1924.06.07
2,960 rows · 22,933 words · 210 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 54Η
Σάββατον 7 Ἰουνίου 1924
Προεδρία Κ. Ρακτιβάν
(Ὥρᾳ 6.15′ μ.μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Ν’ ἀναγνωσθῶσι τὰ πρακτικὰ τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως. (Ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικά).
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίρρησις ἐπὶ τῶν πρακτικῶν;
§3Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐφόσον εἰς τὰς περιλήψεις αἱ ὁποῖαι δημοσιεύονται πρῶτον δὲν ἀναγράφονται ἐπάνω–κάτω ὅπως ὡμίλησαν οἱ πληρεξούσιοι, δεύτερον ὁλόκληροι λόγοι τῶν πληρεξουσίων, δὲν βλέπω τὸν λόγον διατί δημοσιεύονται αὐτὰ τὰ πρακτικά.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει σᾶς παρακαλῶ νὰ ὑποβάλητε ὡρισμένα παράπονα, διότι οὐδέποτε περιέπεσεν εἰς τὴν ἀντίληψίν μου τοιοῦτό τι.
§5Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Τότε σᾶς παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε, νὰ ἀναγνώσητε τὰ σημερινὰ πρακτικά, ὅπου δὲν ἀναφέρεται ὁλόκληρος ἀγόρευσις ἰδική μου.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀπεναντίας, πολὺ καλὰ ἀναφέρεσθε ὡς ἀναπτύσσοντες ἀναφοράν.
§7Σ. ΒΑΡΔΑΚΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπειδὴ ἀνεγράφη σήμερον εἰς τὰς ἐφημερίδας ὅτι ἐξωντώθη ἡ συμμορία Παπαγεωργίου, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐννόμου Τάξεως νὰ δώσῃ σχετικὰς πληροφορίας.
§8Θ. ΠΑΓΚΑΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Ἐννόμου Τάξεως). Κύριοι πληρεξούσιοι, ἀπαντῶν εἰς τὴν ἐρώτησιν τοῦ ἀξιοτίμου πληρεξουσίου Μακεδονίας ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Συνέλευσιν ὅτι ἐντὸς τῆς χθές, κατὰ τηλεγράφημα τῆς Ἀνωτέρας Διοικήσεως Χωροφυλακῆς Γρεβενῶν, ἐξωντώθη ἡ συμμορία Παπαγεωργίου ἐκ τῶν συμμοριτῶν Δοξαρᾶ. (Χειροκροτήματα) φονευθέντος τοῦ ληστάρχου. Ἐξωντώθη ἡ συμμορία Μπαντούμα, ἐπίσης λαβόντος μέρος, καὶ παρεδόθησαν οἱ λήσταρχοι Σκουμπραῖοι. Οὕτω δύναται νὰ θεωρηθῇ ὅτι ἡ ληστεία ἐξωντώθη εἰς Μακεδονίαν. Λαμβάνων ἀφορμὴν ἐκ τούτου παρακαλῶ τοὺς κυρίους πληρεξουσίους οἱ ὁποῖοι εἶχον ἀντίρρησιν διὰ τὴν ἔκδοσιν τοῦ Νομοθετικοῦ Διατάγματος νὰ ἔχωσι τὴν συνείδησίν των ἀναπαυμένην, διότι ἐγένετο μία μικρὰ παρατυπία, ἀλλὰ τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι καλὸν καὶ νὰ ἔχωσι τὴν συνείδησίν των ἀναπαυμένην.
§9Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Ἀναγνωρίζομεν τὰ μέτρα τὰ ὁποῖα ἐλάβετε, ἀλλὰ νομίζω ὅτι ἀπησχολήθητε περισσότερον μὲ τὰς συνοριακὰς ἐπαρχίας, ὡς εἴχετε καθῆκον, καὶ ὀλιγώτερον διὰ τὰς ἄλλας. Διὰ τὴν Αἰτωλοακαρνανίαν δὲν ἐλήφθησαν ἀκόμη πλήρη τὰ μέτρα πρὸς ἐμπέδωσιν τῆς ἀσφαλείας. Θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ ἐπιστήσητε ἰδιαιτέρως τὴν προσοχήν σας διὰ τὴν Αἰτωλοακαρνανίαν.
§10Θ. ΠΑΓΚΑΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Ἐννόμου Τάξεως). Ὅταν ἀνέλαβον τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου, ὡς γνωστόν, ἡ κατάστασις τῆς ἀσφαλείας ἦτο οἰκτρά. Παρὰ τῶν λῃστῶν εἶχον λῃστευθῆ 2.500.000 τοῦ Δημοσίου ἀπὸ ταμίας καὶ εἰσπράκτορας, πολλὰ δὲ ἐκ τούτων δὲν ἀνεκοινοῦντο, διότι ἡ κατάστασις θὰ παρουσιάζετο οἰκτρὰ καὶ θὰ εἶχε καὶ ἄλλας συνεπείας σοβαρωτέρας διὰ τὴν παράστασιν τοῦ Κράτους. Τὰ ὄργανα τὰ ὁποῖα διετίθεντο ἦσαν ἀνεπαρκῆ· ἀρκεῖ νὰ μάθητε ὅτι ἔχομεν 4,500,000 δραχ. περίσσευμα ἀπὸ μισθοὺς χωροφυλάκων δι’ ἔλλειψιν τοιούτων. Μόνον εἰς τὴν Ἀστυνομίαν Ἀθηνῶν ὑπηρέτουν 350 χωροφύλακες ἀντὶ 1300. Δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπιληφθῶ τῆς ἐκκαθαρίσεως ὅλης τῆς καταστάσεως· συνεκεντρώθησαν τὰ μέσα εἰς Μακεδονίαν, ὅπου ἡ λῃστεία ἦτο σοβαρωτέρα· κατόπιν μετεφέρθησαν εἰς Ἤπειρον καὶ μετὰ τὸ πέρας τῆς Ἠπείρου ἡ προσοχὴ τοῦ Ὑπουργείου ἐστράφη εἰς τὸν νομὸν Αἰτωλοακαρνανίας. Ἀπὸ τεσσάρων ἡμερῶν διετάχθησαν νὰ μεταβῶσι τὰ εἰδικὰ ἀποσπάσματα καὶ εἰδικοὶ ἀξιωματικοί, οἱ ὁποῖοι, ἐλπίζω, νὰ ἐκκαθαρίσουν καὶ τὴν Αἰτωλοακαρνανίαν.
§11Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε Ὑπουργέ, ἐὰν ἔχητε ἔλλειψιν ὀργάνων διὰ τὴν καταδίωξιν, σᾶς πληροφορῶ ὅτι εἰς τὸν νομὸν Λασηθίου ὑπάρχει ἓν ἀπόσπασμα καὶ δύναμαι ὡς ἀντιπρόσωπος τῆς περιφερείας αὐτῆς νὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ τὸ ἀποσύρητε ἀπ’ ἐκεῖ, διότι δὲν χρειάζεται, διότι ὁ νομὸς ὁ ἰδικός μου ἔρχεται πρῶτος ἀπὸ ἀπόψεως δημοσίας τάξεως.
§12Θ. ΠΑΓΚΑΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Ἐννόμου Τάξεως). Ἐζήτησα πληροφορίας τηλεγραφικῶς, κύριε πληρεξούσιε.
§13Ι. ΜΑΡΜΑΤΑΚΗΣ. Θὰ σᾶς παρακαλέσω, κ. Ὑπουργέ, νὰ ἐφαρμόσητε τὰ μέτρα ταῦτα καὶ εἰς τὴν ζωοκλοπήν.
§14Θ. ΠΑΓΚΑΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Ἐννόμου Τάξεως). Κατ’ ἀρχὰς εἶχεν ἀποφασισθῆ νὰ ἐφαρμοσθοῦν καὶ διὰ τὴν ζωοκλοπήν, ἀλλὰ κατόπιν ἀπεφασίσθη ἐν Ὑπουργικῷ Συμβουλίῳ νὰ ἀπαλειφθῇ τοῦτο ἐκ τοῦ Διατάγματος.
§15Ι. ΚΑΡΜΑΝΙΔΗΣ. Παρακαλῶ νὰ συντονισθῇ ἡ καταδίωξις τῆς λῃστείας εἰς τὴν Αἰτωλοακαρνανίαν, ἐνισχυομένου καὶ τοῦ ἀστυνομικοῦ σταθμάρχου Πλατάνου.
§16Π. ΚΑΠΑΤΟΣ. Κύριε Ὑπουργέ, παρακαλῶ νὰ ληφθοῦν μέτρα καὶ διὰ τοὺς λῃστὰς τῶν πόλεων.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καφαντάρης.
§18Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἐπιθυμῶ νὰ παράσχω μίαν πληροφορίαν εἰς τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῆς Ἐννόμου Τάξεως, ὅστις, φαίνεται, δὲν παρηκολούθησε μετὰ προσοχῆς τὴν διεξαχθεῖσαν συζήτησιν καὶ ἐνόμισεν ὅτι διετυπώθησαν ἀντιρρήσεις ἐναντίον τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ Στρατιωτικοῦ Νόμου μὲ σκοπὸν τὴν καταδίωξιν τῆς λῃστείας καὶ τὴν ἐμπέδωσιν τῆς δημοσίας ἀσφαλείας. Ὅτι οὐδεὶς ἤλεγξε κανένα διὰ τὴν κήρυξιν τοῦ Στρατιωτικοῦ Νόμου.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Συνέλευσιν τὰ ἑξῆς: Οἱ συνεταιρισμοὶ Αἰγίου παρακαλοῦσιν ὅπως ὁ σταφιδόκαρπος ἀγορασθῇ ἀμέσως. Οἱ κάτοικοι Ἑρμουπόλεως αἰτοῦνται τὴν ἀνάκλησιν τῆς ἀδείας τῆς Ἑταιρείας Ν. Βαλλιᾶ καὶ Υἱοῦ. Ἰδιοκτῆται οἰκοπέδων Μπαζὰρ παρακαλοῦσιν ὅπως χορηγηθῇ αὐτοῖς παράτασις ἀποπληρωμῆς τῶν οἰκοπέδων. Ἡ Ἕνωσις Παλαιῶν Πολεμιστῶν Φθιώτιδος διαμαρτύρεται διὰ τὴν ἐνέργειαν τοῦ τσιφλικιούχου Ζητουνιάτου σχετικῶς μὲ τὴν ἀπαλλοτρίωσιν τῶν τσιφλικίων Ἀφράτη καὶ Μακρυλίβανο. Ὁμοίως οἱ κάτοικοι Δίβρης. Οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι Δράμας παρακαλοῦσιν ὅπως τροποποιηθῇ ὁ νόμος 1640. Οἱ κάτοικοι Βυτίνης διαμαρτύρονται διὰ τὴν μετάθεσιν τοῦ Εἰρηνοδίκου των. Ἡ Μαριγούλα χήρα Κωνσταντίνου Δουρδουνᾶ, λοχαγοῦ φονευθέντος ἐν Μ. Ἀσίᾳ, ζητεῖ ὅπως ἐπανορθωθῇ τὸ ἀδίκημα τῆς μὴ ἐγκαίρου προαγωγῆς του. Ἐπιτροπὴ ἐφέδρων Καϊλαρίων διαμαρτύρεται διὰ τὴν ἐπικειμένην ἔξωσίν των ἐκ τῶν ὀθωμανικῶν οἰκιῶν καὶ μαγαζείων. Διάφοροι σύλλογοι Σερβίων διαμαρτύρονται διὰ τὴν δημοσίευσιν τοῦ Διευθυντοῦ Ἐποικισμοῦ Κοζάνης περὶ ἀκυρώσεως ὅλων τῶν ἀγορῶν τῶν μουσουλμανικῶν ἀκινήτων καὶ ἀναμένουσι τὴν διάψευσιν ταύτης. Κάτοικοι χαλαζοπλήκτων Κοινοτήτων Φαρακλάδος, Σπηλιᾶς, Ἀρμενίων καὶ Χαλαζωνίου παρακαλοῦσιν ὅπως τὸ Κράτος ἔλθῃ ἀρωγὸς εἰς τὴν δυστυχίαν των. Ἡ Πανελλήνιος Ἕνωσις Μηχανικῶν τοῦ Ἐμπορικοῦ Ναυτικοῦ ὑποβάλλει ψήφισμα διαμαρτυρίας κατὰ τῆς ἀπληστίας τῶν ἐφοπλιστῶν καὶ τῶν Λιμενικῶν Ἀρχῶν, ὑποθαλπουσῶν αὐτούς. Οἱ Ἠλίας Μητσέας καὶ Γεώργιος Μπραδάκος, ἀπόστρατοι ὑπολοχαγοί, ζητοῦσιν ὅπως λογισθῇ ἡ ὡς ἐπιστατῶν φυλακῶν ὑπηρεσία των καὶ αὐξηθῇ ἡ σύνταξίς των. Οἱ ἐνωμοτάρχαι οἱ ἀποστρατευθέντες μὲ τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυπομοιράρχου παρακαλοῦσιν ὅπως συμμετάσχωσιν εἰς τὸ Μετοχικὸν Ταμεῖον. Ὁ Ἐμπορικὸς Σύλλογος Ἐδέσσης παρακαλεῖ ὅπως μετριασθῶσιν αἱ διατάξεις τοῦ τελευταίου Διατάγματος περὶ διώξεως τῆς αἰσχροκερδείας. Οἱ ἐκκαθαρισθέντες δικαστικοὶ διαμαρτύρονται διὰ τὸν τρόπον καθ’ ὃν ἐγένετο ἡ ἐκκαθάρισίς των. Ἡ Πανελλήνιος Ἀστικὴ Ἕνωσις Κτηματιῶν αἰτεῖται τὴν ἄρσιν τοῦ ἐνοικιοστασίου. Οἱ κάτοικοι Γυθείου παρακαλοῦσιν, ὅπως ἡ μελετωμένη κατασκευὴ σιδηροδρομικῆς γραμμῆς Τριπόλεως–Σπάρτης ἐπεκταθῇ μέχρι Γυθείου. Οἱ κάτοικοι Κεφαλοβρύσου τῆς Κοινότητος Παμφίας παρακαλοῦσιν ὅπως τὸ Κράτος ἔλθῃ ἀρωγὸς εἰς αὐτοὺς διὰ τὰς ζημίας ἃς ὑπέστησαν ἐκ τῆς χαλάζης. Ἐπιτροπὴ πολιτικῶν συνταξιούχων αἰτεῖται τὴν ἀφομοίωσιν τῆς συντάξεώς των μὲ τοὺς νεωτέρους νόμους. Ἐπιτροπὴ ἐφέδρων Μυτιλήνης παρακαλεῖ ὅπως ἀπαλλοτριωθῇ ἡ ἔπαυλις Ριζᾶ–Πασᾶ. Ὁ ἐπὶ τῆς Ὑγιεινῆς, Προνοίας καὶ Ἀντιλήψεως Ὑπουργὸς κ. Πάζης καταθέτει σχέδιον νόμου «περὶ παρατάσεως τῆς διὰ τοῦ ἀπὸ 15 Νοεμβρίου π. ἔ. Ν. Διατάγματος περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ ἀπὸ 19 Ὀκτωβρίου 1923 Ν. Δ. περὶ ἀσκήσεως ἰατρικῶν ἐπαγγελμάτων ἐν Ἑλλάδι παρὰ προσφύγων, τασσομένης προθεσμίας». —Ὁ αὐτὸς κ. Ὑπουργὸς καταθέτει σχέδιον νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ Ν. Διατάγματος περὶ συστάσεως Ταμείου Προσφύγων, ὡς ἐτροποποιήθη διὰ τοῦ ἀπὸ 2 Φεβρουαρίου 1923 τοιούτου περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ ἀπὸ 3 Νοεμβρίου 1923 Ν. Διατάγματος περὶ συστάσεως Ταμείου Περιθάλψεως Προσφύγων καὶ διὰ τοῦ ἀπὸ 18 Ὀκτωβρίου 1923 περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ Ν. Διατάγματος τῆς 3ης Νοεμβρίου 1923 περὶ συστάσεως Ταμείου Περιθάλψεως Προσφύγων», ὡς τοῦτο ἐτροποποιήθη διὰ τοῦ ἀπὸ 2 Φεβρουαρίου 1923 τοιούτου». —Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κλπ. καταθέτει σχέδιον νόμου «περὶ προσαρμογῆς καὶ ὡς πρὸς τὰ ἐπιδόματα τῶν λειτουργῶν τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως πρὸς τοὺς λοιποὺς πολιτικοὺς ὑπαλλήλους κλπ.». —Ὁ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς καταθέτει τὰ ἑξῆς σχέδια νόμων: 1) «Περὶ ἐλέγχου τῶν πράξεων τῶν ὀργάνων τῆς αὐτοδιοικήσεως τοῦ νομοῦ». 2) «Περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ Ν. Διατάγματος περὶ διοικήσεως τῶν νομῶν». 3) «Περὶ τροποποιήσεως διατάξεων τῆς περὶ Δήμων καὶ Κοινοτήτων νομοθεσίας». —Οἱ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν καὶ Στρατιωτικῶν Ὑπουργοὶ κ. κ. Α. Χατζηκυριάκος καὶ Γ. Κονδύλης καταθέτουσι σχέδιον νόμου «περὶ ἀπαγορεύσεως συμμετοχῆς εἰς προμηθείας». —Οἱ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ Οἰκονομικῶν Ὑπουργοὶ κ. κ. Γ. Ροῦσος καὶ Ε. Τσουδερὸς καταθέτουσι σχέδιον νόμου «περὶ κυρώσεως ἀποφάσεως τῆς ἐπὶ τῆς ἀμοιβαίας καὶ ἐθελουσίας μεταναστεύσεως τῶν Ἑλληνοβουλγαρικῶν μειονοτήτων Ἐπιτροπῆς περὶ τῶν βαρυνόντων τὰς περιουσίας τῶν ὑποψηφίων μεταναστῶν φόρων». —Ὁ πληρεξούσιος Ἄρτης κ. Ν. Καλέλλης ὑποβάλλει πρότασιν νόμου «περὶ αὐθεντικῆς ἑρμηνείας τῆς ἀπὸ 2 Αὐγούστου 1835 ἐγκυκλίου τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἑλλάδος». —Ὁ πληρεξούσιος Γρεβενῶν κ. Π. Ζωγράφος ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τοῦ προσωπικοῦ τῶν σχολείων Θράκης». — Οἱ πληρεξούσιοι κ. κ. Κ. Σπυρίδης, Α. Παπαοικονόμου, Γ. Ροδόπουλος, Π. Λάμπρος, Γ. Βλάχος κλπ. ὑποβάλλουσι πρότασιν νόμου «περὶ ἀπαλλαγῆς τῶν ἐπιβληθέντων προστίμων εἰς κατοίκους τῶν ἐπαρχιῶν Ἁλμυροῦ, Λαρίσης, Τυρνάβου, Φαρσάλων, Βόλου κλπ. διὰ τὴν μὴ προσαγωγὴν τῶν κτηνῶν καὶ ὀχημάτων των ἐνώπιον τῆς Ἐπιτροπῆς Ἐπιτάξεως Κτηνῶν κλπ.». — Οἱ πληρεξούσιοι κ. κ. Γ. Βοραζάνης, Δ. Ἀνδρεάδης, Λ. Κωνσταντινίδης καὶ ἄλλοι ὑποβάλλουσι πρότασιν νόμου «περὶ ἀντικαταστάσεως τῶν ἐδαφίων 4 καὶ 5 τοῦ ἄρθρου 11 τοῦ νόμου 529 τοῦ 1914». — Οἱ πληρεξούσιοι κ. κ. Ι. Κούνδουρος, Θ. Χαβίνης, Γ. Δουζίνας, Λ. Ἀνδρεάδης, Ι. Ἰσχόμαχος κλπ. ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ βελτιώσεως συντάξεως ἀποταχθέντων ἀξιωματικῶν καὶ ἀνθυπασπιστῶν». — Οἱ πληρεξούσιοι κ. κ. Μ. Βολουδάκης καὶ Ι. Μαρματάκης ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀπονομῆς συντάξεων εἰς τὰς οἰκογενείας τῶν ἐξαφανισθέντων ἐν Μικρᾷ Ἀσίᾳ πολιτικῶν ὑπαλλήλων».
§20Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω ὑπὸ τὴν κρίσιν καὶ τὴν ψῆφον τῆς Συνελεύσεως τρία σχέδια νόμων ἀφορῶντα εἰς τὴν τοπικὴν αὐτοδιοίκησιν. Τὸ ἓν ἐξ αὐτῶν εἰσάγει τροποποιήσεις εἰς κειμένην καὶ ἐφαρμοσθεῖσαν νομοθεσίαν, τὴν τῆς δημοτικῆς καὶ κοινοτικῆς διοικήσεως. Τὸ ἕτερον εἰσάγει τροποποιήσεις εἰς κειμένην, ἀλλὰ μὴ ἐφαρμοσθεῖσαν, νομοθεσίαν, τὴν περὶ διοικήσεως τῶν νομῶν, τὴν τεθεῖσαν διὰ τοῦ ἀπὸ 7 Μαΐου 1923 Ν.Δ. τῆς Ἐπαναστατικῆς Κυβερνήσεως. Τέλος δὲ τὸ τρίτον εἰσάγει ὀργανισμὸν καὶ δικονομίαν διοικητικῆς δικαιοδοσίας, σκοπούσης τὴν ἐξασφάλισιν τοῦ ἐλέγχου τῶν πράξεων νομαρχιακῆς αὐτοδιοικήσεως. Ὑποβάλλων καὶ τὰ τρία ταῦτα νομοσχέδια ἔχω πλήρη συναίσθησιν ὅτι δι’ αὐτῶν δὲν πληροῦται εἰμὴ πολλοστημόριον τῆς λαϊκῆς ἀξιώσεως περὶ ἀνορθώσεως καὶ βελτιώσεως τοῦ παρ’ ἡμῖν κρατοῦντος διοικητικοῦ δικαίου, ὅτι δὲ παραμένει ἐπιδεὴς ἱκανοποιήσεως ὁ λαϊκὸς πόθος, ὅπως ὁ ὅλος ἡμῶν διοικητικὸς μηχανισμός, ἀνακαινιζόμενος ἐπὶ πραγματικῶν δημοκρατικῶν βάσεων, καταστῇ ἱκανός, ὥστε ἐν τῇ σφαίρᾳ τῆς τεταγμένης αὐτῷ λειτουργίας καὶ ἐν ὑποτελείᾳ πρὸς τὸν νόμον προάγῃ τὰ δημόσια συμφέροντα, χωρὶς ὅμως νὰ συντρίβῃ ἄνευ ἀνάγκης ἢ καὶ νὰ ἀγνοῇ τὰ ἀτομικὰ δικαιώματα, γινόμενος οὕτω συντελεστὴς τῆς οὐσιαστικῆς ἐξυπηρετήσεως ἐκείνων τῶν ἰδανικῶν τὰ ὁποῖα καλοῦνται ἐλευθερίαι λαϊκαί. Δὲν διαφεύγει τὴν πρώτην Δημοκρατικὴν Κυβέρνησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ, ὅτι ἡ διὰ τῆς πολιτειακῆς μεταβολῆς γενομένη ἀποκατάστασις τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας εἰς τὴν ἀπεριόριστον καὶ ἀδέσμευτον πληρότητα τῆς ἐννοίας αὐτῆς δὲν εἶναι ἀρκετὴ ὅπως ἐν τῇ πράξει διασφαλίσῃ τὰς ἐλευθερίας τὰς λαϊκὰς καὶ τὴν εὐημερίαν τὴν λαϊκήν. Διὰ νὰ ἐπέλθῃ τὸ ἀποτέλεσμα τοῦτο καὶ ἵνα εἰς τὸ μεταβληθὲν ἐξωτερικὸν περίβλημα τοῦ τρόπου καθ’ ὃν κυβερνᾶται ὁ Ἑλληνικὸς Λαός, προσδοθῇ τὸ οὐσιαστικὸν περιεχόμενον πραγματικῆς Δημοκρατίας, εἶναι ἀπαραίτητος ἡ συνολικὴ ἀποκατάστασις διοικητικοῦ μηχανισμοῦ καὶ διοικητικῶν μεθόδων δι’ ὧν θὰ εἶναι πραγματικὴ καὶ οὐχὶ ὀνομαστικὴ ἡ συμμετοχὴ καὶ ἡ ἀξία τῆς συμμετοχῆς τῶν πολιτῶν γενικῶς εἰς τὴν Κυβέρνησιν τῶν τυχῶν των, δι’ ὧν θὰ εἶναι οὐσία καὶ οὐχὶ λέξις κενή, οὐχὶ φάντασμα ἢ σύμβολον δημαγωγικὸν ἡ λέξις «ἐλευθερία». Ἀλλ’ ἐκ τοῦ ὅλου κύκλου τῶν προβλημάτων τὰ ὁποῖα διαγράφονται εἰς τὸν ἀνακαινισμὸν τοῦ διοικητικοῦ ἡμῶν μηχανισμοῦ προέχουσαν ὑπέλαβεν ἡ πρώτη Δημοκρατικὴ Κυβέρνησις ὅτι κατέχουν θέσιν τὰ ἀναγόμενα εἰς τὴν τοπικὴν διοίκησιν καθ’ ἑαυτὴν καὶ εἰς τὰς σχέσεις μεταξὺ κεντρικῆς καὶ τοπικῆς διοικήσεως. Ἐν τῇ ἀντιλήψει της ταύτῃ ἡ Κυβέρνησις δὲν ἀφίσταται οὔτε τῶν γνωμῶν αἵτινες ἐσχηματίσθησαν ἀλλαχοῦ ὑπὸ τὴν ἐπιρροὴν τῆς ἱστορικῆς ἐμπειρίας καὶ τῆς ἐπιστημονικῆς σκέψεως, οὔτε τῆς ἱστορικῆς ἐμπειρίας τῆς ἐπιστημονικῆς σκέψεως καὶ τῆς δημοσίας γνώμης τῆς ἐν Ἑλλάδι. Ἤδη ἀπὸ τοῦ παρελθόντος αἰῶνος ἐν Γαλλίᾳ ἄνδρες διακεκριμένοι, ὅπως ὁ μαρκήσιος Ντ’ Ἄργκενσον καὶ ὁ Τουργκὼ εἶχον στρέψει τὴν προσοχὴν εἰς τὴν ἀνακαίνισιν τῆς κοινοτικῆς διοικήσεως ὡς θεμελίου ἐξυγιάσεως διοικητικῆς τῆς Πατρίδος των. Ὑπὸ τὴν ἐπιρροὴν τῶν ἰδεῶν των εἰς τὰς κοινότητας ἔστρεψε τὴν προσοχήν της καὶ ἡ Κονστιτουάντ, θεωρήσασα διὰ τοῦ Σιεγὲ καὶ τοῦ Θουρὲ τὴν κοινοτικὴν νομοθεσίαν ὡς τὸ ἀξιολογώτερον ἀντικείμενον τῶν ἐργασιῶν της. Ἐν Βελγίῳ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1830 διὰ τῶν ἄρθρων 31 καὶ 108 καθιέρωσεν ὡς τετάρτην ἐξουσίαν τὴν κοινοτικὴν καὶ τὴν νομαρχιακήν. Καὶ ἡ Πρωσσία μετὰ τὰς φοβερὰς καταστροφὰς τὰς ὁποίας ἐπέφερεν εἰς αὐτὴν ὁ Ναπολέων ἀνεδημιουργήθη ὑπὸ τὴν ἐπιρροὴν τοῦ μεγάλου πατριώτου βαρώνου φὸν Στάϊν διὰ τῆς ὀργανώσεως τῆς τοπικῆς αὐτοδιοικήσεώς της. Μεταξὺ τῆς Ἰέννας καὶ τοῦ Βατερλὼ καὶ ἔπειτα τοῦ Σεδὰν κεῖνται αἱ μεταρρυθμίσεις τοῦ Στάϊν καὶ τοῦ Χάρδενμπεργκ. Τὴν αὐτὴν ὁδὸν ἔταμε καὶ ἡ Βαυαρία κατὰ τὸ 1818. Ὅλης αὐτῆς τῆς κινήσεως ἀφετηρία δύναταί τις νὰ εἴπῃ ὅτι ὑπῆρξεν ἡ κατὰ τὸν 18ον αἰῶνα ὑπὸ τῶν πεφωτισμένων ἀνδρῶν τῆς Ἠπειρωτικῆς Εὐρώπης ἀρξαμένη μελέτη καὶ παρακολούθησις τῶν ἀγγλικῶν θεσμῶν. Ὅπως διὰ τὰς συνταγματικὰς μεταρρυθμίσεις τῆς Ἠπειρωτικῆς Εὐρώπης ἀνυπολόγιστος ὑπῆρξεν ἡ συμβολὴ τῶν μελετῶν περὶ τοῦ δημοσίου δικαίου καὶ τῆς ἐξελίξεώς του ἐν Ἀγγλίᾳ καὶ ταῖς Πολιτείαις τῆς Βορείου Ἀμερικῆς, οὕτω καὶ διὰ τὰς διοικητικὰς μεταρρυθμίσεις. Μὲ τὴν διαφορὰν ὅτι, ἐνῷ ῥιζικαὶ καὶ πολιτικῶς γόνιμοι ἦσαν αἱ μεταρρυθμίσεις τῶν πολιτευμάτων, οὕτως ἐξ ἴσου ῥιζικαὶ καὶ ἐξ ἴσου γόνιμοι ὑπῆρξαν αἱ μεταρρυθμίσεις τῶν διοικητικῶν νομοθεσιῶν. Ἀντιθέτως αἱ παρανοήσεις περὶ τῆς ἀληθοῦς ὑποστάσεως τῆς ἀγγλικῆς αὐτοδιοικήσεως ἀφ’ ἑνός, καὶ ἀφ’ ἑτέρου ἡ ἀπὸ τῆς 6ης δεκάδος τοῦ 19ου αἰῶνος σημειουμένη ἐξάπλωσις τῆς ἀρχῆς τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας καὶ τοῦ συνταγματισμοῦ συνετέλεσαν ὥστε ἡ ὀργάνωσις τῆς αὐτοδιοικήσεως ἐν τῇ Ἠπειρωτικῇ Εὐρώπῃ νὰ ἀκολουθήσῃ βραδυτάτην πορείαν. Πνεῦμα δυσπιστίας πρὸς τοὺς ὀργανισμοὺς τῆς τοπικῆς διοικήσεως, σύστημα κηδεμονίας τοῦ Κράτους ἐπ’ αὐτῶν χαρακτηρίζουν, ἐκτὸς ἐξαιρέσεων, τὰς διοικητικὰς μεταρρυθμίσεις τῶν Ἠπειρωτικῶν Κρατῶν τοῦ 19ου αἰῶνος. Καὶ τὸ καταστάλλαγμα εἶναι ὅτι ἐξακολουθεῖ νὰ ὑφίσταται ἡ βασικὴ διαφορὰ δύο συστημάτων τοῦ κυβερνᾶν μεταξὺ τῶν πεπολιτισμένων Κρατῶν. Κατὰ τὸ ἓν σύστημα τὰ τοπικὰ ὄργανα δημιουργοῦνται ὑπὸ τῆς κεντρικῆς διοικήσεως καὶ εὑρίσκονται ὑπὸ τὸν ἔλεγχον αὐτῆς, κατὰ δὲ τὸ ἕτερον σύστημα ἡ κεντρικὴ διοίκησις εἶναι ἀπώλεια τῆς λειτουργίας τῶν τοπικῶν ὀργάνων. Μεταξὺ τῶν δύο τούτων συστημάτων αἱ πολιτικαὶ διαφοραὶ εἶναι τεράστιαι καὶ εἶναι συγχρόνως αἰτία καὶ ἀποτέλεσμα τῶν διαφορῶν τοῦ τρόπου τοῦ διοικεῖν. Εἶναι δὲ ἄξιον ἐξάρσεως ὅτι εἰς τὰς Χώρας εἰς τὰς ὁποίας αἱ μηχαναὶ τῆς τοπικῆς διοικήσεως εἶναι ὑπὸ τὸν ἔλεγχον τοῦ κέντρου ἡ διοίκησις δύναται νὰ εἶναι καλή, ἀλλ’ ὁ πολιτικὸς χαρακτὴρ τοῦ λαοῦ ὑστερεῖ κατ’ ἀνάγκην. Περίοδοι κινδυνωδῶν ἐξάψεων διαδέχονται περιόδους ἀπαθείας. Ἀστάθεια πολιτικοῦ βίου καὶ διαφθορὰ τῆς κεντρικῆς διοικήσεως χαρακτηρίζουν τὰς Χώρας ταύτας. Ἐνῷ ἀντιθέτως Χῶραι εἰς τὰς ὁποίας ἡ τοπικὴ διοίκησις εἶναι ἰσχυρὰ δύνανται νὰ εἶναι βραδεῖαι εἰς καινοτομίας καὶ ἀδέξιαι εἰς τὰς μεθόδους τῆς εἰσαγωγῆς αὐτῶν, ἀλλ’ εἶναι Χῶραι σταθερᾶς προόδου, ὁμαλοῦ βίου καὶ πολιτικῆς ἐντιμότητος. Ἐν πάσῃ περιπτώσει εἶναι Χῶραι πραγματοποιοῦσαι τὴν κλασσικὴν ἑλληνικὴν ἀντίληψιν ὅτι ὑποκείμενα τῆς πολιτικῆς εἶναι οὐχὶ ἀποκλειστικῶς τὰ Κράτη, ἀλλὰ καὶ οἱ ἄνθρωποι εἰς τὰ Κράτη. Ὅτι οἱ ἄνθρωποι δὲν εἶναι μόνον αἱ ὑπέρταται ἠθικαί, ἀλλὰ καὶ αἱ ὑπέρταται πολιτικαὶ ἀξίαι· φύσει ζῷα πολιτικά, κατ’ Ἀριστοτέλην. Ἡ Ἑλλάς, τῆς ὁποίας τὸν πολιτικὸν βίον ἐνόθευσε καὶ ἐστρέβλωσεν ἐπὶ 92 ἔτη ὁ παρείσακτος μοναρχικὸς θεσμός, ὑπέστη καὶ τὴν νόθευσιν καὶ τὴν στρέβλωσιν τῆς τοπικῆς ζωῆς της διὰ τῆς ἀψυχολογήτου καὶ ἀνιστορήτου ὑπὸ τῆς βαυαρικῆς ἀντιβασιλείας ὀργανώσεως τῆς δημοτικῆς διοικήσεως. Εἶναι γνωστοὶ οἱ ἀγῶνες τοὺς ὁποίους κατέβαλεν ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς διὰ νὰ ἀποδιώξῃ ἐκ τοῦ μέσου του τὸν παρείσακτον θεσμὸν καὶ δὲν εἶναι ἄπορον ὅτι λίαν βραδέως ἀντελήφθη τὴν σημασίαν τῆς τοπικῆς αὐτοδιοικήσεως, ἐξ ἧς, ὡς κοχλίου περιελίξεως, ἤλπιζε διὰ τὴν πολιτικὴν ἀναγέννησίν του. Χαρακτηριστικὸν εἶναι ὅτι ἡ τοπικὴ αὐτοδιοίκησις ἐπέσπασε τὴν προσοχὴν τοῦ λαοῦ εἰς τὰς τέσσαρας ἐποχὰς καθ’ ἃς ἐξῆλθεν ἀγώνων πολιτειακῶν. Οὕτως ἡ Ἐθνοσυνέλευσις τοῦ 1864 διὰ τοῦ ἄρθρου 103 τοῦ Συντάγματος εἰσήγαγε τὴν διὰ καθολικῆς ψηφοφορίας ἐκλογὴν τῶν δημοτικῶν Ἀρχῶν. Εἰς τὸν βασιλικὸν λόγον δι’ οὗ ἤρξαντο αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῆς πρώτης πρωθυπουργίας τοῦ Τρικούπη, ἐν ἔτει 1875, δηλαδὴ μετὰ τὴν ἐπικράτησιν τῆς πολιτειακῆς ἀρχῆς τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ Ὑπουργείου, εὑρίσκομεν τὴν πρώτην μνείαν—ἥτις ἀτυχῶς ἔμεινε μόνον μνεία—τῆς τοπικῆς αὐτοδιοικήσεως. Τὸ ἔτος 1911—μετὰ τὴν ἐπικράτησιν τῆς Ἐπαναστάσεως τοῦ Γουδῆ—σημειώνει τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ νέου καταστατικοῦ νόμου περὶ Δήμων καὶ Κοινοτήτων. Καὶ τέλος ἡ ἐποχὴ τῆς μεταπολιτεύσεως τῆς ἀρξαμένης ἀπὸ τῆς Ἐπαναστάσεως τοῦ 1922 καὶ τερματισθείσης διὰ τοῦ δημοψηφίσματος σημειοῦται διὰ τοῦ Ν. Δ. περὶ αὐτοδιοικήσεως τῶν νομῶν. Οἱ σημειωθέντες σταθμοὶ ἐξελίξεως τοῦ διοικητικοῦ ἡμῶν δικαίου δὲν ὑπῆρξαν, ὡς θὰ ἐπεθύμει τις, γενναῖοι. Δὲν δύναταί τις βεβαίως νὰ κατηγορήσῃ ἐπὶ τούτῳ τοὺς διαχειρισθέντας τὰ κοινὰ πολιτικοὺς ἄνδρας ἢ τοὐλάχιστον μόνους αὐτούς. Ἀνάπτυξις τῆς αὐτοδιοικήσεως εἶναι πλῆγμα κατὰ τῆς γραφειοκρατίας καὶ ἐφόσον εἰς τὴν γραφειοκρατίαν διακονοῦν τὰ ὄργανα τῆς διοικήσεως τοῦ Κράτους, ἀξιοῦντος ἐν ὀνόματι τῆς πλειοψηφικῆς ἀρχῆς καὶ τῆς γενικῆς ἐννοίας τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας, ἐκδηλουμένης εἰς τὰς ἐκλογὰς διὰ τὴν σύνθεσιν τῶν Νομοθετικῶν Σωμάτων, νὰ ῥυθμίζῃ τὰ πάντα, φυσικὸν εἶναι ὁ ὑπαλληλισμὸς ἐν τῷ συνόλῳ του νὰ ἀντιδρᾷ κατὰ τῶν γενναίων ἀποφάσεων περὶ αὐτοδιοικήσεως. Τὰ ἐντεῦθεν ὅμως κακὰ εἶναι τρισμέγιστα. Οὐχὶ τὸ ὀλιγώτερον εἶναι ὅτι πολλάκις συμβαίνει ὥστε ἡ μειονοψηφία ἐν τῷ Νομοθετικῷ Σώματι νὰ εὑρίσκηται ἐν ἁρμονίᾳ πρὸς τὴν πλειονοψηφίαν ὡρισμένου τοπικοῦ διαμερίσματος. Καὶ ὅμως τοῦ τοπικοῦ τούτου διαμερίσματος τὰς τύχας καὶ τὰς ὑποθέσεις κανονίζει ἡ ἐν αὐτῷ μειονοψηφία, ἐπὶ τῇ ἐκδοχῇ ὅτι εἶναι τμῆμα τῆς ἐν τῷ Νομοθετικῷ Σώματι πλειονοψηφίας. Εἶναι ὅμως τοῦτο ἄλλο τι εἰμὴ τυραννία; Ἀλλ’ εἶναι μικρότερον κακὸν ὅτι ἡ συγκέντρωσις τῆς ἐξουσίας εἰς τὰ κρατικὰ ὄργανα μεταβάλλει τοὺς πολίτας ἀπὸ πολίτας δικαιουμένους καὶ καθιστᾷ αὐτοὺς ὄργανα παθητικὰ εἰς τὴν διάθεσιν φιλοδόξων πολιτικῶν, ἀναμένοντας τὴν πρόοδόν των ἐκ τῆς ὑπηρεσιακῆς προσηλώσεως τῶν ὑπαλλήλων, καὶ εἴτε ἐπαναπαυομένους εἰς τὴν δρᾶσιν ταύτην εἴτε ἀποδίδοντας τὴν ἐκ τοῦ ληθάργου τῆς ἰδικῆς των πρωτοβουλίας καθυστέρησιν τῆς προόδου των εἰς σφάλματα τῶν