1924.02.23
4,566 rows · 36,217 words · 211 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 26Η
Σάββατον 23 Φεβρουαρίου 1924
Προεδρία κ. Κ. Ρακτιβάν
(Ὥρα 5.20′ μ. μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. (Ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§2Λ. ΚΑΤΑΦΥΓΙΩΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ νὰ διορθωθῇ μία ἀνακρίβεια ἡ ὁποία παρεισέφρησεν εἰς τὰ χθεσινὰ πρακτικά...
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ δοθῇ σημείωσις εἰς τὸν κ. Γραμματέα καὶ θὰ γίνῃ ἡ δέουσα διόρθωσις. Τὰ πρακτικὰ κυροῦνται. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Συνέλευσιν ὅτι: — Ἡ Πανελλήνιος Ὁμοσπονδία Ναυτικῶν Ἐργατικῶν Σωματείων ὑποβάλλει ψήφισμα σχετικὸν μὲ τὰ σχέδια τοῦ Κράτους ἐπὶ τῶν Ναυτεργατικῶν Σωματείων. — Ὁ Σύλλογος Καπνεργατῶν Ἁλμυροῦ παρακαλεῖ τὴν Κυβέρνησιν ὅπως λάβῃ σύντονα μέτρα διὰ τὴν προστασίαν τῶν ἀέργων καπνεργατῶν. — Ἡ Συνεργατικὴ Ἕνωσις ἐργατῶν σαπωνοποιῶν αἰτεῖται ὅπως συμπεριληφθοῦν καὶ οἱ παραγωγικοὶ συνεταιρισμοὶ εἰς τὸ σχέδιον νόμου «περὶ συστάσεως συνεταιρισμῶν δημοσίων ὑπαλλήλων πρὸς ἀνέγερσιν εὐθηνῶν οἰκιῶν». — Ἡ Ἀδελφότης Κρητῶν Πειραιῶς καὶ ἡ Παλλακωνικὴ Ἕνωσις ὑποβάλλει ὑπόμνημα σχετικὸν μὲ τὴν ἐφαρμογὴν τῶν διατάξεων περὶ ὀξύτητος ἐλαίου. Τὸ Ἐργατικὸν Κέντρον Θεσσαλονίκης παρακαλεῖ τὴν Κυβέρνησιν ὅπως μὴ δώσῃ προσοχὴν εἰς τὴν ὑποβληθεῖσαν ἐπερώτησιν ἐνίων πληρεξουσίων ἐναντίον τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ Λάμπρου μετὰ στοργῆς ἐργασθέντος ὑπὲρ τῆς ἐπιλύσεως τῶν ἐργατικῶν ζητημάτων. — Οἱ πληρεξούσιοι κ. κ. Δημ. Φλωριᾶς, Δημ. Μέλφος, Ἀθ. Κολιαλέξης καὶ Ὀρ. Ζαφειρίου ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συμπληρώσεως τοῦ ἀπὸ 15) 17 Νοεμβρίου 1923 Ν. Δ. περὶ συστάσεως συνεταιρισμῶν δημοσίων ὑπαλλήλων πρὸς ἀνέγερσιν εὐθηνῶν οἰκιῶν καὶ ἐπεκτάσεως αὐτοῦ καὶ ἐπὶ τῶν ἐφέδρων ἀξιωματικῶν». — Ὁ πληρεξούσιος κ. Χρ. Κατριβάνος ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ βʹ ἐδαφίου τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συμπληρώσεως τοῦ ἀπὸ 15) 17 Νοεμβρίου 1923 Ν. Δ. περὶ συστάσεως συνεταιρισμῶν δημοσίων ὑπαλλήλων κλπ.». — Ὁ πληρεξούσιος κ. Κ. Πετρίδης ὑποβάλλει πρότασιν νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου 1520 περὶ τεχνικῶν ὑπηρεσιῶν τοῦ Στρατεύματος». — Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας κ. Ἰωάν. Κανναβὸς ὑποβάλλει σχέδιον νόμου «περὶ κατασκευῆς καὶ ἐκμεταλλεύσεως ἑνωτικῆς σιδηροδρομικῆς γραμμῆς μεταξὺ τῶν ἐν Πύργῳ Σταθμῶν ΣΠΑΠ. καὶ ΣΠΚ». — Οἱ Ὑπουργοὶ τῆς Συγκοινωνίας καὶ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας κ. κ. Ἰωάν. Κανναβὸς καὶ Κ. Σπυρίδης ὑποβάλλουσι σχέδιον νόμου «περὶ αὐξήσεως τῶν χρηματικῶν ὁρίων κατασκευῆς ἔργων ὁδοποιΐας», τὸ ὁποῖον παρακαλοῦν τὴν Συνέλευσιν νὰ κηρυχθῇ κατεπεῖγον. Οἱ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Συνέλευσις παρεδέχθη. — Οἱ Ὑπουργοὶ τῆς Συγκοινωνίας καὶ τῶν Οἰκονομικῶν κ. κ. Ἰωάν. Κανναβὸς καὶ Ἐμ. Τσουδερὸς ὑποβάλλουσι σχέδιον νόμου «περὶ ἐγκαταστάσεως σιδηροδρομικῶν γραμμῶν ἀπὸ τοῦ Κεντρικοῦ Σταθμοῦ Θεσσαλονίκης εἰς τὸν ὁμώνυμον λιμένα». — Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας κ. Κ. Σπυρίδης ὑποβάλλει σχέδιον νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 12 τοῦ νόμου 3030 τῆς 24 Αὐγούστου 1922, ὡς πρὸς τὴν προθεσμίαν ἐξομοιώσεως πρὸς ἑλληνικά, διὰ τὴν καταβολὴν φαρικῶν τελῶν, πλοίων ἀνηκόντων εἰς Κράτη μεθ’ ὧν δὲν ὑπάρχει τοιαύτη σύμβασις», τὸ ὁποῖον παρακαλεῖ τὴν Συνέλευσιν νὰ κηρυχθῇ κατεπεῖγον. Οἱ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Συνέλευσις παρεδέχθη. — Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κ. Ἐμ. Τσουδερὸς ὑποβάλλει σχέδιον ψηφίσματος «περὶ αὐξήσεως τῆς δαπάνης τῆς ἐγκριθείσης διὰ τοῦ Ν. Δ. τῆς 12 Δεκεμβρίου 1923 περὶ οἰκονομικῆς ἐνισχύσεως τῶν ἐκ τῆς Δυτικῆς Θράκης ἐκτοπισθέντων Βουλγαροφώνων». Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἐξακολούθησιν τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῶν προγραμματικῶν δηλώσεων τῆς Κυβερνήσεως. Ὁ κ. Δενδρινός, καίτοι ἔχει ἐξαντλήσει τὸ εἰκοσάλεπτον, θέλει νὰ ἐξακολουθήσῃ· νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἐρωτήσωμεν τὴν Συνέλευσιν.
§4Κ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Νὰ ἐφαρμοσθῇ αὐστηρῶς τὸ εἰκοσάλεπτον.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Θὰ δώσω ὅμως εἰς τὸν ρήτορα, ὁ ὁποῖος ἀνῆλθεν ἤδη τὸ βῆμα, ὀλίγον χρόνον, πέντε λεπτά.
§6Α. ΔΕΝΔΡΙΝΟΣ. Ὄχι, κ. Πρόεδρε. Τότε κατέρχομαι. Διαμαρτύρομαι δὲ διότι ἐφόσον ἤρχισα τὴν ἀγόρευσίν μου νομίζω ὅτι πρέπει καὶ νὰ τὴν τελειώσω.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀπόφασις τῆς Συνελεύσεως νὰ μὴ παρατείνωνται αἱ ἀγορεύσεις πέραν τῶν εἴκοσι λεπτῶν. Ὑμεῖς, κ. συνάδελφε, λαμβάνετε διὰ δευτέραν φορὰν τὸν λόγον δευτερολογῶν. Εἶναι δικαίωμά σας, κατὰ τὸν Κανονισμόν, ἀλλὰ καὶ ὑποχρέωσίς μου νὰ ἐφαρμόζω αὐτόν.
§8Α. ΔΕΝΔΡΙΝΟΣ. Ἕν ἐκ τῶν σημείων τὰ ὁποῖα ἀπησχόλησαν τὴν Συνέλευσιν καὶ τοὺς διαφόρους ἀγορητὰς εἶναι τὸ ζήτημα κατὰ πόσον δικαιούμεθα, εἴμεθα ἐλεύθεροι δηλαδή, νὰ ψηφίσωμεν ὑπὲρ τῆς ἐκπτώσεως τῆς Δυναστείας ἐνταῦθα. (Θόρυβος ἐκ τοῦ κέντρου καὶ τῆς δεξιᾶς). Βλέπω ὅτι ἡ Συνέλευσις ἢ μᾶλλον οἱ ὑποστηρίζοντες τὴν Κυβέρνησιν ἐννοοῦν νὰ παρεμποδίσουν τὸν λόγον διὰ νὰ μὴ ἀκουσθῇ καὶ ἐκτὸς τῆς αἰθούσης ταύτης, ἀπὸ τὸν Λαόν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις διὰ τῆς πολιτικῆς τὴν ὁποίαν καθώρισε, δηλαδὴ τῆς πολιτικῆς τοῦ δημοψηφίσματος, θέλει νὰ ρίψῃ τὴν Χώραν εἰς ἀλληλοσπαραγμὸν καὶ νὰ τορπιλλίσῃ τὴν δημοκρατικὴν ἰδέαν. Διὰ τοῦτο σᾶς λέγω ὅτι κατέρχομαι τοῦ βήματος διαμαρτυρόμενος.
§9Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον κ. συνάδελφον νὰ ἐξακολουθήσῃ τὸν λόγον του, θὰ παρακαλέσω δὲ καὶ τὴν πλειονοψηφίαν νὰ ἐπιτρέψῃ ἀπόλυτον ἐλευθερίαν λόγου. Καὶ ὀφείλει νὰ τὸ πράξῃ, διότι δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἀφήσῃ τὴν ὑπόνοιαν ὅτι ἀποφεύγει τὸν ἔλεγχον ἔστω καὶ κατὰ ἓν δευτερόλεπτον.
§10Α. ΔΕΝΔΡΙΝΟΣ. Εὐχαριστῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ἐγὼ παραιτοῦμαι.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μαργέτης.
§12Δ. ΜΑΡΓΕΤΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι, πρωτόπειρος τοῦ βήματος τούτου, ἀλλὰ καὶ ἀγροτικὸς ὄχι μόνον τὴν ἰδεολογίαν ἀλλὰ καὶ τὴν ἐπιστήμην καὶ τὸ ἐπάγγελμα, δὲν θὰ κουράσω τὴν Συνέλευσιν μὲ ῥητορικὰ σχήματα καὶ δικολαβισμούς, ἀλλὰ θὰ εἰσέλθω εἰς τὴν οὐσίαν εἰς τὴν ὁποίαν καὶ θὰ σταθῶ. Ἐπειδὴ ὅμως θὰ ὁμιλήσω ἐξ ὀνόματος καὶ τῶν ἐντολέων τοῦ ἀγροτικοῦ κόμματος τῆς Ἑλλάδος, θὰ παρακαλέσω τὴν Συνέλευσιν ὅπως μοὶ ἐπιτρέψῃ καὶ ὑπερβῶ κατά τι τὸ εἰκοσάλεπτον τοσοῦτο μᾶλλον καθόσον πρόκειται τὸ ἀγροτικὸν κόμμα νὰ φέρῃ νέας ἐντελῶς ἀπόψεις καὶ ἐπὶ τοῦ πολιτειακοῦ ζητήματος καὶ ἐπὶ τῆς ἐν γένει καταστάσεως, αἱ ὁποῖαι δὲν συμφωνοῦν οὔτε μὲ τὴν δημοκρατικὴν ἄποψιν οὔτε μὲ τὴν ἄποψιν τῶν συντηρητικῶν Φιλελευθέρων. Τὸ ἀγροτικὸν κόμμα ἔχει καὶ πολιτειακήν ἰδικήν του ἰδεολογίαν, μένει ἀδιάφορον καὶ πρὸ τῆς Βασιλείας καὶ πρὸ τῆς Δημοκρατίας, διότι καὶ τὰ δύο αὐτὰ πολιτεύματα διὰ τὸ ἀγροτικὸν κόμμα εἶναι κοινοβουλευτικά, στηριζόμενα εἰς τὸ σαθρὸν καθ’ ἡμᾶς κοινοβουλευτικὸν σύστημα, τὸ ὁποῖον δὲν ἀποτελεῖ παρὰ μίαν σατανικὴν ἀφορμὴν διὰ νὰ δυναστεύηται ἡ ὕπαιθρος Χώρα ἀπὸ τὴν ἐλαχίστην μειονοψηφίαν τῶν πόλεων. Δὲν θὰ ἠμποροῦσε εἰς οἱονδήποτε Κράτος μία πρωτεύουσα, ἀποτελοῦσα μόνον τὸ ⅒ τοῦ ὅλου πληθυσμοῦ νὰ κυριαρχήσῃ ποτὲ ἐπὶ ὅλων, ἐὰν δὲν εἶχε τὸ σύστημα τὸ κοινοβουλευτικόν, διὰ τοῦ ὁποίου κατορθώνει νὰ κυριαρχῇ, διότι τὸ σύστημα αὐτὸ στηρίζεται εἰς τὰ ῥεύματα τὰ πολιτικά, καὶ τὰ ῥεύματα στηρίζονται εἰς τὴν ψυχολογίαν τῶν ὁμάδων, ἡ ὁποία, ὅπως ἔχουν ἐξηγήσει πολλοὶ διαπρεπεῖς συγγραφεῖς, δὲν στηρίζεται εἰς τὴν λογικήν, ἀλλ’ εἶναι πάντοτε παράλογος. Καὶ ἔχομεν τὸ φαινόμενον ὅτι βγαίνει ἕνα ἄνθρωπος στὴ πρωτεύουσα τοῦ Κράτους καὶ εἴτε στηρίζεται εἰς μίαν ἀλήθειαν εἴτε εἰς ἕνα μεγάλο ψέμμα, κατορθώνει μὲ μίαν δημοκοπίαν νὰ σχηματίσῃ ἓν ῥεῦμα εἰς ὅλην τὴν Χώραν καὶ νὰ συρθοῦν ἀγεληδὸν οἱ πολῖται ἰδίως τῆς ὑπαίθρου Χώρας, ὅπως ψηφίσουν ἐντελῶς ἀγνώστους εἰς αὐτούς, ὅλους ἐκείνους τοὺς ὁποίους θὰ χρίσῃ ὁ ἄνθρωπος τῆς πρωτευούσης, ὁ ὁποῖος στηρίζει τὴν ἰδεολογίαν του εἴτε εἰς μίαν ἀλήθειαν εἴτε εἰς ἓν μέγα ψέμμα. Δὲν πιστεύομεν ἡμεῖς τὸν κοινοβουλευτισμὸν καὶ εὐτυχῶς ἔφθασε τὸ πλήρωμα τοῦ χρόνου ὥστε ἀρχίζουν νὰ μὴ πιστεύουν ὅλα τὰ Κράτη. Ἀπόδειξις δὲ ὄχι ἡ χρεοκοπία τὴν ὁποίαν διέρχεται παντοῦ ὁ κοινοβουλευτισμός, ἀλλ’ ἡ χρεοκοπία αὐτοῦ εἰς ὅλα τὰ Κράτη. Μόνον εἰς τὴν Ἀγγλίαν στηρίζεται, διότι ἐκεῖ εἶναι ἡ πατρίς του καὶ διότι, κύριοι, τὰ πολιτεύματα, ὅπως πολὺ ὀρθῶς ὁ συνάδελφος κ. Πασαλίδης εἶπε, δὲν ἠμποροῦν νὰ σταθοῦν παρὰ μόνον ὅταν στηρίζωνται εἰς τὰ ἤθη καὶ τὰ ἔθιμα ἑκάστου Τόπου, ὅταν συμφωνοῦν μὲ τὸν χαρακτῆρα ἑκάστου λαοῦ καὶ διὰ τοῦτο ἔδωκε καρποὺς μόνον ἐκεῖ ὅπου καὶ ἐγεννήθη. Ἀπόδειξις τούτου εἶναι καὶ ὁ Μουσσολινισμὸς εἰς τὴν Ἰταλίαν καὶ ἐν γένει οἱ δικτατορισμοὶ ποὺ ἐσημειώθησαν καὶ κυριαρχοῦν σήμερον εἰς ὅλα τὰ Κράτη. Οἱ λαοὶ ἀπελπισθέντες ἀπὸ τὸ σύστημα αὐτὸ τὸ λεγόμενον κοινοβουλευτικὸν ζητοῦν σανίδα σωτηρίας, καὶ τόσον τὴν ζητοῦν, ὥστε νὰ καταφεύγουν εἰς τὴν δικτατορίαν καὶ νὰ ἐπανέρχωνται ἀκόμη εἰς τὸν ἀπόλυτον μοναρχισμόν, διὰ νὰ εὕρουν τὴν σωτηρίαν αὐτῶν. Ἄλλως τε ὅσον μεσημβρινωτέρα μία Χώρα τόσον χειρότερον τὸ κοινοβουλευτικὸν σύστημα, τόσον εὐκολώτερον ἠμποροῦν νὰ σχηματισθοῦν τὰ ῥεύματα, διότι τὰ ῥεύματα θὰ στηριχθοῦν εἰς ἓν εὐκολώτερον διδόμενον ψεῦμα. Διὰ τοῦτο τὸ κόμμα τὸ ἀγροτικὸν καινοτομεῖ καὶ εἰς τὴν πολιτειακὴν ἄποψιν καὶ ἀποβλέπει σταθερῶς πρὸς μίαν ὁμοσπονδιακὴν πολιτείαν στηριζομένην εἰς αὐτοδιοικουμένην κοινότητα. Εἶναι δὲ βέβαιον τὸ ἀγροτικὸν κόμμα καὶ τρέφει ἀκράδαντον τὴν πεποίθησιν ὅτι ἓν τοιοῦτον πολίτευμα στηριζόμενον εἰς τὸν κοινοτισμὸν θὰ προοδεύσῃ, ἴσως δὲ γίνῃ καὶ παράδειγμα καὶ ὑπόδειγμα δι’ ὅλα τὰ Κράτη τῶν μεσημβρινῶν λαῶν. Ἄλλως τε καὶ ἀλλοῦ καὶ εἰς τὴν Γαλλίαν ἔχει ἀρχίσει ἡ κίνησις αὐτὴ ἀπὸ ἐτῶν. Ἡ διαφορὰ εἶναι ὅτι εἰς τὴν Γαλλίαν ὅπου δὲν ἔχουν βεβαίως τὸν κοινοτικὸν θεσμόν, τὸν ὁποῖον ἔχομε εἰς τὴν Ἑλλάδα ἢ μᾶλλον εἴχομεν, διότι καὶ αὐτὸν τὸν ἔπνιξε τὸ Ἑλληνικὸν Κοινοβούλιον, ἤρχισαν ν’ ἀντιλαμβάνωνται ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ πάῃ ἐμπρὸς αὐτὸ τὸ Κράτος, ὅπως εἶναι ὠργανωμένον καὶ ἀπὸ 12ετίας ψάχνουν νὰ εὕρουν νέον Κράτος καὶ βλέπουν ὅτι αὐτὸ εἶναι τὸ ὁμοσπονδιακόν. Δὲν εὑρίσκουν ἄλλα κύτταρα διὰ νὰ τὸ στηρίξουν καὶ παίρνουν τὰς ἐπαγγελματικὰς ὀργανώσεις διὰ νὰ τὸ στηρίξουν. Ἡμεῖς ἔχομεν κοινότητας, αἱ ὁποῖαι διατηροῦνται ἀπὸ τῶν ἀρχαιοτάτων χρόνων, διότι καὶ ἡ ἀρχαία Πολιτεία δὲν ἦτο ἄλλο παρὰ μετουσίωσις τοῦ θεσμοῦ αὐτοῦ. Ἔχομεν τὰ ὡραῖα αὐτὰ ἱδρύματα, τὰ ὁποῖα δυστυχῶς ξένοι θεσμοί, οἱ ὁποῖοι ἦλθαν μαζὶ μὲ τὸν Ὄθωνα, μᾶς τὰ ἔπνιξαν εἰς τὴν Παλαιὰν Ἑλλάδα καὶ τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος συνηθίσαν νὰ πνίγῃ τοὺς θεσμοὺς ἀπὸ μεταφράσεις τῶν ξένων θεσμῶν ἤρχισε νὰ πνίγῃ εἰς τὰς Νέας Χώρας τὸν κοινοτικὸν θεσμόν, ὥστε αἱ Νέαι Χῶραι ἀντὶ ἐλευθερίας νὰ ἴδωσι τὴν δουλείαν.
§13ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Μάλιστα.
§14Δ. ΜΑΡΓΕΤΗΣ. Καὶ τοῦτο ὀφείλεται διότι πρίν, καίτοι ὑπὸ τὴν πτέρναν τοῦ Τούρκου δυνάστου, κατώρθωναν νὰ ἔχωσιν ἐκπαίδευσιν, νὰ ἔχωσι ζωὴν κοινοτικήν, πολιτισμὸν κοινοτικόν. Τὰ ἔχασαν ὅμως ὅλα ἀπὸ τὴν στιγμὴν ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἐπάτησε τὸ πόδι του τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος. (Χειροκροτήματα).
§15ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Εἶναι ἐντροπὴ νὰ ὁμιλῆτε κατὰ τοῦ Ἔθνους.
§16Δ. ΜΑΡΓΕΤΗΣ. Πρέπει νὰ τὰ λέγωμεν διὰ νὰ διορθωθῶμεν. Ὅλα αὐτὰ λαμβάνον ὑπ’ ὄψιν τὸ ἀγροτικὸν κόμμα, θέλει νὰ στηριχθῇ εἰς αὐτὴν τὴν κοινοτικὴν ζωὴν διὰ νὰ δημιουργήσῃ μίαν ἡμέραν ἕνα Κράτος πραγματικῶς Ἑλληνικόν.
§17Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Χωρὶς κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα;
§18Δ. ΜΑΡΓΕΤΗΣ. Καὶ εἰς τὴν Ρωσσίαν ἔχομεν ὁμοσπονδιακὸν πολίτευμα.
§19Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Τί ἐννοεῖτε Ἑλληνικὰς κοινότητας, τὰ χωρία καὶ τὰς πόλεις;
§20Δ. ΜΑΡΓΕΤΗΣ. Δὲν εἶναι τῆς ὥρας, διότι θὰ ἀπασχολήσω τὴν Συνέλευσιν ἐπὶ πολὺ διὰ νὰ ἐξηγήσω τὸν μηχανισμὸν ὅπως τὸν φαντάζεται τὸ ἀγροτικὸν κόμμα. Ἐν ὀλίγοις φανταζόμεθα τὴν κοινότητα στηριζομένην συνεχῶς εἰς τὴν συνέλευσιν τῶν κατοίκων, κατόπιν δὲ αἱ ἑνώσεις τῶν κοινοτήτων θὰ ἀποτελέσωσι τὰ ἐπαρχιακὰ Συμβούλια, διὰ τὰ ὁποῖα θὰ ἔχωσιν ἀντιπροσώπους αἱ κοινότητες.
§21Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Ὑπάρχουν αὐτά.
§22Δ. ΜΑΡΓΕΤΗΣ. Δὲν ὑπάρχουσι. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ὅταν θὰ ἔλθῃ τὸ ζήτημα τῆς αὐτοδιοικήσεως, θὰ ἔχωμεν καιρὸν νὰ ἀναπτύξωμεν καὶ τὸ ζήτημα αὐτό.
§23Γ. ΗΣΑΪΑΣ. Καὶ ἐν ὑπαίθρῳ.
§24Δ. ΜΑΡΓΕΤΗΣ. Μάλιστα.
§25Γ. ΗΣΑΪΑΣ. Ὅταν βρέχῃ;
§26Δ. ΜΑΡΓΕΤΗΣ. Θὰ ἀναβάλλουν δι’ ἄλλην ἡμέραν. Αὐτὸ γίνεται καὶ εἰς τὴν Ἑλβετίαν. Ἔχοντες αὐτὴν τὴν ἰδεολογίαν ἡμεῖς μένομεν, ὅπως εἴπομεν, ἀδιάφοροι καὶ πρὸ τῆς Βασιλείας καὶ τῆς Δημοκρατίας, διότι ἐμᾶς ἐνδιαφέρει μόνον ἂν ὁ ἀνώτατος ἄρχων τοῦ κοινοβουλευτικοῦ Κράτους θὰ εἶναι αἱρετὸς ἢ κληρονομικός· κατὰ τὰ ἄλλα δὲν ἀλλάσσει τίποτε. Ἐφόσον κατὰ τὴν γνώμην μας δὲν ἀλλάξῃ ριζικῶς ἡ κατάστασις δὲν βελτιοῦνται τὰ πράγματα καὶ τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος ἐξηρθρωμένον ὅπως εἶναι τείνει πρὸς τελείαν καταστροφήν. Ἀλλὰ δὲν δυνάμεθα ὡς κόμμα νὰ ἀντιπαρέλθωμεν αὐτὰς τὰς δύο ἀπόψεις καὶ νὰ εἴπωμεν τὸ τοῦ Δάντου: Boir de pas, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἴδωμεν μὲ κάποιαν κατάπληξιν τὴν στάσιν μιᾶς Συντακτικῆς Συνελεύσεως ἀπέναντι τοῦ δυναστικοῦ καὶ πολιτειακοῦ ζητήματος. Τὰ πολιτεύματα, κύριοι, ἀπὸ τὴν ὀλίγην ἱστορίαν τὴν ὁποίαν αἱ γεωργικαί μου ἀσχολίαι μοὶ ἐπιτρέπουσι νὰ παρακολουθῶ, γνωρίζω ὅτι δὲν ἐγκαθιδρύονται παρὰ διὰ δύο τρόπων, ἢ δι’ ἐπαναστάσεως ἢ πραξικοπήματος, ὅπως εἶναι καὶ τὸ συνηθέστερον, ἢ διὰ Συντακτικῆς Συνελεύσεως. Σύμφωνα μὲ αὐτὸ τὸ ἀξίωμα δύναταί τις νὰ εἴπῃ ὅτι ἡ δημοκρατικὴ παράταξις θὰ ἔπρεπεν, ἐὰν πραγματικῶς ἐπίστευεν ὅλοι τῆς δημοκρατικῆς παρατάξεως εἰς τὴν πολιτειακὴν ἰδεολογίαν, θὰ ὤφειλον νὰ ἐγκαθιδρύσουν τὴν Δημοκρατίαν· ἐὰν δὲν τὸ ἔκαμον, τόσον τὸ χειρότερον δι’ αὐτούς. Ἡμεῖς, ἐὰν εἴχομεν τὰς ἡμισείας δυνάμεις ἀπὸ ἐκείνας τὰς ὁποίας διαθέτει ἡ «Δημοκρατικὴ Ἕνωσις», ἔχουσα μάλιστα ὅλον τὸν στρατὸν μαζί της καὶ τὸν ἔχει ὅλον τὸν στρατὸν τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἔχει ὅλους τοὺς ἀξιωματικούς, γνωρίζομεν δὲ ὅσοι ὑπηρετήσαμεν εἰς τὸν στρατὸν ὅτι στρατὸς θὰ εἴπῃ στελέχη, καὶ ἀπόδειξις τὸ τελευταῖον στασιαστικὸν κίνημα, καθ’ ὃ οἱ ἀξιωματικοὶ ὡδήγησαν ὅλους τοὺς στρατιώτας χωρὶς νὰ θέλῃ κανεὶς νὰ ὑπάγῃ εἰς τὸ κίνημα· τοὺς ὡδήγησαν οἱ ἀξιωματικοὶ οἱ ὁποῖοι ἦσαν ἐπὶ κεφαλῆς. Τὰς ἡμισείας δυνάμεις, τὰς ὁποίας εἶχον. Σήμερον δὲν ἔχομεν τὰς ἡμισείας δυνάμεις. Ρίπτομεν τὸν σπόρον τῆς ἰδεολογίας μας βέβαιοι ὅτι θὰ βλαστήσῃ πολὺ γρήγορα. Ἐὰν ὅμως εἴχομεν τὰς ἡμισείας δυνάμεις ἀπὸ ἐκείνας τὰς ὁποίας εἴχετε σεῖς, θὰ τὴν ἐγκαθιδρύομεν χωρὶς νὰ ἐξετάσωμεν πῶς. Καὶ θὰ τὴν ἐγκαθιδρύσωμεν ὅταν καταλάβωμεν ὅτι ἔχομεν κάποιας δυνάμεις, εἴτε Βασιλεία ὑπάρχει εἴτε Δημοκρατία. Καὶ θὰ τὴν ἐγκαθιδρύσωμεν διότι ἐπετύχαμεν εἰς τὴν ἰδεολογίαν μας, διότι ἔχομεν τὴν πεποίθησιν ὅτι θὰ ἀλλάξουν τόσον τὰ πράγματα, ὅτι θὰ ἔλθῃ τοιαύτη νέα κατάστασις πραγμάτων, ὥστε ὄχι μόνον νὰ γίνῃ ἀνεκτή, ἀλλὰ καὶ μὲ ἐνθουσιασμὸν νὰ ἐναγκαλισθῇ ἀπὸ ὅλον τὸν Ἑλληνικὸν Λαόν. Θὰ μοὶ εἴπῃ ἴσως κανείς: καλὰ καὶ σεῖς οἱ ἀγροτικοὶ εἶσθε ὑπὲρ τῶν πραξικοπημάτων; Δι’ ἕν νέον πρᾶγμα τὸ ὁποῖον παρουσιάζει κανεὶς πρώτην φοράν, δι’ ἕν νέον πολίτευμα ἄγνωστον τελείως ὅπως θὰ εἶναι τὸ ἰδικόν μας, δὲν ὑπάρχει ἄλλη ὁδός, διότι δὲν ἠμπορεῖς νὰ καλέσῃς τὸν Λαὸν νὰ σοῦ δώσῃ γνώμην διὰ κάτι τι τὸ ὁποῖον δὲν ἠξεύρει. Ὅταν, κύριοι, τῷ 1908 ἠθέλησα νὰ παρακινήσω τοὺς γεωργοὺς ἑνὸς χωρίου, τοῦ Λιόπεσι, νὰ χρησιμοποιήσουν χημικὰ λιπάσματα, οὐδεὶς μὲ ἤκουσεν. Ὅταν ἐπῆρα διὰ τῆς βίας δύο γεωργοὺς καὶ τοὺς ἔδωσα δύο σάκκους λιπασμάτων καὶ εἶδον τὰ ἀποτελέσματα, τὸ ἑπόμενον ἔτος καὶ αὐτοὶ καὶ ὅλον τὸ χωρίον ἤρχισαν νὰ μεταχειρίζωνται τὰ χημικὰ λιπάσματα μέχρι τοῦ σημείου ὥστε οὐδὲ εἷς σχεδὸν νὰ ὑπάρχῃ σήμερον εἰς τὸ χωρίον αὐτὸ ὁ ὁποῖος νὰ μὴ χρησιμοποιῇ χημικὰ λιπάσματα, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δὲν κατώρθωσαν οὐδὲ εἰς τὸ Βέλγιον, διότι εἶδον τὰ ἀγαθὰ τὰ ὁποῖα τοὺς ἔφερε τὸ νέον δι’ αὐτοὺς γεωργικὸν πολίτευμα καὶ ὄχι μόνον τὸ ἠνέχθησαν, ἀλλὰ καὶ τὸ ἀγκάλιασαν. Λέγω λοιπὸν ὅτι ἡμεῖς θὰ κάμωμεν τοῦτο καὶ θὰ ἐπιβάλωμεν τὸ πολίτευμα ἡμῶν, ἔστω καὶ ἂν ὀλίγοι ἔχουν ἐννοήσει τὰ ἀγαθὰ τοῦ νέου αὐτοῦ πολιτεύματος. Ἀλλ’ ἀμφιβάλλω ἂν διὰ τὴν ἀστικὴν Δημοκρατίαν εἶναι τὸ ἴδιον. Διότι δὲν βλέπω καὶ μεγάλην διαφορὰν αὐτῆς ἀπὸ τὴν Βασιλείαν· δὲν ἀλλάσσει, ἀλλὰ παραμένει καὶ αὐτὴ ἐπὶ τοῦ ἐδάφους τοῦ κοινοβουλευτικοῦ. Δὲν περιμένω λοιπὸν νὰ φέρῃ καὶ μεγάλα πράγματα εἰς τὸν Λαόν. Ἀλλὰ καὶ διότι κυρίως τὰ κόμματα μόνα των, τόσον τὸ δημοκρατικὸν ὅσον καὶ τὸ φιλελεύθερον, μόνοι σας ἀπεξενώθητε τῶν δικαιωμάτων τὰ ὁποῖα εἴχετε ὡς πληρεξούσιοι Συντακτικῆς Συνελεύσεως. Εἶσθε ὑποχρεωμένοι νὰ ἀφήσητε τὸ ζήτημα ὅπως τελικῶς τὸ κυρώσῃ ὁ Λαός. Ἀλλὰ — εἶναι ἀντίστροφον — καίτοι ἀφέθη προεκλογικῶς ἡ κύρωσις εἰς τὸν Λαόν, νομίζω ὅτι εἶναι ἀνδρικὸν πολιτικῶς μία Κυβέρνησις ὑπεύθυνος καὶ μία Συντακτικὴ Συνέλευσις νὰ μὴ δώσῃ γνώμην ἐπὶ τοῦ ζητήματος ἐπὶ τοῦ ὁποίου καλεῖται νὰ δώσῃ γνώμην ὁ Λαός. Ναὶ μὲν ἡ Κυβέρνησις ἐκφράζει πίστιν πρὸς τὴν ἰδεολογίαν της, πρὸς τὴν Δημοκρατίαν — πρὸς τὴν ὁποίαν δὲν ἔχομεν ἡμεῖς, διότι ἔχομεν τὴν ἰδικήν μας Δημοκρατίαν, — ἀλλὰ δὲν ἀναλαμβάνει καὶ τὴν εὐθύνην τῆς ἀπόψεως τὴν ὁποίαν ὑποστηρίζει, ἀφίνουσα εἰς τὸν Λαὸν μόνον νὰ ἀποφασίσῃ ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Ἀλλὰ τότε, κύριοι, κατὰ τί θὰ διαφέρῃ ἡ στάσις σας ἀπὸ τὴν στάσιν τῆς ἄλλης ἐκείνης Τρίτης Συντακτικῆς Συνελεύσεως, ἡ ὁποία ἠρνεῖτο νὰ προβάλῃ ψήφισμα ἐπανόδου τοῦ Κωνσταντίνου καὶ ἄφηνε μόνον τὸν Λαὸν νὰ λάβῃ σχετικὴν ἀπόφασιν: Ἠρνεῖτο, διότι ἐγνώριζεν ὅτι θὰ ἀνελάμβανεν εὐθύνην καὶ ἤθελε νὰ ἀφήσῃ τὴν εὐθύνην μόνον εἰς τὸν Λαόν. Κατὰ τὴν γνώμην μου συνεπῶς ὀφείλει ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Συντακτικὴ Συνέλευσις νὰ δώσουν γνώμην, νὰ λάβουν ἀπόφασιν ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ὄχι μόνον διότι ἐὰν δὲν γίνῃ αὐτὸ θὰ ἀποτελῇ κάποιαν πολιτικὴν ἀνανδρίαν ἐναντίον τοῦ Λαοῦ, ἀλλὰ καὶ διότι ὀφείλει νὰ θέσῃ ἐντελῶς ἁπλοῦν τὸ ἐρώτημα εἰς τὸν Λαόν. Οἱ λαοὶ καλούμενοι εἰς δημοψήφισμα δὲν ἠμποροῦν ν’ ἀποφανθοῦν ἐπὶ πολυπλόκων ζητημάτων. Εἰς τὰ δημοψηφίσματα δὲν πρέπει νὰ ἀπαντᾷ ὁ λαὸς παρὰ μόνον μὲ ἓν ναὶ ἢ ἓν ὄχι. Καὶ εὐτυχῶς ἔχομεν μίαν ὁπωσδήποτε αὐθεντικὴν ἑρμηνείαν τοῦ δημοψηφίσματος, μίαν ἑρμηνείαν τὴν ὁποίαν κάμνει τὸ δημοκρατικὸν κόμμα τῆς Ἰταλίας, καὶ ἥτις ἰδοὺ εἰς τί συνίσταται καὶ πῶς ἐνεργεῖται: Ὁ λαὸς συγκαλεῖται ὅπως καὶ κατὰ τὰς ἐκλογάς. Τοῦ παρουσιάζεται μία πρότασις ἡ ὁποία ἤδη ἐψηφίσθη ἢ ἀπεκρούσθη ἀπὸ τὴν Βουλήν. Κάθε πολίτης ψηφίζει ναὶ ἢ ὄχι ὑπογεγραμμένον. Ἡ πλειοψηφία ἀποφασίζει. Ἂν εἶναι εὐνοϊκὴ πρὸς τὴν πρότασιν, αὕτη γίνεται νόμος τοῦ Κράτους· ἐὰν εἶναι ἀντίθετος, ἡ πρότασις ἀπορρίπτεται καὶ ἂν ἀκόμη ἐψηφίσθη ἀπὸ τὴν Βουλήν. Ὅπως βλέπομεν, δὲν παρουσιάζεται εἰς τὸν λαὸν δημοψήφισμα παρὰ κάποια ἀπόφασις τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῆς ὁποίας καλεῖται ὁ λαὸς νὰ εἴπῃ ἂν τὴν ἐγκρίνει ἢ τὴν ἀκυρώνει, διότι ὁ λαὸς ἔτσι μόνον ἠμπορεῖ νὰ πεισθῇ. Τὸ δικαίωμα τῆς πρωτοβουλίας συνίσταται εἰς τὴν ἰδιότητα τὴν ὁποίαν ἔχουν οἱ πολῖται νὰ προτείνουν αὐτοὶ οἱ ἴδιοι νόμον. Οὕτως ἐν Ἑλβετίᾳ, ὅταν 50 χιλιάδες πολῖται ζητοῦν ὅπως ἐξετασθῇ κἄποιο σχέδιον νόμου, ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ ἀρνηθῇ ὅπως τὸ ἐξετάσῃ ἐγκρίνουσα ἢ ἀπορρίπτουσα αὐτό. Μετὰ τοιαύτην ἀπόφασιν ὅμως ἡ κύρωσις ἡ τελικὴ ἀνήκει εἰς τὸν λαόν, ὅστις καλεῖται τότε διὰ δημοψηφίσματος νὰ ἐκφέρῃ γνώμην. Ὅταν λοιπὸν βλέπομεν ὅτι καὶ εἰς αὐτὸ ἀκόμη τὸ δικαίωμα τῆς πρωτοβουλίας ὀφείλει ἡ Κυβέρνησις ἢ ἡ Συνέλευσις ἀποτελουμένη ἀπὸ τοὺς ἐκλεκτοὺς τοῦ Λαοῦ νὰ δώσῃ γνώμην, πολὺ περισσότερον ὀφείλει νὰ δώσῃ γνώμην ἐπὶ τῶν ζητημάτων τῶν ὁποίων ἡ Συνέλευσις ἢ ἡ Κυβέρνησις λαμβάνει τὴν πρωτοβουλίαν νὰ τὰ παρουσιάσῃ πρὸς τὸν Λαὸν πρὸς ἔγκρισιν ἢ πρὸς ἀκύρωσιν. Νομίζω λοιπὸν ὅτι θὰ ἔπρεπε καὶ ἡ Κυβέρνησις νὰ τροποποιήσῃ τὰς ἀποφάσεις της καὶ νὰ θελήσῃ νὰ δώσῃ γνώμην καὶ ἡ Συνέλευσις καὶ ἡ Κυβέρνησις νὰ λάβῃ ἀποφάσεις ἐπὶ τοῦ ἐκκρεμοῦς πολιτειακοῦ καὶ δυναστικοῦ ζητήματος καὶ τὴν ἀπόφασιν ταύτην νὰ τὴν παρουσιάσῃ ἀμέσως διὰ δημοψηφίσματος ἐνώπιον τοῦ λαοῦ μὲ τὸ ἐρώτημα ἐγκρίσεως ἢ ἀκυρώσεως. Καὶ ἐὰν ἐγκρίνῃ ὁ Λαός, τὰ πράγματα θὰ βαδίσουν περαιτέρω· ἂν ἀκυρώσῃ, ὀφείλει καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Ἐθνοσυνέλευσις νὰ διαλυθοῦν καὶ νὰ σχηματισθῇ προσωρινὴ Κυβέρνησις ἥτις νὰ καλέσῃ τὸν Λαὸν ὅπως ὁρίσῃ δι’ ἐκλογῶν νέαν Συντακτικὴν Συνέλευσιν, τιθεμένων ὅλων τῶν ζητημάτων, διότι διαφορετικῶς θὰ ἔχωμεν χάος.
§27Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Ἅμα ἀποτύχῃ τὸ δημοψήφισμα, διαλύεται ἡ Συνέλευσις;
§28Δ. ΜΑΡΓΕΤΗΣ. Ἀσφαλῶς θὰ διαλυθῇ.
§29Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Ὅλα τὰ ξένα Κράτη κάμνουν κάθε ἡμέραν δημοψηφίσματα καὶ αἱ Βουλαί των δὲν διαλύονται ἂν ἀποτύχουν.
§30Δ. ΜΑΡΓΕΤΗΣ. Νομίζετε, ἀξιότιμε συνάδελφε ἐκ Βονίτσης, ὅτι, ἂν εἰς τὸ δημοψήφισμα ὅπως τὸ θέτει ἡ Κυβέρνησις ὁ Λαὸς ἀπαντήσῃ ἀρνητικῶς, ὅτι δύναται καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Συνέλευσις ἡ ὁποία ἐκδηλώνει πίστιν πρὸς μίαν ἄποψιν καὶ ἡ ὁποία ἀνέπτυξε τόσον δριμὺ κατηγορητήριον κατὰ τοῦ Βασιλέως, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ μείνῃ πλέον;
§31ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Ὄχι, ἀσφαλῶς ὄχι.
§32Δ. ΜΑΡΓΕΤΗΣ. Διὰ τοῦτο ἔχω τὴν ἰδέαν ὅτι ἡ Συνέλευσις πρῶτον ἀπὸ ὅλα, διὰ νὰ μὴ διαπράξῃ μίαν πολιτικὴν ἀνανδρίαν, ὀφείλει νὰ λάβῃ μίαν ἀπόφασιν εἴτε ὑπὲρ τῆς μιᾶς ἀπόψεως εἴτε ὑπὲρ τῆς ἄλλης, καὶ τὴν ἀπόφασιν αὐτὴν νὰ μὴ ἐκτελέσῃ διὰ νὰ ἔχῃ τὴν κύρωσιν τὴν τελειωτικὴν ἀπὸ τὸν λαὸν μὲ ἁπλοῦν τὸ ἐρώτημα ἐγκρίσεως ἢ ἀκυρώσεως. Διαφορετικὰ ὁ Λαὸς θὰ δυσκολευθῇ μέχρι τοιούτου σημείου ὥστε νὰ ψηφίσῃ σύμφωνα μὲ τὴν πραγματικὴν θέλησίν του. Ἐν τῷ μεταξὺ δὲ ὀφείλει ἡ Συνέλευσις κατὰ τὴν γνώμην μου νὰ προβῇ εἰς τὴν ψήφισιν τῶν νόμων περὶ ἀναλογικῆς ψηφοφορίας, ὄχι μόνον διότι τοῦτο ἐπιβάλλεται νὰ γίνῃ καὶ εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἡ ὁποία σχεδὸν μόνη εἰς τὸν κόσμον δὲν ἔχει τὸ σύστημα αὐτό, ἀλλ’ ὀφείλει νὰ κάμῃ τοῦτο διὰ νὰ δυνηθῇ ἡ Ἑλλὰς εἰς περίπτωσιν καθ’ ἣν δὲν κυρωθῇ ἡ ἀπόφασις τῆς Συνελεύσεως ὑπὸ τοῦ Λαοῦ νὰ μὴ ἔλθῃ τὸ χάος εἰς τὴν Ἑλλάδα, διὰ νὰ δυνηθῇ ἡ Ἑλλὰς νὰ ἀποκτήσῃ μίαν ἄλλην Συντακτικὴν Συνέλευσιν, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ συστήματος τῆς ἀναλογικῆς ψηφοφορίας, ὁπότε θὰ εἶναι πραγματικωτέρα ἡ ἐκπροσώπισις τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας, οὕτως ὥστε δὲν θὰ ἔχωμεν τὰ δεινὰ τὰ ὁποῖα θὰ ἔλθουν, ἐὰν καὶ ἡ νέα Συνέλευσις κληθῇ μὲ τὸ σύστημα τὸ παλαιόν. Διότι εἶμαι βέβαιος ὅτι, ἐὰν τυχὸν ἀποτύχῃ τὸ δημοψήφισμα καὶ συγκληθῇ κατόπιν νέα Συνέλευσις Συντακτική, συγκληθῇ δὲ αὕτη μὲ ἀναλογικὴν ψηφοφορίαν, ἀφ’ ἑνὸς μὲν θὰ ἔλθουν πολλὰ νέα κόμματα, τὰ ὁποῖα θὰ ἀδιαφορήσουν καὶ διὰ τὴν Δυναστείαν καὶ δι’ οἱονδήποτε ἄλλο, ἀφ’ ἑτέρου δὲ θὰ ἔλθουν κατ’ ἀνάγκην ἐντὸς τῆς Συνελεύσεως καὶ οἱ κηρυσσόμενοι ἔξω τοῦ Κοινοβουλίου ὑπὲρ τῆς Δυναστείας καὶ τότε θὰ σκεφθοῦν ἂν θὰ ἀναλάβουν τὴν Κυβέρνησιν διὰ νὰ φέρουν μίαν Δυναστείαν τὴν ὁποίαν ἔστω καὶ μία μικρὰ μειονότης τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ δὲν θέλει. Ὀφείλομεν λοιπὸν νὰ λάβωμεν τὰ μέτρα μας, μήπως ἔλθῃ τὸ χάος κατόπιν, ἔστω καὶ ἂν ἔχητε τὴν βεβαιότητα, πιστεύοντες εἰς τὴν ἰδεολογίαν, ὅτι θὰ ψηφίσῃ ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς τὴν ἄποψιν τὴν ὁποίαν σεῖς τοῦ παρουσιάζετε. Ἄλλο τίποτε ἐπὶ τοῦ πολιτειακοῦ ζητήματος δὲν ἔχομεν ἡμεῖς νὰ προσθέσωμεν. Ἀλλά, κύριοι συνάδελφοι, μὴ νομίζετε ὅτι ἡ σωτηρία τῆς Ἑλλάδος ἀπὸ τὰ χάλια, ἀπὸ τὴν καταντιὰ εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται θὰ γίνῃ μόνον διὰ τῆς ἀλλαγῆς τοῦ πολιτεύματος εἴτε διὰ τῆς στερεώσεως τοῦ ὑπάρχοντος. Ὀφείλει τὸ Κράτος νὰ ἀνασυνταχθῇ, νὰ μεταβάλῃ σύστημα διοικήσεως. Ἡ κατάστασις, κύριοι, εἶναι εἰς βαθμὸν ἀπελπιστικόν, αἱ κρατικαὶ ὑπηρεσίαι εὑρίσκονται εἰς ἐξάρθρωσιν τελείαν. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀναφέρω κάτι τὸ ὁποῖον ὅλοι γνωρίζομεν. Τίποτε δὲν δύναται νὰ διεκπεραιωθῇ εἰς τὰ Ὑπουργεῖα ὁ λαὸς βογγᾷ, αἱ Κρατικαὶ ὑπηρεσίαι, εἴτε διότι δὲν ἱκανοποιοῦνται οἰκονομικῶς εἴτε δι’ ἄλλον λόγον, ἔχουν φθάσει εἰς σημεῖον ἀξιοθρήνητον. Εἴτε ὑπάρχει Κράτος εἴτε δὲν ὑπάρχει, εἶναι ἓν καὶ τὸ αὐτό. Κυρίως δὲ ἐπ’ αὐτοῦ ὀφείλομεν νὰ ἐπιστήσωμεν τὴν προσοχήν, διότι, ὅσον καὶ ἂν ἀλλάξωμεν τὸ πολίτευμα, ὅσον καὶ ἂν στερεώσωμεν τὰ ὑπάρχοντα, δὲν εἶναι δυνατὸν ποτέ, ἐφόσον δὲν ὑπάρχει Κράτος, νὰ ἀναστηλώσωμεν τὸ Ἔθνος μας. Φάρμακον δὲ δὲν ὑπάρχει ἄλλο παρὰ ἡ αὐτοδιοίκησις, ἡ πλήρης καὶ πραγματική. Δώσατε τὸ δικαίωμα εἰς τὰς κοινότητας νὰ κανονίζωσιν ὅπως αὐταὶ θέλουσι τὰ ζητήματά των τὰ κοινοτικά, συμφώνως ἄλλως τε μὲ τὴν εὐρυᾶ παροιμίαν ἡ ὁποία λέγει: «ὅσα ξέρει ὁ πειὸ κουτὸς νοικοκύρης δὲν τὰ ξεύρει ὁ πειὸ ἔξυπνος κόσμος». Ἄλλως τε ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς ἐγνώριζε νὰ αὐτοδιοικῆται καὶ ὑπὸ τὸν τουρκικὸν ζυγὸν καὶ εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ γνωρίζῃ τώρα ποὺ ἀπέκτησε τὴν ἐλευθερίαν του; Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἐκτὸς τῆς αὐτοδιοικήσεως, ἡ ὁποία δὲν ἠμπορεῖ νὰ δοθῇ εἰς τὸν Τόπον τώρα ἀμέσως — καὶ ἂν ἀκόμη σήμερον ἀπεφασίζετο ἡ αὐτοδιοίκησις, πάντως θὰ ἐχρειάζετο ἕνα ἑξάμηνον ἵνα ἠμπορέσῃ νὰ ὀργανωθῇ — θὰ ὤφειλεν ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Ἐθνοσυνέλευσις νὰ ἀντιμετωπίσουν τὸ ζήτημα μὲ κάποιον προσωρινὸν μέτρον. Θὰ ἔπρεπε νὰ εὕρῃ — εἶναι ἀνάγκη ἐθνική — 30 ἀνθρώπους, τοὺς ὁποίους νὰ βάλῃ τοπικοὺς δικτάτορας εἰς διαφόρους νομούς. Δὲν λύονται διαφορετικὰ τὰ ζητήματα. Ἂν δὲν ὑπάρχουν 30 ἄνθρωποι ἠθικοὶ καὶ τίμιοι χαρακτῆρες, τότε ἂς διαλύσωμεν τὴν Ἑλλάδα. Θαυμάζομεν, κύριοι, τὰς Ἡνωμένας Πολιτείας διὰ τὸ μεγαλεῖόν των. Καὶ ἐγὼ ὁ ἴδιος τὰς ἐθαύμαζα, ἀλλ’ ὅταν ἐμελέτησα τὴν κοινωνικὴν ὀργάνωσίν των καὶ εἶδον ὅτι ἔχουσι πλήρη αὐτοδιοίκησιν, τότε ἐνόησα τὸ μεγαλεῖον των. Ἔρχομαι τώρα, κύριοι πληρεξούσιοι, εἰς τὸ σημεῖον τῶν κυβερνητικῶν δηλώσεων ποὺ ὁμιλεῖ περὶ τῆς ἀγροτικῆς μεταρρυθμίσεως. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι αἱ διάφοροι Κυβερνήσεις ἀπὸ τοῦ 1912 δὲν ἔλαβον καμμίαν μέριμναν διὰ τοὺς ἀγρότας. Πέρυσιν ὅταν ἐγκατεστάθη ἡ Ἐπανάστασις ἐνταῦθα ἤλπισαν καὶ οἱ ἀγρόται ὅτι δὲν θὰ ἐφαρμοσθῇ τὸ ἄρθρον 17 τοῦ Συντάγματος. Ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν ἐφηρμόσθη καὶ αὐτό. Καὶ οἱ ἀγρόται κάμνουσι τὴν σκέψιν ἂν θὰ ἠμπορέσουν νὰ προσέλθωσιν εἰς τὸ δημοψήφισμα νὰ ψηφίσουν εἴτε ὑπὲρ τῆς μιᾶς μερίδος εἴτε ὑπὲρ τῆς ἄλλης. Ἡ Κυβέρνησις καθὼς καὶ διάφοροι ἄλλαι Κυβερνήσεις πιθανὸν νὰ ἔχουν τὸν πόθον νὰ λύσωσι τὰ ζητήματα τὰ ἀγροτικά. Ἀλλὰ τὰ ἀγροτικὰ ζητήματα αὐτὰ δὲν λύονται ἐφόσον προσπαθοῦν νὰ τὰ λύσουν συγκεντρωτικῶς καὶ διὰ διαδικασίας καὶ δι’ ὑπηρεσιῶν ἀγροτικῶν ἐντελῶς ἀκαταλλήλων. Ὄχι εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἀλλ’ οὔτε εἰς τὴν Ἀγγλίαν δὲν ἠδυνήθησαν νὰ λυθῶσι τὰ ζητήματα αὐτὰ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον. Διὰ τοῦ τελευταίου ψηφίσματος τῆς Γενικῆς Συνελεύσεως τῶν Γεωργικῶν Συνεταιρισμῶν τῆς Ἑλλάδος ἕνας τρόπος ὑπεδείχθη, ὁ τρόπος τῆς αὐτοδιοικήσεως, ἐφόσον ἄλλως τε τὸ Κράτος δὲν ἔχει τὰ μέσα διὰ νὰ ἀντιμετωπίσῃ τὰ ἀγροτικὰ ζητήματα. Καὶ ἐδῶ ἀκριβῶς εἶναι ὁ κόμπος· διότι διὰ νὰ ἀντιμετωπίσῃ τὰ ζητήματα ἔχει ἀνάγκην κρατικῶν ὑπαλλήλων. Χρειάζονται σήμερον 1000 γεωπόνοι ἀνωτέρων σχολῶν καὶ ἄλλοι 1000 μηχανικοὶ τοὐλάχιστον ἐπὶ ὁλόκληρον εἰκοσαετίαν. Ἐφόσον αὐτὰ δὲν ὑπάρχουν εἶναι ἀδύνατον νὰ λυθῶσι τὰ ζητήματα τὰ ἀγροτικά. Τὰ ζητήματα τὰ ἀγροτικὰ θὰ λυθῶσι μόνον δι’ αὐτῶν τῶν γεωργῶν. Τὸ Κράτος ὀφείλει νὰ μεριμνήσῃ διὰ νὰ κάμῃ μόνον αὐτὰ ποὺ δὲν ἠμποροῦν νὰ κάμουν οἱ γεωργοί, τὴν ἀπαλλοτρίωσιν. Ἀπ’ ἐκεῖ καὶ πέρα νὰ καλέσῃ τοὺς καλλιεργητὰς ἑκάστου κτήματος ὅπως ἀποτελέσουν ἀναγκαστικὸν συνεταιρισμόν, εἰς τὸν ὁποῖον νὰ παραδώσουν τὸ κτῆμά των διὰ νὰ ἔχῃ λογαριασμοὺς μὲ τὸν συνεταιρισμὸν μόνον τὸ Κράτος. Ὁ συνεταιρισμὸς νὰ εὐθύνηται διὰ τὴν ἀποπληρωμήν του, ὁ συνεταιρισμὸς νὰ φροντίσῃ διὰ τὴν ἐκμετάλλευσιν καὶ διὰ τὴν προσωρινὴν καὶ ὁριστικὴν διανομὴν τοῦ κτήματος. Δυστυχῶς εἰς τὴν Ἑλλάδα ἐπικρατεῖ ἡ σφαλερὰ γνώμη ὅτι οἱ Ἕλληνες χωρικοὶ δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ αὐτοδιοικηθῶσι καὶ νὰ λύσωσι τὰ ζητήματα ταῦτα. Οὐδείς, κύριοι, καλύτερον ἀπὸ τοὺς χωρικοὺς δύναται νὰ λύσῃ τὰ ζητήματα ταῦτα. Ἔχομεν τὴν ἀπόδειξιν εἰς τὸν σχηματισμὸν τῶν κεφαλοχωρίων. Ὅσοι ἐμελέτησαν τὴν ἱστορίαν τῆς Ἑλλάδος γνωρίζουν ὅτι ἐπὶ Τουρκοκρατίας δὲν ὑπῆρχον κεφαλαιοχώρια· ὅλα ἦσαν τσιφλίκια ἀγάδων καὶ μπέηδων καὶ οἱ ἀγρόται ἑκάστου χωρίου συνεσωματώθησαν καὶ ἠγόρασαν τὰ κτήματα καὶ κατόπιν τὰ διένειμαν κατὰ τὸν δικαιότερον τρόπον. Πῶς λοιπὸν κάτι τι τὸ ὁποῖον ἐγνώριζαν νὰ κάμουν ἐντελῶς μόνοι τῷ 1820, τῷ 1830 δὲν θὰ ἠμπορέσουν νὰ τὸ κάμουν οἱ Ἕλληνες χωρικοὶ τῷ 1924; Ἔλεγον ὅτι οἱ ἀγρόται σκέπτονται ἂν πρέπει νὰ προσέλθουν εἰς τὸ δημοψήφισμα. Ἐὰν θέλητε, κύριοι πληρεξούσιοι, νὰ προσέλθῃ ὁ ἀγροτικὸς κόσμος, ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ ὁλόκληρον τὸν Ἑλληνικὸν Λαόν, διότι εἶναι τὰ 9/10 αὐτοῦ καὶ νὰ ψηφίσῃ σύμφωνα μὲ τὴν συνείδησίν του, πρέπει νὰ λύσητε ἀμέσως ὡρισμένα κεφαλαιώδη ζητήματα, ὅπως εἶναι τὸ ζήτημα τὸ ἀγροτικὸν καὶ τὸ ζήτημα τῆς αὐτοδιοικήσεως, ἄνευ τῆς ὁποίας δὲν ἠμπορεῖ ἡ ὕπαιθρος χώρα νὰ εὕρῃ τὴν πραγματικὴν ἐλευθερίαν καὶ ἴδῃ Θεοῦ πρόσωπον, ὅπως δὲν εἶδε μέχρι τοῦδε μὲ τὸ συγκεντρωτικὸν σύστημα. Μὴ φαντάζεσθε ἄλλο τι· ἡ ρίζα ὅλου τοῦ κακοῦ, ἡ ρίζα τοῦ παλαιοκομματισμοῦ ἔγκειται εἰς τὴν ἔλλειψιν αὐτοδιοικήσεως. Πολλοὶ εἶναι ἐναντίον αὐτοῦ, διότι βλέπουν ὅτι τὸ Α χωριὸ ἐκλέγει ὡς κοινοτικοὺς ἄρχοντας ὄχι τοὺς καλυτέρους, ἀλλὰ τοὺς πειὸ κατεργαρέους καὶ τοὺς πειὸ ἐπιτηδείους. Ἂν ὅμως ψυχολογήσητε τὸ πρᾶγμα θὰ ἴδητε ὅτι ὁ πονηρὸς ἀγρότης ἐκλέγει τοὺς καπάτσους, διότι αὐτοὶ εἶναι οἱ κατάλληλοι νὰ διεκπεραιώσωσι τὶς δουλειὲς τῆς κοινότητος, αἱ ὁποῖαι ἐξαρτῶνται ἀπὸ τὶς Νομαρχίες, τὰ Ὑπουργεῖα, τοὺς Ὑπουργούς, τὸν Πρωθυπουργὸν καὶ ἀπὸ τὸ Παλάτι. Ἄν ὅμως τοὺς δώσητε αὐτοδιοίκησιν θὰ ἴδητε ὅτι θὰ ἐκλέγουν τοὺς καλυτέρους. (Χειροκροτήματα). Δὲν ὁμιλῶ, κύριοι, κατόπιν μελέτης τῶν πραγμάτων εἰς τὰ βιβλία, ἀλλ’ ἔχω τὴν ἀπόδειξιν εἰς τὰ πράγματα. Εὐτυχῶς εἰς τὴν Ἀττικὴν ὑπάρχουσι πέντε χωριά, τὰ μόνα εἰς ὅλην τὴν Ἑλλάδα, εἰς τὰ ὁποῖα διεσώθησαν πέντε αὐτοδιοικούμεναι κοινότητες. Αἱ κοινότητες αὐταὶ λειτουργοῦσιν ἀπὸ ἀμνημονεύτων χρόνων, εἰς τὸ Λιόπεσι, εἰς τὸ Κορωπί, εἰς τὸ Μαρκόπουλον, —ὅπου μὲ ἐγκαταστάσεις 15 ἑκατομμυρίων κάμνουν καὶ τὰ κρασιὰ τὰ Μαρκό — εἰς τὴν Κερατέαν καὶ εἰς τὰ Καλύβια. Αὐταὶ ὠνομάζοντο κοινότητες, ὅταν δὲ ἔγινεν ὁ νόμος περὶ δήμων καὶ κοινοτήτων, διὰ νὰ μὴ γίνηται σύγχυσις, ὠνομάσθησαν κοινότητες συνιδιοκτησίας. Ἔχουν δὲ τέτοιαν αὐτοδιοίκησιν ὥστε δὲν ἔχουν ἀνάγκην ἀπὸ κανένα καὶ ὅ,τι ἀποφασίζουν τὸ ἐκτελοῦν καὶ διὰ τοῦτο ὅ,τι κοινωφελὲς ἔργον ὑπάρχει ὀφείλεται εἰς αὐτάς, ἐνῷ οἱ δῆμοι καὶ αἱ κοινότητες αἱ νέαι δὲν ἔκαμαν τίποτε, ἔχουν μηδὲν εἰς τὸ ἐνεργητικόν των. Μοὶ ἔκαμε καταπληκτικὴν ἐντύπωσιν εἰς τὰ τελευταῖα χρόνια τῶν καθεστωτικῶν ἀγώνων τὸ ἑξῆς: Εἰς τὸ Λιόπεσι, ὅταν ἔπεσεν ἡ Κυβέρνησις τῶν Φιλελευθέρων τὸν Μάρτιον τοῦ 1915, μαζὶ μὲ τὸν Πρωθυπουργὸν τῆς Ἑλλάδος ἔπεσε καὶ ὁ πρόεδρος τῆς ἐπισήμου κοινότητος, Λιόπεσι. Ὅταν ἐπανῆλθεν ὁ κ. Βενιζέλος εἰς τὴν Ἀρχήν, ἐπανῆλθε καὶ ὁ βενιζελικὸς πρόεδρος, παραιτηθέντος τοῦ ἀντιβενιζελικοῦ. Ὅταν ἔγιναν τὰ γεγονότα τῆς 18ης Νοεμβρίου, κατὰ τὰ ὁποῖα ἔπεσεν ὁ βενιζελικὸς διὰ παραιτήσεως, ἐπανῆλθεν ὁ ἀντιβενιζελικός. Ἐὰν λοιπὸν μὲ ἐρωτήσητε, διατί συμβαίνει αὐτό, διατί παραιτεῖται σᾶς ἀπαντῶ διότι, ἂν δὲν παραιτηθῇ, πάει κατὰ διαόλου ἡ κοινότης, δὲν ἠμπορεῖ νὰ διεκπεραιωθῇ καμμία κοινοτικὴ ὑπόθεσις, οὔτε εἰς τὴν Νομαρχίαν οὔτε εἰς τὰ Ὑπουργεῖα, ἐφόσον ὁ πρόεδρος δὲν θὰ εἶναι πρόεδρος τοῦ κόμματος. Ἔχομεν λοιπὸν τὴν ῥίζαν ὅλου τοῦ κακοῦ. (Χειροκροτήματα). Ἀντιθέτως ἐνῷ αὐτὸ συμβαίνει, ἐνῷ ὁ κομματισμὸς αὐτός, ἡ ἀγρία κομματικὴ ἐμπάθεια ὑπάρχει εἰς τὴν ἐπίσημον κοινότητα μόνον καὶ μόνον διότι δὲν ἔχει αὐτοδιοίκησιν, ἀντιθέτως, λέγω, εἰς τὴν κοινότητα τῆς συνιδιοκτησίας εἴχομεν καὶ τότε καὶ ἔχομεν καὶ μέχρι σήμερον τοὺς ἰδίους ὡς μέλη τῆς ἐπιτροπῆς, ἀφ’ ἑνὸς ἕνα ἐκ τῶν φανατικωτέρων βενιζελικῶν, ἀφ’ ἑτέρου ἄλλον ἐκ τῶν φανατικωτέρων ἀντιβενιζελικῶν καὶ ἕνα τρίτον ἀνεξαρτήτου φρονήματος, οἱ ὁποῖοι καὶ κατὰ τὰς κρισιμωτέρας ἡμέρας τῶν καθεστωτικῶν ἀγώνων, συνειργάζοντο ἀδελφικῶς διὰ νὰ προαγάγουν τὰ συμφέροντα τῆς κοινότητος. Δώσατε λοιπὸν αὐτοδιοίκησιν εἰς τὰ χωριὰ καὶ θὰ ἴδητε πῶς θὰ φύγῃ ὁ μικροκομματισμὸς καὶ θὰ ἐξυψωθῇ καὶ ἡ ἀποστολή σας ὡς βουλευτῶν. Σήμερον ὁ βουλευτὴς δὲν εἶναι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος πρέπει νὰ εἶναι, δηλ. βουλευτὴς ἵνα βουλεύηται· εἶναι ἁπλοῦς διεκπεραιωτής. Συμβαίνει καὶ ἐδῶ ὅ,τι καὶ εἰς τὰς ἐκλογὰς τῶν κοινοτήτων συμβαίνει, ὅτι ὁ λαὸς ἐκλέγει ἐκείνους οἱ ὁποῖοι εἶναι πειὸ καπάτσοι, διότι ἔχει τὴν ἀνάγκην των, ἐφόσον ὅλα ἐξαρτῶνται ἀπὸ τὰ Ὑπουργεῖα καὶ τὴν Νομαρχίαν. Καὶ ἔχομεν πάλιν τὴν ῥίζαν ὅλου τοῦ κακοῦ, τὸν παλαιοκομματισμὸν εἰς τὴν ἔλλειψιν τῆς αὐτοδιοικήσεως. Κύριοι πληρεξούσιοι, εἰς ὅλα αὐτὰ θὰ μοὶ ἀπαντήσῃ ἡ Κυβέρνησις ὅτι δὲν ἔχει τώρα καιρὸν ν’ ἀσχοληθῇ μὲ ζήτημα αὐτοδιοικήσεως μὲ τὸ ἀγροτικὸν ζήτημα διότι ἀντιμετωπίζει τὸ μέγα πολιτειακὸν καὶ δυναστικὸν ζήτημα. Ἐν τοσούτῳ ὅμως, κύριοι συνάδελφοι, ἂν τὴν ἐρωτήσωμεν διατί δὲν ἀνέφερε τίποτε διὰ τὴν ἐκτέλεσιν ἔργων ἀντιπλημμυρικῶν, ἔργων ὑδραυλικῶν, διὰ τῶν ὁποίων θὰ ἀπέδιδε εἰς τὴν γεωργίαν τόσας ἐκτάσεις εὐφορωτάτας διὰ νὰ δυνηθῶμεν νὰ ἀποκτήσωμεν ἐπάρκειαν καὶ διὰ νὰ ἐξυγιάνωμεν τὸν τόπον καὶ δώσωμεν τὴν ὑγείαν εἰς τόσας περιφερείας τὰς ὁποίας μαστίζει ἡ ἑλονοσία, ἡ Λερναία Ὕδρα τῆς Ἑλλάδος, ἡ ὁποία ὄχι μόνον καταστρέφει τὴν ὑγείαν, ἀλλὰ καὶ ἀποχαυνώνει τοὺς χαρακτῆρας, θὰ ἠμποροῦσε νὰ μᾶς εἴπῃ δύο παρηγορητικὰ λόγια, τοὐλάχιστον ὅ,τι εἶπε καὶ ὁ Καβούρ, ὁ ὁποῖος καὶ ὅταν εὑρίσκετο εἰς τὸ ζενὶθ τῆς δράσεώς του διὰ τὴν ἑνότητα τῆς Ἰταλίας δὲν ἐλησμόνησε τὴν γεωργίαν, πρὸς τὴν ὁποίαν ἔψαλλε τὸν ἑξῆς ὕμνον: «Ὅταν ἐπιτελέσω τὴν ἑνότητα τῆς Ἰταλίας, ὅλη μου ἡ σκέψις θὰ στραφῇ εἰς τὴν ἐνίσχυσιν τῆς Γεωργίας, ἐκ τῆς ὁποίας καὶ μόνης δύναταί τις ν’ ἀναμένῃ πλοῦτον καὶ ἀληθῆ εὐδαιμονίαν»: καὶ ἂς ἔκαμνε μόνον ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔκαμεν ὁ ἴδιος ὁ Καβούρ, ὅστις ὅταν κάποτε ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐνῷ εὑρίσκετο ὄχι ἐνώπιον τοῦ πολιτειακοῦ ζητήματος, ἀλλ’ ἐνώπιον τοῦ ἀγῶνος τοῦ Ἰταλικοῦ, διὰ τὴν ἑνότητα τὴν Ἰταλικήν, τοῦ εἶπεν ὅτι ἔβαινεν ἡ Ἰταλία εἰς τὴν χρεωκοπίαν καὶ δὲν ἐγνώριζε πῶς ν’ ἀντιμετωπίσῃ τὴν κατάστασιν, ἀντὶ ἄλλης ἀπαντήσεως ὁ μέγας αὐτὸς Κυβερνήτης, ὁ ὁποῖος ἐγνώριζεν ὅτι ἔπρεπεν ὄχι μόνον διπλωματικῶς νὰ ἐνεργῇ, ἀλλὰ καὶ νὰ ἐνισχύῃ τὴν γεωργίαν, τὴν μάνναν αὐτὴν τοῦ πλούτου καὶ τῆς εὐημερίας, προσεκάλεσεν ἀμέσως τὸν Ὑπουργὸν τῆς Γεωργίας καὶ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Δημοσίων Ἔργων καὶ τοῖς εἶπεν ἐνώπιον τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν: Κύριοι, αὐξήσατε ὅσον ἠμπορεῖτε περισσότερον τοὺς προϋπολογισμούς σας. Καὶ πρὸ τοῦ καταπλήκτου Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἔδωσε τὴν ἐξήγησιν ὅτι, ἐὰν δὲν ἐξοδεύσουν τὰ δύο αὐτὰ Ὑπουργεῖα, δὲν ἠμποροῦν ποτὲ νὰ βελτιωθοῦν πραγματικῶς τὰ οἰκονομικὰ τῆς Ἰταλίας, διὰ νὰ ἀντιμετωπίσῃ αὕτη τὰ διάφορα ζητήματα τὰ ἐθνικά. Κύριοι, δὲν θέλω νὰ κουράσω περισσότερον τὴν Συνέλευσιν καὶ καταλείπω τὸ βῆμα. Ὅπως σᾶς εἶπον, δὲν ἐνδιαφέρεται ὁ Λαὸς καὶ τόσον διὰ τὰ πολιτεύματά σας, διότι δὲν θὰ τοῦ ἀλλάξουν τὴν κατάστασιν. Δώσατέ του εὐνομίαν, δώσατέ του δικαιοσύνην, δώσατέ του ἀσφάλειαν, δώσατέ του αὐτοδιοίκησιν πρὸ παντὸς καὶ θὰ ἴδητε τί ἠμπορεῖ νὰ κάμῃ ὁ Λαὸς αὐτὸς ὁ λιτοδίαιτος, ὁ ἐργατικός, ὁ κατὰ τὰ ὀκτὼ δέκατα ἀγροτικός. Ἐὰν αὐτὰ δὲν κάμητε τίποτε δὲν ἀλλάζει. Σύμφωνα μὲ τὴν ἄποψίν μας καταθέτω καὶ σχετικὸν ψήφισμα, ὅπως εἶπον, ὄχι διότι εἶναι δυνατὸν ἡ ἄποψίς μας νὰ τύχῃ ἐγκρίσεως σήμερον, ἀλλὰ τὸ καταθέτομεν μὲ τὴν βεβαιότητα ὅτι πολὺ γρήγορα θὰ συμφωνήσωμεν ὅλοι οἱ Ἕλληνες ὅτι τὸ πολίτευμα αὐτὸ θὰ εἶναι τὸ μόνον ποὺ ἁρμόζει εἰς τὴν Ἑλλάδα (Χειροκροτήματα. Ὁ ἀγορεύσας καὶ καταθέτει πρότασιν ψηφίσματος περὶ συντάξεως τῆς Ἑλλάδος εἰς ὁμοσπονδίαν Κράτους.)
