1924.05.25
2,367 rows · 18,073 words · 106 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 44Η
Τῆς 25 Μαΐου 1924
Προεδρία Κ. Ρακτιβάν
(Ὥρα 6′ μ. μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Παρακαλεῖται ὁ κ. γραμματεὺς νὰ ἀναγνώσῃ τὰ πρακτικὰ τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως. (Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται.)
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γνωρίζω πρὸς τὴν Συνέλευσιν τὰ ἑξῆς: — Ἡ Καπνεργατικὴ Ἕνωσις Καβάλλας διαμαρτύρεται διὰ τὴν στάσιν τῶν καπνεμπόρων καὶ παρακαλεῖ ὅπως ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν τὰ ὑπ’ αὐτῆς ὑποδεικνυόμενα μέτρα. — Οἱ σύνδεσμοι ἐφέδρων Λασσηθίου, Μ. Ἀσίας, καὶ Θράκης παρακαλοῦσιν ὅπως διατηρηθῇ τὸ Ν. Διάταγμα περὶ σταφιδικοῦ συναλλάγματος. — Οἱ κάτοικοι Βερροίας παρακαλοῦσιν ὅπως ληφθῇ νομοθετικὴ πρόνοια «περὶ συστάσεως εἰδικοῦ ὑδραυλικοῦ ταμείου Βερροίας». — Ὁ Κωνσταντῖνος Σδράλης ὑποβάλλει παρατηρήσεις ἐπὶ σχεδίου νόμου «περὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου 2916». — Οἱ ἰδιοκτῆται οἰκιῶν Καλαμῶν παρακαλοῦν ὅπως ἀρθῇ τὸ ἐνοικιοστάσιον. — Ὁ πρόεδρος τοῦ Γεωργικοῦ συνεταιρισμοῦ Δαμαλᾶ ζητεῖ τὴν ἀπαλλοτρίωσιν τοῦ τσιφλικίου τῆς περιφερείας Δαμαλᾶ. — Ὁ Δικηγορικὸς σύλλογος Γυθείου παρακαλεῖ ὅπως ἀπορριφθῇ πᾶσα τυχὸν μελετωμένη πρότασις νόμου «περὶ ὑπαγωγῆς δικαστικῶς ἐπαρχίας Κυθήρων εἰς Πρωτοδικεῖον Πειραιῶς». — Ὁ ἐμπορικὸς κόσμος τῆς πόλεως Βόλου παρακαλεῖ ὅπως ἀνασταλῇ τὸ Ν. Διάταγμα αἰσχροκερδείας. — Οἱ κατώτεροι δικαστικοὶ ὑπάλληλοι Χανίων αἰτοῦσιν τὴν οἰκονομικήν των βελτίωσιν. Διάφοροι σύλλογοι Θεσσαλονίκης παρακαλοῦσιν ὅπως καθιερωθῇ ἡ Κυριακὴ ἀργία. — Ὁ Ἐμπορικὸς σύλλογος Ἡρακλείου παρακαλεῖ ὅπως ἀναβληθῇ ἡ περὶ τοῦ σταφιδικοῦ συναλλάγματος ἐπερώτησις μέχρι τῆς ἀφίξεως τῆς ὑπ’ αὐτοῦ καταρτισθείσης ἐπιτροπῆς. — Ὁ Σταῦρος Σταυρόπουλος Πρωτοδίκης Οἰχαλίας παρακαλεῖ ὅπως ὑπολογισθῇ ἡ προηγουμένη αὐτοῦ ὑπηρεσία ὡς συντάξιμος. — Τὸ σωματεῖον ἀστέγων προσφύγων καὶ ἀναπήρων πολέμου ζητεῖ τὴν ἀπαλλοτρίωσιν τοῦ γηπέδου Μπανάνας ὑπὲρ αὐτῶν. — Οἱ ὑποδικοκατάδικοι νέων φυλακῶν Θεσσαλονίκης παρακαλοῦσιν ὅπως ἐπεκταθῇ τὸ εὐεργέτημα τῆς ἀμνηστείας. — Ὁ σύνδεσμος τῶν καπνοπωλῶν μεταπωλητῶν Πατρῶν παρακαλεῖ ὅπως μὴ χορηγηθῇ τὸ δικαίωμα τῆς μετακλήσεως μόνον εἰς τοὺς ἀναπήρους πολέμου. — Ἡ Ὀρφανικὴ Κοινότης Καβάλλας παρακαλεῖ ὅπως μὴ πραγματοποιηθῇ ἡ μετατόπισίς των. — Ὁ ἀπόστρατος ὑπολοχαγὸς Κων. Λεβεντάκης ὑποβάλλει διάφορα χειρόγραφα περὶ τοῦ πολιτεύματος. — Οἱ πληρεξούσιοι κ. κ. Γ. Βοραζάνης καὶ Ἰωσ. Πασσαλίδης παρακαλοῦν ὅπως διορισθῇ Κοινοβουλευτικὴ ἐπιτροπὴ ἵνα ἐπιληφθῇ τῆς λύσεως προσφυγικοῦ ζητήματος. — Ὁ πληρεξούσιος κ. Ριχ. Λιβαθηνόπουλος ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ σχεδίου ψηφίσματος– περὶ σχηματισμοῦ Γερουσίας. — Ὁ Πληρεξούσιος κ. Ἠλ. Παυλίδης ὑποβάλλει πρότασιν ψηφίσματος περὶ τῶν ἐκ Ρωσσίας ὁμογενῶν προσφύγων. — Ὁ Πληρεξούσιος Ἄργους κ. Θ. Κολιαλέξης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου περὶ παρατάσεως τῆς κατὰ τὸ ἄρθρον 1 τοῦ ἀπὸ 15 Ὀκτωβρίου
1923 Ν. Δ.
— Οἱ πληρεξούσιοι κ. κ. Ν. Ξηρὸς, Θ. Κολιαλέξης καὶ Ν. Ἀβραὰμ καταθέτουσιν τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ Νομοσχεδίου «περὶ ἀποδοχῶν τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων». — Οἱ πληρεξούσιοι κ. κ. Ν. Ξηρὸς καὶ Θ. Κολιαλέξης καταθέτουσιν τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ Νομοσχεδίου περὶ παρατάσεως πληρωμῆς τῶν χρεῶν τῆς χρήσεως 1923–1924 προσθέτων τελῶν καὶ τόκου ὑπερημερίας. — Οἱ πληρεξούσιοι κ. κ. Γ. Παπανδρέου, Β. Καραπαναγιώτης, Θ. Κυπριανός, Γ. Καλδῆς, Δ. Ψάλτας κ.λ.π. ὑποβάλλουσι πρότασιν νόμου «περὶ λιμενικῶν φόρων τοῦ λιμενικοῦ Ταμείου Πλωμαρίου. — Ὁ κ. Π. Μερλόπουλος ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ Νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως διατάξεων τελωνειακῶν καὶ οἰκονομικῶν νόμων». — Ἡ Κοινοβουλευτικὴ ἐπὶ τῶν ἐξωτερικῶν ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ νομοσχεδίου περὶ ἐκτελέσεως τῶν σχετικῶν πρὸς τὸ μικτὸν διαιτητικὸν δικαστήριον διατάξεων τῆς Συνθήκης τῆς Λωζάννης. — Ὡσαύτως ἡ αὐτὴ Ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ Νομοσχεδίου περὶ κανονισμοῦ συντάξεως ἀπολυθέντων ὑπαλλήλων τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν. Εἰς τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπὴν κύριοι πληρεξούσιοι περιλαμβάνονται τρεῖς Ὑπουργοί, οἱ ὁποῖοι ὡς ἐκ τῶν καθηκόντων των ἀδυνατοῦν νὰ μετάσχουν τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς. Εἶναι καὶ ὁ κ. Βαλαλᾶς, ὁ ὁποῖος διωρίσθη γενικὸς διοικητὴς Θεσσαλονίκης καὶ ὁ κ. Σῖμος, ὁ ὁποῖος ἀπουσιάζων ἐν τῇ ἀποστολῇ ἐδήλωσεν ὅτι δὲν ἀποδέχεται τὴν τιμήν. Παρακαλῶ τὴν Συνέλευσιν νὰ μὲ ἐξουσιοδοτήσῃ νὰ συμπληρώσω τὰς πέντε αὐτὰς θέσεις.
§3ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἐπερωτήσεων.
§5Θ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ. Τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ κανονισμοῦ κ. Πρόεδρε.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.
§7Θ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ. Εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς ἡμερησίας διατάξεως τῶν ἐπερωτήσεων βλέπω ἐγγεγραμμένην ἐπερώτησιν, ἡ ὁποία δὲν ἦτο κἂν ἐγγεγραμμένη εἰς τὴν παρελθοῦσαν Ἡμερησίαν Διάταξιν. Κατὰ τὸν Κανονισμόν, κ. Πρόεδρε, ὅπως καλύτερον ἐμοῦ γνωρίζετε, διὰ νὰ προταχθῇ ἡ ἐπερώτησις πρέπει νὰ γίνῃ πρότασις εἰς τὴν Συνέλευσιν ὑπὸ 10 βουλευτῶν.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁλόκληρος ἡ Συνέλευσις ἀπεφάσισε νὰ προταχθῇ.
§9Θ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, μὲ συγχωρεῖτε, ἐγὼ εἶμαι παλαιὸς πληρεξούσιος καὶ γνωρίζω πολὺ καλὰ τὰ πράγματα. Ἡ Συνέλευσις δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀποφασίσῃ, διότι πρέπει νὰ ζητηθῇ ὑπὸ 10 πληρεξουσίων.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Κυβέρνησις ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ τὸ ζητήσῃ καὶ τὸ ἐζήτησε.
§11Θ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν εἶπε τοιοῦτόν τι.
§12Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Κύριε Πρόεδρε, ἂν δὲν ἀπατῶμαι κατὰ πρότασιν τῆς ἰδίας Κυβερνήσεως εἶχε ἀποφασισθῆ νὰ προταχθῇ. Προχθὲς ἀνεβλήθη ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως λόγῳ τῆς κοπώσεως, καὶ ἤδη ἔρχεται σήμερον.
§13Ν. ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΗΣ. Δὲν ὑπῆρχε λόγο νὰ προταχθῇ κ. Πρόεδρε. Διὰ ποῖον λόγον νὰ ἔλθῃ πρῶτον ἀφ’ οὗ δὲν ἦτο ἡ σειρά του; Ἀλλέως πρέπει νὰ παρατείνωμεν τὴν συνεδρίασιν καὶ ὁλονυκτίως διὰ νὰ παύσῃ ἡ κατάστασις αὐτή. Δὲν εἴμεθα, κ. Πρόεδρε, ἐν τάξει μὲ τὴν συνείδησίν μας. Ὅστις σπεύδει νὰ καταλάβῃ τὴν ἐξουσίαν νὰ ἔλθῃ, νὰ τὴν καταλάβῃ μίαν ὥραν ἀρχήτερα, ἄλλως νὰ ἀφήσουν τὴν Συνέλευσιν νὰ κάνῃ τὴν δουλειάν της, ἡ ὁποία δὲν σύγκειται εἰς ἀεροκοπανίσμα.
§14Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. συνάδελφος ὁμιλεῖ περὶ οὐσιαστικωτέρων ἐργασιῶν. Εἶχε ὑπ’ ὄψιν του τὴν νομοθετικὴν ἐργασίαν. Ἡ σημερινὴ συνεδρίασις εἶναι προωρισμένη διὰ τὸν κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον, προκειμένου δὲ περὶ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου εἶνε δικαίωμα τῆς Κυβερνήσεως νὰ ζητήσῃ νὰ προταχθῇ μία ἐπερώτησις, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ σοβαρώτερον ἔλεγχον τῶν Κυβερνητικῶν πράξεων. Κατὰ συνέπειαν κατὰ τὶ παρακωλύονται αἱ οὐσιαστικώτεραι ἐργασίαι ἀφ’ οὗ οὕτως ἢ ἄλλως σήμερον θὰ ἀσχοληθῶμεν μὲ τὸν κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον τῶν πράξεων τῆς Κυβερνήσεως; Ἐὰν νομίζετε ὅτι ὑπάρχει μία ἐπερώτησις σπουδαιοτέρα νὰ τὸ ζητήσητε.
§15Ν. ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΗΣ. Ὅλαι αἱ ἄλλαι εἶναι σπουδαιότεραι κ. Πρόεδρε.
§16ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Ὄχι δά.
§17Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ νομίζω, ὅτι αὐτὴ ἡ ἐπερώτησις ἔχει ἐξαιρετικὴν σημασίαν διότι μολονότι ὑποβάλλεται ἀπὸ μίαν μειοψηφίαν μικρὰν τῆς Συνελεύσεως ἐκφράζει τὴν γνώμην ὅλου τοῦ ἐκτὸς τῆς Συνελεύσεως πολιτικοῦ κόσμου. Καὶ θὰ ἐπεθύμουν μίαν φορὰν διὰ παντὸς νὰ ἀπαντήσω διὰ τὴν κατωχύρωσιν τῆς Δημοκρατίας. Λοιπὸν δι’ αὐτὸν τὸν λόγον παρακαλῶ νὰ ἀφήσετε νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὸν κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον.
§18Ν. ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΗΣ. Πρώτην φοράν, κ. Πρόεδρε ἀκούομεν ὅτι θὰ εἶναι πρώτη ἡ ἐπερώτησις.
§19Ι. ΜΑΜΑΗΣ. Ἡ ἐπερώτησις ἦτο ἐγγεγραμμένη εἰς τὴν προηγουμένην συνεδρίασιν καὶ ἐμείναμεν σύμφωνοι νὰ προταχθῇ διὰ τὴν Δευτέραν, δηλαδὴ σήμερον.
§20Θ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ. Παρατηρῶ ὅτι ἡ ἐγγεγραμμένη ὡς ἐπερώτησις δὲν εἶναι παρὰ ἁπλῶς ἐρώτησις.
§21Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Ὑποθέτω ὅτι γνωρίζετε ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἠμπορεῖ νὰ μαζέψῃ δέκα ὑπογραφὰς διὰ νὰ τὸ προτάξῃ.
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἂς μοῦ ἐπιτραπῇ νὰ κάμω μίαν μικρὰν εἰσήγησιν εἰς τὴν Συνέλευσιν. Σήμερον διενεμήθησαν ἀντίτυπα τοῦ ψιφίσματος διὰ τοῦ ὁποίου ἐτροποποιήθη ὁ κανονισμὸς ὅσον ἀφορᾷ τὰς ἐρωτήσεις. Ὡρίσθη δηλαδὴ ὅτι αἱ ἐρωτήσεις θὰ ὑποβάλλωνται ἐγγράφως ὑπὸ τῶν κ. Πληρεξουσίων, θὰ ἀπαντᾶ δὲ ἐπ’ αὐτῶν ἐγγράφως τὸ ἁρμόδιον ὑπουργεῖον. Θὰ τυποῦται ἡ ἀπάντησις καὶ ἂν ὁ Πληρεξούσιος δὲν μένει εὐχαριστημένος θὰ ἐγγράφεται εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τῶν Ἐπερωτήσεων. Καθ’ ἑτέραν διάταξιν τοῦ νέου κανονισμοῦ ἂν ἐντὸς τριῶν ἡμερῶν δὲν ἀπαντήσει τὸ ἁρμόδιον ὑπουργεῖον, δικαιοῦται ὁ πληρεξούσιος νὰ ἀναγράψῃ τὴν ἐρώτησίν του εἰς ἡμερησίαν διάταξιν τῶν ἐπερωτήσεων. Ὑποθέτω ὅτι ἡ παρατήρησις τοῦ κ. Συναδέλφου ἔχει κατὰ τοῦτο βασιμότητα ὅτι πολλοὶ πληρεξούσιοι ἐγγράφουν τὰς ἐρωτήσεις των εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τῶν ἐπερωτήσεων, εἴτε διότι καθυστερεῖ ἡ ἀπάντησις, εἴτε καὶ ἀπ’ εὐθείας. Διὰ νὰ τακτοποιηθῇ τὸ ζήτημα, θὰ παρακαλέσω τοὺς κ. κ. Ὑπουργοὺς νὰ συστήσουν εἰς τὰς ὑπηρεσίας των νὰ ἀπαντοῦν ἀμέσως εἰς τὰς ἐρωτήσεις. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον θὰ ἀποφεύγωμεν τὴν ὑπερφόρτωσιν τῆς ἡμερησίας διατάξεως τῶν ἐπερωτήσεων. Θὰ κάμω σχετικῶς καὶ μίαν σύστασιν εἰς τοὺς κ. συναδέλφους νὰ εἶνε βραχύλογοι εἰς τὴν διατύπωσιν τῶν ἐπερωτήσεων, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ ἐπερώτησις νὰ καταλαμβάνῃ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν στήλας ὁλοκλήρους, ἄλλως θὰ ἀναγκασθῇ τὸ γραφεῖον νὰ συντέμνῃ τὰς ἐπερωτήσεις καὶ διὰ νὰ ἀποφύγωμεν αὐτὸ θὰ ἦτο καλλίτερον οἱ κ. Πληρεξούσιοι νὰ τὰς διατυπώσουν συντομώτερον. Καὶ ἤδη ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐπερώτησιν τοῦ κυρίου Ζαβιτζάνου ὀφείλω νὰ προσθέσω ὅτι ἐπρόκειτο νὰ εἰσαχθῇ ὡς πρώτη τὴν προηγουμένην συνεδρίασιν, ἀλλ’ ἀπεφασίσθη νὰ ἀναβληθῇ διὰ σήμερον, διὰ νὰ ἀρχίσῃ ἡ συζήτησις ἀπὸ σήμερον. Παρακαλῶ δὲ τοὺς ἐγγεγραμμένους, νὰ ὁμιλήσουν ἐπ’ αὐτῆς. Πρὸ αὐτῶν ὅμως ἔχει τὸν λόγον ὁ κ. Δουζίνας.
§23Γ. ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, φέρομαι ἐγγεγραμμένος μεταξὺ τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων, ὅτι ἔχω ὑπογράψει ἐπερώτησιν, διότι ἡ Κυβέρνησις δὲν κατέθηκε τὸ διάταγμα περὶ κατοχυρώσεως τοῦ Πολιτεύματος. Βεβαίως διαφωνῶ καὶ ἐγὼ ὡς πρὸς τὸ διάταγμα καὶ ὡς πρὸς τὸ περιεχόμενον, δὲν ὑπέγραψα οὔτε ὑπέβαλον εἰς τὸ προεδρεῖον τοιαύτην ἐπερώτησιν, διότι διΐσταμαι ὡς πρὸς τὸ περιεχόμενον τῆς ἐπερωτήσεως τῆς σημερινῆς.
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Ὁ κ. Ζαβιτζάνος ἔχει τὸν λόγον.
§25Κ. ΖΑΒΙΤΖΑΝΟΣ. Κύριοι πληρεξούσιοι, θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μὴ μὲ διακόψετε. Ἡ παράκλησίς μου αὕτη δὲν εἶνε σύμφωνος πρὸς τὴν τακτικήν, τὴν ὁποίαν πάντοτε ἐτήρησα ὄχι ὤν ἀπὸ τοῦ βήματος, ἀλλὰ δυστυχῶς οἱ ὅροι τῆς ὑγείας μου εἶνε τοιοῦτοι ὥστε δὲν θὰ μοῦ ἐπιτρέψουν τὴν ἐπὶ τοῦ βήματος παραμονήν μου πέραν τῶν ὀλίγων λεπτῶν τῆς ὥρας. Ἐάν τινα ἐξ ἐκείνων τὰ ὁποῖα θὰ εἴπω θὰ τύχωσιν ἀπαντήσεως, θὰ εἶμαι εὐχαριστημένος νὰ δευτερολογήσω, ἀλλὰ νὰ μὴ μὲ διακόψητε. Πρὶν ἢ ἐπιληφθῶ τοῦ θέματος, ὀφείλω νὰ διαμαρτυρηθῶ κατὰ μιᾶς ἀντιλήψεως τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὁ ὁποῖος ὁμιλῶν πρὸ ὀλίγου καὶ ἀπαντῶν εἰς τὸν ἀξιότιμον πληρεξούσιον Ἀρκαδίας, ἐβεβαίωσεν ὅτι ἡ ἐπερώτησις αὕτη φέρεται μὲν ἐκ μιᾶς μερίδος ἐν τῇ ἀντιπολιτεύσει, ἀλλὰ διερμηνεύει τὰς γνώμας τοῦ ἐκτὸς τῆς Συνελεύσεως πολιτικοῦ κόσμου. Οὐδὲν τούτου ἀνακριβέστερον. Ἡ ἐπερώτησις διερμηνεύει τὰς ἀτομικάς μου μόνον καὶ μόνον ταύτας.
§26ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶπα ὅτι ἤλθατε εἰς καμμίαν συνεννόησιν, ἀλλ’ ἐπειδὴ κυρίως ἐκφράζονται παράπονα ἀπὸ τὸν ἐκτὸς τῆς Συνελεύσεως κόσμον εἴτε θέλετε, εἴτε δὲν θέλετε, ἡ ἐπερώτησίς σας διερμηνεύει ταῦτα.
§27Κ. ΖΑΒΙΤΖΑΝΟΣ. Ἡ Κυβέρνησις, κ. πληρεξούσιοι, κατὰ τὸ διάστημα τῆς διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν τοῦ Σώματος, ἐξέδωκεν ὑπὸ τὰς γενικὰς διαμαρτυρίας διάταγμα περὶ κατοχυρώσεως τοῦ νέου δημοκρατικοῦ πολιτεύματος. Ὁμολογῶ ὅτι ἀνέμενον ὅτι κατὰ τὴν πρώτην ἡμέραν τῆς ἐπαναλήψεως τῶν ἐργασιῶν ἡ Κυβέρνησις ἤθελεν ὑποβάλῃ πρὸ παντὸς ἄλλου τὸ ἐκδοθὲν διάταγμα πρὸς κύρωσιν ὡς ἀπῄτει ἡ ὅλως ἔκτακτος σοβαρότης τοῦ μέτρου καὶ ὁ ὀφειλόμενος πρὸς τὸ Σῶμα σεβασμός. Ἔκπληκτος ὅμως ἐπληροφορούμην κατὰ τὴν πρώτην ἐκείνην ἡμέραν ἐκ τῶν δηλώσεων τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἦτο ποσῶς διατεθειμένη νὰ ὑποβάλῃ τὸ διάταγμα πρὸς κύρωσιν, διότι τὸ ἐξέδωκε στηριζομένη εἰς εἰδικὴν τοῦ Σώματος ἐντολήν, εἰς ὅποιον δὲ δὲν ἀρέσει ἂς ἐλέγξῃ τὴν Κυβέρνησιν. Ἐγώ, ὁ ὁποῖος ὁπωσδήποτε ἐσκεπτόμην νὰ ἐξασκήσω ἔλεγχον ἐπὶ τῆς οὐσίας τοῦ διατάγματος, ἠναγκάσθην συνεπείᾳ καὶ τῆς δηλώσεως ταύτης νὰ ἐξετάσω καὶ τοὺς τύπους, οἱ ὁποῖοι ἐτηρήθησαν κατὰ τὴν ἔκδοσιν τοῦ ἐν λόγῳ κατοχυρωτικοῦ διατάγματος. Ὀφείλω δὲ νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ἐκ τῆς ἐξετάσεως τὴν ὁποίαν ἔκαμα, ἐπείσθην ὅτι καὶ ἐν τῷ σημείῳ αὐτῷ ἡ Κυβέρνησις ἐσφετερίσθη αὐθαιρέτως δικαιοδοσίαν, ἡ ὁποία οὔτε τῆς ἀνήκει, οὔτε τῆς ἀπενεμήθη. Καὶ ἀληθῶς τὸ διάταγμα στηρίζεται ἐπὶ τοῦ ψηφίσματος τῆς 25 Μαρτίου 1924, διὰ τοῦ ὁποίου ψηφίσματος, ἐδόθη ἐντολὴ εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐκδώσῃ διατάγματα ἀναφερόμενα εἰς τὴν ἄμυναν τῆς χώρας ἢ εἰς τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν καὶ οὐδὲν πλέον. Εἶναι γνωστοί, Κύριοι Πληρεξούσιοι, οἱ ψυχολογικοὶ ὅροι καὶ αἱ ψυχολογικαὶ συνθῆκαι ὑπὸ τὰς ὁποίας ἐδόθη ἡ ἐντολὴ αὕτη. Ὁλόκληρος τότε ἡ χώρα ἦτο ἀναστατωμένη ἐξ εἰδήσεων δύο κατηγοριῶν, τῆς μιᾶς κατηγορίας εἰδήσεων, αἱ ὁποῖαι παρίστανον τὴν Ἑλλάδα ὡς στερουμένην πάσης δημοσίας ἀσφαλείας ἐκ τῆς πληθύος τῶν λῃστειῶν αἱ ὁποῖαι καθημερινῶς ἠκούοντο, καὶ δευτέρας κατηγορίας διαδόσεων σχετιζομένων πρὸς συγκρούσεις γενομένας εἰς τὰ σύνορα, εἴτε μὲ σώματα κομιτατζήδων, εἴτε μὲ λῃστοσυμμορίας βουλγαρικὰς εἰσερχομένας εἰς τὸ ἡμέτερον ἔδαφος διὰ νὰ ἐπανέλθουν εἰς τὸ βουλγαρικὸν μετὰ τὴν διάπραξιν διαφόρων λῃστειῶν. Ὑπὸ τοιαύτας συνθήκας τίποτε ἁπλούστερον, τίποτε λογικώτερον, ἀλλὰ καὶ τίποτε μᾶλλον ἐπιβεβλημένον παρὰ νὰ δώσῃ ἡ Συνέλευσις ἐντολὴν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐκδώσῃ διατάγματα, ἵνα ἀμυνθῇ τὸ Κράτος κατὰ τοῦ διπλοῦ τούτου κινδύνου. Πέραν τούτου τίποτε ἄλλο δὲν ἐσκέφθη τότε οὔτε ἡ Συνέλευσις, ἀλλὰ καὶ οὔτε ἡ Κυβέρνησις. Καὶ ὅμως ἀκριβῶς ἐπὶ τοῦ ψηφίσματος τούτου στηριχθεῖσα ἡ Κυβέρνησις ἐξέδωκε διάταγμα περὶ κατοχυρώσεως τοῦ πολιτεύματος, δι’ οὗ παρεβίασε τὰς στοιχειωδεστέρας συνταγματικὰς ἐλευθερίας. Ἐμερίμνησε δὲ ὅπως ἐν αὐτῷ περιληφθῶσι διατάξεις περὶ ἀπαγορεύσεως χρησιμοποιήσεως τῆς θρησκείας κατὰ τὰς πολιτικὰς μάχας, περὶ ἀποκλεισμοῦ κάθε ἐρεύνης σωρείας καταδικαστικῶν ἀποφάσεων ἐκδοθεισῶν ἀπὸ τοῦ 1917 περὶ σχέσεων τοῦ γηγενοῦς καὶ μὴ γηγενοῦς πληθυσμοῦ. Δηλαδὴ διατάξεις αἵτινες δὲν ἔχουν καμμίαν σχέσιν πρὸς τὸ περιεχόμενον τῆς ἐντολῆς, τὴν ὁποίαν ἔλαβεν ἡ Κυβέρνησις. Ἀλλὰ καὶ ἂν ἤθελεν ἀπομείνῃ ἀμφιβολία τις περὶ τῆς ἐννοίας τῶν ὅρων, οἱ ὁποῖοι ὅροι εἶναι ἀρκετὰ γνωστοὶ καὶ ἀρκετὰ σαφεῖς, ἄμυνα δηλαδὴ τῆς χώρας καὶ δημοσία ἀσφάλεια, αὕτη ἐκλείπει ἀμέσως ἐκ τῆς συσχετίσεως τοῦ ἄρθρου 1 πρὸς τὸ ἄρθρον 3 τοῦ αὐτοῦ ψηφίσματος. Καὶ ἀληθῶς διὰ τοῦ πρώτου ἄρθρου δίδεται αὕτη ἡ περιωρισμένη ἐντολή, διὰ τοῦ τρίτου δὲ ἄρθρου ὁρίζεται ὅτι καὶ τὸν νόμον περὶ καταστάσεως πολιορκίας δύναται νὰ θέσῃ ἐν ἐφαρμογῇ ἡ Κυβέρνησις πάντα πρὸς τὸν αὐτὸν σκοπόν, ἀλλ’ ἐὰν ἡ Συνέλευσις ἐσκέπτετο νὰ δώσῃ περαιτέρω ἐξουσίαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, βεβαίως θὰ ὥριζε ῥητῶς, ὅπως ἔπραξε διὰ τὸν νόμον περὶ καταστάσεως πολιορκίας, ὁ ὁποῖος ἔχει περιεχόμενον βεβαίως σοβαρὸν ἀλλὰ πάντως ὀλιγώτερον σοβαρὸν τοῦ συζητουμένου διατάγματος, καὶ ἡ ὕπαρξις τοῦ ὁποίου καθίστα περιττὴν τὴν δημοσίευσιν τοῦ κατοχυρωτικοῦ διατάγματος. Ὑπὸ τοιούτους ὅρους νομίζω, ὅτι ἤθελον ἀδικήσει τὴν ἀντίληψιν τῶν κ. Πληρεξουσίων, ἐὰν ἤθελον ἐπιμείνῃ ὑποστηρίζων περαιτέρω τὴν ἄποψιν ταύτην, καθ’ ἣν ἡ Κυβέρνησις προβᾶσα εἰς τὴν ἔκδοσιν τοῦ διατάγματος καὶ ἀρνουμένη νὰ ὑποβάλῃ τοῦτο πρὸ τοῦ δημοκρατικοῦ πολιτεύματος πρὸς ἔγκρισιν, οὐ μόνον ἐσφετερίσθη ξένην δικαιοδοσίαν, ἀλλὰ καὶ δὲν ἐπιδεικνύει τὸν ὀφειλόμενον πρὸς τὸ Σῶμα σεβασμόν. Ταῦτα τὰ ὀλίγα, κύριοι, σχετικῶς πρὸς τὴν παράβασιν τῆς ἐντολῆς, τὴν ὁποίαν ἔλαβεν ἀπὸ τὴν Συνέλευσιν ἡ Κυβέρνησις. Ἐξετάζων δὲ ἤδη συντόμως, ὡς εἶπον, κατ’ οὐσίαν τὸ διάταγμα περὶ κατοχυρώσεως, ὀφείλω νὰ παρατηρήσω εὐθὺς ἀμέσως ὅτι εἶνε προφανὲς ὅτι ὕψιστα συμφέροντα ἐθνικά, κρατικὰ καὶ κοινωνικὰ ἐπιβάλλουσι τὴν διὰ παντὸς τρόπου κατοχύρωσιν τοῦ νέου πολιτεύματος, διότι τῷ ὄντι τὸ ὕψιστον τῶν συμφερόντων μας συνίσταται εἰς τὸ νὰ παύσῃ ἡ διαιώνισις τῶν καθεστωτικῶν ἀγώνων. Νομίζω ἀδιστάκτως, ὅτι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ὑπὸ τὰς σημερινὰς συνθήκας ἤθελε σκεφθῆ ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐξακολουθήσῃ διαιωνίζων καθεστωτικοὺς ἀγῶνας, ἐχθρὸς τῆς πατρίδος θὰ ἦτο. (Χειροκροτήματα). Καὶ ἂν ἡ σκέψις αὕτη ἐπιβάλλεται εἰς πάντας, αὕτη κατὰ μείζονα λόγον γεννᾶται ἐν ἐμοί, ὁ ὁποῖος ὢν καὶ ἀπὸ ἰδιοσυγκρασίας κατὰ παντὸς ἀγῶνος καθεστωτικοῦ, αἰσθάνομαι βαθύτερον παντὸς ἄλλου τὰς συνεπείας τῶν τοιούτων διαμαχῶν, ἡ παράτασις τῶν ὁποίων θὰ συνεπέφερεν, εἰς ὃ σημεῖον περιῆλθον τὰ πράγματά μας, τὴν πλήρη καταστροφὴν τῆς ἡμετέρας πατρίδος. Τὸ τοιοῦτον ἄλλως τε φρονῶ ἀδιστάκτως ὅτι ἀποτελεῖ συμφέρον ὄχι μόνον διὰ τοὺς ἀποτελέσαντας τὴν δημοκρατικὴν παράταξιν καὶ φέροντας συνεπῶς τὰς εὐθύνας τῆς γενομένης μεταβολῆς, ἀλλὰ καὶ διὰ τοὺς ἐνεργῶς εἰς ταύτην ἀντιταχθέντας, ὅπως καὶ διὰ τοὺς δι’ οἱονδήποτε λόγον μὴ ἀναμιχθέντας. Εἰς τὴν τελευταίαν ταύτην κατηγορίαν, κύριοι, περιλαμβάνομαι καὶ ἐγώ, διότι δύο βαρέα νοσήματα μὲ ἀπέκλεισαν πάσης κινήσεως ἐπὶ ἑξάμηνον ὁλόκληρον καὶ πλέον, εἰς τρόπον ὥστε οὐδὲ γνώμην ὑπεύθυνον ἠδυνήθην νὰ διατυπώσω. Μὴ ἐκφράσας ἑπομένως γνώμην καμμίαν ἀπὸ τοῦ Νοεμβρίου καὶ ἐντεῦθεν θὰ ἠδυνάμην ἴσως καὶ ἐγώ, ὅπως ἀτυχῶς ἐν Ἑλλάδι συμβαίνει συχνά, νὰ κανονίσω ταύτην ἐκ τοῦ ἐπελθόντος ἀποτελέσματος. Ὄχι, κύριοι, τοῦτο θὰ ἦτο ἀπὸ πάσης ἀπόψεως μικρόν, ἀπὸ πάσης ἀπόψεως εὐτελές. Ἑπομένως ὀφείλω νὰ δηλώσω, καὶ μάλιστα μὲ ὅλον τὸ θάρρος τὸ ὁποῖον μοῦ δίδει ἡ συναίσθησις ὅτι εὑρίσκομαι ἐν τῇ ἀληθείᾳ, ὅτι ἐγὼ ὑπῆρξα ἀνέκαθεν ἀνεπιφύλακτος θιασώτης τοῦ θεσμοῦ τῆς συνταγματικῆς βασιλείας. Καίτοι πρὸς τὰ ἐπὶ τῶν ἡμερῶν μου βασιλεύοντα ἄτομα οὔτε τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ἡρακλέους ἐσκέφθην ποτὲ νὰ προσφέρω, οὔτε ἰδιαιτέραν τινὰ συμπάθειαν εἶχον ποτὲ πρὸς αὐτά. Ἐφρόνουν ὅμως πάντοτε ἐν πεποιθήσει ὅτι τὸ πολίτευμα ἐκεῖνο οὐ μόνον ἀνταπεκρίνετο πρὸς τὰς παραδόσεις τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἀλλὰ καὶ ὅτι θὰ ἐξυπηρέτει πληρέστερον παντὸς ἄλλου τά τε κρατικὰ καὶ κοινωνικὰ καὶ τὰ ἐθνικὰ ἡμῶν συμφέροντα. Τὰς γνώμας μου ταύτας γνωρίζουν ὅσοι συνέπεσε νὰ συζητήσουν μὲ ἐμέ. Ἅπαξ δὲ μόνον τὰς ὑπεστήριξα καὶ ἐπισήμως εἰς τὸ συμβούλιον τὸ συγκροτηθὲν κατὰ τὸν παρελθόντα Ὀκτώβριον ὑπὸ τῆς Ἐπαναστάσεως, εἰς τὸ ὁποῖον μάλιστα εἶχε κληθῆ καὶ ὁ ἀξιότιμος κ. Πρωθυπουργός, ἀλλ’ ὁ ὁποῖος τότε ζητῶν καὶ μάλιστα ζωηρότατα ὅπως ἡ πολιτειακὴ μεταβολὴ γίνῃ παρὰ μόνης τῆς Ἐπαναστάσεως καὶ συνεργαζόμενος πρὸς τοῦτο μὲ ὡρισμένους στρατιωτικοὺς παράγοντας, ἀπηξίωσε νὰ ἔλθῃ νὰ συζητήσῃ μετὰ τῶν λοιπῶν κληθέντων πολιτικῶν ἀνδρῶν τῆς Χώρας. Οἱ ἐν τῷ συμβουλίῳ τότε κληθέντες ἐκηρύχθημεν ἅπαντες πλὴν δύο, ἀπολύτως ὑπὲρ τοῦ θεσμοῦ τῆς συνταγματικῆς βασιλείας. Ἀλλὰ καὶ αὐτοὶ οἱ δύο ὑπεστήριξαν ὅτι θεωρητικῶς ἐσκέπτοντο οὕτως, διότι δὲν ἔβλεπον οὔτε τὸν χρόνον, οὔτε τὸν τρόπον κατάλληλον διὰ τὴν ἐπιδιωκομένην μεταβολήν. (Διακοπαί).
