ δευτέρου Νομοθετικοῦ Σώματος ἦτο, κατὰ τὴν ἔκφρασιν τὴν χαρακτηριστικὴν ἑνὸς ἐκ τῶν ρητόρων τῆς Βʹ Ἐθνοσυνελεύσεως, ἦτο φωνὴ διαμαρτυρίας ἐναντίον αὐτοῦ τούτου τοῦ Σώματος, τὸ ὁποῖον ἐν τῷ συνόλῳ αὐτοῦ εἶχεν ἀποδειχθῆ ὄργανον τυφλὸν καὶ πειθήνιον τῶν κελευσμάτων τῆς Αὐλῆς, ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἀπέρρεε. Καὶ οἱ γερουσιασταὶ ἄλλο τι δὲν ἔπραττον ἢ νὰ ἐπιδίδωνται εἰς τὴν πολιτικὴν συναλλαγὴν καταχρώμενοι τὴν μονιμότητα τοῦ ἀξιώματος αὐτῶν. Ἀλλ’ αἱ ἀναμνήσεις αὐταὶ παρῆλθον καὶ δὲν βλέπομεν εἰμὴ ἀμυδράν τινα ἀπήχησίν των εἰς τὰς ἀντιρρήσεις τὰς ὁποίας διετύπωσαν οἱ παράγοντες τοῦ ἀντιπάλου πολιτικοῦ κόσμου καὶ κατὰ τὴν προηγηθεῖσαν Ἐθνοσυνέλευσιν καὶ ἐπ’ ἐσχάτων διὰ τοῦ Τύπου. Ἀλλ’ αἱ ἀντιρρήσεις αὗται καὶ αἱ σκέψεις ἐπὶ τῶν ὁποίων στηρίζονται ἀποδεικνύουν ὅτι οἱ ὑποστηρίζοντες αὐτὰς ἢ δὲν παρηκολούθησαν τὴν νεωτέραν τοῦ θεσμοῦ ἐξέλιξιν, τὴν ἐκλαΐκευσιν αὐτοῦ, ἢ ἀποκρούουν αὐτήν. Εἶναι προφανὲς ὅτι ἡ Γερουσία εἶναι θεσμὸς χρήσιμος, διότι ἐπιφέρει τὴν ἰσορροπίαν τῶν ἀντιθέτων δυνάμεων, αἱ ὁποῖαι εἶναι φυσικὸν νὰ ἀναπτύσσωνται εἰς ἓν πολίτευμα καθαρῶς λαϊκόν. Καὶ διὰ τοῦτο δεχόμεθα τὸν θεσμὸν τῆς ὁριστικῆς Γερουσίας ὡς χρήσιμον — ὄχι καὶ ἀπαραίτητον — ἀλλὰ θεωροῦμεν ἁπλῶς ὅτι δύναται ἐπί τινα χρόνον νὰ κινηθῇ τὸ πολίτευμα καὶ ἄνευ τοῦ δευτέρου Νομοθετικοῦ Σώματος ἀζημίως. Διότι ἡ Γερουσία συμβιβάζεται μὲ πᾶν εἶδος ἀντιπροσωπευτικοῦ συστήματος, ἀλλὰ καὶ τὰ πολιτεύματα ταῦτα, ἀκόμη δὲ καὶ τὸ δημοκρατικόν, δύνανται κάλλιστα νὰ λειτουργήσουν καὶ ἄνευ αὐτοῦ. (Χειροκροτήματα). Τὰ ζωηρότερα μάλιστα ἐκ τῶν δημοκρατικῶν στοιχείων ἀκόμη καὶ σήμερον ἀποκρούουν τὴν προσθήκην τοῦ δευτέρου Νομοθετικοῦ Σώματος, διότι θεωροῦν ὅτι ἡ Γερουσία χαλαρώνει τὴν δύναμιν καὶ τὴν ἐπιρροὴν τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας, τὴν ὁποίαν ἐπιθυμοῦν ἀπόλυτον καὶ ἀπεριόριστον. Καὶ γνωρίζετε μετὰ πόσης ἐπιμονῆς κατεπολέμησεν ἄλλοτε ὁ Ἀρχηγὸς τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως» εἰς τὴν Γαλλίαν, ὁ Γαμβέττας, τὴν ἵδρυσιν τοῦ δευτέρου Νομοθετικοῦ Σώματος, μετεπείσθη δὲ μόνον βραδύτερον καὶ ἐκηρύχθη ὑπὲρ τοῦ θεσμοῦ ἐκ τῶν διδαγμάτων τῆς πείρας. Καὶ παρ’ ἡμῖν ἐπίσης πρό τινων ἐτῶν κατὰ τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911 ἐματαίωσαν τὴν ἵδρυσιν δευτέρας Βουλῆς ἐκεῖνοι ἀκριβῶς οἱ ὁποῖοι σήμερον συνηγοροῦν ἐν ὀνόματι τῆς Δημοκρατίας ὑπὲρ τῆς ἀμέσου αὐτῆς συγκροτήσεως. Καὶ ἀπέκρουσαν τότε τὴν Γερουσίαν, διότι τὴν ἐθεώρουν Ὀργανισμὸν συντηρητικόν, σχεδὸν ἀντιλαϊκόν, ἀλλὰ καὶ δι’ ἕνα ἄλλον λόγον, τὸν ὁποῖον ἀπεδέχθη καὶ ὁ Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων, ὁ ὁποῖος θεωρητικῶς ἀπέκλινεν ὑπὲρ τοῦ διχασμοῦ τοῦ Νομοθετικοῦ Σώματος. Ὑπεστήριξαν δηλαδὴ ὅτι μετὰ μίαν ἀνώμαλον πολιτικὴν περίοδον ἡ διαδικασία τῶν δύο Βουλῶν, λίαν σχοινοτενὴς καὶ βραδεῖα, δυσχεραίνει τὴν ἀνακαίνισιν τῆς νομοθεσίας καὶ τὸν συγχρονισμὸν αὐτῆς πρὸς τὰς δημιουργηθείσας ἀνάγκας. Ὅ,τι ὅμως ἀπαιτεῖται κατόπιν μιᾶς ἁπλῆς ἐφημέρου διαταραχῆς, ἀπαιτεῖται κατὰ μείζονα λόγον κατόπιν μιᾶς μεταπολιτεύσεως, ἡ ὁποία ἐπιβάλλει σύντονον ἐργασίαν, ὅπως οἱ δημόσιοι κλάδοι, οἱ κείμενοι νόμοι καὶ αἱ ποικίλαι τῆς κοινωνίας σχέσεις προσαρμοσθῶσι πρὸς τὸ νέον καθεστώς. Ἀλλὰ μήπως δι’ ὃν λόγον ἀπεκρούσθη ἄλλοτε ὁ θεσμὸς ἀποκρούομεν καὶ ἡμεῖς σήμερον τὴν ἄμεσον αὐτοῦ λειτουργίαν, ὑποστηρίζοντες ὅτι ὑπάρχει ἀνάγκη ῥιζικῆς καὶ συντόνου νομοθετικῆς ἀνακαινίσεως; Εἶδον εἰς τὰ πρακτικὰ τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς, τὰ ὁποῖα — ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω τὴν ἁμαρτίαν μου — χθὲς μόλις ἀνέγνωσα, ὅτι ὁ πολιτευτὴς ἐκ Μαντινείας ἀνεκοίνωσεν ὅτι ὄντως τοιοῦτον ἐπρόβαλα ἐπιχείρημα, ὅτι τουτέστι δὲν δυνάμεθα νὰ ἱδρύσωμεν τὴν Γερουσίαν πρὶν ἢ συμπληρώσωμεν τὰς νομοθετικὰς ἡμῶν ἀνάγκας, πολλαπλασιασθείσας λόγῳ τῆς πολιτειακῆς μεταβολῆς.
§46Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἴσως ἐλησμονήθη τὸ πρᾶγμα. Ἂν καλῶς ἐνθυμοῦμαι, ὅτε ἀμέσως μετὰ τὴν ὑποβολὴν τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ψηφίσματος ὡμιλήσατε ἐπ’ αὐτοῦ, ὡμιλήσατε γενικώτερον ἐπὶ τῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως, ἐτονίσατε δὲ καὶ τοῦτο, ὅτι εἰς μίαν ἐποχὴν δημιουργικήν, ἔχουσαν ἀνάγκην δηλαδὴ ἐπειγουσῶν νομοθετικῶν μεταρρυθμίσεων, δὲν συμφέρει νὰ ἱδρυθῇ ἀμέσως καὶ νὰ λειτουργήσῃ δεύτερον Νομοθετικὸν Σῶμα. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἐντύπωσίς μου καὶ τὴν εἶπον εἰς τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπήν.
§47Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Πρόκειται περὶ πεπλανημένης ἐντυπώσεως. Δὲν ὑπεστήριζον ὅτι ἔχομεν ἀνάγκην ἐσπευσμένης νομοθετικῆς ἐργασίας. Ἔθεσα μόνον πρὸ τῆς τότε Κυβερνήσεως τὸ δίλημμα: Ἢ θεωρεῖ αὕτη ὅτι ὑπάρχει ἀνάγκη ἐντατικῆς νομοθετικῆς παραγωγῆς, καὶ τότε εἶναι ἀνακόλουθον νὰ ἐπισπεύδῃ τὴν σύστασιν τῆς Γερουσίας προσωρινῶς, ἢ φρονεῖ ἀντιθέτως ὅτι τοιαύτη ἀνάγκη δὲν ὑφίσταται, καὶ τότε παραμένει ἀνεξήγητος ἡ ὑποβολὴ ἀθρόων νομοθετικῶν μέτρων.
§48Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν εἶχον ὑποβληθῆ ἀθρόα νομοσχέδια.
§49Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Πλανᾶσθε. Ἴσως ὁμιλοῦμεν περὶ δύο διαφόρων ἐποχῶν.
§50Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἡ περὶ ἧς ὁ λόγος συζήτησις ἔγινε τὴν πρώτην ἡμέραν τῆς ἐπαναλήψεως τῶν ἐργασιῶν τῆς Συνελεύσεως μετὰ τὸ δημοψήφισμα.
§51Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ὁπωσδήποτε, ὑπὸ τῆς πρώτης δημοκρατικῆς Κυβερνήσεως ὑπεβλήθη πλῆθος νομοσχεδίων καὶ συγχρόνως ἐζητεῖτο ἡ ἄμεσος συγκρότησις τῆς Γερουσίας κατὰ τρόπον ἀνώμαλον. Καὶ διετύπωσα τὸ ἐρώτημα, τὸ δίλημμα τὸ ὁποῖον προηγουμένως ἀνέφερα. Δὲν ἀπέκρουσα ὅμως τὸν θεσμόν. Ἔχομεν πικρὰν καὶ μακρὰν πεῖραν τῶν ὑπερβασιῶν καὶ τῶν ἐκτροπῶν, εἰς τὰ ὁποῖα δύναται νὰ ἐξολισθήσῃ, ἄλλοτε μέν, κατὰ τὸ πλεῖστον, λεληθότως, ἐνίοτε δὲ καὶ ἐν ἐπιγνώσει, ἡ μία Βουλὴ εἰς τὸ νομοθετικόν της ἔργον. Θεωρῶ ὅτι εἶναι δικαία ἡ ἀξίωσις τὴν ὁποίαν ἀπὸ μακροῦ ἤγειρεν ἡ δημοσία γνώμη ὅπως τεθῇ φραγμὸς εἰς τὴν κατάχρησιν αὐτήν, φραγμὸς ὑπὲρ τῶν κοινωνικῶν συμφερόντων, ἐναντίον τῶν νομοθετικῶν αἰφνιδιασμῶν, καὶ ὅπως εἰσέλθωμεν εἰς νέαν φάσιν κοινοβουλευτικοῦ βίου, ἐπιβάλλοντος ἠρεμίαν καὶ περίσκεψιν, μελέτην καὶ βάσανον τῶν νομοθετικῶν μέτρων. Ἂν ὅμως παρ’ ὅλων ἀναγνωρίζεται ἡ ἀνάγκη νὰ καταπαύσῃ ὁ νομοθετικὸς σάλος, ὁ ὁποῖος ἔχει νὰ παρουσιάσῃ καὶ φωτεινά τινα σημεῖα, διότι διευκολύνει τὴν εἰσαγωγὴν μεταρρυθμίσεών τινων, κακῶς ἠθέλομεν ἐγκαινιάσει τὴν νέαν ταύτην περίοδον ὀργανοῦντες ἐκ τοῦ προχείρου, ὀργανοῦντες ἐξ ὑπογυίου τὴν ἵδρυσιν μιᾶς Γερουσίας προσωρινῆς, ἀπαρτιζομένης ἐξ οἱωνδήποτε στοιχείων.
§52ΤΙΝΕΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Πῶς ἐξ οἱωνδήποτε;
§53Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Δὲν ἐννοῶ νὰ θίξω κανένα. Θέλω νὰ εἴπω μόνον ὅτι δὲν πρέπει μετὰ προχειρολόγου σπουδῆς νὰ προβῶμεν εἰς κατάρτισιν Γερουσίας ἀπαρτιζομένης καὶ ἐκ μελῶν τῆς Συνελεύσεως, ἀλλὰ καὶ ἐκ μελῶν, τὰ ὁποῖα οὐδεμίαν ἔχουν σχέσιν μὲ τὴν νομοθετικὴν ἐντολήν. Θὰ ἤθελον ἄλλως τε νὰ ἐρωτήσω ποῖος εἶναι ὁ λόγος ἐκεῖνος διὰ τὸν ὁποῖον ἐπείγει καὶ ὁ ὁποῖος βιάζει ἡμᾶς νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἄμεσον τῆς Γερουσίας ὀργάνωσιν. Εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μαντινείας συνάδελφος ὅτι ὁ κυριώτερος ἐκ τῶν λόγων εἶναι ἡ τακτοποίησις τοῦ νομοθετικοῦ μας ἔργου, τὸ ὁποῖον θὰ εὐκολύνῃ ἡ ἐλάττωσις τοῦ ἀριθμοῦ τῶν πληρεξουσίων καὶ θὰ τὸ διευκολύνῃ ἀκόμη περισσότερον ἡ πληρεστέρα ἐπεξεργασία τῶν νόμων. Τὴν πρώτην ἄποψιν ἐθεώρησεν ὡς ἐντελῶς δευτερεύουσαν, ἀλλ’ εἰς τὴν δευτέραν ἀπέδωσεν ἐξαιρετικὴν σημασίαν, τόσον ἐξαιρετικήν, ὥστε νὰ εἴπῃ ὅτι ἡ ἀρχικὴ σκέψις ἡ ὁποία ἐνέπνευσε τὸ ψήφισμα δὲν εἶναι ἄλλη παρὰ ἡ μεγαλυτέρα ἐξέλιξις τῶν νομοθετικῶν ἔργων, καὶ ὅτι κατόπιν, προϊόντος τοῦ χρόνου, ἐπῆλθε καὶ ἡ ἑτέρα σκέψις, ἡ σκέψις ὅτι διὰ τῆς συνεργασίας καὶ ἑτέρων στοιχείων ἔξω τῆς Συνελεύσεως εὑρισκομένων θὰ ἠδύνατο τὸ συντακτικὸν ἔργον νὰ ἀποβῇ λυσιτελέστερον καὶ ἡ Δημοκρατία νὰ στηριχθῇ ἐπὶ ἑδραιοτέρων θεμελίων. Ἀλλ’ ἐρωτῶ· εἶναι ἀληθῶς τόσον σοβαρὸς ὁ φόβος τῆς ἀτελοῦς βασάνου τῶν νόμων ἐπ’ ὀλίγον ἀκόμη χρόνον, ὅταν ἐπὶ τόσας δεκαετηρίδας ἡ νομοθεσία ἡμῶν ἐρρυθμίσθη ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ συστήματος τῆς μιᾶς Βουλῆς; Εἶναι τόσον ἐπείγουσα ἡ ἀνάγκη σήμερον, ὥστε νὰ σπεύσωμεν εἰς τὴν ὀργάνωσιν τῆς Γερουσίας κατὰ πλήρη παρέκκλισιν ἀπὸ τῶν κανόνων οἱ ὁποῖοι διέπουσι τὴν κατάρτισιν τῶν πολιτικῶν Σωμάτων; Ὅταν αὐτὴ αὕτη ἡ Συνέλευσις συναισθάνεται τὴν ἀνάγκην νομοθετικῆς νηφαλιότητος, ἔχει ἀνάγκην ἡ Συνέλευσις αὕτη μιᾶς ἐξωτερικῆς ἀντιρρόπου δυνάμεως διὰ νὰ θέσῃ φραγμὸν εἰς τὰς ἰδίας της πράξεις καὶ νὰ ἀποφύγῃ τὰς ὑπερβασίας; Δὲν διαβλέπω καμμίαν πρόθεσιν οὔτε εἰς τὴν Συνέλευσιν οὔτε εἰς τὴν Κυβέρνησιν οὔτε εἰς τὴν πλειονοψηφίαν, ὅπως καταχρασθοῦν τὴν δύναμιν αὐτῶν καὶ προβοῦν εἰς ἀθρόαν ἐπιψήφισιν νόμων περιττῶν ἄνευ ἠρέμου καὶ ἐμπεριστατωμένης προπαρασκευῆς. Ὁ κίνδυνος καταχρήσεων, αἱ ὁποῖαι νὰ καθιστοῦν ἐπιβλητικὴν τὴν λῆψιν ἀνωμάλου προληπτικοῦ μέτρου, δὲν ὑφίσταται, ἐφόσον μάλιστα προέχει σήμερον οὐχὶ τὸ νομοθετικόν, ἀλλὰ τὸ συντακτικὸν ἔργον. Ὁ διχασμὸς τῆς Συνελεύσεως οὐδόλως θὰ συντελέσῃ εἰς τὴν ἀρτιωτέραν διασκευὴν τοῦ πολιτεύματος καὶ εἰς τὴν πληρεστέραν ἐπεξεργασίαν τῶν διατάξεων αὐτοῦ. Διατί λοιπὸν νὰ ματαιοπονῶμεν; Κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν συνταγματικῶν διατάξεων τὸ διχασθὲν Σῶμα θὰ εὑρεθῇ εἰς τὴν ἀνάγκην τῆς ἀνασυγκροτήσεως αὐτοῦ. Θὰ ἔχωμεν καὶ πάλιν ἀναλλοίωτον σχεδὸν τὴν παροῦσαν φυσιογνωμίαν του, θὰ ἴδωμεν καὶ πάλιν τὰ πρόσωπα τὰ γνώριμα νὰ ἐπανέλθουν εἰς Σῶμα ἑνιαῖον, ὅπως συζητήσωμεν ἐπὶ τοῦ Συντάγματος. Θὰ ἴδωμεν βεβαίως, ἂν γίνῃ δεκτὸν τὸ σχέδιον, καὶ πρόσωπα ἕτερα, τὰ ὁποῖα μέχρι σήμερον δὲν παρίσταντο εἰς τὴν Συνέλευσιν, πρόσωπα προερχόμενα ἐκ τῆς πολιτικῆς πτέρυγος τῆς μὴ ἐκπροσωπουμένης εἰς τὴν Συνέλευσιν. Καὶ αὐτὸ εἶναι τὸ κύριον σημεῖον καὶ ὁ σοβαρώτερος λόγος ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐστηρίχθη ἡ πρότασις τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως». Τὸ πολίτευμα τὸ δημοκρατικὸν — κάθε πολίτευμα, ἀλλὰ πρὸ παντὸς τὸ δημοκρατικὸν — δὲν πρέπει ἀσφαλῶς νὰ ἀντιπροσωπεύῃ ἀντιλήψεις μονομερεῖς, ἀλλὰ νὰ κατοπτρίζῃ τὸ γενικὸν τοῦ Λαοῦ φρόνημα ἀκέραιον ἐν τῷ συνόλῳ αὐτοῦ. Καὶ διὰ τοῦτο ὑποστηρίζω ὅτι εἶναι ἀνάγκη κατὰ τὰς συνταγματικὰς συζητήσεις καὶ ὑποχωρήσεων καὶ συμβιβασμῶν. Καὶ διὰ τοῦτο ἐξεπλάγην ἀναγνώσας σήμερον γνώμην τοῦ πολιτευτοῦ ἐκ Μαντινείας, ὅτι πρόκειται νὰ ἀποδοθῇ χροιὰ πολιτικὴ εἰς τὴν πρότασιν τῆς προσωρινῆς Γερουσίας. Ἡ γνώμη αὕτη δὲν ἀπεικονίζει βεβαίως ἰδικάς μας ἀντιλήψεις καὶ προθέσεις, αἱ ὁποῖαι τείνουν νὰ καταστήσουν τὸ νέον καθεστὼς ἀντικείμενον στοργῆς τῆς ὁλότητος τοῦ Ἔθνους. Ἐκ τοιαύτης ἀναχωροῦντες ἀρχῆς δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἀντιταχθῶμεν ἐναντίον οἱασδήποτε εὐρυτέρας συνεργασίας πρὸς κατάρτισιν τοῦ Συντάγματος. Θὰ ἦτο μάλιστα περιττὸν νὰ πιστοποιήσωμεν γεγονὸς προκῦπτον ἐξ ὅλης τῆς μέχρι τοῦδε πορείας μας. Καὶ διὰ τοῦτο ἐξ ἀρχῆς κατηγορηματικῶς ἐδήλωσα ὅτι, ἂν ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἐγκύρως διερμηνεύουν τὰς ἀντιθέτους ἀπόψεις ἤθελον ἀποδεχθῆ τὴν λύσιν ταύτην, ἡμεῖς προθύμως ἠθέλομεν πλειοδοτήσει εἰς αὐτήν. Δυστυχῶς ἀπεδείχθη εὐθὺς ἀμέσως ὅτι ἀπεκλείετο τοιοῦτον ἐνδεχόμενον. Οἱ Ἀρχηγοὶ τῶν κομμάτων, οἱ ὁποῖοι εἶναι εἰς θέσιν νὰ διερμηνεύωσι τὸ φρόνημα τῆς ἀντιπάλου λαϊκῆς μερίδος, ἠρνήθησαν διαρρήδην τὴν συμμετοχὴν εἰς τὴν Γερουσίαν καὶ κατὰ τρόπον ὁ ὁποῖος δὲν ἐπέτρεπε τὴν ἐλπίδα μεταγνώσεως. Τί ὑπελείπετο κατόπιν τούτου; Τὸ φυσικὸν ἦτο ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μαντινείας πολιτευτὴς νὰ ἀποσύρῃ τὸ σχέδιόν του. Δὲν τὸ ἀπέσυρεν ὅμως καὶ ἐξακολουθεῖ νὰ τὸ ὑποστηρίζῃ ὑπὸ διαφόρους προφάσεις, ἰσχυριζόμενος ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ εὑρεθοῦν ἐκ τοῦ ἀντιπάλου κόσμου πολιτικοὶ πρόθυμοι νὰ δεχθοῦν τὴν προσφορὰν ἡμῶν. Τίνες πολιτευταί; Ὁ ἀξιότιμος πληρεξούσιος ἐκ Μαντινείας ἐγνωμάτευσε σήμερον ὅτι σημασίαν εἰς τὴν ἐξέλιξιν τῶν πολιτικῶν πραγμάτων ἔχει ἡ θέλησις οὐχὶ μεμονωμένων προσώπων, ἀλλὰ συγκεκροτημένων πολιτικῶν ὁμάδων. Ὅταν λοιπὸν οἱ Ἀρχηγοὶ τῶν πολιτικῶν κομμάτων οἱ ἐγκύρως διερμηνεύοντες τὴν ἀντίπαλον δημοσίαν γνώμην ἀρνοῦνται διαρρήδην τὴν συμμετοχὴν εἰς τὴν Γερουσίαν, εἴτε διότι ἀποκρούουν τὸν θεσμὸν κατὰ βάσιν εἴτε διότι ἀποστέργουν τὸν διορισμόν των ὡς γερουσιαστῶν παρὰ τῆς Συνελεύσεως....
§54Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Μίαν διακοπήν, διότι μοὶ ἀποδίδετε ἐννοίας τὰς ὁποίας δὲν εἶπον. Εἶπον ὅτι ἐντὸς τῶν προσωπικῶν κομμάτων διεξάγεται ὁ ἀγὼν ὑπὸ συντεταγμένων ὁμάδων. Ἀλλ’ ἐτόνισα πάλιν ὅτι ὁ ἐκτὸς τῆς Συνελεύσεως πολιτικὸς κόσμος εὑρίσκεται εἰς ρευστὴν κατάστασιν, ἡ ὁποία ἐπιτρέπει τὴν ἐλπίδα ὅτι ἀρκετοὶ ἐξ αὐτῶν εἶναι δυνατὸν νὰ συμπράξουν.
§55Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Δὲν ἠννόησα τὴν διαφοράν. Ἀντίπαλα συντεταγμένα κόμματα ὑπάρχουν, καθὼς καὶ Ἀρχηγοὶ διερμηνεύοντες τὰς σκέψεις τῶν κομμάτων αὐτῶν. Ἡ παρατηρουμένη ἐντεῦθεν καὶ ἐκεῖθεν σχετικὴ ρευστότης δὲν μεταβάλλει ποσῶς τὴν βάσιν. Ἔχομεν δεδομένον ὅτι οἱ Ἀρχηγοὶ τοῦ ἀντιπάλου πολιτικοῦ κόσμου δὲν δέχονται τὴν προσφερομένην συνεργασίαν, καὶ τὸ παράδειγμά των ἀναμφιβόλως θέλουσι μιμηθῆ καὶ οἱ ἐγκυρότεροι ἐκ τῶν φίλων των. Εἶναι πιθανὸν νὰ εὑρεθοῦν ἄτομα, ἂν ἐπιμείνωμεν εἰς τὴν ἀναζήτησιν κατερχόμενοι μέχρι τῶν κατωτέρων βαθμίδων τῆς πολιτικῆς ἱεραρχίας, πρόθυμα νὰ συμπληρώσωσι τὸν ἀριθμόν. Ἀλλὰ τί τὸ ὄφελος ἐντεῦθεν; Ποῖον τὸ κέρδος; Θὰ ηὕρυνε συνεργασία τοιαύτη τὰς βάσεις τῆς Δημοκρατίας; Θὰ ἐξῆρε τὸ κῦρος τοῦ πολιτεύματος, θὰ προσέδιδεν εἰς αὐτὸ χροιὰν ἀντιπροσωπευτικωτέραν ἢ τοὐναντίον θὰ ὑπεβίβαζε τὸ κῦρος τοῦ συντακτικοῦ ἔργου; Διότι τίνα ἀξίαν θὰ εἶχον αἱ ἀποφάσεις ἡμῶν, ἂν ἤθελον ληφθῆ διὰ πλειονοψηφίας ἀπαρτιζομένης ὑπὸ τῶν παρεισάκτων τούτων στοιχείων, τὰ ὁποῖα οὐδὲν ἐκπροσωποῦν καὶ οὐδεμίαν ἔχουν σχέσιν πρὸς τὴν λαϊκὴν ἐντολήν;
§56Γ. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ἂν εἶναι παρείσακτα τὰ στοιχεῖα αὐτά, πῶς ἡ Κυβέρνησις μεταξὺ τῶν μελῶν της συγκαταλέγει τοιαῦτα;
§57Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη ἀπαντήσεως εἰς τὴν διακοπήν, ἀφοῦ πᾶς τις γνωρίζει ὅτι ἐπιτρέπεται, καὶ ἐνίοτε ἐπιβάλλεται, ἡ πρόσληψις μεμονωμένων Ὑπουργῶν ἔξω τοῦ Κοινοβουλίου. Ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ὑποτεθῇ ὅτι προσεταιριζόμενοι δεκάδας τινὰς πολιτικῶν προσώπων ἐκ τοῦ ἀντιθέτου κόσμου, ἔστω καὶ ἐντελῶς ὑποδεεστέρας σημασίας, θὰ μειώσωμεν τὴν δύναμιν τῶν ἀντιπάλων καὶ θὰ ἐνισχύσωμεν τὸ πολίτευμα; Τίνα ὅμως ἀξίαν θὰ ἔχουν οἱ πολιτευταὶ οὗτοι ὅταν αὔριον εὑρεθοῦν ὑπὸ τὰ πυρὰ τῆς ἀντιθέτου παρατάξεως, κατηγορούσης αὐτοὺς ὡς προδότας τοῦ ἀγῶνός των, ἐνῷ σήμερον παραμένοντες εἰς τὰς τάξεις των ἀσκοῦσι μετριωτάτην ἐπίδρασιν; Τί ἄλλο θὰ πράξωμεν διὰ τῆς προσωρινῆς Γερουσίας ἢ νὰ ἐξουδετερώσωμεν καὶ νὰ καταστήσωμεν ἄχρηστον πολύτιμον παράγοντα τῆς ἐσωτερικῆς συνδιαλλαγῆς; Καὶ τί ἠθέλομεν ἀπαντήσει εἰς τὰς κατηγορίας τῶν ἀντιθέτων μας ὅταν μᾶς εἴπουν ὅτι διὰ νὰ στερεώσωμεν τὸ διαρρέον ὑπὸ τοὺς πόδας μας ἔδαφος εὑρέθημεν εἰς τὴν ἀνάγκην, ὅταν ἀπέρριψαν τὰς προτάσεις ἡμῶν ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἐγκύρως διερμηνεύουν τὰ αἰσθήματα τῶν ἀντιπάλων, νὰ προσφύγωμεν εἰς πολιτευτὰς ἀσήμους, διὰ νὰ παραστήσωμεν ψευδῶς ὅτι τὸ πολίτευμα ἡμῶν εἶναι ἔργον κοινῆς συνεργασίας ὅλων τῶν ἀποχρώσεων τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ; Ἀλλὰ θὰ ἀσφαλίσωμεν τὸ πολίτευμα, εἶπεν ὁ συνάδελφος ἐκ Μαντινείας, διότι διὰ τοῦ διορισμοῦ τῶν γερουσιαστῶν θὰ ἀποφύγωμεν τὸν σκόπελον τῶν ἐκλογῶν.
§58Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν εἶπον αὐτό· δὲν εἶπον περὶ σκοπέλου.
§59Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἀλλ’ ἐνισχύομεν τὸ κῦρος τῆς Δημοκρατίας καὶ προάγομεν τὴν ἐσωτερικὴν ὁμόνοιαν διακηρύσσοντες ὅτι ἐννοοῦμεν νὰ καταστήσωμεν τὴν δευτέραν Βουλὴν ὄργανον ἡμῶν, ἀποκλείοντες ἐξ αὐτῆς τοὺς ἀντιθέτους; Ἐτόνισεν ὁ συνάδελφος ἐκ Μαντινείας ὅτι εἰς πάντα τὰ ἄλλα δυνάμεθα νὰ εἴμεθα ἐνδοτικοὶ καὶ ὅτι εἰς ἓν καὶ μόνον δὲν δυνάμεθα νὰ ὑποχωρήσωμεν, ὅταν δηλαδὴ πρόκειται περὶ τῆς ἐξασφαλίσεως τοῦ πολιτεύματος. Ἐντὸς τοῦ πλαισίου αὐτοῦ δεχόμεθα πᾶσαν συγκατάβασιν, ἀλλὰ τὴν ἀνατροπὴν τοῦ πολιτεύματος θὰ τὴν ἀποτρέψωμεν διὰ παντὸς μέσου. Τίς ἔχει ἀντίρρησιν; Ἡμεῖς βέβαια θὰ προσπαθήσωμεν μὲ πᾶσαν θυσίαν νὰ ἀποφύγωμεν ἀναστάτωσιν, ἡ ὁποία εἶναι προωρισμένη νὰ θραύσῃ τελειωτικῶς τὰς δυνάμεις τοῦ Ἔθνους. Ἀλλ’ ἂν ἐπέλθῃ ἡ ἀναστάτωσις, θὰ ἐπέλθῃ ἄνευ τῆς συγκαταθέσεως ἡμῶν, θὰ ἐπέλθῃ διὰ δυνάμεως ἀντιθέτου, ἐναντίον τῆς ὁποίας ἀναμφισβητήτως δὲν θὰ ξιφουλκήσῃ, οὐδὲ τὴν δύναμιν θὰ ἔχῃ νὰ ἀντισταθῇ ἡ ὁμὰς τῶν προσώπων τὰ ὁποῖα θὰ προχειρίσωμεν εἰς γερουσιαστάς. Ἂς μὴ πλανώμεθα, κύριοι· δὲν θὰ στερεώσωμεν τὸ πολίτευμα διὰ μέσων τεχνητῶν. Εἶναι πλάνη τοῦτο ριζική. Ἔργον φρονήσεως καὶ ἀξιοπρεπείας εἶναι νὰ τερματίσωμεν διαπραγματεύσεις ἥκιστα σοβαρὰς καὶ νὰ παύσωμεν ἐπιζητοῦντες παρὰ τῶν ἀντιθέτων συνεργασίαν, τὴν ὁποίαν ἀρνοῦνται. (Χειροκροτήματα). Ὄχι διότι ἡμεῖς ἀποκρούομεν τὴν συνεργασίαν ταύτην. Θὰ ἤμεθα πρόθυμοι νὰ θυσιάσωμεν τὴν κοινοβουλευτικὴν ὀρθοδοξίαν χάριν τῶν ἐπιτακτικῶν ἀξιώσεων τοῦ Ἔθνους. Εἶναι δὲ ἐπιτακτικὴ ἀξίωσις τοῦ Ἔθνους ἡ κατάπαυσις τοῦ διχασμοῦ καὶ ἡ ἀνασυγκρότησις αὐτοῦ εἰς ἑνιαῖον ψυχικὸν σύνολον. Πρέπει νὰ τερματίσωμεν τὰς διαπραγματεύσεις, διότι τὴν προσφερομένην συνεργασίαν τὴν ἀπέρριψαν ἤδη ὡς ἀνεπιθύμητον, ὑφ’ οὓς ὅρους προσφέρεται, οἱ ἀντίπαλοι. Δὲν ἕπεται ἐντεῦθεν ὅτι θὰ σταματήσωμεν καὶ τὰς συμφιλιωτικὰς προσπαθείας. Θὰ ἀποβλέψωμεν ἐκεῖ ὅπου ὑπηνίχθη ὁ κ. συνάδελφος ἐκ Μαντινείας, εἰς τὰς παρθένους λαϊκὰς τάξεις, εἰς τὰς ὁποίας δὲν ἐμφωλεύουν προλήψεις καὶ δὲν ριζοβολεῖ ἄγονος ἀντίδρασις. (Χειροκροτήματα). Ὅταν διὰ τοῦ ἔργου μας ἐμπνεύσωμεν εἰς τὰς μάζας τὴν ἐμπιστοσύνην, τὰ ὀλίγα ἀδιάλλακτα στοιχεῖα θὰ τὰ ἴδωμεν καὶ αὐτὰ μεταστρεφόμενα ὅπως παρακολουθήσουν τὸ λαϊκὸν ρεῦμα. Τὴν ἐπίδρασιν τῆς Κοινῆς Γνώμης τὴν εἴδομεν ἐκδηλουμένην καὶ προσφάτως ἐπὶ τοῦ ζητήματος τὸ ὁποῖον μᾶς ἀπασχολεῖ. Τί μᾶς εἶπεν ὁ κ. συνάδελφος ἐκ Μαντινείας; Μᾶς εἶπεν ὅτι ὁ Ἀρχηγὸς τῆς ἰσχυροτέρας ἀντιθέτου μερίδος, ἐνῷ ἐφαίνετο διατεθειμένος καὶ προσωπικῶς νὰ συμμετάσχῃ εἰς τὴν προσωρινὴν Γερουσίαν, κατόπιν ὑπὸ τὴν ἠθικὴν πίεσιν τὴν ἐξασκηθεῖσαν ἐπ’ αὐτοῦ μετέβαλε γνώμην. Ἂς διαπλάσωμεν λοιπὸν τὴν δημοσίαν γνώμην ὥστε νὰ ἀσκῇ αὕτη ἐπίδρασιν ἠθικὴν καὶ ὠφέλιμον καὶ ἂς μὴ στηρίζωμεν ἐλπίδας κενὰς ἐπὶ προσωπικῶν συμφωνιῶν. Ὄταν κατακτήσωμεν τὴν λαϊκὴν ψυχὴν καὶ κατορθώσωμεν ὥστε ἡ Δημοκρατία νὰ ἀντλῇ τοὺς χυμούς της ἀπὸ τὰ στέρνα τοῦ Ἔθνους, τότε νὰ εἶσθε βέβαιοι ὅτι καμμία δύναμις δὲν θὰ εἶναι ἱκανὴ νὰ τὴν ἐκριζώσῃ. (Χειροκροτήματα).
