1924.10.18
1,871 rows · 14,859 words · 226 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 92Α
Σάββατον 18 Ὀκτωβρίου 1924.
Προεδρία Κ. Ἀλαβάνου
(Ὥρα 5.15′ μ.μ.).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. (Ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως). Ὑπάρχει ἀντίρρησις ἐπὶ τῶν πρακτικῶν;
§2Α. ΔΕΝΔΡΙΝΟΣ. Χθὲς εἰς τὸ τέλος τῆς συνεδριάσεως εἶχον ζητήσει τὸν λόγον διὰ νὰ διατυπώσω μίαν διαμαρτυρίαν διὰ τὸ ζήτημα τῆς ἐπιμονῆς τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως νὰ μὴ ἐπιτρέπεται μετὰ τὸ «ἐφωτίσθημεν» νὰ ζητηθῇ ὑπὸ ὡρισμένου ἀριθμοῦ πληρεξουσίων δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ν’ ἀποφανθῇ ἡ Συνέλευσις, καὶ ἐπέμεινε νὰ μὴ γίνῃ δεκτὴ ἡ τροπολογία αὕτη. Καθ’ ἣν στιγμὴν λοιπὸν ἐγὼ εἶχον ἀρχίσει τὴν διαμαρτυρίαν αὐτὴν διὰ νὰ γραφῇ εἰς τὰ πρακτικὰ — δὲν ἐννοῶ καθόλου νὰ μεμφθῶ τὸν πρακτικογράφον, ὁ ὁποῖος δὲν ἔχει εὐθύνην — ὁ Πρόεδρος διέλυσε τὴν συνεδρίασιν καὶ ἡ διαμαρτυρία μου δὲν ἠδυνήθη νὰ φθάσῃ εἰς τὸ τέλος τῆς διατυπώσεώς της.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὴν εἴπετε;
§4Α. ΔΕΝΔΡΙΝΟΣ. Μάλιστα.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ διορθωθῇ.
§6Α. ΔΕΝΔΡΙΝΟΣ. Ταυτοχρόνως, κύριε Πρόεδρε, θὰ σᾶς εἴπω τὸ ἑξῆς διὰ τὸ ἀτελὲς τοῦ δελτίου τοῦ Τύπου τὸ ὁποῖον δίδεται. Εἶναι καλύτερον νὰ λείψῃ, διότι δὲν ἀναγράφει τίποτε· ἂν λείψῃ, αἱ ἐφημερίδες θὰ ἔχουν τοὺς ἀντιπροσώπους των καὶ θὰ ἔχουν τὴν ἅμιλλαν ποία θὰ ἔχῃ τὰ καλύτερα πρακτικά. Μόνον νὰ ληφθῇ μία μέριμνα νὰ μὴ ἀναγράφωνται λόγοι οἱ ὁποῖοι δὲν ἐλέχθησαν. (Τὰ πρακτικὰ ἐπικυροῦνται).
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Συνέλευσιν τὰ ἑξῆς: — Ἡ ἐπιτροπεία τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ Βελίτσης «Ἡ Ζωοδόχος Πηγὴ» παραπονεῖται κατὰ τοῦ Μητροπολίτου Δημητριάδος κωλύοντος τὸν ἱερέα Α. Παμφίλην νὰ ἱερουργήσῃ. — Ἡ μαθητικὴ νεολαία Λαρίσης παρακαλεῖ ὅπως μὴ ἐφαρμοσθῇ τὸ μέτρον τοῦ δεκαπλασιασμοῦ τῶν ἐκπαιδευτικῶν τελῶν. — Ὁ Σύλλογος τῶν ἐφέδρων πολιτῶν Ρεθύμνης παρακαλεῖ ὅπως ἀντικατασταθῶσιν εἰς τὰς δημοσίας Ὑπηρεσίας οἱ θήλεις ὑπάλληλοι ὑπὸ τῶν ἐφέδρων πολιτῶν. — Οἱ ἔκτακτοι ὑπάλληλοι τῶν Τ.Τ.Τ. παρακαλοῦσιν ὅπως προστατευθῶσιν. — Οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου Βίτσης παρακαλοῦσιν ὅπως περιληφθῇ καὶ τὸ τσιφλίκιον Βίτση εἰς τὰ ἀπαλλοτριωτέα κτήματα. — Οἱ ἀνώτατοι διπλωματικοὶ μηχανικοὶ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας παρακαλοῦσιν ὅπως τύχωσι καὶ αὐτοὶ τοῦ τεχνικοῦ ἐπιδόματος. — Τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια Κοζάνης καὶ Γρεβενῶν παρακαλοῦσιν ὅπως ἐλαττωθῇ ὁ φόρος ἐπὶ τῶν ἀμβύκων. — Ὁ ἐκ Βεροίας Τρύφων Πάνου διαμαρτύρεται κατὰ τοῦ διευθυντοῦ τοῦ ἐκεῖ ἐποικιστικοῦ γραφείου, θέλοντος νὰ ἐκδιώξῃ αὐτὸν ἐκ βακουφικοῦ μαγαζείου. — Οἱ ἐφημέριοι τῆς ἐκκλησιαστικῆς περιφερείας Φλωρίνης αἰτοῦνται ὅπως διὰ νόμου μισθοδοτῶνται. — Ὁ Φιλελεύθερος Δημοκρατικὸς Σύλλογος Κολωνακίου παρακαλεῖ ὅπως ἐξευρεθῇ μόνιμος στέγη διὰ τὸ ἐκεῖ Ἑλληνικὸν Σχολεῖον. — Οἱ ἐνοικιασταὶ φόρου δεκάτης Ἀλεξανδρουπόλεως παρακαλοῦσιν ὅπως τοῖς ἐκπεσθῇ ὁ σχετικὸς φόρος. — Οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου Βυστινίτσης αἰτοῦνται τὴν ἀποπεράτωσιν τοῦ ἀνεγερθέντος δημοτικοῦ σχολείου. — Τὰ Σωματεῖα τῆς Βεροίας παρακαλοῦσιν ὅπως ἀνασταλῇ ἡ νέα φορολογία ἐπὶ τῶν ἀμβύκων. — Οἱ πρόεδροι τῶν διαφόρων Συλλόγων Κομοτηνῆς παρακαλοῦσιν ὅπως προστατευθῶσιν οἱ ἔκτακτοι ὑπάλληλοι τῆς Θράκης. — Ὁ ἀγροτικὸς κόσμος Λασηθίου ἐκφράζει τὴν εὐαρέσκειάν του πρὸς τὸ ἀγροτικὸν κόμμα τῆς Ἑλλάδος καὶ παρακαλεῖ ὅπως ληφθῇ μέριμνα καὶ ἀπαλλαγῇ οὗτος πάσης φορολογίας ἐπὶ τῆς γεωργικῆς παραγωγῆς. — Οἱ ἐν τῇ πλατείᾳ Θεμιστοκλέους ἐγκατεστημένοι πρόσφυγες καταστηματάρχαι καὶ μικροπωληταὶ παρακαλοῦσιν ὅπως ἀποσοβηθῇ ὁ κίνδυνος τῆς ἐξώσεώς των. — Οἱ τελειόφοιτοι στρατεύσιμοι τῶν Φυσικομαθηματικῶν Σχολῶν ζητοῦσιν ὅπως τύχωσι τοῦ εὐεργετήματος τῆς προφορικῆς ἐξετάσεώς των. — Ὁ πρόεδρος τῶν προσφυγικῶν Ὀργανώσεων Ξάνθης παρακαλεῖ ὅπως χορηγηθῇ πρόσθετον χρηματικὸν βοήθημα πρὸς ἀποπεράτωσιν τῶν ἀνεγερθέντων οἰκίσκων. — Ὁ ἐκ Λευκάδος συμβολαιογράφος Δημ. Φατοῦρος διαμαρτύρεται διὰ τὴν ἀνάθεσιν τῆς ἀνακρίσεως ὑποθέσεώς του εἰς τὸν πρωτοδίκην Εὐάγγελον Μηλόπουλον. — Ἡ Μαρία χήρα Σωτηρίου Παπασάλου ἢ Παπαδοπούλου, σχολικοῦ ἰατροῦ διατελέσαντος, αἰτεῖται τὴν ἀπονομὴν συντάξεως. — Οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι Θεσσαλονίκης αἰτοῦνται τὴν παραχώρησιν αὐτοῖς τῶν αἰτουμένων μικρῶν οἰκοπέδων τοῦ Δημοσίου. — Ὁ πληρεξούσιος Καρδίτσης κ. Γ. Σίδερης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 4 Σεπτεμβρίου 1924 Ν. Δ. περὶ τροποποιήσεως τοῦ Ν. Δ. τῆς 15 Φεβρουαρίου 1923 περὶ ἀποκαταστάσεως ἀκτημόνων καλλιεργητῶν, ὡς τοῦτο ἔχει τροποποιηθῇ καὶ διὰ προγενεστέρων νόμων». Ὁ πληρεξούσιος κ. Ι. Γιαμούζης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 4 Σεπτεμβρίου 1924 Ν. Δ. τοῦ τροποποιοῦντος τὸ ἀπὸ 17 Αὐγούστου 1923 Ν. Δ. περὶ ἐνοικιοστασίου βοσκῶν κλπ.». — Οἱ Ὑπουργοὶ τῶν Οἰκονομικῶν κ. Κ. Γκότσης καὶ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας κ. Κ. Σπυρίδης ὑποβάλλουν σχέδιον νόμου «περὶ κυρώσεως συμβάσεως μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος, ἀφορώσης εἰς ἑνοποίησιν προσωρινῶν δανείων καὶ τροποποίησιν προγενεστέρων μετ’ αὐτῆς συμβάσεων δανείων». — Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κ. Κ. Γκότσης ὑπεβάλλει σχέδιον νόμου «περὶ καταργήσεως τοῦ ἐδαφ. 1 τοῦ ἄρθρου 10 τοῦ νόμου 2749 περὶ συνάψεως ἐσωτερικοῦ ἀναγκαστικοῦ δανείου μέχρι τοῦ ποσοῦ τῶν 1.600 ἑκατομμ. δραχμῶν καὶ περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου 3201 τῆς 7 Αὐγούστου 1924 περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τοῦ Ν. Δ. τῆς 3 Ἀπριλίου 1923 περὶ εἰσαγωγικῶν τελῶν κλπ.». Ὁμοίως καταθέτει πίνακα ἐπενεκτέων μεταβολῶν εἰς τὸν ὑπὸ ψήφισιν Προϋπολογισμὸν χρήσεως 1924–1925, δι’ ὧν τὸ σύνολον τῶν ἐπιφεραμένων αὐξήσεων ἀνέρχεται εἰς δραχμὰς 167.515.695, ἐξ ὧν δραχμαὶ μὲν 145.111.465 δι’ ἀναπλήρωσιν τακτικῶν πιστώσεων, δραχμαὶ δὲ 21.404.230 δι’ ἐκτάκτους πιστώσεις, περὶ ὧν δὲν προέβλεψεν ὁ κατατεθεὶς Προϋπολογισμός. (Ὁ πίναξ οὗτος θέλει ἐκτυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ παραπεμπόμενος εἰς τὴν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ Ἐπιτροπήν). — Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας κ. Γ. Μαρῆς ὑποβάλλει σχέδιον νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 3 Σεπτεμβρίου 1924 Ν. Δ. περὶ κυρώσεως συμβάσεως μεταξὺ τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου καὶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος περὶ αὐξήσεως τοῦ συνολικοῦ ποσοῦ τῶν ὑπὸ τὴν ἐγγύησιν τοῦ Δημοσίου χορηγητέων γεωργικῶν δανείων πρὸς πρόσφυγας ἀπὸ δραχμ. 50 ἑκατομμ. εἰς δραχμ. 100 ἑκατομμύρια. — Συμφώνως πρὸς τὴν ὑπὸ τῆς Συνελεύσεως δοθεῖσάν μοι ἐξουσιοδότησιν, ἀντὶ τῶν κωλυομένων κ.κ. Α. Μιχαλακοπούλου, Κ. Γκότση, Γ. Μαρῆ καὶ Κ. Κουρτίδου, εἰς τὴν ἐπὶ τοῦ Συντάγματος Ἐπιτροπὴν καθωρίσθησαν οἱ κ.κ. Χ. Φακῆς, Κ. Σταμούλης, Β. Καραπάνος καὶ Π. Ζωγράφος. Ἐπίσης ἡ ἰδία Ἐπιτροπὴ ἐνισχύθη διὰ τῶν κ.κ. Π. Ἀραβαντινοῦ, Α. Δαργέντα, Α. Μπακάλμπαση, Κ. Γόντικα, Ν. Ἀβραάμ, Φ. Μανουηλίδη, Νεοκλ. Γρηγοριάδη, Ἐμμ. Ἐμμανουηλίδη, Ν. Ξηροῦ καὶ Στυλ. Γρηγορίου. — Οἱ πληρεξούσιοι Ἕβρου κ.κ. Γ. Μπρίκας καὶ Φ. Μανουηλίδης διαμαρτύρονται κατὰ τοῦ Εἰσαγγελέως Ἕβρου παραπέμψαντος τὸν πληρεξούσιον κ. Πανταζίδην ἄνευ ἀδείας τοῦ Σώματος. — Ἐπίσης ὁ πληρεξούσιος Ἕβρου κ. Πανταζίδης διαμαρτύρεται κατὰ τοῦ Εἰσαγγελέως Ἕβρου διὰ τὴν ποινικὴν δίωξιν αὐτοῦ ἄνευ ἀδείας τῆς Συνελεύσεως.
§8ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Διατί διώκεται;
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ ἐξυβρίσει ἑνὸς τελωνοφύλακος.
§10Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐγὼ ὡς Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης μόλις ἔμαθα τοῦτο διέταξα νὰ παύσῃ ἡ δίωξις. Ὁ Εἰσαγγελεὺς ἐνόμιζεν ὅτι ἡ Συνέλευσις ἔχει συνόδους καὶ ὅτι κατὰ τὰς διακοπὰς δύναται νὰ προβῇ εἰς δίωξιν πληρεξουσίου. Ἐγὼ διέταξα τὴν παῦσιν τῆς διώξεως ἀμέσως. Ὁ Εἰσαγγελεὺς μοὶ ἀπήντησεν ὅτι ἠρώτησε τὸν προϊστάμενόν του Εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν καὶ ἐπείσθη ὅτι πράγματι δὲν ἔπρεπε νὰ τὸν διώξῃ καὶ ἔπαυσε τὴν δίωξιν. Καὶ διὰ τὴν δίωξιν καὶ διὰ τὸ ἔγγραφον τὸ ὁποῖον μοὶ ἀπηύθυνε διέταξα τὴν πειθαρχικὴν δίωξιν τοῦ Εἰσαγγελέως.
§11Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἐγὼ δὲν εἶμαι ἐνήμερος τῆς ὑποθέσεως, ἀλλὰ βλέπω ἐκ τοῦ τηλεγραφήματος ὅτι εἰσάγεται εἰς δίκην τὴν 24ην τρέχοντος.
§12Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Πρόκειται περὶ ἄλλης πράξεως.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γόντικας ἔχει τὸν λόγον.
§14Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Τὸ πρᾶγμα, ὅπως ἐμφανίζεται ἐν τῇ Συνελεύσει, δὲν εἶναι τόσον ἁπλοῦν, οὔτε εἶναι ζήτημα τὸ ὁποῖον νὰ λυθῇ μὲ δύο λέξεις. Νομίζω ὅτι διὰ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ αὐτὴν ταύτην τὴν Συνέλευσιν καὶ τὴν θέσιν ὑπαλλήλου φερθέντος ὅπως εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς καὶ τέως ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, νομίζω ὅτι εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς ἐμὲ — καὶ εἰς οἱονδήποτε ἄλλον — νὰ ζητήσω ὅπως κοινῇ συναινέσει γίνῃ μία παρέκκλισις τῆς τακτικῆς τοῦ Κανονισμοῦ ἐπὶ 10 λεπτά. Θὰ παρεκάλουν δὲ τὴν Συνέλευσιν νὰ συναινέσῃ νὰ ἀκουσθοῦν ὀλίγαι λέξεις ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τῆς ἀναφορᾶς αὐτῆς διὰ τὰς σχέσεις τῶν ὑπαλλήλων τῆς δικαστικῆς Ἀρχῆς, διότι τὸ πρᾶγμα δι’ ἐμέ, καθήμενον ἐπὶ τόσα ἔτη ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, δὲν εἶναι ἁπλοῦν, ἂν οὕτως ἔχῃ, ὅπως τὸ ἀντελήφθην αὐτὴν τὴν στιγμήν. Ἂν ἡ Συνέλευσις συναινῇ καὶ ὑμεῖς ἐπιτρέπητε νὰ ἐρωτηθῇ, κύριε Πρόεδρε, θὰ παρεκάλουν νὰ μοῦ ἐπιτρέψητε ἐπὶ δύο ἢ τρία λεπτὰ νὰ σᾶς ἀπασχολήσω.
§15ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§16Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Τὸ θέμα εἶναι ἄξιον συζητήσεως, ἀλλὰ δὲν νομίζετε ὅτι θὰ ἦτο ὀρθότερον νὰ ὁρισθῇ μία ἡμέρα εἰδικῶς διὰ νὰ τὸ συζητήσωμεν καὶ καταλήξωμεν εἰς συμπεράσματα εἰδικώτερα; Ἐὰν θέλετε, τὴν προσεχῆ Δευτέραν.
§17Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἅπαξ ἡ Συνέλευσις μοὶ τὸ ἐπέτρεψε, θὰ τὴν ἀπασχολήσω ἐπ’ ὀλίγον, χωρὶς νὰ ἀλλάξω κἂν θέμα, νὰ κάμω ἕνα πρόλογον, ὥστε νὰ γίνῃ μία ἐξέτασις τοῦ πράγματος τόσον ἐκ μέρους τῶν ἁρμοδίων Ὑπουργῶν, ὅσον καὶ ἐκ μέρους αὐτοῦ τούτου τοῦ Σώματος. Ἡ διάταξις ἡ συνταγματικὴ τῆς ἀσυλίας τοῦ βουλευτοῦ δὲν ἐγένετο χάριν αὐτοῦ τοῦ βουλευτοῦ· δὲν πρόκειται περὶ τοῦ ἀτόμου. Εἶναι ἀδιάφορον διὰ κάθε ἕνα πληρεξούσιον ἂν ἡ καταδιωκτικὴ Ἀρχὴ διὰ πρᾶξιν τὴν ὁποίαν ἔκαμε θὰ τὸν εἰσαγάγῃ ἢ ὄχι εἰς δίκην. Πολλοὶ ἐπιθυμοῦν νὰ εἰσαχθῶσιν εἰς δίκην. Πολλάκις διάφοροι πληρεξούσιοι παρακαλοῦν τὴν Συνέλευσιν νὰ ἐπιτρέψῃ εὐθὺς ἀμέσως τὴν δίωξιν. Διότι βεβαίως τὸ πρᾶγμα δὲν εἶναι εὐχάριστον. Αἱ Ἐπιτροπαὶ τῆς Βουλῆς καὶ τὸ Σῶμα τῆς Βουλῆς πολλάκις εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ μὴ ἐπιτρέψῃ τοῦτο δι’ ἄλλους λόγους γενικωτέρους, σκοπιμωτέρους. Εἶναι διάταξις θεμελιώδης, εἶναι διάταξις ἡ ὁποία ἀφορᾷ τὸ κῦρος αὐτοῦ τούτου τοῦ Σώματος, εἶναι διάταξις λίαν σοβαρά. Ἀλλὰ γεννᾶται ἐντεῦθεν ἓν ἄλλο ζήτημα. Ἤκουσα πρὸ μικροῦ τοῦ ἀξιοτίμου ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ καὶ τέως ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης εἰπόντος ὅτι ὁ Εἰσαγγελεὺς Ἀλεξανδρουπόλεως προέβη εἰς δίωξιν κατὰ τοῦ πληρεξουσίου γνωρίζων τὴν ἰδιότητά του ὡς πληρεξουσίου. Ἡ πρᾶξις ἦτο ἐπ’ αὐτοφώρῳ ἢ ὄχι; Δὲν καθορίζεται. Πάντως διὰ νὰ ἐγένετο αὐτὸ θὰ ἦτο ἐπ’ αὐτοφώρῳ. Ἐγένετο γνωστὴ ἡ δίωξις τοῦ πληρεξουσίου, ἀλλ’ ὁ κ. Εἰσαγγελεύς, ὅπως φαίνεται εἰς τὸ τηλεγράφημα τὸ ἀπαντητικόν, δὲν τὸ ἔλαβε καθόλου ὑπ’ ὄψιν του, ὑποστηρίξας θεωρίαν τὴν ὁποίαν ἐνόμιζεν ἐπιβεβλημένην. Ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς εἰδοποιήθη ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ὅτι ὤφειλε νὰ σταματήσῃ τὴν περαιτέρω ἐνέργειαν, ἂν δὲν ἔχῃ τὴν ἄδειαν τοῦ Σώματος. Ἤκουσα μίαν φράσιν ἡ ὁποία μὲ ἔφερεν εἰς τὸ βῆμα διὰ νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Συνελεύσεως, ὅτι ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς εἰς δευτέραν ἀπάντησιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης εἶπεν ὅτι «διότι ἠρώτησε τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν καὶ ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν ἔχει τὴν γνώμην ὅτι κακῶς ἐνήργησε», διὰ τοῦτο στέργει ἢ θὰ ἀναβάλῃ τὴν δίκην.
§18Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Τὴν ἀνέβαλε.
§19Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ὑπάρχει εἰς τὰς φράσεις αὐτὰς προφανῶς μία τάσις ἀντιπειθαρχική, μία παρανόησις τοῦ καθήκοντός του περὶ ἐλλείψεως σεβασμοῦ πρὸς τὴν ἀνωτέραν προϊσταμένην Ἀρχὴν τὴν δικαστικήν, μαζὶ μὲ τὴν ἔλλειψιν τοῦ σεβασμοῦ πρὸς αὐτὸ τὸ Συντακτικὸν Σῶμα. Κύριοι, αὐτὴ ἡ φράσις μὲ ἔφερεν εἰς τὸ βῆμα καὶ ἤθελον νὰ ἐρωτήσω τὸν κ. τέως ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸν ἂν ἐξήντλησε τὸ δικαίωμα τὸ ὁποῖον εἶχεν, ἀσκήσας τὴν πειθαρχικὴν δίωξιν ἐπ’ αὐτοῦ. Τὸν ἐτιμώρησε δηλαδὴ ἐξαντλήσας ὅλην τὴν δικαιοδοσίαν τὴν ὁποίαν εἶχεν ὡς Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης;
§20Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Διέταξα τὴν δίωξιν.
§21Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Διετάξατε τὴν δίωξιν, ἀλλὰ νομίζω ὅτι θὰ ἦτο ἐνδεδειγμένον εὐθὺς ἀμέσως νὰ ἐξαντληθῇ ὁλόκληρος ἡ δικαιοδοσία τοῦ Ὑπουργοῦ καὶ νὰ ζητηθῇ ἡ παραπομπὴ τοῦ ὑπαιτίου διὰ τὸ βαρύτατον τοῦτο πταῖσμα τὸ ὁποῖον ἔκαμε. Δὲν εἶναι μικρὸν τὸ πρᾶγμα. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐζήτησε τὴν παραπομπήν του....
§22Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Τὴν πειθαρχικὴν δίωξιν, διότι εἰσήγαγε τὸν κ. πληρεξούσιον εἰς δίκην. Ὅταν ἔλαβα τὸ τηλεγράφημα, διὰ τοῦ ὁποίου μοὶ ἔλεγεν ὅτι «διότι ἠρώτησε τὸν Εἰσαγγελέα», ἐθεώρησα τοῦτο βαρύτατον παράπτωμα καὶ διέταξα τὴν δίωξίν του δι’ αὐτὸ τὸ παράπτωμα. Βεβαίως δὲ θὰ ἀσκηθῇ παρὰ τοῦ διαδόχου μου ἡ δίωξις.
§23Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Βεβαίως θὰ ἐξετάσω τὴν ὑπόθεσιν.
§24Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Πῶς διετάξατε τὴν ἄρσιν τῆς καταδιώξεως; Διὰ τοῦ Εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου ἢ ἀπ’ εὐθείας;
§25Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἀπ’ εὐθείας.
§26Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν ἔχετε δικαίωμα νὰ διατάξητε τὴν καταδίωξιν τοῦ Εἰσαγγελέως.
§27Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ εἴπῃ εἰς τὸν Εἰσαγγελέα ὅτι αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἔκαμε δὲν εἶναι ὀρθόν;
§28Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Αὐτὸ εἶναι ὑπόδειξις.
