1924.02.22
3,626 rows · 28,661 words · 238 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 25Η
Παρασκευὴ 22 Φεβρουαρίου 1924
Προεδρία κ. Κ. Ρακτιβάν
(Ὥρα 5.20′ μ. μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Νὰ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Ν’ ἀναγνωσθοῦν τὰ πρακτικά. (Ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§2Μ. ΚΥΡΚΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον ἐπὶ τῶν πρακτικῶν.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κύρκος.
§4Μ. ΚΥΡΚΟΣ. Ἤθελον νὰ σᾶς παρακαλέσω, κ. Πρόεδρε, ὅπως ἐπιστήσητε τὴν προσοχήν σας εἰς τὴν σύνταξιν τῶν πρακτικῶν, διότι συντάσσονται κατὰ τρόπον ἐντελῶς παράδοξον, ὁ ὁποῖος θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω ὅτι εἶναι καὶ παράλογος. Εἰς τὸ τέλος τῶν πρακτικῶν τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως ὑπάρχει ἡ περίληψις τῆς χθεσινῆς ὁμιλίας μου, εἰς τὴν ὁποίαν παρουσιάζομαι ὡς λέγων πράγματα ἐντελῶς παράλογα. Διότι, ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς εἶπον ὅτι ἡ συζήτησις ἔπρεπε νὰ τερματισθῇ, ἐνῷ ἐδήλωσα ὅτι ἐθεώρουν τὸ θέμα ὡς ἐξηντλημένον, ἀναγράφεται ὅτι ἔλαβον τὸν λόγον διὰ νὰ ἐξακολουθήσω λέγων πράγματα τὰ ὁποῖα δὲν εἶπον.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὡς ἐνθυμοῦμαι, εἴπετε ὅτι ὑποβάλλετε καὶ πρότασιν περὶ τοῦ ταχέος τερματισμοῦ τῶν συζητήσεων.
§6Β. ΚΥΡΕΛΛΟΣ. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ἐπιμείνω καὶ ἐγὼ ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ καὶ νὰ ἐπιμαρτυρήσω εἰς τὰ ὅσα ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος εἶπε, διότι καὶ ἐγὼ χθὲς ὅτε παρενέπεσεν ἡ συζήτησις περὶ τοῦ προσφυγικοῦ ζητήματος ἔλαβον τὴν εὐκαιρίαν νὰ ἐκδηλώσω τὴν γνώμην μου, ὅτι τὸ ζήτημα τὸ προσφυγικὸν εἶναι ζήτημα τὸ ὁποῖον ἰδιαζόντως ἐνδιαφέρει κάθε πληρεξούσιον, περισσότερον δὲ ἐνδιαφέρει ἡμᾶς τοὺς μὴ ἀντιπροσωπεύοντας πρόσφυγας, ἀλλὰ ἀντιπροσωπεύοντας ἄλλας ἐπαρχίας. Καὶ ἐδήλωσα ὅτι τὸ προσφυγικὸν ζήτημα εἶναι ζήτημα οὐσιῶδες καὶ σημαντικόν. Ἐδῶ ὅμως εἰς τὰ πρακτικὰ βλέπω ν’ ἀναγράφηται ὅτι ἀπετάθην πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἐκ Μαντινείας πληρεξούσιον, τὸν ἀρχηγὸν τῆς δημοκρατικῆς πτέρυγος, καὶ ὅτι τῷ ἀπηύθυνα ἐρώτησιν, τὴν ὁποίαν δὲν ἀπηύθυνα.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐνθυμεῖσθε ὅτι, ὅταν ὡμιλούσατε σεῖς, ἐγένετο ἀρκετὸς θόρυβος καὶ πιθανὸν νὰ μὴ ἐγένεσθε ἀντιληπτός. Ὁπωσδήποτε παρακαλῶ πᾶσαν ἀνακρίβειαν νὰ τὴν δηλώσητε εἰς τὸ γραφεῖον τῶν πρακτικῶν. Ἀντίρρησις ἄλλη ὑπάρχει; (Οὐδεὶς ἀπαντᾷ). Τὰ πρακτικὰ κυροῦνται ὡς διωρθώθησαν. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Συνέλευσιν ὅτι: — Ὁ Ἀντώνιος Παπανικολάου, συνταγματάρχης τοῦ Πεζικοῦ, αἰτεῖται ὅπως ἐπιτραπῇ εἰς τὸν υἱόν του νὰ συμμετάσχῃ τοῦ διαγωνισμοῦ πρὸς κατάληψιν 250 θέσεων μαθητῶν εἰς τὸ Στρατ. Σχολεῖον τῶν Εὐελπίδων. — Ὁ Πρόεδρος τοῦ Σωματείου προσφύγων Μελενίκου τῶν ἐγκατασταθέντων εἰς διαφόρους γαίας αἰτεῖται ὅπως μὴ ἐκδιωχθῶσιν ὑπὸ τῶν πρώην ὑπομισθωτῶν. — Ἡ ἀδελφότης Κρητῶν Πειραιῶς καὶ ἡ Παλλακωνικὴ Ἕνωσις ὑποβάλλει ὑπόμνημα σχετικὸν μὲ τὴν ἐφαρμογὴν τῶν διατάξεων περὶ ὀξύτητος ἐλαίου. — Οἱ πληρεξούσιοι κ. κ. Γ. Κακουλίδης, Σ. Θεολογίδης κλπ. ὑποβάλλουσι πρότασιν νόμου «περὶ προσθήκης ἐν τῷ νόμῳ 2229 τοῦ 1920 περὶ διορισμοῦ συμβολαιογράφων.» Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἐξακολούθησιν τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῶν προγραμματικῶν δηλώσεων τῆς Κυβερνήσεως.
§8Λ. ΚΑΤΑΦΥΓΙΩΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, αἰσθάνομαι τὴν ὑποχρέωσιν νὰ διαβιβάσω διαμαρτυρίαν πολλῶν συμπολιτῶν μου κατὰ τῆς παρατάσεως τῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ πολιτειακοῦ ζητήματος. Θὰ παρακαλέσω δέ, διατυπῶν γνώμην καὶ πολλῶν ἄλλων πληρεξουσίων, ὅπως ὅσοι ἔχουσι νὰ ἐπαναλάβωσι τὰ ἴδια νὰ παραιτηθῶσι τοῦ λόγου διὰ νὰ τελειώσωμεν μίαν ὥραν ἀρχήτερα.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κύρκος παρακαλεῖται νὰ συνεχίσῃ τὴν ἀγόρευσίν του.
§10Μ. ΚΥΡΚΟΣ. Λυποῦμαι, κύριοι πληρεξούσιοι, διότι θὰ ἀπασχολήσω τὸν πολύτιμον χρόνον τῆς Συνελεύσεως καὶ σήμερον δι’ ὀλίγων, ἐνῷ θὰ ἠδυνάμην νὰ τερματίσω τὴν ὁμιλίαν χθές, ἐὰν ὁ κ. Ἀραβαντινὸς δὲν ὑπέβαλλε τὴν ἔνστασιν περὶ ἐλλείψεως ἀπαρτίας.
§11Κ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Δὲν ὑπέβαλεν.
§12ΤΙΝΕΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Προφορικὴν ὑπέβαλεν.
§13Μ. ΚΥΡΚΟΣ. Τὸ ἴδιον εἶναι. Συνεχίζων τὴν ὁμιλίαν μου θὰ ἤθελον νὰ παρακαλέσω τοῦτο, ὅτι, ἐπειδὴ ὁ σκοπὸς διὰ τὸν ὁποῖον ἀνῆλθον εἰς τὸ βῆμα, ὡς χθὲς εἶπον, εἶναι τὸ ν’ ἀποκαταστήσω τὴν ἀλήθειαν ὅσον ἀφορᾷ τὴν πραγματικὴν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν εἶχεν ἡ ψῆφος τῶν προσφύγων κατὰ τὰς τελευταίας ἐκλογάς, τοὐλάχιστον τῆς περιφερείας μου, τὴν ἀληθῆ ἔννοιαν τὴν ὁποίαν εἶχεν ἡ ψῆφος ὅλων ἐκείνων οἱ ὁποῖοι μετέσχον τῶν ἐκλογῶν, ἤθελον νὰ παρακαλέσω τοῦτο, νὰ ἀκουσθοῦν αἱ ἀντιλήψεις μου καὶ εἰς ὃ σημεῖον θὰ ὑπετίθετο ἴσως ὅτι τὰ παρ’ ἐμοῦ λεγόμενα δὲν ἀνταποκρίνονται εἰς τὴν πραγματικότητα, νὰ ἐγίνοντο συγκαταθέσει καὶ τοῦ κ. Προέδρου αἱ διακοπαί, ἀλλὰ πάντως διακοπαὶ ἐπὶ τῶν σημείων αὐτῶν καὶ μόνον. Ἔλεγον λοιπὸν χθὲς ὅτι οἱ πρόσφυγες ὄντες ἀντιδυναστικοὶ καὶ δημοκρατικοί, ἦσαν ταυτοχρόνως καὶ πρὸ παντὸς στερρῶς προσκεκολλημένοι πρὸς τὸ πρόσωπον καὶ πρὸς τὴν ἰδεολογίαν τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων. Καὶ τοῦτο ὄχι ἐκ προσωπολατρείας, ὅπως ἠθέλησαν ἴσως τινὲς νὰ εἴπωσιν, ἀλλὰ καὶ ἐξ εὐγνωμοσύνης καὶ ἐκ σεβασμοῦ καὶ ἐξ ἐκτιμήσεως πρὸς τὸν ἄνδρα, ὁ ὁποῖος ἠγωνίσθη τὸν καλὸν ὑπὲρ αὐτῶν ἀγῶνα. Θὰ ἠδυνάμην, ἔλεγον, νὰ φέρω ἀπειρίαν παραδειγμάτων, διὰ τῶν ὁποίων θὰ κατεφαίνετο τὸ ἀληθὲς τοῦ ἰσχυρισμοῦ τούτου. Ἐπειδὴ ὅμως δὲν θέλω νὰ ἐπεκταθῶ πολύ, θὰ ἀναφέρω δύο μόνον παραδείγματα, τὰ ὁποῖα ὅμως εἶναι τοιαῦτα, ὥστε καὶ τὸν μᾶλλον δύσπιστον ἀλλὰ καλῆς πίστεως συζητητὴν θὰ πείσουν ὅτι αὐτὴ εἶναι ἡ πραγματικὴ ἔννοια τῆς ψήφου τῶν προσφύγων. Κατὰ τὸν παρελθόντα Σεπτέμβριον συνεκροτήθησαν ἐν Θεσσαλονίκῃ τρία συνέδρια προσφυγικά. Εἰς τὰ συνέδρια ταῦτα ἀντεπροσωπεύοντο οἱ πρόσφυγες οἱ διαμένοντες ἐν Μακεδονίᾳ καὶ Θράκῃ. Ὁ ἔχων τὴν τιμὴν νὰ ὁμιλῇ πρὸς ὑμᾶς, ἀναμιχθεὶς ἐνεργῶς εἰς τὸ προσφυγικὸν ζήτημα ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς τῆς γεννήσεως παρηκολούθησε τὴν κίνησιν τῶν ἐργασιῶν τῶν συνεδρίων τούτων. Εἰς τὸ Πανθρακικὸν συνέδριον μετὰ τὴν ἐξάντλησιν τῶν λοιπῶν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει θεμάτων, τῶν ἀναφερομένων εἰς ζητήματα καθαρῶς προσφυγικά, ἐτέθη καὶ τὸ ζήτημα τῆς πολιτικῆς κατευθύνσεως τῶν Θρακῶν. Εἰς τὸ συνέδριον ἐκεῖνο, τοῦ ὁποίου προήδρευεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἔβρου συνάδελφος κ. Περικλῆς Κουρτίδης, παρίσταντο καὶ πολλοὶ τέως καὶ νῦν πληρεξούσιοι. Εἰς τὸ συνέδριον ἐκεῖνο, συζητουμένου τοῦ θέματος τῆς πολιτικῆς κατευθύνσεως τῶν προσφύγων, ἐτέθησαν δύο προτάσεις. Ἡ πρώτη πρότασις ἐτέθη ἐκ μέρους τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου ἐξ Ἕβρου κ. Μανουηλίδου, ἔχουσα ὡς ἑξῆς: «Οἱ πρόσφυγες θὰ συμπράξουν ἐκλογικῶς μετὰ τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων», ἡ δευτέρα δὲ πρότασις ὑπεβλήθη ἐκ μέρους τοῦ ἔχοντος τὴν τιμὴν νὰ ὁμιλῇ πρὸς ὑμᾶς, ἔχουσα ὡς ἑξῆς: «Οἱ πρόσφυγες θὰ συμπράξουν ἐκλογικῶς μετὰ τῶν φίλα πρὸς τὴν Ἐπανάστασιν διακειμένων κομμάτων.» Ὑπέβαλον τὴν πρότασιν ταύτην ἐκ πολλῶν λόγων. Πρῶτον διότι, ἐὰν ἐγίνετο δεκτὴ ἡ πρώτη πρότασις, θὰ παρεδίδετο ὁ προσφυγικὸς κόσμος δέσμιος εἰς τὰς χεῖρας τῶν κατὰ τόπους φιλελευθέρων ὀργανώσεων, δεύτερον διότι—καὶ ὀφείλω νὰ τὸ τονίσω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου— κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ὑπῆρχε καταφορά τις κατὰ τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων μεταξὺ τῶν ὑγιῶς σκεπτομένων στοιχείων τοῦ προσφυγικοῦ κόσμου καὶ τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων, οὐχὶ κατὰ τοῦ ἀρχηγοῦ, διότι δικαίως ἢ ἀδίκως ἀπεδίδοντο εἰς πολλοὺς ἐκ τῶν ἐπιφανῶν αὐτοῦ μελῶν, ὄχι τοῦ ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων, εὐθῦναι διὰ τὰς συμφοράς. Δεύτερον διότι εἶχον τὴν ἀντίληψιν ὅτι οἱ πρόσφυγες ὤφειλον νὰ συντελέσουν δι’ ὅλων των τῶν δυνάμεων εἰς τὸ νὰ ἀναδειχθοῦν ἐκ τῆς Μακεδονίας καὶ πληρεξούσιοι δημοκρατικοὶ καὶ τοῦτο ἵνα ἀποδειχθῇ τόσον εἰς τὸ ἐσωτερικὸν ὅσον καὶ εἰς τὸ ἐξωτερικὸν ἡ ἀγανάκτησις τοῦ προσφυγικοῦ κόσμου διὰ τὴν ἐπελθοῦσαν συμφοράν, ἡ ὁποία ὀφείλεται εἰς τὴν πολιτικὴν τὴν δυναστικήν, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπιτευχθῇ ἐν ᾗ περιπτώσει ἐγίνετο δεκτὴ ἡ πρώτη ἄποψις. Τὴν πρότασιν ταύτην ὑπεστήριξα μὲ ὅλας μου τὰς δυνάμεις καὶ ὁμολογῶ ὅτι ἡττήθην. Ἡ πρότασις δὲν ἐγένετο δεκτή, ἐγένετο δὲ δεκτὴ ἡ πρότασις ἡ ὁποία ἔλεγε τοῦτο: «Οἱ πρόσφυγες θὰ συμπράξωσιν ἐκλογικῶς μετὰ τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων.» Ὑπερεξήκοντα ἀντιπρόσωποι, οἱ ὁποῖοι ἦσαν παρόντες εἰς τὸ συνέδριον ἐκεῖνο ἀντιπροσωπεύοντες ὅλας τὰς ἐπαρχίας τῆς Μακεδονίας καὶ τῆς Θράκης, προσήρχοντο καὶ ἐδήλουν τοῦτο, ὅτι ὀρθὰ καὶ εὔλογα εἶναι αὐτὰ τὰ ὁποῖα λέγει ὁ κ. Κύρκος, ἀλλ’ ἡμεῖς ἔχομεν ῥητὴν ἐντολὴν ἐκ μέρους τῶν ἐντολέων μας, νὰ ψηφίσωμεν τὸν Βενιζέλον καὶ μόνον τὸν Βενιζέλον. Ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν τοῦ κ. Κουρτίδου, ὁ ὁποῖος τότε προήδρευε τοῦ συνεδρίου. Μετὰ τὴν λῆξιν τῶν ἐργασιῶν τοῦ Θρακικοῦ συνεδρίου συνεκροτήθη τὸ λεγόμενον Παμπροσφυγικὸν συνέδριον. Εἰς τὸ συνέδριον τοῦτο παρέστησαν ἐν ὁλομελείᾳ τὰ τρία συνέδρια, τὸ Θρακικόν, τὸ Μικρασιατικὸν καὶ τὸ τῶν Ποντίων, καὶ κατὰ τὸ συνέδριον ἐκεῖνο συνεζητήθη αὖθις τὸ ζήτημα τῆς πολιτικῆς κατευθύνσεως τῶν προσφύγων πλέον γενικῶς. Ὑπέβαλον καὶ τότε τὴν αὐτὴν πρότασιν ἐκ τῶν αὐτῶν λόγων ὁρμώμενος καὶ τὴν ὑπεστήριξα μὲ ὅλας μου τὰς δυνάμεις, ἀλλὰ καὶ πάλιν βλέπων ὅτι ἦτο ἀδύνατον νὰ γίνῃ ἀποδεκτὴ ἡ πρότασις ἐκείνη, διότι ἐπολεμεῖτο λυσσωδῶς παρὰ τῶν ἄλλων, οἱ ὁποῖοι ἔλεγον ὅτι ἡμεῖς ἔχομεν αὐτὴν τὴν ῥητὴν ἐντολήν, ἠναγκάσθην νὰ δεχθῶ τὴν ἑξῆς τροποποίησιν, ἡ ὁποία εἶναι λίαν σημαντική: «Οἱ πρόσφυγες θὰ συμπράξουν μετὰ τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων καὶ τῶν φίλα τῇ Ἐπαναστάσει φρονούντων κομμάτων».
§14ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Διαστρέφετε τὴν ἀλήθειαν.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητήσατε τὸν λόγον νὰ τὰ ἀνασκευάσητε· μὴ διακόπτετε ὅμως.
§16Μ. ΚΥΡΚΟΣ. Καὶ μόνον κατόπιν τῆς τροπολογίας αὐτῆς τὴν ὁποίαν ἐγὼ ὑπέβαλον κατέστη δυνατὸν νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ πρότασις ἐκείνη. Τί τοῦτο ἀποδεικνύει εἰμὴ τὴν στερρὰν προσήλωσιν τῶν προσφύγων καὶ πρὸς τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων, ἀλλὰ πρὸ παντὸς πρὸς τὸν ἀρχηγὸν αὐτοῦ; Ἐὰν ταῦτα συνέβαινον εἰς ἐποχὴν κατὰ τὴν ὁποίαν εἴχομεν ἐπανειλημμένας δηλώσεις τοῦ κ. Βενιζέλου, ὅτι παραιτεῖται ὁριστικῶς τῆς πολιτικῆς, ὅτι δὲν θὰ ἐπανέλθῃ πλέον εἰς τὴν Ἑλλάδα, ὅτι ἐν πάσῃ περιπτώσει τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων πρέπει νὰ προβῇ ὡς τάχιστα εἰς τὴν ἀνάδειξιν νέου ἀρχηγοῦ, ἵνα ἐξακολουθήσῃ τοὺς ἀγῶνας του τοὺς κοινοβουλευτικούς, ἐὰν ταῦτα συνέβαινον κατὰ τὴν ἐποχὴν καθ’ ἣν ἔλειπεν ὁ Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἀντιπαρέλθουν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου πληρεξούσιοι πρόσφυγες προερχόμενοι ἐκ Μακεδονίας, οἱ ὁποῖοι νὰ εἰποῦν, ὅτι ταῦτα πάντα ἐγένοντο ἁπλῶς καὶ μόνον ἵνα δοθῇ μία ψῆφος τιμῆς ὑπὲρ τοῦ Βενιζέλου; (Θόρυβος καὶ διαμαρτυρίαι ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).
§17ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα. (Θόρυβος καὶ ἀντεγκλήσεις).
§18Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Πρόεδρε, ἤθελον νὰ παρακαλέσω τοὺς κ, συναδέλφους ὅπως μὴ διακόπτουν τοὺς ῥήτορας, διότι αἱ διακοπαὶ αὗται εἰς οὐδὲν ἄλλο συντελοῦν εἰμὴ μόνον εἰς τὸ νὰ παρατείνηται ἡ συζήτησις καὶ νὰ καταναλίσκεται ἀσκόπως πολύτιμος χρόνος.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κύρκος παρακαλεῖται νὰ συνεχίσῃ. Δηλῶ δὲ ὅτι οὐδεμίαν διακοπὴν θὰ δεχθῶ.
§20Μ. ΚΥΡΚΟΣ. Δὲν εἶναι λοιπὸν ὀρθὸν νὰ ὑποστηρίζουν ὅτι ὁ προσφυγικὸς κόσμος ἔδωκε ψῆφον τιμῆς εἰς τὸν Βενιζέλον. Καὶ οὕτως ἐφθάσαμεν εἰς τὸν καταρτισμὸν τῶν συνδυασμῶν. Τὴν ἀρχηγίαν τοῦ συνδυασμοῦ εἶχεν ἀναλάβει ὁ στρατηγὸς Πάγκαλος. Εἰς οὐδεμίαν ἀπολύτως προσωπικὴν συνάφειαν ὅσον ἀφορᾶ τὸ ζήτημα τοῦτο ἦλθον οἱ πρόσφυγες πληρεξούσιοι μετ’ αὐτοῦ. Αἱ διαπραγματεύσεις ἐγίνοντο πάντοτε μετὰ τῶν ἀντιπροσώπων τῆς προσφυγικῆς συνομοσπονδίας, ἡ ὁποία ἐχειρίζετο καὶ τὸ ζήτημα τοῦτο, τῆς συνομοσπονδίας ἡ ὁποία ἀπέρρευσεν ἀπὸ τὸ Παμπροσφυγικὸν συνέδριον, περὶ τοῦ ὁποίου σᾶς ὡμίλησα προηγουμένως. Καὶ καθωρίσθη ἡ ἑξῆς γενικὴ γραμμή: ὅτι κατερχόμενοι εἰς τὰς ἐκλογὰς θὰ ὑπεστηρίζομεν τὴν ἐγκαθίδρυσιν τῆς Δημοκρατίας διὰ μετεκλογικοῦ δημοψηφίσματος. Δὲν ὑπῆρχε, κύριοι συνάδελφοι, τότε ζήτημα δυναστικόν, ὅπως εἶναι γνωστὸν εἰς ὅλον τὸν κόσμον, καὶ ἑπομένως οὐδεὶς λόγος ὑπῆρξε νὰ γίνῃ συζήτησις περὶ τοῦ δυναστικοῦ ζητήματος. Ὑπῆρχε ζήτημα πολιτειακὸν μόνον καὶ ἐπ’ αὐτοῦ εἴχομεν χαράξει τὴν γενικὴν αὐτὴν γραμμήν, ὅτι θὰ ὑποστηρίξωμεν τὴν ἐγκαθίδρυσιν τῆς Δημοκρατίας διὰ μετεκλογικοῦ δημοψηφίσματος. Ἐπάνω εἰς τὴν γραμμὴν αὐτὴν κατηρτίσθη ὁ συνδυασμὸς καὶ μετέσχομεν ὅλοι ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι εἴχομεν ἀναδειχθῆ ὡς ὑποψήφιοι. Ἀληθὲς εἶναι ὅτι ὁ στρατηγὸς Πάγκαλος ὁμιλῶν, νομίζω, εἰς Λαγκαδᾶν εἶπε μεταξὺ ἄλλων καὶ τὰ ἑξῆς: Ἡ νίκη τῆς 16ης Δεκεμβρίου θὰ ἔχῃ ὡς ἀποτέλεσμα τοῦτο, ὅτι ὁ Βασιλεὺς θὰ ἀντιμετωπίσῃ ὄχι τὴν μαλακὴν πυγμὴν τοῦ Πλαστήρα, ἀλλὰ τὴν σιδηρᾶν πυγμὴν τὴν ἰδικήν μου, τὴν ὁποίαν γνωρίζετε. Περὶ τοῦ δυναστικοῦ ζητήματος οὐδὲ νύξις ἐγένετο ἄλλη.
§21Θ. ΠΑΓΚΑΛΟΣ. Διαμαρτύρομαι ὅτι αὐτὰ ποὺ λέγετε δὲν εἶναι ἡ ἀλήθεια.
§22Μ. ΚΥΡΚΟΣ. Ὅσον ἀληθὲς εἶναι τοῦτο, ἄλλο τόσον ἀληθὲς εἶναι ὅτι ὁ ἕτερος ἐκ τῶν συναδέλφων μου κ. Πασσαλίδης ὁμιλῶν ἐπίσης πρὸς τὸν λαὸν ἔλεγεν ὅτι θὰ ἐπιδιώξῃ τὴν ἐγκαθίδρυσιν Δημοκρατίας ὄχι κοινοβουλευτικῆς ἀλλὰ Δημοκρατίας σοσιαλιστικῆς. Δὲν γνωρίζω ποία ἐκ τῶν δύο ἀπόψεων τούτων ἐνέχει τὸν χαρακτῆρα τῆς λαϊκῆς ἐντολῆς, ἣν ἡμεῖς οἱ ἀποτελοῦντες τὸν συνδυασμὸν ἐλάβομεν. Αὐτὰ νομίζω ὅτι ἐκπροσωποῦν τὴν γνώμην ἐκείνων οἱ ὁποῖοι τὰ ἔλεγον. Ἦλθεν ἡ 16 Δεκεμβρίου καὶ ἡ νίκη ἐστεφάνωσε τοὺς ἀγῶνάς μας. Τί συνέβη μετὰ τὴν νίκην ἐκείνην; Ὁ στρατηγὸς Πάγκαλος εὑρισκόμενος ἐν Ἀθήναις ἀπέστειλε τηλεγράφημα συνιστῶν τὴν ἄμεσον συγκρότησιν συλλαλητηρίου, τὸ ὁποῖον θὰ ἐπεζήτει τὴν ἔκπτωσιν τῆς Δυναστείας. Συνήλθομεν τότε—καὶ ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν ὑμῶν, κύριοι πληρεξούσιοι, ἐπὶ τούτου—συνήλθομεν οἱ 15 πρόσφυγες πληρεξούσιοι κατ’ ἰδίαν καὶ ἀπεφασίσαμεν ὡς μέλη μιᾶς ὁμάδος ὅτι οὐδεὶς ἀπολύτως συνέτρεχε λόγος νὰ συγκροτηθῇ παρόμοιον συλλαλητήριον, ἀφότου τὴν προτεραίαν ὁ λαὸς εἶχεν ἀποφανθῆ διὰ τῶν ἐκλογῶν, συνήλθομεν δὲ κατόπιν μετὰ τῶν ἐντοπίων συναδέλφων καὶ ἐλάβομεν τὴν αὐτὴν ἀπόφασιν, τὴν ὁποίαν ἐκοινοποιήσαμεν. (Διαμαρτυρίαι).
§23ΤΙΝΕΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Δὲν εἶναι ἀλήθεια. (Θόρυβος).
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἔχετε δικαίωμα νὰ διακόπτητε.
§25Μ. ΚΥΡΚΟΣ. Μετά τινας ἡμέρας ἐπαρουσιάσθη ἐνώπιον ἡμῶν ὁ λοχαγὸς Μολοχάδης...
§26ΤΙΝΕΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Αὐτὰ εἶναι οἰκογενειακά.
§27Μ. ΚΥΡΚΟΣ. Καθόλου· ἀποδεικνύουν τὴν πραγματικὴν ἔννοιαν τῆς ψήφου τῶν προσφύγων. Μετά τινας ἡμέρας παρουσιάσθη, λέγω, ἐνώπιον ἡμῶν ὁ λοχαγὸς Μολοχάδης ἐκ μέρους τῶν στρατιωτικῶν Συνδέσμων καὶ μᾶς εἶπε νὰ μεταβοῦν οἱ πρόσφυγες πληρεξούσιοι εἰς τὸ συλλαλητήριον, τὸ ὁποῖον θὰ συνεκροτεῖτο τὴν ἑπομένην, καὶ νὰ ζητήσουν τὴν ἔκπτωσιν τῆς Δυναστείας. Ἀπηντήσαμεν τότε λαβόντες τὴν ἀπόφασιν παμψηφεὶ ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ λάβωμεν μέρος εἰς τὸ συλλαλητήριον.
§28ΤΙΝΕΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Ὄχι παμψηφεί. (Θόρυβος)
§29Μ. ΚΥΡΚΟΣ. Διότι πρό τινων μόλις ἡμερῶν εἶχον γίνει αἱ ἐκλογαί, εἴχομεν ἡμεῖς λάβει τὴν ἐντολὴν ἐκ μέρους τοῦ λαοῦ νὰ χειρισθῶμεν τὰ ζητήματα αὐτὰ καὶ κατὰ συνέπειαν ὤφειλε νὰ ἔχῃ ὁ Στρατ. Σύνδεσμος πλήρη ἐμπιστοσύνην εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ λαοῦ, τὴν ἀντίληψίν μας δὲ ταύτην τὴν διετύπωσα ἐγὼ καὶ ἐγγράφως καὶ τὴν ἔφερα καὶ εἰς τὴν δημοσιότητα. (Διαμαρτυρίαι καὶ θόρυβος).
§30ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Ἔγινε τὸ συλλαλητήριον διὰ τὴν ἔκπτωσιν τῆς Δυναστείας.
§31Μ. ΚΥΡΚΟΣ. Εἰς τὸ συλλαλητήριον ὁ κόσμος προσῆλθε μὲ τὰς εἰκόνας τοῦ Βενιζέλου καὶ περιέτρεχε τοὺς δρόμους. (Θόρυβος).
§32Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. (Πρωθυπουργός). Θὰ ἦτο ὀρθὸν νὰ ἐπέλθῃ συνεννόησίς τις ἐπὶ μερικῶν πραγμάτων. Ὁ ἀξιότιμος πληρεξούσιος ἐκθέτει γεγονότα ἱστορικὰ θέλων νὰ δικαιολογήσῃ τὴν γνώμην τὴν ὁποίαν ἔχει περὶ τῆς ἐννοίας τῆς λαϊκῆς ψήφου. Εἶναι ἀναντιρρήτως δυνατὸν εἰς τὴν ἐξιστόρησιν αὐτὴν τῶν γεγονότων νὰ ὑποπίπτῃ καὶ αὐτὸς εἰς πλάνας· εὔκολον εἶναι εἰς πάντα νὰ ἀνασκευάσῃ κατὰ τὴν ἰδίαν του ἀντίληψιν τὴν ἔκθεσιν τῶν γεγονότων. Ἀλλ’ ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ φαντασθοῦν πληρεξούσιοι πρόσφυγες, οἱ ὁποῖοι πρώτην φορὰν εἰσέρχονται εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ καταπνίξωσι τὴν ἐξιστόρησιν αὐτὴν τῶν γεγονότων διὰ κραυγῶν, νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ὀρθόν· γεννᾷ τὴν ἐντύπωσιν ὅτι ἡ προσπάθεια αὐτῶν πρὸς ἀπόκρυψιν τῶν γεγονότων δὲν τείνει εἰς ἄλλο τι, εἰ μὴ εἰς τὴν ἀπόκρυψιν σημείων τῶν ὁποίων ἡ ἀποκάλυψις εἶναι ἐντελῶς ἀντίθετος πρὸς τὴν ἄποψίν των. Ἑπομένως θεωρῶ πρέπον νὰ γίνῃ ὀλίγη τάξις, ν’ ἀκούσωμεν τὴν ἐξιστόρησιν αὐτῶν τῶν γεγονότων καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει ὑπάρχωσι διαφωνίαι ἢ ἀντίθετος ἀντίληψις ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἔκθεσιν νὰ γίνῃ ἀνασκευὴ κατὰ τάξιν. Διὰ τῶν θορύβων δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προχωρήσωμεν.
§33Κ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Δὲν ὁμιλεῖ ἐπὶ γεγονότων.
§34Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἠμπορεῖτε νὰ κανονίζητε κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον τὸ περιεχόμενον τῶν ἀγορεύσεων. Ἄν δὲν εἶναι τὸ περιεχόμενον τῶν ἀγορεύσεων τῆς ἐγκρίσεώς σας ἢ τῆς ἐγκρίσεώς μου, δὲν δυνάμεθα νὰ τὸ τροποποιήσωμεν.
§35Κ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἐνδιαφερόμεθα διὰ τὴν ταχεῖαν λύσιν.
§36Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀναντιρρήτως. Ἀλλὰ δὲν ὑποθέτω ὅτι ἡ ταχεῖα λύσις τῶν συζητήσεων εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ διὰ τῆς καταπνίξεως τῶν συζητήσεων· τοὐναντίον κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον παρατείνεται ἡ συζήτησις.
§37Μ. ΚΥΡΚΟΣ. Ὅλαι αἱ μετεκλογικαὶ διαδηλώσεις μίαν ἐντύπωσιν ἐνεποίουν εἰς ὅλους ἐκείνους οἱ ὁποῖοι τὰς παρηκολούθουν, ὅτι ὁ λαὸς διεδήλου ἀμέριστον τὴν χαράν του, διότι διὰ τῆς νίκης θὰ ἐπετυγχάνετο ἡ ἐπάνοδος τοῦ Βενιζέλου ἐνταῦθα, πρὸς τὸν ὁποῖον ἔτρεφεν ἀμέριστον ἐμπιστοσύνην. Ἤλθομεν ἐδῶ· ἀπορῶ πῶς ἀκούονται αἱ διαμαρτυρίαι αὐταὶ ἐκ μέρους τῶν συναδέλφων μου, ἐφόσον καὶ προχθὲς ἀκόμη εἰς τὰς ἀλλεπαλλήλους συνεδριάσεις τοῦ κόμματος τῶν φιλελευθέρων—δημοκρατικῶν, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνήκομεν ὅλοι, ἐφόσον εἰς ὅλας αὐτὰς τὰς συνεδριάσεις καὶ πολλοὶ ἐξ ἐκείνων ὑπεστήριξαν τὴν ἄποψιν, ὅτι εἶναι αὐτὰ γραμμένα εἰς τὰ πρακτικὰ τοῦ κόμματος, τὴν ἄποψιν ὅτι ἡμεῖς θὰ ἐπιτύχωμεν τὴν ἐγκαθίδρυσιν τῆς Δημοκρατίας διὰ μετεκλογικοῦ δημοψηφίσματος καὶ μόνον καὶ ὅτι ἐν πάσῃ περιπτώσει ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ δικαιούμεθα καὶ θὰ εὑρισκώμεθα ἐναντίον τῆς λαϊκῆς ἐντολῆς ἂν καταψηφίσωμεν τὸν Βενιζέλον καὶ τὴν γραμμὴν τὴν ὁποίαν ἐχάραξε. Συνάδελφός μου ἀγαπητὸς ἔλεγεν ὅτι ἡμεῖς ἀποτελοῦμεν τὴν ἀριστερὰν τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων, εἴμεθα δηλ. πρώτη γραμμὴ ἐν τῷ κόμματι τῶν Φιλελευθέρων. Ἐξ αὐτοῦ ἐξάγεται ἀναμφισβητήτως ὅτι οἱ πρόσφυγες ὄντες ἀντιδυναστικοὶ καὶ δημοκρατικοὶ εἶναι ἀφωσιωμένοι καὶ πρὸς τὸ πρόσωπον καὶ τὰς ἀρχὰς τοῦ κ. Βενιζέλου. Ἀλλ’ ἡ ψῆφος ἡ προσφυγικὴ εἶχε καὶ μίαν ἄλλην ἔννοιαν. Ἐπεδίωκον καὶ ἐπεθύμουν τὴν συμφιλίωσιν τοῦ λαοῦ καὶ νομίζω ὅτι δύναμαι νὰ διακηρύξω ὅτι οὐδὲν ἄλλο τμῆμα τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ ἐπιδιώκει καὶ ποθεῖ τὴν συμφιλίωσιν μετὰ τόσης ἐντάσεως ὅσον οἱ πρόσφυγες διότι μόνον διὰ τῆς πραγματικῆς συμφιλιώσεως τοῦ λαοῦ ἀποβλέπουσι καὶ εἰς τὴν συγκρότησιν Κράτους ἰσχυροῦ, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν λύσιν τοῦ προσφυγικοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ τὸ σπουδαιότερον δι’ αὐτοὺς ζήτημα μετὰ τὰ πρωτεύοντα ἐθνικά. Δὲν νομίζω ὅτι πρέπει μετὰ τοσαύτης ἀδιαφορίας ν’ ἀντιπαρέρχηται κανεὶς πρὸ τῆς λέξεως συμφιλίωσις, τὴν ὁποίαν καὶ ἡ Κυβέρνησις ἔχει ἀναγράψει εἰς τὰς δηλώσεις της καὶ περὶ τῆς ὁποίας ἔχει καθορίσει μίαν ὡρισμένην πολιτικήν. Ἐγὼ νομίζω ὅτι δὲν εἶναι πλέον δυνατὸν νὰ ἐξακολουθήσῃ ἐπ’ ἄπειρον κρατοῦσα ἡ κατάστασις ἡ ὁποία κρατεῖ ἀπὸ τοῦ 1917 καὶ ἐντεῦθεν, οἱ μισοὶ Ἕλληνες ν’ ἀποκαλοῦν τοὺς ἄλλους μισοὺς προδότας. Νομίζω ὅτι αὐτὴ ἡ κατάστασις ἀρκετὰ διήρκεσε καὶ ἀρκετὰς συμφορὰς ἐπεσώρευσεν ἐπὶ τοῦ τόπου μας καὶ εἶναι καιρὸς νὰ παύσῃ ὑφισταμένη. Οὔτε νομίζω ὅτι ὅλη ἡ πολιτικὴ αὐτὴ κλείεται ἐντὸς τῆς αἰθούσης αὐτῆς καὶ μόνης, ἔξω δὲ τῆς αἰθούσης καὶ εἰς τὸν ἀντίπαλον πρὸς ἡμᾶς κόσμον ὑπάρχουν ὅλα τὰ πολιτικὰ ἐλαττώματα καὶ ὅλαι αἱ κακίαι. Ἀσφαλῶς μεταξὺ τῶν ἀντιπάλων ἡμῶν παρουσιάζονται καὶ οἱ κακῆς πίστεως καὶ οἱ ἀμετάπειστοι ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ μὴ ὁμολογήσω ἐγὼ τουλάχιστον ὅτι μεταξὺ αὐτῶν θὰ ὑπάρχῃ καὶ μέγας ἀριθμὸς ἐξ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι θὰ εἶναι ἀσφαλῶς εἰλικρινεῖς καὶ θὰ ἔχουν τὴν ὄρεξιν καὶ τὴν πρόθεσιν νὰ πεισθοῦν ἐφόσον ἀντιλαμβάνονται τὰς διαθέσεις μας πραγματικῶς εἰλικρινεῖς. Ἐφόσον λοιπὸν τοῦτο συμβαίνει δὲν νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἀντιπαρέλθῃ κανεὶς μετὰ περιφρονήσεως πρὸ τοῦ τμήματος αὐτοῦ τοῦ προγράμματος τοῦ κυβερνητικοῦ, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὴν συμφιλίωσιν τοῦ λαοῦ. Ἡμεῖς δὲν ἔχομεν κανένα λόγον νὰ κλίνωμεν οὔτε πρὸς τὴν δεξιὰν οὔτε πρὸς τὴν ἀριστερὰν ἐμμένομεν ἐπάνω εἰς τὴν γραμμὴν τὴν ὁποίαν εἴχομεν καὶ προεκλογικῶς, ἐπάνω εἰς τὴν ἐντολὴν τὴν ὁποίαν ἐπήραμεν ἀπὸ τὸν κόσμον τὸν προσφυγικόν. Ἐὰν ὑπάρχουν τινὲς οἱ ὁποῖοι νομίζουν ὅτι πρέπει τὴν ἐντολὴν αὐτὴν νὰ τὴν ἐγκαταλείψουν, δὲν ὑπάρχει κανεὶς λόγος νὰ μὴ τὸ κάμουν, ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει πρέπει νὰ εἴπουν εἰλικρινῶς καὶ νὰ ἐκθέσουν σαφῶς τὰ πράγματα, νὰ εἴπουν ὅτι δὲν εὑρισκόμεθα μὲν ἐντὸς τῆς ἐντολῆς τὴν ὁποίαν ἐπήραμεν, ἀλλὰ βλέποντες ἐμφανιζομένους τούτους ἢ ἐκείνους τοὺς κινδύνους ἀναγκαζόμεθα νὰ κάμωμεν τοῦτο ἢ ἐκεῖνο, παρὰ τὴν ἐντολὴν τὴν ὁποίαν ἐλάβομεν. Ἀλλὰ δὲν νομίζω ἐγὼ τουλάχιστον ὅτι εἶναι ὀρθὸν νὰ παρέρχωνται ἀπὸ τοῦ βήματος τόσοι πρόσφυγες, οἱ ὁποῖοι νὰ ἰσχυρίζωνται ὅτι ἡ ἀληθὴς ἔννοια ἔγκειται εἰς τὸ ὅτι ὁ κόσμος ὁ προσφυγικὸς ἤθελε διὰ πάσης θυσίας τὴν ἀνακήρυξιν τῆς Δημοκρατίας καὶ τὴν ἔκπτωσιν τῆς Δυναστείας. Αὐτὸ δὲν νομίζω ὅτι ἐγκλείεται μέσα εἰς τὴν ἐντολὴν τὴν ὁποίαν ἐλάβομεν. (Χειροκροτήματα).
§38Θ. ΠΑΓΚΑΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ ρήτωρ ὁμιλῶν ἔθιξε τὸ πρόγραμμά μου καὶ εἶπε πράγματα ἀναληθῆ· δι’ αὐτὸ παρακαλῶ νὰ μοὶ δοθῇ ὁ λόγος.
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἀντελήφθην νὰ σᾶς ἔθιξε προσωπικῶς.
§40Θ. ΠΑΓΚΑΛΟΣ. Δύο λεπτά, κ. Πρόεδρε. Ὁ κ. προαγορεύσας εἶπεν ὅτι εἰς Λαγκαδᾶ δὲν ἔγινεν καμμία νύξις ἀντιδυναστική. Ὁλόκληρος ἡ Ἑλλὰς πρὸ τῶν ἐκλογῶν διὰ τῶν ἐφημερίδων ἀνέγνωσεν ἀνακοινώσεις μου συνεχεῖς καὶ δριμυτάτας, αἱ ὁποῖαι ἴσως μόνον αὐταὶ νὰ μοὶ ἔδωκαν τὸ ὄνομα τοῦ ἀδιαλλάκτου. Ὁ κύριος αὐτὸς ἦτο μέλος τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως» ἐν Θεσσαλονίκῃ. Μοὶ ἔκαμαν ἕν ἔγγραφων διὰ τοῦ ὁποίου ἔλεγον ὅτι δὲν ἠμποροῦν νὰ λάβουν μέρος εἰς τὸν συνδυασμόν μου, διότι τὸ κόμμα εἶναι προσωπικὸν καὶ ἔχει σχέσιν μὲ τὸν Βενιζέλον κλπ. Ἐγὼ τοὺς εἶπα ὅτι δὲν ἔχει καμμίαν σχέσιν. Δύο ἐκ τῶν προσφύγων, ὁ Μ. Ἐξηντάρης καὶ ὁ κ. Ἀξιωτίδης, μοῦ εἶπον ὅτι ἂν ἔλθῃ ὁ κ. Βενιζέλος ἔχουν ἐπιφυλάξεις. Τοὺς εἶπον ὅτι δὲν ἠμποροῦν νὰ λάβουν μέρος εἰς τὸν συνδυασμὸν μ’ ἐπιφυλάξεις. Τότε ὁ κύριος Κύρκος παρῃτήθη ἀπὸ τὴν «Δημοκρατικὴν Ἕνωσιν» καὶ ἔλαβε μέρος εἰς τὸν συνδυασμὸν χωρὶς νὰ πῇ οὔτε λέξιν. Τὸ πρόγραμμά μας ἦτο γνωστότατον καὶ τὸ ἐγνώριζε πολὺ καλὰ ὁ κ. πληρεξούσιος, ἡ δὲ ἐπὶ τοῦ βήματος παρουσία του δὲν ἀποδεικνύει τίποτε ἄλλο εἰμὴ ὅτι ἡ νοσηρὰ πολιτικὴ κατάστασις εἶναι καὶ ἐδῶ μέσα.
§41Μ. ΚΥΡΚΟΣ. Τὸν λόγον κ. Πρόεδρε. (Θόρυβος).
§42ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Ὄχι, ὄχι.
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὀφείλω νὰ ἐπεξηγήσω ὅτι συμφώνως πρὸς τὸν Κανονισμὸν πᾶς πληρεξούσιος τοῦ ὁποίου ἡ γνώμη ἠλλοιώθη τυχὸν ὁπωσδήποτε, ἔχει τὸ δικαίωμα ν’ ἀνασκευάσῃ τὴν ἀλλοίωσιν.
§44Μ. ΚΥΡΚΟΣ. Ἐγνώριζα, κ. Πρόεδρε, πολὺ καλὰ ἐκ τῶν ἐφημερίδων ὅσα ὁ στρατηγὸς Πάγκαλος καὶ ἤδη πληρεξούσιος Θεσσαλονίκης ἔγραφε καὶ ἔλεγεν εὑρισκόμενος εἰς Ἀθήνας καθ’ ὃν χρόνον εἶχε καταπολεμηθῆ τὸ στασιαστικὸν κίνημα. Ἀλλὰ ταῦτα πάντα δὲν ἔχουν καμμίαν ἀπολύτως σχέσιν μὲ τὸν συνδυασμὸν τὸν ὁποῖον κατηρτίσαμεν ἡμεῖς ἐν Θεσσαλονίκῃ συνεργασθέντες ἐκεῖνος ἀφ’ ἑνὸς καὶ ἡ προσφυγικὴ συνομοσπονδία ἀφ’ ἑτέρου. Ὁ συνδυασμὸς κατηρτίσθη ἐπὶ τῆς γενικῆς αὐτῆς γραμμῆς, τὴν ὁποίαν ἐξέθεσα πρωτύτερα. Ἐὰν εἶναι δυνατὸν τοῦτο νὰ διαψευσθῇ, ἂς διαψευσθῇ. Ὅσον ἀφορᾶ τὴν ἰδεολογίαν μας, ἀνήκομεν εἰς τὴν «Δημοκρατικὴν Ἕνωσιν», δὲν παρῃτήθημεν, διεγράφημεν δὲ ἀπὸ τὴν «Δημοκρατικὴν Ἕνωσιν» ὁ συνάδελφος κ. Σαμουηλίδης, ὁ κ. Κοντολέων καὶ ἐγὼ ὄχι δι’ ἄλλον τινὰ λόγον, ἀλλὰ διότι δυνάμει ἄρθρου τινὸς τοῦ καταστατικοῦ τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως», δὲν γνωρίζω πῶς ἑρμηνευθέντος, δὲν ἠδυνάμεθα νὰ λάβωμεν μέρος εἰς συνδυασμὸν οἱονδήποτε χωρὶς προηγουμένως νὰ δοθῇ ἡ ἔγκρισις, ἀλλὰ ταυτοχρόνως ἐγένετο καὶ ἡ ἀπαγόρευσις νὰ ὀνομαζώμεθα μέλη τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως».
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κατσιμπίρης.
