1924.05.21
1,551 rows · 11,570 words · 73 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 41Η
Τετάρτη 21 Μαΐου 1924
Προεδρία Κ. Ρακτιβάν
(Ὥρᾳ 5.30′ μ. μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Νὰ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Νὰ ἀναγνωσθῶσι τὰ πρακτικά. (Ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικά).
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίρρησις ἐπὶ τῶν πρακτικῶν;
§3Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε ἐπὶ τοῦ σχεδίου ψηφίσματος περὶ συστάσεως ἐπιτροπῆς πρὸς μελέτην ἀποφάσεων περὶ οἰκονομιῶν, διὰ συμπτύξεως ὑπηρεσιῶν περὶ ἀπολύσεως ὑπαλλήλων ἔφερον ἀντίρρησιν διὰ τὸ ἐπεῖγον καὶ ὡς πρὸς τὴν ψήφισιν τοῦ μέτρου. Ἀλλ’ ἕνεκα τοῦ θορύβου καὶ ἐπειδὴ ἀνῆλθεν εἷς τῶν κ. κ. Ὑπουργῶν νὰ καταθέσῃ νομοσχέδιον, τὸ Προεδρεῖον ἴσως δὲν ἀντελήφθη καλῶς τὰς ἀντιρρήσεις μου καὶ δὲν ἀνεγράφην εἰς τὰ πρακτικὰ καὶ ἐπιμένω ὅτι αὐτὸ τὸ σχέδιον ψηφίσματος δὲν ὑπεβλήθη καλῶς, τοσοῦτον μᾶλλον καθόσον θὰ ἤθελον νὰ ἐρωτήσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ποῖον σκοπὸν ἔχει ἡ σύστασις ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἐπιτροπῆς συμβουλευτικῆς, ἡ ὁποία θὰ γνωματεύσῃ ἐπὶ τῶν ἐπενεκτέων οἰκονομιῶν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους. Ἡ σύστασις μιᾶς ἐπιτροπῆς ὑπὸ οἱουδήποτε ὑπουργοῦ ἔχει χαρακτῆρα καθαρῶς ἰδιωτικοῦ δικαίου ὄχι νομοθετικοῦ καὶ μάλιστα ψηφίσματος τῆς Συνελεύσεως. Ἐὰν ὅμως ἤθελε δηλώσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὅτι ἡ δικαιοδοσία τῆς ἐπιτροπῆς ἐκτείνεται ἐπὶ νομοθετικῶν ἔργων ὅτι δηλαδὴ ἡ Συνέλευσις ἀναθέτει εἰς τὴν ἐπιτροπὴν μέρος τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας τότε θὰ ἔχῃ νόημα ἡ ὑποβολὴ τοῦ ψηφίσματος ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν.
§4Λ. ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε. Δὲν εἶνε παρατήρησις αὐτὴ ἐπὶ τῶν πρακτικῶν.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ. Εἶναι ἰδικόν μου καθῆκον. Κύριε Πληρεξούσιε, εἰσέρχεσθε εἰς τὴν οὐσίαν περὶ τῆς ὁποίας δὲν πρόκειται αὐτὴν τὴν στιγμήν, ζητεῖται μόνον ἡ διόρθωσις τῶν πρακτικῶν, ἐὰν ἔχουν κακῶς διατυπωθῇ. Ἐν σχέσει πρὸς τὴν παρατήρησιν τὴν ὁποίαν ἐκάματε πρὸς τὸ προεδρεῖον, ὀφείλω νὰ δηλώσω ὅτι μετὰ τὴν παραδοχὴν τοῦ ψηφίσματος, σεῖς ἐζητήσατε τὸν λόγον. Ἐγὼ σᾶς εἶπον ὅτι ἤδη ἔληξεν ἡ συζήτησις. Ἐὰν προηγουμένως ἐζητήσατε τὸν λόγον, ἐγὼ δὲν τὸ ἀντελήφθην. Ὥστε τὰ πρακτικὰ ἔχουν καλῶς. Τώρα ἐὰν θέλετε νὰ φέρετε οἱανδήποτε πρότασιν σχετικὴν πρὸς τὸ ψήφισμα ἐκεῖνο, τότε δύνασθε νὰ τὴν ὑποβάλητε διὰ τῆς κανονικῆς ὁδοῦ.
§6Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ἐπιμένω εἶναι διὰ νὰ ἐξηγήσω εἰς τὴν Συνέλευσιν διατὶ θέλω τὴν διόρθωσιν τῶν πρακτικῶν. Δύο εἶναι αἱ ὁδοὶ ὡς πρὸς τὴν διόρθωσιν τῶν πρακτικῶν ἢ νὰ ἀναγραφῇ ὅτι ἐψηφίσθη τὸ ψήφισμα ἢ νὰ ἀναγραφῇ ὅτι ἐγὼ ἔχω ἀντίρρησιν.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ ἀρκεῖ.
§8Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπιφυλάσσομαι εἰς μεταγενεστέραν συζήτησιν, ὅτε θὰ ἔλθωμεν εἰς τὸν ἔλεγχον τοῦ ψηφίσματος αὐτοῦ, νὰ ζητήσω ἐξηγήσεις ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν.
§9ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. (Πρωθυπουργός). Κύριε Πρόεδρε, δὲν πρόκειται περὶ μεταβιβάσεως νομοθετικῆς ἐξουσίας, πρόκειται περὶ διοικητικῆς δικαιοδοσίας ἡ ὁποία ἐπιβαρύνει ἠθικῶς τὴν Κυβέρνησιν, ἐν ᾗ περιπτώσει ἡ ἐπιτροπὴ ζητήσει τὴν ἐφαρμογὴν οἰκονομιῶν διὰ καταργήσεως θέσεων. Εἶναι μία δέσμευσις, τρόπος ἐξακριβώσεως περιττευουσῶν θέσεων ἀφ’ ἑνὸς καὶ ἐξαναγκασμοῦ ἠθικοῦ ἀφ’ ἑτέρου πρὸς ἐφαρμογὴν τῶν οἰκονομιῶν. Πρόκειται περὶ διοικητικοῦ μέτρου.
§10Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε διατὶ ἦλθεν εἰς τὴν Συνέλευσιν;
§11Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. (Πρωθυπουργὸς). Διότι διὰ νόμου συνεστήθη αὐτὴ ἡ ἐπιτροπὴ διὰ νὰ ἔχῃ περισσότερον κῦρος.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν, τὰ πρακτικὰ ἐπικυροῦνται διότι ἔχουσιν ἀκριβῶς. (Τὰ πρακτικὰ ὡς πρὸς τὸ μέρος τοῦτο ἐπικυροῦνται).
§13ΑΝΤ. ΠΡΑΝΤΟΥΝΑΣ. Κύριε πρόεδρε εἰς τὰ πρακτικὰ ἴσως κατὰ παραδρομὴν ἀναγράφεται ὅτι ὁ εἰσαγγελεὺς τῶν Πρωτοδικῶν Ἀθηνῶν ζητεῖ τὴν παραπομπήν μου εἰς δίκην. Εἶναι ἀληθές: διότι ὁ Εἰσαγγελεὺς δὲν ἐζήτησε τοιοῦτόν τι.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ γίνῃ ἐξέλεγξις τῶν ὑποβληθεισῶν αἰτήσεων καὶ θὰ διορθωθοῦν τὰ πρακτικά. (Τὰ πρακτικὰ ἐπικυροῦνται) Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Συνέλευσιν τὰ ἑξῆς. —Τὰ Σωματεῖα τῆς πόλεως Ἡρακλείου διαμαρτύρονται διὰ τὴν πληρωμὴν πολλῶν ἑκατομμυρίων δραχμῶν ὑπὸ τοῦ Κράτους εἰς τοὺς Σταφιδεμπόρους καὶ ζητοῦσι τὴν ἀναστολὴν τοῦ σχετικοῦ Ν. Διατάγματος. —Οἱ Καπνοβιομήχανοι Ναυπλίου διαμαρτύρονται διὰ τὴν ἀπειλουμένην ἐνοικίασιν τοῦ νέου Καπνεργοστασίου. —Ὁ Ἀρχιερατικὸς Ἐπίτροπος Καρατζόβας παρακαλεῖ ὅπως λαμβανομένων ὑπ’ ὄψιν τῶν προγενεστέρων αὐτοῦ ὑπηρεσιῶν, τῷ ἀπονεμηθῇ ὁ βαθμὸς τοῦ Τμηματάρχου. —Ἡ Κοινότης Ἀπειράνθου ἐπιδοκιμάζει ἀπόφασιν Κυβερνήσεως περὶ συγκεντρώσεως τῆς σμύριδος ἐν τῷ λιμένι τῆς Μουτσούνης. —Οἱ κάτοικοι τῆς Κοινότητος Ἀγουλινίτσης παρακαλοῦσιν ὅπως ληφθῇ μέριμνα περὶ διαρυθμίσεως τῆς κοίτης τοῦ ποταμοῦ Ἀλφειοῦ. —Οἱ κάτοικοι τῆς κοινότητος Ρωμηρίου Πυλίας παρακαλοῦσιν ὅπως ἀρθῇ ἡ ἄδικος ἐπὶ τῶν ζώων φορολογία. —Οἱ κάτοικοι Ἀνδρονιάνου Καρυστίας παρακαλοῦσιν ὅπως τροποποιηθῇ ὁ Νόμος περὶ μεταλλείων. —Ὁ ἐν ταῖς φυλακαῖς Κερκύρας κρατούμενος κατάδικος Βασίλ. Σκούπρας παρακαλεῖ ὅπως τῷ χορηγηθῇ χάρις. —Οἱ ἐν ταῖς φυλακαῖς Πύλου κατάδικοι παρακαλοῦσιν ὅπως μειωθῇ ἡ ποινή των. —Οἱ Συνεταιρισμοὶ ἀποκαταστάσεως ἀκτημόνων καλλιεργητῶν Λουπενίτσης Γρεβενῶν παρακαλοῦσιν ὅπως ἀκυρωθῇ ἡ ἄδικος ἀπόφασις τοῦ Ὑπουργείου τῆς Γεωργίας. —Ὁ Σύνδεσμος τῶν ἐφέδρων Ἀξιωματικῶν καὶ ὁπλιτῶν τοῦ Νομοῦ Ρεθύμνης, παρακαλεῖ ὅπως τροποποιηθῇ τὸ Ἐνοικιοστάσιον ἐν σχέσει μὲ τὴν ὑπεκμίσθωσιν μαγαζείων —Ἡ συνομοσπονδία ἐπαγγελματιῶν τῆς Ἑλλάδος ζητεῖ τὴν ἄρσιν τοῦ Ν. Διατάγματος περὶ φόρου κύκλου ἐργασιῶν. — Ὁ Δικηγορικὸς σύλλογος Ἰωαννίνων παρακαλεῖ τὴν Συνέλευσιν, ὅπως ληφθῇ νομοθετικὸν μέτρον ἀντικαταστάσεως φορολογίας καθαρᾶς προσόδου διὰ τῆς αὐξήσεως τοῦ δικηγοροσήμου. — Ὁ Ἐμπορικὸς Σύλλογος Γυθείου παρακαλεῖ, ὅπως ἀρθῇ ἡ ἀπαγορευτικὴ διάταξις τοῦ Ὑπουργείου περὶ πωλήσεως πρὸς δρῶσιν ἐλαίου, οὗτινος ἡ ὀξύτης ὑπερβαίνει τοὺς 25 βαθμούς. — Μικροϊδιοκτῆται καὶ καλλιεργηταὶ Ἀθηνῶν ὑποβάλλουσιν διαμαρτυρίαν κατὰ τῆς ἀντισυνταγματικῆς ἀπαλλοτριώσεως τῶν αὐτοπροσώπως καλλιεργουμένων κτημάτων καὶ τῶν οἰκοπέδων των. — Διάφοροι πολῖται Θεσσαλονίκης ἀνεξαρτήτως πολιτικῶν ἀποχρώσεων ποιοῦνται ἔκκλησιν πρὸς τὴν Ἐθνοσυνέλευσιν ὅπως παντὶ σθένει ἐπιτευχθῇ ἡ συμφιλίωσις. — Κατώτεροι δικαστικοὶ ὑπάλληλοι τοῦ Πρωτοδικείου Πρεβέζης αἰτοῦσιν τὴν μεταρρύθμισιν διαταγμάτων τινῶν ἅτινα ἀφορῶσιν τὴν ἠθικὴν καὶ ὑλικὴν αὐτῶν θέσιν. — Ὁ Δήμαρχος Νιαούσης ζητεῖ τὴν χορήγησιν εἰς τὸν δῆμον τῶν θέσεων Παληοναύτη, Ἅγιος Νικόλαος, Προφήτης Ἠλίας, Παπαγιάννη, Καστανὰ αἵτινες ἀνῆκον εἰς τὴν ἐκπεσοῦσαν δυναστείαν. — Ὁ Πρόεδρος Δελβινακίου ἀντιπρόσωπος Δημοκρατικῆς παρατάξεως ζητεῖ τὴν ἀνάκλησιν τῆς ἀπολύσεως τοῦ Σχολιάτρου Πεσηνίου Χρίστου Κόνη. — Κάτοικοι συνοικισμῶν Νομοῦ Αἰτωλοακαρνανίας παρακαλοῦσιν ὅπως γίνωσι δεκτὰ τὰ αἰτήματα τοῦ ἀντιπροσώπου των Κωνστ. Σιδέρη. — Ἀκτήμονες ἔφεδροι Μεγάλων Καλυβίων Τρικκάλων ζητοῦσιν ὅπως ἐγκατασταθῶσιν εἰς ἀγροκτήματα Λαζαρίνης κηρυχθέντα ὑπὸ Ἐπαναστάσεως ἀπαλλοτριωτέα. — Καπνοπαραγωγοὶ Ξάνθης–Δράμας αἰτοῦσιν ἐλάττωσιν δεκάτης καπνοῦ ὡς καὶ κατάργησιν λοιπῶν προσθέτων φόρων. — Ἡ Ἑλένη Εὐαγ. Τάντζου ζητεῖ ὅπως λαμβάνωσι γεωργικὸν κλῆρον ἀποκαταστάσεως καὶ αἱ οἰκογένειαι τῶν ὁποίων οἱ σύζυγοι κατεδικάσθησαν διὰ διάφορα ἐγκλήματα. — Ὁ Λαὸς τῆς Ἐπαρχίας Κυθήρων παρακαλεῖ ὅπως ἀνασταλῇ ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ ἐνοριακοῦ νόμου. — Οἱ δυνάμει τοῦ Νόμου 928 προερχόμενοι ὑποτελῶναι αἰτοῦσι τὴν τροποποίησιν τοῦ 5ου ἄρθρου τοῦ Νόμου τούτου. — Ὁ Σύνδεσμος τῶν ἐφέδρων πολεμιστῶν Καβάλλας παρακαλεῖ τὴν Κυβέρνησιν ὅπως μεριμνήσῃ διὰ τὴν ἐλάττωσιν τῶν φόρων καθαρᾶς προσόδου καὶ ἐκτάκτων κερδῶν. — Ὁ Ράδορμαν Ἀθανασίου κάτοικος Βοδενῶν ζητεῖ ὅπως τῷ ἀποδοθῇ ἡ αὐθαιρέτως καταληφθεῖσα ἀκίνητος περιουσία του. — Τὸ σωματεῖον Κηπουρῶν Λαγκαδᾶ διαμαρτύρεται διὰ τὴν καθυστέρησιν 10.406.60 ο)ο δραχμῶν προερχομένων ἐκ λαχανικῶν προσφερθέντων εἰς τὴν ἐπιμελητείαν Αʹ. Σώματος Στρατοῦ. — Ἔκτακτον προσφυγικὸν Συνέδριον Μακεδονίας καὶ Θράκης παρακαλεῖ ὅπως αἱ ληφθεῖσαι κατὰ τὴν ἐν Θεσ)νίκῃ παραμονὴν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἀποφάσεις ἐκτελεσθῶσιν. — Ἡ Ἕνωσις τῶν κατωτέρων δικαστικῶν Μυτιλήνης παρακαλεῖ ὅπως ληφθῇ μέριμνα περὶ βελτιώσεως τῆς θέσεώς των. — Οἱ ἐν Θεσσαλονίκῃ Σύλλογοι Καππαδοκίας Νεαπολιτῶν καὶ Καισαρείας παρακαλοῦσιν ὅπως ληφθῇ μέριμνα ὑπὲρ τῶν ἐν Τουρκίᾳ ὑπολειπομένων εἰσέτι Χριστιανῶν. — Τὸ ἐν Καβάλλᾳ Σωματεῖον «Ἡ ἀνακούφισις τῶν ἐργατῶν» παρακαλεῖ ὅπως τῷ παραχωρηθῶσιν δωρεὰν γήπεδα τοῦ δημοσίου. — Ὁ πρώην τηλεγραφητὴς Δημ. Φραντζῆς παρακαλεῖ ὅπως ἀποζημιωθῇ διὰ τὰ ἀπωλεσθέντα χρήματα καὶ ἀποσκευάς του ἕνεκα πολιτικῶν λόγων. — Ὁ λαὸς Πρεβέζης διαμαρτύρεται διὰ τὴν διαγραφὴν ὑπὸ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου Συγκοινωνίας τῶν μελετηθέντων ἔργων τοῦ λιμένος Πρεβέζης. — Ὁ Δήμαρχος Παγασῶν ὑποβάλει τροποποίησιν διατάξεων τινων τῶν περὶ δημοτικῶν φόρων Νόμων. — Ὁ Ἱερατικὸς Σύνδεσμος τῆς Μητροπόλεως Κορινθίας ζητεῖ τὴν τροποποίησιν τοῦ ἐνοριακοῦ Νόμου. — Τὸ κοινοτικὸν Συμβούλιον Ἰσθμίας παρακαλεῖ τὴν Συνέλευσιν ὅπως ὑποβάλῃ καὶ ψηφίσῃ νόμον δι’ οὗ νὰ ἀπαγορευθῇ ἡ ἀνέγερσις λουτήρων ἐκτὸς τῶν ἀνεγερθησομένων οἰκιῶν καὶ ξενοδοχείων κατὰ τὴν παραλίαν Λουτρακίου. — Οἱ γεωργοκτηνοτρόφοι Γαστούνης παραπονοῦνται διὰ τὴν ἐκεῖσε ἐνεργηθεῖσαν μεροληπτικὴν ἐπίταξιν τῶν γαιῶν καὶ παρακαλοῦσιν ὅπως διαταχθῇ ἀνώτερος ὑπάλληλος καὶ ἐνεργήσῃ τὰ δέοντα. — Οἱ ἀπολυθέντες πρὸ ἔτους κατὰ τὴν γενομένην ἐκκαθάρισιν δημοδιδάσκαλοι αἰτοῦσι τὸν ἐπαναδιορισμὸν των εἰς τὰ ξενόφωνα μέρη Ἠπείρου, Μακεδονίας καὶ Θράκης. — Ὁ Λαὸς τῆς Θεσσαλονίκης ζητεῖ τὴν πλήρη καὶ ταχεῖαν ἐφαρμογὴν τῆς Κυριακῆς ἀργίας. — Ὁ Πρόεδρος τῶν Κοινοτικῶν Συμβουλίων τῆς νήσου Κυθήρων ὑποβάλλει ἀναφορὰν περὶ μὴ ἐφαρμογῆς τοῦ ἐνοριακοῦ νόμου ὅσον ἀφορᾷ τὴν Ἑπτάνησον. — Ἐπιτροπὴ Ὑπαλλήλων τοῦ Γεν. Λογιστηρίου καὶ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου ζητεῖ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ ἀπὸ 1ης Σεπτεμβρίου 1923 Ν. Δ. — Ὁ Πρόεδρος τοῦ Συνδέσμου τῶν δημοδιδασκάλων Διδυμοτείχου ὑποβάλλει ἀναφορὰν τῶν δημοδιδασκάλων Θρακῶν ζητούντων τὴν μονιμοποίησίν των. — Οἱ κατώτεροι δικαστικοὶ ὑπάλληλοι Ρεθύμνης ζητοῦσι τὴν οἰκονομικὴν των ἐνίσχυσιν. — Οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου Καλοχῶρι Θεσσαλονίκης ζητοῦσιν ὅπως ἀποδοθῇ τὸ ἀγρόκτημα Περίτσα πρὸς καλλιέργειαν. — Ὁ γεωργικὸς Συνεταιρισμὸς Βελβενδοῦ παρακαλεῖ τὴν Κυβέρνησιν ὅπως ἐνισχύσῃ οἰκονομικῶς τοὺς λειτουργοὺς τῆς Λαϊκῆς ἐκπαιδεύσεως. — Ὁ πρόεδρος τοῦ συνδέσμου ἐνοικιαστῶν Πειραιῶς ὑποβάλλει ὑπόμνημα περὶ μὴ τροποποιήσεως τοῦ ἰσχύοντος ἐνοικιοστασίου εἰς βάρος τῶν ἐνοικιαστῶν. — Ὁ τέως μόνιμος ὑπολοχαγὸς τοῦ πεζικοῦ Ξενοφῶν Σακελλαρίου παρακαλεῖ ὅπως τῷ χορηγηθῇ ἀμνηστεία. — Πρόσφυγές τινες ἰδιοκτήτριαι οἰκιῶν παρακαλοῦν ὅπως ληφθῇ μέριμνα καὶ ταῖς ἀποδοθῶσιν αἱ οἰκίαι των. — Ὁ Πρόεδρος τοῦ Συλλόγου Καπαδοκῶν καὶ Κιλικίων Καβάλλας ἀναφέρων τὴν φρικώδη καὶ ἀπελπιστικὴν κατάστασιν τῶν ἐν Μ. Ἀσίᾳ ὁμογενῶν παρακαλεῖ τὴν Κυβέρνησιν ὅπως σπεύσῃ καὶ ζητήσῃ σύντομον καὶ ταχεῖαν ἀνταλλαγὴν τούτων. — Ὁ Παγκληρικὸς προσφυγικὸς σύνδεσμος ὑποβάλλει ὑπόμνημα περὶ βελτιώσεως τῆς θέσεώς των. — Ὁ Σύνδεσμος τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων ἐν Κερκύρᾳ παρακαλεῖ ὅπως ἀρθῶσιν ἅπαντες οἱ εἰς τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους ἐπιβαλλόμενοι φόροι. — Διάφορα Σωματεῖα καὶ Σύλλογοι Θεσσαλονίκης ἀπαιτοῦσι τὴν ταχεῖαν ἐφαρμογὴν τῆς Κυριακῆς ἀργίας. — Οἱ πρόσφυγες Ἡρακλείου ζητοῦσι τὴν ἄρσιν τῆς διαταγῆς τῆς Κυβερνήσεως περὶ ἀναγνωρίσεως μισθώσεων τῶν ἀγροτικῶν Μουσουλμανικῶν κτημάτων. — Οἱ ἀγροτικοὶ συνεταιρισμοὶ Τρικκάλων–Καλαμπάκας αἰτοῦσιν ὅπως ἀπαλλοτριωθῶσι τὰ ἀγροκτήματα Ράγης–Παληοσκαμαρίνα–Τζέρτζη κλπ. ἐπίσης ὅπως καταργηθῶσιν αἱ φορολογίαι ἐπὶ τῶν καπνῶν καὶ αἰγοπροβάτων. — Ὁ ἀγροτικὸς κόσμος Θεσσαλίας παρακαλεῖ ὅπως μειωθῇ ἡ φορολογία τοῦ καπνοῦ εἰς τὸ ἥμισυ. — Οἱ ἀγρόται Βαλτονίτου ὑποβάλλουσι τροποποιήσεις ἐπὶ τοῦ ἀγροτικοῦ νόμου ζητοῦντες ὅπως γίνωσιν δεκταί. — Τὸ σωματεῖον θυμάτων στρατοῦ Λαρίσσης διαμαρτύρεται διὰ τὴν ἀπόρριψιν τῶν αἰτημάτων του. — Ὁ Ἀντιπρόεδρος τοῦ συνδέσμου Μελενικίων διαμαρτύρεται διὰ τὴν διάλυσιν τοῦ συμβολαίου τῆς μισθώσεως τοῦ μύλου Χατζῆ–Ὀμὲρ–Μουσταφᾶ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ὑποβάλλει τὰ κάτωθι νομοσχέδια. 