1924.02.20
4.479 στίχοι · 34.204 λέξεις · 179 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 23Η
Τετάρτη 20 Φεβρουαρίου 1924
Προεδρία κ. Κ. Ρακτιβάν
(Ὥρα 5.20′ μ. μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα... (Ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§2Γ. ΣΕΧΙΩΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον ἐπὶ τῶν πρακτικῶν.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε.
§4Γ. ΣΕΧΙΩΤΗΣ. Λόγῳ τῆς παρατάσεως τῆς συζητήσεως, ἡ ὁποία ἀπασχολεῖ τὴν Συνέλευσιν ἐπὶ πολύ, ἀπεφασίσθη νὰ τεθῇ ὡς ὅριον τὸ εἰκοσάλεπτον· ἀλλὰ νομίζω ὅτι τοῦτο παραβιάζει τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου. Θὰ ἔπρεπεν οἱ ἀρχηγοὶ τῶν διαφόρων ὁμάδων νὰ ἐπιβάλωσιν εἰς τοὺς ὀπαδοὺς αὐτῶν, τοὺς ἐγγεγραμμένους, ὅπως παραιτηθῶσι, διότι ἐξηντλήθη τὸ θέμα καὶ ἐπαναλαμβάνονται διαρκῶς τὰ ἴδια. Οἱ κύριοι πληρεξούσιοι αἰσθηματολογοῦν καὶ δὲν συζητοῦν περὶ τοῦ πολιτειακοῦ. Ἐγὼ καὶ 3–4 ἄλλοι οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦμεν μικρὰν ὁμάδα ἐκ τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων ἔχομεν καὶ ἡμεῖς τὸ δικαίωμα νὰ ὁμιλήσωμεν ἀπὸ τοῦ βήματος.
§5ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Ὅσον θέλετε.
§6Γ. ΣΕΧΙΩΤΗΣ. Πρέπει νὰ ἀκούσητε καὶ τὴν φωνὴν τῶν ἀντιπολιτευομένων μετ’ εὐλαβείας.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἀπόφασις ἐλήφθη ὑπὸ τὴν προϋπόθεσιν ὅτι, ἐφόσον ἡ ἀγόρευσις τοῦ πληρεξουσίου παρουσιάζει ἐνδιαφέρον διὰ τὴν Συνέλευσιν, καὶ ἐφόσον πρόκειται νὰ φέρῃ νέας ἀντιλήψεις, θὰ παρατείνηται ἡ ἀγόρευσις συναινέσει τῆς Συνελεύσεως, ἡ ὁποία ἀσφαλῶς δὲν θὰ ἀρνῆται τὴν ἄδειαν. Τὰ πρακτικὰ ἐπικυροῦνται. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Συνέλευσιν ὅτι: — Οἱ Δημήτριος καὶ Ζαφείριος Παπακωστόπουλος, κάτοικοι Λευκάδος, ζητοῦσιν ὅπως ἀποσταλῇ τάχιστα εὐζωνικὸν ἀπόσπασμα πρὸς σύλληψιν τῶν ἀποδρασάντων τῶν φυλακῶν λιποτακτῶν, οἵτινες τρομοκρατοῦσι τὴν ὕπαιθρον χώραν. — Ὁ Σύλλογος τῶν Ποντίων Ἀλεξανδρουπόλεως παρακαλεῖ τὴν Κυβέρνησιν ὅπως λάβῃ μέτρα διὰ τοὺς ἐν Ἀργυροπόλει Τραπεζοῦντος ἀφιχθέντας πρόσφυγας. — Ὁ Ἰωάννης Κ. Ἀναγνωστόπουλος, συνταξιοῦχος ἀνθυπομοίραρχος, ἀποστρατευθεὶς κατὰ τὸ ἔτος 1917 ζητεῖ ὅπως ὑπαχθῇ εἰς τὸν νόμον 2771. — Ὁ πληρεξούσιος κ. Γ. Κακουλίδης ὑποβάλλει πρότασιν ψηφίσματος «περὶ τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς σχετικῶς μὲ τὴν διάρκειαν τῶν ἀγορεύσεων». — Ὁ Ὑπουργὸς Ὑγιεινῆς, Προνοίας καὶ Ἀντιλήψεως κ. Ἀ. Δοξιάδης ὑποβάλλει τὰ ἑξῆς σχέδια νόμων: 1) «Περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 7 τοῦ Ν. Δ. τῆς 2 Ἰουλίου 1923 περὶ ὀργανισμοῦ τῆς Διευθύνσεως Ὑγιεινῆς τοῦ Ὑπουργείου Ὑ. Π. Α.». 2) «Περὶ ἐγκρίσεως δραχμῶν 62,000 διὰ τὴν καθ’ ὑπέρβασιν χορήγησιν πιστώσεως δι’ ἐπέκτασιν ἐγκαταστάσεων ἐν τῷ Λοιμοκαθαρτηρίῳ Ἁγ. Γεωργίου» καὶ 3) «Περὶ ἀποζημιώσεως ἐπιταχθέντων ὀθωμανικῶν κτημάτων ἐν τῇ Δυτικῇ Θράκῃ». Τὸ τελευταῖον τοῦτο παρακαλεῖ τὴν Συνέλευσιν ὅπως κηρυχθῇ κατεπεῖγον. Οἱ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Συνέλευσις παρεδέχθη. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν...
§8Α. ΜΠΑΚΑΛΜΠΑΣΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τίνος ζητήματος;
§10Α. ΜΠΑΚΑΛΜΠΑΣΗΣ. Ἐπὶ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διότι δὲν τηρεῖται ἡ Ἡμερησία Διάταξις ἢ πρὸς μεταβολὴν αὐτῆς;
§12Α. ΜΠΑΚΑΛΜΠΑΣΗΣ. Ἐπὶ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως. Τὸ ζήτημα εἶναι τὸ ἑξῆς: Ὅταν ἤρχισεν ἡ συζήτησις ἐπὶ τῶν προγραμματικῶν δηλώσεων τῆς Κυβερνήσεως, ἐνομίσαμεν ὅτι ἐπιβάλλεται ὅπως, προκειμένου περὶ τῆς διαχειρίσεως τοῦ προσφυγικοῦ ζητήματος, ἀφιερώσωμεν ἰδιαιτέραν συνεδρίασιν, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἀσχοληθῶμεν ἐν ἐκτάσει, διότι δὲν θέλομεν νὰ συνυφάνωμεν τὸ προσφυγικὸν ζήτημα μὲ τὰ ἄλλα ἐπίμαχα σημεῖα, τὰ ὁποῖα εἶχον αἱ κυβερνητικαὶ δηλώσεις. Σήμερον ὅλως ἀπροόπτως εὑρέθημεν πρὸ τῶν δηλώσεων τοῦ ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων κ. Ἐλ. Βενιζέλου, διὰ τῶν ὁποίων παρουσιάζονται οἱ πρόσφυγες πληρεξούσιοι ὡς μέλλοντες νὰ διαπράξωσι μέγιστον ἔγκλημα κατὰ τοῦ ἰδίου αὐτῶν ζητήματος, ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν ψηφίσωσι τὴν Κυβέρνησιν Καφαντάρη.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὀφείλω νὰ παρατηρήσω ὅτι εἶσθε ἐκτὸς τοῦ θέματος. (Θόρυβος).
§14Α. ΜΠΑΚΑΛΜΠΑΣΗΣ. Ὁ ἀρχηγὸς τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων δηλοῖ ὅτι ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν ψηφισθῇ καὶ δὲν κρατηθῇ ἡ Κυβέρνησις Καφαντάρη, εἶναι βεβαία ἡ ἀποτυχία τοῦ προσφυγικοῦ δανείου. (Θόρυβος καὶ διαμαρτυρίαι).
§15Θ. ΣΟΦΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Διατί ἐδώσατε τὸν λόγον εἰς τὸν κ. πληρεξούσιον, κ. Πρόεδρε;
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐζήτησε τὸν λόγον ἐπὶ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως.
§17Α. ΜΠΑΚΑΛΜΠΑΣΗΣ. Κατὰ τὴν ἀντίληψίν μου αἱ δηλώσεις αὐταὶ ἀποτελοῦσιν ἐκβιασμόν. Διότι συμφώνως πρὸς αὐτὰς ἢ πρέπει νὰ ψηφίσωμεν τὴν Κυβέρνησιν ἤ, ἂν καταψηφίσωμεν αὐτήν, θ’ ἀποστερήσωμεν τὸν προσφυγικὸν κόσμον ἀπὸ τοῦ Δανείου. (Θόρυβος).
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς ἀφαιρῶ τὸν λόγον, διότι ζητήσαντες τὸν λόγον ἐπὶ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως ἐξετράπητε τοῦ θέματος.
§19Α. ΜΠΑΚΑΛΜΠΑΣΗΣ. Θὰ καταλήξω, κ. Πρόεδρε. Ὁ κ. ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων λέγει ὅτι κατέχει στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα μόνος αὐτὸς γνωρίζει, ἡμεῖς δὲ δὲν τὰ γνωρίζομεν. Παρακαλοῦμεν συνεπῶς τὴν Κυβέρνησιν ὅπως καταθέσῃ τὰ στοιχεῖα ταῦτα, ἡ δὲ συζήτησις ἐπὶ τοῦ προσφυγικοῦ ζητήματος καὶ ἰδίᾳ ἐπὶ τοῦ προσφυγικοῦ δανείου ἀρχίσῃ ἀπὸ αὔριον, ἡμέραν κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου.
§20Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Πρόεδρε, δὲν νομίζω ὅτι εἶναι δυνατὸν ν’ ἀποτελέσουν ἀντικείμενον ἰδιαιτέρας συζητήσεως δηλώσεις δημοσιευόμεναι παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων ὡς πολίτου, ἐλευθέρου νὰ ἐκφράζῃ τὰς ἰδίας του γνώμας, καὶ ὡς πληρεξουσίου. (Θόρυβος ἐκ τῆς ἀριστερᾶς) Ὅπως πᾶς πληρεξούσιος, ἐπανελαμβάνω, καὶ ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων δικαιοῦται καὶ γνώμας νὰ ἔχῃ καὶ νὰ ἐκφράζῃ αὐτὰς ἐλευθέρως. Δὲν εἶναι δυνατὸν εἰς πᾶσαν εὐκαιρίαν κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων ἢ οἱοσδήποτε ἄλλος ἐννοεῖ νὰ ἐκφράσῃ, νὰ διαδηλώσῃ τὰς γνώμας τὰς ὁποίας ἔχει περὶ τῶν φλεγόντων πολιτικῶν ζητημάτων, δὲν εἶναι δυνατόν, λέγω, νὰ δημιουργῆται ζήτημα παρεμπῖπτον, τὸ ὁποῖον ν’ ἀπασχολῇ τὴν Συνέλευσιν, διὰ νὰ ἐξελεγχθοῦν εἰς ἰδιαιτέραν συζήτησιν αἱ γνῶμαι αἱ ἐκφραζόμεναι εἴτε διὰ τοῦ Τύπου, εἴτε διὰ τοῦ βήματος τούτου εἴτε καθ’ οἱονδήποτε ἄλλον τρόπον.
§21Α. ΜΠΑΚΑΛΜΠΑΣΗΣ. Δὲν ἐμποδίζει κανεὶς τὸν ἀρχηγὸν τῶν Φιλελευθέρων νὰ ἐκφράσῃ τὴν γνώμην του... (Θόρυβος ἐκ τῆς δεξιᾶς).
§22Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐν τῇ συνεχείᾳ τῆς διεξαγομένης πολιτικῆς συζητήσεως δὲν βλέπω κανὲν ἐμπόδιον ὅπως καὶ αἱ γνῶμαι τοῦ ἀξιοτίμου ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων ὑποστοῦν τὴν ἐπιτήρησιν ἐκείνην εἰς τὴν ὁποίαν ἐπιβάλλεται πᾶσα γνώμη ἐκφραζομένη δημοσίᾳ περὶ τῶν κοινῶν πραγμάτων.
§23Α. ΜΠΑΚΑΛΜΠΑΣΗΣ. Δὲν μὲ ἠκούσατε. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐζήτησα εἶναι τὸ ἑξῆς: αὔριον εἶναι ἡμέρα κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου. Κατόπιν τῆς μομφῆς καὶ κατόπιν τῆς ἠθικῆς μειώσεως τὴν ὁποίαν ὑφιστάμεθα ἀπέναντι τοῦ προσφυγικοῦ κόσμου, ὅτι δηλαδὴ διαπράττομεν ἔγκλημα, ὅτι εἴμεθα ἔνοχοι διότι συντελοῦμεν εἰς τὴν ματαίωσιν τοῦ προσφυγικοῦ δανείου, καὶ ἐπειδὴ ὁ κ. ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων ἐδήλωσεν ὅτι ἔχει ἰδιαίτερα στοιχεῖα ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ, τὸν παρακαλῶ νὰ τὰ φέρῃ, καὶ συνάμα αὔριον, ἡμέραν κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου, ν’ ἀρχίσῃ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ προσφυγικοῦ δανείου.
§24Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ ἀξιότιμος κ. πληρεξούσιος εἶναι ἀδύνατον ν’ ἀπασχολήσῃ τὴν Συνέλευσιν προκειμένου ν’ ἀποφασίσῃ αὕτη ἂν ὁ συνήθης κοινοβουλευτικὸς ἔλεγχος ὁ ἀσκούμενος κατὰ τὴν Πέμπτην θὰ ἀσκηθῇ εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν ἢ καὶ πάλιν θὰ τηρήσωμεν τὸν κανόνα τὸν ὁποῖον διέγραψεν ἡ Συνέλευσις, δηλαδὴ ὅπως ἀναβληθῇ ἡ ἄσκησις τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου καὶ ἡ συζήτησις τῶν λοιπῶν ζητημάτων μέχρι πέρατος τῆς ἐκκρεμούσης ἤδη πολιτικῆς συζητήσεως. Σήμερον δὲν εἶναι ἡ ὥρα. Ἂν φρονῆτε ὅτι αὔριον πρέπει νὰ προηγηθῇ ἡ συζήτησις τοῦ προσφυγικοῦ ζητήματος, θὰ συζητήσωμεν ἐπ’ αὐτοῦ ἐφόσον καὶ ἡ Κυβέρνησις νομίζει ὅτι εἶναι ἕτοιμος καὶ παρεσκευασμένη ὅπως πραγματικῶς ἀνταλλάξῃ μεθ’ ὑμῶν γνώμας αἱ ὁποῖαι νὰ καταλήξουν εἰς συμπεράσματα τακτικά.
§25Α. ΜΠΑΚΑΛΜΠΑΣΗΣ. Δὲν εἶναι ἡ Κυβέρνησις παρεσκευασμένη νὰ συζητήσῃ ἐπὶ τοῦ προσφυγικοῦ δανείου;
§26Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἔχετε δικαίωμα νὰ αἰτήσητε τὸν ἔλεγχον ἐντὸς τοῦ σημείου αὐτοῦ, ἀλλὰ μὴ κατατρίβωμεν ἐπεισοδιακῶς τὸν χρόνον, διότι τοῦτο δὲν ὠφελεῖ εἰς τίποτε.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλεῖται ὁ πληρεξούσιος κ. Γοβατζιδάκης νὰ προσέλθῃ ὅπως ὁρκισθῇ. (Κομισθέντος τοῦ Ἱεροῦ Εὐαγγελίου ὁ πληρεξούσιος κ. Γοβατζιδάκης ἀνέτεινε τὴν δεξιὰν καὶ ὤμοσε τὸν κάτωθι ὅρκον: «Ὀμνύω εἰς τὸ ὄνομα τῆς ἁγίας καὶ ὁμοουσίου καὶ ἀδιαιρέτου Τριάδος νὰ φυλάξω πίστιν εἰς τὴν Πατρίδα καὶ νὰ ἐκπληρώσω εὐσυνειδήτως τὰ καθήκοντά μου».)
§28ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Ἄξιος! Ἄξιος!
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἐξακολούθησιν τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῶν προγραμματικῶν δηλώσεων τῆς Κυβερνήσεως. Ὁ κ. Ρέντης ἔχει τὸν λόγον.
§30Κ. ΡΕΝΤΗΣ. Διαφωνοῦμεν πρὸς τὰς προγραμματικὰς δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν παραπομπὴν τοῦ δυναστικοῦ ζητήματος εἰς λαοψήφισμα. Καὶ διαφωνοῦμεν διὰ λόγους οὐσιαστικούς, διὰ λόγους δικαίου. Ἂν ἡ Συνέλευσις παραπέμψῃ τὸ δυναστικὸν ζήτημα εἰς λαοψήφισμα, δὲν θὰ ἀναζητήσῃ καθόλου ἔγκρισιν μιᾶς ἐκπτώσεως· θὰ διενεργήσῃ ἁπλῶς μίαν ἀριθμητικὴν καταμέτρησιν τῶν κομματικῶν δυνάμεων τῶν δύο ἐν Ἑλλάδι μεγάλων παρατάξεων ἐν δεδομένῃ στιγμῇ, κατὰ τὴν στιγμὴν δηλ. τῆς διενεργείας τοῦ δημοψηφίσματος. Καὶ ἂν ἐπὶ τῇ βάσει τῆς πλειοψηφίας, τὴν ὁποίαν θ’ ἀποδώσῃ ἡ καταμέτρησις ἐκείνη, ἰσχυρισθῶμεν ὅτι ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ κηρύξωμεν ἐκ τούτου καὶ μόνου ἔκπτωτον τὴν Δυναστείαν, τότε ἀναγκαίως παραδεχόμεθα ὅτι, ἂν εἰς ἄλλην στιγμὴν τὸ ἀντίπαλον κόμμα ὑπερισχύσῃ τοῦ ἡμετέρου, ἔχει ἀναμφισβητήτως τὸ δικαίωμα νὰ ἐπαναφέρῃ τὴν Δυναστείαν. Ὑπάρχουσι καὶ λόγοι νομικοὶ ἀντιτιθέμενοι εἰς τὴν παραπομπὴν τοῦ ζητήματος εἰς λαοψήφισμα. Τὸ δημοψήφισμα εἶναι παραγωγικὸν δικαίου, εἶναι πηγὴ δικαίου. Δὲν δύναται συνεπῶς νὰ νοηθῇ ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ παραπεμφθῇ εἰς αὐτὸ θέμα τὸ ὁποῖον θὰ περιέχῃ ἐν ἑαυτῷ τὴν ἔννοιαν ἔστω καὶ πόρρωθεν εἴτε δόλου εἴτε ἀθεμίτου ἢ ἀδίκου πράξεως. Ὑπεστηρίχθη τελευταίως ἐν Ἑλλάδι ὅτι τὸ συντακτικὸν δικαίωμα τοῦ Λαοῦ εἶναι ἀπεριόριστον καὶ ὅτι ὑπόθεσις ἄδικος, παραπεμφθεῖσα πρὸς κρίσιν εἰς τὸν λαόν, λαμβάνει ἐκ τούτου καὶ μόνου τὸ βάπτισμα τοῦ δικαίου. Διαμαρτύρομαι ἐναντίον τῆς ἀντιλήψεως ταύτης. Τὸ συντακτικὸν δικαίωμα τοῦ Λαοῦ δὲν εἶναι ἀπεριόριστον καὶ συνεπῶς ὑπάρχουσιν ὅρια καθορίζοντα τὰς ἀντιλήψεις τοῦ δικαίου ἀπέναντι τῆς συντακτικῆς ἐξουσίας τοῦ λαοῦ. Ἡ συντακτική, κύριοι, ἱκανότης τοῦ λαοῦ σταματᾷ ἐκεῖ ὅπου ἀρχίζουν τὰ ὅρια τῆς κυριαρχικῆς ἐξουσίας τοῦ Κράτους. Πέραν τῶν ὁρίων ἐκείνων ὑπάρχει τὸ ἄδικον. Καὶ ἐξηγοῦμαι: Θεμελιώδης σκοπὸς τοῦ Κράτους εἶναι ἡ περιφρούρησις τῶν ἐν τῇ πολιτείᾳ ἀτόμων, ἡ περιφρούρησις τῆς κοινωνίας, ἡ περιφρούρησις τῆς ἐδαφικῆς ἀκεραιότητος. Κατὰ συνέπειαν ἡ προαγωγὴ τῶν ἐξωτερικῶν σχέσεων τοῦ Τόπου ἀποτελεῖ καὶ τοῦτο θεμελιώδη σκοπὸν ἑνὸς Κράτους, οἱουδήποτε Κράτους. Δι’ ὅ,τι ἀφορᾷ τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος θεμελιώδης σκοπὸς τῆς ἱδρύσεώς του ὑπῆρξεν ἐπὶ πλέον ἡ ἀπελευθέρωσις τοῦ ὑποδούλου Ἑλληνισμοῦ. Ἡ συντακτικὴ θέλησις τοῦ λαοῦ δὲν δύναται νὰ εἶναι καταργητικὴ θεμελιωδῶν σκοπῶν τῆς πολιτείας. Δηλαδὴ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παραπεμφθῇ πρὸς κρίσιν εἰς λαοψήφισμα ὑπόθεσις ἐκ τῆς ὁποίας θὰ ἐξήγετο τὸ ἐνδεχόμενον ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ προέλθῃ ἐπιβράβευσις τῶν αὐτομόλων. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐννοηθῇ ἡ παραπομπὴ εἰς λαοψήφισμα ὑποθέσεως, ἡ ὁποία θὰ ἐνεῖχε τὴν ἔννοιαν ἐγκρίσεως τῆς μὴ ἐφαρμογῆς συνθηκῶν συμμαχίας, διότι τοῦτο ἀποτελεῖ μείωσιν τοῦ ἐξωτερικοῦ γοήτρου τοῦ Κράτους καὶ προσβολὴν τῶν θεμελιωδῶν κρατικῶν σκοπῶν, τῆς περιφρουρήσεως τῶν ἀτόμων καὶ τῆς κοινωνίας. Καὶ ἐν τούτοις παραπέμποντες τὸ ζήτημα τὸ δυναστικὸν εἰς λαοψήφισμα εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ ἴδωμεν ἑρμηνευτὰς δίδοντας τὴν ἔννοιαν τῆς ἐπιβραβεύσεως τῶν αὐτομόλων, ὅπως ἐγένετο κατὰ τὰς ἐκλογὰς τοῦ 1920. Ὑπάρχουσι λόγοι οὐσιαστικοὶ ὅπως μὴ τὸ ζήτημα παραπεμφθῇ εἰς λαοψήφισμα, λόγοι ὑποκειμενικῆς ἀνικανότητος τῆς ἐκπεσούσης Δυναστείας πρὸς ἐνάσκησιν τῶν καθηκόντων τοῦ Βασιλέως τοὐλάχιστον ἐν τῇ Χώρᾳ ταύτῃ. Θὰ ἠδύνατό τις νὰ ἀντείπῃ ὅτι ἡ Δυναστεία δὲν ἔχει μὲν τὴν ἱκανότητα τοῦ νὰ ἐνασκήσῃ τὰ καθήκοντα τοῦ Βασιλέως εἰς τὴν Ἑλλάδα ὑπὸ τὴν κοινοβουλευτικὴν μορφὴν τοῦ πολιτεύματος, ἀλλ’ ὅτι θὰ ἠδύνατο νὰ χρησιμεύσῃ ὡς ἀπόλυτος μονάρχης. Τοιοῦτον ὅμως ζήτημα δὲν ἐτέθη οὔτε πρόκειται νὰ τεθῇ ἐνώπιον τοῦ Λαοῦ. Ὑπάρχει τρόπον τινὰ ὡς δεδομένον ἡ γενικὴ βούλησις τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ πρὸς διατήρησιν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ χαρακτῆρος τοῦ πολιτεύματος. Οὔτε ὁ ἀντίπαλος κόσμος δὲν ἐτόλμησεν ἀπὸ ἐννέα ἐτῶν, ἀφ’ ὅτου ἤρξατο ὁ ἐσωτερικὸς ἐμφύλιος πόλεμος, δὲν ἐτόλμησε νὰ θέσῃ ἐνώπιον τοῦ Λαοῦ ἀπροκαλύπτως τὴν κατάργησιν τῶν λαϊκῶν ἐλευθεριῶν καὶ σήμερον ἰσχυρίζονται ὅτι ἐν τῷ ἀγῶνί των ὑπὲρ ἐπαναφορᾶς τοῦ Γεωργίου ἀποβλέπουσιν εἰς τὴν διατήρησιν τῆς Συνταγματικῆς Βασιλείας ὑπὸ τὴν κοινοβουλευτικὴν αὐτῆς μορφήν. Ἀλλ’ ἡ Δυναστεία ἐκ τοῦ μακροῦ ἐμφυλίου πολέμου ἀπώλεσε τὴν ἱκανότητα τοῦ νὰ χρησιμεύσῃ ὡς ῥυθμιστὴς εἰς τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα. Αἱ ἐκλογαί, τῆς 31ης Μαΐου τοῦ 1915 τὸ ἀπέδειξαν. Ὁ Λαὸς ὑπερεψήφισε τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων, ἀλλὰ τὸ πολίτευμα δὲν ἐλειτούργησε. Τὴν 6ην Δεκεμβρίου 1915 ὑπερεψηφίσθη τὸ κόμμα τῶν Βασιλικῶν, ἀλλὰ καὶ πάλιν τὸ πολίτευμα δὲν ἐλειτούργησε, διότι δὲν ἀνεγνωρίσθη δικαίωμα ἰσοπολιτείας εἰς τὸ ἀντίπαλον κόμμα, εἰς τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων. Κατὰ τὰς ἐκλογὰς τοῦ 1920 ἐτέθη τὸ ζήτημα καὶ τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων ὑπετάγη εἰς τὴν λαϊκὴν βούλησιν. 90 βουλευταὶ Φιλελεύθεροι προσῆλθον εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην καὶ ὤμοσαν πίστιν καὶ ἀφοσίωσιν εἰς τὸ πρόσωπον τοῦ Κωνσταντίνου. Καὶ ἐν τούτοις δὲν ἀνεγνωρίσθη τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων ὡς κατέχον θέσιν ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει. Ἐὰν ὑπετίθετο ὅτι ἐκ τοῦ λαοψηφίσματος ἐξήγετο ἡ ἔννοια τῆς ἐπαναφορᾶς τοῦ Γεωργίου καὶ ὁ μονάρχης οὗτος δὲν εἶχε τὴν ἱκανότητα νὰ ἐξασφαλίσῃ θέσιν ὑπὸ τὸν ἥλιον διὰ τὴν μειονοψηφίαν, ἐὰν μειονοψηφία ἦτο τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων, δὲν θὰ εἶχε τὴν θέλησιν ἢ τὴν ἱκανότητα ἴσως τοῦ νὰ ἐξασφαλίσῃ τὰ δικαιώματα τῆς ἰσοπολιτείας τοῦ πολίτου. Συνεπῶς ἡ παραπομπὴ τοῦ ζητήματος εἰς λαοψήφισμα δίδει τὴν λύσιν τὴν ὁποίαν ἐπιδιώκομεν. Ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ταύτην θὰ ἠδύνατό τις νὰ ἐπικαλεσθῇ καὶ κανόνας τοῦ κοινοῦ δικαίου, ὅπως ἴσχυον ἐπὶ Ρωμαϊκῆς ἐποχῆς καὶ ὅπως ἰσχύουν καὶ σήμερον ἐν Ἑλλάδι. Θὰ ἠδύνατο νὰ ἐπικαλεσθῇ τις τὴν ἔνστασιν τοῦ δόλου ἐναντίον τῶν ἀντιπάλων ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ὅτι, βασιζόμενοι ἢ ἐπικαλούμενοι τὸ τυπικὸν δίκαιον, ἐπιδιώκουσι σκοπὸν ἀθέμιτον ἀντιτιθέμενον εἰς τὰς γενικὰς περὶ δικαίου ἀντιλήψεις. Διότι εἶναι φανερὸν ἐκ τῆς ἐννεαετοῦς πείρας ὅτι δὲν ἀποβλέπουσιν εἰς τὴν κανονικὴν λειτουργίαν ἑνὸς πολιτεύματος, ἀλλ’ εἰς τὴν καταδολίευσιν αὐτοῦ ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τῆς ἐκμεταλλεύσεως Δυναστείας ἡ ὁποία περιέπεσεν εἰς τὴν αἰχμαλωσίαν των. Τὸ σφάλμα τῆς ἀναζητήσεως λύσεως τοῦ ἐσωτερικοῦ ζητήματος διὰ τῆς παρούσης Δυναστείας ἐνεφανίσθη καὶ μετὰ τὴν Ἐπανάστασιν. Ἡ Ἐπανάστασις ἐκράτησεν εἰς τὸν θρόνον τὸν Βασιλέα Γεώργιον. Ἀλλὰ καὶ τοῦτο ἔχει σημαντικὴν διαφορὰν ἀπὸ τὴν σημερινὴν ὑπόθεσιν, διότι τότε τὸν ἐκράτησε δίδουσα τρόπον τινα συγγνώμην, ἐνῷ σήμερον, ἐὰν ἐπανέλθῃ ὁ Βασιλεύς, ὁ Λαὸς θὰ τοῦ δώσῃ ἐπιβράβευσιν. Ὅταν ἐνεφανίσθη ἡ περίπτωσις λειτουργίας τοῦ πολιτεύματος καὶ διεξαγωγῆς ἐκλογῶν ὑπὸ τὴν πίεσιν τῆς μοναρχικῆς μερίδος, ἡ ὁποία ἠξίου τὴν ἐπιβολὴν διὰ τῆς βίας τῆς ἰδίας αὐτῆς γνώμης, τότε κατέστη ἐναργές, ὅτι ὁ ρυθμιστὴς τοῦ πολιτεύματος δὲν παρεῖχε τὴν ἐγγύησιν εἰς τὸ ἡμέτερον κόμμα ὅτι τοῦτο θὰ ζήσῃ ἐν ἴσῃ μοίρᾳ πρὸς τὸ ἄλλο κόμμα. Ἐζητήθη δὲ καὶ λύσις, λύσις κοινοβουλευτικὴ ἐξαιρετικὴ ὑπὸ τὰς περιστάσεις ἐκείνας, καὶ ἐγένετο διάβημα πρὸς αὐτὸν τὸν ἀνώτατον ἄρχοντα, ὅπως μεσολαβήσῃ εἰς τὸ κόμμα τὸ ἴδιον, εἰς τὸ κόμμα τὸ μοναρχικόν, ἵνα μὴ διεξαγάγῃ κατὰ τὴν πρώτην τοὐλάχιστον φορὰν ἐκλογικὸν ἀγῶνα, ἀλλὰ λυθῇ τὸ ζήτημα μιᾶς διακυβερνήσεως τῆς Χώρας διαιτητικῶς, ἀποσυρομένων τῶν δύο μεγάλων κομμάτων καὶ διδομένου τοῦ καταρτισμοῦ συνδυασμῶν εἰς τρίτον πρόσωπον. Τὸ διάβημα ἐκεῖνο ἐχαρακτηρίσθη ὡς ἀντικοινοβουλευτικόν. Καὶ ἐν τούτοις περιεῖχε πᾶσαν κοινοβουλευτικὴν ἔννοιαν, διότι ἔθετε τὸν ἀνώτατον ἄρχοντα εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ προορισμοῦ αὐτοῦ. Δὲν ἀπέδωκεν ὅμως τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἀνέμενέ τις εἴτε διότι ὁ ἀνώτατος ἄρχων προεξώφλει τὴν ἐπιτυχίαν τῆς μοναρχικῆς μερίδος, εἴτε διότι δὲν εἶχε τὴν ἱκανότητα νὰ ἐπιβληθῇ, ἐφόσον ἐκ τοῦ παρελθόντος ὑπῆρχον συνένοχοι εἰς πράξεις ἀντιτιθεμένας εἰς τὸ δίκαιον. Καὶ μετὰ τὴν ἀποτυχίαν ἐκείνην μοιραίως ἐφέρετο ὁ Τόπος εἰς ἔνοπλον σύρραξιν, ἡ ὁποία παρήγαγε τὸ δυναστικὸν κυρίως ζήτημα. Ἐζητήσαμεν ἔκτοτε τὸν χωρισμὸν τοῦ δυναστικοῦ ζητήματος καὶ τὸν τερματισμὸν τῆς διενέξεως διὰ τῆς ἐκπτώσεως τῆς Δυναστείας, ὁπότε καὶ μόνον θὰ ἠδύνατο νὰ ἀναζητηθῇ ἡ καθεστωτικὴ βούλησις τοῦ Λαοῦ, ὅσον ἀφορᾷ τὴν μορφὴν τοῦ πολιτεύματος, διότι ἐφόσον τὰ δύο ζητήματα ταῦτα παραμένουσι περιπεπλεγμένα δὲν θὰ ἔχωμεν καθεστωτικὴν βούλησιν, ἀλλὰ κομματικήν. Ἡ δικαιοδοσία τῆς Συνελεύσεως πρὸς κήρυξιν τῆς ἐκπτώσεως τῆς Δυναστείας δὲν ἐτέθη ὑπὸ ἀμφισβήτησιν, αἱ δὲ συμβουλαὶ τὰς ὁποίας ἀπηύθυνεν ὁ ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων ἐκ Παρισίων, καὶ τότε καὶ βραδύτερον, δὲν φαίνεται νὰ θίγωσιν ἀπ’ εὐθείας τὸ θέμα, ἀλλὰ μόνον τὸ πολιτειακόν. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἐπιμείνῃ εἰς τὴν παραπομπὴν τοῦ δυναστικοῦ ζητήματος εἰς τὴν λαϊκὴν ἐτυμηγορίαν, δὲν θὰ εὑρεθῶμεν εἰς τὴν θέσιν νὰ δώσωμεν τὴν ὑποστήριξίν μας εἰς τὴν Κυβέρνησιν. (Χειροκροτήματα).
