1924.07.02
3.436 στίχοι · 26.624 λέξεις · 313 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 71Η
Τετάρτη 2 Ἰουλίου 1924.
Προεδρία Κ. Ρακτιβάν
(Ὥρᾳ 6.35′ μ. μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. (Ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§2Α. ΔΕΝΔΡΙΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἔχω μερικὰς παρατηρήσεις ἐπὶ τῶν πρακτικῶν.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά· νὰ τὰς δώσητε εἰς τὸν γραμματέα. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Συνέλευσιν τὰ ἑξῆς: — Τὸ κατώτερον προσωπικὸν ΤΤΤ Θεσσαλονίκης διαμαρτύρεται διὰ τὴν ἀπόρριψιν τοῦ νομοσχεδίου των. — Ἡ Πανελλήνιος Ἕνωσις τῶν Πλοιάρχων τοῦ Ἐμπορικοῦ Ναυτικοῦ ὑποβάλλει ὑπόμνημα περὶ συστάσεως πλοηγικοῦ Σώματος. — Ὁ Σύνδεσμος Γεωπόνων μέσων γεωργικῶν Σχολῶν ὑποβάλλει τροποποιήσεις ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως διατάξεών τινων τῆς γεωργικῆς καὶ ἐποικιστικῆς νομοθεσίας». —Οἱ διδάσκαλοι περιφερειῶν Κοζάνης παρακαλοῦσιν ὅπως υἱοθετηθῇ τὸ ὑπόμνημα τῆς Εʹ Διδασκαλικῆς Συνελεύσεως Ἀθηνῶν. —Ὁ Γεώργιος Κουτσοπόδης αἰτεῖται τὴν ἀνακατάταξίν του εἰς τὸ Σῶμα τῆς Χωροφυλακῆς μὲ τὸν βαθμὸν τοῦ ἐνωμοτάρχου. —Οἱ ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ μετεκπαιδευθέντες δημοδιδάσκαλοι ζητοῦσι τὴν τροποποίησιν τοῦ νομοσχεδίου «περὶ διαβαθμίσεως καὶ ἀποδοχῶν τῶν λειτουργῶν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως». —Ὁ πρόεδρος τῶν προσφύγων Θρακῶν ἀναφέρει τὴν καταστροφὴν τῶν προσφύγων τοῦ χωρίου Τζεπετζὲ ὑπὸ Γ. Νικολαΐδου. —Ὀγδοήκοντα συνεταιρισμοὶ ἀποκαταστάσεως καλλιεργητῶν ἀκτημόνων Ἄρτης καὶ Φιλιππιάδος μετ’ ἀγωνίας ἀναμένουσι τὴν ἐπίλυσιν τῶν ζητημάτων των ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ψηφίσματος τοῦ Γεωργικοῦ Συνεδρίου. —Τὸ Ὑπουργεῖον Δικαιοσύνης διαβιβάζει ἔγγραφον τοῦ Εἰσαγγελέως Κοζάνης μετ’ ἀντιγράφου μηνύσεως τοῦ ἰδιώτου Λ. Ποντίκα κατὰ τοῦ πληρεξουσίου Σ. Θεολογίτου καὶ παρακαλεῖ ὅπως χορηγηθῇ ἡ ἄδεια τῆς ποινικῆς διώξεως τοῦ ἀνωτέρω πληρεξουσίου. (Διαβιβάζεται εἰς τὴν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ἐπιτροπήν). —Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας κ. Γ. Δουζίνας ὑποβάλλει σχέδιον νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 2868 νόμου περὶ ὑποχρεωτικῆς ἀσφαλίσεως τῶν ἐργατῶν καὶ ἰδιωτικῶν ὑπαλλήλων, ὡς ἐτροποποιήθη οὗτος διὰ τοῦ ἀπὸ 8 Δεκεμβρίου 1923 Διατάγματος». —Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας κ. Γ. Ἠσαΐας ὑποβάλλει τὰ κάτωθι σχέδια νόμων: 1) «Περὶ προσθήκης διατάξεως εἰς τὸν νόμον 2853» καὶ 2) «Περὶ κατασκευῆς σιδηροδρομικῆς γραμμῆς ἀπὸ Τριπόλεως εἰς Σπάρτην καὶ Γύθειον». —Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Ἐννόμου Τάξεως κ. Ι. Κούνδουρος ὑποβάλλει σχέδιον νόμου «περὶ καθορισμοῦ μηνιαίας ἀποζημιώσεως ἀστυιάτρων». —Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας κ. Α. Μπακάλμπασης ὑποβάλλει σχέδιον νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἀπὸ 27)12)23 Ν. Δ. περὶ παραχωρήσεως γηπέδου ἐν Θεσσαλονίκῃ πρὸς ἐγκατάστασιν Ποντίων προσφύγων». —Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης κ. Κ. Σταμούλης ὑποβάλλει σχέδιον νόμου «περὶ συμπληρώσεως τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ νόμου 1228 περὶ μεταρρυθμίσεως καὶ συμπληρώσεως διατάξεων τῆς Ποινικῆς Δικονομίας». Ἐπίσης ὑποβάλλει σχέδιον νόμου «περὶ ἐγκρίσεως δαπάνης διὰ τὴν μεταρρύθμισιν τῶν ἐν Τρικάλοις στρατώνων εἰς δικαστικὸν μέγαρον». —Ὁ κ. Ν. Ξηρὸς ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως τῶν διατάξεων τοῦ Ν. Δ. τῆς 23 Ἀπριλίου 1924 περὶ ἀμνηστίας, ἀναστολῆς ποινῶν, παραγραφῆς ἀδικημάτων κλπ.». —Οἱ πληρεξούσιοι κ. κ. Σ. Θεοδωρόπουλος, Σκ. Ζερβὸς κλπ. ὑποβάλλουν πρότασιν νόμου «περὶ ἐπιχορηγήσεως εἰς τὸν Δῆμον Πειραιῶς». —Ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τρόπου διαθέσεως ἀστικῶν κτημάτων ἀνηκόντων εἰς ἀνταλλασσαμένους Μουσουλμάνους Θεσσαλονίκης» ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της. —Ἐπίσης ἀνακοινῶ ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ ἀγροτικοῦ νομοσχεδίου ἐνισχύεται διὰ τῶν κ. κ. Ι. Τσίρου, Δ. Ἀνδρεάδη, Σπ. Τράκα καὶ Ι. Ἰσχομάχου. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς Νομοθετικῆς Ἐργασίας Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τοῦ τρόπου ἐκτελέσεως μεγάλων ὑδραυλικῶν ἔργων». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον) Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀποκτήσεως τῆς Ἑλληνικῆς ἰθαγενείας ὑπὸ τῶν εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν προσφυγόντων Ἑλλήνων τὸ γένος ἐκ Μικρᾶς Ἀσίας καὶ Θράκης». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον) Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως διατάξεων ἀφορωσῶν τὴν ἐκδίκασιν ἀπαιτήσεων γεννηθεισῶν ἐν Μικρᾷ Ἀσίᾳ, Κωνσταντινουπόλει καὶ Ἀν. Θράκῃ». Ὁ κ. γραμματεὺς παρακαλεῖται ν’ ἀναγνώσῃ τὸ αʹ ἄρθρον. (Ἀναγινώσκεται).
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπ’ αὐτοῦ τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Ἀντωνιάδης.
§5Σ. ΑΝΤΩΝΙΑΔΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι, πρὶν ἢ ἐπιληφθῶ τῆς ἐξετάσεως τῶν ἄρθρων τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν νὰ δεχθῇ ὅπως τὸ ὑπὸ ἐξέτασιν νομοσχέδιον παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ἐπιτροπήν, ἵνα ἐπιμελέστερον ἐξετασθῇ, διότι ἔχουν ὑποβληθῆ πλεῖσται ὅσαι τροπολογίαι, τὸ δὲ νομοσχέδιον εἶναι σοβαρώτατον διὰ τὸν λόγον ὅτι δι’ αὐτοῦ τροποποιεῖται τὸ Ν. Διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου συνεστήθη Ἐπιτροπὴ δι’ ἀποφάσεων τῆς ὁποίας δαπανῶνται δεκάδες ἑκατομμυρίων, μέχρι σήμερον δὲ ἔχουν δαπανηθῆ περὶ τὰ 25 ἑκατομμύρια. Ἂν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐπιμένει νὰ γίνῃ συζήτησις, εἶμαι πρόθυμος νὰ συζητήσω.
§6Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Ὁ ἁρμόδιος κ. Ὑπουργὸς δὲν εἶναι ἐδῶ καὶ πρέπει νὰ ἀναβληθῇ.
§7Σ. ΑΝΤΩΝΙΑΔΗΣ. Θὰ ἤθελον νὰ τὸ παραπέμψητε εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τῶν Στρατιωτικῶν, διότι ἔχουν ὑποβληθῆ πλεῖσται τροπολογίαι καὶ εἶναι σπουδαιότατον.
§8Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Κύριε Πρόεδρε, δὲν ἔχομεν ἀντίρρησιν, νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, ἐφόσον δὲν εἶναι κατεπεῖγον.
§9Σ. ΑΝΤΩΝΙΑΔΗΣ. Εἶμαι εἰσηγητὴς τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ δὲν ἐπέρασεν ἀπὸ τὴν Ἐπιτροπήν.
§10Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Ἂν δὲν ἐπέρασεν ἀπὸ τὴν Ἐπιτροπήν, νὰ πάῃ, ἂν δὲ ἐπέρασε, τότε ν’ ἀναβληθῇ δι’ αὔριον, νὰ ἴδητε τὸν κ. Ὑπουργὸν καὶ νὰ συνεννοηθῆτε. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ὑδραυλικόν, ἔχει κάτι λάθη τυπογραφικά.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ διορθωθοῦν.
§12ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Διὰ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, ποία ἀπόφασις ἐλήφθη, κ. Πρόεδρε;
§13Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Ἂς ἀναβληθῇ τώρα.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συζήτησις ἐπὶ τοῦ σχεδίου ψηφίσματος «περὶ τροποποιήσεως τῶν ὑπ’ ἀριθ. 88 καὶ 90 ἄρθρων τοῦ Συντάγματος». Ἐπ’ αὐτοῦ τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Γιωτόπουλος.
§15Π. ΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Παραιτοῦμαι.
§16Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν θὰ ἦτο σκοπιμώτερον ὁ κ. εἰσηγητὴς νὰ ἀναπτύξῃ τὰς ἰδέας τῆς Ἐπιτροπῆς;
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι ὑποχρεωμένος. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Κρεμεζῆς.
§18Σ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Ἡ Κυβέρνησις, κύριοι πληρεξούσιοι, διὰ δύο σχεδίων, ἑνὸς ψηφίσματος καὶ ἑνὸς νόμου, ἔθεσεν ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Συνελεύσεως τὴν δικαστικὴν αὐτῆς πολιτικήν. Τέσσαρα, κύριοι, εἶναι τὰ σημεῖα τῆς δικαστικῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως, τέσσαρες εἶναι αἱ προτεινόμεναι μεταβολαὶ καὶ ἐπ’ αὐτῶν θὰ συζητήσωμεν. Πρῶτον τὸ ἀμετάθετον τῶν δικαστῶν, ὅπως προτείνεται, ἐν συνδυασμῷ μετὰ τῶν διατάξεων τοῦ νόμου περὶ χωρισμοῦ τῶν Πρωτοδικείων εἰς κεντρικὰ καὶ ἀπόκεντρα, δεύτερον ἡ μὴ ὑπαγωγὴ τῶν προαγωγῶν ἀπὸ τῆς θέσεως τοῦ Εἰσαγγελέως καὶ Προέδρου Ἐφετῶν εἰς τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον, τρίτον ἡ κατ’ ἄλλον τρόπον, ἢ ὡς μέχρι τοῦδε ὥριζεν ὁ νόμος, σύνθεσις τοῦ Ἀν. Δικαστικοῦ Συμβουλίου καὶ δὴ διὰ τῆς συμμετοχῆς εἰς τὸ Ἀν. Δικαστικὸν Συμβούλιον, μετὰ δικαιώματος ψήφου, τοῦ Γεν. Γραμματέως τοῦ Ὑπουργείου Δικαιοσύνης καὶ τέταρτον δύο μεταβατικαὶ διατάξεις, ἡ μὲν μία ἀφορῶσα τὴν σύνθεσιν τοῦ Ἀν. Δικαστικοῦ Συμβουλίου διὰ τὴν πρώτην κατάρτισιν αὐτοῦ, οὐχὶ διὰ κλήρου, ὡς ὁρίζει τὸ νομοσχέδιον, ἀλλὰ διὰ διορισμοῦ ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ ἀπ’ εὐθείας, καὶ ἡ δευτέρα εἶναι ἡ ἐπὶ τρίμηνον ἀναστολὴ τοῦ δικαιώματος τοῦ Συμβουλίου τῶν μεταθέσεων καὶ ἡ τοποθέτησις τῶν δικαστῶν εἰς τὰ Πρωτοδικεῖα, κεντρικὰ καὶ ἀπόκεντρα, ὡς θέλει τὰ καθορίσει ὁ νόμος ἀπ’ εὐθείας παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ μετὰ γνωμοδότησιν τῆς Ἐπιτροπῆς. Ὁμολογῶ, κύριοι, ὅτι εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἐκφράσω τὴν ἀπορίαν μου, διότι ἡ Κυβέρνησις, ἐνῷ παρέβλεψεν ὁλόκληρον τὸ συνταγματικὸν ἔργον, ἐνῷ εἶχεν ὑποχρέωσιν νὰ ὁρίσῃ καὶ ἡμέρας, καθ’ ἃς νὰ συζητῆται καὶ ψηφίζεται τὸ Σύνταγμα — ὑπάρχει δέ, σημειωτέον, ἕτοιμος ἐργασία, σειρὰ ὁλοκλήρων ἄρθρων, 29 περίπου, ἐκ μέρους τῆς ἐπὶ τοῦ καταρτισμοῦ τοῦ πολιτεύματος Ἐπιτροπῆς — ἐν τούτοις, κατὰ προτίμησιν, φέρει ὑπ’ ὄψιν τῆς Συνελεύσεως τὴν μεταρρύθμισιν τῶν ἄρθρων 88 καὶ 90 τοῦ Συντάγματος· καὶ ἐκφράζω τὴν ἀπορίαν μου, διότι φρονῶ ὅτι τὸ Σύνταγμα ἔπρεπε νὰ ψηφισθῇ κατὰ τὴν σειρὰν τῶν ἄρθρων. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς ὅτι τὰ ἄρθρα τοῦ Συντάγματος, τὰ ἀφορῶντα τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν, ἀποτελοῦσιν ἰδιαίτερον ἑκάστου πολιτεύματος κεφάλαιον, ἀλλ’ οὐδεὶς δύναται νὰ ἀρνηθῇ ὅτι τὸ Σύνταγμα ἀποτελεῖ ἑνιαῖον σύνολον, καὶ ὡς τοιοῦτον ἔπρεπε νὰ ψηφισθῇ κατὰ τὴν σειρὰν τῶν ἄρθρων αὐτοῦ, ἵνα ἀποτελῇ ἓν ἑνιαῖον καὶ ἁρμονικὸν σύνολον κατά τε τὸ γράμμα καὶ τὸ πνεῦμα αὐτοῦ. Δὲν βλέπω δέ, εἰλικρινῶς, τὴν ἀνάγκην τῆς τοιαύτης σπουδῆς, ἐφόσον ὑπάρχουσι θεσμοί, θεσμοὶ νενομοθετημένοι, τῶν ὁποίων ἡ ἀκριβὴς καὶ πιστὴ ἐφαρμογὴ εἶναι ἀρκετή, κατὰ τὴν γνώμην μου τουλάχιστον, διὰ τὴν ἀνόρθωσιν τῶν κακῶς ἐχόντων ἐν τῇ Δικαιοσύνῃ. Καὶ ἂν ἡ ἐφαρμογὴ αὐτῶν καὶ ὁ σεβασμὸς ἡμῶν πρὸς αὐτοὺς δὲν ἀπέδιδον τὰ ποθούμενα ἀποτελέσματα, τότε θὰ ἐσκεπτόμεθα περὶ τῆς μεταβολῆς των, καὶ τοιαύτη σπουδὴ θὰ ἦτο δεδικαιολογημένη. Ὑπάρχουσι π. χ. διατάξεις περὶ ἐλέγχου καὶ ἐποπτείας τῶν δικαστικῶν Ἀρχῶν μέχρι καὶ τοῦ Ἀνωτάτου προσέτι Συμβουλίου, τὰς ὁποίας καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ νῦν καὶ αἱ προηγούμεναι ἀφῆκαν νὰ κοιμηθοῦν. Ἂν τὰς διατάξεις αὐτὰς ἔθετον ἐν ἐφαρμογῇ, καὶ ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς αὐτῶν δὲν ἐπήρχοντο τὰ ἀναμενόμενα ἀποτελέσματα, τότε, ἀναμφιβόλως, θὰ ἐδικαιολογεῖτο ἡ τοιαύτη σπουδή. Καὶ δὲν εἶναι μόνον τὸ σημεῖον τοῦτο ἐπὶ τοῦ ὁποίου εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἐκφράσω τὴν ἀπορίαν μου, εἶναι καὶ κἄτι τι ἄλλο. Εἴθισται ἐν Ἑλλάδι, κύριοι, τὰ κόμματα πρὸ τῆς εἰς τὴν Ἀρχὴν ἀνόδου των νὰ ἐξαγγέλλωσι τὸ πρόγραμμά των καὶ σπουδαίας μεταρρυθμίσεις, ὅπως εἴθισται ἀνέκαθεν, δυστυχῶς, ὅταν ἀνέρχωνται τὰ κόμματα εἰς τὴν Ἀρχήν, νὰ λησμονῶσι τὰς ἐπαγγελίας των ταύτας. Μίαν, ἐγὼ τοὐλάχιστον, ἐνθυμοῦμαι ἐξαίρεσιν τοῦ κανόνος τούτου κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη, καὶ αὕτη εἶναι ἡ εἰς τὴν Ἀρχὴν ἄνοδος κατὰ τὸ 1911 τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων καὶ ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ ἀνορθωτικοῦ τοῦ κόμματος τούτου προγράμματος, ἰδίᾳ κατὰ τὰ πρῶτα ἔτη 1912–1915. Ἡ σύνθεσις τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, προελθούσης ἐκ κόμματος ὠργανωμένου ἐπὶ τῇ βάσει ὡρισμένων ἀρχῶν ἀφ’ ἑνός, καὶ ἀφ’ ἑτέρου ἡ πείσμων ἐπιμονὴ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, μεθ’ ἧς, καὶ πρὶν ἀναλάβῃ τὴν Ἀρχὴν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἐπανειλημμένως ἐτόνισεν, ὅτι, ἂν ἀποβλέπει εἰς τὴν Ἀρχήν, τοῦτο πράττει διὰ νὰ ἐφαρμόσῃ τὸ πρόγραμμα τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως», καὶ ὁ ὁποῖος μετὰ τὴν ἀνάληψιν τῆς Ἀρχῆς ἐπανειλημμένως ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐπρογραμματίσθη ὅτι, ἂν παραμένει εἰς τὴν Ἀρχήν, παραμένει διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ προγράμματος τῆς «Δημοκρ. Ἑνώσεως», μοὶ παρέσχον τὸ δικαίωμα νὰ προσδοκῶ ὅτι καὶ ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, θὰ ἀποτελέσῃ τὴν δευτέραν ἐξαίρεσιν τοῦ κανόνος, ὃν προεῖπον, καὶ ὅτι θὰ ἐφήρμοζε τὸ ἐξαγγελθὲν πρόγραμμά της. Ἀλλά, δυστυχῶς, τὰ πράγματα μοῦ διέψευσαν τὰς προσδοκίας μου ταύτας.
§19Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ θὰ σᾶς ἀποδείξω ὅτι ἐφηρμόσθη τὸ πρόγραμμα.
§20Σ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Ἰσχυρίζομαι καὶ ἐγὼ, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι θὰ ἀποδείξω τὸ ἀντίθετον, ὅτι δηλ. τὸ πρόγραμμα τὸ ὁποῖον ἐπηγγέλθητε δὲν τὸ ἐφηρμόσατε, δὲν ἐλάβατε ἀνάλογα μέτρα πρὸς ἐφαρμογήν του ἐν μέρει, καὶ κατὰ τὸ λοιπὸν μέρος ἐφαρμόζετε ἀντίθετον τοῦ ἐξαγγελθέντος πρόγραμμα.
§21Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Θὰ ἴδωμεν.
§22Σ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Αἱ προγραμματικαὶ ὑποσχέσεις σας, τὰς ὁποίας ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου, ἀναφερόμεναι εἰς τὰ ἀτομικὰ βιβλιάρια τῶν μελῶν τῶν Δημοκρατικῶν σας Συλλόγων, ἔχουσιν οὕτω: «Τὴν ἀρχὴν τῆς ἐκλαϊκεύσεως τῆς Δικαιοσύνης, ἀφ’ ἑνὸς μὲν διὰ τῆς ἁπλοποιήσεως καὶ τοῦ συγχρονισμοῦ τῆς δικαστικῆς νομοθεσίας, τῆς ἐπεκτάσεως τῶν δικαιωμάτων τῆς ὑπερασπίσεως, τοῦ περιορισμοῦ τῆς δικαιοδοσίας τῶν Στρατοδικείων καὶ τῆς πρὸς τὸ συμφέρον τῶν πολιτῶν παροχῆς μεγαλυτέρας ἐλευθερίας εἰς τὸν δικαστὴν κατὰ τὴν ἔρευναν καὶ ἐκδίκασιν τῶν πολιτικῶν διαφορῶν χάριν οὐσιαστικῆς καὶ ταχείας ἀπονομῆς τοῦ δικαίου, ἀφ’ ἑτέρου δὲ διὰ τῆς ἐλευθέρας χρησιμοποιήσεως λαϊκῶν στοιχείων εἰς τὴν λειτουργίαν τῆς Δικαιοσύνης κατὰ τὰ διάφορα στάδια τῆς διαδικασίας, τοῦ περιορισμοῦ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν μονίμων δικαστῶν καὶ τοῦ καθορισμοῦ διὰ τὴν θέσιν τοῦ δικαστῶν ὅρων ἐξασφαλιζόντων τὴν ἀνεξαρτησίαν των καὶ τὴν αὐστηρὰν ἐπιλογήν των μεταξὺ τῶν ἀρίστων ὑπὸ τὴν ἔποψιν οὐ μόνον εἰδικῆς μορφώσεως, ἀλλὰ καὶ κοινωνικῆς ἀντιλήψεως καὶ ἀνεξαρτησίας».
§23Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Αὐτὴ ἡ περικοπὴ ἀφορᾷ τὸ νομοσχέδιον.
§24Σ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Ἐπ’ αὐτοῦ θὰ ὁμιλήσω. Ἂν ἔχητε τὴν εὐχαρίστησιν νὰ ἔχητε ὑπομονήν, θὰ μὲ ἀκούσητε. Ἐξηγγέλθη, ὡς ἠκούσατε, κύριοι συνάδελφοι, ὁ περιορισμὸς τῆς δικαιοδοσίας τῶν Στρατοδικείων ἢ μὴ τάχα περιορισμὸς τῆς δικαιοδοσίας τῶν Στρατοδικείων σημαίνει ὅτι ὑπηγάγετε ὑπὸ τὴν δικαιοδοσίαν τῶν Στρατοδικείων καὶ ὡρισμένα ἀδικήματα τοῦ κοινοῦ δικαίου, ὅπως εἶναι τὰ ἀδικήματα τὰ περιλαμβανόμενα ἐν τῷ Διατάγματι τῆς κατοχυρώσεως τῆς Δημοκρατίας;
§25Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Τὸ πρόγραμμα ἡμῶν ἀφορᾷ ὁμαλὴν κατάστασιν.
§26Σ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Ἠξεύρετε ὅτι δὲν εἶμαι τόσον κοινοβουλευτικὸς ἢ πεπειραμένος, ὡς εἴχετε τὴν καλωσύνην ἄλλοτε νὰ μὲ χαρακτηρίσητε. Θὰ σᾶς παρακαλέσω λοιπὸν νὰ εὐαρεστηθῆτε νὰ μὲ ἀκούσητε, καὶ θὰ ἀκούσωμεν εἶτα τὴν ἀπάντησίν σας καὶ ἡμεῖς.
§27Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Δὲν δέχεσθε διακοπάς;
§28Σ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Δέχομαι, ὄχι ὅμως καὶ τόσον συχνάς, προερχομένας μάλιστα ἀπὸ τοὺς ὑπουργικοὺς θώκους. Ἢ μήπως ἡ σύνθεσις τῶν δικαστηρίων τῆς αἰσχροκερδείας, διὰ τῆς συμμετοχῆς καὶ στρατιωτικῶν δικαστῶν, ἀποτελεῖ περιορισμὸν τῆς δικαιοδοσίας τῶν Στρατοδικείων; Ἐξήγγειλεν ἐπίσης ἡ Κυβέρνησις, κύριοι πληρεξούσιοι, ἐπειδὴ ἐνόμιζεν ὅτι καθ’ ὃν χρόνον συνέτασσε τὸ πρόγραμμά της ὡς πολιτικὸν κόμμα δὲν ὑφίσταντο ὅροι ἀρκετοὶ πρὸς ἐξασφάλισιν τῆς ἀνεξαρτησίας τῶν δικαστῶν, ἐξήγγειλεν ὅτι θὰ θεσπίσῃ ὅρους ἐξασφαλίζοντας ἀπολύτως τὴν ἀνεξαρτησίαν τῶν δικαστῶν καὶ ἐρωτῶ ἤδη: Διὰ τῆς συμμετοχῆς εἰς τὴν σύνθεσιν τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου τοῦ Γεν. Γραμματέως ὡς ἀντιπροσώπου τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας, μετὰ δικαιώματος ψήφου—εἰρήσθω δὲ ἐν παρόδῳ ὅτι δι’ ὡρισμένα ζητήματα, ὡς τὰς προαγωγάς, ἀπαιτεῖται καὶ παμψηφία τοῦ Δικαστικοῦ Συμβουλίου—ἐρωτῶ, λέγω, ἀποτελεῖ τὸ τοιοῦτον ὅρους ἐξασφαλίζοντας περισσότερον, ἀπὸ τὰ μέχρι τοῦδε κρατοῦντα, τὴν ἐξασφάλισιν τῶν δικαστῶν; Ἢ μήπως ἀνεξαρτησία τῶν δικαστῶν λέγεται ἡ ὑπαγωγὴ τῆς Δικαιοσύνης εἰς τὴν Ἐκτελεστικὴν Ἐξουσίαν; Καὶ προερχόμενος ἐπίσης εἰς τὴν ἐξέτασιν ἄλλου ζητήματος, τοῦ ζητήματος τοῦ ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ζητεῖ παρὰ τῆς Συνελεύσεως νὰ τῷ ἐπιτρέψῃ ἐπὶ τρίμηνον, ὅπως αὐτὸς τοποθετῇ κατ’ ἰδίαν αὑτοῦ κρίσιν καὶ ἐκλογὴν τοὺς δικαστάς, ἐρωτῶ, εἶναι τάχα καὶ τοῦτο ἀνεξαρτησία τῆς Δικαιοσύνης;
§29Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Παμψηφία.
§30Σ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Μάλιστα. Λυποῦμαι, κ. Ὑπουργέ, διότι δὲν ἔχετε ὑπ’ ὄψιν καὶ τὸ νομοσχέδιον. Δὲν ἀναφέρεται, βέβαια, τὸ τοιοῦτον εἰς τὸ σχέδιον ψηφίσματος, ἀλλ’ εἰς τὸ σχετικὸν σχέδιον νόμου, ἔχων ὅμως τὴν ἀντίληψιν ὅτι τό τε νομοσχέδιον ὡς καὶ τὸ σχέδιον ψηφίσματος ἀποτελοῦσι δύο συναφῆ νομοθετήματα ἀλληλένδετα, ἣν ἀντίληψιν ἔχει καὶ ἡ Κυβέρνησις, ὡς βεβαιοῦται καὶ ἐκ τῆς κοινῆς καὶ διὰ μιᾶς αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως εἰσαγωγῆς τοῦ τε σχεδίου ψηφίσματος καὶ τοῦ σχεδίου νόμου, ὁμιλῶ ταυτοχρόνως καὶ ἐπὶ τῶν δύο τούτων σχεδίων, ἵνα μὴ ἐπανέρχωμαι ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου.
§31Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Μάλιστα· προχωρήσατε.
§32Σ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Ἔλεγον ὅτι ἡ συμμετοχὴ τοῦ Γενικοῦ Γραμματέως εἰς τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον καὶ τὸ δικαίωμα τοῦ ἐπὶ ἓν τρίμηνον τὸ πρῶτον διορισμοῦ ἀπ’ εὐθείας ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν δικαστῶν....
§33ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Ὄχι, διορισμοῦ.
§34Σ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ τοποθετῇ τοὺς δικαστικοὺς ὑπαλλήλους ὁ κ. Ὑπουργὸς ἄνευ Συμβουλίου. Αὐτὸ δὲν λέγεται, κατ’ ἐμέ, ἀνεξαρτησία τῆς Δικαιοσύνης.
§35Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Τὸ Συμβούλιον....
§36Γ. ΔΟΥΖΙΝΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Καὶ ἐπειδὴ ἤμην εἰσηγητὴς τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς πλειονοψηφίας, συνεζητήθη εὐρύτατα καὶ μόνον κατὰ τὸ ἀρχικὸν τρίμηνον θὰ κάμνῃ τὰς τοποθετήσεις, ἀλλὰ διαρκῶς θὰ γίνωνται ἀπὸ τὸ Συμβούλιον. Ὁμιλεῖτε περὶ διορισμοῦ καὶ τοποθετήσεων, πράγματα ἐντελῶς διάφορα.
§37Σ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Ἡ ἀλήθεια εἶναι ὅτι τὸ νομοσχέδιον λέγει ὅτι θὰ τοποθετήσητε τοὺς δικαστὰς μετὰ γνωμοδότησιν τοῦ Συμβουλίου, γνωμοδότησιν ὅμως ὄχι ὑποχρεωτικήν.
§38Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄλλου Συμβουλίου.
§39Σ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Μάλιστα, τὸ ὁποῖον θὰ συνθέσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τὸ πρῶτον διὰ διορισμοῦ τῶν ἀποτελεσόντων τὸ Συμβούλιον μελῶν καὶ οὐχὶ διὰ κλήρου, ὡς τὸ νομοσχέδιον προβλέπει. Τὸ σχέδιον πράγματι ὁρίζει ὅτι αἱ τοποθετήσεις θὰ γίνωνται ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ μετὰ γνωμοδότησιν τοῦ Συμβουλίου, δὲν καθορίζει ὅμως ὅτι ἡ γνωμοδότησις αὐτὴ θὰ εἶναι ὑποχρεωτικὴ διὰ τὸν Ὑπουργόν. Τοῦτο δὲ σημαίνει ὅτι καὶ παρὰ τὴν γνωμοδότησιν τὴν ἀντίθετον τοῦ Συμβουλίου ὁ Ὑπουργὸς θὰ δύναται νὰ τοποθετήσῃ τοὺς δικαστάς, καὶ δι’ αὐτὸ δύναμαι νὰ ὑποστηρίξω, ἀπαντῶν εἰς τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, ὅτι θὰ τοὺς τοποθετήσῃ μόνος ὁ κ. Ὑπουργός, ὅπως θέλει. Καὶ προχωρῶ εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ προγράμματος τῆς Κυβερνήσεως. Εἶδεν ἆρά γε ἡ Συνέλευσις μεταξὺ τῶν νομοσχεδίων τὰ ὁποῖα εἰσηγήθη ἡ Κυβέρνησις μέτρον τεῖνον εἰς τὴν ἐκλαΐκευσιν τῆς Δικαιοσύνης; Ἢ μήπως ἡ συμμετοχὴ τοῦ Γεν. Γραμματέως θὰ θεωρηθῇ ὡς ἐκλαΐκευσις τῆς Δικαιοσύνης κατὰ τὴν ἀπίθανον ἐκδοχὴν ὅτι εἶναι ἀντιπρόσωπος τοῦ λαοῦ, ὡς ἀντιπρόσωπος τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας, στηριζομένης εἰς τὴν πλειονοψηφίαν τοῦ νομοθετικοῦ Σώματος, προερχομένου δι’ ἐκλογῆς παρὰ τοῦ λαοῦ;
§40Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Ἐπ’ αὐτοῦ δύναται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ παράσχῃ μίαν διασάφησιν, διότι εἰς τὸ ἄρθρον 23 τοῦ νόμου ὁρίζεται ὅτι ὁ Ὑπουργὸς θὰ κάμνῃ ἐντὸς τριῶν μηνῶν ἀπὸ τῆς ἰσχύος τοῦ νέου νόμου τὰς τοποθετήσεις, κατόπιν γνωμοδοτήσεως τοῦ Συμβουλίου τῶν Προαγωγῶν. Δηλαδὴ τοῦ ὑφισταμένου Συμβουλίου ἢ ἐκείνου τὸ ὁποῖον θὰ συγκροτήσῃ ὁ κ. Ὑπουργός;
§41Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἐκείνου ποὺ θὰ συγκροτήσῃ ὁ Ὑπουργός.
§42Σ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Ἡ Κυβέρνησις ἐπηγγέλθη ἐπίσης ὅτι θέλει φροντίσει, ὅπως συγχρονίσῃ τὴν Δικαιοσύνην καὶ θέλει μεριμνήσει διὰ τὴν ταχυτέραν καὶ οὐσιαστικωτέραν ἀπονομὴν τοῦ δικαίου. Εἶναι γνωστή, κύριοι, ἡ κατάστασις τῆς Δικαιοσύνης μας. Εἶναι γνωστὴ ἐπίσης ἡ βραδύτης μετὰ τῆς ὁποίας ἀποδίδεται ἐν Ἑλλάδι ἡ δικαιοσύνη. Ἡ βραδύτης δὲ τῆς ἀπονομῆς τοῦ δικαίου δὲν σημαίνει τίποτε ἄλλο, ἀλλὰ ἄρνησιν δικαιοσύνης. Ὅλοι γνωρίζομεν πῶς αἱ ἀστικαὶ καὶ ἐμπορικαὶ δίκαι ἀποτελματοῦνται εἰς τὰ δικαστήρια. Ὅλοι γνωρίζομεν πῶς πᾶς, μὴ δυνάμενος νὰ διαθέσῃ ἀρκετὰ χρήματα, δὲν δύναται νὰ ζητήσῃ σήμερον ἱκανοποίησιν τοῦ δικαίου του ἀπὸ τὰ δικαστήρια τῆς πολιτικῆς μας δικαιοσύνης. Καὶ τοῦτο, διότι πολλάκις, εἰς τὰς μικρὰς ἰδίᾳ ὑποθέσεις, τὰ δικαστικὰ ἔξοδα καὶ αἱ ἀμοιβαὶ τῶν δικηγόρων ὑπερβαίνουν κατὰ πολὺ τὸ ἐπιδικαζόμενον ποσόν. Ὅλοι δὲ γνωρίζομεν μετὰ πόσης βραδύτητος ἀπονέμεται καὶ ἡ ποινική μας δικαιοσύνη, κατ’ ἀντίθεσιν πρὸς ἄλλα κράτη. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε ἓν παράδειγμα, κύριοι, διὰ νὰ καταδηλωθῇ ἡ διαφορά: Εἰς Ἀγγλικὸν περιοδικὸν ἀνέγνωσα ὅτι ἐθεωρήθη βραδύτης περὶ τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης ἡ πάροδος 28 ἡμερῶν πρὸς ἐκδίκασιν ποινικῆς ὑποθέσεως, φόνου, ὁ ὁποῖος ἔλαβε χώραν εἰς τὸν λιμένα τοῦ Πόρτσμουθ ἐπὶ ἀναχωροῦντος ἀτμοπλοίου, καὶ διὰ τὸν ὁποῖον δὶς ἠναγκάσθησαν νὰ μεταβοῦν ἀστυνομικοὶ Ἄγγλοι εἰς τὴν Γαλλίαν. Καὶ ἐρωτῶ ἤδη: Γνωρίζετε μίαν σοβαρὰν ποινικὴν ὑπόθεσιν ἡ ὁποία νὰ ἐξεδικάσθη τοὐλάχιστον μετὰ πάροδον ἑνὸς ἔτους; Ἐγώ, ὡς δικηγόρος, ἓν μόνον γνωρίζω, ὅτι ὅλα τὰ κακουργήματα δὲν δικάζονται παρὰ μετὰ πάροδον 2 καὶ 3 ἐτῶν ἀπὸ τῆς ἐκτελέσεώς των. Καὶ προκαλῶ ἤδη τὴν Κυβέρνησιν, σύμφωνα μὲ τὸ πολιτικόν της πρόγραμμα, νὰ μᾶς καθορίσῃ ποῖα ἐκ τῶν μέτρων ἃ εἰσηγεῖται τείνουν εἰς τὴν θεραπείαν τοῦ κακοῦ τούτου, εἰς τὴν ταχυτέραν δηλ. ἐκδίκασιν τῶν ὑποθέσεων. Ὅλοι, κύριοι πληρεξούσιοι, οἱ ἀσχολούμενοι μὲ τὰς προόδους τῆς ποινικῆς ἐπιστήμης γνωρίζομεν καὶ κάτι ἄλλο πολὺ σπουδαιότερον. Ἀπὸ ἀρκετοῦ χρόνου, κύριοι πληρεξούσιοι, ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ παρατηρεῖται μία κολοσσιαία ἐπιστημονικὴ ζύμωσις ἐν σχέσει πρὸς τὴν ποινικὴν νομοθεσίαν, ὀφειλομένη κυρίως εἰς τὴν θετικὴν ποινικὴν σχολήν, εἰς τὰς ἐρεύνας καὶ τὰς μελέτας τῶν ἀκολουθούντων τὴν σχολὴν ταύτην διαπρεπόντων ἐπιστημόνων, τείνουσα εἰς τὸ νὰ ἀνατρέψῃ ἐκ βάθρων ὁλόκληρον σχεδὸν τὸ ποινικὸν ἡμῶν καθεστώς, τὸ μέχρι τοῦδε παρ’ ἡμῖν καὶ ἀλλαχοῦ κρατοῦν. Διεμορφώθησαν μάλιστα ἐν τῇ ξένῃ καὶ διδάσκονται ἰδιαίτεροι κλάδοι τῆς ποινικῆς ἐπιστήμης. Καὶ οὗτοι εἶναι ἡ Κοινωνιολογικὴ Ἐγκληματολογία, ἡ Δικαστικὴ Ψυχολογία καὶ ἡ Ἐπιστημονικὴ Ἀνακριτική. Καὶ ὁ Ἕλλην δικαστής, ὁ ὁποῖος κινδυνεύει ἀπὸ ἡμέρας εἰς ἡμέραν νὰ ἴδῃ ἀνατρεπόμενον ὁλόκληρον τὸ ποινικόν μας νομοθετικὸν καθεστώς, δὲν πταίει εἰς τοῦτο, διότι, λόγῳ τῆς γενικῆς φύσεως τῶν καθηκόντων του, δὲν δύναται νὰ καταγίνῃ καὶ ἐξειδικευθῇ εἰς ὡρισμένον κλάδον. Κινδυνεύει δέ, ὡς προεῖπον, κύριοι, νὰ ἴδῃ ἀνατρεπόμενον ὁλόκληρον τὸν ποινικόν μας νόμον, χωρὶς νὰ γνωρίζῃ τοὺς λόγους τοὺς ὠθήσαντας εἰς τοιαύτην μεταβολὴν καὶ κατὰ φυσικὸν λόγον νὰ μὴ δύναται νὰ ἐφαρμόσῃ τοὺς νέους νόμους, τοὺς ὁποίους κατὰ συνήθειαν, δύναμαι, δυστυχῶς, νὰ εἴπω, ἀντιγράφοντες ἐφαρμόζομεν καὶ ἐνταῦθα ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς. Ἐν τούτοις ἡ Κυβέρνησις, καλῶς γνωρίζουσα ταῦτα καὶ παρορῶσα αὐτά, ἐπιμελεῖται, καθ’ ἃ πληροφοροῦμαι, μὲ τὴν ἵδρυσιν δευτέρας Νομικῆς Σχολῆς ἐν Θεσσαλονίκῃ, δημιουργοῦσα οὕτω καὶ μίαν δευτέραν, ἂς μοῦ ἐπιτραπῇ ἡ φράσις, δικηγοροποιητικὴν μηχανήν, ὅπως κατήντησε τώρα καὶ ἡ ἐν Ἀθήναις Νομικὴ Σχολή. Δὲν θὰ παρεξηγηθῶ, κύριοι, εἰς ὅ,τι θὰ εἴπω, διότι εἶμαι καὶ ἐγὼ δικηγόρος. Ἔχω τὴν γνώμην, κύριοι, ὅτι ἡ δικηγορικὴ νοοτροπία, ὅπως ἐξειλίχθη ἐν Ἑλλάδι κατ’ ἀπομίμησιν τῶν ἐν Γαλλίᾳ, εἶναι ἐκείνη ἡ ὁποία ἐνέβαλεν εἰς τὸν λαὸν τὴν σοφιστείαν καὶ τὴν δικολαβικὴν σκέψιν, ὡς ἐπίσης καὶ τὸ πνεῦμα τῆς καταστρατηγήσεως τῶν νόμων. Τὴν πηγὴν δηλ. τοῦ κακοῦ τούτου διπλασιάζει ἤδη ἡ Κυβέρνησις διὰ τῆς ἱδρύσεως δευτέρας Νομικῆς Σχολῆς ἐν Θεσσαλονίκῃ, ἐνῷ ταυτοχρόνως ἐγκαταλείπει τελείως ἄγνωστον εἰς τὸν Ἕλληνα φοιτητὴν καὶ τὸν νομικόν, τοὺς μὴ δυναμένους νὰ παρακολουθήσωσι τὰς ἐν τῇ ξένῃ ἐπιστημονικὰς προόδους, τὴν ζωηρὰν ἐπιστημονικὴν κίνησιν καὶ πρόοδον τῶν ξένων, ἣν προανέφερα, καὶ εἶπον ποῖα εἶναι τὰ κακὰ ἀποτελέσματα, ἅτινα ἐκ τῆς ἀγνοίας ταύτης θ’ ἀναμένωμεν.
§43Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Πῶς θὰ ὀργανωθῇ τὸ Πανεπιστήμιον αὐτό;
§44Σ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Εἶδον ὅτι ἱδρύεται Πανεπιστήμιον εἰς τὴν Θεσσαλονίκην καὶ Νομικὴ Σχολή. Ἐγὼ φρονῶ ὅτι καλύτερον θὰ ἦτο νὰ ἱδρύοντο ἐνταῦθα ἢ ἀλλαχοῦ αἱ τρεῖς ἕδραι ἃς πρὸ ὀλίγου ἀνέφερα.
§45ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Δὲν ὑπάρχουσι τὰ κατάλληλα πρόσωπα.
§46Σ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Ὑπάρχουν, κύριοι, καὶ ἂν δὲν ὑπάρχουν, ἡ ἵδρυσις τῶν ἑδρῶν θὰ κινήσῃ τὴν φιλοτιμίαν πολλῶν νέων, ὅπως καταρτισθοῦν, ἵνα τὰς καταλάβουν. Δι’ αὐτοὺς ὅλους τοὺς λόγους, κύριοι, ἰσχυρίζομαι ὅτι ἐξ ὅλων ὅσα ἡ Κυβέρνησις ἐπηγγέλθη, ἄλλα μὲν τελείως ἐλησμόνησε, μὴ λαμβάνουσα σχετικὴν μέριμναν νομοθετικήν, ἄλλων δὲ ἀντίθετα πραγματοποιεῖ ἐξ ἐκείνων, ἅτινα ἐπαγγέλθη ἐν τῷ προγράμματί της, διὰ τῶν ὑπὸ τὴν κρίσιν ἡμῶν σχεδίων.
§47Π. ΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κανεὶς δὲν ἐμποδίζει τοὺς μέχρι τοῦδε καθηγητὰς τῆς Νομικῆς Σχολῆς νὰ διδάξουν τὰς νέας θετικὰς μὲ τὰς νεωτέρας ἀντιλήψεις τοῦ ποινικοῦ δικαίου ἀρχάς, ἀλλὰ δὲν ἦσαν εἰς θέσιν νὰ τὰς διδάξουν καὶ δὲν πταίει ἡ Κυβέρνησις.
§48Σ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Κανεὶς δὲν ἐμποδίζει, κ. συνάδελφε, ἕνα καθηγητὴν τῆς Ἰατρικῆς Σχολῆς νὰ διδάσκῃ καὶ ὅλους τοὺς εἰδικοὺς κλάδους αὐτῆς.
§49Π. ΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς πολλὰ Πανεπιστήμια τῆς ἀλλοδαπῆς, καὶ ἠμπορῶ νὰ σᾶς ἀναφέρω....