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πανταζίδης.
§34ΟΜ. ΠΑΝΤΑΖΙΔΗΣ. Κύριοι πληρεξούσιοι, θὰ ὁμιλήσω δι’ ὀλίγων ἐπὶ τῶν προγραμματικῶν δηλώσεων τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Φρονῶ ὅτι θὰ κομίσω γλαῦκα εἰς Ἀθήνας, ἂν θελήσω νὰ ἐπαναλάβω ὅ,τι εἶναι ἤδη παγκοίνως γνωστὸν καὶ ὅ,τι ἐλέχθη ἐπανειλημμένως ἐνταῦθα, ὅτι δηλαδὴ ἡ προσφυγικὴ ψυχὴ εἶναι δημοκρατική. Τοῦτο εἶναι τόσον ἔκδηλον καὶ δεδικαιολογημένον ἐκ τῶν συμφορῶν τὰς ὁποίας ἐπεσώρευσαν ἐπὶ τοῦ Ἔθνους καὶ ἰδίως ἐπὶ τοῦ ἀλυτρώτου Ἑλληνισμοῦ τὰ ἐγκλήματα τῆς Δυναστείας, ὥστε κρίνω περιττὸν νὰ ἐνδιατρίψω εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο. Προχωρῶν θὰ θίξω ἐν ὀλίγοις καὶ εἰς γενικὰς μόνον γραμμὰς τὸ σημεῖον τὸ ἀφορῶν τὸ προσφυγικὸν ζήτημα, τὸ τόσον πολύπλοκον καὶ τεράστιον τοῦτο ζήτημα, τὸ ὁποῖον δὲν δύναται παρὰ νὰ ἀποτελέσῃ θεμελιῶδες μέρος τῆς ὅλης κυβερνητικῆς πολιτικῆς. Τὸ ζήτημα τοῦτο, κύριοι, δύναται νὰ διακριθῇ κυρίως εἰς δύο μεγάλας ἀπόψεις, τὴν οἰκονομικὴν καὶ τὴν ἐθνικήν. Ἡ ἀστικὴ καὶ ἀγροτικὴ ἐγκατάστασις τῶν προσφύγων περιλαμβάνονται εἰς τὴν οἰκονομικὴν ἄποψιν. Ἐπὶ τῆς ἀπόψεως δὲ ταύτης ἔχω νὰ συστήσω ὅπως, παραλλήλως πρὸς τὴν ὁμαδικὴν καὶ συστηματικὴν ἐργασίαν τῆς ἀστικῆς καὶ ἀγροτικῆς ἀποκαταστάσεως τῶν προσφύγων—τονίζω δὲ ἰδιαιτέρως ἀστικῆς διότι κατ’ ἐμὲ ἐκεῖ ὑπάρχει ἡ μεγάλη ἀνάγκη ἀποκαταστάσεως—τὴν ὁποίαν θὰ διεξαγάγῃ ἡ ὀργανωθεῖσα ἤδη ὑπηρεσία τῆς ὑπὸ τὸν κ. Μοργκεντάου Ἐπιτροπῆς τοῦ προσφυγικοῦ δανείου, μὲ τὴν παράλληλον ἐργασίαν τῶν ἁρμοδίων Ὑπουργείων, παραλλήλως πρὸς αὐτήν, ὅπως δοθῇ ἡ δέουσα προσοχὴ πρὸς τὸ ἔργον τῆς περιθάλψεως τῶν προσφύγων, ἐκ τῶν ὁποίων πολλαὶ χιλιάδες ἔχουσιν ἀνάγκην ἀμέσου καὶ καθημερινῆς βοηθείας πρὸς συντήρησίν των μέχρι τῆς ἡμέρας καθ’ ἣν θὰ καταστῶσιν ἱκανοὶ ὅπως ἀποζῶσιν ἐκ τῆς ἰδίας αὐτῶν ἐργασίας. Μεταξὺ αὐτῶν ἰδιάζουσαν θέσιν κατέχουσιν αἱ χιλιάδες τῶν ἁπανταχοῦ τῆς Ἑλλάδος γυναικοπαίδων, τῶν ἁπανταχοῦ τῆς Ἑλλάδος ἀκεφάλων αὐτῶν οἰκογενειῶν, τῶν ὁποίων οἱ προστάται ἀχθέντες εἰς αἰχμαλωσίαν ἔχουν ἤδη τελείως ἐξαφανισθῇ καὶ τῶν ὁποίων κινδυνεύει ἡ ζωὴ καὶ ἡ ἠθική των ἐκ τῶν στερήσεων καὶ κακουχιῶν. Θὰ ἦτο λίαν συντελεστικὸν καὶ σωτήριον δι’ αὐτούς, ἂν παρείχοντο τὰ μέσα πρὸς λειτουργίαν καὶ διοργάνωσιν τῶν διαφόρων ἐκείνων βιοτεχνιῶν, πρὸς τὰς ὁποίας ἦσαν ἐξῳκειωμένα τὰ γυναικόπαιδα καὶ ἐκ τῶν ὁποίων μεγάλη ἀπόδοσις θὰ ἐγίνετο καὶ εἰς τὴν Χώραν. Ἐν Χίῳ π.χ., τῇ φιλοξένῳ καὶ πατριωτικωτάτῃ ταύτῃ νήσῳ, τῆς ὁποίας ὡς πρόσφυξ εἶμαι πληρεξούσιος καὶ ἡ ὁποία μετὰ τῆς ἀπέναντι Ἐρυθραίας ἀπέβη ἡ σωστικὴ γέφυρα, διὰ τῆς ὁποίας διεπεραιώθη καὶ ὁ Στρατὸς καὶ τὸ πλεῖστον τῶν κατοίκων τῆς Ἀνατολῆς κατὰ τὴν Μικρασιατικὴν τραγῳδίαν καὶ ἥτις ὑπῆρξεν ὁ πρῶτος σταθμὸς τῆς προσφυγῆς των καὶ ἐκ τῆς ὁποίας ἀνέθορεν ἡ ἐθνοσωτήριος Ἐπανάστασις τοῦ 1922, ὑπάρχουσι χιλιάδες γυναικοπαίδων, τῶν ὁποίων ὁ βίος καθίσταται ἀγωνιώδης ἐκ τῆς ἀνεργίας καὶ τῆς στερήσεως. Ἐπειδὴ δὲ αἱ πλεῖσται τῶν γυναικῶν αὐτῶν κατάγονται ἀπὸ τὴν Ἐρυθραίαν καὶ ἔχουν ἐξαιρετικὴν ἐπιτηδειότητα εἰς τὴν ὑφαντουργίαν, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ εὕρουν ἐργασίαν καὶ βιοπορισμὸν διὰ τῆς ἱδρύσεως ἑνὸς μεγάλου ὑφαντουργείου καὶ μιᾶς ἐπαγγελματικῆς σχολῆς. Γενομένου δὲ λόγου περὶ αὐτῶν νομίζω ὅτι διὰ τῆς δικαίας λύσεως τοῦ ζητήματος τῶν δημοσίων κτημάτων καὶ διὰ τῆς μεταθέσεως ἐκεῖθεν ἀριθμοῦ τινος γεωργικῶν τινων οἰκογενειῶν καὶ δι’ ἐγκαταστάσεως αὐτῶν εἰς ἄλλους τόπους καταλλήλους διὰ τὴν καλλιέργειαν τῆς ἀμπέλου, νομίζω ὅτι διὰ τοῦ μέσου τούτου θὰ ἦτον δυνατὸν νὰ βελτιωθῇ ἡ θέσις των καὶ ἀπὸ οἰκονομικῆς ἀπόψεως καὶ ἀπὸ ἐθνικῆς. Οἱ πρόσφυγες παρ’ ὅλην τὴν στοργὴν καὶ βοήθειαν τὴν ὁποίαν εὐγνωμόνως συναντῶσι παρὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ καὶ Κράτους καὶ οἱ ὁποῖοι ἐλπίζουν καὶ ἀναμένουν εἰς τὸ μέλλον ν’ ἀποβῇ αὕτη οὐσιαστικωτέρα καὶ ἀποτελεσματικωτέρα, δὲν θὰ παύουν νὰ στρέφουν καὶ τὸ βλέμμα των πρὸς τὰς χώρας τῶν προγόνων των καὶ πρὸς τὰς ἑστίας τῶν πατέρων των. Διὰ τῆς Συνθήκης τῆς Λωζάννης, ἥτις εἶναι ἔργον ἀνάγκης καὶ ἀδικίας, καθιεροῦνται ἀρχαὶ καὶ καθεστῶτα, τὰ ὁποῖα παραβιάζουν τὰς στοιχειώδεις ἀρχὰς τοῦ ἀνθρωπίνου δικαίου, καὶ τοιοῦτον ἔργον εἶναι ἀδύνατον νὰ εἶναι μόνιμον. Ὁ νόμος τῆς ἐξελίξεως θὰ τὸ μεταρρυθμίσῃ, ἡ δύναμις τῶν συμφερόντων τῶν Εὐρωπαϊκῶν Κρατῶν καὶ τῆς Ἀμερικῆς, τὰ ὁποῖα στραγγαλίζονται, θὰ ἀνοίξουν δρόμον εἰς τὴν δικαιοσύνην καὶ τὴν ἐλευθερίαν τῆς Ἀνατολῆς. Αὐτὸς ὁ Τουρκικὸς Λαός, ὁ ὁποῖος ὡδηγήθη εἰς μαρασμὸν καὶ εἰς αὐτοκτονίαν διὰ τῆς ἐκδιώξεως τοῦ χριστιανικοῦ στοιχείου, θὰ ἔλθῃ ἡμέρα καθ’ ἣν θὰ ζητήσῃ νὰ ἐπανορθώσῃ τὸ μέγα αὐτὸ σφάλμα καὶ ἱστορικὸν ἀδίκημα, ἐν ᾧ ἡμεῖς πρόσφυγες θὰ ζῶμεν καὶ θὰ συνεργαζώμεθα νομιμοφρόνως ὡς στοιχεῖα τάξεως καὶ προόδου ἐνδιαφερόμενοι διὰ τὴν ἀσφάλειαν τῆς Χώρας ταύτης ἐξ ἴσου μὲ τοὺς ὁμαίμονας ἰθαγενεῖς ἀδελφούς μας. Ἀλλὰ διὰ νὰ γίνῃ τοῦτο ἔχομεν ἀνάγκην εἰρηνεύσεως· εἶναι ἀνάγκη ὁ λαὸς νὰ ἀποκτήσῃ τὸ αἴσθημα τῆς γαληνεύσεως καὶ τὸ Κράτος νὰ προβῇ εἰς τὸ ἔργον τῆς περισυλλογῆς, διότι δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν ὅτι ὑπεράνω θεσμῶν καὶ κομμάτων κεῖται ἡ σωτηρία τῆς Πατρίδος καὶ ἡ σωτηρία ἑνὸς ἑκατομμυρίου προσφύγων. Ἔχω τὴν γνώμην ὅτι τὸ δημοψήφισμα ἐπὶ τοῦ πολιτειακοῦ καθ’ ὃν τρόπον προτείνει αὐτὸ ἡ Κυβέρνησις θὰ ἐξασφαλίσῃ περισσότερον παντὸς ἄλλου τὴν παγιότητα αὐτὴν τῆς γαλήνης καὶ εἰρηνεύσεως, διότι ἔχει ὅλην τὴν ἐμφάνισιν ἐσωτερικὴν καὶ ἐξωτερικήν, περισσοτέραν μονιμότητα καὶ παγιότητα. Εἴθε ὁ μέγας Θεὸς τῆς Ἑλλάδος νὰ δικαιώσῃ τοὺς πόθους τοὺς ὁποίους ὅλοι στηρίζομεν ἐπὶ τῆς πολιτειακῆς μεταβολῆς, δηλαδὴ ἐπὶ τοῦ δημοκρατικοῦ πολιτεύματος. (χειροκροτήματα).
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σῖμος.
§36ΣΠ. ΣΙΜΟΣ. Ὀλίγας λέξεις, κύριοι πληρεξούσιοι, πολὺ ὀλίγας ἔχω νὰ προσθέσω εἰς ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ εἴπω κατὰ τὴν πρώτην ἀγόρευσιν, ὄχι βέβαια διότι πιστεύω, ὅτι δύναμαι νὰ μεταπείσω τὴν Κυβέρνησιν νὰ μεταβάλῃ τὰς προγραμματικὰς αὐτῆς δηλώσεις, ἀλλὰ πρὸς ἀποκατάστασιν τῆς ἀληθείας, ἡ ὁποία ἐκακοπάθησεν εἴς τινα σημεῖα καὶ πρὸς καθορισμὸν εὐθυνῶν. Ἀφ’ ὅτου, κύριοι συνάδελφοι, ἔσχον τὴν τιμὴν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ ὁμιλήσω παρηκολούθησα μετὰ προσοχῆς τοὺς ρήτορας καὶ ἐντεῦθεν καὶ ἐκεῖθεν καὶ παρετήρησα ὅτι τὸ μεγαλύτερον καὶ ἰσχυρότερον ἐπιχείρημα τῶν ἀκολουθούντων τὴν Κυβέρνησιν ὑπῆρξε τὸ ἱερὸν καὶ τίμιον ἐθνικὸν λάβαρον, τὸ πρόσωπον τοῦ ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων κ. Βενιζέλου. Μεγαλυτέραν εὐλάβειαν, στοργὴν καὶ ἀφοσίωσιν ἀπὸ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἐν τοῖς πρώτοις πρῶτοι ἠκολούθησαν ἀπὸ 14 ἐτῶν τὸν ἀρχηγὸν τῶν Φιλελευθέρων δὲν φαντάζομαι ὅτι δύνανται νὰ ἐπιδείξουν ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἀνέμενον τὰ γεγονότα τοῦ 1912 διὰ νὰ πιστεύσουν εἰς τὴν μεγαλοφυΐαν. Ἀλλὰ διὰ νὰ συμφωνήσω μὲ τὸν ἐκ Καλαβρύτων κ. συνάδελφον θὰ εἴπω, ὅτι οὐδεὶς τὸν Ἡρακλέα ψέγει, ἀλλὰ φιλτάτη ἡ ἀλήθεια. Ἡ Κυβέρνησις εἰς τὰς προγραμματικὰς αὐτῆς δηλώσεις ἀποφαίνεται ὑπὲρ τῆς Δημοκρατίας, δηλοῖ ὅμως ὅτι ζήτημα πολιτειακὸν δὲν ἐτέθη προεκλογικῶς καὶ κατὰ συνέπειαν ἀρνεῖται τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Ἐθνοσυνέλευσιν νὰ ἀποφασίσῃ. Ἐπ’ αὐτοῦ θὰ ἐπεθύμουν νὰ ἐρωτήσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος ἦτο καὶ ὁ κυριώτερος παράγων τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων, διατί δὲν ἠθέλησε νὰ θέσῃ τὸ πολιτειακὸν ζήτημα προεκλογικῶς; Μήπως διότι δὲν εἶχε πίστιν πρὸς τὴν δημοκρατικὴν ἰδεολογίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ; Δὲν μοὶ εἶναι ἀνεξήγητον τὸ πρᾶγμα, διότι, ἐὰν ἐτίθετο προεκλογικῶς, φυσικὰ θὰ ἔλειπε σήμερον ἡ ἐπίμαχος διαφορὰ μεταξὺ ἡμῶν καὶ τῆς Κυβερνήσεως ὡς πρὸς τὸ δικαίωμα τῆς Συνελεύσεως εἰς τὸ νὰ ψηφίσῃ ἢ νὰ μὴ ψηφίσῃ τὴν ἔκπτωσιν τῆς Δυναστείας. Ἀλλὰ τὸ ἔθηκαν ἄλλοι, καὶ θὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν μνήμην τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως — τὴν ἑσπέραν καθ’ ἣν ἐν συμβουλίῳ διεφωνήσαμεν ἀκριβῶς διὰ τὸ ἀνακοινωθὲν τῆς 2 ἢ 3 Νοεμβρίου. Ἡ διαφωνία ἐν τῷ κόμματι τῶν Φιλελευθέρων ἦτο τοῦτο, ὅτι ὡρισμένα μέλη ἠξίωσαν ὅπως φανερὰ ἐκθέσωμεν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν Λαὸν τὸ πρόγραμμα τὸ πολιτειακὸν καὶ διεφωνήσαμεν. Ἡ ὀρθόδοξος παράταξις ἐνέμενεν εἰς τὸ ἀνακοινωθὲν τῆς 2 Νοεμβρίου, οἱ ἄλλοι ἀπεσχίσθησαν καὶ κατῆλθον εἰς τὸν ἐκλογικὸν ἀγῶνα μὲ τὸ πρόγραμμα τῆς 2 Νοεμβρίου, ἡμεῖς δὲ κατήλθομεν μὲ ἀναπεπταμένην τὴν δημοκρατικὴν σημαίαν.
§37Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ὑπῆρχε καμμία διαφωνία μεταξὺ ἡμῶν· ἡ διαφωνία ἐξεδηλώθη τὴν ἑπομένην, ὅτε εἶδον διὰ τῆς ἐφημερίδος σας, ὅτι διαφωνεῖτε· δὲν ὑπῆρχε καμμία ἀπολύτως ἀντίθετος ἄποψις καὶ ἐδόθη τὸ ἀνακοινωθέν, ἀλλὰ δὲν ἀποδίδω καμμίαν σημασίαν. Τὸ πρωΐ ἀνέγνωσα εἰς τὴν ἐφημερίδα σας, ὅτι δὲν εἶσθε σύμφωνος.
§38Σ. ΣΙΜΟΣ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἴσως διέλαθε τὴν προσοχὴν ὑμῶν, ὅτι ἀπεχώρησα τῆς συνεδριάσεως· ἐν πάσῃ περιπτώσει μὲ τὴν πάροδον τοῦ χρόνου συνεκροτήθησαν τὰ δύο στρατόπεδα τοῦ αὐτοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων. Τώρα ἐγεννήθη ἡ συζήτησις καὶ ἀκριβῶς ἐπ’ αὐτοῦ θὰ ἐπεθύμουν νὰ ἀποκαταστήσω τὴν ἀλήθειαν, ἂν οἱ δημοκρατικοὶ φιλελεύθεροι ἐκτεθέντες κατὰ τὰς ἐκλογὰς διεδήλωσαν ἴδιον πρόγραμμα ἢ ἔμειναν μὲ τὸ πρόγραμμα τῆς παλαιᾶς παρατάξεως. Ἤκουσα προχθές, κύριοι, τὸ μόνον ἐπιχείρημα τὸ ὁποῖον ἐμφανίζεται εἰς τὸν τύπον, ὅτι ὑπεγράψαμεν εἰς τὸν νομὸν Ἀττικῆς πρωτόκολλον, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ πρωτοκόλλου τούτου φυσικὰ μειοῦται ἢ ἀναιρεῖται ἡ προγραμματικὴ ἡμῶν δήλωσις ἡ προεκλογικὴ ὅτι κατερχόμεθα μὲ ἀναπεπταμένην τὴν δημοκρατικὴν ἰδέαν. Κύριοι, ἐν τούτῳ ὀφείλω νὰ ἀποκαταστήσω τὴν ἀλήθειαν. Μὲ τὴν πάροδον τῶν ἡμερῶν ὁ λαὸς Ἀθηνῶν–Πειραιῶς διεδήλωσε καταφανῶς τὴν δημοκρατικὴν αὐτοῦ ἰδεολογίαν. Ὀργανώσεις φιλελευθέρων παλαιαὶ προσῆλθον καὶ ἐδήλωσαν ὅτι καταφεύγουν ὑπὸ τὴν σημαίαν τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως» ἢ ὑπὸ τὴν σημαίαν τοῦ κόμματος τῶν δημοκρατικῶν φιλελευθέρων. Ἦτο τοιαύτη ἡ μεταστροφή, ὥστε, χωρὶς νὰ θέλω νὰ θίξω κανένα, οἱ ὑποψήφιοι τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων οἱ ἀνήκοντες εἰς τὴν Λέσχην τῶν Φιλελευθέρων ἐζήτησαν νὰ εὕρωμεν ἕνα τρόπον συνεννοήσεως πρὸς ἀλλήλους, ἵνα μὴ κατὰ τὰς ἐκλογὰς ὑποστῶμεν ἧτταν ἐκ τῆς διαιρέσεως. Δὲν ὑπῆρχεν δὲ ἀκόμη σαφὴς ἡ ἀντίληψις ὅτι θὰ ἀπεῖχον οἱ ἀντιδραστικοὶ ἐκ τῶν ἐκλογῶν. Τοῦτο κατεδηλώθη κατὰ τὰς τελευταίας ἡμέρας. Ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἐπαναστάσεως ὁ ὁποῖος φυσικὰ ἐνδιεφέρετο νὰ μὴ χάσῃ ἡ παράταξις τῶν Φιλελευθέρων ἀπέναντι τῶν ἀντιδραστικῶν, κατέβαλλεν ὑπερανθρώπους προσπαθείας νὰ μᾶς φέρῃ εἰς συνεννόησιν. Ἡμεῖς εἴπομεν εἰς τὸν ἀρχηγὸν τῆς Ἐπαναστάσεως ὅτι δὲν ἔχομεν καμμίαν δυσκολίαν νὰ εὑρεθῇ εἷς τρόπος συνεννοήσεως, καθόσον ἡμεῖς δὲν εἶναι δυνατὸν βεβαίως νὰ κατέλθωμεν εἰς τὰς ἐκλογὰς χωρὶς νὰ διαδηλῶμεν εἰς τὸν λαὸν τί θέλομεν.
§39Κ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Τὰς ἰδικάς σας ἰδέας.
§40Σ. ΣΙΜΟΣ. Ποίας ἰδέας; Δὲν ὑπῆρχε, κ. συνάδελφε τόση διαφορὰ ὅσην φαντάζεσθε. Ἡ διαφωνία ἐνέκειτο εἰς τοῦτο, ὅτι ἡ μὲν πρώτη παράταξις ἔλεγεν ὅτι κατερχόμεθα χωρὶς νὰ θέσωμεν πολιτειακὸν ζήτημα καὶ ζητοῦμεν ἐν λευκῷ τὰς ψήφους τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ, ἡ δὲ ἄλλη παράταξις ἔλεγεν ὅτι κατερχόμεθα μὲ ἀναπεπταμένην τὴν σημαίαν ζητοῦντες τὰς ψήφους τοῦ λαοῦ ὑπὲρ τῆς Δημοκρατίας. Νομίζω ὅτι ἀνέγνωσαν καὶ οἱ ἄλλοι συνάδελφοι τὸ πρόγραμμα ἡμῶν. Τὸ πρόγραμμα ἡμῶν ἔλεγε τοῦτο· ὅτι κατερχόμεθα μὲ ἀναπεπταμένην τὴν σημαίαν τῆς δημοκρατίας κατὰ τὰς ἐκλογάς, κατὰ τῆς Δυναστείας. Δεχόμεθα μόνον ἐν ᾗ περιπτώσει ὑπάρχουν ἐξωτερικοὶ κίνδυνοι τὴν ἐπιφύλαξιν φυσικὰ νὰ μὴ βλάψωμεν τὴν Πατρίδα μας.
§41Γ. ΣΕΧΙΩΤΗΣ. Ἐπιτρέπετε κ. συνάδελφε, μίαν λέξιν;
§42Σ. ΣΙΜΟΣ. Μάλιστα.
§43Γ. ΣΕΧΙΩΤΗΣ. Εἴπετε ὅτι κατήλθετε σεῖς οἱ φιλελεύθεροι δημοκρατικοὶ εἰς τὰς ἐκλογὰς μὲ πρόγραμμα καθαρῶς δημοκρατικόν. Δὲν ἐπεφυλάχθητε διόλου;
§44Σ. ΣΙΜΟΣ. Ὄχι, εἴχομεν μόνον τὴν ἐπιφύλαξιν τῶν ἐξωτερικῶν κινδύνων.
§45Γ. ΣΕΧΙΩΤΗΣ. Διὰ νὰ συζητήσητε εἴχετε ὑπ’ ὄψει τούτους· νὰ εἰσέλθητε εἰς τὴν Ἐθνοσυνέλευσιν καὶ ἡ Ἐθνοσυνέλευσις νὰ ἀποφασίσῃ ἂν πρέπει νὰ γίνῃ μετεκλογικὸν δημοψήφισμα ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν ὑπῆρχον ἐξωτερικοὶ κίνδυνοι ἐμποδίζοντες τοῦτο. Ἄρα ὑμεῖς οἱ δημοκρατικοὶ φιλελεύθεροι ἐπλειοδοτεῖτε καὶ τῶν δημοκρατικῶν. Εἶσθε δημοκρατικώτερος τῶν κυρίων δημοκρατικῶν.
§46Σ. ΣΙΜΟΣ. Τὸ μετεκλογικὸν δημοψήφισμα διὰ τὸ πολιτειακὸν δὲν τὸ ἠρνήθημεν, κ. συνάδελφε, οὐδὲ ἡμεῖς οὐδὲ οἱ δημοκρατικοί. Περὶ αὐτοῦ τοῦ ζητήματος εἴχομεν ἐκπεφρασμένην γνώμην καὶ οἱ μὲν καὶ οἱ δέ. Ὅσον ἀφορᾷ ὅμως τὸ δυναστικόν, εἰς τὸ πρόγραμμά μας εἴμεθα σαφεῖς, σαφέστατοι, ὅτι θεωροῦμεν τὴν Δυναστείαν ἐκπεσοῦσαν.
§47Γ. ΣΕΧΙΩΤΗΣ. Καὶ ἕν ἄλλο...
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀρκεῖ παρακαλῶ.
§49Γ. ΣΕΧΙΩΤΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ. Ἡ ἐκδήλωσις τοῦ δημοκρατικοῦ φρονήματος τοῦ λαοῦ τῶν Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς ἐγένετο πολὺ πρίν ἢ συνταχθῇ τὸ πρωτόκολλον ἐκεῖνο. Ἐὰν τὸ πρωτόκολλον προηγεῖτο τῆς ἐκδηλώσεως τῶν δημοκρατικῶν φρονημάτων τοῦ λαοῦ, ἠδύνασθε νὰ εἴπητε...
§50Σ. ΣΙΜΟΣ. Ποῖον πρωτόκολλον;
§51Γ. ΗΣΑΪΑΣ. Ἔχει λάθος ὁ κ. συνάδελφος. Τὸ πρωτόκολλον ὑπεγράφη πρῶτον καὶ κατόπιν ἔγιναν αἱ ἐκδηλώσεις τῶν Φιλελευθέρων ὀργανώσεων.
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀρκοῦν αἱ διακοπαί, παρακαλῶ.
§53Σ. ΣΙΜΟΣ. Ὀφείλω νὰ εἴπω τοῦτο· ὅτι οἱ δημοκρατικοὶ βλέποντες τὸ ρεῦμα ὀγκούμενον ὑπὲρ αὐτῶν ἦσαν ὀλίγον ἀδιάλλακτοι. Ἐμεσολαβήσαμεν ἡμεῖς οἱ δημοκρατικοὶ φιλελεύθεροι, οἱ ὁποῖοι εἴμεθα εἰς τὸ μέσον καὶ ἐζητήσαμεν νὰ εὕρωμεν ἕνα τρόπον συμβιβασμοῦ, ὥστε νὰ κάμωμεν ἕνα συνδυασμὸν εἰς τὰς Ἀθήνας καὶ εἰς τὸν Πειραιᾶ, ὅτε μᾶς ἐστάλη ἓν σχέδιον πρωτοκόλλου τὸ ὁποῖον καὶ ἀνεγνώσθη ἐνταῦθα. Ὑπῆρξαν ἀντιρρήσεις τῶν δημοκρατικῶν μία συντακτικὴ φράσις, ἂν θὰ εἶναι ἡ ἐκδηλωθησομένη γνώμη τῆς Συνελεύσεως ὑπὲρ τῆς Δημοκρατίας ἢ περὶ τῆς Δημοκρατίας. Ἔγινεν ἡ σχολαστική, ἐὰν θέλητε, αὐτὴ συζήτησις καὶ ὑπερίσχυσεν ἡ ὑπὲρ ἀπέναντι τῆς περὶ (γέλωτες). Αὐτὸ εἶναι τὸ πρωτόκολλον, τὸ ὁποῖον ὀφείλω νὰ καταστήσω γνωστὸν ὅτι δὲν ἐζητήθη παρ’ ἡμῶν οὔτε παρὰ τῆς δημοκρατικῆς παρατάξεως νὰ ὑπογραφῇ. Ἐπρόκειτο περὶ τούτου· νὰ εὑρεθῇ εἷς τρόπος συμβιβασμοῦ. Κατὰ συνέπειαν ἡμεῖς οἱ δημοκρατικοὶ φιλελεύθεροι πρὸ τῶν ἐκλογῶν ἔχομεν ἀνειλημμένην τὴν ὑποχρέωσιν τοὐλάχιστον ὅσον ἀφορᾷ τὸ δυναστικόν.
§54Γ. ΣΕΧΙΩΤΗΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίρρησις.
§55Σ. ΣΙΜΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίρρησις παρὰ τῇ Κυβερνήσει περὶ τῆς ὑποχρεώσεως ἡμῶν τῆς ἀνειλημμένης προεκλογικῶς.
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ, ἄνευ διακοπῶν, διότι δὲν τελειώνομεν.
§57Σ. ΣΙΜΟΣ. Γεννᾶται ἀπορία τώρα: Ἡμεῖς οἱ ὁποῖοι εἴχομεν τὸ θάρρος καὶ τὴν πίστιν πρὸς τὴν δημοκρατικὴν ἰδεολογίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ προεκλογικῶς, διατί διστάζομεν τώρα, διατί φοβούμεθα τώρα τὸν Λαόν; Τὸ ζήτημα κύριοι, δὲν εἶναι ἂν πιστεύομεν ἢ δὲν πιστεύομεν πρὸς τὴν δημοκρατικὴν ἰδεολογίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ. Τὸ ζήτημα εἶναι ἂν εἶναι σκόπιμον ἢ ὄχι νὰ θέσωμεν τὸν Ἑλληνικὸν Λαὸν ἀπροπαράσκευον ἐνώπιον ἑνὸς δημοψηφίσματος, τὸ ὁποῖον παρέχει κινδύνους, τοὺς ὁποίους ἄν τινες τῶν συναδέλφων παραγνωρίζουν εἶναι ἄξιοι συγχαρητηρίων, ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν δύνανται νὰ πείσωσι καὶ ἡμᾶς περὶ τῆς ἀνυπαρξίας των. Κύριοι, ἠκούσαμεν χθὲς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ἐλαττώσαντα ἐν τῇ ἀγαθῇ διατυπώσει τῶν πραγμάτων τὴν διορατικότητα τοῦ ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων.
§58Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων ἔλειπε καὶ ἠρύετο τὰς πληροφορίας ἐξ ὅλων ἡμῶν καὶ αἱ συνεντεύξεις ἦσαν ἀπολύτως εὐέλπιδες.
§59Σ. ΣΙΜΟΣ. Μάλιστα.
§60Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ὑποθέτω, ὅτι ὑποτιμῶ τὴν ἀντίληψίν του οὔτε τὴν διορατικότητά του, διότι αὐτὸ εἶναι ζήτημα στοιχείων καὶ πληροφοριῶν καὶ ζήτημα τρόπου συλλογῆς πληροφοριῶν. Καθεὶς ἔχει τὴν μέθοδόν του. Ὁ τρόπος κατὰ τὸν ὁποῖον συλλέγει τις τὰς πληροφορίας καὶ ἐλέγχει αὐτὰς ἄγει εἰς συμπεράσματα διάφορα. Αὐτὸ δὲν ἔχει οὐδεμίαν σχέσιν μὲ τὴν ἀντίληψιν καὶ ὀξυδέρκειαν, οὔτε ἐγὼ ἰσχυρίσθην ὅτι ἐγὼ ἔχω μεγαλειτέραν ὀξυδέρκειαν τῶν ἄλλων συναδέλφων, διότι διαβλέπω μίαν ἀντίθεσιν παρὰ τῷ Λαῷ.
§61Σ. ΣΙΜΟΣ. Ὑποθέτω ὅμως ὅτι ἐβάλατε ἕνα «ἴσως» εἰς τὰς δηλώσεις σας.
§62Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Κατὰ δεύτερον λόγον δὲν ἀξιῶ οὐδὲν βραβεῖον.
§63Σ. ΣΙΜΟΣ. Λέγω ὅτι ἐφόσον χθὲς εἴπετε ὅτι ὁ κ. Βενιζέλος ἔλειπε μῆνάς τινας καὶ δὲν ἐγνώριζε τὴν κατάστασιν, βεβαίως κατὰ μείζονα λόγον δὲν εἶναι εἰς ἐπαφὴν πρὸς τὰς λαϊκὰς ὁρμάς· διότι ὀφείλετε, κ. Πρόεδρε, νὰ μὴ παρίδητε τοῦτο, ὅτι μετὰ τὰς ἐκλογὰς πλειότεροι τοὺς 200 πληρεξουσίων ἐξεδηλώθησαν δημοκρατικοί.
§64ΣΤ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ. Ὄχι.
§65ΣΠ. ΣΙΜΟΣ. Ἡ πλειοψηφία ἐγένετο μειοψηφία. Εἰς τὴν... (Θόρυβος).
§66ΝΕΟΚ. ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΗΣ. Εἰς τὴν Ἤπειρον ἐγένετο δημοκρατικὸς συνδυασμός.
§67ΣΠ. ΣΙΜΟΣ. Ὄχι.
§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἐπιτρέπω διακοπάς.
§69ΣΠ. ΣΙΜΟΣ. Λυποῦμαι, διότι δὲν ἀφίνει ὁ κ. Πρόεδρος ν’ ἀπαντήσω.
§70Γ. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Διατί νὰ μὴ ἀπαντήσῃ;
§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διότι δὲν ἐπιτρέπει διακοπάς.
§72ΣΠ. ΣΙΜΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, αἱ εὐθῦναι πάσης Κυβερνήσεως ἀποδίδονται ἀπέναντι τοῦ Λαοῦ. Ἐξεταστέον σοβαρῶς, ἂν τὸ πολιτικὸν αἰσθητήριον τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἔχῃ τόσην ἔντασιν ὅπως πρὸ τοῦ δημοψηφίσματος, τὸ ὁποῖον σκέπτεται νὰ φέρῃ ἐνώπιον τοῦ Λαοῦ ἔχει τὰ ἀποτελέσματα τὰ προσδοκώμενα, ἀλλὰ δὲν εἶναι βεβαίως ἀξιοκατάκριτοι καὶ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι προνοητικῶς εἰσηγοῦντο εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ προσέξῃ σοβαρῶς. Κύριοι, ὅσον ἀφορᾷ τὸ δυναστικὸν ἐγὼ ἐκπλήσσομαι καὶ εἶναι ἀνεξήγητον διατί ἡ Κυβέρνησις δὲν ἀφίνει τὴν Συνέλευσιν ν’ ἀποφασίσῃ, καθόσον καὶ ἡ Κυβέρνησις διὰ τῶν προγραμματικῶν δηλώσεών της τὴν μεταχειρίζεται κατὰ τρόπον ἐχθρικόν. Δὲν βλέπω διατί ἡ Συνέλευσις νὰ στερηθῇ τοῦ δικαιώματος νὰ ἔχῃ μίαν γνώμην. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ δημοψήφισμα, θὰ συνίστων εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ μὴ σπεύσῃ. Γνωρίζει καλὰ ὅτι πρὸ τριετίας τὸ Κράτος αὐτὸ εἶναι ξεχαρβαλωμένον, ἀσφάλειαν δὲν ἔχει, Δικαιοσύνην καὶ Διοίκησιν δὲν ἔχει καὶ κατὰ συνέπειαν θὰ ἐμφανισθῶμεν μετὰ δίμηνον ἐργασίαν διὰ νὰ τὸν καλέσωμεν εἰς ἐκλογὰς καὶ ἐφόσον εἴχομεν ἐκλογὰς πολιτικὰς ἐψήφιζεν ὁ Λαὸς μίαν πολιτικήν, ἀλλὰ σήμερον δίδομεν ἐνώπιον τοῦ Λαοῦ μίαν ὡραίαν, ἀλλ’ ἀφῃρημένην ἔννοιαν καθ’ ὃν χρόνον ἡμεῖς ἐδῶ κατατρίβομεν τὸν χρόνον μας εἰς συζητήσεις. Ὁ ἐχθρὸς προπαγανδίζει ὁ ἐσωτερικὸς καὶ γνωρίζετε καλῶς οἱ παροικοῦντες ἐν Ἱερουσαλὴμ ποίαν σημασίαν ἔχει τοῦτο. Κύριοι, προτοῦ κατέλθωμεν εἰς τὰς ἐκλογὰς τοῦ δημοψηφίσματος, ἔχομεν ὄχι μόνον τὴν προπαγάνδαν τὴν ἀντιδραστικήν, ἀλλὰ καὶ τὴν κρατικήν. Ἐξακολουθεῖ ἀκόμη εἰς τὰς ἐκκλησίας τὸ πολυχρόνιον, ἐξακολουθοῦν οἱ ἀρχιερεῖς μὲ τὰ τρικέρια νὰ λέγωσι: Κύριε, σῶσον τοὺς Βασιλεῖς. Ἔχομεν πληροφορίας ἐκ τῶν ἀντιδραστικῶν ἐνεργειῶν ὅτι εἰς τὰ χωρία τοὺς λέγουν ὅτι μὲ τὴν Δημοκρατίαν δὲν θὰ μεταλαμβάνετε εἰς τὸ ἑξῆς. Ὅτε δὲ ἠρώτησέ τις διατί, τοῦ εἶπον ὅτι ὅταν θὰ ἐξέλθῃ ὁ παππᾶς μὲ τὰ ἅγια δὲν θὰ εἴπῃ «τοῦ εὐσεβεστάτου Βασιλέως» καὶ ἑπομένως δὲν θὰ μεταλαμβάνῃ. Τοὺς λέγουν εἰς τὰ χωρία ὅτι θὰ εἴπῃ θὰ παύσουν νὰ τὰ πωλοῦν ὅταν γίνῃ Δημοκρατία, καὶ ἂν θέλετε νὰ πεισθῆτε περὶ τούτου γράψατε εἰς συγγενεῖς σας ἐν Ἀμερικῇ διὰ νὰ πληροφορηθῆτε ἂν πωλοῦσιν ἐκεῖ οἰνόπνευμα ἢ κρασί. Θὰ σᾶς ἀπαντήσωσιν ὅτι δὲν πωλοῦσιν. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἐργασία τὴν ὁποίαν κάμνουσιν αὐτοί. Καὶ ἐρωτῶ τὴν Κυβέρνησιν: Θὰ δυνηθῇ εἰς 15 ἡμέρας, διότι φυσικὰ θὰ διαρκέσουν αἱ ἐργασίαι τῆς Συνελεύσεως 15 ἡμέρας, νὰ καταπνίξῃ τὴν προπαγάνδαν αὐτήν, τοὐλάχιστον ἐὰν δὲν θέλῃ νὰ μεταβάλῃ τὰς προγραμματικὰς δηλώσεις; Θὰ συνίστων ἐφόσον δὲν ὑπάρχει προθεσμία νὰ βραδύνῃ, διὰ νὰ προπαρασκευάσῃ προηγουμένως τὴν κοινὴν γνώμην καὶ νὰ καθορίσῃ τὴν κατάστασιν αὐτήν, καὶ ἔπειτα νὰ γίνῃ τὸ δημοψήφισμα· ἄλλως ἂς πᾶνε ρισκόροι μὲ ὅλην τὴν πεποίθησιν τὴν ὁποίαν ἔχομεν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν Λαὸν καὶ εἰς τὴν πίστιν τὴν ὁποίαν ἔχομεν εἰς αὐτόν.
§73ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Παρήλθεν ἡ ἡμίσεια ὥρα.
§74ΣΠ. ΣΙΜΟΣ. Πρόκειται περὶ εὐθύνης ἰδικῆς σας καὶ ἰδικῆς μας.
§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἐπιτρέπω οὐδεμίαν διακοπήν.
§76ΣΠ. ΣΙΜΟΣ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἐπαναλαμβάνω νὰ συστήσω εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ μελετήσῃ τὸ ζήτημα τοῦ δημοψηφίσματος περισσότερον, διότι, κύριοι συνάδελφοι, κατὰ τὸν τρόπον μὲ τὸν ὁποῖον ἡρμηνεύθη ἡ ἀποστολὴ τῆς Συνελεύσεως ἐνταῦθα εἶναι ὅτι γνώμην μὲν δὲν ἔχομεν ὡς πληρεξούσιοι οὐδεμίαν, τὴν εὐθύνην δὲ τὴν ἔχομεν ἐξ ὁλοκλήρου καὶ ἀκεραίαν. (Χειροκροτήματα).
§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σολιώτης.
§78Ι. ΣΟΛΙΩΤΗΣ. Κύριοι πληρεξούσιοι, εὐελπιστῶ ὅτι δὲν θὰ εὕρω ἀντιρρήσεις δισχυριζόμενος ὅτι οἱ πράττοντες τὰ κοινά, οἱ ἔχοντες δημόσιον βίον ἀσκοῦσι τὴν πρακτικωτέραν τῶν ἐπιστημῶν. Καὶ λέγων πρακτικωτέραν τῶν ἐπιστημῶν ἐννοῶ ὅτι τὸ ἔργον τῶν μετερχομένων τὴν λειτουργίαν ταύτην κρίνεται πάντοτε ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων, οὐδέποτε ἐκ τῶν μέτρων τὰ ὁποῖα ἐτέθησαν εἰς χρῆσιν, ἵνα φθάσωμεν εἰς τὸν ἀπολογισμὸν ἐκεῖνον. Ἐὰν ὁ ἀπολογισμὸς ἐκεῖνος εἶναι καλός, ὁ λαός, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ ἀδέκαστος κριτής, θὰ κρίνῃ ὡς καλὸν τὸν ἀπολογισμὸν ἐκεῖνον ἀσχέτως πρὸς τὸ ποιὸν τῶν μέτρων τὰ ὁποῖα μετεχειρίσθη εἷς πολιτικὸς κόσμος, ἵνα φθάσῃ εἰς τὸ ἀποτέλεσμα ἐκεῖνο. Ἐὰν εἶναι κακὸς ἀσχέτως πάλιν πρὸς τὰ κακὰ ἢ καλὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα μετεχειρίσθη, πάλιν ἡ κρίσις θὰ τεθῇ ἐπὶ τοῦ κοινοῦ ἀπολογισμοῦ. Ὅταν ἔχωσι τὴν ἀρχὴν ταύτην ὡς γνώμονα, τὸν ὁποῖον ἔχουσι καὶ πρέπει νὰ ἔχωσι πάντες οἱ μετερχόμενοι τὰ κοινά, εὑρίσκω ἀπολύτως δεδικαιολογημένον τὸν σκεπτικισμὸν μὲ τὸν ὁποῖον προσατενίζουν πρὸς τὸ μέγα πρόβλημα, τὸ ὁποῖον ἀπασχολεῖ τὴν συνείδησιν τοῦ Ἔθνους ὁλοκλήρου. Ἐννοῶ τὸ πολιτειακὸν καὶ δυναστικὸν ζήτημα. Ἡ πτέρυξ ἐκείνη εἰς τὴν ὁποίαν παρακάθημαι οὐσιαστικῶς συμφωνεῖ μὲ τὴν ἄλλην, τὴν ἀριστεράν, τῆς ὁποίας δὲν ὑποτιμῶ τὸν ἅγιον ἐνθουσιασμόν, ὄχι δὲ μόνον δὲν τὸν ὑποτιμῶ, ἀλλὰ καὶ τὸν ζηλεύω. Διότι δὲν πρέπει νὰ ἀμφισβητηθῇ ἐνταῦθα ὅτι πάντες βασικῶς δὲν διαφωνοῦμεν καὶ νομίζω ὅτι καὶ ἐξ ὀνόματος τῆς πτέρυγος ἐκείνης δύναμαι νὰ εἴπω ὅτι οὐδεὶς πλὴν ἐλαχίστων πληρεξουσίων μόλις ἐπὶ τῶν δακτύλων τῆς μιᾶς χειρὸς μετρουμένων εἶναι πάντες δημοκρατικοί. Θέλομεν λοιπὸν νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ τέρμα ψαύοντες τὴν ὁδόν, βηματίζοντες ἐπ’ αὐτῆς καὶ ὄχι θίγοντες αὐτὴν ἔστω καὶ διὰ τῶν ἄκρων τῶν πτερύγων τοῦ ἐνθουσιασμοῦ. Ἐφόσον θέτω τοιαύτην βάσιν καὶ τοιαύτην ἀντίληψιν εὑρίσκω, κύριοι, ὅτι ὅλαι αἱ ἀντιλήψεις, αἱ ὁποῖαι προήχθησαν μέχρις ἐγκλήσεων τῆς μιᾶς πτέρυγος καὶ τῆς ἄλλης ἐγκαλουμένης κατὰ τοιοῦτον τρόπον, εὑρίσκω, λέγω, ὅτι εὐκόλως δύναται νὰ σχηματισθῇ ἡ ἐντύπωσις παρὰ τῇ Κοινῇ Γνώμῃ καὶ νὰ διαμορφωθῇ δημόσιον φρόνημα ὅτι ἡμεῖς ἔχομεν ἀμφίβολον πίστιν εἰς τὸ δημοκρατικὸν πολίτευμα καὶ εἰς τὴν δημοκρατικὴν ἰδέαν. Ἐφόσον ὄχι μόνον ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἀλλὰ καὶ διὰ τοῦ δημοκρατικοῦ καὶ δημοσιογραφικοῦ ὀργάνου ἡ αὐτὴ προσπάθεια καταβάλλεται, διότι εἰς προχθεσινὸν φύλλον τοῦ «Ἐλευθέρου Τύπου» ἀνέγνωσα ὅτι ὁ Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων λέγει ὅτι ὄχι μόνον δὲν εἶναι δημοκρατικός, ἐνῷ ἔλεγεν ὅτι εἶναι δημοκρατικός, ἀλλὰ καὶ κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην διεξάγει συνεννοήσεις παρασκηνιακὰς μετὰ τοῦ ἀντιβενιζελικοῦ κόσμου πρὸς ἐγκαθίδρυσιν καὶ μονιμοποίησιν τοῦ ὑπάρχοντος νῦν πολιτεύματος ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς ἀλλαγῆς τῆς Δυναστείας, διεξάγει συνεννοήσεις μὲ τὸν ἀντιβενιζελικὸν κόσμον ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ μείνῃ τὸ ἐφεστὼς πολίτευμα, ἐνῷ ἔλεγεν ὅτι εἶναι δημοκρατικός, ἵνα παραμείνῃ ὑπὸ τὸν ὅρον τοῦ νὰ ἀλλάξωμεν Δυναστείαν. Ἀλλ’ ὁ Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων εἶπεν ὅτι θὰ δώσῃ δημοκρατικὴν ψῆφον. Καὶ εὑρισκόμεθα τοιουτοτρόπως εἰς μικρὰν ἀντίθεσιν πρὸς τὸν ἀρχηγὸν τοῦ ὁποίου τὴν πολιτικὴν ἀκολουθοῦμεν. Καὶ καθ’ ὃν τρόπον διεξάγονται αἱ συζητήσεις ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ παρέχομεν τὴν εἰκόνα, δίδομεν τὴν ἐντύπωσιν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν Λαὸν ὅτι ἐνταῦθα ῥιζικῶς διαφωνοῦμεν, ἐνῷ πρέπει νὰ ἀποδείξωμεν ὅτι οὐδεμία ῥιζικὴ διαφωνία ὑπάρχει καὶ ὅτι ὡς πρὸς τὰς μεθόδους μόνον διαφωνοῦμεν. Διότι ἐπαναλαμβάνω ὅτι θέλομεν τὸ ἔδαφος νὰ τὸ βηματίσωμεν, νὰ τὸ αἰσθανθῶσιν οἱ πόδες μας καὶ ὄχι νὰ τὸ θίξωμεν μὲ τὰς πτέρυγας τοῦ ἐνθουσιασμοῦ μας μόνον. Μετὰ τὰ ὀλίγα ταῦτα θέλω νὰ εἴπω ὀλίγα ἐπὶ τοῦ δυναστικοῦ καὶ τοῦ πολιτειακοῦ. Καὶ διὰ νὰ συνεχίσω τὰς σκέψεις μου ἐπ’ αὐτοῦ ὑπομιμνήσκω τὴν ἀρχὴν τὴν ὁποίαν ἔθεσα ἐν προοιμίῳ, ὅτι ὁ πολιτικὸς ἀνὴρ ἀσκεῖ τὴν κατ’ ἐξοχὴν πρακτικὴν ἐπιστήμην καὶ ἡμεῖς ὡς πολιτευόμενοι πρέπει νὰ εἴμεθα πρακτικοὶ καὶ πολὺ σκεπτικισταί. Ὁ γνώμων αὐτὸς μᾶς ὁδηγεῖ εἰς τὴν ἀκόλουθον ἀντίληψιν καὶ εἰς τὴν σύλληψιν μιᾶς πραγματικότητος, ἡ ὁποία ὑφίσταται πρὸ τῶν ὀφθαλμῶν μας μὲ τόσην ἀκαμψίαν καὶ εἶναι τόσον ἀμείλικτος ὅταν τὴν ἀτενίζωμεν καὶ τὴν ἀναγνωρίζωμεν ὅτι ὑπάρχει, ὥστε νομίζω, ὅτι ὅλαι αἱ συζητήσεις περιττεύουν. Καὶ ἡ ἀρχὴ αὐτὴ εἶναι ἡ ἀκόλουθος. Ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς ἐπὶ δύο ἤδη μῆνας εὐθὺς ὡς προσήγγιζε πρὸς τὴν πραγματικότητα, χωρὶς νὰ ἐξετάσῃ ὁλόκληρον τὴν διαδικασίαν ἡ ὁποία ἔλαβε χώραν ἀπὸ τῆς καταπνίξεως τοῦ στασιαστικοῦ κινήματος, ἀπὸ τῶν δηλώσεων τῆς προγενεστέρας Κυβερνήσεως τοῦ Ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων καὶ τῶν δηλώσεων τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, χωρὶς νὰ ἐξετάσῃ, λέγω, τὴν διαδικασίαν αὐτὴν εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο βλέπει μόνον ὅτι ἐδημιουργήθη μία πραγματικότης εἰς τὴν ἀντίληψίν του, κατὰ τὴν ὁποίαν οὗτος πιστεύει εἰς τὴν λύσιν τοῦ μεγάλου προβλήματος, τὸ ὁποῖον ἀπασχολεῖ τὴν συνείδησίν του. Ἐὰν πρὸς στιγμὴν τείνωμεν τὸ οὖς προσεκτικὰ εἰς τὰς ἐπιθυμίας ἀμφοτέρων, τοῦ κέντρου καὶ τῆς ἀριστερᾶς, καὶ προσχωρήσωμεν καὶ δεχθῶμεν τὴν ἄποψίν σας ὥστε νὰ λύσωμεν καὶ τὸ δυναστικὸν ζήτημα ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ καὶ προβαίνοντες ἔτι περαιτέρω ἐπιλύσωμεν καὶ τὸ πολιτειακὸν ζήτημα ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, τότε ἐγὼ νομίζω ὅτι θὰ προσκρούσωμεν ἐπὶ τῆς ἀκαμψίας τῆς πραγματικότητος καὶ ἡ πραγματικότης αὐτὴ ἐτοποθετήθη δι’ ἀμέσου ἐντυπώσεως ἐν τῇ συνειδήσει τοῦ Λαοῦ. Ἐγὼ τοὐλάχιστον παρακολουθῶν τὰ πράγματα προσεγγίζων, ὅσον δύναμαι πρὸς αὐτὰ λέγω ὅτι τίποτε ἄλλο δὲν βλέπω παρὰ ὅτι ὁ Λαὸς ἀναμένει νὰ δώσῃ ψῆφον. Ἐκεῖνο ὅμως τὸ ὁποῖον βλέπω εἶναι ὅτι ἡ πίστις καὶ ὁ ἐνθουσιασμὸς τῆς ἀριστερᾶς πτέρυγος δὲν μᾶς παρουσιάζει καὶ τὸ τεκμήριον ἢ καὶ τοὐναντίον ὅτι μᾶς παρουσιάζει τὸ τεκμήριον πίστεως ἢ μὴ πίστεως εἰς τὸν Λαόν. Ἐγὼ τοὐλάχιστον νομίζω καὶ οὔτε θέλω νὰ πιστεύσω πρὸς στιγμὴν ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς παθὼν τοσαύτας καταστροφὰς δὲν θὰ ἀπεκόμισεν ἐκεῖθεν τὸ πολύτιμον δίδαγμα καὶ δὲν προσατενίζει τὴν ἔνοχον Δυναστείαν καὶ δὲν ἀναμένει καὶ δὲν καραδοκεῖ τὴν στιγμὴν ἵνα δώσῃ τὴν ψῆφον μελανὴν πρὸς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἀπειργάσθησαν τοσαύτας καταστροφάς. Μίαν μόνον εὐχήν, διότι τοῦτο αἰσθάνεται ἡ συνείδησίς μου ὡς ἀληθές, μίαν μόνον εὐχὴν θὰ ὑποβάλω εἰς τὸν ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι τὸ πολλαπλοῦν ἐρώτημα εἰς τὸν Λαὸν ἐνδέχεται νὰ ἐπιφέρῃ σύγχυσιν, καλὸν δὲ θὰ ἦτο ἵνα μὴ μειώσωμεν τὰς πιθανότητας, ἔστω καὶ κατ’ ἐλάχιστον, νὰ ἀπομονώσωμεν τὸ δυναστικὸν καὶ ἐρωτηθῇ ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς εἰδικῶς ἐπὶ τοῦ πολιτειακοῦ καὶ ὡς πρὸς τοῦτο σφάλμα ἦτο τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Πατρῶν πληρεξουσίου, ὅτι τὸ διπλοῦν ἐρώτημα δὲν συγχύζει τὸν Λαόν. Ὅταν ὁ Λαὸς ἀποφανθῇ κατὰ τῆς Δυναστείας, θὰ δημιουργηθῇ μία τοιαύτη κατάστασις ἡ ὁποία ἀνοίγει διάφωτον τὴν ὁδὸν ἡ ὁποία μᾶς ἄγει εὐθέως πρὸς τὸ δημοκρατικὸν πολίτευμα. Πρὶν κατέλθω τοῦ βήματος τούτου, αἰσθάνομαι καθῆκον νὰ ὑψώσω τὴν ἀσθενῆ φωνήν μου οὐχὶ εἰς ὑμᾶς, κ. πληρεξούσιοι, ἀλλ’ ἵνα ἀκουσθῇ καὶ νὰ φθάσῃ μέχρι τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ, διότι θέλω νὰ θέσω εἰς τὸν Ἑλληνικὸν Λαὸν ἐναργῶς τὸ τί ἀναμένει αὐτόν, ἐὰν διὰ τῆς ψήφου του ἐπαναφέρῃ Βασιλέα τὸν Γεώργιον καὶ ψηφίσῃ ὑπὲρ τῆς Συνταγματικῆς Βασιλείας καὶ τί ὅταν ψηφίσῃ ὑπὲρ τῆς Δημοκρατίας. Ἐὰν ὑποθέσωμεν ὅτι περιπίπτει εἰς τὸ λάθος τοῦτο, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον οὐδέποτε φαντάζομαι, ἂς γνωρίζῃ ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς ὅτι εἶναι ταυτόσημον τὸ διάβημά του μὲ τὴν ἀνόρυξιν τοῦ ἰδίου του τάφου μὲ τὰς ἰδίας του χεῖρας καὶ τὴν ἀπόθεσιν τῆς πλακὸς τοῦ τάφου. Διότι, ἐὰν προκύψῃ τοιοῦτον ἀποτέλεσμα ἐκ τῆς ἐτυμηγορίας τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ, συμφωνῶ κατὰ τοῦτο μὲ τὸν ἀξιότιμον ἐκ Ροδόπης κ. συνάδελφον, ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ εὕρωμεν τὴν ἡσυχίαν. Σάλος καὶ ἀναρχία θὰ ἐπικρατήσῃ. Σάλος θὰ παραλύσῃ τὴν ἐσωτερικὴν τάξιν, ὥστε εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ ἐμφανισθῶσι καὶ οἱ ἐξωτερικοὶ κίνδυνοι περὶ ὧν τοσοῦτος λόγος ἐγένετο ἐνταῦθα. Εἶναι ταῦτα ἀπολύτως ἀλληλένδετα. Ἡ ἐσωτερικὴ ἀναρχία καὶ ἀποσύνθεσις βεβαιότατα θὰ δημιουργήσουν ἐσωτερικοὺς κινδύνους. Ἤθελον ἡ ἀσθενής μου φωνὴ νὰ φθάσῃ μέχρι τῶν περάτων τοῦ Ἑλληνικοῦ κόσμου, διὰ νὰ γνωρίζῃ καλῶς ὁποία μαύρη τύχη ἀναμένει αὐτὸν ἐν ᾗ περιπτώσει ἤθελε δώσει καὶ πάλιν τὴν ψῆφόν του ὑπὲρ τῆς Βασιλείας. Ἐὰν ὅμως ψηφίσῃ ὑπὲρ τῆς Δημοκρατίας, εἶμαι ἀπολύτως βέβαιος ὅτι ἡ τάξις θὰ παραμείνῃ, καί, ἐὰν ὑπάρξουν κίνδυνοι, θὰ ὑπάρξουν πολὺ βραδύτερον, ὅτε βεβαίως θὰ δυνηθῶμεν νὰ τοὺς ἀτενίσωμεν καὶ ἐξουδετερώσωμεν. Εἶμαι πεπεισμένος ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς ἐπανέφερε τὰ πεπλανημένα βήματά του ἀπὸ τὴν ἀκρισίαν ἐκείνην ἡ ὁποία ἤγαγεν αὐτὸν εἰς τὴν ὀλισθηροτέραν κατωφέρειαν τῆς ἐθνικῆς καταστροφῆς, καὶ ὅτι ἐπανέφερε τὰ βήματά του εἰς τὴν ὁδὸν ἐκείνην τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ἡ εὐψυχία τῶν πατέρων ἡμῶν, καὶ θ’ ἀκολουθήσῃ μίαν ὁδὸν ἀνάλογον πρὸς τὰς κρισίμους περιστάσεις, διὰ νὰ εὕρῃ τὴν ἡσυχίαν του, ὥστε νὰ περισυλλέξῃ ἑαυτὸν καὶ βαθμηδὸν καὶ κατ’ ὀλίγον νὰ φθάσῃ ὥστε νὰ προσατενίσῃ καὶ τὰ ἰδανικὰ ἀπὸ τὰ ὁποῖα ἐφαίνετο προσωρινῶς ὅτι ἀπεμακρύνθη καὶ τὸ χρυσοῦν καὶ τιμαλφὲς ὄνειρον τῶν πατέρων τὸ ὁποῖον ἀναπαύεται εἰς τὰ θερμὰ ἀκρογιάλια, εἰς τὰς ὡραίας ἀκτὰς τοῦ Βοσπόρου. (Χειροκροτήματα)
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χαβίνης.