διοικητικῶν ὀργάνων; Θὰ προσθέσω καὶ μίαν ἀκόμη ἐξήγησιν εἰς τὴν βραδύτητα μεθ’ ἧς τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος βαδίζει πρὸς τὴν αὐτοδιοίκησιν. Ἐφόσον ἡ αὐτοδιοίκησις ἀπετέλει ἀντικείμενον ἐνασχολήσεως πολιτικῶν ἰδεολόγων, ἀρεσκαμένων νὰ ἀναμιγνύουν ἀπόλυτα πολιτικὰ ἀξιώματα καὶ θεωρητικὰς οὐτοπίας εἰς ἀντικείμενα κατ’ ἐξοχὴν ἐπιστημονικῆς, ἀπηκριβωμένης σκέψεως, ἐφόσον τὸ ἀσκεῖν διοίκησιν ἐθεωρεῖτο πρᾶγμα μὴ ἀπαιτοῦν τι τοῦ φυσικοῦ νοῦ καὶ τῆς φυσικῆς ἀρχικότητος, ἀδύνατον ἦτο νὰ σημειωθῇ πρόοδος εἰς τὴν ἐφαρμογὴν καὶ θεμελίωσιν τῆς αὐτοδιοικήσεως. Ἔπρεπε νὰ ἐνταθῇ ἐνάμιλλος μεταξὺ τῶν Γάλλων, Ἄγγλων, Ἀμερικανῶν καὶ ἰδίᾳ τῶν Γερμανῶν δημοσιολόγων ἡ ἱστορικὴ καὶ ἐπιστημονικὴ μελέτη τοῦ ἀγγλικοῦ, νὰ ἐπακολουθήσῃ ἡ δογματικὴ ἀποκάθαρσις τῶν ἐννοιῶν, νὰ μεταδοθῶσι τὰ φῶτα τῆς ἐπιστήμης τοῦ διοικητικοῦ δικαίου εἰς πλειάδα Ἑλλήνων ἐπιστημόνων, καταλαμβανόντων ἀκαδημαϊκὰς καὶ ὑπαλληλικὰς θέσεις, διὰ νὰ ἄρξηται καὶ παρ’ ἡμῖν βραδεῖα, ἀλλὰ καρποφόρος προαγωγὴ τῆς διοικήσεως. Αἱ ἀνωτέρω παρατηρήσεις θέλουσιν, ἐλπίζω, ἐπαρκῶς δικαιολογήσει καὶ τὴν σημερινὴν Κυβέρνησιν, βαδίζουσαν μεθ’ ὅσης αὐτῇ περισκέψεως εἰς τὴν χαραχθεῖσαν ὁδὸν πρὸς κατάκτησιν τῆς αὐτοδιοικήσεως. Ἡ περίσκεψις τῆς Κυβερνήσεως δὲν σημαίνει δισταγμὸν ἐπὶ τὴν ἀξίαν τῆς αὐτοδιοικήσεως. Σημαίνει μόνον μέριμναν καὶ φροντίδα, ὅπως ἡ αὐτοδιοίκησις στηριχθῇ ἐπὶ ἀσφαλῶς ὑπολογισμένων θεμελίων. Διὰ τὸν λόγον τοῦτον, ἅμα τῇ πρώτῃ ἐμφανίσει τῆς Κυβερνήσεως ἐνώπιον τοῦ Ἀντιπροσωπευτικοῦ Σώματος, ἔσπευσα νὰ καταθέσω νομοσχέδιον περὶ ἀνασυστάσεως τῆς Ἐπιτροπείας πρὸς καταρτισμὸν διοικητικῶν κωδίκων. Ὡς κύριον ἀντικείμενον τῶν ἐργασιῶν τῆς Ἐπιτροπείας ἀνέγραψα εἰς τὸ ὑπὸ τὴν κρίσιν ὑμῶν νομοσχέδιον τὴν κατάρτισιν ὀργανισμοῦ διοικητικῶν δικαστηρίων καὶ διοικητικῆς δικονομίας. Εἶναι σημεῖον τῆς πολιτικῆς ἐμπειρίας καὶ τῆς ἐμπιστοσύνης ὅτι τὴν ἀγαθὴν διοίκησιν δὲν προσδιορίζουν τόσον τὰ πρόσωπα τῶν ὑπαλλήλων, ὡς διοικητικῶν ὀργάνων. Τὴν ἀγαθὴν διοίκησιν προσδιορίζει ἡ μέθοδος τῆς ἐφαρμογῆς τῶν νόμων καὶ τῆς δι’ αὐτῆς ἐξυπηρετήσεως τοῦ γενικοῦ συμφέροντος. Αὐτὴ δὲ πάλιν εἶναι συνάρτησις ὀργανώσεως καὶ διαδικασίας. Παρῆλθεν ἡ ἐποχὴ κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ διοίκησις ἐξηρτᾶτο ἐκ τῆς κρίσεως τῶν διοικητικῶν ὀργάνων, ἐξ ὧν τὰ μὲν ἀνώτερα ἦσαν ἀδέσμευτα ὑπὸ τοῦ νόμου, τὰ δὲ κατώτερα ἦσαν ὑποτεταγμένα εἰς τὰς ὁδηγίας τῶν ἀνωτέρων. Ἡ ἐποχὴ καθ’ ἣν οὐχὶ ὁ νόμος, ἀλλ’ ἡ ἐπιείκεια καὶ ἡ σκοπιμότης ἐλαμβάνοντο ἀποκλειστικῶς ὑπ’ ὄψιν διὰ τὴν ρύθμισιν τῶν τε πραγματικῶν καὶ τῶν νομικῶν ζητημάτων ἐν τῇ διοικήσει παρῆλθε. Τὸ τέρμα της ἐσημείωσεν ἡ ἐπικράτησις τῶν συνταγματικῶν Χαρτῶν καὶ ἡ μετ’ αὐτῆς συνεχομένη αὐστηρὰ διάκρισις μεταξὺ Νόμου καὶ Διατάγματος. Ἀλλ’ ἡ εἰσαγωγὴ τῶν συνταγματικῶν Χαρτῶν συνωδεύθη καὶ ὑπὸ τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ. Ἀνώτατοι χειρισταὶ τῆς διοικήσεως ἀνεδείχθησαν οἱ κοινοβουλευτικοὶ Ὑπουργοί. Καί, ἐνῷ αὐστηρὰ ὑπῆρξεν ἡ διὰ τῆς ἐπικρατήσεως τοῦ συνταγματισμοῦ γενομένη διάκρισις μεταξὺ Νόμου καὶ Διατάγματος, ἡ ἐκτέλεσις τῶν νόμων ἐν τῇ πράξει προσέλαβε χαρακτῆρα κομματικόν. Τούτου συνέπεια ἦτο ἡ διοίκησις νὰ μὴ σέβηται οὔτε τοὺς περιορίζοντας αὐτὴν κανόνας, οὓς θέτει ἡ γενικὴ θέλησις, ἡ ἐνσαρκουμένη εἰς τὸν Νόμον, οὔτε τὰ ἔναντι αὐτῆς ὀρθούμενα καὶ ὑπὸ τοῦ Νόμου προστατευόμενα ὑποκειμενικὰ δικαιώματα τῶν πολιτῶν. Διὰ νὰ διατηρῆται ὄρθιος ὁ Νόμος καὶ νὰ προστατεύωνται τὰ ἔννομα τῶν πολιτῶν συμφέροντα κατὰ τῆς ὑπαλληλικῆς ἢ τῆς κομματικῆς αὐθαιρεσίας, εἴτε τὰ συμφέροντα ταῦτα ἔγκεινται εἰς τὴν μὴ ἐπέμβασιν τῶν διοικητικῶν ὀργάνων εἴτε εἰς ἀξίωσιν ἐπὶ θετικῇ διοικητικῇ ἐνεργείᾳ, μὴ ἐξασκούσης τῆς διὰ τῆς ἀναφορᾶς πρὸς τὴν διοίκησιν ἢ διὰ τῆς ἐνώπιον τῶν τακτικῶν δικαστηρίων προστασίας, ἀπαραίτητος εἶναι ἡ εἰσαγωγὴ καὶ λειτουργία παρ’ ἡμῖν διοικητικῶν δικαστηρίων, ὠχυρωμένων μὲ τὰς προσιδιαζούσας εἰς τὰ δικαστήρια ἐγγυήσεις ἀνεξαρτησίας καὶ περιβαλλόντων διὰ τῶν τύπων τῆς διαδικασίας τὰς διοικητικὰς πράξεις μὲ μορφὴν προσιδιάζουσαν εἰς τὰς δικαστικὰς πράξεις. Ἡ πρὸς τὰς δικαστικὰς προσέγγισις τῶν διοικητικῶν πράξεων, ὁ σεβασμὸς τῆς νομίμου τάξεως καὶ τῶν δικαιωμάτων τῶν πολιτῶν ἐν τῇ σφαίρᾳ τῆς διοικήσεως, εἶναι τὸ χαρακτηριστικὸν τοῦ νεωτέρου πεπολιτισμένου Κράτους, ὡς Κράτους Δικαίου. Καὶ τοῦτο μὲν τὸ θέμα ἀνάγεται εἰς τὸ πρόγραμμα τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὸ μέλλον, ἡ προπαρασκευὴ ὅμως τῶν κωδίκων ἐν τῷ σπουδαστηρίῳ εἰδικῆς Ἐπιτροπείας εἶναι ἐπείγουσα. Εἰς τὸ ἄμεσον μέλλον ἀποβλέπουν τὰ ὑποβαλλόμενα σήμερον τρία νομοσχέδια. Διὰ τοῦ πρώτου ἐξ αὐτῶν προτείνονται τροποποιήσεις εἰς τὴν ἰσχύουσαν δημοτικὴν καὶ κοινοτικὴν νομοθεσίαν, τροποποιήσεις διαπνεόμεναι ἀπὸ τὴν ἰδέαν τῆς τονώσεως τῆς αὐτοδιοικήσεως τῶν Δήμων καὶ Κοινοτήτων, τῆς περιστολῆς καὶ ἐν πλείστοις καταργήσεως τῆς ἐπ’ αὐτῶν κηδεμονίας τῆς Κεντρικῆς Διοικήσεως, τῆς ἀποκαταστάσεως τῆς κυριαρχίας αὐτῶν ἐν τῇ διαχειρίσει τοῦ προϋπολογισμοῦ των καὶ τῇ ἐκτελέσει δημοτικῶν καὶ κοινοτικῶν ἔργων. Ἐπίσης εἰσάγονται διὰ τοῦ αὐτοῦ νομοσχεδίου τροποποιήσεις ἐν τῇ ἐκλογῇ τῶν δημοτικῶν καὶ κοινοτικῶν συμβούλων, σκοποῦσαι νὰ ἐξασφαλίσουν τὴν ἐκπροσώπησιν τῶν μειονοψηφιῶν, ἀλλὰ καὶ τὰς πλειονοψηφίας κατὰ τῆς νοθεύσεως τῶν δημοτικῶν καὶ κοινοτικῶν συμβουλίων. Διὰ τοῦ ἑτέρου τῶν νομοσχεδίων προτείνονται τροποποιήσεις εἰς τὸ περὶ διοικήσεως τῶν νομῶν Ἐπαναστατικὸν Διάταγμα. Τέλος διὰ τοῦ τρίτου καθιστῶνται δύο βαθμοὶ διοικητικῆς δικαιοδοσίας πρὸς ἔλεγχον τῶν πράξεων ἢ παραλείψεων τῶν ὀργάνων τῆς νομαρχιακῆς αὐτοδιοικήσεως, τίθενται δὲ κανόνες καὶ τύποι ῥυθμίζοντες τὴν ἐνώπιον τῶν δύο τούτων βαθμῶν διαδικασίαν. Ἡ ἐπιτυχία, ἣν προσδοκῶ, τῆς πρώτης αὐτῆς ἀποπείρας πρὸς καθίδρυσιν ὀργάνων καὶ λειτουργίαν διοικητικῆς δικαιοσύνης κατὰ τὰ πρότυπα τῶν συγχρόνων πεπολιτισμένων Κρατῶν θέλει ὁδηγήσει τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὴν συστηματικωτέραν καὶ καθολικωτέραν ἐφαρμογὴν διοικητικῆς δικαιοσύνης, ἣν θέλει ἐπιστεγάσει ἡ θέσις εἰς κίνησιν τοῦ ἤδη ἀδρανοῦντος θεσμοῦ τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας. Ἑκάστου τῶν νομοσχεδίων προτάσσονται ἴδιαι αἰτιολογικαὶ ἐκθέσεις. Εἰς τὰ νομοσχέδια ταῦτα δὲν ἐξαντλεῖται τὸ πρόγραμμα τῆς πολιτικῆς τῆς Δημοκρατικῆς Κυβερνήσεως ἐν τῇ σφαίρᾳ τῆς ἐσωτερικῆς διοικήσεως. Ἐλπίζω ἐντὸς ὀλίγου νὰ εἶμαι εἰς θέσιν νὰ εἰσαγάγω εἰς τὸ Σῶμα δευτέραν σειρὰν νομοσχεδίων, ὧν σπουδαιότερα θεωρῶ τὸ μέλλον νὰ ἐμπεδώσῃ τὴν διοικητικὴν ἀποκέντρωσιν, νὰ ῥυθμίσῃ τὰ τῶν γενικῶν διοικήσεων καὶ τὸ ἐκλογικόν. Διὰ τοὺς γνωρίζοντας τὴν προσήλωσίν μου εἰς τὰς κοινοβουλευτικὰς ἀρχὰς θὰ ἦτο περιττὸν νὰ ἐξάρω ὅτι τὰ ὑποβαλλόμενα νομοσχέδια παραδίδω εἰς τὸ Σῶμα, ἵνα τοῦτο ἐν πάσῃ ἐλευθερίᾳ, ἀδέσμευτον ἀπὸ κομματικὰς προσηλώσεις καὶ κατ’ ἀτομικὴν συνείδησιν τῶν κ.κ. πληρεξουσίων ἐπεξεργασθῇ αὐτὰ καὶ ἐν ταῖς οἰκείαις Ἐπιτροπαῖς καὶ ἐν τῇ ὁλομελείᾳ. Θὰ ἦτο κατώτερον πολιτευτοῦ ἔχοντος πολιτικὴν καὶ ἐπιστημονικὴν συνείδησιν νὰ νομίσῃ ὅτι θέματα τόσον κεφαλαιώδους σημασίας διὰ τὰς ἐλευθερίας τοῦ Λαοῦ καὶ διὰ τὴν πρόοδον τῆς Πατρίδος, ἐμφανίζοντα δὲ δυσκολίας τεχνικῆς διασκευῆς, ἐπιτρέπεται νὰ τέμνωνται νομοθετικῶς ἀπὸ μονομερείας. Τὸ ἔργον τῆς ἀνασυγκροτήσεως τοῦ δημοσίου ἡμῶν βίου ἀνήκει οὐχὶ εἰς τὰ ἄτομα τὰ κατέχοντα τὰ ὑπουργικὰ ἑδώλια, ἀλλ’ εἰς τὴν συνείδησιν καὶ τὴν θέλησιν τοῦ Ἔθνους, τῆς ὁποίας εἶσθε θεματοφύλακες καὶ ἐκπρόσωποι. Θὰ εἶμαι εὐτυχὴς ἐάν, παρέχων εἰς ὑμᾶς διὰ τῶν ὑποβαλλομένων νομοσχεδίων ἀφορμήν, ἴδω ταῦτα, ἐπεξειργασμένα ὑφ’ ὑμῶν, νὰ γίνωσι νόμοι τοῦ Κράτους. Διότι ἡ ἰδική σας ἐπεξεργασία, συμπληροῦσα τὰς ἀτελείας καὶ τὰ κενὰ τῶν σχεδίων μου, θὰ συντελέσῃ ὥστε νὰ πολιτογραφηθῶσι παρ’ ἡμῖν ὁριστικῶς αἱ ἀρχαὶ τῆς αὐτοδιοικήσεως καὶ τῆς διοικητικῆς δικαιοσύνης. Εἰς τὴν ἐκ τῆς ἐθνικῆς συμφορᾶς καὶ τῆς Ἐπαναστάσεως προελθοῦσαν Συνέλευσιν θὰ ἀνήκῃ ἡ τιμὴ τοῦ ἔργου. Εἰς ἐμὲ δὲ θ’ ἀρκῇ ἡ ὑπερηφάνεια ὅτι εἶμαι μέλος τῆς Δημοκρατικῆς Συνελεύσεως, ἥτις σοβαρῶς εἰργάσθη, ἵνα ἡ Ἑλλὰς καθιδρυθῇ εἰς Κράτος Δικαίου. (Χειροκροτήματα).
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς Νομοθετικῆς Ἐργασίας Ψήφισις συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ προαγωγῆς τῶν ἐν διαθεσιμότητι διατελούντων ἀξιωματικῶν πληρεξουσίων». (Ψηφίζεται τὸ σύνολον).
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συζήτησις ἐπὶ τοῦ σχεδίου ψηφίσματος «περὶ κυρώσεως τῶν ἀποφάσεων καὶ πράξεων τῆς Ἐπαναστάσεως τοῦ 1922». Ὁ κ. Λ. Ἰασονίδης ἔχει τὸν λόγον.
§23Λ. ΙΑΣΟΝΙΔΗΣ. Ἐπὶ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως. Τὸ σχέδιον νόμου περὶ διαθέσεως τῶν ἀστικῶν μουσουλμανικῶν κτημάτων χθὲς εἶχεν ἀριθμὸν 16, σήμερον 98· πρὸς τί λοιπὸν διαρκῶς μεταβάλλεται ἡ σειρὰ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως;
§24Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Χθὲς παρεκάλεσα τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς νὰ ἀναγράφῃ πρῶτα τὰ κατ’ ἀρχὴν νομοσχέδια, ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα δὲν θὰ προκαλέσουν συζήτησιν. Σήμερον τὸ Προεδρεῖον ἀνέγραψε πρῶτα τὰ νομοσχέδια τὰ ψηφιστέα κατ’ ἀρχὴν καὶ δι’ αὐτὸ τὰ εἰς πρώτην κατ’ ἄρθρον συζήτησιν ἔχουσι μεγάλον ἀριθμόν.
§25Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὀφείλω νὰ παρατηρήσω ὅτι ὁ τρόπος τὸν ὁποῖον σήμερον εἰσάγει ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὴν συζήτησιν τῶν νομοσχεδίων τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως εἶναι ὁπωσδήποτε διάφορος, δὲν θέλω νὰ εἴπω ἀντίθετος πρὸς ἐκεῖνον τὸν ὁποῖον διέγραψεν αὐτὸς ὁ ἴδιος μετὰ μίαν συνεννόησιν ἡμῶν πρό τινων ἡμερῶν. Διότι τότε εἴπομεν ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν περὶ διακοσίων τόσων νομοσχεδίων νὰ λαμβάνουν οἱ πληρεξούσιοι γνῶσιν εἰς τρόπον ὥστε νὰ γνωρίζουν ἐπὶ ποίων ἔχουν ἀντιρρήσεις καὶ ἐπὶ ποίων δὲν ἔχουν. Καὶ παρεκαλέσαμεν τὴν Κυβέρνησιν, ἡ δὲ Κυβέρνησις ἀπεδέχθη, νὰ καταγράφῃ τὰ νομοσχέδια κατὰ μίαν σειρὰν ὅσον τὸ δυνατὸν παγιωτέραν, εἰς τρόπον ὥστε νὰ γνωρίζωμεν ποῖα θὰ ἔρχωνται ὑπὸ συζήτησιν, νὰ λαμβάνωμεν γνῶσιν καὶ νὰ ἐπιφέρωμεν τὰς παρατηρήσεις, ἐὰν ἔχωμεν, καὶ νὰ μὴ ἐπιφέρωμεν, ὅταν δὲν ἔχωμεν. Ὁ τρόπος αὐτὸς ἤδη ἀνετράπη καὶ εἰσάγεται νέον σύστημα. Λέγετε: ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ ἀντίρρησις, νὰ παραιτηθῶμεν. Πῶς θέλετε νὰ ἔχωμεν ἀντίρρησιν ἀφοῦ δὲν ἐλάβομεν γνῶσιν τῶν νομοσχεδίων; Θὰ παρεκάλουν, ἐὰν εἶναι δυνατόν, ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐπανέλθῃ ἐπὶ τῆς διαδικασίας, ἡ ὁποία διεγράφη πρό τινων ἡμερῶν, διότι εἶναι ἡ ἀσφαλεστέρα.
§26Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Δὲν θὰ ἦσθε ἐδῶ χθές, κ. συνάδελφε. Παρεκάλεσα, ἵνα διευκολύνηται τὸ ἔργον τῆς Συνελεύσεως, τὰ νομοσχέδια τὰ ὁποῖα εἶναι ἐντελῶς τυπικοῦ περιεχομένου καὶ δὲν ὑπάρχει καμμία ἀντίρρησις νὰ προταχθοῦν καὶ ψηφισθοῦν κατ’ ἀρχήν. Τώρα λέγετε ὅτι δὲν ἔλαβον γνῶσιν οἱ κύριοι πληρεξούσιοι. Τὰ νομοσχέδια ἔχουν ὑποβληθῆ πρὸ πολλοῦ χρόνου καὶ ἠδύναντο οἱ κύριοι πληρεξούσιοι νὰ εἶχον μελετήσει αὐτά.
§27Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Δύνασθε νὰ μᾶς εἰδοποιήτε ποῖα νομοσχέδια νομίζετε τυπικά, ὥστε νὰ ῥίπτωμεν καὶ ἡμεῖς ἓν βλέμμα.
§28Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Ἀφίνω εἰς τὴν Συνέλευσιν νὰ κρίνῃ ποῖα νομοσχέδια πρέπει νὰ συζητηθῶσι. Νομίζω ἤδη ὅτι ἔχει ἀρχίσει ἡ συζήτησις τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 2 ἀντικειμένου τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως. Δύνασθε κατόπιν νὰ ζητήσητε τὴν πρόταξιν οἱουδήποτε νομοσχεδίου.
§29Φ. ΜΑΝΟΥΗΛΙΔΗΣ. Ὡμιλήσατε, κ. Πρόεδρε, περὶ ἐρεθισμοῦ ὁ ὁποῖος παρετηρήθη ἐκ μέρους τοῦ συναδέλφου Θεσσαλονίκης, ὅσον ἀφορᾷ μίαν παρατήρησιν τὴν ὁποίαν ἔφερε περὶ νομοσχεδίου τῆς Θεσσαλονίκης, περὶ τῆς οὐσίας τοῦ ὁποίου σεῖς γνωρίζετε περισσότερα ἀπὸ ἡμᾶς, πῶς δηλαδὴ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ἦτο ἀνάγκη νὰ ἔλθῃ εἰς τὴν Συνέλευσιν, κατόπιν μιᾶς ἀνάγκης παρουσιασθείσης εἰς τὴν Θεσσαλονίκην, τὴν ὁποίαν διεπιστώσατε ὑμεῖς αὐτοπροσώπως κατὰ τὴν τελευταίαν σας διαμονήν. Θὰ ἤθελον νὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν ὅσον ἀφορᾷ τὸ προσφυγικὸν ζήτημα τοῦ ὁποίου ἡ συζήτησις ἀναβάλλεται διαρκῶς δι’ οὓς λόγους γνωρίζει αὐτὴ ἡ ἰδία.
§30Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Ἔχει ὁρισθῆ τὴν Δευτέραν.
§31Φ. ΜΑΝΟΥΗΛΙΔΗΣ. Ἀκριβῶς δὲν γίνεται οὔτε τὴν Δευτέραν. Ἀλλὰ διαρκῶς ἀπὸ τῆς 16ης Δεκεμβρίου ἀναβάλλεται. Ἡμεῖς, εὐλαβεῖς πρὸς τὰ κοινοβουλευτικὰ ἔθιμα καὶ πειθαρχικώτατοι πρὸς τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς, οὐδέποτε ἐθίξαμεν τὸ ζήτημα τὸ προσφυγικὸν καὶ περιμένομεν νὰ ὁρισθῇ ὡς ἡμέρα τῆς συζητήσεως ἡ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ὁρισθησομένη. Παρὰ τὴν εὐλάβειαν ὅμως αὐτὴν τὴν ἰδικήν μας διαρκῶς γίνεται λόγος ἐνταῦθα περὶ τοῦ προσφυγικοῦ ἢ ὑπὸ τύπον προγραμματικῶν δηλώσεων ἢ ὑπὸ τύπον ἐπαγγελιῶν καὶ ἀκούομεν ὅτι λύεται ἐντὸς 6 μηνῶν ἢ ἀκούομεν συμβουλὰς ὅπως ἔχωμεν ὑπομονήν. Καὶ κινδυνεύομεν, παρεξηγούμενοι διὰ τὴν σιωπήν μας, ἀπὸ ἀδικουμένους νὰ θεωρηθῶμεν ὡς ἀδικοῦντες. Ἡμεῖς περιμένομεν πάντοτε τὴν ἡμέραν καθ’ ἣν θὰ γίνῃ ἡ συζήτησις. Τὸ προσφυγικὸν ζήτημα δὲν εἶναι κομματικόν, ἀλλ’ εἶναι ζήτημα ἑλληνικόν, καὶ εἶναι ἀνάγκη ὅπως διαφωτισθῇ ἡ Συνέλευσις καὶ δώσῃ μερικὰς συμβουλὰς ἐπὶ ἑνὸς ζητήματος κολοσσιαίου, τὸ ὁποῖον κακῶς ἐνομίσθη ὅτι ἀφορᾷ μόνον τοὺς πρόσφυγας. Θὰ παρακαλέσω τὴν Συνέλευσιν ὅπως προτάξῃ ὡρισμένα νομοσχέδια τὰ ὁποῖα σχετίζονται πρὸς τὸ ζήτημα τὸ προσφυγικόν. Ἐγένοντο ἀρκεταὶ τοιούτου εἴδους προτιμήσεις καὶ συνεπῶς δὲν νομίζω ὅτι, ἐὰν γίνῃ νέα προτίμησις, θὰ προσκρούσωμεν πρὸς τὴν καλὴν θέλησιν τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως λύσῃ ζητήματα τὰ ὁποῖα ἐκκρεμοῦσιν ἐπὶ πολὺν χρόνον. Αὐτὰ θὰ ἦτο ἡ παρατήρησίς μου.
§32Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Ἡ παρατήρησίς μου ἐγένετο, διότι ὁ κ. συνάδελφος ὡμίλησε κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὡς νὰ εἶχε πρόθεσιν ἡ Κυβέρνησις νὰ μὴ ψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον. Δὲν εὑρίσκω καθόλου δικαίας τὰς παρατηρήσεις τοῦ κ. συναδέλφου, ἐφόσον οὗτος γνωρίζει ὅτι τὸ νομοσχέδιον ὑπεβλήθη ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι κατ’ ἀπόφασιν τῆς Κυβερνήσεως προετιμήθη καὶ ἐψηφίσθη, παρεπέμφθη εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, ὅπου ἔλαβε μέρος ὁ κ. συνάδελφος κατὰ πρότασιν τῆς Κυβερνήσεως, ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπεξειργάσθη τὸ νομοσχέδιον καὶ τέλος ἐξήγησε διὰ ποίους λόγους χθὲς εἶχεν ἄλλην σειρὰν καὶ σήμερον ἄλλην. Τώρα, ἂν ζητῆτε νὰ προταχθῇ, δύνασθε νὰ τὸ κάμητε καὶ ἡ Κυβέρνησις δὲν θὰ εἶχεν ἀντίρρησιν, ἀλλὰ δὲν δικαιοῦσθε νὰ ἐλέγχητε τὴν Κυβέρνησιν ὅτι διαρκῶς ἀναβάλλει· ἠξεύρετε πολὺ καλὰ ὅτι οὐδέποτε ἡ Κυβέρνησις ἐπεδίωξε καμμίαν ἀναβολήν.
§33Γ. ΒΟΡΑΖΑΝΗΣ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἡ ψήφισις ἀναβάλλεται ἀπὸ ἡμέρας εἰς ἡμέραν.
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Φραγκούδης.
§35Γ. ΦΡΑΓΚΟΥΔΗΣ. Κύριοι πληρεξούσιοι, ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ σχεδίου τοῦ ὑπὸ κρίσιν ζητεῖ ὅπως ἡ Συνέλευσις ἐπικυρώσῃ διὰ ψηφίσματός της τὰς ἀποφάσεις καὶ τὰς πράξεις τῆς Ἐπαναστάσεως, ὡς καὶ τὰ ὑπ’ αὐτῆς ἐκδοθέντα Νομοθετικὰ Διατάγματα. Θεωρῶ τὴν πρότασιν ταύτην, ἡ ὁποία εἰσήχθη καὶ ὀλίγον παρὰ τὸν Κανονισμόν, διότι δὲν συνοδεύεται ἀπὸ καμμίαν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν, ὡς ὀλίγον παράξενον. Φαίνεται ὅτι ἡ Κυβέρνησις εὑρέθη ἐν ἀπορίᾳ ἐπιχειρημάτων, διότι αὐτὸ ἐξηγεῖ τὴν ἔλλειψιν αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως, ἐν ἀπορίᾳ ἐπιχειρημάτων νομικῶν νὰ στηρίξῃ τὴν παράδοξον αὐτὴν πρότασιν. Εἶναι γνωστόν, κύριοι, ὅτι ἡ Ἐπανάστασις ἀπετέλεσεν αὐτὴ καθ’ ἑαυτὴν ὡς νόμιμον καθεστὼς πηγὴν δικαίου καὶ δὲν ὑπάρχει καμμία ἀνάγκη ὅπως ἡμεῖς ἐπικυρώσωμεν διὰ ψηφίσματος τὰς ἀποφάσεις, τὰς πράξεις καὶ τὰ Νομοθετικὰ Διατάγματα τῆς Ἐπαναστάσεως. Ἑπομένως ἡ Ἐπανάστασις, ἀποτελοῦσα νόμιμον καθεστώς, δικαίως καὶ νομίμως ἐνομοθέτησεν. Ἂν ἐν τούτοις ὑπάρχουν Ν. Διατάγματα τὰ ὁποῖα ἐξεδόθησαν παρὰ τὴν ἰσχὺν τὴν ὁποίαν ἔταξεν εἰς ἑαυτὴν ἡ Ἐπανάστασις, δὲν εἴμεθα ἡμεῖς ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι θὰ ἀναλάβωμεν τὴν εὐθύνην τῶν νομοθετημάτων τῆς Ἐπαναστάσεως. Τὰ Ν. Διατάγματα τῆς Ἐπαναστάσεως διαιροῦνται εἰς δύο εἴδη: Ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐξεδόθησαν ἐντὸς τῶν ὁρίων τὰ ὁποῖα ἡ Ἐπανάστασις ἔταξεν εἰς ἑαυτήν, καὶ Ν. Διατάγματα τὰ ὁποῖα ἐξεδόθησαν παρὰ τὸ δίκαιον τὸ ὁποῖον ὥρισεν ἡ Ἐπανάστασις. Ὑπάρχουν πραγματικῶς Ν. Διατάγματα τὰ ὁποῖα θεωρῶ ἀντισυνταγματικά, διότι ἡ Ἐπανάστασις, ἂν καὶ εἶχε δικαίωμα νὰ δημοσιεύσῃ καὶ νομοθετήματα συνταγματικά, ὑπερέβη ἐν τούτοις τὸν σκοπὸν καὶ τὸ δίκαιον τὸ ὁποῖον ἔταξεν εἰς ἑαυτήν. Ἀναφέρω ὡς παράδειγμα τὸ Ν. Διάταγμα διὰ τοῦ ὁποίου καταργεῖται ἡ ἰδιοκτησία καὶ διὰ τοῦ ὁποίου ἐν ὀνόματι τῶν συνεταιρισμῶν τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων ἁρπάζονται τὰ γήπεδα τῶν διαφόρων μικροϊδιοκτητῶν τῶν Ἀθηνῶν. Τὸ Νομοθ. τοῦτο Διάταγμα π. χ. ἀποτελεῖ ἀντισυνταγματικότητα καὶ ἀνατροπὴν τοῦ κοινωνικοῦ καθεστῶτος ἐν Ἑλλάδι, καὶ δὲν δυνάμεθα ἡμεῖς σήμερον νὰ ἔλθωμεν νὰ ἐπικυρώσωμεν Διάταγμα τὸ ὁποῖον ὑπῆρξεν ἄδικον καὶ ἀντισυνταγματικὸν εἰς τὴν βάσιν.
§36Δ. ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Εὑρίσκεται ἐν ἰσχύϊ σήμερον τὸ Διάταγμα αὐτό;
§37Γ. ΦΡΑΓΚΟΥΔΗΣ. Μάλιστα. Λοιπὸν τὰ Διατάγματα καὶ αἱ πράξεις τῆς Ἐπαναστάσεως εἶναι καθ’ ἑαυταὶ ἔγκυροι. Ἀλλ’ ἐφόσον ἡ Ἐπανάστασις ὑπερέβη τὸν σκοπὸν τὸν ὁποῖον ἔταξεν εἰς ἑαυτήν, βεβαίως ὑπάρχουν Νομοθετικὰ Διατάγματα τὰ ὁποῖα εἶναι ἄκυρα, καὶ δὲν δυνάμεθα ἡμεῖς νὰ ἐρχώμεθα σήμερον καὶ νὰ κηρύξωμεν ὅλας τὰς πράξεις τῆς Ἐπαναστάσεως καλὰς ἢ κακὰς ὡς καλῶς γενομένας, οὔτε δυνάμεθα νὰ ἀναλάβωμεν ἡμεῖς, ἡ Συνέλευσις, τὴν ἠθικὴν εὐθύνην τῶν πράξεων τῆς Ἐπαναστάσεως. Ἡ Ἐπανάστασις ἐνήργησε πολλὰς πράξεις καλάς, ἀλλὰ καὶ πολλὰς πράξεις κακάς. Δὲν δυνάμεθα σήμερον ἡμεῖς νὰ ἔλθωμεν καὶ νὰ δηλώσωμεν ὅτι ὅλαι αἱ πράξεις τῆς Ἐπαναστάσεως ὑπῆρξαν καλαί. Αἱ ἐπαναστατικαὶ πράξεις θὰ μείνουν δι’ ὅ,τι ἀξίζουν, αἱ καλαὶ καλαὶ καὶ αἱ κακαὶ κακαί. Ἂν δὲ ἡ Κυβέρνησις εὑρίσκῃ ὅτι Νομοθετικὰ Διατάγματα τῆς Ἐπαναστάσεως ὑπῆρξαν ἢ ἀντισυνταγματικὰ ἢ κακῶς γενόμενα, ὀφείλει τοὐναντίον νὰ εἰσαγάγῃ νομοθετήματα διὰ τῶν ὁποίων νὰ ἀκυροῖ τὰς πράξεις ἐκείνας τῆς Ἐπαναστάσεως καὶ ὄχι νὰ ζητῇ ὅπως ἡ Κυβέρνησις ἡ σημερινὴ ἀναλάβῃ τὴν εὐθύνην 200 καὶ πλέον Διαταγμάτων, ὧν πολλὰ δὲν θέλω νὰ χαρακτηρίσω τὸ ὄνομά των. Ἐνθυμεῖσθε δὲ ὅτι ἡ Ἐπανάστασις καὶ μετὰ τὴν κήρυξιν τῶν ἐκλογῶν ἔσπευσε νὰ ἐκδώσῃ Διατάγματα τὰ ὁποῖα ὅλος ὁ πολιτικὸς κόσμος κατέκρινεν ὡς γενόμενα κακῶς καὶ ἀντιπολιτικῶς.
§38Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Ἰσχυρίζεσθε ὅτι ἡ Ἐπανάστασις εἶναι πηγὴ δικαίου καὶ ἔχετε δίκαιον. Ποῖος λοιπὸν εἶναι ὁ τρόπος διὰ τοῦ ὁποίου θὰ ἀκυρωθοῦν αἱ πράξεις τὰς ὁποίας θεωρεῖτε ὡς ἀντισυνταγματικάς; Δὲν εἶναι ἄλλος παρὰ νὰ γίνῃ ὁ νόμος ὁ ὁποῖος νὰ τροποποιῇ αὐτὰς τὰς πράξεις τῆς Ἐπαναστάσεως. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει σᾶς ἐρωτῶ: Τίνα κίνδυνον περιέχει ἡ ἀποδοχὴ τοῦ ψηφίσματος;
§39Γ. ΦΡΑΓΚΟΥΔΗΣ. Πρῶτον δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη.
§40Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Ἄλλο αὐτό. Θὰ σᾶς ἀποδείξω ὅμως ὅτι ὑπάρχει καὶ ἀνάγκη. Σᾶς ἐρωτῶ: Τίς κίνδυνος ὑπάρχει ἐκ τῆς ψηφίσεως τοῦ ψηφίσματος; Λέγετε ὅτι δὲν ἠμποροῦμεν ν’ ἀναλάβωμεν τὴν εὐθύνην ὅλων τῶν πράξεων τῶν νομοθετικῶν τῆς Ἐπαναστάσεως. Ἐν τούτοις σήμερον ὅλαι ἰσχύουν καὶ ἔχουν νόμιμον κῦρος. Ὑπάρχουν ὅμως καὶ μερικαὶ πράξεις αἱ ὁποῖαι, ἐφόσον δὲν ἤθελον κυρωθῆ ἀπὸ τὴν Συντακτικὴν Συνέλευσιν, μένουν εἰς τὸν ἀέρα, διότι Συντακτικὰς Συνελεύσεις δὲν ἔχομεν καθημερινῶς. Νομίζω λοιπὸν ὅτι πρέπει νὰ ψηφισθῇ τὸ ψήφισμα διὰ νὰ παύσῃ κάθε συζήτησις περὶ τοῦ τυπικοῦ κύρους αὐτῶν τῶν πράξεων. Ἀφίνεται δὲ καὶ ἡ συντακτικὴ ἐξουσία καὶ ἡ νομοθετικὴ ἐλευθερία νὰ τροποποιήσουν καὶ καταργήσουν τὰς πράξεις τῆς Ἐπαναστάσεως. Δὲν εἶναι τόσον τραγικὸν τὸ πρᾶγμα, ὥστε νὰ γίνῃ τόση συζήτησις.
§41Γ. ΦΡΑΓΚΟΥΔΗΣ. Αἱ πράξεις αὐταὶ ἰσχύουν ἀφ’ ἑαυτῶν, δὲν ἔχουν ἀνάγκην νὰ τὰς ἐπικυρώσωμεν ἡμεῖς.
§42Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Ἔχουν ἀνάγκην. Ὑποθέσατε τὸ Διάταγμα διὰ τοῦ ὁποίου συνεστήθη τὸ Ἔκτακτον Δικαστήριον. Αὐτὸ ἀποτελεῖ μίαν συντακτικὴν πρᾶξιν. Ἐὰν δὲν κυρωθῇ ἡ πρᾶξις αὐτή, δὲν μένει εἰς τὸν ἀέρα, ἄνευ κύρους; Ὑπάρχει ἓν νομικὸν ἀξίωμα τὸ ὁποῖον λέγει: «Τὸ πλέον οὐ βλάπτει». Κατὰ τὴν ἰδικήν μου ἀντίληψιν, ἡ πρᾶξις ἡ συντακτικὴ αὐτὴ τῆς Ἐπαναστάσεως, ἐφόσον δὲν κυροῦται ὑπὸ τοῦ Συντακτικοῦ Σώματος, μένει εἰς τὸν ἀέρα καὶ δύναται αὔριον νὰ ἀμφισβητηθῇ ἡ νόμιμος ἐνέργεια ἡ ὁποία ἐπηκολούθησεν ἐπὶ τῇ βάσει τῆς συντακτικῆς αὐτῆς πράξεως. Διὰ νὰ κοπῇ κάθε συζήτησις ἐπὶ τοῦ Διατάγματος αὐτοῦ, προτείνει ἡ Κυβέρνησις νὰ περιβληθοῦν τυπικὸν κῦρος αἱ πράξεις τῆς Ἐπαναστάσεως αἱ ὁποῖαι, κατὰ τὸ πλεῖστον, ἔχουν ἤδη οὐσιαστικὸν κῦρος. Καὶ σᾶς τὸ λέγω αὐτό, διότι ἐφέρατε παράδειγμα τὸ Νομοθετικὸν Διάταγμα τῶν ἀπαλλοτριώσεων. Δὲν δίδομεν κῦρος εἰς τὰς καθ’ ἕκαστον πράξεις, ἀλλὰ κυρίως εἰς τὴν Ἐπανάστασιν αὐτὴν καθ’ ἑαυτήν.
§43Γ. ΦΡΑΓΚΟΥΔΗΣ. Τὴν Ἐπανάστασιν τὴν ἐπεκυρώσαμεν· ὅσον ἀφορᾷ ὅμως τὰ νομοθετικὰ αὐτῆς μέτρα, ἡ ἀντίληψίς μου εἶναι ὅτι θὰ ἦτο προτιμότερον ἡ Κυβέρνησις νὰ εἰσαγάγῃ εἰς τὴν Συνέλευσιν τὰς ἀποφάσεις ἐκείνας αἱ ὁποῖαι νομίζει ὅτι πρέπει νὰ ἀκυρωθοῦν.