§50Σ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Ἐπαρκεῖ ὁ χρόνος εἰς ἕνα καθηγητὴν νὰ διδάσκῃ ὅλας αὐτὰς τὰς εἰδικότητας; Ὄχι βέβαια. Καὶ διὰ τοῦτο εἰς πολλὰ Πανεπιστήμια ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ ὑπάρχουσιν εἰδικοὶ καθηγηταί, οἱ ὁποῖοι διδάσκουσιν εἰδικῶς τὰ μαθήματα ἃ προανέφερα. Καὶ δύναμαι προχείρως αὐτὴν τὴν στιγμὴν νὰ μνημονεύσω τὸν Ferri ἐν Ἰταλίᾳ, τὸν Reiss ἐν Ἑλβετίᾳ, τὸν Edm. Lovard, τὸν Niceforo καὶ ἄλλους. Πρὶν εἰσέλθωμεν, κύριοι, εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν κυβερνητικῶν σχεδίων, νομίζω ἀπαραίτητον νὰ ἐξετάσωμεν τὴν κατάστασιν, εἰς ἣν εὑρίσκεται σήμερον ἡ Δικαιοσύνη μας’ νὰ ἐξετάσωμεν τὰ αἴτια, ἵνα εὐχερέστερον διαγνώσωμεν ποῖα εἶναι τὰ μέσα τῆς θεραπείας, καὶ ἂν τὰ προτεινόμενα κυβερνητικὰ μέτρα εἶναι ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα θὰ συντελέσωσιν εἰς τὴν ἀνόρθωσιν καὶ τὴν ἀνάπλασιν τῆς Δικαιοσύνης, ὡς ἡ Κυβέρνησις διατείνεται. Ὁ θεσμὸς τῆς ἰσοβιότητος τῶν δικαστῶν, κύριοι πληρεξούσιοι, ἐγένετο δεκτὸς ἐν Ἑλλάδι τὸ πρῶτον διὰ τοῦ Συντάγματος τοῦ 1864. Ἐτέθησαν τότε αἱ σχετικαὶ διατάξεις ἐν τῷ Συντάγματι, ἀλλὰ, δυστυχῶς, αἱ διατάξεις αὗται ἀπέμειναν γράμμα κενόν, διότι μέχρι τοῦ 1909 δὲν ἐλήφθη καὶ ἡ δέουσα νομοθετικὴ μέριμνα, διὰ τῆς ὁποίας εἰς τὴν θαυμασίαν αὐτὴν μηχανήν, τὸν θεσμὸν τῆς ἰσοβιότητος, θὰ ἐδίδετο ἡ κινητήριος τροφή, ἵνα παραγάγῃ καὶ ἀποδίδῃ καὶ ἐνταῦθα τὰ ἀγαθὰ ἀποτελέσματα ἃ καὶ εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν ἐπέφερεν ὁ θεσμὸς οὗτος. Ἡ Δικαιοσύνη μας τότε εἶχε καταντήσει ὄργανον τῆς φατρίας, ὄργανον τῶν ἑκάστοτε κομματικῶν Κυβερνήσεων μέχρι τοῦ 1909, ὁπότε, ἅμα τῇ Ἐπαναστάσει, ἡ πρώτη Κυβέρνησις ἡ ὑπηρεσιακὴ ἀπεδέχθη νομοσχέδιον ὅπερ εἶχεν εἰσηγηθῆ αὐτῇ ὁ Δικηγορικὸς Σύλλογος Ἀθηνῶν περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων. Ἐν τῷ νομοσχεδίῳ δὲ τούτῳ ἐλήφθη πρόνοια καὶ περὶ συστάσεως Ἀνωτέρου Δικαστικοῦ Συμβουλίου. Τὸ Ἀνώτατον δὲ τοῦτο Δικαστικὸν Συμβούλιον ἠγγυήθη καὶ συνταγματικὴ πλέον διάταξις κατὰ τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ 1911. Καὶ παρετηρήθη τοῦτο τὸ περίεργον, ὅτι ἀμέσως ὡς ἀπεκεντρώθη ἡ Δικαιοσύνη οἱ δικασταὶ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἦσαν ὄργανα τῆς φατρίας μέχρι τῆς ἡμέρας ἐκείνης, ἀπὸ τῆς ἑπομένης ἡμέρας οἱ αὐτοὶ δικασταὶ συνηγωνίζοντο καὶ ἡμιλλῶντο, δύναμαι νὰ εἴπω, εἰς κατάρτισιν, εἰς δικαστικὸν ἦθος, εἰς ταχυτέραν, ἀμεροληπτικωτέραν καὶ καλυτέραν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης. Ἀναφέρω τὰ παραδείγματα ταῦτα, ὄχι διὰ νὰ ἀναφέρω τὴν ἱστορίαν, ἀλλὰ μόνον διὰ νὰ λάβω διδάγματα ἐξ αὐτῆς. Ἡ κομματικὴ φατρία, ἡ ὁποία ἐπεβάλλετο εἰς τὴν Δικαιοσύνην καὶ εἶχε καταστήσει αὐτὴν ὄργανόν της, ἐξέλιπεν ἀπὸ τῆς ἑπομένης ἀφ’ ἧς ἡ Δικαιοσύνη ἀπεδόθη εἰς ἑαυτήν. Διότι ἤρχισε νὰ λειτουργῇ ὁ θεσμὸς τῆς ἰσοβιότητος καὶ ἀπέδωκεν ἀμέσως τοὺς ὡραίους καρπούς του. Τοῦτο ἦτο, κύριοι, ἡ αἰτία καὶ ἡ βάσις τῆς λαμπρᾶς, τῆς φωτεινῆς, δύναμαι νὰ εἴπω, περιόδου τῆς Δικαιοσύνης μας τῶν ἐτῶν 1909 ἕως 1915. Ἀπὸ τοῦ 1915 καὶ ἐντεῦθεν ἀρχίζουν τὰ ἀλλεπάλληλα πλήγματα κατὰ τῆς Δικαιοσύνης μας. Πρῶτον καὶ κυριώτερον πλῆγμα κατ’ αὐτῆς ὑπῆρξεν ὁ ἐσωτερικός μας διχασμός, ἐκ τοῦ κεντρικοῦ δὲ τούτου αἰτίου ἀπέρρευσαν καὶ ὅλαι αἱ ἄλλαι αἰτίαι κλονισμοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὡς ἀναγκαῖαι συνέπειαι τοῦ κυρίου τούτου αἰτίου. Οἱ δικασταί, Ἕλληνες καὶ αὐτοί, εἶχον τὰς πολιτικὰς ἀντιλήψεις των. Ἐδιχάσθησαν καὶ αὐτοί. Χωρὶς δὲ νὰ θέλω νὰ ἀποδώσω εἰς τοὺς Ἕλληνες δικαστὰς ὅτι ἐνσυνειδήτως ἐμερολήπτουν εἰς τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης, ἀσυνειδήτως ἤ, ἂν θέλετε, ὑποσυνειδήτως ὅμως ὑπέπιπτον εἰς τοιαῦτα σφάλματα. Ἐκτὸς δὲ τούτου, καὶ ἂν ποσῶς ἐκ τῶν πολιτικῶν των ἀντιλήψεων δὲν ἐπηρεάζοντο οἱ Ἕλληνες δικασταὶ κατὰ τὴν ἄσκησιν τῆς λεπτῆς των λειτουργίας, ἐκ τῆς αἰτίας τοῦ χωρισμοῦ καὶ μόνον ἦτο δυνατὸν νὰ γεννᾶται παρεξήγησις εἰς τοὺς δικαζομένους καὶ εἰς τοὺς πολίτας ὅτι ὁ Α ἢ ὁ Β δικαστής, παρασυρόμενος ἐκ τῶν κομματικῶν του ἀντιλήψεων, ἀπεφάνθη οὕτως ἢ ἄλλως. Ἰδοὺ λοιπὸν ὁ πρῶτος λόγος καταπτώσεως τῆς Δικαιοσύνης μας. Ἐπῆλθε τὸ 1916 καὶ ὁ σχηματισμὸς μιᾶς τῶν Κωνσταντινικῶν Κυβερνήσεων τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ὑπηρεσιακῆς, εἰς τὴν ὁποίαν μετέσχον καὶ μέλη τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου. Δηλαδὴ ὁ ρυθμιστὴς τῆς Δικαιοσύνης, ὁ ἀνώτατος δικαστικὸς λειτουργός, ὁ ἐπόπτης τῆς Δικαιοσύνης ἀνεμίχθη πλέον εἰς τὴν πολιτικὴν κονίστραν καὶ φυσικὸν ἦτο, καὶ ἀνάγκη πλέον, δύναμαι νὰ εἴπω, τὸ παράδειγμα τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου νὰ ἀκολουθήσουν καὶ οἱ κατώτεροι δικαστικοὶ ὑπάλληλοι. Ἄλλως τε τοῦτο ἐπέβαλλε καὶ τὸ συμφέρον των πρὸς προαγωγὴν καὶ τὸ συμφέρον των πρὸς πᾶσαν προκοπὴν ἐν τῷ Σώματι. Οὕτως ἡ Δικαιοσύνη ἐν Ἑλλάδι ἐπανῆλθε πάλιν εἰς τὸ πρὸ τοῦ 1909 σχεδὸν καθεστώς, ἐγένετο καὶ αὖθις ὄργανον τῆς κομματικῆς φατρίας. Ἐπηκολούθησε τὸ 1917. Ἐγκατέστη ἐν Ἀθήναις ἡ Προσωρινὴ Κυβέρνησις τῆς Θεσσαλονίκης, καὶ ὑποχρεωμένη οὖσα νὰ ἀντιμετωπίσῃ τὰς σοβαρὰς τότε ἐξωτερικὰς περιστάσεις εἶχεν ἀνάγκην ἐσωτερικῆς ἡσυχίας, εἶχεν ἀνάγκην Δικαιοσύνης ἐπιτελούσης ἀμερολήπτως τὸ καθῆκόν της, εἶχεν ἀνάγκην Δικαιοσύνης ἐμπνεούσης ἐμπιστοσύνην. Ἔκρινε δ’ ὡς ἐκ τούτου ἀναγκαῖον νὰ προβῇ εἰς τὴν ἀναστολὴν τῆς ἰσοβιότητος καὶ τὴν ἐκκαθάρισιν τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων. Ὅσον καὶ ἂν ἡ ἀνάγκη τὸ ἐπέβαλεν, ὅμως, κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, δὲν ἔπρεπε τοῦτο νὰ γίνῃ. Μετ’ ὀλίγον ὅμως ἡ Κοινὴ Γνώμη ἐξανέστη, διότι καὶ ἡ ἐκκαθάρισις δὲν περιωρίσθη εἰς τινα ὡρισμένα καὶ ὑπεύθυνα πρόσωπα, ἀλλ’ ἐξετράπη, δυστυχῶς, καὶ εἰς ἱκανοποίησιν προσωπικῶν καὶ πολιτικῶν παθῶν, αἱ δικαστικαὶ τάξεις ἐξανέστησαν, ὡς ἐκ τούτου, καὶ ὑπὸ τὰς πιέσεις ταύτας, ἡ αὐτὴ Κυβέρνησις ἀναγκάζεται τοὺς περισοτέρους ἐκ τῶν ἐκκαθαρισθέντων δικαστῶν νὰ ἐπαναφέρῃ καὶ αὖθις εἰς τὴν ὑπηρεσίαν. Καίριον πλῆγμα κατὰ τῆς Δικαιοσύνης ἦτο καὶ τοῦτο. Διότι ἐκ τῶν ἐκκαθαρισθέντων δικαστῶν ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι εἶχον καὶ τὴν ἐπαγγελματικὴν κατάρτισιν, ἀλλὰ καὶ τὴν ἱκανότητα νὰ ζήσουν εἰς τὸ ἐλεύθερον ἐπάγγελμα τοῦ δικηγόρου, δὲν ἐπανῆλθον. Ἐπηκολούθησε κατόπιν ἡ ἁθρόα ἐπάνοδος τῶν ἐκκαθαρισθέντων, ὡς παρανόμως ἀπολυθέντων, μετὰ τὴν 1ην Νοεμβρίου 1920. Ἐπανῆλθον καὶ τότε τὰ στοιχεῖα ἐκεῖνα, ἅτινα δὲν ηὐδοκίμησαν εἰς τὴν ἔξω δικηγορίαν. Αἱ ἀλλεπάλληλοι αὐταὶ μεταπτώσεις, ὡς καὶ αἱ ἐπακολουθήσασαι μετέπειτα μέχρι σήμερον τοιαῦται, ἔκαμον, ὥστε τὸ δικαστικὸν Σῶμα νὰ ἀποξενωθῇ πολλῶν ἐπιλέκτων μελῶν. Ταυτοχρόνως καὶ πολλὰ ἠθικὰ στοιχεῖα, ἀνωτέρας μορφώσεως δικασταί, ἀπογοητευθέντες ἐκ τῆς καταστάσεως ταύτης, ἐνῷ ἀντιθέτως ταυτοχρόνως ἡ δικηγορία τοῖς ὑπέσχετο πλουσίας ἀμοιβὰς καὶ ἐλευθερίαν, παρῃτήθησαν. Οὕτως ἐδημιουργήθησαν κενά, κενὰ δυσαναπλήρωτα ἐν τῇ Δικαιοσύνῃ, κενὰ τὰ ὁποῖα, καὶ ἂν ἀνεπληρώθησαν ἐκ τῶν ὑστέρων, δὲν ἐπληρώθησαν κατὰ ποιόν, ἀλλὰ κατὰ ποσὸν μόνον. Ὅλοι οἱ εἰσελθόντες εἰς τὸν δικαστικὸν κλάδον ἦσαν οἱ ἐπιστήμονες τῆς τελευταίας δεκαετίας, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶχον δυνηθῆ νὰ παρακολουθήσωσι τὰ μαθήματα τοῦ Πανεπιστημίου, ὡς στρατευθέντες, καὶ εἶχον ἀτελεστάτην μόρφωσιν, οὐδεμίαν πρακτικὴν ἄσκησιν, εἰς τὴν στράτευσιν δὲ ἐδικαιολογήθη καὶ ἡ πρόσληψίς των ἄνευ ἐπιλογῆς καλῆς, ἄνευ διαγωνισμοῦ. Καὶ φυσικὸν ἦτο οἱ τοιοῦτοι δικασταὶ νὰ μὴ ἀναπληρώσωσι τὰ ἐκ τῶν λόγων οὓς προεῖπον δημιουργηθέντα κενά, διὰ τῆς ἀποχωρήσεως δικαστικῶν μεγάλης μορφώσεως, ἤθους καὶ χαρακτῆρος.
§51Γ. ΚΙΑΓΙΑΣ. Κατόπιν τῆς ἐκκαθαρίσεως ἦλθον εἰς τὰς δικαστικὰς ὑπηρεσίας ὅλοι οἱ δικαστικοὶ οἱ ὁποῖοι ἦσαν κατὰ τὴν ἐκκαθάρισιν. Ἡ Κυβέρνησις τῶν Φιλελευθέρων εἶχε φέρει ἀντιβενιζελικούς.
§52Σ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἐνδιαφέρομαι διὰ τὰ φρονήματα τῶν δικαστικῶν· ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον μὲ ἐνδιαφέρει εἶναι ἡ ἐπιστημονικὴ κατάρτισις, ἡ ἀμεροληψία καὶ ὁ δικαστικὸς χαρακτὴρ καὶ τὸ ἦθος. Καὶ διὰ τοῦτο καταλογίζω εὐθύνας εἰς ὅλους ἐκείνους οἵτινες ἐπροκάλεσαν διὰ τῶν μέτρων των τὰς ἀφορμὰς τῆς δημιουργίας κενῶν, διὰ τῆς ἀποχωρήσεως τῶν ἱκανῶν στοιχείων ἐκ τῆς Δικαιοσύνης. Ἄλλη αἰτία, κύριοι πληρεξούσιοι, ἀπαχωρήσεως ἱκανῶν δικαστῶν ὑπῆρξαν καὶ αἱ μεγάλαι μεταπολεμικαὶ βιωτικαὶ ἀνάγκαι. Ἄλλος λόγος καὶ οὗτος ἀρκετὰ σοβαρός, ὁ ὁποῖος ἠρήμωσε τὸ δικαστικὸν Σῶμα. Ταυτοχρόνως ἐπῆλθε καὶ ἡ ἐπαύξησις τοῦ Κράτους, διὰ τῆς ἐπεκτάσεως εἰς τὴν Θράκην. Νέα κενὰ ἐκ τούτου ἐδημιουργήθησαν. Ἐπῆλθεν ὁμοίως ἡ ἀπόσπασις τῶν δικαστικῶν εἰς ὑπηρεσίας ξένας πρὸς τὰ καθήκοντά των, ὅπως καὶ ἡ μετάταξις δικαστικῶν εἰς τὴν στρατιωτικὴν Δικαιοσύνην. Δὲν ἦτο δὰ τόσον πλούσιον τὸ ὑλικὸν τοῦ δικαστικοῦ μας Σώματος, ὥστε νὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐξαπλωθῇ εἰς τόσους κλάδους καὶ πάλιν νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς Δικαιοσύνης μας. Εἷς ἕτερος λόγος, σοβαρώτατος, κατ’ ἐμέ, τῆς σημερινῆς ἐξαρθρώσεως τῆς Δικαιοσύνης εἶναι ὅτι ἀπὸ τοῦ 1915 καὶ ἐντεῦθεν ὅλαι αἱ Κυβερνήσεις δὲν ἐχειρίσθησαν τὴν μεγάλην δύναμιν τὴν ὁποίαν τοῖς παρέσχον οἱ νόμοι. Δὲν ἐξήσκησαν οὐδεμίαν ἐποπτείαν, κανένα ἔλεγχον ἐπὶ τῶν δικαστικῶν Ἀρχῶν· τοὐναντίον καὶ ἂν ἤλεγξαν, ἤλεγξαν μόνον πρὸς κομματικὴν ὠφέλειαν, ἤλεγξαν μόνον, ἂν οἱ δικαστικοὶ λειτουργοὶ εἶχον φρονήματα φίλα πρὸς αὐτὰς ἢ οὔ. Καὶ θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀναφέρω ἐντεῦθεν τὴν πρόρρησιν τοῦ μακαρίτου Δημητρακοπούλου, ὁ ὁποῖος εἰς μίαν ἐγκύκλιον τοῦ 1910 τονίζει δύο τινά: Πρῶτον ὅτι δὲν εἶναι ἡ νομοθεσία ἡ τόσον ἀγαθὴ καὶ πρόσφορος. Ἡ δὲ ἐπὶ τῇ ἐλλείψει ταύτῃ ἀδιαφορία ἀρχόντων καὶ ἀρχομένων ὑπάρχει τόσον ἐναργὴς καὶ ἡ πρὸς ταύτην ροπὴ τοιαύτην ἔλαβεν ἔκτασιν παρ’ ἡμῖν, ὥστε ἠναγκάσθη τις τῶν ἐκλιπόντων κυβερνητῶν ἡμῶν νὰ εἴπῃ ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς ὅτι θὰ ἦτο ἀνάγκη καὶ ἰδίου τινὸς νόμου περὶ ἐφαρμογῆς τῶν κειμένων νόμων. Διατάξεις τῶν νόμων ἐν τούτῳ κείμεναι καὶ ποινὰς πειθαρχικὰς ἀπαγγέλλουσαι περιέπεσαν εἰς ἀχρησίαν, ἡ τῶν προϊσταμένων πρὸς τοὺς ὑφισταμένους ἐποπτεία ἐχαλαρώθη· ἡ δ’ ἐκ μέρους τοῦ εἰσαγγελικοῦ κλάδου ἐπιτήρησις τῶν δικαστηρίων καὶ τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων καὶ ὑπηρετῶν, ἀπομακρυνθεῖσα τελείως τοῦ νόμου καὶ μεταβληθεῖσα εἰς τύπον ἁπλοῦν, οὐδὲ πόρρωθεν ἀνταπεκρίθη εἰς τὰς νομοθετικὰς προσδοκίας. Ἐνῷ ἑτέρωθεν ἕξεις πολιτικαί, καθ’ ὧν ἐξηγέρθη ἡ κοινὴ συνείδησις, παρέλυσαν ὅλως τὴν ἀπὸ τοῦ κέντρου ἐποπτείαν καὶ τὴν ἐκ ταύτης ἐγγύησιν περὶ τὴν διαχείρισιν τῆς Δικαιοσύνης: οὕτως ὁλόκληρον τὸ σύστημα τῆς ἐπιτηρήσεως, τοῦ ἐλέγχου καὶ τῶν ἐπιθεωρήσεων τῶν προϊσταμένων Ἀρχῶν καὶ τῆς πειθαρχικῆς ἐξουσίας ἡ ἐνάσκησις, δι’ ὧν ὁ νομοθέτης ἐφρούρησε τῆς Δικαιοσύνης τὴν διαχείρισιν, περιέπεσαν εἰς πλήρη σχεδὸν ἀχρησίαν· καὶ ἡ ἀπὸ τούτου ἐκπορευομένη ζωὴ τῆς λειτουργίας τῆς Δικαιοσύνης εἰς Κοινωνίας καὶ Πολιτείας μᾶλλον ἡμῶν προηγμένας ἐν τῇ ἀντιλήψει τῶν δικαστικῶν καθηκόντων τυγχάνει παρ’ ἡμῖν, παρ’ οἷς κατ’ ἐξοχὴν ἡ εἰς ἐκείνην προσφυγὴ εἶναι ἀναποδράστως ἐνδεδειγμένη, ἀχρησιμοποίητος καὶ ἀνύπαρκτος. Οὐδεὶς ὁ μὴ ποθῶν νὰ ἐξέλθωμεν τῆς καταστάσεως ταύτης καὶ νὰ ἐπίδωμεν τὴν Δικαιοσύνην τῆς Χώρας εἰς τὴν ὑπερτάτην αὐτῆς ἐπιρροήν. Τοὺς δικαστικοὺς λειτουργούς, κατὰ τὸ μέγιστον αὐτῶν μέρος, κατέστησε τὸ πολίτευμα ἡμῶν ἰσοβίους. Ἡ νεωτέρα νομοθεσία ἐφρούρησεν ὁλόκληρον τὸ τάγμα εἰς ὃ εἶναι διαπεπιστευμένη τῆς δικαιοσύνης ἡ ἀπονομὴ κατὰ πάσης ἐπιδράσεως τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας, οὕτως ὥστε ἡ τύχη καὶ ἡ προκοπὴ ἑκάστου δικαστικοῦ λειτουργοῦ ἤρτηται ἐκ τῆς ἰδίας αὐτοῦ χρηστότητος καὶ ἱκανότητος, ἡ περὶ τῆς ὁποίας κρίσις ἐν αὐτῷ τῷ Σώματι μορφοῦται, ἀναγνωρίζεται καὶ βραβεύεται. Ὅμως αἱ τοιαῦται ἐγγυήσεις ὑπαγορεύουσιν εἰς τὴν Πολιτείαν καὶ τὴν Κοινωνίαν μείζονας ἤδη ἀξιώσεις ἀκριβεστέρας τῶν καθηκόντων ἐκπληρώσεως· καθιστῶσιν ἀδικαιολόγητον τὴν ἐπιεικῆ τῶν παρεκτροπῶν ἐκτίμησιν καὶ ἐπιβάλλουσι τὴν ἐποπτείαν καὶ τὸν ἐνδελεχῆ τῶν προϊσταμένων Ἀρχῶν ἔλεγχον καὶ τῆς πειθαρχικῆς ἐξουσίας τὴν ἐνάσκησιν· διότι ἄνευ τούτων ἡ ἰσοβιότης μετὰ τῶν λοιπῶν ἐγγυήσεων ἤθελον ἐγκαταστήσει τυραννίδα καὶ ἤθελον ὁπλίσει διὰ νέων ἐπιχειρημάτων τοὺς πολεμίους τοιούτων θεσμῶν ἢ τοὺς ὑπερμαχοῦντας τῆς ἀναστολῆς τῆς ἰσοβιότητος, μέτρου μέλλοντος ἐπικινδύνως νὰ κλονίσῃ τὸ κῦρος, τὴν ὑπόστασιν τοῦ Δικαστικοῦ Σώματος, εἴποτε ἐλαμβάνετο». Ἀνέφερα τὰς προφητικὰς αὐτὰς ῥήσεις, κύριοι συνάδελφοι, ἵνα τονίσω ὅτι ἡ ἔλλειψις τῆς δεούσης ἐποπτείας ἀπετέλεσεν ἕνα ἐπὶ πλέον λόγον σοβαρὸν τῆς σημερινῆς καταπτώσεως τῆς Δικαιοσύνης. Ἄλλος λόγος, ὁ ὁποῖος ἐπίσης συνετέλεσεν εἰς κατάπτωσιν τῆς Δικαιοσύνης, ἀναφερόμενος εἰς τὴν διοίκησιν τῆς Δικαιοσύνης ὑπὸ τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου, εἶναι καὶ ἡ σύνθεσις τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου, ὡς τοῦτο ἔχει συσταθῆ διὰ προγενεστέρου νόμου. Τὸ ἐλάττωμα δηλαδὴ ὅτι μεταξὺ τῶν μελῶν τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου, τρία μέλη αὐτοῦ εἶναι μόνιμα μέλη τοῦ Συμβουλίου. Τὸ ὀλιγομελὲς τοῦ Συμβουλίου, ἴσως καὶ ἡ μονιμότης ἐν τῷ Συμβουλίῳ τούτῳ ἔκαμαν, ὥστε ἡ κομματικὴ ἄλλοτε φατρία νὰ μεταπηδήσῃ, κατὰ πολὺ μικρότερον, βέβαια, βαθμὸν ἐντὸς τοῦ Ἀνωτάτου Δικ. Συμβουλίου, συνισταμένη ἐνταῦθα εἰς εὐνοίας τῶν μονίμων ἰδίᾳ μελῶν τοῦ Ἀνωτάτου Δικ. Συμβουλίου πρὸς ὡρισμένα ἄτομα καὶ εἰς ἐσφαλμένην ἀντίληψιν τῶν μελῶν τούτων περὶ ἄλλων δικαστικῶν, ἐξ ἧς οἱ δικαστικοὶ οὗτοι ἠδικήθησαν. Προσθέσατε, κύριοι, εἰς τοὺς λόγους αὐτοὺς καὶ ἕνα ἕτερον, σοβαρώτατον, τὸν ὁποῖον θαυμασίως ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου κατὰ τὸ 1911 περιέγραψεν ὁ μακαρίτης Δημητρακόπουλος, καὶ τοῦ ὁποίου τόσον εὐστόχως ἀνεμνήσθη χθὲς ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργός, καὶ εἶναι οὗτος ὁ ἐκ μέρους τῶν πολιτῶν τῶν δικαζομένων σχηματισμὸς πεποιθήσεως πολλάκις περὶ δικαίου ἀνυπάρκτου καὶ ἡ ἐκ τῆς δικαστικῆς ἀναγνωρίσεως τῆς τοιαύτης πεπλανημένης ἀντιλήψεως, ἐκδηλουμένη συνηθέστατα δυσφορία τοῦ δικαζομένου ἐναντίον τοῦ δικαστοῦ. Εἶναι ἀνθρωπίνη ἀδυναμία, κύριοι, τὸ νὰ ὑπερβάλῃ τις τὰς ἰδίας ἀντιλήψεις· ἐκτὸς αὐτοῦ ἡ ἀστάθεια τῆς ἑρμηνείας τῶν νόμων, ἡ ἀτέλεια αὐτῶν, ἡ ποικιλία τῶν πραγμάτων, ἐπιτρέπει τὴν μόρφωσιν τοιούτων πεποιθήσεων περὶ ἀνυπάρκτων δικαίων. Τῶν ἀντιλήψεων δὲ αὐτῶν δὲν μετέχει μόνον ὁ διάδικος, δὲν μετέχει μόνον ὁ δικηγόρος, ὁ ὁποῖος, ὡς χθὲς ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπεν, αὐθυποβάλλεται σὺν τῷ χρόνῳ, ἀλλὰ κοινωνὸς τῶν ἀντιλήψεων αὐτῶν γίνεται καὶ ὅλον τὸ πλῆθος ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον παρακολουθεῖ τὴν συνεδρίασιν τοῦ δικαστηρίου καὶ ἀκούει τοὺς δυσφοροῦντας καὶ τοὺς ἐκ πλάνης διατεινομένους ὅτι ἠδικήθησαν. Καὶ ἂν ὁ λόγος αὐτὸς διὰ τὸ 1911 ἦτο ἀρκετὰ σοβαρός, ὥστε νὰ δικαιολογῇ τὰ τότε κατὰ τῆς Δικαιοσύνης παράπονα, εἶναι σοβαρώτερος σήμερον, ὅταν οἱ δυσφοροῦντες διάδικοι ἔχουσι καὶ ὡρισμένα ἐρείσματα—ὑπάρχουσι δὲ σήμερον τοιαῦτα, ὡς προανέφερα—ἐπὶ τῶν ὁποίων νὰ στηρίζωσι τὰς τοιαύτας των μομφὰς κατὰ τῆς Δικαιοσύνης, ἱκανὰς νὰ καταθρίψωσι τὴν ἐπ’ αὐτῆς λαϊκὴν ἐμπιστοσύνην. Εἰς ταῦτα, κύριοι, εὕρηνται ἐν συντομίᾳ οἱ λόγοι οἱ ὁποῖοι μᾶς ἔφεραν εἰς τὴν σημερινὴν κατάστασιν τῆς Δικαιοσύνης, τὴν ἐπὶ τῆς ὁποίας ἐμπιστοσύνην, δυστυχῶς, ὁ πολὺς κόσμος ἔχει ἀπολέσει, θεωρῶν ταύτην ὡς κομματικὸν ὄργανον, ὡς ὑποχείριον τῆς κομματικῆς φατρίας. Ὅσον καὶ ἂν ἦτο ἀληθὴς ἡ κρίσις αὕτη—κρίσις εἰς τὴν ὁποίαν ἐγὼ δὲν συμφωνῶ—κύριοι πληρεξούσιοι, δὲν νομίζω ποσῶς ἐξυπηρετικὸν τὸν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου διασυρμὸν τῆς Δικαιοσύνης. Ἀλλὰ ἡ τοιαύτη κρίσις δὲν εἶναι ἀκριβὴς ἢ πάντως δὲν εἶναι ἀπολύτως ἀκριβής. Διότι ὀφείλομεν νὰ ὁμολογήσωμεν ὅτι, ἔπειτα ἀπὸ τόσους κλονισμοὺς τοὺς ὁποίους ὑπέστη ἡ Ἑλληνικὴ Δικαιοσύνη, ἔπειτα ἀπὸ τόσα καίρια πλήγματα τὰ ὁποῖα κατ’ αὐτῆς κατέφερεν ἡ πολιτικὴ τῆς τελευταίας δεκαετίας καὶ ἡ δώσασα εὐκαιρίας εἰς ὑπερβασίας σύνθεσις ὀλιγομελὴς καὶ ἐκ μονίμων μελῶν τοῦ Ἀν. Δικαστικοῦ Συμβουλίου, ὀφείλομεν νὰ ὁμολογήσωμεν, λέγω, ὅτι εἶναι ἐξαιρετικῶς εὐχάριστον τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Δικαιοσύνη δὲν εὑρίσκεται σήμερον εἰς τὸ δυσάρεστον ἐκεῖνο σημεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται ἡ Δικαιοσύνη ἄλλων Κρατῶν, ὅπου ὀλιγώτερον χαλαπαὶ διὰ τὴν Δικαιοσύνην ὑπῆρξαν αἱ ἐκεῖ συνθῆκαι. Οἱ παρακολουθοῦντες τὰ ξένα Ἔθνη γνωρίζουν ὅτι ἡ περίφημος Γερμανικὴ Δικαιοσύνη σήμερον ἔχει καταπέσει εἰς οἰκτρὸν σημεῖον· καὶ ὀφείλομεν, κατὰ τὴν γνώμην μου, νὰ εἴμεθα ὑπερήφανοι διὰ τοὺς Ἕλληνας δικαστάς, διότι, παρ’ ὅλα ταῦτα, παρὰ τὸ γλίσχρον τῆς μισθοδοσίας των, παρὰ τὸ ὑλιστικὸν πνεῦμα τῆς ἐποχῆς, δύναμαι νὰ εἴπω, δὲν παρατηρεῖται εἰς τὰς τάξεις τῶν δικαστῶν ἓν ἄλλο μεγάλο ἐλάττωμα, μία ἄλλη μεγάλη νόσος μολυσματική, ὅπως ἄλλοτε ἔλεγεν ὁ μακαρίτης Δημητρακόπουλος, ἡ νόσος τοῦ δεκασμοῦ καὶ τῆς δωροδοκίας. Ἂν τοιαῦτα παραδείγματα παρατηροῦνται ἐλάχιστα ἐν τῇ κατωτέρᾳ Δικαιοσύνῃ, δὲν δύναταί τις σοβαρῶς νὰ ἰσχυρισθῇ ὅτι οἱ ἀπὸ τοῦ Πρωτοδίκου καὶ ἄνω δικαστικοί, ἀλλὰ καὶ ὁ Εἰρηνοδικειακὸς κλάδος ὡς σύνολον, ὑπέκυψαν εἰς τὴν νόσον, εἰς τὸν πειρασμόν, παρὰ τὸ γλίσχρον τῆς μισθοδοσίας των καὶ παρ’ ὅλον ὅτι καὶ αὐτοὶ εἶναι ἄνθρωποι καὶ ὡς τοιοῦτοι ἔχουσιν ἀνάγκας, ἅς, λόγῳ τῶν μεταπολεμικῶν βιωτικῶν συνθηκῶν, δὲν ἠδύναντο νὰ πληρώσωσιν. Αὕτη, κύριοι, ἐν συνόψει εἶναι ἡ κατάστασις τῆς Δικαιοσύνης μας. Ἂς ἐξετάσωμεν τώρα κατὰ πόσον τὰ προτεινόμενα κυβερνητικὰ μέτρα θὰ βελτιώσωσι τὴν Δικαιοσύνην. Ἂς ἐξετάσωμεν, ἂν θὰ ἀνυψώσωσιν αὐτήν, ὡς ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς νομίζει. Ἡ Κυβέρνησις εἰσηγεῖται τὸ ἀμετάθετον, κατὰ τὰ ὑπὸ κρίσιν ἡμῶν σχέδια νόμου καὶ ψηφίσματος. Ἰσχυρίζεται δὲ καὶ αὕτη, ὅπως καὶ οἱ εἰσηγηταὶ τῆς τε πλειοψηφίας ὡς καὶ τῆς μειοψηφίας τῆς ἐπὶ τοῦ καταρτισμοῦ τοῦ πολιτεύματος Ἐπιτροπῆς, ὅτι καὶ εἰς ξένα Κράτη εἰσήχθη τὸ ἀμετάθετον. Πράγματι, κύριοι, ὁ θεσμὸς τῆς ἰσοβιότητος παντοῦ δὲν ἐννοήθη εἰμὴ ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὸ ἀμετάθετον. Ἀλλὰ τὸ ἀμετάθετον, ὡς προτείνεται σήμερον παρ’ ἡμῖν, οὐδαμοῦ εἰσήχθη. Ἔχω πρόχειρα ἐδῶ τὰ κείμενα τῶν ξένων Συνταγμάτων καὶ δύναμαι νὰ ἀναφέρω ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ὁ ἀξιότιμος εἰσηγητὴς καὶ νῦν Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας ἐπικαλεῖται εἰς τὴν ἔκθεσίν του.
§53Γ. ΔΟΥΖΙΝΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Ἀναγνώσατέ τα.
§54Σ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Θὰ τ’ ἀναγνώσω. Ἰδοὺ τὸ Γερμανικὸν Σύνταγμα, ἄρθρον 104 (ἀναγινώσκει): «Οἱ δικασταὶ τῆς τακτικῆς δικαιοδοσίας εἶναι ἰσόβιοι κλπ.». Δηλαδὴ εἰς τὸ Γερμανικὸν Σύνταγμα καθορίζεται πρῶτον ὅτι ὁ δικαστὴς δὲν δύναται ἄνευ τῆς συγκαταθέσεώς του νὰ μετατεθῇ. Τοῦτο σημαίνει ἀντιστρόφως ὅτι δύναται οὗτος νὰ μετατεθῇ τῇ συγκαταθέσει του. Ἀναμφιβόλως τοιοῦτόν τι δὲν περιέχει τὸ κυβερνητικὸν σχέδιον.
§55Γ. ΔΟΥΖΙΝΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Περιέχει καὶ κἄτι τι πλέον. Ὅτι δὲν δύναται οὗτος οὔτε παρὰ τὴν θέλησίν του οὔτε μὲ τὴν θέλησίν του εἶναι κἄτι τι μεῖζον.
§56Σ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Αὐτὸ τὸ μεῖζον τὸ θεωρῶ ἐλάττωμα καὶ δὲν εἶναι αὐτὴ μόνον ἡ πλειονότης τοῦ κυβερνητικοῦ σχεδίου, ἀλλὰ καὶ ἄλλη. Τὸ Γερμανικὸν Σύνταγμα ὁρίζει ὅτι ὁ δικαστὴς δύναται νὰ μετατεθῇ διὰ δικαστικῆς ἀποφάσεως, δηλαδὴ ἑνὸς Ἀνωτάτου Συμβουλίου δι’ οὓς λόγους καὶ ὑφ’ ἃς διατυπώσεις οἱ νόμοι καθορίζουσι. Οἱ νόμοι δὲ ἐκεῖ καθορίζουσι πλείστας περιπτώσεις, κατὰ τὰς ὁποίας δύναται νὰ μετατεθῇ εἷς δικαστὴς ἐκτὸς τῆς συγκαταθέσεώς του, ἣν προανέφερα, καὶ ἐκτὸς τῆς περιπτώσεως τῆς ποινῆς, ὡς τὴν καθορίζει τὸ ἡμέτερον κυβερνητικὸν σχέδιον. Ὅπως ὅμως ἡ Κυβέρνησις εἰσηγεῖται παρ’ ἡμῖν τὸ ἀμετάθετον, δὲν δύναται νὰ μετατεθῇ ὁ δικαστὴς εἰμὴ διὰ λόγους ποινῆς, ἡ ἀπαγγέλλουσα δὲ τὴν μετάθεσιν ἀπόφασις θέλει ὁρίζει, ἂν ὑπάρχει ὑπαιτιότης τοῦ μετατιθεμένου ἢ οὔ. Δὲν εἶναι ἆρά γε αὐτὴ ἡ οὐσία τοῦ νομοσχεδίου τούτου, κ. Ὑπουργέ;
§57Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Μάλιστα, ἀλλὰ δύναται νὰ μετατεθῇ καὶ εἰς περίπτωσιν κενῆς θέσεως.
§58Σ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Ἄλλο τοῦτο. Πλήν, ὡς βλέπετε, τὸ Γερμανικὸν Σύνταγμα, καθιεροῦν τὸ ἀμετάθετον, ὁρίζει πολὺ περισσοτέρας περιπτώσεις μεταθέσεων τοῦ ἡμετέρου κυβερνητικοῦ σχεδίου, τοῦ περιοριζομένου εἰς τὴν λόγῳ ποινῆς μετάθεσιν. Ἐκτὸς δηλ. τῆς τυπικῆς ἀντιθέσεως τῶν λέξεων, θὰ ἠδύνατό τις νὰ εἴπῃ ὅτι τὸ Γερμανικὸν ἀμετάθετον συμπίπτει μᾶλλον πρὸς τὸ μέχρι σήμερον κρατοῦν παρ’ ἡμῖν μεταθετὸν παρὰ μὲ τὸ προτεινόμενον ἤδη κυβερνητικὸν ἀμετάθετον. Ἔρχομαι εἰς τὸ Τσεχοσλοβακικὸν Σύνταγμα ἄρθρον 99 (ἀναγινώσκει): «Οἱ ἐξ ἐπαγγέλματος δικασταὶ δὲν δύνανται νὰ μετατεθῶσι παρὰ τὴν θέλησίν των κλπ.». Εἶναι ἀναντίρρητον, ὡς βλέπετε, κύριοι, ὅτι καὶ ἐκεῖ, ὅπως ἐν Γερμανίᾳ, καθορίζονται πολλαὶ περιπτώσεις μεταθέσεως τοῦ δικαστοῦ. Ἀνάλογοι πρὸς τ’ ἀνωτέρω, κύριοι πληρεξούσιοι, εἶναι καὶ αἱ διατάξεις τοῦ ἄρθρου 78 τοῦ Πολωνικοῦ Συντάγματος. Ἀναλόγως δὲ πρὸς τὰς διατάξεις ταύτας ἐφηρμόσθη καὶ ἀλλαχοῦ παλαιότερον τὸ ἀμετάθετον, εἰσαχθὲν εἴτε διὰ ῥητῆς συνταγματικῆς διατάξεως εἴτε δι’ ἐθίμου. Πρὸς τὴν ἀλλαχοῦ ὅμως ἐφαρμογὴν τοῦ ἀμεταθέτου, ὡς βλέπετε, οὐδεμία ἀναλογία ὑφίσταται τοῦ ὑπὸ κρίσιν κυβερνητικοῦ σχεδίου. Ἤδη ἡ Κυβέρνησις, κατὰ τὴν γνώμην μου, δὲν εἰσηγεῖται τὸ ἀμετάθετον, ἀλλὰ τοὐναντίον ἓν εἶδος μηχανικοῦ μεταθετοῦ. Διὰ τοῦ σχεδίου νόμου, τὸ ὁποῖον συνοδεύει τὸ σχέδιον ψηφίσματος, χωρίζονται τὰ Πρωτοδικεῖα εἰς κεντρικὰ καὶ ἀπόκεντρα. Εἰς ἕκαστον κεντρικὸν Πρωτοδικεῖον θὰ ὑπάγονται κατὰ περιφερείας ὡρισμένα ἀπόκεντρα. Οἱ δικασταὶ οἱ τοποθετημένοι εἰς τὸ κεντρικὸν Πρωτοδικεῖον θὰ κατατάσσωνται διὰ κλήρου εἰς σειρὰς καὶ ἐναλλὰξ ἀνὰ ὡρισμένον χρονικὸν διάστημα θὰ περιέρχωνται τό τε κεντρικὸν καὶ τὰ ἀπόκεντρα Πρωτοδικεῖα. Καὶ τώρα ἐρωτῶ: Τὸ νὰ μεταβάλλουν ἕδραν ἀνὰ ὡρισμένον χρόνον οἱ δικασταὶ ἀποτελεῖ ἀμετάθετον;
§59Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἀνὰ δεκαετίαν.
§60Σ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ τὸ ἐξηγήσωμεν. Θὰ τοποθετήσητε τοὺς δικαστὰς εἰς τὸ κεντρικὸν Πρωτοδικεῖον. Εἰς τὸ κεντρικὸν θὰ ὑπάγωνται καὶ δύο ἢ τρία ἀπόκεντρα.
§61Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Διατί θὰ ὑπάγωνται;
§62Σ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Θὰ σχηματίζουν μίαν περιφέρειαν μετὰ τοῦ κεντρικοῦ διὰ νὰ γίνουν αἱ σειραί, καὶ κατὰ σειρὰν θὰ ὑποχρεοῦνται οἱ δικαστικοὶ νὰ ὑπηρετήσουν εἴς τε τὸ κεντρικὸν καὶ τὰ ἀπόκεντρα τῆς περιφερείας ἐντὸς τῆς δεκαετίας.
§63Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Θὰ τοποθετηθοῦν εἰς ἓν κεντρικὸν Πρωτοδικεῖον.
§64Σ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Ἄς φέρωμεν ἓν παράδειγμα, κ. Ὑπουργέ, διότι ἡ ἀόριστος συζήτησις δὲν καταλήγει εἰς ἀσφαλὲς συμπέρασμα.
§65Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Σεῖς εἶσθε ὑπὲρ τῆς ἐξασφαλίσεως τῆς πληρεστέρας διὰ τῆς καταργήσεως πάσης περιπτώσεως μεταθέσεως; Ἢ εἶσθε ἐντελῶς ὑπὲρ τοῦ μεταθετοῦ;
§66Σ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Κύριε Ὑπουργέ, ἐγὼ δὲν πρόκειται νὰ εἰσηγηθῶ γνώμην.
§67Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Τὰ ἄλλα ἀποτελοῦν λεπτομερείας, τὰς ὁποίας θὰ κανονίσωμεν.
§68Σ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Δὲν ἀποτελοῦν λεπτομερείας· διότι διὰ τοῦ νόμου δὲν θὰ κάμνουν τίποτε ἄλλο οἱ δικασταὶ παρὰ νὰ περιέρχωνται ἀνὰ ὡρισμένον χρόνον ἀπὸ τὸ ἓν Πρωτοδικεῖον εἰς τὸ ἄλλο, ἀδιάφορον ἂν τὸ ἓν θὰ εἶναι κεντρικὸν καὶ τὸ ἕτερον ἀπόκεντρον.
§69Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Πῶς;
§70Σ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Ὑποθέσατε ὅτι θὰ χαρακτηρισθῇ κεντρικὸν τὸ Πρωτοδικεῖον Κοζάνης καὶ ἀπόκεντρα τὰ Πρωτοδικεῖα Βοδενῶν, Καστορίας, Φλωρίνης. Θὰ ὑπάγωνται εἰς μίαν περιφέρειαν αὐτά;
§71Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Τὰ κεντρικὰ καὶ τὰ ἀπόκεντρα, λαμβανομένου ὑπ’ ὄψιν καὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν δικαστῶν, εὑρίσκονται εἰς τοιαύτην ἀναλογίαν, ὥστε μέχρι τινὸς μόνον δύο χρόνια ἀνὰ δεκαετίαν θὰ ὑποχρεοῦνται, ὄχι κάθε δύο χρόνια.
§72Σ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Δὲν ἀφίνετε νὰ συνενοηθῶμεν, κ. Πρόεδρε, διότι ἐκ τοῦ συνδυασμοῦ τοῦ νόμου καὶ τοῦ νομοσχεδίου, τοῦτο μόνον συνάγεται, ὅτι οἱ δικασταὶ θὰ ὑποχρεοῦνται νὰ ὑπηρετοῦν εἴς τε κεντρικὸν καὶ ἀπόκεντρα Πρωτοδικεῖα ἀνὰ ὡρισμένον χρόνον.
§73Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Δύο χρόνια ἀνὰ δεκαετίαν.
§74Γ. ΔΟΥΖΙΝΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Ἀκούσατε, παρακαλῶ. Τὰ ἀπόκεντρα Πρωτοδικεῖα εἶναι 12, ὅπου ἐξ ἀποσπάσεως θὰ ὑπηρετήσουν δύο χρόνια εἰς ὅλον τους τὸν βίον· διότι ἡ παραμονὴ ἀμεταθέτων εἰς τὰ ἀπόκεντρα Πρωτοδικεῖα καὶ ἄνισος θὰ ἦτο καὶ θὰ περιώριζε καὶ τὴν ἀνάπτυξιν τῶν δικαστῶν καὶ κοινωνικῶς καὶ νομικῶς.
