1924.07.04
4,967 rows · 39,392 words · 464 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 73Η
Παρασκευὴ 4 Ἰουλίου 1924.
Προεδρία Κ. Ρακτιβάν
(Ὥρᾳ 6.50′ μ. μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. (Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Συνέλευσιν τὰ ἑξῆς: — Ὁ Πλάτων Καββαδίας αἰτεῖται ὅπως συμπεριληφθῇ εἰς τὸν νόμον «περὶ ἀποζημιώσεως τῶν ἐκ τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ πολέμου παθόντων» καίτοι ὑποβαλὼν τὴν αἴτησιν ἐκπροθέσμως. — Οἱ ἐργάται τῶν ἐργοστασίων διὰ τὴν κατασκευὴν σταφιδοκιβωτίων διαμαρτύρονται διὰ τὴν ἀτελῆ εἰσαγωγὴν ἑτοίμων τοιούτων. — Οἱ κατώτεροι δικαστικοὶ ὑπάλληλοι Μυτιλήνης αἰτοῦνται τὴν ταχεῖαν ἐπιψήφισιν τοῦ περὶ αὐξήσεως τῶν ἀποδοχῶν των νομοσχεδίου. — Οἱ ἔφεδροι ἰατροὶ τοῦ νομοῦ Λασηθίου παρακαλοῦσιν ὅπως μὴ τοῖς ἀφαιρεθῇ τὸ δικαίωμα τῆς διατηρήσεως φαρμακείων. — Ὁ Σύλλογος ἀγροτῶν Νιγρίτης ὑποβάλλει ὑπόμνημα περὶ προστασίας τῆς γεωργίας. — Οἱ ἀγρόται Φλωρίνης παραπονοῦνται διὰ τὴν ἄδικον ἀφαίρεσιν τῆς ἰδιοκτησίας των. — Ὁ σταφιδικὸς κόσμος Πύργου, ἐπὶ τῇ δημοσιευθείσῃ εἰδήσει τῆς ἀντιδράσεως διὰ τὴν ἀγορὰν 10.000.000 σταφιδοκάρπου, ἀνάστατος ὤν, παρακαλεῖ τὴν Κυβέρνησιν ὅπως διαταχθῇ ἡ ἄμεσος παραλαβὴ καὶ πρὸ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ σχετικοῦ νομοσχεδίου. — Ἡ Ἕνωσις τῶν Δημοσίων Ὑπαλλήλων Χανίων αἰτεῖται τὴν οἰκονομικήν των βελτίωσιν. — Οἱ διάφοροι σύλλογοι Νιγρίτης αἰτοῦνται τὴν κατάργησιν τοῦ φόρου δεκάτης ἐπὶ τοῦ καπνοῦ. — Διάφοροι κάτοικοι Κατερίνης ζητοῦσιν ὅπως ἀναγνωρισθῶσιν αἱ ἐπ’ αὐτῶν γενόμεναι ἀγοροπωλησίαι ἀπὸ τοῦ Σεπτεμβρίου 1922 καὶ ἐντεῦθεν. — Οἱ μέτοχοι τῆς Ἑταιρείας ΣΠΑΠ παρακαλοῦσιν ὅπως μὴ ψηφισθῇ τὸ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Συγκοινωνίας ὑποβληθὲν σχέδιον νόμου «περὶ διοικήσεως τοῦ σιδηροδρόμου ΠΑΠ». — Ἡ ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ὑγείας Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὰ ἐκθέσεις αὑτῆς ἐπὶ τῶν ἑξῆς σχεδίων νόμων: 1) «Περὶ καταργήσεως διατάξεων τοῦ ἀπὸ 18 Ὀκτωβρίου 1923 Ν. Δ. περὶ ὀργανώσεως τῶν Ὑγειονομείων Πειραιῶς καὶ Θεσσαλονίκης»· 2) «Περὶ παρατάσεως τῆς διὰ τὰ ἀπὸ 15 Νοεμβρίου π. ἔ. Ν. Δ. περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ ἀπὸ 12 Ὀκτωβρίου 1922 Ν. Δ. καὶ περὶ ἀσκήσεως ἰατρικῶν ἐπαγγελμάτων ἐν Ἑλλάδι παρὰ προσφύγων»· 3) «Περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν περὶ τοῦ ἐν Ἀθήναις Πολιτικοῦ Νοσοκομείου «Ἐλπὶς» Ν. Διαταγμάτων τῆς 9 καὶ 23 Ὀκτωβρίου 1923»· 4) «Περὶ ἱδρύσεως Γραφείου Ὑγειονομικοῦ Τύπου»· 5) «Περὶ χορηγήσεως τριμήνου ἀποζημιώσεως εἰς τοὺς ἀπολυθέντας ὑπαλλήλους τοῦ Ὑπουργείου Ὑγιεινῆς, Προνοίας καὶ Ἀντιλήψεως»· 6) «Περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου 2241 περὶ ἐπιχορηγήσεως ἀγαθοεργῶν ἱδρυμάτων κλπ. ὡς οὗτος ἐτροπολογήθη διὰ τοῦ Ν. Διατάγματος τῆς 12 Μαΐου 1923» καὶ 7) «Περὶ καταγραφῆς τῶν ἀσκούντων τὸ ἐπάγγελμα τοῦ ἰατροῦ, φαρμακοποιοῦ καὶ ὀδοντοϊατροῦ ἐν τῷ Κράτει». — Ὁ πληρεξούσιος κ. Δ. Μπότσαρης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τῆς προτάσεως νόμου «περὶ ἀποδοχῶν τῶν στρατιωτικῶν καὶ τῶν πάσης κατηγορίας ὑπαλλήλων τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας». — Ὁ πληρεξούσιος κ. Π. Μερλόπουλος ὑποβάλλει πρότασιν νόμου «περὶ προσθήκης διατάξεως εἰς τὸ ἄρθρον 84 τοῦ Ν. Δ. τοῦ 1923 περὶ ἐνοριακῶν ναῶν καὶ ἐφημερίων». — Ὁ αὐτὸς πληρεξούσιος ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀποζημιώσεως τῶν ἐκ τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ πολέμου ζημιωθέντων». — Ὁ πληρεξούσιος κ. Λ. Ἀναγνωστόπουλος ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τελωνειακῶν καὶ οἰκονομικῶν νόμων». — Ὁ πληρεξούσιος κ. Δ. Πετρίτης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τῶν νόμων 2609, 2800, 2815 καὶ 2930 περὶ Ἀστυνομίας τῶν Πόλεων». — Οἱ πληρεξούσιοι κ. κ. Π. Γεωργίτσης, Γ. Γκάλκος, Α. Τραχήλης, Β. Καραπάνος κλπ. ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ διαβαθμίσεως καὶ ἀποδοχῶν τῶν λειτουργῶν τῆς Δημοτικῆς Ἐκπαιδεύσεως». — Οἱ πληρεξούσιοι κ.κ. Ἀθ. Κολιαλέξης, Γ. Ροδόπουλος, Δ. Φλέσας, Β. Δαλιάνης κλπ. ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως διατάξεων τελωνειακῶν καὶ οἰκονομικῶν νόμων». — Οἱ πληρεξούσιοι κ. κ. Σ. Θεολογίδης, Γ. Κωνσταντινίδης, Θ. Ἀνδρεάδης κλπ. ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ χαρακτηρισμοῦ τῶν ἀποριφθέντων μαθητῶν τῶν Γυμνασίων καὶ Ἐμπορικῶν Σχολῶν ὡς μετεξεταστέων». — Ὁ πληρεξούσιος κ. Λ. Κουτσοπέταλος ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ διαβαθμίσεως τῶν ἀποδοχῶν τῶν λειτουργῶν τῆς Δημοτικῆς Ἐκπαιδεύσεως». — Ὁ πληρεξούσιος κ. Κ. Πετρίδης καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ διαβαθμίσεως καὶ ἀποδοχῶν τῶν λειτουργῶν τῆς Δημοτικῆς Ἐκπαιδεύσεως». — Ὁ πληρεξούσιος κ. Ν. Σπηλιάδης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ διαβαθμίσεως καὶ ἀποδοχῶν τῶν λειτουργῶν τῆς Δημοτικῆς Ἐκπαιδεύσεως». — Ὁ πληρεξούσιος κ. Γ. Σολδᾶτος ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τῶν περὶ ὀργανισμοῦ τῆς ὑπηρεσίας τῶν Δημοσίων Ἔργων κειμένων διατάξεων». — Ὁ πληρεξούσιος κ. Μ. Τσαρλαμπᾶς ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συστάσεως εἰδικοῦ ταμείου ὑδρεύσεως καὶ ἐξυγιάνσεως Ἀγουλινίτσης». — Ὁ πληρεξούσιος κ. Ν. Καλέλλης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τῶν περὶ αἰσχροκερδείας διατάξεων». — Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν κ. Α. Χατζηκυριάκος ὑποβάλλει σχέδιον νόμου «περὶ ἀναθεωρήσεως γνωμοδοτήσεως Ἀνακριτικοῦ Συμβουλίου ἐν τῷ Π. Ναυτικῷ». — Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας κ. Γ. Δουζίνας ὑποβάλλει τὰ ἑξῆς σχέδια νόμων: 1) «Περὶ συμπληρώσεως καὶ κωδικοποιήσεως τῶν νόμων περὶ ἐκκαθαρίσεως ἐχθρικῶν περιουσιῶν καὶ συμψηφισμοῦ ἐχθρικῶν χρεῶν» καὶ 2) «Περὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου 2948 περὶ προαγωγῆς τῆς βιομηχανίας καὶ βιοτεχνίας». — Οἱ Ὑπουργοὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημ. Ἐκπαιδεύσεως κ. Ι. Λυμπερόπουλος καὶ τῶν Οἰκονομικῶν κ. Κ. Γκότσης ὑποβάλλουσι σχέδιον νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν διατάξεων τοῦ νόμου 2386 περὶ ὀργανώσεως τῆς Ἐθνικῆς Βιβλιοθήκης καὶ τοῦ ἀπὸ 12 Νοεμβρίου 1923 Ν. Διατάγματος περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως διατάξεών τινων τοῦ νόμου 2386». — Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης κ. Κ. Σταμούλης ὑποβάλλει τὰ ἑξῆς σχέδια νόμων: 1) «Περὶ ἐπαναφορᾶς ἐν ἰσχύϊ ἐπὶ ἓξ μῆνας τῶν διατάξεων τοῦ ἄρθρου 30 τοῦ νόμου 147 περὶ τῆς ἐν ταῖς προσαρτωμέναις Χώραις ἐφαρμοστέας νομοθεσίας καὶ τῆς δικαστικῆς αὐτῶν ὀργανώσεως». 2) «Περὶ ἀναδιορισμοῦ συμβολαιογράφων κλπ.»· 3) «Περὶ διορισμοῦ τῶν δικηγόρων τῶν ἐκ Βουλγαρίας μεταναστευόντων ὁμογενῶν πτυχιούχων τῆς Νομικῆς κλπ.»· 4) «Περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 181 τοῦ ὀργανισμοῦ τῶν Δικαστηρίων» καὶ 5) «Περὶ παρατάσεως τῆς ἰσχύος τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ ἀπὸ 15 Ἰουνίου 1923 Ν. Δ. περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων διατάξεων».
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν διάταξιν τῶν ἀναφορῶν καὶ ἐρωτήσεων. Ὁ κ. Π. Μερλόπουλος ὅπως καταθέσῃ καὶ ἀναπτύξῃ τηλεγραφικὴν ἀναφορὰν τοῦ Χρ. Δεσύλα.
§4Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, καίτοι θὰ ἔπρεπεν ἴσως διὰ τρίτην φορὰν νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς περὶ τῆς ὁποίας πρόκειται, ἕνεκα τῆς ἀπουσίας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Γεωργίας, ἐν τούτοις, ἐπὶ τῇ ἐλπίδι ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως θὰ στέρξῃ καὶ θὰ λάβῃ τὴν καλωσύνην ὅπως συνεννοηθῇ μετὰ τοῦ συναδέλφου του Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Γεωργίας, νομίζω ὅτι δὲν πρέπει καὶ τὴν φορὰν ταύτην νὰ ζητήσω τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως. Ἐπικαλοῦμαι ἰδιαίτατα τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ ζητήματος ἐνδιαφέροντος τὴν Μεσσηνίαν. Ἡ Μεσσηνία εἶναι ὁ νομὸς τοῦ Κράτους ὁ ὁποῖος ηὐτύχησε νὰ ἴδῃ ἀκμάζοντας ἐν τῇ περιφερείᾳ του περισσότερον παντὸς ἄλλου νομοῦ τοὺς συνεταιρισμούς, γεωργικοὺς ἰδίως. Τὸ πρᾶγμα μαρτυρεῖ μίαν ἀληθινὴν πρόοδον καὶ ἡ πρόοδος ἐσημειώθη πρὸ πάντων ἐν τῇ ἐπεκτάσει τῶν γεωργικῶν καλλιεργειῶν, ἧς αἰτία ὑπῆρξαν οἱ συνεταιρισμοί. Ἀπόδειξις δὲ τούτου εἶναι ὅτι ἡ Τράπεζα ἡ Ἐθνική, διαθέτουσα μικρὰ κεφάλαια ἄλλοτε διὰ τὴν καλλιέργειαν, ἐπεντηκονταπλασίασεν ἤδη τὰ χορηγήματα εἰς δάνεια, τὰ ὁποῖα ἔδιδεν εἰς Μεσσηνίαν, πιστώνουσα ἀπὸ τῆς ἱδρύσεως τῶν συνεταιρισμῶν τούτους. Ἀλλά, δυστυχῶς, ἀπό τινος χρόνου, ὄχι πολὺ μεμακρυσμένου, ἤρχισεν ἀναμιγνυομένη ἡ πολιτικὴ εἰς τοὺς συνεταιρισμούς, ἢ μᾶλλον ἤρχισαν οἱ διευθύνοντες τοὺς συνεταιρισμοὺς καὶ μάλιστα τὰς ἑνώσεις τῶν συνεταιρισμῶν ἀσχολούμενοι μὲ ἔργα ἄσχετα πρὸς τὸν προορισμόν των. Τοῦτο δὲ ἀποτελεῖ ῥοπὴν ἵνα ἐκμεταλλευθῶσι τὰς ἑνώσεις τῶν ἀγροτῶν πρὸς ἐξυπηρέτησιν ἰδίων σκοπῶν πολιτικῶν. Καὶ ἔκτοτε ἀρχίζει νὰ καταδεικνύεται μία ῥοπὴ πρὸς τὰ κάτω τῆς προοδευτικῆς ταύτης κινήσεως, εἰς τὴν ὁποίαν ἐπρωτοστάτει, ὡς εἶπον, ἡ Μεσσηνία, καὶ τὸ χείριστον εἶναι ὅτι δὲν περιωρίσθη τὸ πρᾶγμα μέχρις ἐδῶ, μέχρι τῆς ἀναμίξεως εἰς τὴν πολιτικήν, ἧς ἕνεκα παρουσιάσθη μία διάσπασις τῶν συνεταιρισμῶν καὶ μία διαίρεσις πραγματικὴ τῶν ἑνώσεων τούτων τῶν ἄλλως τε εὐεργετικῶν. Τὸ χείριστον πάντων εἶναι ὅτι κατηγγέλθησαν καὶ παραβάσεις περὶ τὴν διαχείρισιν τῶν κεφαλαίων τῶν συνεταιρισμῶν καὶ καταχρήσεις βαρύνουσαι τοὺς προϊσταμένους τῶν διαφόρων συνεταιρισμῶν. Τὰ πράγματα ταῦτα περιῆλθον εἰς γνῶσιν τῶν ἐποπτῶν τῶν συνεταιρισμῶν ἐν Μεσσηνίᾳ καὶ μετὰ ἐπιθεώρησιν τῶν πεπραγμένων τῶν διαφόρων ἑνώσεων ὑπεβλήθησαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Γεωργίας ἐκθέσεις καταδικάζουσαι τὴν τοιαύτην διαχείρισιν τῶν συμφερόντων· αἱ ἐκθέσεις ἀναφέρουν γεγονότα τοιαῦτα, ὥστε τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Γεωργίας νὰ κρίνῃ ὅτι ὤφειλε νὰ διατάξῃ τὴν Εἰσαγγελίαν Καλαμῶν νὰ ἐνεργήσῃ. Ἀλλ’ ἐν τούτοις οὔτε ἡ Εἰσαγγελία Καλαμῶν ἐνήργησε σχετικῶς οὔτε καὶ τὸ Ὑπουργεῖον Γεωργίας, ἀπὸ τοῦ ὁποίου ἐζητήθη παρ’ ἐμοῦ, ὅπως καταθέσῃ εἰς τὴν Συνέλευσιν τὰς ἐκθέσεις τῶν ἐπιθεωρητῶν, ἔπραξε τὸ καθ’ ἑαυτό, δὲν ἐστάθη δὲ δυνατὸν νὰ ἴδῃ τὸ Σῶμα τὰς ἐκθέσεις ταύτας, αἱ ὁποῖαι ἀπεικονίζουν τὴν κατάστασιν τῶν συνεταιρισμῶν ἐν Μεσσηνίᾳ. Ἡ παράκλησίς μου λοιπὸν στρέφεται περὶ τοῦτο, κ. Πρόεδρε: Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας, τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως λαμβάνοντος τὴν δέουσαν πρόνοιαν, διότι ἐνδιαφέρει ὁλόκληρον τὴν Κυβέρνησιν τὸ πρᾶγμα, νὰ στέρξῃ νὰ διαθέσῃ εἰς τὴν Συνέλευσιν τὰς ἐκθέσεις, περὶ τῶν ὁποίων ὁμιλῶ, διότι ἐντεῦθεν θὰ φωτισθῇ ἡ Συνέλευσις ὅτι ὄντως καταχρήσεις ἔλαβον χώραν. Τὸ κακὸν δὲ εἶναι ὅτι δὲν περιωρίσθη τὸ πρᾶγμα μόνον εἰς τοῦτο, ὅτι ἐγένοντο καταχρήσεις, ἀλλά, δυστυχῶς, καὶ ἔκτροπα ἄλλα ἐσημειώθησαν ἐν Καλάμαις ἐξ αἰτίας τῶν περὶ καταχρήσεων φημῶν. Ὁ δημοσιογραφικὸς ἔλεγχος, ἀσκούμενος παρὰ τῶν ἐφημερίδων Καλαμῶν, ἐγένετο ἀφορμὴ ἵνα καὶ δολοφονικαὶ ἐπιθέσεις διαπραχθῶσι κατὰ δημοσιογράφων ἐλεγχόντων τὰς διαχειρίσεις τῶν συνεταιρισμῶν, ἀσκούντων ἔλεγχον χάριν τοῦ κοινοῦ συμφέροντος, καὶ νὰ κινδυνεύσῃ ἐκ τούτου ἡ δημοσία ἀσφάλεια. Ταῦτα τὰ ἐπακόλουθα εἶχεν ἡ μὴ ἔγκαιρος ἐνέργεια ἐκ μέρους τῶν Ἀρχῶν τῆς διώξεως τῶν ἀδικημάτων καὶ τὰ ἔκτροπα ταῦτα, κ. Πρόεδρε, μοῦ ἐπιβάλλουν τὸ καθῆκον ἵνα συστήσω εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα τοῦτο μὲν μεριμνήσῃ καὶ ἐπιταχύνῃ ἡ Εἰσαγγελικὴ Ἀρχὴ τὴν δίωξιν τῶν ἀδικημάτων, τοῦτο δὲ καταθέσῃ εἰς τὴν Συνέλευσιν τὰς ἐκθέσεις τῶν ἐποπτῶν, ἵνα λάβῃ γνῶσιν τὸ Σῶμα. Καταθέτω ἐπὶ τούτῳ τὴν ἀναφοράν.
§5Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Μὴ ἀμφιβάλλετε, κ. συνάδελφε, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ ἐνεργήσῃ τὰ δέοντα.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Ροδόπουλος ὅπως καταθέσῃ καὶ ἀναπτύξῃ ἀναφορὰν ἀμπελουργῶν Ραψάνης καὶ Τυρνάβου.
§7Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς πολλὰς ἐπαρχίας τῆς Ἑλλάδος ἀπὸ παλαιοτάτης ἐποχῆς ἐξασκεῖται μία μικρὰ γεωργικὴ βιομηχανία, δηλ. ἡ οἰνοπνευματοποίησις τῶν στεμφύλων ὑπὸ τῶν ἀμπελουργῶν, δηλ. αὐτῶν τῶν ἰδίων παραγωγῶν, οἱ ὁποῖοι διὰ τῆς οἰνοπνευματοποιήσεως τῶν στεμφύλων ἀπολαμβάνουν ἓν ἀρκετὰ καλὸν εἰσόδημα πρὸς ἀνακούφισιν τῶν ἐξόδων τῆς καλλιεργείας. Ἡ πολιτικὴ οἰκονομία διδάσκει ὅτι αἱ γεωργικαὶ ἐπιχειρήσεις, ὅταν συνδυάζωνται μὲ μικρὰς βιομηχανικὰς ἐπιχειρήσεις, δηλ. τῆς βιομηχανοποιήσεως τῶν προϊόντων των ἢ τῶν ὑπολειμμάτων τῆς παραγωγῆς των, ὅπως εἶναι αὕτη, δύνανται νὰ δώσωσιν εἰς μίαν οἰκογένειαν τὰ μέσα νὰ ζήσῃ ἐπαρκῶς. Ὅταν ἕνας γεωργὸς ἀμπελοκτήμων ἔχῃ 10–15 στρέμματα ἀμπέλου, δὲν ἐπαρκεῖ νὰ συντηρήσῃ τὴν οἰκογένειάν του ἐκ μόνου τοῦ οἴνου ὃν παράγει. Ἰδίως ἡ μικρὰ αὐτὴ βιομηχανία ἐνασκεῖται ἀπὸ Τουρκοκρατίας ἐν Θεσσαλίᾳ ἐν εὐρυτάτῃ κλίμακι εἰς ὅλα τὰ χωρία καὶ ἐκ τῆς βελτιώσεως ταύτης παρήχθη τὸ περίφημον αὐτὸ ποτὸν τὸ οὖζο Τυρνάβου, τὸ ὁποῖον εἶναι σχετικῶς τὸ ὑγιεινότερον οἰνόπνευμα. Δυστυχῶς, αὐτὴ ἡ μικρὰ βιομηχανία, ἀντὶ νὰ ἐνισχυθῇ, εὗρεν ἀνέκαθεν ἐχθρὸν τὸ Κράτος. Κατὰ τὸ ἔτος 1900, ὅτε εἶχον τὴν τιμὴν νὰ εἶμαι ἀντιπρόσωπος τῆς ἐπαρχίας Τυρνάβου, εἰσήχθη τὸ πρῶτον νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπεβλήθη τέλος ἐπὶ τοῦ οἰνοπνεύματος. Εἰς τὸν τότε Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, τὸν μακαρίτην Σιμόπουλον, τοῦ ὁποίου ἡ νοημοσύνη ἦτο ἀπέραντος καὶ εὐρυτάτη, παρέστησα τὸ ἄδικον τὸ ὁποῖον θὰ ἐγίνετο εἰς τὸ πλεῖστον μέρος τῶν γεωργῶν, ἂν ἠμποδίζετο ἡ λειτουργία τῶν ἁπλῶν ἀμβύκων, καὶ ὑπέδειξα ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀφεθοῦν οἱ ἄμβυκες οἱ μικροὶ οἱ συντηρούμενοι ὑπὸ τῶν οἰκογενειῶν τῶν ἀμπελοκτημόνων, δι’ ὧν παράγουν τὸ οὖζο ἐκ τῶν στεμφύλων, καὶ ὁ Σιμόπουλος παρεδέχθη τὴν σύστασίν μου καὶ ἐγένετο δεκτὴ ἡ τροπολογία μου, καθ’ ἣν οἱ χωρητικότητος μέχρι 200 ὀκάδων ἄμβυκες ἔμειναν ἐλεύθεροι νὰ ἐργάζωνται ἐπὶ τρεῖς μῆνας, πληρώνοντες 200 δραχμὰς κατ’ ἔτος ὡς φορολογίαν καταναλώσεως δι’ ὅλην τὴν παραγωγήν των. Τόσον εἶναι διαδεδομένη, κύριοι, ἡ γεωργικὴ βιομηχανία ἐν Τυρνάβῳ, ὥστε εἰς τὰ προικῷα τῶν νυμφευομένων μεταξὺ τῶν ἄλλων εἶναι καὶ τὸ σκέπασμα τοῦ καζανιοῦ, διὰ τοῦ ὁποίου παράγουν τὸ οἰνόπνευμα. Μεταγενεστέρως ἐπὶ ὑπουργίας τοῦ κ. Εὐταξία ἐγένετο ἄλλη δίωξις κατὰ τῆς βιομηχανίας ταύτης, τὴν περιώρισαν, τὴν ἔσφιξαν καὶ τὴν ἐστενοχώρησαν καὶ τέλος πάντων κατέληξαν νὰ τῆς δώσουν ἐννέα ἡμέρας ἐτησίως ὡς χρόνον ἀποστάξεως τῶν στεμφύλων, δηλαδὴ τὸ Κράτος ἐπίεσε τοὺς γεωργοὺς νὰ ἐργασθῶσι βιαστικά, στενοχωρημένα ἡμέραν καὶ νύκτα, νὰ ἐργάζωνται γυναῖκες καὶ ἄνδρες καὶ παιδία διὰ νὰ ἀποστάξωσι τὰ στέμφυλά των, τὰ ὁποῖα ἄλλως θὰ ἦσαν ὑποχρεωμένοι νὰ τὰ πετάξουν, νὰ χάσωσι τὴν πολύτιμον ὕλην, ἡ ὁποία θὰ βοηθήσῃ τὴν οἰκογενειακήν των ἐπάρκειαν. Ἀλλὰ μὴ ἀρκουμένου τοῦ Κράτους εἰς τοὺς περιορισμοὺς τούτους, εἰς τὰς 23 Δεκεμβρίου τοῦ 1923 ἡ Ἐπαναστατικὴ Κυβέρνησις ἐξέδωκε Νομοθετικὸν Διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου ἐτριπλασίασε τὸν φόρον ἐπὶ τῶν ἁπλῶν ἀμβύκων καὶ ἑπομένως ὥρισεν ὅτι διὰ τριῶν ἡμερῶν ἐργασίας θὰ καταβάλληται φόρος δρ. 1200, δι’ ἄλλας τρεῖς ἡμέρας ἄλλαι 1200 καὶ δι’ ἄλλας τρεῖς ἡμέρας 1200 καὶ ἂν πάρουν προθεσμίαν 4 ἡμερῶν ἀκόμη, διότι ἐπέτρεπεν ὁ νόμος, θὰ πληρώσωσι 2400. Τώρα κατὰ ποίαν λογικὴν τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν εὑρῆκεν ὅτι αἱ ἐργασίαι τριῶν ἡμερῶν ἀποδίδουν τόσον οἰνόπνευμα, ὥστε νὰ φορολογοῦνται μὲ δραχ. 2400; Τοῦτο τὸ ἀφίνω εἰς τὴν κρίσιν τῶν συναδέλφων νὰ ἐκτιμήσωσιν ἂν ἔχει ἴχνος λογικῆς καὶ δικαιοσύνης ἡ φορολογία αὕτη καὶ ἂν αὐτὸ δὲν ἀποτελεῖ ἀστοργίαν, ἵνα μὴ εἴπω τι χεῖρον, πρὸς τὰς γεωργικὰς τάξεις, χάριν τῆς προστασίας τῶν συμφερόντων ὡρισμένων μεγαλοβιομηχάνων.
§8Ι. ΜΑΜΑΗΣ. Αὐτὸ τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἀνακινήσατε σήμερον εἶναι τὸ σπουδαιότερον τῶν ζητημάτων. Εἶναι ζήτημα ὄχι δύο καὶ τριῶν ἡμερῶν, ἀλλὰ ζήτημα ἀνεφάρμοστον, διότι τὸν ἄμβυκα εἶναι ὑποχρεωμένη ἡ Ἀρχὴ νὰ τὸν σφραγίζῃ καὶ αὐτὸς ὁ ἄμβυξ, περὶ τοῦ ὁποίου ὁμιλοῦμεν, εἶναι 20 καὶ 30 ὀκάδων, αὐταὶ δὲ αἱ 20 ὀκάδες πόσον χρόνον χρειάζονται διὰ νὰ βγάλουν οἰνόπνευμα; Θὰ πάρῃ τὸ καζάνι εἰς τοὺς ὤμους του καὶ θὰ ὑπάγῃ ἐκεῖ. Ἔχομεν ὑποβάλει ἀναφορὰν διὰ τὸ ζήτημα τοῦτο καὶ ἔχομεν ἐγγραφῆ πολλοί. Τὸ ζήτημα εἶναι σπουδαῖον καὶ ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ λάβῃ τὰ μέτρα της.
§9Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Καταθέτω ἀναφορὰν τῶν ἀμπελοκτημόνων Ραψάνης τοῦ δήμου Ὀλύμπου, διὰ τῆς ὁποίας παραπονοῦνται διὰ τὴν αὔξησιν τῆς φορολογίας ταύτης, οἵτινες ὅμως συγχρόνως παραπονοῦνται καὶ διὰ τὸ ἐλάχιστον χρονικὸν ὅριον τὸ ὁποῖον παραχωρεῖται πρὸς οἰνοπνευματοποίησιν τῶν στεμφύλων. Ὅτι δὲ δὲν ἀρκεῖ ὁ χρόνος τὸ εἶδον καὶ τὸ ἀντελήφθην προσωπικῶς εἰς τὰ χωρία. Εἶδον ἀνθρώπους ἐργαζομένους ἡμέραν καὶ νύκτα ἄνευ διακοπῆς καὶ οἱ ὁποῖοι δὲν ἠδύναντο νὰ κοιμηθῶσι τὴν νύκτα, διότι ἔληγε τὸ τριήμερον καὶ τὰ στέμφυλά των θὰ ἐχάνοντο, καὶ ἐστενοχωροῦντο, διότι ἔβλεπον τοὺς χωροφύλακας ἑτοίμους νὰ συντάξουν πρωτόκολλα, ἂν δὲν ἐτελείωναν εἰς τὴν ὥραν. Θὰ παρακαλέσω, ὄχι τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ τὴν Συνέλευσιν νὰ ὑποδείξῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως λάβῃ μέτρα πρὸς προστασίαν τῆς γεωργικῆς βιομηχανίας. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔχω νὰ προσθέσω εἶναι ὅτι ἡ γεωργικὴ πολιτικὴ δὲν εἶναι νὰ μοιράζωμεν χωράφια εἰς νηστεύοντας καὶ μὴ νηστεύοντας, εἰς γεωργοὺς καὶ μὴ γεωργούς, καὶ νὰ δημοκοπῶμεν μὲ σκόρπισμα γαιῶν εἰκῇ καὶ ὡς ἔτυχε· γεωργικὴ πολιτικὴ εἶναι νὰ ἐνισχύσωμεν τὴν ὑπάρχουσαν γεωργίαν καὶ νὰ προστατεύσωμεν τὰ προϊόντα τοῦ Τόπου καὶ νὰ καταστήσωμεν τοὺς γεωργοὺς ἱκανοὺς νὰ ἐργασθῶσιν ἀποτελεσματικώτερον καὶ νὰ παραγάγωσι περισσότερον. Νομίζω ὅτι τὸ γεωργικὸν ζήτημα ἔχει πάρει δρόμον δημοκοπικὸν καὶ ὁσημέραι ὁ χειρισμός του γίνεται μὲ μεγαλυτέραν δόσιν δημοκοπίας καὶ ὀλιγωτέραν πρακτικότητα. Ἂν ἡμεῖς δὲν ἐφροντίζαμεν ἀπὸ τοῦ 1900 νὰ προστατεύσωμεν τὴν βιομηχανίαν αὐτὴν τῆς οἰνοπνευματοποιίας, διὰ τὴν ὁποίαν εἰργάσθην ἐγὼ καὶ ἄλλοι συνάδελφοι καὶ ἐπροστατεύθη ἀπὸ τῆς ἀπειληθείσης τότε οἰνοποιήσεως τῆς σταφίδος δι’ ἐσωτερικὴν κατανάλωσιν, τί θὰ ἐγίνετο ἡ ἀμπελουργία καὶ τί θὰ ὑπέφερεν ἡ γεωργικὴ βιομηχανία αὐτὴ τῶν στεμφύλων; Σήμερον ὅλη ἡ γεωργικὴ πολιτικὴ συνίσταται εἰς τὸ νὰ μοιράζωμεν χωράφια καὶ δὲν σκέπτεται κανεὶς περὶ οὐσιαστικῶν καὶ πρακτικῶν μέτρων διὰ τὴν ἐνίσχυσιν τῆς γεωργίας. Θὰ παρακαλέσω τὸν ἀπόντα κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος, βεβαίως, θὰ λάβῃ γνῶσιν τῶν λεχθέντων, τὸ μὲν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ εἰσαγάγῃ νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ αὐξήσουν αἱ ἡμέραι κατὰ τὰς ὁποίας ἐπιτρέπεται ἡ οἰνοπνευματοποίησις τῶν στεμφύλων, τὸ δὲ νὰ μεταρρυθμίσῃ ἐπὶ τὸ ἐπιεικέστερον τὸν φόρον τὸν ὁποῖον ἐπέβαλεν ἡ φορολογικὴ δίψα τοῦ τέως Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ δὴ παρανόμως καὶ ἀντισυνταγματικῶς, ἤτοι μετὰ τὴν σύγκλησιν τῆς Συνελεύσεως τὴν 23ην Δεκεμβρίου 1923. Ἀλλὰ ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ὑπομνήσω εἰς τὴν Συνέλευσιν ὅτι ὑπεβλήθη σχέδιον νόμου διὰ τοῦ ὁποίου καταργεῖται ἐντελῶς ἡ οἰνοπνευματοποίησις τῶν στεμφύλων. Ὀφείλω νὰ ὑποδείξω τοῦτο, διότι ὄπισθεν τῶν πιέσεων καὶ τῶν ἐπιβουλῶν κατὰ τῶν ἀμπελοκτημόνων ὑπάρχουν τὰ συμφέροντα τῶν ἡνωμένων πνευματοποιῶν, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦν μονοπωλιακὴν ἑταιρείαν, ἡ ὁποία ἐκμεταλλεύεται τὸ οἰνόπνευμα καὶ πλουτίζει καὶ συσσωρεύει πλοῦτον ἑκατομμυρίων εἰς βάρος τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ.
§10Ι. ΜΑΜΑΗΣ. Αὐτὸν τὸν σκοπὸν ἔχει ὁ φόρος αὐτός.
§11Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Μία τοιαύτη βιομηχανία ἔπρεπε νὰ περιέλθῃ εἰς χεῖρας τοῦ Κράτους καὶ ἐν καιρῷ θ’ ἀποδείξω ὅτι ἔπρεπε νὰ μονοπωληθῇ ἡ κατασκευὴ τοῦ οἰνοπνεύματος, ὁλόκληρα δὲ ἑκατομμύρια θὰ ἐκέρδιζε τὸ Κράτος ἐκ τοῦ μονοπωλίου τούτου, τὰ ὁποῖα ἤδη ἐνθυλακώνουν ὡρισμένοι κεφαλαιοκράται. Ὅλη ἡ πίεσις γίνεται διὰ νὰ παύσῃ ἡ οἰνοπνευματοποίησις τῶν στεμφύλων ὑπὸ τῶν γεωργῶν καὶ νὰ παραγάγουν μεγαλυτέραν ποσότητα τὰ ἐργοστάσια, τὰ ὁποῖα, ὅσον περισσότερον παράγουσιν οἰνόπνευμα, τόσον περισσότερα κέρδη ἀποκομίζουν τὰ μέλη τοῦ τράστ. Ἀπὸ τὴν Δημοκρατικὴν Κυβέρνησιν περιμένομεν δημοκρατικὴν οἰκονομικὴν πολιτικήν, ἀποβλέπουσαν εἰς τὴν προστασίαν τῶν λαϊκῶν τάξεων καὶ ὄχι ἐξυπηρέτησιν πλουτοκρατικῶν σχεδίων, διότι τότε ἡ Δημοκρατία, ποὺ ἐκάματε, θὰ εἶναι τοῦ χειρίστου εἴδους, Δημοκρατία πλουτοκρατική.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Λουπινᾶς καὶ Α. Κοκκέβης ἐπὶ ἀναφορᾶς χαλαζοπλήκτων κατοίκων Φαρακλάδος κλπ.
§13Γ. ΛΟΥΠΙΝΑΣ. Ὑπάρχει, κύριοι, συστημένον ἓν ταμεῖον ἀσφαλείας κατὰ τῶν ἐκ χαλάζης κινδύνων ἀπὸ τοῦ παρελθόντος ἔτους 1922. Τὸ ταμεῖον αὐτό, λόγῳ τῆς μειώσεως τῆς τιμῆς τῆς δραχμῆς εἰς τὴν ὁποίαν ἔχει ὁρισθῆ τὸ ἀσφάλιστρον, τὸ ὁποῖον ἀπ’ ἀρχῆς ὡρίσθη μικρόν, κατεδείχθη ἀνεπαρκὲς πρὸς ἐκπλήρωσιν τοῦ προορισμοῦ του. Οὕτω δὲ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι εἶχον τὴν ἀτυχίαν πέρυσι καὶ ἐφέτος νὰ καταστραφοῦν ἐκ χαλάζης, μολονότι ἐφρόνουν ὅτι θὰ ἀποζημιωθῶσιν ἐκ τῆς ἐπαγγελίας, τὴν ὁποίαν ἡ ἵδρυσις τοῦ ταμείου τούτου τοῖς παρεῖχε, μάτην ἀνέμενον τὴν βοήθειαν. Ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ἀπὸ τοὺς σταφιδοκτηματίας ἔλαβε τόσα ἐκ τοῦ σταφιδικοῦ συναλλάγματος, δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον τοὺς εἰσφέροντας πάντοτε τὰ πλείονα νὰ ἀφήσῃ ἀβοηθήτους εἰς τὴν δυστυχίαν αὐτῶν. Δὲν ἠμπορεῖ ἄλλως τε νὰ νοηθῇ καὶ Κράτος, τὸ ὁποῖον λαμβάνει καὶ μάλιστα ἀπεριορίστως, ὅσον αὐτὸ βούλεται, καὶ ἀφίνει κατόπιν ἀβοήθητον αὐτὴν τὴν τάξιν ἐν τῇ δυστυχίᾳ της. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἀπόντος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Γεωργίας, νὰ συστήσῃ εἰς αὐτὸν τὴν ὑποβολὴν ἑνὸς νομοθετήματος διὰ τοῦ ὁποίου θὰ εἶναι δυνατὸν αὐξανομένου τοῦ ἀσφαλίστρου κατὰ 10 δραχ., νὰ καταστῇ δυνατὸν καὶ διὰ τοὺς παθόντας νὰ ἀποζημιωθῶσιν ἐν ἐλαχίστῳ μέτρῳ ἀπὸ τοῦ χρόνου κατὰ τὸν ὁποῖον ἱδρύθη τὸ ταμεῖον τὸ παρέχον εἰς αὐτοὺς τὴν ὑπόσχεσιν τῆς ἀποζημιώσεως. Θὰ παρακαλέσω ἐπίσης νὰ συστήσῃ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ παράσχῃ κάτι διευκολύνσεις αἱ ὁποῖαι, μετὰ τὴν ἐπελθοῦσαν καταστροφήν, εἶναι ἀπαραίτητοι δι’ αὐτούς. Διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ καλοῦνται νὰ πληρώσουν φόρους, ἀφοῦ εὑρίσκονται εἰς ἀδυναμίαν νὰ πληρώσουν, ἀφοῦ τὸ προϊὸν εἰς τὸ ὁποῖον εἶχον δαπανήσει ὅλας τὰς ἀποταμιεύσεις των καὶ τὴν ἐργασίαν των κατεστράφη. Ἐπίσης θὰ παρακαλέσω, ἂν ἦτο δυνατόν, ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα νὰ παρεῖχε μικρὰς διευκολύνσεις, διὰ τῶν ὁποίων θὰ ἐπετρέπετο εἰς τὰ θύματα αὐτὰ τῆς θεομηνίας ἡ συνέχισις τῆς καλλιεργείας τῶν κτημάτων των κατὰ τὸ ἐπιὸν ἔτος καὶ ἡ συντήρησις τῶν οἰκογενειῶν των.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κοκκέβης ἔχει τὸν λόγον.
§15Α. ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Κατὰ τὰ μέσα τοῦ παρελθόντος Μαΐου χάλαζα ἀσυνήθους μεγέθους κατέστρεψε τὰς σταφιδαμπέλους τῶν χωρίων τῆς περιφερείας ἐκείνης. Οἱ κάτοικοι τῶν χωρίων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι εἶχον κάμει τὰς περισσοτέρας ἐργασίας ἕως τότε, κατεστράφησαν τελείως. Ἐπιτροπὴ τῶν μερῶν ἐκείνων, ἐλθοῦσα ἐνταῦθα, ἔφερε φωτογραφίας τῶν σταφιδαμπέλων, τὰς ὁποίας ἐνεχείρισεν εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐκ τῶν ὁποίων ἀποδεικνύεται ὄχι μόνον ἡ καταστροφὴ τῶν βεργῶν, ἀλλὰ καὶ αὐτῶν τῶν κλημάτων ἀκόμη, εἴς τινα δὲ μέρη ἐσχηματίσθησαν χάνδακες καὶ κατέστρεψαν ἐντελῶς τὰ κτήματα. Οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ εὑρέθησαν εἰς ἐντελῆ ἀπόγνωσιν. Συνέστησαν Ἐπιτροπήν, ἦλθεν αὕτη ἐδῶ, παρεκάλεσε τὸν κ. Πρωθυπουργὸν ὅστις τοῖς εἶπεν ὅτι θὰ λάβῃ μέτρα τινά. Τὰ μέτρα ἐκεῖνα ἦσαν νὰ χορηγηθῇ κάποια συνδρομὴ εἰς ἐκείνους παρὰ τῶν ὁποίων διὰ τοῦ κονσόρτσιουμ, ὅταν ἡ λίρα εἶχε 450 δρ., ἡ Κυβέρνησις ἐκράτει τὰς 200 καὶ τοὺς ἔδιδε τὰ ρέστα. Ἐκ τοῦ μέρους ἐκείνου νὰ δώσῃ κάτι τι πρὸς ἀνακούφισιν. Δεύτερον νὰ ἐπαυξήσῃ τὸ ποσοστὸν τῶν 5 δρ. κατὰ χιλιόλιτρον εἰς 15 καὶ 20 δραχ., ὥστε νὰ δύνανται νὰ ἀποζημιωθοῦν, διότι ἀπὸ τὸ ποσὸν τὸ ὑπάρχον τῶν 800.000 δρ. δὲν παίρνει ἕκαστος οὔτε δύο δραχ. Καὶ τρίτον νὰ συστηθῇ, ὅπως εἶπε καὶ ὁ κ. προλαλήσας, εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν νὰ τοὺς χορηγήσῃ μικροδάνεια διὰ νὰ ἠμπορέσουν νὰ ἀντεπεξέλθουν ἀπὸ τὰς δυσκολίας αὐτάς, διότι, ὅπως γνωρίζετε, εἰς τὴν ἐπαρχίαν Τριφυλίας, μόνον σταφίδας ἔχουν καὶ τίποτε ἄλλο.
§16Θ. ΓΟΥΣΚΟΣ. Καὶ ἐγώ, κ. Πρόεδρε, θὰ ἐπεθύμουν νὰ ἑνώσω τὴν φωνὴν συνηγορίας μου πρὸς λῆψιν μέτρων ὑπὲρ τῶν χαλαζοπλήκτων. Τοιοῦτοι ὑπάρχουν καὶ ἐν Ζακύνθῳ, ὅπου ἡ θεομηνία αὐτὴ ἐπέφερεν ἀνυπολογίστους καταστροφάς. Ἐλπίζω, κ. Πρόεδρε, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐν τῇ εὐεργετικῇ αὑτῆς μερίμνῃ ὑπὲρ τῶν χαλαζοπλήκτων θὰ περιλάβῃ καὶ τοὺς ἐκ τῶν συμπολιτῶν μου παθόντας.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Λουπινᾶς ἐπὶ ἀναφορᾶς πολιτικῶν συνταξιούχων.
§18Γ. ΛΟΥΠΙΝΑΣ. Ἡ Πολιτεία πρέπει νὰ ἀπαλλάσσῃ τοὺς ὑπηρετήσαντας καὶ ὑπηρετοῦντας αὐτὴν ἀπὸ τὰς δυσχερείας τοῦ βίου λόγῳ τῆς μειώσεως τῆς δραχμῆς. Πρέπει ἐν τῇ μερίμνῃ αὑτῆς νὰ μὴ ἐμφανίζῃ ἀνισότητα, ἡ ὁποία πλήσσει περισσότερον ἀπὸ τὴν ἄρνησιν. Εἶδον χθὲς ἕνα σχέδιον νόμου σχετικὸν καὶ θὰ παρακαλέσω νὰ ψηφισθῇ πρὸ τῶν διακοπῶν τῆς Συνελεύσεως.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Ροδόπουλος ὅπως καταθέσῃ καὶ ἀναπτύξῃ ὑπόμνημα τῶν παλαιῶν ἰδιοκτητῶν καὶ κατόχων κτηματογράφων τῆς καείσης ζώνης Θεσσαλονίκης.
§20Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ὑπόμνημα τῶν ἐν Θεσσαλονίκῃ ἰδιοκτητῶν εἶναι σοβαρώτατον, διότι πρόκειται περὶ μιᾶς περιουσίας 380 ἑκατομμυρίων. Παραπονοῦνται οἱ τέως ἰδιοκτῆται Θεσσαλονίκης, τῶν ὁποίων οἱ πλεῖστοι εἶναι Ἰσραηλῖται, ὅτι γίνεται μία ἀφαίρεσις περιουσίας ἀπὸ τοὺς μὲν διὰ νὰ δοθῇ εἰς ἄλλους. Ἂν ἡ Συνέλευσις εἶχε τὴν διάθεσιν νὰ προσέξῃ ὀλίγα λεπτά, θὰ ἀνέπτυσσον πάλιν, ὅπως καὶ ἄλλοτε, τὴν ἀρχὴν ὅτι δὲν πρέπει εἰς τὴν Ἐκτελεστικὴν Ἐξουσίαν νὰ ἀφίνεται μεγάλη δύναμις ἀναμίξεως εἰς ἰδιωτικὰ συμφέροντα, τὸ μὲν διότι εἶναι κακὸς χειριστὴς τῶν ἰδιωτικῶν συμφερόντων, τὸ δὲ διότι δὲν δύναται νὰ παρακολουθῇ τὰ διαχωριζόμενα μεγάλα ἰδιωτικὰ συμφέροντα, καὶ τοῦτο πρὸς βλάβην τοῦ γοήτρου τοῦ Κράτους. Τοῦτο εἶναι γενικὴ ἀρχή, τὴν ὁποίαν, ἂν θέλωμεν νὰ ἐφαρμόσωμεν, θὰ μεταβάλωμεν τὸ σύστημα τοῦ νομοθετεῖν ἄρδην. Ὅταν ἐκάη ἡ Θεσσαλονίκη, ἀντὶ νὰ ἐφαρμοσθῇ τὸ σύστημα τὸ ἐφαρμοσθὲν ἐν Πάτραις, νὰ δοθοῦν τὰ κτηματόγραφα τὰ ὁποῖα νὰ χρησιμοποιήσῃ ἕκαστος δι’ ἐκλογὴν γηπέδου, ἐφηρμόσθη ἕνα ὅλως ἰδιαίτερον σύστημα καὶ ἐδόθησαν κτηματόγραφα εἰς τοὺς πρώην κυρίους τῶν κτημάτων. Διῄρεσεν αὐτὰ εἰς πέντε τομεῖς καὶ εἶπεν ὅτι τὰ κτηματόγραφα αὐτά, τὰ ὁποῖα ἔχουν δύναμιν οἰκοπέδων, θὰ πραγματοποιοῦνται κατὰ τὴν δημοπρασίαν. Ἐγένετο ἡ δημοπρασία εἰς τρεῖς τομεῖς καὶ εἰς αὐτήν, κατὰ τοὺς ὅρους τῆς δημοπρασίας, ὅπως εἶχε δεχθῆ ἡ Κυβέρνησις, ὥρισαν ὅτι πᾶς ἀγοραστὴς ἐν δημοπρασίᾳ γηπέδου ἔχει δικαίωμα νὰ πληρώσῃ εἰς κτηματόγραφον 70 ἕως 80% τῆς ἀξίας, εἰς τὴν ὁποίαν κατεκυρώθη. Τοῦτο, κύριοι, ἦτο λογικόν, διότι ὁ νόμος δὲν εἶχε σκοπὸν νὰ ἀφαιρέσῃ ἰδιοκτησίας ἀπὸ τοὺς πρώην ἰδιοκτήτας, νὰ τὰς πωλήσῃ καὶ νὰ τοῖς μοιράσῃ τὰ λεπτά, ἀλλὰ εἶχε σκοπὸν νὰ τοὺς διευκολύνῃ νὰ ἀγοράσουν πάλιν οἰκόπεδα. Ὅτι δὲ αὕτη ἦτο ἡ ἔννοια τοῦ νόμου ἀποδεικνύεται ἐξ ἁπλῆς ἀναγνώσεως τῶν διατάξεων αὐτοῦ, ἐκ τῶν ὁποίων ἐξάγεται, πλὴν τῶν ἄλλων, καὶ τὸ ὅτι ἐπιτρέπεται ἡ χρησιμοποίησις κτηματογράφων ἀντιπροσωπευόντων οἰκόπεδα. Ἤδη ἡ Κυβέρνησις καὶ προσωπικῶς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐπιμένει εἰς τὴν δημοπρασίαν τοῦ τρίτου τομέως τὰ κτηματόγραφα νὰ μὴ παίζουν κανένα ρόλον καὶ οἱ κάτοχοι τῶν κτηματογράφων τούτων νὰ τὰ χάσουν καὶ ἀργότερον νὰ πάρουν ὅ,τι θὰ προκύψῃ ἐκ τῆς δημοπρασίας. Τοῦτο εἶναι ἄδικον, διότι ὁ σκοπὸς τῶν κτηματογράφων εἶναι νὰ πραγματοποιήσουν τὰ κτηματόγραφα οἱ πρώην κάτοχοι καὶ νὰ πάρουν οἰκόπεδα καὶ ὄχι χρήματα. Τί ὥρισαν εἰς τὴν δημοπρασίαν; Ὅτι μόνον 10% πρέπει νὰ εἶναι κάτοχοι κτηματογράφων, τὰ δὲ ἄλλα 70 ἕως 90% δὲν εἶναι δεκτὰ εἰς τὴν δημοπρασίαν. Τοῦτο δὲν εἶναι νοητόν, διότι δὲν γίνεται κἂν πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ Κράτους, δὲν γίνεται ὅπως ἔγινεν ἡ ἀπαλλοτρίωσις τῶν τσιφλικίων πρὸς τὸ συμφέρον τῶν ὁμάδων τῶν γεωργῶν, ἀλλὰ διὰ νὰ πᾶνε ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν οἰκόπεδα, νὰ πάρουν τὰ οἰκόπεδα τῶν ὑποστάντων τὴν πυρκαϊὰν καὶ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι εἶχον τὰ οἰκόπεδα νὰ μὴ πάρουν. Τὸ ζήτημα, κύριοι, θέλει μεγάλην ἀνάπτυξιν, ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος δὲν μοῦ παραχωρεῖ παράτασιν τῆς ὥρας τοῦ Κανονισμοῦ. Λοιπὸν καταθέτω τὸ ὑπόμνημα τὸ ὁποῖον παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ μελετήσῃ καλῶς. Παρακαλῶ δὲ τὴν Κυβέρνησιν, μὴ θέλων νὰ ἐπεκταθῶ περισσότερον, νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν της ὅτι ἐπὶ οἰκονομικῶν θεμάτων καὶ καθ’ ἣν στιγμὴν ἡ Ἑλλὰς ἔχει ἀνάγκην οἰκονομικῆς ἐπικουρίας πρέπει νὰ προσέχῃ νὰ μὴ θίγῃ συμφέροντα ἀνθρώπων οἱ ὁποῖοι ἔχουν μεγάλην δύναμιν καὶ κῦρος εἰς τὸν Τόπον καὶ εἰς τοὺς οἰκονομικοὺς κύκλους τῆς Εὐρώπης. Τοῦτο τὸ ζήτημα δὲν θέλω νὰ τὸ ἀναπτύξω περισσότερον ἐδῶ, ἂν ὅμως τύχῃ ἄλλοτε νὰ θιγῇ τὸ ζήτημα τοῦτο, θέλω ἀποδείξει πραγματικῶς ὅτι τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους ἐβλάβησαν καιρίως ἐν Εὐρώπῃ καὶ τὰ οἰκονομικὰ καὶ τὰ ἐθνικὰ ἕνεκα τῆς κακῆς μας συμπεριφορᾶς πρὸς αὐτούς, ἕνεκα τῆς φυλετικῆς ἀλληλεγγύης, ἥτις ἐπικρατεῖ μεταξύ των.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ. κ. Ν. Κωνσταντόπουλος, Π. Πετρίδης, Γ. Φραγκούδης, Δ. Ἀκάκιος, Β. Χατζηλίας, Κ. Καλομενόπουλας καὶ Γ. Χατζηκυριακοῦ ἐπὶ ἀναφορᾶς Θεοφάνους Κακριδῆ, καθηγητοῦ τοῦ Πανεπιστημίου.
§22Ν. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Θέλω νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Συνελεύσεως ἐπὶ σπουδαιοτάτου ζητήματος. Ὑπεβλήθη ἀναφορὰ ἐκ μέρους τοῦ καθηγητοῦ τοῦ Πανεπιστημίου κ. Θεοφάνους Κακριδῆ διὰ ζήτημα ἀφορῶν καὶ τὸ Ἐκπαιδευτικὸν Συμβούλιον. Πρὸ ἑνὸς ἔτους ὁ κ. καθηγητὴς ὑπέβαλεν ὑπὸ τὴν κρίσιν τοῦ Ἐκπαιδευτικοῦ Συμβουλίου μίαν Γραμματικὴν τῆς ἀρχαίας Ἑλληνικῆς γλώσσης, ἡ ὁποία ἀπερρίφθη ὑπὸ τῆς ἁρμοδίας Ἐπιτροπῆς, τὴν ὁποίαν κατήρτισε τὸ Ἐκπαιδευτικὸν Συμβούλιον καὶ ἀντ’ αὐτῆς ἐνεκρίθη μία ἄλλη ἑνὸς ἄλλου ἀκούοντος εἰς τὸ ὄνομα Παντελάκης, τοῦ ὁποίου, παραδόξως, ἀπὸ μιᾶς τριετίας, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ἐγκρίνονται διαρκῶς τὰ βιβλία. Ὁ κ. καθηγητὴς ἐνόμισεν ὅτι ἠδικήθη καὶ ἐζήτησε τὸν λόγον διὰ τὸν ὁποῖον ἀπερρίφθη ἡ Γραμματική του, ἡ ὁποία, κατ’ αὐτόν, ἦτο ὑπερτέρα τῆς ἐγκριθείσης. Οἱ κύριοι ἐκπαιδευτικοὶ σύμβουλοι ἔθεσαν εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ κ. καθηγητοῦ τὴν κριτικὴν ἔκθεσιν τῶν μελῶν τῆς Ἐπιτροπῆς, τῶν δύο μελῶν, διότι ὁ τρίτος σχεδὸν διεφώνησε πρὸς τοὺς δύο. Παρ’ ὅλα αὐτὰ ὅμως, τὰ ὁποῖα γράφουν οἱ κύριοι κριταὶ διεφώνησαν μεταξύ των. Ὁ κ. καθηγητὴς εὑρίσκει ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ἀπορριφθῇ τὸ βιβλίον, διότι συνέκρινε τὰ δύο βιβλία καὶ εὑρῆκεν ὅτι δὲν ἔγινεν ἀμερόληπτος ἡ κρίσις. Ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀντιλήψεως αὐτῆς ἔδωσε μίαν καταγγελίαν ἐναντίον τοῦ Ἐκπαιδευτικοῦ Συμβουλίου πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας τὸν παρέπεμψεν εἰς τὸ Ἐκπαιδευτικὸν Συμβούλιον. Εἰς ἀπάντησιν εἶπον ὅτι ἡ κρίσις ἔγινεν ὄχι ἐπὶ τῇ βάσει τῆς γραπτῆς ἐκθέσεως τῶν ἀποτελούντων τὴν Ἐπιτροπήν, ἀλλ’ ἐπὶ τῇ βάσει προφορικῆς ἀναπτύξεως. Νομίζω ὅτι τὸ τοιοῦτον δὲν εἶναι δίκαιον. Ὁ κ. καθηγητὴς ἐξέδωκε τότε ὀλίγα φύλλα ἔντυπα, εἰς τὰ ὁποῖα παραπέμπει τὸν θέλοντα νὰ μελετήσῃ τὸ ζήτημα καὶ ἐξέθηκε τὴν ἀντίληψιν ὅτι ἠδικήθη. Οἱ ἀποτελοῦντες τὴν Ἐπιτροπήν ἐδημοσίευσαν βιβλίον, τὸ ὁποῖον θὰ ἠδύνατο νὰ ὀνομασθῇ λίβελλος ἐναντίον τοῦ κ. καθηγητοῦ τοῦ Πανεπιστημίου. Ὁ κ. καθηγητὴς τοῦ Πανεπιστημίου λέγουν, μεταξὺ ἄλλων, καὶ ὅτι, ἐφόσον διδάσκει τὴν Λατινικὴν φιλολογίαν, δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ ἀναμιγνύεται εἰς ἀλλότρια. Ἀφίνω ὅτι τοῦτο δὲν ἔχεται ὑποστάσεως, διότι, ἐφόσον ἡ Λατινικὴ φιλολογία εἶναι ἐπίσημος καὶ καθιερώθη νὰ διδάσκηται τόσον εἰς τὸ Πανεπιστήμιον, ὅσον καὶ εἰς τὰ Γυμνάσια, ἀνεξαρτήτως τῶν συμπαθειῶν μας ἢ ἀντιθέσεων πρὸς τὴν γλῶσσαν αὐτήν, νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ξένη ἡ διδασκαλία αὐτῆς πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν γλῶσσαν, ἀλλά, καθὼς ἐμάθαμεν εἰς τὰ σχολεῖα, εἶναι συνυφασμέναι. Ὥστε ἡ κατηγορία αὐτὴ ὄχι μόνον εἶναι ἀνυπόστατος, δὲν ἔχει καμμίαν βάσιν, ἀλλὰ εἶναι καὶ κάτι τι ἀνάξιον τοῦ Ἐκπαιδευτικοῦ Συμβουλίου. Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως αὐτοῦ, ὁ κ. καθηγητὴς τοῦ Πανεπιστημίου Θεοφάνης Κακριδῆς, εἷς τῶν διαπρεπεστέρων καθηγητῶν καὶ ἴσως ὁ σπουδαιότερος καθηγητὴς τῆς Λατινικῆς φιλολογίας, ὁ ὁποῖος ὑπάρχει εἰς τὸ Πανελλήνιον, ζητεῖ ὅπως ἐξετασθῇ τὸ ζήτημα ἐκ μιᾶς Ἐπιτροπῆς ἀποτελουμένης ἐκ λογίων, ἐξ ἀνθρώπων τῶν γραμμάτων καὶ μελῶν τοῦ Κοινοβουλίου καὶ ἂν εὕρουν ὅτι ἐσυκοφάντησε νὰ τιμωρηθῇ, ἂν ὅμως ἡ κρίσις ἦτο ἄδικος, τότε τὸ Κράτος νὰ φροντίσῃ νὰ ἀποδώσῃ εἰς ἕκαστον τὸ δίκαιον. Ἐγὼ ἰδιαιτέρως, κύριοι, θὰ ἤθελα νὰ ἐνδιαφερθῇ ἡ Συνέλευσις διὰ τὸ ζήτημα τοῦτο, διότι ἀπό τινος καιροῦ συμβαίνουν πολλὰ τὰ παράδοξα ἐντὸς τοῦ Ἐκπαιδευτικοῦ Συμβουλίου. Παραδόξως δὲ εἰς τὴν ἔγκρισιν τῶν βιβλίων, ἐγκρίνονται διαρκῶς καὶ ἐπανειλημμένως τῶν ἰδίων συγγραφέων, οἱ ὁποῖοι εἴτε συγγενεύουν εἴτε ἔχουν ἄλλον δεσμὸν πρὸς τὸ Ἐκπαιδευτικὸν Συμβούλιον.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Φραγκούδης ἔχει τὸν λόγον.
§24Γ. ΦΡΑΓΚΟΥΔΗΣ. Θὰ ὑποστηρίξω καὶ ἐγὼ δι’ ὀλίγων τὴν ἀναφορὰν τοῦ κ. Θεοφάνους Κακριδῆ, ἂν καὶ νομίζω ὅτι δὲν ὑπάρχει θεραπεία τοῦ πράγματος, διότι ὁ νόμος λέγει ὅτι τὰ βιβλία κρίνονται ἀνεκκλήτως. Ἑπομένως δὲν ὑπάρχει τρόπος νὰ θεραπευθῇ τὸ κακόν, διότι ὁ νομοθέτης ἠθέλησε τοὺς κριτὰς τῶν βιβλίων ἀνεκκλήτως ἀποφασίζοντας, διότι θὰ ἦτο ἀνάρμοστον εἰς κάθε κρίσιν νὰ κάμνωμεν ὁλόκληρον διαδικασίαν. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ὑπ’ ἀμφοτέρων τῶν ἐνδιαφερομένων ἐξετέθησαν γραπτῶς τὰ πράγματα, ὑπάρχει τρόπος ἐξετάσεως τοῦ ζητήματος. Ἰδίως θὰ δώσῃ σκέψεις εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας, ἂν δύναται νὰ ἐξακολουθήσῃ ὑπάρχων θεσμὸς κατὰ τὸν ὁποῖον οἱ ὑπάλληλοι τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας, οἱ διευθύνοντες τὴν Παιδείαν, γίνονται κριταὶ βιβλίων. Τὸ τοιοῦτον εἶναι κάκιστον, διότι περὶ τοὺς ὑπαλλήλους δημιουργεῖται μία κλίκα συμφερόντων, ὥστε ἐπὶ παραδείγματι ἀπὸ τὰ 25 βιβλία ποὺ ὑπέβαλεν ὁ κ. Παντελάκης νὰ τοῦ ἐγκριθοῦν τὰ 18.
§25Ν. ΖΟΥΔΙΑΝΟΣ. Εἶναι διακεκριμένος καθηγητὴς ὁ κ. Παντελάκης.
§26Γ. ΦΡΑΓΚΟΥΔΗΣ. Ἠμπορεῖ νὰ εἶναι, ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ συγγράφῃ καὶ ὅλα τὰ βιβλία αὐτός. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θέλω νὰ παρακαλέσω καὶ νὰ συστήσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας εἶναι νὰ ἐξετάσῃ ποῦ εἶναι τὸ δίκαιον καὶ ἂν ὁ νόμος δὲν δίδει τὸ δίκαιον, ὑπάρχει τρόπος διοικητικὸς νὰ ἐπανορθωθῇ τοῦτο. Ὅταν εἷς καθηγητὴς μεγάλης ἀξίας διαμαρτύρεται ὅτι ἠδικήθη πασιφανῶς, πρέπει νὰ διατάξῃ ὅπως τὰ βιβλία κρίνωνται δι’ εἰδικῶν Ἐπιτροπῶν, διότι δὲν εἶναι σωστὸν οἱ ὑπάλληλοι τοῦ Ὑπουργείου νὰ εἶναι κριταὶ τῶν βιβλίων, διότι δημιουργοῦνται πολλαὶ παρεξηγήσεις. Αὐτὰ εἶχον νὰ εἴπω.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀκάκιος ἔχει τὸν λόγον.
§28Δ. ΑΚΑΚΙΟΣ. Εἶναι πράγματι ἐξαιρετικῆς σημασίας ἡ ἀναφορὰ τοῦ Θεοφάνους Κακριδῆ, ὄχι μόνον διότι προέρχεται ἀπὸ μέρους καθηγητοῦ τοῦ Πανεπιστημίου, ὁ ὁποῖος καὶ ἀπὸ ἀπόψεως μαθήσεως καὶ ἀπὸ ἀπόψεως χαρακτῆρος ἀποτελεῖ σέμνωμα τοῦ Πανεπιστημίου, ἀλλὰ καὶ διότι στρέφεται καθ’ ἑνὸς ἀνωτάτου ὑπαλλήλου τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας. Θὰ ἐπεθύμουν λοιπὸν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας νὰ λάβῃ ὅλως ἰδιαίτερον ἐνδιαφέρον διὰ τὴν προκειμένην ἀναφοράν, βέβαιος ὢν ὅτι ἐξυπηρετεῖ πρὸ παντὸς τὸ γόητρον τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας. Ἀκριβῶς δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ εἴπω αὐτὰς τὰς ὀλίγας λέξεις, διότι προσάπτεται μομφὴ κατ’ ἀνωτάτου λειτουργοῦ τῆς Παιδείας.
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζω ὅτι ἀρκετὰ ἀνεπτύχθη. Ὁ κ. Π. Πετρίδης ἔχει τὸν λόγον.
§30Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Τὰ παράπονα τοῦ κ. Κακριδῆ, διακεκριμένου καθηγητοῦ τοῦ Πανεπιστημίου καὶ τιμίου ἀνθρώπου, εἶναι ἄξια προσοχῆς ἐκ μέρους τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Φαίνεται ὅτι ἐν τῷ Ἀνωτάτῳ Συμβουλίῳ, τὸ ὁποῖον ἔχει τὴν ἐντολὴν νὰ ἐγκρίνῃ τὰ βιβλία τὰ διδακτικά, κάτι τι τὸ ἀνώμαλον ὑφίσταται· διότι δὲν εἶναι δυνατὸν ὁ κ. Κακριδῆς, τοιαύτης περιωπῆς φιλολογικῆς, νὰ παραπονῆται ἄνευ βάσεως. Ἀπορῶ πῶς ὁ κ. Ὑπουργός, εἰς τὸν ὁποῖον ὑπεβλήθησαν τὰ παράπονα, δὲν ἔλαβε τὰ προσήκοντα μέτρα, ὥστε νὰ ἐξετασθῶσι τὰ παράπονα ταῦτα καὶ ἐξευρεθῇ ὁ τρόπος τῆς θεραπείας, τῆς καλῆς ἐκλογῆς τῶν βιβλίων. Ὁμολογουμένως τὸ σύστημα τὸ ὑφιστάμενον τῆς κρίσεως τῶν διδακτικῶν βιβλίων εἶναι πλημμελές. Καὶ εὐχάριστον εἶναι ὅτι πρόκειται εἰς τὴν κρίσιν τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον προνοεῖ περὶ τῆς βελτιώσεως τοῦ συστήματος τούτου. Εἶχον τὴν εὐκαιρίαν ἐν τῇ πρώτῃ συζητήσει τοῦ νομοσχεδίου νὰ ὑποβάλω τροπολογίας τινὰς σχετιζομένας μὲ τὴν βελτίωσιν τοῦ συστήματος καὶ ἐλπίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς θὰ τὰς ἀποδεχθῇ, εἰς τρόπον ὥστε καὶ τὰ παράπονα τὰ ὁποῖα στρέφονται κατὰ τοῦ συστήματος ἐκ μέρους τοῦ κ. Κακριδῆ, συμπολίτου μου, νὰ εὕρωσιν ἀπήχησιν καὶ νὰ μὴ γίνωνται πλέον ἐν τῷ μέλλοντι τὰ ὀλισθήματα τὰ ὁποῖα, ὁμολογουμένως, προκαλεῖ ἡ πλημμέλεια τῆς ὀργανώσεως ἐν τῷ θέματι τούτῳ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς θὰ ἦτο καλὸν νὰ δώσῃ ἐξηγήσεις τινὰς περὶ τῶν παραπόνων τοῦ κ. καθηγητοῦ, τὰ ὁποῖα, ἐπαναλαμβάνω, εἶναι ἄξια πολλῆς προσοχῆς.