§29Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Δὲν μᾶς ἀπασχολεῖ εἰδικῶς τὸ ζήτημα τῆς ἀναστολῆς τῆς διώξεως· μᾶς ἀπασχολεῖ ἄλλη ἄποψις καὶ ἐπ’ αὐτῆς ἐφιστῶ τὴν προσοχήν σας. Ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως» σᾶς ἠρώτησεν ἂν διὰ τοῦ Εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου ἐζητήσατε τὴν παῦσιν τῆς διώξεως ἢ τῆς εἰσαγωγῆς εἰς δίκην. Ἀλλ’ ἐγὼ λέγω ὅτι ὄχι μόνον σεῖς ἐδικαιοῦσθε νὰ διατάξητε τὸν Εἰσαγγελέα καὶ τὸν ἐπαναφέρητε εἰς τὴν συναίσθησιν τοῦ καθήκοντός του, ἀλλὰ καὶ ἡμεῖς αὐτοὶ οἱ μὴ ἔχοντες ἐξουσίαν τοιαύτην καὶ πᾶς πολίτης. Διότι πρόκειται περὶ ἐπανόδου εἰς τὴν ὀρθὴν γραμμὴν ἀνθρώπου παρεκτραπέντος εἰς τὴν ἐνάσκησιν τῶν καθηκόντων του. Δικαστὴς ἢ Εἰσαγγελεὺς ὁ ὁποῖος ἐνεργεῖ πρᾶξιν ἐκτὸς τοῦ κύκλου τῆς ἁρμοδιότητός του δὲν εἶναι δικαστής, δὲν εἶναι Εἰσαγγελεύς. Αἱ πράξεις αὐτοῦ εἶναι σεβασταὶ μόνον ὅταν ἐνεργῶνται εἰς τὸν κύκλον τῆς ἁρμοδιότητός του. Νομίζω ὅτι, ἂν ὁ Ὀργανισμὸς τῶν Δικαστηρίων δὲν εἶναι ἀρκετός, ἂν ἡ πειθαρχικὴ δίωξις, ἀσκουμένη εἰς τὸν δικαστὴν καὶ εἰς τὸν Εἰσαγγελέα, δὲν φρονῇ ἡ Συνέλευσις καὶ ἡ Κυβέρνησις ὅτι εἶναι ἀρκεταὶ ἵνα ἐπαναφέρωσιν εἰς τὴν εὐθεῖαν ἀνθρώπους οὑτωσὶν ἐκτροχιαζομένους, νομίζω ὅτι εἶναι ἐπιβεβλημένον διὰ Ψηφίσματος, οὐχὶ κἂν διὰ νόμου, νὰ ζητηθῇ εὐρύτης ἐξουσίας καὶ εὐρύτης δικαιοδοσίας παρὰ τῆς Συνελεύσεως, ἡ ὁποία εἶμαι βέβαιος ὅτι προθύμως θέλει παρασχεθῆ, ἵνα γίνῃ ἀμέσως ἡ πειθαρχικὴ δίωξις. Διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ Κράτος ὅταν ὁ προϊστάμενος τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης δὲν ἔχῃ τὸ δικαίωμα εἰς μίαν τόσον προφανῆ παρεκτροπὴν νὰ ἀσκήσῃ ἀμέσως τὴν δίωξιν· οὔτε εἶναι κατάστασις αὐτὴ ἕνας ὑπάλληλος νὰ λέγῃ πρὸς τὸν Ὑπουργὸν ὅτι δὲν θὰ τὸν ἐλογάριαζεν ἂν δὲν συνέβαινε νὰ ἐρωτήσῃ τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν καὶ νὰ ἔχῃ οὗτος τὴν αὐτὴν γνώμην μὲ τὸν Ὑπουργόν. Δὲν πρόκειται νὰ λογαριάσῃ οὔτε τὸν πληρεξούσιον οὔτε τὸν πολιτικόν· πρέπει νὰ λογαριάσῃ τὸν προϊστάμενον ἐν τῇ διοικήσει τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης. Ἀντιλαμβάνεται ἡ δικαστικὴ Ἀρχὴ ὅτι ἔχει προϊστάμενον ἐν τῇ διοικήσει, ἢ δὲν τὸ ἀντιλαμβάνεται, ὁπότε πρέπει νὰ καταργηθῇ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης καὶ νὰ ἀφεθῇ ἡ ἀπόλυτος διοίκησις τῆς Δικαιοσύνης εἰς τὸν Εἰσαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου; Ἂν ὅμως τὸ Σῶμα ἢ οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ Λαοῦ φρονοῦσιν ὅτι πρέπει νὰ μετέχῃ τῆς διοικήσεως τῆς Δικαιοσύνης ὁ Ὑπουργός, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει λέγω ὅτι πρέπει νὰ ληφθοῦν ἀνάλογα μέτρα. Μόνον ὑπὸ τοιαύτας ἀπόψεις ἔλαβον τὴν ἄδειαν νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Συνελεύσεως καὶ τῆς Κυβερνήσεως.
§30Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Βεβαίως, κύριοι πληρεξούσιοι, οὐδεὶς δύναται νὰ ἀρνηθῇ τὸ ὀρθὸν τῶν παρατηρήσεων τὰς ὁποίας ἀπηύθυνεν ὁ ἀξιότιμος πληρεξούσιος. Τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης ἔχει τὴν ἀνωτάτην ἐποπτείαν ἐπὶ τῶν δικαστῶν, ἰδίως δὲ ἔχει τὴν ἄμεσον ἐποπτείαν καὶ τὸ δικαίωμα νὰ δίδῃ διαταγὰς εἰς τοὺς Εἰσαγγελεῖς. Γενικῶς ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης προΐσταται τῆς ὅλης εἰσαγγελικῆς ἱεραρχίας καὶ δύναται ἀπ’ εὐθείας νὰ διατάσσῃ τοὺς κατωτέρους ὁσάκις διὰ τὴν ταχύτητα ἀπαιτεῖται τοῦτο. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ δίδῃ τὰς διαταγὰς διὰ τοῦ Εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου. Λυποῦμαι διότι τοῦ τηλεγραφήματος ἔλαβον γνῶσιν αὐτὴν τὴν στιγμὴν καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶμαι ἐνήμερος τῆς ὅλης ὑποθέσεως. Ἐφόσον ὅμως ἀντιλαμβάνομαι, διότι εἶναι καὶ κακοτύπως συντεταγμένον, πρόκειται περὶ μιᾶς καὶ τῆς αὐτῆς ὑποθέσεως, περὶ μιᾶς ἐξυβρίσεως ἐκ μέρους τοῦ πληρεξουσίου Πανταζίδου καθ’ ἑνὸς τελωνοφύλακος, διὰ τὴν ὁποίαν διεξάγεται ἀνάκρισις. Ὁ ἀξιότιμος προκάτοχός μου, ἐφόσον ἐπρόκειτο περὶ πληρεξουσίου, διέταξεν, ὑπέδειξεν εἰς τὸν Εἰσαγγελέα ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ προβῇ, διότι αἱ ἐργασίαι τῆς Συντακτικῆς Συνελεύσεως ἐξακολουθοῦν, ἡ δὲ Συντακτικὴ Συνέλευσις δὲν ἔχει συνόδους, ἀλλ’ ἔχει μόνον χρονικὴν διάρκειαν τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς. Φαίνεται ὅτι πρὸς στιγμὴν ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Πλημμελειοδικῶν τὸ πρῶτον ἐπειθάρχει, ἀλλὰ κατόπιν, τίς οἶδεν ἐκ ποίων σκέψεων ὁρμώμενος, — εἶναι δὲ ἀληθές, κύριοι, ὅτι εἰς τοὺς δικαστικοὺς ὑπαλλήλους ἐπικρατεῖ τὰ τελευταῖα χρόνια μεγάλη αὐθαιρεσία (χειροκροτήματα), ἔγραψα δὲ καὶ δύο ἄρθρα σχετικῶς καθ’ ὃν χρόνον οὐδ’ ἐφανταζόμην ὅτι θὰ ἐκαλούμην νὰ ὑπηρετήσω τὴν Πατρίδα μου ἐν τῷ ἀνωτάτῳ ἀξιώματι τοῦ Ὑπουργοῦ, — φαίνεται ὅτι οἱ κύριοι αὐτοὶ ἠθέλησαν νὰ εὕρουν μίαν διέξοδον, ἴσως ἕνεκα τοπικῶν ἐκεῖ προστριβῶν, παθῶν καὶ τῶν τοιούτων, καὶ κατόπιν ἐσκέφθησαν διὰ τὴν αὐτὴν ὑπόθεσιν, μετά τινας δικολαβισμοὺς τοὺς ὁποίους βλέπω ἐδῶ, νὰ ζητήσουν νὰ εἰσαγάγουν τὸν αὐτὸν πληρεξούσιον, ὁ ὁποῖος εἰσάγεται εἰς τὰς 24. Σᾶς πληροφορῶ ὅτι θὰ διατάξω εὐθὺς ἀμέσως νὰ ἀποσυρθῇ ἡ δικογραφία. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ πληροφορήσω τὴν Συνέλευσιν ὅτι, ἐφόσον ἀνέλαβον τὴν διοίκησιν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, ἔπραξα δὲ τοῦτο ἐξ ἁπλοῦ ζήλου διὰ νὰ ἀνορθωθῇ ἡ Δικαιοσύνη, θὰ καταβάλω πᾶσαν προσπάθειαν καὶ θὰ φέρω πρὸς τοῦτο καὶ τὰ ἀναγκαῖα νομοθετήματα. Θὰ διατάξω τώρα ἀμέσως νὰ ἀποσυρθῇ ἡ ὑπόθεσις καὶ νὰ μοὶ ἀναφέρουν τοῦτο, καὶ θὰ ζητήσω κατόπιν τὴν δικογραφίαν διὰ νὰ ἐνεργήσω τὰ δέοντα πρὸς καταδίωξιν τῶν τυχὸν παρεκτραπέντων καὶ τῶν μὴ πειθαρχησάντων εἰς τὰς διαταγὰς τῆς προϊσταμένης Ἀρχῆς (χειροκροτήματα).
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μανουηλίδης ἔχει τὸν λόγον.
§32Φ. ΜΑΝΟΥΗΛΙΔΗΣ. Ὑπὸ τύπον ἁπλῶν πληροφοριῶν, κύριοι συνάδελφοι, προκειμένου περὶ συναδέλφου τοῦ Νομοῦ Ἕβρου ἀπόντος, ἀνέρχομαι εἰς τὸ βῆμα ἵνα δώσω μερικὰς διασαφήσεις ἐπὶ τῶν ἐκτεθέντων καὶ νὰ εὐχαριστήσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ὁ ὁποῖος ὁμολογουμένως διέγνωσε τὸ κακὸν τῆς ὅλης ὑποθέσεως. Εἰς τὸν Νομὸν Ἕβρου δὲν ὑπάρχουν οὔτε πάθη πολιτικά, οὔτε διαστάσεις αἱ ὁποῖαι χωρίζουν τοὺς πολίτας, οὕτως ὥστε ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς νὰ ἐξεύρῃ ἀφορμὴν νὰ δημιουργήσῃ τὸ ζήτημα αὐτό. Δυστυχῶς εἰς τὸν Νομὸν Ἕβρου οἱ δικαστικοὶ ὑπάλληλοι γενικῶς, ὅπως εἶχε τὴν καλωσύνην ν’ ἀναφέρῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, διαπνέονται ἀπὸ αἰσθήματα ἐχθρικὰ πρὸς τὸν Τόπον, καὶ τοῦτο διότι ὁ Νομὸς ἔτυχε νὰ εἶναι ἀπ’ ἄκρου εἰς ἄκρον δημοκρατικὸς καὶ ἐπιστοποιήθη τὸ γεγονὸς κατὰ τὸ δημοψήφισμα, ὅτε αἱ μόναι ψῆφοι αἱ ὁποῖαι εὑρέθησαν ἀντίθετοι ἦσαν αἱ τῶν δικαστικῶν καὶ τῶν χωροφυλάκων. Μίαν τῶν ἡμερῶν τοῦ παρελθόντος μηνὸς ἦλθεν ἓν τηλεγράφημα τοῦ συναδέλφου κ. Πανταζίδου, ὁ ὁποῖος μοὶ κατήγγειλεν ὅτι ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς χωρὶς νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του ὅτι εἶναι πληρεξούσιος τοῦ ἔστειλε κλῆσιν δικαστικήν, διὰ τῆς ὁποίας τὸν ἐκάλει εἰς μίαν δικάσιμον πολὺ σύντομον, καίτοι εἰς τὸν Νομόν μας αἱ διαδικασίαι δὲν εἶναι διόλου σύντομοι, παρέρχονται δὲ πολλοὶ μῆνες χωρὶς νὰ ἐπιλαμβάνωνται τῶν ὑποθέσεων τὰ Δικαστήρια. Εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν ὁ Εἰσαγγελεὺς ἀνέπτυξεν ἐξαιρετικὴν δραστηριότητα καὶ τὸν ἐκάλεσεν ἐντὸς 10 ἡμερῶν. Ὁ κ. συνάδελφος διεμαρτυρήθη καὶ τῷ εἶπεν ὅτι εἶναι πληρεξούσιος. Ἀλλ’ ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς ἐπιμένων ἐνόμισεν ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐπιδώσῃ τὸν φάκελον καὶ νὰ τὸν καλέσῃ εἰς τὴν δίκην. Μετέβην λίαν πρωὶ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, ὅπου ἦτο Ὑπουργὸς ὁ νῦν κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Εἶχε καὶ αὐτὸς τηλεγραφήματα ἀπὸ ἄλλους συναδέλφους διαμαρτυρομένους, καὶ τὸν παρεκάλεσα νὰ λάβῃ τὰ ἐνδεικνυόμενα ὑπὸ τῆς περιστάσεως μέτρα. Ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶχε τὴν καλωσύνην νὰ μοὶ εἴπῃ ὅτι θὰ τηλεγραφήσῃ ἀμέσως πρὸς τὸν κ. Εἰσαγγελέα τοῦ Νομοῦ διὰ νὰ ἀποσύρῃ τὴν δικογραφίαν. Μολονότι δὲν εἶμαι καὶ πολύπειρος γνώστης τῶν πραγμάτων τῶν κοινοβουλευτικῶν, διότι δὲν εἶμαι παλαιὸς πολιτικός, παρετήρησα εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ὅτι δὲν θὰ μὲ ἱκανοποίει ἡ ἐνέργεια αὕτη, ἀλλὰ θὰ ἦτο ἀνάγκη ὁ Εἰσαγγελεύς, ὁ ὁποῖος ἀπεδείχθη ὅτι δὲν ἐγνώριζε στοιχειώδη πράγματα ἀναφερόμενα εἰς τὴν λειτουργίαν τοῦ Κοινοβουλίου, θὰ ἦτο καλὸν νὰ μᾶς ἀπαλλάξῃ τῆς ἐκεῖ παρουσίας του, διότι ἄνθρωπος ὁ ὁποῖος δὲν γνωρίζει τόσον στοιχειώδη πράγματα δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ εἶναι Εἰσαγγελεὺς τοῦ Νομοῦ Ἕβρου. Ὁ κ. Ὑπουργὸς μοὶ ἀνέφερεν ἀμέσως περὶ τοῦ Συμβουλίου τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται κακῇ τῇ μοίρᾳ καὶ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, ὅπως ὑπάρχουν καὶ εἰς ὅλα τὰ ἄλλα Ὑπουργεῖα τοιαῦτα, τὰ ὁποῖα συστηματικῶς ἀντιδρῶσιν εἰς τὰς καλὰς διαθέσεις τῶν κατὰ καιροὺς Ὑπουργῶν, οἱ ὁποῖοι, ὅταν πρόκειται νὰ διορθώσουν μίαν ἀδικίαν, εὑρίσκονται ἀντιμέτωποι πρὸς τὰ Συμβούλια αὐτά. Παρ’ ὅλα ταῦτα ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐτηλεγράφησεν εἰς τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν. Τί ἔγινεν ἔκτοτε δὲν γνωρίζω· ἐκεῖνο ὅμως τὸ ὁποῖον γνωρίζω καὶ δύναμαι νὰ διαβεβαιώσω εἶναι ὅτι ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς ἀπειλεῖ τοὺς πάντας καὶ τὰ πάντα, διότι δῆθεν ἐγένετο προσφυγὴ εἰς τὸ Ἐφετεῖον Κομοτηνῆς, καὶ σήμερον βλέπω μὲ ἔκπληξίν μου ὅτι εἶχε προβῆ καὶ εἰς ἄλλο ἀντιπειθαρχικὸν κίνημα τηλεγραφῶν κατὰ τοιοῦτον τρόπον, τὸν ὁποῖον πολὺ ὀρθῶς ἐχαρακτήρισεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Νομίζω, κύριοι, ὅτι δὲν πρέπει καὶ δὲν δύναται νὰ ἐξακολουθήσῃ παραμένων ἐπὶ πλέον εἰς τὴν Ἀλεξανδρούπολιν κατόπιν τῶν ἐκτεθέντων ὁ ἀξιότιμος κ. Εἰσαγγελεὺς τοῦ Νομοῦ Ἕβρου.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καφαντάρης ἔχει τὸν λόγον.
§34Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ὑποθέτω ὅτι ὑπάρχουν δύο ζητήματα πρὸς ἐξέτασιν, τὸ ἓν τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς δικαστικῆς Ἀρχῆς, καὶ τὸ ἕτερον τὸ ὁποῖον ἀποβλέπει εἰς τὴν εὐθύνην τῆς εἰσαγγελικῆς Ἀρχῆς Ἕβρου διὰ τὴν γενομένην παρ’ αὐτῆς ἐνέργειαν. Ἐπὶ τοῦ πρώτου ζητήματος θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, παρ’ ὅλην τὴν ἀπόλυτον πεποίθησιν τὴν ὁποίαν ἔχω ἐπὶ τῆς νομολογικῆς αὐτοῦ ἱκανότητος, νὰ ἔχω διάφορον αὐτοῦ γνώμην. Θεωρῶ δηλαδὴ ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔχει ἀναμφισβητήτως τὸ δικαίωμα, ὡς ἐξασκῶν τὴν πειθαρχικὴν ἐξουσίαν, νὰ παρακολουθῇ τὸ ἔργον τῆς Δικαιοσύνης καὶ τῶν δικαστικῶν λειτουργῶν, ἀλλ’ ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ δικαιοῦται νὰ ἀναμιγνύεται εἰς τὰ ἔργα τῆς δικαστικῆς Ἀρχῆς καὶ πρὸ παντὸς δὲν δικαιοῦται νὰ διατάσσῃ τὴν ἀναστολὴν τῆς καταδιώξεως ἐκείνων οἱ ὁποῖοι περιπίπτουσιν εἰς παραβάσεις. Ἡ καταδίωξις, εἴτε ἄδικος εἴτε δικαία, δὲν δύναται ν’ ἀνασταλῇ παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Καὶ ἔρχεται καὶ τὸ δεύτερον ζήτημα. Ἀγνοῶ καὶ τὸν Εἰσαγγελέα καὶ τὴν ὑπόθεσιν αὐτήν. Ἐκεῖνο ὅμως τὸ ὁποῖον παρατηρῶ εἶναι τοῦτο, ὅτι δηλαδὴ ἐπρόκειτο περὶ μιᾶς νομικῆς ἑρμηνείας περὶ ζητήματος χρήζοντος διασαφήσεως, ὅσον καὶ ἂν δι’ ἕνα ἐντριβῆ περὶ τὰ πολιτικὰ εἶναι ὀφθαλμοφανές. Δηλαδὴ ἐπρόκειτο περὶ τοῦ ἂν ἐπὶ τῆς Συνελεύσεως ἰσχύει ὁ κανὼν ὁ ὁποῖος ἰσχύει καὶ διὰ τὰς ἄλλας Βουλὰς. Τουτέστιν ἂν ἰσχύει τὸ δικαίωμα τῆς ἀσυλίας. Διότι πράγματι ἡ Συνέλευσις εὑρίσκετο εἰς τὰς θερινάς της διακοπὰς καὶ ὁ Εἰσαγγελεὺς ἴσως ἐθεώρησεν ὅτι τὸ δικαίωμα τῆς ἀσυλίας δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ λειτουργῇ κατὰ τὸν χρόνον τοῦτον καὶ ἠθέλησε νὰ τὸν διαφωτίσῃ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης. Δικαίωμα ὅμως εἶχεν, ἴσως καὶ ὑποχρέωσιν, ἂν ἀμφέβαλλε, νὰ προσφύγῃ εἰς τὴν ἀμέσως προϊσταμένην αὐτοῦ δικαστικὴν Ἀρχήν, ἧς τὴν γνώμην ὀφείλει νὰ παρακολουθῇ εἰς ζητήματα δικαστικῆς φύσεως, καὶ νὰ ἐρωτήσῃ ἂν ἡ γνώμη τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης εἶναι ἡ ἀκριβὴς ἢ ὄχι. Καὶ μέχρι τοῦ σημείου τούτου εἰς κανὲν παράπτωμα δὲν ὑπέπεσε. Τοῦτο εἶναι ἀναμφισβήτητον. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶναι ἐξεταστέον εἶναι ἂν ἐνήργησεν ἐκ κακῆς προαιρέσεως εἰς βάρος ἑνὸς πληρεξουσίου καὶ ἂν ἡ ἀμάθεια αὐτοῦ εἰς τὰ ζητήματα τῆς Συντακτικῆς Συνελεύσεως τὰ πολιτικῆς φύσεως εἶναι καταλογιστέα εἰς αὐτὸν ὡς ἁμάρτημα διὰ τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ δώσῃ λόγον.
§35Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ ἐμμείνω εἰς τὴν γνώμην τὴν ὁποίαν ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ἐκφέρω ἐπὶ τοῦ θέματος ἔναντι τοῦ σεβαστοῦ πληρεξουσίου καὶ Προέδρου, τοῦ προλαλήσαντος, καὶ νὰ διαφωνήσω πρὸς τὰ ἐξενεχθέντα ὑπ’ αὐτοῦ. Ἔχω τὴν γνώμην ὅτι, ἐφόσον πρόκειται περὶ τυπικῶς καταφανοῦς παραβάσεως, περὶ ἐνεργειῶν ἐκνόμων, κατὰ τύπους ἐκνόμων, καὶ ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν κατὰ ἱεραρχικὴν κλίμακα, καὶ ὁ Εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὅστις προΐσταται ὅλης τῆς εἰσαγγελικῆς ἱεραρχίας, ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ ἀναστείλωσι πᾶσαν παράνομον ἐνέργειαν, ἀφοῦ ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ διατάξωσι καὶ τὴν ἐνέργειαν πάσης δικαστικῆς πράξεως. Π. χ. ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Πλημμελειοδικῶν δὲν ἀνακόπτει βούλευμα, ἐνῷ ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν δικαιοῦται νὰ διατάξῃ τὴν ἀνακοπήν, καὶ οὕτω καθεξῆς. Λοιπόν, ἐφόσον πρόκειται περὶ κατὰ τύπους ἐκνόμων ἐνεργειῶν, ἡ προϊσταμένη Ἀρχὴ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ παρεμβῇ.
§36Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Μέχρι τοῦ ὁρίου ἀπὸ τοῦ ὁποίου θίγεται ἡ διάκρισις τῶν ἐξουσιῶν.
§37Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἡ διάκρισις τῶν ἐξουσιῶν θίγεται ὅταν θελήσωμεν νὰ ἐπεμβῶμεν εἰς τὴν οὐσίαν. Ὅταν θελήσωμεν νὰ εἴπωμεν εἰς τὸν Εἰσαγγελέα ὅτι τὰ πραγματικὰ αὐτὰ περιστατικά, τὸ πόρισμα αὐτὸ τὸ ὁποῖον προέκυψεν ἐκ μιᾶς ἀνακριτικῆς ἐνεργείας, ἡμεῖς δὲν εὑρίσκομεν ὅτι εἶναι ἐπαρκὲς διὰ νὰ ἀποτελέσῃ στοιχεῖον κατηγορίας, ἐκεῖ βέβαια ἐπεμβαίνομεν. Ἀλλ’ ὅταν κατὰ τύπους παρανομοῦσι, δὲν ἐπεμβαίνομεν, οὔτε παραβιάζομεν τὸ δικαίωμα τῆς διακρίσεως τῶν ἐξουσιῶν.
§38Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ὑπάρχουν ἀνώταται Ἀρχαὶ αἱ ὁποῖαι θὰ τὸ κρίνουν.
§39Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἀνώτατος πάντων εἶναι ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὑπὸ τὴν ἀνωτέρω ἔννοιαν.
§40Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ὑπάρχει ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν ἢ τὸ Συμβούλιον τῶν Ἐφετῶν. Ἡ θεωρία σας εἶναι πολὺ πρωτότυπος καὶ βεβιασμένη ὀλίγον καὶ παρακαλῶ πολὺ νὰ δώσητε τὴν προσοχήν σας, διότι αὐτὸ ἠμπορεῖ νὰ ἔχῃ μεγάλας συνεπείας.
§41Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Σᾶς παρακαλῶ. Διὰ τὸ κατὰ τύπον παράνομον ἡ ἀνωτέρα Ἀρχὴ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ παρεμβῇ, καὶ σᾶς δίδω τὸ ἑξῆς παράδειγμα. Σᾶς συλλαμβάνει ὁ Εἰσαγγελεὺς ἄνευ ἐντάλματος καὶ παραπονεῖσθε εἰς τὸν Εἰσαγγελέα· τί θὰ κάμετε;
§42Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Θὰ προβάλω τὴν ἀσυλίαν τὴν βουλευτικήν.