§28Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. (Πρωθυπουργός). Μὴ διακόπτετε, κύριοι .....
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ δοθῇ ἀπάντησις.
§30Γ. ΜΑΡΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ μίαν ὑπόμνησιν· ἐγὼ δὲν εἶχον καμμίαν ἐπιφύλαξιν.
§31Κ. ΖΑΒΙΤΖΑΝΟΣ. Εἶσθε ὁ μόνος.
§32Γ. ΜΑΡΗΣ. Ἐπειδὴ εἴπατε ὅτι εἶχον ἐπιφύλαξιν. Ἐγὼ δὲν εἶχον καμμίαν ἀπολύτως.
§33Κ. ΖΑΒΙΤΖΑΝΟΣ. Εἶνε βέβαιον, κύριοι, ὅτι τινὲς ἐκ τῶν συμμετασχόντων τότε πολιτικῶν, δὲν γνωρίζω ἐκ ποίων ἐλατηρίων, μετέβαλον ἔκτοτε γνώμας καὶ πεποιθήσεις. Ἐγὼ ὁμολογῶ ὅτι δὲν συνήντησα μέχρι τοῦδε στοιχεῖα δικαιολογοῦντα μεταβολὴν γνώμης. Διὰ τοῦτο δὲ ἐθεώρησα ὅπως ἐξακολουθῶ πάντοτε νὰ θεωρῶ, εὐχόμενος ὁλοψύχως νὰ διαψευσθῶ, ὅτι ἡ γενομένη τοῦ πολιτεύματος μεταβολὴ ὑπῆρξεν ὕψιστον πολιτικὸν σφάλμα. Ἀλλ’ ἤδη, κύριοι, ὅ,τι ἐγένετο, ἐγένετο, μετὰ δὲ τὰ γενόμενα ἐπιτρέπεται εἰς οἱονδήποτε νὰ ἔχῃ θεωρητικῶς οἱασδήποτε περὶ πολιτευμάτων γνώμας θέλει. Ἀλλὰ δὲν ἐπιτρέπεται ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ νὰ ζητήσῃ ἔμπρακτον αὐτῶν ἐφαρμογὴν καὶ τὴν διὰ μὴ νομίμων μέσων κατίσχυσιν αὐτῶν, διότι τοῦτο δὲν θὰ ἀπετέλει ἁπλῶς σφάλμα πολιτικόν, ἀλλὰ ἔγκλημα κατὰ τῆς Πατρίδος. Διὰ τοῦτο, εἶπα, κύριοι, καὶ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ὅλοι ἔχομεν συμφέρον νὰ κατοχυρώσωμεν τὸ νέον δημοκρατικὸν πολίτευμα, ἡ προέχουσα δέ, ἴσως καὶ ἡ μόνη ἀπομένουσα ἔρευνα εἶνε ἂν διὰ τῶν συζητουμένων μέτρων κατοχυροῦται ἀληθῶς τὸ πολίτευμα, καὶ ἂν ταῦτα εἶναι ἀπαραίτητα καὶ χρήσιμα, ὅπως πιστεύει ἡ Κυβέρνησις. Τὸ κατ’ ἐμὲ νομίζω ὅτι καὶ ἡ ἁπλουστέρα ἔρευνα τοῦ ζητήματος ὀφείλει νὰ ἀγάγῃ εἰς ἀντίθετα συμπεράσματα τῶν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως προσδοκωμένων. Δὲν ἀπαιτεῖται κἂν ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ κατοχυρωτικοῦ διατάγματος. Ἀρκεῖ ἡ ὕπαρξις αὐτοῦ, διὰ νὰ γεννᾷ διαρκῶς ζητήματα, διὰ νὰ ἀπειλῆται ἡ ἐφαρμογή του, μέλλουσα ἐκ τῆς φύσεως τοῦ πράγματος νὰ περιέλθῃ κατὰ περιφερείας εἰς πρόσωπα κατώτερα τῆς ἀποστολῆς αὐτῶν καὶ πλήρη παθῶν. Ἀλλὰ, κύριοι, ὅλα ταῦτα δὲν εἶνε μέσα συμφιλιώσεως, ἀλλὰ εἶνε μέσα διαιωνίζοντα τὸ ὑφιστάμενον χάσμα, κάμνοντα τοῦτο μεγαλύτερον. Ὀφείλω νὰ προσθέσω, ὅτι τὸ διάταγμα τοῦτο, ἔχον ὅπως εἶπον, βεβαίως δὲν εἶναι σύμφωνον πρὸς τὰς συμφιλιωτικὰς ἐπαγγελίας τῆς Κυβερνήσεως. Φαίνεται ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐξετίμησε πόσον αὐτὴ ἐκέρδισεν εἰς ἐκτίμησιν, καὶ πόσην μεγάλην ὑπηρεσίαν προσέφερεν εἰς τὴν χώραν διὰ τῆς πλήρους μεταβολῆς τῆς ἀδιαλλάκτου πολιτικῆς, τὴν ὁποίαν ἀπὸ τῶν ἑδωλίων τῆς ἀντιπολιτεύσεως ὑπεστήριξαν τὰ ἀποτελοῦντα τὸ κόμμα τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως ἄτομα, τὰ ὁποῖα μεταγενεστέρως καὶ τὴν Κυβέρνησιν ἀπετέλεσαν. Διότι τῷ ὄντι, κύριοι, ποῖος δὲν ἐνθυμεῖται μετὰ δυσθυμίας τοὐλάχιστον τὴν μανίαν μεθ’ ἧς ἐπετίθεντο κατὰ τῆς Κυβερνήσεως Βενιζέλου ἀρχικῶς, κατὰ τῆς Κυβερνήσεως Καφαντάρη μεταγενεστέρως, διὰ τὴν μερικὴν ἀμνηστείαν, τὴν ὁποίαν αἱ Κυβερνήσεις ἐκεῖναι ἐπρότειναν καὶ τὰ λοιπὰ συμφιλιωτικὰ αὐτῶν μέτρα. Ποῖος, κύριοι, ἀληθινὰ φιλελεύθερος, δὲν ἐνθυμεῖται ἀληθῶς μετὰ φρίκης, ὅτι αὐτοὶ οἱ πολιτικοὶ φιλελεύθεροι ἄνθρωποι, δημοκράται μάλιστα, κοινωνιολόγοι ἂν ἀγαπᾶτε, ὑπεστήριξαν τὸ ὑπὸ τῆς Ἐπαναστάσεως ἐκδοθὲν μοναδικὸν εἰς αὐθαιρεσίαν καὶ ἀνευλάβειαν διάταγμα, βαρύτατον δὲ διὰ τὰς συνεπείας του περὶ βιαίας διακοπῆς τῶν ἀντίθετα φρονουσῶν ἐφημερίδων, διάταγμα ἐκδοθὲν μάλιστα κατὰ τὰς παραμονὰς τῶν ἐκλογῶν καὶ διὰ τοῦ ὁποίου ἐπρόκειτο ἑρμητικῶς νὰ κλεισθοῦν τὰ στόματα τῶν ἀντιπάλων των, ὑπεστήριξαν, λέγω, ὅτι ἔπρεπε τὸ πρᾶγμα νὰ μείνῃ διηνεκῶς καὶ εἰς αἰῶνα τὸν ἅπαντα; Ἀλλὰ ποῖος, κύριοι, δὲν ἐνθυμεῖται μὲ ἀληθινὴν χαρὰν καὶ ἀπορίαν, ὅτι ἐκεῖνα ὅλα ἐλησμονήθησαν καὶ ὅτι αὐτοὶ οἱ χθεσινοὶ πολέμιοι τῆς μερικῆς ἀμνηστείας ἐχορήγησαν γενικὴν τοιαύτην, καὶ ὅτι ἔτειναν χεῖρα εἰς τὸ ἀντίπαλον στρατόπεδον καὶ δὲν παρέλειψαν μάλιστα νὰ ζητήσουν τὴν ἔγκρισιν τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ ἐπὶ τῆς γνώμης τοῦ ὁποίου κατὰ τὴν ὅλην αὐτῶν πορείαν πολὺ ὀλίγον ἐφαίνοντο στηριζόμενοι, οὐδὲ λαμβάνοντες ταύτην ὑπ’ ὄψει; Τὴν πολιτικὴν ταύτην ὀφείλει νὰ ἐξακολουθήσῃ ὑποστηρίζουσα καὶ ἀκολουθοῦσα ἡ Κυβέρνησις. Ἀλλ’ ἡ πολιτικὴ αὕτη οὐδόλως ἐξυπηρετεῖται διὰ τῶν συζητουμένων ἀληθῶς ἀνελευθέρων, ἀληθῶς ἀντιδημοκρατικῶν, κατοχυρωματικῶν δῆθεν τῆς Δημοκρατίας μέτρων. Ἐκ τῆς ἁπλῆς ἀναγνώσεως, κύριοι, τοῦ συζητουμένου διατάγματος βλέπει τις ἀμέσως ὅτι διὰ τούτου παραβιάζονται θεμελιώδεις συνταγματικαὶ ἐλευθερίαι, διὰ τὴν ἀπόκτησιν τῶν ὁποίων καὶ ποταμοὶ αἱμάτων ἐχύθησαν, καὶ πολλαὶ ἐπαναστάσεις ἐδικαιολογήθησαν. Καὶ ὅλα ταῦτα, κύριοι, διατί; διὰ νὰ κατοχυρωθῇ, λέγει ἡ Κυβέρνησις, ἡ Δημοκρατία. Ἀλλὰ καθεστώς, ἢ πολίτευμα, κύριοι, ὅπως θέλετε εἴπετέ το, τὸ ὁποῖον τοιαύτας ἐλευθερίας παραβιάζει μόνον δημοκρατικὸν δὲν εἶναι, ὅταν καὶ ἂν θέλωμεν ἡμεῖς ἐναντίον τῆς οὐσίας τῶν πραγμάτων νὰ τὸ ἀποκαλοῦμεν τοιοῦτον. Καὶ δικαιοῦμαι ἐγὼ ὑπὸ τοιούτους ὅρους νὰ ἐρωτήσω τοὺς ἡγηθέντας τῆς δημοκρατικῆς κινήσεως καὶ ἐπιδιώξαντας τὴν μεταβολὴν ἐκ τοῦ λόγου, ὡς εἶπον ἀρχικῶς, ὅτι παρεβιάσθησαν ὡρισμέναι συνταγματικαὶ διατάξεις, τὶ ἐπετύχομεν μὲ τὴν μεταβολὴν καὶ τὴν ἐγκαθίδρυσιν πολιτεύματος, ἡ διατήρησις τοῦ ὁποίου ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς παραβιάσεως ἄλλων οὐσιαστικωτέρων τῶν ὑπὸ τοῦ Βασιλέως παραβιασθεισῶν διατάξεων, καὶ ἐκ τῆς περιφρονήσεως τῶν οὐσιαστικωτέρων καὶ θεμελιωδεστέρων συνταγματικῶν ἐλευθεριῶν; Εἰς ὅλα ταῦτα ἀπαντᾷ ἡ Κυβέρνησις ὅτι πρόκειται περὶ μέτρου ὅλως προσωρινοῦ. Ἀλλ’ ὑπελόγισεν αὕτη σοβαρῶς ποίαν σημασίαν θὰ ἔχῃ ἡ ἐπὶ δεκαετίαν ἀνακοπὴ τῆς περαιτέρω ἐξελίξεως τοῦ πολιτικοῦ ἡμῶν βίου; Καὶ ποία θὰ εἶναι ἡ μετὰ τὴν πάροδον τῆς τασσομένης προθεσμίας, ἀκριβῶς λόγῳ τῆς δημιουργουμένης ἀνελευθέρας καὶ ἀσφυκτικῆς ἀτμοσφαίρας, διανοητικότης τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ, οὗτινος τὸ φρόνημα θὰ ἔχῃ καταπέσῃ; Οὔτε νομίζω ὅτι δικαιολογοῦνται τὰ ἀνελεύθερα καὶ ἀσφυκτικὰ ταῦτα μέτρα ἐκ τοῦ γεγονότος, καθ’ ἃ εἶπε προχθὲς ὁμιλῶν ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι εὑρέθησαν ἀντιπολιτευόμενοι πολιτικοὶ ἀνάξιοι ἐκ τούτου καὶ μόνου τοῦ λόγου νὰ φέρουν τὸν τίτλον τοῦ πολιτικοῦ, οἵτινες ἐν τῇ ἀκατασχέτῳ αὐτῶν ἐπιθυμίᾳ ὅπως φανῶσιν εὐχάριστοι πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ὑπέδειξαν τὴν ἐπιβολὴν μέτρων, διὰ τῶν ὁποίων ἐνῷ δὲν πληροῦται οὐδεμία ἀπολύτως ἀνάγκη, τίθενται ἐξ ἄλλου φραγμοὶ ὀδυνηροὶ εἰς τὰς ἰδίας αὐτῶν κινήσεις! Ἀλλὰ κύριοι, εἶνε ἀρά γε τοῦτο ἀληθές; Κινδυνεύει δηλαδὴ ἡ Δημοκρατία; Βλέπει ἡ Κυβέρνησις τοιούτους κινδύνους; Ἐὰν τοὺς βλέπῃ καὶ δὲν τοὺς λέγει βεβαίως δὲν δύναται νὰ γίνῃ συζήτησις ἐπ’ αὐτῶν. Ἀλλ’ ἐξ ὅσων λέγει ὄχι μόνον τοιοῦτοι κίνδυνοι δὲν συνάγωνται, ἀλλὰ δὲν πιστεύω ὅτι εἰς τούτους ἀποβλέπει σοβαρῶς ἡ Κυβέρνησις. Τὸ δημοκρατικὸν πολίτευμα ἐδέχθησαν οὐσιαστικῶς ἅπαντες καὶ οἱ ψηφίσαντες τοῦτο καὶ οἱ καταψηφίσαντες αὐτό, ἐφ’ ὅσον καὶ οὗτοι συνησθάνθησαν τὰς ὀδυνηρὰς συνεπείας τῆς διαιωνίσεως τῶν καθεστωτικῶν ἀγώνων, ἐὰν δὲ ὑπάρχουν καί τινες μὴ ἐκ τούτων ἐξαντληθέντες καὶ πιστεύοντες ἀκόμη εἰς αὐτούς, οὗτοι εἶναι τόσον ὀλίγοι, ὥστε οὔτε εἶναι δυνατόν, οὔτε πρέπει νὰ λαμβάνωνται ὑπ’ ὄψιν. Ἐὰν ὑπάρξουν εἰς τὸ μέλλον κίνδυνοι, οὗτοι θὰ ὀφείλωνται εἰς τὴν κακὴν διαχείρησιν τοῦ δημοκρατικοῦ πολιτεύματος, τὴν πρώτην δὲ ἀπαρχὴν κινδύνων ἐκ τῆς κακῆς διοικήσεως τῶν δημοκρατικῶν ἀρχῶν, ἀσφαλῶς θὰ ἀποτελέσῃ τὸ Διάταγμα περὶ κατοχυρώσεως τῆς Δημοκρατίας, ὡς θὰ πεισθῇ τις ἐκ τῆς ἁπλῆς ἀναγνώσεως αὐτοῦ. Εἰς ὅλα ταῦτα νομίζω, κύριοι, ὅτι πρέπει νὰ προσθέσω, ὅτι ἀπορῶ τῇ ἀληθείᾳ μὲ τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία θέλει νὰ βλέπῃ κινδύνους ἐκεῖ ἔνθα δὲν ὑπάρχουν τοιοῦτοι καὶ θέλει νὰ ἀμβλυωπῇ ἐκεῖ ὅπου ἔπρεπε νὰ ἔχῃ τὰ μάτια της τέσσαρα.
§34Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός.). Ποῦ δηλαδή;
§35Κ. ΖΑΒΙΤΖΑΝΟΣ. Ἀμέσως· Ἐὰν ὑπάρχῃ κίνδυνος διὰ τὴν Δημοκρατίαν ὁ κίνδυνος αὐτὸς δὲν ὑπάρχει ἐκεῖ ὅπου τὸν ζητεῖ ἡ Κυβέρνησις ἀλλ’ εἰς ἄλλην κίνησιν τῆς ὁποίας ἡγοῦντο ὀλίγοι ἐκμεταλλευταὶ μικρᾶς εὐτυχῶς μερίδος τῆς ἐργατικῆς καὶ τῆς προσφυγικῆς τάξεως, ἐνθαρρυνόμενοι ἔξωθεν καὶ ὡρισμένως ἐκεῖθεν ἔνθα ἡ ἐφαρμογὴ τῶν θεωριῶν τούτων δὲν ἐβράδυνε νὰ φέρῃ τὴν ἀποσύνθεσιν τὸ χάος καὶ τὸ ἀλληλοφάγωμα, παρ’ ὅλην τὴν ὀλιγοχρόνιον ἐφαρμογὴν αὐτῶν, διότι καὶ ἐκεῖ πρὸ διετίας ἐσημειώθη συστηματικὴ ὑποχώρησις τῶν οἰκονομικῶν τούτων θεωριῶν. Ἀπέναντι τῆς τοιαύτης κινήσεως, ἀπειλούσης ὄχι μόνον τὴν Ἑλληνικὴν Δημοκρατίαν, ἀλλὰ καὶ τὴν ἑλληνικὴν κοινωνίαν καὶ τὸν ἑλληνικὸν πολιτισμὸν καὶ τὴν ἑλληνικὴν Πατρίδα, ἡ Κυβέρνησις ἔχει καθῆκον νὰ λάβῃ ἀληθῆ κατοχυρωτικὰ μέτρα καὶ νὰ μὴ ἀφίνῃ τὴν κοινωνίαν ἔκθετον καὶ στενάζουσαν, χωρὶς ἐξ ἄλλου νὰ ὠφελῆται ἐκ τούτων ὁ ἐργάτης, διότι ἡ ψευτοεργατικὴ αὕτη πολιτική, ἀναβιβάσασα τὰς δαπάνας τοῦ βίου ἐκεῖ ποῦ ἤδη ἔφθασαν, ἔχει ὡς ἀποτέλεσμα καὶ δι’ αὐτὸν πᾶν ὅ,τι οὗτος λαμβάνει διὰ τῆς μιᾶς χειρὸς, νὰ τὸ δίδῃ διὰ τῆς ἄλλης. Ἀπέναντι ἐπαναλαμβάνω, τῆς κινήσεως ταύτης, ὀφείλει ἡ Κυβέρνησις νὰ παύσῃ ἐπιπολαίως κινουμένη, διότι σὺν τοῖς ἄλλοις ἡ πολιτικὴ αὕτη ἐμφανίζει κράτος κωμικόν, ἀνίκανον καὶ τὴν τάξιν ν’ ἀποκαθιστᾷ καὶ τὰς παραβάσεις τῶν νόμων νὰ πατάσσῃ. Ἀλλὰ πρὶν ἢ εἰσέλθω εἰς τὰς θεμελιώδεις διατάξεις διὰ τὰς ὁποίας θὰ ἀπασχολήσω τὴν Συνέλευσιν δι’ ὀλίγων, ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι καταλαμβάνομαι ὑπὸ δέους ἐκ τῆς ἐντυπώσεως ἡ ὁποία γεννᾶται ἐν ἐμοὶ ὁσάκις ἀναλογίζομαι τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ Διατάγματος, ἡ ὁποία θὰ περιέλθῃ ἀναγκαίως κατὰ περιφερείας εἰς ἄτομα κατωτέρας ψυχικῆς συνθέσεως καὶ πλήρη παθῶν. Τί θὰ συμβῇ ἐκ τῆς τοιαύτης ἐφαρμογῆς; πᾶς ἀμερόληπτος κριτὴς δύναται νὰ προΐδῃ. Δὲν θὰ ὑπάρξῃ πάθος ἢ ἐκδίκησις ἐξ οἱουδήποτε λόγου πηγάζουσα, δὲν θὰ ὑπάρξῃ οἱοσδήποτε οἰκονομικὸς ὑπολογισμὸς βρώμικος καὶ μή, ὅστις νὰ μὴ ἐπιδιωχθῇ διὰ τῆς ἐφαρμογῆς τῶν συζητουμένων διατάξεων καὶ μὲ πλήρη ἑκάστοτε διαστρέβλωσιν τῶν πραγματικῶν γεγονότων. Δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη πολλοῦ κόπου διὰ νὰ καταλήξῃ τις εἰς τὰ συμπεράσματα ταῦτα, ἀρκεῖ νὰ ἴδῃ ἀνάλογα πράγματα, τὰ ὁποῖα ἐσημειώθησαν κατὰ τὴν περίοδον ἀπὸ τοῦ 1917 μέχρι τοῦ 1920 ὅλα ἀναλόγου μέτρου δηλαδή. Ὁ νόμος περὶ ἐκτοπίσεως ἐφαρμόσθη. Τότε ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου κατὰ σύμπτωσιν εἶχεν ἀνατεθῇ εἰς ὑπουργὸν ἀληθῶς ἔντιμον, ἀληθῶς ἐνάρετον, ἀπείρου καλῆς πίστεως καὶ μέχρι σχολαστικότητος νομιμόφρονα. Ἀλλ’ ἤρκεσαν τὰ ὑπάρχοντα πάθη, ἡ ἀπὸ τοῦ 1916 παρατηρουμένη πολιτικὴ καὶ κοινωνικὴ ἐξαχρείωσις, τὸ εἶδος τοῦ νόμου καὶ ἡ ἀπαραίτητος ἐφαρμογὴ αὐτοῦ ὑπὸ τῶν κατωτέρων ὀργάνων, διὰ νὰ δημιουργηθῇ ἀτμόσφαιρα ἀληθῶς ἀφόρητος καὶ νὰ σημειωθῇ περίοδος, τὴν ὁποίαν μετ’ ἄλγους ἀλλὰ καὶ βαθυτάτης πικρίας θὰ ἀναφέρῃ ὁ ἀγαπῶν τὴν Ἑλλάδα ἱστορικὸς τοῦ μέλλοντος. Διότι τότε διὰ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου ἐπεδιώχθησαν τὰ ποταπώτερα πάθη καὶ αἱ θλιβερώτεραι ἐκδικήσεις, ὡς καὶ οἱ πλέον βρώμικοι οἰκονομικοὶ ὑπολογισμοί. Παρετηρήθη δὲ ὄχι μόνον συστηματικὴ περιφρόνησις πρὸς τὰς ἀτομικὰς ἐλευθερίας τοῦ πολίτου, ἀλλὰ καὶ συχνοτάτη παραβίασις αὐτοῦ τοῦ οἰκογενειακοῦ ἀσύλου. Ἐν γένει δὲ εἶχε λείψει τελείως τὸ αἴσθημα τῆς ἀσφαλείας τῶν πολιτῶν καὶ ὡδηγήθησαν ἑκόντες ἄκοντες οἱ Ἕλληνες πολῖται εἰς τὴν αὐτοκτονίαν, διότι ὁ νόμος οὗτος ἀπετέλεσε τὴν πρωτίστην ἀφορμὴν τοῦ ἐκλογικοῦ ἀποτελέσματος τῆς 1ης Νοεμβρίου 1920. Ἰδού, κύριοι, διὰ ποῖον λόγον εἶπον ὅτι τὸ Διάταγμα τοῦτο θ’ ἀποτελέσῃ τὴν ἀπαρχὴν κινδύνων, διότι ἐξ αὐτοῦ εἶνε φυσικὸν νὰ δημιουργηθῇ ὁ πρῶτος πυρὴν τῆς νέας ἀντιδράσεως. Ἤδη, κύριοι, ἐξετάζων τὰς ἐξοβελιστέας διατάξεις, ἀλλὰ μόνον, ὡς εἶπον, τὰς βασικὰς τοιαύτας, εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ σταματήσω πρὸ τῆς διατάξεως ἐκείνης, καθ’ ἣν δὲν ἐπιτρέπεται ἔρευνα ἐπὶ ὅλων τῶν καταδικαστικῶν ἀποφάσεων ἀπὸ τοῦ 1917 καὶ ἐντεῦθεν, διὰ τῶν ὁποίων οἱ κατηγορούμενοι ἐτιμωρήθησαν διὰ τῆς ποινῆς τοῦ θανάτου, ἢ ὁπωσδήποτε ἐκηρύχθησαν ἔνοχοι ἐσχάτης προδοσίας, ἢ παραβάται τοῦ στρατιωτικοῦ ποινικοῦ νόμου. Καὶ ἐρωτῶ τί σχέσιν ἔχει ἡ περιφρούρησις τῆς Δημοκρατίας μὲ περίοδον βασιλικὴν, καὶ μὲ ἐπανάστασιν ἀμυνθεῖσαν, κατὰ τύπους τοὐλάχιστον, τοῦ θεσμοῦ τῆς βασιλείας καὶ τῆς δυναστείας; Εἶναι συμφέρον διὰ τὴν Δημοκρατίαν ν’ ἀναλάβῃ τοιαύτας εὐθύνας; Τὴν πορείαν ταύτην ἀκολουθοῦσα ἡ Δημοκρατία εἶναι ἐμφανὲς ὅτι ἀπομακρύνεται καὶ τῶν ἰδίων αὐτῆς ἐπαγγελιῶν, ὅτι θέλει σταθῇ ὑπεράνω κομμάτων καὶ ὅτι θὰ κάνῃ τὴν Δημοκρατίαν κτῆμα ὅλων τῶν Ἑλλήνων, οὐ μόνον ἀλλὰ καὶ τοῦ ἰδίου αὐτῆς καὶ τῆς Χώρας ἑπομένως συμφέροντος, διότι συμφέρον αὐτῆς εἶναι νὰ προσελκύσῃ τὴν συμπάθειαν καὶ τὴν ἀγάπην ὄχι μόνον τῶν ψηφισάντων, ἀλλὰ καὶ τῶν καταψηφισάντων αὐτήν. Τοῦτο δὲ εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατον οὐδὲ δύναται αὕτη νὰ στερεωθῇ ἐπὶ τῆς συνειδήσεως τῶν ἀντιπάλων της, ἐφόσον ἀναλαμβάνει εὐθύνας διὰ πράξεις αἱ ὁποῖαι βαθύτατα ἔτρωσαν αὐτούς. Εὐτύχημα νομίζω δύναται νὰ θεωρηθῇ ὅτι ἐν τῇ παρούσῃ Συνελεύσει περιλαμβάνονται καὶ πρόσωπα ἔχοντα τὰς πολιτικὰς εὐθύνας τῆς περιόδου αὐτῆς ἀπὸ τοῦ 1917 καὶ καθ’ ἣν ἐξεδόθησαν οἱ ἐν λόγῳ ἀποφάσεις, εἶμαι δὲ βέβαιος ὅτι αὐτὰ δὲν θὰ ἐπιτρέψουν ποτὲ ν’ ἀμνηστευθοῦν διὰ νόμου «στραβὰ» πράξεις δι’ ἃς εἶναι ὑπεύθυνοι, τοὐναντίον δὲ θ’ ἀξιώσουν νὰ μείνῃ ἐλεύθερον καὶ ἀνοικτὸν τὸ στάδιον δι’ οἱανδήποτε κατηγορίαν ἕτοιμοι νὰ δώσουν τὴν πρέπουσαν ἀπάντησιν. Τοῦτο νομίζω ὅτι δι’ αὐτοὺς ἀποτελεῖ ζήτημα τιμῆς. Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως τούτου, ἐφόσον ἐν τῇ πολιτικῇ ζωῇ ὑπάρχουν καὶ ἄτομα τὰ ὁποῖα ἔδρασαν κατὰ τὴν περίοδον ἐκείνην καὶ τὰ ὁποῖα φέρουν τὰς εὐθύνας τῆς περιόδου ἐκείνης, ἑπομένως καὶ τῶν ἐν αὐτῇ πράξεων, πᾶς ἀνταγωνισμὸς πολιτικὸς ἐναντίον τῶν ἀνθρώπων τούτων εἶναι ὄχι μόνον ἄνισος, ἀλλὰ καὶ κατ’ οὐσίαν ἀνέφικτος, μοιραίως δὲ θὰ ἐμποδισθῇ κάθε πόλεμος ὄχι πλέον κατὰ τῆς Δημοκρατίας, ἀλλὰ κατὰ τῶν ἐκ ταύτης κομμάτων, τινὰ τῶν ὁποίων εἶναι ὑπεύθυνα διὰ πράξεις ἐπὶ τῶν ὁποίων ἀπαγορεύεται κάθε συζήτησις. Διὰ τοῦτο νομίζω, κύριοι, ὅτι ἡ διάταξις αὕτη πρέπει νὰ ἀπαλειφθῇ ἐν πάσῃ περιπτώσει, διότι σὺν τοῖς ἄλλοις στερεῖται καὶ ἠθικῆς βάσεως. Ἄλλη διάταξις, κύριοι, ἡ ὁποία πρέπει νὰ θεωρηθῇ ἐξοβελιστέα εἶνε ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 2ου τῆς 2ας παραγράφου, ἡ σχετιζομένη δηλαδὴ πρὸς διακρίσεις, αἱ ὁποῖαι πιθανὸν νὰ γίνουν μεταξὺ γηγενῶν καὶ μὴ γηγενῶν. Ἡ διάταξις αὕτη τοὐλάχιστον περιττεύει διότι ποῖος εἶναι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος δὲν θὰ ἐκτιμήσῃ τὸν πόνον καὶ τὴν συμπάθειαν τὴν ὁποίαν ἐπέδειξαν οἱ γηγενεῖς πληθυσμοὶ πρὸς τὰ θύματα τῆς Μικρασιατικῆς καταστροφῆς; Ἄν παρ’ ἡμῶν γίνωνται διακρίσεις, αὗται ὀφείλονται εἰς τὰ ὑπὲρ τῶν μὴ γηγενῶν καὶ διὰ κομματικὴν ἐκμετάλλευσιν ληφθέντα μέτρα. Ἐνῷ ἐπὶ παραδείγματι διὰ νὰ ψηφίσουν οἱ γηγενεῖς πληθυσμοὶ ἦσαν ὑποχρεωμένοι μετὰ τὴν συμπλήρωσιν τοῦ 21ου ἔτους τῆς ἡλικίας των νὰ κάμουν αἴτησιν νὰ ἐγγραφοῦν εἰς ὡρισμένον δημοτολόγιον, ὁπότε θὰ ψηφίσουν ἀλλὰ καὶ μόνον εἰς τὸν Δῆμον εἰς τὸν ὁποῖον ἐνεγράφησαν, οἱ μὴ γηγενεῖς πληθυσμοί, ἄνευ τῶν διατυπώσεων τούτων ψηφίζουν εἰς ὁποιονδήποτε μέρος θελήσουν. Τὴν παρατήρησιν ταύτην ἔκαμον ἐγὼ ὁ ὁποῖος εὑρισκόμενος ἐν Ἀθήναις κατὰ τὰς παραμονὰς τοῦ δημοψηφίσματος διὰ λόγους ὑγείας καὶ μὴ δυνάμενος νὰ μεταβῶ εἰς Κέρκυραν ὅπου εἶμαι ἐγγεγραμμένος, ἐστερήθην τῆς ψήφου μου. Τότε ἐσκέφθην, ὅτι ἂν ἤμην πρόσφυξ ἀσφαλῶς θὰ ἐψήφιζον, ἐστερήθην δὲ τῆς ψήφου μου μόνον καὶ μόνον διότι ἤμην γηγενής.