§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄν θελήσωμεν νὰ τηρήσωμεν τὴν τάξιν, πρέπει νὰ ἐρωτήσωμεν τοὺς μέλλοντας νὰ ὁμιλήσωσιν ἂν εἶναι κατὰ ἢ ὑπὲρ. Ὁ κύριος Λιβαθηνόπουλος εἶναι ὑπὲρ ἢ κατά;
§61Ρ. ΛΙΒΑΘΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπέρ.
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτομεν ἐπὶ 5 λεπτά. (Ὥρα 7.50′ μ.μ.).
ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΚΟΠΗΝ
(Ὥρα 8 μ.μ.).
§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Ὁ κ. Λιβαθηνόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§64Ρ. ΛΙΒΑΘΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν νομίζω, κύριοι πληρεξούσιοι, ὅτι ὑπάρχουσιν ἐν τῇ Συνελεύσει διαφωνίαι ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀνάγκην τῆς ἱδρύσεως ἐν τῷ νέῳ ἡμῶν δημοκρατικῷ πολιτεύματι τοῦ δευτέρου Νομοθετικοῦ Σώματος, δηλαδὴ τῆς Γερουσίας. Πάντες ἤδη οἱ Ἀρχηγοὶ τῶν ἐν τῇ Συνελεύσει Ὁμάδων ἐτάχθησαν ὑπὲρ τοῦ θεσμοῦ τούτου· ἑπομένως οἱαδήποτε προσπάθεια πρὸς διαφώτισιν τῆς Συνελεύσεως περὶ τῆς σκοπιμότητος τοῦ θεσμοῦ θὰ ἦτο προσπάθεια πρὸς διάνοιξιν ὀρθανοίκτων θυρῶν. Δὲν ἀνῆλθον ὅθεν ἐπὶ τοῦ βήματος ὅπως ἀναπτύξω τὰς συνταγματικὰς ἐκείνας θεωρίας, αἵτινες συνηγοροῦσιν ὑπὲρ τοῦ θεσμοῦ τούτου, ἀλλ’ οὔτε ὅπως ἐκθέσω τὰς σκέψεις μου καὶ τὰς γνώμας τῶν συνταγματολογούντων τὰς ἀφορώσας τὴν σύνθεσιν καὶ τὸν τρόπον τῆς ἐκλογῆς τῆς ὁριστικῆς Γερουσίας. Ἀνῆλθον εἰς τὸ βῆμα ἁπλῶς καὶ μόνον ὅπως ἐξετάσω τὴν σκοπιμότητα τῆς ἱδρύσεως τῆς προσωρινῆς Γερουσίας, περὶ ἧς προβλέπει τὸ νομοσχέδιον ὅπερ ὑπεβλήθη ὑπὸ τῆς πρώτης δημοκρατικῆς Κυβερνήσεως, καὶ ὅπως ἀντικρούσω τὰ ἐπιχειρήματα ἐκεῖνα, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐβασίσθη ἡ πλειονοψηφία τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς καὶ ἐκηρύχθη ἐναντίον τοῦ νομοσχεδίου καὶ τὰ ὁποῖα ἴσως θὰ εἶναι τὰ μόνα ἐπιχειρήματα τὰ ὁποῖα θὰ παρατάξωσιν ἐναντίον αὐτοῦ οἱ μέλλοντες νὰ διέλθωσιν ἐκ τοῦ βήματος τούτου ὅπως πολεμήσωσι τὸ νομοσχέδιον. Τρεῖς ἦσαν οἱ λόγοι τοὺς ὁποίους ἐπεκαλέσθη ἡ πρώτη δημοκρατικὴ Κυβέρνησις ὅταν τὸ πρῶτον ὑπέβαλεν ἐν τῇ Συνελεύσει τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, ἵνα ἐπιδείξῃ τὴν σκοπιμότητα τῆς προσωρινῆς Γερουσίας, δηλαδὴ τὴν ἀνάγκην τῆς ἀμέσου συγκροτήσεως τοῦ δευτέρου Νομοθετικοῦ Σώματος. αʹ) Ὅπως προσλάβῃ τὸ ταχύτερον τὴν πλήρη μορφήν του τὸ δημοκρατικὸν πολίτευμα. βʹ) Ὅπως διευκολυνθῇ ἡ ὁμαλωτέρα καὶ ἐπιτυχεστέρα διεξαγωγὴ τοῦ νομοθετικοῦ ἔργου. γʹ) Ὅπως καταστῇ δυνατὴ ἡ συνεργασία εἰς τὴν Γερουσίαν, καὶ κατὰ συνέπειαν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Συνέλευσιν, τῶν κομμάτων ἐκείνων τὰ ὁποῖα ἀπέσχον κατὰ τὰς ἐκλογὰς αὐτῆς καὶ διαπνέονται σήμερον ἀπὸ εἰλικρινῆ πρόθεσιν ὅπως συμβάλουν εἰς τὴν ταχυτέραν καὶ πληρεστέραν ἀποκατάστασιν ὁμαλοῦ πολιτικοῦ βίου. Ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπὴ εἰς τὴν ἔκθεσίν της δὲν ἀμφισβητεῖ τοὺς λόγους τοὺς ὁποίους ἐπεκαλέσθη ἡ πρώτη δημοκρατικὴ Κυβέρνησις πρὸς ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου. «Οἱ σκοποὶ τοὺς ὁποίους διὰ τῆς προσωρινῆς Γερουσίας ἐπιθυμεῖ νὰ ἐπιδιώξῃ ἡ Κυβέρνησις, γράφει ἡ ἔκθεσις τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς, ταχεῖα ὁλοκλήρωσις τοῦ δημοκρατικοῦ πολιτεύματος, ὁμαλωτέρα διεξαγωγὴ τοῦ νομοθετικοῦ ἔργου, συνεργασία μετὰ τοῦ ἐκτὸς τῆς Συνελεύσεως πολιτικοῦ κόσμου, εἶναι ἀξιόλογοι καὶ ἐπιδιώξιμοι. Τὸ μέσον ὅμως τῆς προσωρινῆς Γερουσίας εἶναι ὄχι μόνον ἀκατάλληλον πρὸς ἐπίτευξιν τῶν σκοπῶν αὐτῶν, ἀλλὰ καὶ ἐπιζήμιον». Καὶ πρὸς ἀπόδειξιν τῆς γνώμης της αὐτῆς δὲν ἐξετάζει ἀπολύτως καθ’ ἑαυτὸ τὸ νομοσχέδιον, ἀλλὰ σχετικῶς καὶ ἐν συγκρίσει πρὸς τὸ ἀντισχέδιον τὸ ὁποῖον αὕτη προτείνει καὶ ὅπερ ἦτο ἡ ἄμεσος συγκρότησις τῆς ὁριστικῆς Γερουσίας δι’ ἐμμέσου ἐκλογῆς, δυναμένων νὰ ἐνεργηθῶσι τῶν ἐκλογῶν τῶν κοινοτικῶν, δημοτικῶν καὶ νομαρχιακῶν Συμβουλίων ἐντὸς τοῦ μηνὸς Αὐγούστου. Διὰ τῆς ἀμέσου συγκροτήσεως τῆς ὁριστικῆς Γερουσίας δι’ ἐκλογῶν, λέγει ἡ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπή, ἐπιτυγχάνονται πάντες οἱ σκοποὶ τοὺς ὁποίους ἐπιδιώκει ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ καταρτισμοῦ τῆς προσωρινῆς Γερουσίας διὰ τρόπου ὁμαλωτέρου καὶ περισσότερον προσαρμόζοντος εἰς τὰ κοινοβουλευτικὰ ἔθιμα· δι’ ὅπερ καὶ παρώτρυνε τὴν τότε Κυβέρνησιν νὰ προβῇ τὸ ταχύτερον εἰς ἐνέργειαν κοινοτικῶν καὶ δημοτικῶν ἐκλογῶν. Ἀλλὰ ἄλλαι μὲν βουλαὶ Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς, ἄλλα δὲ ἐκτάδην κείμενοι νόμοι καὶ κρουνοὶ δημοσίου θησαυροῦ καὶ συμπεπυκνωμέναι ἀτμόσφαιραι καὶ ἐξιλαστήρια θύματα καὶ κεραυνοὶ κελεύουσι. Πάντα ταῦτα κελεύουσι τὴν ἀπομάκρυνσιν ἐκ τῆς Ἀρχῆς τῆς πρώτης δημοκρατικῆς Κυβερνήσεως, ἥτις φεύγουσα ἐκ τῆς Ἀρχῆς φέρει μεθ’ ἑαυτῆς οὐ μόνον ὁρμαθὸν ἀκόμη ἐκπαιδευτικῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα δὲν κατωρθώσαμεν νὰ ἐπιψηφίσωμεν εἰς τὰς μνημειώδεις ἐκείνας μεταμεσονυκτίους συνεδριάσεις, ἀλλὰ καὶ τὸ οὐσιωδέστερον ἴσως τῶν νομοσχεδίων τὰ ὁποῖα εἶχεν ὑποβάλει, τὸ ἀποβλέπον εἰς τὴν συγκρότησιν τῆς προσωρινῆς Γερουσίας καὶ τὸ ὁποῖον ἐρχόμεθα σήμερον νὰ συζητήσωμεν. Καὶ σχηματίζεται ἡ ὑπὸ τὸν διαπρεπῆ ἐκ Σάμου πολιτευτὴν Κυβέρνησις, ἥτις ὑπείκουσα εἰς τὰς συμβουλὰς τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς πρὸς ἄμεσον καταρτισμὸν τῆς ὁριστικῆς Γερουσίας φέρεται ἀκατασχέτως πρὸς τὴν ἐνέργειαν τῶν κοινοτικῶν ἐκλογῶν, αἵτινες ὑπόσχεται ὅτι θὰ γίνουν ἐντὸς εἰκοσαημέρου ἀπὸ τῆς ἀναρρήσεώς της εἰς τὴν Ἀρχήν. Ἀναχαιτίζεται ὅμως ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη εἰς τὴν ὁρμήν της πρὸς ἐνέργειαν ἐκλογῶν ἀφ’ ἑνὸς ἐκ τῶν ἔξω τῆς Συνελεύσεως πολιτικῶν παραγόντων, οἵτινες ἐπιζητοῦσι τὴν ἐκκαθάρισιν καὶ τὴν ἐξυγίανσιν τῶν ἐκλογικῶν καταλόγων, καὶ ἀφ’ ἑτέρου ἐκ τῶν ἔσω κοινοβουλευτικῶν Ἀρχηγῶν, ἐκείνων οἵτινες συνέδραμον τὸν ἐκ Σάμου πολιτευτὴν εἰς τὸν σχηματισμὸν τῆς Κυβερνήσεώς του, καὶ οἵτινες ἅμα τῇ ἐπανόδῳ των ἐκ τῶν διαφόρων λουτροπόλεων ὑπενθυμίζουσιν εἰς αὐτὸν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον λέγει ὁ Σίλλερ εἰς τὸν πρῶτον στίχον τοῦ Δὸν–Κάρλου, ὅτι «παρῆλθον πλέον αἱ εὐτυχεῖς ἡμέραι τῶν θερινῶν διακοπῶν». Καὶ ἀναγκάζεται ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη νὰ ἀποχωρήσῃ, ἵνα σχηματισθῇ ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ὑπὸ τὸν διαπρεπῆ καὶ πολυμαθῆ ἐκ Πατρῶν πολιτευτήν, τὴν ὁποίαν χαριτολογῶν ἴσως ὁ ἐκ Κρήτης πολιτευτὴς κ. Κούνδουρος θὰ ἠδύνατο νὰ ἀποκαλέσῃ «Κυβέρνησιν τῶν ἓξ ἑβδομάδων», ὄχι διότι ἡ Κυβέρνησις αὕτη θὰ παραμείνῃ εἰς τὴν Ἀρχὴν ἐπὶ ἓξ μόνον ἑβδομάδας ἢ ὅτι ἐγὼ εὔχομαι τοῦτο — καθότι ἐγὼ τοὐλάχιστον εὔχομαι νὰ παραμείνῃ ἐπὶ ἔτη ὁλόκληρα διὰ τὸ καλὸν τῆς Πατρίδος καὶ διὰ νὰ πολεμήσῃ τὸν κομμουνισμὸν καὶ προστατεύσῃ τὰς ἀστικὰς τάξεις εἰς τὰς ὁποίας καὶ ἐγὼ ἀνήκω — ἀλλὰ διότι ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς τῆς ἀνόδου της εἰς τὴν Ἀρχὴν ἐπηγγέλθη ὅτι ἐντὸς ἓξ ἑβδομάδων καὶ τὸ Σύνταγμα θὰ ἐψηφίζετο καὶ τὰ πολιτικὰ πάθη θὰ κατηυνάζοντο καὶ λίαν ταχέως ὁ Λαὸς θὰ προσεκαλεῖτο εἰς ἐκλογὰς παντὸς εἴδους καὶ πάσης φύσεως.