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μόδης ἔχει τὸν λόγον.
§32Γ. ΜΟΔΗΣ. Κύριοι πληρεξούσιοι, ἐκ τῶν μέχρι τοῦδε συζητήσεων ἀπεδείχθη ὅτι ὅλοι εἴμεθα σύμφωνοι εἰς τὴν ἀνάγκην τῆς πολιτειακῆς μεταβολῆς. Μόνος ἴσως θ’ ἀπετέλει ἐξαίρεσιν ὁ πληρεξούσιος Ἄρτης καὶ ἡρωϊκὸς ἀρχηγὸς τῆς Βασιλικῆς Ἀντιπολιτεύσεως κ. Τζώνης. Ἐσχημάτισα ὅμως τὴν ἀντίληψιν ὅτι εἶναι, φαίνεται, μοιραῖον καὶ ὄχι τυχαῖον νὰ δημιουργῶνται διαρκῶς ἄλυτα συμπλέγματα περιπεπλεγμένων περιστάσεων εἰς τὸν τόπον αὐτόν. Τοιοῦτον σύμπλεγμα ἀπετέλεσεν ὁ προεκλογικὸς αὐτοπεριορισμός μας, ἡ προεκλογικὴ αὐτοφαλκίδευσίς μας, ἡ ὁποία ἐξίκετο μέχρι τοιούτου σημείου εὐαισθησίας ὥστε καὶ ἡμεῖς οἱ ὁποῖοι εἰς τὴν ἀπόκεντρον ἐκείνην ἐπαρχίαν κατήλθομεν ὑπὸ δημοκρατικὴν σημαίαν ἐθεωρήσαμεν ὑψηλὴν πολιτικὴν νὰ ὑποσχεθῶμεν γραπτῶς καὶ προφορικῶς μετεκλογικὸν δημοψήφισμα, ἐνῷ οἱ πτωχοὶ ἐκλογεῖς μας δὲν ἠσθάνοντο καμμίαν διάθεσιν ἢ ἀνάγκην τούτου. Ἄνευ τοῦ αὐτοπεριορισμοῦ αὐτοῦ ἡ Συνέλευσις, ἡ ὁποία τότε θὰ ἦτο πράγματι συντακτική, θὰ εἶχε δικαίωμα νὰ λύσῃ κυριαρχικῶς δυναστικὰ καὶ πολιτειακὰ ζητήματα κατὰ τρόπον ὁριστικὸν καὶ τελεσίδικον, καθ’ οὗ κανεὶς καλῆς πίστεως ἄνθρωπος δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ προβάλῃ ἀντίρρησίν τινα. Κατὰ τῆς λύσεως ταύτης μόνον ἐπανάστασιν ἢ στάσιν θὰ ἐπετρέπετο νὰ ἐλπίζουν νὰ προβάλλουν οἱ ἄνθρωποι τῶν συνταγματικῶν παρατάξεων καὶ τῶν συνταγματικῶν νεολαιῶν Ἑλλήνων καὶ Ἑλληνίδων, οἱ ὁποῖοι ἔχουν αὐτὴν τὴν παράδοξον πρωτοτυπίαν, ὅτι ὑπέρμαχοι αὐτοὶ τοῦ Θρόνου κατὰ τὸ κρισιμώτερον σημεῖον τῆς μάχης, ἤτοι κατὰ τὰς ἐκλογὰς τῆς 16ης Δεκεμβρίου, ἐλιποτάκτησαν καὶ τὸν ἐγκατέλειψαν εἰς τὴν τύχην του. Ἀφοῦ δὲ ἔγινε τόσος λόγος ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ περὶ πραγματικῶν καταστάσεων καὶ τόσαι θεωρίαι ἀνεπτύχθησαν ἐπ’ αὐτῶν, δὲν ἦτο δυνατόν, καὶ δὲν εἶναι δυνατόν, νὰ παραγνωρισθῇ καὶ ἡ πραγματικὴ κατάστασις τὴν ὁποίαν ἐδημιούργησεν ὁ προεκλογικὸς αὐτοπεριορισμός μας, ἐκ τοῦ ὁποίου φυσικωτέρα καὶ λογικωτέρα διέξοδος κατὰ τὴν γνώμην μου θὰ ἦτο ἡ ταχυτέρα διεξαγωγὴ τοῦ δημοψηφίσματος ἀντὶ τῶν ἀτερμόνων αὐτῶν συζητήσεων καὶ ἀντεγκλήσεων ἐν οἰκογενειακῷ κύκλῳ, αἱ ὁποῖαι δὲν ἔχουν κανὲν ἄλλο ἀποτέλεσμα ἢ νὰ καταρρίπτουν τὸ κῦρος ὅλων μας. Μέχρι τῆς προχθὲς ὅλοι εἴμεθα σύμφωνοι ὅτι τὸ δημοψήφισμα ἀπετέλει τὴν μόνην λύσιν ἐφόσον τοιαύτη ἦτο ἡ πραγματικὴ κατάστασις καὶ ἐφόσον δὲν ἀνεκηρύχθη ἡ Δημοκρατία εὐθὺς μετὰ τὴν καταστολὴν τοῦ στασιαστικοῦ κινήματος, τοῦ ὁποίου σημαία ἦτο, εἴτε τὸ ἤθελε εἴτε δὲν τὸ ἤθελεν ὁ Βασιλεὺς Γεώργιος, καὶ ὁ βασιλικὸς θεσμός. Αἱ συζητήσεις καὶ διαφωνίαι, αἱ ὁποῖαι διεξήχθησαν εἰς ἔντονον ὕφος, αἱ ὁποῖαι ὅμως, κατὰ τὴν γνώμην μου τοὐλάχιστον, περιεῖχον καὶ ὀλίγην μεταφυσικὴν καὶ ἀρκετὸν βυζαντινισμόν, περιεστρέφοντο μόνον εἰς τὰς τεχνικὰς λεπτομερείας καὶ τὸν μηχανισμὸν τῆς διεξαγωγῆς του. Κατ’ ἐμὲ δὲν ὑπῆρχε καμμία οὐσιώδης καὶ σημαντικὴ διαφορὰ μεταξὺ τῆς κυβερνητικῆς προτάσεως καὶ τῆς παλαιᾶς δημοκρατικῆς τοιαύτης ἢ τῆς νέας ad referendum. Κρίνων ἀπὸ ἀπόψεως τόσον πολιτικῆς ὅσον καὶ τακτικῆς, διεφώνουν καὶ πρὸς τὰς δύο προτάσεις καὶ ἐφρόνουν ὅτι τοῦ κυβερνητικοῦ διπλοῦ ἐρωτήματος καὶ τοῦ δημοκρατικοῦ πολιτειακοῦ τοιούτου, προτιμότερον εἶναι νὰ ἐρωτηθῇ ἁπλῶς ὁ Λαὸς ἐπὶ ἑνὸς μόνου ζητήματος, τοῦ καὶ μᾶλλον ἐπιμάχου, ἤτοι τοῦ δυναστικοῦ, νὰ ἐρωτηθῇ δηλαδὴ ὁ Λαὸς ἂν προτιμᾷ τὴν ἔκπτωσιν ἢ ὄχι τῆς παρούσης Δυναστείας, ἢ μᾶλλον ἂν προτιμᾷ ἢ ὄχι τὴν ἐπαναφορὰν αὐτῆς, ὅτε οὐδεμία ἀμφιβολία χωρεῖ ὅτι καὶ εἰς αὐτὴν τὴν Παλαιὰν Ἑλλάδα θὰ συγκεντρώσωμεν τὰς ψήφους ἁπάντων ἀπολύτως τῶν Φιλελευθέρων πολιτῶν καὶ ἐκ τῶν ἀντιθέτων μεγάλης μερίδος συντηρητικοῦ κόσμου, ὁ ὁποῖος ἀντιλαμβάνεται πόσον ἔλαιον εἰς τὴν πυρὰν τῶν ἐσωτερικῶν παθῶν καὶ διενέξεων θὰ ἔχυνεν ἡ ἐπάνοδος μιᾶς Δυναστείας, ἡ ὁποία ἑκουσίως ἢ ἀκουσίως ἔγινεν ἡ σημαία τῶν διενέξεων τούτων. Ἑκουσίως καὶ ὄχι ἀκουσίως. Προσέθεσα καὶ τὸ ἀκουσίως διότι ὑπάρχουν ἄνθρωποι ἐκτὸς τῆς αἰθούσης αὐτῆς, οἱ ὁποῖοι δὲν πιστεύουν εἰς τὸ πρῶτον. Θὰ ἐκρυπτόμεθα ὀπίσω ἀπὸ τὸν δάκτυλόν μας καὶ θὰ ἐκοροϊδεύαμεν ἡμᾶς αὐτούς, ἐὰν δὲν ἀνομολογοῦμεν ὅτι σήμερον παρ’ ἡμῖν πολιτειακὸν καὶ δυναστικόν, ἀπολύτως συνταυτίζονται καὶ ὅτι αἱ συζητήσεις ἐπὶ τῆς διαφορᾶς των δὲν ἀπέχουν καὶ πολὺ ἀπὸ τὰς συζητήσεις περὶ τοῦ ὁμοουσίου καὶ ὁμοιοουσίου. Παροικοῦμεν ὅλοι ἐν Ἱερουσαλήμ, ὥστε νὰ γνωρίζωμεν ὅτι ἡ μεγίστη πλειονότης τῶν δημοκρατικῶν ἀνεπέτασε τὴν δημοκρατικὴν σημαίαν ἐκ μίσους καὶ φόβου πρὸς τὴν παροῦσαν Δυναστείαν καὶ ὅτι ἀντιθέτως οἱ σημερινοὶ ὑπέρμαχοι τοῦ βασιλικοῦ θεσμοῦ, ἐνῷ εἰς τὰς κατ’ ἰδίαν συζητήσεις των εἶναι δημοκρατικώτεροι τῶν δημοκρατικῶν, ἐν τούτοις ἔγιναν Ἡρακλεῖς του οὐχὶ ἐκ πίστεως πρὸς τὰ κηρύγματα τῶν Γάλλων βασιλοφρόνων, ἀλλ’ ἐξ ἁπλῆς ἀντιβενιζελικῆς ἀντιπολιτεύσεως καὶ ἐξ ὑπολογισμοῦ νὰ μὴ χάσουν τὸ κομματικὸν ἔμβλημά των. Εἴτε τὸ θέλομεν εἴτε ὄχι, οἱ Γλύξμπουργκ εἶναι ἡ τελευταία Ἑλληνικὴ Δυναστεία. Συμφωνοῦμεν κατὰ τοῦτο μ’ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι παραδέχονται ὅτι ὁ Κωνσταντῖνος ὑπῆρξεν ὑπερφαντάξιος διάδοχος τοῦ Κόδρου, ὁ ὁποῖος ὅμως, ὡς γνωστόν, δὲν ἀφῆκε διάδοχόν του. Ἀλλ’ ἀπὸ τῆς προχθές, ἀφ’ ἧς δηλαδὴ ὁ πρώην Ἀρχηγὸς καὶ Πρωθυπουργὸς τῆς Ἐπαναστάσεως καὶ πληρεξούσιος Ἀθηνῶν κ. Γονατᾶς υἱοθετῶν τὴν γνώμην τῶν κ. κ. Χατζηκυριάκου καὶ Καρασεβδᾶ, ἂν δὲν ἀπατῶμαι ὑπέβαλε τὴν πρότασιν, ὅπως ἄνευ οἱουδήποτε δημοψηφίσματος λύσῃ ἡ Συνέλευσις κυριαρχικῶς καὶ τὸ δυναστικὸν καὶ τὸ πολιτειακὸν καὶ ἀνακηρύξῃ τὴν Δημοκρατίαν, πρότασιν ἡ ὁποία ὁμολογουμένως κατέκτησεν ἔδαφος διότι ἀνταποκρίνεται πρὸς τοὺς πόθους μας, τὰ πράγματα ἤλλαξαν. Ὑπάρχει πλέον πραγματικὴ διαφορά. Διῃρέθημεν εἰς δύο ὅλως ἀντιθέτους κόσμους. Καὶ πρὸ ἡμῶν ἀνοίγονται δύο δρόμοι. Δὲν θέλω νὰ εἴπω ὅτι εἶναι οἱ δρόμοι τῆς ἀρετῆς καὶ τῆς κακίας. Ἀλλὰ πολὺ φοβοῦμαι ὅτι ὁ ἕνας δρόμος, ὁ ὁποῖος φαίνεται ὁμαλὸς καὶ ἴσιος καὶ εὔκολος, εἶναι δυνατὸν νὰ καταλήξῃ εἰς τέλμα, ὅπου ὑπάρχει κίνδυνος νὰ καταποντισθῇ μιὰ Ἑλλὰς διαρκῶς καθεστωτολογοῦσα, διαρκῶς σκιαμαχοῦσα, διαρκῶς δονκιχωτίζουσα καὶ ἀγωνιζομένη κατὰ τῶν ἀνεμομύλων τῶν ἐσωτερικῶν ἐχθρῶν της, μία Ἑλλὰς ἀπεράντου πεδίου ἀτελειώτων ἐμφυλίων σπαραγμῶν· ἐνῷ ὁ ἕτερος, ὁ ὁποῖος φαίνεται καὶ εἶναι πράγματι τραχὺς καὶ ἀνηφορικὸς καὶ ἀπαιτεῖ ἔντασιν ὅλων τῶν δυνάμεων καὶ προσπαθειῶν μας, ὁδηγεῖ εἰς ὑψηλὸν καὶ στερεὸν λόφον, ὅπου θὰ στερεώσωμεν ὑπὸ δωρικὸν δημοκρατικὸν ναὸν τὴν νέαν Ἑλλάδα, ἀνταξίαν τῶν παραδόσεων καὶ προσδοκιῶν μας.
§33ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Δὲν μᾶς ἐξηγεῖτε ποῖοι εἶναι αὐτοὶ οἱ δρόμοι;
§34Γ. ΜΟΔΗΣ. Εἶναι προφανὴς ἡ ἔννοιά των καὶ θὰ τὴν ἀντιληφθῆτε καλύτερα εὐθὺς ἀμέσως. Ἡ νέα ἐπαναστατικὴ λύσις θὰ ἦτο πράγματι θετικὴ καὶ λογικὴ καὶ ἀπὸ πάσης ἀπόψεως ἰδεώδης, ἐὰν δὲν ὑπῆρχον οἱ προεκλογικοὶ αὐτοπεριορισμοί μας. Ἀλλὰ πῶς ἠμποροῦμεν ν’ ἀποκρούσωμεν σήμερον δημοψήφισμα, ὅταν ὅλαι αἱ ἐνταῦθα ἀποχρώσεις, μηδὲ τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως» ἐξαιρουμένης, ἐκηρύξαμεν καὶ ἐδηλώσαμεν ἐγγράφως καὶ προφορικῶς πρὸ τῶν ἐκλογῶν ὅτι τὸ πολιτειακὸν ζήτημα θὰ λυθῇ διὰ λαϊκοῦ δημοψηφίσματος; Πῶς εἶναι δυνατὸν ν’ ἀναβάλωμεν διὰ τὰς ἑλληνικὰς καλένδας ἕνα δημοψήφισμα, περὶ τοῦ τρόπου τῆς διενεργείας τοῦ ὁποίου ἐπὶ δύο μῆνας τώρα συζητοῦμεν καὶ καθ’ ἣν μάλιστα στιγμὴν οἱ ἀντίπαλοί μας ἐδήλωσαν ὅτι εἶναι ἕτοιμοι νὰ συμμετάσχουν εἰς αὐτό; Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀνωτέρα ἠθική, τῆς ὁποίας τόσην πράγματι ἀνάγκην ἔχει ὁ Τόπος αὐτὸς διὰ ν’ ἀνεγερθῇ ἀπὸ τὰ ἐρείπιά του; Τὴν Δημοκρατίαν τὴν ἠθελήσαμεν, διότι, κατόπιν τῆς Μικρασιατικῆς καταστροφῆς, καταστροφῆς ὁμοίας τῆς ὁποίας δὲν ἐδοκίμασεν ἡ Φυλή μας καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν τῆς σταδιοδρομίας της, σταδιοδρομίας τεσσαράκοντα αἰώνων, θὰ ἤμεθα οἱ ἔσχατοι τῶν ἀνθρώπων καὶ ὁ ἔσχατος τῶν λαῶν τῆς γῆς, ἐὰν καθ’ ἣν στιγμὴν ὅλος ὁ κόσμος συγκλονίζεται ἀπὸ τὰ ρίγη ἑνὸς νέου πνεύματος, τὸ ὁποῖον εἰς τὴν Ρωσσίαν ἐγκαθίδρυσε τὸν μπολσεβικισμόν, εἰς τὴν Γερμανίαν κατέρριψε 40 Δυναστείας ἀπ’ αἰώνων συνυφασμένας μετὰ τῶν λαῶν των, εἰς τὴν Ἀγγλίαν ἀνεβίβασεν ἐργατικὴν Κυβέρνησιν, τὸ ὁποῖον παντοῦ σείει τὰ θεμέλια πολιτειακῶν, οἰκονομικῶν, κοινωνικῶν καθεστώτων καὶ τὸ ὁποῖον ἔχει τὸ ἀνάλογόν του μόνον εἰς τὴν ἐποχὴν τοῦ Χριστοῦ, ὅταν ἀνῆλθεν εἰς τὴν ἐπιφάνειαν ὁ κόσμος τῶν ἀγραμμάτων ἁλιέων τῆς Γαλιλαίας, τῶν ταπεινῶν καὶ τῶν δούλων, ἡμεῖς εἰς τὴν Χώραν αὐτήν, ἡ ὁποία πρὸ χιλιετηρίδων ὑπῆρξεν ἡ κοιτὶς τῆς Δημοκρατίας, ἐξακολουθοῦμεν νὰ διατηρῶμεν μίαν Δυναστείαν κυρίαν ἔνοχον τῆς καταστροφῆς καὶ πάντοτε ξένην καὶ ἐχθρικὴν πρὸς τὰς ἐθνικὰς ἐλπίδας καὶ τοὺς ἐθνικοὺς πόθους μας. Θὰ ἤμεθα τότε περισσότερον μανδαρῖνοι τῶν Κινέζων, περισσότερον φακίραι τῶν Περσῶν καὶ τῶν Ἰνδῶν, περισσότερον ὀπισθοδρομικοὶ τῶν Τούρκων. Τὴν βυζαντινὴν βασιλικὴν παράδοσιν, τὴν παράδοσιν τοῦ Μαρμαρωμένου Βασιλιᾶ, τὴν ἐδολοφόνησεν ὁ Βασιλεὺς ἐκεῖνος, εἰς τὸν ὁποῖον ὁ λαὸς ἔδωκε τὸ ὄνομα τοῦ Κωνσταντίνου, διὰ νὰ ἐκδικηθῇ τὸν θάνατον τοῦ τελευταίου τῶν Παλαιολόγων καὶ ὁ ὁποῖος, ὅταν ἦλθε τὸ πλήρωμα τοῦ χρόνου διὰ νὰ λάβουν σάρκα καὶ ὀστᾶ ὄνειρα μὲ τὰ ὁποῖα εἶχαν ζήσει γενεαὶ καὶ γενεαὶ σκλάβων, ἔπραξε τὸ πᾶν διὰ νὰ μεταβληθοῦν τὰ ὄνειρα αὐτὰ εἰς τὰς αἱματωμένας σάρκας, τὰ ράκη καὶ τὰ ἐρείπια τὰ ὁποῖα ἀντικρύσαμεν. Ἀλλ’ ἐγὼ τοὐλάχιστον τὴν Δημοκρατίαν πρὸ παντὸς ἠθέλησα, διότι ἐπίστευσα καὶ πιστεύω ὅτι δι’ αὐτῆς, τιθεμένης ἐκποδὼν μιᾶς Δυναστείας, ἡ ὁποία διὰ τὰς ἁμαρτίας της καὶ τὰς ἁμαρτίας τῆς Ἑλλάδος εἶχε γίνει ἡ σημαία τῶν ἐσωτερικῶν μας ἀγώνων, θὰ ἐπαγιοῦτο μία κατάστασις πραγμάτων, ἡ ὁποία θὰ ἐπέτρεπεν ἐλευθέραν καὶ ἀνενόχλητον τὴν λειτουργίαν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος. Καὶ δὲν διστάζω νὰ ὁμολογήσω ὅτι αἰσθάνομαι τόσον μεγάλην τὴν ἀνάγκην τῆς ἐπανόδου εἰς τὴν ὁμαλότητα καὶ τόσον μεγάλην τὴν ἐντροπὴν διὰ τὴν κατάστασίν μας, ὥστε θὰ ἔστεργα προσωρινῶς οἱονδήποτε πολίτευμα μοναρχικόν, Τσαρικόν, Σουλτανικόν, τὸ ὁποῖον θὰ ἐστερέωνε τὴν ἐσωτερικήν μας γαλήνην. Διαφωνῶ κατὰ τοῦτο μὲ τὸν φίλον μου καὶ ἀξιότιμον ἐκ Λακεδαίμονος πληρεξούσιον κ. Κουτσούπην, ὅτι ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι δὲν εἶναι τὰ πολιτεύματα τὰ ὁποῖα ἀποδίδουν τοὺς καλοὺς καρπούς, ἀλλὰ κυρίως οἱ λαοὶ καὶ ἰδίως ἡ διοικοῦσα τάξις των. Δὲν ἔχω ἀνάγκην δὲ νὰ προσφύγω εἰς θεωρίας, διότι ἐνώπιον ἡμῶν κεῖται ζωντανὸν παράδειγμα ἡ διαφορὰ μεταξὺ τῶν Δημοκρατιῶν τῆς Βορείου καὶ Νοτίου Ἀμερικῆς, τῆς Πορτογαλλίας καὶ τῆς Γαλλίας κλπ. Ὑπάρχουν πράγματι κίνδυνοι, ὄχι ὅμως ἐὰν εἰσβάλουν μερικαὶ συμμορίαι κομιτατζήδων, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ποτὲ δὲν θὰ ἠμπορέσωμεν ν’ ἀποφύγωμεν ὁριστικῶς, ὁσαδήποτε συντάγματα καὶ ἂν παρατάξωμεν κατὰ μῆκος τῶν συνόρων, ἐφόσον ἡ Βουλγαρία εἶναι τὸ κρησφύγετόν των καὶ δὲν ἐφαρμόζομεν ἐναντίον της ἀντίποινα, ἀλλ’ ἐὰν ἐξακολουθήσῃ ὁ ἐσωτερικὸς κεκρυμμένος ἢ ἀκήρυκτος πόλεμός μας, ἐὰν αἱ ἑκάστοτε Κυβερνήσεις τρέμουσαι τὴν σκιάν των, μετακαλοῦν συντάγματα διὰ τὴν ἐσωτερικὴν ἀσφάλειάν των, ἐὰν διαιροῦν τὸν Στρατὸν εἰς ἔμπιστον καὶ μὴ ἐμπνέοντα ἐμπιστοσύνην. Τὸν Στρατὸν τὸν θέλω ὄχι δημοκρατικὸν ἢ βασιλικόν, ἀλλὰ μόνον ἑλληνικόν.