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μάρκου.
§45Α. ΜΑΡΚΟΥ. Αἱ ἐξηγήσεις τὰς ὁποίας εὐηρεστήθη νὰ δώσῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ψηφίσματος διαρρυθμίζουν τὰ πράγματα ἄλλως καὶ ἐντοπίζουν τὴν συζήτησιν. Γεγονὸς εἶναι ἕν: Ὡς εἰσάγεται τὸ ψήφισμα, ἄνευ αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως, ἠδύνατο ν’ ἀντιτάξῃ τις τὸ ἐρώτημα: Διὰ τίνα λόγον ζητεῖται ἡ κύρωσις τῶν ἀποφάσεων τῆς Ἐπαναστάσεως καὶ τῶν Νομοθετικῶν Διαταγμάτων, ἐφόσον τὰ Ν. Διατάγματα δὲν εἶχον ἀνάγκην ἐπικυρώσεώς τινος; Διὰ νὰ λείψῃ πᾶσα δικαστικὴ ἀμφισβήτησις περὶ τοῦ κύρους τῆς ἰσχύος αὐτῶν, θὰ ἐπεθύμουν νὰ ὑποβάλω ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Συνελεύσεως τὴν ἑξῆς πρότασιν: Νὰ ὑποβληθοῦν ὑπὸ τὴν κρίσιν μιᾶς Ἐπιτροπῆς τὰ κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς Ἐπαναστάσεως ἐκδοθέντα διάφορα Νομοθετικὰ Διατάγματα διὰ νὰ κριθῇ ποῖα ἐξ αὐτῶν εἶναι ἀνάγκη νὰ μεταρρυθμισθοῦν. Εἰδικῶς μετὰ τὴν 13ην Ὀκτωβρίου ἐξεδόθη σωρεία Διαταγμάτων τὰ ὁποῖα ἀνέτρεψαν ἄρδην ὡρισμένας διατάξεις ἰσχυούσας εἰς τὴν κρατικὴν νομοθεσίαν. Ἐδημοσιεύθησαν Νομοθετικὰ Διατάγματα ὀλίγας ἡμέρας μετὰ τὴν προκήρυξιν τῶν ἐκλογῶν διὰ τῶν ὁποίων ρυθμίζεται ὁ τρόπος τῆς διαδικασίας ἐνώπιον τῶν Δικαστικῶν Συμβουλίων. Τὰ Διατάγματα αὐτά, ἀντὶ νὰ ἐπιφέρουν τὴν βελτίωσιν τὴν ὁποίαν ἐσκόπει ὁ νομοθέτης, ἐπέφεραν τὴν ἀποτελμάτωσιν τῆς Ποινικῆς Δικαιοσύνης. Σήμερον τὰ ἀνακριτικὰ γραφεῖα εἶναι ἔμπλεα δικογραφιῶν, ἐὰν δὲ παρέλθῃ τρίμηνον καὶ δὲν καταργηθοῦν τὰ Διατάγματα ταῦτα, ἀσφαλῶς θὰ εὑρεθῶμεν πρὸ πληθωρικῆς αὐξήσεως τῶν ἐργασιῶν αὐτῶν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης κατὰ τὴν τελευταίαν περιοδείαν του θὰ ἐπληροφορήθη ἀπὸ τὰς διαφόρους δικαστικὰς Ἀρχὰς ὅτι εἶναι ἀπαραίτητος ἀνάγκη νὰ καταργηθοῦν τὰ Διατάγματα αὐτά. Συνοψίζων τὴν ἀγόρευσίν μου θὰ παρακαλέσω τὴν Συνέλευσιν, ἀφοῦ ψηφίσῃ τὸ ψήφισμα αὐτό, νὰ ὁρίσῃ μίαν Ἐπιτροπὴν ἡ ὁποία νὰ μελετήσῃ ὅλα τὰ ἐκδοθέντα Διατάγματα, τὰ ὁποῖα κατ’ ἀριθμὸν ὑπερβαίνουν τὰ χίλια, νὰ μελετήσῃ τὰ Διατάγματα ταῦτα καὶ νὰ καθορίσῃ τίνα ἐξ αὐτῶν ἔχουσιν ἀνάγκην μεταρρυθμίσεως.
§46Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Ἐὰν ἐπιμένητε διὰ τὰ Νομοθετικὰ Διατάγματα, ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔχει ἀντίρρησιν νὰ βγοῦν αὐτά. Ἐκεῖνο ὅμως τὸ ὁποῖον θεωρῶ ἀπαραίτητον εἶναι ἡ κύρωσις τῶν συντακτικῶν πράξεων τῆς Ἐπαναστάσεως.
§47Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Ἐφόσον ὑπάρχουν Νομοθετικὰ Διατάγματα τῆς Ἐπαναστάσεως διὰ τὰ ὁποῖα ὑπάρχει ἀντίρρησις, δύναται ν’ ἀσκηθῇ εἷς ἔλεγχος ἐπ’ αὐτῶν συγκεκριμένως.
§48Α. ΜΑΡΚΟΥ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως στέργει νὰ γίνῃ ὁ χωρισμὸς καὶ νὰ μὴ περιβληθοῦν δι’ ἰδιαιτέρου κύρους τὰ Νομοθετικὰ Διατάγματα.
§49Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Κύριε συνάδελφε, αὐτὸ τὸ ὁποῖον ζητεῖτε εἶναι, σᾶς βεβαιῶ, τελείως ἄσκοπον, διότι σᾶς λέγω ὅτι τὰ Νομοθετικὰ Διατάγματα ἔχουν ἰσχὺν νόμου.
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λιβαθηνόπουλος.
§51Ρ. ΛΙΒΑΘΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Θαυμάζω καὶ ἐγὼ τοὺς ἄνδρας οἵτινες διῴκησαν τὴν Χώραν κατὰ τὴν ἐπαναστατικὴν περίοδον, ὅπως θαυμάζω καὶ τὸ ἔργον τῆς Ἐπαναστάσεως. Ἀπὸ τοῦ σημείου ὅμως τούτου μέχρι τοῦ νὰ ἀποδώσωμεν εἰς τοὺς ἄνδρας τῆς Ἐπαναστάσεως τὴν ἰδιότητα ἐκείνην ἥτις ἀποδίδεται εἰς τοὺς ἐπὶ τῆς γῆς ἀντιπροσώπους τοῦ Θεοῦ, τοὺς Πάπας, τὴν ἰδιότητα δηλαδὴ τοῦ ἀλαθήτου, ὑπάρχει ἀπόστασις καὶ ἀπόστασις μεγάλη. Κυροῦντες δὲ διὰ μιᾶς ἀποφάσεως πάντα συλλήβδην τὰ Νομοθετικὰ Διατάγματα τὰ ὁποῖα ἡ Ἐπανάστασις ἐξέδωκε παραδεχόμεθα τὸ ἀλάθητον τῶν ἀνδρῶν τῆς Ἐπαναστάσεως. Ἡ Ἐπαναστατικὴ Κυβέρνησις, ἥτις διώκησε τὴν Χώραν ἐπί τινα χρόνον ἐξέδωκε πληθώραν Νομοθετικῶν Διαταγμάτων, ἐκ τῶν ὁποίων πολλά, συρραφέντα ὑπὸ τῶν ὑπηρεσιῶν τῶν Ὑπουργείων μετὰ σπουδῆς καὶ ἄνευ τοῦ ἀπαιτουμένου ἐλέγχου, παίζουσι γροθιὲς ὄχι μόνον μὲ τοὺς κειμένους νόμους, ὄχι μόνον μὲ τὰ ἤθη καὶ ἔθιμα τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ, ἀλλὰ καὶ μὲ αὐτὴν τὴν λογικήν. Καὶ θὰ ἠδυνάμην νὰ ἀναφέρω πρὸς ὑμᾶς πολλὰ παραδείγματα ἐκ τῶν τοιούτων Νομοθετικῶν Διαταγμάτων, τὰ ὁποῖα ἔχω συλλέξει καὶ μελετήσει, ἀλλά, ἵνα μὴ σᾶς κουράσω, θὰ σᾶς ἀναφέρω ἓν καὶ μόνον, τὸ ὁποῖον ὑπέπεσεν εἰς τὴν ἀντίληψίν μου μόλις πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν καὶ τὸ ὁποῖον, ἐὰν ὑπερψηφίσητε τοῦ ὑπὸ κρίσιν ὑμῶν ψηφίσματος, θὰ μείνῃ καὶ αὐτὸ μαζὶ μὲ τὰ τόσα ἄλλα ὡς νόμος τοῦ Κράτους πρὸς δόξαν καὶ τιμὴν τῆς ἑλληνικῆς νομοθεσίας. Ὁ παρὼν μὴν καθὼς καὶ ὁ παρελθών, κύριοι πληρεξούσιοι, εἶναι οἱ μῆνες τῶν παθῶν τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ· εἶναι οἱ μῆνες καθ’ οὓς πᾶς Ἕλλην πολίτης σύρεται ἀπὸ τοῦ Ἄννα εἰς τὸν Καϊάφαν, ἀπὸ τοῦ Καϊάφα εἰς τὸ Πραιτώριον καὶ ἀπὸ τοῦ Πραιτωρίου εἰς τὸν τόπον τοῦ Σταυροῦ, ὅ ἐστὶ μεθερμηνευόμενον εἰς τὴν Ἐφορίαν. Εἶναι οἱ μῆνες καθ’ οὓς ὁ Ἕλλην ὑποχρεοῦται νὰ συγγράψῃ τὰς φορολογικάς του δηλώσεις τῶν ἀμέσων φόρων καὶ νὰ πληρώσῃ τὰ ὀφειλόμενα εἰς τὸ δημόσιον Ταμεῖον. Εἶναι οἱ μῆνες τῶν παθῶν, κύριοι πληρεξούσιοι, οἱ μῆνες οὗτοι, ὄχι διότι ὁ Ἕλλην πολίτης θὰ πληρώσῃ τὸν ὑπὸ τῆς Πολιτείας ἐπιβαλλόμενον φόρον τοῦ χρήματος, καθότι ὁ Ἕλλην πολίτης ἐπλήρωσε καὶ πληρώνει πάντοτε σχεδὸν ἀγογγύστως τοὺς ἐπιβαλλομένους φόρους, ἀλλὰ διότι τὸ φορολογικόν μας σύστημα εἶναι τοιοῦτον, ὥστε οὐδεὶς εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ γνωρίζῃ οὔτε πόσα θὰ πληρώσῃ οὔτε διατί τὰ πληρώνει οὔτε ποῦ θὰ τὰ πληρώσῃ· οὔτε καί, ὁπόταν τὰ πληρώνῃ, ἂν εἰσέρχονται εἰς τὸ δημόσιον Ταμεῖον. Ἐρρήθη, κύριοι, ὅτι μετὰ τὸν πόλεμον εἶναι ἀνάγκη ἐντατικῆς ἐργασίας τῶν λαῶν ὅπως ἐπανέλθῃ ὁ κόσμος εἰς τὴν τακτικὴν αὐτοῦ τροχιάν· ἀλλὰ ποίαν ἐντατικὴν ἐργασίαν θὰ ζητήσητε ἀπὸ τὸν Ἕλληνα, ὁ ὁποῖος εἶναι ἠναγκασμένος ἕνεκα τοῦ φορολογικοῦ μας συστήματος τῶν ἀμέσων φόρων νὰ καταγίνῃ ἐπὶ ὁλόκληρον μῆνα διὰ νὰ συγγράψῃ τὰς φορολογικὰς αὐτοῦ δηλώσεις καὶ πληρώσῃ τοὺς φόρους του; Ποίαν ἐντατικὴν ἐργασίαν θὰ ζητήσητε ἀπὸ τὸν Ἕλληνα, ὁπόταν, καὶ μετὰ τὴν πληρωμὴν τῶν φόρων αὐτῶν, θὰ μαλλιοτραβιέται καθ’ ὅλον τὸν χρόνον μὲ τὸν Ἔφορον καὶ θὰ σύρηται εἰς τὴν Ἐφορίαν δὶς καὶ τρὶς τοῦ μηνὸς καθ’ ἅπαν τὸ ἔτος πρὸς πληρωμὴν προσθέτων φόρων καὶ προστίμων, ἀφοῦ οὐδέποτε σχεδὸν αἱ Ἐφορίαι παραδέχονται ὡς ἀκριβεῖς τὰς ὑπὸ τῶν πολιτῶν ὑποβαλλομένας δηλώσεις; Καὶ ποῖος Ἕλλην, εἴτε ἔμπορος εἶναι, εἴτε δικηγόρος εἶναι, εἴτε ἰατρός, εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ συντάξῃ μόνος του τὰς φορολογικάς του δηλώσεις; Προκαλῶ καὶ αὐτὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ αὐτὸν τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ δηλώσωσιν, ἐὰν φορολογῶνται, κατὰ πόσον συνέταξαν μόνοι των τὰς φορολογικάς των δηλώσεις ἢ προσέτρεξαν εἰς τὴν συνδρομὴν ἄλλων ἐμπειροτέρων, καθὼς καὶ ἂν εἶναι βέβαιοι ὅτι ἡ τοιαύτη σύνταξις ὑπῆρξεν ἀκριβής, ὥστε νὰ μὴ τρέχωσι τὸν κίνδυνον νὰ μαλλιοτραβιῶνται μὲ τὸν Ἔφορον, ὅταν εἰς τὸ μέλλον δὲν θὰ κάθηνται ἐπὶ τῶν ὑπουργικῶν ἑδωλίων. Ἀλλὰ πῶς θέλετε, κύριοι, νὰ γνωρίζῃ ὁ Ἕλλην πολίτης νὰ συντάσσῃ τὰς φορολογικάς του δηλώσεις, ἀφοῦ ὑπάρχουσιν ἐπαγγελματίαι πληρώνοντες 25 καὶ 30 εἰδῶν ἀμέσους φόρους; Ἐγώ, ὅστις δὲν εἶμαι καὶ πολυσχιδὴς εἰς τὰς ἐργασίας μου, εἶμαι χειροῦργος καὶ ἔχω καὶ ἕνα σπίτι, πληρώνω δὲ 14 ἀμέσους φόρους, ὁμολογῶ ὅτι, καίτοι κατ’ ἔτος μελετῶ τὴν σύνταξιν τῶν δηλώσεων, οὐδέποτε κατώρθωσα νὰ συντάξω αὐτὰς μόνος, ἀλλὰ προσέφυγον πάντοτε εἰς ἐμπειροτέρους καὶ μ’ ὅλον τοῦτο, ὡς ἐκ τοῦ ἐπαγγέλματός μου, λογίζομαι μεταξὺ τῶν διανοουμένων. Κατώρθωσα λοιπὸν καὶ ἐφέτος, τῇ συμπράξει πολλῶν λογίων, νὰ συγγράψω τὰς ἀπαιτουμένας δηλώσεις καὶ νὰ ἀποστείλω ταύτας μὲ τὸν ὑπάλληλόν μου εἰς τὴν Ἐφορίαν. Ἐπιστρέφων ὅμως ὁ ὑπάλληλός μου ἐκ τῆς Ἐφορίας μοὶ λέγει ὅτι δὲν ἠδυνάμην νὰ λάβω τὴν ἄδειαν τοῦ ἐπιτηδεύματος, ἐὰν δὲν ἤθελον πληρώσει καὶ τὸν φόρον τοῦ Ἐμπορικοῦ Ἐπιμελητηρίου. Σᾶς ὁμολογῶ ὅτι δὲν ἐγνώριζον ποῖαι σχέσεις ὑπάρχουσι μεταξὺ τῆς Χειρουργίας καὶ τοῦ Ἐμπορικοῦ Ἐπιμελητηρίου, διότι δὲν ἐφανταζόμην ὅτι ὁ ἄρρωστος εἶναι ἐμπόρευμα, ὡς ἡ σταφίς, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε τὸ Ἐμπορικὸν Ἐπιμελητήριον νὰ διαφημίσῃ καὶ εἰς τὴν Εὐρώπην. Ὁ ὑπάλληλός μου μὲ ἐξήγαγε τῆς πλάνης ὅτι ἡ μικρὰ κλινική μου, εἰς ἣν χειρουργῶ, εἶναι ἐμπορικὴ ἐπιχείρησις καὶ ἑπομένως εὑρισκόμην ἀναγκαστικῶς εἰς ἄμεσον σχέσιν μὲ τὸ Ἐμπορικὸν Ἐπιμελητήριον, καθὼς καὶ μὲ τὴν ἄμεσον αὐτοῦ φορολογίαν. Παρεδέχθην τὴν ἐξήγησιν τοῦ ὑπαλλήλου μου καὶ τῷ εἶπον νὰ σπεύσῃ νὰ πληρώσῃ καὶ αὐτὸν τὸν φόρον διὰ νὰ λάβωμεν τὴν ἄδειαν τοῦ ἐπαγγέλματος. Ἀλλὰ σᾶς βεβαιῶ ὅτι κατεπλάγην, ὅταν παρὰ τοῦ ἰδίου ὑπαλλήλου μου ἔμαθον ὅτι ὁ ἄμεσος οὗτος φόρος τοῦ Ἐπιμελητηρίου ἐφέτος ἀνήρχετο εἰς 250 δραχμάς, ἐνῷ τὸ παρελθὸν ἔτος μόλις ἀνήρχετο εἰς 14 δραχμάς. Δὲν ἠδυνάμην ποτὲ νὰ φαντασθῶ ὅτι αἱ 14 δραχμαὶ τοῦ φόρου εἰς τὸ διάστημα ἑνὸς ἔτους ἀνῆλθον διὰ Νομοθετικοῦ Διατάγματος εἰς 250 καὶ δὴ προκειμένου περὶ φόρου ὄχι πλέον ἀφορῶντος τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον, ἀλλὰ τὸ Ἐμπορικὸν Ἐπιμελητήριον· καὶ ἐφαντάσθην ὅτι πρόκειται περὶ φορολογίας παρεμφεροῦς ἐκείνης τὴν ὁποίαν ἔθεσεν εἰς ἀρχαιοτέραν ἐποχὴν πονηρὸς πατριώτης μου εἰς τὴν πρωτεύουσαν ὁμόρου Ἐπικρατείας.
§52ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Νὰ τὴν πῆτε, νὰ τὴν πῆτε.
§53Ρ. ΛΙΒΑΘΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ τὴν διηγηθῶ πολὺ εὐχαρίστως. Ὁ πονηρὸς πατριώτης μου ἦτο κάτοχος μικροῦ πλοιαρίου καὶ ἐφαντάσθη ὅτι πληρῶν τὸ πλοιάριόν του μὲ ἐμπορεύματά τινα καὶ μεταβαίνων εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν θὰ ἠδύνατο νὰ ἔχῃ ἀρκετὰς ὠφελείας. Ἐπραγματοποίησε τὸ σχέδιόν του καὶ ἔφθασεν ἐπὶ τέλους εἰς τὴν πρωτεύουσαν τῆς ὁμόρου Ἐπικρατείας. Ἅμα ἠγκυροβόλησεν, ἀνῆλθεν ἐπὶ τοῦ πλοιαρίου του εἰς λιμενοφύλαξ, ὅστις τοῦ ἐζήτησε τὸν φόρον τῆς ἀγκυροβολίας, καὶ μετὰ τὴν πληρωμὴν τοῦ φόρου αὐτοῦ ἠναγκάσθη νὰ πληρώσῃ καὶ τὸ ἀπαραίτητο μπαξίσι. Ἐξῆλθε τοῦ πλοιαρίου του, καὶ ἕτερος φύλαξ ζητεῖ νέον φόρον καὶ νέον μπαξίσι. Ἐξάγει τὸ ἐμπόρευμά του εἰς τὴν παραλίαν καὶ πληρώνει νέους φόρους καὶ νέα μπαξίσια. Τοσούτους δὲ φόρους καὶ μπαξίσια πληρώνει, ὥστε ὁλόκληρος πλέον ἡ ἀξία τῶν ἐμπορευμάτων ἀπερροφήθη ἐκ τῶν φόρων καὶ τῶν μπαξισίων, ἔμενε δὲ καὶ χρεώστης. Καὶ ὁ πονηρὸς Κεφαλλὴν ἤρχισε τότε νὰ σκέπτηται διὰ ποίου τρόπου θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπανακτήσῃ τὰ ἀπολεσθέντα. Καὶ εἶπε καθ’ ἑαυτόν: «Εἶναι δυνατὸν εἰς ἕνα Τόπον, εἰς τὸν ὁποῖον ὑπάρχουν Βασιλεῖς, Στρατοί, Στόλοι, Ὑπουργεῖα, Δικαστήρια, νὰ ὑπάρχωσι τόσοι φόροι, ὥστε νὰ ἀπορροφᾶται ἐξ αὐτῶν ἐντὸς δύο ἡμερῶν ὁλόκληρον τὸ ἐμπόρευμα;» Ὄχι, ἐσκέφθη, εἶναι ἀδύνατον οἱ φόροι αὐτοὶ νὰ εἶναι νόμιμοι· καὶ ἐσχημάτισε τὴν πεποίθησιν ὅτι εἰς τὸ πρωτότυπον αὐτὸ Βασίλειον ὅποιος ἤθελεν ἔβαζε φόρους καὶ ἠδύνατο ἀκωλύτως νὰ τοὺς εἰσπράττῃ καὶ ὅτι πάντες οἱ ὑπ’ αὐτοῦ πληρωθέντες φόροι οὐδεμίαν εἶχον σχέσιν μὲ τὴν φορολογίαν τοῦ Κράτους, ἀλλ’ εἰσεπράττοντο παρ’ ἀνθρώπων οἵτινες καὶ οὐδεμίαν σχέσιν εἶχον μὲ τὸ δημόσιον Ταμεῖον. Δι’ ὅπερ καὶ ἐσκέφθη ὅτι ὁ καταλληλότερος τρόπος διὰ νὰ ἐπανακτήσῃ τὰ ἀπολεσθέντα ἦτο νὰ ἐπιβάλῃ καὶ αὐτὸς εἰς τὸν περίεργον αὐτὸν Τόπον ἕνα φόρον. Καὶ ἐπειδὴ κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχὴν ἐμάστιζε τὴν πρωτεύουσαν τῆς προκειμένης Ἐπικρατείας ἡ χολέρα καὶ ἔβλεπεν ἐκ τοῦ πλοιαρίου του ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν κηδειῶν καθημέραν ἦτο καὶ μεγαλύτερος, ἐσκέφθη ὅτι ὁ προσφορώτερος καὶ εὐκολώτερος πρὸς εἴσπραξιν φόρος θὰ ἦτο ἕνας φόρος ἐπὶ τῶν κηδειῶν. Καὶ ἅμ’ ἔπος, ἅμ’ ἔργον. Ἔλαβε μίαν καρέκλαν, ἕνα τραπεζάκι, μίαν πένναν, ἕνα μελανοδοχεῖον καὶ ἕνα βιβλιάριον εἰσπράξεων, ἐκάθισεν ἔξω τοῦ Νεκροταφείου καὶ ἤρχισεν εἰσπράττων φόρον ἀνάλογον τῆς πολυτελείας ἑκάστης κηδείας. Καὶ οἱ δουλειὲς ἐπήγαιναν περίφημα· οὐδεὶς ἠρώτα αὐτὸν περὶ τοῦ φόρου τὸν ὁποῖον εἰσέπραττε. Μίαν ὅμως ἡμέραν εἷς ἀγρίως φορολογηθεὶς ἔλαβεν ὑποψίας διὰ τὸν ὑπερβολικὸν φόρον, τὸν ὁποῖον ἐπλήρωσε, καὶ ἐπειδὴ ἦτο ἄνθρωπος μεγάλης κοινωνικῆς τάξεως μετέβη εἰς τὰ διάφορα Ὑπουργεῖα καὶ ἠρώτα ἂν ὑπῆρχεν εἷς φόρος τόσον βαρύς· ἀλλ’ οὐδεὶς ἠδύνατο νὰ τῷ δώσῃ ὡρισμένας πληροφορίας, ὁπότε ἠναγκάσθη νὰ προσφύγῃ καὶ εἰς αὐτὸν τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις ἀντὶ ἀπαντήσεως τὸν ἠρώτησε: «Μὰ αὐτὸς ὁ φόρος εἰσπράττεται, παιδί μου;». Καὶ εἰς τὴν ἀπάντησιν τοῦ φορολογηθέντος ὅτι εἰσπράττεται καὶ ὅτι ὁ ἴδιος τὸν ἐπλήρωσεν ἡ ἀνταπάντησις τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἦτο: «Μὰ ἀφοῦ εἰσπράττεται, παιδί μου, βεβαίως εἶναι φόρος ποὺ θὰ ὑπάρχῃ». Καὶ οὕτω ἀφέθη ὁ συμπατριώτης μου ἐλεύθερος νὰ συμπληρώσῃ τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον ἐνόμιζεν ἀρκετὸν διὰ τὸ μέχρι τοῦ Τόπου ἐκείνου ταξίδιον καὶ νὰ ἀναχωρήσῃ ἐκ τοῦ προτύπου αὐτοῦ Βασιλείου ἐνθουσιασμένος ἐκ τῆς ἐπιχειρήσεώς του. Σᾶς βεβαιῶ λοιπόν, κύριοι πληρεξούσιοι, ὅτι, ὅταν ἤκουσα ὅτι ἔπρεπε νὰ πληρώσω φόρον, ἐγὼ ὁ ἰατρός, ἐκ 250 δραχμῶν εἰς τὸ Ἐμπορικὸν Ἐπιμελητήριον, ἐφαντάσθην ὅτι ἐπρόκειτο περὶ φόρου ὁμοίου ἐκείνου τοῦ Κεφαλλῆνος καὶ ἔλαβον τὴν ἄγουσαν εἰς τὰ Ὑπουργεῖα διὰ νὰ ἐξετάσω τὰ τοῦ περιέργου αὐτοῦ φόρου. Εἰς τὸν δρόμον εἰσῆλθον εἰς δύο ἢ τρία μικρὰ καταστήματα καὶ ἠρώτησα τοὺς καταστηματάρχας αὐτῶν ἂν ἐπλήρωσαν τοιοῦτον φόρον. Πάντες μοὶ ἀπήντησαν ὅτι τὸν ἐπλήρωσαν, ἐξηκρίβωσα μάλιστα ὅτι οἱ δύο ἐξ αὐτῶν ἐπλήρωσαν τὸν φόρον αὐτὸν εἰς τὸ Ἐμπορικὸν Ἐπιμελητήριον, ἐνῷ εἰς τὸ Δημόσιον οὐδὲν ἐπλήρωσαν, καθότι ἐκ τῶν ὑποβληθέντων ἰσολογισμῶν αὐτῶν δὲν ὑπεχρεοῦντο νὰ πληρώσωσι φόρον καθαρᾶς προσόδου, ὡς μὴ ἔχοντες κατὰ τὸ ἔτος αὐτὸ κέρδη. Τότε πλέον ἐσχημάτισα τὴν πεποίθησιν ὅτι ὁ φόρος αὐτὸς τοῦ Ἐμπορικοῦ Ἐπιμελητηρίου ἦτο τοῦ εἴδους τοῦ φόρου τοῦ Κεφαλλῆνος. Καὶ κατεπλάγην, ὅταν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας ὁ ἁρμόδιος ὑπάλληλος μοὶ ἀνέγνωσε τὸ ἄρθρον τοῦ Νομοθετικοῦ Διατάγματος περὶ Ἐμπορικῶν Ἐπιμελητηρίων, εἰς τὸ ὁποῖον καθαρῶς ἀναγράφεται ὅτι ὁ ἔμπορος ὁ πληρώνων εἰς τὸ Δημόσιον φόρον καθαρᾶς προσόδου κάτω τῶν 5,000 δραχμῶν ὑποχρεοῦται νὰ καταβάλῃ πρὸς τὸ Ἐμπορικὸν Ἐπιμελητήριον δραχμὰς 250, ὅ ἐστὶ μεθερμηνευόμενον ὅτι καὶ ἡ ἐμπορικὴ ἐπιχείρησις, ἡ ὁποία οὐδὲν πληρώνει εἰς τὸ δημόσιον Ταμεῖον, ὀφείλει μ’ ὅλον τοῦτο νὰ πληρώσῃ φόρον ἐκ 250 δραχμῶν πρὸς τὸ Ἐμπορικὸν Ἐπιμελητήριον. Καὶ τώρα ἁπλούστατα σᾶς ἐρωτῶ, κύριοι πληρεξούσιοι: Τοιούτου εἴδους Νομοθετικὰ Διατάγματα εἶναι δυνατὸν νὰ παραμείνωσι νόμοι τοῦ Κράτους;
§54Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Κύριε συνάδελφε, δὲν πρέπει νὰ λέγητε ὅτι πρέπει νὰ μὴ ἰσχύῃ αὐτό. Διὰ νὰ παύσῃ ὅμως νὰ ἰσχύῃ, πρέπει νὰ γίνῃ νόμος, ὅστις νὰ τὸ καταργήσῃ. Σεῖς δὲν θὰ ὁμιλήσητε περὶ τοῦ Διατάγματος αὐτοῦ περὶ τοῦ ὁποίου ὁμιλεῖτε. Τὸ μόνον τὸ ὁποῖον δύναται νὰ γίνῃ εἶναι, ἂν ὑπάρχῃ τρόπος, νὰ ὑποβάλητε πρότασιν νόμου, ἥτις νὰ συζητηθῇ. Δὲν εἶναι τὰ πράγματα ἐν τάξει, διότι ἐδῶ πρέπει νὰ γίνηται κάτι τι ἐπικίνδυνον εἰς τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα.
§55Ρ. ΛΙΒΑΘΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ νομοθετικὴ ὁδός, κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι αἱ ἑλληνικαὶ καλένδαι καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ καταδικάσητε τὸν Ἑλληνικὸν Λαὸν ὅπως ὑφίσταται ἐπ’ ἀόριστον χρόνον Νομοθετικὰ Διατάγματα ὅμοια ἐκείνου τὸ ὁποῖον ἀνωτέρω σᾶς ἀνέφερα, καὶ νὰ ἐξακολουθήσωσιν ὑφιστάμενοι ὡς νόμοι τοῦ Κράτους νομοθετήματα ἀμελέτητα, τὰ ὁποῖα δὲν ἔτυχον τῆς κοινοβουλευτικῆς βασάνου. Δι’ αὐτὸ νομίζω ὅτι ὁ καλύτερος δρόμος εἶναι νὰ σχηματισθῇ μία κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπή, ἡ ὁποία νὰ ἐξελέγξῃ πάντα ταῦτα τὰ νομοθετήματα καὶ νὰ φέρῃ τὸ πόρισμα αὐτῆς ἐνώπιον τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως.
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κρεμεζῆς.
§57ΣΠ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Οὐδεὶς δύναται ν’ ἀντείπῃ, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ἡ Ἐπανάστασις, ἐπικρατήσασα, ἐδημιούργησε Δίκαιον καὶ ἐν τῷ κυριαρχικῷ της δικαιώματι ἐδικαιοῦτο καὶ καλῶς καθώρισε τὸν τρόπον μὲ τὸν ὁποῖον ἤθελε νὰ νομοθετῇ. Τὸ νομοθετεῖν εἶναι μία τῶν τροφῶν, δύναμαι νὰ εἴπω, τῆς κρατικῆς μηχανῆς, ἡ ὁποία ἀναμφιβόλως δὲν δύναται νὰ σταματήσῃ πρὸ οἱασδήποτε περιστάσεως. Ἐκ τῆς ἀνάγκης αὐτῆς καὶ ἡ Ἐπανάστασις ἠναγκάσθη νὰ ἐκδώσῃ σχετικὴν ἀπόφασιν, δυνάμει τῆς ὁποίας ἡ Νομοθετικὴ Ἐξουσία περιῆλθεν εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, τὸ ὁποῖον διὰ Νομοθετικῶν Διαταγμάτων ἐνομοθέτει. Τὰ νομοθετήματα ταῦτα ἀναμφισβητήτως εἶναι ἀπὸ Δικαίου ἔγκυρα. Ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ ὑπὸ κρίσιν ψηφίσματος ζητεῖ τὴν τυπικὴν ἐπικύρωσιν αὐτῶν παρὰ τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως, ὡς κάτι τι ἐπὶ πλέον. Καὶ τὸ περισσὸν δὲν βλάπτει. Ἀλλὰ τὰ Νομοθετικὰ ταῦτα Διατάγματα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συγχυσθοῦν μὲ τὰ Νομοθετικὰ Διατάγματα τὰ ἐκδοθέντα μετὰ τὴν 1ην Δεκεμβρίου 1923, τῆς ἡμέρας καθ’ ἣν δηλ. ἡ Ἐπανάστασις προεκήρυξε τὰς ἐκλογὰς τῆς 16ης Δεκεμβρίου 1923, καὶ ὡρισμένως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ταυτισθοῦν μὲ τὰ Νομοθετικὰ Διατάγματα τὰ ἐκδοθέντα μετὰ τὴν 16ην Δεκεμβρίου, δηλαδὴ μετὰ τὰς διενεργηθείσας ἐκλογάς, καὶ διὰ τὸν ἑξῆς λόγον: Τῇ 1ῃ Δεκεμβρίου 1923 ἡ Ἐπανάστασις καὶ ἡ Ἐπαναστατικὴ Κυβέρνησις ἐθεώρησαν λῆξαν πλέον τὸ ἐπαναστατικὸν ἔργον καὶ ἐκάλεσαν τὸν Ἑλληνικὸν Λαὸν ν’ ἀσκήσῃ πλέον αὐτὸς τὰ κυριαρχικά του δικαιώματα διὰ τῆς ἐκλογῆς παρ’ αὐτοῦ τῶν ἀντιπροσώπων του, εἰς οὓς ἠθέλησε νὰ ἐμπιστευθῇ τὴν σύνταξιν τοῦ νέου του πολιτεύματος, τὴν Νομοθετικὴν Ἐξουσίαν καὶ τὴν ἐν γένει διοίκησιν τῶν κοινῶν. Τὴν ἡμέραν ἐκείνην τῆς προκηρύξεως τῶν ἐκλογῶν, ἂν δὲ θέλητε, αὐτὴν τὴν ἡμέραν τῶν ἐκλογῶν, τὰ κυριαρχικὰ δικαιώματα τῆς Ἐπαναστάσεως κατελύθησαν οἰκείᾳ αὐτῆς βουλήσει. Καὶ ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς ἀνέλαβεν αὐτὸς πλέον τὰς ἐξουσίας του διὰ τῶν ἐκλεγέντων ἀντιπροσώπων του. Οὐδείς, ὅσον σεβασμὸν καὶ ἂν ἔχῃ πρὸς τὴν Ἐπανάστασιν, ὅσον ἔχω καὶ ἐγώ, ὅσον καὶ ἂν ἐκτιμᾷ τὸ ἔργον τῆς Ἐπαναστάσεως, ὅσον καὶ ἂν θαυμάζῃ τοὺς ἐμψυχωτάς της, ὅσον καὶ ἂν ἀναγνωρίζῃ ἐθνικὴν εὐγνωμοσύνην εἰς τοὺς ἡγέτας της, δὲν δύναται ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ μὴ διαμαρτυρηθῇ διὰ τὴν αὐτόχρημα ἀσέβειαν πρὸς τὸ κοινοβουλευτικὸν αὐτό, κυρίαρχον μάλιστα, συντακτικὸν Σῶμα. Ἡ Συντακτικὴ καὶ Νομοθετικὴ Ἐξουσία τῆς Ἐπαναστατικῆς Κυβερνήσεως ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῶν ἐκλογῶν εἶχε καταλυθῆ. Καὶ ἡ Ἐπαναστατικὴ Κυβέρνησις δὲν παρέμεινεν εἰμὴ ὡς ὑπηρεσιακὴ τοιαύτη ἀναμένουσα, ὡς καὶ ἐγένετο, τὴν σύνταξιν τῆς Συνελεύσεως καὶ τὸν σχηματισμὸν Κυβερνήσεως κοινοβουλευτικῆς, εἰς ἣν νὰ παραδώσῃ τὴν Ἀρχήν. Δὲν ἠδύνατο δὲ διὰ τοὺς λόγους οὓς προανέφερα νὰ νομοθετῇ, καὶ δὴ ἄνευ οὐδεμιᾶς ἐπειγούσης ἀνάγκης, διὰ τοῦ τρόπου τῶν Νομοθετικῶν Διαταγμάτων κατὰ τὸ χρονικὸν τοῦτο διάστημα. Καὶ ἕνεκα τούτου τὰ μετὰ τὴν 16ην Δεκεμβρίου 1923 ἐκδοθέντα Νομοθετικὰ Διατάγματα, ἐξομοιούμενα ἀπολύτως πρὸς τὰ ἐξ ἐπειγούσης ἀνάγκης ἐκδιδόμενα τοιαῦτα παρὰ κοινοβουλευτικῶν Κυβερνήσεων ἀπούσης τῆς Βουλῆς, χρήζουσι τῆς κυρώσεως τοῦ Νομοθετικοῦ Σώματος. Δὲν τὰ θεωρῶ καὶ ταῦτα ἄκυρα, ἀλλ’ ἰσχύοντα καὶ ἐφαρμοζόμενα ὡς νόμους τοῦ Κράτους, τὰ ταυτίζω ὅμως, ὡς προεῖπον, πρὸς τὰ Νομοθετικὰ Διατάγματα οἱασδήποτε κοινοβουλευτικῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία παρὰ τὸ Σύνταγμα βεβαίως, ἀλλ’ ὑπὸ ἰδίαν της εὐθύνην, ἐκδίδει τοιαῦτα, ὅταν πρόκειται περὶ ἐξαιρετικῶς ἐπείγοντος ζητήματος. Ὑπῆρξαν δὲ καὶ ἐγεννήθησαν τοιαῦτα σοβαρὰ καὶ ἐπείγοντα ζητήματα μετὰ τὸν πόλεμον καὶ κατ’ αὐτὸν τὰ ὁποῖα ἀπῄτησαν ἀμεσωτάτην τὴν ρύθμισίν των καὶ διὰ τοῦτο, καὶ κατὰ τὸν πόλεμον καὶ μετ’ αὐτόν, ἀπὸ ὅλας τὰς κοινοβουλευτικὰς Κυβερνήσεις εἰς ὅλα τὰ κοινοβουλευτικὰ Κράτη ἐγένετο, παρὰ τὸ Σύνταγμα βεβαίως, μεγάλη χρῆσις τοιούτων Νομοθετικῶν Διαταγμάτων, ἂν ὄχι καὶ κατάχρησις πολλάκις. Καὶ ταῦτα πάντα ὑποβάλλονται ὑπὸ τὴν κρίσιν τῶν Νομοθετικῶν Σωμάτων, ἅμα, καὶ πολλάκις ἐπὶ τούτῳ, συνερχομένων. Οὕτω καὶ τὰ μετὰ τὴν 1ην Δεκεμβρίου 1923 ἐκδοθέντα ὑπὸ τῆς Ἐπαναστατικῆς Κυβερνήσεως...
§58ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Μετὰ τὴν 1 Δεκεμβρίου ὑπάρχουν καὶ ἀποφάσεις τῆς Ἐπαναστάσεως.
§59Σ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Κύριε συνάδελφε, ὁμιλῶ περὶ Νομοθετικῶν Διαταγμάτων, διότι αἱ ἀποφάσεις τῆς Ἐπαναστάσεως, ἐκδοθεῖσαι προγενεστέρως, κατ’ ἐμὲ εἶναι ἀπολύτως ἔγκυροι δι’ οὓς ἀνέπτυξα λόγους, δηλαδὴ ὅτι ἡ Ἐπανάστασις, κυρίαρχος οὖσα, ἀδιαφόρως ἂν τοῦτο ἐνέκρινεν ἢ ὄχι ἐκ τῶν ὑστέρων ὁ Λαός, ἠδύνατο νὰ λάβῃ οἱασδήποτε ἀποφάσεις.
§60ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Καὶ μετὰ τὴν ἐκλογὴν τῆς Συνελεύσεως;
§61Σ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Ὄχι, δὲν ὑπάρχει νομίζω οὐδεμία ἀπόφασις μετὰ τὰς ἐκλογάς.
§62Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Πλανᾶσθε, κύριε συνάδελφε, διότι θὰ σᾶς ἀναφέρω μίαν, θίγουσαν μάλιστα αὐτὸν τὸν Καταστατικὸν Χάρτην’ αὐτὴ εἶναι δηλαδὴ ἡ θίγουσα τὸ ἐκκλησιαστικὸν καθεστὼς τῆς...
§63Σ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Καὶ αὐτὴν τὴν ἀπόφασιν τῆς Ἐπαναστάσεως τὴν χαρακτηρίζω ὡς ἀσέβειαν πρὸς τὸ Συντακτικὸν Σῶμα καὶ τὴν θεωρῶ χρήζουσαν τῆς κυρώσεώς της ὑπὸ τοῦ Συντακτικοῦ Σώματος.