1) Σχέδιον Νόμου περὶ κανονισμοῦ τροφῆς τῶν καταδίκων καὶ ὑποδίκων καὶ τῶν διὰ φυλακίσεως τιμωρουμένων ἀνδρῶν τοῦ Πολ. Ναυτικοῦ. 2) Σχέδιον Νόμου περὶ δαπανῶν ἀνελκύσεως τοῦ ῥυμουλκοῦ «Ἀλέξανδρος». 3) Σχέδιον Νόμου περὶ διαφόρων διατάξεων ἀφορωσῶν τὰ τῆς συντάξεως ἀνδρῶν τοῦ Πολ. Ναυτικοῦ. 4) Σχέδιον Νόμου «περὶ ναυτικοῦ φωτισμοῦ λιμένων ἐπινείων καὶ ἀγκυροβολείων καὶ τῶν συναφῶν ὑποχρεώσεων τῶν Λιμενικῶν Ταμείων». Ἀνακοινοῖ ἐπίσης τὰ κάτωθι Νομοθετικὰ Διατάγματα ἐκδοθέντα ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Γεωργίας συμφώνως τῷ ἀπὸ 25 Μαρτίου ἐ. ἔ. ψηφίσματι τῆς Δʹ. Ἐθνικῆς Συνελεύσεως. 1) Περὶ συστάσεως Γενικῆς Διευθύνσεως ἀνταλλαγῆς πληθυσμῶν. 2) Περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου 3072. 3) Περὶ ἐγκρίσεως καὶ κυρώσεως συμβάσεως μεταξὺ τοῦ Ἑλλ. Δημοσίου καὶ τῆς Ἐθν. Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος περὶ παροχῆς δανείου εἰς τοὺς ὁμογενεῖς πρόσφυγας μέχρι ποσοῦ 50.000.000. 4) Περὶ τροποποιήσεως, συμπληρώσεως καὶ κωδικοποιήσεως τοῦ ἀπὸ 8 Αὐγούστου 1923 Ν. Δ. περὶ ἀναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως γηπέδων παρὰ τὴν Λεωφόρον Συγγροῦ. 5) Περὶ ἐξουσιοδοτήσεως τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Γεωργίας πρὸς ὑπογραφὴν δύο συμβάσεων μετὰ τῆς Ἱερᾶς Κοινότητος Ἁγίου Ὄρους καὶ Ἱερᾶς Μονῆς Βατοπεδίου καὶ περὶ παραχωρήσεως καὶ ἐκμισθώσεως ὑπὸ τοῦ Δημοσίου διαφόρων ἀγροκτημάτων. Ἡ ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἀσφαλείας Κεντρικῆς καὶ τοπικῆς Διοικήσεως ἐπιτροπὴ τῆς Συνελεύσεως ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ καταργήσεως τοῦ ἀπὸ 1 Ν)βρίου 1923 Νομ. Διατάγματος περὶ ὀργανώσεως τῆς τεχνικῆς ὑπηρεσίας τῶν Δήμων». Οἱ πληρεξούσιοι κ. κ. Γ. Ροδόπουλος, Ι. Γιαμούζης Γ. Βλάχος, καὶ Στ. Ἀναστασιάδης ὑποβάλλουσι πρότασιν νόμου «περὶ ἀποδόσεως τῶν οἰκιῶν των εἰς τοὺς ἐκ Κορυτσᾶς πρόσφυγας.» Οἱ πληρεξούσιοι Α. Δενδρινὸς Κερκύρας καὶ Δημ. Φλωριᾶς Σερρῶν ὑποβάλλουσι σχέδιον ψηφίσματος «περὶ ἀπαγορεύσεως λειτουργίας Φθισιατρείων ἐντὸς τῶν σχεδίων τῶν πόλεων». Οἱ κ. κ. Ὑπουργοὶ Ἐννόμου Τάξεως καὶ Οἰκονομικῶν καταθέτουσιν σχέδιον νόμου «περὶ συστάσεως παραρτημάτων Ἀστυνομικῆς Σχολῆς Κερκύρας». Ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς καταθέτει τὰ ἑξῆς σχέδια νόμου αʹ.) περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἀπὸ 4 Ἰουλίου 1923 Ν. Δ. περὶ Ὀργανισμοῦ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. βʹ) περὶ τροποποιήσεως διατάξεων τελωνειακῶν καὶ Οἰκονομικῶν νόμων. γʹ) «περὶ διαιρέσεως τῆς Διευθύνσεως τῶν ἀμέσων Φόρων δʹ) Περὶ παρατάσεως τῶν προθεσμιῶν τοῦ ἐδαφίου 4 τοῦ ἄρθρου μόνου τοῦ ἀπὸ 26 Ὀκτωβρίου Ν. Διατάγματος «περὶ λογιστικῆς διευθετήσεως Γενικῆς Διοικήσεως Θράκης». ε) «Περὶ ἐπεκτάσεως καὶ ἐπὶ τῶν κίτρων τῆς παρεχομένης διὰ τοῦ Νόμου ΒΩΤʹ προσωρινῆς ἀτελείας ζακχάρεως εἰς ὡρισμένα εἴδη ἑσπεριδοειδῶν». στʹ) «Περὶ παρατάσεως τῆς προθεσμίας πληρωμῆς τῶν χρεῶν 1923–1924 ἄνευ προσθέτων τελῶν καὶ τόκων ὑπερημερίας». ζʹ) «Περὶ αὐξήσεως τῆς κυκλοφορίας ἐντόκων γραμματίων Ἐθνικῆς Ἀμύνης, τῶν τμημάτων αὐτῆς καὶ Μονοπωλείων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν», ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθμὸν 19109 ἐγγράφου του ἀνακοινοῖ τὴν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ Ψηφίσματος τῆς 25 Μαρτίου ἐ. ἔ. ἔκδοσιν τοῦ Ν. Διατάγματος: «Περὶ κατοχυρώσεως τοῦ Δημοκρατικοῦ Πολιτεύματος». Ὁ πληρεξούσιος Ροδόπης κ. Ἀντωνιάδης καταθέτει τὰς ἑξῆς προτάσεις Νόμων. αʹ) Περὶ Σώματος Ἐκκαθαρίσεως δαπανῶν καὶ ὑλικῶν τοῦ Στρατοῦ. βʹ) Περὶ Σώματος ἐλέγχου Στρατοῦ. γʹ) Περὶ Προμηθειῶν καὶ Ἐργασιῶν τῆς Στρατιωτικῆς Ὑπηρεσίας. Οἱ Πληρεξούσιοι κ. κ. Σ. Ζερβὸς καὶ Κ. Ζαβιτζάνος καταθέτουσιν πρότασιν νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως διατάξεων τινῶν τῶν Νόμων ΔΝΔʹ τοῦ 1919, 423 τοῦ 1914, 1748 τοῦ 1919 καὶ 2645 τοῦ 1921 «περὶ ἀπαλλαγῆς τῶν ἀγροτικῶν ἀκινήτων ἐν Κερκύρᾳ ἀπὸ τῶν βαρυνόντων αὐτὰ διηνεκῶν βαρῶν». — Ὁ ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας Ὑπουργὸς κ. Γ. Ἠσαΐας καταθέτει σχέδιον νόμου: περὶ συμπληρώσεως τοῦ ΓΦΑʹ Νόμου, περὶ τοῦ Λιμενικοῦ Ταμείου Πειραιῶς καὶ τῆς διοικήσεως αὐτοῦ. — Οἱ Ὑπουργοὶ Οἰκονομικῶν καὶ Συγκοινωνίας κ. κ. Ἐμ. Τσουδερὸς καὶ Γ. Ἠσαΐας ὑποβάλλουσι σχέδιον νόμου: περὶ αὐξήσεως τῶν διὰ τῶν νόμων 2000 καὶ 2039 χορηγηθεισῶν πιστώσεων δι’ οἰκοδομικὰ ἔργα καὶ κλπ. τοῦ Ἐθνικοῦ Μετσοβίου Πολυτεχνείου. — Ὁ ἐπὶ τῆς Γεωργίας Ὑπουργὸς κ. Α. Μπακάλμπασης καταθέτει σχέδιον νόμου: περὶ τρόπου διαθέσεως ἀστικῶν κτημάτων ἀνηκόντων εἰς ἀνταλλασσομένους Μουσουλμάνους πόλεως Θεσσαλονίκης. — Ὁ Πληρεξούσιος Ροδόπης κ. Ἀντωνιάδης ὑποβάλλει πρότασιν νόμου «περὶ ἀποδοχῶν τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῶν πάσης κατηγορίας ὑπαλλήλων τῆς Στρατιωτικῆς Ὑπηρεσίας» — Ὁ Πληρεξούσιος Κέας κ. Μαζαράκης καταθέτει πρότασιν νόμου «περὶ ἀφομοιώσεως τῶν πρὸ τοῦ ἔτους 1920 καὶ μετ’ αὐτὸ ἀπονεμηθεισῶν στρατιωτικῶν συντάξεων».
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Μόδης.
§16Γ. ΜΟΔΗΣ. Ἐζήτησα τὸν λόγον, κύριοι πληρεξούσιοι, διότι πρόκειται περὶ ζητήματος τὸ ὁποῖον συνδέεται μὲ τὴν τύχην τμήματος Ἑλληνικῆς γῆς καὶ τὸ ὁποῖον δὲν ἠμπορεῖ παρὰ νὰ συγκινήσῃ κάθε Ἑλληνικὴν ψυχήν. Ἐννοῶ λέγω τὴν ἀπόφασιν τῆς διασκέψεως τῶν πρεσβευτῶν τῶν Παρισίων διὰ τῆς ὁποίας 14 ὁλόκληρα χωρία τοῦ νομοῦ Φλωρίνης παρεχωρήθησαν εἰς τὴν Ἀλβανίαν, τὰ ὁποῖα ἐπὶ μίαν ὁλόκληρον δεκαετίαν παρέμειναν μεθ’ ἡμῶν, συνεπολέμησαν μεθ’ ἡμῶν καὶ τὴν ἕνωσιν τῶν ὁποίων μεθ’ ἡμῶν κανεὶς δὲν δύναται νὰ θέσῃ εἰς ἀμφισβήτησιν. Δὲν θέλω, κύριοι πληρεξούσιοι, νὰ κρίνω καὶ νὰ ἐπικρίνω τὴν ἀπόφασιν αὐτήν, οὔτε τὰς μεθόδους διὰ τῶν ὁποίων κατέληξαν ἐκεῖ ὅπου κατέληξαν, ἀλλὰ δὲν δύναμαι ν’ ἀποκρύψω ὅτι συντελεῖται δι’ αὐτῆς εἰς βάρος τῆς Ἑλλάδος, εἰς βάρος τῶν πληθυσμῶν αὐτῶν, οἱ ὁποῖοι καὶ τώρα ζοῦν μεθ’ ἡμῶν, μία ἀδικία ἀχαρακτήριστος ἂν μὴ καὶ ἀκόμα βαρυτέρα. Ἐνῷ κατὰ τὰ συμπεφωνημένα ἐδικαιούμεθα νὰ ζητήσωμεν καὶ νὰ ἐπιτύχωμεν τὴν ἀνακατάληψιν τῆς Β. Ἠπείρου τὴν κατοχὴν τῆς ὁποίας ἐχάσαμεν κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ μεγάλου πολέμου εἰς τὸν ὁποῖον ἐντούτοις συμμετέσχομεν δι’ ὅλων τῶν δυνάμεών μας ἀφοῦ διηνύσαμεν μίαν ἐσωτερικὴν ἐπανάστασιν καὶ μίαν κρίσιν τῆς ὁποίας τὸν ἀντίκτυπον ἀκόμη αἰσθάνεται ἡ χώρα ἡμῶν, καλούμεθα νὰ ἐκχωρήσωμεν ἐδάφη, τὰ ὁποῖα εἶχον σεβασθῆ καὶ αἱ ἕξ μεγάλαι Δυνάμεις τὸ 1913 προεξαρχούσης ὁπωσδήποτε καὶ τῆς τριπλῆς τότε Συμμαχίας. Οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς Μ. Βρεττανίας, τῆς Γαλλίας, τῆς Ἰταλίας ἔσπευσαν νὰ ἐκθάψουν μίαν συμφωνίαν συνομολογηθεῖσαν τῷ 1913 ἐν Φλωρεντίᾳ, λησμονοῦντες λαβούσας χώραν ἐν τῷ μεταξὺ μεταγενεστέρας πλέον προσφάτους, πλέον ἐπισήμους ἀποφάσεις καὶ ὑποσχέσεις καὶ αὐτὰ τὰ πραγματικὰ γεγονότα καὶ αὐτὴν τὴν πραγματικὴν κατάστασιν. Διὰ τῆς ἀποφάσεως τοῦ 1913 τῶν ἕξ Μεγάλων Δυνάμεων, ἡ ὁποία, ἐπαναλαμβάνω ἐξεδόθη ὑπὸ τὴν ὤθησιν καὶ τὴν πίεσιν τῆς τότε Τριπλῆς Συμμαχίας ἡ ὁποία κυρίως ἐξεμαίευσε τὸ Ἀλβανικὸν Κράτος, τὰ σύνορα, τὰ Ἀλβανικά, εἰς τὴν περιφέρειαν Κορυτσᾶς ἀφέθησαν ἀκαθόριστα καὶ ἁπλῶς ὡρίσθη ὅτι ὡς Ἑλληνοαλβανικὴ μεθόριος εἰς τὴν περιφέρειαν ἐκείνην θὰ ἐχρησίμευον τὰ ὅρια τοῦ παλαιοῦ καζᾶ Κορυτσᾶς, ὅρια τὰ ὁποῖα ἔχουν ὑποστῆ πολλὰς μεταβολὰς, πολλὰς μεταπτώσεις ἀναλόγως τῶν ἀναγκῶν τῶν διοικητικῶν τῆς στιγμῆς, ἢ τῶν διαφόρων ἰσχυόντων μπέηδων. Καὶ ἡ Διάσκεψις ἔσπευσε νὰ ἀναθέσῃ εἰς μίαν τριμελῆ στρατιωτικὴν ἐπιτροπὴν καταρτισθεῖσαν διὰ τὴν διαχάραξιν τῆς Σερβοαλβανικῆς μεθορίου, ἔνθα πλεῖστα σημεῖα ἠμφισβητοῦντο μεταξὺ Σέρβων καὶ Ἀλβανῶν ἐνόπλων, τὴν διενέργειαν ἀρχαιολογικῶν ἐρευνῶν πρὸς ἀνακάλυψιν τῶν ὁρίων αὐτῶν καὶ τὸν προβιβασμὸν τῶν ὁρίων αὐτῶν μεταξὺ δύο ἐπαρχιῶν ἑνὸς καὶ τοῦ αὐτοῦ κράτους καὶ νομοῦ εἰς σύνορα μεταξὺ δύο Κρατῶν, τὰ ὁποῖα βεβαίως πρόκειται νὰ συζήσουν ἐπὶ μακρὰ ἔτη. Βεβαίως, Κύριοι πληρεξούσιοι, ἐξ ὑπαιτιότητος ἡμῶν ἐξεπέσαμεν τῆς συμμαχίας ἀλλὰ καμμία ὑπαιτιότης κανὲν σφάλμα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δικαιώσῃ τὴν διαπραττομένην ἀδικίαν. Δὲν ζητοῦμεν ἀπὸ τοὺς πρώην συμμάχους νὰ μᾶς παραχωρήσουν ἐδάφη νέα, ἁπλῶς ζητοῦμεν νὰ μᾶς ἀφήσουν ἡσύχους εἰς τὴν γῆν, τὴν ἰδικήν μας, διὰ νὰ ἠμπορέσωμεν τοὐλάχιστον ἐπ’ αὐτῆς νὰ στεγάσωμεν καὶ νὰ διαθρέψωμεν τὰ καραβάνια τῆς προσφυγικῆς δυστυχίας ἀπέναντι τῶν ὁποίων βεβαίως καὶ αὐτοὶ δὲν εἶναι ἀπολύτως ἀνεύθυνοι. Τὰ ἐκχωρούμενα καὶ τὰ ἀποχωριζόμενα χωρία εἶναι ἀναμφισβητήτως γῆ Ἑλληνική, ὑπῆρξαν Ἑλληνικὰ ἐπὶ ὁλόκληρον δωδεκαετίαν, καὶ δὲν συμμετέσχον εἰς τὰς περιπετείας καὶ τὰς μεταπτώσεις τῆς Β. Ἠπείρου. Ὅταν τὸ 1914 ὁ Ἑλληνικὸς στρατὸς ἐξεκένωσεν τὴν Κορυτσᾶν καὶ τὴν λοιπὴν Β. Ἤπειρον τὰ χωριὰ αὐτὰ καὶ τότε εἶχον περιληφθῇ ἐντὸς τῆς Ἑλληνικῆς ζώνης πλείστων ἐξ αὐτῶν παραλειφθέντων ἀπὸ τοὺς Σέρβους, τῶν ὁποίων ὁ στρατὸς εἶχε καταλάβει κατὰ τὸ 1912 εἰς ἀντάλλαγμα ἄλλων χωρίων πλουσιωτέρων καὶ μεγαλυτέρων εἰς τὴν περιφέρειαν Μοναστηρίου, τὰ ὁποῖα εἶχεν καταλάβει ὁ στρατός μας. Τὴν Ἑλληνοσερβικὴν ταύτην γραμμὴν εἰς τὴν περιφέρειαν τῶν λιμνῶν Πρέσπας κανεὶς δὲν ἔθεσεν ἐν ἀμφιβολίᾳ ἐνῷ μεταγενεστέραν Ἑλληνοσερβικὴν συμφωνίαν συναφθεῖσαν κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ πολέμου, περὶ καθορισμοῦ τῆς γραμμῆς τῆς Ἑλληνοσερβικῆς κατοχῆς πέραν τῆς λίμνης Ἀχρίδος, αἱ τότε δυνάμεις ἔσπευσαν νὰ καταγγείλουν καὶ νὰ δηλώσουν ὅτι δὲν τὴν ἀναγνωρίζουν. Δὲν θέλω, κύριοι, νὰ δυσχεράνω τὴν Ἑλληνο–αλβανικὴν συνεννόησιν. Παραδέχομαι ὅτι τὰ συμφέροντα μεταξὺ τῶν δύο λαῶν εἶναι τόσον κοινά, ὥστε ἡ σύμπραξις αὐτῶν ἀργὰ ἢ γρήγορα θὰ εἶναι ἀναπόφευκτος. Ἀλλὰ διὰ νὰ ἐπιτευχθῇ τοῦτο δὲν πρέπει ἡ Ἑλλὰς νὰ παίζῃ πάντοτε τὸν ρόλον τοῦ κλωτσοσκουφιοῦ. Αἱ λεόντιοι ἑταιρεῖαι δὲν εἶναι βιώσιμοι. Πᾶς ὅστις ἐπιθυμεῖ πραγματικῶς καὶ εἰλικρινῶς τὴν Ἑλληνοαλβανικὴν συνεννόησιν καὶ τὸ τέρμα τῶν Ἑλληνοαλβανικῶν προστριβῶν δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ εὔχεται τὴν διατήρησιν τοῦ καθεστῶτος, τὸ ὁποῖον ἐδημιουργήθη ἀπὸ 12 ἐτῶν καὶ τὸ ὁποῖον ἐσεβάσθη μία ὁλόκληρος δωδεκαετία. Ἀλλὰ ἐζήτησα πρὸ παντὸς τὸν λόγον, κύριοι πληρεξούσιοι, ἵνα ὑπενθυμίσω εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὅτι δὲν εἶναι ἁρμοδία αὐτὴ ν’ ἀποφασίσῃ τὴν ἐκχώρησιν τῶν ἐδαφῶν αὐτῶν, ἰδικώτατα δὲ τὴν ἐκκένωσιν αὐτῶν ὑφ’ ἡμῶν. Ἁρμοδία ἐπὶ τούτου θὰ ἦτο σήμερον ἡ Συνέλευσις ἀποφασίζουσα αὕτη ἐν τῷ κυριαρχικῷ της δικαιώματι περὶ ἀπαλλοτριώσεως ἐθνικῆς γῆς, ὁποῖα εἶναι τὰ 14 αὐτὰ χωρία, ἐὰν ἐννοεῖται φρονῇ ὅτι αἱ θυσίαι, τὰς ὁποίας μέχρι τοῦδε ὑπέστημεν δὲν εἶναι ἀρκεταὶ καὶ ὅτι ὀφείλομεν ἐπ’ ἄπειρον νὰ εἴμεθα ὁ μέγας ἀσθενὴς, ὁ πληρώνων τὰ ἔξοδα τῶν διαφόρων ξενικῶν συνδυασμῶν, ὁ πτωχὸς Λάζαρος ἐπὶ τῶν ἱματίων τοῦ ὁποίου νὰ ῥίπτωσι κλῆρον. Ἔχομεν τὸ παράδειγμα τῆς Σερβίας. Ἡ διάσκεψις τῶν πρεσβευτῶν ἐξέδωκε ἀπόφασιν διὰ τῆς ὁποίας ἐξεχώρει εἰς τὴν Ἀλβανίαν τὴν μονὴν τοῦ Ὁσίου Ναοὺμ καὶ ἓν τμῆμα Μαυροβουνιωτοῦ ἐδάφους ἀλλ’ ἡ Σερβικὴ Κυβέρνησις ἠγνόησε τὴν ἀπόφασιν. Ἡ ἀπόφασις παρέμεινεν γράμμα νεκρόν.