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καλομενόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§32Κ. ΚΑΛΟΜΕΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν εἶναι τοῦ παρόντος νὰ κριθῇ ὁ τρόπος κατὰ τὸν ὁποῖον ἐξελέγχονται καὶ κρίνονται τὰ διδακτικὰ βιβλία. Ἀλλ’ ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ αὐτῇ νομίζω ὅτι ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας θὰ λάβῃ ἀφορμὴν νὰ μελετήσῃ τὸ ζήτημα καὶ γενικώτερον καὶ ἐν σχέσει πρὸς τὸ πρόσωπον τὸ ὁποῖον ἐν προκειμένῳ ἀδικεῖται.
§33Γ. ΧΑΤΖΗΚΥΡΙΑΚΟΥ. Δύο λέξεις, κ. Πρόεδρε.
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δικαίωμά σας.
§35Γ. ΧΑΤΖΗΚΥΡΙΑΚΟΥ. Ἀκριβῶς διὰ νὰ εἴπω ὅτι δέον νὰ ἐξακριβωθῇ ἂν τὰ παράπονα τοῦ κ. Κακριδῆ, καθηγητοῦ τοῦ Πανεπιστημίου, ἐναντίον τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου, εἶναι βάσιμα, καθόσον τὸ πρᾶγμα ἔλαβεν εὐρυτέραν σημασίαν ἐκ τῆς ἀνταλλαγῆς ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα περιέχουσι βαρυτάτας φράσεις, καὶ ἔχει καθῆκον ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ ἐξετάσῃ τὰ πράγματα καὶ νὰ ἀποδώσῃ τὸ δίκαιον καὶ νὰ συστήσῃ ὅπως οἱ ἀνώτατοι λειτουργοὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως εἶναι μετριώτεροι εἰς τὰς ἐκφράσεις των καὶ περιορίζωνται εἰς τὴν ἐπιστημονικὴν συζήτησιν.
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μαμάης ἐπὶ ἀναφορᾶς ζωεμπόρων Γαυρείου τῆς Ἄνδρου.
§37Ι. ΜΑΜΑΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, οἱ ζωέμποροι ἀπὸ τῆς περιφερείας ἀπὸ τῆς ὁποίας παραλαμβάνουν τὰ ζῷα, ἀγοράζοντες ταῦτα, τὰ ἐξάγουν διὰ τοῦ λιμένος Γαυρείου, ὡς πλησιεστέρου καὶ ἀσφαλεστέρου λιμένος πρὸς τὸν Πειραιᾶ. Ἡ ἐργασία αὐτὴ γίνεται τακτικώτατα κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον. Ἐσχάτως ὁ κ. Νομάρχης ἐξέδωκε μίαν ἀπόφασιν καὶ ζητεῖ ὅπως ταῦτα, ἀντὶ νὰ ἐξάγωνται διὰ τοῦ λιμένος Γαυρείου καὶ ἐκεῖ νὰ γίνεται ἡ σχετικὴ παρακράτησις, νὰ μεταφέρωνται εἰς Ἄνδρον, ἵνα γίνῃ ἐκεῖ ἡ παρακράτησις. Ἡ ἀπόστασις ἀπὸ τοῦ τόπου τῆς ἀγορᾶς μέχρι τῆς πόλεως Ἄνδρου εἶναι ἑξάωρος· ἑπομένως πρέπει νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν σας ὅτι ἡ πορεία ἐλαττώνει τὸ βάρος τῶν ζῴων καὶ ἑπομένως καὶ αὔξησις τιμῶν ἐπέρχεται καὶ ἐλάττωσις κρέατος ἢ ζημία τοῦ ἐμπόρου. Πρέπει νὰ γνωρίζετε ὅτι εἰς Ἄνδρον δὲν ὑπάρχουσι ποίμνια εἰδικά, ἀλλὰ ἕκαστος χωρικὸς τρέφει ἐντὸς ἑνὸς ἐκ τῶν κτημάτων του ἓν ἢ δύο ζῷα διὰ τὰς ἀνάγκας του, ἐν ὑπεραρκείᾳ ἢ ἀνάγκη πωλεῖ ταῦτα καὶ συνεπῶς οἱ ζωέμποροι διὰ νὰ κατορθώσουν νὰ συλλέξουν ἕνα ἀριθμὸν ζῴων πολλάκις βασανίζονται ἐπὶ μῆνα καὶ πλέον. Ὡς νὰ μὴ ἔφθανον δὲ ὅλαι αἱ κακουχίαι εἰς τὰς ὁποίας ὑπόκεινται οἱ ζωέμποροι, ἦλθε καὶ ἡ διαταγὴ τοῦ Νομάρχου ἡ ἐπιβάλλουσα καὶ ἕτερον βασανιστήριον. Ἐλᾶτε τώρα νὰ ἴδωμεν τί εἶναι αὐτοὶ οἱ ζωέμποροι. Οἱ ζωέμποροι εἶναι οἱ μεγαλύτεροι φορεῖς τοῦ τόπου, οἱ παρέχοντες διὰ τὴν γεωργίαν ὅ,τι δὲν παρέχει τὸ Δημόσιον. Διατί; Διότι αὐτοὶ πηγαίνουν καὶ εὑρίσκουν αὐτὸν ποὺ ἔχει ἓν ἢ δύο ζῶα καὶ τὰ ἀγοράζουν, ἐπιστρέφουν δὲ φέροντες ἄλλα ζῶα καλυτέρας φυλῆς καὶ ἀποδόσεως, κάμνοντες οὕτω μίαν ἐθνικὴν ἐργασίαν χωρὶς νὰ τὸ καταλαβαίνουν. Λοιπὸν παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ὅτι, ὅσον μικρὰ καὶ ἂν φαίνωνται αὐτὰ τὰ πράγματα, εἶναι πολὺ μεγάλα. Νὰ μὴ φέρετε προσκόμματα εἰς αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους. Ὑποθέτω ὅτι δὲν χρειάζονται περισσότερα.
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ. κ. Α. Κοκκέβης, Ν. Μανωλόπουλος καὶ Γ. Λουπινᾶς ἐπὶ ἀναφορᾶς Συνδέσμου Τεχνιτῶν Κυπαρισσίας.
§39Α. ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἰδίᾳ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργόν, ὅπως λάβῃ ὑπὸ σοβαρὰν ἔποψιν τὴν αἴτησιν περὶ τῆς ὁποίας πρόκειται, διότι ἡ μὴ ἀποδοχὴ αὐτῆς θὰ σημάνῃ τὴν καταστροφὴν ὄχι μόνον τῆς Κυπαρισσίας, ἀλλὰ καὶ ὁλοκλήρου τῆς ἐπαρχίας Τριφυλίας. Εἶναι γνωστὸν ὅτι ἀπὸ τοῦ 1872 συνέστη Πρωτοδικεῖον ἐν Κυπαρισσίᾳ μὲ ὡρισμένην περιφέρειαν τὴν Τριφυλίαν καὶ τὴν Ὀλυμπίαν, ἀλλ’ ἦλθεν ἡ Ἐπανάστασις καὶ ἐπαναστατικῷ δικαιώματι ἕνα ἐκ τῶν δήμων τῆς Ὀλυμπίας τὸν ἀπέσπασεν. Ἤδη καταβάλλεται φροντὶς νὰ ἀποσπασθῇ καὶ ὁ δῆμος Σκιλλοῦντος, ἀποσπωμένου δὲ καὶ τούτου τὸ Πρωτοδικεῖον Κυπαρισσίας, τὸ ὁποῖον ἔχει τὴν μεγαλυτέραν ἐργασίαν, ὡς φαίνεται καὶ ἐκ τῶν πινάκων τοῦ Πρωτοδικείου, δὲν θὰ ἔχῃ πλέον ὑπόστασιν. Λόγῳ τῆς συστάσεως τοῦ Πρωτοδικείου ἐδημιουργήθη μία ὡρισμένη κατάστασις. Πλεῖστοι συνέρρευσαν ἐκεῖ ἀπὸ τὰ ὀρεινὰ μέρη τῆς Γορτυνίας καὶ ἔκαμαν οἰκοδομὰς καὶ καταστήματα. Καταργουμένου, οὕτως εἰπεῖν, τοῦ Πρωτοδικείου διὰ τῆς ἀποσπάσεως καὶ τοῦ δήμου τούτου, ὅλοι αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι καταστρέφονται. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅπως λάβουν ὑπὸ σοβαρὰν ἔποψιν τὰς ἀναφορὰς τῶν κατοίκων, τὰς μελετήσουν καὶ κρίνουν συμφώνως πρὸς τὸ δίκαιον.
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Λουπινᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§41Γ. ΛΟΥΠΙΝΑΣ. Οἱ κάτοικοι τοῦ δήμου Σκιλλοῦντος ἀπὸ τοῦ 1872 μέχρι τῆς ἐποχῆς αὐτῆς δὲν ἐδυσφόρουν, διότι ὑπήγοντο εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον Κυπαρισσίας, δὲν ἐδυσφόρουν δὲ εἰς ἐποχὴν καθ’ ἣν δὲν ὑπῆρχε σιδηροδρομικὴ γραμμὴ ἡ ὁποία μειώνει τὴν ἀπόστασιν διὰ τῆς ταχύτητος, καὶ ἦσαν τοσοῦτον συνδεδεμένοι μετὰ τῆς Κυπαρισσίας, ὅπως καὶ οἱ κάτοικοι τοῦ δήμου Βώλακος, ὥστε οὐδεμία διαμαρτυρία ποτὲ εἶχε γίνει κατὰ τῆς ὑπαγωγῆς των εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον Κυπαρισσίας. Τὸ Πρωτοδικεῖον αὐτό, λειτουργοῦν ἀπὸ τὸ 1873, ἐδημιούργησε, βεβαίως, μίαν πραγματικὴν κατάστασιν. Ἐπαγγέλματα ἀνεπτύχθησαν, οἰκοδομαὶ ἀνηγέρθησαν· πῶς εἶναι δυνατὸν τὰ συμφέροντα αὐτῶν νὰ στραγγαλισθοῦν, διότι ἄλλοι τινὲς ἐσκέφθησαν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐπὶ 50 ὅλα ἔτη δὲν εἶχον σκεφθῆ οἱ κάτοικοι νὰ τὸ ἐπιβάλουν εἰς αὐτοὺς δῆθεν διὰ τὴν ὑποστήριξιν τῶν συμφερόντων αὐτῶν, πράγματι ὅμως πρὸς ἐνίσχυσιν ἄλλων Πρωτοδικείων; Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν του ὅτι τὸν στραγγαλισμὸν αὐτόν, τὴν καταστροφὴν αὐτὴν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνεχθοῦν ὅλοι οἱ κάτοικοι τῆς Κυπαρισσίας καὶ Τριφυλίας καὶ νὰ δώσῃ προσοχήν, διότι τὸ ἐναντίον θὰ προεκάλει ἀναστάτωσιν, ἀναστάτωσιν δὲ δεινήν, τὴν ὁποίαν προκαλοῦν τὰ ζητήματα τὰ ὑπονομεύοντα τὰ συμφέροντα ὁλοκλήρων πληθυσμῶν ἀπὸ μικροὺς ὑπολογισμοὺς ἐξυπηρετήσεως ἄλλων.
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ. κ. Ι. Γιαμούζης καὶ Α. Κόρακας ἐπὶ ἀναφορᾶς ἐμπόρων Ἐλασσόνος.
§43Ι. ΓΙΑΜΟΥΖΗΣ. Συνιστῶ τὴν αἴτησιν τῶν ἐμπόρων Ἐλασσόνος καὶ παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον ὅπως λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του τὰ δίκαια αἰτήματά των, κατόπιν δὲ μελέτης ἐπισταμένης ἀπονείμῃ τὸ δίκαιον.
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κόρακας ἔχει τὸν λόγον.
§45Α. ΚΟΡΑΚΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ αἴτησις τῶν ἐμπόρων Ἐλασσόνος ἀφορᾷ τὴν ὕπαρξιν μισθώσεως Τουρκικῶν ἀκινήτων καὶ λυποῦμαι διότι ἀπουσιάζει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας καὶ ἐσφαλμένως ἀναφέρεται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Γεωργίας. Ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου ἐξέθηκα τὴν γνώμην μου συζητουμένου τοῦ νομοσχεδίου περὶ διαιρέσεως ἀστικῶν ἀκινήτων τῆς πόλεως Θεσσαλονίκης, ὡς ἐπίσης καὶ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τῆς ὁποίας ἀπετέλουν μέλος, ἐπιφυλάσσομαι δὲ κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου νὰ ἐκθέσω τὴν γνώμην μου.
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς Νομοθετικῆς Ἐργασίας.
§47Χ. ΦΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως θὰ κάμω μίαν παρατήρησιν.
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε.
§49Χ. ΦΑΚΗΣ. Ἐπὶ δύο ἐκ τῶν δικαστικῶν νομοσχεδίων, τοῦ περὶ προφυλακτικῶν μέτρων καὶ τοῦ περὶ συναλλαγματικῶν, κατὰ τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν παρετήρησα ὅτι τὸ ἓν ἐξ αὐτῶν εἶχεν ἀριθμὸν 120, τὸ δὲ ἄλλο 126. Σήμερον παρατηρῶ ὅτι τὸ μὲν ἓν ἔχει ἀριθμὸν 160 καὶ τὸ ἄλλο 168. Ἤθελον λοιπὸν νὰ μάθω ἂν ἐγκατελείφθησαν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν.
§50Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Ὄχι, δὲν ἐγκατελείφθησαν· θὰ συζητηθοῦν καὶ αὐτὰ μὲ τὴν σειράν των.
§51Π. ΤΣΙΤΣΙΛΙΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον.
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τίνος;
§53Π. ΤΣΙΤΣΙΛΙΑΣ. Ἐπὶ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως.
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε.
§55Π. ΤΣΙΤΣΙΛΙΑΣ. Πρὸ τετραμήνου, κ. Πρόεδρε, ὑπεβλήθη εἰς τὴν Συνέλευσιν πρότασις νόμου ὑπογεγραμμένη παρὰ πέντε πληρεξουσίων περὶ ὑπαγωγῆς τῆς ἐπαρχίας Κυθήρων εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον Πειραιῶς. Ἔκτοτε ὅμως δὲν ἦλθεν εἰς συζήτησιν ἡ πρότασις. Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ τονίσω ὅτι ἡ Δημοκρατικὴ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ἦλθε μὲ πρόγραμμα νὰ ὑποστηρίξῃ τὰ ὁμαδικὰ δίκαια, εἶχεν ὑποχρέωσιν ἐξαιρετικῶς διὰ τὴν ἐπαρχίαν Κυθήρων νὰ προτάξῃ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο. Ἐκτὸς τῶν ἄλλων, εἶναι ζήτημα δικαιοσύνης ἀπέναντι μιᾶς ἐπαρχίας, ἡ ὁποία ἀπὸ μακροῦ χρόνου ἐξακολουθεῖ νὰ ταλαιπωρῆται, καὶ θὰ παρακαλέσω, ἐφόσον μάλιστα ὑπάρχει πρότασις περὶ προτάξεως, νὰ προηγηθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο καὶ ψηφισθῇ.
§56Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Ἂν ἀρχίσωμεν νὰ προτάσσωμεν νομοσχέδια, θὰ καταντήσῃ νὰ ἀλλοιωθῇ ἡ Ἡμερησία Διάταξις. Ἔχουν προταχθῆ τὰ γενικωτέρας σημασίας καὶ δι’ αὐτὸ θὰ παρακαλέσω νὰ μὴ γίνῃ δεκτὴ ἡ πρότασις.
§57Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Εἴπετε ὅτι ἔχουν προταχθῆ τὰ γενικοῦ ἐνδιαφέροντος. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ἀμφισβητήσω τὸν ἰσχυρισμὸν αὐτόν, διότι μεταξὺ αὐτῶν ἀναφέρονται πλεῖστα τοπικῆς σημασίας.
§58Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Αὐτὰ δὲν πρόκειται νὰ προκαλέσουν συζήτησιν.
§59Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Πρόκειται περὶ δικαίας ἀξιώσεως ἑνὸς ὁλοκλήρου λαοῦ.
§60Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Πολὺ καλά· δὲν εἶμαι διατεθειμένος νὰ μεταβάλω τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν.
§61Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ στραγγαλίζεται τὸ δίκαιον ὑπὲρ τῶν συμφερόντων ἄλλου μέρους, οἷον εἶναι τὸ Γύθειον. Ἂν οἱ κύριοι τοῦ Γυθείου ἔχωσι λόγους ἰδιαιτέρους νὰ προστατεύσουν τὴν ἐπαρχίαν των, ἡ Συνέλευσις δὲν εἶναι διατεθειμένη νὰ καταπατήσῃ δίκαια ἀναμφισβήτητα.
§62Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Πόσα χρόνια ὑπάγονται εἰς τὸ Γύθειον; 25 χρόνια. Διατί δὲν ἐφροντίσατε ἐπὶ τόσα χρόνια νὰ μὴ στραγγαλίζεται τὸ δίκαιον;
§63Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Εἰς ἐποχὴν καθ’ ἣν ἴσχυεν ὁ Στάης; Τώρα ἦλθε Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ὀφείλει νὰ προστατεύῃ τὰ ὁμαδικὰ δίκαια.
§64Ι. ΚΑΛΟΓΕΡΑΣ. Τὴν στιγμὴν ποὺ ὑπάρχει μία πρότασις περὶ προτάξεως, πρέπει ἡ Συνέλευσις νὰ ἀποφασίσῃ ἐπ’ αὐτῆς, διότι οὐσιαστικῶς ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς ἐπαρχίας ἴσως ἦτο ὁ καταλληλότερος νὰ ἀποφανθῇ ποῦ πρέπει νὰ ὑπαχθῇ. Θὰ ἐπεθύμουν νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ πρότασις περὶ προτάξεως.
§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Παπανδρέου ἔχει τὸν λόγον.
§66Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριοι πληρεξούσιοι, ἀναγνωρίζομεν καὶ ἡμεῖς ὅτι κατὰ τὸν ὀλίγον χρόνον ὁ ὁποῖος ὑπολείπεται διὰ τὸν τερματισμὸν τῶν ἐργασιῶν τῆς περιόδου αὐτῆς ἀσφαλῶς ἐπιβάλλεται νὰ προταχθοῦν τὰ ἐπείγοντα καὶ σοβαρώτερα νομοσχέδια καὶ ἀντιλαμβάνεται ὁλόκληρος ἡ Συνέλευσις μὲ πόσην προθυμίαν καὶ ἡ Ἀντιπολίτευσις ὁλόκληρος συμβάλλει εἰς τὸν ταχὺν καὶ ὁμαλὸν τερματισμὸν τῶν ἐργασιῶν. (Θόρυβος). Ὅπως ὀφείλομεν ν’ ἀκούωμεν τὰς γνώμας σας, κύριοι συνάδελφοι, ὀφείλετε ἐπίσης ν’ ἀκούετε καὶ τὰς ἰδικάς μας. Κύριοι πληρεξούσιοι, ὑπάρχει εἷς πληρεξούσιος ἀντιπρόσωπος τῶν Κυθήρων, εἷς μόνον εἰς τὴν Συνέλευσιν, διότι αὐτὸς ἀναλογεῖ εἰς τὸν πληθυσμὸν τῶν Κυθήρων. Καὶ αὐτὸς εἶναι προφανῶς ὁ ἁρμοδιώτερος νὰ ἔχῃ γνώμην ἐπὶ τῆς θελήσεως καὶ τῶν ἐπιθυμιῶν τοῦ τόπου του.
§67Γ. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Τότε διατί ὁμιλεῖτε σεῖς διὰ τὰ Κύθηρα;
§68Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Διότι τὸ δίκαιον τὸ ὁποῖον ὑπεστήριξε δὲν τὸ ἀπεδέχθη ἡ Κυβέρνησις καὶ ὀφείλομεν νὰ τὸν συντρέξωμεν. (Χειροκροτήματα). Συνεζητήθη ἡ πρότασις περὶ ὑπαγωγῆς τῶν Κυθήρων εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον Πειραιῶς καὶ εἶναι φυσικὸν ἡ συζήτησις, ἡ ὁποία ἤρχισε, νὰ συνεχισθῇ.
§69Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Κύριε Πρόεδρε, ὑπάρχει πρότασις ἀπὸ 10 πληρεξουσίους περὶ προτάξεως;
§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα, πολὺ περισσοτέρους.
§71Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἐκεῖνο διὰ τὸ ὁποῖον παρακαλῶ τὴν Συνέλευσιν εἶναι τοῦτο: Ὄχι βεβαίως νὰ ἀναγνωρισθῇ προνόμιον ὑπὲρ τῶν Κυθήρων, διότι ἀνέκαθεν ἠγωνίσθη ὑπὲρ τῆς δημοκρατικῆς ἰδέας, ἀλλὰ νὰ παρασχεθῇ δικαιοσύνη. Καὶ ἐφόσον ὁ πληθυσμὸς τῶν Κυθήρων ὁμόθυμος ζητεῖ νὰ ὑπαχθῇ εἰς τὸν Πειραιᾶ, οὐδεὶς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ τοῦ ἐπιβάλῃ τὴν τυραννίδα τῆς ὑπαγωγῆς εἰς τὸ Γύθειον. Δὲν ἐννοῶ ποῖα συμφέροντα εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιβάλουν τὴν δικαστικὴν δουλείαν εἰς τὸ Γύθειον, ἀντὶ τοῦ Πειραιῶς, τὸ ὁποῖον καὶ τὰ συμφέροντα καὶ ἡ θέλησις τοῦ τόπου ἀξιοῦν. Ἡ Κυβέρνησις ἔχει καθῆκον ἀπέναντι μιᾶς ὁμοθύμου ἀξιώσεως τῶν Κυθήρων νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν ἔκκλησιν καὶ νὰ διευκολύνῃ τὴν ταχυτέραν ὑπαγωγὴν εἰς τὸν Πειραιᾶ. Ἀποτελεῖ καθῆκον δικαιοσύνης, τὸ ὁποῖον δὲν ἐπιτρέπεται νὰ παραβῶμεν.
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καλκανδῆς ἔχει τὸν λόγον.
§73Δ. ΚΑΛΚΑΝΔΗΣ. Δὲν θέλομεν νὰ ἀδικήσωμεν κανένα ἀπεναντίας θέλομεν ὁ καθεὶς νὰ λάβῃ τὴν θέσιν του. Εἶναι γνωστόν, κ. Πρόεδρε, ὅτι τὰ Κύθηρα εἶναι εἰς τὸν Λακωνικὸν κόλπον, εἶναι γνωστὸν ὅτι τὰ Κύθηρα ὑπάγονται εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον Γυθείου, εἶναι γνωστόν, κ. Πρόεδρε, ὅτι τὸ Πρωτοδικεῖον Πειραιῶς ἔχει ὑπὸ ἔποψιν ὕλης μεγάλην ἐργασίαν. Λοιπὸν εἶναι ἀδύνατον ἀπὸ τὸν Λακωνικὸν κόλπον νὰ ἔρχεται εἰς τὸν Σαρωνικὸν ἕνας μάρτυς καὶ νὰ διανύῃ 130 χιλιόμετρα, ἐνῷ τὸ Γύθειον ἀπέχει μόλις 4 ὥρας τῶν Κυθήρων. Οἱ κύριοι πληρεξούσιοι Ἀργολιδοκορινθίας, πρωτοστατοῦντος ἀπόντος Ὑπουργοῦ, καί τινες ἄλλοι ἔφερον τὸ νομοσχέδιον προώρως καὶ ὑπούλως (διαμαρτυρίαι) καὶ δι’ αὐτὸ ἔλαβε τὸν ἀριθμὸν 3, ἀπὸ 3 ἔγινεν 8 καὶ ἀπὸ 8 ἔγινεν 11. Τὸ ἐμυρίσθη αὐτὸ τὸ πρᾶγμα τὸ κοινὸν τοῦ Γυθείου καὶ μᾶς ἔστειλε τηλεγραφήματα ὅτι εἶναι εἰς ἐξέγερσιν καὶ ἔπρεπε νὰ κάμωμεν παρατηρήσεις καὶ ἐγένοντο καὶ δημοσίως καὶ ἰδιαιτέρως εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ὅτι ἦτο καὶ ὑπὸ ἔποψιν δικαιοσύνης καὶ ὑπὸ ἔποψιν τάξεως θλιβερὸν καὶ ἀναγνωρισθέντος τοῦ δικαίου ἔλαβε τὴν κατεύθυνσιν πρὸς τὰ κάτω. Τότε ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ σᾶς παρακαλέσω, διότι δικηγορῶ ἐν Ἀθήναις καὶ διότι ἡ περιφέρειά μου ἀνήκει εἰς τὴν Σπάρτην, ἡ περιφέρειά μου Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς νὰ ἔλθῃ εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον Ἀθηνῶν.
§74Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. πληρεξούσιος τῶν Κυθήρων ζητεῖ τὴν πρόταξιν τῆς προτάσεως ὡς ἀποτελούσης ἐπιτακτικὴν ἀνάγκην. Ἀλλὰ τὰ Κύθηρα ὑπάγονται εἰς τὸ Γύθειον ἀπὸ εἰκοσιπενταετίας, κατὰ τὸ διάστημα δὲ τοῦτο ἀντεπροσώπευσαν αὐτὰ ἰσχυρότατοι πολιτικοί, οἱ ὁποῖοι ἦσαν καὶ μέλη Κυβερνήσεως· ἂν ἡ ἀνάγκη ἦτο τόσον ἐπιτακτική, ἀσφαλῶς θὰ εἶχεν ἀπονεμηθῆ δικαιοσύνη. Βεβαίως εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ γίνει πολλάκις αὐτό, ἀλλὰ σήμερον ἡ Κυβέρνησις νομίζει ὅτι εἶναι μάταιον νὰ συζητῆται. Ἡ ἐπιμονή σας, κ. Πετρίδη, δὲν εἶναι δικαιολογημένη, ἀφοῦ ἐπὶ 25 ἔτη, ποὺ ἦσθε πληρεξούσιος, καὶ μάλιστα κυβερνητικός, οὐδέποτε ἐζητήσατε τοιοῦτόν τι. Νομίζω ὅτι εἶναι ματαιοπονία νὰ καταναλωθῇ ἡ συνεδρίασις εἰς τὸ ζήτημα τῆς προτάξεως ἢ μὴ προτάξεως αὐτοῦ. Σᾶς σεβόμεθα καὶ σᾶς ἐκτιμῶμεν, σᾶς λέγομεν ὅμως ὅτι μετὰ λύπης μας δὲν ἠμποροῦμεν νὰ συζητήσωμεν τὸ ζήτημα αὐτὸ σήμερον. Παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε, νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Συνέλευσις ἂν θέλῃ τὴν πρόταξιν ἢ ὄχι.
§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Συνέλευσις θέλει τὴν πρόταξιν;
§76ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Ὄχι, ὄχι.
§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πρόταξις ἀπορρίπτεται.
§78Σ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Τὸ σχέδιον νόμου «περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Ἐννόμου Τάξεως» φαίνεται ὅτι ἔρχεται σήμερον εἰς αʹ κατ’ ἄρθρον συζήτησιν, ἐνῷ μέχρι τοῦδε δὲν ἐψηφίσθη οὔτε κατ’ ἀρχήν.
§79Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Ἔχετε λάθος, κύριε, ἐψηφίσθη κατ’ ἀρχὴν χθὲς κατὰ τὴν λῆξιν τῆς συνεδριάσεως.
§80Σ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Πότε ἐψηφίσθη κατ’ ἀρχήν;
§81Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Πρὸ δύο ἡμερῶν. Χθὲς ἦτο ἐγγεγραμμένον εἰς τὰς ὑποεπιτροπὰς καὶ τὴν τελευταίαν στιγμὴν ἀπὸ διαφόρους πληρεξουσίους ἐζητήθη νὰ κηρυχθῇ κατεπεῖγον. Ἠρώτησα τὸν ἀρχηγὸν τῆς ἰδικῆς σας πτέρυγος μήπως ἔχει ἀντίρρησιν νὰ κηρυχθῇ κατεπεῖγον καὶ εἶπεν «ὄχι» καὶ ἐκηρύχθη κατεπεῖγον.
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Κρεμεζῆ, θὰ σᾶς πληροφορήσω ἐγώ. Πρὸ τριῶν ἢ τεσσάρων ἡμερῶν ἐψηφίσθη κατ’ ἀρχὴν μετ’ ἄλλων, χθὲς δὲ ἐζητήθη μόνον νὰ κηρυχθῇ κατεπεῖγον διὰ νὰ ἀποφευχθῇ ἡ παραπομπή του εἰς ὑποεπιτροπήν, οὐχ ἧττον, ὅταν φθάσῃ ἡ σειρά του, θὰ σᾶς δώσω τὸν λόγον.
§83Σ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Φέρεται ψηφισθὲν εἰς τὴν προχθεσινὴν συνεδρίασιν, προεδρεύοντος τοῦ ἀξιοτίμου πληρεξουσίου κ. Μανέτα καὶ ὁ κ. Μανέτας ἐνθυμεῖται, ὅπως μοῦ εἶπε προχθές, ὅτι δὲν ἐψηφίσθη καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐννόμου Τάξεως μοῦ ἐδήλωσε πρὸ ὀλίγου ὅτι μόλις προχθὲς ἐψηφίσθη κατ’ ἀρχήν.
§84Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Ἐννόμου Τάξεως). Κύριε συνάδελφε, ἀκριβῶς πρὸ ὀλίγου εἶπον τὰ ἑξῆς: Ἐπειδὴ δὲν μοῦ ἀρέσει ἡ τακτικὴ ἐμφανίσεως Ὑπουργῶν οἱ ὁποῖοι ἐπιμένουν καὶ περὶ τοῦ χρόνου καὶ περὶ τοῦ τρόπου τῆς ἐπιψηφίσεως νομοθετημάτων τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι ἐκ τῶν ἀπολύτως σοβαρῶν, ἀκολουθῶν τὴν ἀρχὴν ταύτην εἶπον εἰς τὸν κ. συνάδελφον ὅτι παρεκάλεσα τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ προτάξῃ τὰ νομοθετήματα τοῦ Ὑπουργείου τῆς Ἐννόμου Τάξεως, τὰ ὁποῖα ἄλλως τε δὲν εἶναι ὁπωσδήποτε τῆς ἰδικῆς μου ἐποχῆς. Ἀνεφέρατε τότε, κ. συνάδελφε, ὅτι ἔχετε ἀντιρρήσεις διὰ τὴν κατ’ ἀρχὴν συζήτησιν καὶ μάλιστα προσεθέσατε τὴν φράσιν ὅτι «ἐπωφελήθητε τῆς ἀπουσίας μου». Σᾶς ἀπήντησα ὅτι δὲν θέτω ἐν ἀμφιβόλῳ τὴν ἱκανότητά σας, συγκεκριμένως δὲ ἐπὶ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου εἶπον ὅτι δὲν ἔλαβον ἀκόμη τὸν λόγον ἐπὶ τῶν νομοθετημάτων αὐτῶν, σεβόμενος ἀκριβῶς τὸν πολύτιμον χρόνον καὶ ἀφ’ ἑτέρου μὴ θέλων νὰ υἱοθετῶ πράξεις ἀναγομένας εἰς ἐποχὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἄλλος ἀξιώτερος ἐμοῦ ἀντεπροσώπευε τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Ἐννόμου Τάξεως.
§85Σ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Σᾶς ἐρωτῶ καὶ σᾶς προκαλῶ νὰ μοῦ εἴπητε, ἂν εἰς τὴν συνεδρίασιν τῆς 3ης Ἰουλίου ἐψηφίσθη κατ’ ἀρχὴν τὸ νομοσχέδιον.
§86Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Ἐννόμου Τάξεως). Δὲν εἶμαι ἐγὼ ἐπὶ τῶν πρακτικῶν.
§87Σ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Ἦσθε παρών.
§88Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Ἐννόμου Τάξεως). Δὲν ἤμην παρών. Χθὲς μόνον διὰ πρώτην φορὰν διετύπωσα τὴν παράκλησιν εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ φροντίσῃ νὰ κηρυχθοῦν κατεπείγοντα, διότι δὲν εἶχον κηρυχθῆ εἰς τὴν προηγουμένην συνεδρίασιν, καὶ ἐκ τοῦ γεγονότος τούτου ἀποδεικνύεται ὅτι δὲν εἶχε γίνει ἰδιαιτέρα συζήτησις.
§89Σ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Δέχεσθε ὅτι ἐψηφίσθη χθὲς κατ’ ἀρχήν;
§90Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Ἐννόμου Τάξεως). Ὄχι, προχθές.
§91Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Πρέπει νὰ ὁμολογηθῇ ὅτι ἡ ἀταξία ἡ ὁποία ἐπικρατεῖ εἰς τὴν μετὰ τὸ δεῖπνον ἐπιψήφισιν τῶν νομοσχεδίων δίδει ἀφορμὴν εἰς πολλὰς παρεξηγήσεις, μία δὲ ἐξ αὐτῶν εἶναι καὶ αὐτή. Ἐφόσον ἐν τούτοις πιστοποιεῖται ὅτι καὶ ἄλλοτε παρετηρήθησαν τοιαῦται ἀταξίαι καὶ ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Συνελεύσεως προέβη εἰς διόρθωσιν τῶν πρακτικῶν, ὁμολογήσας ὅτι φέρεται ὡς ἐπιψηφισθὲν νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον δὲν ἐπεψηφίσθη. Ἑπομένως λαμβάνουν χώραν πολλαὶ ἀταξίαι, ὥστε νὰ μὴ ὑπάρχῃ ἀφορμὴ τόσων ἐντόνων διαμαρτυριῶν, ἐφόσον ὅμως τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ πιστοποιεῖται ὅτι ἐπεψηφίσθη δὲν ὑπάρχει οὐδεὶς λόγος ἐπιμονῆς, διότι ἡ κατ’ ἀρχὴν συζήτησις εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ ἀκεραία.
§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καίτοι μετὰ τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. ἐξ Εὐρυτανίας πολιτευτοῦ παρέλκει ἐντελῶς ἡ συζήτησις, ἐν τούτοις πληροφορῶ τὴν Συνέλευσιν ὅτι εἰς τὴν συνεδρίασιν τῆς 1ης Ἰουλίου ἐν τέλει φέρεται τὸ ἑξῆς: «Γίνεται ὡσαύτως δι’ ἀναστάσεως δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν τὸ σχέδιον νόμου «περὶ ὀργανισμοῦ τῆς κεντρικῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῆς Ἐννόμου Τάξεως» καὶ μάλιστα ἀναγράφεται αὐτοτελῶς.
§93Γ. ΚΑΚΟΥΛΙΔΗΣ. Κατὰ τὰς ἀκριβεστέρας πληροφορίας, αἱ συνεδριάσεις τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως δὲν θὰ παραταθοῦν πέρα τῶν 15 ἡμερῶν καὶ νομίζω ὅτι ἡ Ἐθνοσυνέλευσις, πλὴν τῶν ἄλλων σοβαρωτάτων νομοσχεδίων τὰ ὁποῖα ἔχει νὰ ψηφίσῃ, ἔχει πρωτίστως νὰ ψηφίσῃ τὰ προσφυγικὰ νομοθετήματα. Ἐκ τῆς προόδου τῶν συζητήσεων πολὺ ἀμφιβάλλω ἂν θὰ δυνηθῶμεν ἐντὸς τριῶν ἡμερῶν νὰ περατώσωμεν μόνον τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων τούτων. Λαμβάνω λοιπὸν τὴν τιμὴν νὰ προτείνω, κ. Πρόεδρε, ὅπως ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ προσφυγικοῦ ζητήματος συγχωνευθῇ μετὰ τῶν νομοθετημάτων τῶν προσφυγικῶν, ὑπὸ τὸν ὅρον ὅπως προτάσσωνται καθ’ ἑκάστην δύο νομοσχέδια προσφυγικά, ἂν ἡ Συνέλευσις νομίζῃ ὅτι τὰ προσφυγικὰ νομοσχέδια εἶναι τὰ σπουδαιότερα πάντων.
§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως ἔληξεν. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συστάσεως εἰδικοῦ ταμείου κοινωφελῶν ἔργων Κατερίνης». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον) Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συστάσεως εἰδικοῦ ταμείου ὑδραυλικῶν ἔργων δήμου Βερροίας». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον) Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 2868 νόμου περὶ ὑποχρεωτικῆς ἀσφαλίσεως τῶν ἐργατῶν καὶ ἰδιωτικῶν ὑπαλλήλων ὡς ἐκωδικοποιήθη οὗτος διὰ τοῦ ἀπὸ 8 Δεκεμβρίου 1923 Β. Διατάγματος». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ προσθήκης διατάξεως εἰς τὸν νόμον 2853 περὶ συστάσεως εἰδικοῦ ταμείου δι’ ὑδραυλικὰ ἔργα».
§95Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον.
§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε.
§97Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας νὰ προσέξῃ τοὺς λόγους μου διὰ νὰ λάβῃ πρόνοιαν περὶ τροποποιήσεως καὶ ἄλλης διατάξεως. Ὁ νόμος αὐτὸς περὶ εἰδικῶν ὑδραυλικῶν ταμείων εἶναι θαυμάσιος· δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία. Μεταξὺ τῶν σκοπῶν τῶν ὑδραυλικῶν ταμείων εἶναι καὶ ἡ ὕδρευσις τῶν πόλεων καὶ χωρίων. Ἐνῷ λοιπὸν ὁ νόμος προνοεῖ περὶ τῆς ὑδρεύσεως καὶ ὁ σκοπὸς τῶν ταμείων αὐτῶν εἶναι ἡ ὕδρευσις τῶν πόλεων καὶ τῶν χωρίων, ἐν τούτοις πρὸ ἡμερῶν, ὅταν ἐπῆγα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον καὶ ὑπέβαλον διαφόρους ἀναφοράς, ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου μοῦ εἶπεν ὅτι δὲν ἐφαρμόζεται κατὰ τοῦτο ὁ νόμος, πρῶτον διότι ὑπέβαλον πολλὰ χωρία αἰτήσεις περὶ συστάσεως εἰδικῶν ὑδραυλικῶν ταμείων καὶ τὸ Κράτος δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἐπαρκέσῃ, δεύτερον δὲ ὅτι ὁ νόμος δὲν προνοεῖ περὶ φορολογίας προσωπικῆς τῶν ἐνδιαφερομένων. Νομίζει ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου ὅτι δὲν εἶναι δυνατὴ ἡ φορολογία ἐπὶ τῶν εἰσαγομένων, ἐπὶ τῶν ἀκινήτων κλπ. καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ καθιερωθῇ φορολογία προσωπική. Λοιπὸν νομίζω ὅτι μίαν φορὰν ποὺ εἶναι ὁ νόμος πρέπει νὰ ἐφαρμοσθῇ. Δὲν ἠξεύρω ἂν ἐνθυμεῖσθε ὅτι τὸ Κράτος εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν ἀναγράφει τόσα ἑκατομμύρια πρὸς ἐνίσχυσιν τῶν ταμείων τούτων. Φοβεῖται λοιπὸν ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου μήπως ἐξαντλεῖται τὸ ποσὸν αὐτὸ καὶ δὲν ἐπαρκεῖ διὰ τὰ ἄλλα ἔργα τῆς ἀποξηράνσεως κλπ. Ἀλλὰ δὲν νομίζω ὅτι αὐτὸς εἶναι λόγος· ὅσα ἔχετε, τόσα θὰ δώσετε.
§98Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Τί προτείνετε λοιπόν;
§99Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Μίαν τροπολογίαν· πρῶτον ὅτι θὰ ἐφαρμοσθῇ ἡ διάταξις περὶ εἰδικῶν ὑδραυλικῶν ταμείων ἐχόντων σκοπὸν τὴν ὕδρευσιν πόλεων καὶ χωρίων· δεύτερον, τροπολογίαν, ὥστε νὰ ἐπιβάλληται καὶ προσωπικὴ φορολογία εἰς τοὺς ὑδρευομένους καὶ ἄλλαι φορολογίαι ὄχι μόνον ἐπὶ τῶν εἰσαγομένων, διότι εἶναι χωρία τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουν εἰσαγωγὴν καὶ ἐξαγωγήν, ἔχουν ὅμως περιουσίαν· νὰ ἐπιβάλετε φορολογίαν π. χ. ἐπὶ τῶν ἀκινήτων.
§100Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Θὰ μελετήσῃ τὸ ζήτημα ὁ κ. Ὑπουργός.
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Συνέλευσις παρεδέχθη. Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συστάσεως εἰδικοῦ ταμείου διὰ τὴν κατασκευὴν σιδηροδρομικῆς γραμμῆς Τριπόλεως–Σπάρτης–Γυθείου».
§102Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον.
§103Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Πρόκειται νὰ διευκολύνῃ τὸ Κράτος τοὺς κατοίκους, ὅπως ἐξ ἰδίων κάμουν τὸν σιδηρόδρομον.
§104Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Περιμένετε νὰ ἀκούσητε τί θὰ εἴπω. Θὰ τὸ δεχθῆτε εὔκολα.
§105ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λουπινᾶς προηγεῖται.
§106Γ. ΛΟΥΠΙΝΑΣ. Ἐγώ, κύριοι πληρεξούσιοι, δὲν ἔχω νὰ ἀντιταχθῶ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἀλλ’ ἔχω ἁπλῶς νὰ ζητήσω, ὅπως προστεθῇ διάταξις, ἵνα ὅμοιον μέτρον ληφθῇ καὶ διὰ τὴν γραμμὴν Κυπαρισσίας–Φιλιατρῶν–Γαργαλιάνων– Πύλου, γραμμήν, ἡ ἀναγκαιότης τῆς ὁποίας ἀνεγνωρίσθη ἀπὸ τοῦ ἔτους 1901. Μάλιστα ἐπὶ τοσοῦτον καὶ ἡ τότε Κυβέρνησις καὶ ἡ σημερινὴ ἐθεώρησαν ὀλιγοδάπανον τὴν κατασκευὴν τῆς γραμμῆς ὠφέλιμον εἰς τὴν ἐκμετάλλευσιν καὶ ἐξυπηρετοῦσαν τὰς ἀνάγκας 80.000 πληθυσμοῦ τῶν ἐπαρχιῶν Τριφυλίας καὶ Πυλίας, ὥστε ἐγένετο ἡ μελέτη, κατηρτίσθη ἡ σύμβασις καὶ ἐπρόκειτο νὰ γίνῃ ἡ ὑποβολὴ τῆς συμβάσεως εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ Νοέμβριον τοῦ 1901. Ὡρισμένως δὲ ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης θὰ εἶχεν ἐκτελεσθῆ τὸ τμῆμα ἀπὸ Κυπαρισσίας καὶ ἐκεῖθεν, ἂν μὴ ἐπήρχετο μὲ τὴν ἐκμετάλλευσιν τοῦ ζητήματος τοῦ Εὐαγγελίου κατὰ Νοέμβριον τοῦ 1901 πολιτικὴ μεταβολή, ἡ ὁποία ἔφερεν ἐπὶ τὴν Ἀρχὴν τότε τὸν κ. Ζαΐμην καὶ τὸν κ. Τριανταφυλλᾶκον ἐκ Τριπόλεως, οἱ ὁποῖοι ὑπὸ τὴν πίεσιν τῶν κατοίκων ἄλλων διαμερισμάτων ἐζήτησαν νὰ παρακωλυθῇ τὸ ἔργον ἐκεῖνο, διότι ἔπρεπε νὰ συγχρονισθῇ μετὰ τοῦ ἔργου τοῦ ἐπίσης ἐπιτακτικοῦ τῆς γραμμῆς Τριπόλεως–Σπάρτης. Δὲν θέλω ποσῶς νὰ ἀμφισβητήσω τὴν ἀναγκαιότητα τοῦ ἔργου, διὰ τὸ ὁποῖον λαμβάνεται τὸ μέτρον τῆς συστάσεως εἰδικοῦ ταμείου, ἀλλ’ ὡρισμένως προκειμένου περὶ τῆς γραμμῆς Κυπαρισσίας–Φιλιατρῶν–Μαράθου ζητῶ νὰ προστεθῇ διάταξις ὅτι ὅμοιον ταμεῖον συνιστᾶται καὶ εἰς τὴν γραμμὴν ἐκείνην· εἶναι βεβαιωμένον ἀπολύτως ὅτι καὶ μεγαλύτερα οἰκονομικὰ συμφέροντα πρόκειται νὰ ἐξυπηρετήσῃ καὶ πληθυσμὸν μεγάλον. Συγχρόνως δὲ ἡ δαπάνη ἡ τότε ὑπολογισθεῖσα εἰς 2.000.000, εἶναι ζήτημα ἂν σήμερον ὑπερβῇ τὰ 10.000.000. Οἱ πληθυσμοὶ εἶναι ἐν σχετικῇ εὐπορίᾳ καὶ δύνανται νὰ δεχθοῦν καὶ μίαν ἐπιβάρυνσιν σχετικήν. Διατί νὰ μὴ προστεθῇ διάταξις ὅτι συνιστῶνται δύο ταμεῖα, τὸ ἓν διὰ τὴν μίαν γραμμὴν καὶ τὸ ἕτερον διὰ τὴν ἄλλην; Ὑποβάλλω πρὸς τοῦτο καὶ σχετικὴν τροπολογίαν.
§107Γ. ΗΣΑΪΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Κύριε συνάδελφε, τώρα συζητεῖτε τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχήν. Ὅταν ἔλθῃ εἰς αʹ συζήτησιν, ὑποβάλλετε τροπολογίαν.
§108Γ. ΛΟΥΠΙΝΑΣ. Ἐγὼ ἔχω ἑτοίμην τὴν τροπολογίαν καὶ τὴν ὑποβάλλω.
§109Γ. ΗΣΑΪΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Εἶναι κατ’ ἀρχὴν τώρα.
§110Γ. ΛΟΥΠΙΝΑΣ. Λάβετε γνῶσιν τοῦ ζητήματος.
§111Γ. ΗΣΑΪΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Νὰ εἶσθε βέβαιος ὅτι εἰς τὴν αʹ ἀνάγνωσιν θὰ λάβω ὑπ’ ὄψιν τὴν τροπολογίαν.
§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πετρίδης ἔχει τὸν λόγον.
§113Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ὁμολογουμένως τὸ εἰσαγόμενον διὰ τοῦ νομοσχεδίου σύστημα εἶναι πολὺ καλὸν καὶ ἐπωφελές, διότι εἶναι ἀδύνατον τὸ Κράτος νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὰς μεγάλας ἀνάγκας πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ σιδηροδρομικοῦ δικτύου πρὸς βελτίωσιν τῆς συγκοινωνίας. Ὁμολογουμένως ἐκπληροῖ μίαν ἀνάγκην οὐσιαστικὴν εἰς τὸν Τόπον, τῆς ἀναπτύξεως τῆς συγκοινωνίας, ἡ ἵδρυσις ταμείου εἰδικοῦ τροφοδοτουμένου δι’ εἰδικῶν φόρων, ἀναφερομένων ἐν τῷ νομοσχεδίῳ. Δὲν φέρω ἀντίρρησιν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου καὶ εὔχομαι εἰς τοὺς συμπολίτας Σπάρτης νὰ πραγματοποιηθῇ ταχέως ἡ κατασκευὴ σιδηροδρομικῆς γραμμῆς. Ἤθελον νὰ συστήσω, ὅπως τὸ σύστημα τὸ φορολογικὸν τὸ ἀναφερόμενον ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἐπεκταθῇ καὶ εἰς ἄλλας ἐπαρχίας, αἱ ὁποῖαι ἔχουν ἀνάγκην τοιαύτης σιδηροδρομικῆς γραμμῆς· ἰδίως ὁμιλῶ περὶ τῆς Κορινθίας, ἡ ὁποία εἶναι καὶ ἰδιαιτέρα μου πατρίς, ἡ ὁποία θὰ ἠδύνατο δι’ ἰδίων εἰσφορῶν χρηματικῶν καὶ διὰ φορολογίας, ἡ ὁποία θὰ ἐπιβληθῇ εἰς τοὺς δήμους καὶ εἰς τὰς κοινότητας, νὰ συντελεσθῶσι σιδηροδρομικὰ ἔργα. Εἶναι ἡ γραμμὴ μεταξὺ Λουτρακίου καὶ Κορίνθου τριῶν ἕως τεσσάρων χιλιομέτρων καὶ ἑτέρα γραμμὴ ἡ ὁποία θὰ ἑνώσῃ τὴν κωμόπολιν Νεμέας καὶ τοὺς ὀρεινοὺς δήμους πρὸς τὸν σταθμὸν τοῦ Ἁγ. Γεωργίου, μήκους πέντε χιλιομέτρων. Οἱ κάτοικοι διὰ ψηφισμάτων καὶ ἀναφορῶν συνέστησαν ἐπανειλημμένως εἰς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ εἰς τὰς προηγουμένας, ὅπως μεριμνήσωσι περὶ τῶν ἔργων αὐτῶν καὶ ὑπεσχέθησαν οἱ ἴδιοι οἱ κάτοικοι νὰ συνεισφέρωσιν ἐξ ἰδίων, διότι οἱ πλεῖστοι παραμένουσιν ἐν Ἀμερικῇ καὶ ἐδήλωσαν ὅτι θὰ συνεισφέρωσιν. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ θέσῃ εἰδικὴν διάταξιν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ἡ ὁποία νὰ καθορίζῃ ὅτι διὰ Διατάγματος θὰ δύναται ὁ Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας, ἐφόσον αἱ κοινότητες καὶ οἱ δῆμοι ἤθελον ζητήσει νὰ περιορισθῶσιν εἰς τὰς διατάξεις τοῦ νόμου, νὰ ἐπεκταθῇ ἡ ἰσχὺς τῶν διατάξεων αὐτῶν καὶ εἰς τὰ μέρη τὰ ὁποῖα θὰ ζητήσωσιν εἰδικῶς. Δὲν θὰ φέρῃ οὐδεμίαν δυσκολίαν, ἀλλὰ τοὐναντίον θὰ συντελέσῃ εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῆς συγκοινωνίας δι’ ἰδίων πόρων κανονιζομένων διὰ τοῦ νομοσχεδίου.
§114ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ξύδης ἔχει τὸν λόγον.
§115Σ. ΞΥΔΗΣ. Δὲν προτίθεμαι νὰ διεκτραγῳδήσω τὰ δεινὰ τῆς ἐπαρχίας Λακεδαίμονος καὶ ἐν γένει τοῦ νομοῦ Λακωνίας διὰ τὴν ἐλλιπῆ συγκοινωνίαν, καθ’ ὃν χρόνον ὁλόκληρα τμήματα τῆς Πελοποννήσου ἔχουσι πυκνοτάτην συγκοινωνίαν σιδηροδρομικὴν καὶ θαλασσίαν καὶ δι’ ἁμαξιτῶν ὁδῶν, οὐδὲ νὰ χρωματίσω τὴν πρὸς τὸν νομόν μας ἀστοργίαν πάσης μέχρι τοῦδε Κυβερνήσεως. Ἤθελον παρακαλέσει τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν της εἰς τὴν κατασκευὴν τῆς σιδηροδρομικῆς γραμμῆς Τριπόλεως–Σπάρτης μετὰ ἐπεκτάσεως εἰς τὸ Γύθειον, ἡ δαπάνη τῆς ὁποίας θὰ ἀνέλθῃ εἰς πλέον τῶν 85.000.000 μέχρι Σπάρτης, τῆς δὲ γραμμῆς Γυθείου εἰς 55.000.000 κατὰ τοὺς ὑπολογισμοὺς τῶν μηχανικῶν, κατὰ τοὺς ὁποίους ἡ χιλιομετρικὴ δαπάνη θὰ ἀνέλθῃ εἰς δραχμὰς 1.200.000 ἀπέναντι τῶν δραχ. 120.000, ὅσας ἐστοίχισε κατὰ χιλιόμετρον ἡ σιδηροδρομικὴ γραμμὴ Πειραιῶς–Πελοποννήσου μὲ τὰ τεράστια ἔργα τῶν Μύλων, τοῦ Ἀχλαδοκάμπου κλπ. Ἤθελον νὰ ἀκούσω τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν συναδέλφων κατὰ τίνα τρόπον εἶναι δυνατὸν νὰ πορισθῶμεν τοὺς πόρους αὐτούς, οἱ ὁποῖοι θὰ χρησιμεύσουν διὰ τὴν κατασκευὴν τῶν σιδηροδρομικῶν ἔργων. Τρεῖς εἶναι οἱ πόροι: Ἡ συνεισφορὰ τοῦ δημοσίου ταμείου, αἱ συνεισφοραὶ τῶν συμπολιτῶν μου καὶ ἡ εἰδικὴ φορολογία. Ἐρωτᾶται: Εἶναι δυνατὸν διὰ τῶν πόρων αὐτῶν νὰ ἐξασφαλίσωμεν τὴν κατασκευὴν τῆς σιδηροδρομικῆς αὐτῆς γραμμῆς; Ἐπιθυμῶ, ὅπως ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας λάβωσι γενναιότερα μέτρα διὰ τὴν κατασκευὴν τῆς γραμμῆς τοῦ σιδηροδρόμου Τριπόλεως–Σπάρτης. Εἰς τὰ 1896 ἠναγκάσθη ἡ ἐπαρχία μου νὰ ἐξεγερθῇ καὶ νὰ ἐπιβάλῃ τὴν θέλησίν της. Ἀλλ’ οἱ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς εὑρισκόμενοι πολιτευταὶ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἔφεραν ἀντιρρήσεις εἰς τὸν μακαρίτην Θεοτόκην, ὄντα διατεθειμένον νὰ ἀποφασίσῃ τὴν κατασκευὴν τῆς σιδηροδρομικῆς γραμμῆς Λεονταρίου–Σπάρτης, ἡ δαπάνη τῆς ὁποίας κατὰ τὴν μελέτην τῆς Γαλλικῆς Ἀποστολῆς, θὰ ἀνήρχετο εἰς 4.000.000 μόνον. Θέλω νὰ πιστεύω ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅστις ἔχει δεσμοὺς μὲ τὴν Λακεδαίμονα, σκέπτεται σοβαρῶς καὶ εἰλικρινῶς τὴν κατασκευὴν τῆς σιδηροδρομικῆς γραμμῆς καὶ δὲν εἰσάγει τὸ νομοσχέδιον ἵνα χρησιμεύσῃ ὡς ἐκλογικὸν πυροτέχνημα, νὰ ἀκολουθήσῃ τὴν αὐτὴν τακτικὴν τὴν ὁποίαν ἠκολούθησαν ἄλλαι Κυβερνήσεις διαβουκολοῦσαι τοὺς Λακεδαιμονίους μὲ τὸ ζήτημα αὐτό. Πολλαὶ ἐπιτόπιαι μελέται ἐγένοντο μέχρι τοῦδε, χωρὶς οὐδεμία νὰ καταστρωθῇ εἰς σχεδιάγραμμα, χωρὶς νὰ συνταχθῇ προϋπολογισμὸς δαπάνης. Μάλιστα δὲ ἡ μελέτη τῆς γραμμῆς Λεονταρίου–Σπάρτης τῆς Γαλλικῆς Ἀποστολῆς ἐξηφανίσθη, ὅτε τὸ 1899 ἡ Ἑταιρεία τῶν Σιδηροδρόμων Πελοποννήσου ἀνέλαβεν ἐργολαβικῶς τὴν μελέτην τῆς αὐτῆς γραμμῆς, ἵνα ἀπομείνῃ ἡ μελέτη αὐτῆς, διὰ τῆς ὁποίας, ἀκούσατε, ἀναβιβάζεται ἡ δαπάνη εἰς 12 ἑκατομμύρια, ἀπέναντι τῆς δαπάνης 4 ἑκατομ. τῆς Γαλλικῆς Ἀποστολῆς. Θὰ ἐπεθύμουν νὰ μάθω ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας ποῖον ποσὸν προτίθεται νὰ ἐγγράψῃ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ὡς ἐτησίαν εἰσφορὰν τοῦ Κράτους, διότι ἐν τῷ νομοσχεδίῳ δὲν ἀναγράφεται τὸ ποσὸν τοῦτο διὰ τὴν κατασκευὴν τῆς σιδηροδρομικῆς αὐτῆς γραμμῆς. Δὲν πρέπει νὰ ἀναμένωμεν οὔτε ἀπὸ δωρεὰς οὔτε ἀπὸ εἰσφορὰς ἀπὸ τοὺς συμπολίτας μου διὰ τὴν κατασκευὴν τῆς σιδηροδρομικῆς αὐτῆς γραμμῆς. Παρακαλῶ νὰ λάβητε ταῦτα ὑπὸ σπουδαίαν μέριμναν, εἰς δὲ τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν ἐπιφυλάσσομαι νὰ ἀναπτύξω τὸ ζήτημα λεπτομερέστερον καὶ νὰ ἐκφέρω τὰς παρατηρήσεις μου.
§116ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κυβέλος ἔχει τὸν λόγον.
§117Β. ΚΥΒΕΛΟΣ. Κύριοι πληρεξούσιοι, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὑπέβαλε νομοσχέδιον ἀπολύτως ἀπαραίτητον διὰ τὰς στοιχειωδεστέρας ἀπαιτήσεις τοῦ νομοῦ Λακωνίας, ὁ ὁποῖος μένει τελείως ἐγκαταλελειμμένος ἀπὸ ἀπόψεως συγκοινωνίας. Ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρηθῇ ὅτι ἐκ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ ἠμπορεῖ νὰ ἐλπίσῃ κανεὶς καὶ εἰς τὴν κατασκευὴν τοῦ ἔργου. Εἶναι ἀνάγκη ἡ Κυβέρνησις νὰ μελετήσῃ σοβαρῶς τὰς ὑποχρεώσεις τὰς ὁποίας ἔχει τὸ Κράτος πρὸς νομοὺς εἰς τοὺς ὁποίους μέχρι τοῦδε οὐδὲν ἔργον ἐγένετο συγκοινωνίας. Ἂν δὲ ἐλάμβανεν ὑπ’ ὄψιν ὅτι ἕνας ἕκαστος νομὸς ἔχει τὰ δικαιώματα αὐτοῦ ηὐξημένα ἀναλόγως καὶ τῆς ἱστορίας του, ὁ νομὸς Λακωνίας ἔχει δικαίωμα νὰ ἀξιώσῃ ἀπὸ τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν καὶ ἀπὸ τὴν Συνέλευσιν καὶ ἀπὸ τὸ Κράτος νὰ τύχῃ τῆς δικαίας ἀντιλήψεως ἐκ μέρους τοῦ Κράτους. Κύριοι πληρεξούσιοι, οἱ προερχόμενοι ἐκ τῆς Παλαιᾶς Ἑλλάδος καὶ τῆς Νεωτέρας, εἶσθε ὑποχρεωμένοι νὰ γνωρίζητε ὅτι ὁ νομὸς ἐκεῖνος ὅστις διετήρησεν ἀειθαλῆ τὴν ἐλευθερίαν του εἶναι ὁ νομὸς τῆς Λακωνίας, εἶναι ἡ Μάνη. Μὴ μὲ νομίζετε ὡς θέλοντα αὐτὴν τὴν στιγμὴν νὰ πλέξω τὸ ἐγκώμιον τῆς πατρίδος μου. Εἶναι ἓν γεγονὸς καὶ ἐφόσον εἶναι γεγονὸς μεθ’ ὑπερηφανείας καὶ καθήκοντος θὰ ὑπομνήσω εἰς τὴν Δʹ τῶν Ἑλλήνων Συνέλευσιν, ἥτις, ἂν θέλῃ νὰ ἐξαρθῇ εἰς τὸ ὕψος ὑποχρεώσεων σημερινῶν, ὑποχρεώσεων τὰς ὁποίας ἀναλαμβάνει ἐκ τῆς θέσεώς της καὶ ἐκ τῶν ἐλπίδων τὰς ὁποίας στηρίζει ἐπ’ αὐτῆς τὸ Ἔθνος, εἶναι ὑποχρεωμένη ἀκριβῶς καὶ διὰ τὸ ζήτημα αὐτὸ νὰ ἐπιδείξῃ τὴν ἀπαιτουμένην προσοχὴν καὶ νὰ ἐνισχύσῃ τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν κατὰ τρόπον σοβαρώτερον ἀπὸ τὴν ὑπόσχεσιν τὴν ὁποίαν παρέχει διὰ τοῦ νομοσχεδίου. Ἔχω τὴν γνώμην ὅτι διὰ τῶν φόρων αὐτῶν, τῶν ὁποίων ποιεῖται μνείαν τὸ νομοσχέδιον, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ σκεφθῇ κανεὶς ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἀρχίσῃ τοιοῦτον κολοσσιαῖον ἔργον. Κατὰ συνέπειαν ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν της ὅτι κατὰ τρόπον πρακτικώτερον πρέπει νὰ ὑποβοηθήσῃ τὴν ἐργασίαν αὐτήν. Καὶ ἀκριβῶς ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ ἔχω νὰ ἀπευθύνω παράκλησιν ἐκ μέρους ὁλοκλήρου τοῦ νομοῦ Λακωνίας, ὁ ὁποῖος ἐν δικαίῳ ν’ ἀπαιτῇ ἓν μέσον συγκοινωνίας σοβαρόν. Ποιοῦμαι λοιπὸν ἐκ μέρους ὁλοκλήρου τοῦ λαοῦ Λακωνίας ἔκκλησιν, ὅπως ἡ Κυβέρνησις λάβῃ ὑπὸ σοβαρὰν σημείωσιν τὸ ζήτημα αὐτὸ καὶ καταβάλῃ κάθε δυνατὴν προσπάθειαν πρὸς ἐκπλήρωσιν τοῦ γενικοῦ αὐτοῦ πόθου τῶν κατοίκων τοῦ νομοῦ Λακωνίας.
§118Κ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἤθελον νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του τὰ λεχθέντα ἐκ μέρους τοῦ κ. συναδέλφου Τριφυλίας καὶ νὰ ἐπεκτείνῃ τὴν εὐεργετικὴν δρᾶσιν καὶ ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου καὶ ἐπὶ τῶν περιφερειῶν Ὀλυμπίας κλπ. αἱ ὁποῖαι ἔχουσιν ἐγκαταλειφθῆ. Κατὰ τὴν πρώτην κατ’ ἄρθρον συζήτησιν ἐλπίζομεν ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας θὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του τὴν τροπολογίαν τὴν ὁποίαν θὰ τοῦ ὑποβάλωμεν.
§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀναγνωστόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§120Α. ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν ἀντιτάσσομαι κατὰ τοῦ νομοσχεδίου· τοὐναντίον κηρύσσομαι ὑπὲρ αὐτοῦ, διότι εἶναι ὁ μόνος τρόπος διὰ τοῦ ὁποίου εἶναι δυνατὸν νὰ κατασκευασθοῦν σιδηροδρομικαὶ γραμμαὶ πολὺ ἐξυπηρετικαὶ ὡρισμένων περιφερειῶν. Ἐκεῖνο διὰ τὸ ὁποῖον θὰ παρακαλέσω καὶ ἐγὼ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας καὶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως εἶναι νὰ δεχθοῦν, ὥστε νὰ ἐπεκταθῇ τὸ εὐεργετικὸν αὐτὸ μέτρον καὶ εἰς τὴν γραμμὴν Λουτρακίου–Κορίνθου. Τὰ ἰαματικὰ λουτρὰ Λουτρακίου, ὅπως γνωρίζετε, εἶναι ἐφάμιλλα πρὸς τὰ λουτρὰ τῆς Εὐρώπης. Ἐκεῖ συγκεντρώνεται πολὺς κόσμος καὶ ἑπομένως ἡ πύκνωσις τῆς συγκοινωνίας εἶναι ἐπιβεβλημένη. Ἀλλ’ ἐκτὸς αὐτῆς εἶναι καὶ μία ἄλλη γραμμή, ἡ γραμμὴ Νεμέας–Ναυπλίου, δηλ. γραμμὴ ἡ ὁποία δὲν ὑπερβαίνει τὰ τρία χιλιόμετρα· νὰ ἐπεκταθῇ καὶ εἰς αὐτήν, διότι ἐκεῖ διεξάγεται ἓν ἐμπόριον μὲ ὅλους τοὺς δήμους. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας νὰ δεχθῇ εἰς τὸ πρῶτον ἄρθρον τροποποιήσεις, ὥστε νὰ ἱκανοποιηθοῦν καὶ αἱ γραμμαὶ αὐταί.
§121Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Ὑπάρχουσι προτάσεις Σπαρτιατῶν, ὅπως δι’ ἐράνων συλλέξουν τὸ ποσόν. Τὸ γεγονὸς ὅτι εὐδοκιμοῦν εἰς τὴν Ἀμερικὴν πάρα πολλοὶ Λακεδαιμόνιοι μᾶς δίδει τὸ ἐνδόσιμον νὰ πιστεύωμεν ὅτι αἱ ὑποσχέσεις δὲν εἶναι ἀστήρικτοι.
§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κακουλίδης ἔχει τὸν λόγον.
§123Γ. ΚΑΚΟΥΛΙΔΗΣ. Εἶναι ἀξιέπαινος ἡ Κυβέρνησις, κύριοι πληρεξούσιοι, προτιθεμένη νὰ χαράξῃ μίαν νέαν σιδηροδρομικὴν γραμμήν. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι ἡ πρώτη σιδηροδρομικὴ γραμμή, ἐκείνη ἥτις ἔδει νὰ προτιμηθῇ οἱασδήποτε ἄλλης καὶ ἀπὸ πλουτοπαραγωγικῆς, ἀλλὰ καὶ στρατιωτικῆς ἀπόψεως σπουδαιοτάτη εἶναι ἀναμφισβητήτως ἡ γραμμὴ Λαρίσης–Ἐλασσόνος–Κοζάνης–Σόροβιτς. Δὲν θέλω διὰ τούτου παντάπασι νὰ ἀντιδράσω, οὕτως εἰπεῖν, εἰς τὴν χάραξιν ἄλλων σιδηροδρομικῶν γραμμῶν καὶ μετ’ εὐλόγου χαρᾶς ἤκουσα τὰς ἐκφράσεις ἀγανακτήσεως, διότι ἐπαρχίαι μένουν ἀκόμη ἀπομεμακρυσμέναι καὶ εἰς ἡμιβάρβαρον κατάστασιν ἐν Ἑλλάδι. Θὰ ἦτο εὐχῆς ἔργον, ἂν συνεπληροῦτο τὸ δίκτυον. Ἀλλὰ δύο κακῶν προκειμένων τὸ μὴ χεῖρον βέλτιστον. Ἂν πρόκειται νὰ χαραχθῇ σιδηροδρομική τις γραμμὴ μία καὶ μόνη ἐν Ἑλλάδι, ἀλλ’ ἡ ὁποία πρέπει νὰ χαραχθῇ, εἶναι ἐκείνη ἡ ὁποία ἀφορᾷ τὴν ἐθνικὴν ἄμυναν ἀφ’ ἑνὸς καὶ ἀφ’ ἑτέρου θὰ ἀποδώσῃ μεγαλύτερα ἐμπορικὰ ὀφέλη.
§124Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἐπερίμενα νὰ ἐγερθῶσι διάφοροι διαμαρτυρίαι διὰ τὴν προτίμησιν τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ἡ Κυβέρνησις εἰς τὸν νομόν Λακωνίας καὶ νὰ γίνῃ εἰσήγησις περὶ κατασκευῆς διαφόρων ἄλλων σιδηροδρόμων. Ἀλλὰ θέλω νὰ ἀνακουφίσω τοὺς τυχὸν διαμαρτυρομένους ὅτι προετιμήθη ἄλλος νομός, ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ συνετάχθη καὶ ὑπεβλήθη, ὄχι διὰ νὰ γίνῃ σιδηρόδρομος, ἀλλὰ μόνον διὰ νὰ κάμῃ μίαν ἄλλην φιγούραν ἡ Κυβέρνησις.
§125Ι. ΛΙΜΠΕΡΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Ἔγραψαν γράμματα, κ. συνάδελφε, οἱ Λακεδαιμόνιοι εἰς ἐμὲ καὶ λέγουν ὅτι δίδουν ἑκατομμύρια νὰ κάμουν σιδηρόδρομον.