§43Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Συλλαμβάνεσθε ἄνευ ἐντάλματος καὶ παραπονεῖσθε πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα. Ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν ἢ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ διατάξῃ τὴν ἀπόλυσιν;
§44Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Κύριε Ὑπουργέ, εἰς τοιαύτην περίπτωσιν ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔχει τὸ δικαίωμα τὸ ὁποῖον ἔχει πᾶς πολίτης, νὰ προστατεύσῃ τὰς θεμελιώδεις συνταγματικὰς ἐλευθερίας τὰς παραβιαζομένας ὑπὸ τῶν Ἀρχῶν. Ἰδιαιτέραν δικαιοδοσίαν ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἰς τὸ νὰ ἀπολύσῃ τῶν φυλακῶν κατηγορούμενον κρατούμενον ἐκ μέρους τῆς Δικαιοσύνης δὲν ἔχει.
§45Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν λέγω δυνάμει ἐντάλματος. Ἐπαναλαμβάνω ὅτι δι’ ἐκνόμους κατὰ τύπον ἐνεργείας ἡ ἀνωτέρα Ἀρχὴ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ διατάσσῃ. Λοιπὸν εἰς τὸ προκείμενον. Ὅταν βλέπω ἕνα Εἰσαγγελέα διώκοντα ἕνα πληρεξούσιον ἄνευ ἀδείας τῆς Βουλῆς καὶ θέλοντα νὰ τὸν εἰσαγάγῃ εἰς τὸ ἀκροατήριον, δὲν ἔχω τὸ δικαίωμα ὡς Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ διατάξω τὴν ἀναστολήν;
§46Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, ὅπως ἀναγραφῶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει ὡς ἐπερωτῶν διὰ νὰ συζητήσωμεν εὐρύτερον τὸ ζήτημα αὐτό.
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Παπαναστασίου ἔχει τὸν λόγον.
§48Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ ζήτημα εἶναι σοβαρώτατον. Ἡ ἄποψις τὴν ὁποίαν ὑπεστήριξεν ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς εἶναι εὐάρεστος εἰς τὴν Συνέλευσιν διότι πρόκειται περὶ ἑνὸς συναδέλφου, ἀλλ’ ἡ γνώμη τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὅτι δικαιοῦται νὰ ἐπεμβαίνῃ εἰς τὴν ἐνέργειαν τῆς δικαστικῆς Ἀρχῆς, εἶναι ἐσφαλμένη καὶ ἐπικίνδυνος, διότι αἱ ἀρχαὶ ἐπὶ τῶν ὁποίων στηρίζεται ἡ πολιτειακὴ ὀργάνωσις, ἡ ἀνεξαρτησία τῆς δικαστικῆς Ἀρχῆς, παραβιάζονται. Παραβιάζονται ἐπικινδύνως ὅταν ἀναγνωρισθῇ τὸ δικαίωμα εἰς τὸν Ὑπουργόν, ὡς δικαστικὴν ἀνωτέραν Ἀρχήν, νὰ ἐπεμβαίνῃ εἰς μίαν ἐνέργειαν τῆς δικαστικῆς Ἀρχῆς καὶ νὰ ἀναστέλλῃ ποινὰς ἢ παρακωλύῃ καταδιώξεις τῆς δικαστικῆς Ἀρχῆς. Τελευταῖον ὁ κ. Ὑπουργὸς δευτερολογήσας περιώρισε τὴν διατύπωσίν του καὶ εἶπεν ὅτι, ὅταν πρόκειται περὶ προφανοῦς παραβιάσεως τοῦ Συντάγματος καὶ τῶν νόμων, δικαιοῦται ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἐπεμβῇ. Ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει οὐδεὶς ὑποχρεοῦται, οὔτε τὰ ἐκτελεστικὰ ὄργανα οὔτε ὁ διευθύνων τὰς φυλακὰς οὔτε οἱοσδήποτε πολίτης ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ὑπακούσῃ εἰς τὴν διαταγὴν τοῦ Εἰσαγγελέως. Ἐν τέλει τὸ ζήτημα τὸ οὐσιαστικὸν εἶναι κατὰ πόσον ὑπάρχει ἀτέλεια ἐκ μέρους τοῦ δικαστοῦ ἀπὸ ἀπόψεως νομικῆς ἀντιλήψεως ἢ δόλος καὶ κατὰ πόσον θὰ γίνῃ ἐπειγόντως κολασμὸς τοῦ Εἰσαγγελέως καὶ ἐπανόρθωσις τοῦ δικαίου. Περαιτέρω ὁ κ. Ὑπουργὸς προέβη εἰς ἀξίας λόγου δηλώσεις καὶ εἶπεν ὅτι ἡ Δικαιοσύνη δὲν εὑρίσκεται εἰς καλὴν κατάστασιν καὶ πρέπει νὰ ληφθῶσι μέτρα πρὸς ἀνόρθωσιν αὐτῆς. Τοὺς λόγους τούτους τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἠκούσαμεν μὲ μέγα ἐνδιαφέρον, ὡς θὰ ἀντελήφθη ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀπὸ τὰ χειροκροτήματα, καὶ ἀναμένομεν νὰ ἴδωμεν τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν δηλώσεων τούτων.
§49Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἐν τῇ συγκεκριμένῃ ταύτῃ περιπτώσει, ἐπειδὴ ἐν ἀρχῇ ἐδήλωσα ὅτι θὰ διατάξω τὸν Εἰσαγγελέα νὰ ἀποσύρῃ τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς προσεχοῦς Τετάρτης, ἐρωτῶ τὴν Συνέλευσιν· εἶναι νόμιμος αὐτὴ ἡ ἐνέργειά μου;
§50ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§51Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν εἴπομεν νὰ μὴ ἐπεμβῆτε· εἴπομεν μόνον ὅτι ἡ ἀπόφασίς σας δὲν δύναται νὰ ἔχῃ χαρακτῆρα διαταγῆς, ὥστε νὰ συνεπάγεται περίπτωσιν πειθαρχικῆς τιμωρίας.
§52Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Δεύτερον· πρὸ ὀλίγου ἤκουσα κρίσεις περὶ τὴν νομικὴν ἔννοιαν τῆς συνόδου ἢ μὴ συνόδου τῆς Συνελεύσεως ἢ τακτικῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ ἤδη δὲν ὑφίσταται ἡ Συνέλευσις; Δύναται νὰ δικασθῇ αὐτὸς ὁ πληρεξούσιος;
§53ΠΛΕΙΣΤΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Ὄχι, ὄχι.
§54Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Περὶ αὐτοῦ πρόκειται.
§55Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἔχει τὸ δικαίωμα ὁ Ὑπουργός, ἂν παρανομῇ ὁ κ. Εἰσαγγελεύς, νὰ προκαλέσῃ τὴν τιμωρίαν καὶ τὴν δίωξίν του ἀναφερόμενος εἰς τὰς προϊσταμένας Ἀρχάς. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον δὲν δικαιοῦται νὰ πράξῃ ὁ Ὑπουργὸς εἶναι νὰ διατάξῃ τὴν καταδίωξιν ἢ φυλάκισιν πολίτου ἢ νὰ ἀναστείλῃ τὴν καταδίωξιν ἢ φυλάκισιν πολίτου. Ἂν ὑπάρχῃ προφανὴς παραβίασις νομικῶν διατάξεων, οὐδεὶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἀξιώσῃ, ἀλλὰ καὶ οὐδεὶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτρέψῃ, εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ὅπως σταυρώνων τὰς χεῖρας ἀναμείνῃ νὰ συντελεσθῇ τὸ ἀδίκημα κατὰ τοῦ πολίτου.
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι πληρεξούσιοι, τὸ Προεδρεῖον ἀσπαζόμενον τὴν γνώμην τοῦ κ. Γόντικα, ὁ ὁποῖος ἐζήτησε νὰ ἀναγραφῇ ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει ὡς ἐπερωτῶν διὰ τὸ ὑπὸ συζήτησιν θέμα ὥστε νὰ συζητηθῇ τοῦτο εὐρύτερον, ἐρωτᾷ τὴν Συνέλευσιν ἂν δέχεται νὰ λήξῃ ἡ συζήτησις καὶ νὰ ἀναγραφῇ τὸ ζήτημα αὐτὸ ὡς ἐπερώτησις.
§57ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§58Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, σᾶς ἐρωτῶ ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Συνέλευσις διὰ νὰ ἀναγραφῇ μία ἐπερώτησις;
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα, διότι ζητεῖται νὰ σταματήσῃ ἡ συζήτησις ἡ ἀρξαμένη καὶ ἀναγραφῇ τὸ ζήτημα ὡς ἐπερώτησις. Ἐρωτᾶται ἡ Συνέλευσις ἰδίως περὶ λήξεως τῆς συζητήσεως.
§60Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἂν τερματισθῇ καθ’ οἱονδήποτε τρόπον ἡ συζήτησις, ἐγὼ ζητῶ τὸν λόγον διὰ νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τοῦ τερματισμοῦ αὐτῆς.
§61Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχετε δικαίωμα, κύριε Πρόεδρε, νὰ ἐρωτήσητε τὴν Συνέλευσιν ἐπὶ τοιούτου ζητήματος ἐναντίον τοῦ Κανονισμοῦ.
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λυποῦμαι ὅτι δὲν δύναμαι νὰ παραμείνω εἰς τὴν θέσιν μου καθ’ ἣν στιγμὴν τοιαύτη αἰτίασις ἐξεδηλώθη διὰ τὴν ἐνέργειάν μου. Ἐγὼ νομίζω ὅτι εὐλαβῶς ἀκολουθῶ καὶ ἐφαρμόζω τὸν Κανονισμόν (χειροκροτήματα).
§63ΠΛΕΙΣΤΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§64Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν ὑπάρχει οὐδεμία δυσπιστία πρὸς ὑμᾶς, κύριε Πρόεδρε. Ἠκούσαμεν ὅτι πρέπει νὰ ἐγγραφῇ ἐπερώτησις καὶ σᾶς εἶπον ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη.
§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διὰ νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις.
§66Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐγὼ δὲν ἔχω οὐδεμίαν ἀντίρρησιν. Ἂν ἡ Συνέλευσις θέλῃ νὰ διακοπῇ ἡ συζήτησις καὶ νὰ συνεχισθῇ τὴν Δευτέραν, ἂς διακοπῇ.
§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ ἠρώτησα. Εἶναι ἐγγεγραμμένοι εἴκοσιν.
§68Γ. ΗΣΑΪΑΣ. Θὰ παρακαλέσω τὴν Συνέλευσιν καὶ τὴν Κυβέρνησιν ὅπως τὰ ὑπ’ ἀριθμὸν 2, 3 καὶ 4 νομοσχέδια ἀναβληθῶσι, διότι ταῦτα διενεμήθησαν μόλις τὴν 5ην μετὰ μεσημβρίαν, δηλαδὴ τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἐπρόκειτο νὰ ἀρχίσῃ ἡ συνεδρίασις.
§69Σ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ. Ἀδύνατος ἡ ἀναβολή.
§70ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Ὄχι. Νὰ μὴ ἀναβληθῶσι (θόρυβος).
§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ἐπὶ πέντε λεπτά. (Ὥρα 6.15′ μ.μ.).
ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΚΟΠΗΝ
(Ὥρα 6.20′ μ.μ.).
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις. Ὁ κ. Ἡσαΐας ἔχει τὸν λόγον.
§73Γ. ΗΣΑΪΑΣ. Κύριοι πληρεξούσιοι, μεταρρυθμίζω τὴν πρότασίν μου, διότι τὸ περὶ προστασίας τῆς σταφίδος καὶ τὸ περὶ προστασίας τῆς οἰνοπαραγωγῆς δὲν ἔχουν μεταρρυθμισθῆ παρὰ τῶν ἁρμοδίων Ὑπουργῶν καὶ ἑπομένως εἶναι νόμοι καὶ λειτουργοῦν· συνεπῶς δύνασθε νὰ συζητήσητε ἐπ’ αὐτῶν, ἂν θέλετε. Ἄλλως τε ἠδυνάμεθα νὰ λάβωμεν γνῶσιν, διότι τὸ εἴχομεν ὑποσχεθῆ. Ἀλλὰ τὸ περὶ ἀμβύκων εἰσάγεται μετερρυθμισμένον ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἑπομένως, ἀφοῦ διενεμήθη αὐτὴν τὴν στιγμήν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἴμεθα μελετημένοι δι’ ἓν τόσον σπουδαῖον νομοσχέδιον.
§74Κ. ΠΑΠΑΔΟΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡμεῖς οἱ ὁποῖοι ἀντιπροσωπεύομεν τὸν ἐμπορικὸν ἐπαρχιακὸν κόσμον ἔχομεν ἀπὸ πολλοῦ χρόνου μελετήσει τὸ ζήτημα. Ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἀντιπροσωπεύουν Ἑταιρείας πιθανὸν νὰ εἶναι ἀμελέτητοι.
§75Γ. ΗΣΑΪΑΣ. Κύριε συνάδελφε, περὶ μιᾶς ἡμέρας πρόκειται. Δὲν πρόκειται περὶ τῆς οὐσίας. Πρόκειται περὶ τῶν μεταρρυθμίσεων τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Αἱ μεταρρυθμίσεις αἱ ὁποῖαι ὑπεβλήθησαν καὶ διενεμήθησαν αὐτὴν τὴν στιγμὴν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωσι μελετηθῆ.
§76Ι. ΜΑΡΜΑΤΑΚΗΣ. Τὸ ζήτημα αὐτὸ τῶν ἀμβύκων, κύριε συνάδελφε, εἶναι ζήτημα δημοσίας τάξεως.
§77Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Θὰ παρακαλέσω τὴν Συνέλευσιν νὰ μὲ ἀκούσῃ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως μοὶ διεβίβασε τὴν παράκλησιν ὅπως ἡ συζήτησις τῶν νομοσχεδίων τῆς σταφίδος, τοῦ οἴνου καὶ τῶν ἀμβύκων μὴ γίνῃ ἐν ἀπουσίᾳ του. Θὰ σᾶς παρακαλέσω ἑπομένως καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις τῶν νομοσχεδίων αὐτῶν καὶ νὰ προχωρήσωμεν παρακάτω.
§78Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Ὑπομιμνήσκω εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὅτι κατὰ τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν ῥητῶς ὑπεσχέθη ὅτι μόνον 24ωρος ἀναβολὴ θὰ ἐγίνετο. Νομίζω ὅτι καθ’ ἣν στιγμὴν γίνονται τροποποιήσεις τοῦ Κανονισμοῦ πρέπει πρώτη ἡ Κυβέρνησις νὰ δώσῃ τὸ παράδειγμα τῆς τηρήσεως τοῦ Κανονισμοῦ.
§79Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Σᾶς ἔκαμα τὴν δήλωσιν ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀσθενῶν μὲ παρεκάλεσεν ὅπως αὐτὰ τὰ τρία νομοσχέδια, ἂν εἶναι δυνατόν, νὰ μὴ συζητηθοῦν ἐν τῇ ἀπουσίᾳ του. Ἂν ἐπιμένητε, συζητοῦνται· δὲν χάλασε ὁ κόσμος.
§80Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον ἦτο ἀναγεγραμμένον νὰ συζητηθῇ κατ’ ἀρχήν.
§81Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Νὰ συζητηθῇ.
§82Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Πολὺ καλά.
§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως.
§84Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἂν καλῶς ἀντελήφθην χθές, ὅταν ὑπέβαλε τὴν πρότασιν ἀναβολῆς τῆς συζητήσεως ὁ κ. Πρωθυπουργός, τὴν ἐδικαιολόγησε μὲ τὴν ἐπιθυμίαν νὰ γίνῃ ἡ συζήτησις ταυτόχρονος μὲ τὰς συζητήσεις ἐπὶ ἄλλων συγγενῶν νομοθετημάτων πρὸς ἐξοικονόμησιν τοῦ χρόνου τῆς χθές, ὅστις ἦτο ἀπαραίτητος δι’ ἄλλα ζητήματα. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅμως ζητεῖ σήμερον νέαν ἀναβολὴν καὶ ἐπὶ νέας βάσεως. Δὲν ἔχομεν λόγους νὰ μὴ σεβασθῶμεν τὴν παράκλησιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ κατ’ ἀρχήν, ἂν ὑπῆρχε σοβαρός τις λόγος, ἀλλὰ τοιοῦτον λόγον δὲν βλέπομεν καὶ νομίζομεν σκοπιμώτερον νὰ γίνῃ ἡ συζήτησις ἔστω καὶ ἀπόντος τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, εἰς τὸν ὁποῖον ἄλλως τε δὲν πρόκειται νὰ προκαλέσῃ εὐχαρίστησιν ἡ συζήτησις.
§85Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Παρακαλῶ, νὰ ἐξηγοῦμαι. Ἔσπευσα νὰ παραιτηθῶ τῆς παρακλήσεως, μολονότι δὲν εἶχον δικαίωμα, ἀλλὰ θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μοὶ εἴπητε τὸ ἑξῆς: Θὰ γίνῃ συζήτησις κατ’ ἀρχήν. Θὰ ὁμιλήσουν ὅλοι οἱ ῥήτορες. Πῶς θὰ μορφώσῃ ὅμως ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως γνώμην ὅταν δὲν ἀκούσῃ κανένα;
§86Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὑπάρχει σοβαρὸς λόγος ἐνδεικνύων τὴν ἐπίσπευσιν τῆς συζητήσεως. Ἐτέθη ἐν ἀμφιβόλῳ ἡ νομιμοφροσύνη ὡρισμένων συναδέλφων, οἵτινες προέβησαν εἰς ἐνεργείας τινὰς ἀναφορικῶς πρὸς τὴν πληρωμὴν τοῦ φόρου τῶν ἀμβύκων παρεξηγηθέντες καὶ διαβληθέντες.
§87Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Ὑποθέτω ὅτι, ἂν συμφωνοῦν οἱ ὁμιλήσαντες ὑπὲρ τῆς ἀναβολῆς, εἶναι δυνατὸν νὰ παραιτηθῶσιν οἱ θέλοντες νὰ μὴ ἀναβληθῇ, νὰ ψηφισθῇ κατ’ ἀρχὴν καὶ νὰ ὁμιλήσωμεν εἰς τὴν πρώτην κατ’ ἀρχὴν συζήτησιν.
§88Ι. ΜΑΜΑΗΣ. Ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐζήτησε τὴν ἀναβολὴν κατ’ ἐντολὴν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις· ἂν ὅμως τὴν ἐζήτησε λόγῳ τῶν δικαιολογιῶν μερικῶν ὅτι εἶναι ἀμελέτητοι, νὰ προχωρήσῃ ἡ συζήτησις.
§89Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν ὑπάρχει πρότασις ἀναβολῆς.
§90ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ροδόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§91Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Πρότασις ἀναβολῆς ὑπάρχει ἢ δὲν ὑπάρχει;
§92Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν ὑπάρχει.
§93Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Ἠσαΐας ἔχει πρότασιν ἀναβολῆς.
§94Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἄλλος λόγος.
§95Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὑπέβαλε μίαν παράκλησιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις, διὰ τὴν ὁποίαν ὅμως δὲν ἐπιμένει ὡς πρότασιν, ἀλλ’ ὡς παράκλησιν. Ἐπειδὴ βλέπει ἀντίδρασιν, τὴν ἀποσύρει. Ἐν τούτοις πάντοτε ὑφίσταται τὸ ζήτημα καὶ δι’ αὐτὸ θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ εἴπω δύο λέξεις. Θὰ ἐπιφυλαχθῶ νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου διὰ μακρῶν. Ἐπειδὴ ὅμως καὶ ἐγὼ πρόκειται νὰ ὁμιλήσω διὰ μακρῶν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, καὶ οἱ ἄλλοι πληρεξούσιοι οἱ ὁποῖοι ἔχουν ἐγκύψει ἐπὶ τοῦ ζητήματος καὶ οἱ ὁποῖοι ἐνδιαφέρονται συνεπείᾳ τῆς ἐξεγέρσεως τῆς Κοινῆς Γνώμης κατὰ τῆς βαρυτάτης καὶ ἀδικωτάτης αὐτῆς φορολογίας, νομίζω ὅτι συντελεστικὸν εἶναι ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου νὰ γίνῃ παρουσίᾳ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Διότι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. ἐκ Καρδίτσης συνάδελφος, νὰ συζητήσωμεν δηλαδὴ τυπικῶς τὴν ἀρχὴν καὶ νὰ συζητήσωμεν διὰ μακρῶν εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν, ἐγὼ τὸ ἀποκρούω, πρῶτον διότι ἐγὼ θὰ προσβάλω τὸ Διάταγμα τὸ Νομοθετικὸν ὡς ἐκδοθὲν καθ’ ὑπέρβασιν τῶν δικαιωμάτων τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς Συνελεύσεως.
§96Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὸ ἠξεύρει καὶ ἡ Κυβέρνησις αὐτό.
§97ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Ἡ Συνέλευσις ἔδωκε ῥητὴν ἐντολήν.
§98Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ κατὰ τὴν συζήτησιν ἐνώπιον τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ νομοσχεδίου ὑπέβαλον ἔγγραφον ἔνστασιν, ἔγγραφον διαμαρτυρίαν ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συζητηθῇ τὸ νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον παρουσίαζεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, διότι αὐτὸ ἀντίκειται ἄντικρυς εἰς τὴν ἐντολὴν τῆς Συνελεύσεως· διότι ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως ἤχθη τὸ ζήτημα συνεπείᾳ διαμαρτυριῶν τῶν ἀμπελουργῶν, ἐπειδὴ διὰ Διατάγματος τῆς Ἐπαναστατικῆς Κυβερνήσεως τῆς 23 Δεκεμβρίου 1923, δηλαδὴ δι’ ἑνὸς ἀπὸ ἐκεῖνα τὰ Διατάγματα τὰ ὁποῖα κατ’ ἐμὲ ἐξεδόθησαν ἀκύρως καὶ παρανόμως καὶ ἀσεβῶς πρὸς τὴν Ἐθνοσυνέλευσιν καὶ τὴν ἐθνικὴν κυριαρχίαν, διὰ τοιούτου Διατάγματος ὁ φόρος ἀπὸ 750 δραχμάς, ὡς ἦτο ὁ ἀνώτατος ὅρος, ηὐξήθη εἰς 1200 δραχμάς.
§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁμιλεῖτε ἐπὶ τῆς οὐσίας τοῦ νομοσχεδίου. Δὲν εἰσήλθομεν ἀκόμη εἰς τὴν οὐσίαν.
§100Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι ἐπὶ τῆς οὐσίας. Ἐγὼ κανονίζω τὸν τρόπον τῆς ὁμιλίας μου.
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Πρόεδρος κανονίζει ὅταν πρόκειται περὶ ἐφαρμογῆς τοῦ Κανονισμοῦ.