§64Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Κύριε συνάδελφε, ἔχετε περιλήψεις τῶν Διαταγμάτων τῶν ἐκδοθέντων κατὰ τὸ διάστημα αὐτὸ διὰ νὰ ἴδωμεν τὸ περιεχόμενον αὐτῶν;
§65Σ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Δυστυχῶς, κύριε συνάδελφε, ἔχω. Θὰ παρακαλέσω ὅμως τὴν Συνέλευσιν καὶ τοὺς κ.κ. πληρεξουσίους νὰ μὴ μὲ προκαλέσῃ κανεὶς νὰ μνημονεύσω ὡρισμένα Διατάγματα.
§66Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Πρέπει νὰ τὰ ἀναφέρητε διὰ νὰ μορφώσωμεν μίαν γνώμην.
§67ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Πρέπει νὰ τὰ εἴπητε.
§68Σ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Συνταυτίζω, λέγω, τὰ Νομοθετικὰ Διατάγματα τὰ ἐκδοθέντα κατὰ τὴν 1 Δεκεμβρίου πρὸς τὰ Νομοθετικὰ Διατάγματα τὰ ὁποῖα οἱαδήποτε κοινοβουλευτικὴ Κυβέρνησις, ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς, διὰ λόγους ἐπειγούσης ἀνάγκης ἐκδίδει. Καὶ φρονῶ ὅτι ἅπαντα συνολικῶς τὰ Νομοθετικὰ Διατάγματα τὰ ἐκδοθέντα μετὰ τὴν 1 Δεκεμβρίου, ἢ τοὐλάχιστον μετὰ τὴν 16 Δεκεμβρίου, ὡς καὶ αἱ κατὰ τὸν χρόνον τοῦτον ἐκδοθεῖσαι ἐπαναστατικαὶ ἀποφάσεις δέον νὰ τεθοῦν ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως. Ὑπὸ τὸ πνεῦμα τοῦτο, ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς παρούσης Συνελεύσεως, εἶχον τὴν τιμὴν μετ’ ἄλλων ἀξιοτίμων συναδέλφων νὰ ὑποβάλω ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Συνελεύσεως τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 259, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει σχέδιον ἢ πρότασιν ψηφίσματος, τὸ ὁποῖον προτείνω ὡς τροπολογίαν.
§69Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Τί λέγει αὐτή;
§70Σ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Τὸ προτείνω ὡς προσθήκην εἰς τὸ ἰδικόν σας· δηλαδὴ δέχομαι ὅτι τὰ Διατάγματα αὐτὰ εἶναι ἔγκυρα καὶ τοῦτο διότι διὰ τῶν Διαταγμάτων αὐτῶν ἐρρυθμίσθησαν ἰδιωτικαὶ σχέσεις, ἐγεννήθησαν δικαιώματα. Ἐὰν ἠθέλομεν τὰ χαρακτηρίσει ὡς ἄκυρα, τότε δὲν ἠξεύρω ποία ἀναστάτωσις θὰ ἐπήρχετο εἰς τὰς ρυθμισθείσας δι’ αὐτῶν σχέσεις καὶ γεννηθέντα δικαιώματα, πρὸς ἀποφυγὴν τοῦ ὁποίου ἀνάγκη νὰ τὰ δεχθῶμεν ὡς ἔγκυρα. Καὶ πάντα ταῦτα νὰ τεθοῦν ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Συνελεύσεως. Ἡ πρότασις ἡμῶν αὕτη, ἣν ὡς τροπολογίαν ἤδη ὑποστηρίζω, ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἡ Δʹ τῶν Ἑλλήνων Ἐθν. Συνέλευσις ψηφίζει ὅπως ἅπαντα τὰ Νομοθ. Διατάγματα,—ἐδῶ δέον νὰ προστεθῇ καὶ ἐπαναστατικαὶ ἀποφάσεις,—τὰ μετὰ τὴν 16 Δεκεμβρίου ἐκδοθέντα ὑποβληθοῦν ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Συνελεύσεως, ἰσχύουν δὲ μέχρι τῆς ὑπὸ ταύτης κυρώσεώς των». Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Πατρῶν συνάδελφος, ὁ κ. Μάρκου, ὑπέβαλεν εἰς τὴν κρίσιν τῆς Συνελεύσεως καὶ μίαν ἑτέραν πρότασιν, τὴν ἑξῆς: Ὅπως, ἀφοῦ κατὰ τὸ σχετικὸν ψήφισμα κυρωθοῦν ὑπὸ τῆς Συνελεύσεως ὅλαι αἱ ἐπαναστατικαὶ πράξεις καὶ τὰ Νομοθετικὰ Διατάγματα, συστηθῇ εἰδικὴ κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ἡ ὁποία νὰ ἐξετάσῃ ὅλα τὰ Νομοθετικὰ Διατάγματα καὶ νὰ εἰσηγηθῇ εἰς τὴν Συνέλευσιν ποῖα ἐκ τούτων φρονεῖ ὅτι δέον νὰ παραμείνουν ἰσχύοντα ὡς νόμοι τοῦ Κράτους, τροποποιούμενα ἢ μὴ ὑπὸ τῆς Συνελεύσεως, ἐφόσον ἀντιτίθενται εἰς οὐσιώδεις βασικοὺς ἢ καταστατικούς μας νόμους, ἢ οἱ λόγοι δι’ οὓς ἐξεδόθησαν ἔπαυσαν συντρέχοντες. Κύριοι συνάδελφοι, ἡ πρότασις δὲν εἶναι καινοφανής. Ὅσοι ἠσχολήθησαν μὲ τὰ συνταγματολογικὰ γνωρίζουν ὅτι καὶ εἰς τὴν Γαλλικὴν Βουλὴν κατὰ τὸ 1870, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ἡ Ἐπαναστατικὴ Κυβέρνησις ἐκεῖ ἐπὶ τριετίαν ἐξέδιδε τὰ γνωστὰ ὑπὸ τὸν τίτλον decrets–lois Νομοθετικὰ Διατάγματα. Ταῦτα δὲ ἐκεῖ, μάλιστα ἄνευ οὐδεμιᾶς κυρώσεως, ἐτέθησαν ὑπὸ τὴν κρίσιν κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς ἡ ὁποία τὰ ἐξήταζε μόνον ἀπὸ τῆς ἀπόψεως ἂν καὶ κατὰ πόσον συνάδουν πρὸς βασικοὺς νόμους, ἢ ἂν καὶ κατὰ πόσον χρήζουν τροποποιήσεων ἢ οὔ, ὡς μὴ συνάδοντα πρὸς βασικοὺς καταστατικοὺς νόμους, ἵνα παραμείνουν, κυρούμενα, ὡς νόμοι τοῦ Κράτους. Ὑπὸ τὸ πνεῦμα τοῦτο κατήρτισα καὶ ἑτέραν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν φέρω ὡς τροποποίησιν εἰς τὸ αʹ ἄρθρον τοῦ ψηφίσματος. (Ἀναγινώσκει): «Συνιστᾶται κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ἥτις, ἐξετάζουσα τὰ Νομοθετικὰ ταῦτα Διατάγματα, θὰ ὑποδείξῃ τίνα τούτων, ἀντιτιθέμενα κατὰ τὸ ὅλον ἢ ἐν μέρει πρὸς τὸν καταστατικὸν καὶ ἄλλους βασικοὺς νόμους τῆς Χώρας, χρήζουσι τροποποιήσεως ἢ μή, ἢ θέλει παύσει πλέον ἡ ἰσχύς των, ὡς ἐκλιπόντος τοῦ ὑπαγορεύσαντος αὐτὰ λόγου».
§71Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Κύριε συνάδελφε, ἐὰν μὲν πρόκειται περὶ τοῦ καταστατικοῦ νόμου καὶ δι’ αὐτοῦ ἐννοεῖτε τὸ Σύνταγμα, σᾶς πληροφορῶ ὅτι κανὲν Νομοθετικὸν Διάταγμα δὲν κατήργησε διατάξεις τοῦ Συντάγματος.
§72Σ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Γνωρίζω πολὺ καλῶς ὅτι τὰ Νομοθετικὰ Διατάγματα δὲν ἔχουσι διατάξεις ἀντιβαινούσας εἰς τὸ Σύνταγμα, ἀλλ’ ὁμιλῶ προκειμένου καὶ περὶ ἀποφάσεων τῆς Ἐπαναστάσεως, ἂν καὶ δὲν πρέπει νὰ παραλείψω νὰ σᾶς ὑποδείξω καί τινα Νομοθετικὰ Διατάγματα τὰ ὁποῖα κατήργησαν ἢ ἀντιτίθενται πρὸς συνταγματικὰς διατάξεις, ἂν ἐξακολουθήσητε ἀρνούμενος ὅτι ὑπάρχουν καὶ τοιαῦτα.
§73Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Εἰς αὐτὸ ἀκριβῶς πλανᾶσθε, διότι δὲν κατηργήθη καμμία συνταγματικὴ διάταξις, παρὰ μόνον κατόπιν ἀποφάσεως τῆς Συνελεύσεως.
§74Σ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Εἶμαι εἰς θέσιν ἐκ τῶν προτέρων νὰ σᾶς μνημονεύσω τινὰ τούτων διὰ νὰ σᾶς βοηθήσω. Ἐὰν ἀρνηθῆτε τὴν ὕπαρξιν τοιούτων, θὰ σᾶς τὰ ὑποδείξω.
§75Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Ὅπως θέλετε. Καὶ προχείρως ἠμπορῶ νὰ σᾶς ἀπαντήσω.
§76Σ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Διὰ νὰ εἶμαι δὲ καὶ πλέον εὐάρεστος εἰς τὸν ἐκ Καρδίτσης ἀξιότιμον συνάδελφον μεταβάλλω ὡς ἑξῆς τὴν δευτέραν μου ταύτην τροπολογίαν (ἀναγινώσκει): «Συνιστᾶται κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπή, ὅπως, ἐξετάζουσα τὰ Νομοθετικὰ Διατάγματα καὶ τὰς ἀποφάσεις τῆς Ἐπαναστάσεως, ὑποδείξῃ εἰς τὴν Συνέλευσιν τίνα τούτων κρίνει τροποποιητέα, ἅτινα ἐγγραφόμενα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν συζητοῦνται καὶ τροποποιοῦνται κατὰ τὸν περὶ ψηφισμάτων καθωρισμένον τρόπον».
§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γονατᾶς.
§78Σ. ΓΟΝΑΤΑΣ. Ἡ ὑποβολὴ τοῦ περὶ οὗ πρόκειται ψηφίσματος θέλω νὰ πιστεύω ὅτι προέρχεται, ἐκτὸς τῶν ἄλλων τυπικῶν λόγων, τοὺς ὁποίους ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀνέπτυξεν, ἀλλὰ καὶ ἐκ τῆς εὐμενοῦς γενικῆς γνώμης τὴν ὁποίαν θὰ ἔχῃ αὕτη περὶ τοῦ συνόλου τοῦ ἔργου τῆς Ἐπαναστάσεως, γνώμης ἡ ὁποία, κατόπιν τοῦ ψηφίσματος τῆς Συνελεύσεως τοῦ γενομένου πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν, τοῦ τόσον κολακευτικοῦ διὰ τὴν Ἐπανάστασιν, ὑποθέτω ὅτι θὰ εἶναι καὶ γνώμη τῆς Συνελεύσεως ὁλοκλήρου, τῆς ὁποίας ἡ γνώμη θὰ ἀποτελῇ πάντοτε τὸν μεγαλύτερον τίτλον τιμῆς τόσον διὰ τοὺς Ἀρχηγοὺς ὅσον καὶ διὰ τοὺς ἀφανεῖς ἐργάτας τῆς Ἐπαναστάσεως, καθόσον ἡ Συνέλευσις εἶναι ἡ ἐπίσημος ἐκπροσώπησις τῆς γνώμης τοῦ Ἔθνους. Ἐν τούτοις φρονῶ ὅτι τὸ ἔργον τῆς Ἐπαναστάσεως, ἐν τῷ συνόλῳ του δὲν ὑπόκειται εἰς κύρωσιν, ὅπως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπόκηται ἐν συνόλῳ πλέον καὶ εἰς ἀκύρωσιν καὶ ὅτι δὲν ὑπόκειται ἐν τῷ συνόλῳ του παρὰ εἰς ἱστορικὴν καὶ μένον κρίσιν. Ἐγὼ δὲ ἀσφαλῶς εἶμαι ἀπὸ τοὺς ἐξαιρετέους κριτάς. Ἀλλ’ ἐλπίζω ὅτι καὶ ἡ κρίσις ἡ ἱστορικὴ καὶ ἀμερόληπτος ἐπὶ τοῦ ἔργου τῆς Ἐπαναστάσεως δὲν θὰ εἶναι δυσμενὴς πρὸς αὐτό, καθόσον θὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἐν μέσῳ ποίων δυσχερειῶν συνετελέσθη τὸ ἔργον τοῦτο, δυσχερειῶν προερχομένων τόσον ἐκ τῆς ἐπιτακτικῆς ἀνάγκης τῆς δημιουργίας συντόμως ἑνὸς ἀξιομάχου Στρατοῦ ὑπὸ συνθήκας καὶ περιστάσεις τόσον δυσκόλους, ὑπὸ τὰς ὁποίας δὲν ὑποθέτω ὅτι ἐδημιουργήθη ἄλλοτε Στρατός, κατόπιν τῆς Μικρασιατικῆς καταστροφῆς, ὅσον καὶ ἐκ τῆς ἀνάγκης τῆς περιθάλψεως, ἔστω καὶ ἀτελοῦς, καὶ τῆς στεγάσεως, ἔστω καὶ προσωρινῆς, τῶν ἀπειραρίθμων προσφύγων, οἱ ὁποῖοι τότε προσήρχοντο γυμνοὶ καὶ ἀπέλπιδες, ὡς ἐκ τῆς ἀθλίας ψυχικῆς καὶ σωματικῆς καταστάσεώς των, δυσχερειῶν οἰκονομικῶν, ἀφοῦ τὰ μὲν ταμεῖα εὕρομεν κενά, κατὰ τὴν περίοδον δὲ ἐκείνην δὲν ἠδυνάμεθα νὰ εὕρωμεν ἔξωθεν χρήματα, ἐνῷ οἱ δύο λόγοι τοὺς ὁποίους εἶπον, ἡ δημιουργία δηλαδὴ Στρατοῦ καὶ ἡ περίθαλψις τῶν προσφύγων ἐπέβαλλον ἐπιτακτικῶς καὶ ἀμέσως κολοσσιαίας δαπάνας, δυσχερειῶν τέλος ἐσωτερικῶν, συναφῶν πρὸς πᾶσαν ἐπαναστατικὴν περίοδον. Τὸ ἔργον τῆς Ἐπαναστάσεως ἐκείνης, τὸ ὁποῖον χωρὶς βεβαίως νὰ ἔχω τὴν ἀξίωσιν νὰ θεωρηθῇ ὡς ἀλάθητον, διότι οὐδὲν ἀνθρώπινον ἔργον εἶναι τοιοῦτο, ἐλπίζω ὅτι θὰ κριθῇ ὅτι ἀπὸ καλῆς πίστεως ἐπεζήτησε τὴν ἐξυπηρέτησιν τοῦ κοινοῦ καὶ μόνον συμφέροντος. Τὸ ἔργον ἐκεῖνο ἔχω τὴν γνώμην ὅτι εἶναι ἔγκυρον ἀφ’ ἑαυτοῦ λόγῳ τῆς φύσεως καὶ τῆς προελεύσεώς του. Κατόπιν τῶν ἐξενεχθεισῶν γνωμῶν, κατὰ τὰς ὁποίας πάντες συμφωνοῦν ὅτι τὸ ἐπαναστατικὸν ἔργον δὲν χρήζει κυρώσεως, δὲν θὰ ἐπεκταθῶ εἰς ὑποστήριξιν τῆς ἀντιλήψεως ταύτης. Κατὰ τὰ γενικῶς παραδεδεγμένα, πᾶσα Ἐπανάστασις ἀποτυγχάνουσα καὶ καταβαλλομένη ἀποτελεῖ παρανομίαν, ἐπιτυγχάνουσα δὲ καὶ ἐπιβαλλομένη δημιουργεῖ δίκαιον. Ἡ δὲ ἐπιστήμη τοῦ Δημοσίου Δικαίου, προσαρμοζομένη πρὸς τὴν πραγματικὴν κατάστασιν, ἀναγνωρίζει τὴν πραγματικὴν ἐξέλιξιν αὐτοῦ καὶ δι’ Ἐπαναστάσεως, τρόπου βεβαίως ἀνωμάλου, ἀναγνωριζομένου ὅμως, διότι αἱ Ἐπαναστάσεις ἀποτελοῦν ἓν τῶν δικαιωμάτων τῶν Λαῶν, καὶ διὰ τοῦτο ἀναγνωρίζει ὡς νομίμους τὰς ἐπερχομένας οὕτω τροποποιήσεις τοῦ Δημοσίου Δικαίου. Καὶ εἰς πολλὰ Κράτη ὑφίστανται ἀκόμη νόμοι θεσπισθέντες ὑπὸ ἐπαναστατικῶν καθεστώτων. Διὰ νὰ μὴ σᾶς ἀπασχολήσω, θὰ ἀναφέρω μόνον τὴν γνώμην τοῦ πλέον ἐγκύρου ἐκ τῶν παρ’ ἡμῖν εἰς τὰ ζητήματα ταῦτα, τοῦ καθηγητοῦ τοῦ Συνταγματικοῦ Δικαίου, τοῦ κ. Σαριπόλου, τοῦ ὁποίου ἡ γνώμη δικαίως ἀκούεται μετὰ προσοχῆς λόγῳ τῆς αὐθεντίας του περὶ τὰ τοιαῦτα ζητήματα, ὁ ὁποῖος εἰς τὸ σύγγραμμά του περὶ Συνταγματικοῦ Δικαίου τῆς τελευταίας ἐκδόσεως τοῦ 1923, ὁμιλῶν περὶ τῶν Ἐπαναστατικῶν Διαταγμάτων γενικῶς καὶ τῶν ἐπὶ ὁμοίων περιπτώσεων κρατουσῶν γνωμῶν εἰς ἄλλας Χώρας, ἀναφέρει ὅτι (ἀναγινώσκει): «τὰ Διατάγματα τὰ ἐκδιδόμενα παρὰ Ἐπαναστατικῶν Κυβερνήσεων δὲν πρέπει νὰ συγχέωνται πρὸς τὰ καλούμενα «Ἀναγκαστικὰ Διατάγματα», ἅτινα χρήζουσι κυρώσεως, ἀλλ’ ἀποτελοῦσιν ἀληθῆ decrets–lois, καθόσον πᾶσα Ἐπανάστασις ἐπιτυχοῦσα καὶ ἐπικρατήσασα δημιουργεῖ δίκαιον. Ἐπαναστατικὰ τοιαῦτα Διατάγματα ἐξεδόθησαν πολλάκις, π.χ. ἐν Γαλλίᾳ ὑπὸ διαφόρων Προσωρινῶν Ἐπαναστατικῶν Κυβερνήσεων (1848, 1870–1871), αἵτινες ἐξέδωκαν πλεῖστα τοιαῦτα decrets–lois. Ἐπίσης παρ’ ἡμῖν αἱ μετὰ τὰς Ἐπαναστάσεις τοῦ 1862 καὶ 1922 Ἐπαναστατικαὶ Κυβερνήσεις ἐξέδωκαν πλεῖστα τοιαῦτα Ἐπαναστατικὰ Διατάγματα. Τὰ Ἐπαναστατικὰ ταῦτα Διατάγματα ἀποτελοῦσιν οὐσιαστικοὺς νόμους, καὶ μετὰ τὴν ἐπαναφορὰν τῆς κανονικῆς λειτουργίας τοῦ πολιτεύματος δύνανται νὰ τροποποιηθῶσιν ἢ νὰ καταργηθῶσι διὰ τυπικῶν νόμων ἢ διὰ Διατάγματος, δυνάμει εἰδικῆς ἐξουσιοδοτήσεως τυπικοῦ τινος νόμου ἐκδιδομένου». Ἀλλ’ ἐπίσης καὶ ὁ ἡμέτερος Ἄρειος Πάγος ἔχει ἐκδώσει ἀπόφασιν, ὑπ’ ἀριθ. 103 τοῦ ἔτους 1923, κατόπιν αἰτήσεως ἀναιρέσεως, βασιζομένης ἐπὶ τοῦ ἀκύρου Νομοθετικοῦ τινος Διατάγματος, διὰ τῆς ὁποίας ἀποφαίνεται ὑπὲρ τοῦ κύρους τῶν Νομοθετικῶν Διαταγμάτων καὶ λέγει ὅτι (ἀναγινώσκει): «ἐπειδὴ ἡ Ἐπανάστασις ἐπιτυχοῦσα καὶ ἐπικρατήσασα, ὡς ἡ τῆς 14 Σεπτεμβρίου 1922, δημιουργεῖ δίκαιον καὶ μέχρι τῆς ἀποκαταστάσεως τῆς κανονικῆς τοῦ πολιτεύματος λειτουργίας, τίθησιν ὡς κυρίαρχος, δυνάμει σιωπηρᾶς συγκαταθέσεως τοῦ λαοῦ, κανόνας ὑποχρεωτικούς... κλπ. Ὅθεν τὸ ἐκδοθὲν νομοθετικοῦ περιεχομένου Β. Δ. ἔχει δύναμιν νόμου». Ἀλλὰ καὶ ἐν Γαλλίᾳ ἀποτελεῖ ἀρχὴν τοῦ Δημοσίου Δικαίου καθιερωθεῖσαν διὰ πολλῶν προηγουμένων, ὡς ἀναφέρει καὶ ὁ Γάλλος συγγραφεὺς Gaston Jèze ἐν σχετικῷ συγγράμματι αὐτοῦ τοῦ 1914, καθ’ ἣν τὰ ἄτομα τὰ ὁποῖα κατόπιν Ἐπαναστάσεως γίνονται κύριοι τῆς δυνάμεως καὶ ἀναλαμβάνουσι τὴν Κυβέρνησιν τῆς Χώρας εὑρίσκουσιν ἐν τῇ συγκαταθέσει περίπου τῇ γενικῇ καὶ ἐν τῇ ἀσκήσει τῇ εἰρηνικῇ καὶ δημοσίᾳ τῆς Ἀρχῆς τὴν ἀναγκαίαν δικαιολόγησιν διὰ τὸ κῦρος τῶν πράξεών των. Ἀναρχία ἢ Κυβέρνησις de facto, ἰδοὺ τὸ δίλημμα. Ἡ κοινὴ ἐπιθυμία τῆς μεγίστης πλειονότητος τῶν ἀτόμων εἶναι νὰ ἐμποδισθῇ ἡ ἀναρχία καὶ νὰ διατηρηθῇ ἐν τῇ Χώρᾳ ἡ τάξις καὶ ἡ δημοσία εἰρήνη. Ἰδοὺ ὁ τίτλος τῆς Ἐπαναστατικῆς Κυβερνήσεως: Ἡ θέλησις τοῦ Λαοῦ καὶ ἡ παρ’ αὐτοῦ ἀποδοχὴ τοῦ τετελεσμένου γεγονότος. Ὁ Λαὸς ὑποτίθεται ὅτι ἔκαμε τὴν Ἐπανάστασιν καὶ διὰ τῆς ἐπιδοκιμασίας του ἐνέκρινε τὴν Ἐπαναστατικὴν Κυβέρνησιν. Οὕτως ἀναντιρρήτως θεωροῦνται ὡς νομικῶς ἔγκυροι οἱ νόμοι, οἱ κανονισμοί, οἱ διορισμοί, αἱ ἀπολύσεις, οἱ φόροι, αἱ συμβάσεις, τὰ δάνεια κλπ. τὰ γενόμενα ὑπὸ Κυβερνήσεως de facto. Καὶ παρ’ ἡμῖν, μέχρις ὥρας τοὐλάχιστον, δὲν ἤκουσα νὰ διαμφισβητῆται οὐδαμόθεν τὸ κῦρος τῶν ἐπαναστατικῶν πράξεων καὶ τῶν Ν. Διαταγμάτων, καὶ μέχρι σήμερον αἱ Κυβερνήσεις καὶ ἡ Συνέλευσις ἐπὶ πέντε μῆνας, καθ’ οὓς ἔχομεν ἐπανέλθει εἰς τὴν κανονικὴν λειτουργίαν τοῦ πολιτεύματος, πολλάκις ἠσχολήθησαν μὲ τροποποιήσεις διὰ νεωτέρων νόμων ἢ ψηφισμάτων παραγράφων ἢ ἄρθρων τῶν Ν. Διαταγμάτων ἢ τῶν ἐπαναστατικῶν ἀποφάσεων, τὸ ὁποῖον καὶ μόνον ἀποδεικνύει ὅτι ὅλα τὰ μὴ τροποποιούμενα θεωροῦνται καὶ παραμένουσιν ἰσχυρά. Καὶ νομίζω ὅτι ἡ ἀντίληψις αὐτὴ ἦτο καὶ ἡ ὀρθὴ καὶ ὅτι τὸ αὐτὸ πρέπει νὰ ἐξακολουθήσῃ γινόμενον, δηλαδὴ ἐπὶ παντὸς Ν. Διατάγματος τοῦ ὁποίου κρίνεται ἀναγκαία εἴτε ἡ κατάργησις εἴτε ἡ τροποποίησις νὰ γίνεται τοῦτο διὰ νεωτέρου νόμου καὶ ἐὰν πρόκηται περὶ ἐπαναστατικῆς ἀποφάσεως νὰ γίνηται τοῦτο διὰ ψηφίσματος. Ἡ μόνη διαφωνία ἢ παραφωνία ἡ ὁποία ἠκούσθη εἶναι αὐτὴ τὴν ὁποίαν εἶπεν ὁ πληρεξούσιος κ. Κρεμεζῆς καὶ ἥτις ἔχει διατυπωθῆ εἰς ἓν σχέδιον ψηφίσματος, ὑποβληθὲν ἀπὸ τῶν ἀρχῶν τῶν ἐργασιῶν τῆς Συνελεύσεως, διὰ τοῦ ὁποίου ἐζητεῖτο, ὅπως τὰ Νομοθετικὰ Διατάγματα τὰ ἐκδοθέντα μετὰ τὴν 16ην Δεκεμβρίου 1923, δηλαδὴ ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς διενεργείας τῶν ἐκλογῶν τῆς παρούσης Συνελεύσεως, νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς τὴν κύρωσιν τῆς Συνελεύσεως. Ἀλλὰ καὶ πάλιν ἡ πρότασις αὐτὴ λέγει ῥητῶς ὅτι, ἕως ὅτου ἐπικυρωθῶσιν ἢ ἀκυρωθῶσιν ἢ τροποποιηθῶσι, θὰ ἐξακολουθήσωσιν ἰσχύοντα. Ἀλλὰ καὶ αὐτὴ ἡ πρότασις δὲν εὑρίσκω ὅτι ἔχει δεδικαιολογημένην τὴν βάσιν οὔτε ἐξ ὅσων ἤκουσα παρὰ τοῦ κ. Κρεμεζῆ σήμερον ἐπείσθην ὅτι τὸ τοιοῦτον ἔχει νομικήν τινα βάσιν....
§79ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Καὶ πρακτικότητα.
§80Σ. ΓΟΝΑΤΑΣ. ... καθόσον εἶναι γνωστὸν ὅτι ἡ Ἐπανάστασις καὶ ἡ Ἐπαναστατικὴ Κυβέρνησις προσῆλθον ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως κατὰ τὴν 2 Ἰανουαρίου ἐ. ἔ. καὶ κατέθεσαν τὴν Ἀρχὴν ἐνώπιον αὐτῆς. Μέχρι τῆς ἡμέρας αὐτῆς συνεπῶς διεχειριζόμεθα τὴν Ἐξουσίαν αὐτοδικαίως λόγῳ τῆς πραγματικῆς ἐπαναστατικῆς καταστάσεως καὶ εἴχομεν ὅλα τὰ ἐξ αὐτῆς ἀπορρέοντα δικαιώματα. Θὰ ἦτο ὅθεν ὀλίγον παράτολμον νὰ θελήσῃ τις ν’ ἀποδώσῃ εἰς τὴν Ἐπανάστασιν τὴν σκέψιν ὅτι ἐπεδίωξε διὰ τῶν τελευταίων τούτων πράξεών της νὰ μειώσῃ τῆς μελλούσης Συνελεύσεως τὸ κῦρος, ἀφοῦ αὐτὴ ἡ ἰδία συνεκάλεσε τὴν Συνέλευσιν καὶ ἀφοῦ αὐτὴ ἡ ἰδία ἐνώπιόν της κατέθεσε τὴν Ἐξουσίαν καὶ ἀφοῦ ἀφῆκεν εἰς αὐτὴν τὴν λύσιν τῶν σπουδαιοτέρων ζητημάτων τὰ ὁποῖα ἀπέφυγε νὰ ἐπιλύσῃ ἡ ἰδία. Ὥστε ἀποκλείεται ἡ σκέψις ὅτι ἡ Ἐπανάστασις ἀπὸ ἔλλειψιν σεβασμοῦ πρὸς τὸ μέλλον κυρίαρχον Σῶμα ἐξέδωκε τὰ περὶ ὧν πρόκειται Ν. Διατάγματα· ἀλλ’ εἶχε τὴν ἀντίληψιν ὅτι θὰ ηὐκολύνετο ἡ κυβερνητικὴ μηχανὴ διὰ τῶν Ν. Διαταγμάτων, καθόσον θὰ ἐπείσθητε καὶ οἱ ἴδιοι μέχρι σήμερον ὅτι δὲν εἶναι εὔκολον, κατόπιν τῶν κολοσσιαίων ζητημάτων τὰ ὁποῖα εἴχομεν πρὸ ἡμῶν, ν’ ἀσχοληθῶμεν μὲ δευτερεύοντα ζητήματα, καὶ θὰ ἐπείσθητε πάντες ὅτι οὔτε τῶν μᾶλλον ἐπειγόντων ζητημάτων ἐπελήφθημεν εἰσέτι. Νομίζω ὅτι ἀντὶ νὰ ψηφίσωμεν τὸ ὑπὸ συζήτησιν σχέδιον ψηφίσματος θὰ ἠδυνάμεθα ν’ ἀποφανθῶμεν ἀκριβῶς ἐπὶ τοῦ σχεδίου ψηφίσματος τὸ ὁποῖον ἐπεκαλέσθη ὁ κ. Κρεμεζῆς καὶ τὸ ὁποῖον ἔχει ὑποβληθῆ πρὸ καιροῦ ὑπὸ δέκα, νομίζω, πληρεξουσίων καὶ ἐν τῷ δικαιολογητικῷ τῆς μὴ ἀποδοχῆς τούτου νὰ ἐκφέρωμεν τὴν γνώμην μας, ἥτις θὰ διαλαμβάνῃ ὅλα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα περιλαμβάνονται εἰς τὸ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ὑποβληθὲν σχέδιον ψηφίσματος· δηλαδὴ νὰ εἴπωμεν ὅτι ἡ Δʹ τῶν Ἑλλήνων Συνέλευσις θεωρεῖ ὡς ἀφ’ ἑαυτῶν ἔγκυρα τὰ Ν. Διατάγματα τὰ ἐκδοθέντα ἀπὸ 14 Σεπτεμβρίου 1922 μέχρι 2 Ἰανουαρίου 1924. Τὸ τοιοῦτον παρέχει τὴν εὐχέρειαν δι’ ὅσους, καὶ ἴσως δικαίως, δὲν θὰ ἤθελον νὰ δώσωσιν ἐπισήμως τὴν κύρωσιν εἰς τὸ ὅλον ἔργον τῆς Ἐπαναστάσεως, ἵνα μὴ ἀναλάβωσι τὰς εὐθύνας τῆς Ἐπαναστάσεως, ἃς μόνοι τηροῦσιν οἱ Ἀρχηγοὶ αὐτῆς δι’ ἑαυτούς.
§81ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Δὲν τὸ ἐζητήσαμεν.
§82Σ. ΓΟΝΑΤΑΣ. Ἀντὶ νὰ εἴπῃ ἡ Συνέλευσις «ἐπικυρώνω», νὰ εἴπῃ ἁπλῶς «θεωρῶ ἔγκυρα ἀφ’ ἑαυτῶν». Καὶ οἱ ἀντιθέτως ὁμιλήσαντες παρεδέχθησαν ὅτι ἦσαν ἔγκυρα. Λοιπὸν ὑποβάλλω ὡς τροπολογίαν τὸ ἑξῆς σχέδιον ψηφίσματος (ἀναγινώσκει): «Ἡ Δʹ ἐν Ἀθήναις Συντακτικὴ τῶν Ἑλλήνων Συνέλευσις ἀποφαίνεται ὅτι ἅπασαι αἱ ἀποφάσεις καὶ πράξεις τῆς Ἐπαναστάσεως τοῦ 1922 ὡς καὶ τὰ Νομοθετικὰ Διατάγματα τῶν Ἐπαναστατικῶν Κυβερνήσεων τὰ ἐκδοθέντα ἀπὸ 14 Σεπτεμβρίου 1922 μέχρι 2 Ἰανουαρίου 1924 εἰσί, λόγῳ τῆς φύσεως αὐτῶν, ἀφ’ ἑαυτῶν ἔγκυρα, δυνάμενα νὰ τροποποιηθῶσιν ἢ καταργηθῶσι μόνον διὰ νεωτέρων ψηφισμάτων ἢ νόμων».
§83ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Μάλιστα.
§84Γ. ΒΛΑΧΟΣ. Νομοθετικὰ Διατάγματα ἀνταποκρινόμενα πρὸς τὴν κοινὴν γνώμην πρέπει νὰ ἐγκριθῶσι, τὰ προσωπικὰ δὲν πρέπει νὰ ἐγκριθῶσι.
§85Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Νὰ τὰ καταργήσητε.
§86Γ. ΒΛΑΧΟΣ. Ὄχι ὅπως ὁ τότε Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας κ. Σίδερης, ὁ ὁποῖος ἐξέδωκε Διάταγμα προσωπικὸν διορίσας τὸν ἰδιαίτερόν του γραμματέα Σαμαρόπουλον χρηματιστήν.
§87Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Εἶναι ἀνακριβέστατον.
§88Γ. ΒΛΑΧΟΣ. Ἀληθέστατον.
§89Σ. ΓΟΝΑΤΑΣ. Νομίζω ὅτι δι’ αὐτῆς τῆς διατυπώσεως δὲν ἀναλαμβάνει ἡ Συνέλευσις τὴν εὐθύνην τῆς ἐγκρίσεως, ἀλλὰ θεωρεῖ ἔγκυρα καὶ λέγει καὶ τὸν τρόπον μὲ τὸν ὁποῖον θὰ δύνανται ν’ ἀναθεωρηθῶσι.
§90Σ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Μετὰ τὴν 16ην Δεκεμβρίου π. ἔ. θεωρεῖτε τὴν Κυβέρνησίν σας ἀντλοῦσαν τὸ κῦρος ἀπὸ τὴν Ἐπανάστασιν ἢ ὑπηρεσιακήν;
§91Σ. ΓΟΝΑΤΑΣ. Τὸ ἐδήλωσα καὶ διὰ τῶν ἐφημερίδων, ὅταν ὁ κ. Δουζίνας μοὶ ὑπεδείκνυε διὰ δημοσιευθέντος ἄρθρου του ὅτι πρέπει νὰ παραιτηθῶμεν εὐθὺς μετὰ τὰς ἐκλογάς. Ἐδήλωσα ὅτι δὲν ἤμεθα οὔτε πολιτικὴ Κυβέρνησις οὔτε ὑπηρεσιακή, ἀλλ’ ὅτι ἤμεθα Ἐπαναστατικὴ καὶ ὅτι θὰ κατεθέτομεν τὴν Ἀρχὴν μόνον ἐνώπιον τῆς συγκληθησομένης Ἐθνοσυνελεύσεως, τοῦθ’ ὅπερ καὶ ἐκάμαμεν κατὰ τὴν 2 Ἰανουαρίου ἐ. ἔ.
§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γόντικας ἔχει τὸν λόγον.
§93Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Καὶ κατὰ τὴν πρώτην ἡμέραν, κύριοι πληρεξούσιοι, κατὰ τὴν ὁποίαν συνῆλθεν ἡ Συνέλευσις ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἐδόθη ἀφορμὴ ἀνακινήσεως τοῦ ζητήματος τούτου, καὶ σήμερον ἐξακολουθεῖ. Εἶχον τὴν τιμὴν τότε ἀπὸ τῆς θέσεως ἐκείνης νὰ εἴπω δύο λέξεις, ὅτι δὲν νομίζω ὅτι αἱ πράξεις καὶ αἱ ἀποφάσεις τῆς Ἐπαναστάσεως ἔχουσιν ἀνάγκην κυρώσεως. De facto εἶναι ἰσχυραί. Νομίζω ὅτι ὁ ἤδη κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀνταπαντῶν εἰς ἐμέ, διότι ἐπρόκειτο περὶ τοῦ κύρους τῶν ἐκλογῶν, συνεφώνησεν εἰς τοῦτο· οὕτω λέγουν τὰ πρακτικὰ τῆς ἡμέρας ἐκείνης.
§94Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ἐπρόκειτο περὶ τοῦ προσωρινοῦ κανονισμοῦ.