§17Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. Δὲν προτίθεμαι, κ. συνάδελφοι, νὰ θίξω βεβαίως τὴν οὐσίαν τοῦ ὑπ’ ὄψιν ζητήματος, τὸ μὲν διότι δὲν φρονῶ ὅτι δύναται νὰ λάβῃ χώραν τοιαύτη συζήτησις ἐν φανερᾷ τοὐλάχιστον συνεδριάσει τῆς Συνελεύσεως, τὸ δὲ διότι νομίζω ὅτι θὰ ἀγάγῃ εἰς ἄσκοπον καὶ ἀτέρμονα συζήτησιν ἐπὶ τῆς διπλωματικῆς ἱστορίας τῆς τελευταίας δεκαετίας. Εὑρέθην εἰς τὴν ἀνάγκην, εὑρέθην εἰς τὴν θέσιν καὶ ἀπὸ ἐπισήμου ἰδιότητος καὶ ἀπὸ τῆς Ἠπειρωτικῆς μου προελεύσεως, νὰ ἀσχοληθῶ μᾶλλον ἐμπεριστατωμένως ἐπὶ τοῦ ὑπ’ ὄψιν ζητήματος. Εἶμαι πολὺ εὐτυχὴς ἑνώνων τὴν φωνήν μου πρὸς τὴν φωνὴν τοῦ ἀγαπητοῦ καὶ παλαιοῦ μου συμπαραστάτου ἐν Ἀλβανίᾳ, τοῦ μόλις προλαλήσαντος, διὰ νὰ τονίσω ὅτι ἡ ἀπόφασις τῆς ὁποίας λαμβάνομεν ἤδη γνῶσιν ἀποτελεῖ αὐτόχρημα καθαρὰν ἀδικίαν καὶ ἀντινομίαν. Οἱ ἐκδόντες εὑρίσκονται ἐν ἀντιφάσει πρός τε τὸ δίκαιον καὶ πρὸς ἑαυτούς. Ὀφείλω ἐπὶ τοῦ σημείου καὶ μόνον τούτου, τοῦ ὁποίου δυνάμεθα ἐλευθέρως νὰ κάμωμεν χρῆσιν πανταχοῦ ὀφείλω, λέγω, νὰ δώσω τὴν ἐξήγησιν ὅτι, τμῆμα ζώνης, τὸ καὶ μᾶλλον ἐνδιαφέρον ἡμᾶς τμῆμα ζώνης ἐκ τῆς ἀπαιτηθείσης ἤδη νὰ παραχωρηθῇ παρ’ ἡμῶν εἰς τὸ γειτονικὸν καὶ κατὰ τὰ ἄλλα φίλον Κράτος, τὸ Ἀλβανικόν, τμῆμα ζώνης ἔχει ἀναγνωρισθῇ ἤδη ὑπὸ τῶν ἤδη κρινουσῶν ἐκ νέου ἀντιστρόφως πρὸς ἑαυτὰς μεγάλων Δυνάμεων, ὡς καθαρῶς Ἑλληνικόν. Ἡ ἐπιτροπή, ἡ Σερβοελληνική, ἡ ὑπὸ τὸ φῶς τῆς συναυλίας τῶν ἓξ μεγάλων Δυνάμεων κατὰ τὸ 1913, ἡ ἀναλαβοῦσα νὰ διακανονίσῃ τὰ σύνορα μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Ἀλβανίας, συνεχίζουσα ἐξ Ἀνατολῶν πρὸς Δυσμὰς τὸ ἔργον της ἔφθασεν εἰς τὸ τέρμα περιοχῆς εὑρισκομένης μεταξὺ τοῦ Πετρίνου ὄρους καὶ τῆς λίμνης Πρέσπας. Δὲν θὰ εἰσέλθω εἰς λεπτομερείας. Καθώρισε τὸ τμῆμα τοῦτο οὐ μὴν ἀλλὰ καὶ ὑπὸ τὴν σιγὴν τὴν κατανυκτικὴν τῶν μεγάλων Δυνάμεων προεχώρησε εἰς τὸ ἔργον αὐτῆς πρὸς Δυσμὰς τῆς λίμνης Ἀχρίδος, ὁπότε μία τῶν μᾶλλον ἐνδιαφερομένων Μεγάλων Δυνάμεων διὰ τὰ συμβαίνοντα ἐν τῇ ἐγγὺς Ἀδριατικῇ, ὤρθωσε ἀπειλητικὸν τὸ ἀνάστημα ἐναντίον τῶν δύο μικρῶν λαῶν. Ὑπὸ τὰς εἰσηγήσεις αὐτῆς αἱ ἓξ Μεγάλαι Δυνάμεις ἀπηύθυναν πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν καὶ Σερβικὴν Κυβέρνησιν διακοίνωσιν ἐλάχιστα ἀπέχουσαν τῆς ἀπειλητικῆς, διὰ τῆς ὁποίας καλοῦνται αἱ δύο Κυβερνήσεις νὰ διακόψωσι τὴν χάραξιν τῶν συνόρων καὶ νὰ ἀγνοήσωσι τὸ μέχρι τῆς στιγμῆς συντελεσθὲν ἔργον, ὅσον ἀφορᾶ τὸ δυτικῶς τῆς λίμνης Ἀχρίδος τμῆμα. Τόσον ἡ Ἑλληνικὴ ὅσον καὶ ἡ Σερβικὴ Κυβέρνησις, σεβόμεναι τὴν ἀνάγκην τῆς δημιουργίας τοῦ νεοτεύκτου Ἀλβανικοῦ Κράτους, συνεμορφώθησαν πρὸς τὴν ἀξίωσιν ταύτην. Τὰ κατόπιν τὰ γνωρίζομεν ὅλοι. Ἐδημιουργήθη τὸ προέχον ζήτημα τῆς Β. Ἠπείρου καὶ τὸ ἐχάσαμεν διὰ τὴν ἐλαφρότητα τοῦ μέσου ὅρου τῆς Διεθνοῦς Διπλωματικῆς συνειδήσεως, ἀλλὰ καὶ διὰ τὸν βαρύτατον ὄγκον τῶν ἐθνικῶν μας σφαλμάτων. Δὲν τὸ θίγω τὸ ζήτημα τοῦτο. Ἐὰν ἔλαβον τὸν λόγον τὸν ἔλαβον εἰς ἔκφρασιν βαθυτάτης πικρίας ἐκ τῆς νέας ταύτης κολοβώσεως τμήματος, θεωρουμένου ὡς ἀναποσπάστου τῆς Βορείου Ἠπείρου, συνεχομένου τόσον πρὸς τὴν Ἤπειρον ὅσον καὶ πρὸς τὴν Δυτικὴν Μακεδονίαν, περὶ ἧς ὡμίλησεν ὁ προλαλήσας συνάδελφος. Ἀπεναντίας, παρὰ τὴν ὑποχρέωσιν ταύτην, τονίζω ὅτι ἐξ ἀρχῆς ἐθεώρησα ὡς ἄρθρον πίστεως διὰ τὴν Ἑλλάδα τὴν ἐπίτευξιν στερεᾶς καὶ ἀπαρασαλεύτου φιλίας μετὰ τῆς φίλης Ἀλβανίας. Ἡ Ἑλλὰς ἡ ἐπὶ τόσον χρόνον ἀνεχθεῖσα τὴν εἰς τὴν Ἀλβανίαν συσσωμάτωσιν τῆς Βορείου Ἠπείρου, σαρκὸς ἐκ τῆς ἐθνικῆς σαρκός, δὲν ἔχει κανένα λόγον νὰ ἀτενίσῃ τὸ ἐνδεχόμενον νέας ἀδίκου περικοπῆς. Τὰ μειονεκτήματα τὰ ὁποῖα ἤθελον προκύψῃ εἶναι ἠθικῆς φύσεως, εἶναι στρατηγικῆς φύσεως, εἶναι οἰκονομικῆς φύσεως. Δὲν ὁμιλῶ περὶ τοῦ πληθυσμοῦ. Τὰ χωρία ταῦτα καὶ πτωχὰ αὐτὰ καθ’ ἑαυτὰ εἶναι καὶ ὁ πληθυσμὸς ὁ μὴ θέλων νὰ προσχωρήσῃ, εὐκόλως θὰ δυνηθῇ νὰ ἐγκατασταθῇ καὶ εὔκολον εἶναι τοῦτο δι’ ἓν Κράτος, τὸ ὁποῖον ὑπέστη ἑνὸς καὶ ἡμίσεος ἑκατομμυρίου πληθυσμοῦ τὴν ὑποχρεωτικὴν ἐγκατάστασιν. Ἐὰν ὁμιλῶ περὶ πτωχείας τῶν κατοίκων δὲν ὁμιλῶ περὶ πτωχείας περιοχῆς. Ἡ περιοχὴ εἶνε ἀνεκμετάλλευτος, πρέπει δὲ νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψει ὅτι ἐκπροσωπεῖ τὸν λιμναῖον πλοῦτον εἰς τὸ ἀκέραιον. Ἀλλὰ προκύπτουσι καὶ ζητήματα στρατηγικῆς ἀσφαλείας τοῦ Κράτους ἡμῶν, ζητήματα τὰ ὁποῖα ἀδυνατεῖ ἀναμφισβήτως ἡ Ἑλλὰς νὰ θέσῃ εἰς δευτέραν μοῖραν. Ἐὰν τὸ μέλλον τῆς Ἑλλάδος φαίνεται ὅτι θὰ ἐξελίσσεται πάντοτε κατὰ τρόπον ἀνησυχητικώτερον πρὸς Ἀνατολάς, ἰδοὺ ὁ λόγος διὰ νὰ ἔχωμεν κλειστὰς πρὸς δυσμὰς τὰς εἰσόδους αὐτῆς. Ἡ φύσις καὶ τὴν κολοβωθεῖσαν μέχρι τοῦδε Ἑλλάδα ὥπλισε διὰ συνόρων σταθερῶν ὡς ὅλοι γνωρίζομεν. Ἡ κυρία βάσις ἡμῶν εἶναι ἡ περιοχὴ Πισοδερίου–Γράμμου, ὀπίσω τῆς ὁποίας οὐδὲν ὑπάρχει. Δὲν ὑπάρχει παρὰ τὰ στήθη τῶν Ἑλλήνων, τὰ ὁποῖα θὰ εἶνε καὶ πάλιν κεκλημένα ἴσως νὰ προστατεύσωσιν τὴν πατρίδα ἐξ Ἀνατολῶν. Ἐκ τῆς περιοχῆς αὐτῆς, κύριοι, ἀνοίγονται ἅπασαι αἱ στρατιωτικαὶ ὁδοὶ αἱ δυνάμεναι εἴτε νὰ ἀποκλείσωσι τὴν κοινοπραξίαν Σερβίας καὶ Ἑλλάδος, εἴτε νὰ ὁδηγήσωσι τὰ στρατεύματα τοῦ θέλοντος ἐκ δυσμῶν νὰ πλήξῃ τὴν Πατρίδα ἡμῶν· καὶ οὗτος ἂν ἀκουσθῇ ἡ φωνὴ αὕτη ἔξω τῆς αἰθούσης ταύτης, βεβαίως δὲν πρόκειται νὰ εἶναι ὁ Ἀλβανός, ἀλλ’ εἶναι τόσον ρευστὸς ὁ διπλωματικὸς ὁρίζων τόσον ἀπρόοπτα μᾶς ἐδίδαξεν ὁ πόλεμος, ὥστε μόνον μάντις θὰ ἠδύνατο νὰ εὕρῃ ποῖος θὰ εἶναι ἐκεῖνος. Προσθέτω τὴν δευτέραν φράσιν, ὥστε νὰ μὴ παρεξηγηθῇ ἡ πρώτη κατὰ τρόπον ἐντελῶς μονομερῆ. Ὁρμώμενος ἐκ τῆς περιοχῆς ταύτης καὶ τῆς περιοχῆς τῆς Καστορίας, θὰ ἠδύνατο νὰ εὑρεθῇ εἰς τὴν περιοχὴν τῆς Κοζάνης μὴ ἔχων ἢ κυριολεκτικῶς νὰ κατέλθῃ τὸν ἄνω ροῦν, κατὰ κατιοῦσαν ἔννοιαν, τοῦ Ἁλιάκμονος. Τὸ τὶ θὰ ἐγίνετο, διότι θὰ ἐκπληττώμεθα ἐν Θεσσαλίᾳ ἐνῷ ὁ κύριος στρατὸς θὰ ἠδύνατο νὰ εἶναι ἀπησχολημένος ἐν Μακεδονίᾳ ἢ Θράκῃ, εἶναι εὔκολον νὰ ἐννοηθῇ. Εὐτυχῶς εὑρισκόμεθα εἰς τὴν εὐχάριστον θέσιν νὰ ἀναγνωρίσωμεν, ὅτι τὸ μέγα μέρος τοῦ κινδύνου δὲν ὑπάρχει. Ἡ ἀξίωσις περιελάμβανε 78–80 χωρία — ἂν ὁμιλῶ περὶ χωρίων τὸ κάμνω διὰ νὰ δώσω σημεῖα γεωγραφικά, ὄχι διότι ἔχουν ἀξίαν οἱ μικροὶ πληθυσμοί. Ἂν ἐχάνομεν ἅπασαν τὴν ἔκτασιν τῆς ἀποκτηθείσης πρότερον περιοχῆς ἠθέλαμεν ἀχθῇ αὐτόχρημα εἰς τὰ πρόθυρα τῆς Καστορίας, ἠθέλομεν εὑρεθῇ ἀπὸ ἀπόψεως συνόρων εἰς ἣν θέσιν εὑρέθημεν μετὰ τὸ 1897 ἐν Θεσσαλίᾳ. Ἀλλ’ ὑπάρχουσι ζωηροὶ ἐπίσης οἰκονομικοὶ λόγοι, εἶναι τὸ λιμναῖον συγκρότημα ἀνεκμετάλλευτον, πλουσιώτατον, πρόσφορον εἰς παντοειδεῖς εὐνοϊκὰς ἐκπλήξεις διὰ τὸ μέλλον, εἶναι μεταλλοφόρον εἰς τὸ ἔπακρον, δὲν ὑπάρχει δὲ λόγος νὰ ἀφαιρεθῇ ἀφ’ ἡμῶν ἐφ’ ὅσον τὸ δίκαιον δὲν εἶναι μετὰ τῶν ἀπαιτούντων. Εἷς ἕτερος λόγος ἐμπορικῆς φύσεως καὶ οὗτος οἰκονομικός, ὁ ὁποῖος ἐπεκράτησεν εἰς τὴν διάνοιαν τῶν ἐν Δύσει σήμερον, οὗτος εἶναι ἡ ἐμπορικὴ ἀξία τὴν ὁποίαν κέκτηται ἡ ὁδὸς Κορυτσᾶς–Μοναστηρίου. Ἀλλ’ ἡ ὁδὸς αὕτη διέρχεται ἀκριβῶς διὰ τῆς Ἑλληνικῆς ζώνης, ἥτις ἀπειλεῖται ἤδη νὰ ἀφαιρεθῇ παρ’ ἡμῶν. Εἶχον ἄλλοτε ἀφήσει νὰ ἐννοηθῇ, ὡς ἀντιπρόσωπος τῆς Ἑλλ. Κυβερνήσεως, ὅτι ἡ Ἑλλὰς θὰ ἦτο διατεθειμένη νὰ προβῇ εἰς τελωνειακῆς μορφῆς εὐκολίας εἰς τὸν ἐπιθυμοῦντα νὰ διέλθῃ διὰ τῆς ζώνης ταύτης. Ἡ ὁμιλία αὕτη γενομένη ὑπὸ τύπον ἀνεπίσημον χωρὶς νὰ δεσμεύσῃ τὴν Κυβέρνησιν γνωρίζω ὅτι ἔφθασε μέχρι τῶν ὤτων τῶν κρινόντων τὰς τύχας τῶν ἀσθενῶν. Θὰ ἦτο εὐχῆς ἔργον, ἂν σὺν τῇ ἄλλῃ μερίμνῃ, τὴν ὁποίαν ἡ πρόνοια τῆς Δημοκρατικῆς Κυβερνήσεως μέλλει νὰ λάβῃ ὑπενθύμιζε ὅτι δὲν ἐπιθυμοῦμεν νὰ κατέχωμεν ὡς τελῶναι ὑπὸ δύο ἐννοίας τὸ ἄκρον μιᾶς ὁδοῦ διὰ ἐδάφους τῆς ὁποίας δὲν θὰ ἔχωμεν κυρίως ἐμπορικὴν ἀξίωσιν. Τοῦτο δὲν θὰ ἦτο κἂν ἐπιζήμιον διὰ τὴν ἀγορὰν τῆς Φλωρίνης. Πλέον τούτου ὅμως δὲν νομίζω ὅτι δυνάμεθα νὰ ὑποχωρήσωμεν. Καὶ τοῦτο λέγω παρὰ τὸν κίνδυνον νὰ χαρακτηρισθῶ ὡς ἐμπνεόμενος ἀπὸ τὴν καταγνωσθεῖσαν εἰς ἐμὲ ἄκραν ἀδιαλλαξίαν, ἡ ὁποία μοῦ εἶχεν ἐπιφυλάξει ἄλλοτε ἐξαιρετικὰς πικρίας. Δὲν ὑπῆρξα ἀδιάλλακτος. Ἀπεναντίας. Καὶ κατὰ τὴν ἑλληνικὴν ἔννοιαν ὅταν ἐνόμισα ὅτι δυνάμεθα νὰ περιστείλωμεν, προσεπάθησα νὰ περιστείλω καὶ τὰς ἐντεῦθεν διατυπουμένας αἰτήσεις, ἀλλ’ ἐκεῖ ὅπου τὸ δίκαιον ἡμῶν ἦτο μέγα θὰ ἦτο ἄτοπον, θὰ ἦτο ἄδικον, θὰ ἦτο ἀσυνεπὲς καὶ δὲν θὰ ἦτο ἐποικοδομητικὸν τοῦ χαρακτῆρος μας ἂν ἀδιαμαρτυρήτως ἐδεχόμεθα νὰ ὑποκύψωμεν. Ὡμίλησα περὶ τῶν ἐργασιῶν τῆς ἐπιτροπῆς κατὰ τὸ 1913. Μήπως δὲν ἦσαν ἐν γνώσει οἱ Σύμμαχοι τότε τοῦ καθορισμοῦ τῶν συνόρων ἐπὶ τῶν ὁρίων τῆς κατωτέρας διοικητικῆς διαιρέσεως τοῦ Καζᾶ; Καὶ τὸ ἐγνώριζον καὶ τὸ ἀνεγνώριζον. Ἀλλὰ πρόκειται περὶ ἑνὸς εὐρέος λογοπαιγνίου τοῦ ὁποίου σήμερον καλεῖται ἡ Ἑλλὰς πάλιν νὰ πληρώσῃ τὴν ἀστοχίαν. Ὅταν ἐχαράσσοντο ἐπὶ τῶν προχείρων χαρτῶν τὰ ὅρια τοῦ Καζᾶ Κορυτσᾶς ἐν Λονδίνῳ εἰς τὰ 1913, ἦτο εὔκολον νὰ ἴδωσιν ὅτι δὲν ἦσαν σταθερὰ αὐτὰ μόνον ἐν τῇ φύσει ἀλλὰ καὶ ἐν τοῖς χάρταις, πολλοὶ δὲ χάρται ὡς ὁ ἐπίσημος ἐπιτελικὸς χάρτης τῆς Γαλλικῆς χαρτογραφικῆς ὑπηρεσίας, ἐχάρασσαν τὰ Ἑλληνοαλβανικὰ σύνορα ἐν ἔτει 1914–1915 οὐχὶ ἐπὶ τῆς σήμερον ὑπαρχούσης γραμμῆς, ἀλλὰ ἐγγύτατα πρὸς τὴν πόλιν τῆς Κορυτσᾶς, ἀκριβῶς εἰς ἀπόστασιν βολῆς τηλεβόλου. Ὅταν διερρυθμίσθησαν τὰ Ἑλληνοσερβικὰ σύνορα κατὰ τὸ 1913, ἐπηκολούθησε δὲ ὁ μέγας πόλεμος, ἀμφότεροι οἱ ἐμπόλεμοι συνδυασμοὶ ἐσεβάσθησαν τὰ σύνορα ταῦτα. Τὰ σχετικὰ πρωτόκολλα ἐψηφίσθησαν ὑπὸ τῶν Βουλῶν ἐκυρώθησαν ὑπὸ τῶν Κυβερνήσεων τῶν ἐνδιαφερομένων χωρῶν, ἐθεσπίσθησαν ὡς ἀκλόνητα τοιαῦτα, οὐδεὶς διεμαρτυρήθη κατ’ αὐτῶν. Αἱ δυνάμεις, αἱ νικήτριαι, διὰ νὰ μὴ δεχθῶμεν τὰς δυνάμεις τὰς ἐκλιπούσας, αἱ διατάξασαι τότε τοὺς στρατοὺς αὐτῶν νὰ σταθῶσιν ἐπὶ τῆς Σερβοελληνικῆς μεθορίου, ἐν τινι ἀκολουθίᾳ σκέψεων, ὥρισαν ὅτι τὸ ἔδαφος τὸ ὁποῖον σήμερον ζητεῖται νὰ ἀφαιρεθῇ παρ’ ἡμῶν ἦτο ἀνεγνωρισμένον ὡς Ἑλληνικόν. Νομίζω λοιπὸν ὅτι ὅσον ἀφορᾷ τὴν περιοχὴν τὴν μεταξὺ Πετρίνου ὄρους καὶ λίμνης Πρέσπας, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ δευτέρα γνώμη ὅτι ὑπάρχει ἡ διεθνὴς ἐπ’ αὐτῆς ἐπικύρωσις περὶ τῆς ἀπολύτου Ἑλληνικότητος. Ὅσον ἀφορᾷ τὰ ὑπόλοιπα ἑπτὰ χωρία δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ εὐαρεστηθῇ νὰ λάβῃ τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἤθελε κρίνει ἀναγκαῖα. Θὰ ἠδύνατό τις νὰ εἴπῃ ὅτι ὑπάρχουσιν Τουρκαλβανικοὶ πληθυσμοὶ ἐν τῇ ζώνῃ τὴν ὁποίαν ζητοῦσι νὰ ἀφαιρέσωσι παρ’ ἡμῶν. Ὄντως εἶναι τρία χωρία τὰ ὁποῖα εἶναι Τουρκαλβανικά, καθόσον ἐπὶ οὐδενὸς ἐκ τῶν Χριστιανικῶν χωρίων φυλετικὰς ἀξιώσεις προβάλλουσιν οἱ Ἀλβανοί. Δὲν πρόκειται περὶ πληθυσμῶν τοὺς ὁποίους ἡμεῖς νὰ θεωρῶμεν Ἑλληνοορθοδόξους, ἐκεῖνοι δὲ ὀρθοδόξους Ἀλβανούς. Τῶν τριῶν τούτων χωρίων νομίζω ὅτι οὐδεμία δυσκολία θὰ ὑπάρχῃ ὅπως ἡ Ἑλλὰς ἐξασφαλίσῃ ἰδίαις δαπάναις τὴν ἐγκατάστασιν ἐν τῷ Ἀλβανικῷ ἐδάφει, ἀντὶ τῆς ἐγκαταστάσεως ἰσαρίθμου πληθυσμοῦ Βορειοηπειρωτῶν, οἱ ὁποῖοι ἄλλωστε, γνωρίζω καλῶς, ὅτι θὰ ἤθελον νὰ εἰσέλθωσιν ἐν τῷ Ἑλληνικῷ ἐδάφει. Ὁ κ. συνάδελφος, ὁ προλαλήσας, ἐπεκαλέσθη τὸ παράδειγμα τῆς Σερβίας, ἀλλὰ δὲν εἶναι τόσον ὅμοιοι οἱ ὅροι συμφώνως πρὸς τὸν τύπον. Ἡ μονὴ τοῦ ὁσίου Ναοὺμ δύναται ἐπιτυχῶς νὰ διεκδικηθῇ παρὰ τῶν Ἀλβανῶν συμφώνως πρὸς τὸν τύπον, ἡ περιοχὴ περὶ ἧς ἐλάλησα οὐδόλως δύναται ν’ ἀπαιτηθῇ ἀπὸ τῆς Ἑλλάδος. Ὥστε ἐκεῖ μὲν οἱ Σέρβοι ἀντιτάσσουν μίαν ἄκαμπτον ἀντίρρησιν καὶ τὴν ἀπὸ διετίας ἐπανειλημένως διακανονισθεῖσαν ἀπόφασιν τῆς πρεσβευτικῆς Διασκέψεως, ἡμεῖς δὲ δυνάμεθα ἀκριβῶς ν’ ἀντιτάξωμεν καὶ τὴν πρεσβευτικὴν Διάσκεψιν ὅτι τοὐλάχιστον τὸ περὶ οὗ ὁ λόγος τμῆμα ἔχει ὑπ’ αὐτῆς ταύτης εἰς ἡμᾶς κατακυρωθῇ, καθότι ἡ πρεσβευτικὴ Διάσκεψις ἀνέλαβε καὶ τὴν ὑποχρέωσιν τῆς τηρήσεως τῶν συνθηκῶν ὅσαι συγκεκριμένως δὲν ἐτροποποιήθησαν διὰ τῶν μεταπολεμικῶν συνθηκῶν. Φαντάζομαι λοιπὸν ὅτι ἡ Ἑλλὰς θέλει εὑρεθῆ ἐν τῷ ἀπολύτῳ αὐτῆς δικαίῳ, μὴ σχετίζουσα τὸ ζήτημα τοῦτο πρὸς τὸ γενικὸν τῆς Βορείου Ἠπείρου, ν’ ἀπαντήσῃ ὅτι δὲν δύναται ν’ ἀποχωρισθῇ τῆς γραμμῆς, τὴν ὁποίαν κατέχει. Τὸ ζήτημα τῆς Βορείου Ἠπείρου, ζήτημα γενικώτερον καὶ πολλαπλασίως ὀδυνηρὸν διὰ τὴν Ἑλληνικὴν ψυχήν, συνδέεται μὲ συντελεστὰς ἐξαιρετικῶς λεπτοὺς καὶ πολυπλόκους. Ἁπλῶς ἤθελον εἴπει ὅτι ἐὰν ἐπὶ τῆς Ἑλλάδος ἀπητήθη νὰ ἐξασκηθῇ ἅπασα ἡ αὐστηρότης, δὲν ἐξησκήθη αὕτη ἵνα τὰ Ἐκκλησιαστικά, Ἐκπαιδευτικὰ καὶ ἐν γένει τὰ ἀνθρωπιστικὰ δικαιώματα τῶν πληθυσμῶν ἐκείνων, οἵτινες τὸ πᾶν ἔπραξαν διὰ νὰ παραμείνωσιν Ἑλληνικοί, ἀναγνωρίζωνται μολονότι εὑρίσκονται εἰς χεῖρας λαοῦ τὸν ὁποῖον θεωροῦσι φίλον. Ὀφείλομεν νὰ ὁμολογήσωμεν ὅτι ὑπάρχουν τύποι στρεφόμενοι ἐναντίον ἡμῶν, τοῦτο δὲ διότι ἐν τῷ Τύπῳ ἀναγράφεται συνηθέστατα ὅτι εὑρισκόμεθα καὶ τυπικῶς ἐν τάξει, Ὀφείλομεν καθαρὰ ν’ ἀναγνωρίσωμεν ὅτι δὲν εὑρισκόμεθα ἐν πλήρει τυπικῇ τάξει ὡς πρὸς δικαιώματα μειοψηφιῶν ὡς ταῦτα οὐχὶ ὑπὸ τῆς φύσεως, ἀλλὰ τῶν διασκέψεων ἐτάχθησαν μετὰ τὸ τέρμα τοῦ πολέμου. Ἐκεῖ βεβαίως πρόκειται περὶ ἐργασίας τεινούσης βασικῶς ν’ ἀλλάξῃ τὰ κριτήρια, τ’ ἀπαιτούμενα ἵνα ἕνας πληθυσμὸς διατρανώσῃ τὴν ἐθνικότητά του. Ἐὰν ἀντὶ τῆς γλώσσης, θρησκείας, φυλῆς, ἅτινα οὐδὲν μαρτυροῦσιν, ἢ συνηθέστατα μαρτυροῦσι τὸ ἀντίθετον, ἐὰν ἀντὶ τῶν τεκμηρίων τούτων θεσπισθῇ τὸ πραγματικὸν τεκμήριον τῆς Ἐθνικῆς συνειδήσεως, τότε ἀναμφισβητήτως ἡ Εὐρώπη, θέλει πεισθῇ ὅτι ἡ Ἐθνικὴ συνείδησις τῶν Βορειοηπειρωτῶν οὐδόλως ἐμειώθη· Ἑλληνικὴ ἐδημιουργήθη, καὶ Ἑλληνικὴ πάντοτε παραμένει (χειροκροτήματα).
§18Κ. ΡΕΝΤΗΣ. Δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορὰ κατὰ τὴν ὁποίαν ἀποφάσεις Εὐρωπαϊκοῦ κύρους ἀδικοῦσι τὸν Ἑλληνισμὸν τῆς Ἠπείρου. Νομίζει κανεὶς ὅτι κακὴ μοῖρα παρακολουθεῖ τὸ Ἠπειρωτικὸν ζήτημα κατὰ τὰς Διεθνεῖς αὐτοῦ φάσεις. Ἤδη τὸ συνέδριον τοῦ Βερολίνου ἀπεφάσιζε νὰ παραχωρήσῃ κατ’ ἀρχὴν εἰς τὴν Ἑλλάδα τὰ Ἰωάννινα, τὸ Μέτσοβον καὶ τὴν Πρέβεζαν, ἀλλ’ αἱ ἐπακολουθήσασαι διαπραγματεύσεις, ἀφῆκαν ὅλην ἐκείνην τὴν χώραν εἰς τὴν Τουρκίαν. Ἡ κακὴ μοῖρα ἐμφανίζεται καὶ πάλιν κατὰ τοὺς πολέμους 1912–1913. Νέαι ἀντιρρήσεις παρουσιάζονται ὡς πρὸς τὰ Ἑλληνικὰ σύνορα πρὸς τὸ μέρος τῆς Ἀλβανίας. Ἡ ἀπόφασις τοῦ Λονδίνου τῷ 1913 ἀφίνει ὡρισμένα γεωγραφικὰ σημεῖα εἰς τὴν Ἀλβανίαν, χωρὶς νὰ ἐξετάσῃ τὴν Ἐθνολογικὴν αὐτῶν σύστασιν. Χωρὶς νὰ ἐξετάσῃ τὴν ἐθνολογικὴν ὑπόστασιν τοῦ Καζᾶ τῆς Κορυτσᾶς τὸν ἄφησεν εἰς τὴν Ἀλβανίαν. Χωρὶς νὰ ἐξετάσῃ τὴν ἐθνολογικὴν ὑπόστασιν τῆς Ἠπειρωτικῆς ἀκτῆς μέχρι τοῦ ἀκρωτηρίου Στῦλος, ὥριζεν ὅτι μέχρι τοῦ σημείου ἐκείνου θὰ φθάσουν τὰ Ἑλληνικὰ σύνορα καὶ ἀπέστειλεν ἐπιτροπὴν κατὰ τὸ 1913 ἵνα ἐξετάσῃ μόνον μεταξὺ τῶν οὕτω καθορισθέντων ἐκ τῶν προτέρων σημείων τὸν ἐθνικὸν χαρακτῆρα τοῦ πληθυσμοῦ, ὁ ὁποῖος εὑρίσκετο μεταξὺ τῶν δύο γεωγραφικῶν σημείων. Ἀλλὰ καὶ τὴν ἀποστολὴν τῆς Ἐπιτροπῆς ἐκείνης περιώρισαν, διότι δὲν τῆς ἐπέτρεψαν νὰ ἐξετάσῃ ποῖον εἶναι τὸ ἐθνικὸν αἴσθημα, ποῖος ὁ ἐθνικὸς χαρακτὴρ τῶν κατοίκων, ἀλλὰ καθώρισεν ὅτι θὰ ἀποφανθῇ περὶ τοῦ ἐθνικοῦ χαρακτῆρος ἐν γένει ἐκ τῆς ὁμιλουμένης γλώσσης. Ἔθηκε δηλαδὴ αὐθαίρετον γνώμονα τῆς ἐθνικότητος τὴν γλῶσσαν, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον διὰ πρώτην φορὰν παρουσιάζεται εἰς τὴν διπλωματικὴν ἱστορίαν τῆς Εὐρώπης. Παρ’ ὅλα ταῦτα καὶ ἡ ἀπόφασις, ἡ ὁποία ἐπηκολούθησεν, ἐκδοθεῖσα ἐν Φλωρεντίᾳ, παρεχώρησεν εἰς τὴν Ἀλβανίαν καὶ περιφερείας, αἱ ὁποῖαι ὡμίλουν ἀποκλειστικῶς τὴν Ἑλληνικὴν γλῶσσαν. Ἡ ἀδικία ἦτο πασιφανής, ἀλλ’ ἡ ἐπιβολή της ἐγένετο κατὰ τρόπον, ὥστε νὰ μὴ δύναται νὰ τὴν ἀποφύγῃ ἡ Ἑλλάς, διότι ἠπειλήθη ὅτι ἂν δὲν ἀναγνωρίσῃ τὴν ἀπόφασιν τῆς Φλωρεντίας δὲν θὰ τῇ ἀνεγνωρίζετο ἡ παραχώρησις τῶν νήσων τοῦ Αἰγαίου. Εὑρεθεῖσα λοιπὸν ἡ Ἑλλὰς πρὸ τραγικοῦ διλήμματος, ἠναγκάσθη νὰ δηλώσῃ ὑποταγὴν καὶ νὰ ἀποσύρῃ τὰ στρατεύματά της, ἀρχίσασα τὴν ἐκκένωσιν ἀπὸ τοῦ Φεβρουαρίου τοῦ 1914. Ἀλλ’ αἱ Διεθνεῖς ἀποφάσεις δὲν εἶναι ἐκεῖναι αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ δημιουργήσουν μόνιμα καθεστῶτα καὶ νὰ συντελέσουν εἰς τὴν παγίωσιν μιᾶς καταστάσεως ἐφ’ ὅσον δὲν στηρίζονται ἐπὶ τοῦ δικαίου. Διὰ τοῦτο δὲ καὶ τὴν ἀποχώρησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ ἐπηκολούθησε ἐπαναστατικὸν κίνημα τῶν κατοίκων τῆς Βορείου Ἠπείρου, τοῦ ὁποίου ἡγήθη ὁ ἀείμνηστος Γεώργιος Χρηστάκης–Ζωγράφος. Οἱ κάτοικοι ἀντέστησαν κι’ ἀντέστησαν ἐπιτυχῶς, καὶ διαμερίσματα τὰ ὁποῖα ὁ Ἑλληνικὸς στρατὸς εἶχεν παραδώσει εἰς τὸν Ἀλβανικὸν στρατόν, κατώρθωσαν ἐντὸς ὀλίγων μηνῶν νὰ τὰ καταλάβουν οἱ Ἠπειρῶται καὶ νὰ τὰ ὀργανώσουν εἰς Κράτος Αὐτόνομον. Οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν Μεγάλων Δυνάμεων, οἱ εὑρισκόμενοι τότε ἐν Δυρραχίῳ, ἠναγκάσθησαν νὰ ἔλθουν εἰς Κέρκυραν καὶ ζητήσουν συμβιβαστικὴν λύσιν μετὰ τῆς αὐτονόμου Ἠπείρου, ἀναγνωρίζοντες ὅτι ἡ Βόρειος Ἤπειρος, ἔχει κατ’ ἀναλογίαν, πλειοψηφίαν Ἑλληνικήν. Τὸ πρωτόκολλον, τὸ ὁποῖον κατηρτίσθη καὶ ὑπεγράφη ἐκ μέρους τῆς αὐτονόμου Ἠπείρου καὶ τῶν ἀντιπροσώπων τῶν μεγάλων δυνάμεων, ἀποτελεῖ ἀπόδειξιν τῆς Ἑλληνικότητος τῆς Βορείου Ἠπείρου. Εὐθὺς μετὰ τὴν ἔκκρηξιν τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ πολέμου, ἐπηκολούθησεν πρόσκλησις ὅλων τῶν μεγάλων δυνάμεων, πρόσκλησις ὅπως ἀνακαταλάβῃ ὁ Ἑλληνικὸς στρατὸς τὴν Βόρειον Ἤπειρον, διότι ἀνεγνώριζον ὅτι μόνον ὁ Ἑλληνικὸς στρατὸς ἠδύνατο νὰ τηρήσῃ τὴν τάξιν εἰς χώραν, ἡ ὁποία κατοικεῖται κατὰ μεγάλην πλειοψηφίαν ἀπὸ Ἕλληνας. Περιπέτειαι διεθνοῦς πολιτικῆς ὤθησαν τὴν Ἑλλάδα εἰς τὸ ν’ ἀποσύρῃ τὰ στρατεύματά της ἐκεῖθεν. Δὲν θὰ ἐπιμείνω Κύριοι, εἰς ἀνάλυσιν τῶν γεγονότων ἐκείνων. Εἰς τὰς διαπραγματεύσεις τῶν Παρισίων ἐξητάσθη ἐκ νέου τὸ ζήτημα. Ἡ Βόρειος Ἤπειρος δὲν κατείχετο ὑπὸ τῆς Ἑλλάδος. Ἀνεγνωρίσθη ὅμως ὅτι ἐθνολογικῶς οἱ κάτοικοι τῆς Β. Ἠπείρου εἶναι Ἕλληνες, ὅτι πλειοψηφεῖ τὸ Ἑλληνικὸν στοιχεῖον εἰς τὴν περιφέρειαν ἐκείνην, κατέληξαν δὲ εἰς τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου τῆς 31)13)1 Ἰανουαρίου 1920 διὰ τῆς ὁποίας ἀπεφασίζετο κατ’ ἀρχὴν ὅτι ἡ Β. Ἤπειρος καὶ ἡ περιφέρεια τῆς Κορυτσᾶς καὶ τῆς Χειμάρας θὰ παρεχωρεῖτο εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἀλλ’ ὅτι ἡ ἀπόφασις αὕτη δὲν θὰ ἐξετελεῖτο πρὶν ἢ κανονισθῇ τὸ ὅλον Ἀδριατικὸν ζήτημα. Καὶ ἐγένετο δεκτὸν ὅτι τὸ συμφέρον τῆς Εἰρήνης ἐπέβαλλεν ὅπως Ἑλληνικοὶ πληθυσμοὶ μὴ παραχωρηθῶσιν εἰς ξένον Κράτος, ὅτι τὰ συμφέροντα τῆς Ἑλλάδος καὶ Ἀλβανίας ἐπέβαλλον ὅπως περιφέρειαι κατοικούμεναι ὑφ’ Ἑλλήνων παραμείνωσιν ἀποκλειστικῶς εἰς τὴν Ἑλλάδα. Δυστυχῶς αἱ περιπέτειαι εἰς τὰς ὁποίας περιέπεσεν ἡ Ἑλλὰς μετὰ τὰς ἐκλογὰς τοῦ Νοεμβρίου τοῦ 1920 δὲν ἀφῆκαν οὔτε τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου ὀρθίαν καὶ ὤθησαν τὰς Δυνάμεις ν’ ἀνεύρουν ἄλλα ἐπιχειρήματα καὶ χωρὶς νὰ ἐξετάσουν τὸ Ἐθνικὸν ζήτημα τῆς χώρας ἀνέτρεψαν τὰ πράγματα καὶ παρεχώρησαν τὴν Β. Ἤπειρον εἰς τὴν Ἀλβανίαν. Καὶ προχωροῦσαι εἰς ἔργον, τὸ ὁποῖον πολιτικὴ πεῖσματος τὰς ὤθησεν ν’ ἀναλάβουν, φθάνουν καὶ σήμερον εἰς τὴν παραχώρησιν μερικῶν χωρίων εἰς τὸ Ἀλβανικὸν Κράτος νομίζουσαι ὅτι τερματίζεται οὕτω πράγματι τὸ Ἐθνικὸν ζήτημα τῆς Ἑλλάδος, καὶ ὅτι ἑδραιοῦται κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, ἡ ἡσυχία εἰς τὰ Βαλκάνια. Τοῦτο ἀποτελεῖ θανάσιμον σφάλμα. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ σχέσις καλῆς γειτονίας μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Ἀλβανίας ἐφ’ ὅσον 150 χιλιάδες Ἑλλήνων εὑρίσκονται παρὰ τὰ σύνορα τὰ Ἑλληνικὰ ἐντὸς τοῦ Ἀλβανικοῦ Κράτους ὑπὸ ἀμφιβόλους περιστάσεις διαβιοῦντες. Δὲν εἶναι δυνατὸν οἱ Ἑλληνικοὶ ἐκεῖνοι πληθυσμοὶ νὰ εἶναι εὐχαριστημένοι ὅταν ἀπεστερήθησαν, καὶ τῶν Ἐκκλησιῶν των καὶ τῶν σχολείων των, τὰ ὁποῖα διετήρησαν ἐπὶ τόσους αἰῶνας παρ’ ὅλην τὴν κατοχήν, τὴν Τουρκικήν. Δὲν εἶναι δυνατὸν τὸ Ἠπειρωτικὸν στοιχεῖον εἰς τὴν Ἑλλάδα νὰ παρίσταται ἁπλοῦς θεατὴς τῆς ἀδικίας αὐτῆς. Ἐξ ἄλλου οὔτε ἡ κατάστασις τῆς Ἀλβανίας εἶναι τοιαύτη ὥστε νὰ ἐπιτρέψῃ ἐλπίδας καλῆς διαβιώσεως. Μία ἀναθεώρησις τῶν ἀποφάσεων τῶν Δυνάμεων ἐπὶ τῇ βάσει τῶν Ἐθνικῶν δεδομένων θ’ ἀπετέλει πρᾶξιν φρονήσεως, πρᾶξιν φιλειρηνικότητος, πρᾶξιν δικαιοσύνης. Τὸ ζήτημα δὲν θίγει μόνον τὰς μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Ἀλβανίας σχέσεις, ἀλλὰ ἀποτελεῖ καὶ δεινὸν πλῆγμα διὰ τὴν ἡσυχίαν καὶ εἰρήνην ἐν τοῖς Βαλκανίοις. Τὸ ζήτημα τοῦ Καζᾶ τῆς Κορυτσᾶς ἐκτὸς τῆς Ἐθνικῆς σημασίας ἔχει καὶ σημασίαν Στρατηγικήν, τὴν ὁποίαν ἀνεγνώρισαν αὐταὶ αὗται αἱ Δυνάμεις κατὰ τὸν Εὐρωπαϊκὸν πόλεμον καταλαβοῦσαι διὰ στρατιωτικῶν δυνάμεων τοῦτον διὰ τὴν ἀσφάλειαν τοῦ Μακεδονικοῦ Μετώπου. Τὴν δὲ ἀκρίβειαν τοῦ ἐπιχειρήματος τούτου οὐδεὶς ἐτόλμησε ν’ ἀμφισβητήσῃ. Οἱ ἐμπειρογνώμονες, οἱ εἰδικοὶ κατὰ τὴν Συνδιάσκεψιν τῶν Παρισίων, ἀνεγνώρισαν τὴν ἀλήθειαν ταύτην. Ἡ παραχώρησις τῶν 14 αὐτῶν χωρίων δύναται ν’ ἀποτελέσῃ ἀφορμὴν ἵνα ζητηθῇ παρὰ τῶν Μεγάλων Δυνάμεων ἡ λύσις τοῦ ζητήματος τούτου. Ἡ Ἑλλὰς δὲν ἔχει χῶρον νὰ δεχθῇ ἄλλους πρόσφυγας, τοὐναντίον ὑπάρχει ἐν αὐτῇ περίσσεια προσφύγων ὥστε νὰ διατεθῶσι καὶ ἐκτὸς τῶν συνόρων μας. Δὲν δυνάμεθα νὰ διαβεβαιώσωμεν ὅτι τὸ Ἠπειρωτικὸν στοιχεῖον δύναται ἐπὶ μακρὸν ν’ ἀνεχθῇ αὐτὴν τὴν ἀδικίαν οὐδὲ ὅτι θὰ βλέπῃ ἀπαθῶς τοὺς ἀδελφούς του στερουμένους δικαιωμάτων, τῶν ὁποίων δὲν στεροῦνται οἱ λαοὶ ὅλων τῶν ἄλλων πεπολιτισμένων Κρατῶν.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κύριος ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς ἔχει τὸν λόγον.
