1924.06.19
1.415 στίχοι · 10.830 λέξεις · 71 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 60Η
Πέμπτη 19 Ἰουνίου 1924.
Προεδρία Κ. Ρακτιβάν
(Ὥρᾳ 6.45′ μ.μ.).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. (Ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίρρησις ἐπὶ τῶν πρακτικῶν;
§3Γ. ΣΕΧΙΩΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρ’ ἐλαχίστων πληρεξουσίων ἐψηφίσθη χθὲς εἰς προκεχωρηκυῖαν ὥραν πρότασις ψηφίσματος ἀφορῶντος τὴν ἀποκατάστασιν τῶν μονίμων ὑπαλλήλων τῆς Βουλῆς. Ἡ πρότασις αὕτη εἶχεν ὑπογραφῆ ἀπὸ 250 πληρεξουσίους, ἐκ τῶν ὁποίων οὐδεὶς παρίστατο κατὰ τὴν ὥραν τῆς ψηφίσεως, διὰ νὰ τὴν ὑποστηρίξῃ. Νομίζω ὅτι τοῦτο ἀποτελεῖ αὐθαίρετον κομματικὴν ἐνέργειαν τῆς Κυβερνήσεως. Πρόκειται περὶ τῶν ὀλίγων ὑπαλλήλων τῆς Βουλῆς οἱ ὁποῖοι ἐξεδιώχθησαν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως τῆς 1ης Νοεμβρίου 1920 διὰ μιᾶς ἁπλῆς τηλεφωνικῆς διαταγῆς καὶ τοὺς ὁποίους ἡ Ἐπανάστασις ἐπανέφερε διὰ πράξεώς της. Νομίζω ὅτι τὸ χθεσινὸν ψήφισμα πρέπει νὰ ἀκυρωθῇ καὶ νὰ ἐπανέλθῃ πρὸς νέαν συζήτησιν, καθότι παρανοηθὲν ἐτροποποιήθη.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζω ὅτι μὴ ὑπάρχοντος κωλύματος δύναται νὰ ὑποβληθῇ νέα πρότασις ψηφίσματος.
§5Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶναι ἀνάγκη νὰ γίνῃ μία διαστολὴ τῶν ὑπαλλήλων τῆς Βουλῆς ἀπὸ τοὺς λοιπούς, διότι οὗτοι ἐπαύθησαν παρανόμως ἀπὸ ὅλους τοὺς ἄλλους ὑπαλλήλους οἱ ὁποῖοι εἶχον παυθῆ διὰ νόμου. Διὰ τοῦ ψηφίσματος, ὅπως ἐψηφίσθη, ἀποστεροῦνται καὶ αὐτοῦ τοῦ δικαιώματος τῆς προσφυγῆς των εἰς τὰ δικαστήρια, καὶ ἀντὶ καλοῦ τοὺς ἐκάμαμε κακόν, ὥστε θὰ συνίστων νὰ ὑποβληθῇ ψήφισμα συμπληρωματικόν, ὥστε νὰ μὴ ἀποστερηθοῦν τοῦ δικαιώματος τῆς δικαστικῆς προσφυγῆς.
§6Ι. ΜΑΡΜΑΤΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, οἱ ὑπάλληλοι τῆς Βουλῆς, ἀπολυθέντες παρανόμως καὶ παρὰ τὰς διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ, εἶναι δίκαιον ν’ ἀποκατασταθοῦν εἰς ὅλα των τὰ δικαιώματα, μάλιστα φρονῶ ὅτι μετὰ τῶν μονίμων ὑπαλλήλων τῆς Βουλῆς πρέπει νὰ συμπεριληφθοῦν καὶ οἱ κλητῆρες αὐτῆς, καὶ παρακαλῶ τὴν Ἐθνοσυνέλευσιν ἵνα ἀκυρώσῃ τὸ ψήφισμα.
§7Κ. ΑΛΑΒΑΝΟΣ. Δὲν ὑπάρχει κἂν ἀνάγκη ψηφίσματος, διότι ἡ Συνέλευσις ἔχει ψηφίσει εἰς τὸν προϋπολογισμόν της καὶ σχετικὴν πίστωσιν· εἶναι ἑπομένως τοῦτο ζήτημα ἁπλῆς ἀποφάσεως τοῦ κ. Προέδρου.
§8ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Θὰ ὑποβάλωμεν νέον ψήφισμα.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ πρακτικὰ ἐπικυροῦνται. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Συνέλευσιν τὰ ἑξῆς: — Διάφοροι πρόσφυγες κάτοικοι Ἀθηνῶν ὑποβάλλουσι τροποποιήσεις τινὰς ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ συμπληρώσεως καὶ τροποποιήσεως διατάξεων ἀφορωσῶν τὴν ἐκδίκασιν ἀπαιτήσεων γεννηθεισῶν ἐν Μικρᾷ Ἀσίᾳ, Κωνσταντινουπόλει καὶ Ἀνατολικῇ Θρᾴκῃ. — Ἀστικοὶ προσφυγικοὶ πληθυσμοὶ Μυτιλήνης παρακαλοῦσιν ὅπως ληφθῶσι σύντομα μέτρα διὰ τὴν ἀποκατάστασίν των. — Ὁ ἐμπορικὸς κόσμος Θεσσαλονίκης διαμαρτύρεται διὰ τὴν ἀπαλλοτρίωσιν ὁλοκλήρου μέρους τῆς ἀγορᾶς διὰ τὴν ἵδρυσιν τραπεζιτικῶν γραφείων καὶ ἀποθηκῶν. — Ὁ Ἐμποροβιομηχανικὸς Σύλλογος Μεσολογγίου αἰτεῖται τὴν τροποποίησιν τοῦ περὶ αἰσχροκερδείας Ν. Διατάγματος. — Οἱ κάτοικοι τῆς Κοινότητος Λογγανίκου αἰτοῦνται τὴν προαγωγὴν τῶν δημοτικῶν των σχολείων. — Ὁ ἀντιπρόσωπος τῶν Βιζυηνῶν Μαργαρίτης παρακαλεῖ ὅπως ἐνεργηθῇ ἡ ἐγκατάστασίς των. — Οἱ κάτοικοι τῆς Κοινότητος Λεωνιδίου παρακαλοῦσιν ὅπως ψηφισθῶσι τὰ ὑπὸ τῆς Ἱεραρχίας προτεινόμενα ὑπὲρ τοῦ Κλήρου μέτρα. — Οἱ κάτοικοι τῶν παραμεθορίων χωρίων Νομοῦ Πέλλης ζητοῦσιν ὅπως συμπεριληφθῶσιν εἰς τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀποζημιώσεως τῶν ἐκ τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ πολέμου ζημιωθέντων. — Τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον Ἄρτης παρακαλεῖ ὅπως οἱ πόροι τοῦ λιμενικοῦ ταμείου Ἄρτης διατεθῶσιν ἀποκλειστικῶς δὰ τὸν λιμένα των. — Ὁ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς διαβιβάζει ἔγγραφον τοῦ Εἰσαγγελέως Ἀθηνῶν μετ’ ἀντιγράφου μηνύσεως τοῦ δικηγόρου Γ. Βασιλάκου κατὰ τοῦ πληρεξουσίου Παρνασσίδος κ. Θ. Παπαϊωάννου, δι’ οὗ ζητεῖται ἄδεια τῆς Συνελεύσεως πρὸς ποινικὴν δίωξιν αὐτοῦ συμφώνως τῷ 63 ἄρθρῳ τοῦ Συντάγματος. (Παραπέμπεται εἰς τὴν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ἐπιτροπὴν τῆς Συνελεύσεως). — Ἡ ἐπὶ τῆς Παιδείας Ἐπιτροπὴ τῆς Συνελεύσεως ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου 1242 περὶ διοικήσεως τῆς Μέσης καὶ Δημοτικῆς Ἐκπαιδεύσεως». —Ἐπίσης ἡ αὐτὴ Ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τῶν ἀνωτέρων ἐποπτῶν τῆς Δημοτικῆς Ἐκπαιδεύσεως». —Οἱ πληρεξούσιοι κ. κ. Σπ. Ξύδης καὶ Χρ. Κατριβάνος ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ προσωρινῆς ἐκδικάσεως τῶν ἐκ συναλλαγματικῶν καὶ γραμματίων εἰς διαταγὴν διαφορῶν». —Οἱ πληρεξούσιοι κ. κ. Ι. Μαρματάκης, Π. Παναγιωτόπουλος, Κ. Καλομενόπουλος, Σκ. Ζερβὸς καὶ Ι. Καλογερᾶς ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀποζημιώσεως τῶν ἐκ τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ πολέμου ζημιωθέντων». —Οἱ πληρεξούσιοι κ. κ. Γ. Μάρακας καὶ Π. Πολυχρονίδης ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐκτελέσεως τῆς μελέτης τῆς κατασκευῆς καὶ συντηρήσεως τῶν δημοσίων ὁδῶν διὰ συμβάσεων». —Ὁ πληρεξούσιος κ. Ι. Μαρματάκης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ διαθέσεως ἀστικῶν κτημάτων ἀνταλλαξίμων Ὀθωμανῶν κλπ.». —Οἱ πληρεξούσιοι κ. κ. Β. Δαλιάνης, Γ. Μπούμπουλης, Θ. Παπαϊωάννου, Δ. Πετρίτης, Δ. Μπότσαρης κλπ. ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τῶν περὶ ὀργανισμοῦ τῆς ὑπηρεσίας τῶν Δημοσίων Ἔργων κειμένων διατάξεων». —Ὁ πληρεξούσιος κ. Γ. Χατζηκυριακοῦ ὑποβάλλει πρότασιν νόμου «περὶ καταργήσεως τοῦ ἄρθρου 13 τοῦ 1242 περὶ ἀνωτέρων ἐποπτῶν τῆς Δημοτικῆς Ἐκπαιδεύσεως». —Ὁ πληρεξούσιος κ. Α. Γρίβας αἰτεῖται δίμηνον ἄδειαν ἀπουσίας διὰ τὴν ἀλλοδαπήν. (Μὴ ὑπαρχούσης ἀντιρρήσεως, ἡ ἄδεια χορηγεῖται).
§10Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε.
§12Α. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Ἐπὶ πολὺ ἐσκέφθην, κύριοι πληρεξούσιοι, ἂν ἔπρεπε νὰ φέρω ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως τοὺς λόγους οἱ ὁποῖοι μὲ ἤγαγον εἰς τὴν ἀπόφασιν νὰ ὑποβάλω καὶ νὰ ἐπιμείνω εἰς τὴν παραίτησίν μου. Ἡ σκέψις ὅτι ἡ ἐνέργεια αὕτη θὰ μὲ ἔφερεν ἀντιμέτωπον τῶν προσώπων μετὰ τῶν ὁποίων συνειργάσθην καθίστα δι’ ἐμὲ ἐξαιρετικῶς δύσκολον τὸ ἔργον τοῦτο. Πρὸ τοῦ καθήκοντος ὅμως ἀπέναντι τῆς Συνελεύσεως καὶ ἀπέναντι ἐμοῦ τοῦ ἰδίου, εὑρισκομένου ὑπὸ τὴν ἀόριστον κατηγορίαν τοῦ ἐκκαθαριστέου Ὑπουργοῦ, καὶ ὁ τελευταῖος δισταγμὸς ἀπέλειψε. Σπανίως, κύριοι πληρεξούσιοι, Κυβέρνησις ἀνῆλθεν εἰς τὴν Ἀρχὴν ὑπὸ περιστάσεις τόσον εὐνοϊκὰς ὅσον ἡ Κυβέρνησις τῆς ὁποίας ἡγεῖται ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μαντινείας πολιτευτής. Ὄχι διότι τὰ προβλήματα τὰ ὁποῖα εἶχε νὰ ἀντιμετωπίσῃ ἦσαν ἁπλᾶ καὶ εὔλυτα, ἀλλὰ διότι αἱ λαϊκαὶ μᾶζαι βαρυνθεῖσαι ἐξ ἐξωτερικῶν καὶ ἐσωτερικῶν κλονισμῶν παρουσίαζον εὔπλαστον ὕλην εἰς χεῖρας ἰσχυροῦ καὶ δημιουργοῦ Κυβερνήτου. Ἡ ψυχολογικὴ κατάστασις τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, καθ’ ἣν στιγμὴν ἀνῆλθεν εἰς τὴν Ἀρχὴν ἡ δημοκρατικὴ Κυβέρνησις, ἦτο ἀνάλογος, ἂν μὴ ὁμοία, πρὸς τὴν κατάστασιν τὴν ὁποίαν εὗρεν ὁ Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων μετακαλούμενος ἐκ Κρήτης μετὰ τὴν Ἐπανάστασιν τοῦ Γουδῆ. Ὅπως τότε, ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς κεκοπιακὼς ἐκ τῶν δεινῶν τῆς κακοδιοικήσεως τοῦ παλαιοκομματισμοῦ ηὔχετο καὶ ἐπεδίωκε νέαν περίοδον πολιτικῆς καὶ κοινωνικῆς ζωῆς, ἑδραζομένης ἐπὶ ἠθικῶν βάσεων καὶ ἐνηρμονισμένης πρὸς τὰς νεωτέρας ἀντιλήψεις, οὕτω καὶ καθ’ ἣν στιγμὴν ἀνελάβομεν τὴν Ἐξουσίαν ἡμεῖς οἱ ἀποτελοῦντες τὴν πρώτην δημοκρατικὴν Κυβέρνησιν, ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς βεβαρημένος ἐκ τῶν ἐξωτερικῶν πολέμων, συντετριμμένος οἰκονομικῶς, ἐκτεθειμένος εἰς τὰ δεινὰ τῆς ἀναρχίας καὶ τῶν ἐσωτερικῶν διαμαχῶν παρουσίαζε παθητικότητα ἐπιτρέπουσαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐγχειρίσῃ ὅσον ἐπεβάλλετο βαθύτερα τὸν δεινῶς νοσοῦντα κοινωνικὸν καὶ κρατικὸν ὀργανισμόν. Ἐπὶ πλέον, κύριοι συνάδελφοι, ἡ πρώτη δημοκρατικὴ Κυβέρνησις συγκατέλεγε μεταξὺ τῶν μελῶν αὐτῆς πρόσωπα τὰ ὁποῖα εἶχον ὅλην τὴν εὐγενῆ φιλοδοξίαν νὰ διαθέσουν ὅλας τὰς δυνάμεις των διὰ τὸ ἔργον τῆς ἀναδημιουργίας ἀλλὰ καὶ ταυτοχρόνως εἶχον καὶ τὴν δύναμιν καὶ τὴν ἱκανότητα διὰ νὰ ἐπιτύχουν τοῦ σκοποῦ των τούτου. Χωρὶς νὰ προέρχωνται ἐκ τοῦ ἰδίου κόμματος οἱ ἀποτελοῦντες τὴν πρώτην δημοκρατικὴν Κυβέρνησιν εὑρίσκοντο ἐν στενωτέρᾳ ψυχικῇ καὶ ἰδεολογικῇ ἐπαφῇ, διότι οἱ πλεῖστοι ἐκ τῶν ἀποτελούντων τὴν πρώτην δημοκρατικὴν Κυβέρνησιν ἦσαν ἐκ τῶν πρωτεργατῶν τῆς δημοκρατικῆς ἰδέας, διεξαγαγόντες μακροὺς καὶ τραχεῖς ἀγῶνας κατὰ τοῦ ἀπολυταρχισμοῦ, ἤσκουν δὲ ταυτοχρόνως καὶ ἐξαιρετικὸν γόητρον ἐπὶ τῆς Κοινῆς Γνώμης. Ἡ συγκρότησις τῆς πρώτης δημοκρατικῆς Κυβερνήσεως καὶ ἀπὸ ἀπόψεως ὑποκειμενικῆς καὶ ἀπὸ ἀπόψεως ἀντικειμενικῆς ἦτο τοιαύτη, ὥστε ἐκ τῶν προτέρων νὰ εἶναι ἐξησφαλισμένη ἡ ἐπιτυχία της. Καὶ ὅμως τοιαύτη Κυβέρνησις, οὕτω συγκεκροτημένη καὶ ἀνελθοῦσα εἰς τὴν Ἀρχὴν ὑπὸ τόσον εὐνοϊκὰς περιστάσεις, προσέκοψεν ἀτυχῶς ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς καὶ ἐξακολουθεῖ ἀτυχῶς νὰ προσκόπτῃ μέχρι σήμερον εἰς τὸ ἔργον αὐτῆς. Διότι ἐκτὸς τῆς λύσεως τοῦ πολιτειακοῦ ζητήματος, τοῦ ὁποίου ἡ μεγάλη τιμὴ ἀνήκει βεβαίως εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἐκτὸς τῆς προσπαθείας πρὸς ἀναδημιουργίαν Στρατοῦ, ὀφειλομένης εἰς τὸν ἀποχωρήσαντα Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν στρατηγὸν Κονδύλην, ἐκτὸς τῆς φωτεινῆς δράσεως τοῦ νῦν Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τέως Ὑπουργοῦ τῆς Ἐννόμου Τάξεως κ. Παγκάλου, κατορθώσαντος ἐντὸς βραχυτάτου χρονικοῦ διαστήματος νὰ παγιώσῃ τὴν δημοσίαν τάξιν κατὰ τρόπον ἀληθῶς ἀξιοζήλευτον, ἡ Κυβέρνησις ἐλάχιστα ἄλλα ἔχει νὰ ἐπιδείξῃ. Καὶ θὰ ἐγεννήθη βεβαίως εἰς ὑμᾶς, κύριοι πληρεξούσιοι, ἡ δικαία ἀπορία ποῦ προσκόπτει ἡ Κυβέρνησις; Ὁ φιλελεύθερος Τύπος, ἀντιπολιτευθεὶς τόσον ὠμῶς τὴν Κυβέρνησιν, τόσον ὠμῶς μάλιστα, ὥστε πολλάκις ὑπερέβη καὶ τὰ ὅρια τῆς κακοπιστίας, ἀπέδωσε τὴν αἰτίαν ταύτην εἰς τὸ ὅτι ἐν τῷ Ὑπουργικῷ Συμβουλίῳ συμπαρήδρευον πρόσωπα μὴ κεκτημένα τὴν ἀπαιτουμένην ἱκανότητα καὶ ἐστερημένα κοινοβουλευτικῆς πείρας. Ἡ ἰδέα αὕτη, ἥτις βαθμηδὸν ἐκαλλιεργήθη, εἰσῆλθεν ἐν τῇ Συνελεύσει ταύτῃ καὶ κατέκτησεν ἓν μέρος ταύτης. Ἡ ἰδέα αὕτη φαίνεται ἀτυχῶς καλλιεργουμένη, ἐνσυνειδήτως ἢ ἀσυνειδήτως ἀγνοῶ, καὶ ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τρόπον μὴ ἐπιτρεπόμενον, κατὰ τὴν ἐμὴν ἀντίληψιν. Ὄχι τόσον διότι τοῦτο ἀντίκειται εἰς τοὺς στοιχειώδεις κανόνας ἁβρότητος τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἀπέναντι τῶν συναδέλφων του, διότι τοῦτο δὲν θὰ εἶχε καὶ τόσην σημασίαν, ὅσον διότι τοῦτο ἀντίκειται εἰς τοὺς κανόνας