§95Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Μάλιστα, ἀλλ’ ἐδόθη ἡ ἀφορμὴ ἡ ὁποία δὲν ἦτο ἄλλη παρὰ τὸ ἤδη συζητούμενον θέμα, διότι εἶπεν ὅτι καὶ αἱ πράξεις καὶ αἱ ἀποφάσεις καὶ τὰ Διατάγματα τῆς Ἐπαναστατικῆς Κυβερνήσεως εἶναι ἰσχυρὰ καὶ οὐδεμιᾶς κυρώσεως ἔχουν ἀνάγκην. Μετὰ πάροδον τόσων μηνῶν ἔρχεται σήμερον πρὸς συζήτησιν πρότασις ψηφίσματος ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, διὰ τοῦ ὁποίου ζητεῖται νὰ κυρωθῶσιν αἱ πράξεις καὶ αἱ ἀποφάσεις τῆς Ἐπαναστάσεως καθ’ ὅλην τὴν περίοδον αὐτήν. Ἐπίσης νὰ κυρωθῶσι καὶ τὰ Νομοθετικὰ Διατάγματα. Ἐξακολουθῶ, λέγω, νὰ ἔχω τὴν γνώμην ὅτι οὐδεμιᾶς κυρώσεως χρήζουν αἱ πράξεις καὶ αἱ ἀποφάσεις τῆς Ἐπαναστάσεως, ἀλλ’ οὔτε καὶ τὸ νομοθετικὸν ἔργον αὐτῆς. Διότι ἐγένετο ἡ Ἐπανάστασις ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς ἐγκρίσεως μελλούσης τινὸς Βουλῆς. Ἐκεῖναι αἱ πράξεις χρήζουσι κυρώσεως οἱουδήποτε Σώματος καὶ οἱασδήποτε Ἀρχῆς αἱ ὁποῖαι γίνονται ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς μελλούσης κυρώσεως ἑνὸς οἱουδήποτε ἀντιπροσωπευτικοῦ Σώματος. Ἔλαβε τὴν ἄδειαν κανενὸς ἡ Ἐπανάστασις διὰ νὰ γίνῃ Ἐπανάστασις; Ἡ Ἐπανάστασις ὡς δύναμις ἐπεβλήθη. Τὴν δύναμιν καὶ τὸ κῦρος τῆς Ἐπαναστάσεως ἀνεγνώρισεν ἡ ἀνοχὴ τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ. Τὴν ὑποστήριξιν τὴν παρέσχε διὰ τῆς ἀνοχῆς του, διότι, ἂν ὑπῆρχεν ἀντίρροπος δύναμις, ἡ ὁποία νὰ μὴ ἠνείχετο τὴν Ἐπανάστασιν, ἀσφαλῶς θὰ ἐξεδηλοῦτο καὶ θὰ εἰργάζετο νὰ καταρρίψῃ τὸ ἔργον τῆς Ἐπαναστάσεως. Τοιαύτη ροπὴ ἐξεδηλώθη μετὰ ἓν ἔτος διὰ τῆς Ἀντεπαναστάσεως ἐκείνης, ἡ ὁποία ἐνόμιζεν ὅτι τὸ ἔργον τῆς Ἐπαναστάσεως, αἱ πράξεις τῆς Ἐπαναστάσεως, αἱ ἀποφάσεις τῆς Ἐπαναστάσεως ἐγένοντο παρανόμως καὶ ἀκύρως, ἀλλ’ ἐνόμιζε τότε ὅτι ἐγίνοντο καὶ ἄνευ ὑλικῆς δυνάμεως καὶ εἶχε τὸ σθένος καὶ ἔλαβε τὴν τολμηρὰν ἀπόφασιν ν’ ἀντιταχθῇ βιαίως καὶ ἐνόπλως διὰ πάσης δυνάμεως. Εὐτυχῶς ἀντίκρυσε τὴν πραγματικὴν δύναμιν τῆς Ἐπαναστάσεως, ἡ ὁποία ἀπέδειξεν ὅτι εἶχεν ὄχι μόνον τὴν δύναμιν τὴν ὑλικὴν καὶ τὴν ἠθικήν, ἀλλὰ καὶ τὴν λαϊκήν, εἶχε τὴν θέλησιν τοῦ Λαοῦ, ὁ ὁποῖος δὲν ἐτάχθη μὲ τοὺς ἀντεπαναστάτας ἀλλὰ μὲ τὴν Ἐπανάστασιν τὴν ἰσχύουσαν τότε ὡς νόμιμον καὶ πραγματικὸν καθεστώς. Καὶ ἡ συντριβὴ τῆς Ἀντεπαναστάσεως ἐδημιούργησε τὴν ἰσχύν, τὴν δύναμιν καὶ τὸ κῦρος καὶ ἐκ τῶν ὑστέρων ἀκόμη τῶν πράξεων καὶ ἀποφάσεων καὶ νομοθετικῶν ἐργασιῶν τῆς Ἐπαναστάσεως. Πρὸς τί λοιπὸν σήμερον ἡ συζήτησις, καὶ ν’ ἀρχίσωμεν τί ἔκαμεν ὁ Α ἢ ὁ Β καὶ νὰ κρίνωμεν ἂν τοῦτο καλῶς ἐγένετο ἢ ὄχι;
§96ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Δὲν θὰ ἔχωμεν δικαίωμα ἀναθεωρήσεως;
§97Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Τὸ δικαίωμα τῆς ἀναθεωρήσεως τὸ ἔχετε ἀπολύτως. Δὲν νομίζω ὅτι εἰς τὸν νοῦν κανενὸς εἶναι δυνατὸν νὰ εἰσχωρήσῃ ὅτι ἡ Ἐπανάστασις, κρατήσασα καὶ ἐπιβληθεῖσα, δημιουργήσασα καὶ πράξασα, ἀποφασίσασα καὶ νομοθετήσασα, ἔχει τὴν ἀντίληψιν, ἢ τὴν εἶχε ποτέ, ἢ τὴν ἔχει μέχρι σήμερον, ὅτι τὸ ἔργον τῆς εἶναι διαρκὲς καὶ αἰώνιον. Ὄχι. Τὸ ἔργον της ἔχει τὴν διάρκειαν ἐκείνην μέχρι τῆς ὁποίας ἐξετείνετο καὶ ἡ ζωὴ τῆς Ἐπαναστάσεως· ἀπὸ τῆς λήξεως τῆς ζωῆς τῆς Ἐπαναστάσεως τὸ ἔργον της ὑπόκειται εἰς ἀναθεώρησιν. Ἐφόσον μὲν ὑπάρχει Συντακτικὴ Συνέλευσις καὶ αἱ συντακτικαί της πράξεις ὑπόκεινται εἰς τὴν κρίσιν ἡμῶν, οὐδεὶς δύναται σήμερον νὰ ἐμποδίσῃ τὴν Συνέλευσιν νὰ μεταβάλῃ τοῦτο ἢ ἐκεῖνο τῶν πράξεων τῆς Ἐπαναστάσεως, ὅπως δύναται νὰ μεταβάλῃ ταύτην ἢ ἐκείνην τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911, τοῦ 1863 ἢ τοῦ 1844. Καὶ δύναται κανεὶς ν’ ἀρνηθῇ εἰς τὴν Συνέλευσιν ὡς βουλευτικὸν Σῶμα ὅτι ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ τροποποιήσῃ ἢ νὰ καταργήσῃ τὸν Α ἢ Β νόμον; Καὶ τί ἄλλο κάμνει ἡ Βουλή; Δὲν τροποποιεῖ νόμους καὶ δημιουργεῖ ἄλλους; Καὶ ἐλέχθη ὅτι πρέπει νὰ τεθῇ ὑπὸ τὸν ἔλεγχον μιᾶς κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς τὸ ἔργον τῆς Ἐπαναστάσεως, ἡ δὲ Ἐπιτροπὴ ἡ ὁποία ζητεῖται νὰ δημιουργηθῇ δὲν εἶναι ἄλλη Ἐπιτροπὴ παρὰ ἡ νόμῳ καὶ δυνάμει ὑφισταμένη τῇ ἐμπιστοσύνῃ τῆς Συνελεύσεως. Ἡ Κυβέρνησις ἐν τῷ συνόλῳ της ὡς Ὑπουργικὸν Συμβούλιον οὐδὲν ἄλλο ἔργον ἔχει ἢ ν’ ἀσχολῆται εἰς τὴν μεταβολήν, τὴν τροποποίησιν καὶ τὴν δημιουργίαν τοῦ ὅλου νομοθετήματος, τὸ ὁποῖον ἰσχύει ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τῆς Βυζαντιακῆς, τῆς ἑξαβίβλου τοῦ Ἀρμενοπούλου μέχρι σήμερον.
§98Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Ὑπάρχει καὶ ἡ ὁδὸς τῶν προτάσεων νόμου.
§99Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ συνομολογήσητε εἰς τὴν ἀντίληψιν κατὰ τί συντελεῖ ἡ πρότασις τοῦ ψηφίσματος. Διότι λέγετε εἰς τὴν πρότασιν τοῦ ψηφίσματός σας ὅτι κυροῦνται τὰ τῆς Ἐπαναστάσεως Νομοθετικὰ Διατάγματα καὶ οἱονεὶ προλέγετε ὅτι δὲν ἀποκλείεται ἡ διὰ νόμου κατάργησις ἢ τροποποίησις. Μὰ ποῖος εἶπεν ὅτι ἀποκλείεται; Εἶναι ἀνάγκη νὰ λεχθῇ αὐτό;
§100Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Ἐπειδὴ εἶναι ψήφισμα Συντακτικῆς Συνελεύσεως, τὸ κάμνω αὐτὸ διὰ νὰ μὴ ὑποτεθῇ ὅτι ἀποτελεῖ πρᾶξιν συντακτικήν. Ὡς ἐκ περισσοῦ δηλαδή.
§101Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἐγὼ νομίζω ὅτι τὸ ψήφισμα αὐτὸ εἶναι ἐντελῶς περιττόν. Τὸ ἔργον τῆς Ἐπαναστάσεως εἶναι ἔργον ἐπιβληθὲν αὐτοδυνάμως. Τί θέλετε νὰ ἀκυρώσητε σεῖς ἐκ τῶν ἔργων τῆς Ἐπαναστάσεως; Μήπως θέλετε νὰ ἀμφισβητήσητε καὶ νὰ θέσητε ὑπὸ τὴν κρίσιν καμμιᾶς Ἐπιτροπῆς τὸ κῦρος ἂν καλῶς ἢ κακῶς ἐνήργησεν ἡ Ἐπανάστασις τὴν ἔξωσιν τοῦ Βασιλέως Κωνσταντίνου; Θὰ ἀμφισβητήσητε τὴν πρᾶξιν αὐτήν; Μήπως θέλετε νὰ ἀμφισβητήσητε ἂν καλῶς ἢ κακῶς ἐνήργησεν εἰς τὴν δευτέραν ἔξωσιν τοῦ Βασιλέως Γεωργίου; Αὐτὰς τὰς πράξεις ἐνήργησεν ἡ Ἐπανάστασις. Μήπως θέλετε νὰ ἀμφισβητήσητε εἰς τὴν Ἐπανάστασιν καὶ νὰ τῆς ζητήσητε εὐθύνας ἂν καλῶς ἢ κακῶς ἐσκέφθη ν’ ἀντιταχθῇ κατὰ τῆς Ἀντεπαναστάσεως καὶ διὰ τῶν ὅπλων; Ἐφόσον λοιπὸν αἱ πράξεις τῆς Ἐπαναστάσεως ἔχουσι συντακτικὴν μορφὴν ὑπόκεινται εἰς τροποποίησιν τῆς Συνελεύσεως εἰς πᾶσαν στιγμὴν καὶ εἰς οἱανδήποτε ὥραν θέλει ἡ Συνέλευσις διὰ νέου συντακτικοῦ ψηφίσματος νὰ τροποποιήσῃ ὑφισταμένην συντακτικὴν διάταξιν, ὅπως καὶ πᾶσαν ἄλλην. Ὅσον ἀφορᾷ ὅμως τὸ νομοθετικὸν ἔργον τῆς Ἐπαναστάσεως νομίζω ὅτι καὶ αἱ λέξεις ἀκόμη δημιουργοῦν κάποιαν ἀμφιβολίαν, διότι γίνεται λόγος περὶ Νομοθετικῶν Διαταγμάτων. Κύριοι, ἡ Ἐπανάστασις δὲν ἐξέδωκε Νομοθετικὰ Διατάγματα, διότι Νομοθετικὰ Διατάγματα λέγονται ὅταν πρόκειται νὰ ὑποβληθοῦν ὑπὸ τὸ κῦρος ἢ ὑπὸ τὴν ἔγκρισιν ἑνὸς ἄλλου Σώματος. Ἡ ἔχει ἐξουσίαν πρὸς τὸ νομοθετεῖν ἢ νομοθετεῖ ὑπευθύνως ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς ἐγκρίσεως. Ἀλλ’ ἡ Ἐπανάστασις ἐψήφισε νόμους. Τὰ Διατάγματα αὐτὰ εἶναι νόμοι· δὲν ἐγένοντο ὑπὸ τὴν προϋπόθεσιν τῆς ἐγκρίσεως καμμιᾶς Βουλῆς, ὑπὸ τὴν προϋπόθεσιν τῆς ἐγκρίσεως οὐδενὸς Σώματος. Ἐγένοντο ὡς νόμοι, νόμοι ἰσχύοντες δυνάμει ἀποφάσεως τοῦ Νομοθετικοῦ Σώματος τῆς Βουλῆς, δηλαδὴ τῆς Κυβερνήσεως ἡ ὁποία δι’ ἐπαναστατικῆς πράξεως ἀντεπροσώπευε καὶ ἀνεπλήρου τὴν Βουλήν. Ἀντὶ Βουλῆς ὑπῆρχε Κυβέρνησις, ἡ Κυβέρνησις αὐτὴ ἐνομοθέτει δυνάμει πράξεως καὶ ἀποφάσεως ἐπαναστατικῆς. Συνεπῶς οἱ νόμοι αὐτοὶ ἰσχύουν, δὲν εἶναι ὑπὸ τὴν αἵρεσιν οὐδενός, δὲν δύνανται νὰ ὑποβληθοῦν ὑπὸ τὴν κρίσιν οὐδενός. Δύνανται νὰ καταργηθῶσι, νὰ τροποποιηθῶσιν, ἀλλὰ δυνάμει δυνάμεως τὴν ὁποίαν ἡ νέα Βουλὴ ἀντλεῖ πλέον ἐκ τῆς λαϊκῆς ἐντολῆς, ἐκ τῆς ἰδίας δυνάμεως, δυνάμει τῆς δυνάμεως ἐκείνης δυνάμει τῆς ὁποίας δύναται νὰ τροποποιήσῃ καὶ νὰ καταργήσῃ πάντα νόμον, συνεπῶς καὶ τὸν νόμον τὸν ἐπαναστατικόν. Ἡ μήπως χρῄζει τὸ ἔργον τῆς Ἐπαναστάσεως, αἱ πράξεις δηλαδὴ καὶ αἱ ἀποφάσεις αὐτῆς, νομιμοποιήσεως; Πῶς θὰ τὰς νομιμοποιήσῃ, παρακαλῶ; Τὸ παιδὶ δὲν νομιμοποιεῖ τὸν πατέρα· ὁ πατὴρ νομιμοποιεῖ τὸ παιδί. Βεβαιότατα σεῖς καὶ ἡ παρουσία σας ἐδῶ ἀποδεικνύει πλήρη νομιμοποίησιν. Ὅλοι ἡμεῖς εἴμεθα ἀπότοκοι μιᾶς ἀποφάσεως τῆς Ἐπαναστάσεως. Οἱ ἀμφισβητήσαντες τὴν γνησιότητα τῆς ἐκλογῆς ἡμῶν εἶναι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι δὲν προσῆλθον εἰς τὰς ἐκλογὰς τῆς 16ης Δεκεμβρίου. Ἐκεῖνοι ὑπεστήριζον ὅτι δὲν ὑπῆρχε τὸ δικαίωμα τῆς διαλύσεως τῆς πρώτης Βουλῆς, δὲν ὑπῆρχε τὸ δικαίωμα τῆς Ἐπαναστάσεως τῆς προκηρύξεως ἐκλογῶν καὶ διὰ τοῦτο ἀπέσχον ἀπὸ τὰς ἐκλογάς. Ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς διὰ πλειονοψηφίας ἀποδεικνυομένης ἐκ τῶν προσελθόντων εἰς τὴν ψηφοφορίαν ἀπέδειξεν ὅτι δὲν ἀκολουθεῖ τὴν γνώμην ἐκείνην, ἀλλὰ τὴν γνώμην τὴν ἐγκριτικὴν τῆς Ἐπαναστάσεως, καὶ συνεπῶς θεωρεῖ ὡς νομίμους τὰς ἐκλογὰς τῆς Συνελεύσεως. Τόσον εἶναι ἀληθὲς τοῦτο, ὥστε αὐτοὶ οἱ τότε ἀποσχόντες, οἱ τότε μὴ ἐγκρίνοντες τὸ ἔργον καὶ τὰς ἐκλογάς, κατόπιν εἰς τὰς ἐκλογὰς τοῦ δημοψηφίσματος πεισθέντες περὶ τῆς πλειονοψηφίας τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ κατὰ τὴν 16 Δεκεμβρίου, ἀνεγνώρισαν καὶ προσῆλθον εἰς τὰς ἐκλογὰς τοῦ δημοψηφίσματος. Μετὰ τὰς ἐκλογὰς τοῦ δημοψηφίσματος καὶ μετὰ τὴν προσέλευσιν πλέον ὁλοκλήρου τοῦ πληθυσμοῦ τῆς Ἑλλάδος ὄχι μόνον δυνάμει ἀνοχῆς ἐνεκρίθη τὸ ἔργον τῆς Ἐπαναστάσεως, ἐνεκρίθη δυνάμει ἀποφάσεως πράγματι λαϊκῆς, ἀνεγνωρίσθη πλήρως, συνεπῶς οὐδεμιᾶς ἄλλης ἐγκρίσεως ἀπαιτουμένης. Καίτοι ταύτην τὴν γνώμην ἔχω ὡς πρὸς αὐτὰ τὰ πράγματα καὶ τὴν εἶχον ἔκτοτε, ὅπως ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ εἴπω, ἔχω ὅμως καὶ μίαν διαφωνίαν πρὸς τὴν Ἐπαναστατικὴν Κυβέρνησιν, τὴν ὁποίαν ἐξεδήλωσα καὶ ἐκδηλῶ καὶ αὐτὴν τὴν στιγμήν. Εἶχον τὴν γνώμην ὅτι ἀπὸ τῆς ἐκλογῆς τῆς 16 Δεκεμβρίου καὶ πέραν ἡ Ἐπανάστασις ἔπαυσε πλέον νὰ ὑπάρχῃ ὑφισταμένη. Ὑπῆρχε τυπικὸς ἐπιτηρητὴς καὶ διατηροῦσα τὴν κατάστασιν μέχρι τῆς συγκροτήσεως τῆς Συνελεύσεως ὡς Σώματος, ἵνα παραδώσῃ, ὡς παρέδωκε, τὴν Ἐξουσίαν. Ἀπὸ τῆς ἡμέρας ἐκείνης, τῆς ἑπομένης τῶν ἐκλογῶν, οὔτε πράξεις ἐπαναστατικὰς ἠδύνατο νὰ κάμῃ ἡ Ἐπανάστασις οὔτε νομοθετικὰς ἐργασίας ἡ Ἐπαναστατικὴ Κυβέρνησις, διότι ἡ ἰδία Κυβέρνησις καὶ ἡ ἰδία Ἐπανάστασις ἐθεώρησε λήξασαν τὴν ἐντολήν της καὶ τὸ δικαίωμά της καὶ προεκήρυξεν ἐκλογάς. Καὶ εἶπεν ὁ ἀγαπητός μοι συνάδελφος πρωτύτερα ὅτι ἀπὸ τῆς προκηρύξεως τῶν ἐκλογῶν θεωρεῖται ἡ Ἐπανάστασις καὶ ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη παρῃτημένη τῶν δικαιωμάτων της περὶ τῆς ἐκδόσεως ἀποφάσεων καὶ νόμων.
§102Σ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Δὲν εἶναι αὐτὴ ἡ διατύπωσις. Ἡ Ἐπανάστασις, ὅταν προεκήρυξεν ἐκλογάς, ἐθεώρησε πλέον λῆξαν τὸ ἐπαναστατικὸν ἔργον καὶ ἀποτείνεται πρὸς τὴν λαϊκὴν κυριαρχίαν.
§103Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Αὐτὸ εἴπετε καὶ διαφωνῶ εἰς τοῦτο, ὅσον συμφωνῶ εἰς τὸ ἄλλο, ἀπὸ τῆς ἑπομένης τῶν ἐκλογῶν καὶ ἡ διαφωνία μου θὰ εἶναι πειστικὴ καὶ δι’ ὑμᾶς. Διότι ἐπαναφέρω εἰς τὴν μνήμην σας ὅτι ἡ Ἐπανάστασις δὲν προεκήρυξεν ἐκλογὰς μόνον τῇ 1ῃ Δεκεμβρίου, εἶχε καὶ πρότερον προκηρύξει καὶ εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ τὰς ἀναβάλῃ. Καὶ εἶχε καὶ ἄλλοτε προκηρύξει καὶ πάλιν εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ τὰς ἀναβάλῃ. Διότι, ἂν αἱ ἐκλογαὶ ἀνεβάλλοντο δι’ οἱονδήποτε λόγον, διὰ μιᾶς νέας ἀντεπαναστάσεως, ἴσως τῇ 15 Δεκεμβρίου ἡ Ἐπανάστασις θὰ ὑφίστατο καὶ θὰ ἔκαμνεν ἀποφάσεις. Ἀλλ’ ἀπὸ τῆς ἡμέρας ἐκείνης κατὰ τὴν ὁποίαν πλέον ἐλευθέρως ἐξεδηλώθη ἡ λαϊκὴ θέλησις, ἀπὸ τῆς ἡμέρας ἐκείνης, συμφωνῶν καὶ ἐγὼ μεθ’ ὑμῶν, ὑποστηρίζω ὅτι ἔπαυσε πλέον τὸ δικαίωμα τῆς τε Ἐπαναστάσεως καὶ τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλ’ ἀπὸ τῆς ἡμέρας ἐκείνης, ἂν κατ’ ἀνάγκην ἡ Ἐπανάστασις εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην, ὅπως εἶπεν ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας Πρόεδρος τῆς τότε Κυβερνήσεως, νὰ νομοθετήσῃ ἢ ν’ ἀποφασίσῃ συντακτικὰς ἀποφάσεις, αἱ συντακτικαὶ ἀποφάσεις ἀπὸ τῆς 16 Δεκεμβρίου ἐγένοντο ἀπαραιτήτως πλέον καὶ κατ’ ἔννοιαν καὶ καθ’ ὁμολογίαν δικαίου καὶ κατὰ λογικὴν ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς ἐγκρίσεως τῆς Συνελεύσεως. Διότι ἀπὸ τῆς 16 Δεκεμβρίου ὑπῆρχε Συνέλευσις. Πρὸ τῆς 16 Δεκεμβρίου δὲν ὑπῆρχε Συνέλευσις, τὸ δὲ νομοθετικὸν ἔργον τῆς Κυβερνήσεως ἀπὸ τῆς 16 Δεκεμβρίου ἀσφαλῶς ἐγένετο ὅπως θὰ ἐγίνετο ἀπὸ πᾶσαν Κυβέρνησιν οἱανδήποτε, ὅταν ἀπουσιάζῃ ἡ Βουλή, ὑπ’ εὐθύνην της καὶ ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς ἐγκρίσεως ἀπὸ τὴν μέλλουσαν Βουλήν. Διὰ τοῦτο νομίζω ὅτι ἡ πρότασις τοῦ ψηφίσματος, ἂν εἶναι ἀναγκαία, αὐτὴν καὶ μόνην τὴν διάταξιν νὰ περιλάβῃ, οὔτε νὰ κυρώνῃ τὸ ἔργον τῆς Ἐπαναστάσεως, διότι φαίνεται ὅτι τὸ φέρομεν ὑπὸ κρίσιν καὶ συζήτησιν, οὔτε κἂν μνείαν νὰ κάμνῃ περὶ αὐτοῦ, ἀλλὰ νὰ εἴπῃ ὅτι, ἢ μᾶλλον νὰ μὴ εἴπῃ τίποτε, ἀλλὰ νὰ πάρῃ ὅλας τὰς ἐπαναστατικὰς πράξεις ἀπὸ 16 Δεκεμβρίου καὶ ὅλην τὴν νομοθετικὴν ἐργασίαν, τὰ Νομοθετικὰ πλέον Διατάγματα, διότι τότε εἶναι Διατάγματα καὶ δὲν εἶναι νόμοι, ἀπὸ τῆς 16 Δεκεμβρίου μέχρι τῆς ἡμέρας τῆς συγκροτήσεως τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως ὑπὸ τὴν ἔγκρισιν καὶ τὴν κύρωσιν τῆς Συνελεύσεως μὲν τῶν συντακτικῶν ἀποφάσεων, τῆς Βουλῆς δὲ τῶν νομοθετικῶν. Αὐτὴν τὴν γνώμην εἶχον, κύριοι, αὐτὰ τὰ ὁποῖα λέγω πιστεύω καὶ αὐτὰ εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποστηρίξω ἐνώπιόν σας. (Χειροκροτήματα).
§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Προμπονᾶς.
§105Δ. ΠΡΟΜΠΟΝΑΣ. Κύριοι πληρεξούσιοι, μὲ ὅλον τὸν σεβασμὸν καὶ τὴν εὐγνωμοσύνην τὴν ὁποίαν ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς ὀφείλει πρὸς τὴν Ἐπανάστασιν, ἐν τούτοις δὲν δύναμαι παρὰ νὰ παρατηρήσω μίαν πρᾶξιν, ἡ ὁποία ἐγένετο ἐπὶ Ἐπαναστάσεως, τὴν ὁποίαν ὅταν ἀκούσητε, εἶμαι βέβαιος ὅτι θὰ ἐκπλαγῆτε. Κατά τι Διάταγμα, τὸ ὁποῖον προεκάλεσεν ἡ Ἐπανάστασις, ἐξεχωρήθη εἰς ἰδιώτην, στενῶς προσκείμενον πρὸς τὴν Ἐπανάστασιν, ἐπιχείρησις 5½ ἑκατομμυρίων ἄνευ δημοπρασίας.
§106ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Ποῖος εἶναι αὐτός;
§107Δ. ΠΡΟΜΠΟΝΑΣ. Εἶναι ὁ ἀδελφὸς τοῦ διευθυντοῦ τοῦ Γραφείου τοῦ Τύπου τῆς Ἐπαναστάσεως κ. Πρωτονοτάριος. Τὸ Διάταγμα αὐτὸ εἶναι ἄκυρον, διότι ἔχω τὴν γνώμην ὅτι εἶναι ἀπὸ τὰ Διατάγματα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα θὰ εἰσέλθωσιν εἰς διυλιστήριον, διότι ἐκ τῆς διυλίσεως θὰ παρουσιασθῇ θολερὸν ἵζημα, ἐντὸς τοῦ ὁποίου θέλομεν ἀνακαλύψει τοὺς κώνωπας ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἔκαμον χρῆσιν πτερῶν διαλαθόντες τὴν προσοχὴν τῆς Ἐπαναστάσεως. Τὸ Διάταγμα αὐτό, κύριοι, καταστρέφει μεγάλα συμφέροντα τοῦ Κράτους, διότι 500 σμυριδωρυκτῶν, οἱ ὁποῖοι προσφέρουν εἰς τὸ Κράτος 30.000.000, τὰ ὁποῖα δὲν ἀποκομίζει τὸ Κράτος ἐκ 500 ἐκ τῶν μᾶλλον φορολογουμένων Ἑλλήνων, ἔρχεται τὸ Διάταγμα νὰ καταστρέψῃ τὰ συμφέροντα τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν, νὰ τοὺς κτυπήσῃ, καὶ νὰ θυσιάσῃ καὶ τὸ ποσὸν τῶν 30.000.000.
§108ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Πότε ἐξεδόθη;
§109Δ. ΠΡΟΜΠΟΝΑΣ. Τῇ 30ῇ Μαρτίου 1923· εἶναι Διάταγμα τὸ ὁποῖον λέγει ὅτι ἐπιτρέπεται εἰς τὸν ἑκάστοτε Ὑπουργὸν τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας νὰ ἐκτελῇ διαδικασίαν καὶ καθορισμὸν ἐκτελέσεων ἔργων ἐν τοῖς σμυριδωρυχείοις Νάξου. Κακῶς ἑρμηνευθεὶς ὁ νόμος αὐτὸς συνετέλεσεν εἰς τὸ νὰ ἐπακολουθήσῃ ἐκτελεστικὸν Διάταγμα κατὰ τὸ ὁποῖον αἱ λέξεις «προσδιορισμοῦ ἐκτελέσεως ἔργων» νὰ μετατραποῦν εἰς «ἐκχωρήσεις ἄνευ δημοπρασιῶν ἔργων», καὶ τίνων ἔργων; 5½ ἑκατομμ. εἰς δύο συμβάσεις, ὄχι εἰς μίαν, διότι, ἐὰν ἦτο μία, ἦτο ἀνθρώπινον νὰ ἐξαπατηθῇ τις, ἀλλὰ τὸ δὶς ἐξαμαρτεῖν εἰς τὸ αὐτὸ δὲν εἶναι φρόνιμον. Κύριοι, μοὶ δίδεται ἡ εὐκαιρία νὰ ἐπιληφθῶ ὑποθέσεως ἡ ὁποία πρόκειται νὰ συζητηθῇ τὴν Δευτέραν ἢ τὴν Πέμπτην. Ἐνῷ εἶχεν ἐκχωρηθῆ εἰς ἰδιώτας οὐδεμίαν σχέσιν ἔχοντας μὲ δημόσια ἔργα παρὰ διατελοῦντας εἰς τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην καὶ τοῖς ἐδόθησαν πρὶν τελειώσουν τὰ ἔργα αὐτὰ ἢ μᾶλλον πρὶν ἀρχίσουν 2½ ἑκατομμύρια, ἐγένετο δευτέρα δημοπρασία, ἡ ὁποία δῆθεν ἐγένετο διὰ τὴν τελειοποίησιν τοῦ πρώτου ἔργου, τὸ ὁποῖον δὲν εἶχεν ἀρχίσει ἀκόμη, καὶ προσετίθεντο ἄλλα 2.400.000, ἐν ὅλῳ 5.500.000 δι’ ἔργα τὰ ὁποῖα, τιθέμενα εἰς ἐφαρμογήν, ὄχι μόνον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λειτουργήσουν, ἀλλὰ καὶ ἂν τεθοῦν εἰς ἐφαρμογὴν θὰ ἀναγκασθῇ ἡ Κυβέρνησις νὰ τὰ καταργήσῃ λόγῳ τῶν μεγάλων δαπανῶν τὰς ὁποίας θὰ ἔχουν, ἐκ τῆς κινητηρίου δυνάμεως τὴν ὁποίαν θὰ καταναλίσκουν, ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὰ προηγούμενα σχέδια, τὰ ὁποῖα δὲν εἶχον κανὲν ἔξοδον. Θὰ σᾶς παρακαλέσω λοιπόν, μεταξὺ τῶν Διαταγμάτων, τὰ ὁποῖα θὰ τεθοῦν εἰς τὸ διυλιστήριον, κατὰ τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Γονατᾶ, νὰ τεθοῦν καὶ τὰ Διατάγματα ἐκεῖνα, κατὰ τὰ ὁποῖα ἐδόθησαν ἔργα δημόσια ἄνευ δημοπρασιῶν. Θὰ συζητηθοῦν τὴν Δευτέραν καὶ θὰ ἀποδειχθῇ ὅτι τὸ Δημόσιον ζημιοῦται 5½ ἑκατομμύρια σήμερον, θὰ ζημιωθῇ ἄλλα 20.000.000 πρὸς κατασκευὴν λιμένων καὶ ὁδῶν καὶ οἰκημάτων, ὅπως τὰ κεράσια ποὺ πιάνετε ἓν καὶ τραβιοῦνται δεκαπέντε, διὰ τὰ ὁποῖα θὰ ἐπακολουθήσουν ἄλλαι 15 συμβάσεις, αἵτινες θὰ καταδυναστεύσουν τὸν Ἑλληνικὸν Λαόν, ὁ ὁποῖος θὰ ἐπαναστατήσῃ καὶ θὰ ἀνατρέψῃ αὐτὰ τὰ ἔργα διὰ δυναμίτιδος, διότι δὲν δύνανται νὰ λειτουργοῦν οὔτε ἀπὸ τεχνικῆς ἀπόψεως οὔτε ἀπὸ ἀπόψεως συμφερόντων τοῦ Κράτους. Πρέπει νὰ ἀκούσητε τὴν πρότασιν αὐτήν, ἡ ὁποία θίγει τὰ συμφέροντα 500 ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι μᾶς προσφέρουν 30.000.000. Θὰ παρακαλέσω εἰς τὴν σύμβασιν αὐτήν, ἡ ὁποία ἔγινε χάριν τοῦ ἀδελφοῦ τοῦ κ. Πρωτονοταρίου, νὰ ἐπιστήσητε τὴν προσοχήν σας, διότι ὄχι μόνον θὰ ζημιωθῇ τὸ Δημόσιον, ἀλλὰ θὰ ἔχωμεν καὶ Ἐπανάστασιν καὶ θὰ εὑρεθῶμεν πρὸ λυπηρῶν γεγονότων, κ. Πρωθυπουργέ. Εἰς τὸ ζήτημα αὐτὸ ἐπιμένω.
§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σεχιώτης ἔχει τὸν λόγον.
§111Γ. ΣΕΧΙΩΤΗΣ. Εἶναι ἀναμφισβήτητον, κ. Πρόεδρε, ὅτι αἱ πράξεις καὶ αἱ ἀποφάσεις τῆς Ἐπαναστάσεως, καθὼς καὶ τὰ Ν. Διατάγματα τὰ ἐκδοθέντα ὑπὸ τῆς Ἐπαναστατικῆς Κυβερνήσεως δυνάμει τῆς νομοθετικῆς ἐντολῆς τὴν ὁποίαν μετεβίβασε πρὸς αὐτὴν ἡ Ἐπανάστασις δὲν χρῄζουσιν οὐδεμιᾶς κυρώσεως παρὰ τῆς Συνελεύσεως. Αἱ Ἐπαναστάσεις αἱ ἐπιβαλλόμεναι de facto καὶ μονιμοποιούμεναι de jure πλέον, διότι τεκμαίρεται ἐκ τῆς μονιμοποιήσεως αὐτῶν ὅτι στηρίζονται ἐπὶ τῆς ἠθικῆς βάσεως τῆς λαϊκῆς θελήσεως, δημιουργοῦσι δίκαιον, ἐκδίδουσι Συνταγματικὰ Διατάγματα καὶ κατὰ περισσότερον λόγον Νομοθετικὰ τοιαῦτα. Αἱ Ἐπαναστάσεις κρίνονται μόνον ἀπὸ τῆς πολιτικῆς ἀπόψεως καὶ δίδουσι λόγον, ὅταν καταργηθῶσι δι’ Ἀντεπαναστάσεως, ὅτε τεκμαίρεται ὅτι ἐκλείπει ἡ λαϊκὴ βάσις ἐπὶ τῆς ὁποίας στηρίζεται, καὶ ὅτι αὐτὴ ἐστράφη πρὸς τὸ ἀντεπαναστατικὸν κίνημα, τότε δὲ καὶ μόνον αἱ Ἐπαναστάσεις καλοῦνται νὰ δώσωσι λόγον. Αἱ Ἐπαναστάσεις εἶναι ἱστορικὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα δὲν κρίνονται παρὰ τῶν Συνελεύσεων· δημιουργοῦσι δίκαιον καὶ ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ ἐκδίδωσι Συνταγματικὰ καὶ Νομοθετικὰ Διατάγματα. Δὲν δέχομαι τὴν ἄποψιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἠλείας πληρεξουσίου περὶ τοῦ ὅτι αἱ εὐθῦναι τῆς Ἐπαναστάσεως πρέπει νὰ χωρισθῶσιν ἀπὸ τῆς ἡμέρας καθ’ ἣν ἐγκατεστάθη αὕτη ἐνταῦθα μέχρι τῆς ἐνεργείας τῶν ἐκλογῶν καὶ ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς ἐνεργείας τῶν ἐκλογῶν μέχρι τῆς ἐγκαταστάσεως τῆς νέας Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία προέκυψεν ἐκ τῆς πλειονοψηφίας τῆς Συνελεύσεως. Φρονῶ ὅτι τὸ ἔργον τῆς Ἐπαναστάσεως εἶναι ἀδιαίρετον. Ἡ Ἐπανάστασις διὰ τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς τότε Κυβερνήσεως ἐξ Ἀττικῆς πληρεξουσίου ἐδήλου ὅτι τὸ ἔργον της θὰ τελειώσῃ, ὅταν παραδώσῃ τὴν Ἐξουσίαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην τὴν ὁποίαν θὰ ἐνόμιζε κατάλληλον, ἵνα ἐξασφαλίσῃ τὸ πνεῦμα τῆς Ἐπαναστάσεως· ὅταν θὰ ἐβεβαιώνετο ὅτι δὲν τρέχει κανένα κίνδυνον τὸ ἔργον τῆς Ἐπαναστάσεως διὰ τῆς συγκροτήσεως Κυβερνήσεως συμφώνου πρὸς τὰς ἀπόψεις της, τότε θὰ τελειώσῃ τὸ ἔργον τῆς Ἐπαναστάσεως. Ἡ ἁρμοδία καὶ μόνη διὰ νὰ ἔχῃ γνώμην περὶ τοῦ πότε λήγει τὸ ἔργον της εἶναι αὐτὴ ἡ Ἐπανάστασις μέχρι τῆς ἡμέρας καθ’ ἣν παρέδωκε τὸ ἔργον αὐτῆς εἰς τὴν διαδεχθεῖσαν αὐτὴν Κυβέρνησιν, τὴν ἀπορρέουσαν ἐκ τῆς πλειονοψηφίας τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ, ἐκπροσωπουμένου ὑπὸ τῶν ἀντιπροσώπων του. Συμφωνῶ πληρέστατα μὲ τὴν ἄποψιν ὅτι οὐδεμίαν θέσιν ἔχει ἡ Συνέλευσις ἵνα κυρώσῃ τὸ ἔργον τῆς Ἐπαναστάσεως, κατὰ συνέπειαν παρέλκει πλήρως ἡ πρότασις ψηφίσματος. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀνεγνώρισε τὴν ἄποψιν ταύτην καὶ ἐδικαιολόγησε τὴν ὑποβολὴν τῆς προτάσεως, διότι θὰ ἐγεννῶντο δικαστηριακαὶ ἀμφισβητήσεις καὶ ἐπειδὴ ἐκ τούτου προεκλήθη ἡ συζήτησις, ἐπειδὴ δὲ κρατεῖ εἰς τὴν συνείδησιν τοῦ Λαοῦ ἡ ἐντύπωσις ὅτι ἐγένοντο καταχρήσεις μεγάλαι τῆς νομοθετικῆς ἐξουσιοδοτήσεως παρὰ τῆς Ἐπαναστατικῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐπειδὴ τὸ νομοθετικὸν ἔργον τῆς Ἐπαναστάσεως ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ ἐξετασθῇ, θὰ ἐπρότεινον εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἐπειδὴ αἱ Ἐπιτροπαὶ αἱ ἑκάστοτε πολὺ ὀλίγον ἀσχολοῦνται εἰς τὰ ἔργα αὐτῶν, νὰ συστήσῃ εἰς τοὺς πληρεξουσίους, οἱ ὁποῖοι θὰ ἤθελον νὰ μελετήσουν τὸ νομοθετικὸν ἔργον τῆς Ἐπαναστάσεως, νὰ ὑποβάλουν προτάσεις νόμων εἴτε καταργητικὰς τῶν Διαταγμάτων εἴτε τροποποιητικὰς τούτων, νὰ προτάσσωνται δὲ αἱ προτάσεις αὗται μίαν φορὰν τὴν ἑβδομάδα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν πρὸς συζήτησιν. Οὕτω θὰ ἦτο δυνατὸν καὶ τὸ ἔργον τῆς Συνελεύσεως νὰ διευκολυνθῇ.