§80Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Εἰς τὰς προγραμματικὰς δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἀναφέρεται τίποτε περὶ στρατιωτικῆς ὀργανώσεως τῆς Χώρας· ἀναφέρεται μόνον ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ προσπαθήσῃ νὰ ἐντείνῃ καὶ νὰ τελειοποιήσῃ τὴν ἐκπαίδευσιν. Καὶ ὅσον μὲν ἀφορᾷ τὴν ἐκπαίδευσιν τῶν στελεχῶν δὲν ἔχω νὰ εἴπω τίποτε, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἤρχισε νὰ ὑποβάλλῃ μέτρα ἅτινα ἐν καιρῷ θὰ κρίνωμεν. Ὅσον ἀφορᾷ ὅμως τὴν ἐκπαίδευσιν τοῦ στρατεύματος θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν νὰ εἴπω τὰ ἑξῆς: Διὰ νὰ γίνῃ ἡ ἐκπαίδευσις ἀπαιτεῖται νὰ ὑπάρχουν εἰς τὰ συντάγματα στρατιῶται. Στρατιῶται ὅμως δὲν ὑπάρχουν· ὑπάρχουν μόνον ἀξιωματικοὶ ὑπηρέται αὐτῶν, μάγειροι, ἀσθενεῖς καὶ μερικοὶ ἄλλοι στρατιῶται μὴ ὑπηρετοῦντες παρὰ μόνον διὰ τὰ γυμνάσια λόχου. Καὶ τοῦτο εἶναι φυσικώτατον, διότι πῶς εἶναι δυνατὸν μὲ δύο ἡλικίας τὰς ὁποίας ἔχομεν ὑπὸ τὰ ὅπλα νὰ τροφοδοτηθῶσιν εἰς ἄνδρας δέκα τέσσαρες μεραρχίαι; Διότι ὀφείλουν νὰ γνωρίζουν οἱ κύριοι πληρεξούσιοι ὅτι μόνον ἡ Ἑλλὰς ἐξ ὅλων τῶν Κρατῶν τοῦ κόσμου ἔχει τοσαύτας μεραρχίας ἐν εἰρήνῃ ὅσας καὶ ἐν πολέμῳ. Δὲν ἠξεύρω ἂν ἡ Ἑλλὰς εἶναι ἡ πλουσιωτέρα Χώρα τοῦ κόσμου, ἀσφαλῶς ὅμως τοῦτο εἶναι ἐγκληματικὸν διὰ τὴν ἐκπαίδευσιν τοῦ στρατεύματος. Καὶ εἶναι ἐγκληματικόν, διότι δὲν ὑπάρχουν στρατιῶται ἀρκετοὶ διὰ νὰ γίνῃ ἡ ἐκπαίδευσις.
§81Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Ἦτο ἀπαραίτητον διὰ τὴν πολεμικὴν περίοδον.
§82Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Τώρα ἔχομεν εἰρήνην. Ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν ἡ Κυβέρνησις ὄχι μόνον διὰ τὴν ἐκπαίδευσιν τοῦ στρατεύματος, διὰ τὴν ὁποίαν ὀφείλει νὰ μεριμνᾷ συνεχῶς, ἀλλὰ καὶ διὰ νὰ δώσῃ ἐργασίαν εἰς τοὺς ἀξιωματικούς, ἡ ὁποία θὰ τοὺς ἐξαναγκάσῃ νὰ περιορίζωνται εἰς τὰ κύρια αὐτῶν ἔργα καὶ νὰ μὴ ἀσχολῶνται εἰς τὴν πολιτικήν, ὀφείλει, λέγω, ἡ Κυβέρνησις νὰ καταργήσῃ ἀμέσως τρεῖς μεραρχίας, διότι τοῦτο ὄχι μόνον θὰ ὠφελήσῃ, ἐπειδὴ θὰ ὑπάρχωσιν ἀρκετοὶ στρατιῶται εἰς τὰ συντάγματα δι’ ἐκπαίδευσιν, ἀλλὰ δὲν θὰ βλάψῃ καὶ εἰς τίποτε, διότι οἱοσδήποτε ὀργανισμὸς Στρατοῦ εἰς τὸ μέλλον, ἔστω καὶ ἂν ἔχωμεν διετῆ θητείαν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προβλέπῃ διὰ μεραρχίας πλείονας τῶν δέκα ἢ ἕνδεκα ὄχι μόνον διὰ τὸν λόγον τὸν ὁποῖον εἶπον προηγουμένως, ἀλλὰ καὶ διότι εἶναι ὑποχρεωμένον τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος νὰ αὐξήσῃ σοβαρῶς τὰ λοιπὰ Σώματα, πυροβολικόν, ἀεροπλοΐαν κλπ., ὡς ἔπραξαν καὶ τὰ λοιπὰ Κράτη. Θὰ σᾶς κάμω, κύριοι, ἕνα παραλληλισμὸν διὰ νὰ ἴδητε τὴν διαφοράν: Ἡ Ἑλλὰς ἔχει 42 συντάγματα πεζικοῦ, ἐνῷ ἡ Γαλλία ἔχει μόνον 100, ἡ Ἰταλία 125, ἡ Σερβία 51 καὶ ἡ Ρουμανία 84 συντάγματα. Διὰ τὸν λόγον αὐτὸν πρέπει νὰ σπεύσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν νὰ καταργήσῃ ἀμέσως τρεῖς μεραρχίας, διὰ νὰ δώσῃ ἐκπαίδευσιν εἰς τὸ στράτευμα καὶ διὰ νὰ περιορισθοῦν οἱ ἀξιωματικοὶ εἰς τὰ κύρια αὐτῶν ἔργα. Κύριοι πληρεξούσιοι, τῇ 17ῃ Δεκεμβρίου οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ Στρατοῦ καὶ τοῦ Στόλου ἐκτελοῦντες ἐντολὴν τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ ἐξεδίωξαν τοῦ πατρίου ἐδάφους τὸν τέως Βασιλέα Γεώργιον Γλύξμπουργκ. Ἐγὼ ὡς Ἕλλην καὶ ὡς πληρεξούσιος εὐγνωμονῶ τοὺς ἀξιωματικοὺς οἱ ὁποῖοι ἔκαμαν τὴν χειρονομίαν αὐτήν, ἄνευ τῆς ὁποίας δὲν γνωρίζω ἂν ἡ δημοκρατικὴ ἰδέα σήμερον θὰ εἶχεν ἐπὶ τοσοῦτον προοδεύσει. Ἂν οἱ ἀξιωματικοὶ ἔπραξάν τι τὸ τυπικῶς μὴ ὀρθόν, νομίζω ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς καὶ ἡ Συνέλευσις θὰ συγχωρήσουν ἓν ἐλάττωμα τὸ ὁποῖον ἔχουσιν οἱ ἀξιωματικοὶ νὰ μὴ προπορεύωνται μόνον εἰς τὰς μάχας, ἀλλὰ καὶ εἰς τὰς ἐλευθερίας τοῦ λαοῦ. Ἡ Κυβέρνησις διὰ τῶν προγραμματικῶν δηλώσεων ἐπιμένει νὰ θέσῃ καὶ τὰ δύο ζητήματα εἰς τὸ δημοψήφισμα. Κύριοι πληρεξούσιοι, θὰ ἐρωτηθῇ ὁ Ἑλληνικὸς Λαός, ὁ ἀγροτικὸς λαὸς ἂν προτιμᾷ τὴν Βασιλείαν ἢ τὴν Δημοκρατίαν. Δὲν γνωρίζω ἂν οἱ χωρικοὶ οἱ συμπατριῶται τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν ἄλλων κυρίων πληρεξουσίων ἔχουσι κάμει πολιτειακὰς μελέτας. Οἱ ἰδικοί μου δὲν γνωρίζουν τί θὰ εἰπῇ Δημοκρατία. Καὶ εἶναι πολὺ περίεργον νὰ ἐρωτηθῶσιν ἐπὶ ζητημάτων τὰ ὁποῖα δὲν γνωρίζουσι. Νομίζω δέ, καὶ συμφωνῶ πληρέστατα μὲ τὸν πληρεξούσιον κ. Μαργέτην, ὅτι εἶναι καὶ ἀναξιοπρεπὲς καὶ ἄνανδρον διὰ τὴν Συνέλευσιν νὰ θέλῃ νὰ μεταφέρῃ τὴν εὐθύνην εἰς τὸν Λαὸν καὶ νὰ μὴ ἔχῃ τὸ θάρρος μόνη της νὰ ἀναλάβῃ αὐτήν. Ἐκτὸς ὅμως τούτου θὰ προκύψῃ καὶ τὸ ἑξῆς ἄτοπον. Ἐπειδὴ οἱ Ἕλληνες ἀγρόται δὲν γνωρίζουν τί ἐστὶ Δημοκρατία, θὰ ψηφίσουν Δημοκρατίαν μόνον ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι θὰ πιστεύσουν εἰς τοὺς λόγους ἡμῶν τῶν φιλελευθέρων. Ἀλλὰ μία τοιαύτη Δημοκρατία, κύριοι συνάδελφοι, δὲν θὰ εἶναι ὅπως τὴν θέλει ὁ Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων ἐνσυνείδητος, θὰ εἶναι ἀσυνείδητος, θὰ εἶναι Δημοκρατία κομματική. Ἐνῷ ἡμεῖς δὲν θέλομεν Δημοκρατίαν κομματικήν, ἀλλὰ Δημοκρατίαν Ἑλληνικήν. Διότι τότε μόνον, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, θὰ εἶναι στερεὰ καὶ ἀπρόσβλητος. (Χειροκροτήματα). Δὲν εἶναι δυνατόν, κύριε Πρόεδρε, αἱ λαϊκαὶ μᾶζαι, αἵτινες εἶναι φύσει συντηρητικαί, διότι γνωρίζουν μόνον ὅ,τι παρέλαβον ἐκ τῶν γονέων των, ὅ,τι ἤκουσαν εἰς τὴν ἐκκλησίαν καὶ εἰς τὰ σχολεῖα, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξυπνήσωσι μίαν πρωΐαν καὶ νὰ εἴπωσιν ὅτι προτιμῶμεν τὴν Δημοκρατίαν, περὶ τῆς ὁποίας ὄχι μόνον δὲν ἔχουσιν οὐδεμίαν ἰδέαν, ἀλλὰ τοὐναντίον ἔχουσι προπαγανδισθῆ ἀσυστόλως καὶ ἀγρίως μάλιστα ὑπὸ τῶν βασιλικῶν. Δὲν πρέπει νὰ σᾶς διαφεύγῃ ὅτι ἡ προπαγάνδα ἔφθασε μέχρι τοῦ σημείου νὰ λέγῃ εἰς τοὺς χωρικοὺς ὅτι Δημοκρατία θὰ εἰπῇ νὰ σοῦ πάρουν τὸ χωράφι, τὴν γυναῖκα, τὴν ἀδελφὴν κ.λ.π. Ἐλπίζω ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν θὰ θελήσῃ νὰ μεταφέρῃ τὰς εὐθύνας εἰς τὸν Ἑλληνικὸν Λαὸν τὸν ἀγνοοῦντα παντελῶς τί ἐστὶ Δημοκρατία, ἀλλὰ θὰ θελήσῃ νὰ συμφωνήσῃ μὲ τὴν πτέρυγα ἐκείνην (ἀριστεράν), ἡ ὁποία θέλει νὰ λύσωμεν τὸ πολιτειακὸν ζήτημα ἐν τῇ Ἐθνοσυνελεύσει. Εἶναι καὶ ἄλλος ἰσχυρὸς λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον δὲν ἐπιτρέπεται νὰ τεθῇ πολιτειακὸν ζήτημα εἰς τὸν Λαόν. Ὁ ἔντιμος ἐκ Καλαβρύτων πληρεξούσιος κ. Θούας ὁμιλῶν ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης καὶ διερμηνεύων τὰς γνώμας μιᾶς μεγάλης μερίδος τοῦ Λαοῦ, ἐκείνου ὅστις εἶναι ὑπὲρ τῆς βασιλευομένης Δημοκρατίας, εἶπεν ὅτι ἂν θεωρήσητε ἐκπεσοῦσαν ὁριστικῶς τὴν Δυναστείαν, δι’ ἡμᾶς δὲν ὑπάρχει ζήτημα πολιτειακὸν καὶ πρέπει ἀμέσως νὰ ἐγκαθιδρύσητε τὴν Δημοκρατίαν, διότι δι’ ἡμᾶς τοὺς ὑπὲρ τῆς Βασιλείας, Βασιλεία σημαίνει Δυναστείαν τῶν Γλύξμπουργ. Ἡ γνώμη τοῦ κ. Θούα μᾶς δίδει τὴν κατεύθυνσιν τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἔχῃ ἡ διαδικασία ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐπίλυσιν τοῦ πολιτειακοῦ ζητήματος. Πρέπει τουτέστιν ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ νὰ τεθῇ πολιτειακὸν ζήτημα, διότι καὶ οἱ ἀντίθετοι δὲν τὸ θέλουσι καὶ ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς δὲν γνωρίζει τί ἐστὶ Δημοκρατία. Ἀλλά, ὡς ἀνέπτυξεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου προχθὲς ὁ φίλος μου κ. Καραπαναγιώτης, τὸ δυναστικὸν ζήτημα εἶναι λελυμένον οὐσιαστικῶς, τελειωτικῶς λελυμένον, διότι ἀπὸ τῆς πτώσεως τοῦ Βενιζέλου τοῦ 1915 πᾶς πολίτης ψηφίζων ἡμᾶς ἐψήφιζε κατὰ τῆς Δυναστείας. Καὶ ἀντιστρόφως πᾶς ψηφίζων τοὺς ἀντιθέτους ἡμῶν ἐψήφιζεν ὑπὲρ τῆς Μοναρχίας. Τὸ ζήτημα τὸ δυναστικὸν εἶναι ὁριστικῶς λελυμένον, διότι παντοῦ ὅπου ὡμιλήσαμεν κατὰ τὰς ἐκλογὰς καὶ ἐλέγομεν κατὰ τῆς Βασιλείας καὶ ὑπὲρ τῆς Δημοκρατίας, ὁ κόσμος ἐφώναζε: «κάτω ἡ Δυναστεία, ζήτω ἡ Δημοκρατία». Δὲν δύναται ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς ὁ ἀγροτικὸς νὰ φαντασθῇ ὅτι εἶναί τις Φιλελεύθερος καὶ δὲν εἶναι ἀντιδυναστικός. Τοῦτο εἶναι ἀκατανόητον. Μόνον ἡμεῖς εὑρισκόμενοι ἐνταῦθα ἐν ὀνόματι τοῦ Λαοῦ θέλομεν νὰ φέρωμεν τὸ ζήτημα καὶ πάλιν εἰς τὸν Λαὸν καὶ νὰ τὸν ἐρωτήσωμεν ἂν θέλῃ τὴν Δυναστείαν Γλύξμπουργ. Κατόπιν τῶν ὅσων εἶπον δὲν ἐπιτρέπεται νὰ τεθῇ εἰς τὸ δημοψήφισμα ζήτημα πολιτειακόν, διότι τοῦτο εἶναι ἀναξιοπρεπὲς καὶ ἄνανδρον νὰ θέλωμεν τὰ ἐπιρρίψωμεν τὴν εὐθύνην εἰς τὸν Λαόν, ὁ ὁποῖος δὲν δύναται νὰ ἔχῃ ἐνσυνείδητον γνώμην ἐπ’ αὐτοῦ. Ἔχομεν λοιπὸν νὰ ἐξετάσωμεν μόνον τὸ δυναστικὸν ζήτημα, ἀλλὰ τοῦτο δι’ ἐμέ, ὡς εἶπον, εἶναι λελυμένον. Κύριοι, μίαν ἔχει ὑποχρέωσιν ἡ Ἐθνικὴ Συνέλευσις: Αἰρομένη εἰς τὸ ὕψος τῶν περιστάσεων καὶ ἀκούουσα τὴν ἐπιταγὴν τῶν ἡρωϊκῶν ἡμῶν νεκρῶν τῶν πεσόντων εἰς τὰ πεδία τῶν μαχῶν τῆς Μικρᾶς Ἀσίας καὶ τῶν ζώντων νεκρῶν, ἐκ τῶν αἰχμαλώτων μας, τῶν στεναζόντων εἰς τὰς τρώγλας τῆς Ἀνατολῆς, νὰ κηρύξῃ ἀμέσως τὴν ἔκπτωσιν τῆς Δυναστείας καὶ νὰ ἐγκαθιδρύσῃ τὴν Δημοκρατίαν, διὰ νὰ ἀπαλλαγῶμεν τὸ ταχύτερον ἐκ μιᾶς Δυναστείας ἡ ὁποία ὄχι μόνον ἐπέφερε τόσας συμφορὰς εἰς τὴν Πατρίδα μας, ἀλλὰ καὶ θὰ μείνῃ ὡς παράδειγμα εἰς τὴν Ἱστορίαν τῶν λαῶν ὅτι οἱ Βασιλεῖς δὲν εἶναι μόνον οἱ ἀνάξιοι ἐπιδρομεῖς τῆς ἀνθρωπίνης εὐημερίας καὶ ἀξιοπρεπείας, ἀλλ’ εἶναι καὶ ἐπικίνδυνοι διὰ τὰ Κράτη, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἄρχουσιν. (Χειροκροτήματα).
§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βουδούρης.
§84Κ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Εἶμαι ὑποχρεωμένος, κύριοι πληρεξούσιοι, νὰ ὁμολογήσω ὅτι τὸ μόνον συναίσθημα τὸ ὁποῖον ἀπεκόμισα ἐκ τῆς συζητήσεως ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ μέχρι σήμερον εἶναι τὸ αἴσθημα τῆς καταπλήξεως καὶ ἡ τελειωτικὴ πεποίθησις ὅτι ἡ ἀτυχὴς αὐτὴ Χώρα εἶναι ἡ Χώρα τῶν ἐξωφρενισμῶν καὶ τῶν παραδοξοτήτων. Δὲν θὰ ὁμιλήσω, κύριοι πληρεξούσιοι, οὔτε περὶ τῶν καταστροφῶν τὰς ὁποίας ἐπεσώρευσεν εἰς τὴν χώραν ἡ Δυναστεία, οὔτε περὶ τῶν ἀγαθῶν τὰ ὁποῖα θὰ προσκομίσῃ τὸ δημοκρατικὸν πολίτευμα καὶ διότι οἱ προλαλήσαντες ἐξήντλησαν τὸ θέμα, ἀλλὰ καὶ διότι πρὸ παντὸς φρονῶ ὅτι ἡ ἐπὶ τούτων συζήτησις ἀποτελεῖ βαρυτάτην ὕβριν ἀπευθυνομένην εἰς τὸ φρόνημα καὶ τὸ αἴσθημα τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ· διότι ἀλλοίμονον, κύριοι πληρεξούσιοι, ἂν πιστεύωμεν ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς θὰ φωτισθῇ ἐκ τῆς ἐνταῦθα συζητήσεως ἐπὶ τῶν θεμάτων τούτων. Ἁπλοῦς καὶ ἐγὼ στρατιώτης τοῦ ἀγῶνος ὁ ὁποῖος ἐδημιούργησε τὴν μεγάλην Ἑλλάδα, ἔβλεπον μετὰ ψυχικῆς συντριβῆς τὸ μεγαλοπρεπὲς οἰκοδόμημα μεταβαλλόμενον εἰς ἐρείπια ἐκ μέρους τῶν μετανοεμβριανῶν κυβερνητῶν καὶ ἥνωσα καὶ ἐγὼ τὴν ἀσθενῆ μου φωνὴν μὲ τὴν φωνὴν τῶν γενναίων συναγωνιστῶν τῆς πτέρυγος ἐκείνης εἰς τὴν ὁποίαν ἔχω τὴν τιμὴν ν’ ἀνήκω καὶ διεκηρύξαμεν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν Λαὸν τὰς συμφοράς, τὰ αἴτια καὶ τοὺς ὑπευθύνους. Δυστυχῶς ὅμως τὸ ἔργον ὑπῆρξε μάταιον, ὑπῆρξε μάταιον διότι συνετρίβετο πρὸ τῆς πολιτικῆς ἀνανδρίας καὶ διαφθορᾶς τοῦ κυβερνῶντος τὴν Ἑλλάδα πολιτικοῦ κόσμου καὶ πρὸ τῆς ἐγκληματικῆς ἀναισθησίας ἑνὸς κακούργου Βασιλέως, ὁ ὁποῖος ἀνάλγητος καὶ ἀσυγκίνητος πρὸ τῆς καταστροφῆς ἐκαυχᾶτο ὅτι διὰ τὴν τύχην τῆς Ἑλλάδος θὰ δώσῃ λόγον μόνον εἰς τὸν Θεόν. Καὶ ὅταν ἀνηγγέλθη ἡ Ἐπανάστασις τῆς Χίου καὶ τῆς Μυτιλήνης, ὁμολογῶ ὅτι παρ’ ὅλας τὰς καταστροφὰς ᾐσθάνθην μίαν ἐνδόμυχον χαρὰν διότι ἤλπισα ὅτι ἐπὶ τέλους θὰ ἐτελείωναν τὰ δεινὰ τῆς Πατρίδος καὶ ὅτι ἡ Ἐπανάστασις ἐκείνη ἀποδίδουσα δικαιοσύνην θὰ ἐτιμώρει τοὺς ἐνόχους τῆς συμφορᾶς καὶ θ’ ἀποδώσῃ εἰς τὴν Χώραν τὸ φυσικὸν αὐτῆς πολίτευμα. Δυστυχῶς ὅμως αἱ ἐλπίδες μου καὶ προβλέψεις, ὅπως αἱ προβλέψεις καὶ πολλῶν ἄλλων, διεψεύσθησαν. Χωρὶς νὰ θέλω νὰ θίξω τὸ ἔργον τῆς Ἐπαναστάσεως, πρὸς τὸ ὁποῖον τρέφω ἄπειρον εὐγνωμοσύνην καὶ εὐλάβειαν ὅπως εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ τρέφουν ὅλοι οἱ Ἕλληνες, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ὁμολογήσω ὅτι ἡ Ἐπανάστασις ἐκείνη φθάσασα ἐδῶ ἐλησμόνησε τὸ κύριον αὐτῆς καθῆκον καὶ συνεδριάζουσα εἰς καθημερινὰ συμβούλια ἐξέδιδε ἀποφάσεις καὶ ἀπησχολεῖτο ἐπὶ λεπτομερειακῶν ὅλως ζητημάτων, καὶ ἀντὶ νὰ τιμωρήσῃ τὸν ἀρχιένοχον τῆς συμφορᾶς, ἔστελλεν αὐτὸν εἰς ταξείδιον ἀναψυχῆς, ἀφοῦ ἐβοήθει αὐτὸν μὲ ἄπειρα ὑλικὰ βοηθήματα. Καὶ ἐπὶ τοῦ θρόνου ἔφερε τὸν υἱὸν ὡσανεὶ ὑπῆρξεν ἐλπίς, κύριοι, ὁ υἱὸς νὰ εἶναι καλύτερος καὶ Ἑλληνικώτερος τοῦ πατρός. Καὶ ἓν ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς πολιτικῆς ἐκείνης ὑπῆρξε τὸ κίνημα τῆς Κορίνθου. Ἀποκλεισμένος ἐν Ναυπλίῳ, ὅπου διετέλουν Νομάρχης, ὑπὸ τῶν ἀντεπαναστατικῶν στρατευμάτων, ᾐσθάνθην ψυχικὴν συντριβήν, διότι παρηκολούθουν τὸ ἔργον τῶν ἐχθρῶν τῆς Πατρίδος, οἵτινες ἀπεπειρῶντο νὰ φέρωσι κατ’ αὐτῆς τὸ καίριον καὶ τελειωτικὸν πλῆγμα. Δὲν δύναμαι ὅμως ν’ ἀποκρύψω ὅτι ᾐσθάνθην ἐνδόμυχον χαρὰν διότι ἤμην βέβαιος ὅτι τὸ κίνημα ἐκεῖνο θὰ ἐπατάσσετο διότι ἐστερεῖτο ἠθικῶν βάσεων καὶ ἤμην πεπεισμένος ὅτι θὰ ἐχρησίμευεν ὡς ἀφορμὴ καὶ εἰς τοὺς κυβερνῶντας τὴν Χώραν νὰ διορθώσωσι προηγούμενον αὑτῶν σφάλμα. Ἐνῷ ὅμως ἐπίστευον ἀκραδάντως ὅτι ὁ Στρατός, ὁ ὁποῖος κατέστειλε τὸ κίνημα, θὰ ἐβάδιζεν ἀπὸ τοῦ Κιθαιρῶνος εἰς τὸ Τατόϊ καὶ ἐκεῖθεν εἰς τὴν λεωφόρον Ἡρώδου τοῦ Ἀττικοῦ διὰ νὰ παραδώσῃ εἰς τὰς φλόγας τὰ στυγερὰ ἀνάκτορα, αἴφνης ἐμανθάνομεν ὅτι συνεκαλεῖτο πεντηκονταμελὲς συμβούλιον, τοῦ ὁποίου τὰ κυριώτερα μέλη ἦσαν οἱ ὑπεύθυνοι καὶ πρωτεργάται τοῦ κινήματος ἐκείνου, διὰ ν’ ἀποφανθοῦν περὶ τῆς λήψεως τῶν ριζικῶν μέτρων. Ἠρώτησα ἐμαυτὸν καὶ διαφόρους ἄλλους ποῦ ὠφείλετο ἡ παράδοξος ἐκείνη πολιτικὴ τῆς Ἐπαναστάσεως καὶ οἱ αὐτοσχέδιοι Μετερνίχοι μοὶ ἀπήντησαν ὅτι ὀφείλεται εἰς διπλωματικὰς ἐπεμβάσεις καὶ ἐξαιρετικοὺς κινδύνους, τοὺς ὁποίους ὁ πτωχός μου ἐγκέφαλος ἦτο ἀδύνατον νὰ ἐννοήσῃ. Καὶ ἐπηκολούθησε, κύριοι, τὸ γνωστὸν τηλεγράφημα ἐκ Παρισίων τοῦ ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων, τὸ ὁποῖον συνίστα εἰς τοὺς Ἕλληνας πατριώτας σύνεσιν καὶ ψυχραιμίαν. Καὶ κατήλθομεν εἰς τὰς ἐκλογὰς καὶ διεκηρύξαμεν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν Λαὸν τὰς καταστροφάς, καὶ κατηγγείλαμεν εἰς αὐτὸν τοὺς ἐνόχους τῶν καταστροφῶν ἐκείνων. Καὶ ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς ἐνέκρινε πλήρως τὸ πρόγραμμά μας. Ἀλλὰ θὰ μοῦ ποῦν πολλοὶ τῆς δεξιᾶς: Ἤλθατε, κύριοι εἰς τὸν Λαὸν καὶ ἐδώσατε εἰς αὐτὸν ὑπόσχεσιν ὅτι τὸ πολιτειακὸν καὶ δυναστικὸν ζήτημα θὰ τὸ λύσητε διὰ δημοψηφίσματος. Μάλιστα, κύριοι, ὑπῆρξαν πολλοὶ οἱ ὁποῖοι ὑπεσχέθησαν εἰς τὸν Λαὸν τοιοῦτόν τι. Ἀλλὰ τὸ ὑπεσχέθησαν διότι μᾶς ἔλεγον ὅτι ὑπάρχουν ἐξωτερικοὶ κίνδυνοι ἀπαίσιοι, μᾶς ἔλεγον ὅτι ὑπῆρχεν ἐπιστράτευσις εἰς τὰ Σερβικὰ σύνορα, μᾶς ἔλεγον ὅτι πρέσβεις καὶ ξέναι Κυβερνήσεις ἐνδιεφέροντο διὰ τὴν Δυναστείαν καὶ ἀλλοίμονον ἐὰν ἐκινούμεθα κατ’ αὐτῶν. Μᾶς ἔλεγον ὅτι ἡ ἀκολουθία αὐτῆς τῆς πολιτικῆς τὴν ὁποίαν ἠκολουθοῦμεν ὡμοίαζε πρὸς τὴν πολιτικὴν τῆς αὐτοτελείας τοῦ Γούναρη. Παρ’ ὅλα ταῦτα ὁ Λαὸς ἐνέκρινε τὸ πρόγραμμά μας αὐτὸ καὶ ἐθέσαμεν ῥητῶς εἰς τὸν Λαὸν τὸ πρόγραμμα τοῦτο. Εἶπόν τινες ὅτι ἡ ψῆφος τοῦ Λαοῦ δὲν ἔχει κριθῇ ἀκόμη· διὰ τῆς ψήφου του δὲν λύεται τὸ δυναστικὸν καὶ πολιτειακὸν ζήτημα. Ἀπατᾶσθε, κύριοι. Πρέπει νὰ ἠξεύρατε τί ἔλεγον οἱ ἀντίπαλοί μας ἐν τῇ ἰδιαιτέρᾳ μου ἐπαρχίᾳ...
§85ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Ποῖοι;
§86Κ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ὁ Μοσχούλας καὶ ὁ Λιλιανός. Καὶ ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλὰ καὶ αἱ φιλικαί μας ἐφημερίδες διεκήρυττον τοὺς μεγάλους κινδύνους οἱ ὁποῖοι ἠπείλουν τὴν Χώραν ἐν ᾗ περιπτώσει ἐπετύγχανεν ἡ πολιτική μας. Τρεῖς ἡμέρας πρὸ τῶν ἐκλογῶν ἐδημοσιεύετο εἰς ἔγκριτον ἐφημερίδα φιλελευθέρων ἀρχῶν συνέντευξις μεγάλης προσωπικότητος ἀπηχούσης τὴν γνώμην τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων, ἡ ὁποία ρητῶς καὶ κατηγορηματικῶς ἔλεγεν ὅτι ἡ Ἀγγλία θὰ φθάσῃ μέχρι τοῦ σημείου ν’ ἀποκλείσῃ καὶ τὴν σταφίδα.
§87ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Ποῦ ἐγράφοντο αὐτά;
§88Κ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἀναγράφεται εἰς τὸ «Ἐλεύθερον Βῆμα» τῆς 13ης Δεκεμβρίου. Παρ’ ὅλα ὅμως ταῦτα ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς ἐνέκρινεν ἀπολύτως τὸ πρόγραμμά μας παραβλέπων ὅλους τοὺς κινδύνους τοὺς ὁποίους ἐπέσειον ἐχθροὶ καὶ φίλοι. Ἐνέκρινε τὸ πρόγραμμά μας διότι ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς ἐγνώριζε καλῶς ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν μία ἔνοχος Δυναστεία ν’ ἀποκατασταθῇ πάλιν εἰς τὴν Χώραν ταύτην χωρὶς νὰ χυθοῦν ποταμοὶ αἱμάτων. Εἰς μίαν ἱστορικὴν κοσμογονίαν δὲν ἠδύνατο ν’ ἀφήσῃ τὴν τύχην του εἰς χεῖρας μιᾶς ἐγκληματικῆς Δυναστείας. Καὶ ἤλθομεν ἐνταῦθα. Ἤλθομεν ἐνταῦθα ἐπηρεασμένοι ἀπὸ τοὺς ἐξωτερικοὺς κινδύνους καὶ ἐκ τούτου ἐδικαιολόγησαν ὅτι ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς θὰ ἀντηχήσῃ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἡ κραυγὴ «Ζήτω ἡ Δημοκρατία. Κάτω ἡ Δυναστεία». Ἀλλ’ ἔφθασε, κύριοι, ἡ στιγμὴ κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος Ἀρχηγὸς τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων ἀπὸ τῆς θέσεως ἐκείνης διεκήρυξεν ὅτι οὐδεὶς ὑπάρχει ἐξωτερικὸς κίνδυνος. Καὶ ἐνῷ ὅλοι ἡμεῖς οἱ ξένοι πρὸς τὰ διπλωματικὰ μυστικὰ καὶ τὴν ὑψηλὴν πολιτικὴν ἀνεμένομεν νὰ ὑποδεχθοῦν τοὺς λόγους τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων οὐρανομήκεις καὶ διάτοροι φωναὶ ὑπὲρ τῆς Δημοκρατίας, ἠκούσαμεν παραδόξως μίαν σιωπήν. (Μεμψιμοιρίαι ἐκ τῆς δεξιᾶς). Ὀφείλω νὰ εἴπω εἰς τοὺς ἀξιοτίμους μεμψιμοιροῦντας συναδέλφους ὅτι ἤμην ἐδῶ, δὲν ἀνέμενον ὅμως κατόπιν τῶν δηλώσεων ἐκείνων ἁπλᾶ χειροκροτήματα, ἀνέμενον μίαν πραγματικὴν ἐγκαθίδρυσιν τῆς Δημοκρατίας, ἐφόσον ὁ ἁρμοδιώτερος ἐξ ὅλων μᾶς ἐβεβαίου ὅτι δὲν ὑπάρχει οὐδεὶς ἐξωτερικὸς κίνδυνος. Καὶ ἔλεγεν ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως: Θὰ κατέλθωμεν εἰς τὸ δημοψήφισμα καὶ θὰ θέσωμεν ἐνώπιον τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ ὅλα τὰ ἐρωτήματα, τὸ δυναστικόν, τὸν θεσμὸν τῆς Βασιλείας καὶ τὴν Δημοκρατίαν. Ἀλλὰ πῶς, κ. Πρόεδρε, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἐμφανισθῶμεν ἐνώπιον τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ ἵνα εἴπωμεν ὅτι διὰ τῆς ψήφου του πρέπει νὰ καταλύσῃ τὴν Δυναστείαν τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἡμεῖς δὲν ἔχομεν τὴν ψυχήν, δὲν ἔχομεν τὸ θάρρος νὰ τὴν καταλύσωμεν ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης;
§89Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν χρειάζεται θάρρος.
§90Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Φρόνησιν νὰ λέγητε.
§91Α. ΔΕΝΔΡΙΝΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ θάρρους· πρόκειται περὶ ὑποχρεώσεων τὰς ὁποίας ἀνελάβομεν.
§92Κ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Καὶ δὲν θὰ θεωρηθῶμεν ὕποπτοι, κύριε Πρόεδρε, ὅταν εἴπωμεν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν Λαὸν νὰ ἀναλάβῃ ἐκεῖνος τὰς εὐθύνας μιᾶς πράξεως τῆς ὁποίας τὴν εὐθύνην ἀδυνατοῦμεν νὰ ἀναλάβωμεν ἡμεῖς; Καὶ εἶπεν ὁ ἀρχηγὸς τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων ὅτι, ἂν τὸ δημοψήφισμα ἀποτύχῃ, θὰ ἐγκαταλείψῃ τὴν Ἑλλάδα καὶ ἴσως τὸ παράδειγμά του ἀκολουθήσουν καὶ πολλοὶ ὀπαδοὶ τῆς πολιτικῆς ἐκείνης. Εἶμαι ὑποχρεωμένος ὅμως, ἀπαντῶν εἰς τὰς δηλώσεις ταύτας, νὰ εἴπω ὅτι δυστυχῶς δὲν δυνάμεθα νὰ ἀκολουθήσωμεν ὅλοι τὸ ἀληθῶς δίκαιον τοῦτο παράδειγμα. Κύριοι πληρεξούσιοι, θεωρῶ ὅτι ἔχομεν ὑποχρέωσιν ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης νὰ καταργήσωμεν τὴν Δυναστείαν καὶ νὰ ἐγκαθιδρύσωμεν τὸ δημοκρατικὸν πολίτευμα. Συγχρόνως ὅμως νὰ λάβωμεν ὅλα τὰ μέτρα διὰ τῶν ὁποίων θὰ πείσωμεν τὸν Ἑλληνικὸν Λαὸν ὅτι τὸ πολίτευμα τοῦτο εἶναι τὸ πραγματικῶς ἄξιον τοῦ ὀνόματός του. Καὶ θὰ τὸν πείσωμεν μόνον ὅταν μαζὶ μὲ τὴν Δημοκρατίαν τοῦ δώσωμεν διοίκησιν καὶ δικαιοσύνην, τοῦ δώσωμεν ἀσφάλειαν καὶ συγκοινωνίαν. Διότι μὴ ἀπατᾶσθε, κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, μὲ οἱονδήποτε δημοψήφισμα, μὲ παμψηφίαν ἔστω ἂν ἐγκαθιδρύσωμεν τὴν Δημοκρατίαν, ἂν δὲν κατορθώσητε μαζὶ μὲ τὴν Δημοκρατίαν νὰ δώσητε καὶ τὰ πολύτιμα ταῦτα ἀγαθά, ἀσφαλῶς ἐντὸς ὀλίγων μηνῶν θὰ ἴδητε τὴν Δημοκρατίαν ἐρείπιον τοῦ πρώτου ἐναντίου πολιτικοῦ ἀνέμου. Ἐπροτείναμεν τὴν λογικωτέραν καὶ τὴν ριζικωτέραν λύσιν, κύριοι συνάδελφοι, καὶ πρὸς τοῦτο κατηγορήθημεν ὡς ἀδιάλλακτοι, ἐκατηγορήθημεν ὅτι ὁδηγοῦμεν τὸν Τόπον εἰς καταστροφὰς καὶ συμφοράς. Ὄχι, κύριοι πληρεξούσιοι, δὲν εἴμεθα ἀδιάλλακτοι, δὲν εἴμεθα Μαζέπαι, ὅπως ὠνομάσθημεν ἐκ μέρους φιλικωτάτης ἐφημερίδος σπουδαίας ὑπηρεσίας προσενεγκούσης, δὲν εἴμεθα θαυμασταὶ τῶν λαμποκοπούντων πτερνιστήρων, οὔτε θαυμασταὶ τῶν στρατοκρατικῶν διαθέσεων. Εἴμεθα εὐτυχεῖς καὶ ὑπερήφανοι διότι εἰς τὸ στρατόπεδον μας ὑπηρετοῦν ὡς στρατιῶται ἁπλοῖ στρατηγοὶ καὶ στόλαρχοι οἱ ὁποῖοι προσέφεραν πολυτίμους εἰς τὴν Πατρίδα ὑπηρεσίας. (Χειροκροτήματα) Εἴμεθα ἁπλῶς, ὅπως προσφυέστατα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λαμίας πληρεξούσιος, αἱ προφυλακαὶ ἑνὸς μεγάλου ἀγῶνος καὶ εἶσθε τὸ κύριον σῶμα. Καὶ σᾶς λέγομεν νὰ ἔλθητε εἰς τὰς προφυλακάς, ἐκεῖ ποὺ μᾶς ἀναμένει ὁ πολιτικὸς ἀντίπαλος, ὁ ἐχθρὸς τῆς Πατρίδος. Καὶ εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λαμίας πληρεξούσιος ὅτι ὁσονδήποτε γενναῖαι καὶ ἂν εἶναι αἱ προφυλακαὶ δὲν κερδίζεται ὁ ἀγὼν ἄνευ τῆς παρεμβάσεως τοῦ κυρίου σώματος. Ἐὰν, κύριοι, δὲν κερδίζεται ὁ ἀγὼν ὁσονδήποτε γενναῖαι καὶ ἂν εἶναι αἱ προφυλακαί, γνωρίζετε ὅλοι εἰς ποίους κινδύνους ἐκτίθεται τὸ κύριον σῶμα ὅταν βραδυπορῇ καὶ εἰς ποίους κινδύνους ἐκτίθενται τὰ μετόπισθεν· καὶ τὰ μετόπισθεν εἶναι ὁ Ἑλληνικὸς Λαός, ὁ ὁποῖος ἔχει στρέψει τὰ βλέμματά του εἰς τὰς προφυλακάς. Ὑπάρχουν ὅμως καὶ ἄλλοι λόγοι, ὄχι ἀξιοπεριφρόνητοι, οἱ ὁποῖοι ἐπιβάλλουν τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος τούτου ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης, λόγοι ἱστορικοὶ ἀπολύτου καὶ ἀναμφισβητήτου δικαιοσύνης. Εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπέλθῃ ὁ ἐξαγνισμὸς καὶ ἡ τιμωρία· καὶ ταῦτα θὰ γίνουν ἐὰν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ καταλυθῇ ἡ ἔνοχος Δυναστεία καὶ ἐγκαθιδρυθῇ τὸ δημοκρατικὸν πολίτευμα, ἐὰν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἐν τῇ ὁποίᾳ ὑψώθη κραυγὴ λέγουσα ὅτι: Ἑλλὰς καὶ Κωνσταντῖνος εἶναι ἓν καὶ τὸ αὐτό, καὶ ὅτι δὲν θὰ ἔχῃ λόγον ἡ Ἑλλὰς νὰ ὑπάρχῃ ἐὰν ἐκλείψῃ ὁ Κωνσταντῖνος. Εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀκουσθῇ ὅτι δὲν ὑπάρχει πλέον Κωνσταντῖνος, δὲν ὑπάρχει Δυναστεία, ἀλλ’ ὑπάρχει μία Δημοκρατία δι’ ὅλους τοὺς Ἕλληνας. (Χειροκροτήματα). Δυστυχῶς, κύριοι πληρεξούσιοι, δὲν θὰ ἐντοιχισθῇ ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης ἡ πλὰξ περὶ τῆς ὁποίας ὡμίλησεν ἄλλοτε ὁ ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων. Ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι εἰς ἄλλην Βουλὴν ἐνετοίχισαν μίαν πλάκα εἶχον προηγουμένως τὸ θάρρος καὶ τὴν φρόνησιν νὰ καρατομήσουν τὸν Κάρολον τὸν Αʹ, τὸν παραβιάσαντα τὰς ἐλευθερίας τοῦ Λαοῦ του. Προσέξατε ὅμως μήπως διὰ τῆς ψήφου σας ἀναγκάσητε τοὺς μεταγενεστέρους νὰ ἐντοιχίσωσι πράγματι πλάκα ἐπὶ τῆς ὁποίας νὰ ἀναγράψουν ὅτι 400 ὅλοι πληρεξούσιοι ἐκλεγέντες ὑπὸ τόσον κρισίμους καὶ ἐξαιρετικὰς στιγμὰς δὲν ἐτόλμησαν νὰ κηρύξουν ἔκπτωτον μίαν Δυναστείαν καὶ νὰ δώσουν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν Λαὸν τὸ πολίτευμα τὸ ἐξασφαλίζον τὴν γαλήνην καὶ τὴν εὐτυχίαν του. (Χειροκροτήματα).
§93ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κυβέλος.
§94Β. ΚΥΡΕΛΛΟΣ. Κύριοι πληρεξούσιοι, ἓν σημεῖον τῶν προγραμματικῶν δηλώσεων τῆς Κυβερνήσεως εἶναι καὶ τὸ ζήτημα τῆς πολυθρυλήτου συνδιαλλαγῆς. Εἶμαι ὑποχρεωμένος, κύριοι, νὰ τονίσω ὅτι εἷς ἕκαστος ἐξ ἡμῶν, εὑρισκόμενος πρὸ τῶν ἐκλογέων του, ἐδέχετο τὴν ἐκδήλωσιν τῆς παρακλήσεως τῆς θερμοτάτης ἐκ μέρους αὐτῶν ὅπως τὸ πρώτιστον ἔργον τὸ ὁποῖον θὰ τὸν ἀπασχόλει εἶναι ἡ μελέτη τῆς σοβαρᾶς αὐτῆς παθήσεως ὑπὸ τῆς ὁποίας κατέχεται ὁ Ἑλληνικὸς Λαός, καὶ ἕνεκα τῆς ὁποίας εἶναι ἀδύνατον νὰ κατορθώσῃ νὰ φθάσῃ εἰς σταθμὸν οὕτως ὥστε νὰ δυνηθῇ νὰ ἴδῃ ἡμέρας καλυτέρας οἱασδήποτε πολιτικῆς σταδιοδρομίας τὴν ὁποίαν ἤθελεν ἀκολουθήσει. Ἡ ἐσωτερικὴ διαίρεσις, κύριοι, ἢ ὁ ἐμφύλιος σπαραγμὸς δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ ἓν προϊόν τοῦ μεγάλου εὐρωπαϊκοῦ πολέμου, τὸ ὁποῖον δυστυχῶς κατὰ τρόπον ἐπίμονον ἐπεκράτησεν ἐδῶ εἰς τὴν Ἑλλάδα. Ἔχω τὴν γνώμην, κύριοι, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς εὐτυχῶς δὲν παρουσιάζει φαινόμενα ὅτι εἶναι ἀθεράπευτος ἡ νόσος του αὐτή. Ἔχω τὴν γνώμην ὅτι τρεῖς εἶναι αἱ κατηγορίαι ἐκείνων οἵτινες ὄχι μόνον ἐδίδαξαν ἀλλὰ ἐξακολουθοῦσι διδάσκοντες καὶ εἶναι οἱ συντελεσταὶ τῆς ἐξακολουθήσεως τοῦ νοσήματος αὐτοῦ. Πρώτη κατηγορία, κύριοι, ἀνήκουσα καὶ εἰς τὴν μίαν μερίδα καὶ εἰς τὴν ἄλλην ἐκ τῶν διαμαχομένων, εἶναι ἡ τάξις τῶν πολιτευομένων, δευτέρα κατηγορία εἶναι ἡ τάξις τῶν ἀξιωματικῶν καὶ τρίτη κατηγορία, ὄχι ὀλιγωτέραν σημασίαν ἔχουσα, εἶναι ἡ τάξις τῶν ὑπαλλήλων.
§95ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Καὶ τετάρτη ἡ τῶν παπάδων.
§96Β. ΚΥΡΕΛΛΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατόν, κύριοι, νὰ ἐπέλθῃ συνδιαλλαγὴ ἂν καὶ αἱ τρεῖς αὐταὶ τάξεις δὲν συναισθανθῶσιν ὅτι αὐταὶ πρῶται πρέπει νὰ ἐπιδιώξωσι τὸ ἔργον τῆς συνδιαλλαγῆς, ὁπότε θὰ λείψουν οἱ σπορεῖς καὶ οἱ εἰσηγηταὶ ἀκριβῶς τῆς ἀδιαλλαξίας παρὰ τῷ Ἑλληνικῷ Λαῷ. Κύριοι πληρεξούσιοι, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ περιμένωμεν τὴν ὕπαρξιν τῆς συναισθήσεως τῆς συνδιαλλαγῆς ἐκ μέρους τῶν εὑρισκομένων μακρὰν τῆς Ἀρχῆς. Δὲν εἶναι δυνατὴ ἡ συνδιαλλαγὴ καὶ ἡ ὑποβοήθησις τοῦ Λαοῦ εἰς τὸ νὰ κατορθώσῃ νὰ εὕρῃ τὴν γαλήνην καὶ ἡσυχίαν καὶ νὰ δυνηθῇ νὰ σκεφθῇ ἀκριβῶς διὰ τὴν σοβαρότητα τῶν περιστάσεων, εἰς τὰς ὁποίας εὑρίσκεται σήμερον, ἐὰν δὲν δώσωμεν ἡμεῖς τὴν ἀρχήν. Ἐὰν ὑποθέσωμεν ὅτι οἱ ἀντίθετοι ἡμῶν πολιτικοί, οἱ ἀπομακρυνθέντες ἀπὸ τὸν στρατὸν ἀξιωματικοί, οἱ ὑπάλληλοι οἱ εὑρισκόμενοι σήμερον μακρὰν τῆς ὑπηρεσίας εἶχον τὴν δύναμιν τὴν πατριωτικὴν νὰ τὸ αἰσθανθῶσι, τότε διὰ τῆς συναισθήσεως αὐτῆς θὰ ἀπεδείκνυον ὅτι εἶναι ἀνώτεροι ἡμῶν. Δὲν πρέπει ὅμως νὰ ἀναμένωμεν ἐκ μέρους ἐκείνων τοιαύτην πατριωτικὴν συναίσθησιν. Καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ ἡ συμφιλίωσις αὕτη τῆς ὁποίας ἔχει ἀπόλυτον ἀνάγκην καὶ τὴν ὁποίαν ὡς ἐπιτακτικὸν ὅρον μᾶς ἔθεσεν ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς κατὰ τὰς παραμονὰς τῶν ἐκλογῶν; Δι’ ἡμῶν, κύριοι, τῶν κρατούντων θὰ ἐπέλθῃ ἡ ἔναρξις τοὐλάχιστον τῆς κατευθύνσεως πρὸς τὴν συνδιαλλαγήν. Ἡμεῖς οἱ κρατοῦντες εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ δείξωμεν αὐταπάρνησιν καὶ νὰ ὑποστῶμεν θυσίας, διότι ἄνευ θυσιῶν δὲν εἶναι δυνατὸν ἐκ μέρους ἡμῶν τῶν κρατούντων νὰ δοθῇ ἡ κατεύθυνσις πρὸς συμφιλίωσιν. Ἐθεώρησα ἀπαραίτητον ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου νὰ ἐκθέσω τὰς γνώμας μου, κύριοι πληρεξούσιοι, ὅπως τὰς ἐξέθεσα, προκειμένου νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν ἐκδήλωσιν τῶν γνωμῶν μου καὶ τῶν σκέψεών μου ἐν σχέσει πρὸς τὸ ζήτημα τὸ πολιτειακόν. Κύριοι, ὁ Ἑλληνικὸς Λαός, καίτοι ἀπὸ ἱστορικῆς ἀπόψεως ἀνεγνώριζε τὸ δημοκρατικὸν πολίτευμα καὶ τὰς δημοκρατικὰς ἰδέας, ἐν τούτοις εἶχε συγχρόνως διαμορφώσει μίαν γνώμην· ἦτο στενοχωρημένος ἀπὸ τὸ δημοκρατικὸν πολίτευμα. Καὶ ἐνῷ δὲν εἶχε λόγους νὰ παραπονῆται διὰ τὸ πολίτευμά του, αἴφνης παρουσιάζεται μία ἀφορμὴ ἡ ὁποία τὸν ἀπομακρύνει ἀπὸ τὴν σκέψιν ὅτι τὸ δημοκρατικὸν πολίτευμα δὲν εἶναι τὸ ἄριστον· παρουσιάζονται οἱ πρῶτοι κήρυκες τῆς Δημοκρατίας. Καὶ οἱ πρῶτοι κήρυκες τῆς Δημοκρατίας δὲν εἶναι οἱ δημοκρατικοὶ τῆς ἀριστερᾶς πτέρυγος· εἶναι οἱ τῆς ἀντιπάλου ἡμῶν μερίδος πολιτικοί. Αὐτοὶ εἶναι οἱ εἰσηγηταὶ τῆς σκέψεως τῆς Δημοκρατίας καὶ ἐκεῖνοι οἵτινες ἔδωκαν τὴν γέννησιν καὶ τὴν ὄγκωσιν τῆς δημοκρατικῆς ἰδέας.
§97ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Ἦτο ὁ Βασιλεὺς Κωνσταντῖνος.
§98Β. ΚΥΡΕΛΛΟΣ. Κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, κύριοι, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Ἑλλὰς ἠγωνίζετο τὸν ἀγῶνα της πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν ἐθνικῶν ὀνείρων της, κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην εἷς κόσμος πολιτικὸς τῆς Ἑλλάδος ἐνόμιζεν ὅτι πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῶν πολιτικῶν του σκοπῶν καὶ σχεδίων ἔπρεπε νὰ μεταχειρισθῇ ὡς σύμβολον τὸν ἀνεύθυνον ἄρχοντα, τὸν Βασιλέα. Ἴσως καὶ ἐκεῖνος νὰ εἶχε τὴν διάθεσιν νὰ τραβήξῃ τὸν δρόμον αὐτόν. Οὕτως ἢ ἄλλως ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης ὁ ἀνεύθυνος ἄρχων καὶ οἱ πολιτευόμενοι ἐνομίσθη ὅτι ἔπρεπε νὰ συνδυασθῶσι διὰ νὰ ἐξυπηρετήσωσι τοὺς πολιτικοὺς σκοπούς των. Ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης ἔπρεπε νὰ γνωρίζωσιν οἱ σύμμαχοι καὶ σύμβουλοι τῆς Βασιλείας ὅτι κατέφερον καίριον πλῆγμα ἐναντίον τῆς μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης ἑδραιουμένης συνταγματικῆς ἀπόψεως παρὰ τῷ Ἑλληνικῷ Λαῷ. Καὶ εἶναι ἀληθές, κύριοι, ὅτι ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης καὶ ἰδίᾳ ἀπὸ τῆς ἐποχῆς καθ’ ἣν ἐσημειώθησαν τὰ ἀποτρόπαια γεγονότα τῆς ἐθνικῆς ἡμῶν καταστροφῆς—διότι, ἂν δὲν ἔφθανον εἰς σημεῖον τοιοῦτον ὥστε ἐπὶ τῶν ἡμερῶν των νὰ ὑποστῇ ἡ Ἑλλὰς αὐτὴν τὴν φοβερὰν καταστροφήν, —ἴσως ὁ Λαὸς νὰ μὴ ἐνόμιζεν ὅτι ἔπρεπε νὰ σχηματίσῃ σκέψεις μεταβολῆς τῶν μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἀντιλήψεων του περὶ τοῦ πολιτεύματος. Ἀλλὰ ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης καθ’ ἣν διὰ τῆς τοιαύτης κοινῆς ἀναμίξεως καὶ ἐργασίας τῆς Βασιλείας καὶ τῶν πολιτευομένων ἐδημιουργήθη ἡ καταστροφὴ αὐτή, ἔ, ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης δὲν ὑπάρχει οὐδεμία ἀμφιβολία ὅτι εἰς τὸν Ἑλληνικὸν Λαὸν ἤρχισε πλέον νὰ διαμορφοῦται κατὰ τρόπον ὀγκώδη ἡ δημοκρατικὴ ἄποψις. Κύριοι πληρεξούσιοι, ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς ὁ τοσαῦτα παθὼν κατὰ τὰ τελευταῖα αὐτὰ ἔτη, ἐπαναλαμβάνω, ἔχει τὴν ἀξίωσιν ὅτι πρέπει νὰ παύσωσι πλέον αἱ ἔριδες καὶ αἱ προστριβαί, αἵτινες δυστυχῶς παρουσιάζονται ἰδίᾳ μεταξὺ αὐτῶν τῶν δύο κόσμων, τοῦ κόσμου τῶν Φιλελευθέρων καὶ τοῦ κόσμου τῶν ἀντιφιλελευθέρων. Καὶ εἶχε σχηματισθῇ μία γνώμη, ὅτι οὔτε ὁ ἕνας κόσμος οὔτε ὁ ἄλλος κόσμος θὰ εἶχε τὴν δύναμιν καὶ τὸ σθένος καὶ τὴν αὐταπάρνησιν νὰ κατορθώσῃ νὰ ἐπιφέρῃ τὴν εὐημερίαν. Καὶ δι’ αὐτὸ μετὰ τὴν καταστροφὴν τῆς Μικρᾶς Ἀσίας ὁ Ἑλληνικὸς κόσμος ἐπίστευσεν ὅτι ἔπρεπε νὰ παρουσιασθῇ τρίτον κόμμα, ἕνας κόσμος ἐξαιρετικὸς ἐντελῶς, εἰς τὸν ὁποῖον θὰ ἤλπιζεν ὅτι θὰ εἶχε τὴν δύναμιν καὶ τὴν θέλησιν νὰ ἐγίνετο ἡ πηγὴ τῆς ἡσυχίας καὶ τῆς γαλήνης, τῆς ὁποίας πρωτίστως εἶχεν ἀνάγκην ὁ Ἑλληνικὸς Λαός. Ἐγένετο, κύριοι, ἀπόπειρα ἐμφανίσεως νέου τινὸς κόμματος καὶ ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς μετὰ προσοχῆς πολλῆς ἔστρεψε τὰ βλέμματά του πρὸς τὸ κόμμα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐνόμισεν ὅτι θὰ ἦτο κόμμα ἀρχῶν, καὶ ὡς ἔμβλημα τῆς ἀποστολῆς του θὰ εἶχε τὴν γαλήνην καὶ τὴν ἀπόδοσιν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν Λαὸν τῆς πραγματικῆς ἡσυχίας, τῆς ὁποίας ἔχει ἀπόλυτον ἀνάγκην. Δυστυχῶς αἱ ἀντιλήψεις ἑνὸς ἀρχηγοῦ τοῦ κόμματος ἐκείνου δὲν ἐδικαίωσαν τὰς προβλέψεις τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ, καὶ ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς ἐπανέπεσεν εἰς τὴν αὐτὴν ψυχολογικὴν κατάστασιν τοῦ νὰ μὴ βλέπῃ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξέλθῃ ἀπὸ τὴν νοσηρὰν κατάστασιν εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται. Ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς θέλει τὴν ἡσυχίαν του, ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς βλέπει μετὰ δυσπιστίας πρὸς οἱανδήποτε ἀπόπειραν ὀλιγαρχίας. Ἐάν, κύριοι, εἶχον διαφορετικωτέραν ἀντίληψιν, βεβαίως θὰ συνετασσόμην μὲ τὴν γνώμην τῆς ἀριστερᾶς πτέρυγος, τῆς ὁποίας ἀναγνωρίζω τὰ ἐλατήρια τὰ πατριωτικὰ καὶ τὸν ἡρωϊσμὸν ἐν τῇ ὑποστηρίξει τῆς ἰδέας τῆς Δημοκρατίας. Ἀλλὰ δὲν γνωρίζω πῶς εἶναι δυνατὸν διὰ τῆς ἀπὸ τῆς αἰθούσης ταύτης ἀνακηρύξεως τῆς Δημοκρατίας νὰ ἐπέλθῃ ἡ συμφιλίωσις καὶ ἡ συνδιαλλαγή. Διότι, ἐὰν ἡ συμφιλίωσις καὶ ἡ συνδιαλλαγὴ δὲν ἐπακολουθήσωσι κατὰ τρόπον ὀγκώδη μετὰ τὴν ἀνακήρυξιν τῆς Δημοκρατίας ἀπὸ τῆς αἰθούσης ταύτης, τίποτε δὲν δύναται νὰ γίνῃ καὶ οὐδεμίαν βελτίωσιν ἢ ἀνακούφισιν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀντιληφθῇ ὁ Ἑλληνικὸς Λαός. Δι’ αὐτὸ ἔχω τὴν γνώμην ὅτι, οἱ κρατοῦντες σήμερον, οἱ πολιτικοί, προκειμένου περὶ δημοψηφίσματος, πρέπει νὰ διακηρύξωσι πρὸς τὸν Λαὸν καὶ δὴ πρὸς τοὺς ἀντιπάλους ἡμῶν ὅτι, ἂν σήμερον ἔχωμεν δημοκρατικὴν ἀντίληψιν, τὴν ἔχομεν διότι γνωρίζομεν, ὅτι μόνον διὰ τῆς Δημοκρατίας δύναται ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς νὰ εὕρῃ τὰ καλύτερα. Ἐν ταὐτῷ εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ διακηρύξωμεν ὅτι, ἂν σήμερον φαινώμεθα ἐργάται καὶ εἰσηγηταὶ τοῦ δημοκρατικοῦ πολιτεύματος, δὲν τὸ κάμνομεν ἀπὸ ἄλλο τίποτε παρὰ διότι μόνον δι’ αὐτοῦ δύναται νὰ εὐημερήσῃ ὁ Λαός. Καὶ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ διακηρύξω ἐδῶ ὅτι θὰ μοὶ εἶναι εὐχάριστον εἰς προσεχεῖς ἐκλογὰς νὰ ἔλθωσιν οἱ ἀντίπαλοί μου αὔριον ἢ μεθαύριον χωρὶς νὰ ἔχωσιν ἀντίδρασιν νὰ στερεοποιήσωσι τὸ ἀρτιπαγὲς πολίτευμα, τὸ ὁποῖον διὰ τῆς ψήφου του θὰ καθιερώσῃ ὁ Ἑλληνικὸς Λαός. Ἀλλὰ καὶ οἱ στρατιωτικοὶ οἱ κρατοῦντες εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ κάμωσι παρομοίαν δήλωσιν πρὸς τὸν Λαὸν καὶ νὰ τείνωσι φιλικὴν χεῖρα πρὸς τοὺς ἐκτὸς ὑπηρεσίας λοιποὺς συναδέλφους των, διότι τοιουτοτρόπως εἶναι δυνατὸν οἱ μακρὰν σήμερον τῆς ὑπηρεσίας εὑρισκόμενοι ἀξιωματικοὶ νὰ ἀναθεωρήσωσι τὰς τυχὸν ὑπ’ αὐτῶν διαπραχθείσας ὄχι καλὰς πράξεις καὶ νὰ ἀντιληφθῶσιν ὅτι μόνον ἐπαίνους καὶ λόγους καλοὺς πρέπει νὰ λέγωσι πρὸς τοὺς συναδέλφους των. Οὕτω μόνον εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπανίδωσι τὴν πραγματικὴν συμφιλίωσιν ἐκ μέρους τῶν ἄλλων ἀξιωματικῶν καὶ οὕτω νὰ ἐπέλθῃ μία κοινὴ συμφιλίωσις καὶ συνεννόησις μεταξὺ τοῦ σώματος τῶν ἀξιωματικῶν. Διότι τὸ γνωμικὸν «Κεραμεὺς κεραμεῖ κοτέει» τὸ ὁποῖον εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ εἰς οἱονδήποτε ἐπάγγελμα εἴτε ἰατρικὸν εἴτε νομικὸν ἢ ὁποιονδήποτε, αὐτὸ τὸ ἀξίωμα πρέπει νὰ εἶναι τελείως ἄγνωστον εἰς τὸν στρατιωτικὸν κόσμον, ἰδίᾳ εἰς τοὺς ἀξιωματικούς. Ἐὰν μὲ τοιαύτας ἀρχάς, διὰ τὰς ὁποίας πλειοδοτῶ, ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, κύριοι, ἀπευθυνθῶμεν πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν Λαὸν καὶ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως ταύτης ἐννοήσωμεν τὸν ἀγῶνα τὸν πολιτικόν, ὄχι μὲ ξίφη ἀλλ’ ἐκ μέρους ἡμῶν μὲ τὸν κλάδον τῆς ἐλαίας, καὶ δώσωμεν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν Λαὸν νὰ ἐννοήσῃ ὅτι ἡμεῖς σκεπτόμεθα δημοκρατικῶς, ἁπλῶς καὶ μόνον διότι νομίζομεν ὅτι διὰ τοῦ δημοκρατικοῦ πολιτεύματος εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξυπηρετηθῶσι καὶ ἐξασφαλισθῶσι τὰ συμφέροντα τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ, ἐάν, λέγω, κατόπιν τῆς τοιαύτης σκέψεως ἀποταθῶμεν πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν Λαόν, νὰ εἴμεθα βέβαιοι ὅτι ἡ πλειοψηφία τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ θὰ ψηφίσῃ ὑπὲρ τῆς Δημοκρατίας. Ἂν ὑποθέσωμεν ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς δὲν ἤθελε σκεφθῇ ὑπὲρ τῆς Δημοκρατίας, ἀλλ’ ἤθελεν ἀποφασίσει ὑπὲρ τῆς Βασιλείας, τότε ἡμεῖς θὰ ἔχωμεν ἐξαντλήσει πᾶσαν ὑποχρέωσιν πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν Λαόν, διότι ἐκηρύξαμεν καὶ εἴπομεν πρὸς αὐτὸν ὁποία θὰ ἦτο ἡ πραγματική του σωτηρία καὶ τὸ πραγματικόν του ὄφελος, ἂν ἠδύνατο νὰ μᾶς ἀκολουθήσῃ.