τῆς εὐθύτητος καὶ εἰς τὸ αἴσθημα τῆς ἀλληλεγγύης, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ εἶναι ζωηρὸν μεταξὺ τῶν προσώπων τῶν ἀγωνισθέντων καὶ νικησάντων κοινοὺς εὐγενεῖς ἀγῶνας. Ἔ, κύριοι πληρεξούσιοι, ἡ κατηγορία αὕτη, ἡ ὁποία ὀλίγον κατ’ ὀλίγον εἰσῆλθεν ἐν τῇ Συνελεύσει καὶ ἐξελθοῦσα τῶν θυρῶν τῆς Συνελεύσεως εἰσέδυσεν εἰς τὴν Κοινὴν Γνώμην, εἶναι ἀπολύτως ἀβάσιμος. Διότι οὐδεὶς τῶν κυρίων Ὑπουργῶν, κατὰ τὴν γνώμην μου τοὐλάχιστον, στερεῖται τῆς κοινοβουλευτικῆς ἱκανότητος καὶ τῆς ἀπαιτουμένης πείρας. Καὶ ἂν ἀκόμη ἦτο τοῦτο ἐν μέρει ἀληθές, εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι πάντες οἱ Ὑπουργοὶ οἱ ἀποτελέσαντες τὴν πρώτην δημοκρατικὴν Κυβέρνησιν διακρίνονται καὶ ἐπὶ ἠθικῇ ἀξίᾳ καὶ ἐπὶ ἱκανότητι. Καὶ αὐτά, κατὰ τὴν γνώμην μου, εἶναι τὰ κυριώτερα προσόντα, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ ἀναβιβάσωσι τινὰ εἰς τὸ ἀξίωμα τοῦ Ὑπουργοῦ. Διότι δὲν φαντάζομαι νὰ φρονῇ ἡ Συνέλευσις ὅτι ἡ λογοκοπία καὶ ὁ φανφαρονισμὸς πρέπει νὰ ἀποτελῶσι τὰ προσόντα τοῦ κοινοβουλευτικοῦ Ὑπουργοῦ. Ὑπῆρχεν ἄλλοτε ἐποχὴ κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ κοινοβουλευτικοὶ ἄνδρες διεκρίνοντο διὰ τῆς παρατάξεως καλλιεπῶν φράσεων, ἐστερημένων ἐννοίας καὶ εἱρμοῦ· ἀλλ’ εὐτυχῶς ἡ ἐποχὴ αὕτη ἀνήκει εἰς πολὺ μεμακρυσμένον παρελθόν. Αἱ νεώτεραι ἀντιλήψεις, αἵτινες ἐξεδηλώθησαν καὶ ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, διακρίνονται διὰ τὸ πνεῦμα τοῦ θετικισμοῦ. Αὐταὶ ὡδήγησαν, ὥστε ἡ καθιερωθεῖσα συνήθεια ὅπως αἱ προγραμματικαὶ Κυβερνητικαὶ δηλώσεις ἀναγινώσκωνται ἀπὸ χειρογράφου ἐπεκταθῇ καὶ εἰς τὰς ἀγορεύσεις τῶν Ὑπουργῶν καὶ τῶν πληρεξουσίων. Δὲν κάμνω, κύριοι, τὸν ἀπολογητὴν τοῦ τέως συναδέλφου μου, οὐδὲ κατηγορῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, διότι τὸ τελευταῖον πρὸ πάντων θὰ ἦτο ἔργον ἐξαιρετικῶς ἄχαρι. Ἐκθέτω ἁπλῶς τὰς ἀντιλήψεις μου μὲ τὴν ἐλπίδα ὅτι ἡ Συνέλευσις τοὺς λόγους μου θὰ θεωρήσῃ ὡς ἀπόρροιαν ἀντικειμενικῆς κρίσεως. Εἶναι ἴσως ἀληθές, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι νοσεῖ ἡ Κυβέρνησις. Ἀλλ’ ἂν τοῦτο εἶναι ἀληθές, δὲν νοσεῖ ἀτυχῶς κατὰ τὰ μέλη, ἀλλὰ νοσεῖ κατὰ τὴν κεφαλήν. Οὐδέποτε ἀντελήφθην ἐνέργειαν τινὸς Ὑπουργοῦ ἄσκοπον ἢ προδίδουσαν ἀνεπάρκειαν αὐτοῦ. Καὶ ὅμως πολλαὶ ἐνέργειαι τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, εἰς τὸν ὁποῖον ἀναγνωρίζω ἐξαιρετικὰς ἀρετάς, μειουμένας ὅμως ἢ ἐξαφανιζομένας ἀπὸ τὴν αὐταρχικότητα τοῦ χαρακτῆρος, ἔδωσαν ἴσως λαβὴν εἰς τοιαύτην ὑπόνοιαν. Κατὰ τὴν συνεδρίασιν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου τῆς 13 Ἰουνίου, ἐν τῇ ὁποίᾳ ἀπεφασίσθη ὅπως ἡ Κυβέρνησις ἐμφανισθῇ ὅπως ἦτο μετὰ τὴν παραίτησιν τῶν ἀξιοτίμων τέως Ὑπουργῶν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, Ἐξωτερικῶν καὶ Οἰκονομικῶν κ. κ. Κονδύλη, Ρούσσου καὶ Τσουδεροῦ, ἐδήλωσα εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ὅτι δὲν ἠδυνάμην τοῦ λοιποῦ νὰ ἀποτελῶ μέλος τῆς ὑπ’ αὐτὸν Κυβερνήσεως. Ἐξήγησα δὲ καὶ τοὺς λόγους σαφῶς.
§13Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Πότε, κ. συνάδελφε;
§14Α. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Εἰς τὴν συνεδρίασιν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου τῆς 13 Ἰουνίου. Εἶπον τότε εἰς τὸν ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ὅτι ἡ αὐταρχικότης μετὰ τῆς ὁποίας διεχειρίζετο ὡρισμένα ζητήματα, αὐταρχικότης καθισταμένη περισσότερον αἰσθητὴ διὰ τῆς ἀναμίξεως αὐτοῦ πανταχοῦ, καὶ ὁ τρόπος διὰ τοῦ ὁποίου ἐπεδίωξεν ἀνασυγκρότησιν τῆς Κυβερνήσεως, ἦσαν οἱ λόγοι οἱ ὁποῖοι μὲ ἐξώθησαν νὰ ὑποβάλω καὶ νὰ ἐπιμείνω εἰς τὴν παραίτησίν μου. Καὶ ὁ τρόπος αὐτὸς βεβαίως δὲν ἦτο ὁ προσήκων. Διότι ἡ προσφορὰ χαρτοφυλακίων οὐχὶ πρὸς ὁμάδας, ἀλλὰ πρὸς ἄτομα ἀνήκοντα εἰς τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων Προοδευτικῶν, τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται ἐν ζωηροτέρᾳ ἀντιθέσει πρὸς τὴν Κυβερνητικὴν παράταξιν, δὲν ἦτο βεβαίως πρᾶξις ἐπαινετή, διότι τοῦτο ἀποτελεῖ ἐνέργειαν ἐπιδιώκουσαν διὰ τῆς λάμψεως τοῦ χαρτοφυλακίου τὴν ἀποσκίρτησιν ὀπαδῶν διαφωνούντων κατὰ τὴν ἰδεολογίαν, τὸ ὁποῖον βεβαίως ἀντίκειται πρὸς τὴν πολιτικὴν ἠθικήν. Δὲν εἶμαι ἔμπειρος περὶ τὰ κοινοβουλευτικά, διότι διὰ πρώτην φορὰν εἰσῆλθον εἰς τὸ Κοινοβούλιον, διὰ νὰ γνωρίζω ἂν ὁ τρόπος μεθ’ οὗ ἐπεδίωξεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τὴν ἀνασυγκρότησιν ἦτο ὁ προσήκων. Φαντάζομαι δὲ — ἔχω δὲ καὶ τὴν ἰδέαν ὅτι μετ’ ἐμοῦ θὰ συμφωνήσῃ ἡ πλειοψηφία τῆς Συνελεύσεως — ὅτι προκειμένου περὶ ἀνασυγκροτήσεως Κυβερνήσεως, ἡ παραίτησις ὅλων τῶν μελῶν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ὤφειλε νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὸν Ἀνώτατον Ἄρχοντα καὶ μετὰ τὴν λῆψιν νέας ἐντολῆς νὰ προβῇ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν ἀνασυγκρότησιν αὐτῆς κατὰ τρόπον, ὥστε νὰ μὴ δύναται νὰ θίξῃ τὴν ἀξιοπρέπειαν καὶ τὸ κῦρος τῶν ἐκκαθαριζομένων. Ἡ ὁδὸς αὕτη, εἶμαι βέβαιος, οὐδένα κίνδυνον θὰ εἶχε διὰ τὴν θέσιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ ἐπιμελὴς ἀποφυγὴ προσπαθείας ἐκ μέρους τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως πρὸς καταρτισμὸν Κυβερνήσεως εὐρέος συνασπισμοῦ θὰ ὠφείλετο βεβαίως εἰς τὸν λόγον ὅτι θὰ ἔπρεπε ν’ ἀποφευχθῇ ἡ φθορὰ ὁμοῦ ὅλων τῶν ἐπιλέκτων στοιχείων τῶν διαφόρων ὁμάδων. Ἀλλὰ ἡ τακτικὴ αὕτη δὲν θὰ ἦτο ξένη καὶ πρὸς τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ πρὸς διατήρησιν τοῦ ἀξιώματος τοῦ Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Ἡ ἐνέργεια αὕτη τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἡ διαχωρίζουσα τοὺς Ὑπουργοὺς εἰς πρόβατα καὶ ἐρίφια, ἐμείωνε βεβαίως τὸ κῦρος καὶ τὴν ἀξιοπρέπειαν τῶν ἀνηκόντων εἰς τὴν δευτέραν κατηγορίαν, εἰς τὴν ὁποίαν εἶχον καὶ ἐγὼ τὴν εὐτυχίαν ἢ τὴν ἀτυχίαν νὰ ἀνήκω. Πάντως, μετὰ τὴν ἐνέργειαν αὐτήν, δὲν ἠδυνάμην πλέον νὰ φαντασθῶ πῶς θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ παραμείνω εἰς τὴν Κυβέρνησιν μὲ μειωμένον πλέον τὸ κῦρος καὶ ἔκθετον τὴν ἀξιοπρέπειάν μου ἔστω καὶ ἀδίκως. Συμμετέχων εἰς τὴν πρώτην δημοκρατικὴν Κυβέρνησιν δὲν τὸ ἔπραξα ἀπὸ κούφον κενοδοξίαν, ἀλλ’ ἀπὸ εὐγενῆ φιλοδοξίαν νὰ συνεισφέρω καὶ ἐγὼ τὰς ἀσθενεῖς μου δυνάμεις εἰς τὸ ὡραῖον ἔργον τῆς πρώτης δημοκρατικῆς Κυβερνήσεως. Προϋπόθεσιν ὅμως πάντοτε τῆς παραμονῆς μου ἐν τῷ ὑπουργικῷ ἀξιώματι ἔθετον τὸ δυνατὸν τῆς πραγματοποιήσεως τοῦ προγράμματός μου τὸ ὁποῖον θὰ ἐχάρασσον ἐν τῇ δράσει τοῦ Ὑπουργείου τὸ ὁποῖον θὰ διηύθυνον, καὶ διατηρήσεως ἀμειώτου τοῦ κύρους καὶ τῆς ἀξιοπρεπείας τοῦ Ὑπουργικοῦ ἀξιώματος πρὸς ὅλας τὰς κατευθύνσεις. Δὲν δύναμαι, κύριοι, νὰ ζῶ εἰς νόθους καταστάσεις. Εἶμαι πλασμένος κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον καὶ κατὰ συνέπειαν δὲν ἠδυνάμην νὰ παραμείνω ὡς Ὑπουργὸς εἰς τὴν Κυβέρνησιν τῆς ὁποίας ἡγεῖτο ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μαντινείας πολιτευτής. Τὴν παραίτησίν μου εἶχον ὑποβάλει ἐνώπιον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου κατὰ τὴν 13 Ἰουνίου, ἐπέμενον εἰς αὐτὴν καὶ μόνον πρὸ τῆς συστάσεως καὶ παρακλήσεως τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν λοιπῶν μελῶν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἐδέχθην νὰ τηρήσω αὐτὴν μυστικὴν καὶ νὰ παρουσιασθῶ μετὰ τῆς Κυβερνήσεως, κρινομένης κατὰ τὴν ἑσπέραν ἐκείνην, ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως. Ἐγνώριζον ὅτι ἡ γνωστοποίησις τῆς παραιτήσεώς μου θὰ ἐξησθένει τὴν Κυβέρνησιν τὴν στιγμὴν ἐκείνην, λόγῳ τῶν προηγηθέντων γεγονότων· ἐγνώριζον πρὸς τούτοις ὅτι ἡ ἐπιμονή μου, ὅπως γίνῃ ἀμέσως δεκτή, θὰ ἐξησθένει τὴν θέσιν τῆς Κυβερνήσεως διὰ τῶν ψήφων τῶν φίλων μου, οἵτινες μοῦ κάμνουν τὴν τιμὴν νὰ συμπράττουν μετ’ ἐμοῦ, καὶ δι’ αὐτὸ ἠθέλησα νὰ τὸ ἀποφύγω. Δὲν ἤθελον, κύριοι πληρεξούσιοι, νὰ θεωρηθῶ λιποτάκτης ὀλίγας ὥρας πρὸ τῆς μάχης, οὔτε ἤθελον νὰ δοθῇ ὑπόνοια ὅτι ἐγὼ ἀπέναντι τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν λοιπῶν συναδέλφων μου δὲν ἠκολούθησα τὴν ὁδὸν τῆς εὐθύτητος. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον κατὰ τὴν ἑσπέραν ἐκείνην παρηκολούθησα τὴν τύχην τῆς Κυβερνήσεως, μολονότι καὶ οὐσιαστικῶς καὶ ψυχικῶς ἤμην παρητημένος. Ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου πληρεξουσίου Ροδόπης καὶ τέως Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν ἐρρίφθη κατὰ τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ὅτι εὐνοεῖ μπολσεβικικὰς τάσεις καὶ ὅτι ὑπὸ τὴν ἀνοχὴν αὐτοῦ καὶ τῆς Κυβερνήσεως ὁ κίνδυνος τοῦ κομμουνισμοῦ δύναται νὰ ἀποβῇ ἐντονώτερος. Ἡ κατηγορία αὕτη, κ. πληρεξούσιοι, εἶναι ἐντελῶς ἀσύστατος καὶ ἀδικαιολόγητος, διότι, παρακολουθήσας ἐκ τοῦ πλησίον, εἶμαι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζω ὅτι, ἂν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἠδύνατο νὰ κατηγορηθῇ διά τι, τοῦτο θὰ ἦτο ἐπὶ ἐξαιρετικῇ συντηρητικότητι. Ὅλαι αἱ ἀπεργίαι, καὶ τῶν ναυτεργατῶν καὶ τῶν ἐργατῶν τῆς Ἐλευσῖνος καὶ τῶν καπνεργατῶν τῆς Μακεδονίας ἐλύθησαν ὑπὲρ τῆς ἀπόψεως τῶν ἐργοδοτῶν. Ἐφρόνουν, κύριοι, ὅτι, ἐφόσον τὰ αἰτήματα τῶν ἀπεργῶν περιωρίζοντο εἰς αὐξήσεις καὶ ἡ αὔξησις τοῦ μισθοῦ τούτου εὑρίσκετο δικαία παρ’ Ἐπιτροπῆς εἰδικῶν, ἐνόμιζον, λέγω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, υἱοθετοῦσα τὰς ἀπόψεις τὰς ἐργατικὰς εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο, θὰ ὤφειλε νὰ ἐπιβάλῃ τὴν θέλησίν της, ἀσκοῦσα τὴν προσήκουσαν πίεσιν. Εἶναι ἀνακριβὴς ἡ κατηγορία ἐπὶ ὑποθάλψει τοῦ κομμουνισμοῦ, ἡ ὁποία ἐρρίφθη κατὰ τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἥτις ἐγένετο ἀντικείμενον κακοήθους ἐκμεταλλεύσεως μὴ ἐπιτρεπομένης, καὶ ὅτι ὑπὸ τὴν ἐπήρειαν αὐτῆς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἀκολουθήσῃ συντηρητικὴν ὁδόν. Ὅταν, κύριοι πληρεξούσιοι, ὑπέβαλον τὸ νομοσχέδιον περὶ συναλλάγματος καὶ περὶ ἐλέγχου Τραπεζῶν, τὸ ὁποῖον μάλιστα ὑπῆρξεν ἀντικείμενον τόσον σφοδρᾶς ἐπιθέσεως, κατὰ τὴν κρίσιν μου, ἀδικαιολογήτου, διότι στηρίζεται ἐπὶ ἀκλονήτου ἐπιστημονικῆς βάσεως, ὁ ἀξιότιμος πληρεξούσιος Τυρνάβου κ. Ροδόπουλος ἀνέφερεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὅτι ἡ δύναμις τῶν Τραπεζῶν εἶναι μεγίστη καὶ ὅτι Ὑπουργοὶ ἐπιχειρήσαντες νὰ θέσουν φραγμόν τινα εἰς τὰ ἀθέμιτα κέρδη τῶν Τραπεζῶν ἀνετράπησαν. Δὲν ἔδωσα τόσον μεγάλην σημασίαν, διότι ἐφανταζόμην ὅτι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐγίνετο ἄλλοτε, δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ σήμερον ὑπὸ τὸ δημοκρατικὸν πολίτευμα. Καὶ ὅμως ὡρισμένοι τραπεζιτικοὶ κύκλοι, τῶν ὁποίων τὰ συμφέροντα ἐθίγοντο τόσον πολύ, καὶ ὡρισμένοι πληρεξούσιοι ἐζήτησαν τὴν ἀπομάκρυνσίν μου ἐκ τοῦ Ὑπουργείου, διότι....
§15ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Ἀναφέρετε ὀνόματα.
§16Α. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Ὁ κ. Παναγιωτόπουλος.
§17Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Ἀπὸ ποῖον τὸ ἐζήτησαν;
§18Γ. ΒΡΑΧΗΝΟΣ. Μᾶς ἐνδιαφέρει νὰ μάθωμεν τὰ ὀνόματα διὰ νὰ ἀποπεμφθοῦν κακὴν κακῶς ἐντεῦθεν.