§102Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Συνεπείᾳ τῶν διαμαρτυριῶν τούτων καὶ τῆς ἐξεγέρσεως τῶν ἀμπελουργῶν, ἐκάμαμεν πολλὰς τροπολογίας εἰς τὸ νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον εἶχεν ὑποβάλει τότε ἡ Κυβέρνησις. Διὰ τῆς μιᾶς ἐζητοῦμεν ὅπως αἱ τρεῖς ἡμέραι γίνουν πέντε, δι’ ἄλλης ἐζητοῦμεν ὅπως αἱ τρεῖς ἡμέραι γίνουν ἕξ. Ἄλλοι ἐζήτουν τελείαν ἀπαλλαγὴν ἐκ τοῦ φόρου τῶν ἀμβύκων. Καὶ τότε ὁ κ. Πρόεδρος τῆς τότε Κυβερνήσεως, ὁ κ. Παπαναστασίου, μᾶς ἐκάλεσεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν καὶ συνεζητήσαμεν διὰ μακρῶν ἐπὶ τοῦ ζητήματος παρουσίᾳ καὶ τῆς ἁρμοδίας Ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου. Προσέξατε, κύριοι, διότι ἔχει πολλὴν σχέσιν μὲ τὸ θέμα αὐτό. Συνεπείᾳ τῆς συζητήσεώς μας ἐκείνης, ἡ ὁποία διεξήχθη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ἡ Κυβέρνησις ὑπέβαλε νομοσχέδιον διὰ τοῦ ὁποίου ἀπεδέχετο ἐν μέρει τὰς ἀπόψεις μας καὶ τὸ τριήμερον τὸ ὥρισεν εἰς τετραήμερον. Ἡμεῖς — ἐγὼ τοὐλάχιστον — εἶχον ζητήσει αἱ τρεῖς ἡμέραι νὰ γίνουν ἕξ, διὰ νὰ δύνανται ἐν ἀνέσει οἱ ἀμπελουργοὶ νὰ κατεργάζωνται τὰ προϊόντα των καὶ νὰ μὴ ἐργάζωνται ἡμέραν καὶ νύκτα καὶ νὰ βασανίζωνται καὶ νὰ ἀσθενοῦν καὶ νὰ πληρώνουν εἰς κινίνην καὶ ἄλλα φάρμακα ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θὰ ἐκέρδιζον ἀπὸ τὴν ἐργασίαν αὐτήν. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Παπαναστασίου ἐφάνη δυσμενὴς ἐναντίον τοιούτου μέτρου καὶ ἀντὶ τριῶν ἡμερῶν ὥρισε τέσσαρας. Ἐκεῖ εὑρισκομένης τῆς ὑποθέσεως, δηλαδὴ προκειμένου νὰ ληφθῶσι μέτρα προστασίας τῶν ἀμπελουργῶν καὶ νὰ θεσπισθῇ εὐνοϊκωτέρα νομοθεσία δι’ αὐτούς, ἡ Συνέλευσις, προκειμένου νὰ διακόψῃ τὰς ἐργασίας της, ἔδωκεν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ἐντολὴν συνεπείᾳ ἀπείρων τηλεγραφικῶν διαμαρτυριῶν Συλλόγων ἀμπελουργῶν, Κοινοτήτων, Σωματείων, τῶν πολιτῶν ὅλων, νὰ βελτιώσῃ τὴν κατάστασιν τῶν ἀμπελουργῶν. Πηγαίνομεν, κύριοι, εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, περιμένομεν κάτι τι εὐνοϊκώτερον ἀπὸ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἡ πεσοῦσα Κυβέρνησις εἶχε κάμει, καὶ εὑρισκόμεθα πρὸ ἑνὸς νομοθετήματος ἀπηνοῦς, πρὸ ἑνὸς νομοθετήματος τὸ ὁποῖον ἤθελε νὰ καταπνίξῃ τὴν προαιώνιον αὐτὴν γεωργικὴν βιομηχανίαν, τὴν προαιώνιον αὐτὴν οἰκογενειακὴν βιομηχανίαν, διὰ τῆς ὁποίας ζοῦν χιλιάδες οἰκογενειῶν ἀμπελουργῶν, στοιχεῖα συντηρητικά, στοιχεῖα ἐργατικά, ἀπὸ ἐκεῖνα τὰ στοιχεῖα εἰς τὰ ὁποῖα στηρίζεται ἡ κοινωνία, χάριν τῆς προστασίας ὡρισμένων ἀτόμων, χάριν τῆς ἀνυψώσεως καὶ ἄλλων πατωμάτων εἰς τὰ μεγαλοπρεπῆ ἐκεῖνα μέγαρα τὰ ὁποῖα καταντοῦν νὰ γίνουν οὐρανοξύσται εἰς βάρος τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ. Εὑρεθείς, κύριοι, πρὸ τοιαύτης ἀνελπίστου καταστάσεως, ἰδὼν ὅτι τὰ παρασκήνια ἔπαιζαν τὸν ρόλον των καὶ ὅτι τὸ οἰνόπνευμα εἰργάσθη μὲ πολὺ πνεῦμα ὥστε νὰ καταπνίξῃ τοὺς δυστυχεῖς αὐτοὺς βιοπαλαιστάς, νὰ φορολογήσῃ τὴν ἐργασίαν των ἀπηνῶς καὶ νὰ βοηθήσῃ τὸ μέγα κεφάλαιον εἰς βάρος τῶν μικρῶν κεφαλαίων καὶ τῆς ἐργασίας, ἐναντίον πάσης ἐπιστημονικῆς ἀρχῆς, ἐναντίον τῶν νεωτέρων ἐπικρατουσῶν ἀρχῶν τῆς κοινωνιολογικῆς οἰκονομικῆς ἐπιστήμης, καὶ ἰδὼν καταφώρως παραβιαζομένην τὴν ἐπιθυμίαν τῆς Συνελεύσεως, πολλαχῶς ἐκδηλωθεῖσαν, ὑπέβαλον ἔγγραφον διαμαρτυρίαν καὶ ἀπεσύρθην τῆς Ἐπιτροπῆς. Προκειμένου λοιπὸν νὰ γίνῃ τοιαύτη συζήτησις εὐρεῖα, μὲ τὴν ἰδικήν μου ἄποψιν ὅτι τὸ Διάταγμα εἶναι ἄκυρον καὶ πρέπει νὰ ἀκυρωθῇ ἐντελῶς, καὶ ἑπομένως κατ’ ἀρχὴν νὰ ἀπορριφθῇ τὸ νομοσχέδιον, δὲν δυνάμεθα νὰ παρακάμψωμεν μακροτάτην συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου καὶ θὰ ἀγορεύσω μακρότατα καὶ θὰ ἀποδείξω τοὺς λογαριασμούς, τοὺς ὁποίους παρουσιάζει ἡ Ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ἀναληθεῖς, ἀνειλικρινεῖς.
§103Δ. ΜΑΡΓΕΤΗΣ. Ἡ Ὑπηρεσία αὐτὴ ὑποστηρίζει τοὺς πέντε καρχαρίας τῆς Ἑλλάδος σκανδαλωδῶς.
§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Μαργέτη, εἶσθε ἐγγεγραμμένος; θὰ ὁμιλήσητε κατόπιν.
§105Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, καίτοι αἰσθάνομαι τὴν δικαίαν δυσφορίαν σας, καίτοι αἰσθάνομαι τὴν δικαίαν ἀνυπομονησίαν τὴν ὁποίαν ὅλοι οἱ ἐνδιαφερόμενοι ὑπὲρ τοῦ ἐργαζομένου Λαοῦ ἔχουσι, τείνω νὰ δεχθῶ ὅπως χάριν αὐτοῦ τοῦ συμφέροντος ἡμῶν, χάριν τῆς εὐρυτέρας συζητήσεως, διὰ νὰ μᾶς ἀποδείξουν οἱ ἀντιφρονοῦντες ὅτι ἔχομεν ἄδικον καὶ νὰ ὑποταχθῶμεν, ἢ νὰ τοῖς ἀποδείξωμεν ὅτι αὐτοὶ ἔχουν ἄδικον καὶ νὰ ὑποταχθοῦν, τείνω νὰ δεχθῶ, λέγω, τὴν ἀναβολὴν διὰ νὰ εἶναι παρὼν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Οὐχ ἧττον, ἐπειδὴ ἔμαθον ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔστειλε μίαν ἐγκύκλιον εἰς ὡρισμένα διαμερίσματα νὰ μὴ εἰσπραχθῇ ὁ φόρος...
§106Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἀπανταχοῦ τῆς Ἑλλάδος περὶ ἀναβολῆς τῆς εἰσπράξεως τῆς ἐν λόγῳ φορολογίας.
§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μαμάης ἔχει τὸν λόγον.
§108Ι. ΜΑΜΑΗΣ. Θὰ προχωρήσωμεν εἰς τὴν συζήτησιν, ἢ θὰ ἀναβληθῇ τὸ νομοσχέδιον;
§109ΤΙΝΕΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Θὰ προχωρήσωμεν.
§110Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Ἐγὼ προσωπικῶς ἀποσύρω τὴν ἐμμονήν μου εἰς τὸ νὰ συζητηθῇ ἀπόψε, ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔδιδε ρητὴν διαβεβαίωσιν ὅτι τὴν ἐρχομένην Δευτέραν θὰ συζητηθῇ πρῶτον.
§111Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν ἔχει οὐδεμίαν ἀντίρρησιν νὰ συζητηθῇ ἀπόψε τὸ νομοσχέδιον, ἐκτὸς ἂν θέλετε νὰ ἀναβληθῇ διὰ νὰ εἶναι παρὼν καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως.
§112Ι. ΜΑΜΑΗΣ. Ἐφόσον λοιπὸν δὲν ἀναβάλλεται, θὰ λάβω τὸν λόγον. Κύριοι πληρεξούσιοι, ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης ποὺ ἐτέθη τὸ ζήτημα τῆς ἀναβολῆς ἤρχισα νὰ πονηρεύωμαι. Ἡμεῖς δὲν ἐνδιαφερόμεθα περὶ ἀτομικῆς βιομηχανίας καὶ ἀμέσως εἶπον: «Τί συμβαίνει ἐδῶ ποὺ ἀνέρχεται ὁ κ. Ἡσαΐας εἰς τὸ βῆμα;» Ἐνῷ θὰ ἠμποροῦσε καλύτερον νὰ βάλῃ ἕναν ἄλλον νὰ ζητήσῃ τὴν ἀναβολὴν διὰ νὰ μὴ φανῇ αὐτὸς ποὺ εἶναι οἰνοπνευματοπαραγωγὸς καὶ μᾶς ταράξῃ τὰ νεῦρα.
§113Γ. ΗΣΑΪΑΣ. Εἶμαι οἰνοπνευματοπαραγωγός, ἀλλ’ αὐτὴν τὴν στιγμὴν εἶμαι πληρεξούσιος, καὶ σᾶς παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ μοὶ δώσητε τὸν λόγον, διότι τὸ ζήτημα εἶναι προσωπικόν.
§114Ι. ΜΑΜΑΗΣ. Δὲν ἔχω κανένα σκοπὸν νὰ θίξω ἀπολύτως κανένα. Εἶπον μόνον ὅτι, ἐφόσον εἶσθε οἰνοπνευματοπαραγωγὸς καὶ ἐλάβετε τὸν λόγον, τὸ πρᾶγμα μοῦ ἐτάραξε τὰ νεῦρα. Διότι εἶπον: «Διατί νὰ μὴ ζητήσῃ τὴν ἀναβολὴν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν παρὰ νὰ τὴν ζητῇ ὁ κ. Ἡσαΐας;»
§115Α. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Τὸ ζήτημα δὲν τίθεται καλῶς. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὑπεσχέθη ὅτι κατὰ τὴν σημερινὴν συνεδρίασιν θὰ συνεζητεῖτο τὸ ζήτημα. Δὲν φαντάζομαι λοιπὸν ὅτι ἄλλην γνώμην δύναται νὰ ἔχῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἄλλην τὰ παρόντα μέλη τῆς Κυβερνήσεως.
§116Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἡμεῖς δεχόμεθα τὴν συζήτησιν.
§117Α. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Ἂν δεχθῶμεν τὴν ἀναβολήν, θὰ ὁρισθῇ ἡμέρα ἐκ μέρους τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, διὰ νὰ γνωσθῇ ἡ ἀδικαιολόγητος διαγωγὴ ἡ ὁποία ἔχει ἐπιδειχθῆ μέχρι σήμερον.
§118ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, δώσατε ἐξηγήσεις.
§119Ι. ΜΑΜΑΗΣ. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ συνεχίσω; Δὲν δέχομαι ἐπὶ τέλους διακοπάς.
§120Α. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Τὸ ζήτημα εἶναι σοβαρόν, διότι ἀπειλεῖται ἡ δημοσία τάξις, καὶ τοῦτο ἁπλῶς καὶ μόνον διὰ νὰ μὴ προσβληθῶσιν ὡρισμένοι κύκλοι ποτοποιῶν. Δὲν πρόκειται περὶ τοῦ σημερινοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Καὶ ὁ τέως Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὁ νῦν καὶ ὅλοι οἱ Ὑπουργοὶ ἐδέχθησαν τὴν ἄποψίν μας, διότι εἶναι ἄποψις δικαία. Δὲν ἠξεύρω δὲ διὰ τίνα λόγον ὁ νῦν Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐξακολουθεῖ νὰ μᾶς κρατῇ εἰς τοιαύτην κατάστασιν, ὥστε νὰ μὴ εἶναι ὑπερβολὴ νὰ εἴπω ὅτι ἀπειλεῖται ἡ δημοσία τάξις.
§121ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐφύγαμε, κύριοι, τελείως ἀπὸ τὸν Κανονισμόν. Δὲν ὑπάρχει πρότασις ἀναβολῆς. Ἡ Κυβέρνησις ἀποσύρει τὴν πρότασίν της.
§122Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Πρέπει νὰ γνωρίζητε, κύριε συνάδελφε, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔκαμε τὸ καθῆκόν του περισσότερον οἱουδήποτε ἄλλου.
§123Α. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Ἔκαμε τὸ καθῆκόν του κατὰ τὴν ἀντίληψίν του. Ἀλλ’ εἶναι ἐξεταστέον ἂν αἱ ἀντιλήψεις του εἶναι ὀρθαί. Οὐδεὶς Ὑπουργὸς δύναται νὰ τεθῇ ὑπεράνω τῆς Συνελεύσεως.
§124Γ. ΗΣΑΪΑΣ. Τὸν λόγον ἐπὶ προσωπικοῦ ζητήματος.
§125ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑπάρχει ζήτημα προσωπικόν.
§126Ι. ΜΑΜΑΗΣ. Δὲν ἠνόουν νὰ σᾶς θίξω, κύριε συνάδελφε. Εἶπον ὅτι εἶσθε οἰνοπνευματοπαραγωγός. Τοῦτο δὲν πιστεύω νὰ τὸ ἀρνηθῆτε καὶ σεῖς.
§127ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καθίστε, κύριοι, κάτω. Θὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὴν σειρὰν τοῦ Κανονισμοῦ. Τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 1 τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως. Ψήφισις συνόλου ψηφίσματος «περὶ μεταρρυθμίσεως ἄρθρων τινῶν τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Δʹ Συντακτικῆς Συνελεύσεως». Νὰ ἀναβληθῇ τὴν Δευτέραν διὰ νὰ δεχθῶμεν τὸ σύνολον.
§128Γ. ΜΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ὄχι, νὰ ψηφισθῇ.
§129Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Διενεμήθη τώρα ἀργὰ καὶ θὰ ἤθελα νὰ τὸ διαβάσωμεν.
§130Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἂς ψηφισθῇ κατὰ τὸ τέλος τῆς συνεδριάσεως.
§131Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν ἔχω ἀντίρρησιν, ἀλλ’ ἐπειδὴ δὲν διετυπώθη καμμία τροπολογία καὶ ἔγιναν προφορικαὶ συνεννοήσεις, νομίζω ὅτι δικαιούμεθα νὰ ζητήσωμεν τὴν ἀναβολὴν μέχρι τῆς Δευτέρας.
§132Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἂν ἐκ τῆς ἀναγνώσεως πεισθῆτε ὅτι αἱ προφορικῶς γενόμεναι συνεννοήσεις περιελήφθησαν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, δὲν ὑπάρχει λόγος ἀναβολῆς.
§133ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται διὰ τὸ τέλος τῆς συνεδριάσεως. Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ Ν. Δ. τῆς 26 Ἀπριλίου 1924 περὶ φορολογίας τῶν ἀμβύκων κλπ.». Ὁ κ. Σολδᾶτος ἔχει τὸν λόγον.
§134Γ. ΣΟΛΔΑΤΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ἐπὶ τὸ βῆμα μὲ φέρει ἐπὶ τοῦ συζητουμένου θέματος τῆς φορολογίας τῶν ἀμβύκων τὸ ὅτι ὑπῆρξα μέλος τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς καὶ τῆς συσταθείσης ὑποεπιτροπῆς. Σᾶς παρέχω εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς τὴν πληροφορίαν ὅτι εἰς τὴν ἰδιαιτέραν πατρίδα μου ὑπῆρχον ἄλλοτε ἄμβυκες, ἀλλ’ αὐτὴν τὴν στιγμὴν δὲν ὑπάρχει κανείς.
§135ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Μὲ τοιαύτην φορολογίαν δὲν ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρχουν ἄμβυκες.
§136Γ. ΣΟΛΔΑΤΟΣ. Ἀνέρχομαι ἐπὶ τὸ βῆμα διὰ νὰ ἀπομακρύνω τὰς αἰτιάσεις τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Τυρνάβου συναδέλφου κ. Ροδοπούλου, ὁ ὁποῖος καὶ ἐν τῇ Κοινοβουλευτικῇ Ἐπιτροπῇ καὶ διὰ τοῦ Τύπου καὶ σήμερον ἐν τῇ συνεδριάσει ἐκάκισε τὴν Ἐπιτροπὴν ὅτι καθ’ ὑπέρβασιν τῆς ἐξουσίας της ἔφερεν εἰς φῶς τὴν ἀπόφασιν ἐκείνην, ἡ ὁποία διετυπώθη διὰ τοῦ Νομοθετικοῦ Διατάγματος τοῦ Σεπτεμβρίου. Πολὺ περισσότερον μὲ ἄγει ἐπὶ τὸ βῆμα καὶ ἡ παρατήρησις τοῦ ἐκ Χανίων συναδέλφου, ὁ ὁποῖος καὶ αὐτὸς ἔχει τὴν ἰδέαν ὅτι ἐπλαστογραφήθη ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς ἡ θέλησις τῆς Συνελεύσεως, δηλαδὴ ὑπὸ μελῶν τῆς Συνελεύσεως ἐπλαστογραφήθη ἡ γνώμη, ἡ θέλησις τοῦ συνόλου τῆς Συνελεύσεως.
§137Σ. ΓΕΩΡΓΙΛΑΔΑΚΗΣ. Ἀσφαλῶς.
§138Γ. ΣΟΛΔΑΤΟΣ. Ἐγὼ θέτω τὰ ζητήματα, διὰ νὰ καταδειχθῇ ἐκ τῆς συζητήσεως ἂν πράγματι συνέβη αὐτὸ τὸ ὁποῖον λέγετε, ἢ δὲν συνέβη. Κύριοι συνάδελφοι, ὅταν συνῆλθεν ἡ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ εὑρέθη πρὸ ἑνὸς νομοθετήματος, τὸ ὁποῖον εἰσήχθη ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον τότε ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν κ. Τσουδερόν. Ὀφείλω νὰ εἴπω ὅτι ἐν τῇ μελέτῃ τὴν ὁποίαν ἔκαμα καὶ ἐγὼ ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῆς φορολογίας τῶν ἀμβύκων, εἶδον ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον καὶ ὑμεῖς γνωρίζετε, ὅτι ἡ φορολογία αὕτη ἦτο φυσικὸν καὶ μοιραῖον ἐπακολούθημα τῆς φορολογίας τοῦ οἰνοπνεύματος. Ἡ φορολογία εἰσήχθη ἀφ’ ἧς εἰσήχθη καὶ ἡ φορολογία ἐπὶ τοῦ οἰνοπνεύματος. Γνωρίζομεν πάντες ὅτι διὰ τοῦ νόμου 971 τοῦ 1917 τὸ πρῶτον εἰσήχθη ἡ φορολογία τοῦ ἀνύδρου οἰνοπνεύματος κατὰ 2 δραχμὰς τὸ χιλιόγραμμον. Ἀμέσως τότε ἐφορολογήθησαν ἐκ παραλλήλου καὶ οἱ ἄμβυκες· καὶ ὁ φόρος ἐπεβλήθη ἀναλόγως τῆς χωρητικότητος τὴν ὁποίαν εἶχεν ἕκαστος. Καὶ τοιουτοτρόπως, ἐνῷ κατὰ τὸν νόμον ἐκεῖνον τὸ ἄνυδρον οἰνόπνευμα ἐφορολογήθη πρὸς 2 δραχμάς, οἱ ἄμβυκες ἐφορολογήθησαν μέχρι χωρητικότητος 20 χιλιογράμμων μὲ 10 δραχμὰς κατὰ τριήμερον, κατὰ μίαν διαβάθμισιν ἡ ὁποία ἔφθανε μέχρις 80 δραχμῶν ἐπὶ χωρητικότητος ἀπὸ 115–130 χιλιογράμμων. Ἐπετράπη δὲ τότε νὰ γίνῃ ἡ ἀπόσταξις διὰ τῶν ἀμβύκων μόνον ἐπὶ τρία τριήμερα. Ἐπηκολούθησε κατόπιν ὁ νόμος τοῦ 1922, καθ’ ὃν ὁ φόρος τοῦ οἰνοπνεύματος ἀπὸ 2 δραχ. ηὔξησεν εἰς 5.70, δηλ. εἰς τὸ τριπλάσιον. Διὰ τοῦ νόμου αὐτοῦ ἐπετράπη ὅπως ὁ ἐπὶ τριήμερον λειτουργῶν ἄμβυξ δύναται νὰ λειτουργῇ ἐπὶ δύο τετραήμερα, ἀλλὰ μὲ διπλάσιον φόρον, καὶ τοιουτοτρόπως ἔφθασεν ἡ φορολογία διὰ τὴν μεγαλυτέραν χωρητικότητα εἰς 240 δραχμὰς καὶ διὰ τὰ δύο ἐπὶ πλέον τετραήμερα διπλάσιος φόρος, ἤτοι 480 δραχ. Κατόπιν ἦλθεν ὁ νόμος τῆς 1 Ἰανουαρίου 1923, ὁ ὁποῖος ἀνεβίβασε τὸν φόρον τοῦ οἰνοπνεύματος ἀπὸ 5.70 εἰς 17.40, δηλ. εἰς τὸ ἐννεαπλάσιον τοῦ φόρου ὅστις διὰ τοῦ ἀρχικοῦ νόμου εἶχεν ἐπιβληθῆ. Διὰ τοῦ ἰδίου νόμου μοιραίως ἐννεαπλασιάσθη καὶ ὁ φόρος ἐπὶ τῶν ἀμβύκων καὶ τοιουτοτρόπως ἀπὸ 10 δραχμάς, ὅπου ἦτο διὰ τοὺς ἄμβυκας χωρητικότητος μέχρις 20 χιλιογράμμων, ἔγινεν 90 δραχ. Κατὰ τὴν ἰδίαν ἀναλογίαν ηὔξησε διὰ τὰς ἄλλας χωρητικότητας καὶ ἐφθάσαμεν εἰς τὸ σημεῖον ὥστε ὁ μεγαλύτερος ἄμβυξ ἀπὸ 115–130 δραχ. νὰ φορολογῆται 720 δραχ. Διὰ δὲ τὰ ἐπὶ πλέον δύο τετραήμερα ἐδιπλασιάσθη ὁ φόρος, ἤτοι ἔγινε 1440 δραχ. Ὥστε βλέπετε ὅτι πάντοτε τὴν φορολογίαν τοῦ οἰνοπνεύματος παρηκολούθησε καὶ ὁ φόρος τῶν ἀμβύκων. Κατόπιν ἐπηκολούθησεν ὁ νόμος τῆς 1 Ἰανουαρίου τοῦ 1924 — εἶναι τὸ Διάταγμα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν — ὁ ὁποῖος ἀπὸ 17.40 ηὔξησε τὴν φορολογίαν τοῦ ἀνύδρου οἰνοπνεύματος εἰς 29.50. Δηλαδὴ ἐδεκαπενταπλασιάσθη περίπου ὁ ἀρχικὸς φόρος ὁ ἐπιβληθεὶς διὰ τοῦ νόμου 971. Οὕτω λοιπὸν ἔφθασεν ὁ μέχρις 20 χιλιογράμμων ἄμβυξ νὰ φορολογῆται μὲ 150 δραχμάς, ὁ μέχρι 40 μὲ 225, ὁ μέχρις 60 μὲ 450 καὶ τέλος ὁ μεγαλύτερος μὲ 1200 διὰ τὰ τρία τριήμερα καὶ διὰ τὰ ἐπὶ πλέον τετραήμερα τοὐλάχιστον μὲ 2,400. Αὐτὴν τὴν φορολογικὴν κατάστασιν εὑρῆκεν ἡ Ἐπιτροπὴ ὅταν ἔλαβε τὴν ἐντολὴν ἀπὸ τὴν Συνέλευσιν νὰ φορολογήσῃ τοὺς ἄμβυκας.
§139Σ. ΓΕΩΡΓΙΛΑΔΑΚΗΣ. Μοῦ ἐξηγεῖτε πόσας ὀκάδες σούμα βγάζει μία ὀκᾶ οἰνοπνεύματος;
§140Γ. ΣΟΛΔΑΤΟΣ. Μάλιστα· θὰ τὰ εἴπω ὅλα. Αὐτὰ τὰ λέγω ἱστορικῶς. Ἡμεῖς εὕρομεν ἀπὸ τὴν ἀρχὴν μέχρι τέλους νὰ εἶναι ἀνάλογος ἡ αὔξησις τῆς φορολογίας τῶν ἀμβύκων μὲ τὴν αὔξησιν τῆς φορολογίας τοῦ οἰνοπνεύματος.
§141Σ. ΓΕΩΡΓΙΛΑΔΑΚΗΣ. Ἡ βάσις ὅμως δὲν εἶναι ὀρθή.
§142Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Θὰ ἦτο ἡ βάσις αὐτὴ ὀρθοτάτη, ἂν ἐλαμβάνετε ὑπ’ ὄψιν ὅτι δημιουργεῖται μία κατάστασις παροχῶν καὶ ἀντιπαροχῶν μὲ τὸν ἰσχύοντα θεσμὸν τῆς Ἑνιαίας, τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ Κράτος διὰ τῆς Ἑταιρείας αὐτῆς ἀναλαμβάνει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἀγοράζῃ ὑποχρεωτικῶς ὅλην τὴν παραγωγὴν τῆς σταφίδος, οὕτως ὥστε ἐκ μιᾶς κρίσεως τὴν ὁποίαν θὰ ὑποστῇ νὰ μὴ ὑφίσταται ὁ ἀμπελουργὸς τὴν ζημίαν ἐκ τοῦ οἰνοπνεύματος. Ἠθελήσατε νὰ βάλετε φορολογίαν εἰς τὸ οἰνόπνευμα τὸ παραγόμενον εἰς τὰς Νέας Χώρας, ἀνάλογον πρὸς τὴν τῆς Παλαιᾶς Ἑλλάδος. Οἱ γενικοὶ ὅροι ὑπὸ τοὺς ὁποίους τελεῖ τὸ εἶδος αὐτὸ τῆς ἀμπελουργίας ἐν τῇ Παλαιᾷ Ἑλλάδι καὶ ἐν ταῖς Νέαις Χώραις δὲν ἐπιτρέπει τὴν ἐξίσωσιν.