§20Γ. ΡΟΥΣΟΣ. (Ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Εἶναι ἀληθές, Κύριοι πληρεξούσιοι, ὅτι πρό τινος ἀνεκοινώθη εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἀπόφασις ληφθεῖσα ἀπὸ τὴν Διάσκεψιν τῶν Πρεσβευτῶν τὴν πρὸ διμήνου κατὰ τὴν ὁποίαν μικρὸν τμῆμα τῆς Δυτικῆς Μακεδονίας, 14 περίπου χωρία, ἐθεωρήθη ὡς περιλαμβανόμενον εἰς τὰ σύνορα τοῦ παλαιοῦ Καζᾶ τῆς Κορυτσᾶς, καὶ ἐκ τούτου ὡς ἀνῆκον εἰς τὴν Ἀλβανίαν, ἡ ὁποία, συμφώνως πρὸς τὸ πρωτόκολλον τῆς Φλωρεντίας ἔπρεπε νὰ ἔχῃ σύνορα μετὰ τῆς Ἑλλάδος ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶχε ὁ πρώην Τουρκικὸς Καζᾶς Κορυτσᾶς. Μόλις ἐλάβαμεν γνῶσιν τῆς ἀποφάσεως προέβημεν εἰς διαβήματα ὅπως ἐπιτύχωμεν ἀναθεώρησιν αὐτῆς. Δὲν εἶναι ὅμως δυνατὸν νὰ φέρω εἰς τὴν Συνέλευσιν οὔτε βεβαίωσιν ἀλλ’ οὔτε καὶ νὰ εἴπω ἂν ὑπάρχῃ πιθανότης ἀναθεωρήσεως εὐνοϊκῆς τῆς ἀποφάσεως ταύτης. Πρέπει ν’ ἀναλογισθῶμεν ὅτι αἱ συμφωνίαι ἃς εἶχεν ἡ Ἑλλὰς εἰς τὸ παρελθὸν ὅσον ἀφορᾷ τὴν Β. Ἤπειρον ἐθεωρήθησαν ἀπὸ τὰς Δυνάμεις, διὰ λόγους τοὺς ὁποίους γνωρίζετε, ὡς ἀτονήσασαι καὶ ἐτηρήθη ἐκ νέου ἰσχύουσα ἡ ἀπόφασις τοῦ πρωτοκόλλου τῆς Φλωρεντίας, τοῦ ὁποίου ἡ ἐφαρμογὴ ἐθεωρήθη ἡ μόνη ἐπιβεβλημένη. Εὑρίσκομαι εἰς ἀδυναμίαν νὰ δώσω τὴν ἐλαχίστην βεβαίωσιν ἐὰν ὑπάρχουν ἐλπίδες ἢ ὄχι περὶ ἐπιλύσεως τοῦ ζητήματος. Δύναμαι νὰ βεβαιώσω ὅτι συμμεριζόμεθα τὸν πόνον, τὸν ὁποῖον ἐξέφρασαν οἱ προλαλήσαντες, διὰ τὸ γεγονὸς ὅτι περικόπτεται ἐκ νέου ἔδαφος Ἐθνικὸν καὶ περιέρχεται εἰς ξένην χώραν. Ἐν τούτοις οἱαδήποτε καὶ ἂν εἶναι ἡ ἀρνητικὴ λύσις ὁ πόνος πρέπει νὰ μετριασθῇ, ὅταν ἀναλογισθῶμεν ὅτι τὸ ἔδαφος καὶ οἱ κατοικοῦντες αὐτὸ πληθυσμοὶ περιέρχονται ὑπὸ τὴν δικαιοδοσίαν Κράτους πρὸς τὸ ὁποῖον τρέφει ἡ Ἑλλὰς τὰ φιλικώτερα τῶν αἰσθημάτων..... (Διαμαρτυρίαι ἐκ μέρους πολλῶν πληρεξουσίων). ... πρὸς τὸ ὁποῖον ἔχομεν ἀπόφασιν νὰ ζήσωμεν ὡς φίλοι. Τοιουτοτρόπως θὰ προαγάγωμεν τὰ συμφέροντα, τὰ κοινά. (Διαμαρτυρίαι ἐκ μέρους πολλῶν πληρεξουσίων). Ἔχομεν τὴν πεποίθησιν ὅτι αἱ διατάξεις τῶν Συνθηκῶν, αἱ ἀφορῶσαι τὰς μειοψηφίας θὰ ἐφαρμοσθοῦν εἰς τὴν Ἀλβανίαν καὶ ἑπομένως ὅτι οἱ πληθυσμοὶ ἡμῶν θὰ ἠμπορέσουν νὰ διαφυλάξουν καὶ τὴν πίστιν καὶ τὴν γλῶσσαν καὶ τὴν ἰδέαν τὴν Ἐθνικὴν διοικούμενοι συμφώνως πρὸς τὰς συνθήκας, τὰς διεθνεῖς. Ἑπομένως σᾶς παρακαλῶ νὰ μετριάσωμεν τὸν πόνον μας καὶ νὰ σκεφθῶμεν ὅτι ἐὰν ὑποστῶμεν μικρὰν νέαν θυσίαν ἴσως γίνῃ ἀπαρχὴ καλυτέρας διαβιώσεως μετὰ τῶν γειτόνων.
§21ΝΕΟΚ. ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΗΣ. Θυσιάζεται Ἐθνικὴ χώρα καὶ ἔρχεται ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν....
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις ἡ προηγουμένη ἔληξεν. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν διάταξιν τῶν ἐπερωτήσεων. (Διαμαρτυρίαι πληρεξουσίων)
§23Γ. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Δὲν μπορεῖ νὰ λήξῃ ζήτημα τοσαύτης σημασίας.
§24Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. (Πρωθυπουργός). Κύριοι συνάδελφοι· Ὁ Κύριος ὑπουργὸς εἶπεν ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ προβῇ εἰς τὰ κατάλληλα...
§25Γ. ΡΟΥΣΟΣ. (Ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Προέβη.
§26Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Προέβη εἰς τὰ κατάλληλα διαβήματα καὶ θὰ συνεχίσῃ τὰ διαβήματα ὅπως ἀποσοβηθῇ τὸ κακόν. Τώρα ἐπειδὴ ἀκούω ὅτι ἐπιθυμοῦν πολλοὶ νὰ ὁμιλήσουν δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι ὁ πόνος εἶναι μέγας, ἀλλὰ σᾶς παρακαλῶ τί νόημα θὰ ἔχῃ νὰ συζητήσωμεν; Ἐὰν βραδύτερον ἀποδεχθῇ ἡ Συνέλευσις ὅτι δὲν ὑπερασπίζονται ἐντόνως καὶ ὅπως πρέπει τὰ δίκαια, τὰ ἐθνικά, τότε ἠμπορεῖ καὶ δι’ ἐπερωτήσεως νὰ ἔλθῃ τὸ ζήτημα. Ἀναμφισβητήτως πρόκειται περὶ ἀδικήματος θίγοντος τὰ Ἐθνικὰ αἰσθήματα καὶ προσβάλλοντος τοὺς πόθους, τοὺς Ἐθνικούς. Νομίζω ὅτι αὐτὰ εἶναι ἀρκετά.
§27Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Μίαν παρατήρησιν, κύριε Πρόεδρε, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ὑποβάλω δι’ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἐδήλωσεν ἐν σχέσει πρὸς τὸ ζήτημα. Εἶναι δὲ αὕτη ὅτι πάντες ἡμεῖς ἀναγνωρίζομεν ὅτι τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος μετὰ τοῦ Ἀλβανικοῦ, τὸ ὁποῖον εἶναι τὸ πλέον συγγενέστερον πρὸς ἡμᾶς πρέπει νὰ διατελῇ ἐν συνεργασίᾳ καὶ συμπνοίᾳ, ἀλλ’ ἡ συνεργασία αὕτη δὲν πρέπει νὰ ἀσκεῖται εἰς βάρος ἡμῶν. Πάντως ὅμως δὲν πρέπει νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ζητήματος, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἀφήσωμεν τὴν Κυβέρνησιν ἐλευθέραν νὰ ἀσκήσῃ τὰ ἀρξάμενα διαβήματα.
§28ΤΙΝΕΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Τὸν λόγον, κ. Πρόεδρε.
§29Π. ΓΕΩΡΓΙΤΣΗΣ. Ὀλίγας λέξεις, κ. Πρόεδρε, θὰ προσθέσω.
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπιθυμῶ νὰ κατατοπίσω τὴν Συνέλευσιν περὶ τοῦ τρόπου καθ’ ὃν εἰσήχθη τὸ ζήτημα αὐτό. Τὸ ζήτημα αὐτὸ εἰσήχθη δυνάμει ἐξαιρετικῆς διατάξεως τοῦ Κανονισμοῦ, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁσάκις ἡ Κυβέρνησις δεχθῇ νὰ ἀπαντήσῃ ἀμέσως εἰς ἐρώτησιν βουλευτοῦ, ὑποβάλλεται ἡ ἐρώτησις καὶ ἀκούεται ἡ ἀπάντησις τοῦ Ὑπουργοῦ. Εἰσήχθη ἡ προκειμένη ἐρώτησις, ἀπήντησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς κατὰ τὸν Κανονισμὸν τὸ ζήτημα αὐτὸ περιορίζεται μεταξὺ τοῦ ἐρωτῶντος καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ. Ἐὰν θέλητε νὰ γενικεύσητε τὴν συζήτησιν, ὑποβάλατε ἐπερώτησιν, ὅτε θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ συζήτησις.
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καλομενόπουλος.
§32Κ. ΚΑΛΟΜΕΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὴν παρατήρησιν αὐτὴν τὴν στηριζομένην ἐπὶ τοῦ ξηροῦ γράμματος τοῦ Κανονισμοῦ πρὸς στιγμὴν ἀπήντησεν ἡ Συνέλευσις ἀκούσασα μετὰ προσοχῆς τοὺς ἀξιοτίμους συναδέλφους, οἱ ὁποῖοι ἠσχολήθησαν μὲ τὸ ζήτημα. Ἔχω τὴν ἀντίληψιν ὅτι προκειμένου περὶ ζητήματος ἐθνικοῦ καὶ λεπτοῦ ἀπὸ τὴν διπλωματικὴν αὐτοῦ ἄποψιν, καὶ τοῦτο ἀπέδειξεν ἡ λεπτότης μετὰ τῆς ὁποίας ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ὡμίλησεν — ἀλλὰ καὶ θίγοντος τὴν καρδίαν παντὸς Ἕλληνος, ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι ἡ Συνέλευσις παρέκαμψε τὸν τύπον τὸν ξηρὸν καὶ ἔχει τὴν ἐπιθυμίαν νὰ λάβῃ τὸν λόγον καὶ νὰ προκαλέσῃ συζήτησιν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Γνωρίζομεν, κ. Πρόεδρε, ὅτι ἔχομεν τὸ δικαίωμα δι’ ἐπερωτήσεις νὰ φέρωμεν τὸ θέμα. Ἀλλὰ ἔχω τὴν γνώμην—καὶ φρονῶ ὅτι ἀσπάζεται τὴν γνώμην ταύτην ἡ Συνέλευσις—ὅτι περὶ ζητήματος τοιούτου ἐθνικοῦ ἡ παραπομπὴ διὰ τοῦ ξηροῦ τύπου εἰς τὴν διαδικασίαν τῆς ἐπερωτήσεως δὲν θὰ ἐσήμαινε τίποτε ἄλλο παρ’ ὅτι ἡ Συνέλευσις δὲν θίγεται καὶ παραπέμπει τὸ ζήτημα εἰς τὴν δικονομικὴν διαδικασίαν. Τὸ ζήτημα δὲν εἶναι τοῦτο. Ἡ Συνέλευσις δὲν θέλει ν’ ἀναβάλῃ τὴν συζήτησιν διὰ νὰ διατηρήσῃ ἕνα εἰκονομικὸν τύπον. Δὲν γνωρίζω, τί θὰ ἀποφασίσῃ ἡ Συνέλευσις, οὔτε κατέχομαι ὑπὸ ἐλπίδων ὥστε νὰ δεχθῶ ὅτι ἡ συζήτησις θὰ λύσῃ καὶ τὸ ζήτημα κατὰ τοὺς ἐθνικοὺς πόθους. Ἀλλὰ φρονῶ ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ εἴπῃ ἡ Συνέλευσις τὴν γνώμην της, ν’ ἀκουσθῶσι πολλοὶ ῥήτορες καὶ διὰ πολλοὺς λόγους, ἀλλὰ καὶ διότι ἡ φωνὴ τῆς Συνελεύσεως θὰ παράσχῃ ἐνίσχυσιν εἰς τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, τὸν διαπραγματευόμενον τὸ ζήτημα, καὶ θὰ δώσῃ εἰς αὐτὸν λαβὴν νὰ φέρῃ πάλιν τὸ ζήτημα ἐνώπιον τῆς Διπλωματίας. Ἡ Ἑλλὰς δὲν ἔχει νὰ ζημιωθῇ· ἴσως ἔχει νὰ ὠφεληθῇ.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ εἶμαι τηρητὴς τοῦ Κανονισμοῦ συμφώνως πρὸς τὸν Κανονισμὸν δὲν δύναμαι νὰ δώσω τὸν λόγον εἰς κανένα.
§34ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Ἡ Συνέλευσις τὸ ἐδέχθη.
§35Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Κύριε Πρόεδρε, ἐπιθυμῶ νὰ εἴπω ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔχει καμμίαν ἀντίρρησιν, ἐὰν ἡ Συνέλευσις θελήσῃ κατὰ παραβίασιν τοῦ Κανονισμοῦ, νὰ δώσῃ ἐλευθερίαν λόγου, προκειμένου περὶ τοῦ μεγάλου αὐτοῦ ζητήματος. Θεωρῶ τὴν συζήτησιν αὐτὴν ὄχι τακτικήν· ἀλλ’ ἐὰν οἱ κ.κ. πληρεξούσιοι θέλουν νὰ ὁμιλήσωσιν, καὶ νομίζωσιν ὅτι θὰ διαφωτίσωσι τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Συνέλευσιν, δύνανται νὰ ὁμιλήσωσι. Παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε, νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Συνέλευσις ἐὰν κατὰ παραβίασιν τοῦ Κανονισμοῦ θέλει νὰ γενικευθῇ ἡ συζήτησις.
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπιθυμεῖ ἡ Συνέλευσις, κατὰ παραβίασιν τοῦ Κανονισμοῦ, νὰ γενικευθῇ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἀπασχολοῦντος αὐτὴν ζητήματος;
§37ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γεωργίτσης ἔχει τὸν λόγον. Ἡ Συνέλευσις παρεδέχθη. Ἡ συζήτησις γενικεύεται.