§19Π. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀναφέρατε τὸ ὄνομά μου. Ἐζήτησα ἐγὼ τὴν ἀπομάκρυνσίν σας;
§20Α. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Βεβαίως τὸ γεγονὸς δὲν ἔχει τὴν παραμικρὰν σημασίαν. Σημασίαν ἔχει τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔτεινεν εὐήκοον οὖς εἰς τοιαύτας εἰσηγήσεις. Τὸ νομοσχέδιον, κύριοι, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλον ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως εἶχε προηγουμένως υἱοθετηθῆ ὄχι μόνον ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ ὁλόκληρον τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον. Καὶ ὅμως κατὰ τὴν ὑποβολήν, ἐξ ἀφορμῆς διακοπῆς τοῦ ἀξιοτίμου κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἐσχηματίσθη ἡ ἐντύπωσις ὅτι ἐγὼ ἐνήργουν αὐτοβούλως καὶ ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐφαίνετο διαφωνῶν. Ἀπὸ τῆς ἑπομένης τῆς ὑποβολῆς τοῦ νομοσχεδίου πολλαὶ πληροφορίαι ἔφθανον μέχρις ἐμοῦ, ὅτι οὔτε τὸ νομοσχέδιον εἶναι δυνατὸν νὰ ψηφισθῇ οὔτε ὁ Ὑπουργὸς ὁ ἀποτολμήσας τὴν εἰσήγησίν του εἶναι δυνατὸν νὰ παραμείνῃ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τὸ ὁποῖον κατέχει. Δὲν ἔδιδον, κύριοι, οὐδεμίαν σημασίαν εἰς τὸ ζήτημα αὐτὸ καὶ δύναμαι νὰ σᾶς βεβαιώσω ὅτι οὔτε ἠσχολήθην νὰ μάθω πῶς ὡρισμένοι διευθυνταὶ Τραπεζῶν ἐβεβαίουν τὸ γεγονὸς τοῦτο κατὰ τὸν κατηγορηματικώτερον τρόπον. Καὶ ἂν ἀκόμη τὸ ὑποβληθὲν νομοσχέδιον ὑπῆρξε μία αἰτία δημιουργίας καταστάσεως ἥτις ἐπέβαλλε τὴν ἀποχώρησίν μου, καὶ πάλιν δὲν ἔδιδον σημασίαν, διότι ἡ παραμονή μου ἐν τῷ Ὑπουργείῳ ἦτο δι’ ἐμὲ τὸ μᾶλλον ἀδιάφορον πρᾶγμα. Ἕν μόνον μὲ ἐνδιέφερε καὶ μὲ ἐνδιαφέρει: νὰ εἶμαι ἐν τάξει πρὸς τὸν ἑαυτόν μου. Δὲν θὰ θελήσω, κύριοι πληρεξούσιοι, ν’ ἀναφέρω πάλιν γεγονότα διὰ νὰ πείσω ὑμᾶς ὅτι εἰς τὴν πολιτείαν τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ὀφείλεται ἡ φθορὰ ἡ ἀδικαιολόγητος ἣν ὑπέστη ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ ἔναρξις τῆς ἀποσυνθέσεώς της. Λυποῦμαι πολύ, ἀλλ’ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ εἴπω ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος ἀληθῶς περικοσμεῖται ἀπὸ ἐξαιρετικὰς ἀρετάς, ἔχει τὸ ἐλάττωμα τῆς αὐταρχικότητος. Λέγεται καὶ ὑποστηρίζεται ὅτι μετὰ τῆς ὑπεροχῆς ἀναποσπάστως εἶναι συνδεδεμένη καὶ ἡ αὐταρχικότης. Πρὸς ἀπόδειξιν τῆς αὐταρχικότητος δὲν θ’ ἀναφέρω τὸν τρόπον μὲ τὸν ὁποῖον ἔγιναν αἱ περίφημοι προτάσεις πρὸς τὸν ἀντίπαλον πολιτικὸν κόσμον, περὶ διατηρήσεως ἐπὶ πλέον τοῦ Βασιλέως, ἐπιδαψιλεύσεως ἐπιχορηγήσεως, διότι ταῦτα πάντα οὐδεμίαν ἔχουσι σημασίαν, ἐφόσον, χάρις εἰς τὴν μεγάλην τύχην τῆς πρώτης δημοκρατικῆς Κυβερνήσεως, αἱ προτάσεις αὗται δὲν ἐγένοντο ἀποδεκταί· δὲν θὰ ἀναφέρω τὸ ἀκαίρως ἐγερθὲν ζήτημα περὶ τὸ κατάλληλον τοῦ προσώπου διὰ τὸ ἀξίωμα τοῦ Προέδρου τῆς Δημοκρατίας, ὅπου ἀληθῶς κατὰ τρόπον πολὺ περίεργον ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἄνευ τῆς γνώμης τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ ἄνευ τῆς γνώμης τῆς Συνελεύσεως, προεξώφλει τὴν γνώμην του ὑπὲρ τοῦ κ. Ζαΐμη. Καὶ λέγω ἀληθῶς κατὰ παράδοξον τρόπον, διότι ἄνευ βολιδοσκοπήσεως τῆς γνώμης τῶν μελῶν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, τοῦ ὁποίου ἡ πλειοψηφία ἦτο κεκηρυγμένη ὑπὲρ τοῦ νῦν Προέδρου τῆς Δημοκρατίας, καὶ ἄνευ βολιδοσκοπήσεως τῆς γνώμης τῆς Συνελεύσεως, μόνης κυριάρχου διὰ νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα τοῦτο, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐπέμενε παρουσιάζων τὴν εἰκόνα Μονάρχου γνωστοῦ ἐν τῇ ἱστορίᾳ διὰ τῆς περιφήμου φράσεως «L’ Etat c’ est moi». Ἄν, κύριοι πληρεξούσιοι, ἀνέφερα τὸ γεγονὸς τοῦτο, τὸ ἔκαμα, διότι ὑπῆρξε κυριωτέρα ἀφορμὴ τῆς ψυχρότητος ἡ ὁποία ἐγεννήθη μεταξὺ τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ κ. τέως Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ἡ ὁποία κατέληξεν εἰς τὴν ἀτυχῆ λύσιν τῆς ἀποχωρήσεως τοῦ δευτέρου ἐκ τῆς Κυβερνήσεως. Διότι ἡ ἀποχώρησις αὐτὴ ἡ ὁποία θὰ ἦτο δυνατὸν καὶ νὰ προληφθῇ εἶμαι βέβαιος ὅτι κατέθλιψεν ὅλα τὰ μέλη τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως», μεταξὺ τῶν ὁποίων ὁ ἀπελθὼν Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἀπήλαυεν ἐξαιρετικῶν συμπαθειῶν, ἐπὶ πλέον δὲ ἐμείωσεν ἀναμφισβητήτως τὸ κῦρος τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλὰ ἡ ἀπομάκρυνσις αὕτη ἤχησε κακῶς καὶ παρὰ τῇ Κοινῇ Γνώμῃ. Καὶ αὐτὴ ἡ ἀποδοχὴ τῆς παραιτήσεως τοῦ ἀξιοτίμου τέως Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν ἐγένετο ἄνευ γνώσεως ὡρισμένων μελῶν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, διότι ταυτοχρόνως μετὰ τῆς ἀνακοινώσεως ὅτι ὑπεβλήθη παραίτησις ἀνεκοινοῦτο καὶ ὅτι ἡ παραίτησις αὕτη ἐγένετο ἀποδεκτή, τοῦ σχετικοῦ Διατάγματος καταρτισθέντος καὶ ὑπογραφέντος ἐντὸς ἡμισείας ὥρας. Κύριοι, ἡ σπουδὴ αὕτη ὑπῆρξεν ἀπολύτως ἀδικαιολόγητος, κατὰ τὴν κρίσιν μου, καὶ εἶναι ἡ ἐντονωτέρα ἐκδήλωσις τῆς ἀπολυταρχικότητος τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Ὁ ἀπερχόμενος Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν δὲν ἦτο κοινὸν μέλος τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως», ἀλλ’ ἦτο ἐκ τῶν πρωτεργατῶν τῆς δημοκρατικῆς ἰδέας, πολλὰς παρασχὼν ὑπηρεσίας εἰς τὴν Πατρίδα καὶ διὰ τῆς καταστολῆς τοῦ κινήματος τοῦ ἐκραγέντος κατὰ τὸν παρελθόντα Ὀκτώβριον καὶ διὰ τῶν τραχέων ἀγώνων τῶν διεξαχθέντων ἐντὸς τῆς Συνελεύσεως, εἰς τοὺς ὁποίους κατὰ πολὺ μέρος ὀφείλεται ἡ ἐπικράτησις τῶν ἀπόψεων τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως». Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἐφρόνουν καὶ φρονῶ ἀδιστάκτως ὅτι ἡ ἀποχώρησις αὕτη ἠδύνατο καὶ ὤφειλε νὰ προληφθῇ, καὶ ὅτι διὰ τῆς ἀναγνωρίσεως ἑκατέρωθεν τῶν σφαλμάτων θὰ ἠδύνατο νὰ ἐπιτευχθῇ τοῦτο χάριν τῆς ἐξυπηρετήσεως τῶν γενικῶν συμφερόντων, ἀπαιτούντων τὴν παραμονὴν τοῦ ἀπολυθέντος Ὑπουργοῦ ἐν τῇ Κυβερνήσει. Ἐγὼ μάλιστα, κύριοι συνάδελφοι, θὰ ἐφρόνουν καὶ κάτι τι ἀκόμη περισσότερον: ὅτι ἡ ἀποδοχὴ τῆς παραιτήσεως δὲν θὰ ὤφειλε νὰ ἀποφασισθῇ μεταξὺ τοῦ Προέδρου καὶ τριῶν ἢ τεσσάρων Ὑπουργῶν οὔτε καὶ μεταξὺ ὁλοκλήρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Οὐδεμία ὅθεν ἀνάγκη ὑπηγόρευε τὴν ταχεῖαν ἀποδοχὴν τῆς παραιτήσεως ταύτης. Κατὰ τὴν γνώμην μου, θὰ ὤφειλε νὰ ὑποβληθῇ αὕτη ἐνώπιον τῆς ὁλομελείας τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως», ἵνα εὕρῃ τὴν λύσιν τὴν ἐξυπηρετοῦσαν τὸ γενικὸν συμφέρον καὶ ἐμποδίζουσαν τὴν ἐξασθένησιν τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ φαίνεται ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐζήτει τὴν εὐκαιρίαν νὰ ἀπαλλαγῇ συνεργάτου, ὁ ὁποῖος καθίστατο δυσάρεστος, διότι οὗτος διετήρησε τὴν ἀνεξαρτησίαν τῆς γνώμης του. Ἡ ἐμπιστοσύνη εἶναι ἐκείνη ἡ ὁποία ἀναβιβάζει εἰς τὴν διεύθυνσιν τῶν δημοκρατικῶν ὁμάδων τὰ πρόσωπα. Δὲν ἐπιτρέπεται ποτὲ νὰ λησμονῶσιν οἱ Ἀρχηγοὶ τῶν δημοκρατικῶν ὁμάδων τὴν ἀρχὴν τοῦ σεβασμοῦ τῆς γνώμης τῶν λοιπῶν, διότι ἄλλως τὸ φυτώριον τῆς δημοκρατικῆς κινήσεως ἐν Ἑλλάδι εἶναι προωρισμένον εἰς ἀποσύνθεσιν, ὡς φέρον τὰ σπέρματα τῆς θνησιγενείας. Μόνον εἰς τὰ προσωπικὰ κόμματα ἡ θέλησις τοῦ Ἀρχηγοῦ ἀποτελεῖ νόμον διὰ τοὺς ὀπαδοὺς καὶ νομίζω ὅτι ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως διεξήγαγεν ἄλλοτε εὐγενεῖς ἀγῶνας κατὰ τῆς ὀπισθοδρομικῆς ταύτης ἀντιλήψεως. Ὑπῆρξεν ἐκ τῶν πρώτων ἱδρυτῶν τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως», ὡς ἀπροσώπου κόμματος, τοῦ ὁποίου ἡ διεύθυνσις ἀνατίθεται εἰς ἐκεῖνο ἐκ τῶν μελῶν τὸ ὁποῖον θὰ συνεκέντρωνε τὰ περισσότερα προσόντα πρὸς ἐπιτυχεστέραν διεξαγωγὴν τῶν ἐργασιῶν τόσον εἰς τὰ γενικὰ ὅσον καὶ εἰς τὰ εἰδικὰ ζητήματα. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἠδυνήθη δυστυχῶς νὰ διαχωρίσῃ τὸ πρόσωπόν του ἀπὸ τῶν ὑποχρεώσεων τὰς ὁποίας ἐπέβαλλεν εἰς αὐτὸν ἡ θέσις του ὡς Ἀρχηγοῦ καὶ διευθυντοῦ τῆς δημοκρατικῆς ὁμάδος εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἀποδοχῆς τῆς παραιτήσεως. Καὶ διὰ τοῦτο ἡ λύσις εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο δὲν ἦτο ἐξυπηρετικὴ οὔτε διὰ τὰ γενικώτερα συμφέροντα τῆς Χώρας, συμπίπτοντα πρὸς τὴν διατήρησιν τῆς ἰσχύος καὶ τοῦ κύρους τῆς πρώτης δημοκρατικῆς Κυβερνήσεως. Εἰς τοὺς ἐν τῇ Συνελεύσει ὀπαδοὺς τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως» ἀπόκειται νὰ κρίνουν ἂν καὶ κατὰ πόσον ἡ ἐνέργεια τοῦ ἀξιοτίμου κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἐν παντὶ καὶ πάντοτε εἶναι ἡ προσήκουσα καὶ ἂν ἐξυπηρετεῖ τὸν ἀγῶνα, εἰς τὸν ὁποῖον ἡ «Δημοκρατικὴ Ἕνωσις» ἀπετέλεσε πάντοτε τὴν πρωτοπορείαν. Εἰς ἐμέ, καίπερ μὴ ἀνήκοντα εἰς τὴν «Δημοκρατικὴν Ἕνωσιν», ἐπιτρέπεται νὰ θίξω τὸ ζήτημα τοῦτο, διότι ἐξ ἀρχῆς ἀνῆκον καὶ ἐγὼ εἰς τὴν δημοκρατικὴν παράταξιν καὶ εἶχον βεβαίως μέγιστον ἐνδιαφέρον διὰ τὴν πλήρη ἐπιτυχίαν τῆς πρώτης δημοκρατικῆς Κυβερνήσεως, ἀφοῦ ἀτυχῶς ἡ ἐπιτυχία ἢ ἀποτυχία αὐτῆς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ἀσκήσῃ ἐπίδρασιν ἐπὶ τῆς στερεώσεως τοῦ δημοκρατικοῦ πολιτεύματος.
§21Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Ἐπιτρέπετε; Δὲν ἔρχομαι νὰ ἀμφισβητήσω τὰ λεγόμενα ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου κ. τέως Ὑπουργοῦ. Ἐγὼ μεθ’ ὅλου τοῦ σεβασμοῦ τὸν παρηκολούθησα· εἰς ἄλλους ἀπόκειται νὰ ἀμφισβητήσουν. Ἐγὼ κάμνω μίαν παρατήρησιν, τὴν ὁποίαν ἔπρεπε νὰ κάμουν καὶ παρέλιπον νὰ κάμουν εἰς πολλὰς ἀφορμὰς καὶ πολλοὶ τῶν κυρίων πληρεξουσίων καὶ Ἀρχηγῶν κομμάτων καὶ ὁ ἀξιότιμος τέως Ὑπουργός. Πολλάκις λέγουν: Τοῦτο θίγει τὴν Δημοκρατίαν, ἐκεῖνο θίγει τὴν Δημοκρατίαν, τὸ ἄλλο θίγει τὴν Δημοκρατίαν. Κανένα δὲν εἶναι τὸ ὁποῖον νὰ μὴ θίγῃ τὴν Δημοκρατίαν. Ἂν ἐξακολουθήσωμεν νὰ λέγωμεν: τοῦτο θίγει τὴν Δημοκρατίαν, ἐκεῖνο θίγει τὴν Δημοκρατίαν, βεβαίως θὰ τὴν θίξωμεν ἡμεῖς μόνον καὶ ὄχι οἱ ἄλλοι. (Χειροκροτήματα). Ἄλλη ἁπλῆ παρατήρησις τὴν ὁποίαν κάμνω: Ὁ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας δὲν διέπραξε μέχρι τοῦδε οὐδὲν σφάλμα. Εὑρίσκεται εἰς τὸ ὕψος του. Ἐνῷ οἱ Βασιλεῖς διέπραξαν διαρκῶς σφάλματα.
§22Α. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Ταῦτα, κύριοι, εἶχον νὰ εἴπω εἰς τὴν Συνέλευσιν· ἐνόμιζον καθῆκόν μου νὰ δικαιολογήσω τὴν ἀποχώρησίν μου ἐκ τῆς Κυβερνήσεως ἀπέναντι τοῦ κυριάρχου Σώματος, τὸ ὁποῖον πρὸ πέντε μόλις ἡμερῶν μὲ περιέβαλε διὰ τῆς ἐμπιστοσύνης του. Ἐθεώρησα καθῆκον, κατ’ ἀντικειμενικὴν κρίσιν, νὰ δώσω τὴν ἀληθῆ εἰκόνα τῆς τυχὸν κυβερνητικῆς ἀνεπαρκείας, ἵνα ἡ Συνέλευσις ἔχουσα ὑπ’ ὄψιν πάντα τὰ στοιχεῖα ἀκολουθήσῃ τὴν τηρητέαν ὁδὸν τὴν ὁποίαν ἐπιβάλλει τὸ γενικώτερον συμφέρον τοῦ Τόπου. (Χειροκροτήματα).
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔχει τὸν λόγον.