§36Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Ἐκεῖνοι ἐστερήθησαν πολυτιμοτέρων πραγμάτων τῆς ψήφου των.
§37Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. Ἄλλο κτυπητὸν παράδειγμα ἀνεφάνη ἐν Κερκύρᾳ ἔνθα λειτουργεῖ ἡ Σχολὴ τῆς Ἀστυνομίας τῶν Πόλεων, ὅπου κατὰ τὸ δημοψήφισμα ἐψήφισαν μόνον οἱ μὴ γηγενεῖς, ἐνῷ οἱ γηγενεῖς ἐκ μόνου τοῦ λόγου ὅτι ἦσαν γηγενεῖς δὲν ἠδυνήθησαν νὰ ψηφίσουν. Ἀλλὰ μήπως κύριοι, αἱ διάφοροι ἀναγκαστικαὶ ἀπαλλοτριώσεις διαφόρων οἰκοπέδων ὅπως ἐπ’ αὐτῶν ἀνεγερθοῦν οἰκοδομήματα παρὰ προσφύγων, εἴτε οὗτοι ἦταν εὔποροι εἴτε μή, δὲν ἀποτελεῖ ἀδικαιολόγητον διάκρισιν ὑπὲρ τῶν μὴ γηγενῶν, καὶ εἰς βάρος τοῦ γηγενοῦς κόσμου; (Θόρυβος καὶ διαμαρτυρίαι ἰδίᾳ ἐκ μέρους τῶν προσφύγων πληρεξουσίων).
§38Ι. ΜΑΥΡΟΥΔΗΣ. Αὐτὰ εἶναι αἶσχος νὰ λέγωνται.
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πληροφορῶ τοὺς κ.κ. πληρεξουσίους ὅτι, κατὰ πρότασιν 10 πληρεξουσίων, ἡ συζήτησις γενικεύεται. Ἑπομένως ὅστις θέλει δύναται νὰ λάβῃ τὸν λόγον καὶ ν’ ἀποκρούσῃ τὰ λεγόμενα ἀλλ’ ὄχι νὰ διακόπτῃ.
§40Φ. ΜΑΝΟΥΗΛΙΔΗΣ. Δὲν ἠμπορεῖ νὰ προσβάλῃ μίαν ὁλόκληρον τάξιν.
§41Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ τοὺς κ. κ. συναδέλφους νὰ μὴ διακόπτουν τὸν ρήτορα διότι ὑποφέρει. Εἶναι καθῆκόν μας νὰ τὸν ἀκούσωμεν καὶ ἔχομεν ὅλον τὸν καιρὸν νὰ τὸν ἀποκρούσωμεν.
§42Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Περὶ ὧν κ. Πρόεδρε νὰ ὑπενθυμίσω ὅτι καὶ ἐγὼ ἐζήτησα τὸν λόγον.
§43Κ. ΖΑΒΙΤΖΑΝΟΣ. Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως πάντων τούτων ἀρκεῖ ἡ διάταξις καθ’ ἣν τιμωρεῖται μὲ τὰς βαρυτάτας ποινὰς τοῦ συζητουμένου Διατάγματος πᾶς ὅστις ἀποδίδει εἰς τοὺς μὴ γηγενεῖς ἰδιότητας ἢ συνηθείας περιφρονητικάς, δηλαδὴ μὲ ποινὰς ἀσυγκρίτῳ τῷ λόγῳ βαρυτέρας τῶν ὁριζομένων τοιούτων, διὰ τὴν περίπτωσιν καθ’ ἣν αἱ περιφρονητικαὶ ἰδιότητες ἤθελον ἀποδοθῇ εἰς πρόσωπον γηγενὲς διὰ νὰ ἀποτελεσθοῦν ἐν Ἑλλάδι δύο ἀντίθετα στρατόπεδα, ἓν ἐκ γηγενῶν, καὶ τὸ ἕτερον ἐκ μὴ γηγενῶν, διότι ποῖος εἶναι ἐκεῖνος ἐκ τῶν γηγενῶν, ὁ ὁποῖος θὰ τολμήσῃ νὰ πλησιάσῃ μὴ γηγενῆ, διὰ νὰ κανονίσῃ οἱανδήποτε μετ’ αὐτοῦ διαφορὰν ἢ δοσοληψίαν ὅταν θὰ σκέπτηται ὅτι ἡ παραμικροτέρα διαστρέβλωσις τῆς ἀληθείας, θὰ δημιουργῇ κατάστασιν συνεπαγομένην τίποτε ὀλιγώτερον ἀπὸ τὴν ὑπερορίαν; Ἀπαιτεῖται ἑπομένως τοὐλάχιστον σαφεστέρα διατύπωσις, διότι ἄλλως ἢ θὰ ἐπέλθῃ τὸ ἀποτέλεσμα περὶ τοῦ ὁποίου εἶπα, ἢ θὰ τεθῇ ὁ γηγενὴς πληθυσμὸς εἰς μοῖραν πολὺ κατωτέραν ἐπὶ ζητημάτων φύσεως καθαρῶς οἰκονομικῆς ἢ καὶ κοινωνικῆς. Ἡ περιφρούρησις μὲ ἄλλα λόγια τοῦ πόνου τῶν ἀτυχῶν προσφύγων οὐδέποτε καὶ ἐπὶ οὐδενὶ λόγῳ πρέπει νὰ γίνεται μὲ θυσίαν ἢ καὶ μὲ ἁπλοῦν κίνδυνον τῶν συμφερόντων τοῦ γηγενοῦς πληθυσμοῦ. Καὶ ἀκόμη ἁπλούστερα διὰ νὰ τελειώσουν αἱ διακρίσεις πρέπει αὗται νὰ μὴ ὑποθάλπωνται ὑπὸ τῶν ἀρχῶν καὶ τῶν ἑκάστοτε ψηφιζομένων νόμων. Ὑπάρχει ὅμως καὶ ἄλλη διάταξις ἀληθῶς ὀδυνηρά, ἡ διάταξις τοῦ ἐδαφίου γʹ τοῦ ἄρθρου 2 καθ’ ἣν ἀπαγορεύεται ἡ χρησιμοποίησις τῆς θρησκείας πρὸς δυσφήμησιν τῆς Δημοκρατίας ἢ πρὸς οἱανδήποτε πολιτικὴν ἐκμετάλλευσιν. Ἄ!! Κύριοι θὰ μοῦ ἐπιτρέψετε νὰ φρονῶ ὅτι ἡ διάταξις αὕτη εἶναι κατωτέρα καὶ τοῦ συντάκτου τοῦ Διατάγματος καὶ τῆς ἐκδοσάσης τοῦτο Κυβερνήσεως, ἀλλὰ καὶ τοῦ Λαοῦ εἰς ὃν ἀναφέρεται διὰ τὸν ὁποῖον ὁ συντάκτης ἐπίστευσεν ὅτι δὲν ἀποτελεῖται ἀπὸ ἀνθρώπους τοῦ εἰκοστοῦ αἰῶνος. Φαντασθῆτε νόμοι κατοχυρωτικοὶ τοῦ νέου Δημοκρατικοῦ πολιτεύματος! Λαμβάνονται συνεπῶς ὅλα τὰ μέτρα ἅτινα κρίνονται πρὸς τοῦτο ἀπαραίτητα καὶ περιλαβόντα ἕνεκα τούτου καὶ τὴν εἰρημένην διάταξιν! Ἐρωτῶ τὴν Κυβέρνησιν: πιστεύει αὕτη σοβαρῶς ὅτι ἡ Δημοκρατία ἤθελε κινδυνεύσῃ ἐκ τῆς χρησιμοποιήσεως τῆς θρησκείας πρὸς δυσφήμησιν αὐτῆς ἢ πρὸς οἱανδήποτε πολιτικὴν ἐκμετάλλευσιν; Ἄν τὴν γνώμην ταύτην ἔχῃ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἐκ τοῦ διατάγματος φαίνεται ὅτι τὴν ἔχει, τότε ὀφείλει νὰ ἀπαντήσῃ πῶς ἐπίστευσεν ὅτι ὁ τοιαύτης διανοητικότητος λαὸς ἦτο ὥριμος διὰ τὴν μεταβολὴν τοῦ πολιτεύματος ἐπὶ τὸ ἐλευθερώτερον. Ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἄμοιρος τῶν παρ’ ἡμῖν πραγμάτων, ἢ ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος μετὰ πάροδον ἐτῶν θὰ δικάζῃ τὸ συζητούμενον διάταγμα ἀσφαλῶς θὰ σκάσῃ στὰ γέλοια σκεπτόμενος ὅτι ὑπῆρξαν ἐν Ἑλλάδι ἄνθρωποι φρονοῦντες ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς θὰ ἀπεφάσιζε νὰ μεταβάλῃ τὸ πολίτευμά του, διότι οἱ τὸ πολίτευμα ἐκεῖνο ἐκπροσωποῦντες υἱοθέτησαν τὴν μεταβολὴν τοῦ ἡμερολογίου (διότι ἀσφαλῶς αὐτὴ ὑπῆρξεν ἡ ἀφορμὴ τῆς ἀναγραφῆς τῆς συζητουμένης διατάξεως) καὶ ὅμως τὸν λαὸν τοῦτον ἐθεώρησαν ἱκανὸν καὶ πολιτικῶς προηγμένον διὰ πολίτευμα μᾶλλον ἐλεύθερον. Ἀλλὰ καὶ ἀνεξαρτήτως πάντων τούτων ἐν τίνι δικαιώματι ἐπίστευσεν ἡ Κυβέρνησις ὅτι ἐδικαιοῦτο νὰ ἀποκλείσῃ ἐν τῷ μέλλοντι ἀπὸ τὰς πολιτικὰς διαμάχας συζητήσεις ἀφορώσας θρησκευτικὰ ζητήματα; Ἂν ὑποθέσωμεν λ. χ. ὅτι αὔριον τίθεται ἐν διωγμῷ ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία, νομίζετε ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἱδρυθῇ πολιτικὸν κόμμα ὀρθόδοξον σκοπὸν ἔχον νὰ ἀντιταχθῇ κατὰ τοιαύτης τινὸς διώξεως; Ἐν Εὐρώπῃ τὰ σπουδαιότερα καὶ ὡραιότερα τῶν κομμάτων...
§44Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός.). Τὰ ὡραιότερα.
§45Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. Ναὶ τὰ ὡραιότερα τῶν κομμάτων ἐκ τῶν θρησκευτικῶν διενέξεων καὶ διωγμῶν ἐγεννήθησαν. Διότι ἡ ἵδρυσις ἑνὸς πολιτικοῦ κόμματος πληροῖ μίαν ἀνάγκην κοινωνικὴν ἢ πολιτικὴν ἐναντίον τῆς ὁποίας δὲν ὑπάρχει δύναμις δυναμένη νὰ ἀντισταθῇ. Ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ ἄλλη διάταξις ἡ ὁποία δὲν πρέπει νὰ περάσῃ ἀπαρατήρητος, τουλάχιστον διὰ τὴν πρωτοτυπίαν της. Ἡ διάταξις αὕτη περιελήφθη εἰς τὸ ἄρθρον 3 ὁρίζει δὲ τὰς ποινὰς αἵτινες θέλουσιν ἐπιβληθῆ διὰ τὴν περίπτωσιν καθ’ ἣν ἤθελεν ἔστω κατ’ οὐσίαν κατονομάσῃ τις τὰ μέλη τῆς ἐκπεσούσης δυναστείας, τὰ ὁποῖα ζῶντα καὶ ἐκλιπόντα θεωρεῖ ὁ νόμος συλλήβδην ὑπεύθυνα καὶ μόνα ταῦτα, διά τε τὸν ἐσωτερικὸν διχασμὸν καὶ τὴν Μικρασιατικὴν καταστροφήν. Κατὰ τὴν σύνταξιν τῆς διατάξεως ταύτης ἐπεκράτησεν ἡ αὐτὴ κατὰ βάσιν διανοητικότης, ἥτις διηύθυνε τὴν ὅλην Δημοκρατικὴν κίνησιν ἀπὸ τῆς ἐμφανίσεώς της. Ἡ Δημοκρατικὴ αὕτη κίνησις δὲν ἤρξατο τοῦ ἀγῶνος της, ὅπως παντοῦ ἐγένετο διὰ τῆς ὑποστηρίξεως δηλαδὴ τῆς θεωρίας, ὅτι τὸ Δημοκρατικὸν Πολίτευμα προσαρμόζεται καὶ ἐξυπηρετεῖ πληρέστατα τὰ συμφέροντα τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ, ἀλλ’ ὅτι ἐπειδὴ ὁ Βασιλεὺς Κωνσταντῖνος, καὶ τὸ Σύνταγμα κατεστρατήγησε καὶ τὴν χώραν ἐζημίωσε, θὰ ἦτο ἐνδεδειγμένον, ὄχι νὰ ἀλλάξωμεν Βασιλέα ἀλλὰ νὰ ἀλλάξωμεν τὸ πολίτευμα. Ἀλλ’ ὁ Κωνσταντινικὸς κίνδυνος, ὡς ἀπεκαλεῖτο, προεβάλλετο ὄχι μόνον ἐφ’ ὅσον ὁ Κωνσταντῖνος εὑρίσκετο ἐπὶ τοῦ θρόνου του, ἀλλὰ καὶ μετὰ τὴν ἐκθρόνισίν του, διότι πάντοτε προέβαλλον τὸν κίνδυνον τῆς ἐπαναφορᾶς του. Ἀλλ’ ὁ Θεός, ὅπως λέγει ὁ λαός, ἔβαλε τὸ χέρι του καὶ ἐματαίωσε διὰ τοῦ θανάτου ὁριστικῶς πλέον, τὸν προβαλλόμενον κίνδυνον τῆς ἐπαναφορᾶς. Ἀλλὰ βεβαίως ἐκ τούτου οὔτε ἐσταμάτησε οὔτε ἐμετριάσθη ἡ δημοκρατικὴ κίνησις. Δὲν ἔπταιε πλέον ὁ Κωνσταντῖνος δι’ ὅσα συνέβησαν, ἀλλ’ ἡ δυναστεία ὁλόκληρος. Τῆς διανοητικότητος ταύτης ἀπόρροια ὑπῆρξεν ἡ ἀναγραφὴ τῆς συζητουμένης διατάξεως, ἥτις, ἐφ’ ὅσον ἀπεκρυστάλλωσε τὴν εἰρημένην διανοητικότητα, ἦτο ὑποχρεωμένη οὐ μόνον τὴν ἀλήθειαν νὰ στραγγαλίσῃ ἀλλὰ καὶ τὴν ἱστορίαν νὰ παρίδῃ. Οὕτω συνεπείᾳ τῆς διατάξεως ταύτης, δὲν θὰ ἐπιτραπῇ πλέον οὔτε ν’ ἀναφέρῃ τις, ἀλλὰ καὶ οὔτε ἱστορίαν νὰ συγγράψῃ περὶ τῆς δράσεως τοῦ βασιλέως Γεωργίου τοῦ Αʹ ἢ τοῦ Ἀλεξάνδρου ἢ καὶ τοῦ Γεωργίου τοῦ Βʹ. Ὅλαι αὐταὶ αἱ σελίδες σβύνονται ἐκ τῆς ἱστορίας. Ἀλλὰ καὶ περὶ τῶν Βαλκανικῶν πολέμων θὰ δύναταί τις καὶ ν’ ἀναφέρῃ καὶ ἱστορίαν νὰ συγγράψῃ ὑπὸ ἕνα ὅρον ὅτι δὲν θὰ ἀναφέρῃ ποτὲ τὸ ὄνομα τοῦ ἀρχιστρατήγου. Ταῦτα, κύριοι, διὰ τὴν παραβλεπομένην ἱστορίαν, ἀλλὰ καὶ χάριν τῆς στραγγαλιζομένης ἀληθείας πρέπει ἀπ’ ὅλους νὰ γίνῃ δεκτὸν ὅτι πλὴν τοῦ Κωνσταντίνου, ὑπεύθυνοι διά τε τὸν ἐπελθόντα διχασμὸν καὶ τὴν Μικρασιατικὴν συμφορὰν εἶνε καὶ ὁ πρὸ δεκαετίας ἀποβιώσας βασιλεὺς Γεώργιος, ὁ δι’ ὅλων τῶν δυνάμεών του ὑποστηρίξας τὴν Μικρασιατικὴν πολιτικὴν βασιλεὺς Ἀλέξανδρος, ὡς καὶ τὰ λοιπὰ μέλη τῆς βασιλικῆς οἰκογενείας, καὶ αὐτὴ ἀκόμη ἡ μικρὰ πριγκήπισσα Αἰκατερίνη.
§46ΤΙΝΕΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Ἀναμφιβόλως.
§47Κ. ΖΑΒΙΤΖΑΝΟΣ. Θὰ ἀναγνωρίσητε ὅτι διατάξεις τοιαῦται στεροῦνται σοβαρότητος, διατάξεις δὲ ἐστερημέναι σοβαρότητος δὲν εἶναι δυνατὸν οὔτε νὰ ἐφαρμοσθοῦν, οὔτε νὰ ἀποδώσουν τὰ προσδοκώμενα ἀποτελέσματα. Εἰς τὴν ἰδιαιτέραν μου Πατρίδα, κύριοι, ἔζησε καὶ ἔδρασεν ἐπὶ ἔτη πολλὰ ἱκανώτατος καὶ εὐφυέστατος δικολάβος, ὁ ὁποῖος ἰσχυριζόμενος καὶ καυχώμενος ὅτι αὐτὸς ἠδύνατο νὰ φέρῃ εἰς αἴσιον καὶ εὐτυχὲς πέρας ὅλας τὰς δικαστικὰς ὑποθέσεις τὰς πρὸς αὐτὸν ἐμπιστευομένας, ὅσον ἀμφίβολοι καὶ ἂν ἐφαίνοντο αὗται καὶ ἀμφισβητῶν ἑπομένως μὲ μεγάλην δύναμιν τὰ δίκαια τῶν ἀντιδίκων του, ὅσον ἰσχυρὰ καὶ καὶ ἂν ἐφαίνοντο ταῦτα, ἔφθασεν ἡμέραν τινα ὥστε νὰ ἀμφισβητήσῃ καὶ τὴν παντοδυναμίαν τοῦ Θεοῦ, ἰσχυρισθεὶς ὅτι ὁ Θεὸς δὲν εἶναι παντοδύναμος. Εἰς παρατήρησιν δὲ ὅτι ὁ Θεὸς θὰ ἠδύνατο καὶ τὸ σύμπαν νὰ καταστρέψῃ, οὗτος ἀνεγνώρισε τὴν δύναμιν ταύτην, ἀλλ’ εἶπεν, ὑπάρχει ὅμως τι τὸ ὁποῖον διαφεύγει καὶ τοῦ Θεοῦ τὴν δύναμιν. Εἰς ἐρώτημα δὲ ποῖον εἶναι αὐτό, τὸ ὁποῖον οὔτε ὁ Θεὸς δύναται νὰ πράξῃ, ἰδοὺ εἶπεν ἁπλούστατα, τώρα ποῦ μὲ ἔκαμε νὰ μὴ μὲ εἶχε κάμνει. Βεβαίως, κύριοι, ὁ δικολάβος εἶχεν ὁλόκληρον ὑπὲρ αὐτοῦ τὸ δίκαιον, ἀλλ’ ὁ συντάκτης τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ Διατάγματος ἠθέλησε νὰ ἐξασκήσῃ ἐν τούτῳ μεγαλειτέραν καὶ τοῦ Θεοῦ τὴν δύναμιν καὶ νὰ ἐπιτύχῃ διὰ μιᾶς διατάξεως, ὥστε ἡ δυναστεία τῶν Γλύξμπουργ, ἡ ὁποία ὁπωσδήποτε ὑπῆρξε, νὰ κάμῃ ὥστε νὰ μὴ εἶχεν ὑπάρξει. Τοῦτο εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατον. Οὔτε ἄλλως τε οὗτος εἶναι ὁ τρόπος δι’ οὗ διαγράφεται μία ἱστορία. Διὰ νὰ ἐκλείψῃ ἄλλως τε ἡ ἐπιρροὴ τῶν Γλύξμπουργ δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη νόμου. Ἑνὸς ὑπάρχει ἀνάγκη· ἐκεῖνοι δηλαδὴ οἱ ὁποῖοι θὰ τοὺς ἀντικαταστήσουν, νὰ διοικήσουν καὶ πολιτευθοῦν καλλίτερον καὶ ἐπωφελέστερον. Τοῦτο ἀπὸ βάθους καρδίας εὔχομαι. Ἐξετάζων τὰς σχετικὰς διατάξεις, ὀφείλω νὰ μὴ παρίδω καὶ μίαν τελευταίαν διάταξιν, διάταξιν ὀδυνηρὰν διὰ τὰς συνεπείας της, τὴν διάταξιν δηλαδὴ ἐκείνην κατὰ τὴν ὁποίαν στρατιωτικοὶ θὰ συμμετέχουν ὁπωσδήποτε εἰς τὴν ἐκδίκασιν τῶν παραβάσεων τοῦ νόμου. Ἐν τῷ σημείῳ τούτῳ θὰ ἀπευθύνω ἔκκλησιν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἐν ὀνόματι τῶν συμφερόντων τῆς Χώρας, ἐν ὀνόματι τῶν συμφερόντων τοῦ στρατοῦ, νὰ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ἀναγραφὴν τῆς διατάξεως ταύτης καὶ νὰ μὴ στερήσῃ τοὺς Ἕλληνας πολίτας τῶν φυσικῶν αὐτῶν δικαστῶν. Ἐφ’ ὅσον, κύριοι, συνείδησις περὶ τοῦ περιορισμοῦ τῶν στρατιωτικῶν εἰς τὰ ἴδια αὐτῶν ἔργα καὶ περὶ τοῦ ἀποκλεισμοῦ ἐξ ἔργων ἰδίως πολιτικῆς φύσεως ἔχει τελείως μορφωθῇ καὶ ἐν τῷ στρατῷ καὶ τῷ λαῷ, καὶ ἐφ’ ὅσον τοῦτο ἀνταποκρίνεται πρὸς ἐπιτακτικὴν ἀξίωσιν τῆς κοινῆς γνώμης, ἐκτιμησάσης βαθύτατα ἀλλὰ καὶ ὀρθότατα τοὺς ἐκ τῆς ἀναμίξεως ταύτης κινδύνους, δὲν νομίζω ὅτι εἶναι ὀρθὸν εἰς τοὺς στρατιωτικοὺς νὰ ἀναθέσωμεν τὴν ἐκδίκασιν πολιτικῶν ἀδικημάτων. Ὀφείλω δὲ νὰ ὁμολογήσω, ὅτι στηρίζω πολλὰς ἐλπίδας ὅτι ἡ Κυβέρνησις θέλει εἰσακούσει τὴν αἴτησίν μου ταύτην, διότι ἐνθυμοῦμαι μετὰ πόσης δυνάμεως καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν κατὰ τὴν δευτέραν Ἀναθεωρητικὴν Βουλὴν ὑπεστήριξαν, ὅπως τεθῇ εἰδικὴ διάταξις ἐν τῷ Συντάγματι, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ θὰ ἦτο δυνατὸν ν’ ἀνατεθῇ ἡ ἐκδίκασις πολιτικῶν ἀδικημάτων εἰς στρατιωτικούς. Ἐν σχέσει πρὸς τὴν ἐκδίκασιν, θὰ ἤθελον νὰ προσθέσω καὶ μίαν τελευταίαν παρατήρησιν, σχετιζομένην μὲ τὴν ἵδρυσιν ἑνὸς μόνον δικαστηρίου ἐν Ἀθήναις ἑδρεύοντος. Φαίνεται ὅτι οἱ συντάκται τῆς διατάξεως, ἐκτιμῶντες ἐκ τῶν ἰδίων τὰ ἀλλότρια ἐνόμισαν, ὅτι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ ἔρχωνται ἀπὸ τὰ διάφορα ἄκρα τῆς Ἑλλάδος διὰ νὰ δικασθοῦν, θὰ ἔχωσιν ἐν πρώτοις δωρεὰν ὅλα τὰ μέσα τῆς μεταφορᾶς, οὐχὶ μόνον δὲ δι’ ἑαυτοὺς ἀλλὰ καὶ διὰ τοὺς μάρτυρας τῆς ὑπερασπίσεως, ὄχι μόνον, ἀλλὰ καὶ ὅτι ὅλοι αὐτοὶ θὰ εἶναι βαθύπλουτοι διὰ νὰ ἀντιμετωπίσουν καὶ τὰς λοιπὰς σημερινὰς τοῦ ταξειδίου ἀνάγκας. Ἐξετίμησεν ἆρά γε ὁ συντάκτης τῆς συζητουμένης διατάξεως ποία θὰ εἶναι ἡ θέσις ἑνὸς πτωχοῦ ἐντίμου ὅμως οἰκογενειάρχου, ὁ ὁποῖος θὰ ὑποβληθῇ εἰς τοιοῦτον ταξεῖδι ὑπὸ τὰς σημερινὰς συνθήκας τοῦ βίου, διότι ἕνας προσωπικός του ἐχθρὸς τοῦ ἐπέταξε μίαν μήνυσιν; Ἐξετίμησεν ὁ αὐτὸς συντάκτης πόσαι τοιαῦται ὑποθέσεις θὰ δικάζωνται ἐρήμην διὰ τὴν ἀπόλυτον ἀδυναμίαν τῶν μέσων τῆς μεταβάσεως; Καὶ δύναται νὰ μοῦ εἴπῃ ὁ συντάκτης τῆς διατάξεως ποία θὰ εἶναι ἡ ἱκανοποίησις τοῦ πτωχοῦ καὶ ἐντίμου αὐτοῦ οἰκογενειάρχου ὅταν οὗτος συνεπείᾳ τῶν Κυβερνητικῶν συστάσεων περὶ ἀμεροληψίας ἀκούσῃ ὅτι εἶναι ἀθῶος; Ἀλλ’ ἐγράφη εἰς τὰς ἐφημερίδας καὶ κἄτι τι ἄλλο, ὑποστηριχθὲν μάλιστα καὶ δι’ ὑπουργικῆς συνεντεύξεως. Ὅτι δηλαδὴ ἀνάλογα μέτρα ἐλήφθησαν ἐν Γερμανίᾳ κατὰ τὴν ἵδρυσιν ἐκεῖ τῆς Δημοκρατίας καθὼς καὶ ἐν Γαλλίᾳ. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐξετάζωμεν τί γίνεται εἰς ἄλλα Κράτη, ἐὰν δὲν ἐξετάζωμεν παραλλήλως καὶ τὰς ἐκεῖ εἰδικὰς συνθήκας ὡς καὶ ἐὰν αἱ συνθῆκαι αὗται ἐξυπηρετήθησαν διὰ τῶν ἀναλόγων ἐκείνων μέτρων. Ἐν Γερμανίᾳ, κύριοι, εἶνε γνωστὸν ὅτι ἐκεῖ οἱ ἐθνικόφρονες ἔχοντες μοναρχικὰς τὰς ἀντιλήψεις εἶναι πανίσχυροι καὶ ἴσως ἐκπροσωποῦν τὴν πλειοψηφίαν τῆς Χώρας των, ὅπως ἀπεδείχθη καὶ ἐκ τῶν τελευταίων ἐκλογῶν. Ἦτο ἑπομένως φυσικόν, ἦτο ἐπιβεβλημένον ὅπως ἐκεῖ ἡ δημοκρατικὴ Κυβέρνησις λάβῃ μέτρα βίαια καὶ δι’ αὐτὸ ἐλήφθησαν μέτρα ἀνάλογα πρὸς τὰ συζητούμενα. Ἀλλ’ ὑπάρχουν ἐκεῖ καὶ ἄλλοι κίνδυνοι μὴ συντρέχοντες παρ’ ἡμῖν. Ἐκεῖ τὸ πλεῖστον μέρος τοῦ στρατοῦ εἶναι μοναρχικὸν, οἱ δὲ ἐκπεσόντες βασιλεῖς καὶ πρίγκηπες περιφέρονται ἐλεύθεροι εἰς τὴν Γερμανίαν καὶ τὰς γερμανικὰς πόλεις, κατέχοντες θέσεις καὶ ἀξιώματα ἐν τῷ στρατῷ καὶ οὐδὲν ἐκ τῶν περιουσιακῶν των στοιχείων ἐθίγη. Κράτος ὡς τὸ Γερμανικὸν καίτοι δημοκρατοποιηθέν, δὲν ἐσκέφθη ὅτι θὰ ἦτο δυνατόν, χωρὶς ν’ ἀντιμετωπίσῃ ὁλόκληρον τὴν κοινὴν γνώμην, ν’ ἀπομακρύνῃ τοὺς πρίγκηπας ἐκ τῶν γερμανικῶν συνόρων, ἢ νὰ δημεύσῃ τὰς περιουσίας αὐτῶν.
§48Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Αὐτοὶ ἡττήθησαν δὲν ἐπρόδωσαν.