§75Σ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Σᾶς εὐχαριστῶ, διότι τοῦτο εἶναι ἓν ἐπιχείρημα ἀκόμη κατὰ τοῦ ἀμεταθέτου. Ἐν πάσῃ περιπτώσει αὐτὰ εἶναι τὰ δεδομένα, ὅτι τὸ ἀμετάθετον, ὡς εἰσάγεται εἰς τὴν Ἑλλάδα, οὐδαμοῦ ἐφηρμόσθη πρότερον. Διότι παντοῦ ὅπου ἐφηρμόσθη πάντοτε παρεσχέθη ἡ ὁδὸς τῆς μεταθέσεως διὰ πολλοὺς ἄλλους λόγους, πλὴν τῆς λόγῳ ποινῆς μεταθέσεως, ἐνῷ ἐνταῦθα μόνον διὰ λόγους ποινῆς, ἐπιβαλλομένης ἀπὸ τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον, θὰ δύναται νὰ μετατεθῇ ὁ δικαστής. Ἡ Κυβέρνησις φρονεῖ ὅτι διὰ τοῦ ἀμεταθέτου θὰ ἐπιτύχῃ δύο τινά: Πρῶτον ὅτι θὰ προσελκύσῃ εἰς τὴν Δικαιοσύνην νέους ἐκ τῶν εὐπορωτέρων τάξεων καὶ ἐκ ποιᾶς τινος ἀνωτέρας κοινωνικῆς τάξεως. Ὁμολογῶ ὅτι παραξενεύομαι πῶς ἡ πρώτη Δημοκρατικὴ Κυβέρνησις διαιρεῖ τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν εἰς τάξεις κοινωνικὰς ἀνωτέρας καὶ κατωτέρας.
§76Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ποῦ τὸ εἴδατε αὐτό;
§77Σ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Τὸ λέγετε εἰς τὴν εἰσηγητικήν σας ἔκθεσιν.
§78Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Λάθος εἶναι.
§79Σ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Τότε σβύσατέ το. Εἶναι δὲ περίεργον πῶς ἀξιοῦτε, πολλὰ τῶν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ καὶ τῇ εἰσηγητικῇ σας ἐκθέσει ἀναγεγραμμένων, νὰ μὴ τὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν μας, ὅπως ἐπίσης πολλά, ἅτινα δὲν ἀναγράφετε, νὰ τὰ συνάγωμεν. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἐπειδὴ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς δὲν διαιρεῖται εἰς κοινωνικὰς τάξεις, ἔχουν δὲ ὅλοι οἱ Ἕλληνες κοινὴν τὴν καταγωγήν....
§80Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἐνέχει τὴν ἑξῆς σημασίαν ἡ διάκρισις αὐτὴ καθ’ ἑαυτήν. Ἐνέχει τὴν σημασίαν τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως ἑνὸς ἑκάστου καὶ τῆς μορφώσεως τῆς πνευματικῆς, τὴν ὁποίαν ἔχει ἕνας ἄνθρωπος. Δὲν ἠμπορεῖ ὁ τσοπάνος νὰ εἶναι ὅμοιος μὲ τὸν ἐπιστήμονα. Δὲν ἀποκλείεται εἰς τὴν Δημοκρατίαν νὰ εἶναι μορφωμένοι καὶ μή. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἔννοια τῶν ἐκφράσεων τῆς εἰσηγητικῆς ἐκθέσεως.
§81Σ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Ἡ ἔκθεσίς σας λέγει τὸ ἑξῆς, «διὰ τὸ ἀμετάθετον.....»
§82Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Πνευματικῶς καὶ ὑλικῶς ἀνωτέρους θέλει νὰ εἰπῇ.
§83Σ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Ἂς τὸ διορθώσῃ. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω κατὰ τίνα λόγον διὰ τοῦ ἀμεταθέτου θὰ προσελκυσθοῦν περισσότεροι νέοι μεγαλυτέρας μορφώσεως ἢ εὐπορώτεροι, ἂν θέλει καὶ τοῦτο ὁ κ. Ὑπουργός, καὶ ἂν τὸ τοιοῦτον δύναται νὰ νοηθῇ ἰδιαίτερον προσὸν τοῦ δικαστικοῦ λειτουργοῦ, καὶ δὲν θὰ προσελκυσθοῦν ἐκ τῶν τάξεων, ἐξ ὧν προσειλκύοντο μέχρι τοῦδε. Ἐπικαλεῖται ὅμως ἡ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις καὶ ὡς λόγον ὑπὲρ τοῦ ἀμεταθέτου τὸ ὅτι ὁ δικαστής, μονίμως ὑπηρετῶν εἴς τι κεντρικὸν Πρωτοδικεῖον, θ’ ἀναπτύξῃ κοινωνικὰς σχέσεις, αἵτινες θὰ τὸν ὑποβοηθήσωσιν εἰς τὸ ἔργον του καὶ θὰ τὸν καταστήσουν, ὅπως ἡ ἔκθεσις ἡ εἰσηγητικὴ λέγει, ὄργανον ζωντανὸν τοῦ νόμου καὶ τῶν συναλλαγῶν. Κανεὶς δὲν θὰ εἶχε τὴν ἀντίρρησιν, κύριοι πληρεξούσιοι, ὅτι ὁ δικαστὴς ὁ ἔχων πληρεστέραν γνῶσιν τῆς κοινωνίας, παρ’ ᾗ ὑπηρετεῖ, πληρέστερον θὰ ἀποδίδῃ τὸ δίκαιον. Ἀλλὰ εἶναι τοῦτο ἓν προτέρημα, ἐνῷ ταυτοχρόνως τὸ ἀμετάθετον καὶ αἱ κοινωνικαὶ σχέσεις, αἱ δημιουργούμεναι λόγῳ τῆς μακροχρονίου ὑπηρεσίας εἴς τινα τόπον, ἐνέχουσι καὶ ἀρκετὰ μειονεκτήματα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν κατὰ πόσον εἶναι μικρότερα ἢ μεγαλύτερα τοῦ προτερήματος. Ὁ δικαστής, παραμένων ἀμεταθέτως εἴς τινα τόπον, θ’ ἀναπτύξῃ, ἀναμφιβόλως, κοινωνικὰς σχέσεις, ἐκ τῶν ὁποίων θὰ ἀρύεται τὰς πληροφορίας ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι, κατὰ τὴν γνώμην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, θὰ τὸν ὑποβοηθῶσιν εἰς τὸ ἔργον του, ἀλλὰ ταυτοχρόνως αἱ σχέσεις αὐταί, ἂν δὲν τὸν ἐπηρεάζουν ἐνσυνειδήτως κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν καθηκόντων του, ἀναμφιβόλως θὰ ἔχωσι ποιάν τινα ὑποσυνείδητον ἐπὶ τῆς κρίσεώς του ἐπιρροήν. Καὶ ἂν καὶ τοῦτο δὲν συμβῇ, ἀναμφιβόλως, ἡ ἀφορμή, ἣν δύνανται νὰ δώσωσιν αἱ κοινωνικαὶ τοῦ δικαστοῦ σχέσεις πρὸς παρεξήγησιν ἐκ μέρους τῶν δικαζομένων, ὅτι λόγῳ τῶν σχέσεων τούτων οὕτως ἢ ἄλλως ἀπεφάνθη, αὐτὸ καὶ μόνον, κατ’ ἐμέ, ἀποτελεῖ τὸ μεγαλύτερον ἐλάττωμα τοῦ συστήματος. Διότι πρέπει νὰ γνωρίζωμεν ὅτι δὲν εἶναι τόσον βλαβερὸν διὰ τὰς κρατικὰς ὑπηρεσίας καὶ τὰς λειτουργίας αὐτοῦ πᾶν σφάλμα καὶ πᾶσα παρεκτροπὴ τῶν ὑπηρεσιῶν τούτων, ὅσον πλέον βλαβερὸν ἰδίᾳ ἐν Ἑλλάδι, κατὰ τὴν γνώμην μου, εἶναι ἡ ἰδέα καὶ ὁ θρῦλος ὁ ὁποῖος σχηματίζεται ἐκ τῆς ἐλαχίστης ἀφορμῆς, ἢ ἐξ ἀνυπάρκτου ἀφορμῆς περὶ τῆς ἐκλύσεως τῶν δημοσίων λειτουργιῶν καὶ τῆς μεροληψίας τῶν ἐνασκούντων αὐτάς. Ἔχομεν πολλὰ παραδείγματα τοῦ παρελθόντος. Δικασταὶ ἔπεσαν θύματα παρεξηγήσεων λόγῳ τῶν σχέσεών των, παρεξηγήσεων ὅλως ἀδικαιολογήτων. Καὶ ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης: Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει πῶς θὰ ἐπιβάλῃ τὸ ἀμετάθετον ὡς ποινήν, ἐνῷ οὐδεμιᾶς ποινῆς διὰ τὰς πράξεις του ταύτας θὰ εἶναι ἄξιος ὁ δικαστής; Ἢ θὰ εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ τηρῇ τὸν δικαστὴν αὐτὸν ἐκεῖ, πάντως ἐπὶ βλάβῃ προφανεῖ τοῦ γοήτρου τῆς Δικαιοσύνης καὶ τῆς ἐμπιστοσύνης τῶν πολιτῶν πρὸς τὴν Δικαιοσύνην καὶ τῆς ἀξιοπρεπείας αὐτοῦ τοῦ δικαστοῦ.
§84Γ. ΔΟΥΖΙΝΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Σᾶς ἀρέσουν οἱ δικασταὶ οἱ κρυμμένοι εἰς τὰ ξενοδοχεῖα;
§85Σ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Δὲν μοῦ ἀρέσουν οἱ δικασταὶ αὐτοί· ἐκεῖνο ὅμως τὸ ὁποῖον μὲ ἐνδιαφέρει καὶ τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ προσέξωμεν εἶναι ἡ κρίσις τοῦ λαοῦ περὶ τῆς Δικαιοσύνης. Διότι δέον νὰ ἐννοηθῇ καλῶς τοῦτο, ὅτι κυρίως ἀπαραίτητος εἶναι ἡ ἀγαθὴ περὶ τῆς Δικαιοσύνης ἀντίληψις τοῦ κοινοῦ, διότι τὸν σχηματισμὸν τῆς τοιαύτης ἀντιλήψεως, τῆς πεποιθήσεως δηλ. τοῦ κοινοῦ ἐπὶ τὴν ὀρθότητα καὶ ἀμεροληψίαν τῆς δικαστικῆς κρίσεως ἀποσκοποῦμεν ὅλοι οἱ ὁμιλοῦντες περὶ ἀνορθώσεως καὶ βελτιώσεως τῆς Δικαιοσύνης. Καὶ διὰ τοῦ τρόπου αὐτοῦ, τοῦ προτεινομένου δηλαδὴ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ἀμεταθέτου, δὲν θὰ γίνῃ τίποτε ἄλλο παρά, ἂν ὑπάρχῃ ἔστω καὶ ἡ ἐλαχίστη ἐκτίμησις σήμερον τοῦ κοινοῦ πρὸς τὴν Δικαιοσύνην, νὰ καταπέσῃ καὶ αὐτὴ λόγῳ τῶν δημιουργηθησομένων παρεξηγήσεων, περὶ ὧν ὡμίλησα. Ἀλλ’ ἐξ ἄλλου ἡ μετάθεσις λόγῳ ποινῆς, ἰδίᾳ εἰς τὴν ἰδικήν μας Χώραν, εἶναι δυνατὸν νὰ δώσῃ ἀφορμὴν καὶ εἰς ἀδικήματα εἰς βάρος τῶν δικαστῶν. Τίς θὰ ἀρνηθῇ ὅτι εἶναι δυνατὸν εἷς, ἔχων λόγους δυσαρεσκείας ἐναντίον ὡρισμένου δικαστοῦ, νὰ δημιουργήσῃ, διὰ δύο ἢ τριῶν σκηνοθετημένων καταθέσεων, ψευδῆ κατάστασιν, ἐπιβάλλουσαν τὴν λόγῳ ποινῆς μετάθεσιν τῶν δικαστῶν, πράγματι ἄνευ λόγου καὶ πρὸς ἱκανοποίησιν τοῦ προσωπικοῦ πάθους τοῦ ψευδομηνυτοῦ; Δὲν θ’ ἀπαιτοῦνται δὲ καὶ περισσότερα δύο ἢ τριῶν μαρτυρικῶν καταθέσεων στοιχεῖα, ἵνα μετατεθῇ ὁ δικαστής, τιμωρούμενος, καὶ ἡ ποινὴ αὐτὴ θὰ ἀσκήσῃ σοβαρωτέραν ἐπιρροὴν διὰ τὸ μέλλον του. Ἐνῷ ἀντιθέτως πάλιν θὰ εὑρεθῇ περίπτωσις ἐπιβάλλουσα τὴν ἐπιβολὴν τῆς ποινῆς τῆς μεταθέσεως, ἀλλὰ τὰ γεγονότα τὰ συγκροτοῦντα τὴν περίπτωσιν θὰ εἶναι δυσαπόδεικτα καὶ θὰ ἀποδεικνύωνται συγκεχυμένα, ὥστε νὰ μὴ δύναται τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον νὰ ἐπιβάλῃ τὴν μετάθεσιν ὡς ποινήν, καὶ τοῦτο εἰς βάρος πάλιν τῆς Δικαιοσύνης. Ἐκτὸς τῶν ἀνωτέρω, τὸ ἀμετάθετον ἐνέχει καὶ ἕτερον σπουδαῖον ἐπίσης ἐλάττωμα, σπουδαιότερον ἀκόμη λόγῳ τῶν μεγάλων κενῶν, τὰ ὁποῖα προανέφερα ὅτι ὑπάρχουν σήμερον εἰς τὴν Δικαιοσύνην· τοῦτο, ὅτι τὸ ἀμετάθετον εἶναι βέβαιον ὅτι θὰ δώσῃ ἀφορμὴν εἰς νέας ἑκουσίας ἀποχωρήσεις, πρὸς νέαν δηλαδὴ ἑκουσίαν διαρροὴν τῶν καλῶν στοιχείων. Καὶ ὁ λόγος αὐτῆς θὰ εἶναι ὁ ἑξῆς, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν εἰς τὰς ἀρχικάς των τοποθετήσεις νὰ τοποθετηθοῦν σύμφωνα μὲ τὰς ἀρεσκείας των ὅλοι οἱ δικασταί. Εἶναι μάλιστα γνωστὸν εἰς ὅλους μας ὅτι οἱ Ἕλληνες δικασταί, κατὰ τὸ πλεῖστον, κατάγονται ἐκ τῆς Παλαιᾶς Ἑλλάδος. Αἱ Νέαι Χῶραι δὲν ἔλαβον ἀκόμη τὸν χρόνον νὰ ἀποδώσουν καὶ δικαστὰς καὶ ἀναμφιβόλως τὸ σύνολον τῶν δικαστῶν, κατὰ τὸ πλεῖστον, θὰ ζητήσῃ ὁριστικὴν τοποθέτησιν εἰς τὰ κεντρικά, τὰ καλύτερα ἀπὸ ἀπόψεως διαμονῆς, Πρωτοδικεῖα τῆς Παλαιᾶς Ἑλλάδος. Καὶ ἐρωτῶ: Ἡ καταδίκη, ὡς θέλει ἐκληφθῆ τρόπον τινὰ ὑπὸ τοῦ καλοῦ δικαστοῦ, ὁ ὁποῖος θὰ ὑποχρεωθῇ νὰ ὑπηρετῇ παρὰ τὴν θέλησίν του εἴς τι Πρωτοδικεῖον, οὐχὶ τῆς ἀρεσκείας του, δὲν θὰ εἶναι ἀρκετὴ ἀφορμὴ δυσαρεσκείας τούτου, δυσαρεσκείας, ἥτις δύναται νὰ ἐξωθήσῃ τὸν δικαστὴν εἰς παραίτησιν, καθ’ ἣν ἐποχὴν τόσον πλούσιαι εἶναι αἱ ὑποσχέσεις ὑλικῆς ἀμοιβῆς ἐν τῇ δικηγορίᾳ; Καὶ δὲν θὰ δημιουργηθῇ διὰ τοῦ τρόπου τούτου καὶ εἷς ἄλλος λόγος νέας διαρροῆς καὶ ἀποχωρήσεως δικαστῶν, ἱκανῶν δικαστῶν, παρὰ τοὺς ἄλλους λόγους ἀποχωρήσεως, οὓς προανέφερα;
§86ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Ὅλα τὰ σκάρτα πρέπει νὰ ὑπάγον εἰς τὰς Νέας Χώρας;
§87Σ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Δὲν λέγω τοῦτο, ἀλλά, δυστυχῶς, μὲ τὸ σύστημα τὸ ὁποῖον εἰσάγει ἡ Κυβέρνησις ὅλοι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δὲν θέλουν νὰ τοποθετηθοῦν εἰς τὰς Νέας Χώρας, ἀναμφιβόλως, ἐφόσον θεωροῦσιν ἑαυτοὺς ἱκανοὺς νὰ δικηγορίσωσι, παραιτηθοῦν, ὅταν ὑποχρεωθοῦν νὰ ὑπηρετοῦν ἀμεταθέτως εἰς μέρος τῆς μὴ ἀρεσκείας των. Βεβαίως οἱ ἀνίκανοι νομικοί, ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι δὲν ηὐδοκίμησαν εἰς τὴν δικηγορίαν καὶ προσέτρεξαν, ὡς εἰς δάνεια σωτηρίας, εἰς τὸν κλάδον τὸν δικαστικόν, δὲν θὰ ἀποχωρήσουν. Ἀλλὰ δὲν μὲ ἐνδιαφέρει ἡ μὴ ἀποχώρησις αὐτῶν· μὲ ἐνδιαφέρει κυρίως ἡ ἀποχώρησις τῶν ἱκανῶν στοιχείων, εἰς τὰ ὁποῖα ἡ θύρα τῆς δικηγορίας εἶναι ἀνοικτή, ὑποσχομένη εὔκολον τὸν δρόμον τῆς ζωῆς, ὁποτεδήποτε καὶ ἂν θέλουν, καὶ διὰ τὰ ὁποῖα ἀκριβῶς ἐννοῶ ὅτι θὰ δημιουργηθῇ ἐκ τοῦ ἀμεταθέτου ὁ λόγος τῆς ἑκουσίας των ἀποχωρήσεως. Ἀλλὰ δὲν εἶναι αὐτὸς καὶ μόνος ὁ λόγος, ὁ ὁποῖος θὰ δώσῃ ἀφορμὴν εἰς ἀποχώρησιν ἑκουσίαν ἱκανῶν στοιχείων· εἶναι καὶ κάτι ἄλλο, τὸ ὅτι τὰς ἀρχικὰς τοποθετήσεις δὲν θὰ κάμῃ τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον, εἰς τὸ ὁποῖον πάντως καὶ ἂν ὁ σημερινὸς δικαστὴς δὲν ἔχει ἐμπιστοσύνην ἀπόλυτον, θὰ ἔχῃ ὅμως μεγαλυτέραν ἐμπιστοσύνην ἀπὸ ὅ,τι εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ εἰς ἕνα κομματικὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης.
§88Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ποῖος σᾶς εἶπεν ὅτι δὲν θὰ τὰς κάμῃ τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον;
§89Σ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Σεῖς, διὰ τοῦ νομοσχεδίου σας.
§90Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν μοῦ εὑρίσκετε αὐτὴν τὴν διάταξιν;
§91Σ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Τὸ ἄρθρον 22, τὸ ὁποῖον λέγει (ἀναγινώσκει): «Κατ’ ἐξαίρεσιν τὰ δικαστικὰ μέλη τοῦ πρώτου Συμβουλίου τῶν προαγωγῶν, λαμβανόμενα κατὰ τὸν ἐν τῷ ἄρθρῳ 10 ὁριζόμενον τρόπον, ἀντὶ κληρώσεως θέλει ἐκλέξει ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης». Καὶ παρακάτω λέγει τὸ ἄρθρον: «Αἱ ὁριστικαὶ τοποθετήσεις καὶ μεταθέσεις ὅλων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων, μέχρι τῆς ἐνάρξεως τῆς ἰσχύος τοῦ ἀμεταθέτου, μετὰ πάροδον τριῶν μηνῶν ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ παρόντος, θέλουν ἐνεργηθῆ ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, κατόπιν γνωμοδοτήσεως τοῦ Δικαστικοῦ Συμβουλίου τῶν προαγωγῶν». Κατόπιν γνωμοδοτήσεως. Δὲν ὁρίζει ὅμως ὅτι ἡ γνωμοδότησις αὕτη θὰ εἶναι ὑποχρεωτικὴ διὰ τὸν Ὑπουργόν.
§92Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Τί ἄλλο λέγει; Ἡ γνωμοδότησις κατὰ τὸν νόμον εἶναι ὑποχρεωτική.
§93Σ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Δὲν τὸ λέγει, κ. Ὑπουργέ.
§94Γ. ΔΟΥΖΙΝΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Ἐφόσον δὲν μεταβάλλεται ὁ ὀργανικὸς νόμος, αἱ γνωμοδοτήσεις εἶναι αὐτοδικαίως ὑποχρεωτικαί. Δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη ρητῆς μνείας.
§95Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Εἶναι ζήτημα λεπτομερείας. Ἂν νομίζετε ὅτι ἡ ἔκφρασις δὲν εἶναι σαφής, ἠμπορεῖτε νὰ εἴπητε ὅτι ἡ γνωμοδότησις πρέπει νὰ εἶναι ὑποχρεωτική.
§96Σ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Σᾶς ἠρώτησα πρὸ ὀλίγου, ἂν εἶναι ὑποχρεωτικὴ καὶ μοῦ εἴπετε «ὄχι, θὰ τὰς κάμω ἐγὼ τὰς τοποθετήσεις».
§97Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἀπ’ ἐναντίας, σᾶς διέκοψα καὶ σᾶς εἶπα ὅτι τὰς τοποθετήσεις θὰ τὰς κάμῃ ὁ Ὑπουργός, κατόπιν γνωμοδοτήσεως.
§98Σ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Ἐγὼ δὲν εἶχον, οὔτε μοῦ ἦτο δυνατὸν νὰ ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου τὰς ἐνδιαθέτους σας σκέψεις, τὰς ὁποίας οὔτε εἰς τὸ νομοσχέδιον οὔτε εἰς τὴν ἔκθεσίν σας διατυποῦτε.
§99Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν πρόκειται περὶ μυστικῶν διαθέσεων. Εἶναι ἀναγεγραμμένον εἰς τὸ νομοσχέδιον.
§100Σ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Ἐγὼ ἔχω ὑπ’ ὄψιν τὸ σχέδιον νόμου, τὸ ὁποῖον λέγει «κατόπιν γνωμοδοτήσεως», ἐπειδὴ δὲ ἔχω τὴν πεῖραν τοῦ παρελθόντος καὶ ἐξ ἄλλων πράξεων καὶ ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς ἀναλόγων διατάξεων ἄλλων νόμων, οἵτινες ἔχουν τὴν αὐτὴν διατύπωσιν, προκειμένου περὶ τοῦ ὑποχρεωτικοῦ ἢ μὴ τῆς γνωμοδοτήσεως, γνωρίζω δ’ ἐπίσης ὅτι οἱ Ὑπουργοί, παρὰ τὴν ἀντίθετον γνώμην τῶν Συμβουλίων, ἀποφασίζουν ἄλλως ἐν παρομοίαις περιπτώσεσιν. Ἔχω μάλιστα ὑπ’ ὄψιν μου ὁμοίαν πρᾶξιν ἰδικήν σας, τὴν πρᾶξιν τὴν τῆς ἀπονομῆς χάριτος εἰς τὸν Στέφανον Βοβολίνην.
§101Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἐκεῖ δὲν ὑπεχρεοῦτο ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης.
§102Σ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Κύριε Ὑπουργέ, ἡ ἰδία διάταξις ἡ ὁποία ἐμπεριέχεται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ὁμοίως εἶναι διατυπωμένη καὶ εἰς τὸν νόμον περὶ ἀπονομῆς χαρίτων τῶν ποινῶν.
§103Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Ἡμεῖς δεχόμεθα νὰ γραφῇ «κατόπιν συμφώνου γνωμοδοτήσεως».
§104Γ. ΔΟΥΖΙΝΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Δὲν ἐπείσθητε ἀκόμη ὅτι αἱ γνωμοδοτήσεις εἶναι ὑποχρεωτικαί;
§105Σ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Δὲν ἐπείσθην, κ. Ὑπουργέ. Ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου ὅτι αἱ ἀποφάσεις τοῦ Δικαστικοῦ Συμβουλίου σήμερον δὲν εἶναι ὑποχρεωτικαὶ διὰ τὸν Ὑπουργόν, κατόπιν τροποποιήσεως τελευταίας τοῦ νόμου. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἐγὼ δὲν φαντάζομαι ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ οἱ βοηθήσαντες αὐτὸν εἰς τὴν κατάρτισιν τοῦ νομοσχεδίου του ἀνώτατοι ὑπάλληλοι ἐξ ἀβλεψίας δὲν προσέθεσαν ρητῶς ὅτι ἡ γνωμοδότησις αὕτη τοῦ Συμβουλίου θὰ ἔχῃ ὑποχρεωτικὴν διὰ τὸν Ὑπουργὸν ἰσχύν. Εἶναι τόσον κολοσσιαῖον τὸ ζήτημα καὶ ἐγέννησε τόσας παρεξηγήσεις εἰς τὸ παρελθόν, ὥστε, ἀναμφιβόλως, θὰ ἠδίκει καὶ τὴν μόρφωσίν του καὶ τὴν ἱκανότητά του ὁ κ. Ὑπουργός, ἂν μᾶς ἔλεγεν ὅτι τὸ παρέλειψε κατὰ παράβλεψιν. Εἶπον καὶ πρὸ ὀλίγου ὅτι, ἂν κατέληξα εἰς τὸ συμπέρασμα τοῦτο, κατέληξα, διότι ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου ἀνάλογον διάταξιν τοῦ νόμου «περὶ ἀπονομῆς χαρίτων», ἡ ὁποία ὁρίζει ὅτι κατόπιν γνωμοδοτήσεως τοῦ Συμβουλίου ἀπονέμεται χάρις. Ἐν τούτοις ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔδωκε χάριν εἰς καταδικασθέντα ἐπὶ καταχρήσει 40.000 δραχμῶν ἀξιωματικόν, τὸν Στέφανον Βοβολίνην, καὶ διὰ πολλὰς ἄλλας πράξεις κατηγορούμενον, καὶ οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλὰ καὶ διὰ τοῦ Διατάγματος τῆς ἀπονομῆς τῆς χάριτος ἦρε καὶ τὰς ἐκ τῆς καταδίκης του ταύτης αὐτοδικαίως ἐπαγομένας ἐκπτώσεις, παρὰ τὴν ἀντίθετον γνωμοδότησιν τοῦ Συμβουλίου τῶν Χαρίτων. Οὕτω δὲ ὁ καταχραστὴς αὐτὸς ἐπανῆλθε μὲ ὅλας του τὰς τιμὰς εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατεύματος.
§106Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἔδωκα χάριν εἰς τὸν στρατιωτικὸν αὐτόν, διότι ἐπείσθην ὅτι ἦτο αὐστηρῶς ἐπιβεβλημένη ἡ ποινή του, συνέστησε δὲ τὴν χάριν καὶ ἡ κατηγορήσασα ἀρχή. Ἐπείσθην δὲ ὅτι ἐπρόκειτο περὶ ἑνὸς ἀξιωματικοῦ, εἰς τὸν ὁποῖον ἡ Πολιτεία ὀφείλει σπουδαιοτάτας ὑπηρεσίας. Ἀλλά, ἂν θέλετε, φέρετε τὸ ζήτημα εἰς τὴν Συνέλευσιν καὶ θὰ ἴδητε ὅτι ὁ ἀξιωματικὸς ἐκεῖνος εἶναι ἐξ ἐκείνων, εἰς τοὺς ὁποίους καὶ σεῖς ὀφείλετε χάριτας.
§107Θ. ΠΑΓΚΑΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Δύναμαι νὰ προσθέσω ὅτι ἅμα τῇ δημοσιεύσει τῆς χάριτος παρεπέμφθη ἀμέσως εἰς Συμβούλιον καὶ οὐδεμίαν ἀνέλαβεν ὑπηρεσίαν· ἐπίσης δύναμαι νὰ σᾶς βεβαιώσω ὅτι δὲν εἶναι ἀκριβὲς ὅτι κατηγγέλθη διὰ μυρίας ἄλλας πράξεις.
§108Β. ΚΑΡΑΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ. Εἶχεν 21 καταγγελίας. Τὸ γνωρίζω ἐκ τῆς ὑπηρεσίας τῆς Ἐπαναστάσεως.
§109Σ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸν νὰ βεβαιωθῇ ὅτι, ἂν αὐτὸς ἐσυνείθισε νὰ ὀφείλῃ χάριτας εἰς τοιούτου εἴδους ἀξιωματικούς, ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν ἐσυνήθισα νὰ ὀφείλω χάριτας εἰς ἀνθρώπους οἵτινες, οἱασδήποτε καὶ ἂν προσέφεραν ἄλλοτε ὑπηρεσίας, πρᾶγμα λίαν ἀμφίβολον δι’ ἐμὲ ἐν τῇ προκειμένῃ περιπτώσει, ἀπεδείχθησαν ἐκ τῶν ὑστέρων καταχρασταί. Διότι οὔτε καὶ ἐξυπηρετικὴ τῆς ἰδέας τῆς Δικαιοσύνης εἶναι ἡ ἀπονομὴ τοιαύτης χάριτος οὔτε καὶ ἀπὸ πολιτικῆς ἀπόψεως σκόπιμος δύναται νὰ κριθῇ καὶ ἐπαινετέα. Εἰς δὲ τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργόν, θὰ μοῦ ἐπιτρέψῃ, νὰ ὑποβάλω τὴν σύστασιν, ὅπως μὴ σπεύδῃ πάντοτε εἰς τοιαύτας δηλώσεις, ἀναιρῶν πραγματικὰ γεγονότα, διότι ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου ἀναφορὰν ἐπισήμου Ἀρχῆς, ἥτις ἀναφέρει ὅτι ὁ ρηθεὶς ἀξιωματικὸς κατηγορεῖται (ἀναγινώσκει ἔγγραφον, ἐξ οὗ καταφαίνεται ὅτι διὰ σειρᾶς πράξεων, ἀπάτης, ἐκβιάσεως, καταχρήσεων κλπ. κατηγορεῖται ὁ Στ. Βοβολίνης).
§110Γ. ΚΙΑΓΙΑΣ. Αὐτὸ δὲν ἀποδεικνύει ὅτι ὁ ἀξιωματικὸς αὐτὸς ἦτο καὶ ἔνοχος τῶν ἀποδιδομένων πράξεων.
§111Σ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Ἀποδεικνύει ὅτι δὲν εἶμαι ἐγὼ ὁ ἀνακριβολογῶν, ὡς ἠθέλησε νὰ μὲ παραστήσῃ ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργός.
§112Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Ἔχει κατατεθῆ ἐπερώτησις σχετική;
§113Σ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Ἔχω καταθέσει ἐγώ, ἔχω δὲ ζητήσει τὴν κατάθεσιν τοῦ φακέλου τοῦ σχετικοῦ διὰ τὸν Βοβολίνην. Ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐξ αὐτοῦ προκυπτόντων στοιχείων γνωρίζω ὅτι μόλις χθές, παρὰ τὴν καταβληθεῖσαν ἀντίθετον κυβερνητικὴν προσπάθειαν, μόλις χθὲς τὸ Συμβούλιον, εἰς ὃ παρεπέμφθη ὁ ἀξιωματικὸς οὗτος, μετὰ τρεῖς δηλαδὴ καὶ πλέον μῆνας ἀπὸ τῆς καταδίκης του, ἐφαρμόσαν τὸν νόμον περὶ καταστάσεως ἀξιωματικῶν, τὸν ἀπέβαλε τοῦ Σώματος, πλὴν ὅμως χάρις εἰς τὴν διὰ τοῦ Διατάγματος τῆς χάριτος χορηγηθεῖσαν ἄρσιν τῶν ἐκπτώσεων, οὗτος καὶ τὸν τίτλον θὰ φέρῃ καὶ σύνταξιν θὰ θίγῃ ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου. Θὰ παρακαλέσω δὲ ὅπως κατατεθῇ ὁ φάκελος ὁ σχετικὸς τοῦ Γνωμοδοτικοῦ Συμβουλίου διὰ νὰ ἀποδειχθῇ ὅτι ἡ ἀπόφασις αὐτοῦ ἦτο ἀρνητική, ὡς πρὸς τὴν ἀπονομὴν τῆς χάριτος. Ἔλεγον, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ἡ ἀπ’ εὐθείας παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τοποθέτησις τῶν δικαστῶν θὰ δημιουργήσῃ νέους λόγους ἑκουσίας ἀποχωρήσεως τῶν δικαστῶν, διότι θὰ δημιουργήσῃ μεταξὺ αὐτῶν προνομιούχους τάξεις, ἐκείνων οἱ ὁποῖοι θὰ τοποθετηθοῦν κατὰ τὴν ἀρέσκειάν των, εὐνοούμενοι ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, εἰς τὰ καλὰ Πρωτοδικεῖα, καὶ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι, μὴ φίλα φρονοῦντες, εἶναι δυνατὸν νὰ τοποθετηθοῦν ἀλλαχοῦ, ὑπολαμβάνοντες τὴν τοποθέτησίν των ταύτην καὶ ὡς πολιτικὴν δίωξιν. Διὰ τοὺς λόγους αὐτοὺς φρονῶ ὅτι δὲν εἶναι δυνατόν ποτε νὰ γίνῃ δεκτὸν ὑπὸ τῆς Συνελεύσεως τὸ ἀμετάθετον. Θὰ ἔλεγον δέ, συμφωνῶν ἀπολύτως εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο μὲ τὴν ἔκθεσιν τῆς πλειοψηφίας τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς, ἧς εἶχον τὴν τιμὴν ν’ ἀποτελῶ μέλος, ὅτι σκόπιμον θὰ εἶναι τὸ ἐπὶ τριετίαν μόνον ἀμετάθετον, καὶ πέραν τῆς τριετίας ὑπὸ τὸν ὅρον τοῦ νὰ μὴ γεννηθῇ λόγος τις ἐπιβάλλων, κατὰ τὴν κρίσιν τοῦ Δικαστικοῦ Συμβουλίου, τὴν μετὰ τὴν τριετίαν μετάθεσιν αὐτοῦ. Ὅπως ἐξ ἀντιθέτου θὰ ὑπεστήριζον ὅτι καὶ τρεχούσης τῆς τριετίας θὰ ἔπρεπε νὰ ἐπιτρέπηται ἡ μετάθεσις δικαστοῦ, ἂν συντρέξῃ σοβαρὸς λόγος, τὸν ὁποῖον ἤθελε κρίνει τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον καὶ ἤθελε καθορίσει ρητῶς εἰς ἠτιολογημένην ἐπὶ τούτῳ ἐκδιδομένην ἀπόφασιν. Ἔρχομαι ἤδη, κύριοι συνάδελφοι, εἰς τὸ δεύτερον σημεῖον τῶν κυβερνητικῶν προτάσεων, εἰς τὴν σύστασιν δηλαδὴ τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου. Ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ ψηφίσματος προβλέπει ὅτι τὸ Συμβούλιον θὰ συντίθεται κατὰ τὰ ⅘ ἐκ μελῶν τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ κατὰ τὰ λοιπὰ ἐξ ἐχόντων συμπεπληρωμένην τριετῆ ὑπηρεσίαν εἰς τὸν βαθμὸν τῶν μελῶν τῶν Ἐφετείων, κατὰ τοὺς λοιποὺς ὅρους τοῦ ψηφίσματος καὶ τοῦ νομοσχεδίου. Δηλαδὴ εἰς τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον θὰ συμμετέχουν καὶ Ἐφέται. Ὡς αἰτιολογίαν τῆς συμμετοχῆς αὐτῶν, ἡ Κυβέρνησις φέρει ὅτι οἱ Ἐφέται, λόγῳ τοῦ βαθμοῦ των εὑρισκόμενοι εἰς ἄμεσον ἐπαφὴν μετὰ τῶν Πρωτοδικῶν, θὰ εἶναι εἰς καλυτέραν γνῶσιν τῶν στοιχείων τῶν ἀπαραιτήτων πρὸς μόρφωσιν γνώμης περί τινος δικαστοῦ, ὅτι δηλαδὴ λόγῳ τῆς πληρεστέρας των ἐπαφῆς μετὰ τῶν Πρωτοδικῶν θὰ εἶναι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζωσι τὸ ἦθος καὶ τὴν ἱκανότητα ἑκάστου δικαστικοῦ καλύτερον τῶν Ἀρεοπαγιτῶν, ἵνα καὶ οὕτω κρίνωσιν ἀσφαλέστερον περὶ αὐτῶν καὶ μεταδίδωσι τὰς πληροφορίας των ταύτας εἰς τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον, ἵνα καὶ τοῦτο κρίνῃ ἐπὶ τῇ βάσει ἀκριβεστέρων στοιχείων. Ἔχω τὴν ἀντίληψιν ὅτι θὰ ἀποτελέσῃ ἡ συμμετοχὴ τῶν Ἐφετῶν...
§114Γ. ΔΟΥΖΙΝΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Δὲν εἶναι αὐτὸς ὁ λόγος. Πρόκειται περὶ τῆς αὐτοδιοικήσεως τῆς Δικαιοσύνης, δὲν ἠμποροῦμεν νὰ περιορίσωμεν τὴν αὐτοδιοίκησιν μὲ ἕνα ὀλιγαρχικὸν Σῶμα, ὅπως εἶναι τὸ Δικαστικὸν Συμβούλιον. Ὁ λόγος εἶναι περὶ τῆς ἐπεκτάσεως, δὲν πρόκειται ὅτι οἱ Ἐφέται γνωρίζουν τὰ πράγματα καλύτερον.
§115Σ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Τοιοῦτος σκοπὸς τῆς καινοτομίας δὲν ἀναγράφεται ἐν τῇ εἰσηγητικῇ ἐκθέσει, οὔτε καὶ ἀνεφέρθη ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης συναδέλφου σας κατὰ τὴν εἰσήγησίν του ἐνταῦθα, οὔτε κατὰ τὴν παράστασίν του ἐν τῇ Συνταγματικῇ Ἐπιτροπῇ. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς ὅτι οἱ Ἐφέται θὰ ἔχουν πραγματικωτέραν τῶν Ἀρεοπαγιτῶν ἀντίληψιν περὶ τῶν κατωτέρων των. Πλὴν εἶναι ἐπίσης ἀληθὲς ὅτι οἱ περισσότεροι τούτων θὰ ἔχουν συνυπηρετήσει μετὰ τῶν Πρωτοδικῶν ἐν ἰσοβαθμίᾳ καὶ θὰ ἔχωσι συνάψει μετ’ αὐτῶν δεσμοὺς φιλίας, ἀλλ’ εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχουν γεννηθῆ μεταξὺ των καὶ ἀσυμπάθειαι, ἂν δὲν ἔχουν γεννηθῆ καὶ ἔχθραι, μίση, ἀντιπάθειαι καὶ ἀντιζηλίαι. Καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τοιούτων συναισθημάτων, ἢ ἐκ τοιούτων συναισθημάτων ὁρμώμενοι καὶ ἀκουσίως, ὑποσυνειδήτως ὅλως, νὰ ἐπηρεάζωνται εἰς τὴν περὶ κατωτέρου των κρίσιν, καὶ τοῦτο ἀποτελεῖ σπουδαῖον ἐλάττωμα. Ἐνῷ, ἀντιθέτως, οἱ Ἀρεοπαγῖται εἶναι ἐλεύθεροι τοιούτων προκαταλήψεων καὶ ἐλευθέραν δύνανται νὰ ἐκφέρουν κρίσιν, ὡς μὴ συνυπηρετήσαντες μετ’ ἐκείνων, οὓς κρίνουσιν ἤδη. Πλὴν ὅμως τούτου εἶναι ἀναντίρρητον, ὅτι μεταξὺ τῶν Ἐφετῶν θὰ εὑρεθοῦν καὶ οἱ ἀσθενεῖς τὸν χαρακτῆρα, ἐκεῖνοι οἵτινες, θέλοντες νὰ κολακεύσωσι τοὺς Ἀρεοπαγίτας, παρ’ ὧν θὰ κριθῇ αὔριον ἡ ἐργασία των καὶ τὸ μέλλον των καὶ μεθ’ ὧν θὰ συμπαρεδρεύωσιν ἐν τῷ Ἀνωτάτῳ Δικ. Συμβουλίῳ, κατὰ τὸ κυβερνητικὸν σχέδιον, θὰ καταπνίγωσι τὴν φωνὴν τῆς ἰδίας των συνειδήσεως καὶ θὰ ἀκολουθῶσι τὴν γνώμην τῶν Ἀρεοπαγιτῶν, ἵνα φανῶσιν εἰς αὐτοὺς εὐχάριστοι. Ἂς μὴ παραξενευθῇ δὲ κανεὶς ἐκ τούτου, διότι καὶ μεταξὺ τῶν δικαστικῶν ὑπάρχουν, καὶ φυσικὸν εἶναι νὰ ὑπάρχουν, ἀσθενεῖς χαρακτῆρες. Εἶναι ταῦτα, κύριοι, δύο ἐλαττώματα πολὺ σοβαρά, πολὺ σοβαρώτερα δυνάμενα νὰ ἔχωσιν ἀποτελέσματα τοῦ πλεονεκτήματος τῆς καλυτέρας ὑπὸ τῶν Ἐφετῶν γνώσεως τῆς ἱκανότητος καὶ τοῦ χαρακτῆρος τῶν Πρωτοδικῶν. Πλὴν ὅμως, πρὸς συμπλήρωσιν καὶ τοῦ στοιχείου τούτου, ἐγὼ τοὐλάχιστον θὰ προέτεινον καὶ τὸν θεσμὸν τῶν ἐξ ἐπὶ τούτου ἀνὰ διετίαν διοριζομένων κατὰ περιφερείας Ἐφετείων εἰδικῶν ἐπιθεωρητῶν, Ἀρεοπαγιτῶν, οἵτινες, ὑποχρεούμενοι νὰ διαμένωσιν ἐν τῇ ἕδρᾳ τοῦ Ἐφετείου καὶ ἐπὶ ἕνα τοὐλάχιστον μῆνα εἰς ἕκαστον Πρωτοδικεῖον, θὰ ἔχωσι τὰ πραγματικὰ ἐκεῖνα στοιχεῖα, ἅτινα, συμπαρεδρεύοντες ἐν τῷ Ἀν. Δικαστικῷ Συμβουλίῳ, θὰ ἔφερον ὑπ’ ὄψιν αὐτοῦ πρὸς μόρφωσιν γνώμης καὶ δικαιοτέραν τοῦ Ἀν. Δικαστικοῦ Συμβουλίου κρίσιν. Διὰ τοὺς λόγους λοιπὸν τούτους θεωρῶ ἄκρως ἐπιζημίαν καὶ ἐλαττωματικὴν τὴν ἐν τῷ Ἀνωτάτῳ Δικαστικῷ Συμβουλίῳ συμμετοχὴν τῶν Ἐφετῶν.
§116Γ. ΔΟΥΖΙΝΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Ἔχω ἐδῶ, κ. πληρεξούσιε, ἕνα πίνακα ἀποφάσεων τοῦ Δικαστικοῦ Συμβουλίου, ἐκ τοῦ ὁποίου θὰ ἴδητε ὅτι προήγαγεν εἰς Ἐφέτας προέδρους Πρωτοδικῶν, τοὺς ὁποίους αὐτὸ τὸ ἴδιον Συμβούλιον εἶχε χαρακτηρίσει ὡς στασίμους, προήγαγεν εἰς προέδρους Πρωτοδικῶν πρωτοδίκας, τοὺς ὁποίους δὲν εἶχε κρίνει ἀξίους προαγωγῆς. Μὲ ποίαν ἐμπιστοσύνην θέλετε νὰ ἀναθέσωμεν τὴν κρίσιν τῶν δικαστῶν εἰς τοιοῦτον Συμβούλιον;
§117Σ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Πρὸς τὸν ἀξιότιμον συνήγορον τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης.
§118Γ. ΔΟΥΖΙΝΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Δὲν σᾶς ἐπιτρέπω νὰ μὲ λέγετε συνήγορον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ.
§119Σ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Δὲν εἶπόν τι τὸ ἄτοπον, νομίζω, ἐφόσον ἔρχεσθε καὶ ἀναλαμβάνετε τὴν ὑπεράσπισιν τῶν νομοσχεδίων τοῦ ἀξιοτίμου ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργοῦ, ἐνῷ ὁ ἴδιος, παρών, σιωπᾷ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει δὲν διστάζω καὶ ν’ ἀνακαλέσω τὴν φράσιν, διὰ νὰ μὴ δυσαρεστηθῇ ὁ τόσον συμπαθὴς ἄλλως τε εἰς ἐμὲ ἀξιότιμος ἐπὶ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας Ὑπουργός, εἰς ὃν ὅμως θὰ εἶχον νὰ ἀπαντήσω ὅτι, ἂν ὑφίστανται τοιαῦται ἀποφάσεις τοῦ Ἀν. Δικαστικοῦ Συμβουλίου, τοῦτο ὀφείλεται εἰς τὸ ὅτι καὶ τὸ Ἀν. Δικαστικὸν Συμβούλιον, λόγῳ τῶν ἐπανειλημμένων ἀναστολῶν τῆς ἰσοβιότητος, ἦτο πάντοτε ὑπὸ τὴν δαμόκλειον σπάθην τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας, ἧς τὰς ἐμπνεύσεις ἔπρεπε νὰ ἀκολουθῇ. Ὥστε ἀλλαχοῦ θὰ ἀναζητήσητε τὰς εὐθύνας τῶν ἀποφάσεων τούτων, κατὰ τὸ πλεῖστον, καὶ οὐχὶ τόσον εἰς τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον.
§120Γ. ΔΟΥΖΙΝΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Μά, κ. συνάδελφε....
§121ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Ὑπουργέ, ὁ κ. ἀγορεύων ἀνεκάλεσε τὴν φράσιν, ἀλλὰ καὶ ἐγὼ θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ ἀφήσετε τὸν ἀγορεύοντα νὰ ὁμιλήσῃ ἄνευ διακοπῶν.
§122Σ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Ἐπανερχόμενος εἰς τὸ θέμα μου, κύριοι, ἐπαναλαμβάνω ὅτι διὰ τῆς συμμετοχῆς τῶν Ἐφετῶν εἶναι προφανὲς ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς σκέπτεται ὅτι τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον ἔχει ἀμεσωτέραν ἀντίληψιν περὶ τοῦ ποιοῦ, τῆς μορφώσεως, τοῦ ἤθους τῶν δικαστῶν, ἐνῷ συγχρόνως τὸν θεσμὸν τῶν ἐπιθεωρητῶν καταργεῖ, ἐνῷ τοὐναντίον, ὡς εἶπον, κατὰ τὴν γνώμην μου, ἔπρεπε νὰ ἐπεκτείνῃ διὰ τοῦ διορισμοῦ εἰδικῶν ἐπιθεωρητῶν μὲ βαθμὸν Ἀρεοπαγίτου ἐν ἑκάστῃ περιφερείᾳ, ὑποχρεουμένων νὰ περιέρχωνται τὰς ἕδρας τῶν Πρωτοδικείων καὶ νὰ παραμένωσιν ἐπὶ ἕνα μῆνα ἐν τῇ ἕδρᾳ ἑκάστου Πρωτοδικείου καὶ παρακολουθῶσι τὰ ἔργα τῶν δικαστῶν καὶ κρίνωσι περὶ τῆς μορφώσεως, τῆς ἐργασίας καὶ τοῦ ἤθους αὐτῶν. Εἶναι τρίτον σημεῖον, κύριοι, τῶν κυβερνητικῶν προτάσεων, τὸ σπουδαιότερον, κατ’ ἐμέ, ἡ συμμετοχὴ τοῦ Γενικοῦ Γραμματέως εἰς τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον, καὶ ἡ ζητουμένη ἐπὶ τρεῖς μῆνας ἀναστολὴ τοῦ δικαιώματος τῆς μεταθέσεως τοῦ Συμβουλίου, ὅπως καὶ τὸ δικαίωμα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἵνα διὰ διορισμοῦ καὶ οὐχὶ διὰ κλήρου, ὡς τὸ νομοσχέδιον ὁρίζει, συνθέσῃ τὸ πρῶτον Δικαστικὸν Συμβούλιον. Ταῦτα ἐπιμελῶς ἐξεταζόμενα, κύριοι, δὲν εἶναι ἄλλο τι εἰμὴ βαρύτατον πλῆγμα κατὰ τῆς Ἑλληνικῆς Δικαιοσύνης, βαρὺ πλῆγμα κατὰ τῆς ἰσοβιότητος τῶν δικαστῶν. Διότι ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω τὴν ἰσοβιότητα τῶν δικαστῶν κεχωρισμένην τῆς δικαστικῆς ἀνεξαρτησίας, τῆς ἀπελευθερώσεως δηλαδὴ τῆς Δικαιοσύνης ἀπὸ πάσης ἐπιρροῆς τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας ἐπ’ αὐτῆς. Ὁ θεσμὸς τῆς ἰσοβιότητος, κύριοι, εἶπον ὅτι δὲν δύναται νὰ ἐννοηθῇ καὶ ν’ ἀποδώσῃ ἄνευ τοῦ δικαιώματος τῆς ἀνεξαρτησίας τῆς δικαστικῆς Ἀρχῆς. Καὶ φέρω Ἑλληνικὸν παράδειγμα, ὅπερ καὶ προανέφερα, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ὅτι δὲν δύναται νὰ λειτουργήσῃ, ὅπως καὶ δὲν ἐλειτούργησε καὶ κατὰ τὸ διάστημα τοῦ 1864, ὁπότε τὸ πρῶτον ἐψηφίσθη, μέχρι τοῦ 1909, ὁπότε ἐγκατεστάθη τὸ πρῶτον Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον, διότι καὶ τότε καὶ τώρα, κατὰ τὸ τρίμηνον αὐτὸ διάστημα θὰ περιέλθῃ εἰς χεῖρας τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας ὅλη ἡ δύναμις τῆς ἐπιβολῆς της ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης διὰ τῆς συμμετοχῆς τοῦ Γεν. Γραμματέως, ὅστις θὰ εἶναι ἀντιπρόσωπος τῆς Κυβερνήσεως, καθ’ ὃ ὑπάλληλος, μὴ ἀπολαύων οὔτε μονιμότητος κἄν.
§123Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Καὶ θὰ ἐπηρεάζῃ ὁ Γεν. Γραμματεὺς τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον διὰ μιᾶς ψήφου, διὰ τῆς ψήφου του;
§124Σ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Μάλιστα· ὅπως ἐπίσης φρονῶ ὅτι τὰ προτεινόμενα ταῦτα μέτρα δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο, εἰμὴ περιαγωγὴ τῆς διοικήσεως τῆς Δικαιοσύνης κατὰ τὸ χρονικὸν τοῦτο διάστημα ἀπὸ τοῦ Δικαστικοῦ Συμβουλίου εἰς χεῖρας τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας. Ἀσχέτως τῆς διχογνωμίας, ἡ ὁποία ὑφίσταται ἐν τῇ ἐπιστήμῃ. Μεταξὺ τοῦ ἂν ἡ Δικαστικὴ Ἐξουσία ἀποτελῇ τὴν τρίτην διακεκριμένην Ἐξουσίαν ἐν τῷ Κράτει, παρὰ τὴν Νομοθετικὴν καὶ Ἐκτελεστικήν, ὅλως ἀνεξάρτητον ἀφ’ ἑνὸς καὶ τῆς θεωρίας ἐξ ἀντιθέτου ὅτι ἡ Δικαστικὴ Ἐξουσία δὲν εἶναι παρὰ ἐξάρτημα τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας. Ἕν εἶναι δεδομένον, παραδεδεγμένον ἀπὸ ὅλον τὸν κόσμον καὶ ὅλα τὰ πεπολιτισμένα Κράτη καὶ ἀπὸ ἀμφοτέρας τὰς διχογνωμούσας ὡς ἄνω σχολάς, ὅτι ἡ Δικαστικὴ Ἐξουσία καὶ ἡ διοίκησις αὐτῆς πρέπει νὰ εἶναι ἀπηλλαγμένη πάσης ἀναμίξεως τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας. Ὅλοι οἱ δημοσιολόγοι, οἱ συγγραφεῖς, ὅλοι οἱ πολιτικοὶ τῶν πολιτισμένων αὐτῶν Χωρῶν τὸ καθιεροῦσιν ὡς ἀπαράβατον ἀξίωμα, ὡς ἀπαραβίαστον ἀξίωμα. Μόνον ἐν Ἑλλάδι εἶναι δυνατὸν νὰ ἐννοηθῇ ὅτι τὸ νὰ ἔχῃ ὁ Ὑπουργὸς τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ μεταθέτῃ ὅπου θέλει, κατόπιν γνωμοδοτήσεως τοῦ Δικαστικοῦ Συμβουλίου μὴ ὑποχρεωτικῆς, τὸ νὰ συμμετέχῃ, μετὰ ψήφου μάλιστα, ἡ Ἐκτελεστικὴ Ἐξουσία εἰς τὸ Δικαστικὸν Συμβούλιον, καὶ τὸ νὰ συνθέτῃ αὐτὸ ἐκ μελῶν τῆς ἀπολύτου ἐκλογῆς της, μόνον, λέγω, ἐν Ἑλλάδι εἶναι δυνατὸν νὰ ἐννοηθῇ ὅτι τοῦτο δὲν λέγεται ἐπιβολή, ἔστω καὶ μερική, τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας ἐπὶ τῆς Δικαστικῆς καὶ ἀνάμιξις τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας εἰς τὴν διοίκησιν τῆς Δικαιοσύνης. Ἀνατρέχοντες ἀλλαχοῦ, κύριοι, θὰ ἴδωμεν ὅτι ἀναφέρονται πολλαὶ περιπτώσεις καθ’ ἃς ἀμέσως μετὰ πᾶσαν Ἐπανάστασιν ἀκολουθεῖ, ὡς ἀναγκαῖον ἐπακολούθημα αὐτῆς ἡ ἐκκαθάρισις τῆς Δικαιοσύνης καὶ ἡ ἀναστολὴ τῆς δικαστικῆς ἰσοβιότητος. Ἐν Γαλλίᾳ π. χ. μεθ’ ἑκάστην Ἐπανάστασιν δὲν ἐζητεῖτό τι ἕτερον παρά, ὑπὸ τὸ πρόσχημα τῆς διοργανώσεως τῆς Δικαιοσύνης, τῆς ἐκκαθαρίσεως τῶν ἀναξίων στοιχείων, ἡ ἀναστολὴ τῆς ἰσοβιότητος πρὸς πολιτικὴν ἐκμετάλλευσιν ἢ ἱκανοποίησιν προσωπικῶν ἢ πολιτικῶν παθῶν καὶ συμφερόντων, καὶ οὕτως ἡ Δικαιοσύνη ἐκεῖ περιέπεσεν εἰς τρικυμιῶδες ἔδαφος καὶ δὲν κατώρθωσεν εἰσέτι νὰ εὕρῃ τὸν ἀσφαλῆ λιμένα τῆς πραγματικῆς της ἀναπλάσεως καὶ ἀνορθώσεως. Ἀνάλογα συνέβησαν, εἰς μικρότερον ὅμως βαθμόν, διότι ὀλιγώτεραι ἦσαν καὶ αἱ ἐπαναστάσεις ἐν Ἰταλίᾳ. Τουναντίον, ἂν θαυμάζεται ἀπὸ ὅλον τὸν κόσμον ἡ Δικαιοσύνη ἡ Ἀγγλική, εἶναι διότι ἐκεῖ, κατ’ ἐξαίρεσιν ἡ Ἀγγλικὴ Ἐπανάστασις δὲν ἔκαμε τίποτε ἄλλο ἢ νὰ καθιερώσῃ ἀκριβῶς τὸν θεσμὸν τῆς ἰσοβιότητος καὶ τὴν ἀνεξαρτησίαν τῆς δικαστικῆς Ἀρχῆς, ἡ ὁποία ἔκτοτε ὑπάρχει ἀπόλυτος καὶ οὐδέποτε ἐθίχθη οὐδὲ κατὰ τὸ ὅλον τῆς Ἐξουσίας τῆς Δικαστικῆς οὐδὲ κατὰ τὰ μέρη αὐτῆς. Αὐταί, κύριοι συνάδελφοι, εἶναι αἱ γνῶμαί μου ἐπὶ τῶν δικαστικῶν νομοσχεδίων, πλὴν λεπτομερειακῶν τινων ἀντιρρήσεων, ἃς ἐπιφυλάσσομαι νὰ ἐκφέρω εἰς τὰς κατ’ ἄρθρον συζητήσεις τοῦ νομοσχεδίου, ὑποβάλλων καὶ τὰς σχετικὰς τροπολογίας. Ἐνόμισα ὑποχρέωσίν μου, προερχόμενος καὶ ἐγὼ ἀπὸ τὰς νομικὰς τάξεις, νὰ τὰς διατυπώσω, ὄχι μόνον διὰ νὰ χωρίσω τὴν προσωπικήν μου εὐθύνην, διότι τοῦτο δὲν θὰ ἤξιζεν ἀπὸ τὸ ἀνοσιούργημα, ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ ἡ φράσις, τὸ ὁποῖον, κατὰ τὴν γνώμην μου, προτίθεται διὰ τῶν νομοσχεδίων αὐτῶν νὰ διαπράξῃ εἰς βάρος τῆς Δικαιοσύνης ἡ Κυβέρνησις, ἀλλὰ διότι φρονῶ ὅτι ἂν τὰ νομοσχέδια ταῦτα ψηφισθῶσιν, ἂν κυρωθῶσι διὰ τῆς ψήφου τῆς Συνελεύσεως, δὲν θὰ γίνῃ τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ παρασχεθῇ εἰς τὸν λαὸν ἡ ἐντύπωσις ὅτι καὶ μετὰ τὴν ἐγκαθίδρυσιν τῆς Δημοκρατίας οὐδεμία σοβαρὰ μεταβολὴ ἐπῆλθεν, οὐδεμία ὀρθὴ καὶ ἐξυγιαντικὴ τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν ἰδέα ἐπεκράτησε. Καὶ ὅτι, ἂν ἤλλαξαν οἱ τίτλοι καὶ ἂν ἤλλαξαν τὰ πρόσωπα, ἐξακολουθεῖ ἡ αὐτὴ τάσις, ἡ τάσις τῆς ἱκανοποιήσεως τῶν κομματικῶν συμφερόντων καὶ τῶν φατριῶν καὶ δὲν ἐξυπηρετοῦνται τὰ κύρια ἐκεῖνα στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα χαρακτηρίζουν πᾶσαν Δημοκρατίαν, τὰ ὁποῖα εἶναι ἡ Ἰσότης, ἡ Ἐλευθερία καὶ ἡ Δικαιοσύνη. (Χειροκροτήματα).
§125ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Ποία εἶναι ἡ γνώμη σας, κ. συνάδελφε; Δὲν ἠκούσαμεν.
§126Σ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Φαίνεται ὅτι δὲν μὲ παρηκολουθήσατε, κ. συνάδελφε, διότι ἂν τοὐναντίον ἐπράττετε, ἐν τῷ ἐλέγχῳ τῶν κυβερνητικῶν προτάσεων, θὰ ἀνευρίσκετε σαφεστάτας καὶ τὰς γνώμας μας.
§127ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κούτρας ἔχει τὸν λόγον.
§128Α. ΚΟΥΤΡΑΣ. Κύριοι πληρεξούσιοι, ἐγὼ θὰ λάβω τὴν τιμὴν ν’ ἀσχοληθῶ δι’ ὀλίγων μὲ τὸ σχέδιον τοῦ Ψηφίσματος μόνον, οὐχὶ δὲ καὶ μὲ τὸ σχέδιον τοῦ σχετικοῦ νόμου, καθόσον νομίζω ὅτι τοῦτο ἐξαρτᾶται ἐξ ἐκείνου καὶ πρέπει νὰ συζητηθῇ μετ’ αὐτό, ἀφοῦ δὲν εἶναι ἀπὸ τώρα γνωστὸν τίνες διατάξεις τοῦ ψηφίσματος θὰ γίνουν δεκταί, ὥστε νὰ ἐξετασθῶσι συγχρόνως καὶ αἱ ἀντίστοιχοι διατάξεις τοῦ συνυποβαλλομένου νομοσχεδίου. Τὸ σχέδιον λοιπὸν τοῦ ψηφίσματος, τὸ ὁποῖον ἐνδιαφέρει ἤδη, ἀφορᾷ τὰ ἄρθρα 88 καὶ 90 τοῦ Συντάγματος. Ἐξ αὐτῶν δὲ τὸ μὲν ἄρθρον 88 διαλαμβάνει περὶ τῆς ἰσοβιότητος καὶ μονιμότητος τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων, τὸ δὲ ἄρθρον 90 ἀναφέρεται εἰς τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον, τὸ ὁποῖον ἐνεργεῖ τὰς ἀφορώσας αὐτοὺς προαγωγὰς καὶ μεταθέσεις. Διὰ τοῦ σχεδίου τούτου ψηφίσματος προτείνονται αἱ ἑξῆς τέσσαρες μεταρρυθμίσεις: Πρῶτον, ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἀμετάθετον. Ἐνῷ δηλαδὴ μέχρι τοῦδε τὸ ἀμετάθετον τῶν δικαστῶν δὲν καθιεροῦτο ὑπὸ τοῦ Συντάγματος, ἀλλὰ διὰ νόμου καὶ οὐχὶ ἀπεριορίστως, ἀλλ’ ἐφ’ ὡρισμένον μόνον χρόνον, ἤδη προτείνεται, ὅπως διὰ τοῦ Συντάγματος καθιερωθῇ τὸ ἀμετάθετον καὶ δὴ ἀπεριορίστως, πλὴν ἐλαχίστων ἐξαιρέσεων. Δεύτερον σημεῖον καινοτομίας εἶναι ἡ σύνθεσις τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου. Ἐνῷ τὸ Ἀν. Δικαστικὸν Συμβούλιον, κατὰ τὰ μέχρι τοῦδε κρατοῦντα, ἀπετελεῖτο ἐξ Ἀρεοπαγιτῶν, ἤδη προτείνονται σχετικῶς ἡ μεταρρύθμισις περὶ συμμετοχῆς εἰς αὐτὸ καὶ μελῶν τῶν Ἐφετείων, καὶ ἑτέρα, καθ’ ἣν εἶναι δυνατὸν τὰ ⅘ τοῦ Συμβουλίου νὰ ἀποτελῶνται ἐκ τακτικῶν δικαστῶν, τὸ δὲ ⅕ καὶ ἐκ προσώπων ἐκτὸς τῆς δικαστικῆς τάξεως. Ἡ τρίτη μεταρρύθμισις, ἡ ὁποία προτείνεται, εἶναι ἡ μὴ ὑπαγωγὴ εἰς τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον τῶν προαγωγῶν ἀπὸ τῆς θέσεως τοῦ Ἐφέτου καὶ ἄνω, δηλαδὴ ἡ μεταρρύθμισις ἀφορᾷ τὰς θέσεις προέδρων Ἐφετῶν, Ἀρεοπαγιτῶν, ἀντιπροέδρου Ἀρείου Πάγου καὶ προέδρου καὶ εἰσαγγελέως Ἀρείου Πάγου.
§129ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Ἀλλὰ ποῦ θὰ ὑπάγωνται;
§130Α. ΚΟΥΤΡΑΣ. Τοῦτο θὰ ὁρισθῇ διὰ νόμου. Κατὰ τὸ σχέδιον τοῦ ψηφίσματος, δὲν θὰ περιληφθῇ σχετικὴ διάταξις ἐν τῷ Συντάγματι. Τέλος, ἡ τετάρτη καινοτομία, ἡ ὁποία προτείνεται, εἶναι ἡ τρίμηνος ἀναστολὴ τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος ὅσον ἀφορᾷ τὰς μεταθέσεις. Περὶ τῆς ἐνεργείας δὲ τῶν τελευταίων τούτων διαλαμβάνει τὸ σχετικὸν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον θὰ ἐξετάσωμεν ἐπίσης κατὰ τὴν σειράν του. Ὀφείλω, κύριοι, πρὸ παντὸς νὰ ὁμολογήσω ὅτι εἶμαι πεπεισμένος περὶ τῶν ἀγαθῶν προθέσεων τῆς Κυβερνήσεως καὶ εἰδικῶς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ὅσον ἀφορᾷ τὴν βελτίωσιν τῶν δικαστικῶν πραγμάτων. Διαφωνῶ ἐν τούτοις ὡς πρὸς τὰ μέτρα διὰ τῶν ὁποίων προτίθεται νὰ πραγματοποιήσῃ τὰς τοιαύτας ἀγαθὰς αὑτοῦ διαθέσεις ὁ κ. Ὑπουργός. Καὶ ὡς πρὸς τὸ σχέδιον τοῦτο τοῦ ψηφίσματος συμπίπτει νὰ εἶμαι καθ’ ὅλα αὐτοῦ τὰ σημεῖα ἀντίθετος, ὅσον ἀφορᾷ τὰς προτεινομένας μεταρρυθμίσεις. Ἐξετάζω ὅθεν ἑκάστην ἐξ αὐτῶν. Πρῶτον, ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἀμετάθετον τῶν δικαστῶν. Εἶναι, κύριοι, γνωστὸν ὅτι τοῦτο καθιεροῦται εἰς Συντάγματα καὶ ἄλλων Εὐρωπαϊκῶν Κρατῶν. Ἀλλὰ λαμβανομένου ὑπ’ ὄψιν ὅτι εἰς τὰ καὶ μᾶλλον ἡμῶν προηγμένα εἰς πολιτισμὸν Κράτη ἐκεῖναι αἱ πόλεις, εἰς τὰς ὁποίας ἑδρεύουσι τὰ δικαστήρια, εἶναι πολυπληθεῖς, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δὲν συμβαίνει, ὡς ἐπὶ τὸ πολύ, παρ’ ἡμῖν, προσέτι δὲ τῶν εἰδικῶν συνθηκῶν διαπαιδαγωγήσεως τῆς Κοινωνίας καὶ συνεπῶς τῶν προλήψεων, αἱ ὁποῖαι ὑπάρχουν παρ’ ἡμῖν, εἰς τὰς μικρὰς ἰδίως κοινωνίας, καὶ βαθμοῦ τινος καχυποψίας, νομίζω ὅτι ἡ προτεινομένη καινοτομία δὲν προώρισται νὰ ἀγάγῃ εἰς ἐπιτυχίαν καὶ νὰ ἐξυπηρετήσῃ τὴν Δικαιοσύνην... Ἰδίως λόγῳ τῶν προστριβῶν καὶ παρεξηγήσεων, αἱ ὁποῖαι κατ’ ἐξοχὴν εἰς τὰ μικρὰ καὶ περιωρισμένα μέρη δύνανται νὰ γεννηθῶσιν εἰς βάρος τῶν δικαστῶν, λέγω τῆς διαρκοῦς ἔν τινι τόπῳ ὑπηρεσίας των καὶ τῶν κατ’ ἀνάγκην ἐν τῷ τόπῳ τούτῳ δεσμῶν των. Δὲν πρέπει, κύριοι, ἄλλως τε νὰ λησμονῶμεν ὅτι ἡ Κοινωνία εὐχαρίστως ἀκούει κατηγορίας κατὰ τῶν δικαστῶν καὶ πολλάκις παρέχει εἰς αὐτὰς πίστιν, ἐνῷ δὲν εἶναι ἀληθεῖς καὶ ἀποδεδειγμέναι. Πρὸς ἀπόδειξιν τούτου θὰ ἠδυνάμην νὰ σᾶς ἀναφέρω, ὄχι βεβαίως ἐντελῶς ἐπὶ τοῦ θέματος, ἀλλ’ ἀνάλογον πάντως παράδειγμα, καταδεικνύον καὶ τοῦτο ὅτι ἐνίοτε ἄνευ τοῦ προσήκοντος ἐλέγχου γίνεται δεκτὸν πᾶν ὅ,τι δύναται νὰ ἀποβῇ πρὸς ζημίαν τῶν δικαστικῶν προσώπων. Τὸ παράδειγμα τοῦτο ἀρύομαι ἐκ τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως, καθ’ ὃ ἔγκριτος συνάδελφος ἐθεώρησεν ἐπαρκῆ τὸν μισθὸν τοῦ Προέδρου καὶ Εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου ἐπὶ ἁπλῇ διαδόσει ὅτι ὁ εἷς ἢ ἀμφότεροι οὗτοι ἔχουν ἀποδοχὰς ἐτησίως δραχ. 200.000, ἐνῷ τοῦτο δὲν εἶναι ἀκριβὲς καὶ ἦτο εὔκολον νὰ ἐξελεγχθῇ.
§131Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Εἶπον αὐτό: Μισθὸς Προέδρου καὶ Εἰσαγγελέως 200.000 δραχ. Ἔχω τὸν πίνακα.
§132Α. ΚΟΥΤΡΑΣ. Κύριε συνάδελφε, ἔχω τὴν ἀντίληψιν ὅτι ὑπεστηρίξατε τοῦτο ἐπικαλεσθέντες πληροφορίας τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ὡς πρόεδρος δὲ τῆς Ἐπιτροπῆς ταύτης ἐνόμισα ὅτι ὤφειλον νὰ κάμω τότε τὴν διακοπὴν διὰ νὰ σᾶς πληροφορήσω ὅτι, καθόσον ἐνθυμοῦμαι, δὲν εἶχον οὕτω τὰ πράγματα. Ἐν τούτοις ὅμως ἐφάνη καὶ ἐκ τῆς συνεχείας τῆς ἀγορεύσεώς σας ἐκείνης ὅτι δὲν ἠθελήσατε νὰ πεισθῆτε, καὶ μάλιστα ἀπηντήσατε εἰρωνικῶς.
§133Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἂν θέλετε τὴν ἐξήγησιν, σᾶς δηλῶ ὅτι δὲν εἰρωνεύθην κανένα, γνωρίζετε δὲ πόσον σᾶς ἐκτιμῶ.
§134ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Εἶναι ὁ ἀριθμὸς ἐγγεγραμμένος 210.000; Τὸ ἐνθυμεῖσθε;
§135Α. ΚΟΥΤΡΑΣ. Μάλιστα· ἀλλ’ ὄχι ὡς μισθὸς Προέδρου ἢ Εἰσαγγελέως μόνον.
§136Ν. ΞΗΡΟΣ. Δὲν ἐπρόκειτο περὶ Προέδρου καὶ Εἰσαγγελέως, ἀλλὰ καὶ περὶ Ἀντιπροέδρου καὶ Ἀντεισαγγελέως· κάμετε λογαριασμὸν μὲ 4000 δρ. τὸν μῆνα, γίνονται 48.000 δρ. τὸν χρόνον ὁ καθένας· ἑπομένως πλέον τῶν 200.000 δρ.
§137Α. ΚΟΥΤΡΑΣ. Κύριοι, διατί συζητεῖτε ἐπὶ τῇ βάσει ὑποθέσεων, ἐνῷ ἔχομεν τοὺς πίνακας; (Ἀναγινώσκει περικοπὰς ἐκ τοῦ πίνακος). Ὁ ἀρχικὸς λοιπὸν μισθὸς εἶναι περίπου 5.000 δραχ. κατὰ μῆνα δι’ ἕκαστον. Ὁ δὲ ηὐξημένος, λαμβανομένων δηλαδὴ ὑπ’ ὄψιν τῶν νέων ἐπιδομάτων, δραχ. 205, 920 ἐτησίως δι’ ἀμφοτέρους κατὰ τὸν πίνακα. Ἐκ τούτου δύνασθε νὰ ὑπολογίσητε τὰς μηνιαίας ἀποδοχάς των μετὰ τὴν τελευταίαν αὔξησιν, αἱ ὁποῖαι θ’ ἀνέλθωσιν εἰς τὸ ποσὸν τῶν δραχ. 8.600 δι’ ἕκαστον, καὶ νὰ ἀποφανθῆτε ἂν εἶναι ὑπερβολικαί, προκειμένου περὶ δύο προσώπων ἱσταμένων εἰς τὴν κορυφὴν τῆς δικαστικῆς ἱεραρχίας.
§138ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Θὰ πάρουν ἐπὶ πλέον καὶ τὸ 40%.
§139Α. ΚΟΥΤΡΑΣ. Ὁπωσδήποτε, κύριοι, τὸ θέμα μας δὲν εἶναι αὐτό. Ἐγὼ ἠθέλησα καὶ διὰ τοῦ προσφάτου τούτου παραδείγματος νὰ παραστήσω ὅτι εἶναι δυνατόν, ὅταν λεχθῇ κἄτι τι ἐναντίον τῶν δικαστῶν καὶ χωρὶς νὰ ἐξακριβωθῇ κατὰ πόσον εἶναι ἀληθές, ἡ Κοινωνία τὸ ἀκούει οὐχὶ δυσαρέστως. Ἐξ αὐτῆς ἄλλως τε τῆς φύσεως τοῦ δικαστικοῦ λειτουργήματος παρέχεται ἡ καθημερινὴ σχεδὸν δημιουργία τῶν δυσηρεστημένων κατὰ τῶν δικαστικῶν προσώπων. Οὗτοι εἶναι οἱ διάδικοι, καθ’ ὧν ἀπεφάνθη ὁ δικαστής, οὐχὶ δὲ σπανίως καὶ οἱ δικηγόροι. Ἑπομένως ὑπάρχει καὶ οὗτος ὁ λόγος ὁ ἐπιβάλλων, ὅπως εἴμεθα διστακτικοὶ ὅσον ἀφορᾷ τὴν καθιέρωσιν διηνεκοῦς ὑπηρεσίας εἰς ἓν μέρος δικαστοῦ, ὑποκειμένου οὐχὶ ἁπλῶς εἰς τὸν ἔλεγχον τῶν πράξεών του ὑπὸ τῆς Κοινωνίας, ἀλλὰ συνηθέστατα ὡς οἱονεὶ ἐντοπίου καὶ εἰς παρεξηγήσεις δι’ αὐτάς. Ἀλλά, κύριοι πληρεξούσιοι, προβάλλεται ὡς πλεονέκτημα τῆς μεταρρυθμίσεως αὐτῆς ὅτι οἱ κοινωνικοὶ δεσμοί, τοὺς ὁποίους θὰ συνάψῃ ὁ δικαστὴς ὑπηρετῶν εἰς μίαν πόλιν, θὰ ἀποδῶσιν ἐπ’ ὠφελείᾳ τῆς ὑπηρεσίας, διότι ὁ δικαστής, γνωρίζων ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως καὶ ἄλλων πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας, ὡς συνδεόμενος μὲ τὸν τόπον, θὰ ἔχῃ, δύναται νὰ κρίνῃ ἀσφαλέστερον. Πλὴν ὅμως τοῦ ὅτι τοιαύτη κρίσις τοῦ δικαστοῦ δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένη κατὰ τὰς δικονομικὰς ἀρχάς, αἱ ὁποῖαι κρατοῦν παρ’ ἡμῖν. Διότι κατὰ τὰς ἀρχὰς ταύτας ὁ δικαστὴς ὀφείλει νὰ σχηματίζῃ γνώμην ἐκ τῶν ἐγγράφων τῆς δίκης καὶ οὐχὶ ἐπὶ τῇ βάσει ἐξωδίκων πληροφοριῶν του ἢ καὶ τῆς ἰδίας αὐτοῦ ἀντιλήψεως ἀκόμη τὴν ὁποίαν ἔχει ἐκτὸς τῆς ὑποθέσεως. Ἡ τοιαύτη ἄλλως τε τυχὸν ἐκ τῶν ἰδιαιτέρων πληροφοριῶν τοῦ δικαστοῦ ὠφέλεια, δὲν θὰ ἦτο, βεβαίως, ἱκανὴ νὰ ἐξουδετερώσῃ τὴν μεγάλην ζημίαν, ἡ ὁποία θὰ προέκυπτεν ἐκ τῶν παρεξηγήσεων τὰς ὁποίας δημιουργεῖ ἡ ἔν τινι τόπῳ συνεχὴς ὑπηρεσία του ὡς προανέφερα. Ἂν δὲ συμπέσῃ ὁ δικαστὴς νὰ μὴ εἶναι ἀπολύτως σταθεροῦ καὶ εὐθέος χαρακτῆρος, ὁπότε δύναται νὰ ὑποστῇ καὶ ἀληθῆ ἐπηρεασμὸν ἐκ τοιούτων δεσμῶν ἢ ἕνεκα προστριβῶν ἔν τινι κοινωνίᾳ, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἡ ζημία τῆς Δικαιοσύνης θὰ εἶναι, βεβαίως, πολὺ μεγαλυτέρα. Ἡ παρακολούθησις ὑπὸ τοῦ δικαστοῦ τῆς κοινωνικῆς ζωῆς, ἥτις ἐν τῇ εἰσηγητικῇ ἐκθέσει τοῦ σχετικοῦ σχεδίου νόμου ἀναφέρεται ὡς ἐπιχείρημα ὑπὲρ τοῦ ἀμεταθέτου, εἶναι, καὶ κατ’ ἐμέ, χρήσιμος ἐν τῷ προσήκοντι μέτρῳ ἐπιχειρουμένη. Πλὴν εἰς τοῦτο δὲν εἶναι, φρονῶ, κώλυμα ἡ κατὰ τὸν μέχρι τοῦδε ἰσχύοντα νόμον—εἰλικρινῶς ἐφαρμοζόμενον—μετὰ τριετίαν, καὶ δὴ οὐχὶ ὑποχρεωτικῶς, μετάθεσίς του, ἀφοῦ μάλιστα καὶ ἐν τῇ νέᾳ του θέσει πρὸς λύσιν τῶν αὐτῶν ζητημάτων, ὡς ἐπὶ τὸ πολύ, θέλει οὗτος ἀσχοληθῆ, ἐν τῇ αὐτῇ δὲ σχεδὸν κοινωνίᾳ θέλει βιώσει, ὥστε νὰ τῷ χρησιμεύσῃ καὶ ἡ ἐκ τῆς προηγουμένης ὑπηρεσίας ἐν ἄλλῳ τόπῳ κοινωνικὴ πεῖρά του. Τέλος τὸ γεγονὸς τῆς καθ’ ὡρισμένας περιπτώσεις μεταθέσεως τοῦ δικαστοῦ, λόγῳ ποινῆς, δὲν δύναται, φρονῶ, νὰ ὑποστηρίξῃ ἐπαρκῶς, ὡς προβάλλεται ἐν τῇ εἰσηγητικῇ ἐκθέσει, τὴν ὑπὲρ τοῦ ἀμεταθέτου γνώμην. Ἀφ’ ἑνὸς μὲν διότι σπάνιαι θὰ εἶναι αἱ περιπτώσεις, καθ’ ἃς θὰ ὑποβάλλωνται παρ’ ἀδικουμένων αἰτιάσεις κατὰ τῶν δικαστῶν πρὸς μετάθεσιν. Ἰδίως διότι οἱ ἐνδιαφερόμενοι δὲν θὰ εἶναι βέβαιοι περὶ τῆς ἐπιτυχίας των. Καὶ δὲν εἶναι πράγματι εὔκολος ἡ ἐξακρίβωσις τῶν ἀγαθῶν ἢ μὴ προθέσεων τοῦ δικαστοῦ ἑκάστοτε ἐν τῇ ἐνασκήσει τῶν καθηκόντων του. Πρᾶγμα διὰ τὸ ὁποῖον, ἐν δεδομένῃ περιπτώσει, κατ’ ἀνάγκην θὰ ἀπαιτῶνται σαφεῖς ὑποδείξεις, ἀφοῦ μάλιστα θὰ πρόκειται καὶ περὶ πειθαρχικῆς τιμωρίας του, κατὰ τὰ διαληφθέντα σχέδια ψηφίσματος καὶ νόμου. Ἀφ’ ἑτέρου δὲ διότι δὲν ἀποκλείονται καὶ ψευδεῖς ἐνίοτε, παρ’ ἐμπαθῶν πρὸς ἐπιτυχίαν τῆς μεταθέσεως τοῦ δικαστοῦ καταγγελίαι, δυνάμεναι, ὅταν μάλιστα καταλλήλως ὑπὸ πείσμονος καὶ ἐπιτηδείου ἐνδιαφερομένου ὑποστηριχθῶσι, νὰ κλονίσωσι τὸ κῦρός του καὶ νὰ ἔχωσι καὶ περαιτέρω, ὡς πρὸς τὴν μέλλουσαν σταδιοδρομίαν του, συνεπείας. Ἐπὶ πᾶσι τούτοις τὸ προτεινόμενον σύστημα, ἐφαρμοζόμενον, θέλει δημιουργήσει καὶ ἀνισότητας μεταξὺ τῶν δικαστικῶν, ὡς πρὸς τὰς τοποθετήσεις, ὡς τοποθετουμένων ἀμεταθέτως τῶν μὲν ἐκ τούτων εἰς πόλεις ἔνθα εἶναι εὐχάριστος ἡ διαμονή, τῶν δὲ ἀντιθέτως, ὅπερ ἴσως νὰ προκαλέσῃ καὶ νέας παραιτήσεις δικαστικῶν μὴ διατεθειμένων νὰ ὑπηρετῶσιν ἀμεταθέτως εἰς μέρη τὰ ὁποῖα δὲν ἐξέλεξαν οἱ ἴδιοι, ὡς διαμονήν των. Ἀλλὰ καὶ ἀνισότητα μεταξὺ τῶν δικαστικῶν ἀφ’ ἑνὸς καὶ τῶν ὑπαλλήλων ἄλλων δημοσίων ὑπηρεσιῶν ἀφ’ ἑτέρου θέλει δημιουργήσει, ἂν ἐφαρμοσθῇ τὸ προτεινόμενον μέτρον, ἀφοῦ οὗτοι μὲν τῶν ὁποίων ἡ ὑπηρεσία δὲν εἶναι, ὡς τῶν δικαστικῶν σπουδαία καὶ παρεξηγήσιμος θὰ μετατίθενται, ἐκεῖνοι δὲ ἀντιθέτως, παρὰ τὰς βάσεις καὶ αὐτοῦ ἀκόμη τοῦ νόμου «περὶ ἐντοπίων ὑπαλλήλων», ὅστις ὑφίσταται οὐχί, βεβαίως, ἄνευ λόγου. Ἑτέρωθεν ἡ ἥκιστα δημοκρατικὴ ἐν τῷ αὐτῷ σχεδίῳ νόμου αἰτιολογία τοῦ ἀμεταθέτου, ἡ ἐρειδομένη εἰς τὸ ὅτι τὸ ἀμετάθετον τοῦτο «θὰ προσελκύῃ νέους ἀπὸ τὰς εὐπορωτέρας καὶ κοινωνικῶς ἀνωτέρας τάξεις, βελτιουμένης οὕτω σημαντικῶς τῆς θέσεως τοῦ δικαστοῦ», δὲν φαίνεται ὡσαύτως ἀποχρῶσα καὶ ἐπὶ τῶν πραγμάτων ἐρειδομένη. Ἑπομένως ὁπωσδήποτε τὸ προτεινόμενον μέτρον, δι’ οὗ κατ’ ἐξαίρεσιν τῶν κρατούντων, προκειμένου περὶ ἄλλων ὑπαλλήλων, καθιεροῦται, καὶ μάλιστα ἐν τῷ Συντάγματι, τὸ ἀμετάθετον τῶν δικαστῶν, τῶν ὁποίων ἀκριβῶς εἶναι ὑπὲρ πάντας τοὺς ἄλλους ὑπαλλήλους λεπτὴ καὶ ἐξαιρετικὴ ἡ ἐν τῇ Κοινωνίᾳ θέσις, δὲν φρονῶ ὅτι ἐφαρμοζόμενον θέλει ἐπιτύχει τὴν βελτίωσιν τῆς καταστάσεώς των, ἥτις δι’ ἄλλων, κατ’ ἐμέ, δύναται νὰ ἐπιτευχθῇ μέτρων, ἐν οἷς καὶ ἡ μελετωμένη αὔξησις τῆς μισθοδοσίας των. Ἡ αὔξησις ὅμως αὕτη τῆς μισθοδοσίας, ὅπως ἀποβῇ ἔτι μᾶλλον ἐξυπηρετικὴ τῆς Δικαιοσύνης, θὰ ἦτο ἀναγκαῖον νὰ συνεδυάζετο καὶ μὲ μέτρα αὐστηροῦ καὶ ἐνδελεχοῦς ἐλέγχου τῶν δικαστικῶν προσώπων δι’ ἐπιθεωρητῶν ἢ ἄλλως, ὅπως καὶ ἡ ὁμολογουμένως ὑστεροῦσα ἤδη ἔν τινι τοὐλάχιστον βαθμῷ ἀπόδοσίς των εἰς ὑπηρεσίας πρὸς τὸ Κράτος εἶναι ἀνάλογος. Ὡς τοιοῦτον ἐπίσης μέτρον, ἂν μὴ ὑπῆρχεν ἡ πεῖρα τοῦ παρελθόντος, θὰ ἐτόλμων νὰ συστήσω καὶ τὸν περιορισμὸν ἀκόμη τῶν δικαστικῶν θέσεων, ὅστις, ἐνῷ ἁπλοποιουμένων ἰδίως τῶν διὰ τὰς δίκας δικονομικῶν διατυπώσεων εἶναι δυνατός, εἶναι ἐξ ἄλλου εὐκταῖος, οὐ μόνον διὰ τὰς ἐντεῦθεν οἰκονομίας δαπανῶν, ὧν τόσην τὸ Κράτος ἔχει ἤδη ἀνάγκην, ἀλλὰ καὶ διότι ἐν ἀμερολήπτῳ, ὡς προσήκει, διεξαγωγῇ του θέλει ἐπέλθει δι’ αὐτοῦ οἱονεὶ αὐτόματος ἐκκαθάρισις καὶ ἑπομένως ἐξυγίανσις τοῦ ἔχοντος ἤδη ἀνάγκην τοιαύτης δικαστικοῦ Σώματος, ὅπως τοῦτο καταστῇ πράγματι ἄξιον τῆς ὑψηλῆς ἀποστολῆς καὶ τῶν λαμπρῶν παραδόσεών του. Πλὴν ἔχων ὑπ’ ὄψιν τὸ παρελθόν, ἐγὼ τοὐλάχιστον, δὲν τολμῶ νὰ συστήσω καὶ τὸ μέτρον τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἐσκέφθην πρὸς στιγμήν. Διότι οὐ μόνον ἐν Ἑλλάδι, ἀλλὰ καὶ πρότερον ἐν Γαλλίᾳ καὶ Ἰταλίᾳ, μετ’ Ἐπαναστάσεις ἐφαρμοσθέν, ὄχι μόνον δὲν συνετέλεσεν εἰς τὴν ἀνόρθωσιν τῆς Δικαιοσύνης, ἀλλ’ ἐξ ἐναντίας ὑπέσκαψε τὰς βάσεις αὐτῆς. Καὶ τοῦτο ἀνεξαρτήτως τῆς ὑπαιτιότητος τῶν ἐκκαθαρισθέντων καὶ τῶν ἀγαθῶν ἢ μὴ προθέσεων τῶν ἐκκαθαριστῶν. Καθόσον τὴν πρώτην ἐκκαθάρισιν ἐπηκολούθησαν ἀλλεπάλληλοι νέαι ἐκκαθαρίσεις, διασείσασαι τὸ κῦρος καὶ τὴν ἐπιβολὴν τῶν δικαστικῶν προσώπων, ἀπειλήσασαι δὲ καὶ αὐτὴν ταύτην τὴν ὑπόστασιν τοῦ Σώματος. Ὡς πρὸς τὸ ἀμετάθετον πρέπει τέλος νὰ λεχθῇ ὅτι θὰ ἦτο ἴσως σκόπιμον νὰ καθιερωθῇ τοῦτο διὰ τοῦ Συντάγματος μόνον ἐπὶ τριετίαν ἢ διετίαν, ὡς ἤδη ἰσχύει διὰ νόμου καὶ κατὰ τὰς διακρίσεις τοῦ νόμου τούτου. Γνωρίζω, κύριοι, ὅτι πρὸς ὑποστήριξιν τοῦ ἀμεταθέτου τῶν δικαστῶν θὰ προβληθῇ ὡς ἐπιχείρημα καὶ τὸ ὅτι τὸ ἀμετάθετον εἶναι ἀναγκαῖον ἐπακολούθημα, τῆς ἰσοβιότητος αὐτῶν μὴ οὔσης ἄλλως πλήρους. Τοῦτο, βεβαίως, εἶναι μία λαμπρὰ θεωρία, ἥτις καὶ ἀλλαχοῦ καὶ παρ’ ἡμῖν ὑπὸ δοκίμου μάλιστα συγγραφέως ὑπεστηρίχθη. Πλὴν θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ φρονῶ ὅτι τοιαῦτα ζητήματα δὲν λύονται μὲ θεωρίας μόνον, παραβλεπομένων ἄλλων παραγόντων καὶ ἰδίως τῶν κοινωνικῶν ἐν ἑκάστῳ Κράτει συνθηκῶν καὶ τῶν δεδομένων τῆς πείρας, κατὰ τὰ προαναφερθέντα. Οἱ παράγοντες δὲ οὗτοι, κατὰ τὴν γνώμην μου τοὐλάχιστον, παρ’ ἡμῖν βοῶσι μὲν ὑπὲρ τῆς ἰσοβιότητος, ἀλλ’ ἀντιτίθενται ἀπολύτως εἰς τὸ ἀμετάθετον τῶν δικαστῶν, δι’ οὓς ἔλαβον ἤδη τὴν τιμὴν νὰ ἐκθέσω λόγους. Δεύτερον, ὡς πρὸς τὴν σύνθεσιν τοῦ Συμβουλίου καὶ ἐξ Ἐφετῶν, διαφωνῶ. Διότι κατ’ ἀρχὴν φρονῶ ὅτι οἱ Ἐφέται δὲν εἶναι καταλληλότεροι τῶν Ἀρεοπαγιτῶν κριταὶ τῶν μελῶν τῶν Πρωτοδικείων, ὥστε νὰ μεταβληθῇ τὸ κρατοῦν τέως σύστημα τῆς ἐξ Ἀρεοπαγιτῶν ἀποκλειστικῶς συνθέσεως τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου. Οὐ μόνον διότι οἱ Ἐφέται στεροῦνται τῆς πείρας καὶ τῶν γνώσεων ἐν γένει τῶν Ἀρεοπαγιτῶν, κατὰ τεκμήριον τοὐλάχιστον, ἀλλὰ καὶ διότι μὲ τὰ ἀρχαιότερα τῶν μελῶν τῶν Πρωτοδικείων πολλοὶ ἐξ αὐτῶν ἐνδέχεται νὰ εἶναι σύγχρονοι ἢ σχεδὸν σύγχρονοι ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ καὶ νὰ συνδέωνται ἢ διίστανται ἕνεκα συνυπηρεσίας ἄλλοτε ἐν τῷ αὐτῷ δικαστηρίῳ. Ἑπόμενον δὲ εἶναι ἐκ τοιούτου λόγου τινὲς τοὐλάχιστον ἐξ αὐτῶν καὶ νὰ ἐπηρεασθῶσιν ὡς κριταὶ ἐν δεδομένῃ στιγμῇ ἤ, καὶ μὴ ἐπηρεαζόμενοι, νὰ θεωρηθῶσιν ἁπλῶς ὡς μὴ ἀμερόληπτοι κριταὶ ἕνεκα τούτου, καὶ νὰ μὴ ἐμπνέωσιν ὡς τοιοῦτοι τὴν ἀπαιτουμένην ἐμπιστοσύνην. Ἐξ ἄλλου τὸ σύστημα τοῦτο ἐνέχει καὶ τὸ ἐλάττωμα τῆς μετὰ τοῦ αὐτοῦ δικαιώματος ψήφου κρίσεως ἐκ μέρους ἀνωτέρων (Ἐφετῶν) καὶ ἀνωτάτων δικαστικῶν (Ἀρεοπαγιτῶν), ἐξ ὧν οἱ πρῶτοι διὰ τὴν ἑαυτῶν προαγωγὴν πρέπει νὰ κριθῶσιν ἐπίσης ὑπὸ τῶν δευτέρων, ὡς μέχρι τοῦδε. Ἕνεκα δὲ τούτου τοῦ λόγου, ἐπὶ τοῦ προκειμένου, δύναται νὰ ὑπάρξῃ, ὡς πρὸς τοὺς ἀσθενεστέρους τοὐλάχιστον χαρακτῆρας, κώλυμα, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐλευθέραν ἐκδήλωσιν καὶ ὑποστήριξιν τῆς γνώμης τῶν Ἐφετῶν, καθ’ ἣν περίπτωσιν αὕτη δὲν συμφωνεῖ μὲ τὴν τῶν Ἀρεοπαγιτῶν. Ἐκτὸς τούτου ἡ πρόσκλησις ἐν Ἀθήναις Ἐφετῶν ἐκ τῶν ἐπαρχιακῶν Ἐφετείων διὰ τὰ Συμβούλια θὰ ἐπιφέρῃ ἀναγκαίως ἀνωμαλίας εἰς τὴν ὑπηρεσίαν των. Ἐπὶ πλέον διὰ τοῦ προτεινομένου συστήματος, ὡς ἐκ τῆς ἑκάστοτε ἀλλαγῆς προσώπων, τὰ ὁποῖα θὰ ἀποτελῶσι τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον, δὲν θὰ ὑπάρχῃ ἑνότης ἐν τῇ διοικήσει τῆς Δικαιοσύνης καὶ ἀσφαλεστέρα γνῶσις διὰ συνεχοῦς παρακολουθήσεως τῶν δικαστικῶν προσώπων ὑπὸ τῶν αὐτῶν πάντοτε κριτῶν. Εἰς ἐπίμετρον δὲ ὅλων τούτων, δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἡ ὑπόνοια ὅτι τινὰ τοὐλάχιστον ἐκ τῶν ἑκάστοτε ἐξ Ἐφετῶν μελῶν τοῦ Συμβουλίου κρίνοντα ὁμοιοβάθμους των, μέλη προσεχῶς τοῦ αὐτοῦ Συμβουλίου εἰς ἀντικατάστασιν τῶν ἰδίων, δυνατὸν ἔν τινι μέτρῳ καὶ νὰ ἐπηρεασθῶσιν ἐν τῇ τοιαύτῃ κρίσει των ἐκ τοῦ ὑπολογισμοῦ ὅτι λίαν ταχέως θὰ κριθῶσιν ὑπὸ τῶν ἤδη ὑπ’ αὐτῶν κρινομένων, τοὺς ὁποίους νὰ μὴ θέλωσιν ἕνεκα τούτου νὰ δυσαρεστήσωσι, καὶ ἑπομένως νὰ μὴ εἶναι ὡς πρὸς αὐτοὺς ἀμερόληπτοι κριταί. Ἀπὸ τοιούτων δὲ ὑπονοιῶν, ἔστω καὶ ἀβασίμων, ὀφείλομεν νὰ προφυλάξωμεν τὸ δικαστικὸν Σῶμα, οὐ μόνον ἐν τῷ γενικῷ συμφέροντι, ἀλλὰ καὶ χάριν αὐτοῦ τούτου.