§65Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Τί ἐννοεῖτε λέγων παντὸς εἴδους καὶ πάσης φύσεως ἐκλογάς;
§66Ρ. ΛΙΒΑΘΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς ἐκλογὰς δηλαδὴ κοινοτικάς, δημαρχικάς, νομαρχιακῶν Συμβουλίων, Γερουσίας καὶ Βουλῆς. Δυστυχῶς ὅμως παρῆλθον αἱ ἕξ ἑβδομάδες, καὶ ὅσον μὲν ἀφορᾷ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ Καταστατικοῦ Χάρτου τῆς Χώρας μόλις ηὐτυχήσαμεν νὰ ἀκούσωμεν μίαν ὡραίαν εἰσήγησιν ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ἐκ Μυτιλήνης πολιτευτοῦ, ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὰς ἐκλογὰς ἔχομεν μόνον τὸν ἐκτὸς τῆς Συνελεύσεως ἐπιστρατευθέντα Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης καὶ διαπρεπῆ νομομαθῆ, ὁ ὁποῖος μελετᾷ ἀκόμη τοὺς συγγραφεῖς, ἵνα ἐν αὐτοῖς ἀνεύρῃ τὸν καταλληλότερον τρόπον, δι’ οὗ θὰ ἐπιτευχθῇ ἡ ἐκκαθάρισις καὶ ἡ ἐξυγίανσις τῶν ἐκλογικῶν καταλόγων. Ἀλλ’ ὅπως τουλάχιστον λέγουσιν οἱ ἔμπειροι περὶ τῶν τοιούτου εἴδους ἐκκαθαρίσεων, καὶ ὅπως αὐτὴ ἡ ἰδία Κυβέρνησις πιστεύω ὅτι παραδέχεται, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτευχθῇ τὸ τοιοῦτον πρὸ τῆς παρελεύσεως ἕξ τουλάχιστον μηνῶν. Ἕξ μῆνες λοιπὸν θὰ ἀπαιτηθῶσι διὰ τὴν ἐξυγίανσιν τῶν καταλόγων, δύο ἢ τρεῖς μῆνες διὰ τὴν προπαρασκευὴν τῶν ἐκλογῶν καὶ οὕτω θὰ φθάσωμεν αἰσίως εἰς τὰς κοινοβουλευτικὰς τουλάχιστον ἐκλογάς, σὺν Θεῷ, τὸν ἐρχόμενον Σεπτέμβριον. Ἑπομένως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτευχθῇ ἡ συγκρότησις τῆς ὁριστικῆς Γερουσίας πρὸ τῆς παρελεύσεως ὁλοκλήρου ἔτους. Ἀλλὰ πῶς, κύριοι, ἀφοῦ δέχεσθε ὅτι διὰ τὴν κανονικὴν λειτουργίαν τοῦ δημοκρατικοῦ πολιτεύματος εἶναι ἀπόλυτος ἀνάγκη ἡ ὕπαρξις τοῦ δευτέρου Νομοθετικοῦ Σώματος, θὰ ἀφήσητε τὴν Δημοκρατίαν ἐπὶ ἓν ὁλόκληρον ἔτος νὰ βαδίζῃ ἐπὶ ἑνὸς καὶ μόνον σκέλους; Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι ἐκτὸς τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ Συντάγματος ἡ Κυβέρνησις θὰ ἐπιδιώξῃ καὶ τὴν ἐπιψήφισιν σοβαρῶν νομοθετημάτων, τῶν ὁποίων πρὸ πάντων ἔχει ἀνάγκην ἡ Χώρα καὶ τὰ ὁποῖα κατ’ ἀνάγκην δὲν θὰ ὑποστῶσι τὴν βάσανον τοῦ δευτέρου Νομοθετικοῦ Σώματος, ὡς ἐμπρέπει εἰς δημοκρατικὰ πολιτεύματα. Δὲν εἶμαι τῆς γνώμης τοῦ μελιρρύτου ἐξ Εὐρυτανίας πολιτευτοῦ, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη ἐπειγούσης νομοθετικῆς ἐργασίας καὶ ὅτι ὁ Λαὸς εἰς οὐδὲν ἄλλο ἀποβλέπει ἢ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν αὐτοῦ τοῦ εὐλογημένου Συντάγματος. Ὄχι, κύριοι, ὁ Λαὸς ἀποβλέπει οὐχὶ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ Συντάγματος, ἀλλ’ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν πρὸ πάντων νόμων, οἵτινες καλῶς καὶ δικαίως ἐφαρμοζόμενοι θὰ ἀνακουφίσωσιν αὐτὸν ἐκ τῆς κακοδιοικήσεως εἰς ἣν σήμερον εὑρίσκεται. Γνωρίζω μάλιστα ὅτι ὁ διαπρεπὴς ἐκ Πατρῶν πολιτευτὴς καὶ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔχει ἴδιον σύστημα οἰκονομολογικόν, καὶ οὐδέποτε δύναμαι νὰ δεχθῶ ὅτι εὑρισκόμενος ἐν τῇ Ἀρχῇ δὲν θὰ θελήσῃ νὰ ψηφίσῃ τὰ οἰκονομολογικὰ ἐκεῖνα μέτρα διὰ τῶν ὁποίων θὰ κανονισθῇ ἐπὶ τὸ δικαιότερον ἡ φορολογία τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ. Δὲν ἀμφισβητῶ, κύριοι, ἐγὼ τὴν εἰλικρίνειαν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ὅταν ὑπέσχετο ἅμα τῇ ἀναρρήσει του εἰς τὴν Ἀρχὴν ὅτι ἐντὸς ἕξ ἑβδομάδων θὰ ἐψηφίζετο ὁ Καταστατικὸς Χάρτης τῆς Χώρας· ἀλλ’ ἄλλαι μὲν ἦσαν αἱ βουλαὶ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἄλλα δὲ ὁ γαστροεντερικὸς αὐτοῦ σωλὴν ἐκέλευσε, καὶ εἴδετε ὅτι χάριν τῆς παθήσεως τοῦ γαστροεντερικοῦ τούτου σωλῆνος ἠναγκάσθη ἡ Συνέλευσις ἐπὶ ἑπτὰ ὁλοκλήρους ἑβδομάδας νὰ παραμείνῃ καθεύδουσα ἄνευ οὐδεμιᾶς ἐργασίας. Εἶναι, βλέπετε, καὶ τὰ ἀπρόοπτα, ἅτινα πολλάκις ἐμποδίζουσιν ἡμᾶς νὰ ἐκτελέσωμεν τὰς ὑποσχέσεις μας καὶ ἐναντίον ὅλης τῆς καλῆς θελήσεώς μας. Ἑπομένως, οὔτε μετὰ βεβαιότητος δυνάμεθα νὰ ἀποφανθῶμεν ὅτι καὶ μετὰ παρέλευσιν ἀκόμη ἑνὸς ἔτους θὰ ἔχῃ συγκροτηθῆ ἡ ὁριστικὴ Γερουσία, ἵνα ἔχωμεν πλήρη καὶ ὁλοκληρωτικὴν τὴν ἐμφάνισιν τοῦ δημοκρατικοῦ πολιτεύματος. Αὐτὴ ἡ βάσις λοιπὸν τῆς ἐπιχειρηματολογίας τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς, ἥτις ἀπέρριπτε τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοθέτημα, καθότι ἐντὸς βραχυτάτου διαστήματος θὰ εἴχομεν τὴν ἵδρυσιν τῆς τακτικῆς Γερουσίας δι’ ἐκλογῶν, καταρρέει ἀφοῦ ὄχι μόνον μέχρι σήμερον δὲν ἠδυνήθημεν νὰ ἱδρύσωμεν ταύτην, ἀλλ’ οὔτε μετὰ βεβαιότητος δυνάμεθα νὰ ἀποφανθῶμεν ὅτι καὶ μετὰ παρέλευσιν ἑνὸς ὁλοκλήρου ἔτους θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ ἱδρυθῆ. Καὶ ἀφοῦ καταρρέει ἀφ’ ἑαυτῆς ἡ βάσις τῆς ἐπιχειρηματολογίας τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς, ἂς ἴδωμεν κατὰ πόσον τὰ καθέκαστα αὐτῆς δύνανται νὰ ἐπηρεάσωσι τοὺς κ. κ. πληρεξουσίους ὥστε νὰ ἀρνηθῶσι τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου. Δὲν εἶναι ἐπιτεύξιμος, λέγουσιν οἱ ἀντιφρονοῦντες πρὸς τὸ νομοθέτημα, ὁ σκοπὸς τῆς συμφιλιώσεως διὰ τῆς προσφορᾶς εἰς τοὺς Ἀρχηγοὺς τῶν ἐξωκοινοβουλευτικῶν παραγόντων ἑδρῶν εἰς τὴν προσωρινὴν Γερουσίαν, καθότι προσφερθεῖσαι αὗται πρὸς αὐτοὺς δὲν ἔγιναν ἀποδεκταί. Ἀλλὰ παρὰ ποίων Ἀρχηγῶν τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως καὶ πρὸς ποίους Ἀρχηγοὺς τοῦ ἔξω τῆς Συνελεύσεως πολιτικοῦ κόσμου προσεφέρθησαν ἕδραι εἰς τὴν προσωρινὴν Γερουσίαν καὶ δὲν ἐγένοντο δεκταί; Πάντες οἱ ἐν τῇ Συνελεύσει πληρεξούσιοι προσέφερον ἕδρας γερουσιαστῶν πρὸς πάντας τοὺς ἐκτὸς τῆς Συνελεύσεως εὑρισκομένους πολιτικοὺς ἄνδρας; Διότι, καθ’ ὅσον ἐγὼ τοὐλάχιστον γνωρίζω, πάντες οἱ ὁπωσδήποτε πολιτευθέντες καὶ ἐκτὸς τῆς Συνελεύσεως εὑρισκόμενοι πολιτικοὶ ἄνδρες ἔχουσιν αὐτοβαπτισθῆ Ἀρχηγοὶ κομμάτων, καθὼς καὶ πάντες οἱ ἐν τῇ Συνελεύσει πληρεξούσιοι εἶναι, ἂν ὄχι Ἀρχηγοὶ κομμάτων, τοὐλάχιστον Ἀρχηγοὶ Ὁμάδων, μὴ ἐξαιρουμένου καὶ ἐμοῦ, ὅστις εἶμαι ἀρχηγὸς τῆς ὁμαδικῆς ἀτομικότητός μου. (Παρατεταμένα χειροκροτήματα). Καὶ πῶς ἦτο δυνατὸν νὰ προσφέρωσιν οἱ ἐντὸς τῆς Συνελεύσεως Ἀρχηγοὶ πρὸς τοὺς ἐκτὸς αὐτῆς συναδέλφους πράγματα τὰ ὁποῖα δὲν εἶχον; Διότι περὶ πραγμάτων ἀνυπάρκτων ἐπρόκειτο, ἀφοῦ ταῦτα ἐξηρτῶντο ὄχι ἐκ τῆς θελήσεως τῶν ἐν τῇ Συνελεύσει Ἀρχηγῶν, ἀλλ’ ἐκ τῆς θελήσεως αὐτοῦ τούτου τοῦ Σώματος τῆς Συνελεύσεως, τὴν ὁποίαν δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ προεξοφλήσωσιν οἱ ἐν τῇ Συνελεύσει Ἀρχηγοὶ καὶ τῶν κομμάτων καὶ τῶν Ὁμάδων. Καὶ ποῖον θὰ ἦτο τὸ Σῶμα τῆς Γερουσίας, λέγουσιν οἱ ἀντιπολιτευόμενοι τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοθέτημα, ἂν δὲν ἐδέχοντο συμμετοχὴν εἰς αὐτὸ οἱ Ἀρχηγοὶ τῶν ἔξω τῆς Συνελεύσεως κομμάτων, ἀλλὰ μονάδες μόνον τοῦ ἀντιπάλου πολιτικοῦ κόσμου; Ἔχω πλήρη τὴν βεβαιότητα, κύριοι, καὶ τοῦτο κατόπιν σοβαρῶν πληροφοριῶν, ὅτι, ἂν ψηφίσωμεν τὴν προσωρινὴν Γερουσίαν, λίαν εὐχαρίστως θὰ λάβωσι μέρος εἰς αὐτὴν τὰ ὑγιέστερα στοιχεῖα τοῦ ἀντιπάλου πολιτικοῦ κόσμου. Ὑπάρχουσι, κύριοι πληρεξούσιοι, καὶ ἐκτὸς τοῦ Κοινοβουλίου πολιτικοὶ ἄνδρες, ἀντίπαλοι μὲν ἡμῶν, οἵτινες ὅμως ἐμφοροῦνται ὡς ἡμεῖς ἐκ πατριωτικῶν αἰσθημάτων καὶ οἵτινες οὐδέποτε θὰ ἀφήσωσιν ἑαυτοὺς νὰ παρασυρθῶσιν ἐκ τῶν φωνασκιῶν τῶν ἀδιαλλάκτων, οἵτινες ἐπιδιώκουσι νὰ ῥίψωσιν εἰς αἱματοκύλισμα τὴν Χώραν. Καὶ θὰ θελήσωσι λίαν εὐχαρίστως νὰ παρακαθίσωσι μεθ’ ἡμῶν εἰς τὸ Κοινοβούλιον, ἵνα συντελέσωσι τόσον εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ Καταστατικοῦ Χάρτου τῆς Χώρας, ὅσον καὶ εἰς τὴν παγίωσιν ὁμαλῆς πολιτικῆς καταστάσεως. Δὲν ὑπάρχει φόβος, κύριοι, νὰ ὑποστῇ μείωσιν τὸ κοινοβουλευτικὸν κῦρος καὶ ἡ κομματικὴ δύναμις τῶν μελλόντων νὰ λάβωσι μέρος εἰς τὴν προσωρινὴν Γερουσίαν ἐκ τοῦ ἀντιπάλου πολιτικοῦ κόσμου, ὅπως διατείνονται οἱ πολεμοῦντες τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, διότι ἐκεῖνοι οἵτινες θὰ δεχθῶσιν εἶναι ἐκ τῶν ἀνδρῶν ἐκείνων, οἵτινες γνωρίζουσι νὰ ἀντλῶσι δυνάμεις πολιτικὰς καὶ κομματικὰς καὶ ἐξ αὐτῶν ἀκόμη τῶν συζητήσεων ἐν τῇ Συνελεύσει. Ἀλλὰ καὶ ἀστεῖον μοὶ φαίνεται τὸ ἐπιχείρημα ὅτι ὅσοι ἐκ τῶν ἐκτὸς τῆς Συνελεύσεως πολιτικῶν παραγόντων ἔχουν τὸν πατριωτισμὸν νὰ διαδηλῶσι τὴν ἀλληλεγγύην καὶ τὴν πίστιν αὐτῶν πρὸς τὸ νέον πολίτευμα πρέπει νὰ μὴ εἰσέλθωσιν ἐντὸς τοῦ Κοινοβουλίου, ἵνα μὴ προστριβῶσιν, ἀλλὰ νὰ παραμείνωσιν ἔξω, ὅπως σήμερον μὲν ἀντιπολιτεύωνται τὴν Συνέλευσιν καὶ τὸ πολίτευμα, ἐν εὐθέτῳ δὲ χρόνῳ, δηλαδὴ κατὰ τὰς ἐκλογάς, κηρυχθῶσιν ὑπὲρ τοῦ πολιτεύματος καὶ δυνηθῶσιν οὕτω νὰ μαλάξωσι καὶ τοὺς ἀδιαλλάκτους. Μὲ αὐτὴν τὴν λογικήν, κύριοι, θὰ ἔπρεπεν ἴσως χάριν αὐτοῦ τοῦ πολιτεύματος καὶ αὐτὸς ὁ ἐκ Πατρῶν πολιτευτὴς καὶ αὐτὸς ὁ ἐκ Μαντινείας καὶ αὐτὸς ὁ ἐξ Εὐρυτανίας νὰ ἀποχωρήσωσι σήμερον τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως καὶ νὰ προσποιηθῶσι τοὺς ἀντιπολιτευομένους αὐτήν, ἵνα ἐν εὐθέτῳ χρόνῳ συντελέσωσιν εἰς τὴν ἑδραίωσιν τοῦ πολιτεύματος. Ἀδικοῦσι, κύριοι πληρεξούσιοι, τὴν φιλοπατρίαν τῆς Συνελεύσεως αὐτῆς οἱ ἐκφράζοντες ἀμφιβολίας περὶ τῶν διαθέσεων τῶν κ.κ. πληρεξουσίων ὅπως μετατεθῶσιν εἰς τὴν Γερουσίαν, εἰς τὸ Σῶμα δηλαδὴ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔχει, ὡς λέγουσι, μειωμένην τὴν νομοθετικὴν δύναμιν καὶ οὐδεμίαν πολιτικὴν ἐπιρροὴν ἢ ἰσχύν, διότι οὐδείς, πιστεύω, ἐκ τῶν κ.κ. πληρεξουσίων θὰ ἀρνηθῇ εἰς τὸ πολίτευμα ὑπηρεσίαν, ἔστω καὶ ὑποβιβαζομένων τῶν πολιτικῶν αὐτοῦ δικαιωμάτων, ὅταν δι’ αὐτῆς πρόκειται νὰ ἑδραιωθῇ αὐτὸ τοῦτο τὸ πολίτευμα. Δὲν εἶναι ἀφ’ ἑτέρου ἀληθὲς ὅτι ἡ Γερουσία οὐδεμίαν πολιτικὴν δύναμιν ἔχει, καθότι κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Καταστατικοῦ Χάρτου τῆς Χώρας, καθ’ ἣν θὰ συνεδριάζωσιν ὁμοῦ πρὸς ἀποτέλεσιν τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως ἀμφότερα τὰ Σώματα, θὰ δύναται αὕτη κατὰ πᾶσαν στιγμὴν οὐ μόνον τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἀνατρέψῃ, ἀλλὰ καὶ τὸ πολίτευμα νὰ μεταβάλῃ. Δὲν εἶναι, κύριοι πληρεξούσιοι, ἡ μετάθεσις πληρεξουσίων ἐκ τῆς Συνελεύσεως εἰς τὴν Γερουσίαν πώλησις τῶν πρωτοτοκίων αὐτῶν ἀντὶ πινακίου φακῆς. Ἡ Γερουσία δὲν εἶναι πινάκιον φακῆς· ἡ Γερουσία, ἐκτὸς τοῦ νομοθετικοῦ αὐτῆς ἔργου, ἔχει καὶ ἐπιρροὴν μεγίστην, καὶ πρὸ πάντων ἠθικήν, ἐπὶ τῆς πολιτικῆς καταστάσεως τῆς Χώρας. Ἠκούσθη καὶ τὸ περίεργον ἐπιχείρημα, ὅτι ἡ Συνέλευσις, οὖσα μονόπλευρος, ὡς μὴ ἀντιπροσωπευομένου δηλαδὴ ἀρκετοῦ πολιτικοῦ κόσμου ἐν αὐτῇ, δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ διορίσῃ τὴν Γερουσίαν. Μονόπλευρος οὖσα δύναται νὰ ψηφίσῃ τὸ Σύνταγμα, δὲν δύναται ὅμως νὰ διορίσῃ γερουσιαστάς. Τί τὰ θέλετε, δι’ ἐμὲ αὐτά, καθὼς καὶ διὰ πάντα μὴ ἐμβαθύναντα, ὡς ἐγώ, εἰς τὴν ὑψηλὴν πολιτικὴν καὶ συνταγματολογίαν, εἶναι πράγματα ἀκατάληπτα. Εἶναι κατάχρησις δυνάμεως, λέγουσι, τῆς Συνελεύσεως νὰ διορίσῃ τὴν Γερουσίαν, διότι οὐδαμοῦ τοῦ κόσμου ὅλου αὐτὸ γίνεται. Καὶ τοῦτο δὲν εἶναι ἀληθές, καθότι, ὡς ἐγὼ τοὐλάχιστον γνωρίζω, εἰς τὰς Σκανδιναυικὰς Χώρας αἱ Συνελεύσεις δίδουσι μέγα μέρος τῶν γερουσιαστῶν. Ἀλλὰ τί γυρεύετε, κύριοι, τὰς συνταγματικὰς θεωρίας; Πρόκειται νὰ στηρίξωμεν τὸ πολίτευμα μὲ θεωρίας; Ὑπάρχει ἢ δὲν ὑπάρχει ἡ σκοπιμότης νὰ εἰσέλθωσιν ἀμέσως ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ὅπως συνεργασθῶσι μεθ’ ἡμῶν εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ Καταστατικοῦ Χάρτου τῆς Χώρας, καὶ ἐκ τῶν ἔξω τοῦ Κοινοβουλίου εὑρισκομένων πολιτικῶν ἀνδρῶν; Καὶ ἂν ὑπάρχῃ ἡ σκοπιμότης αὕτη, ἔχετε οἱ ἀντιπολιτευόμενοι τὸ νομοθέτημα ἄλλον τρόπον νὰ ὑποδείξητε πρὸς ἡμᾶς πρὸς ἐπίτευξιν τοῦ σκοποῦ, ἀφοῦ δὲν εἶναι δυνατὸν πρὸ τῆς παρελεύσεως ἔτους νὰ συγκροτηθῇ ἡ ὁριστικὴ Γερουσία; Ὑποδείξατε αὐτὸν καὶ θὰ μᾶς εὕρετε ἑτοίμους νὰ τὸν ὑποστηρίξωμεν. Δὲν νομίζω ὅτι συμβουλεύει τὰ ἄριστα ὁ ἐξ Εὐρυτανίας διαπρεπὴς πολιτευτής, ὁπόταν λέγει ὅτι, ἀφοῦ δὲν ἐδέχθησαν μέχρι τῆς σήμερον οἱ ἔξω τῆς Συνελεύσεως πολιτικοὶ ἀρχηγοὶ τὰς προσφορὰς αἵτινες ἐγένοντο πρὸς αὐτοὺς διὰ τὴν συμφιλίωσιν, πρέπει νὰ ἀγνοήσωμεν αὐτοὺς καὶ νὰ χωρήσωμεν πρὸς τὴν σύνταξιν τοῦ πολιτεύματος. Ὄχι, κύριοι, οἱαδήποτε προσπάθεια καὶ οἱαδήποτε θυσία πρὸς καταστολὴν τῶν πολιτικῶν παθῶν νομίζω ὅτι πάντοτε εἶναι καὶ ἐπίκαιρος καὶ σκόπιμος καὶ ὠφέλιμος. Ἔπειτα, ἂν αἱ προσφοραὶ αἵτινες ἐγένοντο πρὸς τοὺς ἔξω ἀρχηγοὺς ὑπὸ τῶν διαδεχθεισῶν ἀλλήλας δημοκρατικῶν Κυβερνήσεων ἦσαν τῆς αὐτῆς φύσεως τῶν ἑδρῶν τῆς ἀνυπάρκτου προσωρινῆς Γερουσίας, εἶχον πολὺ δίκαιον νὰ μὴ δεχθῶσι. Ψηφίζοντες, κύριοι, τὸ νομοσχέδιον καὶ ἀναθέτοντες εἰς τὴν Κυβέρνησιν τῆς Χώρας νὰ ἀνεύρῃ ἐκ τοῦ ἔξω κοινοβουλευτικοῦ κόσμου τοὺς ἄνδρας οἵτινες θὰ παρακαθίσουν μεθ’ ἡμῶν, ἵνα συζητήσωσι τὸ πολίτευμα, ἔστε βέβαιοι ὅτι θὰ δυνηθῇ νὰ ἀνεύρῃ ἄνδρας ἰσαξίους τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Ἂν δὲ δεχθῆτε καὶ τὴν τροπολογίαν τὴν ὁποίαν ἐγὼ προτείνω, ἵνα εἰσέλθωσιν αὐτοδικαίως ἐν τῇ προσωρινῇ Γερουσίᾳ οἱ ἐπὶ πέντε βουλευτικὰς περιόδους ἐκλεγέντες ὡς βουλευταί, ἐκ τῶν ὁποίων πέντε βουλευτικῶν περιόδων ἡ μία νὰ εἶναι ἡ Γʹ τῶν Ἑλλήνων Ἐθνικὴ Συνέλευσις, θὰ ἔχετε ἐν τῇ προσωρινῇ Γερουσίᾳ, καὶ ἑπομένως ἐν τῇ Συνελεύσει, ὄχι μόνον πολιτικοὺς ἄνδρας οἵτινες ἔχουσι πολιτικὴν ὑπόστασιν εἰς τὰς ἐπαρχίας των, ἀλλ’ αὐτοὺς ἀκόμη ἐκείνους οἵτινες ἀποτελοῦσι τὰ ἀκρότατα σημεῖα τῶν ἀντιπολιτευομένων τὴν σημερινὴν Συνέλευσιν, καθότι οὗτοι ὑπῆρξαν πληρεξούσιοι καὶ κατὰ τὸ ὀξύτερον σημεῖον τῆς διαιρέσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἀποκόψατε λοιπὸν τὴν μίαν πλευρὰν τῆς Συνελεύσεως ταύτης καὶ λαμβάνοντες τὸν ἄριστον τῶν πηλῶν ἐκ τῶν ἔξω τῆς Συνελεύσεως πολιτικῶν ἀνδρῶν πλάσατε τὸ νέον Σῶμα, τὴν προσωρινὴν Γερουσίαν, ἥτις θὰ εἶναι τὸ ἔρεισμα καὶ ὁ προμαχὼν τοῦ δημοκρατικοῦ πολιτεύματος. (Χειροκροτήματα).
