1924.10.17
2.531 στίχοι · 20.015 λέξεις · 196 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 91Η
Παρασκευὴ 17 Ὀκτωβρίου 1924.
Προεδρία Κ. Ρακτιβάν
(Ὥρα 5.30′ μ.μ.).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. (Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως). Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Συνέλευσιν τὰ ἑξῆς: — Οἱ ὑπάλληλοι τῆς Ὑπηρεσίας τῶν Δημοσίων Ἔργων παραπονοῦνται διὰ τὴν ἀφαίρεσιν τοῦ μισθοῦ τοῦ Τμηματάρχου αʹ τάξεως ὃν ἔπρεπε νὰ λαμβάνωσι. — Οἱ ἰδιοκτῆται τῆς πόλεως Τυρνάβου διαμαρτύρονται διὰ τὴν παρέλκυσιν τῆς λύσεως τοῦ ζητήματος τοῦ ἐνοικιοστασίου. — Ἡ Δημαρχία Χίου παρακαλεῖ ὅπως τὰ ὀστᾶ τοῦ ἐθνομάρτυρος Μητροπολίτου Χίου Πλάτωνος παραδοθῶσιν εἰς τὴν Χιακὴν Ἐπιτροπήν. — Ἐπιτροπὴ κατοίκων Κρυφοχωρίου αἰτεῖται τὴν ἀποκατάστασιν εἰς ἐνοριακὸν Ναὸν τοῦ Ἁγίου Στυλιανοῦ. — Αἱ χῆραι τῶν ἐν πολέμῳ πεσόντων ζητοῦσιν ὅπως κανονισθῇ ἡ σύνταξις ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ τιμαρίθμου τῆς ἀκριβίας τοῦ βίου. — Οἱ ἀπόστρατοι ἀξιωματικοὶ ζητοῦσιν ὅπως ἡ σύνταξίς των κανονισθῇ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ τιμαρίθμου τῆς ζωῆς. — Ἐπιτροπὴ κατοίκων Καρδίτσης διαμαρτύρεται διὰ τὴν παραγκώνισιν τοῦ ἀρχιμανδρίτου Λεοντίου Κύφφα ἐκ τῆς μητροπολιτικῆς ἕδρας, καὶ αἰτεῖται τὴν ἐπανόρθωσιν τῆς ἀδικίας. — Τὸ προσωπικὸν τοῦ Διδασκαλείου Πειραιῶς παρακαλεῖ ὅπως διαβαθμισθῇ συμφώνως πρὸς τοὺς λοιποὺς δημοσίους ὑπαλλήλους. — Ὁ πρόεδρος τῶν Χορταράδων Σερρῶν παρακαλεῖ ὅπως τοῖς χορηγηθῶσι τὰ ἐν Σέρραις λιβάδια. — Ὁ Κωνσταντῖνος Στρυφνὸς καὶ λοιποὶ ἰδιοκτῆται λιβαδίων ζητοῦσιν ὅπως διὰ νόμου ἀποζημιωθῶσιν. — Ὁ Διδασκαλικὸς Σύνδεσμος Ρεθύμνης παρακαλεῖ ὅπως γίνωσιν ἀποδεκτὰ τὰ αἰτήματα τῆς διδασκαλικῆς Ὁμοσπονδίας. — Οἱ ἀπομακρυνθέντες μετὰ τὸ ἀντεπαναστατικὸν κίνημα ἀξιωματικοὶ τῆς ξηρᾶς ὑποβάλλουσιν ὑπόμνημα διὰ τὴν ἀδικαιολόγητον στέρησιν τῶν μερισμάτων τοῦ Μετοχικοῦ Ταμείου. — Ἡ Νομαρχία Χανίων ὑποβάλλει ψήφισμα τῶν κατοίκων Ἀσῆ Γωνιᾶς περὶ κατασκευῆς ὁμωνύμου ὁδοῦ. — Ἐπιτροπὴ ἀποστράτων ἀξιωματικῶν ὑποβάλλει ὑπόμνημα περὶ κανονισμοῦ τῶν συντάξεων τῶν στρατιωτικῶν καὶ πολιτικῶν συνταξιούχων. — Οἱ κτηματίαι Κριεκουκίου παραπονοῦνται διὰ τὴν παραλαβὴν μικροῦ ποσοῦ σταφιδοκάρπου παρὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. — Ἡ Βασιλικὴ Στέγγου ζητεῖ τὴν ἄρσιν τῆς κατασχέσεως τῶν ζώων της. — Ὁ Σύνδεσμος Γαλακτοπωλῶν αἰτεῖται τὴν τροποποίησιν τοῦ νόμου 362. — Οἱ ἰδιοκτῆται οἰκιῶν καὶ καταστημάτων Μεσολογγίου αἰτοῦνται τὴν ἄρσιν τοῦ ἐνοικιοστασίου. — Ἐπιτροπὴ ἰδιοκτητῶν λιβαδίων Τρικκάλων αἰτεῖται τὴν ἄρσιν τοῦ ἐνοικιοστασίου βοσκῶν. — Οἱ κατάδικοι καὶ ὑπόδικοι τῶν φυλακῶν Ρεθύμνης παρακαλοῦσιν ὅπως τοῖς δοθῇ ἀμνηστία. — Ὁ Ἀζὶζ Νουρῆς, τέως Διοικητὴς Προύσης ἐπὶ τῆς ἑλληνικῆς κατοχῆς καὶ ἤδη ἐξορισθεὶς εἰς Κύθηρα ζητεῖ τὴν ἀπελευθέρωσίν του. — Οἱ κάτοικοι Κύμης καὶ περιχώρων ὑποβάλλουσι ψήφισμα διαμαρτυρίας κατὰ τῆς «ἑταιρείας ἐπιχειρήσεων». — Ἡ Νομαρχία Δράμας ὑποβάλλει ψήφισμα τῶν Βορειοηπειρωτῶν κατοίκων περιφερείας Πραβίου. — Ἐπιτροπὴ κατοίκων Νομοῦ Λασηθίου διαμαρτύρεται διὰ τὴν μελετωμένην κατάργησιν τῆς Νομαρχίας Λασηθίου. — Οἱ ἐφημέριοι Κοινοτήτων τῆς ἐκκλησιαστικῆς περιφερείας Κοζάνης παρακαλοῦσιν ὅπως ληφθῇ μέριμνα ὑπὲρ τῆς μισθοδοσίας τῶν ἱερέων. — Οἱ ἐξ ἀποστρατεύσεως τελειόφοιτοι τῆς Φιλοσοφικῆς Σχολῆς παρακαλοῦσιν ὅπως τύχωσι τοῦ εὐεργετήματος τοῦ νόμου 2905 περὶ ἀπαλλαγῆς ἀπὸ τῶν γραπτῶν ἐξετάσεων τῶν μὴ εἰσέτι προσελθόντων. — Ὁ Νικόλαος Μουσταλέγκας διαμαρτύρεται κατὰ τῆς ἀποφάσεως τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς ἀνταλλαγῆς περὶ ἐκκενώσεως τῆς οἰκίας του. — Τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης διαβιβάζει ἔγγραφον τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Πρωτοδικῶν περὶ χορηγίας ἀδείας πρὸς ποινικὴν δίωξιν τῶν πληρεξουσίων κ.κ. Κ. Ματσιώρη, Β. Ἰακωβάκη, Ν. Γρηγοριάδου, Σταμ. Κιουζὲ Πεζᾶ. (Παραπέμπεται εἰς τὴν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ἐπιτροπήν).
§2Ν. ΚΑΛΕΛΛΗΣ. Θὰ παρακαλέσω, κύριε Πρόεδρε, ὅπως, ὅταν ἀγγέλλεται ἡ αἴτησις διώξεως συναδέλφου τινός, ἀνακοινοῦται συγχράνως καὶ τὸ ἀδίκημα διὰ τὸ ὁποῖον ζητεῖται ἡ δίωξις, καθόσον ἄλλως πᾶς ἀκούων ὅτι ἀποδίδεται εἰς πληρεξούσιον ἀδίκημά τι νομίζει ὅτι πρόκειται πράγματι περὶ σοβαροῦ ἀδικήματος. Οὕτω πρό τινων ἡμερῶν ὑπεβλήθη αἴτησις περὶ ἀδείας διώξεως συναδέλφου, καὶ ἂν ἠθέλετε ἀναγνώσει αὐτὴν θὰ ἐβλέπετε ὅτι τὸ ἀδίκημα, διὰ τὸ ὁποῖον ἐζητεῖτο ἡ δίωξις, ἦτο κωμικόν.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ σωστά.
§4Ν. ΚΑΛΕΛΛΗΣ. Συγχρόνως ὅμως διασύρεται ἡ ὑπόληψις πληρεξουσίων θεωρουμένων ὡς καταδιωκομένων δι’ ἀδικήματα φοβερά.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ πληρεξούσιος κ. Σ. Κρεμεζῆς ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου ψηφίσματος «περὶ μεταρρυθμίσεως ἄρθρων τινῶν τοῦ εἰδικοῦ Κανονισμοῦ τῆς Δʹ τῶν Ἑλλήνων Συντακτικῆς Συνελεύσεως». — Οἱ πληρεξούσιοι κ.κ. Γ. Σίδερης καὶ Θ. Χαβίνης ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ Νομοθετικοῦ Διατάγματος «περὶ ἐνοικιοστασίου βοσκῶν». — Οἱ πληρεξούσιοι κ.κ. Λ. Κατσάρος καὶ Π. Ἀλεξανδρῆς ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 4 Σεπτεμβρίου 1924 Ν. Δ. περὶ ἀποκαταστάσεως ἀκτημόνων καλλιεργητῶν». Ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας ὑποβάλλει νομοσχέδιον «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 22 Αὐγούστου 1924 Ν. Δ. περὶ προσθέτου προστασίας τῆς παραγωγῆς καὶ τοῦ ἐξαγωγικοῦ ἐμπορίου τῆς σταφίδος». Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν διάταξιν τῶν ἀναφορῶν καὶ ἐρωτήσεων.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Σολδᾶτος ἐπὶ ἀναφορᾶς του διὰ τὴν ἐλάττωσιν τῆς φορολογίας τῶν ἀμβύκων.
§7Γ. ΣΟΛΔΑΤΟΣ. Ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς αὐτῆς θὰ ζητήσω, ἐὰν θελήσῃ ἡ Κυβέρνησις, τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως δι’ αὔριον μὲ τὴν παράκλησιν ὅπως ἡ Κυβέρνησις φέρῃ πρὸς κύρωσιν τὸ Ν. Διάταγμα τὸ ἐκδοθὲν διὰ τοὺς ἄμβυκας. Εἶναι φανερὸν ὅτι διὰ τὴν συζήτησιν αὐτὴν δὲν ἐπαρκεῖ οὔτε ἡ μία ὥρα ἡ ὁποία ἔχει καθιερωθῆ διὰ τὰς ἀναφορὰς καὶ ἐρωτήσεις. Ἀπαιτεῖται περισσότερος χρόνος καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ παρακαλέσω ὅπως αὔριον ὁρισθῇ ἡ συζήτησις, ἐγγραφομένου πρώτου τοῦ πρὸς κύρωσιν Ν. Διατάγματος.
§8ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§9Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ κανονικώτερον εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. συνάδελφος, ἐπειδὴ ἔχομεν προσδιορίσει ἤδη ἄλλο θέμα, τὸ ὁποῖον σήμερον δὲν ἔρχεται εἰς συζήτησιν, διότι σήμερον μόλις κατετέθη τὸ σχέδιον νόμου πρὸς προστασίαν τῆς σταφίδος, τὸ ὁποῖον εἶναι συναφές· ἄλλως τε ἡ αὐτὴ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ἐπεξειργάσθη καὶ τὰ δύο. Εὐθὺς θὰ τεθῇ καὶ αὐτὸ τὸ σχέδιον νόμου.
§10Α. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Οἱ ὑπογράψαντες τὴν ἀναφορὰν θὰ εἶναι σύμφωνοι διὰ τὴν ἀναβολήν, ἀλλ’ ἡ κατάστασις εἶναι τοιαύτη, ὥστε ἀπαιτεῖται ταχεῖα ἐκκαθάρισις τοῦ ζητήματος, δὲν θὰ εἶναι δὲ ὑπερβολικὸν τὸ νὰ εἴπῃ τις ὅτι καὶ ἡ δημοσία τάξις διεταράχθη. Ἐν πάσῃ περιπτώσει δέχομαι τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως δι’ 24 ὥρας μόνον.
§11Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ ἠδυνάμην νὰ εἴπω ὅτι θὰ ἦτο ἀδιαφορία πρὸς τὴν ἐπιθυμίαν τῆς Βουλῆς ἂν ἔλεγον ὅτι τίθεται πέμπτον. Παρεκάλεσα νὰ τεθῇ δεύτερον.
§12Ι. ΓΙΑΜΟΥΖΗΣ. Ἤρχισαν πλέον τὰ καζάνια τὰ ὁποῖα χρησιμοποιοῦνται εἰς τὰ χωρία, ὡς ἐπὶ παραδείγματι εἰς τὴν Ἐλασσόνα, εἶναι δὲ διπλασίας χωρητικότητος· κάθε καζάνι θὰ βγάζῃ 7–8 ὀκάδας οὖζο.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὔριον θὰ ἔλθῃ εἰς συζήτησιν τὸ ζήτημα· θὰ ἐγγραφῇ δεύτερον εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν. Τὸ ζήτημα ἔληξεν.
§14Ι. ΓΙΑΜΟΥΖΗΣ. Ἡ Κυβέρνησις δύναται νὰ μὴ ἀσχοληθῇ ἐπὶ ἄλλου ζητήματος καὶ πρέπει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ στείλῃ μίαν διαταγήν.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζω ὅτι ἐστάλη τοιαύτη.
§16Ι. ΓΙΑΜΟΥΖΗΣ. Εἴμεθα σύμφωνοι.
§17Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἄν θέλετε, σᾶς παρακαλῶ νὰ ὁμιλῶμεν ἢ ἀπὸ τοῦ καθίσματος εἰς τὸ ὁποῖον θὰ εὑρίσκεται ἕκαστος ἢ ἀπὸ τοῦ βήματος. Δὲν εἶναι πολὺ εὐχάριστον νὰ γίνεται ἡ συζήτησις ἀπὸ τοὺς διαδρόμους καὶ μεταξὺ τῶν κ.κ. πληρεξουσίων ὀρθίων. Θὰ σᾶς παρακαλέσω πολύ.
§18Ι. ΜΑΜΑΗΣ. Εἶχα ζητήσει τὸν λόγον· τί θὰ γίνῃ; Θὰ ἀναβληθῇ δι’ αὔριον;
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατὰ τὸν Κανονισμὸν ἡ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν διαρκεῖ μίαν ὥραν, ἐπειδὴ δὲ τὸ ζήτημα εἶναι μέγα, εἴπομεν νὰ μείνῃ αὔριον διὰ νὰ ἔλθῃ ὡς νομοθετικὴ ἐργασία.
§20Ι. ΜΑΜΑΗΣ. Δύναται νὰ εἶναι μέγα ἐφόσον ὑπάρχουσιν ἀντιρρήσεις ἐκ μέρους ἐκείνων οἱ ὁποῖοι, ἐνῷ ἐδέχθησαν καὶ ἐδέχθη καὶ ἡ Κυβέρνησις τὴν πρόταξιν, σήμερον ζητοῦσι τὴν ἀναβολὴν.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γιαμούζης ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἀναφορᾶς ἀποτυχόντων μαθητῶν εἰς τὰς εἰσιτηρίους ἐξετάσεις τοῦ Πολυτεχνείου.
§22Ι. ΓΙΑΜΟΥΖΗΣ. Κύριοι πληρεξούσιοι, ἐκτὸς τῆς ἀναφορᾶς τῶν μαθητῶν τοῦ Πολυτεχνείου ὑπάρχει καὶ ἀναφορὰ τῶν ἀπορριφθέντων μαθητῶν τῶν Γυμνασίων. Εἶναι γνωστὸν ὅτι ὑπεβλήθη ψήφισμα ὑπογεγραμμένον ὑπὸ πλείστων πληρεξουσίων, διὰ τοῦ ὁποίου παρακαλεῖται ἡ Συνέλευσις καὶ ἡ Κυβέρνησις ὅπως ἐπιτρέψωσι τὴν ἐπανεξέτασιν τῶν μαθητῶν τούτων. Κύριοι πληρεξούσιοι, εἶναι παγκοίνως γνωστὸν ὅτι κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος αἱ δυσχέρειαι αἱ ὁποῖαι παρουσιάσθησαν εἰς τὴν Ἐκπαίδευσιν ἦσαν τοιαῦται, ὥστε ἔφεραν εἰς ἀδυναμίαν τοὺς μαθητὰς ὅπως παρακολουθήσωσι τὰς σπουδάς των, εἴτε ἐλλείψει καθηγητῶν εἴτε ἐλλείψει οἰκημάτων λόγῳ ἐπιτάξεως πρὸς ἐγκατάστασιν τῶν προσφύγων. Εὑρίσκομαι εἰς τὴν εὐχάριστον θέσιν νὰ πληροφορήσω τὴν Συνέλευσιν ὅτι ὅλαι αἱ προκάτοχοι Κυβερνήσεις καὶ ἡ νῦν εὑρέθησαν σύμφωνοι πρὸς ἐπανεξέτασιν τῶν μαθητῶν τούτων. Ἔσχον συνέντευξιν μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας, οἵτινες ἀνεγνώρισαν τὸ δίκαιον τῶν μαθητῶν. Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Συνέλευσιν ὅπως προβοῦν εἰς τὴν λύσιν τοῦ σοβαροῦ τούτου ζητήματος, διότι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἀπαιτοῦσιν οἱ μαθηταὶ εἶναι δίκαιον. Διότι, ἄν τινες ἐξ αὐτῶν κατὰ τὸ διάστημα τῶν διακοπῶν ἐτελειοποιήθησαν, δικαιοῦνται προαγωγῆς. Ἄν πάλιν ὄχι, τότε θ’ ἀπορριφθῶσι, καὶ συνεπῶς δὲν ἔχει νὰ προκύψῃ τίποτε τὸ κακόν. Φρονῶ ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ θελήσῃ νὰ υἱοθετήσῃ τὸ ψήφισμα καὶ νὰ τὸ φέρῃ εἰς τὴν Συνέλευσιν.
§23ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§24Γ. ΚΙΑΓΙΑΣ. Νὰ γίνῃ δι’ ὅλους τοὺς μαθητὰς καὶ ὄχι μόνον διὰ τοὺς τοῦ Πολυτεχνείου.
§25Ι. ΓΙΑΜΟΥΖΗΣ. Μάλιστα.
§26Κ. ΣΠΥΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Εἰς ὅλους τοὺς κλάδους τῆς Ἐκπαιδεύσεως ὑπεβλήθησαν αἰτήσεις ὅπως ἐπανεξετασθοῦν οἱ ἀπορριφθέντες μαθηταί, διότι λόγῳ τῆς κακῆς διδασκαλίας ἡ ὁποία ἐγένετο δὲν ἠδυνήθησαν νὰ μορφωθῶσι καλῶς.
§27Ι. ΓΙΑΜΟΥΖΗΣ. Ἡ Συνέλευσις εἶναι σύμφωνος. Τὰ μαθήματα ἤρχισαν καὶ τὸ πρᾶγμα ἐπείγει.
§28Κ. ΣΠΥΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Τὸ ζήτημα μελετᾷ ἡ Ὑπηρεσία. Μέχρι τῆς Δευτέρας θὰ φέρω τὸ ἀποτέλεσμα.
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κούνδουρος ἔχει τὸν λόγον.
§30Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἡ ἀναφορά, κύριοι συνάδελφοι, τῆς Ἱεραρχίας, ἀξιούσης νὰ κηρυχθοῦν τὰ μοναστηριακὰ κτήματα ἀναπαλλοτρίωτα καὶ ἀπαραβίαστα, πρὸ οἱασδήποτε ἀνάγκης καὶ ἂν εὑρισκώμεθα, ὑπεβλήθη ἀναντιρρήτως ἐν καταλλήλῳ στιγμῇ, ἐν στιγμῇ καθ’ ἣν ἀνέζησαν διὰ τοῦ γενικοῦ προγράμματος δηλώσεων τῆς Κυβερνήσεως αἱ μεσαιωνικαὶ ἀστικαὶ ἀντιλήψεις. Κατὰ τῆς ἀναφορᾶς ἑπομένως δὲν ἔχω νὰ εἴπω ἄλλο τι παρὰ τὸ ἑξῆς, ὅτι ὑπάρχουν ἤδη μοναστηριακὰ κτήματα εἰς τὰ ὁποῖα γίνονται ἐνέργειαι ἀπαλλοτριώσεως κατόπιν ὑποσχέσεων δοθεισῶν εἰς τοὺς χωρικούς, καὶ ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς αὐτῆς βεβαίως θὰ παραλύσῃ τὰς Ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῆς Γεωργίας νὰ ἀτενίσουν πρὸς τὴν κατεύθυνσιν τῆς ἀπαλλοτριώσεως τῶν ὡρισμένων αὐτῶν κτημάτων καὶ θὰ ἔχῃ ὡς ἀποτέλεσμα τὴν ματαίωσιν τῆς ἀπαλλοτριώσεως. Εἶπον καὶ ἄλλοτε ὅτι εἰς τὸν Δῆμον Φουρνῆς τῆς περιφερείας μου εἶναι πλέον ἢ ἐπείγουσα ἡ ἀπαλλοτρίωσις, τεθέντος ὅτι ὑπάρχουσιν ἄνθρωποι στερούμενοι καὶ τοῦ ξηροῦ ἄρτου, μὴ ἔχοντες οὔτε σπιθαμὴν γῆς καὶ ἐν μέσῳ μοναστηριακῶν κτημάτων ὡς δοῦλοι καὶ ὡς εἵλωτες διαβιοῦντες. Ὑπὲρ αὐτῶν καὶ ἐπὶ Κρητικῆς Πολιτείας ἀκόμη εἶχον ληφθῆ ἀνάλογα μέτρα, περὶ ὧν δύναται ὁ συμπολίτης μου Ὑπουργὸς νὰ πληροφορήσῃ τὴν Συνέλευσιν.
§31Γ. ΜΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ποῖα μέτρα;
§32Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐπὶ τῶν κτημάτων τοῦ Δήμου Φουρνῆς.
§33Γ. ΜΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Πρώτην φορὰν τὸ ἀκούω.
§34Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Θὰ σᾶς φέρω τὰ ἐπίσημα ἔγγραφα καὶ θὰ ἴδητε, ἀφοῦ δὲν τὰ ἐνθυμεῖσθε.
§35Γ. ΜΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Πρόκειται περὶ ἐκποιήσεως· ὄχι ἀπαλλοτριώσεως.
§36Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐν καιρῷ τῆς Κρητικῆς Πολιτείας ἀκόμη ἡ τοιαύτη συγκινητικὴ ἔνδεια τῶν κατοίκων τῆς στενῆς εὐτυχῶς αὐτῆς περιφερείας ἠνάγκασε τὸ Δημόσιον, καίτοι εὑρισκόμεθα εἰς ἐποχὴν καθυστερημένην, νὰ προβῇ εἰς εἶδός τι ἐνοικιάσεων μὲ εὐτελὲς ἢ μᾶλλον ἰδανικὸν τίμημα ὑπὲρ τῶν κατοίκων τῆς περιφερείας ἐκείνης, δηλαδὴ ἐψήφισε νόμον κατὰ τὸν ὁποῖον τὰ κτήματα τὰ εὑρισκόμενα ἐν τῇ περιφερείᾳ ὡρισμένων χωρίων θὰ ἐδίδοντο ὑποχρεωτικῶς, ἐπὶ τῷ ἀνωτέρῳ ὅμως τιμήματι, εἰς τοὺς κατοίκους τῶν χωρίων ἐκείνων. Διὰ νὰ διαφωτίσω περισσότερον τὴν Συνέλευσιν καὶ νὰ γεφυρώσω τὴν ἀπόστασιν περισσότερον ἐκ τῆς πλάνης ἡ ὁποία ἐγεννήθη μεταξὺ ἐμοῦ καὶ τοῦ ἐκ Κρήτης συναδέλφου, λέγω ὅτι ὁ τύπος κατὰ τὸν ὁποῖον ἠθέλησαν νὰ προστατεύσουν τοὺς κατοίκους τῆς περιφερείας ἐκείνης ἦτο ἐλευθεριώτερος ὑπὲρ τῶν κατοίκων παρὰ ἀπὸ τὸν νόμον τῆς ἀπαλλοτριώσεως, διότι ἦτο προτιμότερον διὰ τὸν χωρικὸν νὰ πληρώσῃ ἀντὶ 2000 μισθώματος 100 ἢ 200 δραχμὰς παρὰ νὰ πληρώσῃ τὴν ἀξίαν τοῦ κτήματος, ἔστω καὶ μειωμένην. Θὰ παρεκάλουν ἑπομένως, ἀσχέτως πρὸς τὰ ἀποτελέσματα τὰ ὁποῖα θὰ ἐπιφέρῃ ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς αὐτῆς τῆς Ἱεραρχίας, θὰ παρακαλέσω, λέγω, νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν του ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας ὅτι δὲν πρέπει, οἱαδήποτε ἀπόφασις καὶ ἂν ληφθῇ ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς τὴν ὁποίαν ὑπέβαλε τὸ ράσον τῆς Παλαιᾶς Ἑλλάδος, δὲν πρέπει ἡ ἀπόφασις αὕτη νὰ ἐπηρεάσῃ τὰς περιφερείας ἡμῶν, ἐπὶ τῶν ὁποίων δὲν ἔχει κἂν ἁρμοδιότητα οὔτε νομικὴν οὔτε θρησκευτικὴν ἡ τῆς Παλαιᾶς Ἑλλάδος Ἱεραρχία. Θὰ ἤθελον ἡ διάκρισις αὐτὴ τοὐλάχιστον νὰ διασαφηνισθῇ.
§37ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Ὄχι, ὄχι.
§38Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Γενικῶς λέγω ν’ ἀποκρουσθῇ ἡ ἀναφορά. Ἂν δὲν ἀποκρουσθῇ γενικῶς καὶ ὁριστικῶς, λέγω εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ περιορίσῃ τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἀναφορᾶς αὐτῆς μόνον εἰς τὴν Παλαιὰν Ἑλλάδα. Τὰ ἰδικά μας μοναστηριακὰ κτήματα πρέπει ν’ ἀπαλλοτριωθοῦν καὶ θ’ ἀπαλλοτριωθοῦν οἱαδήποτε ἀπόφασις καὶ ἂν ληφθῇ διὰ τὰ ἐν τῇ Παλαιᾷ Ἑλλάδι τοιαῦτα.
§39Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Κύριοι συνάδελφοι, πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν μὲ ἐπεσκέφθη ἡ Ἱεραρχία. Μεταξὺ ἄλλων αἰτημάτων τὰ ὁποῖα ὑπεβλήθησαν, ὑπέβαλε καὶ τὸ ἀναπαλλοτρίωτον τῶν ἐκκλησιαστικῶν κτημάτων. Ἀπήντησα ὅτι δὲν δέχομαι καμμίαν ἀπολύτως συζήτησιν ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ. Ὅταν μὲ ἠρώτησαν κατὰ τίνα τρόπον θὰ ἠμπορέσῃ νὰ πληρώσῃ τὰ ἐλλείμματά του τὸ ἐκκλησιαστικὸν ταμεῖον, ἀπήντησα ὅτι ἀναγνωρίζω ὅτι πρέπει νὰ ἔχωμεν κλῆρον εὐπρεπῶς βιοῦντα — εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον ἔχουσι δίκαιον καὶ θὰ φροντίσω ὅπως δι’ ἀποζημιώσεως ἔχουν εἰσοδήματα διὰ τὴν μισθοδοσίαν τοῦ κλήρου, τοῦ ὁποίου ἡμεῖς θέλομεν τὴν βελτίωσιν, ἀλλὰ δὲν ἐδέχθην νὰ γίνῃ ἀντικείμενον συζητήσεως ἂν θ’ ἀπαλλοτριωθοῦν ἢ ὄχι τὰ μοναστηριακὰ κτήματα.
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζω ὅτι κατόπιν τῶν δηλώσεων...
§41Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Εἶχον γραφῆ, ἀλλὰ δὲν βλέπω τὸ ὄνομά μου.
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν τὸ ἀμφισβητῶ, ἀλλὰ κατόπιν τῶν δηλώσεων τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως δὲν ὑπάρχει ζήτημα.
§43Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἡ ἀναβολὴ τῆς ἐνεργείας ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς ἐνδείκνυται κατά τινας μέχρις ὅτου τὸ ζήτημα συζητηθῇ γενικώτερον κατὰ τὴν συζήτησιν σχετικῆς ἐπερωτήσεως καὶ τῶν σχετικῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος, ὁπότε ἀσφαλῶς θὰ δοθῶσι βασικώτεραι λύσεις. Ἐν τῷ μεταξὺ τούτῳ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Γεωργίας, διὰ τὴν ρηθεῖσαν περιφέρειαν νὰ μὴ ἀνασταλῇ ἡ γενομένη ἀπαλλοτριωτικὴ ἐνέργεια ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ ἐν τῇ ἀναμονῇ τῆς ἐπιψηφίσεως τῆς διατάξεως τοῦ Συντάγματος.
§44Ν. ΚΑΛΕΛΛΗΣ. Εἶμαι βέβαιος ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ ἀκουσθῇ ἡ ἀλήθεια. Ἡ ἀναφορὰ εἶναι ἀνευλαβὴς ἐκ μέρους τῆς Ἱεραρχίας. Λυποῦμαι διότι τὸ παράδειγμα τῆς ἀνευλαβείας πρὸς τὰς ἀρχάς, καὶ μάλιστα πρὸς τὴν πρώτην ἀρχὴν τοῦ Ἔθνους, ἣν ἀποτελεῖ ἡ Συνέλευσις, τὸ ἔδωκαν οἱ σεβάσμιοι Ἱεράρχαι. Ἀλλ’ εἶναι τοῦτο τὸ μόνον παράδειγμα τῆς ἀνευλαβείας ἡ ὁποία διακρίνει τοὺς πλείστους ἐξ αὐτῶν; Προχθὲς εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Γεωργίας παρέσχον ἁπτὴν ἀπόδειξιν τρεῖς Ἱεράρχαι ἐν ἀγνοίᾳ ψευδόμενοι καὶ δύο Ἡγουμενοσυμβούλια ἐν γνώσει ψευδόμενα. Τοῦτο τὸ βεβαιῶ διότι στηρίζομαι εἰς ἐπίσημον ἔγγραφον ὑπ’ ἀριθ. 5598 τῆς 7 Ὀκτωβρίου ἐ.ἔ. τοῦ Γεν. Ἐκκλησιαστικοῦ Ταμείου πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Γεωργίας, οὗτινος ἐγγράφου δὲν ἔχω καμμίαν ἀμφιβολίαν ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔχει γνῶσιν. Καὶ τὸ ἔγγραφον προσπαθεῖ νὰ ματαιώσῃ τὰς παραχωρήσεις τῆς νομῆς μοναστηριακῶν κτημάτων τῶν Μονῶν «Θεοτοκιοῦ» καὶ «Κάτω Παναγιᾶς». Ἐβεβαιοῦτο ψευδῶς ὅτι εἰς τὴν δημοπρασίαν ἐδόθη μίσθωμα 325 χιλιάδων δι’ ὡρισμένην ἔκτασιν — ἀπαλλοτριωτέαν κηρυχθεῖσαν — ἐνῷ δι’ ἐπισήμων συμβολαίων καὶ δι’ ἐγγράφου ἀναφορᾶς τοῦ κ. Διευθυντοῦ τοῦ Ἐποικιστικοῦ Γραφείου ἐβεβαιοῦτο τὸ ἐναντίον. Ἀλλ’ ἐπέτυχον ἀτυχῶς τοῦ σκοποῦ των. Τοιαῦτα μέσα ἐννοοῦν νὰ μετέρχωνται οἱ ἰθύνοντες τὰ τῶν Μονῶν καὶ γενικώτερον οἱ ἰθύνοντες τὰ τοῦ Γεν. Ἐκκλησιαστικοῦ Ταμείου, ἀπέναντι τῶν ὁποίων νομίζω ὅτι ἡ Συνέλευσις πρέπει ἄγρυπνον νὰ διατηρῇ τὴν προσοχὴν καὶ νὰ μεταχειρίζεται τὰ δικαιώματα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἡ ἐθνικὴ ἀνάγκη, ἡ κοινωνικὴ ἀνάγκη, ἡ δημοσία ὠφέλεια ἐπιβάλλει εἰς τὸ Ἔθνος. Εἶναι ἀληθῶς ἀνευλαβεστάτη ἡ ἔκφρασις τὴν ὁποίαν μετεχειρίσθησαν οἱ Ἱεράρχαι, ὅτι εἶναι ἀντεθνικὴ ἡ πολιτικὴ ὄχι τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ὅλων τῶν Κυβερνήσεων, μέχρι καὶ τῶν ἐπὶ τοῦ Ὄθωνος, ἡ πολιτικὴ ἐκείνη ἡ ὁποία θέλει τὰ μοναστηριακὰ κτήματα πρὸς ἀποκατάστασιν τῶν ἀκτημόνων, καὶ στερεῖ τοὺς Ἡγουμένους τῆς Μονῆς Πετράκη τοῦ δικαιώματος ν’ ἀπαλλοτριώνουν καθ’ ὃν τρόπον ἀπαλλοτριώνουν τὰ κτήματα τῆς Μονῆς, καὶ ὑπὲρ ἐκείνων ὑπὲρ ὧν τὰ ἀπαλλοτριοῦν.
§45Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Ἐγὼ δὲν θὰ ζητήσω νὰ ἐξαιρεθῶσι τὰ ἐκκλησιαστικὰ κτήματα τῆς ἀπαλλοτριώσεως προκειμένου νὰ ἀποκατασταθοῦν ἀκτήμονες. Τοῦτο μόνον θὰ ζητήσω: Νὰ δώσωμεν εἰς τὸ Γεν. Ἐκκλ. Ταμεῖον τοὺς πόρους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι χρειάζονται διὰ νὰ ἠμπορέσωμεν νὰ ἔχωμεν κλῆρον ἀξιοπρεπῆ· διότι ἄλλως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξυψώσωμεν τὸν κλῆρον ἂν δὲν τῷ δώσωμεν μισθὸν ἀνάλογον. Διότι ποῖος θὰ ὑπάγῃ νὰ χειροτονηθῇ παπᾶς, ἐφόσον θὰ λαμβάνῃ ἐλάχιστον μισθόν;
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γιαμούζης ἐπὶ ἀναφορᾶς κατοίκων Βόλου.