§140ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Ἂν τοιοῦτον εἶναι τὸ δικαστικὸν Σῶμα, πρέπει νὰ ἀπελπιζώμεθα.
§141Α. ΚΟΥΤΡΑΣ. Ὄχι, κ. συνάδελφε, δὲν φρονῶ ὅτι πρέπει νὰ ἀπελπιζώμεθα διὰ τὸ δικαστικὸν Σῶμα. Ἀπεναντίας νομίζω ὅτι πρέπει, ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν καὶ ἄλλους μᾶλλον ἡμῶν πεπολιτισμένους λαούς, νὰ εἴμεθα ὑπερήφανοι καὶ γενικώτερον μὲν διὰ τὸ ὑπαλληλικὸν ἡμῶν Σῶμα, ἰδιαιτέρως δὲ διὰ τὸ δικαστικόν, τὸ ὁποῖον, ἐν τῷ συνόλῳ του ἐξεταζόμενον, περιποιεῖ ἀληθῶς τιμὴν εἰς τὸν Τόπον, μεθ’ ὅλας τὰς κατὰ τὰ τελευταῖα ἰδίως ἔτη γνωστὰς ἀνωμαλίας, ἐξ ὧν, βεβαίως, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ παραμείνωσι καὶ μέλη τινὰ τούτου ἐντελῶς ἀνεπηρέαστα. Ἡ ἐκ τῶν πραγμάτων ὅμως ἐπιβαλλομένη γνώμη αὕτη περὶ τοῦ δικαστικοῦ Σώματος, δὲν νομίζω ὅτι δύναται καὶ πρέπει νὰ μᾶς ἀποτρέψῃ ἀπὸ ἕτερον σπουδαῖον καθῆκον, ὡς μέλη μάλιστα τοῦ Συντακτικοῦ Σώματος, ἐν σχέσει πρὸς τὰ ληπτέα μέτρα. Νομίζω ἀπεναντίας ὅτι ὀφείλομεν νὰ λάβωμεν πάντα τὰ μέτρα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα συντελοῦσιν, ὥστε οἱ δικασταὶ καὶ θέλοντες νὰ μὴ δύνανται νὰ παρεκτραπῶσι καὶ τώρα καὶ ἐν τῷ μέλλοντι. Ὡς πρὸς τὰς προαγωγὰς εἰς τὰς ἀνωτέρας δικαστικὰς θέσεις, διαφωνῶ ἐπίσης πρὸς τὸ σχέδιον ψηφίσματος, διότι δὲν εἶναι, κατ’ ἐμέ, σκόπιμον τὸ νὰ μὴ περιληφθῇ ἐν τῷ Συντάγματι ἡ διάταξις περὶ τῆς διὰ τοῦ Δικαστικοῦ Συμβουλίου προαγωγῆς εἰς τὰς θέσεις τοῦ Προέδρου καὶ Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν, Ἀρεοπαγιτῶν καὶ Ἀντεισαγγελέων Ἀρείου Πάγου, ὡς μέχρι τοῦδε καὶ διὰ τοὺς αὐτοὺς λόγους. Θὰ ἦτο μόνον ἴσως ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἀναγκαῖον νὰ μεταβληθῇ, ὡς πρὸς τοὺς ἀνωτέρους τούτους δικαστικούς, ἡ σύνθεσις τοῦ Συμβουλίου, οὕτως ὥστε νὰ ἀποφαίνεται δι’ αὐτοὺς ἡ ὁλομέλεια τοῦ Ἀρείου Πάγου. Ἐπικίνδυνον δὲ ἐξ ἄλλου φρονῶ τὴν ἐν τῷ σχεδίῳ ψηφίσματος διάταξιν, καθ’ ἣν ἡ δι’ αὐτοῦ προτεινομένη σύνθεσις τοῦ Δικαστικοῦ Συμβουλίου κατὰ τὰ ⅘ ἐκ δικαστικῶν, κατὰ δὲ τὸ ⅕ καὶ ἐξ ἄλλων προσώπων, δυναμένων νὰ ληφθῶσιν ἐκτὸς τοῦ δικαστικοῦ Σώματος, ν’ ἀπόκειται, ὡς πρὸς τὰς λεπτομερείας της, εἰς τὴν Νομοθετικὴν Ἐξουσίαν, δυναμένην ἐνίοτε νὰ κάμῃ κατάχρησιν τῶν δικαιωμάτων της. Συναφῶς, ὡς πρὸς τὴν διὰ τοῦ σχεδίου ψηφίσματος καὶ τοῦ σχετικοῦ σχεδίου νόμου προτεινομένην ἑτέραν μεταρρύθμισιν τοῦ Συμβουλίου καὶ τὴν κατάργησιν τοῦ λειτουργοῦντος ἤδη θεσμοῦ τῶν ἐπιθεωρητῶν, πρέπει νὰ προσθέσω τὰ ἑξῆς: Ἡ συμμετοχὴ τοῦ Γενικοῦ Γραμματέως τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, καὶ δὴ μετὰ ψήφου, ἐν τῷ Συμβουλίῳ καὶ ἡ συνεδρίασις ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τοῦ Συμβολίου τούτου, προσλαμβάνοντος καὶ ὡς μόνιμον γραμματέα ὑπουργικὸν ὑπάλληλον, φρονῶ ὅτι δύναται νὰ δημιουργήσῃ ἐπιβλαβῆ ἰδέαν ἐξαρτήσεως ἢ καὶ πραγματικὴν ἐξάρτησιν αὐτοῦ ἐκ τοῦ Ὑπουργοῦ, καθ’ ὃν χρόνον ἡ αὐτοδιοίκησις ἀναγνωρίζεται ὡς ὀρθὴ καὶ ἐπιδιώκεται εἰς ὅλους σχεδὸν τοὺς κλάδους τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν. Ἐπίσης δὲν εὑρίσκω δεδικαιολογημένην τὴν εἰς τὸν Γεν. Γραμματέα τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης ἀπονομὴν βαθμοῦ καὶ μισθοῦ Ἀντιπροέδρου τοῦ Ἀρείου Πάγου, κατ’ ἐξαίρεσιν πρὸς τοὺς συναδέλφους του τῶν ἄλλων Ὑπουργείων.
§142Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἕνας λόγος περισσότερον ποὺ βάζομεν τὸν Γενικὸν Γραμματέα μέλος τοῦ Συμβουλίου μὲ τοιαύτην ἀποστολήν, ἵνα φέρωμεν εἰς ἐπαφὴν τὴν ὑπεύθυνον Διοίκησιν μετὰ τῆς Δικαιοσύνης, ἐντελῶς ἀνεξαρτήτου. Τὴν στιγμὴν ποὺ θέτομεν τὸν Γεν. Γραμματέα, ὀφείλομεν νὰ τοῦ παράσχωμεν ὅλα τὰ μέσα, ὥστε ὁ ἑκάστοτε Γεν. Γραμματεὺς τοῦ Ὑπουργείου νὰ ἑλκύῃ ὅλα τὰ πρόσωπα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εἶναι ἀπαραίτητα διὰ τὴν Δικαιοσύνην.
§143Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Εἰς τὰ ἄλλα Ὑπουργεῖα δὲν ὑπάρχει ὁ αὐτὸς λόγος;
§144Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Θὰ εἶναι δυνατὸν καὶ οἱ ἄλλοι Ὑπουργοὶ νὰ σκεφθῶσι δι’ αὐτό. Σεῖς γνωρίζετε ὅτι ὁ Γεν. Γραμματεὺς εἶναι μία μεγάλη δύναμις, ἡ ὁποία ἐξυπηρετεῖ ἄριστα τὸν Ὑπουργὸν ἐν τῇ ἐνασκήσει τῶν καθηκόντων του.
§145Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ὑποθέτω ὅτι πάντες γνωρίζομεν τί ἐστὶ Γεν. Γραμματεύς, ἀλλ’ ἐξήγησις ἀπαιτεῖται διατί λαμβάνεται ἰδιαιτέρα πρόνοια, ὥστε ὁ Γεν. Γραμματεὺς τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἔχῃ ἕνα ἐντελῶς ἐξαιρετικὸν μισθόν; Ἄν εἶναι ὁ λόγος τῆς προσελκύσεως προσώπων ἱκανωτέρων εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, σᾶς ἐρωτῶ: Ὁ αὐτὸς λόγος δὲν ὑφίσταται καὶ διὰ τὰ ἄλλα Ὑπουργεῖα;
§146Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Εἷς ἕκαστος τῶν Ὑπουργῶν εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ λάβῃ ἀνάλογα μέτρα, ἂν κρίνῃ τοῦτο ἀναγκαῖον διὰ τὸ Ὑπουργεῖόν του.
§147Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Φαντάζεσθε ὅτι κάθε Ὑπουργεῖον εἶναι ἀνεξάρτητον ἀπόσπασμα, τὸ ὁποῖον κανονίζει τὰ τῶν ὑποθέσεών του ἐν πλήρει ἀνεξαρτησίᾳ ἀπὸ τῶν ἄλλων Ὑπουργείων καὶ ὅτι δύναται ὁ Γεν. Γραμματεὺς τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἔχῃ ἕνα μισθὸν τριπλάσιον ἐν σχέσει μὲ τοὺς ἄλλους Γεν. Γραμματεῖς καὶ κατόπιν, ὅταν ὁ Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας σκεφθῇ νὰ κάμῃ τὸν Γραμματέα τὸν ἰδικόν του καλύτερον, νὰ ἔλθῃ νὰ κανονίσῃ ἕνα μισθὸν διπλάσιον ἀπὸ τὸν μισθὸν τοῦ Γεν. Γραμματέως τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης καὶ οὕτω καθεξῆς. Ὑποθέτω ὅτι αὐτὰ τὰ πράγματα δὲν γίνονται, ὅταν ὑπάρχῃ κάποια σύνταξις εἰς τὴν διεύθυνσιν τῶν δημοσίων πραγμάτων. Ἄν ὑπάρχῃ λόγος αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ διὰ στρατολογίαν καλυτέρων προσώπων, κάμετε ἓν γενικὸν νομοσχέδιον, ἀλλὰ τὸ νὰ ἔρχεται κάθε Ὑπουργὸς νὰ δημιουργῇ μίαν προνομιακὴν διάταξιν ὑπὲρ τοῦ Γεν. Γραμματέως τοῦ Ὑπουργείου του ἐν ἐπιγνώσει ὅτι θὰ τὸν παρακολουθήσουν καὶ οἱ ἄλλοι Ὑπουργοί, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τύχῃ ἐπιδοκιμασίας.
§148Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν φρονεῖτε ὅτι τὴν στιγμὴν καθ’ ἣν ὁ Γεν. Γραμματεὺς πρόκειται νὰ μετάσχῃ ἑνὸς Συμβουλίου....
§149Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Συμβουλίων μετέχουσιν ὅλοι οἱ Γεν. Γραμματεῖς.
§150Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης).... μὲ τὸν Πρόεδρον τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ μὲ Ἀεροπαγίτας, δὲν φρονεῖτε ὅτι πρέπει νὰ ἔχῃ τὴν θέσιν τὴν ὁποίαν τοῦ δίδει τὸ νομοθέτημα;
§151Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Δὲν εἶναι μικρὰ ἡ θέσις τοῦ Γενικοῦ Γραμματέως.
§152Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὁπωσδήποτε, ὅταν ἔλθωμεν εἰς τὰς λεπτομερείας, τὸ συζητοῦμεν.
§153Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Παρενέβην ἁπλῶς, διότι εἴπετε ὅτι ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ προσελκύσωμεν καλύτερα πρόσωπα εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ Γεν. Γραμματέως τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης καὶ ἐπ’ αὐτοῦ σᾶς ἀπήντησα.
§154Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Ἔχετε δίκαιον εἰς αὐτό· εἶναι συζητήσιμον.
§155Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Δὲν εἶχον καμμίαν ἀμφιβολίαν ὅτι θὰ συμφωνήσωμεν.
§156Α. ΚΟΥΤΡΑΣ. Ἐγώ, κ. Πρόεδρε, εἶμαι κατὰ βάσιν ἀντίθετος πρὸς τὴν συμμετοχὴν τοῦ Γεν. Γραμματέως εἰς τὸ Συμβούλιον καὶ συνεπῶς, ἀνεξαρτήτως τῶν ἄλλων ἐπιχειρημάτων, τὰ ὁποῖα ὀρθῶς ἀντέταξεν ὁ ἔντιμος ἐξ Εὐρυτανίας πολιτευτής, δὲν θεωρῶ καὶ κατ’ ἀρχὴν ὡς ἀναγκαίαν, ἀλλ’ ἀπεναντίας νομίζω ἐπιζημίαν τὴν συμμετοχὴν τοῦ Γεν. Γραμματέως εἰς τὸ Συμβούλιον, ὡς δημιουργοῦσαν ἰδέαν ἐξαρτήσεως ἢ καὶ πραγματικὴν ἐξάρτησιν αὐτοῦ ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης.
§157Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Ἄν ἐξετάσητε πῶς ἐνήργησεν ἕως σήμερον τὸ Συμβούλιον, θὰ πεισθῆτε ὅτι εἶναι ἀναγκαιοτάτη ἡ διάταξις.
§158Α. ΚΟΥΤΡΑΣ. Ἠξεύρω καλῶς τὰ κατὰ τὸ Συμβούλιον, κ. Πρόεδρε, ἀλλὰ θεωρῶ περισσότερον κακὸν τὴν ἐπέμβασιν τοῦ Ὑπουργείου εἰς τὰς ἐργασίας του.
§159Ν. ΑΝΔΡΕΑΔΑΚΗΣ. Ἐκ μακρᾶς πείρας ἔχω τὴν γνώμην ὅτι πρέπει νὰ καταργηθῇ τὸ Συμβούλιον. Σᾶς λέγω ὅτι ἄλλοτε παλαιοκομματικὸς Ὑπουργὸς δὲν ἠθέλησε, καίτοι ἐπιέζετο ἀπὸ ὁμάδα βουλευτῶν, νὰ προβιβάσῃ ἕνα Ἐφέτην εἰς Ἀρεοπαγίτην, ἐνῷ σήμερον εὐκολώτατα τὰ Συμβούλια κάμνουν τοιαύτας παρεκτροπὰς καὶ τοῦτο διότι δὲν δίδουν λόγον πουθενά, ἐνῷ ὁ Ὑπουργὸς θὰ δώσῃ λόγον εἰς τὴν Βουλήν.
§160Δ. ΚΑΛΚΑΝΔΗΣ. Τὴν σημερινὴν ἀναρχίαν καὶ σύγχυσιν τὴν ἔφεραν τὰ Συμβούλια.
§161Α. ΜΑΡΚΟΥ. Ἄλλοτε ὅμως, ὅταν ἴσχυε τὸ πρὸ τοῦ 1911 καθεστώς, μετετέθη ἐκ Πατρῶν ὁλόκληρον δικαστήριον ἀπὸ τὸν Ὑπουργόν, διότι δὲν ἔστερξεν εἰς τὰ κελεύσματα τοῦ βουλευτοῦ τῆς ἐπαρχίας καὶ ἐξ Ἠλείας μετετέθη ὁλόκληρον δικαστήριον, διότι κατεδίκασεν ἕνα ἰσχυρὸν κομματάρχην. Αὐτὰ τὰ λέγω, διότι δὲν νομίζω ὅτι εἴτε μὲ τὴν ἄμεσον εἴτε μὲ τὴν ἔμμεσον κατάργησιν τοῦ Συμβουλίου πρέπει ποτὲ νὰ ἐπανέλθῃ ἡ Δικαιοσύνη εἰς ἐκεῖνο τὸ στάδιον.
§162Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Κανεὶς δὲν τὸ λέγει αὐτό.
§163Α. ΚΟΥΤΡΑΣ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει νομίζω ὅτι γενικῶς δὲν ἀμφισβητεῖται ὅτι τὸ Συμβούλιον εἶναι ἐπιτυχεστέρα λύσις ἀπὸ ἐκείνην καθ’ ἣν τὰ ἤδη ὑπαγόμενα εἰς αὐτὸ ζητήματα ἐπανέρχονται εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ Ὑπουργοῦ. Δὲν λαμβάνω ὑπ’ ὄψιν τὰς ἐξαιρέσεις, ἤτοι ἕνα Ὑπουργὸν τῆς περιωπῆς λ. χ. τοῦ μακαρίτου Δημητρακοπούλου οὔτε ἓν Συμβούλιον ἐξαιρετικῶς ἐπιλῆσμον τῶν καθηκόντων του. Λαμβάνω ὑπ’ ὄψιν ἕνα συνήθη τύπον Ὑπουργοῦ καὶ ἕνα σύνηθες Συμβούλιον καὶ συγκρίνων μεταξὺ τῶν δύο αὐτῶν εὑρίσκω προτιμότερον τὸ Συμβούλιον ἀπὸ τὸν Ὑπουργόν. Ἂν δὲ ἀνατρέξῃ τις εἰς τὸ παρελθὸν δὲν εἶναι δύσκολον ν’ ἀνακαλύψῃ ὅτι ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τοῦ Συμβουλίου τὰ πράγματα τῆς Δικαιοσύνης ἐρρυθμίσθησαν κατὰ τὸν καλύτερον δυνατὸν τρόπον. Βεβαίως ἐγένοντο καὶ παρεκτροπαί, ἀλλ’ αὗται εἶναι ἢ μικραὶ ὀφειλόμεναι εἰς ἀνθρωπίνην ἀδυναμίαν τῶν μελῶν τοῦ Συμβουλίου, εὐνοησάντων λ. χ. ἰδιαιτέρως ὡρισμένους συγγενεῖς των ἢ ἄλλους ἐπιτηδείους δικαστικούς, ἢ μεγαλύτεραι, αἱ ὁποῖαι ὅμως ὑπῆρξαν ἀναγκαῖον ἐπακολούθημα τῆς γενικῆς ἀνωμαλίας ἡ ὁποία κατὰ τοὺς τελευταίους τούτους χρόνους παρενέπεσεν. Ὡσαύτως καὶ ἡ κατάργησις τοῦ θεσμοῦ τῶν ἐπιθεωρητῶν Ἀρεοπαγιτῶν, ὡς ἔχει οὗτος σήμερον, δὲν εἶναι σκόπιμος, λόγῳ τῆς ἀμέσου καὶ ἐνδελεχοῦς οἱονεὶ κατ’ ἐπάγγελμα παρακολουθήσεως καὶ ἐλέγχου τῶν δικαστικῶν προσώπων ὑπὸ τοῦ Ἀρείου Πάγου δι’ ἑνὸς τῶν μελῶν του, τὸ ὁποῖον μάλιστα ἐπιβάλλεται, κατ’ ἐμέ, καὶ ἔκθεσιν (ὄχι βεβαίως ὑποχρεωτικὴν) εἰς τὸ Δικαστικὸν Συμβούλιον νὰ ὑποβάλῃ δι’ ἕκαστον τῶν ὑπ’ αὐτοῦ ἐπιθεωρηθέντων καὶ κρινομένων καὶ νὰ μετέχῃ τοῦ Συμβουλίου τούτου προκειμένου περὶ προαγωγῆς ἢ μεταθέσεώς του. Τὸ ἔργον τοῦτο τῆς ἐπιθεωρήσεως δύναται, καὶ εἶναι ἴσως σκοπιμώτερον, ἀντὶ τῶν Ἀρεοπαγιτῶν νὰ ἀνατεθῇ καὶ εἰς ἕτερα κατάλληλα πρόσωπα μονίμως καὶ κατ’ ἐπάγγελμα ἀσκοῦντα τοῦτο, ὑποβάλλοντα δὲ ἐκθέσεις καὶ μετέχοντα τοῦ Δικαστικοῦ Συμβουλίου, προκειμένου περὶ τῶν ὑπ’ αὐτῶν ἐπιθεωρηθέντων. Ὁ ἔλεγχος δὲ οὗτος, ἐνῷ κατ’ οὐδὲν μειοῖ τὸ κῦρος τῶν δικαστικῶν προσώπων, ἀλλ’ ἐξ ἐναντίας τὴν ἅμιλλαν αὐτῶν προκαλεῖ, ἀσκούμενος πρεπόντως. (δι’ ὅπερ ἰδιαιτέρως πρέπει νὰ ἐφιστᾶται ἡ προσοχὴ τῶν ἐπιθεωρητῶν) ὑπὸ τὰς σημερινὰς ἰδίως συνθήκας συνθέσεως καὶ λειτουργίας τῶν δικαστηρίων εἶναι πλέον ἢ ἄλλοτε ἀναγκαῖος. Δὲν δύναται δὲ ν’ ἀναπληρωθῇ καὶ διὰ τῆς ὑπὸ τῶν Εἰσαγγελέων τῶν Ἐφετῶν ἐνεργουμένης ἑκάστοτε ἐπιθεωρήσεως τῶν Πρωτοδικείων, ἥτις εἶναι, κατὰ κανόνα, τυπικὴ καὶ οὐδέποτε ἄλλως τε ἠξιώθη προσοχῆς ὑπὸ τῶν ἁρμοδίων.
§164ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Ἡ Δικαιοσύνη ἐλειτούργει πολλάκις εὐρυθμότερον, ὅτε διηυθύνετο ἀποκλειστικῶς ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ, μὴ ὑπάρχοντος Συμβουλίου.
§165Α. ΚΟΥΤΡΑΣ. Κατὰ τὴν γνώμην μου δὲν εἶναι τοῦτο ἀκριβές. Ἐπαναλαμβάνω ὅτι διὰ νὰ κρίνῃ τις ἀσφαλέστερον ἐπὶ τοῦ ζητήματος, δὲν πρέπει νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν ὡρισμένους ἐξαιρετικοὺς Ὑπουργοὺς ἢ καὶ ἐξαιρετικὸν Συμβούλιον, οὔτε τὰς ἐκτάκτους περιστάσεις, ὑφ’ ἃς κατὰ τὰ τελευταῖα ἰδίως ἔτη ἐλειτούργησε τοῦτο, ἀλλὰ τὴν συνήθη καὶ ὁμαλὴν κατάστασιν τῶν πραγμάτων, οἵα ἦτο καὶ ἡ κατὰ τὰ πρῶτα ἔτη τῆς λειτουργίας του. Εἰς τοιαύτην δὲ κατάστασιν ἀποβλέπων τις εὑρίσκει εὐκόλως τὰ πλεονεκτήματα τοῦ Συμβουλίου τούτου. Θὰ ἦτο δὲ αὐτόχρημα ἀναχρονισμός, ὡς προανέφερα, νὰ γίνῃ σκέψις περὶ καταργήσεως ἢ μειώσεως τῶν δικαιωμάτων τοῦ Συμβουλίου καὶ νὰ καταλήξωμεν εἰς τὴν ἀπόφασιν ν’ ἀφαιρεθῇ οὕτως ἡ αὐτοδιοίκησις ἀπὸ τοῦ Δικαστικοῦ Σώματος, καθ’ ὃν χρόνον συνιστᾶται καὶ εἰσάγεται αὕτη καὶ εἰς τοὺς ὑποδεεστέρους καὶ ἐλαχίστους ἀκόμη κρατικοὺς ὀργανισμούς. Δὲν θέλω νὰ νομισθῇ, κύριοι, ὅτι διαφωνήσας ὡς πρὸς τὴν προτεινομένην διὰ τοῦ σχεδίου ψηφίσματος σύνθεσιν τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου εὑρίσκω τοῦτο ὡς ἤδη ὑφίσταται καὶ λειτουργεῖ τέλειον. Ἡ ἐκ τῆς μέχρι τοῦδε λειτουργίας του πεῖρα ἀπέδειξε καὶ ἐλαττώματα τοῦ κρατοῦντος τέως συστήματος. Ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἕνεκα τοῦ ἀναιτιολογήτου τῶν ἀποφάσεων τοῦ Συμβουλίου, αἱ ὁποῖαι διὰ τοῦτον τὸν λόγον πρέπει νὰ αἰτιολογῶνται ἐφεξῆς, καθοριζομένων ἰδίως ὡς πρὸς τὰς προαγωγὰς εἰδικῶς τῶν λόγων, δι’ οὓς ὁ δικαστὴς κρίνεται ἢ δὲν κρίνεται προακτέος, καὶ ἐπιτρεπομένης ἄλλως προσφυγῆς εἰς τὴν ὁλομέλειαν τοῦ Ἀρείου Πάγου, προκειμένου περὶ τοιούτων προαγωγῶν ἐν περιπτώσει παραπόνων τῶν ἐνδιαφερομένων. Ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἕνεκα τῆς ὑπὸ τῶν αὐτῶν σχεδὸν πάντοτε προσώπων κρίσεως τῶν κατωτέρων των καὶ τῆς προκαταλήψεως ἐνίοτέ τινων ἐκ τῶν πρώτων ὡς πρὸς τοὺς δευτέρους, ἥτις ὑπό τινων ἀπεδόθη καὶ εἰς προσωπικοὺς λόγους ἐχθρότητος τῶν κριτῶν. Ὑφισταμένη δὲ πράγματι εἶναι καταστρεπτικὴ διὰ τὸν ὑπὸ τὸ κράτος αὐτῆς κρινόμενον, καθ’ ἣν ἰδίως περίπτωσιν ὁ ἔχων τὴν προκατάληψιν κατ’ αὐτοῦ εἶναι ἐκ τῶν μονίμων μελῶν τοῦ Συμβουλίου. Οὐχ’ ἧττον τὸ σύστημα τοῦτο, ὡς μὴ μετέχον τῶν κατὰ τὰ ἀνωτέρω ἐλαττωμάτων τῶν ἄλλων, εἶναι τὸ σχετικῶς ἀρτιώτερον. Ὑπὸ τὸν περιορισμὸν ὅμως ὅτι τὰ μέλη τοῦ Δικαστικοῦ Συμβουλίου δὲν θὰ παραλείπωσι τὴν δήλωσιν κωλυμάτων, ὁσάκις ὑπάρχουσι τοιαῦτα, προκειμένου νὰ κρίνωσι κατωτέρους των, καὶ ὅτι τοῦτο θέλει ἐξασφαλισθῆ νομοθετικῶς καὶ δι’ ἀπειλῆς ἀκόμη αὐστηρῶν ποινῶν ἐν παραλείψει. Καταλήγω ὅθεν καὶ ὡς πρὸς τὸ θέμα τοῦτο εἰς τὴν γνώμην, ὅτι τὸ διὰ τὰς προαγωγὰς καὶ μεταθέσεις Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον πρέπει ἐν πάσῃ περιπτώσει νὰ ἀποτελῆται, κατὰ τὰ καὶ μέχρι τοῦδε ἰσχύοντα, μόνον ἐκ μελῶν τοῦ Ἀρείου Πάγου. Αἱ περαιτέρω δὲ λεπτομέρειαι τῆς συνθέσεως αὐτοῦ, ἡ ὁποία δύναται νὰ εἶναι διάφορος προκειμένου περὶ προαγωγῶν εἰς τοὺς ἀνωτέρους βαθμούς, νὰ ὁρισθῶσι διὰ Νόμου, ὅπως δύνανται ἑκάστοτε νὰ μεταβάλλωνται, ἀναλόγως τῶν διδαγμάτων τῆς ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ Νόμου τούτου πείρας. Διὰ τοιούτου προσέτι νόμου δύναται καὶ πρέπει νὰ ὁρισθῇ καὶ τρόπος ἐλέγχου τῶν ἀποφάσεων τοῦ Δικαστικοῦ Συμβουλίου ἐν περιπτώσει παραπόνων τῶν ἐνδιαφερομένων, ὅσον ἀφορᾷ τὰς προαγωγάς. Νὰ καθιερωθῶσι δὲ ὡς πρὸς αὐτὰς πρὸς διαφώτισιν ἁπλῶς τοῦ Συμβουλίου, ἐκδίδοντος ᾐτιολογημένας πάντοτε ἀποφάσεις ὡς πρὸς τὰς προαγωγάς, καὶ ἐκθέσεις ἐπιθεωρητῶν (ὁ περὶ τῶν ὁποίων θεσμὸς δὲν ἐδοκιμάσθη ἤδη ἐπαρκῶς, ὥστε νὰ περιληφθῇ σχετικὴ διάταξις ἐν τῷ Συντάγματι), ἔτι δὲ καὶ τῆς ὁλομελείας τῶν Ἐφετείων, ὅσον ἀφορᾷ τὰ μέλη τῶν Πρωτοδικείων. Ὡς πρὸς τὴν σύνθεσιν τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου, ἡ ἐπὶ τοῦ Συντάγματος Ἐπιτροπὴ κατὰ πλειοψηφίαν ἀποφηναμένη (πολλῶν ἐν οἷς καὶ ἐγὼ μειοψηφούντων), δὲν ἠκολούθησεν οὔτε τὴν ἐν τῷ σχεδίῳ ψηφίσματος πρότασιν, οὔτε τὴν ἰδικήν μου ὡς εἰσηγητοῦ γνώμην, ἀλλ’ ἐξελέξατο μέσην ὁδόν, ὡς δεχθεῖσα τὴν ἐν τῷ Συμβουλίῳ συμμετοχὴν καὶ Ἐφετῶν διὰ τοὺς κατωτέρους αὐτῶν βαθμούς. Εἰδικῶς δὲ ὅσον ἀφορᾷ τοὺς Εἰρηνοδίκας καὶ Πταισματοδίκας καὶ τοὺς γραμματεῖς αὐτῶν, ἐπρότεινε τοπικὰ συμβούλια ἐξ Ἐφετῶν διὰ τοὺς ἐν τῇ περιφερείᾳ τῶν ὑπηρετοῦντας τοιούτους κατωτέρους δικαστικοὺς ὑπαλλήλους, ὅπερ, ἐγὼ τοὐλάχιστον, εὑρίσκω σχεδὸν ἀνεφάρμοστον, διότι ἕκαστον τοιοῦτον τοπικὸν Συμβούλιον, κρῖνον μεταθετέον ὑπάλληλον τῆς περιφερείας του, δὲν θὰ γνωρίζῃ ἂν καὶ ἐν ἄλλῃ περιφερείᾳ εἶναι μεταθετέος ὁμοιόβαθμός του, ὥστε νὰ ἐνεργήσῃ ἐναλλὰξ τὴν μετάθεσιν. Ἡ τέως δ’ ἄλλως τε ὑπηρεσία τοῦ μετατιθεμένου θ’ ἀγνοῆται διὰ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ συστήματος τούτου ἐν τῇ νέᾳ του ἐκτὸς τῆς περιφερείας, εἰς ἣν ὑπηρέτει πρότερον, θέσει. Ἐν ᾧ τὰ μειονεκτήματα ταῦτα δὲν θὰ ὑπάρξουν, ἂν ὑπάγωνται πάντες εἰς ἓν κεντρικὸν συμβούλιον, τὸ ὁποῖον, ὅπως περισσότερον γνωρίζῃ τὰ κατὰ τοὺς κατωτέρους τούτους δικαστικούς, ν’ ἀπαιτῇ καὶ ἐκθέσεις τῶν Ἐφετείων ἢ Εἰσαγγελέων τῆς περιφερείας των, ὅπερ καὶ ἤδη ἄλλως τε συμβαίνει. Ἡ αὐτὴ Ἐπιτροπὴ τοῦ Συντάγματος, ἐμοῦ καὶ ἐν τούτῳ μειοψηφοῦντος διὰ τοὺς προαναφερθέντας λόγους, ἐδέχθη τὴν ἐν τῷ Συμβουλίῳ συμμετοχὴν τοῦ Γενικοῦ Γραμματέως τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης ὡς εἰσηγητοῦ, ἀποχωροῦντος πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς συζητήσεως καὶ ἑπομένως μὴ ἔχοντος ψῆφον. Τέλος, ὡς πρὸς τὴν διὰ τοῦ σχεδίου ψηφίσματος προτεινομένην τρίμηνον ἀναστολὴν τῶν συνταγματικῶν διατάξεων, ὅσον ἀφορᾷ τὰς μεταβολάς, εἶμαι καὶ κατὰ τοῦ μέτρου τούτου, ὡς μέλλοντος νὰ προκαλέσῃ νέαν ἀναστάτωσιν τῶν δικαστικῶν προσώπων, καὶ λίαν ὡς ἐκ τούτου καὶ τῶν συμπαρομαρτουσῶν αὐτοπροσώπων ἢ δι’ ἄλλων ἐνεργειῶν τῶν πρὸς διατήρησιν ἢ βελτίωσιν τῆς θέσεώς των ἐπιβλαβοῦς. Διότι, ἂς μὴ ἀπατώμεθα, κύριοι, τὸ μέτρον ἐνέχει μερικὴν ἐκκαθάρισιν.
§166Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν συντόμως νὰ ἐξηγηθῇ ὁ σκοπὸς τῆς διατάξεως αὐτῆς;
§167Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Ὁ λόγος εἶναι σαφής. Εὑρισκόμεθα κατόπιν μιᾶς πολιτικῆς ἀνωμαλίας εἰς μίαν γενικὴν ἐξέγερσιν κατὰ πλείστων δικαστῶν. Νομίζομεν λοιπὸν ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ γίνῃ μία τακτοποίησις, ὄχι αὐθαίρετος ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ἀλλ’ ἐπὶ τῇ βάσει γνωμοδοτήσεως Συμβουλίου ἀπαρτισθησομένου ἀπὸ Ἀρεοπαγίτας καὶ Ἐφέτας.
§168Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Δὲν πρόκειται αὐτὴν τὴν στιγμὴν νὰ ἐκφέρω τὴν γνώμην μου· ἐν πάσῃ περιπτώσει ἡμεῖς ἰσχυριζόμεθα ὅτι θὰ ἐπέλθῃ κλονισμὸς εἰς τὴν Δικαιοσύνην.
§169Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Θὰ τὸ συζητήσωμεν αὐτό.
§170Α. ΚΟΥΤΡΑΣ. Τὰ ἐκ τῆς ἐκκαθαρίσεως δεινὰ διὰ τὸ δικαστικὸν Σῶμα, κύριοι συνάδελφοι, καίτοι προκληθέντα ἐν μέρει ἐκ τῆς πολιτείας ὡρισμένων μελῶν του, ἐπαρκῶς φρονῶ ὅτι ἐδοκιμάσθησαν ἤδη, ὡς καὶ προηγουμένως ἀνέφερα. Ἄν ἡ Κυβέρνησις διὰ νὰ σκέπτεται οὕτως ἔχῃ λόγους, ὀφειλομένους εἰς τὴν στάσιν ὡρισμένων δικαστικῶν λειτουργῶν, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἐγώ, βεβαίως, δὲν δύναμαι νὰ γνωρίζω, ἂς ἀντιμετωπίσῃ κανονικώτερον, ἀλλὰ καὶ θαρραλεώτερον, τὸ ζήτημα διὰ τῆς πειθαρχικῆς ἢ καὶ ποινικῆς ἀκόμη ὁδοῦ, ἂν συντρέχουν πρὸς τοῦτο λόγοι, ὁπότε, ἂς εἶναι βεβαία, ὅτι θὰ ἐπιδοκιμασθῇ παρ’ ὅλων καὶ θὰ ἐπιτύχῃ ἡ ἐνέργειά της αὕτη. Ἄνευ ὅμως τῶν προϋποθέσεων τούτων πᾶσα σχετικὴ ἐνέργεια θὰ εἶναι, ὡς προανέφερα, ἐπιβλαβὴς καὶ θὰ ἔχῃ προσέτι πιθανῶς ὡς συνέπειαν καὶ νέαν ἐν μέλλοντι ὑπ’ ἄλλης Κυβερνήσεως παρομοίαν ἐνέργειαν πρὸς ἀνόρθωσιν πραγματικῶν ἢ καὶ φανταστικῶν ἀδικιῶν. Ταύτην δὲ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ διαδεχθῇ καὶ ἄλλη ὁμοία τῆς διαδόχου τυχὸν ἄλλης Κυβερνήσεως καὶ οὕτω καθεξῆς, ὥστε νὰ ὑπάρξῃ συνέχεια ἄνευ τέλους ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, ὄχι βεβαίως ἐπ’ ἀγαθῷ τῆς Δικαιοσύνης. Ὁπότε καὶ ἡ ἠθικὴ τοὐλάχιστον εὐθύνη τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, ἀκόμη δὲ καὶ τῆς Ἐθνικῆς Συνελεύσεως, δὲν θὰ εἶναι μικρά, ἀφοῦ ἠδύναντο ν’ ἀνακόψωσι καὶ ἐξαλείψωσι τελειωτικῶς ἓν ἐκ τῶν μειωσάντων τὸ κῦρος τῆς Δικαιοσύνης ἐν τῷ παρελθόντι κακῶν, καὶ δὲν ἔπραξαν τοῦτο, ἀλλὰ τὸ ἐπανέλαβον. Ταῦτα τὰ ὀλίγα, κύριοι, εἶχον νὰ ἐκθέσω πρὸς ὑμᾶς καὶ ὡς μέλος τῆς Ἐθνικῆς Συνελεύσεως καὶ ὡς εἰσηγητὴς τῆς ἐπεξεργασθείσης τὸ ὑπὸ συζήτησιν σχέδιον ψηφίσματος Ἐπιτροπῆς. Εὔχομαι δὲ καὶ ἐλπίζω, ὅπως ἐκ τῆς διεξαχθησομένης σχετικῆς συζητήσεως, τὴν ὁποίαν μετ’ ἐντεταμένης προσοχῆς θὰ παρακολουθήσω, ἔλθουν εἰς φῶς καὶ ἐπικρατήσουν τὰ τελειότερα τῶν μέτρων, διὰ νὰ καταστῇ ἡ Δικαιοσύνη τὸ ἐφ’ ἡμῖν τοὐλάχιστον ἀξία τοῦ ὀνόματος αὐτῆς καὶ τῶν προσδοκιῶν, ἀλλὰ καὶ τῶν θυσιῶν δι’ αὐτὴν τῆς Πολιτείας. (Χειροκροτήματα).
§171ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις διὰ νὰ ἐπαναληφθῇ τὴν 10.30′ μ. μ.
(Ὥρᾳ 9.35′ μ. μ.)
ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΚΟΠΗΝ
(Ὥρᾳ 11 μ. μ.)
§172ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Μάρκου.
§173Α. ΜΑΡΚΟΥ. Εἶναι, κύριοι πληρεξούσιοι, ἀναμφισβήτητον ὅτι εἰς πᾶσαν εὐνομουμένην Πολιτείαν πρέπει πρὸ παντὸς νὰ εὑρίσκεται ἐν ἀρτιότητι ἡ δικαστικὴ ἐξουσία. Ὅλα τὰ Κράτη πρὸς τὴν ἀρτιότητα τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας μετὰ περισσῆς συμπαθείας ἀτενίζουσι, περὶ δὲ τῆς Μεγάλης Βρεττανίας, τοῦ τόπον μεγάλου Κράτους, λέγουσιν ὅτι ἱστορικός τις εἶπεν ὅτι, ἂν ἡ Ἀγγλία χάσῃ καὶ τὸν Στόλον καὶ τὸν Στρατόν της, ἀρκεῖ νὰ μείνουν οἱ δέκα δικασταί της διὰ νὰ ἐπανακτήσῃ τὸ μεγαλεῖόν της. Εἶναι λοιπὸν κατὰ τοῦτο ἀξιέπαινος ἡ μέριμνα τῆς Κυβερνήσεως, προσπαθούσης καὶ διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν σχεδίου ψηφίσματος καὶ διὰ τοῦ χθὲς ψηφισθέντος σχεδίου νόμου νὰ βελτιώσῃ τὴν κατάστασιν τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας. Ἀλλ’ ἔχω τὴν ἀντίληψιν ὅτι ἡ μέριμνα τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἔπρεπε νὰ στραφῇ πρὸς τὴν νομοθετικὴν ὁδόν. Διὰ τὴν ἀνόρθωσιν καὶ τὴν ἐπαναφορὰν τῆς Δικαιοσύνης εἰς τὴν προσήκουσαν θέσιν, εἰς ἣν ἀπὸ μακροῦ δὲν εὑρίσκεται, δὲν ἔχομεν ἔλλειψιν νόμων, ἔχομεν ἔλλειψιν ἀκριβῶς ἐφαρμογῆς τῶν νόμων. Καὶ οἱ ὑπάρχοντες ἤδη νόμοι, ἂν ἐφηρμόζοντο, ἀσφαλῶς ἡ Δικαιοσύνη θὰ ἐπανήρχετο εἰς τὴν προσήκουσαν αὐτῆς θέσιν. Εἶναι ἀνάγκη, διὰ νὰ ἴδωμεν τὴν σκοπιμότητα τῶν λαμβανομένων μέτρων, νὰ κάμωμεν σύντομον ἀνασκόπησιν εἰς τὸ παρελθὸν τῆς Ἑλληνικῆς Δικαιοσύνης. Ἡ Ἑλληνικὴ Δικαιοσύνη μέχρι τοῦ 1909 ἦτο ἀπολύτως ἐξῃρτημένη ἀπὸ τὴν Ἐκτελεστικὴν Ἐξουσίαν. Ἡ πεῖρα ἀπέδειξεν ὅτι δὲν ἦτο εἰς τὴν προσήκουσαν τότε θέσιν· δὲν εἶναι, βέβαια, γενικὸς κανὼν τοῦτο, ἀλλὰ δύναταί τις ἀδιστάκτως νὰ εἴπῃ ὅτι ὑπέστη μερικοὺς διωγμούς. Οἱ παλαιότεροι θὰ ἐνθυμοῦνται κατὰ τίνα τρόπον διεχειρίζετο τότε ἡ Δικαιοσύνη. Οἱ παλαιότεροι θὰ ἐνθυμοῦνται ὅτι ὁλόκληρα δικαστήρια μετετέθησαν, διότι δὲν ἔστερξαν νὰ ὑποκύψουν εἰς τὴν θέλησιν τῶν κατὰ τόπους κομματαρχῶν.
§174ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Ἆρα δὲν ἦσαν ἐξῃρτημένα τότε τὰ δικαστήρια.
§175Α. ΜΑΡΚΟΥ. Δὲν εἶναι συμπέρασμα αὐτό· διότι ἦσαν δύο ἢ τρία τὰ δικαστήρια, ὧν τὰ μέλη ἐδείκνυον ψυχικὴν ἀντοχήν, τοῦτο δὲν σημαίνει ὅτι ἡ πλειονότης τῶν δικαστῶν δὲν ὑπέκυπτεν εἰς τὰς πιέσεις.
§176ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Δὲν ἐδίκαζον τότε μὲ τὴν κογκάρδαν τοῦ Βασιλέως, κ. συνάδελφε.