§46Γ. ΚΑΤΣΙΜΠΙΡΗΣ. Κύριοι πληρεξούσιοι, ἐσκέφθην πολὺ ἐὰν ἔπρεπε νὰ ἀνέλθω ἐπὶ τοῦ βήματος τούτου, διότι αἱ συνθῆκαι καὶ οἱ ὅροι τῆς Βουλῆς εἶναι τοιοῦτοι, ὥστε φοβεῖταί τις, ἐπειδὴ εἴμεθα ὅλοι ὁμόφρονες, μήπως ἐκθέτων ὅ,τι ἡ ψυχή του αἰσθάνεται ἐν τῷ πατριωτισμῷ της, θίξῃ τινά. Παρακαλῶ τὴν Συνέλευσιν, πρὸ παντὸς δὲ τὴν Κυβέρνησιν ὅπως ἀκούσῃ τοὺς λόγους μου εὐμενῶς. Κύριοι, ἐξελέγην δὶς βουλευτὴς φιλελεύθερος εἰς τὸν νομὸν Ἀχαϊοήλιδος τῷ 1910 εἰς τὴν Ἐθνοσυνέλευσιν, καὶ τῷ 1912 εἰς τὴν Βουλήν. Καὶ εἰς τὰς δύο αὐτὰς περιόδους, ἐπειδὴ εἶχον ἐλευθερίαν σκέψεως καὶ συνειδήσεως ἦλθον εἰς σύγκρουσιν μὲ τὸν ἀρχηγὸν τῶν Φιλελευθέρων, ὁ ὁποῖος, μὲ συνεχώρησε, καίτοι μὲ ἀπεκήρυξε ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἀναγνωρίσας τὴν ὀρθότητα τῶν σκέψεών μου. Ἦλθεν ἡ 31η Μαΐου. Εἴτε ἐκ τῆς ἀντιπειθαρχικότητός μου πρὸς τὸ κόμμα ἐκεῖ, εἴτε διότι δὲν ἐθεωρήθην παράγων ἐκλογικὸς εἰς τὸν νομὸν Ἀχαϊοήλιδος, δὲν συμπεριελήφθην εἰς τὸν συνδυασμὸν ἐκεῖνον τῆς Βουλῆς τῆς 31ης Μαΐου. Ἀλλ’ ἡ πίστις μου πρὸς τὸν ἀρχηγὸν τῶν Φιλελευθέρων δὲν ἠλαττώθη τὸ παράπαν. Ὑπεστήριξα αὐτὸν ἐν τῇ κοινωνίᾳ ἐν τῇ ὁποία εὑρισκόμην, εἴτε ἐν δικαστηρίοις, εἴτε ἐν στρατοδικείοις, εἴτε ἐν συλλαλητηρίοις μετὰ μεγάλης θερμότητος, διότι ἔβλεπον τὸν ἥλιον τὸν πολιτικὸν τὸ πρῶτον ἀνατέλλοντα ἀπὸ τῆς ὑπάρξεως τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Ὅταν δὲ τὴν 1ην Νοεμβρίου, τὴν ἀποφράδα ἐκείνην ἡμέραν διὰ τὸν Ἑλληνισμόν, συνηντήθην μετὰ τοῦ ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων, πάλιν ἐκτὸς ὢν τοῦ συνδυασμοῦ, διότι δὲν εἶμαι παράγων κομματικός, τῷ εἶπον παρόντων καὶ συναδέλφων ἐκ τῶν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ καὶ ὅλου τοῦ ἐπιτελείου του: ἀφ’ ὅτου ἐξεφωνήσατε τὸν προφητικὸν ἐκεῖνον λόγον ἐν Πάτραις· «Κύριε Πρόεδρε, δὲν εἶσθε δ’ ἐμὲ ὁ πολιτικὸς ἀρχηγός, διότι τὸ ἔργον τὸ ὁποῖον ἐπετελέσατε εἶναι ἀθάνατον. Σεῖς φύγετε ἀπὸ τὴν τάξιν τῶν πολιτικῶν· δὲν ἠμπορεῖτε νὰ εἶσθε πλέον πολιτευόμενος. Θὰ εἶσθε τὸ δεῖγμα ἡμῶν τῶν μεταγενεστέρων καὶ δι’ ἐμὲ εἶσθε μόνον μία ἱστορικὴ μορφή». Ἡ ἀπάντησις τοῦ κ. Βενιζέλου ἦτο ἀξία τῆς ἐκδηλώσεως τῶν αἰσθημάτων μου. Καὶ ἐρωτῶ ἤδη: πρέπει ὁ ἀθάνατος αὐτὸς πολιτικὸς νὰ κατέρχηται πάλιν εἴτε ἐν τῇ δημοσιογραφίᾳ εἴτε ἐν τῇ Βουλῇ μεθ’ ἡμῶν; Καὶ τίς ἐξ ἡμῶν ἔχει τὴν δύναμιν καὶ τὸ ἀνάστημα νὰ τὸν ἀτενίσῃ; Ἐγώ, κύριοι πληρεξούσιοι, ὁ ὁποῖος ἔδωσα τότε τὴν γνώμην ἐκείνην, τὴν πεποίθησίν μου δηλαδὴ ὅτι δὲν ἠμπορεῖ νὰ παραμείνῃ πολιτευόμενος ὁ κ. Βενιζέλος, ἐγὼ εἶμαι ἐκεῖνος ὅστις ὅταν εἶδον τὴν σύνθεσιν τῆς Συνελεύσεως εἶπον ὅτι μόνον ὁ κ. Βενιζέλος δύναται νὰ μᾶς τακτοποιήσῃ. Καὶ ἐτακτοποιήθημεν. Ἀφ’ ἧς ὅμως ἐτακτοποιήθημεν πρέπει νὰ λύσωμεν τὰ φλέγοντα ζητήματα χωρὶς τὸ παράπαν νὰ ἐπηρεασθῶμεν ἀπὸ τὴν ὑπεροχὴν καὶ τὴν ἐπιβολήν του. Διὰ τοῦτο ἐγὼ ὁ ὁποῖος ὑπὲρ πάντα ἄλλον ἀνήκω εἰς τὰς τάξεις τῶν Φιλελευθέρων ἀπὸ ἰδεολογίας, διότι οὐδὲν προσωπικὸν αἴσθημα μὲ ἔκαμεν ὥστε νὰ λησμονήσω τὰς ὑποχρεώσεις τὰς ὁποίας ἔχω ὡς πολίτης καὶ ὄχι ὡς πολιτευόμενος, ἐγὼ ἐξετάζων τὰ πράγματα, κύριοι, τῆς Πατρίδος μας, νομίζω ὅτι τὸ δυναστικὸν ζήτημα θὰ δημιουργήσῃ νέους κινδύνους καταστρεπτικούς. Τὰ φέρετρα τοῦ Γούναρη καὶ τῶν λοιπῶν τῆς συντροφίας, τὸ ποίημα τοῦ ἐνδόξου στρατηλάτου θὰ χρησιμεύσουν ὡς σημαία τῆς ἀντιδράσεως διὰ νὰ δημιουργηθῶσιν ἐγκλήματα, διὰ τὰ ὁποῖα ἡ Ἱστορία βεβαίως θὰ κατακρίνῃ ἡμᾶς ἅπαντας. Δὲν θεωρῶ τὸν ἑαυτόν μου κατώτερον τῶν ἐκλογέων μου. Πιθανὸν νὰ εἶναι πολλοὶ ἀνώτεροι τῶν ἐκλογέων μου, ἀλλὰ τέλος πάντων ἐγὼ ἔλαβον τὴν ἐντολήν. Δὲν θὰ ὑπάρξω εὐλαβὴς πολὺ εἰς τοὺς θεσμούς. Οἱ θόλοι τοῦ Κοινοβουλίου τούτου θὰ ἠξεύρητε τί ἔχουν ἀκούσει ἀφ’ ἧς ἱδρύθη τὸ Κοινοβούλιον διὰ τοὺς θεσμοὺς καὶ διὰ τὰς ἐλευθερίας τοῦ θεσμοῦ. (Χειροκροτήματα) Ἐγὼ ὁ πολιτευόμενος, ὁ ἰδεολόγος, ὁ μόνον ἐξ ἰδεολογίας πολιτευόμενος, θὰ εἴπω εἰς τοὺς ἐκλογεῖς μου: Κύριοι, ἐγὼ ἐκλεκτὸς γενόμενος ὑμῶν ἠθέλησα νὰ σᾶς προφυλάξω ἀπὸ νέαν Ἐπανάστασιν, διότι νέαν Ἐπανάστασιν θὰ προκαλέσῃ τὸ δημοψήφισμα. Λοιπὸν διὰ νὰ προφυλάξω τοὺς ἐκλογεῖς μου, νομίζω ὅτι ἔχω καθῆκον νὰ ἀποσοβήσω τὸν κίνδυνον τὸν ὁποῖον εἶπον. Τί μὲ ὀφελεῖ ὅ,τι ἐν Πάτραις ὁ ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων εἶπεν ἐν συλλαλητηρίῳ κατὰ τὴν ἀπαισίαν ἡμέραν τοῦ 1917, ὅταν ἐγένετο τρομοκρατία ἐν Πάτραις ὑπὸ τῶν ὀργανώσεων τῶν ἐπιστρατικῶν; Τί ὠφελοῦν οἱ προφητικοὶ λόγοι τοὺς ὁποίους ἔλεγεν ἐν Πάτραις, ὅτι τὸ νόμισμά μας θὰ ἐξευτελισθῇ, ὅτι τὰ Δωδεκάνησα θὰ τὰ χάσωμεν, ὅτι ἡ Ἤπειρος θὰ καταστραφῇ, ἐὰν καταψηφίσουν τὴν πολιτικὴν τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων. Καὶ ποῖος ἐξ ὑμῶν, οἱ ὁποῖοι γνωρίζετε τὴν κοινωνίαν καὶ τὸν Λαόν, δὲν ἤκουσε ὄχι ἀπὸ τὰς τάξεις τὰς ἰδικάς μας, ὄχι ἀπὸ τοὺς ὀπαδοὺς τοῦ κ. Βενιζέλου, ἀλλὰ ἀπὸ τοὺς ἀντιπάλους, νὰ κακίζουν τὸν κ. Πρόεδρον διὰ τὴν τραγῳδίαν τὴν Μικρασιατικὴν εἰς τὴν ὁποίαν μᾶς ἔφερε μὲ τὰς ἐκλογὰς τῆς 1ης Νοεμβρίου; (Χειροκροτήματα). Καὶ δὲν ἦτο προτιμώτερον καὶ βίᾳ καὶ δικτατορίᾳ χρώμενος νὰ μὴ κάμῃ τὰς ἐκλογάς, ἀφοῦ ἐγνώριζε τὴν συμφορὰν ἡ ὁποία ἤθελεν ἐπέλθει εἰς τὴν Ἑλλάδα; Τὸ δὶς ἐξαμαρτεῖν, κύριοι συνάδελφοι... Δὲν γνωρίζω ἐὰν ὁ κ. Δοξιάδης ἐνθυμεῖται τί τοῦ εἶπον ἐν Πάτραις. Εἶπον πρὸς τὸν κ. Δοξιάδην ὑπουργὸν τῆς Ἐπαναστάσεως, ὅταν ἦλθεν ἐν Πάτραις, «κ. Ὑπουργέ, δὲν τὰ πηγαίνετε καλά· τὸ δὶς ἐξαμαρτεῖν οὐκ ἀνδρὸς σοφοῦ». Ἦτο εἰς τὰς ἀρχὰς τῆς Ἐπαναστάσεως, ἀντελήφθη περὶ τίνος τοῦ ὡμίλουν. Μία ἦτο ἡ ἁμαρτία τῆς 1ης Νοεμβρίου ἢ διότι δὲν ἠδυνήθη ὁ Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων ἢ ἔσφαλεν, ἐν τούτοις ὅμως δὲν ἔκαμεν οὐδεμίαν ἀπόπειραν, δὲν ἐτήρησε μίαν γραμμὴν ὅπως ἡ στρατηγικὴ ἐπιβάλλει εἰς τοὺς ἡγουμένους τοῦ Στρατοῦ νὰ ἔχωσιν ὑπ’ ὄψει των πρὸ παντὸς τὴν ὑποχώρησιν ποῦ θὰ καταφύγωσι. Καὶ ὁ κ. Δοξιάδης τότε ἀντελήφθη καὶ μοῦ εἶπε μάλιστα. Δὲν θὰ μὲ γνωρίζετε, κ. Ὑπουργέ, ἀμφιβάλλω. (Γέλωτες). Ἐπιτρέπεται, κύριοι, πλέον νὰ ἐπαναφέρωμεν, νὰ γίνεται συζήτησις καὶ νὰ δημιουργήσωμεν μάλιστα σπαραγμὸν περὶ τῆς Δυναστείας αὐτῆς; Καὶ διατί ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία εἶναι τόσον συμπαθὴς εἰς ἡμᾶς, ἡ ὁποία μᾶς εἶναι τόσον προσφιλής, ἀφοῦ ἔκαμε τὸ πρῶτον βῆμα εἰς τὰς προγραμματικάς της δηλώσεις ἀπὸ τὰς προτέρας δηλώσεις, διατί δὲν λύει τὸ δυναστικὸν ζήτημα ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ; Διότι ἡ ἰδία Κυβέρνησις καὶ ὅλοι ἡμεῖς θὰ ἀγωνισθῶμεν διὰ τὸ πολιτειακὸν ζήτημα, ὅταν ἐπιστῇ ὁ χρόνος, τὸν ὁποῖον θὰ κανονίσῃ ἡ Κυβέρνησις τῆς Χώρας, διότι τώρα, κ. Πρωθυπουργέ, ὁ ὁποῖος μετὰ τόσης εὐλαβείας ἔχεσθε ὄντως τοῦ ἀξιώματος, τὸ ὁποῖον φέρετε καὶ τῶν ἀξιωμάτων τῶν πολιτειακῶν ἀρχῶν, βεβαιωθῆτε ὅτι θὰ βγάλετε ἀπὸ τὴν συνείδησιν τοῦ κόσμου τὸν Κωνσταντῖνον, ὁ ὁποῖος δὲν ἐνδιαφέρεται διὰ τὸν θεσμόν, ἐνδιαφέρεται διὰ τὸν υἱὸν τοῦ Κωνσταντίνου. Ἐάν, κύριοι, ἀποφασίσῃ ἡ Κυβέρνησίς σας δὲν μειοῦται τὸ κῦρος τῆς παμψηφίας, τοὐναντίον θὰ ἀνυψωθῇ εἰς τὴν συνείδησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ, τὸν ὁποῖον θὰ προφυλάξητε ἀπὸ νέας καταστροφάς, τὴν εὐθύνην τῶν ὁποίων ἀκεραίαν καὶ βαρυτάτην θὰ ὑπέχετε. Διατί αὐτὴ ἡ ἔρις μεταξὺ ἡμῶν τῶν δημοκρατικῶν καὶ τῶν δημοκρατικῶν φιλελευθέρων; Ἡ ὁμὰς τῶν δημοκρατικῶν κατὰ τοὺς χρόνους τοὺς ἀπαισίους, ὅτε ἡ ἐλευθερία τοῦ πολίτου, ὅτε ἡ φωνὴ αὐτοῦ δὲν ἠδύνατο ν’ ἀκουσθῇ εἶχε τὸ θάρρος ὅταν ἔβλεπε τὴν καταιγίδα καὶ τὴν καταστροφήν, ἡ ὁμὰς αὐτὴ τοῦ κόμματος τῶν ἰδεολόγων τῶν δημοκρατικῶν ἡ ὁποία δὲν ἦτο τίποτε ἄλλο παρὰ ἕνας ὀργανισμός, μικρός, οὐχ ἧττον ὅμως ἦτο ὑγιὴς καὶ πατριωτικὸς νὰ ἐκφέρῃ κραυγὴν ὅπως σταματήσῃ τὴν καταστροφήν. Διατί αὐτὴν τὴν ὁμάδα νὰ μὴ τὴν συμπαθήσωμεν; Ἀλλ’ ἔχω καὶ κάποιαν ὑποχρέωσιν, κύριοι, διὰ νὰ ἀκούσουν οἱ συμπολῖταί μου, οἱ ὁποῖοι τοιοῦτον πληρεξούσιον ἔστειλαν ἐδῶ. Παραβιάζομεν τὴν ἐντολήν, ἀλλ’ αἱ ψῆφοι τὰς ὁποίας ἐπήραμεν δὲν εἶναι ὅλαι ἰδικαί μας· ἡμεῖς κατήλθομεν εἰς μερίδας· ὁ ἀντίπαλος συνδυασμὸς ἦτο τοῦ κ. Πολυχρονιάδη καὶ ὁ ἄλλος ἀπετελεῖτο ἀπὸ ἐμέ καὶ τὸν κ. Σακελλαρόπουλον, δὲν ἀπέσχον δὲ τῆς ψηφοφορίας παρὰ 10% εἰς τὴν ἐπαρχίαν Αἰγιαλείας. Τέλος πάντων μέσα εἰς τὴν ἐντολὴν αὐτὴν δὲν ἦτο καὶ μία προσωπικὴ ἐμπιστοσύνη; Τοὐλάχιστον τὰ 40% δὲν ἐνεπιστεύθησαν ἐν λευκῷ τὴν ἐντολήν; (Χειροκροτήματα). Καταστρέφων λοιπόν, κύριοι, τὸν λόγον δηλῶ, ὅτι ἐὰν ἡ Κυβέρνησις τῶν Φιλελευθέρων θέσῃ ζήτημα ἐμπιστοσύνης ὅσον ἀφορᾷ τὸ δυναστικὸν ζήτημα, ἐγὼ ἀπὸ πατριωτικὸν καθῆκον, τὸ ὁποῖον αἰσθάνομαι ἀπὸ τὸν ὅρκον τὸν ὁποῖον ἔδωκα νὰ μὴ εἶμαι πληρεξούσιος Αἰγιαλείας, ἀλλὰ πληρεξούσιος τῆς Πατρίδος θὰ καταψηφίσω τὴν Κυβέρνησιν καὶ θὰ ταχθῶ εἰς τὴν πτέρυγα ἐκείνην ἡ ὁποία συμβολίζει τὴν ζωὴν καὶ τὴν ἀνάστασιν τοῦ Κράτους. (Χειροκροτήματα).
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κρεμεζῆς.
§48ΣΠ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι, συναισθανόμενος τὴν ἀνάγκην τοῦ ταχυτέρου τερματισμοῦ τῶν συζητήσεων δὲν θὰ ἀνηρχόμην τὸ βῆμα τοῦτο, ἐὰν ἀπὸ τῆς μιᾶς πτέρυγος δὲν ἐπερρίπτετο κατὰ τῆς ἄλλης, κατὰ κόρον μάλιστα, κατὰ τὰς τελευταίας αὐτὰς ἡμέρας, ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἀλλὰ καὶ ἐν τῷ τύπῳ, ἡ μομφὴ τῆς προσωπολατρείας, ἡ μομφὴ τῆς ἀνακολουθίας τῶν ἰδεῶν. Ὁ λόγος οὗτος μὲ φέρει ἐπὶ τὸ βῆμα, ἄπειρον εἰς τοὺς πολιτικοὺς ἀγῶνας καὶ τὰς διαμάχας ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ὡς εἶχε τὴν καλωσύνην νὰ μὲ χαρακτηρίσῃ πρὸ ἡμερῶν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μαντινείας πολιτευτής. Καὶ ἐν τῇ ἀπειρίᾳ μου ταύτῃ θὰ παρακαλέσω ὑμᾶς ὅπως μετ’ εὐμενείας παρακολουθήσητε τοὺς ὀλίγους μου λόγους, οὓς θὰ εἴπω, προσπαθῶν πάντοτε νὰ εἶμαι ἐντὸς τοῦ χρόνου τῆς κλεψύδρας. Ἀπετέλουν καὶ ἐγὼ μέλος τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως» σχεδὸν ἀπ’ ἀρχῆς τῆς ἱδρύσεώς της. Καὶ τὴν παρηκολούθησα εἰς τοὺς ἀγῶνας συνεργασθεὶς μὲ τὰς μικράς μου δυνάμεις μετὰ τῶν ἀξιοτίμων μελῶν της. Καὶ κατὰ συνέπειαν θὰ ἤμην ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ ἔφερε βαρύτατα τὴν κατηγορίαν τῆς ἀνακολουθίας ἰδίᾳ ἐὰν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου δὲν ἤθελον ἐκθέσει τὰς σκέψεις μου ἐκείνας αἵτινες μὲ ἄγουσιν εἰς τὴν ὑπερψήφισιν τῆς Κυβερνήσεως ἵνα ἀποδείξω ὡς νομίζω ὅτι δὲν εἶμαι ποσῶς ἀνακόλουθος πρὸς τὰς δημοκρατικάς μου πεποιθήσεις, τὰς ὁποίας πρῶτον ἐμελέτησα καὶ κατόπιν ἐξέφερα. Ἠκολούθησα, κύριοι, τὴν «Δημοκρατικὴν Ἕνωσιν» καὶ μέχρι τῆς αἰτήσεως τοῦ προεκλογικοῦ δημοψηφίσματος. Καὶ ἡγήθην μάλιστα τῆς ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία μετέβη τότε εἰς τὴν Ἐπανάστασιν διὰ νὰ ζητήσῃ τὸ δημοψήφισμα ἐκεῖνο. Καὶ ὁμολογῶ ἀκόμη καὶ τώρα ὅτι ὅσον καὶ ἂν ἡ πρότασις ἐκείνη εἶχε τὸ μειονέκτημα τοῦ ὅτι ἡ διὰ τοῦ δημοψηφίσματος τοῦ προεκλογικοῦ ἐκφραζομένη γνώμη τοῦ λαοῦ δὲν ἤθελε θεωρηθῇ ὅτι ἐκπροσωπεῖ τὴν πραγματικὴν βούλησιν αὐτοῦ, δὲν ἔπαυε ποτέ, δεδομένου ὅτι τὸ δημοψήφισμα ἐκεῖνο θὰ ἐκυροῦτο διὰ τῶν ἀμέσως ἐπακολουθησασῶν ἐκλογῶν, δὲν θὰ ἔπαυε ποτέ, λέγω, ἡ ἄποψις ἐκείνη νὰ εἶχε καὶ τὸ πλεονέκτημα τῆς ταχυτέρας λύσεως τοῦ ζητήματος, σημείου ἐπὶ τοῦ ὁποίου ὅλοι εἴμεθα σύμφωνοι. Διεφώνησα κατόπιν μὲ τὴν δημοκρατικὴν ὁμάδα καὶ διεφώνησα ὅταν ἤριζον οἱ δύο ὁμόφρονες σχεδὸν μερίδες μεταξύ των καὶ ἐκινδύνευεν ἡ κοινὴ παράταξις νὰ διχασθῇ ἐκ τοῦ ζητήματος τοῦ ἂν θὰ τεθῇ ἢ δὲν θὰ τεθῇ ζήτημα πολιτειακὸν εἰς τὰς ἐκλογάς. Φοβούμενος τὸν διχασμὸν τῆς παρατάξεώς μας, ὃν ἐθεώρουν καὶ ἐθνικὸν κίνδυνον, φρονῶν δὲ ἀφ’ ἑτέρου ὅτι τὸ πολιτειακὸν ζήτημα δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ συσχετισθῇ μὲ διάφορα ἄλλα ζητήματα, ἐφ’ ὧν κατὰ τὰς ἐκλογὰς θὰ ἔκρινεν ὁ λαός, καὶ ἰδίᾳ ὅτι ἡ Δημοκρατία δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ κατέλθῃ εἰς τὰς ἐκλογὰς ὑποψηφία καὶ φέρουσα τὴν εὐθύνην τῶν ἁμαρτιῶν, τῶν σφαλμάτων, τῆς ἁπλῆς πολιτικῆς ἀντιθέσεως ἔστω, τῶν πολιτικῶν προσώπων, τὰ ὁποῖα θὰ τὴν ἐξεπροσώπουν, διαφώνησα, ὡς καὶ δι’ ἄλλους λεπτομερειακοὺς λόγους, οὓς δὲν φρονῶ ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐκθέσω ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Κατῆλθον δὲ εἰς τὰς ἐκλογὰς ἐπιμαρτύρομαι μάλιστα εἰς τοῦτο τοὺς ἐκ Παρνασσίδος συναδέλφους μου μὲ ἀναπεπταμένην τὴν δημοκρατικὴν σημαίαν, ἐκθέτων εἰς τὸν λαὸν τῆς πατρίδος μου τὴν ἀνάγκην τῆς ἐγκαθιδρύσεως τῆς Δημοκρατίας, πλὴν ὑπὸ μίαν αἵρεσιν, ὅτι τὴν ἐγκαθίδρυσιν τῆς Δημοκρατίας θὰ τὴν ἐπιζητήσωμεν διὰ μετεκλογικοῦ δημοψηφίσματος. Αἵρεσιν, τὴν ὁποίαν κατὰ τὴν ἀντίληψίν μου μὲ ὅλας τὰς περὶ τοῦ περιφήμου πρωτοκόλλου διχογνωμίας τὰς ἐνταῦθα ἀναφυείσας ἀπεδέχθησαν καὶ οἱ δημοκρατικοὶ τοῦ συνδυασμοῦ Ἀθηνῶν ὀλίγας ἡμέρας πρὸ τῶν ἐκλογῶν. Καὶ ἐρωτῶ ὑμᾶς, κύριοι, εἴμεθα ἀνακόλουθοι ἡμεῖς οἱ ὁποῖοι τοιαύτας ἔχοντες ἰδέας πρὸ τῶν ἐκλογῶν καὶ ὑποστηρίξαντες τὸ μετεκλογικὸν δημοψήφισμα, ὅπερ καὶ ἡ Κυβέρνησις ἤδη ὑποστηρίζει, ὑπερψηφίσωμεν αὐτῆς καὶ ἀγόμεθα ἀπὸ προσωπολατρείαν ἡμεῖς ὑποστηρίζοντες ἤδη τὰς ἰδέας τὰς ὁποίας καὶ προεκλογικῶς ὑπεστηρίξαμεν, ὅτε δὲν εἶχεν εἰσέτι ἐπανέλθει εἰς τὴν Ἑλλάδα ὁ ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων; Θὰ ἤμην διατεθειμένος, κύριοι, νὰ μεταβάλλων γνώμην, ἐὰν σπουδαῖα γεγονότα μοὶ ἐπέβαλλον τοῦτο, ἐὰν ἡ συζήτησις ἡ γενομένη μὲ ἔπειθεν. Ἀλλ’ ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι τὰ ἐπιχειρήματα ἅτινα ἡ παράταξις ἐκείνη παρέταξεν ἵνα μεταβάλῃ τὰς πεποιθήσεις ἡμῶν, ἀντὶ νὰ τὰς μεταβάλουν ἐστερεοποίησαν τὰς ἰδικάς μας. Καὶ θὰ ἐξηγήσω τώρα διατί ἐστερεοποιήθην εἰς τὰς ἰδέας μου αὐτὰς ἐκ τῆς συζητήσεως. Εἷς, κύριοι, εἶναι ὁ λαϊκὸς πόθος, μία εἶναι ἡ ἀνεγνωρισμένη παρὰ πάντων ἐθνικὴ ἀνάγκη, ἡ ἀποκατάστασις τῆς ἡσυχίας καὶ τῆς ὁμαλότητος τῆς πολιτικῆς καὶ κοινωνικῆς ζωῆς ἐν Ἑλλάδι. Καὶ φρονῶ ὅτι ἀπὸ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς καὶ μόνης δέον νὰ ἐξετασθοῦν τὰ ζητήματα. Ποῖαι εἶναι αἱ προτεινόμεναι λύσεις; Μία ἡ λύσις τοῦ δυναστικοῦ ἐν τῇ Ἐθνοσυνελεύσει καὶ ἡ παραπομπὴ τοῦ πολιτειακοῦ εἰς τὸν λαόν. Δευτέρα εἶναι ἡ λύσις ὁποίαν ὑπεστήριξαν οἱ ἀξιότιμοι κ. κ. Χατζηκυριάκος, Πάγκαλος καὶ ἡ Ἐπαναστατικὴ ὁμάς, τὸ νὰ λυθοῦν ἀμφότερα τὰ ζητήματα ἐν τῇ Ἐθνοσυνελεύσει, τρίτη ἡ κυβερνητικὴ ἄποψις, τοῦ νὰ λυθοῦν ἀμφότερα διὰ λαϊκοῦ δημοψηφίσματος, καὶ τετάρτη, ὀλίγον ἀπέχουσα ταύτης, ἡ προταθεῖσα ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου πολιτευτοῦ Ἀχαΐας κ. Μιχαλακοπούλου, ἐλάχιστον διαφέρουσα ἀπὸ τῆς κυβερνητικῆς. Δὲν ἀναφέρω τὴν ἄλλην λύσιν, τὴν τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως», καὶ δὲν ἀναφέρω αὐτὴν διότι δὲν τὴν θεωρῶ ὅτι ἀποτελεῖ ἰδιαιτέραν πρότασιν. Διὰ τοὺς ἑξῆς λόγους: Διότι ἡ λύσις ἡ προτεινομένη ὑπὸ τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως» ἐξαρτᾷ πάντως τὴν κύρωσιν τῆς ἐν τῇ Ἐθνοσυνελεύσει ἐκπτώσεως τῆς Δυναστείας καὶ ἐγκαθιδρύσεως τῆς Δημοκρατίας ἐκ τοῦ λαοῦ διὰ δημοψηφίσματος, δὲν ὁρίζει μόνον πότε θὰ διενεργηθῇ τὸ δημοψήφισμα, ἀργὰ ἢ γρήγορα. Καὶ ἐὰν μὲν γρήγορα, τότε δὲν φρονῶ ὅτι οὐσιαστικῶς ἀφίσταται τῆς προτεινομένης κυβερνητικῆς λύσεως, ἐὰν δὲ ἀργά, τότε δὲν εἶναι διάφορος ἀπὸ τὴν ἄποψιν τὴν ὁποίαν ὑπεστήριξαν οἱ κύριοι Χατζηκυριάκος καὶ Κονδύλης καὶ ἡ Ἐπαναστατικὴ ὁμάς. Προέρχομαι ἤδη εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν ἄλλων προτάσεων. Ἔχομεν τὴν πρώτην λύσιν, τὴν λύσιν τοῦ δυναστικοῦ ἐν τῇ Ἐθνοσυνελεύσει. Ἂς ἐξετάσωμεν, κύριοι, πραγματικώτερον τὴν κατάστασιν. Ποῖον εἶναι τὸ εὔθικτον σημεῖον τοῦ ὅλου ζητήματος, ἐναντίον τοῦ ὁποίου θὰ στραφῇ ὁ ἀντίπαλος πολιτικός μας κόσμος εἰς τὸ μέλλον; Εἶναι ἆρά γε ἡ μοναρχικὴ ἰδεολογία; Εἶναι ἆρά γε ἡ ἰδεολογία τῆς βασιλευομένης Δημοκρατίας; ἢ θὰ προσβληθῇ τὸ μέλλον δημοκρατικὸν πολίτευμα ἀπὸ θετικὴν ἐνέργειαν τῶν Γλύξμπουργ καὶ μιᾶς μερίδος πολιτικῆς, ἡ ὁποία ἐστήριξε τὴν πολιτικήν της ὕπαρξιν καὶ ὀντότητα εἰς τοὺς Γλύξμπουργ; Συνεπῶς ποῖον εἶναι τὸ σημεῖον ἐκεῖνο τὸ χρῆζον ἀπὸ τοῦδε τῆς λαϊκῆς κατοχυρώσεως, ἡ ὁποία θὰ ἀποκλείσῃ πάντα τουλάχιστον εὔσχημον τρόπον προσβολῆς τοῦ μέλλοντος πολιτεύματος; Οὐδεὶς θ’ ἀμφισβητήσῃ τοῦτο. Ἀλλὰ καὶ ἀντιστρέφω τὰ πράγματα: Καὶ ἐὰν λυθῇ τὸ δυναστικὸν ἐνταῦθα, ἐπὶ ποίου σημείου φρονεῖτε ὅτι οἱ ἀντίπαλοί μας θὰ κατέλθουν εἰς τὸ πολιτειακόν μας δημοψήφισμα; Θὰ κατέλθουν ἆρά γε ὑποστηρίζοντες ἀορίστως τὴν Βασιλείαν ἢ θὰ κατέλθουν ὑποστηρίζοντες τὸν υἱὸν τῆς χήρας, ὅπως πρὸ ὀλίγου ἀπεκάλεσαν τὸν Γεώργιον; Καὶ συνεπῶς ποία ἡ ὠφέλεια τῆς λύσεως ἢ μὴ λύσεως ἐν τῇ Συνελεύσει τοῦ δυναστικοῦ; Οὐδεμία. Τουναντίον ἡ προτεινομένη λύσις ἐνέχει καὶ ἓν μειονέκτημα, ὅτι θὰ δώσῃ εἰς τὸν ἀντίπαλον κόσμον μίαν, ἔστω φαινομενικήν, ἠθικὴν βάσιν ἐπὶ τῆς ὁποίας θὰ στηρίξουν εἰς τὸ μέλλον τὸν ἀντικαθεστωτικὸν ἀγῶνα. Ἐνῷ ἡ κυβερνητικὴ ἄποψις, κηρυσσομένης ἐκπεσούσης τῆς Δυναστείας διὰ δημοψηφίσματος, ἀποκλείει τοὺς ἀντιπάλους μας τῆς κατ’ ἐπίφασιν ἠθικῆς βάσεως τοῦ μέλλοντος καθεστωτικοῦ των ἀγῶνος. Καὶ ἔχετε πάντοτε ὑπ’ ὄψει σας ὅτι ποτὲ δὲν εἶναι δυνατὸν ἀντικαθεστωτικοὶ ἢ ἐπαναστατικοὶ ἀγῶνες νὰ στηριχθοῦν καὶ νὰ ἐπιτύχουν εἰμὴ μόνον ὅταν ἔχουν ἔστω καὶ φαινομενικὴν ἠθικὴν βάσιν ἵνα παραπλανήσουν τὸν λαόν. Θεωρῶ λοιπὸν κατὰ τὰς σκέψεις μου ταύτας ἀπαραίτητον τὸ νὰ τεθῇ τὸ δυναστικὸν εἰς τὸ δημοψήφισμα. Καὶ τοῦτο ἂς εἶναι ἡ ἀπάντησις καὶ εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι θεωροῦσαν ἑαυτούς, ἀφοῦ δὲν ἔκαμαν ποσῶς λόγον πρὸ τῶν ἐκλογῶν περὶ κεχωρισμένου δυναστικοῦ καὶ πολιτειακοῦ ζητήματος, θεωροῦσιν ἑαυτοὺς ἐλευθέρους πάσης ὑποσχέσεως προεκλογικῆς πρὸς τὸν λαὸν τοῦ νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα διὰ δημοψηφίσματος. Ἀλλὰ ἂς ἔλθω εἰς τὴν ἀντιπαραβολὴν τῶν ζητημάτων τῶν λοιπῶν δύο προτεινομένων λύσεων. Ἡ μὲν λύσις ἡ προταθεῖσα ὑπὸ τῶν κ. κ. Χατζηκυριάκου καὶ Παγκάλου καὶ τῆς Ἐπαναστατικῆς ὁμάδος ἐνέχει καὶ αὐτὸ τὸ μειονέκτημα τῆς λύσεως τοῦ δυναστικοῦ ζητήματος ἐν τῇ Ἐθνοσυνελεύσει ταύτῃ καὶ ἐπηυξημένον διὰ τὸν λόγον ὅτι θὰ λυθῇ ἐν τῇ Ἐθνοσυνελεύσει καὶ τὸ πολιτειακὸν καὶ ὄχι μόνον τὸ δυναστικόν. Ἰσχυρίσθησαν ὅμως ὅτι ἡ ἐπὶ τετραετίαν ἀπόλαυσις τῶν ἀγαθῶν τῆς Δημοκρατίας θέλει πείσει τὸν λαὸν περὶ τῆς ἀναγκαιότητος τοῦ πολιτεύματος. Λησμονοῦσιν ὅμως οἱ τοιαῦτα προτείνοντες τὴν φθορὰν πάσης πολιτικῆς καταστάσεως κρατούσης καὶ λησμονοῦσιν ὅτι ὑφίστανται σοβαρώτατα κοινωνικὰ καὶ ἄλλα ζητήματα ἀπαιτοῦντα ἄμεσον λύσιν. Καὶ ἡ λύσις αὐτῶν δὲν εἶναι εὔκολος οὔτε εἶναι δυνατὸν ἀπὸ τοῦδε νὰ εἴπωμεν ὅτι θὰ δώσωμεν ἐπ’ αὐτῶν λύσιν ἱκανοποιοῦσαν τὸν λαόν. Τοῦτο θὰ ἐπαυξήσῃ τοὺς λόγους τῆς φθορᾶς μας. Καὶ ὅταν δι’ ἄλλους λόγους ὁ λαὸς μετὰ τὴν τετραετίαν, διὰ λόγους φθορᾶς ἡμῶν ἢ διὰ λόγους δυσαρεσκείας, μᾶς ἀρνηθῇ τὴν ἐμπιστοσύνην του, τοῦτο θὰ ἐκληφθῇ καὶ ὡς ἀπάρνησις ὑπὸ τοῦ λαοῦ τοῦ δημοκρατικοῦ πολιτεύματος. Καὶ τότε, εἰς μίαν τοιαύτην ἀπαισίαν ρεβάνς, ἐρωτῶ· τί θὰ γίνῃ ἡ Δημοκρατία μας; Καὶ ποῖα τὰ ἐθνικὰ ἐκ τούτου ἐπακόλουθα; Καὶ ἐλησμόνησαν οἱ τοιαῦτα προτείνοντες ἐπίσης ἕνα σπουδαῖον ψυχολογικὸν παράγοντα διὰ τὸν Ἑλληνικὸν Λαόν, τὴν πεισμοσύνην αὐτοῦ, τὴν πεισμοσύνην ἡ ὁποία κατὰ μέγα μέρος—δὲν λέγω ὅτι δὲν ὑπῆρχον καὶ ἄλλαι αἰτίαι, ἀλλ’ ἦτο ἴσως ἡ κυριωτέρα, — κατὰ τὸ 1920 μᾶς ἔφερεν εἰς τὰ ἀποτελέσματα τῶν ἐκλογῶν ἐκείνων, μᾶς ἔφερεν εἰς τὴν καταστροφήν. Καὶ θὰ εἶχέ τις ἴσως νὰ ἀντιπροτείνῃ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον πολὺ εὐφυῶς ὁ ἀξιότιμος πληρεξούσιος Ἀχαΐας εἶπε πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν, ὅτι προκειμένου νὰ ἀσθενήσω αὔριον θὰ προσπαθήσω νὰ ἀσθενήσω μετὰ τριετίαν. Ἀλλὰ δὲν θὰ ἀναμένουν οἱ ἀντίπαλοί μας τὴν πάροδον τῆς ὁριζομένης ὑπὸ τῶν προτεινόντων χρονικῆς περιόδου διὰ νὰ κινήσουν τὸν ἀντεπαναστατικόν των ἀγῶνα. Ὁ ἀξιότιμος πληρεξούσιος Ροδόπης εἶχε τὴν καλωσύνην πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν νὰ μᾶς πληροφορήσῃ ὅτι ἡ ἀντίδρασις ἤρχισεν ἀπὸ τοῦδε νὰ ὀργανοῦται. Καὶ ἐφόσον ἡμεῖς τοῖς παρέχομεν διὰ τῆς αὐθαιρέτου, ὅπως αὐτοὶ θὰ νομίζουν, λύσεως τῶν ζητημάτων ἐν τῇ Ἐθνοσυνελεύσει τὴν ἠθικὴν βάσιν τοῦ ἀγῶνος των, θὰ ἐκσπάσῃ ἀμέσως ἡ ἐπαναστατική των δρᾶσις καὶ θὰ ἔχωμεν ἀμέσως τοὺς ἐμφυλίους σπαραγμούς. Οὐδὲ εὑρίσκεται ἡ Ἑλλὰς εἰς τὴν διεθνῆ καὶ ἐξωτερικὴν κατάστασιν εἰς οἵαν εὑρίσκετο καὶ ἡ Γαλλία ὅπως εἷς ρήτωρ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἔλεγεν, ὅπως ἐπὶ δεκαετίαν ὁλόκληρον ἐφαρμόσῃ τὸν στρατιωτικὸν νόμον διὰ νὰ ἐπιβάλῃ τὸ πολίτευμά της, διότι ὅλοι γνωρίζομεν, σεῖς δὲ περισσότερον παντὸς ἄλλου ἐτονίσατε, ὅτι ἔχομεν ἀνάγκην τῆς ἐξωτερικῆς ἐμπιστοσύνης διὰ νὰ λύσωμεν τὰ σοβαρώτερα ἐθνικά μας ζητήματα. Καὶ δὲν πιστεύω νὰ νομίζῃ κανεὶς ὅτι τῆς ἐμπιστοσύνης αὐτῆς θὰ τύχητε, ἂν λύσητε καθ’ ὃν τρόπον σεῖς νομίζετε τὸ ζήτημα ἐνταῦθα καὶ ἂν δὲν προηγηθῇ καὶ δὲν σχηματισθῇ περὶ τούτου ἀπόλυτος εἰς τὸ ἐξωτερικὸν πεποίθησις ὅτι τὸ ἐγκατασταθὲν νέον καθεστὼς εἰς τὴν Ἑλλάδα εἶναι πάγιον καὶ μόνιμον. Ἀλλὰ καὶ ὁ ἀγαπητός μου φίλος κ. Καραπάνος εἶχε τὴν καλωσύνην νὰ μᾶς ἀποκαλέσῃ ἀσθενεῖς τὴν ψυχήν, διότι δὲν τολμῶμεν νὰ κάμωμεν τὴν γενναίαν πρᾶξιν τῆς κηρύξεως τῆς Δημοκρατίας ἐν τῇ Ἐθνοσυνελεύσει ταύτῃ.
§49Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Μὰ τί εἴδους γενναιότης εἶναι αὐτή;
§50Π. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν εἶπα δι’ αὐτό, ἀλλὰ θὰ τὸ ἔλεγα καὶ αὐτό.
§51Σ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Ἀσθενεῖς τὴν ψυχὴν ἡμεῖς οἱ ὁποῖοι ἔχομεν τὸ θάρρος νὰ ἀπευθυνώμεθα πρὸς τὸν λαόν, ὅστις εἴμεθα βέβαιοι ὅτι κατὰ τὴν τελευταίαν αὐτὴν μάχην θὰ δώσῃ ὑπὲρ ἡμῶν τὴν τελευταίαν νίκην, τὸ τελευταῖον κτύπημα κατὰ τοῦ ἀντιπάλου κόσμου καὶ οὕτω θὰ εἰσέλθωμεν ταχύτατα εἰς ἐσωτερικὴν ὁμαλότητα καὶ γαλήνην. Οἱ ἀσθενεῖς τὴν ψυχὴν εἶναι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι δὲν τολμοῦν ν’ ἀντικρύσουν τὸν Λαόν. Καὶ δὲν λέγω ὅτι σεῖς δὲν τολμᾶτε, διότι καὶ σεῖς διατείνεσθε καὶ πιστεύετε ὅτι ἡ Ἑλλὰς εἶναι ἀντιδυναστικὴ καὶ ὅτι ἡ Ἑλλὰς εἶναι δημοκρατικὴ κατὰ τὰ 85%. Εἶπεν ὅμως καὶ σήμερον εἰς δηλώσεις του ὁ ἀξιότιμος κ. πληρεξούσιος Ροδόπης: Φοβούμεθα τὴν προπαγάνδαν τῶν ἄλλων. Ἐγὼ τὴν προπαγάνδαν, κύριοι, δὲν τὴν φοβοῦμαι καὶ δὲν τὴν φοβοῦμαι διότι πιστεύω καὶ εἰς τὴν ἰδέαν, διότι πιστεύω καὶ εἰς τὸν Λαόν. Ἐκεῖνο μόνον τὸ ὁποῖον φοβοῦμαι εἶναι τοῦτο, ὅτι ὁ ἀντίπαλος πολιτικὸς κόσμος, ὁ ὁποῖος ἤδη, ὅταν μᾶς βλέπῃ ἀμφιρρέποντας, μᾶς προκαλεῖ εἰς τὸ δημοψήφισμα διὰ νὰ ἔχῃ εὐχερῆ τὴν δικαιολογίαν ὅτι ἡμεῖς ἀπηρνήθημεν τὰ δικαιώματα τοῦ λαοῦ, φοβοῦμαι, λέγω, ὅτι ὁ ἀντίπαλος πολιτικὸς κόσμος δὲν θὰ κατέλθῃ εἰς τὸ δημοψήφισμα καὶ θὰ ἀπόσχῃ καὶ τότε ἡ πάλη θὰ εἶναι δυσκολωτέρα, ἀλλὰ καὶ πάλιν θὰ νικήσωμεν καὶ θὰ διεξαχθῇ μεταξὺ τῶν ἀπεχόντων καὶ τῶν μετεχόντων εἰς τὸ δημοψήφισμα ὁ ἀγών, λέγω δὲ ὅτι ἡ πάλη τότε θὰ εἶνε δυσκολωτέρα διότι δὲν θὰ ὑπάρχῃ τὸ προσωπικὸν ἐνδιαφέρον εἰς τοὺς ψηφοφόρους καὶ τοὺς ἐκλογεῖς, τὸ ὁποῖον τοὺς κινεῖ κατὰ τὸ πλεῖστον εἰς τοὺς πολιτικοὺς ἀγῶνας, καὶ ἐν τούτῳ καὶ μόνον ἴσως ἔγκειται μικρὸς κίνδυνος. Ἀλλὰ καὶ παρὰ τοῦτο εἶμαι βέβαιος διὰ τὴν νίκην, ἄλλως τε ἡ ἀποχή των καὶ μόνη, δὲν θὰ σημαίνῃ ἄλλο τι εἰμὴ ὅτι δὲν τολμοῦν νὰ μᾶς ἀντικρύσουν εἰς τὸν ἀγῶνα βέβαιοι διὰ τὴν ἧττάν των. Ὁ ἀξιότιμος πληρεξούσιος Λέσβου κ. Καραπαναγιώτης ἐδυσκολεύθη προχθὲς νὰ ἀποδεχθῇ τὴν ἀπάντησιν τοῦ ἀξιοτίμου κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ ἐρωτήματός του περὶ τοῦ ἂν θὰ ἐπανέλθῃ ἢ δὲν θὰ ἐπανέλθῃ ὁ Βασιλεύς, ὅταν ὁ λαὸς ἀποφανθῇ ὑπὲρ τῆς Δυναστείας, ἐδυσκολεύθη ὅμως διότι ἔσφαλεν εἰς τὴν ἀρχικὴν θέσιν τῆς σκέψεώς του, διότι ἀνεγνώρισε φορέα τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας, διερμηνέα τῶν θελήσεων τοῦ λαοῦ καὶ ἐκτελεστὴν τῶν ἀποφάσεων αὐτοῦ, ὑπαρχούσης Ἐθνικῆς Συνελεύσεως, ἄλλον πλὴν αὐτῆς. Ἐὰν δὲν ἔθετε τὴν ἐσφαλμένην αὐτὴν βάσιν, δὲν θὰ εὑρίσκετο εἰς τὴν δυσκολίαν τοῦ νὰ ἀποδεχθῇ τὴν δοθεῖσαν εἰς αὐτὸν ἀπάντησιν. Ἐξ ἄλλου δὲ διότι καὶ αὐτὸς κατέχεται ἀκόμη καὶ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἀπὸ τὴν στρατιωτικὴν νοοτροπίαν, τὴν ὁποίαν, ἂν θέλωμεν νὰ εἴμεθα σύμφωνοι πρὸς τὴν λαϊκὴν θέλησιν καὶ νὰ εὑρισκώμεθα ἐν ἐπαφῇ πρὸς αὐτήν, δέον νὰ ἀποβάλωμεν.
§52Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Καὶ ἡμεῖς εἴμεθα ἀντιπρόσωποι τοῦ Λαοῦ. Ἂν νομίζητε ὅτι ἠμπορεῖτε νὰ μᾶς ἀποδίδητε πάντοτε στρατοκρατικὰς ἰδέας, ἀπατᾶσθε καὶ κανεὶς δὲν θὰ σᾶς πιστεύσῃ (Θόρυβος).
§53Γ. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ λέγητε αὐτά. (Θόρυβος).
§54Σ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Κύριοι, δὲν θὰ καταλίπω τὸ βῆμα τοῦτο πρὶν ἢ διαμαρτυρηθῶ διά τινα δημοσιεύματα περὶ ἀνευθύνου δικτατορίας, περὶ δυνάστου Βενιζέλου, περὶ προσωπολατρείας. Φαίνεται, κύριοι, ὅτι ἐξελάβετε τὴν Δημοκρατίαν ὡς αἵρεσιν καὶ πᾶς μὴ πιστεύων εἰς τὴν ὀρθότητα τῆς σκέψεως τῆς ὑμετέρας τακτικῆς πρὸς ἐπιβολὴν τῆς Δημοκρατίας παύει νὰ εἶναι δημοκρατικὸς καὶ τὸν χαρακτηρίζεται βασιλόφρονα.
§55Δ. ΗΡΑΚΛΕΙΔΗΣ. Διατί παρητήθητε ἀπὸ τὴν «Δημοκρατικὴν Ἕνωσιν»; Δὲν μᾶς λέγετε τοὺς λόγους;
§56Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Παρητήθητε ὅταν ἐδημοσιεύθη εἰς τὴν «Δημοκρατίαν» ὅτι ὁ συνδυασμός σας εἶναι δημοκρατικός.
§57Σ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Τὰ εἶπον αὐτά, κ. συνάδελφε.
§58Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὄχι, εἴπετε ὅτι διεφωνήσατε εἰς τὴν θέσιν τοῦ πολιτικοῦ ζητήματος. Ἐγνωρίζετε τὴν πολιτικήν μας, ὅταν δὲ ἀνηγγέλθη ὁ συνδυασμὸς ἡμῶν, ἐκάματε ἐπιστολὴν καὶ παρητήθητε.
§59Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἤθελα νὰ ἐρωτοῦσα· πᾶς ὁ ἀποχωρῶν τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως» παύει νὰ εἶναι καὶ δημοκρατικός;
§60Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὄχι, ἀλλ’ ὁ κ. συνάδελφος ἀνῆλθε τὸ βῆμα καὶ ἠθέλησε νὰ δικαιολογήσῃ τὸ διατί εὑρίσκεται εἰς ἄλλην πτέρυγα καὶ εἶπεν ἀνακριβείας.
§61Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Θέλω νὰ καθορίσω ἓν ζήτημα· δὲν ὑπάρχει οὐδὲν μονοπώλιον τῆς δημοκρατικῆς ἰδέας.
§62Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ποῖος ἰσχυρίσθη αὐτό;
§63Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Οὔτε πᾶς ὁ ἀποχωρῶν ἢ ὁ μὴ προσχωρῶν εἰς τὴν «Δημοκρατικὴν Ἕνωσιν» πρέπει νὰ θεωρῆται ἀντιπολιτευόμενος τὴν δημοκρατικὴν ἰδέαν.
§64Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν πρόκειται περὶ αὐτοῦ. Ὁ κ. συνάδελφος θεωρεῖ ὅτι δὲν θεωροῦμεν δημοκρατικοὺς τοὺς μὴ ἔχοντας πίστιν καὶ τοῦ λέγομεν ὅτι ὅλ’ αὐτὰ εἶναι περιττά, διότι γνωρίζομεν ἀπὸ ποίους λόγους παρῃτήθη ἀπὸ τὴν «Δημοκρατικὴν Ἕνωσιν».
§65Π. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Σᾶς εἴμεθα εὐγνώμονες, κύριε Πρωθυπουργέ, κατόπιν τῶν ὅσα εἴπατε, ποῦ ἤλθατε μαζί μας.
§66Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Οὐδέποτε ἦλθον μαζί σας, ἀλλὰ καὶ οὐδέποτε ἀπέστην τῆς δημοκρατικῆς ἰδέας.
§67Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Οὐδέποτε ὑπήρξατε δημοκράτης ἀπὸ τῆς Ἐπαναστάσεως καὶ ἐντεῦθεν.
§68Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὑπῆρξα πάντοτε ὁ σημαιοφόρος τῆς δημοκρατικῆς ἰδέας. (Διαμαρτυρίαι ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Ἔχω τὸ θάρρος τῶν ἰδεῶν μου καὶ οὐδεὶς θὰ ἰσχύσῃ ποτὲ νὰ μὲ κλονίσῃ ἐξ αὐτοῦ, οὐδεὶς ἀπολύτως. Ὑπῆρξα πάντοτε δημοκρατικός. Θὰ ἐξηγήσω δέ, ὅταν ἔλθῃ ἡ ὥρα, ὅταν λάβω τὸν λόγον, καὶ τὴν τακτικήν μου, τὴν ὁποίαν ἐτήρησα καὶ πρὸ τῆς ἐκρήξεως τοῦ στασιαστικοῦ κινήματος καὶ μετὰ τὴν καταστολὴν αὐτοῦ. Εἶχον πάντοτε τὴν ἐντύπωσιν ὅτι ἀκολουθῶν τὴν τακτικὴν τὴν ὁποίαν ἐτήρησα ἐξυπηρέτουν πλέον ἀποτελεσματικῶς καὶ πλέον μονίμως τὴν δημοκρατικὴν ἰδέαν. (Χειροκροτήματα). Δὲν εἰργάσθην ὑπὲρ τῶν ἀντιλήψεων ὑμῶν, οὔτε καὶ κἂν σήμερον εἶμαι πρόθυμος νὰ προσχωρήσω εἰς τὰς ἀντιλήψεις ταύτας. Εἰργάσθην ὑπὲρ τῆς δημοκρατικῆς ἰδέας κατὰ τὰς ἰδίας μου ἀντιλήψεις.