§99ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Τὴν 1ην Νοεμβρίου δὲν τὸ εἴπομεν;
§100Β. ΚΥΡΕΛΛΟΣ. Δὲν εἶναι τὸ ἴδιον, διότι τότε ἐξηπατήθη. Ἀλλὰ μετὰ τὴν καταστροφὴν τὴν ὁποίαν ὑπέστη τὴν μικρασιατικὴν ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς θὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει του ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπαναφέρῃ μίαν Βασιλείαν ἡ ὁποία ὅσον καὶ ἂν ἤθελε νὰ σταθῇ εἰς τὸ ὕψος της θὰ ἔχηται πάντοτε τῆς πολιτικῆς ἐκείνης μερίδος ἥτις δὲν παύει ἀπὸ τοῦ νὰ τὸν θεωρῇ καὶ νὰ τὸν μεταχειρίζηται πάντοτε ὡς σύμβολον πολιτικόν. Καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς θὰ εἶναι βέβαιος ὅτι ἐξασφαλίζῃ τὴν πλήρη καὶ τελειωτικήν του καταστροφὴν διὰ τὴν ὁποίαν ἐκεῖνος θὰ εἶναι ὑπόλογος. (Χειροκροτήματα).
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καρασεβδᾶς.
§102Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. «Δημοκρατία ἢ Βασιλεία»· ἰδοὺ τὸ ἕτερον ζήτημα, τὸ ζήτημα τὸ πολιτειακόν, εἰς τὸ ὁποῖον κατ’ ἐμὲ ὀφείλομεν νὰ δώσωμεν μίαν λύσιν ὁριστικὴν ἐγκαθιδρύοντες ἢ μὴ τὴν Δημοκρατίαν ἐντεῦθεν, ἤτοι διὰ ψηφίσματος τῆς Συνελεύσεως ἡμῶν. Ἢ κατ’ ἄλλους ἰδοὺ τὸ ἐρώτημα εἰς τὸ ὁποῖον, πρὶν νὰ τὸ θέσωμεν ἐνώπιον τοῦ Λαοῦ τοῦ Ἑλληνικοῦ διὰ νὰ ἀπαντήσῃ, ὀφείλομεν νὰ δώσωμεν εἰς αὐτὸν μίαν γνώμην διαφωτιστικήν. Ὁπωσδήποτε, εἴτε εἰς τὴν μίαν εἴτε εἰς τὴν ἄλλην περίπτωσιν, νομίζω ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀκουσθοῦν αἱ ἑκατέρωθεν γνῶμαι ἐπὶ τῶν προτερημάτων τοῦ δημοκρατικοῦ θεσμοῦ καὶ τῶν ἐλαττωμάτων τοῦ βασιλικοῦ τοιούτου. Δυστυχῶς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου παρήλασαν τόσοι καὶ τόσοι ῥήτορες δημοκρατικοί, ἀλλ’ ἐξ αὐτῶν οὐδείς, ἀπολύτως οὐδεὶς ὡμίλησεν ἐπὶ τοῦ ζητήματος, ἀναπτύσσων τὰς ἀρετὰς τῆς Δημοκρατίας καὶ τὰς κακίας τῆς Βασιλείας. Πάντες ἀνεξαιρέτως οἱ ἀντιπαρελθόντες ἀπὸ τοῦ βήματος περιωρίσθησαν νὰ ὁμιλήσουν ἢ ἐπὶ τοῦ δυναστικοῦ ζητήματος καὶ δὲν ἠξεύρω ποίου ἄλλου ζητήματος ἐκ τῶν γενικῶν δηλώσεων τῆς Κυβερνήσεως ἢ ὑπὲρ τῆς Δημοκρατίας, ἀντλοῦντες τὰ ἐπιχειρήματα αὐτῶν μόνον ἐκ τῶν ἐγκλημάτων καὶ τῶν σφαλμάτων τῆς Δυναστείας. Νομίζω ὅμως ὅτι ὀφείλομεν νὰ ὁμολογήσωμεν πάντες ὅτι ὑπήρξαμεν πάρα πολὺ μονομερεῖς. Ἔπρεπε βεβαίως νὰ κτυπήσωμεν τὴν Δυναστείαν τῶν Γλύξμπουργ καὶ νὰ παραστήσωμεν αὐτὴν οἵα εἶναι πραγματικῶς, ἤτοι ὁ καταστροφεὺς τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἀλλὰ δὲν ἔπρεπε νὰ περιορισθῶμεν εἰς μόνον τὸ ἐπιχείρημα τὸ ἐκ τῶν σφαλμάτων τῆς Δυναστείας. Πρῶτον μὲν διότι ὑπάρχουσι καὶ ἄλλα ἐπιχειρήματα πολὺ σπουδαιότερα, καὶ δεύτερον διότι περιοριζόμενοι νὰ κτυπῶμεν μόνον τὴν Δυναστείαν δὲν συντελοῦμεν εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῶν τάξεων τῆς Δημοκρατίας ἀπὸ τῶν τάξεων τῆς Βασιλείας διὰ τὸν λόγον ὅτι οἱ ἀντίπαλοι ἡμῶν ἔχουσι μετὰ τῆς Δυναστείας κοινὰ σφάλματα, κτυπῶντες δὲ ἡμεῖς τὴν Δυναστείαν ἐρεθίζομεν οὕτω τὸν ἐγωϊσμὸν τῶν σφαλέντων καὶ συντελοῦμεν εἰς τὸ νὰ ἐπιμένωσιν οὗτοι εἰς τὰ σφάλματά των. Καὶ εἶναι ἀληθὲς ὅτι πολλοὶ τῶν σφαλέντων ὅταν τοὺς κτυπᾷ κανεὶς τὸ σφάλμα των διορθώνονται, ἀλλὰ δυστυχῶς οἱ ἀντίπαλοι ἡμῶν εἶναι ἐξ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι, ὅταν τοὺς κτυπᾷς τὸ σφάλμα, ἐπιμένουν εἰς τὸ σφάλμα περισσότερον. Ἐνῷ ἐξ ἄλλου ἀναπτύσσοντες τὰς ἀρετὰς τῆς Δημοκρατίας, ἀναπτύσσοντες τὸ αἴσθημα τὸ δημοκρατικὸν εἰς τοὺς ἀντιπάλους ἡμῶν, οἱ ὁποῖοι κατὰ τὸ πλεῖστον, ἂν ὄχι ὅλοι, εἶναι δημοκρατικοὶ κατὰ φύσιν, ὡς λέγουν κατ’ ἰδίαν τουλάχιστον, νομίζω ὅτι θὰ συντελοῦμεν περισσότερον εἰς τὸ νὰ αὐξηθῇ ὁ ἀριθμὸς τῶν ὀπαδῶν τῆς Δημοκρατίας εἰς βάρος τῶν τάξεων τῆς Βασιλείας. Ἐγώ, κ. πληρεξούσιοι, ὡς γνωστόν, εἶμαι δημοκρατικὸς καὶ ἐπὶ πλέον φιλελεύθερος ἀνεξάρτητος. Ἔχω κηρυχθῆ τοιοῦτος εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς τῆς περιόδου τοῦ νεωτέρου Ἑλληνικοῦ δημοκρατισμοῦ. Ἐθεώρησα καθῆκόν μου νὰ ἐκφέρω τὴν γνώμην μου ἐπὶ τοῦ ζητήματος ὄχι βέβαια διὰ τὴν ἀξίαν αὐτῆς, ἀλλὰ διότι οὐδεὶς ἐξέφερε τοιαύτην μέχρι τοῦδε, ἔπειτα δὲ διότι λέγων τὴν γνώμην μου ἐνόμισα ὅτι θὰ ἱκανοποίουν τὸ δίκαιον ἐνδιαφέρον ἐκείνων οἱ ὁποῖοι εἴτε ἐντὸς εἴτε, ἰδίως, ἐκτὸς τῆς αἰθούσης ταύτης ἤθελον νὰ μάθωσι πῶς ἐσκέφθησαν καὶ ᾐσθάνθησαν ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι πρῶτοι ἐκηρύχθησαν δημοκρατικοὶ καὶ μάλιστα οὐχὶ εἰς τὰς ὁμαλὰς περιστάσεις ἀλλὰ τὰς τρομοκρατικὰς, τὰς Κωνσταντινικάς, ὅτε βεβαίως ἕνεκα τῆς κρισιμότητος ἠδύνατο βαθύτερα νὰ αἰσθανθῇ κανεὶς καὶ καλύτερον νὰ διανοηθῇ. Τὸ ζήτημα εἰς τὸ ὁποῖον θὰ ἐκφέρω τὴν γνώμην μου διαιρεῖται αʹ) εἰς τὸ ἂν πρέπει νὰ ἐγκαθιδρυθῇ Δημοκρατία καὶ βʹ) εἰς τὸ πῶς πρέπει νὰ ἐγκαθιδρυθῇ, ἤτοι διὰ τῆς Συνελεύσεως ἢ διὰ δημοψηφίσματος. Εἰς τὴν συνεδρίασιν τὴν σημερινὴν θὰ ὑποστηρίξω τὸ πρῶτον· καὶ πρὸς τοῦτο θ’ ἀναπτύξω ὅτι ὁ βασιλικὸς θεσμὸς ἔχει μόνον ἐλαττώματα καὶ ὁ δημοκρατικὸς θεσμὸς ἔχει μόνον προτερήματα. Θὰ ἀρχίσω δὲ ἀπὸ τὰ ἐλαττώματα τοῦ βασιλικοῦ θεσμοῦ διὰ νὰ καταλήξω εἰς τὰ προτερήματα τοῦ δημοκρατικοῦ θεσμοῦ. 1ον ἐλάττωμα τοῦ βασιλικοῦ θεσμοῦ: Ὁ βασιλικὸς θεσμός, κύριοι πληρεξούσιοι, παρ’ ἡμῖν δὲν ὑπῆρξε ποτὲ θεσμὸς ἀγαπητὸς εἰς κανένα, ἐξαιρέσει, ἐννοεῖται, ὀλίγων στενῶν κύκλων αὐλικῶν καί τινων οἰκογενειῶν ἐπαρχιακῶν, αἱ ὁποῖαι ἐφιλοξένουν τὰ περιοδεύοντα ἑκάστοτε μέλη τῆς βασιλικῆς οἰκογενείας. Ὁ βασιλικὸς θεσμὸς ἀνέκαθεν ἢ ἦτο μισητὸς εἴς τινας κύκλους, εἰς οὓς ἀνῆκον πάντοτε καὶ ἐγώ, ἢ ἦτο τὸ πολὺ ἀνεκτὸς εἰς τοὺς ἄλλους. Τοῦτο νομίζω ὅτι πᾶς τις θὰ τὸ ὁμολογήσῃ. Ἐγὼ τουλάχιστον ἐπέρασα ἕνα βίον ἀρκετὰ μακροχρόνιον καὶ πολὺ περιπετειώδη, ἀνετράφην μὲ ὅλες τὶς ράτσες τὶς Ἑλληνικές, πολλῶν δὲ Ἑλλήνων εἶδον ἄσπρα καὶ νέον ἔγνων καὶ νομίζω ὅτι ὀφείλω νὰ βεβαιώσω εἰς τὸν ὅρκον τὸν ὁποῖον ὡς πληρεξούσιος ἔδωσα καὶ ὃν ἤδη ἐπαναλαμβάνω, ὅτι δὲν κατώρθωσα ποτὲ νὰ συναντήσω Ἕλληνα εἰς τὴν παρῳχημένην ἐποχὴν ὁ ὁποῖος νὰ ἦτο ἐνθουσιασμένος μὲ τὸν θεσμὸν ἢ μὲ τοὺς Βασιλεῖς του. Καὶ εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἀπό τινων ἐτῶν προέκυψαν εἰς τὸ μέσον πολλοὶ Ἕλληνες, πάρα πολλοὶ μάλιστα, οἱ ὁποῖοι ἐζητωκραύγασαν ἀγρίως, ἐνθουσιωδῶς, μέχρι τρίτου οὐρανοῦ ὑπὲρ τοῦ μεγάλου Βασιλέως, τοῦ μεγάλου Στρατηλάτου. Ἀλλ’ ὅπως ἀπεδείχθη ἐκ τῶν ὑστέρων, αἱ ζητωκραυγαὶ ἐκεῖναι δὲν ἀπετείνοντο πρὸς τὸν μέγαν Βασιλέα καὶ τὸν μέγαν Στρατηλάτην. Κυρίως καὶ ὑποσυνειδήτως πρὸς τὸν μέγαν κομματάρχην, μετὰ τοῦ ὁποίου συνεδέοντο αἱ πλάναι ἰδίως αὐτῶν, ἀλλὰ καὶ αἱ ἀδυναμίαι, τὰ ἐλαττώματα καὶ τὰ παράνομα συμφέροντά των, τὰ ὁποῖα ὁ Βασιλεὺς οὗτος ἐκαλλιέργησε καὶ ἀνέπτυξε παρ’ αὐτοῖς διὰ τοῦ ἐπαράτου ἐπιτελείου τοῦ Μεταξᾶ καὶ Σίας, διὰ πάσης προπαγάνδας ἐγχωρίας τε καὶ ξένης καὶ δι’ ὅλων τῶν μέσων ἰδίως τῶν ἀθεμίτων καὶ ἀντισυνταγματικῶν. Ὁπωσδήποτε ὅταν ἐπῆλθον τὰ ἀποτελέσματα τῶν ὀργίων τοῦ ἐν λόγῳ Βασιλέως καὶ τῆς Δυναστείας του καὶ ἦσαν ταῦτα τραγικά, πρωτοφανῶς ὀλέθρια, τότε οἱ πλεῖστοι τῶν ὀπαδῶν αὐτοῦ ἤρχισαν νὰ μισῶσι καὶ μάλιστα περισσότερον ἡμῶν, τῶν ἀρχικῶς μισούντων, καὶ τὸν Βασιλέα καὶ τὸν θεσμόν. Καὶ δὲν ὑπάρχει οὐδεμία ἀμφιβολία ὅτι καὶ οἱ ὑπολειπόμενοι ὀπαδοί του ὅσον προϊόντος τοῦ χρόνου συνέρχονται καὶ ἀνανήφουν καὶ ἀνυψώνονται καὶ ξενερώνουν τόσον θὰ μισῶσι καὶ αὐτοὶ καὶ τὸν μὲν καὶ τὸν δέ, ἤτοι τὸν Βασιλέα καὶ τὸν θεσμόν, καὶ τόσον περισσότερον ὅσον περισσότερον παρ’ αὐτῶν διεφθάρησαν καὶ ἀπεπλανήθησαν. Θεσμὸς λοιπὸν ὁ ὁποῖος δὲν ὑπῆρξε ποτὲ ἀγαπητός, κατέστη ἤδη μισητὸς καὶ τείνει νὰ καταστῇ μισητότερος δὲν εἶναι δυνατὸν πλέον νὰ διατηρηθῇ ἐν Ἑλλάδι. Ἐρχόμεθα τώρα εἰς τὸ 2ον ἐλάττωμα: Ὁ θεσμὸς ὁ βασιλικὸς εἶναι θεσμὸς ὄχι ἑκούσιος, ὃν οἱ λαοὶ ἐγκαθιδρύουν ἑκουσίως ὅπως διοικηθῶσιν, ἀλλ’ εἶναι θεσμὸς βίας, ἡ ὁποία ἐπεκράτησεν εἰς τὰ βάθη τῶν αἰώνων. Ὅταν δηλαδὴ ἡ ἀνθρωπότης συνῳκεῖτο εἰς χωρίδια τὸ πολὺ ἢ εἰς πολίχνας τὸ πολὺ ἢ ἐπλανᾶτο εἰς ὁμάδας νομαδικῶς νεμομένας τὰ αὐτοφυῆ τῆς φύσεως προϊόντα, τότε μία οἰκογένεια ἰσχυρά, καταστᾶσα τοιαύτη ἐκ πληθώρας συγγενῶν ἢ ἐξ οἱουδήποτε ἄλλου λόγου τυχηροῦ, βίᾳ ἐπεβάλλετο εἰς τὰς λοιπάς. Ἡ βία αὕτη ἐπεξετείνετο εἰς τὰ πέριξ καὶ βαθμηδὸν ἀπετελοῦντο οὕτως αἱ Τυραννίαι, αἱ Βασιλεῖαι, τὰ Κράτη τὰ βασιλικά, πάντοτε διὰ τῆς βίας. Ὅταν ὅμως, προϊόντος τοῦ χρόνου οἱ λαοὶ ἤρχισαν νὰ συγκεντρώνωνται εἰς πόλεις, ἤγουν νὰ πολιτίζωνται, διότι συγκέντρωσις εἰς πόλεις καὶ πολιτισμὸς σημαίνει τοῦτ’ αὐτό, ὡς καὶ ἡ ἐτυμολογία τῆς λέξεως πολιτισμὸς δεικνύει, τότε διὰ τῆς συγκεντρώσεως εἰς πόλεις τῶν λαῶν ἤρχισε νὰ ἀναπτύσσηται μία δύναμις λαϊκὴ ἰσχυρά, ἥτις ὑπῆρξεν ἡ νόμιμος βία, ἡ δύναμις τῆς ἀμύνης, ἥτις βαθμηδὸν κατέλυσεν ἢ ἀφώπλισε τὴν βίαν, ἤτοι τὴν Βασιλείαν. Τοῦτο εἶναι ἓν ἐκ τῶν πλέον ἀναμφισβητήτων ἀξιωμάτων τῆς κοινωνιολογικῆς ἐπιστήμης. Καὶ αὐτὸ τὸ ἀξίωμα, ὅταν ἡ βία εἶναι ἰσχυρά, ἡ Βασιλεία ἀνακύπτει καὶ πίπτει ἡ Δημοκρατία. Ὅταν τοὐναντίον ἡ δύναμις ἡ λαϊκὴ εἶναι ἰσχυρὰ ἕνεκα τῆς συγκεντρώσεως τῶν λαῶν εἰς πόλεις ἢ δι’ οἱονδήποτε ἄλλον λόγον, τότε ἡ Δημοκρατία ἐγκαθιδρύεται καὶ ἡ Βασιλεία ἀνατρέπεται. Τὸ ἀξίωμα αὐτὸ δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ ἔχῃ καὶ παρ’ ἡμῖν ἐφαρμογήν. Σήμερον ἡ βία, ἤγουν ἡ Βασιλεία, ἔχει ἐξασθενήσει ἕνεκα τῶν σφαλμάτων καὶ τῶν ἐγκλημάτων τῆς Δυναστείας· ἐξ ἄλλου ἡ δύναμις ἡ λαϊκὴ ἕνεκα τῆς ἀπό τινος συγκεντρώσεως τοῦ λαοῦ εἰς πόλεις καὶ ἰδίως ἕνεκα τῆς ἐξάψεως αὐτοῦ διὰ τὰ ἀπὸ τῆς Δυναστείας παθήματά του κατέστη πλέον λίαν ἰσχυρὰ καὶ δι’ αὐτὸ δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ ἀνατρέψῃ ἡ λαϊκὴ δύναμις αὕτη τὴν βίαν, ἤτοι τὴν Βασιλείαν. Εἶπον ὅτι ἡ Βασιλεία στηρίζεται εἰς τὴν βίαν, ἥτις ἐπεκράτησεν εἰς τὸ παρελθόν, εἰς τὰ βάθη τῶν αἰώνων. Ἐξαίρεσις τῆς ἀρχῆς αὐτῆς φαίνεται ὅτι ὑπάρχει εἰς τὰ σύγχρονα Βαλκανικὰ Κράτη, ἀλλ’ ἡ ἐξαίρεσις αὐτὴ εἶναι φαινομενική. Εἰς αὐτὰ βία ὑλικὴ δὲν ἔλαβε χώραν πράγματι διὰ τὴν ἐγκαθίδρυσιν τῆς Βασιλείας, ἐπέδρασεν ὅμως βία ψυχολογική. Διότι, ὅταν τὰ Βαλκάνια ἠλευθερώθησαν, ἐπεκράτουν ἀκόμη αἱ ἀπαίσιοι ἰδέαι τῆς Ἱερᾶς Συμμαχίας, αἱ ἀπηνῶς καταδιωκτικαὶ παντὸς τοῦ δημοκρατικοῦ καὶ ἕνεκα τούτου δὲν ἦσαν ἐλεύθερα τὰ Κράτη ταῦτα νὰ ἐκλέξωσι τὸν δημοκρατικὸν θεσμόν· ἠναγκάσθησαν δὲ νὰ προτιμήσουν τὸν βασιλικὸν ὡς καὶ ξενικὰς Δυναστείας, αἵτινες τόσον ἀκριβὰ ἐκόστισαν εἰς αὐτὰ καὶ ἰδίως εἰς ἡμᾶς. 1ον ἐλάττωμα, κ. πληρεξούσιοι, εἶναι ὅτι ὁ θεσμὸς ὁ βασιλικὸς δὲν εἶναι θεσμὸς αὐτόχθων, εἶναι θεσμὸς ξενικός. Τὸ φροῦτον τοῦτο δὲν ἀνεπτύχθη σχεδὸν ποτὲ αὐτοφυῶς ἐδῶ, εἰς τὴν κυρίως Ἑλλάδα ἐννοῶ, καὶ τοῦτο διότι εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῆς βίας, ἤγουν τῆς Βασιλείας, δὲν συντελεῖ οὔτε ἡ φύσις τοῦ ἐδάφους, οὔτε ἡ κατάστασις τοῦ κλίματος, οὔτε ἡ ἰδιοσυγκρασία τῶν κατοίκων αὐτῆς. Τὸ ἔδαφος δηλαδὴ τῆς Ἑλλάδος εἶναι, ὡς γνωστόν, κατατετμημένον εἰς ἀπειρίαν νήσων καὶ μεγαλονήσων, κόλπων καὶ ἀκρωτηρίων. Ἡ θάλασσα ὡς ἐκ τούτου εἰσχωρεῖ καὶ παρέχει εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς καὶ εἰς τὴν πρωτογενῆ ἀκόμη ἐποχὴν ἄφθονα τὰ μέσα τῆς συγκοινωνίας, τὰ ὁποῖα ἀναπτύσσουν τὴν ἐπικοινωνίαν τοῦ λαοῦ, ἡ ὁποία πάλιν ἀναπτύσσει τὴν συγκέντρωσιν τοῦ πληθυσμῶν, καὶ οὕτω παράγεται διὰ τῆς συγκεντρώσεως ἰσχυρὰ λαϊκὴ δύναμις, ἡ ὁποία παρεμποδίζει τὴν ἀνάπτυξιν τῆς βίας, ἤγουν τῆς Βασιλείας. Ἐξ ἄλλου ἡ θάλασσα πανταχοῦ εἰσχωροῦσα ἐπηρεάζει τὸ κλῖμα, τὸ δὲ κλῖμα ἐπηρεαζόμενον ἐρεθίζει τοὺς κατοίκους, τὰ νεῦρα αὐτῶν διὰ τῆς ἅλμης καὶ καθιστᾷ αὐτοὺς εὐκινήτους, ζωηρούς, ἀγρύπνους, φύλακας τῆς ἐλευθερίας καὶ ἀνταγωνιστὰς τῆς βίας, ἤτοι τῆς Βασιλείας. Ἐκ τρίτου, κ. πληρεξούσιοι, τὸ ἐσωτερικόν τῆς Ἑλλάδος εἶναι καταμερισμένον εἰς πάμπολλα διαμερίσματα σχεδὸν ἀνεξάρτητα ἀπ’ ἀλλήλων καὶ δι’ αὐτὸ καὶ ἂν ἐπικρατήσῃ πουθενὰ ἡ βία ἢ ἡ Βασιλεία δὲν ἐξαπλοῦται εὔκολα καὶ δὲν ἰσχυροποιεῖται, ἑπομένως εὔκολα ἀνατρέπεται. Ἀντιθέτως εἰς τὰ ἄλλα Κράτη τὰ Ἀσιανά, Εὐρωπαϊκὰ κλπ., ἔνθα ὑπάρχουσιν ἀπέραντοι πεδιάδες, ἡ βία, ἤγουν ἡ Βασιλεία ἐξαπλοῦται καὶ ἰσχυροποιεῖται εὔκολα καὶ δι’ αὐτὸ δὲν ἀνατρέπεται εὔκολα καὶ δι’ αὐτὸ δὲν ἀνετράπη ἅπαξ ἐπικρατήσασα ἐκεῖ, ἀλλὰ διετηρήθη διὰ μέσου τῶν αἰώνων. Εἶναι ἀλήθεια ὅτι καὶ παρ’ ἡμῖν ἐν τῇ κυρίως Ἑλλάδι κάποτε ἀνεπτύχθησαν αἱ Βασιλεῖαι εἰς πολὺν ἀρχαίαν ἐποχήν, εἰς τὴν προϊστορικήν, τὴν μυθικήν. Ἀλλ’ αἱ Βασιλεῖαι ἐκεῖναι δὲν ἦσαν παρὰ ἰσχυραὶ οἰκογένειαι ἐκτελοῦσαι ἁπλῶς τὰς βουλὰς τοῦ Δήμου, ἀλλὰ καὶ αὗται μὲ τὰς πρώτας λαϊκὰς συγκεντρώσεις, μὲ τὴν πρώτην ἐμφάνισιν πόλεων καὶ τοῦ ἑλληνικοῦ πολιτισμοῦ ἀμέσως ἐξηφανίσθησαν, διελύθησαν ὡς διὰ μαγείας. Μόνον εἰς τὰς βορείους χώρας τὰς ἑλληνικάς, ἤτοι τὴν Μακεδονίαν καὶ Ἤπειρον, ἐπεκράτησαν αἱ Βασιλεῖαι. Ἐπεκράτησαν ἐκεῖ, δὲν ηὐδοκίμησαν ὅμως παρὰ ὑπὸ τρεῖς μεγάλους Βασιλεῖς, τὸν Πύρρον, τὸν Φίλιππον καὶ τὸν Ἀλέξανδρον, ἀλλὰ καὶ τότε ηὐδοκίμησαν αἱ Βασιλεῖαι, ὄχι διὰ τὴν ἀξίαν τοῦ θεσμοῦ, οὐδὲ τόσον διὰ τὴν ἀξίαν τῶν Βασιλέων, ἀλλὰ διότι οἱ Βασιλεῖς οὗτοι ἐχρησιμοποίησαν πᾶν ὅ,τι αἱ Δημοκρατίαι τῆς κυρίως Ἑλλάδος εἶχον παραγάγει, ἤτοι ὅλα τὰ μέσα τῆς ἐπιστήμης, τῆς τέχνης, ἰδίως τῆς στρατιωτικῆς, ἐν γένει ὅλα τὰ μέσα τῆς ἐπιβολῆς, τὰ ὁποῖα αἱ Δημοκρατίαι ἐκεῖναι δὲν ἠδυνήθησαν νὰ χρησιμοποιήσωσι κατ’ ἔκτασιν ἰμπεριαλιστικῶς, διότι, ἂν καὶ ἀντηγωνίσθησαν καὶ ἀλληλεσπαράχθησαν ἐπὶ τῷ σκοπῷ ἐπιτυχίας ἐθνικῆς ἑνότητος, δὲν ἐπέτυχον αὐτὴν καὶ δὲν ἐπέτυχον ὄχι δι’ ἐλάττωμα τῆς φυλῆς, οὐδὲ δι’ ἐλάττωμα τοῦ δημοκρατικοῦ θεσμοῦ, ἀλλὰ δι’ αἴτια ἄλλα τυχηρά, ἃ προϊόντος τοῦ λόγου θ’ ἀναφέρω. Ἔρχομαι τώρα εἰς τὸν βασιλικὸν θεσμὸν τὸν Βυζαντινόν. Καὶ αὐτὸς ὁ θεσμὸς δὲν ὑπῆρξεν ἑλληνικὸς ἀλλὰ ρωμαϊκός, ὅπως Ρωμαϊκὸν ἦτο κατ’ ἀρχὰς καὶ τὸ Κράτος τὸ Βυζαντινόν. Τὸ Κράτος δηλαδὴ αὐτὸ κατ’ ἀρχὰς ἦτο τὸ ἀνατολικὸν Ρωμαϊκὸν Κράτος, εἰς τὸ ὁποῖον μετέφερε τὴν πρωτεύουσάν του ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος ἵνα ἀποκτήσῃ τὴν ὑποστήριξιν τῶν Χριστιανῶν, συντελέσας οὕτω καὶ αὐτὸς εἰς τὴν ὑποστήριξίν των. Καὶ τὸ Κράτος αὐτὸ τὸ Ρωμαϊκὸν βαθμηδόν, ὅσον περιωρίζετο εἰς ἐκτάσεις ἑλληνικὰς καὶ ὑφίστατο τὴν ἐπιρροὴν τῆς γλώσσης καὶ τῆς ἐπιστήμης τῆς ἑλληνικῆς, τόσον ἐξελληνίζετο, ἐξελληνίσθη δὲ πλήρως ὅταν ἤρχισε νὰ καταπίπτῃ, καὶ πρὶν νὰ πέσῃ ὑπὸ τὸν ζυγὸν τὸν τουρκικόν. Ἀλλὰ τότε καὶ ἡ μορφὴ τοῦ βασιλικοῦ θεσμοῦ μετεβλήθη ῥιζικῶς, δὲν ὑπῆρχον πλέον Αὐτοκράτορες, ἀλλὰ μόνον Βασιλεῖς. Ἢ μᾶλλον ὑπῆρχον πρῶτοι μεταξὺ ἴσων καὶ τοιοῦτος ὑπῆρξεν ὁ Κωνσταντῖνος ὁ Παλαιολόγος. Καὶ δὲν ἔχω καμμίαν ἀμφιβολίαν ὅτι, ἂν ἡ Κωνσταντινούπολις, ἡ βασιλὶς τῶν πόλεων, διετηρεῖτο ἀκόμη ἐλευθέρα ἐπί τινα ἀκόμη ἔτη, θὰ μετετρέπετο εἰς πόλιν δημοκρατικήν, ὅπως μετετράπησαν εἰς δημοκρατικὰς πόλεις αἱ πόλεις τῆς Ἰταλίας ὀλίγον πρίν, ἕνεκα τῆς καταπτώσεως ἐκεῖ τότε τοῦ βασιλικοῦ θεσμοῦ. Διὰ τοῦτο μετὰ τῶν Βυζαντινῶν δὲν συνδεόμεθα δι’ αὐτοκρατορικῶν παραδόσεων, ὡς ἀναχρονισταί τινες ἔλεγον μετὰ τὴν ἀπελευθέρωσίν μας. Καὶ δι’ αὐτὸ εἰς τὸν κ. Βενιζέλον καὶ εἰς τὸν μακαρίτην Πατριάρχην, ὅταν ἐπρόκειτο νὰ εἰσέλθωμεν ἐπισημότερον εἰς τὴν Πόλιν, δι’ ἐπιστολῆς πρὸς τὸν πρῶτον καὶ διὰ ποιημάτων πρὸς τὸν δεύτερον, τὰ ὁποῖα πρώτην φορὰν ἀπεπειράθην, ἔλεγον εἰς αὐτοὺς ὅτι μόνον διὰ τῆς Δημοκρατίας, ἤτοι ἀποκεκαθαρμένοι, ἦτο δυνατὸν νὰ εἰσέλθωμεν εἰς αὐτὴν τὴν ἱερὰν πόλιν καὶ ὄχι διὰ τοῦ βασιλικοῦ θεσμοῦ καὶ δὴ διὰ τοῦ ἄγους τοῦ Κωνσταντινικοῦ. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ βασιλικὸν θεσμὸν τοῦ συγχρόνου Ἑλληνικοῦ Κράτους μας δὲν ἔχω νὰ εἴπω τίποτε. Εἶναι γνωστὸν ὅτι οὗτος εἶναι ξενικός, ἔξωθεν εἰσαχθείς. 4ον ἐλάττωμα. Ὁ θεσμὸς ὁ βασιλικός, ὁ ξενικὸς αὐτὸς θεσμὸς δὲν ηὐδοκίμησε ποσῶς ἐν Ἑλλάδι· ἐὰν εἶχεν εὐδοκιμήσει, θὰ ἠδύνατό τις νὰ εἴπῃ: Εἴτε εἶναι ξενικός, εἴτε αὐτόχθων, ἀφοῦ ἐπέτυχε, πρέπει νὰ διατηρηθῇ. Ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν ηὐδοκίμησε, δὲν κατέδειξεν οὔτε τὴν κυριωτέραν ἀρετὴν τὴν ὁποίαν τοῦ ἀποδίδουσιν οἱ ὀπαδοὶ αὐτοῦ· οἱ ὀπαδοὶ δηλαδὴ τῆς Βασιλείας ἰσχυρίζονται ὅτι αὕτη ἔχει κάτι τι τὸ πάγιον, προλαμβάνει τοὺς συγκλονισμοὺς εἴτε κατὰ τὴν διατήρησιν τοῦ ἀνωτάτου ἄρχοντος εἴτε κατὰ τὴν διαδοχὴν αὐτοῦ. Ἀλλὰ δυστυχῶς ἡμεῖς ἐφηρμόσαμεν τὸν θεσμὸν τὸν βασιλικὸν ἐπὶ ἕνα αἰῶνα περίπου καὶ δὲν ἔχομεν τίποτε ἄλλο ἐπιβεβαιώσει παρὰ συχνὰς τόσας ἐπαναστάσεις ἐξ αἰτίας ἢ ἐναντίον τῆς Βασιλείας. Οὐδεμία ἐπανάστασις μέχρι τοῦδε παρ’ ἡμῖν ἐγένετο μὴ ἔχουσα σχέσιν μὲ τὴν Βασιλείαν. Καὶ δὲν εἶναι μόνον ὅτι ὁ θεσμὸς δὲν ηὐδοκίμησεν, ἐξ ἄλλου ἀκόμη—5ον ἐλάττωμα—συνετέλεσεν εἰς τὸ νὰ διαφθείρῃ τοὺς χαρακτῆρας τοὺς ἑλληνικούς. Καὶ 6ον ἐλάττωμα εἰς τὸ νὰ ἀναπτύξῃ τὸν λεγόμενον βασιλικὸν ῥαγιαδισμὸν. Συνετέλεσεν εἰς τὸ νὰ διαφθείρῃ τοὺς χαρακτῆρας, διότι ὁ Βασιλεύς, ὅσον καὶ ἂν ἔπαυσε νὰ εἶναι παντοδύναμος τοῦ παλαιοῦ τύπου τῶν μοναρχιῶν, ἂν καὶ ὁ Κωνσταντῖνος ἦτο χειροτέρου τύπου, πάντοτε ὁ Βασιλεὺς εἶναι Βασιλεύς, δὲν εἶναι ἐφήμερος, ἀλλὰ βασιλεύει ἐφ’ ὅρου ζωῆς, μετ’ αὐτὸν δὲ καλοῦνται τὰ τέκνα, οἱ κατιόντες του, ἐν γένει οἱ συγγενεῖς αὐτοῦ. Κατὰ συνέπειαν ἐξασκεῖ ἔν τε τῷ Κράτει καὶ τῇ κοινωνίᾳ μίαν ἐπιρροὴν τρισμεγίστην καὶ ἕνεκα τούτων πολῖται καὶ πολιτευόμενοι ἔχοντες ἀνάγκην νὰ ἐκμεταλλευθοῦν τὴν ἰσχὺν αὐτὴν ὅπως ἀναδειχθῶσι, ταπεινώνονται, κολακεύουσι, θυσιάζουσι τὰς ἰδέας των, τὰ αἰσθήματά των εἰς τὴν φιλοδοξίαν, ἤτοι διαφθείρονται. Δὲν ἦτο δυνατὸν ὅθεν παρὰ νὰ διαφθαροῦν καὶ οἱ ἑλληνικοὶ χαρακτῆρες διὰ τοῦ βασιλικοῦ θεσμοῦ καὶ πράγματι διεφθάρησαν, ἰδίως τελευταίως. Ἀκόμη, ὡς εἶπον, ὁ θεσμὸς ὁ βασιλικὸς συνετέλεσεν εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ ῥαγιαδισμοῦ τοῦ βασιλικοῦ καὶ ἰδίως κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη ἐπὶ Κωνσταντίνου καὶ ὁ ῥαγιαδισμὸς αὐτὸς μετὰ τοῦ ἄλλου ῥαγιαδισμοῦ τοῦ κομματαρχικοῦ ὑπῆρξαν κατ’ ἐμὲ τὰ δύο κακὰ τὰ ὁποῖα ἀπὸ τῆς ἀπελευθερώσεως παρημπόδισαν τὴν ἀνάπτυξιν τῆς Ἑλλάδος καὶ ἐπέφεραν καὶ τὴν τελευταίαν ἀνεπανόρθωτον καταστροφήν. Αὐτοὶ δὲ μόνον οἱ ραγιαδισμοὶ ἦσαν οἱ ραγιαδισμοὶ ποὺ ἐπεκράτησαν εἰς τὴν νεωτέραν Ἑλλάδα. Ὁ ἄλλος ὁ ραγιαδισμός, τὸ λείψανον τοῦ Τουρκικοῦ ζυγοῦ κατ’ ἐμέ, δὲν ὑπῆρχεν ἀπὸ τῆς ἀπελευθερώσεως καὶ ἐντεῦθεν, διότι εἰς μὲν τὴν Ρούμελην καὶ Αἰτωλοακαρνανίαν καὶ τὴν Μάνην δὲν ἀνεπτύχθη ποτέ. Ὡς ἤκουσα ἀπὸ τοὺς προγόνους μου, δὲν ὑπῆρχον ἐκεῖ Τοῦρκοι νιζάμηδες· εἶχον ἐπικρατήσει οἱ ἀρματωλοὶ καὶ κλέφται, οἱ ὁποῖοι φυσικὸν ἦτο νὰ μὴ ἀφήσουν ν’ ἀναπτυχθῇ ὁ Τουρκικὸς ραγιαδισμός. Εἰς δὲ τὴν ἄλλην Ἑλλάδα, ποῦ ὀλίγον καὶ ποῦ πολύ, ἀνεπτύχθη οὗτος, μετὰ τοὺς ἀπελευθερωτικοὺς ὅμως ἀγῶνας τῆς Ἑλλάδος ἐπὶ ἑπτὰ ἔτη δὲν ἦτο δυνατὸν παρὰ νὰ ἐξαλειφθῇ, ὅπως καὶ ἐξηλείφθη πράγματι. 7ον ἐλάττωμα εἶναι ὅτι προάγει ὁ βασιλικὸς θεσμὸς τοὺς πολέμους. Οἱ Βασιλεῖς κατὰ τὸ πλεῖστον, ἂν μὴ καθ’ ὁλοκληρίαν, εἶναι φιλοπόλεμοι καὶ τοῦτο διότι ὁ πόλεμος στηρίζεται ἐπὶ τῆς αὐτῆς βάσεως ἐπὶ τῆς ὁποίας καὶ οἱ θρόνοι, ἤγουν ἐπὶ τῆς βίας, ἐξ ἄλλου δὲ οἱ Βασιλεῖς, φοβούμενοι μήπως τὸ καθεστὼς αὐτῶν τὸ στηριζόμενον ἐπὶ τῆς βίας ἀνατραπῇ ὑπὸ τῆς ἄλλης βίας, τῆς νομίμου, ἤτοι τῆς λαϊκῆς δυνάμεως, προσπαθοῦσι καὶ συστηματικῶς ὠθοῦσιν ὥστε νὰ ἐκτρέπηται ἡ δύναμις αὐτή, ἡ βία ἡ ἐσωτερική, εἰς ἐξωτερικὴν τοιαύτην, ἤγουν εἰς πόλεμον. Καὶ διὰ νὰ μὴ ἀνατρέξωμεν εἰς ἄλλα παραδείγματα μεμακρυσμένα θὰ πάρωμεν τὸν Κάϊζερ. Οὗτος βλέπων ὅτι τὸ Γερμανικὸν Κράτος εἶχε καταστῇ ἀστικὸν καὶ δὴ ἐργατικὸν ὑπὲρ πᾶν ἄλλο καὶ ὅτι κατὰ συνέπειαν διὰ τῆς συγκεντρώσεως τοῦ λαοῦ ἡ δύναμις ἡ λαϊκὴ κατὰ τὴν αὐτὴν ἀναλογίαν εἶχεν ἀναπτυχθῆ, καὶ φοβούμενος μήπως ἡ δύναμις αὐτὴ ἡ λαϊκὴ ἀνατρέψῃ τὴν ἰδικήν του βίαν προσεπάθησε διὰ παντὸς μέσου νὰ τὴν ἐκτρέψῃ εἰς πόλεμον ἐξωτερικόν. Καὶ ἐπέτυχε νὰ τὴν ἐκτρέψῃ. Ἡττήθη ὅμως καὶ δὲν κατώρθωσε νὰ σώσῃ ἑαυτόν, ἐνῷ ἐξ ἄλλου κατέστρεψε τὴν Γερμανίαν καὶ ἐπέφερεν εἴς τε τὴν ἀνθρωπότητα καὶ εἰς ἡμᾶς ζημίας ἀνεπανορθώτους καὶ ἀνυπολογίστους. 8ον ἐλάττωμα, κύριοι πληρεξούσιοι, τοῦ θεσμοῦ τῆς Βασιλείας εἶναι ὅτι ὁ βασιλικὸς θεσμὸς τείνει εἰς τὸν μοναρχισμόν. Πρῶτον διὰ τὴν τάσιν τῶν Βασιλέων, δεύτερον διὰ τὴν δύναμιν αὐτῶν, τρίτον διὰ τὴν ἔλλειψιν δυνάμεως λαϊκῆς ἐγκαίρως ἐμφανιζομένης πρὸς παρεμπόδισιν τῆς ἐπικρατήσεως τῆς μοναρχικῆς αὐτῆς τῶν Βασιλέων τάσεως. Καὶ εἶπον πρῶτον διὰ τὴν τάσιν τῶν Βασιλέων. Οἱ Βασιλεῖς δηλαδὴ ἔχουν τὴν τάσιν πρὸς μοναρχισμόν, διότι ἔχουν τὰ ἔνστικτα τῆς αὐθαιρεσίας ἀνεπτυγμένα ὅπως οἱ ἄνθρωποι οἱ φυσικοί. Οἱ ἄλλοι ἄνθρωποι, οἱ κοινωνικοί, ἀγωνιζόμενοι καὶ ἀνταγωνιζόμενοι ἐν τῇ κοινωνίᾳ καὶ προσκρούοντες πότε ἐδῶ καὶ πότε ἐκεῖ, τὰ ἔνστικτα αὐτὰ τῆς αὐθαιρεσίας βαθμηδὸν τὰ καταστέλλουσιν ἢ τὰ ἐξαλείφουσιν. Οἱ Βασιλεῖς ὅμως μὴ ἀνταγωνιζόμενοι οὕτω τὰ ἔνστικτα αὐτὰ τῆς αὐθαιρεσίας τὰ ἔχουσιν ἀνεπτυγμένα ὅπως οἱ φυσικοὶ ἄνθρωποι καὶ ἀκόμη περισσότερον μάλιστα καλλιεργημένα ἀπὸ τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους ἕνεκα τοῦ ἀνευθύνου. Δεύτερον οἱ Βασιλεῖς ἔχουσι τὴν δύναμιν νὰ καταστῶσι μονάρχαι, διότι, ὅπως εἶπον, οἱ Βασιλεῖς δὲν βασιλεύουν ἐφήμερα, ἀλλ’ ἐφ’ ὅρου ζωῆς καὶ μετ’ αὐτοὺς καλοῦνται τὰ τέκνα, ἐν γένει οἱ κατιόντες αὐτῶν· ὅθεν ἀσκοῦν μίαν δύναμιν καὶ ἐπιρροὴν τεραστίαν. Ἔχοντες δὲ τὴν τάσιν ἀλλὰ καὶ τὴν δύναμιν διὰ νὰ καταστοῦν δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ καταστῶσι μονάρχαι. Τρίτον διότι ἄλλωστε ἐξ ἀντιθέτου οἱ λαοί, ὅπως ὁ ἰδικός μας, ὅπως οἱ βαλκανικοί, καὶ ἠμπορῶ νὰ εἴπω καὶ ὅλοι οἱ Λαοὶ τοῦ κόσμου, δὲν εἶναι τόσον προηγμένοι εἰς τὸν πολιτισμόν, δὲν εἶναι τόσον ὠργανωμένοι, δὲν ἔχουσι τὸ αἴσθημα τῆς ἀλληλεγγύης τόσον ἰσχυρὸν ὥστε ἐγκαίρως νὰ παρεμβαίνωσι καὶ παρεμποδίζουν τὴν ἄνω τάσιν τῶν μοναρχῶν νὰ ἐπικρατήσῃ καὶ οἱ Βασιλεῖς νὰ καταστῶσι μονάρχαι. Βεβαίως, ὅταν οἱ Βασιλεῖς γίνουν μονάρχαι καὶ ἐπέλθουν τὰ κακὰ ἐκ τούτου καὶ φθάσῃ τὸ μαχαῖρι εἰς τὸ κόκκαλο, τότε ἐπαναστατοῦσιν, ἀλλ’ ἕως τότε ἔχουσιν ἐπέλθει αἱ περισσότεραι ζημίαι καὶ διὰ τῆς Ἐπαναστάσεως προστίθενται ἀκόμη περισσότεραι. Δὲν ἔχουσι λοιπὸν προαχθῆ οἱ λαοὶ τόσον πολὺ ὥστε νὰ καταστέλλωσιν ἐγκαίρως τὰς μοναρχικὰς τάσεις τῶν Βασιλέων, δὲν εἶναι παρεσκευασμένοι, θὰ ἠδύνατο κανεὶς νὰ εἴπῃ, νὰ συγκρατῶσι τὰς Βασιλείας εἰς τὸν τύπον τῆς βασιλευομένης Δημοκρατίας. Μόνον ὁ Ἀγγλικὸς λαὸς ἀπέκτησεν ἴσως τὴν παρασκευὴν αὐτὴν καὶ ἱκανότητα, ἀλλὰ τὴν ἀπέκτησε μετ’ ἀγῶνας πολλοὺς διὰ μέσου τόσων αἰώνων ἀνταγωνιζόμενος πρὸς τὴν Βασιλείαν, ἤτοι τὸ κακὸν αὐτὸ τῆς δίκης ποῦ τὸν εἶχε πλήξει εἰς τὰ βάθη τῶν αἰώνων αὐτῶν. Ἐκ τούτου ὅμως δὲν ἕπεται ὅτι καὶ κάθε ἄλλος λαὸς ὅστις δὲν εἶχεν ὑποστῆ τὸ κακὸν αὐτὸ τότε πρέπει ἤδη νὰ τὸ δημιουργήσῃ, ἤτοι νὰ ἔχῃ Βασιλείαν μόνον καὶ μόνον διὰ νὰ ἀνταγωνίζηται καὶ ἀποκτᾷ τὴν ἄνω ἱκανότητα τῆς δημοκρατουμένης Βασιλείας, ἐνῷ ἠμπορεῖ νὰ ἔχῃ δημοκρατίαν δι’ ἣν πᾶς λαὸς εἶναι ἱκανός. Διότι τὸ τοιοῦτον δὲν θὰ ἦτο τίποτε ἄλλο παρὰ μία τιμωρία ἀπὸ ἐκείνας εἰς ἃς εἶχε καταδικασθῆ κατὰ τὴν μυθολογίαν εἰς τὸν Ἅδην ὁ Σίσυφος κυλίων λίθους μόνον καὶ μόνον διὰ νὰ τοὺς κυλίῃ. 9ον ἐλάττωμα τοῦ θεσμοῦ τῆς Βασιλείας εἶναι ὅτι δὲν χρησιμοποιεῖ τὴν ἀξίαν εἰς τὴν κορυφὴν τῆς Πολιτείας ἤγουν εἰς τὸ πρόσωπον τοῦ ἀνωτάτου ἄρχοντος. Διότι ὁ Βασιλεύς, ὅπως εἶναι γνωστόν, δὲν προσδιορίζεται οὔτε κατ’ ἀξίαν οὔτε κατ’ ἐκλογήν, ἀλλὰ προσδιορίζεται διὰ τῆς γεννήσεως. Γίνεταί τις Βασιλεὺς διότι εἶναι τέκνον Βασιλέως. Ἀλλ’, ὡς γνωστόν, τὰ τέκνα τῶν Βασιλέων, ἂν οἱ πατέρες των ἦσαν μικροί, θὰ εἶναι πολὺ μικρότερα, ἂν δὲ οἱ πατέρες ἦσαν μεγάλοι καὶ ἐξηντλήθησαν εἰς δημιουργίαν, ἀσφαλῶς τὰ τέκνα θὰ εἶναι ἐλαττωματικὰ καὶ τόσον περισσότερον ὅσον οἱ πατέρες θὰ διήγαγον ἐν μαλθακότητι καὶ εὐημερίᾳ, ὅπως συνήθως. Οἱ Βασιλεῖς ὅθεν, ὡς τέκνα Βασιλέων, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωσιν ἀξίαν φυσικήν. Ἀλλὰ καὶ ἂν ἔχωσιν ἀξίαν φυσικὴν ἡ ἀξία αὐτὴ ἡ φυσικὴ δὲν εἶναι ἡ πλέον σημαντικὴ ἐν τῷ κόσμῳ τούτῳ. Ἡ πλέον σημαντικὴ ἀξία εἶναι ἡ ἀξία ἡ ἐπίκτητος τῆς πείρας καὶ ἰδίως ἡ ἀξία τῆς διαπλάσεως τοῦ χαρακτῆρος. Ἀλλ’ αἱ ἀξίαι αὐταί, αἱ ἰδιότητες αὐταὶ ἀμφότεραι, δὲν κτῶνται παρὰ εἰς τὸν ἐλεύθερον ἀνταγωνισμόν, εἰς τὸ σχολεῖον τὸ λεγόμενον τοῦ κόσμου, εἰς τὸ ὁποῖον ὅμως οὔτε οἱ Βασιλεῖς οὔτε τὰ τέκνα αὐτῶν φοιτῶσιν ἤ, καὶ ἂν φοιτῶσι, δὲν φοιτῶσιν ὑπὸ ἴσους ὅρους. 10ον ἐλάττωμα. Ὁ θεσμὸς αὐτὸς ὁ βασιλικὸς συντελεῖ κατὰ μίμησιν εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῆς κληρονομικότητος καὶ εἰς τοὺς ἄλλους κλάδους τῆς Πολιτείας, ἤγουν εἰς τὴν διοίκησιν, εἰς τὸν στρατόν, εἰς τὴν πολιτικήν. Καὶ ὄχι μόνον ὁ θεσμὸς συντελεῖ εἰς τοῦτο ἀλλὰ καὶ αἱ Δυναστεῖαι ἀκόμη αἱ περισσότεραι ἢ μᾶλλον ὅλαι προσπαθοῦσιν ἀπὸ συστήματος νὰ ἀναπτύξουν τὴν κληρονομικότητα εἰς τοὺς κλάδους αὐτούς, δῆθεν διὰ νὰ ἔχωσιν εἰς τὰς ὑπηρεσίας τὰ στοιχεῖα τὰ συντηρητικὰ χάριν τῆς ἰσορροπίας, πράγματι ὅμως ἵνα δι’ αὐτῶν δικαιολογοῦν τὴν βάσιν τὴν δευτέραν ἐπὶ τῆς ὁποίας στηρίζονται οἱ θρόνοι, ἤγουν τῆς κληρονομικότητος, διότι ἡ πρώτη, ὡς εἶπον, βάσις εἶναι ἡ βία. Ἀλλά, κύριοι πληρεξούσιοι, εἶναι γνωστὸν ὅτι ἡ κληρονομικότης εἶναι ἕνας ὄρος, ὁ ὁποῖος, ὅταν ἐφαρμόζηται εἴτε εἰς τὴν Πολιτείαν εἴτε εἰς τὴν Κοινωνίαν, εἴτε δηλαδὴ εἰς τὰ ἀξιώματα εἴτε εἰς τὰ ἐπαγγέλματα, περιάγει καὶ τὸ Κράτος καὶ τὴν Κοινωνίαν εἰς στασιμότητα, εἰς τελμάτωσιν καὶ ἀπόδειξις εἶναι ὅ,τι συνέβη εἴς τινας Αὐτοκρατορίας μεσαιωνικάς, νομίζω, καὶ σημερινὰς τῆς Ἄπω Ἀνατολῆς, ὅπου ἡ κληρονομικότης ἐπεκράτει καὶ εἰς τὴν Κοινωνίαν καὶ τὴν Πολιτείαν. Ἡ κληρονομικότης λοιπὸν εἶναι ἐκείνη ἡ ὁποία ἐπιφέρει τὴν στασιμότητα καὶ τὴν τελμάτωσιν. Ἀντιθέτως ἡ συχνή, εἰ δυνατόν συχνοτάτη, ἀνανέωσις τῶν στελεχῶν εἶναι ἐκείνη ἡ ὁποία συντελεῖ εἰς τὴν πρόοδον τῶν λαῶν καὶ τῆς ἀνθρωπότητος, διότι τὰ ἀνανεούμενα στελέχη ἔχουσι τὸ ἐλατήριον τοῦ ἀνταγωνισμοῦ, τὸ ὁποῖον κατ’ ἐμὲ εἶναι τὸ κυριώτερον ἐλατήριον τοῦ ἀνθρώπου, ἀκμαῖον ὄχι ἐξημβλυμμένον ὡς τὰ παλαιὰ ἔχουσιν ἐπίσης ἁπάσας τὰς δυνάμεις, φυσικάς, ψυχικὰς καὶ πνευματικὰς κλπ. ὄχι ἐξησθενημένας ἀλλὰ ἰσχυράς. 11ον ἐλάττωμα. Ὁ βασιλικὸς τέλος θεσμὸς παρεμποδίζει ἀντὶ νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῆς πρωτοβουλίας τῆς ἀτομικῆς. Καὶ διὰ νὰ μὴ ἀναφερθῶμεν εἰς παραδείγματα ἄλλα μεμακρυσμένα, θὰ ὑπομνήσωμεν μόνον τί ἔγινε κατὰ τὸν τελευταῖον πόλεμον. Ὁ πόλεμος αὐτός, ὡς γνωρίζετε ὅλοι, ὑπῆρξε πόλεμος μεταξὺ Δημοκρατιῶν καὶ Αὐτοκρατοριῶν. Εἰς τὰς Αὐτοκρατορίας λοιπὸν οὐδεμία προσωπικότης ἀνεδείχθη, οὔτε πολιτικὴ οὔτε στρατιωτική. Ἀντιθέτως εἰς τὰς Δημοκρατίας ἐνεφανίσθησαν καὶ διεκρίθησαν τόσαι προσωπικότητες, ὅπως ὁ Κλεμανσώ, ὁ Φώς, εἰς τὴν Γαλλίαν, ὁ Λόϋδ Τζὼρτζ καὶ ὁ Κίτσενερ εἰς τὴν Ἀγγλίαν καὶ ἄλλοι εἰς ἄλλα δημοκρατούμενα Κράτη. Αὐτά, κύριοι πληρεξούσιοι, εἶναι τὰ κυριώτερα ἐλαττώματα τοῦ βασιλικοῦ θεσμοῦ, ὅσα, ἐννοεῖται, ἐνθυμοῦμαι ἐγὼ προχείρως ἀπαριθμῶν αὐτά. Ἀντιθέτως, ἔναντι τῶν ἐλαττωμάτων αὐτῶν τοῦ βασιλικοῦ θεσμοῦ ὁ δημοκρατικὸς θεσμὸς ἔχει ἀνάλογα προτερήματα· 1) Δὲν εἶναι θεσμὸς μισητός, διότι εἶναι θεσμὸς λαϊκός. Κατὰ τὸν θεσμὸν αὐτὸν καὶ τὰ τέκνα τοῦ ἀγρότου καὶ τὰ τέκνα τοῦ ἐργάτου καὶ παντὸς ἄλλου πτωχοῦ δύνανται νὰ ἀνέλθωσι καὶ εἰς τὰ ὕπατα καὶ εἰς τὰ κατώτερα ἀξιώματα, ἀρκεῖ νὰ ἔχωσιν ἀξίαν. 2) Ὁ θεσμὸς ὁ δημοκρατικὸς δὲν στηρίζεται ἐπὶ τῆς βίας ἀλλ’ ἐπὶ τῆς θελήσεως τοῦ λαοῦ· καὶ τοῦτο βέβαια δὲν ἔχει ἀνάγκην ἀναπτύξεως. 3) Ὁ θεσμὸς ὁ δημοκρατικός, ὡς ἀνέπτυξα, εἶναι ἐντόπιος, αὐτόχθων. 4) Δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ εὐδοκιμήσῃ, ὅπως ηὐδοκίμησεν ἐδῶ πάλαι ποτὲ ὡς καὶ εἰς ὅλα τὰ Κράτη τὰ δημοκρατικά. 5) Ὁ θεσμὸς οὗτος δὲν διαφθείρει τοὺς χαρακτῆρας· 6) δὲν ἀναπτύσσει τὸν βασιλικὸν ραγιαδισμόν, διότι οἱ Πρόεδροι τῆς Δημοκρατίας εἶναι ἐφήμεροι· 7) Δὲν προάγει εἰς πολέμους, διότι, ὡς εἶπον, δὲν στηρίζεται ἡ Δημοκρατία ἐπὶ τῆς βίας ἀλλ’ ἐπὶ τῆς λαϊκῆς δυνάμεως, μὴ ἔχουσα δὲ φόβον νὰ ἀνατραπῇ ὑπὸ τοῦ λαοῦ δὲν ἔχει ἀνάγκην, ἵνα προλάβῃ τὴν ἀνατροπήν της, νὰ ὠθῇ αὐτὸν εἰς ἐξωτερικὸν πόλεμον. 8) Δὲν τείνει ὁ θεσμὸς ὁ δημοκρατικὸς εἰς δικτατωρισμόν, ὅπως ἀντιθέτως ὁ θεσμὸς ὁ βασιλικὸς τείνει εἰς μοναρχισμόν, διότι πρῶτον οἱ Πρόεδροι τῆς Δημοκρατίας δὲν ἔχουσι τὴν τάσιν νὰ γίνωσι δικτάτωρες. Ἐκλέγονται συνήθως μεταξὺ τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν οἵτινες διέρχονται τὸν βίον των ἀγωνιζόμενοι νὰ ἐπιβληθῶσι διὰ τοῦ λόγου, καὶ ἕνεκα τούτου δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ ἔχωσι καταστείλει τὰ ἔνστικτά των τῆς αὐθαιρεσίας, ἑπομένως τὴν τάσιν πρὸς τὴν δικτατωρίαν. Ἀλλὰ καὶ ἂν ἐκ τῶν ἄλλων κλάδων τῆς Πολιτείας καὶ κοινωνίας ἐκλέγωνται οἱ Πρόεδροι τῆς Δημοκρατίας, πάλιν οὗτοι ἀγωνιζόμενοι καὶ ἀνταγωνιζόμενοι καὶ προσκρούοντες πότε ἐδῶ καὶ πότε ἐκεῖ δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ ἔχωσι τὰ ἔνστικτα ταῦτα καὶ τὴν τάσιν αὐτὴν περιωρισμένα. Δεύτερον οἱ Πρόεδροι τῆς Δημοκρατίας δὲν ἔχουν τὴν δύναμιν νὰ καταστοῦν δικτάτωρες, διότι εἶναι ἐφήμεροι, δὲν εἶναι Πρόεδροι ἐφ’ ὅρου ζωῆς, οὐδὲ καλοῦνται αὐτοδικαίως τὰ τέκνα των ἐν τῷ Προεδρείῳ. 9) Ὁ θεσμὸς ὁ δημοκρατικὸς χρησιμοποιεῖ τὴν ἀξίαν εἰς τὴν κορυφὴν τῆς Πολιτείας, εἰς τὸ πρόσωπον τοῦ ἀνωτάτου ἄρχοντος, διότι ὁ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας προσδιορίζεται οὐχὶ διὰ τῆς γεννήσεως ἀλλὰ δι’ ἐκλογῆς κατ’ ἀξίαν, καὶ δύναται νὰ ἀνέλθῃ εἰς τὸ ἀξίωμα αὐτὸ πᾶς τις, ἀρκεῖ νὰ ἔχῃ ἀξίαν. Ἀλλὰ λέγουν τινές, οἱ προχειρολογοῦντες βασιλικοί, ὅτι, ὅταν ἡ θύρα θὰ εἶναι ἀνοικτὴ εἰς ὅλους τοὺς Ἕλληνας νὰ ἠμποροῦν νὰ ἀνέρχωνται εἰς τὸ ὕπατον ἀξίωμα τοῦ Προέδρου τῆς Δημοκρατίας, θὰ προσπαθοῦν ὅλοι νὰ ἀνέρχωνται καὶ ἐξ αὐτοῦ θὰ προκύψουν διαμάχαι καὶ διαιρέσεις καὶ ἀλληλοσπαραγμοί. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι τὸ ἐπιχείρημα αὐτὸ εἶναι πολὺ πρόχειρον ὅσον καὶ σαθρὸν καὶ καταπίπτει ἀφ’ ἑαυτοῦ, διότι ναὶ μὲν πᾶς τις δύναται νὰ ἐκλέγηται Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας, ἐφ’ ὅσον ὅμως ἔχει τὴν μεγαλυτέραν ἀξίαν ἥτις ἐξευρίσκεται διὰ τῆς ἐκλογῆς, εἰς ἣν ὁποιοσδήποτε ἠμπορεῖ νὰ εἶναι ὑποψήφιος, ἐκλέγεται ὅμως ὁ καλύτερος. Ὅτι δὲ εἰς τὰς σχετικὰς ἐκλογὰς θὰ ἐκλέγηται ὁ καλύτερος Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας, δὲν πρέπει νὰ ὑπάρχῃ οὐδεμία ἀμφιβολία, καθόσον ἔχομεν ἐφαρμόσει τὸ σύστημα τὸ κυβερνητικὸν ἐπὶ ἕνα αἰῶνα καὶ ἀπεδείχθη ὅτι τὸ Ἔθνος γνωρίζει νὰ ἐκλέγῃ ἑκάστοτε Πρωθυπουργοὺς τοὺς καλυτέρους ἀπὸ ὅσους ἔχει ἑκάστοτε. Δύο φορὰς μόνον ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς ἔκαμεν ἐξαιρέσεις, ἤγουν ὅταν δὲν ἐξέλεξε τὸν Τρικούπην καὶ τὸν Βενιζέλον, ἀλλ’ αἱ ἐξαιρέσεις αὐταί, ὡς γνωστόν, δὲν ὀφείλονται εἰς τὸν λαόν, ἀλλ’ εἰς τὸν βασιλικὸν θεσμὸν καὶ ἰδίως τὸν Κωνσταντῖνον. Ὅταν δὲ ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς ἀπέδειξεν ὅτι δύναται νὰ ἐκλέγῃ ἑκάστοτε τοὺς καλυτέρους αὐτοῦ Πρωθυπουργούς, οἵτινες ἐνασκοῦσι τὴν ἀνωτέραν πραγματικῶς ἐν τῷ Κράτει ἐξουσίαν μεθ’ ἧς συνδέονται τῶν πολιτῶν τὰ συμφέροντα καὶ αἱ φιλοδοξίαι, πράγματα τὰ ὁποῖα ἐνδιαφέρουν περισσότερον τοὺς Ρωμηούς, ἀναμφιβόλως ὁ λαὸς αὐτὸς θὰ ἔχῃ τὴν πολιτικὴν μόρφωσιν καὶ ἱκανότητα νὰ ἐκλέγῃ τοὺς Προέδρους τῆς Δημοκρατίας, οἵτινες δὲν ἐνασκοῦσι πραγματικὴν ἐξουσίαν, ἀλλὰ μᾶλλον τυπικήν. Αὐτὰ λοιπὸν εἶναι τὰ ἐλαττώματα τῆς Βασιλείας καὶ αὐταὶ εἶναι αἱ ἀρεταὶ τῆς Δημοκρατίας. Καὶ νομίζω ὅτι ἕνεκα αὐτῶν ὀφείλομεν νὰ καταργήσωμεν τὸν θεσμὸν τῆς Βασιλείας καὶ νὰ ἐγκαθιδρύσωμεν τὴν Δημοκρατίαν. Οὕτω πράττοντες, οὕτως ἐγκαθιδρύοντες τὴν Δημοκρατίαν παρ’ ἡμῖν, θὰ κάμωμεν ἔστω καὶ ἓν μικρὸν βῆμα προσεγγίσεως πρὸς τοὺς ἀρχαίους ἡμῶν προγόνους, τοὺς εὐκλεεῖς ἐκείνους Ἕλληνας, οἵτινες ὑπῆρξαν οἱ πρῶτοι οἱ ὁποῖοι παρήγαγον τὴν ἰδέαν τῆς ἐλευθερίας, ὑπῆρξαν οἱ πρῶτοι οἱ ὁποῖοι παρήγαγον τὸν Ἑλληνικὸν πολιτισμόν, ἐπὶ τοῦ ὁποίου στηρίζεται ὁλόκληρος ὁ σημερινὸς πολιτισμός. Καὶ πρέπει νὰ ἔχωμεν πάντοτε ὑπ’ ὄψει, ὅτι, ὁσάκις οἱ ξένοι μᾶς ἐβοήθησαν ἢ μᾶς ἐπροστάτευσαν, πάντοτε χάριν ἐκείνων τὸ ἔπραξαν. Καὶ τόσον περισσότερον ἢ ὀλιγώτερον τὸ ἔπραξαν, ὅσον περισσότερον ἢ ὀλιγώτερον ἡμεῖς ἤμεθα ἄξιοι ἢ ἀνάξιοι ἐκείνων, ὅσον περισσότερον ἢ ὀλιγώτερον προσηγγίζομεν ἢ ἀπεμακρυνόμεθα ἐκείνων. Τοιουτοτρόπως ἐγκαθιδρύοντες τὴν Δημοκρατίαν θὰ κάμωμεν ἀκόμη ἓν βῆμα προσεγγίσεως καὶ ἐναρμονίσεως πρὸς ὅλους τοὺς λαοὺς τοῦ κόσμου, οἵτινες εἶναι κατὰ τὰ 9)10 δημοκρατικοί, ἰδίως δὲ μετὰ τὸν πόλεμον. Διότι εἰς τὸν πόλεμον αὐτόν, οἱοιδήποτε καὶ ἂν ἦσαν οἱ τοπικοὶ σκοποὶ καὶ αἱ ἀφορμαί, ἅμα ὡς εἷς μετὰ τὸν ἄλλον τόσοι λαοὶ συμμετέσχον εἰς αὐτὸν καὶ ἐκινήθησαν οὗτοι καὶ ἀνεκινήθησαν καὶ συνεκινήθησαν τότε, δὲν ἐπεκράτησαν αἱ ἀφορμαὶ καὶ οἱ σκοποὶ οἱ τοπικοί, ἀλλ’ ὡς ἦτο φυσικόν, ἐπεκράτησαν αἱ σύγχρονοι τάσεις τῶν λαῶν, ἤτοι ὁ διεθνισμὸς καὶ ὁ δημοκρατισμός. Πρέπει λοιπὸν νὰ ἐγκαθιδρύσωμεν τὴν Δημοκρατίαν ἀμέσως καὶ ἄνευ δισταγμοῦ καὶ δὲν πρέπει νὰ τείνωμεν οὖς εὐήκοον εἰς τοὺς συκοφάντας καὶ τοὺς κατηγόρους τῆς Δημοκρατίας, οἵτινες ἀποδίδουν εἰς τὴν Δημοκρατίαν ἐλαττώματα. Ἡ Δημοκρατία δὲν ἔχει ποσῶς ἐλαττώματα, ἔχει μόνον ἀρετάς, τὰ δὲ ἀποδιδόμενα ὑπὸ τούτων εἰς τὴν Δημοκρατίαν ἐλαττώματα δὲν στηρίζονται οὔτε εἰς τὴν ἱστορίαν οὔτε εἰς τὴν ἀλήθειαν. Οὕτως ἀποδίδεται εἰς τὴν Δημοκρατίαν τὸ ἐλάττωμα ὅτι δὲν ἔχει δῆθεν δύναμιν συγκεντρωτικήν, λησμονεῖται ὅμως ὅτι ὑπάρχει εἷς τύπος δημοκρατικός, ὁ Ἀμερικανικός, κατὰ τὸν ὁποῖον ὁ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας ἐνασκεῖ ἀπεριόριστον τὴν Ἐκτελεστικὴν Ἐξουσίαν. Ὁ Πρόεδρος εἰς τὰς Ἀμερικανικὰς Δημοκρατίας ἔχει δικαιώματα ἐκτελεστικὰ περισσότερα τῶν προπολεμικῶν μοναρχῶν τοῦ Τσάρου καὶ τοῦ Κάϊζερ. Ἀποδίδεται ἐπίσης εἰς τὸν θεσμὸν τὸν δημοκρατικὸν τὸ ἐλάττωμα ὅτι δὲν εἶναι ἱκαναὶ αἱ Δημοκρατίαι ὅπως διεξάγωσιν ἐξωτερικοὺς ἀνταγωνισμοὺς εἰρηνικοὺς ὅπως καὶ πολέμους, ἀμυντικοὺς καὶ ἀπελευθερωτικοὺς βεβαίως, διότι οἱ ἐπιθετικοὶ δὲν νομίζω ὅτι ἐπιτρέπονται εἰς κάθε Κράτος. Τὸ ἀποδιδόμενον ὅμως αὐτὸ ἐλάττωμα δὲν στηρίζεται πουθενά. Δὲν εἶναι συμφυὲς μὲ τὸν δημοκρατικὸν θεσμόν. Καὶ ὑπῆρχον μὲν Δημοκρατίαι αἱ ὁποῖαι δὲν ἦσαν εἰς θέσιν νὰ διεξάγουν ἐξωτερικοὺς ἀγῶνας, ἀλλὰ τοῦτο συνέβαινε, διότι εἰς αὐτὰς ἔλειπον εἰδικοὶ θεσμοί. Ἡ Δημοκρατία τῆς Ρώμης κατ’ ἀρχὰς δὲν ἦτο τυχαῖα εἰς διεξαγωγὴν ἐξωτερικῶν ἀγώνων. Ἐφεῦρεν ὅμως βραδύτερον τὸν θεσμὸν τῆς Δικτατωρίας, τὸν ὁποῖον εἰδικῶς ἐφήρμοζε κατὰ τὴν διάρκειαν τῶν πολέμων καὶ οὕτω καθίστατο ἱκανὴ καὶ δι’ αὐτόν. Αἱ σύγχρονοι Δημοκρατίαι ἐπίσης δὲν εἶχον εἰδικοὺς θεσμοὺς πρὸς διεξαγωγὴν τῶν πολέμων. Κατὰ τὴν διάρκειαν ὅμως τῶν πολέμων ἐφεῦρον τὰ πολεμικὰ συμβούλια, ἐφήρμοσαν τὰ Νομοθετικὰ Διατάγματα. Ἀνέστειλαν προσωρινῶς διάφορα ἄρθρα τῶν Συνταγμάτων, ἄλλα πολλὰ παρόμοια μέτρα ἔλαβον καὶ τοιουτοτρόπως κατώρθωσαν νὰ ἀναπτύξουν ἑνότητα καὶ ταχύτητα ἐνεργείας εἰς τὰς χεῖρας τῶν ἀναδειχθέντων προσωπικοτήτων κατὰ τὸν πόλεμον, διὰ τῶν ὁποίων καὶ ἐπεβλήθησαν εἰς τὰς Αὐτοκρατορίας. Καὶ ἡμεῖς δυνάμεθα τώρα ἐγκαθιδρύοντες τὴν Δημοκρατίαν νὰ εἰσαγάγωμεν διαφόρους θεσμοὺς εἰδικούς, ἄλλους αὐτῶν ἐφαρμόζοντες ἐν καιρῷ εἰρήνης καὶ ἄλλους ἐν καιρῷ πολέμου καὶ οὕτω πλήρως νὰ ἐπαρκῶμεν καὶ εἰς τοὺς ἐξωτερικοὺς ἀνταγωνισμούς, τοὺς ἐξωτερικοὺς πολέμους. Δυνάμεθα, ὡς οἱ Γάλλοι, νομίζω, τελευταίως ἔπραξαν, νὰ δώσωμεν περισσότερα δικαιώματα εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Δημοκρατίας ἡμεῖς ὡς πρὸς τὰ διπλωματικὰ καὶ στρατιωτικά. Ἐπίσης ἀποδίδεται εἰς τὴν Δημοκρατίαν τὸ ἐλάττωμα ὅτι αἱ Δημοκρατίαι δὲν ἔχουν τὴν διοίκησιν—ὑπὸ τὴν στενὴν ἔννοιαν λαμβανομένην—καλήν. Ἀλλά, κύριοι πληρεξούσιοι, εἶναι γνωστὸν ὅτι ἡ διοίκησις ἡ καλὴ δὲν ἐξαρτᾶται τόσον ἐκ τῶν θεσμῶν, δημοκρατικῶν ἢ βασιλικῶν, ἀλλὰ καὶ ἂν ὑποτεθῇ ὅτι ἐξαρτᾶται ἀπὸ κάποιον ἐξ αὐτῶν, προφανῶς ἐξαρτᾶται ἐκ τοῦ δημοκρατικοῦ. Ὁπωσδήποτε διοίκησιν καλὴν ἔχομεν, ὅταν ἡ διοίκησις εἶναι χωριστὴ ἀπὸ τὸ κόμμα καὶ εἶναι χωριστὴ ὅταν δηλαδὴ ὑπάρχουν καὶ ἐφαρμόζωνται νόμοι ἢ ἔθιμα περὶ μονιμότητος τῶν ὑπαλλήλων. Οὕτως εἰς τὴν Ἀγγλίαν ἡ διοίκησις πάλαι ποτὲ ἦτο ἐλεεινή. Ἀλλ’ ὅταν βαθμηδὸν διὰ τῆς ἐξελίξεως ἀπέκτησεν αὕτη ἔθιμα διοικητικά, κατὰ τὰ ὁποῖα οἱ βουλευταὶ δὲν ἀναμιγνύονται εἰς τὴν διοίκησιν, καὶ δὲν ἐπηρεάζουσιν εἰς τοῦτο τοὺς ὑπουργούς, ἐπικαλούμενοι λόγους κομματικούς, ἀπὸ τότε εἰς τὴν Ἀγγλίαν ἐπεκράτησε διοίκησις ἐκλεκτή. Εἰς τὰ ἄλλα Κράτη τὰ Εὐρωπαϊκὰ ἡ διοίκησις ἡ καλὴ ἐπεκράτησε, πότε; Ὅταν ταῦτα κατὰ μίμησιν τῆς Ἀγγλίας ἀντὶ ἐθίμων εἰσήγαγον ἔστω νόμους περὶ μονιμοποιήσεως τῶν ὑπαλλήλων. Καὶ ἡμεῖς ἐδῶ ἔχομεν πρόσφατον παράδειγμα. Ἐπὶ τῆς βασιλείας Γεωργίου τοῦ Αʹ καὶ κατὰ μικρότερον διάστημα αὐτῆς δὲν εἴχομεν διοίκησιν καλήν. Ὅταν ὅμως ἡ Ἐπανάστασις τοῦ 1909 εἰσήγαγε πλήρως τοὺς νόμους περὶ μονιμοποιήσεως τῶν ὑπαλλήλων καὶ παρ’ ἡμῖν, ἡμεῖς δὲ οἱ Φιλελεύθεροι ἐξησφαλίσαμεν τῷ 1912 αὐτοὺς διὰ τοῦ Συντάγματος, τότε ἀπεκτήσαμεν διοίκησιν καλήν. Ἀντιθέτως, ὅταν ἐπεστρέψαμεν ἐκ Θεσσαλονίκης καὶ ἀνεστείλαμεν τοὺς νόμους περὶ μονιμότητος τῶν ὑπαλλήλων, ὅπως ἐκκαθαρίσωμεν ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ὑπονόμευον τὸν ἐθνικὸν ἀγῶνα ἡμῶν, τότε ὅσον διήρκεσεν ἡ ἀναστολὴ ἀνεπτύχθη ἡ λεγομένη Βενιζελικὴ ἢ μᾶλλον φιλελευθέρα φαυλοκρατία. Βλέπετε λοιπὸν ὅτι ἡ διοίκησις ἡ καλὴ εἰς τὰ Κράτη δὲν ἐξαρτᾶται τόσον ἐκ τῶν θεσμῶν τῶν πολιτειακῶν ὅσον ἐκ τῶν νόμων καὶ τῶν ἐθίμων τῆς μονιμότητος τῶν ὑπαλλήλων.