§177Α. ΜΑΡΚΟΥ. Ἔλεγον λοιπὸν ὅτι τότε, ὅταν ἡ Δικαιοσύνη ἐξηρτᾶτο ἀμέσως ἀπὸ τὴν Ἐκτελεστικὴν Ἐξουσίαν, ὑφίστατο διαρκῶς ἡ πίεσις, καὶ οἱ μὲν δικασταὶ οἱ τελείου χαρακτῆρος, οἱ δικασταὶ οἱ ἔχοντες ἀντοχὴν εἰς τὴν ψυχὴν καθίστατο δυνατὸν νὰ ἀντεπεξέλθουν εἰς τὰς πιέσεις αὐτάς, οἱ δικασταὶ ὅμως οἱ ἀσθενεστέρου χαρακτῆρος, οἱ δικασταὶ οἱ ὁποῖοι δὲν εἶχον μεγάλην ψυχικὴν ἀντοχὴν νὰ ἀνθέξουν εἰς τὰς πιέσεις αὐτὰς ἠναγκάζοντο νὰ ὑποκύψουν καὶ νὰ γίνωνται ἑκάστοτε καὶ ὄργανα τῶν κατὰ τόπους κομματαρχῶν. Διὰ τοῦτο, ὅταν εἰς τὴν Ἐπανάστασιν τοῦ 1909 ἤρχισεν ἡ ἀναδημιουργία τοῦ Κράτους, ἡ πρώτη κραυγή, ἡ πρώτη προσπάθεια, ἡ πρώτη θέλησις ὑπῆρξε διὰ τὴν ἀναμόρφωσιν αὐτῆς. Ἀνέλαβε τότε τὴν διοίκησιν τῆς Δικαιοσύνης ὁ Δημητρακόπουλος. Καὶ ἡ Δικαιοσύνη ὀρθοπόδησε, πρὶν ἀκόμη ψηφισθοῦν οἱ νόμοι οἱ περιφρουροῦντες τὴν αὐτοτέλειαν τῆς Δικαιοσύνης, οἱ περιφρουροῦντες τὴν ἀνεξαρτησίαν αὐτῆς, καὶ ὀρθοπόδησε διότι ἀφ’ ἧς ἡμέρας ὁ Δημητρακόπουλος ἐπῆρε τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης ἀντελήφθησαν ὅλα τὰ δικαστικὰ ὄργανα ὅτι ἐπὶ τῆς πυραμίδος τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας ἵστατο ὁ ἄνθρωπος ὁ ὁποῖος ἠδύνατο τὰ παραμελοῦντα τὸ καθῆκόν των ὄργανα νὰ κολάσῃ καὶ τὰ ἐκτελοῦντα τὸ καθῆκόν των ὄργανα νὰ ἐπαινέσῃ καὶ ἀνταμείψῃ. Ἐν συνεχείᾳ τῆς ἀγαθῆς αὐτῆς διοικήσεως ἦλθον οἱ νόμοι οἱ ψηφισθέντες ἀπὸ τὴν Ἀναθεωρητικὴν Βουλὴν, οἱ ἀποσπάσαντες τελείως τὴν Δικαιοσύνην ἀπὸ τὴν πολιτικήν. Τότε δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ τις ὁ ὁποῖος θὰ ὑποστηρίξῃ ὅτι ἡ Δικαιοσύνη δὲν ἀνῆλθεν εἰς τὸν κολοφῶνα τῆς δόξης. Τότε πράγματι ἦτο Δικαιοσύνη, διὰ τὴν ὁποίαν ἡ Ἑλλὰς ἠδύνατο νὰ ὑπερηφανεύεται. Ἐξηκολούθησεν ἡ διοίκησις αὐτὴ ἀπὸ τὸ 1909 μέχρι τοῦ 1915 ἀπροσκόπτως, ἀμέμπτως, ὑψηλὰ ἱσταμένη. Εἰς τὰ 1915 ἐνέσκηψεν ἡ λαῖλαψ τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ πολέμου, ἡ ὁποία συνετάραξεν ὄχι μόνον τὴν Δικαιοσύνην, συνετάραξεν ὄχι μόνον τὴν Πολιτείαν, συνετάραξεν ὄχι μόνον τὰς οἰκογενείας, συνετάραξεν ὁλόκληρον τὴν Ἑλλάδα, ἐν τῇ διαταραχῇ δὲ ταύτῃ συνετάραξε καὶ τὰ μέλη τῆς Δικαιοσύνης. Πολλὰ μέλη τῆς Δικαιοσύνης, αὐτὸ δὲν δύναται νὰ τὸ ἀρνηθῇ κανείς, ἐλησμόνησαν τὴν ἀποστολήν των, ἀνεμίχθησαν εἰς τὰς διαμάχας τὰς καθεστωτικάς, ἀνεμίχθησαν εἰς τοὺς προσωπικοὺς πολέμους καὶ τὰς ἀντιθέσεις. Καὶ ἐκρίθη ἀναγκαῖον κατὰ τὴν ἐπάνοδον τῆς Κυβερνήσεως τῶν Φιλελευθέρων ἐκ Θεσσαλονίκης νὰ ἐνεργηθῇ ἐκκαθάρισις. Ἐνηργήθη τότε ἡ ἐκκαθάρισις, ἀλλ’ ἐνηργήθη, ἀτυχῶς, κατὰ τρόπον ἐντελῶς ἀτυχῆ, καὶ ἐνηργήθη οὕτως οὐχὶ ἀπολύτως ἐκ σφάλματος τοῦ ἐνεργήσαντος ταύτην, ἀλλ’ ἐκ σφάλματος τῶν γενομένων ὑποδείξεων. Ὅλοι ἐκραύγαζον τότε ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παραμείνουν δικασταὶ οἱ ὁποῖοι φέρουν τὴν κογκάρδαν τοῦ Βασιλέως, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παραμείνουν δικασταὶ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι δὲν ἦσαν φίλοι τοῦ Βενιζέλου, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ παραμείνουν δικασταὶ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι εἶχον ἀντίθετα φρονήματα ἀπὸ τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων. Καὶ τότε ἔγινε γενναία τῆς Δικαιοσύνης ἐκκαθάρισις, ἂς τὴν εἴπωμεν οὕτως. Ἀλλὰ δὲν ἐξεκαθαρίσθησαν μόνον οἱ δικασταὶ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἐλησμόνησαν τὴν δικαστικήν των θέσιν, ἀλλ’ ἐξεκαθαρίσθησαν καὶ δικασταὶ οἱ ὁποῖοι ἀπετέλουν τὸ σέμνωμα τῆς Δικαιοσύνης καὶ ἀπὸ ἀπόψεως ἤθους καὶ ἀπὸ ἀπόψεως χαρακτῆρος καὶ ἀπὸ ἀπόψεως μορφώσεως καὶ οἱ ὁποῖοι καὶ τώρα ἀκόμη ἀποτελοῦν τὸ σέμνωμα τῆς Δικαιοσύνης. Παρῆλθε καὶ ὁ συγκλονισμὸς αὐτός, παρῆλθε καὶ ἡ λαῖλαψ αὐτὴ καὶ ἐφθάσαμεν εἰς τὰς ἐκλογὰς τῆς 1ης Νοεμβρίου. Μετὰ τὰς ἐκλογὰς τῆς 1ης Νοεμβρίου νέα ἀναστάτωσις τῆς Δικαιοσύνης. Ἦλθον οἱ μετανοεμβριανοὶ πολιτικοὶ ἄνδρες, ὑπεβίβασαν δικαστάς, κατεδίωξαν δικαστὰς διὰ τὰ φρονήματα αὐτῶν, ἀπέστειλαν ἐξορίστους εἰς διάφορα ἀπόκεντρα Πρωτοδικεῖα δικαστὰς καὶ οὕτω νέον ὑπέστη κλονισμὸν ἡ Δικαιοσύνη. Καὶ ἐρχόμεθα ἤδη εἰς τὴν Ἐπανάστασιν τοῦ 1922. Ἔρχεται ἡ Ἐπανάστασις τοῦ 1922, ἡ αὐτὴ ἐπωδός. Δὲν βαίνουσι καλῶς τὰ τῆς Δικαιοσύνης. Πρέπει νὰ ἐκκαθαρισθῇ ἡ Δικαιοσύνη ἀπὸ τὰ σαπρά της μέλη. Πρέπει νὰ γίνῃ ἐκεῖνο, πρέπει νὰ γίνῃ τοῦτο. Καὶ ἐνεργεῖται ἡ ἐκκαθάρισις κατὰ τρόπον ὀρθόν, δὲν λέγω οὐσιαστικῶς, κατὰ τρόπον ὀρθὸν τυπικῶς, διότι εἰσάγονται ἐνώπιον ἑνὸς Ἐκκαθαριστικοῦ Συμβουλίου δικασταὶ οἱ ὁποῖοι ἀποβάλλονται ἀπὸ τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν, χωρὶς νὰ ἀκούσουν τὰς κατηγορίας αἱ ὁποῖαι ἀπευθύνονται κατ’ αὐτῶν, χωρὶς νὰ ἐκδοθοῦν ἠτιολογημέναι κατ’ αὐτῶν ἀποφάσεις, χωρὶς νὰ δύνανται νὰ ἀπολογηθῶσιν. Αὐτὴ ἦτο ἡ τρίτη ἐκκαθάρισις ἡ ὁποία ἔλαβε χώραν εἰς τὴν Δικαιοσύνην. Εἰς αὐτὴν τὴν κατάστασιν εὗρε τὴν Δικαιοσύνην ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία πρὸς βελτίωσιν αὐτῆς ὑπέβαλεν ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Συνελεύσεως τὸ ὑπὸ συζήτησιν ψήφισμα, ἵνα διὰ τοῦ Συντάγματος κατοχυρωθῇ τὸ ἀμετάθετον τῶν δικαστῶν ἐπὶ ἓν ὡρισμένον χρονικὸν διάστημα. Γεννῶνται λοιπὸν δύο ζητήματα ἐπ’ αὐτοῦ: Πρῶτον, εἶναι σκόπιμον τὸ προτεινόμενον ἐπὶ μακρὸν χρόνον ἀμετάθετον; Προτείνεται τὸ ἀμετάθετον αὐτὸ καθ’ ἑαυτὸ ἢ μήπως ἐμμέσως προτείνεται ἄλλο τι, τὸ ὁποῖον προσπαθεῖ νὰ ἐπιτύχῃ ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ τάχα ἀμεταθέτου; Ποῖος εἶναι ὁ σκοπὸς τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκει τὸ ψήφισμα; Ἡ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις λέγει ὅτι θὰ ἐπέλθῃ ἡ βελτίωσις τῆς Δικαιοσύνης, διότι, ἅμα καθιερωθῇ συνταγματικῶς τὸ ἀμετάθετον, θὰ εἰσέλθωσιν εἰς τὸν κλάδον νέοι δικασταί. Δὲν ὑπῆρχεν ἄρα, κύριοι, κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη τὸ ἀμετάθετον. Ἡ ἀληθὴς αἰτία, διὰ τὴν ὁποίαν δὲν προσήρχοντο νέοι εἰς τὰς τάξεις τῶν δικαστῶν, ἂν δὲν προσήρχοντο, εἶναι ὅτι οἱ νέοι ἀπώλεσαν τὴν ἐμπιστοσύνην ἣν εἶχον πρὸς τὴν Πολιτείαν περὶ τῆς ἀσφαλείας των ἐν τῷ κλάδῳ. Πᾶς δικαστὴς ἔβλεπεν ὅτι διέτρεχε τὸν κίνδυνον μίαν ὡραίαν πρωίαν νὰ εὑρεθῇ εἰς τὰς ὁδοὺς ἢ νὰ μετατίθεται ἑκάστοτε, ὁτὲ μὲν οὕτως, ὁτὲ δὲ ἄλλως, ἡ ἀβεβαιότης δὲ τοῦ δικαστοῦ περὶ τῆς αὔριον δὲν προσείλκυσε νέους διὰ νὰ ἐνισχύσωσι τὸ Σῶμα τὸ δικαστικόν, τὸ ὁποῖον ἀπὸ τοῦ 1914 ὑπέστη μείωσιν, διότι προσελήφθησαν εἰς αὐτὸ καὶ στοιχεῖα ἀκατάλληλα, προερχόμενα ἀπὸ τὸν εἰρηνοδικειακὸν κλάδον, στερούμενα ἐντελῶς καὶ μορφώσεως καὶ ἤθους, ἀλλὰ καὶ ἠθικῆς, διότι ἐπὶ μακρὸν προσετρίβησαν εἰς μικρὰ μέρη. Δὲν προσῆλθον οἱ νέοι οὔτε προσήρχοντο, ὄχι διότι δὲν ὑπάρχει τὸ ἀμετάθετον ἢ διότι φοβοῦνται μετὰ τριετίαν νὰ μετατεθῶσι, δὲν προσήρχοντο, διότι δὲν εἶχον οὐδεμίαν ἐγγύησιν περὶ τῆς ἀσφαλείας, τὴν ὁποίαν θὰ εἶχον, δὲν προσήρχοντο, διότι ἡ ἀμοιβή των ἦτο ἐλαχίστη, τὴν ὁποίαν ἠδύναντο νὰ ἐπιτύχουν εἰς τὸ δικηγορικὸν ἐπάγγελμα ἀνέτως ἐργαζόμενοι. Αὐτοὶ ἦσαν οἱ λόγοι. Δὲν νομίζω δὲ ὅτι ἐξασφαλιζομένου ἐπὶ μίαν δεκαετίαν τοῦ ἀμεταθέτου ὅτι δύναται νὰ προσελκυσθῇ εἰς τὴν Δικαιοσύνην νέον αἷμα καὶ εὔχομαι νὰ διαψευσθοῦν αἱ προβλέψεις μου. Ἀλλ’ ἐνῷ τὸ σκοπούμενον ἀποτέλεσμα, διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ψηφίσματος καὶ νομοσχεδίου, εἶναι, κατὰ τὴν ἰδικήν μου ἀντίληψιν, ἀμφίβολον, ἐρωτᾶται· μήπως κατὰ τὰ ἄλλα δὲν θὰ ἔχῃ κακάς, ὀλεθρίας συνεπείας ἡ ψήφισις τοῦ ψηφίσματος; Ὅταν παρέστην, κύριοι, εἰς τὴν ὑποβολὴν τῶν δικαστικῶν νομοσχεδίων, ἅτινα ἀνέγνωσα, ἐσχημάτισα τὴν ἀντίληψιν ὅτι ἐπρόκειτο περὶ μιᾶς ἀνθοδέσμης, ἡ ὁποία εἶχε φύλλα, τὰ ὁποῖα εἶχον σκοπὸν νὰ καλύψωσι τὸ ἄνθος· δηλαδὴ ὑπεβλήθη σωρεία δικαστικῶν νομοσχεδίων, ἵνα καταδειχθῇ ἡ μέριμνα τῆς Κυβερνήσεως ὑπὲρ τῆς Δικαιοσύνης, ἐνῷ κυρίως ἐσκοπεῖτο νὰ ἐπιδιωχθῇ ἡ ψήφισις τοῦ ψηφίσματος καὶ κατορθωθῇ ἡ τοποθέτησις τῶν δικαστῶν κατὰ τὰς ἐπιθυμίας τοῦ Ὑπουργείου. Ὀφείλομεν, ὅταν ὑποβάλλωμεν ἓν νομοθέτημα, νὰ λέγωμεν εὐθέως ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐπιθυμοῦμεν νὰ ἐπιτύχωμεν νὰ καταστήσωμεν τοὺς δικαστὰς δημοκρατικῆς πίστεως; Ἢ ἐντίμους, εὐθεῖς καὶ καλούς, ἀδιαφόρως τῆς πίστεώς των;
§178ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Καὶ τὰ δύο.
§179Α. ΜΑΡΚΟΥ. Ἂν ἐπιθυμοῦμεν νὰ ἀποκτήσωμεν τοιούτους μὲ δημοκρατικὴν πίστιν, ἔχοντας, βέβαια, καὶ ἄλλα προσόντα, θὰ ἠρώτων ἐκείνους οἱ ὁποῖοι θὰ ἔδιδον τὴν ἀπάντησιν: Ἔχετε τὸ ὑλικὸν ἕτοιμον, τὸ ὁποῖον θὰ ἀντικαταστήσῃ τοὺς δικαστὰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἕνεκα τῆς ἀναστατώσεως τὴν ὁποίαν θὰ φέρῃ τὸ νομοσχέδιον θὰ ἀφήσωσι τὸν δικαστικὸν κλάδον: Ἂν μοὶ ἀπαντήσητε ὅτι ἔχετε τὸ προσωπικὸν καθόλου ἀντάξιον, ὅσον ἀφορᾷ τὸν χαρακτῆρα, τὴν μόρφωσιν καὶ τὸ ἦθος, θὰ μὲ ἔχετε σύμφωνον μαζί σας καὶ θὰ σᾶς εἴπω ὅτι ἔχετε δίκαιον· ἀφοῦ θὰ ἔχετε τοὺς δικαστὰς αὐτούς, πράξατε ὅ,τι θέλετε καὶ θὰ μὲ ἔχετε σύμφωνον, ἀλλ’ ἐφόσον δὲν ἔχετε τὸ ὑλικὸν αὐτό, ἐφόσον τοὐναντίον ἔχετε συμφέρον, πονοῦντες τὸν τόπον καὶ ἡμεῖς ἔχομεν συμφέρον νὰ ἐμπνεύσωμεν εἰς τὴν Πολιτείαν τὴν ἀντίληψιν ὅτι ἡ Δικαιοσύνη εἶναι ἀνεξάρτητος ἀπὸ τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν, ὅτι δὲν ὑποκύπτει εἰς τὰ νεύματα τοῦ ἑνὸς ἢ τοῦ ἄλλου, ἐφόσον θέλομεν νὰ ἐπιτύχωμεν αὐτὸ τὰ πρᾶγμα, ἔχομεν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἀπαλείψωμεν τὴν διάταξιν, διὰ τῆς ὁποίας ἐπὶ τρίμηνον ἡ μετάθεσις τῶν δικαστῶν ἀπομένει εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης.
§180Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὁ συνάδελφός μου ἐπὶ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, διατελέσας εἰσηγητὴς ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ ψηφίσματος, ἐξέφερε γνώμην καὶ ὑμεῖς ἐξακολουθεῖτε νὰ ἰσχυρίζεσθε ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας κάμνει τὸν συνήγορον τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Καταχρᾶσθε τὴν ὑπομονὴν τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὁ ὁποῖος σᾶς ἀνέχεται καὶ σᾶς ἀκούει.
§181Α. ΜΑΡΚΟΥ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης πρέπει νὰ ἀνακαλέσῃ τὴν φράσιν αὐτήν, διότι εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ μὲ ἀκούσῃ καὶ ἀσφαλῶς δὲν πρέπει νὰ λέγῃ ὅτι μὲ ἀνέχεται. Πρέπει νὰ τὸν ἀνακαλέσητε, κ. Πρόεδρε, εἰς τὴν τάξιν, δεδομένου ὅτι ἡμεῖς τὸν ἀνεχόμεθα τοιαῦτα ὑποβαλόντα σχέδια ψηφισμάτων, ἀμελέτητα καὶ ἀψυχολόγητα.
§182Α. ΔΑΡΓΕΝΤΑΣ. Καὶ ἐμειδιάσατε.
§183Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἐννοῶ ὅτι ἐγὼ μετὰ πάσης προσοχῆς παρηκολούθησα ὅλους τοὺς ρήτορας καὶ κρατῶ τὰς ἀναγκαίας σημειώσεις ἵνα ἀπαντήσω.
§184Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Ἡ λέξις «ἀνέχομαι» ἔχει τὴν ἔννοιαν ὅτι ἀκούει ἀδιαμαρτυρήτως ὁ κ. Ὑπουργός.
§185Α. ΜΑΡΚΟΥ. Μετὰ τὰς ἐξηγήσεις αὐτὰς λέγω ὅτι ἐγὼ δὲν εἶχον καμμίαν ὄρεξιν νὰ θίξω οὔτε τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης οὔτε τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας. Λέγω λοιπὸν ὅτι δὲν δύναται νὰ ἀντιταχθῇ ἀπὸ τὸν εἰσηγητὴν τοῦ νομοσχεδίου ὅτι ἡ γνώμη ἡ ἰδική μου, ὑποστηρίζουσα ὅτι ἡ μετάθεσις τῶν δικαστῶν θὰ ἐνεργῆται ἀπὸ τὴν Ἐκτελεστικὴν Ἐξουσίαν, δὲν εἶναι ὀρθή, διότι εἰς τὸ σχέδιον νόμου ὑπάρχει ἡ διάταξις, κατὰ τὴν ὁποίαν τὰς μεταθέσεις κατὰ τὸ τρίμηνον θὰ ἐνεργήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐπὶ τῇ βάσει γνωμοδοτήσεως. Μετὰ τὴν ἐξήγησιν, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔδωκε πρὸ τῆς διακοπῆς, δὲν ἔχει ὑποχρεωτικὴν δι’ αὐτὸν σημασίαν. Ἄν τὰ πράγματα εἶχον οὕτω πως, ἂν ἡ διάταξις ἦτο κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον διατυπωμένη, βεβαίως δὲν θὰ ἤμην ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος θὰ ὑπεστήριζον ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως νὰ δεχθῶμεν τὴν ἐπιθυμίαν τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας, ἐπί τινα χρόνον νὰ κανονίσῃ τὰς τοποθετήσεις τῶν δικαστῶν, ἄν, λέγω, ἐν τῷ νομοσχεδίῳ δὲν ὑπῆρχε διάταξις, ἡ ὁποία καταδεικνύει ὅτι τὸ Συμβούλιον τοῦτο θέλει καταρτισθῆ, οὐχὶ καθ’ ὃν τρόπον μονίμως θὰ καταρτίζεται διὰ κληρώσεως, ἀλλὰ θέλει καταρτισθῆ ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης καὶ ὅτι τοῦ Συμβουλίου τούτου θὰ συμπαρεδρεύῃ καὶ ὁ Γεν. Γραμματεὺς τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης καὶ προσέτι θὰ συνέρχεται τὸ Συμβούλιον ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Δικαιοσύνης, ἐνῷ γραμματεὺς τοῦ Συμβουλίου, παριστάμενος κατὰ τὰς συζητήσεις, θὰ εἶναι ὑπάλληλος τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, δηλ. ἂν δὲν ἔβλεπον ἐν τῷ νομοσχεδίῳ καταρτιζόμενον Συμβούλιον, τὸ ὁποῖον θὰ ἔχῃ πλήρη ὑποτέλειαν πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης. Ἔχω λοιπὸν τὴν ἀντίληψιν ὅτι ἡ διάταξις αὐτὴ τοῦ νομοσχεδίου καὶ ἡ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον μεταρρύθμισις τοῦ ἄρθρου τοῦ Συντάγματος, ἀντὶ νὰ θεραπεύσῃ τὴν Δικαιοσύνην, ἀντὶ νὰ συντελῇ, ὅπως ἐνισχυθῇ ἡ πεποίθησις τῶν πολιτῶν ὅτι ἡ Δικαιοσύνη εἶναι ἀμερόληπτος, ὅτι ἡ Δικαιοσύνη δὲν ἐξαρτᾶται παρ’ οὐδενός, ἀντί, λέγω, νὰ ἔχῃ τοῦτο τὸ ἀποτέλεσμα, θὰ ἔχῃ τὸ ἀντίθετον. Καὶ θὰ εὑρεθῇ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, μετὰ τὸ τρίμηνον χρονικὸν διάστημα, κατὰ τὸ ὁποῖον θὰ ἰσχύσῃ ἡ ἀναστολή, νὰ ἔχῃ πληθὺν ἐπισκεπτῶν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ, ἡ πληθὺς τῶν ὁποίων θὰ ὑπερβῇ τοὺς ἐπισκέπτας τοῦ Ὑπουργείου τῆς Γεωργίας. Ἀσφαλῶς θὰ ἔχωμεν πλήρη ἀναστάτωσιν τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, ἀσφαλῶς ἐπὶ τρίμηνον δὲν θὰ ἔχωμεν δικαστικὴν ἐξουσίαν.
§186ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Εἶσθε εὐχαριστημένος ἀπὸ τὴν κατάστασιν τῆς Δικαιοσύνης;
§187Α. ΜΑΡΚΟΥ. Ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι ἡ κατάστασις ἡ σημερινὴ τῆς Δικαιοσύνης δὲν εἶναι ἡ κατάστασις ἡ μέχρι τοῦ 1915, δὲν εἶναι ὅμως ἡ κατάστασις ἐκείνη ἡ ὁποία παρεστάθη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου.
§188ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Εἶναι χειροτέρα.
§189Α. ΜΑΡΚΟΥ. Δὲν γνωρίζω πῶς τὴν ἀντιλαμβάνονται οἱ συνάδελφοι. Ἔχω τὸ εὐτύχημα νὰ εἶμαι ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἀπὸ 22 ἐτῶν δικηγοροῦσιν.
§190ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Ἂν ἦσθε εἰς τὰς Νέας Χώρας, τότε θὰ ἐλέγατε....
§191Α. ΜΑΡΚΟΥ. Εἶσθε πεπεισμένος, κ. συνάδελφε, ὅτι ἅμα γίνῃ αὐτὴ ἡ ἀναστολὴ τῆς Δικαιοσύνης εἰς τὰς Νέας Χώρας δὲν θὰ σᾶς στείλουν τοὺς πλέον ἀνικάνους δικαστὰς καὶ νομίζετε ὅτι τὸ Συμβούλιον θὰ πάρῃ ἕνα καλὸν δικαστὴν ἀπὸ τὰς Πάτρας καὶ θὰ τὸν στείλῃ εἰς τὰς Νέας Χώρας, ὅταν ἐγώ, ὁ προσκείμενος εἰς τὴν Κυβέρνησιν, θὰ ζητῶ ὡς ζήτημα πολιτικὸν νὰ μὴ τὸν ἀπομακρύνῃ ἀπὸ τὰς Πάτρας; Εἰς αὐτὸ δὲν πταίει ἡ κατάστασις τῆς Δικαιοσύνης καὶ δὲν θὰ ἐπιφέρῃ θεραπείαν τὸ σχέδιον νόμου, τὸ ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Συνελεύσεως, διότι αὐτό, ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω, θὰ ἀναστατώσῃ τὴν Δικαιοσύνην, διότι ἐπὶ τρίμηνον δὲν θὰ ὑπάρχῃ δικαστὴς νὰ κάμῃ καλὰ τὸ καθῆκόν του.
§192Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Καθιεροῦται Γνωμοδοτικὸν Συμβούλιον.
§193Α. ΜΑΡΚΟΥ. Συμβούλιον ὑποτελὲς τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Λέγω λοιπόν, κύριοι, καὶ εἶναι ἐνδεχόμενον ἡ γνώμη μου νὰ εἶναι πεπλανημένη καὶ τὸ εὔχομαι, διὰ νὰ μὴ ἐπέλθῃ νέα ἀναστάτωσις τῆς Δικαιοσύνης· τὸ εὔχομαι μὲ ὅλην μου τὴν καρδιά, διότι καὶ ἐγὼ ἀποτελῶ μέλος τῆς Δικαιοσύνης, ὑπηρετῶν ἀπὸ 22 ἐτῶν ὡς δικηγόρος καὶ εἶναι ἡ ἐπιθυμία μου νὰ φθάσῃ εἰς τὸ ὕψος της. Μετὰ τρίμηνον θὰ μοῦ εἴπητε σεῖς, ἂν ἐπλανήθην ἢ ὄχι. Διότι, ἐκτὸς τῶν ἄλλων ἀποτελεσμάτων τοῦ νόμου, τὸ σχέδιον αὐτὸ τοῦ ψηφίσματος θὰ ἔχῃ καὶ ἄλλα ἀποτελέσματα. Θὰ ἀπομακρύνῃ καὶ τὰ ἄλλα καλὰ μέλη ἀπὸ τὴν δικαστικὴν οἰκογένειαν. Ὅταν δικαστὴς καλός, δικαστὴς μορφωμένος, δικαστὴς δυνάμενος νὰ ζήσῃ καὶ μακρὰν τῆς δικαστικῆς θέσεως μετατεθῇ εἰς κεντρικὸν μὲν Πρωτοδικεῖον, ἀλλ’ ὄχι τῶν αὐτῶν προσόντων, ἀσφαλῶς ὁ δικαστὴς αὐτὸς θὰ ἐγκαταλείψῃ τὴν δικαστικὴν θέσιν του καὶ τότε θὰ εἶναι ἀνάγκη νὰ ληφθῶσι νέα μέτρα διὰ νὰ συμπληρωθῶσι τὰ κενὰ τῆς Δικαιοσύνης. Κύριοι, καταλήγων, ἐπαναλαμβάνω, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον καταρχόμενος τοῦ λόγου μου εἶπον. Εἶπον ὅτι, ἂν πρόκειται νὰ τοποθετήσωμεν δικαστὰς δημοκρατικῆς συνειδήσεως μόνον, μὴ ἀποβλέποντες εἰς τίποτε ἄλλο, δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ τὸ κατορθώσωμεν. Ἐμένα μοῦ ἀρέσει νὰ λέγω πάντοτε τὴν πραγματικότητα. Ἀπὸ τοὺς ὑπάρχοντας δικαστὰς τὰ ¾ δὲν εἶναι δημοκρατικῆς συνειδήσεως. Εἶναι ἀναμφισβήτητον τοῦτο. Ἀλλ’ ἀπὸ τοῦ σημείου ὅτι τὰ ¾ τῶν δικαστῶν δὲν ἔχουν δημοκρατικὴν συνείδησιν μέχρι τοῦ σημείου ὅτι οἱ δικασταὶ οὗτοι δὲν ἵστανται εἰς τὸ ὕψος τῆς θέσεώς των εἶναι μεγάλη ἡ διαφορά. Εἰς τὰς Πάτρας ἔχομεν τὴν ὁλότητα σχεδόν, οἱ ὁποῖοι ἀληθῶς εἶναι σέμνωμα τῆς Δικαιοσύνης· δὲν δύναμαι νὰ εἴπω ὅτι τὸ πλεῖστον τῶν δικαστῶν αὐτῶν ἔχουν δημοκρατικὴν συνείδησιν. Ἀλλ’ ἔχετε δικαστὰς διὰ τῶν ὁποίων θὰ ἀντικαταστήσετε αὐτούς;
§194Α. ΚΟΡΑΚΑΣ. Εἶναι ἀνεπίδεκτοι προόδου.
§195Α. ΜΑΡΚΟΥ. Ἴσως, ἀλλ’ εἶναι τίμιοι καὶ καλοὶ δικασταί.
§196Ν. ΚΑΛΕΛΛΗΣ. Αὐτὸ εἶναι δημοκοπία.
§197Α. ΜΑΡΚΟΥ. Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἀπαντήσω εἰς τὸν ἐξ Ἄργους συνάδελφον ὅτι δὲν ἐσυνήθισα νὰ δημοκοπῶ, ἀλλ’ ἐσυνήθισα νὰ λέγω τὰ σῦκα σῦκα καὶ τὴν σκάφην σκάφην. Ἄν ἡ ἀλήθεια εἶναι πικρά, εἶναι ὅμως ἀλήθεια. Θὰ ἤθελα νὰ εἴπω εἰς τὸν κ. συνάδελφον, διατί νὰ δημοκοπήσω διὰ τοὺς δικαστάς;
§198Α. ΚΟΛΙΑΛΕΞΗΣ. Δὲν κάμνετε καλῶς τὴν διατύπωσιν.
§199Α. ΜΑΡΚΟΥ. Τὴν διατύπωσιν τὴν ἔκαμα περίφημα.
§200Β. ΑΛΕΒΙΖΑΤΟΣ. Τί δικασταὶ ἠμπορεῖ νὰ εἶναι αὐτοὶ καὶ νὰ ἐκτελοῦν τὸ ὕψιστον ἀξίωμα, ὅταν ὡρκίσθησαν εἰς τὴν Δημοκρατίαν καὶ εἶναι βασιλικοί, ὅπως τοὺς λέτε;
§201Α. ΜΑΡΚΟΥ. Εἶναι βασιλικοὶ καὶ ὡρκίσθησαν εἰς τὴν Δημοκρατίαν, χωρὶς νὰ παραβαίνωσι τὸ καθῆκόν των.
§202Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τοὺς κυρίους συναδέλφους νὰ μᾶς ἐπιτρέψουν νὰ παρακολουθήσωμεν καὶ ἡμεῖς τὸν ρήτορα. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτραπῇ εἴς τινας, διότι δὲν ἀρέσκουν ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα λέγει ὁ ρήτωρ, νὰ μὴ ἐπιτρέπουν καὶ εἰς τοὺς ἄλλους νὰ τὸν παρακολουθήσουν. Θὰ παρακαλέσω νὰ μὴ διαταράσσεται ἡ τάξις καὶ ἀκούωμεν τοὺς ρήτορας καὶ ὅταν ὁμιλοῦν εὐαρέστως δι’ ἡμᾶς καὶ ὅταν δυσαρέστως.
§203Β. ΑΛΕΒΙΖΑΤΟΣ. Εἶπεν ὁ ρήτωρ ὅτι εἶναι βασιλικοί. Τοῦ εἶπον ὅτι τοῦτο εἶναι ἀσυνεπὲς καὶ πρέπει νὰ ἔχωσι τὸ θάρρος νὰ παραιτηθῶσιν.
§204Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶπεν ὅτι δὲν ἔχουσι συνείδησιν δημοκρατικήν.
§205Α. ΜΑΡΚΟΥ. Διότι ὑπάρχουν δικασταί, καὶ οἱ κορυφαῖοι μάλιστα, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν δημοκρατικὴν συνείδησιν.
§206Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἠμπορεῖ νὰ προχωρήσῃ ἡ συζήτησις κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον. Εἶναι πολὺ περιττὸν νὰ ἐπαναλαμβάνωνται ἐπ’ ἄπειρον....
§207Α. ΜΑΡΚΟΥ. Αὐταὶ εἶναι, κύριοι, αἱ γνῶμαι, τὰς ὁποίας ἀπεκόμισα. Ἄν αἱ γνῶμαί μου δὲν εἶναι ὀρθαί, θὰ ἀκολουθήσουν τὸ βῆμα ἄλλοι συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι θὰ εἴπουν τὰ ὀρθά. Ἀνεξαρτήτως ὅμως, κύριοι, ὅτι τὸ νομοσχέδιον καὶ τὸ σχέδιον ψηφίσματος δὲν εἶναι προωρισμένα νὰ ἐνισχύσουν τὴν Δικαιοσύνην ἢ νὰ τὴν περιφρουρήσουν, εἶναι προωρισμένα, ἐκτὸς τούτου, νὰ ἐπιβαρύνουν καὶ τὸν Προϋπολογισμὸν διὰ δαπανῶν μεγάλων.
§208Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Ποῖον νομοσχέδιον;
§209Α. ΜΑΡΚΟΥ. Τὸ περὶ ἀμεταθέτου.
§210Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Αὔξησιν δαπανῶν;
§211Α. ΜΑΡΚΟΥ. Ἀσφαλῶς, διότι τὸ νομοσχέδιον εἶναι προωρισμένον, ἐκτὸς τῶν ἄλλων ἐλαττωμάτων, εἶναι προωρισμένον νὰ ἐπιβαρύνῃ καὶ τὸν Προϋπολογισμὸν διὰ μεγάλων δαπανῶν. Ἕκαστος δικαστὴς ἀποσπώμενος εἰς ἀπόκεντρον Πρωτοδικεῖον, ὅταν λήξῃ ἡ ἀπόσπασίς του καὶ ἐπανέλθῃ εἰς τὴν θέσιν του, θὰ λάβῃ ἐκτὸς τοῦ μισθοῦ καὶ ἀμοιβὴν 10 χιλιάδων δραχμῶν. Ἂν ἕνας Ἐφέτης ἀποσπασθῇ εἰς ἕνα Πρωτοδικεῖον διὰ νὰ προεδρεύσῃ αὐτοῦ, θὰ λάβῃ ἐκτὸς τοῦ μισθοῦ του καὶ τὸ ἡμιόλιον, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, τῶν ἀπολαυῶν του.
§212Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Αὐτὸ δὲν ἔχει σχέσιν μὲ τὸ ἀμετάθετον.
§213Α. ΜΑΡΚΟΥ. Ἔχει σχέσιν, διότι, ἂν δὲν ὑπῆρχε τὸ ἀμετάθετον, δὲν θὰ ἔπαιρναν οἱ δικασταὶ τὰς 10.000 δραχμῶν.
§214Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Θὰ τὰς ἔπαιρναν.
§215Α. ΜΑΡΚΟΥ. Πῶς;
§216Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Θὰ σᾶς εἴπω ἄλλοτε.
§217Α. ΜΑΡΚΟΥ. Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως τούτου, κύριοι, καὶ ἡ διαρρύθμισις τοῦ νομοσχεδίου καὶ αἱ ἄλλαι αὐτοῦ διατάξεις δὲν εἶναι προωρισμέναι πρὸς ἐνίσχυσιν τῆς Δικαιοσύνης. Ὑπάρχει διάταξις, κατὰ τὴν ὁποίαν εἰς τὰ ἀπόκεντρα Πρωτοδικεῖα, εἰς τὰ Πρωτοδικεῖα τὰ ὁποῖα κατεδικάσθησαν ἀπὸ τὴν τύχην, δὲν θὰ εἶναι πρόεδροι Πρωτοδικῶν, ἀλλὰ θὰ προεδρεύωνται ἀπὸ τοὺς δικαστάς. Τοῦτο δὲν εἶναι συντελεστικὸν εἰς τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης. Παρατηρήσατε, καὶ παρακαλῶ ἰδιαιτέρως τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, τὰ δικαστήρια ἐκεῖνα, εἰς τὰ ὁποῖα δὲν προεδρεύουν συνήθως οἱ πρόεδροι, ἀλλ’ οἱ ἁπλοῖ δικασταί, παρατηρήσατε τῶν δικαστηρίων ἐκείνων τὴν ἐργασίαν καὶ παρατηρήσατε τὴν ἐργασίαν τῶν δικαστηρίων τῶν προεδρευομένων ὑπὸ δικαστῶν· θὰ ἴδητε μεγάλην διαφοράν, ἥτις ἔγκειται εἰς τοῦτο, ὅτι ὁ πρόεδρος ὑπερέχει κατὰ βαθμὸν καὶ ἠθικὴν ἐπιβολὴν εἰς τοὺς ὑφισταμένους ἀσκεῖ, ἐνῷ ἀντιθέτως ὁ προεδρεύων ἰσόβαθμος συνάδελφος ἀσφαλῶς δὲν ἔχει αὐτήν. Ἀλλὰ καὶ ἕτερον ἐλάττωμα: Εἰς τὰ Πρωτοδικεῖα αὐτὰ τὰ καταδικασμένα ἀπὸ τὴν Μοῖραν δὲν εἰσαγγελεύει Εἰσαγγελεύς, ἀλλ’ ἀντεισαγγελεύς. Δηλαδὴ ὁ ὀφθαλμὸς τῆς Δικαιοσύνης· ἐκεῖνο δηλαδὴ τὸ ὄργανον τῆς Ἐξουσίας, τὸ ὁποῖον ἐπιβλέπει τοὺς ἄλλους δικαστὰς νὰ ἐκπληρῶσι τὸ καθῆκόν των, εἶναι κατώτερον κατὰ βαθμόν. Διότι ὁ ἀντεισαγγελεὺς δὲν εἶναι ἀνώτερος ἀσφαλῶς, ἂν δὲν εἶναι ἰσόβαθμος μὲ τὸν προεδρεύοντα τοῦ Πρωτοδικείου. Καὶ κατὰ τίνα τρόπον θὰ εἶναι δυνατὸν καὶ τὴν πειθαρχικὴν ἀγωγὴν νὰ ἀσκήσῃ καὶ τὴν ἐμπρέπουσαν ἐποπτείαν ἐπὶ τῶν δικαστῶν νὰ ἀσκήσῃ; Εἶναι δύο βασικὰ ἐλαττώματα.
§218Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Καὶ τώρα ἀπὸ ἀντεισαγγελεῖς κατέχονται.
§219Α. ΜΑΡΚΟΥ. Εἶναι σφάλμα τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας.
§220Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Πάντοτε, πάντοτε Εἰσαγγελεῖς καὶ Πρόεδροι εἶναι.
§221Α. ΜΑΡΚΟΥ. Ἐπίσης εἰς Πρωτοδικεῖα ὡρισμένα δύνανται νὰ ἀνατεθῶσι τὰ καθήκοντα τοῦ τετάρτου Προέδρου ἢ τοῦ τρίτου, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, καὶ εἰς Ἐφέτην, ἐνῷ εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον τῶν Ἀθηνῶν θὰ πᾶνε τρεῖς Πρόεδροι Πρωτοδικῶν καὶ δύναται νὰ ὑπάγῃ τρίτος Πρόεδρος Πρωτοδικῶν προεδρεύων Ἐφέτης. Καὶ θὰ παριστάμεθα πρὸ τοῦ θεάματος νὰ ὑπάρχῃ Ἐφέτης προεδρεύων δύο προέδρων, πρᾶγμα ὅπερ δὲν συντείνει εἰς τὴν δικαστικὴν πειθαρχίαν. Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως τούτου ὁ προεδρεύων Ἐφέτης ὁ δικάζων θὰ δύναται νὰ εἶναι δικαστὴς καὶ ὅταν ἡ ὑπόθεσις ἔρχεται κατ’ ἔφεσιν καὶ τοῦτο δὲν εἶναι ὀρθὸν καὶ δὲν συντείνει πρὸς ἀναστήλωσιν τῆς Δικαιοσύνης. Ἔχομεν καὶ ἄλλα σφάλματα τοῦ νομοσχεδίου, ὅπως εἶναι ὁ τρόπος τῆς συμπληρώσεως τῶν θέσεων. Ἀπεδείχθη ἐκ τῆς μέχρι τοῦδε πείρας ὅτι ἡ καθαρωτέρα καὶ ἡ καλυτέρα πηγὴ πρὸς συμπλήρωσιν τῶν στελεχῶν τῆς Δικαιοσύνης εἶναι ἡ πηγὴ τῶν δικηγόρων δι’ ἐξετάσεων. Ὅλοι ἐκεῖνοι οἱ δικασταὶ οἱ ὁποῖοι κατέλαβον θέσεις εἰς τὸν δικαστικὸν κλάδον, προερχόμενοι ἐξ ἐξετάσεων, ἦσαν ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι διεκρίθησαν. Αὐτὴν τὴν τακτικὴν φρονῶ ὅτι ἔπρεπε νὰ κρατήσῃ τὸ νομοσχέδιον. Ἔπρεπε νὰ ἀποκλείσῃ τὴν κατ’ ἄλλον τρόπον εἰσαγωγὴν δικαστῶν εἰς τὸν δικαστικὸν κλάδον καὶ νὰ ἀφήσῃ μόνον ἀνοικτὴν τὴν θύραν τῆς δι’ ἐξετάσεων εἰσαγωγῆς καὶ τότε θὰ ἦτο δυνατὸν μετὰ μίαν πενταετίαν ἢ μίαν δεκαετίαν νὰ ἔχωμεν τὴν Δικαιοσύνην τὴν ὁποίαν εἴχομεν πρὸ τοῦ 1914. Ἐπίσης ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον παρατηρῶ εἶναι, ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἀποκλείεται ἡ θύρα τῆς ἀποκτήσεως Εἰσαγγελέων περιωπῆς. Χωρὶς νὰ θέλω νὰ θίξω τοὺς δικαστάς, οἱ ὁποῖοι ἔχουν ἐντελῶς διαφορετικὴν διανοητικότητα, ὅσοι ἐκ τῶν Εἰσαγγελέων προῆλθον ἀπὸ τὰς τάξεις τῶν δικηγόρων ἀληθῶς ἐκλέϊσαν τὸ εἰσαγγελικὸν βῆμα. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἀποκλείεται καὶ ἡ πηγὴ αὐτὴ καὶ ὀνομάζονται Εἰσαγγελεῖς εἴτε ἀπὸ πρωτοδίκας εἴτε ἀπὸ παρέδρους. Τοῦτο τὸ θεωρῶ ἐσφαλμένον. Ἐξήτασα, κύριοι, ἐν ὅσῃ δυνατῇ συντομίᾳ ὅλα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα μὲ ἔκαμαν νὰ σχηματίσω τὴν ἀντίληψιν ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ὑπερψηφίσω τοῦ ψηφίσματος τοῦ προτεινομένου ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως. Διότι, ὅπως εἶπον καταρχόμενος τοῦ λόγου, διὰ τὴν Δικαιοσύνην καὶ τὴν ἀνόρθωσιν αὐτῆς δὲν ἔχομεν ἀνάγκην νόμων, ἔχομεν ἀνάγκην ἐποπτείας. Ἅμα ἔχωμεν 5 ἢ 7 Εἰσαγγελεῖς τῶν Ἐφετῶν ἱσταμένους εἰς τὴν θέσιν των καὶ ἐκπληροῦντας τὸ καθῆκόν των, ἅμα ἔχωμεν τὸν ἐπὶ κεφαλῆς τῆς δικαστικῆς ἱεραρχίας, τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, παρακολουθοῦντα τὰ ἔργα τῶν Εἰσαγγελέων τῶν Ἐφετῶν, πῶς πρέπει νὰ τὰ ἐκτελῶσιν ὡς ἐπόπται τῆς Δικαιοσύνης, δὲν μᾶς χρειάζεται κανεὶς νόμος, διότι ἐπέρχεται ἀφ’ ἑαυτῆς ἡ φυσιολογικὴ ἐκκαθάρισις. Καὶ παρεμπιπτόντως θὰ ἤθελον νὰ ἐρωτήσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης: Ἀφ’ ἧς ὑπουργεύει μέχρι σήμερον ἔλαβε γνῶσιν ἐκθέσεων Εἰσαγγελέων Ἐφετῶν σχετικῶν μὲ τὴν ποσοτικὴν ἢ ποιοτικὴν ἢ τὴν ἠθικὴν ἱκανότητα τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων; Τί ἐνήργησεν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐκθέσεων τούτων; Ἔλαβε γνῶσιν τῶν ἐκθέσεων ἐπιθεωρητῶν καὶ τί ἐνήργησεν ἐπὶ τῶν ἐκθέσεων τούτων; Διότι μόνον ἂν ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν αἱ ἐκθέσεις τῶν Εἰσαγγελέων τῶν Ἐφετῶν, ὄχι αἱ τυπικαί, αἱ πραγματικαί, αἱ ἐκθέσεις αἱ βεβαιοῦσαι περὶ τοῦ χαρακτῆρος ἑνὸς ἑκάστου δικαστοῦ, περὶ τοῦ τρόπου καθ’ ὃν διαχειρίζεται τὴν δικαιοσύνην, περὶ τῆς ἐπαγγελματικῆς ἱκανότητος, μόνον ἂν ληφθῶσιν αὐτὰ ὑπ’ ὄψιν ἀπὸ τὸν προϊστάμενον τῆς Δικαιοσύνης, ἀπὸ τὸν Ὑπουργόν, καὶ ἀσκηθῶσιν αἱ προσήκουσαι πειθαρχικαὶ ἀγωγαὶ ἐναντίον ἐκείνων οἱ ὁποῖοι δὲν ἐξεπλήρωσαν ἢ δὲν ἐκπληροῦν τὸ καθῆκόν των, ἂν εἰσαχθῶσιν εἰς τὰ Συμβούλια οἱ δικασταὶ οἱ ὁποῖοι ἐκ τῶν ἐκθέσεων ἀποδεικνύονται ἐπαγγελματικῶς ἀνίκανοι, τότε ἐντὸς ἐλαχίστου χρονικοῦ διαστήματος ἡ Δικαιοσύνη θὰ ἀντιληφθῇ ὅτι τοὺς χαλινοὺς κρατεῖ στιβαρὰ χεὶρ καὶ ἄνευ νομοθετήματος θὰ εἶναι δυνατὸν ἐντὸς βραχυτάτου χρονικοῦ διαστήματος νὰ ἔχωμεν τὴν Δικαιοσύνην ἐκεῖ ὅπου ὅλοι τὴν ἐπεθυμήσαμεν. (Χειροκροτήματα).