§69ΣΠ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Λυποῦμαι ἐξαιρετικῶς, κύριε συνάδελφε, διότι προσωπικόν μου ἐντελῶς ζήτημα ἐγένετο ἀφορμὴ τοσούτου θορύβου. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐκακίσθην ὅτι εἶπον ἀνακριβείας, θὰ παρακαλέσω πολὺ τὸν ἀξιότιμον κύριον ἐκ Μαντινείας πληρεξούσιον νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ ὑπενθυμίσω τὰ γεγονότα τὰ ὁποῖα ἴσως διέφυγον τὴν μνήμην του, διότι τότε πράγματι ἦτο ὑπεράγαν πολυάσχολος: Ἀναχωρῶν διὰ τὴν πατρίδα μου τὴν προηγουμένην εἶδα τὸν ἀξιότιμον κ. Παπαναστασίου, ὅπως καὶ τὸν γενικὸν Γραμματέα τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως» καὶ ἐδήλωσα εἰς αὐτοὺς ὅτι μεταβαίνω εἰς τὴν πατρίδα μου, ὅπου καὶ θὰ συνεργασθῶ μετὰ τῶν μὴ δημοκρατικῶν συμπατριωτῶν μου ἐν μικτῷ μετὰ τῶν Φιλελευθέρων συνδυασμῶν, διότι δὲν ἠνόουν ἡ θέσις τοῦ πολιτειακοῦ ζητήματος εἰς τὰς ἐκλογὰς νὰ διχάσῃ τὴν κοινήν μας παράταξιν. Διότι ἐθεώρουν τὸ πλέον ἐπικίνδυνον εἰς τὴν στιγμὴν ἐκείνην διὰ τὸ Ἔθνος τὴν διάσπασιν τῆς παρατάξεώς μας. Καὶ παρεκάλεσα ὅπως μὴ δημοσιευθῇ τι περὶ τοῦ συνδυασμοῦ Παρνασσίδος, πρὶν ἢ ἐγὼ ἐκεῖθεν γράψω περὶ τοῦ συνδυασμοῦ καὶ τοῦ τρόπου κατὰ τὸν ὁποῖον ἠννόουν νὰ καταρτισθῇ,
§70ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Πολιτικὴ ἰδεολογία εἶναι αὐτή;
§71ΣΠ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Ἡ πολιτικὴ ἰδεολογία, κύριε συνάδελφε, ἔγκειται εἰς τοῦτο: ὅτι δὲν ἤθελον ποσῶς νὰ διασπάσω ἐγὼ τὴν ἑνιαίαν παράταξιν. Ἐφρόνουν καὶ φρονῶ ὅτι κακῶς ἔκαμεν ἡ «Δημοκρατικὴ Ἕνωσις» διασπῶσα τὸν ἀγῶνα. Καὶ τὴν ἑπομένην, μετὰ ταῦτα, ὅταν μετέβην εἰς τὴν πατρίδα μου ἡ «Δημοκρατικὴ Ἕνωσις», συνηθισμένη εἰς τὰ τετελεσμένα γεγονότα, ἐδημοσίευσε παρὰ τὴν παράκλησίν μου, ταύτην καὶ χωρὶς νὰ ἐρωτηθῶ ὡς δημοκρατικὸν τὸν συνδυασμὸν Παρνασσίδος, χωρὶς νὰ ἔχῃ τὴν γνώμην οὐδὲ νὰ γνωρίζῃ κἂν κατ’ ὄψιν τοὺς συνεργάτας μου ἐκ Παρνασσίδος κ. κ. Γουργουρῆν καὶ Σταματόπουλον, τοὺς ὁποίους παρακαλῶ νὰ μοῦ ἐπιβεβαιώσουν τὰ λεγόμενα.
§72Ν. ΓΟΥΡΓΟΥΡΗΣ. Εἶναι ἀληθὲς ἀπολύτως.
§73Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Σεῖς οὐδέποτε μοῦ εἴπατε ὅτι πρέπει ν’ ἀναμείνωμεν τὴν ἀπάντησίν σας ἐκ τῆς πατρίδος σας.
§74ΣΠ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Φαίνεται ὅτι τὸ ἐλησμονήσατε. Καὶ ἀποδεικνύων ὅτι τὸ ἐλησμονήσατε ὑπενθυμίζω ὑμῖν ὅτι τὴν ἑπομένην ἔστειλα ἐπιστολὴν πρὸς τὸν Γενικὸν Γραμματέα τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως», τὴν ὁποίαν ἀνέγνωσαν οἱ συνάδελφοί μου.
§75Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Σεῖς ὁ ἴδιος, ὅταν ὠγκώθη ἡ δημοκρατικὴ κίνησις, μοῦ εἴπετε, «τώρα καὶ οἱ ἄλλοι συνάδελφοί μου τοῦ συνδυασμοῦ ἔγιναν δημοκρατικοί.»
§76ΣΠ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Δὲν εἶπον αὐτὰ ποτέ.
§77Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐγὼ ἤμην ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἔδωσα τὴν ἐντολὴν τῆς δημοσιεύσεως τοῦ συνδυασμοῦ σας, ἀλλὰ σᾶς εἶπον ὅτι ἦτο σφάλμα ἡ δημοσίευσις, ἀλλ’ ἐκ τοῦ λόγου τούτου δὲν δικαιολογεῖται ἡ ἀποστασία ἐξ ἑνὸς κόμματος.
§78ΣΠ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Ἀφοῦ μὲ προκαλεῖτε, θὰ ἐπαναλάβω τὴν φράσιν τὴν ὁποίαν εἶχον ὡς κατακλεῖδα τῆς ἐπιστολῆς μου ἐκείνης, καὶ σᾶς προκαλῶ νὰ μὲ διαψεύσητε καὶ ἥτις ἔχει ὡς ἑξῆς: «Ἡ πρᾶξις αὕτη μοῦ ἑδραιώνει ὡς πεποίθησιν πλέον τὴν ἰδέαν ὅτι ἡ δημοκρατικὴ ὁμὰς συνέστη διὰ νὰ ἐξυπηρετήσῃ ὡρισμένα ἄτομα καὶ ὄχι ἰδέαν. Καὶ εἰς τοιοῦτον πολιτικὸν συγκρότημα δὲν ἐννοῶ πλέον νὰ ἀνήκω. Εἶναι ἀληθὲς αὐτό, κ. Γουργουρῆ;
§79Ν. ΓΟΥΡΓΟΥΡΗΣ. Μάλιστα.
§80Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Καὶ ὅταν ἐπεστρέψατε ἀπὸ τὴν ἐπαρχίαν σας ἐνθυμεῖσθε πολὺ καλὰ τί μοῦ εἴπετε; Παρεπονέθητε διὰ τὴν δημοσίευσιν καὶ ἔπειτα μοῦ εἴπετε ὅτι εἴχετε δισταγμοὺς διὰ τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικὴν καὶ ὅτι δὲν ἐπιθυμεῖτε νὰ συμβιβασθῇ τὸ συνέδριο μὲ τὸν Γούναρην. Σᾶς ἀπήντησα ὅτι εἶχον πλήρη πεποίθησιν, ὅτι δὲν ὑπῆρχε κανεὶς κίνδυνος καὶ ἡ διαβεβαίωσίς μου αὕτη ἐβεβαιώθη ὑπὸ τῶν πραγμάτων. Μοῦ εἴπατε ὅτι θὰ ἀπομακρυνθῆτε ἀπὸ τῆς Ἑνώσεως, διότι δὲν σᾶς λαμβάνουν πολὺ ὑπ’ ὄψιν καὶ σᾶς ἀπήντησα, ὅτι αὐτὸ εἶναι πταῖσμα ἰδικόν σας, διότι δὲν ἔρχεσθε τακτικὰ εἰς τὴν Ἕνωσιν.
§81ΣΠ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Πράγματι μετὰ τὰς ἐκλογὰς μετέβην εἰς τὴν «Δημοκρατικὴν Ἕνωσιν» καὶ τῷ ἐδήλωσα ὅτι εἰσῆλθον ὡς προσωπικὸς φίλος καὶ οὐχὶ ὡς πολιτικὸς διὰ νὰ συγχαρῶ παλαιοὺς συνεργάτας. Ἐκεῖ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μαντινείας πληρεξούσιος εἶχε καὶ πάλιν τὴν καλωσύνην παρὰ τὴν ὡς ἄνω ἐπιστολήν μου νὰ μοῦ προτείνῃ νὰ ἐπανέλθω εἰς τὴν Ἕνωσιν, πλὴν δὲν ἐδέχθην. Κύριοι, ἀναγνωρίζων πόσον ἀνιαρὰ εἶναι ἡ συζήτησις ἐπὶ προσωπικοῦ ζητήματος σταματῶ ταύτην, καίτοι ἠδυνάμην νὰ ἐξακολουθήσω διὰ νὰ ἀποδείξω πληρέστερον τὴν ἀλήθειαν, ἀλλὰ φρονῶν ὅτι καὶ σᾶς θὰ κουράσω συζητῶν ἐπὶ προσωπικοῦ ζητήματος, ἀλλὰ ὅτι καὶ τὸν δημοκρατικόν μας ἀγῶνα δυνατὸν νὰ ζημιώσω. Καὶ ἐπανέρχομαι εἰς τὸ θέμα μου. Κατηγοροῦν ἐπὶ προσωπολατρείᾳ ἡμᾶς ὡσὰν νὰ μᾶς ἀπέλιπεν ἡ σκέψις καὶ ἔγινε καὶ αὕτη μονοπώλιον ἄλλης μερίδος. Δυνατὸν νὰ εἶναι ἀληθὲς τοῦτο. Διότι ὡρισμένως συμβαίνουσι κατὰ τὰς τελευταίας ταύτας ἡμέρας μερικὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα ὁ μικρὸς νοῦς μου δὲν δύναται νὰ ἐννοήσῃ. Τὰ ἑξῆς: Πῶς ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἐκατηγόρουν τὸν ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ὅτι δὲν ἐκθέτει ἀρκετὰ τὰς περὶ Δημοκρατίας ἰδέας του τὸν κατηγοροῦν σήμερον ὅτι ὑπὲρ τὸ δέον τὰς ἐκθέτει. Πῶς ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἀναγνωρίζουν τὸ κῦρος τοῦ κ. Βενιζέλου καὶ ἀναγνωρίζουν ὅτι ἀποτελεῖ κεφάλαιον εἰς τὴν κοινὴν παράταξιν τοῦ δημοκρατικοῦ ἀγῶνος, θέλουν ἐν τούτοις νὰ φθείρουν τὸ κεφάλαιον τοῦτο.
§82ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Πιστεύουν εἰς τὸν Χριστὸν καὶ ὄχι εἰς τὸ Εὐαγγέλιον.
§83ΣΠ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Καὶ θέλουν νὰ τὸ φθείρουν μέχρι τοῦ σημείου τοῦ νὰ καταστήσουν καὶ τὴν ἰδέαν τῆς Δημοκρατίας ἀκόμη ἀντιπαθητικὴν εἰς τὸν προσωπολάτρην Βενιζελικὸν κόσμον, ὅστις ὀφείλουν νὰ ὁμολογήσουν ὅτι εἶναι ἀκόμη πολύς. Εἶναι ἀπορίας ἄξιον πῶς ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἰσχυρίζονται ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν θὰ γίνῃ τιμάριον οὐδενός, οἱασδήποτε ὑπηρεσίας καὶ ἂν προσέφεραν εἰς τήν πατρίδα οὗτοι, ὑπονοοῦντες τὸν κ. Βενιζέλον, καθ’ ὃν χρόνον αὐτὸς πιστεύων εἰς τὴν λαϊκὴν κυριαρχίαν ἐξ αὐτῆς καὶ μόνον ἐξαρτᾷ τὴν λύσιν τῶν ζητημάτων, ἀξιοῦν νὰ ἐπιβάλουν τὴν γνώμην των εἰς τὸν λαὸν χωρὶς νὰ τὸν ἐρωτήσουν περὶ τῆς λύσεως τοῦ πολιτειακοῦ καὶ δυναστικοῦ ζητήματος ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι ἀνεξαρτήτως τῆς δυναστικῆς πλειοψηφίας τοῦ λαοῦ ἡ ἐπάνοδος τῆς δυναστείας εἶναι ἀδύνατος διότι τὴν ἀπεκήρυξαν ὡρισμένοι ἀξιωματικοί;
§84ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Δὲν εἶναι ὡρισμένοι ἀξιωματικοὶ ἀλλ’ ὁ Στρατὸς καὶ ὁ Στόλος ὅλοι.
§85Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐγὼ λέγω ὅτι ἀπειλεῖ ἐμφύλιον πόλεμον αὐτό.
§86ΣΠ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Καὶ οἱ ὁποῖοι προτείνουσι τοῦτο ἐπὶ τῷ λόγῳ τῆς ἀποφυγῆς τοῦ ἐμφυλίου πολέμου προτείνοντες λύσιν, ἥτις, ὅπως προεῖπον καὶ πιστεύω, θὰ ἐξαπολύσῃ καὶ διὰ μακρὸν χρόνον τὸν ἄνεμον τῶν καθεστωτικῶν πολέμων ἐν Ἑλλάδι, ὅπως ἐπίσης μοῦ εἶναι ἄπορον καὶ διερωτῶμαι πῶς ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι κατηγόρουν τὸν κ. Βενιζέλον ὡς ἐγωπαθῆ, διότι ἐδήλωσεν ὅτι, ἐὰν δὲν ἀκολουθηθῇ ἡ πολιτική του, θὰ ἀναχωρήσῃ, μᾶς ἐπανέλαβον κατὰ κόρον ὅτι θὰ ἀποχωρήσουν ἐκ τῆς αἰθούσης ταύτης, ὅταν δὲν ἀσπασθῶμεν τὰς γνώμας των, καὶ πῶς ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι μᾶς ἐπέσεισαν κατὰ κόρον τὸ φάσμα συνοριακῶν κινδύνων, τοὺς ὁποίους ἡ Κυβέρνησις θεωρεῖ ἀνυπάρκτους, καὶ ἀμεσωτάτων ἐσωτερικῶν κινδύνων, ὅπως ἐλέχθη ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον πληρεξούσιον Ροδόπης, ὅτι δὲν θὰ προφθάσουν νὰ ἐπανέλθουν νὰ ὁμιλήσουν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, πῶς αὐτοὶ οἱ ἴδιοι κατηγοροῦν τὸν κ. Βενιζέλον, διότι εἶχε τὴν τόλμην νὰ ἐκθέσῃ τὰς σκέψεις του καὶ περὶ τῶν ἐξωτερικῶν ὑφισταμένων κινδύνων. Καὶ τοῦτο, δι’ αὐτούς, δὲν λέγεται ἐγωπάθεια. Ἔ! Κύριοι, ἡ πάλη εἶναι φυσικὸς νόμος. Καὶ εὑρισκόμενοι μόνοι ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἐλησμονήσαμεν τὸν πραγματικὸν προορισμόν μας καὶ κατατριβόμεθα εἰς τὴν μεταξύ μας πάλην. Εἴμεθα δημοκρατικοί, πιστεύομεν εἰς τὴν Δημοκρατίαν, ἂς βαδίσωμεν ἐκεῖ ὅπου καὶ τὸ καθῆκον μᾶς καλεῖ καὶ ἡ ἰδέα τῆς σωτηρίας τῆς Πατρίδος μᾶς ἐπιβάλλει διὰ νὰ ἀναδείξωμεν μίαν ἑδραίαν καὶ λαϊκὴν Δημοκρατίαν. (Χειροκροτήματα).
§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βαρελᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§88Δ. ΒΑΡΕΛΑΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ἐπὶ τῶν προγραμματικῶν δηλώσεων τῆς Κυβερνήσεως τῆς τε προκατόχου καὶ τῆς παρούσης, πλεῖστοι ὅσοι συνάδελφοι ἐξ ὅλων τῶν πτερύγων ἔλαβον τὸν λόγον καὶ ἐξέθεσαν τὰς γνώμας αὐτῶν ἐπὶ τοῦ ἐπιμάχου ζητήματος, τὸ ὁποῖον μᾶς ἀπασχολεῖ ἀπὸ διμήνου καὶ διὰ τὸ ὁποῖον ζήτημα ἀκριβῶς ἤλθομεν ἐνταῦθα. Θὰ παρακαλέσω ὑμᾶς ἵνα εὐμενῶς μὲ ἀκούσητε καὶ κρίνητε, καθόσον ποιοῦμαι τὴν δήλωσιν ταύτην, ὅτι δὲν ἀνήκω οὔτε εἰς τὴν πτέρυγα τοῦ ἐκ Μαντινείας κ. πληρεξουσίου, οὔτε εἰς τὴν κυβερνητικὴν παράταξιν, οὔτε δὲ καὶ εἰς τοὺς ἔξωθι ἀποσχόντας καθ’ ὃ ἀγροτικός. Κύριοι, ἐγεννήθη τὸ ζήτημα ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἂν ἡ Ἐθνοσυνέλευσις ὡς κυρίαρχον Σῶμα δύναται νὰ ἐπιληφθῇ τοῦ ζητήματος τῆς λύσεως τοῦ τε δυναστικοῦ καὶ τοῦ πολιτειακοῦ. Νομίζω ναί, διότι πράγματι ἡ Συντακτικὴ Συνέλευσις ἔχει τοιοῦτον δικαίωμα. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦτο τὸ αὐτοπεριώρισεν ἡ Συνέλευσις, καθόσον πρὸ τῶν ἐκλογῶν δὲν κατήλθομεν ἢ μᾶλλον δὲν κατῆλθον οἱ ὑποψήφιοι μὲ πολιτικὸν πρόγραμμα ὡρισμένον, ἵνα ὁ λαὸς φωτισθῇ, ἀλλ’ ἁπλῶς ὁ λαὸς ἐκλήθη ἵνα ἐκλέξῃ τοὺς ἀντιπροσώπους αὐτοῦ πλὴν μιᾶς μερίδος, τῆς ὑπὸ τὸν ἡγέτην τῶν δημοκρατικῶν, οἱ ὁποῖοι ἔθεσαν καθαρὰ τὸ ζήτημα τοῦτο ἐνώπιον τοῦ λαοῦ, ἤτοι ὅτι κατῆλθον ὑπὸ δημοκρατικὴν σημαίαν καὶ ὅταν ζητῆτε ἐνταῦθα ἂν πρέπει νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα τὸ δυναστικὸν ὑφ’ ἡμῶν ἡ παράταξις ὑπὸ τὸν κ. Παπαναστασίου δικαίῳ τῷ λόγῳ θὰ εἶναι ἐν ἁρμονίᾳ πρὸς τὴν συνείδησίν της ὡς καὶ πρὸς τοὺς ἐκλογεῖς της, διότι τὸ ζήτημα τὸ ἔθεσαν πρὸ τῶν ἐκλογῶν. Καὶ θέσας ὁ κ. Παπαναστασίου μετὰ τῆς ὁμάδος τὸ ζήτημα τοῦτο ἔλαβε τὴν ἐντολὴν παρὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ, ἵνα αὐτὸς κανονίσῃ ὡς ἔδει τὸ ἐπίμαχον ζήτημα, ἀλλὰ διὰ τοὺς ἄλλους ἐξ ὑμῶν, κύριοι, δὲν ἔχει οὕτω, διότι οὔτε ἡ παράταξις τῶν φιλελευθέρων οὔτε οἱ ἀνεξάρτητοι δὲν ἐδήλωσαν ὅτι κατέρχονται ὡς τοιοῦτοι καὶ συνεπῶς δι’ αὐτοὺς εἶναι νομίζω, δύσκολον, διότι δὲν εἶναι ἐν ἁρμονίᾳ μὲ τὴν συνείδησίν των, οὔτε καὶ μὲ τὰς γνώμας τοῦ λαοῦ, ὁ ὁποῖος τοὺς ἔστειλεν ἐδῶ ἀντιπροσώπους. Κύριοι, καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τὸ μακρὸν κατὰ τὸ ὁποῖον ἐξ ἀμφοτέρων τῶν μερίδων ἠκούσθησαν αἱ γνῶμαι αὐτῶν ἐπὶ τοῦ ἐπιμάχου θέματος ἐλέχθησαν παρ’ ὅλων σχεδὸν ὅλα τὰ μειονεκτήματα τὰ ὁποῖα εἶχε τὸ μοναρχικὸν πολίτευμα, χωρὶς ν’ ἀναφερθοῦν τὰ πλεονεκτήματα. Δυστυχῶς παρ’ οὐδενὸς οὐδὲ παρ’ αὐτῶν τῶν δημοκρατικῶν δὲν μᾶς ἐξηγήθη τὸ πλεονέκτημα τὸ μεῖζον, τὸ ὁποῖον θέλει προέλθει ἐκ τῆς ἐπικρατήσεως καὶ ἐγκαθιδρύσεως τοῦ δημοκρατικοῦ πολιτεύματος ἐν Ἑλλάδι. Οὐδείς, κύριοι, ἀρνεῖται ὅτι ὅλοι μας εἴμεθα φιλελεύθεροι καὶ δημοκρατικοὶ φθάνοντες μέχρι τοῦ βαθμοῦ τῆς ὀχλοκρατίας. Ἀλλὰ θέλω νὰ ἐξετάσω ἕνα μόνον ζήτημα, τὸ δημοκρατικόν. Τὸ δημοκρατικὸν πολίτευμα θέλω, κύριοι, νὰ τὸ ἐξετάσω ἀπὸ δύο ἀπόψεις, ἀπὸ τὴν ἄποψιν τὴν θεωρητικὴν καὶ ἀπὸ τὴν ἄποψιν τὴν πραγματικήν. Ἀκαδημαϊκῶς τις συζητῶν δὲν δύναται εἰμὴ νὰ εἴπῃ, ὅτι τὸ δημοκρατικὸν πολίτευμα εἶναι τὸ ἄριστον τῶν πολιτευμάτων, εἶναι τὸ ἀριστούργημα αὐτῶν ἀνῆκον εἰς φιλελευθέρους λαούς, ἀλλὰ διότι εἶπα τὸ ἄριστον εἶναι καὶ τὸ πλέον εὐπαθέστερον καὶ διὰ τοῦτο ἐν τῇ πραγματικότητι ἔχει πολλοὺς κινδύνους διὰ τὰ Ἔθνη ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ζῶσιν ὑπὸ δημοκρατικὸν πολίτευμα. Καὶ ἂν λάβωμεν, κύριοι, ὡς παράδειγμα τὸ δημοκρατικὸν πολίτευμα ὡς διεμορφώθη ἐν τῇ ἀρχαίᾳ Ἑλλάδι εὑρίσκομεν εἰς τὴν ἡγεμονίδα τῶν ἑλληνικῶν πόλεων τὰς Ἀθήνας ὅτι τὸ δημοκρατικὸν πολίτευμα ἀπέδωκε τοὺς λαμπροτέρους τῶν καρπῶν ὅταν τοῦτο διαχειρίζωνται οἱ ἄριστοι τῶν πολιτῶν· λέγων δὲ τοὺς ἀρίστους τῶν πολιτῶν δὲν ἐννοῶ τοὺς ἡγέτας μόνον, ἀλλ’ ἐννοῶ καὶ τοὺς ἐκ τῶν πολιτῶν, οἱ ὁποῖοι κέκτηνται τὸ πρὸς τὸ ἐκλέγειν δικαίωμα, διότι, ὡς γνωρίζετε, δὲν εἶχον τὸ πρὸς ἐκλέγειν δικαίωμα αἱ κατώτεραι τάξεις καὶ διὰ τοῦτο ἦτο Δημοκρατία ἀριστοκρατικὴ ἢ μᾶλλον συντηρητική, ὅταν δὲ διὰ τῆς ἀσκήσεως τοῦ ἐκλογικοῦ δικαιώματος μετετράπη εἰς ὀχλοκρατίαν, τότε ἡ Ἀθηναϊκὴ Δημοκρατία παρήκμασεν· Ἀλλ’ εἰς τὴν ἐποχὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ζῶμεν δύναται οὕτω νὰ ἐφαρμοσθῇ; Ὄχι, κύριοι, διότι ὑπάρχει, ἡ καθολικὴ ψηφοφορία καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει τὸ δημοκρατικὸν πολίτευμα ὑπέχει τὸν κίνδυνον ὡς τελειότερον καὶ εὐπαθέστερον ὅλων νὰ μὴ δύναται ν’ ἀποδώσῃ τοὺς καρπούς, καθόσον ἐγκλείει ἐν ἑαυτῷ τὸν κίνδυνον τῆς ἰδίας συντηρήσεως. Δὲν θέλω δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου νὰ εἴπω, ὅτι τὸ μοναρχικὸν πολίτευμα δὲν ἔχει τὰ ἐλαττώματά του· αὐτὸ ἔχει ἕνα πλεονέκτημα μέγιστον μάλιστα ὅταν ἔχῃ ἡγεμόνα ἄριστον, ἔχει πλεῖστα μάλιστα μειονεκτήματα ὅταν αὐτὸς ὁ ἡγεμὼν δὲν εἶναι καλός. Ἀλλὰ θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς εἴπω τὸ ἑξῆς, ὅτι ἐνταῦθα δὲν πρόκειται περὶ καθαρῶς δημοκρατικοῦ καὶ μοναρχικοῦ πολιτεύματος. Ἀλλ’ ὡς τὰ πολιτεύματα ἐξειλίχθησαν διὰ μέσου τῶν αἰώνων κατέληξαν οἱ πλέον ἀπὸ ἡμᾶς προηγμένοι λαοὶ καὶ ἰδίᾳ οἱ Ἄγγλοι κατανοήσαντες τὰ πλεονεκτήματα τοῦ ἑνὸς πολιτεύματος καθὼς καὶ τὰ ἐλαττώματα, καὶ τὰ πλεονεκτήματα καὶ τὰ μειονεκτήματα τοῦ ἑτέρου πολιτεύματος νὰ συντάξωσιν ἓν μικτὸν σύστημα πολιτεύματος, τὸ συνταγματικὸν λεγόμενον πολίτευμα. Καὶ τὸ πολίτευμα ἐκεῖνο ἔχει, κύριοι, ὡς γνωρίζετε, τὴν προέλευσίν του ἀπὸ ποίους; Ἀπὸ τὸν πλέον προηγμένον λαὸν τοῦ κόσμου σήμερον. Ἠπόρησα, κύριοι, πῶς ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀχαϊοήλιδος συνάδελφος κ. Μιχαλακόπουλος καὶ μέλλων Πρωθυπουργός, ὅταν εἶπεν ὅτι ἡ ἐπάνοδος σήμερον εἰς τὴν Μοναρχίαν σημαίνει ἀναχρονισμὸν ἤθελον ἐρωτήσει καὶ ἤθελον νὰ μοῦ ἔδιδε τὴν ἀπάντησιν, διότι ἐγὼ εἶμαι ἄπειρος, τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα μὲ ἠλαττωμένα δικαιώματα εἶναι μοναρχικόν, κ. Μιχαλακόπουλε; Πιστεύω ὄχι. Τὸ ζήτημα λοιπόν, κύριοι πληρεξούσιοι, εἶναι ἂν πρέπει ἡ Συνέλευσις νὰ λύσῃ τὸ δυναστικὸν καὶ πολιτειακὸν ζήτημα ἐνταῦθα ἢ νὰ παραπέμψῃ τοῦτο εἰς τὴν ψῆφον τοῦ λαοῦ τὸ ὁποῖον ἐγὼ δὲν τὸ θεωρῶ ἀλληλένδετον. Αἱ δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως ταύτην τὴν ἔννοιαν ἔχουν, νὰ παραπέμψουν τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος εἰς τὸν λαὸν καὶ νὰ μὴ τὸ κρίνῃ ἡ Συνέλευσις. Ἐγώ, κύριοι, νομίζω ὅτι θὰ ἦτο πολιτικῶς σόλοικον, νὰ ἐλύοντο τὰ ἐπίμαχα ζητήματα ἐνταῦθα, διότι, ἄν, ὡς προτείνουν οἱ δημοκρατικοί, τὴν κηρύξωμεν ἐνταῦθα καὶ παραπεμφθῇ ἡ κύρωσις αὐτῆς εἰς τὸν λαόν, σᾶς ἐρωτῶ τί ἤθελε γίνει ἂν ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς δὲν ἐκύρωνε ταύτην; Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐδήλωσεν ὅτι πρέπει ἐπ’ αὐτοῦ ν’ ἀποφανθῇ ὁ λαὸς καὶ εἶχε πλῆρες δίκαιον καὶ ὅταν ἀποφανθῇ ὁ λαός, τότε θὰ ἀγαπήσῃ τὸ πολίτευμα. Ἀλλ’ ἂς ἐξετάσωμεν, κύριοι, πρῶτον τὸ δυναστικὸν καὶ δεύτερον τὸ πολιτειακόν. Τὸ δυναστικὸν ζήτημα, κύριοι, ἐσχάτως ἠγέρθη καὶ ἠγέρθη καθ’ ὃν τρόπον γνωρίζετε. Ἤδη δὲ ἡ διένεξις αὕτη, ἡ ὁποία ἐπῆλθε μεταξὺ τοῦ μεγάλου κόμματος τῶν Φιλελευθέρων καὶ τοῦ πρώην βασιλέως Κωνσταντίνου ἀπὸ τοῦ 1915, καθ’ ἣν ἐποχὴν ὁ τότε Βασιλεὺς διέλυσεν ἐντὸς τοῦ αὐτοῦ ἔτους δὶς τὴν Βουλήν, διότι αὕτη κατὰ πλειονοψηφίαν ἐπεκύρωσε τὰς ἀπόψεις τοῦ ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων. Ἐξεταστέον ὅμως: ὁ Βασιλεὺς ἐκεῖνος εἶχεν εὐθύνην τινά, ὅτε ὅλοι γνωρίζομεν ἐκ τοῦ συντάγματος ὅτι τὴν εὐθύνην διὰ πᾶσαν πρᾶξιν τοῦ Βασιλέως τὴν ὑπέχει ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς ἢ ἡ ἁρμοδία Κυβέρνησις; Οὐσιαστικῶς, κύριοι, οἱ τότε κυβερνῶντες μὴ δυνάμενοι νὰ ἀντιπαλαίσουν πρὸς τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων, τὸ ὁποῖον εἶχε τὰς μεγάλας ἐπιτυχίας τοῦ 1912–1913, μὴ δυνάμενοι, λέγω, ν’ ἀντιταχθῶσι κατ’ αὐτοῦ τοῦ κόμματος προσηταιρίσθησαν καὶ ἔθεσαν ὡς πρόγραμμα αὐτῶν τὸν Βασιλέα ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης καὶ ἐντεῦθεν ἐπῆλθε δυστυχῶς ἡ φθοροποιὸς διαίρεσις, ἡ ὁποία καὶ μέχρι σήμερον μᾶς κρατεῖ διῃρημένους. Προηγουμένως, κύριοι, δὲν ὑπῆρχε οὐδὲν ζήτημα ἰδίως διότι ὁ λαὸς εἴχετο καὶ εἴχετο τόσον τῆς παραδόσεως τοῦ πατρὸς τοῦ βασιλικοῦ Θεσμοῦ καὶ τῆς Βυζαντινῆς παραδόσεως, ὥστε πρώτην ἤδη φορὰν μετὰ τὴν ἀποκατάστασιν τῶν πραγμάτων, ὅταν ἐβασίλευεν ὁ Βασιλεὺς Ὄθων καὶ ὅταν τὸν ἐξεδίωξαν τὸν Ὄθωνα κατόπιν τῶν μεγάλων ὑπερβασιῶν τὰς ὁποίας ἔκαμε, καὶ τότε ἀκόμη τὸν θεσμὸν τὸν διετήρησε. Καθ’ ὅλον δὲ τὸ διάστημα τῆς μακρᾶς Βασιλείας τοῦ Βασιλέως Γεωργίου Αʹ οὐδεμία ἠκούσθη φωνὴ καὶ κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ Συντάγματος τοῦ 1863 δὲν ἠκούσθη οὐδεμία φωνὴ ὑπὲρ τῆς δημοκρατικῆς ἰδέας, πλὴν μιᾶς ἀσθενεστάτης φωνῆς δύο ἀνθρώπων, τοῦ Οἰκονόμου καὶ τοῦ Χοϊδᾶ, ἀλλ’ ἡ διαμαρτυρία αὕτη διελύθη μόνη της. Ἠκούσθη, κύριοι, καταφορὰ ἐναντίον τῆς Δυναστείας παρὰ πολλῶν συναδέλφων. Ἐγώ, κύριοι, ἔχω ἐνδοιασμούς. Γνωρίζετε, πιστεύω, ὅτι δὲν διετέλεσα ποτὲ αὐλικὸς θεράπων οὔτε διετέλεσα ποτὲ συγγενὴς καὶ συνεπῶς θὰ εἴπω καὶ θὰ παρακαλέσω ν’ ἀκούσητε τὴν γνώμην μου. Λέγω μόνον τοῦτο, ὅτι ἐπὶ τῆς Βασιλείας Γεωργίου τοῦ Αʹ σχεδὸν ἡ Ἑλλὰς ἐδιπλασιάσθη καὶ ἡ μεταφορὰ δὲν εἶναι ἰδική μου· ὁ Βασιλεὺς ἐκτελῶν διαταγὰς τῆς Κυβερνήσεως τῶν Φιλελευθέρων ἀκόμη τῷ 1913 ἔπεσε ἐκπροσωπῶν τὴν Ἑλληνικὴν κυριαρχίαν ἐν Θεσσαλονίκῃ, ἔπεσεν ἐν τῇ ἐκτελέσει τοῦ καθήκοντος. (Θόρυβος καὶ διαμαρτυρίαι).
§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ πολύ. Διὰ τῆς ἐλευθερίας τὴν ὁποίαν παρέχομεν εἰς τοὺς ἀντιθέτους ἡμῶν νὰ δείξωμεν τὴν διαφορὰν τῆς παρούσης Συνελεύσεως ἀπὸ τῆς ἄλλης.
§90Δ. ΒΑΡΕΛΑΣ. Ἴσως ὑπῆρχε καὶ ὑπάρχει πραγματικὴ ἐξέγερσις ἐναντίον τοῦ Βασιλέως Κωνσταντίνου, ἀλλὰ ἐναντίον τοῦ νῦν Βασιλέως δὲν πρέπει νὰ ὑπάρχῃ διὰ τὸν ἑξῆς λόγον, ὅτι ἐξωσθέντος τοῦ Βασιλέως Κωνσταντίνου ἦλθεν ὁ υἱός του Ἀλέξανδρος τὸν ὁποῖον τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων ἀπεκάλεσεν ἀγαθὸν βασιλέα. Διὰ τὸν Γεώργιον τὸν Βʹ δύναται νὰ λεχθῇ τὸ ἴδιον, διότι αὐτὸς ἀκόμη δὲν ἤσκησε τὰ βασιλικά του καθήκοντα. Κύριοι, ἐπαναλαμβάνω νὰ τονίσω τὸ ἑξῆς· ὅτι ζητήματα τόσης σπουδαιότητος, ἤτοι τὸ δυναστικὸν καὶ τὸ πολιτειακόν, δὲν εἶναι σκόπιμον καὶ ὀρθὸν νὰ λυθοῦν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἀλλὰ νὰ παραπεμφθοῦν εἰς τὴν θέλησιν τοῦ κυριάρχου Λαοῦ μόνου ἱκανοῦ ἵνα λύσῃ ταῦτα, ὄχι δι’ ἄλλον λόγον, ἀλλὰ διότι δέον ν’ ἀποφανθῇ μόνος του ὁ λαὸς ἐπὶ τῶν δύο αὐτῶν ζητημάτων, καθόσον ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ ἔχῃ καὶ τὴν συνείδησιν αὐτὴν ὅτι οἱ ἄρχοντες τὸν καλοῦσιν ἵνα ἐκλέξῃ μόνος του τὸ πολίτευμα, νὰ τὸ ἀγαπήσῃ καὶ ὑπὸ τὸ πολίτευμα τοῦτο νὰ στεγασθῇ. Περαίνων, κύριοι, τὸν λόγον μου παρακαλῶ τὴν Συνέλευσιν καὶ τὴν Κυβέρνησιν ὅπως τὰ ζητήματα παραπέμψῃ εἰς τὸν λαόν, καὶ εἰς τὴν ἐκδοθησομένην ἀπόφασιν τοῦ λαοῦ νὰ ὑποταχθῶμεν πάντες, ἵνα τὸ πολίτευμα τὸ ὁποῖον θὰ προέλθῃ μὴ εἶναι κομματικὸν ἀλλὰ Πανελλήνιον. Ὅταν θὰ ἔχωμεν οὕτως ἐκπεφρασμένην τὴν γνώμην, τότε θὰ παύσῃ καὶ ἡ φθοροποιὸς διαίρεσις, ἡ ὁποία μᾶς ἔφερεν εἰς τὴν κατάστασιν αὐτήν, καὶ τότε ὅλοι ἡνωμένοι διὰ τοῦ νέου πολιτεύματος, εἴτε συνταγματικὸν εἴτε δημοκρατικὸν εἶναι, δυνάμεθα νὰ καταστήσωμεν τὴν Ἑλλάδα κράτος ὅπως πρέπει νὰ εἶναι σεβαστὸν εἰς τοὺς φίλους του καὶ τρομερὸν εἰς τοὺς ἐχθρούς του.
§91ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μαμάης.
§92Ι. ΜΑΜΑΗΣ. Ἐγώ, κύριοι, δὲν ἀνήκω εἰς τὰς τάξεις τῆς «Ἀγκύρας» Ἐγὼ ἔχω ἐξέλθει ἀπὸ τὰς κάλπας, ὡς ἀνεξάρτητος, ἔχω δὲ ἐντολήν, ἢ μᾶλλον ἔδωσα τὴν ἐντολήν, ὅτι ἐγὼ αὐτὸς θὰ εἶμαι ἐν τῇ Βουλῇ, θὰ ἀκολουθήσω δηλ. τὴν μᾶλλον συντηρητικὴν ἄποψιν καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐξέτασιν τῆς μιᾶς μερίδος ἢ τῆς ἄλλης. Ἐπειδὴ ὅμως ἔρχομαι ὄχι βέβαια ὡς μέρος, ἀλλ’ ἔρχομαι ὡς ἄνθρωπος τοῦ λαοῦ δὲν ἀξιῶ ῥητορικὰς δάφνας καὶ σᾶς παρακαλῶ ἐν περιπτώσει κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν ἔχω τόσην ῥητορίαν, ἢ δὲν ἔχω τὸν τόνον, τὸν ὁποῖον ἔπρεπε νὰ ἔχω, νὰ μὲ συγχωρήσητε. Ἔρχομαι ὅμως ὡς λαὸς νὰ σᾶς ἐρωτήσω: Τί σᾶς ἔφερεν ἐδῶ; Τί ἀποστολὴν ἔχετε ἐδῶ; Ἔχετε ἀποστολὴν νὰ περισυλλέξητε, ὅ,τι ὁ πόλεμος, ὅ,τι ἡ καχεξία, ὅ,τι ἡ παραφορὰ ἔρριξαν χάμω. Ἐγώ, κύριοι, συζητῶ ἐπὶ τῶν πραγμάτων καὶ τὰ πράγματα λέγουν ὅτι εἴμεθα ξεβιδωμένοι τελείως. Αὐτὰ λέγει ὁ λαός, διότι ἐν ἐμοὶ καὶ δι’ ἐμοῦ ὁ λαός. Εἰς τὸ βῆμα αὐτὸ ἤμην καὶ κατὰ τὸ 1910 καὶ κατὰ τὸ 1911 καὶ τὰ εἶπον αὐτά. Ἐπειδὴ λοιπὸν ὁ λαὸς δυσανασχετεῖ διὰ τὴν κατάστασιν αὐτὴν καὶ δυσανασχετεῖ ἐπίσης καὶ διὰ τὰ βάρη τὰ ὁποῖα ἔχει νὰ σηκώσῃ ἐπιθυμεῖ πολὺ νὰ μάθῃ ἀπὸ τὴν Συνέλευσιν διατὶ τάχα δὲν ἐρρίξαμεν ἕνα μάτι πῶς θὰ διορθωθῶμεν καὶ πῶς θὰ φτιάξουμε τὰ πράγματά μας. Διατί; Διότι ἔχομεν τόσον καιρὸν τώρα ποὺ ὁμιλοῦμεν περὶ διαφόρων θεωριῶν. Αἱ θεωρίαι εἶναι καλαί, ἀλλ’ ἡ κατάστασις ἓν ἀπαιτεῖ, νὰ συνενωθῶμεν ὅλοι, νὰ δώσωμεν τὰ χέρια καὶ νὰ ἐξετάσωμεν τὴν κατάστασιν κατὰ βάθος καὶ νὰ ἴδωμεν ποῖα τὰ αἴτια τὰ ὁποῖα ἐπροκάλεσαν αὐτήν. Εὑρισκόμεθα πρὸ μιᾶς καταστάσεως Κρατικῆς ἐλεεινῆς, ἐλεεινοτάτης. Ὁ παππᾶς κομματάρχης, ὁ εἰσαγγελεὺς κομματάρχης, ὁ διδάσκαλος κομματάρχης, ὁ εἰρηνοδίκης κομματάρχης, ὅλα κόμμα.
§93ΑΝ. ΠΡΑΝΤΟΥΝΑΣ. Καὶ ὁ Μαμάης κόμμα.
§94ΙΩ. ΜΑΜΑΗΣ. Ὁ Μαμάης δὲν εἶναι κόμμα· ὁ Μαμάης εἶναι ἐργάτης.
§95Κ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἀνήκετε εἰς τὸ ἐργατικὸν κόμμα;
§96Ι. ΜΑΜΑΗΣ. Μάλιστα. Καὶ δι’ αὐτὸ ὁμιλῶ ἐξ ὀνόματος τοῦ ἐργατικοῦ κόσμου, ἀδιάφορον ἂν δὲν ἔχω ἐντολὴν ἀπὸ αὐτό, ἀλλ’ ἐγὼ εἶμαι ἐργάτης. Ἔπρεπε λοιπὸν νὰ κυττάξωμεν πῶς θὰ διορθωθῶμεν, καὶ διὰ νὰ διορθωθῶμεν, χρειάζεται μία ἀλληλεγγύη, μία ὑποχώρησις ἐκ μέρους ὅλων. Καὶ ἀντὶ νὰ πράξωμεν αὐτὸ ἐθέσαμεν ἓν ζήτημα δυναστικόν, δηλαδὴ νὰ ὀγάλωμεν τὸν Βασιλέα καὶ ἔτσι νὰ ἔχωμεν περισσοτέρας συγκρούσεις μεταξύ μας. Πολὺ καλά. Λέγω ὅμως: δὲν ὑπάρχει καμμία ἄλλη ὁδὸς ὥστε νὰ μὴ συγκρούησθε ἔτσι; Κάνει εἰς τὸ ἴδιον αὐτὸ τάγμα νὰ ἔχητε αὐτὴν τὴν φαγομάρα; Λοιπὸν νὰ συνενωθῆτε καὶ νὰ ἀποφασίσητε ὅλοι εἰς μίαν παράταξιν καὶ νὰ βρῆτε τὸν καλύτερον τρόπον πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποφύγωμεν τὰς συγκρούσεις μεταξὺ τῶν λαϊκῶν μαζῶν, τὰς ὁποίας ὀφείλομεν νὰ σεβώμεθα καὶ αἱ ὁποῖαι εἶναι μὲν ὑπομονητικαί, ἀλλ’ ἔχουν καὶ τὴν ἀγριότητά των. Κατὰ τὰ 1910 ἦλθεν ἕνα σάρωμα, κατὰ τὸ 1920 ἔκαναν ἄλλα· κυττάχτε λοιπὸν νὰ μὴ ἔχωμεν τὰ ἴδια. Χάθηκε μιὰ ὁδός, νὰ πάρωμεν αὐτὸν τὸν χάρτην τὸν συνταγματικὸν καὶ νὰ ποῦμε γιατὶ παρεκκλίναμε, διότι ἔχει ὁ Α, Β, Γ τὴν ἐξουσίαν; Νὰ τοῦ τὴν ἀφαιρέσουμε. Τί ἔχει ἀκόμη; Εἶναι φόβος μὴ τυχὸν καὶ πηδήσῃ ἀπὸ κανένα παράθυρον. Βάλε του τὸ κλειδί. Δὲν κάνετε οὔτε αὐτό, ἀλλὰ γυρεύετε ἕνα ἄλλο ἐπικινδυνωδέστερον, οἱ μὲν νὰ κηρύξητε ἀμέσως καὶ οἱ ἄλλοι ἐμμέσως. Τὸν ἔμμεσον δρόμον κατ’ ἀνάγκην καὶ ἐγὼ θὰ τὸν ἀκολουθήσω, καίτοι δὲν ἔχω ἐντολὴν ἀπὸ τοὺς συμπολίτας μου, ἀλλ’ ἐγὼ θὰ ἀκολουθήσω τὴν τακτικὴν αὐτὴν καὶ θὰ ἴδω ποῦ εἶναι τὸ ὀλιγώτερον κακὸν καὶ ἐκεῖ νὰ ταχθῶ Τὸ συμπέρασμα εἶναι ὅτι ἀντὶ νὰ συζητῶμεν διάφορα λόγια, τί ἔκαμεν ὁ Ναπολέων καὶ τί ὁ Μέγας Πέτρος, πρέπει νὰ συντομεύσωμεν τὴν κατάστασιν διὰ νὰ μὴ ἐξαναγκάσωμεν τὸν λαόν. Διότι ἡ κατάστασις αὕτη εἶναι ἀνιαρά, διότι, κύριοι Ὑπουργοί, δὲν μποροῦν αἱ ἐργασίαι νὰ γίνωνται εἰς τοὺς θώκους σας. Ἡ ἐργασία γίνεται διὰ τοῦ κεφαλαίου καὶ τὸ κεφάλαιον φυγαδεύεται τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἐξέλθῃ. Διατί; Διότι δὲν ὑπάρχει πολιτικὸν καθεστώς. Αὐτὸ τὸ καθεστὼς ἐναπόκειται εἰς ἡμᾶς νὰ τὸ κάμωμεν. Ἔρχεσθε καὶ λέτε περὶ τοῦ Βενιζέλου, τοῦ ὁποίου τὴν ἄγκυραν ἐκρεμάσατε εἰς τὴν κάλπην σας, ὅτι οἱ φόβοι περὶ τῶν ἐξωτερικῶν κινδύνων ποῦ εἶναι; διότι, ἐὰν καταλαβαίναμεν ὅτι ἔχομεν ἐξωτερικοὺς φόβους, βέβαια δὲν σᾶς ἐψηφίζαμεν. Καὶ ἐγὼ σᾶς λέγω ὅτι ὑπάρχουν. Εἶσαι ὀφειλέτης 80 δισεκατομμυρίων δραχμῶν καὶ ὁ δανειστής σου δὲν σκέπτεται τί κάνεις μὲ τὴν γυναῖκά σου μήτε τί κάνεις μὲ τὰ παιδιά σου, ἀλλὰ στέλλει τὸν δικαστικὸν κλητῆρα καὶ ἂν εἶσαι εἰς τὸ ἐσωτερικὸν φεύγεις σὰν τοὺς Ρώσους, ἀλλὰ τὴν ἔκτασίν σου τὴν ἔχεις ἐπὶ τῆς θαλάσσης. Καὶ ὑπάρχει καὶ ἕνας ἄλλος φόβος, ὅτι τὴν ὥραν κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ σχηματισθῇ ἕνας Κυβερνήτης, πρέπει νὰ εἶναι ὅπως εἶναι ὁ κ. Βενιζέλος, ὁ ὁποῖος νὰ ἔχῃ τὸ κῦρος ἵνα λάβῃ ἡ Πολιτεία ἄλλην ὁδόν, διότι ἄλλως, ὁτιδήποτε καὶ ἂν κάνετε χωριστὰ ἀπὸ ἐκεῖνον, νὰ εἶσθε βέβαιοι ὅτι θὰ πέσετε ἔξω. Ἐπειδὴ τὰ λόγια εἶναι φτώχεια, παρακαλῶ νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν σας ὅσα εἶπον καὶ ἰδιαίτατα οἱ Ὑπουργοί, διότι ὁ ἐργατικὸς κόσμος ἀρχίζει νὰ πάσχῃ, ἡ ἀνάγκη τοῦ ἐργάτου καὶ ἡ ἀνάγκη τοῦ οἰκογενειάρχου ἔφθασαν εἰς τὸ ἀπροχώρητον. Ἐχάσαμεν τὸ ἠθικόν μας, διότι ἔμαθαν καὶ κόβουν τὰ μουστάκια τους. Ἐγὼ ἔβγαλα τὸν υἱόν μου ἔξω καὶ τοῦ εἶπα νὰ ξανάλθῃ ὅταν βγάλῃ μουστάκια. Καὶ τοῦτο εἶναι μιὰ διαφθορά. Πρέπει νὰ ἀκούσητε τὰ λόγια μου, τὰ λόγια τοῦ ἐργάτου, ὁ ὁποῖος ξέρει ἀπὸ τὸ βάθος τοῦ πλοίου μέχρι τοῦ παπαφίγγου. Διότι ἐγὼ ἀπὸ ξυπόλυτο παιδὶ διὰ τῶν χειρῶν μου ἔφθασα ἐδῶ. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ συντομεύσητε τὰς ἐργασίας σας καὶ κάμετε ὅ,τι σᾶς φωτίσῃ ὁ Θεός.
§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Παυλίδης.