§47Ι. ΓΙΑΜΟΥΖΗΣ. Εἶναι γνωστὸν εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὅτι ἐδόθη πρὸς μελέτην ἡ κατασκευὴ τῶν σιδηροδρόμων Ἀγρινίου –Ἄρτης–Ἰωαννίνων. Ὁ Θεσσαλικὸς λαὸς εὑρίσκεται ἀνάστατος προκειμένου ὁ σιδηρόδρομος αὐτὸς νὰ μὴ διέλθῃ διὰ τῆς Θεσσαλίας. Ἐγὼ εἶμαι πεπεισμένος ὅτι δὲν πρόκειται περὶ σοβαρᾶς ὑποθέσεως καὶ τοῦτο ἀνέπτυξα καὶ εἰς τὸ συνέδριον τῶν Θεσσαλῶν πληρεξουσίων, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἀνησυχεῖ ὁ Θεσσαλικὸς λαὸς παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ μελετήσῃ τὸ ζήτημα.
§48Γ. ΜΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Ὅταν ἐν καιρῷ συζητήσωμεν τὰ τοῦ σιδηροδρόμου αὐτοῦ, τότε βεβαίως θὰ ἐξετάσωμεν καὶ τὰ μέρη ἐκεῖνα, ἀπὸ τὰ ὁποῖα θὰ διέλθῃ καὶ θέλουσι ληφθῆ ὑπ’ ὄψιν καὶ τὰ αἰτήματα τοῦ Θεσσαλικοῦ λαοῦ.
§49Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. Δὲν πρέπει νὰ ἀπομακρυνώμεθα τῆς βασικῆς ἰδέας ὅτι ἐπρόκειτο ὄχι περὶ προκηρύξεως μειοδοσίας ἢ ἄλλου τινὸς ἐπισήμου διαγωνισμοῦ, ἀλλὰ περὶ μιᾶς προσκλήσεως σχούσης ἤδη ἀποτελέσματα, ὅπως ἀνεπισήμως γνωρίζετε, σκοπούσης νὰ παρουσιάσῃ ἐνδεχομένως μίαν ἢ περισσοτέρας Ἑταιρείας, αἱ ὁποῖαι νὰ ὑποβάλουν προτάσεις εἰς τὸ Κράτος ἵνα μελετήσῃ τοῦτο ἂν ἀποτελοῦσι συζητήσιμον βάσιν, ἐπὶ τῆς ὁποίας θὰ λάβῃ χώραν ἡ περαιτέρω σύμβασις.
§50Γ. ΜΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Δι’ αὐτὸ εἶπον καὶ ἐγὼ ὅτι τὸ πρᾶγμα θὰ συζητηθῇ ἐν καιρῷ.
§51Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ ἐπεμβῶ ὡς πρώην Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας. Ὑπάρχει σοβαρωτάτη μελέτη...
§52Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. Τὸν λόγον.
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἠμπορεῖ νὰ γενικευθῇ ἡ συζήτησις.
§54ΤΙΝΕΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Τὸν λόγον.
§55Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ καὶ πάλιν νὰ τηρήσωμεν τὸν Κανονισμόν. Δὲν ἠμποροῦμεν νὰ ἐπεκτείνωμεν καὶ νὰ γενικεύωμεν τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν, διότι τότε καταναλίσκομεν τὸν χρόνον ἐπὶ ματαίῳ καὶ μάλιστα εἰς συζητήσεις αἱ ὁποῖαι δὲν ἔχουν καὶ κανένα σκοπόν, διότι προέχει τὸ οἰκονομικὸν ζήτημα.
§56Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Εἶδον ὅτι ἡ συζήτησις ἐγενικεύθη ἐκ τῆς ἀναμίξεως τοῦ κ. πρώην Ὑπουργοῦ τῆς Συγκοινωνίας καὶ λέγω ὅτι κατόπιν τῆς συμφωνίας Βενιζέλου–Τιττόνι ἐγένετο μελέτη σοβαρωτάτη διὰ τὴν συγκοινωνίαν αὐτὴν Αὐλῶνος–Ἰωαννίνων–Ἀθηνῶν. Κατὰ συνέπειαν ἡ Κυβέρνησις, ἐφόσον θέλει νὰ εἶναι σοβαρὰ....
§57Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Σᾶς παρακαλῶ· ὑποθέτω....
§58Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν ἀφορᾶ σᾶς· ἀφορᾶ τὴν Κυβέρνησιν ἡ ὁποία προεκήρυξε τὴν δημοπρασίαν. Πολὺ καλὰ ὅμως· ἀνακαλῶ τὴν φράσιν μου. Λέγω ὅτι διὰ νὰ εἶναι ἡ ἐνέργεια σοβαρὰ ἔπρεπε νὰ στηρίζεται εἰς ἕνα νόμον, ὁ ὁποῖος νὰ ἐξουσιοδοτῇ αὐτὴν διὰ τὴν ἐνέργειαν τοῦ ἔργου, διότι ἄνευ τοιούτου νόμου νομίζω ὅτι ἔγινε ἕνας θόρυβος, ἀνεστατώθησαν πληθυσμοὶ ὁλόκληροι χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ λόγος καὶ χωρὶς νὰ εἶναι ἄξιος ἐπαίνου ὁ κ. πρώην Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας.
§59Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε.
§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἔχετε τὸν λόγον.
§61Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. Εἶναι προσωπικόν.
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπειδὴ πρόκειται περὶ προσωπικοῦ, ὁρίστε.
§63Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. Ὀφείλω εὐχαριστίας, κύριε συνάδελφοι, εἰς τὸν κ. Ἀρχηγὸν τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως», ὁ ὁποῖος δι’ ἀώρου καὶ ἀκαίρου ψόγου μοὶ ἐπιτρέπει, ἵνα, ἀπαντῶν εἰς προσωπικὸν θέμα, θέσω εἰς τὴν θέσιν της καὶ τὴν ἄρκτον καὶ τὴν δοράν, περὶ τῶν ὁποίων ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ ἀκούσω παρὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Δὲν πρόκειται ἀληθῶς νὰ μοιράσωμεν δορὰν ἀνύπαρκτον. Ἀλλ’ ἡ σοβαρότης ἢ ἡ μὴ σοβαρότης τῆς ἐνεργείας διετυπώθη σαφῶς ἐν τῷ περιγράμματι τῆς γενομένης προκηρύξεως. Δὲν πρόκειται περὶ μειοδοσίας κανονικῆς ποσῶς, διότι δὲν προηγήθη ὁ νόμος, περὶ τοῦ ὁποίου σοφῶς ὡμίλησεν ὁ πάλαι ποτὲ προκάτοχός μου εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, πρόεδρος τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως». Δὲν θὰ ἦτο καὶ εὐπρεπὲς διὰ Κυβέρνησιν, τῆς ὁποίας ἐκλονίζετο τὸ βάθρον, νὰ προβῇ εἰς προκήρυξιν ἔργου μέλλοντος, νὰ δώσῃ μίαν τελειωτικὴν κατεύθυνσιν εἰς τὴν σιδηροδρομικὴν πολιτικὴν τοῦ Κράτους ἡμῶν. Γνωρίζετε δὲ ὅτι θὰ ἤμην ἐγὼ ἀναρμοδιώτατος πάντων νὰ παραδῶ δηλώσεις, τὰς ὁποίας ἄλλοτε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου εἶχον ἐξενέγκει, περὶ τῆς ἀνάγκης τῆς ρυθμίσεως πραγματικῆς σιδηροδρομικῆς πολιτικῆς. Εἴμεθα ἴσως, κύριοι, τὸ μόνον Κράτος — δὲν ἐξαιρῶ οὔτε τὴν βορειοδυτικὴν γείτονα, τὴν νεοπαγῆ ἀλλὰ σχοῦσαν ἤδη πρωτοβουλίαν περὶ σιδηροδρομικῆς πολιτικῆς — τὸ μόνον Κράτος τὸ στερούμενον πολιτικῆς τοιαύτης. Εἶναι ἐν τούτοις γνωστὸν ὅτι ὑπάρχουσιν αἱ μελέται διὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου τοῦ Ἀδριατικοῦ. Δὲν προεκηρύχθη, ἐπαναλαμβάνω, διαγωνισμός· ἁπλῶς ἐγένετο πρόσκλησις ὑποβολῆς ἐλευθέρων προτάσεων παρὰ τῶν βουλομένων νὰ ἀναλάβωσι τὸ ἔργον. Ἦτο τόσον στοιχειῶδες τὸ πλαίσιον αὐτοῦ τοῦ συλλογισμοῦ, ὥστε εἶναι ἀκατανόητον νὰ ἐπιρριφθῇ ὄχι ἐπὶ Ὑπουργοῦ, ἀλλ’ ἐπὶ οἱουδήποτε λογικευομένου ἀνθρώπου μομφὴ ὅτι τὴν παραμονὴν τῆς ἡμέρας καθ’ ἣν θὰ προσήρχετο νὰ δώσῃ ἐξετάσεις πρὸ τῆς Συνελεύσεως ἡ Κυβέρνησις, θὰ ἠδύνατο νὰ παραβῇ τοὺς κανόνας τοῦ στοιχειώδους κοινοβουλευτισμοῦ καὶ νὰ μὴ θέσῃ ὑπ’ ὄψιν τῆς Συνελεύσεως.
§64Γ. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Δὲν ἐπρόκειτο νὰ δώσῃ ἐξετάσεις· εἶχεν ἀπορριφθῆ ἀπὸ πρίν.
§65Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. Ἔχει καλῶς· ἀλλ’ ἡ πτέρυξ αὕτη εἰς ἣν ἀνήκετε, κ. συνάδελφε, ἡ διελθοῦσα ὑπὸ αἰσίους οἰωνοὺς καὶ ὑπὸ πληθώραν μαιευτήρων διὰ τῆς καταστάσεως αὐτῆς, μοῦ παρέχει τὸ δικαίωμα νὰ πιστεύω καὶ εἰς τὴν μετεμψύχωσιν τὴν κοινοβουλευτικήν. Εἰς τὸ ζήτημα τῶν Κυβερνήσεων δὲν ὑπάρχει ἔκπληξις ἡ ὁποία νὰ μὴ μεταβάλλεται ἐνίοτε εἰς πραγματικότητα. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι τετράκις ἐβλέπετε ὑμᾶς κλονιζομένους καὶ τετράκις κατόπιν ἐδέχεσθε συγχαρητήρια διασώσεως. Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ τονίσω ὅτι τὸ προκηρυχθὲν ἔργον ἀφορᾷ ἁπλῶς εἰς τοπικὸν συμφέρον, διὰ τὸ ὁποῖον ἀδίκως ἐταράχθη ἡ καρδία τῶν Θεσσαλῶν συναδέλφων ἡμῶν. Ὅλως ἀδίκως. Δὲν πρόκειται ποσῶς περὶ τοῦ σιδηροδρόμου τοῦ Ἀδριατικοῦ. Ποσῶς. Ἐπρόκειτο περὶ ἐντελῶς περιωρισμένου δικαιώματος τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Συγκοινωνίας, ἐπὶ τοῦ ὁποίου εἶχε σαφῆ καὶ τὴν ἐπιδοκιμασίαν τοῦ Προέδρου τῆς τότε Κυβερνήσεως, δοθεῖσαν πρὸ τῆς κυβερνητικῆς κρίσεως καὶ πρὸ τῆς πρό τινων ἡμερῶν ἐκ συμπτώσεως ἀναχωρήσεως εἰς Ἤπειρον τοῦ λαλοῦντος. Ἡ γενομένη μελέτη τοῦ τοπικοῦ τούτου ἔργου εἶναι πλήρης, ἡ μόνη ὑπάρχουσα, διότι τῶν βορειοηπειρωτικῶν σιδηροδρόμων δὲν ὑφίσταται μελέτη συμπεπληρωμένη.
§66Δ. ΨΙΑΡΗΣ. Ὑφίσταται.
§67Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. Δὲν ὑφίσταται. Μόνον μέχρι Κακκαβιᾶς ὑφίσταται. Τονίζω λοιπὸν ὅτι καὶ ἐπὶ τοῦ γενικοῦ σιδηροδρομικοῦ ζητήματος εἰς ἐμὲ τοὐλάχιστον δημιουργεῖ ἀπορίαν ἡ ἰδέα τῆς διεξόδου εἰς Αὐλῶνα, καὶ ἡ ἀπορία διεπιστώθη ὅταν ἄλλοτέ ποτε, ὁμιλοῦντος τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου κ. Καρασεβδᾶ, ἐτόνισα τόσον εἰς αὐτὸν ὅσον καὶ εἰς τὸν προκάτοχόν μου Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας κ. Ἠσαΐαν ὅτι αἱ προϋποθέσεις αἱ πολιτικαί, δυνάμει τῶν ὁποίων ἡ Ἑλλὰς ἠδύνατο νὰ φιλοδοξῇ τὴν εἰς Αὐλῶνα σιδηροδρομικὴν αὐτῆς διέξοδον, ἔπαυσαν ὑπάρχουσαι μετὰ τοῦ ὀνείρου τῆς Μεγάλης Ἑλλάδος. Ἔκτοτε ὀφείλομεν ἐντὸς τοῦ πλαισίου τοῦ πρακτικοῦ νὰ ἀναζητήσωμεν τὴν ἔξοδον εἰς τὰ δυσμικὰ ἡμῶν παράλια. Ἐπαναλαμβάνω ὅτι ὁ σιδηρόδρομος Ἰωαννίνων–Ἀγρινίου θὰ ἐξυπηρέτει τὴν σήμερον εὐρέως τὰ τοπικὰ συμφέροντα τῆς Ἠπείρου καὶ τῆς Αἰτωλοακαρνανίας, πλέον δὲ τούτου οὐδέν.
§68Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Καὶ τῆς Ἑπτανήσου καὶ τῆς Ἀχαϊοήλιδος.
§69Ι. ΓΙΑΜΟΥΖΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τοῦ Ἀδριατικοῦ;
§70Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. Ποσῶς.
§71Ι. ΓΙΑΜΟΥΖΗΣ. Αὐτὴ ἡ ἐπίσημος δήλωσις μᾶς εὐχαριστεῖ.
§72Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. Ὁμιλεῖ, κύριε συνάδελφε, ἡ εἰς τὰς ἐφημερίδας γενομένη προκήρυξις, ὅτι δὲν ἀπεκρυσταλλώθη εἰς ἀπόφασιν, ἀλλ’ οὐδ’ εἰς σκέψιν σαφῆ, οὔτε ὁ τρόπος τῆς συνδέσεως μετὰ τοῦ ὅλου δικτύου τῆς ἄλλης Ἑλλάδος οὔτε ἡ πρὸς τὸ Ἰόνιον — παραδόξως ἀκούω Ἀδριατικόν, διότι δὲν ὑπάρχει Ἀδριατικὸν διὰ τὰ Ἑλληνικὰ παράλια — κυρία σιδηροδρομικὴ ἔξοδος. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ὁ ὑποφαινόμενος ἐν τῷ στενῷ ἐπιστημονικῷ πλαισίῳ, τὸ ὁποῖον ἠδυνήθην νὰ ἀκολουθήσω, ὑπῆρξα θιασώτης τοῦ κόλπου τῆς Γουμενίτσης...
§73Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Ἡ γραμμὴ τὴν ὁποίαν ἡμεῖς ἐπεκαλέσθημεν εἶναι Ἰωαννίνων–Ἀγρινίου. Ἐὰν κατασκευασθῇ αὐτὴ ἡ γραμμή, ὑπάρχει πιθανότης κατασκευῆς καὶ ἄλλων γραμμῶν;
§74Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. Μάλιστα, κύριε. Ὀφείλω διὰ πολλοστήν, κύριοι, φορὰν νὰ διαλύσω τὰς ἀμφιβολίας, διότι δὲν πρόκειται ποσῶς περὶ τοῦ πρώτου σιδηροδρόμου, τοῦ σιδηροδρόμου περὶ τοῦ ὁποίου ὡμίλησεν ὁ κ. Σίδερης. Τὸ σημεῖον εἰς τὸ ὁποῖον θὰ κατέλθῃ ὁ ἐγκάρσιος σιδηρόδρομος τῆς Βαλκανικῆς Χερσονήσου δὲν εἶναι ἀκόμη καθωρισμένον, ἂν θὰ εἶναι τοῦτο ἡ Αὐλὼν ἢ ἡ Γουμενίτσα. Ἐὰν ἐγενικεύετο ἡ τοιαύτη συζήτησις — ἀλλὰ σήμερον δὲν πρόκειται περὶ αὐτοῦ — θὰ ἔλεγον ὅτι ὁ σιδηρόδρομος αὐτός, διαβαίνων τὸν Γράμμον ἢ τὸν Πίνδον, θὰ ἦτο εὐκταῖον νὰ ἦτο παρὰ τὸν Λάκμονα. Θὰ κατήρχετο εἰς τὴν Θεσσαλικὴν πεδιάδα, ἔνθα θὰ ὤφειλε νὰ συναντηθῇ μετὰ τοῦ Θεσσαλικοῦ σιδηροδρόμου. Ἀπὸ τοῦ σημείου, κύριοι συνάδελφοι, τῆς συνενώσεως μετὰ τῶν Θεσσαλικῶν σιδηροδρόμων θὰ ἔπρεπεν ἡ ἐν λόγῳ διεθνοῦς πλέον ἀξίας γραμμὴ καὶ οὐχὶ ἡ τοπικὴ Ἑλληνική, τὴν ὁποίαν ζηλοφθόνως προσπαθοῦμεν νὰ ἀφαιρέσωμεν ἀπὸ τὴν κοιλάδα τῆς δυτικῆς Ἑλλάδος, θὰ ὤφειλε νὰ προχωρήσῃ πρὸς τὴν Μακεδονίαν, πρὸς τὴν κοιλάδα τοῦ Ἁλιάκμονος διερχομένη ἐκ Κοζάνης. Θὰ ἤμην εὐτυχὴς ἂν ἔβλεπον ποτὲ τὸν σιδηρόδρομον τοῦτον, τὸν ὁποῖον οὔτε ὡς ὁραματισμὸν δὲν ἐπιτρέπουν σήμερον τὰ οἰκονομικὰ τῆς Ἑλλάδος. Αὐτὴ εἶναι ἡ δορὰ τῆς ἄρκτου. Θὰ ἐπεθύμουν νὰ τονίσω ὅτι ὡμίλησα περὶ ὁραματισμοῦ λίαν ἀπωτέρου. Δὲν εἶναι δυνατὸν εἰς τὸ ἐγγὺς ἡμῶν οἰκονομικὸν περιθώριον νὰ ἀναζητήσωμεν τὴν ἐκτέλεσιν ἑνὸς τοιούτου ἔργου. Ἀλλ’ ἐπανέρχομαι εἰς τὴν διαδρομήν. Ὁ σιδηρόδρομος αὐτός, διερχόμενος ἐκ Κοζάνης, κατευθύνεται εἰς συνάντησιν τοῦ σιδηροδρόμου Ἀθηνῶν–Θεσσαλονίκης.
§75Γ. ΦΡΑΓΚΟΥΔΗΣ. Εἴμεθα ἐκτὸς Κανονισμοῦ.
§76Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. Θὰ συντομεύσω ἵνα μὴ ταράξω κανένα. Παύω τὸ θέμα τοῦτο, τὸ ὁποῖον θὰ ἠδύνατο νὰ γενικεύσῃ τὴν συζήτησιν, λέγων ἁπλῶς ὅτι ἐκ Κοζάνης δὲν ἠδύνατο ἕτερος κλάδος νὰ ἔλθῃ πρὸς τοὺς Μακεδονικοὺς σιδηροδρόμους πρὸς Σόροβιτς. Οὕτω θὰ ἐγίνετο ἡ μεγάλη γραμμή. Εἶμαι δὲ τόσον θιασώτης τῆς μεγάλης αὐτῆς γραμμῆς, ὥστε θὰ ἐθεώρουν ἐμαυτὸν εὐτυχῆ ἂν ἐπέζων τόσον ὥστε νὰ ἴδω τὴν σπορὰν τοιαύτης ἰδέας ῥιζουμένην εἰς πραγματικότητα. Ἀλλ’ οὐ τοῦ παρόντος. Διὰ τὴν περίπτωσιν διόδου ἐκ Θεσσαλίας τῆς πρὸς Ἰωάννινα γραμμῆς, θὰ ἠγείρετο, κύριοι, ἕτερον ζήτημα, τὸ τῆς διαπλατύνσεως τῶν σιδηροδρόμων. Εἶναι προφανὲς ὅτι μὲ στενὰς σιδηροδρομικὰς γραμμὰς δὲν δύναταί τις νὰ ἐργασθῇ.
§77ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Ἡμεῖς δὲν ἔχομεν βαγόνια.
§78Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. Ἐφροντίσαμεν διὰ βαγόνια· ἔρχονται καὶ αὐτά.
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κύριον συνάδελφον νὰ περιορισθῇ εἰς τὸ κυρίως θέμα.
§80Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. Κατόπιν τούτου, ὑπείκων ἀκριβῶς εἰς τὴν σύστασιν τοῦ κ. Προέδρου, περιορίζομαι νὰ εἴπω ὅτι ἡ δημοσιευθεῖσα πρόσκλησις ἁπλοῦν σκοπὸν ἔχει τὸ νὰ ἴδωμεν ἂν τὰ ξένα κεφάλαια εἶναι διατεθειμένα νὰ εἰσέλθουν εἰς τὴν ἐπιχείρησιν ταύτην τοῦ Κράτους, μὴ ὄντος συνδεδεμένου δι’ ὑποχρεώσεων. Ἤκουσα εὐχαρίστως, ἀλλ’ ἀνεπισήμως μέχρι τῆς στιγμῆς, ὅτι ἀγγλικὸς οἶκος ἔχει ἀπόφασιν νὰ μελετήσῃ ἐπιτοπίως τὸ ζήτημα καὶ ὅτι ἔχει μετακαλέσει εἰδικοὺς μηχανικούς. Δὲν δυνάμεθα βεβαίως ἐπὶ τῶν ἀνεπισήμων τούτων πληροφοριῶν νὰ στηριχθῶμεν. Δὲν ἀποκλείεται ὅμως ποσῶς ἡ πιθανότης ὅτι ἐπὶ τῇ βάσει ἀνταλλαγμάτων ὡρισμένων, ὡς ἐπανειλημμένως ἔχουσιν ἐγκατασταθῆ ἐν Ἀνατολῇ καὶ δὴ ἐν Τουρκίᾳ σιδηροδρομικαὶ γραμμαὶ χωρὶς νὰ συμμετέχῃ τῶν δαπανῶν τούτων οὐδόλως τὸ Κράτος, ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ παρουσιασθῶσι συνθῆκαι ἐπιτρέπουσαι εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ στηριχθῇ ἐμπεριστατωμένως ἐπὶ τῆς μόλις γενομένης προτάσεως ἢ ἄλλης τινός. Δὲν πρόκειται λοιπὸν περὶ νόμου· πρὸ παντὸς δὲν πρόκειται περὶ προτάσεως, τῆς ὁποίας ἡ συνέχεια θὰ ἦτο ἀδύνατος. Δὲν εἶναι συναδελφικὸν ἐκ μέρους τῶν διαφόρων περιοχῶν ὅταν ἀκούωμεν τὴν σχοῦσαν τρεῖς σιδηροδρομικὰς γραμμὰς εὐδαίμονα ἐριβώλακα Θεσσαλίαν νὰ ἀποτείνεται πρὸς τὴν πενιχρὰν γῆν, ἡ ὁποία παρέσχεν ἕως τώρα τὸ αἷμά της καὶ τὸν ἱδρῶτα καὶ νὰ λέγῃ ὅτι «ἐγὼ αἰσθάνομαι καίριον τραῦμα ἐπὶ τῇ σκέψει ὅτι θὰ ἀποκτήσῃς πενιχρὸν σιδηροδρομικὸν δίκτυον».
§81Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Ἕν ζήτημα καθαρῶς προσωπικὸν κοντεύει νὰ λάβῃ διαστάσεις.
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κύριον συνάδελφον νὰ περιορισθῇ εἰς τὰ πέντε λεπτά, προειδοποιῶν τὴν Συνέλευσιν ὅτι, ἂν ἐξακολουθήσῃ αὐτὴ ἡ κατάστασις, θὰ ἀναγκασθῶ νὰ διακόψω τὴν συνεδρίασιν.
§83Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Οἱ Θεσσαλοὶ ἀντιπρόσωποι εὑρίσκονται ἐν τῷ δικαίῳ ἀνησυχήσαντες, διότι πρόκειται περὶ συμφερόντων τῆς περιφερείας των. Συνῆλθον, κατήρτισαν μίαν Ἐπιτροπήν, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνέθεσαν νὰ μελετήσῃ τὸ ζήτημα, ὑπάρχει δὲ βεβαιότης ὅτι τὸ ζήτημα θὰ λυθῇ ταχέως· ἑπομένως ἠμπορεῖ τώρα νὰ παύσῃ ἡ συζήτησις.
§84Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Πρέπει νὰ ὁμολογήσῃ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ὁ ὁποῖος εὑρίσκεται ἐπὶ τοῦ βήματος, ὅτι ἡ συζήτησις αὕτη ἀποτελεῖ παραβίασιν τοῦ Κανονισμοῦ. Αὐτὸ εἶναι ἀναντίρρητον, διότι δίδεται ὁ λόγος εἰς τοὺς προσβαλλομένους ἐκ προσωπικῶν ὑπαινιγμῶν πρὸς παροχὴν ἐξηγήσεων σχετικῶν πρὸς τὸ θέμα. Εὐρεῖα συζήτησις θεμάτων τοιούτων εἶναί τι ἀκατανόητον, θὰ κατέληγε δὲ ἡ συζήτησις κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην νὰ καταναλωθῇ τελείως εἰς τὸ ζήτημα τὸ σιδηροδρομικόν. Ἐγὼ παρακαλῶ τὸν κ. συνάδελφον νὰ περιορισθῇ ἐντὸς τῶν σχετικῶν ὁρίων, τῶν προσωπικῶν, ν’ ἀφήσῃ δὲ τὸ ζήτημα τὸ γενικώτερον νὰ συζητηθῇ κατ’ ἄλλην ἡμέραν.
§85Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. Συμφωνῶ ἀπολύτως καὶ δὲν ἔχω νὰ προσθέσω ἄλλο τι ἐπὶ τοῦ προσωπικοῦ ζητήματος. Εἰς τοὺς λόγους τοῦ κ. Ἡγέτου τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως» ἤμην ὑποχρεωμένος νὰ δώσω εἰς τὸ αὐτὸ πλάτος ἀπάντησιν. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τοὺς Θεσσαλοὺς συναδέλφους, ἐὰν μὲ ἐτίμων διὰ τῆς κατ’ ἰδίαν συζητήσεως τοῦ γεγονότος, θὰ ἔλεγον ὅτι κανεὶς λόγος δὲν ὑπῆρχε νὰ ἔλθῃ πρὸ τῆς Συνελεύσεως τὸ θέμα.
§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καλέλλης ἔχει τὸν λόγον.
§87Ν. ΚΑΛΕΛΛΗΣ. Δὲν ἐφανταζόμην, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ἦτο δυνατὸν σοβαρῶς νὰ ἀπασχολήσῃ τὴν Συνέλευσιν τὸ ζήτημα τοῦτο, τοῦ ὁποίου πρώτην φορὰν ἔλαβον γνῶσιν ἐκ τηλεγραφήματος ἀπευθυνθέντος καὶ εἰς τὴν Ἄρταν, ὅπως καὶ εἰς τὰ διάφορα μέρη τῆς Ἠπείρου, φέροντος τὴν ὑπογραφὴν ἀνθρώπου τῆς σοβαρότητος τοῦ κ. τέως ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας Ὑπουργοῦ καὶ ἀναγράφοντος ὅτι προεκηρύχθησαν δημοπρασίαι πρὸς κατασκευὴν τῆς περὶ ἧς ὁ λόγος γραμμῆς. Ἔχω τὴν ἰδέαν ὅτι ὀφείλεται ἀναμφισβητήτως εἰς λάθος κατὰ τὴν διαβίβασιν τοῦ τηλεγραφήματος, μεθ’ ὅσα ὁ κ. τέως Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας ἐβεβαίωσε τὴν Συνέλευσιν. Διότι οὗτος ἐβεβαίωσε τὴν Συνέλευσιν ὅτι οὐδέποτε ἐσκέφθη, νόμου μὴ ὑπάρχοντος, νὰ ἐκθέσῃ εἰς δημοπρασίαν τὴν κατασκευὴν τοιαύτης γραμμῆς. Ἀπορῶ πῶς ἐξετίθετο ἡ σοβαρότης τοῦ Κράτους προκαλοῦντος καὶ προσκαλοῦντος διαφόρους ξένας Ἑταιρείας ἵνα λάβωσι μέρος εἰς διαγωνισμὸν πρὸς κατασκευὴν γραμμῆς, χωρίς, ὅπως εἶπον, νὰ ὑπάρχῃ νόμιμος περίπτωσις προκηρύξεως δημοπρασίας (θόρυβος).
§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ἐπὶ 10 λεπτά. (Ὥρα 6.25′ μ.μ.).
ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΚΟΠΗΝ
(Ὥρα 6.40′ μ.μ.).
§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Εἶναι γνωστόν, κύριοι πληρεξούσιοι, ὅτι τὸ Προεδρεῖον ἀρύεται τὴν δύναμιν αὐτοῦ ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ καὶ ὁ Κανονισμὸς εἶναι ἡ θέλησις ἡμῶν τῶν ἰδίων πληρεξουσίων. Ἐλπίζω λοιπὸν ὅτι πάντες ἡμεῖς θὰ θελήσωμεν ὄχι μόνον νὰ εἶναι σεβαστὸς ὁ Κανονισμός, ἀλλὰ καὶ νὰ ἐπιβάλλεται, καὶ πρὸς τοῦτο παρακαλῶ ὑμᾶς νὰ παράσχητε τὴν συνδρομήν σας εἰς τὸ Προεδρεῖον.
§90ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§91Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Δὲν δύναμαι ἢ νὰ ἐκφράσω τὰ συγχαρητήριά μου πρὸς τὸν κύριον Πρόεδρον, διότι εἶναι ἡ πρώτη φορὰ κατὰ τὴν ὁποίαν ἐζητήθη καὶ ἐπεβλήθη ἡ τάξις εἰς τὰς συζητήσεις μας.
§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συμπληρωθείσης τῆς ὥρας τῶν ἀναφορῶν ἡ Συνέλευσις εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας.
§93ΣΚΕΥΟΣ ΖΕΡΒΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ διὰ τὴν ἐπεξεργασίαν τοῦ Ὀργανισμοῦ τοῦ Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης δὲν ἠδυνήθη δυστυχῶς νὰ τερματίσῃ τὰς ἐργασίας της, διότι ἀπεστάλησαν εἰς αὐτὴν βραδέως αἱ προσκλήσεις, καὶ τὸ ζήτημα εἶναι σπουδαῖον. Ἤδη μετὰ τὴν ἔναρξιν τῶν ἐργασιῶν τῆς Συνελεύσεως ἡ Ἐπιτροπὴ αὕτη πρέπει νὰ ἐξακολουθήσῃ συνεδριάζουσα ἢ πρέπει νὰ διακόψῃ τὰς ἐργασίας της;
§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γνωρίζω εἰς τὸν κ. πληρεξούσιον ὅτι αἱ Ἐπιτροπαὶ αὗται εἶχον ὁρισθῆ μόνον ἐφόσον ἔλειπεν ἡ Συνέλευσις. Ἀπὸ τῆς 1ης Ὀκτωβρίου ὑπάρχει μόνον μία μόνιμος Ἐπιτροπή, ἡ ἐπὶ τοῦ προσφυγικοῦ. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Συνέλευσιν ὅτι ὑπεβλήθησαν νομοσχέδια «περὶ κυρώσεως τοῦ Νομοθετικοῦ Διατάγματος περὶ προστασίας τῆς οἰνοπαραγωγῆς» καὶ «περὶ φορολογίας τῶν ἀμβύκων». Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ σχεδίου ψηφίσματος «περὶ μεταρρυθμίσεως ἄρθρων τινων τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Δʹ Συντακτικῆς Συνελεύσεως». Ὁ κ. Παπαναστασίου ἔχει τὸν λόγον.