§103Ι. ΠΕΡΔΙΚΟΓΙΑΝΝΗΣ. Προηγήθη τότε, κύριε συνάδελφε, ἡ ἐκτροχίασις τῶν ὑπαλλήλων καὶ ἠναγκάσθη τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων νὰ μεταχειρισθῇ αὐστηρὰ μέτρα κατ’ αὐτῶν.
§104Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Αὐτὸ λέγω καὶ ἐγώ, ἀλλὰ συνέπεια τῶν μέτρων αὐτῶν τῶν ἀναγκαίων ἦτο ἡ κακὴ τότε διοίκησις. Διότι, κύριοι συνάδελφοι, ὅλοι οἱ Ἕλληνες εἴμεθα σχεδὸν τὸ ἴδιο. Ἅμα μᾶς λείπουν οἱ νόμοι τῆς μονιμότητος, περιπίπτομεν οἱ περισσότεροι εἰς φαυλοκρατίαν.
§105Ν. ΚΑΛΕΛΛΗΣ. Οἱ σύλλογοι τῶν ἐπιστράτων εἶχον ρίψει τὰ κεραμίδια καὶ ἡμεῖς ἴσως ἐρρίψαμεν τοὺς τοίχους.
§106Β. ΧΑΤΖΗΛΙΑΣ. Κύριε Καρασεβδᾶ, καὶ ὁ Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων διεκήρυξε κατὰ τὴν 1ην Νοεμβρίου καὶ ἐπαναλαμβάνει σήμερον, ὅτι πρέπει νὰ ἐνστερνισθῇ τὸ Ἔθνος καὶ νὰ συμμορφωθῇ πρὸς τὰς ἀρχὰς τῆς διοικήσεως αὐτοῦ κατὰ τὴν περίοδον τοῦ 1910 μέχρι 1915 Τοῦτο κυροῖ τοὺς λόγους σας καὶ πρέπει νὰ βροντοφωνήσητε ὅτι ἡ φαυλοκρατία ἡ φιλελευθέρα συνέτεινε καὶ αὐτὴ ὡς ἓν τῶν αἰτίων τὰ ὁποῖα ἐπέφερον τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἀποφράδος 1ης Νοεμβρίου.
§107Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Λοιπὸν οἱ νόμοι τῆς μονιμότητος εἶναι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἐξασφαλίζουν τὴν καλὴν διοίκησιν, ἥτις, ὡς γνωστόν, ἐμμέσως ἐπηρεάζει ἐπὶ καλῷ ὅλους τοὺς κλάδους τῆς κοινωνίας καὶ τῆς πολιτείας. Οἱ θεσμοὶ καὶ ὁ βασιλικὸς καὶ ὁ δημοκρατικὸς δὲν παίζουσι σπουδαῖον ρόλον ἐπὶ τῆς διοικήσεως—ὑπὸ τὴν στενὴν ἔννοιαν ἐννοοῦμεν.— Ἀλλ’ ἂν εἷς ἐξ αὐτῶν τῶν θεσμῶν ἐξασκῇ ἐπιρροὴν ἐπὶ τῆς διοικήσεως οὗτος εἶναι ὁ δημοκρατικός, διότι, ἂν διὰ τῶν νόμων τῆς μονιμότητος ἐξασφαλίζωνται οἱ ὑπάλληλοι ἀπὸ κομματικῆς ἐπιρροῆς, διὰ τοῦ δημοκρατικοῦ θεσμοῦ στρατολογοῦνται εὐρύτερον οἱ ὑπάλληλοι καὶ ἐξασφαλίζονται οἱ ἔχοντες ἀξίαν περισσοτέραν. Τελευταῖον οἱ ἀντίπαλοι ἡμῶν κατηγοροῦν τὸν θεσμὸν τῆς Δημοκρατίας ὅτι γεννᾷ διαιρέσεις, διαμάχας καὶ ἀδυναμίας. Ἀλλὰ τὰ κακὰ ταῦτα, κύριοι, καὶ ἂν ἀκόμη ἀνεπτύχθησαν εἴς τινας Δημοκρατίας, μολονότι ἀνεπτύχθησαν περισσότερον εἰς πολλὰς Βασιλείας, δὲν ὀφείλονται εἰς τὸν θεσμόν, ὀφείλονται εἰς ἄλλα αἴτια τυχηρά. Καὶ διὰ νὰ ἀποδείξωμεν τοῦτο νομίζομεν ὅτι ὀφείλομεν νὰ κάμωμεν μίαν βραχεῖαν ἀνασκόπησιν Δημοκρατιῶν τινων.
§108ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Νὰ διακόψωμεν, κύριε Πρόεδρε, διὰ νὰ ἐπανέλθωμεν.
§109ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ ἐρωτήσω τὸν ρήτορα.
§110Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Εἰς ὅ,τι ἀποφασισθῇ εἶμαι σύμφωνος.
§111Γ. ΚΑΤΣΙΜΠΙΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶμαι τῆς γνώμης ὅτι πρέπει νὰ τυπωθῇ καὶ δημοσιευθῇ ἡ ἀγόρευσις τοῦ κ. Καρασεβδᾶ διότι, εἶναι διαφωτιστικωτάτη καὶ διδακτικωτάτη.
§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτομεν διὰ τὰς 10 15′.
(Ὥρα 9 10′ μ.μ.)
ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΚΟΠΗΝ
(Ὥρα 10.20′ μ.μ.)
§113ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Ὁ κ. Καρασεβδᾶς παρακαλεῖται νὰ συνεχίσῃ τὴν ἀγόρευσίν του.
§114Γ. ΒΟΡΑΖΑΝΗΣ. Δεδομένου ὅτι ἡ ἀγόρευσις τοῦ πληρεξουσίου κ. Καρασεβδᾶ ἀποτελεῖ αὐτὴ μόνη προπαγάνδαν διὰ τὴν Δημοκρατίαν, προτείνω ὅπως ἡ Συνέλευσις τοιχοκολλήσῃ τὴν ἀγόρευσίν του εἰς ὅλους τοὺς δήμους τῆς Ἑλλάδος. (Χειροκροτήματα)
§115Γ. ΚΑΤΣΙΜΠΙΡΗΣ. Ἔχω νὰ προσθέσω ὅτι ὄχι μόνον πρέπει νὰ τοιχοκολληθῇ εἰς τὰς κοινότητας ἀλλ’ ὅτι πρέπει νὰ τυπωθῇ εἰς φυλλάδια, τὰ ὁποῖα νὰ διανεμηθοῦν εἰς τὸν λαὸν κατὰ χιλιάδας.
§116ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὀφείλω νὰ δώσω τὴν πληροφορίαν εἰς τὴν Συνέλευσιν, ὅτι ἔλαβον τὸ μέτρον νὰ ἐκτυπωθῶσι τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικὰ αὐτῆς τῆς Συνόδου διὰ δημοπρασίας εἰς ἰδιωτικὸν τυπογραφεῖον, χωρὶς νὰ ἀναμένωμεν τὴν σειρὰν τῶν. Τώρα, ἐὰν θέλητε νὰ ληφθῇ ἄλλο εἰδικὸν μέτρον, πρέπει νὰ εἰσαχθῇ ψήφισμα.
§117Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Νομίζετε ὅτι ὑπάρχει ἀπαρτία;
§118ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶσθε ἐν γνώσει τῆς ἀποφάσεως, ἡ ὁποία ἐλήφθη χθὲς ἐν συνεννοήσει τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ μετὰ τοῦ κ. Παπαναστασίου, ὅπως σήμερον τερματισθῶσιν αἱ ἀγορεύσεις τῶν κ. πληρεξουσίων.
§119Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Εἶπον ὅτι τὸ τελευταῖον ἐλάττωμα τὸ ὁποῖον ἀποδίδουσιν οἱ βασιλικοὶ εἰς τὴν Δημοκρατίαν εἶναι ὅτι αὕτη γεννᾷ τὴν διαίρεσιν, τὰς διαμάχας, τὰς ἀδυναμίας. Καὶ ἀντέταξα ὅτι τὸ ἐλάττωμα αὐτό, τὰ κακὰ αὐτά, καὶ ἄν ποτε ἐγεννήθησαν εἴς τινας Δημοκρατίας, ὑπῆρξαν συχνότερα εἰς περισσοτέρας Βασιλείας. Ὁπωσδήποτε ὀφείλονται ὄχι εἰς τὸν θεσμόν, ἀλλὰ εἰς ἄλλα αἴτια τυχηρὰ καὶ ὅπως ἀποδείξω τοῦτο θὰ κάμω μίαν ἐπισκόπησιν Δημοκρατιῶν τινων. Καὶ ἀρχίζω ἀπὸ τὰς ἀρχαίας Ἑλληνικὰς Δημοκρατίας, αἱ ὁποῖαι, ὡς εἶπον, ἔχουσι προσφέρει εἰς τὴν ἀνθρωπότητα ὑπηρεσίας μοναδικάς· διότι αὐταὶ παρήγαγον πρῶται τὴν ἰδέαν τῆς ἐλευθερίας καὶ τῆς Δημοκρατίας, αὐταὶ παρήγαγον τὸν πολιτισμὸν τὸν ἑλληνικόν, ἐφ’ οὗ στηρίζεται ἅπας ὁ σημερινός. Εἶναι ἀληθὲς λοιπὸν ὅτι αἱ Δημοκρατίαι αὐταὶ εἶχον πολλὰς διαμάχας καὶ ἀλληλοσπαραγμοὺς μεταξὺ των ἤτοι μεταξὺ Δημοκρατιῶν καὶ Δημοκρατιῶν, τὰς ὁποίας ἂς καλέσωμεν διαδημοκρατικάς, ἀλλ’ αἱ διαμάχαι αὐταὶ αἱ ἐσωτερικαὶ ἔχουσι παρατηρηθῆ εἰς ὅλας τὰς φυλὰς τοῦ κόσμου ἐν τῇ ἀρχῇ ἰδίως τῆς ἐμφανίσεώς των καὶ ἐγένοντο ἐνστίκτως, ὅπως ἀποτελεσθῶσι πολιτικαὶ ἑνότητες. Ὅλα τὰ Κράτη καὶ τὰ σημερινὰ ὡς καὶ τὰ μεσαιωνικὰ καὶ τὰ ἀρχαῖα δὲν προέκυψαν ἀφ’ ἑαυτῶν σὰν μανιτάρια εἰς τὸν κόσμον. Τὰ Κράτη αὐτὰ ἀπετελέσθησαν μετὰ προηγούμενον ἀλληλοσπαραγμὸν τῶν τοπικῶν φυλῶν καὶ τῶν διαφόρων πόλεων. Κάποια φυλή, κάποια πόλις μετὰ τοὺς ἀνταγωνισμοὺς τοὺς πολεμικούς, τοὺς ἐμφυλίους, ἐπεκράτησεν καὶ οὕτω τότε ὑπὸ τὴν ἡγεσίαν της ἀπετελέσθη τὸ κράτος. Ἡ διαφορὰ μεταξὺ τῶν ἄλλων φυλῶν καὶ τῶν Ἑλληνικῶν Δημοκρατιῶν ὑπῆρξεν ὅτι αἱ ἄλλαι μὲν φυλαὶ ἐνστίκτως ἐπεδίωξαν τὴν ἑνότητα διὰ τῶν ἐμφυλίων πολέμων, αἱ δὲ Ἑλληνικαὶ Δημοκρατίαι καὶ ἰδίως αἱ τῶν Ἀθηνῶν καὶ κατὰ δεύτερον λόγον τῆς Σπάρτης διὰ τῶν πολέμων αὐτῶν ἐπεδίωξαν ἐνσυνειδήτως τὴν πολιτειακὴν αὐτὴν ἑνότητα, εἰς τὴν ὁποίαν δὲν ἐπήρκει τὸ συνέδριον τὸ Ἀμφικτιονικόν, τὸ ὁποῖον, ὡς γνωστόν, ἦτο ἁπλῆ συγκέντρωσις κοινωνικὴ πρὸς ἀνάπτυξιν πνεύματος πανελληνίου καὶ ὄχι πολιτικὴ ὀργάνωσις πρὸς ἀνάπτυξιν ἑνιαίας πολιτικῆς δυνάμεως. Αὐτὴ εἶναι ἡ διαφορὰ καὶ εἶναι ἐπίσης ἀληθὲς ὅτι αἱ Δημοκρατίαι αἱ Ἑλληνικαὶ καίτοι ἀλληλεσπαράχθησαν, δὲν ἐπέτυχον τὴν πολιτικὴν ἑνότητα, ἀλλὰ τοῦτο δὲν ὀφείλεται εἰς ἐλάττωμα τοῦ θεσμοῦ οὔτε εἰς ἐλάττωμα τῆς φυλῆς τῆς Ἑλληνικῆς ὥς τινες ἰσχυρίζονται. Τοῦτο ὀφείλεται εἰς ὅλως τυχηρὰ αἴτια καὶ πρῶτον εἰς τὸ ὅτι αἱ Δημοκρατίαι αἱ ἀρχαῖαι αἱ Ἑλληνικαί, ὅπως καὶ πᾶσαι αἱ λοιπαὶ δὲν εἶχον ἐφεύρει ἀκόμη τὸ σύστημα τὸ ἀντιπροσωπευτικόν, ἀλλ’ ἄνευ συστήματος ἀντιπροσωπευτικοῦ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ Δημοκρατία, ὅταν αὕτη ἔχῃ ἔκτασιν μεγαλυτέραν τῆς μιᾶς πόλεως. Διότι, ὅταν ἡ Δημοκρατία εἶναι τόσον μεγάλη, πῶς θὰ γίνεται ἡ ἐνάσκησις τῆς κυριαρχίας; Ἢ ἡ ἡ πρωτεύουσα πόλις θὰ ἐνασκῇ τὴν ἐθνικὴν κυριαρχίαν τοῦ ὅλου Κράτους, ἀλλὰ τότε δὲν θὰ ὑπάρχῃ Δημοκρατία, ἢ ὅλοι οἱ κάτοικοι τοῦ Κράτους πρέπει νὰ συνέρχωνται εἰς τὴν πρωτεύουσαν πόλιν ἵνα ἐνασκῶσι τὴν ἐθνικὴν κυριαρχίαν, ἀλλὰ τοῦτο εἶναι φυσικῶς ἀδύνατον. Αἱ ἀρχαῖαι λοιπὸν Δημοκρατίαι δὲν εἶχον ἐφεύρει τὸ σύστημα αὐτό. Μόνον εἰς τὴν Τεγέαν διαφαίνονται ἴχνη τινὰ αὐτοῦ ἀλλ’ ἡ Τεγέα δὲν ἡγεμόνευσε ποτέ τῆς Ἑλλάδος οὔτε ἀπεπειράθη. Ἐξ ἄλλου διέπραξαν σφάλματα τακτικῆς ὅλαι αἱ ἄνω δημοκρατίαι αἱ πρὸς στιγμὴν ἡγεμονεύσασαι. Δηλαδὴ ἡ Σπάρτη ὅταν ἡγεμόνευσε εἶχεν ἐξαντλήσει τοὺς πολίτας της εἰς τοὺς ἐμφυλίους πολέμους. Δὲν τῆς εἶχον ἀπομείνει παρὰ μόνον 1.000 πολῖται.
§120Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Μόνον 100.
§121Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Ἀντὶ δὲ αὐτὴ νὰ ἀνοίξῃ τὰς πύλας της ὅπως εἰσέλθουν εἰς αὐτὴν καὶ καταστῶσι πολῖταί της καὶ ἄλλοι, ἑρμητικῶς ἔκλεισεν αὐτὰς καὶ δὲν ἐπέτρεψεν τὴν αὔξησιν τῶν πολιτῶν αὐτῆς. Ἡ Σπάρτη ὅθεν ἂν μὲ τοὺς πρὶν σχετικοὺς πολυαρίθμους πολίτας της κατώρθωσε νὰ ἡγεμονεύσῃ τῆς Ἑλλάδος πρὸς στιγμήν, μὲ τοὺς 1000 ἢ 100 πολίτας ποῦ ἀπέμειναν εἰς τὸ τέλος δὲν ἦτο δυνατὸν παρὰ νὰ χάσῃ ὅπως καὶ ἔχασε τὴν ἡγεμονίαν. Ἀντιθέτως ἔπραξαν αἱ Ἀθῆναι ἀκολουθήσασαι τὴν ἑτέραν τῶν ἄκρων ὁδῶν. Αὗται δηλαδὴ ὅταν ἡγεμόνευσαν εἶχον ἐξαντλήσει καὶ αὐταὶ τοὺς πραγματικοὺς Ἀθηναίους πολίτας, ἀλλὰ τότε αὐταὶ διάπλατα ἤνοιξαν τὰς πύλας των καὶ παρεδέχθησαν παρὰ πολλοὺς ξένους ὡς πολίτας πρὶν πλήρως ἀφομοιωθῶσι μὲ τοὺς παλαιούς. Ὥστε καὶ αὗται ἀπώλεσαν τὴν πρὸς στιγμὴν κτηθεῖσαν ἡγεμονίαν ἂν καὶ διὰ λόγους ἀντιθέτους μὲ τὴν Σπάρτην ἤτοι διὰ τὴν πληθώραν τῶν ἀκαταλλήλων πολιτῶν. Ὅσον διὰ τὴν Δημοκρατίαν τῶν Θηβῶν, αὐτὴ ἡγεμόνευσε προσωρινῶς ὡς εἶναι γνωστὸν οὐχὶ διὰ τὴν ἀξίαν αὐτῆς ἀλλ’ ἕνεκεν τῆς μεγαλοφυΐας τοῦ Ἐπαμεινώνδα. Τούτου ὅμως φονευθέντος ἀπὸ τὸ ἱστορικὸν δόρυ φυσικὸν ἦτο νὰ πέσῃ ἡ ἡγεμονία αὐτῆς καὶ διὰ τὸν λόγον αὐτὸν νὰ μὴ ἐπιτευχθῇ ἡ πολιτικὴ ἑνότης. Ὅσον δὲ διὰ τὰς δύο Ἑλληνικὰς Ὁμοσπονδίας τὰς γνωστάς, ἤτοι τὴν Ἀχαϊκὴν καὶ τὴν Αἰτωλικήν, αὗται ἐνεφανίσθησαν μετὰ τὴν ἀποτυχίαν τῶν ἀγώνων τῶν ἑνωτικῶν, ἤτοι τῶν Πελοποννησιακῶν πολέμων. Μετὰ δὲ τὴν ἀποτυχίαν αὐτὴν δὲν ἦτο δυνατὸν αὗται νὰ λάβωσι θάρρος, ὅπως καὶ δὲν τὸ ἔλαβον, νὰ προχωρήσωσιν πρὸς ἐπικράτησιν πέραν τῶν τοπικῶν ὁρίων τῶν φυλῶν αὐτῶν. Δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους τοὺς τυχηροὺς λοιπὸν δὲν ἐπετεύχθη πολιτικὴ ἑνότης εἰς τὰς ἀρχαίας Ἑλληνικὰς Δημοκρατίας. Ὅταν δὲ μετὰ τόσους ἀγῶνας καὶ ἀλληλοσπαραγμούς, δὲν ἐπετεύχθη ἡ πολιτικὴ ἑνότης αὐτή, τότε ἤρχισαν αἱ διαμάχαι αἱ ἐσωτερικαὶ αἱ ἐνδοδημοκρατικαί, αἱ διαμάχαι μέσα εἰς τοὺς κόλπους καὶ μεταξὺ τῶν διαφόρων μερίδων ἑκάστης Δημοκρατίας. Πρὶν δὲν ὑπῆρχον τοιαῦται τόσον ἰσχυραί. Ἀλλὰ τότε ἦσαν φυσικαὶ αἱ διαμάχαι αὐταὶ διότι εἰς ὅλα τὰ Κράτη, εἴτε τὰ δημοκρατικὰ εἴτε τὰ βασιλικά, ὅταν ἐπιχειρεῖται ἕνας ἀγὼν ἐξωτερικὸς καὶ ἀποτυγχάνει, τότε εἰς τὰ Κράτη αὐτὰ ἀρχίζει ἡ διαίρεσις, ἡ ἐξάντλησις, ἡ διαφθορά. Καὶ τὸ κοινὸν ἄλλως τε λόγιον τὸ λέγει, «ἡ φτώχεια φέρνει γκρίνια», ἢ ἐν ἄλλοις λόγοις ἡ ἀποτυχία φέρει διαίρεσιν καὶ διαφθοράν. Καὶ λόγου γενομένου περὶ διαφθορᾶς εἰς τὰς Δημοκρατίας τὰς ἀρχαιοελληνικάς, ὀφείλομεν νὰ τονίσωμεν, προκύπτει ἄλλως καὶ ἐκ τῶν ἀνωτέρω, ὅτι τοιαύτη δὲν ὑπῆρχε πρὸ τῶν Πελοποννησιακῶν πολέμων, ἤτοι πρὸ τῶν ἐμφυλίων σπαραγμῶν. Ἐγεννήθη μετ’ αὐτούς, μετὰ τὴν ἀποτυχίαν αὐτῶν καὶ τῆς δι’ αὐτῶν ἐπιδιωκομένης ἑνώσεως, ὡς θὰ ἐγεννᾶτο καὶ εἰς πᾶν Κράτος βασιλικὸν μετὰ τὴν ἀποτυχίαν οἱουδήποτε ἀγῶνος ἐξωτερικοῦ ἰδίως ἢ ἑνωτικοῦ. Ἐρχόμεθα τώρα εἰς τὴν Δημοκρατίαν τὴν Ρωμαϊκήν. Καὶ αὐτὴ ἐπίσης εὐηργέτησε τὴν ἀνθρωπότητα. Ἂν δὲν ηὐδοκίμησε πολὺ εἰς τὰς ἐπιστήμας καὶ τὰς τέχνας, προσέφερεν ὅμως ἄλλας ὑπηρεσίας ἐπίσης σπουδαίας· αὐτὴ παρήγαγεν ἢ ἀνέπτυξε τοὺς θεσμοὺς ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων στηρίζονται οἱ παγκόσμιοι θεσμοὶ οἱ σημερινοί. Καὶ εἶναι γνωστὸν ὅτι οἱ θεσμοί, παρὰ τὴν ἰδέαν τὴν ὁποίαν ἔχει ὁ ἐκ Πατρῶν κ. πληρεξούσιος, εἶναι τὸ πᾶν σχεδὸν ἐν τῇ γενέσει καὶ ἀναπτύξει τοῦ πολιτισμοῦ, διότι οἱ ἄνθρωποι πλήρεις κακῶν ἐνστίκτων ἐν τῇ πρωτογενείᾳ των τότε εἰσέρχονται εἰς τὸν πολιτισμὸν καὶ εὐδοκιμοῦν ὅταν διὰ τῶν παρατηρήσεών των γενικοποιουμένων δημιουργοῦν κανόνας καὶ θεσμοὺς τοὺς ὁποίους ἐφαρμόζουν. (Χειροκροτήματα). Ἡ Ρωμαϊκὴ Δημοκρατία ἐπὶ πλέον ἐπεκράτησεν ἐν τῷ παλαιῷ τότε γνωστῷ κόσμῳ καὶ διὰ τῆς ἐπικρατήσεως ἐξησφάλισε τὴν παγκόσμιον εἰρήνην, συγκοινωνίαν, ἐμπόριον, ἀνέπτυξε τὸ διεθνικὸν πνεῦμα. Ὅπως ἐπικρατήσῃ ἡ Ρωμαϊκὴ Δημοκρατία δὲν ἠκολούθησε τὴν ἐσφαλμένην τῶν ἀκροτήτων τακτικὴν τὴν ὁποίαν ἠκολούθησαν αἱ ἀρχαῖαι ἑλληνικαὶ Δημοκρατίαι, αἱ Ἀθῆναι καὶ ἡ Σπάρτη καὶ περὶ ὧν ὡμιλήσαμεν. Ἠκολούθησεν ἐνστίκτως βέβαια, ὄχι ἀπὸ σκοποῦ, μέσην ὁδόν. Οὔτε ἔκλεισε τὰς πύλας της εἰς νέους πολίτας οὔτε τὰς ἤνοιξε διάπλατα. Ἀλλ’ ἐπωφεληθεῖσα ἡ Ρώμη τῶν διαιρέσεων καὶ τῶν ἀνταγωνισμῶν μεταξὺ πατρικίων καὶ πληβείων ἰδίως, ἀντὶ ν’ ἀφίσῃ νὰ τὴν ἐξασθενίσουν οὗτοι, τοὺς μετεχειρίσθη τοὐναντίον ἐπιτηδείως ὅπως βαθμηδὸν μορφώσῃ καὶ ἐπαυξήσῃ τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐκλεκτῶν πολιτῶν της, καὶ ἐν τούτῳ ἐπέτυχε πληρέστατα. Ἀνταγωνιζόμενοι πρὸς τοὺς πληβείους οἱ πατρίκιοι, ἤτοι οἱ πολῖται Ρωμαῖοι βαθμηδὸν τοὺς ἐμόρφωνον καὶ τοὺς ἀφομοίουν, ὅταν δ’ ἐπὶ τέλους ἐγένοντο ἀντάξιοι οὗτοι τοὺς κατέστησαν ὁμοτίμους των. Οὕτω λοιπὸν διὰ τῶν διαιρέσεων καὶ ἀνταγωνισμῶν μεταξὺ πατρικίων καὶ πληβείων ἰδίως ἡ Ρώμη, ὅπως βραδύτερον ἡ Ἀγγλία διὰ τῶν ἀντιθέσεων μεταξὺ Οὐΐγων καὶ Τόρεων, ἀνέπτυξε βαθμηδὸν μεγάλον ἀριθμὸν ἐκλεκτῶν πολιτῶν, ἐπὶ πλέον δὲ ἀνέπτυξε καὶ τὸ θαυμάσιον πολίτευμά της, ὥστε ἐπὶ τέλους τῇ συνδρομῇ ἀμφοτέρων νὰ ἐπικρατήσῃ. Ὅταν ἐπεκράτησεν αὕτη καὶ κατέστη κοσμοκράτειρα μετετράπη, εἶναι ἀληθές, εἰς Αὐτοκρατορίαν. Ἀλλὰ τοῦτο ἐγένετο οὐχὶ ἐξ ἐλαττωματικότητος τοῦ δημοκρατικοῦ της θεσμοῦ ἀλλ’ ἕνεκα λόγων ἄλλων πολλῶν. Καὶ δὴ πρῶτον διότι ἡ Ρωμαϊκὴ Δημοκρατία ὅπως καὶ ἡ Ἑλληνικὴ δὲν εἶχον ἐφεύρει ἀκόμη καὶ ἐφαρμόσει τὸ ἀντιπροσωπευτικὸν σύστημα. Μόνον ἀπὸ τὸ πνεῦμα τοῦ σοφοῦ αὐτοκράτορος Μάρκου Αὐρηλίου διῆλθε κάποτε ἡ ἰδέα αὐτοῦ τοῦ συστήματος, δὲν κατέστη ὅμως αὕτη ποτὲ θεσμὸς ἐθνικός. Ἄλλως τε ἐπὶ Μάρκου Αὐρηλίου εἶχαν ἤδη μετατραπῆ εἰς Αὐτοκρατορίαν ἡ Ρωμαϊκὴ Δημοκρατία. Δεύτερον, διότι ὅταν ἡ Ρώμη ἐκοσμοκράτησεν εἰσέρρευσεν εἰς αὐτὴν πλοῦτος ἄφθονος, ὅστις συνεκεντρώθη εἰς ὀλίγους τοὺς ὁποίους καὶ διέφθειρε, καὶ οἱ ὁποῖοι διέφθειραν ἐπίσης καὶ κατέστησαν ἀνίσχυρον τὸν Ρωμαϊκὸν Λαόν, τόσον μάλιστα εὐκολώτερον ὅσον οὗτος ἕνεκα τῆς συγκεντρώσεως ἠρίθμει πολλοὺς ἐνδεεῖς· ὡς εἴπομεν δέ, ὅταν ὁ Λαός, ὅταν ἡ δύναμις ἡ λαϊκὴ ἐξασθενίζῃ, τότε πίπτει ἡ δημοκρατία καὶ ἀνακύπτει ἡ μοναρχία. Ἐξ ἄλλου δὲ διότι ἕνεκα τῆς κοσμοκρατορίας τῆς Ρώμης ὁ στρατὸς αὐτῆς, ὁ ὁποῖος πρότερον ἦτο στρατὸς ἐκ πολιτῶν Ρωμαίων καὶ κατὰ τὸ πλεῖστον διέμενεν ἐν Ρώμῃ, ὑφιστάμενος διαρκῆ τὴν ἐπιρροὴν τῆς λαϊκῆς ψυχῆς, ἤδη ὁ στρατὸς αὐτὸς ἀπετελέσθη ἐκ μισθοφόρων καὶ εὑρίσκετο διαρκῶς ἔξω τῶν συνόρων, μακρὰν πάσης λαϊκῆς ἐπιρροῆς, ὥστε κατέστη ἐπὶ τέλους ὄργανον τῶν φιλοδόξων στρατηγῶν, οἱ ὁποῖοι μετέτρεψαν τὴν Δημοκρατίαν εἰς Αὐτοκρατορίαν. Ἔρχομαι τώρα εἴς τινας Δημοκρατίας Μεσαιωνικάς, τὰς Ἰταλικὰς πρῶτον. Αἱ Δημοκρατίαι αὐταὶ ἀνεπτύχθησαν, διότι κατὰ τὴν Μεσαιωνικὴν ἐποχὴν εἶχε καταπέσει τελείως ὁ βασιλικὸς θεσμὸς ἐν Ἰταλίᾳ, εἶχε καταστῆ κονιορτός, ὅπως λέγουσιν οἱ ἴδιοι οἱ Ἰταλοί. Καὶ εἶχον μὲν αἱ Δημοκρατίαι αὐταὶ διαμάχας πολλάς, περισσοτέρας μάλιστα ὅλων τῶν ἄλλων, ἀλλ’ αἱ διαμάχαι δὲν ἠμπόδισαν τὰς Δημοκρατίας· τοὐναντίον συνετέλεσαν ὅπως ἐπικρατήσωσιν αὐταί. Ἰδίως εἶχε διαμάχας τοιαύτας ἡ Φλωλεντιανὴ Δημοκρατία, καὶ δὴ ὅταν εἶχε φθάσει αὕτη εἰς τὸ τελευταῖον στάδιον τῆς ἐξελίξεώς της, ὅταν εἶχε φθάσει εἰς εἶδός τι σοσιαλισμοῦ διὰ τῆς ἐπικρατήσεως τῶν ἐπαγγελματικῶν σωματείων. Παρὰ τὰς διαιρέσεις λοιπὸν ἢ μᾶλλον καὶ τῇ συνδρομῇ αὐτῶν τῶν διαιρέσεων ἐπεκράτησαν αἱ Δημοκρατίαι αἱ Ἰταλικαὶ καὶ κατέστησαν Κράτη μεγάλα καὶ ἰσχυρά, τὰ ὁποῖα προήγαγον τὴν τέχνην καὶ τὴν ἐπιστήμην, τὸ ἐμπόριον καὶ τὴν εὐημερίαν. Καὶ κατέπεσαν μὲν βραδύτερον αἱ Δημοκρατίαι αὐταί, κατέπεσαν ὅμως ἕνεκα λόγων τυχαίων, οὐχὶ ἕνεκα τῆς ἐλαττωματικότητος τοῦ θεσμοῦ. Καὶ δὴ κατέπεσαν διότι ἀπ’ ἀνατολῶν ἐνεφανίσθη ὁ Ἰσλαμισμός, ὁ ὁποῖος κατέλαβε τὰς ἀκτὰς τῆς ἀνατολικῆς λεκάνης τῆς Μεσογείου καὶ ἀπέκλεισε τὰς Δημοκρατίας ἀπὸ τῶν πηγῶν αὐτῶν, καὶ δεύτερον διότι καὶ ἐν τῇ Δύσει ἀνεδείχθησαν τὰ Κράτη τὰ Ἰβηρικά, τὰ ὁποῖα ἐδέσποσαν τῶν ὠκεανῶν καὶ παρημπόδιζον τὰς Δημοκρατίας αὐτὰς ἀπὸ τῆς ἐκμεταλλεύσεως τῆς Περσίας καὶ τῶν πέραν αὐτῆς πλουσίων Χωρῶν διὰ τῆς θαλασσίας ὁδοῦ, ἥτις εἶχεν ἀπομείνει εἰς αὐτὰς μετὰ τὸν ἀποκλεισμὸν τῆς διὰ ξηρᾶς τοιαύτης, ὡς εἶπον, ὑπὸ τοῦ Ἰσλαμισμοῦ. Ὅταν δὲ αἱ Δημοκρατίαι αὗται, αἱ ὁποῖαι ὡς Κράτη μεγάλα εἶχον μεγάλας ἀνάγκας, ἐστερήθησαν οὕτω τῶν πηγῶν των, φυσικὸν ἦτο νὰ καταπέσωσιν, ὅπως καὶ κατέπεσαν πράγματι, καὶ μάλιστα ραγδαίως, ἅμα δὲ ἔφθασαν εἰς τὸν τελευταῖον βαθμὸν καταπτώσεως αὐτῶν, ὑπετάχθησαν εἰς τὴν ἀπὸ βορρᾶ ἐπελθοῦσαν Δυναστείαν τῶν Ἁψβούργων. Ἐκτὸς τῶν Ἰταλικῶν ἄλλας Μεσαιωνικὰς Δημοκρατίας ἔχομεν τὰς Ἀλσατικὰς καὶ τὰς τῶν Κάτω Χωρῶν, αἱ ὁποῖαι κυρίως ἦσαν πόλεις ἐλεύθεραι ὑπὸ ἡγεμονικὰς ἐπικυριαρχίας, καὶ αἱ ὁποῖαι ἔχουσαι τὰς πύλας ἀναπεπταμένας ὡς ἐκ τῆς φύσεως τοῦ ἐδάφους των, καὶ περιβαλλόμεναι ὑπὸ βασιλευομένων μεγάλων Κρατῶν ὑπήχθησαν τέλος διὰ τοὺς λόγους τούτους εἰς τὸν βασιλικὸν θεσμόν. Ἐπίσης ἔχομεν τὴν Δημοκρατίαν τὴν Πολωνικήν, ἡ ὁποία ἐλέγετο μὲν Βασιλεία, ἦτο ὅμως κυρίως Δημοκρατία ὑπὸ Πρόεδρον, ἂν καὶ Βασιλέα καλούμενον, ἰσόβιον καὶ αἱρετόν, καὶ ἡ ὁποία ἀκμάσασα ἐπὶ πολὺ καὶ φθάσασα μέχρι Κασπίας θαλάσσης ἔπεσε τέλος καὶ διεμελίσθη οὐχὶ ἐκ τοῦ ἐλαττώματος τοῦ θεσμοῦ καὶ τῶν συναφῶν διαιρέσεων, ὡς ὑπεστήριζον αἱ γύρωθεν ἅρπαγες Μοναρχίαι, ἀλλά, ὡς μαρτυροῦν οἱ Πολωνοί, διότι κατεξηντλήθη εἰς τοὺς συνεχεῖς ἀγῶνας κατὰ τῶν Μοναρχιῶν αὐτῶν καὶ τόσων ἄλλων ἐπιδρομέων λαῶν. Ἐκτὸς πάλιν τῶν Μεσαιωνικῶν ἔχομεν τὰς συγχρόνους Δημοκρατίας, ἐξ ὧν δὲν θὰ ἐξετάσω τὰς τελευταίως ἱδρυθείσας, διότι δὲν ἔδρασαν ἀκόμη ἐπ’ ἀρκετὸν ὥστε νὰ δύναται ἐπ’ αὐτῶν νὰ ἀποφανθῇ ἡ Ἱστορία, μολονότι εὐδοκιμοῦν ἐπὶ τοῦ παρόντος πᾶσαι πλὴν ἐλαχίστων, αἱ ὁποῖαι ὅμως, δὲν διήγαγον καλύτερον ὑπὸ τὸν βασιλικὸν θεσμὸν καὶ παρέχουσιν ἐλπίδας ἐκλεκτοτέρου μέλλοντος. Θὰ ἐνδιατρίψω ὅμως ὀλίγον εἴς τινας ἐκ τῶν συγχρόνων Δημοκρατιῶν, αἱ ὁποῖαι ἀνάγουσι τὴν γένεσίν των εἰς παλαιοτέρους χρόνους. Καὶ δὴ ὄχι εἰς τὴν Ἑλβετικὴν Δημοκρατίαν, διότι αὐτὴ ἀναπτυχθεῖσα ἕνεκα τῆς φύσεως τοῦ καταμερισμένου ὑπὸ ὀρέων ἐδάφους της, ὅπερ, ὡς εἶπον, δὲν ἐπιτρέπει τὴν ἀνάπτυξιν τῆς βίας, ἤγουν τῆς βασιλείας, καὶ διατηρηθεῖσα ἐλευθέρα ἀπὸ τῶν γειτόνων Μοναρχιῶν ἕνεκα τῆς ὀρεινῆς κατοχυρώσεως της ὡς καὶ τῶν ἀντιζηλιῶν αὐτῶν ἐπὶ τοῦ ἐδάφους της τόσον κεντρικοῦ διὰ τὰς διαβάσεις των, ἐνωρὶς ἡ Δημοκρατία αὕτη κατέστη ἀναμφισβητήτως πρότυπον ἰδιοτύπου μὲν καὶ συλλογικῶς προεδρευομένης πλὴν ὅλως ἐκλεκτῆς Δημοκρατίας, ὥστε οὐδεὶς νὰ καταμαρτυρῇ κατ’ αὐτῆς καὶ οὐδεμία ἄρα ἀνάγκη νὰ ὑπάρχῃ νὰ τὴν ὑπερασπισθῇ κανείς. Ἀλλ’ ἰδίως θὰ καταναλώσω ἀκόμη ὀλίγον χρόνον ὁμιλῶν διὰ τὴν Γαλλικὴν Δημοκρατίαν καὶ τὰς Ἀμερικανικάς. Καὶ ὡς πρὸς τὴν Γαλλικήν, πρῶτον παρατηρῶ ὅτι αὕτη ὑπεβοηθήθη πολὺ ἀπὸ τὸν δημοκρατικόν της θεσμόν, ὅπως ἀκμάσῃ καὶ φθάσῃ εἰς ὃ σημεῖον ἔφθασε σήμερον. Καὶ εἶναι μὲν ἀλήθεια ὅτι ὑπελείφθη κατά τι τῆς Γερμανίας ὑπὸ τὸν μοναρχικὸν θεσμὸν εἰς τὸν περασμένον αἰῶνα, ἐνῷ καὶ τὰ δύο Κράτη εἶναι κεντρικὰ καὶ μεγάλα, ἂν δὲ ἡ Γερμανία ἔχει τὸ σύστημα καὶ τὴν ἐπίμονον κλίσιν εἰς τὰς ἑνώσεις καὶ τὴν ὀργάνωσιν; ἡ Γαλλία ἔχει τὴν δραστηριότητα, τὴν εὐφυΐαν, τὸν πατριωτισμὸν καὶ ἔπρεπε παραλλήλως νὰ βαδίζωσιν ἀμφότερα τὰ Κράτη ταῦτα. Ἀλλ’ ἂν ὑπελείφθη εἰς πολλοὺς κλάδους ἡ Γαλλία ὑπὸ τὸν δημοκρατικὸν θεσμόν, τῆς Γερμανίας οὔσης ὑπὸ βασιλικόν, εἰς ἄλλους ὅμως κλάδους μᾶλλον προηγήθη. Ἔπειτα ἡ Γαλλία εἰς τὸν περασμένον αἰῶνα διῆλθεν ὑπὸ λίαν δυσμενεῖς ὅρους ἔναντι τῆς Γερμανίας, ἥτις ἀπήλαυσεν ἀντιθέτως εὐμενῶν τοιούτων. Καὶ ἔπρεπε περισσότερον ἀκόμη νὰ ὑπολειφθῇ· δὲν ὑπελείφθη ὅμως τόσον χάρις εἰς τὸν δημοκρατικὸν αὐτῆς θεσμόν. Οὕτως ἡ Γαλλία ἐκτὸς τοῦ ὅτι ὑπέστη τελευταίως τὰ κακὰ ἐκ τῆς ὀλεθρίας ἐπιρροῆς τῶν ξένων ἐπηλύδων, τῶν κινουμένων ἴσως ὑπὸ τῶν Γερμανικῶν προπαγανδῶν, κατὰ τὸν περασμένον αἰῶνα εἶχε κατεξαντληθῆ ἐκ τῶν Ναπολεοντείων πολέμων οἰκονομικῶς, ψυχικῶς, εἰς ἀνθρώπους κλπ. Ἐπίσης εἶχε κατεξαντληθῆ ἀπὸ τὰς συχνὰς παλινορθώσεις ἀπὸ Δημοκρατίας εἰς Μοναρχίαν καὶ τἀνάπαλιν, αἱ ὁποῖαι διήρκεσαν ἐπὶ μακρόν, ἤτοι ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τοῦ αἰῶνος ἕως τὸ 1870. Τέλος εἶχε κατεξαντληθῆ ἡ Γαλλία ἐκ τοῦ πολέμου τοῦ 1870, εἰς ὃν ἡττήθη ὑπὸ τῆς Γερμανίας. Ἐνῷ ἀντιθέτως ἡ Γερμανία κατὰ τὸν ἀγῶνα αὐτὸν εἶχεν ἐπωφεληθῆ τῶν χρηματικῶν καὶ ἄλλων μέσων τῶν συμμάχων κατὰ τοὺς Ναπολεοντείους πολέμους· ἐπίσης εἶχεν ἐπωφεληθῆ τῶν Γαλλικῶν ἐπαναστατικῶν ἰδεῶν χωρὶς νὰ ὑποστῇ τοὺς σχετικοὺς συγκλονισμούς, τῷ 1870 δὲ ὑπῆρξε νικήτρια. Ἐρχόμενος ἤδη εἰς τὰς διαιρέσεις, αἱ ὁποῖαι ἄλλως τε εἶναι τὸ θέμα μας, παρατηρῶ ἀκόμη ὅτι ἡ Δημοκρατία αὐτὴ ἡ Γαλλικὴ ἔσχε μὲν διαιρέσεις μεγάλας καὶ αἱματηρὰς εἰς τοὺς κόλπους της, αἱ ὁποῖαι, ὡς εἶπον, διήρκεσαν κατὰ τὸ πλεῖστον τοῦ αἰῶνος αὐτοῦ καὶ ἀποτέλεσμα τῶν ὁποίων ὑπῆρξαν αἱ μνημονευθεῖσαι παλινορθώσεις, ἀλλὰ αἱ διαιρέσεις αὐταὶ ἐπίσης ὀφείλονται οὐχὶ εἰς τὸν θεσμὸν τὸν δημοκρατικὸν ἀλλ’ εἰς ἄλλα αἴτια, ἤτοι εἰς τὸ ὅτι ὁ λαὸς ὁ Γαλλικός, ὅστις διεκρίνετο πάντοτε διὰ τὸ ἀδούλωτον αὐτοῦ πνεῦμα καὶ τὸ νεωτεριστικὸν τῶν ἰδεῶν του, εἶχε καταληφθῆ ἀπὸ τάσεις ἰσχυρὰς δημοκρατικὰς καὶ ἐπέβαλλεν ἑκάστοτε τὴν Δημοκρατίαν. Ἐξ ἄλλου δὲ ὑπῆρχον ἐν Γαλλίᾳ πολλὰ βασιλικὰ καὶ ἀριστοκρατικὰ γένη, τὰ ὁποῖα ἐπικαλούμενα τὸ εἰς τοὺς προηγουμένους αἰῶνας Γαλλικὸν μεγαλεῖον, ὀφειλόμενον εἰς τὸν λαὸν τὸν Γαλλικὸν ἀναμφισβητήτως, ἀποδιδόμενον ὅμως εἰς τὴν ἀριστοκρατίαν, ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τῆς ὁποίας ἐδημιουργήθη, καὶ διατηροῦντα τὰ γένη ταῦτα ἐκ τούτου ἀρκετὸν ἀκόμη κῦρος ἐν πολλοῖς, ἀνέτρεπον συχνὰ καὶ εὔκολα τὴν Δημοκρατίαν, ἡ ὁποία πρὶν στερεοποιηθῇ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀποδίδῃ παρὰ πολλὰ κακὰ καὶ ὀλίγα ἀγαθά. Ἐντεῦθεν δὲ συχναὶ καὶ αἱματηραὶ διαιρέσεις καὶ παλινορθώσεις ἐπήρχοντο, αἱ ὁποῖαι μέχρις ὅτου καταπαύσωσι διὰ τῆς στερεοποιήσεως τῆς Δημοκρατίας παρημπόδισαν πολὺ τὴν Γαλλίαν εἰς τὴν δυνατὴν ἀνάπτυξίν της καὶ αἱ ὁποῖαι ὅμως δὲν θὰ ἦτο βάσιμον νὰ λεχθῇ ὅτι θὰ ἦσαν δυναταὶ παρ’ ἡμῖν καὶ τοῦτο διότι δὲν ὑπάρχουν παρ’ ἡμῖν τὰ ἴδια αἴτια. Τὰ βασιλικὰ γένη ὄχι μόνον δὲν ἐμόλυναν τὴν Ἑλλάδα ἀλλὰ τοὐναντίον συνέτρεχον αὐτήν. Ἀριστοκρατίαν δὲ ἐξ ἄλλου δὲν ἔχομεν ὅπως οὔτε ἀνθρώπους ἀρχῶν βασιλικῶν ἀλλὰ μόνον ἀνθρώπους κομματικῶν καὶ ἄλλων συμφερόντων διὰ τῆς Βασιλείας ἱκανοποιουμένων, ἑτοίμους δὲ νὰ ἐγκαταλείπωσι τὴν Βασιλείαν εὐθὺς ὡς ἄλλως θὰ ἠδύναντο νὰ ἱκανοποιήσωσι τὰ συμφέροντά των ταῦτα. Ὡς πρὸς τὰς Ἀμερικανικὰς τέλος Δημοκρατίας, αἱ ὁποῖαι θὰ ἠδύναντο νὰ διαιρεθῶσιν εἰς τὴν βόρειον, τὰς νοτίας καὶ τὰς μέσας, ἔχομεν νὰ παρατηρήσωμεν τὰ ἑξῆς ἰδίως ὡς πρὸς τὰς ἐσωτερικὰς διαμάχας καὶ τὰ τυχὸν ἐντεῦθεν κακά: 1. Ὅτι εἰς τὴν Βόρειον Ἀμερικανικὴν Δημοκρατίαν, ἤτοι τὰς Ἡνωμένας Πολιτείας, διαιρέσεις σημαντικαὶ δὲν ὑπῆρχον οὔτε ὑπάρχουσι. Διαφέρουν οἱ ἀνταγωνισμοὶ μεταξὺ βορείων καὶ νοτίων Πολιτειῶν, αἱ ὁποῖαι, καὶ ἂν εἶχον ὀξύτητα κατ’ ἀρχάς, τὴν ἔχασαν ἐνωρὶς καὶ κατέστησαν κόμματα πολιτικὰ ἀντίθετα, χρήσιμα ὅμως διὰ τὴν πολιτικὴν ἐξέλιξιν τῶν Πολιτειῶν αὐτῶν. Ὁ σκοπὸς ἄλλως τὸν ὁποῖον οἱ Βορειοαμερικανοὶ εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ἀπέδωκαν καὶ ἀποδίδουν εἰς τὸ Κράτος, ἤτοι ἡ ἀνάπτυξις τῆς ἀτομικῆς πρωτοβουλίας καὶ ἐλευθερίας, δὲν ὑποθάλπει τὰς πολιτικὰς διαιρέσεις, ἀλλὰ τὴν παρακινεῖ εἰς ἐργασίαν καὶ οἰκονομικοὺς ἀνταγωνισμούς. Διὸ καὶ αἱ Πολιτεῖαι αὗται κατέστησαν πρότυπον Κράτους ὅπερ ὑφίσταται μόνον διὰ νὰ βοηθῇ τὸ ἄτομον εἰς τὴν πλήρη δρᾶσιν καὶ ἀνάπτυξιν. Καὶ ἐκεῖνο ὅπερ ἀνεπτύχθη παρ’ αὐταῖς ἐσωτερικῶς μὲν εἶναι ἡ ἐξαιρετικὴ εὐημερία καὶ δραστηριότης ὡς καὶ ἡ τελειοποίησις τῶν μέσων τῆς παραγωγῆς καὶ τὰ παρόμοια· ἐξωτερικῶς δὲ ἡ ἀνθρωπιστικὴ πολιτική. Ἐν γένει αἱ δημοκρατικαὶ αὗται Πολιτεῖαι θεωροῦνται ἐκ τῶν πλέον εὐτυχῶν, πάσχουσαι μόνον ἀπὸ τὴν ὕπαρξιν ἐν αὐταῖς ἑκατομμυρίων μαύρων καὶ κινδυνεύουσαι ἀπὸ τοὺς κιτρίνους. 2. Ὅτι εἰς τὰς νοτίας Ἀμερικανικὰς δημοκρατικὰς Πολιτείας αἱ διαιρέσεις αἱ ἐσωτερικαὶ εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς συστάσεώς των ἦσαν σοβαραί, ὠφείλοντο ὅμως εἰς τὸ ὅτι τότε ἀφ’ ἑνὸς μὲν οἱ πληθυσμοὶ αὐτῶν, σύμφυρμα διαφόρων λαῶν, δὲν εἶχον ἀποκτήσει ἔνστικτά τινα ἀκόμη ἀφ’ ἑτέρου δὲ εἰς τὸ ὅτι τὰ κυριώτερα στοιχεῖα τῶν πληθυσμῶν αὐτῶν ἦσαν ἢ Ἰσπανο–πορτογάλλοι, οἱ ὁποῖοι εἶχον ἐν τῇ ῥάτσᾳ των τὰς τάσεις τῆς διαιρέσεως, ἐν τῇ μητροπόλει των δὲ ἄλλως τε ὑπὸ βασιλικὸν θεσμὸν δὲν διῆγον καλύτερον, ἢ ἦσαν μαῦροι, οἱ ὁποῖοι γενικῶς διὰ τὴν μὴ πλήρη ἀνάπτυξιν, φυσικά, δὲν εἶναι δεκτικοὶ ἀκόμη πολιτισμοῦ καὶ ἑνότητος. Παρ’ ὅλας, κύριοι πληρεξούσιοι, τὰς διαιρέσεις ἐν τούτοις αὐτάς, αἱ ὁποῖαι ἄλλως τε βαθμηδὸν διὰ τοῦ χρόνου περιωρίσθησαν ἢ ἐξέλιπον, μετριασθέντων τῶν ἀρχικῶν αἰτίων, παρ’ ὅλους τοὺς ἀγῶνάς των τοὺς ἐξωτερικοὺς κατὰ τῶν μητροπόλεων ὅπως ἀνακτήσωσι τὴν ἐλευθερίαν των, εἰς οὓς ἀγῶνας ἀνεδείχθησαν διάφοροι πολιτικαὶ καὶ στρατιωτικαὶ προσωπικότητες, condillos λεγόμεναι, αἱ ὁποῖαι ἀποκτήσασαι ἐπιρροὴν ἰσχυρὰν κατέστησαν ἰσόβιοι πολλάκις Πρόεδροι καὶ παρέφθειραν οὕτω τὸ δημοκρατικὸν πολίτευμα αἱ Δημοκρατίαι αὐταί, λέγω, παρ’ ὅλα ταῦτα ἤκμασαν καὶ ἀκμάζουν πολὺ περισσότερον ἡμῶν, καίτοι ὁ δημοκρατικός των βίος δὲν εἶναι μακρότερος τοῦ ἰδικοῦ μας βασιλικοῦ. 3. Ὅτι τέλος εἰς τὰς μέσας Δημοκρατίας Μεξικοῦ καὶ παραπλεύρως αἱ διαιρέσεις αἱ ἐσωτερικαὶ ὑπῆρξαν καὶ εἶναι ἐξαιρετικαί, ὀφείλονται ὅμως 1) εἰς τὸ ὑπέρθερμον τοῦ κλίματος, ὅπερ γεννᾷ τὰς ἐξάψεις, πηγὴν τῶν διαιρέσεων — αἱ Δημοκρατίαι αὐταὶ κεῖνται ἐπὶ τῆς αὐτῆς ζώνης τῶν ἐρήμων Σαχάρας Ἀραβικῆς, Μογγολικῆς κλπ. μετριαζόμεναι κάπως ἀπὸ τὴν ἑκατέρωθεν πλατεῖαν θάλασσαν — καὶ 2) εἰς τὴν γενικὴν σχεδὸν ἐπικράτησιν τῶν μαύρων στοιχείων τῶν μὴ τόσον δεκτικῶν πολιτισμοῦ. Καὶ ἤδη ἐτελείωσα τὴν ἱστορικὴν ἐπισκόπησιν τῶν διαφόρων Δημοκρατιῶν τοῦ παρόντος καὶ ἰδίᾳ τοῦ παρελθόντος. Ἐκ ταύτης δέ, νομίζω, κατεδείχθη ὅτι δὲν γεννᾷ ἡ Δημοκρατία ἀφ’ ἑαυτῆς διαιρέσεις καὶ ὅτι αὗται ὅπου τυχὸν ἐγεννήθησαν ὀφείλονται εἰς τυχηρὰ αἴτια, ξένα πάντοτε τῆς Δημοκρατίας. Δὲν ἔχει λοιπὸν ἡ Δημοκρατία τὸ ἐλάττωμα τῆς διαιρέσεως καὶ τῆς συμπαρομαρτούσης ἀδυναμίας, οὔτε ἐπίσης ἔχει, ὡς προηγουμένως ἀπεδείξαμεν, τὰ λοιπὰ ἐλαττώματα ὑπὸ τῶν κατηγόρων της ἀποδιδόμενα αὐτῇ. Ἡ Δημοκρατία ἔχει μόνον ἀρετὰς καὶ πρέπει δι’ αὐτὸ νὰ σπεύσωμεν νὰ τὴν ἐγκαθιδρύσωμεν. Διότι θὰ εἶναι αἶσχος δι’ ἡμᾶς τοὺς Ἕλληνας νὰ μὴ ἔχωμεν Δημοκρατίαν καθ’ ἣν στιγμὴν ἡ Γερμανία, ἡ ὁποία δὲν ἐφαντάζετο ποτὲ κανεὶς ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ ἀλλάξῃ πολίτευμα, κατέστη Δημοκρατία εὐθὺς ὡς κατεστράφη, καίτοι ἡ καταστροφὴ αὐτῆς δὲν ὠφείλετο εἰς τὸν θεσμὸν τὸν βασιλικὸν ἐξ ὁλοκλήρου, ὅπως ἡ ἰδική μας, ἀλλὰ κατά τι μέρος μόνον, καὶ δὲν ἐδίστασε νὰ ἀνατρέψῃ ὄχι μίαν ἀλλὰ δεκάδας Βασιλειῶν. Θὰ εἶναι αἶσχος δι’ ἡμᾶς νὰ μὴ ἔχωμεν Δημοκρατίαν, ὅταν ἔχουν οἱ Τοῦρκοι τοιαύτην, οἱ ὁποῖοι ἐθεωροῦντο οἱ ὀλιγώτερον συγκεκροτημένοι διὰ Δημοκρατίαν, καὶ οἱ ὁποῖοι ἐν τούτοις κατήργησαν τὸν θεσμὸν τὸν βασιλικόν, βάσιν τοῦ θρησκευτικοῦ των τοιούτου ἀκόμη, ὅταν ἔσχον ὑπονοίας ὅτι ἀντεθνικῶς ἐπολιτεύοντο οἱ Σουλτάνοι των καὶ ὄχι ὅπως ἡμεῖς βεβαιότητας ὅτι μᾶς ἐπρόδιδον οἱ Βασιλεῖς μας. Θὰ εἶναι αἶσχος δι’ ἡμᾶς νὰ ἔχουν Δημοκρατίαν οἱ Κινέζοι καὶ δὲν ἠξεύρω ποῖοι ἄλλοι Ἀλαμπουρνέζοι καὶ νὰ μὴ ἔχωμεν Δημοκρατίαν ἡμεῖς ἐδῶ εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἔνθα παρήγαγε τὸ πρῶτον αὐτὴν τὸ δῖον, ἤγουν τὸ θεῖον, τῶν Ἑλλήνων ἔθνος. Πρέπει λοιπὸν νὰ ἐγκαθιδρύσωμεν τὴν Δημοκρατίαν, ἵνα παύσωμεν ἐπὶ τέλους νὰ εἴμεθα νόθοι Ἕλληνες, καὶ καταστῶμεν πάλιν γνήσιοι, πραγματικοὶ καὶ εὐκλεεῖς, ὅπως οἱ παλαιοὶ τοιοῦτοι. Ὅσον διὰ τὸ δεύτερον ζήτημα, ἤτοι ἂν πρέπει διὰ τῆς Συνελεύσεως ἢ διὰ δημοψηφίσματος νὰ ἐγκαθιδρύσωμεν τὴν Δημοκρατίαν, εἰς ἄλλην συνεδρίασιν θὰ ὁμιλήσωμεν. (Χειροκροτήματα).