§24Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Μὲ μεγάλην συμπάθειαν παρηκολούθησα τὴν ἀγόρευσιν τοῦ τέως ἀξιοτίμου ἐπὶ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας Ὑπουργοῦ. Ὑποθέτω ὅτι μὲ τὴν αὐτὴν συμπάθειαν τὸν ἤκουσε καὶ ὁλόκληρος ἡ Συνέλευσις. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Χανίων συνάδελφος ἐθεώρησε καθῆκόν του νὰ δικαιολογήσῃ τὴν ἀποχώρησίν του ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν. Ἂν δὲν ἐκυριάρχει εἰς τὴν ψυχήν του μία πικρία, πικρία τὴν ὁποίαν τότε μοῦ ἐξεδήλωσεν, εἶμαι ἀπολύτως βέβαιος ὅτι ἡ ἀγόρευσίς του θὰ ἦτο ἐντελῶς διάφορος. Ὅταν μοὶ ἀνηγγέλθη ἡ παραίτησις καὶ τοῦ ἀξιοτίμου ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ, μετὰ τὴν παραίτησιν τοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργοῦ, παρεκάλεσα, πρὶν εἰσέλθωμεν εἰς τὴν αἴθουσαν τῶν συνεδριάσεων, νὰ σκεφθῶμεν ἐπὶ τῆς καταστάσεως· καὶ τότε καὶ ἐγὼ καὶ ἄλλοι συνάδελφοι ὑπεστηρίξαμεν ὅτι μετὰ τὴν παραίτησιν καὶ τοῦ ἀξιοτίμου ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ ἐπεβάλλετο νὰ ἀντιμετωπίσωμεν μίαν ἀξίωσιν, ἀξίωσιν σχηματισμοῦ εὐρυτέρου κυβερνητικοῦ συνασπισμοῦ, καὶ τότε τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ἐν πλειονοψηφίᾳ ἀπεφάσισε νὰ ἀκολουθήσωμεν αὐτὴν τὴν ὁδόν, μετὰ τοῦτο δὲ πάντα τὰ μέλη αὐτοῦ μοὶ ἐδήλωσαν ὅτι θέτουν εἰς τὴν διάθεσίν μου τὰς παραιτήσεις των, ὅπως, ἂν ἤθελε καταστῆ δυνατόν, σχηματισθῇ εὐρύτερος κυβερνητικὸς συνασπισμός. Τὴν δήλωσιν αὐτὴν ἐθεώρησα σοβαρὰν καὶ προέβην εἰς συνεννοήσεις καὶ διαπραγματεύσεις πρὸς σχηματισμὸν αὐτοῦ τοῦ εὐρυτέρου συνασπισμοῦ. Δὲν ἔγινε καμμία ἀπόπειρα ἐξαγορᾶς συνειδήσεων, ἀλλ’ ἔγινε μόνον προσπάθεια στενωτέρας συνεργασίας μετὰ ὁμάδων καὶ προσώπων ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ κυβερνητικοῦ δημοκρατικοῦ προγράμματος. Ἀλλὰ περὶ τούτου διεξήχθη ἡ συζήτησις, ὅταν ἀνεκοινώθησαν οἱ λόγοι τῆς παραιτήσεως τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ δὲν ἐπιθυμῶ νὰ ἐπανέλθω ἐπὶ τοῦ ζητήματος, ὅπως δὲν θὰ ἐπανέλθω καὶ δὲν θὰ ἐξετάσω ὅσα εἶπεν ἐν σχέσει μὲ τὴν παραίτησιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, διότι, ἐπαναλαμβάνω, τὸ ζήτημα ἀνεπτύχθη ἐπαρκῶς εἰς τὴν Συνέλευσιν καὶ ἡ Συνέλευσις ἔκρινε. Νομίζω δὲ ὅτι δὲν συνάδει εἰς τὴν σοβαρότητα τοῦ ἔργου τῆς Συνελεύσεως νὰ ἐπανέρχηται διαρκῶς ἐπὶ τῶν αὐτῶν ζητημάτων, τὴν στιγμὴν μάλιστα ποὺ ἡ Κοινὴ Γνώμη περιμένει οὐσιαστικωτέραν ἐργασίαν ἐκ μέρους τῆς Συνελεύσεως. Ἐθεώρησα λοιπόν, λέγω, τὰς δηλώσεις τῶν συναδέλφων μου ὡς σοβαρὰς καὶ προέβην εἰς τὰς διαπραγματεύσεις, δὲν παρέλειψα δὲ ν’ ἀνακοινώσω εἰς τοὺς ἐγγύτερόν μου εὑρισκομένους ὅτι μεταξὺ τῶν ἄλλων παραιτήσεων ἤθελον χρησιμοποιήσει καὶ τὴν παραίτησιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας. Τοῦτο δὲν ἐσήμαινε καμμίαν ὑποτίμησιν ἢ καμμίαν κατηγορίαν οὔτε εἶχε τὴν ἔννοιαν ἐκκαθαρίσεως. Εἶναι συνήθεια αἱ κοινοβουλευτικαὶ Κυβερνήσεις, ὅταν εἶναι σκόπιμον ν’ ἀνασχηματίζωνται, ἵνα διεξάγουν τοὺς ἀγῶνας αὑτῶν τελεσφορώτερον, ὅταν γίνεται ἀνασχηματισμὸς Κυβερνήσεως, οἱ Ὑπουργοὶ οἱ μὴ περιλαμβανόμενοι εἰς τὸν ἀνασχηματισμὸν δὲν θίγονται καθόλου. Δὲν ἐνόμιζον λοιπὸν ὅτι θίγεται κανεὶς ἐκ τῶν συναδέλφων, τοῦτο δὲ ἄλλως τε μοῦ ὑπεδηλώθη ῥητῶς ὑπὸ πάντων, ὅτι δὲν θίγονται, ἀλλὰ ἐπιθυμία πάντων εἶναι νὰ διευκολυνθῇ ὁ ἀγὼν ὁ δημοκρατικός. Ἀλλὰ φαίνεται ὅτι κακῶς ἐξετίμησα τὰ πράγματα, διότι, ὅταν μετὰ τὴν ματαίωσιν τοῦ σχηματισμοῦ Κυβερνήσεως εὐρυτέρου συνασπισμοῦ ἐδήλωσα εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ὅτι θεωρῶ σκόπιμον νὰ μὴ γίνῃ κυβερνητικὴ μεταρρύθμισις, νὰ παρουσιασθῶμεν ὡς ἔχομεν εἰς τὴν Συνέλευσιν, ἀφίνοντες εἰς τὸ ἀπώτερον μέλλον τὴν ἰδέαν τοῦ ἀνασχηματισμοῦ τῆς Κυβερνήσεως, ἂν εὕρωμεν αὐτὸν σκόπιμον, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας μοὶ ἐδήλωσεν ὅτι θεωρεῖ τὴν θέσιν του μειωμένην καὶ δὲν δύναται πλέον νὰ παραμείνῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ἦτο ἡ ἐκδήλωσις τῆς πικρίας ἐκ τῆς ἀντιλήψεως ὅτι ἡ σκέψις τὴν ὁποίαν εἶχον, ὅπως διαθέσω καὶ τὴν ἰδικήν μου παραίτησιν, ἔθιγεν αὐτὸν προσωπικῶς. Τότε προσέθεσε καὶ τοὺς ἄλλους ἰσχυρισμοὺς τοὺς ὁποίους πρὸ ὀλίγου ἠκούσατε, ὅτι εἶμαι αὐταρχικός. Μέχρι τῆς στιγμῆς, καίτοι οὐδέποτε ὁ τέως Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας μοὶ εἶχεν ἐκδηλώσει τὸ ἐλάχιστον παράπονον ἐπὶ αὐθαιρέτῳ διαχειρίσει τῆς προεδρικῆς δικαιοδοσίας, δὲν θὰ ἠδυνάμην νὰ εἴπω τὸ ἴδιον διὰ τὸν πρώην Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὁ ὁποῖος κατ’ ἐπανάληψιν μοῦ διεμαρτύρετο ὅτι ἀναμιγνύομαι ἐπὶ διαφόρων ζητημάτων τῆς δικαιοδοσίας του. Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος πληρεξούσιος Χανίων οὐδέποτε μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης διεμαρτυρήθη, οὐδέποτε μοὶ ἐξέφρασε τὸ ἐλάχιστον παράπονον, οὐδέποτε μοὶ ἐδήλωσεν ὅτι θεωρεῖ τὴν θέσιν αὐτοῦ μειωμένην, διότι εἰς ζητήματα ἀφορῶντα τὴν διεύθυνσιν τοῦ ἰδικοῦ του Ὑπουργείου ἐπενέβην ἐξαιρετικῶς καὶ ἐκτάκτως, ὅταν τὰ ζητήματα ἐλάμβανον σοβαρὰν τροπὴν καὶ ἐνόμιζον ὅτι ἐκ τῆς ἰδικῆς μου ἐπεμβάσεως θὰ ἐδίδετο ἡ λύσις ἡ συμφέρουσα. Διὰ τοῦτο θὰ ἀνομολογήσῃ καὶ ὁ ἴδιος ὅτι δὲν τοῦ ἦτο ἐπιτετραμμένον τὸν ἰσχυρισμὸν αὐτὸν ἐπὶ αὐταρχισμῷ νὰ τὸν φέρῃ εἰς τὴν Συνέλευσιν, διότι ὅσοι αἰσθάνονται τὸν αὐταρχισμὸν ὀφείλουν νὰ διαμαρτύρωνται καὶ ν’ ἀντιδρῶσι, καὶ τότε ἡ διαμαρτυρία αὐτῶν δύναται νὰ εἶναι τελεσφόρος καὶ πιστευτὴ ἀπὸ τοὺς ἀκούοντας. Πραγματικὸς λοιπὸν λόγος τῆς ἀποχωρήσεως τοῦ ἀξιοτίμου πληρεξουσίου Χανίων ἐκ τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ἡ ἀντίληψις αὕτη· δὲν θέλω νὰ τὸν ἀδικήσω, ἴσως καὶ ἡ σκέψις ἡ ἰδική μου νὰ μεταχειρισθῶ μεταξὺ τῶν ἄλλων παραιτήσεων καὶ τὴν ἰδικήν του νὰ ἦτο σκέψις ἴσως ὄχι συμφέρουσα εἰς τὸ γενικώτερον καλόν. Ἀλλὰ ταῦτα εἶναι ζητήματα προσωπικῆς ἐκτιμήσεως. Ἐκεῖνο ὅμως ποὺ μὲ ἐξέπληξεν ἀκόμη περισσότερον εἶναι ἡ ἰδέα, τὴν ὁποίαν δὲν γνωρίζω πῶς ἐσχημάτισεν ὁ κ. πληρεξούσιος ἐκ Χανίων, ὅτι εἰς μυστηριώδεις ἐπεμβάσεις ὀφείλεται ἡ γνώμη τὴν ὁποίαν εἶχον σχηματίσει, ὡς ἀνέφερε, διὰ τὸ νομοσχέδιον περὶ Τραπεζῶν. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο εἶχεν ἐγκριθῆ ἀπὸ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον. Εἶχον μερικὰς ἐπιφυλάξεις καὶ τὸ ἐδήλωσα εἰς τὸν κ. συνάδελφον, ὅτι εἰς μερικὰς διατάξεις ἔχω ἐπιφυλάξεις, ἀλλὰ θὰ ἴδωμεν εἰς τὴν συζήτησιν εἰς τὴν Συνέλευσιν καὶ θ’ ἀποφασίσωμεν τελικῶς. Ἰδίως εἶχον ἐπιφυλάξεις εἰς τὸ ποσοστὸν τὸ ἀνώτατον τοῦ μετοχικοῦ κεφαλαίου, τὸ ὁποῖον θὰ διετίθετο εἰς ξένον συνάλλαγμα καὶ μάλιστα τὴν ἀντίρρησιν αὐτὴν τὴν εἶπον σαφῶς εἰς τὸν κ. συνάδελφον ἐκ Χανίων καὶ μοὶ εἶπεν ὅτι δυνάμεθα νὰ τὸ μεταβάλωμεν αὐτό. Ἐκεῖνο ὅμως τὸ ὁποῖον ἐπιθυμῶ ἐπὶ νομοσχεδίου τόσον σοβαροῦ ἦτο νὰ γίνῃ σοβαρὰ συζήτησις εἰς τὴν Συνέλευσιν, ὥστε γενικὴ πεποίθησις νὰ ὑπάρχῃ ὅτι δὲν λαμβάνονται μέτρα ἐσπευσμένως καὶ ἀμελετήτως τόσον σοβαρά. Διὰ τοῦτο, ὅταν ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, παρὰ τὴν ἀπόφασιν ἡ ὁποία εἶχε ληφθῆ εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον νὰ μὴ κηρύττεται κανὲν νομοσχέδιον κατεπεῖγον ἄνευ ἀποφάσεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἢ τοὐλάχιστον ἐγκρίσεως τοῦ Προέδρου αὐτοῦ, ὅταν ἐδέχθη πρότασιν ὅπως κηρυχθῇ τὸ νομοσχέδιον κατεπεῖγον καὶ ψηφισθῇ τὴν ἡμέραν ἐκείνην, πρὶν τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ, ἠμπόδισα τὴν τοιαύτην ψήφισιν, ὅπως εἰς προγενεστέραν συνεδρίασιν εἶχον ἐμποδίσει τὴν κήρυξιν κατεπειγόντων νομοσχεδίων ὑποβληθέντων ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὄχι διότι διεφώνουν διὰ τὰ νομοσχέδια ἐκεῖνα, ἀλλὰ διότι ἐπεθύμουν, ἵνα αἱ συζητήσεις διεξάγωνται ἐν τάξει, ἵνα ἐξυψωθῇ τὸ κῦρος τῆς Συνελεύσεως καὶ ἵνα αἱ ἀποφάσεις αὐτῆς εἶναι περισσότερον φωτισμέναι. Δὲν ἐπρόκειτο λοιπὸν περὶ οὐδεμιᾶς διαφωνίας ριζικῆς εἰς τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, περὶ οὐδεμιᾶς προθέσεως ὑπονομεύσεως τοῦ ὑποβαλόντος αὐτὸ Ὑπουργοῦ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, ἀλλ’ ἐπρόκειτο ἁπλῶς περὶ ἐπιθυμίας τακτικῆς διεξαγωγῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς Συνελεύσεως. Καὶ ἀπόδειξις τούτου εἶναι, καὶ θὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον ἐκ Πατρῶν συνάδελφον νὰ πιστοποιήσῃ τοὺς λόγους μου, ὅτι πρὶν ἀρχίσῃ ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς κατ’ ἀρχὴν ψηφίσεως, μὲ ἠρώτησεν ἂν ἡ Κυβέρνησις ἐπέμενε εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου. Τοῦ ἀπήντησα ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ ἐπιμείνῃ καὶ τὸν παρεκάλεσα νὰ συμβάλῃ καὶ αὐτὸς εἰς τὴν καλυτέραν κατάρτισιν τοῦ νομοσχεδίου. Καὶ πράγματι ὁ ἀξιότιμος ἐκ Πατρῶν συνάδελφος ὡμίλησε διὰ μακρῶν καὶ ἐδέχθη νὰ λάβῃ μέρος εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ἡ ὁποία ἐπεξειργάσθη τὸ νομοσχέδιον. Ἐν οὐδεμιᾷ στιγμῇ ἐγκατέλιπον οὔτε τὸ νομοσχέδιον οὔτε τὸν συνάδελφόν μου οὔτε εἶναι ἀκριβὲς ὅτι ἔγινε καμμία ἐνέργεια ἢ μοῦ ἤγειραν ἀξιώσεις, ὅπως πέσῃ ἡ κεφαλὴ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας ἕνεκα τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ. Τὸ μόνον τὸ ὁποῖον μοῦ ἐζητήθη καὶ τὸ εὗρον δίκαιον καὶ εὔλογον ἦτο νὰ μὴ σπεύσωμεν εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου πρὶν ἀκούσωμεν καὶ τὴν γνώμην τῶν ἁρμοδίων τραπεζιτικῶν κύκλων.
§25Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Ποῦ εὑρίσκεται τὸ νομοσχέδιον αὐτό;
§26Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον γνωρίζω εἶναι ὅτι παρεπέμφθη εἰς Ἐπιτροπὴν καὶ ἠξίωσα ἐγὼ ὅπως ἐντὸς τεσσάρων ἡμερῶν ὑποβληθῇ ἡ ἔκθεσις τῆς Ἐπιτροπῆς.
§27Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀληθῶς ἠρώτησα τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ἂν ἡ Κυβέρνησις ἐσκόπει νὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου ἐν τάχει. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως μοὶ ἐδήλωσεν ὅτι θὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου. Τοῦ ἀπήντησα ὅτι εἶχον φόβους ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, μακρὰν τοῦ νὰ εἶναι ἐπωφελές, θὰ εἶναι βλαπτικὸν διὰ τὴν οἰκονομικὴν ζωὴν τοῦ Τόπου καὶ τοῦ προσέθεσα ὅτι ἀκριβῶς ἐπειδὴ καὶ ὁ ἴδιος υἱοθετεῖ τὸ νομοσχέδιον θὰ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ὁμιλήσω ἐν πλάτει. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως μοῦ εἶπεν ὅτι θὰ εἶναι εὐτυχὴς νὰ ἀκούσῃ τὰς ἀντιρρήσεις τὰς ὁποίας ἔχω κατὰ τοῦ νομοσχεδίου καὶ νὰ παραπέμψῃ εἰς Ἐπιτροπὴν τοῦτο. Τοῦτο καὶ ἐγένετο. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Χανίων συνάδελφος εἶπεν ὅτι τὸ νομοσχέδιον ὑπέστη σφοδρὰν ἐπίθεσιν. Ὑποθέτω ὅτι δύναται νὰ βεβαιώσῃ ὅτι ἡ ἐπίθεσις αὐτὴ δὲν ἦτο ποσῶς προσωπική.
§28Α. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Βεβαίως ὄχι.
§29Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον παρεπέμφθη εἰς Ἐπιτροπήν, ἔμαθον δὲ ὅτι μοῦ ἐδόθη ἡ τιμὴ νὰ γίνω καὶ ἐγὼ μέλος τῆς Ἐπιτροπῆς. Ἀλλ’ εἰς κάποιον τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων τῆς Ἐπιτροπῆς, δὲν ἐνθυμοῦμαι εἰς ποῖον, εἶπον ὅτι ἐγὼ ἐξέθηκα ἤδη τὰς ἰδέας μου εἰς τὴν Ἐθνοσυνέλευσιν καὶ ἐπειδὴ ἤμην ἀπησχολημένος καὶ μὲ ἄλλας Ἐπιτροπὰς—εἰργάζετο ὄχι μόνον ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπὴ δύο ὥρας καθημέραν, ἀλλὰ καὶ ἡ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ἐπιτροπὴ—ἦτο ἀπολύτως ἀδύνατον νὰ μεταβῶ εἰς τὴν Ἐπιτροπήν. Τὰς ἰδέας μου τὰς εἶπον· δὲν ἠξεύρω τί ἀπέγιναν.
§30Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Θὰ ἐπανέλθῃ. Δὲν εἶναι μόνον ὁ ἀξιότιμος ἐκ Πατρῶν συνάδελφος. Καὶ ὁ διάδοχος τοῦ ἐκ Χανίων πληρεξουσίου χθὲς ἀκόμη ἀπεδέχθη παρ’ ἐμοῦ τὴν σύστασιν νὰ ἐρωτήσῃ καὶ νὰ μάθῃ τί ἀπέγινε τὸ νομοσχέδιον, νὰ τὸ μελετήσῃ καὶ νὰ τὸ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν του νὰ τὸ ὑποστηρίξῃ.
§31Γ. ΔΟΥΖΙΝΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Εἶναι ἀληθές, κ. Πρόεδρε. Περιμένω τὴν ἔκθεσιν τῆς Ἐπιτροπῆς. Ἀλλὰ ταυτοχρόνως θὰ μελετήσω καὶ τὰς ἀντιθέτους ἀπόψεις τῶν ἐνδιαφερομένων, ὥστε εἰς τὴν Συνέλευσιν νὰ εἶναι δυνατὸν κατὰ τὴν νέαν συζήτησιν νὰ ἐκθέσωμεν ἀμφοτέρας τὰς ἀπόψεις.
§32Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Ἐπιθυμῶ νὰ δηλώσητε ἂν τὸ νομοσχέδιον θὰ τὸ εἰσαγάγητε εἰς τὴν Συνέλευσιν πρὸ τῆς διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν ἢ θὰ τὸ παραπέμψητε τὸν Ὀκτώβριον.
§33Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Σᾶς εἶπον ναί.
§34Γ. ΔΟΥΖΙΝΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Σᾶς ἀπήντησα ὅτι ἀναμένω τὴν ἔκθεσιν τῆς Ἐπιτροπῆς, ἀναμένω νὰ συγκεντρώσω τὰ στοιχεῖα τῶν ἐχόντων ἀντίθετον γνώμην καὶ ἂν ὁ καιρὸς εἶναι κατάλληλος θὰ τὸ εἰσαγάγωμεν τροποποιημένον.
§35Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Ἐξ ὅλων τούτων βλέπετε, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι, ἂν ἄλλοτε ἄλλος πολιτικός, τὸν ὁποῖον ἀνέφερεν ὁ ἀξιότιμος κ. Ροδόπουλος, ἔπεσεν ἐξ ἀντιδράσεως τῶν Τραπεζῶν καὶ μεγάλων Ἑταιρειῶν, ὁ ἀξιότιμος ἐκ Χανίων συνάδελφος οὐδόλως ἐκλονίσθη ἀπὸ καμμίαν ὑπονομευτικὴν ἐνέργειαν Τραπεζῶν ἢ Ἑταιρειῶν. Ἀνέφερεν ἄλλας διαφωνίας μεταξύ μας. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι εἰς τὸ ἐργατικὸν ζήτημα δὲν ἤμεθα ἀπολύτως σύμφωνοι...
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπιθυμεῖτε νὰ δώσω πληροφορίας εἰς τὴν Συνέλευσιν; Ἡ Ἐπιτροπὴ συνῆλθεν, ἐξέλεξεν εἰσηγητὴν τὸν κ. Γιωτόπουλον ὁ ὁποῖος καὶ ἐκλήθη νὰ καταθέσῃ τὴν ἔκθεσίν του, ἡ ὁποία εἶναι ἕτοιμος.
§37Ι. ΜΑΡΜΑΤΑΚΗΣ. Ἐπιθυμία ὅλης τῆς Συνελεύσεως εἶναι νὰ ψηφισθῇ εἰ δυνατὸν εἰς τὴν Συνέλευσιν αὐτήν. Θὰ σᾶς παρακαλέσω θερμῶς νὰ συγκαλέσητε τὴν Ἐπιτροπὴν αὔριον νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα αὐτό.
§38Γ. ΔΟΥΖΙΝΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Ἐπαναλαμβάνω, ἀναμένω νὰ ἴδω τὴν ἔκθεσιν τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ θὰ τὸ ὑποβάλωμεν τὸ ταχύτερον τροποποιοῦντες αὐτὸ κατὰ τὰς ἰδικάς μας ἀντιλήψεις.
§39Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Ὁ ἀξιότιμος τέως ἐπὶ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας συνάδελφος ἦτο εὐνοϊκώτερος ἀπὸ ἐμὲ ἀπέναντι τῶν ἐργατῶν καὶ εἰς τὸ καπνεργατικὸν καὶ εἰς τὸ ναυτεργατικὸν ζήτημα καὶ εἰς τὸ ζήτημα τῆς Ἐλευσῖνος. Ἐκεῖνο ὅμως τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι ἀκριβὲς εἶναι ὅτι ἴσως ἐγὼ ἐπηρεασθεὶς ἀπὸ τὴν ἐναντίον ἐμοῦ καταφορὰν τῶν συντηρητικῶν στοιχείων μετέβαλον γνώμην. Διότι, ὅταν συνεζητοῦμεν τὸ ζήτημα τῆς ἀπεργίας τῶν καπνεργατῶν, οὐδεμία τοιαύτη ἀντίδρασις καὶ ἐξέγερσις κατ’ ἐμοῦ ὑπῆρχεν ἐκ μέρους τῶν συντηρητικῶν στοιχείων, ἀλλ’ ἐξετίμησα τὴν πραγματικὴν κατάστασιν καὶ ἀκριβῶς διότι θέλω τὴν συστηματικὴν ἐξύψωσιν τῆς ἐργατικῆς τάξεως προσεπάθησα νὰ δώσω λύσιν ἡ ὁποία θὰ συνεβίβαζε τὰ διεστῶτα. Ἤθελον λύσιν τῶν ἀπεργιῶν ἄμεσον, ὅπως τὰς ἐλύσαμεν καὶ ἤθελον ἐμποδίσει ἀπὸ τοῦ νὰ ἐκτεθῶμεν εἰς μίαν κρίσιν βιομηχανικὴν εἰς τὴν Μακεδονίαν, ἡ ὁποία ἀσφαλῶς ἤθελε ζημιώσει ὄχι μόνον τὰ ἐργατικὰ συμφέροντα, ἀλλὰ καὶ γενικώτερον τὰ οἰκονομικὰ συμφέροντα τοῦ Τόπου. Ἀπέσπασα ὅ,τι δυνατὸν εἰς μίαν πολύωρον συζήτησιν, εἰς τὴν ὁποίαν παρίστατο καὶ ὁ ἀξιότιμος τέως ἐπὶ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας Ὑπουργός, ἀπὸ τὸν ἀντιπρόσωπον τῶν βιομηχάνων. Ὅτε εἶδον ὅμως ὅτι ἐφθάσαμεν εἰς ἕνα φραγμὸν τὸν ὁποῖον ἦτο ἀδύνατον νὰ ὑπερπηδήσωμεν ἐσυνθηκολογήσαμεν καὶ συνέστησα εἰς τοὺς ἐργάτας νὰ ἀποδεχθοῦν τὴν λύσιν. Ἤδη ἓν μέρος τῶν ἐργατῶν εἶχε προσχωρήσει εἰς τὴν λύσιν αὐτὴν καὶ ἡ γενικωτέρα ἀποδοχὴ ἦτο πρᾶγμα ἁπλοῦν. Ἔτσι ἐλύθη τὸ καπνεργατικὸν ζήτημα. Ἐλύθη καθ’ ἣν στιγμὴν καὶ ἀπὸ τὸν ἀστικὸν Τύπον καὶ ἀπὸ τὸν Τύπον τῶν ἐργατῶν ἠπειλεῖτο πανεργατικὴ ἀπεργία. Ἀναφορικῶς πρὸς τὸ ζήτημα τὸ ναυτιλιακὸν καὶ τῆς Ἐλευσῖνος ὡμίλησα καὶ ἄλλοτε εἰς τὴν Συνέλευσιν. Ἡ ἄποψίς μου ἦτο ὅτι δὲν ἦτο ἐπιτετραμμένον εἰς τὸ Κράτος νὰ ἔλθῃ ἀποτόμως καὶ ἐκβιάσει μίαν λύσιν εἴτε ὑπὲρ τῆς μιᾶς εἴτε ὑπὲρ τῆς ἄλλης μερίδος. Διότι αὐτὸ θὰ εἶχεν ὡς ἀποτέλεσμα νὰ στρέψῃ κατὰ τοῦ Κράτους τὴν μερίδα ἡ ὁποία θὰ ἐθεώρει ἑαυτὴν ἠδικημένην. Ἀπέδειξα εἰς τὸν κ. τέως ἐπὶ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας συνάδελφον τοὺς λόγους διὰ τοὺς ὁποίους ἔπρεπε νὰ ἀκολουθήσωμεν τὴν τακτικὴν ἐκείνην. Εἰς τὸ ζήτημα τῆς Ἐλευσῖνος τί ἦτο δυνατὸν νὰ κάμωμεν, ὅταν οἱ ἐργοστασιάρχαι ἠρνοῦντο νὰ δεχθοῦν ὡρισμένας ἐργατικὰς ἀντιλήψεις; Νομίζετε ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπιβάλωμεν ἡμεῖς μίαν λύσιν εἰς τοὺς ἐργοστασιάρχας; Εἰς μερικὰ ζητήματα θὰ ἦτο δυνατόν. Τὰ ζητήματα αὐτὰ ἦσαν τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν ὑγείαν καὶ τὰς ὥρας ἐργασίας καὶ παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον τέως ἐπὶ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας Ὑπουργὸν νὰ μὲ πληροφορήσῃ ἂν τὰ παράπονα αὐτὰ ἦσαν ἀκριβῆ διὰ νὰ προβῇ τάχιστα εἰς τὴν ἔκδοσιν ἑνὸς Διατάγματος περιορίζοντος τὰς ὥρας ἐργασίας, συμφώνως μὲ τὸ δικαίωμα τὸ ὁποῖον εἶχεν. Ἀλλ’ ἡ παρεμπεσοῦσα κατόπιν πολιτικὴ ἀνωμαλία ἠμπόδισε πιθανὸν τὸν ἀξιότιμον τέως ἐπὶ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας Ὑπουργὸν νὰ προβῇ εἰς τὴν ἔκδοσιν τούτου. Αὐταὶ ἦσαν αἱ διαφωνίαι, διαφωνίαι βέβαια ὄχι σοβαραί, διότι εἰς τὸ τέλος ὁ ἀξιότιμος τέως ἐπὶ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας Ὑπουργὸς προσεχώρει εἰς τὴν ἄποψιν τὴν ἰδικήν μου καὶ δὲν ἐξεδήλωσε καμμίαν δυσφορίαν διότι ἀνεμιγνυόμην εἰς τὰ ζητήματα αὐτά. Τολμῶ νὰ πιστεύω ὅτι καὶ τὸ καπνεργατικὸν ζήτημα καὶ τὸ ναυτεργατικὸν ζήτημα ἤθελον λάβει ἐπικινδύνους διαστάσεις. Δὲν ἦτο λοιπὸν καμμία ἐπιρροὴ ἐπ’ ἐμοῦ ἀντιδράσεως συντηρητικῶν στοιχείων, ἀλλ’ ἦτο ἡ θέλησις ὅπως μὴ ἐκτεθῇ εἰς κίνδυνον τὸ ἐργατικὸν ρεῦμα καὶ τὸ πρόγραμμα τῆς Δημοκρατικῆς Κυβερνήσεως, ὅπως συστηματικῶς καὶ βαθμιαίως ἀνυψοῦνται αἱ ἐργατικαὶ τάξεις. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Χανίων πληρεξούσιος ὡμίλησε καὶ περὶ τάσεων ἰδικῶν μου πρὸς σχηματισμὸν προσωπικοῦ κόμματος. Καὶ παρακαλῶ νὰ μοῦ ἀπαντήσῃ.
§40Α. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν εἶπον τοιοῦτόν τι. Ἐπικαλοῦμαι τὴν ἀντίληψιν τῆς Συνελεύσεως. Εἶπον ὅτι μόνον εἰς τὰ προσωπικὰ κόμματα ἡ θέλησις τοῦ Ἀρχηγοῦ ἀποτελεῖ νόμον διὰ τοὺς ὀπαδούς. Μάλιστα ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ αὐτῇ σᾶς λέγω ὅτι καὶ πρὸ ὀλίγου δὲν ἐθέσατε τὰ πράγματα ὅπως τὰ εἶπον καὶ ἐπὶ ἄλλων σημείων.
§41Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Ἐπὶ τίνος σημείου;
§42Α. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Ἐπὶ τοῦ καπνεργατικοῦ.
§43Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Εἶπον καμμίαν ἀνακρίβειαν; Εἴπατέ μου.
§44Α. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Εἰς τὸ ζήτημα τὸ καπνεργατικόν, κ. Πρόεδρε, δὲν εἴχομεν καμμίαν διαφωνίαν, οὐδὲ ἐγὼ ἀπέδωσα μεγάλην σημασίαν εἰς τὸ ζήτημα αὐτό. Εἰς τὸ ζήτημα τὸ ναυτεργατικὸν κυρίως, διότι τὸ ζήτημα τὸ καπνεργατικὸν ἐγεννήθη πρὸ τριῶν μηνῶν, δὲν εἶχε δὲ γεννηθῆ πραγματικῶς. Εἰς τὸ ζήτημα αὐτὸ δὲν εἴχομεν διαφωνίαν. Εἰς τὸ ζήτημα τὸ ναυτεργατικὸν καὶ εἰς τὸ ζήτημα τῆς Ἐλευσῖνος διεφωνήσαμεν, διότι ἐν τῇ ἀντιλήψει τῆς Κυβερνήσεως ἦτο ὅτι ἔπρεπε νὰ αὐξηθῇ τὸ ἡμερομίσθιον καὶ ἐφθάσαμεν εἰς τὸ σημεῖον ὥστε οἱ ἐργοδόται νὰ ἀπειλήσουν τὴν Κυβέρνησιν.
§45Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Οὐδεὶς ἐργοδότης ἠπείλησε τὴν Κυβέρνησιν, κ. συνάδελφε. Ἀλλὰ προκειμένου περὶ μιᾶς βιομηχανίας τόσον σημαντικῆς, ἡ ὁποία, κατὰ τὰς πληροφορίας τῶν ἰδίων, εἶχεν ἐλλείμματα, καὶ ἐνθυμεῖσθε ὅτι σᾶς παρεκάλεσα νὰ μοὶ προσκομίσητε τὴν ἀπόδειξιν ὅτι δὲν εἶχεν ἔλλειμμα, ἀλλὰ κέρδη, θὰ ἦτο δύσκολον εἰς τὸ Κράτος νὰ ἐπιβληθῇ διὰ νὰ ἐξαναγκάσῃ τὴν ἐπιχείρησιν νὰ δώσῃ περισσότερα ἀπὸ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἦτο διατεθειμένη νὰ δώσῃ. Ἡ προσπάθειά μου ἦτο ὅπως, χωρὶς νὰ θιχθῇ καὶ ἡ φιλοτιμία τῶν ἐπιχειρήσεων ἐκείνων, ἐπιτευχθῇ συμβιβασμός. Δυστυχῶς καὶ αὐτὸ δὲν ἐπετεύχθη. Ἀλλὰ τὸ σφάλμα κεῖται εἰς τὸ ὅτι οἱ ἐργάται ἐνόμισαν ὅτι ἴσως ἦτο ἐπίκαιρος ἡ στιγμὴ νὰ ἐγείρωσιν ἀξιώσεις αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ καὶ εἰσῆλθον εἰς ἕνα ἀγῶνα ἀπὸ τὸν ὁποῖον, δυστυχῶς, δὲν ἠμποροῦσαν παρὰ νὰ ἐξέλθουν ἡττημένοι. Ὁ καλὸς χειριστὴς τῶν ἐργατικῶν ζητημάτων ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ μὴ ὠθῇ εἰκῇ καὶ ὡς ἔτυχε τοὺς ἐργαζομένους ἐργάτας εἰς συρράξεις, ὅταν αἱ ἀξιώσεις αὐτῶν δὲν εἶναι ἀπολύτως ἐπιβεβλημέναι καὶ δὲν ὑπάρχῃ μεγάλη πιθανότης ἐπιτυχίας. Ἀλλ’ ἂν ἀνέφερα τὸ καπνεργατικὸν ζήτημα, τὸ ἀνέφερα διότι σεῖς ἀνεφέρατε αὐτὸ διὰ νὰ ἀποδείξητε τὴν συντηρητικότητα τὴν ἰδικήν μου.
§46Α. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Δὲν σᾶς κατηγόρησα δι’ αὐτό· ἀπ’ ἐναντίας μάλιστα.