§95Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Τὴν καλυτέραν διεξαγωγὴν τῶν ἐργασιῶν τῆς Συνελεύσεως τὴν ἐξασφαλίζει παρὰ πάντα Κανονισμὸν ἡ ὁμαλὴ σχέσις μεταξὺ πλειονοψηφίας καὶ μειονοψηφίας. Καὶ νομίζω ὅτι ἐπάνω εἰς αὐτὴν τὴν βάσιν πρέπει νὰ στηρίξωμεν ὅλας τὰς ἐλπίδας μας, ὅτι θὰ χωρήσῃ ἀπροσκόπτως τὸ ἔργον ἡμῶν καὶ θὰ περατωθῇ αἰσίως καὶ τὸ συντακτικὸν ἔργον καὶ κάποια ἄλλη νομοθετικὴ ἐργασία, ἡ ὁποία θὰ παρουσιασθῇ ἐνώπιον τῆς Ἐθνικῆς Συνελεύσεως. Ἐλπίζω ὅτι οὔτε ἡ Ἀντιπολίτευσις — περὶ αὐτῆς δύναμαι νὰ δώσω καὶ ὑπόσχεσιν — θὰ θελήσῃ νὰ φέρῃ προσκόμματα εἰς τὸ ἔργον τῆς Κυβερνήσεως, οὔτε καὶ ἡ Κυβέρνησις θὰ θελήσῃ, χρησιμοποιοῦσα τὸν ὄγκον τῆς πλειονοψηφίας, νὰ ἀρνηθῇ ἀβασανίστως τὸ βάσιμον τῶν σκέψεων τῆς μειονοψηφίας. Καὶ ὅταν ἀπ’ αὐτὴν τὴν ἀρχὴν καὶ τὴν βάσιν ἐκκινήσωμεν, νομίζω ὅτι πολὺ γρήγορα θὰ συμφωνήσωμεν εἰς τὸν Κανονισμὸν τῶν συντακτικῶν ἐργασιῶν, περὶ τῶν ὁποίων κυρίως πρόκειται. Εἴμεθα διατεθειμένοι νὰ ἐμποδίσωμεν καὶ ἡμεῖς τὴν ἀπώλειαν χρόνου εἰς λόγους κενοὺς καὶ ματαίους, ἀλλὰ δὲν θὰ δεχθῶμεν ποτὲ νὰ δοθῇ χαρακτηρισμὸς εἰς τὰς ἐργασίας τὰς συντακτικὰς ὥστε νὰ φαίνεται ὅτι αὗται ἀποτελοῦσι κάτι ἐπουσιῶδες καὶ πάρεργον καὶ ὅτι πρέπει νὰ σπεύσωμεν εἰς τὸ ἔργον καὶ τὸν σκοπὸν τῆς Συνελεύσεως, δηλαδὴ εἰς τὴν διάλυσιν αὐτῆς καὶ τὰς ἐκλογάς. Ἐπιθυμοῦμεν νὰ φθάσωμεν εἰς αὐτὸ τὸ τέρμα ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον, ἀλλ’ ἀφοῦ ἐκπληρώσωμεν τὴν ἀποστολήν μας, καὶ μία, ἡ κυριωτέρα, εἶναι ἡ σύνταξις τοῦ πολιτεύματος. Τὰ ζητήματα τὰ ὁποῖα θὰ προκαλέσουν μακρὰς συζητήσεις κατὰ τὴν ψήφισιν τοῦ Συντάγματος νομίζω καὶ ἐγὼ ὅτι δὲν εἶναι παρὰ πολλά, καὶ ἂν ὑπάρξῃ καλὴ θέλησις, ἂν δὲν ἐκδηλωθῇ τάσις ἐπιδείξεως γνώσεων, τάσις ἀκαδημαϊκῶν συζητήσεων, εἶμαι βέβαιος ὅτι θὰ χωρήσωμεν ταχέως εἰς τὴν ψήφισιν τὴν τελικὴν τοῦ Συντάγματος. Ἀλλὰ διὰ νὰ ὑπάρχῃ κάποιον ὅριον εἰς τὰς συζητήσεις, πρέπει αὗται νὰ γίνωνται μὲ τὴν σχετικὴν εὐχέρειαν, νὰ ὑπάρχῃ ὁ στοιχειωδέστερος ὑλικὸς χρόνος ὅπως σκέπτωνται οἱ συζητοῦντες καὶ ἐκφέρωσι μίαν πεφωτισμένην γνώμην ἐπὶ τῶν ὑπὸ συζήτησιν θεμάτων. Καὶ κατὰ τὰς προηγουμένας Συνελεύσεις ἐκρίθη ἀναγκαῖον, καὶ δικαίως, ὅπως ψηφίζωνται τὰ ἄρθρα τοῦ Συντάγματος καὶ μὴ ἀπαιτοῦνται πολλαὶ ἀναγνώσεις, ὅπως τὰ ἄρθρα τῶν νομοσχεδίων, καίτοι εἶναι θεμελιώδη, ἐκρίθη ἐν τούτοις ἀναγκαῖον νὰ μὴ ἀφίνεται ἀπόλυτος ἐλευθερία συζητήσεως. Καὶ τοῦτο διότι, ἂν δὲν γίνῃ κατάχρησις ἐκ μέρους τῶν πληρεξουσίων, εἶναι ὁμολογουμένως δυνατὸν ἐντὸς περιωρισμένων χρονικῶν ὁρίων, ἂν ἀντελήφθη ἡ Συνέλευσις περὶ τίνος πρόκειται, νὰ λάβῃ μίαν ἀπόφασιν. Οἱ τελευταῖοι Κανονισμοὶ τῆς Συνελεύσεως ὥρισαν ἓν χρονικὸν ὅριον τῶν ἀγορεύσεων, τὸ ὁποῖον μετὰ πάροδον 12 ὡρῶν περιορίζεται ἀκόμη περισσότερον. Ἤδη ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Κανονισμοῦ ἔχει καθιερώσει διὰ τὰς ἐργασίας τῆς παρούσης Συνελεύσεως τὸν περιορισμὸν αὐτόν. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐθεώρησεν ἀπαραίτητον ὁ περιορισμὸς αὐτὸς νὰ εἶναι μεγαλύτερος, καὶ αἱ τροπολογίαι τὰς ὁποίας προτείνει ἡ Κυβέρνησις συνίστανται εἰς τὸ δωδεκάωρον, ἤτοι τὸ ἡμίωρον νὰ διατηρηθῇ. Δηλαδὴ κάθε ἀγόρευσις ἐπὶ τῶν συνταγματικῶν διατάξεων δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ὑπερβῇ τὸ ἡμίωρον αὐτὸ ἐπὶ 10 ὥρας, ὄχι 12 ὥρας. Ἐφόσον ἡ συζήτησις ἑνὸς ἄρθρου καταναλίσκει 10 ὥρας, τότε πλέον δὲν περιορίζεται, κατὰ τὸ σχέδιον, τὸ χρονικὸν ὅριον τῶν ἀγορεύσεων, ἀλλὰ δύναται ἡ Συνέλευσις, ἂν θέλῃ, νὰ κλείσῃ τὴν συζήτησιν ἐρωτωμένη ἀπὸ τὸν Πρόεδρον τῆς Συνελεύσεως. Εἰσάγεται δηλαδὴ καὶ παρ’ ἡμῖν ὁ θεσμός, ὁ ὁποῖος καὶ ἄλλοτε, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ἴσχυσεν, ὁ θεσμὸς τοῦ κλεισίματος τῆς συζητήσεως. Ἂν ἡ Συνέλευσις δὲν θεωρήσῃ τὴν συζήτησιν ἐπαρκῆ, συνεχίζεται περιοριζομένων τῶν ἀγορεύσεων εἰς ¼ μέχρι συμπληρώσεως 14 ὡρῶν, ὁπότε πλέον ἀναγκαστικῶς παύει πᾶσα συζήτησις. Δὲν γνωρίζω τί ἀπεφάνθη ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ ἐν σχέσει μὲ τὴν πρότασιν αὐτὴν τὴν κυβερνητικήν. Ἡ προσωπική μου γνώμη, ἡ γνώμη τῆς Ἀριστερᾶς, εἶναι ἐν τῇ ἐπιθυμίᾳ νὰ διευκολύνωμεν ὅσον ἠμποροῦμεν τὴν ταχεῖαν ἐπεξεργασίαν τοῦ Συντάγματος, εἶναι ὅτι ἐπὶ τέλους δὲν θὰ χαλάσῃ ὁ κόσμος ἂν τὸ δωδεκάωρον γίνῃ δεκάωρον. Ἀλλὰ δὲν εἴμεθα διατεθειμένοι νὰ δεχθῶμεν ὅπως μετὰ πάροδον ὡρισμένου χρονικοῦ ὁρίου 14 ὡρῶν κλείῃ ἀναγκαστικῶς ἡ συζήτησις. Ἀφοῦ εἰσάγεται ὁ θεσμὸς τοῦ κλεισίματος τῆς συζητήσεως, ἡ καλὴ χρῆσις τοῦ θεσμοῦ θὰ ἀποδείξῃ κατὰ τὴν διάρκειαν τῶν ἐργασιῶν τῆς Ἐθνικῆς Συνελεύσεως ἂν εἴμεθα εἰς θέσιν, εἰς περιωπήν, ὅπως τὸν θεσμὸν τοῦτον διατηρήσωμεν καὶ κατὰ τὴν νομοθετικὴν ἐργασίαν. Ἀφοῦ, λέγω, εἰσάγεται ὁ θεσμὸς τοῦ κλεισίματος τῆς συζητήσεως, κάθε περιορισμὸς χρονικὸς ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ὅτι μετὰ πάροδον ὡρισμένου χρονικοῦ ὁρίου θὰ κλείῃ ἡ συζήτησις χωρὶς νὰ ἐρωτᾶται ἡ Συνέλευσις ἂν θέλει νὰ συζητηθῇ ἢ δὲν θέλει, νομίζω ὅτι εἶναι ἐντελῶς περιττός, καὶ ὄχι μόνον περιττός, ἀλλὰ θίγει τρόπον τινὰ κατὰ τὴν ἀντίληψίν μου τὰ δικαιώματα τῆς Συνελεύσεως. Δὲν φαντάζομαι ὅτι πρέπει κάθε ἄρθρον νὰ συζητῆται 14 ὥρας· θὰ ὑπάρχουν καὶ ἄρθρα τὰ ὁποῖα θὰ συζητῶνται εἰς πολὺ μικρότερον χρονικὸν διάστημα. Ἀλλὰ πιθανὸν νὰ ὑπάρχουν 2, 3, 4, 5 ζητήματα, εἰς τὰ ὁποῖα θὰ παραστῇ ἀνάγκη νὰ συζητήσῃ ἡ Συνέλευσις περισσότερον τῶν 14 ὡρῶν. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἐφόσον εἰσάγεται ὁ θεσμὸς τοῦ κλεισίματος τῆς συζητήσεως, κανεὶς λόγος δὲν ὑπάρχει ὅπως μετὰ πάροδον ἀκόμη 3–4 ὡρῶν κλείῃ ἡ συζήτησις χωρὶς νὰ ἐρωτᾶται ἡ Συνέλευσις ἂν ἐφωτίσθη ἐπαρκῶς ἢ ὄχι. Ἐφόσον ὑπάρχει πλειονοψηφία, ἡ ὁποία δύναται νὰ δίδῃ τὴν κατεύθυνσιν τῆς συζητήσεως εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ Συντάγματος, δικαίωμα τῆς πλειονοψηφίας τῆς Συνελεύσεως θὰ εἶναι, ἂν νομίζῃ ὅτι ἐφωτίσθη ἐπαρκῶς, νὰ κλείῃ τὴν συζήτησιν. Βεβαίως ἡ κατάχρησις αὕτη τοῦ δικαιώματος θὰ κατέληγεν εἰς τάσιν τῶν σχέσεων μεταξὺ τῆς πλειονοψηφίας καὶ μειονοψηφίας καὶ θὰ εἶχε φυσικὰ πολιτικὰς συνεπείας. Ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει ἡμεῖς δεχόμεθα νὰ καθιερωθῇ ὁ θεσμὸς τοῦ κλεισίματος τῆς συζητήσεως. Καὶ ἐφόσον καθιεροῦται ὁ θεσμὸς αὐτὸς τοῦ κλεισίματος τῆς συζητήσεως, κάθε ἄλλος ἀναγκαστικὸς τερματισμὸς τῶν συζητήσεων νομίζω ὅτι εἶναι ἐντελῶς ἀδικαιολόγητος· ἀπὸ ἐμὲ τοὐλάχιστον δὲν ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ παραδεκτός. Καὶ ἓν ἄλλο ἀκόμη δὲν ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ παραδεκτόν, ὡς ἀντικείμενον εἰς αὐτὸν τὸν θεσμὸν τοῦ κλεισίματος τῆς συζητήσεως, ὅτι δηλαδὴ ὅταν ὁ Πρόεδρος τῆς Συνελεύσεως νομίζῃ ὅτι ἡ Συνέλευσις ἐφωτίσθη ἐπαρκῶς, χωρὶς νὰ ἐρωτᾷ αὐτήν, νὰ κλείῃ τὴν συζήτησιν. Φυσικὸν εἶναι, ὅταν παρουσιασθῇ πρότασις τερματισμοῦ τῆς συζητήσεως, νὰ παρίσταται ἀνάγκη νὰ ἐξακριβωθῇ ἂν ὑπάρχει ἀντίρρησις, διότι ἠμπορεῖ, καὶ ἂν δὲν ὑπάρχῃ ἀντίρρησις, νὰ ὑποστηριχθῇ καὶ ἡ ἀντίθετος ὄψις. Πανταχοῦ δὲ ὅπου ἰσχύει ὁ θεσμὸς τοῦ κλεισίματος τῆς συζητήσεως, πρὶν λάβῃ ἀπόφασιν ἡ Συνέλευσις ὅπως κλείσῃ τὴν συζήτησιν, πανταχοῦ, καθόσον ἐγὼ γνωρίζω, ἐπιτρέπεται νὰ φέρουν ἀντιρρήσεις καὶ εἷς ἢ δύο πληρεξούσιοι. Θὰ ἐπεθύμουν ὅπως καὶ ἐδῶ ἰσχύσῃ τὸ τοιοῦτον. Εἶναι στοιχειῶδες, ἐπαναλαμβάνω, καὶ ἀπαραίτητον, προκειμένου νὰ ὑποβληθῇ ἡ πρότασις τερματισμοῦ τῆς συζητήσεως, νὰ ἐπιτρέπεται εἰς ἕνα ἢ δύο πληρεξουσίους νὰ ἀντείπουν, ἂν θέλουν νὰ φέρουν ἀντιρρήσεις κατὰ τοῦ κλεισίματος τῆς συζητήσεως. Οὕτω νομίζω ὅτι καθιεροῦται μία τάξις ἡ ὁποία, χωρὶς νὰ ἐμποδίζῃ τὴν ἀπρόσκοπτον διεξαγωγὴν τῶν ἐργασιῶν τῆς Συνελεύσεως, δὲν εἶναι ἀποπνικτικὴ τρόπον τινὰ τῶν συζητήσεων, δὲν εἶναι τυραννική. Ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ ἀποδεχθῇ τὰς ἀντιρρήσεις αὐτάς. Χωρὶς τὰς τροποποιήσεις ταύτας δὲν εἴμεθα διατεθειμένοι νὰ παραδεχθῶμεν τὰς τροποποιήσεις. Ἡ πλειονοψηφία, ἂν θέλῃ, ἠμπορεῖ νὰ τὰς ἀποδεχθῇ. Δὲν εἴμεθα διατεθειμένοι νὰ ἀποδεχθῶμεν τὴν πρότασιν αὐτήν, τὴν ὁποίαν θεωροῦμεν ὡς ἀντικειμένην εἰς τὴν στοιχειώδη ἐλευθερίαν τῆς Συνελεύσεως ὅπως συζητῇ καὶ ἀποφαίνεται. Ἐφόσον εἶναι δυνατόν, ἐπαναλαμβάνω, ἡ Συνέλευσις νὰ κλείσῃ τὴν συζήτησιν πρὶν ἀκουσθοῦν αἱ γνῶμαι τοὐλάχιστον δύο πληρεξουσίων, τερματισμὸς τῆς συζητήσεως εἶναι κατὰ τὴν ἀντίληψίν μου κἄτι τι ἀκατανόητον. Δὲν θὰ ὑποστηρίξω ὅτι ὁ ἰδικός μας Κανονισμὸς ὁ γενικὸς εἶναι τυραννικός. Ὑπάρχουν Κανονισμοί, οἱ ὁποῖοι περιέχουσιν αὐστηροτάτας διατάξεις, ἀλλ’ ὅπως σᾶς εἶπον, δὲν ἔχει τόσην σημασίαν ὁ Κανονισμὸς ὅσον ἔχει σημασίαν ἡ παράδοσις, ἡ συνήθεια ἡ ὁποία ἐπιβάλλει αὐστηροτέρας ἢ ὀλιγώτερον αὐστηρὰς διατάξεις. Ἐπὶ παραδείγματι, εἰς τὴν Ἰταλικὴν Βουλὴν ἐπιτρέπεται νὰ γίνεται κλείσιμον τῆς συζητήσεως, ἐξ ἄλλου ὅμως ὑπάρχει διάταξις, ἡ ὁποία λέγει ὅτι τὰ νομοσχέδια εἰς τὴν τελευταίαν ἀνάγνωσιν ψηφίζονται εἰς μυστικὴν ψηφοφορίαν. Λοιπὸν δὲν ἠμπορεῖ κανείς, λαμβάνων ὑπ’ ὄψιν τοὺς ξένους Κανονισμούς, ἀπολύτως ν’ ἀποφανθῇ ὅτι, ἐπειδὴ ἀλλαχοῦ ὑπάρχει περιορισμὸς τῶν συζητήσεων, ἠμποροῦμεν αὐτοὺς τοὺς περιορισμοὺς νὰ εἰσαγάγωμεν καὶ παρ’ ἡμῖν. Ἐπαναλαμβάνω ὅτι ἂν καθ’ ὃν τρόπον ἐγὼ ὑπεστήριξα ἐφαρμοσθῇ ὁ θεσμὸς τοῦ κλεισίματος τῆς συζητήσεως, θὰ ἤμεθα διατεθειμένοι νὰ τὸν καθιερώσωμεν καὶ διὰ τὰ νομοσχέδια. Μίαν ἑτέραν παρατήρησιν οὐσιώδη ἔχω. Κατὰ τὸν ἰσχύοντα Κανονισμόν, δύο ἡμέραι τῆς ἑβδομάδος ὁρίζονται διὰ τὸν κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον. Μένουν ἄλλαι τέσσαρες ἡμέραι διὰ τὴν νομοθετικὴν ἐργασίαν. Μετὰ τὰς τέσσαρας ἡμέρας ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ἡγουμένη τῆς πλειονοψηφίας δικαιοῦται νὰ κανονίσῃ τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν, θὰ εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἔχῃ τὴν ἐξουσίαν νὰ τὰς χρησιμοποιήσῃ εἴτε διὰ συντακτικὴν εἴτε διὰ νομοθετικὴν ἐργασίαν· κατὰ συνέπειαν δὲν βλέπω οὐδένα λόγον ὥστε νὰ γίνῃ καμμία μεταβολὴ τοῦ Κανονισμοῦ διὰ τὰς ἐργασίας τὰς συντακτικάς. Εἰς τὰ 1911 δὲν ὡρίσαμεν, καθὼς ἐνθυμοῦμαι, ἡμέρας συντακτικῆς ἐργασίας. Ἦτο ὑπὸ τὴν ἐξουσίαν τῆς Κυβερνήσεως νὰ κανονίζῃ τὴν ἐργασίαν, ἐφόσον δὲ ἡ Κυβέρνησις νομίζει ὅτι πρέπει νὰ προταχθῇ ἡ συντακτικὴ ἐργασία, θὰ προχωρήσῃ καὶ θὰ προτάξῃ τὴν συντακτικὴν ἐργασίαν. Δὲν βλέπω τὸν λόγον τοῦ καθορισμοῦ ὡρισμένων ἡμερῶν διὰ τὴν συντακτικὴν ἐργασίαν, διότι ἐπὶ πλέον ὑπάρχει καὶ μία διάταξις ἡ ὁποία λέγει ὅτι κατὰ κανόνα αὐτὰς τὰς ἡμέρας θὰ γίνεται συντακτικὴ ἐργασία καὶ τὰς ἄλλας ἡμέρας κοινοβουλευτικὸς ἔλεγχος. Θὰ γίνεται κοινοβουλευτικὸς ἔλεγχος καὶ νομοθετικὴ ἐργασία. Αὐτὸ δὲν δύναμαι νὰ τὸ ἐννοήσω, διότι γνωρίζετε πάντες ὅτι τὰς ἡμέρας τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου, ὅταν εἶναι ἀνάγκη νομοθετικῆς ἐργασίας, ἡ Κυβέρνησις συνιστᾷ νὰ σταματήσῃ ὁ κοινοβουλευτικὸς ἔλεγχος καὶ νὰ γίνῃ νομοθετικὴ ἐργασία. Αὐτὴ ἡ διάταξις θὰ εἶχε σκοπὸν καὶ ἔννοιαν ἂν ὑπεδείκνυεν ὅτι θέλομεν νὰ περιορισθῇ ὁ κοινοβουλευτικὸς ἔλεγχος διὰ νὰ προηγηθῇ ἡ νομοθετικὴ ἐργασία. Ὑποθέτω ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία πρώτην φορὰν ἐμφανίζεται εἰς τὴν Συνέλευσιν, δὲν θὰ θελήσῃ νὰ περιορίσῃ ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς τὸν κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον, ὄχι μόνον ἐξ εὐαισθησίας, ἀλλὰ καὶ ἕνεκα τῶν σοβαρωτάτων περιστάσεων, ἤτοι ἕνεκα τῶν καταχρήσεων καὶ τῶν ἀνωμαλιῶν αἱ ὁποῖαι παρουσιάζονται εἰς ὅλα τὰ μέρη τῆς Ἑλλάδος. Ἐννοεῖται ὅτι τώρα παρίσταται μεγαλειτέρα ἀπὸ ἄλλοτε ἀνάγκη, ὅπως ἡ Κυβέρνησις ἀσκῇ περισσότερον τὸ ἐλεγκτικὸν καθῆκον, κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον δὲ θὰ ὑπηρετήσωμεν τὰ παράπονα τοῦ Λαοῦ καὶ θὰ ἐξαναγκάσωμεν αὐτὸν ν’ ἀκολουθήσῃ τὸν εὐθὺν δρόμον τοῦ καθήκοντος. Ἄν δὲν ὑπάρχωσι σοβαρὰ ζητήματα δὲν θὰ εἶναι διατεθειμένος κανεὶς ὅπως ἀποκρούσῃ τὸν κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον καὶ εἰσέλθῃ ἡ Συνέλευσις εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς συντακτικῆς ἢ νομοθετικῆς ἐργασίας. Ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω ὅτι εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατον νὰ τεθῇ αὐτὴ ἡ διάταξις ἡ ὁποία δὲν ἔχει οὐδεμίαν ἔννοιαν εἰμὴ νὰ περισταλῇ ὁ κοινοβουλευτικὸς ἔλεγχος καὶ νὰ γίνεται νομοθετικὴ ἐργασία. Εἶπον προηγουμένως ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἡγουμένη τῆς πλειονοψηφίας, δύναται νὰ παραχωρήσῃ τὴν νομοθετικὴν ἐργασίαν εἰς τὴν συντακτικήν. Εἶπον ἀπὸ τὴν ἀρχὴν ὅτι καὶ τὸ Κράτος καὶ ὁ Λαὸς ἔχουν ἀνάγκην μέτρων τὰ ὁποῖα δὲν πρέπει νὰ παραμελῶμεν ἀπολύτως ἕνεκα τῆς συντακτικῆς ἐργασίας, κατόπιν δὲ νὰ διεξάγεται μαζὶ μὲ τὴν συντακτικὴν ἐργασίαν κατὰ τὸ δυνατὸν ἡ νομοθετικὴ ἐργασία, ὑπάρχει δὲ ὑπ’ ὄψιν τῆς Συνελεύσεως ἐργασία ἀπὸ τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν καὶ θὰ ὑπάρχῃ καὶ ἄλλη, τὴν ὁποίαν ἐπηγγέλθη ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ τὸ κάτω–κάτω τῆς γραφῆς τὸ ζήτημα αὐτὸ εἶναι ζήτημα κυβερνητικόν, ἂν δὲ θέλῃ ἡ Κυβέρνησις ἔχει τέσσαρας ἡμέρας εἰς τὴν διάθεσίν της διὰ τὸ συντακτικὸν ἔργον, ἀλλὰ δὲν ἐπιτρέπεται χάριν αὐτοῦ νὰ ἀναβληθῇ ὁ κοινοβουλευτικὸς ἔλεγχος ἢ νὰ διανυκτερεύσωμεν μέχρις οὗ περατώσωμεν καὶ τὴν νομοθετικὴν ἐργασίαν. Δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους ὑποστηρίζω ὅτι ἡ διάταξις αὕτη εἶναι περιττή. Θὰ μὲ εὕρῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως σύμφωνον καὶ εἰς τὴν ἀλλαγὴν τῶν ἡμερῶν, διότι ὅταν ἐγένετο ὁ ἰσχύων Κανονισμὸς νομίζω ὅτι τὰ πράγματα ἐρρυθμίσθησαν κατὰ τρόπον σοφόν. Δηλαδὴ ὡρίσθησαν ὡς ἡμέραι ἡ Δευτέρα καὶ ἡ Πέμπτη, διότι ὅταν πρόκειται περὶ συντακτικῆς ἐργασίας εἶναι ὑποχρεωμένοι ὅλοι οἱ πληρεξούσιοι νὰ παρασκευάζωνται διὰ νὰ σχηματίσωσι μίαν γνώμην. Τὸ πρᾶγμα δὲν εἶναι σπουδαῖον καὶ ἐφόσον ἡ Κυβέρνησις θέλει νὰ ἔχῃ δύο ἡμέρας διὰ τὸν κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον, δὲν παίζει διὰ τὴν Κυβέρνησιν μεγάλον ρόλον ἂν αἱ ἡμέραι αὐταὶ εἶναι ἡ Τετάρτη ἢ τὸ Σάββατον. Ἐγὼ ἤθελον νὰ μὴ διαταραχθῇ τὸ καθεστώς, τὸ ὁποῖον εὑρίσκω σοφὸν διὰ τὴν εὐκολίαν τῶν πληρεξουσίων, ὅπως μελετῶσι καλύτερον τὰ νομοσχέδια καὶ τὰ σχέδια τοῦ Συντάγματος. Διὰ τὴν ἄλλην διάταξιν δὲν ἔχω νὰ εἴπω τίποτε, δηλαδὴ περὶ τοῦ κανονισμοῦ τῆς Ἡμερησίας Νομοθετικῆς Διατάξεως. Εἴμεθα διατεθειμένοι καὶ πάλιν νὰ κάμωμεν ὅ,τι εἶναι δυνατὸν διὰ νὰ βαδίσωμεν ἀπροσκόπτως, ἀλλ’ ἡ ἐπιθυμία μας εἶναι νὰ γίνῃ τοιαύτη διάκρισις, ὥστε νὰ παρασχεθῇ ἡ ἐντύπωσις ὅτι θεωροῦμεν, ὅπως ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως παρεξηγούμενος ἠδύνατο νὰ θεωρηθῇ ὅτι πιστεύει, ὅτι αἱ συνταγματικαὶ ὑποθέσεις δὲν εἶναι τὸ μαῦρον γράμμα εἰς τὸ ἄσπρον χαρτί, ἀλλ’ εἶναι τὸ....
§96Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ πνεῦμα.
§97Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. ... τὸ πνεῦμα τὸ ὁποῖον ἀποδίδει διὰ τῶν γραμμάτων. Εἶναι ζήτημα δυνάμεως. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀνέφερεν ὅτι ἔχομεν Σύνταγμα τὸ ὁποῖον παρεβιάσθη. Περισσότερον ἀπὸ ἄλλο κατεπατήθη τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911, ἀλλὰ γνωρίζομεν ποῖα ἦσαν τὰ ἀποτελέσματα τῆς καταπατήσεως αὐτοῦ τοῦ Συντάγματος. Τὰ συνταγματικὰ ζητήματα, ἀφοῦ ἐλύθη τὸ πολιτειακὸν ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἐλύθη δι’ ἐξεγέρσεως, δὲν εἶναι ζητήματα διὰ νὰ μᾶς ἀπασχολῶσιν, ἀλλὰ δὲν ἕπεται ἐκ τούτου ὅτι δὲν εἶναι καὶ λεπτὰ ζητήματα, διότι ἐκ τῆς τοιαύτης ἢ τοιαύτης διατυπώσεως δύνανται νὰ γεννηθῶσι ζητήματα μεγάλα, μεγάλης σπουδαιότητος. Δι’ αὐτὸ θὰ ἐπεθύμουν νὰ μὴ ἐπιμείνῃ ἡ Κυβέρνησις, διότι, ἂν αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη τῆς πλειονοψηφίας, δὲν ἔχει νὰ κάμῃ τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ ἐπιβάλῃ ἓν σχέδιον νὰ τὸ ψηφίσωμεν καὶ νὰ βαδίσωμεν εἰς τὰς ἐκλογάς. Ὑποθέτω ὅτι αὐτὴ θὰ εἶναι ἡ ἀντίληψις τῆς Κυβερνήσεως.
§98ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔχει τὸν λόγον.
§99Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Κύριοι συνάδελφοι, ἡ διάταξις ἡ ὁποία εἰσάγεται δὲν εἶναι διάταξις καινοφανὴς οὔτε διὰ τὸν ἑλληνικὸν κοινοβουλευτικὸν βίον οὔτε διὰ τὰ ἄλλα Κοινοβούλια, τὰ ὁποῖα παρηκολουθήσαμεν εἰς τὴν ἐξέλιξιν τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ. Ἀνεφέρθη ὅτι ἴσχυσε κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ Συντάγματος τοῦ 1862. Ἀνέφερε δὲ πολὺ ὀρθῶς ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μαντινείας πολιτευτὴς ὅτι καὶ εἰς ἄλλα Κοινοβούλια ἰσχύει καὶ ὅτι θὰ ἦτο εὐχῆς ἔργον νὰ καθιερωθῇ καὶ εἰς τὸ μέλλον δι’ ἡμᾶς, ἂν ἐπιτύχῃ. Ὀφείλω μάλιστα νὰ εἴπω εἰς προσθήκην ἐκείνων τὰ ὁποῖα εἶπεν, ὅτι ὑπάρχουν Κοινοβούλια τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ ἀποφανθῶσι τὴν συζήτησιν περατωμένην καὶ μετὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ πρώτου μόνον ἀγορητοῦ, ἂν τὸ ζητήσῃ ὡρισμένος ἀριθμὸς μελῶν καὶ ἂν ἀποφανθῇ ἐπὶ τούτου ἡ πλειονοψηφία. Καὶ ἀναφέρω ὡρισμένως τὸ Γαλλικὸν Κοινοβούλιον. Ἡ ἐργασία ἡ ὁποία γίνεται ἐκεῖ διὰ τοὺς παρακολουθήσαντας ἐκ τῶν πρακτικῶν ἢ ἄλλως τὰς συζητήσεις δὲν εἶναι ὀλιγώτερον καρποφόρος ἀπὸ τὴν ἰδικήν μας ἐργασίαν. Τοὐναντίον ἔσχε τὸ εὐάρεστον ἀποτέλεσμα ὅτι ἡ σοβαρὰ ἐργασία ἐγίνετο πλέον εἰς τὰς Κοινοβουλευτικὰς Ἐπιτροπάς, διότι οἱ βουλευταί, οἱ ὁποῖοι θέλουν νὰ διακριθοῦν, γνωρίζοντες ὅτι ὁ θεσμὸς τοῦ κλεισίματος τῆς συζητήσεως εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ τοὺς ἐπιτρέψῃ νὰ ἐκθέσουν εἰς τὴν Βουλὴν ἐν ἐκτάσει τὰς γνώμας των, φροντίζουν καὶ ἐργάζονται περισσότερον εἰς τὰς Ἐπιτροπάς, ὅπου καὶ διακρίνονται. Ὁ θεσμὸς λοιπὸν αὐτὸς πρέπει νὰ δοκιμασθῇ ἅπαξ ἔτι καὶ παρ’ ἡμῖν. Δὲν θέλω νὰ σᾶς ἀναφέρω παραδείγματα ἄλλων Κοινοβουλίων, διότι παρὰ πολλὰ ὑπάρχουσι, τὰ ὁποῖα ἐπὶ τῇ αἰτήσει μικροῦ ἀριθμοῦ βουλευτῶν ἐπιτρέπουσι νὰ θεωρηθῇ κεκλεισμένη ἡ συζήτησις, ὁσοιδήποτε καὶ ἂν εἶναι οἱ ἐγγεγραμμένοι διὰ νὰ ὁμιλήσουν. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐδέχθη μετὰ τὸ δεκάωρον, τὸ ὁποῖον σημαίνει εἴκοσιν ἀγορεύσεις, νὰ ἀποφαίνεται ἡ Συνέλευσις ἂν ἐφωτίσθη ἢ δὲν ἐφωτίσθη. Ὑπέδειξεν ὅμως ὅτι θὰ ἐπροτίμα, ἀφοῦ ὑπάρχει αὐτὸ τὸ δικαίωμα, νὰ μὴ τεθῇ τὸ ἀλύγιστον τετράωρον, πέραν τοῦ ὁποίου ἡ Συνέλευσις δὲν θὰ δύναται πλέον νὰ συζητῇ. Ἀποδέχομαι τὴν τροποποίησιν ταύτην καὶ παρακαλῶ τὴν Συνέλευσιν νὰ συμφωνήσῃ. Τῳόντι θὰ εἶναι εἰς θέσιν ἡ πλειοψηφία νὰ διακηρύξῃ ὅτι ἐφωτίσθη ἀρκούντως. Θέλω νὰ ἀποδείξω ὅτι δὲν ὑπάρχει εἰς κανενὸς τὸν νοῦν ἡ διάθεσις νὰ καταπνίξῃ τὰς γνώμας τῆς μειονοψηφίας, ἂν δι’ αὐτῶν εἶναι δυνατὸν νὰ φωτισθῇ. Ὁ κ. συνάδελφος ἐπρότεινε πρὸς τούτοις ὅτι θὰ ἦτο καλὸν νὰ δύνανται νὰ ἀγορεύσουν οἱ κατὰ τῆς προτάσεως περὶ διαφωτίσεως τῆς Συνελεύσεως ζητοῦντες τὸν λόγον. Κύριοι, ὅταν ἡτοίμασα τὸ σχέδιον τὸ ὁποῖον παρεπέμφθη εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ἐσκέφθην καὶ περὶ τούτου, ἀλλ’ ἐφοβήθην ὅτι θὰ ἐχρειάζετο ἄλλη συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἂν ἐφωτίσθημεν ἢ ὄχι, ἡ ὁποία θὰ κατηνάλισκε περισσότερον χρόνον ἀπὸ ὅσον θὰ ἀπῄτει ὁ διαφωτισμὸς ὁ ἀληθὴς καὶ οὐσιαστικὸς ἐπὶ τοῦ θέματος. Ἐσκέφθην νὰ ἐξομοιώσωμεν τὸ πρᾶγμα πρὸς τὰς ἀναφορὰς καὶ νὰ ὁρίσωμεν πέντε λεπτὰ δι’ ἑκάστην ἀγόρευσιν. Ἀλλ’ ἰδού, κύριοι, τί μὲ ἀνησύχησε. Δύνασθε νὰ βεβαιώσητε ὅτι ἀπὸ τὸ 1911, ὁπότε εἰσήχθη ἡ διάταξις κατὰ τὴν ὁποίαν ἐπὶ ἀναφορῶν ὁ λόγος δὲν δύναται νὰ ἐκτείνεται πέρα τῶν πέντε λεπτῶν, ἡ δὲ διάταξις αὕτη εἰσήχθη τῇ προτάσει μου ὡς ἁπλοῦ πληρεξουσίου, δύνασθε νὰ βεβαιώσητε ὅτι τηρεῖται ἡ διάταξις αὕτη καὶ ὅτι μόνον ἐπὶ 5 λεπτὰ ὁμιλοῦμεν; Φαντασθῆτε δέ, ἂν ἀρχίσῃ ἡ συζήτησις περὶ τοῦ ἂν ἐφωτίσθημεν ἢ ὄχι, ἂν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ὁμιλήσωμεν μόνον πέντε λεπτὰ διὰ νὰ ἀποδείξωμεν ὅτι δὲν ἐφωτίσθημεν. Ἐσκέφθην ἔπειτα νὰ περιορισθῇ τὸ δικαίωμα τῆς ἀντιρρήσεως εἴς τινα μόνον ἀριθμὸν βουλευτῶν, καὶ δὴ τῶν ἀντιλεγόντων. Τοῦτο ἰσχύει εἰς τὸ Γαλλικὸν Κοινοβούλιον. Εἶναι δεκτὸς εἰς ἀκρόασιν εἷς μόνον βουλευτὴς διὰ νὰ ὁμιλήσῃ ἐναντίον τῆς προτάσεως ἡ ὁποία θὰ ὑποβληθῇ διὰ κοινῆς βοῆς, ἀφοῦ ἄλλως δὲν διαγράφει ὁ Κανονισμός, τῆς προτάσεως ὅτι ἤδη ἐπῆλθεν ὁ διαφωτισμὸς τῆς Συνελεύσεως. Δὲν τὸ ἐδέχθην διὰ δύο λόγους. Ὁ πρῶτος λόγος εἶναι ὅτι θὰ ζητήσουν τόσον πολλοὶ διὰ μιᾶς, ἂν εἷς ζητήσῃ, τὸν λόγον, ὥστε θὰ ἀρχίσῃ ἡ συζήτησις περὶ τοῦ ἂν ὁ κ. Πρόεδρος ἀντελήφθη καλῶς ποῖος θὰ εἶναι ὁ εἷς ὁ ὁποῖος πρῶτος κατέβη εἰς τὸ ὕδωρ καὶ θέλει νὰ γίνῃ ὑγιὴς διὰ νὰ διαφωτίσῃ τοὺς ἄλλους. Ἀλλὰ καὶ δι’ ἄλλον λόγον, διότι νομίζω ὅτι οὐσιαστικῶς κατὰ τὰ ἔθιμα τὰ κοινοβουλευτικά, τὰ ὁποῖα ἀπὸ μακροῦ χρόνου ἔχουν ἑρμηνεύσει τὸν Κανονισμόν, δὲν θὰ ἐμποδισθῇ ἐν τῇ οὐσίᾳ του τὸ δικαίωμα τοῦτο. Διατί; Εἶναι γνωστόν, ὅπως ἔχει διαμορφωθῇ διὰ τῆς πράξεως ἡ ἐξέλιξις τῶν συζητήσεων εἰς τὸ ἡμέτερον Κοινοβούλιον, ὅτι κατὰ τεκμήριον ἡ Κυβέρνησις, ἐφόσον δὲν ἔλαβε ψῆφον δυσπιστίας, ἀπολαμβάνει τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Συνελεύσεως, τῆς πλειονοψηφίας. Κατὰ συνέπειαν αὐτὴ εἶναι ἡ ἑρμηνεύουσα τὴν γνώμην τῆς πλειονοψηφίας. Ἂν οἱ κύριοι πληρεξούσιοι εἴπουν ὅτι ἡ Συνέλευσις ἐφωτίσθη, τὴν γνώμην τῆς πλειονοψηφίας τὴν ἐκφράζει ἡ Κυβέρνησις, ἧς ἡ γνώμη χρησιμεύει ὡς μία καθοδήγησις εἰς τὸ Προεδρεῖον περὶ τοῦ τίς εἶναι ἡ γνώμη τῆς πλειονοψηφίας τῆς Συνελεύσεως. Ἀλλ’ ὅταν ὁμιλήσῃ ἡ Κυβέρνησις — εἶναι γνωστὸν καὶ οὐδέποτε ἔγινεν ἐξαίρεσις περὶ τοῦ ἐναντίου — δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀρνηθῇ τις τὸν λόγον εἰς τοὺς ἀρχηγοὺς τῶν κομμάτων. Ἔχετε λοιπὸν ἐκ τῶν προτέρων ἐξησφαλισμένον ὅτι οἱ ἀρχηγοὶ τῶν κομμάτων θὰ ὁμιλήσουν κατὰ τὰ ἔθιμα, τὰ ὁποῖα καὶ ἡμεῖς ἐννοοῦμεν νὰ σεβασθῶμεν, ἔθιμα τῆς ὀφειλομένης εὐλαβείας πρὸς τοὺς ἀρχηγοὺς τῶν κομμάτων.