§35ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Δηλαδὴ γερμανικόν;
§36Γ. ΜΟΔΗΣ. Ὄχι, καὶ ἀκριβῶς τὸ ἀντίθετον, ἂν καὶ ὁ γερμανικὸς στρατὸς δὲν εἶναι κακὸν πρότυπον. Ἀλλὰ θὰ μοὶ εἴπητε: Πιστεύετε λοιπὸν ὅτι τὸ δημοψήφισμα θὰ ἐπιτύχῃ ὅλα αὐτὰ τὰ πράγματα καὶ θὰ μᾶς φέρῃ τὸν χρυσοῦν αἰῶνα καὶ ὅτι οἱ ἀντίπαλοί μας θὰ ὑποταχθοῦν εἰς τὸ ἀποτέλεσμά του; Δὲν ἐκφέρω καμμίαν ἀπόλυτον γνώμην καὶ δὲν μ’ ἐνδιαφέρουν τὰ στελέχη τῶν ἀντιπάλων, μολονότι καὶ αὐτὰ ἐξετέλεσαν ἓν μεγάλο βῆμα πρὸς τὰ ἐμπρός, ἀφοῦ κατὰ τὴν προχθεσινὴν συνέλευσιν τοῦ κόμματος τῶν Ἐλευθεροφρόνων ἐλέχθη ὅτι τὸ κόμμα των δὲν εἶναι βασιλικόν, ἀλλ’ ἔχει βάσιν τὴν προάσπισιν τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας. Μ’ ἐνδιαφέρει πρὸ παντὸς ἡ μεγάλη λαϊκὴ μᾶζα τῶν ἀντιπάλων, ἡ ὁποία τοὺς παρακολουθεῖ ἐκ κακῆς ἐκτιμήσεως καὶ ὄχι ἐκ κακῆς πίστεως ἢ κακῆς θελήσεως καὶ διὰ τὴν ὁποίαν ἐὰν ἐφρόνουν τὸ ἀντίθετον θὰ ἐθεώρουν μάταιον κάθε πολιτικὸν ἀγῶνα καὶ δὲν θὰ ἐλάμβανον τὸν κόπον νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην. Ἔχω δὲ τὴν γνώμην ὅτι, ἐὰν ἐπετρέπετο ἴσως ποιά τις παραγνώρισις τῆς λαϊκῆς γνώμης εἰς παλαιοτέραν ἐποχήν, ὅταν ἐν τῷ μέσῳ τοῦ σάλου τοῦ παγκοσμίου πολέμου τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων ὡδήγησεν, ἔστω διὰ τῆς βίας, ἐκ τοῦ ὠτὸς τὴν Ἑλλάδα εἰς τὴν Τσατάλτζαν καὶ τὴν Προύσαν καὶ ἐδημιούργησε, παρ’ ὅλας τὰς ἀντιδράσεις τῶν ἀντιπάλων, μίαν μεγάλην Ἑλλάδα, τὴν ὁποίαν μόνον αὐτὸ ἠμποροῦσε νὰ στηρίξῃ· σήμερον ὅτε ἐπῆλθεν ἡ καταστροφή, ἡ δὲ ἐσωτερικὴ περισυλλογὴ καὶ εἰρήνη εἶναι τὸ κυριώτερον μέλημα μας, κανὲν ἐλαφρυντικὸν δὲν ἠμπορεῖ νὰ εὕρῃ τοιαύτη παραγνώρισις. Τοὐναντίον δὲ δύναται νὰ θεωρηθῇ βεβαία ἡ καταστροφὴ καὶ μόνοι ἡμεῖς ὑπεύθυνοι δι’ αὐτήν, ἐὰν μετὰ τοῦ Λουδοβίκου συγχέοντες τὸ Κράτος μεθ’ ἡμῶν θεωροῦμεν τοὺς ἀντιθέτους προδότας καὶ καταστροφεῖς καὶ καταδικασμένην τὴν Πατρίδα νὰ καταρρεύσῃ ἅμα πέσωμεν νὰ εἴμεθα Ἡρακλεῖς της καὶ ἐξακολουθήσωμεν ἑπομένως ἀνάλογον στάσιν. Τελευτῶν θεωρῶ ἐπιβεβλημένον νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῶν βορείων ἐπαρχιῶν. Ἀνάγκη νὰ τὸ ἀντιληφθοῦν καὶ ἡ παροῦσα καὶ αἱ ἄλλαι Κυβερνήσεις καὶ ὅλοι οἱ Ἕλληνες ὅτι πρέπει νὰ καταβάλωμεν συντόνους προσπαθείας διὰ νὰ ἀναπληρώσωμεν καὶ ἐκτελέσωμεν ταχέως καὶ συντόνως ὅ,τι κατὰ τὴν τελευταίαν δεκαετίαν δὲν ἐπράξαμεν. Κατόπιν τῆς ἀπωλείας τῆς Μ. Ἀσίας καὶ Θράκης ἡ ἐθνικὴ πυξὶς ἐστράφη σταθερῶς πρὸς Βορρᾶν.
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Ζερβός.
§38ΣΚΕΥΟΣ ΖΕΡΒΟΣ. Ἡ Κυβέρνησις διεκήρυξεν εἰς τὰς προγραμματικάς της δηλώσεις ὅτι «οὐδὲν θέλει παραλείψει, ὅπως τὸ καθ’ ἑαυτὴν ἐπιδιώξῃ τὴν ἀποκατάστασιν σχέσεων ἐμπιστοσύνης καὶ πρὸς τὴν τρίτην μεγάλην Μεσογειακὴν Δύναμιν, σχέσεων τὰς ὁποίας ἐπιβάλλει καὶ ἡ γειτονία τῶν δύο Χωρῶν καὶ ἡ ἐξυπηρέτησις τῶν ἐμπορικῶν καὶ οἰκονομικῶν συμφερόντων αὐτῶν». Χαίρω διότι ἡ Κυβέρνησις θὰ καλλιεργήσῃ σχέσεις ἐμπιστοσύνης μετὰ τῆς Ἰταλίας, μετὰ τῆς ὁποίας τόσους ἔχομεν ἱστορικοὺς δεσμοὺς καὶ τόσα ἐμπορικὰ καὶ οἰκονομικὰ συμφέροντα. Ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς κουρασμένος ἀπὸ δεκαετεῖς πολέμους καὶ ἐσωτερικὰς ἀνωμαλίας, ποθεῖ διακαῶς ἐσωτερικὴν γαλήνην καὶ ἡσυχίαν, ἀλλὰ καὶ ἐξωτερικὴν εἰρήνην, τὰς ὁποίας ἔκπαλαι οὗτος ἀνεγνώρισεν ἀδελφὰς μὲ τὴν εὐημερίαν καὶ τὴν εὐτυχίαν, τέκνον δὲ τῆς εἰρήνης εἶχε τὸν πλοῦτον. Μεταξὺ ὅμως ἡμῶν καὶ τῆς Ἰταλίας ὑπάρχει ἀπὸ δωδεκαετίας μία ἐκκρεμὴς ὑπόθεσις, εἷς λογαριασμός, ὁ ὁποῖος πρέπει νὰ κανονισθῇ ταχέως, ἀφοῦ οἱ καλοὶ λογαριασμοὶ κάμνουν τοὺς καλοὺς φίλους. Καὶ τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι τὸ Δωδεκανησιακόν, τὸ ὁποῖον, λελυμένον de jure διὰ δύο συνθηκῶν, ἀναμένει ἀπὸ τετραετίας καὶ τὴν οὐσιαστικήν του λύσιν. Ὁ τέως καὶ μέλλων Πρωθυπουργὸς κ. Ἐλευθέριος Βενιζέλος εἰς τὸν ἀνταποκριτὴν τῆς Corriere d'Italia ἐδήλωσε πρὸ 32 ἡμερῶν ἐπὶ λέξει ὅτι «ὑφίσταται ἀληθῶς ἓν μικρὸν νέφος, τὸ ὁποῖον ἐπισκιάζει τὰς ἑλληνοϊταλικὰς σχέσεις. Τὸ νεφύδριον τοῦτο προέρχεται ἐκ τοῦ ζητήματος τῆς Δωδεκανήσου, τοῦ ὁποίου τὴν διευθέτησιν θὰ ἐπιδιώξω, θεωρῶν αὐτὸ ὡς ἐπικίνδυνον ἀφορμὴν προστριβῶν μεταξὺ τῆς Ἑλλάδος καὶ τῆς Ἰταλίας». Καὶ τὸ ζήτημα τοῦτο δέον νὰ λυθῇ ἐπειγόντως καὶ τὸ νεφύδριον νὰ ἐκλείψῃ ταχέως, διότι ἄλλως εἰς τὸ Αἰγαῖον θὰ ὑπάρχῃ διηνεκὴς μία ἑστία ἀνησυχίας, μία πληγή, ἥτις παραμελουμένη καὶ περιφρονουμένη θὰ χρονίσῃ καὶ θὰ γαγγραινιάσῃ, πληγὴ ἥτις θὰ προκαλῇ πάντοτε προστριβὰς καὶ κινδύνους, καὶ ἴσως διεγείρῃ ποτὲ καὶ θύελλαν. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ δυναστικὸν ἡ Κυβέρνησις διεκήρυξεν ὅτι «ἔπαυσε πλέον νὰ πιστεύῃ εἰς τὴν ἀναγκαιότητα τοῦ βασιλικοῦ θεσμοῦ διὰ τὴν Ἑλλάδα». Ὁ βασιλικὸς ὅμως θεσμὸς ὄχι μόνον δὲν εἶναι ἀναγκαῖος εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἡ Βασιλεία ὄχι μόνον εἶναι ἀνωφελής, ἀλλὰ καὶ ὑπῆρξεν ἐπιβλαβὴς καὶ καταστρεπτική. Φυσικὸν ἀξίωμα εἶναι, κύριοι, ὅτι, ὅταν μέλος τι οἱονδήποτε ἑνὸς σώματος ἀποδειχθῇ ὅτι εἶναι ἐπιβλαβές, ὅτι εἶναι καταστρεπτικὸν καὶ ἐπικίνδυνον εἰς τὸν ὀργανισμόν, τότε ἀμέσως καὶ ἄνευ χρονοτριβῆς δέον νὰ ἐκκόπτηται τοῦτο, νὰ ἀφαιρῆται καὶ νὰ ἀπομακρύνηται, διὰ νὰ δύναται ὁ ὀργανισμός, ἀπερίσπαστος καὶ ὑγιής, νὰ ζῇ καὶ ἐξελίσσηται. Καὶ εἰς τὸν ὀργανισμὸν τῆς Ἑλληνικῆς Πολιτείας, ἀφοῦ ἡ Δυναστεία ἀπεδείχθη τόσον ἐπιβλαβής, τόσον καταστρεπτικὴ καὶ ἐπικίνδυνος, δέον ἀπαραιτήτως νὰ ἐκπέσῃ ἀμέσως καὶ ὁριστικῶς. Ὅσον δὲ ταχύτερον γίνῃ ὁ ἀκρωτηριασμὸς οὗτος καὶ κηρυχθῇ ἡ ἔκπτωσις αὐτῆς τόσον καλύτερον καὶ συμφερώτερον διὰ τὴν Ἑλλάδα. Ἡ Δυναστεία ὅμως δέον νὰ ἐκπέσῃ ἀμέσως ἐξ αἰτίας καὶ αὐτῆς τῆς Κυβερνήσεως. Ὅταν, κ. Πρωθυπουργέ, διεκηρύξατε ὅτι «ἡ Δυναστεία ἀπέδειξεν ἑαυτὴν ἀναξίαν τῆς Πατρίδος», πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ τὴν ἀνέχησθε πλέον καὶ ἐπὶ ἕν μόνον λεπτόν, ἀφοῦ ἔχετε ὁρκισθῆ εἰς ταύτην; Ὅταν διαβεβαιοῦτε ὅτι «ἡ Βασιλεία κατέστη σύμβολον ἐθνικῆς διαιρέσεως», πῶς ἐξασκεῖτε τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν ἐπ’ ὀνόματι τοιούτου Βασιλέως; Ὅταν πιστοποιῆτε ὅτι ἡ Βασιλεία ἀπέβη «Σημαία ἐμφυλίου πολέμου καὶ μίσους», πῶς ἀνέχεσθε νὰ τὴν ἀντικρύζητε ἀπὸ πρωΐας μέχρις ἑσπέρας μέσα εἰς τὰ πρωθυπουργικὰ καὶ τὰ ὑπουργικά σας γραφεῖα; Ἀφοῦ διεπιστώσατε, ὅτι ἡ Δυναστεία ἔφθειρε τὴν ψυχὴν τοῦ λαοῦ καὶ ἐνέκρωσε τὴν ἠθικήν του δύναμιν, ὅτι ἔσυρε πρὸς τὰ ὀπίσω τὸ Ἔθνος καὶ ἀπέβη πηγὴ ἀνυπολογίστων καὶ ἀνεπανορθώτων ἐθνικῶν συμφορῶν» πῶς αἰσθάνεσθε τὴν τόσον ἄλλως τε εὐαίσθητον πολιτικὴν συνείδησίν σας νὰ εἶναι ἐπαναπαυμένη καὶ δὲν ἐξεγείρεσθε ἐναντίον τῆς Βασιλείας καὶ δὲν τὴν κηρύσσετε πάραυτα ἔκπτωτον, ἀπομακρύνοντες τὸν καρκίνον ἀποκόπτοντες τὸ σαπίσαν μέλος ἀπὸ τὸν τόσον πολύτιμον τῆς Πατρίδος ὀργανισμόν; Ὅταν διεκηρύξατε ὅτι «ἡ ἐπάνοδος τῆς Δυναστείας θὰ θέσῃ ἐκ νέου ἐν κινδύνῳ τὸ συμφέρον, τὸ μέλλον καὶ αὐτὴν τὴν ὕπαρξιν τῆς Χώρας», πῶς ζητεῖτε ἀπὸ τὴν Ἐθνοσυνέλευσιν νὰ ἐκφράσῃ ἁπλῶς τὴν εὐχὴν πρὸς τὸν Λαόν, ὅπως καταψηφίσῃ αὐτήν, καὶ δὲν τὴν κηρύσσετε πάραυτα ἔκπτωτον, ἀφοῦ ἡ Ἐπανάστασις σᾶς προσεκάλεσε πρὸς τοῦτο, ἀφοῦ ὁ Λαὸς σᾶς ἐξέλεξε πρὸς τοῦτο, καὶ ἡ Ἐθνοσυνέλευσις σᾶς παρακαλεῖ, σᾶς ἱκετεύει καὶ σᾶς ἐκλιπαρεῖ; Κύριε Πρόεδρε, τολμήσατε καὶ παρακαλοῦντες τὸν σεβαστόν μας Πρόεδρον κ. Βενιζέλον ἔλθετε αὔριον ἑσπέρας ἐνταῦθα οὐχὶ νὰ ζητήσητε ψῆφον ἐμπιστοσύνης, ἀλλὰ νὰ κηρύξωμεν καὶ ἐγκαταστήσωμεν τὴν Δημοκρατίαν. Ἔλθετε καὶ ἔστε βέβαιος, ὅτι τὸ Ἔθνος θὰ σᾶς εὐγνωμονῇ. Δὲν φοβοῦμαι, κύριοι, τὸ δημοψήφισμα, διότι ἔχω ἀπόλυτον ἐμπιστοσύνην εἰς τὸν Ἑλληνικὸν Λαόν, δὲν ἔχω ὅμως ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν ψυχραιμίαν τῆς Κυβερνήσεως καὶ εἰς τὴν ἱκανότητά της. Διότι, ἐὰν ἀσυγκίνητοι καὶ πείσμονες ἐπιμείνητε νὰ προσέλθητε εἰς τὸ δημοψήφισμα, διὰ νὰ φανῆτε ὅτι σεῖς ἐγκαθιδρύετε τὴν Δημοκρατίαν εἰς τὴν Βαλκανικήν, ἐστὲ βέβαιοι, ὅτι θὰ ἀντικρύσητε προσεχῶς τρικυμίαν καὶ θυέλλας, τὰς ὁποίας οὐδέποτε μέχρι τοῦδε εἶδεν ὁ ἑλληνικὸς ὁρίζων. Διότι δὲν θὰ πολεμήσητε μόνον πρὸς ὅλον ἀνεξαιρέτως τὸν ἀρχαῖον πολιτικὸν κόσμον, ὅστις ἀπεγνωσμένως θὰ διεξαγάγῃ τὸν περὶ τῶν ὅλων ἀγῶνά του καὶ πρὸς τοῦτο θὰ διαθέσῃ ὅλας του τὰς ἠθικὰς καὶ ὅλας τὰς ὑλικὰς του δυνάμεις μὲ τὸν τρόπον καὶ τὰς μεθόδους τὰ ὁποῖα γνωρίζει αὐτὸς μόνον νὰ μεταχειρίζηται. Θὰ ἀντικρύσητε τὸν Βασιλέα Γεώργιον, ὅστις θὰ ἀνοίξῃ διάπλατα τὰ πλούσια ταμεῖά του, διὰ νὰ ἀγοράσῃ σώματα καὶ νὰ διαφθείρῃ ψυχάς, ὅπως σώσῃ τὸν Θρόνον του. Θὰ πολεμήσητε πρὸς ὁλόκληρον τὴν Δυναστείαν, ἥτις θὰ συνενώσῃ ἐπὶ τὸ αὐτὸ ὅλας της τὰς ἠθικὰς καὶ ὅλας της τὰς κολοσσιαίας ὑλικὰς δυνάμεις ὅπως διαφθείρῃ τὸν Λαόν, ὅπως κερδίσῃ τὸ δημοψήφισμα καὶ σωθῇ. Θὰ ἔχητε ἀδυσωπήτους ἐχθροὺς καὶ ἀντιπάλους τρομεροὺς ὅλους ἐπίσης τοὺς δυναστικοὺς ἐκείνους παράγοντας τῆς Βαλκανικῆς, οἵτινες δι’ ὅλων αὐτῶν τῶν παμμεγίστων ὑλικῶν καὶ ἠθικῶν μέσων δὲν θέλουσιν ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ νὰ ἴδωσι τὴν Δημοκρατίαν ἐκπορθοῦσαν τὴν Βαλκανικήν. Καὶ θὰ ἀντικρύσητε, κ. Πρόεδρε, πρὸς τούτοις καὶ κολοσσιαίους ἐξωτερικοὺς παράγοντας, οἵτινες διαθέτοντες νόμισμα πολλῷ ἀνώτερον τοῦ ἰδικοῦ μας καὶ ἔχοντες ἀμίμητον δίκτυον κατασκοπείας καὶ προπαγάνδαν ἀφάνταστον θὰ προσεταιρισθῶσιν ἐδῶ ὅλους τοὺς παράγοντας διὰ νὰ προκαλέσωσιν ἐξωτερικὰς καὶ ἐσωτερικὰς ταραχὰς καὶ ἀνωμαλίας καὶ ἀλληλοσπαραγμόν; ἀπὸ τὰ ὁποῖα μόνον ὠφελείας καὶ συμφέρον θὰ προσπορισθῶσιν αὐτοί, ἐνῷ ἡμεῖς θὰ ἔχωμεν τὴν καταστροφὴν καὶ τὴν ἀποσύνθεσιν. Δὲν σᾶς ξενίζει ἡ ἐμφάνισις ἐνταῦθα τοῦ διπλωμάτου ἐκείνου, ὅστις καυχᾶται, ὅτι εἶναι ὁ ἐνταῦθα καὶ ἐν Λωζάννῃ νικητὴς τοῦ Βενιζέλου καὶ ὅστις ἀντὶ νὰ μεταβῇ εἰς τὴν θέσιν του ἦλθεν ἐνταῦθα ἐσπευσμένως διὰ νὰ σᾶς πολεμήσῃ εἰς τὸ δημοψήφισμα;
§39Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν μὲ ξενίζει τὸ παράπαν. Ἀπορῶ δὲ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ εὑρίσκηται σχέσις τις μεταξὺ τῶν ἐκκρεμῶν ζητημάτων καὶ τῆς παραμονῆς ἐνταῦθα ξένων διπλωματικῶν ἀντιπροσώπων. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἀπορῶ καὶ δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω κατὰ τίνα τρόπον εἶναι δυνατὸν ἀπὸ τοῦ βήματος νὰ φέρωνται τοιαῦτα ζητήματα.
§40ΣΚΕΥΟΣ ΖΕΡΒΟΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ὁμιλήσας, ὡς ὡμίλησεν, ἐξετέλεσε βεβαίως τὸ ἑαυτοῦ καθῆκον. Ὁ ἔχων τὴν τιμὴν νὰ ὁμιλῇ ἀντιπρόσωπος τοῦ λαοῦ εὑρισκόμενος ἐπὶ τοῦ βήματος τούτου καὶ ἔχων πλήρη τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου καὶ μόνον σκοπὸν τὸ συμφέρον τῆς Πατρίδος ἐκτελεῖ ἐπίσης τὸ καθῆκόν του, ἐξιστορῶν γεγονότα καὶ ἐμφανίζων τὴν ἀλήθειαν πρὸ τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως. (Χειροκροτήματα). Γνωρίζετε, κύριοι, τὴν προπαγάνδαν, ἡ ὁποία διεξάγεται εἰς τὰ χωρία τῆς Ἀττικῆς; Γνωρίζετε ὅτι λέγουσιν εἰς τοὺς χωρικοὺς ὅτι ἡ Δημοκρατία θὰ τοὺς πάρῃ τοὺς ὄνους των καὶ ὅτι δὲν θὰ τοὺς ἀφήσῃ ποτὲ πλέον νὰ πίνωσι κρασί, ὅπως εἰς τὴν Ἀμερικὴν ἐμποδίζεται τὸ οἰνόπνευμα; Γνωρίζετε ὅλα τὰ φληναφήματα καὶ τὰς φλυαρίας ὅλων, τὰς ὁποίας καθ’ ἑκάστην ἐκτοξεύουσι κατὰ τῆς Δημοκρατίας; Γνωρίζετε ὅτι ἑτοιμάζονται λόχοι κακοποιῶν, οἵτινες θὰ περιλαμβάνωσι χασισοπότας, κακούργους, δολοφόνους καὶ ὅλα ἐν γένει τὰ κακοποιὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα θὰ κάμνωσι τὰ ἔνοπλα συλλαλητήρια, διὰ νὰ τρομοκρατῶσι τὸν κόσμον καὶ νὰ προκαλῶσι ταραχάς, φόνους καὶ συγκρούσεις; Γνωρίζετε ὅτι τὴν προτελευταίαν Κυριακὴν τῶν ἐκλογῶν ἐγένετο τὸ συλλαλητήριον ἐναντίον τῆς Ἐπαναστάσεως, τὸ ὁποῖον ἔκαμε τοὺς γνωστοὺς φόνους καὶ τοὺς τραυματισμούς, καὶ ὅτι αὐτὸ ἐσκηνοθετήθη τόσον καλῶς, ὥστε καὶ ἐκινηματογραφήθη καὶ ἤδη ἡ ταινία τῶν σκηνῶν τούτων προβάλλεται εἰς τοὺς κινηματογράφου τῶν εὐρωπαϊκῶν μεγαλουπόλεων, διὰ νὰ προκληθῇ ἐντύπωσις καὶ διεγερθῇ ἡ ἀποστροφὴ τῆς εὐρωπαϊκῆς κοινῆς γνώμης πρὸς τὴν Ἐπανάστασιν καὶ τὸ ἔργον τῆς Ἐπαναστάσεως; Καὶ ὅτε ἔχομεν τοιαῦτα πρόσωπα ἀντίπαλά μας μὲ τοιαύτας μεθόδους, νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ πιστεύητε, ὅτι κάθεσθε βέβαια ἐπὶ ρόδων. Ἐὰν ἔξωθεν τῶν γραφείων σας γίνῃ αὔριον μία συμπλοκὴ μὲ ἑκατοντάδας νεκρῶν καὶ τραυματιῶν καὶ τοῦτο ἐπαναληφθῇ δύο ἢ τρεῖς φοράς, νομίζετε ὅτι θὰ συγκρατηθῆτε ψύχραιμος καὶ ἀτάραχος, κύριε Πρόεδρε, ἡ δὲ κρίσις σας θὰ συγκρατήσῃ πλήρη τὴν διαύγειάν της; Ἢ μήπως θὰ χάσητε τὴν ψυχραιμίαν σας καὶ θὰ ἀφήσητε τὸ πηδάλιον καὶ τὴν κυβέρνησιν καὶ τὸ πλοῖον, μεταβαίνοντες ἴσως εἰς τὴν ξένην, κρατοῦντες μὲν ἀνέπαφον τὸ πρόγραμμά σας, ἀφίνοντες ὅμως εἰς ἐρείπια τὴν Ἑλλάδα; Ἢ μήπως φαντάζεσθε, ὅτι μὲ τὸ διαβατήριον ἕτοιμον εἰς τὰ θυλάκιά σας δύνασθε σεῖς μὲν ν’ ἀναχωρήσητε, τὴν δὲ διακυβέρνησιν τῆς συντριβομένης καὶ συντετριμμένης χώρας δύναται νὰ ἀναλάβῃ ἄλλη τις οἱαδήποτε Κυβέρνησις; Καὶ ἀφοῦ ἡ καταστροφὴ εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ, διατί κηρύσσετε τὴν Δημοκρατίαν ἐνταῦθα, τὴν ὁποίαν ν’ ἐγκαθιδρύσωμεν ἐπὶ ἑδραίων βάσεων, νὰ τὴν ἐξασφαλίσωμεν ἀπολύτως διὰ τῆς δικαιοσύνης, τῆς ἰσοπολιτείας, τῆς ἐσωτερικῆς γαλήνης καὶ ἀσφαλείας, τῆς βελτιώσεως τῶν ὅρων τῆς ζωῆς τοῦ Λαοῦ, τῆς διοικητικῆς ἀποκεντρώσεως, τῆς λύσεως τοῦ προσφυγικοῦ ζητήματος καὶ τῆς πολεμικῆς ἀνασυγκροτήσεως τοῦ Κράτους; Ἡμεῖς θεωροῦμεν τοῦτο ὕψιστον καθῆκόν μας. Ἡμεῖς πιστεύομεν ἀκραδάντως ὅτι ἔχει ἐπιβεβλημένον δικαίωμα καὶ καθῆκον ἡ Ἐθνοσυνέλευσις νὰ ἐγκαθιδρύσῃ αὐτὴ τὴν Δημοκρατίαν. Πρὸς τοὺς ἀμφιταλαντευομένους κ. συναδέλφους μας ὑπενθυμίζομεν ὅτι εἷς εἶναι πάντοτε ὁ ὑπέρτατος ὅλων νόμος, ἡ σωτηρία τῆς Πατρίδος. Οἱ δὲ Λαοὶ ἐπευφημοῦσι καὶ χειροκροτοῦσι μόνον τοὺς νικητάς, τοὺς δὲ ἡττημένους τοὺς περιφρονοῦσι καὶ ἐνίοτε τοὺς τουφεκίζουν. Κύριε Πρόεδρε, κύριοι Ὑπουργοί, δεξιὰ πτέρυξ, προχωρήσατε ὀλίγον πρὸς τὴν ἀριστεράν. Ἐκεῖ σᾶς ἀναμένει ἡ Δόξα καὶ ἡ Δημοκρατία. (Χειροκροτήματα).
§41Θ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ. Κατὰ τὸν Κανονισμὸν οὐδεὶς πληρεξούσιος ἔχει τὸ δικαίωμα ν’ ἀπευθύνῃ εἰς τὸν συνάδελφόν του παρατηρήσεις. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, ὅπως ἐπιστήσητε ἐπὶ τούτου τὴν προσοχὴν τῶν κυρίων συναδέλφων.
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀβραάμ.