§143Γ. ΣΟΛΔΑΤΟΣ. Κύριε συνάδελφε, αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἱστορικῶς ἀναφέρω εἰς τὴν Συνέλευσιν τὴν φορολογικὴν κατάστασιν ἀπὸ τοῦ 1907 μέχρι σήμερον, διότι δὲν γνωρίζω ἂν ὅλοι οἱ κύριοι συνάδελφοι εἶναι ἐνήμεροι. Ὀφείλω ὅμως νὰ σᾶς γνωρίσω τοῦτο. Ὁ νόμος ὁ τελευταῖος, δηλαδὴ τὸ Νομοθετικὸν Διάταγμα τοῦ κ. Κοφινᾶ, ὑπήγαγε τὰ τριήμερα εἰς ὡρισμένην ἐποχὴν καὶ ὄχι εἰς διάθεσιν οἱασδήποτε ἐποχῆς· ἐπίσης δι’ αὐτοῦ δὲν δίδεται ἐν συνεχείᾳ τὸ τριήμερον καὶ θὰ σᾶς εἴπω κατόπιν ποία εἶναι ἡ εὐκολία καὶ δεύτερον ὅτι τὰ ἐπὶ πλέον τετραήμερα, αἱ ἄλλαι δηλ. ὀκτὼ ἡμέραι, ἦσαν διπλασιασμὸς τοῦ φόρου. Ἐλάβομεν τὴν ἐντολὴν νὰ προστατεύσωμεν τοὺς ἄμβυκας. Ὁμολογῶ ὅτι εὑρήκαμεν ἓν νομοσχέδιον τοῦ ἀξιοτίμου τότε Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, τὸ ὁποῖον εἶχε μεγάλως ἐπαυξήσει τὴν φορολογίαν αὐτῶν, τὸ ὁποῖον ὅμως ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐγκατέλειψε διὰ παρακλήσεώς μας, διότι ἡ ἐντολὴ ἦτο ὅτι τὸ Νομοθετικὸν Διάταγμα θὰ ἔβγαινε μετὰ ὁμόθυμον γνώμην Ἐπιτροπῆς καὶ Ὑπουργοῦ. Ἡ παρεξήγησις προέρχεται ἐκ τοῦ ὅτι ἡ τελευταία φορολογία ἴσχυσεν ἀπὸ τῆς 1ης Ἰανουαρίου 1924, ἀλλὰ φυσικὸν εἶναι ὅτι, ἐφόσον ὁ τρυγητὸς δὲν ἐμεσολάβησεν ἐν τῷ μεταξύ, δὲν εἶχεν ἐφαρμοσθῆ, οἱ δὲ ἀμπελουργοὶ εἶχον ὑπ’ ὄψιν καὶ τὴν φορολογίαν τὴν πρὸ τῆς 1 Ἰανουαρίου 1924 καὶ ἀσφαλῶς ἀπὸ τῆς φορολογίας ἐκείνης μέχρι τῆς φορολογίας ἡ ὁποία ἐτέθη διὰ Διατάγματος ἡ διαφορὰ εἶναι μεγάλη. Ἰδοὺ ἀπὸ ποίας ἀπόψεως ἦλθον κυρίως καὶ εἶπον ὅτι ἡμεῖς ὑπερέβημεν τὴν ἐντολήν. Ἀλλ’ ἡμεῖς εὕρομεν κειμένην νομοθεσίαν. Κύριοι, ὑπῆρξε καὶ μία ἄλλη διαφωνία εἰς τὴν Ἐπιτροπήν. Ἡ ἐντολὴ τὴν ὁποίαν μᾶς ἐδώσατε ἦτο ἐντολὴ νὰ προστατεύσωμεν τὴν σοῦμαν τὴν παραγομένην διὰ τὰς οἰκογενειακὰς ἀνάγκας ἑκάστου γεωργοῦ, ἢ ὑπῆρξεν ἐντολὴ ὅπως προστατεύσωμεν καὶ τὰς ἐμπορικὰς βιομηχανίας;
§144Σ. ΓΕΩΡΓΙΛΑΔΑΚΗΣ. Ὄχι, τὰς ἐμπορικὰς βιομηχανίας.
§145Γ. ΣΟΛΔΑΤΟΣ. Ἐμπορικαὶ βιομηχανίαι θὰ εἰπῇ ἐμπόριον.
§146Δ. ΜΑΡΓΕΤΗΣ. Ἡ ἐντολὴ ἀσφαλῶς θὰ ἦτο ὅπως ἐκμεταλλευθῇ ὁ ἀμπελουργὸς ποὺ δουλεύει αὐτά.
§147Γ. ΣΟΛΔΑΤΟΣ. Νὰ τὰ ἐκμεταλλευθῇ ἐμπορικῶς; Νὰ ἐξηγούμεθα, διότι, ἂν εἶναι ἐμπορικῶς, κάμνομεν καταστρατήγησιν τοῦ φόρου τοῦ οἰνοπνεύματος διὰ τῆς λαθρεμπορίας τῆς σούμας.
§148Δ. ΜΑΡΓΕΤΗΣ. Δὲν φαντάζομαι ὅτι μία Ἐθνικὴ Συνέλευσις ἔδωκεν ἐντολὴν ὅπως οἱ ἀμπελουργοὶ κατασκευάζουν σοῦμαν διὰ νὰ πίνουν.
§149Γ. ΣΟΛΔΑΤΟΣ. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἔννοια.
§150Δ. ΜΑΡΓΕΤΗΣ. Τὸ τοιοῦτον δὲν θὰ ἦτο καὶ τιμητικὸν ἀκόμη διὰ τὴν Συνέλευσιν.
§151Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, ἐπειδὴ ἤμην ὁ ἀτυχήσας νὰ παρακαλέσω τὴν προκάτοχον Κυβέρνησιν νὰ ζητήσῃ καὶ νὰ λάβῃ τὴν ἐξουσιοδότησιν πρὸς ἔκδοσιν Νομοθετικοῦ Διατάγματος σχετικῶς πρὸς τοὺς ἄμβυκας, καὶ ἔχω ἑπομένως ἁρμοδιότητα, ὀφείλω νὰ σᾶς εἴπω ποία ἦτο ἡ ἔννοια ὑπὸ τὴν ὁποίαν ἐζητήθη ἡ ἐντολὴ καὶ ποία ἦτο ἡ ἔννοια ὑπὸ τὴν ὁποίαν ἐδόθη αὕτη ὑπὸ τῆς Συνελεύσεως.
§152ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μετὰ τὸν ἀγορεύοντα ἔχετε σεῖς τὸν λόγον, κύριε συνάδελφε.
§153Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Πολὺ καλά.
§154Γ. ΣΟΛΔΑΤΟΣ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ὀφείλω νὰ γνωρίσω ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ εἶχε τὴν ἰδέαν ὅτι τὴν στιγμὴν κυρίως κατὰ τὴν ὁποίαν ὑφίσταται μεγάλη κρίσις οἴνου ἐχορηγεῖτο τὸ δικαίωμα αὐτὸ εἰς τοὺς ἀμπελουργούς, διότι εἶναι γνωστὸν ὅτι οἱ ἐργάται αὐτοὶ ἔχουν ἀνάγκην νὰ πίνουν τὴν σοῦμάν των ἢ τὸ τσίπουρό των, ὅπως λέγεται ἀλλοῦ, δι’ ἀνακούφισιν καὶ ὄχι δι’ ἐμπορικὴν βιομηχανίαν. Αὐτὴ ἦτο ἡ ἀντίληψις ἡ ὁποία ἐπεκράτησεν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ αὐτὴ ἐσκέφθη νὰ προστατεύσῃ αὐτούς.
§155ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Πῶς θὰ τὴν προστατεύσῃ;
§156Γ. ΣΟΛΔΑΤΟΣ. Θὰ τὸ εἴπωμεν. Ἡ Ἐπιτροπὴ ὀφείλω νὰ εἴπω ὅτι παρεκάλεσε τὸν κ. Ὑπουργὸν ὅπως ἐλαττώσῃ κυρίως τὴν φορολογίαν τῶν ἀμβύκων τὴν μέχρις 60 χιλιογράμμων. Τὴν πρότασιν αὐτὴν τὴν ὑπέβαλε καὶ ὁ κ. Γρηγορίου.
§157ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Διὰ τὰς Νέας Χώρας δὲν ὑπάρχουν ἄμβυκες 60 χιλιογράμμων.
§158Γ. ΣΟΛΔΑΤΟΣ. Ἐθεωρήθη ὅτι διὰ τὴν οἰκογενειακὴν χρῆσιν τῶν ἀμβύκων μέχρις 20 ἢ 40 χιλγρ. εἶναι ἀρκετὸν καὶ ἐπ’ αὐτοῦ ἐδέχθημεν νὰ ἐλαττωθῇ ὁ φόρος. Ὁ κ. τότε ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς ὁμολογῶ ὅτι κατεβίβασε τὸ ὅριον, διότι τὸ εἶχε πολὺ μεγάλον. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι κατὰ τὴν φορολογίαν τοῦ κ. Κοφινᾶ ὁ ἄμβυξ μέχρις 20 χιλιογράμμων ἐφορολογεῖτο μὲ 150 δραχμὰς καὶ ἔμεινε, μέχρι 40 ἦτο 225 καὶ ἔγινε 250, ηὐξήθη δηλαδὴ κατὰ 25 δραχμάς, μέχρις 60 χιλιογράμμων....
§159Γ. ΚΙΑΓΙΑΣ. Δὲν ὑπάρχουν τέτοιοι ἄμβυκες.
§160Γ. ΣΟΛΔΑΤΟΣ. .. καὶ μέχρις 60 χιλιογράμμων ἔγινε 500 δραχ., ἐνῷ ἦτο 450 δραχ. Ἀλλά, κύριοι, ἀπέναντι αὐτῶν ἡ Ἐπιτροπή, τῇ εἰσηγήσει τοῦ τότε παραστάντος Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος μάλιστα εἶπεν ὅτι κυρίως αὐτὸ ἐνδιαφέρει τὴν Κρήτην, διότι ἐπὶ 7.000 ἀμβύκων ὑπαρχόντων εἰς ὅλον τὸ Κράτος αἱ 3,500 λειτουργοῦν εἰς τὴν Κρήτην....
§161Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Ἔχω ὑπ’ ὄψιν τὴν ἐγκύκλιον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν.
§162Γ. ΣΟΛΔΑΤΟΣ. Εἰς ἡμᾶς εἶπαν, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Γρηγορίου νὰ τὸ βεβαιώσῃ, ὅτι ἦσαν 7,000, ἐκ τῶν ὁποίων οἱ 3,500 ἐν Κρήτῃ. Λοιπὸν ἀπέναντι αὐτῶν τῶν πεντηκονταδράχμων αὐξήσεων ἡμεῖς ἀντὶ τῶν τριῶν τριημέρων κατηργήσαμεν τὰ δύο τριήμερα, τὰ ὁποῖα ἦσαν διπλασιασμὸς τοῦ φόρου, καὶ τὰ ἐκάμομεν ἀνὰ τριήμερον μὲ ἴσον φορολογικὸν ὅριον. Δεύτερον ἐτέθη ὅτι κατὰ τριήμερον δύναται νὰ γίνῃ χρῆσις αὐτοῦ ἀνὰ κάθε 18ην ἡμέραν· ὄχι 17ην καὶ μὲ διπλασιασμόν. Εἴπομεν ὅτι εἰς οἱανδήποτε ὥραν τοῦ ἔτους δύναται νὰ γίνῃ χρῆσις οἱουδήποτε τριημέρου (θόρυβος ἐκ μέρους Κρητῶν πληρεξουσίων). Εἰς τὴν Κρήτην παράγεται σοῦμα καὶ ἀπὸ ἄλλα εἴδη. Εἰς τὴν Κρήτην εἶναι καὶ τὰ κούμαρα, εἶναι καὶ τὰ σῦκα. Διετηρήθη δὲ καὶ ἡ διάταξις ἐκείνη κατὰ τὴν ὁποίαν εἰς τὰς Κοινότητας καὶ τὰ χωρία, εἰς τὰ ὁποῖα δὲν ὑπάρχουν πλείονες τῶν 10 ἀμβύκων — εἶναι δὲ τὰ περισσότερα — δύνανται ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἔκαμαν χρῆσιν κατὰ 18ήμερον νὰ ζητήσουν ἄλλας 18 ἡμέρας, δηλαδὴ ἐν ὅλῳ 36. Ἀπέναντι αὐτῶν τῶν πλεονεκτημάτων τὰ ὁποῖα παρεχωρήσαμεν τί ἐκάμαμεν τὴν φορολογίαν; Διὰ μὲν τοὺς ἄμβυκας τῶν 20 χιλιογράμμων ἀφήσαμεν τὴν ἰδίαν, διὰ δὲ τοὺς ἄμβυκας τῶν 40 χιλιογράμμων τὴν ηὐξήσαμεν κατὰ 25 δραχμάς, δηλαδὴ ἀπὸ 225 δρ. ηὐξήσαμεν εἰς 250, καὶ τὴν φορολογίαν τῶν ἀμβύκων 60 χιλιογράμμων ηὐξήσαμεν κατὰ 50, δηλ. ἀντὶ 450 δρ. ἔγινε 500. Παρεχωρήσαμεν ὅλα αὐτὰ τὰ πλεονεκτήματα, ἀλλά, κύριοι, διατί ἐγένετο τοῦτο; Διότι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν μᾶς εἶπε: «Κύριοι, ἡ φορολογικὴ πολιτικὴ τοῦ Κράτους βαίνει πρὸς τὸ μονοπώλιον τοῦ οἰνοπνεύματος, ἔχομεν δὲ τηλεγραφήματα τὰ ὁποῖα μᾶς λέγουν ὅτι ἡ σοῦμα τῆς Κρήτης κατέκλυσε τὴν Μακεδονίαν καὶ τὴν Θράκην καὶ ὡς ἐκ τούτου διαρρέουν ἑκατομμύρια ὅλα ἐκ τῆς φορολογίας τοῦ οἰνοπνεύματος».
§163ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Εἶναι ψεῦμα.
§164Γ. ΣΟΛΔΑΤΟΣ. Δὲν ἠξεύρω ἂν εἶναι ψεῦμα ἢ ὄχι. Λοιπὸν ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν ἤλθαμεν εἰς αὐτὸ τὸ συμπέρασμα. Ἀλλὰ διετυπώθη καὶ ἡ ἄλλη ἀντίρρησις ἐκ μέρους τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Τυρνάβου συναδέλφου, ὁ ὁποῖος εἶπεν ἐνώπιον τῆς Ἐπιτροπῆς ὅτι νομίζει ὅτι ἡ φορολογία εἶναι ὑπερδιπλασία κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον. Διατί; Ἀπλούστατα μᾶς ἔκαμε τὸν ἑξῆς λογαριασμόν: Ἂν ἕνα καζάνι φέρ’ εἰπεῖν 100 χιλιογράμμων δύναται νὰ κάμῃ 10 καζανιὲς τὴν ἡμέραν....
§165ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Μόνον ἑπτά.
§166ΕΤΕΡΟΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. 5–6 μόνον.
§167Γ. ΣΟΛΔΑΤΟΣ. Ἐγὼ σᾶς λέγω 8· δὲν ἠμποροῦμεν νὰ βάλωμεν τρεῖς. Λοιπὸν αὐτὸς εἰς τὴν ἡμέραν κάμνει πρώτην ἀπόσταξιν 7 καζανιὲς καὶ παράγει Α ποσότητα, παράγει δηλ. τὸ ⅒. Ἡ δευτέρα ἀπόσταξις ἔρχεται εἰς τὸ ⅓ τοῦ περιεχομένου, δηλαδὴ ἂν ἔχωμεν 10 ὀκάδας μένει τὸ ⅓, ἤτοι 3.33. Οὕτως, ἂν ἔχῃ 100 ὀκάδας καὶ παράγῃ ἡ πρώτη ἀπόσταξις 10 ἢ 8, ἂν βγάζῃ 7 καζανιὲς τὴν ἡμέραν καὶ τὶς βάζῃ ὅλες μαζὶ κατὰ τὴν δευτέραν ἀπόσταξιν, ἔχει τὸ ⅓· μένουν δηλαδὴ 30 ὀκάδες. Ἡ διαφορά μας εἶναι ἂν τὸ παραγόμενον ἐκ τῆς δευτέρας ἀποστάξεως εἶναι ἄνυδρον ἢ πλησιάζει πρὸς τὸ ἄνυδρον ἢ εἶναι ἕνα πρᾶγμα τὸ ὁποῖον περιέχει καθαρὸ νερό· αὐτὴ εἶναι ἡ διαφορά μας ἡ μεγάλη. Ὁ ἐκ Τυρνάβου συνάδελφος ἰσχυρίσθη ὅτι ἡ πρώτη ἀπόσταξις φέρει ὡς ἀποτέλεσμα νὰ ἔχῃ διαβάθμισιν 6–8, μὲ διαβάθμισιν τοῦ quartier, ἡ δὲ δευτέρα 20. Ἡ Ὑπηρεσία ἡ παρευρισκομένη ἐβεβαίωσε καὶ βεβαιώνει τὴν Ἐπιτροπὴν ὅτι ἡ πρώτη ἀπόσταξις φέρει 20 quartier.
§168ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Ὄχι, ὄχι.
§169Γ. ΣΟΛΔΑΤΟΣ. Ἡ δευτέρα ἀπόσταξις φέρει εἰς πύκνωσιν τοῦ ἡμίσεος, ἂν ὄχι εἰς τοὺς 96° ποὺ εἶναι τὸ ἄνυδρον οἰνόπνευμα, ἀλλὰ τοὐλάχιστον εἰς 80–82°.
§170Δ. ΜΑΡΓΕΤΗΣ. Αὐτὴ καὶ μόνον ἡ πληροφορία ἤρκει νὰ ἀπολυθῇ ἡ Ὑπηρεσία· 45° εἶναι ἀπεσταγμένον.
§171Γ. ΣΟΛΔΑΤΟΣ. Ὁμολογῶ, κύριε συνάδελφε, ὅτι ἐν τῇ ἐπιθυμίᾳ μου....
§172Γ. ΗΣΑΪΑΣ. Φαντάζομαι ὅτι κάμνετε λάθος μεταξὺ ἑκατονταβάθμου καὶ Μπομέ· πρόκειται περὶ παρεξηγήσεως.
§173Γ. ΣΟΛΔΑΤΟΣ. Πρόκειται περὶ ἑκατονταβάθμου καὶ μοὶ εἶπον 80 βαθμοὺς μέχρις 100 βαθμῶν.
§174Γ. ΗΣΑΪΑΣ. Ὄχι, δὲν εἶναι δυνατόν.
§175Γ. ΣΟΛΔΑΤΟΣ. Κύριε Γρηγορίου, εἶσθε καὶ σεῖς μέλος.
§176Σ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ. Δὲν ἔχει σημασίαν· εἶναι λεπτομέρεια.
§177Γ. ΣΟΛΔΑΤΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ πρᾶγμα αὐτὸ εἶναι ζήτημα πίστεως. Αὐτὸ ἔχει σημασίαν κατὰ τοῦτο, ὅτι, ἂν εἶναι πράγματι 40 βαθμῶν, τότε πλησιάζει ὁ κ. Ροδόπουλος, διότι διπλασιαζομένου τοῦ ἀποστάγματος ἔχομεν 2½. Ἀλλ’ ἐγὼ ὁ ὁποῖος εἶμαι μέλος τῆς Ἐπιτροπῆς εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἀκολουθήσω τὰς ἐπισήμους στατιστικὰς τὰς ὁποίας προσεκόμισε τὸ ἐπίσημον Χημεῖον. Δὲν ἠμπορῶ νὰ ἀκούσω τὸν κ. Ροδόπουλον. Ὁ κ. Ροδόπουλος ἰσχυρίσθη πάντοτε μέχρι 32 βαθμῶν, οὐδέποτε δὲ ἡ δευτέρα ἀπόσταξις ἔφθασεν εἰς 32 βαθμούς.
§178Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ δημόσιον Χημεῖον ὑποστηρίζει ὅτι τὰ καζάνια τὰ ὁποῖα μεταχειρίζονται οἱ χωρικοὶ ἠμποροῦν νὰ βγάλουν οἰνόπνευμα 32 βαθμῶν. Θὰ τὸ ἰδοῦμε· εἶναι ζήτημα τὸ ὁποῖον θὰ ἀπασχολήσῃ ἄλλην ἡμέραν τὴν Βουλήν.
§179Γ. ΣΟΛΔΑΤΟΣ. Νὰ καθαρίσωμεν τὴν θέσιν μας. Ἐγὼ εἶμαι μέλος τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἀκολουθήσω τὰς στατιστικὰς τὰς δοθείσας. Ἐγὼ οὔτε τὸν καζανᾶ ἔκαμα ποτὲ οὔτε....
§180Δ. ΜΑΡΓΕΤΗΣ. Μὲ τὰ κοινὰ καζάνια, μὲ τοὺς ἄμβυκας τοὺς κοινοὺς δὲν ἠμποροῦμεν καὶ μὲ 10 ἔτι ἀποστάξεις νὰ ἔχωμεν παραπάνω ἀπὸ 35 Μπομέ. Ἐνῷ 35 μὲ ἀποστακτήρια ἀποστάγματος οἴνου, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχομεν διότι τὸ Κράτος διὰ τῶν φορολογιῶν του ἠμπόδισε, τὰ ὁποῖα ἔχουσιν ὅμως τὰ ἄλλα Κράτη, ὅπου φθάνουν 50, ἀπὸ τὰ ὁποῖα γίνεται τὸ κονιάκ. Παραπάνω ἀπὸ 50° καὶ μὲ 11 ἀποστάξεις ὄχι μόνον μὲ τοὺς ἄμβυκας, ἀλλὰ καὶ μὲ ἀποστακτήρια δὲν ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ.
§181Γ. ΣΟΛΔΑΤΟΣ. Σεῖς ἀμφισβητεῖτε ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον μᾶς ἐβεβαίωσεν ἡ δημοσία Ὑπηρεσία. Ἡμεῖς εἴμεθα μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς. Τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι, κύριοι, ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ συμφώνως πρὸς αὐτὰ παρεκάλεσε καὶ ἠλαττώθη κατὰ πολὺ σχετικῶς ἡ φορολογία, καὶ σᾶς λέγω ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ ἐζήτησε τὴν μείωσιν περισσοτέραν — νομίζω ὅτι ὁ κ. Δενδρινὸς ἦτο μαζὶ καὶ ὁ κ. Γρηγορίου — καὶ τὴν ἐλάττωσιν τῶν μικρῶν ἀμβύκων.
§182ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Ἐπίσημον ἔγγραφον ἦτο;
§183Γ. ΣΟΛΔΑΤΟΣ. Μάλιστα. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα τῶν ἀμβύκων εἶναι σπουδαῖον· θεωρεῖται ὅτι διαρρέουσιν ἀπὸ αὐτοὺς ἑκατομμύρια ὁλόκληρα. Ὡς βλέπετε λοιπὸν δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ Ἐπιτροπὴ πρὸ αὐτῶν τῶν πραγμάτων νὰ ἐλεγχθῇ ὅτι ὑπερέβη οἱονδήποτε ὅριον. Ἂν ηὔξησε τὰς 25 δραχμὰς εἰς 50, αὐτὸ εἶναι ἄλλο. Ὅσον ἀφορᾷ τοὺς μεγαλυτέρους ἄμβυκας, οἱ ὁποῖοι κάμνουν τὸ κύριον βιομηχανικὸν ἐμπόριον, δι’ αὐτοὺς ἡ Ἐπιτροπή, ἐγὼ τουλάχιστον, εἶχον πάντοτε τὴν γνώμην ὅτι αὐτοὶ δὲν κάμνουν τίποτε ἄλλο παρὰ δι’ ἄλλης θύρας διευκολύνουν τὴν διαρροὴν τῶν χρημάτων τῶν φορολογιῶν εἰς τὸ σεβαστὸν ποσὸν τῶν 170 ἑκατομμυρίων. Λοιπὸν ἀπ’ αὐτῆς τῆς ἀντιλήψεως ἡ Ἐπιτροπὴ ἀπεφάσισεν ὅ,τι ἀπεφάσισεν ἐπὶ τῇ βάσει τῆς κειμένης νομοθεσίας, ἡ ὁποία εἶναι τὸ Διάταγμα τοῦ κ. Κοφινᾶ, τὸ ὁποῖον δὲν ἐγνώριζον οἱ φορολογούμενοι. Ἡ Ἐπιτροπὴ δὲν ἔθεσε καμμίαν φορολογίαν· ἂν ἔβαλε τὰς 50 δραχμάς, παρεχώρησεν ὅλα αὐτὰ τὰ μεγάλα ἀνταλλάγματα, τὰ ὁποῖα κατὰ τὴν βεβαίωσιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐπὶ τῆς Γεωργίου Ὑπουργοῦ ἔχουν μεγίστην σημασίαν διὰ τοὺς φορολογουμένους. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ὡς πληρεξούσιος ἐκ Ρεθύμνης μᾶς ἔλεγεν ὅτι εἶχε μεταβῆ ἐκεῖ καὶ ὅτι τοὺς παραγωγοὺς κυρίως τοὺς ἐνδιέφερε τὸ ζήτημα τῆς συνεχίσεως τῆς ἐργασίας καὶ τὸ ζήτημα τῆς ἀπαλλαγῆς ἀπὸ τοῦ διπλασιασμοῦ τοῦ φόρου μετὰ τὰς 9 ἡμέρας. Καὶ ἡμεῖς ἀφῃρέσαμεν τὸν διπλασιασμὸν τοῦ φόρου μετὰ τὰς 9 ἡμέρας καὶ ἀφήσαμεν αὐτὸν μετὰ τὰς 17.