§100ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Πόσοι εἶναι;
§101Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Μὲ συγχωρεῖτε. Ἔλαβα ὑπ’ ὄψιν μου καὶ τὴν κατάτμησιν αὐτήν, ἀλλὰ τοῦτο ἀκριβῶς, ὅτι μένει κενὸν ἐν τῷ Κανονισμῷ τὸ πότε ἡ Συνέλευσις θὰ εἴπῃ «ἐφωτίσθημεν» καὶ τὸ ὅτι δὲν ἀναγράφεται ἐν τῷ Κανονισμῷ ποῖοι θὰ λάβουν τὸν λόγον, τοῦτο διευκολύνει εἰς τὸ νὰ μὴ γίνῃ κατάχρησις καὶ νὰ μὴ παρίστανται περισσότεροι λαμβάνοντες τὸν λόγον καὶ νὰ μὴ εἰσέρχεται μία παρεμπίπτουσα συζήτησις, ἡ ὁποία δὲν εἶναι ἐποικοδομητικὴ διὰ τὴν σοβαρότητα τῶν συνεδριάσεων ἡμῶν. Νομίζω ὅτι ἐκεῖ δυνάμεθα νὰ μείνωμεν, ἀφοῦ ἄλλως τε, ὅπως εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μαντινείας συνάδελφος, τὰς σχέσεις τῆς πλειονοψηφίας καὶ μειονοψηφίας πρόκειται νὰ χαρακτηρίσῃ μία ἀγαθὴ διάθεσις πρὸς διεξαγωγὴν ὁμαλῶν συζητήσεων. Δέχομαι τὴν πρώτην τροπολογίαν καὶ παρακαλῶ νὰ δεχθῇ καὶ αὐτὸς τὴν ἰδικήν μου. Ἄλλη διάταξις εἶναι, ὅτι περιορίζεται ὁ κοινοβουλευτικὸς ἔλεγχος· «δύο ἡμέραι διατίθενται κατὰ κανόνα», ἐξεπίτηδες ἐτέθη τὸ «κατὰ κανόνα», διότι θὰ δύναται δι’ ἀποφάσεως τῆς Συνελεύσεως, χωρὶς νὰ παραβιασθῇ ὁ Κανονισμός, χωρὶς νὰ γίνεται κάτι τι ἀντικανονικόν, νὰ ὁρισθοῦν ἄλλως αἱ ἡμέραι. Συνήθως παραβιάζομεν τὸν Κανονισμὸν δι’ ἀποφάσεως τῆς Συνελεύσεως. Τὸ πρᾶγμα δὲν εἶναι ὀρθόν, διότι ἐλλείπει οὕτως ὁ σεβασμὸς πρὸς τὸν Κανονισμὸν καὶ ἡ εὐταξία τῶν συζητήσεων. Τιθεμένης τῆς φράσεως «κατὰ κανόνα», θὰ δύναται κατὰ πλειονοψηφίαν ἡ Συνέλευσις καὶ εἰς ἡμέρας κατὰ τὰς ὁποίας εἶναι προσδιωρισμένη ἡ συζήτησις τοῦ Συντάγματος νὰ συζητήσῃ εἴτε ἐπὶ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου εἴτε ἐπὶ νομοθετικῆς ἐργασίας. Ὅσον ἀφορᾷ δὲ τὸν κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον, μακρὰν ἀπ’ ἐμοῦ ἡ ἰδέα νὰ τὸν περιορίσω. Ἔχω τὴν γνώμην ὅτι ὁ κοινοβουλευτικὸς ἔλεγχος στερεώνει τὴν Κυβέρνησιν· δὲν τὴν ἐξασθενίζει. Τὴν στερεώνει ἀπὸ πάσης ἀπόψεως. Πρῶτον διότι πολλάκις ἔξω τοῦ Κοινοβουλίου γίνεται δυσφήμησις, κατὰ τῆς ὁποίας εἶναι δύσκολον ν’ ἀμυνθῇ ἡ Κυβέρνησις, διότι δὲν εἶναι εὔκολον ν’ ἀντεπεξέλθῃ δημοσιογραφικῶς κατὰ τῆς δυσφημήσεως, ἐνῷ διὰ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου, ὅστις πολλάκις, ὅπως γίνεται καὶ εἰς ἄλλα Κοινοβούλια, προκαλεῖται τῇ ἐπιθυμίᾳ τῶν Κυβερνήσεων, χύνεται πλῆρες φῶς ἐπὶ ὑποθέσεων αἱ ὁποῖαι εἰς τὸ κοινὸν παρίστανται σκανδαλώδεις. Ἀλλὰ πρέπει νὰ ὁμολογήσωμεν ὅτι ὄχι ἐπ’ ἐσχάτων ἀλλὰ ἀπὸ ἐτῶν ἀρκετῶν διαστρέφεται, νομίζω, ἡ ἀντίληψις περὶ τοῦ τί εἶναι ὁ κοινοβουλευτικὸς ἔλεγχος. Ἔχει γίνει μία ἀνάμιξις, μία σύγχυσις ἀναφορῶν, ἐρωτήσεων καὶ ἐπερωτήσεων; καὶ ὅλα αὐτὰ παρίστανται ὡς κοινοβουλευτικὸς ἔλεγχος. Κύριοι, θεωρῶ κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον τὸν ἔλεγχον ἐπὶ σοβαροῦ θέματος, κατὰ τὸν ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις ἐλέγχεται ὅτι ὑπέπεσεν εἰς παράβασιν ἢ ὅτι διέπραξε μίαν παράλειψιν, ἕνεκα τῆς ὁποίας πρέπει νὰ τῆς ἀφαιρεθῇ ἡ ἐμπιστοσύνη τῆς Συνελεύσεως. Αὐτὸς εἶναι ὁ γνήσιος κοινοβουλευτικὸς ἔλεγχος. Αἱ συστάσεις, αἱ ἐρωτήσεις, αἱ ἀναφοραὶ εἶναι ἁπλούστατα λόγοι τοὺς ὁποίους οἱ κ. πληρεξούσιοι ἀντὶ νὰ εἴπωσιν εἰς τὰς ἁρμοδίας Ὑπηρεσίας ἢ εἰς τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργόν, λέγουσι δημοσίᾳ καὶ διὰ τῆς Συνελεύσεως, ἐλπίζοντες ὅτι κατὰ τοιοῦτον τρόπον θὰ ἦτο τὸ ἀποτέλεσμα καλύτερον τῶν λόγων των καὶ τῶν διαμαρτυριῶν των. Τὸν κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον, ὁ ὁποῖος πρόκειται νὰ καταλήξῃ εἰς μομφὴν κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως πρέπει νὰ καταλήγῃ πᾶς ἔλεγχος, τὸν κοινοβουλευτικὸν αὐτὸν ἔλεγχον ἡ παροῦσα Κυβέρνησις δὲν θὰ τὸν ἀποφύγῃ. Ἀλλὰ καὶ οὐδεμία Κυβέρνησις σεβομένη ἑαυτὴν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ τὸν ἀποφύγῃ ὀχυρουμένη ὄπισθεν οἱουδήποτε Κανονισμοῦ. Καὶ ἂν μία ἡμέρα δὲν εἶναι προσδιωρισμένη διὰ κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον, φέρεται δὲ ἐν τῇ Κοινῇ Γνώμῃ ἢ ἐν τῇ Συνελεύσει σοβαρὰ κατηγορία, ὅτι Ὑπουργός τις παρεβίασε τοὺς νόμους ἢ διέπραξε κακόν τι κατὰ τοῦ Κράτους, εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατον ὑπὸ τὴν πίεσιν τῆς Κοινῆς Γνώμης οἱαδήποτε Κυβέρνησις ν’ ἀρνηθῇ νὰ ὑποστῇ τὸν ἔλεγχον. Ἔχομεν δὲ καὶ παραδείγματα ἐκ τοῦ παρελθόντος κατὰ τὰ ὁποῖα, μολονότι δὲν ἦτο προσδιωρισμένη ἡμέρα διὰ κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον, ἐπὶ κατ’ ἐξοχὴν φλεγόντων ζητημάτων ἐζητήθη ὁ λόγος ἵνα ἐλεγχθῇ ἡ Κυβέρνησις, καὶ ἡ Κυβέρνησις ἀπεδέχθη. Νομίζω ἑπομένως ὅτι οὐδεὶς περιορισμὸς τοῦ γνησίου κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου τίθεται διὰ τῆς διατάξεως ταύτης. Γνωρίζουν οἱ πάντες ὅτι ὁ κοινοβουλευτικὸς ἔλεγχος σπανίως διεξάγεται ὑπὸ τὴν πραγματικήν του ἔννοιαν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Νομίζω λοιπὸν ὅτι ἡ παράγραφος 4 δύναται νὰ παραμείνῃ κάλλιστα χωρὶς τίποτε νὰ παραβλαφθῇ, ὅπως νομίζει ὁ κ. συνάδελφος. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν παράγραφον 5, εἶμαι βεβαίως σύμφωνος ὅτι δὲν σκοπεῖ τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ εἰσαγάγῃ μίαν εὐταξίαν εἰς τὴν ψήφισιν τῶν νομοσχεδίων. Ἂν θέλετε καὶ μίαν τυπογραφικὴν οἰκονομίαν θὰ ἔχωμεν ἀπὸ τὸν περίφημον αὐτὸν πίνακα τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως, ὁ ὁποῖος παρουσιάζει 400 νομοσχέδια καὶ ὁ ὁποῖος ἐκτυποῦται κάθε ἡμέραν καὶ διανέμεται, μολονότι δὲν εἶναι δυνατόν, ὡς ὀρθότατα ἐλέχθη, οὔτε νὰ ἀναγνώσουν κἂν οἱ κ.κ. πληρεξούσιοι. Εὑρίσκονται δὲ πολλάκις οἱ κύριοι πληρεξούσιοι ἐνώπιον νομοσχεδίου τὸ ὁποῖον κηρύσσεται κατεπεῖγον τῇ αἰτήσει 10 συναδέλφων καὶ τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ συζητήσουν. Ἠκούσαμεν δὲ παράπονα καὶ σφοδροτάτην κατηγορίαν, ὅτι ὑπεκλάπη ἡ συζήτησις καὶ ἡ ψήφισις ἐπὶ νομοσχεδίων εἰς ὥρας μεταμεσονυκτίους καὶ πολλάκις εὑρέθησαν συνάδελφοι ἔκπληκτοι, ὅτι παρέμειναν μέχρι τῶν πρωϊνῶν ὡρῶν μήπως ψηφισθῇ λάθρα ἓν νομοσχέδιον, καὶ ὅμως συνέβη νὰ ἀπουσιάσουν 5 λεπτὰ ἢ 10 καὶ ἐν τῷ μεταξὺ τούτῳ νὰ ψηφισθῇ διάταξις τὴν ὁποίαν αὐτοὶ ἤθελον νὰ ἀποκρούσουν. Κατ’ αὐτῆς τῆς ἀταξίας ἀλλὰ καὶ πρὸς ἀπομάκρυνσιν πάσης ὑπονοίας ἡ ὁποία θὰ ὑπάρχῃ εἰς τὸ Κοινόν, εἰς τὴν δημοσίαν γνώμην, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ψηφίζωνται — ἐπιτρέψατέ μοι τὴν λέξιν — λαθροχειρικῶς τὰ νομοσχέδια, ἔρχεται νὰ ἀμυνθῇ ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 5. Ἡ διάταξις λέγει ὅτι θὰ ἀναγράφωνται 25 νομοσχέδια, καὶ αὐτὰ μόνον θὰ συζητῶνται. Θὰ δύναται λοιπὸν ἕκαστος νὰ γνωρίζῃ ποῖα νομοσχέδια εἶναι τὰ ἐγγεγραμμένα καί, ἂν τὸν ἐνδιαφέρουν, θὰ παραμένῃ εἰς τὴν αἴθουσαν, ἵνα τὰ παρακολουθήσῃ, ἂν δὲ δὲν τὸν ἐνδιαφέρουν, θὰ ἀπέρχεται ἥσυχος ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν κατὰ τὰς πρωϊνὰς ὥρας νὰ κηρυχθῇ κατεπείγουσα ἡ ψήφισις ἄλλου τινὸς νομοσχεδίου. Δὲν θὰ ἀναγκάζωνται καὶ εἰς ἀϋπνίαν ἄκουσαν μερικοὶ ἐκ τῶν βουλευτῶν, ἵνα παρακολουθῶσιν ὡς κέρβεροι τὴν ψήφισιν τῶν νομοσχεδίων. Νομίζω ὅτι ἡ διάταξις αὐτὴ πρέπει νὰ παραμείνῃ, καὶ εἶμαι εὐτυχὴς ὅτι τὴν ἀπεδέχθη καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μαντινείας πολιτευτής.
§102Δ. ΚΑΛΚΑΝΔΗΣ. Νὰ ὁρίσωμεν 15.
§103Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὡρίσαμεν τὸν ἀριθμὸν 25 διότι θὰ ὑπάρχουν πολλὰ νομοσχέδια, ἐπὶ τῶν ὁποίων δὲν θὰ ὑπάρχῃ ἀντίρρησις. Μόνον δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἐθέσαμεν 25· ἂν θέλῃ νὰ τὰ μειώσῃ ἡ Συνέλευσις, δὲν θὰ εἶχον ἀντίρρησιν. Ἐπὶ παραδείγματι, πρὸ ὀλίγης ὥρας ἡ Συνέλευσις οἱονεὶ διὰ βοῆς ἀπεδέχθη τὴν παραδοχὴν ἑνὸς ψηφίσματος ἢ ἑνὸς νόμου ἐπιτρέποντος τὴν ἐπανεξέτασιν ἀπορριφθέντων μαθητῶν. Θὰ εἶναι πολλὰ τοιαῦτα νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα δὲν θὰ εὕρωσιν ἀντίρρησιν ἀπὸ καμμίαν πτέρυγα τῆς Βουλῆς. Ἂν θέσωμεν μικρὸν ἀριθμόν, θὰ εἶναι δύσκολον νὰ ἐπιτύχωμεν τὴν ψήφισιν τῶν νομοσχεδίων, ἂν δὲ ὁ ἀριθμὸς ἀπὸ 300 ἢ 400 περιορίζεται εἰς 25, σᾶς παρακαλῶ νὰ ἀρκεσθῶμεν εἰς αὐτὰ καὶ νὰ μὴ ζητήσωμεν μεγαλειτέραν μείωσιν, ἵνα μὴ περιέλθωμεν εἰς τὸ ἄλλο ἄκρον. Ὑπὸ τοιούτους ὅρους νομίζω ὅτι θὰ στέρξῃ ἡ Συνέλευσις νὰ ψηφίσωμεν τὸν Κανονισμόν, ἵνα προσδώσωμεν εὐταξίαν πραγματικὴν εἰς τὰς συζητήσεις μας.
§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μπακόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§105Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Διττὸς εἶναι ὁ σκοπός, κύριοι, ὁ ἐπιδιωκόμενος διὰ τοῦ συζητουμένου σχεδίου ψηφίσματος. Ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἐπιδιώκεται ἡ ταχεῖα περάτωσις τοῦ συντακτικοῦ ἔργου τῆς Συνελεύσεως, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἀποσκοπεῖται ἡ εὐρυτέρα ἐνέργεια τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Δύο δὲ εἶναι τὰ μέσα διὰ τῶν ὁποίων ἡ Κυβέρνησις ἐπιδιώκει τὸν πρῶτον ἐπιδιωκόμενον σκοπόν. Ἀφ’ ἑνὸς μὲν εἶναι τὸ μέσον τοῦ περιορισμοῦ τοῦ χρονικοῦ ὁρίου τῶν ἀγορεύσεων καὶ τῶν συζητήσεων τῶν συνταγματικῶν διατάξεων, ἀφ’ ἑτέρου δὲ εἶναι ἡ ἔντασις τῆς συνταγματικῆς ἐργασίας διὰ τῆς ἀφιερώσεως εἰς αὐτὴν τῶν ⅔ τοῦ ὅλου χρόνου τῶν ἐργασιῶν τῆς Συνελεύσεως. Ὀρθῶς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὡς καὶ ὁ ἀρχηγὸς τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως» ἐμνημόνευσαν ὅτι ἡ ἀρχὴ τοῦ περιορισμοῦ τῶν ἀγορεύσεων δὲν εἶναί τι καινοφανὲς οὔτε διὰ τὸ Ἑλληνικὸν Κοινοβούλιον οὔτε διὰ τὴν ἱστορίαν τῶν Κοινοβουλίων τῶν ἄλλων κοινοβουλευτικῶν Κρατῶν. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐμνημόνευσε τὸ Γαλλικὸν Κοινοβούλιον, εἰς τὸ ὁποῖον ἀριθμός τις βουλευτῶν δύναται νὰ ζητήσῃ τὸν τερματισμὸν τῶν συζητήσεων ἀνὰ πᾶσαν στιγμήν. Θὰ ἠδυνάμην νὰ μνημονεύσω καὶ ἄλλα παραδείγματα, καὶ δὴ αὐτὸ τὸ Ἀγγλικὸν Κοινοβούλιον, τὴν Βουλὴν τῶν Κοινοτήτων, εἰς τὴν ὁποίαν, κατὰ παλαιὸν μάλιστα Κανονισμόν, οὐ μόνον εἰς τὴν συζήτησιν γενικῶν πολιτικῶν ζητημάτων ἔχει τὸ δικαίωμα ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν πᾶς βουλευτὴς νὰ ζητήσῃ ἵνα τεθῇ τέρμα εἰς τὴν συζήτησιν, ὁ δὲ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς τῶν Κοινοτήτων ἔχει ἀπόλυτον τὸ δικαίωμα νὰ σταθμίσῃ τὴν ἀξίαν τῆς γενομένης προτάσεως, νὰ κρίνῃ ἂν αὕτη ἀποβλέπει εἰς τὴν καταδυνάστευσιν τῆς μειονοψηφίας ἢ εἰς τὸν οὐσιαστικὸν τερματισμὸν ἀσκόπου συζητήσεως καὶ νὰ ἀποφασίσῃ ἀναλόγως, ἀλλὰ καὶ εἰς αὐτὴν τὴν συζήτησιν τῶν νομοσχεδίων πᾶν μέλος τῆς Βουλῆς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσῃ εἰς πᾶσαν στιγμὴν νὰ ἀφαιρεθῇ ὡρισμένον ἐπίμαχον ἄρθρον ἢ νὰ ζητήσῃ τὴν προσθήκην ἄρθρων μὴ περιεχομένων εἰς τὸ συζητούμενον σχέδιον καὶ νὰ ἀξιώσῃ ἄμεσον λῆψιν ἀποφάσεως ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Ἀνάλογοι διατάξεις ὑπάρχουσι καὶ εἰς ἄλλα Κοινοβούλια, εἰς τὸ Βελγικόν, εἰς τὸ Ἰταλικόν, ἀκόμη δὲ καὶ εἰς τὸ Ἑλληνικόν. Ἡ πολιτικὴ ἱστορία τοῦ Ἑλληνικοῦ Κοινοβουλίου παρουσιάζει περιστατικὰ παρόμοια καὶ εἰς τὰ 1864 καὶ εἰς τὰ 1911 καὶ εἰς τὰ 1922 καὶ εἰς τὰ 1924. Εἰς τὰ 1911 μάλιστα, ὅταν ὁ ἀξιότιμος πληρεξούσιος Λακωνίας, ὁ κ. Κουτούπης, εἶχε προτείνει τὸ ἡμίωρον δι’ ἑκάστην ἀγόρευσιν, ὁ τότε Πρόεδρος τῆς Συνελεύσεως — ἄνθρωπος δυνάμενος νὰ κριθῇ καθ’ ἕνα οἱονδήποτε τρόπον διὰ τὴν γενικήν του πολιτικήν, ἀλλὰ πάντως ἔχων πολιτικὴν πεῖραν οὐ σμικρὰν — ἐμνημόνευσε τότε τὴν ἀρχὴν τοῦ «ἐφωτίσθημεν», ἀλλὰ μὲ ἀντίθετον πνεῦμα ἀπὸ τὸ τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως καὶ εἶπε: «Θὰ ἐπαναφέρωμεν τὸ «ἐφωτίσθημεν» καὶ τὸ Προεδρεῖον δὲν θὰ δύναται νὰ συγκρατῇ τὴν τάξιν». Ἐπεκαλέσθησαν τότε οἱ ρήτορες, οἱ κατὰ τοῦ μέτρου τούτου, τὰς τετριμμένας ἀρχὰς τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου καὶ τοῦ σεβασμοῦ πρὸς τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου καὶ ἀποτέλεσμα τῶν συζητήσεων ἦτο νὰ γίνῃ δεκτὴ πρότασις τοῦ κ. Βενιζέλου, Προέδρου τῆς τότε Κυβερνήσεως, καθ’ ἣν ἔπρεπε νὰ καθιερωθῇ τὸ ἡμίωρον προσωρινῶς, τοὐλάχιστον διὰ τὴν Ἀναθεωρητικὴν Βουλήν, ὡς μία δοκιμὴ ἡ ὁποία θὰ ἠδύνατο νὰ παγιωθῇ καὶ διὰ τὴν μελλοντικὴν ἐξέλιξιν τῶν συζητήσεων ἐν τῷ Ἑλληνικῷ Κοινοβουλίῳ. Τὸ πείραμα ἐγένετο, ἀπεδείχθη δὲ ὅτι ἐπέτυχεν. Ἀπεδείχθη ὅτι οἱ φόβοι τοῦ τότε Προέδρου τῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς ὑπῆρξαν μάταιοι καὶ ἑπομένως ἀφόβως καὶ ἡμεῖς δυνάμεθα εἰς τὰς συζητήσεις τῆς παρούσης Συνελεύσεως νὰ τὸ ἀποδεχθῶμεν. Ἡμεῖς δὲ εἰδικώτερον οἱ πληρεξούσιοι τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως» δὲν θὰ εἴχομεν τοσοῦτο μᾶλλον καμμίαν δυσχέρειαν εἰς τὸ νὰ ἀποδεχθῶμεν τὴν πρότασιν ταύτην τῆς Κυβερνήσεως, καθόσον καὶ εἰς τὰ 1911 εἰσηγητὴς τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ περιορισμοῦ τῶν συζητήσεων ὑπῆρξεν ὁ τότε πληρεξούσιος Ἀρκαδίας καὶ νῦν Ἡγέτης τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως», ὁ κ. Παπαναστασίου, ἀκόμη δὲ καὶ ἐσχάτως, ὅταν ὁ κ. Παπαναστασίου προήδρευε τῆς πρώτης δημοκρατικῆς Κυβερνήσεως, ὑπεβλήθη καὶ ἐγένετο ἀποδεκτὸς προσωρινὸς Κανονισμὸς τῆς Δʹ Ἐθνικῆς Συνελεύσεως κατὰ τὸν ὁποῖον ἐτίθετο ὡς ὅριον συζητήσεως ἑκάστου ἄρθρου τοῦ Συντάγματος τὸ δωδεκάωρον μὲ ἀνάλογον περιορισμὸν τῶν ἀτομικῶν ἀγορεύσεων. Ἔχομεν λοιπόν, δυνάμεθα νὰ καυχηθῶμεν, τὴν προτεραιότητα καὶ εἰς τὰ 1924 καὶ τὴν πατρότητα τοῦ σήμερον προτεινομένου ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως σχεδίου, τοὐλάχιστον κατ’ ἀρχήν. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον μᾶς χωρίζει ἀπὸ τὸ σχέδιον τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ἓν πτωχὸν δῶρον, διότι ἡμεῖς ἔχομεν ἀποδεχθῆ δωδεκάωρον καὶ ἡ Κυβέρνησις προτείνει τὸ δεκάωρον. Εἶναι μία διαφορά, ἡ ὁποία δὲν θὰ ἦτο, μὰ τὴν ἀλήθειαν, ἱκανὴ νὰ μᾶς χωρίσῃ σοβαρῶς οὔτε νὰ μᾶς ὁδηγήσῃ ἐπὶ τὸ βῆμα τοῦτο. Ἐκεῖνο ὅμως τὸ ὁποῖον πρὸ παντὸς προκαλεῖ τὴν ἀντίθεσιν ἡμῶν πρὸς τὸ κυβερνητικὸν σχέδιον εἶναι ἡ ἐπιδιωκομένη ἄκρατος ἔντασις τῶν συντακτικῶν ἐργασιῶν τῆς Συνελεύσεως. Τὸ μέτρον τοῦτο τὸ θεωροῦμεν ὑπερβολικὸν καὶ βάρος δυσβάστακτον διὰ τοὺς ὤμους παντὸς πληρεξουσίου, θέλοντος εὐσυνειδήτως νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν ἀρτιωτέραν κατάρτισιν τοῦ νέου δημοκρατικοῦ πολιτεύματος, καὶ ζητοῦμεν τὸν περιορισμὸν τῶν ἡμερῶν αἱ ὁποῖαι θὰ ἀφιερωθοῦν εἰς τὸ συντακτικὸν ἔργον. Ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἐκθέτων τὰς προγραμματικάς του δηλώσεις προχθὲς ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ καὶ ἀναπτύσσων αὐτάς, εἶπε, δικαιολογῶν τὴν ἄποψίν του ἀναφορικῶς πρὸς τὴν ἐντατικότητα τῶν συντακτικῶν ἐργασιῶν τῆς Συνελεύσεως, ὅτι τὸ πνεῦμα τοῦ Συντάγματος εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θὰ ἀποτελέσῃ τὴν βάσιν, ἐφ’ ἧς θὰ ἐξελιχθῇ ὁ μέλλων πολιτικὸς βίος τῆς Χώρας καὶ ὄχι τὸ νεκρὸν γράμμα τοῦ κειμένου τοῦ Συντάγματος. Συμφωνοῦμεν ἀπολύτως μὲ τὸν ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ἐν τούτῳ. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὅμως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ νομίζω ὅτι ἐφόσον τὸ πνεῦμα τοῦ Συντάγματος εἶναι ὁ σκοπὸς τὸν ὁποῖον ἔθετο πρὸ αὑτοῦ ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος συντάσσει τὸ Σύνταγμα, θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ, λέγω, νὰ νομίζω ὅτι τὸ πνεῦμα τοῦτο, διὰ νὰ ἀποτελέσῃ τὸν ὁδηγὸν τῆς μελλούσης πολιτικῆς κατευθύνσεως, πρέπει νὰ ἐκδηλωθῇ σαφῶς ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ διὰ νὰ ἀποτελεσθῇ καὶ μία κοινὴ συνείδησις εἰς ὅλους τοὺς Ἕλληνας περὶ τοῦ σκοποῦ καὶ τῆς θέσεως ἑκάστης συνταγματικῆς διατάξεως. Πρὸς τοῦτο δὲ πρέπει αἱ συζητήσεις, αἱ ὁποῖαι θὰ γίνουν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ περὶ τῶν διαφόρων συνταγματικῶν ζητημάτων, νὰ εἶναι καὶ σαφεῖς καὶ ἐπιστημονικαὶ καὶ εὐρεῖαι. Ὅσον καὶ ἂν θέλωμεν συντομίαν καὶ ὅσον καὶ ἂν βραβεύωμεν τὴν τάσιν τοῦ περιορισμοῦ τῶν ἀπεραντολόγων ἀγορεύσεων μὲ τὴν σκέψιν ὅτι τὰ συνταγματικὰ ζητήματα εἶναι κατ’ ἐξοχὴν ἐπιστημονικὰ καὶ ἑπομένως δὲν πρέπει νὰ δίδουν λαβὴν εἰς ἀπεράντους ῥητορικὰς ἐπιδείξεις, ἐν τούτοις δὲν δυνάμεθα νὰ παραδεχθῶμεν ὅτι πρέπει εἰκῇ καὶ ὡς ἔτυχεν ἀπὸ τῆς μιᾶς ἡμέρας εἰς τὴν ἄλλην νὰ ἐρχώμεθα ἐδῶ καὶ νὰ προχειρολογῶμεν ἐπὶ συνταγματικῶν διατάξεων. Διότι, ἂς μὴ αὐταπατώμεθα, ἡ σοβαρότης τῶν ἐργασιῶν τῆς Δʹ Ἐθνικῆς Συνελεύσεως ἀναφορικῶς πρὸς τὴν σύνταξιν τοῦ νέου πολιτεύματος θὰ κριθῇ ὄχι ἀπὸ τὴν ταχύτητα τῆς συντάξεως τοῦ πολιτεύματος, ἀλλ’ ἀπὸ τὴν σοβαρότητα μὲ τὴν ὁποίαν θέλομεν διεξαγάγει τὸ ἔργον τοῦτο. Εἶμαι, κύριοι συνάδελφοι, εἰσηγητὴς εἰς τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπὴν ἐπὶ δύο θεμάτων τοῦ Συντάγματος, τῶν ἀφορώντων τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας καὶ τὴν Γερουσίαν, δύο θεμάτων τὰ ὁποῖα καὶ ὅταν μοὶ ἐδόθη ἡ τιμητικὴ ἐντολὴ τῆς εἰσηγήσεως δὲν μοὶ ἦσαν ξένα οὔτε κατ’ ἀρχὴν οὔτε ἐν πολλοῖς καὶ εἰς τὰς λεπτομερείας. Εἰργάσθην καθ’ ὅλους τοὺς μῆνας τοῦ θέρους ἐπὶ τῶν θεμάτων τούτων εἰδικῶς καὶ ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι ἀκόμη καὶ σήμερον αἰσθάνομαι τὴν ἀνάγκην νὰ συμπληρώσω τὰς πληροφορίας μου καὶ τὰς μελέτας μου διὰ νὰ δυνηθῶ νὰ εἰσηγηθῶ τὰ θέματα ταῦτα ἐνώπιον τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς. Ἔχω τὸν ἐγωισμὸν νὰ νομίζω ὅτι δὲν ὑπῆρξα ὁ φυγοπονώτερος ἐξ ὅλων τῶν κ. συναδέλφων, καὶ αὐτὴ ἡ σκέψις μὲ κάμνει νὰ νομίζω ὅτι δὲν εἶναι τόσον εὔκολος ἡ εἰσήγησις ἐπὶ τῶν διαφόρων συνταγματικῶν ζητημάτων, ἂν θέλωμεν νὰ στηρίζεται αὕτη ἐπὶ τῆς συνολικῆς συγχρόνου ἐπιστημονικῆς ἐξελίξεως. Καὶ διερωτῶμαι πῶς θὰ εἶναι δυνατὸν ἐντὸς δύο ἢ τριῶν μηνῶν νὰ γίνῃ μία ὁλοκληρωτικὴ ἀνάπλασις τῆς πολιτειακῆς καταστάσεως ἐν Ἑλλάδι, μιᾶς καταστάσεως τὴν ὁποίαν διὰ νὰ διαμορφώσωμεν ἀρτίαν καὶ κατὰ τὸ δυνατὸν πλήρη πρέπει νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν ὄχι μόνον τὰς ἑλληνικὰς συνθήκας, ἀλλὰ καὶ νὰ παραβάλωμεν καὶ νὰ μελετήσωμεν τὰς συγχρόνους πολιτικὰς μεταβολὰς καὶ καινοτυπίας, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο εἰς πλείονα τοῦ ἑνὸς Κράτη μεταπολεμικῶς. Μή τις δ’ ἐξ ὑμῶν εἴπῃ: «Τίς πταίει; Οἱ κ.κ. πληρεξούσιοι ἔπρεπε νὰ εἶναι ἕτοιμοι. Δὲν εἶναι ἕτοιμοι, τόσον τὸ χειρότερον δι’ αὐτούς». Εἶναι εὔκολον νὰ λεχθῇ ὅτι ἔπρεπε νὰ ἦσαν οἱ κ.κ. πληρεξούσιοι ἕτοιμοι. Δύναταί τις ὅμως νὰ ἐρωτήσῃ: «Πῶς θὰ ἦσαν ἕτοιμοι;» Τὰ ζητήματα τὰ συνταγματικά, κύριοι πληρεξούσιοι, εἶναι ζητήματα, ὅπως ὅλοι γνωρίζετε, τὰ ὁποῖα δὲν ἐμφανίζονται εἰς τὸν καθημέραν βίον τῶν ἀνθρώπων καὶ ἑπομένως εἶναι ζητήματα τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι πρόχειρα εἰς τὸν καθένα ἀνὰ πᾶσαν στιγμήν, εἶναι ζητήματα τὰ ὁποῖα χρήζουν καὶ μακρᾶς καὶ βαθείας μελέτης. Ἀλλὰ καί τι πλέον τούτου. Θὰ κρίνωμεν τάχα περὶ τούτου; Ἂν δηλαδὴ ὑπάρχει πταῖσμα εἰς τὸ ἀνέτοιμον τῆς Συνελεύσεως ἢ ὡρισμένων πληρεξουσίων ἐπὶ τὴν ἐπιστημονικὴν καὶ εὐσυνείδητον συζήτησιν τῶν συνταγματικῶν διατάξεων, ἢ θὰ κρίνωμεν ἂν τὸ Σύνταγμα τὸ ὁποῖον θὰ κάμωμεν πρέπει νὰ εἶναι ἐμπεριστατωμένης μελέτης ἀποτέλεσμα ἢ θὰ εἶναι προχειρολόγημα βεβιασμένης ἐργασίας; Ἂν θέλετε νὰ συντελέσητε εἰς τὸν καταρτισμὸν Συντάγματος κατὰ τρόπον βεβιασμένον, εἶσθε ἐλεύθεροι νὰ τὸ κάμητε. Ἡμεῖς διαμαρτυρόμεθα κατὰ τῆς τοιαύτης τάσεως, διὰ νὰ ἔχωμεν κεχωρισμένας τὰς εὐθύνας μας. Ὑπάρχει, κύριοι πληρεξούσιοι, ἓν ἀναμφισβήτητον ἐλάττωμα εἰς τὰς ἐργασίας τῆς παρούσης Συνελεύσεως τὰς συνταγματικάς. Ὑπάρχει τὸ ἐλάττωμα, ὅτι ἓν μέρος τοῦ πολιτικοῦ κόσμου τῆς Ἑλλάδος δὲν συμμετέχει τῶν ἐργασιῶν τῆς Συνελεύσεως. Ἡμεῖς, οἱ τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως», ἐπράξαμεν πᾶν τὸ δυνατὸν διὰ νὰ ἀπεκδυθῶμεν πάσης εὐθύνης καὶ διὰ τὸ μειονέκτημα τοῦτο τῶν ἐργασιῶν τῆς Συνελεύσεως, καὶ ἐζητήσαμεν τὸν ἄμεσον καταρτισμὸν τοῦ δευτέρου Νομοθετικοῦ Σώματος, εἰς τὸ ὁποῖον θὰ συμμετέχουν ἀντιπρόσωποι καὶ τοῦ ἐξωκοινοβουλευτικοῦ πολιτικοῦ κόσμου, εἰς τρόπον ὥστε τὸ μειονέκτημα τοῦτο θὰ ἤρετο. Ἐπ’ αὐτοῦ ἀληθῶς θὰ ἀποφανθῇ ἡ Συνέλευσις προσεχῶς. Ἀλλ’ οἱαδήποτε καὶ ἂν εἶναι ἡ ἀπόφασις τῆς Συνελεύσεως, ἡμεῖς καὶ ὡς κόμμα καὶ ὡς ἄτομα θὰ εἴμεθα ἀπηλλαγμένοι τῆς εὐθύνης, ὅτι ἀπεκλείσθησαν ἢ ὅτι δὲν συμμετέχουν οἱ ἐξωκοινοβουλευτικοὶ πολιτευόμενοι.