§47Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Κύριε συνάδελφε, δὲν πρόκειται περὶ κατηγορίας, διότι ἂν μὲ κατηγορῆτε ἠμπορῶ νὰ εἴπω καὶ περισσότερα. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Χανίων πληρεξούσιος δὲν εἶπε βέβαια τὰς λέξεις ὅτι ἔχω τάσιν σχηματισμοῦ προσωπικοῦ κόμματος, ἀλλὰ διὰ μέσου τῶν γραμμῶν διεφαίνετο ἡ ἀντίληψις ὅτι, μολονότι ἐγὼ ἠγωνίσθην τελεσφόρως κατὰ τῶν προσωπικῶν κομμάτων, εἰς τὴν πρᾶξιν δὲν φαίνομαι ὁ ἐχθρὸς ὁ ἀμείλικτος τῶν προσωπικῶν κομμάτων. Ἀλλὰ προσωπικὰ κόμματα, ἀξιότιμε ἐκ Χανίων κ. συνάδελφε, δὲν εἶναι ἐκεῖνα εἰς τὰ ὁποῖα ἐκδηλοῦνται αὐταρχικαὶ διαθέσεις ἐκ μέρους μελῶν τοῦ κόμματος, ἀλλ’ ἐκεῖ ὅπου ὁ δεσμὸς μεταξὺ τῶν μελῶν τοῦ κόμματος εἶναι ἐντελῶς προσωπικός, εἶναι ἐντελῶς ἀτομικὸς καὶ στηρίζεται εἰς τὴν ἀμοιβαίαν ἐξυπηρέτησιν ἀτομικῶν συμφερόντων. Ἠμπορῶ δὲ νὰ καυχηθῶ ὅτι ἡ πλειονοψηφία ἡ ὑποστηρίζουσα τὴν Κυβέρνησιν, εἶναι ἐντελῶς καθαρὰ τοιούτων δεσμῶν, ὄχι μόνον εἰς ἡμᾶς, ἀλλὰ εἰς κανένα τῶν πληρεξουσίων. Εἰς οὐδένα τῶν συναδέλφων μου ἐν τῇ Κυβερνήσει, οὔτε εἰς τὸν κ. Τσουδερὸν οὔτε εἰς τὸν κ. Ροῦσσον οὔτε εἰς κανένα ἄλλον, ἤγειρα τὴν ἀξίωσιν ὅπως προσχωρήσῃ εἰς τὴν ὀργάνωσιν τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως». Οὐδεμίαν οὐδέποτε ἀξίωσιν ἤγειρα περὶ συγκροτήσεως κόμματος ἑνιαίου. Ἀνέπτυξα καὶ ἄλλοτε εἰς τὴν Συνέλευσιν ὅτι οἱ λόγοι οἱ ἐξαιρετικοὶ τοῦ καταρτισμοῦ τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως καὶ αἱ ἐξαιρετικαὶ περιστάσεις ὑπὸ τὰς ὁποίας ἐργάζεται ἐπιβάλλουν ὅπως ἡ Συνέλευσις ἐργάζεται ἐλευθέρα κομματικῶν δεσμῶν, εἰ δυνατόν. Δὲν ὑπάρχει λοιπὸν κανὲν ἴχνος προσωπικοῦ κομματισμοῦ οὐδὲ εἰς τὴν Κυβέρνησιν οὐδὲ εἰς τὴν πλειονοψηφίαν, ἡ ὁποία ὑποστηρίζει τὴν Κυβέρνησιν. Ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ ἡ κατηγορία τοῦ ἀπολυταρχισμοῦ. Μολονότι δὲν δικαιοῦσθε σεῖς, κ. συνάδελφε, νὰ ἐγείρητε τοιαύτην κατηγορίαν, διότι μόνον τὴν ἐξεφράσθητε ὅταν ἐνομίσατε ὅτι θίγεσθε προσωπικῶς, ἴσως κακῶς, ἴσως καλῶς, δὲν γνωρίζω, ἐν τούτοις εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ διαμαρτυρηθῶ δι’ αὐτό. Νὰ διαμαρτυρηθῶ, διότι ὁ ἀπολυταρχισμός, ὅσον καὶ ἂν ἀκόμη εὐγενῆ ἐλατήρια ἔχῃ, εἶναι πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἡ συνείδησίς μου καταδικάζει, διότι δὲν περιφρονῶ τὴν ἀξίαν τῆς συνεργασίας, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ μίαν ἀρχὴν δημοκρατικήν. Ἀλλά, κύριοι συνάδελφοι, καίτοι σέβομαι αὐτὴν τὴν ἀρχὴν τῆς συνεργασίας, ὅταν διευθύνω μίαν Κυβέρνησιν καὶ διευθύνω ἕνα ἀγῶνα, εἶμαι ὑποχρεωμένος πολλάκις νὰ λαμβάνω ἐπιμόνους ἀποφάσεις, διότι αὐτὸ ἀπαιτεῖ ἡ ἀνάγκη τοῦ ἀγῶνος. Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἐπεμβῶ, διότι μόνον διὰ τῆς ἐπεμβάσεως τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ μία ἐναρμόνισις τῶν διαφόρων ἀντιλήψεων καὶ ἀπόδειξις τούτου εἶναι ὅτι ὁ μὲν πρώην Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν μὲ κατηγόρησεν ὡς μπολσεβικίζοντα, ἐνῷ ἐξ ἄλλου ὁ πρώην συνάδελφος Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας μὲ θεωρεῖ ὡς συντηρητικόν. Ἄν ἡ μέχρι τοῦδε συνεργασία ἐπῆλθε, τοῦτο ἦτο διότι κατώρθουν δύο ἀντιθέσεις νὰ συμβιβάζω, ἂν δὲ δὲν παρενέπιπτον ἄλλοι λόγοι ἡ συνεργασία θὰ ἐξηκολούθει. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα τοῦ αὐταρχισμοῦ μιᾶς Κυβερνήσεως, εἶναι ζήτημα οἰκογενειακὸν τῆς Κυβερνήσεως. Ἐγὼ ἓν ἔχω εἰς τὸ τέλος νὰ εἴπω: Εἰς τοὺς ἀγῶνας τοὺς ὁποίους διεξάγομεν ὀφείλομεν νὰ βλέπωμεν περισσότερον τὸ μέλλον, περισσότερον τὰ γενικώτερα συμφέροντα καὶ ὀλιγώτερον τὸ ἄτομόν μας. Ὅταν αὐτὸ τεθῇ ὡς βάσις, εἶμαι ἀπολύτως βέβαιος ὅτι ἡ εὐαισθησία τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Χανίων συναδέλφου δὲν ἤθελε θιχθῆ καὶ ἡ πικρία τὴν ὁποίαν ἠσθάνθη ἐκ μιᾶς ἐσφαλμένης ἀντιλήψεως δὲν ἤθελεν ὠθήσει αὐτὸν νὰ ὁμιλήσῃ ὅπως ὡμίλησεν ἀπόψε. (Χειροκροτήματα).
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κονδύλης ἔχει τὸν λόγον.
§49Γ. ΚΟΝΔΥΛΗΣ. Δὲν θὰ ἐλάμβανον τὸν λόγον, ἄν, ὅπως παρετήρησα καὶ προχθὲς κατὰ τὴν τριτολογίαν μου, δὲν κατενόουν ὅτι ἐν πολλοῖς ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον μὲ ἔκαμε νὰ παραιτηθῶ ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν δὲν κατενοήθη ἐντελῶς ὑπὸ τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως. Ὅταν ἔγραψα εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ὅτι διὰ τῆς πολιτικῆς τῆς πρώτης Δημοκρατικῆς Κυβερνήσεως παρέχεται ἡ ἐντύπωσις ὅτι τὸ δημοκρατικὸν πολίτευμα καὶ ὄχι ἡ Δημοκρατικὴ Κυβέρνησις ἔχει τάσεις κομμουνιστικάς, ἠννόουν τὸ ἑξῆς, ὅτι εἰς τὴν Ἑλλάδα τὴν σημερινὴν ὑπάρχουσι πλεῖσται κομμουνιστικαὶ Ὀργανώσεις, ἢ μᾶλλον ὅλαι ἐκεῖναι αἱ ἀπαίσιαι Ὀργανώσεις τὰς ὁποίας ἐγνωρίσαμεν ὑπὸ τὸ ὄνομα Ἐπιστρατικοὶ Σύνδεσμοι, εἶναι σήμερον κομμουνιστικαὶ Ὀργανώσεις ὑπὸ τὸ ὄνομα «Ἕνωσις Παλαιῶν Πολεμιστῶν», καὶ ὅπως ἀνεγνώσατε ὅλοι εἰς τὰς ἐφημερίδας, τὰ ἀνακοινωθέντα τῆς Ἑνώσεως αὐτῆς δηλοῦν εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Πατρίδα ὅτι, ἐὰν αὕτη ἀπειληθῇ ἀπὸ ἐξωτερικοὺς ἐχθροὺς καὶ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἀποτολμήσῃ νὰ τοὺς ἐπιστρατεύσῃ, αὐτοὶ θὰ ἀντιτάξωσι τὴν βίαν, ρίπτοντες κατὰ πρόσωπον τῆς Ἑλληνικῆς Πατρίδος, ἐκπροσωπουμένης ὑπὸ τῆς πρώτης Δημοκρατικῆς Κυβερνήσεως, τὸ «μολὼν λαβέ». «Μολὼν λαβὲ» ἀνταποκρινόμενον εἰς τὴν περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ παραστῇ ἀνάγκη νὰ κληθῶσι διὰ νὰ ὑπερασπίσωσι τὴν τιμήν, τὴν ὕπαρξιν τῆς Πατρίδος, ἡ ὁποία δὲν εἶναι ἄλλο τίποτε παρὰ αἱ οἰκογένειαι ὅλων αὐτῶν. Εἶπον, κύριοι, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν συνεφώνει νὰ ληφθῶσι τὰ μέτρα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐγὼ ἐθεώρουν ἀπαραίτητα, διότι ἐγὼ ἐφρόνουν καὶ φρονῶ ὅτι ἀνεξαρτήτως τῆς πολιτικῆς τοῦ Ἔθνους, διὰ τὴν ὁποίαν πολλάκις ἐδήλωσα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὅτι δὲν δύναται νὰ εἶναι παρὰ φιλειρηνική, ἀνεξαρτήτως, λέγω, τῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ψυχὴ τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους πρέπει νὰ εἶναι πάντοτε παρεσκευασμένη νὰ ἀντιμετωπίσῃ κάθε κίνδυνον, ὁ ὁποῖος θὰ ἐμφανισθῇ. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἐθεώρουν ἀναγκαίαν τὴν κατάργησιν τῶν Ἐπιστρατικῶν Συλλόγων, οἱ ὁποῖοι ἔχουν μεταμορφωθῆ εἰς τὰς 200 Ὀργανώσεις τὰς ἀποτελούσας τὴν «Ἕνωσιν τῶν Παλαιῶν Πολεμιστῶν». Οἱ κύριοι αὐτοί, οἱ παλαιοὶ πολεμισταί, πρέπει νὰ κατανοήσωσι καλῶς ὅτι δύνανται νὰ συγκροτῶνται εἰς Συνδέσμους, δύνανται νὰ ὑπερασπίζωνται διὰ τῶν Συνδέσμων αὐτῶν τὰ δικαιώματά των, τὰ συμφέροντά των καὶ ὅ,τι θέλουσιν ἄλλο, ἀλλὰ δὲν δύνανται νὰ κηρύττωσιν ὅτι εἶναι ἀναρχικοὶ Σύνδεσμοι καὶ δὲν θὰ ὑπακούσωσιν εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς Πατρίδος. Διότι ἐρωτῶ ὑμᾶς: Ἐὰν παραστῇ ἀνάγκη, τὴν ὁποίαν δὲν θὰ προκαλέσωμεν ἡμεῖς, νὰ ἐπιστρατευθῇ ἡ Ἑλλάς, πῶς θὰ ἐπιστρατευθῇ, πῶς θὰ γίνῃ ἐπιστράτευσις, ἐφόσον αἱ Ὀργανώσεις αὗται δηλοῦσιν ἐκ τῶν προτέρων ὅτι θὰ ἀντισταθῶσιν εἰς πᾶσαν προσπάθειαν; Δὲν εἶπον ἐγὼ ποτέ, κύριοι, ὅτι ὁ κ. Παπαναστασίου εἶναι κομμουνιστὴς ἢ ἀντικομμουνιστής, οὔτε εἶπον ποτὲ ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔδειξεν αὐτὴν ἢ ἄλλην στάσιν εἰς τὰς ἀπεργίας, ἀλλὰ ἐδήλωσα, ὁμιλῶν, ὅτι διαπνέομαι ἀπὸ τὰς καλυτέρας διαθέσεις πρὸς τοὺς ἐργάτας καὶ συνεπῶς δὲν ἠσχολήθην μὲ τὴν πολιτικὴν τὴν ὁποίαν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐτήρησεν ἀπέναντι τῶν ἀπεργιῶν καὶ ἐργατῶν· περιωρίσθην μόνον εἰς τὸ ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν ἤθελε νὰ ληφθῶσι μέτρα πρὸς περιορισμὸν τῶν κομμουνιστικῶν ἐνεργειῶν, ἀντιτάσσων πάντοτε εἰς ἐμέ, ὁσάκις ἐπρότεινον τοιαῦτα μέτρα, ὅτι κομμουνισμὸς δὲν ὑπάρχει εἰς τὴν Ἑλλάδα.
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἔχει τὸν λόγον.
§51Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Θὰ εἴπω μόνον δύο λέξεις εἰς ἀπάντησιν τοῦ ἀξιοτίμου κ. πληρεξουσίου. Ὡς ἐνθυμεῖσθε, ὡς ἐπιχείρημα διὰ τὸν κομμουνισμὸν ἔφερε τὴν ἐπίδρασιν τῶν παλαιῶν ἀγωνιστῶν, ἥτις δῆθεν ἔφερε τὰς ἀνωμαλίας εἰς τὸ στράτευμα. Λοιπὸν ὁ ἀξιότιμος νῦν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸς ἐπιστοποίησεν εἰς τὴν Συνέλευσιν ὅτι αἱ ἀνακρίσεις αἱ ὁποῖαι ἔγιναν ἀπέδειξαν ὅτι αἱ διαμαρτυρίαι καὶ ἐξεγέρσεις τῶν στρατιωτῶν τῆς κλάσσεως τοῦ 1922 δὲν εἶχον ἀπολύτως καμμίαν σχέσιν μὲ κομμουνιστικὰς τάσεις ἢ Ὀργανώσεις κομμουνιστικάς. Αὐτὸ θέλω νὰ εἴπω: Τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἐβλέπομεν ὅτι ὑπάρχει κίνδυνος τῆς ἀσφαλείας τοῦ Κράτους ἐκ μέρους κομμουνιστικῶν Ὀργανώσεων, βεβαίως δὲν θὰ ἤμεθα ἡμεῖς οἱ τελευταῖοι οἱ ὁποῖοι θὰ ἐλαμβάνομεν μέτρα.
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μητσοτάκης μοὶ ἐζήτησεν ἐκ δευτέρου τὸν λόγον.
§53Α. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Ἂν λαμβάνω, κύριοι πληρεξούσιοι, τὸν λόγον, τὸ κάμνω διότι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως διετύπωσε τὸ ἀξίωμα κατὰ τὸ ὁποῖον τὸ γενικὸν συμφέρον δέον νὰ τίθεται ὑπεράνω τοῦ ἀτομικοῦ. Ἀλλ’ ἡ ἐκτέλεσις τοῦ ἀξιώματος τούτου δὲν ἔχει λόγον ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Ἂν ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως παρηκολούθει ἐξ ἀρχῆς μέχρι τέλους τὴν ἀγόρευσίν μου καὶ ἂν ἐνεθυμεῖτο αὐτήν, θὰ διέκρινεν ὅτι οὐδεμία ἔννοια ἀπεμακρύνθη τῆς ἀρχῆς ταύτης. Ἡ εἰς τὸν ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ὑποβληθεῖσα παραίτησις τόσον ἐμοῦ, ὅσον καὶ τῶν λοιπῶν συναδέλφων ἦτο βεβαίως σοβαρά. Ἔψεξα τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὸν τρόπον κατὰ τὸν ὁποῖον ἠθέλησε νὰ συμπληρώσῃ τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὸν κατηγόρησα ὅτι ὁ τρόπος οὗτος ὄχι μόνον ἀντέκειτο πρὸς τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς Κυβερνήσεως, ἐχούσης τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Συνελεύσεως λόγῳ προγράμματος καὶ λόγῳ συνθέσεως αὐτῆς, πρᾶγμα ἄλλως τε ἀποδειχθὲν περιτράνως κατὰ τὴν τελευταίαν ψηφοφορίαν, ἀλλ’ ἀντέκειτο πολὺ περισσότερον πρὸς τὴν ἁβρότητα, τὴν ὁποίαν στοιχειῶδες καθῆκον εἶχεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ τηρήσῃ ἀπέναντι τῶν συναδέλφων του, ἀλλὰ κυρίως ἀντέκειτο πρὸς στοιχειώδη πολιτικὴν ἠθικήν. Εἶμαι ἐγὼ ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἐπιδοκιμάζω καθ’ ὅλην τὴν γραμμὴν τὸν σχηματισμόν, τὸν καταρτισμὸν Κυβερνήσεως συνασπισμοῦ ἐπὶ ἑδραίων βάσεων, ἀλλὰ βεβαίως δὲν δύναται νὰ ὑποστηριχθῇ σοβαρῶς ὅτι πρὸς τοιοῦτον σκοπὸν ἔτεινον αἱ ἐνέργειαι τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἐφόσον δὲν ἐγένετο πρότασις πρὸς ὅλας τὰς μερίδας τὰς παρευρισκομένας ἐν τῇ Συνελεύσει καὶ ἐφόσον προϋπόθεσις ἐτίθετο πάντοτε ἡ παραμονὴ τοῦ ἐκ Μαντινείας πολιτευτοῦ ὡς Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως συνασπισμοῦ. Ἂν ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐλάμβανε τὸν κόπον νὰ ἐρωτήσῃ πάντας τοὺς συναδέλφους τῶν παραμενόντων ἀκόμη εἰς τὰ ὑπουργικὰ ἑδώλια, θὰ ἐμάνθανε καλῶς ποῖος ἐξ ἡμῶν ἔχει δίκαιον. Ἀλλὰ δὲν θέλω νὰ ἐπιμείνω περισσότερον ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ. Θέλω μόνον νὰ εἴπω εἰς τὸν ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ὅτι μοὶ ἀπέδωκε πράγματα τὰ ὁποῖα δὲν εἶπον καὶ ὅτι ὁ τρόπος κατὰ τὸν ὁποῖον διευθύνονται αἱ ἐργασίαι τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως» ὑπὸ τοῦ Ἀρχηγοῦ, εὑρισκομένου ἐν τῇ προεδρίᾳ τῆς Κυβερνήσεως, κάθε ἄλλο εἶναι παρὰ σύμφωνος πρὸς τὰς στοιχειώδεις δημοκρατικὰς ἀρχάς. Οὔτε ἦτο ἀνάγκη νὰ ἐγκύψῃ τόσον πολὺ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῆς ἀπεργίας τῶν καπνεργατῶν τῆς Μακεδονίας, διότι κυρίως ἐτόνισα ὅτι, ἐφόσον ἡ Κυβέρνησις κατέληξεν εἰς τὴν γνώμην ὅτι τὰ αἰτήματα τῶν ἐργατῶν ἐν ὡρισμένῳ μέτρῳ εἶναι δίκαια, ἡ Κυβέρνησις εἶχε καθῆκον, ἂν ἤθελε νὰ διατηρήσῃ τὸ κῦρός της καὶ ἂν δὲν ἤθελε τὸ κῦρός της νὰ συρθῇ εἰς τοὺς πόδας τοῦ τελευταίου ἐφοπλιστοῦ, μεταχειριζομένη τὰς ἠθικὰς δυνάμεις τοῦ Κράτους νὰ ἐπιβάλῃ τὰς γνώμας της.
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ παρεμπεσόντος ζητήματος κηρύσσεται περατωμένη. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας ἔχει τὸν λόγον ὅπως καταθέσῃ σχέδια νόμων.