§98ΕΛ. ΠΑΥΛΙΔΗΣ. Ἀνέρχομαι, κύριοι πληρεξούσιοι, εἰς τὸ βῆμα οὐχὶ διὰ νὰ παρουσιάσω νέα ἐπιχειρήματα καὶ ἰσχυρὰ διὰ νὰ δικαιολογήσω τὴν διαφωνίαν μου εἰς τὰ σημεῖα ἐκεῖνα τῶν προγραμματικῶν δηλώσεων τῆς Κυβερνήσεως, ὡς τὸ δυναστικὸν καὶ τὸ πολιτειακόν, διότι ἄλλοι ἔγκριτοι συνάδελφοι καὶ ἐμβριθεῖς μελετηταὶ τῶν ζητημάτων τούτων καὶ ἰδίᾳ τῆς ἀριστερᾶς πτέρυγος, εἰς τὴν ὁποίαν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀνήκω, ἐξώφλησαν πλουσιοπαρόχως τὰ ἐπιχειρήματα ταῦτα καὶ ἀνεδείχθησαν ὑπερόχως ἀκαταμάχητοι. Θὰ ἐπερίττευεν ἴσως ἡ ἐμὴ ἐνίσχυσις καὶ θὰ ἐπερίττευεν ἴσως καὶ νὰ λάβω τὸν λόγον, κύριοι, ἂν δὲν ἀνῆκον εἰς τὸν κόσμον ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος θῦμα τῆς μεγαλυτέρας καὶ τῆς τραγικωτέρας ἐθνικῆς συμφορᾶς, ἐκριζωθεὶς ἀπὸ τὰς ἑστίας του κατέφυγεν εἰς τὰς ἀγκάλας τῆς μητρὸς Ἑλλάδος κατὰ τὴν κρισιμωτέραν σταδιοδρομίαν αὐτῆς. Ναί, πρέπει ἐπανειλημμένως νὰ ἀκουσθῇ ἡ φωνὴ ἐκείνων, τοὺς ὁποίους ὀνομάζουν μὲ ἓν ὄνομα κακόηχον καὶ ἀντιπαθὲς καταστὰν εἰς μίαν μερίδα τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ, εὐτυχῶς τὴν ἐλαχίστην. Πρέπει, λέγω, ν’ ἀκουσθῇ ἡ φωνὴ ἡμῶν ὄχι μόνον ἐπὶ τῶν ζητημάτων τὰ ὁποῖα ἀφορῶσιν ἀποκλειστικῶς τοὺς πρόσφυγας, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τῶν γενικωτέρων ζητημάτων, τὰ ὁποῖα ἀφορῶσι τὴν Ἑλλάδα καὶ τὸν Ἑλληνισμὸν ὁλόκληρον, διότι ἀπὸ τὴν εὐτυχίαν καὶ εὐημερίαν τῆς Ἑλλάδος ἐξαρτᾶται καὶ ἡ εὐτυχία τοῦ προσφυγικοῦ κόσμου, ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ ἀναπόσπαστον τμῆμα τῆς Ἑλληνικῆς οἰκογενείας. Ἔχομεν δικαίωμα καὶ καθῆκον συνάμα νὰ ἐκφράσωμεν τὴν γνώμην μας ἐπὶ τῶν θεμελιωδῶν ζητημάτων, τὰ ὁποῖα διεσάλευσαν τὴν γαλήνην τοῦ Τόπου καὶ ἐξεδίωξαν τὴν ἠρεμίαν ἀπὸ τὴν πανελληνικὴν ψυχήν. Ἔχομεν δικαίωμα νὰ ὁμιλήσωμεν ἐπὶ τῶν ζητημάτων, τὰ ὁποῖα κυρίως ἐγεννήθησαν διὰ τῆς μεγάλης Μικρασιατικῆς συμφορᾶς. Θὰ σᾶς εἴπωμεν τὴν γνώμην μας, κύριοι, ἀπερίφραστον, ἄνευ ἑλιγμῶν καὶ περιστροφῶν, ἄλλως τε εἴμεθα ἀνίκανοι νὰ ἐπιτηδευθῶμεν ὡς πρωτόπειροι καὶ νεοσύλλεκτοι τοῦ πολιτικοῦ ἀγῶνος. Θὰ σᾶς εἴπωμεν ἀπεριφράστως τὰς γνώμας καὶ τὰς σκέψεις μας, στηριζόμενοι ἐπὶ τοῦ πόνου τῆς ψυχῆς, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τῆς πραγματικότητος τῆς ἀνάγκης ὄχι μόνον ἡμῶν, ἀλλὰ τῆς ἀνάγκης τῆς Πατρίδος, ὅπως ἡμεῖς ἀντιλαμβανόμεθα ταύτην καὶ ὅπως ἡμεῖς αἰσθανόμεθα ταύτην. Δὲν πτοούμεθα νὰ ἐκφράσωμεν τὰς πεποιθήσεις μας οὔτε μᾶς κλονίζουν αἱ ἀπειλαί, ὁποθενδήποτε καὶ ἂν προέρχωνται αὗται.
§99Θ. ΣΟΦΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ποῖος σᾶς ἀπειλεῖ; μοῦ φαίνεται ὅτι τοὐναντίον μάλιστα.
§100ΕΛ. ΠΑΥΛΙΔΗΣ. Ἡσυχάσατε, κ. Ὑπουργέ. Περιεφρονήσαμεν, κύριοι, τὰς ὕβρεις καὶ τοὺς σαρκαστικοὺς χλευασμοὺς τοῦ πολιτικοῦ ἐκείνου κόσμου τοῦ ἐκτὸς τῆς αἰθούσης ταύτης, τοὺς χλευασμούς, λέγω, οἱ ὁποῖοι ἐγένοντο εἰς βάρος ἑνὸς ἀναξιοπαθοῦντος Ἑλληνικοῦ πληθυσμοῦ. Ὅτε ὅμως βλέπωμεν ὅτι ἡ ἀνίερος αὐτὴ καταφορὰ ἀρχίζει νὰ λαμβάνῃ διαστάσεις καὶ ἀρχίζει νὰ μεταπηδᾷ καὶ εἰς τὸ ἕτερον στρατόπεδον, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ διαμαρτυρηθῶμεν καὶ νὰ ἀμυνθῶμεν.
§101ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Ποῖον στρατόπεδον;
§102ΕΛ. ΠΑΥΛΙΔΗΣ. Τὸ μὴ ἀντιβενιζελικὸν καὶ ἔχω ἐδῶ τὰ βενιζελικὰ φύλλα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀπήχησις τῆς δημοσίας γνώμης. Ὅτε βλέπομεν, κύριοι, ὅτι ἡ ἄδικος αὐτὴ καταφορὰ κατὰ ἑνὸς ἀναξιοπαθοῦντος Ἑλληνικοῦ πληθυσμοῦ μετεπήδησεν ἀπὸ τὰ ὅρια καὶ ἀρχίζει πλέον νὰ λαμβάνῃ διαστάσεις, ἐπαναλαμβάνω, καὶ εἰς τοὺς ἄλλους καὶ νὰ γίνῃ ἀντικείμενον κομματικῆς πάλης καὶ ἐκμεταλλεύσεως, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ διαμαρτυρηθῶμεν, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ ἀμυνθῶμεν. Καὶ πράττομεν τοῦτο, κύριοι, ὄχι χάριν ἐκείνων οἱ ὁποῖοι εἰς τὸν Τόπον αὐτὸν συνήθισαν νὰ δηλητηριάζουν τὴν κοινὴν γνώμην· πράττομεν τοῦτο μόνον χάριν αὐτοῦ τοῦ λαμπροῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ, τὸν ὁποῖον ἐκμεταλλεύονται. Καὶ δι’ ἐκείνους μὲν οἱ ὁποῖοι ἀνήκουν εἰς τὸν πολιτικὸν κόσμον τὸν ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης δὲν ἐκπλήττομαι, ἀλλ’ ἔκπληξιν αἰσθάνομαι ἀκριβῶς δι’ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι μέχρι τινὸς κατέκρινον τὴν διαγωγὴν τοῦ ἀντιβενιζελικοῦ κόσμου. Ἀλλὰ μάτην αἱ προσπάθειαι καὶ τῶν μὲν καὶ τῶν δέ. Μόνον οἶκτον πρὸς ἀμφοτέρους αἰσθάνεται καὶ λυπεῖται βαθύτατα ὁ προσφυγικὸς κόσμος, διότι ἐπιχειροῦν νὰ παρουσιάσουν τὸν προσφυγικὸν κόσμον ὡς διάφορον τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ. Ὁ προσφυγικὸς κόσμος, κύριοι, εἶναι γνήσιος Ἑλληνικὸς κόσμος, ἀδελφὸς ὁμαίμων τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ τῆς Παλαιᾶς Ἑλλάδος καὶ ἴσως ἔχει δεσμοὺς πολὺ καλυτέρους, πολὺ γνησιωτέρους καὶ μετὰ τοῦ ἀρχαίου Ἑλληνισμοῦ. Τὰ σύνορα, κύριοι, τῆς Ἑλλάδος οὐδέποτε ἀπετέλουν ὁ Μαλέας καὶ ἡ Μελούνα· τὰ σύνορα τῆς Ἑλλάδος καὶ τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἐπεξετείνοντο πάντοτε ἀπὸ τῆς Κρήτης μέχρι τοῦ Αἵμου καὶ ἀπὸ τοῦ Ἀδριατικοῦ μέχρι τοῦ Πόντου. Οἱ Ἕλληνες μετὰ τὴν δουλείαν πανταχοῦ καὶ πάντοτε, ὅπου καὶ ἂν εὑρίσκοντο, ὅλοι ἀνεξαιρέτως δὲν ἔπαυσαν νὰ σκέπτωνται διὰ τὴν ἀνεξαρτησίαν των. Ἕν τμῆμα, κύριοι, τῆς Ἑλληνικῆς Οἰκογενείας ἀποτελούμενον ἀπὸ ἀφανεῖς καὶ ἀσήμους ἀλλ’ ἐνθέρμους πατριώτας, ὅταν ἀκριβῶς οὗτοι εὑρίσκοντο ἐν τῇ προσφυγικῇ ζωῇ, φιλοξενούμενοι εἰς μίαν μακρυνὴν χώραν, ἀλλ’ ὁμόδοξον καὶ φιλόξενον, συνέλαβον πρῶτοι τὴν ἰδέαν τῆς Ἐθνικῆς ἀνεξαρτησίας. Καὶ διὰ τῆς συμβολῆς ὅλων τῶν Ἑλλήνων ἐπετεύχθη ἡ ἀνεξαρτησία τοῦ Ἔθνους, ἡ ἀπελευθέρωσις μιᾶς δυστυχῶς μικρᾶς γωνίας τότε τῆς Ἑλληνικῆς γῆς. Ἔκτοτε δὲν ἔπαυσαν ὅλοι οἱ Ἕλληνες νὰ συμβάλλουν διὰ τὴν μεγέθυνσιν, διὰ τὴν ἐπέκτασιν τῆς μικρᾶς αὐτῆς γωνίας καὶ διὰ τὸ μεγαλεῖον τῆς Πατρίδος. Ἀλλὰ καὶ ἔκτοτε σύμφωνα μὲ τὰ ἱστορικὰ τραγούδια τοῦ πρώτου ἐθνομάρτυρος τῆς ἐθνικῆς ἀνεξαρτησίας ὅλοι οἱ Ἕλληνες πανταχόθεν συνέρρεον εἰς τὴν μικρὰν ἐλευθέραν Ἑλλάδα. Οἱ σημερινοὶ κάτοικοι τῆς παλαιᾶς Ἑλλάδος, διὰ νὰ μὴ εἴπω οἱ περισσότεροι, ἀλλὰ πολλοὶ ἐξ αὐτῶν εἶναι καὶ αὐτοὶ μετανάσται καὶ δὲν διαφέρουν καθόλου ἀπὸ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι μετενάστευσαν πρὸ ὀλίγου εἰς τὴν Ἑλλάδα. Δὲν ὑπάρχει καμμία διαφορά, κύριοι, μεταξὺ τῶν τότε καὶ τῶν τώρα μεταναστῶν. Μία καὶ μόνη διαφορὰ ὑπάρχει, καὶ ἡ διαφορὰ αὐτὴ εἶναι, κύριοι, τῆς χρονολογίας. Ἄλλοι μετενάστευσαν πρὸ 100 ἐτῶν, ἄλλοι πρὸ 80, ἄλλοι πρὸ 10, ἄλλοι πρὸ 2, ἄλλοι πρὸ ὀλίγων μηνῶν καὶ ἄλλοι πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν. Ξενίζονται δὲ οἱ ἐκτὸς τῆς αἰθούσης ταύτης ἔντιμοι ἄνθρωποι διὰ τὰ ὀνόματα τῶν προσφύγων, ὅπως εἶναι τὰ Γελκενδζόγλου, Τερζόγλου καὶ ἄλλα εἰς όγλου· ἀλλὰ μήπως διαφέρουν τὰ ὀνόματα ταῦτα ἀπὸ τοὺς Πεσματζόγλου, Μπαλτατζῆ, Καρτάλη, Καρασεβδᾶ καὶ Καφαντάρη; Εἶναι ὅλα ὀνόματα τουρκικά, λείψανα τῆς τουρκοκρατίας, διότι οἱ πρόγονοι ἡμῶν ἠναγκάζοντο καὶ τὰ ὀνόματα νὰ μεταφράζωσι τουρκιστί, ἵνα ἀποφεύγωσι τὸ μῖσος καὶ τὴν δίωξιν τοῦ τυράννου. Καὶ διεμαρτυρήθησαν οἱ ἔξω τῆς αἰθούσης ταύτης, διότι ὁ προσφυγικὸς κόσμος ἐτέθη ἐν ἴσῃ μοίρᾳ μὲ τοὺς λοιποὺς ἐκλογεῖς τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ, αὐτοὶ οἱ ὁποῖοι δὲν διεμαρτυρήθησαν διὰ τὰς ψήφους τῶν ἀλλοεθνῶν, ὅταν ἐπρόκειτο νὰ ἐπαναφέρουν ἕνα Βασιλέα ἔκπτωτον εἰς τὴν πανελλήνιον συνείδησιν, αὐτοὶ οἱ ὁποῖοι μὲ ἐλαχίστας ψήφους τῶν ἀλλοεθνῶν ἐπεδίωκον νὰ συγκρατήσωσι τὴν ἐξουσίαν, ἕως ὅτου κατεβαράθρωσαν τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος καὶ κατέστρεψαν τὸν Ἑλληνισμὸν τῆς Θράκης καὶ τῆς Μ. Ἀσίας. Καὶ τολμοῦν αὐτοὶ σήμερον νὰ θέσωσιν ἐν ἥσσονι μοίρᾳ ποίους; Ἐκείνους οἱ ὁποῖοι διεφύλαξαν διὰ τῶν αἰώνων ἀμείωτον τὴν ἐθνικὴν συνείδησιν, οἱ ὁποῖοι διεφύλαξαν τὴν πάτριον γλῶσσαν καὶ τὴν Ἑλληνικὴν ψυχὴν ἀλώβητον ἀπὸ τὸ σκληρότερον βαρβαρικὸν περιβάλλον. Τολμοῦν νὰ θέσουν ἐν ἥσσονι μοίρᾳ αὐτοὺς ἀπὸ τὸν χωρικὸν τῆς Ἀττικῆς, τὸν ὁποῖον ὁ παλαιοκομματικὸς κόσμος δὲν κατώρθωσε νὰ διδάξῃ ἐπὶ 100 ἔτη οὔτε αὐτὴν τὴν Ἑλληνικὴν γλῶσσαν. Ἀλλὰ καὶ ἂν παραγνωρίζωσιν οἱ ἔντιμοι αὐτοὶ ἄνθρωποι μίαν διεθνῆ συνθήκην, δυνάμει τῆς ὁποίας ὁ προσφυγικὸς κόσμος ἀπέκτησε τὴν Ἑλληνικὴν ἰθαγένειαν τυπικῶς, λέγω τυπικῶς διότι οὐδέποτε ἀπώλεσε τὴν Ἑλληνικὴν ἰθαγένειαν, ἂν παραγνωρίζωσιν ὅλα τὰ νομοθετικὰ διατάγματα, μήπως κατὰ τοὺς κειμένους νόμους εἶναι δύσκολον, κύριοι, ν’ ἀποκτήσῃ τις τὴν Ἑλληνικὴν ἰθαγένειαν; Δύο μάρτυρες καὶ μία τυπικὴ πρᾶξις τοῦ Εἰρηνοδικείου ἀρκοῦν ν’ ἀποδώσουν τὰ δικαιώματα εἰς ἕνα ἀλλοδαπὸν καὶ νὰ ἐνασκῇ αὐτὸς τὰ δικαιώματα τοῦ Ἕλληνος πολίτου ἐν πλήρει ἰσοπολιτείᾳ. Καὶ δὲν ἀρκοῦσι δι’ αὐτοὺς ὡς μάρτυρες αἱ φλόγες τῆς Σμύρνης, οἱ κοπετοὶ τῶν ἀπαγχονισμῶν τοῦ Πόντου, τὰ αἱματοβαφῆ τοῦ Σαγγαρίου κύματα καὶ ἡ τεραστία ἐκείνη πρᾶξις τῆς Μικρασιατικῆς τραγῳδίας; Πρὶν εἰσέλθω, κύριοι, εἰς τὸ δυναστικὸν ζήτημα ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ δι’ ὀλίγων νὰ θίξω τὸ προσφυγικὸν ζήτημα σεβόμενος τὴν ἀγωνίαν καὶ τὴν ἀδημονίαν τοῦ δυστυχοῦντος προσφυγικοῦ πληθυσμοῦ. Μᾶς κατηγοροῦσι, κύριοι,—ὁ Βενιζελικὸς τύπος δυστυχῶς—ὅτι πρὶν ἢ ὁμιλήσωμεν περὶ τοῦ πολιτειακοῦ καὶ τοῦ δυναστικοῦ ζητήματος ὀφείλομεν νὰ ἐπισκεφθῶμεν πρῶτον τοὺς προσφυγικοὺς συνοικισμοὺς καὶ νὰ ἴδωμεν τὴν δυστυχίαν καὶ κατόπιν νὰ σκεφθῶμεν διὰ τὸ δυναστικὸν ζήτημα. Εἴμεθα καὶ πρόσφυγες καὶ πληρεξούσιοι. Μᾶς κατηγοροῦν, λέγω, ὅτι πρέπει πρῶτον νὰ ἐπισκεφθῶμεν τοὺς προσφυγικοὺς συνοικισμοὺς καὶ κατόπιν νὰ ἀποφανθῶμεν περὶ τοῦ πολιτειακοῦ ζητήματος. Καὶ πράγματι εἶναι τὸ ἐπιχείρημα δυνατόν· ποῖος ἠμπορεῖ νὰ τὸ ἀρνηθῇ; Ἀλλ’ εἶναι ἀπὸ τὰ ἐπιχειρήματα τὰ ὁποῖα ῥίπτουν εἰς τὰς λαϊκὰς μάζας διὰ νὰ δημιουργήσουν ἀκριβῶς μίση καὶ διαιρέσεις. Καὶ λέγουν εἰς τὸν Λαὸν ὅτι, ὅταν ἔχωμεν ἑτοιμοθάνατον εἰς τὸ σπίτι μας, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ σκεπτώμεθα οὔτε διὰ τὰς ἁμαρτίας τῶν Βασιλέων οὔτε διὰ τὰ ἀγαθὰ τῆς Δημοκρατίας. Αὐτὴ ὅμως εἶναι ἡ λαϊκὴ ἀντίληψις καὶ δι’ αὐτὸ ἐζητήσαμεν νὰ προταχθῇ ἡ συζήτησις τοῦ προσφυγικοῦ ζητήματος. Ἀλλ’ ἐκ τούτου δὲν ἕπεται ὅτι δὲν ἔχομεν καθῆκον νὰ μὴ ἐρευνῶμεν ποῦ ἔγκειται ἡ πραγματικὴ δυστυχία τοῦ ἑτοιμοθανάτου ἵνα μὴ καταστραφῇ ὁλόκληρος ἡ οἰκογένεια. Οἱ ταγοὶ τῶν λαϊκῶν μαζῶν καὶ οἱ προϊστάμενοι τῆς Ἑλληνικῆς οἰκογενείας ἔχουν καθῆκον καὶ δικαίωμα νὰ πράξωσι τοῦτο. Ὅπως ἡ Ἐπανάστασις τοῦ 1922 πρῶτον αὐτῆς μέλημα μετὰ τὴν ἀνασυγκρότησιν τοῦ στρατοῦ τοῦ Ἕβρου ἔθεσε τὴν περισυλλογὴν καὶ τὴν σωτηρίαν τῶν ἀτυχῶν πλασμάτων τῆς Μικρασιατικῆς καταστροφῆς, τοιουτοτρόπως, κύριοι, μεταξὺ τῶν πρώτων μελημάτων τοῦ κυριάρχου τούτου Σώματος θὰ ἔπρεπε νὰ τεθῇ ἡ ταχυτέρα λύσις τοῦ προσφυγικοῦ ζητήματος. Ἀλλὰ τότε ἡμεῖς θὰ ὁμιλήσωμεν λεπτομερέστερον, ὅταν τὸ προσφυγικὸν ζήτημα συζητηθῇ εἰς τὴν Ἐθνοσυνέλευσιν ὡς ὑπεσχέθη ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Εἴμεθα, κύριοι, εὐγνώμονες πρὸς τὴν Ἐπανάστασιν καὶ πρὸς τὴν Ἐπαναστατικὴν Κυβέρνησιν διὰ τὴν ὄντως πατρικὴν στοργὴν μὲ τὴν ὁποίαν περιέβαλον τὸν προσφυγικὸν κόσμον. Εἴμεθα εὐγνώμονες πρὸς ὅλας τὰς ἑλληνικὰς καὶ ξένας ὀργανώσεις καὶ εἰς πᾶσαν ἰδιωτικὴν πρωτοβουλίαν, ἡ ὁποία συνεκινήθη καὶ ἔδειξε συμπάθειαν ἐνεργῆ πρὸς τὸν προσφυγικὸν κόσμον. Εἴμεθα ἰδιαιτέρως εὐγνώμονες καὶ ἐκφράζομεν ἀμέριστον τὴν εὐγνωμοσύνην μας πρὸς τὴν πέραν τοῦ Ἀτλαντικοῦ μεγάλην Δημοκρατίαν διὰ τὴν ὑπέροχον φιλανθρωπίαν, τὴν ὁποίαν ἐπέδειξεν αὐτὴ εἰς τὸν προσφυγικὸν πληθυσμόν. (Χειροκροτήματα) Ἀλλά, κύριοι, δὲν δυνάμεθα νὰ μὴ βροντοφωνήσωμεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἀνὰ τὸ Πανελλήνιον καὶ ἀνὰ τὴν οἰκουμένην σύμπασαν ὅτι καὶ ἡ ἰδιωτικὴ πρωτοβουλία καὶ ἡ παγκόσμιος φιλανθρωπία, ὅσον ἀφορᾷ τὸ προσφυγικὸν ζήτημα, καθυστέρησαν δὲν ἔδειξαν ἀναλόγως καὶ ἐπαρκῶς ὄχι μόνον πρὸς τὰ ἀνθρωπιστικὰ ἰδεώδη, ἀλλὰ δὲν ἔδειξαν συνέπειαν εἰς τὰς ὑποχρεώσεις τὰς ὁποίας εἶχον ἀπέναντι τοῦ προσφυγικοῦ κόσμου. Ἄν, κύριοι, ἡ Μικρασιατικὴ καταστροφὴ ἀποτελεῖ τὸν ἐπίλογον τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ πολέμου, ὅλα τὰ πεπολιτισμένα Ἔθνη, τὰ ὁποῖα ἔλαβον μέρος εἰς αὐτόν, δὲν εἶναι ἐντελῶς ἀμέτοχα τῆς εὐθύνης εἰς τὴν δυστυχίαν τοῦ προσφυγικοῦ κόσμου.
§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔληξεν ἡ ὥρα σας, κ. συνάδελφε. (Θόρυβος).
§104ΕΛ. ΠΑΥΛΙΔΗΣ. Ἐπιτρέψατέ μοι, νὰ κάμω μίαν παρέκβασιν. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀκόμη χθὲς ἐδήλωσεν, ὅτι ὅσοι θέλουσι νὰ ὁμιλήσωσιν ἐκ τῶν προσφύγων πληρεξουσίων διὰ τὸ προσφυγικὸν δύνανται.
§105ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Μάλιστα.
§106ΕΛ. ΠΑΥΛΙΔΗΣ. Μοῦ ἀφαιρεῖται ὁ λόγος καὶ μοὶ ὑπενθυμίζει ὁ κ. Πρόεδρος τὸ εἰκοσάλεπτον.
§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ ὀφείλω νὰ σεβασθῶ τὴν ἀπόφασιν τῆς Συνελεύσεως,
§108Θ. ΣΟΦΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Σᾶς ἀκούει ἡ Συνέλευσις.
§109Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Κύριε Πρόεδρε....
§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν σᾶς ἔδωκα τὸν λόγον.
§111Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ὅταν παραβιάζηται ὁ Κανονισμός...
§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀπὸ τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. Καραπαναγιώτου ἐλήφθη ἡ ἀπόφασις τῆς Συνελεύσεως. Ἤδη ἡ Συνέλευσις δέχεται νὰ συνεχίσῃ ὁ ἀγορεύων τὴν ἀγόρευσίν του;
§113ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§114ΕΛ. ΠΑΥΛΙΔΗΣ. Λοιπόν, κύριοι, εἶπον ὅτι ἂν ἡ Μικρασιατικὴ καταστροφὴ εἶναι ὁ ἐπίλογος τοῦ πανευρωπαϊκοῦ πολέμου, ὅλα τὰ πεπολιτισμένα Ἔθνη, τὰ ὁποῖα μετέσχον εἰς τὸν πόλεμον, δὲν εἶναι ἀνεύθυνα διὰ τὴν δυστυχίαν τὴν προσφυγικήν. Ὅλοι, κύριοι, θὰ ὁμολογήσητε ποίας ἀρχὰς ἐθέσπισαν, τὰς ὁποίας μετεχειρίσθησαν ὡς προσχήματα, ὅταν κατῆλθον μικροὶ καὶ μεγάλοι εἰς τὸν πόλεμον τὸν Εὐρωπαϊκόν. Μόλις ὅμως ἀνεδείχθησαν νικηταὶ διὰ τῆς συμβολῆς τῶν μεγάλων καὶ τῶν μικρῶν, οἱ μεγάλοι ἐξώφλησαν τὰς ὑποχρεώσεις τὰς ὁποίας εἶχον ἀναλάβει, μὲ τὸ εὐτελὲς νόμισμα τοῦ συμφέροντος καὶ ἀφῆκαν τοὺς μικροὺς νὰ καταστραφῶσιν, ἐν τῇ καταστροφῇ δὲ τῶν μικρῶν οἱ μεγάλοι ἔμειναν ἀνάλγητοι. Τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος ὑπὸ τὰς συνθήκας ὑπὸ τὰς ὁποίας εὑρίσκετο, βεβαίως δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπιτελέσῃ περισσότερα ἀφ’ ὅσα ἔπραξε διὰ τοὺς πρόσφυγας. Μὲ τοῦτο δὲν θὰ εἴπῃ ὅτι δὲν ὑπάρχουσι πολλὰ τρωτὰ εἰς τὴν διαχείρισιν τοῦ προσφυγικοῦ ζητήματος, διὰ τὰ ὁποῖα ὅμως θὰ ὁμιλήσωμεν, ἐπαναλαμβάνω, ἐκτενέστερον οἱ πρόσφυγες πληρεξούσιοι, ὅταν θὰ συζητηθῇ τὸ προσφυγικὸν ζήτημα ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως. Σήμερον περιοριζόμεθα νὰ εἴπωμεν ὅτι τὰ δίκαια τοῦ προσφυγικοῦ λαοῦ παρεγνωρίσθησαν καὶ τὸ προσφυγικὸν ζήτημα δὲν ἐμελετήθη σοβαρῶς καὶ ῥιζικῶς, ὅπως ἔδει, διότι τὸ προσφυγικὸν ζήτημα δὲν ἀποτελεῖ μονομερὲς ζήτημα μιᾶς μερίδος, εἶναι ζήτημα πανελληνικόν, εἶναι ζήτημα τῆς ὅλης ἑλληνικῆς κοινωνίας. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, προκληθεὶς ἀπὸ προγενεστέρους ῥήτορας, εἶχε δηλώσει, ὅταν εἶχεν ἀναλάβει τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι ἐντὸς τριῶν ἡμερῶν δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ λάβῃ μέτρα διὰ τὸ προσφυγικὸν ζήτημα. Καὶ ἀληθῶς θὰ εἶχε πληρέστατον δίκαιον, ἐὰν τὸ προσφυγικὸν ζήτημα ἐγεννᾶτο κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην τῆς ὑπ’ αὐτοῦ ἀναλήψεως τῆς Ἀρχῆς. Ἀλλὰ τὸ προσφυγικὸν ζήτημα, κύριοι, ἐγεννήθη ἀπὸ μακροῦ χρόνου, ὡς γνωρίζετε, οἱ δὲ πολιτικοὶ ἄνδρες, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι τὴν ἀξίωσιν νὰ κυβερνῶσι μίαν Χώραν, ὀφείλουσιν ὅλα τὰ σοβαρὰ καὶ τῆς τοιαύτης σημασίας μάλιστα κολοσσιαῖα ζητήματα νὰ μελετήσωσιν ἐγκαίρως, ὅταν δὲ παρουσιασθῇ εὐκαιρία νὰ ἀνέλθωσιν εἰς τὴν Ἀρχὴν νὰ εἶναι ἕτοιμοι νὰ λάβωσι μέτρα καὶ ἐντὸς τριῶν ἡμερῶν καὶ ἐντὸς μιᾶς ἡμέρας. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Ἐπιπροσθέτως ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀπετέλει ἐπίλεκτον μέλος τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως καὶ μάλιστα μὲ προβλέψεις διαδοχῆς τῆς προεδρίας, ὁπότε φρονῶ ὅτι δὲν ἐπετρέπετο νὰ ἦτο ἀπαράσκευος διὰ τοιοῦτον σοβαρὸν ζήτημα, ὁποῖον παρουσιάζεται τὸ προσφυγικόν, ὡς ὡμολόγησεν ὅτι εἶναι καὶ αὐτὸς ὁ ἴδιος. Καὶ τώρα ἐπὶ τοῦ δυναστικοῦ....
§115ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Παρῆλθε πολλὴ ὥρα.
§116ΕΛ. ΠΑΥΛΙΔΗΣ. Ὁ κ. Κύρκος ὡμίλησε χθὲς τὸ βράδυ καὶ ἐσυνέχισε σήμερον δύο ὥρας.
§117ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξακολουθήσατε, συνάδελφε.
§118ΕΛ. ΠΑΥΛΙΔΗΣ. Ἡ Κυβέρνησις ὑποβάλλουσα διπλοῦν τὸ ἐρώτημα εἰς τὸν Λαὸν ἀσφαλῶς προκαλεῖ τὴν σύγχισιν, ἀφοῦ σύγχυσιν προκαλεῖ καὶ εἰς τοὺς ἐκλεκτοὺς τοῦ λαοῦ. Καὶ λέγω τοῦτο, διότι ἐκτὸς ὡρισμένης ἐκφρασθείσης γνώμης ἀπὸ μίαν πτέρυγα, τὴν ἀριστεράν, βλέπω ὅτι οἱ ἄλλοι ἀξιότιμοι πληρεξούσιοι, οἱ ὁποῖοι ἀνήκουσιν εἰς τὴν κυβερνητικὴν παράταξιν εἴτε ἀλλαχοῦ ὑπέβαλον ποικίλας τροπολογίας καὶ διάφορα σχέδια ἐρωτημάτων εἰς τὸν Λαόν. Τοῦτο ἀποδεικνύει, κύριοι, ὅτι οὔτε αὐτοὶ οἱ πληρεξούσιοι κατώρθωσαν ἀκόμη νὰ ἐννοήσωσι ποῦ πρέπει νὰ συγκεντρώσωσι τὸ ζήτημα τοῦτο. Καὶ ἐρωτῶ τὸν κ. Πρωθυπουργόν: ποῖοι λόγοι ἦσαν ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ὑπηγόρευσαν τὴν προσθήκην τοῦ διπλοῦ ἐρωτήματος, τοῦ ἐρωτήματος δηλαδὴ περὶ τῆς Δυναστείας εἰς τὸ ἀποφασισθὲν σχέδιον προεκλογικῶς ἑνὸς καὶ μόνου ἐρωτήματος περὶ Βασιλείας ἢ Δημοκρατίας; Ἐὰν μέν, ὡς εἶχε δηλώσει κατ’ ἀρχὰς ὁ κ. πληρεξούσιος Λέσβου, ἡ ἀπομάκρυνσις τοῦ Βασιλέως ἀποτελεῖ ἁπλῆν ἀποδημίαν δὲν ἐννοῶ πῶς ἡ Κυβέρνησις ἔθεσε ζήτημα Δυναστείας, ἀφοῦ δὲν ἐθίγη τὸ νόμιμον καθεστὼς τῆς Βασιλείας καὶ ἀφοῦ δύο Κυβερνήσεις ὡρκίσθησαν εἰς τὸν Βασιλέα Γεώργιον. Ἀλλὰ καὶ ἀντιστρόφως: Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις φρονῇ ὅτι ἡ πρᾶξις ἐκείνη τῆς 17ης Δεκεμβρίου ἀποτελεῖ οὐσιαστικῶς ἔξωσιν τῆς Δυναστείας καὶ πάλιν δὲν βλέπω τὸν λόγον διατί ἐτέθη τὸ δεύτερον ἐρώτημα περὶ Δυναστείας εἰς τὸν Λαόν. Δὲν ἐσκέφθη, κύριοι, ἡ Κυβέρνησις τὸ ἑξῆς, ὅτι θέτουσα συγχρόνως δύο ἐρωτήματα, τῶν ὁποίων αἱ ἔννοιαι ἀλληλοσυγκρούονται καὶ ἡ μία αἴρει τὴν ἄλλην, δὲν ἐσκέφθη, λέγω, ὅτι θὰ φέρῃ σύγχυσιν καὶ θὰ δημιουργήσῃ τραγελαφικὴν κατάστασιν εἰς τὰς σκέψεις τοῦ Λαοῦ; Καὶ ἐξηγοῦμαι: Ἀφοῦ τίθενται καὶ τὰ δύο ἐρωτήματα συγχρόνως, δὲν εἶναι δυνατὸν τάχα εἰς αὐτὸν τὸν Τόπον, ὁ ὁποῖος ἔδειξε τόσα ἀπρόοπτα καὶ ἐκπλήξεις εἰς τὸ πρόσφατον παρελθόν, ἔστω καὶ μὲ μικρὰν πλειοψηφίαν νὰ ὑπερψηφίσῃ τὴν Δυναστείαν, καὶ συγχρόνως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπερψηφίσῃ καὶ τὴν Δημοκρατίαν; Τότε τί θὰ γίνῃ; Ἐὰν ἐκφρασθῇ ἡ γνώμη ἐγκαθιδρύσεως τῆς Δημοκρατίας καὶ συγχρόνως παρουσιασθῇ πλειοψηφία ὑπὲρ τῆς Δυναστείας, θὰ κάμωμεν Δημοκρατίαν; Καὶ τότε τί θὰ κάμωμεν τὸν Γεώργιον;
§119Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Πῶς τὸ φαντάζεσθε;
§120ΕΛ. ΠΑΥΛΙΔΗΣ. Ἴσως, κ. Πρόεδρε, δὲν κατώρθωσα νὰ ἐκφρασθῶ ἐπαρκῶς. Λέγω ὅτι, ἀφοῦ θὰ τεθῇ συγχρόνως διατήρησις ἢ ὄχι τῆς Δυναστείας, πρῶτον ἐρώτημα, καὶ δεύτερον Βασιλεία ἢ Δημοκρατία καὶ λάβῃ ἔστω καὶ μικρὰν πλειοψηφίαν ἡ Δυναστεία καὶ συγχρόνως ἐκδηλωθῇ πλειοψηφία ὑπὲρ τῆς Δημοκρατίας....
§121Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Φαντάζεσθε ὅτι εἷς ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος θὰ ψηφίσῃ ὑπὲρ τῆς διατηρήσεως τῆς Δυναστείας θὰ ψηφίσῃ καὶ ὑπὲρ τῆς Δημοκρατίας;
§122ΕΛ. ΠΑΥΛΙΔΗΣ. Διατί ὄχι;
§123Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἂν πραγματικῶς ἦτο δυνατόν ποτε νὰ φαντασθῇ κανεὶς τοιοῦτον πρᾶγμα, θὰ ἦτο ἀληθῶς περίεργον νὰ σκεπτώμεθα περὶ ὡριμότητος τοῦ Λαοῦ, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ ἄνθρωπος ψηφίζων ὑπὲρ τῆς διατηρήσεως τῆς Δυναστείας καὶ συγχρόνως νὰ ψηφίσῃ ὑπὲρ τῆς Δημοκρατίας.
§124ΕΛ. ΠΑΥΛΙΔΗΣ. Βεβαίως προξενεῖ κατάπληξιν, κύριοι, καὶ ἐν τούτοις, ἂν θὰ εἶχε τὴν καλωσύνην ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ βασανίσῃ τὸ ζήτημα, θὰ ἔβλεπεν ὅτι ἡ σύγχρονος ὑποβολὴ καὶ τῶν δύο ἐρωτημάτων ἀναμφιβόλως θὰ φέρῃ τὴν σύγχυσιν αὐτήν.
§125Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ποίαν;
§126Ε. ΠΑΥΛΙΔΗΣ. Εἴπομεν ὅτι ὁ Τόπος αὐτὸς φέρει πολλὰς ἐκπλήξεις καὶ μὴ ἐπαναπαύεσθε ὅπως τῷ 1920....
§127Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν γνωρίζω ἂν εἶχον ἡσυχίαν τῷ 1920. Μοῦ ἀποδίδετέ τι χωρὶς νὰ γνωρίζητε....
§128Ε. ΠΑΥΛΙΔΗΣ. Τὸ ζήτημα εἶναι ὅτι ἡ ἡσυχία αὐτὴ ἐξέσπασεν εἰς τὸν Τόπον.
§129Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ ζήτημα εἶναι ὅτι, ἂν εἶχον τῷ 1920 ἡσυχίαν ἢ ὄχι, δύνανται νὰ σᾶς πληροφορήσουν οἱ συνάδελφοί μου εἰς τὸ τότε Ὑπουργικὸν Συμβούλιον. Ὑποθέτω ὅτι εἶμαι εἷς ἐκ τῶν ὀλίγων, ἴσως καὶ ὁ μόνος, ὁ ὁποῖος ἐπὶ μίαν διετίαν ὑπεστήριζα ὅτι φερόμεθα πρὸς ἀσφαλῆ ἐκλογικὴν ἀποτυχίαν. Ἑπομένως βλέπετε ὅτι δὲν εἶχον καμμίαν αἰσιοδοξίαν. Ἂν τώρα ἔχω αἰσιοδοξίαν δὲν ἄγομαι ἀπὸ τάσιν πρὸς αἰσιοδοξίαν ἐκλογικῆς προθέσεως, ἀλλὰ διότι ἔχω πραγματικὰ ἐπιχειρήματα ἐπὶ τῶν ὁποίων στηρίζω αὐτὴν τὴν φορὰν τὴν ἐπιτυχίαν μας. Ἐπὶ μίαν διετίαν ὑπῆρξα κυρίως ὁ μόνος ἐκ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου διαβεβαιῶν ὅτι φερόμεθα πραγματικῶς πρὸς μίαν ἐκλογικὴν ἀποτυχίαν.
§130Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Δύναται ν’ ἀποτελέσῃ προηγούμενον αὐτό;
§131Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὄχι, ἀλλ’ ἀποτελεῖ ἀπάντησιν εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι λέγουν ὅτι ὑπῆρξα αἰσιόδοξος καὶ κατὰ τὸ 1920 καὶ κατὰ τοιοῦτον τρόπον ἐννοῶ νὰ ὁδηγήσω καὶ τώρα καὶ εἰς μίαν νέαν ἐκλογικὴν ἀποτυχίαν.
§132Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἂν ἡ ἀποτυχία ἢ ἡ ἐπιτυχία τῆς πολιτικῆς τοῦ Βενιζέλου δὲν ἴσχυσε νὰ μεταβάλῃ τὴν γνώμην σας εἰς τὰς παραμονὰς τῶν ἐκλογῶν περὶ τῆς ἐκλογικῆς ἀποτυχίας, πῶς ἔχετε τώρα πεποίθησιν περὶ τῆς ἐπιτυχίας;
§133Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἶχον μορφώσει πρὸ διετίας τὴν γνώμην ὅτι ἡ κατάστασις καὶ πρὸ διετίας δὲν ἦτο τότε εὐμενὴς δι’ ἡμᾶς. Ἔκτοτε δὲν μετεβλήθη ἡ κατάστασις. Αὐτὸ τὸ ὁποῖον μοὶ εἴπατε δὲν τὸ καταλαμβάνω εἰλικρινῶς.
§134Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν εἶχον σκοπὸν ἀντιπολιτεύσεως.
§135Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον γνωρίζω εἶναι ὅτι καὶ μετὰ τὸ πρῶτον συλλαλητήριον, τὸ λαβὸν χώραν ἐν Ἀθήναις, εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, ὅταν ἐβασίλευεν ἀπόλυτος αἰσιοδοξία, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀποτεινόμενος εἰς ἐμέ, ὁ ὁποῖος εἰς τὸ Λονδῖνον εἶχον μεταβιβάσει εἰς αὐτὸν ἀπαισιοδόξους προβλέψεις, ὁ τότε Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως μετά τινος εἰρωνείας ἀπευθυνόμενος πρὸς ἐμὲ μοὶ εἶπε: καὶ τώρα τί λέγουν μερικοὶ οἱ ὁποῖοι τὰ ἔβλεπαν μαῦρα εἰς τὸ Λονδῖνον; Καὶ ἀπήντησα τότε: κύριε Πρόεδρε, αὐτὸ τὸ ὁποῖον εἴπετε χθὲς εὔχομαι νὰ μὴ μᾶς ὁδηγήσῃ εἰς ὄλεθρον, διότι ἔχω τὴν ἐντύπωσιν ὅτι θὰ μᾶς ὁδηγήσῃ εἰς ὄλεθρον.
§136Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Καὶ ὁ κ. Σῖμος τὸ βεβαιοῖ, ἀλλ’ ἐγὼ τουλάχιστον ἔχω ὑπ’ ὄψει ἕν γεγονός, ὅτι δὲν ἐκερδίσαμεν τὰς ἐκλογάς.
§137Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Καὶ ἀπαντῶ ὅτι δὲν ἐκερδίσαμεν, διότι εἶχον τὴν ἀπόλυτον πεποίθησιν ὅτι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἐπλανῶντο εἰς τὰς αἰσιοδόξους των προβλέψεις μέχρι τοῦ 1920, οἱ αὐτοὶ σήμερον πλανῶνται εἰς τὴν ἀπαισιοδοξίαν τῶν προβλέψεών των. Καὶ ὅπως τότε διὰ τῶν ἐκλογῶν ἐφθάσαμεν εἰς ἀποτυχίαν, νομίζω ὅτι οἱ ἐπιμένοντες εἰς τὴν ἀποφυγὴν τοῦ δημοψηφίσματος θὰ ὁδηγήσουν τὴν Χώραν εἰς ἧτταν μεγαλυτέραν. (Χειροκροτήματα).
§138Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Θὰ ἤθελον νὰ ἀπαντήσω εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, τὸν διαπνεόμενον ἀπὸ τοιαύτην αἰσιοδοξίαν ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἀποτέλεσμα τῶν ἐκλογῶν τοῦ δημοψηφίσματος, ὅτι δὲν δύναμαι νὰ συμμερισθῶ τὴν αἰσιοδοξίαν του, ἀλλ’ ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι τὸ ἐπιχείρημα τὸ ὁποῖον ἀνέπτυξε μὲ ὁδηγεῖ μᾶλλον εἰς συμπεράσματα ὄχι εὐχάριστα διὰ τὴν ἔκβασιν τοῦ δημοψηφίσματος. Ἐπὶ μίαν διετίαν εἴχετε σφυγμομετρήσει τὴν κοινὴν γνώμην καὶ ὑπεθέτετε ὅτι, μετὰ μίαν διετίαν ὅτε ἐπρόκειτο νὰ ἐξαχθῇ τὸ ἀποτέλεσμα τῶν ἐκλογῶν, δὲν ἐπῆλθε μεταβολή;
§139Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὅταν μετέβην εἰς τὸ Λονδῖνον, μετέδωκα τὰς ἀντιλήψεις μου ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐσωτερικὴν κατάστασιν. Δὲν εἶπον ποτὲ ὅτι μετὰ μίαν διετίαν ἡ κατάστασις θὰ ἦτο ἀμετάβλητος καὶ ὅτι δὲν ἐπρόκειτο περὶ προβλέψεως.
§140Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἴπετε ὅτι πρὸ διετίας εἴχετε προβλέψει.
§141Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Σᾶς δίδω μίαν ἁπλουστάτην ἐξήγησιν: Εἶχα τὰς ἀντιλήψεις μου ἐπὶ τῆς πραγματικῆς καταστάσεως καὶ ἐπειδὴ πρὸ δύο ἐτῶν ἡ κατάστασις αὐτὴ κατὰ τὴν ἀντίληψίν μου δὲν μετεβλήθη, δὲν μετεβλήθησαν καὶ αἱ ἀντιλήψεις μου· ὄχι διότι εἶχον προβλέψεις πρὸ μιᾶς διετίας.
§142Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἂν αἱ προβλέψεις τὰς ὁποίας εἴχατε πρὸ μιᾶς διετίας δὲν μετεβλήθησαν ἀπὸ γεγονότα τόσον εὐχάριστα διὰ τὰς ἐθνικὰς ὑποθέσεις, πῶς θὰ μὲ πείσητε ὅτι τὰ θλιβερὰ ἀποτελέσματα ἐπέδρασαν ἐπὶ τῆς λαϊκῆς ψυχῆς;
§143Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἁπλῶς παρατηρήσεις κάμνω· δὲν ἐπιχειρῶ νὰ σᾶς πείσω, κύριε συνάδελφε, ὅπως δὲν ἐπεχείρησα ποτὲ νὰ πείσω οὐδένα ἐπὶ τῇ βάσει θεωριῶν. Τὰ ἐπιχειρήματα τὰ εὑρίσκω ἐκ τῆς παρακολουθήσεως τοῦ δημοσίου φρονήματος. Τὰ ἠρυόμην ἐκ τῶν πληροφοριῶν τὰς ὁποίας ἐγὼ τοὐλάχιστον ἐφρόντιζον νὰ ὑποβάλω εἰς ἕνα αὐστηρότατον ἔλεγχον.
§144Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Θὰ σᾶς ἀπαντήσω.
§145ΠΡΟΕΔΡΟΣ (Κρούων τὸν κώδωνα). Δὲν ἔχετε τὸν λόγον. (Θόρυβος).
§146Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἶναι νευρώδης ἡ χεὶρ καὶ κρούει τὸν κώδωνα, ὅταν πρόκειται νὰ ὁμιλήσῃ κανεὶς ἀπὸ τὴν πτέρυγα ταύτην, καὶ εἶναι παράλυτος, ὅταν πρόκειται νὰ ὁμιλήσῃ κανεὶς ἐκ τῆς πτέρυγος ἐκείνης. Εἶναι εὔκολον νὰ μὴ ὁμιλήσω, ἐὰν δὲν μοὶ δώσητε τὸν λόγον, ἀλλ’ ὅταν ὁμιλῶ καὶ ἐξελέγχω κάτι δὲν ὑπάρχει δύναμις ἡ ὁποία θὰ μὲ ἐμποδίσῃ. Θέλω νὰ ἐκθέσω τὰ διανοήματά μου. Δέχομαι τὴν ὀρθότητα τῆς γνώμης σας, ἀλλὰ μᾶς λέγετε ὅτι «ἐπὶ δύο ἔτη παρηκολούθουν τὴν κατάστασιν καὶ ἀπέβλεπα ἀπαισιοδόξως διὰ τὸ ἐκλογικὸν ἀποτέλεσμα τῆς 1 Νοεμβρίου». Σᾶς λέγω ὅτι εἶναι πολὺ εὐμετάβλητος ἡ κατάστασις, δεδομένου ὅτι ἐν τῷ μεταξὺ συνέβησαν πολλὰ γεγονότα, ὅπως ἡ συνθήκη τῶν Σεβρῶν καὶ ἄλλα τὰ ὁποῖα ἤλλαξαν τὴν κατάστασιν.
§147ΕΛ. ΠΑΥΛΙΔΗΣ. Ὁμολογῶ, κύριοι, ὅτι αἱ ἀπαντήσεις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως δὲν μὲ ἔπεισαν καὶ τοῦτο διότι δὲν ἠμπορῶ νὰ φαντασθῶ πῶς τότε ὁ ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων εἶχεν ὅλην τὴν ἀπαισιοδοξίαν πρὸ τῆς 1ης Νοεμβρίου καὶ πῶς δὲν ἐγένετο γνωστὴ ἡ ἀμφιβολία τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως οὐχὶ μόνον εἰς τοὺς μεμυημένους ἀλλὰ καὶ εἰς τὸν Ἑλληνικὸν Λαόν, διὰ νὰ γνωρίζῃ τὴν τότε διαφωνίαν τῶν μελῶν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, οὕτως ὥστε σήμερον μεγαλυτέραν νὰ δώσῃ πίστιν εἰς τὴν αἰσιοδοξίαν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Ἤθελον νὰ ἐρωτήσω ἂν ἡ αἰσιοδοξία ἐμπνέει καὶ τὸν ἀρχηγὸν τῶν Φιλελευθέρων.
§148Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Μάλιστα.