§43Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Δὲν ἀνέρχομαι, κύριοι πληρεξούσιοι, εἰς τὸ βῆμα, διὰ νὰ ὑψώσω ἐγὼ τὴν φωνήν μου εἰς τὴν διατύπωσιν ἀντιρρήσεως ἐπὶ τῆς ἀντιλήψεως ἡ ὁποία διηρμηνεύθη, κατὰ τὸν πλέον εὔγλωττον καὶ κατηγορηματικὸν τρόπον ἐκ μέρους ὁλοκλήρου τῆς Συνελεύσεως ὅτι εἰς τὸν Τόπον αὐτὸν δὲν ὑπάρχουν, δὲν θὰ ὑπάρξωσι πλέον εἰς τὸ μέλλον τράχηλοι ἑλληνικοί, οἱ ὁποῖοι θὰ κύψωσι διὰ νὰ δεχθῶσι σκέλη πριγκίπων ἐπανακαμπτόντων κατὰ τρόπον ὑπομιμνήσκοντα τὴν θλιβερὰν καὶ αἰσχυντηλὴν εἰκόνα τῆς ὑποδοχῆς αὐτῶν μετὰ τὴν 1ην Νοεμβρίου. Διότι εἶμαι βέβαιος ὅτι μετὰ μίαν συμφοράν, ὑπὸ τὴν ὁποίαν ἤδη ἔχει γονατίσει μαρτυρικῶς ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς καὶ ἔχει ἡ ψυχή του πληρωθῆ ἀπὸ ὅλον τὸν πατριωτικὸν πόνον, τὸ ἱερὸν μῖσος καὶ τὴν ἀγανάκτησιν κατ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐνσυνειδήτως ἐγκλημάτησαν κατ’ αὐτοῦ καὶ κατὰ τῆς Πατρίδος, τὰ ψευδῆ εἴδωλά των, πρὸς τὰ ὁποῖα ἠτένισεν εὐλαβῶς ὡς σύμβολα ἐθνικῶν πόθων, ἀποχρωματισμένα ἤδη κατάκεινται εἰς οἰκτρὰ συντρίμματα ἐν τῇ συνειδήσει αὐτοῦ. Οὔτε πρόκειται βεβαίως νὰ ὑποστηρίξω ὅτι ὁ δοκιμασθεὶς καὶ ταλαιπωρηθεὶς ἐξ αἰτίας τῆς ἐνόχου καὶ ἀναξίας Δυναστείας λαὸς δὲν ἔχει πεισθῆ πλέον ἀπολύτως περὶ τῆς ἀναποτρέπτου ἀνάγκης ὅπως ἐξοβελίσῃ ταύτην ὁριστικῶς. Τὴν πεποίθησιν ταύτην ἐνισχύει ἀσφαλῶς ἡ ψῆφος τῆς 16ης Δεκεμβρίου, διότι ἡ ἔννοια ταύτης, κατὰ τὴν ἀληθῆ ἑρμηνείαν της, εἶναι ἡ μετάνοια διὰ τὴν δεινὴν ἀδικίαν, τὴν ὁποίαν διέπραξε πλανηθεὶς πρὸς τὸν πολιτικὸν δημιουργὸν τῆς Μ. Ἑλλάδος καὶ πρὸς ἑαυτὸν καὶ τὴν Πατρίδα, ἀπόδειξις δὲ ἰσχυρὰ τῆς ζωτικότητος καὶ τῆς ἀκμῆς τῶν ἠθικῶν δυνάμεων, ἐπὶ τῶν ὁποίων εἶχεν εὐλόγως βασισθῆ ἡ δημιουργία τῆς Μ. Ἑλλάδος, τὰς ὁποίας ὅμως ἔφθειρεν ἡ σατανικὴ καὶ μωρὰ προσπάθεια ἀναξίων ἡγετῶν του, ἐν ἁρμονίᾳ πρὸς τὴν Δυναστείαν, τῆς ὁποίας οὗτοι κατέστησαν τυφλοὶ θεράποντες. Ὡς πρὸς τὸν θεσμόν, δὲν θὰ συμμερισθῶ τὴν διατυπωθεῖσαν ἐντεῦθεν ἀντίληψιν ὅτι δὲν κινδυνεύουσι τὰ συμφέροντα καὶ αἱ ἐλευθερίαι ἑνὸς λαοῦ, ὅταν ὑπάρχωσι πολιτικοὶ ἄνδρες ἔχοντες ἀνεπτυγμένην τὴν δύναμιν τῆς ἠθικῆς ἀντιστάσεως κατὰ τῆς ὀλεθρίας καὶ δηλητηριώδους ἐπιρροῆς αὐτοῦ, διότι δυστυχῶς εἰς τὸν Τόπον μας, διὰ τὸν ὁποῖον δὲν δύναται εὐκόλως νὰ λεχθῇ ὅτι δὲν ἀνέδειξεν ἄνδρας πνευματικοῦ καὶ ἠθικοῦ ἀναστήματος, ἐσημειώθη τοῦτο τὸ πρωτοφανές, ὅτι ὡς ἄλλη Κίρκη μετεμόρφωσεν ἡ Δυναστεία μίαν ὁλόκληρον σειρὰν ἐξ αὐτῶν, καταστήσασα αὐτοὺς ἀπὸ φρουροὺς τῶν λαϊκῶν ἐλευθεριῶν καὶ τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων ταπεινοὺς ὑπηρέτας τοῦ Θρόνου, τὸν ὁποῖον δὲν κατέρριψαν καὶ ὅταν κατεκρημνίζετο ἡ Ἑλλάς. Ἐνθυμοῦμαι ἀναπολῶν τὴν φρικτὴν κατάπτωσιν, εἰς ἣν ὤθησεν αὕτη τοὺς Ἕλληνας, χαρακτηριστικὴν σκηνὴν ἐκτυλιχθεῖσαν μεταξὺ τοῦ Ἕλληνος ἀρχιστρατήγου καὶ τοῦ βασιλόπαιδος Ἀνδρέου καὶ ἀναπτυχθεῖσαν κατὰ τὴν δίκην τοῦ δευτέρου, καθ’ ἣν ὁ ἀρχιστράτηγος συλλαβὼν τὸν βασιλόπαιδα παραβάτην τοῦ νόμου καὶ ἐγκληματίαν κατὰ τῆς Πατρίδος τῷ ἐδήλου: «ἕνεκα λόγων ἀνωτέρων δὲν σᾶς τιμωρῶ». Ποῖοι, νομίζετε, ἦσαν οἱ ἀνώτεροι λόγοι; Τυφλὴ καὶ ἀνδραποδώδης ἀφοσίωσις πρὸς τὸ πρόσωπον τοῦ Βασιλέως, τοῦ ἀδελφοῦ του, ἕνεκα τῆς ὁποίας δὲν ἐτόλμησεν, ὡς εἶπεν ὁ ἴδιος, νὰ διατυπώσῃ ἀντιρρήσεις ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς ἐκστρατείας τοῦ Σαγγαρίου, κατασυγκινηθεὶς ὅταν εἶδε συγκεκινημένον καὶ τὸν Μεγαλειότατον ἐκεῖνον καὶ δὲν ἠδυνήθη νὰ ἐφαρμόσῃ τὸν νόμον κατὰ τοῦ πταίσαντος σωματάρχου βασιλόπαιδος. Καὶ ὑπῆρξαν δυστυχῶς πολλοὶ κορυφαῖοι πολιτικοὶ καὶ στρατιωτικοὶ ἄνδρες κατὰ τοιοῦτον τρόπον καταρρακωθέντες καὶ ταπεινωθέντες ἐνώπιον τοῦ Θρόνου. Καὶ εἶναι προφανὲς ὅτι ἐκτὸς τῶν ἄλλων λόγων, οἱ ὁποῖοι ἐπιβάλλουσιν εἰς τὸν Τόπον αὐτὸν τὴν ταχυτέραν ἐκρίζωσιν τόσον τῆς Δυναστείας ὅσον καὶ τοῦ θεσμοῦ, εἶναι τὰ θλιβερὰ ταῦτα δεδομένα ἐκ τοῦ προσφάτου παρελθόντος. Διότι δὲν ἀνάγονται ταῦτα μόνον εἰς τὴν ὀλεθρίαν ἐπίδρασιν τῆς Αὐλῆς ἐπὶ τοῦ πολιτικοῦ καὶ στρατιωτικοῦ κόσμου, τοῦ ὁποίου ἄλλας μὲν κορυφάς, ἥττονος ἠθικῆς ἀντιστάσεως, διέφθειρε καὶ ἐταπείνωσεν, ἄλλας δέ, τὰς ἰσχυροτέρας ἀντιστάσεως, ὑπενόμευσε σατανικῶς καὶ ἐπὶ ζημίᾳ τοῦ Ἔθνους πολιτικῶς κατεπολέμησε καὶ ἠχρήστευσεν. Ἀνάγονται συγχρόνως καὶ εἰς τὴν ἀποσυνθετικὴν μόλυνσιν τοῦ ἐθνικοῦ ὀργανισμοῦ, ἥτις ἐξεδηλώθη διὰ τῆς προσπαθείας τοῦ ἠθικοῦ ἀφοπλισμοῦ τῆς Φυλῆς καὶ ἐξευτελισμοῦ τῶν ἐθνικῶν μας παραδόσεων, αἱ ὁποῖαι μετὰ κυνισμοῦ ἐσαρκάσθησαν φεῦ! ἐν ὀνόματι τοῦ Βασιλέως καὶ ἀπὸ τοῦ ἱεροῦ τούτου βήματος. Ὑπὸ τὴν ἐπιρροὴν αὐτῆς ἐθραύσθησαν καὶ οἱ δεσμοὶ τῆς κοινωνικῆς μας ἁρμονίας καὶ τῆς ἐθνικῆς ἀλληλεγγύης καὶ ἐξετροχιάσθη ἐπὶ τοσοῦτον ἡ κρηπὶς τῆς Πολιτείας, ἡ Δικαιοσύνη, ὥστε λειτουργοὶ αὐτῆς, ἀφηνιασμένοι ἐκ βασιλοπληξίας, νὰ δογματίζωσιν ὅτι δύναταί τις νὰ φονεύῃ ἄνθρωπον χωρὶς νὰ τιμωρῆται, ἀρκεῖ ὁ ἄνθρωπος οὗτος ὁ φονευόμενος νὰ εἶναι φιλελεύθερος. Τὰ πάντα ἐταπεινώθησαν καὶ ἐξηυτελίσθησαν εἰς τὸν Τόπον αὐτὸν ὑπὸ τὴν ἐγκληματικὴν Δυναστείαν καὶ ὑπὸ τὸν βασιλικὸν θεσμόν. Θὰ ἦτο δὲ πράγματι οἰκτρόν, ἂν μετὰ τοιαῦτα διδάγματα δὲν ἐπειθόμεθα ὅτι οὐδεμίαν ἔχομεν ἀνάγκην βασιλικῶν πλαγγόνων ἵνα αἰσθανώμεθα τὴν ἐθνικήν μας ἑνότητα καὶ ἀλληλεγγύην καὶ δὲν ἀνεγνωρίζομεν τὴν ἀκαταμάχητον δύναμιν τῶν πραγμάτων, ἡ ὁποία ἐπιβάλλει καὶ τῆς Δυναστείας τὴν ἔκπτωσιν ἀλλὰ καὶ τοῦ θεσμοῦ τὴν κατάργησιν, διότι, ὡς πρὸς τὴν ἐπίδρασιν τῶν πολιτευμάτων ἐπὶ τῆς ἠθικῆς διαπλάσεως τῶν λαῶν, ὀρθῶς καὶ παρὰ τῶν προγόνων ἡμῶν ἐλέχθη: «πολιτεία ἀνθρώπων τροφή, καλὴ μὲν ἀγαθῶν ἐναντία δὲ κακῶν». Καθόσον εἶναι βεβαιωμένον ἱστορικῶς ὅτι ὑπὸ θεσμὸν φιλελευθερώτερον καὶ ἠθικώτερον ἐκλείπουσι καὶ ἐξουδετεροῦνται οἱ κίνδυνοι τοιούτου ἠθικοῦ ἐκμαυλισμοῦ, τοῦ ὁποίου τὴν εἰκόνα εἰς πολλὰς στιγμάς, κατὰ τὴν τελευταίαν ταραχώδη περίοδον, ἐνεφάνισε δυστυχῶς ἡ Πατρίς μας. Ἀνήκω, κύριοι, εἰς τοὺς πιστεύοντας ὅτι προέχει πάντων ἡ ἠθικὴ ἀνάπλασις, ἀναμιμνήσκομαι δὲ καὶ τοῦ ἐπιλόγου τοῦ ἁγνοτάτου τύπου τῆς ἑλληνικῆς ἀρετῆς, τοῦ τέως ἀρχηγοῦ τῆς Ἐπαναστάσεως, ἐν τῷ ὁποίῳ εὐστόχως ἐτόνισεν οὗτος ὅτι αἱ ἀναπλάσεις τῶν λαῶν στηρίζονται ἐπὶ τῶν πεφωτισμένων πνευμάτων καὶ ψυχῶν τῆς ἡγέτιδος τάξεως καὶ μόνον ἐπὶ ἁγνῶν συνειδήσεων καὶ ἀληθῶν χαρακτήρων. Τοιαύτας δὲ συνειδήσεις ἁγνὰς καὶ χαρακτῆρας μὲ δύναμιν ἀντιστάσεως διαπλάττουσι τὰ πολιτεύματα τὰ ἐξουδετεροῦντα τοὺς κινδύνους τῆς κοινωνικῆς μολύνσεως καὶ τῆς πολιτικῆς διαφθορᾶς. Ἀλλὰ ὀφείλω, σεβόμενος τὸ αἴσθημα τοῦ κόρου τὸν ὁποῖον ἀντιλαμβάνομαι ὅτι λόγῳ τῆς παρατάσεως τῆς συζητήσεως κατέχει τὴν Συνέλευσιν, νὰ εἰσέλθω καὶ ἐγὼ εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ κυρίως ἐπιμάχου θέματος, τοῦ ἀφορῶντος εἰς τὸν τρόπον καὶ τὴν μέθοδον τῆς λύσεως τῶν σοβαρωτάτων τούτων ζητημάτων. Προσωπικῶς εὑρίσκομαι εἰς ἰδιάζουσαν θέσιν, καθόσον τὴν δημοκρατικὴν καὶ τὴν ἀντιδυναστικὴν πίστιν μου εἶχον διαδηλώσει πολὺ πρὸ τῆς τελευταίας ἀνακινήσεως τῶν ζητημάτων αὐτῶν συνεργασθεὶς ὡς ἁπλοῦς καὶ ταπεινὸς στρατιώτης μετὰ τῶν ἀξιοτίμων φίλων κ. πληρεξουσίων τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως» πεπεισμένος ἀπὸ πολλοῦ ἀπολύτως ὅτι εἶχεν ἐπιστῇ ἡ ὥρα τῆς λύσεως τῶν προβλημάτων αὐτῶν, ἀλλ’ εὑρίσκομαι σήμερον εἰς τὴν ἀνάγκην ἑρμηνεύων καὶ ἐγὼ τὸν τρόπον καὶ τὰς πραγματικὰς συνθήκας, ὑπὸ τὰς ὁποίας ἐγεννήθη ἡ σημερινὴ Συνέλευσις, νὰ μὴ δύναμαι νὰ δώσω εἰς τὴν ἐντολὴν αὐτῆς ἄλλην ἔννοιαν παρ’ ἐκείνην ἡ ὁποία ἐδόθη παρὰ τῆς πλειοψηφίας.
§44ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Ποῦ τὸ γνωρίζετε ὅτι ἡ πλειοψηφία τὴν ἔδωκε;
§45Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Κατὰ τεκμήριον, τὸ ὁποῖον ὑφίσταται μέχρι τοῦδε καὶ τὸ ὁποῖον πιθανώτατα θὰ ἐπικυρωθῇ διὰ τῆς ψήφου τῆς Συνελεύσεως. Ἡ ἔννοια τῆς ψήφου, ὡς ἐξάγεται ἐξ ὅλων τῶν περιστάσεων ὑπὸ τὰς ὁποίας ἐξελέγη ἡ σημερινὴ Συνέλευσις, εἶναι ὅτι αὐτοπεριωρίσθη ἐκ προκαταβολῆς ἡ ἐντολὴ αὐτῆς καὶ ἡ ἐξουσία αὐτῆς ἡ συντακτική. Ἐπὶ τούτου ἔχω τὴν ἀντίληψιν ὅτι δὲν διετυπώθη οὐδαμόθεν καμμία ἀντίρρησις, διότι καὶ ἐκ μέρους τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως» ἐδηλώθη ὅτι ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν λύσιν τοῦ πολιτειακοῦ ζητήματος ὑπῆρξεν ὁ αὐτοπεριορισμὸς οὗτος, ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ ἰσχυρὰν δέσμευσιν. Ἂν δὲν ἀποτελῇ δέσμευσιν δικονομικὴν καὶ τυπικήν, ἀσφαλῶς ἀποτελεῖ ἠθικὴν τοιαύτην, ἡ ὁποία φρονῶ ὅτι διὰ τὸν πολιτικὸν κόσμον, ἐκ τοῦ ὁποίου προερχόμεθα ἡμεῖς, κύριοι, κέκτηται μεγίστην σημασίαν καὶ βαρύτητα εἰς τρόπον ὥστε νὰ μὴ δυνάμεθα ἁπλῶς καὶ ὡς ἔτυχε νὰ λυθῶμεν αὐτῆς, διότι θ’ ἀπετέλει τοῦτο οὐχὶ προσβολὴν τυχὸν τοῦ αἰσθήματος τοῦ ἀντιπάλου κόσμου, τοῦ σοβοῦντος ἔξω τῆς αἰθούσης ταύτης, ἀλλὰ θ’ ἀπετέλει πλήρη σύγκρουσιν πρὸς τὴν γραμμὴν τὴν ὁποίαν ἠκολούθησεν ὁ Φιλελεύθερος κόσμος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἔλαχε βαρὺς κλῆρος νὰ πληρώσῃ τὸν νόμον τῆς ἐθνικῆς ἀποκαταστάσεως, ἀλλὰ καὶ νὰ προασπίσῃ πάντοτε τὴν λαϊκὴν κυριαρχίαν καθ’ ὅλους τοὺς ἀγῶνας οἱ ὁποῖοι διεξήχθησαν ἀπὸ τῆς Ἐπαναστάσεως τοῦ 1909 μέχρι σήμερον. Διότι αὐτός, κύριοι, εἶναι ὁ κύριος χαρακτὴρ τοῦ ἀγῶνος τὸν ὁποῖον διεξήγαγε τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων ἀπὸ τοῦ 1909 καὶ ὁ ὁποῖος κατέστη σαφέστερος καὶ καθαρώτερος ἀπὸ τῆς ἡμέρας κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ μοναρχισμὸς θέλων νὰ θυσιάσῃ τὴν ἐθνικὴν πολιτικὴν εἰς τὰ ἴδια αὐτοῦ συμφέροντα συνεκρούσθη πρὸς αὐτὸ καὶ πρὸς τὴν παρ’ αὐτοῦ ἐκπροσωπουμένην ἐθνικὴν θέλησιν. Ἡ βαθυτέρα ἔννοια τοῦ ἀγῶνος τούτου εἶναι ἡ συνεχὴς σύγκρουσις μεταξὺ τοῦ κόσμου τοῦ ἀγωνιζομένου ὑπὲρ τῶν δημοκρατικῶν ἰδεῶν καὶ τοῦ κόσμου τοῦ ἀγωνιζομένου ὑπὲρ τοῦ μοναρχισμοῦ. Εἶναι δ’ ἐντελῶς ἀδιάφορον ἂν αὐτοὶ προφασίζονται ὅτι ἐσκόπουν καὶ εἰς τὴν μακαρία τῇ λήξει Γʹ Συντακτικὴν τῶν Ἑλλήνων Συνέλευσιν νὰ εἰσαγάγωσι μεταρρυθμίσεις πρὸς προστασίαν τῶν λαϊκῶν δικαίων, διότι συγχρόνως ἐπεζήτουν νὰ κατοχυρώσουν καὶ ἐξογκώσουν τὰς βασιλικὰς προνομίας, τῶν ὁποίων ἠμφεσβήτουν τὴν ὑπέρβασιν. Καὶ σήμερον ἔτι ἔξω τῆς αἰθούσης ταύτης, εἰς παρασυνελεύσεις, διαμαρτύρονται ὅτι ἀπετέλεσάν ποτε κόμματα βασιλικὰ καὶ ἰσχυρίζονται ὅτι δῆθεν ἀγωνίζονται κατ’ ἐπάγγελμα ὑπὲρ τῶν λαϊκῶν ἐλευθεριῶν. Διότι συνεχίζουσιν ἔτι τὰ τεχνάσματα ταῦτα καὶ τὰ προσχήματα κατ’ ἐπάγγελμα ἐμφανιζόμενοι ἀσυστόλως ὡς προστάται τῶν λαϊκῶν ἐλευθεριῶν αὐτοί, οἱ ὁποῖοι ἤσκησαν τὴν σκληροτέραν καὶ καταστρεπτικωτέραν κατὰ τοῦ Λαοῦ καὶ κατὰ τοῦ Ἔθνους τυραννίαν. Χαρακτηρίζεται ἐκ μέρους αὐτῶν ὡς τυραννία ἡ Ἐπανάστασις τῆς Θεσσαλονίκης, ἐνῷ ὁ ἰσχυρισμὸς τῶν αὐτὸς δὲν ἔχει καμμίαν βάσιν ἱστορικὴν καὶ πραγματικήν, διότι, ἂν προυκλήθη ἐκ μέρους τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων ἡ Ἐπανάστασις αὕτη, τοῦτο συνέβη διὰ τὸν λόγον ὅτι προσεβλήθη καὶ ἐρραπίσθη ἡ λαϊκὴ κυριαρχία καὶ κατεπατήθη ἡ ἐθνικὴ θέλησις. Θὰ ἠδύνατό τις νὰ ὑποστηρίξῃ καὶ ἀντιθέτως, ὅτι αὐτοὶ διέπραξαν στάσιν κατὰ τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας καὶ ἡμεῖς εἴμεθα οἱ ἀγωνιζόμενοι ὑπὲρ τοῦ καθιδρυμένου ἐπ’ αὐτῆς καὶ ὑπὲρ τῆς κανονικῆς λειτουργίας τοῦ πολιτεύματος. Διότι ἐξ ὀνόματος αὐτῆς, τῆς ὁποίας εἴχομεν τεκμήριον ἀπόλυτον καὶ ἀναμφισβήτητον ἐκ τῶν ἐκλογῶν τοῦ Μαΐου τοῦ 1915, καὶ ἐξ ὀνόματος ὁλοκλήρου τοῦ Ἔθνους ἐγένετο ἡ Ἐπανάστασις ἐκείνη, ἵνα ἐφαρμοσθῇ ἡ ἐθνικὴ πολιτική. Ἐξ ὀνόματος αὐτῆς ἐγένετο καὶ ἡ τελευταία Ἐπανάστασις, ἡ ὁποία κατέλυσε τὴν ἰδικήν των προδοτικὴν τυραννίαν, ἡ ὁποία δὲν εἶχε μόνον στραγγαλίσει τὰς ἐσωτερικὰς ἐλευθερίας, ἀλλ’ ἠκρωτηρίασε καὶ ἐσφράγισε καὶ ὁλόκληρον τὴν Ἑλλάδα. Δὲν ἔχει ὅμως μόνον ἡ λύσις αὕτη, τὴν ὁποίαν ὑπεσχέθημεν πρὸ τῶν ἐκλογῶν καὶ τὴν ὁποίαν εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ ἀκολουθήσωμεν, τὸ πλεονέκτημα τοῦτο, ὅτι εὑρίσκεται ἐν ἀπολύτῳ ἁρμονίᾳ πρὸς τὰς παραδόσεις τοῦ κόμματος ἡμῶν καὶ πρὸς τὰς βασικὰς αὐτοῦ ἀρχάς, τὰς λαϊκὰς, τὰς πλήρεις σεβασμοῦ πρὸς τὴν λαϊκὴν κυριαρχίαν, ἀλλ’ ἔχει καὶ τὴν ἀρετὴν ὅτι θέλει ἀφοπλίσει τὸν ἀντίπαλον κόσμον τὸν διαβάλλοντα ἡμᾶς διαρκῶς ὡς ὁλονὲν πιέζοντας καὶ ὁλονὲν τυραννοῦντας, διότι δι’ αὐτοῦ θὰ τεθῇ τέρμα εἰς τὸν διεξαγόμενον ἀπὸ ἐτῶν καθεστωτικὸν ἐμφύλιον ἀγῶνα διὰ τῆς πλήρους καὶ ἀκεραίας ἐπιβολῆς τῆς λαϊκῆς θελήσεως.
§46ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Ὁποία πλάνη!
§47Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Ὁποία πλάνη, ἀκούω ἐπιφωνοῦντα ἀξιότιμον συνάδελφον. Πιθανὸν ἐπὶ τούτου νὰ ἀντιταχθῇ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου παρὰ πολλῶν ἐλέχθη, ὅτι αὐτοὶ δὲν εἶναι διατεθειμένοι καὶ τὴν λύσιν αὐτήν, διδομένην διὰ δημοψηφίσματος νομίμως διεξαγομένου, νὰ ἀναγνωρίσωσιν ὡς νόμιμον καὶ ἔγκυρον. Ἀλλὰ μετὰ ἓν δημοψήφισμα τὸ ὁποῖον θὰ ἀποτελέσῃ τὴν πλήρη καὶ ἀκλόνητον ἀπόδειξιν, διότι ἡ ἐκλογὴ τῆς 16ης Δεκεμβρίου ἀπέδωκε τὴν ἔνδειξιν, τὸ τεκμήριον τῆς λαϊκῆς βουλήσεως, διὰ τὴν ἐξήγησιν τοῦ ὁποίου ἀνεπτύχθη τοσαύτη ἀμφισβήτησις καὶ ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης, χαρακτηριστικὴ ἀκριβῶς τῆς ἀσαφείας καὶ τοῦ μαχητοῦ αὐτοῦ, μετὰ μίαν τοιαύτην πανηγυρικὴν ἀπόδειξιν τῆς λαϊκῆς ἐγκρίσεως ἡ ὁποία πάντως ἀπῃτεῖτο ἐκ τῶν προτέρων πρὸς δικαιολόγησιν τῆς τελειωτικῆς καὶ ῥιζικῆς λύσεως τῶν ζητημάτων αὐτῶν παρὰ τῆς Συνελεύσεως, θέλει μορφωθῇ περὶ τούτου κοινὴ συνείδησις, περὶ τῆς ὁποίας θὰ θραυσθῶσι τὰ κύματα τῆς ἀχαλινώτου κακοπιστίας τῶν διαβολέων καὶ συκοφαντῶν καὶ θὰ φιμωθῶσι πάντως ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἀδιόρθωτοι ἐκ τῶν διδαγμάτων τοῦ παρελθόντος προβάλλουσιν ἀκόμη ὡς δῆθεν στηλοβάται τῶν λαϊκῶν δικαίων.
§48Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Θὰ πεισθῶσι μόνον ὅταν νικήσωσιν.