§106ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Ἀπεκλείσθησαν οἰκειοθελῶς.
§107Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἴμεθα τῆς γνώμης ὅτι, ἂν δὲν γίνῃ δεκτὴ ἡ πρότασις τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως» περὶ ἀμέσου καταρτισμοῦ τῆς Γερουσίας, δὲν δίδεται τὸ δικαίωμα ἁπλούστατα εἰς τοὺς ἐξωκοινοβουλευτικοὺς πολιτευομένους, καὶ ἂν θέλουν, νὰ συμμετάσχουν.
§108Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Μὰ δὲν δέχονται αὐτοί.
§109Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐλέχθη ἀπό τινα τῶν κ. συναδέλφων ὅτι οἱ ἐξωκοινοβουλευτικοὶ δὲν δέχονται. Δὲν τὸ γνωρίζω, ἀλλὰ καὶ δὲν μὲ ἐνδιαφέρει. Δι’ ἡμᾶς, εἶπον, καὶ ὡς κόμμα καὶ ὡς ἄτομα μᾶς ἐνδιαφέρει νὰ μὴ φέρωμεν οὐδεμίαν ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ εὐθύνην διὰ τὸ ζήτημα τοῦτο καὶ πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον ἐπράξαμεν πᾶν τὸ δυνατὸν διὰ τῆς ὑποβολῆς τοῦ σχεδίου ψηφίσματος περὶ ἀμέσου καταρτισμοῦ τῆς προσωρινῆς Γερουσίας. Διαμαρτυρόμεθα σήμερον καὶ κατὰ τῆς προσπαθείας τῆς Κυβερνήσεως πρὸς ἄκρατον ἔντασιν τῶν ἐργασιῶν, διὰ νὰ εἴμεθα ἀπηλλαγμένοι τῆς εὐθύνης, καὶ διὰ πᾶσαν κατηγορίαν ὅτι τὸ Σύνταγμα ἐγένετο κατὰ τρόπον βεβιασμένον, ἀμελέτητον, ἐπιπόλαιον. Θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ ἄλλο τι. Θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ὁρισθοῦν ἐκ τῶν ἕξ ἐργασίμων ἡμερῶν τῆς ἑβδομάδος δύο ἡμέραι ἀπολύτως εἰδικαὶ διὰ τὸν κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον ὑπὸ τὴν προϋπόθεσιν ὅτι θὰ ὑπῆρχον βεβαίως θέματα πρὸς συζήτησιν ἀρκετὰ νὰ ἐξαντλήσουν τὰς δύο συνεδριάσεις, καί, ἂν δὲν ὑπῆρχον τοιαῦτα, θὰ ἠδυνάμεθα βεβαίως νὰ προβῶμεν εἰς νομοθετικὴν ἐργασίαν ἐπὶ τῇ βάσει τῆς καθιερωμένης Ἡμερησίας Διατάξεως. Δι’ ἡμᾶς τοὺς τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως» καὶ δι’ ἐμὲ προσωπικῶς ἐνέχει ὑψίστην σημασίαν τὸ ζήτημα τῆς εὐρείας ἐνασκήσεως τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου. Ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπεν ὅτι δὲν φοβεῖται τὸν κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον, διότι τὸν θεωρεῖ ὡς στήριγμα τῆς Κυβερνήσεως. Ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος γνωρίζει πόσον μοὶ εἶναι ἀγαπητὸς παρ’ ὅλην μας τὴν πολιτικὴν ἀντίθεσιν, ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ εἴπω ὅτι ἐγὼ ἀνήκων, ὡς ἀνήκω, εἰς ἀντίθετον πρὸς τὴν Κυβέρνησιν πολιτικὸν στρατόπεδον δὲν ἐνδιαφέρομαι διὰ τὴν σταθεροποίησιν τῆς Κυβερνήσεως.
§110Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐνδιαφέρεσθε, ἀλλ’ ἀντιθέτως.
§111Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐνδιαφέρομαι ἂν ὁ ἔλεγχος τὸν ὁποῖον θὰ ἐνασκήσωμεν θὰ σᾶς στηρίξῃ ἢ ὄχι. Αὐτὸ δὲν ἀπετέλεσεν ἀντικείμενον τῆς σκέψεώς μου. Ἐμὲ ἐνδιαφέρει τὸ ζήτημα τῆς προασπίσεως τῶν γενικῶν συμφερόντων τοῦ Λαοῦ καὶ τῆς προασπίσεως τῶν ἀτομικῶν δικαίων τῶν πολιτῶν εἰς τὴν Ἑλλάδα, εἰς τὴν ὁποίαν, δυστυχῶς, ἕνεκα συνδρομῆς διαφόρων περιστάσεων ἀνωμάλων δὲν κατωρθώθη νὰ τεθῇ ἀκόμη εἰς ἐφαρμογὴν ὁ θεσμὸς τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, τὸ ὁποῖον ὡς ἀνώτατον διοικητικὸν δικαστήριον θὰ ἀσκῇ πρὸ παντὸς ἄλλου τὸ δικαίωμα τῆς ἀκυρώσεως τῶν πράξεων τῶν διοικητικῶν ἀρχῶν δι’ ὑπέρβασιν ἐξουσίας. Θὰ ἀσκῇ δηλαδὴ ἓν δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἐν τῇ πράξει παντοῦ ὅπου ἐφηρμόσθη, καὶ ἰδίως ἐν Γαλλίᾳ, κατεδείχθη ὁ δραστικώτερος προστάτης τῶν ἀτομικῶν δικαίων καὶ ἐλευθεριῶν. Ἐφ’ ὅσον, λέγω, δὲν κατωρθώθη ἀκόμη νὰ τεθῇ εἰς ἐφαρμογὴν ὁ θεσμὸς τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, τὸ μόνον δραστικὸν μέσον, ἢ σχετικῶς δραστικόν, προασπίσεως τῶν ἀτομικῶν δικαίων εἶναι τὸ βῆμα τοῦτο. Τοῦτο τὸ ὡμολόγησεν ἄλλως καὶ αὐτὸς ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀναπτύσσων πρὸ ὀλίγου τὴν θεωρίαν περὶ τῆς ἐννοίας τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου, παραδεχθεὶς ὅτι αἱ ἀναφοραὶ καὶ αἱ ἐρωτήσεις αἱ γινόμεναι ἐν τῇ Βουλῇ ἔχουν ἕνα πρακτικὸν σκοπόν, ὅτι δραστικώτερον ἐπιτυγχάνονται δι’ αὐτῶν οἱ ἐπιδιωκόμενοι ὑπὸ τῶν ἀναφερομένων πολιτῶν σκοποί. Αὐτὴν τὴν δραστικότητα ζητοῦμεν νὰ ἐξασφαλίσωμεν ὑπὲρ τοῦ Λαοῦ. Καὶ μὲ τὰς ἀπόψεις αὐτὰς ζητοῦμεν νὰ καθιερωθῶσι δύο ἡμέραι καθ’ ἑβδομάδα διὰ τὸν ἀπόλυτον κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον, ἐφόσον θὰ ὑπάρχῃ ζήτημα πρὸς συζήτησιν. Τὰς δὲ ἄλλας τέσσαρας ἡμέρας θὰ τὰς ἠθέλαμεν νὰ διατεθοῦν ἀδιακρίτως, χωρὶς κανονιστικοὺς περιορισμοὺς, a priori διὰ τὴν συνταγματικὴν καὶ νομοθετικὴν ἐργασίαν. Ἐπαναλαμβάνω μίαν πρότασιν, τὴν ὁποίαν καὶ σεῖς ὁ ἴδιος, κύριε Πρωθυπουργέ, εἴχετε προτείνει εἰς τὸ 1911, πρότασιν ἡ ὁποία ἐγένετο δεκτὴ εἰς τὸ ἄρθρον 22 τοῦ τότε Κανονισμοῦ, κατὰ τὸ ὁποῖον αἱ συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς θὰ διαιρῶνται εἰς συνεδριάσεις νομοθετικῆς ἐργασίας καὶ εἰς συνεδριάσεις κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου, ὧν ἀντικείμενον εἶναι ἡ ἀνάπτυξις ἐρωτήσεων, ἐπερωτήσεων κλπ. Εἴχετε δὲ τότε ὁρίσει δύο ἡμέρας διὰ τὸν κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον, τὴν Δευτέραν καὶ τὴν Πέμπτην, καὶ τὰς ἄλλας ἡμέρας ἀδιακρίτως διὰ συνταγματικὴν καὶ νομοθετικὴν ἐργασίαν. Νομίζω ὅτι, ἐὰν τοιαύτη ἐγίνετο διαρρύθμισις καὶ σήμερον, θὰ διηυκολύνετο κατὰ πολὺ ἡ πρακτικωτέρα πρόοδος τῶν ἐργασιῶν τοῦ Σώματος. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι καὶ εἰς τὸ 1911 ἐπεδιώχθη ἡ ἐπίσπευσις τῶν ἐργασιῶν τῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς, ἀλλ’ ἐπεδιώχθη δι’ εἰδικὸν λόγον, ὁ ὁποῖος ἀμφιβάλλω ἂν καὶ εἰς τὴν συνείδησιν καὶ τὰς σκέψεις καὶ τὰς ἀποφάσεις τοῦ σημερινοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ὑπάρχει· ἂν ὑπάρχει τοὐλάχιστον ὑπὸ τὴν ὀξύτητα ὑπὸ τὴν ὁποίαν ὑπῆρχε τότε. Τότε δηλαδὴ ὁ κ. Βενιζέλος εἶπε πρὸς τὴν Ἀναθεωρητικὴν Βουλήν: «Θέτω ὡς μίαν βάσιν ὅτι αἱ ἐργασίαι πρέπει νὰ τελειώσουν ἐντὸς 6 μήνου καὶ ἡ Βουλὴ νὰ διαλυθῇ. Θέτω ὡς δευτέραν βάσιν ὅτι ἔχομεν ν’ ἀναθεωρήσωμεν τὴν δεῖνα καὶ τὴν δεῖνα διάταξιν τοῦ Συντάγματος· ἑπομένως, διὰ νὰ προφθάσωμεν ἐντὸς 6 μηνῶν νὰ τελειώσωμεν τὰς ἐργασίας, πρέπει νὰ ἐπέλθῃ αὐτὸς καὶ αὐτὸς ὁ περιορισμὸς τῶν ἐργασιῶν τοῦ Σώματος». Ἐρωτῶ ὅμως σήμερον: Ὑπάρχει τάχα εἰλημμένη ἀπόφασις τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι μετὰ τὴν ἀποπεράτωσιν τοῦ συνταγματικοῦ ἔργου ὀφείλομεν νὰ διαλυθῶμεν; Ἐὰν τοῦτο ὑπάρχῃ, ἡ Κυβέρνησις θὰ εἶναι συνεπὴς πρὸς ἑαυτὴν ἐπιδιώκουσα τὴν πάσῃ θυσίᾳ ἐπίσπευσιν τοῦ καταρτισμοῦ τοῦ Δημοκρατικοῦ Συντάγματος. Ἂν ὅμως δὲν ἔχει ἀποκρυσταλλωθῆ τοιαύτη ἀπόφασις τῆς Κυβερνήσεως, ὁμολογῶ, τὸ κατ’ ἐμὲ τοὐλάχιστον, ὅτι δὲν βλέπω λόγον δικαιολογοῦντα τὴν τόσον ἐσπευσμένην ἐργασίαν, ὥστε καὶ μὲ κίνδυνον νὰ κάμωμεν παραβλέψεις ἔστω καὶ λεκτικὰς εἰς τὰ διάφορα ἄρθρα τοῦ Συντάγματος, νὰ ἐπισπεύσωμεν τὴν λῆξιν τῶν συντακτικῶν ἐργασιῶν τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως. Ἐνθυμοῦμαι, κύριοι πληρεξούσιοι, μίαν περίπτωσιν λεκτικῆς ἀτελείας εἰς τὸν Συνταγματικὸν Νόμον τοῦ 1875 ἐν Γαλλίᾳ, ὁ ὁποῖος ἔδωκεν ἀφορμὰς καὶ εἰς εὐρείας συζητήσεις ἐπιστημονικάς, ἀλλὰ καὶ εἰς ὀξεῖς κοινοβουλευτικοὺς ἀγῶνας ἐν Γαλλίᾳ. Ἐκεῖ, κατὰ τὸν Συνταγματικὸν Νόμον τοῦ 1875, καθιερώθη ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶναι ὑπεύθυνος πολιτικῶς ἀπέναντι τῶν Βουλῶν (devant les Chambres): Αὐταὶ αἱ λέξεις «ἐνώπιον τῶν Βουλῶν» ἔδωκαν ἀφορμὴν εἰς τοιαύτας μακρὰς καὶ ὀξείας συζητήσεις καὶ εἰς τὴν ἐπιστήμην καὶ μεταξὺ Βουλῆς καὶ Γερουσίας εἰς τὴν Γαλλίαν, ὥστε ἀκόμη καὶ σήμερον δὲν ἔχει λυθῆ ὁριστικῶς τὸ ζήτημα ἂν ἡ Γαλλικὴ Κυβέρνησις εἶναι πολιτικῶς ὑπεύθυνος ἀπέναντι τῆς Βουλῆς μόνον ἢ ἀπέναντι καὶ τῆς Γερουσίας. Ὅλοι δὲ οἱ συζητήσαντες τὸ ζήτημα τοῦτο θεωροῦν ἀφορμὴν τὴν λεκτικὴν ἀτέλειαν τῆς ἐκφράσεως τοῦ νόμου ἐκείνου. Καὶ ἐρωτῶ: Ἀξίζει τὸν κόπον, μὲ κίνδυνον νὰ ὑποστῶμεν καὶ ἡμεῖς τοιαῦτα λάθη, ἀξίζει τὸν κόπον νὰ ἐπισπεύσωμεν ἐπὶ τοσοῦτον τὸ ἔργον τὸ συντακτικόν, διὰ νὰ ἔχωμεν ὡς ἀποτέλεσμα, τί; Τὴν καθησύχασιν, λέγουν, τῆς Κοινῆς Γνώμης. Ἂς μᾶς ἐπιτραπῇ ὅμως νὰ νομίζωμεν ὅτι ἡ ἐκτίμησις τῆς Κοινῆς Γνώμης ἐνδιαφέρει καὶ τὴν «Δημοκρατικὴν Ἕνωσιν», ἂν ὄχι περισσότερον, ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει ὄχι ὀλιγώτερον οἱουδήποτε ἄλλου, εἴτε κόμματος εἴτε προσώπου. Ἔχω ὅμως τὴν πεποίθησιν ὅτι τὴν Κοινὴν Γνώμην θὰ τὴν ἱκανοποιήσωμεν πολὺ περισσότερον ἂν δώσωμεν νὰ ἐννοήσῃ ὅτι ἐμφορούμεθα ὑπὸ πνεύματος ἀποσκοποῦντος εἰς τὴν ἀρτιωτέραν ἐξυπηρέτησιν τῶν λαϊκῶν συμφερόντων, καὶ ἐκδηλώσωμεν τὴν ἀπόφασιν ἡμῶν διὰ τῆς σοβαρότητος μᾶλλον τῶν ἐργασιῶν ἡμῶν παρὰ διὰ τῆς ἐπισπεύσεως τοῦ συντακτικοῦ ἔργου ἢ καὶ τοῦ ὅλου ἔργου ἡμῶν. Ὅσον ἀφορᾷ, κύριοι πληρεξούσιοι, τὴν παράγραφον 5 τοῦ ὑπὸ συζήτησιν σχεδίου ψηφίσματος, διὰ τῆς ὁποίας ἀποσκοπεῖται ἡ εὐρυθμοτέρα διεξαγωγὴ τῶν νομοθετικῶν ἡμῶν ἐργασιῶν, ἔχω νὰ σημειώσω ὅτι καὶ ἡ ὑπὸ τῶν διατάξεων τούτων ἀποσκοπουμένη μεταρρύθμισις δὲν εἶναι τι καινοφανὲς διὰ τὴν πολιτικὴν ἱστορίαν τῶν Κοινοβουλίων. Ὑπάρχουν δηλαδὴ ἀναφορικῶς πρὸς τὸν καθορισμὸν τῶν ἐργασιῶν τῶν Κοινοβουλίων δύο ἀρχαί. Ἡ πρώτη ὅτι τὸ Κοινοβούλιον πρέπει νὰ διαφυλάττῃ τὸ κυρίαρχον δικαίωμα τοῦ καθημέραν κανονισμοῦ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως τῶν ἐργασιῶν. Καὶ μὲ τὴν ἀρχὴν αὐτὴν δὲν εἶναι παραδεκτὸς ὁ ἐκ τῶν προτέρων καθορισμὸς τῶν ἐργασιῶν τοῦ μέλλοντος. Ὑπάρχει καὶ ἄλλη ἐκδοχή, κατὰ τὴν ὁποίαν αἱ ἐργασίαι τοῦ Νομοθετικοῦ Σώματος θὰ διεξάγωνται καὶ ἀσφαλέστερον καὶ ἐπιστημονικώτερον καὶ κατὰ τρόπον ἔτι μᾶλλον ἐξασφαλίζοντα τὰ γενικώτερα συμφέροντα τοῦ Λαοῦ, ἂν ἐκ τῶν προτέρων ἔχει καθορισθῇ μία σειρὰ τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας. Ἡ ὀξυτέρα δ’ ἐκδήλωσις τῆς ἀρχῆς ταύτης ὑπάρχει εἰς τὸ Γαλλικὸν Κοινοβούλιον. Ἐκεῖ ἡ μὲν Γερουσία ἔχει μίαν διάταξιν ἀνάλογον πρὸς τὴν σήμερον προτεινομένην ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, διάταξιν καθ’ ἣν ἡ Γερουσία καθορίζει τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς ἑπομένης συνεδριάσεως πρὸ τῆς λύσεως τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς ἑκάστης ἡμέρας. Ἀλλ’ εἰς τὴν Γαλλικὴν Βουλὴν τὰ πράγματα ἔχουν διαρρυθμισθῆ πολὺ αὐστηρότερον. Ἐκεῖ ἡ Ἡμερησία Διάταξις καθορίζεται ἀνὰ πᾶσαν ἑβδομάδα διὰ τῆς συνεργασίας ὅλων ἐκείνων τῶν παραγόντων οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ ἔχουν ἔγκυρον γνώμην ἐπὶ τοῦ καταρτισμοῦ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως. Συγκροτεῖ δηλαδὴ τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς καθ’ ἑβδομάδα μίαν συνεδρίασιν, εἰς τὴν ὁποίαν λαμβάνουν μέρος οἱ πρόεδροι τῶν διαφόρων Κοινοβουλευτικῶν Ἐπιτροπῶν, διότι ὑποτίθεται ὅτι, ἐφόσον τὰ διάφορα νομοσχέδια παραπέμπονται εἰς τὰς διαφόρους Κοινοβουλευτικὰς Ἐπιτροπάς, ἡ συνεργασία τῶν προέδρων τῶν διαφόρων Κοινοβουλευτικῶν Ἐπιτροπῶν εἶναι ἀναγκαία διὰ τὸν καθορισμὸν τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως καὶ τοῦ ποῖον νομοσχέδιον πρέπει νὰ προτιμηθῇ ὡς θεραπεῦον τὰ σχετικῶς ζωτικώτατα γενικὰ συμφέροντα. Λαμβάνουν λοιπὸν ἀφ’ ἑνὸς μέρος οἱ πρόεδροι τῶν Κοινοβουλευτικῶν Ἐπιτροπῶν, ἀφ’ ἑτέρου οἱ Ἀρχηγοὶ τῶν κομμάτων ἢ ἀντιπρόσωποι αὐτῶν, καὶ τρίτον ἡ Κυβέρνησις, ἂν θέλῃ. Πάντως ὅμως προσκαλεῖται. Αἱ ἀποφάσεις τῆς Ἐπιτροπῆς αὐτῆς ἀνακοινοῦνται εὐθὺς ἀμέσως εἰς τὴν Βουλὴν ὑπὸ τοῦ Προέδρου αὐτῆς ὡς πρότασις τῆς Ἐπιτροπῆς, καὶ ἂν ἡ Βουλὴ παραδεχθῇ τὴν πρότασιν αὐτὴν τότε καθορίζεται ἡ Ἡμερησία Διάταξις τῆς ἑβδομάδος, τοιχοκολλᾶται εἰς τὴν Βουλήν, δημοσιεύεται διὰ τῆς ἐπισήμου ἐφημερίδος καὶ ἀποτελεῖ τὸν ἀπαραβίαστον γνώμονα τῶν ἐργασιῶν τῆς ἑβδομάδος, ὁ ὁποῖος δὲν δύναται νὰ μεταβληθῇ εἰμὴ μόνον διὰ ψήφου τῆς Βουλῆς, προκαλουμένης εἴτε τῇ πρωτοβουλίᾳ τῆς Κυβερνήσεως εἴτε τῇ πρωτοβουλίᾳ 50 βουλευτῶν, τῶν ὁποίων τὰ ὀνόματα ἐκφωνοῦνται. Ἑπομένως καὶ τὸ θέμα τοῦτο δὲν εἶναί τι καινοφανές. Εἶναι ὅμως πολὺ δραστικόν, πολὺ ὠφέλιμον. Δι’ ἐμὲ μάλιστα θὰ ἦτο προτιμοτέρα ἡ γαλλικὴ διαρρύθμισις ὡς σταθερωτέρα καὶ ἐπιστημονικωτέρα. Ὡς ἀπαρχὴ ὅμως διὰ τὸ Ἑλληνικὸν Κοινοβούλιον, δεδομένου μάλιστα ὅτι αἱ νομοθετικαὶ ἐργασίαι τοῦ Σώματος δὲν θὰ γίνωνται καθημέραν, ἀλλ’ εἰς ὡρισμένας ἡμέρας τῆς ἑβδομάδος, φθάνομεν εἰς τὸ αὐτὸ σχεδὸν ἀποτέλεσμα, εἰς τὸ ὁποῖον ἔφθασαν εἰς τὴν Γαλλίαν, εἰς τὸ ἀποτέλεσμα ὅτι δύο ἢ τρεῖς ἡμέρας πρὸ τῆς συζητήσεως τῶν νομοσχεδίων τὰ μέλη τοῦ Σώματος θὰ εἶναι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζουν ποῖα ἐκ τῶν νομοσχεδίων θὰ συζητηθοῦν καὶ θὰ ἔχουν καιρὸν νὰ λάβουν μέρος εἰς τὴν συζήτησιν, ἂν θέλουν. Ἑπομένως, ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου οὐδεμίαν διαφωνίαν θέλομεν νὰ διατυπώσωμεν πρὸς τὸ σχέδιον τὸ κυβερνητικόν. Καταλήγων τονίζω καὶ πάλιν ὅτι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον δὲν δυνάμεθα νὰ ἀποδεχθῶμεν ἐκ τοῦ κυβερνητικοῦ σχεδίου εἶναι ὁ ἐντατικὸς καθορισμὸς τῶν ἐργασιῶν τῶν συντακτικῶν τῆς Συνελεύσεως, διότι ἔχομεν τὴν σκέψιν — καὶ ἐν τούτῳ νομίζω ὅτι ἐκδηλῶ τὴν γνώμην ὅλων τῶν μελῶν τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως» — ὅτι πρέπει μὲν νὰ βαδίσωμεν ὅλοι ἡνωμένοι πρὸς τὸ ἀναπλαστικὸν ἔργον τῆς Ἑλλάδος διὰ τὸ καλὸν τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ, ἀλλ’ ὅτι ἔχομεν καὶ μίαν ἄλλην ὑποχρέωσιν, νὰ διατηρήσωμεν ἕκαστος χωριστὰ τὰς εὐθύνας του. (Χειροκροτήματα).
§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δενδρινὸς ἔχει τὸν λόγον.
§113Α. ΔΕΝΔΡΙΝΟΣ. Κύριοι πληρεξούσιοι, κατόπιν τῶν ὅσων ἐλέχθησαν ἐκ μέρους τῶν προλαλησάντων ἀξιοτίμων κυρίων συναδέλφων τῆς ἀριστερᾶς πτέρυγος, βεβαίως ὀλίγα ὑπολείπονται νὰ εἴπῃ τις ἐπὶ τοῦ ζητήματος ὅπερ ἀπασχολεῖ ἡμᾶς. Συμφωνοῦμεν μετὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ὅτι τὸ σπουδαιότερον ἔργον ἡμῶν εἶναι τὸ συντακτικόν, ἀλλὰ δὲν συμφωνοῦμεν ὅτι εἶναι τὸ ἅπαντον ὅπερ ζητεῖ ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς παρ’ ἡμῶν. Δὲν συμφωνοῦμεν ὅτι ψηφίζοντες ἐνταῦθα τὸ πολίτευμα, τὸν συνταγματικὸν χάρτην, ἐξασφαλίζομεν πράγματι καὶ κατοχυροῦμεν τὸ πολίτευμα τὸ ὁποῖον διὰ τόσων ἀγώνων κατωρθώσαμεν νὰ δεχθῶμεν. Ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς ζητεῖ ἐμπράκτως, μὲ πράγματα ἁπτὰ δι’ αὐτὸν νὰ ἴδῃ τὴν βελτίωσιν τῆς καταστάσεώς του ἐκ τῆς μεταβολῆς τοῦ πολιτεύματος, καὶ δι’ αὐτό, κατ’ ἐμὴν τοὐλάχιστον γνώμην — νομίζω δὲ ὅτι διερμηνεύω τὴν γνώμην καὶ τῶν πλείστων μελῶν τῆς Συνελεύσεως — ἐξ ἴσου σοβαρὸν καὶ σπουδαιότερον ἀκόμη ἔρεισμα διὰ τὸ πολίτευμα ἡμῶν θὰ εἶναι ἡ καλὴ νομοθετικὴ ἐργασία. Ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς θέλει νὰ ἴδῃ τὴν μεταρρύθμισιν τοῦ φορολογικοῦ συστήματος, θέλει νὰ ἴδῃ τέλος πάντων ὅτι διὰ τοῦ δημοκρατικοῦ πολιτεύματος ἐξησφάλισε πραγματικὴν λαϊκὴν Δημοκρατίαν. Μετεβάλομεν τὸ καθεστὼς τὸ πολιτειακόν, τὸ ὁποῖον ἐπεκράτησεν ἐπὶ πολύ· πρέπει νὰ ἀποδείξωμεν ὅτι δὲν μετεβάλομεν τὸ ἄσπρο εἰς μαῦρο, ὅπως εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ὅτι θὰ μεταβάλωμεν τὸ κοινωνικὸν καθεστὼς ἐπὶ τὸ λαϊκώτερον. Ἂν τοῦτο δὲν πράξωμεν, οὐδὲν θὰ πράξωμεν καὶ ὑπονομεύομεν τὸ δημοκρατικὸν πολίτευμα. Προκαλῶ οἱονδήποτε τῶν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ νὰ ἐκθέσῃ τὰς ἐντυπώσεις του ἐκ τῆς ἐπαρχίας του, ὅπου μετέβη κατὰ τὸ θέρος, παρακαλῶ νὰ μᾶς εἰπῇ ἂν τῷ ὡμίλησε κανεὶς περὶ τοῦ Συνταγματικοῦ Χάρτου ἢ ἂν ὅλοι τῷ εἶπον ὅτι οὐδὲν εἶδον καὶ ὅτι βαίνομεν ἐπὶ τὰ χείρω. Καὶ πράγματι ἐπὶ τὰ χείρω βαίνομεν, διότι ὅλα τὰ ὄργανα εἶναι ἀντιδραστικὰ κατὰ τοῦ πολιτεύματος· καὶ ὁ χωροφύλαξ πιέζει καὶ ὁ ἔφορος πιέζει, διότι εἶναι ὅλοι ἀντιδραστικοί. Ὅλοι ὁμολογοῦν ὅτι τὰ πράγματα ἐχειροτέρευσαν καὶ λέγουν: «Τί ἔπταιε λοιπὸν ἡ βασιλεία; Τί ἔγιναν τὰ πάθη τὰ προσωπικά;» Αὐτὰ λέγουν αἱ λαϊκαὶ τάξεις καὶ θέλουσι μεταβολὴν τῶν πραγμάτων οὐσιαστικήν. Ἀλλὰ προχθές, ὁμιλοῦντος τοῦ ἀξιοτίμου κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῶν προγραμματικῶν δηλώσεων, εἶχον λάβει σημείωσιν διὰ νὰ ὁμιλήσω καὶ ἐγὼ καὶ πρὸ παντὸς ἤθελον νὰ τονίσω μερικὰς παραλείψεις ἐν ταῖς προγραμματικαῖς δηλώσεσι. Πρῶτον ὅτι δὲν ἐποιήσατο σαφεῖς δηλώσεις περὶ ἐκκαθαρίσεως τῆς Δικαιοσύνης· οὐδὲν περὶ δικαστηρίων μᾶς εἶπεν, ἐνῷ ὅλοι μας γνωρίζομεν ὅτι τὰ πλεῖστα τῶν δικαστηρίων ἀποτελοῦνται ἀπὸ ἀντιδραστικούς, οἱ ὁποῖοι ἀναφανδὸν καταφέρονται κατὰ τοῦ πολιτεύματος, καὶ τοὺς ὁποίους προασπίζουν τὰ διάφορα γνωστὰ Συμβούλια.