§149ΕΛ. ΠΑΥΛΙΔΗΣ. Ποῖοι λόγοι, κύριοι, ὡδήγησαν τὴν Κυβέρνησιν νὰ προσθέσῃ τὸ δεύτερον ἐρώτημα, δι’ ἐμὲ τοὐλάχιστον ἀποτελεῖ γρῖφον. Ὁ δὲ γρῖφος αὐτὸς χρονολογεῖται ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τῆς πρὸς τὸν στρατηγὸν Ὀθωναῖον ἐπιστολῆς. Εἶνε δηλαδὴ ἡ πέτρα τοῦ σκανδάλου ἡ συμφιλίωσις τὴν ὁποίαν ἔρριψεν ἡ Θεὰ Ἔρις καὶ εἰς τὴν Συνέλευσιν αὐτήν. Ἀγανακτεῖ ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς καὶ δικαίως καὶ δυσφορεῖ διὰ τὴν ἀπεραντολογίαν ἡμῶν καὶ πρὸ παντὸς διότι ἐνῷ ἐδῶ εἴμεθα ὅλοι σύμφωνοι εἰς τὴν οὐσίαν, δὲν κατορθώνομεν ὅμως νὰ συμφωνήσωμεν πῶς νὰ πραγματοποιήσωμεν τὴν οὐσίαν αὐτήν. Ἐγὼ θὰ ἔλεγα ὅτι ἀμφιβάλλω περὶ τῆς συμφωνίας, κύριοι, καὶ ἂν κατ’ ἐπίφασιν ὑπάρχῃ τοιαύτη δὲν εἶναι πραγματικὴ καὶ δὲν στηρίζεται ἐπὶ τῆς πίστεως. Ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἔκαμαν τόσην κατάχρησιν εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας, κινδυνεύουσι νὰ μᾶς παρουσιάσωσιν ἐνσαρκωμένην αὐτὴν τὴν ἀφῃρημένην ἔννοιαν τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας, ἡ ὁποία βασανίζει τοὺς ἄρχοντας ἐκ μέρους τῶν ἀρχομένων. Ἐνθυμοῦμαι, κύριοι, τὴν Γʹ. Συνέλευσιν ἡ ὁποία κατετρίβετο εἰς παρομοίας συζητήσεις ὅτε ἐπρόκειτο περὶ «ἀνεκτῆς» ἢ περὶ τῆς ψήφου τῶν γυναικῶν. Ἐνθυμοῦμαι, κύριοι, ὅτι, ὅταν προκειμένου περὶ τῆς ἐπικυρώσεως τῆς συνθήκης τῶν Σεβρῶν εἰς τὴν Συνέλευσιν ἐκείνην ἀπεφασίσθη δῆθεν τὸ ἐλάχιστον τῶν ἐθνικῶν διεκδικήσεων, ὅταν οἱ τότε πληρεξούσιοι ἔβλεπον τὸν μοιραῖον Κυβερνήτην νὰ ἀπαγάγῃ τὰς διαφόρους ἐπερωτήσεις διότι ἀνησύχει ὁπωσδήποτε ὅτι τὰ πράγματα δὲν ἐβάδιζον σύμφωνα μὲ τὰς ἀρχικάς των ἀποφάσεις, τότε ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος ἐν ὀνόματι τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας ἔφερε τὸν δάκτυλον εἰς τὰ χείλη καὶ ἔλεγε: «σιωπή, μὴ προκαλεῖτε συζητήσεις διότι θὰ πάθωσιν ὕψιστα ἐθνικὰ συμφέροντα». Καὶ αὐτὴ ἡ κωμῳδία ἐπαίζετο εἰς βάρος τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας ἕως ὅτου κατεβαραθρώθησαν καὶ ἐσφαγιάσθησαν τὰ ἐθνικὰ δίκαια. Δὲν φρονῶ ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς τοῦ ὁποίου τὴν εὐθυξίαν τόσον παρουσιάζομεν ἐδῶ εἰς τὴν λαϊκὴν κυριαρχίαν, δὲν φρονῶ ὅτι δὲν θὰ διαμαρτυρηθῇ καὶ δὲν θὰ θιχθῇ ἡ φιλοτιμία του ἂν δὲν ἐκπληρώσωμεν τὴν ἐντολὴν τὴν ὁποίαν μᾶς ἀνέθεσεν. Διότι ἂν ἐπρόκειτο νὰ ἔλθωμεν ἐδῶ νὰ δείξωμεν ρητορικὴν τέχνην καὶ σχήματα λόγου, εἴτε μαθήματα πολιτικῆς ἀρετῆς καὶ εὐπρεπείας, εἶναι περιττόν. Ἠδύνατο καὶ μία ὑπηρεσιακὴ κυβέρνησις νὰ διεκπεραιώσῃ πρὸς τὸν Λαὸν δύο καὶ εἴκοσι δύο ἀκόμη ἐρωτήματα. Τὰ αἴτια, κύριοι, τῆς τοιαύτης καταστάσεως ἔγκεινται ἀλλαχοῦ. Εἰς τὸ ἐλεύθερον κράτος, χάριν τῶν συμφερόντων τὰ ὁποῖα ἐδημιούργησαν οἱ μεγάλοι εἰς βάρος τῶν μικρῶν, ὅταν ἐπρόκειτο νὰ θεσπίσουν τὸν βασιλικὸν θεσμόν, ἐδημιουργήθη μία ξενοκρατία ἐν Ἑλλάδι, οἱ δὲ πράκτορες καὶ ἁρμοσταὶ αὐτῆς τῆς ξενοκρατίας, ὑπῆρξαν οἱ κατὰ καιροὺς βασιλεῖς τῆς Ἑλλάδος. Οὗτοι διαθέτοντες ποικίλλους δεσμοὺς καὶ ἄφθονα μέσα κατώρθωνον μὲ ἀριστοτεχνικὴν πλεκτάνην νὰ διαφεύγωσιν τὴν προσοχὴν τῶν πολλῶν. Ὑπῆρξαν, κύριοι, πολιτικοὶ οἱ ὁποῖοι διέγνωσαν ἐγκαίρως καὶ ἐκαυτηρίασαν τὴν τοιαύτην δρᾶσιν τῶν βασιλέων. Ἀλλ’ οἱ πολιτικοὶ οὗτοι τάχιστα ἐσαρώθησαν εἴτε ἀπὸ τὴν αἴγλην εἴτε ἀπὸ τὴν ἐπιβολὴν τοῦ θρόνου. Ἡ βασιλεία καὶ ἡ ξενοκρατία ἐδημιούργησαν εἰς τὴν Ἑλλάδα τὴν πολιτικὴν ἀκολασίαν, ἡ δὲ πολιτικὴ ἀκολασία ἐδημιούργησε τὴν προσωπολατρείαν. Καὶ ἡ προσωπολατρεία ἀνέπτυξε τὴν πρωθυπουργικὴν τυραννίαν. Ἡ ἀλληλοβοήθεια, λέγω, τῶν ἐξουσιῶν ἐξησφάλισε τὴν ἀτιμωρησίαν καὶ ἡ συνταγματικὴ πολιτεία μετεβλήθη εἰς πολιτείαν ἀνευθύνων. Μόνον οἱ ἄσημοι καὶ οἱ μικροὶ ἐγκληματίαι τιμωροῦνται καὶ οὗτοι ὅταν δὲν τυγχάνουν κομματικῶν ὑποστηρίξεων. Οἱ μεγάλοι ἔνοχοι, οἱ μεγάλοι ἐγκληματίαι ἔμειναν καὶ μένουν ἀτιμώρητοι, ἐνισχυόμενοι καὶ ὑποστηριζόμενοι ἀπὸ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἔχουν συμφέρον νὰ διατηρηθῇ ἡ ὀδυνηρὰ αὐτὴ κατάστασις. Σειρὰ ἐτῶν πολιτικῆς κακοηθείας ἐπεσώρευσεν εἰς τὸν Τόπον αὐτὸν σκληρότητα, ἐναντίον τῆς ὁποίας ἐπανειλημμένως ἐξηγέρθη ἡ ἐθνικὴ ζωτικότης. Συνήθως οἱ πόλεμοι εἶναι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἀποκαλύπτουν τὰ σαθρά. Καὶ δι’ αὐτὸ μετὰ τὸν ψευδοπόλεμον τοῦ 1897 ἀπεκαλύφθη ἡ σαθρότης ἐκείνη καὶ ἐταπεινώθη τὸ Ἔθνος. Τὸ δὲ ταπεινούμενον ἔθνος, κύριοι, ὁμοιάζει μὲ ἕνα ποταμὸν στειρεύσαντα καὶ ἀποξηρανθέντα, εἰς τὴν ἰλὺν τοῦ ὁποίου κρύπτονται κροκόδειλοι. Καὶ ἐὰν τότε, κατὰ τὴν Ἐπανάστασιν τοῦ Γουδῆ, μετὰ τὴν ταπείνωσιν τὴν ἐθνικήν, δὲν ἐφάνησαν εἰς ὅλους οἱ κροκόδειλοι, τοῦτο ὀφείλεται εἰς τὴν μεγάλην ἐθνικὴν ζωτικότητα, τὴν ὁποίαν εἷς μέγας πολιτικὸς κατώρθωσε νὰ διοχετεύσῃ εἰς τὴν κοίτην τοῦ ἑλληνικοῦ ποταμοῦ καὶ νὰ σχηματίσῃ πάλιν τὸ ρεῦμα τὸ ὁποῖον ἐκάλυψε τοὺς κροκοδείλους. Ἀλλ’ ὕστερον ἀπὸ αὐτὴν τὴν τεραστίαν καταστροφήν, τὴν Μικρασιατικήν, ὕστερον ἀπὸ τοιαύτην πρωτοφανῆ ταπείνωσιν ὁ ἑλληνικὸς ποταμὸς ἦτο ἑπόμενον νὰ στειρεύσῃ, νὰ ἀποξηρανθῇ καὶ τότε ὁλόκληρος ἡ οἰκογένεια τῶν κροκοδείλων ἔγινε καταφανὴς εἰς ὅλους. Καὶ παρουσιάσθη μάλιστα τὴν φορὰν αὐτὴν ἡ οἰκογένεια τῶν κροκοδείλων δακρύουσα ἀπὸ τὰς παχείας ἐπιχορηγήσεις καὶ ἀπὸ τὰς μυριάδας τῶν θυμάτων τὰ ὁποῖα κατεβρόχθισεν. Καὶ τώρα σκεπτόμεθα ὄχι νὰ φονεύσωμεν τοὺς κροκοδείλους τούτους, ἀλλὰ ἂν πρέπει νὰ τοὺς στείλωμεν εἰς ἄλλους ποταμοὺς ἢ εἰς ἄλλας θαλάσσας. Ἀπότοκος τῆς τοιαύτης ξενοκρατίας ἐν Ἑλλάδι παρουσιάζεται καὶ ἡ τελευταία κατάστασις, ἡ διαίρεσις δηλονότι τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ εἰς δύο προσωπολατρείας, εἰς τὴν προσωπολατρείαν τοῦ Κωνσταντίνου μὲ τὸν δεσποτισμὸν καὶ τὴν μικρὰν καὶ ἔντιμον Ἑλλάδα καὶ εἰς τὴν προσωπολατρείαν τοῦ Βενιζέλου μὲ τὸ πρόγραμμα τῆς ἀνορθώσεως καὶ ἀναγεννήσεως τῆς Πατρίδος, τῆς ἀπελευθερώσεως ὑποδούλων ἀδελφῶν καὶ τῆς ἀποκαταστάσεως τῆς φυλῆς ἐν γένει. Εἶναι γνωστά, κύριοι, τὰ γεγονότα καὶ ἀντιπαρέρχομαι διότι τὰ διατηρεῖτε ὅλοι, ὡς πρόσφατα, εἰς τὴν μνήμην σας. Ἀλλ’ εἶναι γνωσταὶ καὶ αἱ ὀλέθριαι συνέπειαι, αἱ ὁποῖαι ἐπήγασαν ἐκ τῆς τοιαύτης καταστάσεως. Ἔθιξα τὸ σημεῖον τοῦτο ἀκριβῶς διὰ νὰ ἔλθω εἰς τὴν πέτραν τοῦ σκανδάλου, εἰς τὴν συμφιλίωσιν, διότι ἐπικρατεῖ ἡ γνώμη, ὅτι δῆθεν ὑπάρχει χάσμα μεταξὺ τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ. Ἐγὼ δὲν τὸ παραδέχομαι. Αἱ εὐγενεῖς προσπάθειαι τοῦ ἀξιοτίμου Ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων, καίτοι διαγράφουσιν ἓν πρόγραμμα συμφιλιώσεως, ἀμφιβάλλω ἂν θὰ φθάσωσιν εἰς τὸν προορισμόν των, διότι ἀπὸ τώρα βλέπω ὅτι παρέχουν νέας διαιρέσεις, νέα μίση καὶ νέα πάθη. Ἓν μόνον ἀποτέλεσμα ἠμπορεῖ κανεὶς ἀναμφισβητήτως νὰ ἐπικυρώσῃ, ὅτι αἱ προσπάθειαι αὐταὶ ἀνεζωογόνησαν τὸν ἀντιβενιζελικὸν κόσμον καὶ ἐχρησίμευσαν ὥστε νὰ δημιουργηθῇ οὗτος ὡς εἷς κρίκος ἀδιάσπαστος, καὶ παρουσιάζουν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν Λαόν, ὅτι δὲν ἦσαν τόσον περιφρονημένοι καὶ τόσον ἀποδιοπομπαῖοι τράγοι αὐτοὶ οἱ ὀπαδοὶ τοῦ παλαιοῦ πολιτικοῦ κόσμου. Καθ’ ἣν ἐποχὴν εἰς τὰ ὄμματα τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ ἀνακτῶσιν οὗτοι τοιοῦτον κῦρος, τὸ ὁποῖον προέρχεται ἀπὸ τὰς εὐγενεῖς, λέγω, προσπαθείας τοῦ Ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων, κατὰ τὴν αὐτὴν συγχρόνως ἐποχὴν τίθενται ἄλλοι συναγωνισταὶ καὶ συστρατιῶται ἐκείνου ἐν ἥσσονι μοίρᾳ διότι ἐτόλμησαν νὰ εἴπουν ἐλευθέρως τὰς ἰδέας των, αὐτοὶ οἱ ὁποῖοι ἔταξαν τὰ στήθη των διὰ ν’ ἀνοίξουν τὴν ὁδὸν τῆς καθόδου του εἰς τὴν Ἑλλάδα.
§150ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐτελείωσεν ἡ ὥρα καὶ ὁ ρήτωρ δὲν ἐτελείωσεν.
§151ΕΛ. ΠΑΥΛΙΔΗΣ. .... (Θόρυβος ἐκ τῆς δεξιᾶς).
§152Θ. ΣΟΦΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὁρίστε, κ. πληρεξούσιε, μὴ μᾶς καταπονεῖτε καὶ διὰ τῆς σιωπῆς σας.
§153ΕΛ. ΠΑΥΛΙΔΗΣ. Κύριε Ὑπουργέ, ἐὰν νομίζητε ὅτι σᾶς καταπονῶ, κατέρχομαι τοῦ βήματος. (Θόρυβος)
§154ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλεῖσθε νὰ συνεχίσητε.
§155ΕΛ. ΠΑΥΛΙΔΗΣ. Ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν ἀνακαλέσῃ ὅτι τὸν καταπονῶ, δὲν ἠμπορῶ νὰ ἐξακολουθήσω, διότι ἡ σιγὴ προέρχεται ἀπὸ τὸν θόρυβον τὸν ὁποῖον προκαλεῖ ἡ δεξιὰ καὶ αἱ διακοπαὶ αὐτοῦ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν.
§156Θ. ΣΟΦΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Δὲν γνωρίζω τίνα σημασίαν δίδετε εἰς τὴν λέξιν αὐτήν, ἀλλὰ σᾶς βεβαιῶ ὅτι δὲν εἶχον καμμίαν πρόθεσιν νὰ σᾶς προσβάλω. Ἐνοοῦσα μόνον ὅτι διὰ τῆς σιγῆς παρέρχεται ὁ χρόνος. Ἐὰν αὐτὸ τὸ νομίζητε προσβολήν, τότε καλά.
§157ΕΛ. ΠΑΥΛΙΔΗΣ. Δηλῶ ὅτι δὲν θὰ συνεχίσω, ἐὰν δὲν ἀνακαλέσῃ τὴν φράσιν του ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ἀπέρχομαι τῆς αἰθούσης.
§158ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς καλῶ καὶ διὰ δευτέραν φορὰν νὰ συνεχίσητε τὴν ἀγόρευσίν σας. Δὲν θέλετε; Ὁ κ. Καλμοῦχος ἔχει τὸν λόγον.
§159Π. ΚΑΛΜΟΥΧΟΣ. Θὰ περιορισθῶ, κύριοι, εἰς ὀλίγας μόνον λέξεις, ὄχι μόνον διότι θεωρῶ τὸ θέμα ἐντελῶς ἐξηντλημένον, ἀλλὰ καὶ διότι καθ’ ὃν χρόνον σπαταλῶμεν τὸν πολύτιμον ἡμῶν καιρὸν εἰς μακρὰς ἀγορεύσεις καὶ εἰς ἑκατέρωθεν διακοπὰς καὶ καθ’ ὃν χρόνον διὰ τῆς παρατάξεως ἀπειρίας σφαλμάτων προσπαθοῦμεν νὰ μειώσωμεν τὸ κῦρος καὶ τὸ γόητρον ὁ εἷς τοῦ ἄλλου, κατὰ τὸν αὐτὸν χρόνον οἱ ἀντίπαλοι ἡμῶν οἱ πραγματικοὶ ἐργάζονται, τοιχοκολλοῦντες καὶ δημοσιεύοντες προκηρύξεις. Λησμονεῖτε, κύριοι, ὅτι ἐνῷ κατὰ τὸν προσεχῆ μέγαν ἀγῶνα, πρόκειται νὰ ἀγωνισθῶμεν ὁ εἷς εἰς τὸ πλευρὸν τοῦ ἄλλου, ἀφήνομεν ἡ παρατεινομένη κατάστασις νὰ φθάσῃ μέχρι τοιούτου σημείου ὥστε νὰ ἀκολουθήσῃ ἑκάστη τῶν μερίδων ἰδιαιτέραν κατεύθυνσιν καὶ δύναμαι νὰ παρομοιάσω τὴν στιγμὴν αὐτὴν μὲ τὴν στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἤρχιζε τὸ χάσμα μεταξὺ ἡμῶν καὶ τῶν ἄλλων. Ἀλλὰ τότε τὸ χάσμα ἐδημιουργήθη, διότι ἡ διαφωνία ἦτο μεγάλη· ἡ μὲν μία μερὶς ἤθελε νὰ ἀκολουθήσῃ γερμανόφιλον πολιτικήν, ἡ δ’ ἄλλη ἀνταντόφιλον. Ἀλλ’ ἡ ὑπάρχουσα διαφωνία μεταξὺ τῆς μιᾶς μερίδος καὶ τῆς ἄλλης εἶναι ὅτι ἡ μὲν ἀμφιβάλλει, ἡ δὲ ἔχει πεποίθησιν εἰς τὸ ἀποτέλεσμα τοῦ δημοψηφίσματος τοῦ προσεχοῦς. Ἐγώ, κύριοι, ἔχω τὴν γνώμην ὅτι δὲν εἶναι δυνατόν, τὸ ἀποτέλεσμα τοῦ δημοψηφίσματος νὰ εἶναι καθ’ ἡμῶν, δεδομένου ὅτι ὅλαι αἱ Νέαι Χῶραι θὰ εἶναι σχεδὸν παμψηφεὶ ὑπὲρ τῆς Δημοκρατίας, θὰ ἔπρεπε δὲ νὰ εἶναι εἰς τὴν λοιπὴν Ἑλλάδα τὰ ¾ ἐναντίον ἡμῶν διὰ νὰ ἔχῃ ἀποτέλεσμα δυσάρεστον. Ἐὰν δεχθῶμεν, κύριοι, ὅτι τὸ ἀποτέλεσμα θὰ εἶναι καθ’ ἡμῶν, ἐὰν ἡ ἀνακήρυξις τῆς Δημοκρατίας ἄνευ δημοψηφίσματος δὲν ἤθελεν ἐπιφέρει τὰ δεινὰ τὰ ὁποῖα φαντάζομαι, δὲν ἤθελον οὐδὲ στιγμὴν παραμείνει εἰς τὴν πτέρυγα ἐκείνην. Πλανᾶσθε, κύριοι, νομίζοντες ὅτι εἴμεθα ἀνδρείκελα καὶ βενιζελόπληκτοι· δὲν ἐλάβετε ὑπ’ ὄψιν σας καὶ τοῦτο, ὅτι ἐδηλώσαμεν ἀρχικῶς ὅτι θ’ ἀναμείνωμεν τὴν γνώμην τοῦ κ. Βενιζέλου πρὶν ἐκφέρωμεν τὴν ἰδικήν μας, δὲν ἐλάβετε ὑπ’ ὄψιν σας ὅτι ἀναμένομεν τὴν γνώμην ἐκείνου, ὁ ὁποῖος ἐπὶ μίαν δεκαετίαν μᾶς εἶχε συνηθίσει εἰς ὀρθὰς γνώμας. Δὲν πρέπει νὰ μᾶς ἀδικοῦν. Διότι, ἐὰν πατήρ τις καλέσῃ ἰατρικὸν συμβούλιον καὶ μεταξὺ τῶν ἰατρῶν ὑπάρχῃ καὶ διάσημός τις ἰατρός, ὁ διασημότερος τῆς Εὐρώπης, καὶ διατρέχει τὸ παιδί του τὸν ἔσχατον τῶν κινδύνων, δὲν θ’ ἀναμείνωμεν τὴν γνώμην τοῦ διασήμου ἐκείνου ἰατροῦ; Δι’ ἡμᾶς ὁ διάσημος αὐτὸς ἰατρὸς εἶναι ὁ κ. Ἐλευθέριος Βενιζέλος. Ὅσον ἀφορᾷ, κύριοι συνάδελφοι, τὸ ζήτημα τῆς ἐκπτώσεως τῆς Δυναστείας, ὀφείλουν νὰ λάβουν ὑπ’ ὄψιν των ἰδίως οἱ ἀξιότιμοι πληρεξούσιοι Θράκης, Κρήτης, Μακεδονίας κ.τ.λ. ὅτι τὸ περιβάλλον εἰς ὃ εὑρισκόμεθα δὲν εἶναι ἐντελῶς ὅμοιον τοῦ περιβάλλοντος ἐκείνου εἰς τὸ ὁποῖον εὑρίσκονται οἱ ἀξιότιμοι κύριοι. Τὸ περιβάλλον τὸ ἡμέτερον δὲν μᾶς ἐπιτρέπει ν’ ἀγωνισθῶμεν, δὲν εἶναι ἀρκετὸν τὸ ὅπλον τῆς Δημοκρατίας διὰ νὰ παλαίσωμεν τὴν Βασιλείαν. Εἶπον ὅτι τὸ περιβάλλον τὸ ἰδικόν σας εἶναι τοιοῦτον ὥστε νομίζω ὅτι δυνάμεθα καὶ ἡμεῖς μὲ τὸ περιβάλλον εἰς τὸ ὁποῖον εὑρισκόμεθα νὰ πολεμήσωμεν καθ’ ὃν τρόπον δύνασθε νὰ πολεμήσητε σεῖς.
§160ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Ἔχομεν πολὺ καλὴν γνῶσιν τοῦ ἰδικοῦ μας περιβάλλοντος.
§161Π. ΚΑΛΜΟΥΧΟΣ. Δυνάμεθα ἡμεῖς νὰ πολεμήσωμεν τὴν Δυναστείαν μεμονωμένην εὐχερέστερον ἐκθέτοντες τὰς καταστροφὰς τοῦ παρελθόντος καὶ ἐκείνας αἱ ὁποῖαι θὰ ἐπακολουθήσουν εἰς τὸ μέλλον, συνυφασμένην ὅμως μετὰ τῆς Βασιλείας δυσχερέστερον δυνάμεθα νὰ τὴν πολεμήσωμεν Ἀκόμη δὲ καὶ τὴν Βασιλείαν μεμονωμένην δυσχερῶς θὰ ἠδυνάμεθα νὰ πολεμήσωμεν. Αὐτὴ ἡ διαφορὰ ὑπάρχει μεταξὺ τοῦ περιβάλλοντος τοῦ ἰδικοῦ μας καὶ τοῦ ἰδικοῦ σας. Δι’ αὐτὸν ἀκριβῶς τὸν λόγον ἔχω τὴν γνώμην ὅτι τὸ δημοψήφισμα πρέπει νὰ ἔχῃ διπλοῦν ἐρώτημα καὶ εἰς διάφορα χρονικὰ διαστήματα, προτασσομένου τοῦ δυναστικοῦ καὶ ἐπακολουθοῦντος περὶ Βασιλείας. Καταλήγων, κύριοι, περιορίζομαι νὰ συστήσω εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὅπως στρέψῃ τὴν προσοχήν της εἰς τὸ μόνον ἐναπομεῖναν ὅπλον τῶν ἀντιθέτων μας, ὅπως λάβῃ ὅλα τὰ δυνατὰ μέτρα κατὰ τῆς δωροδοκίας πρὸς διαφθορὰν τῶν χαρακτήρων. (Χειροκροτήματα).
§162ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτομεν διὰ τὰς 10 καὶ 15′.
(Ὥρα 9.10′ μ. μ.)
ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΚΟΠΗΝ
(Ὥρα 10.25′ μ. μ.)
§163ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Ὁ κ. Ροῦσος ἔχει τὸν λόγον.
§164Γ. ΡΟΥΣΟΣ. Αἱ μέχρι τοῦδε διεξαχθεῖσαι συζητήσεις, κύριοι πληρεξούσιοι, νομίζω ὅτι ἐξήντλησαν πᾶν ὅ,τι εἶχε νὰ λεχθῇ ἐπὶ τοῦ δυναστικοῦ καὶ τοῦ πολιτειακοῦ ζητήματος. Θὰ ἦτο ἑπομένως κατάχρησις τῆς ὑπομονῆς ὑμῶν, ἐὰν ἐπεχείρουν νὰ προσθέσω τι εἰς ὅ,τι μετὰ τόσης αὐθεντίας καὶ μετὰ τόσης τέχνης ἐλέχθη. Ἀλλ’ ἐκ τῆς συζητήσεως προῆλθον συμπεράσματα καὶ τὰ συμπεράσματα αὐτὰ διετυπώθησαν εἰς προτάσεις, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἡ Συνέλευσις καλεῖται ν’ ἀποφανθῇ, νὰ ἐκφέρῃ γνώμην καὶ νὰ προτιμήσῃ ἐκείνην ἡ ὁποία κατ’ αὐτὴν ἐξυπηρετεῖ περισσότερον τὰ συμφέροντα τῆς Χώρας. Τὰς προτάσεις αὐτὰς θέλω περιορισθῆ νὰ ἐξετάσω, νὰ συγκρίνω πρὸς ἀλλήλας, διὰ νὰ ἴδωμεν ποία εἶναι ἐκείνη ἡ ὁποία πρέπει νὰ τύχῃ τῆς προτιμήσεως ἡμῶν. Κύριοι πληρεξούσιοι, ἐκ τῆς συζητήσεως καὶ ἐκ τῶν ἐκδηλώσεων τῆς Συνελεύσεως καθωρίσθη ποῖος εἶναι ὁ σκοπὸς τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκομεν. Σχεδὸν κατὰ παμψηφίαν ἡ Συνέλευσις ἐμφορεῖται ἀπὸ δημοκρατικὴν ἰδεολογίαν. Ἑπομένως ἔχει τὴν ἀπόφασιν νὰ ἐπιβάλῃ ὡς μελλοντικὸν πολίτευμα τῆς Χώρας τὴν Δημοκρατίαν. Ἐπίσης σχεδὸν κατὰ παμψηφίαν ἡ γνώμη τῆς Συνελεύσεως εἶναι ὅτι ἡ ἐπάνοδος τῆς Δυναστείας εἰς τὴν Χώραν μας εἶναι ἀδύνατος, διότι ἡ τοιαύτη τυχὸν ἐπάνοδος θὰ συνετέλει εἰς τὴν καταστροφὴν τῆς Χώρας. Διὰ νὰ πραγματοποιήσωμεν ὅμως τοὺς σκοποὺς τούτους, ὀφείλομεν νὰ ἐξετάσωμεν ποία εἶναι ἡ πραγματικὴ κατάστασις, ἡ ὁποία διεγράφη, διότι μόνον λαμβάνοντες ὑπ’ ὄψιν τὴν πραγματικὴν κατάστασιν δυνάμεθα νὰ φθάσωμεν εἰς συμπεράσματα, νὰ ἐξεύρωμεν ποία εἶναι ἡ ὁδὸς ἡ ὁποία θὰ μᾶς ἐπιτρέψῃ νὰ φθάσωμεν ἀσφαλῶς εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν σκοπῶν μας. Ἡ πραγματικὴ αὕτη κατάστασις εἶναι αὐτὴ κατ’ ἐμέ: Μετὰ τὴν καταστολὴν τοῦ τελευταίου μοναρχικοῦ κινήματος, τὸ μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης λανθάνον πολιτειακὸν ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἐγεννήθη πραγματικῶς ἀπὸ τοῦ 1915, ἐνεφανίσθη πρὸ τοῦ Λαοῦ καὶ ἀπῄτησε τὴν λύσιν του. Ἡ «Δημοκρατικὴ Ἕνωσις» ἐζήτησε τὴν ἄμεσον αὐτοῦ λύσιν διὰ προεκλογικοῦ δημοψηφίσματος. Ἀλλὰ τὴν ἀντίληψιν αὐτὴν κατεπολέμησε τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων, τὸ ὁποῖον ἠθέλησε τότε νὰ ἀγνοήσῃ τὴν ὕπαρξιν τοῦ πολιτειακοῦ ζητήματος καὶ τὸ ὁποῖον τελειωτικῶς ἔφθασεν εἰς τὸ νὰ λάβῃ τὴν ἀπόφασιν ὅτι, ἂν ἐσχηματίζετο Κυβέρνησις κοινοβουλευτική, ἂν ἡ Κυβέρνησις αὕτη ἐξετάζουσα τὴν κατάστασιν ἐδήλου ὑπευθύνως εἰς τὴν Συνέλευσιν ὅτι μετατροπὴ τοῦ πολιτεύματος ἠδύνατο νὰ ἐπέλθῃ χωρὶς νὰ γεννηθοῦν κίνδυνοι ἐξωτερικοί, τότε μόνον ἐδέχετο νὰ συζητήσῃ ἂν ἔπρεπεν ἢ ὄχι νὰ τεθῇ ἐρώτημα περὶ τοῦ πολιτεύματος εἰς τὸν Λαόν. Εἴμεθα, κύριοι, τότε ὀλίγοι πρὸ τῶν ἐκλογῶν. Ἦτο ἄγνωστον ἂν ἡ ἀντίθετος παράταξις θὰ κατήρχετο ἢ ὄχι εἰς τὸν ἀγῶνα. Τοὐναντίον ἐφαίνετο ὅτι θὰ ἐλάμβανε μέρος. Ἐφοβήθημεν τὴν διάσπασιν, τὴν διαίρεσιν τῶν δυνάμεων καὶ ὡς ἐκ τούτου ἐπῆλθε μία συμφωνία μεταξὺ τῶν δύο τμημάτων τῶν Φιλελευθέρων. Κατ’ αὐτὴν κατήλθομεν ὅλοι εἰς τὸν ἀγῶνα μὲ τὴν ἐπιφύλαξιν ὅτι τὸ πολιτειακὸν ζήτημα δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ λυθῇ παρὰ μετὰ προηγουμένην ἐρώτησιν τοῦ Λαοῦ ποίους θεσμοὺς προτιμᾷ. Ἔχομεν ἑπομένως τὴν πραγματικὴν αὐτὴν κατάστασιν, ὅτι ἀνελάβομεν μίαν ὑποχρέωσιν ἀπέναντι τοῦ Λαοῦ, τὸ πολιτειακὸν ζήτημα νὰ μὴ λυθῇ παρὰ μόνον μετὰ γνωμοδότησιν λαϊκήν. Χαράξας τοιουτοτρόπως τοὺς σκοπούς μας καὶ τὴν πραγματικὴν κατάστασιν, τὴν ὁποίαν ὀφείλομεν νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει, προβαίνω εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν προτάσεων αἱ ὁποῖαι ὑπεβλήθησαν εἰς τὴν Συνέλευσιν. Αἱ προτάσεις αὗται εἶναι τρεῖς: τόσαι διετυπώθησαν μέχρι τῆς στιγμῆς. Ἡ πρώτη, ἡ ὁποία ὑπεβλήθη ἀπὸ τὴν ὀνομαζομένην Ἐπαναστατικὴν ὁμάδα τείνει, εἰς τὸ νὰ λύσῃ καὶ τὸ δυναστικὸν καὶ τὸ πολιτειακὸν ζήτημα διὰ μόνης τῆς ψήφου τῆς Συνελεύσεως, χωρὶς νὰ γίνῃ ἀνάγκη προσφυγῆς εἰς τὸν Λαόν. Ἡ δευτέρα, ἡ κυβερνητική, ἀφίνει τοὐναντίον τὴν λύσιν καὶ τῶν δύο ζητημάτων εἰς τὸν Λαόν, χωρὶς νὰ ἐπιτρέπῃ εἰς τὴν Συνέλευσιν νὰ ἐκφέρῃ γνώμην. Καὶ τέλος ἡ μέση, τῆς ὁποίας τὴν πατρότητα ἔχει ἡ «Δημοκρατικὴ Ἕνωσις», ἀναθέτει εἰς τὴν Συνέλευσιν καὶ τὴν Δυναστείαν νὰ κηρύξῃ ἔκπτωτον καὶ τὴν Δημοκρατίαν νὰ ἐπιβάλῃ ὑπὸ τὸν ὅρον μόνον μεταγενεστέρας λαϊκῆς ἐγκρίσεως. Δὲν ὑπάρχει ἀντίρρησις, κύριοι, ὅτι ἡ πρώτη πρότασις, ἡ τῆς Ἐπαναστατικῆς ὁμάδος, εἶναι ἡ πλέον σαγηνευτική, διότι δίδει πραγματικῶς τὴν ἐντύπωσιν ὅτι δημιουργεῖ μίαν κατάστασιν μόνιμον, ὁριστικήν, ριζικήν. Πραγματικῶς τερματίζει τὴν ἀβεβαιότητα ἐντὸς τῆς ὁποίας ζῇ ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς ἀπὸ καιροῦ καὶ ἡ ὁποία παραλύει τὴν ἐνεργητικότητά του καὶ εἰσέρχεται εἰς ἕνα βίον ὁμαλόν, βίον κανονικόν. Ἀλλά, κύριοι, ἡ πρότασις αὕτη, ἡ τόσον σαγηνευτική, εὐθὺς ἀμέσως μᾶς θέτει πρὸ τῆς ὑποχρεώσεως τῆς πανηγυρικῆς, πρὸ τῆς ὑποσχέσεως τὴν ὁποίαν ἐδώκαμεν εἰς τὸν Λαόν. Ὑπάρχουν βεβαίως γεγονότα προηγούμενα ἱστορικὰ τοιαύτης παραγνωρίσεως ὑποσχέσεων, ὑπερβασίας ἐντολῆς ἐκ μέρους Συνελεύσεων. Ὅλοι ἐνθυμεῖσθε, κύριοι πληρεξούσιοι, ὅτι τὰ États généraux τῆς Γαλλίας, ὅτε ἐκλήθησαν τῷ 1789, εἶχον μίαν ἐντολὴν πολὺ περιωρισμένην. Ἐκλήθησαν ἁπλῶς νὰ καθορίσουν τὴν θέσιν τοῦ μέχρι τότε ἀπολύτου μονάρχου εἰς τὸ νέον πολίτευμα καὶ νὰ ἐξασφαλίσουν τὰ δίκαια τοῦ πολίτου καὶ τοῦ ἀνθρώπου. Ἐν τούτοις ἡ Συνέλευσις αὕτη ἐντὸς ὀλίγου μετεβλήθη εἰς Συντακτικὴν Συνέλευσιν καὶ ἔφθασε μέχρι τοῦ σημείου ὥστε νὰ ἐπιβάλῃ τὴν Δημοκρατίαν ὡς πολίτευμα τῆς Γαλλίας. Ἔχομεν δεύτερον παράδειγμα. Τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ μετατροπὴ τοῦ Γαλλικοῦ πολιτεύματος τῷ 1830 ἔγινεν ἀπὸ τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Γερουσίαν χωρὶς καμμίαν εἰδικὴν ἐντολὴν λαϊκήν, διότι ὁ λαὸς δὲν ἐκλήθη νὰ ἐκφέρῃ γνώμην. Ἔχομεν ἐπίσης τὸ παράδειγμα τῆς ἐθνικῆς Γαλλικῆς Συνελεύσεως τοῦ 1871, ἡ ὁποία, ἂν καὶ εἶχεν ἐκλεγῆ χωρὶς κανὲν συντακτικὸν δικαίωμα, μὲ μόνην τὴν ἐντολὴν νὰ ψηφίσῃ τὴν εἰρήνην μετὰ τῆς Γερμανίας καὶ ἂν καὶ ἀπηρτίζετο κατὰ μεγίστην πλειονοψηφίαν ἀπὸ μοναρχικούς, οἱ ὁποῖοι βεβαίως δὲν εἶχον τὴν ἐντολὴν νὰ ἐπιβάλουν τὴν Δημοκρατίαν, ἐν τούτοις τὴν ἐπέβαλε τὴν Δημοκρατίαν ὡς πολίτευμα τῆς Γαλλίας. Ὑπάρχουν καὶ ἄλλα ἀκόμη παραδείγματα ὑποδεεστέρας σημασίας. Τὸ γεγονὸς εἶναι ὅτι ἡ Ἱστορία μᾶς ἀναφέρει παραδείγματα κατὰ τὰ ὁποῖα Συνελεύσεις μὲ περιωρισμένας ἐντολὰς ὑπερέβησαν τὰς ἐντολὰς καὶ ἐπέβαλον καθεστῶτα διὰ τὰ ὁποῖα οὐδὲν εἶχον δικαίωμα. Ἀλλά, κύριοι, ὅταν ἐξετάσητε τὰς περιστάσεις ὑπὸ τὰς ὁποίας τοιαῦται παραβάσεις ἐντολῶν, τοιαῦται παραγνωρίσεις ὑποσχέσεων ἐγένοντο, θὰ ἴδητε ὅτι ὑπῆρχον λόγοι, λόγοι μὴ ἀμφισβητούμενοι, λόγοι ἐπιτακτικοί, οἱ ὁποῖοι διέγραψαν τὴν πορείαν αὐτὴν καὶ ἐπέβαλον τὰς ὑπερβασίας. Καὶ δὲν ἔχω παρὰ νὰ ἐπικαλεσθῶ τὸ γεγονὸς ὅτι κατὰ τὸ 1871 οἱ μοναρχικοὶ πληρεξούσιοι ἐψήφισαν τὴν Γαλλικὴν Δημοκρατίαν ὡς πολίτευμα τῆς Γαλλίας καὶ τὴν ἀπεδέχθησαν. Τὴν ἀπεδέχθησαν καίτοι ἀνῆκον εἰς τὸ ἀντίθετον κόμμα, διότι ἦτο κοινὴ ἡ πεποίθησις μεταξὺ ὅλων ὅτι μόνον ἡ Δημοκρατία ἦτο τὸ πολίτευμα ὑπὸ τὸ ὁποῖον ἡ Γαλλία ἠμποροῦσε νὰ ζήσῃ. Καὶ ὁ κ. ἐκ Πατρῶν συνάδελφος σᾶς ἀνέφερε τὸ παράδειγμα τοῦ μεγάλου πατριώτου Θιέρσου, ὁ ὁποῖος, καίτοι μοναρχικὸς τὰς πεποιθήσεις, ἐψήφισεν ὑπὲρ τῆς Δημοκρατίας. Ἀλλ’ ὁ κ. συνάδελφος, πιστὸς εἰς τὴν ὑπόσχεσίν του, δὲν ἠθέλησε νὰ ἀκολουθήσῃ μέχρι τέλους τὸ παράδειγμα τοῦ Θιέρσου. Εἴμεθα, κύριοι, ὑπὸ τὰς αὐτὰς συνθήκας; Ὑπάρχουν σήμερον οἱ αὐτοὶ λόγοι, οἱ ὁποῖοι ἐδικαίωσαν τὰς ὑπερβασίας ταύτας; Ἂς ἴδωμεν, διὰ ν’ ἀπαντήσωμεν εἰς τὴν ἀπορίαν, τοὺς λόγους τοὺς ὁποίους ἐπικαλοῦνται οἱ στηρικταὶ τῆς λύσεως ταύτης, διὰ ν’ ἀντιληφθῶμεν κατὰ πόσον εἶναι σοβαροί, κατὰ πόσον δύνανται νὰ μᾶς πείσωσι νὰ ἀκολουθήσωμεν τὴν ὁδὸν τὴν ὁποίαν διαγράφει ἡ πρότασις αὕτη. Ὁ πρῶτος λόγος τὸν ὁποῖον προβάλλουσιν εἶναι ὅτι ἐκ τῶν ἐκλογῶν ἀπεδείχθη ὅτι ἡ ἰδεολογία τοῦ Λαοῦ εἶναι δημοκρατική. Ἤκουσα πολλάκις ἐπαναλαμβανομένην τὴν βεβαίωσιν αὐτὴν ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης, καὶ δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι εἶναι ἀληθής. Ἐν τούτοις, ὅταν πρόκειται νὰ τὴν ἀποδείξωμεν, εὑρισκόμεθα ἐν ἀδυναμίᾳ, διότι δυστυχῶς προεκλογικῶς οἱ περισσότεροι ἐξ ἡμῶν δὲν ἐξεδηλώσαμεν τὴν ἰδεολογίαν μας, δὲν εἴπομεν εἰς τὰ προγράμματά μας ὅτι εἰσερχόμενοι εἰς τὴν Ἐθνοσυνέλευσιν θὰ ἐπιδιώξωμεν τὴν ἐγκαθίδρυσιν τῆς Δημοκρατίας, ὥστε ὁ Λαὸς ἐκλέγων τοὺς πληρεξουσίους του νὰ δύναται νὰ γνωρίζῃ τί θὰ ἔκαμναν ἐντὸς τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως. Πῶς ἠδύνατο νὰ δώσῃ ἐντολὴν νὰ ἐκδηλώσῃ τὰ φρονήματά του, ἀφοῦ δὲν ἐγνώριζε τὰς πεποιθήσεις ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἐζήτουν τὴν ψῆφόν του; Ἑπομένως, ἂν ὄχι ἀντίθετος ἀπόδειξις, ὑπάρχει πάντως μία ἀμφιβολία. Εἶναι ἀδύνατον νὰ εἴπωμεν μετὰ θετικότητος ὅτι ἡ γνώμη τῆς πλειοψηφίας τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ εἶναι δημοκρατική. Ὁ δεύτερος λόγος εἶναι ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐγκαθιδρυθῇ εἰς τὴν Ἑλλάδα ἄλλο πολίτευμα ἐκτὸς τῆς Δημοκρατίας. Καὶ ἐγὼ ἔχω τὴν πεποίθησιν αὐτήν, ἀλλὰ πρόκειται περὶ πεποιθήσεως. Δὲν ἔχομεν ἀποδείξεις ὅτι πράγματι ὁ Λαὸς κατὰ πλειοψηφίαν ζητεῖ μετατροπὴν τοῦ πολιτεύματος· καὶ δι’ αὐτὸ ἀκριβῶς πρόκειται νὰ ἐρωτηθῇ ἐκ νέου, ἵνα ἐκφράσῃ τὰς ἰδέας του, τὰς πεποιθήσεις του. Τὴν μεταβολὴν τοῦ πολιτεύματος ἐπιβάλλει ἡ ταχεῖα λύσις τῶν μεγάλων προβλημάτων τὰ ὁποῖα ἔθεσε πρὸ ἡμῶν ὡς κληρονομίαν ἡ καταστροφή. Ναί. Ἀλλ’ ἡ λύσις τὴν ὁποίαν θὰ δώσωμεν ἐδῶ θὰ εἶναι λύσις θεωρητική. Τὰ μεγάλα προβλήματα τὰ ὁποῖα ἔχομεν νὰ λύσωμεν καὶ τὰ ὁποῖα εἶναι ἡ ἀναδιοργάνωσις τοῦ Κράτους, ἡ ἀνασύστασις τῶν πολεμικῶν δυνάμεων, τὰ δημόσια ἔργα, καὶ ἰδίως τὸ μέγα προσφυγικὸν ζήτημα, ἀπαιτοῦσιν ὑλικὰ μέσα καὶ μέσα τεράστια τὰ ὁποῖα ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους δὲν θὰ δυνηθῇ νὰ δώσῃ καὶ τὰ μέσα θὰ εὑρεθῶσι μόνον ὅταν παρουσιασθῇ μία κατάστασις σταθερά, μόνιμος καὶ παγία. Δύνασθε νὰ μὲ βεβαιώσητε ἐκ τῶν προτέρων ὅτι ἡ κατάστασις ἡ ὁποία θὰ δημιουργηθῇ δι’ ἐπιβολῆς, ἡ ὁποία θὰ ἔχῃ τὸν χαρακτῆρα μιᾶς βιαιότητος, ὅτι θὰ ἔχῃ, λέγω, τὸν χαρακτῆρα τῆς μονιμότητος, ὁ ὁποῖος ἀπαιτεῖται ἵνα ἐξευρεθῶσι τὰ μέσα αὐτά; Τὸ κατ’ ἐμὲ διστάζω νὰ τὸ πιστεύσω. Καὶ τέλος προβάλλονται οἱ κίνδυνοι οἱ ἐξωτερικοὶ καὶ ἡ εἰσβολὴ κομιτατζήδων. Κύριοι, ἐξ ὅσων γνωρίζω, ὁ κίνδυνος αὐτὸς ἐξογκοῦται. Βεβαίως ἡ ἐνεργητικότης τῶν κομιτατζήδων ἐφέτος εἶναι ζωηροτέρα, ἀλλ’ ἔχω λόγους νὰ πιστεύω ὅτι αἱ δυνάμεις τὰς ὁποίας διαθέτει τὸ Κράτος εἶναι ὑπεραρκεταὶ ὅπως ἐξασφαλίσουν ὄχι μόνον τὴν ἀκεραιότητα ἀλλὰ καὶ τὴν ἀσφάλειαν τῶν συνόρων μας. Ὡς βλέπετε, οἱ λόγοι δὲν εἶναι τοιαύτης σοβαρότητος. Δὲν εἶναι ἀναμφισβήτητοι, δὲν εἶναι ἀποδεδειγμένοι ὥστε νὰ θεωρηθῶσιν ὅτι ἔχουσι τὴν σοβαρότητα τῶν λόγων οἱ ὁποῖοι ἐπέτρεψαν εἰς τὰς προηγουμένας περιστάσεις, τὰς ὁποίας ἀνέφερα, τὴν μετατροπὴν τοῦ πολιτεύματος χωρὶς νὰ προσφύγωμεν εἰς τὸν Λαὸν συμφώνως πρὸς τὰς ὑποσχέσεις μας. Τουναντίον, φρονῶ ὅτι ἡ μὴ ἄκρα τήρησις τῆς ὑποσχέσεως τὴν ὁποίαν ἐδώκαμεν εἶναι δυνατὸν νὰ παρουσιάσῃ μίαν κατάστασιν ὄχι εὐχάριστον. Πρὸ τοῦ σχηματισμοῦ τῆς Κυβερνήσεως ὑπὸ τοῦ τέως Προέδρου αὐτῆς ἡ Ἑλλὰς δὲν εἶχε σχέσεις μετὰ τῶν φίλων Κρατῶν. Αἱ σχέσεις ἀνασυνεστήθησαν μόλις ἐσχηματίσθη ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη, ἐπὶ τῇ βάσει ὡρισμένων δηλώσεων, ἐπὶ τῇ βάσει μιᾶς πορείας χαραχθείσης, τῆς ὁποίας εἶχον γνῶσιν αἱ φίλαι Δυνάμεις καὶ τὴν ὁποίαν ἐθεώρησαν ὡς μέλλουσαν ἀσφαλῶς νὰ δημιουργήσῃ τὴν ὁμαλότητα τῆς ἐσωτερικῆς καταστάσεως, περὶ τῆς ὁποίας καὶ μόνον ἐνδιαφέρονται. Ἐὰν, κύριοι, ἐπέλθῃ ἀλλαγὴ τῆς διαδικασίας ἐκείνης, ἐὰν ἡμεῖς προτιμήσωμεν διὰ πράξεως μόνης τῆς Συνελεύσεως, ἡ ὁποία πάντως θὰ φέρῃ ἕνα χαρακτῆρα νομίμου βίας, νὰ μεταβάλωμεν τὸ πολίτευμα, εἶναι δυνατὸν αἱ πεποιθήσεις αἱ ὁποῖαι ἐσχηματίσθησαν νὰ ἀλλοιωθῶσιν. Καὶ ναὶ μὲν εἶναι βέβαιον ὅτι δὲν θὰ θελήσωσι νὰ ἐπέμβωσιν εἰς τὰ ἐσωτερικά μας πράγματα, νὰ μᾶς ὑποδείξωσι τὸν τρόπον διὰ τοῦ ὁποίου πρέπει νὰ τὰ κανονίσωμεν, ἀλλ’ ἐπειδὴ αὐτοί, ὡς εἶπον, ἐνδιαφέρονται διὰ τὴν μονιμότητα τῆς ὁμαλότητος Χώρας εἶναι δυνατὸν ἡ στάσις των νὰ ἀλλάξῃ καὶ ἡ βοήθεια τὴν ὁποίαν ἐξ αὐτῶν ἀναμένομεν νὰ μὴ πραγματοποιηθῇ.
§165Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ὑπάρχουν ἔγγραφα περὶ αὐτῶν τῶν δηλώσεων τὰς ὁποίας κάμνετε, διότι διετελέσατε Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν;
§166Γ. ΡΟΥΣΟΣ. Γνώμην μου ἐκφράζω.
§167Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ὁμιλεῖτε περὶ ὡρισμένων δηλώσεων αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο.
§168Γ. ΡΟΥΣΟΣ. Εἶπον ὅτι ἡ ἀναγνώρισις ἐγένετο ἐπὶ τῇ βάσει προγράμματος τοῦ ὁποίου εἶχον γνῶσιν αἱ Δυνάμεις.
§169Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ὑπάρχουν ἔγγραφα περὶ αὐτῶν;
§170Γ. ΡΟΥΣΟΣ. Δὲν ἰσχυρίσθην τοιοῦτόν τι. Ἦσαν γνωσταὶ καὶ πρὶν ἀκόμη κατέλθῃ εἰς τὴν Ἑλλάδα αἱ γνῶμαι τοῦ κ. τέως Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως.
§171Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Δὲν ἦσαν ὅμως γνωσταὶ αἱ γνῶμαι τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως.