§55Α. ΜΠΑΚΑΛΜΠΑΣΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Κύριοι πληρεξούσιοι, ὅταν ἀκόμη ἀπὸ τῶν ἐπάλξεων τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως» ἠγωνιζόμεθα νὰ ἀφυπνίσωμεν παρὰ τῷ λαῷ τὰ ἀληθῆ δημοκρατικὰ αἰσθήματα, ἡ ἀγροτικὴ τάξις ἡ ἀποτελοῦσα τὴν πλειονοψηφίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἀλλὰ καὶ τὴν σοβαρωτέραν παραγωγικὴν δύναμιν τῆς Χώρας, ἐφείλκυσεν ὅλως ἰδιαιτέρως τὴν προσοχήν μας. Καὶ διεκηρύττομεν τότε ὅτι τὸ πρόγραμμά μας εἶναι ἡ ἀποκατάστασις τῶν ἀκτημόνων καλλιεργητῶν εἰς ἀνεξαρτήτους γεωργούς, ἡ ἐνίσχυσις τῆς μικρᾶς ἰδιοκτησίας, διὰ τῶν ὁποίων ἡ παραγωγὴ θὰ αὐξήσῃ, ἡ ἀποδημία ἀπὸ τοὺς ἀγροτικοὺς συνοικισμοὺς θὰ περιορισθῇ, ὁ ἀγροτικὸς κόσμος θὰ ἀποκτήσῃ τὴν ἀνεξαρτησίαν του καὶ θὰ προαχθῇ ἠθικῶς καὶ κοινωνικῶς καὶ ἑπομένως τὸ Κράτος, ἀνδρούμενον, θὰ ἐπιτελέσῃ πληρέστερον τὸ καθῆκόν του ἔναντι τῶν Ἑλλήνων πολιτῶν. Ὑπεσχνούμεθα τότε ὅτι θὰ ἐπιδιώξωμεν τὴν ἐξύψωσιν καὶ καθολικὴν ἐξάπλωσιν εἰς τοὺς ἀγροτικοὺς πληθυσμοὺς τῆς γεωργικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἥτις θὰ καταστήσῃ τοὺς ἀγρότας ἱκανοὺς νὰ ἐφαρμόσουν τελειοτέρας γεωργικὰς μεθόδους καὶ νὰ προαγάγωσι τὴν γεωργίαν. Ὅτι θὰ ἀποκεντρώσωμεν τὰς τοπικὰς ὑπηρεσίας, αὐξάνοντες τὴν δικαιοδοσίαν αὐτῶν καὶ ἐνισχύοντες τὴν τοπικὴν αὐτοδιοίκησιν πρὸς καλυτέραν ἐξυπηρέτησιν τῶν ἀγροτικῶν ἀναγκῶν. Ὅτι θὰ ἐντείνωμεν τὴν συνεταιρικὴν ὀργάνωσιν τῶν ἀγροτῶν, τόσον πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῆς ἀγροτικῆς κυρίως προσωπικῆς πίστεως, ὅσον καὶ διὰ τὴν ἀπὸ κοινοῦ ἀγορὰν γεωργικῶν χρειωδῶν καὶ πώλησιν τῶν γεωργικῶν προϊόντων, χρῆσιν τελειοτέρων μέσων καλλιεργείας, ἐπεξεργασίαν τῶν γεωργικῶν προϊόντων καὶ ἐκτέλεσιν παντὸς εἴδους γεωργικῆς ἐργασίας. Τέλος οἱ χωρικοὶ διὰ τῶν συνεταιρισμῶν ἀσκούμενοι εἰς τὴν συνεργασίαν καὶ τὴν ἀπὸ κοινοῦ ὑποστήριξιν τῶν συμφερόντων τῆς τάξεώς των θὰ προαχθοῦν καὶ ἠθικῶς καὶ πολιτικῶς. Ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀνωτέρω ἐγένοντο καὶ αἱ προγραμματικαὶ δηλώσεις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Ἀκολουθοῦντες τὰς γενικὰς αὐτὰς γραμμὰς εἰργάσθημεν μέχρι τοῦδε εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Γεωργίας. Δυνάμεθα δὲ νὰ καυχηθῶμεν ὅτι ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τούτου παρουσίασε κατὰ τοὺς τελευταίους μῆνας ἔντασιν πολυσυνθέτου ἐργασίας ἀληθῶς πρωτοφανῆ. Ἂς ἐξετάσωμεν τώρα πῶς θὰ ἐπιδιώξωμεν τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ προγράμματός μας. Σειρὰ νόμων ἀπὸ τοῦ 1917 ἐμερίμνησε διὰ τὴν ἀποκατάστασιν τῶν ἀκτημόνων καλλιεργητῶν. Αὕτη ὅμως προσέκρουσεν εἰς τὴν ἔλλειψιν ἐπαρκοῦς τεχνικοῦ προσωπικοῦ, εἰς τὴν σχετικῶς πολύπλοκον μέχρι τοῦδε διαδικασίαν τῆς ἀπαλλοτριώσεως καὶ εἰς τὴν μὴ ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου καθ’ ἅπασαν τὴν ἐπικράτειαν. Ἡ ἀποστράτευσις χιλιάδων ἐφέδρων καλλιεργητῶν, ἡ ἄφιξις εἰς τὸν Τόπον μας 150.000 γεωργικῶν οἰκογενειῶν προσφύγων, ὡς καὶ ἡ ἀναμονὴ 30.000 εἰσέτι οἰκογενειῶν ἀνταλλασσομένων ἀγροτῶν κατέστησαν σήμερον τὴν λύσιν τοῦ προβλήματος τῆς γῆς ἄκρως ἐπείγουσαν. Διὰ τοῦτο εἰσηγούμεθα τὴν τροποποίησιν τῆς ὑφισταμένης ἀγροτικῆς νομοθεσίας, ἐπὶ τῇ βάσει ἀφ’ ἑνὸς μὲν τῆς νέας δημιουργηθείσης πραγματικῆς καταστάσεως, ἀφ’ ἑτέρου δὲ τῆς ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τῆς κειμένης νομοθεσίας πείρας. Αἱ οὐσιωδέστεραι τῶν προστιθεμένων τροπολογιῶν εἶναι αἱ ἑξῆς: 1. Καθορίζεται κατώτατον ὅριον ἀπαλλοτριουμένων κτημάτων. Αἱ ἐκτάσεις αὗται ἀπαλλοτριοῦνται μόνον ἂν παραστῇ ἀθεράπευτος στενότης γῆς καὶ κατόπιν ἀποφάσεως τοῦ Συμβουλίου Ἐποικισμοῦ, ὁπότε εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας ἀφίεται εἷς γεωργικὸς κλῆρος, ὡς καὶ κατὰ τὴν κειμένην ἤδη νομοθεσίαν. 2. Ὑπὸ τὰς αὐτὰς συνθήκας δύνανται ν’ ἀπαλλοτριωθῶσι καὶ αἱ αὐτοκαλλιεργούμεναι ἐκτάσεις, ὁπότε πάλιν ἀφίεται εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας τὸ ⅓ τουλάχιστον τῆς ὑπ’ αὐτῶν καλλιεργουμένης ἐκτάσεως, μὴ δυναμένης νὰ ὑπερβῇ τὰς 2000 στρέμματα. Ἐξαιρετικῶς δὲ εἰς τὰς παραμεθορίους ἐπαρχίας ἐπιτρέπεται καὶ ἡ ἀπαλλοτρίωσις ἐκτάσεων δασικῶν, ἐγκαταστάσεων ἰδιοκτητῶν καὶ βοσκῶν ἀνεπιδέκτων καλλιεργείας. 3. Τὰ κτήματα, κηρυσσόμενα ἀπαλλοτριωτέα δι’ ὑπουργικῆς ἀποφάσεως, περιέρχονται ἀμέσως εἰς Συνεταιρισμούς, ὄχι μόνον μορτιτῶν, ἀλλ’ ἐν γένει καλλιεργητῶν δικαιούχων γεωργικῆς ἀποκαταστάσεως, ἐντοπίων ἢ προσφύγων. 4. Μέχρις ὁριστικῆς ἀποτιμήσεως τῶν κτημάτων οἱ Συνεταιρισμοὶ καταβάλλουν ὑπὲρ τῶν ἰδιοκτητῶν τοκοχρεολύσιον ἴσον πρὸς 8% ἐπὶ τῆς προχείρως ἐξευρισκομένης προπολεμικῆς ἀξίας τοῦ κτήματος. Τὰ οὕτω καταβαλλόμενα ποσὰ συμψηφίζονται εἰς τὸ ὁριστικὸν τίμημα τοῦ κτήματος. 5. Ἐπιτροπὴ ἐξ ἑνὸς δικαστικοῦ, ἑνὸς γεωπόνου καὶ ἑνὸς ἄλλου ἀνωτέρου ὑπαλλήλου, περιοδεύουσα τὰ ἀπαλλοτριούμενα κτήματα, καθορίζει τοὺς δικαιούχους κλήρου, προτιμωμένων πάντοτε τῶν ἐντοπίων καλλιεργητῶν, πρῶτον μὲν ἐγκατοίκων, εἶτα δὲ περιοίκων. Ἐφόσον μετὰ τὴν ἀποκατάστασιν αὐτῶν παραμένει ἔκτασις, ἐγκαθίστανται καὶ πρόσφυγες. 6. Ἡ αὐτὴ Ἐπιτροπὴ προβαίνει καὶ εἰς τὴν ἐκτίμησιν τῶν ἀπαλλοτριουμένων κτημάτων, ὡς τιμὴ τῶν ὁποίων ὁρίζεται τὸ εἰκοσαπλάσιον τῆς προπολεμικῆς καθαρᾶς αὐτῶν προσόδου. Ἐπὶ τῆς τιμῆς ταύτης δίδεται προσαύξησις 40–60%. Ἐπανερχόμεθα δηλαδὴ εἰς τὴν ἐκτιμητικὴν βάσιν τῶν νόμων 2052 καὶ 2922, καθόσον ἡ ἐν τῷ σήμερον ἰσχύοντι Διατάγματι διαδικασία ἀπεδείχθη πρακτικῶς ἀνεφάρμοστος. 7. Ἡ ἀποζημίωσις ἐξακολουθεῖ καταβαλλομένη εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας εἰς ὁμολογίας ἐξοφλητέας ἐντὸς τριακονταετίας. Ἵνα ὅμως αἱ καταβαλλόμεναι τοκοχρεολυτικαὶ δόσεις μὴ ὑπόκεινται ἐν τῷ μέλλοντι εἰς συναλλαγματικὰς διακυμάνσεις, ὡς ἐκ τῆς ἀσταθείας τοῦ νομίσματος ἡμῶν, ἡ πληρωτέα ἀξία τῶν τοκομεριδίων τῶν ὁμολογιῶν ἀπαλλοτριώσεως θέλει αὐξομειοῦσθαι εἰς τὸ μέλλον ἀναλόγως τῆς τιμῆς τοῦ σίτου, ἐφόσον αὕτη κυμαίνεται ἔξω τῶν ὁρίων τῶν 1 μέχρι 4 δραχμῶν κατ’ ὀκᾶν. Οὕτως ἐξασφαλίζονται διὰ τὸ μέλλον οἵ τε ἀγρόται καὶ οἱ κτηματίαι ἀπὸ τὰς κατὰ τὸ διάστημα τῆς τριακονταετίας τῆς τοκοχρεολυτικῆς πληρωμῆς τῶν κτημάτων συναλλαγματικὰς διαφοράς, δεδομένου ὅτι ἡ τιμὴ τῆς γῆς μένει σταθερῶς ἀνάλογος πρὸς τὴν τιμὴν τοῦ σίτου. 8. Ἡ τιμὴ αὕτη εἶναι ἐπιζήμιος διὰ τοὺς ἰδιοκτήτας, ἀλλὰ θὰ ἦτο ἐπικίνδυνον ν’ αὐξήσωμεν αὐτὴν χωρὶς νὰ ἐπιβαρύνωμεν ἐπαχθῶς τὴν ἐν τῇ γενέσει της δημιουργουμένην μικροϊδιοκτησίαν, ἔχουσαν ἀνάγκην οἰκονομικῆς ὑποστηρίξεως. Διὰ τοῦτο τὸ Κράτος ἀναλαμβάνει νὰ παρέχῃ εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας πρόσθετον ἀποζημίωσιν, ὡς καὶ κατὰ τὸ ἐν ἰσχύϊ Νομοθετικὸν Διάταγμα. Καθορίζομεν ὅμως σαφέστερον τὴν εἰσφορὰν τοῦ Κράτους εἰς 50% ἐπὶ τῆς ἐκτιμηθείσης ἀξίας τῶν κτημάτων. Ἡ ἐπιβάρυνσις αὕτη τοῦ Κράτους εἶναι ἐν μέρει εἰκονική, δεδομένου ὅτι διὰ τῆς κατατμήσεως τῆς γῆς αὐξάνει ἡ ἀκαθάριστος αὐτῆς πρόσοδος καὶ ἑπομένως αὐξάνουν τὰ ἐξ αὐτῆς ἔσοδα τοῦ Κράτους. Εἰδικὸς φόρος, περιερχόμενος εἰς εἰδικὸν ταμεῖον, θέλει καλύψει τὴν ἐν λόγῳ κρατικὴν ὑποχρέωσιν. 9. Ἐπὶ τῆς ἀποφάσεως τῆς ἐκτιμητικῆς Ἐπιτροπῆς ἀποφαίνεται ὁριστικῶς καὶ τελεσιδίκως τὸ Πρωτοδικεῖον τῆς περιφερείας, καταργουμένης τῆς ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἁρμοδιότητος τοῦ Ἐφετείου, ἵνα τὸ ταχύτερον καθορισθῇ ἡ τελειωτικὴ τιμὴ τῶν ἀπαλλοτριουμένων κτημάτων, διὰ νὰ δυνηθῶσιν οἱ ἀποκαθιστάμενοι ἀγρόται νὰ ἐπιδοθῶσιν ἄνευ περισπασμῶν εἰς τὸ ἔργον των. 10. Τέλος ἐν τῷ ἀγροτικῷ νομοσχεδίῳ καθορίζονται εἰδικαὶ διατάξεις, ἀφορῶσαι τὰ ἐν Ἠπείρῳ ἀπαλλοτριούμενα κτήματα, εἰς ἃ ἐπικρατεῖ ἡ σχέσις τῆς Μπάσταινας, καὶ διὰ σειρᾶς μεταβατικῶν διατάξεων ρυθμίζονται τὰ τῶν ἐν ἀπαλλοτριώσει ἤδη εὑρισκομένων κτημάτων εἰς τρόπον, ὥστε νὰ παύσῃ εἰς τὸ μέλλον πᾶσα αὐθαίρετος τοῦ Ὑπουργοῦ ἀνάμιξις εἰς τὰ ζητήματα τῶν ἀπαλλοτριώσεων. Διὰ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ ὡς ἄνω τροποποιουμένου ἀγροτικοῦ νόμου εἴμεθα πεπεισμένοι ὅτι ἐντὸς ἑνὸς ἔτους θέλαμεν ἐπιτύχει τὴν καθ’ ἅπασαν τὴν Ἑλλάδα λύσιν τοῦ πρώτου μέρους τοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος, δηλαδὴ τὴν παραχώρησιν τῆς γῆς εἰς τοὺς καλλιεργητάς της. Ἐντὸς δὲ διετίας θέλει λήξει καὶ τὸ δεύτερον μέρος τοῦ ἐπικινδύνως παρατεινομένου ἐκκρεμοῦς ζητήματος τούτου, δηλαδὴ θέλει ἐπιτευχθῆ ὁ τελικὸς καθορισμὸς τῶν δικαιούχων ἀποκαταστάσεως καὶ τῆς πληρωτέας εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας ἀποζημιώσεως. Οὕτω θέλει παγιωθῆ ἡ ἀγροτικὴ τάξις καὶ ἡσυχία, θέλει ἐμπεδωθῆ ἡ ἀγροτικὴ πίστις καὶ θέλει αὐξήσει ἡ γεωργικὴ παραγωγή. Ἐκτὸς ὅμως τοῦ κυρίως ἀγροτικοῦ ζητήματος ὑπάρχουν καὶ ἄλλαι ἀπηρχαιωμέναι ἀγροτικαὶ σχέσεις, ὡς ἡ ἐμφύτευσις καὶ ἡ ἀγροληψία, τῶν ὁποίων ἐπεζητήθη ἡ ρύθμισις, συμφώνως πρὸς τὰς συγχρόνους ἀντιλήψεις. Τὸ πολύπλοκον ὅμως σχετικῶς τῆς ἀπαιτουμένης διαδικασίας δὲν ἐπέτρεψε μέχρι τοῦδε τὴν λύσιν τῶν ζητημάτων τούτων. Διὰ τοῦτο ὑποβληθήσονται ἐντὸς ἡμερῶν νομοσχέδια περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἐμφυτευτικοῦ νόμου, ὡς καὶ τοῦ νόμου περὶ τῶν ἐν Κερκύρᾳ ἀγροτικῶν σχέσεων. Προσεχῶς δὲ θέλομεν συμπληρώσει τὴν σχετικὴν ἡμῶν νομοθεσίαν διὰ τῆς ὑποβολῆς σχεδίων νόμων περὶ καταργήσεως τῶν διηνεκῶν ἀγροληψιῶν Ζακύνθου καὶ περὶ ἀπαλλοτριώσεως τοῦ λιβαδιακοῦ δικαιώματος εἰς τὴν Φθιώτιδα. Εἰδικὴν μέριμναν θέλομεν λάβει ἐπίσης διὰ τὴν ἀποκατάστασιν τῆς κτηνοτροφικῆς τάξεως, ἥτις προσωρινῶς προστατεύεται ἐν μέρει ὑπὸ τοῦ ἐνοικιοστασίου τῶν βοσκῶν. Ἡ τεχνικὴ τῶν γεωργῶν ἐκπαίδευσις εἶναι ἀπαραίτητος διὰ τὴν προαγωγὴν τῆς γεωργίας μας καὶ διὰ τὴν βελτίωσιν τῆς θέσεως τῶν ἀποκαθισταμένων εἰς μικροϊδιοκτήτας ἀγροτῶν. Τὸ Κράτος ἐμερίμνησε μέχρι τοῦδε δι’ αὐτὴν διὰ τῆς ἱδρύσεως τριῶν μέσων γεωργικῶν Σχολῶν, κατωτέρων πρακτικῶν τινων τοιούτων καὶ τέλος τῆς Ἀνωτέρας Γεωπονικῆς Σχολῆς, σκοπὸν κυρίως ἐχούσης τὴν μόρφωσιν ἐπαρκοῦς καὶ καταλλήλου τεχνικοῦ προσωπικοῦ διὰ τὰς ἀνάγκας τῶν κρατικῶν ὑπηρεσιῶν καὶ τοῦ ἀναγκαίου καθηγητικοῦ προσωπικοῦ πρὸς ἐπέκτασιν τῆς γεωργικῆς ἐκπαιδεύσεως. Τὰ παρασχεθέντα ὅμως μέχρι τοῦδε μέσα λειτουργίας τῶν Σχολῶν τούτων εἶναι ἐντελῶς ἀνεπαρκῆ, ὅπως ἀνταποκριθῶσιν εἰς τὸν σκοπὸν αὐτόν. Αἱ σημεριναὶ συνθῆκαι δὲν μᾶς ἐπιτρέπουν τὴν αὔξησιν τῶν γεωργικῶν τούτων ἱδρυμάτων, καθόσον καὶ τὰ σήμερον ὑφιστάμενα τοιαῦτα στεροῦνται ἐπαρκῶν μέσων ὅπως ἀνταποκριθῶσιν ἐπαρκῶς εἰς τὸν σκοπὸν αὐτῶν. Διὰ τοῦτο προτείνομεν τὴν βελτίωσιν τῶν ὑπαρχουσῶν Σχολῶν διὰ τῆς κατασκευῆς τῶν ἀναγκαίων εἰς αὐτὰς κτιρίων καὶ ἐργαστηρίων, τὸν πλουτισμὸν αὐτῶν δι’ ὀργάνων καὶ συλλογῶν καὶ τὴν λῆψιν ὡρισμένων μέτρων