§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Φραγκούδης ἔχει τὸν λόγον.
§68Γ. ΦΡΑΓΚΟΥΔΗΣ. Τὸ ζήτημα τοῦ ψηφίσματος μᾶς φέρει, κύριοι συνάδελφοι, κυρίως καὶ χαρακτηριστικῶς εἰς τὸ ζήτημα τοῦ προγράμματος τῆς συμφιλιώσεως, διότι δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι δὲν δύναται νὰ ὑποστηριχθῇ σοβαρῶς ὅτι δὲν εἶναι ὁ λόγος ὁ προκαλέσας τὴν ὑποβολὴν τοῦ ψηφίσματος. Δὲν εἶναι δυνατόν, καθὼς ἀνέπτυξαν ἤδη καὶ ἄλλοι, νὰ δημιουργηθῇ μία Γερουσία προσωρινή, ἓν προσωρινὸν κατασκεύασμα ὀλίγων μηνῶν διὰ νὰ τὸ διαλύσωμεν αὔριον....
§69Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν πρόκειται περὶ προσωρινῆς· εἰς τὸ ἑξῆς θὰ ἀνανεωθῇ κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος.
§70Γ. ΦΡΑΓΚΟΥΔΗΣ. Πρόκειται περὶ Γερουσίας ἡ ὁποία θὰ κατασκευασθῇ δι’ ὡρισμένον σκοπόν, προσωρινῆς, διότι αἱ διατάξεις τοῦ Συντάγματος αἱ προνοοῦσαι περὶ τῆς ὁριστικῆς Γερουσίας εἶναι διαφορετικαί.
§71Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Θὰ ἀνανεωθοῦν τὰ μέλη.
§72Γ. ΦΡΑΓΚΟΥΔΗΣ. Ὁ τρόπος τῆς ἐκλογῆς εἶναι διαφορετικὸς ἀπὸ τὸν προσωρινόν, ἄρα πρόκειται περὶ προσωρινῆς Γερουσίας. Ὁ τρόπος αὐτὸς τῆς Γερουσίας εἶναι πράγματι παράδοξος, διότι ζητεῖται ὁ διορισμός, ὁ ἐκτοπισμὸς 150 πληρεξουσίων, διότι δὲν ἐπιδεικνύεται ὁ τρόπος τῆς ἐκλογῆς, ἑπομένως δὲν δύναμαι ἐγὼ νὰ ἀρνηθῶ νὰ διορισθῶ γερουσιαστής. Ἐφόσον λοιπὸν εἶναι ἀναγκαία ἡ θητεία εἰς τὴν Γερουσίαν, ὁ τρόπος αὐτὸς εἶναι ἐναντίον τοῦ δημοκρατικοῦ πολιτεύματος, τὸ ὁποῖον θέλει ὅπως ἡ Γερουσία ἐκπηγάζῃ ἀπὸ τὸν λαόν. Ὑπάρχουν βεβαίως καὶ μέλη τῆς Γερουσίας διοριζόμενα, ἀλλ’ ὁλόκληρος ἡ Γερουσία σας εἶναι διωρισμένη καὶ ἐκλελεγμένη, διότι 150 μέλη εἶναι ἐκλελεγμένα, τὰ δὲ ἄλλα θὰ διορισθοῦν· ἑπομένως εἶναι μία Γερουσία ἡ ὁποία δημιουργεῖται δι’ ὡρισμένον σκοπόν, τῆς συμφιλιώσεως, εἶναι τὸ συμφιλιωτικὸν πρόγραμμα, ὅπως ὡρισμένοι ἀντιπρόσωποι τοῦ λεγομένου ἀντιπάλου κόσμου εἰσέλθουν εἰς τὴν Γερουσίαν αὐτὴν καὶ ἀμβλυνθῇ, τρόπον τινά, τὸ χάσμα τῆς ἀντιδράσεως.
§73ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Εἶναι εἷς ἐκ τῶν σκοπῶν.
§74Γ. ΦΡΑΓΚΟΥΔΗΣ. Αὐτὸς ὁ σκοπὸς ἐνδιαφέρει ἐμὲ καὶ βεβαίως τὸ σημεῖον τοῦτο μᾶς ἀναγκάζει νὰ ἀναθεωρήσωμεν ὀλίγον τὴν πολιτικὴν αὐτῆς τῆς συμφιλιώσεως καὶ τῶν λόγων αὐτῆς. Διεπράχθη βεβαίως, κύριοι, κατὰ τῆς Πατρίδος τὸ τρομερώτερον ἱστορικὸν ἔγκλημα καὶ διεπράχθη βεβαίως διὰ τῆς θελήσεως μεγάλης μερίδος τοῦ λαοῦ, ἀλλ’ ὑπὸ τὴν ὁδηγίαν ὡρισμένων προσώπων, τὰ ὁποῖα πρόκειται σήμερον νὰ βραβεύσωμεν εἰσάγοντες ταῦτα εἰς τὸ πρυτανεῖον τῆς Ἐξουσίας. Τρεῖς κατηγορίας ἀντιθέτων ἔχομεν: Τὸν λαὸν τὸν κάτω, τοὺς ἀνεπτυγμένους καὶ τοὺς κομματάρχας. Ἀλλ’ ἐνῷ τὸν λαὸν τὸν κάτω τὸν ἀφήσαμεν ἕρμαιον κάθε προπαγάνδας καὶ τῆς ἐντυπώσεως ὅτι τίποτε δὲν κάμνομεν, ἐνῷ οὐδεὶς προσεγγίζει πρὸς τὸν λαόν, ἡ προσοχὴ ὅλων μας ἐστράφη πρὸς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι, ἂν ἤμεθα μὲ περισσότερον δημοκρατικὸν πνεῦμα, θὰ ἦσαν πρὸ πολλοῦ εἰς τὰς φυλακάς. Ὅταν, κύριοι, ἦλθεν ἡ Ἐπανάστασις, ἀρχῆθεν, τὸ πρόγραμμα τῆς συμφιλιώσεως ὑπῆρξεν ἀτυχές. Ἡ Ἐπανάστασις τοῦ 1922 ἦλθε διὰ νὰ σώσῃ τὸ Κράτος ἁπλῶς καὶ μόνον, δυστυχῶς δὲ δὲν ἦτο τὸ πρόγραμμά της καὶ νὰ ξεκαθαρίσῃ ὁριστικῶς τὴν κατάστασιν καὶ νὰ ὁδηγήσῃ τὴν Ἑλλάδα εἰς τὴν σωτηρίαν. Ἰδοὺ διατί ἡ Ἐπανάστασις περιωρίσθη εἰς τὸ νὰ σταματήσῃ τὸ κακόν, οὐδένα δὲ σκοπὸν εἶχε τιμωρίας καὶ ἐξιλασμοῦ, καὶ ἡ τιμωρία ἡ ἐπιβληθεῖσα, ἡ τιμωρία ἐκείνη προῆλθε κατόπιν ἐξεγέρσεως τῆς Κοινῆς Γνώμης καὶ τῶν στοιχείων τῶν ὑγιεστέρων ἐν τῷ πολιτικῷ κόσμῳ τῆς ἰδικῆς μας μερίδος, ὅτι δὲν ἔπρεπε τοιαύτη καταστροφὴ νὰ μείνῃ ἀτιμώρητος. Ἀλλὰ μετὰ ταῦτα τὰ πράγματα ἤλλαξαν· εἰς τὴν πολιτικὴν δὲ αὐτῆς τῆς συμφιλιώσεως ὁδηγεῖ καὶ ἡ ψυχολογικὴ κατάστασις τοῦ κ. Βενιζέλου, ὁ ὁποῖος ἤλλαξεν. Ἡ ἐπίδρασις τοῦ κ. Βενιζέλου καὶ ἐπὶ Ἐπαναστάσεως καὶ ἐπὶ τῶν κατόπιν Κυβερνήσεων, ὅσον ἀφορᾷ τὸ πρόγραμμά των, ὑπῆρξε μεγάλη. Δὲν θέλω νὰ ψυχολογήσω τὸν Ἐλευθέριον Βενιζέλον, πρὸς τὸν ὁποῖον τόσος σεβασμὸς καὶ τόση ἀγάπη μᾶς συνδέει. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον προέχει νὰ ἐξετάσωμεν εἶναι τὸ ἑξῆς: Ἂν ἡ πολιτικὴ τῆς συμφιλιώσεως, τὴν ὁποίαν ἠκολούθησαν αἱ Κυβερνήσεις αὗται, εἶναι δικαία, εἶναι ἡ πρέπουσα. Διότι ἐκτὸς τῶν εὐθυνῶν τῶν ἠθικῶν, τὰς ὁποίας θὰ ἔχετε ἀπέναντι τῆς ἱστορίας, ἔχετε ἐπίσης μεγάλας εὐθύνας καὶ ἀπέναντι τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ὅταν φέρετε ψήφισμα τὸ ὁποῖον θὰ λέγῃ ὅτι ὅλοι οἱ πρώην διατελέσαντες Ὑπουργοὶ γίνονται γερουσιασταί· ὅταν θέλετε ἀπὸ τὸν ἀντίθετον κόσμον νὰ διορίσετε 30 γερουσιαστάς, τότε ὁ λαὸς θὰ σᾶς ἐρωτήσῃ: «Λοιπὸν αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους, τοὺς ὁποίους ὠνομάζετε προδότας, τοὺς ὁποίους κατεδικάσατε εἰς θάνατον, αὐτοὺς θὰ κάμετε γερουσιαστάς; Αὐτοὺς δὲν ἔχετε φυλακίσει; Αὐτὸν τὸν Μερκούρην δὲν εἴχετε καταδικάσει εἰς τὴν ἐσχάτην τῶν ποινῶν;» Καὶ τότε θὰ σκέπτεται ὁ λαὸς ὅτι ἐπρόκειτο περὶ δύο ἀντιθέτων πολιτικῶν κόσμων καὶ ὅτι, ἂν ἐκεῖνοι ἀποτύχουν, εἶναι διότι δὲν μποροῦσαν νὰ ἐπιτύχουν καὶ τὰ δύο πράγματα καὶ ὅτι δὲν ἐπρόκειτο εἰμὴ περὶ διαφωνίας τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς, τὰ δὲ γεγονότα μᾶς ἐδικαίωσαν. Μᾶς ἐδικαίωσαν ἐξ εὐνοίας τῆς τύχης ἡμᾶς καὶ ὄχι ἐκείνους. Διότι, ἂν κατὰ τύχην ἐνίκα ἡ Γερμανία, τί θὰ συνέβαινε; Θὰ ἤμεθα ἡμεῖς τότε οἱ προδόται. Αἱ πολιτικαὶ ὅμως δὲν ἐξετάζονται τοιουτοτρόπως. Ὑπάρχουν δύο εἰδῶν πολιτικαί. Ἡ πολιτικὴ τὴν ὁποίαν ὀφείλομεν νὰ ἀκολουθήσωμεν καὶ ἡ πολιτικὴ τῆς τύχης. Ἂν λοιπὸν ὁ λαὸς σκεφθῇ πῶς κατεδικάσατε αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους, τοὺς ὁποίους θέλετε νὰ κάμετε γερουσιαστάς, θὰ ἔλθῃ τότε νὰ σᾶς εἴπῃ ὅτι κακῶς ἐτυφεκίσθησαν οἱ ἕξ. Διότι ὁ Χατζηανέστης εἶναι ὀλιγώτερον ἔνοχος ἀπὸ τὸν Ἰωάννην Μεταξᾶν, τὸν ἄνθρωπον ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος εἰς κάθε περίπτωσιν ὑπῆρξεν ὁ κακὸς δαίμων τοῦ Στρατοῦ καὶ τῆς Βασιλείας· τὸν ἄνθρωπον ὁ ὁποῖος ἔπρεπε νὰ εἶχε καταδικασθῆ χιλίας φορὰς καὶ τὸν ἀφήσατε ἐλεύθερον, ἵνα τὸν ἐναγκαλισθῆτε σεῖς σήμερον.
§75Γ. ΚΙΑΓΙΑΣ. Εἶναι κατὰ τῆς Γερουσίας.
§76Γ. ΦΡΑΓΚΟΥΔΗΣ. Φαίνεται ὅτι εἶναι κατά, ἀλλὰ μεταξὺ τῶν 30 προσώπων φαντάζομαι ὅτι θὰ εἶναι καὶ αὐτός. Θὰ μοῦ εἴπετε ὅμως, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ἡ ἀδιαλλαξία εἰς τί θὰ μᾶς ὠφελήσῃ; Δὲν πρόκειται ἢ περὶ σκοπιμότητος. Δὲν εἶπον ὅτι πρέπει νὰ τοὺς σφάξωμεν τοὺς ἀνθρώπους αὐτοὺς ἢ νὰ τοὺς καταδικάσωμεν, διότι διὰ τοιαύτας πράξεις χρειάζονται ἄνδρες μὲ ἐπαναστατικὸν πνεῦμα, τὸ ὁποῖον δὲν ἔχομεν. Ἀλλ’ εἶπον ὅτι τοὐλάχιστον δὲν πρέπει νὰ ἀποδώσωμεν εἰς αὐτοὺς τοιαύτας τιμὰς καὶ νὰ εὑρεθῶμεν εἰς τὴν τραγικὴν ἀντίφασιν πρὸς ἑαυτούς. Ἀλλὰ τί ἔπρεπε νὰ πράξωμεν; Ἔπρεπε νὰ πράξωμεν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὅλοι μας θέλομεν καὶ τὸ ὁποῖον εἴμεθα ἀνίκανοι νὰ πράξωμεν. Ἔπρεπε, κύριοι, διὰ τῆς ἐσχάτης περιφρονήσεως νὰ φερώμεθα πρὸς αὐτοὺς καὶ νὰ μὴ τοὺς λαμβάνωμεν καθόλου ὑπ’ ὄψιν. Ἀλλὰ τί συμβαίνει; Τουναντίον ἐδημιουργήσαμεν ἀρχηγοὺς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι οὐδένα ἀντιπροσωπεύουν. Διότι δὲν φαντάζομαι ποῖον Κόμμα Συντηρητικὸν ὑπάρχει ἐν Ἑλλάδι μὲ ἀρχηγὸν τὸν Γεώργιον Ράλλην, ὁ ὁποῖος συνεχάρη μάλιστα τὸν μέγαν Μπάλντουιν διὰ τὴν νίκην τῶν Συντηρητικῶν ἐν Ἀγγλίᾳ. Καὶ δὲν πιστεύω ὅτι ὁ Δεμερτζῆς ἀντιπροσωπεύει κανὲν κόμμα. Ἐδῶ τὸν θεωροῦμεν σπουδαῖον ἄνθρωπον. Ἄνθρωποι διανοητικῶς καὶ σωματικῶς ἐκφυλισμένοι, ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι ὡδήγησαν τὴν Χώραν εἰς τοιαύτην καταστροφήν. Δὲν ἀντιπροσωπεύει ὁ κ. Χαρίλαος τίποτε, εἰς τὸν ὁποῖον παρεδώσαμεν τοὺς πρόσφυγας θύματα τῆς κερδοσκοπίας του. Καὶ ἔτρεχεν ἡ Ἐπανάστασις ὄπισθεν τοῦ Χαριλάου νὰ μᾶς φτιάξῃ τὰ σπίτια καὶ αὐτὸς τὰ ἔδωσεν εἰς τοὺς κομματάρχας του νὰ τὰ κτίσουν σήμερον διὰ νὰ καταπέσουν αὔριον. Ἐγὼ νομίζω ὅτι δὲν ἀντιπροσωπεύουν τίποτε ὁ καθένας ἀπ’ αὐτούς, ἀλλ’ ὅλοι μαζὶ ἀντιπροσωπεύουν τὴν ἀντίδρασιν διὰ νὰ ἀποτελειώσῃ τὸ ἔργον της, τὸ ὁποῖον φεῦ δὲν ἐτελείωσεν ἀκόμη. Ἀπὸ τοὺς πολιτικούς μας ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἐπερίμενε πολλὰ καὶ ἤλπιζεν, ἀλλὰ δυστυχῶς διαψεύδεται. Ὁ λαὸς ἤθελεν οἰκονομίας καὶ τὸ ἔλλειμμα ἀναβιβάζεται ἀπὸ 1 εἰς 2 δισεκατομμύρια. Ὁ λαὸς ἤθελε Δικαιοσύνην καὶ βλέπει τὴν Πολιτείαν ὁμολογοῦσαν τὴν οἰκτρότητα αὐτῆς καὶ συνιστῶσαν ἔκτακτα δικαστήρια διὰ νὰ ἀντεπεξέλθῃ εἰς τὰς ἀνάγκας. Ὁ λαὸς ἤθελε Δικαιοσύνην καὶ τίποτε δὲν γίνεται. Ὁ λαὸς ἤθελε Παιδείαν καὶ βλέπει τὰ σχολεῖα νὰ εἶναι κλειστὰ καὶ τὰ παιδιὰ νὰ εἶναι εἰς τοὺς δρόμους καὶ νὰ πηγαίνουν εἰς τοὺς κινηματογράφους διὰ νὰ διαφθείρωνται μὲ τὰ ἀνήθικα ἔργα, τὰ ὁποῖα παρουσιάζουν. Αὐτὴ εἶναι ἡ κατάστασις τῶν πραγμάτων καὶ οἱ ἀντίπαλοί μας ἐπωφελοῦνται αὐτῆς. Ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις ἐνδιαφέρεται τόσον πολὺ διὰ τοὺς ἀντιπάλους, ὥστε διὰ νὰ διορίσῃ Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας περιμένει ἕνα ἀπὸ τοὺς διαρκῶς ἀσθενεῖς τοῦ ἀντιθέτου κόσμου, ἵνα ἔλθῃ ἀπὸ τὰς Εὐρώπας καὶ ἀναλάβῃ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας, ὡσὰν νὰ μὴ ὑπῆρχεν ἄνθρωπος εἰς τὴν Ἑλλάδα ἱκανὸς νὰ ἐργασθῇ καὶ ἀνορθώσῃ τὴν Ἐκπαίδευσιν. Ἂν τουλάχιστον διὰ τῆς πολιτικῆς αὐτῆς εἶχον τὴν ἐλπίδα πραγματικῆς συμφιλιώσεως, θὰ ἔλεγον καὶ ἐγὼ «στὸν διάβολον». Εἴμεθα Ἔθνος τὸ ὁποῖον δὲν ἀντέχει εἰς ἔργα πραγματικῆς ἐξυγιάνσεως καὶ ἐξιλασμοῦ. Εἴμεθα Ἔθνος τὸ ὁποῖον δύναται νὰ φονεύσῃ διὰ μίαν ἐληὰ τὸν φθείραντα αὐτὴν ἀδελφόν του, ἀλλ’ ἔχει τὴν ἀνανδρίαν νὰ ὑφίσταται τὰ πάνδεινα ἀπὸ τοὺς κομματάρχας του, χωρὶς νὰ τολμᾷ νὰ τοὺς ἀτενίσῃ. Εἴμεθα Ἔθνος, τὸ ὁποῖον δὲν ἐφανταζόμην ὅτι ἠδύνατο τὴν ἐπαύριον τῆς καταστροφῆς τῆς Σμύρνης νὰ ἴδῃ τὸν Στράτον νὰ ὑποδέχεται τὸν Στρατὸν χωρὶς νὰ τοῦ γυρίσουν ἐπάνω τὰ τυφέκια.