§126Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Τὰ ξέρω καλά. Ἀλλ’ ὅταν σᾶς ἐκθέσω μερικοὺς ἀριθμοὺς θὰ κρίνητε περὶ τῆς σοβαρότητος τοῦ νομοσχεδίου τούτου.
§127Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Εἶναι ἀκριβὲς ὅτι καὶ σεῖς ἐστείλατε σημείωμα νὰ συνταχθῇ τὸ νομοσχέδιον αὐτό.
§128Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἐγώ; Δι’ ὄνομα τοῦ Θεοῦ! Θὰ ὁμιλήσω περὶ ὅλων τῶν θεμάτων. Καὶ πρὶν εἰσέλθω εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου θὰ σᾶς εἴπω μερικὰ πράγματα. Ἔλαβον καὶ ἐγὼ γράμματα ὅτι ὑπάρχουν Λακεδαιμόνιοι οἱ ὁποῖοι προτείνουν νὰ δανείσουν εἰς τὸ Κράτος διὰ νὰ κατασκευασθῇ ὁ σιδηρόδρομος. Καὶ εἰς μερικοὺς μὲ τοὺς ὁποίους εἶχον τὴν εὐκαιρίαν νὰ ὁμιλήσω εἶπον ὅτι ἐθνικώτερον καὶ μεγαλύτερον ἔργον δὲν ὑπάρχει. Ἂν ὑπῆρχον Λακεδαιμόνιοι πρόθυμοι νὰ δανείσουν 200.000.000 δραχ. ἢ 30.000.000 δολλάρια, θὰ ἦτο τὸ ἐθνικώτερον ἔργον. Εἶπον δὲ ὅτι μετ’ ὀλίγας ἡμέρας σκέπτομαι νὰ ἀναχωρήσω διὰ τὴν Ἀμερικὴν καὶ ἐσκεπτόμην νὰ κάμω διαλέξεις δι’ αὐτὸν τὸν σκοπόν, ὁ ὁποῖος εἶναι τεράστιος· διότι μέχρι σήμερον ἐδώρησαν ἕνα καμπαναριό, μίαν ἐκκλησίαν καὶ τὰ τοιαῦτα. Ἂν καλὰς ἔχω πληροφορίας, ἡ Κυβέρνησις ἔχει χιλιάδας ἐπιστολὰς ὅτι αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι θὰ κάμωσι δωρεάς· ἐγὼ θὰ τὴν συγχαρῶ τὴν Κυβέρνησιν. Ἀλλ’ ὅταν θὰ θελήσῃ νὰ πραγματοποιήσῃ τὸν σκοπὸν αὐτὸν διὰ τῆς πηγῆς αὐτῆς, τῶν ἐν Ἀμερικῇ Λακεδαιμονίων, τότε θὰ πεισθῇ ὅτι δὲν θὰ συλλέξῃ οὔτε τὸ 1% τοῦ ποσοῦ. Ἤθελον νὰ ἐρωτήσω τοῦτο, κ. Ὑπουργὲ τῆς Συγκοινωνίας: Εἰς ποῖον ποσὸν ὑπολογίζετε τὴν κατασκευὴν τῆς σιδηροδρομικῆς γραμμῆς;
§129Ι. ΣΑΪΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Περὶ τὰ 70 ἕως 80 ἑκατομμύρια.
§130Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἔχετε λάθος, κ. Ὑπουργέ. Τὸ ζήτημα αὐτὸ μᾶς ἀπασχολεῖ ἀπὸ τοῦ 1910 καὶ θέλομεν νὰ κάμωμεν καὶ ἡμεῖς κάτι διὰ τὸν τόπον αὐτόν, ὁ ὁποῖος μᾶς στέλλει ἀντιπροσώπους ἐνταῦθα. Κατὰ μίαν μελέτην τοῦ μηχανικοῦ Στράτου ἡ γραμμὴ Τριπόλεως–Σπάρτης δι’ Ἀραχώβης θὰ στοιχίσῃ 8.000.000 φράγκα χρυσᾶ, ἂν δὲ ἐπεκταθῇ καὶ εἰς τὸ Γύθειον θὰ στοιχίσῃ 13.000.000. Λοιπὸν θὰ στοιχίσῃ 150– 180 ἑκατομμύρια δραχμῶν. Ἂν ἔχετε τὴν πληροφορίαν ὅτι θὰ στοιχίσῃ 80.000.000 δραχ., πλανᾶσθε ἢ θέλετε νὰ μοῦ δώσετε μίαν πρόχειρον ἀπάντησιν.
§131Σ. ΞΥΔΗΣ. Δὲν θὰ στοιχίσῃ τόσα πολλά, κ. συνάδελφε· 1.200.000 δραχ. στοιχίζει τὸ χιλιόμετρον, ἡ γραμμὴ δὲ μέχρι Ξηροκαμπίου εἶναι 70 χιλιόμετρα.
§132Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἀκριβῶς ὅσα εἶπον ἐγὼ θὰ στοιχίσῃ. Ὑπάρχει καὶ ἑτέρα μελέτη τοῦ μηχανικοῦ Κελενέκ, ἡ ὁποία φέρεται παράλληλος τῆς κοίτης τοῦ Εὐρώτα, οὕτως ὥστε νὰ ἀποφύγῃ τὴν γέφυραν ἐπὶ τοῦ ποταμοῦ, καὶ τὴν φέρει τὴν γραμμὴν ἀπὸ Λεονταρίου εἰς Σπάρτην. Καὶ ἀναγράφει ἡ μελέτη αὐτὴ θὰ στοιχίσῃ 5.500.000 φράγκων. Λοιπόν, κύριοι πληρεξούσιοι, περὶ σοβαρότητος τοῦ νομοσχεδίου δὲν ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ λόγος, διότι ὡς πόρος τοῦ ταμείου μᾶς παρουσιάζεται πρῶτα–πρῶτα ἕνα μεγάλο ἐρωτηματικόν. Διότι λέγομεν ὅτι οἱ πόροι τοῦ ταμείου θὰ εἶναι ἡ χορηγία ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου καὶ αἱ ἀναγραφόμεναι εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Συγκοινωνίας δραχμαί... λευκαί. Εἶναι τοῦτο μία μεγάλη ἀλήθεια, διότι πράγματι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θὰ δίδῃ τὸ Κράτος κατ’ ἔτος εἶναι λευκόν. Κύριοι πληρεξούσιοι, ὁ σιδηρόδρομος Τριπόλεως–Σπάρτης διὰ νὰ φθάσῃ εἰς Σπάρτην διέρχεται διὰ δύο δήμων, Σελλασίας καὶ Οἰνοῦντος. Ὅσον ἀγρίως καὶ ἂν φορολογηθῶσι τὰ προϊόντα τῶν δύο αὐτῶν δήμων, δὲν ἠμποροῦν νὰ ἀποδώσουν οὔτε τὸ 1% τοῦ ἀπαιτουμένου ποσοῦ. Θὰ ἐπεθύμουν οἱ συντάξαντες τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ νὰ ἐγνώριζον ὅτι θὰ μελετηθῇ τοῦτο καὶ ὅτι δὲν ἀπευθύνονται εἰς μικρὰ παιδάκια.
§133Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Τὸ νομοσχέδιον αὐτό, κ. συνάδελφε, συνετάχθη κατόπιν αἰτήσεως τοῦ δημαρχεύοντος Σπάρτης καὶ πολλῶν Σπαρτιατῶν, οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν αἰτήσεις πλείστων Λακεδαιμονίων εὑρισκομένων ἐν Ἀμερικῇ, οἱ ὁποῖοι λέγουσιν ὅτι εἶναι διατεθειμένοι νὰ δώσουν ἀρκετὸν ποσόν, ἀλλὰ νὰ σχηματισθῇ ἓν νομικὸν πρόσωπον τὸ ὁποῖον νὰ εἰσπράττῃ τὰ ποσὰ πρὸς κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου. Ἔχομεν, κύριοι πληρεξούσιοι, παραδείγματα ὅτι συνελέγησαν κολοσσιαῖα ποσὰ ἀπὸ τοὺς ἐν Ἀμερικῇ διὰ τὴν κατασκευὴν δρόμων καὶ ἄλλων μικρᾶς σημασίας πραγμάτων καὶ ὄχι ὅταν πρόκειται νὰ κατασκευασθῇ ἕνας σιδηρόδρομος, τὸν ὁποῖον ἀπὸ χρόνια ὀνειρεύεται ἡ Λακωνία. Ἡ Κυβέρνησις δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀρνηθῇ εἰς τοὺς ἀνθρώπους αὐτούς, νὰ μὴ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον ὅπως γίνῃ ἓν νομικὸν πρόσωπον τὸ ὁποῖον νὰ ἔχῃ σκοπὸν τὴν συλλογὴν χρημάτων. Βεβαίως, ἅμα συλλεγῶσιν ἀρκετὰ ποσά, θὰ ἔλθῃ καὶ τὸ Κράτος ἐπίκουρον. Ὁ κ. συνάδελφος ὁμιλῶν ἀπὸ τοῦ βήματος καὶ φέρων τὰς παρατηρήσεις αὐτοῦ μόνον σκοπὸν εἶχε νὰ παραστήσῃ ὅτι ἡ Κυβέρνησις τὸ σκέπτεται σοβαρῶς, ὑποβάλλουσα νομοσχέδιον πρὸς κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου Τριπόλεως–Σπάρτης.
§134Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Λοιπὸν ἤκουσα τὴν μὲ ἀγανάκτησιν ἐκφρασθεῖσαν δυσφορίαν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, διότι ἐγὼ ἐμποδίζω νὰ συνδεθῇ ἡ ἐπαρχία μου μὲ σιδηρόδρομον. Ὁ κ. Δήμαρχος Σπαρτιατῶν, κ. Πρωθυπουργέ, πρὶν ἔλθῃ σὲ σᾶς, ἦλθεν εἰς ἐμὲ καὶ ἐβεβαίωσεν ὅτι ὑπάρχουν Λακεδαιμόνιοι πρόθυμοι νὰ δανείσουν τὸ Κράτος τὸ ἀπαιτούμενον ποσόν, ὅπως κατασκευασθῇ ὁ σιδηρόδρομος. Τὸ σημείωμα λοιπὸν τὸ ὁποῖον ἔδωκα εἰς τὸν Δήμαρχον Σπαρτιατῶν, καὶ τὸ ὁποῖον πιθανὸν νὰ εὑρίσκεται εἰς τὸν φάκελόν σας, ὁμιλεῖ περὶ δανείου. Ἐγὼ εἶπον ὅτι οἱ Λακεδαιμόνιοι θὰ ἦσαν διατεθειμένοι νὰ δανείσουν μέχρι 3 ἑκατομμυρίων δολλαρίων ἐπὶ τόκῳ μὲ τὸν ὁποῖον θὰ ἦτο τὸ Κράτος πρόθυμον νὰ συνάψῃ τὸ δάνειον.
§135Σ. ΞΥΔΗΣ. Δὲν θὰ χρειασθῇ τόσον ποσόν.
§136Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Μὴ μὲ διακόπτετε διὰ νὰ μοῦ εἴπητε πράγματα τὰ ὁποῖα μοῦ εἴπετε.
§137Σ. ΞΥΔΗΣ. Εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ σᾶς ὑπομνήσω ὅτι ἐκ Σπάρτης μοῦ ἦλθεν εἴδησις ὅτι ὑπάρχει σκέψις μεταξὺ ὡρισμένων πολιτευομένων ἐκ Λακεδαίμονος νὰ μεταβοῦν εἰς Ἀμερικὴν καὶ νὰ συλλέξουν δολλάρια διὰ τὸν σκοπὸν αὐτόν.
§138Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος μετὰ 15 ἡμέρας ἀναχωρεῖ δι’ Ἀμερικὴν εἶναι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος κατέχει τὸ βῆμα αὐτὴν τὴν στιγμήν, διότι ἐγὼ σκέπτομαι ν’ ἀναχωρήσω. Καὶ θὰ μὲ ἀπασχολήσουν ἔργα ἐν Λακεδαίμονι, ἀλλὰ κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε πράγματι νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ γίνουν.
§139Σ. ΞΥΔΗΣ. Θὰ πᾶτε εἰς τὴν Ἀμερικὴν νὰ συλλέξητε τὰ χρήματα τῶν συμπολιτῶν μας διὰ νὰ ἐνισχύσητε τὴν Τράπεζαν τὴν ὁποίαν θὰ ἱδρύσητε. Λυποῦμαι διότι ἀναγκάζομαι νὰ ὁμιλήσω κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον. Θὰ πᾶτε διὰ νὰ προκαλέσητε τὰς καταθέσεις εἰς τὴν Τράπεζαν τὴν συσταθησομένην παρ’ ὑμῶν.
§140Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Εὐχαριστῶ τὸν κ. συνάδελφον καὶ συμπολίτην μου, ὁ ὁποῖος μοῦ δίδει ἀφορμὴν νὰ εἴπω ὅτι οἱ λόγοι του θὰ ἐκτιμηθοῦν ἀπὸ τοὺς συμπολίτας του, ὅπως ἐκτιμῶνται καὶ ὅλοι οἱ λόγοι του. Τὸ τί θὰ κάμω ἐγὼ πηγαίνων εἰς τὴν Ἀμερικὴν δὲν ἀφορᾷ τὴν Συνέλευσιν καὶ δύναμαι νὰ κάμω ὅ,τι θέλω. Ἄν ὑπάρχουν Λακεδαιμόνιοι ἢ ἄλλοι Ἕλληνες πρόθυμοι νὰ δανείσουν τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος μὲ τὸ ἀζημίωτον, λαμβάνοντες τόκον μικρὸν μὲν ἴσως, ἀλλὰ ἐπαρκῆ, κατὰ τὴν κρίσιν των, τότε εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποβληθῇ νομοσχέδιον καὶ νὰ ἐξαρτηθῇ ἡ κατασκευὴ τοῦ σιδηροδρόμου ἀπὸ τοῦ χρήματος αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον θὰ καταβάλουν οἱ Λακεδαιμόνιοι τῆς Ἀμερικῆς. Ἀλλὰ τὸ χρῆμα αὐτὸ θὰ δοθῇ ὡς δάνειον καὶ τοιοῦτον σημείωμα, ἂν ἔχῃ ὁ κ. Πρωθυπουργός, θὰ ἔχῃ εἰς τὸν φάκελόν του. Δὲν ἐπιτρέπεται ὅμως νὰ ἔρχεται καὶ νὰ λέγῃ εἰς τὴν Συνέλευσιν ὅτι ἔχει σημείωμα, διότι μοῦ δίδει ἄλλην μίαν φορὰν ἀφορμὴν νὰ τοῦ εἴπω ὅτι ἀναληθῆ λέγει. (Θόρυβος καὶ διαμαρτυρίαι).
§141Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Σεῖς ὁ ἴδιος πρὸ ὀλίγου ὡμολογήσατε ὅτι ἐδώσατε σημείωμα.
§142Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἐγὼ ἔδωσα σημείωμα περὶ δανείου.
§143Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Ἀφῆστε αὐτά.
§144Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ὀφείλετε νὰ ὁμολογήσητε τὴν ἀλήθειαν, διότι χείλη Πρωθυπουργοῦ δὲν ψεύδονται. (Θόρυβος, διαμαρτυρίαι καὶ ἀντεγκλήσεις).
§145Α. ΤΑΒΟΥΛΑΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ ἀνακαλέσῃ.
§146Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Νὰ παρουσιάσῃ τὸ σημείωμα. (Διαμαρτυρίαι καὶ φωναί). Μὴ φωνάζετε, δὲν ἠμπορεῖτε νὰ μὲ πτοήσητε.
§147Α. ΤΑΒΟΥΛΑΡΗΣ. Νὰ ἀνακαλέσητε.
§148Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Τί νὰ ἀνακαλέσω; Ἀνακαλεῖ κανεὶς τὰ ψεύδη τὰ ὁποῖα λέγει· δὲν ἀνακαλεῖ τὴν ἀλήθειαν. Παλληκαρισμοὺς δὲν θὰ κάμετε ἐδῶ μέσα! (Θόρυβος).
§149Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Τὸ βῆμα εἶναι σεβαστόν. Καὶ ἐγὼ ὁμολογῶ ὅτι παρεξετράπη ὁ ἀγορεύων, ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος θὰ τὸν ἐπαναφέρῃ εἰς τὴν τάξιν.
§150Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρεξετράπη ὁ ὁμιλῶν.
§151Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Κύριε Πρόεδρε, βεβαιῶ καὶ πάλιν ὅτι μοὶ ἐδόθη ἰδιόγραφον σημείωμα τοῦ ἀγορεύοντος κ. πληρεξουσίου. Τὸ σημείωμα μοὶ ἐδόθη ὄχι ἀπὸ τὸν ἴδιον, ἀλλ’ ἀπὸ τὸν Δημαρχεύοντα Σπάρτης, ἐπειδὴ δὲ γνωρίζω τὸν γραφικὸν χαρακτῆρα τοῦ κ. πληρεξουσίου, τὸ ἀνέγνωσα.
§152Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Τί ἔλεγεν;
§153Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἐνθυμοῦμαι. Τὸ σημείωμα μοῦ τὸ ἀνέλυσεν ὁ Δήμαρχος Σπάρτης καὶ μοῦ εἶπε τὰς ἀπόψεις του καὶ μοὶ ἔδωσε καὶ ἄλλα σημειώματα. Λοιπὸν μαζὶ μὲ τὰ ἄλλα σημειώματα τὰ ὁποῖα μοὶ ἐνεχειρίσθησαν καὶ μὲ τὸ σημείωμα τοῦ κ. πληρεξουσίου τὰ ἔδωσα εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας καὶ τὸν παρεκάλεσα νὰ συντάξῃ σχέδιον νόμου, τὸ ὁποῖον νὰ ἔχῃ αὐτὰς τὰς ἀπόψεις. Τώρα μὲ ἐρωτᾷ ὁ κ. πληρεξούσιος τί περιέχει τὸ σημείωμα. Δὲν ἐνθυμοῦμαι· ἕνα ὅμως ἠξεύρω, ὅτι περιέχει τὴν ἐπιθυμίαν νὰ συνταχθῇ σχέδιον νόμου, τὸ ὁποῖον νὰ διευκολύνῃ τὸν σχηματισμὸν κεφαλαίων διὰ τὸν σιδηρόδρομον Τριπόλεως —Σπάρτης.
§154Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Καὶ τώρα τί λέγω;
§155Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Ἂν ἐπρόκειτο νὰ γίνῃ διὰ δανείου ἢ διὰ δωρεῶν, δὲν ἐνθυμοῦμαι.
§156Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Δάνειον καὶ δωρεά, μικρὰ διαφορά, ἐλέπετε, κύριοι!
§157Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Ὁ ἴδιος τώρα ἔρχεται καὶ λέγει ὅτι ἡ διὰ δανείου συγκρότησις τοῦ κεφαλαίου καὶ αὐτὴ εἶναι ἀδύνατος, ἐνῷ διὰ τοῦ σημειώματός του συνίστα νὰ γίνῃ νομοσχέδιον, ὥστε διὰ δανείου παρ’ ὁμογενῶν νὰ συγκροτηθῇ τὸ κεφάλαιον. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἱστορία τῆς ὑποθέσεως.
§158Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ὄχι, δὲν εἶναι ἔτσι· θὰ τὴν εἴπω ἐγὼ τὴν ἱστορίαν. Περὶ ἐμοῦ θὰ ὁμιλήσω ἐγώ.
§159Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Ἡ συμπεριφορὰ τοῦ κ. πληρεξουσίου δεικνύει καὶ τὸ ἦθος καὶ τὸν χαρακτῆρά του. (Χειροκροτήματα).
§160Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Μάλιστα, δεικνύει καὶ τὸ ἦθός μου καὶ τὸν χαρακτῆρά μου, ὁ ὁποῖος δὲν εἶναι καθόλου σὰν τὸν ἰδικόν σας. Σᾶς πιάνω αὐτὴν τὴν στιγμὴν πιστοποιοῦντα ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως ἀναληθείας. Ὀφείλετε νὰ φέρετε τὸ σημείωμα. Ἂν δὲν τὸ φέρετε, ὀφείλετε νὰ ζητήσετε συγγνώμην. (Θόρυβος καὶ ζωηραὶ διαμαρτυρίαι).
§161Α. ΤΑΒΟΥΛΑΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὑπάρχει ζήτημα.
§162Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Κύριε Πρόεδρε, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ὁμιλήσω βαρύτερον. Καὶ ἡ Συνέλευσις καὶ ὅλος ὁ κόσμος γνωρίζει καὶ τὸν κ. πληρεξούσιον καὶ ἐμέ. Ὥστε τοῦτο μὲ ἀπαλλάσσει τοῦ κόπου νὰ ὁμιλήσω περισσότερον περὶ αὐτοῦ.
§163Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Μὲ ὑποχρεώνετε ὅτι θὰ μὲ ἀφήσετε νὰ ὁμιλήσω καὶ ἐγώ.
§164Σ. ΤΣΑΚΜΑΝΗΣ. Δὲν ἠμπορεῖ, κ. Πρόεδρε, νὰ προχωρήσῃ ὁ ρήτωρ.
§165ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καθήσατε κάτω. Ὁ κ. Πρόεδρος ἠμπορεῖ μόνος του νὰ ἀπαντήσῃ. Νὰ καθίσουν ὅλοι οἱ κύριοι πληρεξούσιοι.
§166Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Χωρὶς νὰ ἐξαφθῶ καθόλου, δὲν ἠμπορῶ νὰ ἀφήσω ἀσχολίαστα τὰ ὅσα εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι τὸ ποιόν του καὶ τὸ ποιόν μου εἶναι γνωστά, ὥστε ὀλίγον νὰ ἐνδιαφέρηται διὰ τὰ λεγόμενά μου.
§167ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Βεβαίως.
§168Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἐγὼ ἀπορῶ πῶς ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου συνειργάζετο μέχρι πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν μὲ ἐμέ, ἀφοῦ κατὰ κοινὴν συνείδησιν τὸ ποιόν μου εἶναι τόσον χαμηλὰ ἀπέναντι τοῦ ἰδικοῦ του, ὥστε δὲν θὰ ἔπρεπε ποτὲ νὰ μοῦ κάμῃ τὴν τιμὴν νὰ μὲ θεωρῇ φίλον του. Ἀλλ’ ὅταν κανεὶς εὑρίσκεται εἰς τὸ ἀδιέξοδον καὶ διότι προέβη εἰς μίαν δήλωσιν τὴν ὁποίαν δὲν κρίνει καλὸν νὰ δικαιολογήσῃ, νομίζων ὅτι δύναται νὰ ὑφαρπάσῃ τὴν κοινὴν γνώμην λέγων διάφορα λόγια, ἠμπορεῖ νὰ ὁμιλῇ ἐλευθέρως καὶ νὰ χαρακτηρίζῃ οἱονδήποτε ὡς ἔχοντα χαμηλὸν τὸ ποιόν του καὶ τὸν ἑαυτόν του ὡς ὑψηλοτέρου ποιοῦ. Ἐγὼ δὲν χαρακτηρίζω τὸν ἑαυτόν μου ὅτι εἶμαι ὑψηλοῦ ποιοῦ, ἀλλὰ γνωρίζω πολὺ καλὰ ὅτι τὸ σημείωμα τὸ ὁποῖον ἔχει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὰ χέρια του δὲν ὁμιλεῖ περὶ οὐδεμιᾶς ὑπαρχούσης διατάξεως ἐν τῷ νομοσχεδίῳ. Ἄν ἡ Κυβέρνησις ὑπέβαλεν ἓν νομοσχέδιον περὶ συνάψεως δανείου, δὲν θὰ δύναται κανεὶς νὰ κατηγορήσῃ τὴν Κυβέρνησιν ὅτι θέλουσα νὰ προικίσῃ ἕνα τόπον μὲ ἕνα σιδηρόδρομον προβαίνει εἰς ἕνα δάνειον καὶ ἐπωφελεῖται τοῦ πατριωτισμοῦ πλουσίων ἐν τῷ ἐξωτερικῷ ἐνδιαφερομένων καὶ θέλει νὰ ἐκμεταλλευθῇ τὸν πατριωτισμὸν καὶ συγχρόνως τὸ ἀζημίωτον τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν.
§169Γ. ΗΣΑΪΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Δὲν ἀποκλείεται.
§170Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἀποκλείεται, κ. Ὑπουργὲ τῆς Συγκοινωνίας, διότι τὸ νομοσχέδιον εἶναι στηριγμένον ἐπὶ ἄλλης βάσεως. Μίαν ἐκ τῶν ἀπαιτηθησομένων δαπανῶν ἐξαρτᾷ ἀπὸ τὴν γενναιοδωρίαν, ἡ δὲ γενναιοδωρία φθάνει μέχρις ἑκατοντάδων χιλιάδων, ὅταν πρόκειται περὶ μικρῶν τινων ἔργων, περὶ μιᾶς καμπάνας, περὶ μιᾶς ἐκκλησίας, ἡ ὁποία μένει ἀτελείωτος κλπ. Δύνασθε νὰ κατασκευάζητε ὁσαδήποτε ἔργα ἐπικαλούμενοι τὸν πατριωτισμὸν τῶν Ἑλλήνων. Ἔρχομαι τώρα εἰς τὴν διάταξιν τοῦ νομοσχεδίου, τὴν ὁποίαν ἔπρεπε νὰ σκεφθῇ ἡ Κυβέρνησις καὶ νὰ κάμῃ ἕνα νομοσχέδιον περὶ κατασκευῆς σιδηροδρόμων. Εἶναι γνωστὸν ὅτι ὅλοι οἱ νομοὶ τοῦ Κράτους, ἐκτὸς τῆς Ἠπείρου, δὲν ἠξεύρω ἂν εἶναι καὶ κανεὶς ἄλλος, συνδέονται διὰ σιδηροδρομικῆς γραμμῆς. Ὁ νομὸς Λακωνίας δὲν ἔχει καθόλου σιδηροδρομικὴν γραμμήν· ὑστερεῖ καὶ εἰς ἄλλα ἔργα, ἀλλὰ ὑποτίθεται ὅτι εἶναι εἰς ἀπομεμακρυσμένον μέρος καὶ ὄχι ἐξ ἐχθρότητος τῆς Κυβερνήσεως συμβαίνει τοῦτο. Εἰς τὸ ἐνδιαφέρον της ἡ Κυβέρνησις νὰ προικίσῃ τὸν νομὸν μὲ σιδηροδρομικὴν συγκοινωνίαν, ἐπιβαρύνει εἰδικῶς, ὄχι πλέον τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ἀλλὰ ἕνα τμῆμα, τὸ ὁποῖον μετέσχεν εἰς τὰς δαπάνας τῶν ἄλλων σιδηροδρόμων, ὅπως καὶ εἰς ὅλα τὰ ἄλλα ἔργα τῆς Ἑλλάδος. Ἀπορῶ πῶς διὰ τὴν ἐκμετάλλευσιν τῆς σιδηροδρομικῆς γραμμῆς θέλει νὰ ἐπιβάλῃ εἰδικὴν φορολογίαν εἰς βάρος τοῦ τόπου, ἐνῷ τὸ τοιοῦτον δὲν ἐγένετο μέχρι τοῦδε καὶ οὐδεὶς τόπος ἐπεβαρύνθη διὰ φορολογίας μιᾶς σιδηροδρομικῆς γραμμῆς, ἡ ὁποία διῆλθε διὰ τοῦ τόπου. Εἰς τοιαῦτα βάρη ὑλικὰ δὲν ὑπεβλήθη κανὲν τμῆμα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὥστε νὰ δικαιολογῆται μία ἀρχή, ὅτι σιδηροδρομικαὶ γραμμαὶ σημασίας πανελληνίου, διὰ νὰ μὴ εἴπω καὶ διεθνοῦς, δύνανται νὰ ἐκτελῶνται δαπάναις τῶν κατοίκων, δι’ ὧν διέρχεται ἡ σιδηροδρομικὴ γραμμή. Ἐγώ, κύριοι πληρεξούσιοι, διὰ νὰ μὴ πικράνω τὸν συνάδελφόν μου ἐκ Λοκρίδος, τὸν κ. Ξύδην, ὅτι ἠμπορῶ νὰ ἐμποδίσω τὴν κατασκευὴν σιδηροδρόμου εἰς τὴν πατρίδα του καὶ τὴν πατρίδα μου, δὲν ἔχω κανένα λόγον νὰ μὴ ψηφίσω τὸ νομοσχέδιον, οὔτε λέγω ὅτι τὸ νομοσχέδιον θὰ ἐμποδίσῃ τὴν κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου. Εἴθε νὰ ἦτο δυνατὸν διὰ συνεισφορῶν νὰ κατασκευασθῇ σιδηρόδρομος. Ἀλλὰ δὲν εἶναι σοβαρὰ τὰ νομοσχέδια αὐτά, ὅταν ὑποβάλλωνται ἐν γνώσει ὅτι θὰ μείνουν μόνον νομοσχέδια, καὶ ἂν γίνουν νόμοι, νὰ μείνουν νόμοι ἀνεκτέλεστοι, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ καμμία ἐλπίς. Ἄν ἤθελε νὰ δείξῃ ἐνδιαφέρον διὰ τοὺς δύο νομούς, καὶ διὰ τὸν ἰδιαίτερόν του καὶ διὰ τὸν ἰδιαίτερόν μου, ἠδύνατο νὰ λάβῃ μέτρα σοβαρὰ περὶ ἐκτελέσεως τοῦ σιδηροδρόμου καὶ παρ’ ὅλας τὰς ἀξιώσεις πρὸς κατασκευὴν σιδηροδρομικῶν γραμμῶν καὶ εἰς ἄλλα μέρη, ἡ Συνέλευσις προθύμως θὰ ἐψήφιζεν ὅπως τὸ Κράτος δαπανήσῃ τὰ ἀπαιτούμενα ποσά. Ἀλλά, δυστυχῶς, γνωρίζομεν ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς δὲν δύναται νὰ δαπανήσῃ τὸ ποσὸν αὐτὸ καὶ μόνον διὰ δανείου θὰ ἦτο δυνατὴ ἡ κατασκευή. Ἀλλὰ περὶ ὅλων προέβλεψε τὸ νομοσχέδιον καὶ δὲν προέβλεψε περὶ τοῦ μόνου μέσου διὰ τοῦ ὁποίου θὰ ἦτο μόνον δυνατὴ ἡ κατασκευὴ τοῦ σιδηροδρόμου. Θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ προέβλεπε τὴν συγκρότησιν εἰδικοῦ ταμείου, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ κατεσκευάζετο ὁ σιδηρόδρομος. Εἶναι πλέον καταδικασμένα τὰ εἰδικὰ ταμεῖα ὑπὸ τῆς ἐπιστήμης, ὥστε ὅπου ὑπῆρχον τοιαῦτα κατηργήθησαν.
§171Γ. ΗΣΑΪΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Ηὐδοκίμησαν. Αὐτὸ τὸ ἀπέδειξαν τὰ λιμενικὰ ταμεῖα τὰ ὁποῖα εὐδοκίμησαν.
§172Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Δὲν ὑπάρχει μεγαλύτερον αἶσχος ἀπὸ τὰ λιμενικὰ ταμεῖα, καὶ εὐχαριστῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπειδὴ ἀνέφερε τὸ παράδειγμα αὐτό. Εἰς εἰδικὰ ταμεῖα δὲν δύναται νὰ ἀνατεθῇ ἡ ἐκτέλεσις μιᾶς τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Κράτους. Σιδηρόδρομοι δὲν δύνανται νὰ κατασκευασθῶσι δι’ εἰδικῶν ταμείων, ἀλλὰ μόνον τῇ βοηθείᾳ, τῇ ἐποπτείᾳ καὶ τῇ ἐπιμελείᾳ τοῦ Κράτους.
§173Γ. ΗΣΑΪΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Ἂν δὲν ὑπῆρχον τὰ λιμενικὰ ταμεῖα, τὸ Κράτος δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ κατασκευάσῃ λιμένας, ἐφόσον δὲ δὲν δύναται νὰ κατασκευάσῃ, ἱδρύθησαν τὰ λιμενικὰ ταμεῖα.
§174Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ὁ νόμος περὶ αὐτοδιοικήσεως προνοεῖ περὶ ἑνὸς τοιούτου εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ, τὸν ὁποῖον ἂς εἴπωμεν καὶ ταμεῖον. Ἡ αὐτοδιοίκησις θὰ ἐκτελῇ δρόμους, καὶ ὁ δῆμος εἶναι εἰδικὸν ταμεῖον· ἀλλὰ τοῦτο ἀποτελεῖ τοπικὸν ἔργον, διὰ τὸ ὁποῖον ἐνδιαφέρεται μόνον ὁ δῆμος· ἀλλ’ ἡ σιδηροδρομικὴ γραμμὴ ἡ ὁποία πρόκειται νὰ ἑνώσῃ δύο νομοὺς δὲν εἶναι ἔργον τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ οὔτε τὴν τοπικὴν αὐτοδιοίκησιν, ἀλλ’ οὔτε ὑποθέτω ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὁ ὁποῖος, ὅταν θὰ θελήσῃ νὰ ἐφαρμόσῃ τοὺς νόμους περὶ αὐτοδιοικήσεως καὶ ἀποκεντρώσεως, θὰ ἐξαρτήσῃ καὶ τὴν κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου ἐκ τοιούτων ταμείων, καὶ νὰ ἐπιβάλῃ φόρους ὁσονδήποτε βαρεῖς, διότι γνωρίζει ὅτι τοιαῦτα ἔργα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκτελῶνται διὰ τοπικῶν φόρων. Ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω ὅτι παρ’ ὅλην τὴν ἐπιθυμίαν μου, τοῦ πῶς θὰ γίνῃ δυνατὸς καὶ κατορθωτὸς ὁ σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, παρ’ ὅλα ταῦτα, διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ δὲν ἐπιδιώκεται τίποτε ἄλλο παρὰ μία καλὴ ἐντύπωσις, τὴν ὁποίαν θέλει νὰ κάμῃ ἡ Κυβέρνησις εἰς τὸν νομὸν Λακωνίας. Ἀλλ’ ἐγώ, ὁ ὁποῖος ἀντιπροσωπεύω τὰ συμφέροντα τοῦ νομοῦ αὐτοῦ παρὰ τὴν μεγάλην ἐπιθυμίαν μου, νομίζων ὅτι οὐδὲν ἀποτέλεσμα ἀναμένεται ἐκ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ ὀφείλω νὰ διαμαρτυρηθῶ διὰ τὴν τοιαύτην στάσιν τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἂν ἀκόμη ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐκ Λακεδαίμονος μὲ καταγγείλῃ ὅτι ἐπολέμησα τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, καὶ θέλω νὰ ἐμποδίσω νὰ σφυρίξῃ ἡ ἀτμομηχανὴ εἰς Λακεδαίμονα, καὶ νὰ δύναταί τις νὰ μεταβῇ διὰ σιδηροδρόμου εἰς Λακεδαίμονα. Τὸ νομοσχέδιον, φρονῶ, ἂν γίνῃ νόμος, θὰ μείνῃ νόμος, καὶ ἐδῶ θὰ εἴμεθα καὶ θὰ τὰ ξαναποῦμεν, ὅτι ὑπεβλήθη ὅπως μὴ γίνῃ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον σκοπεῖ.
§175ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καλκανδῆς.
§176Δ. ΚΑΛΚΑΝΔΗΣ. Συμφωνῶν πληρέστατα μὲ τὸν προλαλήσαντα ἔχω νὰ διατυπώσω ἀντιρρήσεις τινὰς περὶ τοῦ τρόπου διὰ τοῦ ὁποίου ὑποβάλλεται κατ’ ἀρχὴν τὸ συζητούμενον νομοσχέδιον. Καὶ ἡ Κυβέρνησις τοῦ Μαυρομιχάλη καὶ ἡ Κυβέρνησις τοῦ Θεοτόκη καὶ αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις τοῦ Βενιζέλου ἔφεραν τὸ ζήτημα εἰς τὴν Βουλήν, ἀλλὰ δὲν ηὐδοκίμησε τοῦτο. Λυποῦμαι διότι δὲν θὰ εὐδοκιμήσῃ καὶ μὲ τὰς βάσεις τὰς ὁποίας ἔχει τὸ ὑπ’ ὄψει νομοσχέδιον. Ὁ κ. Βενιζέλος, ὁ ὁποῖος γνωρίζων καλῶς πῶς εἶχε τὸ ζήτημα, ἀντιλαμβανόμενος ὅτι ὁλόκληρος ἡ Ἑλλὰς ἔχει ἀνάγκην δρόμων καὶ σιδηροδρόμων, ἰδίᾳ δὲ διὰ στρατιωτικοὺς καὶ οἰκονομικοὺς λόγους, ἐδήλωσεν ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ ὁ σιδηρόδρομος αὐτός. Διὰ νὰ κατανοηθῇ δὲ ποίαν σημασίαν ἀπέδιδεν εἰς τὴν κατασκευὴν τοῦ ἐν λόγῳ σιδηροδρόμου ἀρκεῖ νὰ σᾶς εἴπω ὅτι ἐδήλωσεν εἰς τοὺς τότε ἐνδιαφερομένους, ὅτι, ἐὰν θὰ γίνῃ ἔστω καὶ ἓν ἔργον σιδηροδρομικὸν ἐν Ἑλλάδι, τὸ ἔργον αὐτὸ θὰ εἶναι ὁ σιδηρόδρομος Τριπόλεως– Σπάρτης–Γυθείου. Ἐὰν λοιπὸν ἤδη ἡ Κυβέρνησις σοβαρῶς σκέπτεται νὰ ἐπιτελέσῃ τὸ ἔργον αὐτὸ πρέπει νὰ φέρῃ προϋπολογισμόν, πρέπει νὰ φέρῃ ὑλικὰ μέσα καὶ ὄχι νὰ λέγῃ ἀοριστολογίας. Ὁ κ. Ξύδης λέγει ὅτι χρειάζονται 75,000,000 δραχμῶν, ἡ Κυβέρνησις 80,000,000 καὶ ὁ κ. Κουτούπης 180,000,000–200,000,000. Τότε εἶχε προϋπολογισθῆ ἡ δαπάνη εἰς 8–10 ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα σήμερον εἶναι 120– 140. Φέρετέ μας προϋπολογισμὸν καὶ θὰ γίνῃ· δι’ εἰσφορῶν ὅμως εἶναι ἀδύνατον νὰ γίνῃ. Καταλήγων λοιπὸν λέγω τοῦτο: Συμφωνῶ μὲ ὅλους τοὺς προλαλήσαντας, καὶ μὲ τὴν Κυβέρνησιν ἐπίσης, ἀλλὰ πρέπει αὕτη νὰ μᾶς φέρῃ καὶ τὰ ὑλικὰ μέσα καὶ νὰ μᾶς πείσῃ ὅτι πραγματικῶς σπουδαίως σκέπτεται διὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου τούτου καὶ ὄχι ὅτι πολιτικολογεῖ.
§177ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μερλόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§178Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ βραχείας τινὰς παρατηρήσεις ἔχω νὰ ὑποβάλω ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ὄχι διότι ἀντιτίθεμαι εἰς τὴν ψήφισιν αὐτοῦ, ἢ καὶ ἄλλων παρεμφερῶν νομοσχεδίων ἀποβλεπόντων εἰς τὴν ἐξυπηρέτησιν τῆς συγκοινωνίας τοῦ τόπου μας. Μάλιστα δὲ προκειμένου περὶ σιδηροδρόμου ὁ ὁποῖος εἶναι προωρισμένος νὰ ἐξυπηρετήσῃ τὴν ἱστορικὴν πόλιν τῆς Σπάρτης θὰ ὤφειλον καὶ νὰ ἐπικροτήσω ἐξ ὁλοκλήρου τὸ προτεινόμενον μέτρον, ἐὰν ἐπειθόμην ὅτι πράγματι τὸ μέτρον τὸ εἰσαγόμενον εἰς τὴν Συνέλευσιν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀγάγῃ εἰς ὁριστικὸν ἀποτέλεσμα. Ἀλλὰ μοῦ γεννᾶται, κύριε Πρόεδρε, δισταγμός, καὶ δισταγμὸς ἰσχυρότατος, περὶ τοῦ ἂν εἶναι δυνατόν, καθ’ ὃν τρόπον προνοεῖ ἡ Κυβέρνησις περὶ τῆς ἱδρύσεως τοῦ ταμείου πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῆς ἀνάγκης κατασκευῆς τῆς σιδηροδρομικῆς γραμμῆς, ἂν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτευχθῇ τὸ ἐπιδιωκόμενον ἀποτέλεσμα. Ἡ κατασκευὴ τοιούτων ἔργων εἶναι ζήτημα χρημάτων καὶ μάλιστα προκειμένου περὶ τοιούτων ἔργων εἶναι ζήτημα χρημάτων πολλῶν. Ἐξεταστέον εἶναι λοιπὸν ἂν οἱ πόροι εἶναι ἐπαρκεῖς ἢ τοὐλάχιστον παρέχουν ἐλπίδα τινὰ πρὸς τοῦτο, ὥστε νὰ γίνῃ δεκτὸν τὸ σχέδιον τῆς Κυβερνήσεως. Ὅσον ἀφορᾷ τοὺς πόρους, αὐτοὶ καθιεροῦνται διὰ τοῦ ἄρθρου 2. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας ἐδήλωσεν, ὅτι, δυνάμει ἑτέρου νομοσχεδίου, ἀναγεγραμμένου ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει, περὶ διοικήσεως τῶν σιδηροδρόμων Πελοποννήσου, θὰ ἔχῃ τὸ Δημόσιον μίαν ὠφέλειαν 2,000,000 περίπου, ὥστε νὰ δυνηθῇ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ποσοῦ τούτου καὶ μιᾶς μικρᾶς φορολογίας νὰ συνομολογήσῃ δάνειον διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ ἔργου. Ἀλλὰ πάντα ταῦτα εἶναι ἐντελῶς ἀπροσδιόριστα. Νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον δὲν ἔλαβε τὴν μορφὴν νόμου, νομοσχέδιον εἰς τὸ ὁποῖον δὲν δύναταί τις νὰ στηρίξῃ βασίμους ὑπολογισμούς, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ληφθῇ ὡς βάσις πρὸς ψήφισιν ἑτέρου νομοσχεδίου δι’ ἐκτέλεσιν ἔργου τὸ ὁποῖον θὰ ἀπαιτήσῃ ἑκατομμυρίων δαπάνην. Ἐν ὅσῳ ὑπὸ αἵρεσιν καλεῖται ἡ Συνέλευσις νὰ ψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον, νομίζω ὅτι μάταιος εἶναι ὁ κόπος καὶ τὸ ἔργον εἶναι περιττὸν καὶ ἀβέβαιον καὶ μὴ ἄγον εἰς οὐδὲν ἀποτέλεσμα. Ἀλλὰ ἐπὶ πλέον διὰ τοιοῦτο ἀποτέλεσμα ἀβέβαιον, σχεδὸν χιμαιρικόν, καθιεροῦται καὶ μία φορολογία διὰ προσθήκης ποσοστοῦ 15–20% ἐπὶ τῶν δημοσίων φόρων ἐκ καθαρᾶς προσόδου ἐπὶ τῆς γεωργικῆς παραγωγῆς τῶν μερῶν ἐκείνων δι’ ὧν θὰ διέλθῃ ἡ σιδηροδρομικὴ γραμμή. Καὶ ἤθελον ἐρωτήσει τὸν κ. ἁρμόδιον Ὑπουργὸν ποία θὰ εἶναι ἡ διαδρομὴ τοῦ σιδηροδρόμου τούτου, ἵνα ἴδωμεν ἂν ἡ πρόσοδος αὕτη θὰ εἶναι κἄπως ἰκανοποιητική.
§179Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Ἡμεῖς φρονοῦμεν ὅτι ἡ πρόσοδος ἐκ τοῦ φόρου τούτου θὰ εἶναι ἱκανοποιητικωτάτη. Ἀλλὰ θὰ ἔχωμεν καὶ τὰς εἰσφορὰς καὶ ἐν ἀνάγκῃ θὰ προβῶμεν καὶ εἰς δάνειον.
§180Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ καὶ τὸ ἔσοδον ἐκ τῆς διαδρομῆς τῆς γραμμῆς, ἂν διέλθῃ διὰ χωρῶν ἀγόνων, θὰ εἶναι ἐλάχιστον, ὥστε πάντα ταῦτα δὲν εἶναι ἱκανὰ νὰ πείσωσιν ὅτι λαμβάνεται σπουδαία πρόνοια διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ ἔργου τούτου. Ἀλλ’ ἐγὼ θὰ σημειώσω καὶ θὰ κρατήσω ὑπὸ σημείωσιν ὅτι ψηφίζεται τὸ νομοσχέδιον ἐπὶ τῇ ἐλπίδι ὅτι θὰ ἐπιτύχῃ τὸ δάνειον. Ἂν δὲ ἡ ἐλπὶς αὐτὴ τῆς Κυβερνήσεως δὲν πραγματοποιηθῇ, τότε ἡ Κυβέρνησις θὰ εἶναι ὑπόχρεος νὰ παράσχῃ σπουδαίαν εἰσφοράν, ὥστε νὰ ἐπιτευχθῇ τὸ σκοπούμενον. Δὲν θέλω νὰ χαρακτηρίσω τὸ μέτρον τῆς Κυβερνήσεως ὡς φενάκην, ἀλλὰ σημειῶ τὸ πρᾶγμα, διότι θὰ ἔλθῃ ἐντὸς ὀλίγου ὁ καιρὸς κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ ἴδωμεν ἂν αἱ ἐλπίδες τῆς Κυβερνήσεως δύνανται νὰ πραγματοποιηθῶσι. (Θόρυβος καὶ διάλογοι).
§181Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἤθελον νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις ἐπὶ τοῦ ὑπ’ ὄψιν ζητήματος.
§182ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καφαντάρης.
§183Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ὑπῆρξαν διαιρέσεις εἰς τὴν Συνέλευσιν ταύτην βαθύταται, πολὺ βαθύτεραι ἐκείνων τὰς ὁποίας παρουσιάζει ἡ ὁμοιογένεια, δύναμαι νὰ εἴπω, τῆς σημερινῆς συγκροτήσεως αὐτῆς. Ἐθεώρησαν ὅμως πάντα τὰ κόμματα τῶν Συνελεύσεων τῶν ἄλλων ὅτι ἔδει νὰ τηρήσωσι τὴν στάσιν ἐκείνην ἡ ὁποία ἐπέτρεπε τὴν ἐλευθερίαν τῶν συζητήσεων. Διατί σήμερον θέλομεν νὰ τηρήσωμεν αὐτὸ τὸ ἀνελεύθερον σύστημα, εἰς πᾶσαν ἀντίρρησιν νὰ ἐγείρωμεν τοσοῦτον θόρυβον καὶ προκαλῶμεν ἀντεγκλήσεις; Διὰ τὸ ζήτημα τοῦτο δὲν δυνάμεθα νὰ μὴ καταλογίσωμεν εὐθύνην τινὰ εἰς τὸν ἡγούμενον τῆς πλειονοψηφίας, διότι δὲν ἀφίσταται ἐκ τῶν καθηκόντων τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα καθοδηγῇ τὴν πλειονοψηφίαν. Ὅλος ὁ ἀγὼν ὁ ὁποῖος διεξάγεται δὲν εὐθύνει τὴν Κυβέρνησιν. Οὐδένα ἤκουσα νὰ ὁμιλῇ ἐναντίον τοῦ νομοσχεδίου. Οἱ ρήτορες συνιστῶσιν ὅπως, εἰ δυνατόν, τὸ Κράτος ἔλθῃ ἀρωγὸν εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ ἔργου. Αἱ συστάσεις αὐταὶ καὶ παρατηρήσεις δὲν εὐθύνουσιν οὔτε τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως οὔτε τὴν πλειοψηφίαν.
§184Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Κύριε Πρόεδρε, εἶναι βέβαιον ὅτι κατὰ τὰς συζητήσεις τῆς Συνελεύσεως δὲν ἐπικρατεῖ ἡ ἠρεμία ἡ πρέπουσα, ἀλλ’ αὐτὸ βαρύνει καὶ τὴν μίαν καὶ τὴν ἄλλην πτέρυγα, διότι ὁ θόρυβος γίνεται καὶ εἰς τὰς δύο πτέρυγας.
§185Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Δὲν ἠκούσθη ποτὲ ἀγόρευσις ρήτορος προερχομένου ἐκ τῆς πλειοψηφίας, ἡ ὁποία νὰ διακόπτεται καθ’ ὃν τρόπον διακόπτονται αἱ ἀγορεύσεις τῶν ρητόρων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως.
§186Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Σᾶς ἀναφέρω, κ. συνάδελφε, τὴν ἀγόρευσιν τοῦ πληρεξουσίου κ. Ἀντωνιάδη, καθὼς καὶ τοῦ κυρίου .......
§187Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Μοῦ λέγετε δύο περιπτώσεις, κατὰ τὰς ὁποίας ἐγὼ ἤμην ἀπών.
§188Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Εἶναι δὲ ἀντιληπτὸν ποίας κατέβαλλον προσπαθείας ἑκάστοτε ὅπως μὴ διακόπτωνται οἱ ἀγορηταὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως.
§189Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Δὲν πρόκειται κἂν περὶ διακοπῆς, κ. Πρόεδρε, διότι πρὸ ὀλίγου τὸ φαινόμενον τὸ ὁποῖον παρουσιάσθη ἀγορεύοντος τοῦ ἀξιοτίμου πληρεξουσίου Λακεδαίμονος δὲν ἦτο διακοπή; Διατί δεικνύετε ἀδημονίαν;
§190Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Μὲ ἐρωτᾷ ὁ κ. ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως διατί δεικνύω ἀδημονίαν. Ἀλλὰ δεικνύω ἀδημονίαν, διότι νομίζω ὅτι γίνονται ἐπὶ ματαίῳ ὅλαι αἱ συνεδριάσεις τῆς Συνελεύσεως, ἐνῷ εἴμεθα ὅλοι σύμφωνοι ἐπὶ τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου. Ἐφόσον λοιπὸν ὅλοι εἴμεθα σύμφωνοι—ἄλλως τε ἐδήλωσα ποῖος εἶναι ὁ σκοπὸς ἡμῶν καὶ πῶς προέβημεν εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ—νομίζω ὅτι ὅλαι αἱ ἀντιρρήσεις αἱ ὁποῖαι ἠγέρθησαν ἦσαν περιτταί.
§191Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Καθ’ ὅσον ἔχω ἀντιληφθῆ, κατὰ τὴν συζήτησιν δὲν ἤκουσα διατυπωθεῖσαν οὐδεμίαν κατ’ ἀρχὴν ἀντίρρησιν ἐναντίον τοῦ νομοθετήματος. Πρόκειται περὶ μέτρου τοπικῆς σημασίας, οἱ δὲ κύριοι συνάδελφοι οἱ καταγόμενοι ἐκ τῶν πλησιοχώρων ἐκεῖ μερῶν ἐνόμισαν ὅτι ἔπρεπε νὰ συμπληρώσουν τὰς προτάσεις τῆς Κυβερνήσεως, αἱ ὁποῖαι διετυπώθησαν. Αὐτὸ ὑποθέτω ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ προκαλέσῃ τὴν ἀδημονίαν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, πρὸ παντὸς δὲ ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ δημιουργήσῃ τὴν παρατηρηθεῖσαν ἀταξίαν κατὰ τὴν συζήτησιν ταύτην. Καὶ εἰς αὐτὸ ἀπέβλεψεν ἡ παρέμβασίς μου, νὰ κατευνάσω πρῶτον τὴν ἀδημονίαν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, νὰ παρακαλέσω δὲ κατόπιν τὸν ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον τῆς Συνελεύσεως καὶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ συντελέσουν ὅπως αἱ συζητήσεις ἐνώπιον τοῦ Σώματος διεξάγωνται μεθ’ ὅλης τῆς ἀπαιτουμένης ἠρεμίας.
§192Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Ἀνάγκη, κ. Πρόεδρε, συστάσεων δὲν ὑπάρχει.
§193Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐπιμένει ὅτι ἔχει δίκαιον....
§194Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Κύριε Πρόεδρε, ἐπιθυμία ὁλοκλήρου τῆς Συνελεύσεως εἶναι νὰ μὴ ἀγορεύωμεν ἄνευ σκοποῦ. Αὐτὴ εἶναι ἡ γενικὴ ἐπιθυμία.
§195Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Τὸ νὰ ὁμιλῶμεν μετὰ σκοποῦ καὶ οὐχὶ ἀσκόπως, αὐτὸ εἶναι ἀναντιρρήτως πρᾶξις θεάρεστος. Τὸ τίς ὅμως θὰ ἐκτιμήσῃ ἂν ὁμιλοῦμεν μετὰ σκοποῦ ἢ ὄχι, αὐτὸ ἀποτελεῖ ζήτημα. Καὶ πρὸς τοῦτο δὲν ἐτάχθη ἡ Κυβέρνησις, ἀλλά...
§196ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Ἡ Συνέλευσις.
§197Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἕκαστος ἔχει δικαίωμα νὰ κρίνῃ ἂν ὁμιλεῖ μετὰ σκοποῦ ἢ ἄνευ σκοποῦ. Αὐτὸ ἀποτελεῖ τὴν ἐλευθερίαν τῆς συζητήσεως.
§198ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Θὰ τὸ κρίνωμεν ὅλοι.
§199ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μερλόπουλος παρακαλεῖται νὰ συνεχίσῃ.
§200Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀναντιρρήτως, λέγω, κ. Πρόεδρε, ἡ βάσις τῶν συζητήσεών μας πρέπει νὰ εἶναι ἡ ἐπιδίωξις ἑνὸς σκοποῦ, κριτὴς δὲ ἂν σκοπίμως ἢ ὄχι ὁμιλοῦμεν εἶναι αὐτὸς οὗτος ὁ ἀγορεύων. Ἀναγνωρίζω, κύριοι, τὴν ἀρχὴν τὴν ὁποίαν θέτει ὁ κ. Πρωθυπουργός, καὶ ὁ σκοπὸς τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκομεν συζητοῦντες τὸ νομοσχέδιον δὲν εἶναι βεβαίως νὰ ἐκδηλωθῇ ἐναντία γνώμη κατὰ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, διότι ὅλοι οἱ ὁποῖοι ὡμίλησαν συμφωνοῦν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου.
§201ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλοῦνται οἱ κύριοι πληρεξούσιοι νὰ καθίσουν καὶ οἱ μὴ πληρεξούσιοι νὰ ἐξέλθουν.
§202Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πρόκειται δὲ ἀκριβῶς ἡ συζήτησις νὰ ἐξυπηρετήσῃ τὸν σκοπὸν τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκει τὸ νομοσχέδιον. Καὶ ἐπὶ τῶν παρατηρήσεων τῶν ὑποβαλλομένων νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ἄσχετα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἀνέφερα πρὸ ὀλίγου. Διότι δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον, κ. Πρόεδρε, νὰ ἐπιβάλλεται μία φορολογία ἐπὶ ἀδήλῳ ἀποτελέσματι, καίτοι ὁ σκοπὸς τῆς φορολογίας ἀναγνωρίζεται· δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ἐπιβαρύνωμεν τὸν λαόν, χωρὶς νὰ τοῦ δίδωμεν τὸ ἀντάλλαγμα τῆς ἐπιβαρύνσεως αὐτῆς. Προκειμένου περὶ σιδηροδρομικῆς συγκοινωνίας τῆς Σπάρτης μέχρι Τριπόλεως τὸ ζήτημα τοῦτο συνεζητήθη καὶ ἄλλοτε ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ καὶ ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλὴν καὶ μελέτη περὶ τῆς ἐκτελέσεως τοῦ ἔργου τούτου. Ἡ μελέτη δὲ ἐκείνη ἀφεώρα τὴν σύνδεσιν τῶν σιδηροδρομικῶν γραμμῶν εἴς τι σημεῖον παρὰ τὸ Λεοντάριον. Οὕτω δὲ θὰ συνεδέετο ἡ Σπάρτη καὶ τὸ Γύθειον, ὥστε νὰ ἀποκτήσῃ ἡ ἔνδοξος Σπάρτη εὐκολωτέραν καὶ ὀλιγοδαπανωτέραν συγκοινωνίαν, διότι, ὡς ἐνθυμοῦμαι ἐκ τῶν συζητήσεων τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, τὸ ἔργον εἶχεν ὑπολογισθῆ εἰς 4,000,000 μόνον. Τοῦτο εἶναι ἀντικείμενον μελετητέον ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις ἀντὶ νὰ προτείνῃ κατασκευὴν γραμμὴν Τριπόλεως–Σπάρτης, θὰ ὤφειλε νὰ ἐξετάσῃ ἂν τὸ παλαιὸν σχέδιον δὲν ἦτο προτιμότερον. Κάμνω λοιπὸν μίαν ἁπλῆν ὑπόδειξιν πρὸς ὑμᾶς καὶ τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως διὰ νὰ ἐξυπηρετηθῇ τελεσφορώτερον καὶ ἀσφαλέστερον ἡ συγκοινωνία τῆς Σπάρτης. Προτείνω ὅθεν νὰ μελετηθῇ οὕτω τὸ πρᾶγμα, ἂν δὲν θὰ ἦτο προτιμότερον νὰ φθάσωμεν εὐκολώτερον εἰς τὸν σκοπὸν τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκομεν καὶ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ ἔργου τούτου, ἐπαναφέροντες τὸ ἀρχαῖον ἐκεῖνο σχέδιον τῆς συνδέσεως τῆς σιδηροδρομικῆς γραμμῆς Ἀθηνῶν–Τριπόλεως– Καλαμῶν καὶ τῆς γραμμῆς Λεονταρίου–Σπάρτης, ὅτε ἡ δαπάνη θὰ ἦτο κατ’ ἀνάγκην πολὺ ὀλιγωτέρα καὶ ὅτε διὰ τῆς φορολογίας θὰ ἐπετυγχάνομεν οἰκονομικὰ ἀποτελέσματα ἀρκετὰ σημαντικά. Αὐτὴν τὴν ὑπόδειξιν, κύριοι, θὰ εἶχον νὰ κάμω πρὸς τὴν Συνέλευσιν. Δὲν νομίζω ὅτι ἀφίσταμαι τοῦ σκοποῦ τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκουν καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Συνέλευσις ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου καὶ εὐελπιστῶ ὅτι εἶναι ἐπαρκεῖς οἱ ὅροι τοὺς ὁποίους καθιεροῖ τὸ νομοσχέδιον. Θὰ συνηγόρουν καὶ περὶ τῆς ἐκτελέσεως καὶ ἑτέρας ἀκόμη σιδηροδρομικῆς γραμμῆς, δηλαδὴ τῆς συνδέσεως σιδηροδρομικῆς γραμμῆς Ἀθηνῶν–Τριπόλεως–Καλαμῶν εἰς τὸ σημεῖον ἐκεῖνο, ὥστε νὰ συνδεθῇ σιδηροδρομικῶς μὲ τὴν κυρίαν σιδηροδρομικὴν γραμμὴν καὶ ἡ δυτικὴ Μεσσηνία. Πρόκειται δηλαδὴ περὶ ἔργων τὰ ὁποῖα θὰ ἐξυπηρετήσωσι τὰ μέρη αὐτὰ σπουδαίως. Ἀμφιβάλλω ὅμως, ὡς εἶπον, περὶ τῆς ἐπαρκείας τῶν πόρων τοὺς ὁποίους δημιουργεῖ τὸ νομοσχέδιον καὶ θὰ ἐπεθύμουν νὰ ὑποβάλω ἄλλοτε τὴν περὶ τούτου γνώμην μου καὶ εἰς τὴν Συνέλευσιν καὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν.
§203ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καρασεβδᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§204Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Δὲν ἔχω, κύριε συνάδελφε, οὐδεμίαν ἀντίρρησιν διὰ τὸ νομοσχέδιον αὐτό. Δὲν συνηθίζω νὰ ἔχω ἀντίρρησιν διὰ τοπικὰ ζητήματα καὶ νομοσχέδια. Ὁ σιδηρόδρομος ὅμως ὁ ὁποῖος πρόκειται νὰ κατασκευασθῇ καὶ διὰ τὸν ὁποῖον προνοεῖ τὸ νομοσχέδιον δὲν εἶναι ὁ σπουδαιότερος τῶν ἐν Ἑλλάδι σιδηροδρόμων· ὑπάρχουσιν ἄλλοι σιδηρόδρομοι ἀπείρως σπουδαιότεροι. Εἷς δὲ ἐξ αὐτῶν εἶναι καὶ ὁ Ἀγρινίου —Ἰωαννίνων. Ὁ σιδηρόδρομος οὗτος θὰ ἐξυπηρετήσῃ καὶ τὴν Δυτικὴν Στερεὰν Ἑλλάδα καὶ τὴν Ἤπειρον, ἀποτελουμένας ἀπὸ 5 νομούς, θὰ ἐξυπηρετήσῃ ἐπίσης τὴν Ἑπτάνησον, ἡ ὁποία συντηρεῖται ἀπὸ τὴν Δυτικὴν Ἑλλάδα διὰ τοῦ ἐμπορίου καὶ διὰ τῶν ἐργατῶν της ἀλλὰ καὶ τὴν Δυτικὴν Πελοπόννησον εἰς τὰς σχέσεις μὲ τὴν Δυτικὴν Στερεὰν Ἑλλάδα, τὴν ὁποίαν ἐκμεταλλεύεται. Ἐξ ἄλλου, κύριοι, ὁ σιδηρόδρομος αὐτὸς θὰ ἀποτελέσῃ τὴν βάσιν τοῦ διεθνοῦς σιδηροδρόμου, ὁ ὁποῖος προώρισται νὰ φέρῃ εἰς ἐπικοινωνίαν ὁλόκληρον τὴν Π. Ἑλλάδα ὄχι μόνον μὲ τὴν Ἀλβανίαν, ἀλλὰ καὶ μὲ τὴν Εὐρώπην διὰ τῆς Ἰταλίας. Καὶ εἶναι γνωστὸν ὅτι τὰ Κράτη τὰ Βαλκανικά, ἂν ὑπερέχουσι τοῦ Κράτους τοῦ ἰδικοῦ μας εἰς ὅσα ὑπερέχουν, ὑπερέχουν διότι ἔχουσι συγκοινωνίαν σιδηροδρομικὴν μετὰ τῆς Εὐρώπης ἄμεσον. Εἶμαι σύμφωνος νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον, ἀλλὰ ἀφοῦ ἐξασφαλισθῶσιν οἱ πόροι διὰ νὰ ἐκτελεσθῶσιν οἱ σπουδαιότεροι τῶν σιδηροδρόμων καὶ ἰδίως ὁ τοῦ Ἀγρινίου– Ἰωαννίνων, ὅστις καὶ στρατηγικῶς ἐπιβάλλεται, διότι δι’ αὐτοῦ εἶναι δυνατὸν νὰ μεταφέρωνται ἐν καιρῷ πολέμου στρατεύματα ἀπὸ τὴν Δυτικὴν Ἑλλάδα εἰς τὴν Ἀνατολικὴν καὶ ἀπὸ τὴν Ἀνατολικὴν εἰς τὴν Δυτικὴν Ἑλλάδα.
§205ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἔχει τὸν λόγον.
§206Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Κύριε Πρόεδρε, ἔχω τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω εἰς τὸ Προεδρεῖον διὰ νὰ τεθῇ ὑπὸ τὴν ὄψιν τῆς Συνελεύσεως σχέδιον νόμου διὰ τοῦ ὁποίου κατὰ τροποποίησιν τῆς κειμένης ἐκλογικῆς νομοθεσίας ἐπιδιώκεται ἡ εἰσαγωγὴ παρ’ ἡμῖν τοῦ συστήματος τῆς ἀναλογικῆς ἐκπροσωπήσεως. Ἐπειδὴ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἶναι σπουδαιότατον, διότι θίγει αὐτὴν ταύτην τὴν βάσιν τῆς πολιτικῆς ὀργανώσεως τοῦ λαοῦ καὶ τὴν συγκρότησιν τῶν κομμάτων· ἐπειδὴ ἐκ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἀπεκδέχεται ἡ Κυβέρνησις ὅτι θέλει ἀποκατασταθῆ δικαιοσύνη ἐν τῇ σφαίρᾳ τῇ ἐκλογικῇ, ὅτι διὰ τῆς ἀποκαταστάσεως τῆς δικαιοσύνης ταύτης θέλει ἀποκατασταθῆ ὁμαλώτερον ἡ λειτουργία τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος καὶ ἡ λειτουργία τοῦ κοινοβουλευτικοῦ σώματος ὡς βουλευομένου· ἐπειδὴ προσέτι ἐκ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἡ Κυβέρνησις ἀπεκδέχεται τὸ ἀκόμη μεγαλύτερον ἀποτέλεσμα ὅτι θέλει συντελέσει εἰς τὴν στερέωσιν τοῦ πνεύματος τῆς συμφιλιώσεως, τὸ ὁποῖον ἀπεδείχθη ὅτι ἐμπνέει τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, θὰ παρακαλέσω ὅπως καταρτισθῇ, κ. Πρόεδρε, ὑφ’ ὑμῶν μεγάλη Ἐπιτροπή, ἡ ὁποία ἐν ἀνέσει νὰ ἐπεξεργασθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο καὶ ἀφοῦ ὑποδείξῃ τὰ τρωτὰ αὐτοῦ καὶ συμπληρώσῃ τὰς ἀτελείας αὐτοῦ νὰ καταστῇ δυνατὸν ἐν εὐθέτῳ χρόνῳ νὰ συζητηθῇ καὶ κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον. (Χειροκροτήματα).
§207ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Συνέλευσις νὰ καταρτίσῃ Ἐπιτροπήν;
§208ΠΛΕΙΣΤΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§209ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτομεν διὰ τὴν 11 μ. μ.
(Ὥρα 10 μ. μ.)
ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΚΟΠΗΝ
(Ὥρα 11.15′ μ. μ.)
§210ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Συνεχίζεται ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συστάσεως εἰδικοῦ ταμείου διὰ τὴν κατασκευὴν σιδηροδρομικῆς γραμμῆς Τριπόλεως–Σπάρτης–Γυθείου». Ὁ κ. Λ. Κοκκέβης ἔχει τὸν λόγον.
§211Α. ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Εὐχῆς ἔργον ἤθελον εἶσθαι, κ. Πρόεδρε, ἂν ἐξετελεῖτο ἡ σιδηροδρομικὴ αὐτὴ γραμμή, ἡ ὁποία θέλει ἐξυπηρετήσει τὸν λαὸν ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος δὲν ἔχει οὐδεμίαν ἄλλην συγκοινωνίαν. Τοὐναντίον ἤθελεν ἐπισύρει τὴν εὐγνωμοσύνην τοῦ τόπου ἐκείνου ἡ Κυβέρνησις, ἂν ἐπέσπευδε καὶ δὲν ἔδιδεν οὐδεμίαν προσοχὴν εἰς τὰς παρατηρήσεις τῶν ἀντιλεγόντων. Ἀλλὰ ἤθελον συστήσει εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ μὴ παραλείψῃ ἐν τῇ ἐκτελέσει τῶν ἔργων τῶν σιδηροδρομικῶν γραμμῶν Κυπαρισσίας–Πυλίας, ἡ ὁποία θέλει ἐξυπηρετήσει μεγάλα συμφέροντα. Πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως δέκα πληρεξούσιοι Τριφυλίας, Ὀλυμπίας, Πυλίας καὶ Μεσσηνίας ἐνεχείρισαν ἔκθεσιν, καθὼς καὶ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας, διὰ τῆς ὁποίας ἐπιδεικνύομεν καὶ τὰ μέσα διὰ τῶν ὁποίων δύναται νὰ συντελεσθῇ ἡ γραμμὴ αὕτη, ἥτις ἔχει μελετηθῇ ἀπὸ μακροῦ.