§222Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Πιστεύετε ὅτι Εἰσαγγελεῖς Ἐφετῶν, ἀντιλαμβανόμενοι ὅτι εἷς δικαστὴς δὲν ἐκπληροῖ τὸ καθῆκόν του ἢ δὲν δικάζει καλῶς, δὲν ἔχουν ὑποχρέωσιν εἰμὴ μόνον νὰ ὑποβάλουν ἐκθέσεις καὶ νὰ μὴ εἰσαγάγουν αὐτὸν εἰς τὸ Συμβούλιον;
§223Α. ΜΑΡΚΟΥ. Θὰ ἤμην ἀνάξιος νομικός, ἂν εἶχον αὐτὴν τὴν γνώμην.
§224Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὁ Ὑπουργὸς θὰ ἔπρεπε νὰ ἐνεργήσῃ κατὰ τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν, ὅστις δὲν ἤγειρε τὴν πειθαρχικὴν δίωξιν. Δὲν δικαιολογεῖσθε λοιπὸν ἐλέγχοντες τὸν Ὑπουργόν.
§225Α. ΜΑΡΚΟΥ. Δὲν σᾶς ἤλεγξα’ ἠρώτησα ἂν ἐδιαβάσατε τὰς ἐκθέσεις.
§226Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Τὰς ἔχομεν τὰς ἐκθέσεις, τὰς ἐμελετήσαμεν καὶ ἐζητήσαμεν συμπληρωματικάς.
§227Α. ΜΑΡΚΟΥ. Εἰς τὴν ἐρώτησιν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον, προῆλθον ἐκ τοῦ γεγονότος ὅτι, ὅταν ἀνέλαβε τὸ Ὑπουργεῖον ὁ ἀείμνηστος Δημητρακόπουλος, μετὰ μίαν τριμηνίαν ἤλεγξε σωρείαν δικαστῶν, ἐκ τῶν ὁποίων ἄλλοι ὡς ἀνακριταὶ δὲν εἶχον περαιώσει τὰς ἀνακρίσεις, ἄλλοι ὡς Πρωτοδίκαι εἶχον ἐκδώσει ἐσφαλμένας ἢ πεπλανημένας ἀποφάσεις, ἄλλοι διότι ὡς εἰσηγηταὶ δὲν εἶχον ἐκδώσει ἀποφάσεις ἐγκύρους, ἐνόμιζον δὲ ὅτι, ἂν εἴχετε ἐκθέσεις τοιούτου περιεχομένου, θὰ εἴχετε λάβει τὰ κατάλληλα μέτρα κατὰ τῶν λειτουργῶν ἐκείνων. Δι’ αὐτὸ σᾶς ἠρώτησα.
§228Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἠμπορῶ νὰ σᾶς βεβαιώσω ὅτι εἰς ὅλους τοὺς Εἰσαγγελεῖς Ἐφετῶν ἐκοινοποίησα προσωπικὰς ἐγκυκλίους, διὰ τῶν ὁποίων ἐζήτησα νὰ μοὶ ἀναφέρουν πόσαι ἐκκρεμεῖς ποινικαὶ ὑποθέσεις ὑπάρχουν, πόσαι πολιτικαί, τὰς ὁποίας ἐδίκασαν καὶ δὲν ἐξέδωκαν ἀποφάσεις καὶ ἐπὶ πλέον νὰ μοὶ ἀναφέρουν καὶ τὸν λόγον διὰ τὸν ὁποῖον δὲν ἐξεδόθησαν. Ἐπὶ πλέον ἐζήτησα νὰ ἀσκηθῇ καὶ αὐστηρότερος ἔλεγχος τοῦ μέχρι τοῦδε ἀσκουμένου. Τοῦτο δὲν σημαίνει παρὰ μέριμναν πρὸς ἐξακρίβωσιν τῆς ποιοτικῆς καταστάσεως τοῦ δικαστικοῦ κλάδου.
§229Α. ΜΑΡΚΟΥ. Ὑπεβλήθησαν αἱ ἐκθέσεις;
§230Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Μέχρι τοῦδε δὲν ὑπεβλήθησαν, παρὰ αἱ τυπικαί.
§231ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πετρίδης ἔχει τὸν λόγον.
§232Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Μολονότι, κύριοι, τὸ θέμα τὸ ὑπὸ συζήτησιν ἐν πλάτει ἔχει ἐξετασθῆ ἀπὸ τοὺς ἀξιοτίμους ἀγορεύσαντας, ἐν τούτοις ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ παρατηρήσω τινὰ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, διότι νομίζω ὅτι τὰ τῆς Δικαιοσύνης εἶναι ἐξόχως σοβαρά, σήμερον μάλιστα, ὅτε τὸ νέον πολίτευμα καὶ ἡ Δημοκρατικὴ Κυβέρνησις ἐγκαινιάζει νέαν περίοδον ἀνορθώσεως, ἀνασυντάξεως καὶ ἀναδημιουργίας τῶν πραγμάτων τῆς Χώρας. Εἰς τὴν δημιουργίαν ταύτην τὴν βασικὴν θέσιν κατέχει ἡ Δικαιοσύνη. Ὁμολογουμένως τὰ τῆς Δικαιοσύνης παρ’ ἡμῖν εὑρίσκονται ἐν πλημμελεῖ καταστάσει καὶ νοσηρᾷ στασιμότητι, ἥτις ὤφειλε νὰ προκαλέσῃ τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως καὶ νὰ ζητήσῃ αὕτη τὴν ἐκ θεμελίων ἀνακαίνισιν τοῦ δικαστικοῦ κλάδου καὶ ἐν γένει τῆς Δικαιοσύνης, διότι ἄνευ Δικαιοσύνης οὔτε ἡ Κοινωνία δύναται νὰ εὐημερήσῃ οὔτε καὶ τὸ πολίτευμα νὰ ἑδραιωθῇ κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ ἐμπνευσθῇ ὁ λαὸς ὅτι ὑπὸ τὸ νέον πολίτευμα καὶ ἐν δικαιοσύνῃ ἐξασφαλιζούσῃ ἰσοπολιτείαν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνεύρῃ τὸ δίκαιόν του καὶ νὰ ἐξασφαλισθῇ εἰς τὰς ποικίλας τοῦ βίου δυσχερείας. Τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον πρέπει νὰ ἐξετασθῇ ἀσφαλῶς ἐν σχέσει πρὸς τὸ ψήφισμα, διότι ἡ διάταξις ἡ ἀφορῶσα τὸ ἀμετάθετον σχετίζεται μὲ τὸ νομοσχέδιον τὸ τῆς ὀργανώσεως τῆς Δικαιοσύνης ἀναποσπάστως, ὥστε πᾶς συζητῶν ἐπὶ τοῦ ψηφίσματος κατ’ ἀνάγκην συζητεῖ καὶ ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον μέχρι τοῦδε, κύριοι, ἐγέννησε κατάπτωσιν τῆς Δικαιοσύνης παρ’ ἡμῖν εἶναι ἡ ἔλλειψις ἐλέγχου, ἡ διαρκὴς ἀναστάτωσις τοῦ δικαστικοῦ κλάδου προελθοῦσα κυρίως ἐκ τῶν πολιτικῶν γεγονότων τῶν τελευταίων ἐτῶν, τὰ ὁποῖα οὐσιωδῶς ἐπέδρασαν καὶ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης καὶ τῶν ὀργάνων αὐτῆς, εἰς τρόπον ὥστε νὰ ἐπιβάλλεται νὰ ἐξεύρωμεν ἐκεῖνα τὰ μέτρα τὰ ὁποῖα θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπαναφέρωσι τὸν κλάδον αὐτὸν εἰς τὴν ἐμπρέπουσαν θέσιν. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔβλαψεν ἀσφαλῶς τὴν Δικαιοσύνην ἦτο ἡ ἔλλειψις παντελοῦς ἐπιθεωρήσεως. Ὁ κλάδος αὐτός, μολονότι ἐξησφαλίσθη δι’ ἰσοβιότητος καὶ μονιμότητος παρὰ τοῦ πολιτεύματος καὶ τῶν νόμων, ἐν τούτοις ἀφέθη ἐστερημένος ἐλέγχου ἐνδελεχοῦς, ὥστε καὶ τὸ δικαστικὸν Σῶμα νὰ ἔχῃ πάντοτε τὸν φόβον τοῦ ἐλέγχου καὶ διαρκῆ ὤθησιν πρὸς φιλότιμον ἐργασίαν ἐκ μέρους τῆς ἀνωτέρας δικαστικῆς Ἀρχῆς. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι τὰ διάφορα Δικαστικὰ Συμβούλια ἦσαν ἁρμόδια νὰ ἐπιβλέπωσι καὶ ἐλέγχωσι πᾶσαν παρεκτροπήν, ἀλλά, δυστυχῶς, εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο οὐδεμία μέχρι τοῦδε ἐγένετο ἐπιμελὴς ἐποπτεία καὶ ἔλεγχος. Καὶ ἐφόσον μὲν ὑπῆρχον φιλότιμοι δικασταὶ εἰργάζοντο μετ’ ἐπιμελείας, ἀλλὰ ὑπάρχουν καὶ δικασταὶ οἱ ὁποῖοι, ἀμελεῖς καὶ ἀνάπηροι νομικῶς, ἄνευ ἐπιβλέψεως, εἶναι ἀδύνατον νὰ ἀποδώσουν καλὴν ἐργασίαν. Διὰ τοῦτο θὰ ἐζήτουν, ἀντὶ πάσης ἄλλης ἀνακαινιστικῆς ἐργασίας, νὰ ἐτίθετο ἀσφαλεστέρα βάσις ἐπιθεωρήσεως καὶ ἐλέγχου. Δυσάρεστον εἶναι ὅτι ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου τὸ νομοσχέδιον δὲν φέρει καμμίαν νεωτεριστικὴν ἀνακαίνισιν, διότι κατὰ τὸ τελευταῖον ἄρθρον καθίσταται μὲν ἐπιθεώρησις, ἀλλ’ ἐξαρτωμένη ἀπολύτως ἀπὸ τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, τὴν ὁποίαν ἐξάρτησιν ἐγὼ θεωρῶ τὰ μέγιστα ἐπικίνδυνον, ἀλλὰ καὶ ἀναχρονιστικήν. Θὰ τὴν ἤθελα ἀπὸ τὸν ἴδιον τὸν κλάδον ἱεραρχικῶς τὴν ἐπιθεώρησιν, ὥστε νὰ δύνανται ἀνώτεροι δικαστικοὶ νὰ ἀσκῶσιν ἐγκυρότερον καὶ ἀποτελεσματικώτερον τὴν ἐποπτείαν τῶν δικαστῶν. Θὰ ἤθελον τοὺς ἐπιθεωρητὰς ἐκλεγομένους οὐχὶ παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ, ἀλλὰ εἴτε τῇ προτάσει τοῦ Ἀρείου Πάγου εἴτε τοῦ Συμβουλίου τοῦ ἀνωτέρου. Περισσοτέρα ἐγγύησις ἐκ τοιαύτης ἐκλογῆς. Ἀκριβῶς ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου ἤθελον ὁ Ὑπουργὸς νὰ προσέξῃ ὥστε οἱ ἐπιθεωρηταὶ νὰ ἀπαρτίζωνται ἀπὸ πρόσωπα ξένα ἐντελῶς ἀπὸ τὴν κεντρικὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου, διότι, ὡς βλέπω, οἱ ἐπιθεωρηταὶ εἶναι τῆς ἀπολύτου διαθέσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ· ἀρχὴ μειοῦσα τὸν θεσμὸν ἀναποτρέπτως.
§233Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν θὰ εἶχον ἀντίρρησιν ὁ Ὑπουργὸς νὰ διορίζῃ τοὺς ἐπιθεωρητὰς τῇ προτάσει τοῦ Συμβουλίου.
§234Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Εἶναι εὐχάριστον ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς δέχεται τὴν ἄποψιν αὐτήν, εἰς ἣν ἀποδίδω σημασίαν. Ἑτέρα ἀφορμὴ τῆς νοσηρότητος τῆς Δικαιοσύνης ὑπῆρξαν αἱ ἀλλεπάλληλοι κατὰ τὸ παρελθὸν ἐκκαθαρίσεις καὶ ἀναστολαὶ τῆς ἰσοβιότητος, αἱ ὁποῖαι ἐκλόνισαν τὴν πεποίθησιν τοῦ δικαστικοῦ κόσμου ἐπὶ τὴν εὐστάθειαν τοῦ ἐπαγγέλματός των καὶ διεσάλευσαν τὴν πεποίθησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἐπὶ τὴν Δικαιοσύνην. Κατὰ τρεῖς περιπτώσεις ἠναγκάσθησαν αἱ διάφοροι Κυβερνήσεις νὰ ἀναστείλουν τὴν ἰσοβιότητα καὶ ρίψουν τὴν Δικαιοσύνην εἰς ἕνα σάλον ἀβεβαιότητος, ἐξ οὗ ἐπηρεάσθη σοβαρῶς ὁ χαρακτὴρ τῶν δικαστῶν, ἀλλὰ καὶ ἡ ἀνεξαρτησία ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ των.
§235Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ποῖος ἠνάγκασε τὴν Ἐκτελεστικὴν Ἐξουσίαν νὰ λάβῃ μέτρα ἀναστολῆς;
§236Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἠθέλησα νὰ ἀναφέρω τὴν ἐποχὴν τοῦ 1917· ἐγὼ ἀντετάχθην συνολικῶς ἐναντίον τῶν ἐκκαθαρίσεων πάντοτε μετ’ ἐπιμονῆς, θεωρήσας ταύτας ἐπιζημίους.
§237Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Σᾶς ἐρωτῶ· ποῖος ἔδωκεν ἀφορμήν;
§238Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἕνεκα τῆς ἐσωτερικῆς διαιρέσεως ἐλησμόνησαν τὰ δικαστικὰ πρόσωπα, ἰδίως τοῦ Ἀν. Συμβουλίου, τὰ καθήκοντά των καὶ τὴν ἀποστολήν των καὶ ἐξετράπησαν εἰς πράξεις, αἱ ὁποῖαι δὲν συντελοῦσιν εἰς τὴν ἑδραίωσιν τοῦ δικαστικοῦ γοήτρου. Ἀλλὰ τὰ μεμονωμένα ἐκεῖνα παραδείγματα δὲν ἦτο καὶ λόγος ἀποχρῶν, ὥστε ὁλόκληρος ὁ δικαστικὸς κλάδος νὰ ριφθῇ εἰς τοὺς δρόμους, νὰ κλονισθῇ δὲ συνολικῶς ὁ ναὸς τῆς Θέμιδος καὶ νὰ καταρρεύσῃ τὸ οἰκοδόμημα τῆς Δικαιοσύνης.
§239Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἔχετε πρόχειρον τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐκκαθαρισθέντων;
§240Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ὄχι, ἀλλ’ οὐδὲν ὠφελεῖ· ἠδύνατο ἄλλως ἡ Πολιτεία νὰ ἐκζητήσῃ διόρθωσιν.
§241Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ὁμολογῶ ὅτι ἐξεκαθαρίσθησαν καὶ ἱκανοὶ δικασταί, ἀλλὰ εἶναι πολὺ ἐπικινδυνωδέστερος ὁ ἱκανὸς δικαστὴς ὅταν θέλῃ νὰ ἐκφαυλίσῃ τὴν Δικαιοσύνην. Διότι ἐγνώρισα ἱκανὸν δικαστὴν ὁ ὁποῖος ἐξέδωκε βούλευμα συλλήψεως φιλελευθέρου πολίτου ἄνευ λόγου. Ἂν λοιπὸν τοιούτου εἴδους ἱκανοὶ δικασταὶ ἐξεκαθαρίσθησαν, ἦτο διότι αὐτοὶ ὡδήγουν εἰς τὴν φαυλότητα καὶ τοὺς ἀνικάνους δικαστάς.
§242Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Δὲν ἔχω λόγους νὰ ἀμφιβάλλω περὶ τῆς ἀκριβείας τῶν ὑφ’ ὑμῶν λεγομένων, ἀλλ’ ἐντοπίζω τὰς παρεκτροπὰς εἴς τινα μέλη τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου καὶ οὐχὶ εἰς τὴν ὁλότητα τοῦ δικηγορικοῦ κλάδου.
§243Γ. ΚΙΑΓΙΑΣ. Εἰς Ἰωάννινα ἦλθε πρόεδρος τοῦ δικαστηρίου διακεκριμένος δικαστής, ὁ ὁποῖος ἐν πλήρει συνεδριάσει τοῦ δικαστηρίου, εἰς ἕνα μάρτυρα, ὁ ὁποῖος ἀνέφερε τὸ ὄνομα τοῦ Βασιλέως, εἶπε: «Μὴ μοῦ ἀναφέρετε τὸ ὄνομα τοῦ Βασιλέως, διότι αἱμάσσει ἡ καρδία μου». Τοιούτους δικαστὰς τί τοὺς θέλετε;
§244Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Δὲν γνωρίζω ἂν αἱ ἀπόψεις αὐταὶ ἔχουν γενικὸν χαρακτῆρα· ἐγὼ κρίνω τὸν δικαστὴν ὄχι ἐκ τῶν φρονημάτων του, διότι ἐνδεχόμενον νὰ εἶναι εἴτε βασιλικὸς εἴτε βενιζελικός, ἀρκεῖ ἐν τῇ ἕδρᾳ, ὅταν ἀνέρχηται, νὰ εἶναι δίκαιος καὶ αὐστηρὸς ἐφαρμοστὴς τοῦ νόμου καὶ τῆς κοινωνικῆς ἀρετῆς. Ἐὰν ἔχῃ φρονήματα ἐκτὸς τοῦ δικαστηρίου, διαφέρει. Αὐτὸ δὲν ἔχει σημασίαν, κατ’ ἐμέ, ἀρκεῖ νὰ ἐκπληρώνῃ τὸ καθῆκόν του μὲ συνείδησιν δικαστικὴν καὶ ἀμεροληψίαν. Ἀλλά, κύριοι, ἐλέχθη καὶ προηγουμένως ὅτι τὸ ὑπάρχον ὑλικὸν τοῦ δικαστικοῦ Σώματος εἶναι κατὰ τὰ ¾ ἀντιθέτων φρονημάτων, καὶ ἐρωτῶ: Κατὰ τί θεραπεύει τὸ νόσημα αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον ἢ αἱ διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου; Ἐὰν ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον, πρόκειται νὰ ἀλλάξουν φρονήματα; Ἢ ἐὰν ὁ δικαστὴς ὁ βασιλόφρων μεταβῇ εἴτε εἰς Κρήτην εἴτε εἰς Χίον, δὲν θὰ ἔχῃ τὰ φρονήματά του; Δὲν θὰ ἀποβῇ ἐπίσης ἐπιζήμιος εἰς τὴν Κοινωνίαν καὶ τοὺς κατοίκους ἐκείνους; Ἡ ζημία ἡ κοινωνικὴ δὲν εἶναι ἡ αὐτή; Ἡ Πολιτεία σκέπτεται καὶ δρᾷ μὲ τὸ γενικὸν συμφέρον, ὄχι ἀτομιστικῶς. Κατὰ τί, σᾶς παρακαλῶ, θὰ βελτιώσῃ τὰ φρονήματά του, κατὰ τί θὰ ἀνυψώσῃ τὸ δικαστικὸν γόητρον; Ἔχετε τὸ θάρρος νὰ εἴπητε, ὅτι ὁ δικαστικὸς κλάδος μετὰ τὴν ἐγκατάστασιν τοῦ δημοκρατικοῦ πολιτεύματος πρέπει νὰ ὑποστῇ τὴν ἐγχείρησιν, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ὑποστῇ, εἴπατέ το, ὅπως συνέβη εἰς τὴν Γαλλίαν ἅμα τῇ δημοκρατικῇ περιόδῳ, ὅτε ὁ Βαλντὲκ Ρουσώ, Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἔφερε νομοσχέδιον καὶ ἐξεκαθάρισε τὴν Δικαιοσύνην ἐκ τῶν βασιλοφρόνων δικαστῶν, ὑποστηρίξας ὅτι ὁ βασιλόφρων δικαστὴς δὲν θὰ δύναται ποτὲ εὐσυνειδήτως νὰ ἐκπληρώσῃ τὰ καθήκοντά του.
§245Γ. ΚΙΑΓΙΑΣ. Δὲν θεραπεύει τὸ κακόν, ἀλλὰ προπαρασκευάζει τὴν ὁδὸν πρὸς τὴν φυσιολογικὴν ἐκκαθάρισιν.
§246Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἡ φυσιολογικὴ ἐκκαθάρισις θὰ ἐπέλθῃ κατὰ δύο τρόπους. 1ον) Ὅταν θεμελιώσετε ἐπιθεώρησιν σοβαρὰν καὶ διαρκῆ καὶ 2ον) ὅταν ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης θελήσῃ νὰ ἐπιβάλῃ τὴν πυγμὴν ἐν τῇ ἐφαρμογῇ τῶν νόμων. Ἔχετε παράδειγμα εἰς προηγουμένας ἐποχὰς τί ἐγένετο ἐπὶ ὑπουργίας τοῦ Δημητρακοπούλου καὶ τοῦ κ. Ρακτιβάν, ὅταν ἠθέλησαν νὰ ἐφαρμόσουν αὐστηρῶς τοὺς νόμους δι’ ἐπιθεωρήσεων, ἡ Δικαιοσύνη, ἔστω συνελθοῦσα, ἐπανῆλθεν εἰς τὸν δρόμον τοῦ καθήκοντος καὶ τῆς εὐσυνειδήτου ἐκπληρώσεως τῆς ἀποστολῆς της. Δύνασθε νὰ ἀναφέρητε Εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν, ὁ ὁποῖος νὰ μετέβη εἰς τὴν περιφέρειάν του νὰ παραλάβῃ τὰς δικογραφίας εἰσηγητῶν, νὰ ἐξετάσῃ ταύτας μίαν πρὸς μίαν, τοὐλάχιστον, καὶ νὰ ἐπιδοθῇ εἰς τὴν οὐσιαστικὴν καὶ νομικὴν ἐξέτασιν τῆς ὑποθέσεως, ὥστε νὰ συμπεράνῃ διὰ τὴν ἀξίαν δικαστοῦ θετικῶς; Τοιαῦτα παραδείγματα δὲν ἔχομεν, αἱ ἐπιθεωρήσεις γίνονται τυπικῶς καὶ ξηρῶς. Προτιμότερον νὰ ἔλειπον. Κατὰ τίνα λοιπὸν τρόπον θὰ ἀνορθωθῇ ὁ δικαστικὸς κλάδος, ὅταν ἐπὶ κεφαλῆς αὐτοῦ δὲν ἵσταται πυγμὴ στιβαρὰ Ἀνωτάτου Ἐπόπτου; Ὁ Ὑπουργὸς καὶ ὁ Ἐπιθεωρητὴς θὰ ἐπιβάλουν τὴν τάξιν καὶ τὴν εὐκοσμίαν εἰς τὴν Δικαιοσύνην. Μία ἑτέρα ἔλλειψις, ἡ ὁποία θὰ βελτιώσῃ τὰ τῆς Δικαιοσύνης, εἶναι ἀσφαλῶς τὸ ποιὸν τῶν δικαστῶν. Ἡ εἰσαγωγὴ προσώπων καταλλήλων, μὲ κοινωνικὸν χαρακτῆρα, διότι δυστυχῶς πλεῖστοι τῶν δικαστῶν προερχόμενοι ἐκ τοῦ κλάδου τῶν Εἰρηνοδικῶν, μὲ προστριβὰς ἐκ τῆς ἀπονομῆς τῆς μικρᾶς δικαιοσύνης εἰς τὰ χωρία, μὲ συνηθείας κακὰς καὶ νοσηρὰς ἀντιλήψεις ἐκ τοῦ στενοῦ κοινωνικοῦ περιβάλλοντος, κατέστησαν τὸν ἀνώτερον δικαστικὸν κλάδον ἄξιον μομφῶν. Ὁ κ. Ὑπουργός, δυστυχῶς, οὐδεμίαν ἔλαβε πρόνοιαν ὅπως ἐν τῷ μέλλοντι τοὐλάχιστον εἰσέρχωνται στοιχεῖα ὑγιέστερα. Κατὰ τίνα τρόπον τὰ τῆς Δικαιοσύνης θὰ διορθωθῶσιν, ἐφόσον καὶ τὸ ὑπάρχον ὑλικὸν δὲν φροντίζομεν διὰ τοῦ νομοσχεδίου νὰ ἀποκαθάρωμεν; Διότι ὁ Ὑπουργός, δὲν ὁμιλῶ περὶ τοῦ παρόντος, ἀλλὰ γενικῶς, λαμβάνων συστάσεις παρὰ διαφόρων πολιτευομένων εἰσάγει εἰς τὸν κλάδον ἕνα δικηγόρον ἀκατάλληλον, ἄνευ δοκιμασίας ἢ ἐρεύνης ἀκριβοῦς τῆς ἐπιστημονικῆς καταρτίσεως καὶ τῆς κοινωνικῆς προελεύσεως. Μὲ τὰς γνωστὰς μεθόδους ἐπιλογῆς τῶν δικαστῶν Δικαιοσύνην δὲν θὰ ἀποκτήσωμεν. Ἡ ἔλλειψις τῆς ἐπιθεωρήσεως καὶ τῆς διαρκοῦς εἰσαγωγῆς προσώπων ἐντελῶς ἀνικάνων θὰ καταντήσουν τὴν Δικαιοσύνην ἐν χρεοκοπίᾳ καὶ τὸν λαὸν γογγύζοντα ὅτι δὲν τοῦ ἐχορηγήσαμεν τὰ στοιχειώδη μέσα τῆς κοινωνικῆς του ἀσφαλείας. Δὲν ἔχομεν δὲ τὴν γνώμην ὅτι τὸ ἀμετάθετον τῆς ἕδρας τοῦ δικαστοῦ, αὐτὸ καὶ μόνον θὰ μεταβάλῃ καὶ τὴν ἱκανότητα καὶ τὸ ἦθος καὶ τὴν προσήλωσιν πρὸς τὸ καθῆκον. Λοιπὸν μὴ νομίζετε ἐκ τῆς ψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου διὰ τῆς τακτοποιήσεως τῶν δικαστῶν ἐν ἀποκέντροις καὶ κεντρικοῖς δικαστηρίοις, ὅτι αὐτὴ καὶ μόνη ἡ διάταξις θὰ φέρῃ τὴν βελτίωσιν τοῦ κλάδου. Εἶναι πλάνη, καὶ πλάνη περὶ τῆς ὁποίας θὰ πεισθῆτε ταχέως, ὅτι ψηφίζοντες νομοσχέδια τὰ ὁποῖα δὲν ἐμελετήθησαν πρακτικῶς θὰ διορθώσουν τὰ πράγματα τῆς Δικαιοσύνης. Τὴν διάταξιν τῶν νομοσχεδίων τὴν καθιστῶσαν τὸν δικαστὴν ἐπὶ δεκαετίαν εἰς Πρωτοδικεῖον θεωρῶ ἐντελῶς ἐπιζημίαν· ὁ δικαστὴς παραμένων ἐν τῷ αὐτῷ τόπῳ προστρίβεται· τὸ περιβάλλον, αἱ σχέσεις, αἱ συναναστροφαὶ εἴτε μετὰ τῶν δικηγόρων εἴτε καὶ τῶν ἄλλων προσώπων τῆς Κοινωνίας καθιστοῦν αὐτὸν μειονεκτοῦντα διὰ τὰ καθήκοντά του καὶ δυσπίστως ἡ Κοινωνία ἀποβλέπει εἰς τὸν τοιοῦτον δικαστήν. Τὸ ἀμετάθετον μόνον τοῦ νομοσχεδίου δὲν σώζει τὴν κατάστασιν. Ἐπιδιώξατε σωστικὰς καὶ ῥιζικὰς βελτιώσεις, κρατύνατε διὰ καλῆς διοικήσεως καὶ αὐστηρᾶς ἐπιθεωρήσεως τὸν δικαστὴν εἰς τὰ ὑψηλά του ἔργα. Μᾶλλον προστριβὰς θὰ ἔχωμεν καὶ ἐπιζήμια ἀποτελέσματα διὰ τὴν ὅλην λειτουργίαν τῆς Δικαιοσύνης, ἂν θελήσωμεν τὸν δικαστὴν νὰ τὸν καθηλώσωμεν ἐπὶ μίαν δεκαετίαν εἰς μίαν ἕδραν. Θὰ ἦτο προτιμότερον νὰ θέσωμεν ἐν τῷ συζητουμένῳ σχεδίῳ ψηφίσματος περὶ τροποποιήσεως τῶν ἄρθρων 88 καὶ 90 τοῦ Συντάγματος διάταξιν καθ’ ἣν ἐπὶ μίαν τριετίαν νὰ ὁρίζηται τὸ ἀμετάθετον τοῦ δικαστοῦ. Αὐτὸ ἤθελεν ἐξασφαλίσει τὴν ἀνεξαρτησίαν τοῦ δικαστοῦ, εἰς τὸν ὁποῖον θὰ δώσωμεν καὶ μίαν ἐλπίδα, ὅτι μετατιθέμενος εἰς ἄλλην πόλιν μὲ εὐρυτέρους ὁρίζοντας ἐπιστημονικοὺς καὶ κοινωνικοὺς θέλει πληρέστερον ἀναδειχθῆ καὶ ἀναγνωρισθῆ ἡ ἀξία του καὶ ὁ χαρακτήρ του. Φαντασθῆτε δικαστὴν καθηλωμένον εἰς Ἔδεσσαν ἢ Γρεβενὰ ἢ ἄλλην τοιαύτην πόλιν, ἔχοντα ὑπ’ ὄψιν ὅτι θὰ παραμένῃ ἐκεῖ ἐπὶ μίαν δεκαετίαν, διότι κατὰ τὸ νομοσχέδιον, ἄρθρον 12ον, τὰ Πρωτοδικεῖα τὰ ἀναφερόμενα ἐν αὐτῷ εἶναι τὰ χειρότερα ἐκ τῶν ὑπαρχόντων εἰς τὴν Χώραν.
§247ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Ἀπὸ ἀπόψεως διαμονῆς.
§248Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τοῦ ὅτι δὲν εἶναι συμφέρον νὰ παρεμβαίνῃ ἐν τῷ Συμβουλίῳ μετὰ τῶν λοιπῶν συμβούλων ὁ παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Δικαιοσύνης Γενικὸς Γραμματεύς, τοῦτο ἀρκούντως ἀνεπτύχθη ὑπὸ τῶν προαγορευσάντων κ. συναδέλφων καὶ θεωρῶ τοῦτο ἐξηντλημένον, φαντάζομαι δὲ ὅτι καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀπεδέχθη ὅπως λαμβάνῃ μέρος καὶ ὁ Γεν. Γραμματεύς, ἀλλ’ ἄνευ ψήφου, ὅπως παρέχῃ τὰς πληροφορίας τὰς ὁποίας αὐτὸς ὡς ἐκ τῆς θέσεώς του δύναται νὰ γνωρίζῃ περὶ τῆς δράσεως καὶ τοῦ ποιοῦ τῶν δικαστῶν. Ἡ ἀπόφασις τοῦ Συμβουλίου θὰ εἶναι μᾶλλον ἀσφαλής. Ἐπίσης θὰ εἶχον νὰ παρατηρήσω, συμφωνῶν καὶ πρὸς ἄλλους τῶν κυρίων συναδέλφων, ὅπως τὸ τρίμηνον τὸ ὁποῖον ζητεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης περὶ ἀναστολῆς τῆς ἰσχύος τοῦ Ἀνωτ. Συμβουλίου μὴ ψηφισθῇ παρὰ τῆς Συνελεύσεως, διότι γνωστῶν ὄντων τῶν ἐπηρεασμῶν καὶ τῶν πιέσεων, αἱ ὁποῖαι ἐπιδρῶσι κατὰ τὰς προσωπικὰς μεταβολάς, ἡ ἀγαθὴ πρόθεσις, ἂν ὑπάρχῃ τοιαύτη, θὰ συντελέσῃ εἰς τὸ ξεχαρβάλωμα τῆς Δικαιοσύνης, τ’ ἀποτελέσματα δὲ τῆς ἐφαρμογῆς τῆς διατάξεως δὲν εἶναι δυνατὸν ἢ νὰ ὦσι δυσάρεστα καὶ ὀλέθρια ἐπὶ τοῦ ὅλου δικαστικοῦ Σώματος. Ἂς ἀφήσωμεν τὴν ἀποκέντρωσιν νὰ λειτουργήσῃ ὅπως καὶ κατὰ τὸ παρελθὸν μὲ τὰ σωστικὰ αὐτῆς ἀποτελέσματα, ἂς ἀφήσωμεν τὸν Ὑπουργὸν νὰ ἔχῃ τὴν ἀνωτέραν ἐποπτείαν καὶ διὰ τοῦ Γεν. Γραμματέως νὰ διαφωτίζῃ τὸ Συμβούλιον διὰ τὴν δρᾶσιν τῶν δικαστῶν. Δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ τακτοποίησις τῶν δικαστῶν νὰ γίνῃ κατὰ τρόπον ἀμετρίαστον καὶ θὰ βλάψῃ βεβαίως τὴν Δικαιοσύνην, διότι εἰς τὸ προσεχὲς μέλλον δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ ἄλλη κυβερνητικὴ μεταβολὴ ἢ ἄλλη μεταβολὴ τῶν πραγμάτων, καὶ εἷς νέος Ὑπουργὸς θὰ σαρώσῃ ὅσα ἡμεῖς νομοθετοῦμεν καὶ δυνατὸν οὗτος νὰ ἐπιφέρῃ ἀποτελέσματα ἀντίθετα ἐκείνων τὰ ὁποῖα ἡμεῖς ἐπιδιώκομεν. Ἐὰν πρόκειται λοιπὸν νὰ τάμωμεν μίαν πορείαν δικαίαν, ἡ ὁποία νὰ ἐξασφαλίσῃ τὸν δικαστικὸν κλάδον, ἐὰν θέλετε τὴν ἀποκέντρωσιν, νὰ τὴν ἀναλάβετε ἐν τῷ Ὑπουργείῳ. Διὰ τῆς διατάξεως αὐτῆς ἢ ἄλλης ὁμοίας διατάξεως συγκεντρωτικῆς νομίζω ὅτι θὰ καταστήσητε τοὺς δικαστὰς ὑποχειρίους τῶν κομματικῶν μας διαιρέσεων. Οὐδεμία ἀναστολὴ τῆς ἰσχύος εἶναι συγχωρητή, ἐκτὸς ἂν θέλωμεν νὰ ἴδωμεν τὴν Δικαιοσύνην κύπτουσαν τὸν αὐχένα πρὸ τῶν ἰσχυρῶν. Ἤμην τῆς γνώμης, κύριοι, καὶ ἐν τῇ ἐπιτροπῇ καὶ τονίζω καὶ σήμερον, ὅτι τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον πρέπει νὰ ἰσχύσῃ, ἀλλὰ μὲ τροποποιήσεις τινάς. Θὰ ἦτο ἐπίσης χρήσιμον, ἂν ἀντὶ τοῦ Προέδρου καὶ τοῦ Εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου, οἱ ὁποῖοι ὁμολογουμένως κατὰ τὸ παρελθόν, λόγῳ τῆς μονιμότητος τῆς θέσεώς των, δὲν παρέσχον ἀρκετὰ δείγματα τῆς ἀμεροληψίας των, θὰ ἦτο χρήσιμον ἐὰν ἐτίθεντο καὶ τούτων τὰ ὀνόματα ἐν τῇ κληρωτίδι χωρὶς νὰ εἶναι ἀπαραιτήτως μέλη τοῦ Συμβουλίου. Θὰ ἦτο δὲ ἀνάγκη νὰ περιελαμβάνοντο ἐν τῷ Συμβουλίῳ καὶ Ἐφέται εἴτε ἐκ τοῦ Ἐφετείου Ἀθηνῶν εἴτε ἐκ τῶν ἐπαρχιακῶν Ἐφετείων. Διὰ τοῦτο θὰ ἤθελον τὸ Ἐφετεῖον μικτὸν καὶ ἐξ Ἀρεοπαγιτῶν καὶ ἐξ Ἐφετῶν συνιστώμενον καὶ μὲ τὸν Γραμματέα τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης ὡς εἰσηγητήν.
§249Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Βλέπω ὅτι πλησιάζομεν εἰς τὰς ἀντιλήψεις.
§250Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Βεβαίως, ἐφόσον δὲν θέλετε τὸν θεσμὸν τοῦ Συμβουλίου, ἀλλ’ ἐγὼ θέλω τὴν συγκέντρωσιν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Δικαιοσύνης, ἣν ἐπιζητεῖτε, ἔστω καὶ προσωρινῶς, νὰ τὴν ἀφήσωμεν ἀποκέντρωσιν καὶ μακρὰν τῶν πολιτικῶν ἐπιρροῶν, ἃς προκαλεῖ ἡ διάταξις τῆς προσωρινῆς ἀναστολῆς. Μένουν δύο σημεῖα, τὰ ὁποῖα μοὶ παρέχουν τὴν ἐντύπωσιν ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς θέλει νὰ συγκεντρώσῃ εἰς χεῖράς του ἅπασαν τὴν διοίκησιν τῆς Δικαιοσύνης: πρῶτον τὸ ζήτημα τῶν ἐπιθεωρητῶν, ὑπ’ αὐτοῦ διοριζομένων, καὶ δεύτερον τὸ ζήτημα τῆς συμμετοχῆς τοῦ Γεν. Γραμματέως ἐν τῷ Συμβουλίῳ μετὰ ψήφου. Ἐὰν τὰς δύο ταύτας διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου ἤθελε δεχθῆ ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ τὰς ἀπαλείψῃ, ὁμολογῶ ὅτι τὸ νομοθέτημα ἤθελε βελτιώσει πολὺ τὰ πράγματα τῆς Δικαιοσύνης. Ἀλλὰ κυρίως τὴν βελτίωσιν τῆς Δικαιοσύνης ἀναμένω ἐκ τῆς ἐκλογῆς προσώπων ἱκανῶν καὶ ἐκ τοῦ διαγωνισμοῦ δικαστῶν, λυποῦμαι δὲ ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅλα τὰ ζητήματα ἀνεμόχλευσε καὶ περιέλαβεν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, παρεῖδε δὲ ὅτι πρέπει ἡ εἴσοδος εἰς τὸν δικαστικὸν κλάδον νὰ γίνεται διὰ διαγωνισμοῦ. Ἐπανερχομένου τοῦ παλαιοῦ νόμου ὀφείλει νὰ σφαλίσῃ τὴν θύραν εἰσόδου δικαστῶν ἀβασανίστως καὶ ἄνευ δοκιμασίας. Νὰ λήξῃ δὲ ἡ μέθοδος εἰσαγωγῆς Πρωτοδικῶν καὶ Εἰρηνοδικῶν κατὰ τρόπον ὁ ὁποῖος ἐκλόνισε τὴν πίστιν τοῦ λαοῦ ἐπὶ τὰ δικαστικὰ πρόσωπα.
§251Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Εἰς τὸ ἄρθρον 21.
§252Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Εἶναι δικαστικὴ διάταξις· ἂν θέλετε, κάμνετε διαγωνισμόν.
§253Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Λαμβάνονται τόσαι ἐγγυήσεις καὶ ὅταν δὲν κάμωμεν διαγωνισμόν. Ἐκτὸς τῆς γνωματεύσεως τοῦ Συμβουλίου τῶν Πρωτοδικῶν, κατὰ πλειοψηφίαν, ἔχομεν καὶ τὴν γνωμάτευσιν τοῦ Συμβουλίου τῶν μεταθέσεων διὰ νὰ ἠμπορέσῃ ὁ Ὑπουργὸς νὰ προσλάβῃ κατὰ τοιοῦτον τρόπον προτεινόμενα ἄριστα πρόσωπα.
§254Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Διατί νὰ φέρωμεν νέας διατάξεις καὶ νέα συστήματα, ἐφόσον τὸ παρελθὸν μᾶς πείθει ὅτι ὁ διαγωνισμὸς εἶναι τὸ μόνον μέσον τὸ ὁποῖον ἐξασφαλίζει τοὺς καλυτέρους δικαστικούς, εἶναι δὲ γνωστὸν ὅτι διὰ διαγωνισμοῦ εἰσήρχοντο τὰ καλύτερα πρόσωπα, καὶ ὅτι ἂν ἀκόμη ὑπάρχῃ εἰς τὴν Δικαιοσύνην κἄτι τι ἄξιον ὑλικὸν εἶναι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι προῆλθον ἐκ τῶν θεσμῶν τῶν Παρέδρων καὶ διὰ διαγωνισμοῦ;
§255Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Ὁ διαγωνισμὸς ἔχει σημασίαν ὅταν ὑπάρχουν πολλὰ πρόσωπα καὶ ὀλίγαι αἱ θέσεις.
§256Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Τὰ ὅρια τῆς Ἑλλάδος περιωρίσθησαν καὶ ἕνας κόσμος ἐπιστημόνων εὑρίσκεται ἄνευ ἐπαγγέλματος· ἂν τοὺς εἰπῆτε ὅτι, ἂν καταρτισθῆτε καλῶς, ἂν προτιμήσητε τὸ σύστημα τῶν ἐξετάσεων, ἀσφαλῶς θὰ εὑρεθοῦν οἱ ἐπίλεκτοι, ἀπορῶ δὲ διατί ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διστάζει νὰ δεχθῇ τὴν τροπολογίαν αὐτήν.
§257Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Κύριε συνάδελφε, ὅταν ἴδωμεν ὅτι ὑπάρχει ἀριθμὸς ὑποψηφίων, ἂν διὰ τῶν νομοσχεδίων αὐτῶν προσελκυσθῇ ἀριθμὸς μέγας, τότε, βεβαίως, θὰ κάμωμεν διαγωνισμόν.
§258Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Αὐτὰ εἶχον νὰ παρατηρήσω γενικῶς καὶ νὰ συστήσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰς τροπολογίας τὰς ὁποίας ὑπέβαλον, διότι οὕτως οἱ σκοποὶ τοῦ νομοσχεδίου του θὰ ἐπιτύχουν. Καταστήσατε ἐπιθεώρησιν πλήρη καὶ τελείαν, φροντίσατε νὰ εἰσαγάγητε εἰς τὸν δικαστικὸν κλάδον τοὺς ἱκανούς. Ἄνευ διαρκοῦς ἐλέγχου καὶ ἐποπτείας αὐστηρᾶς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συντελεσθῇ ἀνόρθωσις τῆς Δικαιοσύνης· αὕτη θὰ ἐπέλθῃ, ὅταν θὰ κατορθωθῇ φυσιολογικῶς διὰ τῶν Συμβουλίων νὰ ἀπομακρυνθοῦν τοῦ κλάδου τὰ σαπρὰ μέλη, τὰ ὁποῖα ζημιοῦσι καὶ φθείρουσι τὸ ὅλον δικαστικὸν Σῶμα. Ἡ διάγνωσις τῆς νόσου ἐγένετο, ἀπαιτεῖται μεθοδικὴ ἐξυγίανσις τοῦ κλάδου.
§259Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Κύριε Πρόεδρε, νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις ἐπ’ αὐτοῦ διὰ νὰ ψηφίσωμεν μερικὰ νομοσχέδια.
§260ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις ἀναβάλλεται. Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως διατάξεων τοῦ Ν. Διατάγματος τῆς 23 Ἀπριλίου 1924 περὶ ἀμνηστίας, ἀναστολῆς ποινῶν, παραγραφῆς ἀδικημάτων κλπ.». Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Ἀβραάμ.