§114Γ. ΦΡΑΓΚΟΥΔΗΣ. Κύριε συνάδελφε, πῶς συμβιβάζεται αὐτὸ μὲ τὴν πολιτικὴν τῆς συμφιλιώσεως, τὴν ὁποίαν διδάσκετε ὅλοι;
§115Α. ΔΕΝΔΡΙΝΟΣ. Τὴν πολιτικὴν τῆς συμφιλιώσεως ἐννοοῦμεν παρὰ τῷ Λαῷ, καὶ σχεδὸν ἔχει ἐπέλθει ἂν πατάξωμεν ἐκείνους οἱ ὁποῖοι κατασυκοφαντοῦν τὸ πολίτευμα, καὶ ἀκόμη ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ὁμιλοῦν περὶ βίας καὶ δικτατωρίας. Αὐτοὶ εἶναι οἱ ὑπονομευταὶ τοῦ πολιτεύματος. Αὐτοὶ οἱ ὁποῖοι θέλουσι νὰ διαφθείρωσι τὴν Συνέλευσιν, εἶναι τὰ αὐλόδουλα φύλλα τὰ ὁποῖα κατασυκοφαντοῦν τοὺς πληρεξουσίους, ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἀποβλέπουσιν ἄλλοτε εἰς τὴν αὐτοκρατορίαν καὶ ἄλλοτε εἰς τὴν δικτατωρίαν. Ἀλλ’ οὔτε οἱ μὲν οὔτε οἱ δὲ θὰ νικήσωσι καὶ εἶναι προτιμότερον νὰ ἴδωμεν οἱονδήποτε ἄλλο πολίτευμα τὸ ὁποῖον θὰ θέλῃ ὁ Λαός, ἀλλ’ ὄχι αὐτοκρατορίαν οὔτε δικτατωρίαν. Ἐπαναλέγω ὅτι ἐπὶ πολλῶν παραλείψεων καὶ ἀσαφειῶν τῶν προγραμματικῶν δηλώσεων τοῦ ἀξιοτίμου καὶ συμπαθεστάτου κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως εἶχον νὰ ὁμιλήσω, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἔτυχε νὰ εἶμαι ἐγγεγραμμένος εἰς τὸ τέλος σχεδὸν τῶν διαφόρων ζητησάντων τὸν λόγον καὶ ἡ συζήτησις εἶχεν ἐκφυλισθῆ καὶ ὁ κάματος εἶχεν ἐπέλθει εἰς τοὺς ἀγαπητοὺς συναδέλφους, δὲν ἤθελον καὶ ἐγὼ νὰ ἔλθω καὶ νὰ κουράσω αὐτοὺς περισσότερον καὶ παρῃτήθην, ἐπειδὴ ἔχομεν πολλὰς εὐκαιρίας διὰ νὰ ἀναπτύξωμεν τὰς πολιτικὰς ἡμῶν ἀντιλήψεις καὶ πολιτειακὰς ἀκόμη, καὶ διὰ νὰ ψέξωμεν τὴν συντηρητικὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία διέπει σήμερον τὰ τῆς Χώρας. Ἔχομεν τὸ ἀγροτικόν, ἔχομεν τὸ περίφημον 17ον ἄρθρον. Ἔχομεν λοιπὸν ἔδαφος διὰ νὰ ἐλέγξωμεν τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἀκριβῶς ἔχω πεποίθησιν ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ὅσον καὶ ἂν εἶναι συντηρητική, ὅσον καὶ ἂν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐλησμόνησε τὸν ἀντιπρόσωπον τῶν λαϊκῶν τάξεων τοῦ 1911 — καὶ ἠξεύρω διατί — θὰ μοῦ ἐπιτρέψῃ νὰ τὸ εἴπω, ἠξεύρω τίνα ὑπολογισμὸν θὰ ἔκαμεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Ἔχων πεποίθησιν βεβαίως εἰς τὰς γνώσεις του καὶ τὴν αὐτοπεποίθησιν τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἔχῃ πᾶς διεκδικῶν νὰ κυβερνήσῃ τὴν Χώραν, ἔχων τὴν πεποίθησιν ὅτι θὰ ἦτο ὠφέλιμος εἰς τὴν Πατρίδα του ἀναλαμβάνων τὴν διακυβέρνησιν αὐτῆς, ἐσκέφθη ὅτι ἤθελε τὸ κατορθώσει καὶ ἐνόμισεν ὅτι δὲν ἐπῆλθεν ἀκόμη τὸ ξύπνημα τοῦ ἀγρότου, δὲν ἐπῆλθεν ἀκόμη τὸ ξύπνημα τοῦ ἐργάτου καὶ ὅτι θὰ ἐπικρατήσουν αἱ σκέψεις τοῦ παρελθόντος καὶ αἱ μέθοδοι τοῦ παρελθόντος, δηλαδὴ ὅτι οἱ μεγαλοκτηματίαι, οἱ κεφαλαιοκράται, ὅσον καὶ ἂν εἶναι ὀλιγάριθμοι, πάντως ὅμως εἶναι ἡ μεγαλυτέρα δύναμις διὰ νὰ στηριχθῇ εἰς ὁ ὁποῖος θέλει νὰ κάμῃ κόμμα, διότι αὐτοὶ εἶναι οἱ χρηματοδόται, εἶναι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἔχουν πάντοτε τοὺς ἐργάτας ἑτοίμους νὰ τοὺς διαθέσουν ἐδῶ καὶ ἐκεῖ. Ἀλλ’ ἐγὼ νομίζω ὅτι θὰ μεταβληθῇ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, διότι ἂν ἔδειξε μίαν ἀσυνέπειαν πρὸς τὴν βάσιν αὐτοῦ ὡς πολιτευομένου, ἂν ἔδειξε μίαν ἀσυνέπειαν ἀκόμη καὶ πρὸς τὰς τάσεις τὰς νομοθετικὰς τὰς ὁποίας ἔδειξε νομοθετῶν σήμερον, θὰ πάθῃ χάριν ἑνὸς σκοποῦ ἀπωτέρου τὴν ἀπογοήτευσιν νὰ ἴδῃ ὅτι τὸ ἀγροτικὸν ξύπνημα ἔρχεται, ὅτι τὸ ἀγροτικὸν ξύπνημα ἴσως ἦλθε καὶ ὅτι θὰ μείνῃ μόνον μὲ τοὺς διαφόρους κεφαλαιοκράτας καὶ τσιφλικάδες, οἱ ὁποῖοι δὲν θὰ εἶναι ἱκανοὶ νὰ τὸν στηρίξουν ἐκεῖ ὅπου εἶναι· διότι μετ’ ὀλίγον καὶ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι τὸν ἐκτιμοῦν, ὅπως τὸν ἐκτιμῶ καὶ ἐγὼ — μὲ τὴν διαφορὰν ὅτι ἐγὼ δὲν ἀνήκω εἰς τὸ πολιτικόν του στρατόπεδον — καὶ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἀνήκουσιν εἰς αὐτὸ θὰ ἀντιληφθοῦν ὅτι δὲν θὰ δύνανται νὰ ἔχουν πολιτικὴν ὕπαρξιν, τέλος πάντων δὲν θὰ δύνανται νὰ ἀντικρύσουν τοὺς ἐκλογεῖς των ἂν ἐξακολουθήσουν παρέχοντες τὴν ὑποστήριξιν αὐτῶν εἰς Κυβέρνησιν ἡ ὁποία ἦλθε διὰ τῶν τσιφλικάδων, διὰ τῶν κεφαλαιοκρατῶν, διὰ τῶν ἐκμεταλλευτῶν τῆς ἐργατικῆς τάξεως.
§116ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ, κύριε πληρεξούσιε, ἔχετε νὰ εἴπητε τίποτε;
§117Α. ΔΕΝΔΡΙΝΟΣ. Ἔχω νὰ εἴπω πολλά· διότι οἱ περιορισμοὶ ἀποβλέπουν ἀκριβῶς εἰς τὸ νὰ μὴ γίνῃ ὁ ἔλεγχος ὁ ὁποῖος πρέπει νὰ γίνῃ εἰς τὰ ἄρθρα τοῦ Συντάγματος, διὰ τὰ ὁποῖα θὰ ἔρχωνται κατόπιν αἱ διάφοροι Κυβερνήσεις νὰ λέγουν ὅτι τὸ δεῖνα νομοθετικὸν μέτρον εἶναι ἀντισυνταγματικὸν καὶ δὲν ἠμποροῦμεν νὰ τὸ κάμωμεν· διότι ἐδῶ θέλουν νὰ δέσουν — ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ ἡ ἔκφρασις — τὸν γάϊδαρόν των εἰς τὸ Σύνταγμα, ἀλλ’ αὐτὸ ἐλπίζω ὅτι δὲν θὰ τοὺς περάσῃ. Ἂς προσέξουν καλά, διότι ἡ ἀνατροπὴ θὰ ἔλθῃ ἐκ τῶν κάτω καὶ ἡ βοὴ ἔρχεται, ἂν δὲ δὲν τὴν ἀκούουν, ἂς ξεφτυλίσουν ὀλίγον τὰ αὐτιά των καὶ θὰ τὴν ἀκούσουν. Τούτου ἀκριβῶς ἕνεκα ἡμεῖς εἴμεθα ἐναντίον παντὸς περιορισμοῦ τοῦ λόγου. Ἠμποροῦμεν ἴσως νὰ ἀποδεχθῶμεν τὴν ὑποχώρησιν τὴν ὁποίαν ὁ Ἡγέτης τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως» ἐποιήσατο, χωρὶς βεβαίως τὴν ἔγκρισιν τινῶν τοὐλάχιστον ἐξ ἡμῶν, τὸν περιορισμὸν τῶν δύο ὡρῶν, ἀλλ’ ὄχι ποτὲ νὰ παραδεχθῶμεν τὸ «ἐφωτίσθημεν» ἄνευ ἀποφάσεως τῆς Συνελεύσεως. Κύριοι, ἀρκετὰ νομίζω ἀπεμπόλησαν αἱ διάφοροι Βουλαὶ καὶ αἱ διάφοροι Συνελεύσεις τὸ δικαίωμα τὸ ὁποῖον ἔχουν τοῦ νομοθετεῖν, τὸ ὁποῖον ἀπεμπόλησαν εἰς τὴν Ἐκτελεστικὴν Ἐξουσίαν, ἄλλαι μὲν ἐπιπολαίως σκεπτόμεναι, ἄλλαι δὲ συναλλασσόμεναι καὶ ἀντὶ ὡρισμένων ρουσφετίων ψηφίζουσαι ὅσα νομοσχέδια ἔφερον ἐδῶ αἱ Κυβερνήσεις, χωρὶς κἂν νὰ τὰ μελετῶσι. Δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ κατάστασις αὐτή. Καὶ κατὰ μείζονα λόγον δὲν ἐπιτρέπεται μία Συντακτικὴ Συνέλευσις νὰ ἀπεμπολήσῃ τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ ἐπιμεληθῇ μέχρι σχολαστικότητος τὸ ζήτημα τῆς συντάξεως τοῦ πολιτεύματος εἰς μίαν Κυβέρνησιν, καὶ Κυβέρνησιν μάλιστα ἡ ὁποία ἔχει συντηρητικὰς ἀρχὰς εἰς τοιοῦτον σημεῖον, ὥστε νὰ εἶναι ἐπικίνδυνος εἰς τὴν δημοσίαν τάξιν (γέλωτες). Μὴ γελᾶτε, κύριοι. Εἶναι ἐπικίνδυνος, διότι ὅταν τὸ σχοινὶ παρατεντωθῇ δὲν ἠμπορεῖ παρὰ νὰ κοπῇ, καὶ δὲν ἠξεύρω ποῖοι θὰ εἶναι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι θὰ πληρώσουν τὰ ἔξοδα τοῦ σπασίματος αὐτοῦ τοῦ σχοινιοῦ. Ἂν εἴχομεν μίαν Κυβέρνησιν ἀκριβῶς ῥιζοσπαστικήν, ἴσως δὲν θὰ ἦτο ἀνάγκη νὰ συζητήσωμεν τόσον πολὺ περὶ τοῦ περιορισμοῦ τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου καὶ τῆς συζητήσεως. Καὶ ἂς μὴν τὸ θεωροῦν, κύριοι, τίτλον αὐτῶν μερικοὶ τὸ νὰ λέγωνται συντηρητικοὶ ἐξ ἀντιθέσεως πρὸς ἡμᾶς τοὺς λεγομένους ῥιζοσπάστας, τοὺς λεγομένους σοσιαλιστάς, τοὺς λεγομένους κομμουνιστὰς καὶ δὲν ἠξεύρω τί ἄλλο, καὶ ἴσως τέλος καὶ τρελλούς, ἀπὸ μερικούς. Ἂς μὴ θεωροῦν, κύριοι, τίτλον τὸ συντηρητικόν, διότι τὸ συντηρητικὸν εἶναι τὸ στάσιμον, εἶναι τὸ τέλμα, τὸ δὲ τέλμα, κύριοι ἀναδίδει θανατηφόρους ἀναθυμιάσεις, καὶ ἀπὸ αὐτὰς τὰς θανατηφόρους ἀναθυμιάσεις ἀπειλούμεθα πάντες τὴν στιγμὴν αὐτὴν καὶ δὲν θέλομεν νὰ τὸ ἐννοήσωμεν· διότι δὲν παραδέχομαι ὅτι τόσον πολὺ συνεσκοτίσθημεν ἐκ τοῦ φανατισμοῦ τῆς προσηλώσεως εἰς ὡρισμένας ἀρχάς, ὥστε νὰ μὴ τὸ ἐννοῶμεν. Δὲν θέλομεν νὰ τὸ ἐννοήσωμεν. Ἀκριβῶς δὲ τοιαύτην ἔχομεν Κυβέρνησιν ἐκ τῆς ἄκρας Δεξιᾶς καὶ ἐπιβάλλεται ν’ ἀγωνισθῶμεν καὶ νὰ ἐπιμείνωμεν καὶ εἰς οὐδεμίαν νὰ ἔλθωμεν ὑποχώρησιν. Καὶ ἡ ὑποχώρησις τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ Ἡγέτης τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως» ἦτο καὶ ἐκείνη μεγάλη. Τίς δύναται νὰ παραδεχθῇ τὸ νὰ λύσωμεν τὴν συζήτησιν χωρὶς ν’ ἀποφανθῇ, καὶ δι’ ὀνομαστικῆς μάλιστα κλήσεως, ἡ Συνέλευσις — ἂν τοῦτο, ἐννοεῖται, ζητηθῇ ἀπὸ τὴν Συνέλευσιν — διὰ νὰ γνωρίζῃ ὁ κόσμος καὶ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι μᾶς ἔστειλαν ἐδῶ ποῖοι εἶναι οἱ θελήσαντες νὰ συνταχθῇ ἓν Σύνταγμα ἐπιτροχάδην καὶ ποῖοι εἶναι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι διεμαρτυρήθησαν τοὐλάχιστον καὶ δὲν συνεμερίσθησαν τὰς εὐθύνας. Καὶ αὐτὸ δύναται νὰ εἴπῃ τις ὅτι δὲν εἶναι καὶ ἀρκετὰ θαρραλέον, τὸ νὰ θέλετε δηλαδὴ νὰ μερισθῶμεν τὰς εὐθύνας, τὰς ὁποίας νομίζετε ὡς μέγα βάρος καὶ δὲν θέλετε νὰ τὰς φέρετε εἰς τὴν ῥάχιν σας, καὶ ν’ ἀποφαίνεται ἡ Συνέλευσις δι’ ἀναστάσεως διὰ νὰ μὴ φαίνεται ποῖος εἶναι κατὰ καὶ ποῖος εἶναι ὑπέρ. Ἐννοῶ ὅτι ἔχετε συναίσθησιν τοῦ πόσον βαρεῖαι εἶναι αἱ εὐθῦναι τὰς ὁποίας θὰ φέρετε διὰ τὸ Σύνταγμα τὸ ὁποῖον σεῖς ἐπιδιώκετε νὰ ψηφίσητε καὶ θέλετε νὰ μὴ ψηφίζεται δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, διὰ νὰ φέρωμεν ὅλοι τὴν εὐθύνην. Δὲν θὰ ἐπιτρέψωμεν ὅμως τοῦτο, διότι θέλομεν νὰ γνωρίζῃ ὁ Λαὸς ποῖοι ἐψήφισαν τὸν Καταστατικὸν Χάρτην. Ἐπίσης, κύριοι, δὲν δυνάμεθα νὰ παραδεχθῶμεν τὸν Κανονισμὸν αὐτόν. Δὲν ἀμφιβάλλω, ὡς ἐν πλήρει εἰλικρινείᾳ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔλεγεν ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Συνελεύσεως, ὅτι οὔτε τοῦ ἐπέρασε ποτὲ ἀπὸ τὸν νοῦν του ν’ ἀποφύγῃ τὸν ἔλεγχον. Δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι εἰλικρινέστατα ἔλεγεν αὐτά. Ἀλλὰ διαφωνῶ πρὸς αὐτὸν πληρέστατα διὰ τὸν περιορισμὸν αὐτόν, πρῶτον διότι δὲν δύναται νὰ ἐγγυηθῇ ὅτι αὔριον θὰ εἶναι καὶ αὐτὸς Κυβέρνησις καὶ ὅτι, ἂν εἶναι Κυβέρνησις, θὰ ἔχῃ αὐτὴν τὴν εὐαισθησίαν διὰ τὸ ζήτημα τοῦ ἐλέγχου. Δεύτερον διαφωνῶ καὶ δι’ ἄλλον λόγον, διότι δὲν συμφωνῶ ὅτι ὁ ἔλεγχος γίνεται μόνον ὅταν πρόκειται νὰ γεννηθῇ πολιτικὸν ζήτημα καὶ νὰ γίνῃ ψηφοφορία εἰς ζήτημα ἐμπιστοσύνης. Ἀλλοίμονον ἂν παραιτηθῶμεν τοῦ ἐλέγχου καὶ διὰ ζητήματα τὰ ὁποῖα δὲν καταλήγουν εἰς πολιτικὸν ζήτημα. Καὶ ἂν μὲν ὁ τοιοῦτος ἔλεγχος εἶναι ἀστήρικτος, ἡ Κυβέρνησις ἐξέρχεται ἰσχυροτέρα καὶ ἀποκαθίσταται εἰς τὴν κοινὴν συνείδησιν, ἂν δὲ ἀληθὴς καὶ δεδικαιολογημένος, βαθμηδὸν καὶ κατ’ ὀλίγον μὲ διαφόρους πράξεις ἀξίας ἐλέγχου σχηματίζεται ἡ κοινὴ γνώμη, ἡ ὁποία θὰ ἀγάγῃ εἰς τὴν διὰ κοινῆς βοῆς πτῶσιν τῆς Κυβερνήσεως, ὥστε, καὶ ἂν ἡ πλειονοψηφία θελήσῃ νὰ τὴν συγκρατήσῃ, δὲν θὰ δυνηθῇ. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον καὶ διὰ μυρίους ἄλλους λόγους δὲν συμφωνοῦμεν εἰς τὸν περιορισμὸν τοῦ ἐλέγχου. Ἂν ἐπιμείνῃ ἡ Κυβέρνησις, τότε θὰ ἀνέλθω εἰς τὸ βῆμα καὶ πάλιν διὰ νὰ συμπληρώσω τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους δὲν συμπληρῶ, διότι δὲν δύναμαι νὰ ὑποχωρήσω εἰς τὸν περιορισμὸν τοῦ ἐλέγχου κατ’ οὐδέν. Ἐπίσης δὲν δυνάμεθα νὰ ἐννοήσωμεν πῶς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν φροντίζει τοὐλάχιστον νὰ σώσῃ μερικὰ προσχήματα. Διότι εἶπεν ὅτι αὐτὰ τὰ ὁποῖα γράφονται διὰ τοὺς ἄλλους πληρεξουσίους δὲν γράφονται διὰ τοὺς Ἀρχηγοὺς τῶν κομμάτων. Μᾶς καθιερώνει δηλαδὴ τὸ ἀριστίνδην. Ἀλλὰ βεβαίως εἶναι πολὺ φυσικὸν αὐτὸ εἰς τὴν νοοτροπίαν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι φυσικὴ ἀπόρροια, φυσικὸν ἀποτέλεσμα τῆς νοοτροπίας τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, νὰ θέλῃ νὰ γίνωσιν ὅλοι ἀριστίνδην καὶ οἱ ἄλλοι νὰ εἶναι ποσότητες ἀνάξιαι προσοχῆς. Ἀλλὰ δὲν πιστεύω, ὅσον καὶ ἂν πολιτικὰ συμφέροντα ἢ ἄλλοι λόγοι ἀναγκάζουσι τινὰς νὰ ὑποστηρίξωσι τὴν Κυβέρνησιν, δὲν πιστεύω, λέγω, νὰ φθάσωσι μέχρι τοιούτου σημείου ἐπιλησμοσύνης πρὸς ἑαυτοὺς καὶ νὰ παρασυρθῶσιν ὥστε νὰ τὸν ἀκολουθήσωσιν εἰς τοιαύτην ἐπιμονήν, ἂν τοιαύτην ἤθελεν ἐπιδείξει. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν παράγραφον 5, συμφωνῶ ἀπολύτως νὰ ἐξευρεθῇ, τέλος πάντων, ἕνας τρόπος, ὥστε νὰ λαμβάνῃ γνῶσιν ἡ Συνέλευσις τῶν ψηφισθησομένων νομοσχεδίων. Αὐτὸ διερμηνεύει γενικὸν πόθον. Δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ ἐπανάληψις τῆς εὐχῆς, ἡ ὁποία ἐνταῦθα κατ’ ἐπανάληψιν ἠκούσθη, ὅτι πρέπει νὰ γνωρίζωμεν ποῖα νομοθετήματα ψηφίζονται. Ἔρχεται λοιπὸν εἰς ἀντίφασιν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, διότι ἐνῷ διὰ τὰ νομοθετήματα ζητεῖ μελέτην ἐπισταμένην ἀπὸ τοὺς πληρεξουσίους, διὰ τοὺς πληρεξουσίους θέλει νὰ μὴ ἐννοῶσι περὶ τίνος πρόκειται καὶ νὰ κινδυνεύῃ ἡ ἰδιοκτησία, διότι ὁ καυγᾶς εἶναι διὰ τὸ πάπλωμα. Αὐτὸ τὸ ζήτημα ἔρριψε τὴν πρώτην δημοκρατικὴν Κυβέρνησιν, καὶ αὐτὸ θὰ εἶναι, τίς οἶδεν, αἰτία ἄλλων πράξεων. Ἐλπίζω ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν θὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὰς ἀπόψεις της περὶ περιορισμοῦ τῆς συζητήσεως πρὸς καταρτισμὸν τοῦ πολιτεύματος. Νομίζω, κύριε Πρωθυπουργέ, ὅτι σεῖς εἶσθε ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος θέλετε νὰ σεβώμεθα τὴν Συνέλευσιν, καὶ σεῖς ὀφείλετε νὰ δώσητε τὸ παράδειγμα.
§118Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ μοι ἐπιτρέψητε νὰ μὴ γεννῶνται παρεξηγήσεις ὁσάκις κατὰ τὰς συνεδριάσεις δὲν ἔχω ἐντεταμένην τὴν προσοχήν μου. Δυστυχῶς ὑπάρχουσι τόσα θέματα, ὥστε ἔπρεπε νὰ ἔχῃ ἡ ἡμέρα οὐχὶ 24 ὥρας, ἀλλὰ 48 ὥρας, καὶ δι’ αὐτὸ ἡ μὴ παρακολούθησις δὲν πρέπει νὰ θεωρῆται ὡς ὑποτίμησις.
§119Α. ΔΕΝΔΡΙΝΟΣ. Ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου ὅτι οἱ λόγοι, τοὺς ὁποίους ἀνέφερεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι ἀληθεῖς, ἀλλ’ εἶναι δικαίωμα καὶ τοῦ ἀγορεύοντος, ἅμα εἶναι ἀπησχολημένος, νὰ καταστήσῃ αὐτὸν προσεκτικόν.
§120ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Μόνον διὰ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως τὰ λέγετε;
§121Α. ΔΕΝΔΡΙΝΟΣ. Σᾶς ὑπολογίζω καὶ σᾶς εὐχαριστῶ ποὺ μὲ ἠκούσατε. Ἐλπίζω ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν θὰ θελήσῃ νὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὰς ἀντιλήψεις της καὶ νὰ δεχθῇ τὴν συμβιβαστικὴν λύσιν, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς δὲν συμμεριζόμεθα ἀπολύτως, ἀλλὰ διὰ νὰ μὴ φανῶμεν ἀδιάλλακτοι προτείνω ὅ,τι καὶ ὁ Ἡγέτης τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως». Ἐλπίζω δὲ ὅτι δὲν θὰ θελήσῃ ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς τῶν συζητήσεων νὰ δώσῃ τὴν ἰδέαν ὅτι πρόκειται ἀπ’ αὐτῆς τῆς στιγμῆς ν’ ἀρχίσωμεν τὴν πάλην τῶν ῥιζικωτέρων ἀρχῶν, διότι εἶναι ὀλίγον πρόωρον. Ἀλλ’ ἂν θέλετε, τὸ πρᾶγμα εἶναι εὔκολον.
§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σεχιώτης ἔχει τὸν λόγον.
§123Γ. ΣΕΧΙΩΤΗΣ. Κύριοι πληρεξούσιοι, προκειμένου περὶ ζητημάτων τὰ ὁποῖα ἔχουσι πολιτικήν τινα ἐμφάνισιν, καὶ ἰδίᾳ παρ’ ἡμῖν, εἰς Κράτος διοικούμενον ἀπὸ κοινοβουλευτικὴν Κυβέρνησιν καὶ διεπόμενον ἀπὸ κοινοβουλευτισμόν, ἐνδιαφέρει πρὸ παντὸς ἂν προσήκει ἢ μᾶλλον ἂν προσήκει ὁλοκληρωτικῶς εἰς τὴν ψυχολογίαν τοῦ Λαοῦ, ἐνδιαφέρει πρὸ παντὸς ἡ ἐντύπωσις ἡ ὁποία γεννᾶται εἰς τὴν λαϊκὴν ψυχὴν καὶ ἡ ἐξέτασις τῆς ψυχολογίας τοῦ Σώματος, τὸ ὁποῖον προέρχεται ἐκ τῆς λαϊκῆς θελήσεως, ἐνδιαφέρει πρὸ παντὸς τοῦτο, ὅτι ἐλάχιστον συμβάλλει εἰς τὴν διαμόρφωσιν σχετικῶν γνωμῶν τὸ τί γίνεται ἀλλαχοῦ. Δὲν πρόκειται, κύριοι, περὶ ζητημάτων ἐπιστημονικῶν οὔτε πολιτειακῆς καθαρῶς φύσεως, ὥστε νὰ ἀνατρέξωμεν εἰς τὴν ἐπιστήμην, νὰ ἀνατρέξωμεν εἰς τὸ τί ἀλλαχοῦ γίνεται, ἵνα ἐκεῖθεν ἀρυσθῶμεν πορίσματα δυνάμενα νὰ συμβάλουν εἰς τὴν διευθέτησιν πολιτειακῶν ζητημάτων ἀναφυομένων παρ’ ἡμῖν. Τὸ ζήτημα τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ, κύριοι, ὅπως γνωρίζετε, εἶναι καθαρῶς ζήτημα τὸ ὁποῖον ἔχει ἀπήχησιν ἐπὶ τῆς λαϊκῆς ψυχῆς, ὁ δὲ Κανονισμὸς τῆς Συνελεύσεως τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ Λαοῦ ἔχει ἐπίσης τὴν ἀπήχησιν ὅσον ἀφορᾷ τὴν γνώμην τὴν περὶ τούτου σχηματισθησομένην, τὰ ἐλατήρια εἰς τὴν λαϊκὴν ψυχὴν καὶ εἰς τὴν διαμορφωθεῖσαν τοιαύτην τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ Λαοῦ. Ὁ Ἑλληνικὸς Λαός, κατ’ ἐξοχὴν φιλελεύθερος, συμπαγὴς εἰς συνταγματικὸν κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα ἀπὸ τῆς πρώτης δεκαετηρίδος τοῦ πολιτικοῦ του βίου, αἰσθάνεται βαθύτατα τὸ αἴσθημα τῆς ἐλευθερίας, ἔχεται τούτου στερρῶς καὶ κατὰ συνέπειαν ἔχει τὴν ἀξίωσιν ὅπως αἱ ἐλευθερίαι αὐτοῦ ἐκδηλοῦνται καθ’ ὅλην αὐτῶν τὴν ἔκτασιν εἰς τὸ Κοινοβούλιον, τὸ ὁποῖον ἀντιπροσωπεύει τὸν Λαὸν τοῦτον διὰ τῶν ἐκλεκτῶν του. Πᾶς περιορισμὸς τοῦ λόγου ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου βεβαίως θὰ ἀπηχήσῃ κακῶς εἰς τὴν οὑτωσὶ διαμορφωθεῖσαν λαϊκὴν συνείδησιν, ἀλλὰ καὶ κυρίως ἐξ ἄλλου λόγου, τῶν κατ’ ἐξοχὴν κρισίμων περιστάσεων τὰς ὁποίας διανύομεν ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τοῦ πολιτικοῦ βίου τῆς Χώρας. Ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς δὲν θὰ ἔβλεπε μετὰ δυσφορίας περιοριζομένην τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου, ἵνα ταχέως τελειώσῃ ἡ Συνέλευσις τὸ συντακτικὸν αὐτῆς ἔργον καὶ καταλήξῃ διὰ τῶν ἐκλογῶν εἰς τὴν εἴσοδον εἰς τὸν ὁμαλὸν πολιτικὸν βίον, ὁ ὁποῖος κατέστη ἀναγκαῖος δι’ αὐτὴν τὴν ὕπαρξιν τῆς Χώρας. Ἕνεκα τοῦ λόγου τούτου θὰ ἔστεργον καὶ ἐγὼ εὐχαρίστως εἰς τὴν ἀποδοχὴν τοῦ εἰσαχθέντος παρὰ τῆς Κυβερνήσεως σχεδίου ψηφίσματος, τροποποιοῦντος ἄρθρα τινὰ τοῦ εἰδικοῦ τῆς Συνελεύσεως Κανονισμοῦ. Ἀλλ’ ἂν θὰ ἔστεργον μέχρι τοῦ σημείου ἐκείνου, ὥστε νὰ μὴ ἐθίγετο ἡ εὐθιξία τῆς Συνελεύσεως καὶ νὰ μὴ ἐθίγετο κυρίως τὸ αἴσθημα τὸ φιλελεύθερον τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ, ὅσον ἀφορᾷ τὸ πρῶτον ἄρθρον, κύριοι συνάδελφοι, εἶμαι ἀπολύτως σύμφωνος. Νομίζω δὲ ὅτι αἱ ἐργασίαι τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς τῆς ἐντεταλμένης τὴν ἐπεξεργασίαν τῶν ἄρθρων τοῦ Συντάγματος πρὸς εἰσαγωγὴν προσχεδίου τῆς καταρτίσεως αὐτοῦ, πρέπει ὁπωσδήποτε νὰ τεθῶσιν ἐντὸς ὁρίων τινῶν περιορισμοῦ, χρονικῶν τοὐλάχιστον. Εἶναι ἀνάγκη ἀπόλυτος αἱ ἐργασίαι τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς νὰ συντομευθῶσι κατὰ τρόπον, ὥστε νὰ καθίσταται ἐφικτὸν εἰς τὴν Συνέλευσιν νὰ μὴ διακόψῃ καθ’ ὁλοκληρίαν τὰς συζητήσεις της ἐπὶ τοῦ Συντάγματος. Ἀλλ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ δεκάωρον, διαφωνῶ μὲ τὸν ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ εἰσηγητὴν τοῦ σχεδίου ψηφίσματος. Δὲν νομίζω ὅτι μετὰ τὴν παρέλευσιν τοῦ δεκαώρου καὶ τὴν ἐπακολουθοῦσαν ἐπέκτασιν τοῦ τετραώρου πρέπει ἡ Συνέλευσις δι’ ἀναστάσεως νὰ ἀποφαίνεται ἂν ἐφωτίσθη ἢ ὄχι. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἄποψιν ταύτην, συμφωνῶ μὲ τὸν ἀξιότιμον Ἀρχηγὸν τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως» ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ καθορισθῇ πλήρως ἂν ἡ Συνέλευσις πραγματικῶς ἐφωτίσθη. Ἡ γνώμη τῆς Κυβερνήσεως δὲν εἶναι ἀρκετὴ νὰ μᾶς πείσῃ ὅτι πραγματικῶς ἡ Συνέλευσις ἐφωτίσθη προκειμένου περὶ μέτρων ἐπιστημονικῆς φύσεως, ὅπως τὰ ἄρθρα τοῦ Συντάγματος. Εἶναι πολὺ πιθανὸν ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐφωτίσθη ἢ μᾶλλον νὰ εἶναι φωτισμένη καὶ πρὸ τῆς συζητήσεως, ἀλλὰ τοῦτο δὲν μᾶς πείθει ὅτι καὶ ἡ Συνέλευσις ἐφωτίσθη, ὥστε νὰ ψηφίσῃ τὰ ἄρθρα τοῦ Συντάγματος. Βεβαίως προκειμένης καθαρᾶς πολιτικῆς συζητήσεως ἡ γνώμη τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως πρέπει νὰ εἶναι καὶ γνώμη τῆς πλειονοψηφίας, καὶ εἶναι τοιαύτη κατὰ τεκμήριον, διότι ἄλλως δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ Κυβέρνησις συνταγματικὴ κοινοβουλευτική, ἂν κατὰ τεκμήριον ἡ γνώμη τῆς πλειονοψηφίας δὲν εἶναι καὶ γνώμη τῆς Κυβερνήσεως ὅσον ἀφορᾷ τὰ καθαρῶς πολιτικὰ ζητήματα. Ἀλλ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰ ἐπιστημονικὰ ζητήματα, καὶ τοιαῦτα εἶναι τὰ ἄρθρα τοῦ Συντάγματος, εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ συνταυτίζεται ἡ γνώμη τῆς Κυβερνήσεως μετὰ τῆς γνώμης τῆς πλειονοψηφίας, ἀφοῦ ἄλλως τε ταῦτα δὲν ἀποτελοῦν ζητήματα ἐμπιστοσύνης διὰ τὴν Κυβέρνησιν. Καὶ εἶναι δυνατὸν ἡ Κυβέρνησις νὰ ἔχῃ διαφορὰν μὲν πρὸς τὴν πλειονοψηφίαν, ἐν τούτοις ὅμως νὰ παραμένῃ τοιαύτη. Κατὰ συνέπειαν θὰ ἦτο ἀπαραίτητον ὅπως βεβαιωθῇ ἀπολύτως ὅτι ἡ Συνέλευσις ἐνσυνειδήτως ἀποφαίνεται ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ πολιτεύματος κατὰ τὴν γενομένην σχετικὴν συζήτησιν. Θὰ ἦτο ἀνάγκη νὰ καθορισθῇ σαφέστερον τὸ ἄρθρον τοῦτο, ὥστε νὰ θεωρηθῇ ὅτι ἡ Συνέλευσις ἐφωτίσθη. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον, κύριοι, ἰδιαιτέρως ἐνδιαφέρει εἶναι ὅτι ὁ κοινοβουλευτικὸς ἔλεγχος ἀτυχῶς ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῶν ἐργασιῶν μέχρι σήμερον δὲν γίνεται ὁ πρέπων ἐπὶ πασῶν τῶν μέχρι σήμερον Κυβερνήσεων. Δὲν γίνεται δὲ ὁ ἔλεγχος οὗτος, ἀφ’ ἑνὸς μὲν διότι παρουσιάσθησαν ἐπανειλημμένως πολιτικῆς φύσεως ζητήματα, ἀφ’ ἑτέρου δὲ διότι τὸ προσφυγικὸν καὶ ἄλλα τινὰ μεγίστης σπουδαιότητος ζητήματα κατηνάλωσαν τὰς περισσοτέρας ἡμέρας. Ὁ κοινοβουλευτικὸς ἔλεγχος εἶναι ἀπαραίτητον νὰ ἀσκῆται εὐρύτατα, τοῦτο δὲ ἔχει ἰδιαιτέραν σημασίαν, διότι περιορίζει τὰς ὑπερβασίας τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὰς καταχρήσεις ἐν τῇ ἐνασκήσει τῶν καθηκόντων αὐτῆς ὡς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας, ἐξ ἄλλου δὲ διότι ἀπηχεῖ εὐαρέστως εἰς τὴν ψυχὴν τοῦ Λαοῦ, ὁ ὁποῖος εἶναι πεπεισμένος ὅτι οἱ ἀντιπρόσωποι αὐτοῦ παρακολουθοῦσιν ἐπιμελῶς τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὴν ἐνάσκησιν τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ἐλέγχοντες ταύτην ὅταν πρέπῃ νὰ τὴν ἐλέγξουν. Εἶναι ἀπαραίτητον νὰ μὴ περιορισθῇ καθ’ ὁλοκληρίαν ὁ κοινοβουλευτικὸς ἔλεγχος, διότι θὰ γεννήσητε ζητήματα καὶ παρεξηγήσεις, σεῖς οἱ ὁποῖοι προέρχεσθε ἀπὸ τὴν αὐτὴν πολιτικὴν οἰκογένειαν τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων.