§172Γ. ΡΟΥΣΟΣ. Ἐπὶ πλέον, κύριοι, πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ὅτι ὄχι μόνον φιλίας ἀλλὰ καὶ συμμαχίας ἔχομεν καὶ ἐκ τῶν συμμαχιῶν τούτων ἔχομεν ὑποχρεώσεις· τὰς ὑποχρεώσεις αὐτὰς δὲν θὰ δυνηθῶμεν νὰ ἐκτελέσωμεν παρὰ ἂν εἰσέλθωμεν ταχύτατα εἰς μίαν κατάστασιν μονιμότητος, διότι μόνον τότε θὰ ἠμπορέσωμεν νὰ ἀναδιοργανώσωμεν τὰς δυνάμεις μας καὶ νὰ ἀνταποκριθῶμεν πρὸς τὰς ὑποχρεώσεις μας. Ἡ διαδικασία ἡ ὁποία ἐχαράχθη ἐθεωρήθη ὡς ἀσφαλὴς ὁδὸς πρὸς τὴν μονιμότητα. Ἄν, κύριοι, ἀλλάξωμεν πορείαν, εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ἐμφανισθῇ ἡ αὐτὴ πεποίθησις εἰς τὴν μονιμότητα τῆς καταστάσεως, ἡ ὁποία θὰ δημιουργηθῇ ἐκ τῆς βιαίας αὐτῆς μεταβολῆς, καὶ εἰς στιγμὴν καθ’ ἣν μεγάλαι διπλωματικαὶ ζυμώσεις γίνονται πέριξ ἡμῶν πρέπει νὰ σκεφθῶμεν μὴ τυχὸν ἀλλοίαν κατεύθυνσιν λάβουν αἱ σκέψεις ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἔχουν δικαιώματα ἐπὶ τῶν ὑποχρεώσεων ἡμῶν ἵνα τὰ ἐξασφαλίσωσι δι’ ἄλλων.
§173Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἐκ μέρους τῆς πτέρυγος εἰς τὴν ὁποίαν ἀνήκω καὶ τῆς ὁποίας τὸν ἀπουσιάζοντα ἀρχηγὸν ἀναπληρῶ ὀφείλω νὰ δηλώσω ὅτι αἱ ὑποχρεώσεις θὰ ἐκτελεσθῶσι πάντως ὑπὸ τὴν εὐθύνην τῆς πτέρυγος ἡμῶν καὶ δὲν πρέπει νὰ ῥίπτωνται ὑπαινιγμοί.
§174Γ. ΡΟΥΣΟΣ. Δὲν θέλω νὰ γεννῶνται παρεξηγήσεις....
§175Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Τὰς γεννᾶτε σεῖς καὶ ὀφείλω νὰ τὰς ἄρω.
§176Γ. ΡΟΥΣΟΣ. Δὲν θέλω νὰ θέσω ἐν ἀμφιβόλῳ τὴν θέλησιν καὶ τὴν ἀπόφασιν τῆς πτέρυγος ἐκείνης νὰ ἐκτελέσῃ τὰς ὑποχρεώσεις τῆς Ἑλλάδος· λέγω μόνον ὅτι, ἂν ἐπέλθῃ ἡ βιαία μεταβολή, δύναται νὰ ἀλλάξῃ ἡ πεποίθησις ἐπὶ τὴν μονιμότητα.
§177Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Δὲν εἶναι βιαία.
§178Γ. ΡΟΥΣΟΣ. Πᾶν ὅ,τι δὲν στηρίζεται ἐπὶ τῆς ἀπολύτου νομιμότητος εἶναι βίαιον.
§179Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Δὲν εἶναι σταθερόν· ὄχι βίαιον.
§180Γ. ΡΟΥΣΟΣ. Διὰ τοὺς λόγους τούτους, παρὰ τὴν συμπάθειαν τὴν ὁποίαν προκαλεῖ ἡ πρότασις αὕτη, ἐξετάζων αὐτὴν μὲ τὴν ψύχραιμον λογικήν, ὀφείλω νὰ τὴν ἀποκρούσω, διότι φοβοῦμαι ὅτι δι’ αὐτῆς καὶ τροφὴν θὰ δώσωμεν εἰς τὴν ἀντίδρασιν, ἡ ὁποία θὰ ἀρχίσῃ ἐκ νέου, λαμβάνουσα ἀφορμὴν ἐκ τῆς ἀθετήσεως τῆς ὑποσχέσεώς μας, νὰ ἀντιδρᾷ γενναίως, καὶ ὅτι θὰ βασίσωμεν τὴν Δημοκρατίαν ἐπὶ βάσεως τὴν ὁποίαν δὲν θὰ χαρακτηρίζῃ ὁ ἀπόλυτος σεβασμὸς πρὸς τὴν ἠθικήν, διότι ἡ παραβίασις μιᾶς ὑποσχέσεως δὲν εἶναι πρᾶξις ἠθική. (Χειροκροτήματα). Ἡ δευτέρα πρότασις, τῆς ὁποίας τὴν πατρότητα ἔχει ἡ «Δημοκρατικὴ Ἕνωσις», ἐπιδιώκει τὴν λύσιν καὶ τῶν δύο ζητημάτων, καὶ τοῦ δυναστικοῦ καὶ τοῦ πολιτειακοῦ, διὰ τῆς Συνελεύσεως, ἀλλ’ ὑπὸ τὸν ὅρον μεταγενεστέρας ἐγκρίσεως τῆς ἀποφάσεως αὐτῆς διὰ λαοψηφίσματος.
§181Π. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τοῦ ἑνός, τοῦ πολιτειακοῦ.
§182Γ. ΡΟΥΣΟΣ. Σᾶς εὐχαριστῶ, διότι ἐπὶ τοῦ δυναστικοῦ θέλω νὰ δηλώσω τὰ ἑξῆς: Κατὰ τὴν πεποίθησιν τὴν ὁποίαν ἔχω, κύριοι συνάδελφοι, ἡ Συνέλευσις ἔχει ἀναντιρρήτως τὸ δικαίωμα νὰ λύσῃ τὸ δυναστικὸν ζήτημα, διότι κατ’ ἐμὲ ἡ Συντακτικὴ Συνέλευσις ἔχει ὅλα τὰ δικαιώματα τὰ κυριαρχικά, ἐκτὸς ἐκείνων ἀπὸ τῶν ὁποίων οἱ ὑποψήφιοι παρῃτήθησαν προεκλογικῶς. Καὶ ἡμεῖς προεκλογικῶς δὲν παρῃτήθημεν παρὰ μόνον τοῦ δικαιώματος τοῦ νὰ μεταβάλωμεν τὸ πολίτευμα χωρὶς προγενεστέραν ἔγκρισιν τοῦ λαοῦ. Δὲν εἶναι δυνατὸν δι’ ἑρμηνείας νὰ ἐπεκταθῇ ἡ παραίτησις. Αἱ παραιτήσεις ἑρμηνεύονται πάντοτε στενῶς καὶ πρέπει νὰ περιλαμβάνωσι μόνον ὅσα ῥητῶς καὶ ἀπεριφράστως περιέχουσιν. Ὅταν λέγωμεν ὅτι παραιτούμεθα τοῦ δικαιώματος νὰ ἀλλάξωμεν τὸ πολίτευμα, παραιτούμεθα αὐτοῦ καὶ μόνον τοῦ δικαιώματος, χωρὶς νὰ δεχώμεθα ὅτι καὶ ὅλα τὰ συναφῆ ζητήματα, ὅπως εἶναι τὸ δυναστικόν, ἐκφεύγουσι τῆς ἁρμοδιότητος τῆς Συνελεύσεως. Ἑπομένως θεωρῶ ὅτι ἡ Συνέλευσις ἔχει ἀπόλυτον τὸ δικαίωμα νὰ θεωρήσῃ ἐκπεσοῦσαν τὴν Δυναστείαν καὶ ἄν, κύριοι, μοὶ ἐδίδετο τὸ μέσον νὰ πεισθῶ ὅτι ὑπάρχει τρόπος διὰ τοῦ ὁποίου ἡ ἀπόφασις ἡμῶν θὰ ἦτο ὁριστικὴ καὶ ἀμετάκλητος, θὰ ἦτο ἀδύνατον νὰ ἀνατραπῇ ἀπὸ οἱανδήποτε δύναμιν, θὰ ἤμην ὁ πρῶτος ὁ ὁποῖος θὰ ἐψήφιζον ὑπὲρ αὐτῆς. Ἀλλὰ τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν, κύριοι πληρεξούσιοι, ὀφείλομεν πάντες κατὰ τὴν γνώμην μου, διὰ τὸ πολιτειακὸν ζήτημα νὰ καταφύγωμεν εἰς τὴν λαϊκὴν θέλησιν καὶ νὰ ἐρωτήσωμεν τὸν Λαὸν ἂν προτιμᾷ τὸν θεσμὸν τῆς ἀβασιλεύτου ἢ τῆς βασιλευομένης Δημοκρατίας, δίδομεν εἰς τὸν Λαὸν τὸ μέσον νὰ ἀνατρέψῃ τὴν ἀπόφασιν τὴν ὁποίαν θέλομεν ἐκδώσει. Καὶ δι’ αὐτὸ ἐθεώρησα καὶ θεωρῶ ὅλην τὴν συζήτησιν ἡ ὁποία διεξήχθη περὶ τὸ θέμα ἐντελῶς θεωρητικήν, χωρὶς πρακτικὴν σημασίαν.
§183Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Κατὰ ποῖον τρόπον, ἂν ὁ Λαὸς ψηφίσῃ Βασιλείαν, θὰ ἐπανέλθῃ ἡ Δυναστεία;
§184Γ. ΡΟΥΣΟΣ. Ὅπως καὶ ὁ ἀξιότιμος Ἀρχηγὸς τῆς δημοκρατικῆς μερίδος...
§185Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Δὲν μ’ ἐνδιαφέρουν οἱ ἀρχηγοί.
§186Γ. ΡΟΥΣΟΣ. Ἐὰν δοθῇ ψῆφος ὑπὲρ τῆς Βασιλείας, ἡ ἔννοια θὰ εἶναι: «Δυναστεία παλαιά». Προχωρῶ ὅμως περισσότερον: δέχομαι ὅτι θὰ θεσπίσωμεν ὅτι ψῆφος «Βασιλεία» σημαίνει νέαν Δυναστείαν· πρέπει νὰ μοὶ δώσητε τὴν ἐξήγησιν πῶς θὰ δυνηθῶμεν νὰ ἐμποδίσωμεν ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος θὰ ψηφίσῃ ἀντὶ «Βασιλεία» τὴν παλαιὰν Δυναστείαν. Καὶ ἂν εὑρεθοῦν ψηφίσαντες 60% «παλαιὰ Δυναστεία» καὶ 40% «Δημοκρατία», ποία θὰ εἶναι ἡ τύχη τῆς ἀποφάσεώς μας;
§187ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Τότε καὶ ἡ Συνέλευσις θὰ ἀνατραπῇ.
§188Γ. ΡΟΥΣΟΣ. Ἀναγκαστικῶς· δι’ αὐτὸ ἀκριβῶς λέγω ὅτι ἡ ἀπόφασις τὴν ὁποίαν θὰ λάβωμεν θὰ ἔχῃ καθαρῶς θεωρητικὴν σημασίαν, δὲν θὰ ἔχῃ πρακτικήν, καθόσον ὁ Λαὸς θὰ ἔχῃ τὸ μέσον νὰ τὴν ἀνατρέψῃ.
§189Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Φαντάζεσθε ὅτι ὁ Λαὸς καὶ ἂν ἔχῃ πλειοψηφίαν ὑπὲρ τῆς Βασιλείας θὰ γράψῃ ὅλος αὐτὸς «παλαιὰ Δυναστεία»; Αὐτὸ εἶναι ἀπίστευτον. Ἔπειτα ἡμεῖς τί εἴμεθα; Δὲν εἴμεθα ἀντιπρόσωποι τοῦ Λαοῦ; Ἐκ τῆς κυριαρχίας τὴν ὁποίαν ἐνασκοῦμεν ἡμεῖς ἐξαρτᾶται νὰ ἀποκτήσῃ ὁ Λαὸς τὸ δικαίωμα, διότι ὁ Λαὸς ἀποκτᾷ τὸ δικαίωμα νὰ ἀποφαίνηται ὑπὲρ τῆς κυριαρχίας μόνον δι’ Ἐπαναστάσεως.
§190Γ. ΡΟΥΣΟΣ. Ἡ πρότασις τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως», ἐπιδιώκει τὴν ἐπίλυσιν καὶ τῶν δύο ζητημάτων, καὶ τοῦ δυναστικοῦ καὶ τοῦ πολιτειακοῦ, ὑπὸ τῆς Συνελεύσεως ὑπὸ τὴν αἵρεσιν τῆς μεταγενεστέρας ἐγκρίσεως τῆς ἀποφάσεως ὑπὸ τοῦ Λαοῦ. Ἀλλὰ καὶ ἡ πρότασις αὐτὴ ἔχει ὅλα τὰ τρωτὰ τῆς προηγουμένης, χωρὶς τοὐλάχιστον νὰ ἔχῃ τὸ προσόν, τὸ προτέρημα τῆς ἐντυπώσεως τῆς μονιμότητος τῆς παγίας καταστάσεως, τὴν ὁποίαν προσδίδει ἡ ἄλλη. Ἀποτελεῖ μίαν ἔμμεσον παραγνώρισιν τῆς ὑποσχέσεως, ἀλλ’ ἔχει ἰδίως τὸ ἐλάττωμα ὅτι διαιωνίζει τὴν ἀβεβαιότητα. Μεταξὺ τῆς ἐπιβολῆς τοῦ πολιτεύματος τῆς ἀμέσου καὶ τῆς ἐγκρίσεως αὐτῆς θὰ διατρέξῃ διάστημα τὸ ὁποῖον πιθανὸν νὰ εἶναι μέγα, συμφώνως μὲ τὴν λύσιν τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία θὰ ἀποφασίσῃ πότε θὰ γίνῃ τὸ δημοψήφισμα. Καὶ ἂν τυχὸν ἔλθῃ ὁ Λαὸς καὶ ἀποφασίσῃ ὅτι ἡ ἀπόφασις δὲν εἶναι ἔγκυρος, δύναταί τις νὰ φαντασθῇ τοὺς νέους κλονισμούς, τοὺς νέους σάλους εἰς τοὺς ὁποίους θὰ περιέλθῃ τὸ Κράτος, ἀναγκαζόμενον νὰ μεταβάλῃ τὸ πολίτευμα τὸ ὁποῖον πρὸ ἕξ μηνῶν ἐγκαθίδρυσε. Δὲν φρονῶ, κύριοι, ὅτι ὁ Τόπος μας, μετὰ τὰς καταστροφὰς τὰς ἀλλεπαλλήλους τὰς ὁποίας ὑπέστη, εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποστῇ καὶ νέους κλονισμούς. Θὰ εἶναι αὐτὸ ὁ θάνατος τῆς Πατρίδος. Μένει, κύριοι, ἡ τρίτη πρότασις, τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία, ὡς προεῖπον, ἀφήνει τὴν λύσιν ὅλων τῶν ζητημάτων εἰς τὸν Λαόν, χωρὶς νὰ ἐπιτρέπῃ εἰς τὴν Συνέλευσιν νὰ ἐκφέρῃ γνώμην, νὰ ἀποφασίσῃ. Ἂν εἴπω ὅτι μ’ ἐνθουσιάζει ἡ λύσις αὐτὴ δὲν θὰ ἔλεγον τὴν ἀλήθειαν. Καὶ αὐτὴ διαιωνίζει τὴν ἀβεβαιότητα καὶ δημιουργεῖ κινδύνους ἰδίως τὸν κίνδυνον τῆς ἐπανόδου τῆς Δυναστείας. Ἀλλά, κύριοι, ἡ πρότασις αὐτὴ εἶναι ἡ συνέπεια ἡ ἀναγκαία τῶν ἀποφάσεων τῶν προεκλογικῶν, τὰς ὁποίας ἐλάβομεν. Τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ὅλοι ἀπὸ κοινοῦ ἀπεφασίσαμεν νὰ ἀφήσωμεν τὸν Λαὸν τελικὸν κριτὴν τῆς λύσεως τῆς πολιτειακῆς, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι ὅλοι νὰ ἀκολουθήσωμεν τὰς ὑποσχέσεις μας καὶ νὰ φθάσωμεν πάλιν εἰς τὸν Λαόν, εἰς τὸν ὁποῖον νὰ δώσωμεν τὸ δικαίωμα τῆς λύσεως, τοῦ κανονισμοῦ τοῦ ὁριστικοῦ. Ἐὰν ἡ ἰδέα τοῦ λαοψηφίσματος δὲν ἔβλεπε τὸ φῶς προεκλογικῶς, εἶναι πολὺ πιθανὸν ὅτι θὰ κατηρχόμεθα εἰς τὸν ἀγῶνα μὲ πρόγραμμα ἁπλοῦν ζητοῦντες ἁπλῶς ἀπὸ τὸν λαὸν τὴν ἐντολὴν νὰ ἔλθωμεν ἐδῶ καὶ νὰ ρυθμίσωμεν τὰ τοῦ πολιτεύματός του ὡς καὶ ὅλων τῶν συναφῶν ζητημάτων. Δυστυχῶς διὰ τῆς ἐμφανίσεως τῆς ἰδέας τοῦ λαοψηφίσματος, τὴν ὁποίαν ἀπεδέχθη ὅλον τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων, ἀναγκαζόμεθα σήμερον νὰ ἐκτελέσωμεν τὴν ὑπόσχεσιν τὴν ὁποίαν ἐδώσαμεν εἰς τὸν Λαόν, διότι δὲν μᾶς ἐπιτρέπεται νὰ τὴν παραγνωρίσωμεν. Καὶ ἐπειδή, κύριοι, κατεφύγομεν εἰς τὸ μέτρον τοῦτο τοῦ λαοψηφίσματος θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ εἴπω ὅτι ὁ τρόπος διὰ τοῦ ὁποίου θέλομεν νὰ κάμωμεν χρῆσιν τοῦ νέου τούτου θεσμοῦ εἶναι ἐλαττωματικὸς καὶ ἀνοίγει μεγάλους κινδύνους. Τὸ δημοψήφισμα εἶναι θεσμὸς νέος, τὸν ὁποῖον δὲν ἔχουν ἀποδεχθῆ, παρὰ τὰ Κράτη τὰ πλέον προηγμένα, τὰ ὁποῖα εἶναι εἰς τὴν ἀνωτάτην βαθμίδα τοῦ πολιτισμοῦ. Οἱ πολῖται τῶν Κρατῶν αὐτῶν εἶναι ὅλοι ἐγγράμματοι καὶ εἰς τὰ Κράτη αὐτὰ λειτουργοῦν ὀργανώσεις πολιτικαὶ αἱ ὁποῖαι ἐξακολουθητικῶς διαφωτίζουν τὸν Λαόν. Καὶ ἐν τούτοις, κύριοι συνάδελφοι, καὶ εἰς τὰ Κράτη ταῦτα ὑπάρχει μεγάλη ἀντίδρασις κατὰ τῶν λαοψηφισμάτων διότι ἀπέδωκαν ἀποτελέσματα ἀποκαρδιωτικά. Εἰς τὴν Ἑλβετίαν, ὅπου λειτουργεῖ παλαιότατα ὁ θεσμὸς οὗτος, φέρεται πάντοτε τὸ κλασικὸν παράδειγμα κατὰ τὸ ὁποῖον νόμος ψηφισθεὶς παμψηφεὶ ἀπὸ τὴν Βουλήν, ὁ ὁποῖος εἶχε μελετηθῆ ἀπὸ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, τὸν ὁποῖον ὑπεστήριξεν ὁλόκληρος ὁ Τύπος—ἐπρόκειτο περὶ συντάξεως δὲν γνωρίζω ποίας τάξεως ὑπαλλήλων—ἦλθεν ὁ λαὸς καὶ τὸν κατεψήφισεν ἄνευ λόγου. Καὶ τὰ παραδείγματα ψήφου δοθείσης ἀπὸ τὸν λαὸν εἰς λαοψηφίσματα εἶναι ἀφαντάστως ἄπειρα. Ἑπομένως μεταχειριζόμεθα ἕνα θεσμὸν νέον διὰ τὸν Λαόν, θεσμὸν ἐπικίνδυνον. Καὶ ἡ Κυβέρνησις θέλει νὰ τὸν χρησιμοποιήσῃ ὄχι κατὰ τὸν τύπον τὸν ὁποῖον τὸν μεταχειρίζονται εἰς τὰ Κράτη τὰ ὁποῖα χρησιμοποιοῦν τὸν τύπον τὸν ἐπικυρωτικόν, ἀλλὰ μεταχειρίζονται τὸν τύπον τὸν συμβουλευτικόν. Νομίζω, κύριοι, ὅτι ἡ συμβουλευτικὴ μορφὴ τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ διατύπωσις τῆς Κυβερνήσεως ἐμπεριέχει μεγάλους κινδύνους, διότι ἐκτὸς τοῦ ὅτι εἶναι ἕνας νεωτερισμὸς εἰς τὸν Τόπον, ἐκτὸς τοῦ ὅτι δὲν ἔχομεν τὸν ἀπαιτούμενον χρόνον ὅπως διαφωτίσωμεν τὸν Λαὸν περὶ τοῦ σκοποῦ τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκει τὸ λαοψήφισμα, ἔρχεται εἰς ἀντίφασιν πρὸς τὴν ἀντίληψιν τὴν ὁποίαν ἔχει σχηματίσει ὁ Λαός μας περὶ τοῦ ρόλου τὸν ὁποῖον ἔχουν οἱ ἀντιπρόσωποί του. Καθ’ ὅλον τὸν πολιτικόν του βίον ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς ἐσυνήθισε νὰ βλέπῃ τοὺς ἀντιπροσώπους του νὰ ἀποφασίζουν, αὐτὸς δὲ νὰ ἐκτελῇ. Πρώτην φορὰν θὰ ἴδῃ καὶ ὑπὸ τὸν τύπον τὸν ὁποῖον θὰ σᾶς εἴπω ἀργότερον, τοὺς ἀντιπροσώπους του νὰ ἀπευθύνωνται πρὸς τὸν Λαὸν καὶ νὰ ζητοῦν ἐκεῖνος νὰ ἀποφασίσῃ. Πρόκειται, κύριοι, περὶ καθαρῶς προσωπικοῦ ζητήματος. Ἡ Κυβέρνησις, καὶ δι’ αὐτῆς ἡ Συνέλευσις, λέγει εἰς τὸν Λαὸν ὅτι ἡ Δυναστεία εἶναι ἐγκληματική, ὅτι εἶναι ἔνοχος ἀπείρων καταστροφῶν, ὅτι ἡ ἐπάνοδός της θὰ ἐσήμαινε τὴν ἐθνικὴν ἀποσύνθεσιν, ὅτι εἶναι ἀξία ἐκπτώσεως τῶν δικαιωμάτων της ἐπὶ τοῦ Θρόνου, ἀλλὰ σταματᾶ ἕως ἐκεῖ, δὲν τολμᾷ νὰ ἐκδώσῃ ἀπόφασιν καὶ ἀφίνει τὴν ἀπόφασιν εἰς τὸν Λαόν. Καὶ σᾶς ἐρωτῶ, κύριοι, ποία θὰ εἶναι ἡ ἐντύπωσις ἡ ὁποία θὰ δημιουργηθῇ εἰς τὸν ἐκλογέα, ὅταν θὰ εὑρεθῇ πρὸ τοῦ περιέργου αὐτοῦ ἐγγράφου; Μὴ λησμονεῖτε δὲ ὅτι ἔχομεν νὰ κάμωμεν μὲ Λαὸν δύσπιστον, ὁ ὁποῖος εἰς τὴν διατύπωσιν αὐτὴν δὲν θὰ ἴδῃ τίποτε ἄλλο παρὰ ὅτι φοβούμεθα νὰ κηρύξωμεν ἔκπτωτον τὴν Δυναστείαν καὶ ὡς ἐκ τούτου ἀποφεύγομεν ἡμεῖς νὰ ἀποφασίσωμεν καὶ θέλομεν νὰ ῥίψωμεν τὴν εὐθύνην ἐπὶ τῶν ὤμων τοῦ Λαοῦ. Διὰ τοῦτο θὰ συνίστων εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὅπως δεχθῇ καὶ τροποποιήσῃ τὸ ψήφισμά της καὶ δώσῃ τὸ μέσον εἰς τὴν Συνέλευσιν νὰ ἐκδώσῃ ἀπόφασιν ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς κυρώσεως τῆς λαϊκῆς, ὑπὸ τὸν ὅρον ὅτι ἡ ἀπόφασις αὕτη θὰ ἀτονήσῃ, ἐν ᾗ περιπτώσει ὁ Λαὸς δὲν ἤθελε τὴν ἐγκρίνει. Ἡ πρότασις αὕτη φρονῶ ὅτι ἀνταποκρίνεται εἰς πλείστας ἀνάγκας. Πρῶτον σέβεται τὰ δικαιώματα τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως, τὴν ὁποίαν περιορίζομεν ἄλλως εἰς μόνον συμβουλευτικὸν Σῶμα· δεύτερον δίδει τὴν ἀναγκαίαν κατεύθυνσιν εἰς τὸν Λαόν, διότι, ὅταν ὁ Λαὸς ἴδῃ ἀπόφασιν τῶν ἀντιπροσώπων του θὰ γνωρίζῃ πῶς θὰ ψηφίσῃ καὶ ἐπὶ πλέον, κύριοι, τὸ σοβαρώτερον, δημιουργεῖ μεταξὺ ἡμῶν ὅλων, οἱ ὁποῖοι θὰ ψηφίσωμεν ὅλοι τὴν ἀπόφασιν αὐτήν, ἀλληλεγγύην, ἀλληλεγγύην ἡ ὁποία θὰ συμπεριλάβῃ ὁλόκληρον τὸν φιλελεύθερον κόσμον, ὥστε μὲ φανατισμὸν καὶ ὁμοθύμως νὰ προσέλθῃ εἰς τὰς κάλπας διὰ νὰ στερεώσῃ τὴν ἀπόφασιν τὴν ὁποίαν ἐξέδωσαν οἱ ἀντιπρόσωποί του. Παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐξετάσῃ μετὰ σοβαρότητος τὴν πρότασιν αὐτῆς, διότι φοβοῦμαι ὅτι ἡ διατύπωσις τοῦ ψηφίσματος γεννᾷ κινδύνους μεγάλους, τοὺς ὁποίους ἔχομεν κάθε συμφέρον νὰ ἀποτρέψωμεν, διότι θὰ εἶναι τὸ τελευταῖον δυστύχημα τὸ ὁποῖον θὰ ἔχῃ νὰ ἴδῃ ἡ Πατρὶς ἡμῶν, ἐὰν τυχόν, παρὰ πᾶσαν προσδοκίαν, παρ’ ὅλας τὰς πεποιθήσεις μας, ὁ Λαὸς ἐψήφιζεν ὑπὲρ τῆς Δυναστείας. Δὲν εἶναι μόνον τὰ ἐγκλήματα τὰ παλαιὰ τῆς Δυναστείας, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ἀπαγορεύσουν ὁριστικῶς τὴν ἐπάνοδον τῆς Δυναστείας. Εἶναι, κύριοι, ἡ ἀποσύνθεσις ἡ μελλοντική. Τμήματα μεγάλα Ἑλληνικῆς γῆς εἶναι ἕτοιμα νὰ ἀποσχισθοῦν τοῦ κορμοῦ τῆς Πατρίδος εἰς περίπτωσιν ἐπανόδου τῆς Δυναστείας. Τὰ μαρτύρια τὰ ὁποῖα ὑπέστησαν κατὰ τὴν τελευταίαν Κωνσταντινικὴ, περίοδον τὰ τμήματα ταῦτα ἔκαμαν τοὺς κατοίκους των νὰ λησμονήσουν τὰ ἐπὶ τουρκοκρατίας τελεσθέντα. Τὰ τμήματα αὐτὰ εἶναι ἀποφασισμένα νὰ χωρισθοῦν τῆς Πατρίδος παρὰ νὰ ἀποδεχθοῦν νὰ γίνουν ἐκ νέου ὑπήκοοι τῆς Δυναστείας τῆς μισητῆς. Φρονῶ, κύριοι, ὅτι, ἐὰν τὸ ψήφισμα λάβῃ τὴν διατύπωσιν τὴν ὁποίαν προτείνω, δυνάμεθα νὰ εἴμεθα βέβαιοι ὅτι ἡ ἐπάνοδος τῆς Δυναστείας θ’ ἀποκλεισθῇ διὰ παντός, διότι ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι ὁ Λαὸς φωτιζόμενος δὲν θὰ θελήσῃ νὰ καταστρέψῃ τὸ οἰκοδόμημα τὸ ὁποῖον μὲ τεραστίας θυσίας αἵματος ἀνήγειρε. (Χειροκροτήματα).
§191ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κοντολέων.
§192Ν. ΚΟΝΤΟΛΕΩΝ. Εἶχον τὸ εὐτύχημα, κύριοι πληρεξούσιοι, νὰ γεννηθῶ καὶ νὰ ἀνατραφῶ εἰς τὴν πέραν τοῦ Αἰγαίου Ἑλλάδα καὶ εἶχον τὸ ἀτύχημα νὰ παρακολουθήσω τὸν ἐπιθανάτιον ρόχθον καὶ τὴν κηδείαν τῆς Ἑλλάδος ἐκείνης. Καὶ ὅταν τὴν ἑπομένην τῆς ἐθνικῆς καταστροφῆς ἤλθομεν κατὰ ἑκατοντάδας χιλιάδων ἄστεγοι καὶ γυμνητεύοντες εἰς τοὺς λιμένας τοῦ ὑπολοίπου ἐλευθέρου Βασιλείου ἐρρίψαμεν ἓν βλέμμα διὰ νὰ ἐξετάσωμεν τὰ αἴτια τῆς καταστροφῆς ἡμῶν. Ἀνεπολήσαμεν τὸ παρελθόν· πρὸς τί νὰ ἐπαναλάβω τὴν ἱστορίαν τὴν πολιτικὴν τῆς Χώρας; Αὕτη ἐξετέθη, κύριοι, διὰ μακρῶν καὶ λαμπρῶς ὑπὸ διαφόρων συναδέλφων, οἵτινες προηγουμένως ὡμίλησαν· ἓν δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι ὑπῆρξεν ὁ κανὼν τῆς πολιτικῆς ζωῆς τοῦ ἐλευθέρου Κράτους ἀπὸ τῆς ἐθνικῆς ἀποκαταστάσεως μέχρι τῆς σήμερον καταχρήσεως τοῦ βασιλικοῦ θεσμοῦ καὶ μία ἐξαίρεσις τοῦ κανόνος καταχρήσεως ἐπὶ καταχρήσεων. Ὁ πόθος τῆς ἀνακουφίσεως τῶν δυστυχῶν προσφυγικῶν πληθυσμῶν, ὁ πόθος ὅπως τηρήσωμεν ἱερὰς δι’ ἡμᾶς παρακαταθήκας τὰς ὁποίας ἀφῆκαν κατὰ τὰς ἡμέρας ἐκείνας φίλταται ὑπάρξεις αἱ ὁποῖαι κατεσφάγησαν μᾶς ἔφεραν μέχρι τῆς αἰθούσης ταύτης. Δὲν εἴχομεν οὔτε προσωπικὰς γνωριμίας, οὔτε σχέσεις διὰ νὰ χρησιμεύσουν ἐκ τῶν ἄνω, ἀλλὰ μᾶς ἐξαπέστειλεν ἐνταῦθα ἡ λαϊκὴ θέλησις ἐκ τῶν κάτω. Καὶ ὅταν ἐφθάσαμεν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Συνέλευσιν οἰκτρῶς ἐπλανήθημεν νομίσαντες ὅτι εἴχομεν ἐκλεγῆ πληρεξούσιοι Συντακτικῆς Συνελεύσεως· ἡ συντακτικὴ ἐξουσία τῆς Συνελεύσεως δὲν ὑφίσταται πλέον, περιωρίσθη, κατετρίβη διὰ τῶν προγραμματικῶν δηλώσεων τῶν δύο Κυβερνήσεων, αἵτινες διεδέχθησαν ἀλλήλας ἡ μία τὴν ἄλλην μετὰ τὰς ἐκλογὰς. Διότι, ἂν καὶ εἰς ἀναθεωρητικὴν ἀκόμη Βουλὴν παρέχεται τὸ δικαίωμα νὰ ἐκφέρῃ ἀπόφασιν καὶ νὰ ἀναθεωρήσῃ διατάξεις τοῦ καταστατικοῦ χάρτου τῆς Χώρας, ἔστω καὶ τὰς μὴ θεμελιώδεις, εἰς συντακτικὴν Συνέλευσιν ἀπαγορεύεται διὰ τῶν προγραμματικῶν δηλώσεων τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἐκφέρῃ οἱανδήποτε ἀπόφασιν· κακῶς φέρετε, κύριοι συνάδελφοι, τὸν τίτλον τοῦ πληρεξουσίου τὴν ἑπομένην τῶν προγραμματικῶν δηλώσεων τῆς Κυβερνήσεως, ὀφείλετε νὰ ὀνομάζεσθε Βουλευταί. Εἶπεν ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἰς ἀλλεπαλλήλους διακοπὰς αὐτοῦ: «Οὐδεὶς ἀρνεῖται εἰς τὴν Συνέλευσιν τὸ δικαίωμα, ἀπαγορεύεται μόνον ἡ ἐνάσκησις τοῦ δικαιώματος, ἀλλὰ μεταξὺ τῆς ἀναγνωρίσεως τοῦ δικαιώματος καὶ τῆς ἐνασκήσεως αὐτοῦ ἐνυπάρχει τὸ ζήτημα καὶ εἰς τὸ ζήτημα αὐτὸ ἡ δήλωσις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως μοὶ ὑπενθυμίζει τοὺς ὀφειλέτας τοὺς δυστρόπους οἱ ὁποῖοι λέγουν ὅτι χρεωστοῦν μὲν ἀλλὰ δὲν πληρώνουν. Καὶ τοῦτο διότι φαίνεται ἡ Κυβέρνησις ὅτι θεωρεῖ τὸ δυναστικὸν πρόβλημα ἀλληλένδετον πρὸς τὸ συμφιλιωτικὸν πρόγραμμα αὐτῆς καὶ ἐπὶ τῆς συμφιλιωτικῆς ταύτης πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως ἔχω νὰ εἴπω δύο λέξεις. Βεβαίως προσφέρει μεγίστας ὑπηρεσίας εἰς τὴν Πατρίδα πᾶς ὅστις προσπαθεῖ νὰ πληρώσῃ τὸ χάσμα τὸ ὁποῖον ἡ τελευταία περίοδος διήνοιξε μεταξὺ τῶν δύο μερίδων τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ, ἀλλ’ ὑπὸ ἕνα ὅρον, νὰ διερευνήσῃ τὰ αἴτια τοῦ χάσματος ἀκριβῶς καὶ νὰ ἐπιφέρῃ τὴν δέουσαν θεραπείαν, διότι, ἂν δὲν μὲ πλανᾷ ἡ κρίσις μου, δύο ὑπῆρξαν τὰ αἴτια τοῦ χάσματος, ἀφ’ ἑνὸς ἡ πολιτικὴ ἢ προσωπικὴ τοῦ τέως Βασιλέως Κωνσταντίνου καὶ τῶν περὶ αὐτὸν αὐλοδούλων πολιτικῶν ἀνδρῶν, ἀφ’ ἑτέρου τὸ μῖσος τὸ ὁποῖον ὑπῆρχε καὶ ἐγεννήθη, δικαίως ἢ ἀδίκως δὲν τὸ ἐξετάζω, ἐξετάζω μόνον τὸ ἀποτέλεσμα, τὸ μῖσος, τὸ ὁποῖον ὑπῆρχε κατὰ τοῦ προσώπου τοῦ ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων. Καὶ ὅταν τις σκεφθῇ ὅτι ἔπρεπε νὰ τηρήσῃ πολιτικὴν συμφιλιωτικὴν τὸ καταλληλότερον πρόσωπον δὲν εἶναι τὸ τοῦ ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων. Ἀλλὰ καὶ δι’ ἄλλον τινὰ λόγον ἡμεῖς τοὐλάχιστον ἔχομεν δικαίωμα νὰ παραπονώμεθα. Πᾶς συμφιλιωτής, ὅταν θέλῃ νὰ συμφιλιώσῃ τὸν ἀδικήσαντα καὶ τὸν ἀδικηθέντα, ὅτε μάλιστα ἐν προκειμένῳ ὁ ἀδικηθεὶς ἔχει ἀποκτήσει τὴν πυγμὴν διὰ νὰ πλήξῃ καὶ αὐτὸν τὸν ἀδικήσαντα, ὀφείλει ἐν πρώτοις νὰ στραφῇ πρὸς τὸ θῦμα καὶ οὐχὶ πρὸς τὸν θύτην. Ἀλλ’ ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων ἅμα τῇ ἀφίξει του ἐν Ἀθήναις δὲν ἠρώτησε τὸν προσφυγικὸν κόσμον περὶ τῶν πληγῶν αὐτῶν, δὲν ἐκάλεσε τοὺς πληρεξουσίους διὰ νὰ ἐρωτήσῃ διὰ τὰς ἀνάγκας αὐτοῦ, ἐκάλεσε τοὺς θύτας. Καὶ αὐτὸ δὲν θὰ τὸ λησμονήσωμεν. Ἀλλ’ ἔχομεν καὶ ἄλλους τινὰς λόγους σοβαρωτάτους νὰ μὴ δεχώμεθα σήμερον νὰ ἐκχωρήσωμεν τὴν γνώμην ἡμῶν εἰς οἱονδήποτε, ἔστω καὶ εἰς αὐτὸν τὸν Θεόν, ἔχομεν ὑπ’ ὄψει μας καὶ ἕτερον σημεῖον μέλαν. Ἀπὸ τῆς καταλήψεως τῆς Σμύρνης παρὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ ἐπεβλήθη ἐπὶ τοῦ τραχήλου ἡμῶν μία πραγματικὴ κατάρα. Προκειμένου περὶ τοῦ ἀπαισίου ἐκείνου ἐγκληματίου, τοῦ παράφρονος ἐκείνου, ὅστις ἔφερεν ἐν ἑαυτῷ καὶ ὅλα τὰ στίγματα τοῦ ἐκφυλισμοῦ, τοῦ Ἀριστείδου Στεργιάδου. Καὶ τὸν ἐγκληματίαν αὐτὸν ὄχι μόνον μᾶς τὸν ἐπέβαλεν ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων, ἀλλὰ καὶ μέχρι τῶν τελευταίων ἡμερῶν αἵτινες προηγήθησαν τῆς Μικρασιατικῆς καταστροφῆς, εἰς ὅσας ἐπιτροπὰς Μικρασιατικάς, αἵτινες μετέβαινον διὰ νὰ συναντήσωσιν αὐτὸν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν καὶ αἵτινες εἶχον παρουσιασθῆ ἐνώπιόν του, συνίστα ἀπολύτως ὑποταγὴν καὶ πειθαρχίαν εἰς τὴν πολιτικὴν τοῦ Στεργιάδου. Καὶ θὰ ἤθελα νὰ τὸν ἐρωτήσω ἂν καὶ αὐτὸς ὁ ἴδιος εἶναι σήμερον εὐχαριστημένος, διότι τόσον πολὺ ἐπλανήθη περὶ τὸ πρόσωπον αὐτό. Ἔχομεν ὅμως καὶ ἄλλους λόγους νὰ μὴ εἴμεθα εὐχαριστημένοι ἐκ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως. Ὅταν τὴν ἑπομένην τοῦ στασιαστικοῦ κινήματος τὰ δημοκρατικὰ αἰσθήματα, ἅτινα ἐνυπῆρχον πάντοτε εἰς τὴν ψυχὴν τοῦ Λαοῦ, ἤρχισαν νὰ ἐκδηλοῦνται, ἐνομίσαμεν ἡμεῖς ὅτι, μετὰ τὴν ἀμείλικτον τιμωρίαν ἥτις ἐπεβλήθη εἰς τοὺς συνεργοὺς τῆς καταστροφῆς ἡμῶν, ἦλθε πλέον καὶ ἡ σειρὰ τοῦ κυρίως αὐτουργοῦ τῆς Ἑλληνικῆς Δυναστείας. Ὁ κ. ἐκ Πατρῶν συνάδελφος, μὲ ὅλον τὸ κῦρος τὸ ὁποῖον διακρίνει τὴν προσωπικότητα αὐτοῦ, εἶπεν ὅτι ἡ πολιτικὴ εἶναι ἡ τέχνη τοῦ μὴ χείρονος. Ἂν ἡ πολιτικὴ ἐπιστήμη εἶναι ἐπιστήμη τῆς διερευνήσεως τῶν ὁμαδικῶν ἀναγκῶν καὶ τῆς ἱκανοποιήσεως αὐτῶν κατὰ τὸν προσφορώτερον τρόπον, ἓν ἔχει κυρίως μέσον, τὴν ἐκμετάλλευσιν, κύριοι, τῶν ψυχολογικῶν καταστάσεων, αἵτινες δημιουργοῦνται εἰς τὰς ὁμάδας εἴτε βαθμιαίως διὰ τῆς ἐξελίξεως, εἴτε ραγδαίως ὑπὸ τὴν ἐπίδρασιν βιαίων γεγονότων. Καὶ ὅταν τὴν ἑπομένην τοῦ στασιαστικοῦ κινήματος ὑπὸ τὴν ἐπίδρασιν αὐτῶν ἐγεννήθη τὸ κολοσσιαῖον ρεῦμα παρὰ τῷ Λαῷ, ἔπρεπε νὰ εἶναι τελείως ἀδαὴς τῆς ψυχολογίας τῶν μαζῶν, τῆς ψυχολογίας τῶν ὄχλων, πᾶς ὅστις προσεπάθησε νὰ ἐμποδίσῃ τὴν ἐκδήλωσιν τοῦ ρεύματος ἐκείνου. (Χειροκροτήματα). Καὶ ἀντὶ ν’ ἀκούσωμεν ἐκ Παρισίων μίαν μόνον φωνήν, «προχωρεῖτε», καὶ τότε αὐτὴν τὴν στιγμὴν τὰ 99% τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ θὰ ἦσαν ὅλοι δημοκρατικοί, ἠκούσαμεν τὰ περίφημα καὶ παράδοξα ἐκεῖνα τηλεγραφήματα διὰ τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ κληθῇ αὐτὴ ἡ Πυθία διὰ νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ τὰ ἐξηγήσῃ. Ἀλλ’ ὄχι μόνον αὐτό. Εἰς τὴν περίοδον ἐκείνην καὶ αὐτὸς ὁ νῦν κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως—ἂν δὲν ἀπατῶμαι—πιεσθεὶς κάποτε ὑπὸ τοῦ Ἀρχηγοῦ τῆς Ἐπαναστάσεως διὰ νὰ ἐκδηλώσῃ φρονήματα, ἔφθασε μέχρι τοῦ σημείου τοῦ ν’ ἀποχωρήσῃ καὶ τῆς πολιτικῆς. Ἀλλ’ ἀπέναντι τῆς παρούσης Κυβερνήσεως μᾶς χωρίζουσι καὶ ἄλλαι ἀντιθέσεις. Χθὲς εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ὁμιλήσω διὰ πρώτην φορὰν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, καὶ ἤκουσα σήμερον ὅτι δύο λέξεις ἐκ τῶν λόγων μου ἐκείνων παρεξηγήθησαν. Ἦτο γνωστόν, κύριοι, ὅτι ἀπὸ τριετίας μετὰ τὰς ἀλλεπαλλήλους δηλώσεις τοῦ Ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων περὶ ἀποχῆς ἐκ τῆς πολιτικῆς ἐγένετο εὐρύτατος λόγος περὶ διαδόχου του εἰς τὴν ἀρχηγίαν τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων. Καὶ ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, οἱ φερόμενοι ὡς ἀξιοῦντες καὶ ἱκανοὶ διὰ τὴν διαδοχήν του ἦσαν 2–3· εἰς ἐξ αὐτῶν ἦτο καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ μ’ ὅλον τοῦτο πολιτικὸς τῆς περιωπῆς καὶ τῆς ἀξίας τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅστις πρόκειται νὰ ἐπιβληθῇ διὰ τὴν ἀρχηγίαν τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων, ἐδήλωσεν ὅτι ἔχει ἀνάγκην χρόνου διὰ νὰ μελετήσῃ τὸ μέγιστον τῶν κοινωνικῶν προβλημάτων, τὰ ὁποῖα ἔχει νὰ ἀντιμετωπίσῃ ἡ Ἑλλάς, τὸ προσφυγικόν. Ἀναγνωρίζω εἰς πάντα τὸν ὀφειλόμενον αὐτῷ σεβασμόν, καὶ δὲν ἐννοῶ νὰ θίξω κανένα· φρονῶ ὅμως ὅτι ἐπιτρέπεται εἰς πάντα μὴ ἀναμιγνυόμενον εἰς τὴν πολιτικὴν νὰ ἔχῃ ἄγνοιαν αὐτοῦ τοῦ ζητήματος, ἀλλ’ ὄχι εἰς πολιτικόν. Καὶ ἔρχομαι εἰς τὴν ἐξέτασιν τῆς ἐντολῆς, ἥτις ἐδόθη πρὸς ἡμᾶς παρὰ τοῦ προσφυγικοῦ κόσμου, διὰ νὰ ἀπαντήσω καὶ δι’ ὀλίγων εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐκ Θεσσαλονίκης συνάδελφον, τὸν ὁποῖον ἐγνώριζον ἀσχολούμενον εἰς τὴν φιλολογίαν, οὐχὶ ὅμως καὶ ὡς ἱκανὸν μυθιστοριογράφον. Εἶναι εὐτυχὴς κατὰ τοῦτο ὁ κ. συνάδελφος, διότι ἐπὶ δεκαετίαν ὁλόκληρον παραμείνας πολὺ καλὰ ἐγκατεστημένος—καὶ τῷ εὔχομαι νὰ εἶναι πάντοτε μέχρι πέρατος τοῦ βίου του—ἐν Κρήτῃ καὶ Θεσσαλονίκῃ, δὲν εὑρέθη εἰς τοὺς τόπους τῆς καταστροφῆς, ἐν μέσῳ τοῦ προσφυγικοῦ κόσμου, διὰ νὰ γνωρίσῃ καὶ τὴν ψυχολογίαν καὶ τὸν πόνον του. Ἀλλὰ καὶ ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλ’ ὡς Θρᾷξ θὰ ηὐχόμην ὅπως ἡ Ἑλλὰς μὴ ἀποβάλῃ τὴν Θράκην, τὸν ἕτερον ἀδάμαντα. Δυστυχῶς ἀπέβαλεν αὐτήν. Καὶ ὅμως μὲ ὅλον τὸν πόνον καὶ τὴν καταστροφὴν τὴν ὁποίαν ὑπέστη ὁ Θρακικὸς λαὸς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εὑρίσκηται εἰς τὴν ψυχολογικὴν κατάστασιν εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκοντο τὰ ⅘ τοῦ προσφυγικοῦ κόσμου, ὁ Μικρασιατικὸς κόσμος καὶ ὁ κόσμος τοῦ Πόντου, οἵτινες ταύτην τὴν στιγμὴν ἔχουσι χιλιάδας νεκρῶν καὶ θυγατέρας πόρνας εἰς τὰ βάθη τῆς Ἀνατολῆς. Καὶ ὅταν ἱδρύσαμεν μετὰ φιλτάτων συναδέλφων τὴν συνομοσπονδίαν τῶν προσφύγων, εἶναι γνωστὸν ὅτι ὁ σύλλογος αὐτὸς ἀπετελεῖτο ἐκ 12 συμβούλων, ἐξ ὧν οἱ 9 ἦσαν μέλη ἀνήκοντα εἰς τὴν Μακεδονίαν καὶ τρεῖς ἀντιθέτους. Καὶ γνωρίζετε ὅτι εἰς τὴν προσφυγικὴν συνομοσπονδίαν διεξήχθησαν τραχεῖς ἀγῶνες κατὰ τῆς συντηρητικότητος δύο ἢ τριῶν ἑτέρων συναδέλφων ὑπὸ τῆς παμψηφίας σχεδὸν αὐτῆς. Καὶ γνωρίζετε ὅτι ὀλίγον πρὸ τῶν ἐκλογῶν ἡ προσφυγικὴ συνομοσπονδία ἐξέδωκεν ἀνακοινωθὲν τὸ ὁποῖον διεπίστου τὰ δημοκρατικὰ φρονήματα τοῦ προσφυγικοῦ κόσμου. Καὶ γνωρίζετε ὅτι καὶ μετὰ τὴν ἀνακήρυξιν ἡμῶν ὡς ὑποψηφίων τοῦ συνδυασμοῦ Θεσσαλονίκης ἐκλήθημεν εἰς τὸν Λαγκαδᾶν διὰ νὰ ὁμιλήσωμεν πρὸς τὸν λαὸν μόνον ὑπὲρ τῆς Δημοκρατίας. Καὶ ὅταν κατὰ τὴν κοινοποίησιν τοῦ ψηφίσματος ἠγέρθη ζήτημα ἂν πρέπει τοῦτο νὰ κοινοποιηθῇ εἰς τὴν «Δημοκρατικὴν Ἕνωσιν» τῆς Ἑλλάδος ὁ λαὸς διὰ βοῆς ἠξίωσε τὴν τοιαύτην κοινοποίησιν.
§193Μ. ΚΥΡΚΟΣ. Ἐγὼ ὡμίλησα περὶ τοῦ ἀντιδυναστικοῦ πνεύματος τῶν προσφύγων. Ἀπορῶ καὶ δὲν βλέπω τὸν λόγον διὰ τὸν ὁποῖον καταναλίσκετε τόσον χρόνον καὶ τόσον ὡραῖα λόγια διὰ ν’ ἀποδειχθῇ ἓν πρᾶγμα τὸ ὁποῖον εἶναι αὐταπόδεικτον, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ οἱ πρόσφυγες νὰ εἶναι ὅλοι δημοκρατικοί.