πρὸς ἐξύψωσιν τῆς θέσεως τοῦ διδακτικοῦ προσωπικοῦ αὐτῶν, τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται εἰς κατωτέραν μοῖραν τῶν ἄλλων γεωργικῶν ὑπαλλήλων, ἵνα περιλάβῃ τοὺς ἀριστεῖς τῶν ἐπιστημόνων. Ἐπίσης ἱδρύομεν ἐν Τατοΐῳ Πρακτικὴν Γεωπονικὴν Σχολήν, ὡς καὶ πρότυπον δασοκομικὴν ἐκμετάλλευσιν πρὸς ἐκπαίδευσιν τεχνιτῶν καὶ πρὸς πρακτικὴν μόρφωσιν τῶν μαθητῶν τῆς Ἀνωτέρας Γεωπονικῆς καὶ Δασολογικῆς Σχολῆς. Ἐκ τῶν ἀμέσως ἐπιβαλλομένων πρὸς λῆψιν μέτρων, δι’ ἃ ὑποβάλλονται σχετικὰ νομοθετήματα, εἶναι καὶ ἡ ὀργάνωσις τῆς γεωργικῆς οἰκονομίας καὶ ἡ αὔξησις τοῦ ἀριθμοῦ τῶν Ἐποπτῶν τῶν γεωργικῶν συνεταιρισμῶν, ἀφ’ ἑνὸς μὲν πρὸς πληρεστέραν καὶ συστηματικὴν μελέτην τῶν τὴν γεωργικὴν οἰκονομίαν ἀφορώντων ζητημάτων, ἀφ’ ἑτέρου δὲ πρὸς ἐξασφάλισιν τῆς συνεταιριστικῆς κινήσεως, ἀριθμούσης ἤδη 2.500 Συνεταιρισμούς, 25 Ἑνώσεις τούτων καὶ μίαν Ὁμοσπονδίαν καὶ ἀποτελούσης τὴν βάσιν πάσης γεωργικῆς προόδου ἐν τῷ Τόπῳ μας, ὡς ἡ βραχεῖα πεῖρα κατέδειξεν. Ὑπὸ μελέτην εὑρίσκονται ἤδη παρὰ τῇ ἁρμοδίᾳ ὑπηρεσίᾳ τοῦ Ὑπουργείου τὰ μᾶλλον ἐπείγοντα γεωργοοικονομικὰ ζητήματα, ὡς ἡ ὀργάνωσις τῆς ἀσφαλείας τῶν παραγωγῶν κατὰ τῶν ἐκ χαλάζης κινδύνων, ἡ σύστασις ἀναγκαστικῶν Συνεταιρισμῶν (ἀρδευτικοί, βελτιώσεως τοῦ ἐδάφους κλπ.), ἡ ἀνάπτυξις τῆς συνεταιριστικῆς πρωτοβουλίας δι’ ἱδρύσεως συνεταιριστικῶν Σωματείων, ἐπιδιωκόντων ἠθικοὺς σκοπούς, ἡ διοργάνωσις τῶν γεωργικῶν ἐπιμελητηρίων, ἡ συστηματοποίησις τῆς γεωργικῆς ἐρεύνης κλπ. Δι’ ὅσα τούτων ἀπαιτεῖται νομοθετικὴ ρύθμισις θέλουσιν ὑποβληθῆ τὰ ἀπαραίτητα νομοθετήματα κατὰ τὴν προσεχῆ Σύνοδον, τὰ δὲ λοιπὰ θὰ τεθῶσι συστηματικῶς εἰς ἐφαρμογὴν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κειμένων νόμων εὐθὺς ὡς ἐπιτευχθῇ ἡ ὀργάνωσις τῆς γεωργικῆς οἰκονομίας. Ἐπίτηδες παραλείπω ν’ ἀναφέρω ἴσως τὸ σπουδαιότατον τῶν ἀφορώντων τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην ζητημάτων, τὴν συστηματοποίησιν τῆς ἀγροτικῆς πίστεως, καὶ τοῦτο διότι τὸ ζήτημα τοῦτο δὲν θὰ καταστῇ δυνατὸν νὰ τύχῃ γενικῆς ὁριστικῆς λύσεως τόσον ταχέως, προσκόπτον εἰς πλείστας ὅσας δυσχερείας. Λίαν προσεχῶς θὰ ἐπιδιωχθῇ ἁπλῶς ἡ ὀργάνωσις τῶν ὑφισταμένων τοπικῶν γεωργικῶν πιστωτικῶν ἱδρυμάτων (Γεωργικὴ Τράπεζα Μακεδονίας καὶ Ἠπείρου, Νήσων Αἰγαίου, Κρήτης), τὰ ὁποῖα, ὀργανούμενα, θ’ ἀποτελέσωσι τὴν ἀφετηρίαν τῆς γενικῆς ὀργανώσεως τῆς ἀγροτικῆς πίστεως. Ἕτερος σπουδαῖος κλάδος, ὅστις ἐφείλκυσε τὴν προσοχὴν ἡμῶν, εἶναι ἡ καταπολέμησις τῶν φυτικῶν νόσων. Κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ἡ καταπολέμησις τοῦ δάκου τῆς ἐλαίας ἐγένετο ἐπὶ 5.630.000 δένδρων. Ἐφέτος δὲ γίνεται ἐπὶ 12.642.000. Ἐπίσης κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ἡ καταπολέμησις τοῦ ρυγχίτου τῆς ἐλαίας ἐγένετο ἐπὶ 291.000 δένδρων, ἐνῷ ἐφέτος γίνεται ἐπὶ 1.380.000 δένδρων. Τέλος κατὰ τὸ τρέχον ἔτος διεθέσαμεν ἓξ τόννους ἀρσενικοῦ μολύβδου διὰ τὴν καταπολέμησιν τῆς ἐνδημίδος. Ἐπειδὴ ὅμως ἡ ἀπρόσκοπτος λειτουργία τῆς ὑπηρεσίας ταύτης προσκρούει εἰς οἰκονομικὰς διατυπώσεις, διὰ τροπολογίας ὑποβαλλομένης εἰς τὸ σχέδιον νόμου «περὶ συστάσεως ταμείων ἐλαιοπαραγωγῆς Κρήτης» ἐπιτρέπομεν τὴν εἰς ὅλας τὰς ἐνδιαφερομένας περιφερείας ἵδρυσιν τοπικῶν ταμείων, ἅτινα ὑπὸ τὴν ἐπίβλεψιν τῆς ἁρμοδίας φυτοπαθολογικῆς ὑπηρεσίας θέλουσιν ἀναλάβει τὴν καταπολέμησιν τῶν ἀσθενειῶν τῆς ἐλαίας. Ἡ μέχρι πρό τινος ἰσχύουσα δασικὴ πολιτική, προσαρμοζομένη πρὸς τὰς τότε κρατούσας συνθήκας, ἀπέβη διὰ τὸ παρὸν ἂν μὴ ἐπιβλαβής, πάντως ἀκατάλληλος. Ἤδη διὰ σειρᾶς ὅλης Νομοθετικῶν Διαταγμάτων ἐτέθησαν βάσεις σοβαρωτάτης ἐπιστημονικῆς ἐκμεταλλεύσεως καὶ διαχειρίσεως τῶν δασῶν, τὰ ἀποτελέσματα δὲ τῆς ἐργασίας ταύτης κατεδείχθησαν εὐθὺς ἀμέσως, οὐ μόνον ἐπὶ τῶν ἐμμέσων ὠφελειῶν, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τῶν ἀμέσων τοιούτων καὶ δὴ τῶν ἐσόδων, ἅτινα διὰ τοῦ εὐστοχωτάτου μέτρου τῆς ἀφομοιώσεως τοῦ φόρου ηὐξήθησαν καταπληκτικῶς, ἀνελθόντα ἀπὸ 24.000.000 εἰς 47.500.000 ἑκατομμύρια δραχμῶν, ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀπολύτως φορολογικῆς αὐξήσεως, ἀλλὰ τοὐναντίον διὰ μειώσεως ταύτης. Διὰ μέτρων δὲ ἅτινα λαμβάνομεν, ἀφ’ ἑνὸς μὲν διὰ τῆς ἀποκεντρώσεως τῆς ὑπηρεσίας, ἀφ’ ἑτέρου δὲ διὰ τῆς ἐλαχίστης αὐξήσεως τοῦ ἀριθμοῦ τοῦ τε ἀνωτέρου καὶ τοῦ κατωτέρου προσωπικοῦ τῶν δασῶν, θὰ ἐπιτευχθῇ ἡ ἐξυπηρέτησις τῶν πολλαπλῶν ἀναγκῶν τῶν κατοίκων, ἐν συνδυασμῷ μὲ τὴν συντηρητικὴν τῶν ὑφισταμένων δασῶν ἐκμετάλλευσιν καὶ μὲ τὴν κατὰ τὸ δυνατὸν ἐπαύξησιν τούτων διὰ τῆς περιστολῆς τῶν ἀσκόπων ἐκχερσώσεων καὶ πυρκαϊῶν τῶν δασῶν. Ἵνα ὅμως ἡ γεωργικὴ ὑπηρεσία δυνηθῇ νὰ προχωρήσῃ εἰς τὸ ἔργον της, ἵνα δυνηθῇ ν’ ἀνταποκριθῇ πρὸς τὰς ὁλονὲν αὐξανομένας ἀπαιτήσεις τοῦ ἀγροτικοῦ κόσμου καὶ πρὸς τὰς καθημέραν ἀνατιθεμένας εἰς αὐτὴν ὑπὸ τῆς Πολιτείας ἐργασίας, δέον ἀπαραιτήτως νὰ διαρρυθμισθῇ καλύτερον ἀποκεντρουμένη. Ἡ ἀποκέντρωσις αὐτῆς θέλει συμβάλει τὰ μέγιστα εἰς τὸν περιορισμὸν τῆς γραφειοκρατίας, εἰς τὴν ἀπαλλαγὴν τοῦ Κέντρου ἀπὸ δυσβάστακτον φορτίον ἐργασίας, εἰς τὴν τόνωσιν τῆς πρωτοβουλίας τῶν τοπικῶν ὑπηρεσιῶν, εἰς τὴν καλυτέραν προσαρμογὴν αὐτῶν πρὸς τὰς τοπικὰς συνθήκας. Ἐκ παραλλήλου ὅμως πρὸς τὴν ἀποκέντρωσιν, ἀπαιτεῖται καὶ στενωτέρα συνεργασία τῶν κατὰ τόπους ὀργάνων τῶν γεωργικῶν ὑπηρεσιῶν πρὸς ἐναρμόνισιν τῶν ἐνεργειῶν αὐτῶν καὶ πρὸς συμβολὴν ὅλων τῶν εἰδικοτήτων εἰς ἑνιαίαν τοπικὴν δρᾶσιν. Ἡ συνεργασία μάλιστα αὕτη δὲν πρέπει νὰ περιορίζηται εἰς τὸν κύκλον μόνον τῶν γεωργικῶν ὑπαλλήλων, ἀλλὰ νὰ περιλαμβάνῃ καὶ ἄλλα πρόσωπα δυνάμενα νὰ ἔχωσιν ἔγκυρον γνώμην ἐπὶ τῶν τοπικῶν ἀναγκῶν, ἰδίᾳ δὲ ἀντιπροσώπους τῶν γεωργικῶν καὶ κτηνοτροφικῶν ὀργανώσεων. Ἵνα ὅμως αἱ τοπικαὶ διευθύνσεις δύνανται νὰ ἔχωσι μεγαλυτέραν ἐλευθερίαν κινήσεως καὶ νὰ ἐργάζωνται λυσιτελέστερον, ἀπαιτεῖται καὶ ἡ σὺν τῷ χρόνῳ παροχὴ εἰς αὐτὰς τῶν ἀναγκαίων μέσων ἐκ τοπικῶν προσόδων πρὸς ἐπίτευξιν τοῦ προορισμοῦ των. Τὰ ἀνωτέρω ἐν γενικαῖς γραμμαῖς ἀποτελοῦν τὰς βάσεις τῆς ἀγροτικῆς πολιτικῆς τῆς παρούσης Κυβερνήσεως ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἁρμοδιότητα τοῦ Ὑπουργείου τῆς Γεωργίας. Τὰ ἑξῆς σχετικὰ νομοθετήματα καὶ τὴν ἐν γένει ἀγροτικὴν κατεύθυνσιν λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Ἐθνικῆς Συνελεύσεως, μόνης ἁρμοδίας νὰ ἐγκρίνῃ καὶ νὰ κυρώσῃ διὰ τῆς ψήφου της τὴν ἀγροτικὴν πολιτικὴν τῆς Δημοκρατικῆς Κυβερνήσεως: 1) «Περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως διατάξεών τινων τῆς κτηματικῆς καὶ φυτοπαθολογικῆς καὶ ἐποικιστικῆς νομοθεσίας». 2) «Περὶ ἀποκεντρώσεως καὶ συγχωνεύσεως τῶν γεωργικῶν ὑπηρεσιῶν». 3) «Περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν νόμων τῆς γεωργικῆς ἐκπαιδεύσεως». 4) «Περὶ συστάσεως παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Γεωργίας τμήματος συνοικισμῶν». 5) «Περὶ συμπληρώσεως διατάξεων ἀφορωσῶν τὴν τοπογραφικὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου Γεωργίας». 6) «Περὶ παραχωρήσεως γηπέδων τοῦ Δημοσίου ἐπὶ τῆς Πειραϊκῆς χερσονήσου πρὸς ἐγκατάστασιν συνοικισμοῦ προσφύγων». 7) «Περὶ συντάξεως διαχειριστικῶν σχεδίων ἢ ἐκθέσεων ἰδιωτικῶν δασῶν». 8) «Περὶ Ἐποπτῶν καὶ Ἐπιθεωρητῶν τῶν Γεωργικῶν Συνεταιρισμῶν». 9) «Περὶ αὐθεντικῆς ἑρμηνείας τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ ἀπὸ 11 Ἰουλίου 1923 περὶ ἀναγκαστικῶν Συνεταιρισμῶν διαχειρίσεως ἀκινήτου συνιδιοκτησίας καὶ κοινῆς χορτονομῆς Ν. Διατάγματος». 10) «Περὶ ὀργανώσεως τῆς ὑπηρεσίας τῆς γεωργικῆς οἰκονομίας». 11) «Περὶ ἀναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως καὶ χρησιμοποιήσεως τοῦ κτήματος Τατοΐου». 12) «Περὶ ἀπαγορεύσεως δικαιοπραξιῶν ἐπὶ ἀκινήτων». 13) «Περὶ συμπληρώσεως καὶ τροποποιήσεως τοῦ ἀπὸ 19 Αὐγούστου 1923 Ν. Δ. περὶ ἐνοικιοστασίου βοσκῶν». 14) «Περὶ συστάσεως τμήματος Λογιστικῆς καὶ Στατιστικῆς παρὰ τῇ Διευθύνσει Ἐποικισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου Γεωργίας». 15) «Περὶ συμπληρώσεως καὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τοῦ ἀγροτικοῦ νόμου 2922 καὶ τοῦ Ν. Διατάγματος τῆς 15 Φεβρουαρίου 1923—περὶ ἀποκαταστάσεως ἀκτημόνων καλλιεργητῶν, ὡς τοῦτο ἐτροποποιήθη διὰ μεταγενεστέρων Ν. Διαταγμάτων».
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ ὑποβληθέντα σχέδια νόμων παραπέμπονται εἰς τὴν ἁρμοδίαν Ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῆς Γεωργίας τὴν ὁποίαν θέλω ἐνισχύσει.
§57Δ. ΜΑΡΓΕΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ νομοσχέδιον τὸ ἀφορῶν τὴν λύσιν τοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος νὰ κηρυχθῇ κατεπεῖγον, ἄλλως εἴμεθα διατεθειμένοι καὶ διὰ κωλυσιεργίας ἀκόμη νὰ μὴ ἀφήσωμεν νὰ προχωρήσουν αἱ ἐργασίαι τῆς Συνελεύσεως.
§58ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Ὄχι, ὄχι.
§59Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Καὶ ἐγὼ συνηγορῶ.
§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἔχει σημασίαν ἡ κήρυξις κατεπείγοντος, ἐφόσον δὲν ἐτυπώθη καὶ δὲν διενεμήθη τὸ νομοσχέδιον. Ἡ κήρυξις ὡς κατεπείγοντος ἔχει λόγον νὰ μὴ παραπεμφθῇ εἰς Ἐπιτροπὴν καὶ νὰ συντομευθῇ ὁ χρόνος τῶν συζητήσεων ἀπὸ δύο ἡμερῶν εἰς μίαν. Ἀλλὰ φρονεῖτε ὅτι νομοσχέδιον τοιαύτης σημασίας δὲν πρέπει νὰ παραπεμφθῇ εἰς Ἐπιτροπήν;
§61ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Πρέπει νὰ παραπεμφθῇ εἰς Ἐπιτροπήν.
§62Δ. ΜΑΡΓΕΤΗΣ. Νὰ ψηφισθῇ πρὸ τῆς διακοπῆς, τοσοῦτο μᾶλλον καθόσον ἄνευ τῆς λύσεως τοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος οὔτε τὸ προσφυγικὸν ἠμπορεῖ νὰ λυθῇ, διότι εἶναι ἀλληλένδετα.
§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ τὴν Συνέλευσιν νὰ ἐνισχύσῃ τὴν Ἐπιτροπήν, εἰς ἣν θὰ ὑποβληθῶσι τὰ ἀγροτικὰ νομοσχέδια, καὶ δι’ ἄλλων μελῶν. Ἐγὼ προτείνω τοὺς κ. κ. Μιχαλακόπουλον, Τσιριμῶκον.....
§64ΤΙΝΕΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Νὰ μὴ βάζετε τσιφλικούχους· δὲν συμφωνοῦμεν.
§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς ἔχουν ληφθῆ ἀπὸ τοὺς ἀγροτικοὺς πληρεξουσίους· ἤδη πρόκειται περὶ ἐνισχύσεως.... (Θόρυβος).
§66Ν. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ βάλετε καὶ πρόσφυγας.
§67Γ. ΒΟΡΑΖΑΝΗΣ. Ἡ ἐκλογὴ δὲν ἐγένετο ἀπὸ σᾶς, ἀλλὰ σᾶς ἐδόθη σημείωμα.
§68Α. ΔΕΝΔΡΙΝΟΣ. Αὔριον παρουσιαζόμεθα ὅλη ἡ ἀγροτικὴ ὁμὰς μὲ τοὺς πρόσφυγας ἡνωμένοι. (Θόρυβος).
§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατόπιν τῆς παρατηρουμένης διαφωνίας δὲν θὰ τὴν συμπληρώσω. (Ὁ θόρυβος ἐπιτείνεται).
§70ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Νὰ λυθῇ ἡ συνεδρίασις, κ. Πρόεδρε.
§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις δι’ αὔριον καὶ ὥραν 6 μ. μ. (Ὥρᾳ 9 μ.μ.).