§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γρηγοριάδης.
§123Α. ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΗΣ. Κύριοι πληρεξούσιοι, δι’ ὀλίγων θέλω ἀπασχολήσει ὑμᾶς, προκειμένου ν’ ἀπαντήσω εἰς τὰ λεχθέντα παρὰ τοῦ κ. Κύρκου περὶ προεκλογικῆς ἐντολῆς καὶ ἰδεολογίας. Κατηγορήθημεν, κύριοι, ὡς παραβάται τῆς λαϊκῆς ἐντολῆς, ἡμεῖς. Ἡ ἰδεολογία τοῦ πρόσφυγος διὰ τὴν πρόσκλησιν τοῦ Βενιζέλου εἶναι γνωστή. Ἀλλὰ βλέπομεν ὅτι καὶ πάλιν ἡ κοινοβουλευτικὴ εὐθιξία χαρακτηρίζει τὸν κ. Βενιζέλον ὅπως καὶ τῷ 1920, ὁπότε, ἐὰν ἐξηκολούθει νὰ κυβερνᾷ τὴν Ἑλλάδα ὀλίγον ἀκόμη, θὰ προελαμβάνετο ἡ καταστροφή. Τὸ δημοψήφισμα ἀφ’ ἑτέρου, κύριοι, δὲν ἀποτελεῖ στερεὰν βάσιν τοῦ δημοκρατικοῦ οἰκοδομήματος καὶ ἄγει καὶ εἰς κινδύνους ἐν περιπτώσει πλάνης τῶν ἐκλογέων. Καθόσον ἡμεῖς οἱ ἐκλεκτοὶ τοῦ Λαοῦ εἴμεθα ἁρμόδιοι νὰ λύσωμεν ὅλα τὰ ζητήματα καὶ δὴ τὸ δυναστικόν. Θὰ εἶναι ἄλλως τε ὕβρις καὶ εἰρωνεία πρὸς τὰ θύματα τῆς Μικρᾶς Ἀσίας ἡ ἐρώτησις ἂν θέλουν ἢ ὄχι τὸν Γεώργιον Γλύξμπουργ. Ὡς πρὸς τὴν συμφιλιωτικὴν προσπάθειαν, κύριοι πληρεξούσιοι, τὴν ὁποίαν φαίνεται καταβάλλουσα ἡ Κυβέρνησις ταύτην θεωρῶ ἐξ ὀνόματος τοῦ προσφυγικοῦ κόσμου ὡς σφάλμα, διότι πρόκειται περὶ ἀντιπάλων ἀμετανοήτων. Καταλήγων νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ψηφισθῇ ἀμέσως καὶ ἡ κατάργησις τῆς Δυναστείας καὶ ἡ ἐγκαθίδρυσις τῆς Δημοκρατίας. (Χειροκροτήματα).
§124ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κωνσταντόπουλος.
§125Ν. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν φαντάζομαι, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ἦτο ἀπαραίτητος ἡ ἐμφάνισίς μου ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Τὸ ζήτημα τὸ ὁποῖον ἀπὸ ἑβδομάδων μᾶς ἀπασχολεῖ ἔχει κατὰ τοιοῦτον τρόπον ἐξετασθῆ καὶ τόσον λεπτομερῶς διονυχισθῆ, θὰ ἠδύνατό τις νὰ εἴπῃ, ἀπὸ ὅλας τὰς ἀπόψεις του, ὥστε ἡ ἰδική μου γνώμη δὲν θὰ εἶχε νὰ προσθέσῃ τι εἰς βαθμὸν ποὺ νὰ μεταβάλῃ τὰς ἀπόψεις τῆς μιᾶς ἢ τῆς ἄλλης μερίδος. Νομίζω ὅτι κατόπιν τῶν τόσων συζητήσεων ἡ γνώμη ἑκατέρας τῶν μερίδων ἔχει σαφῶς ἀποκρυσταλλωθῆ καὶ κατὰ συνέπειαν τίποτε δὲν εἶναι ἱκανὸν νὰ μετατρέψῃ τὴν μίαν ἢ τὴν ἄλλην ὁμάδα ἀπὸ τῆς ἀρχικῆς της κατευθύνσεως. Οὔτε ἐμεσολάβησέ τι κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῶν συζητήσεων μέχρι τῆς παρούσης στιγμῆς, δὲν ἐμεσολάβησε, λέγω, γεγονός τι τὸ ὁποῖον νὰ μεταβάλῃ τὰς ἀντιλήψεις μας. Ἐκτὸς τῶν δηλώσεων τοῦ τέως κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων, τῶν τελευταίων δηλώσεων, αἱ ὁποῖαι θέτουν ἡμᾶς τοὺς πρόσφυγας πληρεξουσίους ἐνώπιον τοῦ διλήμματος ἢ νὰ ψηφίσωμεν, παρὰ τὴν συνείδησίν μας, τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν ἢ νὰ θεωρηθῶμεν ὡς προδίδοντες τὸ προσφυγικὸν συμφέρον, οὐδὲν ἄλλο παρενέπεσε, τὸ ὁποῖον νὰ μᾶς ἐκτρέψῃ τῆς ἀρχικῆς κατευθύνσεώς μας. Ὡς ἐκ τούτου δὲν νομίζω ὅτι ἦτο ἀπαραίτητος ἡ ἀπὸ τοῦ βήματος ἐμφάνισίς μας, ἀλλ’ ἐπράξαμεν τοῦτο διότι ἔχομεν τὴν ἀντίληψιν ὅτι θὰ ἐνισχύσωμεν ἁπλῶς τὴν ἀλήθειαν. Διεξάγομεν δηλονότι ἀγῶνα ὑπὲρ τῆς ἀληθείας καὶ τῆς ἀρετῆς. Τὸ βῆμα τοῦτο, κύριοι συνάδελφοι, μίαν διετίαν εἶχε κυριολεκτικῶς καταρρυπανθῆ, καὶ ἀντὶ ἀναλογίου τῆς ἀληθείας, ὅπως ἔπρεπε νὰ εἶναι, ἐχρησίμευσεν ὡς τὸ χθαμαλὸν βάθρον ἀπὸ τὸ ὁποῖον ἐξετοξεύθησαν ὅλαι αἱ ψευδολογίαι καὶ ἀνηθικότητες ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι ἕνα καὶ μόνον ἐξυπηρέτουν σκοπόν, νὰ διαστρέψουν καὶ νὰ συσκοτίσουν τὴν ἐθνικὴν ψυχήν. Καὶ τὸ ἐπέτυχον κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε ὅλα τὰ ἐπακολουθήσαντα γεγονότα νὰ μὴ εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ μία ἐπισφράγισις τῶν ἐπὶ διετίαν λεχθέντων ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, γεγονότα τὰ ὁποῖα γνωρίζετε ὅλοι καὶ τὰ ὁποῖα ἐστραγγάλισαν ἅπαξ διὰ παντὸς τὸ μέλλον τῆς Ἑλληνικῆς Πατρίδος. Ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης καὶ ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης, κύριοι, ἠκούσθη ἡ ἀπαισία ἐκείνη κραυγή, ἡ ἐκτοξευθεῖσα ἐναντίον τῶν Θρακῶν πληρεξουσίων, διὰ πρώτην φορὰν τότε εἰσερχομένων ἐνταῦθα ὡς ἀντιπροσώπων τῆς ἐλευθέρας Ἑλληνικῆς Θράκης κατόπιν δουλείας πέντε αἰώνων, ἡ ἀπαισία ἐκείνη ὕβρις, μέσα εἰς τὴν ὁποίαν ἀντηνακλῶντο ὅλαι αἱ σκέψεις, ὅλοι οἱ σκοποὶ καὶ ὅλαι αἱ κατευθύνσεις τῆς ἀπαισίας ἐποχῆς, τὸ «φύγετε ἀπὸ δῶ μέσα», τὸ γνωστὸν εἰς ὅλους σας. Θὰ ἦτο ἀπελπιστικὸν βέβαια νὰ νομίσῃ τις ὅτι αὐτὸ ἀνταπεκρίνετο πρὸς τὰς βαθυτέρας βλέψεις τῆς Ἑλληνικῆς ψυχῆς καὶ τὴν πανελλήνιον συνείδησιν. Ἀλλὰ πάντως κατὰ μέγα μέρος ἡ πρόθεσις ἐκείνη ἐξεπληρώθη καὶ τὴν στιγμὴν αὐτὴν εἶναι γεγονός. Παριστάμεθα ἡμεῖς ἐδῶ ἀντιπρόσωποι πολιτῶν καὶ ἐκλογέων ἄνευ πατρίδος. Ἡ Θράκη ἐθυσιάσθη καὶ πάλιν διὰ τὴν σωτηρίαν καὶ τὴν ὕπαρξιν τῆς ἐπιλοίπου Ἑλλάδος. Καὶ ἡμεῖς μὲν —καὶ ὅταν λέγω ἡμεῖς ἐννοῶ τοὺς πρόσφυγας πληρεξουσίους—δὲν θὰ ἡσυχάσωμεν καὶ ἔχομεν ὁρκισθῆ νὰ μὴ ἀποθάνωμεν προτοῦ νὰ ξαναΐδωμεν τοὺς σταυροὺς τῶν καμπαναριῶν τῆς πατρίδος μας. Ἀλλ’ ἂν ὁ νοῦς μας καὶ ἡ ψυχή μας εἶναι ἐστραμμένα διαρκῶς ἐκεῖ, τὰ χέρια μας ὅμως καὶ ὁ ἱδρώς μας θὰ δαπανῶνται ἐπὶ τῆς φιλοξένου Μακεδονικῆς γῆς, ἥτις μᾶς ἐδέχθη μετὰ στοργῆς καὶ διὰ τὴν ὁποίαν ἔχομεν τὴν ἀντίληψιν ὅτι διὰ τῆς ἐργασίας τῶν προσφυγικῶν χειρῶν μας θέλει μεταβληθῆ εἰς πηγὴν νέας ζωῆς, ἡ ὁποία καὶ ἡμᾶς θὰ συγκρατήσῃ καὶ τὴν ὅλην ἐθνικὴν οἰκονομίαν τῆς Ἑλλάδος θὰ ζωογονήσῃ. Ἀλλ’ ὅπως εἶπα καὶ εἰς τὴν ἀρχὴν ἔχομεν νὰ διεξαγάγωμεν καὶ πάλιν τραχὺν ἀγῶνα ὑπὲρ τῆς ἀληθείας, διότι αὐτὸ φαίνεται ὅτι εἶναι ὁ κλῆρος ἡμῶν. Κύριοι, ἐγὼ τουλάχιστον δὲν ἐφανταζόμην ποτὲ ὅτι τετρακόσιοι ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἐκπροσωποῦμεν τὴν σύγχρονον γενεὰν τῶν ἀνδρῶν τῆς Ἑλλάδος, κατόπιν μιᾶς τόσον μεγάλης καταστροφῆς θὰ εἰσηρχόμεθα ἐδῶ διὰ νὰ συζητῶμεν ἐπὶ ἑβδομάδα ἂν πρέπει νὰ καθαιρεθῇ ἢ νὰ μὴ καθαιρεθῇ ὁ Βασιλεύς. Διότι, εἴτε περὶ τῆς προκηρύξεως πρόκειται εἴτε περὶ τοῦ τρόπου τῆς ἐφαρμογῆς, τὸ γεγονὸς εἶναι ὅτι ἀπὸ ἑβδομάδων διεξάγεται ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης συζήτησις ἂν εἶναι ἔνοχος ἢ δὲν εἶναι ὁ Βασιλεύς, ὁ κύριος δηλαδὴ συντελεστής τῆς καταστροφῆς, ἐνῷ ἡ ἀλήθεια εἶναι ὅτι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος προσπαθεῖ νὰ εὕρῃ ἐπιχειρήματα διὰ νὰ ἀποδείξῃ ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ καθαιρέσωμεν ἀμέσως τὸν Βασιλέα δὲν κάμνει τίποτε ἄλλο παρὰ ἐμμέσως ὑποστηρίζει αὐτόν. Λέγω ὅτι δὲν θεωρῶ ποσῶς τιμητικὸν δι’ ἡμᾶς, πληρεξουσίους τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ, ἐκπροσωποῦντας τὴν σύγχρονον γενεὰν τῶν ἀνδρῶν τῆς Ἑλλάδος, νὰ δαπανῶμεν τόσον χρόνον πρὸς συζήτησιν περὶ τῆς Αὐτοῦ πρώην Μεγαλειότητος τοῦ Βασιλέως τῶν Ἑλλήνων, τοῦ ὁποίου ἡ ἐνοχὴ εἶναι πλέον ἢ καταφανής. Καὶ νομίζω ὅτι τὰ παιδιά μας, ἐὰν συνεχισθῇ τὸ γένος τῶν Ἑλλήνων, θὰ ἀποροῦν πῶς ἡμεῖς ἐδέχθημεν νὰ κατέλθωμεν εἰς τοιοῦτον ἐπίπεδον. Ἀλλὰ θὰ ἱκανοποιήσουν, ἂν ὄχι τὴν ἀπορίαν των, πάντως ὅμως τὸν ἐθνικόν των ἐγωϊσμόν, ὅταν διαβάσουν ὅτι παραλλήλως πρὸς τὴν τοιαύτην κατάπτωσιν μία ἄλλη μερὶς τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ, ἐκπροσωποῦσα τὴν σύγχρονον ἀνδρείαν καὶ ἀρετήν, οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ Στρατοῦ καὶ τοῦ Στόλου, εὐθὺς μετὰ τὰς ἐκλογὰς τῆς 16ης Δεκεμβρίου, ἑρμηνεύοντες τὸ ἀληθὲς πνεῦμα τῶν ἐκλογῶν τούτων ἐθεώρησαν ὡς ἐθνικὸν στίγμα τὴν περαιτέρω παραμονὴν τῆς Δυναστείας ἐν Ἑλλάδι, περισώσαντες οὕτω τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς Ἑλλάδος. Ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης δὲν ὑπάρχει Βασιλεία εἰς τὴν Ἑλλάδα. Καὶ ὅμως ἐν τῇ Συνελεύσει ταύτῃ ἠκούσθησαν περίεργα πράγματα. Πληρεξούσιοι καθ’ ὅλα ἔντιμοι καὶ καλοὶ ἦλθον ἐδῶ καὶ κατηνάλωσαν εὐρυΐαν καὶ μάθησιν διὰ νὰ ἀποδείξουν ὅτι ἡ πρᾶξις ἐκείνη τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ Στρατοῦ καὶ τοῦ Στόλου δὲν ὑπῆρξε καὶ δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ἔγκυρος, ὡς καταλυτικὴ τῶν κυριαρχικῶν δικαιωμάτων τῆς Συνελεύσεως. Μὰ τὴν ἀλήθειαν, δὲν ἠξεύρω τί νὰ εἴπω. Ἀλλ’ ἂς ἔλθωμεν εἰς τὸ κύριον θέμα, διὰ τὸ ὁποῖον ἐτόλμησα ν’ ἐμφανισθῶ. Ἀποστελλόμεθα, κύριοι, ἡμεῖς οἱ πρόσφυγες πληρεξούσιοι, ἐάν, ἐννοεῖται, κατισχύσῃ ἡ ἄποψις τῶν κυβερνητικῶν ἀντιλήψεων, εἰς τὰς περιφερείας μας διὰ νὰ προτρέψωμεν τοὺς πρόσφυγάς μας—ἐρωτῶ τὴν ἐντιμοτάτην Κυβέρνησιν—νὰ κάμουν τί; Ν’ ἀποταθῶμεν πρὸς ποίους καὶ διὰ τίνα σκοπόν, ἀφοῦ ἀποκλείεται τὸ «ὑπὲρ» καὶ δὲν θὰ εὑρεθῇ στόμα πρόσφυγος πληρεξουσίου νὰ εἴπῃ τοῦτο;
§126Θ. ΣΟΦΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Μήπως φαντάζεσθε ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ εἴπῃ αὐτό;
§127Ν. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλ’ ἐρωτῶ σᾶς, κ. Ὑπουργέ, καὶ τοὺς κ.κ. Ὑπουργούς, τοὺς ἀποτελοῦντας τὸν σεβάσμιον ὅμιλον τῆς Τοποτηρητείας, διότι ἔχω τὴν ἀντίληψιν, ὅτι ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ἀσκεῖ μίαν τοποτηρητείαν ἐπ’ ὀνόματι τοῦ Ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων. (Γέλωτες). Ἀφ’ ἧς ἡμέρας ἐλήφθη τὸ μέγα μήνυμα, ὡς λέγουν εἰς τὰ Πατριαρχεῖα, ἀπὸ τῆς ἡμέρας ἐκείνης ἐν τῇ συνειδήσει μου ἡ Κυβέρνησις αὐτὴ καὶ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐκτελοῦν ἁπλῶς καθήκοντα Τοποτηρητοῦ. (Γέλωτες). Μὴ γελᾶτε, κύριοι, εἶναι ἐπίσης ἔντιμον τὸ ἀξίωμα.
§128Λ. ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Ὅπως ὅλα τὰ ἀξιώματα.
§129Θ. ΣΟΦΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἡ ἀντίληψίς σας.
§130Ν. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐρωτῶ τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἰδιαιτέρως τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὁ ὁποῖος μοῦ κάμνει τὴν τιμὴν νὰ μὲ διακόπτῃ τόσον συχνὰ παρεμβάλλων σοφὰς παρατηρήσεις...
§131Θ. ΣΟΦΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Σᾶς παρακολουθῶ μετὰ προσοχῆς καὶ συμπαθείας. (Ἱλαρότης).
§132Ν. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀκριβῶς καὶ εἰς ἐμὲ δίδεται ἡ εὐκαιρία νὰ ἀνταποκριθῶ εἰς τὰς συμπαθείας σας αὐτάς. Μόνον λυποῦμαι ποῦ δὲν θὰ σᾶς φανῶ ἐξ ἴσου εὐχάριστος. Τί προσοχήν, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Ἐσωτερικῶν, νὰ δώσῃ εἰς ἡμᾶς ὁ κόσμος ὁ προσφυγικός, ὅταν θὰ μεταβῶμεν διὰ νὰ τοῦ κάμωμεν λόγον περὶ Δυναστείας καὶ θεσμῶν; Ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι πεινοῦν, οἱ ὁποῖοι ριγοῦν, οἱ ὁποῖοι ψοφολογοῦν μέσα στὰ χωράφια τῆς Μακεδονίας, νομίζετε ὅτι εὐχαρίστως θὰ ἐδέχοντο τοὺς ἀντιπροσώπους των νὰ τοῖς ὁμιλοῦν περὶ θεσμῶν καὶ πολιτευμάτων, καθ’ ἣν στιγμὴν αὐτοὶ θὰ περιμένουν ἄρτον καὶ ἱμάτια, ψωμὶ καὶ ροῦχα; Νομίζετε ὅτι εἶναι εὔκολον δι’ ἡμᾶς νὰ κάμωμεν προπαγάνδαν καὶ τώρα ἀκόμη περὶ ἐκπτώσεως τοῦ Βασιλέως Γεωργίου;
§133Θ. ΣΟΦΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Εὐτυχῶς δὲν ἔχει ἀνάγκην προπαγάνδας ὁ προσφυγικὸς κόσμος. Εἶναι τόσον ζωηρὸν καὶ τόσον βαθέως ῥιζωμένον τὸ αἴσθημα εἰς τὴν ψυχήν του, ὥστε οὐδεμιᾶς προπαγάνδας ἔχει ἀνάγκην. Θὰ κάμῃ μόνος του τὸ καθῆκόν του.
§134Ν. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν συζητοῦμεν, κ. Ὑπουργέ, ἂν ὁ προσφυγικὸς κόσμος θὰ σπεύσῃ νὰ κάμῃ τὸ καθῆκόν του, διότι εἰς τὴν συνείδησιν τοῦ προσφυγικοῦ κόσμου ἀπὸ πολλοῦ ἔχει πέσει ἡ Βασιλεία. Ἀπὸ τῆς ἐπαύριον τῶν ἐκλογῶν ἡμεῖς οἱ πρόσφυγες, κ. Ὑπουργέ, ἔχομεν ἐξοφλήσει μιὰ γιὰ πάντα καὶ μὲ τὴν Δυναστείαν καὶ μὲ τὸ πολίτευμα. Εἶναι ἀληθὲς βέβαια ἐν μέρει αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἐλέχθη ἐπανειλημμένως ἐδῶ ἐκ τῆς δεξιᾶς πτέρυγος, ὅτι ὁ προσφυγικὸς κόσμος ψηφίζων τὴν Δημοκρατίαν ἐψήφιζε καὶ τὸν Βενιζέλον. Ἐγὼ τοὐλάχιστον καίτοι ἐξετέθην μὲ καθαρῶς δημοκρατικὴν σημαίαν, δὲν ἀρνοῦμαι ὅτι ἔκαμα χρῆσιν καὶ τοῦ ὀνόματος τοῦ Βενιζέλου Ἀλλ’ ὁ προσφυγικὸς κόσμος ὅταν ἤκουε τὸ ὄνομα «Βενιζέλος» εἰς τοὺς προεκλογικοὺς λόγους μας, ἐφώναζε «ζήτω ἡ Δημοκρατία!». Ἐν τῇ συνειδήσει τοῦ προσφυγικοῦ κόσμου ἔλευσις ἢ ἐπάνοδος τοῦ Βενιζέλου ἓν μόνον πρᾶγμα ἠδύνατο νὰ σημαίνῃ: ἄμεσον ἀνακήρυξιν τῆς Δημοκρατίας. Αὐτὸ τὸ λέγω διὰ νὰ ἀπαντήσω εἰς τὸν ἰσχυρισμὸν πολλῶν πληρεξουσίων ἐκ τῆς πλευρᾶς ἐκείνης, ὅτι ἐκάμαμε τάχα ἐκμετάλλευσιν τοῦ ὀνόματος τοῦ Βενιζέλου. Ἐγὼ ὁ ἴδιος εἰς τὸ πρόγραμμά μου ἀνέφερα τὸν Βενιζέλον, ἀλλ’ εἶπα ὅτι θὰ κάμωμεν πρῶτον τὴν Δημοκρατίαν καὶ τότε, ἂν θέλῃ αὐτός, τὸν κάμνομεν καὶ ἰσόβιον Πρόεδρον.
§135Α. ΔΕΝΔΡΙΝΟΣ. Κύριε συνάδελφε, ἐπιτρέπετε;
§136ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, ἔχομεν ὡρισμένην ὥραν.
§137Ν. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δέχομαι πᾶσαν παρατήρησιν, ἀλλ’ ἀπειλοῦμαι, κύριοι, ὑπὸ τοῦ εἰκοσαλέπτου τῆς κλεψύδρας τοῦ κ. Προέδρου.
§138ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βεβαίως.
§139Α. ΔΕΝΔΡΙΝΟΣ. Ἡ διαστολὴ ἤρχετο ἀφ’ ἑαυτῆς, δηλαδὴ πᾶς Φιλελεύθερος ἦτο καὶ δημοκρατικός.
§140Θ. ΠΑΓΚΑΛΟΣ. Βενιζέλον ἠννόουν οἱ πρόσφυγες τὸν μεγαλύτερον ἐχθρὸν τῆς Δυναστείας.
§141ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἐπιτρέπω καμμίαν διακοπήν. Τὸν λόγον ἔχει μόνον ὁ ἀγορεύων.
§142Ν. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλ’ ἐπανέρχομαι εἰς τὸ θέμα μου. Κατὰ τὸ διάστημα αὐτό, ἀπὸ τῶν ἐκλογῶν καὶ ἐντεῦθεν ἡ Κυβέρνησις ἔκαμε τίποτε ὥστε νὰ μετριάσῃ ἔστω καὶ κατ’ ἐλάχιστον τὴν δυστυχίαν τῶν προσφύγων μας; Ἐνήργησε μήπως τίποτε σχετικὸν πρὸς τὸ δάνειον, περὶ τοῦ ὁποίου ἐλέχθη ὅτι οἱ ὅροι του εἶναι βαρεῖς—ἀλλ’ εἶναι βαρεῖς διότι βαρεῖα ἦτο καὶ ἡ στιγμὴ τῆς συνάψεώς του,— ἀλλ’ ἔκαμε τέλος πάντων κάτι τι ἡ Κυβέρνησις ὥστε νὰ μετριασθῇ ὁ πόνος τοῦ προσφυγικοῦ κόσμου καὶ νὰ ἠμποροῦμεν καὶ ἡμεῖς νὰ παρουσιασθῶμεν ἀσπροπρόσωποι ἀπέναντί του ποὺ εὐχαρίστως νὰ μᾶς δεχθῇ καὶ νὰ μᾶς ἀκούσῃ; Ἡμεῖς, κύριοι, εἴχομεν ὑποσχεθῆ εἰς αὐτοὺς ὅτι ἐντὸς δύο τὸ πολὺ μηνῶν ἀπὸ τῶν ἐκλογῶν προσφυγικὸν ζήτημα δὲν θὰ ὑπῆρχε. Καὶ ὅμως· ὄχι μόνον δὲν ἔγινε τίποτε οὐσιαστικῶς, ἀλλὰ καὶ θὰ ἠδύνατο νὰ ἰσχυρισθῇ κανεὶς ὅτι ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῶν ἐκλογῶν παρημελήθη τελείως τὸ προσφυγικὸν ζήτημα. Εἶναι γεγονός.
§143ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Ἐπὶ δύο μῆνας τώρα συζητοῦμεν διὰ τὸ πολιτειακὸν ζήτημα.
§144Ν. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εὔκολον εἶναι, κύριοι, νὰ ῥίπτῃ κανεὶς—διὰ νὰ μεταχειρισθῶ καὶ ἐγὼ ποιητικὴν παρομοίωσιν, ἀφοῦ τόση δὰ κατάχρησις ἔγινεν ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης,—εὔκολον εἶναι βέβαια κανεὶς νὰ τανύῃ τὸ τόξον του καὶ νὰ ῥίπτῃ αἱματηρὰ βέλη κατὰ τῶν προσφύγων πληρεξουσίων καὶ νὰ θέτῃ αὐτοὺς εἰς σκληρὰ διλήμματα, ἀλλὰ δὲν εἶναι καὶ ἐξ ἴσου εὔκολον νὰ ἀνακουφίζῃ τὸν πόνον τῶν προσφύγων. Καλύτερον θὰ ἦτο οἱ ῥίπτοντες τὰ βέλη ταῦτα νὰ ἐθυσίαζον μέρος τῶν ἀγαθῶν τῶν διὰ νὰ μετριάσουν τὸν πόνον τῶν προσφύγων, περὶ τῶν ὁποίων τόσον ἐνδιαφέρονται. Τότε θὰ ἦσαν περισσότερον πιστευτοί. Ἀλλ’ ἔστω· παραδέχομαι ὅτι αὐτὰ ὅλα δὲν ὑπάρχουν, ὡς ἐπιθυμεῖ ὁ κ. Ὑπουργός, καὶ ὅτι μεταβαίνοντες ἐκεῖ φροντίζομεν νὰ κάμωμεν τὸν σχετικὸν λόγον περὶ δημοψηφίσματος διὰ τὴν ἔκπτωσιν τῆς Δυναστείας. Παραδέχομαι ὅτι ἡ δυστυχισμένη αὐτὴ ψυχὴ τῶν προσφύγων, παρ’ ὅλην τὴν ἀπογοήτευσίν της, παρ’ ὅλους τοὺς κλονισμούς της, εἶναι ἀκόμη εἰς θέσιν νὰ ἀκούῃ διὰ Δυναστείας καὶ δημοψηφίσματα. Φρονεῖτε, κύριε Ὑπουργέ, ὅτι εἶναι τόσον εὔκολον τὸ πρᾶγμα; Θὰ τοῖς ὁμιλήσωμεν διὰ τί; περὶ ποίου πράγματος; Θὰ παρίδωμεν βέβαια ὅλην τὴν πεῖνάν των, τὰ ράκη των τὰ περιαγόμενα εἰς τὰ χωράφια τῆς Μακεδονίας, τὴν κατάντιαν των, θὰ παραβλέψωμεν ὅλα αὐτὰ καὶ θὰ τοῖς εἴπωμεν ὅτι εἶναι ἀνάγκη πρωτίστως νὰ πέσῃ ὁ Βασιλεὺς Γεώργιος!... Καὶ ἂν μᾶς ἐρωτήσουν: «μὰ δὲν ἔπεσεν ἀκόμη ὁ Βασιλεύς, ὅπως μᾶς ἐλέγατε;», τί θὰ τοῖς εἴπωμεν:
§145Θ. ΣΟΦΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Θὰ εἴπητε ὅτι ὁ Βασιλεὺς Γεώργιος δὲν ἔπεσεν ἀκόμη.
§146Ν. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Πολὺ ὡραῖα. Ἀλλ’ ἐρωτῶ: Τί θὰ ἐλέγατε σεῖς, κύριε Ὑπουργέ, ἐὰν σᾶς ἐσκότωνε κανεὶς τὴν μητέρα σας καὶ ἀντὶ τῆς ἀμέσου τιμωρίας τοῦ φονέως, τὸν ὁποῖον ἐκρατούσατε εἰς χεῖράς σας, ἤρχετο ἕνας καὶ σᾶς ἔλεγεν ὅτι πρέπει ν’ ἀφεθῇ ὁ φονεὺς διὰ νὰ συζητήσητε πρῶτον ἂν εἶναι ἔνοχος; Δὲν θὰ τὸ ἐθεωρούσατε ὡς προσβολήν, ὡς ἕνα κόλαφον κατὰ τοῦ ἱερωτέρου τῶν αἰσθημάτων σας; Τί θὰ ἐλέγετε, κύριοι Ὑπουργοί, δι’ ἕνα ὁ ὁποῖος σᾶς ἠτίμασε, σᾶς κατερράκωσε τὴν οἰκογενειακήν σας τιμήν; Θὰ ἐδέχεσθε ἆρά γε τὴν ὥραν ποὺ τὸν ἔχετε εἰς τὴν ἐξουσίαν σας νὰ τὸν ἀφήσητε διὰ νὰ ἐξετασθῇ τάχα ἂν εἶναι ἢ δὲν εἶναι ἔνοχος ἡ πρᾶξίς του; Δὲν εἶναι τοῦτο προσβολὴ κατὰ τῆς δικαιοσύνης, δὲν εἶναι ράπισμα κατὰ τῆς ἠθικῆς; Ὥστε λοιπὸν δὲν ἐπείσθημεν ἡμεῖς ἀκόμη περὶ τῆς ἐνοχῆς τῆς Δυναστείας; Ἔχομεν ἀκόμη ἀνάγκην συζητήσεων καὶ προτροπῶν; Ἀλλ’ ἀφοῦ τὸ «πολυχρόνιον» ἐξακολουθεῖ ἀκόμη νὰ ἀκούηται εἰς τοὺς ναούς; Ἢ μήπως διὰ τὸν κόσμον τῆς Παλαιᾶς Ἑλλάδος — διότι διὰ τὸν προσφυγικὸν καὶ χίλια «πολυχρόνια» νὰ ψαλοῦν δὲν δύνανται νὰ ἔχουν καμμίαν σημασίαν —, διὰ τὸν κόσμον, λέγω, τῆς Παλαιᾶς Ἑλλάδος νομίζετε ὅτι τοῦτο δὲν ἐξασκεῖ καμμίαν ἠθικὴν ἐπίδρασιν, ν’ ἀκούῃ τὸ «πολυχρόνιον» καὶ κατόπιν ἐξερχόμενος τοῦ ναοῦ νὰ δυνηθῇ νὰ δώσῃ ψῆφον καταδικαστικὴν κατὰ τοῦ «εὐσεβεστάτου Βασιλέως»; Κύριοι, φαίνεται ὅτι ποτὲ δὲν εἰσήλθετε πραγματικῶς εἰς τὴν λαϊκὴν ψυχὴν διὰ νὰ κρίνητε τὸν Λαὸν τόσον ἐλαφρά. Ἀλλ’ ἀφοῦ χθὲς ἀκόμη ὡρκίσθητε εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Βασιλέως ὡς Ὑπουργοί, διατί τάχα νὰ μὴ ἐξακολουθῇ νὰ μνημονεύηται τὸ πολυχρονισμένον ὄνομά του εἰς τὰ Ἅγια, κατὰ τὴν ἱερωτέραν στιγμὴν τῆς ἐκκλησιαστικῆς τελετουργίας; Καὶ αὔριον θὰ καλέσητε αὐτὸν τὸν Λαὸν νὰ καταψηφίσῃ αὐτὸν τὸν Βασιλέα!... Δὲν βαδίζετε, κύριοι, τὸν καλὸν δρόμον καί, ὅπως πηγαίνετε, σκαρώνετε τῆς Ἑλλάδος καὶ ἄλλα δυστυχήματα. Εὔχομαι νὰ διαψευσθῶ, ἀλλ’ ἐγὼ δὲν βλέπω τὰ πράγματα ἔτσι ρόδινα ὅπως τὰ βλέπετε σεῖς, καὶ ἔχομεν καθῆκον νὰ σᾶς εἴπωμεν καθαρὰ τὴν ἀλήθειαν. Θὰ μοὶ εἴπητε: ὑπάρχουν εὐθῦναι. Εὐθύνας εἶχαν καὶ οἱ ἄλλοι μάρτυρες οἱ τότε πληρεξούσιοι. «Ἡμεῖς ἔχομεν τὴν εὐθύνην», ἔλεγαν καὶ ἐκεῖνοι. Καὶ ἡ λέξις «προδόται» ἀντήχει διαρκῶς ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης ὁσάκις ἀνεφέρομεν τὴν λέξιν «Βενιζέλος» ποὺ ποτὲ δὲν κατωρθώσαμεν νὰ τὴν ἐκστομίσωμεν ὁλόκληρον, (διὰ νὰ ἀκούωμεν τώρα ὅτι ἀντιπράττομεν εἰς αὐτόν. Εἶχαν πράγματι τὰς εὐθύνας καὶ ἐτυφεκίσθησαν· ἀλλὰ τί τὸ ὄφελος; Νομίζετε ὅτι τὸ σαρκίον οἱουδήποτε τὸ ἀνταλλάσσω ἐγὼ μὲ μίαν κἂν σπιθαμὴν τῆς Πατρίδος μας; (Χειροκροτήματα). Πρέπει νὰ πέσῃ ὁ Βασιλεύς. Πολὺ καλά. Ἀλλ’ ἂς τοποθετήσωμεν πρὸς στιγμὴν αὐτὸν τὸν Βασιλέα ἐνώπιον τῶν προσφύγων, διὰ νὰ ἴδωμεν περὶ ποίου Βασιλέως στελλόμεθα νὰ κάμωμεν λόγον εἰς τοὺς πρόσφυγας. Ὁ Βασιλεὺς αὐτὸς ἠρνήθη ἀκόμη καὶ τὸν ἐθνισμόν μας εἰς ἡμᾶς. Δὲν λέγω πράγματα τὰ ὁποῖα τυχὸν ἤκουσα ἀπὸ ἄλλον· ἐλέχθησαν εἰς ἐμὲ ὑπὸ τοῦ ἰδίου Βασιλέως ἐν Σπάρτῃ κατὰ τὸ ἱστορικὸν ἐκεῖνο ταξείδιόν του εἰς Μυστρᾶν. Δὲν εἶναι παρὼν δυστυχῶς ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν φίλος κ. Παπανδρέου, ὁ ὁποῖος γνωρίζει τὰ καθέκαστα διότι εἶχα κάμει πρὸς αὐτὸν τότε ἔκθεσιν μὲ κόλλες χειρογράφους.
§147Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Μάλιστα, ἀνέγνωσα τὴν ἔκθεσιν.
§148Ν. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, ἀφίνω τοὺς ἀποκρουστικοὺς μορφασμοὺς ποὺ ἔκαμεν ὁ Βασιλεὺς ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς ὅταν τοῦ εἶπα ὅτι κατάγομαι ἐκ Σαράντα Ἐκκλησιῶν, τοῦ τμήματος τῆς Θράκης, τὴν ὁποίαν ἐξ αἰτίας τῆς οἰκογενείας του ἐχάσαμεν· καὶ μὴ νομίσητε βέβαια ὅτι τὸν ἔτυψε τάχα ἡ συνείδησις ἀλλὰ μᾶλλον ἠγανάκτησε διότι ἐσκέφθη ὅτι τὸ μέρος ἐκεῖνο τῆς Ἑλλάδος δὲν παρῆγε παρὰ μόνον βενιζελικούς. Ἀφίνω ἄλλα πλεῖστα ἐπεισόδια καὶ τὰ ὅσα μοὶ εἶπε σχετικῶς μὲ τὸν περὶ αὐτοδιοικήσεως νόμον τῆς Ἐπαναστάσεως, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς «δὲν εἶναι γιὰ τέτοια πράγματα». Καὶ μόνον ὅταν τοῦ ἐξέθηκα ὅτι ἐκτὸς ἄλλων ὁ θεσμὸς τῆς αὐτοδιοικήσεως θὰ περιλαμβάνῃ καὶ τὴν ὁδοποιΐαν καὶ θὰ ταξειδεύῃ ἀνετώτερα μὲ αὐτοκίνητον, τότε ὁπωσδήποτε ἐμετρίασε τὴν ἔκφρασίν του. Ἀλλ’ ἀφίνω ὅλα αὐτὰ καὶ ἔρχομαι εἰς τὸ σπουδαιότερον. Μὲ ἠρώτησεν εἰς τί ἀσχολοῦμαι ὡς Νομάρχης καὶ ἐγὼ τῷ εἶπον: «Μεγαλειότατε, —διότι τότε ἦτο ἀκόμη ὁπωσδήποτε μεγαλειότης δι’ ἐμέ, — τὰ ἐννέα δέκατα τῆς ἐργασίας μας δαπανῶνται εἰς τὴν περίθαλψιν τῶν προσφύγων, διότι, ἐνῷ ἔχομεν μόνον 6.500 πρόσφυγες εἰς τὸν Νομὸν Λακωνίας, ἐν τούτοις αἱ ἀνάγκαι των εἶναι τόσον πολλαί, ὥστε ἀπὸ πρωΐας μέχρι ἑσπέρας δι’ αὐτοὺς ἀσχολούμεθα καὶ μόλις κατορθώνομεν νὰ θεραπεύσωμεν μέρος τῶν ἀναγκῶν των. Ἔ, λοιπόν, τί μοὶ ἀπήντησε, νομίζετε, κύριοι, ὁ Βασιλεὺς τῆς Ἑλλάδος, τοῦ ὁποίου τὸ ὄνομα πολυχρονίζεται ἀκόμη μέσα εἰς τὰς ἐκκλησίας μας; «Κύριε Νομάρχα, ξεύρετε ὅτι οἱ πρόσφυγες εἶναι ἀχάριστοι;» —«Ὄχι Μεγαλειότατε, δὲν εἶναι ἀχάριστοι, τῷ εἶπα, ἀλλ’ εἶναι αἱ ἀνάγκαι των τόσον πολλαὶ καὶ τὰ διδόμενα εἰς αὐτοὺς τόσον ὀλίγα, ὥστε νὰ νομίζουν ὅτι δὲν λαμβάνουν ἀπὸ τὸ Κράτος τίποτε». — «Μὰ αὐτοί, μοῦ λέγει, κ. Νομάρχα, δὲν εἶναι καὶ τόσον Ἕλληνες». — «Μεγαλειότατε, μὲ συγχωρεῖτε, τῷ λέγω· δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴν εἶναι Ἕλληνες ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι ἐξεπατρίσθησαν καὶ σύρονται μέσα εἰς τοὺς δρόμους διὰ τὴν ἰδέαν τὴν Ἑλληνικήν.» — «Τοὐλάχιστον, μοῦ ἀπαντᾷ, οἱ Μικρασιᾶται, αὐτοὶ οἱ Σμυρνηοί...» (Αἰσθήσις).
§149ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Ὁ τέως Μεγαλειότατος, ὅταν ἦλθεν εἰς τὴν Σμύρνην, ἐγκατεστάθη εἰς τὸ Κορδελλιό. Κἄποιος ἀνταποκριτὴς μεγάλης Ἀμερικανικῆς ἐφημερίδος ἐπῆγε νὰ τὸν ἴδῃ καὶ τῷ εἶπε: «Ποία εἶναι ἡ ἐντύπωσίς σας;» Καὶ ἀπήντησεν ὅτι δὲν ἐπέρασε καλά, διότι εἶχε κορέους.
§150ΤΙΝΕΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Αὐτὰ εἶναι γνωστά.
§151Ν. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Περὶ κορέων ἔγινε λόγος καὶ ἐν Σπάρτῃ ἐν σχέσει πρὸς τὰ ξενοδοχεῖα τῆς Σπάρτης. Εἶπα μάλιστα τότε κατ’ ἐμαυτὸν ὅτι ἴσως αὐτὸ νὰ εἶναι οἰκογενειακὴ κληρονομία, εἶδος ἀταβισμοῦ, ἀφοῦ πατέρας καὶ υἱὸς μὲ τοὺς κορέους τὰ ἔχουν διαρκῶς· κάτι θὰ τοὺς ἔκαμαν. Αὐτὸς εἶναι, κύριοι, ὁ Βασιλεὺς περὶ τοῦ ὁποίου στελλόμεθα ἡμεῖς νὰ ἐρωτήσωμεν τοὺς πρόσφυγάς μας ἂν τὸν θέλουν Βασιλέα ἢ ὄχι, ἢ ἂν προτιμῶσι τὴν Δημοκρατίαν ἢ τὴν Βασιλείαν. Αὐτός, κύριοι, εἶναι ὁ Βασιλεὺς διὰ τὸν ὁποῖον καὶ ἐξ αἰτίας τῆς Δυναστείας τοῦ ὁποίου κατηγορούμεθα ἡμεῖς οἱ δημοκρατικοὶ ὅτι δι’ ἀνατροπῆς καὶ βιαίων μέσων ζητοῦμεν νὰ ἐπιβάλωμεν τὴν θέλησιν ἡμῶν τῆς μειοψηφίας ἐπὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ καὶ ὅτι διὰ τῆς στάσεώς μας ἀπέναντι τῆς Κυβερνήσεως ἡμεῖς οἱ πρόσφυγες ὑποβιβάζομεν τὸ κῦρος τοῦ τέως Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, τοῦ κ. Βενιζέλου, καὶ τόσα ἄλλα. Καὶ ἐρρίφθησαν βέλη φαρμακερὰ ἐναντίον ἡμῶν καὶ τῆς πτέρυγός μας, ἐναντίον τοῦ λευκοῦ ἀρχηγοῦ μας, εἰς ἀνιοῦσαν καὶ κατιοῦσαν κλίμακα, καὶ κατηγορήθησαν ὡς ἐπιζητοῦντες τὴν διὰ βίας καὶ στρατοκρατικῶν μέσων ἐπιβολὴν τῆς Δημοκρατίας, ποῖοι; Οἱ γενναῖοί μας ναυμάχοι καὶ οἱ στρατηγοί—ἐννοῶ τὸν Χατζηκυριάκον, τὸν Κονδύλην καὶ τὸν Πάγκαλον, τὰς ἐξοχωτέρας δηλονότι μορφὰς τῆς συγχρόνου στρατιωτικῆς καὶ ναυτικῆς Ἑλλάδος,—οἱ ναυμάχοι μας καὶ οἱ πολέμαρχοί μας, οἱ ὁποῖοι διὰ τῆς ἀνδρείας των καὶ τῆς ἀρετῆς των ἐξαναζωντάνεψαν μέσα στὴν ψυχήν μας τὰ χρόνια τοῦ Θεμιστοκλέους καὶ τοῦ Κίμωνος. Μάλιστα, κύριοι, καὶ ἐρχόμεθα τώρα εἰς τὸ δημοψήφισμα. Κύριοι, δὲν θέλω νὰ σᾶς ἀπασχολήσω περισσότερον. Εὔχομαι μὲ ὅλην μου τὴν ψυχὴν νὰ ἐπιτύχῃ τὸ δημοψήφισμα, διότι ἐκ τῆς ἐπιτυχίας τούτου ἐξαρτᾶται ἡ τύχη τῆς Ἑλλάδος. Καὶ μεθ’ ὅλα ὅσα εἴπομεν εἴμεθα ἐν τούτοις ὑποχρεωμένοι ἐν περιπτώσει κατισχύσεως τῶν κυβερνητικῶν ἀντιλήψεων νὰ μεταβῶμεν καὶ νὰ ἴδωμεν τοὺς πρόσφυγάς μας καί, εἰ δυνατόν, νὰ τοὺς φανατίσωμεν περισσότερον. Θὰ πράξωμεν πᾶν ὅ,τι εἶναι δυνατόν. Ἀλλὰ φρονοῦμεν ὅτι ὁ δρόμος, τὸν ὁποῖον ἐξέλεξεν ἡ Κυβέρνησις, δὲν εἶναι ὁ καλύτερος. Διότι ἐν περιπτώσει μὲν ἐπιτυχίας τοῦ δημοψηφίσματος, χαλάλι σας ἡ νίκη· ἰδική σας ἡ δόξα, ἰδική σας καὶ ἡ τιμή. Ἐν περιπτώσει ὅμως ἀποτυχίας σᾶς ἐρωτῶ, τί θὰ γίνῃ; Δὲν περιμένω ἀπάντησιν ἀπὸ τοὺς κυβερνῶντας, διότι γνωρίζω ὅτι καὶ οἱ ἴδιοι δὲν εἶναι εἰς θέσιν ν’ ἀπαντήσουν. Περὶ τῶν εὐθυνῶν ἐγὼ δὲν κάμνω πλέον λόγον, διότι δὲν ὠφελεῖ. Τί μὲ ὠφελεῖ, κύριοι, τὸ γεγονὸς ὅτι ἐτυφεκίσθησαν οἱ ἕξ μεγάλοι ἔνοχοι τῆς ἐθνικῆς καταστροφῆς, ἀφοῦ ἐξ αἰτίας των αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἐγὼ ὁμιλῶ ἄνευ Πατρίδος; Διότι, ἐπαναλαμβάνω, τὰ σαρκία ὅλων μας ἐδῶ μέσα δὲν ἀξίζουν οὔτε μίαν σπιθαμὴν ἐλευθέρου ἐδάφους τῆς Ἑλλάδος. Ἀλλὰ πρὸ παντὸς θὰ ἦτο καλύτερον, κύριοι, νὰ μὴ διστάσητε νὰ ἀνακηρύξητε ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης τὴν Δημοκρατίαν. Ναί· πρέπει νὰ ἀνακηρυχθῇ ἀμέσως ἡ Δημοκρατία ἀπὸ ἡμᾶς, διὰ νὰ φανῇ ὅτι ἡ φυλή μας δὲν ἔπαυσεν ἀκόμη νὰ γεννᾷ ἄνδρας, καὶ διότι ἔχομεν καὶ ὑποχρέωσιν ἐπὶ τέλους ἀπέναντι τῆς Ἱστορίας μας. Διότι εὑρίσκω ὅτι δὲν εἶναι καὶ τιμητικὸν δι’ ἡμᾶς προσωπικῶς αὐτὸ τὸ ὁποῖον γίνεται, ὕστερα ἀπὸ μίαν τοιαύτην ἐθνικὴν καταστροφὴν νὰ συζητῶμεν τετρακόσιοι ἄνθρωποι ἂν πρέπει νὰ ἀνακηρυχθῇ ἡ Δημοκρατία, ἡ ὁποία ἐπὶ τέλους ἐδῶ ἐγεννήθη καὶ εἶναι τῆς Ἑλλάδος δημιούργημα. Ἐὰν ἔχωμεν ἐπίγνωσιν τῆς ἐθνικῆς συνοχῆς τῆς Ἱστορίας μας, ἐὰν πιστεύωμεν εἰς τὴν ἑνότητα τῆς φυλῆς ἡμῶν διὰ μέσου τῶν αἰώνων, ἐὰν πραγματικῶς φρονοῦμεν ὅτι ἡ Ἑλλὰς εἶναι κεκλημένη νὰ ἐκπολιτίσῃ τὴν Ἀνατολὴν καὶ νὰ κυριαρχήσῃ καὶ πάλιν ἐν τῇ Ἀνατολῇ, ἂς μὴ διστάσωμεν νὰ τραβήξωμεν ἐμπρὸς καὶ ὁ Θεὸς καὶ ἡ Ἑλλὰς θὰ εἶναι μαζί μας. Ἔστε βέβαιοι ὅτι θέλομεν ἐπισπάσει τὸν ὕμνον τῶν αἰώνων καὶ τὴν εὐλογίαν τῶν γενεῶν. Κύριοι πληρεξούσιοι, τολμήσατε. (Χειροκροτήματα).
§152ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γουργουρῆς.
§153Ν. ΓΟΥΡΓΟΥΡΗΣ. Κύριοι πληρεξούσιοι, ἡ ῥητὴ ἐντολή, ἡ ῥητὴ ὑπόσχεσις, τὴν ὁποίαν ἐδώκαμεν εἰς τοὺς ἐκλογεῖς ἡμῶν καὶ ἡ ἐντολὴ ἡ λαϊκή, τὴν ὁποίαν ἐλάβομεν ἀντιτιθέμενοι πρὸς τὰς ἐξενεχθείσας ἐκ τοῦ βήματος τούτου καὶ ἐκ τοῦ τύπου γνώμας περὶ κυβερνητικῆς ἐπιβολῆς καὶ ἐκβιασμοῦ τῆς γνώμης τῶν πληρεξουσίων καὶ ἐκ μέρους τοῦ ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων μὲ φέρουσιν ἄκοντα εἰς τὸ βῆμα τοῦτο. Ἐπὶ τοῦ βήματος τούτου ἀνέρχομαι διὰ πρώτην φορὰν καὶ ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι συναισθάνομαι βαθύτατον αἴσθημα τιμῆς καὶ ὑπερηφανείας μεγάλης, διότι ἀποτελῶ μέλος τῆς παρούσης Συνελεύσεως, ἀπὸ τὴν ὁποίαν καὶ δικαίως καὶ εὐλόγως ἀναμένει ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς τὴν ἐθνικὴν περισυλλογὴν καὶ εὐημερίαν αὐτοῦ. Εἰς τὴν ἐθνωφελῆ ταύτην προσπάθειαν, εἰς τὸ ὕψιστον καθῆκον ὀφείλομεν πάντες ἀπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως μέχρι τοῦ τελευταίου ἕλληνος πολίτου νὰ προσφέρωμεν ὅ,τι ἕκαστος δύναται, νὰ ἐργασθῶμεν ἐφ’ ᾧ ἕκαστος ἐτάχθη, ὀφείλομεν πάντες νὰ κατανοήσωμεν τὴν μεγάλην ταύτην ἀλήθειαν, ὀφείλομεν πάντες νὰ κατανοήσωμεν τὴν πραγματικότητα πρὸ τῆς ὁποίας λυγίζουν τὰ εὐγενέστερα αἰσθήματα καὶ αἱ εὐγενέστεραι ἰδέαι καὶ νὰ γνωρίσωμεν τὸν νόμον αὐτὸν τῆς φύσεως τὸν πάγιον, ὁ ὁποῖος διευθύνει τὴν τύχην τῶν Ἐθνῶν καὶ τῶν ἀτόμων. Τὸ καθῆκον παντὸς πολιτευομένου πρὸς τὸν λαὸν εἶναι νὰ διερμηνεύῃ πιστῶς τὸ λαϊκὸν φρόνημα, νὰ ἐπικοινωνῇ μετὰ τῶν ἀρχόντων καὶ νὰ διαβιβάζῃ τὰς σκέψεις καὶ τὰς ἀποφάσεις αὐτῶν πρὸς τὸν λαόν. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου διεκηρύξαμεν ὅτι τὸ φρόνημα τοῦ λαοῦ εἶναι ἕν: Ἡ θέλησίς του καὶ ἡ ἀνάγκη του ἐπίσης μία. Ἐζήτησε ν’ ἐπανέλθῃ ὁ ἐκλεκτός του μὲ τὴν πίστιν ὅτι ἡ αὔριον θὰ εἶναι καλυτέρα τῆς σήμερον. Καὶ ὁ μετανοήσας λαὸς καὶ ὁ παραμείνας πιστὸς προσῆλθεν εἰς τὰς ἐκλογὰς διὰ ν’ ἀποδείξῃ ὅτι ἄνευ τοῦ ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων δὲν δύναται ν’ ἀποκτήσῃ τὴν ἡσυχίαν του καὶ τὴν πρόοδόν του.
§154ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Ἄν αὐτὸς ἀποθάνῃ;
§155Ν. ΓΟΥΡΓΟΥΡΗΣ. Πεθαίνει καὶ ὁ Ἀρχηγὸς τῆς οἰκογενείας, ἀλλ’ ἡ οἰκογένεια δὲν ἀποθνήσκει. Εἶναι δὲ ἀπορίας ἄξιον καὶ καταπλήξεως ὅτι τὸ καινοφανὲς δόγμα ὅτι ὁ Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων λέγων τὴν ἀλήθειαν καὶ ὑποδεικνύων τοὺς κινδύνους ἁμαρτάνει βαρύτατα κατὰ τῆς Πατρίδος ὡς ἐκβιάζων τὰς γνώμας τῶν πληρεξουσίων, ἐνῷ ἡ σιγὴ καὶ ἡ ἀπόκρυψις τῆς ἀληθείας ἀποτελεῖ προδοσίαν ἐν ὥρᾳ πολέμου. Καὶ δὲν γνωρίζω, κύριοι συνάδελφοι, πῶς δύναται ν’ ἀποτελέσῃ ὁ Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων βωβὸν πρόσωπον τῆς τελευταίας πράξεως τοῦ μεγάλου ἐθνικοῦ δράματος, ὅταν καὶ ἡ γνώμη τοῦ τελευταίου Ἕλληνος καὶ δύναται καὶ ὀφείλει νὰ συμβάλλῃ εἰς τὴν βελτίωσιν τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν καὶ τῶν ἐθνικῶν ζητημάτων. Καὶ εἶναι περίεργος ἡ ἀντίληψις αὐτὴ καθ’ ἣν ἐποχὴν φερόμεθα πρὸς τὴν λαϊκὴν Δημοκρατίαν, τῆς ὁποίας αἱ θεμελιώδεις ἀρχαὶ ἰσότητος καὶ ἐλευθερίας δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ ἀπόλυτος σεβασμὸς πρὸς τὰ δικαιώματα τοῦ ἄλλου. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψουν οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι νὰ περιαυτολογήσω. Κατάγομαι ἀπὸ τὸ Γαλαξεῖδι. Τὸ Γαλαξεῖδι εἶναι δημοκρατικὸν ὅσον δὲν εἶναι κανὲν ἄλλο μέρος τῆς Ἑλλάδος. Καὶ θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ ν’ ἀναφέρω ὅτι εἰς τὸ δημοψήφισμα περὶ παλινορθώσεως τοῦ «Κώτσου τοῦ πληκουθέντα» ἐψήφισαν τὰ 9)10. Καὶ οἱ ναῦται ἀκόμη τοῦ Πολεμικοῦ Ναυτικοῦ ὑπὸ τὴν πίεσιν τῶν ἀνωτέρων των εἶπον «ὄχι» καὶ ἐπῆγαν κάτω εἰς τὸ μπαλκοῦρο. Σημειώσατε δὲ ὅτι καθ’ ὅλην τὴν περίοδον τῆς τρομοκρατίας τῆς Κωνσταντινικῆς ἡ εἰκὼν τοῦ Βενιζέλου δὲν κατεβιβάσθη ἀπὸ καμμίαν οἰκίαν ἢ κατάστημα. Οὐδαμοῦ δὲ ἐνεφανίσθη ἡ εἰκὼν τοῦ Κωνσταντίνου καὶ τοῦ Γεωργίου, οὔτε εἰς τὰς οἰκίας οὔτε εἰς τοὺς δρόμους, οὔτε εἰς τὴν καρδίαν τῶν κατοίκων τοῦ Γαλαξειδίου. Ταῦτα σᾶς φέρω ὡς παράδειγμα διὰ νὰ ἐννοήσητε ὅτι ἡ Παλαιὰ Ἑλλὰς ἠξίωσε κατὰ τὰς ἐκλογὰς νὰ ἔλθῃ μόνον ὁ Βενιζέλος καὶ μᾶς εἶπε καθαρὰ κατόπιν ὅτι: θὰ ψηφίσωμεν ἀλλαγὴν πολιτεύματος καὶ ἔκπτωσιν τῆς Δυναστείας.