§184ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μαμάης ἔχει τὸν λόγον.
§185Ι. ΜΑΜΑΗΣ. Θέλω νὰ ἐξετάσω ὄχι πλέον πῶς ἐνήργησεν ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ ζητήματος, ἀλλὰ πῶς ἔφθασε τὸ ζήτημα εἰς τὴν Ἐπιτροπήν. Ἡ ἐξέλιξις τοῦ ζητήματος ἔχει ὡς ἑξῆς. Ἐγὼ ἔλαβον τὸν λόγον ἕνεκα μιᾶς αἰτήσεως τῶν Ἀνδρίων καὶ ἐκ τῆς ἀφορμῆς αὐτῆς ἀνεφύη ζήτημα γενικόν, διότι ἀφορᾷ ὅλους τοὺς πληρεξουσίους ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἀνήκουν εἰς τὰ μέρη τὰ ἀπόκεντρα εἰς τὰ ὁποῖα μεταχειρίζονται τὰ καζάνια. Ἡ λέξις ἄμβυξ εἶναι ἐπιστημονική· πρόκειται περὶ τοῦ ἐπιστημονικοῦ ἄμβυκος καὶ ὄχι ἁπλοῦ καζανίου (ὅπως συμβαίνει εἰς ἡμᾶς). Ὁ ἐπιστημονικὸς ἄμβυξ παράγει ἔνυδρον καὶ ἄνυδρον οἰνόπνευμα ἀναλόγως τοῦ συστήματός του.
§186ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Παράγει ἄνυδρον;
§187Ι. ΜΑΜΑΗΣ. Τὸ παράγει ἀπὸ τὴν πρώτην κάβαν. Πρόκειται λοιπὸν περὶ ἑνὸς καζανίου εἰς τὸ ὁποῖον βάζει μπουγάδα ἡ γυναίκα τοῦ ἀγρότου. Αὐτὸς εἶναι ὁ ἄμβυξ. Πρόκειται περὶ ἑνὸς ἄμβυκος, ὁ ὁποῖος εἶναι ἀπὸ χῶμα, μὲ ἕνα καπάκι, καὶ αὐτὸ τὸ οὕτως ἀτελῶς φτιαγμένο πρᾶγμα οἱ ὑπάλληλοι τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τὸ ὠνόμασαν ἄμβυκα ποὺ παράγει τὸ οἰνόπνευμα (χειροκροτήματα). Λοιπὸν ἕνεκα τῆς ἀφορμῆς αὐτῆς ἠγέρθη εἰς τὴν Βουλὴν τὸ ζήτημα καὶ ὁ κ. Παπαναστασίου διὰ νὰ μειώσῃ τὴν ἐντύπωσιν εἶπεν: «Ἐλᾶτε αὔριον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον νὰ συζητήσωμεν». Ἐπῆγα τὴν ἄλλην ἡμέραν, ἦλθον δὲ καὶ ὁ κ. Ροδόπουλος, ὁ κ. Σοφούλης, ὁ κ. Ἀλαβάνος καὶ ἄλλοι, καὶ εὕρομεν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν μὲ τὸν Τμηματάρχην καὶ μὲ ἕνα χημικόν. Τοῦ λέγω· «φίλε μου, ἡμεῖς δὲν ἤλθαμε νὰ μᾶς εἰπῇς οἱ ὑπάλληλοί σου τί θέλουν. Ἡμεῖς ἤλθαμε νὰ σοῦ εἰποῦμε τί θέλουμε διὰ τοὺς συμπολίτας μας». Καὶ μᾶς ἀνέπτυξεν ὅτι ὁ ἄμβυξ φορολογεῖται ἀπὸ τὸν νόμον τοῦ φόρου τοῦ οἰνοπνεύματος καὶ ὅτι τὸ Κράτος ἤθελε νὰ εὕρῃ ἕνα τρόπον νὰ μὴ γίνεται λαθρεμπόριον καὶ τὸν εὗρε διὰ τῆς σφραγίσεως τοῦ ἄμβυκος, οὕτως ὥστε ἀναλόγως τῆς χωρητικότητος αὐτοῦ ἡ ποσότης νὰ φορολογῆται. Ἐγὼ ὁ ὁποῖος ἔλαβον τὸν λόγον εἶπον ὅτι δὲν σκέπτομαι νὰ καταστρέψω τὴν Ἑλλάδα ἐλαττώνων τοὺς φόρους, ἀλλὰ νὰ σώσω τὸ ἀγροτικὸν καζάνι, τὸ ὁποῖον χρησιμεύει νὰ βγάζῃ ὁ χωρικὸς τὸ οἰνόπνευμά του, τὸ ὁποῖον ἔχει ὡς τροφὴν καὶ τὸ ὁποῖον παρενέθεσαν μεταξὺ τῶν ἀμβύκων. Αἰσθάνομαι δὲ αὐτὴν τὴν ὑποχρέωσιν διότι, ἐγγὺς εἰς τὰ πράγματα, εἶδον ποῖον ἀδίκημα γίνεται εἰς τὸν ἀγρότην καὶ θὰ ἀγωνισθῶ ὑπὲρ αὐτοῦ. Εἶδον τί κόπους ἔχει ὁ ἀγρότης, ὅστις σηκώνεται τὴν νύκτα εἰς τὰς δύο ὥρας καὶ φεύγει νὰ ὑπάγῃ μακρὰν τρεῖς ὥρας διὰ νὰ καλλιεργήσῃ τὸ κτῆμά του καὶ νὰ ἠμπορέσῃ νὰ ζήσῃ, καὶ δὲν θὰ ἔχῃ νὰ πάρῃ ὀλίγον ἀπὸ τὸ προϊὸν του διὰ νὰ τονωθῇ καὶ ἀντεπεξέλθῃ κατὰ τῶν καιρικῶν μεταβολῶν, κινδυνεύων νὰ ἀρρωστήσῃ ἄνευ αὐτοῦ. Ὅταν λοιπὸν τὸ καζάνι αὐτὸ τὸ ἀφήσουν μὲ τὸ ὄνομα ἄμβυξ καὶ δὲν ἀφεθῇ πρὸς χρῆσιν τῶν ἀγροτῶν, σᾶς ἐρωτῶ πῶς θὰ γίνῃ ἡ ἐκτέλεσις τῆς σφραγίσεως; Διὰ τὸ ἴδιον ζήτημα ἠγωνιζόμην κατὰ τὸ 1911 καὶ οἱ ὑπάλληλοι τὰ ἴδια ἔλεγον εἰς τὸν τότε Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὡς οὗτος εἶπεν εἰς τὴν Βουλὴν. Δυστυχῶς τὰ περισσότερα τὰ δημιουργοῦν οἱ ὑπάλληλοι. Διότι δὲν πρόκειται περὶ ἄμβυκος ἀλλὰ περὶ ἁπλοῦ καζανιοῦ. Τί γίνεται λοιπόν; Ὁ ἔφορος πρέπει νὰ τὰ σφραγίσῃ· δηλαδὴ τὸ καζάνι τὸ ἀτελὲς τὸ ἔκαμαν ἄμβυκα καὶ διατάσσεται ὁ ἔφορος νὰ τὸ σφραγίσῃ. Καὶ τί θὰ σφραγίσῃ; 30–40–50 ὀκάδας. Καὶ τί γίνεται; Ὁ Χριστιανὸς αὐτός, ἐπειδὴ δὲν ἠμπορεῖ νὰ ὑπαχθῇ εἰς αὐτοὺς τοὺς κανόνας, πηγαίνει εἰς τὰς χαράδρας καὶ ἐκεῖ κάμνει αὐτὸ τὸ ὁποῖον τοῦ εἶναι χρήσιμον διὰ νὰ ζήσῃ. Ὁ κ. πρῴην Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως μοῦ λέγει: «Καλά, κύριε Μαμάη, ἀφοῦ ἤκουσα τὰ δίκαια παράπονά σας, νὰ ἰδοῦμε πῶς θὰ ἠμπορέσωμεν νὰ διορθώσωμεν αὐτὸ τὸ ἀδίκημα· θὰ συνεννοηθῶ μετὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ». Ἀρχομένης πάλιν τῆς συνεδριάσεως τῆς Συνελεύσεως τὴν Δευτέραν μοῦ εἶπεν ὅτι θὰ φέρῃ νομοσχέδιον ὁ κ. Ὑπουργός, ἀλλ’ αἱ ἡμέραι παρήρχοντο, ἐγὼ δὲ μετ’ ἄλλων ἐνδιαφερομένων πληρεξουσίων ὑπεβάλαμεν εἰς τὴν Συνέλευσιν τὸ ζήτημα αὐτό. Ἀλλὰ δυστυχῶς τὴν ἄλλην ἡμέραν ἔπεσεν ὁ κ. Παπαναστασίου.
§188ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Φταῖτε καὶ σεῖς.
§189Ι. ΜΑΜΑΗΣ. Ἐν τῷ μεταξὺ ἦλθεν ὁ κ. Σοφούλης, ὁ ὁποῖος ἦτο μαζὶ τὴν ἡμέραν ποὺ συνηντήθημεν μὲ τὸν κ. Παπαναστασίου. Τοῦ λέγω λοιπόν: «Κύριε Πρόεδρε, σὲ παρακαλῶ πολύ, αὐτὸ εἶναι σοβαρόν». Μοῦ λέγει «ἄφησε νὰ τὸ περάσωμε». Τοῦ ἀπαντῶ· «πῶς θὰ τὸ περάσωμε, ἀφοῦ δὲν θὰ γίνῃ ἄλλη συνεδρίασις;» «Ἐπὶ τέλους, λέγει, περάσατέ το εἰς τὸ Νομοθετικὸν Διάταγμα περὶ σταφίδος· αὐτὸ θὰ προβλέψῃ καὶ διὰ τοὺς ἄμβυκας». Ἔρχεται ἡ Ἐπιτροπὴ ἡ ὁποία, ἀντὶ νὰ συζητήσῃ ὡς τὸ διετυπώσαμεν ἡμεῖς τὸ νομοσχέδιον, ἐκάλεσε τὸν χημικόν. Ἐρχόμενος εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ὁ χημικὸς τοῖς λέγει: «Τί θέλετε;» «Θέλομεν, λέγουν, νὰ μᾶς ὁμιλήσῃς περὶ ἄμβυκος». Ὁ χημικὸς τοῖς ὡμίλησε, τοῖς εἶπε δὲ ὅτι ὑπάρχει καὶ ἕνας νόμος τοῦ κ. Κοφινᾶ ὁ ὁποῖος λέγει περὶ φορολογίας τῶν ἀμβύκων, καὶ ἐπάνω ἐκεῖ ἔκαμαν τὸ Νομοθετικόν των Διάταγμα, ὁλωσδιόλου διάφορον ἀπὸ ἐκεῖνο ποὺ εἴχομεν ἡμεῖς ἀνωτέρω διατυπώσει. Κατ’ ἀρχὰς ἡ Συνέλευσις ἐδέχθη τὴν ἄρσιν τοῦ φόρου τοῦ ἀγροτικοῦ καζανιοῦ ἐπὶ 20 ἡμέρας, νὰ ἄρχεται δὲ ἀπὸ τὸ 1ον δεκαήμερον τοῦ Αὐγούστου καὶ νὰ λήγῃ κατὰ τὸ 1ον δεκαήμερον τοῦ Σεπτεμβρίου, διότι δὲν γίνεται ἡ ὡρίμασις τῶν σταφυλῶν ἐνωρὶς εἰς τὸν τόπον μας. Δὲν ἠξεύρω ἀλλοῦ τί γίνεται, ἀλλ’ ἠξεύρω τὰς Κυκλάδας, ὅπου ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ συμβαίνει αὐτὸ τὸ πρᾶγμα. Λοιπὸν τί πρέπει νὰ γίνῃ μὲ αὐτὴν τὴν κατάστασιν; Καὶ λέγει ἐδῶ ὁ προλαλήσας ὅτι ἡ οἰνοπνευματοποιία προώδευσε καὶ ὅτι θὰ φέρῃ ἀγαθὰ εἰς τοὺς ἄλλους. Ἀλλὰ ποία οἰνοπνευματοποιία, ἀφοῦ ἐδῶ πρόκειται περὶ τοῦ οἰνοπνεύματος ποὺ χρησιμεύει εἰς τὸν ἀγρότην, ὁ ὁποῖος πρέπει πρῶτος νὰ κάμῃ τὸ οἰνόπνευμά του, διότι αὐτὸς καλλιεργεῖ τὸ κτῆμα, καὶ κατόπιν νὰ ἔλθουν οἱ ἄεργοι; Ἀλλ’ ἐγὼ ὁ ἀγρότης θέλω νὰ ζήσω. Διατί μοῦ ἀφαιρεῖτε αὐτὸ τὸ δικαίωμα, ἀφοῦ ἐγὼ καλλιεργῶ τὸ κτῆμα καὶ τὴν ἄμπελόν μου;
§190Σ. ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν ἄμπελον ταύτην....
§191Ι. ΜΑΜΑΗΣ. Τὴν ἄμπελον ταύτην, ἣν ἐφύτευσεν ἡ δεξιά σου... Θὰ μὲ εὕρητε ἕτοιμον, κύριε Θεοδωρόπουλε. Ἂν θέλετε, ὁρίστε νὰ λογομαχήσωμεν, διὰ νὰ πᾶμε εἰς τὴν γραμματικὴν κατάστασιν τῶν πραγμάτων. Ἀφῆστε τὰ κενὰ λόγια. Λοιπὸν τὴν Ἐπιτροπὴν δὲν θέλω νὰ τὴν καταγγείλω, οὔτε ζητῶ τίποτε ἀπ’ αὐτήν· ζητῶ ὅμως, κατόπιν τῆς προόδου τοῦ ζητήματος αὐτοῦ, νὰ μάθω πῶς ἐπέτρεψε καὶ ἐπροχώρησεν εἰς τοιοῦτον βαθμὸν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὥστε νὰ ἐκδώσῃ ἀπόφασιν καὶ νὰ διατάξῃ τοὺς ὑπαλλήλους του νὰ συμπεριφέρωνται ὅπως συμπεριφέρονται πρὸς τοὺς συμπολίτας μου· διότι ἐκ τῆς ἀφορμῆς αὐτῆς οἱ ἀστυνόμοι καὶ οἱ χωροφύλακες ἔθεσαν τὸ μαστίγιον εἰς τὴν μπόταν των, ἐκτύπησαν τοὺς ἀγρότας, ἔσπασαν καζάνια, τοὺς κατήγγειλαν κλπ. Λέγω· διατί γίνεται τοῦτο, ἀφοῦ ὡμιλήσαμεν εἰς τὴν Συνέλευσιν ἡ ὁποία ἐδέχθη αὐτὴν τὴν ἀτέλειαν τῶν 20 ἡμερῶν; Ἡμεῖς ὡμιλήσαμεν εἰς τὴν Συνέλευσιν καὶ ἡ ὑπόθεσις προήχθη εἰς ἓν σημεῖον ὥστε νὰ δεχθῇ αὕτη τὴν τροπολογίαν, δηλαδὴ τὴν κατάστασιν αὐτὴν τοῦ νὰ μένουν ἀφορολόγητοι. Καὶ τώρα ἂς πᾶμε εἰς τὴν ἐφαρμογήν. Σᾶς εἶπον ὅτι εἰς τοὺς μεγάλους ἄμβυκας ἦτο ἐφαρμόσιμον αὐτό, διότι ὁ ἐφοριακὸς ὑπάλληλος ἠποροῦσε νὰ συνεννοηθῇ μὲ τοὺς ἐξ ἐπαγγέλματος οἰνοπνευματοπαραγωγούς, διότι ὑπῆρχεν ὁ χρόνος τῆς παραγωγῆς ἕνεκα τοῦ μεγέθους τοῦ ἄμβυκος. Τοῦτο ἠμπορεῖ νὰ ἐφαρμοσθῇ καὶ εἰς τὰ καζάνια; Ὁ ἐφοριακὸς ὑπάλληλος δύναται νὰ ἐκτελέσῃ αὐτὴν τὴν τάξιν εἰς τὰ καζάνια; Ἡ Κυβέρνησις ἔπρεπε νὰ εἴπῃ: «Κύριοι, εἰδοποίησα τοὺς προέδρους τῶν Κοινοτήτων νὰ συνέλθουν καὶ ὅσοι ἐκ τοῦ χωρίου θὰ βγάλουν οἰνόπνευμα νὰ φορολογηθοῦν ἀπὸ 10–20 δραχμὰς καὶ νὰ πάρουν τὰ καζάνια των νὰ κάμουν τὴν δουλειάν των». Καὶ τέλος ἂς εὑρεθῇ εἷς τρόπος νὰ ἀπαλλαγοῦν αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι ἀπὸ αὐτὴν τὴν μάστιγα, νὰ κάμουν τὸ οἰνόπνευμά των διὰ τὴν οἰκιακήν των ἀνάγκην, ἂν δὲ τοῖς περισσεύῃ καὶ θελήσουν νὰ τὸ πωλήσουν, τότε ἂς ὑπαχθοῦν εἰς τὸν φόρον τοῦ οἰνοπνεύματος προκειμένου νὰ τὸ ἐξαγάγουν. Ἀλλὰ τώρα ἂς ἀφεθοῦν ἐλεύθεροι. Ὡς ἔχει τώρα τὸ πρᾶγμα, τοὺς κυνηγᾷ ὁ ἀστυνόμος, ὁ χωροφύλαξ, ὁ ἐχθρός των. Καὶ τοὺς καταγγέλλουν. Λοιπὸν δὲν Χρειάζεται δι’ αὐτὸ τὸ ζήτημα καμμία συζήτησις. Χρειάζεται μία καλὴ θέλησις ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία νὰ λάδῃ ὑπ’ ὄψιν της ἐπὶ τέλους τοὺς ἀγρότας καὶ νὰ ἐνθυμηθῇ τὰς ἐπαγγελίας της περὶ γεωργίας, τὰς ἐπαγγελίας της περὶ προστασίας τῶν ἀγροτικῶν καὶ τῶν ἐργατικῶν. Τώρα τί τάχα θὰ εἴπῃ ἡ Κυβέρνησις ἢ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἰς αὐτὰ ποὺ εἶπον; Θὰ γίνουν; Τί θὰ γίνῃ; Σταματῶ ἐδῶ πέρα, διότι φρονῶ ὅτι ἐκ μέρους ὅλων τῶν ἀμβυκιστῶν ὁμιλῶ.
§192Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Τί προτείνετε;
§193Ι. ΜΑΜΑΗΣ. Νὰ μείνωσιν ἀφορολόγητοι οἱ ἄμβυκες μέχρι 50 ὀκάδων δι’ εἴκοσιν ἡμέρας (θόρυβος). Ἐννοῶ ἕως ἐδῶ ποὺ ἐπῆγε τὸ θέμα νὰ τὸ κρατήσω.
§194Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὑπάρχουν καὶ ἄλλαι ἀπόψεις. Ἀμβυκιστὴς εἶμαι καὶ ἐγώ· πρέπει ν’ ἀκούσῃ ὅλας τὰς ἀπόψεις ἡ Κυβέρνησις.
§195Ι. ΜΑΜΑΗΣ. Ἐγὼ ἔκαμα τὸ μέρος μου· σεῖς φροντίσατε νὰ κάμετε τὸ ἰδικόν σας. Δὲν ἀποκλείεται νὰ κάμητε τὸ ἰδικόν σας. Σεῖς ἔχετε εὐστροφίαν τοῦ λόγου καὶ δύνασθε νὰ τὰ διατυπώσητε ὅπως νομίζετε καλύτερον. Ἐγὼ ζητῶ αὐτὸ διὰ νὰ μάθω τί θὰ εἴπωσιν οἱ ἄνθρωποι τοῦ νησιοῦ μου. Ὅ,τι θὰ γίνῃ δι’ αὐτοὺς νὰ γίνῃ καὶ διὰ τοὺς ἄλλους. Νὰ διατάξητε τὴν ἀστυνομίαν καὶ τὰ ὄργανά σας νὰ παύσωσι τὸν τρόπον τὸν ὁποῖον μετέρχονται, διότι εἴμεθα Ἀρβανῖτες (ψίθυρος). Αὐτὸ ποὺ σᾶς λέω (ἱλαρότης). Παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ δι’ αὐτοῦ τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως τὸν ἀπόντα, ὅταν παρουσιασθῆτε ἀμφότεροι, νὰ διαβιβάσῃ τὰς σκέψεις μου καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει διαφωνήσητε ριζικῶς, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἐξακολουθήσω τὴν διαμαρτυρίαν μου μέχρις ἐξαντλήσεως, διότι δὲν ἐννοῶ νὰ ἀφήσω τὸν ἀγρότην εἰς αὐτὴν τὴν κατάστασιν καὶ δὲν δύναμαι νὰ γυρίσω εἰς τὸν τόπον μου καὶ θὰ εἴπω ἐδῶ: «Συναποθανέτω ἡ ψυχή μου μετὰ τῶν ἀλλοφύλων» (χειροκροτήματα).
§196ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κούνδουρος ἔχει τὸν λόγον.
§197Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἶναι, κύριοι συνάδελφοι, πολὺ εὐτυχῆ τὰ ζητήματα τὰ ὁποῖα συζητοῦνται ἐν ὥραις γαλήνης ψυχῶν καὶ πνευμάτων, καθ’ ἃς ἐλλείπουσιν αἱ ἀντεγκλήσεις καὶ τοῦ κομματισμοῦ αἱ ἔριδες. Ἀπὸ τῆς ἀπόψεως ταύτης, ἐν στιγμαῖς ἠρεμίας ἐμφανιζόμενον τὸ ζήτημα περὶ οὗ πρόκειται εἶμαι βέβαιος ὅτι θὰ λυθῇ εὐνοϊκῶς ἐν συνειδήσει ὅλων ἡμῶν, κυβερνητῶν καὶ μὴ κυβερνητῶν, καὶ ν’ ἀποκρυσταλλωθῇ εἰς ὡρισμένην καὶ σαφῆ διάταξιν νόμου. Ἀλλ’ ἐνῷ ἀπουσιάζουσιν αἱ διακρίσεις αἱ παρεμποδίζουσαι τὴν ὁμαλὴν καὶ ἤρεμον διεξαγωγὴν τῶν συζητήσεων, καὶ εἶναι εὐτυχὲς τὸ ζήτημα αὐτὸ ἀπὸ μιᾶς ἀπόψεως, ὡς ἐλέχθη, οὐχ ἧττον εἶναι ἀτυχὲς ἀπὸ ἄλλης τινὸς ἀπόψεως, ἀφ’ ἧς ἡ συζήτησίς του προκαλεῖ δυσφορίαν. Μεταξὺ ἡμῶν, ἀσχέτως κομμάτων, ὑπάρχει διάκρισίς τις πολὺ μεγάλη ὅση εἶναι ἡ ἀπόστασις ἀπὸ τῶν νεφελῶν εἰς τὰς ὁποίας εὑρίσκονται οἱ συνταγματολογοῦντες μέχρι τῶν πεδιάδων ἐπὶ τῶν ὁποίων ἡμεῖς οἱ ἐκπροσωποῦντες τὰς ἐπαρχίας ἀκολουθοῦμεν τοὺς ψηφοφόρους μας κύπτοντας ὑπὸ τὸ βάρος τῆς βαρείας φορολογίας καὶ τοῦ ὀχληροῦ τρόπου τῆς βεβαιώσεως καὶ εἰσπράξεως αὐτῆς. Μᾶς χωρίζει ἡ ἀπόστασις ἥτις χωρίζει τὸ Κέντρον ἀπὸ τὴν ἐπαρχίαν, ἡ ἀπόστασις ἥτις χωρίζει καὶ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἐστάλησαν νὰ κρίνωσι τὰ γενικώτερα ζητήματα τὰ συνταγματικά, καὶ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἐστάλησαν διὰ νὰ θεραπεύσωσιν ὡρισμένας ἐκδεδηλωμένας ἀνάγκας τῆς μεγάλης λαϊκῆς μάζης καὶ τῆς περιφερείας ἡ ὁποία τοὺς ἐξέλεξεν. Ἡ ἐπαρχία ἐνδιαφέρεται οὐσιωδῶς διὰ τὸ ζήτημα τῶν ἀμβύκων. Τὰ κέντρα θεωροῦσι τὸ ζήτημα ἐστερημένον οἱασδήποτε σοβαρότητος. Ἀλλ’ ἂς μᾶς ἐπιτρέψουν οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν κέντρων, ὑπὲρ τῶν ὁποίων τόσος χρόνος καθ’ ἑκάστην καταναλίσκεται, νὰ συζητήσωμεν τὸ ἐνδιαφέρον ἡμᾶς ζήτημα χωρὶς νὰ δυσφοροῦν καθ’ ἡμῶν. Εἶναι εὔθετος ἡ περίστασις καὶ νομίζω ὅτι τὸ ζήτημα λύεται ἂν προστεθῇ μία διάταξις ἀκόμη εἰς τὸ συζητούμενον ψήφισμα. Ὀφείλω νὰ συγχαρῶ τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν διότι μετὰ προθυμίας καὶ ἄνευ μακρᾶς συζητήσεως φαίνονται διατεθειμένοι ν’ ἀποδεχθοῦν τοιαύτην τινὰ πρότασιν. Ἐπὶ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως ὑπεβλήθη ὑπ’ ἐμοῦ πρότασις ὅπως ἐξουσιοδοτηθῇ αὕτη καὶ λύσῃ διὰ Νομοθετικοῦ Διατάγματος τὸ ζήτημα τῶν ἀμβύκων. Ἡ πρότασις ἐγένετο δεκτή, συνέστη δὲ καὶ εἰδικὴ πρὸς τοῦτο Ἐπιτροπή, τὸ ἔργον τῆς ὁποίας ἀτυχῶς δὲν ὑπῆρξε σοφὸν καὶ ἀντὶ νὰ βελτιώσῃ ἐχειροτέρευσε τὴν κατάστασιν. Ἐγὼ ὁ ὁποῖος ὑπέβαλα τὴν πρότασιν ταύτην καὶ ἐγένετο ἀποδεκτὴ δηλῶ ὅτι δὲν ἐλεπτολόγησα μὲν ὅσον ἀφορᾷ τὰς ἐπενεκτέας μεταρρυθμίσεις, ἠξίωσα ὅμως νὰ γίνουν μεταβολαὶ ἐπὶ τὰ βελτίω διὰ τοὺς χωρικοὺς καὶ ἐντεῦθεν ἐξάγεται εἰδικώτερον ὅτι ὑπὸ τὴν ἔννοιαν μειώσεως τοῦ φόρου ἐγένετο ἀποδεκτὴ ἡ πρότασίς μου, ἀλλὰ μείωσις δὲν ἐγένετο· μᾶλλον αὔξησις τοῦ φόρου ἐγένετο. Κακῶς προβάλλεται τὸ ἐπιχείρημα ἂν ἐξουσιοδοτήθη ἡ Κυβέρνησις νὰ βελτιώσῃ τὴν κατάστασιν ἐλαττοῦσα τὸν φόρον καὶ ἀνόητος θὰ ἦτο πᾶσα ἀντίθετος ἐκδοχή, ὅτι δηλαδὴ τὸν μήπω ἐφαρμοζόμενον νόμον ἠθέλομεν νὰ βελτιώσωμεν καὶ οὐχὶ τὸν ἐν ἰσχύϊ μέχρι σήμερον τοιοῦτον.