§112Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Οὐδέποτε ἐφαντάσθην ὅτι τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον ἦτο δυνατὸν νὰ προκαλέσῃ τόσον μακρὰν συζήτησιν. Ὅταν ὑπεβλήθη τὸ ψήφισμα δι’ οὐδεμιᾶς ἀποφάσεως τῆς Συνελεύσεως εἶχεν ἐκδηλωθῆ ἡ ἐγκριτικὴ τῆς Ἐπαναστάσεως γνώμη τῆς Συνελεύσεως. Ὅταν ἀνεκοίνωσε τὰς προγραμματικάς της δηλώσεις ἡ πρώτη Κυβέρνησις καὶ προεκλήθη συζήτησις, ὑπεστήριξα ὅτι μία ἀπὸ τὰς πρώτας προτάσεις τῆς Κυβερνήσεως θὰ ἔπρεπε νὰ εἶναι πρότασις περὶ ἐγκρίσεως τῶν πράξεων τῆς Ἐπαναστάσεως, διότι ἐνόμιζον ὅτι ἡ Ἐθνοσυνέλευσις, ὅσον καὶ ἂν προῆλθεν ἀπὸ πράξεις τῆς Ἐπαναστάσεως, ἡ Συνέλευσις, ἡ ὁποία ἐξεπροσώπει τὰ κοινοβουλευτικὰ δικαιώματα τοῦ Λαοῦ, ὤφειλε διὰ μιᾶς ἀποφάσεώς της νὰ ἐκφράσῃ τὴν γνώμην της ἐπὶ τοῦ ἔργου τῆς Ἐπαναστάσεως. Διὰ τοῦτο ἐκάκισα τὴν Κυβέρνησιν τὴν πρώτην, διότι δὲν εἰσηγήθη ψήφισμα εἰς τὴν Συνέλευσιν, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ ἐνεκρίνοντο αἱ πράξεις τῆς Ἐπαναστάσεως. Ἀναγνωρίζω ὅτι τὰ Διατάγματα καὶ αἱ πράξεις τῆς Ἐπαναστάσεως νομοθετικοῦ καὶ συντακτικοῦ περιεχομένου ἔχουν ἰσχὺν de facto, ἀλλ’ ὅταν ἐσχηματίσθη ἡ Κυβέρνησις τὴν πρώτην ἡμέραν μετὰ τὴν διακοπὴν τῶν ἐργασιῶν τῆς Συνελεύσεως ἐνομίσαμεν ὅτι ἐπεβάλλετο νὰ πραγματοποιήσωμεν τὴν γνώμην ἡμῶν, τὴν ὁποίαν εἰς τὴν ἀρχὴν τῶν ἐργασιῶν τῆς Συνελεύσεως συνεβουλεύσαμεν. Ὅσον καὶ ἂν θεωρηθῇ πλεονάζουσα ἡ διάταξις, δὲν ἠμπορεῖ νὰ θεωρηθῇ ἐντελῶς περιττή. Ἡ συζήτησις, ἡ ὁποία διεξήχθη, ἀποδεικνύει ὅτι δὲν εἶναι ἐντελῶς περιττή. Ὁ σκοπὸς τοῦ ψηφίσματος εἶναι διττός· ἀφ’ ἑνὸς μὲν μία συνολικὴ ἔγκρισις τῆς Ἐπαναστάσεως, ἀφ’ ἑτέρου δὲ σκοπὸς τοῦ ψηφίσματος εἶναι νὰ ἄρῃ εἰς τὸ μέλλον κάθε συζήτησιν περὶ τοῦ κύρους τῶν συντακτικῶν καὶ νομοθετικῶν πράξεων τῆς Ἐπαναστάσεως, περὶ τοῦ κύρους, ὄχι περὶ τοῦ περιεχομένου. Κυρίως μὲ ἐνδιαφέρουν μερικαὶ συντακτικαὶ πράξεις, διὰ τὰς ὁποίας δὲν θέλω νὰ ὑπάρξῃ εἰς τὸ μέλλον καμμία συζήτησις ἂν ἐξεδόθησαν ἐγκύρως. Βεβαίως ὑπάρχει τὸ στάδιον τῆς τροποποιήσεως τῶν πράξεων ἐκείνων, ἀλλὰ νομίζομεν ὅτι συμβάλλει εἰς τὴν ὁμαλότητα τῆς πολιτικῆς ἐξελίξεως ἡ ἄρσις κάθε ἀμφισβητήσεως περὶ τοῦ κύρους τῶν πράξεων ἐκείνων. Ὅσον καὶ ἂν οἱ νομικοί μας ὑποστηρίζουν ὅτι δὲν ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρξῃ ἀμφισβήτησις, ἐπιθυμοῦμεν νὰ γίνῃ ἀπὸ ὅλον τὸν κόσμον ἀντιληπτὸν ὅτι περὶ τοῦ κύρους τῶν πράξεων ἐκείνων δὲν ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρξῃ οὐδεμία ἀμφισβήτησις. Ὑπεστηρίχθη ὅτι πολλὰ Νομοθετικὰ Διατάγματα ἦσαν ἀμελέτητα καὶ ἐπιβλαβῆ, ἀλλὰ περὶ ὅλων αὐτῶν μένει πάντοτε ἀνοικτὸς ὁ δρόμος τῆς νομοθετικῆς μεταρρυθμίσεως ἢ καταργήσεως· δὲν περιβάλλονται διὰ τοῦ ψηφίσματος μὲ κανὲν μεγαλύτερον κῦρος. Ἡ πρότασις ὅτι θὰ ἔπρεπεν ὅλα αὐτὰ τὰ Διατάγματα νὰ παραπεμφθοῦν εἰς μίαν Ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία νὰ τὰ ἐξετάσῃ, εἶναι, κατὰ τὴν ἰδικήν μου ἀντίληψιν, ἐντελῶς ἄσκοπος, διότι ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ἐφαρμόζει τοὺς νόμους, εἶναι κατὰ πρῶτον λόγον ἁρμοδία νὰ κρίνῃ ἂν εἶναι ἐπιβλαβῆ τὰ Νομοθετικὰ ταῦτα Διατάγματα καὶ νὰ ζητήσῃ τὴν κατάργησιν αὐτῶν. Ἀλλὰ καὶ ἡ Συνέλευσις εἶναι ἐλευθέρα νὰ πράξῃ τὸ αὐτό· ἑπομένως δὲν φαντάζομαι ὅτι διὰ τοῦ σχηματισμοῦ μιᾶς Ἐπιτροπῆς ἠμπορεῖ νὰ προαχθῇ τὸ ἔργον αὐτό. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀμφισβήτησιν τῶν Νομοθετικῶν Διαταγμάτων μετὰ τὰς ἐκλογάς, ἔχω καὶ ἐγὼ μέγιστον σεβασμὸν εἰς τὰ κυριαρχικὰ δικαιώματα τοῦ Λαοῦ καὶ τῆς Συντακτικῆς Συνελεύσεως, ἀλλά, ἀφοῦ ἡ ἀντίληψις τῆς Ἐπαναστάσεως εἶναι ὅτι θὰ ἔληγεν ἡ ἀποστολή της ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς ἐνάρξεως τῶν ἐργασιῶν τῆς Συνελεύσεως, νομίζω ὅτι δὲν στέκει ἡ συζήτησις ἂν εἶναι ἢ ὄχι ἔγκυρα τὰ Διατάγματα ταῦτα, διότι ἤδη αὐτὰ ἔχουν ἰσχὺν νόμου. Καὶ ἀνέφερεν ὁ κ. συνάδελφος ἐκ Καρδίτσης τὸ Διάταγμα τῆς Ἱεραρχίας, τὸ ὁποῖον ἰσχύει ἑπομένως, νομίζω, δὲν στέκει νὰ ἀμφισβητηθῇ τῶν Διαταγμάτων αὐτῶν τὸ κῦρος καὶ νομίζω ὅτι καὶ αὐτὰ πρέπει νὰ ὑπαχθοῦν εἰς τὴν γενικὴν κατηγορίαν τῶν Νομοθετικῶν Διαταγμάτων τὰ ὁποῖα ἡ Ἐπανάστασις, ἀσκοῦσα Συντακτικὴν καὶ Νομοθετικὴν Ἐξουσίαν, ἐξέδωκε. Κατὰ συνέπειαν ὑποστηρίζω ὅτι, ὅσον καὶ ἂν διὰ τοὺς νομικοὺς πλεονάζῃ τὸ ψήφισμα, δὲν εἶναι περιττόν. Πάντως ὅμως οὐδὲν κινδυνεύει ἔργον οὔτε ἠμπορεῖ νὰ βλάψῃ τὰ γενικὰ συμφέροντα, ἀλλὰ μᾶλλον θὰ συντελέσῃ εἰς τὴν ἐμπόδισιν περιττῶν συζητήσεων καὶ ἀμφιβολιῶν περὶ τοῦ κύρους ὡρισμένων πράξεων τῆς Ἐπαναστάσεως. Ὁ ἐξ Ἀττικῆς πληρεξούσιος κ. Γονατᾶς εἶπε γενναιοφρόνως ὅτι δὲν θὰ ἤθελε νὰ ἀναλάβῃ τὴν εὐθύνην τῶν πράξεών των ἡ Συνέλευσις· δὲν ἀναλαμβάνει οὐδεμίαν ἠθικὴν εὐθύνην, ἀναγνωρίζει ἓν πραγματικὸν γεγονός, τὸ πραγματικὸν γεγονὸς ὅτι ἡ Ἐπανάστασις, ἐπικρατήσασα, ἐγκύρως ἤσκησε Νομοθετικὴν καὶ Συντακτικὴν Ἐξουσίαν· ἑπομένως ὑποστηρίζω ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ δεκτὸν τὸ ψήφισμα. Διὰ νὰ προσαρμοσθῶμεν εἰς τὴν πολιτικὴν ἀκρίβειαν, δὲν δυσκολεύομαι νὰ τροποποιηθῇ τὸ ψήφισμα κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ μὴ φαίνηται ὅτι ἀγνοοῦμεν τὴν θεωρίαν ὅτι ὀρθῶς ἐξέδωκε τὰ Νομοθετικὰ Διατάγματα.
§113ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ροδόπουλος.
§114Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, γενομένου ποτὲ λόγου ἐν τῇ Γαλλικῇ Βουλῇ περὶ τοῦ ἔργου τῆς Γαλλικῆς Ἐπαναστάσεως καὶ ἐγερθέντων τινῶν ἐκ τῶν ἀπογόνων τῶν εὐγενῶν, τῶν émigrés καὶ μεμφθέντων ὡρισμένων πράξεων τῆς Γαλλικῆς Ἐπαναστάσεως, ὁ Clémenceau ἐγερθεὶς ἀπὸ τοῦ βήματος εἶπεν ὅτι ἡ ἀλήθεια εἶναι ὅτι ἑκάστης Ἐπαναστάσεως τὸ ἔργον ἀποτελεῖ ἓν bloc, τὸ ὁποῖον θὰ κριθῇ ἐν συνόλῳ. Ἂν ὅμως εἶναι ἀληθὲς τοῦτο ἀπὸ πολιτικῆς καὶ ἱστορικῆς ἀπόψεως, ἀπὸ ἀπόψεως δημοσίου δικαίου εἶναι ἄλλως καὶ πρέπει ἄλλαι σκέψεις νὰ ἐπικρατήσουν. Προκειμένου νὰ κριθῇ τὸ ἔργον ἐν τῷ συνόλῳ τῆς νομοθετικῆς ἐξασκήσεως τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας δὲν ἐζήτησα τὸν λόγον διὰ νὰ δικαιολογήσω τὴν ψῆφόν μου, διότι θὰ ἦτο ἀρνητική, ἐὰν ἐπροτείνετο νὰ ψηφισθῇ τὸ σχέδιον τοῦ ψηφίσματος, τὸ ὁποῖον ἐπρότεινεν ἡ Κυβέρνησις καὶ τὸ ὁποῖον προτείνει εἰς ἡμᾶς νὰ ἐπικυρώσωμεν τὸ νομοθετικὸν καὶ συντακτικὸν ἔργον τῆς Ἐπαναστάσεως. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει οὐδεὶς δύναται νὰ δεχθῇ τὴν μετάθεσιν τοῦ βάρους τῶν εὐθυνῶν ἐκ τῶν ὤμων τῶν Κυβερνήσεων τῆς Ἐπαναστάσεως εἰς τοὺς ὤμους τῆς Συνελεύσεως. Χωρὶς νὰ ἐπικρίνω οὔτε νὰ κρίνω τὸ σύνολον τοῦ νομοθετικοῦ ἔργου, τὸ ὁποῖον θέλει πολλὴν ἐργασίαν, λέγω ὅτι δὲν θὰ εἶναι συνεπὴς ἡ Ἐθνοσυνέλευσις οὐσιαστικῶς νὰ πάρῃ τὴν εὐθύνην τὴν πολιτικὴν τοῦ ἔργου τοῦ νομοθετικοῦ καὶ τοῦ συντακτικοῦ τῆς Ἐπαναστάσεως καὶ νὰ τὴν θέσῃ ἐπὶ τῶν ὤμων της. Ἐφόσον ὅμως ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπεν ὅτι ζητεῖται ἡ τυπικὴ ἔγκρισις πρὸς ἄρσιν ἀμφιβολιῶν....
§115Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Δὲν εἶπεν αὐτό· εἶπε τὸ ἀντίθετον.
§116Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶμαι σύμφωνος μὲ ὅλους τοὺς προλαλήσαντας ὅτι δὲν χρειάζεται καμμία ἔγκρισις, διότι αὐτὴ δὲν τίθεται ἐν συζητήσει, ὅτι ὅ,τι ἐνομοθέτησεν ἡ Ἐπανάστασις καλῶς τὸ ἐνομοθέτησεν, ἐφόσον ὅμως μᾶς παρουσίασε ψήφισμα καὶ μᾶς λέγει νὰ κυρώσωμεν ἡμεῖς, χωρὶς νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν ὅλα τὰ ἐπαναστατικὰ Διατάγματα, εἶχον καθῆκον νὰ διαμαρτυρηθῶ καὶ νὰ μὴ δώσω τοιαύτην ψῆφον· ἐφόσον ὅμως ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως κατέθεσεν ἄλλο ψήφισμα, τὸ ὁποῖον, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ἀφορᾷ μόνον τυπικὴν ἔγκρισιν...
§117Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Μάλιστα.
§118Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. .. νομίζω ὅτι πρέπει νὰ λήξῃ ἡ συζήτησις καὶ νὰ γίνῃ δεκτὸν τὸ ψήφισμα τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Δὲν πρέπει νὰ μᾶς ἀπασχολήσουν κρίσεις καὶ ἐπικρίσεις καὶ ἀμφιβολίαι ἐπὶ τοῦ ἔργου τῆς Ἐπαναστάσεως. Ὅταν ὁ Ἀλκιβιάδης κατεδικάσθη ἐπὶ ἀσεβείᾳ καὶ ἀπηγγέλθη κατ’ αὐτοῦ ἀνάθεμα, ἐπανῆλθε κατόπιν ἐκ Σικελίας καὶ ἐσχημάτισε στόλον διὰ τοῦ ὁποίου ἐβοήθησε τοὺς Ἀθηναίους καὶ ἐπέσπασε τὴν εὐγνωμοσύνην τῶν Ἀθηναίων. Τότε ἀπὸ τὴν ἐκκλησίαν τοῦ Δήμου ἐζήτησαν ν’ ἀρθῇ τὸ ἀνάθεμα ἀπὸ τὸν Ἀλκιβιάδην. Ὁ ἀρχιερεὺς εἶπεν ὅτι, ἐὰν εἰργάσθη κακῶς διὰ τὴν Πατρίδα, δὲν ἔχει καμμίαν σημασίαν ἡ ἄρσις τοῦ ἀναθέματος, ἐὰν δ’ ἔπραξε καλῶς διὰ τὴν Πατρίδα, τὸ ἀνάθεμα δὲν ἔχει καμμίαν σημασίαν. Ἐὰν ἡ Ἐπανάστασις ἔπραξε καλῶς διὰ τὸν Τόπον, δὲν θέλει οὐδεμίαν ἄφεσιν, ἐὰν δ’ ἔπραξε κακῶς, πᾶσα ἄφεσις παρ’ ἡμῶν δὲν ἔχει καμμίαν σημασίαν.
§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γιωτόπουλος.
§120Π. ΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, δὲν θὰ σᾶς ἀπασχολήσω εἰμὴ ἐπὶ πέντε λεπτά. Νομίζω ὅτι τὰ ἐπιχειρήματα τὰ προβληθέντα ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν θέματος δύνανται νὰ καταταχθῶσιν εἰς δύο κατηγορίας. Ὡς πρὸς τὴν πρώτην, ὑπάρχουν τέσσαρα, νομίζω, σημεῖα ἐπὶ τῶν ὁποίων φρονῶ ὅτι δὲν χωρεῖ ἀμφιβολία· ὡς πρὸς τὴν δευτέραν, ὑπάρχουσιν ἄλλα τινὰ σημεῖα ἐφ’ ὧν προεβλήθησαν ὡρισμέναι ἀντιρρήσεις. Νομίζω ὅτι δὲν χωρεῖ ἀμφιβολία ἐπὶ τῶν ἑξῆς τεσσάρων σημείων: 1) Ὅτι ἡ Ἐπανάστασις ἐπετέλεσεν ἐθνικὴν ἀποστολήν· νομίζω ὅτι τὸ σημεῖον αὐτό, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ὅλοι εἴμεθα σύμφωνοι, δέον νὰ ἀποτελέσῃ τὴν κυρίαν ἀφετηρίαν τῶν περαιτέρω σκέψεών μας. 2) Ὅτι τὸ ἔργον τῆς Ἐπαναστάσεως δέον νὰ κριθῇ ὡς ἓν ἔργον ἑνιαῖον. 3) Ὅτι τὸ σύνολον τῶν ἀποφάσεων, τῶν πράξεων καὶ τῶν Διαταγμάτων τῆς Ἐπαναστάσεως ἐδημιούργησε κατάστασιν πραγματικὴν καὶ ὡρισμένα δικαιώματα εἴτε ὑπὲρ τοῦ Κράτους εἴτε ὑπὲρ ἰδιωτῶν, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παρίδωμεν, καὶ 4) Ὅτι ἡ Ἐπανάστασις ἀπετέλεσε πηγὴν δικαίου. Σήμερον ἀκόμη ἐν Γαλλίᾳ ἰσχύουσιν ὡς νόμοι τοῦ Κράτους πράξεις καὶ ἀποφάσεις τῆς μεγάλης Γαλλικῆς Ἐπαναστάσεως τοῦ 1789, αἵτινες καταριθμοῦνται μεταξὺ τῶν τακτικῶν νόμων τῆς Γαλλικῆς Δημοκρατίας. Αὐτὰ εἶναι τὰ τέσσαρα σημεῖα, ἐπὶ τῶν ὁποίων φρονῶ ὅτι δὲν δύναται νὰ χωρήσῃ ἀμφιβολία, καὶ τῶν ὁποίων ἡ ἐπίδρασις δέον νὰ εἶναι ἀποφασιστικὴ καὶ ἐπὶ τῶν λεπτομερειῶν. Ἂς ἔλθωμεν τώρα εἰς τὰς λεπτομερείας: Ἀφοῦ ἡ Ἐπανάστασις εἶναι πηγὴ δικαίου καὶ συνεπῶς ὀρθῶς νομοθετεῖ, διατί νὰ ὑποβληθῇ τὸ κυβερνητικὸν ψήφισμα, τὸ ὁποῖον ἐγκρίνει τὸ ἔργον τῆς Ἐπαναστάσεως, ἀφοῦ τὸ ἔργον αὐτὸ εἶναι αὐτὸ καθ’ ἑαυτὸ ἔγκυρον; Φρονῶ ὅτι τὸ ψήφισμα τῆς Κυβερνήσεως ἔδει νὰ ὑποβληθῇ ἀφ’ ἧς στιγμῆς, ἀπὸ τῶν πρώτων ἡμερῶν τῶν ἐργασιῶν μας, ὑπεβλήθη παρ’ ὁμάδος πληρεξουσίων πρότασις ψηφίσματος, ἡ ὁποία εἶναι ἀποδοκιμαστικὴ μιᾶς ὁλοκλήρου σειρᾶς νομοθετημάτων τῆς Ἐπαναστάσεως.
§121Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Τὸ ψήφισμα τῆς Κυβερνήσεως ὑπεβλήθη τὴν πρώτην ἡμέραν τῆς ἐπαναλήψεως τῶν ἐργασιῶν μας.
§122Π. ΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ τούτου οὕτως ἔχοντος, ἡ δικαιολογία τῆς παρὰ τῆς Κυβερνήσεως ὑποβολῆς εἰδικοῦ ψηφίσματος δύναται νὰ ἀναζητηθῇ εἰς τὸ δυνατὸν τῆς ἀμφισβητήσεως τῆς νομιμότητος τοῦ ἔργου τῆς Ἐπαναστάσεως. Παράδειγμα ἔστω ἡ πρότασις τοῦ ψηφίσματος ὁμάδος ἀξιοτίμων συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι θέτουσιν ἐν ἀμφιβόλῳ σειρὰν ὁλόκληρον Ν. Διαταγμάτων ἢ ἀποφάσεων τῆς Ἐπαναστατικῆς Κυβερνήσεως γενομένων ἐν ὡρισμένῃ χρονικῇ περιόδῳ. Τούτου τεθέντος εἶναι ἀνεπίδεκτος ἀμφιβολίας ἡ ὀρθότης τῆς γνώμης ὅτι εἶναι ἀνάγκη ἐγκρίσεως ἢ ἀναγνωρίσεως τοῦ ἐγκύρου τῶν πράξεων καὶ ἀποφάσεων τῆς Ἐπαναστάσεως. Κατεκρίθησαν τὰ Διατάγματα τὰ ἐκδοθέντα κατὰ τὴν τελευταίαν χρονικὴν περίοδον. Φρονῶ ὅτι ἡ αὐστηρότης τῶν κατακρίσεων ἐπὶ τῶν λεπτομερειῶν δέον νὰ μετριασθῇ, ἐὰν ἀποβλέψωμεν εἰς τὰς γενικὰς γραμμάς, εἰς τὰς μεγάλας γραμμὰς τοῦ ἐπαναστατικοῦ ἔργου. Τὸ ἔργον τῆς Ἐπαναστάσεως ὑπῆρξε τοιοῦτον ἄνευ τοῦ ὁποίου ἴσως αὐτὴν τὴν στιγμήν, συνεπείᾳ τίς οἶδε ποίων ἄλλων ἐθνικῶν περιπετειῶν, ἡ Ἐθνικὴ Συνέλευσις δὲν θὰ εὑρίσκετο συγκεκροτημένη καὶ δὲν θὰ εἶχε νὰ ἐπισφραγίσῃ τὸ ἔργον τῆς Ἐπαναστάσεως καθ’ ὃν τρόπον ἐπεσφράγισε τοῦτο. Ἀπέναντι τῶν μεγάλων αὐτῶν γραμμῶν ἡ ἐπιμονὴ εἰς τὰς λεπτομερείας δὲν ἐνδείκνυται. Δὲν νομίζω δὲ ὅτι ἦτο ἐνταῦθα ὁ κατάλληλος τόπος ὅπως προβληθῶσιν αἱ ἀντιρρήσεις καὶ ἐπικρίσεις ἐκεῖναι, ἀφ’ ἧς στιγμῆς ὅμως ὑπεβλήθησαν φρονῶ ὅτι δέον νὰ ἀποκρουσθῶσιν.
§123ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Ἄλλο Ἐπανάστασις καὶ ἄλλο Κυβέρνησις τῆς Ἐπαναστάσεως.
§124Π. ΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Μὴ προβαίνετε εἰς τοιαύτας διακρίσεις. Κατόπιν τοιούτων τάσεων φρονῶ ὅτι ὀρθότερον εἶναι νὰ προσχωρήσωμεν εἰς τὴν γνώμην τὴν διατυπωθεῖσαν ἐν τῷ ψηφίσματι τοῦ Ἀρχηγοῦ τῆς Ἐπαναστάσεως κατὰ τὴν ὁποίαν αἱ πράξεις καὶ τὰ Ν. Διατάγματα τῆς Ἐπαναστάσεως θεωροῦνται ἀφ’ ἑαυτῶν ἔγκυρα, διότι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον δὲν παρέχομεν ἡμεῖς τὸ κῦρος εἰς αὐτά, ἀλλ’ ἀναγνωρίζομεν κῦρος ἤδη προϋπάρχον. Καὶ ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς αἴρονται οὕτως αἱ ἀμφισβητήσεις, ἀφ’ ἑτέρου λαμβάνονται ὑπ’ ὄψιν ἔν τινι δικαίῳ μέτρῳ καὶ αἱ ἀντιρρήσεις ἐκείνων οἱ ὁποῖοι κρίνουσι μεμονωμένας ἀποφάσεις ἢ μεμονωμένα Διατάγματα. Οὐδαμῶς ἀποκλείεται ὅπως βραδύτερον διὰ βαθμιαίας διαρρυθμίσεως ἀποφάσεων ἢ Διαταγμάτων ἐπιτευχθῇ πλήρης τάξις ἐν τῷ θέματι τούτῳ, ἐπερχομένης διορθώσεως τῶν τυχὸν κακῶς κειμένων ἐν ταῖς λεπτομερείαις.
§125ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σίδερης ἔχει τὸν λόγον.
§126Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Θὰ εἶμαι σύντομος, κύριοι πληρεξούσιοι, φειδόμενος τοῦ χρόνου τῆς Συνελεύσεως, ὁ ὁποῖος κατεσπαταλήθη κατὰ τοιοῦτον τρόπον κατὰ τὴν σημερινὴν συνεδρίασιν καὶ θὰ εἶμαι κατὰ τοσοῦτον μᾶλλον συντομώτερος, καθόσον ἐπὶ μῆνας ἡ Συνέλευσις ἀσχολεῖται ἐπὶ πολλὰ καὶ διάφορα ἔξω τῶν κυρίων ἔργων της, καθ’ ἣν στιγμὴν ὁλόκληρος ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς ἀναμένει ἐπὶ ματαίῳ τὴν βελτίωσιν τῆς καταστάσεως (Χειροκροτήματα). Ἡ πρόθεσις τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἀποδώσῃ φόρον τιμῆς εἰς τὸ ἔργον τῆς Ἐπαναστάσεως καὶ ἡ πολιτική της σκέψις νὰ ἀποκόψῃ τὰς ἐπὶ τοῦ ἔργου τούτου συζητήσεις ἔν τε τῇ Ἐθνοσυνελεύσει καὶ ἔξω αὐτῆς ἐγένοντο, ὑποθέτω, ἀντιληπτὰ ὑπὸ πάντων ἡμῶν. Καὶ ἐνῷ ἡ Συνέλευσις αὕτη, δημιούργημα καὶ τέκνον τῆς Ἐπαναστάσεως, ἔπρεπε νὰ ἐπιδοκιμάσῃ τὴν ὑποβολὴν τοῦ ψηφίσματος καὶ νὰ δικαιώσῃ τὸ ἔργον τῆς Ἐπαναστάσεως, παραδόξως ἐκ τῶν κόλπων τοῦ τέκνου αὐτοῦ ἠκούσθησαν διαμαρτυρίαι, αἱ ὁποῖαι δὲν πρέπει νὰ παραμείνωσιν ἄνευ ἀπαντήσεως. Ἡ Ἐπαναστατικὴ Κυβέρνησις, τόσον ἡ πρώτη, ὅσον καὶ ἡ δευτέρα, οὐδέποτε διεξεδίκησαν τὸ ἀλάθητον καὶ ἐπανειλημμένως ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἐδήλωσεν ὅτι εἶναι ἕτοιμος, ἀνεξαρτήτως πάσης τυπικῆς σκέψεως, νὰ δεχθῇ τὸν ἔλεγχον τῶν πράξεων αὐτῆς. Νὰ δεχθῇ τὸν ἔλεγχον ὄχι μόνον τῶν Διαταγμάτων, ἀλλὰ καὶ ὅλων ἐκείνων οἱ ὁποῖοι καὶ εἰς προσωπικὰς προσβολὰς κατὰ τῆς Ἐπαναστάσεως προβαίνουσι καὶ προκαλοῦσιν. Ἀλλ’ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ μὴ ἀφήσω ἄνευ ἀπαντήσεως καὶ νὰ ἀντιτάξω τὴν μικρὰν ἐπαναστατικὴν ἀσπίδα κατὰ τῶν συνταγματικῶν βολῶν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Παρνασσίδος πληρεξουσίου. Δὲν δύναμαι ἐπίσης νὰ ἀφήσω ἄνευ μικρᾶς τινος ἀνασκευῆς, τὴν περίεργον, ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ ἡ ἔκφρασις, ἀντίληψιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς πληρεξουσίου κ. Φραγκούδη. Καὶ ἀνακεφαλαιῶν τὰς ἀντιρρήσεις, αἱ ὁποῖαι διετυπώθησαν παρατηρῶ: Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Παρνασσίδος συνάδελφος, ἀφοῦ μᾶς ἐπληροφόρησεν ὅτι ὅλα τὰ Νομοθετικὰ Διατάγματα καὶ αἱ Ἐπαναστατικαὶ πράξεις ἔχουν πλήρη νομοθετικὴν ἢ συντακτικὴν ἰσχύν, ἀναλόγως τοῦ περιεχομένου των καὶ τοῦ ἐκδόντος αὐτὰ μᾶς ἔδωκε καὶ τὴν πληροφορίαν ὅτι ἀπὸ τῆς 1 ἤ, κατὰ νεωτέραν δήλωσίν του, 16 Δεκεμβρίου τὰ Διατάγματα ταῦτα ἀπώλεσαν πλέον τὴν ἰσχὺν αὐτῶν, ἢ μᾶλλον αἱ Ἐπαναστατικαὶ Κυβερνήσεις ἀπώλεσαν τὸ δικαίωμα τοῦτο. Αἱ Συνελεύσεις, κύριοι συνάδελφοι, δὲν εἶναι Ἀκαδημίαι Νομικαί, δὲν εἶναι Δικαστήρια, εἶναι πολιτικὰ Σώματα, εἰς τὰ ὁποῖα οἱαδήποτε γνώμη ἐκφερομένη παρ’ ἑνὸς καὶ δὴ ὁμόφρονος καὶ ἀσφαλῶς ἐπικροτοῦντος τὸ ἔργον τῆς Ἐπαναστάσεως, οἱαδήποτε γνώμη διατυπουμένη εἶναι γνώμη πολιτική. Καὶ καθ’ ἣν στιγμὴν ἔξω τοῦ περιβάλλοντος τούτου πολλαὶ καὶ ποικίλαι διασταυροῦνται αἰτιάσεις κατὰ τοῦ ἔργου τῆς Ἐπαναστάσεως, τῆς ὁποίας συνέχειαν ἀποτελεῖ ἡ παροῦσα Συνέλευσις, δὲν ἀνέμενον ὅτι θὰ εὑρίσκετο ὁμόφρων ὁ ὁποῖος θὰ ἔδιδε λαβὴν εἰς νέας δεδικαιολογημένος πλέον αἰτιάσεις. Καὶ λέγω δεδικαιολογημένας, διότι ἐξ οἰκείων θὰ προήρχοντο τὰ βέλη. Ἀλλὰ καὶ ἂν θέλωμεν νὰ ὑποβάλωμεν εἰς νομικὴν κριτικὴν τὰ ἐπιχειρήματα τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Παρνασσίδος συναδέλφου, κατὰ ποίαν διάταξιν τοῦ Δημοσίου Δικαίου ἢ κατ’ ἀρχὴν Ἐπανάστασις αὐτοκαταλύεται ἅμα τῇ συγκλήσει ἑνὸς ἀντιπροσωπευτικοῦ Σώματος; Καὶ πῶς ἐλησμόνησεν ὁ ἀγαπητὸς συνάδελφος τὰς δηλώσεις τοῦ Ἀρχηγοῦ τῆς Ἐπαναστάσεως; Καὶ πῶς ἐλησμόνησε τὴν παρουσίαν του εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην, ὅταν ὁ Ἀρχηγὸς τῆς Ἐπαναστάσεως κατέθετε τὴν Ἐξουσίαν;
§127Σ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Λάθος, κ. συνάδελφε, δὲν παρέστην.
§128Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Εἶσθε ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι δὲν κατεδέχθησαν νὰ ἀκούσουν τὸν Ἀρχηγὸν τῆς Ἐπαναστάσεως. (Θόρυβος).
§129Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Τὸν λόγον, κ. Πρόεδρε.
§130Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Ὁ Ἀρχηγὸς τῆς Ἐπαναστάσεως καταθέτων τὴν Ἐξουσίαν τῆς Ἐπαναστάσεως ἐνώπιον ὁλοκλήρου τῆς Συνελεύσεως ἔσχεν εἰς τὰ χειροκροτήματα, τὰ ὁποῖα συνώδευσαν τὸ τέλος τοῦ λόγου του, τὴν ἐπιδοκιμασίαν ὁλοκλήρου τοῦ ἔργου τῆς Ἐπαναστάσεως. Καὶ μόνον τὴν ἐπιδοκιμασίαν αὐτὴν τὴν ὁλοκληρωτικὴν τοῦ ἔργου τῆς Ἐπαναστάσεως ζητεῖ τὸ ψήφισμα τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλ’ ἂν θελήσωμεν ἐγγύτερον νὰ ἐξετάσωμεν τὸ ψήφισμα αὐτό, τὸ ὁποῖον κατηνάλωσεν ὁλόκληρον τὴν ἀποψινὴν συνεδρίασιν ἄνευ λόγου, θὰ ἴδωμεν τὸ ἑξῆς: Τί λέγει τὸ ψήφισμα αὐτό; Τοῦτο δὲν λέγει ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὅλοι εἶπον, ὅτι αἱ Ἐπαναστατικαὶ πράξεις καὶ τὰ Νομοθετικὰ Διατάγματα εἶναι ἔγκυρα; Τί ἄλλο περισσότερον λέγει; Καὶ ποίαν πρακτικὴν σημασίαν ἔχει ἡ πρότασις ἡ ὑποβεβλημένη ὑπὸ ἀριθμοῦ τινος ἀξιοτίμων συναδέλφων, κατὰ τὴν ὁποίαν τὰ Νομοθετικὰ Διατάγματα καὶ αἱ Ἐπαναστατικαὶ πράξεις, κατὰ νεωτέραν τροποποίησιν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, τὰ ἐκδοθέντα μετὰ τὴν 16 Δεκεμβρίου θὰ ἰσχύσουν προσωρινῶς μέχρις ὅτου κυρωθῶσι; Ποῖον εἶναι τὸ πρακτικὸν ἀποτέλεσμα ταύτης; Θὰ ἠδυνάμην νὰ ἀντιληφθῶ πρότασιν ἡ ὁποία θὰ ἔλεγεν ὅτι ὅλα τὰ Νομοθετικὰ Διατάγματα καὶ αἱ Ἐπαναστατικαὶ πράξεις μέχρι 16 Δεκεμβρίου ἀκυροῦνται, ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω πρότασιν ἡ ὁποία εἰς οὐδὲν ἄλλο συντελεῖ παρὰ εἰς βάρος τοῦ ἔργου τῆς Ἐπαναστάσεως. Διότι εἶναι μείωσις τοῦ ἔργου τῆς Ἐπαναστάσεως, ὅταν λέγωμεν ὅτι ἀφίνομεν ὑπὸ αἵρεσιν ἓν μέρος τῆς Ἐπαναστάσεως διὰ νὰ κρίνωμεν ἂν πρέπει νὰ κυρωθῇ. Ἀλλὰ δὲν θὰ ἐχρειάζετο νὰ εἶναι μακρὰ ἡ δήλωσις τῆς προθέσεως αὐτῆς, διότι ἐξετοξεύθη ἀπὸ τῆς αἰθούσης ταύτης ἡ φράσις ὅτι ἡ Ἐπανάστασις ἠσέβησε πρὸς τὴν Συνέλευσιν. Εἶμαι ὑποχρεωμένος μετὰ τὴν λεπτομερῆ ἀνάπτυξιν τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ ἡγέτης τῆς Ἐπαναστατικῆς Ὁμάδος νὰ διαμαρτυρηθῶ ἐντονώτατα διὰ τὴν φράσιν αὐτήν. Οὐδέποτε ἡ Ἐπανάστασις ἠσέβησε πρὸς τὴν Συνέλευσιν καὶ τοῦτο ἀποδεικνύει ὄχι μόνον ἡ σταδιοδρομία της, ἀλλὰ καὶ αὐτὰ τὰ τελευταῖα γεγονότα, τὰ ὁποῖα πρὸ ὀλίγου ἀνέπτυξεν ὁ ἡγέτης τῆς Ἐπαναστατικῆς Ὁμάδος. Καὶ ἂν ἐπεκρίθη ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἡ Ἐπανάστασις, ἀκριβῶς ἐπεκρίθη διότι δὲν ἔκαμε τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ διαβιβάσῃ τὰ κυριαρχικὰ δικαιώματα τοῦ Λαοῦ. Ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ ἡ ἀντίρρησις τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀθηνῶν πληρεξουσίου κ. Φραγκούδη. Ὁ κ. Φραγκούδης φοβεῖται ὅτι τὰ Νομοθετικὰ Διατάγματα, θίγοντα συνταγματικὰς διατάξεις, θὰ κυρωθοῦν διὰ τῆς ψήφου τῆς Συνελεύσεως καὶ θὰ ἀποκοπῇ πᾶσα ἀμφισβήτησις ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων περὶ τῆς συνταγματικότητος τῶν Διαταγμάτων τούτων. Εἶναι ἀνάγκη, κύριοι πληρεξούσιοι, νὰ ὑπενθυμίσω διὰ δέκα λέξεων ποῖον εἶναι τὸ συνταγματικὸν καὶ νομοθετικὸν ἔργον τῆς Ἐπαναστάσεως, διότι ἀντελήφθην ὅτι τινὲς τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων ὁμιλοῦν ἐπὶ τῇ βάσει ἐσφαλμένων δεδομένων καὶ μὲ ἐσφαλμένα δεδομένα συζήτησις δὲν εἶναι δυνατή. Ἡ Ἐπανάστασις ἤσκησε συνταγματικὴν ἐξουσίαν, ἀσκοῦσα δὲ συνταγματικὴν ἐξουσίαν μετεβίβασε τὸ δικαίωμα τῆς ἐκδόσεως νόμων εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Διότι αὐτὴν τὴν σημασίαν ἔχουν τὰ Νομοθετικὰ Διατάγματα. Ἐφόσον αἱ Κυβερνήσεις αἱ Ἐπαναστατικαὶ ἐξέδωκαν Διατάγματα ἐντὸς τῶν ὁρίων τῆς ἐξουσιοδοτήσεως τῆς Ἐπαναστάσεως, τὰ Διατάγματα ταῦτα ἔχουν ἀκεραίαν καὶ πλήρη τὴν ἰσχύν. Δὲν δύνανται δὲ νὰ προσβληθοῦν καὶ ἂν δὲν ψηφισθῇ τὸ ὑποβαλλόμενον εἰς τὴν ψῆφον τῆς Συνελεύσεως ψήφισμα. Μόνον ἐφόσον πρόκειται περὶ Νομοθετικῶν Διαταγμάτων τὰ ὁποῖα θίγουν συνταγματικὰς διατάξεις, διὰ τὰς ὁποίας δὲν ἐδόθη νομοθετικὴ ἐξουσιοδότησις ἀπὸ τὴν Ἐπανάστασιν, μόνον τὰ Νομοθετικὰ ταῦτα Διατάγματα δύνανται νὰ προσβληθῶσιν ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων. Ἀναφέρω ἓν παράδειγμα: Διὰ νὰ καταστῇ δυνατὴ ἡ ἐφαρμογὴ ἑνὸς Ν. Διατάγματος, διὰ τὸ ὁποῖον πληροφοροῦμαι ὅτι πρόκειται νὰ ἀσκηθῇ φοβερὸς καὶ τρομερὸς ἔλεγχος, τοῦ Ν. Διατάγματος περὶ ἀποκαταστάσεως ἀκτημόνων καλλιεργητῶν, ἐπειδὴ ἐθίγετο δι’ αὐτοῦ ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 17 τοῦ Συντάγματος, παρίστατο ἀνάγκη τὸ Ν. αὐτὸ Διάταγμα νὰ στηριχθῇ εἰς ἀπόφασιν τῆς Ἐπαναστάσεως αἴρουσαν τὸ ἄρθρον 17 τοῦ Συντάγματος, ἐξεδόθη ἡ ἀπόφασις τῆς Ἐπαναστάσεως, ἡ ὁποία ἦρε τοὺς περιορισμοὺς τοῦ ἄρθρου 17. Καὶ ἐπὶ τοῦ θεμελίου τούτου ᾠκοδομήθη, ἀπὸ ἀπόψεως θετικῆς, τὸ Ν. Διάταγμα περὶ ἀποκαταστάσεως τῶν ἀκτημόνων καλλιεργητῶν. Δὲν γνωρίζω ἂν ὑπάρχουν πολλὰ Ν. Διατάγματα—καίτοι συνυπέγραψα εἰς πολλὰ Ν. Διατάγματα. —Ἡ πληθὺς ἐπεκρίθη, ἀλλ’ ἐλησμόνησαν ποῖα προβλήματα εἶχε ν’ ἀντιμετωπίσῃ ἡ Ἐπαναστατικὴ Κυβέρνησις. Ἐὰν κάμουν μίαν στατιστικήν, θὰ ἴδουν ὅτι μόνον τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ἀπῄτησεν ἑκατοντάδα Διαταγμάτων, διότι δυστυχῶς αἱ λεπτομέρειαι τῆς νομοθεσίας ἦσαν κανονισμέναι διὰ νόμων. Εἶπον δὲν γνωρίζω, καίτοι συνυπέγραψα εἰς πολλὰ Ν. Διατάγματα, ἂν ὑπάρχουν τινὰ ἐκ τούτων ἀντιτιθέμενα εἰς συνταγματικὰς διατάξεις. Ἂν ὑπάρχουν τοιαῦτα μὴ στηριζόμενα εἰς ἀποφάσεις τῆς Ἐπαναστάσεως, ἀναμφισβητήτως ταῦτα, καὶ ψηφιζομένου καὶ μὴ ψηφιζομένου τοῦ ψηφίσματος, δύνανται νὰ προσβληθῶσιν ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων.
§131Γ. ΦΡΑΓΚΟΥΔΗΣ. Αἱ πράξεις αἱ μὴ ὑπογραφεῖσαι.
§132Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Τὸ ψήφισμα λέγει «συντακτικαὶ πράξεις καὶ ἀποφάσεις».
§133Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Κύριε συνάδελφε, τί λέγει τὸ ψήφισμα; Τὸ ψήφισμα λέγει ὅτι ὅλαι αἱ πράξεις καὶ ἀποφάσεις τῆς Ἐπαναστάσεως καὶ ὅλα τὰ Νομοθετικὰ Διατάγματα, διὰ νὰ μὴ γεννηθῇ ἀμφισβήτησις διὰ τὴν τυπικήν των ἰσχύν, ἐὰν συμφώνως πρὸς τὸ δίκαιον—ἂς εἴπω μίαν γενικὴν ἔκφρασιν—ἐξεδόθησαν, κυροῦνται, ἀφίνεται δὲ ἐλεύθερον τὸ στάδιον νὰ κριθῇ ἂν ἓν Νομοθετικὸν Διάταγμα πρέπει νὰ ἀρθῇ ἢ μία πρᾶξις τῆς Ἐπαναστατικῆς Κυβερνήσεως πρέπει νὰ ἀρθῇ.
§134Γ. ΦΡΑΓΚΟΥΔΗΣ. Ἐὰν παραστῇ ἀνάγκη τροποποιήσεως ἑνὸς Νομοθετικοῦ Διατάγματος, νομίζετε ὅτι θὰ εἶναι εὔκολος ἡ τροποποίησις, ἐφόσον κυροῦνται ὑπὸ τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον;
§135Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Ἀναμφισβητήτως, κ. συνάδελφε. Θὰ σᾶς ἀπαντήσω. Ἐὰν μὲν πρόκηται περὶ πράξεως τῆς Ἐπαναστάσεως συντακτικοῦ περιεχομένου, μόνον ἡ παροῦσα Συνέλευσις δύναται νὰ τὴν ἄρῃ, ἐὰν δὲ πρόκηται περὶ πράξεως καθαρῶς νομοθετικῆς καὶ οὐχὶ συντακτικοῦ περιεχομένου, καὶ ἡ παροῦσα Συνέλευσις καὶ οἱαδήποτε Βουλὴ δύναται ἐν τῷ μέλλοντι νὰ τὴν ἄρῃ.