§49Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Ἀλλὰ, κύριοι, ἡ λύσις αὐτή, ἡ ὁποία, ἐπαναλαμβάνω, εὑρίσκεται ἐν ἀπολύτῳ ἁρμονίᾳ πρὸς τὴν ὀρθὴν καὶ πραγματικὴν ἔννοιαν τῆς ἐκλογῆς θὰ δώσῃ εἰς τὴν Χώραν τὸ αἴσθημα τῆς ὁριστικῆς καὶ πραγματικῆς ἀσφαλείας, τὸ ὁποῖον, ἂς μὴ πλανώμεθα, δὲν μᾶς δίδει ἡ λύσις, ἡ ὁποία τὴν τελευταίαν στιγμὴν υἱοθετήθη παραδόξως ἐκ μέρους ὅλων τῶν μερίδων καὶ ἐκείνων ἀκόμη οἱ ὁποῖοι ὑποστηρίζουν ὅτι τὸ μὲν δυναστικὸν θὰ ἠδυνάμεθα νὰ λύσωμεν ἐνταῦθα, διὰ δὲ τὸ πολιτειακὸν θὰ ἔπρεπε ν’ ἀποταθῶμεν τὸ ταχύτερον εἰς τὸν λαόν. Ἀλλὰ λησμονεῖται ὅτι ἡ λύσις τῶν ζητημάτων τούτων θὰ ἱκανοποίει πιθανῶς αἴσθημα ἀσφαλείας προσωρινῆς, ἐνῷ πράγματι θὰ ὀξύνῃ ἀσφαλῶς τὴν ἀντίρρησιν καὶ θ’ ἀπομακρύνῃ τὴν εὐκταίαν λύσιν τοῦ μεγάλου καὶ προέχοντος ζητήματος τῆς ἐμφυλίου διαιρέσεως, ἡ ὁποία ἐπιδιώκεται διὰ τῆς πολιτικῆς μας. Θὰ ἐπιρριφθῇ συγχρόνως καθ’ ἡμῶν ὅτι παρεβιάσαμεν ὄχι λαϊκὰς ἐντολάς, διότι καὶ ἐγὼ δὲν δέχομαι ὅτι δύνανται νὰ ὑπάρξωσι τοιοῦτοι δεσμοὶ ἐξ ἐπιτακτικῶν ἐντολῶν τυπικῆς φύσεως, ἀλλὰ μίαν βαρυτάτην ἠθικὴν ὑποχρέωσιν, καθ’ ἣν στιγμὴν μάλιστα ὑποσχόμεθα ὅτι διὰ τῆς Δημοκρατίας πρόκειται νὰ ἀναπλάσωμεν ἠθικῶς τὸν Τόπον αὐτόν. Τὴν ἠθικὴν ταύτην ὑποχρέωσιν ἔχομεν ἀναλάβει ἀπέναντι τοῦ λαοῦ, δὲν δυνάμεθα δὲ νὰ τὴν ἀθετήσωμεν μὲ τὴν αἰτιολογίαν τὴν ἀνεπαρκῆ ἡ ὁποία προεβλήθη τὴν τελευταίαν στιγμὴν κατὰ τρόπον τείνοντα εἰς τὴν δημιουργίαν παραισθήσεων, ὅτι ὑπάρχουν κίνδυνοι ἐσωτερικοὶ καὶ κίνδυνοι τῶν συνόρων ἐξ εἰσβολῆς κομιτατζήδων καὶ ὅτι πρέπει ἐν σπουδῇ σήμερον, αὔριον καὶ ὄχι ἐντὸς μηνὸς νὰ λύσωμεν τὰ ζητήματα ταῦτα, διότι δῆθεν ἐντὸς μηνὸς θὰ εἶναι ἀργά, διότι θὰ διακυβευθῇ ἡ ἀκεραιότης τῆς Χώρας.
§50Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Λέγετε πράγματα τὰ ὁποῖα δὲν εἶπον· ὅρια δὲν ἐβάλαμεν.
§51Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Τὰ ὅρια τὰ χρονικὰ τὰ θέτει ἡ κυβερνητικὴ ἄποψις, ἡ ὁποία θέλει τὴν διενέργειαν τοῦ δημοψηφίσματος ἐντὸς ἑνὸς μηνός. Καὶ ἐρωτῶ: Εἶναι τάχα τόσον σοβαροὶ οἱ κίνδυνοι οἱ ὁποῖοι ὑφίστανται σήμερον ὥστε νὰ δικαιολογῆται ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ ὑπερτάτου νόμου τῆς σωτηρίας τῆς Πατρίδος, ἐν ὀνόματι τοῦ ὁποίου καὶ μόνον ἐπιτρέπεται νὰ παραβιάζωνται ἀρχαὶ πολιτικῆς εὐθύτητος καὶ νομιμότητος, αἱ ὁποῖαι ἀποτελοῦν τὸν ἀκρογωνιαῖον λίθον τοῦ πολιτεύματος τῆς Χώρας ἡμῶν; (Χειροκροτήματα).
§52Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Περὶ ποίων ὁμιλεῖτε ὅτι παραβιάζουν τὴν πολιτικὴν εὐθύτητα;
§53Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Ὅσοι ὑπεσχέθησαν ὅτι τὰ ζητήματα θὰ λυθῶσιν, ἀφοῦ προηγουμένως ἐρωτηθῇ ὁ λαὸς διὰ δημοψηφίσματος καὶ σήμερον θέλουσι νὰ λύσουν αὐτά, ἔχω τὴν ἀντίληψιν ὅτι διαπράττουσι μίαν παράβασιν πολιτικῆς εὐθύτητος. Σεῖς προσωπικῶς ἢ ἄλλοι ἐξ ὑμῶν, οἱ ὁποῖοι τυχὸν δὲν ὑπεσχέθητε δημοψηφίσματα, ἀσφαλῶς δὲν διαπράττετε αὐτὴν τὴν παράβασιν.
§54Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Τὴν στιγμὴν πού διετύπουν τὴν ἔνστασιν ἢ τὴν ἀντίληψιν ὅτι θίγεται κάποιος ἐν τῇ Συνελεύσει, ὅταν ὁμιλῆτε περὶ πολιτικῆς εὐθύτητος, νομίζω ὅτι ἔχετε καθῆκον νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ζητήσω ἐξηγήσεις καὶ νομίζω ὅτι ἐξαντλεῖτε ἀσκόπως τὴν ῥητορικήν σας εὐφράδειαν λέγοντες ὅτι συντελεῖται μία παράβασις ἀρχῆς, κατόπιν τῶν ἐξηγήσεων τὰς ὁποίας σᾶς ἔδωκεν ὁ πληρεξούσιος Κορινθίας ὑποβαλὼν τὴν τροπολογίαν. Μὴ λέγετε ὅτι πρόκειται νὰ ἀφαιρεθῇ τὸ δικαίωμα τοῦ λαοῦ, ὅτι ἡ ἀρχὴ αὐτὴ τῆς παραπομπῆς τοῦ ζητήματος εἰς τὸν λαὸν δύναται νὰ παραβιασθῇ. Ἐπαναλαμβάνω ὅτι ἐξαντλεῖτε τὴν ρητορείαν σας ἀσκόπως.
§55Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Ἔχω τὴν ἀντίληψιν ὅτι διαπράττεται ἀταξία τις καὶ παράβασις ἠθική. Δὲν μ’ ἐνδιαφέρουν τὰ πρόσωπα. Ἀλλὰ λέγουσιν οἱ ὑπέρμαχοι τῆς κατεσπευσμένης καὶ ἀμέσου λύσεως αὐτῶν παρὰ τῆς Συνελεύσεως ὅτι ἡ λύσις τοῦ δημοψηφίσματος θέτει ἐνώπιον τοῦ λαοῦ καθεστωτικὰ ζητήματα καὶ κομματικά. Μὴ πλανώμεθα, κύριοι. Οἱ ὑποστηρίζοντες ὅτι, ὅταν ἡ Δημοκρατία υἱοθετηθῇ παρὰ τοῦ κόσμου τῶν φιλελευθέρων, θὰ καταστῇ Δημοκρατία κομματικὴ φοβοῦμαι μήπως παραγνωρίζουσι κολοσσιαίαν πραγματικότητα καὶ ὑποστηρίζοντες ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ συμβῇ ἄλλως πάσχουσιν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔπαθον οἱ νομίσαντες ὅτι ἠδύνατο νὰ δημιουργηθῇ τρίτη κατάστασις κατὰ τὴν ἐπαναστατικὴν περίοδον.
§56Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Καὶ ἐν τούτοις ἐκ τῶν πραγμάτων ἀπεδείχθη ὅτι ἠδύνατο.
§57Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Ἐκ τῶν πραγμάτων ἀπεδείχθη ὅτι ἦτο οὐτοπία καθαρὰ ἡ τρίτη κατάστασις. Ἔχω λοιπὸν τὴν ἀντίληψιν, ὅτι λόγῳ τῆς θέσεως τῶν πολιτικῶν πραγμάτων παρ’ ἡμῖν καλοῦνται καὶ πάλιν νὰ παλαίσουν οἱ δύο κόσμοι, ἀφ’ ἑνὸς ὁ βενιζελικὸς κόσμος, ὁ δημοκρατικός, ὅστις ὑπῆρξε πάντοτε δημοκρατικός, καὶ ὁ ὁποῖος σήμερον, ὅταν ἤρθησαν αἱ ἐπιφυλάξεις, τὰς ὁποίας πάντοτε ἐτήρησε καὶ ὁ Ἀρχηγὸς τοῦ κόμματος ἡμῶν καὶ ἐκεῖνοι οἵτινες τὸν ἠκολούθησαν ἐκ λόγων πατριωτικῶν καὶ οἱ ὁποῖοι χωρὶς νὰ δύναται κανεὶς νὰ τοὺς χαρακτηρίσῃ βασίμως ὡς προσωπολάτρας ἢ ὡς τυφλοὺς καὶ ὡς κύμβαλα ἀλαλάζοντα πιστεύουσιν εἰς ἐκεῖνον, διότι νομίζουσιν ὅτι ἀκόμη τὸ φῶς του δὲν ἐπεσκιάσθη—καίτοι, ὡς ἐλέχθη, ὁμοιάζει ἥλιον κλίνοντα πρὸς τὴν δύσιν—ἀπὸ τὸ φῶς ἄλλων τυχὸν ἀνατελλόντων ἡλίων (χειροκροτήματα ἐκ τῆς δεξιᾶς) καὶ ἀφ’ ἑτέρου ὁ πράγματι μοναρχικὸς ὁ αὐτοβαπτισθεὶς συνταγματικός. Εἶναι λοιπὸν ἀναμφισβήτητον ὅτι θὰ παλαίσουν καὶ πάλιν οἱ δύο οὗτοι κόσμοι καὶ εἶναι φυσικὸν νὰ γίνῃ τοῦτο. Ἀλλ’ εἶναι καὶ ἐνδεδειγμένη ἡ τελευταία, ὡς ἐλπίζομεν, αὕτη πάλη, διότι ἔχομεν ὑπὲρ ἡμῶν τὸ τεκμήριον ἐκ τῆς τελευταίας ἐκλογῆς περὶ τῆς λαϊκῆς ἐγκρίσεως, ἀλλ’ ἀπαιτεῖται ἀναγκαίως ὅπως διὰ τοῦ δημοψηφίσματος καταστῇ πλήρης ἡ κύρωσις τοῦ τεκμηρίου αὐτοῦ καὶ ἀναμφισβήτητος ἡ ἀπόδειξις τῆς δημοκρατικῆς πίστεως τοῦ Λαοῦ, ἐν ὀνόματι τῆς ὁποίας καὶ μόνης πρέπει νὰ καθιδρυθῇ τὸ πολίτευμα τῆς Χώρας, διότι—θὰ εἴπω καὶ ἐγὼ τὴν τετριμμένην ταύτην κοινοτυπίαν—οὕτω καὶ μόνον οὕτω δύναται νὰ καταστῇ βιώσιμον. Ἀλλ’ ἂν δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ σκεφθῶμεν περὶ λύσεων δικαίων καὶ λύσεων ἐπαναστατικῶν, αἱ ὁποῖαι ἐν τούτοις δὲν ἐπετεύχθησαν οὔτε εἰς μίαν ἐπαναστατικὴν περίοδον, ὅτε εὑρισκόμεθα εἰς μίαν περίοδον, ἡ ὁποία ὁπωσδήποτε δὲν εἶναι ἐπαναστατική, ἐὰν δὲν εἶναι ἀπολύτως νόμιμος, εἶναι ἀπαρχὴ τῆς εἰσόδου τῆς Χώρας εἰς τὴν νομιμότητα καὶ εἰς τὸν ὁμαλὸν κοινοβουλευτικὸν βίον, κατὰ τοῦ ὁποίου δὲν ἠδυνήθη νὰ σκεφθῇ οὔτε ἡ Ἐπανάστασις καταργοῦσα τὰ θεμέλια αὐτοῦ καὶ μὴ ἐνεργοῦσα κἂν ἐκλογάς. Διότι θὰ κατήντα ἐπὶ τῇ βάσει τῆς τοιαύτης λογικῆς νὰ ἐξαχθῇ ἡ ἐξώθησις τῶν ἀντιλήψεων τῆς Συνελεύσεως μέχρι τῆς ἀκρότητος, καθ’ ἣν λύοντες ἐνταῦθα τὰ ζητήματα θὰ διετηροῦμεν τὴν ἀρχὴν μέχρι τῆς ἡμέρας καθ’ ἣν ἡ Δημοκρατία πειραματικῶς θὰ καθίστατο προσφιλὴς εἰς τὸν λαὸν διὰ τῶν ἀγαθῶν τῆς διοικήσεως, ἡ ὁποία πρόκειται ὑπ’ αὐτὴν νὰ δοθῇ, καὶ θὰ υἱοθετεῖτο παρ’ αὐτοῦ ἀπολύτως. Δὲν δικαιολογεῖται λοιπὸν ἡ κινδυνώδης αὕτη παλινῳδία ἐκ τῶν κινδύνων, οἱ ὁποῖοι ἐπισείονται κατὰ τρόπον ὄχι καὶ τόσον κανονικὸν κοινοβουλευτικῶς, ὡς δημιουργικοὶ πανικοῦ τινος, διότι ὑπερβάλλονται τόσον οἱ κίνδυνοι οἱ συνοριακοὶ ὅσον καὶ οἱ ἐσωτερικοί, οἱ ὁποῖοι δὲν πρέπει, δὲν εἶναι ὀρθόν, ἰδίως οἱ ἐσωτερικοί, νὰ ἀποτελῶσι τὸ μέτρον τῆς κρίσεως καὶ τῆς σκέψεως ἡμῶν, διότι, ἐὰν ὑπάρχῃ μέτρον καὶ βάσις, ἐπὶ τῆς ὁποίας πρέπει νὰ στηρίξωμεν τὰς σκέψεις καὶ ἐνεργείας ἡμῶν περὶ τῆς λύσεως τῶν σοβαρωτάτων τούτων ζητημάτων, τοῦτο εἶναι τὸ μέτρον τὸ ἰδικόν μας, διότι μόνον πρὸς ἡμᾶς αὐτούς, πρὸς τὰς ἀρχὰς ἡμῶν, πρὸς τὰς παραδόσεις ἡμῶν ὀφείλομεν νὰ εἴμεθα συνεπεῖς, ἐν ψυχραιμίᾳ καὶ ἐν πλήρει συναισθήσει τῶν εὐθυνῶν μας ἐπιλαμβανόμενοι τοῦ χειρισμοῦ τῶν ἐθνικῶν ὑποθέσεων. Ὑπὸ τοιαύτας ἀντιλήψεις εἶμαι ἀπολύτως βέβαιος ὅτι, ὅταν ἡμεῖς εἴμεθα συνεπεῖς, ὅταν ἐμπνευσθῶμεν πάντες τὴν πίστιν τὴν ἀσάλευτον πρὸς τὴν ἱερότητα τοῦ ἀγῶνός μας καὶ τὴν ἀνάγκην τῆς ἐγκαθιδρύσεως τῆς Δημοκρατίας καὶ χρησιμοποιήσωμεν ὅλας τὰς ἠθικὰς δυνάμεις τοῦ Τόπου καὶ γίνωμεν ὅλοι ἀπόστολοι, γίνουν δὲ καὶ ἐκεῖνοι—αὐτὴ εἶναι ἡ πραγματικότης τὴν ὁποίαν δὲν δύναται νὰ ἀλλοιώσῃ κανείς, ὁσονδήποτε καὶ ἂν προσπαθήσῃ—ἡ αὐθεντικὴ τῶν ὁποίων πίστις ἀποτελεῖ τὸν σπουδαιότερον ἀντικειμενικὸν παράγοντα διὰ τὸν ἀγῶνα, ἀσφαλῶς θὰ ἀποβῇ οὗτος ἐπιτυχὴς ἐπ’ ἀγαθῷ τῆς Πατρίδος μας. (Χειροκροτήματα).
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Παπαγρηγοριάδης.
§59Σ. ΠΑΠΑΓΡΗΓΟΡΙΑΔΗΣ. Κύριοι πληρεξούσιοι, εὑρισκόμενος εἰς τὰ συρματοπλέγματα ἐν Μ. Ἀσίᾳ μὲ ἀξιωματικοὺς Ἕλληνας καὶ στρατιώτας καὶ γυναικόπαιδα τῆς Σμύρνης ἔλαβον μίαν ἱερὰν ἐντολὴν ἐκ μέρους τῶν ἀσπαιρόντων ἐκείνων μαρτύρων καὶ ἡρώων, οἱ ὁποῖοι ἐσφάδαζον ὑπὸ τὸ φάσγανον τῶν Τσετῶν Τούρκων, νὰ καταστήσω γνωστὰ τὰ ὄργια τῶν Τούρκων εἰς τὰ ξένα Προξενεῖα τῆς Σμύρνης καὶ κατώρθωσα μετὰ τέσσαρας ἡμέρας ὑπερπηδήσας τὰ συρματοπλέγματα νὰ ὑποβάλω ἐμπεριστατωμένα ὑπομνήματα εἰς τὰ Προξενεῖα τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν καὶ τῆς Γαλλίας. Τὴν ἰδίαν ἐντολὴν ἔρχομαι νὰ ἐκπληρώσω ἐνώπιον τῆς τετάρτης τῶν Ἑλλήνων Συνελεύσεως. Ἔρχομαι νὰ καταγγείλω τὴν Δυναστείαν, τῆς ὁποίας δημιούργημα ὑπῆρξεν ἡ Μικρασιατικὴ συμφορά, καὶ ἀπορῶ πῶς παρῆλθε τόσος χρόνος ἀπὸ τῆς συμφορᾶς ἐκείνης καὶ ἐξακολουθοῦν ἀκόμη αἱ συζητήσεις ἂν πρέπει νὰ ἐκπέσῃ ἡ Δυναστεία ἢ νὰ ἐπανέλθῃ. Ἡ Δυναστεία εἶναι ἔνοχος ἐσχάτης προδοσίας, διότι ἀνέκαθεν δὲν ἠθέλησε τὴν μεγέθυνσιν τῆς Ἑλλάδος, τὴν γεωγραφικὴν ἐπέκτασιν αὐτῆς εἰς Ἑλληνικὰς Χώρας, ἐνῷ εἷς ἄλλος πρίγκιψ, ὁ Λεοπόλδος, ὅταν τοῦ προσεφέρετο τὸ στέμμα τῆς Ἑλλάδος δὲν τὸ ἐδέχετο καὶ καταρραπίζων τὴν Εὐρωπαϊκὴν διπλωματίαν ἔλεγε: Δὲν δέχομαι τὸ στέμμα τῆς Ἑλλάδος χωρὶς τὸν ἀδάμαντα τῆς Κρήτης. Ἡ Δυναστεία αὕτη δὲν ἤθελε τὴν Ἀσιατικὴν Ἑλλάδα, τὸν Πόντον καὶ τὴν Θράκην. Καθ’ ὃν χρόνον Γερμανοὶ οἰκονομολόγοι, μεταξὺ τῶν ὁποίων ὁ Φὸν Λίστ, συνεβούλευον τὴν Γερμανικὴν Κυβέρνησιν νὰ στρέψῃ τὸ ῥεῦμα τῆς μεταναστεύσεως ἀπὸ τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν εἰς τὴν Μικρασιατικὴν Ἑλλάδα, διότι ἐκεῖ δὲν ὑπῆρχε φόβος νὰ ἀφομοιωθοῦν, ἡ Δυναστεία καὶ τὰ ὄργανα αὐτῆς, πολιτικοὶ ἀνακύψαντες ὡς Σαλιμωνεῖς τῆς ἀρχαίας Ἑλλάδος, δὲν ἐσκέπτοντο διὰ τὴν ἀνάκτησιν τῶν Ἑλληνικῶν Χωρῶν. Καταλαμβάνεται ἡ ψυχή μου ἀπὸ ἀγανάκτησιν, διότι, ἐνῷ εὑρισκόμεθα ἐνώπιον κοινῶν ἐγκληματιῶν, διστάζομεν ἂν πρέπει ἐν τῇ Συνελεύσει νὰ λυθῇ τὸ δυναστικὸν ζήτημα ἢ νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὸν Λαόν. Ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ γνωρίσω τὴν Δυναστείαν. Τελευταῖον ἐδημοσιεύθη εἰς μίαν ἐφημερίδα ἀνακριβῶς μία ἀφήγησίς μου, τῆς ὁποίας ἔκαμον χρῆσιν εἰς μίαν διάλεξιν. Εἶχον κατέλθει ἀπὸ τὴν πόλιν τῶν Παρισίων εἰς τὰ 1914 καὶ ἤρχισα τὸν ἀγῶνα τὸν ἱερὸν ὑπὲρ τῆς ἐξόδου τῆς Ἑλλάδος ἐκ τῆς οὐδετερότητος καὶ ὑπῆρξα σημαιοφόρος καὶ στρατιώτης παρὰ τὸ πλευρὸν τοῦ ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων. Κατόπιν μιᾶς διαλέξεως, ἡ ὁποία ἔλαβε χώραν εἰς τὴν Ἑταιρείαν τῶν Φίλων τοῦ Λαοῦ, ὅπου θέμα εἶχον τὴν Μοναρχίαν καὶ τὸν Λαὸν καὶ ἐκαυτηρίασα τὴν πολιτικὴν τοῦ Κωνσταντίνου, μετά τινας ἡμέρας ἐλάμβανον πρόσκλησιν ἀπὸ ἕνα ἰατρὸν θεράποντα. Ὁ ἰατρὸς αὐτὸς ἦτο φίλος τῶν Ἀνακτόρων, ὁ Βασιλεύς. Ἐπερίμενα ἐκεῖ εἰς τὴν αἴθουσαν τῆς ὑποδοχῆς καὶ ἠρώτησα ἰατρόν τινα βοηθὸν καὶ τὸν κ. Στυλ. Σπεράντζαν, Σμυρναῖον ποιητήν, εἰς τί ἀπέβλεπεν ἡ πρόσκλησις τοῦ Βασιλέως. Αὐτοὶ δὲν ἠθέλησαν νὰ μοῦ ἐξηγήσουν τοὺς λόγους, διότι τοὺς ἠγνόουν. Τελευταῖον ὡδηγήθην εἰς ἕν δωμάτιον καὶ ἤρχισε νὰ μοῦ λέγῃ ὁ ἰατρὸς ἐκεῖνος: Γνωρίζω πόσον πονεῖς τοὺς πρόσφυγας. Ἀντὶ λοιπὸν νὰ ρητορεύῃς διὰ νὰ ἐξέλθῃ ἡ Ἑλλὰς ἐκ τῆς οὐδετερότητος, θὰ κάμῃς καλύτερον νὰ μεταβῇς εἰς τὴν Θεσσαλονίκην καὶ εἰς τὰς Νήσους τοῦ Αἰγαίου καὶ νὰ πείσῃς τοὺς πρόσφυγας νὰ μὴ μεταβοῦν εἰς τὰ Δαρδανέλλια καὶ εἰς τὸ Δυτικὸν Μέτωπον ὑπὲρ τῶν Συμμάχων, διότι ἐκτίθενται εἰς φοβεροὺς κινδύνους. Μάθετε δὲ ὅτι οὐδέποτε ἡ Μικρασιατικὴ Ἑλλὰς θὰ ἀπελευθερωθῇ· τὸ πολὺ πολὺ θὰ γίνῃ γερμανικὸν προτεκτοράτον ὑπὸ τὸν πρίγκιπα Σαμπαχεντίν. Μετά τινας στιγμὰς ἦλθε μία ἄγνωστος προσωπικότης πρὸς ἐμέ. Ἐχαιρέτισε μὲ νευρικότητα καὶ εἰσῆλθεν εἰς ἓν παρακείμενον δωμάτιον ἀκολουθούμενος ἀπὸ δύο ἀκολούθους. Ἦτο ὁ πρίγκιψ Σκιμπαχεντίν. Μόλις ἤκουσα ὅτι πρόκειται περὶ τῆς παρουσίας αὐτοῦ τοῦ λεγομένου φιλελευθέρου Τούρκου, ὁ ὁποῖος ἐξ ἴσου ἦτο ἐπικίνδυνος διὰ τὸν Ἑλληνισμὸν ὅπως καὶ οἱ Νεότουρκοι, διεμήνυσα εἰς τὸν Βασιλείδην νὰ μὴ μὲ φέρῃ ἀντιμέτωπον τοῦ πρίγκιπος, διότι θὰ ἦτο δύσκολος ἡ θέσις μου. Προσεπάθει νὰ μὲ πείσῃ ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀναλάβω τὸν ἀγῶνα αὐτὸν καὶ μεταπείσω τοὺς πρόσφυγας. Ἐγὼ μὲ ὀργὴν ἀπήντησα ὅτι, ἀφοῦ ἐπὶ τόσα ἔτη ἀνέτρεφον τὴν νεότητα μὲ τὴν μεγάλην ἰδέαν, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ προδώσω τὰς ἀρχάς μου. Ὅταν δὲ μοὶ εἶπεν, ὅτι: «Θὰ εἶναι τιμὴ μεγάλη διὰ σὲ νὰ γνωρισθῇς μὲ τὸν Βασιλέα καὶ θὰ ἐξέλθῃς ἀπὸ τὴν οἰκονομικὴν δυσχέρειαν», μόλις συνεκρατήθην ἀπὸ ὀργὴν καὶ ἔφυγα καθ’ ὃν χρόνον ἀνηγγέλλετο ἡ ἄφιξις τοῦ αὐλάρχου Μερκάτη. «Στάσου, σὲ παρακαλῶ, μοὶ λέγει· ἔρχεται ὁ αὐλάρχης, εἶναι ἀνάγκη νὰ σοὶ ὁμιλήσῃ». Καὶ ἐξηκολούθει καὶ προσεπάθει νὰ μὲ πείσῃ, ἀλλ’ ἐγὼ δὲν ἤθελα ν’ ἀναλάβω τοιοῦτον ἔργον ν’ ἀνεύρω ἄλλους μικρασιάτας ὅπως τοὺς κατηχήσω. «Ποτέ, ἀπήντησα, δὲν θὰ ὑπάρξῃ μικρασιάτης, ὁ ὁποῖος νὰ διδάξῃ εἰς τὴν νεότητα νά μὴ μεταβῇ εἰς τὰ Δαρδανέλλια καὶ εἰς τὸ Δυτικὸν μέτωπον, ἵνα πολεμήσῃ ὑπὲρ τῶν Συμμάχων». Καὶ τοιουτοτρόπως τὴν ἄλλην ἡμέραν διεδόθη εἰς ὅλους τοὺς κύκλους τῶν Βασιλοφρόνων ὅτι ἐγὼ ἐσυκοφάντουν τὸν Βασιλέα. Ὅλα αὐτὰ τὰ κατέστησα γνωστὰ εἰς τὸν κ. Ρέπουλην, διότι ὁ Βενιζέλος ἀπουσίαζεν εἰς Μυτιλήνην. Εὑρέθη ὅμως εἷς Κρής, ὁ Ἀναγνωστάκης, ὁ ὁποῖος, ἂν καὶ ἦτο ἀντιθέτων φρονημάτων, ἀνέλαβε νὰ μὲ ὑπερασπίσῃ, εἰπὼν ὅτι ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς δὲν συκοφαντεῖ, ἀλλὰ λέγει ἀκριβῶς ἐκεῖνο ποὺ ἤκουσε καὶ εἶδε. Καὶ τοῦτο ἀκριβῶς χαρακτηρίζει τὴν Κρητικὴν ψυχήν, ἡ ὁποία, καὶ ἂν ἀντιπολιτεύεται, ἔχει πάντοτε βάσιν ἠθικήν. Δὲν παρῆλθεν οὔτε μία ἑβδομάς, ὅτε εἰς τὸ ξενοδοχεῖον «Κεντρικὸν» τῆς ὁδοῦ Σταδίου ἀπέθανεν αἰφνιδίως ἕνας νέος φοιτητὴς τῆς Νομικῆς. Ἀπεστάλη τὸ πτῶμά του εἰς τὸ Μικροβιολογικὸν Ἐργαστήριον τοῦ Πανεπιστημίου