§198Σ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ. Ἦτο ἐν ἐφαρμογῇ ὁ νόμος.
§199Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὅταν ἐζητήθη ἡ ἐξουσιοδότησις τῆς Συνελεύσεως, ἐζητήθη ἐπὶ τῇ βάσει ἐντυπώσεων καὶ παρατηρήσεων, τὰς ὁποίας ἐγὼ τοὐλάχιστον εἶχα κάμει ἔχων ὑπ’ ὄψιν μου τὴν ἐφαρμοζομένην φορολογίαν, καὶ συνεπῶς διὰ νὰ εἶναι ἡ Ἐπιτροπὴ σύμφωνος πρὸς τὸ πνεῦμα τῆς Συνελεύσεως ὤφειλε νὰ φέρῃ βελτίωσιν τῆς ὑφισταμένης κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος φορολογίας καὶ ὄχι τῆς φορολογίας τὴν ὁποίαν θὰ ἐπέβαλλε τυχὸν ἐφαρμοζόμενος ἕνας νεώτερος νόμος.
§200Γ. ΣΟΛΔΑΤΟΣ. Νὰ ἀγνοήσωμεν λοιπὸν τὴν κειμένην νομοθεσίαν;
§201Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν θὰ μὲ διέκοπτεν ὁ κ. συνάδελφος ἂν εἶχε τὴν ὑπομονὴν νὰ μὲ παρακολουθήσῃ, διότι δὲν διαβλέπω ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ τὸ πταῖσμα οὔτε τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως οὔτε τοῦ προκατόχου Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν οὔτε τοῦ σημερινοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, τοῦ ὁποίου ἐγὼ τοὐλάχιστον εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ δηλώσω καὶ δηλώνω τὸ ἐνδιαφέρον ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, ὡς καὶ ἐπὶ παντὸς ζητήματος ἀφορῶντος τὴν ὕπαιθρον. Μετὰ χαρᾶς ἀναφέρω πρὸς τιμήν του ὅτι ἤρκεσε πρό τινος μία ὑπόδειξίς μου διὰ τὰς ἀτελείας καὶ ἀδικίας τοῦ νόμου περὶ φορολογίας τῶν αἰγοπροβάτων διὰ νὰ εἰσηγηθῇ καὶ νὰ ἐπιμείνῃ νὰ ψηφισθῇ ἡ διάταξις ἥτις ἀπαλλάσσει τῆς φορολογίας τοὺς μικροποιμένας μέχρι 15 προβάτων. Δὲν πρόκειται λοιπὸν νὰ ψέξωμεν τινὰ οὔτε πρόκειται νὰ θελήσωμεν νὰ μονοπωλήσωμεν ὑπὲρ ἡμῶν τὸ ἐνδιαφέρον διὰ τοὺς ἀγροτικοὺς πληθυσμούς. Πρόκειται νὰ ὑποδείξωμεν τὰς γενομένας μέχρι σήμερον ἀσόφους καὶ ἀνωφελεῖς τροποποιήσεις καὶ νὰ ἐπιτύχωμεν τὴν διόρθωσιν. Τοῦτο ἔπραξαν καὶ οἱ ἐκ Χανίων συνάδελφοι. Ἐγὼ τοὐλάχιστον, ὅτε ὑπέβαλον εἰς τὴν Συνέλευσιν ἀρχῆθεν τὴν πρότασίν μου, εἶχον κατὰ πρώτην σειρὰν ἐν νῷ ὅτι ὤφειλε νὰ καταστῇ ἠπιωτέρα ἡ φορολογία, καὶ κατὰ δευτέραν σειρὰν εἶχον ἐν νῷ ἄλλην διάταξιν τὴν ὁποίαν δὲν ἔλαβε ποσῶς ὑπ’ ὄψιν ἡ Ἐπιτροπὴ καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Ἡ Ἐπιτροπὴ ἠγνόησε καθ’ ὁλοκληρίαν τὴν διάταξιν ταύτην. Λέγω δὲ διάταξιν, καίτοι εἶναι ἁπλῆ ἐγκύκλιος, διότι ἐπέχει θέσιν νόμου. Κατὰ τὴν ἐγκύκλιον ταύτην καταργεῖται καθ’ ὁλοκληρίαν ἢ τοὐλάχιστον περιορίζεται ἀσφυκτικῶς τὸ δικαίωμα τῆς ἀποστάξεως δι’ ἀμβύκων, ἐπειδὴ μόνον ἐπιτοπίως παραγωμένων εἰδῶν, σταφίδος κλπ., ἐπιτρέπεται ἡ ἀπόσταξις, δίδεται δὲ τόσον στενὴ ἑρμηνεία εἰς τὴν λέξιν «ἐπιτοπίως», ὥστε καταντᾷ νὰ μὴ δύναταί τις ἀπὸ χωρίου εἰς χωρίον νὰ μεταφέρῃ καὶ ἀποστάξῃ τὰ στέμφυλα ἢ τὰς σταφίδας αὑτοῦ, ἂν τυχὸν δὲν ἔχῃ εἰς τὸ χωρίον του ἄμβυκας, ἤ, ἂν ἡ ἄμπελός του κῆται εἰς ἀπόστασίν τινα, δὲν δύναται νὰ μεταφέρῃ τὸ προϊὸν εἰς τὸ χωρίον του, ἀλλὰ πρέπει νὰ τὸ μεταφέρῃ πρὸς ἀπόσταξιν εἰς πλησιέστερον χωρίον. Εἶναι φοβεραὶ αἱ δυσχέρειαι αἵτινες παρουσιάζονται ἐν τῇ πράξει ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τῆς ἐγκυκλίου αὐτῆς καὶ ἐκ τῆς στενῆς ἑρμηνείας τῆς λέξεως «ἐπιτοπίως». Ἰδία εἶναι ἄδικος ἡ ἐγκύκλιος αὕτη διὰ τὰς περιφερείας αἵτινες δὲν παράγουσι στέμφυλα ἢ σταφίδας καὶ πρὸς παραγωγὴν οἰνοπνεύματος εἶναι ὑποχρεωμέναι νὰ εἰσαγάγωσιν ἄλλοθεν. Τοῦτο συμβαίνει εἰς τὴν ἰδικήν μου περιφέρειαν. Ἡ Ἐπιτροπὴ ἠγνόησε τὴν ἄδικον ταύτην ἐγκύκλιον καὶ δὲν ἐθεράπευσε τὰ ἐξ αὐτῆς κακά. Ἡ βιομηχανία τοῦ εἴδους αὐτοῦ, ὅπως τὴν ἀντιλαμβανόμεθα ἡμεῖς, εἶναι ὑποχρεωτικὴ συνέχισις τῆς γεωργικῆς βιομηχανίας. Ἂν τὴν παραβάλητε μὲ τὴν βιομηχανίαν τῆς ρετσίνας, ὥς τινες ὑπεστήριξαν, θὰ ἴδητε τὴν διαφοράν, διότι δύναμαι, ἂν δὲν θέλω, νὰ μὴ περισυλλέξω τὴν ρετσίναν ἀπὸ ἓν δάσος διὰ νὰ τὴν βιομηχανευθῶ, ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ πράξω τὸ ἴδιον προκειμένου διὰ τὴν βιομηχανίαν τῶν ἀμβύκων, διότι θὰ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ρίψω εἰς τὰς ὁδοὺς τὸ προϊὸν τῆς ἀμπέλου μου, τὸ ὁποῖον κατόπιν τόσων ἱδρώτων καὶ τόσων δαπανῶν κατώρθωσα νὰ συγκομίσω. Θὰ ἤθελον γενικῶς ν’ ἀντικρύσωμεν τὸ ζήτημα ὄχι ὡς ζήτημα βιομηχανικόν, ἀλλ’ ὡς ζήτημα γεωργοβιομηχανικόν. Ἂν πρόκειται περὶ εἰδῶν τὰ ὁποῖα εἰς περίπτωσιν μὴ ἐπεξεργασίας δὲν συνεπάγονται δαπάνας καὶ ἑπομένως δὲν ἀποτελοῦσι περιουσίαν ριπτομένην εἰς τὰς ὁδοὺς τὸ πρᾶγμα δὲν θὰ εἶχεν οὕτω. Ἀναφέρω μίαν περίπτωσιν. Ὑπάρχουν τὰ μοῦρα, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουν ἀνάγκην καλλιεργείας οὔτε κόπων διὰ νὰ παραχθῶσιν. Ἂν θέλω νὰ βιομηχανευθῶ τὰ μοῦρα καὶ νὰ παραγάγω τὴν μουρορακήν, ἀναντιρρήτως ἀσκῶ μίαν καθαρὰν βιομηχανίαν. Ἀλλ’ ἂν θελήσω νὰ παραγάγω οἰνόπνευμα ἀπὸ στέμφυλα τὰ ὁποῖα ἐναπομένουσι μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τοῦ οἴνου, εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν δὲν ἀσκῶ βιομηχανίαν καθαράν, ἀνεξάρτητον ἀπὸ τὴν ἔννοιαν τῆς βιομηχανίας, ἀλλὰ συνεχίζω ἁπλῶς τὴν γεωργικὴν ἐπιχείρησιν καὶ πρόκειται περὶ μέσου πρὸς ἐκμετάλλευσιν τοῦ γεωργικοῦ προϊόντος καὶ οὐχὶ περὶ καθαρᾶς βιομηχανίας. Μοῦ ἐδόθη εὐκαιρία ἄλλοτε, κατερχόμενος ἐκ τῶν αἰθέρων εἰς τὸ ἐπίπεδον ἐπὶ τοῦ ὁποίου αἱ ἀνάγκαι τῶν ἐκλογέων κρατοῦσιν ἡμᾶς τοὺς ἐξ ἐπαρχιῶν προερχομένους, νὰ εἴπω ὅτι εἶναι καιρὸς νὰ στρέψωμεν πλέον τὴν προσοχήν μας ἐπὶ τῶν σημείων ἐπὶ τῶν ὁποίων τὸ κρατικὸν σάγμα πιέζει τὴν λαϊκὴν ὠμοπλάτην. Ἀποφασισμένος νὰ διεξαγάγω τὸν ἀγῶνα τοῦ εἴδους αὐτοῦ ἵνα ἐκτελέσω ἐν τῷ ἀσθενεστάτῳ μέτρῳ τῶν δυνάμεών μου τὸ καθῆκόν μου ὡς ἀντιπροσώπου ἐπαρχίας, ὑποδεικνύω εἰς τὴν Συνέλευσιν καὶ πρὸ πάντων εἰς τοὺς συναδέλφους τοὺς προερχομένους ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν, ὅτι ἓν ἐκ τῶν σπουδαιοτάτων σημείων τὰ ὁποῖα πληγώνουν τὴν λαϊκὴν ὠμοπλάτην εἶναι ἀναντιρρήτως τὸ σημεῖον τοῦτο τῆς φορολογίας τῶν ἀμβύκων. Δὲν θέλω ποτὲ νὰ ὑποτεθῇ ὅτι εἶμαι ἐξ ἐκείνων οἵτινες πιστεύουν ὅτι τὴν μικρασιατικὴν καὶ θρακικὴν συμφορὰν δυνάμεθα νὰ ἀνορθώσωμεν χωρὶς ὄχι μόνον νὰ διατηρήσωμεν τὴν ὑφισταμένην φορολογίαν ἀλλὰ καὶ νὰ ἐπιβάλωμεν καὶ νέους φόρους. Ἀλλ’ εἶμαι ἐξ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι πιστεύουν καὶ ὑποστηρίζουν ἐπὶ τῶν δεδομένων στηριζόμενοι ὅτι ὡρισμένοι φόροι, ἐνῷ δὲν ἐξυπηρετοῦν τὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους, προκαλοῦσι τοιαύτην δυσφορίαν, εἶναι τόσον καταθλιπτικοί, ὥστε πρέπει νὰ ἐκλείψωσι καθ’ ὁλοκληρίαν. Γνωρίζει ἡ Κυβέρνησις, γνωρίζετε πάντες περισσότερον ἐμοῦ τοῦ ἥκιστα θεωρητικοῦ, ὅτι ἀναγκαῖον στοιχεῖον μιᾶς φορολογίας εἶναι ἡ ἁπλότης τῆς βεβαιώσεως τοῦ φόρου καὶ ἕτερος ὅρος ἀπαραίτητος, περιλαμβανόμενος εἰς ὅλας τὰς νεωτέρας φορολογικὰς ἀντιλήψεις, εἶναι ἡ ψυχολογικότης τοῦ φόρου. Δὲν ἀρκεῖ νὰ ἐξετασθῇ εἷς φόρος ἂν ἀποδίδει καὶ πόσον ἀποδίδει, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἐξετασθῇ ποίου βαθμοῦ δυσφορίαν ἐπιφέρει ἐπὶ τῶν φορολογουμένων. Πρέπει νὰ ἐξετασθῇ πῶς γίνεται ἀποδεκτὸς ὁ φόρος ἐκ μέρους ἐκείνων οἱ ὁποῖοι προώρισται νὰ τὸν πληρώσωσι. Δύναμαι νὰ βεβαιώσω ἐξ ὀνόματος τῆς στενῆς περιφερείας τὴν ὁποίαν ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου ὅτι δεκαπλασία καὶ ἑκατονταπλασία φορολογία θὰ ἠδύνατο νὰ πληρωθῇ περισσότερον εὐχαρίστως ἀπὸ ὅσον πληρώνεται ὁ φόρος αὐτὸς τῶν ἀμβύκων. Ὁ τρόπος τῆς βεβαιώσεως τοῦ φόρου τούτου εἶναι πλέον ἢ ἄθλιος. Ἐν πρώτοις ἡ τηρουμένη διαδικασία σφραγίσεων καὶ ἀποσφραγίσεων προσδίδει πανηγυρισμόν, τοῦ ὁποίου τὴν ἔννοιαν καὶ τὴν σημασίαν ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω ποτέ. Ποίαν σημασίαν ἔχει τὸ σφράγισμα καὶ ξεσφράγισμα; Καὶ ὅλα αὐτὰ δὲν εἶναι ἁπλοῦς τύπος πανηγυρικὸς ἀλλὰ συνεπάγονται συνεπείας δαπανηρὰς καὶ δυσβαστάκτους διὰ τὸν φορολογούμενον, διότι ἵνα γίνῃ ἡ σφράγισις καὶ ἡ ἀποσφράγισις εἶναι ἀνάγκη νὰ μεταβῇ ὁ σταθμάρχης καὶ τὸ πρόσωπον τὸ ἐνδεδειγμένον ὑπὸ τοῦ ἐφόρου. Καὶ ἠξεύρετε πόσον δυσκίνητα εἶναι τὰ ὄργανα τοῦ Κράτους εἰς τὰς ἀπωτέρας ἐσχατιὰς αὐτοῦ, ἂν καὶ ὅταν δὲν καταβληθῇ ἡ κινητήριος δύναμις.
§202Π. ΚΑΛΑΝΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Τρέχει εἰς τὴν Ἐφορίαν μὲ τὰ καζάνια φορτωμένος καὶ διαπομπεύεται.
§203Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μοναδικὸς σκοπὸς τοῦ πανηγυρικοῦ καὶ τυραννικοῦ τύπου τῆς σφραγίσεως καὶ ἀποσφραγίσεως ἀπομένει μόνον κατὰ τοὺς θέλοντας πρακτικῶς νὰ ἐρευνήσωσι τὸ ζήτημα ἡ ἰδέα ὅτι δῆθεν τὸ Δημόσιον προστατεύει τὰ συμφέροντα αὐτοῦ ἀπέναντι τῶν καταδολιεύσεων τὰς ὁποίας δύναται νὰ κάμῃ ὁ χωρικὸς ἀφήνοντας τὸ καζάνι του νὰ λειτουργῇ περισσοτέρας ἡμέρας. Οὐδένα ἄλλον λόγον ἔχει ὁ τυραννικὸς πανηγυρικὸς τύπος τῆς σφραγίσεως καὶ ἀποσφραγίσεως, ὁ ὁποῖος καταβασανίζει, ὡς ἐλέχθη, τοὺς παραγωγούς, παρὰ τὸν λόγον προστασίας δῆθεν τοῦ Δημοσίου. Εἴθε νὰ μὴ ἐκινδύνευον τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου παρὰ ἀπὸ τὰς δολιότητας τοῦ γεωργικοῦ πληθυσμοῦ, διότι τότε ἀναντιρρήτως τὸ δημόσιον ταμεῖον θὰ ἐνεφανίζετο πλουσιώτερον παρ’ ὅσον ἐμφανίζεται σήμερον. Γνωρίζομεν ἡμεῖς πόθεν αἱ δολιότητες αἱ μειοῦσαι τὰς εἰσπράξεις τοῦ Δημοσίου. Δὲν ἔχει, κύριοι, ὁ χωρικός, δὲν ἔχει ὁ ἐπαρχιώτης, ἰδίᾳ ὁ παραγωγός, δὲν ἔχει τὴν ἱκανότητα νὰ κλέψῃ καὶ νὰ δολιευθῇ (χειροκροτήματα). Τοῦτο εἶναι προνόμιον τῶν κέντρων. Ἀλλὰ καὶ ἂν ὑποθέσωμεν ὅτι ὑπὸ τὸν ἑλληνικὸν ὁρίζοντα διαβιοῖ καὶ ὁ χωρικὸς καὶ ἔχει ἐξ ἴσου τὰ ἐλαττώματα τῶν ἀστικῶν πληθυσμῶν, διατί δὲν λαμβάνονται τὰ μέτρα αὐτὰ καὶ ἀπέναντι τῶν ἀστικῶν πληθυσμῶν, ἀλλὰ μόνον ἀπέναντι τῶν χωρικῶν; Διατί δὲν ἐμπιστευόμεθα εἰς τὸν χωρικὸν νὰ τῷ εἴπωμεν «ἔχεις τὴν ἄδειαν νὰ ἀφήσῃς τὸν ἄμβυκά σου νὰ λειτουργῇ καὶ νὰ μᾶς δηλώσῃς πόσας ἡμέρας ἐλειτούργησε, πόσον παρήγαγε καὶ νὰ τὸ φορολογήσωμεν», καὶ ἐμπιστευόμεθα εἰς τὸν βιομήχανον καὶ τὸν ἔμπορον τοῦ ἄστεως, ἐπὶ τῆς δηλώσεως τῶν ὁποίων στηριζόμεθα καὶ δεχόμεθα ὅτι ἐκέρδισε μόνον ὅσα ἐδήλωσε; (Χειροκροτήματα). Διατί δὲν λαμβάνομεν ἴσα μέτρα, ἀλλ’ ἐνῷ εἴμεθα τόσον αὐστηροὶ ἀπέναντι τοῦ ἐπαρχιακοῦ πληθυσμοῦ, ἀφήνομεν ἐλευθέρας ὅλας τὰς ὁδοὺς τῆς καταδολιεύσεως εἰς τοὺς φορολογουμένους ἀστούς; Ἂν ὑποθέσωμεν ὅτι 5, 10, 1000 χωρικοὶ κατεδολιεύθησαν τὸν νόμον καὶ ἀπέκρυψαν 5, 10, 20 ὥρας τοῦ ἄμβυκος καὶ 100 ὀκάδας παραγωγῆς τοῦ οἰνοπνεύματος, ἡ ζημία εἶναι ἐλαχίστη, καὶ ἂν ὅλοι οἱ φορολογούμενοι τοῦ εἴδους αὐτοῦ ἐν Ἑλλάδι κάμουν τὸ ἴδιον, πάντως θὰ εἶναι ὀλιγωτέρα ἡ ζημία ἀπὸ τὴν ζημίαν ἣν ἐπιφέρει ἡ ἐμπιστοσύνη πρὸς τὰ τεφτέρια τῶν μεγαλοβιομηχάνων καὶ μεγαλεμπόρων. Διὰ λόγους ψυχολογικοὺς ἡ πανηγυρικότης τοῦ νόμου αὐτοῦ εἰς πᾶσαν περίπτωσιν πρέπει νὰ καταργηθῇ, διότι παρεμποδίζει τὴν ὁμαλὴν λειτουργίαν τῆς βιομηχανίας αὐτῆς, δημιουργεῖ θολὰ ὕδατα, ἐντὸς τῶν ὁποίων δύναται νὰ ἁλιεύσῃ ὁ ὁριζόμενος ὑπὸ τοῦ ἐφόρου ὑπάλληλος ἢ ὁ κατὰ τόπους σταθμάρχης, ἀλλὰ κυρίως πρέπει νὰ καταργηθῇ ὁ τύπος αὐτὸς ὑπὸ τῆς Συνελεύσεως μιᾷ φωνῇ, διότι ἐνῷ θέτει ἐξευτελιστικὸν φραγμὸν εἰς τὰς ἐπαρχίας ἀφήνει ἀπερίφρακτον τὴν μάνδραν διὰ τοὺς ἀστικοὺς πληθυσμούς. Πρέπει νὰ λείψουν αἱ προσβλητικαὶ ἰδίᾳ ἀνισότητες. Δὲν διαμαρτυρόμεθα κατὰ τῆς φορολογίας. Δεχόμεθα νὰ ἐξετασθῇ τί εἰσπράττεται ἐξ αὐτῆς καὶ ὅ,τι εἰσπράττεται νὰ ἐξακολουθήσῃ εἰσπραττόμενον εἴτε διὰ φορολογίας εἰς ἄλλα εἴδη εἴτε καὶ εἰς τὸ εἶδος αὐτό, ἀλλ’ ὁ τύπος νὰ εἶναι διάφορος, διότι αὐτὸς δὲν δύναται πλέον νὰ εἶναι ἀνεκτός.