§39Π. ΓΕΩΡΓΙΤΣΗΣ. Δὲν πρόκειται, κ. Πρόεδρε, νὰ ἐπεκτείνω τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ διπλωματικοῦ θέματος· θέλω μόνον νὰ συνενώσω τὰς διαμαρτυρίας μου διὰ τὴν ἄστοργον ἀπόσπασιν Ἑλληνικῶν πληθυσμῶν καὶ Ἑλληνικῶν χωρῶν ὑπὸ τῶν χειριζομένων τὰ ὕπατα ἀξιώματα. Ἐπίσης νὰ διαμαρτυρηθῶ καὶ κατὰ τῶν ἀτυχῶν ἐκφράσεων τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, μιᾶς ἀτυχοῦς ἐκφράσεως ὅτι τὸν πόνον ἡμῶν θὰ ἐλαττώσῃ ἡ ἰδέα ὅτι οἱ πληθυσμοὶ αὐτοὶ περιέρχονται ὑπὸ τὴν δικαιοδοσίαν κράτους φίλου. Εἰς οὐδενὸς κράτους καὶ τοῦ μᾶλλον πεπολιτισμένου ἐὰν περιήρχοντο οἱ ἀποσπώμενοι οὕτω ἀφ’ ἡμῶν Ἑλληνικοὶ πληθυσμοὶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐλαττωθῇ ὁ πόνος ἡμῶν.
§40Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. Αἱ διαμαρτυρίαι, αἱ ὁποῖαι ἠκούσθησαν ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς, ἦσαν φυσικαὶ καὶ ἐπιβεβλημμέναι. Ὀφείλονται δὲ εἰς ἓν καὶ μόνον, διὰ τὸ ὁποῖον ὀφείλω νὰ ἐκφράσω τὴν λύπην μου. Ὀφείλεται εἰς τὴν διατύπωσιν, τὴν ὁποίαν μεταχειρίσθη ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ἡ ὁποία δὲν ὑπῆρξε μόνον διατύπωσις ἀτυχής, ὑπῆρξε διατύπωσις ἀτυχεστάτη. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ἠδύνατο νὰ εἴπῃ ὅπως καὶ εἶπεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις πράττει τὸ καθ’ ἑαυτὴν διὰ νὰ ματαιώσῃ ἀπόφασιν ἄδικον, ἀλλὰ καὶ ἐκεῖ ἔπρεπε νὰ περιορίσῃ τὰς δηλώσεις του. Ἀλλὰ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἑλλάδος οὐδέποτε ἐπετρέπετο ἀνερχόμενος εἰς τὸ βῆμα τοῦτο νὰ βεβαιώσῃ τὴν Βουλὴν ὅτι τοιαύτη ἀπόφασις ὄχι μόνον πιθανὸν νὰ μὴ εἶναι δυσάρεστος ἀλλὰ καὶ εὐχάριστος, διότι θὰ συνδέσῃ ἔτι μᾶλλον τὰς σχέσεις τὰς φιλικὰς τῶν δύο φιλικῶν κρατῶν. Αὐτὴν τὴν διαμαρτυρίαν ἤθελον νὰ κάμω.
§41Γ. ΡΟΥΣΟΣ (Ὑπ. Ἐξωτερικῶν). Λυποῦμαι, κύριοι, ὅτι εἴτε κακὴ διατύπωσις διότι ὡμίλουν ἐκ τοῦ προχείρου, εἴτε παρεξήγησις ἐκ μέρους ὑμῶν μὲ ἔφερε σχεδὸν ὡς ἐγκρίνοντα τὴν ἀπόφασιν τῶν Διασκέψεων τῶν πρεσβευτῶν. Τὴν ἐνέκρινα τόσον ὀλίγον, ὥστε εὐθὺς ἀμέσως ἔσπευσα νὰ προβῶ εἰς διαβήματα καὶ προσπαθείας ἀναθεωρήσεως αὐτῆς. Ἀλλὰ δὲν ἤθελον νὰ βαυκαλίσω τὴν Συνέλευσιν μὲ βεβαιώσεις, τὰς ὁποίας δὲν μοῦ ἦτο δυνατὸν νὰ κάμω: διότι ἀντιλαμβάνομαι πόσον δύσκολον εἶναι νὰ ἐπιτύχωμεν ἀναθεώρησιν μιᾶς ἀποφάσεως εἰλημμένης. Ἐν τούτοις ἐπιμένομεν διότι πιστεύομεν εἰς τὸ δίκαιον τῆς ὑποθέσεώς μας, διότι πιστεύομεν ὅτι οἱ πληθυσμοὶ αὐτοὶ ὀφείλουν νὰ μείνουν μόνον ὑπὸ τὴν μητέρα Ἑλλάδα, διότι μόνον τότε θὰ εἶναι εὐτυχεῖς. Ἑπομένως εἶναι ἀδύνατον νὰ μοὶ ἀποδοθῇ ἡ μομφὴ ὅτι ἐγὼ δῆθεν ἔστω καὶ ἐμμέσως ἦτο δυνατὸν νὰ ἐγκρίνω τοιαύτην ἄδικον ἀπόφασιν. Προσέθεσα, κύριοι, ὅτι μειοῦται ὁ πόνος ὄχι διότι ἐθεώρουν τὴν ἀπόφασιν δικαίαν, ὄχι διότι ἐθεώρουν ὅτι διὰ τοῦ μέσου τούτου θὰ καταστῇ δυνατὴ προσέγγισις μετὰ τῆς Ἀλβανίας. Εἶπον ὅτι ἡ ἐντύπωσις ἡ ὀδυνηρὰ ἐμειοῦτο ἐκ τοῦ γεγονότος ὅτι ὁ λαός, ὁ κατοικῶν τὰ ἐδάφη αὐτὰ, περιήρχετο ὑπὸ τὴν δικαιοδοσίαν ἑνὸς κράτους, τὸ ὁποῖον ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι θὰ σέβεται τὰς διατάξεις τῆς συμβάσεως περὶ μειοψηφιῶν καὶ ἑπομένως θὰ καθίστατο ὁ βίος τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν ἀνεκτός. Ἐὰν ὡμίλησα περὶ φιλικῶν σχέσεων, δὲν ἐβάσισα αὐτὰς ἐπὶ τοῦ γεγονότος τούτου καὶ δὲν εἶπον ὅτι χάριν τῶν σχέσεων αὐτῶν εἶναι δικαία ἡ προσάρτησις εἰς τὴν Ἀλβανίαν τοῦ ἐδάφους αὐτοῦ. Ὡμίλησα περὶ τῶν σχέσεων ἡμῶν τῶν φιλικῶν μὲ τὴν Ἀλβανίαν γενικώτερον, διὰ νὰ διαλύσω ἐπιλαμβανόμενος τῆς περιστάσεως μερικὰς παρεξηγήσεις, αἱ ὁποῖαι τελευταῖον εἶχον δημιουργηθῆ ὅτι δῆθεν ἀπέναντι τῆς Ἀλβανίας ἔχομεν αἰσθήματα ἐχθρικὰ, ὅτι ἐποφθαλμιοῦμεν ἐδάφη αὐτῆς. Μόνον δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἠθέλησα νὰ κάμω δηλώσεις, ἐκ τῶν ὁποίων νὰ φανῇ ὅτι ὁ Ἑλλ. λαὸς ἔχει αἰσθήματα φιλικώτατα πρὸς τὴν Ἀλβανίαν καὶ ὅτι διὰ σχέσεων φιλικῶν πιστεύει ὅτι θὰ προαγάγῃ τὰ συμφέροντα αὐτῶν.
§42ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Ὄχι μὲ θυσίας ἐθνικάς!
§43Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Ἀρκοῦν αἱ ἐξηγήσεις.
§44Γ. ΚΟΝΔΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Ἐὰν ἔλαβον τὸν λόγον, κύριοι, δὲν τὸν ἔλαβον διὰ νὰ προσθέσω καὶ ἐγὼ τὴν ἔκφρασιν τοῦ πόνου μου διὰ τὴν ἀπώλειαν ἐδάφους, μὲ τὸ ὁποῖον μὲ συνδέουν μερικοὶ ἱστορικοὶ δεσμοί, ἀλλὰ τὸν ἔλαβον διὰ νὰ ἐπικρίνω μίαν τάσιν παλαιὰν τὴν ὁποίαν ἔχομεν ἐν γένει ὅλοι καὶ αἱ Συνελεύσεις εἰς τὸ νὰ παραπονούμεθα διὰ τὰ ἐθνικὰ ἀτυχήματα, καὶ νὰ ἐπιρρίπτωμεν τὴν εὐθύνην αὐτῶν εἰς ὅλους τοὺς ξένους καὶ εἰς τὸ νὰ ἀποφεύγωμεν νὰ εἴπωμεν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ὅτι αὐτὸς εἶναι αἴτιος τῶν ἀτυχημάτων του καὶ ὅτι ὀφείλει τὸ ταχύτερον νὰ συναισθανθῇ τὴν εὐθύνην του καὶ νὰ προσπαθήσῃ εἰς τὸ μέλλον νὰ μὴ ὑφίσταται τοιαῦτα ἀτυχήματα. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Ρέντης σᾶς ἐξέθεσεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὅτι δὶς ἡ Β. Ἤπειρος ἠλευθερώθη, δὶς ἡ Β. Ἤπειρος ἀνεγνωρίσθη ὅτι ἀνήκει εἰς τὴν Ἑλλάδα. Ἐὰν ἡ Β. Ἤπειρος ἐχάθη κατόπιν, ἡ εὐθύνη δὲν βαρύνει κανένα, ἀλλὰ τὸ σφάλμα ἡ πλάνη τῆς 1ης Νοεμβρίου. Κύριοι πληρεξούσιοι, ὑπάρχει ἕνας νόμος, ὁ ὁποῖος διέπει τὸν κόσμον, καὶ τοῦ νόμου αὐτοῦ δὲν δυνάμεθα νὰ παραγνωρίσωμεν τὴν ἀξίαν: ὅταν εἶσαι ἰσχυρός, ὅταν εἶσαι νικητὴς πάντες σὲ ἐκτιμοῦν καὶ σὲ σέβονται καὶ ἀναγνωρίζουν τὰ δικαιώματά σου· ὅταν εἶσαι ἀνίσχυρος, δὲν δύνασαι νὰ ἀξιώσῃς ὅπως ἄλλοι πολεμήσουν διὰ νὰ σοῦ ἐξασφαλίσουν τὰ δικαιώματα ὑπὸ τὸν ἥλιον, τὰ ὁποῖα σὺ μόνος ὤφειλες νὰ ἐξασφαλίσῃς. Ἐὰν ἔκαμα τὸν λόγον αὐτόν, ἐὰν ἐθεώρησα ἀναγκαῖον νὰ ἀναβῶ ἐπὶ τοῦ βήματος τὴν στιγμὴν αὐτήν, τὸ ἐθεώρησα ἀναγκαῖον διότι φρονῶ ὅτι ἔχομεν καθῆκον ἀπὸ τῆς αἰθούσης ταύτης νὰ δώσωμεν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν νὰ ἐννοήσῃ ὅτι τὰ ἀτυχήματα αὐτὰ τὰ ὑπέστη ἀπὸ ἕν σφάλμα, σφάλμα θανάσιμον, σφάλμα τὸ ὁποῖον ἐστοίχισε, κατὰ τὴν ἐπιγραμματικὴν φράσιν τοῦ πρώην Πρωθυπουργοῦ τῆς Ἀγγλίας Λόϋδ Τζώρτζ, τὴν μεγαλυτέραν συμφορὰν τοῦ Ἑλληνισμοῦ μετὰ τὴν ἅλωσιν, καὶ ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς εἰς τὸ μέλλον, ἂν θέλῃ νὰ μὴ ὑφίσταται τοιαύτας καταστροφάς, δέον νὰ συνετισθῇ, νὰ περισυλλεγῇ, νὰ ἀγαπήσῃ τὴν πατρίδα του, νὰ ἀφοσιωθῇ εἰς τὴν ὑπεράσπισιν αὐτῆς καὶ νὰ μὴ ἀναμένῃ ἀπὸ τοὺς μεγάλους φίλους τῆς Ἑλλάδος καὶ μόνους τὴν λύσιν τῶν ζητημάτων του. Δι’ αὐτὸ καὶ μόνον ἀνέβην ἐπὶ τοῦ βήματος, διότι δὲν ἐθεώρουν ἀναγκαῖον νὰ προσθέσω τι εἰς ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν. Ἡ Κυβέρνησις ἡ δημοκρατικὴ εἶναι Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις καὶ ἠσθάνθη καὶ αὐτὴ τὸν πόνον διὰ τὴν ἀπόσπασιν τοῦ ἐδάφους ἐκείνου καὶ ἔσπευσε νὰ κάμῃ τὰ διαβήματα τὰ ὁποῖα ἔπρεπε. Ἀλλὰ βεβαίως πάντες γνωρίζετε καὶ δὲν δύνασθε νὰ ἀξιώσητε, ὅπως ἡ Δημοκρατικὴ Κυβέρνησις κηρύξῃ τὸν πόλεμον διὰ τὸ ἔδαφος τοῦτο. Τὰ διαβήματα τὰ ὁποῖα ἦσαν ἀπαραίτητα ἔγιναν. Ἐὰν θὰ φέρουν ἀποτέλεσμα ἢ ὄχι δὲν γνωρίζομεν· εὐχόμεθα νὰ φέρουν. Ἀλλὰ συγχρόνως δὲν δυνάμεθα νὰ μὴ βεβαιώσωμεν ὡς Κυβέρνησις τῆς Ἑλλάδος, ὅτι καὶ παρὰ τὴν ἀπόφασιν, αὐτὴν θὰ διατηρήσωμεν τὰς φιλικὰς σχέσεις μετὰ τῆς γείτονος Ἀλβανίας· αὐτὸ ἀπαιτεῖ ἡ κατάστασις τῆς Ἑλλάδος, αὐτὸ ἀπαιτεῖ τὸ συμφέρον αὐτῆς, καὶ αὐτὸ θὰ πράξῃ ἡ Δημοκρατικὴ Κυβέρνησις.
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γρηγορίου.
§46ΣΤ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ. Ἐὰν ἔλαβον τὲν λόγον, κύριοι πληρεξούσιοι, δὲν ἔπραξα τοῦτο τόσον διὰ νὰ ἑνώσω τὴν φωνήν τοῦ πόνου ὡς Ἕλλην πληρεξούσιος, ὡς συνδεόμενος στενώτατα πρὸς τὰ μέρη ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀποκόπτονται ἢ πρόκειται ν’ ἀποκοπῶσι κατόπιν τῆς ἀδίκου ἀποφάσεως περὶ ἧς πρόκειται, ἀλλὰ τὸ ἔπραξα διὰ νὰ φέρω εἰς τὴν Συνέλευσιν μίαν λεπτομέρειαν ἀρκετὰ οὐσιώδη διὰ τὸ ὑπὸ συζήτησιν θέμα. Τὰ περὶ ὧν πρόκειται 14 χωρία, τὰ ὁποῖα διὰ τῆς ἀποφάσεως περὶ ἧς γίνεται ὁ λόγος παραχωροῦνται εἰς τὴν Ἀλβανίαν, εὑρίσκοντο ὑπὸ τὴν Ἑλληνικὴν στρατιωτικὴν κατοχὴν ἀπὸ τοῦ 1912, ἀφ’ ἧς ἐποχῆς ἀνεγνωρίσθη διὰ τοῦ περιφήμου πρωτοκόλλου τῆς Φλωρεντίας ὅτι τὰ σύνορα τῆς Ἑλλάδος καὶ τῆς Ἀλβανίας θὰ ἀποτελέσωσι τὰ παλαιὰ σύνορα τοῦ καζᾶ τῆς Κορυτσᾶς. Ἐν τούτοις ὑπῆρξε τοιαύτη στρατιωτικὴ ἀνάγκη, τόσον στενὸς οἰκονομικὸς καὶ ἐθνολογικὸς συνδυασμὸς τῆς περιφερείας περὶ ἧς πρόκειται σήμερον, ὥστε ἡ περιφέρεια αὐτὴ νὰ διατελέσῃ ἔκτοτε ὑπὸ τὴν στρατιωτικὴν Ἑλληνικὴν κατοχήν. Τὴν στρατιωτικὴν Ἑλληνικὴν κατοχὴν ἀνεγνώρισεν καὶ ἡ Γαλλία κατὰ τὴν ἐποχὴν τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ πολέμου εἰς τρόπον ὥστε καίτοι στενῶς περιώρισε τὴν Ἀλβανίαν διοικητικῶς ἐντὸς τοῦ καζᾶ τῆς Κορυτσᾶς ἀνεγνώρισεν εἰς ἡμᾶς τὸ δικαίωμα νὰ διοικῶμεν τὸ τμῆμα τοῦτο, τὸ ὁποῖον στρατιωτικῶς συγκατέχομεν ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης τῶν Γάλλων. Ὅταν οἱ Γάλλοι ἀποχωροῦντες ἀπὸ τὴν Κορυτσὰν ἐπρόκειτο νὰ παραχωρήσωσιν ὁλόκληρον τὴν περιφέρειαν τοῦ καζᾶ τῆς Κορυτσᾶς τότε προελάσαμεν ἐγὼ ὡς ἀντιπρόσωπος τῆς κυβερνήσεως, ὁ Γ. Διοικητὴς τῆς Μακεδονίας καὶ ὁ στρατηγὸς Τρικούπης μέχρι Κολώνιας καὶ ἐκεῖ συνετάχθη τὸ πρωτόκολλον κατὰ τὸ ὁποῖον καὶ ἡ Ἀλβανία ἀνεγνώρισεν ἐπισήμως τὰ 40 κατεχόμενα χωρία καὶ ἀνέλαβε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ σεβασθῇ τὴν αὐθυπαρξίαν τὴν ἑλληνικὴν τῶν σχολείων ἐν τῷ καζᾷ τῆς Κορυτσᾶς. Ἔκτοτε συνέβησαν ὅσα συνέβησαν περὶ τῶν ὁποίων γίνεται λόγος καὶ σήμερον λαμβάνει χώραν ἡ ἀπάντησις αὐτῶν καὶ γίνονται διαμαρτυρίαι, διότι πρόκειται περὶ ἀποκοπῆς ἑλληνικοῦ τόπου καὶ αἰσθανόμεθα τὴν ἀνάγκην ἐντονώτερον ἀκόμη νὰ διαμαρτυρηθῶμεν, διότι εἴμεθα κράτος ἀνίσχυρον καὶ καὶ διότι οἱ ἑλληνικοὶ πληθυσμοὶ περιέρχονται εἰς τὸ Ἀλβανικὸν κράτος, εἰς κράτος νεαρόν, τὸ ὁποῖον διέπεται ἀπὸ ἄκρας ῥοπάς, ὥστε νὰ ἐξαλείψῃ τὸ ἑλληνικὸν ὄνομα ἀπὸ τὰ μέρη ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα, ἐδημιούργησαν τὸν ἑλληνικὸν πολιτισμόν. Παρέστημεν ἄλλοι μάρτυρες ἑνὸς τρομακτικοῦ θεάματος τὸ ὁποῖον ἓν κράτος μικρὸν καὶ ἀνίσχυρον ὅπως τὸ Ἀλβανικόν, τὸ ὁποῖον εἶχε τὴν ἀνάγκην τῆς ἑλληνικῆς φιλίας περιεφρόνησεν αὐτὴν μέχρι τοῦ σημείου ὥστε νὰ προβαίνῃ εἰς δολοφονίας, εἰς κλησίματα σχολείων καὶ ἐκκλησιῶν καὶ νὰ ἀπαγορεύσῃ καὶ αὐτὴν τὴν χρῆσιν τῆς ἑλληνικῆς γλώσσης. Αἰσθανόμεθα τὴν ἀνάγκην κατὰ τὴν περίοδον αὐτὴν κατὰ τὴν ὁποίαν πρόκειται νὰ κανονισθῇ τὸ ἐδαφικὸν ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἔχει μεγίστην σημασίαν, αἰσθανόμεθα τὴν ἀνάγκην νὰ τονίσωμεν ὅτι ἐπιβάλλεται νὰ γίνωσιν ὅτι πλέον τοῦ λοιποῦ πρέπει νὰ ἀφήσῃ τὰς ἄκρας ἐθνικιστικὰς βλέψεις ἃς ἔχει καὶ ὅτι πρέπει νὰ ἀφήσῃ τὸν ἑλληνισμὸν ὅπως ἐπαναλάβῃ καὶ τὴν θρησκείαν του καὶ τὴν γλῶσσαν του.