§212Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ δαπάνη τῆς ἀρχικῆς μελέτης ἀνήρχετο εἰς 1,700,000 δραχμῶν, τὰς ὁποίας ἡ τότε Κυβέρνησις Θεοτόκη δὲν ἠθέλησε νὰ παραχωρήσῃ. Ἡ ἐπαρχία Πυλίας, κ. Πρόεδρε, στερεῖται πάσης συγκοινωνίας, δύναται δὲ διὰ τῆς κατασκευῆς τῆς σιδηροδρομικῆς αὐτῆς γραμμῆς νὰ διενεργῆται αὐθημερὸν ἡ συγκοινωνία Κυπαρισσίας–Ἀθηνῶν, ἐκτὸς τῶν ἄλλων συμφερόντων, τὰ ὁποῖα θὰ ἐξυπηρετηθῶσι, διότι ἐκεῖ γίνεται μεγάλη παραγωγὴ σταφίδος, ἐλαίου καὶ τόσων ἄλλων προϊόντων. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν ἐν τῇ ἐκτελέσει τῶν ἄλλων σιδηροδρομικῶν ἔργων πρωτίστως νὰ συμπεριλάβῃ τὴν μελέτην τῆς γραμμῆς Κυπαρισσίας–Πύλου.
§213ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πετροπουλάκης ἔχει τὸν λόγον.
§214Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Αἰσθάνομαι τὴν ὑποχρέωσιν, κ. Πρόεδρε, νὰ εὐχαριστήσω τὸν ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὴν δικαιοσύνην τὴν ὁποίαν ἀπένειμεν εἰς τὴν ἰδιαιτέραν μου πατρίδα Γύθειον, ἀποκρούσας τὴν πρόταξιν τῆς προτάσεως νόμου περὶ ἀποσπάσεως τῶν Κυθήρων ἀπὸ τῆς δικαστικῆς περιφερείας τοῦ Γυθείου. Θὰ ἦτο δὲ αὐτόχρημα πραξικόπημα, ἂν τὸ τοιοῦτον νομοσχέδιον ἤθελεν υἱοθετήσει ἡ Κυβέρνησις. Θὰ ἦτο τεράστιον ἀδίκημα διὰ τὸ Γύθειον νὰ ἀποσπασθῇ ἐκ τῆς περιφερείας του ἡ νῆσος Κύθηρα. Μετ’ αὐτὸ ἔρχομαι εἰς τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον. Δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ ἓν ταμεῖον τὸ ὁποῖον συνιστῶμεν διὰ τῶν ἰδικῶν μας πόρων, διὰ τῶν συνεισφορῶν τῶν διαφόρων ὁμογενῶν μας καὶ διὰ προσθέτου φορολογίας ἐπὶ τῶν κοινοτήτων. Δὲν νομίζω ὅτι ἡ τοιαύτη θυσία, εἰς τὴν ὁποίαν ὑποβάλλεται ἡ ἰδιαιτέρα ἡμῶν πατρίς, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ τύχῃ ἀντιρρήσεως καὶ ἀντιδράσεως ἐκ μέρους τῆς Συνελεύσεως. Εἶναι καθαρῶς τοπικῆς σημασίας τὸ νομοσχέδιον. Ἀλλὰ ἡ μόνη ἀντίρρησις ἡ ὁποία ἀντετάχθη εἶναι ὅτι καὶ τὸ Κράτος εἰσφέρει εἰς τὴν κολοσσιαίαν αὐτὴν δαπάνην, εἰς τὴν ὁποίαν ἡμεῖς δι’ ἰδίων πόρων πρόκειται νὰ εἰσφέρωμεν καὶ νὰ τὴν ἀντιμετωπίσωμεν. Ἐπὶ τέλους δίκαιον εἶναι νὰ εἰσφέρῃ καὶ τὸ Κράτος ἀνάξιόν τι χρηματικὸν ποσόν. Ἀλλ’ ἐρωτῶ: Εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ σοβαρὰ καὶ εὔλογος ἀντίρρησις, ὅταν τὸ μεῖζον ποσὸν δι’ ἓν τοιαύτης σημασίας ἔργον τὸ εἰσφέρουν οἱ κάτοικοι καὶ ὁ τόπος, ἂν καὶ τὸ Δημόσιον προβῇ εἰς μικράν τινα θυσίαν διὰ τὴν ἐπέκτασιν τῆς συγκοινωνίας εἰς τὸν ἀπόκληρον αὐτὸν τόπον; Ἐν τῇ συζητήσει τοῦ νομοσχεδίου καὶ ἰδίᾳ τοῦ ἄρθρου 2 θὰ ζητήσωμεν ὅπως ἡ Κυβέρνησις, ἀναλόγως τῶν πόρων καὶ τῆς ἀντοχῆς τοῦ δημοσίου Προϋπολογισμοῦ, καθορίσῃ τὸ ποσὸν τῆς εἰσφορᾶς εἰς δραχμάς, τὸ ὁποῖον διὰ τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ἀκαθόριστον. Τὸ τοιοῦτον εἶναι ἀπαραίτητον, διότι θὰ εἶναι ὁ μᾶλλον θετικὸς πόρος διὰ τὴν ἐξυπηρέτησιν τοῦ δανείου, ὁ ὁποῖος, ἑνούμενος πρὸς τὴν φορολογίαν, θὰ ἀποτελέσῃ τὸ πάγιον ποσὸν δι’ οὗ θὰ ἀντιμετωπισθῇ τὸ δάνειον. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἶναι ἓν βῆμα σπουδαῖον πρὸς λύσιν τοῦ ζωτικωτάτου τούτου ζητήματος. Ἂν δὲ τὸ μέλλον ἀποδείξῃ ὅτι χρῄζει συμπληρώσεως τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, τὸ ὁποῖον θὰ καταστῇ νόμος, οἱ μεταγενέστεροι θὰ τὸ συμπληρώσουν, ὥστε νὰ συντελεσθῇ ἓν ἔργον ὑψίστης τοπικῆς, ἀλλὰ καὶ ἐθνικῆς σημασίας.
§215ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δαγρὲς ἔχει τὸν λόγον.
§216Ν. ΔΑΓΡΕΣ. Κατόπιν τῶν ὅσα ἐλέχθησαν ἀπομένουν εἰς ἐμὲ ὀλίγιστα ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ὑποστηριχθῶσι κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου. Πολλαὶ μελέται ἐγένοντο καὶ πολλαὶ Κυβερνήσεις ἠσχολήθησαν ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ καὶ ἔχει διευκρινισθῆ εἰς τὰ καθέκαστα ἡ σύμβασις. Φρονῶ ὅτι εἶναι δικαιοτέρα καὶ ὀρθοτέρα, ὄχι ἡ γραμμὴ Τριπόλεως–Σπάρτης, ἀλλὰ Λεονταρίου–Σπάρτης. Διότι πολλαὶ συζητήσεις ἔχουν γίνει καὶ ἑπομένως ἔχει διευκρινισθῆ τὸ ζήτημα. 3.200.000 στοιχίζει ἡ γραμμὴ Τριπόλεως–Σπάρτης, ἐνῷ ἡ γραμμὴ Λεονταρίου–Σπάρτης ἔχει ὑπολογισθῆ ὅτι θὰ ἐστοίχιζε τότε 1.900.000. Ὀφείλω δὲ νὰ ὑποστηρίξω ὅτι ἐξυπηρετοῦνται καὶ τὰ συμφέροντα τῆς ἐπαρχίας μου. Φρονῶ ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ προτιμηθῇ ἡ γραμμὴ Σπάρτης–Λεονταρίου διότι καὶ ἡ δαπάνη εἶναι πολὺ μικροτέρα καὶ ἐξυπηρετεῖ περισσότερον πληθυσμόν, καὶ αἱ δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως πρέπει νὰ εἶναι σεβασταὶ ἐπανειλημμένως ὑποστηριχθεῖσαι ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως. Καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ ὑπεστήριξαν ὅτι προσφοραὶ πολλαὶ πρὸς κατασκευὴν ἐγένοντο ἐξ Ἀμερικῆς. Ἑπομένως ὁ σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου εἶναι κατάδηλος, κακῶς δὲ ὑπεστηρίχθη καὶ κατεδείχθη ἐκ μέρους τῶν προλαλησάντων ρητόρων ὅτι δὲν εἶναι εἰλικρινὴς ἡ ὑποστήριξις τοῦ ἔργου αὐτοῦ. Κατόπιν τῶν δηλώσεων τὰς ὁποίας ἐποιήσατο ἡ Κυβέρνησις, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ σεβασθῶμεν τὰς δηλώσεις αὐτάς. Ἀφοῦ προσφέρουν τοιαῦτα πράγματα, δὲν δύναται παρὰ νὰ γίνῃ τὸ ἔργον καὶ πρέπει νὰ γίνῃ καὶ νὰ ἐπισπευσθῇ, διότι ὁ νομὸς Λακεδαίμονος πολλὰ εἰσφέρει εἰς τὸ Κράτος χωρὶς νὰ ἀπολαμβάνῃ οὐδέν. Μαζὶ ὅμως μὲ τὸ ἔργον αὐτὸ θὰ ὑποστηρίξω καὶ ἐγὼ ἐκθύμως τὴν γραμμὴν τῆς Κυπαρισσίας–Πύλου, ἡ ὁποία ἀπορῶ πῶς ἐγκατελείφθη ἐπὶ τόσον χρόνον, ἐνῷ εἶναι μία ἀπὸ τὰς πλέον προσοδοφόρους γραμμὰς τοῦ Κράτους. Ἡ Ἑταιρεία, ἡ ὁποία τώρα ἐνθέρμως ἐπιζητεῖ τὴν συνένωσιν τῆς γραμμῆς, δὲν ἠξεύρω διατί ἠμέλησε τοῦτο. Διὰ τοῦτο ἡ Κυβέρνησις θὰ πράξῃ ἔργον δικαιοσύνης, ἂν μαζὶ μὲ τὸ ἔργον αὐτὸ συνδέσῃ καὶ τὴν γραμμὴν Κυπαρισσίας.
§217Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἤθελα νὰ προσθέσω ὀλίγα τινά.
§218ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε.
§219Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Θὰ ἤθελον νὰ προσθέσω, λαμβάνων ἀφορμὴν ἐκ μιᾶς διακοπῆς, ὅτι αἱ ἐλπίδες αἱ στηριζόμεναι ἐπὶ τῆς γενναιοδωρίας τῶν Λακεδαιμονίων πλουσίων τότε μόνον θὰ ἐδικαιολογοῦντο, ἂν ἐδίδετο εἰς αὐτοὺς μία ἀφορμὴ νὰ πιστεύουν ὅτι θὰ ἠδύναντο νὰ κατασκευασθοῦν μερικὰ ἔργα διὰ τὰ ὁποῖα ἔχουν συλλέξει χρήματα. Ὑπάρχουν χρήματα διὰ τὴν κατασκευὴν ὁδῶν μεταξὺ χωρίων καὶ κεντρικῶν, ἀλλ’ οὔτε μελέται δὲν ἔχουν γίνει καὶ ὅταν βλέπουν τοῦτο, πολὺ ὀλιγώτερον θὰ σκεφθοῦν νὰ δώσουν τὰ ἑκατομμύρια ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐπαγγέλλεται ἡ Κυβέρνησις ὅτι θὰ κατορθώσῃ νὰ συλλέξῃ.
§220ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μπότσαρης ἔχει τὸν λόγον.
§221Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. Ἐκ τῆς μέχρι τοῦδε διεξαχθείσης συζητήσεως ἐπὶ τοῦ παρουσιασθέντος μερικοῦ σιδηροδρομικοῦ ζητήματος ἐγείρονται ἀπορίαι τινές, τὰς ὁποίας θὰ παρεκάλουν, διατυπουμένας, νὰ ἀκούσῃ ἡ Συνέλευσις. Μόνον δι’ ἰδίας προσωπικῆς συνεννοήσεως εἶναι δυνατὸν νὰ λυθῶσι τὰ φλέγοντα τεχνικὰ ζητήματα τῆς Χώρας. Ἐγείρονται, ἐπαναλαμβάνω, ἀπορίαι τινὲς φύσεως τεχνικῆς, ἐγείρονται δὲ καὶ γενικὰ τινα ζητήματα ἀφορῶντα τὴν σιδηροδρομικὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἡ παρουσία τῆς Κυβερνήσεως δύναται πλήρως νὰ δώσῃ ζητουμένας πληροφορίας. Παρατηρεῖ τις εἰς τὸ προκείμενον ὅτι δὲν βαίνομεν ἐκ τοῦ ὅλου πρὸς τὸ μέρος, ἀλλὰ ὅτι λαμβάνομεν μερικὰ ζητήματα καὶ ἐσπευσμένη πρὸς λύσιν τούτων καταβάλλεται προσπάθεια. Θὰ παρακαλέσω νὰ μὴ χολωθῶσιν οἱ ἐκ Λακεδαίμονος καὶ Λακωνίας συνάδελφοι· ἂς εἶναι βέβαιοι ὅτι τοὺς μακαρίζω, διότι ἓν μέτρον τῆς Κυβερνήσεως ἔλαχεν ὑπὲρ αὐτῶν εὐνοϊκῶς. Θὰ ηὐχόμην δὲ καὶ αἱ ἄλλαι ἐπαρχίαι νὰ τύχωσι τοιούτων κλήρων. Ἐγείρεται ὅμως τὸ ἐρώτημα: Διὰ τοῦ μέλλοντος νὰ ληφθῇ μέτρου θὰ καταστῇ δυνατὴ ἡ κατασκευὴ τῆς σιδηροδρομικῆς ταύτης γραμμῆς; Εἶναι ἐνδεχόμενον ἐγὼ ἔχω πλείστους ὅσους δισταγμοὺς λόγῳ τῆς μεταξὺ συνταχθέντος προϋπολογισμοῦ καὶ πραγματικότητος ὑπαρχούσης διαφορᾶς. Ἤκουσα τὸν ἀριθμὸν 80.000.000, ἤκουσα τὸν ἀριθμὸν 120.000.000· ὁ κ. Κουτούπης ἀνέφερεν 160.000.000. Χάος ἐγείρεται μεταξὺ τῶν ἀριθμῶν τούτων, ἀλλ’ ἂν δεχθῶμεν ἕνα μέσον ἀριθμὸν 120 ἑκατομμυρίων.....
§222Δ. ΚΑΛΚΑΝΔΗΣ. Μὲ τὸν παλαιὸν προϋπολογισμὸν ὡρίσθη 8.000.000.
§223Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. Ἔκτοτε ὁ συντελεστὴς ηὐξήθη καὶ ἔγινε 15, διότι ἐκτὸς τοῦ οἰκονομικοῦ συντελεστοῦ ἀνεπτύχθη καὶ ὁ παράγων τῆς αἰσχροκερδείας ὑπὸ τῆς ὅλης ἐξελίξεως τῆς δυσμενοῦς ποὺ ἔλαβεν ἡ Κοινωνία. Ἀσχέτως πρὸς αὐτὰ ηὐξήθησαν τὰ ἡμερομίσθια· τεχνίτης ὁ ὁποῖος ἄλλοτε ἐμισθοδοτεῖτο μὲ 5 καὶ 7 δραχμὰς ἡμερησίως σήμερον ζητεῖ 100 δραχμάς· ἄλλοτε εἰργάζοντο 11 ὥρας, σήμερον ἐργάζονται 7 ὥρας. Δὲν νομίζω ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν εἰς μίαν σιδηροδρομικὴν πολιτικὴν—καὶ ἡ σιδηροδρομικὴ πολιτικὴ ἀποτελεῖ ἓν τῶν κυριωτέρων στοιχείων τῆς κυβερνητικῆς κατευθύνσεως—, δὲν νομίζω ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ λαμβάνωμεν σποραδικῶς ἀντικείμενά τινα πρὸς θεραπείαν· τὸ τοιοῦτον θὰ ἀπετέλει μίαν πολιτικὴν ἀσύνδετον. Δὲν ἔχομεν καταστρώσει σχέδιον κυρίων συγκοινωνιῶν. Ἡ Ἑλλὰς ἔχει προορισθῆ ὑπὸ τῆς φύσεως νὰ διέπεται διὰ δύο μεγάλων ἀρτηριῶν, τῆς γραμμῆς Ἀθηνῶν– Θεσσαλονίκης–Βελιγραδίου καὶ τῆς γραμμῆς Ἠπείρου– Κωνσταντινουπόλεως. Εἴμεθα ἔτι ὡπλισμένοι διὰ θαυμασίου λιμένος, τῆς Γουμενίτσης, ἔναντι τῆς Κερκύρας.
§224Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Κύριε συνάδελφε, μίαν παράκλησιν.
§225Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. Εἰς τὰς διαταγάς σας.
§226Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Αὐτὰ τὰ ὁποῖα λέγετε πραγματικῶς εἶναι σοφά, ἀλλ’ ὑπάρχει στιγμὴ κατὰ τὴν ὁποίαν ἠμπορεῖτε νὰ τὰ ἀναπτύξετε, ὅταν θὰ ἐλέγξητε τὴν πολιτικὴν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Συγκοινωνίας κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Τώρα τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ δὲν καθορίζει τὴν σιδηροδρομικὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως. Σᾶς εἶπον τοὺς λόγους οἱ ὁποῖοι μᾶς ἔκαμαν νὰ ὑποβάλωμεν τὸ νομοσχέδιον. Τὸ νομοσχέδιον εἶναι ἐντελῶς τοπικόν, δὲν νομίζω δὲ ὅτι παρέχει εὐκαιρίαν συζητήσεως ἐπὶ τῆς σιδηροδρομικῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως, διότι δὲν τὴν ἀνέπτυξεν ἀκόμη ἡ Κυβέρνησις. Θέλετε νὰ κρίνετε τὴν Κυβέρνησιν; Ὑπάρχει ἡ στιγμὴ τῆς συζητήσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Συγκοινωνίας.
§227Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. Δὲν νομίζω ὅτι ἐπικρίνω ἢ κρίνω κἂν σιδηροδορμικὴν πολιτικὴν μήπω ἐκτεθεῖσαν, ἀλλὰ θὰ ἠρώτων ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας, ἂν καὶ πότε θὰ ἐγίνετο σχετικὴ συζήτησις. Ἀγνοῶ, ἂν αἱ ὑπολειπόμεναι ἡμέραι τῶν ἐργασιῶν θὰ ἐπιτρέψουν τοῦτο, ἀλλὰ δὲν ἠξεύρω ἂν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ παρέλθῃ ἀπαρατήρητον ἓν μέτρον τὸ ὁποῖον περιλαμβάνει ἐν τῷ πρώτῳ ἄρθρῳ αὐτοῦ οἰκονομικὴν ἐνίσχυσιν ἐκ μέρους τοῦ Κράτους, τοῦ ποσοῦ μάλιστα μὴ ὁριζομένου, ἀλλ’ ἀφιεμένου ὅπως συμπληρωθῇ διὰ τῆς κρίσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τούτου. Πλὴν τῆς γραμμῆς τὴν ὁποίαν ἀνέφερεν ὁ κ. συνάδελφος ὁ προλαλήσας ὑπάρχει καὶ ἡ ἄλλη γραμμή, τὴν ὁποίαν κεφαλαιωδῶς ὑποχρεοῦμαι νὰ ἀναφέρω, ἡ ἀναχωροῦσα ἀπὸ τοῦ λιμένος τῆς Γουμενίτσης, μέλλουσα νὰ συνδέσῃ τὰς ἀκτὰς τῆς Ἠπείρου μετὰ τῆς Θεσσαλονίκης. Αὐτὴ ἡ γραμμὴ θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἀποτελέσῃ δίκτυον, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ διήρχοντο ὄχι μόνον οἱ ταξιδιῶται καὶ τὸ ἐμπόριον, ἀλλὰ οἱ μέλλοντες νὰ κινηθοῦν ἀπὸ τῆς Δυτικῆς Εὐρώπης πρὸς τὴν Κωνσταντινούπολιν καὶ τὴν Ἀσίαν.
§228Γ. ΗΣΑΪΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Ὅταν ἔκαμα εἰσήγησιν τῶν νομοσχεδίων, ἀνέπτυξα ἀρκετὰ ἐπαρκῶς τὰ ζητήματα αὐτά, ἀλλὰ φαίνεται ὅτι ἦσθε ἀπών.
§229Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. Ἤμην παρὼν καὶ προσεκτικὸς καὶ διαφωνῶ. Ἀπὸ τεχνικῆς ἀπόψεως δὲν δύναμαι παρὰ νὰ ἔχω τὴν γνώμην ὅτι ἀνεπτύχθησαν οὐχὶ κατὰ τὴν πρέπουσαν τάξιν. Ἀναμφισβητήτως εἰς τὸ ψήφισμά σας ἐδώσατε χαρακτῆρα τοπικοῦ ἔργου καὶ τὸ ὅτι προτάσσεται τῶν ἄλλων μαρτυρεῖ ὅτι δὲν κατέχεται ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ἐπαρκῶς ἡ ἔννοια τῆς πράξεως αὐτῆς.
§230Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Κύριε συνάδελφε, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ σᾶς διακόψω καὶ πάλιν καὶ νὰ σᾶς ἐπαναλάβω ὅτι τὸ συζητούμενον νομοσχέδιον δὲν ἀποτελεῖ ἔναρξιν ἐφαρμογῆς τῆς γενικῆς σιδηροδρομικῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως. Ὀφείλω νὰ προσθέσω ὅτι καὶ ἐπὶ Κυβερνήσεως Βενιζέλου εἶχε γίνει μελέτη καὶ σκέψεις περὶ τῶν μεγάλων σιδηροδρομικῶν ἔργων, ὧν ἔχει ἀνάγκην ἡ Ἑλλάς, μελέτη καὶ σκέψεις τὰς ὁποίας δὲν ἔπαυσεν ἔχουσα ὑπ’ ὄψιν καὶ ἡ νῦν Κυβέρνησις. Ἀλλὰ τὸ παρὸν νομοσχέδιον, ἐπαναλαμβάνω, ὡς εἶναι, ἐνέχει στενὴν τοπικὴν σημασίαν καὶ στηρίζεται οἰκονομικῶς εἰς τὴν ἰδιωτικὴν εἰσφοράν.
§231Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. Πέπρωται σήμερον νὰ μὴ εἶμαι σαφής. Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἀπαντήσω ἐκ τετάρτου ὅτι ἡ ὑπὸ τοῦ κ. Βενιζέλου χαραχθεῖσα σιδηροδρομικὴ πολιτικὴ δὲν δύναται παρ’ ἡμῶν σήμερον νὰ τεθῇ ὡς βάσις, ὄχι διότι τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν ἔπαυσαν νὰ εἶναι ἀνθηρά, ἀλλὰ καὶ διότι ἤλλαξεν ἡ βασικὴ ἐκείνη πολιτικὴ ἀρχή, αἱ προϋποθέσεις ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐστηρίχθη ἡ πολιτικὴ τοῦ κ. Προέδρου. Διότι τὴν στιγμὴν ἐκείνην ἠδυνάμεθα νὰ παριστάνωμεν τὸν ἰθύνοντα ἐν τῇ Ἀνατολικῇ Μεσογείῳ, ἀφ’ ἧς ὅμως χάρις εἰς τὰ σφάλματα ἡμῶν καὶ τῶν ἄλλων περιέστημεν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ περιορισθῶμεν ἐντὸς τοῦ πτωχοῦ ἡμῶν σαρκίου, ἐντὸς τῶν συνόρων ἡμῶν ὀφείλει νὰ χαραχθῇ καὶ ἡ γραμμὴ αὐτή. Δὲν γνωρίζω ἂν θὰ συζητηθῇ τὸ πρόγραμμα ὁλόκληρον, οὔτε ἐζήτησα νὰ συζητηθῇ· ἀπεναντίας ἐτόνισα ὅτι εἶναι ἐνδεχόμενον, λόγῳ τοῦ πολυασχόλου τῆς παρούσης περιόδου, νὰ μὴ δυνηθῶμεν νὰ συζητήσωμεν τὸ σοβαρώτατον τοῦτο ζήτημα. Ἐν τούτοις δὲν παύει νὰ ὑπάρχῃ ἡ ἐντύπωσις ὅτι, ἂν εἰς τὴν προκειμένην ἐργασίαν παρεσχέθη ἐνίσχυσις οἰκονομικὴ παρὰ τοῦ Κράτους, θὰ παρουσιασθῇ τὸ φαινόμενον ὅτι δὲν μᾶς διέπει μία γραμμὴ γενική. Ἂν ἀφ’ ἑτέρου ἡ μέλλουσα νὰ συσταθῇ Ἐπιτροπὴ δὲν ἀποδώσῃ καρποὺς βιωσίμους, ἁπλῶς θὰ πλουτίσωμεν τὴν Χώραν δι’ ἑνὸς ὀργανισμοῦ καρκινοβατοῦντος, ὁ ὁποῖος δὲν γνωρίζω ἂν θὰ στοιχίσῃ. Αὐτὸ δὲν τὸ εἶδον ἀναγραφόμενον καὶ δὲν δύναμαι νὰ τὸ προεξοφλήσω. Πάντως εἶναι εὐκταῖον ἀφ’ ἑνὸς νὰ ἐκτιμηθῇ τὸ ἔργον εἰς τὴν σημερινὴν ἀξίαν, τὸ ὁποῖον ἀσφαλῶς θὰ ὑπερβῇ τὰ 150 ἑκατομμύρια.
§232Σ. ΞΥΔΗΣ. 68 χιλιόμετρα εἶναι, κ. συνάδελφε. Πρόκειται περὶ διακλαδώσεως.
§233Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. Δὲν σημαίνει αὐτό.
§234Δ. ΚΑΛΚΑΝΔΗΣ. Ὀφείλω νὰ σᾶς κάμω καὶ τὴν ἑξῆς δήλωσιν, ὅτι ὁ κ. Ξύδης εἶναι ὁ ἤδη διευθύνων τὰς ἐργασίας, καὶ εἷς ἔμπειρος μηχανικὸς ἀσχολούμενος εἰς τὰ σιδηροδρομικὰ ἔργα μὲ ἐβεβαίωσεν ὅτι ἕκαστον χιλιόμετρον θὰ στοιχίζῃ 1.200.000 δραχ. Ἂς παραδεχθῶμεν ὅμως ὅτι μὲ αὐτὰ τὰ τεράστια ἔργα τὰ ὁποῖα ἐγένοντο εἰς τὴν σιδηροδρομικὴν γραμμὴν Πειραιῶς–Πελοποννήσου εἰς τὸν Ἀχλαδόκαμπον καὶ ἄλλα μέρη ἐστοίχισε τὸ χιλιόμετρον 110 χιλιάδας.
§235ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Πότε;
§236Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. Τῷ 1906, εἶχεν ὑπολογισθῇ ἡ ὅλη γραμμὴ εἰς 8.500.000. Ἡ διακοπή σας ὄντως μὲ διδάσκει ὅτι ὀφείλει τις νὰ εἶναι προσεκτικὸς εἰς τὴν διατύπωσιν τῶν λόγων, διότι μοῦ ἀποδώσατε τὴν μομφὴν ὅτι ἠθέλησα νὰ καταπλήξω τὴν Συνέλευσιν δι’ ὑπερβολικῶν ἀριθμῶν.
§237Σ. ΞΥΔΗΣ. Ὄχι σεῖς, ἄλλος πρίν, εἰπὼν ὅτι θὰ στοιχίσῃ 150 ἑκατομμύρια.
§238Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. Λυποῦμαι διότι ἀποδίδεται ἔννοια εἰς τοὺς λόγους μου τὴν ὁποίαν δὲν ἔχουν. Ἂν τὸ ποσὸν εἶναι αὐτὸ ἢ μικρότερον, δὲν δύναταί τις ἐξ ἀποστάσεως νὰ διατυπώσῃ γνώμην· πρέπει νὰ μελετήσῃ ἐπὶ τόπου τὰ πράγματα. Θέλω νὰ θέσωμεν καὶ τοῦτο ὡς βάσιν: Νὰ προχωρῶμεν ὅλοι ἀπὸ τοῦ ὅλου εἰς τὰ μέρη. Ἂν πρόκειται νὰ βοηθήσωμεν μίαν ἰδιωτικὴν πρωτοβουλίαν, θὰ ἦτο εὐχῆς ἔργον ἂν τὸ Κράτος ἔπραττε τοῦτο. Θὰ ἤθελον ὅμως ὄχι ἠθικὴν στήριξιν, διότι ἠθικὴ στήριξις δὲν θὰ εἶχεν ἀντίκτυπον σοβαρόν. Ἂν ἠθέλαμεν ἁπλῶς νὰ κεντρίσωμεν τὰ φιλοτοπικὰ αἰσθήματα τῶν κατοίκων νομίζω ὅτι θὰ ἀρκέσῃ ἡ ἠθικὴ στήριξις τοῦ Κράτους, ἡ ὑπὸ τὴν πατρωνείαν τοῦ Κράτους ἐνίσχυσις τοῦ ἔργου τῆς Ἐπιτροπῆς. Ὑπὸ τὴν ἔποψιν αὐτὴν οὐδόλως θὰ ἀντιτιθέμην. Ἀπεναντίας, ἂν νομίζῃ τις ἐκ τῶν συναδέλφων ὅτι θὰ ἠδυνάμην τεχνικῶς νὰ συνεννοηθῶ μετ’ αὐτοῦ, θὰ ἤμην εὐτυχής. Ἀλλὰ δράττομαι τῆς εὐκαιρίας, ἵνα ἐπανέλθω εἰς τὴν κεντρικήν μου ἰδέαν, ἀπὸ τῆς ὁποίας ἀδυνατῶ νὰ ἀπομακρυνθῶ, ἐπὶ τῆς ἀξίας ἀκριβῶς τῆς στρατηγικῆς καὶ τῆς ἀξίας τῆς οἰκονομικῆς τῶν μεγάλων ἀρτηριῶν. Εἰς τὴν πρόσφατον περιπέτειαν τὴν ὁποίαν πρὸ δεκαμήνου ἡ ἰδιαιτέρα μου πατρὶς διῆλθε, δὲν θὰ εἴχομεν τὴν ἀνησυχίαν ὅτι δύναται οἱοσδήποτε νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸν οἶκον ἡμῶν ἀποκόπτων ὡς νεόπλασμα οἱανδήποτε ἐπαρχίαν τοῦ Κράτους, ἀρκεῖ νὰ τὸ θέλῃ· δὲν θὰ εἴχομεν τὸν φόβον αὐτόν, ἂν εἴχομεν σιδηροδρομικὴν στρατηγικὴν συγκοινωνίαν. Ἀλλ’ εἰς Τόπον στερούμενον συνδέσμου τῶν δύο αὐτοῦ μετώπων, εἰς Τόπον εἰς τὸν ὁποῖον δὲν δυνάμεθα ἐκ τοῦ κυρίου ἡμῶν ἀνατολικοῦ μετώπου νὰ μεταφέρωμεν οὐδὲ ἕνα στρατιώτην, οὐδὲ ἓν πυροβόλον, οὐδὲ ἓν μεταγωγικόν, ἂν ἡ θάλασσα δὲν εἶναι εἰς τὴν χρῆσιν ἡμῶν. Εἰς τὰ ὑγρὰ κέλευθα στηρίζομεν τὸ μέλλον τῆς πατρίδος μας· πρέπει ἀναμφισβητήτως νὰ δοθῇ σύντονος ἡ προσοχὴ ὅλων ἡμῶν ἐν πνεύματι συναδελφότητος, εἰς τρόπον ὥστε ἡ σιδηροδρομικὴ καὶ συγκοινωνιακὴ ἐν γένει πολιτικὴ ἡμῶν νὰ εἶναι συνεχὴς καὶ ἀδιάσπαστος, ὄχι πολιτικὴ δημιουργουμένη ὑπὸ μιᾶς Κυβερνήσεως, ἵνα συναποθάνῃ μετ’ αὐτῆς.
§239Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Αὐτὸ εἶναι εὐχῆς ἔργον.
§240Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. Δὲν ἔχω νὰ προσθέσω τίποτε ἄλλο, κύριοι. Διατυπῶ εἰσέτι ἅπαξ τὴν εὐχὴν νὰ ἐπιτύχῃ τὸ ἔργον καὶ εὔχομαι καὶ ἄλλαι ἐπαρχίαι νὰ τὸ μιμηθῶσιν. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ζητῶ εἶναι νὰ μελετηθῶσι τὰ γενικὰ ἔργα τῆς Κυβερνήσεως καὶ νὰ ἔχῃ αὐτὴ ὑπ’ ὄψιν ὅτι τὰ ἔργα αὐτὰ θὰ εἶναι ἐν τῷ ἐδάφει αὐτῷ ἡ ἀφετηρία τοῦ μέλλοντος τοῦ σιδηροδρομικοῦ καὶ κυρία πηγὴ τοῦ πλούτου ἡμῶν τοῦ ἐθνικοῦ.
§241ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις κηρύσσεται περατωμένη. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Συνέλευσις παρεδέχθη. Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἀπὸ 27 Δεκεμβρίου 1923 Ν. Δ. περὶ παραχωρήσεως γηπέδου ἐν Θεσσαλονίκῃ πρὸς ἐγκατάστασιν Ποντίων προσφύγων». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν).
§242Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Νὰ κηρυχθῇ καὶ κατεπεῖγον, κ. Πρόεδρε. (Κηρύσσεται κατεπεῖγον).
§243ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συστάσεως εἰδικοῦ ταμείου ὑδρεύσεως καὶ ἐξυγιάνσεως Ἀγουλινίτσης». (Ἀναγινώσκονται καὶ ψηφίζονται τὰ ἄρθρα 1–2).
§244ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 3. (Ἀναγινώσκεται). Ὁ κ. Καρασεβδᾶς ἐζήτησε πρῶτος ἐπ’ αὐτοῦ τὸν λόγον.
§245Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Εἶναι ἕνας μῆνας ποὺ παρητήθη ὁ κ. τέως Ὑπουργὸς ὅστις εἰσηγήθη τὸ νομοσχέδιον αὐτό. Εἶχον ὑπάγει εἰς τὸ Ὑπουργεῖον καὶ εἶχον ζητήσει παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ νὰ λάβῃ παρομοίαν μέριμναν καὶ διὰ τὴν πατρίδα μου τὴν Βόνιτσαν, πρωτεύουσαν τῆς ἐπαρχίας Ξηρομέρου, ἡ ὁποία ἔχει καταστῆ νεκροταφεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον ῥίπτονται κάθε ἡμέραν οἱ πολῖται. Ἀπὸ 10.000 ποὺ ἦσαν κατὰ τὴν ἀπελευθέρωσιν σήμερον δὲν εἶναι οὔτε 500. Μοὶ ἐδόθη ὅμως ἡ ἀπάντησις ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ληφθῇ πρόνοια. Μετὰ δύο ἡμέρας κατετέθη νομοσχέδιον διὰ τὴν Ἀγουλινίτσαν, ἐνῷ αὐτὴ δὲν εὑρίσκεται ὑπὸ τὰς συνθήκας ὑφ’ ἃς εὑρίσκεται ἡ Βόνιτσα. Τοῦτο ἂς τὸ ὁμολογήσουν οἱ Λευκάδιοι καὶ οἱ ἄλλοι, ἂν ὑπάρχῃ καμμία πόλις σὰν αὐτήν. Κατήντησεν ἡ ἐπαρχία Ξηρομέρου νὰ εἶναι ἡ χειροτέρα πόλις. Διατί λοιπὸν δὲν λαμβάνετε πρόνοιαν δι’ αὐτήν;
§246Ν. ΞΗΡΟΣ. Νὰ ὑποβληθῇ μία τροπολογία καὶ διὰ τὴν ἐπαρχίαν σας.
§247Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Εἴτε τροπολογία εἴτε καὶ νέον νομοσχέδιον. Ἀπὸ τὰ εἰσοδήματα τῶν ἰχθυοτροφείων Κιάφας τὸ 30% παραχωρεῖται πάντοτε διὰ τὴν ἀποξήρανσιν. Πολὺ καλά· ἀλλὰ διὰ τὴν Βόνιτσαν; Ἐρωτήσατε τὸν ὑπάλληλον ἐπὶ τῶν ἑλωδῶν πυρετῶν τοῦ Ὑπουργείου καὶ θὰ τὸν ἀκούσητε νὰ σᾶς εἴπῃ ὅτι εἰς τὴν πόλιν εἶναι ὅλο ἕλη.
§248Γ. ΗΣΑΪΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Νὰ καταθέσητε τροπολογίαν.
§249Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Ἡμεῖς δὲν ἔχομεν ἀντίρρησιν νὰ εἴπωμεν ὅτι καὶ διὰ Διατάγματος ἰσχύει καὶ εἰς τὴν Βόνιτσαν.
§250Κ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον ὁμιλεῖ περὶ σταφίδος καὶ ἄλλων εἰδῶν.
§251Λ. ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Οὐδεμίαν σχέσιν ἔχουσιν ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα λέγει τὸ νομοσχέδιον.
§252Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Δύο λέξεις νὰ προστεθῶσιν. Ὅ,τι παραχωρεῖται εἰς τὴν Ἀγουλινίτσαν νὰ παραχωρηθῇ καὶ εἰς τὴν Βόνιτσαν. Δὲν ἔχω δίκαιον;
§253Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Αὐτό, ὅπως εἶναι συντεταγμένον, δὲν δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ εἰς τὴν Βόνιτσαν.
§254Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Ἔχει καὶ ἄλλα εἰσοδήματα.
§255Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Πολὺ καλά.
§256Μ. ΤΣΑΡΛΑΜΠΑΣ. Διὰ Διατάγματος νὰ ἐπεκταθῇ καὶ εἰς τὴν Λευκάδα.
§257Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Νὰ συστηθῶσι καὶ ἄλλα ταμεῖα εἰς ἄλλας πόλεις.
§258Κ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Εἶναι ὁ νόμος 2853 ὁ ὁποῖος διευκολύνει τὸν κ. συνάδελφον.
§259Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Νὰ προστεθῇ ἄρθρον 4, καθ’ ὃ «ὑπὸ τοὺς αὐτοὺς ὡς ἀνωτέρω ὅρους δύνανται νὰ συσταθοῦν ὅμοια ταμεῖα καὶ εἰς ἄλλας πόλεις τοῦ Κράτους διὰ Διατάγματος ἐκδιδομένου ὑπὸ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου μετ’ ἀπόφασιν τῶν οἰκείων δημοτικῶν ἢ κοινοτικῶν Συμβουλίων, ὁρίζουσαν τοὺς αὐτοὺς ἢ ἄλλους πόρους».
§260ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τότε τὸ ἄρθρον 4 γίνεται 5.
§261Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Μάλιστα. (Ψηφίζονται τὰ ἄρθρα 4–5).
§262ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ σύνολον ἀναβάλλεται, λόγῳ τῶν ἐπελθουσῶν τροπολογιῶν. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τρόπου διαθέσεως ἀστικῶν κτημάτων ἀνηκόντων εἰς ἀνταλλασσομένους Μουσουλμάνους πόλεως Θεσσαλονίκης».
§263Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Ἀναβάλλεται.
§264Λ. ΙΑΣΩΝΙΔΗΣ. Νὰ ψηφισθῇ.
§265ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Δὲν ἐλάβομεν καιρὸν νὰ τὸ μελετήσωμεν.
§266Λ. ΙΑΣΩΝΙΔΗΣ. Νὰ μὴ ἀναβληθῇ· εἶναι ἡ τρίτη φορὰ ποὺ ἀναβάλλεται.
§267ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ ὡς Πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς ἡ ὁποία ἐπεξειργάσθη τὸ νομοσχέδιον. Εἶναι εἰς τὴν τελευταίαν ἀνάγνωσιν· μία ἀνάγνωσις θὰ γίνῃ. Ἠμπορεῖ νὰ μείνῃ καλύτερον δι’ αὔριον, ἀφοῦ διανεμηθῇ μία παράλειψις, ἡ ὁποία ἐγένετο κατὰ τὸ ἐκτυπωθέν.
§268Μ. ΚΥΡΚΟΣ. Δὲν εἶναι κατάστασις.
§269Λ. ΙΑΣΩΝΙΔΗΣ. Εἶναι 6 μῆνες τώρα.
§270Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Σᾶς ὑπόσχομαι νὰ εἶναι αὔριον εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν. Τί ἄλλο θέλετε;
§271Α. ΜΠΑΚΑΛΜΠΑΣΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Προκειμένου περὶ τοῦ νομοσχεδίου τὸ ὁποῖον ὑπεβλήθη ἐκ μέρους τῆς Ἐπιτροπῆς νομίζω ὅτι θὰ συζητῶμεν ἀδίκως τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν συνδυασθῇ μὲ δύο ἄλλα νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ὑπάρχουν εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν. Ἑπομένως νομίζω ὅτι τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν παρελείφθη ὁλόκληρος παράγραφος, καλὸν θὰ ἦτο νὰ παρακληθῇ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Συνελεύσεως ὅπως τὰ τρία σχετικὰ νομοσχέδια τὰ φέρῃ αὔριον συγκεντρωμένα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν, ὥστε νὰ κατορθώσωμεν νὰ κάμωμεν συζήτησιν ἐν τῷ συνόλῳ.
§272Μ. ΚΥΡΚΟΣ. Εἶναι ἕξ μῆνες!
§273Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Σᾶς ὑπόσχομαι νὰ εἶναι αὔριον πρῶτον.
§274Α. ΜΠΑΚΑΛΜΠΑΣΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Κύριε Κύρκε, ἂν πραγματικῶς εἰς τὸ νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον ὑπεβλήθη ἐκ μέρους τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπρόκειτο ἁπλῶς περὶ τῆς Θεσσαλονίκης, τότε τὸ ζήτημα τῶν ἄλλων νομοσχεδίων δὲν ἔχει καμμίαν ἀπολύτως σημασίαν. Ἀλλὰ τὴν τελευταίαν στιγμὴν ρίπτων ἓν βλέμμα ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν ἡ Ἐπιτροπὴ βλέπω ὅτι τὸ μέτρον πρόκειται νὰ ἐπεκταθῇ καὶ εἰς τὰς πρωτευούσας τῶν ἄλλων νομῶν. (Θόρυβος).
§275Μ. ΚΥΡΚΟΣ. Ἄν, κ. Πρόεδρε, ὡς λόγος τῆς ἀναβολῆς φέρεται ἡ ἀνάγκη τῆς λεκτικῆς τροποποιήσεως τοῦ νομοσχεδίου, οἱ κύριοι συνάδελφοι δύνανται νὰ φέρουν τὰς παρατηρήσεις των καὶ τώρα. Ἂν ὅμως ὑπάρχῃ οὐσιωδεστέρα τις διαφορά, ἡ συζήτησις κατ’ ἀνάγκην θὰ γίνῃ καὶ αὔριον καὶ ἑπομένως δὲν ὑπάρχει λόγος ἀναβολῆς. Τὸ νομοσχέδιον ἔχει ἱστορίαν, τὴν ὁποίαν καλῶς γνωρίζετε, καὶ εἰς τὰς λεπτομερείας τοῦ ὁποίου δὲν θέλω νὰ εἰσέλθω.
§276Λ. ΙΑΣΩΝΙΔΗΣ. Δὲν δυνάμεθα νὰ δεχθῶμεν ἐπὶ πλέον ἀναβολήν. Ἕξ μῆνες παρῆλθον καὶ δὲν κατωρθώσαμεν νὰ ψηφίσωμεν οὐδὲ ἓν νομοσχέδιον ἀφορῶν προσφυγικὸν τι ζήτημα.
§277Α. ΜΠΑΚΑΛΜΠΑΣΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἔρχεται ὁλόκληρος ἐργασία ἐκ μέρους τοῦ Ὑπουργείου τῆς Γεωργίας προκειμένου περὶ συνολικῆς διαθέσεως τῶν Μουσουλμανικῶν κτημάτων, τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν νομίζω ὅτι χρειάζεται μία ἰδιαιτέρα ἐξαιρετικὴ προσοχή, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον νομίζω ὅτι ἐπιβάλλεται εἶναι νὰ συνδυάσωμεν τὴν σχετικὴν συζήτησιν, ἡ ὁποία θὰ γίνῃ προκειμένου περὶ τοῦ νομοσχεδίου μὲ τὰ δύο ἄλλα νομοσχέδια, ὥστε ἀπὸ τὴν ἐπιψήφισιν τῶν τριῶν νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα τῆς διαθέσεως τῶν Μουσουλμανικῶν κτημάτων.
§278Μ. ΚΥΡΚΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, εἶχε παραπεμφθῇ εἰς Ἐπιτροπὴν ἡ ὁποία εἶχε συμπληρωθῆ μὲ πέντε πρόσφυγας πληρεξουσίους. Ἡ Ἐπιτροπὴ αὕτη, συνεδριάσασα, παρουσίασε τὸ νομοσχέδιον μετὰ παρατηρήσεών τινων. Δὲν θέλω νὰ εἰσέλθω εἰς τὸ ἱστορικὸν τῆς ὑποθέσεως, τὴν ὁποίαν γνωρίζετε. Ἐδέχθημεν τότε νὰ παραπεμφθῇ εἰς μίαν Ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία νὰ εἰσαγάγῃ τὸ ἀντισχέδιον εἰς ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον χρονικὸν διάστημα. Καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ αὐτὴ εἰσήγαγε τὸ ἀντισχέδιον. Δὲν βλέπω ἤδη τὸν λόγον νὰ ἀναβληθῇ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ καὶ νὰ ψηφισθῇ αὔριον.
§279Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Μᾶς παρεκάλεσαν μερικοὶ συνάδελφοι αὐτὴν τὴν στιγμὴν νὰ ἀναβληθῇ δι’ αὔριον διὰ νὰ διαβάσουν τὸ νομοσχέδιον καὶ διότι ὑπάρχει ἓν λάθος. Νομίζω ὅτι δὲν χαλάει ὁ κόσμος καὶ αὔριον νὰ ἀναγραφῇ πρῶτον εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν, ἀφοῦ πρόκειται ἐν κοινῇ ὁμονοίᾳ νὰ λύσωμεν αὐτὰ τὰ ζητήματα.
§280Μ. ΚΥΡΚΟΣ. Ὅπως λέγουν μερικοὶ συνάδελφοι, ἐπαναλαμβάνω, κ. Πρόεδρε, πρόκειται περὶ μιᾶς λεκτικῆς διαφορᾶς εἴς τινα σημεῖα, ἐφόσον δὲν ἀντιπροσωπεύει τὰς γνώμας τῆς Ἐπιτροπῆς. Αὐτὸ ὅμως τὸ λάθος εἶναι δυνατὸν νὰ διορθωθῇ καὶ τώρα. Δὲν ἔχουν παρὰ νὰ μᾶς εἴπουν τί παρελείφθη καὶ νὰ προστεθῇ.
§281Λ. ΙΑΣΟΝΙΔΗΣ. Ἕξ μῆνες εἶναι αὐτὸ τὸ πρᾶγμα.
§282Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Κύριε Ἰασονίδη, μὴ ἐξάπτεσθε.
§283Λ. ΙΑΣΟΝΙΔΗΣ. Ἕνα μῆνα ἡ μία πτέρυξ ἀναβολήν, ἕνα μῆνα ἡ ἄλλη, μίαν ἑβδομάδα ἡ ἄλλη· εἶναι ἓξ μῆνες τώρα ποὺ ταλαιπωρούμεθα, κ. Πρόεδρε.
§284Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Σᾶς εἶπον ὅτι θὰ εἶναι πρῶτον εἰς τὴν αὐριανὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν.
§285Μ. ΚΥΡΚΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ εἶσθε βέβαιος ὅτι οὔτε αὔριον θὰ ψηφισθῇ.
§286Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Κύριε Πρόεδρε, νὰ ἀναγραφῇ αὔριον πρῶτον εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν.
§287ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐτελείωσε τὸ ζήτημα. Ἀναβάλλεται δι’ αὔριον ἵνα ἀναγραφῇ πρῶτον εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου 1242 περὶ διοικήσεως τῆς Μέσης καὶ Δημοτικῆς Ἐκπαιδεύσεως». Ὁ κ. Λιβαθηνόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§288Ρ. ΛΙΒΑΘΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν θὰ ἐλάμβανον τὸν λόγον, κύριοι πληρεξούσιοι, εἰς τὴν προκειμένην κατ’ ἄρθρον συζήτησιν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἂν δὲν ὤφειλον μίαν ἀπάντησιν εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅστις, ὅτε συνεζητήσαμεν κατ’ ἀρχὴν πάντα τὰ ἐκπαιδευτικὰ νομοσχέδια, μὲ ἐκάκισε μετὰ τὸ πέρας τῆς ἀγορεύσεώς μου ὅτι ἐγὼ ἀδικῶ, ὡς δὲν ὤφειλον, τὸ Ἐκπαιδευτικὸν Συμβούλιον, ὅπερ ἀπαρτίζεται ἐξ ἀνδρῶν, οἵτινες ἐδαπάνησαν τὸν βίον των ὁλόκληρον πρὸς ἵδρυσιν ἑνὸς ἐκπαιδευτικοῦ καθεστῶτος· τὴν ἀπάντησιν θὰ προσπαθήσω νὰ δώσω ἐκ τῆς ἐξετάσεως αὐτοῦ τούτου τοῦ νομοσχεδίου. Ἀδικεῖ τις τινὰ ὅταν προσάπτῃ εἰς αὐτὸν ἀνυπάρκτους κατηγορίας, ἐγὼ δὲ δὲν κατηγόρησα εἰμὴ τὰ νομοσχέδια, τὴν εὐθύνην τῶν ὁποίων μόνον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως φέρει. Ὁ κ. Πρόεδρος ὅμως τῆς Κυβερνήσεως παραδέχεται ὅτι τὸ ἐκπαιδευτικὸν καθεστώς, καθὼς καὶ πᾶσα προσπάθεια πρὸς βελτίωσιν αὐτοῦ, ὡς ἡ ἐπιδιωκομένη διὰ τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου, εἶναι ἔργον ἀποκλειστικὸν τοῦ Ἐκπαιδευτικοῦ Συμβουλίου· ἑπομένως μετατοπίζει τὰς εὐθύνας ἀπὸ τὸν ὑπεύθυνον Ὑπουργὸν εἰς τοὺς ἀνευθύνους ὑπαλλήλους τῶν κεντρικῶν ὑπηρεσιῶν. Δὲν δύναμαι ἢ νὰ τὸν παρακολουθήσω καὶ τὸν εὐχαριστήσω καὶ αὐτοὺς τοὺς ἀνευθύνους νὰ μεμφθῶ διὰ τὴν σύνταξιν τοῦ παρόντος νομοσχεδίου καὶ ὄχι τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δημ. Ἐκπαιδεύσεως. Δὲν θὰ ἐξετάσω τὰς λεπτομερείας τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλὰ ἁπλῶς θὰ σᾶς ἀναγνώσω ἓν ἐκ τῶν ἄρθρων αὐτοῦ καὶ μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν αὐτοῦ θὰ σᾶς ἐρωτήσω νὰ μοῦ ἀπαντήσητε ἂν ἡ μομφή μου εἶναι ἄδικος ἢ ὄχι. Εἰς τὸ 3 ἄρθρον παράγρ. 2 ἀναγράφεται (ἀναγινώσκει): «Τὸ αὐτὸ ἰσχύει καὶ διὰ τοὺς νῦν μονίμως τοποθετημένους ἐν τῇ κεντρικῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ Ὑπουργείου, τοὺς προερχομένους ἐκ τοῦ ἐποπτικοῦ ἢ διδακτικοῦ προσωπικοῦ τῆς Μέσης ἢ Δημοτικῆς Ἐκπαιδεύσεως, οἵτινες λαμβάνουσιν ἀπὸ τῆς ἰσχύος τοῦ παρόντος νόμου τὸν βαθμὸν καὶ τὰς ἀποδοχὰς, ἃς θὰ ἐλάμβανον κατὰ τοὺς κειμένους νόμους, ἂν κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ Διατάγματος τῆς 17 Μαΐου ἐ. ἔ. «περὶ θέσεως ἐν ἰσχύϊ τῶν σχετικῶν διατάξεων πρὸς τὴν ἀπονομὴν μισθοῦ καὶ προσαυξήσεων μισθοῦ κλπ.» ὑπηρέτουν ἐν τῇ θέσει, ἣν κατεῖχον πρὸ τοῦ διορισμοῦ των εἰς τὴν κεντρικὴν ὑπηρεσίαν, ἐφόσον αὗται εἶναι ἀνώτεραι τῶν τῆς θέσεως, ἣν νῦν κατέχουσιν». Ἐκαταλάβατε τίποτε, κύριοι;
§289ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Ὄχι.
§290Ρ. ΛΙΒΑΘΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Οὔτε καὶ ἐγώ. Μία πρότασις ἐκ 18 γραμμῶν, εἰς τὴν ὁποίαν παρεντίθενται καὶ ἄλλαι ὑποθετικαὶ προτάσεις. Καὶ ἐν τούτοις συνετάγη, κατὰ τὴν ὁμολογίαν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, παρ’ ἐκείνων, ἐκ τῶν ὁποίων ἐκπορεύεται ἐν Ἑλλάδι τὸ ἐκπαιδευτικὸν φῶς, καὶ οἵτινες, κατὰ τὴν φράσιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἐσπατάλησαν τὸν βίον των διὰ νὰ δημιουργήσωσιν ἓν ἐκπαιδευτικὸν καθεστώς, νὰ μορφώσωσι δὲ καὶ τὴν Ἑλληνικὴν γλῶσσαν. Ὅταν ἀναγινώσκῃ τις τὸ ἄρθρον αὐτό, δύο τινὰ δύναται νὰ συναγάγῃ: Ἢ ὅτι ὁ γράψας αὐτὸ δὲν ἐγνώριζε νὰ διατυπώσῃ τὰς ἰδέας του εἰς τὴν Ἑλληνικὴν γλῶσσαν ἢ ὅτι ἐγράφη ἐξ ὑστεροβουλίας διὰ νὰ μὴ καταλαμβάνῃ τίποτε οὔτε ἐκεῖνος ὅστις θὰ τὸ ἀναγνώσῃ οὔτε ὁ Ὑπουργὸς ὅστις πρόκειται νὰ ἐφαρμόσῃ τὸν νόμον. Βλέπετε λοιπόν, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἐγὼ οὐδένα ἀδικῶ, κατηγορῶ μόνον τὰ παρὰ πάντων ὁμολογούμενα ὡς κατηγορητέα καὶ εἰς αὐτὴν τὴν περίπτωσιν σεῖς μὲ ἐφέρατε νὰ ἀποδώσω τὰς εὐθύνας εἰς τοὺς ἀνευθύνους.
§291ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καβαλιεράτος ἔχει τὸν λόγον.
§292Μ. ΚΑΒΑΛΙΕΡΑΤΟΣ. Κατὰ τὴν τελευταίαν ἀγόρευσίν του ὀρθῶς ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐχαρακτήρισεν ὡς αὐτοτελὲς ἐκπαιδευτικὸν σύστημα τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ὁ ἐπὶ τῆς Παιδείας συνάδελφός του ἠγγαρεύθη, ἵνα ἄρῃ ἐπὶ τῶν ὤμων του καὶ ὡς ἄλλος Σίμων Κυρηναῖος μεταφέρῃ ἕως ἐδῶ, εἰς τόπον δηλ. Ἑλληνιστὶ μὲν καλούμενον Κουβεντολόγι Ρωμαίϊκο, βαρβαριστὶ δὲ Ἑλληνικὸν Βουλευτήριον. Ἀλλὰ δὲν χρειάζονται ὅλα αὐτὰ τὰ νομοσχέδια, πέντε τὸν ἀριθμόν, διὰ νὰ ἐπιτευχθῇ ἡ ἀνατροπὴ τοῦ ἑτοιμορρόπου ἐκ τῆς παλαιότητος σημερινοῦ ἐκπαιδευτικοῦ οἰκοδομήματος! Ἤρκουν μόνον τὰ τρία ἐξ αὐτῶν καὶ ἀπὸ τὰ τρία μάλιστα αὐτὰ τὸ μικρότερον! Ἐκεῖνο δηλαδὴ τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ τὴν οὐρὰν τῶν ἄλλων, μὲ τὴν λιτὴν περίληψιν «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου 1332 κλπ.» πρὸς πρόληψιν πάσης ὑπονοίας περὶ τῆς σοβαρότητός του. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον δὲν ἠξίωσεν οὔτε κἂν μνείας κατὰ τὸν εἰσηγητήριον λόγον του ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας καὶ τὸ ὁποῖον διὰ νὰ θεωρηθῇ βεβαίως ὡς ὑπηρεσιακὸν καὶ νὰ ψηφισθῇ ἄνευ συζητήσεως συνοδεύεται μὲ τὴν πτωχοτέραν εἰς λέξεις αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν. Διότι μόνον αὐτό, ἄνευ τῆς συνδρομῆς κανενὸς ἄλλου, εἶναι ἱκανὸν νὰ ἀνατρέψῃ ἐκ βάθρων ὅλον τὸ ἰσχῦον σήμερον ἐκπαιδευτικὸν σύστημα καὶ ἐπὶ τῶν ἐρειπίων αὐτοῦ ν’ ἀνεγείρῃ νέον πύργον Βαβέλ. Διότι τοῦτο ἀκριβῶς προτίθεται ἡ νέα ἐκπαιδευτικὴ μεταρρύθμισις, νὰ ἐπιφέρῃ τὴν σύγχυσιν εἰς τὴν γλῶσσαν τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους, τὴν σύγχυσιν καὶ τὴν ἀναρχίαν, τὴν ὁποίαν πρὸ ἐτῶν ἐπεδίωξαν οἱ μαλλιαροὶ διὰ τῆς ἀνακινήσεως τοῦ γλωσσικοῦ ζητήματος, τὴν ὁποίαν ὅμως ἐπιβάλλουν ἤδη οἱ μισοκουρεμένοι διὰ τῆς προστασίας τοῦ στρατιωτικοῦ νόμου. Διότι ἀμφότεροι ἀξιεπαίνως εἰργάσθησαν πρὸς ἐπιτυχίαν τοῦ πατριωτικοῦ τούτου σκοποῦ, οἱ μαλλιαροὶ διὰ τοῦ λόγου θεωρητικῶς, οἱ μισοκουρεμένοι διὰ τῆς ράβδου πρακτικώτερον, ἀφοῦ καὶ οἱ δύο περίφημοι αὐτοὶ σκαπανεῖς τοῦ ἐθνικοῦ μέλλοντος ἀποτελοῦν αἱρέσεις ἑνὸς καὶ τοῦ αὐτοῦ γλωσσικοῦ θρησκεύματος, ἓν καὶ μόνον ἀναγνωρίζοντες εἴδωλον, τὸν χυδαϊσμὸν καὶ εἰς ἕνα καὶ τὸν αὐτὸν θύοντες Θεόν, τὸν Μολὼχ τοῦ συμφέροντος. Τὸ γλωσσικὸν ζήτημα, εἰς τὸ ὁποῖον μοιραίως μᾶς φέρουν τὰ νομοσχέδια ταῦτα, παρακολουθῶ πρὸ μιᾶς τριακονταετίας περίπου. Ἀφότου δηλαδή, μοίρᾳ κακῇ, ἐνέσκηψε παρ’ ἡμῖν ἡ Ψυχαρικὴ φυλλοξήρα διὰ νὰ σταματήσῃ ὅλην τὴν πνευματικὴν παραγωγήν, τὴν ὁποίαν ἕως τότε συνεκόμιζεν ἄφθονον ἡ διὰ ποικίλων ἔργων ὁσημέραι πλουτιζομένη νεωτέρα Ἑλληνικὴ γραμματεία. Δὲν ὑπῆρξεν εἶδος τοῦ λόγου τὸ ὁποῖον δὲν ἐκαλλιεργεῖτο τότε μετ’ ἐξαιρετικῆς ἀληθῶς ἐπιτυχίας. Αἱ Μοῦσαι αἱ ὁποῖαι, κατὰ τὴν ὡραίαν ἔκφρασιν λογίου Βυζαντινοῦ, εἶχον μεταναστεύσει εἰς τὰς Ἄλπεις, ἤρχισαν ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρὸν νὰ ἐπισκέπτωνται τὰ προαιώνια ἐνδιαιτήματά των. Καὶ θὰ ἐγκαθίσταντο ὁριστικῶς καὶ μονίμως εἰς τὸν Ἑλικῶνά των, ἂν ὁ Ψυχαρικὸς αὐχμὸς δὲν ἀπεξήραινε τὰ σύσκια ἄλση του....
§293Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Τί θὰ πῇ αὐχμός;
§294Μ. ΚΑΒΑΛΙΕΡΑΤΟΣ. Ὑποθέτω ὅτι δὲν ὁμιλῶ Βουλγαρικά.
§295Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Σοβαρῶς σᾶς ἐρωτῶ.
§296Μ. ΚΑΒΑΛΙΕΡΑΤΟΣ. Ξηρασία... Καὶ ἂν ὁ ψευδοδημοτικισμὸς δὲν συνεπλήρωνε τὸ κακόν, ἀνασπάσας καὶ ἐκριζώσας πᾶσαν ἐλπίδα ἀναβλαστήσεως. Ἔκτοτε ἐσημειώθη ἡ παραμέλησις τῶν Ἑλληνικῶν σπουδῶν, ἥτις ἐπέφερε τὴν πνευματικὴν παράλυσιν εἰς τὸν Τόπον. Διότι ἔκτοτε ἡ νεολαία, ἥτις ἕως τότε διεπαιδαγωγεῖτο ὑπὸ σύστημα τὸ ὁποῖον διηυκόλυνε τὴν κλασσικὴν αὐτῆς μόρφωσιν, ἐτράπη, ὑπὸ τὴν ὤθησιν τῶν νέων τούτων γλωσσικῶν θεωριῶν, ἐπὶ τὴν εὔκολον ζήτησιν ἀταλαιπώρου σπουδῆς διὰ νὰ φθίνῃ πνευματικῶς σήμερον καὶ διὰ νὰ παράγῃ—ἂν εἶναι ἀξία μνείας καὶ προσοχῆς ἡ σημερινὴ παραγωγή της—διὰ νὰ παράγῃ πνευματικὰ προϊόντα τὰ ὁποῖα ἀπελπίζουν καὶ τὸν μάλιστα διατεθειμένον νὰ κρίνῃ ταῦτα μὲ τὸ χαριστικώτερον μέτρον τῆς ἐπιεικείας. Τοῦτο ἦτο τὸ φυσικὸν κατάντημα τῶν νέων γλωσσικῶν θεωριῶν, μὲ τὰς ὁποίας παρεγέμισαν τὰς κεφαλὰς τῶν νέων θεωριῶν αἱ ὁποῖαι τοὺς ἀπεμάκρυναν ἀπὸ τὰς Ἑλληνικὰς σπουδὰς διὰ νὰ ἐπαληθεύσῃ ἀκριβῶς παρ’ ἡμῖν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον προεφήτευσαν διάσημοι ξένοι, ἐκτιμῶντες κάλλιον ἡμῶν τὴν χρησιμότητα τῶν Ἑλληνικῶν σπουδῶν. Διὰ νὰ ἐπαληθεύσῃ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ σὲρ Φρειδερῖκος Κένυον πρὸς τοὺς ἑταίρους τῆς ἐν Μπέδφορδ Κλασσικῆς Ἑνώσεως, ὡς πρόεδρος τῆς συνελεύσεως αὐτῶν: «Οἱ θέλοντες, εἶπε, νὰ καταργήσωσι τὴν διδασκαλίαν τῆς Ἑλληνικῆς ἢ νὰ καταστήσωσι ταύτην ἴδιον κτῆμα ὀλίγων ἐκλεκτῶν καταφέρουσι καίριον πλῆγμα κατὰ τῶν ὑψηλοτάτων συμφερόντων τῆς διανοίας καὶ τῆς πνευματικῆς ζωῆς». Διὰ νὰ ἐπαληθεύσῃ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὁ πολὺς Ρενὰν κατὰ τὸ 1891, ἓν ἔτος δηλ. πρὸ τοῦ θανάτου του, ὡς πρόεδρος τοῦ ἐν Παρισίοις Συλλόγου πρὸς ἐνθάρρυνσιν τῶν Ἑλληνικῶν σπουδῶν, ἔγραφε πρὸς τὴν γενικὴν συνέλευσιν τῶν μελῶν αὐτοῦ: «Τὸ ἀνθρώπινον πνεῦμα, ἔγραφεν, ἤθελεν ἀποβάλει ἐν παντὶ μέρος τῆς λάμψεως τῆς ἰδίας αὑτοῦ εὐγενείας τὴν ἡμέραν καθ’ ἣν τὰ ἑλληνικὰ πρωτότυπα δὲν θ’ ἀπετέλουν πλέον τὴν βάσιν τῆς ἐλευθερίου ἀγωγῆς». Διότι, κύριοι πληρεξούσιοι, δὲν ὑπῆρχε χρονικὴ περίοδος εἰς τὴν ἱστορίαν τῶν γραμμάτων κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ ἀναγκαιότης τῶν ἑλληνικῶν σπουδῶν δὲν ἀπετέλεσε καθολικὴν πίστιν. Διὰ τοῦτο εἰς τὰς ἐπιμόνους προσπαθείας τῶν ὑποκινητῶν τοῦ ζητήματος τούτου, λόγῳ τῶν ἐξ αὐτοῦ ἀπειλουμένων ἠθικῶν καὶ ἐθνικῶν καταστροφῶν, ὁμολογῶ ὅτι δὲν κατώρθωσα ἀκόμη ν’ ἀνεύρω τὸν λόγον, τὸν ἰσχυρὸν καὶ ἀκαταμάχητον λόγον, ὅστις ὤθησεν αὐτοὺς εἰς ἀγῶνα ὅστις, ἐκτὸς τῶν ἄλλων κακῶν μὲ τὰ ὁποῖα σοβαρῶς ἀπειλεῖ τὴν Ἑλληνικὴν κοινωνίαν, κατέστη ἐπὶ πλέον δι’ αὐτὴν καὶ ζήτημα δημοσίας τάξεως, διότι ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρὸν διαταράσσει τὴν ἡσυχίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ κόσμου...
§297Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Εἰς τὸ παρελθόν.
§298Μ. ΚΑΒΑΛΙΕΡΑΤΟΣ. Καὶ εἰς τὸ παρόν, ἂν δὲν ἠμπόδιζον γνωστοὶ λόγοι, ἀλλ’ ἀσφαλῶς εἰς τὸ προσεχὲς μέλλον...
§299Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Ἐλπίζομεν ὅτι ὄχι.
§300Μ. ΚΑΒΑΛΙΕΡΑΤΟΣ. Διότι λησμονεῖτε ὅτι, ἂν δὶς οἱ φιλοξενούμενοι εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας ψευδοδημοτικισταὶ ἀπεπειράθησαν νὰ θίξωσι τὴν ἐθνικὴν γλῶσσαν, ἔπραξαν τοῦτο ἔχοντες ὑπὲρ αὑτῶν πάντοτε τὴν προστασίαν τοῦ Στρατιωτικοῦ Νόμου.
§301Δ. ΜΑΡΣΕΛΛΟΣ. Εἶναι ἡ ἐξέλιξις. Τὴν ἐξέλιξιν κανεὶς νόμος δὲν ἠμπορεῖ νὰ σταματήσῃ.
§302Μ. ΚΑΒΑΛΙΕΡΑΤΟΣ. Δὲν ἔπρεπε τότε νὰ ὑποβάλουν τὰ νομοσχέδια ταῦτα. Ἔπρεπε ν’ ἀφήσουν τὴν γλῶσσαν ἀδέσμευτον ν’ ἀκολουθήσῃ τὸν φυσικὸν δρόμον της... Τὰ ἐπιχειρήματά των, ἀναμασήματα θεωριῶν τὰς ὁποίας ἀπέτριψεν ἡ συχνὴ καὶ πολλὴ χρῆσις, ἐμποιοῦσι, βεβαίως, ἐντύπωσιν εἰς τὴν φαντασίαν ἐξημμένων τινῶν κεφαλῶν, τὰς ὁποίας ἐκπλήσσει καὶ ταράσσει πᾶσα παραδοξολογία καινοφανής, κάθε ἐξωφρενικὸς νεωτερισμός. Δὲν παρέχουσιν ὅμως ἔδαφος ἀσφαλὲς πρὸς ὑποστήριξιν ἰδεῶν τὰς ὁποίας ἀποστέργει ἡ κοινὴ συνείδησις καὶ ἀποκρούει ἡ ἀληθὴς ἐπιστήμη· ἰδεῶν αἱ ὁποῖαι ἀντιστρατεύονται πρὸς τὴν ἱστορίαν ὅλων τῶν γραφομένων σήμερον εἰς τὸν κόσμον γλωσσῶν· ἰδεῶν αἱ ὁποῖαι ἀνατρέπουν τὴν ἀπὸ δύο σχεδὸν αἰώνων, διὰ τῆς πνευματικῆς ἐργασίας ἀλλεπαλλήλων γενεῶν, καθιερωθεῖσαν λογίαν παράδοσιν, ὑπὸ τὴν ὁποίαν πάντες διεπαιδαγωγήθημεν καὶ αἱ ὁποῖαι ἐπὶ τέλους κατεργάζονται τὴν διάσπασιν τοῦ δεσμοῦ, ὅστις εἰς ἓν ὁμόγλωσσον Ἔθνος συνέχει τὰ ἀπ’ ἀλλήλων διαλεκτικῶς κεχωρισμένα τμήματα τοῦ Ἑλληνισμοῦ....