§156Θ. ΠΑΓΚΑΛΟΣ. Αὐτὰ εἶπεν:
§157Ν. ΓΟΥΡΓΟΥΡΗΣ. Μάλιστα. Ἡ συγκρότησις τῆς παρούσης Συνελεύσεως δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι εἶναι λαϊκὴ ἐπιβράβευσις τῶν ἐθνικῶν ἀγώνων τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων, ἀπὸ τῶν σπλάγχνων τοῦ ὁποίου ἐξῆλθεν ἡ δημοκρατικὴ ἰδεολογία. Εἶναι ἡ ἀναγνώρισις τῆς πλάνης τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ καὶ δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι ἀποτελοῦν τὰ αἱμοφόρα καὶ πλαστικὰ στοιχεῖα τὰ ὁποῖα θὰ κυκλοφορήσουν εἰς τὸ καθαρὸν καὶ ἁγνὸν αἷμα τῆς Ἑλληνικῆς Δημοκρατίας. Ἡ Ἐθνοσυνέλευσις αὐτὴ εἶναι ὁ δημόσιος κατήγορος τοῦ Κωνσταντίνου διὰ τὴν προδοσίαν του πρὸς τὴν Πατρίδα, παρομοίαν τῆς ὁποίας δὲν ἀναφέρει ἡ Ἱστορία, καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου θ’ ἀκουσθῇ εἰς ὅλα τὰ Κράτη τοῦ κόσμου ὅπου ὑπάρχει καὶ εἷς Ἕλλην ὅτι ἡ κακοῦργος Δυναστεία κατέστρεψε τὴν Πατρίδα καὶ ὅτι ὑπεράνω ὅλων ἵσταται ἡ Πατρίς, μόνος δὲ κριτὴς καὶ δικαστὴς εἶναι ὁ Λαὸς πρὸς τὸν ὁποῖον θ’ ἀποταθῶμεν. Μία λοιπὸν καὶ μόνη καὶ ταχεῖα ἐνέργεια πρέπει νὰ γίνῃ: Νὰ κληθῇ ὁ λαὸς εἰς δημοψήφισμα. Ὅλοι ἡμεῖς οἱ πιστεύοντες εἰς τὴν Δημοκρατίαν ἂς ἀναχωρήσωμεν ἐντεῦθεν καὶ ἂς μεταβῶμεν εἰς τὰς ἐπαρχίας μας εὐαγγελισταὶ καὶ κήρυκες καὶ διδάσκαλοι καὶ ἀπόστολοι τῆς δημοκρατικῆς ἰδέας καὶ ἂς ἀναπτύξωμεν τὰ ἀγαθὰ αὐτῆς, τὴν ἰσότητα, τὴν δικαιοσύνην, τὴν ἀγάπην, τὴν πρόοδον. Νὰ συνταχθῶμεν εἰς μίαν δύναμιν, εἰς μίαν ὀργάνωσιν, νὰ ἐφαρμοσθῇ ἕν σύστημα, ἄνευ τοῦ ὁποίου καὶ αἱ ὡραιότεραι ἰδέαι καὶ τὰ ἐπιστημονικώτερα μέσα ἀποτυγχάνουν. Τοιουτοτρόπως ἐὰν ἐργασθῶμεν καὶ καθοδηγήσωμεν τὸν Ἑλληνικὸν Λαὸν θέλει ψηφίσει οὗτος ὅπως καὶ ἂν τεθῇ τὸ ἐρώτημα, καθόσον ὁ Λαὸς καὶ νοημοσύνην ἔχει καὶ πατριωτισμὸν ἔχει καὶ ὁσάκις καταλλήλως ὡδηγήθη ἐθριάμβευσε, τὰ δὲ παθήματα τῷ ἔγιναν μαθήματα. Καὶ θὰ εἶναι ἡ ἡμέρα ἐκείνη τοῦ δημοψηφίσματος ἡμέρα ἐξιλαστήριος διὰ τὸν Ἑλληνικὸν Λαὸν ἀπέναντι τῆς Ἱστορίας του καὶ θὰ εἶναι ἡμέρα λαϊκοῦ ἐξαγνισμοῦ ἀπέναντι τοῦ Ἑλληνικοῦ πολιτισμοῦ, ἀπὸ τὸν ὁποῖον δὲν ἔλειψε τὸ ἀρχαῖον κάλλος τῶν προγόνων εἰς τὴν μορφὴν τῆς λαϊκῆς Δημοκρατίας. Καὶ θὰ ἀποκαλυφθῇ τὸ μέταλλον τὸ εὐγενὲς τῆς Φυλῆς ἁγνὸν ἀπὸ τὰς ἀχρήστας ὕλας ὡς τὸ ἔφερεν ἡ θεία δημιουργία εἰς τὸν κόσμον, ὅπως τὸ ἐπόθησαν οἱ πρόγονοί μας, ὅπως τὸ ἐφαντάσθησαν τὰ θύματα τὰ ὑπὲρ Πατρίδος. Διὰ τῆς Δημοκρατίας θὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν κολυμβήθραν τῆς ἀναγεννήσεως ἡμῶν. Θὰ εἶναι λουτρὸν ἀναγεννήσεως, ἀπὸ τὸ ὁποῖον ὁ Λαὸς θὰ κατέλθῃ εὔρωστος καὶ ἀκμαῖος εἰς τὸν στίβον τῶν Ἑλληνικῶν ἀγώνων. Ψηφίζοντες ὑπὲρ τῆς Κυβερνήσεως καὶ κρίνοντες τὰς ἐπιγραμματικὰς δηλώσεις καὶ ἰδίως τὰς ἐπὶ τοῦ δυναστικοῦ καὶ πολιτειακοῦ ἐκτελοῦμεν τὴν ἐντολὴν τὴν ὁποίαν ἐλάβομεν ἀπὸ τοὺς ἐκλογεῖς μας καὶ τηροῦμεν τὴν ὑπόσχεσιν πρὸς αὐτοὺς ἐνισχυόμενοι ὑπὸ τῆς πεποιθήσεως ὅτι θέτομεν στερεὰ καὶ ἀδιάσπαστα τὰ θεμέλια τῆς λαϊκῆς Δημοκρατίας. Οἱ ἐπιμένοντες νὰ μὴ προέλθῃ ἐκ τοῦ Λαοῦ ἀλλ’ ἐκ τῆς Συνελεύσεως λησμονοῦσι μίαν φυσικὴν κατάστασιν. Λησμονοῦσι τὸ εὔθικτον καὶ τὸ εὐερέθιστον τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ καὶ τὴν ψυχοσύνθεσιν αὐτοῦ. Λησμονοῦσιν ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς χαρακτὴρ ἀνέχεται νὰ ἔχῃ γνώμην ἐπὶ πάντων τῶν ζητημάτων τῶν κοινωνικῶν, τῶν οἰκογενειακῶν, πολὺ δὲ μᾶλλον ἐπὶ τοῦ μεγαλυτέρου ζητήματος τοῦ δυναστικοῦ. Διατί νὰ παραγνωρίσωμεν τὴν ψυχολογικὴν αὐτὴν ἰδιότητα τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ; Ὅταν δὲ ὁ λαὸς σύσσωμος ἐκλέξῃ τὴν Δημοκρατίαν καὶ ἡ Δημοκρατία ἀποδώσῃ εἰς τὸν Ἑλληνικὸν Λαὸν τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν, τὴν δημοσίαν ὑγείαν, ἀρετήν, ἐκπαίδευσιν, ἀμερόληπτον Δικαιοσύνην, τότε ἀφεύκτως ἐντὸς τοῦ ὁριστικοῦ, ἐντὸς τοῦ ὡραίου περιβάλλοντος θὰ λησμονήσῃ ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς τὰ πάθη καὶ τὴν διαίρεσιν, τὰς διαφορὰς καὶ τὰς μικροέριδας καὶ θὰ ἀποτελέσῃ μίαν οἰκογένειαν, τὴν ὡραίαν Ἑλληνικὴν οἰκογένειαν, ἀφήνων κατὰ μέρος τοὺς ποθοῦντας τὴν τρικυμίαν, τοὺς ἐξ ἰδιοσυγκρασίας κακούς, τοὺς δουλεύοντας εἰς τὸ μῖσος καὶ τὸ συμφέρον. Τότε καὶ μόνον ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἄγρυπνος φύλαξ τῆς νεαρᾶς Ἑλληνικῆς Δημοκρατίας θὰ ἐκπληρώσῃ τὸν μεγάλον αὑτοῦ προορισμόν.
§158ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κουκουρίδης.
§159Β. ΚΟΥΚΟΥΜΙΔΗΣ. Κύριοι πληρεξούσιοι, ἐκ τῶν μέχρι τοῦδε γενομένων συζητήσεων ἀπεδείχθη ὅτι ἡ μεταβολὴ τοῦ πολιτεύματος κατέστη ὑπαγόρευσις πανελλήνιος. Μετὰ τὴν ἀνήκουστον καταστροφήν, ὁμοίαν τῆς ὁποίας δὲν ἔχει νὰ ἐπιδείξῃ ἡ Ἱστορία καὶ ἡ ὁποία ἐπὶ μακρὸν θὰ ἀπασχολήσῃ μακρὰς σειρὰς ἑλληνικῶν γενεῶν, εἶναι λυπηρὸν ὅτι ἀπεβίωσεν ἡ ἐπάρατος Δυναστεία, ἡ πηγὴ τῶν συμφορῶν. Μετὰ 1½ ἔτους πάροδον ἀπὸ τῆς ἐθνικῆς καταστροφῆς δὲν δύναται νὰ ἐννοηθῇ ὅτι ἡ ἐθνικὴ ψυχὴ δὲν ἐπιζητεῖ τὸ ἐξιλαστήριον θῦμα ἢ ὅτι ζητεῖ νὰ ἀνεύρῃ τὸν Κυρηναῖον ἐπὶ τῶν ὤμων τοῦ ὁποίου νὰ ἐναποθέσῃ τοῦ μαρτυροῦντος Ἔθνους τὸν Σταυρόν. Τοὐναντίον ἦλθε νὰ ἀνανεώσῃ τὰς συμφορὰς αὐτὰς τὰς ἐκ τοῦ πολέμου, τὰ αἵματα καὶ τὴν ὀδύνην τοῦ κινήματος τοῦ Ὀκτωβρίου, τὸ θρέμμα τῶν Γερμανικῶν δρυμώνων, ὁ Ἰωάννης Μεταξᾶς. Καὶ εἶναι λυπηρότερον ἀκόμη ὅτι μετὰ ἑνὸς αἰῶνος βίον μὲ διακυβέρνησιν βασιλικὴν ὑπάρχουν ἀκόμη Ἕλληνες μὴ κατανοήσαντες ὅτι ὁ θεσμὸς ὁ βασιλικὸς εἶναι ξένος καὶ πρὸς τὴν ἰδιοσυγκρασίαν καὶ πρὸς τὰς παραδόσεις καὶ πρὸς τὰς τάσεις τῆς Φυλῆς. Οἱ γιγαντομάχοι τοῦ 1821 εἶχον ἐναργεστέραν τὴν ἀντίληψιν. Καὶ θὰ ἀναφέρω τοὺς λόγους τοῦ Ἀδαμαντίου Κοραῆ, ὅστις προσφυέστατα τότε εἶπε: Βασιλέων πλέον δὲν ἔχει ἀνάγκην ἡ Ἑλλάς, οὐδὲ συμφέρει νὰ βασιλεύηται. Καὶ τίς δύναται νὰ ἀρνηθῇ ὅτι τὰ πράγματα δὲν ἐδικαίωσαν τὴν καὶ σήμερον ἀκόμη ἀσπαστοτάτην ὑποθήκην καὶ ὅτι, ἐὰν ἐφηρμόζετο αὐτό, θὰ ἀπέβαινεν ὑπόδειγμα ἀπροσκόπτου βίου; Οὐδεὶς Βασιλεὺς ἐμεγαλούργησε. Καὶ αὐτοὶ οἱ Βυζαντινοὶ Αὐτοκράτορες, ὁσάκις ἐμεγαλούργησαν, ἐμεγαλούργησαν διότι εἶχον παρὰ τὸ πλευρόν των τοὺς Τριβωνιανούς, τοὺς Ναρσῆ καὶ τοὺς λοιποὺς διασήμους στρατηγοὺς καὶ μεγάλους νομομαθεῖς. Ἀλλὰ μήπως ἡ δρᾶσις τῶν Βασιλέων δὲν διαγράφεται, κύριοι, εἰς τὸν μῦθον τοῦ Αἰσώπου, καθ’ ὃν οἱ βάτραχοι ζητοῦντες Βασιλέα καὶ λαβόντες παρὰ τοῦ Διὸς δοκὸν ἐθαύμαζον αὐτὴν ἐπὶ τῇ μυθώδει ἀδρανείᾳ κλπ. Ἰδοὺ ἡ δρᾶσις: ἡ ξυλώδης ἀδράνεια, ἡ ἐξόντωσις καὶ φθορά: ἢ κούτσουρα ἢ θηρία. Καὶ θὰ σᾶς ἀναφέρω παρεκβατικῶς τὴν πρὸς τὸν μοναρχισμὸν τάσιν τοῦ Κωνσταντίνου. Ἔμελλε νὰ γίνῃ ἡ ἑκατονταετηρὶς ἀπὸ τῆς πυρπολήσεως τοῦ Κανάρη καὶ ἔπλευσε καὶ ὁ Βασιλεὺς μετὰ τῶν ὁμοφρόνων του, οἱ ὁποῖοι δὲν ἦσαν τίποτε ἄλλο παρὰ δραπέται τοῦ Ἅδου καὶ ἐκβράσματα τῆς κολάσεως, ἀπαίσιοι μορφαὶ χαφιέδων ἀναμιμνησκόντων εἰς ἡμᾶς τὴν ὑπὸ τῶν Τούρκων δουλοσύνην τῆς Χίου. Κύριοι, σκοπὸν εἶχον οὗτοι διασπαρέντες ἀνὰ τὴν πόλιν νὰ ἀνιχνεύσωσι τὴν δῆθεν παρασκευαζομένην ὑπὸ τῶν μαύρων, ὅπως μᾶς ἔλεγον, Χίων συνωμοσίαν καὶ νὰ ᾄδωσι τὸν «γυιὸν τοῦ ἀετοῦ», ὁ ὁποῖος ἀετὸς εἰς ἡμᾶς δὲν ἦτο τὸ σύμβολον τοῦ ἀφθάστου μεγαλείου, ἀλλ’ ἀπεναντίας τὸ κρωκτικὸν καὶ σαρκοβόρον ὄρνεον. Παραλείπω νὰ εἴπω ὅτι ὑπὸ τὸν κρωγμὸν καὶ τὰς ἰαχὰς τῶν κραιπαλούντων τεράτων ἐπεσκιάσθη ἡ σημασία τῆς ἑορτῆς καὶ ἀντικατέστησε τὴν μορφὴν τοῦ πυρπολητοῦ ἡ εὐτελὴς μορφὴ τοῦ Γλύξμπουργ. Κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην ἐγένοντο τὰ ἐγκαίνια τοῦ ἐκεῖ Μουσείου, ὅπου ἐκλήθη καὶ ὁ Βασιλεύς, ἐκεῖ ὅμως δὲν εἶχον προνοήσει νὰ φέρωσι δοχεῖον εἰς τὸ ὁποῖον θὰ ἐτίθετο τὸ ἡγιασμένον ὕδωρ. Παρατυχὼν διδάσκαλος, πατὴρ υἱοῦ θανόντος ἐν πολέμῳ, ἐκάκισε τὴν ἀμέλειαν αὐτὴν νὰ μὴ ἔχωσιν ἓν ἀγγεῖον καὶ τότε εἷς χαφιὲς κατήρξατο γρονθοκοπῶν τὸν δυστυχῆ διδάσκαλον ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι δῆθεν ἀπεκάλεσεν ἀγγεῖον τὸν Βασιλέα. Εὐτυχῶς ὅτι ἡ τελευταία αὐτὴ τάσις πρὸς τὸν δεσποτισμὸν ἐξεδηλώθη ἐν Χίῳ καὶ ἔπαυσεν ἡ ἑλληνικὴ ἀνθρωπίνη ἐπιτήδευσις παρέχουσα τοὺς τίτλους της. Μετὰ τρεῖς μῆνας ἀπὸ τῆς ἐπισκήψεως, ὄχι τῆς ἐπισκέψεως, ἐπῆλθεν ἡ Μικρασιατικὴ καταστροφή, ἥτις ἐξέσπασε κατὰ τοῦ Ἔθνους καὶ τῆς ἰδίας αὐτοῦ κεφαλῆς. Εἶναι περιττόν, κύριοι, νὰ μακρηγορήσω. Τὸ δυστύχημα εἶναι ὅτι καὶ μετὰ τὰ γενόμενα δὲν δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ὡς ὁ Κικέρων περὶ τοῦ Κατιλίνα ὅτι ἀπῆλθεν, ἐξῆλθεν, ἐξέβη, ἐξέφυγε. Δυστύχημα ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ τὸ εἴπωμεν, ἀλλ’ εὐτύχημα εἶναι ὅτι βαίνομεν πλησίστιοι πρὸς τὴν Δημοκρατίαν καὶ ἀντὶ νὰ κατατριβώμεθα εἰς τοιαύτας συζητήσεις, ἀφοῦ μάλιστα διέπει ἡ αὐτὴ ἰδεολογία τὰς σκέψεις μας, ἂς τείνωμεν πρὸς ἀλλήλους τὰς χεῖρας καὶ ἂς κατέλθωμεν ὑπὸ τὴν σκέπην τῆς Δημοκρατίας καὶ ἂς στήσωμεν στερεὰ τὰ θεμέλια αὐτῆς. Θὰ εἶναι ταῦτα διὰ τὴν γενεὰν ἡμῶν, διὰ τὴν ἰδεολογίαν ἡμῶν δικαιοσύνη καὶ καθῆκον τῆς χαρμοσύνης καὶ ἐγκώμιον. (Χειροκροτήματα).
§160ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀνδρεάδης.
§161Θ. ΑΝΔΡΕΑΔΗΣ. Κύριοι πληρεξούσιοι, δὲν ἀνέρχομαι τὸ βῆμα διὰ νὰ φωτίσω κανένα. Ἀρκετὰ ἐφωτίσθην ἐγὼ ὁ ἴδιος ἀπὸ τοὺς πολλοὺς ρήτορας, οἱ ὁποῖοι ἐπὶ δύο μῆνας ἀνῆλθον τὸ βῆμα. Ἔλαβον τὸν λόγον διὰ νὰ δικαιολογήσω δι’ ὀλίγον τὴν ψῆφόν μου. Ἀντιπροσωπεύω τὴν δευτέραν πρωτεύουσαν τῆς Ἑλλάδος, τὴν Θεσσαλονίκην, καὶ προκειμένου νὰ ἐξασκήσω τὴν ἐντολὴν τὴν ὁποίαν ἔλαβον παρὰ τοῦ λαοῦ καὶ ἰδίᾳ τοῦ προσφυγικοῦ, δηλῶ ὅτι θὰ τὴν ἀσκήσω σύμφωνα μὲ τὰς ἐπαγγελίας καὶ τὰς ὑποχρεώσεις τὰς ὁποίας ἀνέλαβον εἰς τὸν προεκλογικὸν ἀγῶνα. Σαφῶς καὶ κατηγορηματικῶς τότε ἐτέθη εἰς τὴν περιφέρειαν Θεσσαλονίκης τὸ ζήτημα τῆς Δημοκρατίας. Ὅσοι παρηκολούθησαν καὶ ὅσοι παρευρίσκονται ἐκ τῶν συναδέλφων μου ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ θὰ ἐνθυμῶνται ὅτι εἰς ὅλας τὰς ἐπαρχιακὰς συγκεντρώσεις, εἰς ὅλα τὰ χωρία ὅπου μετέβημεν ἓν θέμα εἴχομεν, νὰ προπαγανδίσωμεν τὴν Δημοκρατίαν, εὑρίσκοντες ἐπιχειρήματα ἐκ τῆς ἀποτυχούσης Δυναστείας. Δηλαδὴ—προχωρῶ περισσότερον—δὲν ἐκάμαμεν προπαγάνδαν ὑπὲρ τῆς ἐκπτώσεως μόνον ἀλλὰ δημοκρατικὴν ὅπως τὴν ἐννοοῦμεν ἡμεῖς ὑπὸ τὴν πραγματικὴν σημασίαν τῆς λαοκρατίας. Ἐδώσαμεν εἰς τὸν λαὸν νὰ ἐννοήσῃ ὅτι θὰ ζητήσωμεν νὰ ἐγκαθιδρύσωμεν πολίτευμα τὸ ὁποῖον εἶναι τὸ μόνον πραγματικὸν πολίτευμα τοῦ λαοῦ. Αὐτὰ ἐλέχθησαν ἀπὸ τὰ μπαλκόνια τοῦ Κιλκίς, τοῦ Λαγκαδᾶ, τῆς Αἰκατερίνης μέσα εἰς τὸ κέντρον τῆς Θεσσαλονίκης ἀπὸ ὅλους τοὺς ρήτορας καὶ ὅμως μετ’ ἐκπλήξεως ἤκουσα ἐδῶ μέσα ὅτι κάθε ἄλλο εἴπομεν καὶ μόνον τὴν λέξιν Δημοκρατίαν δὲν εἴπομεν πρὸ τῶν ἐκλογῶν. Ἂν πρὸ τοῦ στασιαστικοῦ κινήματος εἰς τὰ παμπροσφυγικὰ συνέδρια ἐγίνετο συζήτησις πολιτική, εἰς τὴν συζήτησιν ἐκείνην ὑπῆρχον πολλοὶ οἱ ὁποῖοι ἐδίσταζον ν’ ἀποφασίσουν μὲ ποῖα κόμματα πρέπει νὰ συμπράξουν οἱ πρόσφυγες τῆς Μακεδονίας καὶ παρουσιάζοντο πολλοὶ ὑποστηρίζοντες νὰ συμπράξουν μὲ τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων, ἄλλοι μὲ ἄλλα τινὰ κόμματα καὶ οὕτως ἐλήφθη ἀπόφασις γενικῶς ὅτι θὰ συμπράξουν τόσοι μὲ τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων, τόσοι μὲ τὰ ἄλλα κόμματα. Αὐτὴ ἦτο ἡ ψυχολογία ἡ πρὸ τοῦ στασιαστικοῦ κινήματος. Ὁ κ. ἐκ Θεσσαλονίκης συνάδελφος τὰ μετὰ τὸ στασιαστικὸν κίνημα συμβάντα ἐθεώρησε καλὸν νὰ τὰ ἀποσιωπήσῃ, διότι δὲν συμφέρουν τὴν ἄποψιν τὴν ὁποίαν ὑπεστήριξεν ὁ ἴδιος. Μετὰ τὸ στασιαστικὸν κίνημα τὸ δημοκρατικὸν ῥεῦμα καὶ ἡ δημοκρατικὴ ἰδέα ἐπροχώρησαν πλέον καθ’ ὅλην τὴν γραμμήν. Μὲ τὸ κέντρον τῶν Φιλελευθέρων ἐν Θεσσαλονίκῃ ἡ συνομοσπονδία ἡ δημοκρατικὴ σχεδὸν δὲν εἶχεν ἐπαφήν. Μόνη της ὑπέδειξε τοὺς ὑποψηφίους. Ἔλαβεν ἀπόφασιν, ἡ ὁποία ὑπάρχει καὶ εἰς τὰ πρακτικά. Καὶ τοῦτο διότι ἡ συνομοσπονδία ἡ προσφυγικὴ σφυγμομετρήσασα τὴν ψυχολογίαν τοῦ προσφυγικοῦ κόσμου διεῖδε τὰς ἀκραιφνεῖς δημοκρατικὰς ἀρχὰς τοῦ προσφυγικοῦ κόσμου. Αὐταὶ ἦσαν αἱ προτελευταῖαι ἀποφάσεις πρὸ τῶν ἐκλογῶν. Καὶ ἤρχισεν ἡ προπαγάνδα ἡ ἐκλογικὴ κατόπιν. Ὅταν ἤλθομεν εἰς τὸ ζήτημα τοῦ συνδυασμοῦ ἀπεκλείσαμεν ὅλους τοὺς συντηρητικούς. Σᾶς λέγω καὶ τοῦτο, ὅτι τὴν προπαγάνδαν τὴν ὁποίαν ὀφείλουν ὅλοι νὰ κάμουν τώρα κατὰ τὸ δημοψήφισμα τὴν ἐκάμαμεν ἡμεῖς πρὸ τῶν ἐκλογῶν. Ἠθελήσαμεν νὰ δώσωμεν εἰς τὸν χωρικὸν νὰ καταλάβῃ τί θὰ εἰπῇ Δημοκρατία, ὅτι Δημοκρατία θὰ εἰπῇ ὅτι αὐτὰ τὰ χωράφια τὰ ὁποῖα βλέπεις θὰ τὰ δώσωμεν σὲ σένα. Ὅτι Δημοκρατία θὰ εἰπῇ νὰ μὴ διοικῆσαι ἀπὸ ἕνα κοτζάμπαση ἢ ἀπὸ τὸν ἀνεξέλεγκτον χωροφύλακα ἢ ἀπὸ τὸν κομματικὸν ἀντιπρόσωπον, ἀλλὰ Δημοκρατία θὰ εἴπῃ νὰ διοικήσαι μόνος σου, δηλαδὴ νὰ ἔχῃς συμβούλια ἐπαρχιακὰ κτλ. Καὶ αὐτὴν τὴν προπαγάνδαν τὴν ἐκάμαμεν ὄχι μόνον μεταξὺ τῶν ἰδικῶν μας, ἀλλὰ καὶ μεταξὺ τῶν ἀντιθέτων. Ἐνθυμοῦμαι μίαν σκηνὴν εἰς ἕνα χωριὸ κοντὰ εἰς τὴν Θεσσαλονίκην. Εἰς τὸ χωριὸ αὐτὸ ὑπῆρχον δύο ὁμάδες, τὸ κόμμα τὸ ἰδικόν μας τὸ δημοκρατικὸν καὶ τὸ κόμμα τὸ ἀντίθετον, δηλ. τὸ βασιλικόν. Ἐγώ, κύριοι, συνάδελφοι, δὲν ἐδίστασα προσωπικῶς καὶ εἶπα νὰ πᾶμε νὰ δοῦμε τί θέλουν αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι, διότι δὲν μποροῦμε νὰ συνεννοηθοῦμε. Λοιπὸν ἐπήγαμεν — ἡ σκηνὴ ἐκ τοῦ φυσικοῦ — καὶ ἐκαθίσαμεν εἰς τὸ κεντρικὸν καφενεῖον. Εἶδον ἐκεῖ ἕνα ἔφεδρον ξυριζόμενον εἰς τὸν ὁποῖον εἶπα τὰ δικά μας. Καὶ μοῦ εἶπεν αὐτός: Κωνσταντῖνον καὶ Βασιλεία νὰ μὴ δοῦν τὰ μάτια μας, ἀλλὰ καὶ αὐτὰ ποὺ λὲς δὲν τὰ εἴδαμε, δὲν τὰ ξέρουμε. Τοῦ εἶπα ἐγώ: Θὰ τὰ δῆτε, ἀλλὰ πρέπει νὰ μᾶς ψηφίσητε διὰ νὰ ἐφαρμόσωμεν αὐτὸ τὸ πολίτευμα, διότι χρειάζεται τουλάχιστον ἕνας χρόνος γιὰ νὰ γίνουν αὐτά. Αὐτὴ εἶναι ἡ ψυχολογία τοῦ κόσμου. Διὰ νὰ βεβαιώσω δὲ αὐτὰ τὰ ὁποῖα εἶπον, τὸ τηλεγράφημα τὸ ὁποῖον ἐστάλη μετὰ τὰς ἐκλογάς — διότι ἐλάβαμεν τηλεγράφημα ὅπως στείλωμεν πρόσκλησιν εἰς τὸν κ. Βενιζέλον, ἀλλὰ ἡμεῖς πάντοτε δὲν συνηθίζομεν νὰ ὑπογράφωμεν χωρὶς νὰ βλέπωμεν τί γράφει μέσα — εἴπαμε ὅτι δὲν θὰ τὸ ὑπογράψωμεν ἀλλὰ θὰ στείλωμε δικό μας τηλεγράφημα.
§162Ι. ΠΑΣΣΑΛΙΔΗΣ. Ἐξαιρουμένου τοῦ Πασσαλίδη· πρέπει νὰ τὸ ὁμολογήσητε.
§163Θ. ΑΝΔΡΕΑΔΗΣ. Μάλιστα· λοιπὸν τὸ τηλεγράφημα αὐτό, κατόπιν τριώρου συζητήσεως ἐν τῇ συνομοσπονδίᾳ παρόντων καὶ νεοεκλεγέντων πληρεξουσίων, ἐνεκρίθη καὶ ἀπεστάλη. (Ἀναγινώσκει τὸ τηλεγράφημα) Ὀφείλω νὰ εἴπω τὴν ἀλήθειαν, ὅτι ὁ κ. Πασσαλίδης εἶπεν ὅτι δὲν ἐννοεῖ νὰ τὸ ὑπογράψῃ. Δι’ αὐτὸ μᾶς ἔστειλεν ἐδῶ ὁ προσφυγικὸς κόσμος, νὰ κανονίσωμεν καὶ τὰ τῆς Πολιτείας ἀλλὰ κυρίως μᾶς ἔστειλε διὰ τὸ προσφυγικὸν ζήτημα καὶ κατ’ οὐσίαν δι’ αὐτὸ μᾶς ἔστειλε. Κύριοι, ἡ ἀντίληψίς μου εἶναι καὶ τώρα καὶ προηγουμένως ὅτι τὸ προσφυγικὸν ζήτημα ἐν Ἑλλάδι μέχρι σήμερον κατὰ μέγα μέρος θεωρεῖται ὡς ζήτημα φιλανθρωπίας. Ἀπόδειξις τούτου εἶναι τὸ ὅτι γίνεται ἔκκλησις εἰς ὅλας τὰς φιλανθρωπικὰς ὀργανώσεις τοῦ κόσμου. Τὸ προσφυγικὸν ζήτημα, κύριοι, εἶναι καθαρῶς ἐθνικόν, τόσον σοβαρὸν ὅσον καὶ ἡ διεξαγωγὴ ἑνὸς πολέμου. Εἰς τὴν Ἑλλάδα εἶναι μία τρομερὰ πάλη μὲ τὸν Θάνατον. Εἰς τὴν διεξαγωγὴν ἑνὸς πολέμου αἱ ἐλάχισται θυσίαι γίνονται ἀμέσως γνωσταί, διατυμπανίζονται διὰ τῶν ἐφημερίδων δικαίως· περὶ τῶν χιλιάδων τῶν θανάτων τῆς Μακεδονίας ὅμως δὲν λαμβάνει γνῶσιν οὔτε τὸ πλησιέστερον κοινόν. Διὰ νὰ ἁπλοποιηθῇ μάλιστα τὸ σύστημα τοῦ ἐνταφιασμοῦ τῶν θνησκόντων ὁ Γεν. Διοικητὴς τῆς Μακεδονίας ἐξέδωκε μίαν διαταγήν, δι’ ἧς οἱ πρόσφυγες δύνανται νὰ μὴ γράφωνται εἰς τὰ ληξιαρχικὰ βιβλία τῆς Δημαρχίας, ἀλλὰ δύναται ὁ ἀστυνόμος νὰ δώσῃ διαταγὴν ἐνταφιασμοῦ, δηλαδὴ οὔτε νὰ φαίνηται ὁ ἀριθμὸς τῶν θανάτων. Ἡμεῖς οἱ πρόσφυγες πληρεξούσιοι φρονοῦμεν ὅτι τὸ προσφυγικὸν ζήτημα πρέπει νὰ λυθῇ σύμφωνα μὲ τὰς διεθνεῖς συνθήκας τῆς ἀνταλλαγῆς τῆς Λωζάννης. Δὲν δύναται τὸ προσφυγικὸν ζήτημα νὰ ὑπαχθῇ εἰς τὴν δικαιοδοσίαν οὐδενὸς κόμματος, εἴτε ἐντὸς τῆς αἰθούσης εἴτε ἐκτός. Τὸ προσφυγικὸν ζήτημα εἶναι ζήτημα ὅλων τῶν κομμάτων καὶ ὅλης τῆς Ἑλλάδος. Καὶ δι’ αὐτὸ δὲν ἀνεχόμεθα οὐδεμίαν κομματικὴν ἐκμετάλλευσιν. Ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τὸ ἀπασχολοῦν τὴν Συνέλευσιν ἡ ἄποψίς μου, ἡ καὶ πρακτικωτέρα, εἶναι νὰ λυθοῦν ὅλα τὰ ζητήματα ἐδῶ μέσα, ἀλλ’ ἐφόσον τὸ δημοψήφισμα τὸ ἐδέχθησαν πάντες ἐδῶ μέσα, ὅσον ἀφορᾷ τὸ πολιτειακόν, θεωρῶ ὅτι πρέπει νὰ κατορθωθῇ νὰ ἐπέλθῃ συμβιβασμὸς καὶ νὰ κατέλθωμεν εἰς τὸν ἀγῶνα αὐτὸν τοῦ δημοψηφίσματος, διότι εἰς τὴν ἀντίληψίν μου προσπίπτει ὅτι, ἐνῷ ἀγωνιζόμεθα νὰ ἐπιτύχωμεν συμφιλίωσιν, ἐπιτυγχάνομεν τὸ ἀντίθετον καὶ δημιουργεῖται νέα διαίρεσις εἰς τὴν αἴθουσαν. Τότε θὰ καλέσωμεν καὶ ἄλλον συμφιλιωτήν. Δι’ αὐτὸ πρέπει τὸν ἀγῶνα νὰ ὑπαγορεύῃ ἡ ἔννοια τῆς γενικῆς ἑνώσεως. Συμφιλιωτὴς καὶ συμφιλιωταὶ πρέπει νὰ ἀγωνισθοῦν ὥστε νὰ ἑνωθῇ ἡ αἴθουσα αὕτη, ὥστε νὰ ἠμπορέσῃ νὰ συμφιλιωθῇ μὲ τὰς ἀντιλήψεις τοῦ λαοῦ καὶ νὰ ἐπιβάλῃ τὸ πολίτευμα τὸ ὁποῖον θέλει νὰ ἐπιβάλῃ. Συμφιλίωσις πολιτικῶν προσώπων δὲν μᾶς ἐνδιαφέρει οὔτε τὸν λαὸν ἐνδιαφέρει. Δύο μῆνας ἐχάσαμεν καὶ χάνομεν διὰ νὰ μάθωμεν ποῦ εἶναι ἡ πλειονοψηφία· ἡ ἀντίληψίς μου εἶναι ὅτι ἡ πλειονοψηφία εἶναι ἡ ἀριστερά. Ἡ πλειονοψηφία δὲν ἔχει ἀνάγκην νὰ μετατοπισθῇ ὁλόκληρος ἡ δεξιά· ἀρκεῖ νὰ μετατοπισθῇ εἷς, ὁπότε ἡ πλειονοψηφία θὰ ἔχῃ μεταβληθῇ ὁλόκληρος. Μερικοὶ ῥήτορες τῆς δεξιᾶς εἶπον ὅτι ἡ καρδιά των εἶναι ἀριστερὰ καὶ ὁ νοῦς των εἶναι δεξιά. Ἐπειδὴ τοῦτο δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συμβῇ, νομίζω ὅτι ἐκεῖ ποὺ πρέπει νὰ εἶναι ἡ ψυχὴ καὶ ἡ καρδιὰ ἐκεῖ πρέπει νὰ εἶναι καὶ ὁ νοῦς.
§164ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μανούσης.
§165Γ. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ μᾶς δηλώσῃ ἂν αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἐξηγγέλθη ἀπὸ τοῦ βήματος, ὅτι οἱ πρόσφυγες ἀποθνήσκουν τῆς πείνης καὶ τοῦ ψύχους ἐν Μακεδονίᾳ, εἶναι ἀληθές. Ἂν δὲν γνωρίζῃ, θὰ τὸν παρακαλέσωμεν νὰ ἐξετάσῃ ἀμέσως.
§166Θ. ΣΟΦΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Νομίζω ὅτι ὑπάρχει ἕνας Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς καὶ πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἐπὶ τέλους μία στοιχειώδης τάξις, τὴν ὁποίαν νὰ ἀποφασίσητε καὶ σεῖς μίαν φορὰν νὰ σεβασθῆτε.
§167Γ. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ὅταν πρόκειται περὶ τοιούτου σοβαροῦ ζητήματος, ἂς λείπῃ καὶ ὁ Κανονισμὸς καὶ ἡ τάξις.
§168Θ. ΣΟΦΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Δὲν εἶναι δυνατὸν ἐν μέσῳ πολιτικῆς συζητήσεως τὴν μίαν μετὰ τὸ μεσονύκτιον νὰ γίνῃ συζήτησις ἐπὶ ἐπερωτήσεως, ἀπόντος μάλιστα καὶ τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ.
§169ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ, κύριοι· ἡ ἐρώτησις εἶναι ἐκτὸς τοῦ θέματος. Ὁ κ. Μανούσης.
§170Ν. ΜΑΝΟΥΣΗΣ. Κύριοι πληρεξούσιοι, καίτοι ὡς πρόσφυξ πληρεξούσιος ἀποδίδω πρωτεύουσαν καὶ κεφαλαιώδη σημασίαν εἰς τὸ προσφυγικὸν ζήτημα, ἐντούτοις δὲν φρονῶ ὅτι ἡ συζήτησις τοῦ προσφυγικοῦ ζητήματος παρεμβαλλομένη εἰς τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ πολιτειακοῦ ζητήματος εὐοδοῖ τὴν πρόοδον τοῦ προσφυγικοῦ ζητήματος. Καὶ διὰ τοῦτο ἀνερχόμενος εἰς τὸ βῆμα διὰ νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τῶν προγραμματικῶν δηλώσεων τῆς Κυβερνήσεως δὲν εἶχον ὑπ’ ὄψει μου καθόλου νὰ θίξω τὸ ζήτημα τοῦτο. Ἐν τούτοις ἐπειδὴ ἐγένετο ἐπίθεσις ἐναντίον τῶν κυβερνητικῶν ἀντιλήψεων, ὅσον ἀφορᾷ τὸ προσφυγικὸν ζήτημα, αἰσθάνομαι τὸ καθῆκον νὰ ὑποστηρίξω τὴν κυβερνητικὴν ἄποψιν, διότι φρονῶ ἐν πεποιθήσει ὅτι εἶναι δικαία. Ἡ Κυβέρνησις εἰς τὰς προγραμματικὰς αὑτῆς δηλώσεις διαγράφει δύο κυρίως ὑποσχέσεις περὶ τοῦ προσφυγικοῦ ζητήματος. Ἐν πρώτοις τόσον ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις τοῦ κ. Βενιζέλου ὅσον καὶ ἡ παροῦσα τονίζει ὅτι θὰ προτάξῃ πρὸ πάσης ἄλλης συζητήσεως ἐν τῇ Συνελεύσει τὸ προσφυγικὸν ζήτημα, διότι ἀποδίδει εἰς τοῦτο πρωτεύουσαν καὶ κεφαλαιώδη σημασίαν. Δεύτερον τονίζει ὅτι θὰ διαθέσῃ πᾶσαν δαπάνην ἡ ὁποία θὰ ἀπαιτηθῇ διὰ τὴν ἐγκατάστασιν τῶν προσφύγων. Τοῦτο δὲ τὸ πράττει, κύριοι, ἡ Κυβέρνησις ὁρμωμένη ἐκ τῶν ἑξῆς ἐλατηρίων: διότι θεωρεῖ τὴν μέριμναν περὶ τῆς προσφυγικῆς ἀποκαταστάσεως ὡς κεφάλαιον ἐθνικῆς ἀλληλεγγύης, καὶ διότι πᾶσα μέριμνα ἡμῶν περὶ τῆς ἀποκαταστάσεως τῶν προσφύγων θὰ ἀποδώσῃ πολλαπλασίους καρποὺς τόσον εἰς ὑλικὸν πλοῦτον, ὅσον καὶ εἰς ἠθικὴν δύναμιν καὶ δραστηριότητα. Ὥστε νομίζω ὅτι ἐντὸς τοῦ πλαισίου τῶν κυβερνητικῶν τούτων ὑποσχέσεων εἶναι δυνατὸν ἡμεῖς οἱ πρόσφυγες πληρεξούσιοι νὰ διεκδικήσωμεν οἱαδήποτε μέτρα ὑπὲρ τῶν προσφύγων. Καὶ νὰ εἴμεθα βέβαιοι ὅτι θὰ τὰ ἔχωμεν ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, διότι εἶναι ὑποσχέσεις ῥηταὶ καὶ κατηγορηματικαί, εἶναι ὑποσχέσεις κατ’ ἐξοχὴν ἱκανοποιητικαί. Δὲν εἶναι δὲ δυνατὸν νὰ γίνῃ ἄλλως· ἡμεῖς οἱ πρόσφυγες θύματα τῆς ἐμμονῆς μας εἰς τὴν ἐθνικὴν ἰδέαν καὶ ἀκόμη θύματα τραγικὰ μιᾶς καταστροφῆς, τὴν ὁποίαν ἐπέφερε τὸ πολιτικὸν συγκρότημα τὸ ὁποῖον ἀνέκυψεν ἐκ τῆς ψήφου τῆς πρώτης Νοεμβρίου, ἀπεβλέψαμεν εἰς τὴν κάθοδον τοῦ κ. Βενιζέλου μὲ ἐλπίδας ἐξαιρετικάς, μὲ ἐλπίδας πλουσίας. Ἡμεῖς οἱ πρόσφυγες ἔχομεν τὴν πεποίθησιν ὅτι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος πρῶτος ἔφερε νικηφόρον τὴν Ἑλληνικὴν σημαίαν εἰς τὴν Ἀδριανούπολιν καὶ τὴν Σμύρνην δὲν εἶναι δυνατὸν ἐρχόμενος ἢ νὰ δείξῃ ἀμέριστον καὶ κεφαλαιῶδες ἐνδιαφέρον καὶ διὰ τὴν ἀποκατάστασιν ἡμῶν τὴν ὑλικήν, ὅπως τότε εἶχε φροντίσει διὰ τὴν ἀποκατάστασιν ἡμῶν τὴν ἐθνικήν. Καὶ ἤδη εἰσέρχομαι εἰς τὸ ζήτημα τὸ πολιτειακόν. Ὁ βασιλικὸς θεσμὸς ὡς διεμορφώθη ἐν Ἑλλάδι διὰ τοῦ Συντάγματος τοῦ 1862 καὶ τῶν μετέπειτα Ἀναθεωρητικῶν Βουλῶν ἐλέχθη ὅτι ἦτο βασιλευομένη Δημοκρατία. Ἐγὼ φρονῶ ὅτι εἶναι Μοναρχία συνταγματική. Ἡ συνταγματικὴ αὐτὴ Μοναρχία περιέχει μίαν κεφαλαιώδη ἀντίφασιν ἰδεῶν, τὴν κυριαρχίαν τοῦ ἑνός, τοῦ Βασιλέως, καὶ ἀφ’ ἑτέρου τὴν κυριαρχίαν τοῦ Λαοῦ. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι τὸ Σύνταγμα εἰς ἄρθρον αὐτοῦ λέγει ὅτι πᾶσα ἐξουσία πηγάζει ἐκ τοῦ Ἔθνους. Ἐν τούτοις εἶναι ἀληθὲς ἐπίσης ὅτι τὸ Σύνταγμα εἰς πολλὰ αὑτοῦ ἄρθρα παρέχει σωρείαν προνομίων εἰς τὸ Στέμμα καὶ τὸ μέγιστον, τὸ δικαίωμα τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς. Τοιουτοτρόπως τὸ Σύνταγμα δημιουργεῖ ἕνα ἀνταγωνισμὸν δύο ἀντιμαχομένων ἰδεῶν· τὸν ἀνταγωνισμὸν τῆς ἰδέας τῆς συγκεντρώσεως συμπάσης τῆς ἐξουσίας εἰς τὸν ἕνα, τὸν Βασιλέα, καὶ τῆς ἰδέας τῆς συγκεντρώσεως ἐπίσης πάσης τῆς ἐξουσίας εἰς τὸν Λαὸν διὰ τοῦ Κοινοβουλίου καὶ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ θεσμοῦ. Τίς θὰ ἐνίκα εἰς τὸν ἀνταγωνισμὸν τοῦτον; Εἶναι φανερὸν ὅτι θὰ ἐνίκα ὁ ἐπιτηδειότερος καὶ ὁ ἱκανώτερος. Καὶ ἀκριβῶς ἡ Δυναστεία τοῦ Γεωργίου ἔρχεται νὰ ἐκμεταλλευθῇ τὴν ἀντίφασιν ταύτην. Ὁ Γεώργιος ὁ Αʹ, μεταχειριζόμενος τὴν περίφημον μέθοδον τοῦ Μαζαρίνου, τοῦ μεγάλου Πρωθυπουργοῦ τῆς Γαλλίας, ἐπὶ τῆς ἐποχῆς τοῦ Ρισελιέ, ἐκφυλίζων τοὺς πολιτευομένους καὶ διαφθείρων τὰ ἤθη ἐν γένει, κατώρθωσε νὰ ἐπικρατήσῃ γενικῶς τῆς ἐθνικῆς καὶ κρατικῆς πολιτικῆς καὶ νὰ στραγγαλίσῃ οὐσιαστικῶς τὴν λαϊκὴν κυριαρχίαν. Ὁ Κωνσταντῖνος ἐξ ἐγωπαθείας, ἐμπεποτισμένος ἀπὸ τὰς θεοκρατικὰς τάσεις τῆς Γερμανικῆς σχολῆς τοῦ Κάϊζερ, ὁ ὁποῖος εἰς λόγον του ἐκφωνηθέντα κάποτε ἔλεγεν ὅτι θεωρεῖ ἑαυτὸν ὡς ἀντιπρόσωπον τοῦ Θεοῦ καὶ ἀδιαφορεῖ πρὸς τὰς συγχρόνους του ἀντιλήψεις, ἀκολουθῶν δὲ τὴν πολιτικήν του ἦτο ὑπεύθυνος μόνον ἀπέναντι τοῦ Δημιουργοῦ, ἐπίσης δὲ ἀκολουθῶν ὁ Κωνσταντῖνος τὰς ὑπερκρατικὰς θεωρίας περιφήμου Γερμανοῦ καθηγητοῦ, δογματίζοντος ὅτι τὸ Κράτος καὶ ὁ λαὸς δὲν εἶναι παρὰ ἀντικείμενα μιᾶς θελήσεως ὑπερτέρας, ἀφ’ ἑαυτῆς ἀντλούσης τὴν ἐξουσίαν, τῆς θελήσεως τοῦ μονάρχου, ἐμπεποτισμένος, λέγω, ὁ Κωνσταντῖνος μὲ τὰς τοιαύτας ἀντιλήψεις ἀνήγαγε τὴν συνταγματικήν μας Μοναρχίαν εἰς θεοκρατικὸν καὶ ὑπερκατικὸν μοναρχισμόν, καὶ ἐπεδίωξε, στραγγαλίζων ἀμέσως πᾶσαν ἀντίθεσιν, νὰ ἐπικρατήσῃ γενικῶς καὶ νὰ κυριαρχήσῃ τῆς ἐθνικῆς καὶ κρατικῆς πολιτικῆς, θεωρῶν ὅτι τὰ πάντα ἔπρεπε νὰ εἶναι ὄργανα τοῦ μονάρχου καὶ ὅτι τὸ Κράτος δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ κάτι τι ἀνῆκον εἰς τὴν θέλησιν τοῦ μονάρχου. Καὶ τὰ ἀποτελέσματα τοῦ μοναρχισμοῦ τούτου ὑπῆρξαν ἀπαίσια. Ἡ ἐθνικὴ καταισχύνη τοῦ 1897 καὶ τοῦ 1908 ὑπῆρξεν ἡ ἀπότοκος καταισχύνη τὴν ὁποίαν ἐσφυρηλάτησεν ὁ ὕπουλος μοναρχισμὸς τοῦ Γεωργίου Αʹ. Ἡ προσφυγικὴ συμφορὰ καὶ τὰ δεινὰ ἐν γένει τὰ ὁποῖα ἐπεσώρευσεν ἡ διετία 1915–1916, καὶ ἡ ἐθνικὴ καταστροφὴ τελευταῖον εἶναι αἱ συμφοραὶ τὰς ὁποίας ἐπέφερεν εἰς τὸ Ἔθνος ἡ αὐταρχικὴ μοναρχία καὶ ἡ θεοκρατικὴ μοναρχία τοῦ Κωνσταντίνου. Ποῖοι λοιπὸν εἶναι οἱ ἔνοχοι; Εἶναι ὁ βασιλικὸς θεσμὸς καὶ τὰ πρόσωπα; Ἐγώ, κύριοι, φρονῶ ὅτι ὁ κύριος ἔνοχος εἶναι τὸ πολίτευμα καὶ κατὰ δεύτερον λόγον ἡ Δυναστεία. Οἱαδήποτε Δυναστεία καὶ ἂν ὑπῆρχε, καὶ ἰδανικωτέρα ἀκόμη Δυναστεία, δὲν ἦτο δυνατὸν παρὰ νὰ καταλήξῃ εἰς τὰ καταστρεπτικὰ αὐτὰ ἀποτελέσματα, δὲν ἦτο δυνατὸν παρὰ νὰ ἐκμεταλλευθῇ κακῶς τὴν κυριαρχίαν τὴν ὁποίαν παρέχει εἰς αὐτὴν τὸ Σύνταγμα. Οἱαδήποτε Δυναστεία καὶ ἂν ἦτο, δὲν ἦτο δυνατὸν παρὰ νὰ ἐπωφεληθῇ τῆς κυριαρχίας τὴν ὁποίαν παρέχει εἰς αὐτὴν τὸ Σύνταγμα καὶ νὰ χρησιμοποιήσῃ αὐτὴν κατὰ τρόπον τοιοῦτον ὥστε νὰ ἀπρακτήσῃ τελείως ἡ λαϊκὴ κυριαρχία, νὰ ὠθήσῃ τὸ Ἔθνος εἰς περιπετείας ἐπικινδύνους καὶ νὰ τὸ καταστρέψῃ τελικῶς. Αὐτὴ ἡ μεγαλουργία τοῦ Βενιζέλου ἐν μέσῳ βασιλικοῦ πολιτεύματος δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ μία ἁπλῆ παρένθεσις, ἥτις ἄλλως τε ὀφείλεται εἰς τὸ ὅτι ὁ Βενιζέλος δρῶν ἐνήργει ὡς ἀντιπρόσωπος τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας καὶ ὡς ἀντιμέτωπος τῆς αὐταρχικῆς πολιτικῆς τοῦ Στέμματος. Ἂν δὲ ἐπρόκειτο νὰ κατανείμωμεν τὴν δρᾶσιν τοῦ Βενιζέλου, νομίζω ὅτι δυνάμεθα νὰ τὴν κατανείμωμεν εἰς δύο, εἰς μίαν ἀρνητικήν, ὅτι ἦλθεν ἀντιμέτωπος τῆς αὐταρχικῆς πολιτικῆς τοῦ στέμματος, καὶ εἰς μίαν θετικήν, ὅτε ἐπεξέτεινε τὴν Ἑλλάδα καὶ ἀπελύτρωσε τοὺς δούλους ἀδελφούς. Κατόπιν τούτου, κατόπιν τῆς ἱστορικῆς χρεοκοπίας τοῦ βασιλικοῦ θεσμοῦ, νομίζω ὅτι ἡ κατάργησίς του ἐπιβάλλεται, καὶ ἐπιβάλλεται ἡ ἐγκαθίδρυσις τῆς Δημοκρατίας, ἡ ὁποία βασίζουσα πᾶσαν τὴν ἐξουσίαν ἐπὶ τοῦ Λαοῦ ἀποτελεῖ τὸ κατ’ ἐξοχὴν πολίτευμα τὸ ὁποῖον δύναται νὰ προαγάγῃ ἐθνικῶς καὶ κρατικῶς ἕνα Ἔθνος. Ἀλλὰ πῶς θὰ ἐγκαθιδρύσωμεν τὴν Δημοκρατίαν; διὰ δημοψηφίσματος ἢ ἐντὸς τῆς Συνελεύσεως; Ἐγὼ φρονῶ ὅτι πρέπει νὰ ἐγκαθιδρύσωμεν τὴν Δημοκρατίαν διὰ δημοψηφίσματος. Πρῶτον ἐλέχθη, ὅτι ἡ Συνέλευσις ἔχει ἀπεριόριστα δικαιώματα. Δὲν φρονῶ ὅτι ἔχει τοιαῦτα, διότι ἡμεῖς οἱ ἴδιοι ἐθέσαμεν ἕνα αὐτοπεριορισμόν. Προεκλογικῶς ὅλαι αἱ ἀποχρώσεις ἔθεσαν εἰς τὸ πρόγραμμά των ὅτι τὸ πολιτειακὸν ζήτημα θὰ ἐλύετο διὰ δημοψηφίσματος, τὸ αὐτὸ δὲ ἔπραξαν καὶ οἱ τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως». Ἑπομένως ὑπάρχει δι’ ἡμᾶς εἷς αὐτοπεριορισμός. Ἐκ τῶν προτέρων ἠδυνάμεθα νὰ εἴπωμεν εἰς τὸν Λαὸν ὅτι θὰ συζητήσωμεν ἐντὸς τῆς Συνελεύσεως καὶ ἂν δὲν λύσωμεν τὸ ζήτημα ἐντὸς τῆς Συνελεύσεως τότε θὰ τὸ λύσωμεν ἐκτός. Οὐδεὶς τὸ εἶπε πρὸ τῶν ἐκλογῶν. Δεύτερον ὑπάρχει ἕνας ἄλλος αὐτοπεριορισμός. Εἶναι γεγονὸς ὅτι πρὸ τῶν ἐκλογῶν ἐγένοντο συλλαλητήρια ὑπὲρ τῆς Δημοκρατίας, ἀλλ’ ἐγένοντο ὅμοια τοιαῦτα καὶ ὑπὲρ τῆς ἐπανόδου τοῦ κ. Βενιζέλου. Ἐκτὸς τῶν συλλαλητηρίων ἐγένοντο καὶ ἐκκλήσεις ἐκ μέρους τοῦ Στρατοῦ καὶ τοῦ Στόλου περὶ ἐπανόδου τοῦ κ. Βενιζέλου ὡς ρυθμιστοῦ τῆς καταστάσεως ὡς καὶ ἐκ μέρους τῶν πληρεξουσίων. Καὶ ἐὰν ὁ κ. Βενιζέλος ἤρχετο ἐνταῦθα ἀντιμέτωπος τῆς ροπῆς τοῦ Λαοῦ τῆς δημοκρατικῆς, θὰ ἦτο δικαιολογημένος· ἀλλ’ ἀφ’ ἧς στιγμῆς ὁ κ. Βενιζέλος ἦλθεν ἐνταῦθα κατακρίνων τὸν βασιλικὸν θεσμὸν καὶ ἐδήλωσεν ὅτι θὰ ψηφίσῃ ὑπὲρ τῆς Δημοκρατίας καὶ διέγραψεν ἕνα πρόγραμμα, νομίζω ὅτι ἔχομεν ἀπόλυτον ὑποχρέωσιν νὰ ὑποστηρίξωμεν τὸ πρόγραμμα τοῦτο, ἐὰν θέλωμεν νὰ εἴμεθα συνεπεῖς πρὸς τὴν ἐντολὴν τοῦ Στρατοῦ καὶ τοῦ Στόλου καὶ πρὸς τοὺς ἰδίους, οἱ ὁποῖοι ἐκαλέσαμεν διὰ τῆς ὑπογραφῆς μας ἐν τηλεγραφήματι νὰ ἔλθῃ ἐνταῦθα ὡς ρυθμιστής. Τρίτον, κύριοι, ἡ Συνέλευσις ἐλέχθη ὅτι δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει παρὰ εἰς ἁπλοῦς διεκπεραιωτής. Νομίζω ὅτι ἡ Συνέλευσις δὲν εἶναι διεκπεραιωτής. Ἡ Συνέλευσις θέτουσα τὸ ζήτημα ἐνώπιον τοῦ Λαοῦ ἀσκεῖ μέγιστον δικαίωμα, διότι ἐν ᾗ περιπτώσει ἦτο ἁπλῆ Βουλὴ δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ θέσῃ τοιοῦτον ζήτημα καὶ αὐτὴ ἡ θέσις τοῦ ζητήματος δὲν κλονίζει τὴν βάσιν τοῦ δημοκρατικοῦ πολιτεύματος. Ὥστε ἡ Συνέλευσις ἐκδηλοῦσα πίστιν δημοκρατικὴν νομίζω ὅτι ἀσκεῖ πλήρως τὸ δικαίωμα τὸ ὁποῖον ἐδόθη ἀπὸ τὸν Λαόν. Αὐτοὶ εἶναι οἱ θεωρητικοὶ λόγοι οἱ ὁποῖοι μὲ πείθουσιν ὅτι πρέπει νὰ λυθῇ διὰ δημοψηφίσματος τὸ πολιτειακὸν ζήτημα. Ὑπάρχουσι καὶ πρακτικοὶ λόγοι, δι’ οὓς ζητοῦμεν δημοψήφισμα. Καθ’ ἣν στιγμὴν ἐδέχθησαν οἱ ἀντίπαλοι νὰ κατέλθωσιν εἰς τὸν ἀγῶνα, δὲν θὰ μᾶς κατηγορήσωσιν ὅτι, ἀφοῦ προκληθέντες εἰς τὸν ἀγῶνα δέχονται ἡμεῖς δὲ ἀρνούμεθα, φυγομαχοῦμεν; Ἀλλ’ οἱ Ἐπαναστατικοὶ καὶ οἱ τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως» φυγομαχοῦσι καὶ ὄχι ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι κατηγορούμεθα ὅτι δὲν εἴμεθα ἐμπνευσμένοι ἀπὸ δημοκρατικὰς ἰδέας, οἱ ὁποῖοι θέλομεν νὰ λάβωμεν τὴν ῥάβδον τὴν δημοκρατικὴν καὶ νὰ κηρύξωμεν, ὡς ἀπόστολοι τὴν δημοκρατικὴν ἰδέαν. Ἡ νίκη τῆς Δημοκρατίας θὰ ἦτο τόσον λαμπρὰ ἐν ᾗ περιπτώσει τὴν ἐγκαθιδρύομεν ἀπ’ ἐδῶ καὶ ὄχι διὰ δημοψηφίσματος; Νομίζω ὅτι καὶ ἡ ἠθικὴ δύναμις, ἡ ὁποία θὰ ἐνεπνέετο εἰς ἡμᾶς ἐκ τοῦ ἀποτελέσματος τῶν καλπῶν, θὰ ἦτο ἀνωτέρα, ἀλλὰ καὶ τὸ κῦρος θὰ ἦτο ἀνώτερον καὶ μεγαλύτερον. Ἔπειτα τὸ νὰ ἀποφύγωμεν τὸ δημοψήφισμα ἀποδεικνύει ὅτι δὲν ἔχομεν πεποίθησιν εἰς τὴν ἐξαιρετικὴν φιλοπατρίαν καὶ εἰς τὴν νοημοσύνην τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ. Εἶναι δυνατὸν ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς ν’ ἀρνηθῇ νὰ ψηφίσῃ τὸ δημοκρατικὸν πολίτευμα; Εἶναι δυνατὸν ποτὲ ν’ ἀρνηθῇ ὁ Ἑλληνικὸς Λαός, ὁ ὁποῖος εἶχε πρῶτος τὴν τιμὴν τῆς ἐγκαθιδρύσεως τῆς Δημοκρατίας καὶ δι’ αὐτῆς ἐξήχθη εἰς τὸν πολιτισμὸν καὶ παρέμεινεν εἰς τὴν Ἱστορίαν ὡς χρυσοῦς αἰὼν τοῦ Περικλέους; Δι’ αὐτὸ δὲν ἐπιτρέπεται οὐδεμία ἀμφιβολία. Ἐπὶ πᾶσι ἔχομεν τὸ μέγα κῦρος τοῦ Βενιζέλου διὰ τῆς πίστεως τῆς ἐκφρασθείσης ἐνταῦθα. Εἴμεθα βέβαιοι ὅτι τοῦτο θὰ βαρύνῃ εἰς τὴν πλάστιγγα περὶ τῆς ἐπιτυχίας τοῦ δημοψηφίσματος. Πρέπει νὰ κατέλθωμεν εἰς τὸν ἀγῶνα καὶ ἡ Δημοκρατία ἐκ τοῦ ἀγῶνος τούτου θὰ ἐπέλθῃ τροπαιοῦχος. Καὶ ὅταν ἐπέλθῃ τοιοῦτον πολίτευμα κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, θὰ ἐργασθῶμεν ἀκούραστοι καὶ θὰ περισυλλέξωμεν τὰ ράκη καὶ θὰ ἐργασθῶμεν διὰ νὰ ἀναστήσωμεν τὴν Μεγάλην Ἑλλάδα. Καὶ ἡμεῖς οἱ ὁποῖοι ἔχομεν τὴν δόξαν ὅτι ποτὲ ἀνεστήσαμεν τὴν Μεγάλην Ἑλλάδα θὰ ἔχωμεν ἀκόμη τὴν δόξαν ὅτι ἔχομεν σφυρηλατήσει τὸν διακοπέντα δεσμὸν μεταξὺ τῆς αἰωνίας Ἑλλάδος καὶ τῆς Δημοκρατίας.
§171Θ. ΣΟΦΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Κάθε ἡμέραν εἰς τὸ τέλος τῆς συζητήσεως εὑρίσκονται πολὺ περισσότεροι ἐγγεγραμμένοι παρὰ εἰς τὴν ἀρχήν. Ἑπομένως ἡ συζήτησις κινδυνεύει νὰ χρονίσῃ.
§172Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Διὰ τὴν πλευρὰν ἡ ὁποία ἐνδιαφέρεται νὰ τελειώσῃ τὸ ἀποτέλεσμα θὰ εἶναι τὸ ἴδιον.
§173ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ὁρισθῆ ὅτι τὴν Δευτέραν θὰ ὁμιλήσῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ θ’ ἀπαντήσῃ ὁ Ἀρχηγὸς τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως» καὶ οἱ πληρεξούσιοι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι θὰ δικαιολογήσουν τὴν ψῆφόν των.
§174Β. ΚΑΡΑΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ. Ἔχομεν δικαίωμα καὶ ἡμεῖς τὴν Δευτέραν.
§175ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βεβαίως, ἀλλὰ θὰ παραιτηθῆτε τοῦ δικαιώματος αὐτοῦ. Ὁ κ. Καλκανδῆς ἔχει τὸν λόγον.