§49Κ. ΖΑΒΙΤΖΑΝΟΣ. Τοιοῦτοι λόγοι βεβαίως δὲν συντρέχουσι παρ’ ἡμῖν. Ἀλλὰ νομίζετε, κύριοι, ὅτι ἂν διατηρεῖται εἰσέτι ἐν Γερμανίᾳ ἡ Δημοκρατία, ἔστω παρὰ τὴν θέλησιν τῆς πλειοψηφίας τῆς Χώρας, ὀφείλεται τοῦτο εἰς τὴν ὕπαρξιν ἀναλόγου νόμου κατοχυρωτικοῦ; Ἀσφαλῶς ὄχι. Ἂν τοῦτο γίνεται ὀφείλετε κυρίως εἰς τὸ ὅτι καὶ αὐτοὶ οἱ ἐθνικόφρονες βλέποντες τοὺς ἐξωτερικοὺς κινδύνους τοὺς ὁποίους θὰ ἐγέννα μία ἐπαναφορὰ τοῦ καταλυθέντος καθεστῶτος, δὲν εἶναι σύμφωνοι εἰς τὴν μεταβολὴν τοῦ πολιτεύματος. Ἀλλὰ πλὴν τούτων, κύριοι, ἐν Γερμανίᾳ δὲν ὑπάρχει πάγιος ἀνελεύθερος νόμος προστατευτικὸς τῆς Δημοκρατίας. Ὑπάρχει νόμος δυνάμενος νὰ τεθῇ ἐν ἰσχύει δι’ ὡρισμένον χρόνον διὰ διατάγματος, καὶ ὁ κίνδυνος τῆς Δημοκρατίας εἶναι προφανής. Καὶ δι’ αὐτὸ ὁ νόμος αὐτὸς δὶς ἐτέθη, ἂν δὲν σφάλω, ἐν ἰσχύει πρὸς ἀπόκρουσιν δηλαδὴ τοῦ μοναρχικοῦ κινήματος τοῦ Κὰπ καὶ εἰς μίαν ἄλλην περίπτωσιν τὴν ὁποίαν δὲν ἔχω πρόχειρον. Ἀλλὰ καὶ αἱ ἐν Γαλλίᾳ περιστάσεις δὲν ταυτίζονται οὐδαμῶς πρὸς τὰς ἡμετέρας. Καὶ ἐν Γαλλίᾳ κατὰ τὴν ἵδρυσιν τῆς Γʹ Δημοκρατίας, ἐπεβλήθη αὕτη παρὰ τὴν θέλησιν τῆς Χώρας ἁπλῶς καὶ μόνον, διότι αἱ συνθῆκαι αὐτῆς λόγῳ τῶν μεγάλων ἐσωτερικῶν καὶ ἐξωτερικῶν ἀνωμαλιῶν εἶχον φθάσῃ εἰς τὸ ἀπροχώρητον καὶ διὰ τὸ μὴ εἶναι δυνατὸν ἄλλως γενέσθαι. Αἱ δυσχερεῖς δὲ αὐταὶ περιστάσεις, αἱ ὁποῖαι ἐδημιούργησαν τὴν Δημοκρατίαν, συνετέλουν ὥστε νὰ διατηρῆται ἐκεῖ κατ’ ἀρχὰς ἡ νέα κατάστασις. Ἂν δὲ ἐν Γαλλίᾳ ἡ Δημοκρατία ἀπετέλεσε τὸ ἀσάλευτον αὐτῆς πολίτευμα τοῦτο δὲν ὀφείλεται εἰς τὴν ὕπαρξιν ἀναλόγων κατοχυρωτικῶν νόμων, ἀλλ’ εἰς τὴν ὑπὸ τῆς Δημοκρατίας ἐπιτυχῆ διαχείρισιν τῶν μεγάλων Γαλλικῶν ζητημάτων, ἀλλ’ ἰδίᾳ καὶ πρωτίστως εἰς τὸ ἄκρον συντηρητικὸν πνεῦμα, τὸ ὁποῖον διηύθυνε τὴν Δημοκρατίαν ἐκείνην, συντηρητικώτερον τοῦ ὁποίου εἰς οὐδὲν ἄλλο κράτος τῆς Εὐρώπης ἀναφέρονται. Κύριοι, ὁ ἀναγινώσκων τὸ σύνολον τῶν συζητουμένων μέτρων ἄγεται νὰ πιστεύῃ ὅτι προορισμὸς τῶν Ἑλλήνων πολιτῶν, ὀφείλων μάλιστα νὰ γίνῃ καὶ μὲ θυσίαν τῶν στοιχειωδεστέρων συνταγματικῶν ἐλευθεριῶν, εἶναι εἷς καὶ μόνος, νὰ διαφυλάττουν οἱ Ἕλληνες πολῖται καὶ νὰ σώζουν τὴν Δημοκρατίαν, ἐνῷ τὸ ἀντίθετον θὰ ἦτο ἀπολύτως ὀρθὸν καὶ ἐπιβεβλημένον, ὅπως δηλαδὴ ἡ Δημοκρατία διαφυλάξῃ καὶ σώσῃ τοὺς Ἕλληνας πολίτας. Ἀπορῶ μὲ τὴν ἐπιμονὴν τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὰ συζητούμενα μέτρα, τὰ ὁποῖα μάλιστα ἐθεώρησε τόσον ἐπείγοντα καὶ ἐπιβεβλημένα ὥστε καὶ εἰς τὴν λῆψιν αὐτῶν προέβη ἐν ἀπουσίᾳ τοῦ Σώματος, ἐνῷ ἡ ἐπανάληψις τῶν ἐργασιῶν τοῦ Σώματος ἦτο ἐγγὺς ὡς ἐὰν ἔτρεχε οὐδένα κίνδυνον τὸ Πολίτευμα κατὰ τὰς μεσολαβησάσας ἐκείνας ἡμέρας. Ἀλλά, κύριοι, ἡ ἀπορία μου αὕτη γίνεται ἔτι μεγαλειτέρα, ὅταν σκέπτωμαι, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἠθέλησε νὰ λάβῃ διδάγματα ἐκ τοῦ προσφάτου παρελθόντος. Ἂν τοῦτο ἀπεφάσιζε θὰ ἔβλεπε ὅτι ὑπῆρξεν προσφάτως καὶ ἄλλο καθεστώς, τὸ ὁποῖον δι’ ἀναλόγων μέτρων ἠθέλησε νὰ διατηρηθῇ ἀλλὰ τὸ καθεστὼς ἐκεῖνο, μολονότι πλουσιωτάτους εἶχεν νὰ ἐπιδείξῃ ὡς καρποὺς τῆς ἐξωτερικῆς αὐτοῦ πολιτικῆς, μόνον καὶ μόνον διότι ἡ ἐσωτερικὴ πολιτικὴ αὐτοῦ ὑπῆρξεν ἀνελευθέρα καὶ ἀψυχολόγητος δὲν ἠδυνήθη νὰ σωθῇ, οὔτε διὰ τῆς συνδρομῆς τοῦ σώματος τῆς ἀσφαλείας, οὔτε διὰ τοῦ νόμου περὶ ἐκτοπίσεως, οὔτε διὰ τῆς δημιουργίας τοῦ πρωτοτύπου ἀδικήματος τῆς δυσμενείας κατὰ τοῦ καθεστῶτος, οὔτε διὰ τῆς ἀπαγορεύσεως τῶν ἀπηγορευμένων ἀσμάτων καὶ τόσων ἄλλων ἐλαφροτήτων. Ἡ Δημοκρατία, κύριοι, διὰ νὰ ἀποτελέσῃ τὸ ἀσάλευτον τῆς Χώρας πολίτευμα δὲν ἔχει ἀνάγκην νόμων. Εἰς ἓν καὶ μόνον ὀφείλει νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν της καὶ συγκεντρώσῃ τὰς προσπαθείας της καὶ τοῦτο συνίσταται εἰς τὸ νὰ δικαιώσῃ τὰς ἐλπίδας τὰς ὁποίας ἔσπειρε κατὰ τὰς παραμονὰς τοῦ δημοψηφίσματος. Ἡ Χώρα οὐδὲν ἄλλο ζητεῖ εἰμὴ χρηστὴν διοίκησιν, οἰκονομικὴν περισυλλογήν, τάξιν καὶ ἀσφάλειαν, ἀλλὰ μετὰ τούτων, καὶ ὑπὲρ πᾶν ἄλλο, οὐσιαστικὴν ἀναγνώρισιν τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ πολίτου. Ἅμα εἰς ταῦτα ἐπιτύχῃ ἡ Δημοκρατία οὐδεμίαν ἔχει ἀνάγκην νόμων κατοχυρωτικῶν. Καθὼς καὶ οὐδὲν θὰ σώσῃ αὐτὴν ἂν εἰς ταῦτα ἀστοχήσῃ. Ἡ Δημοκρατία, μὲ ἄλλα λόγια, κύριοι, διὰ νὰ ἀποτελέσῃ τὸ ἄσιλευτον πολίτευμα τῆς Χώρας, δὲν ἔχει ἀνάγκην νὰ βιάσῃ· ἔχει ὑποχρέωσιν μόνον νὰ πείσῃ. Ἡ λῆψις ἀνελευθέρων μέτρων ὄχι μόνον δὲν συντελεῖ εἰς τὴν ἐνίσχυσιν τῆς Δημοκρατίας, ἀλλὰ τοὐναντίον εἰς τὴν ἐξασθένησιν αὐτῆς. Ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ λάβῃ σοβαρῶς ὑπ’ ὄψιν τὴν διαρρεύσασαν ὀκταετίαν, ἥτις ὑπῆρξε μία συστηματικὴ ὑπονόμευσις τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ λαοῦ, ἐπηρεάσασα ὑπὲρ πᾶν ἄλλο ἀλλὰ καὶ λίαν ἐπιζημίως τὰ πνεύματα τῶν πολιτῶν, καὶ τὰς συνεπείας τῆς ὁποίας καὶ αὐτὸς οὗτος ὁ ἀξιότιμος κ. Πρωθυπουργός, μετερχόμενος τὸν κατὰ τὴν πεποίθησίν του ἁρμόζοντα πολιτειακὸν ἀγῶνα προσωπικῶς ὑπέστη. Τὰ ἀνελεύθερα ταῦτα μέτρα, κύριοι, νομίζω ὅτι καιρὸς εἶναι νὰ σταματήσουν, διότι πρέπει νὰ ἀναγνωρισθῇ ὅτι ταῦτα εἰς οὐδὲν ἄλλο ἀποβλέπουν ἢ εἰς τὴν ἐξυπηρέτησιν κομματικῶν καὶ προσωπικῶν συμφερόντων εἰς βάρος τῶν γενικωτέρων τοιούτων καὶ τοῦ συνόλου τῶν πολιτῶν. Νομίζω ὅτι ἔπειτα ἀπὸ τόσους κλονισμοὺς καὶ τόσας ἀνωμαλίας, ἡ παράτασις τῶν ὁποίων ἤθελε σημάνει τὴν ὁριστικὴν καταστροφὴν καὶ τὸν διαμελισμὸν ἴσως τῆς ἡμετέρας πατρίδος, καιρὸς εἶναι νὰ σταματήσουν τὰ ἀνελεύθερα ταῦτα μέτρα. Καὶ θὰ σταματήσουν ἀσφαλῶς ταῦτα, κύριοι, ἅμα ὅλοι μας αἰσθανθῶμεν βαθύτατα ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν ἀνήκει κατὰ κυριότητα εἰς τὰ ἄτομα, τὰ ὁποῖα ἐν αὐτῇ ζῶσιν, διότι, σχηματισθεῖσα αὕτη διὰ τῶν θυσιῶν, τοῦ αἵματος, καὶ τῶν ἀγώνων τῶν ἡμετέρων προγόνων, ἀνήκει τόσον εἰς ἡμᾶς, ὅσον καὶ εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θέλουσι μᾶς διαδεχθῇ. Αἱ διάφοροι συνταγματικαὶ καὶ θεμελιώδεις ἐλευθερίαι, αἱ θεσπισθεῖσαι παρ’ ὅλων τῶν συνταγμάτων ἀπὸ τοῦ 1844 καὶ ἐντεῦθεν, δὲν ὀφείλονται εἰς ἰδιοτροπίαν τῶν ψηφισάντων τὰ εἰρημένα συντάγματα, οὔτε εἰς στιγμιαίαν παραφορὰν ἢ ἔξαψιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, οὔτε εἰς τυχαίαν ἐπικράτησιν πλειοψηφίας τινός. Ἡ θέσπισις καὶ ἡ ἀναγνώρισις τῶν ἐλευθεριῶν τούτων ἐδιδάχθη ἐκ τῆς Ἱστορίας, ὑπηγορεύθη ἐκ τῆς πείρας καὶ ἐπεβλήθη ἐκ τῆς ἀνάγκης· ἀλλοίμονον δὲ ἂν ἤθελεν ἐξακολουθήσει ἡ συστηματικὴ ὑπονόμευσις αὐτῶν, θέτουσα εἰς κίνδυνον αὐτὴν τὴν ὕπαρξιν τῆς ἡμετέρας πατρίδος. Ἡ ἐθνικὴ ψυχὴ ἐκουράσθη. Ἡ Ἑλλὰς δὲν δύναται ν’ ἀνθέξῃ περαιτέρω, οὔτε νὰ ζήσῃ πρὸ τοιαύτης καταστάσεως, ἀγωνιζομένη διαρκῶς διὰ τὸν σεβασμὸν τῶν ἐκ τοῦ Συντάγματος ἀναγνωριζομένων ἐλευθεριῶν, αἱ ὁποῖαι προσέξατέ το καλά, συνδέονται πρὸς αὐτὴν τὴν ὕπαρξίν της. Καὶ ὅπως τὸ Κράτος δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ καταστραφῇ, οὕτω δὲν πρέπει νὰ καταστραφοῦν, ἀλλ’ οὔτε καὶ νὰ μεταβληθοῦν ἢ καὶ νὰ θιγοῦν ἔστω καὶ πόρρωθεν, αἱ προϋποθέσεις καὶ αἱ βάσεις, ἐπὶ τῶν ὁποίων τοῦτο στηρίζεται καὶ κινεῖται.
§50Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Μόλον ὅτι κύριοι Συνάδελφοι, ἔχω παρακολουθήσει μὲ λύπην μου προσωπικὴν τὴν κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη συντηρητικὴν ἐξέλιξιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κερκύρας συναδέλφου, ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι ἡ ἀγόρευσίς του μὲ ἐξένισε. Μὲ ἐξένισε, διότι ἐπανέφερε εἰς τὴν μνήμην μου παρωχημένην ἐποχήν, κατὰ τὴν ὁποίαν καταναλίσκοντο οἱ πολιτευόμενοι εἰς ἀγῶνας δῆθεν περὶ ἐλευθεριῶν, ἐνῷ ἡ Ἑλλὰς ἔφθανεν, ὁμοιάζοντας πρὸς τοὺς ὀργανισμοὺς ἐκείνους διὰ τοὺς ὁποίους ὁ ἀρχαῖος εἶπεν ὅτι ἄδουν ἐνῷ αἱ οἰκίαι αὐτῶν καίονται. Ὁ Ἀξιότιμος ἐκ Κερκύρας συνάδελφος ἔψεξε γενικῶς καὶ τὸ Νομοθετικὸν μέτρον τῆς κατοχυρώσεως τοῦ πολιτεύματος καὶ τὰς λεπτομερείας αὐτοῦ κατηγόρησε δὲ καὶ ἡμᾶς ὡς ἀναρμοδίους λόγῳ τῆς ἱστορίας μας νὰ λάβωμεν τοιοῦτον μέτρον. Εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κερκύρας συνάδελφος ὅτι πρὸ παντὸς θὰ ἔπρεπε νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὴν ἱστορίαν τῶν τελευταίων ὀκτὼ ἐτῶν. Τὸ δυστύχημα εἶναι ὅτι ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κερκύρας συνάδελφος δὲν ἔλαβε καθ’ ὅλου ὑπ’ ὄψιν τὴν ἱστορίαν αὐτῶν τῶν τελευταίων ἐτῶν, ἐνῷ τὸ Διάταγμα ἐστηρίχθη ἀκριβῶς εἰς τὴν πεῖραν, τὴν ὁποίαν ἀπεκτήσαμεν κατὰ τὰ τελευταῖα αὐτὰ ἔτη, εἰς τὰ διδάγματα, τὰ ὁποῖα ἀπεκομίσαμεν ἐκ τῆς τελευταίας ἡμῶν ἱστορίας. Ἄν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κερκύρας συνάδελφος ἤθελε νὰ ἀναδιφήσῃ τὴν ἱστορίαν, θὰ ἔβλεπεν ὅτι τὰ καθεστῶτα, τὰ ὁποῖα ὑπεβλήθησαν ἀκριβῶς διὰ νὰ ἐξασφαλίσουν τὰς ἐλευθερίας τῶν πολιτῶν εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς καθιερώσεως αὐτῶν, σχεδὸν κατὰ κανόνα, ἠναγκάσθησαν νὰ περιορίσουν τὰς ἐλευθερίας αὐτάς. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς ὅτι αἱ μεγάλαι πολιτειακαὶ μεταβολαὶ πανταχοῦ προεκλήθησαν διὰ βιαίων ἀνατροπῶν καὶ φυσικὴ συνέπεια τῆς βιαίας ἀνατροπῆς ἦτο καὶ ἡ κατὰ τὸν χρόνον τὸν ἀμέσως μετὰ τὴν ἀνατροπὴν ἐπιβολὴ βιαίων μέτρων πρὸς ἐξασφάλισιν τοῦ νέου καθεστῶτος. Ἐνῷ εἰς τὴν Ἑλλάδα ἡ Δημοκρατία δὲν ἐπεβλήθη βιαίως καὶ θὰ ἔπρεπε, φαντάζεται ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κερκύρας συνάδελφος, νὰ συμπεράνωμεν, ὅτι ἦτο ἐντελῶς περιττὸν νὰ λάβωμεν οἱονδήποτε μέτρον πρὸς περιφρούρησιν τοῦ νέου πολιτεύματος. Τὸν ἀξιότιμον ἐκ Κερκύρας συνάδελφον παρεπλάνησεν, ὑποθέτω, ἡ ἐπιγραφὴ τοῦ Διατάγματος καὶ δι’ αὐτὸ διαρκῶς ἐρωτᾷ ἐὰν διατρέχει κίνδυνον ἡ Δημοκρατία; Δι’ αὐτῶν τῶν μέτρων θὰ στηριχθῇ ἡ Δημοκρατία; Ἡ Δημοκρατία εἶναι ἀσφαλής; Ὄχι ἀξιότιμε ἐκ Κερκύρας συνάδελφε. Ἡ Δημοκρατία δὲν διατρέχει κανένα κίνδυνον. Ἑβδομήκοντα ἑκατοστὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἐπεκύρωσαν τὴν Δημοκρατίαν διὰ τῆς ψήφου αὐτῶν. (Χειροκροτήματα). Ἡ Δημοκρατία, ἡ ὁποία ἐπήγασεν ἐξ ἀνάγκης ὑπερτέρας δὲν διατρέχει οὐδένα κίνδυνον. Ἀλλ’ ὁ σκοπὸς τοῦ Διατάγματος δὲν ἦτο νὰ ἀσφαλίσῃ τὴν Δημοκρατίαν, ἀλλὰ νὰ δώσῃ τὴν ἡσυχίαν εἰς τὸν τόπον, νὰ ἀσφαλίσῃ πραγματικῶς τὰς ἐλευθερίας τοῦ λαοῦ. (Χειροκροτήματα). Ποία εἶναι ἡ τελευταία ἱστορία τῶν ὀκτὼ ἐτῶν; Ἐδιχάσθη ὁ ἑλληνικὸς λαὸς εἰς δύο ἀντίθετα στρατόπεδα. Θὰ ἐπεθύμουν νὰ μὴ ὁμιλήσω περὶ αὐτῶν τῶν πραγμάτων, διότι τὸ συμφέρον τοῦ τόπου τοῦτο ἀπαιτεῖ, νὰ τεθῇ τελεία καὶ παῦλα εἰς τὰς παλαιὰς ἀντιθέσεις νὰ σβύσῃ νὰ ἐνταφιασθῇ τὸ ἁμαρτωλὸν παρελθὸν διὰ νὰ ἠμπορέσωμεν νὰ ἀτενίσωμεν τὸ μέλλον καὶ μόνον αὐτό. Ἀλλὰ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κερκύρας συνάδελφος μὲ ἀναγκάζῃ νὰ εἴπω δύο λέξεις ἐπὶ τοῦ παρελθόντος. Διηρέθη ὁ ἑλληνικὸς λαὸς εἰς δύο στρατόπεδα καὶ εἴδομεν τὸ ἀντίθετον στρατόπεδον, τὸ ἀντιδημοκρατικόν, μολονότι εἰς τὰς τάξεις αὐτοῦ ὑπῆρχον ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἄλλοτε εἶχεν δείξει ὅτι ἦσαν ἄνδρες φιλοπάτριδες, σώφρονες, πονοῦντες τὸν τόπον, εἴδομεν λέγω τὸ στρατόπεδον αὐτὸ νὰ βλέπῃ ἀπαθῶς τὴν καταστροφὴν καὶ τὸν ὄλεθρον τῆς Ἑλλάδος νὰ ὠθῇ ἀκόμη εἰς αὐτόν. Ἦτο καμμία ἰδεολογία, ἡ ὁποία ὤθησε τὸν κόσμον αὐτὸν εἰς καταστρεπτικὴν εἰς τὴν ἀντεθνικήν του συμπεριφοράν; Ὄχι κ. συνάδελφε ἐκ Κερκύρας. Ἦσαν προσωπικαὶ ἀδυναμίαι, προσωπικὰ συμφέροντα καὶ προσωπικοὶ κομματικοὶ δεσμοί. Αὐτοὶ οἱ κομματικοὶ δεσμοὶ συνετέλεσαν ὥστε μέγα μέρος τοῦ κόσμου τούτου νὰ παρασυρθῇ, νὰ ὠθήσῃ ἐπαναλαμβάνω εἰς τὸν Ἐθνικὸν ὄλεθρον. Δὲν ἦτο καμμία βαθυτέρα ἰδεολογία. Καὶ παρεξενεύθην τῇ ἀληθείᾳ, μολονότι τὸ ἐγνώριζον ὅτι δὲν ὑπῆρχεν οὐδεμία βαθυτέρα ἰδεολογία, ὅταν ἀρκετοὶ ἀπὸ τοὺς σημαίνοντας πολιτικοὺς τῶν ἀντιθέτων πρὸς ἡμᾶς κομμάτων, μοῦ ἔλεγον, ὅταν διεξῆγον τὰς διαπραγματεύσεις περὶ συμφιλιώσεως, ὅτι αὐτοὶ ἦταν δημοκρατικώτεροι ἀπὸ ἡμᾶς καὶ ὅτι οὐδὲν ἀνέμενον ἀπὸ τὴν βασιλείαν. Τὸ περίεργον ὅμως εἶναι ὅτι ἔμενον ἀκλόνητοι εἰς τὴν παράταξιν ἐκείνην, ἡ ὁποία ὑπεστήριζε τὴν διατήρησιν τοῦ βασιλικοῦ θεσμοῦ. Ἔγεινε τέλος τὸ Δημοψήφισμα καὶ μὲ τὴν θέλησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καθιερώθη ἡ Δημοκρατία. Μετὰ τὴν καθιέρωσιν τοῦ νέου πολιτεύματος, κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, ἐρωτῶ ποῖον λόγον θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἔχῃ ἀμέσως ἡ συνέλευσις συζητήσεων Καθεστωτικῶν; Δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἔχῃ τὴν ἱκανοποίησιν ἰδεολογίας τινός, οὐδὲ νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν ἐπὶ τὰ βελτίω ἐξέλιξιν τοῦ πολιτικοῦ μας βίου; Ἀλλὰ ἕνα καὶ μόνον λόγον καὶ μίαν μόνον συνέπειαν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἔχῃ, νὰ δώσῃ εὐκαιρίαν εἰς τὰ ἀδιάλλακτα στοιχεῖα χάριν κομματικῆς ἐπικρατήσεως καὶ μόνον νὰ παρασύρουν τὸ μεγαλύτερον μέρος τῶν κομμάτων τῶν Ἀντιδημοκρατικῶν εἰς ἕνα ἀγῶνα ἐμπαθῆ διχασμοῦ ἐμφυλίου. Ὁ λαός, εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κερκύρας συνάδελφος, ἐβαρύνθη· ἔχει δίκαιον. Ἀλλὰ ἐὰν ὁ λαὸς ἐβαρύνθη καὶ δὲν θέλει νὰ ἀκούσῃ διὰ καθεστωτικοὺς ἀγῶνας, ὑπάρχουν ὅμως ἄνθρωποι, ἐλάχιστοι ἴσως, οἱ ὁποῖοι ὅμως εἶναι διατεθειμένοι διὰ δημοσίας δράσεως νὰ συνεχίσουν τὸν καθεστωτικὸν ἀγῶνα, ἐξάπτοντες διαρκῶς τὰ πάθη. Ὑπὸ τοιούτους ὅρους πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ εὕρῃ τὴν ἡσυχίαν του ὁ Ἑλληνικὸς Λαός; Πῶς εἶναι δυνατὸν ν’ ἀποκτήσῃ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ποθεῖ; Εὐνομίαν καὶ καλὴν διοίκησιν; Οἱ κομματικοὶ δεσμοὶ εἶναι ἰσχυροί, καὶ τὸ δυστύχημα εἶναι ὅτι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ὠθοῦν εἰς τὰ ἄκρα ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ὑπερισχύουν εἰς κομματικοὺς ὀργανισμοὺς καὶ τὴν ἀπόδειξιν εἴδομεν κατὰ τὴν τελευταίαν πολιτικὴν ἐξέλιξιν. Ὅσον καὶ ἂν ὑπῆρχον διαθέσεις εἰς τὰ περισσότερα ἄτομα νὰ ἐπέλθῃ πλήρης συνδιαλλαγή, ἠναγκάσθησαν οἱ σωφρονέστεροι πατριωτικώτεροι τοῦ ἀντιπάλου μας πολιτικοῦ κόσμου, νὰ σιωπήσουν ἀπέναντι τῶν φωνῶν τῶν Ἀδιαλλάκτων καὶ τῶν δολίων καὶ τῶν ἐμπαθῶν. Ποῖος λοιπὸν ἠμπορεῖ νὰ ὑποστηρίξῃ σοβαρῶς ὅτι ἡ ἄμεσος συνέχισις συζητήσεως καὶ ἀγῶνος πολιτειακοῦ, ἀνταποκρίνεται εἰς σοβαρὰν ἐπιθυμίαν, εἰς ἀνάγκην τοῦ λαοῦ καὶ ἐκπληροῖ κἀνένα σκοπόν; Εἶναι δυνατὸν νὰ φαντασθῇ κἀνεὶς ὅτι μία πλειοψηφία τόσον μεγάλη, ὅσον ἐκείνη ἡ ὁποία ἐκύρωσε τὴν Δημοκρατίαν, ἠμπορεῖ ν’ ἀναποδογυρισθῇ ἐντὸς πέντε ἢ δέκα ἐτῶν, διότι τὸ μέτρον εἶναι προσωρινόν; Δὲν πρόκειται περὶ τούτου βεβαίως. Πρόκειται περὶ ἐξάψεως τῶν παθῶν, τὴν ὁποίαν εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ περιορίσωμεν. Ὑπάρχει μία τάξις ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι θέλουν νὰ κρατήσουν δέσμιον εἰς τὸ παρελθὸν τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ὥστε νὰ μὴ δύνανται οἱ πολῖται συνεργαζόμενοι ἢ ἀνταγωνιζόμενοι νὰ συντελέσουν εἰς τὴν ἀνάπλασιν τοῦ Κράτους, καὶ νὰ κατατρίβωνται εἰς ἀγῶνας ἀκάρπους ἐκ συζητήσεως πολιτειακῆς. Μέχρι τοιούτου σημείου εἶχε κυριαρχίσει ἡ τάξις αὕτη, ὥστε τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἔληξεν ὁ ἐσωτερικὸς ἀγών, αὐτοὶ διὰ τοῦ Δημοψηφίσματος, οἱ διευθύνοντες τὴν δημοσίαν γνώμην τοῦ ἀντιπάλου πολιτικοῦ κόσμου ἐστενεχωρήθησαν, διότι εὑρέθησαν εἰς ἀδυναμίαν νὰ ἀντικαταστήσουν τὴν πολιτικὴν συζήτησιν μὲ ἄλλην θετικωτέραν, ὁμοιάζοντες πρὸς τὸν ἀλκοολικὸν, εἰς τὸν ὁποῖον διὰ μιᾶς κόπτεται τὸ οἰνόπνευμα καὶ ὁ ὁποῖος διότι ἔχει συνηθίσῃ ὁ ὀργανισμός του εἰς τὴν χρῆσιν τοῦ οἰνοπνεύματος αἰσθάνεται ἀτονίαν καὶ δυσκολεύεται νὰ κινηθῇ. Ὕστερον ἀπὸ τὰς συμφορὰς τὰς ὁποίας ὑπέστη τὸ Ἔθνος, ἀφοῦ τέλος ἐδόθη διὰ τοῦ δημοψηφίσματος ἡ πρέπουσα λύσις, ἐνομίσαμεν ὅτι ἔπρεπε νὰ τεθῇ τελεία καὶ παύλα εἰς τὴν συζήτησιν τὴν καθεστωτικήν, διὰ νὰ δώσωμεν τὴν εὐκαιρίαν εἰς τοὺς πολίτας καὶ τοὺς πολιτευομένους, οἱ ὁποῖοι θέλουν νὰ ἐργασθῶσιν διὰ τὴν ἀναδημιουργίαν τῆς Ἑλλάδος, νὰ ἐργασθῶσιν ἐλευθέρως καὶ νὰ μὴ περισπῶνται ἀπὸ ἐμπαθεῖς καὶ ἀγόνους ἀγῶνας. Δὲν ὑπάρχει περιορισμὸς τῆς ἐλευθερίας, ὑπάρχει μόνον περιορισμὸς τῆς καταδολιεύσεως τοῦ πολιτικοῦ ἀγῶνος, περιορισμὸς τῆς ἐντάσεως τοῦ μίσους καὶ τοῦ πάθους μεταξὺ τῶν πολιτῶν. Ἡμεῖς, κατέχοντες ὑπεύθυνον θέσιν, δυνάμεθα νὰ γνωρίζωμεν καλλίτερον ποίους κινδύνους διέτρεχε τὸ Κράτος ἐκ τῆς συνεχίσεως τοῦ ἐμφυλίου διχασμοῦ. Διὰ νὰ δείξω δὲ ποῦ ἠμπορεῖ νὰ ὁδηγήσῃ ἡ ἐμπάθεια τοὺς ἀνθρώπους, θὰ ὑπομνήσω εἰς τὸν κ. πληρεξούσιον ἐκ Κερκύρας, νὰ ἀνατρέξῃ περισσότερον εἰς τὸ παρελθόν, τὸ περιστατικὸν τοῦ πολιτευομένου ἐκείνου, ὁ ὁποῖος κατὰ τὰς παραμονὰς τοῦ δημοψηφίσματος ἐτόλμησε νὰ δημοσιεύσῃ ἐπιστολὴν τρίτου προσώπου, εἰς τὴν ὁποίαν ὑπεστηρίζετο, ὅτι ἡ Σερβία εἶχε συγκεντρώσει πλησίον τῶν συνόρων μας 150 χιλ. στρατὸν διὰ νὰ εἰσβάλῃ εἰς τὸ ἔδαφός μας ἐξ αἰτίας τῆς ἐπικειμένης πολιτειακῆς μεταβολῆς. Δὲν ἠθελήσαμεν νὰ καταδιώξωμεν τὸν πολιτικόν, ὁ ὁποῖος ἔγινε φορεὺς τοιούτων ψευδῶν καὶ ἐπιβλαβῶν ἐθνικῶς εἰδήσεων, διὰ νὰ μὴ κατηγορηθῇ ἡ γνησιότης τοῦ δημοψηφίσματος. Ἀλλ’ αὐτὸ τὸ παράδειγμα ἀποδεικνύει ποῦ δύναται νὰ φθάσῃ ἡ κομματικὴ ἐμπάθεια. Τὸ κατοχυρωτικὸν λοιπὸν διάταγμα ἦτο ἀπαραίτητον νὰ γίνῃ διὰ νὰ καταπαύσουν τὰ πάθη καὶ νὰ ἡσυχάσῃ ὁ τόπος καὶ δι’ αὐτὸ δὲν ἀνταποκρίνεται καθόλου πρὸς τὰ πράγματα ἡ αἰτίασις τοῦ κ. ἐκ Κερκύρας πληρεξουσίου, ὅτι δὲν εἴχομεν τὴν ἐξουσιοδότησιν νὰ προβῶμεν εἰς τὸ διάταγμα αὐτό. Ἐνῷ λοιπὸν ἡ ἐκ τῆς μὴ κατασιγάσεως τῶν παθῶν συνέχισις τοῦ ἐμφυλίου διχασμοῦ θὰ ἠπείλει τὴν ὑπόστασιν τοῦ Κράτους, δὲν ἦτο μέτρον ἀσφαλείας ἡ ἔκδοσις τοῦ κατοχυρωτικοῦ Διατάγματος; Ἀλλὰ καὶ ἂν δὲν ἤθελε θεωρηθῇ τοιοῦτον καὶ ἂν δὲν εἴχομεν τὴν ἐξουσιοδότησιν τοῦ Σώματος, δὲν διστάζω νὰ εἴπω ὅτι ἠθέλομεν ἀναλάβῃ ἀκεραίαν τὴν εὐθύνην νὰ ἐκδώσωμεν τὸ νομοθετικὸν αὐτὸ Διάταγμα, διότι ἦτο ἀπαραίτητον μὲ τὸ δημοψήφισμα νὰ ἐμποδίσωμεν τοὺς ἀδιαλλάκτους καὶ δολίους νὰ παρασύρουν τὸ μεγαλύτερον μέρος τοῦ ἀντιπάλου ἡμῶν πολιτικοῦ κόσμου, εἰς ἐξακολούθησιν τοῦ ἀγῶνος παρὰ τὴν ἐπιθυμίαν του. Δὲν θὰ ἀκολουθήσω τὴν σειρὰν τῆς ὁμιλίας τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κερκύρας πληρεξουσίου, ἀλλὰ θὰ εἰσέλθω ἀμέσως εἰς τὰς λεπτομερείας τῶν ἐπικρίσεων, διὰ νὰ συνεχίσω κατόπιν τὴν ἀπάντησίν μου ἐπὶ τῶν γενικωτέρων παρατηρήσεών του. Εἶπε λοιπὸν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, εἰσερχόμενος εἰς τὰς λεπτομερείας τοῦ διατάγματος: Πῶς ἐμποδίζετε διὰ τῶν διατάξεων αὐτοῦ τὴν συζήτησιν περὶ τῶν καταδικαστικῶν ἀποφάσεων ἐπὶ ἐσχάτῃ προδοσίᾳ; Δὲν θὰ ἀγνοεῖτε, βεβαίως, ὅτι μία ἀπὸ τὰς ἀφορμὰς τῆς ἐμπαθοῦς ἀντιθέσεως εἶναι καὶ αἱ καταδικαστικαὶ τελευταῖαι ἀποφάσεις τὰς ὁποίας προεκάλεσεν ἡ Ἐπανάστασις. Ἐπιθυμοῦντες νὰ τεθῇ ἕνα τέρμα εἰς τὸν ἐμφύλιον διχασμὸν καὶ τὴν τυμβωρυχίαν, ἐνομίσαμεν ὅτι ἔπρεπε νὰ σταματίσωμεν τὴν θλιβερὰν αὐτὴν συζήτησιν. Ἡ λήθη πρέπει νὰ καλύψῃ τὸ παρελθὸν αὐτὸ καὶ ὅλοι νὰ ἀφιερωθῶμεν εἰς τὴν δημιουργίαν τοῦ μέλλοντος, ἐὰν θέλομεν πράγματι νὰ ἀναζωογονηθῇ ἡ Ἑλλάς. Δι’ αὐτὸν λοιπὸν τὸν λόγον εἴπομεν ὅτι περὶ τῶν καταδικαστικῶν ἐκείνων ἀποφάσεων δὲν πρέπει νὰ γίνῃ λόγος. Ἠπόρησεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κερκύρας συνάδελφος διατὶ ἠθελήσαμεν νὰ προστατεύσωμεν, νὰ λάβωμεν ἰδιαίτερα μέτρα ὑπὲρ τῶν προσφύγων οἱ ὁποῖοι τυγχάνουν τόσων περιποιήσεων ἐδῶ. Ἐλησμόνησεν ὁ κ. συνάδελφος ὅτι εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην ἠκούσθησαν αἱ φωναί, ὅτι ἐδῶ μέσα κατεβλήθη ἄλλοτε ἡ προσπάθεια νὰ σιγήσουν νὰ ἐκδιωχθοῦν οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς Θράκης καὶ ὅτι ἐναντίον τοῦ προσφυγικοῦ κόσμου, ὁ ὁποῖος ἐξ αἰτίας τῆς ἁμαρτωλοῦ τοῦ Κράτους πολιτικῆς κατεστράφη καὶ ἐζήτησε νὰ εὕρῃ ἄσυλον εἰς τὴν Πατρίδα, μωροί, μετεχειρίσθησαν μέσα δελεαστικὰ καὶ ἐκβιαστικὰ ὅπως τὸν ἐξαναγκάσουν νὰ μὴ ὑποστηρίξῃ τὸ πολίτευμα, τὸ ὁποῖον ἐφρόνει, ὅτι καὶ τὰς ἐλευθερίας του ἐξησφάλιζε καὶ τὸ αἴσθημά του ἱκανοποίει. Ἡ διάταξις δὲ αὕτη δὲν ἀποτελεῖ προνομιακὴν διάταξιν ὑπὲρ τῶν προσφύγων, διότι ἡ αὐτὴ τιμωρία ἐπιβάλλεται καὶ ἂν ἐκ μέρους τῶν προσφύγων, συστηματικῶς ἐκφέρονται ὕβρεις διότι δὲν πρόκειται περὶ μιᾶς τυχαίας ὕβρεως ἀλλὰ περὶ συστηματικῶν προσβολῶν. Ἠπόρησεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κερκύρας συνάδελφος διατὶ ὁμιλοῦμεν εἰς τὸ Διάταγμα καὶ περὶ θρησκείας. Δὲν ἀρνούμεθα ὅτι εἶναι δυνατὸν καὶ διὰ λόγους θρησκευτικοὺς νὰ ὑπάρξουν πολιτικὰ κόμματα, τὰ ὁποῖα ὅταν ἀνελευθέρως πιέζεται ἕν θρήσκευμα, δύνανται νὰ εἶναι προοδευτικὰ ἐνῷ σήμερον, ὅτε γενικῶς ἰσχύει ἡ ἀνεξιθρησκεία, τὰ θρησκευτικὰ κόμματα εἶναι κόμματα συντηρητικά. Ἡμεῖς δὲν ἀρνούμεθα λέγω, τοῦτο, οὐδὲ εἰς τὸ Διάταγμα ὑπάρχει διάταξις, ἡ ὁποία νὰ ἀπαγορεύει τὴν σύστασιν θρησκευτικοῦ κόμματος. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀπαγορεύει, εἶναι ἡ σύνδεσις τοῦ Πολιτεύματος μὲ τὴν θρησκείαν. Δὲν θὰ ἀγνοῇ βεβαίως ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κερκύρας συνάδελφος, ὅτι κατὰ τὸν ἀγῶνα τῆς κυρώσεως τοῦ δημοκρατικοῦ Πολιτεύματος ἔγινεν ἡ πλέον ἀνίερος, ἡ πλέον ἀσεβὴς ἐκμετάλλευσις προλήψεων καὶ θρησκευτικῶν πεποιθήσεων πρὸς πολιτικὴν κερδοσκοπίαν.