§303Γ. ΓΕΡΟΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ πατρίς σας, κ. συνάδελφε, ἡ Ἑπτάνησος, πρὸ 80 καὶ 100 ἐτῶν ποίαν γλῶσσαν ἔγραφε καὶ εἰς ποίαν γλῶσσαν ἐθαυμάσθη καὶ ἐδοξάσθη;
§304Μ. ΚΑΒΑΛΙΕΡΑΤΟΣ. Ἔχετε, βεβαίως, ὑπ’ ὄψιν ὑμῶν τὸν Σολωμὸν διὰ νὰ μοῦ κάμνετε τὴν παρατήρησιν ταύτην. Δὲν γνωρίζετε ὅμως ὅτι ὁ πρῶτος ὅστις ἔθεσε τὰ θεμέλια τῆς σημερινῆς καθαρευούσης ἦτο Ἑπτανήσιος, διότι ἦτο ὁ ἀοίδιμος Νικηφόρος Θεοτόκης, Ἐπίσκοπος Χερσῶνος κατὰ τὸν προπαρελθόντα αἰῶνα. Ἂν ἔγραψαν οἱ ποιηταὶ τῆς Ἑπτανήσου εἰς τὴν δημώδη—ἐξαίρεσιν ἀπετέλεσεν ὁ πινδάρειος ἀληθῶς Κάλβος—ἀλλ’ αὐτοὶ μόνοι δὲν ἀποτελοῦσι τὴν γραμματολογίαν τῆς. Ὑπάρχει σειρὰ λογίων, ἀπὸ τοῦ Θεοτόκη μέχρι τοῦ Μουστοξύδου, οἵτινες δὲν ἔγραψαν εἰς αὐτὴν καὶ οἱ ὁποῖοι προσήνεγκον πλουσίαν τὴν συμβολήν των εἰς τὸ σημερινὸν λαμπρὸν γλωσσικὸν οἰκοδόμημα.... Ταῦτα εἶναι τὰ ἐπιχειρήματά των. Διότι πέρα τῶν περὶ μητρικῆς γλώσσης ἀπεστειρωμένων πλέον θεωριῶν, πέρα τῶν περὶ διγλωσσίας ἀστείων αἰτιάσεων, πέρα τῶν περὶ ἐλευθερίας τῆς συνειδήσεως ὡραίων σοφιστειῶν, πέρα ἑνὸς συγχορδισμοῦ σκέψεων καὶ κρίσεων καὶ συλλογισμῶν, οἱ ὁποῖοι φαινομενικῶς μὲν δὲν ἀφίστανται τῆς κατὰ θεωρίαν λογικῆς, οὐσιαστικῶς ὅμως παρασάγγας ἀπομακρύνονται τῆς κατὰ πρᾶξιν τοιαύτης, διότι παραγνωρίζουσι τὸ κῦρος πρακτικῶν τινων ἀληθειῶν, τὰς ὁποίας καθιέρωσεν αὐτὴ ἀκριβῶς ἡ λογικὴ τῶν πραγμάτων, πέρα ὅλων αὐτῶν τῶν λογικωτάτων, οὕτως εἰπεῖν, παραλογισμῶν δὲν ἐσημείωσα τίποτε τὸ πρακτικὸν καὶ θετικόν, τίποτε τὸ ἐθνικῶς καὶ κοινωνικῶς ὠφέλιμον, τίποτε τὸ ἀπὸ ἐπιστημονικῆς ἀπόψεως ὀρθὸν καὶ βάσιμον. Ἀλλ’ ἂν ἔπεσαν ἄλλοτε τὰ τείχη τῆς Ἱεριχοῦς ὑπὸ τὸν ἦχον τῶν ἑβραϊκῶν σαλπίγγων, τὸ θαῦμα τοῦτο δὲν ἐπαναλαμβάνεται σήμερον. Ἡ ρητορική, εἰς οἱονδήποτε τόνον καὶ ἂν ἐξαρθῇ, δὲν ἔχει τοιαύτην δύναμιν. Διὰ τοῦτο ἡ καθαρεύουσα ἀντεμετώπισε μέχρι τοῦδε μετὰ περιφρονήσεως τὸν ἄνεμον τῆς κενολογίας τὸν ὁποῖον ἐξαπέλυε συστηματικῶς κατ’ αὐτῆς ἡ προπαγάνδα τῶν χυδαϊστῶν, ἡ προπαγάνδα τὴν ὁποίαν συνέπηξε μία, κακὴ καὶ αὐτή, τριπλῆ συμμαχία, ἡ συμμαχία τῆς ἀμαθείας, τῆς χείρονος ταύτης ἡμιμαθείας, καὶ τοῦ χειρίστου πάντων, τοῦ συμφέροντος. Διότι ἔπρεπε νὰ συμμαχήσωσιν αἱ τρεῖς αὗται μεγάλαι ἀδυναμίαι τοῦ ἀνθρώπου διὰ νὰ λάβῃ τοιαύτην ἔντασιν ὁ ἀγὼν τῶν χυδαϊστῶν, ὥστε νὰ διασκελίσῃ τὴν κλίμακα τῆς Συνελεύσεως καὶ ὡπλισμένος μὲ τὴν ἀπειλὴν καὶ τὴν βίαν τοῦ Νόμου νὰ φθάσῃ ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης. Τὸ συμφέρον, τὸ ὁποῖον ἀνάξιοι τοῦ ὀνόματος ἐπιστήμονες ἔθεσαν ὡς πρόγραμμα τῆς ζωῆς αὑτῶν, θυσιάσαντες εἰς τὸν βωμὸν αὐτοῦ ὁλόκληρον τὸ ἐπιστημονικὸν αὑτῶν παρελθόν, πᾶσαν ἀρχὴν καὶ πᾶσαν πεποίθησίν των. Τὸ συμφέρον, τὸ ὁποῖον παρέσυρεν ἀφ’ ἑνὸς μὲν τὴν ἀφελῆ ἀμάθειαν, τὴν ὁποίαν θαμβώνει καὶ σαγηνεύει πᾶσα ὡραία, πᾶσα σοφιστικῶς καὶ ἐπιτηδείως ἐκφερομένη πλάνη, ἀφ’ ἑτέρου δὲ τὴν εὐάλωτον ἡμιμάθειαν, τὴν ὁποίαν παγιδεύει καὶ ὑποδουλώνει πᾶσα πρόχειρος κολακεία, πᾶσα εὐθηνὴ τῆς ἀνυπάρκτου ἀξίας της διαφήμισις....
§305Δ. ΜΑΡΓΕΤΗΣ. Οὔτε ἀμαθὴς εἶναι οὔτε συμφέρον ἔχει ὁ Παλαμᾶς καὶ οἱ ἄλλοι.
§306Μ. ΚΑΒΑΛΙΕΡΑΤΟΣ. Ποιοῦμαι τὴν δήλωσιν ὅτι ἀπὸ τὴν κατηγορίαν ταύτην ἐξαιρῶ τὸν ἀξιότιμον διακόπτοντά με.
§307Δ. ΜΑΡΓΕΤΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ ἐμοῦ. Ἀλλὰ δύνασθε νὰ λέγετε ἀμαθῆ ἕνα Παλαμᾶν!
§308Μ. ΚΑΒΑΛΙΕΡΑΤΟΣ. Ἂν δὲν μ’ ἐννοεῖτε, δὲν πταίω ἐγώ... Τὴν γνώμην μου ἐπὶ τοῦ γλωσσικοῦ ζητήματος ἐξέθηκα καὶ ἄλλοτε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καὶ τὴν ἐξέθηκα καθ’ ἣν ἀκριβῶς ἐποχήν, ὑπὸ τὴν πίεσιν τοῦ Στρατιωτικοῦ Νόμου, ἐξεδηλοῦτο ἐπισήμως, τὸ πρῶτον τότε, ἡ ἐπιβουλὴ κατὰ τῆς ἐθνικῆς ἡμῶν γλώσσης διὰ τῆς ὑποβολῆς νομοσχεδίου τὸ ὁποῖον καθιέρου τὴν ἀκατέργαστον δημοτικὴν ὡς τὴν μόνην σχολικὴν γλῶσσαν. Κολακεύομαι νὰ πιστεύω ὅτι ἡ ἀγόρευσίς μου ἐκείνη ἐχρησίμευσεν ὡς φραγμὸς κατὰ τῆς φορᾶς μετὰ τῆς ὁποίας ἐπήρχοντο ἀκάθεκτοι οἱ ψευδοδημοτικισταὶ πρὸς ἐκπόρθησιν ὅλων τῶν σχολείων τῆς Χώρας. Ὁ Πρόεδρος τῆς τότε Κυβερνήσεως, ὑπὸ τὴν πίεσιν τῶν λογικῶν καὶ πρακτικῶν ἐπιχειρημάτων τὰ ὁποῖα καὶ ἐγὼ καὶ ἄλλοι συνάδελφοι ἀντετάξαμεν, ἀνέστειλε τὴν ὁρμήν των, διότι ἐτροποποίησε τὸ νομοσχέδιόν των καθιερώσας τὴν χρῆσιν τῆς κοινῶς λαλουμένης, ὑπὸ τὴν ἁπλῆν καὶ ὁμαλὴν αὐτῆς μορφήν, εἰς τὰς τρεῖς πρώτας τάξεις τοῦ δημοτικοῦ σχολείου. Δι’ ἀποστροφῆς δὲ πρὸς τὸ Ἐκπαιδευτικὸν Συμβούλιον, ἀποστροφῆς τὴν ὁποίαν κατέστησεν ἐμφαντικωτέραν διὰ τῆς κατ’ αὐτοῦ ἐπισείσεως τοῦ δακτύλου του, ὑπέσχετο ἐπισήμως ὅτι δὲν θὰ ἐπέτρεπέ ποτε εἰς αὐτὸ νὰ ἐγκρίνῃ διὰ τὰ βιβλία ταῦτα γλῶσσαν τῆς ὁποίας ἄφθονα δείγματα παρέσχον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου εἰς τοὺς καγχασμοὺς τῆς Βουλῆς ἐκείνης. Ἀλλά... ἄνω ποταμῶν ἐρρύησαν οἱ πολλοὶ καὶ μεγάλοι οὗτοι λόγοι. Μετά τινα χρόνον τὸ Ἐκπαιδευτικὸν Συμβούλιον, ἐν ἀπουσίᾳ αὐτοῦ, ἐνέκρινε σειρὰν ἀναγνωστικῶν βιβλίων τῶν ὁποίων τὸ περιεχόμενον δὲν ἐπρόκειτο νὰ διαφθείρῃ μόνον τὴν φωνήν, ἀλλὰ καὶ αὐτὴν ἀκόμη τὴν ψυχὴν τῆς Ἑλληνικῆς νεότητος. Ἠθέλησα τότε ν’ ἀποδείξω κυρίως δύο τινά: Πρῶτον ὅτι ἡ καθαρεύουσα δὲν εἶναι γλῶσσα τεχνητή, δὲν εἶναι ἑπομένως γλῶσσα νεκρά, ὡς ἀσμενίζουν ὑποστηρίζοντες καὶ μαλλιαροὶ καὶ μισοκουρεμένοι ὅτι βάσιν αὑτῆς ἔχει τὴν δημοτικήν, μορφὴν δ’ ἐκείνην τὴν ὁποίαν ἐπέβαλλον αἱ πνευματικαὶ ἀνάγκαι τοῦ Ἔθνους· ὅτι ἐν ἄλλαις λέξεσιν εἶναι ἡ δημοτικὴ συμπεπληρωμένη, διότι ἀκριβῶς συνεπλήρωσεν αὐτὴν διὰ πολλοῦ ἀληθῶς ὑλικοῦ, ἀλλὰ δι’ ἐλαχίστου εὐτυχῶς τυπικοῦ, τὸ ὁποῖον παρέλαβεν ἐκ τῆς ἀρχαίας, παρέλαβε δὲ τοῦτο χωρὶς νὰ προσκρούσῃ εἰς τὸ γλωσσικὸν αἴσθημα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ χωρὶς νὰ παραβιάσῃ κανένα γλωσσικὸν νόμον. Ἔπραξε δηλαδὴ ὅ,τι ἀκριβῶς ἔπραξαν καὶ ἄλλοι λαοὶ εὑρεθέντες εἰς τὰς αὐτὰς ἀνάγκας καὶ περιστάσεις. Ὅ,τι ἔπραξαν καὶ Γάλλοι καὶ Ἰταλοί, διότι καὶ αὐτοί, ὡς ἡμεῖς, ἐκαθάρισαν καὶ συνεπλήρωσαν τὰς δημώδεις των διὰ στοιχείων τὰ ὁποῖα παρέλαβον ἐκ τῆς Λατινικῆς καὶ τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης. Ἠθέλησα κατὰ δεύτερον λόγον ν’ ἀποδείξω καὶ τοῦτο: Ὅτι ἡ δημοτική, παρ’ ὅλην τὴν ζωτικότητα αὐτῆς, ζωτικότητα τὴν ὁποίαν ἔχουν ὅλαι αἱ δημοτικαὶ γλῶσσαι διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον ὅτι τὰ σημαινόμενα διὰ τῶν λέξεων αὐτῶν ἀντικείμενα εἶναι ὑλικώτερα καὶ αἰσθητότερα, μᾶλλον τουτέστι συγκεκριμένα—διὰ νὰ ὁμιλήσω τὴν γλῶσσαν τῆς Γραμματικῆς—καὶ ἧττον ἀφῃρημένα, ἡ δημοτική, λέγω, γλῶσσα παρουσιάζει ἀπὸ πάσης ἀπόψεως τοιαύτην πτωχείαν καὶ ἀνεπάρκειαν, ὥστε στερεῖται τῶν μέσων πρὸς ἔκφρασιν τῆς ἀφῃρημένης σκέψεως. Διότι ἔχει βεβαίως τὰ ἀφῃρημένα της καὶ ἡ δημοτική, ἀλλὰ ταῦτα περιορίζονται εἰς δήλωσιν αἰσθητῶν κινήσεων καὶ ἐργασιῶν, τὰς ὁποίας καὶ αὐτὰ τὰ ἄλογα ζῷα ἀντιλαμβάνονται. Ὑπάρχουσιν ὅμως καὶ ἄλλα πολλὰ σύμβολα τῆς ὑπερτέρας διανοήσεως τὰ ὁποῖα ἡ δημοτικὴ δὲν ἔχει καὶ τὰ ὁποῖα οἱ μὲν Εὐρωπαῖοι παρέλαβον ἕτοιμα ἐκ τῆς Λατινικῆς, ἡμεῖς δὲ ἐκ τῆς Ἑλληνικῆς. Μὲ ταύτην τὴν διαφοράν, ὅτι ἐκείνη μὲν εἶχεν ἐντελῶς νεκρωθῆ δι’ αὐτούς, ἐνῷ αὕτη ἦτο ἀκόμη δι’ ἡμᾶς ζωντανή, διότι ἐκίνει ἀκόμη τὰ χείλη μας καὶ ἔζη εἰς τὴν συνείδησίν μας. Ἡ ἔλλειψις αὕτη ἤγαγεν ἀκριβῶς εἰς τὴν συμπλήρωσιν τῆς δημοτικῆς καὶ ἑπομένως εἰς τὴν βαθμιαίως καὶ κανονικῶς ἐξέλιξίν της εἰς τὴν σημερινὴν καθαρεύουσαν, ἥτις καλλιεργηθεῖσα διὰ τοῦ χρόνου ἀπέκτησε τοιαύτην εὐκαμψίαν καὶ χάριν, ὥστε ν’ ἀνταποκρίνεται σήμερον ἐπαρκῶς εἰς ὅλας γενικῶς τὰς πνευματικάς μας ἀνάγκας. Δὲν ἠρνήθην ὅτι ἡ δημοτικὴ ἠδύνατο, προϊόντος τοῦ χρόνου, ἀφ’ ἑαυτῆς, διὰ τῆς ἀναπτύξεως τῶν στοιχείων της καὶ ἄνευ τῆς βοηθείας τῆς ἀρχαίας, νὰ ἐξελιχθῇ εἰς πλήρη φιλολογικὴν γλῶσσαν. Ἀλλὰ διὰ νὰ φθάσῃ εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο θὰ παρήρχοντο αἰῶνες πολλοί, κατὰ τὸ διάστημα τῶν ὁποίων τὸ Ἑλληνικὸν Ἔθνος θὰ ἔμενε ξένον καὶ ἀμέτοχον ὅλης τῆς πέριξ αὐτοῦ τελουμένης πνευματικῆς κινήσεως τοῦ ἄλλου κόσμου. Διὰ τοῦτο οἱ Ἕλληνες ἀπεδείχθησαν ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ πρακτικοί, ὅσον καὶ οἱ Ἰταλοὶ καὶ οἱ Γάλλοι, καὶ ὅπως ἐκεῖνοι οὕτω καὶ αὐτοὶ συνεπλήρωσαν τὴν γλῶσσάν των δι’ ἀρχαϊκῶν στοιχείων. Τοιουτοτρόπως κατῆλθον εἰς τὴν παγκόσμιον πνευματικὴν σταδιοδρομίαν μὲ ὅπλα ἐπαρκῆ πρὸς ἀντιμετώπισιν ὅλων τῶν ἀναγκῶν καὶ τῶν ἀπαιτήσεων τοῦ συγχρόνου βίου. Τοῦτο ὀφείλεται ἀποκλειστικῶς εἰς τοὺς λογίους τοῦ ΙΗʹ αἰῶνος, πρὸ παντὸς δ’ ἄλλου εἰς τὸν ἀοίδιμον Κοραῆν, ὅστις δι’ ἐπιμόνου ἐργασίας συνετέλεσεν, ὥστε τὸ Ἔθνος ν’ ἀποτινάξῃ δύο συγχρόνως πνευματικοὺς ζυγούς, τὸν ζυγὸν τῶν ἀρχαϊστῶν, τῶν κατ’ ἐξοχὴν σχολαστικῶν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, οἵτινες ἠνόουν ν’ ἀναστήσωσι τὴν Ἑλληνικὴν ὑφ’ ὅλην τὴν μορφὴν τῆς κλασσικῆς μεγαλοπρεπείας της, καὶ τὸν ζυγὸν τῶν χυδαϊστῶν, ἐξ ἴσου σχολαστικῶν καὶ τούτων, οἵτινες ἠνόουν νὰ περιορίσωσι τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν εἰς ὁρίζοντα στενόν, εἰς τὸν περιωρισμένον κύκλον τὸν ὁποῖον διαγράφουν αἱ πνευματικαὶ ἀνάγκαι τῶν γεωργῶν, τῶν ἀχθοφόρων καὶ τῶν ποιμένων. Μεταξὺ τῶν δύο τούτων ἀντιμαχομένων κομμάτων ἔστη ὁ Κοραῆς, διὰ τοῦτο δὲ καὶ ἐδέχθη σφοδρὰς ἑκατέρωθεν ἐπιθέσεις: Τὰς ἐπιθέσεις τῶν χυδαϊστῶν, οἵτινες τὸν κατήγγελλον ὡς ἀρχαϊστήν, καὶ τὰς ἐπιθέσεις τῶν ἀρχαϊστῶν, οἵτινες τὸν κατηγόρουν ὡς χυδαιολόγον. Ἀλλ’ ὁ Κοραῆς ἠκολούθησε τὴν μέσην ὁδόν, τὴν ὁποίαν ἀρχῆθεν ἐχάραξε καὶ εἰς τὴν ὁποίαν τὸν συνώδευσεν ἡ μεγαλυτέρα καὶ ὑγιεστέρα μερὶς τοῦ Ἔθνους. Αὕτη, προϊόντος τοῦ χρόνου, ἔφερεν εἰς τὴν πλουσίαν πνευματικὴν ἄνθησιν, ἥτις ἐσημειώθη εἰς ὅλα τὰ εἴδη τοῦ λόγου ἔκτοτε καὶ μέχρι τῆς παρελθούσης γενεᾶς. Τῆς ἀνθήσεως ὅμως ταύτης τὴν περαιτέρω καλλιέργειαν καὶ ἀνάπτυξιν παρεκώλυσεν ἡ αἰφνιδίως, ὡς ἐρρήθη, ἐνσκήψασα φυλλοξήρα τοῦ Ψυχαρισμοῦ, ὅστις, ἀφοῦ ἐξεπλήρωσεν ὀπωσδήποτε τὸν προορισμόν του, ἐξεφυλίσθη εἰς τὴν μορφὴν τοῦ σημερινοῦ ψευδοδημοτικισμοῦ, τοῦ ὁποίου παθολογικὰ προϊόντα εἶναι τὰ ὑπὸ τοῦ Ἐκπαιδευτικοῦ Συμβουλίου ἐγκριθέντα ἀναγνωστικὰ βιβλία, πνευματικὰ ἀληθῶς νεοπλάσματα, τὰ ὁποῖα, ἂν δὲν ἐξαιρεθοῦν ἅπαξ διὰ παντὸς διὰ μιᾶς ριζικῆς συνταγματικῆς ἐγχειρήσεως, θὰ μολύνωσι βαθμηδὸν τὸν ἠθικὸν ὀργανισμὸν ὁλοκλήρου τῆς Ἑλληνικῆς κοινωνίας. Εἶπον, ἀρχόμενος τοῦ λόγου, ὅτι τρία εἶναι τὰ ἐπιχειρήματα τὰ ὁποῖα προβάλλουσιν οἱ ψευδοδημοτικισταὶ ἐναντίον τῆς καθαρευούσης. Τὸ πρῶτον καὶ σπουδαιότερον τούτων εἶναι τὸ ἐπιχείρημα τῆς μητρικῆς γλώσσης! Διατείνονται δηλαδὴ ὅτι τὴν γλῶσσαν ταύτην τὴν ἀγνοεῖ τὸ Σχολεῖον, διότι τὴν ἐξετόπισεν ἡ καθαρεύουσα, μία γλῶσσα ξένη καὶ ἄγνωστος, μία γλῶσσα ἄψυχος καὶ νεκρά, ἡ ὁποία προκαλεῖ τὴν κούρασιν καὶ τὴν σύγχυσιν εἰς τὴν κεφαλὴν τῶν μαθητῶν καὶ γεννᾷ εἰς τὴν ψυχὴν αὐτῶν τὴν ἀηδίαν καὶ τὴν ἀποστροφήν των πρὸς τὸ Σχολεῖον! Ἀλλ’ εἰσέρχονται τάχα οἱ μαθηταὶ εἰς τὰ σχολεῖα διὰ νὰ μάθωσι πράγματα γνωστά, πράγματα τὰ ὁποῖα ἀνάγονται εἰς τὸν κύκλον τῆς περιωρισμένης παιδικῆς ἐμπειρίας των, πράγματα τὰ ὁποῖα ἀπηχοῦν οἱ τέσσαρες τοῖχοι τοῦ δωματίου των; Καὶ ἂν δὲν εἰσέρχωνται δι’ αὐτό, ἀλλὰ διὰ νὰ ἀποκτήσωσι γνώσεις, ἵνα διὰ τῶν γνώσεων τούτων καλλιεργηθῇ τὸ πνεῦμά των, διαπλασθῇ τὸ ἦθός των καὶ ἀναπτυχθῇ πᾶσα ψυχικὴ ἀρετή των, τοιουτοτρόπως δὲ κατορθωθῇ, προϊόντος τοῦ χρόνου, ν’ ἀνέλθουν εἰς διανοητικώτερον καὶ πνευματικώτερον βίον, εἶναι δυνατὸν τὰς γνώσεις ταύτας νὰ διδαχθῶσι διὰ γλώσσης ἥτις εἶναι ἀνίκανος ν’ ἀρθῇ πέρα μιᾶς συνήθους συνεννοήσεως ἐπὶ κοινοτάτων ζητημάτων τῆς καθημερινῆς ζωῆς; Καὶ μία ἆρά γε εἶναι ἡ γλῶσσα ἡ μητρική; Καὶ δὲν παραλλάσσει αὕτη ἀπὸ περιοχῆς εἰς περιοχήν, ἕνεκα λόγων συνήθως ἱστορικῶν, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ χωρίου εἰς χωρίον καὶ ἀπὸ οἰκίας ἀκόμη εἰς οἰκίαν ἕνεκα τῶν παραδόσεων, ἕνεκα τῶν ἀσχολιῶν, ἕνεκα τοῦ ἐπαγγέλματος, ἕνεκα τέλος τῶν ἐξαιρετικῶν ὅρων ὑπὸ τοὺς ὁποίους διάγει ἑκάστη οἰκογένεια; Καὶ ἂν αἱ τοιαῦται μητρικαὶ γλῶσσαι εἶναι πολλαί, μήπως ἐκ τοῦ συνόλου τῶν κοινῶν στοιχείων αὐτῶν δύναται ν’ ἀποτελεσθῇ μία γλῶσσα κοινή, μία γλῶσσα ἀρτία καὶ πλήρης, δυναμένη ν’ ἀνταποκριθῇ εἰς ὅλας τὰς ἀνάγκας τῆς ζωῆς, εἰς ὅλας τὰς ἀπαιτήσεις τῆς προόδου καὶ τοῦ πολιτισμοῦ, εἰς ὅλας τὰς πνευματικὰς ἀσχολίας τοῦ ἀνθρώπου, ἂν δὲν συμπληρωθῇ προηγουμένως αὕτη ἀπὸ τὴν γλῶσσαν τῶν ἀνεπτυγμένων τάξεων, ἀφοῦ, ἐννοεῖται, ὑποστῇ τὴν κάθαρσιν τὴν ὁποίαν ὑφίστανται πᾶσαι αἱ γλῶσσαι, τὴν κάθαρσιν ἀπὸ παντὸς στοιχείου ξενικοῦ, ἀλλὰ καὶ τὴν κάθαρσιν ἀπὸ τῶν πλεονασμῶν, οἱ ὁποῖοι εἶναι περιττοί, ἀπὸ τῶν ἰδιωτισμῶν, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι γενικῶς γνωστοί, καὶ ἀπὸ τῶν χυδαϊσμῶν, οἱ ὁποῖοι εἶναι καὶ ψυχικῶς ἐπικίνδυνοι καὶ γραμματικῶς ἀκαλαίσθητοι; Καὶ τότε τί ἄλλο εἶναι ἡ γλῶσσα αὐτὴ εἰμὴ αὐτὴ ἀκριβῶς ἡ κακολογουμένη καθαρεύουσα, μῖγμα τουτέστι ἀρχαίας καὶ δημοτικῆς, μῖγμα λογίας καὶ προφορικῆς παραδόσεως, ὅπως εἶναι ὅλαι αἱ σύγχρονοι γλῶσσαι, ὅπως εἶναι ἡ Γαλλικὴ καὶ ἡ Ἰταλική, ἵνα περιορισθῶ εἰς τὰς δύο ταύτας, τὰς περισσότερον πάσης ἄλλης γνωρίμους καὶ οἰκείας πρὸς ἡμᾶς γλώσσας; Εἰς πάντας τοὺς μελετήσαντας τὴν ἱστορίαν αὐτῶν εἶναι γνωστὸν πῶς διεμορφώθησαν αἱ γλῶσσαι αὗται, διεμορφώθησαν δέ, ὡς θὰ ἴδωμεν, ἀκριβῶς ὅπως ἡ ἰδική μας. Ἡ Λατινική, ἥτις ἐλαλεῖτο καὶ εἰς τὰς δύο ταύτας χώρας, εἶχεν ἐντελῶς ἀποσυντεθῆ κατὰ τὸν πέμπτον μ. Χ. αἰῶνα. Διότι τότε εἶχον μονίμως ἐγκατασταθῆ καὶ ὁριστικῶς πλέον ἐπικρατήσει αἱ βάρβαροι φυλαί, αἱ ὁποῖαι πυκναὶ εἶχον κατακλύσει καὶ Δύσιν καὶ Ἀνατολήν. Ἐκ τῆς συγχωνεύσεως τῶν φυλῶν αὐτῶν μετὰ τῶν ἐγχωρίων πληθυσμῶν παρήχθησαν νέοι λαοὶ καὶ ἐκ τῆς ἀναμείξεως τῶν γλωσσῶν αὐτῶν νέαι γλῶσσαι, αἱ λεγόμεναι Ρωμανικαί, αἵτινες βάσιν μὲν εἶχον τὴν Λατινικήν, μορφὴν ὅμως ἐντελῶς ξένην καὶ παραλλάσσουσαν ἀπὸ περιοχῆς εἰς περιοχὴν ἕνεκα φυλετικῶν λόγων. Αἱ παραλλαγαὶ αὗται ἀπετέλεσαν βραδύτερον τὰς πολλὰς διαλέκτους εἰς τὰς ὁποίας ἀποσχίζονται οἱ λαοὶ τῶν χωρῶν τούτων. Αἱ Ρωμανικαὶ αὗται γλῶσσαι σημεῖα λογοτεχνικῆς ζωῆς ἔδωκαν μόλις κατὰ τὸν 10ον μ. Χ. αἰῶνα. Διότι τότε, ἐν τῇ περιοχῇ ἀποκλειστικῶς τῆς λυρικῆς ποιήσεως, ἀνεφάνησαν τὰ πρῶτα αὐτῶν λογοτεχνικὰ προϊόντα. Δὲν εἶχον ἀποκτήσει ἀκόμη τοιοῦτον λεκτικὸν καὶ γραμματικὸν πλοῦτον, ὥστε νὰ ἀνταποκρίνωνται εἰς ὅλα τὰ εἴδη τοῦ λόγου. Ἐχρειάσθη πρὸς τοῦτο νὰ διαρρεύσωσιν ἔκτοτε αἰῶνες πολλοί, τέσσαρες διὰ τὴν Ἰταλικὴν καὶ ἕξ διὰ τὴν Γαλλικήν, ὅπως κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο, διὰ τῶν προσπαθειῶν τῶν λογίων των, λάβουν τὴν φιλολογικὴν μορφὴν τὴν ὁποίαν παρουσιάζουσι σήμερον. Ἀλλὰ πῶς διεμορφώθησαν αἱ γλῶσσαι αὗται μαρτυροῦσιν ἐκεῖνοι ἀκριβῶς οἱ ὁποῖοι διέπρεψαν εἰς αὐτάς. Καὶ περὶ μὲν τῆς Ἰταλικῆς ἔχομεν τὴν μαρτυρίαν αὐτοῦ τοῦ Δάντου. Οὗτος εἰς τὸ σύγγραμμά του De eloquentia vulgari ἐπαινεῖ τὸν Guido della Colonna καὶ τοὺς ἄλλους λογίους τῆς προηγουμένης γενεᾶς, διότι «ἀπεμακρύνθησαν τῆς γλώσσης τοῦ λαοῦ καὶ ἐξήρθησαν εἰς καθαρωτέραν καὶ εὐγενεστέραν φράσιν». Τὴν γλῶσσαν τοῦ λαοῦ, περὶ τῆς ὁποίας πραγματεύεται ἐν τῇ Vita Nuova, θεωρεῖ κατάλληλον μόνον διὰ τὴν ἐρωτικὴν ποίησιν, ἀφοῦ—λέγει —τὰ ποιήματα ταῦτα εἶναι προωρισμένα νὰ νοῶνται ἀπὸ τὰς γυναῖκας. Ἐνῷ τὴν καθαρεύουσαν Ἰταλικήν, τὴν αὐλικὴν καὶ ἐξηυγενισμένην ταύτην γλῶσσαν, «cortigiana, illustre, cardinale», τὴν θεωρεῖ κατάλληλον διὰ τὰ ἄλλα εἴδη τοῦ λόγου, εὑρίσκει δὲ ὅτι δὲν ταὐτίζεται πρὸς οὐδεμίαν τῶν δεκατεσσάρων Ἰταλικῶν διαλέκτων. Ὁ Δάντης δὲν εἶναι ὁ πλάστης αὐτῆς, ἀλλ’ εἶναι ὁ πρῶτος ὅστις μετεχειρίσθη τὴν γλῶσσαν ταύτην εἰς τὸν πεζὸν λόγον καὶ εἰς ἔργον ἐπιστημονικοῦ χαρακτῆρος, ὡς τὸ Συμπόσιόν του, ἔνθα πραγματεύεται ζητήματα μεταφυσικῆς, φυσικῶν ἐπιστημῶν καὶ φιλοσοφίας. Καὶ ἐν τούτοις καὶ ἡ γλῶσσα αὐτή, ὡς ἡ ἰδική μας καθαρεύουσα, ἐπολεμήθη τόσον ὑπὸ τῶν σχολαστικῶν τῆς ἐποχῆς του, ὥστε ἐπὶ δύο σχεδὸν αἰῶνας ἔμεινεν ἀκαλλιέργητος. Διὰ τοῦτο κατὰ τὸ τέλος τοῦ 14ου αἰῶνος ὁ Sacchetti, ἐπ’ ἀφορμῇ τοῦ θανάτου τοῦ Βοκκακίου, ἐθρήνει μετ’ αὐτοῦ καὶ τὸν θάνατον τῆς νέας ταύτης Ἰταλικῆς γλώσσης. «Πῶς νὰ ἐλπίσῃ κανεὶς—ἔλεγεν—ὅτι θὰ ἀναστηθῇ πάλιν ὁ Δάντης, ἀφοῦ δὲν εὑρίσκεται σήμερον κανεὶς ὅστις νὰ δύναται νὰ τὸν ἀναγινώσκῃ;» Κατὰ τὰ τέλη ὅμως τοῦ 15ου αἰῶνος, παρὰ τὸ κρατοῦν ἀκόμη κλασσικὸν ρεῦμα, ἐδόθη νέα καὶ ἰσχυρὰ ὤθησις εἰς τὴν ἰταλικὴν λογοτεχνίαν διὰ τῆς πρωτοβουλίας τῶν ἡγεμόνων τῆς Ἰταλίας. Καταφανὴς τότε γίνεται ἡ ἐπίδρασις τῆς Λατινικῆς. Διὰ νὰ καταστῇ ἡ δημώδης Ἰταλικὴ κατάλληλον ὄργανον τῆς λογοτεχνίας ἐδανείσθη ἐκ τῆς Λατινικῆς εἰς τυπικὸν καὶ ὑλικὸν ἄφθονα τὰ πρὸς τοῦτο μέσα. «Μὴ νομίσῃ κανεὶς—λέγει ὁ Λανδῖνος εἰς τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ πρὸς τὸν Δάντην ὑπομνήματός του—μὴ νομίσῃ κανεὶς ὅτι δύναται νὰ εἶναι οὐ μόνον γλαφυρός, ἀλλὰ καὶ ἀνεκτὸς κἂν συγγραφεὺς εἰς τὴν γλῶσσαν ἡμῶν, ἂν μὴ ἀποκτήσῃ πρότερον ἀληθῆ καὶ τελείαν γνῶσιν τῆς Λατινικῆς. Ὅπως οἱ Ρωμαῖοι ἐπλούτιζον τὴν γλῶσσάν των ἐκ τῆς Ἑλληνικῆς, οὕτω καὶ ἡμεῖς θὰ καταστήσωμεν τὴν ἰδικήν μας πλουσιωτέραν, ἂν καθ’ ἑκάστην εἰσάγωμεν εἰς αὐτὴν νέας πάντοτε λέξεις λαμβανομένας παρὰ τῶν Ρωμαίων......» Ὡς πρὸς δὲ τὴν ἐξέλιξιν τῆς Γαλλικῆς εἰς τὴν σημερινὴν μορφήν της γνωρίζομεν ὅτι ὁ Γαλλικὸς λαὸς κατὰ τὸν 11ον αἰῶνα ἐλάλει γλῶσσαν τὴν ὁποίαν οἱ μὲν Ρωμαῖοι δὲν θὰ ἠδύναντο νὰ νοήσωσι, καίτοι ὑπῆρξε κόρη τῆς γλώσσης των, οἱ δὲ σημερινοὶ Γάλλοι, ἰδίως οἱ ἀγράμματοι, οὐδόλως τὴν ἐννοοῦν, ἂν καὶ εἶναι ἡ μήτηρ τῆς ὑπ’ αὐτῶν λαλουμένης. Διότι ἦτο γλῶσσα πτωχὴ καὶ ἀτελὴς καὶ ἀμόρφωτος—ἡ γλῶσσα ἐν τούτοις τῶν δημοτικῶν τραγουδιῶν των—ἥτις δὲν κατώρθου βεβαίως νὰ ἐξέλθῃ τῆς νηπιώδους αὐτῆς καταστάσεως, ἂν δὲν ἐπέστρεφεν εἰς τὴν πηγὴν ἐκ τῆς ὁποίας ἀπέρρευσε, τὴν Λατινικήν, καὶ δὲν ἀνεβαπτίζετο εἰς τὰ γραμματικὰ αὐτῆς νάματα. Ἡ πρὸς τοῦτο ὤθησις ἐδόθη κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς ἀναγεννήσεως ὑπὸ ἀνδρῶν οἵτινες εἶχον ἐμποτισθῆ τὸ πνεῦμα τῆς κλασσικῆς ἀρχαιότητος. Πρῶτος ὁ Du Bellay ἐξαπέλυσε πρὸς τοὺς Γάλλους ἐν ἔτει 1549 ἐνθουσιώδη πρόσκλησιν πρὸς ἄμυναν καὶ πλουτισμὸν τῆς γλώσσης των. «Ἄν ἡ γλῶσσά μας— λέγει—εἶναι πτωχοτέρα καὶ τῆς Λατινικῆς καὶ τῆς Ἑλληνικῆς, δὲν πρέπει νὰ ἀποδοθῇ τοῦτο εἰς τὴν φύσιν αὐτῆς, ἀλλ’ εἰς τὴν ἀμάθειαν καὶ τὴν ἀφροντισίαν τῶν προγόνων μας, οἵτινες τὴν ἐγκατέλιπον ἐπὶ μακρὸν χρόνον τόσον πτωχὴν καὶ γυμνήν, ὥστε νὰ ἔχῃ ἀνάγκην καλλωπισμοῦ καὶ οὕτως εἰπεῖν πτερῶν ἀλλοτρίων». Τοὺς προτρέπει δὲ ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ νὰ μιμηθῶσι τοὺς Ρωμαίους καὶ ὅπως ἐκεῖνοι προσέτρεξαν εἰς τὴν Ἑλληνικήν, οὕτω καὶ αὐτοὶ νὰ πράξωσι προστρέχοντες πρὸς πλουτισμὸν αὐτῆς εἰς τοὺς θησαυροὺς οὐ μόνον τῆς Λατινικῆς, ἀλλὰ καὶ τῆς Ἑλληνικῆς ἀκόμη. «Ἐκεῖ—ἀναφωνεῖ πρὸς αὐτοὺς—ἐκεῖ λοιπόν, Γάλλοι. Βαδίσατε θαρραλέως πρὸς τὴν ὑπέροχον Ρώμην καὶ ἐκ τῶν λαφύρων ἐκείνης κοσμήσατε τοὺς ναοὺς καὶ βωμούς σας... Ὁρμήσατε πρὸς τὴν Ἑλλάδα. Συλήσατε ἀσυνειδήτως τοὺς ἱεροὺς θησαυροὺς τῶν Δελφῶν, ὡς ἐπράξατε ἄλλοτε, καὶ μὴ φοβεῖσθε τὸν βωβὸν ἐκεῖνον Ἀπόλλωνα, τοὺς ψευδεῖς χρησμούς του καὶ τὰ ἀστόμωτα βέλη του. Ἐνθυμηθῆτε τὴν παλαιὰν Μασσαλίαν σας, τὸν γαλατικὸν Ἡρακλέα σας, ὅστις ἔσυρεν ὄπισθέν του τοὺς λαοὺς ἐκ τῶν ὤτων δι’ ἁλύσεως προσδεδεμένης εἰς τὴν γλῶσσάν του....» Οὕτως εἰργάσθησαν ὅλοι οἱ διάσημοι Γάλλοι συγγραφεῖς Rabelais, Calvin, Ronsard, Montaigne, Malherbe καὶ λοιποὶ μεγάλοι ἀληθῶς πρόδρομοι τῶν μεγάλων συγγραφέων καὶ λογοτεχνῶν τοῦ 17ου αἰῶνος, τοῦ χρυσοῦ τούτου διὰ τὴν Γαλλικὴν γλῶσσαν αἰῶνος. Καὶ ἡ γλῶσσα αὐτὴ εἶναι ἡ καθαρεύουσα Γαλλική, ἡ γλῶσσα τὴν ὁποίαν ὁ Γαλλικὸς λαὸς δὲν λαλεῖ, ἀλλὰ τὴν ὁποίαν καὶ λαλεῖ καὶ γράφει κατὰ κανόνα μόνον ἡ μορφωμένη τάξις τῆς Γαλλικῆς κοινωνίας. Ἀλλὰ καθ’ ἣν ἐποχὴν ἐν τῇ Δύσει συνέβαινον ταῦτα, παρ’ ἡμῖν ἄλλως ἐξειλίσσοντο τὰ πράγματα. Ἕνεκα τῆς ρώμης καὶ τῆς ζωῆς τοῦ Βυζαντινοῦ Κράτους καὶ τῆς ἀκμῆς ὁπωσδήποτε τῶν τεχνῶν καὶ τῶν γραμμάτων δὲν προέκυψαν ἐκ τῶν βαρβαρικῶν τούτων ἐγκαταστάσεων παρ’ ἡμῖν νέοι λαοί, οὐδ’ ἐγεννήθησαν νέαι γλῶσσαι. Διὰ τοῦτο τὸ Ἑλληνικὸν Ἔθνος διετήρησεν οὐ μόνον τὴν ἐθνικήν του ὑπόστασιν, ἀλλὰ καὶ τὴν ταυτότητα τῆς γλώσσης, τῆς ὁποίας ἡ μορφὴ ἐν ταῖς γενικαῖς αὐτῆς γραμμαῖς διασώζει τὸν γραμματικὸν τύπον τῶν κλασσικῶν χρόνων. Ἡ μητρικὴ γλῶσσα! Ἀλλὰ γνωρίζετε ἆρά γε ποία εἶναι ἡ γλῶσσα τὴν ὁποίαν ἀντὶ τῆς καθαρευούσης θέλουν νὰ εἰσαγάγουν εἰς τὰ σχολεῖά μας; Γλῶσσα τῆς ὁποίας ἡ Γραμματικὴ δὲν κατέστη δυνατὸν νὰ συνταχθῇ ἀκόμη...
§309Α. ΠΡΑΝΤΟΥΝΑΣ. Οὐδὲ θὰ συνταχθῇ ποτέ.
§310ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Ἠμπορεῖ νὰ ἔχουν Γραμματικὴν τὰ καραγκούνικα;
§311Μ. ΚΑΒΑΛΙΕΡΑΤΟΣ. Τόση εἶναι ἡ πολυτυπία καὶ ἀκαταστασία της. Διότι εἶναι σύμφυρμα ξενισμῶν καὶ ἰδιωτισμῶν, ὥστε δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συναχθοῦν ἐξ αὐτῆς σταθεροὶ γραμματικοὶ κανόνες. Καὶ ἀπεπειράθησαν εἰς διαφόρους περιστάσεις νὰ πράξωσι τοῦτο καὶ ξένοι καὶ Ἕλληνες. Ὁ Περνώ, ὁ Ρουσέλ (αὐτὸς μάλιστα τώρα τὴν κατασκευάζει), ὁ Γιῶργος τοῦ Κώστα τοῦ Ροντάκη «ποὺ ἔχει τὸ κατατόπι του στὴν Πόλη», ὁ Φιλήντας καὶ εἴ τις ἄλλος. Καίτοι φοβοῦμαι ὅτι θὰ προκαλέσω τὰς διαμαρτυρίας τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, διότι πιθανὸν νὰ μοὶ ἀντιτάξῃ ὅτι δὲν πρόκειται νὰ χρησιμοποιηθῇ τοιαύτη γλῶσσα, δὲν ἀντέχω ἐν τούτοις εἰς τὸν πειρασμὸν τοῦ νὰ σᾶς ἀναφέρω περικοπάς τινας ἐκ τῶν Γραμματικῶν τούτων. Ἀρχίζει λοιπὸν ἡ Γραμματικὴ τοῦ Ροντάκη ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Τὰ ψηφιὰ τῆς γλώσσας μας, ποὺ παρασταίνουν ὅλες τὲς στοιγειακὲς φωνές, εἶναι 25. Ψηφὶ λέγεται ἐκεῖνο τὸ σημάδι ποὺ παρασταίνει μιὰ στοιγειακὴ φωνή, ποὺ λέγεται ἦχος». Καὶ προχωρεῖ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον εἰς γλῶσσαν πρωτάκουστον καὶ ἐν τοῖς πλείστοις ἀκατάληπτον. Τὸ φωνήεντο τοῦ φωνήεντου, τὸ πνέμα τοῦ πνεμάτου, τοῦ αἱμάτου, τοῦ γαλάτου, τοῦ κρεάτου. Ἀλλὰ τὸ κρέας λέγεται καὶ κριάσι, τοῦ κριασιοῦ, τὰ κριάσια. Τὸ φῶς τοῦ φωσιοῦ, τὰ φώσια. Τὸ ζῶ, τοῦ ζοῦ, τὰ ζά, ἐκ τῶν ζῶν, ζῆσε, γέρο μου, νὰ κάνῃς γλέντι. Θὰ σᾶς ἀναγνώσω τώρα καὶ ἕνα κανόνα, τὸν κανόνα τῆς ἐκθλίψεως, διὰ νὰ ἐννοήσετε τὴν γλωσσικήν του νοοτροπίαν. «Ὅταν μιὰ λέξη τελειώνει σὲ φωνήεντο καὶ ἡ κατοπινή της ἀρχίζει ἀπὸ φωνήεντο, τότες ἡ δυνατὴ φωνὴ καταπίνει τὴν ἀδύνατη καὶ στὸν τόπο της μπαίνει τὸ ψηλὸ σημάδι, ποὺ ἐδῶ ὀνομάζεται ἀπόβγαλμα!» Ἐκαταλάβετε τίποτε; Ἀλλ’ ὁ καϋμένος ὁ Ροντάκης, δι’ ἄγνωστον λόγον, δὲν κατώρθωσε νὰ ἔχῃ τὴν εὔνοιαν τοῦ Πατριάρχου τῶν χυδαϊστῶν καὶ διὰ τοῦτο οὔτε εἰς τὸ Δελτίον τοῦ Ὁμίλου ἔγινε ποτὲ τὸ μνημόσυνόν του οὔτε ηὐτύχησεν, ὡς ἄλλοι, νὰ ἴδῃ τὸ ὄνομά του μὲ λατινικοὺς χαρακτῆρας εἰς καμμίαν Γαλλικὴν ἐφημερίδα. Τῆς εὐμενείας καὶ ἐκτιμήσεως αὐτοῦ ἔτυχεν ἄλλος γραμματικός, ὁ συγγραφεὺς τῆς Γραμματικῆς «τῆς Ρωμαίικης γλώσσας» κ. Μένος Φιλήντας, ὅστις μάλιστα, εἰς πίστωσιν τῆς ἀξίας του, εἶναι καὶ διωρισμένος εἰς τὸ Διδασκαλεῖον καθηγητὴς τῆς Γλωσσολογίας! Περὶ αὐτοῦ διὰ μακρῶν ὡμίλησα ἄλλοτε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Διὰ τοῦτο, ἂν καὶ ἡ Γραμματικὴ αὐτὴ εἶναι εὐθυμίας θησαυρὸς ἀδαπάνητος, θὰ παρέλθω ταύτην ἐπιτροχάδην, περιοριζόμενος εἰς μερικὰ ἐξ αὐτῆς δείγματα, πάντοτε ἀρκετὰ διὰ νὰ προκαλέσωσι τοὺς γέλωτας τῆς Συνελεύσεως. Σημειώσατε ὅτι ὁ Φιλήντας εἶναι ὁ ἠγαπημένος μαθητὴς ἐν ᾧ ηὐδόκησεν ὁ Ψυχάρης. Διὰ τοῦτο δὲ καὶ αὐτὸς πρὸς αὐτὸν προσφωνεῖ τὴν δίτομον γραμματικὴν παραφροσύνην του διὰ τῆς ἑξῆς ἀφιερώσεως: «Ψυχάρει τῷ τῶν Ἑλλήνων Εὐεργέτῃ. Τὰ σὰ ἐκ τῶν σῶν σοὶ προσφέρομεν». Τὸν πρόλογόν του ἀρχίζει λέγων ὅτι «ὁ κάθε ἄνθρωπος, ποὺ νοιώθει τὸν ἀνθρωπισμό του, ἔχει χρέος νὰ δουλεύῃ γιὰ τοῦ Ἔθνους του τὴν προκοπή· ἀλλοιῶς δὲ γίνεται· ἀλλοιῶς δὲν πάει ὀμπρὸς ἡ ἀνθρωπότη». Καί, φυσικά, διὰ τὴν πρόοδον τῆς ἀνθρωπότητος θὰ ἔγραφεν ἀσφαλῶς καὶ ὁ Φιλήντας τὴν Γραμματικήν του. Τὰ φωνήεντα καὶ τὰ σύμφωνα ὀνομάζονται παρὰ τοῦ Φιλήντα «φτόγγοι ἄτριφτοι καὶ τριβόμενοι». Καὶ διαπράττει περὶ αὐτῶν τὸν ἀκόλουθον χαριτωμένον ἀληθῶς κανόνα: «Ὅταν κάποιος ἄτριφτος φτόγγος (ξὸν ἀπὸ τὸν α) προφερθῇ μονοσυλλαβὶς μὲ ἕναν ἄλλον ἄτριφτον δυνατώτερό του, δὲν εἶναι πιὰ σωστὸς ἄτριφτος, μὰ οὔτε καὶ ὅλως διόλου τριβόμενος γίνεται. Ἔτσι γεννιοῦνται ἕνα εἶδος μεστοὶ φτόγγοι, ἀνάμεσα ἄτριφτο καὶ τριβάμενο ποὺ τοὺς λέμε... μισότριβους». (Γέλωτες). Ἂν ἔχῃ κανεὶς ἐξ ὑμῶν τὴν ἐλαχίστην ἀμφιβολίαν, ἔχω ἐδῶ πρόχειρον τὸ γραμματικὸν αὐτὸ τερατούργημα.
§312Δ. ΜΑΡΓΕΤΗΣ. Αὐτὴ ἡ Γραμματικὴ θὰ εἰσαχθῇ εἰς τὸ Σχολεῖον;
§313Μ. ΚΑΒΑΛΙΕΡΑΤΟΣ. Πολὺ τὸ φοβοῦμαι. Ἀφοῦ οἱ κηδεμονεύοντες σήμερον τὴν Ἐκπαίδευσιν ψευδοδημοτικισταὶ ὄχι μόνον τὴν διεφήμισαν διὰ τοῦ περιοδικοῦ των, ἀλλὰ καὶ τὸν δράστην αὐτῆς ἐτίμησαν διὰ διορισμοῦ εἰς τὸ Διδασκαλεῖον. Διατί δὲν θὰ διαπράξουν καὶ τοῦτο;
§314Δ. ΜΑΡΓΕΤΗΣ. Πάρετε τὰ βιβλία τὰ ὁποῖα ἔχουν εἰσαχθῆ καὶ αὐτὰ νὰ μᾶς διαβάσετε.
§315Μ. ΚΑΒΑΛΙΕΡΑΤΟΣ. Μὴ ἀνυπομονῆτε. Καθένα μὲ τὴν σειράν του. Θὰ ἔλθω καὶ εἰς αὐτὰ ἀργότερα, διότι θὰ ἀποτελέσουν τὰ ἐπιδόρπια. Ἀλλὰ πρέπει νὰ σᾶς δώσω ἕνα ἀκόμη μεζὲν ἀπὸ τὴν γραμματικὴν αὐτὴν πανδαισίαν. Ἀπὸ τὰ τριβάμενα λοιπόν, δηλ. τὰ σύμφωνα, τὰ β, δ, θ κλπ. λέγονται ξακλουθητικά, ψουφουριστὰ δέ, δηλ. ἠχηρά, «ὅσα προφέρνουμε τσιτώνοντας τὴ χαραμάδα τοῦ λάρυγγα, ποὺ νὰ σχηματίζῃ γλωσσίδι καὶ βγαίνοντας ὁ ξανασασμός μας νὰ ταράζῃ τὲς ἀπὸ δῶ κι’ ἀπὸ κεῖ φωνητικὲς κόρδες γιὰ νὰ γεννιέται ἦχος». (Γέλωτες). Διαιρεῖ δὲ τὰ τριβόμενα «κατὰ τὰ στοματήσια κατατόπια, ποὺ τὰ μορφώνουνε σὲ μπροστινὰ τριβόμενα, μεσιανὰ τριβόμενα καὶ πισινὰ τριβόμενα. (Παρατεταμένοι γέλωτες).
§316Β. ΚΑΡΑΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ. Ἤθελον νὰ μάθω πῶς λέγονται αὐτὰ εἰς τὴν καθαρεύουσαν.
§317Μ. ΚΑΒΑΛΙΕΡΑΤΟΣ. Δὲν ἔχει οὔτε μπροστινὰ οὔτε πισινὰ ἡ καθαρεύουσα. (Ἱλαρότης). Τώρα ἂν θέλετε νὰ μάθετε περισσότερα διὰ τὰ περίφημα αὐτὰ πισινὰ καὶ μπροστινὰ τοῦ κ. Φιλήντα, πρέπει νὰ τὰ μελετήσετε ἰδιαιτέρως. Ἐγὼ δὲν θὰ τὰ θίξω περισσότερον. Θὰ παραιτηθῶ μάλιστα καὶ πάσης περαιτέτω ἀσχολίας ἐπὶ τῶν γραμματικῶν αὐτῶν παραληρημάτων, διότι ἡ λεπτολόγος αὐτῶν ἔρευνα κατὰ τὴν ὥραν ταύτην τοῦ ἔτους εἶναι ἐξαιρετικῶς ἐπικίνδυνος. Ἡ γλωσσικὴ ὑφή των παρέχει τόσῳ κωμικὴν τὴν ἐμφάνισιν, ὥστε εἶναι φόβος μήπως ὠθήσῃ τὸν γέλωτα μέχρις ἀποπληξίας. Ἄλλως τε τὸ βιβλίον τοῦτο δὲν εἰσήγαγον ἀκόμη εἰς τὸ Σχολεῖον, διότι εἶχε τοσοῦτον διασυρθῆ, ὥστε δὲν εἶχον αὐτὸ τὸ θάρρος. Βραδύτερον δὲν εἶναι ἀπίθανον νὰ γίνῃ καὶ τοῦτο. Αἱ σημεριναὶ περιστάσεις εἶναι ἐνθαρρυντικαὶ διὰ πᾶν πραξικόπημα. Ἔνδειξιν τούτου παρέχει ἡ παρουσία τοῦ συγγραφέως του εἰς τὴν Ἀκαδημίαν, ὅπου, κεκλεισμένων τῶν θυρῶν διὰ τὸν φόβον τῶν βεβήλων, ὑπὸ τύπον διαλέξεων τελεῖται ἡ μύησις τῶν δημοδιδασκάλων εἰς τὰ γλωσσικὰ αὐτὰ Ἐλευσίνια.
§318Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Ἐμένα μὲ ἐκάλεσαν.
§319Μ. ΚΑΒΑΛΙΕΡΑΤΟΣ. Πολὺ φυσικά. Διότι σεῖς εἶσθε πρὸ πολλοῦ μεμυημένος καὶ μάλιστα ἐκ τῶν συντελεστῶν τῶν γλωσσικῶν τούτων ὀργίων.
§320Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Δὲν μοῦ καταγινώσκετε διὰ τοῦτο ἀμάθειαν ἢ ἡμιμάθειαν.
§321Μ. ΚΑΒΑΛΙΕΡΑΤΟΣ. Κάθε ἄλλο. Ἄλλως τε κατὰ γενικὸν κανόνα οἱ παρόντες πάντοτε ἐξαιροῦνται. Ἐξαιρεῖσθε λοιπὸν καὶ σεῖς καὶ ὅλοι ἐκεῖνοι οἱ συνάδελφοι ὅσοι ἔχουν ὁπωσδήποτε πειραχθῆ ἀπὸ τὰ γλωσσικὰ ταῦτα δαιμόνια. Σεῖς — διὰ νὰ σᾶς εἴπω τὴν περὶ ὑμῶν γνώμην μου — μοὶ παρέχετε μόνον τὴν ἐντύπωσιν τῶν παραδόξων ἐκείνων ἰατρῶν οἱ ὁποῖοι ἐπιλαμβάνονται τῆς θεραπείας παντὸς ἀσθενοῦς, χωρὶς νὰ εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ κάμουν διάγνωσιν τῆς παθήσεώς του καὶ οἱ ὁποῖοι ἐν τούτοις ἔχουν τὸ θάρρος νὰ προσφέρουν εἰς αὐτὸν φάρμακα τὰ ὁποῖα, ἂν ἐλάμβανε, νίψου καὶ ἀποφάγαμε....
§322ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Εἶσθε λοιπὸν δημοτικιστής;
§323Μ. ΚΑΒΑΛΙΕΡΑΤΟΣ. Δημοτικιστὴς ἀληθὴς καὶ ἀνεπιτήδευτος. Διότι εἶμαι εἰλικρινὴς ὑπέρμαχος τῆς κοινῶς ἐν Ἑλλάδι λαλουμένης γλώσσης. Ἐνῷ ἐκεῖνοι ποὺ θορυβοῦν τάχα ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς, θεωροῦντες ὡς τοιαύτην ἢ τὸ ἰδικόν των γλωσσικὸν κατασκεύασμα ἢ τὸ ἀγοραῖον ἐκεῖνο σύμφυρμα γλωσσικῶν στοιχείων πάσης προελεύσεως καὶ χυδαιότητος, εἶναι σχολαστικοὶ τοῦ χειροτέρου εἴδους, διότι εἶναι σχολαστικοὶ ἐκ τῆς ἀντιθέτου πλευρᾶς. Οἱ ἀντίποδες ἀκριβῶς τοῦ μακαρίτου Μυστριώτου... Ἔλεγον λοιπὸν ὅτι δὲν εἶναι ἀπίθανον νὰ εἰσαχθῶσιν εἰς τὰ σχολεῖα οἱ γραμματικοὶ ἐξωφρενισμοὶ τοῦ κ. Φιλήντα, ἀφοῦ οἱ ἰθύνοντες σήμερον τὰ τῆς Ἐκπαιδεύσεως ἐπόπται ἔχουν τοιαύτην ὑπόληψιν πρὸς τὴν γλωσσολογικὴν ἰδιοφυΐαν του, ὥστε τὸν μεταχειρίζονται εἰς τὰς πρὸς τοὺς δημοδιδασκάλους διαλέξεις των, ὄχι μόνον ὡς ἐξηγητὴν τῆς φρενολογικῆς ταύτης παραπληξίας των, ἀλλὰ καὶ ὡς πλάστην τῶν τεχνικῶν ὅρων τοὺς ὁποίους χρειάζεται διὰ νὰ συμπληρωθῇ ἡ περίφημος αὕτη γλῶσσα. Μοὶ ἔλεγε διδάσκαλος ἐκ τῶν μετεχόντων τῶν διαλέξεων τούτων ὅτι ὁ κ. Γληνὸς — εἶναι παρὼν ἐδῶ καὶ δι’ αὐτὸ τὸ ἀναφέρω — ὑπεστήριξεν ὅτι πρέπει ἀπαραιτήτως νὰ διασκευασθῶσιν ἐπὶ τὸ δημωδέστερον καὶ ὅλοι οἱ τεχνικοὶ ὅροι ἀντικαθιστάμενοι ἢ διὰ ταυτοσήμων δημοτικῶν λέξεων ἢ δι’ ἄλλων ἀναλόγων τῆς ἰδίας αὐτῶν κατασκευῆς. Καὶ ἠγέρθη τότε μεταξὺ αὐτοῦ καὶ διαφόρων διδασκάλων ἡ ἀκόλουθος χαριτωμένη στιχομυθία, εἰς τὴν ὁποίαν πάντοτε, ὡς διαιτητὴς τρόπον τινά, ἀνεμιγνύετο ὁ Μελαγγροινοῦ δόξαν ζηλώσας κ. Φιλήντας. «Πῶς θὰ ὀνομασθῇ, ἠρώτησε κάποιος, τὸ ἐκκρεμές;» Καὶ ἀπήντα ὁ περίφημος αὐτὸς λογομάγειρος «κρεμαστὸ βαρίδι ἢ κρεμαστάρι!» Ἄλλος ἠρώτησε περὶ τῶν ζωνῶν τῆς εὐκράτου, τῆς διακεκαυμένης καὶ τῆς κατεψυγμένης καὶ ἐδόθη ἡ πρόχειρος ἀπάντησις «δροσερὸ ζουνάρι, καυτὸ ζουνάρι καὶ κρύο ζουνάρι!» Αὐτὰ ἠκούσθησαν πρὸ ἡμερῶν εἰς τὴν Ἀκαδημίαν καὶ παραδόξως ἡ στέγη αὐτῆς παρέμεινεν εἰς τὴν θέσιν της! Τὴν ἀκρίβειαν τούτων πιστοποιῶ, ὡς ἐὰν ἐξ ἰδίας μου ἀντιλήψεως τὰ ἐγνώριζον. Καὶ ἐξηκολούθησε τότε ἡ ἀξία ἀθανασίας ἐρωταπόκρισις αὕτη: Πῶς θὰ λέγωνται οἱ ἱππικοὶ ἀγῶνες; Ἀγῶνες ἀλογίσιοι! Καὶ τὸ ἱπποδρόμιον; Ἀλογοπιλάλα! Καὶ τὸ ποδήλατον; Σιδεράλογο! Τὸ ποδηλατοδρόμιον; Σιδεραλογοτρεχάλα! Ἡ πυγμαχία; Γροθοπατινάδα!... καὶ τράβα κορδέλλα.