§124Γ. ΣΕΧΙΩΤΗΣ. Εἶναι ἀνάγκη, κύριοι, χάριν τοῦ γοήτρου τῆς Συνελεύσεως, καὶ ἀπὸ τῆς γενικωτέρας καὶ ἀπὸ τῆς μερικωτέρας αὐτοῦ ἀπόψεως, νὰ μὴ περιορισθῇ οὐδόλως ὁ κοινοβουλευτικὸς ἔλεγχος, εἶναι ἀνάγκη αἱ δύο ἡμέραι τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου νὰ ἀπομείνωσιν ἀποκλειστικῶς δι’ αὐτὸν καὶ νὰ μὴ ἀφιερωθῶσιν οὐδόλως δι’ ἄλλας ἐργασίας.
§125Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). ὑπάρχῃ χρόνος, θὰ ἀπασχοληθῇ ἡ Βουλή.
§126Γ. ΣΕΧΙΩΤΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ περιορίζεται ὁ ἔλεγχος, διότι ἡ Κυβέρνησις θὰ ἔχῃ καὶ ἐπειγούσης σημασίας νομοσχέδια.
§127Ν. ΞΗΡΟΣ. Δὲν τὸ λέγει τὸ νομοσχέδιον αὐτό, ὅτι θὰ κόβεται στὴ μέση ὁ ἔλεγχος διὰ νὰ γίνεται ἡ ἄλλη ἐργασία.
§128Γ. ΣΕΧΙΩΤΗΣ. Εἶναι γνωστὸν ὅτι δὲν τελειώνομεν ὅλην τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν· ἀρκούμεθα μόνον εἰς ὀλίγας ἐπερωτήσεις, διακόπτομεν τὸν ἔλεγχον καὶ συνεχίζομεν τὴν νομοθετικὴν ἐργασίαν καὶ ἐφόσον τὴν πλειονοψηφίαν τὴν διευθύνει ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, αὐτὸς θὰ κανονίζῃ καὶ τὸ ζήτημα τοῦτο.
§129Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν θὰ περιορισθῇ ὁ ἔλεγχος κατὰ τὰς ἡμέρας ταύτας, ἀλλὰ μετ’ αὐτὸν θὰ εἰσερχώμεθα καὶ εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐργασίαν, ὅπως ἐγίνετο ἄλλως τε καὶ μέχρι τοῦδε. Οὐσιαστικῶς τί γίνεται; Ἀφ’ ἧς ἐθέσαμεν μόνον δύο ἡμέρας διὰ τὸν κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον, συνεζητοῦντο αἱ ἀναφοραί, μετὰ τὰς ἀναφορὰς ἤρχιζεν ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου, ἐπειδὴ δὲ σπανίως, ἐπαναλαμβάνω, ἐπρόκειτο περὶ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου καταλήγοντος, ὅπως πρέπει νὰ καταλήγῃ, εἰς ζήτημα ἐμπιστοσύνης εἰς τὴν Κυβέρνησιν, μετὰ τὴν 8ην ὥραν ἢ 8½ διεκόπτετο ἡ συνεδρίασις διὰ νὰ μὴ ἐπαναληφθῇ. Πάντοτε ἐγίνετο οὕτω· σπάνιαι ἦσαν αἱ ἐξαιρέσεις. Τώρα τί θὰ γίνῃ; Θὰ γίνεται κοινοβουλευτικὸς ἔλεγχος καὶ θὰ ἠμποροῦμεν κατόπιν νὰ συνεχίζωμεν τὴν νομοθετικὴν ἐργασίαν. Δὲν βλέπω λοιπὸν νὰ γίνεται οὐδεὶς περιορισμός. Δὲν θὰ ἦτο ὀρθὸν νὰ καταναλίσκωμεν πολλὰς ἡμέρας τῆς ἑβδομάδος διὰ κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον.
§130Γ. ΣΕΧΙΩΤΗΣ. Αἱ ἐξηγήσεις σας, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, δὲν εἶναι ἐπαρκεῖς οὔτε ἱκανοποιητικαί.
§131Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἔχω τὴν ἀξίωσιν νὰ φωτισθῆτε.
§132Γ. ΣΕΧΙΩΤΗΣ. Ἐπειδὴ κακῶς ἐγένετο, δὲν εἶναι ἐπιχείρημα διὰ νὰ ἐξακολουθήσῃ γινόμενον. Βεβαίως δὲν δίδεται ἡ δέουσα προσοχὴ εἰς τὸν κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον καὶ οἱ πλεῖστοι τῶν κ.κ. πληρεξουσίων μετὰ τὰς 8 ὥρας ἀπήρχοντο καὶ δὲν συνεχίζετο ὁ κοινοβουλευτικὸς ἔλεγχος. Ἐπανήρχοντο δὲ μετὰ ταῦτα διὰ νὰ ἀρχίσῃ καὶ συνεχισθῇ μέχρι τῶν πρωινῶν ὡρῶν ἡ νομοθετικὴ ἐργασία. Λοιπὸν αὐτὸ δὲν πρέπει νὰ γίνῃ, κατὰ περισσότερον λόγον διότι ἐγεννήθησαν μεγάλης σημασίας ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἀπασχολοῦσι σοβαρώτατα τὴν Κοινὴν Γνώμην, ὅπως εἶναι αἱ καταχρήσεις, ἐπὶ τῶν ὁποίων πρέπει νὰ γίνῃ εὐρύτερος κοινοβουλευτικὸς ἔλεγχος.
§133Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν φέρει τὴν εὐθύνην ἡ Κυβέρνησις.
§134Γ. ΣΕΧΙΩΤΗΣ. Φέρει τὴν εὐθύνην ἡ Κυβέρνησις διὰ τὰ μέτρα τὰ ὁποῖα τυχὸν θὰ λάβῃ ἢ θὰ ἔπρεπε νὰ λάβῃ διὰ τὰς γενομένας καταχρήσεις. Ἐντεῦθεν θὰ λάβωμεν ἀφορμὴν νὰ ἀνακουφίσωμεν τὸν Ἑλληνικὸν Λαὸν διὰ τοῦ ἐλέγχου· θὰ ζητήσωμεν αὐτὰς τὰς εὐθύνας διὰ τὰς ἰδικάς σας ἐνεργείας, τὰς ὁποίας παρελείψατε νὰ κάμετε πρὸς περιορισμὸν τῶν καταχρήσεων καὶ τῶν ὑπερβασιῶν. Φρονῶ λοιπὸν ὅτι πρέπει διὰ τοὺς λόγους αὐτοὺς νὰ μὴ περιορισθῇ ἀπολύτως ὁ ἔλεγχος.
§135Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Τί προτείνετε;
§136Γ. ΣΕΧΙΩΤΗΣ. Νὰ ὁρισθῶσιν αἱ δύο ἡμέραι ἀποκλειστικῶς διὰ τὸν κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον, αἱ δὲ τέσσαρες ὑπόλοιποι ἡμέραι τῆς ἑβδομάδος νὰ χρησιμοποιῶνται διὰ συντακτικὴν καὶ νομοθετικὴν ἐργασίαν καὶ οὕτω καθ’ ἕνα τρόπον εὔλογον νὰ περιορίσητε τὴν νομοθετικὴν ἐργασίαν, ἡ ὁποία, ὡς καὶ προχθὲς ἀνέφερα, δὲν εἶναι ἀπαραίτητος. Πρέπει νὰ περιορισθῇ εἰς τὰ κατ’ ἐξοχὴν ἐπείγοντα καὶ ἀναγκαῖα νομοθετήματα. Ἔχω λοιπὸν τὴν γνώμην ὅτι δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου ἀφ’ ἑνὸς μὲν περιορίζεται ἡ ἀπόλυτος ἐλευθερία τοῦ λόγου, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον καὶ πρέπει νὰ γίνεται διὰ νὰ καταλήξωμεν ταχέως ἐκεῖ ὅπου πρέπει νὰ καταλήξωμεν διὰ τῆς ἐπιψηφίσεως ταχύτατα τοῦ Συνταγματικοῦ Χάρτου, ἐξ ἄλλου δὲ νὰ ἱκανοποιήσωμεν τὴν εὔλογον ἀξίωσιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ, ὁ ὁποῖος αἰσθάνεται τὴν ἀνάγκην νὰ βλέπῃ τοὺς ἀντιπροσώπους αὐτοῦ ἐλέγχοντας τὴν Κυβέρνησιν.
§137ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καρασεβδᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§138Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Παραξενεύομαι, κύριοι πληρεξούσιοι, πρῶτον διότι εἰσάγεται διὰ ψηφίσματος ἡ τροποποίησις τοῦ Κανονισμοῦ, ὁ ὁποῖος ἰσχύει διὰ τὴν Συνέλευσιν, ἐνῷ οὗτος ἐν ἄρθρῳ 63, παραγράφῳ τελευταίᾳ, λέγει ὅτι ἡ τροποποίησις τοῦ Κανονισμοῦ γίνεται καθ’ ὡρισμένον τρόπον, ἤτοι γίνονται δύο συζητήσεις καὶ δύο ψηφίσεις, καὶ ἡ διάταξις αὕτη τοῦ Κανονισμοῦ τοσοῦτο μᾶλλον ἔπρεπε νὰ τηρηθῇ, ὅσον διὰ τῆς ὑπὸ συζήτησιν τροποποιήσεως ἐπιζητεῖται περιορισμὸς τῆς συζητήσεως, ἤτοι τοῦ πλέον οὐσιωδεστέρου ζητήματος τοῦ Κανονισμοῦ, ἢ μᾶλλον τοῦ σκοποῦ αὐτοῦ, ὅστις εἶναι αἱ συζητήσεις. Νομίζω δὲ ὅτι, ἂν ἐγένετο λάθος, πρέπει νὰ διορθωθῇ τοῦτο, ἔστω καὶ ἂν ἀποφασισθῇ νὰ γίνῃ δευτέρα συζήτησις. Ἔρχομαι ἤδη εἰς δευτέραν παρατήρησιν. Νομίζω, κύριοι πληρεξούσιοι, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ τίθενται ποτὲ περιορισμοὶ εἰς τὴν συζήτησιν. Ἄλλοτε αἱ συζητήσεις πρέπει νὰ εἶναι πολὺ μακραὶ καὶ ἄλλοτε βραχύταται. Ὅταν ἐκ τῶν προτέρων ὁρίζεται ἡ διάρκεια, δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ οἱ περιορισμοὶ αὐτοὶ νὰ σφαγιάζουν τὰς συζητήσεις τῶν σοβαρωτέρων ζητημάτων καὶ διατάξεων ἐπ’ ὠφελείᾳ τῶν ἀσημάντων. Ὁ καλύτερος ὅρος κατ’ ἐμὲ πρὸς διεξαγωγὴν τῶν συζητήσεων εἶναι ἡ πειθαρχία τῶν κομμάτων. Οἱ Ἀρχηγοὶ τῶν κομμάτων πρέπει νὰ ἐνασκήσουν ἐπιβολὴν ἐπὶ τῶν φίλων των καὶ οἱ ὀπαδοὶ νὰ πειθαρχήσουν. Ὁπωσδήποτε ὅμως οἱ περιορισμοὶ εἰσάγονται καὶ ἐδῶ καὶ παντοῦ διότι δὲν ἔχομεν πειθαρχίαν. Ἡμεῖς οἱ ἀνεξάρτητοι θὰ ἀνεχθῶμεν αὐτοὺς τοὺς περιορισμούς, καί, ἂν εἰς τὴν ἐφαρμογὴν ἴδωμεν ὅτι γίνεται ἐνάσκησις αὐτῶν ὑπὸ τῶν Ἀρχηγῶν καὶ τῶν ὀπαδῶν εἰς βάρος τῶν ἀνεξαρτήτων φωνῶν, ἐπιφυλασσόμεθα νὰ διαμαρτυρηθῶμεν καὶ νὰ δώσωμεν συνεπείας εἰς τὰς διαμαρτυρίας μας. Πλὴν τούτου νομίζω ὅτι οἱ περιορισμοὶ οὗτοι δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἰσχύσουν εἰς ὅλας τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος. Δὲν πρέπει νὰ ἰσχύσουν τοὐλάχιστον διὰ τὰς θεμελιώδεις ἢ διὰ τὰς ἐξαιρετικῶς οὐσιώδεις. Ἂς πάρωμεν τὰς διατάξεις περὶ Γερουσίας. Ἠμπορεῖ νὰ ἐνδείκνυται ἡ ἐγκαθίδρυσις τῆς Γερουσίας, διότι θεωρεῖται, ὅπως καὶ ἡ Αὐτοδιοίκησις, μία τῶν βάσεων τῆς ἐξασφαλίσεως τῆς Δημοκρατίας, ἢ διότι εἶναι ἀξίωμα τῆς πολιτικῆς ἐπιστήμης καὶ τῆς πείρας, ἀλλ’ ἀπὸ τὴν Κοινὴν Γνώμην καὶ τὸν Λαὸν δὲν εἶναι ἐνδεδειγμένη, διότι δὲν ἔγινεν ἀκόμη δημοσία συζήτησις σπουδαία. Πῶς εἶναι δυνατὸν εἰς δέκα ὥρας νὰ ἀποφασίσητε νὰ ἐγκαθιδρύσητε τὴν Γερουσίαν καὶ νὰ ὁρίσητε πῶς πρέπει νὰ γίνουν ἐκλογαὶ καὶ τόσα ἄλλα πράγματα, ἀλλὰ καὶ νὰ παρακολουθήσῃ, νὰ μάθῃ ἢ δώσῃ γνώμην ὁ Λαὸς περὶ αὐτῶν; Ἔτσι ἔγινε καὶ μὲ τὸν θεσμὸν τῆς Αὐτοδιοικήσεως. Εἶχα ὁμιλήσει καὶ τότε καὶ εἶπα τὰ αὐτὰ καὶ ὅτι πρέπει νὰ φωτισθῇ ὁ Λαὸς ὁπωσδήποτε, καὶ ὅταν ἐψηφίσθη ἐπῆγα καὶ περιώδευσα εἰς τὴν ἐπαρχίαν μου διὰ νὰ φωτίσω τὸν Λαόν. Μεταβαίνων δὲ ἐκεῖ καθ’ ὁδὸν εὗρον κέντρα μεγάλα, τὰς Πάτρας, τὸ Αἰτωλικόν, τὸ Μεσολόγγιον, νὰ μὴ ἔχουν ἰδέαν. Τὸ ἴδιον δὲν πρέπει νὰ γίνῃ διὰ τὴν Γερουσίαν. Ἐφόσον δὲν ἔχει ὁ κόσμος γνῶσιν τῆς Γερουσίας, πρέπει νὰ γίνῃ εὐρεῖα συζήτησις, ἵνα λάβῃ ἀφορμὴν ὁ Λαὸς νὰ ἀντιληφθῇ καὶ νὰ συζητήσῃ, ὡς καὶ ὁ Τύπος καὶ οἱ πάντες. Δὲν νομίζω λοιπὸν ὅτι οἱ περιορισμοὶ αὐτοὶ πρέπει νὰ ἰσχύσουν εἰς αὐτὰς τὰς οὐσιώδεις διατάξεις τοῦ Συντάγματος, διότι, ἂν δὲν ἐπιτραπῇ ἐπ’ αὐτῶν τῶν διατάξεων εὐρεῖα συζήτησις, ἐγὼ τοὐλάχιστον θὰ παύσω νὰ εἶμαι πληρεξούσιος. Καὶ μίαν τελευταίαν παρατήρησιν ἔχω νὰ κάμω. Ἐκτιμῶ ὄχι ὀλιγώτερον ἀπὸ κανένα, περισσότερον ἴσως ἀπὸ ἄλλους, τὰς πολλὰς γνώσεις καὶ τὴν ἐμπειρίαν τοῦ ἀξιοτίμου κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ παρετήρησα ὅτι ἔχει δύο ἐσφαλμένας προφανῶς γνώμας ἐπὶ ζητημάτων σχετιζομένων μὲ τὰς συζητήσεις τῆς Συνελεύσεως καὶ τὴν ἐπίσπευσιν αὐτῶν. Πρῶτον ἔχει μεγάλην ἰδέαν περὶ τῆς ἐργασίας ἡ ὁποία γίνεται εἰς τὰς Ἐπιτροπάς. Δὲν ἠξεύρω τί κάμνουν αἱ Ἐπιτροπαὶ εἰς τὰ ἄλλα μέρη, ἂν καὶ δι’ αὐτὰς διακεκριμένοι πολιτειολόγοι καὶ πολιτικοὶ ἄνδρες, ὡς ὁ λόρδος Πράϊς, ὁ ὁποῖος νομίζω ὅτι εἶναι καὶ πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς μεταρρυθμίσεως τῆς Γερουσίας εἰς τὴν Ἀγγλικὴν Βουλὴν καὶ καθηγητὴς τοῦ Πανεπιστημίου, εἶπεν ὅτι ἡ ἐργασία διὰ τῶν Κοινοβουλευτικῶν Ἐπιτροπῶν τείνει νὰ φέρῃ τὴν χειροτέραν παρέκκλισιν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος. Ἀλλ’ ὁπωσδήποτε, ἂν εἰς τὰ ξένα Κράτη αἱ Κοινοβουλευτικαὶ Ἐπιτροπαὶ ηὐδοκίμησαν, εἰς ἡμᾶς ποσῶς δὲν ἀπέδωσαν καρπούς· κανεὶς δὲν ἐργάζεται εἰς τὰς Ἐπιτροπάς αὐτὰς καὶ κανεὶς δὲν δίδει σημασίαν εἰς τὰς ἐργασίας των. Ἀλλὰ καὶ ἂν ὑπῆρχε καὶ ἐδῶ αὐτὴ ἡ ἄσκησις τῆς ἐργασίας εἰς τὰς Ἐπιτροπάς, καὶ πάλιν νομίζω ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ παίξουν σπουδαῖον ρόλον διὰ τὸ Σύνταγμα, διότι αἱ συνταγματικαὶ διατάξεις δὲν ἠμποροῦν νὰ προέλθουν ἀπὸ τὶς κλειστὲς κάμαρες, ἀλλ’ ἀπὸ τὰς δημοσίας συζητήσεις τῆς Συνελεύσεως, καταλήγουσαι εἰς τὰς Ἐπιτροπάς μόνον διὰ τὴν τεχνικὴν διασκευὴν καὶ τὴν συνακολουθίαν. Ἀπόδειξις εἶναι τὸ κακὸν τὸ ὁποῖον διὰ τῶν τοιούτων Ἐπιτροπῶν ὡς κυρίων ὀργάνων ἐκάμετε πάντες οἱ Ἀρχηγοὶ καὶ τόσοι ἄλλοι εἰς τὸ ζήτημα τῆς Γερουσίας, καὶ ὅταν ἔλθῃ ἡ συζήτησις, τότε θὰ σᾶς τὸ εἴπω. Ἔπειτα ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, διὰ νὰ κανονίζῃ τὴν διάρκειαν τῶν ἐργασιῶν τῆς Συνελεύσεως, λαμβάνει ὡς μέτρον τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς τὴν διάρκειαν τῶν ἐργασιῶν τῆς διπλῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ ποία ἀναλογία ὑπάρχει μεταξὺ αὐτῆς καὶ τῆς Συνελεύσεως; Τότε ἐπρόκειτο νὰ ψηφισθοῦν ἀσήμαντοι διατάξεις τοῦ Συντάγματος, ἐνῷ τώρα πρόκειται νὰ ψηφισθοῦν θεμελιώδεις τοιαῦται μετὰ μίαν μεταβολὴν καθεστῶτος. Τότε ἤρχετο ἡ Συνέλευσις μετὰ ὁμαλὸν βίον, μετὰ μίαν εἰρηνικωτάτην ἐπανάστασιν εἰς τὸ Γουδῆ καὶ ἕνα μέγαν Βενιζέλον· τώρα ἔρχεται μετὰ 10–15 ἐπαναστάσεις, πολέμους καὶ καταστροφὰς πρωτοφανεῖς. Ἐκ τούτων ἐγεννήθησαν ἄπειρα ζητήματα, ὥστε κανὲν Κράτος νὰ μὴ παρουσιάζῃ τόσα πολλὰ καὶ μεγάλα ζητήματα, τὰ ὁποῖα νὰ ἀπασχολοῦν καὶ τὴν Κυβέρνησιν καὶ τοὺς βουλευτάς. Εἴδετε τί σᾶς εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως; «Δὲν ἠμπορῶ νὰ παρακολουθήσω, διότι μὲ ἀπασχολοῦν τόσα ζητήματα». Ὅταν δὲ οἱ πάντες ἀπασχολούμεθα μὲ τόσα ζητήματα, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπαρκέσωμεν εἰς μικρὸν διάστημα νὰ συζητήσωμεν καὶ ψηφίσωμεν Σύνταγμα; Δὲν ὑπάρχει λοιπὸν ἀναλογία μεταξὺ τῆς Συνελεύσεως ἐκείνης καὶ αὐτῆς, ἀλλ’ ἂν ὑπάρχῃ τοιαύτη, τότε διατί δὲν ἐφαρμόζεται; Αἱ ἐργασίαι τῆς διπλῆς Βουλῆς πρὸς μεταρρύθμισιν τοῦ Συντάγματος διήρκεσαν ἕνα χρόνον. Καὶ ἔγιναν μὲν διακοπαὶ μικραί, ἀλλ’ αὗται ἦσαν χρήσιμοι πρὸς μελέτην, παρασκευὴν καὶ κατανόησιν ὅλων τῶν συζητήσεων. Ἀφοῦ δὲ τόσον αὗται διήρκεσαν, πῶς αἱ τῆς παρούσης Συνελεύσεως θὰ διαρκέσουν ὀλιγώτερον; Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως φαίνεται ἐπειγόμενος νὰ τελειώσῃ τὴν ψήφισιν τοῦ Συντάγματος διὰ νὰ τερματίσῃ καὶ τὰς ἐργασίας τῆς Συνελεύσεως. Ἀλλὰ νομίζετε, κύριοι, ὅτι ὅταν ψηφίσωμεν τὸ Σύνταγμα ἠμποροῦμε νὰ πᾶμε εἰς ἐκλογὰς χωρὶς νὰ ἱκανοποιήσωμεν κάπως τὰς ἀνάγκας τοῦ Λαοῦ μετὰ μίαν πρωτοφανῆ καταστροφήν; Πῶς θὰ προχωρήσωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ Συντάγματος ἐσπευσμένως, ὅταν θ’ ἀπασχολούμεθα μὲ τὴν πλήρωσιν τοιούτων ἀναγκῶν τοῦ Λαοῦ; Ἀλλὰ καὶ ἐὰν ἡμεῖς δυνηθῶμεν, ὁ Λαὸς δὲν θὰ ἠμπορῇ νὰ δίδῃ οὐδεμίαν προσοχὴν εἰς τὰς συζητήσεις μας. Πρέπει λοιπὸν παραλλήλως μὲ τὴν ψήφισιν τοῦ Συντάγματος νὰ λαμβάνωμεν μέτρα πρὸς ἱκανοποίησιν τῶν ἀναγκῶν του, καὶ τότε καὶ ἡμεῖς θὰ εἴμεθα ἡσυχώτεροι καὶ ὁ Λαὸς καὶ οἱ πάντες, ὅταν βλέπουν ἱκανοποιουμένας τὰς ἀνάγκας αὐτοῦ, θὰ παρακολουθοῦν τὰς συζητήσεις μας καὶ θὰ φωτίζεται ἢ θὰ προσφέρῃ τὰς γνώμας του.
§139ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καφαντάρης ἔχει τὸν λόγον.
§140Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Οὐδείς, ἂν καλῶς ἀντελήφθην, ἐξαιρέσει ἴσως τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου ἐκ Ξηρομέρου, διετύπωσεν ἀντιρρήσεις κατ’ ἀρχὴν ἐναντίον τοῦ περιορισμοῦ τῶν συζητήσεων ἐντὸς λογικοῦ ὁρίου. Ἀνεγνωρίσθη παρὰ πάντων ὅτι πᾶν ἄλλο ἢ ὠφέλιμος εἶναι ἡ παρέλκυσις καὶ ἡ ἀταξία τῶν συζητήσεων. Ὁ κανονισμὸς ἡμῶν εἶναι ἴσως ὁ ἐλευθεριώτερος, συνάμα δὲ καὶ ὁ ἀτελέστερος ὅλων. Εἶναι ὁ ἐλευθεριώτερος διότι δὲν ὑπάρχει οὐδεὶς περιορισμὸς τῶν συζητήσεων. Εἶναι ὁ ἀτελέστερος διότι δὲν ἀναγράφεται οὐδεμία κύρωσις ἐν τῇ διαχειρίσει τῆς πειθαρχικῆς ἐξουσίας καὶ οὐδεμία πρόνοια διὰ τὴν συστηματοποίησιν τῶν ἐργασιῶν εἰς τὰς Κοινοβουλευτικὰς Ἐπιτροπάς. Ἡ ἐλευθεριότης αὕτη τοῦ Κανονισμοῦ εἶναι σύμφωνος βεβαίως πρὸς τὰς παραδόσεις μας, ὅπως εἶπεν ὁ ἀξιότιμος πληρεξούσιος ἐκ Μαντινείας. Ἀλλὰ τῶν παραδόσεων αὐτῶν ἔχομεν δυστυχῶς πεῖραν πικροτάτην. Εἶναι γνωστὸν ὅτι εἰς χρόνους παλαιοτέρους οὐδὲν ὑπῆρχε κώλυμα εἰς οἱονδήποτε ἐκ τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ Λαοῦ νὰ φέρῃ ἐπὶ τάπητος ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ζητήματα, τὰ ὁποῖα ὑπετίθετο μὲν ὅτι ἔτεινον εἰς τὴν ἐνάσκησιν κυβερνητικοῦ ἐλέγχου, τὰ ὁποῖα ὅμως παρέλυον τελείως τὸ κοινοβουλευτικὸν ἔργον. Καὶ ἕνεκα τοῦ λόγου τούτου περιῆλθον αἱ παλαιαὶ Βουλαὶ σχεδὸν εἰς τελείαν ἀδράνειαν νομοθετικήν, τὸ δὲ κῦρος αὐτῶν εἰς τελείαν κατάπτωσιν, ἀπολήξασαι εἰς τὴν λαϊκὴν ἐξέγερσιν τοῦ 1909. Ἓν τῶν πρώτων μελημάτων τῆς ἐπαναστάσεως ἐκείνης ὑπῆρξε νὰ θέσῃ ὁπωσδήποτε τάξιν τινὰ εἰς τὰς συζητήσεις. Ἀντίρρησις λοιπὸν κατ’ ἀρχὴν δὲν διετυπώθη οὐδεμία, καὶ εὐλόγως. Ἠκούσθησαν ὅμως ἐπιφυλάξεις ἐπὶ τῶν λεπτομερειῶν καὶ ἰδίως ἐπὶ δύο σημείων· πρῶτον ἐπὶ τοῦ αὐτομάτου περιορισμοῦ τῶν συζητήσεων μετὰ τὴν παρέλευσιν τοῦ 14ώρου χωρὶς ἡ Βουλὴ νὰ ἐρωτηθῇ ἂν πράγματι ὑπάρχουν ἢ δὲν ὑπάρχουν κενὰ χρήζοντα συμπληρώσεως, καὶ δεύτερον ὡς πρὸς τὸν περιορισμὸν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου εἰς δύο μόνον ἡμέρας καθ’ ἑβδομάδα. Ἐπὶ τοῦ πρώτου ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐδέχθη ἤδη τὴν τροπολογίαν τὴν προταθεῖσαν, ὅπως μετὰ τὴν παρέλευσιν τοῦ 14ώρου ἐρωτᾶται ἡ Συνέλευσις ἂν κρίνει τὴν συζήτησιν ἐξαντληθεῖσαν. Δὲν ἐδέχθη οὐχ ἧττον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀναπτύξεις μετὰ τὴν πάροδον τοῦ δεκαώρου διὰ τὴν ἀνάγκην τῆς συνεχίσεως τῆς συζητήσεως. Ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι εἰς τὸ ζήτημα αὐτὸ δὲν θὰ ἠδυνάμην νὰ ἔχω γνώμην διάφορον τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία ὑπέχει εὐθύνας βαρείας διὰ τὸν ταχὺν τερματισμὸν τοῦ συντακτικοῦ ἔργου καὶ τὴν ἀποκατάστασιν τῆς ὁμαλότητος. Ὁ δὲ ταχὺς τερματισμὸς ἀποτελεῖ ὅρον προκαταρκτικὸν τῆς ἐπανόδου εἰς τὴν ὁμαλότητα. Θὰ ἠδύνατο ὅμως, συμφωνούσης τῆς Κυβερνήσεως, νὰ ἐπέλθῃ συμβιβασμός, ἐπερχομένου τοῦ τερματισμοῦ μετὰ τὴν ἀκρόασιν δύο ἀγορητῶν, ἑνὸς ἐξ ἑκατέρας τῶν ἀπόψεων, ἀφιεμένης τῆς ἐκλογῆς τοῦ προσώπου εἰς τὴν ἀπόλυτον διάθεσιν τοῦ Προέδρου τῆς Συνελεύσεως, ἐν τῇ πεποιθήσει ὅτι θὰ ἐκλέξῃ τοὺς ἐγκυροτέρους πληρεξουσίους. Ἐπὶ τῆς ἑτέρας ἀντιρρήσεως τῆς ἀφορώσης τὸν κανονισμὸν τῶν ἡμερῶν διὰ τὴν συνταγματικὴν συζήτησιν καὶ τὸν ἔλεγχον, θὰ ὑποβάλω εἰς τὴν κρίσιν τῆς Κυβερνήσεως δύο ἀπόψεις. Δὲν θεωρῶ βεβαίως ὅτι διὰ τοῦ καθορισμοῦ τούτου περιορίζεται ὁ κοινοβουλευτικὸς ἔλεγχος. Εἶμαι πληρέστατα σύμφωνος ὅτι ὁ κοινοβουλευτικὸς ἔλεγχος ὁ κατατριβόμενος εἰς λεπτομερείας δὲν ἐξαίρει ἀλλὰ καταρρίπτει τὸ κῦρος τοῦ Κοινοβουλίου. Διότι θίγει καὶ δὲν στερεώνει τὸ κῦρος τοῦ Κοινοβουλίου ἐπὶ ἀσημάντων ζητημάτων μὴ ἀπασχολούντων τὴν Δημοσίαν Γνώμην. Ἄλλως τε δὲ δύο ἡμέραι τῆς ἑβδομάδος ἀρκοῦν. Ἀξία ὅμως προσοχῆς εἶναι ἡ ἀνεπάρκεια τοῦ χρόνου διὰ τὴν προπαρασκευὴν καὶ τῶν πληρεξουσίων καὶ τῆς Συνελεύσεως γενικῶς καὶ τῆς Κυβερνήσεως ἀκόμη διὰ τὴν συντακτικὴν ἐργασίαν. Θὰ ἐπρότεινα λοιπὸν δύο ἡμέρας τῆς ἑβδομάδος διὰ τὸν ἔλεγχον καὶ τὴν νομοθετικὴν ἐργασίαν, τρεῖς διὰ τὸ Σύνταγμα καὶ μίαν ἡμέραν τῆς ἑβδομάδος ἀκαθόριστον, ὅπως χρησιμοποιῆται καταλλήλως. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις δὲν συμφωνῇ, θὰ συνίστων νὰ τροποποιηθῇ ἡ διάταξις τοῦ Κανονισμοῦ, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ σειρὰ τῆς συζητήσεως τῆς συντακτικῆς καθορίζεται ἐπὶ τῇ βάσει τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος, ὅπως ἀποκτήσωμεν μεγαλυτέραν εὐχέρειαν διὰ τὸν καθορισμὸν τῆς σειρᾶς τῶν συζητήσεων. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐπρότεινε καί τι ἄλλο, δηλαδὴ νὰ καθορίζεται ἡ Ἡμερησία Διάταξις ἐκ τῶν προτέρων, περιλαμβάνουσα 25 μόνον νομοσχέδια. Χαίρω εἰλικρινῶς διὰ τὴν πρότασιν ταύτην. Θὰ ὑπεδείκνυα μάλιστα συστηματικωτέραν κατάρτισιν τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως διὰ τῆς ἀναγραφῆς εἰς αὐτὴν νομοσχεδίων, εἰς τρόπον ὥστε καὶ ὁ ἔλεγχος αὐτῶν νὰ εὐκολύνεται καὶ εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς νὰ παρέχεται χρόνος ἐπαρκὴς πρὸς συντονωτέραν παρακολούθησιν τῶν ὑποθέσεων τοῦ κλάδου των. Πρέπει νὰ ἐγκαταλείψωμεν, ὅσον καὶ ἂν εἶναι λυπηρὸν διὰ τὸν ἀξιότιμον πολιτευτὴν ἐκ Μαντινείας, καὶ τὴν ἄστοχον παράδοσιν τὴν ὑποχρεοῦσαν ὅλους τοὺς Ὑπουργοὺς νὰ παρίστανται ἄνευ λόγου εἰς τὰς συνεδριάσεις. Τί θέλετε νὰ πράξῃ σήμερον ὁ Ὑπουργὸς ὅταν τὰς μεταμεσημβρινὰς καὶ νυκτερινὰς ὥρας ἄπρακτος παρακολουθεῖ συζητήσεις αἱ ὁποῖαι δὲν τὸν ἐνδιαφέρουν καὶ διαθέτει τὰς ὑπολοίπους ὥρας του εἰς ἀκροάσεις; Ἡ πρωτοβουλία ἐκφεύγει ἐκ τῶν χειρῶν τοῦ Ὑπουργοῦ καὶ περιέρχεται εἰς τὰς Ὑπηρεσίας. Εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι ὁ Κανονισμός μας χρήζει ριζικωτέρας τροποποιήσεως, καὶ νομίζω ὅτι ὀφείλομεν σοβαρῶς νὰ λάβωμεν τοῦτο ὑπ’ ὄψιν ἐπὶ τῷ σκοπῷ καὶ τὴν πειθαρχικὴν ἐξουσίαν νὰ ἐνισχύσωμεν καὶ τὰς ἐργασίας τῶν Ἐπιτροπῶν νὰ προαγάγωμεν. Διότι μόνον ὑπὸ τοὺς δύο τούτους ὅρους τὸ ἔργον τῆς παρούσης Συνελεύσεως, ἀλλὰ καὶ τῶν μελλουσῶν Βουλῶν, εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποβῇ τελεσφόρον. Αἱ διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ ἔχουν ἴσην βαρύτητα καὶ ἐπίδρασιν πρὸς τὰς συνταγματικάς, ἂν μὴ καὶ μεγαλυτέραν (χειροκροτήματα).