§194Ν. ΚΟΝΤΟΛΕΩΝ. Θὰ σᾶς ἀπαντήσω ἀμέσως. Εἶμαι εὐχαριστημένος διότι αὐτὴν τὴν στιγμὴν δὲν ἐπανελάβετε τοὺς λόγους τοὺς ὁποίους σήμερον τὸ ἀπόγευμα εἴπετε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, διότι ἔχετε πάντοτε τὴν εὐστροφίαν νὰ ἀλλάσσητε τοὺς λόγους σας συμφώνως μὲ τὰς ἀπόψεις σας. Ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ζητήματος εἴμεθα σύμφωνοι. Οὐδεὶς δὲν διεπίστωσεν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ εἰμὴ δημοκρατικὸν πνεῦμα. Δὲν δύναμαι ὅμως νὰ ἐννοήσω πῶς σεῖς ἐξάγετε συμπεράσματα ὅτι ἐκ τῆς δοθείσης εἰς ἡμᾶς ἐντολῆς παρὰ τοῦ προσφυγικοῦ κόσμου ἀποκλείεται νὰ κηρύξωμεν ἔκπτωτον τὴν Δυναστείαν διὰ τῆς Συνελεύσεως. Ἐδῶ ἀκριβῶς ἔγκειται ἡ διαφορά μας, καὶ ἐκπλήττομαι πῶς ἐκρατήσατε σήμερον τὸ ἀπόγευμα τόσην ὥραν τὸ βῆμα, καὶ μετὰ τοσαύτας διαμαρτυρίας διὰ νὰ ἀποδείξητε ὅτι ἐκ τῆς ἐντολῆς τὴν ὁποίαν ἐλάβετε ἐκεῖθεν ἔχετε τὸν Α ἢ Β περιορισμὸν ἐπὶ τοῦ δυναστικοῦ ζητήματος. Διότι ἡ διαφορὰ πρὸς τὰς κυβερνητικὰς ἀπόψεις ἔγκειται εἰς τοῦτο, πάντα δὲ τὰ ἄλλα τὰ λεγόμενα περὶ στρατοκρατικῆς Δημοκρατίας καὶ περὶ στρατοκρατικῆς τάσεως τὰ θεωρῶ ὡς ἀνάξια ἀπαντήσεως. Καὶ ἐπὶ τοῦ δυναστικοῦ ζητήματος δὲν ὑπάρχει, κύριοι συνάδελφοι ἀνάγκη νὰ καταφύγωμεν εἰς σκέψεις καὶ συλλογισμοὺς διὰ νὰ γνωρίσωμεν ποίαν ἐντολὴν ἔδωκεν ὄχι μόνον πρὸς τοὺς ἄλλους ἀλλὰ καὶ πρὸς τὸν κ. συνάδελφον ὁ κόσμος ὁ ὁποῖος μᾶς ἐξέλεξεν. Ὅστις ἐγνώρισε τὴν Σμύρνη, τὴν ἄπιστον αὐτὴν Σμύρνην, τὸν ἐφιάλτην τῶν Σουλτάνων καὶ τῶν Νεοτούρκων, ὅστις ἐγνώρισε καὶ σήμερον τὸν κόσμον αὐτὸν πεινῶντα καὶ γυμνητεύοντα ἀλλ’ ἔχοντα ἀπόλυτον γνῶσιν τῶν ὑπαιτίων τῆς καταστροφῆς του δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ συμφωνήσῃ μετ’ ἐμοῦ ὅτι μίαν καὶ μόνην μᾶς ἔδωσεν ἐντολήν: νὰ εἴμεθα ἐχθροὶ ἀμείλικτοι ἐκείνων οἵτινες καὶ ἐν ὀνείρῳ εἶδον τοὺς Γλύξμπουργκ. Ὡς πληρεξούσιος ὅμως τῆς Ἑλλάδος προερχόμενος κυρίως ἐκ τῶν Νέων Χωρῶν καὶ εἰδικῶς τῆς Μακεδονίας, εἰς τὴν ὁποίαν ἐγκατεστάθη τὸ μέγιστον μέρος τοῦ προσφυγικοῦ κόσμου, ἔχω πικρὰν τὴν πεῖραν τοῦ παρελθόντος. Καὶ εὐχόμενος ὅπως μὴ ἐπέλθωσι καταστροφαὶ ὅμοιαι πρὸς ἐκείνας ἃς ὑπέστημεν ἡμεῖς οὔτε εἰς αὐτοὺς τοὺς ἐχθρούς μας Τούρκους, ἔχω νὰ τονίσω ἕνα κίνδυνον σοβαρώτερον καὶ ἀπὸ ἐκεῖνον τὸν ὁποῖον ἐτόνισεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Ροδόπης συνάδελφος. Προσέξατε, κύριοι Κυβερνῆται, τὸ δημοψήφισμα. Αἱ Νέαι Χῶραι κατὰ παμψηφίαν θὰ ψηφίσουν ὑπὲρ τῆς Δημοκρατίας. Ἀπὸ ὑμᾶς ἐξαρτᾶται, προσέξατε, ἵνα μὴ τὴν ἑπομένην τοῦ δημοψηφίσματος ἔχωμεν ἀντὶ μιᾶς Ἑλλάδος δύο Ἑλλάδας. Καὶ τότε εἰς πᾶσαν Ἑλληνικὴν χώραν ἀναρτήσατε τὰς γνωστὰς πινακίδας «κατάστημα ὑπὸ διάλυσιν». Καὶ ὄχι μόνον αὐτό: Εἴμεθα διατεθειμένοι νὰ κρημνίσωμεν βωμοὺς καὶ εἴδωλα, ἅτινα ἔχομεν στήσει ὑπερύψηλα εἰς τὴν ψυχὴν ἡμῶν, νὰ κρημνίσωμεν καὶ αὐτὸν τὸν Παρθενῶνα, ἐὰν διὰ τῶν μαρμάρων αὐτοῦ πρόκειται νὰ στερεώσωμεν τὰ θεμέλια τῆς κινδυνευούσης Πατρίδος. (Χειροκροτήματα)
§195ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πραντούνας.
§196Α. ΠΡΑΝΤΟΥΝΑΣ. Κύριοι πληρεξούσιοι, ἐσυνήθισα πάντοτε νὰ ἡγοῦμαι τῶν γεγονότων καὶ οὐδέποτε νὰ ἕπωμαι. Ἐλέχθη παρά τινων ὅτι ἡμεῖς οἱ Φιλελεύθεροι δὲν εἴμεθα οἱ ἀκραιφνεῖς δημοκρατικοί. Τοῦτο τὸ ἀποκρούω διαρρήδην δι’ οἱονδήποτε φιλελεύθερον καὶ ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τῆς αἰθούσης. Εἰς δὲ ἐξ αὐτῶν εἶμαι καὶ ἐγώ, ὅστις ἐκ τῶν παιδικῶν μου χρόνων δύναμαι νὰ εἴπω ὅτι ἐγεννήθην δημοκράτης. Πρὸς τούτοις θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ὑπομνήσω ὀλίγα σημεῖα τοῦ βίου μου, τὰ ὁποῖα ἐνθυμεῖται κάλλιστα ὁ συνάδελφος Ροδόπης κ. Κονδύλης, ὅστις κατὰ τὸ 1897 εὔζωνος ὢν εἰς τὴν διμοιρίαν μου, —ἤμην τότε ἀνθυπολοχαγός— μοῦ ἐχρησίμευσε κατὰ τὴν μεγάλην ἐκείνην τρικυμίαν ὡς μικρὸς γραμματεὺς εἰς ἄρθρον τι τὸ ὁποῖον ἐδημοσίευσα εἰς τὴν «Ἑστίαν» καὶ εἰς τὸ ὁποῖον ἐπέκρινα δριμύτατα τὸν τότε Διάδοχον καὶ ἡττημένον Κωνσταντῖνον. Ὀλίγον μετὰ ταῦτα ἐδημοσίευσα ἄλλο ἄρθρον εἰς περιοδικόν, «Ἀλήθεια» ὀνομαζόμενον, τὸ ὁποῖον διηύθυνεν ὁ κ. Λαχανοκάρδης. Εἰς τὰ ἄρθρα αὐτὰ ἤλεγξα τὴν Βασιλικὴν οἰκογένειαν ἀπὸ τοῦ Διαδόχου μέχρι τοῦ τελευταίου πρίγκιπος, οὓς ἅπαντας ὠνόμαζον «χαμηλοτάτους». Κατόπιν, ὅταν ἔσχον τὴν τιμὴν μεταξὺ ὀλίγων νὰ ἀκολουθήσω ἐν τῇ «Ἑσπερίᾳ» τὸν μέγαν Ἀρχηγὸν τῆς Ἑλληνικῆς φυλῆς κ. Βενιζέλον, τὴν πρωΐαν τῆς 12ης Σεπτεμβρίου 1916 ἐπὶ τοῦ καταστρώματος τοῦ πλοίου τούτου ἤμην ὁ πρῶτος ποὺ ἐξήλωσα τὸ στέμμα ἀπὸ τὸ πηλήκιόν μου, τὸ ἔρριψα χάμω καὶ ἀνεφώνησα: «Ἀπὸ σήμερον αἰσθάνομαι ὅτι ζῶ ὡς ἐλεύθερος πολίτης, ὡς δημοκράτης». Ὁ γραμματεὺς τοῦ κ. Προέδρου, κ. Μαρκαντωνάκης, τὸ ἐπῆρε, τὸ ἔβαλεν εἰς τὴν τσέπην του καὶ εἶπε: «Θὰ τὸ φυλάξω δι’ ἀνάμνησιν». Ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος εἶπε: «νὰ τὸ βάλητε εἰς τὸ πηλήκιόν σας, διότι τὸ στέμμα ἀνήκει εἰς τὸ Κράτος καὶ ὄχι εἰς τὰ ἄτομα». Ἕνα μῆνα μετὰ ταῦτα, εἰς τὰ Χανιὰ τῆς Κρήτης, πρῶτος ἐγὼ ἀπὸ ἕνα ἐξώστην εἰς τὸν ὁποῖον εἴμεθα ἐγώ, ὁ Κουλουμβάκης καὶ μερικοὶ ἄλλοι, πρῶτος ἐγὼ ἀνεκήρυξα τὴν Δημοκρατίαν. Ὁ δημοκράτης εἶναι ὑπεράνω τῶν ἄλλων ἀνθρώπων, εἶναι ἀνωτέρου ἐπιπέδου ἀνατροφῆς, εὐγενείας καὶ ἰδεῶν. Πρὶν ἐπιληφθῶ, κύριοι συνάδελφοι, τῶν ἐπιμάχων ζητημάτων, θὰ ἀπαντήσω εἰς μερικὰ ἄλλα ζητήματα. Ὁ κ. Θ. Βελλιανίτης, ὁ πρεσβύτερος, ὁμιλῶν πρὸ ἡμερῶν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου μᾶς εἶπε πολλὰ ὡραῖα πράγματα ἀναγόμενα εἰς τὴν Ἱστορίαν. Θέλω νὰ προσθέσω δύο σημεῖα εἰς τὴν ὡραίαν ὁμιλίαν του, ὅπως συμπληρώσω τὰ περὶ τῆς πάλης τῆς διεξαγομένης μεταξὺ βασιλέων καὶ λαῶν, τῶν μὲν θελόντων νὰ ἐπιβάλλωσι τὰ μοναρχικά των αἰσθήματα, τῶν δὲ ἀμυνομένων τῆς ἐλευθερίας των. Θὰ εἴπω τοῦτο: Ὀλίγα ἔτη μετὰ τὴν ἔλευσιν τοῦ βασιλέως Γεωργίου, εἰς τὸν τότε περίπατον τοῦ συρμοῦ, τὸν γύρον τῆς Ἀκροπόλεως, ἤρχετο ὁ βασιλεὺς μετὰ τοῦ γραμματέως του κ. Σπόνεκ. Ἐκ τοῦ ἄλλου ἄκρου ἤρχετο ὁ Πρωθυπουργὸς Δεληγεώργης. Ἀφοῦ ἐχαιρετίσθησαν καὶ ἀντήλλαξαν μερικὰς λέξεις, ἀπεχωρίσθησαν. Καὶ τότε ἠρωτήθη ὁ Δεληγεώργης ἀπὸ τὸν ἀείμνηστον καθηγητὴν Ρουσάκην τί εἶπε μὲ τὸν Γεώργιον.—«Εἴπομεν ὅτι αὐτὸ τὸ παληόπαιδο καμμιὰ μέρα θὰ τὸ βάλω σὲ μιὰ φάκα καὶ θὰ τὸ στείλω εἰς τὸν μπαμπὰ του πίσω». Φαντασθῆτε ὅτι ἕνας νεκρὸς βασιλεύς, ἐλθὼν ἐνταῦθα ἀπὸ ἄδοξος πρίγκηψ, ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι τὸν ἔφεραν ὥστε νὰ εἴπουν μετ’ ἀγανακτήσεως τοιαύτην φράσιν. Τὸ δεύτερον, κύριοι συνάδελφοι, τὸ ὁποῖον θὰ σᾶς ἀναφέρω εἶναι σύγχρονον καὶ ἀφορᾷ τὸν τέως βασιλέα Γεώργιον τὸν Βʹ. Ἔλαβε χώραν εἰς τοῦ Γουδῆ ὅτε ἐγυμνάζομεν τοὺς ἄνδρας τοῦ 31ου συντάγματος μετὰ τοῦ ταγματάρχου Διαλέτη. Ἐκείνην τὴν ἐποχὴν συνέβαινον μερικαὶ λῃστεῖαι καὶ δολοφονίαι ὁπλιτῶν, καὶ δι’ αὐτὸ ἐβγάλαμεν περιπόλους πρὸς σύλληψιν τῶν κακούργων ἐκ τῶν ὁποίων τὴν ἡμέραν ἐκείνην εἶχον συλλάβει καμμιὰ δεκαπενταριά. Ὁ Γεώργιος, Διάδοχος τότε, μὲ ἠρώτησεν ἢ μᾶλλον μοῦ εἶπεν ὅτι ἀσφαλῶς οἱ συλληφθέντες θὰ ἦσαν πρόσφυγες. Τοῦ λέγω «ὄχι»· εἶναι Ἀθηναῖοι, Τριπολιτσῶτες, Κεφαλλωνῖτες, ἀλλὰ πρόσφυγες μόνον δὲν εἶναι». Ἐκαβαλλίκευσε τὸ ἄλογό του καὶ ἔφυγε δυσαρεστηθεὶς διότι δὲν ἦσαν πρόσφυγες. Ὅπως εἰς πᾶσαν ἐπιστήμην οὕτω καὶ εἰς τὴν στρατιωτικὴν ὑπάρχουν ἀρχαὶ καὶ ἀξιώματα. Μεταξὺ αὐτῶν εἶναι ἀνάγκη νὰ ὑπομνήσω δύο: Τὸ ἓν εἶναι ὅτι ὅταν μετὰ μίαν μάχην διὰ τὰς ἐπιχειρήσεις τῆς ἑπομένης συντάσσωμεν μίαν διαταγὴν καὶ ἡ μάχη μάλιστα αὐτὴ συμπίπτῃ νὰ εἶναι ὀλίγον ἀτυχὴς ἢ ἐλάχιστα εὐτυχής, ἐπιβάλλεται εἰς τὴν πρώτην παράγραφον τῆς διαταγῆς ταύτης νὰ ἐξάρωμεν τὰ γεγονότα, καὶ τοῦτο ὅπως ἐνθαρρύνωμεν τὸ στράτευμα διὰ τὸ αἷμα καὶ τὰς ὀδύνας τὰς ὁποίας ὑπέστη τὴν προτεραίαν. Ταῦτα λέγονται trues scientifiques, ἐπιστημονικαὶ πανουργίαι. Δὲν εἶναι παράδοξον ἂν εἰς μίαν διαταγὴν ἐπὶ ἀτυχῶν ἐπιχειρήσεων ἴδητε ὡραίας καὶ πομπώδεις φράσεις. Τὸ ἄλλο ἀξίωμα εἶναι ὅτι δὲν πρέπει νὰ δίδωμεν καμμίαν πίστιν εἰς τὰς ἐπισήμους ἐκθέσεις, διότι εἶναι αἱ ψευδέστεραι, ἡ δὲ ἀλήθεια εὑρίσκεται πάντοτε εἰς τὰς αὐστηρὰς ἀνακρίσεις καὶ κυρίως εἰς τὰ ἀπομνημονεύματα. Αὐτὸ διεπίστωσαν μετὰ τὸν Γαλλογερμανικὸν πόλεμον τοῦ 1870 καὶ οἱ δύο ἀντίπαλοι, ἀλλὰ τοῦτο καὶ ἀπὸ τοῦ Ἡροδότου μέχρι σήμερον διαπιστοῦσιν πάντες οἱ ἱστορικοί. Ὥστε τὴν ἀλήθειαν τοῦ Μικρασιατικοῦ δράματος δὲν ἐγνωρίσαμεν ἀκόμη. Ἠξεύρετε πότε εὑρέθη ἡ ἀλήθεια καὶ ἕως πότε ἡ ψευδὴς ἐπίσημος ἔκθεσις τοῦ Μόλτκε διὰ τὸν πόλεμον τοῦ 1870 ἔπαιζε ρόλον; Εἰς τὸ 1888, 17 δηλ. ἔτη μετὰ τὸν πόλεμον. Ἐλέχθη ἀπὸ τὸν φίλτατον συνάδελφον κύριον Καρασεβδᾶν ὅτι ὁ κ. Βενιζέλος τοῦ εἶχεν ὁμιλήσει περὶ τῆς Ἐπαναστάσεως τῆς Θεσσαλονίκης. Ἡ Ἐπανάστασις αὐτὴ ἐπῳάσθη ἐν τῷ πνεύματι τοῦ τέως κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως 5–6 μῆνας πρὸ τοῦ Αὐγούστου τοῦ 1916. Αὐτὸ δὲ τὸ γνωρίζω ἐγὼ καὶ ὁ κ. Δαγκλῆς, ὅστις συνέπεσε νὰ εἶναι ἐμπρὸς εἰς μίαν συνομιλίαν τὴν ὁποίαν εἶχον μὲ τὸν κ. Βενιζέλον. Ὁ ἐπιφανὴς συνάδελφος ἐκ Φθιώτιδος κ. Τσιριμῶκος, ἐν τῷ θαυμασίῳ λόγῳ του προχθές, ἀπέδειξε ψυχολογίαν πρώτης δυνάμεως καὶ περισσὴν εὐφράδειαν, μᾶς εἶπε δὲ ὅτι ὁ Λαὸς κατὰ τὸν Νοέμβριον τοῦ 1920 εὑρέθη κουρασμένος. Τοῦτο δὲν εἶναι ὕβρις δι’ ἕνα στρατὸν ἢ δι’ ἕνα στρατευόμενον λαόν. Θὰ σᾶς φέρω δύο παραδείγματα δύο παγκοσμίων πολέμων: Τὸ πρῶτον εἶναι οἱ πόλεμοι τοῦ Μεγάλου Ἀλεξάνδρου, κατὰ τοὺς ὁποίους τὰ ἔμψυχα φρούρια, αἱ μακεδονικαὶ φάλαγγες ὡμολόγησαν ὅτι ἐκουράσθησαν, ὅτι κατελήφθησαν ὑπὸ νόστου καὶ ὅτι ἔχουν ἀνάγκην νὰ ἐπανέλθουν εἰς τὴν φίλην πατρίδα. Ὁ στρατὸς ὅμως ἦτο ἐστελεχωμένος πολὺ καλά— δὲν εὑρίσκω ἄλλην λέξιν νὰ μεταφράσω τὸ encadié— καὶ ὑπῆρχον, ὅπως καὶ παρ’ ἡμῖν ἐπὶ Βενιζέλου, οἱ ἄνδρες οἱ ἄξιοι, οἱ στρατηγοὶ οἱ Κάσσιοι, οἱ Πτολεμαῖοι, οἱ Κράτεροι, οἵτινες συνεκράτουν τὸ στράτευμα καὶ τοιουτοτρόπως ὥρμησαν ἀπὸ τὴν Μεσοποταμίαν εἰς τὰς Ἰνδίας καὶ τὴν Αἴγυπτον. Καίτοι δὲ τρὶς καὶ τετράκις ὡμολόγησαν κάματον, δὲν ἐξέπεσαν ὅμως ἐκ τῆς δόξης, ἀλλ’ ἐσυλέγισαν τὰς μεγάλας ἀνδραγαθίας. Ἄλλο παράδειγμα εἶναι ὁ τελευταῖος πόλεμος ὁ Εὐρωπαϊκός, καθόσον καὶ τὰ ἐντεῦθεν καὶ τὰ ἐκεῖθεν τοῦ χαρακώματος στρατεύματα ὡμολόγησαν μεγάλην κόπωσιν, ὥστε καὶ μετὰ τὸ κλείσιμον τῆς εἰρήνης νὰ ἀποστέργουν οἱονδήποτε πόλεμον. Ὅτι λοιπὸν ὁ Ἑλληνικὸς στρατὸς κατὰ τὸ 1920 ἐκουράσθη εἶναι μεγάλη ἀλήθεια, τὴν ὁποίαν καὶ ἡμεῖς γνωρίζομεν καλῶς, καλύτερον ἀπὸ τὸν νεαρὸν συνάδελφον κ. Καραπαναγιώτην. Ἠγέρθη ὁ κ. Θεοχάρης διὰ νὰ τονίσῃ ὅτι ὁ λαὸς ἐκουράσθη καὶ δι’ αὐτὸ ἡττήθημεν. Ἀλλὰ δὲν ἡττήθημεν δι’ αὐτό· πρέπει νὰ σᾶς εἴπω ὅτι ὅποιος ἠξεύρει πῶς ἔγιναν αἱ ἐπιχειρήσεις τοῦ Σαγγαρίου γνωρίζει διατὶ ἡττήθημεν. Εἶχον ἀποσπασθῇ ὅλοι οἱ βασιλικοὶ μὲ τὰ μπιλιεττάκια εἰς τὰς μετόπισθεν ὑπηρεσίας καὶ ὅταν παρουσιάσθη ἀνάγκη νὰ συμπληρωθοῦν τὰ κενὰ δὲν ὑπῆρχον ἐφεδρεῖαι, διότι ὅλοι αὐτοὶ ἦσαν δειλοὶ καὶ ἄμαχοι. Αὐτὴ εἶναι ὅλη ἡ ἱστορία. Τώρα διὰ τὴν Δημοκρατίαν· ὅταν ἐπήγαμεν εἰς τὴν ἰδιαιτέραν μου πατρίδα διὰ νὰ φωτίσωμεν τοὺς συμπολίτας μας ἠξεύρετε τί εἶχαν διαδώσει οἱ ἀντίπαλοι ἡμῶν; Ὅτι Δημοκρατία σημαίνει νὰ πάρωμεν τὰ κορίτσια καὶ τὶς γυναῖκες καὶ τὰ τοιαῦτα. Ἐστάθη ἀδύνατον νὰ τοὺς μεταπείσω ὅτι δὲν εἶναι τέτοιο πρᾶγμα. Πρέπει λοιπὸν νὰ πᾶμε ὡς ἐθναπόστολοι εἰς τὰς ἐπαρχίας μας καὶ νὰ εἴπωμεν εἰς τὸν λαὸν ὅτι ὑπάρχουν τέσσαρα εἴδη Δημοκρατίας, ἡ βασιλευομένη, ἡ τῆς Ἀμερικῆς, ὁ μπολσεβικισμὸς καὶ ἡ σημερινή, ποὺ ὁμοιάζει μὲ τὴν Γαλλικήν. Ὁπωσδήποτε, κύριοι, ἔχω νὰ προσθέσω καὶ δύο ἄλλας λέξεις, ὅτι ἀπὸ τοῦ 1909 μέχρι σήμερον αἱ Ἐπαναστάσεις, αἱ ὁποῖαι ἔγιναν, ἦσαν νερόβραστοι, διότι ἡ πρώτη περιωρίσθη εἰς τὸ νὰ δώσῃ ἀμνηστίαν, ἡ δευτέρα, ἐνῷ ἐφωνάζαμε «κάτω ἡ Βασιλεία κτλ.» ἐν τούτοις προσεκάλει τὸν Κωνσταντῖνον νὰ ἔλθῃ, τὸν Κωνσταντῖνον τὸν παραδώσαντα ὁλόκληρον τὴν Ἀνατολικὴν Μακεδονίαν καὶ σημαίας καὶ Σώματα στρατοῦ. Ἡ τρίτη Ἐπανάστασις, ἂν τὴν ὀνομάσωμεν Ἐπανάστασιν, εἶναι ἐκείνη διὰ τὴν ὁποίαν ὁ Ρέπουλης ἔδειξε τοσαύτην χριστιανικὴν ἐπιείκειαν ὥστε δὲν ἄφησε τὸν Λαὸν νὰ λυντσάρῃ ἐκείνους τοὺς ὁποίους ἔπρεπε νὰ λυντσάρῃ. Ἡ τετάρτη εἶναι τοῦ 1922, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ λαὸς ἦτο ἕτοιμος νὰ ἐφαρμόσῃ τὰ διδάγματα τῆς ἱστορίας ἀλληλοσφαζόμενος ἐν ἀνάγκῃ, ἀλλὰ καὶ τοῦτο δὲν ἐπέτρεψεν ἡ Ἐπανάστασις. Ὥστε καὶ αἱ τέσσαρες αὐταὶ Ἐπαναστάσεις ἀπέτυχον, κατὰ τὴν γνώμην μου, οἰκτρῶς. Σήμερον παρουσιάζονται πρὸ ἡμῶν τρεῖς ὁμάδες, ἡ μία ἡ ὁποία εἶναι ὁ Στρατὸς καὶ ὁ Στόλος καὶ βεβαίως καὶ μεγάλη μερὶς πολιτῶν, ἡ ὁποία ἔλεγε νὰ κάμωμεν τὴν Ἐπανάστασιν πρὸ τῶν ἐκλογῶν, ἡ ὁποία ὅμως τὴν ἔκαμε μετὰ τὰς ἐκλογάς· ἡ ἄλλη εἶναι ἡ ὑπὸ τὸν κ. Παπαναστασίου καὶ ἡ ὁποία λέγει νὰ τὴν κάμωμεν ἐδῶ μέσα. Ἡ ἄλλη εἶναι ἡ τῆς νῦν καὶ τέως Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία λέγει νὰ τὴν κάμωμεν ἔξω διὰ δημοψηφίσματος. Ἐγώ, κύριοι, καὶ τὰς τρεῖς αὐτὰς ἐκδοχὰς τὰς θεωρῶ ἡμίμετρα. Διότι καὶ ἡ μία, ἐκείνη τὴν ὁποίαν ἔκαμε καὶ ὁ Στρατὸς καὶ ὁ Στόλος, εἶναι ἡμίμετρον, διότι ἐφόσον ὑπάρχει ἡ πληγὴ ἡ ὁποία λέγεται βασιλικὴ οἰκογένεια, νὰ τὸ ἠξεύρητε ὅτι θὰ ἔχωμεν πάντοτε ταραχὰς καὶ βάσανα, ἡ δευτέρα, ἡ ὁποία λέγει νὰ τὸ λύσωμεν ἐδῶ–μέσα, καὶ αὐτὴ δὲν εἶναι ὀρθή, διότι θὰ ὑπάρχῃ πάντοτε ἡ βασιλικὴ οἰκογένεια, ἡ ὁποία θὰ βυσσοδομῇ. Ἡ τρίτη εἶναι ἡ μόνη ἥτις προσεγγίζει ὀλίγον πρὸς τὴν ριζικὴν λύσιν. Κύριοι συνάδελφοι, ἂς ὑποθέσωμεν ὅτι θὰ ἐπικρατήσωμεν εἰς τὸ δημοψήφισμα αὐτό. Αἱ ἐλπίδες ὅλων μας,—δὲν λέγω τῆς νῦν Κυβερνήσεως —εἶναι ὅτι θὰ ἐπικρατήσωμεν καὶ θὰ ἐκθρονισθῇ ἡ οἰκογένεια τῶν Γλύξμπουργ καὶ θὰ ἐγκαθιδρυθῇ ἡ Δημοκρατία. Εἶπα ὅτι ἡ λύσις αὕτη προσεγγίζει πολὺ πρὸς τὴν ριζικὴν λύσιν, ἀλλὰ δὲν τὴν φθάνει· ἐντούτοις τασσόμεθα μὲ τὴν λύσιν αὐτὴν διὰ τρεῖς λόγους: Πρῶτον διότι εἶμαι βέβαιος ὅτι εἶναι ἡ στερεωτέρα, ὅπως εἶπον, λύσις, καθόσον ἔχω τοὺς ἑξῆς ἀριθμοὺς ὑπ’ ὄψει μου. Ὡμολόγησαν οἱ ἀντίπαλοι ἡμῶν, οἱ βασιλικοί, ὅτι τὴν 1ην Νοεμβρίου 1920, τὴν ἀποφράδα ἐκείνην ἡμέραν, ἡμεῖς οἱ βενιζελικοὶ εἴχομεν τὰ 45%, καὶ συνεπῶς οἱ ἀντίπαλοι εἶχον τὰ 55%. Ἑπομένως ἐὰν ἀφαιρέσωμεν ἀπὸ τὰ 55% τὰ 15% τὰ ὁποῖα ἦσαν Τοῦρκοι, μένουν τὰ 40%. Ἔχω ἀκράδαντον πεποίθησιν, κύριοι, ὅτι δὲν ἐχάσαμεν τὰς ἐκλογὰς τοῦ Νοεμβρίου, ἀλλ’ ἁπλῶς δὲν διεχειρίσθημεν καλῶς τὸ ζήτημα, ἐκάμαμεν κακοὺς ὑπολογισμούς. Ὁπωσδήποτε ἔχω τὴν ἐντύπωσιν ὅτι ἐνισχύθημεν. Εὗρον πολλὰς ὁμάδας, αἱ ὁποῖαι μοὶ ἔλεγον: ἡμεῖς ἕως τώρα ἤμεθα βασιλικοί, ἀλλὰ τώρα μετὰ τὴν ἐπελθοῦσαν καταστροφὴν τασσόμεθα μὲ τὸ μέρος σας. Ἀλλ’ ὕστερον ἔρχεται ὁ μέγας ὄγκος τῶν 1.200.000 προσφύγων, ὁ ὁποῖος θὰ μεταβάλῃ τὰ πράγματα. Ἂν αὐτὸς ὁ ὄγκος τῶν προσφύγων δὲν ὑπῆρχε, τότε θὰ εἴχομεν αἱματοκύλισμα, ὄχι ὅπως εἶπεν ὁ κ. Κούνδουρος διότι θὰ μᾶς σφάξουν οἱ βασιλικοί, —διότι δὲν σφάζουν τόσον εὔκολα, καὶ διότι ὁ στρατὸς δὲν εἶναι πλέον κακοποιός, οἱ δὲ ἀξιωματικοὶ ἅπαντες εἶναι πιστοὶ εἰς τὴν δημοκρατικὴν ἰδεολογίαν ἢ τὴν φιλελευθέραν, ὅπερ τὸ αὐτό, πρέπει δὲ νὰ ἠξεύρητε, ὅτι, ἐὰν ἐμφανίσουν ἐπιστράτους τινάς, αὐτοὶ δὲν θὰ προφθάσουν νὰ ξεμυτίσουν—ἀλλὰ διότι, ἐπειδὴ σήμερον εἴμεθα ἐν πλήρει ἀσφαλείᾳ, πρέπει νὰ εἶσθε βέβαιοι, κύριοι, ὅτι δὲν θὰ ἐπιτρέψωμεν οἱ στρατιωτικοὶ οἱ τέως καὶ οἱ νῦν νὰ διαταράξῃ οὐδεὶς τὴν τάξιν καὶ τὴν ἀσφάλειαν τοῦ Κράτους. Ὥστε θὰ ἔλθῃ ἡ μεγάλη μᾶζα, ὁ προσφυγικὸς κόσμος, ὁ ὁποῖος θὰ λύσῃ τὸ ζήτημα ἄνευ αἱματοχυσίας, διότι αὐτοὶ προστιθέμενοι εἰς ἡμᾶς θὰ μᾶς δώσουν τὰ 85%. Δὲν ἔχω καμμίαν ἀμφιβολίαν. Ἐάν, κύριοι, ἐρυθριῶ διὰ τὸ στῖγμα τὸ ὁποῖον διέπραξε τὸ Κωνσταντινικὸν καθεστὼς κατὰ τῆς ἡρωϊκῆς ταύτης καὶ συμπαθεστάτης Χώρας τῆς Σερβίας, ἐὰν σπαράσσωμαι ὁσάκις βλέπω χήρας καὶ ὀρφανάς, ὅταν βλέπω τὸν ἐσταυρωμένον τοῦ προσφυγικοῦ μαρτυρίου ἀποκαλύπτομαι καὶ παρέρχομαι σιωπηλὸς ἐν μέσῳ ἀτέρμονος πελάγους στεναγμῶν καὶ κλαυθμῶν. (Χειροκροτήματα).
§197ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καπάτος.
§198Π. ΚΑΠΑΤΟΣ. Τὸ γοργὸν καὶ χάριν ἔχει, ἀλλὰ καὶ τὸ σπεῦδε βραδέως δὲν δύναται νὰ παροραθῇ, ὅταν μάλιστα πρόκειται περὶ ζητημάτων ἀφορώντων αὐτὴν τὴν ζωὴν τοῦ Κράτους, αὐτὴν τὴν ὕπαρξιν τοῦ Ἔθνους, αὐτὴν τὴν ὑπόστασιν τῆς φυλῆς. Βεβαίως αἱ ἀπεραντολογίαι εἶναι φορτικαί, αἱ συζητήσεις ὅμως, ἐπαναλαμβάνω, προκειμένου μάλιστα τοιούτων ζητημάτων εἶναι ἀπαραίτητοι ἐν μέτρῳ. Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ θὰ παραιτηθῶ ὅλων τῶν θεμάτων καὶ τῶν ἐπιχειρημάτων ἐφ’ ὧν οἱ ἀξιότιμοι προλαλήσαντες μὲ προέλαβον. Θὰ παραιτηθῶ ἐπίσης ὅλων τῶν διαφωνιῶν αἵτινες μὲ χωρίζουν ἀπό τινας ἀξιοτίμους προλαλήσαντας ὅσον ἀφορᾷ θεωρίας τινὰς καὶ ἰδίως συνταγματολογικάς. Συνεπὴς ἐν τῇ πεποιθήσει τοῦ ὅτι δὲν ἀπεστάλην ἐνταῦθα ἵνα εἴπω ἕνα «ναὶ» ἢ ἕνα «ὄχι», ἀλλὰ νὰ ἀκροασθῶ τῶν κρίσεων τῶν ἄλλων, νὰ εἰσφέρω καὶ ἐγὼ τὰς ἰδικάς μου καὶ γίνῃ ἡ συζήτησις, ὅπως ἐκ τῆς συζητήσεως προκύψῃ τὸ καλὸν καὶ ἐπ’ αὐτῶν ἀποφασίσω, ἄγομαι εἰς τὸ νὰ ἀπασχολήσω τὴν Συνέλευσιν ἐπ’ ὀλίγα μόνον λεπτά, φέρων καὶ ἐγὼ τὰς κρίσεις μου ἐπί τινων μόνον σημείων τῶν προγραμματικῶν δηλώσεων τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐν γενικωτάταις γραμμικῖς. Καὶ διὰ νὰ εἶμαι ἐν τάξει καὶ ἀπέναντι ὑμῶν, κύριοι συνάδελφοι, δηλῶ προοιμιακῶς καὶ μετὰ παρρησίας ὅτι ἐγὼ δὲν ἐξελέγην ἁπλῶς ὑπὸ τὴν αἰγίδα τῆς «ἀγκύρας», ἀλλά, κυρίως εἰπεῖν, ἐγὼ ἐξελέγην ὑπὸ τὴν αἰγίδα τῆς βενιζελικῆς μου ἰδεολογίας, ἰδεολογίας τῆς ὁποίας ὑπῆρξα πάντοτε ἔνθερμος ὀπαδός, ἐνθερμότατος δὲ ἀπὸ τοῦ σωτηρίου ἔτους τοῦ 1909, προτοῦ κληθῇ εἰς τὴν Ἑλλάδα ὁ μέγας τοῦ αἰῶνος πολιτικός. Καὶ ἔκτοτε οἱ ἀκολουθοῦντες τὴν ἰδεολογίαν ταύτην ὠνομάσθησαν Φιλελεύθεροι. Δὲν ἐπιτρέπεται λοιπὸν εἰς ἐμὲ σήμερον νὰ παρεκκλίνω τῆς ἰδεολογίας ταύτης τοσοῦτο μᾶλλον καθόσον ἔκτοτε μέχρι σήμερον πολλάκις καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος καὶ εἰς ἀπαντήσεις δημοσίας καὶ εἰς ἰδιαιτέρας συνομιλίας ὑπεστήριξα ὅτι ἡ λέξις φιλελεύθερος μετέπεσεν εἰς τὴν σημασίαν τῆς λέξεως πατριώτης. Διότι, ἂν κατὰ τὴν Γαλλικὴν Ἐπανάστασιν οἱ ἐπαναστάται προσεφώνουν ἀλλήλους διὰ τῆς λέξεως «πολῖτα», ἡμεῖς οἱ φιλελεύθεροι ὀφείλομεν νὰ προσαγορεύωμεν ἀλλήλους διὰ τῆς λέξεως «πατριῶτα». Ἐπιτραπήτω μοι νὰ εἴπω περὶ τῆς συμφιλιώσεως ὅτι ἐκπλήσσομαι πῶς οἱ ἁρμόδιοι δὲν λαμβάνουν ὑπ’ ὄψιν ὅτι ἀπὸ τοῦ 1909 ἰδίως, ἵνα μὴ ἀνατρέξω εἰς παλαιοτέραν ἐποχήν, ἡ πολιτικὴ κατάστασις ἐν Ἑλλάδι διαιρεῖται εἰς περιόδους, περιόδους καθ’ ἃς τὴν διακυβέρνησιν τοῦ Κράτους εἶχε τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων καὶ περιόδους καθ’ ἃς ἡ διακυβέρνησις τῆς Χώρας περιήρχετο εἰς χεῖρας τῶν ἀντιβενιζελικῶν, τῶν μὴ πατριωτῶν. Καὶ καθ’ ἃς περιόδους τοῦ Κράτους ἦρχε τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων πάντοτε ἐπετύγχανεν, ἐθνικὰ δὲ μεγαλεῖα καὶ δόξαι ἀπετέλουν τὸν φωτοστέφανον τῆς Ἑλλάδος· τοὐναντίον δὲ καθ’ ὅλας τὰς διαρκείας καθ’ ἃς περιέπιπτε δυστυχῶς ἡ διακυβέρνησις τῆς Χώρας εἰς χεῖρας τῶν ἀνόμων ἐκείνων, ὕβρεις καὶ ἀπειλαί, ἐμπαιγμοὶ καὶ ἐθνικαὶ συμφοραὶ ἀπετέλεσαν τὸν ἀκάνθινον τῆς Ἑλλάδος στέφανον. Ἐπὶ πλέον δὲ κατάλυσις τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου καὶ ἐξόντωσις διὰ παντὸς μέσου, μηδὲ τῶν μυσκρωτέρων ἐγκλημάτων ἐξαιρουμένων, ἐξόντωσις, λέγω, παντὸς μὴ ὁμοϊδεάτου. Ἀντιθέτως δὲ ὁσάκις εἰς τὴν Ἀρχὴν ἤρχετο τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων, δυστυχῶς, διηνεκῶς καὶ πάντοτε ἡμεῖς ἐλέγομεν «συμφιλίωσιν». Πόσον γλυκεῖα λέξις, ὁποία λέξις τόσα ἐπαγγελλομένη καλά!... Καὶ ἐν τούτοις εὑρίσκοντο Ἕλληνες τῆς Συνελεύσεως ταύτης νὰ λέγωσιν ἐναντίον τῆς συμφιλιώσεως. Μήπως ἆρά γε μετεβλήθη καὶ τὸ ἦθος τοῦ Ἕλληνος; Ὄχι. Δὲν ὁμιλοῦμεν κατὰ τῆς συμφιλιώσεως, Ὁμιλοῦμεν κατὰ τῶν μέσων τὰ ὁποῖα προσφέρονται καὶ ἐναντίον τῶν ἀνθρώπων πρὸς τοὺς ὁποίους προσφέρονται. Καὶ καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰ μέσα τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων βεβαιωθῆτε ὅτι διὰ τῆς συμφιλιώσεως κατώρθωσε νὰ δηλητηριάσῃ ἢ νὰ δολοφονήσῃ τὰ μέλη τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων καὶ νὰ κάμῃ ὥστε οἱ ἀντίθετοι νὰ φαίνωνται, ὅτι ἀποτελοῦσι τὴν πλειοψηφίαν καὶ ὅτι αὐτοὶ κρατοῦσι τὴν κρατικὴν μηχανὴν εἰς τὸν βαθμὸν τῆς συμφιλιώσεως τῆς πολυφιλήτου. Τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων ἐθυσίασε καὶ αὐτὴν τὴν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησίν του ἐπαγγελλομένην ἰσονομίαν καὶ ἰσοπολιτείαν. Ναί, διαμαρτύρομαι ὡς φιλελεύθερος ὅτι ὁσάκις ἦτο τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων, δὲν ἀπελάμβανον ἰσονομίας καὶ ἰσοπολιτείας. Πρόσφατον παράδειγμα θὰ ἀναφέρω τὰς ἐκλογὰς αἱ ὁποῖαι διεξήχθησαν κατὰ τὴν 16 Δεκεμβρίου 1924 ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ μου, ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Κραναίας. Ἐν πρώτοις ὅσον ἀφορᾷ τὸν διορισμὸν τῶν δικαστικῶν ἀντιπροσώπων· ὅλοι οἱ φιλελεύθεροι δικηγόροι καὶ συμβολαιογράφοι, μὴ ἐξαιρουμένων δικηγόρων ἀγόντων τὸ 80ὸν ἔτος καὶ παραιτηθέντων πρὸ δεκαετίας, ὅλοι αὐτοὶ διωρίσθησαν εἰς μακρινώτατα χωρία ὡς δικαστικοὶ ἀντιπρόσωποι.
§199ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Δὲν πιστεύω....
§200Π. ΚΑΠΑΤΟΣ. Ἐγὼ λέγω τί συνέβη εἰς τὴν ἐπαρχίαν μου. Ὁ Ἰωάννης Μάρκου, διακεκριμένος νέος καὶ ἄγαμος, ἀντιδραστικώτατος, ὁ Ἀνδρέας Πετκαλούδης, ἐπίσης ἀντιδραστικός, ὁ Ν. Λυκούρης, πρωτοστατήσας εἰς τὰ ἀντιδραστικὰ κινήματα, δὲν διωρίσθη καὶ ἴσως θὰ εἴπῃ τις ὅτι δὲν διωρίσθη διὰ νὰ μὴ ἀντιδράσῃ.
§201ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Σύμφωνοι.
§202Π. ΚΑΠΑΤΟΣ. Θὰ ἀπαντήσω. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἤγετο ἐκ τοιούτων αἰσθημάτων καὶ ὑπολογισμῶν, θὰ διώριζε τοὺς φιλελευθέρους ὡς δικαστικοὺς ἀντιπροσώπους, θὰ διώριζε δὲ ὡς ἀναπληρωτὰς τοὺς ἀντιδραστικοὺς διὰ νὰ μὴ μένωσιν εἰς τὸν δρόμον καὶ ἀντιδρῶσι, διότι ἡ διεξαγωγὴ τῆς ἐκλογῆς ἐγένετο μετὰ πείσματος. Ἐὰν δὲ ἡ Κυβέρνησις ἤθελεν ὑπακούσει εἰς τὴν παράκλησίν μας, τοῦ νὰ δώσῃ 30 ἀκόμη ἢ 15 στρατιώτας ἀντὶ τῶν 68 καὶ 69% τοὺς ὁποίους εἴχομεν ψηφοφορήσαντας, θὰ εἴχομεν 90%. Πρὸς ποίους, κύριοι, προσφέρεται ἡ συμφιλίωσις; Ἂν θέλετε νὰ μάθητε τί γράφει ὁ Τύπος τῆς πρωτευούσης, ἀκούσατε τὴν «Καθημερινήν» (Ἀναγινώσκει): «Θὰ ἐπαναφέρωμεν τὸν Γεώργιον ὡς Βασιλέα· ἂν δὲν θελήσῃ νὰ ἔλθῃ, θὰ εὕρωμεν ἄλλον καὶ ἂν δὲν εὕρωμεν θὰ φέρωμεν τὸν Κωνσταντῖνον νεκρόν». Τὸ «Σκρὶπ» γράφει: «Οἱ δημοκρατικοὶ διατείνονται ὅτι δὲν ὑπάρχει ἐλπὶς συμφιλιώσεως. Ἔχουν δίκαιον, διότι δι’ αὐτοὺς μόνον φυλακαὶ καὶ ἀγχόναι ἀπομένουν». Ἡ δὲ βαρωνὶς καὶ νῦν ἴσως κόμησσα γράφει: «Μὰ τοὺς νεκρούς μας, δὲν θὰ ἐπιτρέψωμεν ἡ προσεχὴς καὶ βεβαία νέα 1η Νοεμβρίου νὰ δημιουργήσῃ μίαν νέαν 13ην Σεπτεμβρίου, διότι ἐλάβομεν ὅλα τὰ μέτρα». Αὐτοὶ εἶναι οἱ ἀντίπαλοι εἰς τοὺς ὁποίους, κύριοι, προσφέρεται ἡ συμφιλίωσις. Πρὸ τῆς παρελεύσεως δὲ ἑνὸς μηνὸς ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῶν ἐκλογῶν εἰς τὴν ἐπαρχίαν μου, ἐπαναλαμβάνω, εἰς τὴν πρωτεύουσαν δὲ τῆς Κεφαλληνίας, ἡ Δημοκρατικὴ Νεολαία ἢ μᾶλλον οἱ τῆς ἰδεολογίας τῆς φιλελευθέρας ἔκαμαν εἰδικὰς προσκλήσεις εἰς τοὺς ὁμοϊδεάτας ὅτι ἐντὸς τῆς Αʹ Δημοτικῆς Σχολῆς θὰ γίνῃ διάλεξις περὶ διαφόρων πολιτειακῶν συστημάτων καὶ θὰ ὁμιλήσῃ ὁ μὴ Κεφαλλὴν διευθυντὴς τῆς Ἐμπορικῆς σχολῆς Τοῦτο ἔκαμεν ὥστε οἱ ἀντιδραστικοὶ ἔχοντες τὸ θάρρος ἄλλων νὰ κάμουν συμβούλιον καί, διὰ νὰ μὴ σᾶς καταπονῶ μὲ ἐξιστορήσεις τοιούτων πραγμάτων, τὴν ἑπομένην αὐτοὶ οἱ ὁποῖοι ἐπρόκειτο νὰ κάμουν τὴν διάλεξιν ἐπῆραν ἄδειαν ἀπὸ τὴν Ἀστυνομίαν, οἱ δὲ ἄλλοι χωρὶς νὰ λάβωσιν ἄδειαν ἔκαμαν συλλαλητήριον καὶ ἐπῆγαν καὶ τοῖς ἐπετέθησαν. Καὶ ἤδη ὀλίγας λέξεις ἐπὶ τοῦ δυναστικοῦ καὶ δὴ ὅσον ἀφορᾷ τὸ δημοψήφισμα. Κύριοι, κατὰ τὴν ἀντίληψίν μου, ὁ Λαὸς ἠρωτήθη καὶ ὁ Λαὸς ἀπήντησε, διότι εἶναι ἀληθὲς ὅτι ὁ ὀξύτερος χαρακτὴρ τῆς διαιρέσεως τῶν κομμάτων ἀνεφάνη καὶ πρὸ τοῦ 1920. Τὸ πολυθρύλητον ὅμως χάσμα ἐγεννήθη κατὰ τὸ 1920 καὶ ἐντεῦθεν. Κατὰ τὸ 1920, ὅτε τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων, βαρυνθέν, φαίνεται, τὰ ἐθνικὰ μεγαλεῖα καὶ τὰς ἀπείρους ἐπιτυχίας, ἀπεφάσισε ν’ αὐτοκτονήσῃ, ἤνοιξε τὰς πύλας τοῦ οἴκου του καὶ εἶπεν: Ὁρίστε, κύριοι, φυγόδικοι, ἐξόριστοι, ὅλοι εἶσθε ἐλεύθεροι· ὁρίστε ἐδῶ καὶ ἴσοι πρὸς ἴσους ἂς παλαίσωμεν. Ἔκτοτε λοιπὸν ἐγεννήθη τὸ μέγα χάσμα καὶ διῃρέθη ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς εἰς κωνσταντινικοὺς καὶ ἀντικωνσταντινικοὺς ἢ φιλελευθέρους— ὅπως θέλετε ὀνομάσατε τοὺς ἀντικωνσταντινικούς. Ὅταν λοιπὸν ἐκτίθενται οἱ ὑποψήφιοι θέλετε ὑπὸ «ἄγκυραν», θέλετε ὑπὸ «ἄγκυραν Δ», θέλετε ὑπὸ Βενιζέλον, θέλετε ὑπὸ οἱανδήποτε μορφήν, εἶναι πάντοτε ἀντικωνσταντινικοὶ ἢ δὲν εἶναι; Καὶ ἀφοῦ ἐξετέθησαν ἀντικωνσταντινικοὶ καὶ ἀφοῦ δὲν ἐξετέθησαν κωνσταντινικοὶ καὶ ἀφοῦ οἱ κωνσταντινικοὶ ἀπέσχον, σήμερον ἐξελέγησαν ὅλοι οἱ ἀντικωνσταντινικοί. Ὅταν λοιπὸν ὁ Λαὸς μὲ ἐκλέγῃ ἐμὲ ὡς πληρεξούσιον Συντακτικῆς Συνελεύσεως—μὴ νομίσῃ δὲ τις ὅτι ὁ Λαὸς δὲν κάμνει διάκρισιν μεταξὺ ἁπλῆς Βουλῆς καὶ Ἀναθεωρητικῆς καὶ μεταξὺ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς καὶ Συντακτικῆς Συνελεύσεως· πολὺ καλὰ κάμνει τὴν διάκρισιν καὶ ἀπόδειξις εἶναι ὅτι κατὰ τὸ 1909–1910, ὅτε ὅλος ὁ κόσμος ἐφώναζε παρὰ τὰς ἀκουσθείσας ἐνταῦθα θεωρίας ὅτι ἡ δημοκρατικὴ ἰδέα εἶναι πολὺ νέα διὰ τὴν Ἑλλάδα, ὁλόκληρος ἡ Ἑλλάς, σύμπας ὁ Λαὸς τῆς πρωτευούσης ἐφώναζεν ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ Συντακτικὴ Συνέλευσις καὶ τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων εἶπε: θέλω Ἀναθεωρητικὴν Βουλήν. Εἶχε λοιπὸν ἐπίγνωσιν ὁ Λαὸς ποίας Συνελεύσεως μὲ ἔστειλε πληρεξούσιον. Καὶ ἐπιτρέπεται τώρα πληρεξούσιος ἐγὼ τῆς Συντακτικῆς Συνελεύσεως κατόπιν τῆς ἐντολῆς αὐτῆς νὰ ὑπάγω νὰ τοῦ εἴπω: Κύριε ἐκλογεῦ, θέλεις νὰ ἔλθῃ ὁ Βασιλεύς; Νομίζω ὅτι τοῦ δίδω τὸ δικαίωμα νὰ μοῦ ἀπαντήσῃ ἀρκετὰ σκαιῶς, χωρὶς νὰ εἶμαι ἄξιος. (Χειροκροτήματα) Ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι ἡ παρομοίωσις θὰ εἶναι τελείως ἀκριβής, ἐὰν εἴπω ὅτι παρομοιάζω τὴν κατάστασιν αὐτὴν μὲ τὸν δικηγόρον εἰς τὸν ὁποῖον ὁ πελάτης πηγαίνει καὶ τοῦ λέγει «αὐτὸ μοῦ συμβαίνει» καὶ ὁ δικηγόρος τρέχει τὴν ἑπομένην καὶ τοῦ λέγει «ἔκανα αὐτό, ἀλλὰ τώρα τί λές, νὰ προχωρήσωμεν ἢ ὄχι;» Θὰ τοῦ εἴπῃ ὁ πελάτης «δὲν εἶσαι δικηγόρος;» Ὁ ἐκλογεὺς θὰ εἴπῃ: «δὲν ἠμπορῶ ἐγὼ νὰ ἠξεύρω· σὲ τὸν διανοούμενον ἐξέλεξα. Νὰ μορφώσῃς ἐκεῖ γνώμην μὲ τὰς συζητήσεις καὶ νὰ ἐκφράσῃς τὴν κρίσιν σου».