§324ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Καὶ τὸ φρενοκομεῖον;
§325Μ. ΚΑΒΑΛΙΕΡΑΤΟΣ. Πῶς ἄλλως ἢ ἐποπτικὴ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας, ἀφοῦ ἐκεῖ ἐκμαιεύεται ἡ γλωσσικὴ αὕτη παραφροσύνη... Ἀλλ’ ἂς ἀφήσωμεν ἥσυχα καὶ τὰ βαρίδια τοῦ κ. Γληνοῦ καὶ τὰ κρεμαστάρια τοῦ κ. Φιλήντα καὶ ἂς ἐξετάσωμεν δι’ ὀλίγων τὴν ἐν χρήσει γραμματικὴν διδασκαλίαν των. Διότι ἀπετόλμησαν ἀκόμη τὸν ἡράκλειον ἀληθῶς ἆθλον τῆς συντάξεως Γραμματικῆς τῆς γλώσσης των. Καὶ πῶς νὰ τολμήσουν! Ἡ ἀκαταστασία της εἶναι ὡς τῆς τρελλῆς τὰ μαλλιά. Πολυειδὴς καὶ πολύμορφος, ὡς ἐκ τῆς προελεύσεώς της, διότι εἶναι μωσαϊκὸν ξένων, ἰδιωματικῶν καὶ παρεφθαρμένων λέξεων, παρουσιάζει τοιαύτην πολυτυπίαν καὶ παρέχει τοιαύτην σύγχυσιν, ὥστε ἐκεῖνος ὅστις ἀποπειρᾶται τοιοῦτον τόλμημα εὑρίσκεται πάντοτε εἰς τὴν θέσιν εἰς τὴν ὁποίαν εὑρέθη ἡ Μήτηρ τῆς Σελήνης, ὅταν αὕτη ἐζήτησε παρ’ ἐκείνης νὰ τῇ ὑφάνῃ χιτώνιον σύμμετρον. «Καὶ πῶς, ἡ τάλαινα Μήτηρ διαποροῦσα ἠρώτα, καὶ πῶς σύμμετρον ὑφήνω; Νῦν γὰρ ὁρῶ σε πλησιφαῆ, εἶτα μηνοειδῆ, αὖθις δὲ καὶ ἀμφίκυρτον». Διὰ τοῦτο δὲν παρεσύρθησαν αὐτοὶ εἰς τὸ ἐπικίνδυνον τοῦτο ἐγχείρημα. Ἄλλως τε καὶ ὡς φρόνιμοι ἄνθρωποι ἔχουν πάντοτε ὑπ’ ὄψιν των καὶ τὸν μῦθον τῆς ἀλώπεκος καὶ τοῦ λέοντος. Ἡ συμφορὰ τοῦ ὄνου ὑπῆρξε δι’ αὐτοὺς τὸ ρεζίλευμα τοῦ κ. Φιλήντα. Ἀλλ’ εὑρίσκοντο καὶ ἐνώπιον διλήμματος φοβεροῦ. Τί νὰ κάμουν! Νὰ ὁμολογήσουν ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συνταχθῇ ἡ Γραμματικὴ τῆς γλώσσης ταύτης; Ἀλλὰ θὰ τοῖς παρετήρουν τότε καὶ αὐτοὶ ἀκόμη οἱ ἀπομωρανθέντες ἐκ τῶν περὶ τῆς μητρικῆς γλώσσης θεωριῶν των: Τί γλῶσσα λοιπὸν εἶναι αὐτή, ἀφοῦ δὲν ἔχει Γραμματικήν! Νὰ συντάξουν ὁπωσδήποτε μίαν τοιαύτην; Ἀλλὰ παίζει ὁ κασιδιάρης τὸ κλωτσοσκοῦφι; Ἠναγκάσθησαν λοιπὸν νὰ ἐκδώσουν πενιχρά τινα φυλλάδια, περιέχοντα προχείρους πρὸς τοὺς διδασκάλους ὁδηγίας περὶ τῆς γραμματικῆς διδασκαλίας τῆς γλώσσης ταύτης. Φέρε δὴ ἐξετάσωμεν νῦν καὶ τὰς περιπύστους ταύτας φυλλάδας, ἐκ τῶν ὁποίων σωροὶ ἐγκαταλελειμμένοι κατάκεινται ἀνὰ τοὺς διαδρόμους τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας εἰς τὴν διάκρισιν τοῦ τυχόντος. Ἐν πρώτοις καταργοῦν τὰς τρεῖς γνωστὰς κλίσεις τῶν ὀνομάτων, σύμφωνα δὲ μὲ τὸ γένος αὐτῶν δημιουργοῦν τρεῖς ἄλλας, τὴν πρώτην διὰ τὰ ἀρσενικά, τὴν δευτέραν διὰ τὰ θηλυκὰ καὶ τὴν τρίτην διὰ τὰ οὐδέτερα. Τοιουτοτρόπως οἱ συντάκται τῆς Γραμματικῆς αὐτῆς εἶναι τῆς πρώτης κλίσεως, ἡ τρέλλα ὑπὸ τῆς ὁποίας κατελήφθησαν τῆς δευτέρας καὶ τὸ Δρομοκαΐτειον, τὸ ὁποῖον ἐλπίζω ὅτι τοὺς ἀναμένει, τῆς τρίτης. Ἔπειτα κλίνουν ὡρισμένα ὀνόματα, ὡς π. χ. τὰ περιβολάρης, καφές, ψωμᾶς ἐκ τῆς πρώτης κλίσεως—τὰ βρύση, νύφη, ἀλεποῦ ἐκ τῆς δευτέρας—καὶ τὰ τραγούδι, σίδερο, πρόσωπο ἐκ τῆς τρίτης. Καὶ ἀρχίζει τότε ἀληθὲς πανδαιμόνιον. Προσπαθοῦν κατὰ τὸν τύπον τούτων νὰ κλίνωσιν ὅλα τὰ ὑπαγόμενα εἰς τὰς κλίσεις ταύτας ὀνόματα. Ἄρχονται λοιπὸν αἱ ἀτελεύτητοι ἐξαιρέσεις, διότι, ὡς ἐκ τῆς μεγίστης φθογγολογικῆς καὶ τυπικῆς ποικιλίας τῆς γλώσσης ταύτης, ἕκαστον σχεδὸν ὄνομα ἔχει καὶ ἰδικάς του πτωτικὰς καταλήξεις. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἡ Γραμματική των, ἕνεκα τῆς ἀκαταστασίας τῆς γλώσσης των, δὲν εἶναι συλλογὴ κανόνων αὐτῆς, ἀλλὰ κυκεὼν ἐξαιρέσεων. Κατὰ τὸ πατέρας ἐπὶ παραδείγματι πρέπει νὰ κλιθῶσιν ὁ ἄντρας, ὁ μῆνας, ὁ μάστορας, ὅπερ καὶ μάστορης λέγεται. Ἀλλ’ αὐτὰ ἔχουν καὶ ἄλλους τύπους: Ὁ μάστορας τοῦ μάστορα καὶ μαστόρου, οἱ μαστόροι. Ὁ μῆνας, τοῦ μῆνα καὶ τοῦ μηνός. Οἱ μῆνες καὶ οἱ μῆνοι. Ὁ ἄντρας τοῦ ἄντρα, τοῦ ἀντρὸς καὶ τοῦ ἀντροῦ. Οἱ ἄντροι καὶ ἄντρες. Τοῦ ἀντροῦ σου ράψε δυὸ βρακιά, ὡς λέγει καὶ τὸ γνωστὸν δημῶδες. Ὁ ψάλτης, οἱ ψάλτες, οἱ ψαλτάδες καὶ οἱ ψάλτηδες...Ἀλλὰ θέλετε νὰ παρατείνω τὴν ἀηδίαν αὐτήν, ὥστε νὰ φθάσῃ μέχρις ἐμέτου; Ἐκ τοῦ ὄνυχος αὐτοῦ δύνασθε ἄλλως τε νὰ κρίνετε περὶ τοῦ γραμματικοῦ τούτου λέοντος. Καὶ πρέπει νὰ σημειωθῇ ὅτι διὰ τῶν φυλλάδων τούτων δὲν ἔδωκαν, ὡς ὁμολογοῦσιν, ὁλόκληρον τὸν μηχανισμὸν τῆς γλώσσης ταύτης, ἀλλὰ μόνον τὸ κανονικὸν αὐτοῦ μέρος, ἐπιφυλαχθέντες νὰ δώσωσι τοῦτον εἰς τὰς ἀνωτέρας τάξεις!! Ἀλλὰ φαντάζεσθε τί ἔχει νὰ γίνῃ τότε —γλωσσικὴ ἀναρχία σωστή—ἀφοῦ τὸ κανονικὸν τῆς Γραμματικῆς αὐτῆς μέρος παρουσιάζει τοιαύτην σύγχυσιν, ὥστε τῆς αὐτῆς λέξεως νὰ προβάλλωσι πέντε καὶ ἕξ διάφοροι τύποι πολλάκις. Ἤρχοντο καὶ ἔρχονταν καὶ ἐρχόντανε καὶ ἐρχόντουσαν. Εἶναι αὐτὴ λοιπὸν ἡ ὀνειροποληθεῖσα Γραμματικὴ τῆς μητρικῆς γλώσσης; Ἡ Γραμματικὴ διὰ τῆς ὁποίας θὰ ρυθμίζεται ἡ γλῶσσα τῶν σχολικῶν βιβλίων καὶ τῶν συνθετικῶν ἀσκήσεων; Κύριε τῶν Δυνάμεων!! Ὥστε αἱ ἐπελθοῦσαι τελευταίως ἀνατροπαὶ δὲν εἶχον περιωρισμένην τὴν ἔκτασιν. Ἐπεξετάθησαν καὶ εἰς τὴν βασιλείαν τῆς λογικῆς καὶ ἀνέτρεψαν καὶ τὴν δυναστείαν τῆς ἐπιστήμης. Διὰ τοῦτο καὶ ἡ Γραμματικὴ δὲν εἶναι πλέον ἡ τέχνη τοῦ ὀρθῶς λαλεῖν, ἀλλὰ τοῦ λαλεῖν εἰκῆ καὶ ὡς ἔτυχε. Διὰ τοῦτο καὶ τοὺς κανόνας της δὲν ἀρύεται πλέον ἀπὸ τὴν καθαρὰν γλῶσσαν τῶν μορφωμένων τάξεων τῆς κοινωνίας τῆς Ἑλληνικῆς, ἀλλ’ ἀντλεῖ ἀπὸ τοῦ τραυλίζοντος στόματος τοῦ συρφετοῦ τῶν τριόδων! Καὶ αὐτὴ λέγεται γλῶσσα μητρική! Συντάξατε λοιπὸν τὸ σχολικὸν βιβλίον εἰς τὴν περίφημον ταύτην μητρικὴν γλῶσσαν καὶ θὰ ἴδητε ὅτι θὰ δεσμεύσετε τὴν διανοητικὴν φύσιν τοῦ μαθητοῦ, διότι θὰ περιαγάγητε αὐτὸν εἰς θέσιν οἰκοσίτου χηνὸς ἐγκεκλεισμένης ἐντὸς ὀρνιθῶνος, τοῦ ὁποίου τὸν χῶρον πληροῦσι δυσωδία μόνον καὶ σκύβαλα, χωρὶς ποτε νὰ κατορθώσῃ ν’ ἀποσπασθῇ τῶν συνήθων διανοητικῶν ἀσχολιῶν τῆς οἰκιακῆς ζωῆς, νὰ ἐξέλθῃ εἰς τὸν ἀέρα τὸν καθαρὸν καὶ ἐλεύθερον καὶ νὰ πτερυγίσῃ εἰς εὐρυτέρους ὁρίζοντας γνώσεων, εἰς κόσμους γενικωτέρας ἀντιλήψεως καὶ μορφώσεως. Δεύτερον εἰς αὐτοὺς ἐπιχείρημα κατὰ τῆς καθαρευούσης παρέχει ἡ Ἑλληνικὴ διγλωσσία! Πρωτοφανὴς κατ’ αὐτοὺς εἰς τὸν κόσμον κατάστασις, ἥτις ἐπήνεγκεν εἰς τὸ Ἔθνος δύο συγχρόνως μεγάλα κακά: Διότι ἠμπόδισεν οὐ μόνον τὴν πνευματικὴν ἀνάπτυξιν, ἀλλὰ καὶ τὴν πολιτικὴν ἐξάπλωσιν τοῦ Ἔθνους. Εἰς αὐτὴν ἐν ἄλλαις λέξεσιν ἐπιρρίπτουσι τὴν παρατηρουμένην παρ’ ἡμῖν ἔλλειψιν δημιουργικοῦ πνεύματος, ἥτις χαρακτηρίζει τὴν σημερινὴν γενεὰν τῶν λογίων μας. Ἀλλ’ εἰς αὐτὴν ἀποδίδουσιν ἀκόμη καὶ τὸ φαινόμενον ὅτι δὲν ἀπερροφήθησαν ὑπὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους οἱ ξένοι λαοὶ τῆς Ἀνατολῆς, ἐνῷ ὑπὸ τὴν πνευματικὴν καὶ ἐκκλησιαστικὴν κηδεμονίαν αὐτοῦ διετέλεσαν ἐπὶ αἰῶνας. Καὶ τὰ δύο ταῦτα ἐπιχειρήματα θεωρῶ τοὐλάχιστον ἀστεῖα. Τὸ πρῶτον ἐξ αὐτῶν, ἡ ἐκ τῆς διγλωσσίας προκληθεῖσα τάχα πνευματικὴ στείρωσις, μοὶ ἐνθυμίζει τὸν ἀγράμματον ἐκεῖνον καλόγηρον ὅστις σκοντάπτων κατὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ἀποδείπνου ᾐτιᾶτο τὸ κηρίον τὸ ὁποῖον τὸν ἐφώτιζε διὰ τὴν φωτιστικὴν ἀνεπάρκειάν του καὶ τὸ ὁποῖον διὰ τοῦτο καὶ ἀπέμυττε διαρκῶς. Τὸ δεύτερον τῶν ἐπιχειρημάτων τούτων, ἡ χάριν δηλαδὴ τῆς διγλωσσίας ἡμῶν διάσωσις τάχα τοῦ ἐθνισμοῦ τῶν ξένων φυλῶν, ἀποδεικνύει τὴν παχυλὴν ἄγνοιαν καὶ τῆς Βυζαντιακῆς, ἀλλὰ καὶ τῆς μετὰ τὴν ἅλωσιν ἱστορίας τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους. Ἡ πνευματικὴ ὑποταγὴ καὶ ἀφομοίωσις ἑνὸς λαοῦ κατορθοῦται βεβαίως διὰ τῆς γλώσσης. Διότι αὕτη εἶναι ὁ φορεὺς τῆς πνευματικῆς ἰδιοφυΐας τῶν λαῶν, τὸ ὄργανον τῆς πνευματικῆς πρὸς ἀλλήλους ἐπιμειξίας. Ἀπόδειξις οἱ πρὸς διάσωσιν τῆς γλώσσης των ἐπίμονοι ἀγῶνες τῶν Πολωνῶν, τῶν Ἀλσατῶν, τῶν Τσέχων. Ἀπόδειξις καὶ οἱ πρόσφατοι Μακεδονικοὶ ἀγῶνες διὰ τῶν ἐκκλησιῶν καὶ τῶν σχολείων. Ἀλλ’ οἱ Βυζαντινοὶ δὲν ἐπεδίωξαν τὸν ἐξελληνισμὸν τῶν ξένων τούτων στοιχείων διὰ πνευματικῆς κατακτήσεως, ὄχι μόνον διότι δὲν ἐπέτρεπε τοῦτο τὸ ἐλευθέριον τοῦ Ἑλληνικοῦ χαρακτῆρός των, ἀλλὰ καὶ διότι οἱ περὶ τῆς ὑπάρξεως αὐτῶν ἀδιάλειπτοι ἀγῶνές των ἀπερρόφων τὴν προσοχὴν ὁλοκλήρου σχεδὸν τοῦ Ἔθνους, εἰς τρόπον ὥστε ἡ ἐπιστήμη περιωρίσθη εἰς στενὸν κύκλον λογίων, ἠσκήθη δὲ κυρίως ἐπὶ τοῦ θρησκευτικοῦ ἐδάφους πρὸς ἀπόκρουσιν τῶν αἱρέσεων καὶ παγίωσιν τῆς χριστιανικῆς θρησκείας. Ὅτε βραδύτερον ἤρχισεν ἡ φυλετικὴ πάλη μεταξὺ τῶν λαῶν τῆς χερσονήσου τοῦ Αἵμου, αἱ γλῶσσαι εἶχον πλέον παγιωθῆ, εἶχον πλέον ἀποκτήσει φιλολογικὸν χαρακτῆρα. Διὰ τοῦτο καὶ δὲν ἔφερεν αὕτη ἀποτελέσματα. Ἀπόδειξις ὅτι οὐδεμία κοινότης Ἑλληνική, ὅσον καὶ ἂν εὑρέθη ἐν μέσῳ ἀλλοφύλων λαῶν, δὲν ἀπέβαλε τὸν ἐθνισμόν της. Ἀλλ’ εἶναι τάχα ἡ κατάστασις αὕτη μοναδικὴ παρ’ ἡμῖν καὶ πρωτοφανὴς εἰς τὸν κόσμον; Δὲν ὑπάρχει Ἔθνος εἰς τὸν κόσμον ἱστάμενον εἰς βαθμίδα τινὰ πολιτισμοῦ τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει τὴν διγλωσσίαν του. Μόνον αἱ ἄγριαι φυλαὶ τῆς κεντρώας Ἀφρικῆς, μόνον οἱ βάρβαροι καὶ ἀπολίτιστοι καὶ ἀμόρφωτοι λαοὶ τοῦ κόσμου ἔχουν μονογλωσσίαν.
§326Σ. ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὑπάρχει διγλωσσία πουθενά.
§327Μ. ΚΑΒΑΛΙΕΡΑΤΟΣ. Ἀστειεύεσθε;... Μονόγλωσσοι ἆρά γε εἶναι οἱ Δυτικοὶ λαοί; Μονόγλωσσοι εἶναι οἱ Γάλλοι; Δὲν ἔχουν καὶ οὗτοι τὴν καθαρεύουσάν των, τὴν γραφομένην των, ἀπέναντι τῆς langue vulgaire, τῆς langue populaire, τοῦ langage poissard, τὸ ὁποῖον εἶναι πλῆρες ἀπὸ barbarismes καὶ pléonasmes καὶ idiotismes; Σᾶς ἀναφέρω τοὺς ἑλληνικοὺς τούτους ὅρους ὑπὸ τὴν γαλλικὴν ἐνδυμασίαν των διὰ νὰ σᾶς ἀποδείξω καὶ δι’ αὐτοῦ ἀκόμη τοῦ μέσου ὅτι καὶ ἡ δημώδης Γαλλική, ὅπως ὅλαι αἱ δημοτικαὶ γλῶσσαι, ἔχει τὰς ἀσχημίας καὶ ἀτελείας καὶ πλημμελείας τῆς ἰδικῆς μας. Δὲν ὁμιλῶ περὶ τῶν διαλέκτων, τῶν patois τῆς Γαλλίας. Οὔτε περὶ τοῦ argot, τοῦ jargon καὶ τοῦ baragouin καὶ τῶν ἄλλων ἐξανθημάτων τῆς Γαλλικῆς γλώσσης. Ὁμιλῶ περὶ τῆς γλώσσης τὴν ὁποίαν λαλεῖ ὁ ἀμόρφωτος λαὸς τῶν Παρισίων, ὁ εὑρισκόμενος ὑπὸ τὴν ἄμεσον γλωσσικὴν ἐπίδρασιν τῶν μορφωμένων τάξεων τῆς Παρισινῆς κοινωνίας. Διότι, ἂν ἀπομακρυνθῶ τῆς περιοχῆς τῶν Παρισίων καὶ εἰσέλθω εἰς τὴν χώραν ἔνθα ἐπικρατοῦν αἱ διάλεκτοι, χαῖρε τότε, βάθος ἀμέτρητον! Ἀλλ’ ἡ γλῶσσα αὐτὴ τῶν ἀγραμμάτων Παρισινῶν εἶναι ἡ γλῶσσα τὴν ὁποίαν γράφουν αἱ Γαλλικαὶ ἐφημερίδες; Αὐτὴ εἶναι ἡ γλῶσσα τῶν Γαλλικῶν Βουλῶν καὶ τῶν Γαλλικῶν Δικαστηρίων; Ἡ γλῶσσα τοῦ σχολείου καὶ τοῦ ἄμβωνος; Ἡ γλῶσσα τῶν μορφωμένων τάξεων τῆς Γαλλικῆς κοινωνίας, τὴν ὁποίαν καὶ ἡμεῖς ἐδῶ διδασκόμεθα καὶ μανθάνομεν καὶ τὴν ὁποίαν μεταβαίνοντες εἰς Γαλλίαν ἀκούομεν ψελλιζομένην ἀπὸ τοὺς ὑπηρέτας τῶν ξενοδοχείων καὶ ἑστιατορίων καὶ καφενείων, εἰς τὰ ὁποῖα συχνάζομεν; Κάθε ἄλλο! Εὑρίσκονται μάλιστα εἰς τοιαύτην πρὸς ἀλλήλας ἀπόστασιν αἱ γλῶσσαι αὗται, γραφομένη καὶ λαλουμένη, ὥστε νὰ μὴ εἶναι κατορθωτὴ ἡ πλήρης συνεννόησις μεταξὺ ἑνὸς ἐπιστήμονος καὶ ἑνὸς χειρώνακτος. Καὶ νομίζετε ὅτι πρὸς γεφύρωσιν τῆς ἀποστάσεως αὐτῆς ἐργάζονται οἱ Γάλλοι; Τοὐναντίον. Ἐργασία μάλιστα πρὸς διατήρησιν αὐτῆς καταβάλλεται. Πρὸς τοῦτο δὲ μεταχειρίζονται ὅλα τὰ μέσα καὶ αὐτὰ ἀκόμη τὰ θέατρα. Διότι τίνα ἄλλον σκοπὸν ἔχει ἡ Comédie Française καὶ τὸ Odéon ὅπου διδάσκονται ἀποκλειστικῶς — εἶναι τοῦτο ἀπαράβατος ὅρος τοῦ καταστατικοῦ των — κλασσικὰ καὶ κλασσικίζοντα ἔργα τῆς γαλλικῆς φιλολογίας; Διὰ τοῦτο καὶ οἱ ἠθοποιοὶ αὐτῶν δὲν εἶναι θεατρῖνοι συνήθεις. Εἶναι ἀληθινοὶ καλλιτέχναι μορφώσεως καὶ καταρτίσεως οὐχὶ κοινῆς καὶ τυχαίας. Δὲν εἶναι λοιπὸν ἡ διγλωσσία μοναδικὴ παρ’ ἡμῖν, ὡς κακοπίστως ἰσχυρίζονται οἱ πρωτόσχολοι τοῦ ψευδοδημοτικισμοῦ. Ἡ διγλωσσία ὑπάρχει παντοῦ ὅπου ὑπάρχει φιλολογικὴ καὶ ἐπιστημονικὴ ζωή. Διότι ἐκεῖ κατ’ ἀνάγκην ὑπάρχει διαφορὰ καὶ εἰς τὴν ποσότητα καὶ εἰς τὴν ποιότητα τῶν λέξεων τὰς ὁποίας μεταχειρίζονται οἱ ἀμόρφωτοι καὶ οἱ μορφωμένοι. Ποῖος, ἐλθών ποτε εἰς ἐπαφὴν μὲ τὰ κατώτερα στρώματα τῆς Γαλλικῆς κοινωνίας, μὲ τὸν ἀμόρφωτον ἐργατικὸν καὶ χειρωνακτικὸν κόσμον, κατώρθωσε νὰ φθάσῃ εἰς εὔκολον μετ’ αὐτοῦ συνεννόησιν; Ὅλαι αἱ λέξεις ἔχουν ἀκρωτηριασθῆ εἰς τὰ χείλη του, γενικαὶ δὲ εἶναι αἱ παραλείψεις οὐσιωδῶν συστατικῶν τῶν ῥημάτων. Αἱ ἀρνήσεις ἔχουν κατὰ τὸ ἥμισυ ἐξαφανισθῆ, ἀπωλέσθησαν δὲ διὰ παντὸς ὡρισμέναι καταλήξεις. Ἐξέπεσαν δὲ καὶ ὁλόκληροι συλλαβαὶ ἀπὸ τὴν ἀρχὴν ἢ ἀπὸ τὸ μέσον τῶν λέξεων. Sais pas — λέγουν οἱ ἀγράμματοι — faut pas; y a pas. Καὶ V’ la καὶ seument καὶ sui-ci καὶ aut’ fois καὶ simp’ soldat καὶ meub’ de l’ institut καὶ queque chose καὶ mame καὶ sieur καὶ mamselle καὶ bjour καὶ ἀπειράριθμα συντρίμματα λέξεων, τὰ ὁποῖα εἶναι εὔκολον νὰ ἴδῃ τις εἰς σατυρικὰς ἐφημερίδας ἢ ν’ ἀκούσῃ ἀπὸ τὸν Guignol τῶν λαϊκῶν συνοικιῶν, τὸν πρωτεξάδελφον τοῦτον τοῦ ἰδικοῦ μας Καραγκιόζη....
§328Γ. ΜΟΔΗΣ. Πρόκειται περὶ συγκοπῆς.
§329Μ. ΚΑΒΑΛΙΕΡΑΤΟΣ. Πρόκειται περὶ παραφθορᾶς, τῆς παθήσεως δηλ. ἐκείνης τὴν ὁποίαν ὑφίστανται εἰς τὰ χείλη τοῦ πολλοῦ λαοῦ διὰ τῆς μακροχρονίου τριβῆς ὅλα αἱ γλῶσσαι τοῦ κόσμου. Ἀλλ’ ἐπέτρεψέ ποτε Κυβέρνησις Γαλλικὴ, ἀλλ’ ἐτόλμησέ ποτε Γάλλος συγγραφεὺς νὰ περιλάβῃ εἰς τὸ σχολικὸν βιβλίον τοιαύτην γλῶσσαν; Οἱ ἰδικοί μας συγγραφεῖς, οἱ συγγραφεῖς τῶν ἐγκεκριμένων ἀναγνωστικῶν βιβλίων — καὶ ἀναφέρω ἐξ αὐτῶν τὰ «Ψηλὰ Βουνά», διότι εἶναι ἔργον ἐπισήμου συντακτικῆς Ἐπιτροπῆς, — περιέλαβον ἐν αὐτοῖς οὐ μόνον πᾶσαν παρεφθαρμένην λέξιν, ἀλλὰ καὶ λέξεις τὰς ὁποίας αὐτοί, χάριν δῆθεν ὁμοιομορφίας, παρεμόρφωσαν. Τὸ δὲ χείριστον, ἀπέδειξαν τοιαύτην ἐθνικὴν ἀφιλοτιμίαν, ὥστε ἠνθολόγησαν καὶ ἀπεθησαύρισαν ἐν αὐτοῖς πᾶν ὅ,τι ξενικὸν καὶ βάρβαρον μὲ τὸ ὁποῖον κατεσπίλωσαν τὴν ἄχραντον γλῶσσάν μας οἱ δούλειοι χρόνοι. Δὲν ἐνθυμοῦμαι εἰς ποῖον ἀριθμὸν ἀνέρχονται αἱ τουρκικαὶ λέξεις τὰς ὁποίας ταῦτα περιέχουσιν. Ἀλλὰ τόση στοργὴ πρὸς αὐτὰς καὶ πρὸς πᾶσαν ξένην καὶ βάρβαρον λέξιν ἐπεδείχθη, ὥστε τὰς ἐπροτίμησαν τῶν ἀντιστοίχων αὐτῶν ἑλληνικῶν, ὅσον καὶ ἂν αὗται εἶναι γνωσταὶ καὶ κοινῆς καὶ γενικῆς παρ’ ἡμῖν χρήσεως. Μετεχειρίσθησαν ἐπὶ παραδείγματι τὴν λέξιν «τσοπάνης» ἀντὶ τῆς λέξεως «βοσκός»! Τί τὸ ἀντιδημοτικὸν ἔχει ἡ λέξις αὕτη; Ὁ βοσκὸς τοῦ βοσκοῦ, ὁ Γληνὸς τοῦ Γληνοῦ, ὁ τρελλὸς τοῦ τρελλοῦ.
§330Δ. ΜΑΡΓΕΤΗΣ. Καὶ ὁ νεκρὸς τοῦ νεκροῦ.
§331Μ. ΚΑΒΑΛΙΕΡΑΤΟΣ. Καὶ ὁ μωρὸς τοῦ μωροῦ. (Γέλωτες). Καὶ ἐνῷ τόσαι καὶ τόσον ὡραῖαι λέξεις παράγονται ἐξ αὐτῆς, καὶ βόσκω καὶ βοσκὴ καὶ βοσκήματα καὶ βοσκότοποι καὶ βοσκοπούλα, διατί ἡ προτίμησις τῆς ξενικῆς ταύτης λέξεως; Μετεχειρίσθησαν τὰς λέξεις «τσιφούτης» καὶ «ἀφέντης» καὶ «γάϊδαρος»! Τί τὸ ἀντιδημοτικὸν ἔχουν αἱ ἀντίστοιχοι πρὸς αὐτὰς ἑλληνικαὶ λέξεις «φιλάργυρος» καὶ «κύριος» καὶ «ὄνος»; Ὁ φαμφαρόνος τοῦ φαμφαρόνου. Ὁ ποδόγυρος τοῦ ποδογύρου. Ὁ κύριος Λιμπερόπουλος τοῦ κ. Κολοκυθοπούλου.... Καὶ ταῦτα, κύριοι, διαπράττονται καθ’ ἣν ἀκριβῶς ἐποχὴν δὲν ὑπάρχει χριστιανικὸς λαὸς ἐν Ἀνατολῇ ὅστις δὲν ἐκαθάρισε τὴν γλῶσσάν του ἀπὸ πάντα ξενικῆς καταγωγῆς ρύπον. Οἱ Ἀρμένιοι, τῶν ὁποίων ἡ γλῶσσα εἶχε καθολοκληρίαν σχεδὸν ἐκτουρκισθῆ, συνεπλήρωσαν αὐτὴν δι’ ὑλικοῦ καὶ τυπικοῦ τὸ ὁποῖον παρέλαβον ἐκ τῆς ἀρχαίας, τῆς κλασσικῆς γλώσσης των. Οἱ Σλαῦοι τοῦ Αἵμου, Σέρβοι καὶ Βούλγαροι, τὸν αὐτὸν ἠκολούθησαν δρόμον καὶ ἀπήλλαξαν τὰς γλώσσας των τοῦ ξενικοῦ αὐτῶν βάρους. Οἱ Ρουμάνοι μὲ τὴν αὐτὴν ἐθνικὴν φιλοτιμίαν προέβησαν εἰς τὴν κάθαρσιν τῆς γλώσσης των ἀπὸ τῆς σκωρίας τὴν ὁποίαν εἶχον καταλίπει ἐπ’ αὐτῆς οἱ δυσχείμεροι χρόνοι...
§332Α. ΜΙΣΥΡΛΟΓΛΟΥ. Τὸ δέκατον τῶν λέξεων τῆς Ρουμανικῆς εἶναι ξέναι.
§333Μ. ΚΑΒΑΛΙΕΡΑΤΟΣ. Ὁμιλῶ περὶ τῆς γραφομένης Ρουμανικῆς. Οἱ Τσέχοι ἐξώθησαν τὴν ἐθνικὴν φιλοτιμίαν των μέχρι τοῦ ν’ ἀντικαταστήσωσιν ἐν τῇ γλώσσῃ των καὶ λέξεις αἵτινες ἔχουν τύχει πανταχοῦ τῆς γῆς διεθνοῦς πολιτογραφήσεως. Διότι ἀντικατέστησαν καὶ αὐτὴν τὴν παρὰ πᾶσι τοῖς Ἔθνεσι καὶ παρὰ τοῖς ἄλλοις ἀκόμη Σλαύοις κοινῆς χρήσεως ἑλληνικὴν λέξιν «θέατρον» δι’ ἄλλης τσεχικῆς καθαρῶς λέξεως, τῆς ἰδίας αὐτῶν κατασκευῆς! Ἐδῶ συμβαίνει τοὐναντίον. Ἐδῶ τὸ σάρωθρον χρησιμοποιεῖται ἀντιθέτως πρὸς τὸν σκοπόν του. Ἀντὶ ν’ ἀπορρίπτῃ ἐκ τῆς οἰκίας εἰς τὰς ὁδοὺς τὰ γλωσσικὰ ταῦτα καθάρματα, τοὐναντίον συνάγει ἐκ τῶν ὁδῶν καὶ στοιβάζει εἰς τὴν οἰκίαν πᾶν βρωμερὸν καὶ βδελυρὸν καὶ ἀκάθαρτον γλωσσικὸν ράκος. Ἀλλὰ θ’ ἀντιτάξουν οἱ ψευδοδημοτικισταὶ ὅτι παιδαγωγικὸν ἀξίωμα ἀπαιτεῖ, ὅπως ἡ γλῶσσα τοῦ σχολικοῦ βιβλίου εἶναι ἀνάλογος πρὸς τὸ γλωσσικὸν ἐπίπεδον τοῦ μαθητοῦ. Τοῦτο εἶναι ἀκριβές. Καὶ διὰ τοῦτο ἡ ἀπότομος καὶ ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς ὁλοσχερὴς ἀντικατάστασις τῆς παιδικῆς γλώσσης εἶναι ἀθέτησις τοῦ ἀξιώματος τούτου. Ἀλλ’ οἱ χυδαϊσταὶ ἐν τῇ ἐφαρμογῇ αὐτοῦ δὲν ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν των τὴν ψυχολογίαν τοῦ παιδός, ἥτις διδάσκει ὅτι, ὅπως πᾶσα ψυχικὴ καὶ σωματικὴ ἰδιότης αὐτοῦ, οὕτω καὶ ἡ ἀτελὴς γλῶσσά του ὑπόκειται εἰς ἐξέλιξιν. Εἰς τὴν ἐξέλιξιν δὲ ταύτην συντελεῖ καὶ διὰ τοῦτο ἀκριβῶς χρειάζεται τὸ σχολεῖον. Ἂν λοιπὸν ὑπὸ τὴν πρόφασιν τῆς εὐκόλου κατανοήσεως τῶν διδασκομένων συντάσσεται τὸ σχολικὸν βιβλίον ἀποκλειστικῶς εἰς τὴν ἀτελῆ ταύτην γλῶσσαν, ἡ ἐξέλιξις αὕτη θ’ ἀνακοπῇ. Καὶ θὰ σταματήσωσι τότε οἱ μαθηταὶ εἰς τὴν γλωσσικὴν βαθμίδα εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκοντο προτοῦ εἰσέλθουν εἰς τὸ σχολεῖον διὰ νὰ λαλῶσι διὰ παντὸς τὴν πλήρη πλεονασμῶν καὶ ἰδιωτισμῶν, τὴν πλήρη χυδαϊσμῶν καὶ ξενισμῶν γλῶσσάν των, χωρὶς νὰ κατορθώσουν ποτὲ νὰ διατυπώσουν καλύτερον καὶ πληρέστερον τὰς ἰδέας των. Ἐκ τούτων λοιπὸν συνάγεται ὅτι τὸ σχολικὸν βιβλίον πρέπει νὰ συντάσσεται εἰς ἁπλῆν καὶ ὁμαλὴν καὶ εὔληπτον γλῶσσαν, ἄνευ τύπων δυσκόλων, ἀλλὰ καὶ ἄνευ σφαλμάτων γραμματικῶν, νὰ εἶναι δὲ πρὸ παντὸς ἀπηλλαγμένον ξένων καὶ ἰδιωματικῶν λέξεων καὶ χυδαίων καὶ ἀναρμόστων φράσεων. Τοιουτοτρόπως θὰ κατορθωθῇ, προϊόντος τοῦ χρόνου καὶ ὑποβοηθουμένης τῆς γλωσσικῆς ἐξελίξεως βαθμιαίως διὰ τῶν καταλλήλων ἑκάστοτε βιβλίων, νὰ μεταχειρίζωνται οἱ μαθηταὶ γλῶσσαν ἄπταιστον καὶ κομψήν, τὴν γλῶσσαν τὴν ὁποίαν λαλοῦν αἱ μορφωμέναι τάξεις τῆς κοινωνίας. «Ἡ φύσις καὶ ἡ διδαχή, ἔλεγεν ὁ Δημόκριτος, παραπλήσια ποιεῖ· καὶ γὰρ ἡ διδαχὴ μεταρρυθμοῖ τὸν ἄνθρωπον, μεταρρυθμοῦσα δὲ φυσιοποιέει». Τοῦτο ἄλλως τε γίνεται πανταχοῦ. Τοῦτο ἀπὸ καταβολῆς τοῦ Σχολείου ἀπετέλεσε τὸν κανόνα τῆς διδασκαλίας ἀπὸ τῆς ἀρχαιοτάτης ἐποχῆς μέχρι τῶν καθ’ ἡμᾶς χρόνων. Τὸ ἀρχαιότατον μνημεῖον τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης, ὁ Ὅμηρος, καὶ καθ’ ἣν ἐποχὴν ἡ γλῶσσά του εἶχεν ἀπαρχαιωθῆ, ἀπετέλει τὴν βάσιν τῆς ἑλληνικῆς διδασκαλίας. Δὲν ὑπῆρξεν ἑλληνικὴ πόλις ἥτις διὰ νόμου δὲν εἶχεν ἐπιβάλει τὴν διδασκαλίαν τῶν ὁμηρικῶν ἐπῶν εἰς τὴν νεολαίαν. Ἐν τῇ Ἰλιάδι ὁ Ἀριστοτέλης διεπαιδαγώγει τὸν Μ. Ἀλέξανδρον. Ὁ Ὅμηρος ὑπῆρξεν ὁ διδάσκαλος ὅλων ἐκείνων τῶν γενεῶν αἵτινες ἐπὶ σειρὰν αἰώνων ἐδόξασαν τὰ Ἑλληνικὰ γράμματα, ὁ Ὅμηρος ὅστις, κατὰ τὸν Πλούταρχον, «πᾶσαν τὴν Ἑλλάδα πεπαίδευκεν». Δὲν εὑρέθη τότε κανεὶς κατὰ τὴν μακράν, τὴν ἐπ’ αἰῶνας διαρκέσασαν, ἐκείνην περίοδον νὰ ἐξαναστῇ κατὰ τῆς διδασκαλίας ταύτης, ἥτις ἐξηκολούθησεν ἀναλλοίωτος μέχρι καὶ πέρα τῶν ρωμαϊκῶν χρόνων. Δὲν ὑπῆρχον ἆρά γε μητρικαὶ τότε γλῶσσαι; Καὶ τί ἄλλο ἦσαν ἡ Αἰολική, ἡ Δωρική, ἡ Ἰωνικὴ καὶ αἱ διακόσιαι ἄλλαι διάλεκτοι εἰς τὰς ὁποίας αὗται ἀπεσχίζοντο κατὰ τὴν βεβαίωσιν τοῦ Ἀριστοτέλους, εἰμὴ αἱ μητρικαὶ γλῶσσαι τῶν ἑλληνικῶν λαῶν, οἱ ὁποῖοι εἶχον δώσει εἰς αὐτὰς τὰ ὀνόματά των; Καὶ ὅταν ἐκ τοῦ μέσου τῶν γλωσσῶν τούτων, ἀρτιωτάτων ὑπὸ φιλολογικὴν ἔποψιν, ἐξεπήδησεν ἡ Ἀττική, ἥτις εἶχε πλασθῆ διὰ τεχνικῶν ἐν πολλοῖς μέσων καὶ ἡ ὁποία ἐχρησιμοποιεῖτο ἐν Ἑλλάδι γενικῶς, ὡς ἡ μόνη φιλολογικὴ γλῶσσα, ποῖός ποτε ἐκ τῶν Ἰώνων ἢ τῶν Δωριέων ἢ τῶν Αἰολέων διεμαρτυρήθη κατὰ τῆς χρήσεως καὶ τῆς διδασκαλίας αὐτῆς καὶ ὑπὲρ τῆς μητρικῆς του γλώσσης; Τοὐναντίον. Τόση μάλιστα ἦτο ἡ πρὸς αὐτὴν στοργὴ καὶ προσήλωσις σύμπαντος τοῦ ἑλληνικοῦ κόσμου, ὥστε κατεξανίστατο ἡ συνείδησις παντὸς Ἕλληνος, ὁσάκις ἤκουέ τινα βαρβαρίζοντα ἢ σολοικίζοντα, διαπράττοντα τουτέστι κανὲν γραμματικὸν ἢ συντακτικὸν σφάλμα. Δατισμὸν ἀπεκάλεσε τὸ λάθος τὸ ὁποῖον διέπραξεν ὁ Δᾶτις, στρατηγὸς τῶν Περσῶν, διότι προσαγορεύων τοὺς Ἕλληνας μετεχειρίσθη τὸν τύπον «χαίρομαι» ἀντὶ «χαίρω». Ὁ Φώτιος διηγεῖται ὅτι ἐπὶ τῶν Διαδόχων εἶχον περιστῇ οἱ Ἀθηναῖοι εἰς τοιαύτην οἰκονομικὴν στενοχωρίαν, ὥστε εἰς ἀλλεπαλλήλους συνῆλθον ἐκκλησίας πρὸς ἐξεύρεσιν χρημάτων. Ἠρνήθησαν ἐν τούτοις τὴν προσφορὰν ἑνὸς ἐκ τῶν πλουσίων μετοίκων, διότι εἶπε πρὸς αὐτοὺς «ἐγὼ δανειῶ ὑμῖν» ἀντὶ νὰ εἴπῃ «δανείσω». Ὁ Πλούταρχος βεβαιοῖ ὅτι, ὅταν ὁ Δημήτριος ὁ Πολιορκητὴς κατέλαβε τὰς Ἀθήνας, εὗρε τὴν πόλιν πάσχουσαν ὑπὸ τοιαύτης σιτοδείας, ὥστε ἐδώρησε πρὸς αὐτὴν πεντακισχιλίους μεδίμνους. Ἀλλ’ ἐπειδή, ποιούμενος τὴν δωρεὰν ταύτην ἐβαρβάρισεν, ἠγέρθη γενικὴ ἐκ μέρους τῶν Ἀθηναίων βοὴ πρὸς ἐπανόρθωσιν τοῦ λάθους τούτου, ὅπερ ἀντιληφθεὶς ὁ Δημήτριος «οὐκοῦν καὶ τῆς ἐπανορθώσεως—εἶπε—ταύτης ἄλλους πεντακισχιλίους ἐπιδίδωμι ὑμῖν μεδίμνους»! Εἶναι πολλὰ τὰ ἀνέκδοτα τῆς ἀρχαιότητος ἐκ τῶν ὁποίων ἀποδεικνύεται ἡ δυσκολία τῆς ἐκμαθήσεως τῆς Ἀττικῆς γλώσσης. Ἀλλὰ διὰ τοῦτο δὲν ἔπαυσεν ἡ γλῶσσα αὕτη νὰ διδάσκεται καὶ γενικῶς παρὰ τῶν Ἑλλήνων ἐπὶ αἰῶνας νὰ χρησιμοποιῆται. Ρωμαῖος τῆς Σμύρνης ἀνθύπατος, ἐπὶ Ἀδριανοῦ, προκειμένου νὰ τιμωρήσῃ διάσημόν τινα λῃστήν, ἠρώτησε τὸν σοφιστὴν Πολέμωνα «τίς γένοιτ’ ἂν αὐτῷ τιμωρία τῶν εἰργασμένων ἀξία;» Καὶ ὁ Πολέμων ἀπήντησε· «κέλευσαν αὐτὸν ἐκμανθάνειν ἀρχαῖα». Εἷς ἄλλος ἰδὼν μονομάχον κάθιδρων καὶ ἀσθμαίνοντα «οὕτως ἀγωνιᾷς;» εἶπεν «ὡς μελετῶν μέλλων». Τοιαύτη ἦτο ἡ γλωσσικὴ κατάστασις τῆς Ἑλλάδος καθ’ ἣν ἐποχὴν ἔγραφον ὁ Πλούταρχος καὶ ὁ Λουκιανὸς καὶ ὁ Ἀθήναιος, οἱ πολυμαθέστατοι καὶ σοφώτατοι οὗτοι συγγραφεῖς, εἰς ἄπταιστον καὶ γλαφυρὰν καὶ σπαργῶσαν ἐκ ζωῆς Ἀττικὴν γλῶσσαν. Ὅπως δὲ σήμερον, οὕτω καὶ τότε καὶ κατὰ τὴν κλασσικὴν μάλιστα ἐποχὴν τῆς ἀρχαίας Ἑλλάδος ὑπῆρχον οἱ δημοτικισταί. Τοιοῦτοι κατὰ κανόνα ὑπῆρξαν οἱ Στωϊκοί. Οὗτοι κατηγοροῦνται ὅτι ἠμέλησαν τῆς γλώσσης. Μόνην δὲ μεταξὺ αὐτῶν ἐξαίρεσιν ἀπετέλεσεν ὁ Παναίτιος. Ἀλλὰ δημοτικισταὶ κατ’ ἀνάγκην ἦσαν καὶ οἱ λογογράφοι, ἀφοῦ ἦσαν ὑποχρεωμένοι νὰ συντάσσουν τοὺς δικανικοὺς λόγους των ἀναλόγως τῆς γλωσσικῆς ἱκανότητος τῶν μελλόντων ν’ ἀπαγγείλωσιν αὐτοὺς διαδίκων. Δημοτικιστὴς ἦτο ὁ φίλος καὶ διδάσκαλος τοῦ Θουκυδίδου Ἀντιφῶν, ὅστις πρῶτος ἀπεσκοράκισε τοὺς ἀρχαϊσμοὺς καὶ τὸν ἄλλον φραστικὸν κόμπον τοῦ Γοργίου. Ὁ Πρόδικος, ὅστις ἐδίδασκε τὴν ἐπὶ τοῖς ὀνόμασιν ἀκριβολογίαν, ὥστε νὰ μὴ κρούῃ ἦχος ἀσυνήθης τὴν ἀκοὴν τοῦ ἀκροατοῦ. Ὁ Ὑπερίδης, ὅστις «ἀφειδέστερον ἐχρῆτο κοιναῖς λέξεσιν». Ὁ Ἐπίκουρος, περὶ τοῦ ὁποίου λέγει Σέξτος ὁ Ἐμπειρικὸς ὅτι «ἐν πολλοῖς ἀμαθὴς ἐλέγχεται οὐδ’ ἐν ταῖς κοιναῖς ὁμιλίαις καθαρεύων». Ὁ Βίων, δημοτικιστὴς καὶ αὐτός, μετεχειρίζετο γλῶσσαν τοῦ καθ’ ἡμέραν βίου καὶ διεκωμῴδει πάντας τοὺς σπουδαίους φιλοσόφους! Ἀλλὰ τὸ περίεργον εἶναι ὅτι πάντων τούτων συγγράμματα εἰς τὴν γλῶσσαν ταύτην δὲν ἐπέζησαν τῆς ἐποχῆς των. Τουλάχιστον οὐδὲν ἐξ αὐτῶν μέχρις ἡμῶν διεσώθη. Καὶ ἐξηκολούθησεν ἡ Ἀττική, ἡ καθαρεύουσα αὐτὴ τῆς ἀρχαίας Ἑλλάδος, νὰ εἶναι ἡ κοινὴ τῶν Ἑλλήνων γλῶσσα, νὰ χρησιμοποιῆται δὲ γενικῶς καθ’ ὅλην τὴν ρωμαϊκὴν περίοδον καὶ κατὰ τοὺς μετέπειτα χρόνους. Εἰς αὐτὴν ἔγραψαν ὅλοι οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας καὶ ὅλοι, πλὴν δύο, νομίζω, οἱ Βυζαντινοὶ χρονογράφοι. Εἰς αὐτὴν ἔγραψαν οἱ ἐθνικοὶ συγγραφεῖς καὶ Δίων ὁ Κάσσιος καὶ Αἰλιανὸς καὶ Ἡλιόδωρος καὶ Φιλόστρατος καὶ Διογένης ὁ Λαέρτιος καὶ ὅλοι ἐν γένει οἱ λογογράφοι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. Καὶ ἦτο τοῦτο πολὺ φυσικόν. Διότι ἡ Ἀττικὴ ἦτο ἡ γλῶσσα τῆς πρωτευούσης πόλεως τῆς Ἑλλάδος, ἡ γλῶσσα τὴν ὁποίαν ἐμόρφωσαν οἱ σοφοὶ τῆς ἀρχαιότητος, οἱ ἐκ τῶν περάτων τοῦ ἑλληνικοῦ κόσμου συνωθούμενοι εἰς τὸ ἰοστέφανον Ἄστυ, τὸ δαιμόνιον τοῦτο πτολίεθρον, ἐκ τῶν σχολῶν τοῦ ὁποίου καθ’ ὅλας τὰς διευθύνσεις ἐξεπέμπετο ἄπλετον τὸ φῶς τῆς ἑλληνικῆς ἐπιστήμης. Τὴν γλῶσσαν ταύτην ἕνεκα τοῦ λόγου τούτου ἐπροθυμοποιοῦντο νὰ ἐκμανθάνωσι καὶ νὰ οἰκειοποιῶνται καὶ νὰ χρησιμοποιῶσι πάντες οἱ Ἕλληνες, παραμερίζοντες βαθμιαίας τὰς διαλέκτους, τὰς μητρικὰς γλώσσας των. Ἠμπορεῖ κανεὶς ἐκ τῶν συναδέλφων, ὅσοι ἔχουν μορφινισθῆ ἀπὸ τοὺς ψευδοδημοτιστὰς τοῦ Ὑπουργείου, αὐτὸς τῆς Παιδείας ὁ Ὑπουργός, ἠμπορεῖ νὰ μοὶ εἴπῃ τί ἀκριβῶς σημαίνει τὸ ρῆμα ἀστεΐζομαι, ἀστειεύομαι; Καὶ τὸν προλαμβάνω. Δὲν θέλω νὰ μοὶ ἀπαντήσῃ ὅτι σημαίνει χωρατεύω. Διότι θὰ τὸν ἐρωτήσω τότε τί σημαίνει καὶ τοῦτο, ἀφοῦ καὶ τὸ ἀστειεύομαι καὶ τὸ χωρατεύω εἶναι ρήματα τὰ ὁποῖα ἔχουν τὴν αὐτὴν ἱστορίαν... Θὰ σᾶς εἴπω λοιπὸν ἐγώ, ἀφοῦ οὐδεὶς ἀπαντᾷ. Οἱ περίοικοι μιᾶς πόλεως —τοῦ ἀρχαίου Ἄστεως ἢ τῆς σημερινῆς Χώρας— οἱ διατελοῦντες εἰς ἀδιάλειπτον μετ’ αὐτῆς ἐπικοινωνίαν προσπαθοῦσι νὰ ἐξοικειωθῶσι τὰ ἤθη καὶ ἔθιμα τῶν κατοίκων αὐτῆς, νὰ μιμηθῶσι τὸν τρόπον τοῦ ζῆν καὶ τοῦ φέρεσθαι, τὸν τρόπον τοῦ ἐνδύεσθαι καὶ λαλεῖν. Οἱ περίοικοι οὗτοι πράττοντες αὐτα ἀστεΐζονται ἢ χωρατεύουν. Τώρα πῶς τὰ ρήματα ταῦτα ἐξέπεσαν εἰς τὴν σημασίαν τοῦ προκαλεῖν εὐθυμίαν τὸ ἐννοεῖ εὐκόλως κανείς, ὅταν ἴδῃ κανένα τῶν χωρικῶν τῶν περιχώρων προσπαθοῦντα νὰ ὑποκλιθῇ ἢ νὰ ὁμιλήσῃ ὡς Ἀστός. Ἀντιλαμβάνομαι, κύριοι, ὅτι καταχρῶμαι τὴν ὑπομονήν σας, διότι εἰσῆλθον εἰς λεπτομερείας αἱ ὁποῖαι δὲν ἔχουν τὴν θέσιν των ἐδῶ μέσα. Ἀλλὰ τί νὰ κάμω; Ἤμην ὑποχρεωμένος νὰ ἀνατρέψω τὰ ἐπιχειρήματα τῶν χυδαϊστῶν, φέρων παραδείγματα, ὄχι μόνον ἐξ ἄλλων συγχρόνων γλωσσῶν, ἀλλὰ καὶ ἐξ αὐτῆς τῆς ἱστορίας τῆς ἀρχαίας Ἑλληνικῆς, νὰ καταδείξω δὲ συγχρόνως τὴν ἔνοχον τάσιν τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν, οἵτινες εἰς τὸν ἀδιάλλακτον ἀγῶνά των κατὰ τῆς καθαρευούσης δὲν ἄγονται οὔτε ἐξ ἐπιστημονικῶν λόγων οὔτε ἐκ σκοπῶν πρακτικῶν· ἀλλ’ ἄλλοι μὲν ἐξ ἰδιοτελείας, ἄλλοι δὲ ἐκ πλάνης, πάντες δὲ ἐκ πείσματος, ἀδιαφοροῦντες περὶ τῶν καταστρεπτικῶν ἀποτελεσμάτων τὰ ὁποῖα θὰ ἔχῃ, ἀναμφιβόλως, ἀπὸ πάσης ἀπόψεως ὁ στραγγαλισμὸς τῆς γλώσσης ταύτης. Ἀπομένει τώρα πρὸς ἐξέτασιν τὸ τελευταῖον κατὰ τῆς καθαρευούσης ἐπιχείρημα τῶν χυδαϊστῶν, ἡ ἐλευθερία τῆς συνειδήσεως! Ἀλλὰ τοῦτο ἔχει θεωρητικὴν μᾶλλον ἀξίαν. Ἡ ἐλευθερία τῆς συνειδήσεως εἶναι ἀληθῶς μία ἀπὸ τὰς δημοκοπικωτέρας φιλοσοφικὰς θεωρίας! Ἀλλὰ τὴν ἐλευθερίαν ταύτην, τὴν ὁποίαν ἐθαύμασα εἰς φιλοσοφικὰ συγγράμματα, τὴν ὁποίαν ἀπήλαυσα εἰς ρητορικοὺς λόγους, δὲν τὴν εἶδον, δὲν τὴν ἀντίκρυσα ποτὲ εἰς τὰ πράγματα. Εἶναι ὡραία ἀληθῶς ἡ ἰδέα τῆς ἀπολύτου ἐλευθερίας τοῦ ἀτόμου καὶ θὰ ἤμην διαπρύσιος ταύτης κῆρυξ, ἂν ἠδυνάμην νὰ τὴν συμβιβάσω πρὸς οἱονδήποτε κοινωνικὸν ἢ πολιτικὸν καθεστώς. Ἀλλὰ τὸ γνωρίζετε. Ἀπέναντι ταύτης δὲν δύναται νὰ σταθῇ τίποτε θετὸν ἐν τῷ κόσμῳ τούτῳ, οὔτε θρησκεία οὔτε πολιτεία οὔτε οἰκογένεια. Διότι εἶναι καταλυτικὴ τῶν πάντων. Ἀλλ’ οὐδὲ πρὸς τὴν προκειμένην περίστασιν δύναται νὰ συμβιβασθῇ, διότι Ἔθνος ὡς τὸ ἡμέτερον, Ἔθνος τὸ ὁποῖον ἀκόμη δὲν συνετέλεσε τὴν ὑπὸ ἓν ἐλεύθερον Κράτος ἕνωσιν καὶ ἀποκατάστασιν αὑτοῦ, ὑπέρτατον ἔχει συμφέρον νὰ μὴ χαλαρωθῇ, νὰ μὴ ἐξασθενήσῃ ὁ δεσμὸς ὅστις συνδέει τὰ διάφορα τμήματα αὐτοῦ πρὸς ἄλληλα. Καὶ ὁ δεσμὸς ὅστις συνέχει καὶ συγκρατεῖ εἰς πλήρη ἑνότητα τὸ Ἑλληνικὸν Ἔθνος εἶναι ἡ ἑνότης τῆς γλώσσης, ἄνευ τῆς ὁποίας ὅλοι ἡμεῖς οἱ κατοικοῦντες τὸ νοτιοανατολικὸν τοῦτο ἄκρον τῆς Εὐρωπαϊκῆς ἠπείρου ὁμοεθνεῖς θ’ ἀπετελοῦμεν μίαν φυλετικὴν πυργοποιίαν. Ἰδοὺ ποῦ ἄγουσιν αἱ θεωρίαι ἐκείνων οἵτινες προβάλλουσι τὴν ἐλευθερίαν τῆς συνειδήσεως ὡς ἐπιχείρημα κατὰ τῆς καθαρευούσης: Εἰς τὴν διάσπασιν τῆς ἐθνικῆς ἑνότητος, εἰς τὴν ἐγκατάλειψιν τῆς ἐθνικῆς ἰδέας, ὑπὸ τὸ φῶς τῆς ὁποίας ποδηγετούμενοι βαδίζομεν, αἰῶνας τώρα ἠθικῶς ἀκαταπόνητοι τὴν μακρὰν καὶ δύσβατον ὁδόν, εἰς τὸ τέρμα τῆς ὁποίας ἀνοίγεται διαυγὴς ὁ ὁρίζων τῆς πλήρους ἐθνικῆς ἀποκαταστάσεως. Μὴ πλανηθῆτε ἀπὸ τὰς ὡραίας αὐτὰς θεωρίας, εἰς τὰς ὁποίας προσδίδει περισσοτέραν καλλονὴν ἡ ρητορικὴ μετὰ τῆς ὁποίας ὑποστηρίζονται. Ὁμοιάζουν πρὸς τὰ δηλητηριώδη σακχαρόπηκτα μὲ τὰ ὁποῖα ἀπαίσιοι φαρμακευταὶ πλανῶσι τὰ θύματά των. Ὅπως ἐντὸς αὐτῶν ὑπάρχει τὸ δηλητήριον, οὕτω καὶ εἰς τὸ βάθος τῶν ὡραίων τούτων θεωριῶν κρύπτεται ἡ κατὰ τῆς ἐθνικῆς ἡμῶν γλώσσης ἐπιβουλή, ἥτις εἶναι ἐπιβουλὴ κατ’ αὐτοῦ τοῦ Ἔθνους. Καὶ δὲν θέλω νὰ ἀποδώσω εἰς κανένα ἐκ τῶν συναδέλφων, ὅσοι τυχὸν ἔχουσι σαγηνευθῆ ἐκ τῶν θεωριῶν τούτων, συνενοχὴν εἰς τὰ ἀντεθνικὰ αὐτὰ σχέδια. Ἕκαστος ἐξ αὐτῶν ἐπίστευσεν εἰς τὴν ὀρθότητα αὐτῶν ἀπὸ χρηστοῦ συνειδότος. Ἀλλὰ πάντες αὐτοὶ γίνονται, ἀναμφιβόλως, ἀκούσια ὄργανα τῶν ἐχθρῶν τοῦ ἐν παντὶ καὶ πάντοτε προοδεύοντος καὶ προκόπτοντος Ἑλληνισμοῦ, ὑπὸ τὴν ἠθικὴν δύναμιν τοῦ ὁποίου θὰ κλίνωσι μίαν ἡμέραν τὴν κεφαλὴν πάντες οἱ ὁπωσδήποτε ἀπεργαζόμενοι σήμερον τὴν καταστροφήν του, ἐκτὸς ἂν ἐπικρατήσουν οἱ ψευδοδημοτικισταί. Ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει τὸ Ἑλληνικὸν Ἔθνος θὰ χάσῃ τὴν συνοχήν του, διότι θὰ ἔχῃ χάσει προηγουμένως τὰς φρένας του. Αὐτὰ εἶναι τὰ σοβαρά, τὰ μόνα ἐπιχειρήματα τὰ ὁποῖα οἱ ψευδοδημοτικισταὶ προβάλλουσιν ὑπὲρ τῆς μητρικῆς καὶ κατὰ τῆς καθαρευούσης. Τὸ ἄλλο, ὅτι τάχα τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι ἐπιστημονικὸν καὶ ὅτι ἑπομένως ἡ ἐξέτασις καὶ λύσις αὐτοῦ διαφεύγει τὴν ἁρμοδιότητα πολιτικοῦ Σώματος, οἷον εἶναι ἡ Ἐθνοσυνέλευσις, εἶναι ἐπιχείρημα τὸ ὁποῖον μετεχειρίσθησαν εἰς ἄλλην περίπτωσιν, ὅταν ἐπρόκειτο ἡ καθαρεύουσα νὰ κατοχυρωθῇ, ὡς ἐπίσημος γλῶσσα, διὰ συνταγματικῆς διατάξεως. Σήμερον δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ τὸ ἐπικαλεσθοῦν. Σήμερον, ὅτε διὰ νόμου εἰσάγουσιν εἰς τὰ σχολεῖα μίαν γλῶσσαν ἰδιωματικήν, μίαν γλῶσσαν ἰδιότευκτον, σήμερον τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο παρέλκει, διότι στρέφεται ἐναντίον των. Δι’ αὐτὸ δὲν τὸ ἐπικαλοῦνται πλέον. Διὰ τοῦτο καὶ ἐγὼ θὰ τὸ παρατρέξω. Ἀλλ’ ἂν ὑπῆρχε λόγος παρεμβάσεως τῆς νομοθετικῆς Ἐξουσίας πρὸς ρύθμισιν τοῦ γλωσσικοῦ μας ζητήματος, ἔπρεπεν ἡ παρέμβασις αὕτη νὰ γίνῃ μᾶλλον ὑπὲρ τῆς καθαρευούσης. Τοῦτο ἄλλως τε ἐγένετο καὶ ἀλλαχοῦ. Τοῦτο ἔπραξε καὶ τὸ Κράτος ἀκριβῶς ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον λαμβάνομεν πάντοτε ὡς κανόνα καὶ γνώμονα τῶν ἐνεργειῶν καὶ τῶν πράξεών μας εἰς ὅλας τὰς περιστάσεις καὶ τοῦ δημοσίου καὶ τοῦ ἰδιωτικοῦ ἡμῶν βίου: Ἡ Γαλλία. Διότι ἡ Γαλλία, ὅταν ἐπαγιώθη τὸ πολιτικὸν καθεστὼς τὸ ὁποῖον ἐδημιούργησεν ἡ Ἐπανάστασις τοῦ 1789, εὑρέθη ἐνώπιον ἑνὸς τοιούτου ζητήματος καὶ ἐπελήφθη ἀμέσως τῆς λύσεως αὐτοῦ. Παρεμέρισε τότε δι’ ἐπισήμου πράξεως τὰς μητρικὰς γλώσσας τοῦ μεγίστου μέρους τοῦ πληθυσμοῦ αὐτῆς καὶ ἔθεσεν ὑπεράνω αὐτῶν μίαν γλῶσσαν ἐν πολλοῖς τεχνητήν, τὴν ἀριστοκρατικὴν γλῶσσαν τῶν Παρισίων, ὅπως ὁριστικῶς τὴν εἶχον διαμορφώσει οἱ Γάλλοι συγγραφεῖς κατὰ τὸν 17ον αἰῶνα ἐπὶ Λουδοβίκου τοῦ Μεγάλου. Καὶ τὴν γλῶσσαν αὐτήν, τὴν ὁποίαν μετεχειρίζοντο μόναι αἱ ἀνεπτυγμέναι τάξεις τῆς κοινωνίας αὐτῆς, τὴν ἐπέβαλε διὰ δρακοντείων νομοθετικῶν μέτρων καὶ τὴν κατέστησε σήμερον τὴν κοινὴν γλῶσσαν τοῦ Γαλλικοῦ Ἔθνους. Τί ἄλλο εἶναι ἡ ἰδική μας καθαρεύουσα ἢ ἡ γλῶσσα τὴν ὁποίαν διεμόρφωσαν κατὰ τὰ τέλη τοῦ 18ου αἰῶνος οἱ λόγιοι τοῦ ἡμετέρου Ἔθνους; Ὅπως οἱ Γάλλοι παρέλαβον τὴν γλῶσσαν τῶν βορείων ἐπαρχιῶν τῆς Χώρας των, τὴν γλῶσσαν τοῦ oil καὶ τὴν συνεπλήρωσαν δι’ ὑλικοῦ καὶ τυπικοῦ τῆς Λατινικῆς κυρίως γλώσσης, οὕτως ἀκριβῶς ἔπραξαν καὶ οἱ ἰδικοί μας. Παρέλαβον τὴν μᾶλλον ἐν Ἑλλάδι διαδεδομένην γλῶσσαν, τὴν Ἠπειρωτικήν, καὶ τὴν συνεπλήρωσαν. Τὴν συνεπλήρωσαν δι’ ἀφθόνου ἀληθῶς ὑλικοῦ, τὸ ὁποῖον παρέσχον εἰς αὐτὴν οἱ θησαυροὶ τῆς ἀρχαίας, ἀλλὰ δι’ ὀλιγίστων γραμματικῶν τύπων, καὶ τὴν διεμόρφωσαν εἰς τὴν σημερινὴν καθαρεύουσαν, ἥτις, ἐνῷ δὲν ἀφίσταται τῆς δημοτικῆς, εἶναι γλῶσσα ἀρτία, ἀνταποκρινομένη εἰς ὅλας τὰς ἀνάγκας τῆς ἐν γένει διανοήσεως. Καὶ τοῦ λόγου περιελθόντος εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο θεωροῦμεν καθῆκον ἡμῶν νὰ καταρρίψωμεν μίαν πλάνην, τὴν ὁποίαν ἐκαλλιέργησαν οἱ ψευδοδημοτικισταὶ εἰς τὴν συνείδησιν ἐπιπολαίων ἀνθρώπων, ὅτι τάχα ἡ καθαρεύουσα ἐπανέφερεν εἰς χρῆσιν αὐτῆς ὅλους τοὺς νεκροὺς τύπους τῆς παλαιᾶς Γραμματικῆς. Οὐδὲν ψευδέστερον τούτου. Τοὐναντίον μάλιστα. Ἐν τῇ χρήσει τῶν τύπων τούτων ὑπῆρξε καὶ τῆς Γαλλικῆς γλώσσης φειδωλοτέρα ἀκόμη. Διότι ἐκ μὲν τῶν χρόνων τοῦ ρήματος δὲν ἀνέστησεν οὔτε τὸν μονολεκτικὸν μέλλοντα οὔτε τὸν μέσον ἀόριστον οὔτε τὸν παρακείμενον οὔτε τὸν ὑπερσυντέλικον. Ἐκ δὲ τῶν ἐγκλίσεων αὐτοῦ οὔτε τὴν αὐθυπότακτον ὑποτακτικὴν οὔτε τὴν εὐκτικὴν οὔτε τὸ γʹ πρόσωπον τῆς προστακτικῆς οὐδ’ αὐτὴν τὴν ἀπαρέμφατον, τὴν ὁποίαν, πλὴν τῆς Σερβικῆς, τῆς Βουλγαρικῆς καὶ τῆς Ἀλβανικῆς, ἔχουσι πᾶσαι αἱ γλῶσσαι καὶ τῆς ὁποίας τὴν ἀνάγκην αἰσθάνονται πάντες ὅσοι, ἐπιστημονικῶς ἐργαζόμενοι, θηρεύουσι τὴν ἀκριβολογίαν. Μόνον τὴν τρίτην κλίσιν τῆς ἀρχαίας Γραμματικῆς ἐπανέφεραν εἰς τὴν ζωὴν καὶ ταύτην εἰς τὰς πτώσεις ἐκείνας αἵτινες ἐπέζησαν εἰς τὴν συνείδησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Διότι δὲν ἀνέστησε τὸν δυϊκὸν ἀριθμόν, ἀφῆκε δὲ τὴν δοτικὴν εἰς τὴν καλαισθησίαν τοῦ γράφοντος ἢ τοῦ λαλοῦντος. Ἀνέστησε δὲ τὴν κλίσιν ταύτην, διότι καὶ ἀπόλυτον εἶχε ταύτης ἀνάγκην καὶ εὔκολον ἦτο νὰ ἀναστηθῇ καὶ νὰ ἐπανέλθῃ μὲ ὅλην τὴν ζωικὴν αὐτῆς δύναμιν εἰς τὴν κοινὴν χρῆσιν. Ἀπόδειξις δὲ τῆς ἀναβιώσεως καὶ ἐπικρατήσεως αὐτῆς εἶναι τὰ ὑπό τινων ἀγραμμάτων τελούμενα σφάλματα: τῆς γλώσσης, τῆς θαλάσσεως! Οἱ Λατῖνοι δὲν εἶχον τὴν κλίσιν ταύτην καὶ ἐν τούτοις τὴν εἰσήγαγον εἰς τὴν γλῶσσάν των. Ἔλεγον καὶ ἔγραφον poesis-poeseos, basis-eos καὶ Orpheos καὶ Proteos. Ἠδυνάμεθα εὐκολώτερον ν’ ἀναστήσωμεν ταύτην ἡμεῖς τοσούτῳ μᾶλλον, ὅσῳ σπουδαιότατον εἰς τοῦτο βοήθημα μᾶς παρέχει καὶ ἡ Ἐκκλησία. Ἐκεῖ στερεότυπος ἀπηχεῖ εἰς τὴν ἀκοὴν ἡμῶν ἡ κλίσις αὐτὴ καθ’ ὅλην τὴν ποικιλίαν τῶν τύπων της, τύπων οἱ ὁποῖοι δὲν εἶχον ἀποθάνει ἐντελῶς καὶ διὰ τοῦτο ἀναζῶσιν εὐκόλως εἰς τὴν συνείδησίν μας. Ἄλλως τε ἠκολουθήσαμεν εἰς τὴν περίστασιν ταύτην τὸ παράδειγμα ὅλων τῶν Ἑλληνικῶν γενεῶν ἀπὸ τῆς ἱστορικῆς ἐμφανίσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους ἐπὶ τῆς σκηνῆς τοῦ κόσμου. Διότι ἡ ἀντιπάθεια τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ πρὸς τὰ περιττοσύλλαβα τῆς τρίτης κλίσεως χρονολογεῖται ἀπ’ ἀρχαιοτάτων χρόνων. Ἐπιτάφιοι ἐπιγραφαὶ μαρτυροῦσι τοῦτο. Μὲ τὴν ἑξῆς ὅμως διαφοράν, ὅτι, ἐνῷ ἡμεῖς σήμερον μετατρέπομεν τὰ περιττοσύλλαβα εἰς ἰσοσύλλαβα, ποιοῦντες τὴν ὀνομαστικὴν τούτων ἐκ τῆς αἰτιατικῆς ἐκείνων, π. χ. ὁ γέροντας, ἐκεῖνοι ἔπραττον τοῦτο ἐκ τῆς γενικῆς. Ὅσοι ἀσχολοῦνται μὲ τοὺς δικανικοὺς θὰ ἐσημείωσαν βεβαίως τὴν συχνὰ παρ’ αὐτοῖς ἀπαντῶσαν φράσιν «ἀνάγνωθι τοὺς μαρτύρους». Ἦτο δὲ τοῦτο ἐλάττωμα ἢ προτέρημα μᾶλλον τῆς Αἰολικῆς, τῆς περισσότερον πάσης ἄλλης διαδεδομένης διαλέκτου. Οἱ Αἰολεῖς ἔλεγον ὁ μάρτυρος, ὁ θύλακος, ὁ ἅρπαγος, ὁ ἱέρακος. Αὐτοὶ δὲν μετεχειρίζοντο τὸν δυϊκὸν ἀριθμόν. Αὐτοὶ ἔκλινον ὁ ἔρως τοῦ ἔρου, ὁ γέλως τοῦ γέλου, ὁ Σωκράτης τοῦ Σωκράτου. Οἱ Αἰολεῖς ἔλεγον, ὡς ἡμεῖς, σοφές, καλές, ἀντὶ σοφάς, καλάς. Αὐτοὶ ἠρέσκοντο εἰς τὰς ἐν τῷ μέσῳ τῶν λέξεων συγκοπάς, ὧρσεν ἀντὶ ὥρμησεν, ἄρσας ἀντὶ ἁρμόσας. Αὐτοὶ ἐπροτίμων τὰ ἀσυναίρετα, ἀγαπάει, γελάει. Αὐτοὶ ἔλεγον, ὡς ἡμεῖς, μαλάζω, σπαράζω, τάξω κλπ. ἀντὶ μαλάσσω, σπαράσσω. Αὐτοὶ μετέτρεπον τὰς καταλήξεις τῶν ρημάτων καὶ ἔλεγον ἀντὶ φιλῶ φίλημι καὶ ἴδῃσθα καὶ εἴπῃσθα ἀντὶ ἴδῃς, εἴπῃς. Αὐτοὶ μετέτρεπον τὸ π εἰς κ καὶ τὸ θ εἰς φ. Αὐτῶν ἡ γλῶσσα εἶχεν ὑποστῆ πολλὰς φθογγικὰς καὶ πτωτικὰς ἀλλοιώσεις. Ἀλλ’ οὐδεὶς ἐξ αὐτῶν γράφων μετεχειρίζετο ἄλλην πλὴν τῆς καθαρᾶς Ἀττικῆς γλῶσσαν. Διότι πάντες οὗτοι ἠστεΐζοντο ἢ ἐχωράτευον, ἀφοῦ τὸ σύνθημα τῆς ὀρθοεπείας ἐδίδετο ἐκ τῶν Ἀθηνῶν, τοῦ κατ’ ἐξοχὴν πανελληνίου Ἄστεως, ὅπου οἱ συγγραφεῖς ἐχρησιμοποίουν μόνην τὴν Ἀττικὴν γλῶσσαν. Διὰ τοῦτο καὶ ἡμεῖς εἰσηγάγομεν εἰς τὴν γλῶσσαν τὴν γʹ κλίσιν ὅσον καὶ ἂν ὁ τύπος αὐτὸς ἐν τοῖς πλείστοις ἦτο ἀσυνήθης παρ’ ἡμῖν. Ἀλλὰ μήπως καὶ οἱ Γάλλοι δὲν εἰσήγαγον εἰς τὴν γλῶσσάν των καὶ δὲν ἐχρησιμοποίησαν ὄχι μόνον λατινικούς, ἀλλὰ καὶ ξένους, ἐντελῶς ἀλλοτρίους πρὸς τὸ γαλλικὸν αἴσθημα, ἑλληνικοὺς τύπους; Διότι αἱ καταλήξεις isme, iste, ique εἶναι τύποι ἑλληνικοί, ξένοι πρὸς τὴν γλῶσσαν τὴν Γαλλικήν, ξένοι πρὸς τὸν τρόπον τῆς γαλλικῆς διανοήσεως. Καὶ ἐν τούτοις τοὺς τύπους τούτους ἐδέχθη καὶ χρησιμοποιεῖ εὐρέως σήμερον τὸ Γαλλικὸν Ἔθνος. Ἐνῷ ἡμεῖς δὲν κατεφύγομεν τοὐλάχιστον εἰς ξένην γλῶσσαν διὰ νὰ πλουτίσωμεν τὴν πτωχὴν ἰδικήν μας. Κατεφύγομεν πρὸς τὴν μητέρα της καὶ παρελάβομεν ἐξ αὐτῆς πᾶν ὅ,τι συνεβιβάζετο ἢ ἠδύνατο, ὡς ἀπεδείχθη, νὰ συμβιβασθῇ καὶ φθογγολογικῶς καὶ μορφολογικῶς καὶ πρὸς τὸ γλωσσικὸν αἴσθημα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ πρὸς τὸ πνεῦμα τῆς δημώδους. Διότι ἡ Ἑλληνικὴ γλῶσσα, ὁσηνδήποτε καὶ ἂν ὑπέστη φθορὰν διὰ μέσου τῶν αἰώνων, διέσωσεν ἱκανὸν μέρος τῶν γραμματικῶν αὑτῆς τύπων, ὥστε νὰ ἀποτελέσῃ τοῦτο τὴν βάσιν ἀπὸ τῆς ὁποίας ἐξειλίχθη ἡ δημοτικὴ εἰς τὴν σημερινὴν καθαρεύουσαν. Ὅτι δὲ αὕτη εἶναι γλῶσσα ζωντανὴ καὶ ἀπευθύνεται εἰς τὰ μύχια τῆς ψυχῆς παντὸς Ἕλληνος ἀποδεικνύεται ἐκ τοῦ γεγονότος ὅτι ταύτην μεταχειρίζονται οἱ κατ’ αὐτῆς λαλοῦντες καὶ γράφοντες, διότι ὡς τοιαύτην τὴν αἰσθάνονται καὶ αὐτοὶ καὶ οἱ ἀκροαταί των καὶ οἱ ἀναγνῶσταί των. Δι’ αὐτῆς ἀποτείνονται αἱ ἐφημερίδες πρὸς τὸν λαόν. Δι’ αὐτῆς γίνεται τὸ κήρυγμα ἀπὸ τοῦ ἄμβωνος τῶν ἐκκλησιῶν. Δι’ αὐτῆς ἀγορεύουν οἱ ῥήτορες τῶν λαϊκῶν συγκεντρώσεων. Αὐτὴ εἶναι ἡ γλῶσσα τοῦ Κράτους, τῆς Βουλῆς, τῆς Ἐκκλησίας, τῆς Ἐπιστήμης, τῶν Δικαστηρίων, τοῦ Σχολείου, τοῦ Ἐμπορίου, τῶν αἰθουσῶν καὶ τῶν θεάτρων ἀκόμη. Αὐτή, γενικῶς εἰπεῖν, εἶναι ἡ κοινὴ γλῶσσα τοῦ Ἔθνους. Πῶς ἦτο δυνατὸν ἡ γλῶσσα αὐτὴ νὰ πείθῃ, νὰ διδάσκῃ, νὰ φρονηματίζῃ, νὰ διεγείρῃ ὅλα τὰ πάθη καὶ τὰ συναισθήματα τῆς ἑλληνικῆς ψυχῆς, ἂν ἦτο γλῶσσα νεκρά; Οἱ νεκροί, ὅσον καὶ ἂν ὑπῆρξαν εὔγλωττοι ἐν τῇ ζωῇ, δὲν εἶναι ἱκανοὶ οὐδ’ ἄναρθρον κραυγὴν νὰ ἐκφέρωσιν ἐκ τοῦ τάφου. Ἡ Λατινική, ἥτις εἶχε παύσει λαλουμένη ἀπὸ τῆς πτώσεως τῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας, ἦτο ἡ γλῶσσα διὰ τῆς ὁποίας ἐπὶ αἰῶνας ἀπηυθύνοντο πρὸς τὸν Ἰταλικὸν λαὸν οἱ λόγιοι τοῦ Ἰταλικοῦ Ἔθνους. Διατί δὲν ἐπέζησεν εἰς τὰ χείλη οὐδ’ ἐλαχίστης μερίδος τῆς Ἰταλικῆς κοινωνίας ἡ γλῶσσα αὕτη; Ἁπλούστατα, διότι εἶχεν ἀποθάνει. Καὶ εἶχεν ἀποθάνει, διότι εἶχον νεκρωθῆ οἱ τύποι αὐτῆς. Καὶ ἀφ’ ὅτου ἔπαυσαν οἱ Λατινικοὶ λαοὶ νὰ διανοῶνται καὶ νὰ ἐκφράζωνται διὰ τῶν τύπων τῆς Λατινικῆς Γραμματικῆς Λατινικὴ γλῶσσα δὲν ὑπῆρχε πλέον. Διὰ τοῦτο, ἐνῷ ἡ Ἰταλικὴ τρέφεται ἀκόμη ἐκ τῶν σαρκῶν τῆς Λατινικῆς, τὸ μὲν σῶμα αὐτῆς φαίνεται λατινικόν, ἀλλ’ ἡ ψυχή, ἀλλ’ ἡ ἰδέα αὐτῆς δὲν εἶναι λατινική· εἶναι ξένη. Δὲν συμβαίνει ὅμως τοῦτο μὲ τὴν ἑλληνικὴν καθαρεύουσαν, διότι καὶ σῶμα καὶ ψυχὴ καὶ πνεῦμα αὐτῆς εἶναι ὅλα ἑλληνικά, δὲν εἶναι ξένα. Διότι ἡ Ἑλληνικὴ οὐδέποτε ἀπέθανε. Ζῇ πρὸ τριῶν χιλιετηρίδων ζωὴν σχεδὸν ἀναλλοίωτον. Ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τοῦ Ὁμήρου μέχρι σήμερον οὐσιαστικῶς δὲν μετεβλήθη. Ὑπέστη τὰς ἀλλοιώσεις τὰς ὁποίας ἐπήνεγκον εἰς αὐτὴν ἕνεκα διαφόρων λόγων οἱ διαρρεύσαντες αἰῶνες. Ἐκολοβώθη καὶ ἠκρωτηριάσθη, ἀλλὰ δὲν ἐθανατώθη, δὲν ἀπέβαλε τὴν ψυχὴν αὑτῆς. Τὴν διεφύλαξεν εἰς τοὺς τύπους τῆς Ἑλληνικῆς Γραμματικῆς, τοὺς ὁποίους διετήρησε μέχρι σήμερον ἡ δημώδης. Τὴν διεφύλαξεν εἰς τὰ ἐπιζήσαντα ἄρθρα τῶν ὀνομάτων, εἰς τὰς διασωθείσας πτωτικὰς καταλήξεις καὶ εἰς μερικὰ τελικὰ νῦ καὶ σίγμα. Ἀλλὰ τὴν διεφύλαξεν ἀκόμη καὶ εἰς τὸ διατηρηθὲν μέχρι σήμερον ἀναλλοίωτον πνεῦμα τῆς ἀθανάτου Ἑλληνικῆς γλώσσης. Τὸ φαινόμενον λοιπὸν ὅτι ὁ Ἰταλικὸς λαὸς δὲν ἠδυνήθη νὰ δεχθῇ τὴν Λατινικήν, ἐνῷ ὁ Ἑλληνικὸς ἐδέχθη τὴν καθαρεύουσαν ἀποδεικνύει ὅτι ὁ Δάντης δὲν κατώρθωσε μόνος ἐκεῖ διὰ τῆς ὑπεροχῆς του νὰ σαρώσῃ τοὺς σχολαστικοὺς τῆς ἐποχῆς του, οὔτε ἡ σχολαστικότης ὀλίγων διδασκάλων κατώρθωσε νὰ ἐπιβάλῃ ἐδῶ μίαν γλῶσσαν τεχνητὴν καὶ ἄψυχον. Διότι ἐπὶ τέλους καὶ ὁ Σολωμὸς καὶ ὁ Βαλαωρίτης καὶ ὅσοι ἄλλοι ποιηταὶ ἀπέκτησαν παρὰ τῷ λαῷ εὐρεῖαν δημοτικότητα δὲν ἦσαν τόσῳ μικροὶ καὶ ἀσήμαντοι, ὥστε εἰς τὸν γλωσσικὸν ἀγῶνα νὰ κατανικηθῶσιν ὑπὸ ὀλίγων διδασκάλων, οἵτινες ἠνάγκασαν τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ἐπὶ ἕνα καὶ ἥμισυν αἰῶνα νὰ διανοῆται καὶ νὰ ἐκφράζεται διὰ τύπων οἵτινες ἐξηφανίσθησαν οὐ μόνον ἀπὸ τὴν συνείδησιν αὐτοῦ, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὴν συνείδησιν ὅλων τῶν ἄλλων λαῶν τοῦ κόσμου...