§51ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Ἀπὸ τὸν τέως πρόεδρον τοῦ Ἀρείου Πάγου τὸν Τζαγκρῆν μάλιστα, τὸ ἠξεύρει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν.
§52Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Τὸ πρᾶγμα δὲν θὰ εἶχε μεγάλην σημασίαν, ἂν ἡ τοιαύτη ἀνίερος ἐκμετάλλευσις τῆς θρησκείας δὲν ἠπείλει καὶ δὲν ἀπειλεῖ τὴν ἡσυχίαν τοῦ τόπου, διότι δὲν ἠμπορεῖ νὰ εἶναι ἀνεκτὸν νὰ μεταχειρίζεται μία πολιτικὴ μερὶς ἀθεμίτως τὴν θρησκείαν πρὸς κομματικὴν ἐκμετάλλευσιν, ἐνῷ αἱ προοδευτικαὶ πολιτικαὶ μερίδες δὲν καταδέχονται, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κάμουν τοιαύτην ἐκμετάλλευσιν, ἢ τοιαύτην ἀνάμιξιν τῆς θρησκείας εἰς τοὺς κομματικοὺς ἀγῶνας. Ὁ κ. ἐκ Κερκύρας συνάδελφος ἔφθασε καὶ μέχρι τοῦ σημείου νὰ μᾶς εἴπῃ ὅτι τὸ νὰ ἐμποδίσωμεν τοιαύτην ἐκμετάλλευσιν τῆς θρησκείας εἶναι πρᾶξις ὀπισθοδρομική, ἔφθασε νὰ μᾶς εἴπῃ ἀκόμη ὅτι ἀφ’ οὗ φανταζόμεθα ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ παρασυρθοῦν ἄνθρωποι διὰ τοιαύτης ἐκμεταλλεύσεως τῆς θρησκείας, πῶς φανταζόμεθα ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ στηριχθῇ ἡ Δημοκρατία; Ἀλλά, ἀξιότιμε ἐκ Κερκύρας, συνάδελφε δὲν πιστεύω ὅτι δύναται νὰ ὑποστηρίξῃ κανεὶς σοβαρῶς ὅτι εἰς ἕνα λαὸν πρέπει ὅλοι οἱ πολῖται νὰ εἶναι εἰς τὸ αὐτὸ ὕψος τῆς παιδεύσεως καὶ τῆς πολιτικῆς μορφώσεως. Ὑπάρχουν καὶ πολῖται, οἱ ὁποῖοι ἠμποροῦν νὰ παρασύρωνται. Καὶ χάριν τῆς προστασίας αὐτῶν τῶν πολιτῶν εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ λάβωμεν μέτρα, διότι παρόμοιαι ἐκμεταλλεύσεις, παρόμοιαι κολακεῖαι τῶν ἀδυναμιῶν τοῦ λαοῦ ὡδήγησαν τὴν Ἑλλάδα εἰς τὴν καταστροφήν. (Χειροκροτήματα). Εἴπατε ὅτι ἔπαθεν ἡ Ἑλλὰς ἐξ αἰτίας τῆς κακοδιοικήσεως. Ὄχι, κύριε συνάδελφε, ἔπαθε διότι εὑρέθησαν ἐπιτήδειοι ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἐξεμεταλλεύθησαν τὰς ἀδυναμίας καὶ τὴν ἀμάθειαν τοῦ λαοῦ. (Ἐπιδοκιμασίαι χειροκροτήματα). Καὶ ἔπαθεν ἀκόμη, διότι δὲν εὑρέθησαν ἀρκετοὶ ἀμερόληπτοι ἄνθρωποι, ἱστάμενοι εἰς τὸ μέσον τῶν δύο στρατοπέδων, οἱ ὁποῖοι νὰ προσπαθήσουν νὰ διαφωτίσουν τὸν λαόν. Καὶ θὰ ἤθελεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κερκύρας συνάδελφος, ὁ ὁποῖος δεικνύει τόσην μεγάλην εὐαισθησίαν διὰ τὸν σημερινὸν δῆθεν περιορισμὸν τῶν ἐλευθεριῶν, νὰ εἶχε κατὰ τὰς δυσκόλους περιστάσεις τοῦ ἐθνικοῦ βίου δείξῃ τὴν αὐτὴν εὐθιξίαν καὶ τὴν αὐτὴν συγκίνησιν, ὅταν καὶ αἱ ἐλευθερίαι ἐποδοπατοῦντο καὶ ἡ Ἑλλὰς ὡδηγεῖτο εἰς τὸν ὄλεθρον. (Χειροκροτήματα).
§53Κ. ΖΑΒΙΤΣΙΑΝΟΣ. Ἔδειξα, κ. Πρωθυπουργέ, ὅταν ἦλθον μάρτυς τῆς ὑπερασπίσεως ὑμῶν εἰς τὴν Λαμίαν.
§54ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Σᾶς εὐχαριστῶ, κύριε συνάδελφε, καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, διότι εἴχατε ὁμολογουμένως τὴν εὐγένειαν νὰ ἔλθετε ὡς μάρτυς εἰς τὴν Λαμίαν ἀλλὰ σᾶς συλλυποῦμαι, διότι τώρα νομίζετε ὅτι ἐξεπληρώσατε τὸ καθῆκόν σας ὡς πολιτευόμενος διὰ τῆς μεταβάσεώς σας ἐκείνης εἰς τὴν Λαμίαν, ὅταν ἡ Ἑλλὰς ἀσφαλῶς ὠθεῖτο εἰς τὸν ὄλεθρον καὶ τὸ ἐβλέπετε ὅτι ὠθεῖτο εἰς τὸν ὄλεθρον (χειροκροτήματα). Αὐτὴ ἡ οὐδετερότης τῶν ἀμερολήπτων ἀνθρώπων συνετέλεσεν ὄχι ὀλίγον εἰς τὸ νὰ μὴ ἐμποδισθῇ τὸ κακόν. Καὶ δι’ αὐτὸ οἱ ἀμερόληπτοι ἄνθρωποι ὡς πρόχειρον δικαιολογίαν εὑρίσκουν, ὅτι ἡ κακοδιοίκησις εἶναι ἐκείνη ἡ ὁποία προεκάλεσε τὴν καταστροφήν, ἡ κακοδιοίκησις, οἱ διωγμοὶ καὶ αἱ φυλακίσεις. Ἀλλὰ λησμονεῖτε, κύριε συνάδελφε, ὅτι ὅταν ἦλθεν ἡ Κυβέρνησις ἡ προσωρινὴ ἐκ Θεσσαλονίκης ἐδῶ, ὀλίγους μῆνας κατόπιν εἴχομεν στρατιωτικὰς στάσεις, εἴχομεν ἀποδείξεις ὅτι ὑπῆρχαν ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι εἰργάζοντο διὰ τὴν διάλυσιν τοῦ στρατεύματος, ἐνῷ ἡ Ἑλλὰς εὑρίσκετο εἰς ἐμπόλεμον κατάστασιν καὶ ἔπαιζε τὴν ὕπαρξίν της; (Ἐπιδοκιμασίαι). Ἠθέλατε τότε ὡς ὑπεύθυνος Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ὡδήγει τὴν Ἑλλάδα εἰς τὸν παγκόσμιον πόλεμον, χάριν τῶν προσωπικῶν δῆθεν ἐλευθεριῶν καὶ χάριν τῆς εὐθιξίας, τῆς ἰδικῆς σας, νὰ ἀφήσῃ ἐλευθέρους τοὺς προδότας ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι συνωμότουν καὶ ἀπειργάζοντο τὴν διάλυσιν τοῦ στρατοῦ καὶ τὴν καταστροφὴν τῆς Ἑλλάδος; (Χειροκροτήματα). Δὲν ἀρνοῦμαι ὅτι ἔγιναν τότε καὶ σφάλματα, ἀλλὰ τὰ σφάλματα ἦσαν ἀναγκαῖα, ἦσαν μοιραῖα τὴν ἐποχὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἐν ᾧ ἡ Ἑλλὰς διεξῆγεν ἕνα ἐξωτερικὸν πόλεμον, ἦτο ἠναγκασμένη νὰ διεξαγάγῃ ἕνα ἐσωτερικὸν ἐμφύλιον πόλεμον. Ὁ κ. συνάδελφος κατέκρινε τὴν ὕπαρξιν ἑνὸς στρατοδικείου· ἀλλ’ ἀκριβῶς ἡ σύστασις ἑνὸς στρατοδικείου ἀποδεικνύει διάθεσιν τῆς Κυβερνήσεως νὰ γίνῃ ἐφαρμογὴ τοῦ μέτρου τοῦ κατοχυρωτικοῦ μὲ τὸν πλέον ἐπιεικέστερον τρόπον. Ἀκριβῶς διὰ νὰ ἀποφευχθῇ ἡ χρησιμοποίησις τοῦ νόμου αὐτοῦ ἀπὸ ἀνθρώπους ἀσυνειδήτους, ἀπὸ ἀνθρώπους ἐμπαθεῖς, ὡρίσαμεν ὅτι μόνον ἕν δικαστήριον, καὶ αὐτὸ ἑδρεῦον εἰς τὰς Ἀθήνας, θὰ δικάζῃ τὰς ὑποθέσεις, διὰ νὰ εἶναι αὐστηρὸς ὁ ἔλεγχος τῶν παραβάσεων τοῦ νόμου καὶ διὰ νὰ μὴ συμβῇ ὅ,τι συνέβη ὄχι ἀπὸ δικαστήρια, ἀλλ’ ἀπὸ διοικητικὰ ὄργανα, κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν διοικητικῶν πράξεων· διότι διοικητικαὶ πράξεις καὶ ὄχι δικαστικαὶ ἀποφάσεις ἦσαν ἐκεῖναι, περὶ τῶν ὁποίων ὡμιλήσατε καὶ αἱ ὁποῖαι ἐφηρμόσθησαν κατὰ τὸ 1917–1920 χάριν προστασίας τοῦ καθεστῶτος ἐκείνου. Δὲν ἔχουν καμμίαν σχέσιν αἱ πράξεις ἐκεῖναι πρὸς τὴν σύστασιν ἑνὸς δικαστηρίου, τὸ ὁποῖον θὰ δικάσῃ παραβάσεις τυχὸν τοῦ Διατάγματος τούτου. Ὡμιλήσατε καὶ περὶ τῆς μορφῆς τοῦ δικαστηρίου. Ὁ σκοπὸς τοῦ νόμου καὶ αἱ ἐξαιρετικαὶ περιστάσεις ἐπέβαλλον τὴν σύστασιν ἰδιαιτέρου δικαστηρίου, διότι ὅ,τι ἐπιθυμοῦμεν δὲν ἦτο, ἐπαναλαμβάνω, νὰ σώσωμεν τὴν Δημοκρατίαν ἡ ὁποία δὲν κινδυνεύει, ἀλλὰ νὰ ἐπιδράσωμεν ψυχολογικῶς, ὥστε νὰ πάρουν τὸν καλὸν δρόμον ὅλοι οἱ πολῖται καὶ ὅλοι οἱ πολιτευόμενοι, τὸν δρόμον τῶν ἀγώνων τῶν πολιτικῶν, τῶν οὐσιαστικῶν τῶν ἐντὸς τοῦ πολιτεύματος, καὶ ὄχι τῶν ἀγώνων, τῶν ἀγόνων, τῶν ἀκάρπων, τῶν ὑπονομευτικῶν τοῦ πολιτεύματος. Καὶ διὰ νὰ ἔχωμεν αὐτὴν τὴν ψυχολογικὴν ἐπίδρασιν ἦτο ἀνάγκη ὑπάρξεως ἑνὸς δικαστηρίου, τὸ ὁποῖον νὰ παρέχῃ τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι δὲν θὰ καμφθῇ εὐκόλως ἀπὸ παρακλήσεις, ἀπὸ ἐπεμβάσεις, ἀπὸ ἱκεσίας. Ἰδοὺ ὁ λόγος διὰ τὸν ὁποῖον συνεστήθη ἰδιαίτερον δικαστήριον, τοῦ ὁποίου μετέχουν καὶ στρατιωτικοί. Θὰ εἴμεθα ἡμεῖς εὐτυχεῖς ἐὰν διὰ τῆς ἐξελίξεως τῶν πολιτικῶν πραγμάτων τῆς χώρας ἀποδειχθῇ ὅτι συνετίσθησαν πραγματικῶς, ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι, ἕως χθὲς ἐδείκνυον ὅτι ἕνα σκοπὸν ἔχουν, διὰ τῆς ὑποσκάψεως τοῦ ἐμφυλίου σπαραγμοῦ, νὰ ἀπολαμβάνουν κομματικὰ ὠφέλη. Ὁ κ. συνάδελφος ἤλεγξεν ἰδιαιτέρως καὶ ἡμᾶς διὰ τὴν πολιτικήν μας πορείαν. Εἶπεν ὅτι εἶναι σφάλμα ὅτι ἔγεινεν ἡ Δημοκρατία καὶ ἐκ τούτου δὲν ἐκπλήσσομαι δι’ ὅσα ἀνέπτυξεν ἀπὸ τοῦ βήματος. Ἔψεξεν ἡμᾶς ἀκόμη καὶ διότι ἐπιδιώκομεν τὴν ἐγκαθίδρυσιν τῆς Δημοκρατίας πρὸ τῶν ἐκλογῶν. Τὴν γνώμην μου περὶ τούτου ἀνέπτυξα ἄλλοτε ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ καὶ ἐξακολουθῶ νὰ πιστεύω ὅτι σφάλμα ὑπῆρξεν ὅτι δὲν ἔγινε ἀποδεκτὴ ἡ ἰδική μας γνώμη διότι τότε θὰ εἴχομεν μεγάλην οἰκονομίαν χρόνου. Αἱ προρρήσεις μας ἀπεδείχθησαν ἀκριβεῖς. Γνωρίζομεν ὅτι εἰς τὸ βάθος δὲν ὑπῆρξεν σοβαρὰ ἀντίδρασις κατὰ τοῦ Δημοκρατικοῦ πολιτεύματος καὶ ὅτι ἔπρεπε νὰ γίνῃ μία ἐγχείρησις διὰ νὰ γίνῃ ἀσπαστὸν ἀπὸ τὴν μεγάλην πλειονότητα τοῦ λαοῦ. Ἐὰν ἐγένετο τοῦτο συμφώνως πρὸς τὴν γνώμην μας τότε, σήμερον θὰ παρεκάθηντο εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν ὄχι μόνον κατὰ πλειοψηφίαν σχεδὸν τὰ Δημοκρατικὰ κόμματα, ἀλλὰ καὶ τὰ κόμματα τοῦ ἀντιθέτου κόσμου. Ἰδοὺ τὸ ἐλάττωμα τῆς μὴ ἀποδοχῆς τῶν ἰδικῶν μας γνωμῶν. Σήμερον θὰ εἴχομεν καὶ τὴν Δημοκρατίαν καὶ ὁμαλώτερον πολιτικὸν βίον· καὶ δὲν θὰ εὑρίσκετο εἰς τὴν ἀνάγκην ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κερκύρας συνάδελφος, χάριν ἐξομαλύνσεως τοῦ πολιτικοῦ βίου, νὰ ζητῇ ὅπως ἐζήτησε τὴν ἄλλην φοράν, ἄμεσον ἐνέργειαν ἐκλογῶν. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κερκύρας συνάδελφος εἶπεν ὅτι ἡμεῖς ἄλλα ἐκηρύτταμεν ἐκτὸς τῆς ἐξουσίας καὶ ἄλλα ἐπράξαμεν ὅταν μᾶς ἐνεπιστεύθησαν αὐτό. Ἀλλὰ καὶ εἰς αὐτὸ σφάλλει. Σφάλλει διότι ἡμεῖς ἐὰν ἐψέξαμεν τὰς συμφιλιωτικὰς προσπαθείας τῶν προκατόχων Κυβερνήσεων τὸ ἐκάμαμεν, διότι δὲν ἐστηρίζοντο εἰς τὴν προϋπόθεσιν τῆς ἀναγνωρίσεως τῆς Δημοκρατίας. Ἐκάμαμεν καὶ ἡμεῖς συμφιλιωτικὰς προσπαθείας, ἀλλὰ μὲ τὴν ἄμεσον προϋπόθεσιν τῆς ἀναγνωρίσεως τῆς Δημοκρατίας καὶ γνωρίζετε πολὺ καλὰ ποίας προτάσεις ἐκάμαμεν εἰς τοὺς ἀντιπάλους μας. Τοὺς εἴπομεν ἐλᾶτε νὰ κάμωμεν μαζὺ τὴν Δημοκρατίαν, εἴμεθα πρόθυμοι νὰ κάμωμεν ὑποχωρήσεις. Αὐτοῦ τοῦ εἴδους αἱ προτάσεις εἶναι πολὺ διαφορετικαὶ ἀπὸ τὰς ἄλλας προτάσεις τῶν προκατόχων Κυβερνήσεων καὶ δὲν δεικνύουν καμμίαν παλινῳδίαν ἡμῶν, οἱ ὁποῖοι ἄλλοτε ἐψέξαμεν ὑποχωρήσεις χωρὶς ἐκ τῶν προτέρων, αἱ ὑποχωρήσεις αὐταὶ νὰ βασίζωνται εἰς τὴν καθιέρωσιν τοῦ Δημοκρατικοῦ Πολιτεύματος. Ἀλλ’ εἶναι ἐντελῶς ἄσκοπον νὰ γίνεται περὶ αὐτοῦ τοῦ πράγματος συζήτησις, διότι ἡ ἐξέλιξις ἀπέδειξεν ὅτι εἴχομεν ἀπολύτως δίκαιον, ἰσχυριζόμενοι καὶ λέγοντες ὅτι ἔπρεπεν ἡ Συνέλευσις νὰ λάβῃ τὰς δεούσας ἀποφάσεις καὶ νὰ γίνῃ ὁ φωτεινὸς ὁδηγὸς τοῦ λαοῦ εἰς τὸν ἀγῶνα τῆς κυρώσεως τοῦ νέου πολιτεύματος. Εἴχομεν δίκαιον ἀκόμη λέγοντες ὅτι ἐὰν καθιερωθῇ ἡ Δημοκρατία θὰ καταπαύσουν τὰ πάθη καὶ θὰ διευκολυνθῇ ἡ συμφιλίωσις τοῦ λαοῦ, καὶ ἂν ὑπάρχουν οἱ ἐμποδίζοντες αὐτὴν εἶναι ἐλάχιστοι πολιτευόμενοι ἢ δημοσιογράφοι ἴσως οἱ ὁποῖοι ἐπαναλαμβάνω μόνον διὰ τοῦ ἐμφυλίου διχασμοῦ νομίζουν ὅτι μπορεῖ νὰ ἀποκομίσουν κομματικὰ ὀφέλη. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κερκύρας συνάδελφος προέβη ἀκόμη περαιτέρω, ἠθέλησε καὶ οὐσιαστικῶς, τρόπον τινά, νὰ κρίνῃ τὴν Δημοκρατικὴν κίνησιν. Εἶπεν ὅτι ἐπήγασεν ἡ Δημοκρατικὴ κίνησις ἐξ ἑνὸς γεγονότος τῆς συμπεριφορᾶς τοῦ Κωνσταντίνου καὶ ἠθέλησε τρόπον τινὰ νὰ ἀποδώσῃ προσωπικὸν χαρακτῆρα εἰς τὴν Δημοκρατικὴν κίνησιν. Ἡ Δημοκρατικὴ κίνησις, ἀξιότιμε ἐκ Κερκύρας συνάδελφε, ἦτο ἀποτέλεσμα ἀναγκαῖον ἑνὸς ἀγῶνος, ἑνὸς ἀγῶνος ἀρχῶν εἰς τὸν τόπον αὐτόν· τῆς ἀρχῆς ἀπὸ τὸ ἓν μέρος ὅτι ἔπρεπε ὑπεράνω παντὸς συμφέροντος, ὑπεράνω τῆς σωτηρίας τῆς πατρίδος, ὑπεράνω τῶν ἐθνικῶν δικαίων, νὰ τεθῇ τὸ συμφέρον τὸ ἡγεμονικὸν καὶ ἡ θέλησις τοῦ ἡγεμόνος, καὶ τῆς ἀρχῆς ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος, ὅτι ἡ σωτηρία τοῦ συνόλου κεῖται ὑπεράνω ὅλων. Καὶ ἂν οἱ πρίγκηπες καὶ αἱ πριγκήπισσαι ποῦ ἀνεφέρατε δὲν εἶναι ἐξ ἴσου ὑπεύθυνοι μὲ τὸν Κωνσταντῖνον διὰ τὴν καταστροφήν, ἔπρεπε ὅμως νὰ γίνῃ ὁ ἠθικὸς καθαρμὸς εἰς τὸν τόπον αὐτόν, ἵνα μὴ εὑρεθῇ ποτὲ κανεὶς εἰς τὸ μέλλον νὰ ὀρθώσῃ τὸ ἀνάστημά του ὑπεράνω τοῦ ἐθνικοῦ συμφέροντος καὶ τῆς σωτηρίας τῆς Ἑλλάδος. Ὑπῆρχεν ἀνάγκη ἑνὸς ἠθικοῦ ἐξαγνισμοῦ, καὶ ἀνάγκη ἐξασφαλίσεως τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ λαοῦ· εἶναι δὲ εὐτύχημα ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς συνησθάνθη βαθύτατα τὴν ἀνάγκην αὐτὴν καὶ παρ’ ὅλας τὰς προσπαθείας, παρ’ ὅλας τὰς ἐκμεταλλεύσεις τῆς θρησκείας καὶ τὰς διαδόσεις ὅτι ἐκινδύνευεν ἡ Ἑλλὰς νὰ ἐμπλακῇ εἰς πόλεμον, ἐὰν κατέλυε μίαν δυναστείαν ἁμαρτωλόν, μὲ τὴν ψῆφον του καθιέρωσε τὴν Δημοκρατίαν, ἡ ὁποία τοῦ ἐξασφαλίζει τὴν ἐλευθερίαν καὶ τοῦ ἱκανοποιεῖ τὴν τιμήν. Εἴπατε ὅτι ἔχει ἀνάγκην ἡ Δημοκρατία καλῆς διοικήσεως. Εἴμεθα ἀπολύτως σύμφωνοι, ἀλλὰ πρὸ παντὸς ἡ Δημοκρατία ἔχει ἀνάγκην ἐναρέτων ἀνδρῶν, τιμίων πολιτῶν, οἱ ὁποῖοι δὲν κατατρίβονται εἰς τὰ μικρά, ἀλλὰ βλέπουν εἰς τὴν οὐσίαν καὶ τὸ συμφέρον τοῦ συνόλου καὶ θυσιάζονται χάρις αὐτῶν. (Χειροκροτήματα).
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτομεν ἐπὶ πέντε λεπτὰ (ὥρα 8 μεταμεσημβρίαν).
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. (Ὥρᾳ 10 μ. μ.) Ὁ κ. Σοφούλης ἔχει τὸν λόγον.
§57Θ. ΣΟΦΟΥΛΗΣ. Εἶναι προφανές, κύριοι, ὅτι ἡ Συνέλευσις καταρτίσασα τὸ ψήφισμα τῆς 25 Μαρτίου, εἶχε κυρίως ὑπ’ ὄψει τὴν ὑφισταμένην ἀνώμαλον κατάστασιν τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, καὶ ἐπέτρεψε κατὰ τὴν ἀπουσίαν αὐτῆς τὴν ἔκδοσιν νομοθετικῶν διαταγμάτων ἀποβλεπόντων κυρίως εἰς τὴν θεραπείαν ἐπειγούσης ἀνάγκης. Καὶ οἱ φρονοῦντες ὅμως ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔδωκεν ἑρμηνείαν εὐρυτέραν εἰς τὸ ψήφισμα τοῦτο τῆς Συνελεύσεως καὶ μεγαλειτέραν ἔκτασιν εἰς τὴν παρεχομένην δι’ αὐτοῦ ἐξουσίαν, ὀφείλουν νὰ ὁμολογήσουν ὅτι ἡ ἔκδοσις τοῦ διατάγματος τούτου καὶ ἂν θεωρηθῇ ὡς μὴ ἀνταποκρινομένη πρὸς τὴν ἔννοιαν τοῦ ψηφίσματος, πάντως ὅμως εἶναι σύμφωνος πρὸς τὸ γράμμα αὐτοῦ, καὶ κατὰ συνέπειαν ἡ Κυβέρνησις εὑρίσκεται ἐν πλήρει τυπικῶς τάξει. Ὅσοι ὅμως θέτουν τὴν οὐσίαν ὑπεράνω τῶν τύπων, δὲν δύνανται νὰ ἐπιδοκιμάσουν τὴν στάσιν τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία κατωχυρωμένη καὶ αὐτὴ ὄπισθεν ἑνὸς τυπικοῦ δικαιώματος, ἀρνεῖται νὰ φέρῃ ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Συνελεύσεως διάταγμα τοιαύτας σπουδαιότητος καὶ τοιαύτης σημασίας, δυνάμενον νὰ ἀσκήσῃ γενικωτέραν καὶ βαθυτέραν ἐπίδρασιν ἐπὶ τῆς καθόλου πολιτικῆς ἐξελίξεως τῆς χώρας, διάταγμα, τὸ περιεχόμενον τοῦ ὁποίου ἴσως ὤφειλε νὰ ἀποτελέσῃ μᾶλλον ἀντικείμενον αὐτῆς τῆς Συντακτικῆς ἐργασίας τῆς Συνελεύσεως.