§141ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔχει τὸν λόγον.
§142Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω, κύριοι, ὅτι θὰ καταλήξωμεν πάντες εἰς συμπέρασμα, ἂν δεχθῶμεν τὰς ἑξῆς τροποποιήσεις: Τὰ 25 νομοσχέδια νὰ γίνουν 20, διότι θὰ ὑπάρχουν πολλὰ ἀπὸ αὐτά, τὰ ὁποῖα δὲν θὰ μᾶς ἀπασχολήσουν σοβαρῶς. Ὅσον ἀφορᾷ τὸν προσδιορισμὸν τῶν νομοσχεδίων τούτων, ἡ Κυβέρνησις ἔχουσα ὑπ’ ὄψιν της τὸν πίνακα τῶν νομοσχεδίων, θὰ κανονίζῃ τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν κατὰ συναίνεσιν τῆς Συνελεύσεως. Ἀλλὰ διὰ νὰ δοθῇ ἡ συναίνεσις τῆς Συνελεύσεως πρέπει νὰ προπαρασκευάζεται αὕτη διὰ συνεννοήσεως γινομένης μεταξὺ τῶν ἐγκυροτέραν γνώμην ἐχόντων ἀρχηγῶν τῶν διαφόρων τῆς Συνελεύσεως ἀποχρώσεων. Τοῦτο εἶχεν ὑπ’ ὄψιν της ἡ Κυβέρνησις. Ἐν τῷ προσδιορισμῷ τούτῳ θὰ ἀποβλέψῃ εἰς τὸ συντακτικὸν ἔργον, κατὰ τὴν ὀρθοτάτην ἀντίληψιν τὴν ὁποίαν ἀνέπτυξεν ὁ κύριος ἐξ Εὐρυτανίας συνάδελφος. Θὰ ἐπιτρέπεται ἡ ἀποκαθήλωσις τῶν Ὑπουργῶν ἀπὸ τῶν ἑδρῶν τῆς αἰθούσης ταύτης καὶ ἡ ἐπίδοσις αὐτῶν εἰς τὰ ἄλλα των ἔργα. Ἐπίσης δὲν εἶναι δύσκολον νὰ ἀποδεχθῶμεν, νομίζω δὲ ὅτι θὰ μείνωμεν σύμφωνοι καὶ εἰς τοῦτο, ὅπως ἐπὶ 10 λεπτὰ τῆς ὥρας ἀκούεται ὁ ἀντιλέγων.
§143Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἐπὶ 5 λεπτὰ εἶχον προτείνει ἐγώ.
§144Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἀκούωνται δύο ἀπὸ 5 λεπτὰ ἕκαστος· εἷς ὅστις θὰ ἀντιλέγῃ καὶ εἷς ὅστις θὰ ὑποστηρίζῃ ὅτι ἡ Συνέλευσις ἐφωτίσθη. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ κατελήγομεν εἰς τὸ ἑξῆς συμπέρασμα. Ἐὰν ἡ Συνέλευσις ἀποφανθῇ καταφατικῶς, θεωρεῖται περατωθεῖσα ἡ συζήτησις καὶ ἐφαρμόζεται τὸ ἑπόμενον ἄρθρον 8 περὶ ψηφοφοριῶν. Ἐὰν ἡ Συνέλευσις ἀποφανθῇ ἀποφατικῶς, ἡ συζήτησις ἐξακολουθεῖ μέχρις οὗ ἡ Συνέλευσις ἀποφανθῇ κατὰ τὰ ἄνω ὅτι ἐφωτίσθη, ἀκουομένων δύο τῶν πληρεξουσίων, ἑνὸς ἀντιλέγοντος καὶ ἑνὸς ἀποκρούοντος αὐτόν. Ἡ ἀγόρευσις αὐτῶν δὲν δύναται νὰ ὑπερβῇ τὰ 10 λεπτὰ τῆς ὥρας. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν παράγραφον 4: «Ἐφ’ ὅσον θὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ ἐπὶ τοῦ Συντάγματος ἐργασία τῆς Δʹ τῶν Ἑλλήνων Συντακτικῆς Συνελεύσεως αὕτη κατὰ κανόνα κλπ.», ἐξεπίτηδες, ὡς εἶπον, ἐτέθησαν αἱ λέξεις κατὰ κανόνα, ὥστε νὰ ἐπιτρέψουν τὴν ἐλαστικότητα τὴν ὁποίαν ὑπηνίχθη ὁ κύριος ἐξ Εὐρυτανίας πολιτευτής. Καὶ ἐγὼ ὑποθέτω ὅτι δὲν θὰ δυνηθῶμεν νὰ συνεχίσωμεν τὴν συζήτησιν ἐπὶ τέσσαρας ἡμέρας, ἀλλ’ ἂν ὑπάρχῃ μία ἔκτακτος συζήτησις, διατί νὰ μὴ ἐξακολουθήσῃ αὕτη; Θὰ ἠδυνάμην καὶ θὰ ηὐχόμην νὰ φθάσωμεν, ἂν ὁμαλῶς διεξάγωνται αἱ συζητήσεις, εἰς τὴν ὑπόδειξιν τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ κ. ἐξ Εὐρυτανίας πολιτευτής, νὰ καθιερώσωμεν δηλαδὴ τὸ Σάββατον ὡς ἡμέραν οὐχὶ ἀναπαύσεως βεβαίως, ἀλλ’ ὡς ἡμέραν προπαρασκευῆς διὰ τὴν ἐργασίαν τῆς ἑβδομάδος. Διότι, ὅπως οἱ Ὑπουργοί, οὕτω καὶ οἱ πληρεξούσιοι εἶναι ἀπησχολημένοι τὸ πρωῒ εἰς τὰς διαφόρους ἐργασίας των καὶ τὸ ἀπόγευμα ἐδῶ. Οὕτω θὰ ἔχωμεν εἰς τὴν διάθεσίν μας χρόνον τινὰ ἵνα ἀσχοληθῶμεν μὲ τὴν ἐργασίαν τῆς ἑβδομάδος, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον θὰ ἦτο ἐπιθυμητόν. Ἀλλὰ τοῦτο θὰ ἐξαρτηθῇ ἀπὸ τὴν ὁμαλότητα τῶν συζητήσεων κατὰ τὴν ἐργασίαν.
§145Ι. ΞΗΡΟΣ. Καλὸν θὰ ἦτο, κύριε Πρόεδρε, αἱ τροπολογίαι ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ Συντάγματος νὰ ὑποβάλλωνται δύο ἡμέρας τοὐλάχιστον πρὸ τῆς συζητήσεως.
§146Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ὀρθότατον.
§147Σ. ΓΟΝΑΤΑΣ. Νομίζω ὅτι καλὸν θὰ ἦτο νὰ τροποποιηθῇ ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 4 καὶ νὰ γίνεται ἡ ἐργασία ἐπὶ τοῦ Συντάγματος ἐναλλάξ· δηλαδὴ νὰ ὁρισθῶσιν αἱ ἡμέραι τῆς ἐπ’ αὐτοῦ συζητήσεως ἐναλλὰξ καὶ ἐν τῷ μεταξὺ τὰς ἄλλας ἡμέρας ν’ ἀπασχολῆται ἡ Συνέλευσις εἰς τὰς ἄλλας αὐτῆς ἐργασίας. Τότε θὰ καθίσταται μᾶλλον δυνατὸν νὰ διανέμεται καὶ ἡ Ἡμερησία Διάταξις ἐγκαίρως.
§148Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπροτίμησα νὰ μὴ ἔχωμεν ἐναλλὰξ ἡμέραν συζητήσεως ἐπὶ τοῦ Συντάγματος, διότι ἀναμφισβητήτως θὰ ὑπάρχωσιν ἡμέραι κατὰ τὰς ὁποίας ἡ συζήτησις θὰ παραταθῇ πλέον τοῦ 10ώρου, καὶ τότε ἐν τῇ παρατάσει τῆς συζητήσεως ἀμέσως τὴν ἑπομένην θὰ εἶναι νωπότεραι αἱ ἀγορεύσεις διὰ τοὺς προτιθεμένους νὰ ὁμιλήσωσιν.
§149Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Πλησιάζομεν εἰς σύμπτωσιν ἀντιλήψεων, καὶ αὐτὸ εἶναι πολὺ εὐχάριστον. Εἶναι καλὸν ἐκ κοινῆς συνεννοήσεως νὰ γίνῃ ὁ κανονισμὸς τῶν ἐργασιῶν τοῦ Σώματος. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν clauture, τὸ κλείσιμον τῆς συζητήσεως, εἶμαι σύμφωνος νὰ ἐπιτραπῇ εἰς ἕνα ἀγορητὴν καὶ τὸν Πρόεδρον τῆς Συνελεύσεως νὰ ἐρωτήσῃ ποῖος θέλει νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν ἄποψιν. Ἐπεθύμουν ὅμως νὰ τεθῇ ὅτι μετὰ τὸ δεκάωρον δικαιοῦται ἡ Συνέλευσις, κατὰ πρότασιν οἱουδήποτε, νὰ ἀποφασίσῃ τὸν τερματισμὸν τῆς συζητήσεως, ἐρωτωμένη δι’ ἀναστάσεως καὶ ἀφοῦ, ἂν ὑπάρξῃ ἀντίρρησις, ἀκουσθῇ εἷς ἐξ ἑκατέρας ἀπόψεως.
§150Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Συμφωνεῖτε εἰς 5 λεπτὰ ἢ εἰς 10;
§151Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὅταν δώσητε τὸ δικαίωμα εἰς ἕνα τῶν Ἀρχηγῶν τῶν κομμάτων νὰ ἐκθέσῃ τὰς ἀντιλήψεις του, δὲν ὑπάρχει κίνδυνος καταχρήσεως. Τὸ πρᾶγμα εἶναι ἐντελῶς ἐπουσιῶδες καὶ εἷς λόγος διὰ τὸν ὁποῖον ἔφερα αὐτὰς τὰς παρατηρήσεις εἶναι διὰ νὰ ριζοβολήσῃ ὁ θεσμὸς τοῦ κλεισίματος τῶν συζητήσεων, διὰ τὸν ὁποῖον ὅλοι εἴμεθα σύμφωνοι. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἄλλο θέμα, ἐπαναλαμβάνω ὅτι, ἐφόσον εἰς τὸ χέρι τῆς Κυβερνήσεως εἶναι νὰ κανονίσῃ τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν καὶ ἐφόσον ὑπάρχει ἡ παράδοσις ὅτι κατὰ τὰς ἡμέρας τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου κάμνομεν καὶ νομοθετικὴν ἐργασίαν, δὲν ὑπάρχει οὐδεὶς λόγος νὰ γίνῃ τροποποίησις τοῦ Κανονισμοῦ ὡς πρὸς αὐτό. Εἶμαι ἀπολύτως καὶ ἐγὼ σύμφωνος μαζί σας ὅτι ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον τὰς ἡμέρας τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου δὲν ἀσκεῖται πραγματικὸς κοινοβουλευτικὸς ἔλεγχος. Δὲν συμφωνῶ εἰς τὸ ὅτι κάθε κοινοβουλευτικὸς ἔλεγχος πρέπει νὰ ἔχῃ σκοπὸν τὴν ἀνατροπὴν τῆς Κυβερνήσεως. Αὐτὴ ἦτο ἡ ἀντίληψις ἡ ὁποία ἐπεκράτει τὸν τελευταῖον καιρόν. Εἶναι δυνατὸν ὁ κοινοβουλευτικὸς ἔλεγχος νὰ ἀφορᾷ ἁπλῶς μίαν πρᾶξιν ἑνὸς Ὑπουργοῦ ἢ ἑνὸς ὑπαλλήλου. Καὶ νομίζω ὅτι πρέπει, προκειμένου περὶ ἐλέγχου κυβερνητικῆς ἢ διοικητικῆς ἐνεργείας, νὰ δίδεται κάθε ἐλευθερία. Τὸ ζήτημα εἶναι ὅτι δὲν συμφέρει εἰς τὰς ἐργασίας τοῦ Σώματος νὰ ἀσχολῆται τοῦτο εἰς μικρὰ ζητήματα, ἀλλ’ ὑπάρχουν πολλάκις μερικαὶ περιπτώσεις αἱ ὁποῖαι ἔχουν μεγάλην σημασίαν. Ἐκτὸς τούτου δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν ὅτι τὰς ἡμέρας τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου πολλάκις τὰς χρησιμοποιοῦμεν δι’ ἀνάπτυξιν θεμάτων, τὰ ὁποῖα δὲν ἀποτελοῦν συζήτησιν νομοθετικήν, ἀλλ’ ἀποτελοῦν ἀνάπτυξιν θεμάτων, τῶν ὁποίων ἔχουν ἀνάγκην αἱ Συνελεύσεις. Καὶ σᾶς ὑπενθυμίζω τὴν ἀνάπτυξιν ἡ ὁποία ἔγινεν ἐδῶ διὰ τὸ προσφυγικὸν ζήτημα. Διὰ τὴν ἀνάπτυξιν αὐτὴν ἐχρησιμοποιήθησαν αἱ ἡμέραι τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου. Ἄν δὲν εἴχομεν τὴν ἐλευθερίαν αὐτήν, θὰ ἦτο δύσκολον νὰ ἀκούσωμεν τὴν διαφωτιστικωτάτην ἐκείνην ἀνάπτυξιν τοῦ προσφυγικοῦ ζητήματος.
§152Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ κατὰ κανόνα ἐπιτρέπει αὐτὸ τὸ ὁποῖον λέγετε.
§153Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θὰ ἐπεθύμουν εἶναι νὰ διασαφηνισθῇ ἂν θὰ εἶναι εἰς τὸ χέρι τῆς πλειονοψηφίας νὰ εἴπῃ «σταματῶ τὸν κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον διὰ νὰ γίνῃ νομοθετικὴ ἐργασία».
§154Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ὄχι.
§155Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἄν δὲν πρόκειται νὰ γίνῃ αὐτό, δὲν ἔχω καμμίαν ἀντίρρησιν· διότι, ὅπως διατυποῦται, φαίνεται ὅτι ἡ πλειονοψηφία κάθε Πέμπτην θὰ ὁρίζῃ ἂν θὰ γίνῃ κοινοβουλευτικὸς ἔλεγχος ἢ νομοθετικὴ ἐργασία, καὶ δὲν θὰ εἶναι ὁ κοινοβουλευτικὸς ἔλεγχος ὅστις θὰ ἀποβλέπῃ εἰς τὴν ἀνατροπὴν τῆς Κυβερνήσεως. Τώρα ἔχει δίκαιον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς λέγων ὅτι πρέπει νὰ φύγωμεν ἀπὸ τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἐπερωτήσεων, τῶν αἰτιάσεων τῶν φίλων τῆς Κυβερνήσεως, αἱ ὁποῖαι δὲν ἀποβλέπουν βεβαίως εἰς τὴν ἀνατροπὴν τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ εἰς ἐξυπηρέτησιν τοπικῶν συμφερόντων καὶ τοπικῶν ἀπόψεων· ἀλλὰ τοῦτο εἶναι ζήτημα τοῦ Προέδρου τῆς Συνελεύσεως. Θὰ παρακαλέσω καὶ ἐγὼ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Συνελεύσεως νὰ ἀσκήσῃ ἕνα αὐστηρότατον ἔλεγχον εἰς τὴν σύνταξιν τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως τῶν ἐπερωτήσεων, ὥστε νὰ μὴ παριστάμεθα εἰς τὸ θέαμα τῶν φίλων τῆς Κυβερνήσεως, ἐπερωτώντων τὴν Κυβέρνησιν διὰ νὰ κάμουν μίαν διαφήμισιν τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν ἐπαρχίαν των.
§156ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Ἀλλὰ καὶ αἱ ἐπερωτήσεις αὗται χρειάζονται.
§157Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Αὐτὰ εἶναι ζητήματα ἀναφορῶν. Ὁ σκοπὸς τῶν ἐπερωτήσεων εἶναι ὁ ἔλεγχος τῆς Κυβερνήσεως. Ἐπίσης δὲν ἔχω καμμίαν ἀντίρρησιν νὰ δεχθῶμεν τὸ ἀγγλικὸν σύστημα, τὸ ὁποῖον ὁ ἀξιότιμος ἐξ Εὐρυτανίας συνάδελφος ἐπρότεινε νὰ καθιερώσωμεν.
§158Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ὄχι, ὄχι· δὲν ἐπρότεινα οὔτε τὸ ἀγγλικὸν οὔτε τὸ γερμανικόν. Ἐγὼ ἐπρότεινα ἡ ἡμέρα τοῦ Σαββάτου νὰ εἶναι διατεθειμένη ὄχι διὰ τὴν ἀνάπαυσιν, κατὰ τὸ ἀγγλικὸν σύστημα, ἀλλὰ διὰ τὴν προπαρασκευὴν τῶν πληρεξουσίων.
§159Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Αὐτὸ εἶναι ζήτημα ἐντελῶς τῆς ἐλευθερίας τῶν πληρεξουσίων. Σεῖς θέλετε νὰ καθιερώσητε ἓν σύστημα τὸ ὁποῖον ἰσχύει ἤδη εἰς τὴν Ἀγγλίαν.
§160Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Σύστημα προπαρασκευῆς.
§161Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν σᾶς κατηγόρησα, κύριε συνάδελφε, ὥστε δὲν ὑπάρχει κανεὶς λόγος νὰ διαμαρτύρεσθε. Δὲν εἶναι κατηγορία ἂν λαμβάνεται ἀπὸ τὴν Ἀγγλίαν ἢ τὴν Γερμανίαν ἓν σύστημα. Δὲν ἔχω καμμίαν ἀντίρρησιν νὰ καθιερωθῇ καὶ παρ’ ἡμῖν. Συμφωνῶ ὅμως καὶ μὲ τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἀθηνῶν πληρεξούσιον, ὁ ὁποῖος εἶπεν ὅτι θὰ ἦτο ὀρθὸν νὰ γίνεται ἐναλλὰξ ἡ ἐργασία τῆς Συνελεύσεως. Δηλαδὴ τὴν Δευτέραν νὰ ἔχωμεν κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον, καί, ἂν περισσεύῃ χρόνος, νομοθετικὴν ἐργασίαν· τὴν Τρίτην συντακτικὴν ἐργασίαν· τὴν Τετάρτην νομοθετικὴν ἐργασίαν· τὴν Πέμπτην κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον· τὴν Παρασκευὴν πάλιν συντακτικὴν ἐργασίαν καὶ τὸ Σάββατον ἀνάπαυσιν ἤ, ἂν θέλετε, πάλιν συντακτικὴν ἐργασίαν, ἂν ὑπάρχῃ ἐργασία ἐπείγουσα.
§162Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Κατὰ κανόνα ἐπιτρέπεται νὰ κανονίζωμεν ὅπως θέλομεν τὴν ἐργασίαν μας.
§163Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὄχι, κύριε Πρόεδρε. Εἶναι πρακτικώτερον νὰ ἠξεύρωμεν ἐκ τῶν προτέρων ὅτι ἔχομεν μίαν ὡρισμένην ἐργασίαν. Ἔχει μεγάλην πρακτικότητα. Θὰ ἐπεθύμουν, ἂν θέλετε, νὰ διαγραφῇ ὁλόκληρον τὸ ἄρθρον καὶ νὰ ἀφήσωμεν τὸ ζήτημα εἰς τὴν ἀπόφασιν τῆς Συνελεύσεως. Ἂν θέλετε ὅμως νὰ τεθῇ εἰς τὸν Κανονισμόν, θὰ ἤθελα, ὅπως ἐπρότεινεν ὁ ἀξιότιμος πληρεξούσιος ἐξ Ἀθηνῶν, νὰ ἔχωμεν τὴν Δευτέραν κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον, τὴν Τρίτην συντακτικὴν ἐργασίαν, τὴν Τετάρτην νομοθετικὴν ἐργασίαν, τὴν Παρασκευὴν συντακτικὴν ἐργασίαν καὶ τὸ Σάββατον ἢ συντακτικὴν ἐργασίαν ἢ ἀνάπαυσιν.
§164Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δι’ ἀποφάσεως τῆς Συνελεύσεως.
§165Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν ἔχω ἀντίρρησιν τότε νὰ μὴ τὸ βάλωμεν διόλου εἰς τὸν Κανονισμόν. Ἀλλ’ ἐφόσον θέλετε νὰ ὑπάρχῃ μία κατεύθυνσις ἐργασίας, νομίζω ὅτι ἡ καλυτέρα κατεύθυνσις εἶναι αὐτὴ τὴν ὁποίαν καὶ ἐγὼ προτείνω.
§166Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ ἐξακολουθοῦν αἱ συνεδριάσεις τότε.
§167Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐὰν ἐξακολουθοῦν, δὲν ἀποκλείεται νὰ κάμωμεν τὴν Τετάρτην συντακτικὴν ἐργασίαν. Ἄς μὴ ἀλλάξωμεν τὰς ἡμέρας τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου. Τὸ θεωρῶ πρακτικόν, διότι παρέχεται ὁ χρόνος ὅπως προεπεξεργάζωνται τὰ νομοσχέδια. Τὰς ἄλλας ἡμέρας ἠμπορεῖ νὰ γίνεται νομοθετικὴ ἢ συντακτικὴ ἐργασία.
§168Α. ΔΕΝΔΡΙΝΟΣ. Θὰ σᾶς παρακαλέσω ὅπως εἰς τὸ ζήτημα τοῦ νὰ ἀποφασίζῃ ἡ Συνέλευσις δι’ ἀναστάσεως γίνηται τοῦτο ἐφόσον δὲν θὰ ὑπάρχῃ ἀντίρρησις. Ἄν ὑποθέσωμεν ὅτι δέκα ἢ δέκα πέντε πληρεξούσιοι ζητήσουν νὰ γίνῃ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, νὰ γίνεται οὕτω, διότι ἄλλως γίνεται σύγχυσις εὐθυνῶν, ἐφόσον εἰς λέγει ὅτι ἐφωτίσθημεν καὶ ἡ Συνέλευσις ἀποφασίζει δι’ ἀναστάσεως.
§169Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Καθίστε, παρακαλῶ.
§170Α. ΔΕΝΔΡΙΝΟΣ. Τότε τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§171Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ διατύπωσις αὐτή, ἐνῷ κατ’ οὐσίαν φθάνει εἰς τὰ ἴδια συμπεράσματα — διότι ἡ Συνέλευσις δύναται δι’ ἀποφάσεώς της νὰ ὁρίζῃ πῶς θὰ ἐργασθῇ, χωρὶς νὰ ἀντίκηται τοῦτο εἰς τὸ γράμμα τοῦ Συντάγματος — ἔχει ἴσως τοῦτο τὸ ἀγαθόν. Νομίζω ὅτι εἰς τὴν δευτέραν παράγραφον τοῦ ἄρθρου 4 ὁρίζεται ὅτι κατὰ τὰς συνεδριάσεις τῆς Τετάρτης καὶ τοῦ Σαββάτου τηρεῖται αὐστηρῶς ἡ σειρὰ τῶν ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει θεμάτων, ὅπως καθορίζεται ἀπὸ τῆς προηγουμένης. Δηλαδὴ θὰ ἠξεύρωμεν ὅτι τὴν Τετάρτην καὶ τὸ Σάββατον τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἔχομεν ἤδη ἀποφασίσει νὰ συζητήσωμεν, ἐκεῖνα μόνον θὰ συζητηθῶσιν.
§172Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Αὐτὸ θὰ γίνῃ ὁπωσδήποτε.
§173Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Φθάνομεν εἰς τὸ ἴδιον ἀποτέλεσμα.
§174Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Τότε διατί ἡ διατύπωσις αὐτή; Διατί ἔχετε ἀντίρρησιν, κύριε Πρόεδρε; Αὐτὴ ἡ διάταξις τῆς δευτέρας παραγράφου τοῦ ἄρθρου 4 θὰ παρακωλύσῃ τὰς ἐργασίας. Πρέπει νὰ εἴπωμεν ὅτι ἡ διάταξις διὰ τὴν Δευτέραν καὶ Πέμπτην νὰ μὴ μεταβληθῇ καθόλου. Σᾶς εἶπον ὅτι εἶναι πρακτικώτερον ν’ ἀναλύσωμεν τὰς ἐργασίας.
§175Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Εἰς τὴν οὐσίαν, βλέπετε, δι’ ἀμοιβαίας συνεννοήσεως κατελήξαμεν εἰς συμπέρασμα θαυμάσιον.
§176Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἔχομεν τὴν καλὴν διάθεσιν.
§177Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἀμφιβάλλω.
§178Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Σᾶς λέγω τὸ ἑξῆς: Ἡ Δευτέρα καὶ ἡ Πέμπτη καλῶς ἔχουσιν ὁρισθῆ διὰ κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον. Θὰ εἶναι ἐπιζήμιον νὰ προβῶμεν εἰς μεταβολήν.
§179Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ Τετάρτη εἶναι τὸ μέσον τῆς ἑβδομάδος, ὅπως καὶ ἡ Πέμπτη. Τὸ Σάββατον ἐτέθη διὰ τὸν κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον, διότι, ἂν ἡ Κυβέρνησις θέλει νὰ ἔχῃ κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον, εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχωσι τινὲς πληρεξούσιοι μὴ ἐνδιαφερόμενοι διὰ τὸν κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον καὶ συνεπῶς τὸ Σάββατον θὰ ἐπωφεληθῶσι τὴν μεταμεσημβρίαν, ὡς ἡμέραν ἀναπαύσεως. Δι’ αὐτὸ πιθανόν τινὲς τῶν πληρεξουσίων νὰ μὴ θελήσωσι νὰ παραμείνωσι.
§180Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἡ ἐντύπωσίς μου εἶναι ὅτι ἡ τάσις εἶναι νὰ κοπῇ μία ἡμέρα ἀπὸ τὸν κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον. Ἐγὼ ἀφίνω εἰς τὴν διάθεσιν τῆς Κυβερνήσεως ν’ ἀποφασίσῃ. Τὸ δέχεσθε ἢ δὲν τὸ δέχεσθε;
§181Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Σᾶς εἶπον τοὺς λόγους.
§182Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν μὲ μέλει. Τὸ δέχεσθε ἢ δὲν τὸ δέχεσθε;
§183Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ὄχι.
§184Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὅσον ἀφορᾷ τὰς Κοινοβουλευτικὰς Ἐπιτροπὰς συμφωνῶ ἀπολύτως μὲ τὸν ἀξιότιμον ἐξ Εὐρυτανίας συνάδελφον ὅπως καταρτισθῇ μία Ἐπιτροπὴ πρὸς ἐπεξεργασίαν τοῦ Κανονισμοῦ. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἤθελον νὰ συστήσω εἶναι νὰ γίνῃ τὸ ταχύτερον νέα κατάρτισις τῶν Κοινοβουλευτικῶν Ἐπιτροπῶν, ὅπως γίνονται αὗται εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς Συνόδου, χωρὶς νὰ ἐρωτῶνται οἱ πληρεξούσιοι. Μὲ τὸν ἀριθμὸν τῶν Ἐπιτροπῶν, ὁ ὁποῖος ὁρίζεται, δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀποδοθῇ ἐργασία ὑπ’ αὐτῶν. Τὸ θέρος κατηρτίσθησαν Ἐπιτροπαί τινες, αἱ ὁποῖαι ἀπεδείχθη ὅτι δύνανται νὰ ἐργασθῶσι. Πρῶτον πρέπει νὰ πολλαπλασιασθῇ ὁ ἀριθμὸς τῶν μελῶν τῶν Κοινοβουλευτικῶν Ἐπιτροπῶν, εἰς τρόπον ὥστε ἕκαστον κόμμα νὰ δύναται νὰ προτείνῃ ἕκαστον τῶν μελῶν του εἰς δύο Ἐπιτροπὰς τὸ πολύ. Εἶναι μία διαρρύθμισις ἡ ὁποία θὰ ἔχῃ τὸ πρακτικὸν ἀποτέλεσμα ὅτι θὰ δώσῃ κάποιον μεγαλύτερον κῦρος εἰς τὰς Ἐπιτροπὰς καὶ αἱ Ἐπιτροπαὶ θὰ διατηρήσωσι τὴν κομματικὴν σύνθεσίν των.
§185Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Εἶμαι σύμφωνος. Νομίζω ὅτι ὅλοι ἐμείναμεν σύμφωνοι εἰς τὰς τροπολογίας. Αὔριον θὰ διανεμηθῇ τὸ σύνολον διὰ νὰ ψηφισθῇ ὡς τοιοῦτον. Ὅσον ἀφορᾷ τὰς ὑποδείξεις τοῦ κ. ἐκ Μαντινείας πολιτευτοῦ, νομίζω ὅτι συμφωνεῖ νὰ ἐξουσιοδοτήσωμεν τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Συνελεύσεως ὅπως καταρτίσῃ Ἐπιτροπὴν πρὸς ἐπεξεργασίαν τοῦ Κανονισμοῦ, καὶ θὰ δυνηθῶμεν νὰ ἐξακολουθήσωμεν ἐπιτυχῶς τὴν διάταξιν τοῦ Γαλλικοῦ Κανονισμοῦ, κατὰ τὴν ὁποίαν ἕκαστος δηλώνει τὴν ἀπόχρωσιν εἰς τὴν ὁποίαν ἀνήκει καὶ τοιουτοτρόπως διευκολύνεται ἡ κατ’ ἀριθμὸν ἀνάλογον συγκρότησις τῶν Ἐπιτροπῶν. Εἴμεθα σύμφωνοι νὰ δεχθῶμεν τὰς τροπολογίας, αἱ ὁποῖαι αὔριον θὰ διανεμηθῶσιν.
§186Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὑπάρχει μία Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῶν Ἐκπαιδευτικῶν, ἡ ὁποία δὲν κατώρθωσε νὰ περατώσῃ τὴν ἐργασίαν της ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἱδρύσεως Πανεπιστημίου ἐν Θεσσαλονίκῃ. Θὰ παρακαλέσω ὅπως δοθῇ ἐντολὴ νὰ περατώσῃ τὴν ἐργασίαν της.
§187ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐντολὴ πρέπει νὰ δοθῇ διὰ ψηφίσματος.
§188Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Νὰ καταρτισθῇ νέα Ἐπιτροπὴ μὲ τὰ προηγούμενα μέλη διὰ νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν ἀποπεράτωσιν τῆς ἐργασίας.
§189ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καλαντζόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§190Π. ΚΑΛΑΝΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔρχομαι νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Συνέλευσιν, καὶ ἰδίᾳ εἰς τοὺς Ἡγέτας τῶν διαφόρων ἀποχρώσεων, εὐλαβῶς τὴν πρότασιν νὰ μὴ γίνῃ ἀποδεκτὸν τὸ πεντάλεπτον ἢ δεκάλεπτον χάριν αὐτῶν τῶν ἰδίων Ἡγετῶν, ἀφ’ ἑνὸς μὲν διότι δὲν πρέπει νὰ περιορίσωμεν τοὺς Ἡγέτας, καὶ ἀφ’ ἑτέρου διότι καὶ αὐτοὶ οἱ ἴδιοι ἔχουσι τὴν ἀντίληψιν ὅτι δὲν θὰ κάμωσι κατάχρησιν τῆς ἀπαντήσεως.
§191Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Καὶ εἰς τὰς Ἀναφορὰς οἱ Ἡγέται περιορίζονται εἰς τὸ πεντάλεπτον.
§192Β. ΚΥΒΕΛΟΣ. Ἐγὼ ἀντὶ εὐχῆς ὑποβάλλω τὴν ἐπανάληψιν τοῦ ἀρχαίου γνωμικοῦ, ὅτι «εἰ χρὴ δρᾶν, ἐν τάχει βουλευτέον», καθόσον τὸ τοιοῦτον ἀνταποκρίνεται εἰς τὴν λαϊκὴν ἐπιθυμίαν.
§193Α. ΔΕΝΔΡΙΝΟΣ. Παρακαλῶ νὰ δεχθῆτε ὅπως τὸ «ἐφωτίσθημεν» μὴ γίνηται δι’ ἀναστάσεως, ἀλλὰ νὰ προτείνεται ἀπὸ δέκα ἢ δεκαπέντε πληρεξουσίους.
§194Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶναι δυνατόν.
§195Α. ΔΕΝΔΡΙΝΟΣ. Διαμαρτύρομαι, διότι ἡ Κυβέρνησις θέλει νὰ μερισθῶμεν, ὡς καὶ ἡ πλειοψηφία, τὰς εὐθύνας της εἰς τὸ «ἐφωτίσθημεν», προκειμένου περὶ βιαίου τερματισμοῦ τῆς συζητήσεως ἐπὶ ὡρισμένων ἄρθρων τοῦ Συντάγματος. (Κηρύσσεται μετὰ τοῦτο περατωμένη ἡ συζήτησις, ἀναβάλλεται δὲ ἡ ἐπιψήφισις τοῦ ψηφίσματος ὅπως ἐκτυπωθῇ τοῦτο προηγουμένως καὶ διανεμηθῇ, ὡς ἐτροποποιήθη).
§196ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις διὰ νὰ ἐπαναληφθῇ αὔριον τὴν 5 μ.μ. (Ὥρα 9.30′ μ.μ.).