§176Δ. ΚΑΛΚΑΝΔΗΣ. Μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου μου στρατηγοῦ κ. Βαρδουλάκη εὐγνωμονῶ τὴν ἐπαρχίαν μου, ἡ ὁποία μᾶς ἀπέστειλεν ἐνταῦθα ὅπως δικαιολογήσωμεν τὴν ψῆφόν μας, ἀφοῦ προηγουμένως ζητήσωμεν τὴν εὐμένειαν τῆς σεβαστῆς Συνελεύσεως. Περιερχόμενοι τὴν Ἐπίδαυρον Λιμηρὰν ἐξηγγείλαμεν εἰς τὸν λαὸν πρὸ τοῦ 1909 εἰς ποίαν ἀθλίαν κατάστασιν εὑρίσκετο ἡ Ἑλλάς. Ἦλθε μετὰ ταῦτα ἡ Ἐπανάστασις τοῦ Γουδῆ καὶ τῷ 1910 ἦλθεν ὁ ἐκ Κρήτης μέγας πολιτικὸς ἀρχηγός, ὁπότε ὅλοι ἐξεφωνήσαμεν μιᾷ φωνῇ «ζήτω ὁ μέγας τῆς φυλῆς ἀρχηγός». Δὲν ἠλπίζομεν οὔτε Δημοκρατίαν οὔτε Βασιλείαν. Τὸ λέγω τοῦτο ἵνα δικαιολογήσω ὅτι ζήτημα πολιτειακὸν δὲν εἶχε τεθῇ εἰς τὸν Ἑλληνικὸν Λαόν. Ἀλλ’ ἀπὸ τοῦ 1914 καὶ ἐντεῦθεν δύο κόμματα ἦσαν, τὸ βασιλικὸν καὶ τὸ βενιζελικόν. Δὲν ὑπῆρχεν ὅμως ἡ δυσφορία ἐκείνη ἡ ὁποία ἔπρεπε νὰ ὑπερισχύσῃ πρὸ τοῦ 1915, διὰ νὰ κανονίσῃ ὁ Λαὸς τὰ φρονήματά του καὶ νὰ λέγῃ ὅτι εἶναι δημοκρατικὸς ἢ ὅτι εἶναι βασιλικός. Ἔχω σχηματίσει, κύριοι — διότι παρακολουθῶ πάντοτε τὸ δημόσιον φρόνημα, — τὴν ἰδέαν ὅτι πάντες οἱ Ἕλληνες ἀπὸ φύσεως εἴμεθα δημοκρατικοί. Ἐδιδάχθημεν ὅμως ἐπὶ ἕνα ὁλόκληρον αἰῶνα καὶ διὰ τῆς ἐκκλησίας καὶ διὰ τῶν σχολείων νὰ εἴμεθα ὑπὲρ τῆς Βασιλείας καὶ ν’ ἀγαπῶμεν τὸν Βασιλέα. Τέλος ἡ προσωπολατρεία τῶν Κωνσταντινικῶν μᾶς ἔφερε τὰ κακὰ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα μᾶς ἔφερε, διότι ὁ Γεώργιος μέχρι τοῦ 1912 ἵστατο ὁπωσδήποτε τηρῶν τὰ προσχήματα, ἀλλὰ μετὰ ταῦτα ἦλθεν ὁ Κωνσταντῖνος καὶ τὰ ἔκαμε θάλασσα, ὥστε τῷ 1916 μᾶς ἔφερε τὸν πόλεμον τῶν συμμάχων πρὸ τῆς Ἀκροπόλεως καὶ ἐδυσχέραινε τὴν κατάστασιν τῆς Ἑλλάδος. Μετὰ ταῦτα ἦλθε τὸ κίνημα τῆς Θεσσαλονίκης, τὸ ἅγιον αὐτὸ κίνημα τοῦ 1916. Τῷ 1917 ἐπιστρέφει ὁ Βενιζέλος, τῷ 1919 ἔγινεν ἡ συνθήκη, ἡ ὁποία ὠφέλησε τόσον πολὺ τὴν Ἑλλάδα. Ἀλλ’ ὁ μὲν Βενιζέλος ἔξω ἐμάχετο ὑπὲρ τῶν ἰδεωδῶν τῆς Φυλῆς ἡμῶν, οἱ δὲ φίλοι του, οἱ δῆθεν φίλοι του, ἐλιποτάκτουν, διότι οἱ γνήσιοι ἐπετέλουν τὸ καθῆκόν των, χωρὶς νὰ ζητήσουν οὔτε νὰ πλησιάσουν τὰς Ἀρχὰς τὰς δημοσίας οὔτε νὰ ζητήσουν τὴν α ἢ τὴν β πρᾶξιν. Ἀλλ’ οἱ πλεῖστοι τούτων δὲν ἔκαμον τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ καταστρέφουν τὴν ἰδέαν. Καὶ ὁ Λαὸς τῷ 1920 μᾶς ἔδωκε τὸ μάθημα ἐκεῖνο ποὺ μᾶς ἔδωκεν. Ὁ Λαὸς δὲν ἔπταισεν· ἔπταισαν οἱ ψευδοφιλελεύθεροι καὶ ὄχι οἱ γνήσιοι, καὶ κατέστρεψαν τὸ Κράτος καὶ κατέστρεψαν ὄχι μόνον τὰ πρόσωπα, ἀλλὰ κατέστρεψαν τὴν Φυλὴν ὁλόκληρον, καὶ ἰδοὺ σήμερον θρηνοῦμεν τὴν Ἑλλάδα εἰς τοιοῦτον σημεῖον ποὺ ἔφθασε. Διότι, κύριοι πληρεξούσιοι ἐφθάσαμεν εἰς τὸ σημεῖον αὐτό, ὥστε νὰ ἐπέλθῃ ἡ καταστροφή, ἡ ὁποία γνωρίζομεν ὅλοι ὅτι μᾶς ἐκόστισεν 97.853 θύματα, τραυματίας καὶ φονευθέντας, 1.300.000 πρόσφυγας, τοὺς ὁποίους βλέπομεν πεινῶντας καὶ πάσχοντας. Εἰς τὴν περίοδον μας δὲν ἐθέσαμεν ζήτημα βασιλικόν, διότι οἱ ἀντίπαλοί μας μᾶς διέβαλλον. Μετὰ τὴν Ἐπανάστασιν ἐταράχθη ὁ κόσμος, εἴδομεν δὲ ὅτι εἴχομεν τὸ ρεῦμα εἰς τέσσαρες δήμους καὶ εἰς ἕνα δῆμον δὲν τὸ εἴχομεν καὶ ἐφοβήθημεν ὅτι μὲ τὴν ταραχὴν αὐτὴν ἑπόμενον ἦτο νὰ χάσωμεν τὴν ἐκλογὴν καὶ εἴπομεν ὅτι τοιοῦτον ζήτημα δὲν τίθεται εἰς τὸν λαόν. Ἀλλ’ ἔχομεν καὶ τὴν ἐντολὴν τοῦ Βενιζέλου, ἡ ὁποία λέγει ὅτι τὸ πολίτευμα θὰ κριθῇ διὰ δημοψηφίσματος. Ἐνταῦθα, κύριοι, ἠκούσθησαν πολλαὶ θεωρίαι ἀλλὰ κατὰ τὴν ἀσθενῆ μου γνώμην νομίζω ὅτι τὸ βῆμα δὲν εἶναι Ἀκαδημία. Ἔτσι δὲν ἠμποροῦμεν ν’ ἀκολουθήσωμεν τὰς θεωρίας, ἀλλὰ θ’ ἀκολουθήσωμεν τὴν ὁδὸν τὴν δεικνυομένην διὰ νὰ φθάσωμεν εἰς ἀποτελέσματα. Τοῦτο μᾶς κατέστησε πολὺ διστακτικοὺς τόσον καὶ μεταξύ μας ὥστε νὰ αὐτοκατηγορηθῶμεν, τόσον εἰς τὸν Τύπον ὅσον καὶ εἰς τὸ κοινόν. Πρὸ δύο ὡρῶν ἐπληροφορήθην βασίμως ὅτι εἰς τὰς Ἀθήνας εἶναι προπαγάνδα ξένη μὲ ξένον χρυσίον καὶ δὲν ἔχει σκοπὸν παρὰ νὰ διαφθείρῃ συνειδήσεις καὶ ἐπιφέρῃ καταστροφάς. Τόσας ἡμέρας ὁμιλοῦμεν περὶ Δημοκρατίας. Ἐγὼ τὴν βλέπω τὴν Δημοκρατίαν ὅλοι εἴμεθα δημοκρατικοί. Ὁ Στρατὸς καὶ ὁ Στόλος ἀνεκήρυξε τὴν Δημοκρατίαν κατὰ πρᾶξιν. Ἐγὼ εἶχα τὴν τιμὴν νὰ τύχω ἀκροάσεως ἀπὸ τὸν μεγάλον Ἀρχηγόν μας, ἀναλογία δὲ κατ’ αὐτὸν εἶναι ὄχι 1‰ ἀλλὰ 1 πρὸς 2000. Καὶ μοῦ εἶπεν ὅτι καὶ ἐγὼ εἶμαι κατὰ τὴν ψυχήν, τὸν χαρακτῆρα καὶ τὴν συνείδησιν δημοκρατικός, ἀλλὰ τὴν Δημοκρατίαν δὲν τὴν θέλω στὰ χαρτιά. Θέλω νὰ τὴν χωνεύσῃ ὁ λαὸς καὶ νὰ πᾶμε ντρέτα, διότι πᾶσα Κυβέρνησις δὲν ἠμπορεῖ νὰ εἶναι αἰωνία· θὰ φθαρῇ καὶ ἅμα ἡμεῖς φθαρῶμεν μετὰ 1, μετὰ 2 ἔτη τί θὰ γίνῃ; Θὰ ἔλθωσιν οἱ ἄλλοι, θὰ κανονίσωσι τὰς ὑποθέσεις των, θὰ πάρουν τὸν Στρατὸν μαζί των καὶ ἕνα πρωΐ, καλὸ πρωΐ ἰδοὺ ὁ πρίγκηψ Νικόλαος ἐνταῦθα. Πρέπει λοιπὸν διὰ νὰ φθάσωμεν εἰς τὸν λιμένα τῆς ἀσφαλείας νὰ φθάσωμεν διὰ δημοψηφίσματος. Συμπεραίνων, κύριοι, δηλῶ ὅτι εἶμαι ὑπὲρ τοῦ δημοψηφίσματος τόσον τοῦ δυναστικοῦ ὅσον καὶ τοῦ πολιτειακοῦ. Ἀλλ’ τῆς συζητήσεως ἀπό τινος ἐκλονίσθην καὶ ἐνόμιζον ὅτι καλύτερα θὰ ἦτο νὰ λυθῶσι τὰ πράγματα ἐδῶ, ἀλλὰ μετὰ μελέτην τῶν συζητήσεων βλέπω ὅτι τὸ δημοψήφισμα δὲν ἠμποροῦμεν νὰ τὸ ἀποφύγωμεν. Πάντως πρέπει νὰ φθάσωμεν ἀλλὰ μὲ τὴν ἑξῆς πρότασιν ψηφίσματος. (Ἀναγινώσκει ταύτην). Δηλῶ—διότι μοῦ ἀρέσει νὰ εἶμαι τακτικὸς καὶ ἔμπεδος— ὅτι θὰ ὑπερψηφίσω τοῦ κυβερνητικοῦ συστήματος. Δὲν θὰ ψηφίσω ὑπὲρ τῶν κυρίων τῆς ἀριστερᾶς, εἰς τοὺς ὁποίους διακρίνω ζωὴν καὶ οἱ ὁποῖοι πράγματι εἶναι σημαιοφόροι τῆς δημοκρατικῆς ἰδέας, ἀλλὰ σπεύδουν καὶ ἡ σπουδὴ δὲν ὠφελεῖ, ἀλλὰ βλάπτει καὶ διότι ἡ σπουδὴ δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ ἐπιπολαιότης. (Χειροκροτήματα).
§177ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Παυλίδης.
§178Ε. ΠΑΥΛΙΔΗΣ. Συνεχίζων τὴν χθεσινὴν ἀγόρευσίν μου, τὴν ὁποίαν ἠναγκάσθην νὰ διακόψω ἵνα μὴ καταπονήσω τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν...
§179Θ. ΣΟΦΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Καὶ πάλιν τὸ ἐπαναλαμβάνετε. Χθὲς ἠσθανόμην τὸν ἑαυτόν μου καταπεπονημένον.
§180Ε. ΠΑΥΛΙΔΗΣ. Μὴ ἐκνευρίζεσθε, σᾶς παρακαλῶ. Δὲν εἶπόν τι τὸ ὁποῖον σᾶς προσβάλλει. Θὰ φροντίσω νὰ τερματίσω ἐντὸς ἐλαχίστου χρόνου, διὰ νὰ εἴπω ὀλίγα τινά, τὰ ὁποῖα δὲν πιστεύω νὰ καταπονήσουν κανένα... Ἔλεγον χθὲς ὅτι ὁ ἀξιότιμος Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων, ὅταν μετὰ τὴν συνθήκην τῶν Σεβρῶν ἐπέστρεψεν εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἐλησμόνησεν ὅσα εἶχε δηλώσει περὶ τῆς ἐσωτερικῆς καταστάσεως, ἠσπάσθη καὶ ἐπεκύρωσεν ὅλην τὴν ἐσωτερικὴν πολιτικὴν τῶν συνεργατῶν του. Ἀπὸ ἐκείνης τῆς στιγμῆς, κατὰ τὴν ἀντίληψίν μου, ἐρράγησεν ἡ ἐθνικὴ ἑνότης εἰς τὴν λαϊκὴν ψυχήν, ἀκριβῶς δὲ τὸ σημεῖον τοῦτο εἶναι ἐκεῖνο εἰς τὸ ὁποῖον ἐρράγησε καὶ ἡ ἀντοχὴ τῆς ψυχῆς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ διέκοψα. Ἀνέτρεξα εἰς τὸ παρελθὸν διὰ νὰ φέρω ἕνα παραλληλισμὸν ἕνεκα τοῦ προγράμματος τῆς συμφιλιώσεως καὶ διότι ἐφρόνουν ὅτι ὑπάρχει πλάνη καὶ ὅτι τὸ πρόγραμμα τοῦτο στηρίζεται ἐπὶ δεδομένων οὐχὶ τῆς πραγματικότητος. Τοῦτο δὲ διότι φρονοῦμεν ὅτι ἠμποροῦν νὰ συμβοῦν λάθη, τὰ δὲ λάθη τῶν μεγάλων εἶναι ἀνάλογα πρὸς τὰ μεγαλουργήματα αὐτῶν, ἀλλὰ δυστυχῶς ἀντίστροφα ἀποτελέσματα φέρνουν εἰς βάρος τοῦ Ἔθνους. Ἔθιξα τὸ ζήτημα τῆς συμφιλιώσεως ἕνεκα τοῦ δυναστικοῦ ζητήματος καὶ εἶπον χθὲς τὰ κακὰ τὰ ὁποῖα ἐπεσώρευσεν εἰς τὴν ἐλευθέραν Ἑλλάδα ἡ Δυναστεία. Δὲν θὰ ἀνατρέξω εἰς τοὺς τύπους καὶ εἰς τὰ ὑποσχεθέντα εἰς τὸν προσφυγικὸν κόσμον, ὅπως ἔπραξαν ἄλλοι συνάδελφοι πρόσφυγες πληρεξούσιοι· θὰ εἴπω ὀλίγα τινὰ διὰ τὴν ψυχολογίαν ἀκριβῶς τοῦ προσφυγικοῦ κόσμου. Ὁ Ἑλληνισμὸς τῆς ὑποδούλου Ἑλλάδος παρακολουθῶν τὴν πολιτειακὴν ἐξέλιξιν τῆς ἐλευθέρας Ἑλλάδος ἀπὸ πολλοῦ κατεδίκασεν εἰς τὴν συνείδησίν του τὴν Δυναστείαν. Ἀπὸ τοῦ 1915, ὁπότε ὁ Βασιλεὺς Κωνσταντῖνος ἀπέρριψε τὰ μεγαλοφυῆ σχέδια τῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ ἀλυτρώτου Ἑλληνισμοῦ, διέλυσε τὴν Βουλὴν καὶ κατεπάτησε τὸ Σύνταγμα, ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἡ Δυναστεία ἦτο καταδεδικασμένη εἰς τὸν Ἑλληνισμὸν τῆς ὑποδούλου Χώρας, ἀπὸ τὸν ὁποῖον ἀκεραίως προέρχεται ὁ προσφυγικὸς κόσμος. Τὰ αἰτιολογικὰ τῆς τοιαύτης καταδίκης θὰ εὕρῃ κανεὶς ἀφθόνως εἰς τὸν πρόσφατον Εὐρωπαϊκὸν πόλεμον καὶ εἰς τὴν Μικρασιατικὴν καταστροφήν. Ἀλλὰ καὶ αὐτοὶ οἱ Τοῦρκοι διέγνωσαν τὴν ἐνοχὴν τῆς Ἑλληνικῆς Δυναστείας. Ὅσοι εὑρίσκοντο εἰς τὴν Τουρκίαν κατὰ τὴν ἀποφράδα ἡμέραν τῆς 1ης Νοεμβρίου θὰ ἐνθυμῶνται πῶς ἐπανηγύριζον οἱ Τοῦρκοι συγχρόνως μετὰ τοῦ ἀντιβενιζελικοῦ κόσμου τῆς Παλαιᾶς Ἑλλάδος, θὰ ἐνθυμῶνται πῶς αἱ τουρκικαὶ ἐφημερίδες ἐδημοσίευον τὰς φωτογραφίας τοῦ Κωνσταντίνου καὶ τοῦ Γούναρη, ἔγραφον τὰ καλύτερα σχόλια καὶ ἔπλεκον τὰ λαμπρότερα ἐγκώμια. Μετὰ τὴν Μικρασιατικὴν καταστροφὴν συνεκροτήθησαν πάνδημα συλλαλητήρια εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν καὶ εἰς τὰ ἄλλα κέντρα τῆς Τουρκίας, κατὰ τὰ ὁποῖα οἱ τουρκικοὶ πληθυσμοὶ ἐζητωκραύγαζον ὑπὲρ τοῦ Κεμὰλ καὶ ὑπὲρ τοῦ Κωνσταντίνου. Ὁ Ἑλληνισμὸς τῆς ὑποδούλου Χώρας ἀνεξαρτήτως τῆς τεραστίας καταστροφῆς, ὅταν ἔβλεπεν ὅτι καὶ αὐτὸς ὁ προαιώνιος ἐχθρὸς ἀπέδιδεν ἐνοχὴν εἰς ἐκεῖνον ἀπὸ τὸν ὁποῖον περιέμενε τὴν σωτηρίαν καὶ ἀπὸ τὸν ὁποῖον ἤλπιζε τὴν ἐθνικήν του ἑνότητα, ᾐσθάνθη τρωθεῖσαν τόσον βαθιὰ τὴν ἐθνικὴν φιλοτιμίαν, ὥστε, ἂν ἡ Κυβέρνησις ἐμμείνῃ εἰς τὸ νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὸν Ἑλληνικὸν κόσμον ὅστις προέρχεται ἀπὸ τὴν ὑπόδουλον Χώραν ζήτημα Δυναστείας, τοῦτο ἀποτελεῖ τὴν βαρυτάτην ὕβριν κατὰ τῆς ἐθνικῆς φιλοτιμίας. Ἐρωτῶ τὴν Κυβέρνησιν, ἀπουσιάζοντος τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἂν ἔχει ἀκράδαντον πεποίθησιν εἰς τὸ αἰτιολογικὸν τοῦ ψηφίσματος, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν εἰς τὴν Συνέλευσιν. Νομίζω ὅτι ἡ ἀπάντησις θὰ εἶναι καταφατική.
§181Θ. ΣΟΦΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Νομίζετε ὅτι ἀστειεύεται ἡ Κυβέρνησις;
§182ΕΛ. ΠΑΥΛΙΔΗΣ. Δὲν πιστεύω εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν νὰ ὑπάρχῃ πληρεξούσιος ὁ ὁποῖος νὰ ἀμφιβάλλῃ διὰ τὴν αἰτιολογίαν τοῦ ψηφίσματος αὐτοῦ. Καὶ ἐρωτῶ: Ἐπιτρέπεται εἰς ἡμᾶς, ἀφοῦ τόσον πανηγυρικῶς καὶ ἐπισημότατα ἀναγνωρίζομεν τὴν εὐθύνην, καὶ μάλιστα τοιαύτην, εἰς τὴν Δυναστείαν ὥστε νὰ γράφωμεν ὅτι αὕτη ἀπέβη πηγὴ ἀνυπολογίστων καὶ ἀνεπανορθώτων ἐθνικῶν συμφορῶν, ἐπιτρέπεται, λέγω, κατόπιν τοιαύτης διατυπώσεως νὰ φοβώμεθα ἡμεῖς νὰ ἐκφέρωμεν μίαν καὶ μόνην λέξιν, ὅτι καταδικάζομεν αὐτὴν τὴν Δυναστείαν; Καὶ δὲν εἶναι τοῦτο καταισχύνη διὰ τὴν Ἱστορίαν τοὐλάχιστον τῆς Ἑλλάδος; Ἀλλὰ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐπανειλημμένως εἶχε δηλώσει ὅτι πέρα τούτου οὐδεμίαν ἄλλην εὐθύνην ἀναλαμβάνει καὶ βεβαίως ἐννοεῖ πέρα τῆς ὑποβολῆς τοῦ ψηφίσματος τούτου. Καὶ ἤθελον ἐρωτήσει τὴν Κυβέρνησιν, τί ἐννοεῖ πέρα τούτου, καὶ ποίαν τάχα εὐθύνην ἀναλαμβάνει διὰ τῆς διεκπεραιώσεως ἑνὸς ἢ δύο ἐρωτημάτων πρὸς τὸν Λαόν. Ἢ αἰσθάνεται κάποιαν εὐθύνην, τὴν εὐθύνην τὴν πραγματικήν, ἡ ὁποία δὲν διαφεύγει τὴν προσοχήν της; Καὶ ἡ εὐθύνη ἀκριβῶς εἶναι ἐκείνη, τὴν ὁποίαν αἰσθανόμεθα οἱ περισσότεροι ἴσως ἀπὸ ἡμᾶς, ἂν ὄχι ὅλοι. Ἐν ᾗ περιπτώσει ἔστω καὶ κατ’ ἐλαχίστην πλειοψηφίαν ὁ λαὸς ἀποφανθῇ ὑπὲρ τῆς Δυναστείας καὶ ἐνῷ ὅλοι ἐδῶ ἀνεξαιρέτως ὁμολογοῦμεν ὅτι δὲν θὰ ἐπέλθῃ ἡ γαλήνη εἰς τὸν Τόπον αὐτὸν καὶ θὰ ἐξακολουθήσῃ ὁ ἐμφύλιος σπαραγμός, διατηρουμένης τῆς Δυναστείας, νομίζει ἡ Κυβέρνησις ὅτι ἀπαλλάσσεται τῆς εὐθύνης διὰ τοιοῦτον ἐνδεχόμενον; Ἢ νομίζει ὅτι θὰ ἐπιρρίψῃ τὴν εὐθύνην εἰς τὸν λαὸν καὶ θὰ εἴπῃ: «Ἐγὼ ἠρώτησα τὸν λαόν.»; Ἀπατᾶται. Οἱ λαοὶ, κύριοι, δὲν φέρουν εὐθύνας· τὰς εὐθύνας φέρουν πάντοτε οἱ κυβερνῆται καὶ αὐτὸ θὰ εἴπῃ κυβερνᾶν, τὸ προνοεῖν, ἵνα προλαμβάνωνται τοιαῦται συμφοραὶ, τὰς ὁποίας σχεδὸν ὅλοι ἐδῶ ὁμοφώνως προβλέπομεν, ἀλλὰ δὲν θέλομεν νὰ τὰς προλάβωμεν. Μὴ γινώμεθα, κύριοι, καταγέλαστοι καὶ παρουσιάζωμεν θέαμα οἰκτρότερον καὶ αὐτῆς τῆς Γʹ Συνελεύσεως. Ἐκείνη τοὐλάχιστον εἶχεν ἕνα ἐξαγνισμόν, δὲν ἐφαντάζετο τὸ μέγεθος τῆς καταστροφῆς τῆς Μικρασιατικῆς. Ἀλλ’ ἡμεῖς οἱ ὁποῖοι εἴδομεν καὶ ἐζήσαμεν αὐτὴν τὴν καταστροφὴν καὶ εἰς ἐπίμετρον πιστοποιοῦμεν ποῖος εἶναι ὁ ἔνοχος δὲν τολμῶμεν νὰ ἐκφέρωμεν μίαν καὶ μόνην λέξιν, νὰ καταδικάσωμεν τὸν ἔνοχον τοῦτον. Ἐὰν πραγματικῶς πιστεύωμεν εἰς ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα διατυπώνομεν, ἐὰν πραγματικῶς πιστεύωμεν εἰς τὴν Δημοκρατίαν, οὐδεμία αἰτιολογία, οὐδὲν μᾶς δικαιολογεῖ ἀπέναντι τῆς Ἱστορίας καὶ τοῦ Ἔθνους. Ἐάν, κύριοι, θέλωμεν ν’ ἀποφύγωμεν τὸ ἀνάθεμα τῶν μελλουσῶν γενεῶν, ἐὰν θέλωμεν ν’ ἀποφύγωμεν τὸν στιγματισμὸν ἀπέναντι τῆς Ἑλληνικῆς Ἱστορίας, ὀφείλομεν τὸ ταχύτερον νὰ καταδικάσωμεν τὸν ἔνοχον τοῦτον, τὸν ὁποῖον τόσον ἐπισημότητα ἐπικυροῦμεν ὅτι εἶναι ἔνοχος τῆς καταστροφῆς καὶ νὰ ἐγκαθιδρύσωμεν τὸ σύγχρονον πολίτευμα, τὸ ὁποῖον πρῶτοι ἐφεῦρον καὶ ἐφήρμοσαν οἱ πρόγονοί μας. Ὑπάρχουν βεβαίως πολλοὶ κίνδυνοι, ἀλλ’ εἷς καὶ μόνος κίνδυνος διὰ τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ φροντίσωμεν καὶ ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ μέγιστος, εἶναι ὁ ἐσωτερικός, εἶναι ἡ Δυναστεία, ἡ Βασιλεία. Καὶ σύμφωνα μὲ τὰς παραδόσεις, σύμφωνα μὲ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα μᾶς συμβουλεύουν οἱ ἀρχαῖοι πρόγονοί μας, δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀποκρούσωμεν οἱονδήποτε ἐξωτερικὸν ἐχθρόν, ἐὰν δὲν τιμωρήσωμεν τοὺς ἐχθροὺς οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται ἐντὸς τῆς πόλεως. «Οὐ γὰρ ἔστιν, οὐκ ἔστι τῶν ἔξω τῆς πόλεως ἐχθρῶν κρατῆσαι, πρὶν ἂν τοὺς ἐν αὐτῇ τῇ πόλει κολάσητε ἐχθρούς». Ἐάν, κύριοι, πραγματικῶς ὑπάρχῃ πίστις, μὴ λησμονῆτε ὅτι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον οἱ αἰῶνες ἐμόχθησαν καὶ ἀπεπειράθησαν, ὁ ἐνθουσιασμὸς στηριζόμενος ἐπὶ τῆς πίστεως ἐκέρδισεν ἐν μιᾷ καὶ μόνῃ στιγμῇ. Τὸ ἑλληνικὸν πνεῦμα ἐμεγαλούργησε διὰ τῆς Δημοκρατίας. Ἐὰν δὲ αἱ ἑλληνικαὶ Μοναρχίαι καταπεσοῦσαι ἀφῆκαν γόους καὶ συντρίμματα, αἱ ἑλληνικαὶ Δημοκρατίαι καταπεσοῦσαι ἀφῆκαν Παρθενῶνας. (Χειροκροτήματα).
§183ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἐλευθεριάδης.
§184Δ. ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΔΗΣ. Ἐγώ, κύριοι πληρεξούσιοι, κατῆλθον εἰς τὸν ἐκλογικὸν ἀγῶνα ὑπὸ σημαίαν δημοκρατικήν, τὸ ἔκαμα δὲ αὐτὸ ἀφ’ ἑνὸς μὲν διότι ἤμην πεπεισμένος περὶ τῆς ἐνοχῆς τοῦ βασιλεύοντος οἴκου εἰς τὰς καταστροφὰς αἱ ὁποῖαι ἐπεσωρεύθησαν ἐπὶ τῆς Πατρίδος, ἀφ’ ἑτέρου δὲ διότι ἐφρόνουν καὶ φρονῶ ὅτι μόνον διὰ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ προγράμματος τὸ ὁποῖον ἀσπάζεται ἡ «Δημοκρατικὴ Ἕνωσις» θὰ δυνηθῶμεν νὰ ἐξυπηρετήσωμεν τὰ ἐθνικά, καὶ ἰδιαιτέρως τὰ συμφέροντα τῶν προσφύγων, τῶν ὁποίων εἶμαι καὶ ἐγὼ ἀντιπρόσωπος. Ἐξ ἰδιοσυγκρασίας καὶ πεποιθήσεως εἶμαι ἐχθρὸς τῆς πολιτικῆς τοῦ μὴ χείρονος, τὴν ὁποίαν ἀνέπτυξεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὁ κ. Μιχαλακόπουλος. Ἐγὼ φρονῶ ὅτι τὰ συμφέροντα τὰ ἐθνικὰ θὰ ἐξυπηρετηθοῦν τότε μόνον, ὅταν ἡ Κυβέρνησις τῆς Χώρας περιέλθῃ εἰς χεῖρας ἀνθρώπων οἱ ὁποῖοι ἔχουν ἐκ τῶν προτέρων καθωρισμένην ῥιζοσπαστικὴν καὶ ἀνακαινιστικὴν πολιτικήν, εἰς τὴν ὁποίαν νὰ πιστεύουν καὶ ὡς θρησκείαν. Τὸ χάσμα τὸ ὁποῖον ὑπάρχει μεταξὺ τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ ἐγὼ τὸ θεωρῶ ὅτι εἶναι ἡ φυσικὴ ἀντίθεσις ἡ ὁποία ὑπάρχει μεταξὺ ὅλων τῶν κομμάτων ὅλων τῶν Κρατῶν. Ἐὰν παρ’ ἡμῖν ἡ ἀντίθεσις αὕτη προσέλαβε κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη ὀξύτητα ἀσυνήθη, αὐτὸ τὸ ἀποδίδω εἰς τὴν ὕπαρξιν προσωπικῶν κομμάτων, καὶ ἰδίᾳ εἰς τὴν καλλιέργειαν δύο πίστεων, ἀφ’ ἑνὸς τοῦ Κωνσταντινισμοῦ καὶ ἀφ’ ἑτέρου τοῦ Βενιζελισμοῦ, τοὺς ὁποίους θεωρῶ ἀμφοτέρους ἐπικινδύνους. Φρονῶ ὅτι τὸ χάσμα αὐτὸ δὲν θὰ πληρωθῇ, οὔτε ἂν κηρύξωμεν Δημοκρατίαν μὲ τὴν μίαν ἢ τὴν ἄλλην μέθοδον, παρὰ μόνον ἐὰν σχηματισθοῦν κόμματα ἀρχῶν καὶ ψηφισθῇ ἡ ἀναλογικὴ ἀντιπροσωπεία. Ἡ ἐντολὴ τὴν ὁποίαν ἔλαβον παρὰ τῶν ἐκλογέων μου εἶναι νὰ ἐπιζητήσω τὴν λύσιν τοῦ δυναστικοῦ ζητήματος καὶ τοῦ πολιτειακοῦ ἐντὸς τῆς Συνελεύσεως. Τὴν ἐντολὴν ὅμως αὐτὴν δὲν τὴν θεωρῶ ὡς ἀπόλυτον καὶ δεσμευτικήν. Θὰ ἠδυνάμην ν’ ἀκολουθήσω ἐν τῇ Ἐθνοσυνελεύσει πολιτικὴν μᾶλλον ῥιζοσπαστικὴν ἢ μᾶλλον συντηρητικήν, ἐὰν ἐπειθόμην ὅτι τοιουτοτρόπως θὰ ἐξυπηρέτουν περισσότερον τὰ συμφέροντα τῆς Πατρίδος. Νομίζω δὲ ὅτι οὕτω πράττων θὰ διετέλουν πάντοτε ἐν ἁρμονίᾳ πρὸς τὸ αἴσθημα τῶν ἐκλογέων μου. Ἐκ τῶν μέχρι τοῦδε ὅμως ἐν τῇ Συνελεύσει γενομένων συζητήσεων δὲν ἐπείσθην ὅτι ἡ πολιτικὴ τὴν ὁποίαν ἀκολουθεῖ τὸ κόμμα εἰς τὸ ὁποῖον ἀνήκω εἶναι ἡ χειροτέρα· τοὐναντίον μάλιστα ἐνισχύθη ἡ πεποίθησίς μου ἐκ τῶν ἀποκαλύψεων αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ὅτι τὴν φυσικὴν ἐξέλιξιν τῶν πολιτικῶν πραγμάτων τὴν ἐσταμάτησαν ὡρισμέναι ἐνέργειαι καὶ ὡρισμέναι μὴ ἀκριβεῖς πληροφορίαι αἱ ὁποῖαι διεδιδάσθησαν ἐνταῦθα ἐκ Παρισίων. Ἐν πάσῃ περιπτώσει οἱ τρόποι, οἱ ὁποῖοι ὑπεδείχθησαν μέχρι τοῦδε διὰ τὴν ἐπίλυσιν τοῦ δυναστικοῦ καὶ πολιτειακοῦ ζητήματος, στηρίζονται ἀφ’ ἑνὸς μὲν εἰς τὴν παρουσίαν ἢ τὴν ἔλλειψιν κινδύνων ἐξωτερικῶν ἢ ἐσωτερικῶν ἀφ’ ἑτέρου δὲ εἰς τὰς πιθανότητας τῆς ἐπιτυχίας ἢ ἀποτυχίας τοῦ δημοψηφίσματος. Τοὺς ἐξωτερικοὺς κινδύνους προβάλλει κυρίως ἡ δεξιά. Ἐγὼ δὲν ἐφαντάσθην ποτὲ ὅτι ἡ Ἀγγλία, μὲ τὴν ἐργατικήν της Κυβέρνησιν, ἡ Γαλλία, ἡ Ἀμερικὴ καὶ τὰ ἄλλα δημοκρατούμενα Κράτη θὰ παρενέβαλλον δυσκολίας, ἐὰν ἡμεῖς ἀνεκηρύσσομεν τὴν Δημοκρατίαν. Κατάχρησις μεγάλη ἐγένετο τελευταίως εἰς τὸν Τύπον ὅσον ἀφορᾷ τὸ προσφυγικὸν δάνειον· ἐπεζητήθη μάλιστα νὰ ἐνασκηθῇ ἐφ’ ἡμῶν ἠθικὸς ἐκβιασμός, καὶ νὰ παρασταθῶμεν ὅτι, ἐὰν ἡμεῖς οἱ πρόσφυγες πληρεξούσιοι δὲν ψηφίσωμεν τὴν Κυβέρνησιν τοῦ κ. Καφαντάρη, ἠθέλομεν θεωρηθῆ ὡς ἐγκληματίαι ἀπέναντι τοῦ προσφυγικοῦ κόσμου. Θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ, ἂν καὶ εἶμαι πρωτόπειρος, νὰ μὴ δώσω προσοχὴν εἰς αὐτὴν τὴν ἀπειλήν. Πρῶτον διότι νομίζω ὅτι καὶ τὸ ἤδη ὑπὸ συνομολόγησιν δάνειον δὲν εἶναι καὶ τόσον συμφέρον καὶ δεύτερον, διότι νομίζω ὅτι καὶ δι’ ἐσωτερικοῦ δανείου δύνανται νὰ ἐξυπηρετηθοῦν οἱ πρόσφυγες. Ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ἐσωτερικοὺς κινδύνους, αὐτοὶ προεβλήθησαν κυρίως ἐκ μέρους τῆς ἀριστερᾶς. Ἐγὼ δὲν θὰ ὑποστηρίξω τὴν ἀνυπαρξίαν τῶν κινδύνων τούτων· θὰ περιορισθῶ μόνον εἰς τὸ νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Συνελεύσεως ἐπὶ τῶν πιθανοτήτων τῆς ἐπιτυχίας τῆς ἐκβάσεως τοῦ δημοψηφίσματος. Ἐκ τῶν δημοσιευομένων κατ’ αὐτὰς ἐπιστολῶν τοῦ κ. Βενιζέλου καὶ ἐκ τῶν κατ’ ἰδίαν συνεντεύξεων τὰς ὁποίας ἔσχον μετ’ αὐτοῦ πληρεξούσιοι τῶν προσφύγων συνάγεται ὅτι ὁ κ. τέως Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως στηρίζει τὴν αἰσιοδοξίαν του ἐπὶ τῆς ψήφου τῶν προσφύγων, συγχρόνως δὲ ἔχει δηλώσει ὅτι ἐν περιπτώσει ἀποτυχίας τοῦ δημοψηφίσματος, αὐτὸς θ’ ἀπεχώρει εἰς τὸ Ἐξωτερικόν. Ὅταν ὅμως, κύριοι, ἐκ μέρους τῆς ἀριστερᾶς πτέρυγος προβάλλεται ἐνδοιασμὸς τις ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐπιτυχῆ ἔκβασιν τοῦ δημοψηφίσματος μᾶς ἀντιτίθεται τὸ ἐρώτημα: Ὥστε δὲν πιστεύετε εἰς τὸ φρόνημα τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ; Ἐγὼ ἀδιστάκτως φρονῶ ὅτι τὸ φρόνημα τοῦ λαοῦ εἶναι κατὰ μεγάλην πλειονοψηφίαν δημοκρατικόν, πολὺ δὲ περισσότερον τὸ φρόνημα τοῦ προσφυγικοῦ κόσμου. Διὰ νὰ εἶμαι εἰλικρινέστερος θέλω νὰ εἴπω ὅτι τὸ φρόνημα αὐτὸ εἶναι μᾶλλον ἀδιάφορον πρὸς τὴν μορφὴν τοῦ πολιτεύματος. Ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς ἐνδιαφέρεται κυρίως διὰ τὴν καλὴν διοίκησιν, διὰ τὴν ἐμπέδωσιν τῆς ἀσφαλείας, διὰ τὴν δικαιοσύνην. Ἀλλ’ ἡ ἀδιαφορία αὕτη τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ ἠμπορεῖ πρὸς στιγμὴν νὰ μετατραπῇ εἰς ἀντίδρασιν κατὰ τῆς Δημοκρατίας, ὅταν ἐπιτηδείως καλλιεργηθῇ τοῦτο παρὰ τῷ λαῷ. Γνωρίζετε πάντες ὅτι τὸ χρονικὸν διάστημα τὸ ὁποῖον παρῆλθεν ἀφ’ ὅτου συνήλθομεν ἐνταῦθα ἔδωσε καιρὸν εἰς τοὺς ἀντιπάλους μας νὰ διεξαγάγωσι μίαν μεγάλην προπαγάνδαν παρὰ τῷ λαῷ. Ἡμεῖς ἐξ ἀντιθέτου ἐπαύσαμεν πλέον νὰ κάμωμεν τὴν προπαγάνδαν μας. Πρὸ παντὸς ἡ δεξιὰ ὄχι μόνον οὐδεμίαν προπαγάνδαν ἔκαμε μέχρι τοῦδε ὑπὲρ τῆς Δημοκρατίας, ἀλλὰ τοὐναντίον ὁ φιλελεύθερος Τύπος δὲν κάμνει τίποτε ἄλλο παρὰ πολιτικὴν ἐναντίον τῶν δημοκρατῶν, πολὺ δὲ φοβοῦμαι μήπως ὁ ἀντιδραστικὸς κόσμος, ἐκμεταλλευόμενος τὰ δημοσιεύματα αὐτὰ τοῦ φιλελευθέρου Τύπου, παραπείσῃ πολλοὺς ὅτι ὁ κ. Βενιζέλος δὲν ἐπιθυμεῖ κατὰ βάθος τὴν ἐγκαθίδρυσιν τῆς Δημοκρατίας, ἀλλ’ ὅτι ἀναγκάζεται νὰ κάμῃ τὸν δημοκρατικόν, διότι ἄλλως ὁ Κονδύλης καὶ ὁ Πάγκαλος θὰ ἐπιβάλουν ἀμέσως τὴν δικτατωρίαν. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ φρόνημα τοῦ προσφυγικοῦ κόσμου, βεβαίως τοῦτο εἶναι δημοκρατικόν. Ἀλλὰ καὶ μεταξὺ τῶν προσφύγων ἠμπορεῖ νὰ καλλιεργηθῇ ἡ ἰδέα τῆς ἀδιαφορίας, τοσοῦτον μᾶλλον καθόσον ἐγκατεστημένοι ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον εἰς τὰς Νέας Χώρας εὑρίσκονται ὑπὸ τὴν διαρκῆ ἐπίδρασιν τῶν ὀργάνων τῆς διοικήσεως, τὰ ὁποῖα κατὰ τὰ 9/10 εἶναι ἀντιδραστικά. Γνωρίζετε πάντες ὅτι εἰς τὴν Μακεδονίαν καὶ Θράκην στέλλονται κατ’ ἐκλογὴν οἱ ὑπάλληλοι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι δὲν ἠμποροῦν νὰ χρησιμοποιηθοῦν εἰς τὴν Π. Ἑλλάδα ἀκριβῶς ἕνεκα τῶν πολιτικῶν αὐτῶν φρονημάτων.
§185Θ. ΣΟΦΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Δὲν ὑπάρχουν ἄλλοι ὑπάλληλοι.
§186Δ. ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΔΗΣ. Ἔχω πληροφορίας ὅτι ἀφ’ ἧς ἐξεδόθη ἡ ἐγκύκλιος πρὸς ἐγγραφὴν τῶν προσφύγων εἰς τοὺς ἐκλογικοὺς καταλόγους οὐδεὶς πρόσφυξ ἐνεγράφη ἢ τουλάχιστον ἐλάχιστοι, καὶ τοῦτο διότι παρεμβάλλονται πολλὰ ἐμπόδια ἐκ μέρους τῶν ἁρμοδίων ὑπαλλήλων.
§187ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Οἱ δικαστικοί;
§188Δ. ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΔΗΣ. Καὶ οἱ δικαστικοὶ καὶ οἱ ἄλλοι ὑπάλληλοι τοὺς λέγουν: ἐλᾶτε αὔριον, περᾶστε μεθαύριον. Θὰ συνίστων εἰς τὴν Κυβέρνησιν...
§189Θ. ΣΟΦΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Τὸ γνωρίζω ὅτι μεγάλαι δυσκολίαι φέρονται. Ἔχω ὑπ’ ὄψει μου τοῦτο: Θὰ γίνουν ἐπιτροπαὶ ὑπαλλήλων καὶ προσφύγων, αἱ ὁποῖαι θὰ ἐργασθοῦν, καὶ θὰ γίνῃ ἀθροιστικὴ πάλιν ἡ ἐγγραφὴ διὰ τῶν διοικητικῶν Ἀρχῶν. Πᾶσα δυνατὴ διευκόλυνσις ἐδόθη διὰ τῶν τελευταίων νομοθετικῶν μέτρων. Αὐτὰ τὰ ὁποῖα λέγετε εἶναι ἀληθῆ. Τοιοῦτον δυστυχῶς εἶναι τὸ πνεῦμα τῶν ὑπαλλήλων.
§190Δ. ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΔΗΣ. Δικαιοῦμαι λοιπὸν νὰ κατακρίνω τὴν Κυβέρνησιν, διότι δὲν λύει ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης καὶ τὸ πολιτειακὸν καὶ τὸ δυναστικὸν ζήτημα, διότι, κ. Ὑπουργέ, ἂν καὶ 5% μόνον πιθανότητες ὑπάρχουν ὅτι τὸ δημοψήφισμα θ’ ἀποτύχῃ, ἡμεῖς οἱ πρόσφυγες θὰ θεωρῶμεν ὑπεύθυνον τόσον τὸν Βενιζέλον ὅσον καὶ τὴν Κυβέρνησιν, διότι μᾶς ἐκθέτει εἰς τοιούτους κινδύνους, οἱ ὁποῖοι θὰ μᾶς ἀναγκάσουν ἴσως νὰ γίνωμεν καὶ δευτέραν φορὰν πρόσφυγες. (Χειροκροτήματα).
§191ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Τηλικίδης.
§192Γ. ΤΗΛΙΚΙΔΗΣ. Εἶμαι πρόσφυξ πληρεξούσιος καὶ ἀνήκω εἰς τὴν ἀριστερὰν καταγόμενος ἐκ Ρωσίας. Αὐτὴν τὴν εἰσαγωγὴν τὴν θεωρῶ ἀναγκαίαν. Κατόπιν τῶν τελευταίων ἐπιθέσεων ἐναντίον ἡμῶν τῶν προσφύγων, οἱ ὁποῖοι ἀνήκομεν εἰς τὴν ἀριστερὰν, ἐθεώρησα ὅτι εἶμαι ὑποχρεωμένος ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ δικαιολογήσω τὴν στάσιν μου. Τουλάχιστον ἐγὼ προσωπικῶς ἐθεώρησα αὐτὴν τὴν ἐπίθεσιν ὡς προσβολήν. Ἡμεῖς ἐκεῖ ὅπου ἐσπουδάσαμεν εἴχομεν ἀποκτήσει τὴν ἰδεολογίαν αὐτὴν τὴν δημοκρατικὴν καὶ μὲ αὐτὴν τὴν ἰδεολογίαν ποτὲ δὲν ἐφανταζόμεθα ὅτι, ἂν ἠρχόμεθα εἰς τὴν Ἑλλάδα, θὰ ἤμεθα ἠναγκασμένοι νὰ τὴν ἀφήσωμεν καὶ νὰ ὀπισθοδρομήσωμεν. Θεωροῦμεν αὐτὸ ὀπισθοδρόμησιν. Διὰ τοῦτο ἐγὼ ἀπεφάσισα ὅ,τι ἐπεβάλλετο εἰς ἐμέ, νὰ καθορίσω ὑπὸ ποίους ὅρους κατῆλθον εἰς τὰς ἐκλογάς, δηλ. ἡμεῖς ὡς ἀντιπρόσωποι τῶν προσφύγων τί εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ κάμωμεν αὐτὴν τὴν στιγμήν. Ἤλθομεν εἰς τὰς ἐκλογάς. Ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι μᾶς ὑπέδειξαν, μᾶς ὑπέδειξαν γνωρίζοντες τί εἴμεθα, τί ἐπρεσβεύομεν, δηλ. ἐγνώριζον ὅτι εἴμεθα πραγματικῶς δημοκρατικοί, ὥστε ὡς δημοκρατικοὺς καὶ μᾶς ἐψήφισαν. Ἐλθόντες ἐδῶ εἴχομεν ὑποχρέωσιν νὰ ταχθῶμεν εἰς τὴν ἀριστερὰν πτέρυγα. Εἰς τὴν στάσιν μας αὐτὴν μᾶς ἐνίσχυσε τὸ ὅτι σχεδὸν ὅλοι οἱ πρόσφυγες ἐθεώρουν πάντοτε ὅτι ὁ Βενιζέλος, ὡς ἔχων ἀντιθέτους ἀντιλήψεις πρὸς τὸν Κωνσταντῖνον, εἶναι δημοκρατικός. Εἶναι αὐτὸ μία ἀλήθεια πραγματική, ὅτι ὁ Βενιζέλος διὰ τοὺς πρόσφυγας ἐθεωρεῖτο πάντοτε δημοκράτης.
§193Ν. ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΗΣ. Καὶ εἶναι δημοκράτης. Νομίζετε ὅτι εἶναι βασιλόφρων;
§194Γ. ΤΗΛΙΚΙΔΗΣ. Τώρα ποία εἶναι ἡ διαφορά μας; διατί αὐτὴ ἡ ἐπίθεσις; Φέρουν τοὺς λόγους τοὺς ἐξωτερικούς, ὅτι δηλ. ὑπάρχουν κίνδυνοι ἐξωτερικοί. Δι’ ἐμὲ ὡς δημοκρατικὸν δὲν ὑπάρχουν αὐτοὶ οἱ κίνδυνοι οἱ ἐξωτερικοί. Γνωρίζω ὅτι, ἂν τὸ Κράτος εἶναι εὐνομούμενον, ποτὲ δὲν ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρχουν ἐξωτερικοὶ κίνδυνοι. Ἂν τὸ Κράτος δὲν εἶναι ἀναρχικόν, ἂν εἰς τὸ Κράτος αὐτὸ δὲν εἶναι ἀναρχία, τότε κανεὶς δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἔχῃ καμμίαν βλέψιν ἐπὶ τοῦ Κράτους αὐτοῦ. Ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ἐσωτερικοὺς κινδύνους, περὶ τῶν ὁποίων λέγουν, πάλιν οἱ ἐσωτερικοὶ κίνδυνοι δι’ ἡμᾶς δὲν ὑπάρχουν. Δὲν ὑπάρχουν, διότι ἐσχάτως ἔγινεν ὁμιλία περὶ συμφιλιώσεως τοῦ Λαοῦ. Ὁ Λαὸς αὐτὸς καθ’ ἑαυτόν, καθ’ ἡμᾶς, ὡς Λαὸς εἶναι συμφιλιωμένος. Ἅμα ἔχῃ καλὴν διοίκησιν εἶναι συμφιλιωμένος καὶ δὲν ἔχει ἀνάγκην ἀπὸ συμφιλίωσιν, ἡ ὁποία θὰ ἐπιβληθῇ εἰς αὐτόν. Ὡς ἐκ τούτου θεωροῦμεν ὅτι ἡ στάσις μας αὐτὴ εἶναι πραγματικῶς ὀρθὴ καὶ διὰ τοῦτο θὰ τὴν ἀκολουθήσωμεν καὶ θὰ ψηφίσωμεν ὅπως λυθῇ τὸ ζήτημα ἐδῶ. Δεύτερον ὅσον ἀφορᾷ τὸ δημοψήφισμα, ἔχομεν τὴν ἀντίληψιν ὅτι πρέπει νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα ἐδῶ, διότι γνωρίζομεν τὸν Λαόν, τί εἶναι ὁ Λαός, τὴν ψυχολογίαν τοῦ Λαοῦ. Θὰ φέρω ἐδῶ δύο παραδείγματα, ἓν ἀπὸ τὴν Ἱστορίαν καὶ τὸ δεύτερον ἀπὸ τὴν πεῖραν τὴν ἰδικήν μου: Ὅταν τῷ 1825 εἰς τὴν Ρωσσίαν ἐξερράγη ἡ πρώτη λεγομένη Ρωσικὴ ἐπανάστασις τῶν Δεκεμβριστῶν, ἠθέλησαν νὰ κάμουν συνταγματικὴν Μοναρχίαν καὶ ἐκεῖ ἀνεκήρυξαν ὅτι γίνεται Constitutia, ἥτις λέξις ἐσήμαινεν ὅ,τι ἡμεῖς λέγομεν συνταγματικὴν Μοναρχίαν. Ὁ ὄχλος δὲ ἐκεῖ ἐρχόμενος, ὅταν τοῦ ἔλεγον constitutia, ἐφώναζε: ζήτω ἡ constitutia, νομίζων ὅτι constitutia ἦτο ἡ σύζυγος τοῦ Αὐτοκράτορος Κωνσταντίνου καὶ ἐζητωκραύγαζεν ὑπὲρ τῆς συζύγου τοῦ Κωνσταντίνου. Ἄλλο παράδειγμα: Τώρα ἐδῶ πάλιν θὰ πάρω ἕνα βλάχον. Πῶς θὰ τὸν προπαγανδίσω ἐγὼ ἐκεῖνον τὸν βλάχον; Δημοκρατία! Οὐδὲ νὰ προφέρῃ τὴν λέξιν Δημοκρατία ἠμπορεῖ. Ὑπάρχει δηλ. ἐδῶ μία περίπτωσις, ὅτι πρέπει αὐτὸν παντὶ τρόπῳ νὰ κατορθώσω νὰ τὸν πείσω ὅτι αὐτὸ εἶναι Δημοκρατία, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον εἶναι ἀκατόρθωτον πρέπει διὰ τῆς βίας νὰ τὸν κάμω νὰ ψηφίσῃ δηλ. θὰ ὑπάρχῃ ἐδῶ ἐκβιασμὸς κάπως. Ὥστε πάντως τὸ ψήφισμα πρέπει νὰ γίνῃ ἐδῶ καὶ νὰ τελειώσῃ ἐδῶ.
§195ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καταφυγιώτης.
§196Λ. ΚΑΤΑΦΥΓΙΩΤΗΣ. Ἡμεῖς οἱ Θεσσαλοί, κύριοι πληρεξούσιοι, δὲν ἀπησχολήσαμεν τὴν Ἐθνοσυνέλευσιν μὲ ἀγορεύσεις. Ἀλλὰ καὶ ἡμεῖς οἱ Θεσσαλοί, οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς Θεσσαλίας, ἀπὸ τῆς ὁποίας προέρχεται ὁ Ρήγας ὁ Φεραῖος, ὁ τὸ πρῶτον τὰ σπέρματα τῆς δημοκρατικῆς ἰδέας σπείρας ἐν τῇ Βαλκανικῇ, ἡμεῖς οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς Θεσσαλίας, ἀπὸ τῆς ὁποίας προέρχεται ὁ πρῶτος δημοκράτης τῆς νεωτέρας Ἑλλάδος, ὁ Γεώργιος Φιλάρετος, ἡμεῖς οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς Θεσσαλίας, ἀπὸ τῆς ὁποίας προῆλθεν ὁ θρυλικὸς ἥρως συνταγματάρχης καὶ ὁ ἰδανικὸς ἰδεολόγος δημοκράτης Νικόλαος Πλαστήρας, ἡμεῖς βεβαίως δὲν θὰ ἠθέλετε νὰ πιστεύσητε ποτὲ ὅτι θὰ ὑστεροῦμεν ποσῶς εἰς τὴν ἐκδήλωσιν τῆς δημοκρατικῆς ἰδεολογίας μας. Ὅσον ἀφορᾷ τὸν ἑαυτόν μου, κύριοι πληρεξούσιοι, θέλων νὰ δικαιολογήσω τὴν στάσιν καὶ τὴν γνώμην μου, δηλῶ ὅτι ἐξετέθην ἐπαναστατικὸς ἀγροτικὸς ὑποψήφιος ἄνευ οὐδεμιᾶς ὑποχρεώσεως πρὸς κανὲν πρόσωπον. Ἐν γένει δὲ ὁ ἰδιωτικός μου βίος δὲν μὲ προσεκόλλησεν εἰς πρόσωπα οὐδαμῶς. Ἤμην ἰδεολόγος Φιλελεύθερος καὶ ἦλθον εἰς τὴν Ἐθνοσυνέλευσιν μὲ μίαν πολιτικὴν ὁρμὴν πρὸς τὴν Δημοκρατίαν. Μετὰ σκέψιν ἐκ τῆς πείρας, τὴν ὁποίαν ἔχομεν ἐκ τοῦ δικηγορικοῦ βίου καὶ τῆς γνώσεως τοῦ Λαοῦ μας καὶ δὴ τοῦ Λαοῦ τῆς ὑπαίθρου χώρας, ἐμόρφωσα γνώμην ὅτι ὀφείλομεν νὰ παρουσιάσωμεν Δημοκρατίαν, νὰ ἐφαρμοσθῇ ἡ Δημοκρατία αὐτὴ μὲ σταθερὰν Κυβέρνησιν καὶ μὲ χρηστὴν διοίκησιν καὶ ἀπὸ πάσης ἀπόψεως νὰ παρουσιάσωμεν ἔργα εἰς τὸν Λαὸν καὶ ἔπειτα νὰ τὸν θέσωμεν νὰ ἀποφασίσῃ ὑπὲρ τῆς Δημοκρατίας. Ἄλλως, κύριοι, μὲ τὰ δόγματα τῆς κυριαρχίας τοῦ Λαοῦ τὸν ὁποῖον τὰ κόμματα δὲν διεπαιδαγώγησαν πολιτικῶς, ἀλλὰ τὸν ἐκράτησαν δοῦλον εἰς τὰ κόμματα, ἄλλως, λέγω, ἂν κηρύξωμεν τὴν Δημοκρατίαν χωρὶς νὰ τὴν ἐφαρμόσωμεν ἀσφαλῶς θὰ ἀποτύχωμεν καὶ ματαιοπονοῦμεν. Καὶ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς τάσσομαι μὲ τὴν ἀριστερὰν καὶ μὲ τὴν κήρυξιν τῆς Δημοκρατίας ὑπὸ τῆς Συνελεύσεως.
§197ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Τσαρλαμπᾶς.
§198Μ. ΤΣΑΡΛΑΜΠΑΣ. Κύριοι πληρεξούσιοι, ἐπὶ τοῦ πολιτειακοῦ καὶ τοῦ δυναστικοῦ ζητήματος φρονῶ ὅτι μόνον μία λύσις εἶναι δυνατή, ἐκείνη ἡ ὁποία θὰ ἐπανέφερε τὴν Χώραν τὸ ταχύτερον εἰς ὁμαλὸν πολιτικὸν βίον. Νομίζω, κύριοι πληρεξούσιοι, ὅτι αὐτὴ εἶναι καὶ ἡ σημασία τῆς ψήφου τῆς 16ης Δεκεμβρίου. Καὶ νομίζω ὅτι καθῆκον ἔχομεν πρωτίστως νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν αὐτὴν καὶ μόνην τὴν ἔννοιαν. Καὶ ἐρωτῶ: ἐπανέρχεται ἡ Χώρα εἰς ὁμαλὸν πολιτικὸν βίον, ὅταν ἡ ἄποψις τῆς ἀριστερᾶς ψηφισθῇ παρ’ ἡμῶν;
§199Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Βεβαίως τότε καὶ μόνον ἐπανέρχεται.
§200Μ. ΤΣΑΡΛΑΜΠΑΣ. Ὅταν ὅμως πρόκειται νὰ προσαρμόσω τὴν ἄποψιν αὐτὴν πρὸς τὴν πραγματικὴν κατάστασιν τοῦ Τόπου, νομίζω ὅτι δύναμαι νὰ γίνω κάπως συντηρητικώτερος χωρὶς νὰ παρεξηγηθῶ. Ἂν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐγγυηθῇ τις ὅτι ἡ ἀπόφασις τῆς Συνελεύσεως περὶ ἀνακηρύξεως τῆς Δημοκρατίας ἤθελε τύχει εἰς τὴν προσεχῆ ἐκλογὴν τῆς ἐγκρίσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ, οὐδεὶς ἀμφιβάλλει ὅτι πρέπει νὰ τὴν κηρύξωμεν σήμερον. Ἀλλὰ ποῖος ἐγγυᾶται ὅτι εἰς τὰς ἐκλογάς, εἰς τὰς ὁποίας πάντες θὰ κατέλθωμεν προσεχῶς, ἡ λαϊκὴ ψῆφος θὰ εἶναι ἐπικυρωτικὴ τῆς ἀποφάσεως τῆς Συνελεύσεως; Οὐδεὶς βέβαια ἐξ ἡμῶν. Ἐφόσον ἡ αἵρεσις αὕτη ὑφίσταται, πῶς θέλετε ἐγὼ νὰ ταχθῶ πρὸς τὴν ἄποψιν πρὸς τὴν ὁποίαν συμφωνῶ, θεωρητικῶς, ἀλλὰ πρακτικῶς φρονῶ ὅτι εἶναι ἀνεφάρμοστος; Κάλλιστα, κύριοι, ὁ λόγος αὐτὸς δικαιολογεῖ τὴν ψῆφόν μου ὑπὲρ τῆς Κυβερνήσεως. Δὲν εἶναι εὔκολον νὰ κρίνωμεν τὸ ζήτημα τοῦτο ἀπὸ πολιτικῆς καὶ αἰσθηματικῆς ἀπόψεως· ἀλλὰ ἀπὸ πραγματικῆς ἀπόψεως νὰ προσαρμόσωμεν τὴν πολιτικὴν ἄποψιν πρὸς τὰς δύο ἀπόψεις, νὰ προσαρμόσωμεν τὴν πολιτικὴν ἄποψιν πρὸς τὰς δύο ἀπόψεις τὰς ἄλλας. Κύριοι, νομίζω, ὅτι καθῆκον πάντων ἡμῶν εἶναι νὰ ἐργασθῶμεν ὅπως πείσωμεν τὸν Λαὸν νὰ ψηφίσῃ τὴν Δημοκρατίαν καὶ θὰ τὸ πράξωμεν ὅλοι ἡνωμένοι κατερχόμενοι εἰς τὸν ἀγῶνα τὸν προσεχῆ. Ἀλλὰ πρωτίστως ἐπιβάλλεται ἐργασία διαφωτίσεως. Ἡ ἐργασία αὐτὴ δὲν ἤρξατο νὰ γίνεται.
§201Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Εἰς αὐτὸ πταίουν οἱ συντηρητικοί.
§202Μ. ΤΣΑΡΛΑΜΠΑΣ. Καὶ θὰ ηὐχόμην, κύριοι, ὅπως καὶ ἡ Κυβέρνησις πρωτίστως ἔδιδε πρώτη τὴν κατεύθυνσιν αὐτὴ καὶ εἰς τὸν Τύπον καὶ εἰς τὸν πολιτικὸν κόσμον, ὅπως ἀρχίσῃ ἀπὸ τοῦδε ἡ ἐργασία τῆς διαφωτίσεως. Εἶναι γνωστὸν ὅτι εἰς ἄλλα Κράτη ὑπάρχουν εἰδικὰ γραφεῖα τὰ ὁποῖα ἀναλαμβάνουν τὸν ἀγῶνα τοῦτον τῆς διαφωτίσεως. Ἐν Ἑλλάδι δυστυχῶς οὐδέποτε ὑπῆρξαν τοιαῦτα· ἀπόπειρα μόνον ἐγένετο καὶ ἀφέθη ὁ Λαὸς τὴν τελευταίαν στιγμὴν ἀπὸ προχείρους λόγους ἕρμαιον εἰς τὰς πράξεις καὶ τὴν ἐκμετάλλευσιν τῶν ἐπιτηδείων. Λοιπὸν ἐλπίζω ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο θὰ ἐντείνῃ τὴν προσοχήν της, θὰ παράσχῃ ἐγγυήσεις ὅτι τὸ δημοψήφισμα θὰ ἐνεργηθῇ παρ’ αὐτῆς, καὶ θὰ ἀποβλέψῃ εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἐκμεταλλεύσεως ἡ ὁποία γίνεται πρὸς τὸν Λαόν. Δι’ αὐτό, κύριοι, καὶ ἐπειδὴ ἡ ὥρα δὲν εἶναι κατάλληλος, νομίζω ὅτι παρέλκουν αἱ συζητήσεις καὶ οἱ λόγοι καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ κατέλθωμεν εἰς τὸν ἀγῶνα ὑπὲρ τοῦ δημοψηφίσματος τοῦ δημοκρατικοῦ. (Χειροκροτήματα).
§203ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κακουλίδης.
§204Γ. ΚΑΚΟΥΛΙΔΗΣ. Θὰ σᾶς παρακαλέσω, κ. Πρόεδρε, ὅπως μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ὁμιλήσω τὴν προσεχῆ Δευτέραν, διότι πλὴν τῶν προγραμματικῶν δηλώσεων τῆς Κυβερνήσεως πρόκειται νὰ ἀσχοληθῶ καὶ μὲ τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικὴν αὐτῆς, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δὲν δύναται νὰ γίνῃ ἀπουσιάζοντος τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ.
§205ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Ὁ κ. Σκεῦος Ζερβός.
§206ΣΚΕΥΟΣ ΖΕΡΒΟΣ. Πρὸ τεσσάρων ἡμερῶν, κύριοι πληρεξούσιοι, εἶχον τὴν τιμὴν ν’ ἀπασχολήσω τὴν Ἐθνοσυνέλευσιν δι’ ὀλίγων περὶ τῶν μεταξὺ τῆς Ἰταλίας καὶ Ἑλλάδος σχέσεων καὶ ἰδίως ὅσον ἀφορᾷ τὴν Δωδεκάνησον. Παρεκάλεσα τότε θερμῶς τὴν Κυβέρνησιν ὅπως ἐπιστήσῃ ἰδιαιτέραν τὴν προσοχήν της εἰς τὴν ταχεῖαν τοῦ Δωδεκανησιακοῦ ζητήματος λύσιν, διότι εἰς τὸ Αἰγαῖον παραμένει ἓν νέφος, τὸ ὁποῖον δύναται παραμελούμενον νὰ προκαλέσῃ συμφορὰς καὶ κινδύνους καὶ ἴσως ἀπροβλέπτους θυέλλας. Σήμερον εὑρίσκομαι εἰς τὴν λίαν εὐχάριστον θέσιν ν’ ἀναγγείλω εἰς τὴν Ἐθνοσυνέλευσιν τὰ ἑξῆς: Εἰς τὴν Βουλὴν τῶν Κοινοτήτων πρὸ τριημέρου ὁ Ὑφυπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἀγγλίας λόρδος Α. Πόνσομπυ, ἀναπληρῶν τὸν ἀδιαθετοῦντα Πρωθυπουργὸν καὶ Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν κ. Ῥάμσυ Μακδόναλδ, ἀπαντῶν εἰς ἐπερώτησιν βουλευτοῦ τινος περὶ τοῦ σημείου εἰς τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται τὸ ζήτημα τῆς Τζούμπαλανδ, ἐδήλωσε τὰ ἑπόμενα ἀπὸ χειρογράφου: «Ἐννοεῖται, ὅτι πᾶσα λύσις τοῦ ζητήματος θὰ περιλάβῃ καὶ δίκαιον κανονισμὸν τοῦ συναφοῦς (connexe) ζητήματος τοῦ ὁριστικοῦ καθεστῶτος τῶν Δωδεκανήσων».
§207ΤΙΝΕΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Τὸ γράφουν σήμερον αἱ ἐφημερίδες.
§208ΣΚΕΥΟΣ ΖΕΡΒΟΣ. Ναὶ τὸ γράφουσιν αἱ ἐφημερίδες καὶ ἐγὼ τὸ ἐγνώριζον ἀπὸ χθές, ἀλλὰ δὲν τὸ ἀνεκοίνωσα εἰς τὴν Ἐθνοσυνέλευσιν, διότι δὲν ἠδυνάμην νὰ παρουσιάσω ἐνώπιον τῶν κ. πληρεξουσίων φήμας ἴσως ἰδιωτικὰς ἢ δημοσιογραφικὰς πληροφορίας. Τώρα ὅμως ἔχω ἀπό τινων ὡρῶν ἐνώπιόν μου ἐπισήμους εἰδήσεις διαβιβασθείσας μοι ἐξ ἐπισήμων οὐχὶ κυβερνητικῆς πηγῆς κύκλων. Καὶ κατὰ τὰς ἐπισήμους ταύτας εἰδήσεις ὁ Ὑφυπουργὸς τῆς Ἀγγλίας κ. Α. Πόνσομπυ ἐδήλωσεν εἰς τὴν Βουλὴν τῶν Κοινοτήτων ὅτι, προκειμένου νὰ κανονισθῇ τὸ ζήτημα τῆς Τζούμπαλανδ ἐν τῇ Βορειοανατολικῇ Ἀφρικῇ, τὸ ὁποῖον ἀπὸ τοῦ 1915 δυνάμει τῆς μυστικῆς Συνθήκης τοῦ Λονδίνου εὑρίσκεται ἐκκρεμὲς μεταξὺ Ἀγγλίας καὶ Ἰταλίας, θὰ κανονισθῇ ταυτοχρόνως καὶ τὸ συναφὲς αὐτῷ ζήτημα τοῦ ὁριστικοῦ καθεστῶτος τῶν Δωδεκανήσων. Νομίζω, κύριοι, ὅτι εἶχον καθῆκον, εὐθὺς ὡς μοὶ ἐβεβαιώθη τοῦτο ἐπισήμως, νὰ προσέλθω ἐνώπιον τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως καὶ δημοσίᾳ νὰ ἐκφράσω τὰς θερμάς μου εὐχαριστίας πρὸς τὸ εὐγενὲς Ἰταλικὸν Ἔθνος, τὸ ὁποῖον, γνωρίζον τί ἐστὶ δουλεία καὶ τί ἐλευθερία καὶ πολεμῆσαν ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας τῶν Λαῶν καὶ τῆς δικαιοσύνης τοῦ κόσμου, ὑπὲρ τῆς ἱερότητος τῶν συνθηκῶν καὶ τοῦ ἀπαραβιάστου τῶν συμβάσεων, θὰ θελήσῃ νὰ ἐκτελέσῃ τὴν συνθήκην τῆς Δωδεκανήσου καὶ ν’ ἀπελευθερώσῃ τοὺς Δωδεκανησίους. Ἀλλὰ καὶ τὰς θερμοτάτας μου εὐχαριστίας καὶ τὴν ζωηρὰν εὐγνωμοσύνην ἐκφράζω πρὸς τὴν ἀθάνατον Θαλασσοκράτειραν, τὴν Ἀγγλίαν, ἥτις ἀπὸ ἑνὸς καὶ πλέον αἰῶνος, προστάτης οὖσα τῆς Δωδεκανήσου, δέχεται νὰ ὑποστῇ καὶ ὑλικὰς θυσίας εἰς τὰς ἀποικίας της χάριν τῆς ἐλευθερίας τῶν πτωχῶν Δωδεκανησίων. Καὶ παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως, κανονίζουσα τὸ ζήτημα ταχέως ἐπιδιώξῃ συντόνως σχέσεις ἐμπιστοσύνης μετὰ τῆς Ἰταλίας, ἐπ’ ἀγαθῷ τῶν οἰκονομικῶν καὶ ἐμπορικῶν συμφερόντων τῶν δύο Χωρῶν. (Χειροκροτήματα).
§209ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις διὰ...
§210Θ. ΣΟΦΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐξηντλήθη ὁ κατάλογος;
§211ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Λύεται ἡ συνεδρίασις διὰ νὰ ἐπαναληφθῇ τὴν προσεχῆ Δευτέραν καὶ ὥραν 5 μ.μ. (Ὥρα 2.15′ π. μ.)