§58Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Ἄν ἐνθυμεῖσθε, εἶπον ὅτι ἐὰν ἐκ τῆς συζητήσεως προκύψῃ καὶ πεισθῶμεν καὶ ἡμεῖς, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ διατυπωθῇ ἐπὶ τὸ φιλελευθερώτερον τὸ νομοθετικὸν διάταγμα, δὲν θὰ εἴχομεν ἀντίρρησιν νὰ ὑποβάλωμεν τροπολογίαν τοῦ διατάγματος, δηλαδὴ κατ’ οὐσίαν θὰ συζητήσωμεν τὸ νομοθετικὸν διάταγμα. Ἀλλὰ διὰ νὰ γίνῃ αὐτὸ πρέπει καὶ ἡμεῖς νὰ πεισθῶμεν ὅτι εἶναι σκόπιμον καὶ συμφέρον νὰ γίνουν τοιαῦται τροπολογίαι.
§59Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Λυποῦμαι διότι εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ διακόψω τὸν ἀγορεύοντα, διὰ νὰ ἐρωτήσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἐὰν ἤδη δὲν ἐπείσθη ἐκ τῆς συζητήσεως ὅτι ὀρθώτερον θὰ ἦτο νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν κρίσιν τῆς Συνελεύσεως τὸ Διάταγμα τοῦτο.
§60Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Ἡμεῖς δεχόμεθα ἕνα ἄλλο, νὰ ὑποβάλωμεν ψήφισμα κυρώσεως τοῦ διατάγματος ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς τροποποιήσεως αὐτοῦ διὰ τῆς κανονικῆς ὁδοῦ.
§61Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Διατὶ νὰ μὴ ὑποβληθῇ τὸ ἴδιον; Διατὶ αὐτὸς ὁ τύπος ὁ περίεργος; Διατὶ νὰ μὴ ὑποβληθῇ ὅπως ὑπεβλήθη καὶ εἰς τὴν Γερμανίαν;
§62Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Ἐὰν πρόκειται νὰ εἰσαχθῇ τὸ διάταγμα αὐτὸ διὰ τὸ ὁποῖον ἐδώσαμεν ἐξουσιοδότησιν νὰ ἐκδοθῇ, θὰ εἶναι ἀνακολουθία τῆς Συνελεύσεως, νὰ τὸ εἰσαγάγῃ πάλιν. Τὰ νομοθετικὰ διατάγματα γίνονται κατ’ ἐξουσιοδότησιν καὶ δὲν εἶναι ἀνάγκη ἐγκρίσεως τῆς Συνελεύσεως, ἀλλὰ μετὰ τὴν ἐξουσιοδότησιν νὰ ἔρχωνται καὶ νὰ ζητοῦν ἔγκρισιν, τοῦτο εἶναι ἀνακόλουθον. Ἡμεῖς δὲν δυνάμεθα νὰ ἀκολουθήσωμεν τὸν δρόμον αὐτόν, διότι τότε σκάπτωμεν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἐγκαθίδρυσε.
§63Θ. ΣΟΦΟΥΛΗΣ. Μετὰ τὰς δηλώσεις τοῦ κ. Προέδρου Κυβερνήσεως, ὅτι εἶναι πρόθυμος νὰ ὑποβάλῃ ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Συνελεύσεως καὶ νὰ ἀποδεχθῇ πᾶσαν δυνατὴν τροπολογίαν, χαίρω πολύ, διότι εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ συντομεύσω τὸν λόγον μου καὶ νὰ μὴ καταπονήσω τὴν Βουλὴν εἰς αὐτὴν τὴν ὥραν.
§64Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Θὰ εἴμεθα ὑποχρεωμένοι.
§65Θ. ΣΟΦΟΥΛΗΣ. Δύναμαι μόνον τὴν γνώμην μου νὰ εἴπω περὶ τῆς ἀνάγκης καὶ τῆς χρησιμότητος τοῦ Διατάγματος αὐτοῦ. Βεβαίως δὲν ἀποκρούω κατ’ ἀρχὴν τὸ Διάταγμα τοῦτο προωρισμένον πρὸς προστασίαν τοῦ Πολιτεύματος οὔτε συμμερίζομαι τὴν γνώμην ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι φρονοῦσιν ὅτι τοῦ θὰ εἶχεν ἀντίθετον ἀποτέλεσμα πρὸς τὸν ἐπιδιωκόμενον σκοπόν, διότι θὰ ἐπισείεται διαρκῶς ὡς μία ἀπειλὴ συντελοῦσα ὄχι τόσον εἰς τὸν κατευνασμὸν τῶν παθῶν, ἀλλὰ τοὐναντίον εἰς τὴν παρώξυνσιν καὶ διαιώνισιν τῆς ἐχθρότητος. Ὁ πατριωτισμὸς τῶν Ἑλλήνων τὸν ὁποῖον ἐπεκαλέσθησαν καὶ οἱ ἱδρυταὶ τῆς Ἑλληνικῆς ἀνεξαρτησίας κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ πρώτου Καταστατικοῦ Χάρτου ἀποτελεῖ βεβαίως τὴν μόνην ἀληθῆ ἐγγύησιν καὶ ἀσφάλειαν τοῦ Πολιτεύματος. Ἀλλ’ ἀκριβῶς οἱ προστατευτικοὶ αὐτοὶ νόμοι αὐτὸν τὸ σκοπὸν ἔχουσι, κυρίως νὰ διαφυλάττουν τὸν πατριωτισμὸν τοῦ πολίτου, ἀπὸ πάσης συκοφαντικῆς προσπαθείας πρὸς παραπλάνησιν, συσκότησιν καὶ διαστροφήν. Καὶ ἀλλαχοῦ παρ’ ἄλλων λαῶν μᾶλλον προηγμένων εἰς τὴν πολιτικὴν ἀνατροφήν, καὶ μᾶλλον ἐξοικειωμένων πρὸς τὰς πολιτικὰς ἐλευθερίας ἐθεωρήθη ὡς μία ἀπαραίτητος ἱστορικὴ ἀνάγκη, ἡ ὕπαρξις εἰδικῶν νόμων καὶ εἰδικοῦ δικαστηρίου πρὸς προστασίαν τοῦ πολιτεύματος, ἔτι δὲ μᾶλλον παρίσταται ἐπιβλητικὴ ἡ ἀνάγκη αὕτη παρ’ ἡμῖν. Διότι ὀφείλομεν νὰ ὁμολογήσωμεν δυστυχῶς, ὅτι τὸ μεγαλείτερον ἐλάττωμα τῆς φυλῆς ἡμῶν, ἀφ’ ὅτου ὑπάρχει Ἑλλάς, ἦτο καὶ εἶναι τὸ πνεῦμα τὸ φατριαστικόν, τὸ ὁποῖον ἐκδηλούμενον κατὰ περιόδους κρισίμους τῆς Ἐθνικῆς ζωῆς μας εἰς ὁρμὴν καὶ ἀδιαλλαξίαν ἀποβαίνει κυριαρχοῦν πάθος καθυπατάσσον κάθε ἄλλο αἴσθημα καὶ καθῆκον. Ἕνεκα τούτου θεωρῶ στοιχειώδους προνοίας ἔργον, τὴν περιφρούρησιν τοῦ Πολιτεύματος διὰ προστατευτικῶν νόμων ἀναλόγων πρὸς τὰ πολιτικὰ ἤθη καὶ τὸν χαρακτῆρα ἡμῶν. Ἐπαναλαμβάνω ὅτι δὲν ἀποδοκιμάζω κατ’ ἀρχὴν τὸ Διάταγμα, ἀλλὰ τὴν ὑπερμέτρως ἐσπευσμένην ἐνέργειαν μεθ’ ἧς προέβη ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν ἔκδοσιν αὐτοῦ. Μία τοιαύτη σπουδή, προεξοφλοῦσα τὴν γνώμην τῆς Συνελεύσεως, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ δικαιολογηθῇ ἐὰν ἀπειλεῖτο ἄμεσος κίνδυνος διαταράξεως τῆς ἡσυχίας· ἀλλ’ εὐτυχῶς ἡ Πολιτειακὴ μεταβολὴ ἐπῆλθε κατὰ τὸν ὁμαλώτατον τρόπον. Δὲν συνετελέσθη διὰ βιαίας ἀνατροπῆς, ὥστε νὰ ἀπειλεῖται καὶ κίνδυνος βιαίας ἀντιδράσεως, δὲν συνετελέσθη κἂν ἡ μεταβολὴ τοῦ Πολιτεύματος διὰ τῆς ἁπλῆς ψήφου τῆς λαϊκῆς ἀντιπροσωπείας, ὥστε νὰ ὑπόκειται εἰς ἀμφισβήτησιν τὸ κῦρος αὐτῆς, ἀλλὰ ἦτο αὑτὴ αὕτη ἡ θέλησις τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἡ πανηγυρικῶς ἐκδηλωθεῖσα. Ἀλλὰ πλὴν τούτου πλὴν τῆς ὑπερμέτρου αὐτῆς σπουδῆς, καὶ τὸ περιεχόμενον τοῦ Διατάγματος δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τύχῃ τῆς γενικῆς ἐπιδοκιμασίας καθ’ ὅλας αὐτοῦ τὰς λεπτομερείας. Μετὰ τὰς δηλώσεις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἐπιφυλάσσομαι νὰ λάβω τὸν λόγον ἐπ’ αὐτοῦ κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Διατάγματος, ἀρκοῦμαι μόνον σήμερον νὰ τονίσω ὅτι τὸ σημεῖον τὸ ὁποῖον περισσότερον παντὸς ἄλλου προσέκρουσε καὶ εἰς τὸ ἰδικόν μου αἴσθημα, εἶναι ὅτι ἀνατίθεται ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ Διατάγματος εἰς τὰ στρατιωτικὰ δικαστήρια. Κύριοι, ἴσως ὑπὲρ πάντα ἄλλον ἐκ τῶν πληρεξουσίων τῶν μὴ στρατιωτικῶν, ἔχω τὴν ψυχὴν καὶ ἐγὼ στρατιωτικὴν καὶ πρὸς τὸν στρατὸν στρέφονται καὶ αἱ προτιμήσεις μου καὶ αἱ ἐκτιμήσεις μου. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν μὲ ἐμποδίζει νὰ ὁμολογήσω ὅτι τὸ στρατιωτικὸν πνεῦμα καὶ αἱ ὑπέροχοι στρατιωτικαὶ ἀρεταί, τὰς ὁποίας τόσον θαυμάζω, δὲν ἀποτελοῦν καὶ ἐπιτήδεια ἐφόδια δυνάμενα νὰ ἐξασφαλίσουν τὸν ἐπιτυχῆ χειρισμὸν τοιαύτης φύσεως νόμων, τῶν ὁποίων ἡ ἐφαρμογὴ ἀπαιτεῖ ἐκτάκτως λεπτὴν πολιτικὴν ἀντίληψιν καὶ ψυχολογικὴν καὶ κοινωνικήν.
§66Θ. ΠΑΓΚΑΛΟΣ (Ὑπουργὸς Ἐννόμου Τάξεως). Τὰ στρατοδικεῖα εἰς τὰ 1917 ἔσωσαν τὴν κατάστασιν.
§67Θ. ΣΟΦΟΥΛΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ἐὰν δὲ τὰ κοινὰ δικαστήρια, τὰ πολιτικά, εὐλόγως θεωροῦνται ὡς ἀκατάλληλα διὰ τὸν κίνδυνον τῆς ὑπερβολικῆς ἐπιεικείας, νομίζω ὅτι τὸ στρατιωτικὸν δικαστήριον ἐμφανίζει ἐξ ἀντιθέτου τὸν μεγαλύτερον κίνδυνον τῆς ὑπερβολικῆς αὐστηρότητος, ἡ ὁποία ὑπερβαίνουσα ὡρισμένον τι μέτρον, δύναται νὰ θέση ἐν ἀμφιβόλῳ καὶ αὐτὴν τὴν ἐλευθερίαν τῆς σκέψεως καὶ τοῦ λόγου. Τὸ συμπέρασμα εἶναι ὅτι κατ’ ἀπαραίτητον ἀνάγκην ὀφείλει τὸ διάταγμα νὰ ὑποβληθῇ ὑπὸ τὸν ἔλεγχον μιᾶς εὐρυτέρας συζητήσεως καὶ μιᾶς λεπτομεροῦς ἐξονυχίσεως. Παρ’ ὅλην δὲ τὴν σημασίαν ἣν ἀποδίδομεν εἰς τὴν χρησιμότητα καὶ τὴν ἀνάγκην τοῦ προστατευτικοῦ τούτου μέτρου ὑπὲρ τοῦ πολιτεύματος, δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν, ὅπως εἶπε πρὸ ὀλίγου καὶ ὁ ἐκ Κερκύρας ἀξιότιμος συνάδελφος, ὅτι ἐὰν ἐπαγιώθη τὸ Δημοκρατικὸν πολίτευμα δὲν ὀφείλεται κυρίως εἰς τὴν ὕπαρξιν καὶ τὴν καλὴν λειτουργίαν τοιούτων νόμων, παρὰ εἰς τὴν εὐόδωσιν τοῦ ἔργου τῆς Δημοκρατίας. Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς καθιέρωσε τὸ πολίτευμα τὸ δημοκρατικὸν ἐπὶ τῇ προσδοκίᾳ μιᾶς βελτιώσεως τῆς τύχης αὐτοῦ, ἐπὶ τῇ προσδοκίᾳ ἑνὸς εὐτυχεστέρου μέλλοντος, ὅταν δὲ αἱ ἐλπίδες τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ πραγματοποιηθῶσι διὰ μιᾶς νέας διοικήσεως, ἐμπνεομένης ὑπὸ ἀδόλου δημοκρατικοῦ πνεύματος, ἡ προσδοκία τότε ἡ σημερινὴ θὰ καταστῇ σταθερὰ πίστις καὶ στοργὴ πρὸς τὴν Δημοκρατίαν καὶ τὸ λαϊκὸν αὐτὸ αἴσθημα θ’ ἀποτελέσῃ τὸ ἀσφαλέστατον κατοχύρωμα, τὸ ὁποῖον θὰ καταστήσῃ τὸ δημοκρατικὸν ἡμῶν πολίτευμα ἀδιάσειστον καὶ ἀπρόσβλητον ἀπὸ πάσης κακοβούλου ἀποπείρας.
§68ΑΝΔΡ. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ὁ μακρὸς πόλεμος, πλὴν τῶν ἄλλων ἀποτελεσμάτων τὰ ὁποῖα εἶχεν, εἶχε καὶ τοῦτο, ὅτι υἱοθετήθησαν εἰς τὸν καθ’ ἡμέραν βίον, εἰς ὅλους τοὺς λαούς, λέξεις καθαρῶς στρατιωτικαί. Τοῦτο καὶ παρ’ ἡμῖν συνέβη. Εἴδομεν τὴν λέξιν «συγκρότημα», τὴν λέξιν «παράταξις», τὴν λέξιν «τορπίλλη»· Βλέπομεν καὶ τώρα τὴν λέξιν «κατοχύρωσις», «κατοχυρωτικόν». Δὲν ἠξεύρω ἂν εἶναι διὰ τὸ καλὸν ἢ τὸ κακὸν τῆς γλωσσικῆς προόδου ἡ υἱοθέτησις τοιούτων λέξεων. Ἀλλὰ γνωρίζω ὅτι ἂν τὸ διάταγμα δὲν εἰσήγετο μὲ τὴν πομπώδη αὐτὴν λέξιν «τὸ κατοχυρωτικὸν τῆς Δημοκρατίας διάταγμα», παριστάνον οἱονεὶ ἓν μέσον, ἕνα τόπον, ἓν κέντρον, μίαν ἰδέαν κινδυνεύουσαν καὶ χρήζουσαν κατοχυρώσεως, ὑποθέτω ὅτι καὶ ἡ ἐκτὸς τῆς Συνελεύσεως συζήτησις καὶ ἡ ἐντὸς αὐτῆς θὰ ἦτο περιωρισμένη περισσότερον ἐντὸς τῶν ἐπιστημονικῶν ὁρίων, τὰ ὁποῖα χαρακτηρίζουν πραγματικῶς τὸ θέμα. Ὅταν εἶδον καὶ ἐγὼ τὸ διάταγμα, ἠθέλησα νὰ ἐξετάσω κατὰ πόσον τὸ διάταγμα τοῦτο εἰσάγει καινοτόμους διατάξεις. Καὶ πρῶτον ἠθέλησα νὰ ἴδω κατὰ τί καινοτομεῖ ἐπὶ τοῦ ὑφισταμένου ἑλληνικοῦ νομοθετικοῦ καθεστῶτος. Προχείρως δὲ ἐρωτηθεὶς ἀπὸ ἀντιπρόσωπον τοῦ τύπου καὶ χωρὶς νὰ ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου τὰ κείμενα εἶπον: Διατελῶ ὑπὸ τὴν ἐντύπωσιν ὅτι ὑπάρχει ἤδη διάταξις προστατεύουσα τὸ καθεστώς. Κατόπιν εὗρον τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 150 ἐπὶ παραδείγματι τοῦ ὑπάρχοντος ποινικοῦ Νόμου, ἡ ὁποία τιμωρεῖ μὲ φυλάκισιν ἑνὸς μηνὸς ἢ ἑνὸς ἔτους ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος εἰς δημοσίαν συνέλευσιν ἢ εἰς δημόσιον τόπον—παρακαλῶ ἰδιαιτέρως νὰ προσέξωμεν τὴν λέξιν τῆς δημοσιότητος — ἢ δημοσίᾳ ἀναγράφει ἢ παριστᾶ, λοιδορεῖ, χλευάζει πρῶτον τὸ πολίτευμα αὐτοῦ, τὰς ἀρχὰς αὐτοῦ, τοὺς ἀπαρτίζοντας τὸ πολίτευμα νόμους ἢ προσπαθεῖ ἢ ζητεῖ νὰ τὰ ἀνατρέψῃ· καὶ ὑπάρχουσι καὶ ἄλλαι τινές ἕτεραι διατάξεις. Εἶπον μήπως ἆρά γε ἡ διάταξις αὕτη τοῦ τέως νομοθετικοῦ καθεστῶτος εἶναι ἐξαιρετικὴ εἰς τὸν Ἑλληνικὸν ποινικὸν κώδικα, ἀποτέλεσμα τῆς Βαυαροκρατίας τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, καὶ ἠθέλησα νὰ προστρέξω εἰς ἄλλον νόμον. Εὗρον εἰς τὸν Ἰταλικὸν Νόμον τὸν ἰσχύοντα κατὰ τὸ νομοσχέδιον τοῦ διασήμου Πρωθυπουργοῦ τῆς Ἰταλίας τοῦ ποινικολόγου Τζαρτίζι μίαν διάταξιν προστατεύουσαν τὸ πρόσωπον τοῦ Βασιλέως, πρόκειται περὶ βασιλέως καὶ ὑπάρχει παντοῦ. Ἀλλ’ ἄλλη: «ὅστις δημοσίᾳ λοιδορεῖ τὴν Γερουσίαν ἢ τὴν Βουλὴν τιμωρεῖται μὲ φυλάκισιν ἑνὸς ἕως δέκα μηνῶν καὶ μὲ χρηματικὴν ποινὴν τόσων λιρεττῶν, ὅστις δημοσίᾳ λοιδωρεῖ τοὺς συνταγματικοὺς θεσμοὺς τοῦ Κράτους διὰ φυλακίσεως ἕως ἕξ μηνῶν. Ὀφείλω νὰ σᾶς εἴπω ὅτι παλαιότατα ἴσχυε καὶ ὡς διάταξις, διάταξις τοῦ 1848, κατὰ τὴν ὁποίαν καὶ ὅστις ἁπλῶς ἐπετίθετο κατὰ τοῦ πολιτεύματος ἐτιμωρεῖτο, ἀλλὰ κατόπιν ὀρθότατα εἶπεν ὅστις δημοσίᾳ ἤθελε λοιδορήσῃ ἢ δυσφημίσῃ τὸ πολίτευμα. Εἰς τὴν Γαλλίαν ἔχουσι τὴν διάταξιν τὴν ἐπὶ Ναπολέοντος εἰσαχθεῖσαν τὴν διάταξιν δηλαδὴ τοῦ 1853, ἐθεώρησαν δὲ περιττὸν ἵνα τὴν μεταβάλλουν, διότι ἡ νομολογία ἐδέχθη ὅτι αὐτὴ ἐφαρμόζεται εἰς κάθε καθεστώς, ἄρα καὶ διὰ τὸ δημοκρατικὸν καθεστώς. Εἰς τὸ Βέλγιον ἐπίσης τὸ ἄρθρον 104 τοῦ κώδικος προνοεῖ περὶ αὐτοῦ. Ὁ Γερμανικὸς καὶ ὁ Αὐστριακὸς κῶδιξ εἶχον διατάξεις, αἱ ὁποῖαι ἐπρονόουν πρὸ παντὸς μέν, διότι ἦσαν μοναρχικὰ τὰ πολιτεύματα, περὶ τῆς προστασίας τοῦ προσώπου τοῦ αὐτοκράτορος ἀλλὰ καὶ περὶ τῶν θεσμῶν. Καθ’ ἑαυτὴν λοιπὸν ἡ ἀρχὴ περὶ τῆς ἀντικαταστάσεως τῶν ὑπαρχόντων ἄρθρων δι’ ἄλλων δὲν δύναται νὰ συζητηθῇ. Δυνάμεθα νὰ συζητήσωμεν ἐπὶ τῶν λεπτομερειῶν νὰ ἴδωμεν ἂν τὸ ἓν ἄρθρον πρέπει νὰ διατυπωθῇ οὕτως, τὸ ἄλλο, ἄλλως, ἢ ἂν πρέπει νὰ ἐξοβελισθῇ ἡ διάταξις ἡ ἀφορῶσα τυχὸν τὴν ἐκμετάλλευσιν τῆς θρησκείας ἢ ἄλλη τις διάταξις. Κατ’ ἀρχὴν εἴμεθα ὅλοι σύμφωνοι· τὸ ὑπόλοιπον εἶναι ζήτημα ἐπιστημονικῆς διατυπώσεως. Ἐρωτᾶται τώρα, τὸ περιεχόμενον τῆς ἐπερωτήσεως εἶναι τοῦτο: Διατί ἡ Κυβέρνησις δὲν προσήγαγε πρὸς κύρωσιν τὸ διάταγμα. Ἡ Κυβέρνησις ὤφειλε νὰ τὸ προσαγάγῃ πρὸς κύρωσιν ἂν τὸ διάταγμα ὑπερέβαινε τὰ ὅρια τῆς δοθείσης ἐντολῆς. Ἡ δοθεῖσα ἐντολὴ ἦτο νὰ λάβῃ μέτρα νομοθετικά, τὰ ὁποῖα ἀφορῶσι τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν ἢ τὸ προσφυγικὸν ζήτημα ἢ τὴν ἄμυναν τῆς χώρας. Ἀκριβῶς καὶ ἂν δὲν ὑπῆρχεν ἡ λέξις τῆς ἀμύνης τῆς χώρας, ἀλλὰ ἡ λέξις τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, δὲν ὑπάρχει καμμία ἀμφιβολία ὅτι περιλαμβάνει καὶ τὴν λῆψιν μέτρων πρὸς προστασίαν τοῦ πολιτεύματος, διότι ἐν τῇ λέξει «τῆς ἀσφαλείας κατατάσσονται τὰ ἀδικήματα κατὰ τοῦ Κράτους, κατὰ τῆς πολιτείας κλπ. Ἑπομένως ἐπ’ αὐτοῦ δὲν ὑποθέτω νὰ ὑπάρχῃ σοβαρὰ συζήτησις ὅτι ἐν τῇ ἐννοίᾳ τῆς λέξεως ἄμυνα περιελαμβάνετο ἡ λῆψις μέτρων διότι ἔξαφνα ἕνα χωριὸ ἐπαναστάτησε καὶ δὲν περιελαμβάνετο ἡ λῆψις μέτρων προστασίας τοῦ καθεστῶτος. Δὲν νομίζω ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὑπερέβη ἐν τούτῳ τὰ ὅρια τῆς ἐντολῆς της. Θὰ ἠδύνατο νὰ γεννηθῇ ζήτημα μόνον κατὰ τὸ ἑξῆς: Ἡ Κυβέρνησις ὁρίζει ἕνα ἔκτακτον δικαστήριον, ἕνα εἰδικὸν διαστήριον, τὸ ὁποῖον θὰ δικάζῃ τὰς ὑποθέσεις ταύτας. Ἐρωτᾶται, εἶχε τὴν ἐξουσιοδότησιν καὶ νὰ προνοήσῃ περὶ εἰδικοῦ δικαστηρίου; Ἐπειδὴ δὲ τὸ ζήτημα δὲν πρόκειται νὰ λυθῇ πολιτικῶς, ἀλλ’ ἁπλούστατα κατὰ τὰς ἀρχὰς τὰς συνταγματικὰς καὶ τὰς νομικῶς καθιερωθείσας, αἱ γνῶμαι ἠδύναντο νὰ διχασθοῦν. Ἠδύνατό τις νὰ εἴπῃ ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἠδύνατο νὰ παραβιάσῃ τὴν διάταξιν τοῦ συντάγματος, κατὰ τὴν ὁποίαν οὐδεὶς ἀφαιρεῖται ἀπὸ τὸν ἰδικόν του δικαστήν. Ἠδύνατό τις νὰ εἴπῃ τοῦτο καὶ εἶναι ἑρμηνευταὶ οἱ ὁποῖοι ὑποστηρίζουν ταύτην τὴν ἐκδοχήν. Ἔτυχε καὶ ἄλλοτε νὰ ἀναπτύξω τὴν γνώμην μου περὶ αὐτοῦ. Ἐγὼ νομίζω ὅτι ἐν τῇ ἐννοίᾳ ταύτῃ τοῦ Συντάγματος, ἂν θελήσῃ κανεὶς νὰ ἐξετάσῃ πόθεν παρήχθη ὁ λόγος διὰ τὸν ὁποῖον ἐτέθησαν εἰς τὰ συντάγματα αἱ παρόμοιαι διατάξεις, θὰ ἴδῃ ὅτι ἐν τῇ ἐννοίᾳ ταύτῃ τῆς διατάξεως εἶναι τοῦτο. Ἡ Κυβέρνησις δὲν δύναται δι’ ἀδίκημα γινόμενον ἐκ τῶν ὑστέρων νὰ ἱδρύσῃ εἰδικὰς ἐπιτροπὰς ἢ ἔκτακτα δικαστήρια. Μεταγενεστέρως δὲν δύνασαι νὰ εἴπῃς ὅτι φτειάνω τὸ Α δικαστήριον διὰ νὰ σὲ δικάσω. Ἐκ τῶν προτέρων ὅμως δύνασαι νὰ εἴπῃς ὅτι τὰ ἀδικήματα ἐκεῖνα θὰ δικάζωνται ἀπὸ ἕνα δικαστήριον συγκροτούμενον κατὰ τὸν δεῖνα τρόπον. Ἀλλ’ ὁμολογῶ ὅτι δὲν ἀξιῶ ἡ γνώμη μου αὐτὴ νὰ ἀποκλείσῃ κάθε ἄλλην. Ὑπάρχουν οἱ νομίζοντες ὅτι εἶναι γενικωτέρα ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος. Κύριοι, συνάδελφοι, καὶ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι σέβονται τὴν θεωρίαν αὐτὴν τὴν δικαιοτέραν φυσικὰ θὰ ἠδύνατο νὰ ἀξιώσουν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν νὰ προσαγάγῃ τὸ διάταγμα τῆς κατωχυρώσεως. Κύριοι ἐγὼ ἔχω τὴν γνώμην ὅτι διὰ νὰ δυνάμεθα νὰ κρίνωμεν καλῶς ἐπὶ τῶν λεπτομερειῶν τοῦ διατάγματος ἡ συζήτησις θὰ ἔπρεπε νὰ διεξαχθῇ καθ’ ὃν τρόπον γίνεται καὶ εἰς ἡμᾶς καὶ εἰς ὅλα τὰ μέρη τοῦ κόσμου, προκειμένου περὶ νομοθετημάτων, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ ζήσουν διὰ πολὺν καιρὸν καὶ τὰ ὁποῖα ἔχουν ἐπιστημονικὰς ἐννοίας, δηλονότι ἐν μιᾷ ἐπιτροπῇ εἰς τὴν ὁποίαν νὰ παραπέμψωμεν τὸ ζήτημα ὅπου νὰ λάβουν μέρος ὅσοι εἶναι εἰδικώτεροι περὶ τὰ τοιαῦτα καὶ νὰ ἐξετάσουν μίαν πρὸς μίαν τὰς διατάξεις τοῦ νομοθετικοῦ Διατάγματος καὶ κατὰ τὸ νομικόν των μέρος καὶ κατὰ τὸ σκόπιμον ἢ μὴ αὐτῶν. Αὐτοὶ δὲ οἱ ἴδιοι θὰ δύνανται νὰ ἐξετάσουν καὶ τὸ ζήτημα τοῦ δικαστηρίου. Τὸ ζήτημα αὐτὸ δὲν εἶναι τόσον ἁπλοῦν ὅσον ἐκ πρώτης ὄψεως φαίνεται. Παράδειγμα εἶναι ὅτι πανταχοῦ συζητεῖται τὸ ζήτημα. Ὑπάρχουν πολλὰ συστήματα δύναταί τις νὰ εἴπῃ. Ὅτι τὰ κοινὰ δικαστήρια θὰ δικάζουν τὰ ἀδικήματα εἶναι ἓν σύστημα. Ὑπάρχει ἄλλο σύστημα, ὅπως γνωρίζετε, κατὰ τὸ ὁποῖον ἡ Γερουσία δύναται νὰ συγκροτηθῇ διὰ νὰ δικάσῃ οἱονδήποτε πρόσωπον, τὸ ὁποῖον συνωμοτεῖ κατὰ τῆς ἀσφαλείας τοῦ Κράτους. Εἰς τὴν Γαλλίαν ὑπάρχει ὡς δυνητικὴ ἡ διάταξις αὐτή. Καὶ εἰς τὸ προσχεδίασμα τὸ ὁποῖον τέσσαρες συνάδελφοι παρεσκεύασαν ἐτέθη ἡ τοιαύτη διάταξις. Ἄλλοι νομίζουν ὅτι πρέπει νὰ γίνεται εἰδικὸν μικτὸν δικαστήριον. Ἐὰν ἰσχύει δὲ ὁ στρατιωτικὸς νόμος, δὲν γεννᾶται οὐδεμία ἀμφισβήτησις ὅτι τὰ στρατιωτικὰ δικαστήρια θὰ δικάζουν τὴν ὑπόθεσιν. Εἶναι λοιπὸν ἀνάγκη ἰδιαιτέρως νὰ μελετηθῇ τὸ ζήτημα τοῦ δικαστηρίου. Ἐὰν ἔξαφνα μοῦ ἐπρότεινε κανεὶς ὅπως τις τῶν συναδέλφων μὲ ἠρώτησε πρὸ τινος χρόνου, ἐὰν θὰ ἐδεχόμην ὁ Ἄρειος Πάγος νὰ δικάζῃ τὰ ἀδικήματα ταῦτα θὰ ἀπέρριπτα ἀναμφισβητήτως διὰ χιλίους λόγους τὴν πρότασιν αὐτὴν καὶ διότι θὰ κατήντα ὁ Ἄρειος Πάγος νὰ βάλλεται ἐξ ἀμφοτέρων τῶν μερίδων, ἐξ ἀμφοτέρων τῶν μερῶν, εἴτε δυσμενὴς εἶναι ἡ ἀπόφασις εἴτε ὄχι καὶ θὰ ἐξευτελίζετο τοιουτοτρόπως ἓν ἀνώτατον σῶμα, τὸ ὁποῖον μᾶς εἶναι ἀπαραιτήτως ἀναγκαῖον διὰ νὰ δύναται νὰ δικάζῃ ἄλλας ὑποθέσεις καὶ ὄχι ὑποθέσεις πολιτικῶν παθῶν. Ἐὰν ἔλεγέ τις ὅτι τὰ δικαστήρια πρέπει νὰ δικάζουν, γεννᾶται πάλιν τὸ ζήτημα τῆς ἐπιεικείας τῶν κοινῶν δικαστηρίων. Διὰ τοῦτο νομίζω ὅτι συνετωτέρα ὑπῆρξεν ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος κατὰ τὴν ὁποίαν δύναται ἡ Γερουσία νὰ συγκροτηθῇ εἰς δικαστήριον διὰ διατάγματος τοῦ Προέδρου τῆς Δημοκρατίας, ὥστε καὶ ἡ πύλη πρὸς τὴν κοινὴν δικαιοσύνην, δι’ ἀδικήματα τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ δικασθῶσιν ὑπὸ τῶν κοινῶν δικαστηρίων νὰ εἶναι ἀνοικτή. Θὰ ἐνθυμεῖσθαι δὲ ὅτι ὁ ἀρχηγὸς τῶν κομμουνιστῶν κάποτε ἐν Γαλλίᾳ παρεπέμφθη ὡς ὑπονομεύων τὸ καθεστὼς τὸ δημοκρατικὸν εἰς δίκην καὶ ὁ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας ἐκήρυξε τὴν Γερουσίαν ὡς δικαστήριον διὰ νὰ δικάσῃ αὐτόν. Ἡ Γερουσία ἡ ἰδία εἶπεν ὅτι δὲν ἀξίζει τὸ κόπον νὰ δικάσῃ αὐτὴ καὶ παρέπεμψε τὴν ὑπόθεσιν εἰς τὰ κοινὰ δικαστήρια. Ἐνῷ δὲ εἶχε σπουδαιοποιηθῇ ἡ ὑπόθεσις αὕτη, μετὰ τὴν παραπομπὴν εἰς τὰ κοινὰ δικαστήρια ἐγελοιοποιήθη. Διότι ὑποθέσεις τινὲς γίνονται κωμικαὶ διὰ τῆς περιφρονήσεως καὶ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξαφανισθῶσι καὶ νὰ μὴ παρουσιάζωνται ὡς ἥρωες ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἐνίοτε καὶ ἐπιδιώκουν τὸν θόρυβον διὰ νὰ ἐξυψωθοῦν. Θὰ ἔχωμεν λοιπὸν νὰ ἐξετάσωμεν ἀπὸ ἀπόψεως ἐπιστημονικῆς ποῖον δικαστήριον θὰ ἦτο συμφερώτερον νὰ δικάσῃ τὴν ὑπόθεσιν. Δὲν δύνανται νὰ λυθοῦν τὰ ζητήματα αὐτὰ διὰ δημοσίας συζητήσεως. Ἐὰν μάλιστα ἀνατρέχει κανεὶς εἰς τὸ παρελθὸν ἔχει μόνον ἀποτέλεσμα ὅτι ὀξύνει τὰ πνεύματα, παρὰ κατευνάζει αὐτά Ἔξαφνα σήμερον ὑποθέτω ὅτι ἂν δὲν εἴμεθα ἐντὸς τῆς Βουλῆς εἰμποροῦσε κανεὶς νὰ συλλάβῃ καὶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ὡς παρελθολόγοντα.