§136Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Βεβαίως.
§137Γ. ΦΡΑΓΚΟΥΔΗΣ. Διὰ νέου νόμου.
§138Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Βεβαίως.
§139Γ. ΦΡΑΓΚΟΥΔΗΣ. Ὄχι ὅμως ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων. Χρειάζεται νέος νόμος διὰ νὰ γίνῃ αὐτὸ τὸ πρᾶγμα.
§140Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Κύριε συνάδελφε, ἂς ἐξετάσωμεν τὴν παροῦσαν κατάστασιν. Μία πρᾶξις τῆς Ἐπαναστάσεως ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων ἔχει ἰσχὺν ἢ δὲν ἔχει;
§141Γ. ΦΡΑΓΚΟΥΔΗΣ. Σεῖς ὡμολογήσατε ὅτι ὑπάρχουν Ν. Διατάγματα ἀντισυνταγματικά.
§142Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Ὥστε φρονεῖτε ὅτι ἡ Ἐπανάστασις περιωρίζετο ἐκ τοῦ Συντάγματος;
§143Γ. ΦΡΑΓΚΟΥΔΗΣ. Τὸ παρεδέχθη αὐτὸ ἡ ἰδία ἡ Ἐπανάστασις.
§144Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Δὲν τὸ παρεδέχθη ποτὲ αὐτὸ τὸ πρᾶγμα ἡ Ἐπανάστασις.
§145Γ. ΦΡΑΓΚΟΥΔΗΣ. Ὡμολογήσατε ὅτι ὑπάρχουν Ν. Διατάγματα τὰ ὁποῖα δυνατὸν νὰ εἶναι ἀντισυνταγματικά.
§146Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Ἐπανάστασις ἦτο ὁ Ἀρχηγὸς κ. Πλαστήρας, ὁ ὁποῖος ὑπέγραφεν ὅλα τὰ Διατάγματα· ἑπομένως μὴ ὑποστηρίζετε ὅτι ὑπάρχουν Ν. Δ. τὰ ὁποῖα δυνατὸν νὰ θεωρηθοῦν ἄκυρα διότι προσκρούουν εἰς συνταγματικὰς διατάξεις.
§147Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Τὰς συντακτικὰς πράξεις ὑπέγραφεν ὁ κ. Πλαστήρας.
§148Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Κύριε συνάδελφε, ἐγὼ δὲν ἐδήλωσα ὅτι ὑπάρχουσι Ν. Δ. τὰ ὁποῖα ἐξεδόθησαν κατὰ παράβασιν, ἀλλὰ δύναμαι νὰ σᾶς εἴπω ὅτι, ἂν ὑπάρχωσι τοιαῦτα, δύνασθε νὰ τὰ προσβάλλητε ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων. Ἂς γίνῃ μία δήλωσις, ὅτι, ἐὰν Ν. Διατάγματα ἐκυρώθησαν ἄνευ ἐξουσιοδοτήσεως τῆς Ἐπαναστάσεως, αὐτὰ δύνανται νὰ εἶναι ὑπὸ ἔλεγχον.
§149Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Λέγει ἐκεῖ ὅτι δύνανται διὰ τῆς νομίμου ὁδοῦ ν’ ἀκυρωθῶσιν ἢ ἐπικυρωθῶσιν ἢ διὰ τῆς δικαστικῆς ὁδοῦ.
§150Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Ὑποθέτω ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ ἡ ἑξῆς δήλωσις ἡ ἑρμηνευτική, καταχωριζομένη εἰς τὰ ἐπίσημα πρακτικά, ἐπέχουσα θέσιν νομοθετικῆς ἑρμηνείας: ὅτι δὲν περιλαμβάνονται εἰς τὴν διὰ τοῦ ψηφίσματος διδομένην κύρωσιν τὰ Νομοθετικὰ Διατάγματα τῶν Ἐπαναστατικῶν Κυβερνήσεων τὰ ἐκδοθέντα ἄνευ τῆς ἐξουσιοδοτήσεως τῆς Ἐπαναστάσεως.
§151ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Τὰ ἐκδοθέντα ἄνευ ἐξουσιοδοτήσεως εἶναι ἄκυρα.
§152Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Ἐγὼ εἶμαι σύμφωνος μὲ τὴν ἄποψίν σας καὶ φρονῶ ὅτι τὰ ἐκδοθέντα ἄνευ ἐξουσιοδοτήσεως εἶναι ἄκυρα, ἀλλὰ διὰ νὰ μὴ θεωρηθῇ ὅτι ἀποκόπτεται ἡ προσφυγὴ εἰς τὰ δικαστήρια, νὰ γίνωσιν ἑρμηνευτικαὶ δηλώσεις. Ἆρά γε ἔγινε διαστολὴ μεταξὺ Ἐπαναστάσεως καὶ Κυβερνήσεως καὶ καθωρίσθησαν καὶ ἐζητήθησαν αἱ εὐθῦναι τῆς Ἐπαναστάσεως; Εἶναι ἀνάγκη, κύριοι πληρεξούσιοι, νὰ πληροφορήσω τοὺς παροικοῦντας ἐν τῇ Ἰερουσαλήμ, ὅτι τῶν συνεδριάσεων τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου μετεῖχεν ἀνελλιπῶς ὁ Ἀρχηγὸς τῆς Ἐπαναστάσεως.
§153ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Τίνα σημασίαν ἔχει αὐτό;
§154Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Ἔχει τὴν ἑξῆς σημασίαν, διότι πρέπει νὰ στρέφηται ὁ ἔλεγχος κατὰ τῶν Κυβερνήσεων, διότι μόνον αἱ Κυβερνήσεις τὰ ἔκαμαν ὅλα αὐτὰ καὶ διότι θέλουν νὰ περιλάβουν τὸν κ. Πλαστήραν. Θ’ ἀφήσω ἄνευ ἀπαντήσεως τὴν διακοπὴν ἡ ὁποία μοὶ ἐγένετο, ὅτι ἐγώ, Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας ὤν, ἐξέδωκα Διάταγμα διορισμοῦ τοῦ ἰδιαιτέρου γραμματέως μου ὡς Χρηματιστοῦ, ὁ ὁποῖος δὲν διωρίσθη. Ἡ μομφὴ ὅτι ἐξέδωκα τὸ Διάταγμα διὰ νὰ τὸν διορίσω εἰς τὴν θέσιν τοῦ Χρηματιστοῦ εἶναι, μὲ τὴν ἠπιωτέραν ἔκφρασιν, ἀνακριβής. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, κύριοι πληρεξούσιοι, ἐφόσον τοιαύτη ἢ τοιαύτη γνώμη διατυποῦται, νομίζω ὅτι διὰ τὴν ἀποκατάστασιν τῆς ἀληθείας, ἐφόσον πρόκειται ν’ ἀσκηθῇ ἔλεγχος δι’ ὡρισμένας πράξεις τῆς Ἐπαναστατικῆς Κυβερνήσεως, ὁ ἔλεγχος αὐτὸς πρέπει νὰ γίνῃ, ὅπως γίνεται ὁ συνήθης ἔλεγχος καὶ ὄχι δι’ αἰφνιδιασμοῦ. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Παρνασσίδος συνάδελφος ἠπείλησεν ὅτι θ’ ἀναφέρῃ ἀπὸ τοῦ βήματος Διατάγματα τὰ ὁποῖα ἐγὼ ἐξέδωκα. Ὑποθέτω ὅτι πρόκειται περὶ τῶν τῆς ἀγροφυλακῆς. Ὅταν θὰ ἔλθῃ ἡ συζήτησις ἐπ’ αὐτῶν, τότε θὰ γίνῃ καὶ ὁ ἀπαιτούμενος ἔλεγχος.
§155Σ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Ἐγὼ ὡμίλησα ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐπιστημονικῶν μου ἀντιλήψεων καὶ ἐξέφερα τὰς γνώμας μου· σεῖς ἀμέσως ἐκ τῆς γνώμης μου ἐφθάσατε εἰς λεπτομερείας καὶ δι’ αὐτὸ ἠναγκάσθην νὰ ζητήσω τοὺς τόμους τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως διὰ νὰ ἀπαντήσω.
§156Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Ἀρκεῖ νὰ μᾶς εἴπητε ἐκ τῶν προτέρων περὶ τίνος θὰ ὁμιλήσητε διὰ νὰ εἴμεθα ἕτοιμοι. Διὰ νὰ μὴ φανῶ ἀσυνεπὴς πρὸς τὴν δήλωσιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμον ἐν ἀρχῇ τοῦ λόγου μου, ὅτι θὰ εἶμαι συντομώτατος, κατερχόμενος τοῦ βήματος προτείνω νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ τροπολογία, τὴν ὁποίαν προέτειναν οἱ κ.κ. Καλέλλης καὶ Κρεμεζῆς, εἰς τὴν Συνέλευσιν δὲ ἀπόκειται νὰ κρίνῃ κατὰ πόσον θὰ προαγάγῃ τὸν ἀγῶνα ἐν τῇ Συνελεύσει ἐναντίον τῶν γνωστῶν στοιχείων.
§157Μ. ΤΣΑΡΛΑΜΠΑΣ. Δὲν μὲ φέρει εἰς τὸ βῆμα, κύριοι, ἡ ἀνάγκη νὰ κρίνω ἢ νὰ ἐπικρίνω τὸ κατατεθὲν ψήφισμα, ἀλλὰ μὲ φέρει ἡ ἀνάγκη νὰ τονίσω ὅτι τὰ λεχθέντα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου περὶ ἑνιαίας εὐθύνης τῆς Ἐπαναστάσεως, ἀπὸ πολιτικῆς καὶ ἀπὸ νομοθετικῆς ἀπόψεως, εἶναι πεπλανημένα. Τὸ πολιτικὸν μέρος τῆς Ἐπαναστάσεως, ἡ κατεύθυνσις, ἡ δρᾶσις ἐπὶ τῶν πολιτικῶν ζητημάτων ἀσφαλῶς ἀποτελεῖ ἔρεισμα, ἀπὸ τοῦ ὁποίου δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν ν’ ἀπομακρυνθῇ. Ἀλλὰ τὸ νομοθετικὸν μέρος τῆς Ἐπαναστάσεως, ἐφόσον ἡ Ἐπανάστασις ἤσκησε νομοθετικὴν ἐξουσίαν, ὅπως πᾶσα Κυβέρνησις, τὸ νομοθετικόν, λέγω, μέρος ἔχομεν ὑποχρέωσιν, εὐλαβούμενοι μὲν τὴν Ἐπανάστασιν, ἀλλὰ καὶ ἐκ καθήκοντος, καὶ νὰ τὸ ἐλέγξωμεν καὶ νὰ τὸ τροποποιήσωμεν καὶ νὰ τὸ καταργήσωμεν, ἂν δὲν ἐξυπηρετῇ ἀπόψεις δικαίας. Καὶ ἐφόσον, κύριοι συνάδελφοι, οὐδεὶς ἀμφισβητεῖ ὅτι αἱ πράξεις τῆς Ἐπαναστάσεως, τόσον αἱ συντακτικοῦ περιεχομένου, ὅσον καὶ αἱ νομοθετικοῦ, εἶναι αὐτοδικαίως ἔγκυροι, δὲν βλέπω τὸν λόγον διατί νὰ θεωρήσῃ ἡ Συνέλευσις en bloc ὅτι εἶναι ἔγκυροι. Διὰ ν’ ἀποδοθῇ μήπως ἡ ἠθικὴ ἱκανοποίησις εἰς τοὺς νομοθέτας; Ἀλλ’ ἀρκεῖ ἡ ἱκανοποίησις τῆς συνειδήσεώς των, ὅτι ἐξεπλήρωσαν τὸ καθῆκόν των. Τὸ ἔργον τὸ νομοθετικὸν δὲν ἀποτελεῖ ἀναπόσπαστον μέρος τῆς ὅλης δράσεως τῆς Ἐπαναστάσεως. Δὲν ἀποτελεῖ ἀναπόσπαστον μέρος τῆς ἐθνοσωτηρίου πολιτικῆς της. Τὸ νομοθετικὸν μέρος ἐν πολλοῖς ἀποτελεῖ μόνον καὶ μόνον ἀποτέλεσμα ὑποκειμενικῶν γνωμῶν, αἱ ὁποῖαι ὑποχρεοῦνται νὰ τίθενται ὑπὸ ἔλεγχον. Ἑπομένως ἡ διὰ ψηφίσματος κύρωσις τοῦ ὅλου νομοθετικοῦ ἔργου τῆς Ἐπαναστάσεως, προβλέποντος καὶ τὴν τροποποίησιν κλπ., δεσμεύει ἡμᾶς ἠθικῶς, ἐφόσον διὰ συντακτικοῦ ψηφίσματος κυροῦμεν τὰς πράξεις ταύτας. Ὑπάρχει κάποιος ἠθικὸς αὐτοπεριορισμός.
§158Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Ὄχι διαμαρτύρομαι, κύριε συνάδελφε. Ἠμπορεῖτε ν’ ἀμφισβητήσητε ὅτι ἐγκύρως ἤσκησε νομοθετικὴν ἢ συντακτικὴν ἐξουσίαν;
§159Μ. ΤΣΑΡΛΑΜΠΑΣ. Ὄχι.
§160Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Περὶ αὐτοῦ λοιπὸν πρόκειται καὶ ὄχι περὶ τοῦ περιεχομένου.
§161Μ. ΤΣΑΡΛΑΜΠΑΣ. Ἐκεῖ ποὺ λέγει τὸ ψήφισμά σας ὅτι δύναται διὰ τῆς νομίμου ὁδοῦ, ποίαν ἐννοεῖτε;
§162Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Τὴν νομοθετικήν.
§163Μ. ΤΣΑΡΛΑΜΠΑΣ. Νὰ προστεθῇ, πρὸς ἀποφυγὴν παρεξηγήσεων.
§164ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καρασεβδᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§165Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Κύριοι, δὲν ἠμποροῦμεν παρὰ νὰ πράξωμεν ὅ,τι ζητεῖται διὰ τοῦ νομοσχεδίου, δηλαδὴ νὰ ἐπικυρώσωμεν ὅλας τὰς πράξεις τῆς Ἐπαναστάσεως, διότι εἶναι ἐνδεχόμενον τέσσαρα τινὰ νὰ πράξωμεν. Πρῶτον· ἢ θὰ ἐπικυρώσωμεν τὰς πράξεις τῆς Ἐπαναστάσεως ἐν συνόλῳ διὰ μιᾶς πράξεως, ἢ θὰ τὰς καταργήσωμεν ὅλας πάλιν ἐν συνόλῳ, ἢ θὰ ἐπικυρώσωμεν ὅλας καὶ θὰ ἐξαιρέσωμεν τινάς, ἢ θὰ σιωπήσωμεν. Νομίζω ὅτι εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ ἐπικυρώσωμεν ὅλας τὰς πράξεις τῆς Ἐπαναστάσεως, διότι οὕτω πράττοντες δὲν ἐπικυροῦμεν πράξεις ξένας, ἀλλὰ ἐπαναλαμβάνομεν τὴν ἐθνικὴν ἡμῶν θέλησιν. Ἡ Ἐπανάστασις ἡ ὁποία ἐγένετο δὲν ὑπῆρξεν Ἐπανάστασις στρατιωτική, ὡς κακῶς λέγεται. Ὑπῆρξε καθαρῶς λαϊκή, ἡ πλέον λαϊκωτέρα ἀπὸ ὅσας ἐγένοντο ποτὲ ἐν Ἑλλάδι. Πρὶν ἐκδηλωθῇ ἡ Ἐπανάστασις διὰ τῶν στρατιωτικῶν, ἡ Ἐπανάστασις ἡ λαϊκὴ εἶχεν ἐκδηλωθῇ διὰ λαϊκῶν στοιχείων. Συγκέντρωσις δυνάμεων μόνον δὲν εἶχε προφθάσει νὰ γίνῃ. Λυποῦμαι δὲ διότι, διὰ νὰ μὴ περιαυτολογήσω, δὲν δύναμαι νὰ σᾶς ἀναφέρω γεγονότα πρὸς ἀπόδειξιν τούτου. Ἀλλὰ πρὶν γίνῃ συγκέντρωσις λαϊκῶν ἐπαναστατικῶν δυνάμεων ὁ Στρατὸς συγκεντρωθεὶς εἰς Χίον ἐπρόλαβε καὶ ἐτέθη ἐπὶ κεφαλῆς τῆς λαϊκῆς Ἐπαναστάσεως, ἥτις ὅμως δὲν δύναται διὰ τοῦτο νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς στρατιωτική. Ἡ Ἐπανάστασις λοιπὸν αὐτὴ ὑπῆρξε καθαρῶς λαϊκή· ἐπομένως καὶ αἱ πράξεις της ὑπῆρξαν ἀπόρροια τῆς θελήσεως τοῦ Λαοῦ. Ἐπιδοκιμάζοντες ὅθεν τὰς πράξεις τῆς Ἐπαναστάσεως δὲν πράττομεν τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ ἐπαναλαμβάνωμεν τὴν λαϊκὴν θέλησιν τὴν ἐκδηλωθεῖσαν διαρκούσης τῆς Ἐπαναστάσεως. Τὸ πρόγραμμα τῆς Ἐπαναστάσεως ἐκείνης δὲν ὑπῆρξε πρόγραμμα τὸ ὁποῖον ἐξῆλθεν ἀπὸ τὰ κεφάλια ὀλίγων Ὑπουργῶν ἢ ὀλίγων στρατιωτικῶν. Ὑπῆρξε πρόγραμμα τὸ ὁποῖον τὸ Ἔθνος κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη τῆς δοκιμασίας του ἀπὸ τοῦ 1920 καὶ ἐντεῦθεν κατήρτισεν. Ὅπως καὶ τὸ πρόγραμμα τῆς στρατιωτικῆς Ἐπαναστάσεως τοῦ 1909 ἦτο πρόγραμμα ὄχι στρατιωτικόν, ἀλλὰ πρόγραμμα τὸ ὁποῖον εἶχε καταρτίσει ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς κατὰ τὸν ὀγδοηκονταετῆ ἐλεύθερον αὐτοῦ βίον. Δεύτερον· ἂν δὲν τὰς ἐπικυρώσωμεν τὰς πράξεις ταύτας, τί θὰ κάμωμεν; Θὰ τὰς ἀκυρώσωμεν ὅλας. Ἀλλὰ τοῦτο θὰ ἐπέφερεν ἀνατροπὴν πλήρη τῆς τάξεως, ἀλλὰ καὶ τῆς Συνελεύσεως ἡμῶν τῆς προελθούσης δι’ ἐκλογῶν μὲν ἀλλὰ μετὰ ἐπαναστατικὴν πρᾶξιν. Ἀποκλείεται ὅθεν τοῦτο. Τοιοῦτόν τι ἄλλως τε δὲν ἀπεφάσισε νὰ πράξῃ οὔτε ἡ προηγουμένη Συνέλευσις, ἡ ὁποία ἦλθε μὲν κατ’ ἀντίθεσιν πρὸς τὸ κίνημα ἢ τὴν Ἐπανάστασιν τῆς Θεσσαλονίκης καὶ εἶχεν ὅλην τὴν διάθεσιν νὰ καταργήσῃ τὰ πάντα ὅσα προήρχοντο ἀπὸ τὸ κίνημα καὶ ἐν γένει τὴν Ἐπανάστασιν ἐκείνην, ὅταν ὅμως ἐπεκράτησεν ἡ σκέψις τῶν φρονίμων ἠναγκάσθη νὰ δεχθῇ ὅτι αἱ πράξεις τῆς Ἐπαναστάσεως ἐκείνης ἰσχύουν μέχρι καταργήσεως, μέχρι τροποποιήσεως. Δὲν ἔκαμε, νομίζω, ψήφισμα περὶ τούτου, ἀλλ’ ἦτο ὡς ἂν ἐγένετο τοιοῦτον, διότι πάντες ἀνεξαιρέτως οἱ Ἀρχηγοὶ τῶν κομμάτων ἐδήλωσαν ὅτι αἱ πράξεις ἐκεῖναι ἰσχύουν μέχρι τροποποιήσεως.
§166Ν. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐδέποτε ἀπέλιπεν ἡ ἐπιθυμία νὰ καταργηθοῦν, ἀλλὰ πάντοτε μὲ ἐπιφυλάξεις.
§167Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Ἐνθυμοῦμαι μάλιστα τί εἶπεν ὁ Γούναρης ἀπὸ τοῦ βήματος τότε: «Ἂν καταργήσωμεν τὰς πράξεις αὐτάς, δὲν θὰ κάμωμεν τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ ἀνατρέψωμεν τὴν ἔννομον τάξιν». Τρίτον· εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ ἐπικυρώσωμεν ὅλας τὰς πράξεις καὶ νὰ ἐξαιρέσωμεν τινάς. Ἀλλὰ τότε θὰ ἐρωτηθῇ: Ποίας θὰ ἐξαιρέσωμεν; Ὁ ἕνας θὰ ἐζήτει τὴν μίαν καὶ ὁ ἄλλος τὴν ἄλλην καὶ θὰ ἐχρειάζετο μία συζήτησις δι’ ὅλας, πρᾶγμα ἀδύνατον. Τέταρτον· εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ σιωπήσωμεν; Ἀλλ’ ἂν σιωπήσωμεν μεθ’ ὅσα ἔχουν λεχθῆ κατὰ τῶν ἐπαναστατικῶν πράξεων, τοῦτο θὰ ἐσήμαινε κλονισμὸν τῶν πράξεων τούτων καὶ τῆς ἐννόμου τάξεως... Ἄλλως, δὲν μᾶς εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ σιωπήσωμεν καὶ δι’ ἄλλον λόγον. Ἡ Συνέλευσις ἡ προηγουμένη δὲν ἐσιώπησεν ἀπέναντι τῶν νόμων καὶ τῶν Διαταγμάτων τῆς προηγουμένης ἐπαναστατικῆς περιόδου, μολονότι ἐχθρικὴ πρὸς τὴν σχετικὴν Ἐπανάστασιν. Πῶς θὰ ἐπετρέπετο εἰς ἡμᾶς νὰ σιωπήσωμεν ἐπὶ τῶν πράξεων φιλικῆς Ἐπαναστάσεως; Τελειώνων ἤθελον νὰ εἴπω ὀλίγα τινὰ εἰς ἀντίκρουσιν ἐκείνων τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ κ. ἐκ Παρνασσίδος συνάδελφος, ὅτι πρέπει ὅλα νὰ τὰ ἐπικυρώσωμεν καὶ νὰ ἐξαιρέσωμεν ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐξεδόθησαν μετὰ τὴν σύγκλησιν τῆς Συνελεύσεως. Καὶ ἐπαναλαμβάνω ὅ,τι διακόπτων εἶπον. Μετὰ τὴν σύγκλησιν τῆς Συνελεύσεως ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη δὲν ἐξηκολούθει νὰ ἀπολαμβάνῃ τῆς πλήρους ἐμπιστοσύνης ἡμῶν; Δὲν παρίστατο Κυβέρνησις Ἐπαναστατικὴ ἐδῶ, ὡς καὶ ὁ Ἀρχηγὸς τῆς Ἐπαναστάσεως, καὶ δὲν ἦσαν αὐτοὶ οἱ ὁποῖοι τὸ πρῶτον ἐξεφράσθησαν ἐδῶ μέσα ὑπὲρ τῆς Δημοκρατίας, τοῦθ’ ὅπερ πάντες ἡμεῖς ἐπεδοκιμάσαμεν συνεπιδοκιμάζοντες πάσας τὰς πράξεις τούτων; Μόνον τινὲς ἐκ τῶν κ.κ. πληρεξουσίων δὲν εἶχον παρουσιασθῆ εἰς τὴν Συνέλευσιν τότε, διὰ τὸ ὁποῖον καὶ καυχῶνται. Ἐγὼ ὅμως νομίζω ὅτι πρέπει νὰ θλίβωνται διότι ἀπεσύρθησαν, ὅπως καὶ διότι εἰς τὴν ἐποχὴν ἐκείνην εἶχον τὴν διάθεσιν νὰ καταπνίξουν τὴν ἰδέαν τῆς Δημοκρατίας, μολονότι βραδύτερον ἠναγκάσθησαν νὰ ἀποδεχθοῦν αὐτήν.
§168Σ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Πάντως ἡ κατηγορία αὕτη δὲν δύναται νὰ βαρύνῃ ἐμέ.
§169Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Δὲν θέλω νὰ σᾶς κατηγορήσω, ἀλλὰ νὰ μὴ καυχᾶσθε ὅτι δὲν παρίστασθε ἐδῶ εἰς τὴν ἐπισημοτέραν καὶ πανηγυρικωτέραν ὑπὲρ τῆς Δημοκρατίας ἐκδήλωσιν, διότι πρὶν γίνωσι τὰ δημοψηφίσματα εἶχε κηρυχθῆ ἡ Δημοκρατία ἐδῶ μέσα ἀπὸ τότε.
§170ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Παπανδρέου ἔχει τὸν λόγον.
§171Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριοι πληρεξούσιοι, ἀσφαλῶς δὲν εἶναι ἀξία συγχαρητηρίων ἡ Κυβέρνησις, εἰς τὴν πολυπραγμοσύνην τῆς ὁποίας ὀφείλεται ἡ κατανάλωσις καὶ τῆς σημερινῆς συνεδριάσεως, διότι τὸ ψήφισμα τὸ ὁποῖον εἰσήγαγεν εἶναι περιττόν. Εἶχε πιστοποιηθῆ ἀνέκαθεν, εἶναι θεωρητικῶς πιστοποιημένον, εἶναι ἐκ τῆς ἱστορικῆς πείρας γνωστὸν ὅτι ἡ Ἐπανάστασις ἔχει ἰδίαν δύναμιν καὶ ἴδια δίκαια. Τὸ ζήτημα ἦτο ἐξηντλημένον, ἀφ’ ἧς ὅμως τὸ ψήφισμα ἦλθεν ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως, ἀσφαλῶς ὀφείλει νὰ ἐγκριθῇ, διότι ἡ μὴ ἔγκρισις αὐτοῦ θὰ ἔδιδε λαβὴν εἰς παρεξηγήσεις καὶ πολιτικὰς καὶ νομικὰς καὶ αἱ παρεξηγήσεις αὐταὶ πρέπει νὰ ἀποτραπῶσιν. Ἡ μόνη διαφωνία ἡ ὁποία ἐξεδηλώθη — λυποῦμαι διότι παρουσιάσαμεν μίαν εἰκόνα σοβαρᾶς διαφωνίας, ἐνῷ δὲν ὑπάρχει — ἡ μόνη διαφωνία ἐνέκειτο εἰς τοῦτο: Ἂν τὸ ψήφισμα εἶναι ἀπαραίτητον ἢ εἶναι περιττόν. Ὅλοι ὁμολογοῦμεν ὅτι αἱ πράξεις εἶναι ἔγκυροι καὶ μόνον ὅσον ἀφορᾷ τὰ Διατάγματα τὰ μετὰ τὴν 16 Δεκεμβρίου ἡ διαφωνία εἶναι πραγματική. Διότι τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι συζητήσιμον ἀπὸ πάσης ἀπόψεως. Καὶ αἱ δύο ἀπόψεις εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποστηριχθοῦν. Ἡ Ἐπανάστασις οὐσιαστικῶς ἐτερμάτισε τὸ ἐπαναστατικὸν ἔργον της τὴν 16 Δεκεμβρίου. Ἀλλὰ ὑπάρχει καὶ τὸ ἄλλο ἐπιχείρημα. Ἡ Ἐπανάστασις κατέθεσε τὴν Ἐξουσίαν τὴν 2 Ἰανουαρίου. Ὁ Ἀρχηγὸς τῆς Ἐπαναστάσεως εἰς τὸν λόγον του εἶπεν ὅτι «τὸ ἔργον τῆς Ἐπαναστάσεως ἔληξεν οὐσιαστικῶς τὴν 16 Δεκεμβρίου καὶ τυπικῶς σήμερον». Εἶναι ἑπομένως ἐκ τοῦ κειμένου τῆς ἱστορικῆς ἐκείνης ἀγορεύσεως δυναταὶ ἀμφότεραι αἱ ἑρμηνεῖαι. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλεται σχετικῶς μὲ τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι ἡ προτίμησις τῆς ὁμαλωτέρας ὁδοῦ καὶ ὁμαλωτέρα ὁδὸς εἶναι προφανῶς ἡ ὁλοκληρωτικὴ ἐπικύρωσις. Πρὸς θεραπείαν δὲ τυχὸν σφαλμάτων ὑπάρχει πάντοτε ἡ ὁδὸς εἴτε τῆς κυβερνητικῆς πρωτοβουλίας εἴτε τῆς πρωτοβουλίας πληρεξουσίων πρὸς κατάργησιν ἢ τροποποίησιν τῶν Νομοθετικῶν Διαταγμάτων. Ἐὰν ἡ ὁδὸς αὐτὴ ἀπεκλείετο, ἀσφαλῶς αἱ ἀντιρρήσεις θὰ ἦσαν σοβαραί. Ἐφόσον ὅμως ἡ ὁδὸς παραμένει ἀνοικτή, αἱ ἀντιρρήσεις στεροῦνται πρακτικῆς σοβαρότητος. Συμπεραίνων συνιστῶ τὸ ψήφισμα, ὅπως ἐτροποποιήθη ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, νὰ ἐγκριθῇ. Ἀλλὰ δὲν ἀνῆλθον ἐπὶ τὸ βῆμα διὰ νὰ ὑποστηρίξω τὴν ἄποψιν ταύτην, ἡ ὁποία ἤδη ἔχει κατακτήσει τὴν γνώμην τῆς Συνελεύσεως. Ἂν ἀνῆλθον εἰς τὸ βῆμα, εἶναι δι’ ἓν κυρίως συγκεκριμένον σημεῖον: Διὰ νὰ πιστοποιήσω καὶ ἐγὼ ὅτι ὑπάρχει πράγματι βασικὴ διαφορὰ μεταξὺ Ἐπαναστάσεως ἀφ’ ἑνός, ὡς συντακτικῆς ἐξουσίας καὶ ὡς ἰδέας, καὶ ἀφ’ ἑτέρου τῆς Κυβερνήσεως, καθόσον ἀφορᾷ καὶ τὸ κυβερνητικὸν ἔργον καὶ τὰ Νομοθετικὰ Διατάγματα τὰ ὁποῖα ἐξέδωκεν. Ἡ Ἐπανάστασις ἐνήργησε πράξεις ἱστορικὰς καὶ ἡ ἐθνικὴ συνείδησις τὴν ἐδικαίωσεν. Ἡ Κυβέρνησις ἠσχολήθη μὲ τὴν ρύθμισιν τῶν ἀφθόνων καὶ δυσκόλων καθημερινῶν θεμάτων. Εἶναι ἐντελῶς ἀνθρώπινον νὰ ἔχῃ διαπράξει καὶ σφάλματα. Καὶ εἶναι δι’ αὐτὸ πρόθυμος νὰ λογοδοτήσῃ. Καὶ μάλιστα ὄχι μόνον πρόθυμος, διότι τοῦτο εἶναι ὀλίγον. Πρόθυμοι ὀφείλουν νὰ εἶναι πάντες ὅσοι ἤσκησαν δημόσιον λειτούργημα. Οἱ συνεργάται τῆς Ἐπαναστάσεως ἔχουν νὰ διατυπώσουν μίαν παράκλησιν ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως: Παρακαλοῦν νὰ γίνῃ ἔλεγχος. Ἐπανειλημμένως διετυπώθησαν ἀόριστοι κατηγορίαι. Ἀλλὰ τὴν εὔκολον αὐτὴν συνήθειαν τῶν ἀορίστων κατηγοριῶν δὲν εἴμεθα διατεθειμένη νὰ ἐπιτρέψωμεν. Ἐδώσαμεν εἰς τὴν Ἐπανάστασιν ὅ,τι εἴχομεν καλύτερον ἀπὸ τὴν ψυχήν μας καὶ ἀπὸ τὸ πνεῦμά μας. Καὶ δὲν εἴμεθα διατεθειμένοι νὰ ὑφιστάμεθα οἱασδήποτε ἐπικρίσεις τῶν τριόδων, εἴτε καλῆς εἴτε κακῆς πίστεως. Ζητοῦμεν ἀπὸ τὴν Συνέλευσιν — καὶ ἡ εὐκαιρία παρέστη τὴν ἑσπέραν αὐτήν —, ζητοῦμεν νὰ καθορισθῇ ὁ ἔλεγχος τῶν Ὑπουργῶν καὶ τῶν πράξεών των. Ἡ ἐπιθυμία τοῦ κ. Πλαστήρα, ὅπως οἱ Ὑπουργοὶ τῆς Ἐπαναστάσεως ἐκθέσουν ὑποψηφιότητα, ἀπέβλεπεν ἀκριβῶς εἰς τοῦτο: Νὰ ἔλθωμεν εἰς τὴν Συνέλευσιν καὶ νὰ ἀκούσωμεν, ἐὰν ὑπῆρχον, κατηγορίας, καὶ νὰ λογοδοτήσωμεν. Ἐλέχθη ἀπόψε ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας ἔκαμε σύμβασιν ἁμαρτωλήν· τὸ ἀμφισβητῶ. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἐλέχθη, εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπακολουθήσῃ ἔλεγχος πρὸς πιστοποίησιν τῆς ἀληθείας. Τοιουτοτρόπως καθιεροῦμεν μίαν ἀρχήν, τῆς ὁποίας ἡ τήρησις ἐπιβάλλεται καὶ εἰς τὸ μέλλον. Ἀκολουθοῦντες τοιαύτην ὁδόν, καὶ τὴν Ἐπανάστασιν κατοχυροῦμεν ἀπέναντι διαβολῶν, ἀλλὰ καὶ τὴν ὑπόληψιν τῶν δημοσίων ἀνδρῶν. Διότι, ἐὰν ἀφεθῇ νὰ διασύρηται ἡ ὑπόληψις αὐτῶν ἀπὸ οἱασδήποτε ὑποστάσεως κατηγορίας, εἶμαι βέβαιος ὅτι ἡ πολιτικὴ ζωὴ διὰ κάθε ἔντιμον ἄνθρωπον θὰ παύσῃ πλέον νὰ ἔχῃ θέλγητρον. Παρακαλῶ τὴν Συνέλευσιν νὰ συστήσῃ τὴν Ἐπιτροπὴν καὶ νὰ δημιουργήσῃ ἀπὸ σήμερον αὐτὴν τὴν παράδοσιν: Ὅταν εἰς τὴν αἴθουσαν ἀκούωνται κατηγορίαι, νὰ συνιστᾶται Ἐπιτροπὴ πρὸς ἔλεγχον καὶ τὸ πόρισμα νὰ ἀνακοινοῦται εἰς τὴν Συνέλευσιν. Τοιουτοτρόπως καὶ τὸ κῦρος τῆς Ἐπαναστάσεως καθιεροῦται, ἡ τιμὴ τῶν τιμίων ἀνθρώπων ἀποκαθίσταται, καὶ οἱ ἔνοχοι, ἐὰν ὑπάρχουν, στιγματίζονται! (Χειροκροτήματα).
§172Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐζήτησα τὸν λόγον διὰ νὰ ἐκθέσω διὰ βραχέων πρὸς τὴν Συνέλευσιν τὴν γνώμην τὴν ὁποίαν ἔχω ἐπὶ τοῦ συζητουμένου θέματος. Θὰ παρῃτούμην τοῦ λόγου, ἐὰν συνεμεριζόμην τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Καρδίτσης συναδέλφου, ὅτι ἡ συζήτησις ἡ καταναλώσασα τὴν ἑσπέραν ταύτην εἶναι καθαρὰ ματαιοπονία καὶ εἰς οὐδὲν ἄγει ἀποτέλεσμα. Δὲν συμμερίζομαι ὅμως τὴν γνώμην ταύτην καὶ δὲν νομίζω ὅτι ἐπὶ ματαίῳ διεξήχθη ἡ συζήτησις, διότι φρονῶ ὅτι, ἐὰν ἡ συζήτησις καταλήξῃ εἰς τὸ νὰ πείσῃ τὴν Συνέλευσιν νὰ μὴ προβῇ εἰς τὴν ἔγκρισιν τοῦ ψηφίσματος τούτου, ὄχι διότι ἀντιτίθεται πρὸς τὴν ἔννοιαν τὴν ἐν αὐτῷ περιεχομένην, ἀλλὰ διότι θεωρεῖ ὡς πλεοναστικὴν τὴν πρᾶξιν ταύτην, καὶ τοῦτο θὰ ἦτο κέρδος, καὶ κέρδος σημαντικόν. Διότι οὕτω σώζεται ἡ ἀξιοπρέπεια καὶ ἡ σκοπιμότης τῶν ἐργασιῶν τοῦ Σώματος μὴ κατατριβομένου πλέον περὶ ἔργα τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουσι καμμίαν ἔννοιαν καὶ κανένα σκοπόν. Εἶμαι τῆς γνώμης, κύριοι, ὅτι πλεονάζει ὅλως ἡ λῆψις ἀποφάσεως ἀπὸ μέρους τῆς Συνελεύσεως πρὸς κύρωσιν τῶν πράξεων τῆς Ἐπαναστάσεως, εἴτε ὅταν ἤσκει συντακτικὰ δικαιώματα εἴτε ὅταν ἤσκει νομοθετικὰ τοιαῦτα. Καὶ διὰ νὰ ἀσχοληθῶ ἐπὶ ἀντικειμένου περὶ τοῦ ὁποίου πάντες, νομίζω, εἴμεθα σύμφωνοι, ὅτι ἡ Ἐπανάστασις, ὡς Ἐπανάστασις, ἔχουσα ἰδίαν δύναμιν καὶ ἀσκοῦσα ὅλην τὴν Κρατικὴν ἐξουσίαν, τήν τε συντακτικὴν καὶ τὴν νομοθετικήν, δύναται καὶ συνταγματικὰ ἔργα νὰ μετέλθῃ καὶ νομοθετικά, νομίζω ὅτι περὶ τούτου εἴμεθα πάντες σύμφωνοι καὶ δὲν ὑπάρχει τις ὁ ἀντιλέγων. Ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἐρωτᾶται: Ποῖαι εἶναι αἱ ὑπολειπόμεναι πράξεις τῆς Ἐπαναστάσεως αἵτινες θὰ τύχουν κυρώσεως διὰ τοῦ ψηφίσματος τούτου; Περὶ ἓν σημεῖον μόνον ὑπάρχει διαφωνία καὶ διαφωνία ἀξία προσοχῆς καὶ μελέτης. Προεβλήθη ἡ γνώμη ὅτι αἱ πράξεις τῆς Ἐπαναστάσεως αἱ γενόμεναι διὰ τῆς ἐκδόσεως Νομοθ. Διαταγμάτων ἀπὸ τῆς 16 Δεκεμβρίου καὶ ἐντεῦθεν δὲν ἔχουσιν ἴδιον κῦρος ἀπορρέον ἐκ τῆς ἐπαναστατικῆς προελεύσεώς των, ἀλλ’ ὅτι εἶναι αὐταὶ καθ’ ἑαυτὰς ἄκυροι καὶ χρήζουν κυρώσεως ἀπὸ μέρους τῆς Συνελεύσεως, καὶ ἑπομένως, ἐὰν ἡ Συνέλευσις δὲν προσδώσῃ τὸ ἀπαιτούμενον εἰς αὐτὰς κῦρος, αἱ πράξεις αὗται δέον νὰ θεωρῶνται ἄκυροι. Ἔχω ἀντίθετον γνώμην πρὸς τοὺς ὑποστηρίζοντας τὴν θεωρίαν ταύτην. Ἡ θεωρία στηρίζεται εἰς τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἐκλήθη εἰς ἐκλογὴν τῶν ἀντιπροσώπων του καὶ ὅτι ἀπὸ τῆς ἑσπέρας καθ’ ἣν ἐγένετο ἡ διαλογὴ τῶν ψήφων ἔπαυσεν ἡ Ἐπανάστασις ἀσκοῦσα ἰδίαν τινὰ ἐξουσίαν καὶ ὅτι ἡ ἐξουσία περιῆλθεν ἐξ ὁλοκλήρου εἰς τὴν Συνέλευσιν, καὶ συνεπῶς ἡ Ἐπανάστασις ἐστερεῖτο πλέον τοῦ δικαιώματος τοῦ ἐκδίδειν πράξεις μὲ περιεχόμενον νόμου. Οὕτω τιθεμένης τῆς θεωρίας, θὰ ἠρώτων τοὺς ὑποστηρίζοντας ταύτην: Ἐξηκολούθησεν ἆρά γε ἡ Ἐπανάστασις καὶ μετὰ τὴν 16ην Δεκεμβρίου μετερχομένη ἔργα κυβερνητικά, ἔργα διοικητικὰ μέχρι τῆς ἡμέρας καθ’ ἥν, ἐξ ἐνδείξεως πλέον τῆς Ἐθνικῆς Συνελεύσεως, κατηρτίσθη νέα Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ἀνέλαβε τὴν διεύθυνσιν τῶν κοινῶν; Ἀναντιρρήτως δὲν ἔπαυσεν ἔκτοτε ἀσκοῦσα ἔργα κυβερνητικά, ἀλλ’ ἐξηκολούθησεν αὐτά, ὄχι μέχρι τῆς ἡμέρας καθ’ ἣν ἡ Ἐπανάστασις, ἐμφανιζομένη ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως κατέθετεν εἰς χεῖρας αὐτῆς τὴν ἐντολήν, ἀλλὰ καὶ περαιτέρω ἀκόμη μέχρι τῆς συγκροτήσεως τῆς νέας Κυβερνήσεως ἐξηκολούθησεν ἀσκοῦσα ἔργα κυβερνητικὰ καὶ ἔργα διοικητικά.