§334Γ. ΜΟΔΗΣ. Κανεὶς δὲν γράφει σήμερον στίχους εἰς γλῶσσαν καθαρεύουσαν.
§335Μ. ΚΑΒΑΛΙΕΡΑΤΟΣ. Οἱ περισσότεροι ἐξ ἀγνοίας τῆς γλώσσης ταύτης. Ἀλλ’ εἰς ποίαν γλῶσσαν πρέπει νὰ γράφεται ἡ ποίησις εἶναι ζήτημα ἄσχετον πρὸς τὴν προκειμένην συζήτησιν. Καὶ οἱ ἀρχαῖοι οὐδὲν εἶδος ποιήσεως ἔγραφον εἰς καθαρὰν Ἀττικήν....
§336Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Μία συντομία θὰ ἦτο καλή.
§337Μ. ΚΑΒΑΛΙΕΡΑΤΟΣ. Εἶναι τὸ θέμα τόσον εὐρύ, ὥστε δὲν εἶναι εὔκολος ἡ συντόμευσίς του. Θὰ ἤθελα, νομίζετε, καὶ ἐγὼ νὰ ἀγορεύω διὰ μακρῶν καὶ εἰς τοιαύτην μάλιστα ὥραν;
§338Γ. ΓΚΑΛΚΟΣ. Ὅταν θὰ συζητηθῇ τὸ σχετικὸν ἄρθρον τοῦ Συντάγματος περὶ γλώσσης, δὲν θὰ ὁμιλήσετε τότε;
§339Μ. ΚΑΒΑΛΙΕΡΑΤΟΣ. Πῶς ὄχι; Ἀλλ’ ἀπὸ ἄλλης τότε ἀπόψεως. Διὰ νὰ δεχθῇ λοιπὸν τὴν καθαρεύουσαν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς σημαίνει ὅτι αὕτη εἶναι ἡ φυσικὴ γλῶσσά του καὶ ὅτι τὴν ἐξέλιξιν αὐτῆς παρακολουθεῖ βοηθούμενος εἰς τοῦτο ὑπὸ τοῦ ὀρθοῦ λόγου καὶ ὑπὸ τοῦ αἰσθήματος τῆς γλωσσικῆς εὐπρεπείας, τὸ ὁποῖον ἐκληρονόμησε παρὰ τῶν προγόνων του. Διὰ τοῦτο καὶ ἐκλέγει ἐκ τῶν δύο γλωσσῶν—τῆς ἀρχαίας καὶ τῆς δημοτικῆς—τὰς εἰς ἑκάστην κατηγορίαν ἰδεῶν ἁρμοζούσας καὶ λέξεις καὶ φράσεις καὶ συντάξεις, ὥστε νὰ θεωρῇ ἐξ ἴσου γελοίους τοὺς σχολαστικοὺς καὶ τῶν δύο γλωσσικῶν κομμάτων, καὶ ἐκείνους δηλαδὴ οἵτινες ἐννοοῦσι τὰ πάντα νὰ ἐξαρχαΐσωσι καὶ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἐπιμένουν νὰ ἐκχυδαΐσωσι τὰ πάντα. Τί ζητοῦσι λοιπὸν οἱ ἐπιδιώκοντες ν’ ἀντικαταστήσωσι σήμερον τὴν καθαρεύουσαν διὰ τῆς δημώδους; Τὴν ἀνατροπὴν ἑνὸς καθεστῶτος ὅπερ πρὸ ἑνὸς καὶ ἡμίσεος περίπου αἰῶνος λειτουργοῦν ἐρριζοβόλησε τόσον βαθέως εἰς τὴν συνείδησιν τοῦ λαοῦ, ὥστε νὰ μὴ εἶναι εὔκολος ἡ ἐκρίζωσίς του, καθεστῶτος μάλιστα τὸ ὁποῖον προῆλθεν ἐκ φυσικῆς καὶ κανονικῆς ἐξελίξεως, ἀλλὰ καὶ ἐκ πραγματικῆς καὶ ἐπιβεβλημένης ἀνάγκης. Ἀλλὰ καὶ ἂν ἦτο ἐφικτὴ ἡ ἀνατροπή του, εἶναι ἐπαρκὴς ἆρά γε πρὸς ἀντικατάστασιν καὶ ἀναπλήρωσιν τῆς καθαρευούσης ἡ δημώδης; Καὶ οἱ μὲν μαλλιαροὶ—εἶναι δὲ οὗτοι οἱ ζῶντες καὶ περιλειπόμενοι ἀκόμη Ψυχαρικοί—θὰ ἀπαντήσουν ὅτι τὸ γλωσσοπλαστικὸν αὐτῶν ἐργοστάσιον εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ παραγάγῃ ὁσηνδήποτε ποσότητα λέξεων χρειάζονται αἱ λογοτεχνικαὶ ἀνάγκαι τῆς ἐποχῆς μας! Περὶ τούτου ἀμφιβολία δὲν ἐπιτρέπεται! Εἶναι ἄλλως τε εἰς πάντας προσιταὶ αἱ πλήρεις ἀπὸ τὸ πνευματικὸν τοῦτο ἐμπόρευμα ἀποθῆκαί των, τὰ φιλολογικὰ ἔργα των, τὰ ὁποῖα ἕνεκα ἀζητησίας προσφέρονται εἰς τιμὰς χρεοκοπίας.....Οἱ δὲ μισοκουρεμένοι—εἶναι δὲ οὗτοι οἱ καλούμενοι δημοτικισταὶ—θὰ ἐπιδείξωσι τὴν σφῦραν των, τὴν σφῦραν τὴν ὁποίαν ἀνέλαβον εἰς τὴν χεῖρα, ὅταν ἀπεσχίσθησαν τοῦ Ψυχαρικοῦ συνεταιρισμοῦ μετὰ τὴν πλήρη χρεοκοπίαν τῆς πνευματεμπορικῆς ταύτης ἐπιχειρήσεως. Δι’ αὐτῆς σφυροκοποῦσι τὰς λέξεις τὰς ὁποίας λαμβάνουν ἐκ τῆς ἀρχαίας καὶ τὰς ὁποίας μᾶς προσφέρουσιν ἠκρωτηριασμένας, ὅπως ἠκρωτηριασμένα παρέδωκαν τὰ Ἑλληνικὰ ἀγάλματα οἱ χριστιανοὶ τῶν πρώτων αἰώνων. Διότι αὐτὸ ἀκριβῶς εἶναι τὸ ἔργον των: Ὁ ἀκρωτηριασμὸς τῶν πνευματικῶν αὐτῶν καλλιτεχνημάτων, τὰ ὁποῖα διεμόρφωσε καὶ ἐνεψύχωσεν ἡ γλωσσοπλαστικὴ σμίλη τῆς γεραρᾶς ἀρχαιότητος. Πράττουσι δηλ. εἰς τὴν περίπτωσιν ταύτην ὅ,τι περίπου καὶ ἐκεῖνοι οἵτινες, μὴ θέλοντες νὰ ἀφήσουν τὸν μύστακα εἰς τὴν φυσικήν του ἀνάπτυξιν, ἀλλὰ καὶ μὴ ἐννοοῦντες ν’ ἀφαιρέσωσιν αὐτὸν διὰ τοῦ ξυραφίου τὸν ψαλιδίζουν. Οὕτω ψαλιδίζουν καὶ αὐτοὶ τὴν καθαρεύουσαν. Διότι ἡ γλῶσσά των—κάθε ἄλλο παρὰ δημοτική—εἶναι ἡ καθαρεύουσα ψαλιδισμένη. Γλῶσσα γύνανδρος, γλῶσσα ἑρμαφρόδιτος, γλῶσσα tango, γλῶσσα τὴν ὁποίαν διέπλασεν ἡ πρὸς πᾶσαν καλαισθησίαν καὶ εὐπρέπειαν, ἡ πρὸς πᾶσαν παράδοσιν καὶ ὀρθοφροσύνην προσκρούουσα ἠθικὴ ἢ συμφεροντολογικὴ διαστροφή των! Καὶ δὲν ἀντιλαμβάνονται οἱ ἀπαίσιοι οὗτοι φθορεῖς τῆς γλώσσης ὅτι παρεκτὸς τῆς ἱεροσυλίας τὴν ὁποίαν διαπράττουσι σφυροκοποῦντες καὶ ἀκρωτηριάζοντες τὰ προγονικὰ ταῦτα κειμήλια δὲν προσφέρουσι τοὐλάχιστον εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν διὰ τῆς ἀνιέρου καὶ θεοστυγοῦς ταύτης πράξεως οὔτε τι γνωστὸν οὔτε τι αὐτονόητον. Διότι αἱ λέξεις αὗται, δι’ ἐκείνους οἵτινες πρώτην φορὰν τὰς ἀκούουσιν, ὁπωσδήποτε καὶ ἂν δοθῶσιν εἰς αὐτούς, ἀρτιμελεῖς ἢ ἀνάπηροι, εἶναι λέξεις ἄγνωστοι, λέξεις δι’ αὐτοὺς πάσης ἐννοίας κεναί. Διότι δὲν ἀρκεῖ ἡ μετατροπὴ ἑνὸς συμφώνου εἰς ἄλλο ἢ ἡ ἀντικατάστασις μιᾶς καταλήξεως δι’ ἄλλης ἢ ἡ ἀποκοπὴ ἑνὸς τελικοῦ γράμματος διὰ νὰ καταστήσῃ ζωντανὴν μίαν λέξιν. Χρειάζεται ἄλλη ἐργασία μακρὰ καὶ πολυχρόνιος. Χρειάζονται περιστάσεις ἐξ ἐκείνων αἱ ὁποῖαι συμβάλλουσιν εἰς τὴν παραμόρφωσιν τῶν γλωσσῶν. Χρειάζεται μία νέα βαρβαρικὴ ἐπιδρομὴ καὶ ἐπικράτησις καθ’ ὅλην τὴν Ἑλλάδα διὰ νὰ σβύσῃ ὑπὸ τὸ σκότος τῆς ἀμαθείας καὶ τῆς συγχύσεως τὸ φῶς τῶν Ἑλληνικῶν γραμμάτων. Διότι εἶναι πλέον ἀποδεδειγμένον ὅτι ἡ ἀμάθεια καὶ ἡ σύγχυσις εἶναι οἱ μόνοι συντελεσταὶ τῆς παραμορφώσεως πάσης γλώσσης. Οἱ νομίζοντες ὅτι αἱ ἔννοιαι τῶν τριτοκλίτων λέξεων δρᾶσις, ἐπίδρασις, ἀντίδρασις—παραλαμβάνω ταύτας ἐκ τῶν βιβλίων των—γίνονται προσιταὶ εἰς τὸν τυχόντα, ἂν σφυροκοπούμεναι μετατραπῶσιν εἰς τὰς πρωτοκλίτους δράση, ἐπίδραση, ἀντίδραση, πάσχουσι τὴν παράδοξον ταύτην αὐταπάτην, νὰ πιστεύωσιν ὅτι, ὅπως αὐτοί, μαθόντες γράμματα, ἀναγνωρίζουσι τὰς λέξεις ταύτας ὑφ’ οἱανδήποτε μορφὴν καὶ ἂν τὰς ἀντικρύσωσιν, οὕτω καὶ πᾶς ἄλλος, ὅσον καὶ ἂν εἶναι ἀμαθὴς καὶ ἀγράμματος! Ἀλλ’ ἐκεῖνος ὅστις πρώτην φορὰν ἀκούει τὰς λέξεις ταύτας ἀποκομίζει—ἀναλόγως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν συλλαβῶν αὐτῶν— τὴν ἀντίληψιν δύο ἢ περισσοτέρων φθόγγων, συμπεραίνει δὲ ἐκ τῆς καταλήξεως ὅτι πρόκειται περὶ συγκεκριμένου ἀσφαλῶς πράγματος, ὅπως εἶναι ἡ στύψη, ἡ ράχη....
§340Γ. ΚΑΚΟΥΛΙΔΗΣ. Εἶναι πράγματα αὐτὰ νὰ τὰ ἀκούωμεν; Θὰ χρεοκοπήσῃ ὁ κοινοβουλευτισμὸς μὲ αὐτά· ἂν ὑπάρχωσι δέκα ἀκόμη, θὰ γίνῃ δικτατορία. Ἐπὶ τέλους εἶναι καὶ ἀδιακρισία.
§341Μ. ΚΑΒΑΛΙΕΡΑΤΟΣ. Σᾶς εὐχαριστῶ πολύ.
§342Γ. ΚΑΚΟΥΛΙΔΗΣ. Εἶναι κατάργησις τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος.
§343Μ. ΚΑΒΑΛΙΕΡΑΤΟΣ. Ἐγὼ θὰ κανονίσω τὸν τρόπον τῆς ἀγορεύσεώς μου.
§344Γ. ΚΑΚΟΥΛΙΔΗΣ. Ἔχει καθῆκον ἡ Κυβέρνησις νὰ λάβῃ μέτρα, διότι εἶναι Συντακτικὴ Συνέλευσις καὶ πρέπει νὰ τὸ κάμῃ. Εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τὴν ἐκπαιδευτικὴν δὲν ἐπήγατε νὰ ἀναπτύξετε τὰς γνώμας σας καὶ ἔρχεσθε ἐδῶ νὰ τὰς ἀναπτύξετε.
§345Μ. ΚΑΒΑΛΙΕΡΑΤΟΣ. Ἴσως διορίσωσι σᾶς, ὁ ὁποῖος εἶσθε ἁρμόδιος.
§346Γ. ΚΑΚΟΥΛΙΔΗΣ. Καταλύετε τὸ πολίτευμα· σᾶς δεικνύει τὴν πόρταν της ἡ Συνέλευσις.
§347ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καβαλιεράτος ἔχει δικαίωμα νὰ ὁμιλήσῃ ὅσον θέλει.
§348Γ. ΚΑΚΟΥΛΙΔΗΣ. Ὁλόκληρον τὸ Κράτος σταματᾷ μὲ τέτοια· ἔχομεν 300 νομοσχέδια μπροστά μας καὶ ἀκούομεν ἐπὶ 2½ ὥρας ἀηδίες ἐκτὸς τοῦ θέματος.
§349ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι ἐκτὸς τοῦ θέματος.
§350Γ. ΚΑΚΟΥΛΙΔΗΣ. Δὲν ἀντελήφθη ὁ κ. συνάδελφος περὶ τίνος ὁμιλῶ· ὁ κ. συνάδελφος εἶναι ἐκτὸς τοῦ θέματος.
§351Μ. ΚΑΒΑΛΙΕΡΑΤΟΣ. Διὰ ν’ ἀποδεχθῇ λοιπὸν τὰς λέξεις ταύτας ὑπὸ τὴν ἀφῃρημένην αὐτῶν ἔννοιαν πρέπει νὰ διδαχθῇ τί σημαίνει τὸ ρῆμα δρῶ, ποίαν δύναμιν ἔχουν αἱ προθέσεις καὶ πῶς σχηματίζει ἡ Ἑλληνικὴ τὰ ὀνόματα τὰ σημαίνοντα τὴν ἐνέργειαν τοῦ ρήματος. Θὰ μάθῃ δηλ. νὰ μεταχειρίζεται τὸ ρῆμα τοῦτο κατὰ τοὺς κανόνας τῆς Γραμματικῆς, κατ’ αὐτοὺς δὲ νὰ κλίνῃ καὶ τὸ ἀφῃρημένον του καὶ ἀφοῦ ἐν ἄλλαις λέξεσι μάθῃ τὴν ἀρχαίαν καὶ τὴν καθαρεύουσαν, θὰ γίνῃ δημοτικιστὴς καὶ θὰ γράφῃ ἡ δράση τῆς δράσης. Ἀλλὰ καὶ ἕκαστος τῶν ἄλλων ἀγραμμάτων διὰ νὰ φωτισθῇ θὰ ἀκολουθήσῃ τὴν αὐτὴν ὁδόν, ὥστε ὁλόκληρος ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς θὰ μάθῃ τότε τὴν καθαρεύουσαν. Ἀλλὰ τοιουτοτρόπως ματαιοῦται ὁ σκοπὸς τῶν ψευδοδημοτικιστῶν, διότι ὁ σκοπὸς αὐτῶν εἶναι ὁ πλουτισμὸς τῆς γλώσσης διὰ λέξεων τῶν ὁποίων οὔτε ἡ ἐσωτερικὴ ἔννοια οὔτε ἡ ἐξωτερικὴ μορφὴ εἶναι ἄλλως προσιταὶ ἢ διὰ τῆς ἐκμαθήσεως τῆς καθαρευούσης. Ὥστε, βλέπετε ὅτι ἡ παραμόρφωσις τῶν λέξεων δὲν εἶναι ἀρκετὴ διὰ ν’ ἀντικαταστήσῃ τὴν ὅλην ἐκείνην μόρφωσιν καὶ παίδευσιν τοῦ πνεύματος τὴν ὁποίαν προαπαιτεῖ ἡ ὀρθὴ χρῆσις καὶ κατανόησις τῶν λέξεων τούτων. Αἱ παραμορφώσεις αὗται θὰ εἶχον δικαίωμα ἀναγνωρίσεως, ἂν εἶχον εἰσαχθῆ εἰς ἀρχαιοτέρους χρόνους, ὅτε ἡ ἀμάθεια καὶ ἡ σύγχυσις θὰ συνέβαλλον εἰς τοῦτο. Σήμερον εἶναι ἀργά. Σήμερον ἓν μόνον μέσον ὑπάρχει πρὸς εἰσαγωγὴν αὐτῶν εἰς τὴν γλῶσσαν: Ἡ μόρφωσις. Ἀλλ’ ὁ υἱὸς τοῦ ποιμένος καὶ τοῦ γεωργοῦ, ὁ υἱὸς τοῦ ἀχθοφόρου καὶ τοῦ ἐργάτου, ὅταν ἀποκτήσῃ μόρφωσιν, δὲν θ’ ἀνεχθῇ καμμίαν τῆς ὡραίας γλώσσης του παραμόρφωσιν, ἐκτὸς ἂν ἤθελε προσηλυτισθῇ ἀπὸ τὸ ἐθνοσωτήριον κήρυγμα τῶν ἀποστόλων τοῦ ψευδοδημοτικισμοῦ καὶ γίνῃ ὀπαδὸς τοῦ γλωσσικοῦ τούτου δόγματος. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια. Διότι ὁ ἀπαίδευτος λαὸς κλίνει ἡ δράση τῆς δράσης δὲν ἕπεται ὅτι πρέπει νὰ δοθῇ καὶ εἰς τὸν μαθητὴν ἡ δράση τῆς δράσης. Διότι προέχει τὸ ζήτημα ὄχι ἂν ὀνόματά τινα κλίνει ὁ λαὸς κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, ἀλλ’ ἂν δύναται ἀφ’ ἑνὸς μὲν νὰ διανοηθῇ καθ’ ὃν τρόπον διενοοῦντο οἱ ἀρχαῖοι διὰ νὰ συλλάβωσιν ἐν τῇ διανοίᾳ των τὰς διὰ τῆς γενικῆς πτώσεως δηλουμένας σχέσεις, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἂν ἔχει τὸ μέσον διὰ νὰ ἐκφράσῃ τὸν τρόπον τοῦτον τῆς διανοήσεώς του. Ἡ διαφορὰ μεταξὺ τῶν καταλήξεων τῆς γενικῆς σης καὶ σεως δὲν τὸν ξενίζει. Ἂν εἴπῃ πρὸς αὐτὸν κανεὶς «αὐτὰ συνέβησαν τὴν ἐποχὴν τῆς ἐπανάστασης ἢ τῆς ἐπαναστάσεως» ἢ «αὐτὸ εἶναι δουλειὰ τοῦ πατέρα σου ἢ τοῦ πατρός σου», ἐννοεῖ περὶ τίνος πρόκειται. Διότι ὁ νοῦς του λειτουργεῖ καθ’ ὃν περίπου τρόπον ἐλειτούργει καὶ ὁ νοῦς τοῦ Ἀριστοτέλους διὰ νὰ συλλάβῃ τὰς διὰ τῆς πτώσεως ταύτης ἐκδηλουμένας ἐννοίας καὶ σχέσεις. Ἐκεῖνος μόνον ὁ μαθητὴς ὅστις δὲν ἔμαθεν ἀκόμη τὰ τριτόκλιτα αἰσθάνεται τὴν διαφορὰν ἥτις ὑπάρχει μεταξὺ τῆς γραφομένης καὶ τῆς λαλουμένης. Ἀλλὰ τὸ πᾶν εἶναι ὁ τρόπος τῆς διανοήσεως, εἶναι δὲ ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ ὁ αὐτός, ἡ γενικὴ πτῶσις ἥτις δὲν ἀπέβαλε τὴν ἀρχαίαν σημασίαν της. Ἔπειτα οἱ εἰσάγοντες ρηματικὰ λήγοντα εἰς σις καὶ ἀκρωτηριάζοντες αὐτὰ εἰς ση παραγνωρίζουσι καὶ αὐτὸ τὸ πνεῦμα τῆς δημώδους, ἥτις τὰ ἀφῃρημένα της σχηματίζει κατ’ ἄλλον τρόπον διὰ τῆς καταλήξεως σιμο, π. χ. σχίσιμο, ἐνῷ τὰ ὀλίγα ὀνόματα τὰ λήγοντα εἰς ση δηλοῦσί τι συγκεκριμένον. Ἡ ἐνέργεια τοῦ πλύνω εἶναι τὸ πλύσιμο, τοῦ βράζω τὸ βράσιμο, τοῦ κόβω τὸ κόψιμο. Πλύση, βράση, κόψη σημαίνουν πρᾶξιν ἐντελῶς συγκεκριμένην. Στέλλομεν τὰ ροῦχα στὴν πλύση, διότι θέλουν πλύσιμο. Προσέχομεν τὸ φαγητὸν στὴ βράση μὴ πάρῃ πολὺ βράσιμο. Ἄν εἰς τὴν περίστασιν ταύτην τὰ κόβω καὶ ἐγὼ καλά, σημαίνει ὅτι ἔχει καλὴν τὴν κόψιν ἡ γλῶσσά μου. Τὸ κόψιμόν της τὸ αἰσθάνονται εἰς τὸν στόμαχον οἱ ἐκ τῶν λόγων μου στενοχωρούμενοι....
§352Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Νομίζετε, κ. συνάδελφε, ὅτι τὰ ἐπιχειρήματα αὐτὰ πρώτην φορὰν ἀκούει ἡ Συνέλευσις;
§353Μ. ΚΑΒΑΛΙΕΡΑΤΟΣ. Τὸ ὑποθέτω. Δὲν εἶναι τὸ θέμα τόσῳ κοινόν. Ἄλλως τε ἡ ἐπανάληψις αὐτῶν δὲν βλάπτει. Εἶναι μάλιστα τόσον σπουδαῖον, ὥστε νομίζω ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ περάσῃ ἀσυζητητί.
§354Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Ἄν παρετηρήσατε, θ’ ἀντελήφθητε ὅτι ὅσον προχωρεῖ ἡ συζήτησις, μὲ τὸν κάματον τὸν ὁποῖον ὑπέστη ἡ Συνέλευσις, τόσον χάνετε ἔδαφος. Εἰς τὴν ἀρχὴν ἐκερδίσατε πολύ. Ἄν ἐσταματούσατε πρὸ μιᾶς ὥρας, ἴσως θὰ ἐκερδίζατε τὸ ζήτημα.
§355Μ. ΚΑΒΑΛΙΕΡΑΤΟΣ. Ἄν εἶναι κουρασμένη ἡ Συνέλευσις, εἶναι ἐξ ἄλλου λόγου. Εἶναι ἐκ τῆς τακτικῆς, τὴν ὁποίαν ἐχαράξατε, νὰ φέρετε εἰς συζήτησιν τὰ σπουδαιότερα νομοσχέδια κατὰ τὰς πρωινὰς ὥρας. Ἀλλ’ εἶμαι πλέον εἰς τὸ τέρμα τοῦ λόγου. Εἶμαι ἄλλως τε καὶ ἐγὼ κουρασμένος. Ἰδοὺ λοιπὸν ποῦ ἔγκειται ἡ διαφορὰ μεταξὺ τῶν λεγομένων δημοτικιστῶν καὶ τῶν καθαρευόντων. Ἡμεῖς ὑποστηρίζομεν ὅτι ἡ κοινῶς λαλουμένη ἐν Ἑλλάδι γλῶσσα εἶναι ἡ γλῶσσα τῶν ἐφημερίδων. Ἀπόδειξις τὸ γεγονὸς ὅτι αὗται κυκλοφοροῦσι κατὰ ἑκατοντάδας χιλιάδων εἰς ὅλας γενικῶς τὰς τάξεις τῆς κοινωνίας καὶ ὅτι, ὁσάκις μέχρι τοῦδε ἔγινεν ἀπόπειρα συντάξεως ἐφημερίδος εἰς ἀκάθαρτον δημοτικήν, ἡ ἀπόπειρα αὕτη πάντοτε ἐναυάγησεν.
§356ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Ἀλλὰ κυκλοφοροῦσιν εἰς τὴν δημοτικὴν πολλὰ περιοδικὰ καὶ ἄλλα βιβλία.
§357Μ. ΚΑΒΑΛΙΕΡΑΤΟΣ. Τοιοῦτον ἐπιχείρημα εἶναι ἀνάξιον προσοχῆς. Πρόκειται περὶ πορνογραφημάτων, δηλ. περὶ ἀνηθίκου ἐκμεταλλεύσεως τῆς ἀπειροκάκου νεότητος. Ἐκ τῆς γλώσσης τῶν ἐφημερίδων, ὑποστηρίζομεν, ὅτι πρέπει νὰ ἐξαχθῇ τὸ σχολικὸν βιβλίον, ἀφοῦ ληφθῇ ἐκ τῆς γλώσσης ταύτης ὁ ὁμαλὸς καὶ ἁπλοῦς τύπος, ἀπηλλαγμένος ξενισμῶν καὶ χυδαϊσμῶν, ἀπηλλαγμένος ἀρχαϊσμῶν καὶ ἰδιωτισμῶν, ἀλλὰ καὶ ἄνευ γραμματικῶν σφαλμάτων. Οἱ αὐτοκαλούμενοι δημοτικισταὶ δὲν γνωρίζουν ἀκριβῶς τί ζητοῦν. Ἡ γλῶσσα τὴν ὁποίαν αὐτοὶ μεταχειρίζονται εἶναι ἡ καθαρεύουσα περιτετμημένη. Ἀλλὰ διὰ λόγους ἀποκτήσεως ὀπαδῶν ἀναγνωρίζουσι καὶ πᾶν ἐξωφρενικὸν καὶ ἀγοραῖον ἰδίωμα, ὅσον καὶ ἂν παρουσιάζεται ἐκ τῆς χυδαιότητός του ἐκτρωματικὸν καὶ ἀπαίσιον. Ἀρκεῖ δι’ αὐτοὺς νὰ εἶναι ἀπομεμακρυσμένον ἀπὸ τοὺς τύπους τῆς ἀρχαίας Γραμματικῆς. Διὰ τοῦτο καὶ τὰ ἐγκριθέντα παρ’ αὐτῶν σχολικὰ βιβλία τοιαύτην ἀποτρόπαιον ἔχουσι μορφήν, ὥστε νὰ προκαλοῦν τὰς διαμαρτυρίας τῶν διδασκάλων καὶ τῶν γονέων. Δὲν εἶναι βεβαίως ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς εὔκολος ἡ ὑπὸ τῶν μικρῶν μαθητῶν χρῆσις τῶν τύπων τῆς ἀρχαίας Γραμματικῆς. Ἐν τούτοις, παρὰ πάσας τὰς δυσκολίας αὐτῶν, ἐπιβάλλεται νὰ παραδίδωνται οἱ τύποι οὗτοι βαθμιαίως καὶ κανονικῶς εἰς τοὺς μαθητὰς διὰ τῶν βιβλίων. Καὶ οἱ μαθηταί, οἵτινες διδάσκονται τὴν γλῶσσάν των καὶ μορφοῦνται εἰς τὰ σχολεῖα, θὰ κατορθώσωσι νὰ ἐννοῶσιν ὀρθῶς καὶ νὰ μεταχειρίζωνται ὀρθῶς τοὺς τύπους τούτους. Ἄλλως τε πρόκειται μόνον περὶ τῶν τύπων τῆς τρίτης κλίσεως. Ἐφόσον δὲ μανθάνουν νὰ κλίνουν ἡ δρᾶσις τῆς δράσεως, ὁ βασιλεὺς τοῦ βασιλέως, δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ καθημερινὴ αὐτὴ ἄσκησις νὰ μὴ ἔχῃ τὴν ἐπίδρασιν αὐτῆς ἐπὶ τῆς ὑπ’ αὐτῶν λαλουμένης. Ἄλλως τε εἰς τοῦτο τοὺς ὑποβοηθεῖ καὶ ἡ Ἐκκλησία. «Εὐλογημένη ἡ βασιλεία τοῦ Πατρὸς» ἀκούει τὸν ἱερέα ἀναφωνοῦντα, ἀρχομένης τῆς λειτουργίας. Καί, ὅταν αἴρων τὰ ἅγια τῶν ἁγίων, ἐμφανίζεται βραδύτερον εἰς τὴν Ὡραίαν Πύλην καὶ ἐκφωνῇ «μετὰ φόβου Θεοῦ πίστεως....» στερεώνει εἰς τὴν ψυχὴν τοῦ μαθητοῦ τοὺς τύπους τοὺς ὁποίους εἰσήγαγεν εἰς αὐτὴν τὸ Σχολεῖον. Τοῦτο εἶναι καὶ τὸ μυστικὸν χάριν τοῦ ὁποίου οἱ ἐφημεριδοπῶλαι διαλαλοῦν καὶ οἱ ἁμαξηλάται ζητοῦν τὸ παράρτημα τῆς «Ἀκροπόλεως», τῆς «Πατρίδος», τοῦ «Ἔθνους», τοῦ «Βήματος», χωρὶς νὰ ξενίζωνται παντάπασιν ἐκ τοῦ ἀσυνήθους τούτου διὰ τὴν δημοτικὴν τύπου. Μόνη ἡ κατάργησις τῆς ἀρχαίας καὶ τῆς καθαρευούσης θὰ ἠδύνατο νὰ μᾶς σώσῃ ἀπὸ τὰ παρενοχλοῦντα τὰ νεῦρα τῶν δημοτικιστῶν περιττοσύλλαβα τῆς τρίτης κλίσεως. Ἀλλ’ ἔπρεπεν οἱ εὐλογημένοι αὐτοὶ νὰ γεννηθῶσι πρὸ δύο αἰώνων. Τώρα εἶναι πλέον ἀργά. Ἡ Συνέλευσις, τὴν ὁποίαν ἀποτελοῦμεν, δὲν θὰ γίνῃ ποτὲ Συνέλεψη, οὐδ’ ἡ Κυβέρνησις Γκουβέρνο! Ἐδῶ μέσα θὰ γίνωνται πάντοτε συζητήσεις καὶ ὄχι κουβέντες! Καὶ θ’ ἀκούωνται ἀγορεύσεις καὶ θ’ ἀναπτύσσωνται ἐπερωτήσεις καὶ συστάσεις καὶ θὰ ἐνεργοῦνται ψηφοφορίαι δι’ ἀναστάσεως καὶ ψηφοφορίαι δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως. Καὶ ἐφόσον θὰ ὑπάρχῃ Ἑλληνικὴ Βουλὴ καὶ Ἑλληνικὴ ἀνεξαρτησία, ἕκαστος ἐδῶ μέσα θὰ ἐκθέτῃ τὰς σκέψεις του μὲ τὸ νῦ καὶ μὲ τὸ σίγμα. Τοιαύτην ἔχω πίστιν ἐπὶ τὴν ζωτικότητα τῆς πανελληνίου ταύτης γλώσσης, ὥστε συμφώνως πρὸς αὐτὴν θὰ ὤφειλον ν’ ἀδιαφορήσω πρὸς τὰ μέσα τὰ ὁποῖα μηχανεύονται οἱ ἐπόπται τῆς Ἐκπαιδεύσεως πρὸς ὑπονόμευσιν αὐτῆς. Καὶ θὰ ἠδιαφόρουν ἐντελῶς, ἂν δὲν διέβλεπον ἐν τῇ ἐπικρατήσει ὁπωσδήποτε τῶν προσπαθειῶν αὐτῶν τὸν κίνδυνον οὐ μόνον τῆς διαφθορᾶς τοῦ γλωσσικοῦ αἰσθήματος τῶν μικρῶν μαθητῶν, ἀλλὰ καὶ τῆς ἠθικῆς καὶ διανοητικῆς διαστροφῆς των διὰ τῶν εἰσαγομένων παρ’ αὐτῶν εἰς τὰ σχολεῖα βιβλίων, ἐντελῶς δι’ αὐτοὺς ἀκαταλλήλων καὶ ἀπὸ παιδαγωγικῆς καὶ ἀπὸ λογοτεχνικῆς καὶ ἀπὸ πάσης ἄλλης ἀπόψεως. Διὰ τοῦτο ἐπιφυλάσσομαι κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ περὶ τῆς ἐπισήμου γλώσσης ἄρθρου τοῦ Συντάγματος νὰ ὑποστηρίξω, ὅπως τεθῇ αὐστηρὰ διάταξις πρὸς πρόληψιν ἐν τῷ μέλλοντι πάσης τοιαύτης καταχρήσεως. Τοιοῦτον δεσμευτικὸν μέτρον ἐπιβάλλεται χάριν τῆς Ἐκπαιδεύσεως νὰ ληφθῇ. Διότι μόνον κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον θὰ ἀποτραπῇ ὁριστικῶς πλέον ὁ κίνδυνος τοῦ κατακλυσμοῦ τῶν σχολείων τοῦ Κράτους διὰ βιβλίων τῆς χυδαιότητος τῶν «Ψηλῶν Βουνῶν», τὰ ὁποῖα, ὡς μὴ ὤφελεν, ἔχουσι φανατικοὺς ὑποστηρικτὰς καὶ ἐδῶ μέσα ἀκόμη, διὰ νὰ ἀποδειχθῇ ὅτι ὑπάρχουσι καὶ πολιτευόμενοι οἵτινες εἰς τὴν περίστασιν ταύτην παραγνωρίζουσιν ὄχι μόνον τὴν ἐθνικὴν ἀλλὰ καὶ τὴν ἠθικὴν ἄποψιν τοῦ ζητήματος. Διότι παραγνωρίζουσι τὴν τιμὴν τὴν ὁποίαν περιῆψεν εἰς τὸ Ἔθνος ἡ ἀποστολὴ τὴν ὁποίαν ἐξεπλήρωσεν εἰς τὸν κόσμον ἡ ἐν τῇ μορφῇ τῆς σημερινῆς καθαρευούσης ἀντικρύζουσα ὁπωσδήποτε τὴν εἰκόνα της ἀθάνατος Ἑλληνικὴ γλῶσσα. Ἐνῷ θὰ ἤρκει τοῦτο καὶ μόνον τὸ γεγονός, ὅπως ἡ ὡραία γλῶσσά μας, ὡς τὸ παλλάδιον τοῦ ἐθνισμοῦ μας, διατηρηθῇ εἰς τὸ ὕψος τῆς ἱερότητός της ἀπρόσιτος εἰς πᾶσαν ἀσεβῆ καὶ βέβηλον σκέψιν. Ὅταν ὁ στρατηγὸς τῶν Λακεδαιμονίων Λύσανδρος ἐξεπόρθησε τὰς Ἀθήνας, ἐξεπληροῦτο δὲ τοιουτοτρόπως τὸ πολιτικὸν τοῦτο ὄνειρον τῆς Σπάρτης, συνεκάλεσεν εἰς συμβούλιον τοὺς συμμάχους στρατηγούς, ὅπως σκεφθῶσι περὶ τῆς τύχης τῆς ἁλωθείσης πόλεως. Τότε τῇ προτάσει τοῦ στρατηγοῦ τῶν Θηβαίων Ἐριάνθου ἀπεφασίσθη, ἵνα τὸ μὲν Ἄστυ καταστραφῇ, ἡ δὲ Ἀττικὴ καταστῇ μηλόβοτος. Ἀλλ’ ὅταν βραδύτερον παρεκάθισαν εἰς συμπόσιον καὶ ἤκουσαν ἐκ τοῦ στόματος Φωκέως ἀοιδοῦ ψαλλομένην τὴν γνωστὴν ἐκ τῆς Ἠλέκτρας τοῦ Εὐριπίδου πάροδον «Ἀγαμέμνονος, ὦ κόρα, ἤλυθον, Ἠλέκτρα, ποτὶ σὰν ἀγρότειραν αὐλάν», τόσον συνεκινήθησαν, ὥστε ἐθεώρησαν ἀνοσιούργημα νὰ καταστρέψωσι πόλιν ἥτις ἐξέθρεψε τοιοῦτον ἄνδρα. Χάριν τότε ἑνὸς ἀνδρός, τοῦ Εὐριπίδου, ἐσώθησαν αἱ Ἀθῆναι. Χάριν ὅμως πλησίον τῶν ἰσχυρῶν δὲν εὑρίσκει σήμερον ἡ καθαρεύουσα, ἡ πανελλήνιος αὕτη γλῶσσα, τῆς ὁποίας ἡ εὔτονος φωνὴ ἀπηχεῖ τὴν μουσικὴν μελῳδίαν τῆς μητρός της. Τῆς ἀληθοῦς προόδου τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους τρεῖς ἀπεδείχθησαν οἱ πρῶτοι καὶ κύριοι συντελεσταὶ καὶ παράγοντες: Ἡ Θρησκεία, ἡ Οἰκογένεια καὶ τὸ Σχολεῖον. Οἱαδήποτε τούτων μεταβολή, ὅσον μικρὰ καὶ ἀσήμαντος ἂν θεωρηθῇ, δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ εἶναι βλαπτική, δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ ἔχῃ καταστρεπτικὰ ἀποτελέσματα, διότι ἐξασθενίζει καὶ χαλαρώνει τὴν συνοχὴν τοῦ ὅλου ἐθνικοῦ καὶ ἠθικοῦ οἰκοδομήματος, τὸ ὁποῖον, ἀσάλευτον, στηρίζεται ἐπὶ τῶν τριῶν αὐτῶν ὑποβάθρων. Σχολεῖον, Ἐκκλησία καὶ Οἰκογένεια εἶναι αἱ τρεῖς ἀείροοι πηγαί, ἐκ τῶν ὁποίων ἡ Ἑλληνικὴ κοινωνία ἀντλεῖ τὴν ἐθνικήν της ἀνατροφὴν καὶ τὴν ἐθνικήν της ὕπαρξιν. Ἐκ τοῦ ὑλικοῦ τὸ ὁποῖον παρέσχον οἱ ἀκένωτοι οὗτοι θησαυροὶ συνεπήχθη ἡ κιβωτός, ἥτις ἄθικτον διεφύλαξε τὸν Ἑλληνικὸν ἐθνισμὸν καὶ ἥτις ἐπὶ αἰῶνας παραδέρουσα, ἕρμαιον τοῦ κυματισμοῦ τὸν ὁποῖον ἐξέσπων εἰς τὰ πλευρά της αἱ ἀλλεπάλληλοι περιπέτειαι τοῦ Γένους, ἔστη πρὸ μιᾶς περίπου ἑκατονταετηρίδος ἐπὶ τοῦ Ἀραράτ, τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἀραράτ, τὸ ὁποῖον ὕψωσε διὰ τῶν θυσιῶν της ἡ Ἑλληνικὴ Ἐπανάστασις, ἐξ αὐτῆς δὲ ἐξαπελύθη ἡ περιστερὰ ἥτις ἀνήγγειλεν εἰς τὸν κόσμον τὴν ἀπολύτρωσιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους. Ἀλλ’ ὑπεράνω καὶ τῆς Ἑλληνικῆς Ἐκκλησίας καὶ τῆς Ἑλληνικῆς Οἰκογενείας ἔστη πάντοτε, ἐργάτης χαλυβδίνων ἐθνικῶν δεσμῶν, ἡ Ἑλληνικὴ γλῶσσα, ἥτις, ὡς ἀδιάσπαστος ἅλυσος, διὰ τῶν κρίκων αὐτῆς πρὸ τριῶν χιλιετηρίδων συνδέει τὸ Ἑλληνικὸν Ἔθνος εἰς ἑνιαῖον σύνολον, τὴν συνοχὴν τοῦ ὁποίου ἀπειλεῖ σήμερον ἡ ὑπὸ τὰ θεμέλια αὐτοῦ ἀνοιχθεῖσα ὑπόνομος τοῦ ψευδοδημοτικισμοῦ. Διὰ νὰ εἶναι ἡ γλῶσσα τὸ σπουδαιότερον γνώρισμα τῆς ἐθνικῆς ἰδιοσυστασίας παντὸς λαοῦ, διὰ τοῦτο δὲν ὑπάρχει Ἔθνος ἐπὶ τῆς γῆς τὸ ὁποῖον δὲν ἔχεται τοῦ πολυτίμου αὐτοῦ θησαυροῦ μετὰ στοργικοῦ πάθους. Ἀλλ’ ἡ Ἑλληνικὴ γλῶσσα, ὑπὲρ πᾶσαν γλῶσσαν τῆς οἰκουμένης, παρουσιάζει τοῦτο τὸ πλεονέκτημα, ὅτι ἔσχε τὴν ὑψίστην τιμὴν ν’ ἀποθησαυρίσῃ ἐν αὑτῇ πᾶν ὅ,τι ὑψηλὸν καὶ ἀληθές, πᾶν ὅ,τι εὐγενὲς καὶ ὡραῖον παρήγαγε κατὰ τὴν γονιμωτέραν ἐκκόλαψιν αὐτῆς ἡ ἀνθρωπίνη διάνοια πρὸς γενικόν, πρὸς παγκόσμιον ὄφελος. Ἀλλ’ ἔσχε καὶ τὴν ὑπερτάτην ἀκόμη τύχην ὅτι δι’ αὐτῆς ἐκηρύχθη εἰς τὸν κόσμον τὸ Εὐαγγέλιον τοῦ Χριστοῦ πρὸς σωτηρίαν τῆς ἀνθρωπότητος. Τοιαύτην γλῶσσαν μόνον ἄνθρωποι ἀνάπηροι τὴν ψυχὴν καὶ τὸν νοῦν ἀνισόρροποι δικαιολογοῦνται νὰ πολεμῶσιν. Οἱ Ἑβραῖοι, τῶν ὁποίων ἡ γλῶσσα εἶχεν ἀποθάνει πρὸ τῆς γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ, ἀνέστησαν ἐκ νεκρᾶς τὴν γλῶσσάν των καὶ ἡ γενεὰ ἥτις ζῇ σήμερον εἰς τὴν Παλαιστίνην λαλεῖ τὴν βιβλικὴν γλῶσσαν... Οἱ Κελτοί, ὅταν ὑπὸ ἀλλογλώσσων κατεκτήθη ἡ βρεττανικὴ γῆ, ἡ θετὴ πατρίς των, καὶ ὑπ’ αὐτῶν ἠπειλήθη ὁ ἐθνισμός των, ἡ γλῶσσά των, ἔκραζον πρὸς αὐτοὺς διὰ τοῦ στόματος τῶν βάρδων: «Μάτην κοπιᾶτε. Πλὴν τοῦ Θεοῦ οὐδεὶς ἄλλος δύναται νὰ καταστρέψῃ τὴν γλῶσσάν μας καὶ νὰ ἐξαλείψῃ τὸ ὄνομά μας!» Ἕλληνες πληρεξούσιοι! ὑψώθητε μέχρι τῶν Κελτῶν καὶ ἀπὸ τῆς περιωπῆς ἐκείνης ἀτενίσατε τὰ νομοσχέδια ταῦτα. Γίνετε τοὐλάχιστον τῆς γλώσσης ζηλότυποι, ὡς οἱ Τσέχοι, τῶν ὁποίων ὁ ἐθνικὸς ὕμνος ἄρχεται διὰ τῆς ὡραίας ταύτης στροφῆς: «Ἐγερθῆτε, Σλαῦοι.... ἡ γλῶσσά μας θὰ ζῇ, ἐφόσον ἡ καρδιά μας θὰ πάλλῃ ὑπὲρ τῆς πατρίδος». Οἱ Τσέχοι ἀνέστησαν καὶ αὐτοὶ ἐκ νεκρᾶς τὴν γλῶσσάν των!! Ἀλλ’ ὅταν λαοὶ ὡς οἱ Ἑβραῖοι, ὡς οἱ Κελτοί, ὡς οἱ Τσέχοι, λαοὶ τουτέστι τῶν ὁποίων ἡ γλῶσσα δὲν ἔχει τὴν ὑπέρλαμπρον δόξαν τῆς ἰδικῆς μας, ὅταν λαοί, λέγω, τοιοῦτοι ἀγρυπνοῦσιν ὑπὲρ τῆς γλώσσης των, δὲν ἐπιτρέπεται εἰς ἡμᾶς τοὺς Ἕλληνας νὰ κοιμώμεθα ἐπὶ τῶν ἐπάλξεων ὅπου μᾶς ἔταξεν ἡ Πατρὶς διὰ νὰ φρουρῶμεν ἐκεῖθεν τὴν ζωήν, τὴν τιμὴν καὶ πᾶσαν τὴν ἄλλην ἠθικὴν καὶ ἐθνικὴν περιουσίαν της.... Ἕλληνες πληρεξούσιοι, ἐξ ὀνόματος τοῦ Ἔθνους καὶ χάριν τοῦ μέλλοντος αὐτοῦ σᾶς ἐξορκίζω νὰ καταψηφίσετε τὰ ἀντεθνικὰ αὐτὰ νομοσχέδια.
§358ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔχει τὸν λόγον.
§359Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐπέδειξεν ἀρκετὸν ἡρωισμόν, διότι ἦλθε νὰ ἐπαναλάβῃ ὅ,τι ἐπὶ δεκαετίαν δὲν παύει νὰ τονίζῃ. Ὁ ἡρωϊσμὸς αὐτὸς ἦτο τὸ μόνον συμπαθὲς σημεῖον τῆς ἀγορεύσεώς του, διότι κατὰ τὰ ἄλλα ἡ μοῦχλα διεῖπεν ὅλην του τὴν ἀγόρευσιν, ἡ μοῦχλα τῆς σκέψεως, ἡ μοῦχλα τῆς ἀντιλήψεως. Μοῦ ἐνθυμίζει μίαν ἄλλην εἰκόνα ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κατὰ τὸ 1911, ὅτε καὶ πάλιν ἐδῶ ἐζητεῖτο νὰ σταυρωθῇ ἡ δημοτικὴ γλῶσσα καὶ νὰ σταυρωθῇ ἐπὶ τῇ βάσει συκοφαντιῶν, ἐπὶ τῇ βάσει κακῶν θεωριῶν, ἐσφαλμένων θεωριῶν γλωσσολογικῶν, ἐπὶ τῇ βάσει κακῶν ἀντιλήψεων, καὶ τότε ἠκούσαμεν τὰ περίφημα ἐκεῖνα, ὅτι οἱ δημοτικισταὶ ἔλεγον ὅτι τὸ «σοφία ὀρθὴ» λέγεται «σοφία σούζα» καὶ ὁ «Κωνσταντῖνος Παλαιολόγος» λέγεται «Κωνσταντῖνος Παλῃοκουβέντας». Ἐπαναλαμβάνω ὅτι ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἦλθε νὰ μᾶς ἀναγνώσῃ τὰ περίφημα ἐκεῖνα γραμματικὰ δοκίμια, τὸ ὁποῖα δὲν ἔχουν σχέσιν οὔτε μὲ τὸ νομοσχέδιον οὔτε μὲ τὴν διδασκαλικὴν ὕλην εἰς τὰ δημοτικὰ σχολεῖα. Ἀλλ’ ἡ εἰκὼν εἶναι ἐντελῶς διάφορος. Ἐνθυμεῖσθε τὴν ἐποχὴν ἐκείνην πῶς ἠλάλαζεν ἡ Ἀναθεωρητικὴ Βουλὴ τοῦ 1911, καὶ ἠλάλαζεν ἐξ ἀμαθείας, ἐκ κακῆς ἀντιλήψεως ἐναντίον τῆς δημοτικῆς καὶ ἐτέθη ἐκεῖνο τὸ στίγμα τοῦ Συντάγματος, διὰ τοῦ ὁποίου καθιεροῦτο ἡ καθαρεύουσα. Σήμερον βλέπετε πόσον εἶναι διαφορετικὴ ἡ ἀντίληψις. Δὲν εἶναι ἡ κακὴ ἀμάθεια καὶ τὸ συμφέρον τὸ ὁποῖον μὲ τόσον τραγικὸν ὕφος ἠθέλατε νὰ τονίσετε, ἀλλ’ ἀκριβῶς εἶναι ἡ μάθησις, εἶναι τὸ φῶς, τὸ ὁποῖον ἐχύθη, τὸ ὁποῖον δὲν ἐπιτρέπεται πλέον διὰ συκοφαντιῶν, διὰ ψευδῶν θεωριῶν γλωσσολογικῶν νὰ κλονίζεται. Αἱ γλῶσσαι, κ. συνάδελφε, εἶναι ζωντανοὶ ὀργανισμοὶ οἱ ὁποῖοι ἐξελίσσονται καὶ ἡ Ἑλληνικὴ γλῶσσα εἶναι καὶ αὐτὴ ἕνας ζωντανὸς ὀργανισμὸς ὁ ὁποῖος ἐξελίσσεται. Μεταβάλλονται διαρκῶς αἱ γλῶσσαι. Βεβαίως ὁ γραπτὸς λόγος μεταβάλλεται βραδύτερον, ἀκολουθῶν τὸν προφορικὸν λόγον, εἰς ὅλα τὰ Ἔθνη τοῦ κόσμου. Ἡ παρακολούθησις τοῦ γραπτοῦ λόγου εἶναι τόσον βραδυτέρα ὅσον ὁ γραπτὸς λόγος ὁ παλαιότερος περιέχει μεγάλα ἔργα, κλασσικὰ ἔργα, ὅσον ἀσθενέστερος εἶναι ὁ σχετικὸς λαός. Καὶ εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ἔτυχεν αὐτό· συνέβη νὰ λάμψῃ εἷς πολιτισμὸς ἀνώτερος εἰς τὴν ἀρχαιότητα καὶ τὸ φῶς αὐτὸ νὰ μᾶς φωτίζῃ μόνον ἀπὸ τὸ ἓν μέρος, ἀλλὰ νὰ μᾶς κρατῇ δούλους. Ἐξ ἄλλου αἱ περιπέτειαι τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους ἐξησθένησαν τὴν δημιουργικήν του δύναμιν, δι’ αὐτὸ τὸ Ἑλληνικὸν Ἔθνος, παρ’ ὅλας τὰς προσπαθείας του, δὲν κατώρθωσεν ἐνωρίτερον νὰ ξεσκλαβωθῇ ἀπὸ τὴν ἐπήρειαν αὐτοῦ τοῦ τυπικοῦ καὶ λεκτικοῦ τοῦ ἀρχαίου λόγου, μολονότι ἡ δημοτικὴ γλῶσσα εἶναι γνησιωτάτη θυγάτηρ τῆς ἀρχαίας διαλέκτου. Ὑπεστηρίχθη, ὅπως γνωρίζετε, ὅτι ἡ ἀμάθεια συνετέλεσε νὰ ὑπάρξῃ ὁ δημοτικὸς λόγος καὶ ἡ γλωσσολογία ἦλθε νὰ μᾶς ἀποδείξῃ ὅτι δὲν εἶναι ἡ ἀφελὴς ἀμάθεια, ἀλλ’ ἡ φυσικὴ καὶ ἀναγκαία ἐξέλιξις τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης. Καὶ ἂν δὲν συνετέλεσεν εἰς τίποτε ἄλλο, συνετέλεσεν εἰς τὸ νὰ μὴ μπορέσῃ ἡ δημοτικὴ γλῶσσα νὰ γίνῃ γραπτὸς λόγος, διότι, ὅπως σᾶς εἶπον, ἐξησθένησεν ἡ δημιουργικὴ δύναμις τοῦ Ἔθνους. Καὶ ἔχει, ὡς γνωρίζετε πολὺ καλά, κ. συνάδελφε, ἡ δημοτικὴ γλῶσσα ἀρετὰς μεγίστας, τὸ γεγονὸς δὲ ὅτι ἂν διετηροῦμεν τὴν καθαρεύουσαν ἠθέλομεν προσεγγίσει τὸν ἀρχαῖον πολιτισμόν, ἠθέλομεν ἀποδείξει τὴν γνησιότητα τῆς καταγωγῆς μας καὶ ἠθέλομεν εὐκολώτερον ἐμποτισθῆ τὰ νάματα τῆς κλασσικῆς φιλολογίας, ὅλαι αὐταὶ αἱ κακαὶ ἀντιλήψεις, αἱ ὁποῖαι συνετέλεσαν νὰ ἐπιβάλουν τὴν καθαρεύουσαν εἰς τὴν νεωτέραν Ἑλλάδα, ἔσχον χειρίστην ἐπίδρασιν διὰ τὴν πνευματικὴν ἀνάπτυξιν τοῦ λαοῦ, διότι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς κατώρθωσε νὰ μὴ ἔχῃ καμμίαν γλῶσσαν, νὰ μὴ ἔχῃ γλῶσσαν τὴν ὁποίαν νὰ ὁμιλῇ καὶ νὰ γράφῃ· καὶ ὑπῆρχον βέβαια οἱ μορφωμένοι, ἀλλ’ ὁ πολὺς λαὸς ὁ Ἑλληνικὸς ἐστερεῖτο γλώσσης, διότι ἐκείνην τὴν γλῶσσαν τὴν ὁποίαν ἐμάνθανεν εἰς τὸ σπίτι του, τὴν ὁποίαν ἐμάνθανε μὲ τὸ γάλα τῆς μητέρας του καὶ τὴν ὁποίαν ὡμίλει, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ τὴν μεταχειρισθῇ εἰς τὸν δημόσιον βίον, καὶ τὰ βιβλία τὰ ὁποῖα οἱ λόγιοι συνέγραφον δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ τὰ μεταχειρισθῇ. Αὐτὸ εἶναι τὸ τρομερὸν ἀποτέλεσμα τῆς νίκης τῆς καθαρευούσης. Ἔρχεσθε καὶ λέγετε, ἀγνοοῦντες τὰ πορίσματα τῆς γλωσσολογίας, ὅτι εἰς ὅλας τὰς γλώσσας τοῦ κόσμου ὑπάρχει ἡ διγλωσσία. Αὐτὸ εἶναι ἐσφαλμένον, διότι εἰς κανὲν μέρος τοῦ κόσμου δὲν ὑπάρχει αὐτὸ τὸ ὁποῖον ὑπάρχει εἰς τὴν Ἑλλάδα. Διότι εἰς τὴν Γαλλίαν, πολὺ καλὰ ξέρετε, ὅτι καὶ ὁ πλέον ἀγράμματος θὰ εἰπῇ τὸν πατέρα le père, τὴν μητέρα la mère, τὸ ἄλογο le cheval καὶ δὲν θὰ ἔχῃ δύο λέξεις, τὸ ἄλογο καὶ ὁ ἵππος, ὁ πατέρας καὶ ὁ πατήρ. Εἰς ἡμᾶς δὲν ὑπάρχει διαφορὰ διαλέκτου, ὅπως ἠθελήσατε νὰ ὑποστηρίξετε, ἀλλὰ διαφορὰ γλώσσης· εἶναι δύο διάφορα στάδια ἐξελίξεως μιᾶς γλώσσης, τόσον δὲ μεγάλη εἶναι ἡ διαφορά, ὥστε ἡ συγχώνευσις εἶναι ἀδύνατος. Ἀναφέρατε, κ. συνάδελφε, τὴν γλωσσολογικὴν ἱστορίαν τῶν ἄλλων Ἐθνῶν. Οἱ λαοὶ ἐκεῖνοι ὡμίλουν τὴν Λατινικὴν καὶ εἴχετε δίκαιον εἰς τοῦτο, ἀλλ’ ὅταν ἤρχισαν νὰ ἀνδροῦνται καὶ νὰ μορφώνωνται ἐξεπήδησαν τότε αἱ Ρωμανικαὶ γλῶσσαι καὶ ἡ ἀκμὴ τῶν Ρωμανικῶν γλωσσῶν συμβαδίζει μὲ τὴν πνευματικὴν πρόοδον τῶν Ἐθνῶν τὰ ὁποῖα τὰς ὁμιλοῦν. Εἴπετε διὰ τὸν Δάντην· ἀλλ’ ὁ Δάντης ἐπῆρε τὴν λαλουμένην γλῶσσαν καὶ τὴν ἔγραψε.
§360Μ. ΚΑΒΑΛΙΕΡΑΤΟΣ. Τὴν συνεπλήρωσεν.
§361Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Βεβαίως αὐτὸ ἠμπορεῖ νὰ τὸ κάμῃ ἕνας ποιητής, ἀλλ’ ὅπως καὶ ἄλλοτε εἶπον, ἡ γλῶσσα εἶναι τὸ δημοκρατικώτερον ἄνθος τῆς ἀνθρωπίνης ψυχῆς καὶ δὲν ἀνέχεται κανένα τύραννον καὶ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θὰ γράψῃ ὁ συγγραφεὺς ἔχει ἀξίαν ἂν γίνῃ ἀποδεκτὸν ἀπὸ τὸν λαὸν ὁ ὁποῖος θὰ διαβάσῃ τὸν συγγραφέα. Εἶναι ἀστεῖον σήμερον νὰ γίνεται λόγος περὶ καθαρευούσης καὶ δημοτικῆς, εἰς στιγμὴν καθ’ ἣν ὁλόκληρος ἡ λογοτεχνία εἶναι εἰς τὴν δημοτικὴν καὶ μόνον τὰ ἐπιστημονικὰ βιβλία εἶναι εἰς τὴν καθαρεύουσαν, ἀλλὰ καὶ αὐτὰ θὰ ὑποχωρήσουν.