§69Γ. ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Κατὰ τὸ διάταγμα καὶ ἑνὸς.
§70Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θέλω νὰ εἴπω ὅτι ἡ συζήτησις περὶ τοῦ παρελθόντος δὲν δύναται νὰ εἶναι ἐποικοδομητική. Εἶμαι σύμφωνος μὲ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ὅτι πρέπει νὰ λείψῃ αὐτό. Θὰ εἴπω δὲ τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἡ ἐπιτροπὴ πρέπει νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει τῆς. Εἶναι πολὺ δυσχερὲς νὰ εἴπῃ τις ὅτι διὰ νόμου δύναταί τις ν’ ἀπαγορεύσῃ συζητήσεις ἐπὶ τοῦ παρελθόντος, διότι κάθε νομοθετικὸν διάταγμα ἔχει περιεχόμενον νόμου, δὲν περιέχει συντακτικὸν περιεχόμενον.
§71Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Τὸ διάταγμα εἶναι νομοθετικὸν νομίζετε ἢ συντακτικόν;
§72Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κατ’ ἐμὲ νομοθετικόν.
§73Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Κατ’ ἐμὲ συντακτικόν, διότι ἂν δὲν ἦτο συντακτικὸν δὲν θὰ εἶχε καμμίαν ἀξίαν, διότι ἀφοῦ ἀφορᾷ τὸ πολίτευμα, δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ Βουλὴ διὰ νόμου νὰ ἀναιρέσῃ μέτρα λαμβανόμενα ἀπὸ τὴν Συντακτικὴν Συνέλευσιν πρὸς ἀσφάλειαν τοῦ πολιτεύματος.
§74Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγώ, κ. συνάδελφε, λαμβάνω ὑπ’ ὄψει μου τὴν ἐξουσιοδότησιν τὴν ὁποίαν ἐδώσαμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία λέγει νὰ ἐκδίδῃ νομοθετικὰ διατάγματα. Λαμβάνω ὑπ’ ὄψει μου ὅτι εἰς ὅλα τὰ μέρη, τὰ τοιαῦτα μέτρα ἔχουσι περιεχόμενον νόμου. Ἐξ ὅσων γνωρίζω, δὲν ὑπάρχουν εἰς κανὲν μέρος τοῦ κόσμου μὲ περιεχόμενον συντακτικόν. Δὲν φιλονικῶ τὸ δικαίωμα, ἀλλὰ ἤθελον νὰ εἴπω τοῦτο. Ὑποθέσατε ὅτι τὸ διάταγμα εἶναι συντακτικὸν καὶ ὅτι εἰς προσεχῆ Βουλὴν δὲν συμπίπτει ἡμεῖς νὰ εἴμεθα οἱ πλειοψηφοῦντες· θὰ δύνασθε νὰ ἀπαγορεύσητε εἰς οἱανδήποτε ὁμάδα βουλευτῶν νὰ ζητήσῃ νὰ συζητήσῃ ἐπὶ τοῦ διατάγματος; Δὲν θὰ δύνασθε νὰ ἀπαγορεύσητε. Ἅμα δὲ ἡ κοινοβουλευτικὴ συζήτησις ἀνοίξῃ, θὰ ἤθελα νὰ ἐρωτήσω, θὰ ἐπιτρέψητε νὰ καταδιώξητε τοὺς δημοσιογράφους, οἱ ὁποῖοι δὲν θὰ κάμωσι τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ ἐπαναλάβωσι mot-à-mot τὰ λεχθέντα ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης περὶ τοῦ διατάγματος αὐτοῦ; Βεβαίως ὄχι... Ἐλπίζω ὅτι καὶ ἐν τῷ Συντάγματι, μάλιστα καὶ ἡ ὑπάρχουσα νομοθεσία ἐπαρκῶς προστατεύει τὸ πρᾶγμα, θὰ θέσωμεν διάταξιν τὴν ὁποίαν ἔχουσι πολλὰ συντάγματα, ὅτι ἡ πιστὴ ἀπόδοσις, ἐπανάληψις πρακτικῶν μιᾶς δημοσίας συνελεύσεως καὶ ἰδιαίτατα τοῦ βουλευτηρίου, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποτελέσῃ ἀδίκημα διὰ τὸν ἐπαναλαμβάνοντα αὐτά. Ἐννοῶ νὰ εἴπω ὅτι δὲν πρέπει νὰ νομίσωμεν ὅτι ἅμα κάμωμεν ἓν διάταγμα, ἀμέσως δὲν τρέχομεν κίνδυνον νὰ γίνῃ συζήτησις εἰς τὸ μέλλον, διότι ἡ μελέτη πρέπει νὰ εἶναι πολὺ περισσότερον ἐκτεταμένη ἀπὸ ὅ,τι ἴσως τὴν φανταζόμεθα. Τώρα ἤκουσα, κύριοι, διαφόρους περὶ τῶν γενομένων εἰς ἄλλας χώρας κατὰ τὰς μεταβολὰς τὰς πολιτειακάς. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι διὰ τὴν τιμωρίαν τοιούτων ἀδικημάτων ὑπάρχει μία σύγκρουσις μοιραία δύο αἰσθημάτων. Τὸ ἓν εἶναι τῆς συντηρήσεως τοῦ καθεστῶτος, τὸ δὲ ἕτερον εἶναι ὅτι ὁ ἐπιχειρῶν πράξεις τινας δι’ ἀνατροπὴν ἑνὸς καθεστῶτος, δὲν δύναται ποτὲ θὰ χαρακτηρισθῇ ταπεινὸς καὶ κοινὸς ἐγκληματίας, ὅπως οἱ ἄλλοι. Συγκρούεται δηλαδὴ τὸ συμφέρον πρὸς διατήρησιν τοῦ καθεστῶτος μὲ τὸ αἴσθημα τῆς ἐπιεικείας. Καὶ τοῦτο δεικνύει διὰ τίνα λόγον αἱ ποιναὶ δὲν εἶναι ὑπερμέτρως αὐστηραί, εὑρέθη δὲ ὅτι ἡ ποινὴ τῆς ὑπερορίας εἶναι ἡ περισσότερον ἐνδεδειγμένη διὰ τὰς τοιαύτας περιστάσεις. Εἶναι γνωστὴ ἄλλως τε καὶ ἐκ τῶν ἀπωτέρων χρόνων. Εἶπον τινὲς ἐκ τῶν συναδέλφων ὅτι εἰς ἄλλα μέρη ὅταν ἔγιναν μεταβολαὶ τοῦ καθεστῶτος δὲν ἐλήφθησαν προστατευτικὰ μέτρα καὶ τινὲς ἀνέφεραν τὰ γενόμενα ἐν Γερμανίᾳ. Ἐν Γερμανίᾳ, Κύριοι, ἐθεωρήθη ὅτι αἱ κοιναὶ διατάξεις τοῦ Ποινικοῦ νόμου ἦσαν ἐπαρκεῖς διὰ νὰ προστατεύσωσι τὸ δημοκρατικὸν καθεστώς, ἐὰν δὲ ἔγινε τὸ περίφημον Διάταγμα τοῦ 1922, ἂν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη, τὸ ὁποῖον ἐπεκυρώθη κατόπιν ἀπὸ τὴν Βουλήν, περὶ ἰδιαιτέρας προστασίας, ἔγινε διότι μία ἐγκληματικῶς πράγματι ὠργανωμένη καὶ ἄγνωστος συμμορία, εἶχε θέσει δολοφόνον χεῖρα ἐπὶ τῶν ἐκλεκτοτέρων προσωπικοτήτων τῆς Γερμανίας καὶ τότε ἠναγκάσθησαν νὰ λάβωσιν ἔκτακτα μέτρα. Ἂν ἐπρόκειτο νὰ ὁμιλήσωμεν περὶ ἄλλων μεταβολῶν θὰ ἔλεγον ὅτι θὰ ἦσαν εὐτυχεῖς ἐκεῖνοι οἱ λαοὶ ἂν ἔβλεπον τόσον ὀλίγας μεταβολὰς ὅσας εἶδεν ὁ Ἑλληνικὸς λαός, κατὰ τὰς ἑκάστοτε μεταβολὰς τοῦ πολιτεύματος. Διότι θὰ γνωρίζετε ἀπὸ τὴν Γαλλικὴν ἱστορίαν ὅτι χιλιάδες ὑπεροριῶν ἔγιναν διὰ μέτρων καθαρῶς διοικητικῶν μόνον καὶ μόνον διὰ νὰ ἐκλείψῃ πᾶς κίνδυνος κατὰ τοῦ πολιτεύματος. Εἰδικώτερον δὲ διὰ τὴν Γαλλικὴν Δημοκρατίαν ἤθελον νὰ εἴπω εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐκ Κερκύρας συνάδελφον ὅτι εἰς τὰ 1871 ἔγιναν ἐκλογαὶ ὑπὸ στρατιωτικὸν νόμον, ὅτι ὁ στρατιωτικὸς νόμος διετηρήθη μέχρι τοῦ 1875, ὅτι ὑπὸ στρατιωτικὸν νόμον ἔγιναν ὅλαι αἱ ἀναπληρωματικαὶ ἐκλογαὶ καὶ ὅλαι αἱ νομαρχιακαὶ καὶ αἱ κοινοτικαὶ ἐκλογαὶ καὶ μόνον ἐπικειμένων τῶν πρώτων ἐκλογῶν τῶν μετὰ τὴν ἐγκατάστασιν τῆς Δημοκρατίας ἤρθη ὁ στρατιωτικὸς νόμος. Ἐγὼ δὲν νομίζω ὅτι αἱ διατάξεις τοῦ διατάγματος αὐτοῦ δύναται νὰ θεωρηθῶσιν αὐστηρότεραι ἀπὸ τὴν ὕπαρξιν στρατιωτικοῦ νόμου ἐπὶ μίαν πενταετίαν, συνεδριαζούσης τῆς Συνελεύσεως καὶ γενομένων ἐκλογῶν. Ἤθελον λοιπὸν νὰ προτείνω εἰς τὴν Κυβέρνησιν διὰ νὰ μὴ ἀπόλλυται καὶ χρόνος πολύτιμος καὶ διὰ νὰ μὴ ἐπαναλαμβάνωνται συζητήσεις, αἱ ὁποῖαι δὲν ἐξεύρω ἂν ἀνταποκρίνωνται εἰς τὴν ἐπιθυμίαν τῆς πρακτικῆς ἐργασίας, τὴν ὁποίαν ὁ λαὸς ἔχει σαφῶς ἐπιδείξει, ἤθελον νὰ προτείνω νὰ γίνῃ μία Ἐπιτροπή, ἡ ὁποία νὰ ἐξετάσῃ τὸ Διάταγμα νὰ καταρτίσῃ μίαν ἔκθεσιν.
§75Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Θὰ καταθέσωμεν ψήφισμα, τὸ ὁποῖον θὰ παραπεμφθῇ εἰς Ἐπιτροπήν.
§76Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ χωρὶς ψήφισμα εἶναι δυνατὸν αὐτὴν τὴν στιγμὴν μετὰ τὰς ἀγορεύσεις ὅλων φυσικὰ νὰ γίνῃ μία ἐπιτροπή, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Πρόεδρος δύναται νὰ σχηματίσῃ ἐκ προσώπων δυναμένων νὰ εἰσφέρωσι μίαν γνώμην ὠφέλιμον, ἡ ὁποία νὰ ἐπεξεργασθῇ τὰς διατάξεις τοῦ Διατάγματος καὶ νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἔκθεσίν της. Ἡ Κυβέρνησις θὰ λάβῃ τὴν ἔκθεσιν αὐτῆς ὑπ’ ὄψιν καὶ δύναται μόνη της νὰ τροπολογήσῃ τὸ Διάταγμα.
§77Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός.). Τὸ ἁπλούστερον εἶναι τὸ ἑξῆς: Ἡμεῖς θὰ καταθέσωμεν τὸ ψήφισμα τῆς ἐγκρίσεως τοῦ νομοθετικοῦ Διατάγματος. Τοῦτο θὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, τὴν ὁποίαν θὰ καταρτίσῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Συνελεύσεως καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ αὐτὴ θὰ συνεργασθῇ μὲ τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἐκ τῆς συνεργασίας αὐτῆς θὰ προκύψῃ ποῖαι τροποποιήσεις εἶναι δυνατὸν νὰ γίνωσι.
§78Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχω ἀντίρρησιν. Νὰ γίνῃ μία ἐπιτροπὴ ἡ ὁποία νὰ ἐξετάσῃ τὸ ζήτημα καὶ ἀπὸ ἀπόψεως νομιμότητος, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ ἀπόψεως πολιτικῆς σκοπιμότητος διότι ὅλων αἱ γνῶμαι καὶ αὐτοῦ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κερκύρας πληρεξουσίου, ὁ ὁποῖος διεδήλωσε τὴν γνώμην του, ὅτι εἶναι ἐθνικὴ ἀνάγκη νὰ κατοχυρωθῇ τὸ πολίτευμα, ὅλων αἱ γνῶμαι εἶναι νὰ ὑπάρξῃ ἡ κατοχύρωσις. Κατὰ συνέπειαν θὰ εἶναι κοινὴ ἡ ἐπιθυμία τῆς Βουλῆς νὰ γίνῃ ἐπεξεργασία, ἡ ὁποία νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ὅλας τὰς γνώμας.
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καφαντάρης ἔχει τὸν λόγον.
§80Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἡ ἔκδοσις, κύριοι, τοῦ διατάγματος περὶ κατοχυρώσεως ἔδωκε λαβὴν εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐκ Κερκύρας συνάδελφον νὰ ἀσκήσῃ διττὸν ἔλεγχον κατὰ τῆς Κυβερνήσεως ἔλεγχον τυπικὸν καὶ ἔλεγχον οὐσιαστικόν. Θὰ τὸν παρακολουθήσω κατ’ ἀνάγκην εἰς τὴν σειρὰν τοῦ λόγου του, καίτοι διαφωνῶν οὐσιωδῶς μὲ τὴν σειρὰν τῶν σκέψεών του ἐπὶ τῆς οὐσίας τοῦ διατάγματος. Θὰ ἐξετάσω δηλαδὴ καὶ ἐγὼ κατὰ πρῶτον, ἂν ἡ Κυβέρνησις ἐνήργησεν ἐντὸς τῶν ὁρίων τῆς χορηγηθείσης εἰς αὐτὴν ἀδείας καὶ δεύτερον, ἐὰν διὰ τῆς ἐκδόσεως τοῦ διατάγματος ἐνήργησε πρᾶξιν πολιτικῶς σκόπιμον. Ἡ δήλωσις τῆς Κυβερνήσεως ὅτι δέχεται νὰ ὑποβάλῃ τὸ διάταγμα τοῦτο ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς, θὰ μ’ ἀπήλλασσεν ἴσως τοῦ κόπου νὰ ἀσχοληθῶ ἐπὶ τῆς τυπικῆς ἀπόψεως. ἂν μὴ ἐδιχάζοντο αἱ γνῶμαι τῶν προαγορευσάντων συναδέλφων καὶ δὲν ὑπεστηρίζετο παρά τινων ἐξ αὐτῶν ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐδικαιοῦτο νὰ προβῇ εἰς τὴν ἔκδοσιν αὐτοῦ, δυνάμει τῆς γενικῆς διατάξεως τοῦ πρώτου ἄρθρου τοῦ ψηφίσματος, τὸ ὁποῖον παρέχει εἰς αὐτὴν τὸ δικαίωμα νὰ ἐκδίδῃ διατάγματα ἀναφερόμενα εἰς τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν. Διότι τὸ κατ’ ἐμὲ ἔχω τὴν ἀκράδαντον πεποίθησιν ὅτι δικαίωμα τοιοῦτον δὲν εἶχεν ἡ Κυβέρνησις. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ὅμως αὐτῇ, κύριοι πληρεξούσιοι, θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ θίξω κάπως γενικώτερον τὸ ζήτημα τῶν νομοθετικῶν διαταγμάτων, διὰ νὰ μὴ ἐπανέλθω πλέον ἐπ’ αὐτοῦ. Ἡ Κυβέρνησις ἔλαβε μίαν νομοθετικὴν ἐξουσιοδότησιν νὰ ἐκδίδῃ κατὰ τὸ διάστημα τῆς τεσσαρακονθημέρου διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν τοῦ Σώματος, νομοθετικὰ διατάγματα ἀναφερόμενα εἰς τὴν ἄμυναν τῆς χώρας, τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν καὶ τὴν ἀποκατάστασιν τῶν προσφύγων. Καὶ μεταξὺ τῶν ἐκδοθέντων διαταγμάτων περιέλαβε λ. χ. καὶ διάταγμα περὶ αὐξήσεως τῶν ἀποδοχῶν, τῆς τοπογραφικῆς ὑπηρεσίας, διάταγμα περὶ αἰσχροκερδείας, διάταγμα περὶ ἀμνηστείας.
§81Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Ὑπάρχουν χωρισταὶ ἐπερωτήσεις δι’ αὐτά.
§82Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Θὰ ἐξαντλήσω τὸ ζήτημα σήμερον διὰ νὰ μὴ ἐπανέρχωμαι.
§83Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Παραβιάζετε τὸν κανονισμόν.
§84Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ὄχι ὅμως, ἐλπίζω, τὸ διάταγμα τῆς κατοχυρώσεως. Τὸ διάταγμα περὶ τῆς αὐξήσεως τῶν ἀποδοχῶν τῶν τοπογράφων ἐξεδόθη ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι οἱ τοπογράφοι ἀσχολοῦνται καὶ εἰς χωρομετρικὰς ἐργασίας, αἱ ὁποῖαι σχετίζονται μὲ τὴν ἀποκατάστασιν τῶν προσφύγων, καὶ τὸ διάταγμα τῆς αἰσχροκερδείας, διότι ἀνευρέθη ὅτι ὑπάρχει μεταφυσική τις σχέσις μεταξὺ τῆς αἰσχροκερδείας καὶ τῆς δημοσίας ἀσφαλείας. Ἀλλ’ ἡ μὲν τοπογραφικὴ ὑπηρεσία ἀποτελεῖ μόνιμον δημόσιον κλάδον, ὁ ὁποῖος προϋπῆρχε τοῦ προσφυγικοῦ ζητήματος καὶ ὁ ὁποῖος, κατὰ πᾶσαν πιθανότητα, ἵνα μὴ εἴπω ἀσφαλῶς, θὰ ἐπιζήσῃ καὶ μετὰ τὴν ἐπίλυσιν αὐτοῦ. Λέγω δὲ ἀσφαλῶς, διότι εἴδομεν εἰς τὰς ἐφημερίδας ὅτι ἐπίκειται ἡ ὁριστικὴ λύσις τοῦ προσφυγικοῦ ζητήματος ἐντὸς 5 ἢ τὸ πολὺ 6 μηνῶν.
§85Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Ποῖος τὸ εἶπε;
§86Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Τὸ εἶδον δημοσιευόμενον εἰς τὰς ἐφημερίδας κατόπιν μιᾶς συνεδριάσεως ἡ ὁποία ἔγινεν εἰς τὸ Πολιτικὸν γραφεῖον. Δὲν εἶδον καμμίαν διάψευσιν, εἶσθε ὅμως ἐν καιρῷ πάντοτε νὰ προβῆτε εἰς αὐτήν, δηλοῦντες ὅτι τὸ προσφυγικὸν ζήτημα δὲν πρόκειται νὰ λυθῇ ἐντὸς πέντε οὔτε ἐντὸς ἓξ μηνῶν. Τὸ διάταγμα περὶ αἰσχροκερδείας ἐξεδόθη ὡς σχετιζόμενον μὲ τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν. Ὑποθέτω ὅτι θὰ εἶχε περισσότερον δικαίωμα ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐκδώσῃ ἕνα νομοθετικὸν διάταγμα περὶ τροποποιήσεως τοῦ καταστατικοῦ τῆς Ἐκκλησίας, διότι διὰ τῆς τροποποιήσεως αὐτῆς θὰ ἠδύνατο νὰ ἰσχυρισθῇ ὅτι συμβάλλει εἰς τὴν ἐξύψωσιν τοῦ θρησκευτικοῦ αἰσθήματος, ἑπομένως εἰς τὴν ἐλάττωσιν τῶν ἐγκλημάτων, τὰ δὲ ἐγκλήματα ἀναμφιβόλως ἔχουν σχέσιν μὲ τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν. Ποίαν ἔννοια, κύριοι, εἶχε καὶ ποῖα ὅρια εἶχε ἡ χορηγηθεῖσα ἐντολὴ εἰς τὴν Κυβέρνησιν εἶναι φανερόν. Ὅλα τὰ ἄλλα ὅσα ἐλέχθησαν διὰ νὰ ἀποδείξουν τὴν νομιμότητα τῆς Κυβερνητικῆς ἐνεργείας, ἀποτελοῦν ἀκροβασίας, αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δικαιολογήσουν τὴν ὑπέρβασιν τῆς Κυβερνήσεως. Προδήλως ὅταν ἐλέγομεν περὶ δημοσίας ἀσφαλείας, ὅταν ἐχορήγει τὴν ἄδειαν ἡ Συνέλευσις, εἶχε πρὸ ὀφθαλμῶν τὴν λῆψιν μέτρων, τὰ ὁποῖα θὰ ἐξησφάλιζον τοὺς πολίτας κατὰ τὸ 40θήμερον διάστημα ἐναντίον τῶν συχνῶν λῃστρικῶν κρουσμάτων, ἐναντίον τῆς διασαλεύσεως τῆς τάξεως τῇ παρατηρουμένης τελαυτίως καὶ εἰς τὰ ἀστικὰ κέντρα καὶ τὴν ὕπαιθρον χώραν καὶ τίποτε ἀπολύτως περιπλέον· καὶ ὅτι αὕτη ἦτο καὶ ἡ πρόθεσις τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία ἐπιβάλλει τὸ ψήφισμα καὶ ἡ ἀπόφασις τῆς Συνελεύσεως, ἡ ὁποία ἐχορήγησε τὴν ἄδειαν, τὸ ἀπέδειξεν ὁ ἀξιότιμος πληρεξούσιο Κερκύρας καὶ τὸ ἀπέδειξε κατὰ τρόπον, εἰς τὸν ὁποῖον δὲν ἠδυνήθη νὰ ἀντιτάξῃ τίποτε ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ παραβολὴ τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ ψηφίσματος καθορίζει τὴν ἔκτασιν τοῦ πρώτου, τοῦ γενικοῦ ἄρθρου αὐτοῦ. Ὑπάρχει κανεὶς νόμος, ὁ ὁποῖος νὰ ἔχῃ μεγαλειτέραν σχέσιν μὲ τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν ἀπὸ τὸν νόμον τὸν στρατιωτικὸν καὶ τὸν νόμον περὶ καταστάσεως πολιορκίας; Ἀναμφιβόλως ὄχι, ἴσως δὲ μάλιστα καὶ οὐδεὶς ὑπάρχει νόμος τελεσφορώτερος αὐτοῦ πρὸς ἀποκατάστασιν τῆς τάξεως. Καὶ ὅμως ἡ Κυβέρνησις ἐνῷ ἐζήτησε τὴν ἄδειαν νὰ λάβῃ μέτρα ὑπὲρ τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, ὅταν ἐπρόκειτο νὰ θίξῃ καιριώτερον τὰς θεμελιώδεις ἐλευθερίας, ὅταν ἐπρόκειτο νὰ λάβῃ μέτρα ἐξαιρετικῆς σπουδαιότητος, ἠσθάνθη τὴν ἀνάγκην νὰ ζητήσῃ εἰδικὴν τῆς Βουλῆς ἐξουσιοδότησιν, καὶ δι’ αὐτὸ εἰς τὸ ἄρθρον 3 τοῦ ψηφίσματος ἀναφέρει εἰδικῶς τὸν στρατιωτικὸν νόμον. Ποίαν σημασίαν ἔχει τὸ διάταγμα περὶ κατωχυρώσεως; Εἶναι ἐλάσσοντος σπουδαιότητος τοῦ στρατιωτικοῦ νόμου; Ποσῶς. Τουναντίον θίγει βαθύτερον τὰ συνταγματικὰ τῶν πολιτῶν δίκαια καὶ τὰ θίγει ἐπὶ μακρότερον, ἀσκεῖ γενικωτέραν ἐπιρροὴν ἐφ’ ὅλης τῆς πολιτικῆς ἡμῶν ἐξελίξεως καὶ εἶναι δυνατὸν νὰ ἀσκήσῃ ἐπίδρασιν καὶ ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ἠθικοῦ κύρους τοῦ νέου πολιτεύματος. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποτεθῇ ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐὰν εἶχεν ἐν τῷ νῷ τὴν ἔκδοσιν τοιούτου μέτρου, δὲν θὰ ἔπραττεν ὅτι καὶ διὰ τὸν στρατιωτικὸν νόμον, δὲν θὰ ἐζήτει εἰδικὴν ἄδειαν; Τοιοῦτόν τι ἀποκλείεται ἀπολύτως. Ἑπομένως εἶναι ἀπολύτως ἀποδεδειγμένον ὅτι τὸ διάταγμα περὶ κατοχυρώσεως ἐξεδόθη καθ’ ὑπέρβασιν τῆς ἐντολῆς. Δὲν θέλω νὰ ἀμφισβητήσω ῥιζικῶς τὴν ἀνάγκην τῆς ἐκδόσεως, ἀφοῦ ἀγνοῶ ἂν ὑπῆρξεν ἀνάγκη· ὅ,τι παρατηρῶ εὐχαρίστως ὅτι ἡ Κυβέρνησις μὴ δυνηθεῖσα νὰ δικαιολογήσῃ τὴν ἐνέργειαν αὐτῆς καὶ νὰ ἀνασκευάσῃ τὰ ἐπιχειρήματα τὰ ὁποῖα προέβαλεν ὁ ἀξιότιμος πληρεξούσιος Κερκύρας...
§87Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Δὲν τὰ ἐθεώρησε σοβαρά, ὅπως καὶ αὐτὰ τὰ ὁποῖα λέγετε δὲν εἶναι σοβαρά.
§88Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Κύριε ὑπουργέ, παρόμοιαι ἐκφράσεις δὲν ἀποτελοῦν κανὲν ἐπιχείρημα· ἀποδεικνύουν ἁπλῶς ὅτι δύναταί τις νὰ κατέχῃ ἀνώτατα ἀξιώματα τῆς Πολιτείας καὶ νὰ εὑρίσκεται ὅμως εἰς διάστασιν πρός τινας στοιχειώδεις κοινοβουλευτικοὺς κανόνας. Ἀλλ’ ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ ὑπομνήσω πρὸς ὑμᾶς ὅτι ἄλλοτε κατελογίζεσθε μεταξὺ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι φρονοῦν ὅτι ἡ νομοθετικὴ ἐξουσιοδότησις ἀποτελεῖ ἐν πάσῃ περιπτώσει πρᾶξιν ἔκθεσμον, ὅτι δηλαδὴ ἡ λαϊκὴ ἀντιπροσωπεία εἶναι καὶ αὐτὴ ἁπλοῦν τῆς πολιτείας ὄργανον τὸ ὁποῖον δὲν δικαιοῦται νὰ ἐκχωρήσῃ διὰ νόμου εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἢ εἰς ἄλλην τινὰ ἀρχὴν τὴν ἰδίαν της δικαιοδοσίαν, ἡ ὁποία καθορίζεται διὰ τοῦ συντάγματος. Αὐτὴν τὴν γνώμην εἴχατε ἄλλοτε περὶ νομοθετικῶν διαταγμάτων. Ἐγὼ τὴν γνώμην αὐτὴν δὲν τὴν συμμερίζομαι, ἀλλὰ σᾶς τὴν ἀνέφερα μόνον καὶ μόνον διὰ νὰ ἀποδείξω πόσον φειδωλὴ ὀφείλει νὰ εἶναι ἡ χρῆσις τῆς νομοθετικῆς ἀδείας καὶ πόσον πρὸ παντὸς στενὴ πρέπει νὰ εἶναι ἡ ἑρμηνεία αὐτῆς.
§89Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Εἶπον ὅτι καὶ ἂν δὲν ὑπῆρχε καμμία ἐξουσιοδότησις, ἦτο τοιαύτη ἡ ἀνάγκη, ὥστε ἡμεῖς θὰ τὸ ἐξεδίδομεν καὶ θὰ ἀνελαμβάνομεν τὴν εὐθύνην τῆς κυρώσεως.