§261Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Κύριοι συνάδελφοι, δὲν πρόκειται πραγματικῶς περὶ τροποποιήσεως νόμου, διότι διὰ τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου εἰσάγεται, δυστυχῶς, νέος πρωτότυπος θεσμὸς εἰς τὴν Χώραν, ὁ θεσμὸς τῆς ἀναστολῆς διώξεως καὶ ἐπὶ ἐγκλημάτων. Ἡ ἀναστολὴ διώξεως ἔχει εἰσαχθῆ μόλις ἐπ’ ἐσχάτων ἐν Γερμανίᾳ· δὲν εἰσήχθη δὲ καθ’ ὃν τρόπον εἰσήχθη παρ’ ἡμῖν ἐπὶ τῶν πλημμελημάτων διὰ τοῦ Νομοθετικοῦ Διατάγματος, τοῦ ὁποίου ἐπέρχεται τροποποίησις καὶ συμπλήρωσις. Ἐγένετο δεκτὸς ὁ θεσμὸς ἐκεῖ καὶ ἐφηρμόσθη, ἀλλὰ ὑπὸ ἄλλας ἐγγυήσεις. Διὰ Νομοθετικοῦ δηλαδὴ Διατάγματος ἀπὸ τοῦ Ἰανουαρίου 1924 ὡρίσθη ὅτι ὁ Εἰσαγγελεὺς δύναται νὰ παραιτῆται τῆς διώξεως, ὅταν πρόκειται περὶ ἀσημάντου πλημμελήματος ἢ περὶ πταίσματος, ὅταν δὲ πρόκειται περὶ σοβαρωτέρου ἀδικήματος, ἀφίνεται ὁ δικαστὴς ἐλεύθερος. Διὰ τῶν διατάξεων τοῦ Νομ. Διατάγματος, τὸ ὁποῖον τροποποιεῖται διὰ τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου, καθιεροῦνται μέτρα τῶν ὁποίων ἡ ἐφαρμογὴ ἔχω τὴν ἀντίληψιν ὅτι προσβάλλει τὴν βάσιν τοῦ ποινικοῦ ἡμῶν συστήματος, διότι δίδει τὸ δικαίωμα τῆς ἀναστολῆς διώξεως εἰς τὸν Εἰσαγγελέα καὶ εἰς τὸν Πρόεδρον, δίδει δὲ προσθέτως εἰς τὸν Εἰσαγγελέα τὸ δικαίωμα νὰ κηρύσσῃ παραγεγραμμένα ἀδικήματα, κατὰ τρόπον ἀντιβαίνοντα καὶ εἰς τὸ Σύνταγμα καὶ εἰς τὴν κειμένην Ποινικὴν Δικονομίαν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ τοιαύτη ἀπόσβεσις τῆς ποινικῆς ἀγωγῆς γίνεται δι’ ἀποφάσεως δικαστικῆς. Ἀλλὰ θὰ εἶχον νὰ ἐκφέρω καὶ ἄλλας παρατηρήσεις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ὑποβάλλεται ὑπὸ τὴν κρίσιν ὑμῶν, διὰ τοῦ ὁποίου, ἐκτὸς ἄλλων, εἰς ὡρισμένας αὐτοῦ διατάξεις παρέχεται τὸ δικαίωμα εἰς τὸν Ὑπουργὸν ἵνα ἑκάστοτε διὰ Διατάγματος ἀναστέλλῃ τὴν δίωξιν τοιούτων ἀδικημάτων. Ἡ πρωτότυπος αὕτη διάταξις, κύριοι συνάδελφοι, ἔχω τὴν ἀντίληψιν ὅτι ἀνατρέπει τὰς βάσεις τῆς ποινικῆς ἡμῶν νομοθεσίας.
§262ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Ἄνευ οὐδεμιᾶς γνωμοδοτήσεως;
§263Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Ἄνευ οὐδεμιᾶς γνωμοδοτήσεως νὰ ἐκδίδῃ Διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ χωρίσῃ ὡρισμένα ἀδικήματα καὶ θὰ δίδῃ τὸ δικαίωμα εἰς τὸν Εἰσαγγελέα νὰ ἀναστέλλῃ τὴν δίωξιν, ἐπειδὴ θὰ συντρέχουν ὡρισμένοι μηχανικοὶ λόγοι εἰς ὡρισμένα εἰσαγγελικὰ γραφεῖα, ἤτοι, ἐπειδὴ θὰ ἔχουν συσσωρευθῆ εἰς αὐτὰ πολλαὶ ἐκκρεμεῖς ὑποθέσεις. Ἀλλὰ οἱ τοιοῦτοι τεχνικοὶ ἐντελῶς λόγοι δὲν δύνανται νὰ δικαιολογῶσι γενικὸν μέτρον ἀναστολῆς διώξεως τῶν ἀδικημάτων, ἡ ὁποία, ἐκτὸς τῶν ἄλλων, προσβάλλει ἰδιωτικὰ δικαιώματα, ἀλλὰ καὶ ἡ ὁποία ἀνατρέπει τὰς γενικὰς ἀρχὰς ἐφ’ ὧν στηρίζεται ἡ λειτουργία τῆς Δικαιοσύνης. Διότι, βεβαίως, δὲν θὰ εἶχε κανεὶς ἀντίρρησιν ὡς πρὸς τὴν καθιερουμένην διὰ τοῦ Διατάγματος αὐτοῦ ἀμνηστίαν πολιτικῶν ἀδικημάτων καὶ διὰ τὴν παραγραφὴν ὡρισμένων ἀδικημάτων εἰς βαθμὸν πλημμελήματος, καίτοι διὰ τοῦ μέτρου αὐτοῦ τῆς ἀναστολῆς τῆς διώξεως δὲν ἐπετεύχθη ἡ ἀπαλλαγὴ τῶν εἰσαγγελικῶν καὶ ἀνακριτικῶν γραφείων τοῦ ὄγκου τῆς ἐκκρεμότητος, ἀλλ’ ἁπλῶς μετετέθη ἡ ἐκκρεμότης ἀπὸ τὰ ἀνακριτικὰ γραφεῖα εἰς τὸ εἰσαγγελικὸν γραφεῖον καὶ τὸ προεδρικόν. Γνωρίζω δὲ ἐκ πείρας ὅτι πλεῖστοι τῶν Εἰσαγγελέων καὶ τῶν Προέδρων δὲν ἐπελήφθησαν ἀκόμη τῆς ἐπεξεργασίας τῶν σχετικῶν δικογραφιῶν διὰ νὰ ἐνασκήσωσι τὸ μέτρον τῆς ἀναστολῆς διώξεως. Ἐν τῷ μεταξὺ διὰ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ Διατάγματος τούτου προσεβλήθησαν ἰδιωτικὰ δίκαια. Οἱ μηνυταὶ δὲν δύνανται νὰ ἱκανοποιήσωσι τὰ δίκαιά των διὰ τῆς προσφυγῆς εἰς τὴν Ποιν. Δικαιοσύνην, ἐστερήθησαν τοῦ δικαιώματος τῆς διὰ τῆς ὁδοῦ αὐτῆς ἐπιδιώξεως τῶν δικαίων των.
§264Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Ἐννόμου Τάξεως). Εἰς τὴν Πολιτικὴν Δικαιοσύνην δύνανται νὰ προσφύγωσιν, ἀλλὰ καλὸν εἶναι νὰ διασφαλισθοῦν τὰ δικαιώματα τῶν παθόντων δι’ εἰδικῆς διατάξεως.
§265Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Δύνανται νὰ προσφύγωσιν εἰς τὴν Πολιτικὴν Δικαιοσύνην, ἀλλὰ δὲν γνωρίζω διατί δι’ ἀδικήματα τελεσθέντα μέχρι τοῦ παρελθόντος Ἀπριλίου ἐπεδείχθη ἐκ μέρους τῆς Πολιτείας τοιαύτη στοργὴ πρὸς τοὺς ἐγκληματήσαντας, θίγουσα τοὺς ἀδικηθέντας καὶ παθόντας πολίτας, οἵτινες κατὰ τεκμήριον εἶναι ἄξιοι μείζονος προστασίας ἐκ μέρους τῆς Πολιτείας. Ἔχω τὴν ἀντίληψιν, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ἡ διὰ τοῦ Διατάγματος αὐτοῦ καὶ διὰ τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου ἀδικαιολόγητος ἐκδήλωσις ἄκρας ἐπιεικείας πρὸς τὰ ἀδικήματα συμβάλλει εἰς τὴν ἐνίσχυσιν τῆς ἰδέας τῆς ἀτιμωρησίας. Διότι ἡ ἀναστολὴ τῆς διώξεως ἐξελήφθη γενικῶς ὡς παραγραφὴ τελεσθέντων ἀδικημάτων. Ἡ παράτασις τῆς ἀναστολῆς αὐτῆς διὰ νέου Διατάγματος, ἡ ὁποία προβλέπεται, ἐνισχύει ἔτι μᾶλλον τὴν ἰδέαν τῆς ἀτιμωρησίας καὶ εἶναι καιρὸς ἐν τῇ χρήσει τῶν μέτρων τούτων τῶν ποινικολογικῶν, τῶν σωφρονιστικῶν, τῶν ἐπιεικῶν νὰ ἀναχαιτισθῶμεν. Ἀνεπτύχθη τελευταίως καὶ ἀλλαχοῦ ἀντίδρασις κατὰ τῶν ὑπερβολῶν τῆς χρήσεως τῶν ἐπιεικῶν ποινικῶν καὶ σωφρονιστικῶν μέτρων. Εἰς τὴν Γερμανίαν ἀντετάχθη ἀντίδρασις ἐν τῇ Βουλῇ, ὅταν ἐπρόκειτο νὰ εἰσαχθῇ πρότασις περὶ ἀναστολῆς διώξεως. Εἰς τὴν Γαλλίαν ἀντετάχθη ἐπίσης ὁμοία ἀντίδρασις· διότι, ὡς καὶ ἐκεῖ ἐλέχθη, μέχρι τοῦδε εἴχομεν ἀναστολὴν καταδίκης, δὲν εἴχομεν ἀναστολὴν διώξεως, καὶ εἴχομεν ἀναστολὴν καταδίκης ὑπὸ ὡρισμένους ὅρους καὶ ἐγγυήσεις, ἂν ὁ καταδικασθεὶς δὲν ὑπέστη ἄλλην καταδίκην. Θὰ ἀπησχόλουν πολὺ τὴν Συνέλευσιν, ἂν διεξηρχόμην ὡρισμένας λεπτομερεῖς διατάξεις πρὸς ἀπόδειξιν τῆς ὀρθότητος τῶν γενικῶν μου αὐτῶν σκέψεων, λόγῳ τῶν ὁποίων ἔχω τὴν ἀντίληψιν ὅτι πρέπει νὰ συζητοῦνται εὐρύτερον, νὰ μελετῶνται βαθύτερον τοιαῦται οὐσιώδεις καὶ ῥιζικαὶ ποινικαὶ μεταρρυθμίσεις. Εἰδικῶς διὰ τὸν νόμον αὐτὸν φρονῶ ὅτι πρέπει νὰ παραπεμφθῇ προηγουμένως εἰς Ἐπιτροπήν.
§266Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Ἄς πᾶνε εἰς Ἐπιτροπήν.
§267Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Ἐννόμου Τάξεως). Θὰ σᾶς δώσω πληροφορίας καὶ γνώμας τινὰς πολὺ χρησίμους, αἵτινες θὰ σᾶς πείσουν, ὅταν μάλιστα παρέχονται παρ’ ἐμοῦ τοῦ ὁποίου ἡ περὶ ἀδικημάτων ἀντίληψις εἶναι γνωστὴ ὡς ἄγαν αὐστηρά, ὅτι ἐπιβάλλεται ταχύτης τις μείζων ἐκείνης, ἐντὸς τῆς ὁποίας θὰ δυνηθῇ νὰ κινηθῇ μία Ἐπιτροπή. Ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου τὸν κίνδυνον τῆς συμπυκνώσεως πολλῶν ἐν ταῖς φυλακαῖς τῆς Κρήτης ἰδίᾳ· ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου τὴν ὑποχρέωσιν τοῦ Κράτους, ὅπως λάβῃ μέτρα τὰ ὁποῖα ὑπεσχέθη· ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου τὴν συγκέντρωσιν πολλῶν δικογραφιῶν εἰς τὰ δικαστικὰ γραφεῖα· ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου τὰς ἀτελείας καὶ ἀνισότητας τοῦ Διατάγματος τῆς 23 Ἀπριλίου· ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου τὴν ἀνάγκην τῆς ἐπεκτάσεως τῶν μέτρων μερικῆς ἔστω ἐπιεικείας εἰς τὰ κοινὰ ἀδικήματα μετὰ τὴν τόσον ἀνεπιφύλακτον ἐφαρμογὴν αὐτῶν εἰς τὰ πολιτικὰ ἢ δῆθεν πολιτικὰ ἀδικήματα καὶ φρονῶ, ὡς καὶ ἄλλοτε λεπτομερῶς ἀνέπτυξα, ὅτι τὸ νομοθέτημα, ἐφόσον περιλαμβάνει ἀδικήματα ἀναγόμενα εἰς τὸ πρὸ τῆς Δημοκρατίας παρελθόν, ὅπερ δέον ἄλλως τε νὰ λησμονῆται, εἶναι ὀρθὸν καὶ δίκαιον νὰ ψηφισθῇ.
§268Ν. ΑΒΡΑΑΜ....
§269Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Αἱ ἀντιρρήσεις σας, κ. συνάδελφε, εἶναι ἄξιαι λόγου καὶ πρέπει νὰ μελετηθῶσιν εὐρύτερον.
§270Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Κατ’ ἄλλην διάταξιν ἀναστέλλεται ἐκ προκαταβολῆς τὸ ἥμισυ τῆς ποινῆς εἰς τοὺς καταδικασθησομένους. Εἶναι καὶ τοῦτο πρωτότυπον. Οὐδέποτε ἐδόθη ἐκ προκαταβολῆς ἀναστολὴ δι’ ἐπικειμένην καταδίκην. Διότι ἔχει αὕτη τοῦτο τὸ μειονέκτημα, ὅτι ὁ δικαστὴς δύναται κατὰ τὴν ἐπιμέτρησιν τῆς ποινῆς νὰ ἐξουδετερώσῃ τὸ εὐεργέτημα.
§271Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Εἶναι πάγιος ὁ θεσμὸς αὐτός.
§272Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Ὄχι, κ. Πρόεδρε. Πάγιος θεσμὸς εἶναι ἡ ἀναστολὴ καταδίκης· ἀλλὰ λέγει τὸ νομοσχέδιον ὅτι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι θὰ καταδικασθοῦν δι’ ἀδικήματα τελεσθέντα μέχρι τῆς 23 Ἀπριλίου τυγχάνουσιν ἐκ τῶν προτέρων τῆς ἀναστολῆς τοῦ ἡμίσεος τῆς ποινῆς. Καὶ ὁ δικαστὴς ἔχων ὑπ’ ὄψιν ὅτι ὁ καταδικασθεὶς ἔχει τύχει ἐκ τῶν προτέρων ἀναστολῆς τοῦ ἡμίσεος τῆς ποινῆς θὰ ἐπιχειρήσῃ ἀλλοίωσιν τῆς ποινῆς, ἵνα ἐξουδετερώσῃ τὸ εὐεργέτημα. Ἐκτὸς τούτων τὸ σχέδιον νόμου περιέχει διατάξεις περὶ λῃστῶν, δι’ ὧν ἀμνηστεύονται τὰ ἀδικήματα λῃστείας, ὑποθάλψεως λῃστῶν, τὰ τελεσθέντα μέχρι 1ης Μαΐου. Δι’ αὐτῶν δημιουργεῖται μία τερατώδης ἀνισότης. Διότι, ἐνῷ χθὲς ἀκόμη ἄλλοι λῃσταὶ εἰς ἄλλας περιφερείας ἐτυφεκίσθησαν, καὶ τοῦτο συνέβαλεν εἰς τὴν ἐπιτυχίαν τοῦ ἔργου τοῦ Ὑπουργείου τῆς Ἐννόμου Τάξεως, εἰς ἄλλους χαρίζεται ἡ ποινὴ καὶ συνθηκολογεῖ τὸ Κράτος πρὸς αὐτοὺς κατὰ τρόπον πρωτόγονον, μὴ τιμῶντα αὐτό. Φρονῶ γενικῶς ὅτι, ἐφόσον τὸ νομοσχέδιον εἰσάγει τοιούτους θεσμούς, ἐπιφέρει δὲ τροποποιήσεις αἱ ὁποῖαι προσβάλλουν τὸ κοινὸν αἴσθημα τοῦ δικαίου καὶ τὴν ἀρχὴν τῆς ἰσότητος, ἐφ’ ἧς στηρίζονται οἱ ποινικοὶ νόμοι, ἐπιβάλλεται, ὅπως παραπεμφθῇ τὸ νομοσχέδιον εἰς Ἐπιτροπήν, ἵνα μελετηθῇ καὶ γίνῃ νόμος τοῦ Κράτους, διότι κατήντησε κάθε ἐνδιαφερόμενος νὰ εἰσάγῃ μίαν τροπολογίαν καὶ ν’ ἀμνηστεύωμεν τὰ κοινότατα ἀδικήματα, διὰ τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ εἴμεθα αὐστηροί, διότι οὐδόλως δικαιολογεῖται καὶ ἐπιστημονικῶς καὶ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῶν γενικωτέρων συμφερόντων τοῦ Κράτους ἡ ἀμνηστία αὐτῶν, ἡ ἐνδεικνυομένη μόνον ἐπὶ πολιτικῶν ἀδικημάτων λόγῳ τῆς φύσεως αὐτῶν.
§273ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔχει τὸν λόγον.
§274Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Κύριοι, ἐν τῇ ἐγκαθιδρύσει τοῦ νέου πολιτεύματος ἡ Δημοκρατικὴ Κυβέρνησις ἐνόμισεν ὅτι ὤφειλε νὰ ρίψῃ λήθην εἰς τὸ παρελθόν, λησμονοῦσα ἐν πολλοῖς καὶ τὰ ἀδικήματα τὰ ὄχι πολὺ μακροῦ παρελθόντος. Ἐνόμισε λοιπὸν ἡ Δημοκρατικὴ Κυβέρνησις ὅτι ἔπρεπεν ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τῆς ἐγκαταστάσεως τοῦ νέου πολιτεύματος νὰ παράσχῃ εὐεργετήματα διὰ πράξεις τινὰς τοῦ παρελθόντος, ἀλλ’ ἀντὶ νὰ δώσῃ χάριν διὰ τὰ ἀδικήματα, ἐνόμισε καλύτερον νὰ ἐφαρμόσῃ τὸ σύστημα τῆς ἀναστολῆς τοῦ ½ τῆς ποινῆς, διότι θὰ ἔχωμεν καὶ τὸ πλεονέκτημα ὅτι οἱ ἐγκληματίαι καὶ οἱ καταδικασθέντες θὰ ἀποφεύγωσι τοῦ λοιποῦ νὰ εἶναι ἐγκληματίαι, διότι θὰ ἐπεσείετο κατ’ αὐτῶν τὸ φάσμα ὅτι θὰ ἔχωσι νὰ συμπληρώσωσι καὶ τὴν ποινὴν ἡ ὁποία ἀνεστάλη διὰ τῆς ἀποφάσεως αὐτῆς. Ἐν τῷ μεταξὺ τούτῳ ἐνόμισεν ἡ Δημοκρατικὴ Κυβέρνησις ὅτι ἔπρεπε νὰ προσέξῃ καὶ ἐπὶ τοῦ σημείου καθ’ ὃ ὅλα τὰ ἀνακριτικὰ γραφεῖα καὶ τὰ προανακριτικὰ καὶ τὰ γραφεῖα τῶν Εἰσαγγελιῶν ἔχουν ἐπιβαρυνθῆ διὰ σοβαροῦ ὄγκου δικογραφιῶν, πλεῖσται τῶν ὁποίων, φυσικά, ἤδη εἶναι παραγεγραμμέναι. Ἀρκεῖ νὰ σᾶς εἴπω μόνον ὅτι εἰς τὰ γραφεῖα τοῦ Πρωτοδικείου, τῆς Εἰσαγγελίας καὶ τὰ ἀνακριτικὰ τοιαῦτα ἐπεσωρεύθησαν περὶ τὰς 35 χιλ. δικογραφίαι. Ἦτο, φυσικά, ἀδύνατον νὰ ἐπαρκέσουν οἱ Εἰσαγγελεῖς καὶ οἱ δικασταὶ νὰ τὰς φέρουν εἰς πέρας. Διὰ τοῦ θεσμοῦ, καὶ ἐκ τοῦ ἀνωτέρω λόγου ὁρμώμενοι, ἠθελήσαμεν νὰ δώσωμεν τὸ δικαίωμα τῆς ἀναστολῆς τῆς ποινῆς εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι διέπραξαν ὡρισμένα ἀδικήματα. Ὁ θεσμὸς τῆς ἀναστολῆς τῆς ποινῆς κρατεῖ ἀλλαχοῦ ὡς πάγιος θεσμός. Ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ Διατάγματος τοῦ Νομοθετικοῦ παρουσιάσθησαν ἐλλείψεις τινὲς ἐν τῇ ἑρμηνείᾳ· ἐνομίσαμεν ὅτι ἔπρεπε νὰ θέσωμεν ὑπὸ τὴν κρίσιν ὑμῶν ἑρμηνευτικὰς καὶ τροποποιητικὰς διατάξεις, πολὺ δὲ περισσότερον, διότι δίδομεν εἰς τὴν Συνέλευσιν τὴν εὐκαιρίαν, ἐν τῇ ἐξελέγξει τῶν τροποποιήσεων τούτων, νὰ εἴπῃ τὰς γνώμας της, ποίας διατάξεις νομίζει ἀναιρετέας καὶ τροποποιητέας, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν γνωμῶν, αἱ ὁποῖαι ἐντεῦθεν θὰ ἐξαγγελθοῦν, νὰ φέρωμεν τὰς ἀναγκαίας βελτιώσεις. Ἐλάβομεν ἐπὶ πλέον, ἕνεκα τῆς ἀνάγκης τὴν ὁποίαν ἀνέπτυξεν ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῆς Ἐννόμου Τάξεως Ὑπουργός, καὶ μέτρα τὰ ὁποῖα ἐξασφαλίζουσι τὰς ἀθρόας συλλήψεις καὶ ἑπομένως τὴν ἀνεπάρκειαν τοῦ νὰ κρατήσωμεν ὅσους παρουσιάζονται ὑπὸ ἐξαιρετικὰς περιστάσεις ἐγκληματίας. Φρονῶ ὅτι κατόπιν τῶν ὅσα ἐξέθεσα ὅτι δὲν δικαιολογεῖται ἀναβολὴ τῆς κατ’ ἀρχὴν ψηφίσεως. Πᾶσαν μεταβολὴν ἡ Κυβέρνησις θὰ μελετήσῃ.
§275Κ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Δὲν νομίζετε ὅτι ὑπάρχουσι τινὰ ἰδιώνυμα τὰ ὁποῖα σχετίζονται οἰκονομικῶς πρὸς τὰ τῆς διαχειρίσεως τῶν Ἐπιτροπῶν, τὰ ὁποῖα ἐκκρεμοῦσιν ἀπὸ τοῦ 1917 μέχρι τοῦ 1918 καὶ δὲν ἔχει γίνει οὐδεμία ἐργασία;
§276Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν. (Τὸ νομοσχέδιον ψηφίζεται κατ’ ἀρχὴν)
§277ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ προσωπικοῦ τῶν σχολείων Θράκης». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχὴν) Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐξετάσεων τῶν κατ’ ἰδίαν διδαχθέντων μαθητῶν». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχὴν) Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ μορφώσεως καθηγητῶν τῆς γαλλικῆς γλώσσης». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχὴν) Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ μέτρων προστασίας τοῦ ἐξαγωγικοῦ ἐμπορίου τῆς σταφίδος». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχὴν) Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συμπληρώσεως τῶν περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης νόμων καὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου 2882». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχὴν) Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως διατάξεων τῶν νόμων 645 καὶ 1833 καὶ σχετικῶν διατάξεων τῆς ὑπηρεσίας τῶν Φάρων». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον) Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀπονομῆς πολεμικῶν συντάξεων εἰς ὁπλίτας καὶ τὰς ἀπορφανισθείσας οἰκογενείας αὐτῶν». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον) Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀφομοιώσεως τῶν συντάξεων τῶν ἀπονεμηθεισῶν ἕνεκα πολιτικῆς ὑπηρεσίας». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχὴν) Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τῶν νόμων 2609, 2800, 2815 καὶ 2930 περὶ Ἀστυνομίας τῶν Πόλεων». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον) Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συστάσεως παραρτημάτων Ἀστυνομ. Σχολῆς Κερκύρας». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον) Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ὁρισμοῦ ποσοῦ δι’ ἐνοικίασιν οἰκημάτων διὰ Ν. Υ. ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον) Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 94 τοῦ ἀπὸ 17 Δεκεμβρίου 1923 Ν. Διατάγματος περὶ ἐνοριακῶν ναῶν καὶ ἐφημερίων». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχὴν) Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κανονισμοῦ συντάξεως ἀπολυθέντων ὑπαλλήλων Ὑπουργείου Ἐξωτερικῶν». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον) Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ρυθμίσεως τῶν ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τῆς περὶ ἐξωτερικοῦ συναλλάγματος ἀπὸ τοῦ Μαΐου 1921 νομοθεσίας προκυψάντων ζητημάτων». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχὴν) Συζήτησις ἐπὶ τοῦ ψηφίσματος «περὶ ἀναθεωρήσεως τῆς ὑπ’ ἀριθ. 32786 ἀποφάσεως τῆς Ἐπαναστάσεως κλπ. περὶ λιμενικῶν τινων ἀξιωματικῶν τεθέντων εἰς ἀπόταξιν κλπ.». (Γίνεται δεκτὸν τὸ ψήφισμα) Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 5 τοῦ Ν. Διατάγματος τῆς 17 Αὐγούστου 1923 περὶ Χρηματιστηρίου».
§278Κ. ΣΠΥΡΙΔΗΣ. Παρακαλῶ νὰ ἀναβληθῇ.
§279Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Νὰ ψηφισθῇ κατ’ ἀρχὴν καὶ ὁμιλεῖτε εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν.
§280Κ. ΣΠΥΡΙΔΗΣ. Δὲν τὸ δεχόμεθα κατ’ ἀρχήν.
§281Α. ΑΚΡΙΔΑΣ. Ἔχομεν 141 χρηματιστὰς καὶ θέλομεν καὶ ἄλλους; Ἡ Ἀγγλία ἔχει μόνον 81.
§282Κ. ΣΠΥΡΙΔΗΣ. Φρονῶ ὅτι δὲν εἴμεθα ἀρκετοὶ ἐνταῦθα διὰ νὰ συζητήσωμεν τοιοῦτον νομοσχέδιον.
§283Κ. ΠΑΠΑΔΟΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ἀνεχόμεθα νὰ χάνωμεν τὰς ὥρας μας εἰς κωλυσιεργίαν. Ὅταν μεταβῶμεν εἰς τὰς πατρίδας μας τί θὰ εἴπωμεν ὅτι ἐψηφίσαμεν;
§284Σ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Ἀντιτιθέμεθα εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου. Εἶναι γνωστὸν εἰς ὅλους τοὺς παροικοῦντας τὴν Ἱερουσαλὴμ ὅτι ἀπὸ δύο ἐτῶν δὲν γίνεται τίποτε ἄλλο παρὰ ἕνα ἀνεβοκατέβασμα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας καὶ μία ρουσφετολογία ὅσον ἀφορᾷ τὸν διορισμὸν χρηματιστῶν. Δὲν ἀποδίδω καμμίαν εὐθύνην εἰς τοὺς Ὑπουργούς, ἀλλὰ πολλὰ πρόσωπα ἐξεμεταλλεύθησαν τὴν ἐπιρροήν των ἐπὶ τῶν Ὑπουργῶν διὰ νὰ δεκαρολογήσουν. Αὐτὸ εἶναι πρᾶγμα κοινὸν καὶ δὲν πρέπει νὰ τὸ ἐπικροτῶμεν.
§285Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Ἡμεῖς ἕνα διωρίσαμεν. Διότι διωρίσθησαν χρηματισταὶ οὐδεμίαν σχέσιν ἔχοντες μὲ τὸ Χρηματιστήριον διὰ τοῦτο ὑπεβλήθη τὸ νομοσχέδιον, ἵνα εἰσέλθουν ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι πρέπει νὰ εἰσέλθουν.
§286Σ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Ἀκριβῶς διότι διωρίσθησαν πρόσωπα τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουν ἰδέαν, δηλαδὴ τέως στρατηγοί, τέως ἱερεῖς διωρίσθησαν χρηματισταί, δι’ αὐτὸ ζητῶ τὴν διόρθωσιν τοῦ κακοῦ καὶ ἀντιτίθεμαι κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις ἐμφανίζει ἀτελέστατον· διότι ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ ἡ Κυβέρνησις δὲν καθορίζει οὔτε τοὺς ὅρους οὔτε τὰς συνθήκας ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι θὰ περιορίσουν καὶ θὰ ἐξασφαλίσουν τὸν διορισμὸν προσώπων, τὰ ὁποῖα ἔχουσι σχέσιν μὲ τὸ Χρηματιστήριον. Καὶ θὰ εἶχον τὴν ἐπιθυμίαν νὰ ὑποβάλω ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Κυβερνήσεως τὴν ἑξῆς σκέψιν: Πρῶτον, ὅτι πρέπει νὰ καθορισθοῦν εἰδικὰ προσόντα, εἰδικαὶ ἴσως τεχνικαὶ γνώσεις, ὡρισμένη ἐγγύησις ἡ ὁποία νὰ καθορισθῇ εἰς τὸ νομοσχέδιον.
§287Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Κατόπιν τῆς ἐπιμονῆς σας δέχομαι νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις.
§288ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Ὄχι, ὄχι.
§289Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Τότε ἐξακολουθήσατε.
§290Σ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Μεθ’ ὅσα εἶπον, κύριοι συνάδελφοι, θὰ εἶχον νὰ προσθέσω αὐτὰ εἰσέτι: Ὅτι δὲν δύναμαι νὰ στέρξω κατ’ ἀρχὴν καὶ ἐγὼ καὶ ἄλλοι συνάδελφοι εἰς τὴν ψήφισιν καὶ ἀποδοχὴν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἐφόσον ἡ Κυβέρνησις δὲν ἰσχυρίσθη οὔτε προτείνει ὅτι εἶναι ἀναγκαία ἡ αὔξησις τοῦ ἀριθμοῦ τῶν χρηματιστῶν· διότι εἶναι παγκοίνως γνωστὸν ὅτι εἰς τὰς Ἀθήνας ἔχουσι διορισθῆ περισσότεροι χρηματισταὶ παρὰ ὅσοι εἶναι εἰς τὸ Λονδῖνον καὶ εἰς τὸ Παρίσι. Πρὸ παντὸς ἀντιτίθεμαι κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, διότι περιορίζει τὴν ἡλικίαν τῶν χρηματιστῶν. Οὐδείς, κύριοι, ἔχων τὴν κοινὴν λογικὴν εἶναι δυνατὸν νὰ πιστεύσῃ ὅτι νεαρώτατοι ἢ ὁπωσδήποτε μορφωμένοι καὶ μὴ ἔχοντες τὴν πεῖραν τὴν κοινωνικὴν ἢ τὰς ἐπιβαλλομένας ἐπιστημονικὰς γνώσεις καὶ ἡλικίαν 21 ἔτους, οὐδεὶς εἶναι δυνατὸν νὰ δεχθῇ ὅτι οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ εἶναι ἱκανοί, εἶναι εἰς θέσιν νὰ διαχειρισθῶσι ξένας περιουσίας μὲ τὰς ἐγγυήσεις ἐκείνας τὰς σοβαρὰς τὰς ὁποίας πρέπει νὰ ἀπαιτῇ ὁ νόμος καὶ ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία διορίζει χρηματιστάς.
§291ΣΚ. ΖΕΡΒΟΣ. Ἠξεύρετε ἂν τὰ πρόσωπα αὐτὰ ὑπηρέτησαν εἰς τὸν στρατόν;
§292Σ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Δὲν γνωρίζω. Γνωρίζω μόνον ὅτι διωρίσθησαν στρατηγοί, ἱερεῖς καὶ πρόσωπα οὐδεμίαν ἔχοντα σχέσιν μὲ τὸ Χρηματιστήριον. Θὰ ἤθελον ὁ διορισμὸς τῶν χρηματιστῶν νὰ ἐξασφαλισθῇ πρὸ παντὸς ἀπὸ μίαν Ἐπιτροπὴν ἐξ εἰδικῶν καὶ ὑπαλλήλων τοῦ Ὑπουργείου καὶ ἐκ χρηματιστῶν, ἡ ὁποία νὰ προκρίνῃ αὐτοὺς καὶ ἐξ αὐτῶν νὰ δύναται νὰ ἐκλέγῃ ὁ Ὑπουργός.
§293ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Ἔχει βεβαιωθῆ ἡ ἀνάγκη διορισμοῦ νέων χρηματιστῶν; Ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργόν.
§294Γ. ΔΟΥΖΙΝΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Θὰ τὸ εἴπω.
§295Σ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Καὶ τέλος δὲν θὰ ἤθελον ἡ πρώτη Δημοκρατικὴ Κυβέρνησις νὰ προβῇ εἰς τὸν διορισμὸν χρηματιστῶν πρὶν ἢ γίνῃ ἐκκαθάρισις τῶν χρηματιστῶν καὶ ἀπέλθωσιν ὅλα ἐκεῖνα τὰ πρόσωπα τὰ ὁποῖα ἀναξίως εἰσῆλθον εἰς τὸ Χρηματιστήριον. Δὲν εἶναι τροπολογία, κ. Πρόεδρε, εἶναι ἄρνησις τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου καὶ διὰ τοῦτο ἐζητήσαμεν νὰ ὁμιλήσωμεν ἐπ’ αὐτῆς, νὰ εἴπωμεν τὴν γνώμην μας καὶ ἡ ψηφοφορία θὰ ἀποδείξῃ κατὰ πόσον ἡ Συνέλευσις θὰ τὴν ἀποδεχθῇ ἢ ὄχι.
§296Γ. ΔΟΥΖΙΝΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Ἄν δὲν ἦτο τεταραγμένος ὁ κ. συνάδελφος, θὰ ἀντελαμβάνετο τὸ ἑξῆς, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ εἰσαγωγῆς νομοσχεδίου περὶ χρηματιστῶν, ἀλλὰ περὶ αὐξήσεως τοῦ ἀριθμοῦ, περὶ τροποποιήσεως εἰσαγομένης εἰς τὸν ἰσχύοντα νόμον, παραμενουσῶν ἐν ἰσχύϊ ὅλων τῶν ἐγγυήσεων, αἱ ὁποῖαι ὑπάρχουν εἰς τὸν ἰσχύοντα νόμον. Περιωρίσαμεν τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας διὰ νὰ εἶναι δυνατὸν ἐκ τῶν ἄρτι ἀπολυθέντων στρατιωτικῶν νὰ διορισθοῦν εἰς τὸ Χρηματιστήριον. Νομίζω ὅτι ἔχουσι καὶ αὐτοὶ τὸ δικαίωμα.
§297Γ. ΚΟΝΤΟΛΕΩΝ. Δὲν θὰ εἶχον καμμίαν ἀντίρρησιν, κύριοι συνάδελφοι, νὰ ἐξετάσω τοὺς λόγους, οἵτινες ἐπέβαλον εἰς τὸν ἀξιότιμον κ. προλαλήσαντα νὰ ἀντιταχθῇ κατὰ τοῦ νομοσχεδίου κατ’ ἀρχήν. Ἐφόσον προβάλλει ὡς δικαιολογητικὸν τῶν ἀντιρρήσεων αὐτοῦ τὸ γεγονὸς ὅτι ἐγένοντο καταχρήσεις ὅσον ἀφορᾷ τοὺς διορισμοὺς τῶν χρηματιστῶν εἰς τὸ παρελθόν, βεβαίως, πᾶς τις ἐξ ἡμῶν θὰ ἦτο διατεθειμένος νὰ ἀκούσῃ μέτρα, διὰ τῶν ὁποίων εἰς τὸ μέλλον θὰ ἀπεκλείετο τὸ ἐνδεχόμενον τῆς καταχρήσεως. Μεταξὺ ἄλλων ὅμως τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον σκοπὸν ἔχει νὰ περιλάβῃ καὶ τὸν διορισμὸν ἐλαχίστων χρηματιστῶν ἀνεγνωρισμένων ἐκ Σμύρνης, οἵτινες ἐξήσκησαν τὸ ἐπάγγελμα τοῦ χρηματιστοῦ ἐπὶ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν, ἦσαν ἀνεγνωρισμένοι καὶ ἐπισήμως, συνειργάζοντο δὲ καὶ μεθ’ ὅλων τῶν ἐν Ἀθήναις ἑδρευουσῶν Τραπεζῶν. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἔχω τὴν γνώμην ὅτι ἡ Συνέλευσις, λαμβάνουσα ὑπ’ ὄψιν ὅτι ὁ ἀριθμὸς αὐτὸς τῶν ἀνθρώπων εἶναι ἐλάχιστος, κατώτερος καὶ τῶν δακτύλων τῆς μιᾶς χειρός, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ὅτι αὐτοὶ ἐπὶ μακρὸν χρονικὸν διάστημα ἀπὸ τῆς καταστροφῆς καὶ ἐντεῦθεν μὴ διορισθέντες χρηματισταὶ δὲν ἤσκησαν οὐδόλως τὸ ἐπάγγελμα αὐτῶν, εἰς τὸ ὁποῖον ἐπὶ μακρὸν ἠσχολοῦντο, θὰ ἀποδεχθῇ κατ’ ἀρχὴν τὸ νομοσχέδιον, εἰς τὰς λεπτομερείας δὲ αὐτοῦ θὰ συζητήσῃ ἐπὶ τῶν τροποποιήσεων ἐκείνων.
§298Λ. ΚΟΥΤΣΟΠΕΤΑΛΟΣ. Δι’ αὐτοὺς προσδιορίζει τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας;
§299Γ. ΚΟΝΤΟΛΕΩΝ. Κύριε συνάδελφε, τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας εἶναι λεπτομέρεια καὶ δὲν πρέπει τόσον νὰ σᾶς ἀγάγῃ εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι πρέπει νὰ ἀπορριφθῇ κατ’ ἀρχὴν τὸ νομοσχέδιον. Δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους ἔχω τὴν γνώμην ὅτι ἡ Συνέλευσις πρέπει νὰ δεχθῇ κατ’ ἀρχὴν τὸ νομοσχέδιον, ὅταν δὲ ἔλθῃ εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν, νὰ συζητήσῃ ἐπὶ τῶν τροποποιήσεων ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι θὰ ὑποβληθοῦν.
§300Γ. ΔΟΥΖΙΝΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Νὰ ὑποβάλετε μίαν εἰδικὴν τροπολογίαν.
§301Δ. ΦΛΩΡΙΑΣ. Κύριοι πληρεξούσιοι, δὲν μὲ ἐνδιαφέρει καθόλου τίνες θὰ διορισθοῦν χρηματισταὶ καὶ πόσοι, τίνες θὰ διορίσουν αὐτοὺς καὶ ἐν γένει τὸ ζήτημα εἶναι τοιοῦτον, ὥστε νὰ τὸ θεωρῶ ὡς μὴ σοβαρόν. Θὰ παρεκάλουν τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, τὸν ἀπόντα, καὶ γενικῶς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον νὰ δίδεται μία προσοχὴ ἐπὶ τοῦ καταρτισμοῦ τοῦ πίνακος τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας καὶ νὰ μὴ παρορῶνται νομοσχέδια ὑψίστης σπουδαιότητος καὶ σημασίας καὶ προτάσσωνται νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα πολλάκις ἄγουσι τὴν Συνέλευσιν εἰς ἀντεγκλήσεις μόνον καὶ εἰς οὐδὲν πρακτικὸν ὄφελος. Καὶ φέρω ὡς παράδειγμα ὅτι ἀπὸ μακροῦ προσπαθῶ νὰ προταχθῇ καὶ διὰ προτάσεως πολλῶν πληρεξουσίων νομοσχέδιον ἀφορῶν τὴν ἀνοικοδόμησιν τῆς πόλεως τῶν Σερρῶν. Τυγχάνει γνωστὸν ὅτι ἡ πόλις τῶν Σερρῶν ἐπυρπολήθη κατὰ τὸ 1913.
§302ΤΙΝΕΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Ἐψηφίσθη χθές.
§303Δ. ΦΛΩΡΙΑΣ. Καὶ ἀπόψε ἔπρεπε νὰ προταχθῇ.
§304ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Δὲν ἠμπορεῖ ἀπὸ τὸν Κανονισμόν.
§305Δ. ΦΛΩΡΙΑΣ. Ἐγὼ γενικῶς ὡμίλησα διὰ νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως ἡ Ἡμερησία Διάταξις συντάσσεται κατὰ τρόπον, ὥστε νὰ προτάσσωνται τὰ μεγάλης σπουδαιότητος νομοσχέδια τὰ ἐξυπηρετοῦντα τὸν Τόπον. Προσδοκῶ δὲ ὅτι διὰ τῆς ἀνοικοδομήσεως τῆς πόλεως θὰ καταστῇ δυνατὸν καὶ τὰ σχετιζόμενα μὲ τοὺς ἐκεῖ ἐγκατεστημένους πρόσφυγας ζητήματα νὰ λυθῶσι καὶ νὰ ἐγκατασταθῶσιν οἱ πρόσφυγες εἰς τὰς Ὀθωμανικὰς οἰκίας, τὰς ὁποίας κατ’ ἀνάγκην κατέχουσιν οἱ Ἕλληνες τῆς πόλεως Σερρῶν.
§306Γ. ΣΕΧΙΩΤΗΣ. Κύριοι πληρεξούσιοι, μοῦ ἐφείλκυσε τὴν προσοχὴν τὸ εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν ἀναγεγραμμένον νομοσχέδιον τὸ ἀφορῶν εἰς τὴν αὔξησιν τῶν χρηματιστῶν, λόγῳ τοῦ μεγάλου θορύβου, ὁ ὁποῖος γίνεται, καὶ λόγῳ τοῦ ἀντικτύπου, τὸν ὁποῖον θὰ ἔχῃ παρὰ τῇ Δημοσίᾳ Γνώμῃ. Συνωμολόγησε μετὰ τῶν ἀξιοτίμων προλαλησάντων ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅτι ἀληθῶς πολλοὶ διωρίσθησαν εἰς τὸ Χρηματιστήριον, χωρὶς νὰ ἔχουν τὰ κατὰ νόμον προσόντα. Ἀλλά, ὁμολογῶ ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν μᾶς κατέστησε σοφωτέρους ὡς πρὸς τὴν αἰτίαν τοῦ ὑποβληθέντος νομοσχεδίου, διατί αὐξάνει τὸν ἀριθμὸν τῶν χρηματιστῶν καὶ δεύτερον διατί ἐλαττώνει τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας. Ἤθελον νὰ μάθω, διότι, ἂν πεισθῶ ὅτι ὑπάρχουν λόγοι ἐπιβάλλοντες τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, νὰ τὸ ἀποδεχθῶ καὶ ἐγὼ κατ’ ἀρχήν.
§307Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Θὰ παρακαλέσω, ἐπειδὴ αὐτὸ θὰ προκαλέσῃ συζήτησιν, νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὰ ἄλλα καὶ νὰ τὸ ἀφήσωμεν αὐτὸ τελευταῖον.
§308ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ μονιμοποιήσεως ἐφέδρων ἀξιωματικῶν». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν) Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς ἐν Μαδρίτῃ τῇ 30 Νοεμβρίου 1920 συνομολογηθείσης διεθνοῦς Συμφωνίας περὶ τῆς ὑπηρεσίας τῶν εἰσπράξεων διὰ τοῦ ταχυδρομείου, τοῦ τελικοῦ πρωτοκόλλου καὶ τοῦ κανονισμοῦ ἐκτελέσεως τῆς εἰρημένης Συμφωνίας». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον) Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ διορισμοῦ τῶν ὑπὸ τῶν Ἐκκαθαριστικῶν Συμβουλίων ἀπολυθέντων κλπ. λειτουργῶν τῆς μέσης καὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον) Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως διατάξεων ἐπειγουσῶν τοῦ Μετοχικοῦ Ταμείου τοῦ Π. Ναυτικοῦ». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχὴν) Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ βελτιώσεως τῆς συντάξεως ἀποταχθέντων ἀξιωματικῶν». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συμπληρώσεως καὶ κωδικοποιήσεως τῶν νόμων περὶ ἐκκαθαρίσεως ἐχθρικῶν περιουσιῶν καὶ συμψηφισμοῦ ἐχθρικῶν χρεῶν». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ αὐξήσεως τῶν ἀποδοχῶν τῶν ἀξιωματικῶν καὶ ἀρχικελευστῶν τοῦ Π. Ναυτικοῦ». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν).
§309ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπεβλήθη ἔνστασις ἀπαρτίας, ὥστε θ’ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος.
§310Β. ΚΑΡΑΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ. Ἤκουσα συνεννόησιν διεξαγομένην μεταξὺ τῶν κυρίων τῶν ὑπογραψάντων τὴν ἔνστασιν, ὅπως ἀποχωρήσωσι καὶ παραμείνωσι μόνον πέντε.
§311Γ. ΤΣΑΚΑΝΙΚΑΣ. Εἶχεν ἐπέλθει συμφωνία πρὸ τῆς διακοπῆς νὰ ἐργασθῶμεν μόνον μέχρι τῆς μιᾶς καὶ ἤδη πλησιάζει ἡ δευτέρα. (Θόρυβος).
§312ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐκ τῶν ὑπογεγραμμένων ἐν τῇ ἐνστάσει εἶναι πέντε παρόντες. Θὰ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος. (Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς κατάλογος τῶν κ. κ. πληρεξουσίων ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῶν κ. κ. Α. Ταβουλάρη καὶ Α. Μάρκου, μὴ εὑρεθείσης τῆς Συνελεύσεως ἐν ἀπαρτίᾳ).
§313ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ ὑπαρχούσης ἀπαρτίας, λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρᾳ 2.30′ π. μ.)