§77Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Ἀπέθανεν αὐτός.
§78Γ. ΦΡΑΓΚΟΥΔΗΣ. Δὲν ἀποθνήσκουν οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες καὶ νὰ πηγαίνῃ ἐκεῖ καὶ νὰ μὴ ἐξεγερθῇ ὁ λαός, διότι στερούμεθα ἐπαναστατικῆς καὶ δημοκρατικῆς ψυχῆς. Ἰδοὺ διατί δὲν εἶμαι ὑπὲρ τῶν ἄκρων· διότι ὀλίγοι ἄνθρωποι δὲν δύνανται νὰ κάμουν ἰδικήν τους πολιτικήν. Ἀλλὰ ποία ἦτο ἡ συνέπεια ὅλης αὐτῆς τῆς ἰδικῆς μας πρὸς αὐτοὺς προσφυγῆς; Ἡ περιφρόνησίς των. Ὀφείλω δὲ νὰ ὁμολογήσω ὅτι ὅλοι αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι εἶναι ἀναμφισβητήτως ἠθικώτεροι, ὡς πρὸς τὸ σημεῖον τοῦτο, ἀπὸ ἡμᾶς, καθόσον εἶναι συνεπέστεροι πρὸς τὰς πράξεις των, διότι ἔπρεπε νὰ ὁμολογήσουν πραγματικῶς τὴν πλάνην των, πρᾶγμα δύσκολον δι’ Ἕλληνας, ἢ ἔπρεπε νὰ ὑποκριθοῦν διὰ νὰ μᾶς ρίψουν μίαν ἡμέραν. Αὐτοὶ ὅμως λέγουν ἀνδρικά, λαϊκά, ξάστερα: «Ἰδοὺ ἡ Ρόδος, ἰδοὺ καὶ τὸ πήδημα. Τί μᾶς θέλετε τοὺς προδότας, τοὺς ὁποίους μᾶς κατεδικάσατε εἰς θάνατον; Θέλομεν πρῶτα νὰ μᾶς εἴπετε, ἀφοῦ κακῶς σκέπτεσθε, ὅτι κακῶς ἐτυφεκίσατε τὰ θύματά μας». Καὶ θὰ ἔλθωμεν εἰς ἐκεῖνο τὸ σημεῖον ἀναποδράστως. Ἀναμφιβόλως, ἂν κάμωμεν Γερουσίαν τοιαύτην, τὸ πρῶτον ζήτημα τὸ ὁποῖον θὰ τεθῇ εἶναι ἡ ἀναθεώρησις τῆς δίκης, ὁ ἐξαγνισμός, κατ’ αὐτούς, τῶν τυφεκισθέντων. Αὐτοὶ λοιπὸν εἶναι πραγματικῶς ἠθικώτεροι ἀπὸ ἡμᾶς, διότι ἔχουν ἓν πρόγραμμα καὶ λέγουν ὅτι ἡ λαϊκὴ κυριαρχία θὰ ἀποφασίσῃ, κάμετε ταχύτερον ἐκλογάς· δὲν τολμᾶτε νὰ τὰς κάμετε, μᾶς λέγουν. Ἐγώ, κύριοι, θὰ σᾶς ἐξηγήσω τὴν ψυχολογίαν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἀκολουθοῦν τὴν συμφιλιωτικὴν αὐτὴν πολιτικήν. Ἔπρεπε νὰ ἐγερθῇ τὸ ζήτημα τοῦτο, διὰ νὰ ἀκουσθῇ καὶ μία φωνὴ διαμαρτυρίας, ἔστω καὶ ἂν εἶναι μεμονωμένη. Ἡ ψυχολογία σας, κύριοι ἀρχηγοὶ τῶν διαφόρων κομμάτων εἶναι ἡ ἑξῆς: Αἰσθάνεσθε ὅτι εἶσθε ἀνίκανοι νὰ δώσετε εἰς τὸ Ἔθνος τὴν ἀναγέννησιν τοῦ Κράτους καὶ τῆς Κοινωνίας ποὺ τοῖς χρειάζεται· ξεύρετε ὅτι θὰ ἔλθῃ ἡ ὥρα νὰ λογοδοτήσετε ἐνώπιον ἀντιπάλων φοβερῶν, οἱ ὁποῖοι θὰ ζητήσουν τὸν λόγον τῶν γενομένων καὶ προσπαθεῖτε ἐκ τῶν προτέρων νὰ «καλμάρετε», νὰ ἡσυχάσετε τὰ πράγματα, νὰ ἐναγκαλισθῆτε τοὺς ἀρχηγοὺς σὰν νὰ τοὺς λέτε «ὅλοι μας μιὰ πάστα καὶ μιὰ ράτσα εἴμεθα, ἂς τὰ ξεχάσωμεν». Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀληθὴς ψυχολογία καὶ δι’ ἐμὲ ὁ ὁποῖος αὐτὴν τὴν στιγμὴν γράφω τὴν Ἱστορίαν τῆς Ἐπαναστάσεως καὶ τῆς συγχρόνου Ἑλλάδος εἶναι αὐτὸ τὸ σημεῖον εἰς τὸ ὁποῖον προσέχω περισσότερον, ὅτι ὁ κόσμος ὁ πολιτικὸς τῆς Ἑλλάδος δὲν ἠσθάνθη μέσα του τὴν πνοὴν τῆς ἀληθινῆς Ἐπαναστάσεως οὔτε τῆς ἀληθινῆς ἀναγεννήσεως καὶ ὅτι καὶ ὁ ἰδικός μας πολιτικὸς κόσμος ἐξακολουθεῖ τὰς μεθόδους τὰς παλαιάς, αἱ ὁποῖαι ὡδήγησαν εἰς τὴν πώρωσιν ἡ ὁποία παρατηρεῖται, ὥστε μετὰ τὴν ἵδρυσιν τῆς μεγάλης Ἑλληνικῆς Αὐτοκρατορίας νὰ ὑπάρξουν ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι νὰ δολοφονήσουν κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον τὴν Πατρίδα. Ἰδοὺ διατί εἶμαι ἐναντίον τοῦ ψηφίσματος τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως». Ὄχι μόνον στερεῖται τοῦτο ἠθικοῦ κύρους, ἀλλὰ στερεῖται καὶ σκοπιμότητος, διότι συντελεῖ εἰς τὸ πελάγωμα τοῦ λαοῦ, ὁ ὁποῖος δὲν δύναται νὰ καταλάβῃ τὴν πολιτικήν μας, συντελεῖ εἰς τὴν παράτασιν τῆς πολιτικῆς ἀνηθικότητος καὶ ἀναρχίας, ἡ ὁποία σοβεῖ ἀπὸ τῆς ἱδρύσεως τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος ἐν Ἑλλάδι καὶ ἡ ὁποία ἔπληξεν ὄχι τὸν Κοινοβουλευτισμόν, ἀλλὰ τὸν ψευδοκοινοβουλευτισμόν, συνέπεια τοῦ ὁποίου ὑπῆρξεν ἡ ἐπάρατος πρώτη Νοεμβρίου. Εἶμαι ἐναντίον τοῦ ψηφίσματος αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον δημιουργεῖ μίαν Γερουσίαν Ζαχαράτου, ἡ ὁποία δὲν ἔχει καμμίαν ἀξίαν. Εἶμαι ἐναντίον τοῦ δημοψηφίσματος, τὸ ὁποῖον δεικνύει νερουλιασμένην διανοητικότητα ὅλων ἡμῶν, οἱ ὁποῖοι δὲν θέλομεν νὰ ἀντικρύσωμεν τὴν πραγματικότητα τοῦ Τόπου αὐτοῦ καὶ νὰ βάλωμεν τὰς χεῖράς μας ἐπὶ τὸν τύπον τῶν ἥλων καὶ νὰ ἴδωμεν τί χρειάζεται αὐτὸς ὁ λαὸς διὰ νὰ ἀνδρωθῇ, νὰ ἐμψυχωθῇ, νὰ γίνῃ πολίτης ἀληθινὸς καὶ ὄχι «κνώδαλον» τοῦ κάθε κομματάρχου. Ἂν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπικρατήσουν ἄλλαι ἰδέαι, τὸ ἔργον τῆς ἀναπλάσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ εὕρῃ καλυτέραν στιγμὴν παρὰ τὴν στιγμὴν καθ’ ἣν ἐκκολάπτεται ἡ Δημοκρατία, ἡ ὁποία ὅμως θὰ καταλήξῃ, ὡς ἐξελίσσονται τὰ πράγματα, εἰς ψευδοκοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, τοῦ ὁποίου δὲν εἶναι ἄλλη διαφορὰ εἰ μὴ ὅτι, ἀντὶ Βασιλέως, θὰ ἔχωμεν Πρόεδρον Δημοκρατίας.
§79ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Μέγα κέρδος καὶ αὐτό.
§80Γ. ΦΡΑΓΚΟΥΔΗΣ. Δὲν ἀντιλέγω, ἀλλ’ ἔχει καὶ τὰ ἄλλα μειονεκτήματά του. Διότι ἐγὼ δὲν ἤθελα τὴν ἐκθρόνισιν τοῦ Κωνσταντίνου διὰ τὸν πόθον τῆς Δημοκρατίας, ἀλλ’ ὡς τιμωρίαν πρὸ παντός. Δὲν εἶδον, κύριοι, ἀφ’ ὅτου εἰσῆλθον εἰς τὴν Συνέλευσιν αὐτὴν καὶ εἶδον ἐκ τοῦ πλησίον τὰ πράγματα, δυστυχῶς καμμίαν ἀκτῖνα φωτὸς ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ καλυτερεύσῃ ἡ πολιτειακὴ καὶ κοινωνικὴ κατάστασις τοῦ Ἔθνους, ἡ ὁποία ἀπὸ τοῦ 1862 κατέληξεν εἰς τὸ ἔγκλημα τῆς πρώτης Νοεμβρίου. Διότι ἡ πρώτη Νοεμβρίου δὲν εἶναι ἔργον τοῦ Κωνσταντίνου. Ὁ Κωνσταντῖνος εἶναι τὸ μανιτάρι, τὸ ὁποῖον ἐφύτρωσεν ἐπὶ τῆς κοπρίας 60 χρόνων ψευδοκοινοβουλευτισμοῦ. Ὁ Κωνσταντῖνος ὑπεστηρίχθη ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους τοὺς ὁποίους ἔρχεσθε νὰ ἐναγκαλισθῆτε. Ὁ Κωνσταντῖνος ὑπεστηρίχθη ἀπὸ τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Ὑπῆρξεν ὁ κομματάρχης τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Δὲν ἔχει σημασίαν, ἂν κατεπάτησε τὸ Σύνταγμα, διότι, ἂν ἔσωζε τὸν Τόπον, ὅλοι θὰ τοῦ συνεχωροῦμεν τὴν καταπάτησιν αὐτήν, ἀλλ’ ἐτάχθη ἐναντίον τοῦ συμφέροντος τοῦ Ἔθνους διὰ προσωπικοὺς λόγους καὶ ὑπεστηρίχθη ἀπὸ τοὺς κομματάρχας τοὺς ὁποίους θέλετε νὰ φέρετε διὰ νὰ τοὺς στεφανώσετε μὲ τὸν στέφανον τῆς Δημοκρατίας, ἀλλὰ πράγματι διὰ νὰ βάλετε μέσα εἰς τὸ σπίτι τῆς Δημοκρατίας τὸν Δούρειον ἵππον.
§81Γ. ΚΙΑΓΙΑΣ. Θὰ μποῦν μόνοι τους καὶ ἂν δὲν τοὺς φέρετε, καὶ περισσότεροι μάλιστα.
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δενδρινὸς ἔχει τὸν λόγον.
§83Α. ΔΕΝΔΡΙΝΟΣ. Δὲν δύναμαι νὰ συμφωνήσω μὲ τὸν συνάδελφον τὸν ἄρτι κατελθόντα τοῦ βήματος, ὅτι τὸ ὑπὸ κρίσιν ψήφισμα στερεῖται ἠθικοῦ λόγου καὶ ἠθικοῦ κύρους. Βεβαίως θὰ εἶχε δίκαιον ὁ ἀγαπητὸς συνάδελφος, ἂν παρεδεχόμεθα τὴν βάσιν τὴν ὁποίαν ἔθετο, τοῦ ὅτι ὅλος ὁ πολιτικὸς κόσμος ὁ ἀντίθετος ἡμῶν εἶναι ἔνοχος τῶν καταστροφῶν, τὰς ὁποίας ἐθρηνήσαμεν καὶ αἱ ὁποῖαι ἐγέννησαν τὴν Ἐπανάστασιν τοῦ 1922. Βεβαίως εὐθύνεται ὁλόκληρος ἡ παράταξις ἐκείνη, ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ ἔχωμεν τόσην ἰδέαν περὶ τοῦ ἑαυτοῦ μας ἢ τόσην ὑποκρισίαν—ἐπιτρέψατέ μοι τὴν φράσιν— ὥστε νὰ μὴ εἴπωμεν ὅτι καὶ πολλοὶ ἐξ ἡμῶν εὐθυνόμεθα διὰ τὸ κατάντημα εἰς ὃ περιῆλθον τὰ ἑλληνικὰ πράγματα. Καθὼς ἐπίσης δὲν πρέπει νὰ ἀμφισβητήσωμεν ὅτι μεταξὺ τοῦ πολιτικοῦ ἐκείνου κόσμου ὑπάρχουν καὶ οἱ πλανηθέντες, ἀλλ’ ἁπλοῖ πατριῶται, οἱ ὁποῖοι παρεσύρθησαν ἀπὸ τοὺς ἡγέτας, ἀπὸ τοὺς μεγάλους ἀρχηγούς, τινὲς τῶν ὁποίων ἔδωσαν λόγον τῶν πράξεών των. Ἴσως νὰ ὑπολείπωνται ἀκόμη τινὲς καὶ ἴσως ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι θέλουν νὰ τοὺς ἐξαγνίσουν, ἴσως σπεύδουν καὶ εἰς συνεργασίαν μετ’ αὐτῶν νὰ συμπαρασύρουν ἐκεῖνοι τούτους καὶ ὄχι οὗτοι ἐκείνους. Εὔχομαι νὰ μὴ πραγματοποιηθῇ αὐτὸ καὶ δὲν τὸ εὔχομαι διὰ τὰ ἄτομά των, ἀλλὰ τὸ εὔχομαι χάριν τῆς Χώρας, χάριν τῆς ἡσυχίας τῆς Χώρας. Ἀλλ’ ἂν δὲν θελήσουν νὰ σταματήσουν εἰς τὴν κατωφέρειαν, τὴν ὁποίαν ἤρχισαν νὰ λαμβάνουν, τότε ἂς ἔλθῃ τὸ μοιραῖον, διότι εἶναι μοιραῖον φαίνεται καὶ ἄλλων πολιτευομένων αἱ κεφαλαὶ νὰ πέσουν ἐκεῖ ὅπου ἔπεσαν καὶ αἱ ἄλλαι. Δὲν θὰ εὑρισκόμην, κύριοι, εἰς τὴν θέσιν νὰ ὑπεραμυνθῶ τοῦ ψηφίσματος, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν ὑπὸ τὴν κρίσιν ἡμῶν ὁ ἡγέτης τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως», ἂν δὲν μὲ ἔκαμνε νὰ σκεφθῶ ὅτι ὁ σοβαρὸς λόγος, τὸν ὁποῖον πολλοὶ προβάλλουν, εἶναι τῆς σκοπιμότητος καὶ τῆς ἑδραιώσεως τοῦ πολιτεύματος. Κατ’ ἀρχὴν εἶμαι ἀντίθετος τοῦ θεσμοῦ τῆς Γερουσίας, ἀντιθέτως ἀπὸ τὴν ὁμοφωνίαν τῶν διαφόρων ἀρχηγῶν. Καὶ εἶμαι ἐναντίον τοῦ θεσμοῦ τῆς Γερουσίας, διότι εἶμαι ριζοσπάστης, διότι θέλω νὰ βαδίσωμεν πρὸς τὰ πρόσω καὶ ὄχι πρὸς τὰ ὀπίσω. Ἀλλ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀρχὴν ὄχι τοῦ ὑπὸ κρίσιν ψηφίσματος, ἀλλὰ τὴν ἀρχὴν τοῦ θεσμοῦ, θὰ ἦτο ματαιοπονία, εἰς μάτην καὶ ὑμᾶς θὰ ἐβασάνιζον ὁμιλῶν καὶ ἐπιμένων νὰ κερδίσω ζήτημα, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κερδίσω, ἐφόσον ὅλη ἡ Συνέλευσις ἢ μᾶλλον οἱ ἀρχηγοὶ δυστυχῶς, οἱ ὁποῖοι ἐπηρεάζουν πολὺ τὴν γνώμην τῶν πληρεξουσίων, ἔχουν κηρυχθῆ ὑπὲρ τοῦ θεσμοῦ τῆς Γερουσίας, ὑποθέτω καὶ τῆς Κυβερνήσεως μὴ ἐξαιρουμένης. Θὰ ἤθελον δὲ ἐπ’ αὐτοῦ νὰ εἶχον καὶ τὴν γνώμην τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως.