§47Ι. ΚΑΛΟΓΕΡΑΣ. Κύριοι πληρεξούσιοι. Δὲν θὰ ἀπασχολήσω τὴν Συνέλευσιν παρὰ μὲ δύο λέξεις. Ἐφ’ ὅσον δὲν εἶχε λάβει τὸν λόγον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν οἱ κύριοι συνάδελφοι ἀνέπτυξαν τόσον εὐγλώττως καὶ μὲ τόσαι συγκεκριμμένα καὶ πειστικὰ ἐπιχειρήματα τὸ ζήτημα καὶ ἐξέφρασαν τὴν ἐθνικὴν ἀγανάκτησιν καὶ διαμαρτυρίαν των θὰ ἠδύνατο τὸ ζήτημα τοῦτο νὰ θεωρηθῇ λῆξαν. Καὶ ἀκόμη θὰ ἠδύνατο τὸ ζήτημα τοῦτο νὰ θεωρηθῇ λῆξαν ἐφ’ ὅσον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν παρουσιάσθη ἐπὶ τοῦ λεπτοτάτου τούτου ζητήματος καὶ ἐξέφρασε τὴν γνώμην ὅτι ἡ Κυβέρνησις μετ’ ἐκπλήξεως ἔλαβε τὴν ἀνακοίνωσιν ταύτην καὶ ὅτι ἔλαβεν ὅλα τὰ κατάλληλα μέτρα ὅπως ἀποτρέψῃ τὴν ἀπόφασιν ταύτην. Ἀλλὰ ἀφ’ ἧς στιγμῆς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἠθέλησε νὰ δηλώσῃ ὅτι καὶ ἂν συμβῇ τὸ ἀντίθετον συνιστᾷ νὰ μετριασθῇ ὁ πόνος τῆς Ἑλληνικῆς ψυχῆς, δηλῶ κατηγορηματικῶς εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν ὅτι τὸ ζήτημα ἦτο ἐκ τῶν προτέρων λελυμένον καὶ δὲν ὑπῆρχεν οὐδεὶς λόγος ἀνακοινώσεων καὶ δηλώσεων. Ἀκολούθως κατόπιν τοῦ δημιουργηθέντος θορύβου ἠθέλησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ ἀνασκευάσῃ τὰς δηλώσεις αὐτοῦ καὶ προέβη εἰς μετριαστικὰς ἀνακοινώσεις. Εἶχε ζητήσει τὸν λόγον πρὶν ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ προέβη εἰς τὴν νέαν ταύτην δήλωσιν. Εὐθὺς μετ’ ὀλίγον ἀνῆλθεν ἐπὶ τοῦ βήματος ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν καὶ ὡμίλησεν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου καὶ ἀφοῦ συνεφώνησε μετὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι ὀφείλομεν νὰ καταγγείλωμεν τὰς διαμαρτυρίας ἐναντίον ὑμῶν καὶ νὰ προσπαθήσωμεν διὰ παρακλήσεων νὰ ἐπιλύωμεν τὰ Ἐθνικὰ ζητήματα, θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ εἴπω εἰς τοῦτον ὅτι, καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει τὸ ζήτημα τοῦτο δὲν λυθῇ κατὰ τὰς προθέσεις τῆς κυβερνήσεως δὲν θὰ μᾶς φέρῃ εἰς θέσιν νὰ κηρύξωμεν τὸν πόλεμον κατὰ τῆς Ἀλβανίας ἢ νὰ διακόψωμεν τὰς σχέσεις μετὰ τῆς Ἀλβανίας, καὶ νὰ δηλώσω ὅτι ἡ δήλωσίς του ἦτο ὀλίγον ἄστοχος, δὲν εἶμαι δὲ σύμφωνος ὅτι ἔπρεπε νὰ προβῇ εἰς τὴν τελευταίαν δήλωσιν. Πάντως ὁμόθυμος εἶναι ἡ γνώμη τῆς Συνελεύσεως ὅπως ἡ Κυβέρνησις ἐξασφαλίσῃ πᾶσαν ἐνέργειάν της.
§48Γ. ΓΕΡΟΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε. Ἔχω νὰ κάμω μόνον μίαν δήλωσιν. Τὴν δήλωσιν ὅτι ὡς ἀντιπρόσωπος τῆς Ἠπείρου διαμαρτύρομαι διὰ τὴν γενομένην ἀδικίαν.
§49Ι. ΜΑΡΜΑΤΑΚΗΣ. Ἀρκετὰ οἱ κύριοι συνάδελφοι, οἱ προλαλήσαντες ἐξέθεσαν διὰ τὸ ζήτημα τὸ ὁποῖον ἦλθεν εἰς συζήτησιν ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως. Ἡ Δημοκρατικὴ κυβέρνησις, ἡ ὁποία ἔρχεται σήμερον καὶ ἐπιλαμβάνεται τοῦ ζητήματος τούτου ἔχει ἱερὰν ὑποχρέωσιν νὰ μὴ ἀφήσῃ τὸ πρᾶγμα ἄνευ διαμαρτυρίας, ἀλλὰ πρέπει νὰ λάβῃ μέτρα ὥστε νὰ αἰσθανθῇ ἡ γείτων ἡμῶν, τὴν ὁποίαν ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ τὴν ἔχωμεν ὡς φίλην,—ἔτσι τουλάχιστον ἐδήλωσαν—ὅτι δὲν θὰ τῆς ἐπιτρέψωμεν νὰ ἁρπάζῃ τὰ διάφορα Ἑλληνικὰ χωρία. Ἡ σημερινὴ Δημοκρατικὴ Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ διαμαρτυρηθῇ εἰς τὴν Εὐρώπην, ὅτι τὸ σφάλμα τὸ ὁποῖον διεπράχθη ἀπὸ τοῦ 1920 μέχρι τοῦ 1922 δὲν πρέπει νὰ καταλογίζεται εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ὁ ὁποῖος ἀκολουθεῖ μίαν πορείαν πολὺ καλλιτέραν ἀπὸ ἐκείνην τὴν ὁποίαν ἠκολούθησεν προηγουμένως, πρέπει δὲ εἰς τὰς συστάσεις της νὰ ἀνακινήσῃ καὶ τὸ βορειοηπειρωτικὸν ζήτημα, ὥστε ἐκ τῶν ὅλων ἐνεργειῶν της νὰ ἐπιτύχῃ περισσότερα ὠφελήματα.
§50Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. Δὲν θὰ ἐλάμβανον βεβαίως, κύριοι πληρεξούσιοι, ἐκ δευτέρου τὸν λόγον κατόπιν τῆς διαμαρτυρίας τὴν ὁποίαν ἔκαμον μετὰ τὰς δηλώσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν ἂν δὲν ἐμεσολάβουν αἱ δηλώσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ἀπήντησεν εἰς ἐμὲ καὶ ἐπανέλαβεν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶπε διὰ τῶν πρώτων του δηλώσεων ὥστε ἐγὼ δὲν εἶχον νὰ προσθέσω τι εἰς τὴν διαμαρτυρίαν μου τὴν πρώτην τὴν ὁποίαν ἔκαμον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐνισχύων ἐν τούτῳ τὸν συνάδελφόν του ἐνόμισεν ὅτι ἐπεβάλλετο εἰς αὐτὸν νὰ ἀναμιχθῇ εἰς τὴν συζήτησιν καὶ νὰ τονίζῃ τὰ αἴτια τῆς ἀπωλείας τῆς Β. Ἠπείρου καὶ τὸν περιορισμὸν τῶν Ἐθνικῶν συνόρων. Τὰ αἴτια ταῦτα, κύριοι, εἶναι εἰς ὅλους γνωστά. Καὶ ἐγώ, Κύριοι, ὁ ὁποῖος παρακάθημαι εἰς τὰς τάξεις τῆς ἀντιπολιτεύσεως καὶ ὁ ὁποῖος ἀπὸ τοῦ 1916 εὑρέθην ἐν διαφωνίᾳ πρὸς τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων, ἔκαμον πάντοτε τὴν δήλωσιν ὅτι διαφωνῶν πρὸς αὐτὸ δὲν ἀπέβλεπον εἰς τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικὴν τοῦ κόμματος ἐκείνου. Διὰ τοῦτο ἀντιπολιτεύθην τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων εἰς ὅλην τὴν ἐποχὴν τοῦ πολέμου τηρήσας ὅλα τὰ προσχήματα καὶ δίδων διαρκῶς ψῆφον ἐμπιστοσύνης διὰ νὰ μὴ ζημιωθῇ οὔτε μακρόθεν ἡ ἐφαρμογὴ πολιτικῆς ἐξωτερικῆς, τὴν ὁποίαν ἐθεώρουν ἐπιβεβλημένην. Διὰ τοῦτον δὲ ἀκριβῶς τὸν λόγον ἡ 1η Νοεμβρίου παρέσυρε καὶ ἐμὲ καίτοι διαφωνοῦντα καὶ πρὸς τὰς δύο ἀντιθέσεις καίτοι εἶχον ταχθῆ ἐν μέσῳ αὐτῶν. Ἀλλὰ αὐτὰ εἶναι ὅλως ἄστοχα, αὐτὰ εἶναι παλινδρομίαι ἀλλὰ δὲν εἶναι τῆς στιγμῆς νὰ ἀναφέρωνται ἐνταῦθα. Κυβερνήσεις, αἱ ὁποῖαι ἀναλαμβάνουν τὴν διαχείρησιν τῶν κοινῶν, ὀφείλουν νὰ σταθμίσουν λεπτομερῶς καὶ τὰ διαβήματα τῶν καὶ τὰς συνεπείας καὶ ὅταν ἀναλαμβάνουν τὴν διαχείρησιν τῶν κοινῶν κατόπιν ὡρισμένων θλιβερῶν γεγονότων, καὶ ταῦτα τὰ γεγονότα πρέπει νὰ ἔχουν ὑπ’ ὄψει διὰ νὰ ἀναμετρήσουν τὰς κακὰς αὐτῶν συνεπείας. Βεβαίως ἠδύνατο νὰ λεχθῇ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐλέχθη, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ὑπῆρξεν ὑπεύθυνος διὰ τὸν περιορισμὸν τῶν Ἑλληνικῶν συνόρων καὶ τὴν ἀπώλειαν τῆς Β. Ἠπείρου. Ἀλλὰ ταῦτα λέγονται συνήθως, κύριοι, μετὰ τὴν ἀπώλειαν τὴν ὁριστικὴν τῶν ζητημάτων. Ἀλλ’ ὅταν οἱ κ. Ὑπουργοὶ παρερχόμενοι ἀπὸ τὸ βῆμα τοῦτο, ὁ μὲν κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν λέγει ὅτι βεβαίως εἶναι λυπηρὸν αὐτὸ, ἀλλ’ ἐξ ἄλλου θὰ διευκολύνῃ καὶ θὰ συσφίγξῃ ἔτι μᾶλλον τὰς σχέσεις μας μὲ τὸ φιλικὸν Ἀλβανικὸν Κράτος, ὁ δὲ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐρχόμενος ἐπὶ τὸ βῆμα λέγει μὲν τὰ ὅσα εἶπεν, ἀλλὰ προσθέτει ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν εἶναι διατεθειμένη οὔτε πόλεμον νὰ κάνῃ οὔτε τὰς σχέσεις μετὰ τοῦ ὁμόρου Κράτους νὰ διακόψῃ, τότε ἐρωτῶ τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὰς διαπραγματεύσεις, τὰς ὁποίας ἔχει ἤδη ἐκρεμμεῖς καὶ ἐπὶ τῶν ὁποίων στηρίζεται, καὶ αἱ ὁποῖαι δὲν ἐπερατώθησαν ἀκόμη, τί ἔδαφος ἀπομένει, τί ἐπιχειρήματα μένουν διὰ νὰ ἐπιβληθῇ; (χειροκροτήματα).
§51Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Κύριοι συνάδελφοι νομίζω ὅτι πρέπει νὰ τεθῇ τέρμα εἰς τὴν συζήτησιν διότι μετὰ λύπης μου παρατηρῶ ὅτι ὅσον προχωρεῖ ἡ συζήτησις τόσον παρεκτρέπεται περισσότερον καὶ τόσον περισσότερον ἀπειλεῖ νὰ δημιουργήσῃ παρεξηγήσεις. Ὑπάρχουν βεβαίως εὐθῦναι βαρύταται δι’ ὅσα μέχρι σήμερον συνέβησαν, ἀλλὰ ποτὲ ἡ Κυβέρνησις ἡ Δημοκρατικὴ δὲν ἐσκέφθη καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ σκεφθῇ νὰ περιορίσῃ ἰδικήν της εὐθύνην διὰ τοῦ μέλλον στηριζομένη εἰς τὰς εὐθύνας τοῦ παρελθόντος. Εἶναι βαρύτατος ὁ πόνος ὅλων ἡμῶν διότι ἡ πρεσβευτικὴ Διάσκεψις ἐχάραξεν ὡς ἐχάραξεν, τὰ ὅρια τὰ Ἀλβανικά, καὶ εἴμεθα ἀποφασισμένοι νὰ πράξωμεν ὅ,τι εἶναι δυνατὸν ὅπως ἀποσοβηθῇ τὸ κακόν, ἀλλὰ εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ εἴπωμεν ὅτι ἀφ’ οὗ τὸ ζήτημα συζητεῖται ἀπὸ τὰς μεγάλας Δυνάμεις καὶ δὲν εἶναι ζήτημα μόνον Ἑλληνικὸν καὶ Ἀλβανικόν, ὅτι ἡμεῖς δὲν διαπνεόμεθα ἀπὸ αἴσθημα ἐχθρικὸν πρὸς τὴν Ἀλβανίαν, ὅτι ἡ ἐπιθυμία μας εἶναι νὰ διατηρήσωμεν καὶ νὰ συσφίγξωμεν φιλικὰς σχέσεις μὲ τὴν Ἀλβανίαν. Αὐτὸ δὲν ἐλαττώνει καθ’ ὅλου τὴν δύναμιν τῶν ἐπιχειρημάτων μας, δὲν περιορίζει τὸ ἀποτέλεσμα τῶν διαβημάτων μας ὅπως ἀποσοβηθῇ τὸν ἐθνικὸν κακόν. Ἡ ἔννοια τῶν λόγων καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν στρατιωτικῶν ἦτο αὕτη. Δὲν ἔχομεν ἀνάγκην ἐκ τῶν προτέρων νὰ διαβεβαιώσωμεν τί θὰ πράξωμεν. Ὀφείλομεν ὅμως νὰ εἴμεθα εἰλικρινεῖς καὶ ἡ εἰλικρίνεια ἀπαιτεῖ νὰ τονίσωμεν ὅτι τὸ ζήτημα αὐτὸ δὲν εἶναι, ἐπαναλαμβάνω, μόνον ζήτημα Ἀλβανικὸν καὶ Ἑλληνικόν, ἀλλ’ εἶναι ζήτημα Εὐρωπαϊκῆς σημασίας, ἀφ’ οὗ αἱ μεγάλαι Δυνάμεις πρόκειται νὰ ἀποφασίσουν. Δὲν ἔχει ὑποχρέωσιν ἡ Κυβέρνησις νὰ εἴπῃ ποία θὰ εἶναι τὰ δικαιώματα αὐτῆς καὶ εἰς ποῖον σημεῖον θὰ φθάσουν. Νομίζω δὲ ὅτι δὲν ὑπάρχει οὐδεὶς εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην, ὁ ὁποῖος νὰ ἔχῃ τὴν ἐπιθυμίαν νὰ ἀξιώσῃ νὰ δηλώσῃ ἡ Κυβέρνησις τί θὰ πράξῃ. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐπιθυμεῖ ἡ Κυβέρνησις νὰ δηλώσῃ εἶναι ὅτι διαπνέεται ἀπὸ τὰς πλέον φιλειρηνικὰς διαθέσεις γενικῶς καὶ εἰδικῶς ἀπέναντι τῆς Ἀλβανίας χωρὶς τοῦτο νὰ σημαίνῃ ὅτι εἶναι διατεθειμένη ἐκ τῶν προτέρων νὰ παραιτηθῇ τῶν ἐθνικῶν δικαιωμάτων. Αὐτὴ ἦτο ἡ ἔννοια τῶν δηλώσεων καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ διὰ τοῦτο νομίζω ὅτι δὲν ἦσαν καθ’ ὅλου δικαιολογημέναι αἱ διαμαρτυρίαι τῶν κ.κ. Συναδέλφων. Οὐδεμία πρόθεσις, οὐδεμία διάθεσις, ἐπαναλαμβάνω, ὑπάρχει νὰ στηριχθῶμεν εἰς σφάλματα τοῦ παρελθόντος, ὅπως μειώσωμεν τὴν ἰδικήν μας εὐθύνην. Ἡ ἰδική μας εὐθύνη εἶναι ἀκεραία καὶ ἐὰν ὑπάρχῃ καὶ ἡ ἐλαχίστη ὑπόνοια ὅτι δὲν θὰ διαχειρισθῶμεν μετὰ τοῦ δέοντος σθένους τὸ ζήτημα εἶναι ἐλεύθερος ὁ ἔλεγχος καὶ ἡ Κυβέρνησις τότε θὰ θέσῃ τὸ ζήτημα εἰς τὴν ψῆφον τῆς Συνελεύσεως. Ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον δὲν ὑπάρχῃ τοιαύτη ὑπόνοια νομίζω ὅτι ὅλη ἡ συζήτησις εἶναι περιττή, διότι ἐπαναλαμβάνω ὅτι ὅσον προχωρεῖ ἡ συζήτησις παρεκτρέπεται καὶ δίδει ἀφορμὴν εἰς παρεξηγήσεις. Ἐγὼ δὲ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὴν Συνέλευσιν νὰ θεωρήσῃ τὴν συζήτησιν λήξασαν ἀρκουμένη εἰς τὴν δήλωσιν τῆς Κυβερνήσεως ὅτι θεωρεῖ τὴν ἀπόφασιν τῆς Συνελεύσεως ἀδίκημα Ἐθνικὸν καὶ θὰ πράξῃ ὅ,τι εἶναι δυνατὸν πρὸς διάσωσιν. Ἐὰν ἡ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὴν πρόοδον αὐτῆς καὶ κατὰ τὸ ἀποτέλεσμα δὲν εἶναι ἱκανοποιητικὴ τότε βεβαίως ἡ Συνέλευσις ἔχει ὅλην τὴν ἐλευθερίαν νὰ κρίνῃ τὴν Κυβέρνησιν. Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ παρόντος τί σημασίαν ἔχει ὅλη αὐτὴ ἡ συζήτησις; Παρακαλῶ λοιπὸν πάλιν τὴν Συνέλευσιν παρ’ ὅλην τὴν διάθεσιν τὴν ὁποίαν ἔχομεν νὰ ἀκούσωμεν μὲ ὅλην τὴν ἐλευθερίαν ὅλους τοὺς ἐπιθυμοῦντας ν’ ἀγορεύσουν νὰ θεωρήσῃ τὴν συζήτησιν λήξασαν, καὶ νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ κανονισμὸς ὥστε νὰ μὴ πελαγοδρομήσωμεν. (χειροκροτήματα).
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θεωρεῖ ἡ Συνέλευσις τὴν συζήτησιν λήξασαν;
§53Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καφαντάρης ἔχει τὸν λόγον.
§55Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Οὐδείς, κύριοι, εἶναι διατεθειμένος εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην νὰ παραγνωρίσῃ τὴν γενικὴν αἰτίαν τῶν ἐθνικῶν μας δεινῶν, οὔτε νὰ ὑποτιμήσῃ τὸ αἴσθημα τῆς Κυβερνήσεως ἢ τὴν μέριμναν αὐτῆς ὑπὲρ τῶν ἐθνικῶν ζητημάτων καὶ εἰδικῶς ἐπὶ τοῦ ἀπασχολοῦντος ἡμᾶς ζητήματος. Πόθος κοινὸς πάντων ἡμῶν εἶναι νὰ ἐνισχύσωμεν τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὰς προσπαθείας αὐτῆς, πλησίον τῆς πρεσθευτικῆς διασκέψεως πρὸς ἐπανόρθωσιν ἑνὸς προφανοῦς ἀδικήματος. Πόθος πάντων ἡμῶν κοινὸς εἶναι νὰ ἐνισχύσωμεν τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὰς συνενοήσεις αὐτῆς τὰς ἀμέσους μετὰ τῆς Ἀλβανικῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία ὑποθέτομεν ὅτι καὶ αὐτὴ διαπνέεται μετὰ τῶν αὐτῶν μὲ ἡμᾶς διαθέσεων, ὅπως ἐξαλείψῃ τὰς ἀφορμὰς τῶν προστριβῶν τὰς ἤδη τυχὸν ὑπαρχούσας καὶ ὅπως μὴ προσθέσῃ νέας. Δὲν ἀμφιβάλλομεν ποσῶς ὅτι ἡ Κυβέρνησις θέλει πράξει πᾶν τὸ καθ’ ἑαυτὴν χάριν τῆς ἐπανορθώσεως ταύτης, οὐδὲ πιστεύομεν ὅτι τὸ προσγενόμενον ἀδίκημα εἶναι ἀνεπανόρθωτον καὶ ὅτι θέλει παραστῆ ἀνάγκη ὅπως τὸ Κράτος ἡμῶν προβῇ εἰς μέτρα ἔσχατα διὰ τὴν ἀποκατάστασιν μιᾶς ἐθνικῆς ὑποθέσεως εἰς τὸ πρέπον αὐτῆς σημεῖον. Ἐπιθυμοῦμεν καὶ πάλιν νὰ διαβεβαιώσωμεν ὅτι πᾶσαι αἱ συζητήσεις αὐτὸν καὶ μόνον ἐνεῖχον τὸν σκοπόν. Δὲν ἐνεῖχον οὐδαμῶς τὴν πρόθεσιν ἐπικρίσεως τῶν μέχρι τοῦδε ἐνεργειῶν τῆς Κυβερνήσεως, δὲν ἐνεῖχον οὐδαμῶς τὴν πρόθεσιν ἐκφράσεως δυσπιστίας διὰ τὰς μελλούσας αὐτῆς ἐνεργείας. Ἡμεῖς πιστεύομεν ἀκραδάντως ὅτι αἱ ἐνέργειαι αὐτῆς θέλουσιν εὐοδωθῇ καὶ τὸ δίκαιον δὲν εἶναι δυνατὸν ἢ νὰ ἀναγνωρισθῇ παρὰ πάντων καὶ πρὸ παντὸς ὑπ’ ἐκείνων οἵτινες κηδεμονεύουσιν τὰ διεθνῆ συμφέροντα κατὰ τὴν στιγμήν.