καὶ κατόπιν νεκροψίας, ἀπεδείχθη ὅτι ὁ νέος ἐκεῖνος, Βλάχος ὀνόματι, ἀπὸ τὴν Κέρκυραν, υἱὸς λυκειάρχου, ἀπέθανεν ἀπὸ δηλητηρίασιν. Ἀλλὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην τῆς νεκροψίας ἐστάλη τηλεφώνημα ἀπὸ τὰ Ἀνάκτορα ἀπὸ τὴν Ἀσφάλειαν τοῦ Βασιλέως, νὰ μὴ δοθῇ ἡ εἴδησις εἰς τὸν Τύπον, νὰ μὴ ἐξηγηθῇ τὸ εἶδος τοῦ θανάτου. Μετὰ μίαν ἑβδομάδα δηλητηριάζομαι ἐγώ, ἀλλ’ ἐπειδὴ εἶχα τὴν συνήθειαν νὰ μὴ πίνω τὸ πρωΐ νῆστις νερό, εἶχα πλύνει μόνον τὸ στόμα μου καὶ ἡ ὀλίγη ἐκείνη ποσότης τοῦ δηλητηριασμένου ὕδατος μοῦ ἔφερε δριμυτάτους πόνους καὶ διάθεσιν πρὸς λιποθυμίαν. Δύο Κρῆτες ἰατροί, ὁ Γιαννακάκης καὶ ὁ Μανωλάκης, εἶναι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι συνετέλεσαν εἰς τὴν διάσωσίν μου. Συνεδύασα τὰ δύο αὐτὰ γεγονότα, τὸν θάνατον τοῦ φοιτητοῦ τὸν αἰφνίδιον, τὴν σύστασιν τοῦ διευθυντοῦ τοῦ ξενοδοχείου νὰ εἶμαι ἐπιφυλακτικὸς καὶ νὰ κλειδώνω τὸ δωμάτιόν μου, διότι ἀπὸ τὸν Χρυσοσπάθην ἐστέλλοντο καθ’ ἑκάστην ὄργανα ν’ ἀνακαλύψουν τὸ δωμάτιόν μου, καὶ συνεπέρανα ὅτι εἶναι ἀπόπειρα δολοφονίας, καὶ μεθ’ ὅλας τὰς συστάσεις τῶν ἰατρῶν ἔφυγα τὴν ἡμέραν ἐκείνην καὶ κατέφυγα εἰς συγγενικὸν σπίτι εἰς τὴν Κολοκυνθοῦν. Ὅταν ἤρχισε τὸ κίνημα τῆς Θεσσαλονίκης, συνεταξίδευσα μὲ πολλοὺς ἀξιωματικούς, μεταξὺ τῶν ὁποίων ἦτο καὶ ὁ Παρασκευόπουλος ὁ ὀλυμπιονίκης, ὁ ὁποῖος ἵδρυσε τὸ μικροβιολογικὸν ἐργαστήριον εἰς τὸ Αʹ Στρατιωτικὸν Νοσοκομεῖον τῆς Θεσσαλονίκης. Καὶ ὅταν διηγήθην τὸ ἐπεισόδιον τῆς δηλητηριάσεώς μου μοῦ εἶπε: Χύνεται φῶς εἰς μίαν σκοτεινὴν ὑπόθεσιν· ἤμην εἰς τὴν νεκροψίαν καὶ ἦλθε τηλεφώνημα ἀπὸ τὰ Ἀνάκτορα ἀνεξήγητον διὰ τὸν ἰατρικὸν κόσμον. Ἰδοὺ λοιπὸν ποῖοι ἐδολοφόνησαν κατὰ λάθος τὸν Βλάχον, ἐκλαβόντες αὐτὸν ὡς ἐμὲ καὶ νομίζοντες ὅτι τὸ δωμάτιον τοῦ Βλάχου ἦτο ἰδικόν μου. Ἐὰν ἤμην συκοφάντης, ὤφειλεν ἡ Αὐλὴ νὰ κάμῃ μήνυσιν· ἀλλὰ δὲν τὸ ἐτόλμησεν. Ὁ δὲ ἀντεισαγγελεὺς Βωβός, εἰς τὸν ὁποῖον παρουσιάσθην, δὲν μοῦ ἐπέτρεψε νὰ ἐξακριβώσω τὴν ἱστορίαν αὐτὴν τὴν τραγικήν, εἰπὼν μου; «Τί θέλετε νὰ σᾶς κάμω ἀφοῦ κάνετε προπαγάνδαν;» Καὶ ὠνόμαζε προπαγανδιστὴν ἕνα πατριώτην. Ἰδοὺ διατί τοὺς θεωρῶ κοινοὺς ἐγκληματίας. Καὶ θὰ ἐπεθύμουν, κύριοι πληρεξούσιοι, νὰ ἐνθυμηθῇ ἡ παροῦσα Ἐθνοσυνέλευσις ἓν ἱστορικὸν συνέδριον τοῦ παρελθόντος· καὶ ἄλλοτε ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς εὑρέθη πρὸ τοιούτου δυσχεροῦς προβλήματος, καὶ ἐζήτει νὰ λάβῃ ἀπὸ τὸν Βαυαρὸν Βασιλέα τὰς ἐλευθερίας του. Καὶ ὁ Στρατὸς μὲ ἐπὶ κεφαλῆς τὸν Καλλέργην, καὶ ὁ Λαός, καὶ αὐτοῦ τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, τὸ ὁποῖον ἐθεωρεῖτο δημιούργημα τοῦ Ἄρμανσπεργκ — συνεκροτεῖτο δὲ ἀπὸ ἀνθρώπους ἀμαθεῖς καὶ ὄχι εὑρισκομένους εἰς περιωπὴν καὶ εἰς ἠθικὸν ἐπίπεδον — καὶ αὐτοῦ, λέγω, τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, κατόπιν τῆς βίας τῆς λαϊκῆς, μετέβη ἀντιπρόσωπος καὶ ἠνάγκασε τὸν Βασιλέα ἐκεῖνον νὰ δώσῃ τὸ Σύνταγμα, νὰ δώσῃ τὰς ἐλευθερίας. Ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς τότε, συνηνωμένος μετὰ τοῦ Στρατοῦ: ἐφώναζε «Κάτω ἡ βαυαρικὴ δεσποτεία, ζήτωσαν αἱ λαϊκαὶ ἐλευθερίαι!». Δὲν πιστεύω νὰ φανῶμεν ἡμεῖς κατώτεροι ἐκείνων καὶ νὰ χαρακτηρίσωμεν τὴν Συνέλευσιν ὡς Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας τοῦ Ἄρμανσπεργκ. Καὶ προεκλογικῶς καὶ μετεκλογικῶς ἀνέπτυξα εἰς τὸν Λαὸν τοὺς λόγους διὰ τοὺς ὁποίους ἐπεβάλλετο ἡ ἐγκαθίδρυσις τῆς Δημοκρατίας. Καὶ ἐνῷ εἶμαι ὁ ἠπιώτερος τῶν ἀνθρώπων, τὴν ἡμέραν τῶν συλλαλητηρίων εἰς τὸν Πειραιᾶ ἐφώναζον «ἐμπρὸς εἰς τὰ Ἀνάκτορα»: καὶ ὁ λαὸς ἦτο ἕτοιμος νὰ διανύσῃ τὴν ἀπὸ Πειραιᾶ εἰς Ἀθήνας ὁδόν, ἐὰν δὲν συνεκρατεῖτο ἀπὸ τὸν κ. Παπαναστασίου. Παντοῦ αἱ μεταπολιτεύσεις γίνονται διὰ τῆς βίας, διότι καὶ ἡ βία εἶναι δίκαιον καὶ ἔρχεται ἡ νομιμότης ἡ ὁποία ἀναγνωρίζει τὴν βίαν. Καὶ ἡ ἐπανάστασις εἶναι δίκαιον, τὸ κατ’ ἐξοχὴν δίκαιον, τὸ προστατεῦον τὰ ἄλλα δίκαια. Καὶ θὰ ἐπεθύμουν νὰ ἔβλεπον τὸν κ. ἀρχηγὸν τῶν Φιλελευθέρων καὶ τέως Πρωθυπουργόν, μὲ τὴν ἰδικήν τόλμην ποὺ εἶχεν εἰς τὸ παρελθόν, ὅτε μετέβη ἐν καιρῷ ἐπιστρατεύσεως εἰς Τρίπολιν καὶ τὸν ἀπεκάλουν οἱ βασιλόφρονες αἱμοχαρῆ. «Μάλιστα, ἔλεγεν· εἶμαι αἱμοχαρής, ζητῶ αἵματα καὶ πάλιν αἵματα, ὄχι διὰ τὴν δόξαν τὴν ἰδικήν μου, ἀλλὰ διὰ τὴν δόξαν τῆς Πατρίδος». Δὲν ἐπιτρέπεται ἡ διστακτικότης οὔτε ἡ συντηρητικότης. Ὁ μέγας ἐκ Σταγείρων φιλόσοφος Ἀριστοτέλης ἔλεγεν ὅτι «τὰ ἔθνη καὶ τὰ ἄτομα προοδεύουν καὶ νικῶν, ὅτε οἱ προέχοντες τοὺς ὑστεροῦντας δὲν ἀναμένουν». Ἐμπρὸς οἱ συντηρητικοί, μὴ ὑστερεῖτε· ἀκολουθήσατε ἐκείνους οἱ ὁποῖοι προέχουν εἰς τὸν δημοκρατικὸν ἀγῶνα, διότι θὰ ἔλθῃ στιγμή — καὶ δὲν θὰ εἶναι πολὺ ἀργὰ — ποὺ οἱ ψιθυρισμοὶ καὶ αἱ κραυγαὶ τοῦ Λαοῦ συνενούμενοι θὰ ἀποτελέσουν μίαν διάτορον κραυγήν, ἡ ὁποία θὰ σείσῃ τὰ θεμέλια τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως συζητούσης τὴν λύσιν τοῦ πολιτικοῦ καὶ τοῦ δυναστικοῦ ζητήματος. Αὐτὰ εἶχον νὰ ἀπευθύνω πρὸς ὑμᾶς ἐξ ὀνόματος ὄχι μόνον τῶν Μικρασιατῶν καὶ Θρακῶν, οἱ ὁποῖοι ἀπέθανον, διότι ἀπέθανον καὶ παιδιὰ τῆς Παλαιᾶς Ἑλλάδος ἐξ αἰτίας τῆς Δυναστείας καὶ ἐξ αἰτίας τῶν ὀργάνων αὐτῆς. Μόνον μὲ τοιαύτας γενναίας χειρονομίας θὰ σώσωμεν τὴν Πατρίδα καὶ θὰ εἴμεθα ἡ πρωτοπορεία εἰς τὴν Βαλκανικὴν τῆς δημοκρατικῆς ἰδέας. Διότι σήμερον παραγνωρίζονται αἱ ἀκρότητες τοῦ μπολσεβικισμοῦ καὶ δὲν θὰ ἀργήσῃ ἡ κίνησις τῆς δημοκρατικῆς ἰδέας, ἡ ὁποία θὰ κινήσῃ τὴν μᾶζαν τῶν μουζίκων, παντοῦ δὲ πνέει ἡ αὔρα τῆς Δημοκρατίας. Ἐν Ἀγγλίᾳ δὲν ἐτόλμων νὰ θίξωσι τὸ ἐργατικὸν ζήτημα καὶ σήμερον ἐμπιστεύονται τὰ πάντα εἰς τὰς χεῖρας τῶν ἐργατῶν. Διατί ἡμεῖς δὲν θέλομεν νὰ ἀκολουθήσωμεν τὴν συνέπειαν τῆς ἀνθρωπίνης ψυχῆς, ἥτις εἶναι συνέπεια τοῦ πολέμου; Ζήτω ἡ Δημοκρατία! (Χειροκροτήματα)
§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πετρίδης Ναυπλίας.
§61Κ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Κύριοι πληρεξούσιοι, ζήτημα παμμεγίστης ἐθνικῆς σημασίας, ζήτημα συνδεόμενον μὲ αὐτὴν τὴν ὑπόστασιν ὄχι πλέον τῆς Ἑλληνικῆς Πατρίδος ἀλλὰ καὶ τῆς Ἑλληνικῆς Φυλῆς, ἀποτελεῖ τὸ ἀντικείμενον τῆς ἐρεύνης τοῦ σημερινοῦ Συνεδρίου. Ἔχομεν τὴν μεγάλην τιμὴν νὰ καταλεγώμεθα μεταξὺ τῶν ἐρευνητῶν τοῦ σπουδαίου τούτου ἐθνικοῦ ζητήματος, ἀλλ’ ἔχομεν καὶ τὴν συνείδησιν ὅτι ἐν τῇ καθόλου ἐρεύνη τούτου ὀφείλομεν νὰ ἀποβλέψωμεν καὶ πρὸς ἑαυτοὺς καὶ πρὸς τὸ Ἔθνος. Οὐδεὶς δύναται νὰ παραγνωρίσῃ τὴν μεγάλην εὐθύνην, ἣν ἀναλαμβάνει ἀπέναντι τοῦ Ἔθνους καὶ τῆς Ἱστορίας, προκειμένου νὰ ἐκφέρῃ γνώμην καὶ κρίσιν ἐπὶ ζητήματος συνδεδεμένου ἀρρήκτως μὲ αὐτὴν τὴν ἐθνικὴν ζωήν, ἡ ὁποία ἀπὸ δωδεκαετίας ἀγωνιζομένη τὸν ὑψηλὸν ἀγῶνα τῆς πραγματοποιήσεως τῶν ἐθνικῶν ἰδεωδῶν, ὃν ἐτερμάτισεν ἡ Συνθήκη τῆς Λωζάννης, πρόκειται νὰ διαγράψῃ τὰ ὅρια τῆς περαιτέρω εἰρηνικῆς διαδρομῆς τοῦ ἐθνικοῦ βίου, τὴν ὁποίαν νὰ παραδώσῃ εἰς τὰς ἐπερχομένας γενεὰς μὲ τὴν συνείδησιν ὅτι ἐπετέλεσε τὸ ὑψηλὸν καθῆκον ὅπερ ἐπιβάλλει ἡ ἐθνικὴ ἀποστολή του. Τὸ ἔργον τῆς ἐρεύνης δὲν εἶναι ἁπλοῦν καὶ δέον μετὰ περισσῆς σκέψεως καὶ λογισμοῦ νὰ προσηλωθῇ ἐν αὐτῷ ὁ ἐρευνητής, λαμβάνων ὑπ’ ὄψιν οὐ μόνον τὰς συγχρόνους ἐθνικὰς καὶ πολιτειακὰς συνθήκας, ἀλλὰ καὶ τὰς μελλούσας τοιαύτας τῆς προταθησομένης λύσεως μὲ τὴν συνείδησιν ὅτι ἐπετέλεσε τὸ καθῆκον του τόσον ἔναντι τοῦ Ἔθνους ὅσον καὶ ἔναντι τῆς Ἱστορίας, ἥτις ψυχραίμως καὶ ἀπαθῶς θὰ κρίνῃ τὸν σύγχρονον ἐρευνητήν. Μὴ λησμονεῖτε, κύριοι, ὅτι εἴμεθα τὸ πρῶτον Ἐθνικὸν Συνέδριον μετὰ μίαν ἐθνικὴν καταστροφὴν ὀφειλομένην ἀκριβῶς εἰς τὴν ἔλλειψιν κοινοβουλευτικῆς ὀργανώσεως. Ἡ σύνθεσις τῶν πολιτικῶν μαζῶν καὶ ἡ κοινοβουλευτικὴ αὐτῶν ἐκπροσώπησις ἐπιβάλλει τὴν αὐτοβουλίαν καὶ αὐτενέργειαν τῶν ἀπαρτιζόντων ταύτην μελῶν. Ἡ ἄποψις αὕτη οὐδέποτε ἀπετέλεσε τὸ ἀντικείμενον τῆς σκέψεως τοῦ Ἕλληνος πολιτικοῦ καὶ διὰ τοῦτο ἐν τῇ ἐμφανίσει τῶν κοινοβουλευτικῶν μαζῶν παρουσιάσθη πάντοτε τὸ ἄτοπον ὥστε τὰ μέλη τὰ πλασματικῶς συσσωματωμένα ὑπὸ τὸν τύπον τῆς κοινοβουλευτικῆς ἢ τῆς πολιτικῆς μάζης νὰ εἶναι τυφλὰ ὄργανα τῶν ἡγετῶν τῶν μαζῶν. Ἀρχή, λέγω, ἡ ὁποία πάντοτε παρωράθη. Ἀρχὴ ἡ ὁποία ἦτο μία ἀπὸ τὰς ἀφορμὰς τῆς ἐθνικῆς καταστροφῆς. Καὶ σᾶς φέρω ὡς παράδειγμα τὴν κοινοβουλευτικὴν μορφὴν τῆς προηγουμένης Ἐθνοσυνελεύσεως, ἡ ὁποία ἐπέφερε τὴν τραγῳδίαν τῆς ἐθνικῆς συμφορᾶς. Εἶναι γνωστὸν τὸ ἀπασχολῆσαν τὸ Ἑλληνικὸν Κοινοβούλιον ζήτημα τοῦ ἑλληνικοῦ δανείου. Τὸ δάνειον τοῦτο, κύριοι, δὲν εἶχε σκοπὸν ἐθνικόν, εἶχε σκοπὸν τονώσεως τῆς πολιτικῆς ἐκείνης τῆς ἀντιθηκῆς, τὴν ὁποίαν ἠκολούθουν οἱ ἡγέται αὐτῆς. Ἐνθυμεῖσθε ὅτι τὸ δάνειον ἐζητήθη ἀπὸ τὸ Ἑλληνικὸν Κοινοβούλιον μετὰ τὴν νόταν τοῦ Μαρτίου 1922, διὰ τῆς ὁποίας παρεχωρεῖτο αὐτονομία τῆς Σμύρνης καὶ ἀποκατάστασις τῆς Ἀνατολικῆς καὶ Δυτικῆς Θράκης ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῆς ἑλληνικῆς. Καὶ εὑρέθησαν, κύριοι, μέλη Κοινοβουλίου τὰ ὁποῖα ἄνευ οὐδεμιᾶς ἐρεύνης, ἄνευ οὐδεμιᾶς συνέσεως καὶ συνειδήσεως διὰ νὰ στηρίξουν τὸν Ἀρχηγόν των εἰς τὸ πρόγραμμα τὸ ἀντεθνικόν, τὸ ὁποῖον ἠκολούθει, ἔδωσαν ἀβασανίστως μίαν ψῆφον, ἡ ὁποία ἀπέβλεπεν εἰς δῆθεν τόνωσιν τῆς ἐκστρατείας τῆς Σμύρνης, ἐν ᾧ τοὐναντίον ἀπετέλεσε τὴν μοναδικὴν αἰτίαν τῆς ἐθνικῆς καταστροφῆς, διότι, ἂν οἱ βουλευταὶ ἐκεῖνοι εἶχον συνείδησιν τῆς ψήφου, τὴν ὁποίαν ἔδωσαν διὰ τὸν χρηματικὸν ἐκεῖνον ἀγῶνα, ὁ ὁποῖος δὲν εἶχε κανένα ἄλλον σκοπὸν εἰμὴ τὸν σκοπὸν τῆς ἀναγνωρίσεως βασιλικῆς παλινορθώσεως, θὰ παρῃτεῖτο ἡ Κυβέρνησις Γούναρη καὶ θὰ ἐπραγματοποιεῖτο ἡ νότα τῶν Δυνάμεων. Ἔχων ὑπ’ ὄψει μου ταῦτα καὶ διότι ἀντικρύζω τὸ πρῶτον ἐπίλεκτα καὶ ἐξέχοντα μέλη τοῦ Κοινοβουλίου ἅτινα ἀπὸ ἐτῶν μάχονται τὸν κοινοβουλευτικὸν ἀγῶνα, ἐνόμισα καθῆκον ἱερὸν νὰ ἐπιδιώξω τὴν αὐτοβουλίαν τῆς ψήφου μου, κινηθεὶς πρὸς τὰ ἔσω, ἤτοι πρὸς τοὺς ἡγέτας τῆς κοινοβουλευτικῆς μάζης, εἰς ἣν καταλέγομαι, μὲ τὴν ἁγνότητα τῆς τοιαύτης πολιτικῆς σκέψεως. Ἐθεώρησα καθῆκον, ἐπαναλαμβάνω, λόγῳ τῆς ἐθνικῆς σπουδαιότητος τῆς ψήφου μου νὰ μὴ ἀρκεσθῶ εἰς βάσανον αὐτῆς ἐν ἐμαυτῷ, ἀλλὰ νὰ ἐπικοινωνήσω μετὰ διακεκριμένων συναδέλφων μου ἐν συσκέψει, ἣν ἐν συνεννοήσει μετὰ τούτων προεκάλεσα, καὶ κατὰ τὴν ὁποίαν συνεζητήθη κατὰ πόσον ἠδύνατο τὸ δυναστικὸν ζήτημα νὰ ἀποτελέσῃ ἀντικείμενον κυβερνητικῆς ἐμπιστοσύνης ἢ ἔδει νὰ ἀφεθῇ ἐλευθέρα ἡ Συνέλευσις νὰ κρίνῃ τοῦτο διὰ μυστικῆς ψηφοφορίας. Ἀπὸ τῆς ἀπόψεως ταύτης τῆς καθαρῶς κοινοβουλευτικῆς εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἐπικοινωνήσω μετὰ τοῦ κυρίου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ὡς μέλος τῆς συσταθείσης Ἐπιτροπῆς. Ἡ Κυβέρνησις ἐπιμένουσα εἰς τὴν ὁδὸν ἣν ἀρχικῶς ἐχάραξε διὰ τῶν δηλώσεών της δὲν ἀπεδέχθη τὰς ἀπόψεις μας φρονοῦσα ὅτι ἔδει ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ νὰ τηρηθῇ ὁ τύπος ὁ κοινοβουλευτικὸς τῆς ἐμπιστοσύνης. Μετὰ τὴν γνώμην αὐτὴν τὴν κυβερνητικὴν ἓν καθῆκον ἐπιβάλλεται εἰς πάντα ἐρευνητήν, ὁ ὁποῖος ἀναγνωρίζει τὸν ὄγκον τῶν ἐθνικῶν εὐθυνῶν ἃς ὁποίας ἀναλαμβάνει δίδων ἢ ὑπὲρ τῆς μιᾶς ἢ τῆς ἄλλης λύσεως ψῆφον, καὶ ἔχει τὴν συναίσθησιν ὅτι ἡ ἄποψίς του θὰ κριθῇ ἀπὸ τὸν ψύχραιμον ἱστοριοδίφην: Τὸ καθῆκον τῆς κρίσεως τῶν κυβερνητικῶν δηλώσεων ἐν τῇ συνειδήσει ὅτι αἱ εὐθῦναι ἡμῶν δὲν εἶναι μόνον ἀπέναντι τοῦ Ἔθνους ἀλλὰ καὶ ἀπέναντι τῆς Ἱστορίας, διότι ἐπιδιώκομεν νὰ λύσωμεν ζήτημα τὸ ὁποῖον εἶναι συνδεδεμένον μὲ αὐτὴν τὴν ἐθνικὴν ὑπόστασιν, ζήτημα τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ κανονίσῃ ὄχι μόνον τὴν ζωὴν ἡμῶν, ἀλλὰ καὶ νὰ ρυθμίσῃ αὐτὴν τὴν ὕπαρξιν καὶ πολιτικὴν ζωὴν τῶν ἐπιγενομένων. Τὴν ἄποψιν τὴν κυβερνητικὴν ὡς εὐσυνείδητος ἀντιπρόσωπος τῆς Ἐπαρχίας μου Ναυπλίας) τὴν ἐβασάνισα ἐρευνήσας τὰς κυβερνητικὰς δηλώσεις ἐπὶ πολύ, τόσον ἀπὸ ἀπόψεως κοινοβουλευτικῆς ὅσον καὶ ἀπὸ ἀπόψεως πολιτικῆς καὶ θὰ παρακαλέσω ὑμᾶς νὰ μὲ παρακολουθήσητε ἐν τῇ τοιαύτῃ ἐρεύνῃ. Κύριοι, ἀπὸ διακεκριμένα καὶ ἐπίλεκτα μέλη τοῦ Κοινοβουλίου ἐξηνέχθη ἡ γνώμη τῆς κυριαρχίας τῶν Συνεδρίων. Μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης δὲν ἔχομεν οὐδεμίαν ἀντίθετον γνώμην ἐξενεχθεῖσαν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ τούτῳ εἰμὴ τὴν τῆς αὐτοκυριαρχίας καὶ παντοδυναμίας τοῦ Ἐθνικοῦ Συνεδρίου. Σέβομαι καὶ ὑπολήπτομαι τοὺς ἐξενεγκόντας τὴν νομικὴν καὶ πολιτικὴν αὐτὴν γνώμην, ἀλλὰ θὰ μοὶ ἐπιτρέψουν νὰ διαφωνήσω πρὸς ταύτην ἐπιστημονικῶς καὶ ἱστορικῶς. Τὸ δόγμα τῆς κυριαρχίας τῶν ἐθνικῶν συνεδρίων δὲν εἶναι ἀπόλυτον. Ἠρευνήθη ἀπὸ τοὺς μᾶλλον διακεκριμένους συνταγματολόγους καὶ δημοσιολόγους καὶ κατέληξεν εἰς τὴν ἀναμφισβήτητον διάκρισιν μεταξὺ κυριαρχίας τοῦ Συνεδρίου καὶ παντοδυναμίας αὐτοῦ. Εἶναι γνωσταὶ αἱ ἔρευναι καὶ τὰ ἀποτελέσματα τῶν ἐξενεχθεισῶν γνωμῶν ἀναφορικῶς πρὸς τὴν παντοδυναμίαν τῶν ἐθνικῶν συνεδρίων. Τὰ ἐθνικὰ συνέδρια καὶ δὴ αἱ Συντακτικαὶ Συνελεύσεις ἀσκοῦσιν ὄντως ἀπόλυτον τὴν πολιτικὴν ἐξουσίαν. Εἶναι οἱ μοναδικοὶ φορεῖς τῆς κυριαρχικῆς ἐξουσίας τοῦ Λαοῦ. Ἠρευνήθη ὅμως παρὰ τῆς Ἐπιστήμης καὶ τῶν συγγραφέων κατὰ πόσον εἶναι ἀπόλυτος ἡ οὕτως ἀσκουμένη κυριαρχία. Εἶναι παντοδύναμος ἢ ὑπόκειται εἰς περιορισμούς; Εἶναι γνωστὸν τὸ δόγμα τοῦ Jellinek ὅτι ἡ ἀσκουμένη παρὰ τῶν ἐθνικῶν συνεδρίων κυριαρχία τοῦ λαοῦ δὲν εἶναι παντοδύναμος, δὲν εἶναι ἀπόλυτος. Κατὰ τὸ δόγμα τοῦτο ἡ κυρίαρχος πολιτικὴ ἐξουσία εἶναι μεγίστη ἐν τῇ πολιτικῇ ἐξουσίᾳ, ἀλλὰ διὰ τοῦτο δὲν εἶναι παντοδύναμος ὑποκειμένη εἰς περιορισμοὺς ἀναλόγως τῶν σκοπῶν τοὺς ὁποίους ἐπιδιώκει. Ἡ τοιαύτη διάκρισις μεταξὺ τυπικῆς παντοδυναμίας τῆς κυριάρχου πολιτικῆς ἐξουσίας καὶ τῶν οὐσιαστικῶν περιορισμῶν αὐτῆς ἀναγνωρίζεται ὑπὸ τῶν συγγραφέων καὶ τῆς κοινοβουλευτικῆς πράξεως. Διὰ τοῦτο ἐν Ἀγγλίᾳ, ἥτις εἶναι ἡ κοιτὶς τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος καὶ ἐν τῇ ὁποίᾳ ἔχει ἀναγνωρισθῆ τὸ δόγμα τῆς κυριαρχίας τῶν ἐθνικῶν συνεδρίων, ὑπεστηρίχθη παρὰ τῆς θεωρίας καὶ τῆς πράξεως ὅτι δὲν ἔχουν παντοδυναμίαν, ἀλλ’ ἡ κυριαρχία των εἶναι πεπερασμένη. Ὑπεστηρίχθη ἐν Ἀγγλίᾳ παρὰ διασήμων συγγραφέων καὶ ἀνωτάτων δικαστικῶν λειτουργῶν, ὡς ὁ ἀρχιδικαστὴς Coke, ὁ λόρδος ἀρχιδικαστὴς Holt, ὁ λόρδος Hobart, ὅτι ἡ παντοδυναμία τῶν ἐθνικῶν συνεδρίων δὲν δύναται νὰ ὑπερβῇ τὰ ὅρια τοῦ Δικαίου καὶ τῆς Ἠθικῆς. Προχωρῶν δὲ ὁ ἐπιφανὴς Συνταγματολόγος Thomas ἐν τῇ ἑρμηνείᾳ τοῦ δημοσίου Ἀγγλικοῦ δικαίου καταλήγει εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι τὰ ὅρια τῆς παντοδυναμίας τῶν Κοινοβουλίων λήγουσιν ἐκεῖ ἔνθα ἄρχεται τὸ δικαίωμα τῆς ἀντιστάσεως τῶν λαῶν. Ἀλλ’ ἡ θεωρία αὕτη ἡ προερχομένη—τὸ ἐπαναλαμβάνω—ἐκ τῆς κοιτίδος τῶν ἐλευθέρων συνταγματικῶν θεσμῶν δὲν ὑπεστηρίχθη ἐν Ἀγγλίᾳ μόνον. Ἐν Γαλλίᾳ εἶναι γνωστὴ εἰς πάντας ἡ διδασκομένη θεωρία καθ’ ἣν ἐχαρακτηρίσθη μὲν ἡ πολιτικὴ ἐξουσία παντοδύναμος, ἐγένετο ὅμως διάκρισις μεταξὺ ἀπολύτου κυριαρχίας τῶν ἐθνικῶν συνεδρίων «Souveraineté absolue», σημαινούσης ὅτι ἡ πολιτικὴ ἐξουσία ἀκολουθεῖ τὰς συμβουλὰς τοῦ ὀρθοῦ λόγου, καὶ αὐθαιρέτου κυριαρχίας «Souveraineté arbitraire», σημαινούσης ὅτι αὕτη δὲν συμβουλεύεται τὸν ὀρθὸν λόγον ἀλλὰ τὰς ἰδιοτροπίας αὐτῆς, καὶ ἐδιδάχθη ἡ θεωρία ἡ ὁποία ἐξήρθη εἰς τὸ γνωστὸν δόγμα τοῦ Benjamin Constant, κατὰ τὸ ὁποῖον τὰ θεμελιώδη ἀξιώματα τοῦ Δικαίου, ὁ ὀρθὸς λόγος καὶ τὰ ἀτομικὰ δικαιώματα τῶν ἀποτελούντων τὴν Πολιτείαν μελῶν, ἐχαρακτηρίσθησαν ὡς τὰ ὅρια πάσης κυριάρχου ἐξουσίας καὶ ὅτε ἀκόμη τὸ θετὸν Δίκαιον παραγνωρίζει ταῦτα ἔχον τὴν δύναμιν νὰ καθιερώσῃ ἀρχὰς ἀντιθέτους πρὸς αὐτό. Τὴν ἄποψιν ταύτην ἀπεδέχθη καὶ τὸ Βελγικὸν Σύνταγμα καὶ οἱ Βέλγοι ἑρμηνευταί. Τὴν ἄποψιν ταύτην ἀπεδέχθη οὐ μόνον ἡ θεωρία ἀλλὰ καὶ ἡ κοινοβουλευτικὴ πρᾶξις. Τὴν ἠκολούθησαν ἡ Ἑλληνικὴ κοινοβουλευτικὴ Ἱστορία. Ὑπομιμνήσκω πρὸς ὑμᾶς τὴν κατὰ τὴν Ἐθνικὴν Συνέλευσιν τοῦ 1863 ἀγόρευσιν τοῦ Μίλησι, ὁ ὁποῖος ἐκηρύχθη κατὰ τοῦ δόγματος τὸ ὁποῖον ὑπεστήριξε τότε ὁ Καλλιγᾶς ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, προκειμένου νὰ κριθῇ ἡ τύχη τοῦ Ὑπουργείου τοῦ αἵματος. Ὁ Καλλιγᾶς διετύπωσε τὴν ἀπόλυτον αὐτοκυριαρχίαν τῆς Συνελεύσεως ὑποστηρίξας ὅτι τὸ δικαίωμα τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως ὅπως δικάσῃ ἀναπολογήτως τοὺς Ὑπουργοὺς τοῦ αἵματος εἶναι ἀπόλυτον εἰπὼν ὅτι «ἡ ἐξουσία τῆς Συνελεύσεως εἶναι ἀπόλυτος, ὥστε δὲν ἔχει νὰ κατηγορήσῃ καὶ νὰ καταδικάσῃ, νὰ εὕρῃ τὸ ἐπιλήψιμον, ἐπειδὴ καὶ μόνον οὕτω θέλει καὶ βούλεται, προβαίνει εἰς οἱανδήποτε ἀπόφασιν», εἰσηγηθεὶς ἐν τέλει ὅπως τὸ Ὑπουργεῖον τοῦτο ἀναπολογήτως καὶ ἀνερευνήτως ὑποστῇ τὴν ἐσχάτην τῶν ἐθνικῶν ποινῶν. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε, κύριοι, νὰ σᾶς μεταφέρω περικοπάς τινας τῆς τοιαύτης ἀγορεύσεως, ἥτις υἱοθετήσασα τὴν θεωρίαν τοῦ Constant εἶναι ἀξία πάσης προσοχῆς. (Ἀναγινώσκει:) «Τὸ δικαίωμα ὅπως δικάσῃ ἀναπολόγητον τὸ Ὑπουργεῖον ἡ Συνέλευσις δὲν εἶναι ἀπόλυτον. Ὁποία τις εἶναι αὕτη ἡ κυριαρχία, τὴν ὁποίαν ὡς τρομερὸν φάσμα ἐπισείει ἡ Κυβέρνησις εἰς πᾶσαν στιγμήν; Εἶναι ἆρά γε ἐξουσία ἀπόλυτος ἄνευ ὁρίων τοῦ ἐνεργεῖν αὐθαιρέτως καὶ κατὰ τὸ δοκοῦν; Δύναται ἡ Συνέλευσις διότι εἶναι κυρίαρχος νὰ καταπατήσῃ τὰ φθέγματα τῆς Ἠθικῆς, τὰς ἀναλλοιώτους ἀρχὰς τῆς Δικαιοσύνης, τὰ ἔμφυτα δικαιώματα τοῦ ἀνθρώπου; Ὄχι, κύριοι· οὐδεμία ἀνθρωπίνη ἐξουσία δύναται νὰ εἶναι ἀπόλυτος, διότι ὁ ἄνθρωπος καὶ ὁ κόσμος εἶναι σχετικὰ καὶ πεπερασμένα ὄντα. Καὶ ἡ κυριαρχία λοιπὸν ἔχει τὰ ὅριά της, ἅτινα διαγράφουν ἡ ἠθική, ἡ δικαιοσύνη καὶ ὁ ὀρθὸς λόγος. Ὁ κυρίαρχος, εἴτε Αὐτοκράτωρ ὀνομάζεται εἴτε Συνέλευσις, δὲν δύναται νὰ παραβιάσῃ τὴν ἐλευθερίαν καὶ τὴν συνείδησιν. Κυριαρχία ἀπόλυτος εἶναι ἢ τοῦ Νέρωνος ἐν Ρώμῃ ἢ τῶν Σουλτάνων ἐν Βυζαντίῳ. Εἶναι ὁ δεσποτισμὸς εἰς τὴν ἀνωτάτην του ἔκφανσιν ἐξασκούμενος σήμερον ὑπὸ τῆς Συνελεύσεως. Κυριαρχία ἀπόλυτος εἶναι μόνον ἡ ἀλήθεια, ἡ δικαιοσύνη καὶ ὁ ὀρθὸς λόγος». Ἑπομένως κύριοι, ὑποβάλλω ὑπὸ τὴν κρίσιν τοῦ Ἐθνικοῦ τούτου Συνεδρίου τὴν γνώμην ὅτι δὲν πρέπει νὰ παρασυρθῶμεν ἀπὸ τὸ δόγμα τῆς παντοδυναμίας τοῦ Ἐθνικοῦ Συνεδρίου καὶ παρακαλῶ ὑμᾶς ὅπως ἐρευνηθῇ ἡ τοιαύτη κοινοβουλευτικὴ καὶ συνταγματικὴ ἄποψις τοῦ συζητουμένου θέματος. Ἐγὼ τοὐλάχιστον ἔχω πολλοὺς ἐνδοιασμοὺς περὶ τῆς παντοδυναμίας τοῦ Συνεδρίου μὴ δικαιολογοῦντας τὴν δικαιοδοσίαν αὐτοῦ ὅπως ἀποφανθῇ περὶ τῆς τύχης τῆς ὑποδίκου Δυναστείας ἢ τοῦ πολιτεύματος. Αὐτὴ εἶναι καὶ ἡ δογματικὴ ἄποψις τῆς Κυβερνήσεως. Θὰ ἐξετάσω ἤδη τὴν πολιτικὴν ἄποψιν τῆς Κυβερνήσεως. Ἐξετέθην καὶ ἐγὼ ὑπὸ τὴν σημαίαν τοῦ μεγάλου Ἀρχηγοῦ τῆς Φυλῆς, τοῦ ὁποίου τὸ προεκλογικὸν πρόγραμμα συνίστατο εἰς τὴν διὰ τοῦ λαοψηφίσματος λύσιν τοῦ δυναστικοῦ καὶ πολιτειακοῦ ζητήματος μετὰ ἐλευθέραν ἐπὶ τούτων κοινοβουλευτικὴν συζήτησιν. Τὴν τοιαύτην πολιτικὴν γραμμὴν ἀκολουθεῖ καὶ ἡ Κυβέρνησις ἀποβλέπουσα διὰ τῶν προγραμματικῶν δηλώσεών της εἰς ἀνεπηρέαστον καὶ ἀμερόληπτον δημοψήφισμα, ὅπερ θέλει σεβασθῇ ἀπολύτως. Ἡ ἔλλειψις ἐμπιστοσύνης πρὸς τοιαύτην πολιτικὴν κατεύθυνσιν θὰ παρουσίαζε κατ’ ἐμὲ πολιτικὴν ἀνακολουθίαν, καθόσον, ἐνῷ ἐξαρτῶμεν τὴν ἔκπτωσιν τῆς Δυναστείας ἢ τὴν μεταπολίτευσιν ἐξ ἀμερολήπτου λαοψηφίσματος, πρὸς τὸ ὁποῖον ἀποβλέπομεν μετ’ εὐλαβείας, θὰ ἐδίδομεν ἐκ τῶν προτέρων σαφῆ καὶ ῥητὴν κυβερνητικὴν κατεύθυνσιν διὰ τοῦ σχηματισμοῦ δημοκρατικῆς Κυβερνήσεως. Τονίζω τοῦτο, διὰ νὰ ἀποκλείσω πᾶσαν δυσπιστίαν πρὸς τὰ πολιτικὰ καὶ στρατιωτικὰ μέλη τῆς παρατάξεως ἐκείνης (δεικνύει τὴν δημοκρατικὴν πτέρυγα). πρὸς τοὺς ἐθνικοὺς ἀγῶνας τῶν ὁποίων ὀφείλεται πᾶσα τιμή. Ἐπαναλαμβάνω ὅτι θὰ εἶμαι πολιτικῶς ἀνακόλουθος ἀρνούμενος ἐμπιστοσύνην πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἐπιζητοῦσαν τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος διὰ τῆς λαϊκῆς ψήφου. Πῶς εἰς τὴν λύσιν τὴν ὁποίαν ἐπιδιώκει αὕτη θὰ δοθῇ ἐκ τῶν προτέρων κατεύθυνσις μὲ ὡρισμένην Κυβέρνησιν ἔχουσαν ὡρισμένον πρόγραμμα καὶ δὴ δημοκρατικόν; Διὰ τοῦτο νομίζω ὅτι ἐφόσον ἀποβλέπομεν εἰς τὴν λαϊκὴν λύσιν δὲν δυνάμεθα ἐκ τῶν προτέρων νὰ προεξοφλήσωμεν αὐτὴν ἐγκαθιστῶντες δι’ ἀρνητικῆς ἡμῶν ψήφου δημοκρατικὴν Κυβέρνησιν. Κοινὸς πόθος ἡμῶν, κύριοι, εἶναι νὰ ἀποφύγωμεν τὴν λαϊκὴν παρεξήγησιν καὶ νὰ ἀποβλέψωμεν εἰς τὴν ἁγνὴν ἐκδήλωσιν τῆς λαϊκῆς γνώμης. Ταῦτα ὑποβάλλω ὑπὸ τὴν κρίσιν τοῦ Ἐθνικοῦ Συνεδρίου καὶ δηλώνω τὴν ἐμπιστοσύνην μου πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ὑπομιμνήσκων πρὸς ὑμᾶς ὅτι ὀφείλομεν νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει μας καὶ τὰ παραδείγματα τοῦ παρελθόντος καὶ τῶν προγόνων μας. Θὰ γνωρίζητε βεβαίως ὅτι μετὰ τὴν διὰ τοῦ ἐπαναστατικοῦ ψηφίσματος τῆς 10 Ὀκτωβρίου 1862 ἔκπτωσιν τῆς Δυναστείας τοῦ Ὄθωνος ἀνετέθη ὑπὸ τοῦ ἐπαναστατήσαντος λαοῦ εἰς τὴν προσωρινὴν Κυβέρνησιν Βούλγαρη ὅπως συγκαλέσῃ τὴν Ἐθνοσυνέλευσιν πρὸς σύνταξιν πολιτείας καὶ ἐκλογὴν τοῦ Ἡγεμόνος. Ἡ προσωρινὴ Κυβέρνησις διὰ προκηρύξεως, ἡ ὁποία ἐδημοσιεύθη τῇ 7ῃ Νοεμβρίου 1862, ἐκάλεσε τὸν Ἑλληνικὸν Λαόν, καθ’ ὑπέρβασιν τῆς ἐντολῆς τὴν ὁποίαν εἶχεν, ὅπως ἐκλέξῃ αὐτὸς τὸν Ἡγεμόνα ὁρίσασα τὰς ἐκλογὰς διὰ τὴν 24 Νοεμβρίου 1862 καὶ δικαιολογήσασα τὴν τοιαύτην ἐνέργειάν της διὰ τοῦ ψηφίσματος τῆς 19ης Νοεμβρίου 1862, ἐν τῷ ἄρθρῳ 1 τοῦ ὁποίου ἐφέρετο ἐπὶ λέξει ὅτι «λαβοῦσα ὑπ’ ὄψιν τὴν πολυειδῶς ἐκδηλωθεῖσαν θέλησιν τοῦ λαοῦ ὅπως ἐκλέξῃ τὸν Βασιλέα καλεῖ τὸν λαὸν δι’ ἀμέσου ἐκλογῆς νὰ ἐκλέξῃ τὸν Βασιλέα». Ἐφόσον λοιπὸν καὶ οἱ πρόγονοί μας ἠκολούθησαν τὸ δόγμα τοῦτο παρὰ τὴν ἐντολὴν ἣν εἶχον πρὸς τοῦτο, ἐπικριθέντες μάλιστα ἱστορικῶς διὰ τὴν τοιαύτην τυπικὴν ὑπέρβασιν τῆς ἐντολῆς, ὀφείλομεν καὶ ἡμεῖς νὰ ἀκολουθήσωμεν τούτους, προκειμένου περὶ ζητήματος τὸ ὁποῖον ἔχει τοσαύτην σημασίαν καὶ διὰ τὸ ὁποῖον ἄλλως ἔχομεν, ὡς προεξέθεσα, περιωρισμένην ἐντολήν. Μόνον διὰ μιᾶς τοιαύτης λαϊκῆς Δημοκρατίας θὰ ἐξασφαλίσωμεν τὴν ἐπιδιωκομένην ὁμαλότητα τοῦ πολιτικοῦ ἡμῶν βίου. (Χειροκροτήματα).
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καραπαναγιώτης.
§63Β. ΚΑΡΑΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ. Δὲν μᾶς καλεῖ, κύριοι πληρεξούσιοι, εἰς τὸ βῆμα ἡ ἀνάγκη, οὔτε τὰ πολλάκις καὶ κατὰ κόρον λεχθέντα νὰ ἐπαναλάβωμεν, οὔτε νὰ ἀναπτύξωμεν θεωρίας, τὰς ὁποίας ὁμολογοῦμεν ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ ἀναπτύξωμεν, οὔτε νὰ διαδηλώσωμεν δημοκρατικὴν πίστιν, οὔτε νὰ ἐκφέρωμεν εὐχὰς ὑπὲρ τῆς Δημοκρατίας, ἀλλὰ νὰ θελήσωμεν νὰ θέσωμεν ὀλίγον τὸ ζήτημα ἐπὶ βάσεων οὐσιαστικωτέρων καὶ νὰ θελήσωμεν νὰ θέσωμεν μερικὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα καὶ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ κακῶς παρεστάθησαν, εἰς τὴν πραγματικήν των θέσιν. Διότι ἔχομεν τὴν πεποίθησιν ὅτι ἡ πραγματικὴ τοποθέτησις τῶν γεγονότων τούτων θὰ διευκολύνῃ καὶ τὸν σχηματισμὸν γνώμης τῶν κυρίων πληρεξουσίων, θὰ διευκολύνῃ δὲ ἀναμφισβητήτως καὶ τὴν λῆψιν ἀποφάσεων, διότι δὲν φρονοῦμεν ὅτι ἕκαστος ἐνταῦθα ἔρχεται μὲ γνώμας καὶ ἀποφάσεις προειλημμένας, τὰς ὁποίας δὲν ἐννοεῖ ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ νὰ μεταβάλῃ. Ἀλλὰ τὸν σκοπὸν τοῦτον ἀκριβῶς ἐπιδιώκει ἡ ἐνταῦθα συζήτησις, ἵνα, εἰ δυνατόν, συνταυτισθῶσιν αἱ γνῶμαι καὶ καταστῇ δυνατὸν νὰ ἐξέλθῃ ἀπόφασις, ἡ ὁποία νὰ συγκεντρώνῃ ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότερον τὴν ὑποστήριξιν τοῦ συνόλου τῆς Συνελεύσεως. Πρὶν ἢ ὅμως εἰσέλθωμεν εἰς τὸ ὑπὸ ἐξέτασιν θέμα ἐπὶ τῶν δύο οὐσιαστικωτέρων ζητημάτων, τοῦ δυναστικοῦ καὶ πολιτειακοῦ, θὰ παρεκάλουν νὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ τονίσω μίαν οὐσιώδη παράλειψιν τῶν κυβερνητικῶν δηλώσεων καὶ νὰ ἐκφράσω τὴν λύπην μου διὰ ταύτην. Ἥ τε προκάτοχος Κυβέρνησις καὶ ἡ παροῦσα διάδοχος παρέλειψαν μίαν ὑποχρέωσιν, τὴν ὁποίαν ἰδιαιτέρως ἡ Συνέλευσις αὕτη ἔχει ἔναντι μιᾶς προνομιούχου τάξεως τῆς σημερινῆς Ἑλληνικῆς Κοινωνίας. Ἡ προνομιοῦχος αὕτη τάξις δὲν εἶναι τάξις δημιουργηθεῖσα ἐκ τοῦ κοινωνικοῦ ἀγῶνος, ἐκ τῆς καθημέραν πάλης τῶν κοινωνικῶν τάξεων, ἀλλ’ εἶναι τάξις προνομιοῦχος, τὴν ὁποίαν ἐδημιούργησαν οἱ μακροὶ τῆς Φυλῆς ἀγῶνες, εἶναι τάξις ἡ ὁποία ἔγραψε δικαιώματα ἀπαράγραπτα μὲ τὸ αἷμα τὸ ἀφθόνως χυθὲν τῶν τέκνων τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ. (Χειροκροτήματα). Ἡ Κυβέρνησις ἐλησμόνησε τὴν προνομιοῦχον τάξιν τῶν ἐφέδρων τῆς Ἑλλάδος. Εἶναι γνωστόν, κύριοι, ὅτι οἱ ἔφεδροι τῆς Ἑλλάδος ἐπὶ μακρὰ ἔτη ἐξετέλεσαν πιστῶς τὸ καθῆκον εἰς τὸ ὁποῖον τοὺς ἐκάλεσεν ἡ Πατρὶς διὰ τὴν διεκδίκησιν τῶν προαιωνίων τῆς Φυλῆς δικαίων καὶ οὐδεὶς δύναται νὰ ἀμφισβητήσῃ τὰ δικαιώματα τὰ ἀπαράγραπτα, τὰ ὁποῖα κέκτηνται ἐπὶ τῆς σημερινῆς Πολιτείας. Καὶ τὰ δικαιώματά των ταῦτα δὲν θὰ ἐξυπηρετηθῶσι δι’ ἐκφράσεων ἁπλῶν συμπαθειῶν μόνον εἰς τοὺς πολιτικοὺς λόγους τῶν συλλαλητηρίων. Δὲν πρέπει δὲ νὰ περιοριζώμεθα εἰς τὴν ἔκφρασιν μόνον λόγων καὶ συμπαθειῶν, διότι τὸ μέλλον πιθανῶς νὰ μᾶς ἐπιφυλάσσῃ τὴν ἀνάγκην τούτων, ὄχι νὰ ἐπεκτείνωμεν φυσικά, ἀλλὰ νὰ συγκρατήσωμεν τὰ σημερινὰ τῆς Ἑλλάδος σύνορα. Ἡ συμπάθεια πρέπει νὰ ἐκδηλοῦται ἐμπράκτως διὰ νόμων τῆς Πολιτείας, διὰ μέτρων μελετημένων, ὅπως συνέβη εἰς ὅλα τὰ Εὐρωπαϊκὰ Κράτη, εἰς τὰ ὁποῖα μετὰ τὸν πόλεμον παρουσιάσθη τὸ τεράστιον πρόβλημα, πρόβλημα ὄχι μόνον ζωτικόν, ἀλλὰ καὶ ἠθικόν, τῆς ἀποκαταστάσεως μιᾶς τάξεως, ἡ ὁποία καθ’ ἣν στιγμὴν οἱ ἄλλοι, ἔστω καὶ διὰ λόγους οἱ ὁποῖοι δὲν ἐπιβαρύνουσιν ἐκείνους, ἐκάθηντο εἰς τὰς ἑστίας των, ἐκείνη ἠγωνίζετο. Θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν, ἂν ἔχῃ τὴν καλωσύνην, νὰ εἴπῃ μερικὰς λέξεις διὰ τὴν προνομιοῦχον ταύτην τάξιν. Εἶμαι δὲ ὑποχρεωμένος νὰ ἐκφράσω καὶ τὴν λύπην μου διότι καὶ ἡ Ἐπανάστασις ἀκόμη δὲν ἔλαβεν ὑπὲρ τῆς τάξεως ἐκείνης τὰ μέτρα τὰ ὁποῖα ἡ Ἐπανάστασις, ἰδίᾳ ὡς Ἐπανάστασις στρατιωτική, εἶχε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ λάβῃ. Ἤδη θὰ εἰσέλθω, κύριοι, συντομώτατα εἰς τὰ δύο ὑπὸ ἐξέτασιν ζητήματα, τὸ δυναστικὸν καὶ τὸ πολιτειακόν. Μετὰ τὸ ἀποτέλεσμα τῶν ἐκλογῶν τῆς 16ης Δεκεμβρίου ἀναμφισβητήτως πολλοὶ ἦσαν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ ἠδύναντο νὰ ἀμφισβητήσωσι τὸ δημοκρατικὸν ἀποτέλεσμα τῶν ἐκλογῶν ἐκείνων. Διότι δὲν φρονοῦμεν ὅτι ἡ ἀρίθμησις τῶν ἀποτελεσμάτων δύναται νὰ μᾶς δώσῃ σαφῆ ἐξαγόμενα καὶ σαφῆ ἀποτελέσματα. Ἀλλ’ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον οὐδεὶς οὐδαμοῦ στηριζόμενος θὰ ἠδύνατο νὰ ἀμφισβητήσῃ εἶναι τὸ ἀντιδυναστικὸν ἀποτέλεσμα τῶν ἐκλογῶν. Πληρεξούσιός τις εἴτε ἀνήκει εἰς τὴν πτέρυγα τὴν ἀριστεράν, εἴτε εἰς τὴν πτέρυγα τῶν δημοκρατικῶν–φιλελευθέρων, εἴτε εἰς τὴν δεξιάν, φρονῶ ὅτι ἔχει μίαν κατηγορηματικὴν ἐντολήν, καὶ ἡ ἐντολὴ αὕτη εἶναι καθαρῶς ἀντιδυναστική. Καὶ θὰ εἴπωσιν ἀσφαλῶς τινες: Ἔχει καλῶς. Διὰ τοὺς ὑποψηφίους τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως», διὰ τοὺς ὑποψηφίους δημοκρατικοὺς φιλελευθέρους ζήτημα δυναστικὸν ἐτέθη κατὰ τὰς ἐκλογάς. Ἀλλὰ διὰ τοὺς συντηρητικοὺς φιλελευθέρους δὲν ἐτέθη. Ἐπιμένω καὶ πιστεύω ὅτι καὶ διὰ τούτους ἐτέθη. Νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ἀναδράμωμεν συντομώτατα εἰς τὴν πρόσφατον ἱστορίαν τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων ἀπὸ τοῦ 1916 μέχρι σήμερον. Ἂν ἀνατρέξωμεν, κύριοι, συντομώτατα εἰς τὴν ἱστορίαν ταύτην, θὰ ἴδωμεν ὅτι διὰ τὴν ψυχολογίαν τοῦ κόσμου δικαίως ἡ λέξις φιλελεύθερος δὲν σημαίνει τίποτε ἄλλο εἰμὴ ἀντιδυναστικόν. (Χειροκροτήματα). Δὲν θὰ ἀνατρέξωμεν, κύριοι, εἰς μακροτάτην ἐποχήν. Θὰ ἀναμετρήσωμεν μόνον σημεῖά τινα ἀπὸ τοῦ 1916 μέχρι σήμερον. Ἡ Ἐπανάστασις τοῦ 1916 διὰ τὴν ψυχολογίαν τοῦ κόσμου, ὄχι διὰ τὴν ψυχολογίαν τῶν ἀρχηγῶν ἢ τῶν πολιτευομένων, εἶχε χαρακτῆρα ἀντιδυναστικόν. Νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ ἀξιότιμος καὶ σεβαστὸς ἐκ Λαμίας πληρεξούσιος νὰ μὴ συμφωνήσω μὲ τὴν χθὲς ἐκφρασθεῖσαν γνώμην του, ὅτι δὲν εἶχε χαρακτῆρα ἀντιδυναστικὸν ἡ Ἐπανάστασις ἐκείνη. Ἡ φωνὴ «κάτω ἡ Δυναστεία» ἠκούσθη ἀμέσως καθ’ ὅλην τὴν ἐπαναστατημένην Ἑλλάδα. Ἡ φωνὴ αὕτη ἠκούσθη ἅμα τῇ ἐκρήξει τῆς Ἐπαναστάσεως ἐκείνης ἐν Μυτιλήνῃ, ἐν Κρήτῃ, ἐν Θεσσαλονίκῃ καὶ εἰς ὅλας τὰς νήσους τοῦ Αἰγαίου. Ἡ φωνὴ ἐκείνη κατεπνίγη. Οὐδένα θέλω νὰ μεμφθῶ διὰ τοῦτο. Πιθανὸν νὰ ὑπῆρχον λόγοι σοβαρώτατοι, οἵτινες νὰ ἐπέβαλλον τὴν κατάπνιξιν τῆς φωνῆς ἐκείνης. Ἀλλὰ μόνον θέλομεν νὰ προσδιορίσωμεν τὸ γεγονός. Καὶ τὸ γεγονὸς εἶναι ὅτι ἡ ψυχολογία τοῦ ἐπαναστατήσαντος κόσμου ἦτο ἀντιδυναστική. Μετὰ τὰ Νοεμβριανὰ θὰ ἐνθυμῶνται ὅλοι πολὺ καλὰ τί συνέβη εἰς τὴν Θεσσαλονίκην καὶ τὴν Κρήτην καὶ τὴν Μυτιλήνην. Ὁ Λαὸς καὶ ὁ Στρατὸς ἄνευ ὁδηγιῶν, ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀνωτέρας ἐπιταγῆς καὶ στέμματα ἐξήλωσε καὶ θυρεοὺς κατεβίβασε, διότι ἡ ψυχὴ τοῦ Λαοῦ ἦτο ἀντιδυναστική. Ἂς ἔλθωμεν εἰς τὰς ἐκλογὰς τοῦ 1920. Κατὰ τὰς ἐκλογὰς τοῦ 1920 ὑπὸ τοῦ ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων ἐτέθη ζήτημα δυναστικόν, διότι ὁ ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων μετὰ τὸν θάνατον τοῦ Βασιλέως Ἀλεξάνδρου ἠρνήθη δικαίως νὰ ἐπαναφέρῃ τὸν Κωνσταντῖνον ἐπὶ τοῦ Θρόνου. Δὲν περιωρίσθη μόνον εἰς τὸ νὰ μὴ τὸν ἐπαναφέρῃ, ἀλλ’ ἐστέργησε καὶ τῆς διαδοχῆς τὸν διάδοχον Γεώργιον, τὸν σημερινὸν τῆς Ἑλλάδος Βασιλέα.