§203ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Πόσοι ἐψήφισαν εἰς τὴν ἐπαρχίαν σας;
§204Π. ΚΑΠΑΤΟΣ. Ἐψήφισαν 2222 καὶ θὰ ἐψήφιζον 3300. Δὲν λογοδοτῶ, κύριοι· ἂν αἱ σκέψεις μου δὲν σᾶς ἀρέσουν, ἠμπορεῖτε νὰ σκεφθῆτε κατὰ ἴδιον τρόπον. Ἂν σᾶς ἀρέσουν, ἔχετε ὑποχρέωσιν νὰ τὰς θέσητε ὑπὸ τὸ κριτήριόν σας. Κατὰ τὴν ἀντίληψίν μου εἶναι μωρὸς ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ὑποστηρίζει ὅτι προκειμένου περὶ τῆς κηρύξεως τοῦ πολέμου πρέπει νὰ ἐρωτηθῇ ὁ Λαός. Ἐν συμπεράσματι ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι, ἀφοῦ καὶ τὴν τελευταίαν στιγμὴν ἐπιτρέπεται ἀναθεώρησις ἀποφάσεως, ἡ Κυβέρνησις θὰ θελήσῃ νὰ δεχθῇ ὅπως ἐν τῇ Συνελεύσει ταύτῃ κηρυχθῇ ἔκπτωτος ἡ Δυναστεία ἡ ἐπισωρεύσασα τόσα κακὰ εἰς τὴν Πατρίδα, κηρυχθῇ δὲ καὶ τὸ πολίτευμα τῆς Δημοκρατίας ὑπὸ τὴν αἵρεσιν τῆς κατόπιν ἐγκρίσεως ὑπὸ τοῦ Λαοῦ. (Χειροκροτήματα).
§205ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κόλιας.
§206Π. ΚΟΛΙΑΣ. Κύριοι πληρεξούσιοι, ὀλίγας μόνον λέξεις θὰ εἴπω διότι θεωρῶ τὸ ζήτημα ἐξηντλημένον ὑπὸ τῶν ἀξιοτίμων προαγορευσάντων. Κατὰ τὴν γνώμην μου, κύριοι, ὁ βασιλικὸς θεσμὸς εἶναι γάγγραινα τῆς Ἑλλάδος καὶ δι’ αὐτὸ ἐπιβάλλεται ἡ ἐκρίζωσίς του διὰ τὴν σωτηρίαν τῆς ἐξ αὐτοῦ πασχούσης Χώρας. Θεωρῶ, κύριοι τὸν ἑαυτόν μου δεσμευόμενον μὲ προεκλογικὰς ὑποχρεώσεις ἀπέναντι τῶν ἐκλογέων μου, καθόσον εἶχον δηλώσει ὅτι, ἐὰν ἐπείσθην ὅτι δὲν ὑπάρχουν ἐξωτερικοὶ κίνδυνοι, θὰ ὑπεστήριζον ἐν τῇ Ἐθνοσυνελεύσει τὴν παραπομπὴν τοῦ πολιτειακοῦ ζητήματος εἰς τὸν Λαόν. Παρ’ ὅλα ταῦτα φρονῶ ὅτι ζήτημα διπλοῦ ἐρωτήματος δὲν εἶναι πρακτικόν, καθόσον εἰς τὴν ἀπίθανον περίπτωσιν τῆς ἐπικρατήσεως τοῦ μοναρχικοῦ κόμματος οἱαδήποτε ἀπόφασις τῆς Συνελεύσεως θὰ ἦτο ἄκυρος. Πάντες γνωρίζομεν, κύριοι, τὴν ψυχολογίαν καὶ τὰς ψυχικὰς δυνάμεις τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ καὶ δὲν δύναμαι νὰ παραδεχθῶ ὅτι οὗτος εἶχε καταψηφίσει τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων κατὰ τὸ 1920, ἐπειδὴ ἦτο δῆθεν κουρασμένος. Τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων κατεψηφίσθη ὑπὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ διὰ μόνον τὸν λόγον ὅτι ἐθεώρει οὗτος τὴν ἐσωτερικὴν πολιτικὴν τοῦ κόμματος ὡς τυραννικήν. Καταλήγων, κύριοι, κηρύσσομαι ὑπὲρ τῆς ἀναστηλώσεως τῶν νόμων καὶ τῆς διὰ τοῦ Λαοῦ ἐγκαθιδρύσεως τῆς Δημοκρατίας.
§207ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κοντοδίνας.
§208Ι. ΚΟΝΤΟΔΙΝΑΣ. Κύριοι πληρεξούσιοι, καὶ ἂν τὸ προκεχωρημένον τῆς ὥρας δὲν μοὶ ἐπέβαλλε τὴν βραχυλογίαν, πάλιν θὰ εἶμαι βραχύς, διότι ἔχει ἤδη ἐξαντληθῇ τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἀπησχόλησε τὴν Συνέλευσιν. Ἐπὶ δύο μῆνας ἤδη ἡ Συνέλευσις ἀσχολεῖται μὲ τὸ ζήτημα τὸ πολιτειακὸν καὶ ἐξητάσθη τοῦτο ἀπὸ ὁλόκληρον τὴν Συνέλευσιν οὐχὶ ὡς πρὸς τὰς βάσεις αὐτοῦ, ἀλλ’ ἐξητάσθη κυρίως ὡς πρὸς τὸν τρόπον τῆς λύσεως. Ἐξεφράσθησαν διάφοροι γνῶμαι καὶ ἤδη ἡ Συνέλευσις εὑρίσκεται εἰς τὸ τέρμα τῆς συζητήσεως τοῦ σπουδαιοτάτου τούτου ζητήματος. Κύριοι πληρεξούσιοι, ὁμολογῶ ἐν πρώτοις ὅτι ἡ συζήτησις αὕτη ὑπῆρξε λίαν διαφωτιστικὴ καὶ δι’ ἡμᾶς καὶ δι’ ὁλόκληρον τὸν Λαόν, διαφωνῶ δὲ μὲ ὅλους τοὺς προλαλήσαντας συναδέλφους, οἱ ὁποῖοι ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐτόνισαν ἢ μᾶλλον ἀπέδωκαν μίαν μομφὴν εἰς τὴν Συνέλευσιν ὅτι κρατεῖ τὸν Ἑλληνικὸν Λαὸν εἰς ἀγωνίαν μὲ τὰς ἀοριστολογίας καὶ ἀπεραντολογίας, διαφωνῶ, λέγω, διότι ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς εἶχεν ἀνάγκην νὰ διαφωτισθῇ καὶ νὰ γνωρίσῃ τὰς βάσεις τοῦ νέου πολιτεύματος, μὲ τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ κυβερνηθῇ. Ἔχω τὴν γνώμην ὅτι κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο τὸ δίμηνον, μὲ τὰς συζητήσεις αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο ἐνταῦθα, μὲ τὰς διαφόρους γνώμας αἱ ὁποῖαι ἐξηνέχθησαν ἀπὸ αὐθεντικὰς προσωπικότητας, ἔχω τὴν γνώμην ὅτι ἐγένετο εἰς τὴν Χώραν ἡμῶν μία ἀληθὴς πολιτικὴ κοσμογονία. Ἔχω τὴν γνώμην ὅτι τὸ πολίτευμα τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ κυβερνήσῃ τὴν Χώραν μας, τὸ πολίτευμα αὐτὸ πρέπει νὰ ριζοβολήσῃ εἰς τὴν ψυχὴν τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ καὶ δι’ αὐτὸ δὲν συμφωνῶ μὲ τοὺς προλαλήσαντας συναδέλφους ὅτι ἡ συζήτησις αὕτη περιττεύει, ὅτι ἡ συζήτησις αὕτη συνετέλεσεν εἰς τὸ νὰ μᾶς καταδικάσῃ ὁ Ἑλληνικὸς Λαός, διότι κρατοῦμεν αὐτὸν εἰς ἀγωνίαν. Ὁμολογῶ ὅτι ἡ συζήτησις ἡ διεξαχθεῖσα ἐνταῦθα δὲν ὑπῆρξε τόσον διαφωτιστικὴ καὶ δὲν ὑπῆρξε τόσον ζωηρὰ ὡς πρὸς τὴν ἀνάπτυξιν τῶν πλεονεκτημάτων τοῦ πολιτεύματος, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ ἐγκαθιδρυθῇ εἰς τὴν Χώραν μας. Θὰ ἦτο εὐχῆς ἔργον ἡ Συνέλευσις νὰ ἠσχολεῖτο ὀλιγώτερον μὲ τὴν τυραννολογίαν, ὀλιγώτερον μὲ τὴν καυτηρίασιν τῶν δεινῶν καὶ τῶν ἐλαττωμάτων τὰ ὁποῖα ἔχει ὁ θεσμὸς τῆς Βασιλείας, διότι ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς δοκιμάζει ἤδη τὰ δεινὰ τὰ ὁποῖα ἐπεσώρευσεν ὁ θεσμὸς οὗτος. Θὰ ηὐχόμην νὰ ἀνεπτύσσοντο ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου περισσότερον τὰ πλεονεκτήματα τοῦ νέου πολιτεύματος, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ ἐγκαθιδρυθῇ. Διότι εἶμαι τῆς γνώμης ὅτι νέα πολιτεύματα τότε καὶ μόνον ἐγκαθιδρύονται ὁριστικῶς καὶ διατηροῦνται αἰωνόβια, ὅταν θεμελιῶνται ἐπὶ τῆς αὐτοπεποιθήσεως τοῦ Λαοῦ καὶ ὅταν ἐπέρχηται ριζικὴ μεταβολὴ εἰς τὰς ἀντιλήψεις τῶν λαῶν. Πολιτεύματα τὰ ὁποῖα δὲν θεμελιοῦνται ἐπὶ τῆς πεποιθήσεως τῶν λαῶν δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ ἔχουν ἐφήμερον βίον. Δι’ αὐτὸ θὰ ἤθελα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ τονισθοῦν περισσότερον τὰ πλεονεκτήματα τῆς Δημοκρατίας, διὰ τὴν ὁποίαν κοπτόμεθα πάντες. Εἶναι βέβαιον ὅτι ἐτονίσθη ἀρκετὰ τὸ κυριώτερον πλεονέκτημα· καὶ τοῦτο εἶναι τὸ πλεονέκτημα ὅτι ἡ Δημοκρατία καταλύει μίαν ἑστίαν διαφθορᾶς χαρακτήρων, καταλύει μίαν ἑστίαν ἡ ὁποία συντελεῖ εἰς τὴν κατάπτωσιν, εἰς τὴν ἀναχαίτισιν πάσης προόδου, καὶ εἶναι ἡ ἑστία αὕτη, κύριοι, ὁ βασιλικὸς θεσμός, εἶναι ὁ βασιλικὸς θρόνος, ὁ ὁποῖος ὑποτάσσει πᾶσαν ἠθικὴν δύναμιν, εἶναι ὁ βασιλικὸς θρόνος, ὁ ὁποῖος παρεμποδίζει τὴν ἀνάπτυξιν ἰσχυρῶν χαρακτήρων, ἡ ἔλλειψις τῶν ὁποίων εἶναι ἡ αἰτία τῶν μεγίστων κακῶν ἐν τῇ Χώρᾳ μας. Πρὶν ἢ καταλίπω τὸ βῆμα μίαν ἔκκλησιν ἔχω νὰ κάμω πρὸς τὴν Συνέλευσιν, ἰδίᾳ δὲ πρὸς τὴν σεβαστὴν Κυβέρνησιν: Πρὶν ἢ διαλυθῶμεν, πρὶν ἢ διασκορπισθῶμεν εἰς τὰς διαφόρους ἐπαρχίας τῆς Ἑλλάδος, διὰ νὰ χρησιμεύσωμεν ὡς ἀπόστολοι τῆς ἰδέας τῆς Δημοκρατίας καὶ συντελέσωμεν ὅπως αὕτη περιβληθῇ τὴν λαϊκὴν ἐμπιστοσύνην καὶ προέλευσιν, πρέπει ν’ ἀσχοληθῶμεν ἰδιαιτέρως μὲ τὴν τακτικὴν τὴν ὁποίαν θ’ ἀκολουθήσωμεν πάντες προκειμένου ν’ ἀγωνισθῶμεν ἕνα ἀγῶνα κοινόν. Εἶναι γνωστὸν εἰς πάντας ἡμᾶς ὅτι οἱ ἀντίπαλοι ἡμῶν ἐργάζονται δραστηρίως διὰ νὰ μᾶς ἀντιμετωπίσουν ὅσον τὸ δυνατὸν ἀποτελεσματικώτερον· πρέπει καὶ ἡμεῖς παρακολουθοῦντες τὰ μέτρα τὰ ὁποῖα λαμβάνουν οὗτοι νὰ λάβωμεν καὶ ἡμεῖς ἀνάλογα τοιαῦτα. Θὰ ηὐχόμην ὁ ἀνταγωνισμὸς τῶν διαφόρων ὁμάδων, ὁ ὁποῖος ἐξεδηλώθη ἐνταῦθα ὡς πρὸς τὸν τρόπον καθ’ ὃν θὰ ἐγκαθιδρύσωμεν τὴν Δημοκρατίαν, ὁ αὐτὸς ἀνταγωνισμὸς νὰ ἐπιδειχθῇ πρὸς ἀνεύρεσιν τῶν καταλληλοτέρων μέσων διὰ τὴν ἐπιτυχίαν τοῦ ἀγῶνος ἡμῶν. Ὅλοι παρακολουθοῦμεν τὰ σατανικὰ μέτρα των ὅλοι ὁμολογοῦμεν ὅτι εἶναι ἀριστοτέχναι εἰς τὸν ἀγῶνα τοῦ μικροπολιτεύεσθαι, εἰς τὸ πλανᾶν τὸν Λαόν. Καὶ ἤδη, κύριοι πληρεξούσιοι, ὁπότε ἐξηντλήθη ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ τρόπου τῆς ἐγκαθιδρύσεως τῆς Δημοκρατίας καὶ κατὰ τὴν γνώμην μου θὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ ἀσφαλέστερος τρόπος τῆς ἐγκαθιδρύσεως τῆς Δημοκρατίας, τὸ δημοψήφισμα, ἀνάγκη εἶναι νὰ ἀσχοληθῶμεν καὶ μὲ τὰ ληπτέα μέτρα. Θεωρῶ τὸν τρόπον τὸν ὁποῖον ὑποδεικνύει ἡ Κυβέρνησις ὡς τὸν ἀσφαλέστερον διὰ τὴν ἀνακήρυξιν τῆς Δημοκρατίας, ὡς τρόπον δυνάμενον νὰ δώσῃ μίαν αἰωνόβιον Δημοκρατίαν, στηριζομένην ἐπὶ τῆς λαϊκῆς θελήσεως· καὶ θέλων νὰ μείνω πιστὸς εἰς τὴν ἐντολὴν τὴν ὁποίαν ἔλαβον ἐκ μέρους τῶν ἐκλογέων μου θὰ ἀκολουθήσω τὴν γνώμην τοῦ ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων, ὁ ὁποῖος ἐχάραξε τὴν ὁδὸν ταύτην, δηλῶ ὅτι θέλω περιβάλει μὲ ψῆφον ἐμπιστοσύνης τὴν Κυβέρνησιν. (Χειροκροτήματα).
§209ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Τζώρτζης.
§210Γ. ΤΖΩΡΤΖΗΣ. Δὲν ἐπρόκειτο νὰ λάβω τὸν λόγον, κύριοι πληρεξούσιοι, ἀλλὰ μόλις πρὸ ὀλίγου ἐνεγράφην διὰ νὰ φέρω ὑπ’ ὄψιν τῆς Συνελεύσεως ἓν ζήτημα τὸ ὁποῖον ἐγὼ τουλάχιστον δὲν ἀντελήφθην νὰ ἔθιξέ τις τῶν προλαλησάντων. Θὰ σᾶς παρακαλέσω ἑπομένως νὰ λάβητε τὴν καλωσύνην νὰ μὲ ἀκούσητε ἀναπτύσσοντα μὲ ὀλίγας λέξεις τὸ θέμα τὸ ὁποῖον θὰ φέρω ὑπ’ ὄψει σας. Δὲν γνωρίζω ἂν πρόκειται νὰ ψηφισθῇ τὸ πρόγραμμα τῆς Κυβερνήσεως· ἐν περιπτώσει ὅμως κατὰ τὴν ὁποίαν ἤθελε ψηφισθῇ τοῦτο νομίζω ὅτι εἶναι ἀπαραίτητον ἡ Συνέλευσις νὰ κανονίσῃ ἂν θὰ ζήσῃ ἢ ὄχι. Ὀφείλει νὰ προσδιορίσῃ καὶ τὴν τύχην τὴν ὁποίαν θὰ ἔχῃ μετὰ τὸ δημοψήφισμα, οἱανδήποτε ἔκβασιν καὶ ἂν ἔχῃ τοῦτο. Ἐπειδὴ ὅμως ἔχω ὑπ’ ὄψει μου ὅτι ἐκ τῆς διαφορᾶς τῶν προγραμμάτων ἐδημιουργήθη ἡ σύγχυσις ἡ παρατηρηθεῖσα εἰς τὴν Συνέλευσιν κατὰ τὴν διάρκειαν τῶν συζητήσεων ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐντολὴν τῶν διαφόρων πληρεξουσίων, φρονῶ ὅτι τὸ κακὸν τοῦτο ὀφείλομεν νὰ τὸ προλάβωμεν διὰ τὴν περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην. Ὀφείλομεν νὰ ἀποκλείσωμεν τὰ αἴτια ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ προκαλέσουν νέας ἔριδας κυρίως μεταξὺ τοῦ κόσμου τῶν Φιλελευθέρων καὶ τοῦ ἐκτὸς τῆς αἰθούσης ταύτης. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι πολλοὶ ἐκ τῶν πληρεξουσίων ἀφῆκαν νὰ ὑπονοηθῇ ἡ τύχη τῆς Συνελεύσεως ἐκ τῆς τοιαύτης ἢ τοιαύτης ἐκβάσεως τοῦ δημοψηφίσματος. Καὶ οἱ μὲν ἀφῆκαν νὰ ὑπονοηθῇ ὅτι ἂν ἀποφανθῇ τὸ δημοψήφισμα ὑπὲρ τῆς Βασιλείας τερματίζεται ὁ βίος τῆς Συνελεύσεως καὶ τῶν πληρεξουσίων, οἱ δὲ ἀφῆκαν νὰ ὑπονοηθῇ ὅτι ἀποβαίνοντος τοῦ ἀποτελέσματος τοῦ δημοψηφίσματος ὑπὲρ τῆς Δημοκρατίας ἡ ζωὴ τῆς Συνελεύσεως δύναται νὰ ἐξακολουθήσῃ ἐπ’ ἄπειρον. Ὄχι, κύριοι· ἔχω τὴν γνώμην ὅτι χάριν τῆς συνδιαλλαγῆς, εἰς τὴν ὁποίαν πιστεύω, ὅτι χάριν τῆς γαλήνης τῆς Χώρας, τὴν ὁποίαν ἐπιδιώκομεν καὶ τὴν ὁποίαν ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς ἐπιθυμεῖ—διότι ἔχω τὴν ἀντίληψιν ὅτι δὲν εἶναι ἀντικειμενικὸς σκοπὸς τῆς Συνελεύσεως τὸ νὰ ἐγκαθιδρύσωμεν τὴν Δημοκρατίαν, ἀλλ’ ὅτι ὁ ἀντικειμενικὸς σκοπὸς τῆς Συνελεύσεως καὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ εἶναι νὰ ἐπιτύχωμεν τὴν συνδιαλλαγήν, διὰ τῆς μεταρρυθμίσεως τοῦ πολιτεύματος ἀπὸ τῆς βασιλευομένης Δημοκρατίας εἰς τὴν Δημοκρατίαν τὴν καθαρὰν—ἐφόσον, λέγω, ἀποβλέπομεν εἰς τὴν συνδιαλλαγήν, ἐγὼ θεωρῶ ἀπαραίτητον νὰ θέσωμεν τὴν Συνέλευσιν ταύτην ἐκτὸς τοῦ ἀγῶνος ὁ ὁποῖος θὰ διεξαχθῇ μὲ τὸ δημοψήφισμα. Ὀφείλομεν νὰ ὁρίσωμεν...
§211Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Κύριε πληρεξούσιε, θέλετε νὰ γίνουν ἄλλαι ἐκλογαὶ διὰ τὸ Σύνταγμα;
§212Γ. ΤΖΩΡΤΖΗΣ. Ἀκριβῶς θέλω νὰ εἴπω ὅτι ἡ Συνέλευσις εἶναι ἀνάγκη νὰ μείνῃ καὶ μετὰ τὸ δημοψήφισμα· τὸ ζήτημα εἶναι ὅτι πρέπει νὰ καθορισθῇ ὁ χρόνος τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ ζήσῃ ἡ Ἐθνοσυνέλευσις.
§213Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Ὁ βίος τῆς Συντακτικῆς Συνελεύσεως δὲν δύναται νὰ καθορισθῇ, ἐκτὸς ἐὰν ἄλλα γεγονότα τερματίσουν αὐτὸν βιαίως.
§214Γ. ΤΖΩΡΤΖΗΣ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει φρονῶ ὅτι ὑπάρχει τρόπος νὰ κρατήσωμεν τὴν Συνέλευσιν αὐτὴν ἐκτὸς τοῦ ἀγῶνος κατὰ τὸ δημοψήφισμα, διὰ νὰ ἀποφύγωμεν τὴν χροιὰν τὴν κατ’ ἐξοχὴν τοῦ κομματισμοῦ, διότι συμβαίνει δυστυχῶς ὁ ἀγὼν νὰ διεξαχθῇ μεταξὺ τῶν δύο ἀντιπάλων.
§215Π. ΚΑΛΑΝΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ζήτημα τοῦτο θὰ κανονισθῇ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀρχῆς τῆς δεδηλωμένης.
§216Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Πῶς θὰ ἐπιτευχθῇ αὐτό;
§217Γ. ΤΖΩΡΤΖΗΣ. Ἐὰν καθορίσωμεν τὸν βίον της. Φρονῶ ὅτι μετὰ τὸ δημοψήφισμα, οἱονδήποτε ἀποτέλεσμα καὶ ἂν ἔχῃ, ἡ Συνέλευσις θὰ ζήσῃ 5–6 μῆνας διὰ νὰ ψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον τῆς Γερουσίας καὶ ἡ ἀναθεώρησις τοῦ Συντάγματος. Εἶμαι βέβαιος ὅτι καὶ ὁ ἀντίπαλος κόσμος θὰ ἀγωνισθῇ μετὰ πείσματος, διότι εἶναι γνωστὸν ὅτι ἐπιδιώκει τὴν ἐξουσίαν. Ἀλλὰ καὶ ἡμεῖς, ἐφόσον γνωρίζομεν ὅτι ἡ ζωή μας δὲν θὰ ἐξαρτηθῇ ἀπὸ τὴν ἔκβασιν τοῦ δημοψηφίσματος, θὰ ἀγωνισθῶμεν καλά.
§218Σ. ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχει πρότασις ψηφίσματος.
§219Γ. ΤΖΩΡΤΖΗΣ. Αὐτὰ εἶχον νὰ εἴπω. Ἀκολουθῶν δὲ τὴν τακτικὴν πλείστων πληρεξουσίων, οἱ ὁποῖοι ἀνῆλθον τὸ βῆμα καὶ ἐδικαιολόγησαν τὴν ψῆφόν των, δηλῶ καὶ ἐγὼ ὅτι ἐφωτίσθην ἀρκετὰ ἐκ τῆς μέχρι σήμερον διεξαχθείσης συζητήσεως ἐπὶ τῶν δηλώσεων τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὁμολογῶ ὅτι ὑπῆρξαν στιγμαὶ κατὰ τὰς ὁποίας παρεσύρθην πρὸς τὴν ἄμεσον λύσιν τῶν δύο ζητημάτων, τοῦ δυναστικοῦ καὶ τοῦ πολιτειακοῦ, ἐντὸς τῆς Συνελεύσεως, διότι ἡ ψυχή μου ἄγει πρὸς τὴν πρότασιν αὐτήν. Ἀλλ’ ἡ ψυχολογία ἐκείνη ὠφείλετο εἰς τὴν συνολικὴν ψυχολογίαν τῆς Συνελεύσεως καὶ ἠδυνήθην κατόπιν νὰ συνέλθω καὶ ὑποταχθῶ εἰς τὴν σκέψιν, εἰς τὴν σκληρὰν ἀνάγκην ὅτι εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ψηφίσω τὸ πρόγραμμα τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ μὲν ψυχή μου εἶναι ἐκεῖ (δεικνύει τὴν ἀριστεράν), ὁ δὲ ἐγκέφαλός μου εἶναι ἐδῶ (δεικνύει τὰ κυβερνητικὰ ἐδώλια).
§220ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κωνσταντινόπουλος; ἀπών. Ὁ κ. Ἀνδρεάδης; ἀπών.
§221Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν νομίζετε ὅτι δὲν κερδίζομεν τίποτε μὲ τὴν τακτικὴν αὐτήν; Ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι παρόντες θὰ ἐγγραφῶσι πάλιν.
§222ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἂς ἐγγραφῶσιν ἐκ νέου. Γνωρίζω ἕνα ἢ δύο οἱ ὁποῖοι θέλουν νὰ ὁμιλήσωσιν.
§223Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐγὼ σᾶς λέγω ὅτι πέραν τῆς 2ας μετὰ τὸ μεσονύκτιον δὲν θὰ καθίσωμεν.
§224ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἴμεθα σύμφωνοι. Ὁ κ. Φλέσσας.
§225Π. ΦΛΕΣΣΑΣ. Θὰ ἀπασχολήσω καὶ ἐγὼ τὴν Συνέλευσιν προκειμένου νὰ δώσω τὴν ψῆφόν μου διὰ τὸ φλέγον ζήτημα. Κύριοι πληρεξούσιοι, εἶμαι ὁ πρῶτος Ἕλλην ὁ ὁποῖος κατὰ τὸ 1915, ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης, ὕψωσα τὴν φωνήν μου ἐναντίον τοῦ ἐπιβλαβοῦς εἰς τὴν Πατρίδα μας Βασιλέως ἐκείνου, ὅστις, παρὰ τὸ Σύνταγμα, ἤθελε νὰ ἐπιβάλῃ ἰδίαν πολιτικὴν καὶ οὕτως ἐξηνάγκασε τὸν ἀρχηγόν μας Ἐλ. Βενιζέλον εἰς παραίτησιν καὶ ἐφήρμοσε τὴν ἀντιπατριωτικήν του πολιτικήν. Ἄρα εἶμαι ὁ πρῶτος δημοκρατικός, προηγηθεὶς παντὸς ἄλλου, κ. κ. νεοφώτιστοι δημοκρατικοί, χωρὶς νὰ ἔχω μαζί μου οὔτε στρατὸν οὔτε στόλον. Θὰ ἐξεδήλωνα δὲ ἐμπράκτως ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης τὰ αἰσθήματά μου, ἐὰν δὲν εἶχον ἀπόλυτον πεποίθησιν εἰς τὴν κρίσιν τοῦ ἀρχηγοῦ μου Ἐλ. Βενιζέλου, ὁ ὁποῖος ἐχάραξε τὴν ὁδὸν ἥτις ἄγει ἀσφαλῶς πρὸς τὴν Δημοκρατίαν. Εἶμαι δὲ πεπεισμένος, ὅτι καὶ ὁ Ἑλληνικὸς κόσμος σύσσωμος θὰ ἀκολουθήσῃ τὴν ὁδὸν αὐτήν, διότι εἶναι προωρισμένος νὰ μεγαλουργήσῃ καὶ νὰ ζήσῃ διὰ τῆς Δημοκρατίας. Νομίζω, κύριοι, ὅτι πρέπει νὰ τερματισθῇ πλέον ἡ συζήτησις καὶ πάντες μὲ μίαν ψυχὴν καὶ ἓν σῶμα νὰ μεταβῶμεν εἰς τὰς ἐπαρχίας μας καὶ νὰ φωτίσωμεν τὸν Λαὸν διὰ νὰ ψηφίσῃ τὴν Δημοκρατίαν· ἄλλως δὲν δυνάμεθα νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην. (Χειροκροτήματα)
§226ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δενδρινός.
§227Α. ΔΕΝΔΡΙΝΟΣ. Δὲν εἶχον σκοπὸν καὶ πάλιν νὰ καταπονήσω τὴν Συνέλευσιν καὶ εἶχον πεποίθησιν ὅτι δὲν θὰ ἠρχόμην πάλιν ἐπὶ τὸ βῆμα παρὰ μόνον ἵνα χαιρετίσω τὴν ἀπόφασιν τῆς Συνελεύσεως περὶ μεταβολῆς τοῦ πολιτεύματος. Δὲν ἐφανταζόμην τοιαύτην ἐπιμονὴν τῆς Κυβερνήσεως κατόπιν τῶν ἀκαταμαχήτων ἐπιχειρημάτων τὰ ὁποῖα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἀνεπτύχθησαν καὶ τὰ ὁποῖα οὐδεὶς ἐκ τῶν ἐχόντων ἀντίθετον γνώμην ἠδυνήθη ὄχι νὰ καταρρίψῃ ἀλλ’ οὐδὲ κἂν νὰ σαλεύσῃ κατ’ ἐλάχιστον. Τὸ μόνον ἐπιχείρημα τὸ ὁποῖον προεβλήθη ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης εἶναι τὸ ἀλάθητον τοῦ Πάπα. Πάπας ἐν Ρώμῃ, Πάπας ἐν Ἀθήναις. Οὐδεὶς θέλει πλέον νὰ σκεφθῇ ἐκ τῶν ἀποτελούντων τὴν Κυβέρνησιν. Εἶναι ὁ Πάπας εἰς τὴν Κηφισιά, σκέπτεται αὐτὸς δι’ ὅλους καὶ βεβαίως αὐτὸ νομίζω ὅτι εἶναι ἡ μεγαλυτέρα πλάνη. Διότι, ἂν καὶ αὐτὸς εἶχε πεποίθησιν ὅτι τὸ πρόγραμμα τὸ ὁποῖον ἐν μέρει ἠκολούθησεν ἡ Κυβέρνησις φέρει εἰς ἐπιτυχίαν ἀσφαλῶς, δὲν θὰ εἴχομεν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως τὸν κ. Καφαντάρην, ἀλλὰ θὰ εἴχομεν ἀσφαλῶς τὴν μεγάλην τιμὴν νὰ ἔχωμεν τὸν Ἐλευθέριον Βενιζέλον. Ἀλλ’ ἐπειδὴ προβλέπει οὗτος ὅτι τὸ πρόγραμμα αὐτῆς δὲν θὰ φέρῃ εἰς τὴν ἐπιτυχίαν καὶ δὲν θὰ ἄρῃ τὸν θρίαμβον τὸν ὁποῖον ἦρα ὁ εἰς ἄλλας περιστάσεις καὶ εἰς ἄλλα πεδία ἀγωνιζόμενος, ἀπεχώρησε τῆς Κυβερνήσεως. Ἐπειδὴ παρελείφθη ἀπὸ τὰ πρακτικὰ τῆς παρελθούσης συνεδριάσεως, ὅτε εἶχον λάβει τὸν λόγον, ἐπαναλαμβάνω τὸ ἑξῆς: Ἐνεθυμήθην ποῦ εἶδον κάποτε τὸ μελόδραμα «Ruy-Blas» καὶ ὁ Caisar βλέπων ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ παραμείνῃ πλέον εἰς τὴν Αὐλὴν ἔθεσεν ἕνα ἄνθρωπον καὶ ἔπαιξε τὸν ρόλον τοῦ Don Caisar. Φοβοῦμαι ὅτι ὅταν παιχθῇ αὐτὸς ὁ ρόλος ποὺ χρειάζεται θὰ ἐπανέλθῃ. Δὲν εἴχομεν τὴν εὐτυχίαν νὰ τὸν ἴδωμεν ἐδῶ — καὶ τὸ βεβαιῶ εἰλικρινῶς ὅτι δὲν εἴχομεν τὴν εὐτυχίαν νὰ τὸν ἴδωμεν ἐδῶ— καὶ ὅλοι νὰ τὸν ἀκολουθήσωμεν, εἰς δὲ τὸν κ. νέον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ εἴπωμεν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον καὶ ὁ Don Caisar εἶπεν εἰς τὸν Ruy-Blas: «Ματαία ἡ δόξα σου, ἐφήμερος ἡ ἰσχύς σου καὶ μὴ λησμονῇς ποῖος εἶσαι» (Χειροκροτήματα). Αὐτὰ ἀσφαλῶς θὰ συμβῶσι καὶ μὴ ἀμφιβάλλετε περὶ τούτου. Διότι, ὡς ἀνεθεώρησε τὴν ἀπόφασίν του νὰ ἔλθῃ εἰς Ἑλλάδα, πράξας πολὺ καλά, ὡς ἀνεθεώρησε τὴν ἀπόφασίν του νὰ πολιτευθῇ, ὡς ἀνεθεώρησε τὴν ἀπόφασιν τοῦ τηλεγραφήματος τὸ ὁποῖον ἔστειλεν ἐδῶ ὅτι δὲν ἀποδέχεται τὴν ὑποψηφιότητα τὴν ὁποίαν τοῦ ἔθεσαν, ὡς ἀνεθεώρησε τὴν ἀπόφασίν του νὰ μὴ γίνῃ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὡς ἀνεθεώρησε τὴν ἀπόφασίν του νὰ μὴ γίνῃ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, καὶ ἠσθένησε μόνος του, βεβαίως θὰ ἀναθεωρήσῃ, καὶ εὐχόμεθα νὰ ἀναθεωρήσῃ τὴν ἀπόφασίν του νὰ μὴ γίνῃ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ τοῦτο διότι ἔχομεν μεγαλυτέραν πεποίθησιν ἂν ὄχι εἰς τὸ ἀμετάβλητον τῶν ἀντιλήψεών του ἀλλὰ τοὐλάχιστον εἰς τὸ ἐνδιαφέρον τὸ ὁποῖον θὰ ἔχῃ νὰ θέσῃ τὸ μεγάλον του γόητρον καὶ νὰ ἀναλάβῃ προσωπικῶς αὐτὸς τὴν Κυβέρνησιν τῆς Χώρας. Καὶ τότε ἴσως νὰ ἐξασφαλισθῇ περισσότερον καὶ ἡ πεποίθησις περὶ τῆς ἐπιτυχίας. Αὐτοὶ οἱ λόγοι, κύριοι πληρεξούσιοι, μὲ ἤγαγον ἐπὶ τὸ βῆμα τοῦτο διὰ νὰ σᾶς εἴπω ὅτι δυστυχῶς ὁ ἀξιότιμος καὶ σεβαστὸς καὶ ἀγαπητὸς ἀρχηγὸς τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων δὲν ἔχει ὑπὲρ αὑτοῦ τὸ ἀλάθητον. Καὶ δύναμαι νὰ φέρω ὡρισμένα παραδείγματα ἢ μᾶλλον διὰ νὰ μὴ φέρω πολλά, διότι τοῦ τὰ εἶπον τότε ὅτε ἦτο ἐδῶ, θὰ φέρω ἓν τὸ ὁποῖον δὲν τοῦ εἶπον, διότι, ὡς ἐνθυμεῖσθε, εἶχεν ἀπέλθει ἐν τῷ μεταξὺ καὶ ἐπειδὴ ἐνόμιζον ὅτι θὰ εἴχομεν τὴν τιμὴν καὶ πάλιν εἰς ἄλλην συνεδρίασιν νὰ τὸν ἴδωμεν ἀφῆκα, αὐτὸ τὸ παράδειγμα καὶ δὲν τὸ εἶπα. Σήμερον ὅμως θὰ τὸ εἴπω, καὶ ἠμπορῶ νὰ ἐπικαλεσθῶ ὡς μάρτυρα μέλος τῆς Συνελεύσεως, τὸν ἀνεψιόν του κ. Μητσοτάκην, ὁ ὁποῖος ἦτο παρὼν εἰς τὴν ἱστορίαν αὐτήν. Μετὰ τὸν πόλεμον τὸν Βαλκανικὸν συνήντησα ἕνα ἐκ τῶν πολὺ ἐγγὺς τοῦ Βασιλέως, μὲ τὸν ὁποῖον συνεδεόμην καὶ τοῦ εἶπον: Διαβλέπω ὅτι οἱ πολιτικοὶ ἀντίπαλοι, ὁ ἀντίπαλος πολιτικὸς κόσμος ραδιουργεῖ καὶ ὡς ἐκ τούτου ἐπῆλθεν ἡ διάστασις μεταξὺ Κωνσταντινικῶν καὶ Βενιζελικῶν, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον κατὰ τὴν κρίσιν μου δὲν εἶναι ὀρθόν. Ἐνῷ τὸ πρόσωπον αὐτὸ μὲ ἐδέχθη μὲ ὅλην τὴν καρδιά του καὶ μὲ χαρά, τὴν στιγμὴν ποὺ τοῦ εἶπα αὐτὰ ἐσκυθρώπασε καὶ μοὶ ἀπήντησεν ἀποτόμως: «Τί εἶναι αὐτὰ ποὺ μοῦ λές; Ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς εἶναι βενιζελικός; Τί εἶναι αὐτὰ που μοῦ λές; Αἴ! μὰ τὴν ἀλήθεια, κατόπιν αὐτῆς τῆς ἀπαντήσεως δὲν μοῦ ἔμεινε καμμία ἀμφιβολία ὅτι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὑπέθετο ἦτο ἀληθές. Ἐπῆγα εἰς τὸ Λουτράκι καὶ εἶπον εἰς τὸν κ. Πρόεδρον ὅλα αὐτὰ τὰ πράγματα. Ἐπέμενε ὅτι τοῦτο εἶναι ἀδύνατον. Ἔγινε συζήτησις ἐπὶ 2–3 ἡμέρας καὶ μοὶ εἶπεν ὅτι αὐτὴ ἦτο ψύχωσις ἡ ὁποία μᾶς κατέλαβε. Τοῦ ἀπήντησα ὅτι μόνον ἐν Κρήτῃ ἦτο εὔκολον τὸ θέρισον καὶ ὅτι ἐδῶ δὲν εἶναι τόσον εὔκολον καὶ κατὰ συνέπειαν θὰ εἶναι πολὺ κακὸν ὄχι μόνον δι’ ἡμᾶς, τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων, ἀλλὰ καὶ διὰ τὸ Ἔθνος. Ἔμεινεν ἡ συζήτησις. Παρῆλθεν 1½ ἔτος καὶ ἔρχεται ἡ διαφωνία τότε μὲ τὴν ἔξοδον, τότε δηλαδὴ μὲ τὴν ἐκστρατείαν τῶν Δαρδανελλίων. Ἔλαβα τηλεγράφημα «ἔρχομαι εἰς τὰς Ἀθήνας» καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅταν ἐπῆγα νὰ τὸν ἴδω, μὲ συνεχάρη δημοσίᾳ διὰ τὴν πατριωτικήν στάσιν μου. Αὐτὸ δὲν τὸ λέγω διὰ νὰ περιαυτολογήσω, ἀλλὰ διὰ νὰ σᾶς εἴπω ὅτι ὑπενθύμισα καὶ εἰς τὸν ἴδιον ὅτι δὲν ἔχει τὸ ἀλάθητον τοῦ Πάπα. Ἔτσι συνέβησαν τὰ πράγματα, ἐπικαλοῦμαι δὲ καὶ τὸν ἴδιον κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἐπειδὴ ἔχω πλήρη τὴν πεποίθησιν ὅτι θὰ τὰ ἐπικυρώσῃ. Τὸ ζήτημα εἶναι, κύριοι, ὅτι συνεφώνησε μαζί μου. Ἴσως νομίζετε ὅτι αὐτὰ δὲν εἶναι σωστὰ καὶ πιθανὸν νὰ ἔχητε σεῖς δίκαιον καὶ ἐγὼ ἄδικον. Σᾶς ἀνέφερα, ἐπαναλαμβάνω, τὸ ὡρισμένον αὐτὸ γεγονός, διότι ὡμολόγησε καὶ ὁ ἴδιος ὅτι ἐπλανήθη. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται μόνον περὶ αὐτοῦ· πιθανὸν νὰ ἔχω ἄδικον, πιθανὸν νὰ νομίζητε ὅτι δὲν εἶναι ἀληθές, ἀλλὰ τότε τὸν καταδικάζετε, διότι τότε θὰ ἐπικυρώσητε ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐγὼ δὲν θέλω νὰ παραδεχθῶ κατ’ οὐδένα λόγον, ἀλλὰ τὸ ὁποῖον λέγεται παντοῦ καὶ ὑποστηρίζεται μετ’ ἐπιχειρημάτων ἀκαταγωνίστων, ὅτι ἦλθεν εἰς τὴν Ἑλλάδα, παρὰ τὰς δηλώσεις, τὰς ὁποίας ἔδωκε τότε περὶ ἀπαχωρήσεως, μόνον καὶ μόνον διὰ νὰ σπεύσῃ καὶ σώσῃ τὸν θεσμὸν τῆς Βασιλείας. Λοιπὸν ἐγὼ δὲν παραδέχομαι αὐτά.
§228Λ. ΚΟΥΤΣΟΠΕΤΑΛΟΣ. Ὥστε εἴμεθα βασιλικοὶ ἡμεῖς;
§229Α. ΔΕΝΔΡΙΝΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τούτου, διότι, ἂν τοιοῦτόν τι εἶχε κατὰ νοῦν ἕνας ἀρχηγὸς κόμματος, ἀσφαλῶς θὰ σᾶς ἐκάλουν ὅλους βασιλικούς. Αὐτά, κύριοι, ὅσον ἀφορᾶ τὸ ἀλάθητον. Τώρα θέλετε νὰ παραδεχθῆτε τὴν πλάνην του, θέλετε τὸ ἄλλο; Αὐτὸ ἔγκειται εἰς ὑμᾶς. Εἰς τὴν σημερινὴν Κυβέρνησιν, κύριοι, ἡ ὁποία προεδρεύεται ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον καθ’ ὅλα καὶ σεβαστὸν ὡς ἄτομον πολιτευτὴν Ἀκαρνανίας κ. Καφαντάρην, ἀλλ’ ὡς πολιτευόμενον ὡς ἡγούμενον Κυβερνήσεως ἡ ὁποία πρόκειται νὰ ἱδρύσῃ Δημοκρατίαν, βεβαίως, καθὼς καὶ εἰς τὴν ἄλλην ἀγόρευσίν μου εἶπον, οὐδεμίαν ἐμπνέοντα πεποίθησιν, ἀφοῦ ὁ κ. Πρόεδρος αὐτῆς εἶναι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς τῆς δημοκρατικῆς κινήσεως ἀντετάχθη, ὁ ὁποῖος ἐν συνεργασίᾳ μετ’ ἄλλων ἔκαμε τὰ τηλεγραφήματα τὰ περίφημα, εἰς τὴν σημερινήν, λέγω Κυβέρνησιν οὐδεμίαν τρέφω ἐμπιστοσύνην. Εἶναι πασίγνωστον ὅτι διαδίδεται, καὶ μάλιστα ἐπιμόνως, ὅτι ὁ κ. Βενιζέλος ἦλθε μὲ τὴν ἀποκλειστικὴν σκέψιν νὰ σώσῃ τὸν βασιλικὸν θεσμόν, ἀλλὰ μὲ τὴν διαφορὰν ὅτι ἤθελε καὶ τὴν ἐγγύησιν τῶν δημοκρατικῶν, ἵνα ἠμπορεῖ νὰ τρομοκρατῇ τὸν Βασιλέα αὐτὸν τὸν ὁποῖον θὰ ἔσωζε, καὶ ἵνα τὸν ἔχῃ ὡς Βασιλέα τοῦ κόμματος, δηλ. ὅπως οἱ ἄλλοι εἶχον τὸν Κωνσταντῖνον. Ἤθελε δῆθεν νὰ τὸν ἔχῃ τρομοκρατημένον μὲ τὴν κίνησιν τὴν δημοκρατικήν, ἡ ὁποία ὅμως νὰ μὴ εἶναι καὶ ἐνοχλητικὴ εἰς τὰ σχέδιά του.
§230ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Αὐτὰ τὰ ὁποῖα λέγετε τὰ πιστεύετε;
§231Α. ΔΕΝΔΡΙΝΟΣ. Δὲν πιστεύω· λέγω ὅτι πιθανὸν νὰ ἐπλανήθην, πιθανὸν ὄχι. Καὶ αὐτὸ ὑποθέτω εἶναι pour touts les goûts.
§232ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐπιτρέπετε; Νομίζω ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ δεχθῇ νὰ καταλήξωμεν εἰς τὴν ἑξῆς συμφωνίαν. Ἐπειδὴ ἀπόψε δέκα ἐκ τῶν ἐγγεγραμμένων νὰ ὁμιλήσουν πληρεξούσιοι ἀπουσιάζουν καὶ ἂν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως θελήσῃ ἀμέσως αὔριον νὰ ἀπαντήσῃ, ἀσφαλῶς οἱ δέκα αὐτοὶ θὰ ὁμιλήσουν μετὰ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὁπότε ὑπάρχει κίνδυνος νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις μετὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, προτείνω τὴν ἑξῆς λύσιν: Αὔριον νὰ ἐξακολουθήσῃ καὶ νὰ τερματισθῇ ἡ συζήτησις, νὰ καθορισθῇ δὲ ὅτι τὴν Δευτέραν θὰ ἀπαντήσῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, εἰς τὸν ὁποῖον θὰ ἀνταπαντήσωμεν ἡμεῖς ἐκ τῶν διαφόρων κομμάτων, τέσσαρες ἢ πέντε ἐν συνόλῳ, καὶ κατόπιν θὰ ἐπακολουθήσῃ ἡ ψηφοφορία ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἐπὶ τῶν προγραμματικῶν δηλώσεων τῆς Κυβερνήσεως, ἀφ’ ἑτέρου δὲ καὶ εἰς τὰ ἄλλα ὑπὸ συζήτησιν ψηφίσματα, οὕτως ὥστε νὰ τελειώσῃ ἡ ὑπόθεσις αὐτή.
§233Θ. ΣΟΦΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Δυστυχῶς μᾶς παρουσιάζεται μία εἰκὼν ὄχι ἐνθαρρυντική, διότι, ἂν τυχὸν ὁμιλήσωσι καὶ ἄλλοι κύριοι, θὰ παρεκταθῇ ἐπὶ πολὺ ἀκόμη ἡ συζήτησις.
§234Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐγὼ σᾶς παρέχω μίαν εὐκολίαν, κ. Ὑπουργέ, διότι, ἂν δὲν θελήσητε νὰ ὁμιλήσουν οἱ ἐγγραφέντες πρὸ τῆς ἀπαντήσεως τῆς Κυβερνήσεως, θὰ ὁμιλήσουν μετ’ αὐτήν, καθ’ ὃ ἔχουν δικαίωμα ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ. Ἐὰν λοιπὸν εὐρυνθῇ τόσον πολὺ ἡ συζήτησις καὶ μετὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, φοβοῦμαι ὅτι θὰ λάβῃ γενικὰς διαστάσεις ἡ συζήτησις, ὅπως συνήθως γίνεται. Ἐὰν λοιπὸν θέλητε νὰ ἀποφύγωμεν αὐτό, πρέπει νὰ λάβωμεν τὴν ἀπόφασιν τὴν ὁποίαν σᾶς ἐπρότεινα, δηλαδὴ αὔριον νὰ ὁμιλήσουν οἱ ἐγγραφέντες καὶ νὰ ὁρισθῇ ὅτι τὴν Δευτέραν θὰ ἀπαντήσῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, θὰ ἀνταπαντήσουν οἱ ἀντιπολιτευόμενοι καὶ θὰ προβῶμεν εἰς τὴν ψηφοφορίαν.
§235Θ. ΣΟΦΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Μὰ διατί ὄχι αὔριον;
§236ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Διότι εἶναι 15 ἐγεγραμμένοι, οἱ ὁποῖοι, εἴτε διότι κάθηνται μακράν, εἴτε διότι δὲν ἠμπόρεσαν νὰ παραμείνουν, ἔφυγον. Γνωρίζω δύο ἢ τρεῖς, ὅπως τὸν κ. Κωνσταντόπουλον, τὸν κ. Μαργέτην καὶ ἄλλους, οἱ ὁποῖοι θέλουν νὰ ὁμιλήσουν. Σᾶς λέγω ὅτι, ἐὰν θελήσητε νὰ κάμητε αὐτὸ τὸ ὁποῖον λέγετε, θὰ μηκυνθῇ ἡ συζήτησις μετὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Καφαντάρη.
§237Θ. ΣΟΦΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Πολὺ καλά· τότε αὔριον.
§238ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις διὰ νὰ ἐπαναληφθῇ εἰς τὰς 5 μ.μ. (Ὥρα 2.5′ π. μ.)