§84Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατον νὰ παρακολουθῶ ἕκαστον ρήτορα, διότι ἔχω καὶ ἄλλας ἀσχολίας. Δὲν ἠμπορῶ νὰ σᾶς ἀπαντήσω.
§85Α. ΔΕΝΔΡΙΝΟΣ. Δὲν δύναμαι νὰ ἀπευθύνω μίαν ἐρώτησιν εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως; Θὰ ἦσθε φαίνεται εἰς τὸ σχολεῖον, λόγῳ τοῦ μεγάλου σας ἀναστήματος, πρωτόσχολος καὶ δι’ αὐτὸ θέλετε ἐδῶ νὰ κάμετε τὸν πρωτόσχολον.
§86Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Λυποῦμαι πολύ, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ σᾶς ἀπαντήσω.
§87Α. ΔΕΝΔΡΙΝΟΣ. Ἐρωτῶ, ἂν εἶσθε κατὰ τοῦ θεσμοῦ, διότι ὑποτίθεται ὅτι κατὰ πλάσμα τοὐλάχιστον ἔχετε τὴν πλειονοψηφίαν, ὁπότε θὰ ἔλθω μαζί σας διὰ νὰ νικήσετε. Περὶ αὐτοῦ σᾶς ἐρωτῶ, ἂν εἶσθε σύμφωνος μὲ τοὺς ἄλλους ἀρχηγούς, οἱ ὁποῖοι ἐκηρύχθησαν ὑπὲρ τοῦ θεσμοῦ, διαφωνοῦσι δὲ ὅσον ἀφορᾷ τὸν τρόπον καὶ τὸν χρόνον. Ἐρωτῶ ὅσον ἀφορᾷ τὸν θεσμόν, εἶσθε ὑπέρ;
§88Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἀπαντήσω.
§89Α. ΔΕΝΔΡΙΝΟΣ. Νομίζω, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἡ τακτικὴ τὴν ὁποίαν ἀκολουθεῖτε δὲν εἶναι ἡ ὀρθή. Νομίζω ὅτι θέλετε μὲ τὸ αὐθαίρετον ὕφος σας νὰ πάρετε τὸν ἀέρα τῆς Συνελεύσεως, ἀλλὰ προσέξετε μὴ σᾶς δώσῃ τὸν ἀέρα ἡ Συνέλευσις, καὶ δὲν ἀπέχομεν, ὑποθέτω, πολύ· ὁ τρόπος πρόκειται νὰ ἐξευρεθῇ. Λοιπόν, ἐφόσον δεχόμεθα ἢ μᾶλλον τεκμαίρεται ὅτι εἶναι σύμφωνα τὰ διάφορα κόμματα ὑπὲρ τοῦ θεσμοῦ τῆς Γερουσίας κατ’ ἀρχήν, εἶναι περιττὸς ὁ ἀγὼν ἐναντίον αὐτῆς, διότι δὲν γνωρίζω ἂν θὰ μείνωμεν 15 ἢ 20 νὰ ψηφίσωμεν κατὰ τοῦ θεσμοῦ, ἑνὸς θεσμοῦ ἀναχρονιστικοῦ, δυναμένου νὰ παρεμβάλῃ ἐμπόδια εἰς τὸ κυρίαρχον Σῶμα, τὸ ὁποῖον προέρχεται ἀπὸ τὰ λαϊκὰ στρώματα καὶ τὰ ὁποῖα προσπαθοῦμεν νὰ ἐκλαϊκεύσωμεν ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότερον. Ἀλλ’ ἐφόσον τοῦτο εἶναι γεγονός, ἂς ἐξετάσωμεν πῶς εἶναι συμφερώτερον νὰ γίνῃ. Δὲν δύναμαι παρὰ νὰ συμφωνήσω μὲ τὴν ἄποψιν τοῦ ἡγέτου τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως».
§90Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Τὸ ἐγνωρίζαμεν αὐτό.
§91Α. ΔΕΝΔΡΙΝΟΣ. Ὄχι, διότι, ἂν ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ πλειονοψηφία θὰ ἤθελαν νὰ ἀπορριφθῇ, ἐγὼ θὰ ἐψήφιζα ὑπὲρ τῆς ἀπορρίψεως, διότι ἐγὼ δὲν εἶμαι προσωπολάτρης· ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλὰ θεωρῶ ὑπευθύνους τῆς καταστάσεως ταύτης τοὺς ἀρχηγοὺς τῶν ὁμάδων, οἱ ὁποῖοι σήμερον συμπράττουν, καὶ ὄχι τὴν Κυβέρνησιν. Ἀλλὰ θεωρῶ ὑπεύθυνον καὶ τὸν ἡγέτην τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως», διότι δὲν ἔδειξε τὸ ψυχικὸν σθένος νὰ χαράξῃ τὴν μεγάλην λεωφόρον, τὴν ὁποίαν ἔπρεπε νὰ ἀκολουθήσωμεν, σύμφωνα μὲ τὰς προοδευτικὰς ἀρχάς του, ἀλλ’ εἶχε μέσα εἰς τὴν παράταξίν του στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα τὸν ἠμπόδισαν. Βλέπετε λοιπὸν ὅτι δὲν εἶμαι προσωπολάτρης. Ἐξετάσωμεν λοιπὸν τὸ ψήφισμα. Φέρει ὡς πλεονέκτημα τὴν ἐπεξεργασίαν τῶν νόμων. Ἡ ἐπεξεργασία τῶν νόμων βεβαίως θὰ γίνεται ἐπιμελεστέρα, ἀλλὰ μήπως δὲν ἤθελε γίνει ἐπιμελεστέρα διὰ τῶν Κοινοβουλευτικῶν Ἐπιτροπῶν; Μήπως δὲν ἤθελεν εἶναι προτιμότερον νὰ ἔχωμεν τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας — καὶ ἂν ἔχῃ κακὸν ὄνομα ἠμποροῦμεν νὰ τοῦ τὸ ἀλλάξωμεν — τὸ ὁποῖον νὰ ἐλέγχῃ τοὺς Ὑπουργοὺς καὶ τοὺς ὑπαλλήλους καὶ νὰ ἀπαλλαγῶμεν καὶ ἀπὸ τὰ διάφορα Συμβούλια τῶν Ὑπουργείων, τὰ ὁποῖα προστατεύουν τοὺς ὑπαλλήλους καὶ δὲν ἠμποροῦμεν νὰ τοὺς μετακινήσωμεν; Ἀλλ’ ἐφόσον ἡ σκοπιμότης ἀπαιτεῖ νὰ ὑποστηρίξωμεν τὸν ἄμεσον σχηματισμὸν τῆς Γερουσίας, τάσσομαι καὶ ἐγὼ ὑπὲρ τῆς γνώμης αὐτῆς. Ἐλέχθη ὅτι εἶναι ἐπιτακτικὴ θέλησις τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ νὰ παύσουν οἱ διχασμοί, ἀλλ’ ἐπ’ αὐτοῦ, ὑποθέτω, δὲν ἔχει κανεὶς καμμίαν ἀντίρρησιν. Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς δὲν θέλει πλέον τὰς διαμάχας, δὲν θέλει πλέον ἀγῶνας καθεστωτικούς, ἀλλὰ κάτι τι ἄλλο, τὸ ὁποῖον καὶ ἄλλοι ἐτόνισαν καὶ ἐγὼ ὑπὲρ πάντα ἄλλον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Θέλει νομοθετικὴν ἐργασίαν, ἡ ὁποία νὰ μεταβάλῃ τοὺς ὅρους ὑπὸ τοὺς ὁποίους φυτοζωεῖ, διότι φυτοζωεῖ ἀπὸ πάσης ἀπόψεως, κοινωνικῆς καὶ πολιτικῆς καὶ ἀπὸ φυσιολογικῆς. Λοιπὸν θέλει αὐτοὺς τοὺς ὅρους νὰ μεταβάλῃ, καὶ προχθὲς μάλιστα εἶπον κάτι τι ἄλλο ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, τὸ ὁποῖον διεστράφη, ὡς ἐκ τῆς μὴ ἀκριβοῦς μεταδόσεως τῶν λεγομένων ἐκ μέρους τῶν ἁρμοδίων. Ἐλέχθη ὅτι εἶπον ἐγὼ ὅτι ὀφείλομεν νὰ παραιτηθῶμεν ἀπὸ τοῦ ἀξιώματος τοῦ πληρεξουσίου, διότι δὲν ἔχει ὕπαρξιν ἡ παροῦσα Συνέλευσις. Δὲν εἶπον τοιοῦτόν τι καὶ διαμαρτύρομαι μὲ ὅλην τὴν δύναμιν τῆς ψυχῆς μου. Δὲν εἶπον τοιοῦτόν τι· μόνον εἶπον ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐπιμένει ἴσως διὰ νὰ μὴ δοθῇ καιρὸς νὰ ψηφίσωμεν τὰ ἀγροτικὰ νομοσχέδια καὶ ἄλλα ριζοσπαστικὰ νομοσχέδια, εἰς τὰ ὁποῖα θέλει νὰ ἀντιταχθῇ. Ἀλλὰ δὲν ἔχει τὸ ψυχικὸν σθένος νὰ τὸ εἴπῃ. Ἤθελε νὰ περιορίσῃ τὰς ἡμέρας τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας, καὶ τότε εἶπον, ἂν πρόκειται νὰ ἔλθωμεν ἐδῶ μᾶλλον διὰ νὰ ψάλλωμεν θεωρίας, νὰ δεικνύωμεν πολυμάθειαν, νὰ ὀνομάζωμεν ὀνόματα μεγάλων συνταγματολόγων τῆς Εὐρώπης, νὰ δεικνύωμεν ὅτι ἐμελετήσαμεν τὴν Ἰταλικήν, Βελγικὴν κλπ. νομοθεσίαν, τότε βεβαίως ἡμεῖς οἱ κοινοὶ θνητοί, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχομεν νὰ ἐπιδείξωμεν τοιαύτας περγαμηνάς, εἶναι περιττὸν νὰ καθήμεθα ἐδῶ μέσα, διότι θέλομεν πρακτικὰ πράγματα, θέλομεν νόμους νὰ βελτιώνουν τὴν κατάστασιν, θέλομεν μέτρα διὰ τῶν ὁποίων νὰ παύσουν νὰ ἀποθνήσκουν οἱ πρόσφυγες καὶ νὰ μὴ μένωσιν ἄστεγοι, πεινασμένοι καὶ ἐλεεινοί. Θέλομεν ὅμως νὰ δέσωμεν τὰς χεῖρας καὶ αὐτῶν τῶν Ὑπουργῶν, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι τοὺς μπράβους των καὶ τοὺς κτυπῶσι, διότι εἶναι τσιφλικάδες ἐπὶ κεφαλῆς. Πῶς εἶναι λοιπὸν δυνατὸν νὰ ψηφίσωμεν νόμους δυναμένους νὰ βελτιώσωσι τὴν κατάστασιν αὐτήν, ἀφοῦ ἀφιεροῦμεν ὅλας τὰς ἡμέρας τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας καὶ αὐτοῦ τοῦ ἐλέγχου εἰς ἓν νομοσχέδιον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐπὶ ὥρας ὁλοκλήρους κανοναρχᾷ εἷς Ὑπουργός; Πῶς, λέγω, ὑπὸ τοιούτους ὅρους θὰ ἐπιτρέπεται εἰς ἡμᾶς νὰ παραμείνωμεν ἐνταῦθα—καὶ πάλιν τὸ ἐπαναλαμβάνω—ἂν εἰς τὴν αὐθαίρετον ταύτην τῆς Κυβερνήσεως τακτικὴν ἡ Συνέλευσις ἐξακολουθῇ νὰ τὴν παρακολουθῇ; Τότε, ὅσοι ἔχομεν συναίσθησιν ὑποχρεώσεων ἀπέναντι τῶν ἐκλογέων μας, δὲν μᾶς ἐπιτρέπεται νὰ παρακαθίσωμεν εἰς τὴν παρασυναγωγὴν ταύτην, ἡ ὁποία θὰ εἶναι τοιαύτη, διότι δὲν θὰ εἶναι Συνέλευσις, ἀλλὰ παρασυναγωγή. Παραδέχομαι, κύριοι, ὅτι εἰς τὰ συντηρητικὰ κόμματα, τὰ ὁποῖα ἠνώθησαν καὶ ἔδωσαν τὴν σημερινὴν ὄχι καὶ πολὺ ὁμοιόμορφον Κυβέρνησιν, δὲν εἶναι ἀρεστὴ ἡ σύνθεσις τῆς Συνελεύσεως αὐτῆς, διότι διὰ πρώτην φορὰν παρουσιάζεται μία Συνέλευσις κάπως μὲ περισσοτέραν μορφὴν λαϊκήν, κάπως πρώτην φορὰν παρουσιάζεται Συνέλευσις, μεταξὺ τῶν μελῶν τῆς ὁποίας ἀριθμοῦνται πολλὰ πρόσωπα τὰ ὁποῖα ἔχουσι πρωτοβουλίαν, ἔχουσιν ἰδίαν θέλησιν, δύνανται νὰ ἐκτιμῶσι πρόσωπα, δύνανται νὰ ἀναγνωρίζωσιν ἱκανότητας, ἀλλὰ τὴν συνείδησίν των δὲν τὴν ἀπεμπολοῦν εἰς τὰς προσωπικὰς συμπαθείας οὔτε εἰς τὴν ἱκανότητα οὔτε εἰς τίποτε. Αὐτὸ ἀνήκει εἰς ἀνθρώπους οἱ ὁποῖοι ἀνεπτύχθησαν, ἔζησαν, ἀνετράφησαν μέσα εἰς τὴν παλαιοκομματικὴν ἀνατροφήν, τὴν ὁποίαν ἐσυνηθίσαμεν νὰ ῥίπτωμεν κατὰ πρόσωπον πάντοτε τῶν ἐξωκοινοβουλευτικῶν, ἡμεῖς δὲ νὰ παρουσιαζώμεθα ὡς νέοι ἄνδρες, ἐνῷ ἴσως πολλοὶ ἀπὸ ἡμᾶς εἶναι πολὺ χειρότεροι.
§92Δ. ΚΑΛΚΑΝΔΗΣ. Ὄχι, δὲν εἴμεθα.