§56Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι Συνάδελφοι, ἐὰν πράγματι χρειάζεται ψυχραιμία εἰς τὰς αὐζητήσεις ἄλλων ζητημάτων, χρειάζεται ἐξαιρετικὴ ψυχραιμία εἰς τὰς συζητήσεις τῶν ἐκκρεμῶν ἐξωτερικῶν ζητημάτων. Γνωρίζομεν ὅτι πολλάκις παρεξηγήσεις μεγάλαι ἔγιναν μεταξὺ Κρατῶν, αἱ ὁποῖαι ἤγαγον εἰς ψυχρότητας μὲ ἀποτελέσματα δυσάρεστα, ὅταν αἱ Βουλαὶ οὐχὶ μετὰ τῆς δεούσης ψυχραιμίας συνεζήτησαν θέματα ἐπίδικα. Καὶ οἱ ἄλλοι, ἀλλ’ ἰδίᾳ οἱ εἰδικώτερον ἐπὶ τοῦ ζητήματος ἐγκύψαντες ἀξιότιμοι Συνάδελφοι, ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἰωαννίνων βουλευτὴς καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κορίνθου ἀπὸ ἐτῶν καταγινόμενοι μὲ τὸ ζήτημα τὸ Βορειοηπειρωτικόν, ἐξέθεσαν εἰς ἡμᾶς τοὺς ἄλλους, περισσότερα, καὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, τὴν διατελοῦσαν ἐν γνώσει τοῦ διπλωματικοῦ φακέλλου τοῦ σχετικοῦ μὲ τὸ ζήτημα ὀλιγώτερον τὰ κατὰ τὸ ζήτημα τοῦτο. Νομίζω ὅτι πᾶσα προσθήκη, εἰς ὅσα ἐξέθηκαν οἱ συνάδελφοι, θὰ ἦτο περιττολογία. Δύναμαι μόνον νὰ τονίσω τοῦτο, ὅτι οὐχὶ μετὰ τὴν στρατιωτικὴν συμφορὰν τοῦ 1922, ἀλλὰ μετὰ τὴν διπλωματικὴν ἀπομόνωσιν εἰς ἣν περιῆλθεν ἡ Ἑλλὰς ἀπὸ τοῦ Ν)βρίου 1920, ἐπελήφθη τὸ 1921 τοῦ ζητήματος τοῦ Βορειοηπειρωτικοῦ τὸ πρῶτον ἡ Κοινωνία τῶν Ἐθνῶν. Δὲν ἤμεθα τότε στρατιωτικῶς ἡττημένοι, ἀλλ’ ἤμεθα διπλωματικῶς ἀπομεμονωμένοι καὶ ἐξουθενωμένοι. Θὰ ἐπιτρέψῃ λοιπὸν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν νὰ τοῦ εἴπω, ὅτι ἡ θεωρία, κατὰ τὴν ὁποίαν, ἐὰν ἕνας μικρὸς λαὸς εἶναι πολὺ ἰσχυρός, δύναται νὰ εἶναι καὶ διπλωματικῶς ἰσχυρὸς, δὲν ἔχει πάντοτε ἐφαρμογήν. Οἱ μικροὶ χρειάζεται νὰ εἶναι ἰσχυροὶ διὰ νὰ ὑπολογίζωνται συμμαχικῶς καὶ διπλωματικῶς, ἀλλὰ μόνον διὰ τῆς διπλωματικῆς τῶν δεξιότητος καὶ διὰ τῆς ἐκτιμήσεως τῆς διεθνοῦς, τὴν ὁποίαν ἀπολαμβάνουσιν, εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτύχουν οἱ λαοὶ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν δικαίων ἀξιώσεων. Ἐγνωρίσαμεν περιόδους θλιβερὰς διὰ τὸν Ἑλληνισμὸν καὶ ἠσθάνθημεν ἀπωλείας ὀδυνηροτάτας, καὶ εἴδομεν, διατί ἤμεθα ἐκπεπτωκότες εἰς τὴν κοινὴν ἐκτίμησιν τῶν πεπολιτισμένων, εἴδομεν νὰ ἐξολοθρεύεται ἕνας ὁλόκληρος πανάρχαιος Ἑλληνισμὸς τῆς Θράκης καὶ τῆς Μικρᾶς Ἀσίας καὶ ἐλάχισται νὰ εἶναι οἱ φωναὶ τῆς διαμαρτυρίας ἢ τῆς συμπαθείας διὰ τὸν ὄλεθρον τοῦτον. Ἡ πρεσβευτικὴ Διάσκεψις τῶν Παρισίων ἐπελήφθη τοῦ Βορειοηπειρωτικοῦ κατόπιν παραπομπῆς αὐτοῦ εἰς τὴν Διάσκεψιν ταύτην ἀπὸ τὴν Κοινωνίαν τῶν Ἐθνῶν. Νομίζω ὅτι ἔχει οὕτω ἀκριβῶς, Κύριε Ὑπουργὲ τῶν Ἐξωτερικῶν. Εἶναι τὸ πρᾶγμα βεβαίως δυσάρεστον· ἀρκεῖ νὰ σᾶς ὑπομνήσω τὸ τελευταῖον ἐπεισόδιον τὸ θλιβερὸν τῆς Κερκύρας, οὗτινος ἐπελήφθη ἡ πρεσβευτικὴ συνδιάσκεψις, ἀντὶ νὰ ἐπιληφθῇ αὐτὴ αὕτη ἡ Κοινωνία τῶν Ἐθνῶν τῆς λύσεως τοῦ ἐπεισοδίου. Δὲν ἐπετύχαμεν οὕτω τὴν λύσιν, τὴν ὁποίαν ἀνεμένομεν, ἐὰν ἐπελαμβάνετο τῆς ἐξετάσεως καὶ ρυθμίσεως τοῦ ἐπεισοδίου ἡ Κοινωνία τῶν Ἐθνῶν, τὴν λύσιν τὴν δικαίαν, τὴν ὁποίαν ἀνεμένομεν ὄχι ἡμεῖς μόνον, ἀλλὰ τὰ ¾, τοὐλάχιστον δύναμαι νὰ εἴπω, τῶν μελῶν τῆς Κοινωνίας τῶν ἐθνῶν. Ἀλλ’ οὕτω, κύριοι, ἔχουν τὰ διεθνῆ πράγματα. Ἠλπίσαμεν, διαρκοῦντος τοῦ πολέμου, ὅτι θὰ ὑπάρξῃ εἰς τὸ μέλλον μία ὑπερτέρα διεθνὴς ἠθική, μία ὑπερτέρα διεθνὴς δικαιοσύνη. Δὲν πρέπει νὰ ἀπελπίζεται κανεὶς διὰ τὸ μέλλον, ἀλλ’ ἡ γενεὰ ἡ ἰδική μας δὲν δύναται νὰ εἴπῃ ὅτι ἐπέζη τοῦ πολέμου, βλέπουσα τὰς ὑποσχέσεις ἐκείνας τῶν μεγάλων καὶ ἰσχυρῶν πραγματοποιουμένας. Ἀφ’ οὗ ἤδη ἡ πρεσβευτικὴ Διάσκεψις ἐπελήφθη τοῦ ζητήματος τοῦ προσδιορισμοῦ τῶν Ἑλληνοαλβανικῶν συνόρων καὶ ὥρισε κατὰ τίνα τρόπον θὰ γίνῃ ἡ ὁροθέτησις, ἐρωτῶ, τίς λόγος ὑπάρχει νὰ σκεπτώμεθα ἤδη ἡμεῖς καὶ νὰ συζητῶμεν, ἐὰν πρέπει ἢ δὲν πρέπει, ἐὰν δυνάμεθα ἢ δὲν δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ὅτι θὰ διακόψωμεν τὰς σχέσεις ἢ θὰ κηρύξωμεν πόλεμον; Ἐκτὸς ἐὰν ὑπάρχουν οἱ φρονοῦντες ὅτι θὰ ἠδυνάμεθα νὰ κηρύξωμεν πόλεμον κατὰ τῆς διεξαγούσης τὴν ὑπόθεσιν Πρεσβευτικῆς συνδιασκέψεως, ἢ νὰ διακόψωμεν τὰς σχέσεις μας πρὸς αὐτήν. Οὕτως ἔχει διπλωματικῶς τὸ ζήτημα. Τὶ μᾶς μένει; Νὰ καταπίωμεν τὸ ἀδίκημα ἀδιαμαρτύρητοι; Ὄχι. Νὰ ἀποβάλωμεν πᾶσαν ἐλπίδα, ὅτι δυνάμεθα νὰ ἐνεργήσωμεν δραστηρίως διὰ τὴν ἀπόδοσιν τοῦ δικαίου; Ὄχι. Ἡ Κυβέρνησις εἶπεν, ὅτι θὰ καταβάλῃ πάσας τὰς προσπαθείας αὑτῆς, ἵνα ἐπανορθώσῃ τὸ Ἐθνικὸν ἀδίκημα τὸ ἐπιγενόμενον ἡμῖν. Ἀναμφισβητήτως δὲν ὑπῆρχεν ποσῶς ἐν τῇ προθέσει τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, νὰ εἴπῃ ὅτι τὴν ἀπώλειαν ταύτην οἱονεὶ ὡς φιλοδώρημα θὰ ἠνείχετο ἢ θὰ ἀπεδοκίμαζεν, διότι θὰ ἐξησφάλιζε τὴν Ἀλβανικὴν φιλίαν, ὅπως τὰ μικρὰ δῶρα, κατὰ τὴν γνωστὴν Γαλλικὴν παροιμίαν, ἐξασφαλίζουν τὴν φιλίαν μεταξὺ τῶν φίλων. Ἦτο ἴσως ἡ ἔκφρασις ὀλίγον ἀνεπιτυχής, ἀποδεικνύουσα, ὅτι τὰ διπλωματικὰ ζητήματα δὲν πρέπει μετὰ σπουδῆς νὰ φέρωνται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ πρέπει κατόπιν ὡρίμου προπαρασκευῆς καὶ τῶν μελλόντων νὰ ἐπερωτήσωσιν ἢ νὰ ἐρωτήσωσι καὶ τῶν Κυβερνήσεων νὰ συζητῶνται ψυχραίμως, διότι κάθε λέξις εἶναι δυνατόν, χωρὶς νὰ ἔχῃ ποσῶς ἐν ἑαυτῇ τὴν κακίαν, τὴν ὁποίαν οἱ ἀκροαταὶ τῆς ἀποδίδουν, λαμβανομένης ὑπ’ ὄψει τῆς καταστάσεως τῆς ψυχολογικῆς, τοῦ αἰσθήματος τῆς δικαίας ἀγανακτήσεως τῆς γεννωμένης εἰς τὴν ψυχὴν πάντων διὰ μίαν ὀδυνηρὰν ἐθνικὴν ἀδικίαν, κάθε λέξις, ὀλίγον παρκιτέρω τῆς διανοίας τοῦ λέγοντος ἐκτεινομένη κατὰ τὴν ἔκφρασιν, εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνάψῃ πυρκαϊὰν συζητήσεως, ἡ ὁποία δὲν δύναται ποτὲ νὰ εἶναι ἐπωφελὴς μήτε διὰ τὰ Ἐθνικὰ ζητήματα μήτε διὰ τὰς διεθνεῖς μας σχέσεις. Εἰς τὰ διπλωματικὰ ζητήματα μοιραίως ἡ δύναμις τῶν Βουλῶν καὶ τῶν Συνελεύσεων εἶναι περιωρισμένη διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, ὅτι παρ’ ὅλας τὰς ἐπαγγελίας, τὰς ὁποίας ἠκούσαμεν, διαρκοῦντος τοῦ μεγάλου πολέμου, περὶ ἀνοικτῆς, φανερᾶς διπλωματίας, ἡ διπλωματία ἐξακολουθεῖ καὶ θὰ ἐξακολουθεῖ νὰ εἶναι ἀπόκρυφος, μυστική. Τί μένει εἰς τὴν Βουλήν; Νὰ ἐξετάσῃ μετὰ ταῦτα, ἐκ τῶν ὑστέρων, τὰς ἐνεργείας τῆς Κυβερνήσεως, νὰ ζητήσῃ τὴν κατάθεσιν τοῦ σχετικοῦ φακέλλου, καὶ νὰ ζητήσῃ εὐθύνας ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, δι’ ἀτελῆ αὐτῆς ἐνέργειαν ἢ διὰ παραλείψεις. Θὰ μοῦ εἴπητε: δυνάμεθα διὰ τῶν φωνῶν καὶ διὰ τῶν διαμαρτυριῶν νὰ ἐνισχύσωμεν ἴσως τὴν Κυβέρνησιν. Κύριοι ἐπιτρέψατέ μοι νὰ εἴπω, κάτι, τὸ ὁποῖον βεβαίως δὲν ἀφορᾶ τὴν παροῦσαν Βουλὴν. Ἡ Ἑλλὰς διήνυσε κατὰ τὴν διπλωματικὴν αὐτῆς ἱστορίαν δύο διαφόρους φάσεις· τὴν ἐνθυμούμεθα τὴν πρώτην ὅλοι, ὅσοι εἴμεθα περίπου περὶ τὴν μέσην ἡλικίαν. Ἡ πρώτη φάσις συνίστατο εἰς τὸ νὰ ζητῶμεν νὰ λύωμεν τὰς ἐθνικάς μας ἀξιώσεις, νὰ ἐπιδιώκωμεν τὰ Ἐθνικά μας δίκαια, διὰ συλλαλητηρίων, διὰ φωνῶν διὰ διαμαρτυριῶν. Καὶ κατὰ τὰ 1920–1922 ἀκόμη διηνεκῶς ἠκούοντο ἐνταῦθα διαμαρτυρίαι κατὰ τοῦ ἀδικήματος, τὸ ὁποῖον ἦτο δυνατὸν νὰ συντελεσθῇ, ἐπὶ τῶν ἱερῶν μας δικαιωμάτων ἐπὶ τῆς Μ. Ἀσίας, καὶ τὸ ὁποῖον κανεὶς δὲν ἐδέχετο ὅτι ἦτο ἐνδεχόμενον νὰ συντελεσθῇ. Σκληρὰ πεῖρα μᾶς ἐδίδαξεν, ὅτι κατὰ τοιοῦτον τρόπον δὲν λύονται τὰ διπλωματικὰ ζητήματα. Διήλθομεν καὶ μίαν ἄλλην εὐτυχῆ ἐποχήν, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς οὔτε συνελάλει, οὔτε συνδιεμαρτύρετο, οὔτε ὤθει τὴν Κυβέρνησιν ἐν τῇ Βουλῇ διὰ φωνῆς, ἵνα ἐπιτύχῃ τῶν Ἐθνικῶν δικαίων τὴν πραγμάτωσιν. Καὶ κατὰ τὴν φάσιν ταύτην παρουσιάζετο ἑκάστοτε ὁ Ἀρχηγὸς τῆς Κυβερνήσεως ἐνώπιον τοῦ λαοῦ καὶ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ ἠμφάνιζεν ἀποτελέσματα πολὺ μεγαλύτερα ἀπὸ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἦτο δυνατὸν καὶ ὁ μᾶλλον αἰσιόδοξος πατριώτης νὰ ἐλπίσῃ.
§57Δ. ΚΑΛΚΑΝΔΗΣ. Ζήτω ὁ ἀθάνατος Βενιζέλος.
§58Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὴ εἶναι, Κύριοι, ἡ ἀλήθεια. Δὲν εἶναι παρὰ μία ἁπλῆ λογικὴ— ὅλη ἄλλως τε ἡ πολιτικὴ τέχνη, καὶ αὐτὴ ἡ διπλωματία, δὲν εἶναι παρὰ μία ἁπλῆ λογικὴ — καὶ τὴν λογικὴν αὐτήν, τὴν ἁπλῆν ἠδυνήθη νὰ τὴν διατυπώσῃ εἰς ὀλίγας μόνον λέξεις εἷς ἀπὸ τοὺς μεγαλυτέρους πολιτικοὺς τοῦ κόσμου καὶ τῆς Γαλλίας. Γαμβέτας, ὅταν ἔλεγεν εἰς τοὺς συμπολίτας του, διαμαρτυρομένους καὶ θρηνῶντας τὴν ἄδικον ἀπώλειαν τῆς Ἀλσατίας καὶ Λωρραίνης: νὰ σκέπτεσθε πάντοτε τί ἐχάσαμεν, ἀλλ’ οὐδέποτε νὰ ὁμιλῆτε περὶ αὐτοῦ (Χειροκροτήματα).
§59Ν. ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΗΣ. Γνωρίζω, Κύριοι, ὅτι δὲν ἔχω καμμίαν θέσιν μεταξὺ τῶν ὀγκολίθων, τῶν πρωταθλητῶν τῶν κοινοβουλευτικῶν θεσμῶν. Θὰ μοῦ ἐπιτραπῇ ὅμως νὰ εἴπω τὴν γνώμην μου χωρὶς νὰ ἐκτραπῶ εἰς ῥητορείαν, διότι πολλάκις ἡ ῥητορεία βλάπτει. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐννοήσαμεν ὅλοι ἀπὸ τοὺς ὡραίους λόγους τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ὅτι παρουσιάζεται μία νέα κατάστασις ἐν Ἀλβανίᾳ θέτουσα ἐν ἀμφιβόλῳ τὴν ζωὴν τῶν ἐκεῖ ὁμαιμόνων.
§60ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. (Πρωθυπουργὸς) Δὲν εἶπον τοιοῦτόν τι.
§61Ν. ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΗΣ. Τὸ λέγω ἐγὼ· παρουσιάζεται μία νέα φάσις τοῦ ζητήματος καὶ θὰ ἦτο βεβαίως ἐγκληματικὸν ἐὰν οἱαδήποτε Κυβέρνησις δὲν ἐπωφελεῖτο μιᾶς εὐνοϊκῆς στιγμῆς...
§62Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. (Πρωθυπουργὸς). Ἡ ἀγόρευσις τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου ἐκ Βερροίας μὲ πείθει ὅτι πρέπει νὰ τερματισθῇ συζήτησις καὶ παρακαλῶ νὰ ἐρωτηθῇ ἐπ’ αὐτοῦ ἡ Συνέλευσις.
§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτῶ τὴν Συνέλευσιν ἂν δέχεται νὰ τερματίσωμεν τὴν συζήτησιν.
§64ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις κηρύσσεται λήξασα. Ἐπὶ τῆς ἡμερησίας διατάξεως τῶν ἐπερωτήσεων ὁ κ. Ζαβιτσάνος ἐπερωτᾷ τὴν Κυβέρνησιν διατὶ δὲν προσάγει τὸ Ν. Δ. περὶ κατοχυρώσεως τοῦ Δημοκρατικοῦ πολιτεύματος εἰς τὴν Συνέλευσιν πρὸς ἐπικύρωσιν.
§66Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. (Πρωθυπουργὸς). Θὰ ὁμιλήσητε ἐπὶ πολύ;
§67Κ. ΖΑΒΙΤΖΑΝΟΣ. Μάλιστα.
§68Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. (Πρωθυπουργὸς). Τότε δέχεσθε νὰ γείνῃ ἡ ἐπ’ αὐτοῦ συζήτησις διὰ τὴν Δευτέραν;
§69Κ. ΖΑΒΙΤΖΑΝΟΣ. Μάλιστα.
§70Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. (Πρωθυπουργὸς). Τότε προτείνω ἄν δὲν ὑπάρχῃ ἀντίρρησις νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν.
§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Συνέλευσις συναινεῖ;
§72ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Μάλιστα. Μάλιστα.
§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις δι’ αὔριον ὥραν 5. 50. μ.μ. (ὥρα 8 μ. μ.)