§204Γ. ΗΣΑΪΑΣ. Αὐτὸ θὰ ἦτο εὔκολον νὰ γίνῃ, ἀλλὰ θὰ ἐπέλθῃ ἕνα ἄλλο κακόν. Δὲν πρόκειται νὰ χαθοῦν τὰ 5–6 ἑκατομμύρια τὰ ὁποῖα εἰσπράττονται ἐκ τῆς φορολογίας τῶν ἀμβύκων, ἀλλ’ ἂν ἡ φορολογία αὕτη καταργηθῇ θὰ ἔχωμεν δύο βιομηχανίας εἰς τὸ αὐτὸ εἶδος, ἐκ τῶν ὁποίων ἡ πρώτη θὰ φορολογῆται καὶ ἡ δευτέρα θὰ μένῃ ἀφορολόγητος. Καὶ τότε καὶ ἡ πρώτη, ἡ ὁποία θὰ φορολογῆται, θὰ ἀναγκασθῇ νὰ ἐξελιχθῇ εἰς τὴν μορφὴν διὰ νὰ ἀποκτήσῃ καὶ αὐτὴ τὸ πλεονέκτημα τοῦ νὰ μὴ φορολογῆται, καὶ τοιουτοτρόπως ὅλος ὁ φόρος ὁ εἰσπραττόμενος, ὁ ὁποῖος ἀνέρχεται εἰς τὸ ποσὸν τῶν 170 ἑκατομμυρίων, θὰ ἐκλείψῃ ἀπὸ τὸν Προϋπολογισμόν. Περὶ αὐτοῦ πρόκειται.
§205Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὸ ἀντιλαμβάνομαι ἀκριβῶς ἀντιθέτως. Εἶπον καὶ λέγω νὰ καταμετρηθῇ ὁ φόρος ὁ εἰσπραττόμενος. Νὰ κατανεμηθῇ δὲ κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ μὴ γίνεται ἀνισότης μεταξὺ τῶν μεγάλων καὶ μικρῶν παραγωγῶν. Καὶ συγχρόνως νὰ ἐξευρεθῇ τρόπος ἐπιβολῆς τῆς εἰσπράξεως τοῦ φόρου, διάφορος τοῦ σημερινοῦ.
§206Γ. ΗΣΑΪΑΣ. Εἴπετε νὰ τεθῇ ὁ ἴδιος φόρος ἐπὶ ἄλλου εἴδους, καὶ ἐπ’ αὐτοῦ σᾶς ἀπήντησα.
§207Γ. ΚΙΑΓΙΑΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παραχθῇ τὸ οἰνόπνευμα τὸ ὁποῖον ἀπαιτεῖται διὰ τὸ ἐμπόριον ἀπὸ τὴν μικρὰν βιομηχανίαν. Αὐτὸ εἶναι ἐντελῶς ἀδύνατον.
§208Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Θὰ δώσω μίαν ἀπάντησιν εἰς τὴν ἀντίρρησιν τοῦ κ. συναδέλφου, ἐξηγμένην ἐκ τοῦ παραδείγματος ἑνὸς Κράτους, τὸ ὁποῖον κρατεῖ τὰ σκῆπτρα τῆς οἰνοπαραγωγῆς. Εἰς τὴν Γαλλίαν οἱ παράγοντες οἰνόπνευμα καὶ καταναλίσκοντες αὐτὸ ἐπὶ τόπου ἀπαλλάσσονται πάσης φορολογίας. Ἐν τούτοις ὑφίσταται ὁ φόρος τοῦ οἰνοπνεύματος βαρύτατος καὶ αἱ ἀποδόσεις διαρκῶς αὐξάνουσιν. Ἐπιφυλάσσομαι δέ, ὅταν θὰ λάβω τὸν λόγον, νὰ ἀναφέρω τί γίνεται εἰς τὴν Γαλλίαν, διότι ἐκεῖ ἑκατὸν ἔτη διήρκεσε τὸ ζήτημα καὶ κατέληξε πάντοτε νὰ καταργῆται ὁ φόρος ἐφόσον πλήττει τὴν οἰκιακὴν κατανάλωσιν.
§209Γ. ΗΣΑΪΑΣ. Τὸ παράδειγμα τὸ ὁποῖον ἐφέρατε εἶναι ἐνίσχυσις τῆς ἰδικῆς μου ἀπόψεως. Ἡ Γαλλία εἶναι μία Ἐπικράτεια ἡ ὁποία ἔχει πολλὰς ἀμπέλους, ἀλλ’ εἶναι ἓν πολὺ μέγα Κράτος καὶ αἱ περιφέρειαι αἱ ὁποῖαι παράγουν εἶναι πολὺ περιωρισμέναι ἀπέναντι τῆς ὅλης ἐκτάσεως. Εἰς τὰ μέρη ὅπου ἀφήνεται ἀφορολόγητον τὸ οἰνόπνευμα ἔχει ὑπολογίσει ἡ Κυβέρνησις ὅτι θὰ χάσῃ ἓν ποσοστόν, ἀλλ’ εἰσπράττει τόσον πολλὰ ἀπὸ τὰς ἄλλας ἐπαρχίας, ὥστε δύναται νὰ καλύψῃ τὰς ἀνάγκας, καὶ ἔχει ὑπολογίσει ὅτι ἀπὸ τὸν φόρον τοῦ οἰνοπνεύματος θὰ εἰσπράξῃ ἓν ὡρισμένον ποσὸν ἀφοῦ προηγουμένως ὑπολογίσῃ ὅτι θὰ χάσῃ κἄτι ἐκ τοῦ ποσοῦ τὸ ὁποῖον ἀφήνει ἐλεύθερον εἰς τὰς οἰνοφόρους ἐπαρχίας. Ἀλλ’ εἰς τὴν Ἑλλάδα δὲν ἠμπορεῖ νὰ συμβῇ αὐτό, διότι ἡ Ἑλλὰς εὐτυχῶς εἶναι ὅλη οἰνοφόρος.
§210Δ. ΜΑΡΓΕΤΗΣ. Ἐγὼ θὰ σᾶς ἀποδείξω ὅτι εἶναι ὀλιγώτερον οἰνοφόρος.
§211Γ. ΗΣΑΪΑΣ. Ὥστε, ἂν ἐφαρμοσθῇ τὸ σύστημα τῆς Γαλλίας, θὰ σβύσῃ ὁ φόρος τοῦ οἰνοπνεύματος τελείως.
§212Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Ὁ φόρος τοῦ οἰνοπνεύματος ἐν Γαλλίᾳ δὲν πλήττει μόνον τὸ οἰνόπνευμα τὸ παραγόμενον ἐκ τῆς σταφυλῆς, ἡ δὲ ἀπαλλαγὴ τῶν παραγωγῶν δὲν ἀφορᾷ τὸ οἰνόπνευμα τὸ παραγόμενον ἀπὸ τὰ σταφύλια μόνον, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὰ δαμάσκηνα καὶ τὰ κορόμηλα καὶ ἀπὸ τὰ μῆλα, καὶ ἑπομένως ἡ ἔκτασις τοῦ φορολογικοῦ αὐτοῦ προνομίου εἶναι πολὺ μεγαλυτέρα παρ’ ὅσον ὑπεθέσατε. Διότι δὲν ἐκτείνεται μόνον εἰς τὰ ἀμπελοφόρα μέρη, ἀλλὰ καὶ εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἔχουν καὶ τὰ ἄλλα προϊόντα. Εἶναι γνωστὸν δὲ ὅτι ὁ μηλίτης οἶνος εἶναι ἀπὸ τὰ διαδεδομένα προϊόντα τῆς Γαλλίας.
§213Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψουν οἱ κ.κ. συνάδελφοι νὰ δηλώσω ὅτι οὐδέποτε εἶμαι διατεθειμένος νὰ ἀνατρέξω εἰς τὰς εὐρωπαϊκὰς Χώρας προκειμένου περὶ ἑνὸς ζητήματος τόσον προχείρου ἀλλὰ καὶ τόσον μικροῦ. Ἀλλ’ ἅπαξ δοθείσης ἀφορμῆς, θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω ὅτι ὁ Τόπος ἔχει ἱστορίαν, παραδόσεις, ἤθη καὶ ἔθιμα, ἐκ τῶν ὁποίων αἱ ξέναι Χῶραι ἤντλησαν καὶ ἐθεράπευσαν τὰς ἀνάγκας αὐτῶν καὶ δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον ἀνὰ πᾶν βῆμα, καὶ διὰ τὰ στοιχειωδέστερα, νὰ στρέφωμεν τὴν προσοχὴν πρὸς τὰς Χώρας αὐτὰς καὶ νὰ ἐξετάζωμεν τί γίνεται ἐδῶ καὶ τί γίνεται ἐκεῖ. Ἂν ἐπὶ τῶν πολιτικῶν ζητημάτων εἶναι ἐπιτετραμμένη ἡ ἀναδρομὴ αὕτη εἰς τὰς ξένας Χώρας, μέχρι καὶ τῶν Σκανδιναυικῶν Χωρῶν, προκειμένου περὶ ἑνὸς ζητήματος στοιχειώδους θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ φρονῶ ὅτι πρέπει νὰ τὸ ἐξετάσωμεν καὶ νὰ τὸ κρίνωμεν συμφώνως μὲ τὰς ἰθαγενεῖς συνηθείας καὶ τὴν ἰθαγενῆ λογικήν. Σεῖς, κύριε συνάδελφε, λαμβάνετε ὡς βάσιν τὴν μεγάλην βιομηχανίαν καὶ θέλετε νὰ φέρετε τὸ ζήτημα τῶν ἀμβύκων ὡς συνέχειαν αὐτῆς, ἐνῷ ἡμεῖς λαμβάνομεν ὑπ’ ὄψιν τὴν μικρὰν βιομηχανίαν καὶ ὡς παρακολούθημα ἁπλοῦν αὐτῆς θεωροῦμεν τὴν μεγάλην βιομηχανίαν. Ἂν βεβαίως θελήσητε νὰ προσαρμόσητε τὸ νομοθέτημα τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ καλύψῃ τὰς μεγάλας ἐπαρχιακὰς ἀνάγκας πρὸς τὸ νομοθέτημα τὸ ὁποῖον θὰ καλύψῃ τὰς ἀνάγκας μιᾶς εὐρείας βιομηχανίας, ἀναμφισβητήτως δὲν θὰ μείνωμεν σύμφωνοι, διότι ἡμεῖς ὑποστηρίζομεν ὅτι ὡς βάσις πρέπει νὰ τεθῇ ἡ προστασία τῆς μεγάλης μάζης, τῆς μάζης ἡ ὁποία ἐργάζεται καὶ παράγει διὰ τῶν ἰδίων χειρῶν καὶ διὰ τοῦ ἰδίου ἱδρῶτος, καὶ πρὸς τὴν ἀνάγκην αὐτὴν νὰ προσαρμόζωνται αἱ ἀνάγκαι τῆς ἄλλης βιομηχανίας. Ἤθελα νὰ ἐτόνιζα τὴν σημασίαν τῶν δύο στοιχείων διὰ τὴν ἔλλειψιν τῶν ὁποίων ἐκάκισα τὸν νόμον. Τὸ στοιχεῖον τῆς εὐχεροῦς βεβαιώσεως δὲν συντρέχει ποσῶς. Μεθ’ ὅλας τὰς διατυπώσεις καὶ τὰς διατάξεις περὶ διημέρου καὶ τριημέρου λειτουργίας τῶν ἀμβύκων, μόνον οἱ ἠλίθιοι ὑποχρεοῦνται νὰ τὰς σέβωνται, καὶ ἂν ὑποθέσωμεν ὅτι ὑπάρχει θέλησις καταστρατηγήσεως, τὸ ἀποτέλεσμα τὸ ὁποῖον ἠθέλησε νὰ ἐπιτύχῃ ὁ νόμος οὗτος δὲν ἐπιτυγχάνεται. Ἀσχέτως πρὸς τὰς ἄλλας εὐχερεῖς καταστρατηγήσεις, φαντάζεσθε ποῖον παίζουσι ρόλον τὰ πρόσωπα τὰ ἐντεταλμένα τὴν σφράγισιν καὶ ἀποσφράγισιν εἰς τόσους Δήμους καὶ τόσα χωρία. Προσθέσατε εἰς ταῦτα τὴν ὀχληρότητα τοῦ νόμου ὑποχρεοῦντος τοὺς χωρικοὺς νὰ βιομηχανεύωνται τὸ τόσον σοβαρὸν προϊόν των ἐν καλπασμῷ καὶ ἐντὸς τραγικῶς βραχέων προθεσμιῶν. Ἀλλὰ μᾶς λέγουσιν ὅτι ἐβελτιώθη ὁ νόμος, διότι ἡ Ἐπιτροπὴ ἔκαμε τὸ τριήμερον δεκαήμερον ἢ εἰκοσαήμερον, ἔδωσε δηλαδὴ εἰς τὸν παραγωγέα καὶ εἰς τὸν χωρικὸν μίαν προθεσμίαν χρόνου, ἐντὸς τῆς ὁποίας θὰ ἠδύνατο νὰ ἔλθῃ νὰ πάρῃ τὴν ἄδειαν καὶ θὰ ἠδύνατο νὰ ἐπανέλθῃ νὰ δηλώσῃ ὅτι ἔληξεν ἡ ἐργασία. Τὸ δῶρον εἶναι τόσον ἄσημον, ὥστε δύναται νὰ λεχθῇ ἄδωρον. Εἶναι ἀναντίρρητον γεγονός, κύριοι, ὅτι μὲ τὰ στοιχεῖα αὐτὰ ἡ νομοθεσία αὕτη δὲν εἶναι ἀνεκτή, εἰς τοιοῦτον σημεῖον, ὥστε λυποῦμαι διότι δὲν εὑρίσκομαι μεταξὺ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἔθεσαν τὴν ὑπογραφήν των εἰς τὸ ἔγγραφον, διὰ τοῦ ὁποίου ἐζητεῖτο ἡ ἀναστολὴ τῆς πληρωμῆς τοῦ φόρου μέχρις ὅτου, ὡς ἐλπίζομεν, ὁ νόμος βελτιωθῇ οὐσιωδῶς. Ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ, ἐπειδὴ βλέπω μειδιάματα εἰρωνικὰ τῶν ἀντιλήψεων αὐτῶν, καὶ ἐπειδὴ βλέπω τινὰς διερωτωμένους, νὰ εἴπω ὅτι τόση εἶναι ἡ ἀνάγκη ἡ ἐπιβάλλουσα τὴν κατάργησιν τοῦ φόρου αὐτοῦ, ὥστε εἰς τὴν αὐτὴν ψυχολογίαν ἔφθασεν ἄλλοτε ἄλλος τις, μεγαλύτερος ἡμῶν καὶ ὑμῶν. Ὁ Ἐλευθέριος Βενιζέλος εὑρεθεὶς ἐν Κρήτῃ κατὰ τὴν ἐπανάστασιν τοῦ 1916 καὶ ἀντιληφθεὶς ἐκ τοῦ πλησίον τὰ μαρτύρια τὰ ὁποῖα ὑφίσταντο οἱ χωρικοὶ συνεπείᾳ τοῦ φόρου αὐτοῦ παρήγγειλε προφορικῶς νὰ μὴ πληρώσῃ κανεὶς καὶ νὰ ἀνοίξωσι τὰ καζάνια, οὕτω δὲ καὶ συνέβη.
§214Π. ΚΑΛΑΝΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγὼ κατὰ τὸ 1916 ὡς ἀρχηγὸς τῆς ἐπαναστάσεως θὰ ἔκαμνα τὸ αὐτό.
§215Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Θὰ ἤθελα νὰ ἀντιληφθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τὴν πραγματικὴν αὐτὴν κατάστασιν, ἥτις δὲν ἐπιτρέπει τὴν περαιτέρω παράτασιν τῆς συζυγίας τῆς Κοινῆς Γνώμης τῶν ἐπαρχιῶν πρὸς τὸν νόμον αὐτόν. Ἐδημιουργήθη καὶ ὑπάρχει τὸ ἀσυμβίβαστον τοῦ χαρακτῆρος, ἡ διάζευξις ἐδόθη οὐσιαστικῶς καὶ πρέπει νὰ δοθῇ καὶ τυπικῶς. Δὲν θέλομεν νὰ μειώσωμεν τὰς εἰσπράξεις τοῦ Κράτους· ἐξεύρατε ἄλλον τρόπον φορολογίας, ἂν θέλετε νὰ ὑπάρξῃ συμβίωσις μεταξὺ τῶν ὀργάνων σας καὶ τῶν φορολογουμένων πολιτῶν. Ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἀνεγνωρίσθη τὸ δίκαιον τῆς διαμαρτυρίας τῶν φορολογουμένων καί, ὡς ἐλέχθη, ἀνεγνωρίσθη τοῦτο καὶ ὑπὸ τοῦ κ. Βενιζέλου, προσωπικῶς προσκυρώσαντος τὴν ἀντίληψιν περὶ τῆς ἀδικίας τοῦ φόρου, ἐγένετο δὲ ἐσχάτως καὶ νέα τῆς ἀντιλήψεως αὐτῆς ἐπικύρωσις, ὁ φόρος τῶν ἀμβύκων, ὡς ἔχει τοὐλάχιστον, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διατηρηθῇ, οὐχὶ μόνον εἰς τὴν διαμαρτυρηθεῖσαν περιφέρειαν, ἀλλ’ οὐδαμοῦ τοῦ Κράτους, καὶ συνεπῶς δὲν ἀντιδικοῦμεν πρὸς τοὺς συναδέλφους τῶν ἄλλων περιφερειῶν οὔτε ζητοῦμεν προνόμια.
§216Δ. ΜΑΡΓΕΤΗΣ. Αὐτὸ λέγεται εὐαισθησία τῆς κοινῆς δικαιοσύνης.
§217Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Θὰ παρεκάλουν τὴν Κυβέρνησιν οὐχὶ νὰ ἀποφασίσῃ ἀμέσως, ὡς παρεκάλεσεν ὁ ἀπαιτητικώτερος ἐμοῦ συνάδελφος κ. Μαμάης, ἀλλὰ θὰ παρεκάλουν τὴν Κυβέρνησιν ἐν τῇ ἐκτιμήσει τοῦ ὅλου ζητήματος τῆς φορολογίας τῶν ἀμβύκων νὰ ἐξετάσῃ πρωτίστως αὐτὸ ὑπὸ τὴν γενικὴν μορφὴν ὑπὸ τὴν ὁποίαν τὸ ἐμφανίζει ἡ καλῶς ἢ κακῶς δημιουργηθεῖσα κατάστασις. Θὰ παρεκάλουν τὴν Κυβέρνησιν νὰ μὴ ἐπηρεασθῇ ἐν τῇ ἀντιλήψει τοῦ ζητήματος τούτου ἐκ τοῦ ὅτι θίγεται δῆθεν ἄλλη τις βιομηχανία, διότι εἶπον καὶ ἐπαναλαμβάνω ὅτι τὸ κοινωνικῶς ὀρθὸν εἶναι τὴν βάσιν νὰ ἀποτελῶσιν οἱ πολλοὶ καὶ τὴν κορυφὴν οἱ ὀλίγοι. Τοῦτο εἶναι τὸ δημοκρατικόν, τὸ ὡραῖον, τὸ ἔντιμον. Οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ ἐπαρχιακοῦ κόσμου φρονοῦσιν ὅτι ἡ πολιτεία ὀφείλει νὰ στρέψῃ ἐπὶ τέλους ἐπιμελεστέραν τὴν προσοχήν της πρὸς τὴν ἐπαρχίαν καὶ νὰ ἀρχίσῃ νὰ ἐπουλώνῃ τὰς ἐπαρχιακὰς πληγάς. Ἀλλὰ διὰ νὰ συμβῇ τοῦτο μὴ νομίσητε ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ συμβῇ ἄνευ μελέτης βαθείας καὶ ἐμπεριστατωμένης ὅλων τῶν ἀφορώντων τὰς ἐπαρχίας ζητημάτων, μεταξὺ τῶν ὁποίων δὲν κατέχει ἄσημον θέσιν τὸ ἀπασχολοῦν ἡμᾶς σήμερον ζήτημα, ὅπερ δὲν ἐχειρίσθη μεθ’ ὅσης ὤφειλε σοβαρότητος ἡ Ἐπιτροπή, ἥτις ἄλλως τε, ὡς ὡμολόγησεν, ἠγνόει τὴν πραγματικὴν κατάστασιν, ἣν ἐκλήθη νὰ μεταβάλῃ.
§218Γ. ΣΟΛΔΑΤΟΣ. Παρακαλῶ, τὸ ἄρθρον 2, παράγραφος 4 λέγει (ἀναγινώσκει): «Ἡ κατεργασία καὶ ἡ ἀπόσταξις τῶν ἀνωτέρω πρώτων ὑλῶν ἐπιτρέπεται εἰς τοὺς οἰνοπνευματοποιοὺς τούτους, ἐφόσον αὗται παράγονται ἐντὸς τῆς περιφερείας τῆς Οἰκονομικῆς Ἐφορίας ἐν ᾗ θέλουσιν ἀποστάξει αὐτάς....».
§219Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Καὶ θὰ ἤθελον νὰ σᾶς ἐρωτήσω, κύριε συνάδελφε, ποῖος λόγος ἐπιβάλλει τὸν καθορισμὸν τῶν στενῶν περιφερειῶν. Καὶ θὰ ἤθελον νὰ μεταφέρω ἐνταῦθα τὴν κατάστασιν κυρίως τῆς ἐπαρχίας τὴν ὁποίαν ἐκπροσωπῶ. Ἐκπροσωπῶ ἐπαρχίαν ἡ ὁποία δὲν ἔχει ἀμπέλια καὶ τῆς ὁποίας οἱ κάτοικοι εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ προστρέχωσιν εἰς τὸν γειτονικὸν Νομὸν τοῦ Ἡρακλείου διὰ νὰ ἀγοράσωσι σταφίδα ἢ σταφυλὰς καὶ τὰς μεταφέρωσι καὶ τὰς ἀποστάξωσιν ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ των. Ἂν ἀνασκαλεύσητε τὰ ἀρχεῖα τῆς Ἐφορίας, θὰ ἴδητε ὅτι κατὰ χιλιάδας δραχμῶν ἐπεβλήθησαν πρόστιμα εἰς τοὺς συμπολίτας μου διότι προσέτρεξαν εἰς τὴν γείτονα περιφέρειαν καὶ μετέφερον σταφίδας πρὸς ἀπόσταξιν. Καὶ σᾶς ἐρωτῶ· διατί, ὅταν δύναμαι νὰ ἀποστάξω τὴν σταφίδα τοῦ Δήμου μου, τοῦ χωρίου μου, ἑνὸς γειτονικοῦ χωρίου, διατί νὰ μὴ δύναμαι νὰ ἀποστάξω τὴν σταφίδα ἑνὸς χωρίου ἄλλης περιφερείας;
§220ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Τότε κάμνομεν ἐμπόριον.
§221Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Θὰ ἔλθω καὶ εἰς αὐτό.
§222Γ. ΣΟΛΔΑΤΟΣ. Παρακαλῶ, νὰ μὴ παρεξηγηθῶ ἐγώ. Εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον ὑπῆρξεν ἐγκύκλιος, ἡ ὁποία ἔχει στενώτατα ὅρια, τὰ ὅρια τῆς Οἰκονομικῆς Ἐφορίας.
§223Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὑποδεικνύω εἰς τὴν τυχὸν Ἐπιτροπὴν τοῦ μέλλοντος ὅτι πᾶς αὐθαίρετος κανονισμὸς τῶν συνόρων δι’ ἕνα σκοπὸν οἱονδήποτε δὲν ἔχει θέσιν εἰς τὴν φορολογικὴν νομοθεσίαν. Καὶ φέρω τὴν κατάστασιν μιᾶς ἐπαρχίας καὶ ἑνὸς νομοῦ, ὁ ὁποῖος δὲν δύναται νὰ ἱκανοποιηθῇ εἰς τὰς ἀνάγκας του ἀπὸ ἀπόψεως οἰνοπνεύματος παρὰ ἂν προσφύγῃ εἰς γειτονικὸν Νομόν. Λέγω ὅθεν ὅτι, ἵνα καταστῇ ὁμαλωτέρα ἡ φορολογία αὕτη, εἶναι ἀνάγκη, ἂν καὶ ὅταν διορθωθῇ ἡ βάσις καὶ ἁπλοποιηθῇ ἡ φορολογία, νὰ καταργηθῇ καὶ τὸ ἄτοπον τοῦ τοπικοῦ περιορισμοῦ. Ἄλλοι εἰδικώτεροι ἐμοῦ θὰ ἀναπτύξωσιν εὐρύτερον τὸ ζήτημα. Πάντως ἔγινεν, ὑποθέτω, ἀντιληπτὸν ὅτι δὲν δύναται νὰ παραταθῇ ἡ κατάστασις τῆς τοιαύτης φορολογίας ὡς ἔχει, διότι θὰ γεννηθῶσι συνέπειαι, αἱ ὁποῖαι δὲν θὰ σταματήσωσιν εἰς ὃ σημεῖον ἀπαιτεῖ τὸ γενικώτερον συμφέρον τοῦ Κράτους. Εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐναπομένει πάντοτε ἡ ὑποχρέωσις νὰ ἐκλέξῃ τὸν καταλληλότερον τρόπον τῆς διαρρυθμίσεως ἑνὸς τῶν σπουδαίων διὰ τὸν ἐπαρχιακὸν κόσμον ζητημάτων.
§224ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συναινεῖ ἡ Συνέλευσις νὰ λυθῇ ἡ συνεδρίασις;
§225ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§226ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις διὰ μεθαύριον ὥραν 5 μ.μ. (Ὥρα 8.50′ μ.μ.).