§90Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Δέχομαι τὴν ἐξήγησίν σας πρῶτον ὡς ὁμολογίαν τῆς ὑπερβάσεως, δέχομαι δὲ αὐτὴν κατὰ μείζονα λόγον ὡς ἔνδειξιν τῶν προθέσεων τῆς Κυβερνήσεως ὅπως μὴ ἀποξενωθῇ ὁριστικῶς τὸ Κυρίαρχον σῶμα γνώμης καὶ ἀποφάσεως ἐπὶ ἑνὸς τόσον κεφαλαιώδους ζητήματος. Ἀντιστρέφω ὅμως τὸ ἐπιχείρημά σας καὶ σᾶς λέγω ὅτι καὶ ἂν πράγματι εἴχατε τὴν ἐξουσιοδότησιν, καὶ πάλιν θὰ ἦτο ὀρθὸν καὶ συμφέρον ἀπὸ πάσης ἀπόψεως νὰ ὑποβάλητε τὸ διάταγμα πρὸς κύρωσιν ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως, ὅπως ἀντλήσῃ ἐξ αὐτῆς τὴν ἀναγκαίαν δύναμιν μιᾶς μακρᾶς, ἐπὶ πενταετίαν ἢ δεκαετίαν, ἐφαρμογῆς. Δὲν θὰ εἴχατε πρὸς τοῦτο ἢ νὰ ἀκολουθήσετε τὸ παράδειγμα τῆς χώρας ἐκείνης ἐκ τῆς ὁποίας ἠρύσθητε, ἂν ὄχι τὴν ἔμπνευσιν, τοὐλάχιστον τὴν μορφὴν τοῦ κατοχυρωτικοῦ διατάγματος, τῆς Γερμανίας, εἰς τὴν ὁποίαν καίτοι δυνάμει εἰδικῆς διατάξεως τοῦ πολιτεύματος ἔχει ἡ Κυβέρνησις τὸ δικαίωμα τῆς ἀναστολῆς τῶν θεμελιωδῶν ἐλευθεριῶν, ἐν περιπτώσει ἀνάγκης διὰ νομοθετικῶν διαταγμάτων, δὲν ἠθέλησεν αὕτη νὰ κάμῃ χρῆσιν τοῦ δικαιώματος τούτου ἐπὶ μίαν ὁλόκληρον τριετίαν καὶ μόνον μετὰ τὸν φόνον τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν ἔσπευσε νὰ ἐκδώσῃ δύο σχετικὰ νομοθετικὰ διατάγματα πρὸς προάσπισιν τῆς Δημοκρατίας καὶ ἀποτροπὴν ὁμοίων ἐγκλημάτων εἰς τὸ μέλλον. Τὰ διατάγματα ὅμως ταῦτα ἔσπευσε νὰ συγκαλέσῃ αὐθωρεί, ἐντὸς πέντε μόλις ἡμερῶν, τὴν Βουλὴν ὅπως τὰ ὑποβάλῃ ὑπὸ τὴν κρίσιν της, καὶ ἡ Βουλὴ τὰ ἐπεκύρωσε διὰ μεγάλης πλειοψηφίας. Λοιπὸν καὶ ἂν εἴχατε τὴν νομοθετικὴν ἐντολήν, καὶ δὲν τὴν ἔχετε, ὀρθὸν θὰ ἦτο καὶ ἐνδεδειγμένον νὰ τὸ ὑποβάλετε ὑπὸ τὴν κρίσιν τοῦ Σώματος, ὅπως ἐξ αὐτοῦ ἀντλήσῃ τὸ ἀναγκαῖον εἰς αὐτὸ κῦρος. Αὐταί, Κύριοι, ἦσαν αἱ παρατηρήσεις τὰς ὁποίας εἶχον νὰ διατυπώσω περὶ τῆς νομιμότητος τοῦ ἐκδοθέντος διατάγματος. Ἡ γνώμη ἡμῶν ἐπὶ τῆς οὐσίας περὶ τῆς πολιτικῆς σκοπιμότητος αὐτοῦ εἶναι εὔκολον νὰ συνταχθῇ ἐξ ὅλης τῆς μέχρι τοῦδε πολιτείας ἡμῶν. Δὲν θέλομεν κ, πληρεξούσιοι, ἡμεῖς νὰ ἀφεθῇ τὸ πολίτευμα ἡμῶν ἔκθετον εἰς ἐπιθέσεις ἢ τὰς σκευωρίας τῶν ἐχθρῶν αὐτοῦ, δὲν θέλομεν νὰ παραδοθῇ εἰς τὴν διάκρισιν τῶν ἀντιδραστικῶν στοιχείων. Ἐπιθυμοῦμεν ὅμως συγχρόνως ἡ μέριμνα πρὸς περιφρούρησιν αὐτοῦ νὰ ἐκδηλοῦται ἄνευ σπασμωδικότητος κατόπιν ψυχραίμου ἐπισκοπήσεως τῶν πραγμάτων, κατόπιν ὅσον τὸ δυνατὸν ἀκριβεστέρας προσμετρήσεις τῶν κινδύνων. Προῆλθον ἐκ τοῦ πολέμου κ. πληρεξούσιοι, εἶναι εἰς πάντας γνωστόν, μία πλειὰς ὅλη νέων δημοκρατιῶν. Καθόσον γνωρίζω εἰς καμμίαν ἐξ αὐτῶν δὲν ἔσπευσαν ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας νὰ προβοῦν εἰς μέτρα εἰδικὰ πρὸς προστασίαν τοῦ πολιτεύματος...
§91Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Δὲν ὑπῆρχεν ἀντίδρασις.
§92Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἀναμείνατε. Φαντάζεσθε, ὅτι δὲν τὸ ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου; Γνωρίζω ὅτι οἱ ἐσωτερικοὶ ὅροι ἦσαν διάφοροι τοῦ καθ’ ἡμᾶς, ἀλλὰ καὶ αὐτὸ δὲν εἶναι γενικόν. Διότι ὑπάρχει μία χώρα, ἐκείνη ἀκριβῶς τὴν ὁποίαν ἀνέφερα πρὸ ὀλίγου καὶ ἡ ὁποία ἐχρησίμευσεν ὡς πρότυπον πρὸς ἐκπόνησιν τοῦ διατάγματος εἰς τὴν ὁποίαν ἡ ἐσωτερικὴ κατάστασις παρουσιάζει τὰς αὐτὰς περίπου ἀναλογίας πρὸς τὴν ἡμετέραν. Καὶ ἐκεῖ ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς ἡ μοναρχικὴ μερὶς ἦτο ἰσχυροτάτη καὶ πᾶσαν κατέβαλε προσπάθειαν πρὸς ἀνατροπὴν τοῦ καθεστῶτος. Καὶ αἱ προσπάθειαι αὗται ἐξεδηλώθησαν κατὰ τὸν ἐνεργώτερον τρόπον διὰ συνωμοσιῶν καὶ αἱματηρῶν ἐξεγέρσεων. Ἐν τούτοις αἱ Κυβερνήσεις αἱ ἀλληλοδιάδοχοι τῆς Γερμανικῆς Δημοκρατίας, ἠρκέσθησαν νὰ ἀντιτάξουν ἐναντίον τῶν ἀνατροπέων τούτων τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ κοινοῦ νόμου ἢ τὴν προσφυγὴν εἰς μέτρα ἔκτακτα μέν, παροδικῆς ὅμως ὅλως φύσεως. Μόνον δὲ μετὰ τὸν στυγερὸν ἀληθῶς φόνον ἑνὸς ἐκ τῶν μᾶλλον ριζοκελεύθων πολιτικῶν τῆς Γερμανίας τοῦ τότε ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, ἐδέησε νὰ προσφύγουν καὶ αὐτοὶ εἰς μέτρα ἐξαιρετικῆς προστασίας, οὐδεμίαν σχέσιν ἔχοντα πρὸς τοὺς κοινοὺς νόμους ὡς κατὰ πλάνην φρονεῖ ὁ κ. ἐκ Πατρῶν πολιτευτής. Ὅταν πρὸ τριμήνου τότε συνέστησα ὀλιγωτέραν σπουδήν, μοῦ εἶπον ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ψιθυρίζει ὁ ἔντιμος ὑπουργὸς τῆς Ἐννόμου Τάξεως «τί ἠθέλατε νὰ ἀφήσωμεν νὰ συμβοῦν καὶ παρ’ ἡμῖν ἐγκλήματα παραπλήσια καὶ κατόπιν νὰ λάβωμεν μέριμναν; Ὄχι ἀναμφιβόλως. Μάρτυς μου ὁ Θεὸς ὅτι διακαῶς ἐπιθυμῶ νὰ ἐπιδαψιλεύῃ ὁ ὕψιστος καὶ εἰς τὸν ἀπόντα ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ εἰς τὰ ἄλλα μέλη τῆς Κυβερνήσεως ἔτη μαθουσάλια ἐπ’ ἀγαθῷ τοῦ Ἔθνους. (Γέλωτες) Ἐγὼ ἐζήτησα ἁπλῶς ἀντὶ νὰ σπεύσῃ νὰ ὁπλισθῇ ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ κατοχυρωτικοῦ διατάγματος νὰ ὁπλισθῇ πρότερον δι’ ὀλίγης ὑπομονῆς. Τί ἐπρόκειτο νὰ συμβῇ; Τίποτε ἀπολύτως. Οἱ καταψηφίσαντες τὴν Δημοκρατίαν μετὰ τὴν πάνδημον ἐκδήλωσιν τοῦ λαϊκοῦ φρονήματος μετὰ τὸ δημοψήφισμα ἢ θὰ συνεμορφοῦντο πρὸς τὴν λαϊκὴν θέλησιν καὶ τότε δὲν θὰ ὑπῆρχε καμμία ἀφορμὴ ἀνησυχίας, οὔτε ἀνάγκη προστασίας τοῦ δημοκρατικοῦ Πολιτεύματος ἢ θὰ ἐξηκολούθουν νὰ βυσσοδομοῦν κατ’ αὐτῶν καὶ τότε ἡ Κυβέρνησις ἂν μὲν ἤρκει ἐφαρμογὴ τοῦ κοινοῦ δικαίου ἢ καὶ ἔκτακτα τινα μέτρα, θὰ ἠδύνατο κάλλιστα ἀπὸ κοινοῦ μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας καὶ τὸν νόμον τῆς κατοχυρώσεως νὰ ἐπιβάλῃ ὁ ὁποῖος ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ ἀπέρρεεν ἐκ γενικῆς ἀναγνωρίσεως τῆς ἀνάγκης τοῦ μέτρου ἐκ καθολικῆς ἀξιώσεως τοῦ λαοῦ διψῶντος ἀληθῶς γαλήνην. Ὅταν ἐχαράξαμεν τὴν συμφιλιωτικὴν ἡμῶν πολιτικήν, δὲν εἴχομεν τὴν ἀφέλειαν νὰ πιστεύωμεν ὅτι θὰ ἐξέλιπον χάρις εἰς αὐτὴν διὰ μαγείας ἀπὸ μιᾶς ἡμέρας εἰς ἄλλην ἡ ἐσωτερικὴ διαίρεσις, ἡ ὁποία χρονολογεῖται ἀπὸ μιᾶς δεκαετίας. Εἴχομεν ὅμως σαφῆ αἴσθησιν ὅτι εἶχεν ἐπέλθει ὁ κάματος εἰς τὴν κοινωνίαν, ἐκ τῆς μακρᾶς διαπάλης καὶ ὅτι ἐὰν ἐπείθετο τελειωτικῶς ὁ λαὸς ὅτι εἰς τὴν κρατοῦσαν μερίδα ἐκράτουν εἰλικρινεῖς προθέσεις πρὸς κατάπαυσιν τοῦ διχασμοῦ, πρὸς γαλήνευσιν, σύσσωμος ἤθελεν ἐν τέλει ἐπιδοκιμάσει τὴν πολιτικὴν ταύτην καὶ καταδικάσῃ τὰ ἐναπομένοντα τυχὸν ἀδιάλλακτα στοιχεῖα, εἰς πλήρη ἀπομόνωσιν. Αὐτὴ ὑπῆρξεν ἡ πολιτικὴ ἡμῶν καὶ αὐτὸν εἶχε τὸν σκοπόν. Δὲν εἶχε τὸν σκοπὸν νὰ προσελκύσῃ τὴν ἐμπιστοσύνην ἢ νὰ δελεάσῃ εὐάριθμα πρόσωπα, τὰ ὁποῖα εἴτε ὁρμώμενα ἀπὸ τὸ ἄσβεστον αὐτῶν πάθος, εἴτε διότι εἶχον ἀρρήκτως συνδέσῃ τὴν διαιώνισιν τῶν παθῶν μὲ τὴν ἐξυπηρέτησιν ἰδίων βλέψεων, οὐδέποτε θὰ ἔπαυον νὰ ὀνειροπωλοῦν βιαίας ἀνατροπάς. Καὶ ἠσθάνθημεν μεγάλην χαρὰν ὅτε ἡ Κυβέρνησις ἀναλαβοῦσα τὴν ἀρχὴν, ὄχι μόνον ἔσπευσε ν’ ἐγκαταλείψῃ τὰς ἀδιαλλάκτους αὐτῆς διαθέσεις, τὰς ὁποίας πολυτρόπως ἐξεδήλου εὑρισκομένη εἰς τὴν ἀντιπολίτευσιν, ἀλλ’ ἔσπευσε καὶ νὰ πλειοδοτήσῃ εἰς τὴν συμφιλιωτικὴν ἡμῶν προσπάθειαν. Δὲν ἐχορήγησε μόνον γενικὴν ἀμνηστείαν, ἀλλὰ διωργάνωσε καὶ εἰδικὴν ἀποστολὴν εἰς τὴν ξένην, ὅπως ἔλθῃ εἰς συνεννοήσεις μὲ ὡρισμένους παράγοντας τοῦ ἀντιπάλου κόσμου, καὶ ὑπέβαλε προτάσεις διὰ τῶν ὁποίων ἔπαυε πλέον νὰ θεωρῆται ἀπολύτως ἀπαραίτητος ἡ διατήρησις ἀθίκτου τῆς ὑλικῆς τοῦ καθεστῶτος δυνάμεως καὶ ἐπρόκειτο ἡ δημοκρατία νὰ βασίσῃ τὴν ὕπαρξίν της μόνον ἐπὶ τοῦ ἠθικοῦ αὐτῆς κύρους. Εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὅτι ὑπῆρξε διαφορὰ μεταξὺ τῆς πολιτικῆς τῆς νῦν Κυβερνήσεως καὶ τῆς πολιτικῆς τῆς προκατόχου, ἡ διαφορὰ ὅτι ἡ νῦν Κυβέρνησις ἐχορήγησε τὰ εὐεργετήματα ταῦτα ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς ἀναγνωρίσεως τῆς Δημοκρατίας. Ἀληθῶς ἡμεῖς οὐδέποτε ἐσκέφθημεν ὅτι τὰ μέτρα τῆς ἐπιεικείας καὶ τὴν ἀποκατάστασιν τῶν πολιτικῶν ἐλευθεριῶν, ἔπρεπε νὰ χρησιμοποιήσωμεν ὡς μέσον συναλλαγῆς προσωπικῆς. Παρεχωρήσαμεν τὰς ἐλευθερίας διὰ τὸν λαόν, ἐξ αὐτοῦ προσδοκῶντες τὰ ἠθικὰ ἀνταλλάγματα, τὰ ὁποῖα καὶ ὄντως ἔδρεψεν ἡ μερὶς ἡμῶν. Δὲν διστάζω δὲ νὰ δηλώσω εἰς ἀπάντησιν τῶν λεχθέντων παρὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτι εἴμεθα εὐτυχεῖς διὰ τὴν πολιτικὴν τὴν ὁποίαν ἐτηρήσαμεν καὶ δι’ ἧς ἀπετρέψαμεν τὴν ἐγκαθίδρυσιν τῆς Δημοκρατίας πρὸ τῶν ἐκλογῶν. Διότι ὅσον καὶ ἂν εἶναι, κατὰ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, λυπηρὰ ἡ ἀποχὴ τοῦ ἀντιπάλου πολιτικοῦ κόσμου ἐκ τῶν ἐνεργηθεισῶν ἐκλογῶν, ἀναντιρρήτως ἔτι πλέον λυπηρὸν θὰ ἦτο ἡ ἀποχὴ αὐτοῦ ἐκ τοῦ δημοψηφίσματος. Ἤδη χάρις εἰς τὴν συμμετοχὴν τῶν ἀντιπάλων μας ἡ νίκη ἡμῶν ἔχει ἀπείρως μεγαλειτέραν ἀξίαν, καὶ τοῦτο εἶναι καρπὸς τῆς ἰδίας ἡμῶν πολιτικῆς. Δὲν θὰ εἰσέλθω, κύριοι, εἰς τὰς λεπτομερείας τοῦ νομοθετήματος. Τὸ κρίνω περιττὸν κατόπιν τῆς δηλώσεως τῆς ἀξιεπαίνου, τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ὅτι θὰ φέρῃ τοῦτο ὑπὸ τὴν κρίσιν ἡμῶν. Ἀναντιρρήτως πάντες ὀφείλουν νὰ εἰσφέρουν τὰ φῶτά των διὰ τὴν πληρεστέραν αὐτοῦ διασκευήν. Οὐδεὶς δύναται ν’ ἀρνηθῇ τὰ ἀπαραίτητα νομοθετικὰ μέτρα προστασίας τοῦ λαϊκοῦ πολιτεύματος ἡμῶν. Ἡ ἐξασφάλισις αὐτοῦ δὲν εἶναι πόθος μόνον πάντων ἡμῶν, ὀφείλει ν’ ἀποβῇ κοινὴ μέριμνα ὅλων εἰς τὸ μέλλον (Χειροκροτήματα).
§93ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀραβαντινὸς ἔχει τὸν λόγον.
§94Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Δι’ ὀλίγων θὰ ἐξηγήσω μίαν παρατήρησιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἐκ Κερκύρας πολιτευτήν, παραδραμὼν τὸ ἐπιχείρημα τὸ ὁποῖον ἤντλησεν ἐξ ἀντιπαραβολῆς τοῦ ἄρθρου 1 πρὸς τὸ ἄρθρον 3 τοῦ διατάγματος, τὸ ὁποῖον ἐξουσιοδότησε τὴν Κυβέρνησιν εἰς ἔκδοσιν διατάγματος. Εἶπεν ὅτι δὲν ὑπῆρχε παραδρομή, ἀλλὰ δὲν ἐθεωρήθη τὸ ἐπιχείρημα ἄξιον τῆς σοβαρότητος τοῦ ὑποστηρίξαντος. Κατὰ τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως, τὸ ψήφισμα τῆς Συνελεύσεως, τὸ ὁποῖον ἐξουσιοδότησεν εἰς ἔκδοσιν νομοθετικῶν διαταγμάτων, προβλέπει προφανῶς εἰς τὴν ἔκδοσιν νομοθετικῶν διαταγμάτων δυναμένων νὰ περιορίζουν τὴν ἐλευθερίαν τῶν προσώπων. Διότι αἱ συνταγματικαὶ ἐλευθερίαι δὲν εἶναι ἀσυμβίβαστοι πρὸς τοὺς διὰ τῶν νόμων περιορισμούς, ἑπομένως πρὸς τὸ διὰ τοῦ ἐξομοιουμένου πρὸς τοὺς νόμους διατάγματος, θέσαν εἰς αὐτὸν περιορισμούς. Ἐλάβομεν ἀναντιρρήτως ὅλην τὴν ἐξουσιοδότησιν νὰ ἐκδίδωμεν διατάγματα περιορίζοντα τὰς ἐλευθερίας προκειμένου περὶ τῆς δημοσίας ἀσφαλείας. Παρετηρήθη παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Πατρῶν πολιτευτοῦ, ὅτι δύναται ν’ ἀμφισβητηθῇ σοβαρῶς ὑπὸ τῶν ἀποβλεπόντων εἰς τὴν οὐσίαν ὅτι ὑπάρχει ζήτημα ἀσφαλείας ὅσον ἀφορᾷ τὰς λῃστρικὰς πράξεις διὰ τὰς ὁποίας ἁρμοδία εἶναι ἡ χωροφυλακή, καὶ δὲν ἀφορᾷ τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν τοῦ Κράτους, ἡ κατὰ παῦσις ἑνὸς ἐμφυλίου πολέμου εἰς τὸν ὁποῖον ἔθηκε τέρμα τὸ δημοψήφισμα, ἀλλὰ τοῦ ὁποίου ὁ κλυδωνισμὸς ὑφίστατο μεταξὺ τοῦ λαοῦ καὶ ἐξεδηλοῦτο. Ἐθεωρήσαμεν λοιπὸν σκόπιμον νὰ ἐκδώσωμεν τὸ διάταγμα τοῦτο, διὰ τοῦ ὁποίου πλήττομεν οὐχὶ τὰς ἐλευθερίας τῆς σκέψεως οὐχὶ τὰς συνταγματικὰς ἐλευθερίας, ἀλλ’ ὡρισμένας ἐκδηλώσεις τὰς ὁποίας οὐχὶ ἄλλη τις ἐμπειρία, ἀλλ’ ἡ Ἑλληνικὴ ἐμπειρία μᾶς ἐδίδαξεν, ὅτι εἶναι ἐκδήλωσις ἐπικίνδυνος διὰ τὴν ἔξαψιν τῶν παθῶν, διὰ τὴν διατήρησιν τοῦ ἐμφυλίου σπαραγμοῦ, τὴν ὁποίαν ἠθέλησεν ὁ λαὸς νὰ τερματίσῃ διὰ τῆς πανηγυρικωτάτης θελήσεως αὑτοῦ τῆς ἐκδηλωθείσης διὰ τῆς ὑπερψηφίσεως τῆς Δημοκρατίας. Φυσικῷ τῷ λόγῳ, ὅτι ἐν τῇ ἐννοίᾳ τῆς ἐκδόσεως Διαταγμάτων ἀναφερομένων εἰς θέσιν παγίαν περιορισμῶν εἰς τὴν εἰς τὴν ἐκδήλωσιν τῶν ἐλευθεριῶν τῶν ἀνθρώπων, δηλαδὴ ἀναφερομένων εἰς τὰς λεγομένας συνταγματικὰς ἐλευθερίας, ὅπως ἡ ἐλευθερία τοῦ τύπου, ὅπως εἶναι ἡ ἐλευθερία τῶν συνεταιρισμῶν, ἡ ἐλευθερία τοῦ συνέρχεσθαι, ἡ ἐλευθερία τοῦ οἰκογενειακοῦ ἀσύλου. Εἰς τὴν ἐξουσιοδότησιν τοιούτου διατάγματος ἐφρονοῦμεν, ὅτι δὲν ἐξυπακούεται ἡ τήρησις τοῦ στρατιωτικοῦ νόμου ὁ ὁποῖος ἔχει περιορισμὸς τῶν συνταγματικῶν ἐλευθεριῶν ἐντὸς τῶν νομίμων ὁρίων. Διὰ τοῦτο ἐθεωρήσαμεν προσῆκον νὰ ζητήσωμεν ῥητὴν ἐξουσιοδότησιν διὰ τὸν στρατιωτικὸν νόμον. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἡ συζήτησις δὲν ἔχει καμμίαν πλέον οὐσιαστικὴν ἀξίαν, ἐφ’ ὅσον ἡ Κυβέρνησις ἀναγνωρίζουσα ὅτι τὸ διάταγμα περιέχει διατάξεις, τεχνικάς, ἐπιστημονικάς, δέχεται νὰ τὸ θέσῃ ὑπὸ τὴν κύρωσιν τῆς Συνελεύσεως, ὑπὸ τὴν ἔννοιαν, ὅπως ἐὰν χρήζει τροπολογικῶν νὰ τροπολογηθῇ καὶ νὰ δεχθῇ τὴν βελτίωσιν αὐτῶν. Φρονῶ ἑπομένως ὅτι δὲν ὑφίσταται ἀνάγκη συζητήσεως, ἐὰν εἴχομεν ἢ δὲν εἴχομεν ἐξουσιοδότησιν νὰ πράξωμεν τοῦτο. Τὸ ἀληθὲς εἶναι, ὅτι διαφέρομεν ψυχικῶς μὲ τὸν ἀξιότιμον κ. πληρεξούσιον Εὐρυτανίας, ἡ διαφορὰ δὲ αὕτη ἡ ψυχικὴ καθωρίσθη καὶ ἄλλοτε εἰς ἄλλα σημεῖα καὶ ὅταν ἀκόμη κατεῖχε τὰ κυβερνητικὰ ἐδώλια. Εἶχον εἴπει, ἐγὼ τοὐλάχιστον πρὸς αὐτόν, ὅτι ἐθεώρουν, ὅτι δὲν εἶχεν ἐπάρκειαν θάρρους διὰ τὴν διαχείρισιν τοῦ μεγάλου ζητήματος, τὸ ὁποῖον καθώριζε ψυχικὴν διαφορὰν μεταξὺ αὐτῶν καὶ ἡμῶν. Ἡ ψυχικὴ αὕτη διαφορὰ ἐξεδηλώθη καὶ εἰς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν, ὅτι ἡμεῖς ἐσπεύσαμεν εἰς τὴν ἔκδοσιν τοῦ Διατάγματος. Ἡ ἰδιοσυγκρασία μας εἶναι τοιαύτη, ὥστε ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐπιδιώκομεν νὰ τὸ κατορθώνωμεν κατὰ τὸν ἀκινδυνώτερον τρόπον, διότι ὁ ἀξιότιμος κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς διεδέχθημεν, εἶχεν ἀνησυχίαν περὶ τῆς κατοχυρώσεως, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς δὲν συμμεριζόμεθα. Καὶ ὅσον καὶ ἂν ἔλεγεν ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς εἶχεν ἀποκάμει ἀπὸ τὴν διαίρεσιν τὴν ἐσωτερικὴν καὶ ὅτι, ὡς εἶπεν, ἀρκετὸν ἦτο νὰ ἀφήσωμεν τὸν κάματον τὸν ψυχικὸν τοῦ λαοῦ, νὰ κατοχυρώσῃ τὸ πολίτευμα, αὐτὸς οὗτος ὡς κυβερνήτης δὲν ἐστηρίζετο ἐπὶ τοῦ καμάτου τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, εἰς τὸν ὁποῖον, ἐπαναλαμβάνω, δὲν ἐπίστευεν, ἀλλ’ ἐλάμβανεν ἔκτακτα μέτρα, εἶχεν εἰδικὸν σῶμα ἀσφαλείας, τὸ ὁποῖον ὅταν παρέλαβον τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν τὸ διέλυσα. Καὶ γνωρίζετε τί θὰ εἰπῇ νὰ στηρίζετε ἓν καθεστὼς ἐπὶ εἰδικοῦ σώματος ἀσφαλείας, τὸ ὁποῖον, κατὰ τοὺς λογαριασμοὺς τοὺς ὁποίους θὰ εἶναι εἰς θέσιν νὰ δώσῃ ὁ κ. συνάδελφός μου ὑπουργὸς τῆς ἐννόμου τάξεως, ἐστοίχισε περὶ τὸ 1,000,000 δραχμῶν; Λοιπὸν λέγω ὅτι τοιαύτην προστασίαν καθεστῶτος ἡμεῖς δὲν θέλομεν. Ἐθεωρήσαμεν προτιμότερον νὰ εἴπωμεν καθαρὰ εἰς τοὺς ἀντιπάλους μας, ὅτι, κύριοι, διὰ νόμου τοῦ ὁποίου τὰς συνεπείας αὐστηρῶς θὰ ὑποστῆτε διὰ τῆς δικαστικῆς ὁδοῦ, δὲν θὰ σᾶς ἐπιτρέψωμεν νὰ προσβάλλετε τὸ καθεστώς, παρὰ νὰ μὴ διατυπώσωμεν ἕνα νόμον ἐπειδὴ πιθανὸν ἠθέλομεν θίξει τὰς συνταγματικὰς ἐλευθερίας τῶν πολιτῶν καὶ διὰ τῆς ἄλλης ὁδοῦ, διὰ πρακτόρων, δι’ ἀνθρώπων οἱ ὁποῖοι ἐνοχλοῦν τοὺς πολίτας, νὰ κυττάζωμεν νὰ προστατεύωμεν τὸ καθεστὼς καὶ τὴν Κυβέρνησιν. Νομίζω ὅτι ἡ διαφορὰ μεταξὺ τῶν δύο πολιτικῶν εἶναι μεγάλη καὶ νομίζω ὅτι ἡ Συνέλευσις κατ’ ἀρχὴν θὰ ἐγκρίνῃ, ὅτι καλλιτέρα ὁδὸς εἶναι ἡ διὰ τοῦ νομοθετικοῦ διατάγματος, παρὰ ἐκείνη, ἡ ὁποία ἠκολουθεῖτο μέχρι τῆς ἐκδόσεως τοῦ διατάγματος, ἢ μᾶλλον μέχρι τῆς ἀναλήψεως ὑπὸ τῆς Δημοκρατικῆς Κυβερνήσεως τῆς ἀρχῆς. Ἀναγνωρίζομεν φυσικὰ ὅτι προκειμένου περὶ τεχνικῶν λεπτομερειῶν εἶναι ἐνδεχόμενον τὸ νομοσχέδιον,— διότι κανεὶς δὲν ἔχει τὸ ἀλάθητον, —νὰ εἶναι δεκτικὸν βελτιώσεως, ἀλλὰ κατ’ ἀρχὴν δὲν ἠμπορεῖ νὰ μᾶς ἐλέγξῃ ὅτι ἐσπεύσαμεν νὰ νομοθετήσωμεν τὸ διάταγμα τοῦτο· εἶμαι δὲ βέβαιος ὅτι καὶ ἡ Συνέλευσις θὰ ἐγκρίνῃ τὴν δημοσίευσιν τοῦ διατάγματος τούτου, ἐπιφυλάσσουσα φυσικὰ εἰς ἑαυτὴν τὸ δικαίωμα νὰ βελτιώσῃ τὸ διάταγμα κατὰ τὰς λεπτομερείας.
§95Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Δύο λέξεις μόνον θὰ εἴπω. Μίαν πληροφορίαν θὰ δώσω εἰς τὸν ἀξιότιμον ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι ἡ πολιτικὴ ἡμῶν ἦτο ἀπόλυτος ἐλευθερία ἐκφράσεως καὶ σκέψεως, ἀπόλυτος πολιτικὴ ἐλευθερία, ἀλλὰ καὶ συγχρόνως ἐνίσχυσις τῶν ἀστυνομιῶν πρὸς παρακολούθησιν τῶν ἀτάκτων καὶ τῶν ἀδιαλλάκτων στοιχείων, ὅπως ταῦτα μὴ ὑπεραίρωσι τὴν κεφαλὴν αὐτῶν.
§96Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἦσαν πράκτορες. Δὲν ἦτο ὁ Διευθυντὴς τῆς Ἀστυνομίας.
§97ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Ἔληξεν ἡ συζήτησις, κ. Πρόεδρε.
§98ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι 10 ἀκόμη ἐγγεγραμμένοι. Ἐὰν θέλωσι νὰ παραιτηθῶσιν.
§99Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Δὲν παραιτοῦμαι ἐγώ.
§100ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Νὰ διακόψωμεν κ. Πρόεδρε.
§101Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Κύριοι συνάδελφοι, ἂν ὑπάρχωσι 10 ἀκόμη ἐγγεγραμμένοι, οἱ ὁποῖοι δὲν θέλουν νὰ παραιτηθοῦν, ἐπειδὴ δὲν ἠμποροῦμεν νὰ τοὺς ἀναγκάσωμεν νὰ παραιτηθοῦν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου, θὰ παρακαλέσω νὰ ἐξακολουθήσῃ αὔριον κατ’ ἐξαίρεσιν ἡ συζήτησις εἰς τὰς 5 μ. μ.
§102Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἀφ’ οὗ δέχεται ἡ Κυβέρνησις νὰ φέρῃ τὸ Διάταγμα ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως νομίζω ὅτι ἡ παράτασις τῆς συζητήσεως δὲν ἔχει κανένα λόγον.
§103Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Οἱ μὴ ἔχοντες τὸ εὐτύχημα νὰ εἶναι ἀρχηγοὶ καὶ παραιτηθέντες τῆς σειρᾶς των δὲν ἔχουν τὴν διάθεσιν νὰ παραιτηθῶσι καὶ τοῦ δικαιώματός των ὅπως ὁμιλήσωσιν.
§104Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ὁ ἔλεγχος ὅμως τῆς Κυβερνήσεως ἔχασε κατ’ οὐσίαν τὸν λόγον του. Περὶ αὐτοῦ πρόκειται. Τώρα διὰ νὰ ἀκούσωμεν τὰς γνώμας τῶν ἐγγεγραμμένων ἠμποροῦμε νὰ συνεχίσωμεν καὶ νὰ τερματίσωμεν ἀπόψε τὴν συζήτησιν.
§105Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Ὄχι. Δὲν ἠμποροῦμεν νὰ ἐπανερχόμεθα (θόρυβος).
§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ Συνεδρίασις δι’ αὔριον εἰς τὰς 5 μ. μ. (Ὥρᾳ 10 μ. μ.)