§93Α. ΔΕΝΔΡΙΝΟΣ. Μάλιστα, κ. συνάδελφε, δὲν εἶναι ἡ ἡλικία οὔτε τὸ κόμμα εἰς τὸ ὁποῖον ἀνήκετε, εἶναι ἡ ψυχή, ἡ ἀνατροφή, εἶναι αἱ ἀρχαί, τὰ αἰσθήματα. Μὲ τοιαύτην σύνθεσιν τῆς Συνελεύσεως λαϊκήν, κάπως χειραφετημένην βεβαίως δὲν ἠμποροῦν καλὰ νὰ ἐργασθῶσι, δυσανασχετοῦν πῶς νὰ ἐμποδίσουν τὸν ἔλεγχον, νὰ ἐμποδίσουν τὴν νομοθετικὴν ἐργασίαν. Εἶναι ὅλα αὐτὰ τὰ πράγματα τὰ ὁποῖα στενοχωροῦν τοὺς καϋμένους τοὺς Ὑπουργοὺς καὶ δι’ αὐτὸ δὲν θέλουν νὰ δίδουν ἀπαντήσεις καὶ δι’ αὐτὸ προσποιοῦνται τὸν σοβαρὸν καὶ Εὐρωπαῖον πολιτευτήν, τὸν Ἐγγλέζον· αὐτὰ εἶναι ὅλα ἠθοποιία, παίζουν τὸ πρόσωπον τοῦ ἠθοποιοῦ διὰ νὰ ἠμπορέσουν νὰ κολάσουν τὴν ἀδυναμίαν νὰ ἀπαντήσουν, νὰ ἠμπορέσουν νὰ κολάσουν τὴν ἄρνησίν των εἰς κάθε λαϊκὸν νομοσχέδιον καὶ κάθε ριζοσπαστικόν. Βεβαίως τοιαύτη σύνθεσις Συνελεύσεως τοὺς ἐνοχλεῖ καὶ δι’ αὐτὸ βλέπετε ὅλα τὰ φύλλα, τὰ ὁποῖα διάκεινται φιλικῶς πρὸς αὐτούς, νὰ ὑπονομεύουν τὴν Συνέλευσιν αὐτήν, ἀλλὰ μὲ τρόπον. Ὁ «Ἐλεύθερος Τύπος», ἡ «Ἑστία», ἡ αὐλόδουλος ἐκείνη, ὅλα αὐτὰ τὰ φύλλα ὑπονομεύουν τὴν Συνέλευσιν διὰ νὰ δυνηθοῦν νὰ τὴν ἐξοντώσουν μίαν ὥραν γρηγορώτερα, διὰ νὰ ἠμπορέσουν τέλος πάντων αὐτοὶ ἀριστίνδην, οἱ ἔχοντες τὰ κόμματα καὶ τὰ μπουλούκια νὰ συνεργασθοῦν ἔστω καὶ μὲ τὸν Μερκούρην. Δι’ αὐτὸ εἴδετε πολλὲς φορὲς νὰ λέγουν «ἡ Συνέλευσις αὐτὴ ἔχει ρευστότητα δὲν δυνάμεθα νὰ βασισθῶμεν». Καὶ αὐτὴ ἡ ρευστότης εἶναι μία ὕβρις, ἡ ὁποία ἀπευθύνεται πρὸς ἡμᾶς, διότι οἱ πλεῖστοι τῶν ἐνταῦθα εὑρισκομένων, πλὴν ὀλίγων, προερχόμεθα ἀπὸ τὴν αὐτὴν φιλελευθέραν παράταξιν. Αὐτοὶ βάζουν εἰς ἐνέργειαν κατὰ καιροὺς διαφόρους διαδόσεις, ὅτι δηλαδὴ ἡ ρευστότης εἶναι αἰτία νὰ μὴ ἔχωμεν ἰσχυρὰν Κυβέρνησιν, ὅτι αὐτὸ ρίπτει τὴν Κυβέρνησιν ἢ ὅτι ὁ Παπαναστασίου εἶναι μπολσεβίκος καὶ σήμερον αὐτὸς ὁ μπολσεβίκος ἔρχεται νὰ μᾶς ὑποστηρίξῃ τὸν θεσμὸν τῆς Γερουσίας. Θὰ ἐπεθύμουν νὰ εἶναι ἄλλος εἰς τὴν Ἀρχὴν καὶ νὰ μὴ εὑρισκώμεθα εἰς τὴν σημερινὴν ἀνώμαλον πολιτικὴν κατάστασιν διὰ νὰ τοῦ εἴπω ἐγὼ ποῖαι εἶναι αἱ ριζοσπαστικαὶ ἀρχαὶ διὰ νὰ μοῦ φέρουν ψήφισμα Γερουσίας, ἂν δὲ σήμερον τάσσομαι ὑπὲρ αὐτοῦ, εἶναι διότι μόνον τὴν σκοπιμότητα ἀποδέχομαι. Καὶ δι’ αὐτό, λέγω, ἐπειδὴ εἶναι δυσάρεστος εἰς αὐτοὺς ἡ σύνθεσις τῆς Συνελεύσεως, δὲν θέλουν νὰ βάλουν μέσα εἰς τὴν Γερουσίαν μέλη τῆς Συνελεύσεως διὰ μερικὸν χρόνον. Σᾶς λέγουν· «θὰ ἔχωμεν καὶ ἐκεῖ τὸν σπόρον τὸν ἐπαναστατικόν· δὲν φθάνει ὅτι τοὺς ὑφιστάμεθα καὶ δείχνομεν μὲ ὅλον τὸν τρόπον τὴν δυσφορίαν μας, ἀλλὰ θὰ τοὺς ἔχωμεν καὶ εἰς τὴν Γερουσίαν;» Μᾶς λέγει ὁ ἀξιότιμος ἐξ Εὐρυτανίας πολιτευτὴς ὅτι δὲν ἔχομεν ἀνάγκην νομοθεσίας. Βεβαίως δὲν ἔχομεν ἀνάγκην νομοθεσίας, κατὰ τὴν ἀντίληψιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Διότι λέγουν· «τί θέλουν; Νὰ ἔλθουν οἱ πρόστυχοι αὐτοὶ ἄνθρωποι ἀπὸ τὰ χωριὰ νὰ μᾶς ζητοῦν νὰ ἀφήσωμεν τὸν χωριάτην ἀφορολόγητον καὶ νὰ φορολογήσωμεν τὸν Χαρίλαον ἢ δὲν ἠξεύρω ποίους ἄλλους ἑκατομμυριούχους ἢ τοὺς διαφόρους μετόχους τῶν Ἑταιρειῶν;»
§94Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Τὴν ρίπτεις τὴν Κυβέρνησιν τώρα;
§95Α. ΔΕΝΔΡΙΝΟΣ. Βεβαίως τὸ γνωρίζω ὅτι δὲν ρίπτω τὴν Κυβέρνησιν, διότι δυστυχῶς δὲν ἔχομεν συναίσθησιν τῶν ὑποχρεώσεών μας, δὲν ἔχομεν συναίσθησιν ποίας τάξεις ἀντιπροσωπεύομεν καὶ ποίων τάξεων ἀντιπρόσωποι εἶναι οἱ ἀποτελοῦντες τὴν Κυβέρνησιν. Ἂν ἠθέλομεν συναισθανθῆ τὰς εὐθύνας μας, βεβαίως οὐδὲ ὥραν ἔπρεπε νὰ μείνῃ ἡ Κυβέρνησις αὐτὴ καὶ δὲν ἠξεύρω καὶ κατὰ πόσον θὰ ἠδυνάμεθα νὰ δώσωμεν τὴν ὑποστήριξίν μας καὶ εἰς ἄλλην Κυβέρνησιν, ἂν προκαταβολικῶς δὲν ἠθέλομεν θέσει ὅρους, καὶ τοῦτο διὰ τὸν λόγον τὸν ὁποῖον εἶπον, ὄχι διότι ἀμφισβητῶ τὰ αἰσθήματα τὰ ἀτομικὰ τῶν Ὑπουργῶν, ἀλλὰ διότι εἶναι αἱ ἄλλαι ἐπιρροαὶ αἱ ὁποῖαι ἐξασκοῦνται, ὅπως ἐξησκήθησαν.
§96Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Εἶναι ἔλεγχος.
§97Α. ΔΕΝΔΡΙΝΟΣ. Δὲν εἶναι ἔλεγχος, ἀλλὰ λέγω διατί δὲν θέλουν τὴν Γερουσίαν. Δὲν τὴν θέλουν διὰ νὰ μὴ μποῦν αὐτὰ τὰ ἀγκάθια διὰ κάμποσον χρόνον ἐκεῖ μέσα καὶ σπείρουν καὶ ἐκεῖ τὸν σπόρον τοῦ ριζοσπαστισμοῦ. Ἀλλ’ εἶναι ἡ ἐποχὴ τῶν παραδοξοτήτων, εἶναι ἡ ἐποχὴ τῶν ὀξυμώρων σχημάτων. Ὁ κομμουνιστής, ὁ ἀναρχικός, ὁ μπολσεβίκος Παπαναστασίου νὰ κόπτεται νὰ κάμῃ γρήγορα τὴν Γερουσίαν καὶ τὰ συντηρητικὰ στοιχεῖα νὰ λέγουν ὄχι. Ἐδῶ εἶναι ὁμολογουμένως ἡ ἐποχὴ τῶν παραδοξοτήτων εἰς ὅλα τὰ πράγματα. Τώρα πῶς συμβαίνει αὐτό; Ἐξηγήσατέ το, ἂν ἠμπορῆτε. Ἐπαναλέγω, ὁ μπολσεβίκος, κατὰ τὴν Κοινὴν Γνώμην, ὁ ἀναρχικός, ὁ σοσιαλιστής — δὲν ἠξεύρω τί ἄλλο τοῦ εἶπον καὶ τὸν ἔρριψαν καὶ τὸν ἐτρομοκράτησαν καὶ τὸν ἴδιον — αὐτὸς ἔρχεται καὶ κόπτεται διὰ νὰ κάμῃ τὴν Γερουσίαν καὶ αὐτοί, οἱ ὁποῖοι λέγουν ὅτι εἶναι συντηρητικοί, ἔρχονται καὶ τὴν πολεμοῦν.
§98Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Νὰ σᾶς τὸ ἐξηγήσω ἐγώ: Ὅ,τι λέγει αὐτός, δὲν τὸ λέγει ἐκεῖνος. Αὐτὸ θὰ εἰπῇ ἀντιπολίτευσις.
§99Α. ΔΕΝΔΡΙΝΟΣ. Ὄχι. Ὁ εἷς ἔχει πίστιν εἰς τὴν Δημοκρατίαν καὶ θέλει νὰ τὴν στηρίξῃ μὲ ἰδίαν θυσίαν καὶ διὰ τοῦτο, ἐνῷ γνωρίζει πολὺ καλὰ ὅτι ἠδύνατο νὰ κάμῃ μερικὰ πράγματα διὰ νὰ σαλεύσῃ τὴν Κυβέρνησιν, δὲν τὰ ἔκαμε, διότι θέλει νὰ μὴ φαίνεται ὅτι σπεύδει. Θέλει νὰ δώσῃ ψῆφον ἀνοχῆς εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἀρκεῖ νὰ ψηφισθοῦν μέτρα καὶ θεσμοὶ οἱ ὁποῖοι θὰ στηρίξουν τὸ πολίτευμα, ἐνῷ οἱ ἄλλοι θέτουν ἐν ἀμφιβόλῳ τὴν πίστιν πρὸς τὸ δημοκρατικὸν πολίτευμα καὶ τὴν θέτουν ἐν ἀμφιβόλῳ ἐκ τοῦ παρελθόντος τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, τοῦ ὁποίου ἔναυλοι εἶναι οἱ λόγοι ὑπὲρ τοῦ θεσμοῦ τῆς Βασιλείας. Καὶ ἔχομεν πρόσφατον τὴν συνέντευξιν τοῦ τέως Βασιλέως Γεωργίου, ὁ ὁποῖος εἶπεν ὅτι τώρα ἔχομεν Πρωθυπουργὸν μοναρχικὸν καὶ δὲν τὸ διέψευσεν ὁ κ. Πρωθυπουργός. Ἔχομεν πρόχειρα τὰ τηλεγραφήματα ἀπὸ τὴν Μακεδονίαν, ὅπου ὁπλίζουν τοὺς ἀνθρώπους τῶν τσιφλικάδων καὶ κτυποῦν καὶ πυροβολοῦν καὶ σκοτώνουν τοὺς πρόσφυγας καὶ τὰς γυναῖκας. Ὅλα αὐτά, κύριοι, δὲν εἶναι τεκμήρια, δὲν εἶναι ἀποδείξεις ὅτι αὐτοὶ πράγματι ἐργάζονται διὰ νὰ ἑδραιώσουν τὸ πολίτευμα· διότι ἀπ’ ἔξω ὅλοι, καὶ ἀκόμη καὶ δημοσιογραφικὰ ὄργανα ἰδικά των, λέγουν· «ἰδοὺ ποῦ κατηντήσαμεν, ἰδοὺ ἡ κατάστασις, εἶναι χειροτέρα ἀπὸ πρίν· αὐτὴ εἶναι ἡ διαφορά». Ἐπειδὴ λοιπὸν ἐγώ, ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῆς ἑδραιώσεως τοῦ πολιτεύματος, συμφωνῶ εἰς πᾶσαν θυσίαν, ὅσον καὶ ἂν πρόκειται νὰ μὴ βγῶ ἀπὸ τὴν ἰδίαν ἐπαρχίαν καὶ ἄλλαι νὰ πέσουν κεφαλαὶ πολιτευομένων, ἐπειδὴ εἶμαι ὑπὲρ αὐτῆς τῆς ἀρχῆς, δι’ αὐτὸ τάσσομαι ὑπὲρ τοῦ ψηφίσματος τοῦ Προέδρου τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως».
§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γονατᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§101ΤΙΝΕΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Νὰ διακόψωμεν διὰ τὰς 10.
§102Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Νὰ συνεχίσωμεν ἕως τὰς 10 καὶ νὰ διακόψωμεν δι’ αὔριον.
§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τὰς 10 θὰ λυθῇ ἡ συνεδρίασις. Ὁ κ. Γονατᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§104Σ. ΓΟΝΑΤΑΣ. Θὰ λήξῃ ἡ συζήτησις ἀπόψε, κ. Πρόεδρε;
§105Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ὄχι· ἠμπορεῖ νὰ τὴν ἀναβάλωμεν δι’ αὔριον.
§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀραβαντινός. Ἀπουσιάζει. Ὁ κ. Κούνδουρος, ὁ κ. Μπακόπουλος, ὁ κ. Καραπαναγιώτης, ὁ κ. Μερλόπουλος, ὅλοι ἀπόντες. Ὁ κ. Σάϊας.
§107Ι. ΣΑΪΑΣ. Ἡμεῖς εἴμεθα ὑπέρ, κύριε Πρόεδρε.
§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, κύριοι συνάδελφοι, καθίσατε μίαν στιγμήν. Αὔριον εἶναι ἡμέρα ἀναφορῶν καὶ νομοθετικῆς ἐργασίας. Ἡ Ἡμερησία Διάταξις θὰ εἶναι πρῶτον τὸ Δικαστικόν, δεύτερον τὸ περὶ ἀποκεντρώσεως, τρίτον ψήφισμα ἀφορῶν παράτασιν ἐργασιῶν τῆς Ἐπιτροπῆς Οἰκονομιῶν, τέταρτον σχέδιον νόμου περὶ Ἐπιτροπῆς Προμηθειῶν, πέμπτον ψήφισμα περὶ ἐπανεξετάσεως ἀπορριφθέντων μαθητῶν, ἕβδομον συζήτησις ἐπὶ τοῦ Συντάγματος.
§109Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Τὸ περὶ προμηθείας, κύριε Πρόεδρε, ἂν ἔχῃ διορθωθῆ.
§110Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἂν δὲν ἔχει διορθωθῆ, νὰ μὴ τὸ θέσητε. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ τεθῇ καὶ ἡ συνέχισις τοῦ σταφιδικοῦ καὶ κατόπιν τὸ περὶ ἀμβύκων.
§111Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Καὶ τὸ περὶ ἐνοικιοστασίου τῶν βοσκῶν.
§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν θὰ θέσωμεν καὶ τὸ σταφιδικὸν καὶ τὸ περὶ ἀμβύκων.
§113Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Ἂν πρόκειται ἡ Ἡμερησία Διάταξις νὰ γίνῃ τῇ κοινῇ ἀποφάσει ὅλων, ἡμεῖς διαφωνοῦμεν καὶ διαμαρτυρόμεθα. Κύριε Πρόεδρε, ἐξεδόθησαν Νομοθετικὰ Διατάγματα κατὰ τὸ διάστημα τῶν διακοπῶν.
§114Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Τὰ ὁποῖα ἰσχύουν.
§115Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Ἰσχύουν, κύριε Πρόεδρε, ἀλλ’ εἶναι μερικὰ ζητήματα, ὅπως τὸ ζήτημα τοῦ ἐνοικιοστασίου τῶν βοσκῶν καὶ τῆς ἀπαλλοτριώσεως, εἰς τὰ ὁποῖα δὲν ἐδόθη ἡ δέουσα προσοχή. Παρακαλῶ, τὸ περὶ ἐνοικιοστασίου νὰ ἔλθῃ ἐκ τῶν πρώτων, διότι εἶναι ἐπεῖγον τὸ ζήτημα. Οἱ ἀγρόται περιμένουν νὰ καλλιεργήσουν· ἡ ἐποχὴ ἐπείγει.
§116Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ὅλα εἶναι ἐπείγοντα.
§117Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Ἀλλ’ εἶσθε ὑποχρεωμένος, κύριε Πρόεδρε, ἀπολύτως ἐκ τοῦ ψηφίσματος τῆς Συνελεύσεως νὰ φέρετε τὰ Νομοθετικὰ Διατάγματα τὴν 1ην Ὀκτωβρίου.
§118Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ὅλα αὐτὰ τὰ ὁποῖα βλέπετε εἶναι ἐπείγοντα. Τὸ σταφιδικὸν εἶναι τὸ ἴδιον, τὸ περὶ ἀμβύκων ἐπίσης.
§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν τὸ σταφιδικὸν καὶ τὸ περὶ ἀμβύκων.
§120Γ. ΚΙΑΓΙΑΣ. Εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν ὑπάρχει ἀναγεγραμμένον νομοσχέδιον «περὶ διώξεως τῶν καταχραστῶν». Αὐτὸ νομίζω ὅτι πρέπει νὰ προτιμηθῇ, διότι ἡ Κοινὴ Γνώμη ἀξιοῖ νὰ λάβῃ ἐπειγόντως ἡ Συνέλευσις μέτρα ἱκανὰ πρὸς καταστολὴν τῶν καταχρήσεων, διὰ νὰ ἴδῃ ποίαν σημασίαν ἀποδίδουσιν οἱ κ.κ. πληρεξούσιοι εἰς τὰς καταχρήσεις αὐτάς.
§121ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μετὰ βαθείας θλίψεως ἀγγέλλω ὑμῖν τὸν θάνατον τῆς Α. Θ. Παναγιότητος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου. Ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, ἀναποσπάστως ἡνωμένη δογματικῶς μετὰ τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Μεγάλης τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας, θρηνοῦσα δὲ τὴν ἀπώλειαν τοῦ Πατριάρχου, καλεῖ τοὺς Ὀρθοδόξους Χριστιανοὺς εἰς ἐπιμνημόσυνον δέησιν αὔριον τὴν 11ην ὥραν ἐν τῷ Μητροπολιτικῷ ναῷ. Ὡς Χριστιανοὶ δύνανται νὰ παρευρεθῶσιν ὅσοι ἐκ τῶν κ. κ. πληρεξουσίων βούλονται. Λύεται ἡ συνεδρίασις διὰ τὴν 5ην μ.μ. αὔριον. (Ὥρα 9.30′ μ.μ.).