§362Μ. ΚΑΒΑΛΙΕΡΑΤΟΣ. Ὁ Τύπος;
§363Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Ἡ δημοτικὴ γλῶσσα κατακτᾷ παντοῦ ἔδαφος· ἀπὸ τὴν λυρικὴν ποίησιν εἰσῆλθεν εἰς τὸ μυθιστόρημα, εἰς τὸ δρᾶμα, εἰς τὸ χρονογράφημα καὶ σιγὰ–σιγὰ εἰς τὰ ἐπιστημονικὰ βιβλία. Βεβαίως εἰς τὰ ἐπιστημονικὰ βιβλία, διότι ὁ λαὸς δὲν μεταχειρίζεται τὰς ἀφηρημένας ἐννοίας καὶ δὲν κατώρθωσε νὰ ἀφομοιώσῃ εἰς τὸ τυπικόν του τὰς λέξεις τὰς θεωρητικάς, τὰς ἀφῃρημένας, βεβαίως ὑπάρχουν λέξεις λόγιαι, τὰς ὁποίας ὁ λαὸς δὲν μεταχειρίζεται καὶ αἱ ὁποῖαι βραδύτερον ἀφομοιοῦνται ἀπὸ τὸν λαὸν καὶ σιγὰ–σιγὰ θὰ ἀφομοιωθοῦν καὶ δὲν ὑπάρχει καμμία δυσκολία νὰ γίνῃ χρῆσις καὶ αὐτῶν ὅπως γίνεται χρῆσις ἀπὸ τοὺς διανοουμένους. Αὐτὸ δὲν ἀποτελεῖ καμμίαν δυσκολίαν. Τὸ μεγαλύτερον ἀτύχημα θὰ εἶναι ἂν ἐξακολουθήσωμεν νὰ εἴμεθα διῃρημένοι, οἱ γραμματισμένοι ἀπὸ τὸ ἕνα μέρος καὶ ὁ λαὸς ἀπὸ τὸ ἄλλο. Αὐτὸ βεβαίως μία δημοκρατικὴ πολιτικὴ δὲν δύναται νὰ ἀνεχθῇ. Εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπέλθῃ μία πνευματικὴ ἑνότης εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν διὰ νὰ δυνηθῇ νὰ ἀναπτύξῃ τὰς ἄλλας αὑτοῦ ἀρετάς. Νομοθέτης τῆς γλώσσης εἶναι ὁ λαός, δὲν εἶναι ἡ Βουλή, δὲν εἶναι οἱ νόμοι, ἀλλ’ εἶναι ὁ λαὸς ὁ ὁποῖος θὰ νομοθετήσῃ. Σήμερον, κύριοι συνάδελφοι, ἔχομεν νὰ ἐξετάσωμεν ποία γλῶσσα θὰ διδάσκεται εἰς τὰ σχολεῖα καὶ ὅταν ἐξετάζωμεν αὐτὸ τὸ θέμα θὰ ἤμεθα οἱ ἔσχατοι τῶν Ἀβδηριτῶν, ἂν διετηροῦμεν τὸ σύστημα κατὰ τὸ ὁποῖον προσεπαθοῦμεν νὰ μορφώσωμεν τὰ παιδιὰ εἰσάγοντες τὴν καθαρεύουσαν, μίαν γλῶσσαν ξένην πρὸς ἐκείνην τὴν ὁποίαν ἔμαθεν ὁ λαός, καὶ ἀντὶ τὸ παιδί, το ὁποῖον ἔχει ἕνα πλοῦτον γνώσεων καὶ ἐννοιῶν ἀπὸ τὸ σπίτι του, ἀντὶ νὰ μεταχειρισθῶμεν τὸν πλοῦτον αὐτὸν διὰ νὰ τὸ μορφώσωμεν περισσότερον καὶ τὸ εἰσαγάγωμεν ἀπὸ τὰ γνωστὰ εἰς τὰ ἄγνωστα, νὰ διαγράφωμεν ὅλον αὐτὸν τὸν πλοῦτον καὶ τὴν μεγάλην διανοητικὴν ἐργασίαν, ἡ ὁποία γίνεται εἰς τὸ παιδὶ μέχρι τοῦ 5ου καὶ 6ου ἔτους, καὶ ν’ ἀρχίζωμεν νὰ τὸ διδάσκωμεν ἄλλους κανόνας, ἄλλους τύπους. Τὸ ἀποτέλεσμα θὰ ἦτο μία ἐλεεινὴ σύγχυσις εἰς τὸν νοῦν τοῦ ἀνθρώπου καὶ δι’ αὐτὸ ἓν ἐλάττωμα γενικὸν πνευματικὸν μᾶς χαρακτηρίζει τοὺς Ἕλληνας, ὅτι δὲν ἔχομεν συναίσθησιν τῶν λέξεων καὶ τῶν τύπων τοὺς ὁποίους μεταχειριζόμεθα καὶ δι’ αὐτὸ βλέπομεν νὰ γράφουν «ἀντανακλώσης οὔσης τῆς σελήνης», τὰ ὁποῖα παρατηροῦνται, ὄχι μόνον εἰς τοὺς ἡμιμαθεῖς, ἀλλὰ καὶ εἰς τοὺς γραμματισμένους, διότι ἕνας ἄνθρωπος εἶναι κύριος τῆς γλώσσης τὴν ὁποίαν ὁμιλεῖ, ὅταν αὐθορμήτως ἔρχωνται αἱ ἔννοιαι εἰς τὸν νοῦν του καὶ δὲν ἔχῃ ἀνάγκην νὰ τὰ ἐκφράζῃ, ἐνῷ ἡμεῖς οἱ Ἕλληνες μεταφράζομεν τὰς λέξεις. Δι’ αὐτό, κ. συνάδελφε, σεῖς ὁ ὁποῖος ἐπήγατε εἰς τὴν Εὐρώπην θὰ παρετηρήσατε τὸ ἑξῆς ἀξιοπαρατήρητον, ὅτι ὁ ἀπόφοιτος τοῦ δημοτικοῦ σχολείου εἰς τὴν Γερμανίαν ἠμπορεῖ νὰ συντάξῃ μίαν ἀναφορὰν ἀρτίαν λεκτικῶς, ἐνῷ ἐδῶ οὔτε ὁ ἀπόφοιτος τοῦ Γυμνασίου δὲν δύναται νὰ τὸ κάμῃ, διότι ὑπάρχει μία σύγχυσις ἀξιοθρήνητος λόγῳ τῆς διγλωσσίας, ἡ ὁποία ὑπάρχει, καὶ δὲν ὑπάρχει μεγαλύτερον ἔγκλημα παρὰ νὰ εἰσαγάγωμεν εἰς τὰ παιδιὰ αὐτὴν τὴν σύγχυσιν καὶ νὰ τὰ ἐμποδίσωμεν νὰ ἔχωσι καθαρὰς ἀντιλήψεις. Καὶ μία ἀπὸ τὰς σπουδαιοτέρας αἰτίας τῆς κακῆς κατευθύνσεως τοῦ Ἔθνους ἦτο αὐτὴ ἡ σύγχυσις, ἡ ὁποία ἐπέτρεπεν εἰς δημαγωγούς τινας μὲ λέξεις κενὰς καὶ πομφόλυγας νὰ παρασύρουν ἓν Ἔθνος εἰς τὴν καταστροφήν. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον τοῦτο. Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἔχει νὰ ἀνταγωνισθῇ εἰς τὴν Μακεδονίαν μὲ ἄλλους λαοὺς ἔχοντας γλῶσσαν ἁπλῆν καὶ νεωτέραν καὶ δὲν ἀγνοεῖτε ὅτι Ἕλληνες ἐρχόμενοι εἰς τὴν Μακεδονίαν μὲ ἑλληνικὸν αἴσθημα καὶ ἐνθουσιασμὸν ἐκμανθάνουν τὴν Σλαυικὴν γλῶσσαν καὶ πολὺ ὀλιγώτερον τὴν Ἑλληνικήν, διότι ἡ Σλαυικὴ εἶναι νεωτέρα, ἐνῷ ἡ ἰδική μας με τὴν καθαρεύουσαν εἶναι πλέον δύσχρηστος, διότι ἄλλα μανθάνει κανεὶς εἰς τὸ Σχολεῖον, ἄλλα εἰς τὴν ἀγορὰν καὶ ἄλλα εἰς τὸ ἐμπόριον. Ἂν θέλωμεν νὰ ἀνταγωνισθῶμεν εἰς τὴν Μακεδονίαν τὰς Σλαυικὰς φυλάς, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι τὴν γλῶσσαν αὐτὴν τὴν ὁποίαν ἔχομεν καὶ λαλοῦμεν καὶ γράφομεν νὰ τὴν καθιερώσωμεν ὡς ἐπίσημον γλῶσσαν, διότι τότε μόνον θὰ κατορθώσωμεν νὰ μεταδώσωμεν τὸν πνευματικὸν πολιτισμόν. Ἠρώτησαν κάποτε ἕνα παιδί, ποὺ ἐμάνθανε Γαλλικά, πῶς λέγεται ὁ πατέρας καὶ ἀπήντησε le père, ἡ μητέρα καὶ ἀπήντησε la mère, τὸ σκυλὶ καὶ ἀπήντησεν ὁ κύων, διότι ἐνόμιζεν ὅτι κύων εἶναι λέξις γαλλική! Πρέπει νὰ σᾶς εἴπω ὅτι εἶναι χαρακτηριστικὸν τῶν ἀνατολικῶν λαῶν ἡ διγλωσσία. Οἱ Εὐρωπαϊκοὶ λαοὶ δὲν ἔχουν αὐτὴν τὴν διγλωσσίαν. Ὅταν ἤμην εἰς τὴν Γερμανίαν, ἕνας Σουηδὸς μοῦ ἔλεγεν ὅτι ποτὲ δὲν ἐδιδάχθη Γραμματικήν, διότι ὅπως ὁμιλεῖ σπίτι του οὕτω καὶ γράφει. Ἀλλὰ σήμερον ἔχομεν πειραματισθῆ. Αὐτὰ ἠμποροῦσε νὰ τὰ εἰπῇ ὁ κ. συνάδελφος πρὸ 15 ἐτῶν. Ἔχομεν τὰς ἐκθέσεις τῶν παιδιῶν ποὺ ἔμαθαν τὴν γλῶσσαν ποὺ ὁμιλοῦν, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἀσυγκρίτως ἀνώτεραι ἀπὸ τὰς ἐκθέσεις τῶν παιδιῶν ποὺ ἔμαθαν τὴν καθαρεύουσαν καὶ βλέπει κανεὶς τί εὐεργετικὴ εἶναι διὰ τὰ παιδιὰ ἡ διδασκαλία τῆς δημοτικῆς. Ἐκεῖ βλέπετε ὅλον τὸν πλοῦτον τῆς ψυχῆς τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ πίσω ἡ ἀντίληψις ἡ ὀξεῖα. Δι’ αὐτὸ ἀμφιβάλλω ἂν αἱ ἐκθέσεις εἰς τὴν καθαρεύουσαν τοῦ ἀποφοίτου Γυμνασίου εἶναι δυνατὸν νὰ παραβληθοῦν μὲ τὰς τῶν ἀποφοίτων τοῦ δημοτικοῦ σχολείου. Δὲν ἔχω νὰ εἴπω περισσότερα, διότι, ὅπως εἶπον, δὲν θὰ μεταβληθῇ ἡ Συνέλευσις εἰς Ἀκαδημίαν, διότι, ἂν μετεβάλλετο εἰς Ἀκαδημίαν, θὰ σᾶς εἶχε καταδικάσει ἀπὸ τὴν πρώτην στιγμὴν καὶ θὰ σᾶς εἶχεν ἀπαγορευθῆ νὰ ὁμιλῆτε ἐπὶ τρεῖς ὥρας ἐπὶ τῇ βάσει παλαιοντολογικῶν θεωριῶν. Ἡ Δημοκρατικὴ Συνέλευσις δὲν θέλει νὰ εἴμεθα λαὸς Ἀνατολίτικος, ἀλλὰ Εὐρωπαϊκός, δὲν θέλομεν νὰ ὑπάρχῃ χωρισμὸς μεταξὺ γραμματισμένων καὶ μή, ἀλλὰ θέλομεν οἱ μορφωμένοι νὰ ἠμποροῦν νὰ ἐπικοινωνοῦν μὲ τὸν λαόν, ὥστε νὰ ἠμπορέσῃ καὶ αὐτὸς νὰ ἀνέβῃ παραπάνω καὶ νὰ εἶναι χρήσιμος εἰς τὴν κοινωνίαν. Δὲν εἶναι δὲ ἐπιτετραμμένον νὰ ὑβρίζῃ κανεὶς ἀνθρώπους οἱ ὁποῖοι πραγματικῶς εἰργάσθησαν διὰ νὰ κάμουν καλὸν εἰς τὸν Τόπον τους καὶ νὰ λέγῃ ὅτι ἀπὸ συμφέρον εὐτελὲς ἐθυσίασαν τὴν ζωήν των διὰ νὰ ἐπιβάλουν εἰς τοὺς συμπατριώτας των μίαν γλῶσσαν ξένην, ἡ ὁποία θὰ εἶχεν ὡς ἀποτέλεσμα τὴν καταστροφὴν τοῦ Ἔθνους. Διότι αὐτά, ὄχι μόνον δὲν εἶναι σπουδαῖα, ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει εἶναι κατηγορίαι αἱ ὁποῖαι δὲν ἁρμόζουν οὔτε εἰς τὴν Συνέλευσιν, προκειμένου μάλιστα περὶ ἀνθρώπων οἱ ὁποῖοι ἐθυσίασαν, ὡς ἐτόνισα, τὴν ζωήν τους διὰ νὰ κάμουν καλὸν εἰς τὴν Πατρίδα τους. Σεῖς κατελήξατε μὲ τὴν ἔκκλησιν νὰ καταψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον καὶ ἐγὼ καταλήγω μὲ τὴν παράκλησιν νὰ ψηφισθοῦν ὅλα τὰ ἐκπαιδευτικὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα θέτουν τὰ θεμέλια τῆς ἀναγεννήσεως τοῦ λαοῦ. (Χειροκροτήματα).
§364ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν προβαίνομεν εἰς τὴν ψήφισιν. (Θόρυβος).
§365Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Θὰ παρακαλέσω τοὺς ἀξιοτίμους συναδέλφους, οἱ ὁποῖοι θέλουν νὰ λάβουν τὸν λόγον, νὰ ἀναβάλουν διὰ τὴν Δευτέραν, ὅπου θὰ εἴμεθα πλέον εὐδιάθετοι διὰ νὰ ἀκούσωμεν ἄλλας ἀγορεύσεις.
§366Β. ΧΑΤΖΗΛΙΑΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως παρεκάλεσε διὰ τὰ ἐκπαιδευτικὰ νομοσχέδια, ὅταν ἦσαν εἰς αʹ ἀνάγνωσιν, νὰ ὁμιλήσωμεν εὐρύτερον εἰς τὴν βʹ ἀνάγνωσιν, ἀλλὰ δὲν ἐπιδοκιμάζω εἰς τὴν βʹ ἀνάγνωσιν νὰ ψηφίζωνται ἐνώπιον τεσσαράκοντα πληρεξουσίων μετὰ τὰς 4 μετὰ τὸ μεσονύκτιον. Ἐγὼ φρονῶ ὅτι δέον νὰ συζητῶνται τὰ εἰς βʹ ἀνάγνωσιν πρὸ τοῦ φαγητοῦ, ὁπότε εἶναι παρόντες 200 πληρεξούσιοι. Αὐτὴν τὴν διαμαρτυρίαν εἶχον νὰ διατυπώσω, διότι εἰς τὰ ἐκπαιδευτικὰ ὑπῆρξα εἰσηγητὴς καὶ οὔτε ὡμίλησα κατ’ ἀρχήν, διότι ἐψηφίσθησαν εἰς τὰς 4 μετὰ τὸ μεσονύκτιον. Σᾶς βεβαιῶ ὅτι δὲν ἔχω τὸν ἡρωισμὸν κάθε βράδυ νὰ ξενυκτῶ διὰ νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων, θὰ περάσωσι δὲ χωρὶς νὰ ὁμιλήσω.
§367Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Εἴπομεν ὅτι θὰ ψηφισθῶσιν ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουσιν ἀντίρρησιν. Διὰ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ἐνόμιζον ὅτι δὲν θὰ ὑπῆρχεν οὐδὲ ἡ ἐλαχίστη ἀντίρρησις.
§368Β. ΧΑΤΖΗΛΙΑΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίρρησις ἀπὸ τοὺς 30 παρόντας πληρεξουσίους.
§369ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις κηρύσσεται περατωμένη. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τῶν Ἀνωτέρων Ἐποπτῶν τῆς Δημοτ. Ἐκπαιδεύσεως». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον) Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τοῦ ἀριθμοῦ καὶ τῶν ἀποδοχῶν τῶν εἰς ἐκπαιδευτικὰς ἀδείας ἀποστελλομένων λειτουργῶν τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον) Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἱδρύσεως καὶ λειτουργίας πολυταξίων διδασκαλείων». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον) Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ διαβαθμίσεως καὶ ἀποδοχῶν τῶν λειτουργῶν τῆς Δημοτικῆς Ἐκπαιδεύσεως». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ προσαρμογῆς καὶ ὡς πρὸς τὰ ἐπιδόματα τῶν λειτουργῶν τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως πρὸς τοὺς λοιποὺς πολιτικοὺς ὑπαλλήλους κλπ.». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου 1332 περὶ διδακτικῶν βιβλίων». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον) Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐκτελέσεως τῆς μελέτης κατασκευῆς ἢ συντηρήσεως τῶν δημοσίων ὁδῶν διὰ συμβάσεων». Ἄρθρον 1. (Ἀναγινώσκεται). Ὁ κ. Μερλόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§370Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχω δισταγμούς τινας, κ. Πρόεδρε. Εἶμαι ὅμως ἐξ ὁλοκλήρου διατεθειμένος νὰ συντελέσω καὶ ἐγὼ κατὰ τὴν μικράν μου δύναμιν εἰς τὸ νὰ συντελεσθοῦν ἔργα συγκοινωνίας προάγοντα τὸν πολιτισμὸν τοῦ Τόπου. Ἤκουσα δὲ πρὸ ὀλίγου ἀπὸ συναδέλφους τινὰς ὅτι αὐτὰ ἐνδιαφέρουν καὶ τὴν Κρήτην. Δὲν ψέγω τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ λέγω μὴ τυχὸν καταρτίσωμεν, ἡμεῖς οἱ ψηφίζοντες, τὸν νόμον κατὰ παράλειψιν τῶν ἐγγυήσεων, τὰς ὁποίας καθιερώνει ὁ λογιστικὸς νόμος. Διότι βλέπω ἐδῶ ὅτι θὰ παραχωρηθοῦν διὰ συμβάσεως ἔργα μεγάλης συγκοινωνίας καὶ κατ’ ἀντίθεσιν μάλιστα πρὸς τὴν ἀρχὴν τὴν ὁποίαν ὁρίζει ὁ λογιστικὸς νόμος. Ἐδῶ ἔχομεν μίαν ἀνεστραμμένην πυραμίδα, δηλ. ἀντὶ ἐπὶ μικρῶν ποσῶν, ἐπὶ ἔργων μικρᾶς ἀξίας, νὰ ἐπιτρέπωμεν τὴν κατὰ παράλειψιν τοῦ λογιστικοῦ νόμου ἐκτέλεσιν τῶν ἔργων αὐτῶν, ἐδῶ ἔχομεν ἀντιθέτως ἔργα διὰ τὰ ὁποῖα, ὁσάκις ὑπερβαίνουν τὰ 3.000.000....
§371Γ. ΚΙΑΓΙΑΣ. Κύριε συνάδελφε, μὲ τὸν λογιστικὸν νόμον δὲν ἠμποροῦμεν νὰ ἔχωμεν δρόμους. Μὲ τὸν λογιστικὸν νόμον, μὲ ἀριθμοὺς καὶ μὲ ἐμπόδια δὲν τελειώνομεν ποτέ. Ἂν σεῖς ἔχετε σιδηροδρόμους καὶ ἁμαξιτὰς ὁδούς, ἡμεῖς δὲν ἔχομεν.
§372Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχομεν οὔτε ἁμαξιτὰς ὁδοὺς οὔτε σιδηροδρόμους ἔχομεν. Ἔχομεν χωρία τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουν οὔτε ἓν μέτρον δρόμου. Ὑπάρχουν ἐπαρχίαι ὁλόκληροι αἱ ὁποῖαι δὲν ἔχουν μίαν γέφυραν διὰ νὰ διαβοῦν τοὺς χειμάρρους καὶ πνίγονται τὸν χειμῶνα.
§373Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Ἐννόμου Τάξεως). Ἐπιτρέπετε νὰ σᾶς δώσω μίαν πληροφορίαν; Φοβεῖσθε ὅτι καταργουμένης τῆς διατάξεως τοῦ λογιστικοῦ νόμου, ὁ ὁποῖος παρέχει σοβαρὰς ἐγγυήσεις, ἐκθέτομεν τὰ δημόσια συμφέροντα εἰς κίνδυνον; Σᾶς δίδω μίαν πληροφορίαν, τὴν ὁποίαν δύναμαι νὰ πιστοποιήσω δι’ ἐπισήμου ἐγγράφου: Ὅτι δηλ. αἱ τιμαὶ τὰς ὁποίας προσέφεραν οἱ ἐργολάβοι εἶναι ἀνώτεραι κατὰ πολὺ ἀπὸ τὰς τιμὰς τὰς ὁποίας προσέφεραν αἱ ἑταιρεῖαι διὰ τὴν κατασκευὴν τῶν ὑπολειπομένων ἔργων. Ἀναντιρρήτως δηλ. θὰ ἔχωμεν εὐθηνότερα τὰ δημόσια ἔργα μὲ τὰς ἑταιρείας παρὰ μὲ τοὺς ἐργολάβους.
§374Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἀπολύτως ἀκριβῆ αὐτὰ τὰ ὁποῖα λέγετε, ἀλλὰ μὲ ψέγετε καὶ ἀπορεῖτε διατί φοβοῦμαι τὴν τοιαύτην παραμέλησιν τοῦ λογιστικοῦ νόμου προκειμένου περὶ ἔργων ἀξίας ἑκατομμυρίων. Τὸ κῦρος τοῦ δημοκρατικοῦ πολιτεύματος εἶναι ἀκριβῶς ὁ φόβος πρὸς τὴν Ἐκτελεστικὴν Ἐξουσίαν. Τὸν φόβον τοῦτον πρέπει νὰ ἔχῃ μία Βουλή, ἓν βουλευτικὸν Σῶμα, μία Συνέλευσις διὰ νὰ προοδεύσῃ. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον, κ. Πρόεδρε, μοὶ ἐγεννήθη ἡ ἀπορία, διατί ἆρά γε τίθεται εἰς ἀχρηστίαν αὐτὸ διὰ νὰ ἐπιτύχωμεν τὴν ἐκτέλεσιν ἔργων συγκοινωνίας. Ἂν τὰ πράγματα, καὶ δὲν ἀμφιβάλλω, ἔχουν ὅπως τὰ λέγετε, τότε δικαιολογεῖται βεβαίως κάποια χαλάρωσις τοῦ λογιστικοῦ νόμου. Ἀλλὰ δὲν βλέπω, κ. Πρόεδρε, διατί θὰ γίνῃ διὰ συμβάσεως ἐκτέλεσις ἔργων ἀξίας περὶ τὰ 3.000.000 καὶ θὰ παραχωρηθῇ εἰς ἑταιρείας ἀνεγνωρισμένου κύρους; Τοὐλάχιστον ἂς προσδιορίσωμεν αὐτὴν τὴν ἀοριστίαν. Πόσαι εἶναι τάχα αὐταὶ αἱ ἑταιρεῖαι τοῦ ἀνεγνωρισμένου κύρους;
§375Κ. ΠΑΠΑΔΟΓΙΑΝΝΗΣ. Ὅσοι εἶσθε παλαιοὶ πολιτευόμενοι, ἂν δῆτε τὴν λέξιν «σύμβασις», βάζετε εἰς τὸ μυαλό σας τὴν κατεργαριά.
§376Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Κύριε Πρόεδρε, ὁ κ. Μερλόπουλος εἶναι διατεθειμένος νὰ ὁμιλήσῃ ἐπὶ μακρόν· ἂς τὸ ἀναβάλωμεν.
§377Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχω καθῆκον, κ. Πρόεδρε, νὰ ὑποβάλω τὰς σκέψεις μου αὐτὰς καὶ τὰς παρατηρήσεις μου διὰ νὰ ἀποδείξω εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας ὅτι ὀρθὸν θὰ εἶναι, προκειμένου περὶ ἔργων τόσων ἑκατομμυρίων, νὰ προκαλῆται τοὐλάχιστον διαγωνισμὸς μεταξὺ τῶν ἑταιρειῶν. Αὐτὰς τὰς παρατηρήσεις, κ. Πρόεδρε, εἶχον νὰ κάμω, διότι μοῦ ἐγέννησεν ἀπορίαν τὸ πῶς τίθεται ἐν ἀχρηστίᾳ, ἔστω καὶ προσωρινῶς, ἔστω καὶ εἰδικῶς διὰ τὴν περίστασιν αὐτήν, ὁ νόμος ὁ λογιστικός.
§378Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Νὰ ψηφισθοῦν, κ. Πρόεδρε, τὰ νομοσχέδια ἐκεῖνα διὰ τὰ ὁποῖα δὲν ὑπάρχει ἀντίρρησις.
§379Π. ΚΑΛΑΝΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἤθελον σᾶς παρακαλέσει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ὅτι ἀπὸ τοῦ Δεκεμβρίου μέχρι σήμερον δὲν ἔχει δαπανηθῆ οὔτε μία δεκάρα εἰς τὴν Μακεδονίαν. Εἶμαι λοιπὸν ὑπὲρ τῆς ἐγκρίσεως τοῦ νομοσχεδίου.
§380Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγώ, κ. Πρόεδρε, διότι σᾶς βεβαιῶ ὅτι εἰς τὸν Τύρναβον ἐγένοντο πολλαὶ δημοπρασίαι καὶ οἱ ἐργολάβοι δὲν προσῆλθον ἕνεκα τῆς ἀσταθείας τῶν τιμῶν.
§381Δ. ΠΡΟΜΠΟΝΑΣ. Δὲν θὰ ἐπιτρέψω νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον. Δὲν ἐπιτρέπεται νὰ δοθῶσι 10.000.000 δραχ. ἐκ μέρους τοῦ λαοῦ, ὁ ὁποῖος φορολογεῖται καθεκάστην, καὶ νὰ ἔρχωνται ἀπὸ τὰ παρασκήνια οἱ ἐπιτήδειοι νὰ παίρνωσιν ἑκατομμύρια. Δὲν θὰ γίνῃ αὐτό. Θὰ γίνῃ ἐπανάστασις καὶ ὄχι νὰ δίδωνται ἑκατομμύρια εἰς τοὺς ἐπιτηδείους καὶ εἰς τοὺς δημοσιογράφους καὶ εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ξεσκονίζουν τὰ σακκάκια τῶν Ὑπουργῶν.
§382Κ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Τὸ θέλει ὅλη ἡ Συνέλευσις ὡς ἀνθρωποσωτήριον.
§383Δ. ΠΡΟΜΠΟΝΑΣ. Δὲν εἶναι μόνον αὐτό. Ἔχουν νὰ φᾶνε 50.000 λίρας, διὰ τὰς ὁποίας ἔκαμαν δάνειον ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν. Πρόσφατον παράδειγμα εἶναι ὅτι προχθὲς ἐγένετο δημοπρασία σχετικὴ μὲ τὴν Νάξον. Ἐπρόκειτο περὶ ἑνὸς περιβόλου.
§384Γ. ΔΟΥΖΙΝΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Ἔχετε σχετικὴν ἐπερώτησιν;
§385Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Προμπονᾶς θέλει νὰ φέρῃ εἰς τὸ νομοσχέδιον τὴν συζήτησιν τοῦ ἐναερίου σιδηροδρόμου Νάξου. Δὲν ἐπιτρέπεται τοῦτο· πρέπει νὰ ὑπάρχῃ σεβασμὸς πρὸς τὴν Συνέλευσιν.
§386Δ. ΠΡΟΜΠΟΝΑΣ. Προχθὲς ἐγένετο δημοπρασία περὶ ἑνὸς περιβόλου τῆς Νάξου.
§387ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Εἶναι ἐντελῶς ἄσχετον μὲ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον.
§388Δ. ΠΡΟΜΠΟΝΑΣ. Ἐπρόκειτο νὰ δοθῇ ὁ περίβολος Νάξου εἰς τὸν Πρωτονοτάριον, ὁ ὁποῖος προσέφερε καὶ ἠλαττώθη τὸ ποσὸν κατὰ 100.000 δρ. καὶ παρουσιάζονται σήμερον ἄλλοι καὶ θὰ τὸ κάμωσι τὸ ἔργον μὲ 500.000 δρ. καὶ θὰ κερδίσῃ τὸ Δημόσιον 1.000.000 δραχμῶν. Ἐγὼ τὸ κατακρίνω τὸ νομοσχέδιον, δὲν τὸ δέχομαι.
§389ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Ν. Ξηροῦ, ὡς καὶ ἑτέρα τῶν κ. κ. Π. Πολυχρονίδη, Ἰω. Μαρματάκη καὶ Γ. Μάρακα.
§390Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Αὐταὶ γίνονται δεκταί· ἄλλη τροπολογία δὲν γίνεται δεκτή. (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 1 ὡς ἐτροπολογήθη).
§391ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 2. (Ἀναγινώσκεται). Ἐπ’ αὐτοῦ ὑπάρχει τροπολογία τῶν κ. κ. Γ. Μάρακα. Ν, Ἀσκούτση, Ι. Γοβατζιδάκη, Π. Σφακιανάκη, Π. Πολυχρονίδη, Μ. Κοθρῆ, Μ. Καταπότη, Ι. Μαρματάκη, Γ. Κουτρουμπάκη, Μ. Βολουδάκη καὶ Σ. Γεωργιλαδάκη.
§392ΤΙΝΕΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Δεκτή, δεκτή.
§393Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Ἐμελετήθη, κ. Πρόεδρε, παρὰ τῆς ὑπηρεσίας καὶ γίνεται δεκτή. (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 2 ὡς ἐτροπολογήθη).
§394ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ σύνολον ἀναβάλλεται. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συστάσεως ταμείων ἐλαιοπαραγωγῆς Κρήτης κλπ.». Ἄρθρον 1. (Ἀναγινώσκεται). Ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Σολδάτου κλπ.
§395Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Θὰ βάλωμεν γενικὴν διάταξιν νὰ τὸ ἐπεκτείνωμεν καὶ εἰς ὅλας τὰς ἐπαρχίας τοῦ Κράτους διὰ Διατάγματος.
§396Μ. ΤΣΑΡΛΑΜΠΑΣ. Ὑπάρχει μόνον τροπολογία, διὰ τῆς ὁποίας ἡ διεύθυνσις τοῦ ταμείου ἀνατίθεται εἰς ὑπάλληλον τοῦ Ὑπουργείου τῆς Γεωργίας. Εἶναι μόνον διάταξις δυνητική.
§397Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Τὴν δεχόμεθα.
§398Γ. ΣΟΛΔΑΤΟΣ. Εἶναι ἀστεῖον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας νὰ κανονίζῃ τὰ ξένα χρήματα, τὰ χρήματα τοῦ ταμείου, διορίζων ὑπαλλήλους.
§399Δ. ΗΡΑΚΛΕΙΔΗΣ. Τότε θὰ ζητήσωμεν νὰ ἐφαρμοσθῇ εἰς ὅλα τὰ ἐλαιοπαραγωγὰ μέρη.
§400ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ εἰς τὸ 1ον ἄρθρον τροπολογία λέγει «ἅπασαι αἱ κοινότητες τοῦ νομοῦ».
§401Α. ΔΕΝΔΡΙΝΟΣ. Νὰ γίνῃ κατ’ ἐπαρχίαν.
§402Δ. ΜΑΡΓΕΤΗΣ. Ἡμεῖς θέλομεν καὶ μικροτέρων ἐπαρχιῶν.
§403Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Νὰ ἀναβληθῇ, ἐφόσον ἔρχονται τροπολογίαι τὴν τελευταίαν στιγμήν.
§404Κ. ΠΑΠΑΔΟΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατόν, ἐφόσον μάλιστα τὸ Δημόσιον δὲν ὑφίσταται ζημίας.
§405ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀποδοχῶν τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον) Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐκτελέσεως δημοσίων ἔργων διὰ καταδίκων, καὶ περὶ καθορισμοῦ δαπάνης πρὸς διατροφὴν τῶν διὰ πολιτικὰ ἀδικήματα καταδίκων». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον) Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ αὐξήσεως ἀποδοχῶν τῶν ἀξιωματικῶν κλπ.». Ἄρθρον 1. (Ἀναγινώσκεται).
§406Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχω νὰ κάμω μίαν παρατήρησιν, ὅτι ἡ Κοινὴ Γνώμη βαρέως φέρει ὅτι μονομερῶς γίνονται αὐξήσεις τῶν μισθῶν τῶν ἀξιωματικῶν, ἐνῷ διὰ τὰς ἀποδοχὰς τῶν ἄλλων ὑπαλλήλων τῶν ἄλλων κλάδων τῆς ὑπηρεσίας δὲν λαμβάνεται τὸ ἴδιον μέτρον.
§407Β. ΚΑΡΑΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ. Ηὐξήθησαν τῶν δικαστικῶν.
§408Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ νὰ μὴ μὲ διακόπτετε. Ἡ ἰδική μου ἡ ἀντίληψις εἶναι ὅτι ἡ Κοινὴ Γνώμη γενικῶς εἶναι ὑπὲρ τῆς βελτιώσεως τῆς θέσεως ὅλων τῶν ὑπαλλήλων, πολιτικῶν καὶ στρατιωτικῶν. Διὰ νὰ προβῶμεν ὅμως εἰς ἀποφάσεις τοιούτων ζητημάτων, ἤτοι αὐξήσεις ἐξόδων, ἀνάγκη πρὶν νὰ κάμωμεν πλήρη λογαριασμὸν ποῦ εὑρισκόμεθα ἀπὸ οἰκονομικῆς ἀπόψεως καὶ νὰ μὴ μοιράζωμεν κόλλυβα ἀλογίστως. Φρονῶ ὅτι δὲν εἶναι σοβαρὰ ἐργασία αὐτή, ἡ ὑποβολὴ ἑκάστοτε μεμονωμένων οἰκονομικῶν μέτρων μέτρων, χωρὶς συστηματικὴν ἐξέτασιν τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως καὶ ἐναρμόνισιν τούτων πρὸς τὸ σύνολον ἐξόδων καὶ δαπανῶν.
§409Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Κύριε συνάδελφε, σᾶς ἠκούσαμεν. Ἐπροτιμήθησαν ἐκεῖνοι οἱ κλάδοι διὰ τοὺς ὁποίους ὑπῆρχε μεγαλυτέρα ἀνάγκη. Μόνον δηλαδὴ οἱ ἀξιωματικοὶ εὑρίσκονται εἰς μειονεκτικὴν θέσιν· οἱ δικαστικοὶ εὑρίσκονται ἐν σχέσει μὲ τὴν ἀποστολήν των ἐν μειονεκτικῇ θέσει, τὸ ἴδιον δὲ καὶ οἱ ἐκπαιδευτικοὶ λειτουργοί. Δὲν εἶναι δυνατὸν σήμερον νὰ λάβωμεν μέριμναν δι’ ὅλους τοὺς ὑπαλλήλους.
§410Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, πρὶν εἰσαγάγητε τὸ νομοσχέδιον, ἤθελον νὰ σᾶς ἐρωτήσω, ἂν ἐκαθίσατε σεῖς καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ λογιάσετε, ὅπως λέγουν οἱ χωρικοί, καὶ νὰ ἴδητε ποῦ εὑρίσκεται τὸ δημόσιον ταμεῖον, ποῖα εἶναι τὰ εἰσοδήματα τὰ ὁποῖα ἔχει πραγματοποιήσει τὸ Κράτος εἰς τὸ παρελθὸν καὶ ποῖαι εἶναι αἱ προβλέψεις διὰ τὸ μέλλον καὶ ἂν γνωρίζετε ὅτι εὑρισκόμεθα εἰς τόσῳ εὐάρεστον οἰκονομικὴν κατάστασιν, ὥστε νὰ προβαίνωμεν εἰς αὐξήσεις δαπανῶν, χωρὶς νὰ ἔχωμεν ἀπὸ πρὶν ἀντιμετωπίσει τὰς αὐξήσεις τῶν ἐξόδων δι’ αὐξήσεως ἐσόδων. Διότι ἤκουσα τὸ ἑξῆς παράδοξον ἐπιχείρημα! Εἷς πρώην Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶπεν ὅτι τόσον εἶναι ἀνθηρὰ ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις, ὥστε ἔχομεν 400 ἑκατομμύρια ἀπόθεμα. Καὶ ξεύρετε πῶς τὸ χαρακτηρίζω ἐγὼ αὐτό; Πάσχων οἰκονομικῶς κατώρθωσα καὶ ἐδανείσθην 100 δραχμὰς διὰ νὰ ψωνίσω τρόφιμα διὰ τὸ σπίτι μου. Ἐπῆγα καὶ ἐψώνισα 70 δρ. πράγματα καὶ μοῦ ἔμειναν 30 δραχ. καὶ ἐρωτηθεὶς περὶ τῆς οἰκονομικῆς μου καταστάσεως εἶπον ὅτι εἶμαι καλά, διότι μοῦ περισσεύουν καὶ 30 δραχμαί. Διότι τὰ 400 ἑκατομμύρια εἶναι ὑπολείμματα δραχμῶν ἑνὸς δισεκατομμυρίου ἐννεακοσίων ἑκατομμυρίων κυμαινομένου χρέους ἐκ διαθέσεως ἐντόκων γραμματίων, ἐνῷ ἡ ἔκδοσις αὐξάνει ὁσημέραι. Ὑπεβλήθη καὶ πρόκειται νὰ ψηφισθῇ νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον ἐπιτρέπει εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν αὔξησιν τοῦ ποσοῦ τῆς ἐκδόσεως τῶν ἐντόκων γραμματίων. Δηλαδὴ κάθε ἡμέραν δανειζόμεθα πρόχειρον δάνειον διὰ νὰ ἐξοικονομῶμεν ταμειακὰς ἀνάγκας χωρὶς νὰ ἀντιμετωπίζωμεν τὴν κατάστασιν, χωρὶς νὰ σκεπτώμεθα ποῦ εὑρισκόμεθα οἰκονομικῶς, ἀλλὰ σπεύδομεν νὰ προβαίνωμεν εἰς αὐξήσεις μισθῶν, ἀφοῦ ἀπὸ τὰ δανεικὰ τῶν ἐντόκων γραματίων ἔχομεν εἰς τὰ ταμεῖά μας περισσεύματα. Αὐτὴ δὲν εἶναι οἰκονομικὴ πολιτική. Δὲν ἀντιτίθεμαι εἰς τὴν αὔξησιν τῶν μισθῶν τῶν ἀξιωματικῶν ἢ τῶν δικαστῶν. Εἶναι ἀνάγκη ἀναπόδραστος ὅλοι οἱ ὑπάλληλοι νὰ ἀμείβωνται διὰ νὰ δύνανται νὰ ζήσουν. Καὶ θὰ ἤθελα νὰ ληφθῇ ἓν μέτρον γενικὸν δι’ ὅλους. Νὰ βάλωμεν κάτω τὸν τιμάριθμον τῆς ζωῆς καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν παλαιῶν μισθῶν νὰ τοὺς δώσωμεν τὰς ἀποδοχὰς τὰς ὁποίας ἐλάμβανον ἄλλοτε, ἀναλόγως τῆς σημερινῆς ἐκπεσμένης ἀγοραστικῆς δυνάμεως τῆς δραχμῆς. Θέλω νὰ εἴπω ὅτι συνολικὰ οἰκονομικὰ μέτρα ἐπιβάλλεται νὰ λαμβάνωμεν. Ὅλος ὁ κόσμος ἐδῶ λέγει ὅτι τὸ ἔργον τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως δὲν γίνεται μετὰ περισκέψεως, ὅτι δὲν βαδίζομεν ἐν ἐπιγνώσει τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ Κράτους καὶ ὅτι σήμερον ἔχομεν δανεισθῆ δύο δισεκατομμύρια εἰς κυμαινόμενον χρέος, τοῦ ὁποίου θὰ ἀπαιτηθῇ προσεχῶς ἡ ἐξόφλησις. Διότι τῶν ἐντόκων γραμματίων δύναται νὰ ἀπαιτηθῇ ἡ ἐξόφλησις καὶ μετὰ ἕξ μῆνας καὶ μετὰ ἓν ἔτος. Ὅταν δὲ ἔλθῃ ἡ ὥρα τῆς ἀποδόσεως, τί θὰ γίνῃ; Ποῦ βαδίζομεν; σᾶς ἐρωτῶ. Ἔχετε ἰδέαν ποῦ βαδίζομεν οἰκονομικῶς; Εἶμαι τῆς ἀντιλήψεως ὅτι ὀφείλομεν νὰ μὴ προβαίνωμεν εἰς καμμίαν νέαν δαπάνην πρὶν ἀναμετρήσωμεν τοὺς πόρους τοῦ Κράτους πρὶν ἴδωμεν ποῦ ἠμποροῦμεν νὰ αὐξήσωμεν τὰ ἔσοδα καὶ ποῦ ἠμποροῦμεν νὰ ἐλαττώσωμεν τὰ ἔξοδα. Ὑγιὴς οἰκονομικὴ πολιτικὴ εἶναι νὰ ἐπιβαρύνωμεν τὰς πλουσιωτέρας τάξεις, τοὺς ταχυπλούτους, καὶ ἐκ τῶν ἐσόδων τὰ ὁποῖα θὰ πορισθῶμεν ἐκ τοιαύτης φορολογίας νὰ ἀνακουφίσωμεν τὰς ἀπορωτέρας τάξεις, νὰ καλύψωμεν τὴν αὔξησιν τῶν δαπανῶν. Ὁ κ. Χαβίνης ἐταράχθη.
§411Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Ἐγὼ εἶμαι ἐναντίον. Θὰ ὁμιλήσω τώρα.
§412Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχετε λάθος, διότι οὐδεὶς ἀμφισβητεῖ ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ πρέπει νὰ εἶναι αὐτάρκεις οἰκονομικῶς. Εἶναι πλάνη νὰ νομίζωμεν ὅτι μὲ εὐθηνὰς ἀποδοχὰς ἠμποροῦμεν νὰ ἔχωμεν καλὴν ὑπηρεσίαν· μὲ καλὰς ἀμοιβὰς ἀποκτῶμεν καλοὺς ἐργάτας. Ἡ ἀπόδοσις τοῦ ἔργου εἰς κάθε ὑπηρεσίαν εἶναι ἀνάλογος τῆς ἀμοιβῆς τὴν ὁποίαν λαμβάνει ὁ ἐργάτης. Τὸ Κράτος δημιουργοῦν ὑπηρεσίας μὲ κακοὺς ἐργάτας, δὲν ἔχει ποτὲ καλὰς ὑπηρεσίας, μὲ καλοὺς ἐργάτας ἔχει κανονικὰς καὶ ἐπαρκεῖς ὑπηρεσίας. Ὅ,τι κάνει ἁπλούστατα ἕνας ἐργολάβος. Ἄν πάρετε Ἰταλοὺς οἱ ὁποῖοι πληρώνονται 40 καὶ 50 δραχ. τὴν ἡμέραν κάμνουν 10 κυβικὰ ἐπιχωματισμοὺς καὶ ὅταν προσλαμβάνετε ἀτέχνους ἐργάτας μὲ ὀλιγώτερα δὲν κάμνουν τίποτε. Τὸ συμπέρασμα εἶναι ὅτι ὅλα τὰ νομοσχέδια τὰ ὁποῖα θέλουν αὔξησιν δαπανῶν νὰ μείνουν ἕως ὅτου καθορισθῇ ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις, ἕως ὅτου ὑποβληθῇ ἔκθεσις εἰσηγητικὴ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἡ ὁποία δὲν κατετέθη εἰσέτι, ἕως ὅτου κατατεθοῦν οἱ ἀπολογισμοὶ τῶν εἰσπράξεων τοῦ παρελθόντος ἔτους, οἱ ὁποῖοι δὲν κατετέθησαν. Νομίζω ἑπομένως ὅτι τὸ ἔργον τῆς Συνελεύσεως κακῶς βαίνει οὕτω διαρρυθμιζόμενον καὶ πρέπει νὰ γνωρίζετε ὅτι, ὡς ἐργαζόμεθα ἀμεθόδως, χάνομεν ἔδαφος εἰς τὴν Κοινὴν Γνώμην καὶ περιερχόμεθα ὑπὸ ἠθικὴν τριβήν.
§413ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χαβίνης ἔχει τὸν λόγον.
§414Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Τὸ ὅτι, κύριοι συνάδελφοι, δὲν θὰ μείνω εἰς τὸ στράτευμα μοὶ ἐπιτρέπει νὰ ἐξετάσω ἐντελῶς ἀντικειμενικῶς τὸ ζήτημα. Συμφωνῶ πληρέστατα μὲ τὸν ἀξιότιμον ἐκ Τυρνάβου συνάδελφον ὅτι εἶναι ἀνάγκη οἰκονομιῶν. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον μοῦ γεννᾷ κατάπληξιν εἶναι ὅτι ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ἐνῷ ἦλθον ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως νομοσχέδια αὐξάνοντα μισθοὺς καὶ δὴ κατὰ τρόπον καταπληκτικόν, δὲν ᾐσθάνθη τὴν ἀνάγκην νὰ λάβῃ τὸν λόγον, ἀλλ’ ἀνέμενε νὰ ἔλθῃ τὸ περὶ τοῦ μισθοῦ τῶν ἀξιωματικῶν.
§415Α. ΠΡΑΝΤΟΥΝΑΣ. Ἐζήτησεν ὁ κ. Ροδόπουλος τὸν λόγον καὶ ἐπὶ τῶν δικαστικῶν καὶ τῶν ἐκπαιδευτικῶν.
§416Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Προτοῦ ὅμως λάβῃ τὸν λόγον ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος θὰ ἔπρεπε νὰ κάμῃ τὴν σύγκρισιν μεταξὺ τῶν μισθῶν τῶν δικαστικῶν καὶ τῶν ἀξιωματικῶν, ὁπότε θὰ ἔβλεπεν ὅτι ὁ συνταγματάρχης θὰ λάβῃ 3 χιλ. δραχ. μισθὸν καθ’ ἥν στιγμὴν ὁ Πρόεδρος τῶν Ἐφετῶν θὰ λαμβάνῃ 7 ἕως 8 χιλ. δραχμῶν. Ἤκουσα, κύριοι, ὅτι οἱ δικαστικοὶ πρέπει νὰ ἀμείβωνται περισσότερον. Δὲν ἔχω τὴν γνώμην αὐτήν. Ἴσως διότι οἱ ἀξιωματικοὶ εἶναι περισσότεροι κατ’ ἀριθμὸν καὶ ὅτι ἡ ἐπιβάρυνσις τοῦ Προϋπολογισμοῦ εἶναι μεγάλη, ἀλλ’ ἐπὶ τέλους εἶναι ἀνάγκη νὰ ὁμιλῶσι μετὰ μεγαλυτέρου σεβασμοῦ οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ πρὸς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι μαχόμενοι ἐπὶ τόσα χρόνια δὲν ἔφεραν ἐκ τοῦ Μετώπου παρὰ μόνον τὰ τραύματα καὶ τὴν ἔντιμον πενίαν.
§417ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Καὶ οἱ ἔφεδροι ἐπολέμησαν.
§418Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ἀλλὰ τώρα ὁμιλοῦμεν περὶ ὑπαλλήλων. Διὰ τοὺς λόγους αὐτοὺς παρακαλῶ τὴν Συνέλευσιν, ὅπως μὴ ψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον διὰ τοὺς μισθοὺς τῶν ἀξιωματικῶν, ἀλλὰ νὰ μὴ ψηφίσῃ καὶ τὴν αὔξησιν τοῦ μισθοῦ κανενὸς ἄλλου ὑπαλλήλου διὰ νὰ γίνουν πραγματικαὶ οἰκονομίαι καὶ μὴ ἐπιβαρυνθῇ ὁ Προϋπολογισμός.
§419Ν. ΞΗΡΟΣ. Δὲν εἶναι λογικὸν αὐτό. Θὰ πεθάνουν ὅλοι οἱ ὑπάλληλοι.
§420Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Ἀφοῦ ὁ κ. Ροδόπουλος θέλει οἰκονομίας;
§421Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ παρρησίᾳ ἐλάλησα.
§422Θ. ΠΑΓΚΑΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Νομίζω, κ. Πρόεδρε, ὅτι ἡ συζήτησις ἐξώκειλε. Δὲν πρόκειται νὰ διεξαγάγωμεν συζήτησιν μὲ πείσματα. Ὅλοι οἱ ὑπάλληλοι εἶναι τέκνα τῆς αὐτῆς Πατρίδος καὶ δι’ ὅλους πρέπει νὰ φροντίσωμεν. Κανεὶς δὲν δύναται νὰ παραγνωρίσῃ ὅτι αἱ αὐξήσεις διὰ τοὺς δικαστικοὺς ὑπαλλήλους ἦσαν ἀπαραίτητοι. Δὲν ἠμποροῦμεν νὰ ἔχωμεν Δικαιοσύνην, ἂν δὲν πληρώνωνται καλὰ οἱ δικασταί, ὅπως δὲν ἠμποροῦμεν νὰ ἔχωμεν ἀσφάλειαν, ἂν δὲν πληρώνωμεν καλὰ τοὺς χωροφύλακας. Τὸ ζήτημα τῆς αὐξήσεως τῶν μισθῶν εἶναι μία ἀνάγκη. Εἶναι ἀληθὲς καὶ δύναμαι νὰ βεβαιώσω ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ τῆς ξηρᾶς ἐργάζονται μετὰ πόνου καὶ μετὰ φιλοπατρίας, ἀλλὰ δὲν δυνάμεθα νὰ λαμβάνωμεν μέτρα εἰκῆ καὶ ὡς ἔτυχε. Θὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν ὅσα ὀρθὰ εἶπεν ὁ κ. Ροδόπουλος, ὅτι δὲν ἠμποροῦμεν νὰ ψηφίζωμεν αὐξήσεις χωρὶς νὰ ἔχωμεν πόρους. Διὰ τῆς ἐλαττώσεως τῆς θητείας καὶ μόνον παρέχεται μία οἰκονομία ἀρκετὰ μεγάλη. Εἶναι ὑπὸ σκέψιν νὰ ἐλαττωθῇ καὶ ἡ δύναμις τοῦ Στρατοῦ, αἱ Μεραρχίαι θὰ γίνουν 12 ἢ 10 καὶ ἐξ αὐτοῦ θὰ προέλθῃ πάλιν οἰκονομία, διότι πρέπει νὰ καταλάβωμεν ὅτι πρέπει νὰ ἔχωμεν Στρατὸν σωστόν, Στρατὸν στερεόν. Κατηργήσαμεν τοὺς ὑπηρέτας καὶ ἔχομεν 10.000 ἄνδρας ἀπὸ τοὺς ὑπηρέτας. Θὰ λάβωμεν ὅλα τὰ μέτρα τὰ δυνατὰ διὰ νὰ κάμωμεν οἰκονομίας· ἐσταματήσαμεν ὅλας τὰς παραγγελίας καὶ ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι θὰ οἰκονομήσωμεν πολὺ μεγαλύτερα ποσά, ἴσως τὸ τριπλάσιον ἀπὸ ὅ,τι θὰ δαπανήσωμεν. Παρακαλῶ νὰ ψηφισθῇ εἰς αʹ ἀνάγνωσιν. Ἐν τῇ βʹ ἀναγνώσει, ἂν νομίζῃ ἡ Συνέλευσις, ἠμπορεῖ νὰ ἐλαττωθῇ τὸ ποσοστόν.
§423ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀκρίδας ἔχει τὸν λόγον.
§424Α. ΑΚΡΙΔΑΣ. Δὲν εἶχον σκοπὸν νὰ λάβω τὸν λόγον, προκειμένου περὶ αὐξήσεως ἀποδοχῶν ὑπαλλήλων, ὅπως εἶναι καὶ οἱ στρατιωτικοί. Λάβετε ὑπ’ ὄψιν σας ὅτι ἐγὼ εἶμαι ἐξ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι λέγουν ὅτι καὶ τετραπλάσια δὲν ἀρκοῦν διὰ τὴν συντήρησιν τῶν ὑπαλλήλων, ἀλλ’ ἐξ ἀφορμῆς τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Πρεβέζης πληρεξουσίου ἔλαβον τὸν λόγον διὰ νὰ τῷ εἴπω μόνον τὸ ἑξῆς, ὅτι ὁ Εἰρηνοδίκην, καθ’ ἣν ἐποχὴν ὁ ἀνθυπολοχαγὸς ἐλάμβανεν 146 δρ., ἐλάμβανεν 180, σήμερον δὲ λαμβάνει 500, ὁ δὲ ἀνθυπολοχαγὸς 1500, πλὴν τῶν ἄλλων παροχῶν καὶ τῶν εὐκολιῶν. Ὁ Εἰρηνοδίκης σήμερον θὰ πάρῃ 1300, ὥστε δὲν θὰ εἶναι τόσον μεγάλη διαφορά, διὰ νὰ μὴ θελήσωμεν νὰ προχωρήσωμεν καὶ εἴπωμεν ἄλλο τι καὶ θεωρηθῶμεν ὅτι ἔχομεν ἄλλας ἰδέας, αἱ ὁποῖαι μοῦ ἔχουν ἀποδοθῆ καὶ ἀπὸ τὰς ὁποίας ἐγὼ δὲν ἀφίσταμαι. (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 1, ἀναγινώσκονται δὲ καὶ ψηφίζονται καὶ τὰ λοιπὰ ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου, ὡς καὶ τὸ σύνολον αὐτοῦ εἰς αʹ συζήτησιν).
§425ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ αὐξήσεως τῶν ἀποδοχῶν τῶν ἀξιωματικῶν καὶ ἀρχικελευστῶν τοῦ Π. Ναυτικοῦ». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον) Ἔρχονται τώρα τὰ ἑξῆς στρατιωτικὰ νομοσχέδια: «Περὶ μεταθέσεως ἀξιωματικῶν Πυροβολικοῦ εἰς Σῶμα Δ.Ι.Π. καὶ Μεταγωγικοῦ», «περὶ ἐκπαιδεύσεως ἀξιωματικῶν» καὶ «περὶ ἀκυρώσεως ἀποφάσεως καθορισμοῦ ἡλικίας.
§426Θ. ΠΑΓΚΑΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Κύριε Πρόεδρε, τὰ τρία ταῦτα νομοσχέδια, παρακαλῶ ἂν δὲν ὑπάρχῃ ἀντίρρησις, νὰ κηρυχθοῦν κατεπείγοντα.
§427ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Συνέλευσις παρεδέχθη. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀφομοιώσεως τῶν συντάξεων». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον) Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ ἀπὸ 4 Αὐγούστου 1923 Ν. Δ. περὶ διατιμήσεως καὶ διώξεως τῆς αἰσχροκερδείας». Ἄρθρον 1. (Ἀναγινώσκεται).
§428Α. ΔΕΝΔΡΙΝΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὸ δεχθῶμεν ὡς ἔχει, διότι εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν δὲν ἀντεπροσωπεύθησαν οἱ ἀγροτικοὶ πληθυσμοί.
§429Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Ἐννόμου Τάξεως). Νὰ σᾶς κάμω μίαν ἀνάλυσιν τῶν καινοτομιῶν. Αὐτὸ ποὺ θέλετε προλαμβάνεται.
§430Δ. ΜΑΡΓΕΤΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιβάλλωνται διατιμήσεις ἐπὶ γεωργικῶν προϊόντων ἀπὸ ἀνθρώπους τῶν πόλεων. Παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἀφήσῃ τὸ νομοσχέδιον δι’ αὔριον πρῶτον εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν καὶ εἴμεθα βέβαιοι ὅτι θὰ πείσωμεν πάντας ὅτι αἱ διατιμήσεις ἀποτελοῦν ἔγκλημα κατὰ τοῦ ἱδρῶτος τοῦ ἐργαζομένου λαοῦ.
§431Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Ἐννόμου Τάξεως). Ὑπελόγιζον, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι τὰ νομοσχέδια, περὶ τῶν ὁποίων πρόκειται, θὰ ἐψηφίζοντο ἀδιαμαρτυρήτως, διότι ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς τῆς ἀναλήψεως τοῦ Ὑπουργείου ὑπ’ ἐμοῦ ἐδήλωσα εἰς τοὺς κυρίους συναδέλφους, τῶν ὁποίων τὰ φῶτα αἰσθάνομαι ὅτι ἔχω ἀνάγκην, ὅτι ἤμην διατεθειμένος νὰ συνεργασθῶ μετ’ αὐτῶν εἰς τὸν κανονισμὸν τῶν ζητημάτων τῶν διατιμήσεων, κατὰ τρόπον μὴ ἐγείροντα παράπονα. Καὶ εἶναι λυπηρὸν ὅτι δύο συνάδελφοι, ὁ ἀρχηγὸς τῆς ἀγροτικῆς ὁμάδος καὶ ὁ κ. ἐκ Κερκύρας συνάδελφος, ἔρχονται καὶ διατυποῦν ἀντιρρήσεις ὅτι τὰ νομοσχέδια αὐτὰ δὲν περιέχουν τὰς ὑποδείξεις τὰς ὁποίας οὗτοι ὑπέδειξαν οὔτε ἐξασφαλίζουν τὰ δίκαια τῶν τάξεων ὑπὲρ τῶν ὁποίων ἀγωνίζονται. Ὁ κ. ἐκ Κερκύρας συνάδελφος διαμαρτύρεται ὅτι τὸ νομοσχέδιον δὲν ἐξασφαλίζει τὴν συμμετοχὴν τῶν παραγωγῶν εἰς τὸν καταρτισμὸν τῶν διατιμήσεων, τὴν αὐτὴν δὲ διαμαρτυρίαν ἐπαναλαμβάνει καὶ ὁ ἡγέτης τῆς ἀγροτικῆς ὁμάδος.
§432Δ. ΜΑΡΓΕΤΗΣ. Εἶπον ὅτι τόσον σπουδαῖον νομοσχέδιον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συζητῆται τὰς πρωινὰς ὥρας· ὁρίσατέ το δι’ αὔριον πρῶτον. Ἄλλως τε, κ. Πρόεδρε, μοῦ φαίνεται ὅτι ἐθέσαμεν ἕνα ὅρον· τὰ ζητήματα, ἐπὶ τῶν ὁποίων ὑπάρχουν ἀντιρρήσεις, νὰ μὴ ψηφισθῶσιν.
§433ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Κατόπιν τῆς δηλώσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ νὰ φέρωμεν τὰς ἀντιρρήσεις μας εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, δὲν ὑπάρχει συζήτησις.
§434Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Ἐννόμου Τάξεως). Θὰ ὑποστηρίξω τὴν ἠθικὴν ὑπόστασιν τῆς ὑπηρεσίας. Ἐπαναλαμβάνω, κύριοι, ὅτι ἐλήφθησαν ὑπ’ ὄψιν ὅλα τὰ κενὰ τὰ ὁποῖα ἐνεφάνιζε τὸ νομοσχέδιον περὶ αἰσχροκερδείας καὶ διατιμήσεων, ὅπως καὶ ὅτι τὰ κενὰ ἐκαλύφθησαν ἀπολύτως καὶ κατὰ τρόπον ὥστε νὰ εἴπωμεν εἰς ὅλους ὅτι δὲν δύνανται νὰ εὕρωσιν οὔτε μίαν διάταξιν μὴ συμφέρουσαν καὶ ὅτι δὲν δύνανται οὔτε τὸ ἐλάχιστον νὰ κατηγορήσωσιν εἰς τὸ νομοθέτημα. Καὶ ἀπαντῶ εἰς τὸν κ. ἐκ Κερκύρας συνάδελφον, ὁ ὁποῖος παραπονεῖται ὅτι δῆθεν δὲν μετέχουν τῆς Ἐπιτροπῆς Διατιμήσεων ὅλοι οἱ κατάλληλοι διὰ τὴν διατίμησιν τῶν προϊόντων, καὶ τὸν παραπέμπω εἰς ἄρθρον κατὰ τὸ ὁποῖον ὁ Ὑπουργὸς τῆς Ἐννόμου Τάξεως, προκειμένου περὶ εἰδῶν πρωτευούσης ἢ δευτερευούσης σημασίας, διὰ τὴν διατίμησιν τῶν ὁποίων ἀπαιτοῦνται εἰδικαὶ γνώσεις, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῆς Ἐννόμου Τάξεως δύναται νὰ διορίζῃ εἰδικὰ πρόσωπα προσλαμβανόμενα ἀκριβῶς ἀπὸ τοὺς συνεταιρισμούς, ὑπὲρ τῶν ὁποίων ὁ κ. συνάδελφος κόπτεται. Κύριοι, θὰ καταλήξω ἀποσύρων τὰ νομοσχέδια, ἀλλὰ πρόκειται περὶ τοῦ τρόπου καθ’ ὃν διεξάγονται αἱ συζητήσεις, διότι ἐμφανίζονται ὡρισμένοι συνάδελφοι, εἰς τὰς ὑποδείξεις τῶν ὁποίων στηρίζονται αἱ ὑπηρεσίαι, νὰ ἐγείρωσιν ἀντιρρήσεις. Εἶμαι ὑποχερωμένος, κύριοι, νὰ σᾶς εἴπω ὅτι καὶ εἰς τὰ δύο νομοθετήματα διαφαίνεται ἓν πνεῦμα ἀπολύτως λογικόν, ἀλλὰ μὴ ἐπιθυμῶν νὰ ἀπασχολῶ τὴν Συνέλευσιν, ἀφοῦ ὑπερήσπισα τὸ κῦρος τῆς ὑπηρεσίας, δηλῶ εἰς τὴν Συνέλευσιν ὅτι τὰ νομοθετήματα ἐναποθέτω εἰς αὐτήν.
§435Α. ΔΕΝΔΡΙΝΟΣ. Δὲν εἶπον ὅτι ὁ Ὑπουργὸς δύναται νὰ ὁρίζῃ καὶ ἄλλα πρόσωπα.
§436ΤΙΝΕΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Νὰ διακόψωμεν, κ. Πρόεδρε. Δὲν ἠμποροῦμε νὰ ἀκούσωμεν πλέον.
§437Α. ΔΕΝΔΡΙΝΟΣ. Δὲν λέγω νὰ δύναται ὁ Ὑπουργὸς νὰ διορίζῃ καὶ ἄλλα πρόσωπα. Εἶπον διὰ τοῦ νομοσχεδίου νὰ ὁρίζεται ρητῶς ὅτι ὑποχρεοῦνται νὰ καταρτίζωνται αἱ Ἐπιτροπαὶ συμπεριλαμβανομένων, ἀναλόγως μάλιστα, οὐχὶ ἐν μειονοψηφίᾳ, καὶ τῶν παραγωγῶν. Δὲν εἶμαι ἐναντίον τοῦ νομοσχεδίου, κ. Ὑπουργέ. Εἶμαι ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου. Ἐγὼ δὲν ἀμφισβητῶ ὅ,τι μοῦ εἴπετε νὰ ὑποδείξω καὶ σᾶς ὑπέδειξα· ἀλλ’ ἡ ὑπηρεσία σας εἶναι προκατειλημμένη ἐναντίον τῶν παραγωγῶν, διὰ τοὺς ὁποίους νομίζει ὅτι ἐπλούτησαν, ἐνῷ δὲν ἐπλούτησαν. Ἐπλούτησαν μόνον οἱ ἐκμεταλλευόμενοι τοὺς ἀγρότας.
§438Σ. ΞΥΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε....
§439ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Ξύδη, δὲν ἔχετε τὸν λόγον. Προηγεῖται ὁ κ. Πραντούνας. Ἔπεται ὁ κ. Καλέλλης.
§440Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Ἐννόμου Τάξεως). Δὲν ἐπιμένομεν εἰς τὸ νομοσχέδιον αὐτό.
§441Α. ΔΕΝΔΡΙΝΟΣ. Ἐπιμένομεν ἡμεῖς νὰ ψηφισθῇ.
§442ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πραντούνας ἔχει τὸν λόγον.
§443Α. ΠΡΑΝΤΟΥΝΑΣ. Οἱ παραγωγοὶ τῆς ἐπαρχίας μου ὑπέβαλον ἀναφορὰν εἰς τὸ Προεδρεῖον τῆς Συνελεύσεως· παρακαλῶ ὅπως ἡ ἀναφορὰ αὐτὴ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν. (Εἰς διακοπὴν τοῦ πληρεξουσίου Νάξου κ. Δ. Προμπονᾶ ὁ ἀγορεύων ἀπευθύνει πρὸς αὐτὸν βαρεῖαν φράσιν, τὴν ὁποίαν, ἀπαιτήσει τοῦ κ. Προέδρου, ἀνακαλεῖ).
§444ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καλέλλης ἔχει τὸν λόγον.
§445Ν. ΚΑΛΕΛΛΗΣ. Κύριε Ὑπουργέ, εἰς τὸ ἐδάφιον 4 ἀναγράφεται ὅτι προκειμένου περὶ διατιμήσεων δὲν περιλαμβάνονται καὶ τὰ νέα ξενοδοχεῖα. Θὰ παρεκάλουν νὰ ληφθῇ μέριμνα περὶ ἐπιβολῆς διατιμήσεως καὶ εἰς αὐτά, διότι γνωρίζετε καλύτερον ἐμοῦ ὅτι αὐτὰ εἶναι λησταρχεῖα.
§446ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Τὰ νέα ξενοδοχεῖα ληστεύουν τὸν κόσμον.
§447Ν. ΚΑΛΕΛΛΗΣ. Ἐγὼ λέγω νὰ τὰ διατιμήσῃ ἡ Ἐπιτροπὴ ἡ ὁποία προβλέπεται ἀπὸ τὸ ἄρθρον αὐτό. Γνωρίζω ὅτι διὰ τὸ ἥμισυ μιᾶς κλίνης ἐπληρώθησαν δραχμαὶ 83, διότι ἐκοιμήθη ἐκεῖ ἀνὴρ μετ’ ἄλλου ἀνδρὸς ἀγνώστου, πληρώσαντος ἑτέρας 83 δραχμάς. Σᾶς τὸ διαβεβαιῶ αὐτό.
§448ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Ἐπῆγαν εἰς τὴν Ἀστυνομίαν. Ἦσαν δύο καθηγηταί.
§449Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Ὑποβάλετε τροπολογίαν διὰ τὴν βʹ συζήτησιν.
§450Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Ἐννόμου Τάξεως). Ἐγὼ δὲν ἠμπορῶ νὰ υἱοθετήσω καμμίαν τροπολογίαν.
§451ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὴν υἱοθετεῖ τὸ Προεδρεῖον, κ. Ὑπουργέ.
§452Σ. ΞΥΔΗΣ. Δύο λέξεις, παρακαλῶ. Εὐχαριστῶ τὸν κ. Ὑπουργόν, διότι ἀπεδέχθη τὴν τροπολογίαν μου, ἀλλ’ ἐπιφυλάσσομαι νὰ φέρω τὰς ἀντιρρήσεις μου, διότι εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν δὲν περιελήφθησαν οὐδὲ παραγωγοὶ οὐδὲ ἀντιπρόσωποι τῶν ἐπιστημόνων.
§453ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Αὐτοὶ εἶναι ἐκ τοῦ νόμου τοῦ παλαιοῦ.
§454Σ. ΞΥΔΗΣ. Κατὰ τὸν παλαιὸν νόμον ἡ Ἐπιτροπὴ ἀπετελεῖτο ἀπὸ ἀντιπροσώπους τῶν ἐπιστημόνων καὶ ἀπὸ ἀντιπροσώπους τῶν παραγωγῶν. Καὶ ἠξεύρετε, κύριοι, τί συνέβη εἰς τὴν ἰδιαιτέραν μου ἐπαρχίαν; Ἐπῆγαν 4 ἀπὸ τὴν τάξιν τῶν ἐπιστημόνων· δὲν ἔβαλαν κανένα ἀπὸ τὴν τάξιν τῶν παραγωγῶν. Προκαλῶ τὴν προσοχὴν τῆς Συνελεύσεως. (Διάλογοι).
§455Σ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Νὰ μὴ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον.
§456ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν γίνεται συζήτησις πλέον.
§457Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Δὲν θὰ ψηφισθῇ οὐδὲν νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον θὰ ἔχῃ ἔστω καὶ τὴν ἐλαχίστην συζήτησιν.
§458ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐτελείωσεν ἡ συζήτησις;
§459Α. ΔΕΝΔΡΙΝΟΣ. Ἀπαγορεύετε τὸν λόγον; (Θόρυβος).
§460Δ. ΜΑΡΓΕΤΗΣ. Προπαρασκευάζεται ἐπανάστασις λαϊκή. Εἶναι χάλια Συνελεύσεως αὐτά; Θόρυβος καὶ ἀντεγκλήσεις).
§461Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Ἀναβάλλεται καὶ νὰ λυθῇ ἡ συνεδρίασις.
§462ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται ἡ περαιτέρω συζήτησις.
§463ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Νὰ διακόψωμεν, κ. Πρόεδρε.
§464ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις διὰ τὴν 6.30′ μ. μ. (Ὥρᾳ 3.45′ π. μ.)