§173ΣΠ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Τὰ ὁποῖα διαφέρουν ἀπὸ τὰ νομοθετικά.
§174Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁμιλῶ περὶ κυβερνητικῶν ἔργων διὰ νὰ φθάσω εἰς τὰ νομοθετικά. Καὶ θὰ ἠρώτων: Ἂν ἡ Ἐπανάστασις ἐξηκολούθησε καὶ πέραν τῆς 16ης Δεκεμβρίου μετερχομένη ἔργα κυβερνητικά, πόθεν ἤντλει τὴν πρὸς τοῦτο δύναμιν καὶ ἐξουσίαν; Μήπως ὑμεῖς, κύριε πληρεξούσιε, μήπως συνάδελφοι ὑμῶν, μήπως ἡ Συνέλευσις ἀνεγνώρισε τὴν Ἐπανάστασιν καὶ τὴν Ἐπαναστατικὴν Κυβέρνησιν ὡς Κυβέρνησιν ἀπορρέουσαν ἀπὸ τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Ἐθνικῆς Συνελεύσεως καὶ μετέδωκεν εἰς αὐτὴν τὴν κυβερνητικὴν ἐξουσίαν; Βεβαίως ὄχι, διότι ἡ Συνέλευσις δὲν εἶχε συνέλθει ἀκόμη μέχρι τῆς ἡμέρας καθ’ ἣν κατέθεσεν ἐνταῦθα ἡ Ἐπανάστασις τὴν ἐξουσίαν αὐτῆς. Ἡ ἐξουσία αὐτῆς ἐπήγαζεν ἀπὸ ἐκεῖ ὁπόθεν εἶχε λάβει τὴν δύναμιν καὶ τὴν καταγωγὴν αὐτῆς, ἀπὸ τὸ Ἐπαναστατικὸν δίκαιον.
§175ΣΠ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Ἀπὸ τὴν ἀνοχὴν τοῦ κυριάρχου Σώματος.
§176Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ Σῶμα διὰ νὰ δύναται νὰ λάβῃ ἀποφάσεις ἔπρεπε νὰ συγκροτηθῇ εἰς Σῶμα νομοθετικόν, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δὲν εἶχε γίνει. Ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ λησμονῆτε, κύριε συνάδελφε, ὅτι αἱ Βουλαὶ καὶ αἱ Συνελεύσεις ἔχουσι δικαιώματα ἀντλούμενα ἀφ’ ἑαυτῶν, πηγάζοντα ἀπὸ τὴν ἰδίαν ἑαυτῶν δύναμιν. Ἀλλ’ ἔχουσι καὶ δικαιώματα ἀντλούμενα ἐκ δικαιώματος ἄλλου, ἡ δὲ πρώτη συνεδρίασις ἦτο συνεδρίασις ἐκ δικαιώματος τρίτου, προερχομένη ἐκ τῆς πράξεως τῆς Ἐπαναστάσεως, ἡ ὁποία προσδιώριζεν ἐκλογὰς μὲν τὴν 16 Δεκεμβρίου, ἡμέραν δὲ συγκλήσεως τὴν 2αν Ἰανουαρίου. Τὰ πέραν τούτου ἀνήκουν εἰς τὴν ἐξουσίαν τοῦ Σώματος, τὰ μέχρι τῆς ἡμέρας ἐκείνης ἀνῆκον εἰς τὴν ἐξουσίαν τῆς Ἐπαναστάσεως. Ἐπανέρχομαι λοιπὸν εἰς τὰς σκέψεις μου καὶ λέγω ὅτι μέχρι τῆς ἡμέρας ἐκείνης ἐξηκολούθησεν ἡ Ἐπανάστασις ἀσκοῦσα τὰ κυβερνητικά της ἔργα ὡς ἀντλοῦσα τὴν ἐξουσίαν ἀπὸ τὴν ἐπαναστατικὴν αὐτῆς καταγωγὴν καὶ οὐχὶ ἀπὸ τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς Συνελεύσεως. Ἂν λοιπὸν ἐξηκολούθει ἀρυομένη τὴν δύναμιν τὴν κυβερνητικὴν ἀπὸ τὴν ἐπαναστατικήν της καταγωγήν, τίς θὰ ἠδύνατο νὰ ἀρνηθῇ εἰς αὐτὴν καὶ τὸ δικαίωμα τοῦ ἐκδίδειν κατὰ τὸ μεσόχρονον τοῦτο διάστημα Διατάγματα περιεχομένου νομοθετικοῦ; Αὐτὴ ἡ σκέψις μὲ ἄγει εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι καὶ τῆς περιόδου ταύτης τῆς μεσοχρόνου τὰ Νομοθετικὰ Διατάγματα δὲν χρήζουσιν οὐδεμιᾶς κυρώσεως, διότι εἶναι ἀφ’ ἑαυτῶν κεκυρωμένα. Ὁ δὲ λόγος τὸν ὁποῖον ἀνέφερεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὅτι πρέπει νὰ τεθῇ τέρμα εἰς τὴν ἀμφισβήτησιν τῶν πράξεων τῆς Ἐπαναστάσεως δὲν μοὶ φαίνεται ἀρκετὰ ἰσχυρὸς ὥστε νὰ μᾶς φέρῃ εἰς τὴν ἀνάγκην τῆς ἀποδοχῆς τοῦ ψηφίσματος. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐκ Πατρῶν πρότεινε κάτι ἄλλο, νὰ καταρτισθῇ Ἐπιτροπή, ἡ ὁποία νὰ διεξέλθῃ πάντα τὰ ἐκδοθέντα ὑπὸ τῆς Ἐπαναστάσεως Διατάγματα καὶ νὰ προτείνῃ μετὰ τοῦτο εἰς τὸ Σῶμα ποῖα ἐξ αὐτῶν θεωρεῖ ἀκυρώσιμα. Δὲν νομίζω, κύριοι, ὅτι ἡ πρότασις αὕτη πρέπει νὰ γίνῃ δεκτή. Τὰ Διατάγματα ταῦτα ἀνέρχονται εἰς χιλιάδας, ἐγὼ δὲ νομίζω ὅτι ἀπὸ νομικῆς ἀπόψεως καὶ μόνον ἐξεταζόμενα δὲν χρήζουσιν οὐδεμιᾶς κυρώσεως. Ἄλλο εἶναι τὸ ζήτημα ἂν ἀπὸ ἀπόψεως ἐσωτερικῆς τὰ Διατάγματα αὐτὰ εἶναι καὶ ἄξια ἐπικυρώσεως, διότι δυστυχῶς κατὰ τὴν περίοδον ταύτην κατεδείχθη τοιαύτη πολυπραγμοσύνη περὶ τὴν ἀναθεώρησιν καὶ ἀνασκευὴν ὁλοκλήρου τῆς νομοθεσίας ἡμῶν, ὥστε καὶ νόμοι οἱ ὁποῖοι δὲν εἶχον καμμίαν σχέσιν πρὸς τὸ πολιτικὸν ἔργον τῆς Ἐπαναστάσεως καὶ πρὸς τὴν στρατιωτικὴν καὶ οἰκονομικὴν ἀναδιοργάνωσιν, καὶ τοιοῦτοι ἀκόμη νόμοι δὲν διέφυγον τὴν ἀδικαιολόγητον ἀνακαινιστικὴν ὁρμὴν τῆς Ἐπαναστάσεως, διότι καὶ ἐπ’ αὐτῶν ἀκόμη ἐπῆλθον ἀλλοιώσεις καὶ μεταβολαί. Καὶ ἐρωτῶ τὸν κ. ἐκ Καρδίτσης συνάδελφον: Ποίαν σχέσιν εἶχε τάχα πρὸς τὸ πολιτικὸν τῆς Ἐπαναστάσεως ἔργον ὁ ὀργανισμὸς τῶν δικαστηρίων, τὸν ὁποῖον ἡ Ἐπανάστασις ἐνόμισεν ὅτι καὶ αὐτὸν ἔπρεπε νὰ μεταρρυθμίσῃ;
§177Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Ἦτο ἀνάγκη νὰ γίνῃ ἡ μεταρρύθμισις αὐτή, διότι ἔγινε μία ἀναστάτωσις τοῦ κλάδου τῶν δικαστικῶν λόγῳ τῶν ἐκκαθαρίσεων.
§178Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν σᾶς εἴπω ὅτι μετερρυθμίσθη τὸ ἄρθρον 188, τὸ ὁποῖον οὐδεμίαν σχέσιν ἔχει πρὸς τὴν δικαστικὴν ἐκκαθάρισιν, ἀλλὰ μεταβάλλει τὸν ὀργανισμὸν τῶν δικαστηρίων, τί θὰ ἐλέγετε; Ἢ ὁ νόμος περὶ ἐνοριῶν, ἢ ὁ νόμος περὶ λιμενικῶν ταμείων, ἢ καὶ τόσοι ἄλλοι, ποίαν σχέσιν εἶχον πρὸς τὸ πολιτικὸν ἔργον τῆς Ἐπαναστάσεως; Οὐδεμίαν. Ἀλλὰ τί πρῶτον καὶ τί ὕστερον νὰ ἀναμνησθῇ τις; Ἀλλὰ σήμερον δὲν πρόκειται νὰ συζητήσωμεν περὶ τούτου· πρόκειται περὶ τῆς κυρώσεως αὐτῶν ἢ μή. Ἐγὼ δὲ καταλήγων ἐπαναλαμβάνω καὶ πάλιν τὴν γνώμην ὅτι τόσον αἱ συντακτικοῦ ὅσον καὶ αἱ νομοθετικοῦ περιεχομένου πράξεις τῆς Ἐπαναστατικῆς Κυβερνήσεως οὐδεμιᾶς χρήζουσι κυρώσεως ἐκ μέρους τῆς Συνελεύσεως, νομίζω δὲ τοὐναντίον ὅτι ἡ κύρωσις ἀκριβῶς δύναται νὰ θέσῃ ἐν ἀμφιβόλῳ τὴν νομιμότητα τῶν πράξεων καθ’ ὃ διάστημα ἔμειναν μετέωροι πρὸ τῆς κυρώσεως. Διὰ τοὺς λόγους τούτους προτείνω ὅπως ἡ Συνέλευσις ἀπόσχῃ ἀπὸ τὴν ψήφισιν τοῦ σχεδίου ψηφίσματος, δηλοῦσα ὅτι αἱ πράξεις τῆς Ἐπαναστατικῆς Κυβερνήσεως εἶναι ἀφ’ ἑαυτῶν ἔγκυροι.
§179Σ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Λυποῦμαι, κύριοι συνάδελφοι, καὶ λυποῦμαι εἰλικρινῶς διότι ἡ ἀντίρρησις ἐμοῦ καὶ ἄλλων ἀξιοτίμων συναδέλφων, βασιζομένη ἐντελῶς εἰς ἐπιστημονικὰς πεποιθήσεις καὶ εἰς τὸν σεβασμὸν ὃν ὅλοι ἔχομεν πρὸς τὴν λαϊκὴν κυριαρχίαν, ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς τὴν ἐξέλιξιν τῆς συζητήσεως, ὡς τουλάχιστον αὕτη ἐξειλίχθη. Καὶ λυποῦμαι ἔτι περισσότερον διότι ἀξιότιμα μέλη τῆς τέως Ἐπαναστατικῆς Κυβερνήσεως παρῆλθον τὸ βῆμα τοῦτο καὶ ὑπερημύνθησαν τῆς ἰδέας ὅτι δὲν ἔδει κἂν νὰ γίνεται συζήτησις περὶ τοῦ νομοθετικοῦ ἔργου τῆς Ἐπαναστάσεως, ὡσεὶ νὰ ἤθελον νὰ ἀποφύγουν τὸν ἔλεγχον, ἐνῷ ὤφειλον, ὅπως ἔπραξε καὶ ὁ κ. Παπανδρέου, νὰ προκαλέσωσι τὸν ἔλεγχον διὰ νὰ διευκρινισθῇ ἡ εὐθύνη ἑκάστου.
§180Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Ὑποθέτω ὅτι τὸ εἶπον πολὺ ἐντόνως, ὅτι προκαλῶ τὸν ἔλεγχον.
§181Σ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐπαναστατικῆς Κυβερνήσεως δὲν τὸ εἶπεν, ἀλλ’ ἀπεναντίας ὑπεστήριξε τὴν ἄποψιν ὅτι δέον νὰ μὴ ζητήσῃ κἂν ἡ Συνέλευσις.
§182Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Δὲν εἶπον νὰ μὴ συζητήσῃ· αὐτὸ εἶναι τὸ μεγαλύτερον σφάλμα καὶ ἡ μεγαλυτέρα παρεξήγησις. Δὲν θὰ καλυφθῇ κανεὶς ὑπὸ τὴν Ἐπανάστασιν, ἀξιότιμε κ. συνάδελφε.
§183ΣΚ. ΖΕΡΒΟΣ. Φέρετε τὰ ἐπιχειρήματα.
§184Σ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Κανεὶς δὲν ψέγει τὸν Ἡρακλέα. Οὐδεὶς ἔψεξε τὴν Ἐπανάστασιν, ἀλλὰ δὲν δύναται κανεὶς ὑπὸ τὴν Ἐπανάστασιν νὰ καλύψῃ οἱανδήποτε πρᾶξίν του καὶ ἀτομικάς του εὐθύνας. Ὅπως ἐξ ἄλλου οὐδεὶς δύναται εἰς μίαν ἀντίρρησιν στηριζομένην εἰς ἐπιστημονικὰς πεποιθήσεις καὶ βαθεῖαν πίστιν πρὸς τὸ δόγμα τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας, νὰ ἀντιτάξῃ ὅτι, διότι ἡ Ἐπανάστασις ἔσωσε τὴν Ἑλλάδα, ὅπερ δεχόμεθα, διὰ τοῦτο πρέπει συνολικῶς καὶ ὅλαι της αἱ πράξεις νὰ κηρυχθῶσιν ἀλάθητοι, καὶ ὑπὸ τὴν σωτηρίαν τῆς Πατρίδος νὰ καλυφθῶσι λίαν ἀξιοκατάκριτοι πράξεις διαφόρων.
§185Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Ποῖος τὸ εἶπε;
§186ΣΚ. ΖΕΡΒΟΣ. Διαστρέφετε τὰς λέξεις· ὁ ἡγέτης διαμαρτύρεται.
§187Σ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Ἤκουσα τὴν συνταγματικὴν θεωρίαν τοῦ ἀξιοτίμου τέως Ὑπουργοῦ τῆς Ἐπαναστατικῆς Κυβερνήσεως καὶ ἤκουσα εὐχαρίστως ὅτι ἀνέτρεξεν εἰς τὸ σύγγραμμα τοῦ κ. Σαριπόλου καὶ εὗρεν ἐκεῖ τὴν θεωρίαν ὅτι ἡ Ἐπανάστασις δύναται νὰ νομοθετῇ ἐγκύρως, κατισχύουσα, ἀλλὰ περιέργως πως ὁ ἀξιότιμος πληρεξούσιος δὲν ἀνέτρεξεν εἰς ἄλλο κεφάλαιον τοῦ αὐτοῦ συγγράμματος, εἰς τὸ περὶ ἐκδόσεως ἀναγκαστικῶν Διαταγμάτων, τῶν Νομοθετικῶν Διαταγμάτων κατὰ τὴν διάρκειαν ἐπαναστατικῆς περιόδου. Ὑπεστήριξα καὶ ὑποστηρίζω ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὑπεστήριξεν ὁ κ. Καρασεβδᾶς, ὅτι ἡ ἰδέα ὅλων μας εἶναι ὅτι ἡ Ἐπανάστασις ἦτο καθαρῶς λαϊκή, ὅτι διηρμήνευε τὴν λαϊκὴν θέλησιν, ὅτι ἐπίστευεν ἀκόμη εἰς τὸ δόγμα τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας, ὅτι ἐξεπροσώπει τὴν λαϊκὴν θέλησιν, ὅτι πρὸς σωτηρίαν τοῦ λαοῦ ἐνήργει, ἀλλὰ τοῦτο μέχρι τῆς ἡμέρας τῶν ἐκλογῶν. Διότι ἄλλως θὰ ἐφθάνομεν εἰς τὸ συμπέρασμα μετὰ τὰς ἐκλογὰς νὰ ἔχωμεν δύο φορεῖς παραλλήλους τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας. Τὴν λαϊκὴν Ἀντιπροσωπείαν ἀφ’ ἑνὸς καὶ ἀφ’ ἑτέρου τὴν Ἐπανάστασιν. Κυρίως ἡ Ἐπανάστασις, ἡ ὁποία, ὡς ἐδήλωσεν ἐν τῇ Συνελεύσει, ὅτε κατέθεσε τὴν ἐντολήν, οὐσιαστικῶς ἐτερμάτισε τὸ ἔργον της ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῶν ἐκλογῶν, καὶ ἰδίᾳ ἡ Ἐπαναστατικὴ Κυβέρνησις δὲν παρέμεινε παρὰ ὡς ἐντελῶς ὑπηρεσιακὴ Κυβέρνησις μέχρι τῆς συγκλήσεως τοῦ κυριάρχου Σώματος, τὸ ὁποῖον θ’ ἀπέδιδε τὴν Κυβέρνησιν τῆς ἐμπιστοσύνης του, διότι μόνη ἡ Συνέλευσις τῶν λαϊκῶν ἐκλεκτῶν εἶναι πλέον κυρίαρχος, ἀσκοῦσα τὴν λαϊκὴν κυριαρχίαν καὶ μόνος φορεὺς τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας, καὶ οὐχὶ ἡ Ἐπανάστασις καὶ ἡ Ἐπαναστατικὴ Κυβέρνησις. Ἐρωτῶ: Δέχεσθε τοῦτο ὡς ἀληθὲς καὶ συνταγματικῶς ὀρθόν; Ἐὰν ναί, τότε σᾶς ἀπαντῶ ὅτι ἠδύνατο νὰ συνέλθῃ προτοῦ τὸ συγκαλέσητε καὶ ἠδύνατο νὰ λάβῃ ἀποφάσεις καὶ ἐφόσον αὐτὸ τὸ Σῶμα εἶναι ὁ φορεὺς τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας, ὑμεῖς ἡ Ἐπαναστατικὴ Κυβέρνησις δὲν ἠδύνασθε νὰ ἐκτελῆτε νομοθετικὰ ἔργα πλέον, ὑπάρχοντος νομοθετικοῦ καὶ συντακτικοῦ Σώματος, δὲν ἠδύνασθε νὰ ἐκδίδητε νομοθετήματα τοιαῦτα. Αὐτή εἶναι ἡ ἀντίρρησις ἡμῶν, ἀντίρρησις καθαρῶς ἐπιστημονική, σύμφωνος μὲ τὰς ἀρχάς μας καὶ τὴν πίστιν μας πρὸς τὴν λαϊκὴν κυριαρχίαν, καὶ χάριν αὐτῆς προβαλλομένη. Ἐρωτῶ δ’ αὐτὸν τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τοῦ βήματος ἐκ Καρδίτσης συνάδελφον, καὶ τὸν προκαλῶ νὰ μᾶς εἴπῃ: Ἐφόσον ἡ πρότασίς μας ἐπιδιώκει τὴν κύρωσιν τῶν ἐκδοθέντων Νομοθετικῶν Διαταγμάτων, οὐχὶ δὲ καὶ τὴν ἀκύρωσιν αὐτῶν, τίνα ἄλλον σκοπόν, πλὴν τοῦ ἀπολύτου πρὸς τὴν λαϊκὴν κυριαρχίαν σεβασμοῦ δύναται νὰ ὑπηρετήσῃ;
§188Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Λέγετε ὅτι δὲν ἀκυροῦνται τὰ Διατάγματα καὶ ἐπιφυλασσόμεθα διὰ τὴν ἀπόφασιν τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἠμποροῦμεν νὰ ἀποφασίσωμεν. Μίαν σημασίαν ἠμπορεῖ νὰ ἔχῃ ἀποδοκιμασίαν τῆς Ἐπαναστάσεως.
§189Σ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Ἔχει σημασίαν νὰ καταστήσῃ ἀπολύτως σεβαστὴν τὴν λαϊκὴν θέλησιν εἰς τὸ μέλλον.
§190ΣΤ. ΓΟΝΑΤΑΣ. Ὅταν γίνῃ ἄλλη Ἐπανάστασις, νὰ τῆς βάλητε κανόνας νὰ τοὺς τηρήσῃ.
§191Σ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Ἐὰν δὲν ἐπροτείναμεν τὴν ἀκύρωσιν τῶν Διαταγμάτων, δὲν ἐπροτείναμεν τοῦτο καὶ δι’ ἄλλον λόγον, διότι δὲν ἐλησμονήσαμεν ὅτι μεταξὺ αὐτῶν ὑπάρχουν καὶ Διατάγματα τὰ ὁποῖα ἐρρύθμισαν ἰδιωτικὰς σχέσεις, ἐνίοτε καὶ κατὰ τρόπον μὴ τιμῶντα τοὺς ἐκδόντας αὐτά, Διατάγματα τὰ ὁποῖα ἐγέννησαν δικαιώματα, Διατάγματα διὰ τῶν ὁποίων ἐκυρώθησαν συμβάσεις μετὰ ξένων ἑταιρειῶν καὶ ἐπικρατειῶν, Διατάγματα δι’ ὧν ἀνέλαβε τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος ὡρισμένας ὑποχρεώσεις καὶ ἔχομεν πλήρη τὴν ἐπίγνωσιν τοῦ ποῖος κυκεὼν δικαστικῶν ἀγώνων θὰ ἀνέμενε τὸ Κράτος καὶ τοὺς πολίτας, ἐὰν ἐκηρύσσοντο ἄκυρα. Ἐνῷ ἡ ἰδική μας πρότασις οὐδὲν ἄλλο προώρισται νὰ ἐξυπηρετήσῃ εἰμὴ ὑποχωροῦσα πρὸ τῆς ἀνάγκης καὶ τῶν τετελεσμένων γεγονότων νὰ διακηρύξῃ ὅτι τὸ δόγμα τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας ὤφειλε νὰ εἶναι, εἶναι καὶ πρέπει νὰ εἶναι ἀπολύτως σεβαστόν.
§192ΣΚ. ΖΕΡΒΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ Ἀρχηγὸς τῆς Ἐπαναστάσεως ἀξιότιμος κύριος Νικόλαος Πλαστήρας, προκειμένου νὰ καταλίπῃ τὴν Ἀρχὴν εἶχε θέσει ἓν ὡρισμένον πρόγραμμα ἐνώπιον τῶν Ἑλλήνων ψηφοφόρων, διὰ τὸ ὁποῖον προσεκλήθη καὶ ἀπεφάνθη ἀπολύτως ἐλευθέρως εἰς τὰς διενεργηθείσας ἐκλογὰς ὁ Ἑλληνικὸς λαός. Κατὰ τὴν 2 Ἰανουαρίου ὁ Ἀρχηγὸς τῆς Ἐπαναστάσεως προσελθὼν εἰς τὴν Ἐθνοσυνέλευσιν καὶ λογοδοτήσας ἐνώπιον τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ λαοῦ κατέθηκε τὴν Ἀρχὴν παρουσίᾳ, ἐγκρίσει καὶ συμπαραστάσει ὁλοκλήρου τοῦ Ἐπαναστατικοῦ Ὑπουργείου. Ὅταν δὲ ὁ Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων παρέλαβεν ἐκ τῶν χειρῶν τῆς Ἐπαναστάσεως τὴν Ἀρχὴν καὶ ἀνέλαβε τὴν Κυβέρνησιν ἐξέφρασεν ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως τὴν εὐγνωμοσύνην τοῦ Ἔθνους πρὸς τὴν Ἐπανάστασιν. Μετὰ δὲ τὸν ἀξιότιμον Ἀρχηγὸν τῶν Φιλελευθέρων ὁ εἷς μετὰ τὸν ἄλλον ὅλοι οἱ λοιποὶ Ἀρχηγοὶ τῶν διαφόρων ἐν τῇ Ἐθνοσυνελεύσει πολιτικῶν κομμάτων καὶ πολιτικῶν Ὁμάδων ἐξέφρασαν μὲ τὰς θερμοτέρας τῶν λέξεων τὴν εὐγνωμοσύνην των πρὸς τὴν Ἐπανάστασιν καὶ τὸ ἔργον αὐτῆς. Τὸ αὐτὸ συναίσθημα κατεῖχε καὶ ἀδιαλείπτως κατέχει ὁλόκληρον τὴν Ἐθνοσυνέλευσιν καὶ τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν πρὸς τοὺς Ἀρχηγοὺς τῆς Ἐπαναστάσεως καὶ τὸ κολοσσιαῖον αὐτῆς ἔργον, διὰ τοῦτο δὲ καὶ πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἡ Ἐθνικὴ Συνέλευσις ἐκήρυξε τοὺς Ἀρχηγοὺς τῆς Ἐπαναστάσεως ἀξίους τῆς Πατρίδος. Ἤδη ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὑπέβαλεν ἡμῖν ἓν ἁπλοῦν τυπικὸν ψήφισμα περὶ κυρώσεως τῶν πράξεων τῆς Ἐπαναστάσεως. Καὶ εἰς τὸ τυπικὸν τοῦτο ψήφισμα, ἐνῷ ἡ οὐσία τοῦ ἐπαναστατικοῦ ἔργου ἐνεκρίθη διὰ βοῆς καὶ εὐγνωμόνως, εὑρίσκονται ἄνθρωποι νομίζοντες ὅτι εἶναι δυνατὸν νομοθετήματα τοιαῦτα ἢ τοιαῦτα τῆς Ἐπαναστάσεως νὰ τεθῶσιν ὑπὸ ἀμφισβήτησιν καὶ ἔλεγχον καὶ συζήτησιν. Διαμαρτύρομαι, κύριοι. Καὶ διαμαρτύρομαι διότι ἡ Συνέλευσις ὠθεῖται νὰ συζητήσῃ τὸ ἔργον τῆς Ἐπαναστάσεως, ἐνῷ ἐνθουσιωδῶς καὶ μετ’ εὐγνωμοσύνης ἐνέκρινε τοῦτο. Διαμαρτύρομαι διότι ἀντιπροσωπεύουσα γνησίως τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ὁ ὁποῖος ἔχει ἑδραίαν καὶ ἀκράδαντον τὴν πεποίθησιν ὅτι ἡ Ἐπανάστασις ἐξετέλεσεν ἔργα, τὰ ὁποῖα ἡ Ἱστορία θὰ ἀναγράψῃ ἐν περιφανεῖ θέσει καὶ χρυσοῖς γράμμασιν, ἐπιτρέπει ἡ Ἐθνοσυνέλευσις καὶ χρονοτριβεῖ εἰς τοιαύτας συζητήσεις. Πρέπει νὰ γνωρίζητε ὑμεῖς, κύριε συνάδελφε ἐκ Παρνασσίδος, ὅτι, ὅσον περισσότερον ἐξελέγχονται τὰ ἔργα τῆς Ἐπαναστάσεως, τόσον περισσοτέραν ἀποδίδουσι λαμπηδόνα. Τὸ ἀθάνατον ἔργον τῆς Ἐπαναστάσεως εἶναι ὅπως ὁ ἀδάμας, ὁ ὁποῖος τριβόμενος ἀποδίδει περισσοτέραν τὴν λάμψιν καὶ μεγαλυτέραν τὴν λαμπηδόνα.
§193ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις ἔληξε. Θὰ ζητήσω τὴν ψῆφον τῆς Συνελεύσεως πρῶτον ἐπὶ τῶν τροπολογιῶν καὶ ἀκολούθως ἐπὶ τοῦ σχεδίου ψηφίσματος. Ν’ ἀναγνωσθοῦν αἱ τροπολογίαι. (Ἀναγινώσκονται καὶ ἀπορρίπτονται αἱ διάφοροι ἐπὶ τοῦ σχεδίου ψηφίσματος τροπολογίαι, πλὴν τῆς τοῦ κ. Μερλοπούλου).
§194Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Κύριε Πρόεδρε, ἡ Κυβέρνησις δέχεται τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Μερλοπούλου καθ’ ἣν ἐν ἀρχῇ τοῦ σχεδίου προστίθενται αἱ λέξεις «ἀφ’ ἑαυτῶν». Συνεπῶς τὸ σχέδιον ψηφίσματος διατυποῦται οὕτως: (Ἀναγινώσκει). Σχέδιον ψηφίσματος «περὶ τοῦ κύρους τῶν ἀποφάσεων, πράξεων καὶ Νομοθ. Διαταγμάτων τῆς Ἐπαναστάσεως 1922». Ἡ Δʹ τῶν Ἑλλήνων Ἐθνικὴ Συνέλευσις Ψηφίζει Εἶναι ἀφ’ ἑαυτῶν ἔγκυροι αἱ συντακτικαὶ καὶ νομοθετικαὶ ἀποφάσεις καὶ πράξεις καθὼς καὶ τὰ Νομοθετικὰ Διατάγματα τῆς Ἐπαναστάσεως τοῦ 1922, μὴ ἀποκλειομένης τῆς διὰ τῆς νομίμου ὁδοῦ καταργήσεως ἢ τροποποιήσεως αὐτῶν».
§195Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λέσβου συνάδελφος ἐπρότεινεν ὅπως ὑποχρεωθῇ ὁ πληρεξούσιος Νάξου κ. Προμπονᾶς νὰ ἀναπτύξῃ τὸ ζήτημα ὅπερ ἔθιξε κατὰ τὴν σημερινὴν συζήτησιν. Ἀναγνωρίζω τὸ δίκαιον τῆς τοιαύτης ἀξιώσεως καὶ νομίζω ὅτι εἶναι ὀρθὸν νὰ ὑποχρεωθῇ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Νάξου συνάδελφος νὰ ἀναπτύξῃ τὴν κατηγορίαν του, διότι βεβαίως δὲν εἶναι ὀρθὸν ἐπὶ τῇ πρώτῃ αἰτιάσει κατὰ μέλους τῆς Ἐπαναστατικῆς Κυβερνήσεως νὰ ἀνατίθηται εἰς Ἐπιτροπὴν ἡ ἐξέτασις τῆς κατηγορίας.
§196ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ὑπ’ ἀριθ. 3 τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως.
§197Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Ἀναβάλλεται.
§198ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 4 τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως ἔχουν ἐπίσης ζητήσει τὸν λόγον πολλοὶ πληρεξούσιοι.
§199Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Ἀναβάλλεται.
§200ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως διατάξεων τελωνιακῶν καὶ οἰκονομικῶν νόμων».
§201ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Εἶναι πολὺ σοβαρὸν νομοσχέδιον, κύριε Πρόεδρε. Νὰ ἀναβληθῇ.
§202Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Ἀναβάλλεται.
§203ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου καὶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης συναφθείσης συμβάσεως περὶ παρατάσεως τῆς προθεσμίας ἐξοφλήσεως τοῦ ἐκ φράγκων 13,710,000 τμήματος τοῦ δανείου τῶν 40,000,000». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν).
§204ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως διατάξεων τῶν νόμων ͵ΒΡΝϚʹ τοῦ 1893, 146 τοῦ 1914 καὶ 2527 τοῦ 1920 περὶ συστάσεως Ἑνώσεως πρὸς προστασίαν τῆς βιομηχανικῆς ἰδιοκτησίας».
§205Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Ἀναβάλλεται.
§206ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐπεκτάσεως ἐν Κρήτῃ καὶ Δυτικῇ Θράκῃ τῆς ἐν τῷ λοιπῷ Κράτει ἰσχυούσης δημοτ. καὶ κοινοτικῆς νομοθεσίας». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ προσθήκης διατάξεων εἰς τὸν νόμον 232 τοῦ 1914 περὶ οἰκονομικῆς ὑπηρεσίας τοῦ στρατοῦ». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τῆς προτάσεως νόμου «περὶ παρατάσεως τοῦ χρόνου τῶν ἐπὶ πτυχίῳ πανεπιστημιακῶν ἐξετάσεων κατὰ τὸ τρέχον πανεπιστημιακὸν ἔτος». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐκχωρήσεως τῶν κερδῶν ἐκ λαχνῶν προερχομένων ἐξ ὁμολογιῶν τοῦ Ἀναγκαστικοῦ Δανείου 6½% τοῦ 1922». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ μεταλλείων τῆς Θράκης». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ ἀπὸ 26 Δεκεμβρίου 1922 Ν. Διατάγματος περὶ συμπληρώσεως τῶν νόμων περὶ φορολογίας τῶν κέντρων διασκεδάσεως καὶ δημοσίων θεαμάτων». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀπονομῆς συντάξεως εἰς τὰς οἰκογενείας τῶν ἐξαφανισθέντων ἐν Μ. Ἀσίᾳ πολιτικῶν ὑπαλλήλων». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου 2941 περὶ ἐπιχορηγήσεως ἀγαθοεργῶν ἱδρυμάτων κλπ., ὡς οὗτος ἐτροποποιήθη διὰ τοῦ Ν. Διατάγματος τῆς 19 Μαΐου 1923». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως διατάξεων τοῦ λογιστικοῦ καὶ τῶν περὶ Γεν. Διευθ. Λογιστικοῦ νόμων». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ τῆς Γαλλίας ἐν Παρισίοις ὑπογραφείσης τῇ 21 Φεβρουαρίου 1924 προσωρινῆς ἐμπορικῆς συμφωνίας». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ τῆς Ἑλλην. Πολιτείας καὶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος συμβάσεως ἀπὸ 20 Μαΐου 1924 περὶ παροχῆς οἰκονομικῆς ἐνισχύσεως ἐγγυήσει τῆς Ἑλλην. Πολιτείας εἰς ὁμογενεῖς πρόσφυγας μικροεπαγγελματίας ὠργανωμένους εἰς ὁμάδας, ὡς καὶ εἰς ἀστ. συνεταιρισμοὺς κλπ.». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐπαυξήσεως ἀποδοχῶν ὑποτρόφων τοῦ Κράτους ἐν Γαλλίᾳ Ἑλλήνων σπουδαστῶν». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ διαβαθμίσεως τοῦ πολιτικοῦ διδακτικοῦ προσωπικοῦ τῆς ἁρμοδιότητος τοῦ Ὑπουργείου Ναυτικῶν». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀναθέσεως τῶν καθηκόντων τοῦ δευτερεύοντος διατάκτου τῆς στρατ. ὑπηρεσίας καὶ τῆς ἐκκαθαρίσεως τῶν δαπανῶν αὐτῆς εἰς τὸ Σῶμα τῆς διαχειρίσεως ἁρμοδιότητος ἐπιμελητείας». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ὁρισμοῦ ποσοῦ δι’ ἐνοικίασιν οἰκημάτων διὰ Ν. Δ. ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συστάσεως κλάδου πυροτεχνουργῶν ἐν τῷ Π. Ναυτικῷ». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ καταργήσεως διατάξεων τοῦ ἀπὸ 18 Ὀκτωβρίου 1923 Ν. Διατάγματος περὶ ὀργανώσεως ὑγειονομικῆς ὑπηρεσίας Θεσ)νίκης». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συγχωνεύσεως τοῦ δικαστικοῦ Ἀρχείου Μικρᾶς Ἀσίας μετὰ τοῦ Γενικοῦ Ἀρχείου τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης καὶ περὶ μονιμοποιήσεως ἐκτάκτων τινῶν ὑπαλλήλων». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ μηνιαίας ἀντιμισθίας εἰς καθηγητὰς ξένων γλωσσῶν διδάσκοντας εἰς τὸ Στρατιωτικὸν Σχολεῖον Εὐελπίδων». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συστάσεως Ἐπιτροπῆς διὰ τὴν ἐξέτασιν ζητημάτων τῆς περισυλλογῆς καὶ διαθέσεως ἐγκαταλειφθέντος ἐπὶ τοῦ ἑλληνικοῦ ἐδάφους διασυμμαχικοῦ καὶ Βουλγαρικοῦ ὑλικοῦ». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τῶν νόμων 386 καὶ 496 περὶ ἐπιστολῶν καὶ κυτίων μετὰ δεδηλωμένης ἀξίας καὶ ταχ. δεμάτων». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τοῦ τρόπου ἐκτελέσεως μεγάλων ὑδραυλικῶν ἔργων». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συστάσεως εἰδικοῦ Ταμείου κοινωφελῶν ἔργων Κατερίνης». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συμπληρώσεως τῶν περὶ ἀναθεωρήσεως τιμῶν ἐργολαβιῶν κειμένων διατάξεων». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ χορηγήσεως διμήνου ἀποζημιώσεως εἰς τοὺς ἀπολυθέντας ὑπαλλήλους τοῦ Ὑπουργείου Ὑγιεινῆς, Προνοίας καὶ Ἀντιλήψεως». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τῶν νόμων 2609, 2815 καὶ 2930 περὶ ἀστυνομίας τῶν πόλεων». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς ἐν Μαδρίτῃ τῇ 30 Νοεμβρίου 1920 (ν.ἡ.) διομολογηθείσης συμφωνίας περὶ ἐγγραφῆς συνδρομῶν εἰς ἐφημερίδας καὶ περιοδικὰ συγγράμματα καὶ τοῦ συναφοῦς αὐτοῦ κανονισμοῦ ἐκτελέσεως». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἀπὸ 4 Ἰουλίου 1923 Ν. Δ. περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ αὐξήσεως τῆς κυκλοφορίας τῶν ἐντόκων γραμματίων Ἐθνικῆς Ἀμύνης κατὰ 1000 εἰσέτι ἑκατομμύρια κλπ.». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ αὐθεντικῆς ἑρμηνείας, συμπληρώσεως καὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 60 τοῦ ἀπὸ 29 Δεκεμβρίου 1923 Ν. Δ. περὶ ἐπιδόματος δι’ ἐνοίκιον τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων καὶ ἀξιωματικῶν». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συστάσεως εἰδικοῦ ταμείου ὑδραυλικῶν ἔργων Δήμου Βερροίας». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐπαναφορᾶς εἰς τὴν ὑπηρεσίαν καθηγητῶν τοῦ Πολυτεχνείου». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ παροχῆς ἐπιδόματος εἰς τοὺς συνταξιούχους τοῦ Ν. Α. Ταμείου καὶ τροποποιήσεως διατάξεων τοῦ κωδικοποιουμένου νόμου 2873». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐπαναφορᾶς ἐν ἰσχύϊ ἐπὶ 6 μῆνας τῶν διατάξεων τοῦ ἄρθρου 30 τοῦ νόμου 147 τῆς 5 Ἰανουαρίου 1914 περὶ τῆς ἐν ταῖς προσαρτωμέναις χώραις ἐφαρμοστέας νομοθεσίας καὶ τῆς δικαστικῆς αὐτῶν ὀργανώσεως». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀνασυστάσεως τῶν ἐκ τῆς πυρκαϊᾶς καταστραφέντων ἀρχείων τοῦ Πρωτοδικείου καὶ τῆς Εἰσαγγελίας Τρικκάλων». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν).
§207Κ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ὑποθέτω ὅτι τὸ περὶ αἰσχροκερδείας δὲν ἀνεβλήθη.
§208ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνεβλήθη.
§209ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Νὰ διακόψωμεν, κ. Πρόεδρε.
§210ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις διὰ νὰ ἐπαναληφθῇ μεθαύριον, ὥρᾳ 6 μ.μ. (Ὥρᾳ 10.15′ μ.μ.).