§64ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Δὲν εἶναι.
§65Β. ΚΑΡΑΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ. Εἶναι. Ὡρκίσθη εἰς τοῦτον ἡ Κυβέρνησις. Κατὰ τὰς ἐκλογὰς ἐκείνας ἐτέθη καὶ ζήτημα Κωνσταντίνου καὶ ζήτημα Γεωργίου. Καὶ ἡ ψῆφος τῶν Φιλελευθέρων, ἡ ὁποία, ὡς γνωστόν, συνεκέντρωσε πλέον τοῦ ἡμίσεος τοῦ κόσμου τοῦ ψηφίσαντος κατὰ τὰς ἐκλογὰς ἐκείνας, ἐξεφράσθη σαφῶς οὐ μόνον κατὰ τοῦ Κωνσταντίνου, ἀλλ’ ἐξεφράσθη καὶ κατὰ τοῦ Γεωργίου. Καὶ εἶναι δυνατὸν νὰ εἴπῃ τις ὅτι, ἐπειδὴ δὲν ἐτέθη τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ζήτημα Παύλου, οἱ Φιλελεύθεροι ἐψήφισαν ὑπὲρ τοῦ βασιλόπαιδος Παύλου;
§66Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Θέλω νὰ ὑπομνήσω ὅτι ὁ ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων εἰς τὴν ἄλλην Βουλὴν κατὰ τὰς τελευταίας συνεδριάσεις εἶπεν ὅτι, ἂν οἱ ἀντίπαλοι ἡμῶν θέσουν ζήτημα Κωνσταντίνου, τότε ἡμεῖς θὰ θέσωμεν ζήτημα μεταξὺ Δυναστείας καὶ Δημοκρατίας. Ἦτο ἡ ἐπίσημος δήλωσις τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ κύριος Βενιζέλος, ὅταν οἱ ἀντίπαλοι ἔθετον τὸ ζήτημα εἰς τὰς ἄλλας ἐκλογάς.
§67Β. ΚΑΡΑΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ. Ἔχει καλῶς. Μὲ τὴν διαφορὰν ὅτι δὲν θέλω νὰ στηριχθῶ ἐπὶ βάσεων ὑποθετικῶν.
§68Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Δὲν ἐνθυμοῦμαι.
§69Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μὴ διαψεύδετε, κύριε Τσιριμῶκε. Νὰ ἴδητε τὰ πρακτικά.
§70Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Δὲν γνωρίζω τοιοῦτόν τι.
§71Β. ΚΑΡΑΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ. Δὲν θέλω, κύριοι, νὰ στηριχθῶ ἐπὶ λόγων καὶ βάσεων ὑποθετικῶν καὶ οἱ ὁποῖοι νὰ ἀμφισβητῶνται. Θέλω νὰ στηριχθῶ ἐπὶ γεγονότων ἀναμφισβητήτων καὶ λέγω, ὅτι κατὰ τὰς ἐκλογὰς τοῦ 1920 ὁ λαὸς ὁ φιλελεύθερος, ἡ πλειονότης δηλαδή, κατεψήφισε καὶ ἀπεδοκίμασε τὸν Γεώργιον μετὰ τοῦ Κωνσταντίνου. Καὶ θέλω νὰ ἐρωτήσω· ἂν κατὰ τὰς ἐκλογὰς τοῦ 1920 κατεψήφισεν ὁ φιλελεύθερος κόσμος καὶ ἀπεδοκίμασε τὸν Γεώργιον, φρονεῖτε ὅτι δὲν τὸν ἀπεδοκίμασε κατὰ τὰς ἐκλογὰς τῆς 16ης Δεκεμβρίου, διατεινόμενοι ὅτι δὲν ἐτέθη ζήτημα δυναστικόν; Καὶ μήπως ἐμεσολάβησαν γεγονότα τοιαῦτα ἐν τῷ μεταξύ, τὰ ὁποῖα νὰ μᾶς πείσουν ὅτι ἦτο δυνατὸν ὁ φιλελεύθερος κόσμος νὰ μεταβάλῃ τὰς ἀπόψεις του ὡς πρὸς τὴν Δυναστείαν, ἢ μήπως ἐμεσολάβησαν ὅλα τὰ γεγονότα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα πείθουσιν ὅτι ὄχι μόνον οἱ Φιλελεύθεροι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀλλάξωσι γνώμην ὡς πρὸς τὴν ἀποδοκιμασίαν τῆς Δυναστείας, ἀλλὰ τοὐναντίον εἶχον κάθε λόγον ὄχι μόνον εἰς ἀριθμὸν νὰ ἐνισχυθῶσιν, ἀλλὰ καὶ τὸ φρόνημά των τὸ ἀντιδυναστικὸν νὰ τονωθῇ; Δὲν ἔχω παρὰ νὰ ἀναφέρω ἓν μόνον συγκεκριμένον γεγονός. Ὁ Βασιλεὺς Κωνσταντῖνος μετὰ τὴν πρώτην πτῶσιν τῆς Κυβερνήσεως Γούναρη, ὅταν δὲν ἐδέχθη ἢ μᾶλλον ὅταν ἠρνήθη νὰ καλέσῃ εἰς τὴν Ἀρχὴν τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων, τί ἄλλο ἔκαμνε, κύριοι, καὶ τί ἄλλο ἔλεγε, παρ’ ὅτι δὲν καλεῖ τοὺς Φιλελευθέρους, διότι οἱ Φιλελεύθεροι ἦσαν ἐχθροὶ τῆς Δυναστείας του; (Χειροκροτήματα). Ἂν ζήτημα δυναστικόν, κύριοι, δὲν ἐτέθη κατὰ τὰς ἐκλογὰς παρ’ ἡμῶν, ἐτέθη παρὰ τῆς Δυναστείας. Καὶ ἂν ἀκόμη παραδεχθῶμεν ὅτι παρ’ ἡμῶν δὲν ἐτέθη, λέγω ὅτι ἐτέθη παρὰ τῆς ἡνωμένης Ἀντιδράσεως. Ἂν θέλητε, κύριοι, νὰ ἐξετάσητε τὰ προγράμματα ὅλων τῶν κομμάτων, τὰ ὁποῖα ἦσαν ἕτοιμα νὰ κατέλθωσιν εἰς τὰς ἐκλογὰς καὶ τὰ ὁποῖα βραδύτερον ἀπέσχον, θὰ ἴδητε μὲ τί πρόγραμμα κατῆλθον. Κατῆλθον μὲ πρόγραμμα ἀσφαλῶς δυναστικόν. Ἔλεγον ὅτι πρόγραμμά των ἦτο ἡ ὑπεράσπισις τῆς Δυναστείας, ἡ ὁποία ἐκινδύνευεν ἀπὸ τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων. Δὲν ἐτέθη, κύριοι, παρ’ ἡμῶν καὶ ἐτέθη ἀρνητικῶς παρὰ τῶν ἀντιπάλων. Καὶ ἐτέθη, λέγω, παρ’ ἐκείνων διὰ τὸν λόγον ὅτι διὰ τῶν προγραμμάτων των, ἐὰν μετεῖχον, εἴτε καὶ διὰ τῆς ἀποχῆς των, ἐκράτησαν μακρὰν τῶν φιλελευθέρων καλπῶν ἕνα μόνον κόσμον, κύριοι, τὸν κόσμον τὸν δυναστικόν. Κατόπιν τούτου εἶμαι ἀκραδάντως πεπεισμένος ὅτι ἡ ψῆφος τῆς 16ης Δεκεμβρίου ὄχι μόνον διὰ τὴν Δημοκρατικὴν Ἕνωσιν, ὄχι μόνον διὰ τοὺς δημοκρατικοὺς φιλελευθέρους, ἀλλὰ καὶ διὰ τοὺς φιλελευθέρους συντηρητικούς, καὶ ἂν ἀκόμη παρὰ τῶν πληρεξουσίων δὲν ἐτέθη ζήτημα τοιοῦτον κατὰ τὰς ἐκλογάς, ἡ σημασία, λέγω, τῆς ψήφου τῆς 16ης Δεκεμβρίου εἶναι καθαρῶς ἀντιδυναστική. (Χειροκροτήματα). Καὶ διὰ τοῦτο λέγω, κύριοι, ὅτι ὄχι μόνον δικαίωμα ἔχετε νὰ προβῆτε εἰς τὴν ἔκπτωσιν τῆς Δυναστείας, ὄχι μόνον ἀναφαίρετον πρὸς τοῦτο συντακτικὸν δικαίωμα ἔχετε, δικαίωμα τὸ ὁποῖον οὐδεὶς ἐντεῦθεν ἠμφισβήτησε, παρ’ ὅλην τὴν λαϊκὴν ἐντολὴν τὴν ὁποίαν παρὰ τῶν ἐκλογέων του ἔλαβεν, ἀλλὰ καὶ τὴν ὑποχρέωσιν τὴν ἐπιτακτικὴν ἔναντι τοῦ Λαοῦ νὰ προβῆτε εἰς τὴν ἔκπτωσιν τῆς Δυναστείας. Διότι μὴ προβαίνοντες κλονίζετε τὸ κῦρος τῆς Συνελεύσεως ταύτης καὶ ἐπισύρετε ἐπὶ τῶν τυχῶν τῆς Χώρας καὶ ἐπὶ τῶν τυχῶν τῆς Συνελεύσεως συνεπείας ἀνυπολογίστους. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἄποψίς μου, κύριοι, ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τὸ δυναστικόν. Ἀλλ’ ἐν τῷ μεταξὺ ἐμεσολάβησε, κύριοι, ἀμέσως μετὰ τὰς ἐκλογὰς τῆς 16ης Δεκεμβρίου ἓν γεγονός. Τὸ γεγονὸς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον διὰ πραξικοπήματος, ἂν θέλητε, ἢ δι’ ἡμιαποφάσεως τῆς Ἐπαναστάσεως, ἢ διὰ πρωτοκόλλου τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ Στρατοῦ καὶ τοῦ Στόλου, ἐπέφερε τὴν ἔξωσιν τῆς Δυναστείας. Τὸ γεγονός, κύριοι, ποικιλοτρόπως ἐχαρακτηρίσθη παρὰ τοῦ πολιτικοῦ κόσμου. Δὲν θὰ εἴπωμεν ἐνταῦθα πῶς ἐχαρακτηρίσθη, οὔτε καὶ διὰ τίνας λόγους ἐχαρακτηρίσθη κατὰ διαφόρους τρόπους. Πάντως φρονῶ ὅτι οἱ χαρακτηρισμοὶ ἐκεῖνοι ἀπετέλεσαν βαρυτάτην μομφὴν ἐναντίον τοῦ Σώματος τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ Στρατοῦ καὶ τοῦ Στόλου, τὴν ὁποίαν μοὶ φαίνεται ὅτι εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ ἄρωμεν. Χωρὶς νὰ ἔχωμεν τὴν ἀξίωσιν ὅτι ἀντιπροσωπεύομεν τὸν Στρατὸν καὶ τὸν Στόλον ἀλλὰ μόνον τὸν Λαόν, παρ’ οὗ ἐξελέγημεν, μνήμονες ὅμως τῶν ὑποχρεώσεών μας ἀπέναντι τῶν τέως ἐν τῷ Στρατῷ συναδέλφων μας εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ ὑπερασπίσωμεν τὸ ὄνομα καὶ τὴν τιμὴν ἐκείνων ὅταν θίγωνται. (Χειροκροτήματα).
§72Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ τοὐλάχιστον δὲν ἀντελήφθην ὅτι ἐθίγη.
§73Β. ΚΑΡΑΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ. Ὅτε ἡ γενναία, κατ’ ἐμὴν κρίσιν, ἐκείνη χειρονομία ἀποκαλεῖται ράπισμα κατὰ τῆς ἐθνικῆς κυριαρχίας...
§74Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Αὐτὸ ἀποτελεῖ κρίσιν πολιτικήν.
§75Β. ΚΑΡΑΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ. Ὡς πολιτικὴν μομφὴν τὴν ἐννοῶ κατὰ τοῦ Στρατοῦ καὶ τοῦ Στόλου.
§76Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὅταν οἱ ἀξιωματικοὶ ἐπιχειροῦν πράξεις πολιτικάς, ὑπόκεινται καὶ αὐτοὶ εἰς κρίσεις πολιτικάς, αἵτινες δὲν ἀποτελοῦν οὐδεμίαν ἀπολύτως μομφήν.
§77Β. ΚΑΡΑΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ. Ὅταν οἱ ἀξιωματικοὶ προέβαινον εἰς τὴν πολιτικὴν ἐκείνην πρᾶξιν, λέγω ὅτι εἶχον δικαίωμα νὰ προβοῦν εἰς ταύτην.
§78Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Αὐτὸ εἶναι μία ἀντίληψις.
§79Β. ΚΑΡΑΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ. Αὐτὴν τὴν ἀντίληψιν, κύριε Πρόεδρε, θὰ ἀναπτύξω. Καὶ διὰ νὰ ὑποστηρίξω, κύριοι, τὴν ἄποψίν μου θὰ θελήσω νὰ θέσω ἱστορικῶς μερικὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα ἀφοροῦν τὴν ἔκρηξιν καὶ τὴν ἐξέλιξιν τῆς Ἐπαναστάσεως τοῦ 1922. Ὁ ἀξιότιμος καὶ σεβαστός μοι πληρεξούσιος Ἀθηνῶν–Πειραιῶς καὶ πρῶτος ἀρχηγὸς τῆς Ἐπαναστάσεως, ὁ κ. Γονατᾶς, ὡμίλησε καὶ ἔθεσε μίαν ἄποψιν τῆς Ἐπαναστάσεως τοῦ 1922. Νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. πληρεξούσιος νὰ μὴ συμφωνήσω εἰς τὴν ἄποψιν ἐκείνην. Χωρὶς ποσῶς νὰ θελήσω νὰ ἀμφισβητήσω τὴν ἀκρίβειαν τῶν παρ’ αὐτοῦ λεχθέντων, χωρὶς ποσῶς νὰ διέλθῃ τῆς κεφαλῆς μου ἡ ἰδέα ὅτι θὰ προετιθέμην νὰ μειώσω ποσῶς τὸ ἐγνωσμένον κῦρος τοῦ πρώτου ἀρχηγοῦ τῆς Ἐπαναστάσεως, πρὸς τὸν ὁποῖον τρέφω ἀπόλυτον σεβασμὸν καὶ διὰ τὰς πολλαπλᾶς πρὸς τὴν Πατρίδα ὑπηρεσίας, ἀλλὰ καὶ διότι καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τῆς Ἐπαναστάσεως μοὶ ἐδόθη ἐπανειλημμένως ἀφορμὴ νὰ ἐκτιμήσω τὴν σύνεσιν καὶ τὴν ἀκεραιότητα τοῦ χαρακτῆρος ἐκείνου, θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ, λέγω, νὰ μὴ συμφωνήσω ἐπὶ τῆς οὐσίας τοῦ παρ’ αὐτοῦ τεθέντος ζητήματος. Εἶπεν ὁ ἀξιότιμος πληρεξούσιος Ἀθηνῶν–Πειραιῶς, ὅτι ἡ Ἐπανάστασις τοῦ 1922, ἐκραγεῖσα, δὲν εἶχε τὴν πρόθεσιν πολιτειακῆς μεταβολῆς. Τὸ ἀμφισβητῶ. Καὶ τὸ ἀμφισβητῶ ἐπὶ τῇ βάσει ἑνὸς γεγονότος: Τοῦ γεγονότος ὅτι ἡ πρώτη Ἐπαναστατικὴ Ἐπιτροπή, δυστυχῶς, ἐτηρήθη ξένη πρὸς τὴν ψυχολογίαν τῆς Ἐπαναστάσεως. Δὲν θέλω ποσῶς, κύριοι, νὰ ἀποχωρίσω τὴν Ἐπανάστασιν ἀπὸ τοὺς ἀρχηγούς της. Ἀλλὰ θέλω νὰ εἴπω ὅτι ἄλλη ὑπῆρξεν ἡ ψυχολογία τῆς Ἐπαναστάσεως καὶ ἄλλη ἡ ψυχολογία τῆς Ἐπιτροπῆς ἐκείνης. Ἡ ψυχολογία τῆς Ἐπαναστάσεως τοῦ 1922 ὑπῆρξε δημοκρατικὴ καὶ καθαρῶς ἀντιδυναστική. Θὰ ἠδυνάμην, κύριοι πληρεξούσιοι, νὰ σᾶς παρουσιάσω τὴν πρώτην ἐπαναστατικὴν προκήρυξιν — ἐπικαλοῦμαι τὸν ἀξιότιμον πληρεξούσιον Λαρίσης κύριον Πρωτοσύγκελλον — ἡ ὁποία ὁμιλεῖ περὶ ἐξώσεως τῆς Δυναστείας ὅλης. Δὲν ὁμιλεῖ μόνον περὶ τοῦ Βασιλέως. Ὁμιλεῖ περὶ τῆς Δυναστείας ὁλοκλήρου. Ἀλλ’ ἡ προκήρυξις ἐκείνη, κύριοι, δὲν εἶδε τὸ φῶς τῆς ἡμέρας, διότι ἀναχωρήσαντες ἐκ Μυτιλήνης καὶ Χίου εὑρέθημεν μίαν καλὴν ἡμέραν εἰς τὸ Λαύριον καὶ τὸν Πειραιᾶ, ἵνα πληροφορηθῶμεν ὅτι διοικούμεθα παρ’ Ἐπαναστατικῆς Ἐπιτροπῆς, τῆς ὁποίας μέλη τινά, ἡμεῖς τοὐλάχιστον, ἐνομίζομεν ὅτι διατελοῦσιν εἰσέτι ὑπὸ περιορισμόν, ὃν τοῖς ἐπεβάλομεν ἐν Μυτιλήνῃ καὶ Χίῳ διὰ τὰ δυναστικά των φρονήματα. Ἐπιθυμῶ νὰ μὴ δημιουργηθῇ ἡ παρεξήγησις ὅτι διὰ τῶν λόγων μου εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ ὑπονοῶ τὸν πρῶτον Ἀρχηγὸν τῆς Ἐπαναστάσεως. Ἀφορᾷ πάντα ἄλλον πλὴν ἐκείνου. Ἀλλ’ οὐ μόνον διὰ τὸν λόγον τοῦτον, ἀλλὰ καὶ διότι ὅτε ἤλθομεν εἰς τὸ Λαύριον καὶ τὸν Πειραιᾶ ἐπληροφορήθημεν αἰφνιδίως ὅτι ἐφέρομεν μεθ’ ἡμῶν ἐν πλῷ πληθὺν ἀξιωματικῶν, τοὺς ὁποίους ἡ μὲν κοινὴ γνώμη ἠθέλησεν ἐπαναστάτας, ἀλλ’ ἡμεῖς ἐγνωρίζομεν ὅτι δὲν ἀπετέλουν παρὰ τοὺς συμπλωτῆρας ἑνὸς πλοῦ ἐκ Μυτιλήνης καὶ Χίου εἰς Πειραιᾶ. Καὶ λέγω ὅτι ἡ πραγματικὴ ψυχὴ τῆς Ἐπαναστάσεως ἐνυπῆρχεν εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς τῆς Ἐπαναστάσεως, τοὺς ἀξιωματικοὺς ἐκείνους οἵτινες εἶχον ἐννοήσει βαθέως καὶ τὰς προθέσεις τῆς Ἐπαναστάσεως καὶ τὴν ψυχολογίαν της. Ἐννοῶ τοὺς ἀξιωματικοὺς ἐκείνους, οἵτινες δὲν παρέμειναν ἐπαναστάται μόνον εἰς τὰς εὐκόλους στιγμάς, ἀλλὰ παρέμειναν τοιοῦτοι ἰδίᾳ εἰς τὰς στιγμὰς τῆς κρίσεως τοῦ ἐπαναστατικοῦ ἔργου, εἰς τὰς παραμονὰς τοῦ στασιαστικοῦ κινήματος, ὅταν οἱ ἀξιωματικοὶ ἐκεῖνοι, τοὺς ὁποίους ἐγὼ ἀπεκάλεσα συμπλωτῆρας ἑνὸς πλοῦ, εὑρέθησαν εἰς τὴν φυσικήν των θέσιν καὶ ἡ φυσική των θέσις ἦτο παρὰ τὸ πλευρὸν τῆς Δυναστείας καὶ τοῦ μοναρχισμοῦ. Καὶ λέγω ἐπὶ πλέον ὅτι οἱ ἀρχηγοὶ τῆς Ἐπαναστάσεως ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ταύτην παρέβησαν τὴν ἐντολὴν τῶν ἐντολέων των, διότι ἐντολεῖς τῆς Ἐπαναστάσεως ἦσαν οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ Στρατοῦ καὶ τοῦ Στόλου. Τὴν ἐντολήν των παρέβησαν ὁμοίως καὶ ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς τιμωρίας τῶν ἐνόχων τῆς ἐθνικῆς συμφορᾶς. Ἐνθυμεῖσθε ὅτι ἡ πρώτη ἀνακοίνωσις, ἡ ὁποία ἐξεδόθη παρὰ τῆς Ἐπαναστατικῆς Ἐπιτροπῆς, ὥριζεν, ὅτι οἱ ὑπαίτιοι τῆς ἐθνικῆς συμφορᾶς, συμφώνως μὲ ῥητὸν ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, θὰ παρεπέμποντο εἰς τὸ παρὰ τοῦ Συντάγματος προβλεπόμενον κοινοβουλευτικὸν δικαστήριον. Αὐτὴ ὑπῆρξεν γνώμη καὶ ἡ ἀπόφασις τῶν ἀρχηγῶν. Ἡ ψυχολογία ὅμως καὶ ἡ πρόθεσις τῆς Ἐπαναστάσεως ὑπῆρξεν ἄλλη, ἥτις καὶ ἐπεβλήθη εἰς τοὺς ἀρχηγούς. Διότι θὰ ἴδητε ὅτι μετά τινας ἡμέρας ἡ ἀπόφασις, ἥτις ὑπῆρξε μόνον τῶν ἀρχηγῶν καὶ ὄχι τῆς Ἐπαναστάσεως, μετεβλήθη, διότι ἐπεκράτησεν ἡ ἀπόφασις τῶν ἐντολέων τῆς Ἐπαναστάσεως, τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ Στρατοῦ καὶ τοῦ Στόλου, οἱ ὁποῖοι ἀπῄτησαν τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ὅρων. Καὶ οἱ ἀρχηγοὶ τῆς Ἐπαναστάσεως, συνεπεῖς πρὸς τὴν θέλησιν τῶν ἐντολέων των, διώρθωσαν τὴν πρώτην ἀπόφασίν των καὶ παρέπεμψαν τοὺς ὑπαιτίους εἰς τὸ ἐπαναστατικὸν δικαστήριον. Διὰ τοῦ ἁπλουστάτου τούτου γεγονότος θέλω νὰ σημάνω, ὅτι παρὰ τοὺς ἀρχηγοὺς τῆς Ἐπαναστάσεως, οἱ ὁποῖοι ἀπετέλουν τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, ὑπῆρχε καὶ τὸ συντακτικὸν Σῶμα τῆς Ἐπαναστάσεως καὶ οἱ ἐντολεῖς τῆς Ἐπαναστάσεως καὶ τοιοῦτοι ἦσαν οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ Στρατοῦ καὶ τοῦ Στόλου. Ἦλθον στιγμαὶ ἀναντιρρήτως, κατὰ τὰς ὁποίας τὸ συντακτικὸν Σῶμα, οἱ ἐντολεῖς τῆς Ἐπαναστάσεως δὲν ἠδυνήθησαν νὰ ἐνασκήσωσι τὸ ἔργον των, διότι ἐν τῷ μεταξὺ ἐδημιουργήθη κατάστασις ἀπαιτοῦσα τὴν ἐμφάνισιν Στρατοῦ ἰσχυροτάτου καὶ οἱ ἀξιωματικοὶ μετέβησαν εἰς τὸ ἔργον των τὸ πολεμικόν. Κατηρτίσθη ὁ Στρατὸς τοῦ Ἕβρου καὶ ὑπεγράφη ἡ Συνθήκη τῆς Λωζάννης. Καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν ταύτην δὲν ἕπεται ὅτι ἀπὸ τοὺς ἐπαναστάτας ἔλειψε ποτὲ ἡ πρόθεσις τῆς πολιτειακῆς μεταβολῆς, ἀλλ’ εὑρίσκετο ἐν λανθανούσῃ καταστάσει, συνεπείᾳ, ὡς εἶπον, τῶν εἰδικῶν συνθηκῶν. (Χειροκροτήματα). Μόλις παρῆλθον ὅμως αἱ εἰδικαὶ συνθῆκαι, αἱ ὁποῖαι ἐπέβαλον τὴν τοιαύτην στάσιν τῶν ἐπαναστατῶν, ἀμέσως τὸ ζήτημα τὸ δυναστικόν, τὸ ζήτημα τῆς ὁριστικῆς πολιτειακῆς μεταβολῆς ἐτίθετο ἐκ νέου ἐπὶ τάπητος, ἐτίθετο ὑπὸ συζήτησιν ὄχι μεταξὺ τῶν ἀρχηγῶν, ἀλλὰ μεταξὺ τῶν ἐντολέων τῶν ἀρχηγῶν. Καὶ εἴδομεν, κύριοι, διαφόρους ἐκφάνσεις, διαφόρους φάσεις τῆς καταστάσεως τῆς Ἐπαναστάσεως ἐκδηλουμένας εἰς τὰ γνωστὰ γεγονότα. Ἐφάσαμεν εἰς τὸ στασιαστικὸν κίνημα. Μετὰ τὸ στασιαστικὸν κίνημα οὐδεμία ἀμφιβολία ὑπῆρχεν ὅτι ἡ Ἐπανάστασις θὰ ἐξεπλήρου τὸν προορισμόν της, θὰ προέβαινε δηλ. εἰς τὴν δυναστικὴν καὶ πολιτειακὴν μεταβολήν. Διὰ τοὺς γνωστούς, κύριοι, λόγους δὲν ἔλαβε χώραν ἡ μεταβολὴ ἐκείνη.
§80ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Ποῖοι εἶναι οἱ γνωστοὶ λόγοι;
§81Β. ΚΑΡΑΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ. Τὸ ζήτημα, κύριοι, ἐτέθη ἐπανειλημμένως καὶ ἐλέχθη ἐνταῦθα. Ὄχι μόνον οἱ ἀξιωματικοὶ τῆς Ἐπαναστάσεως ἀλλὰ καὶ ὁ Ἀρχηγὸς τῆς Ἐπαναστάσεως εἶχε τὴν πρόθεσιν νὰ προβῇ εἰς τὴν ριζικὴν μεταβολὴν πρὸ τῶν ἐκλογῶν. Ὡς διετύπωσεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Θεσσαλονίκης συνάδελφος κ. Πάγκαλος, ὅτε ὁμοῦ ἐπεστρέφαμεν ἐκ Κορίνθου τὴν τελευταίαν ἡμέραν τῆς καταπνίξεως τοῦ στασιαστικοῦ κινήματος, τὸ ἑσπέρας τοῦ Σαββάτου, μετέβημεν παρὰ τῷ Ἀρχηγῷ, ὅστις μᾶς ἀνεκοίνωσεν ὅτι ἔχει τὴν πρόθεσιν νὰ προβῇ εἰς τὴν πολιτειακὴν μεταβολήν. Τὴν ἑπομένην ἢ μετὰ 2–3 ἡμέρας—δὲν ἐνθυμοῦμαι ἀκριβῶς τὴν χρονολογίαν—ἐμεσολάβησε τὸ γνωστὸν πολιτικὸν συμβούλιον· ἦλθε τὸ τηλεγράφημα τοῦ κ. Βενιζέλου...
§82Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Εἴπετε ὅτι ὁ Ἀρχηγὸς εἶχε τὴν πρόθεσιν. Νὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ ἐπανορθώσω: Εἶχε τὴν ἀπόφασιν.
§83Β. ΚΑΡΑΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ. Μάλιστα. Ἔχετε δίκαιον. Εἴπετε περισσότερον ἀκριβῶς τὴν λέξιν. Εἶχε τὴν ἀπόφασιν τῆς ριζικῆς πολιτειακῆς μεταβολῆς. Αἱ ἀποφάσεις μετεβλήθησαν διὰ τοὺς γνωστοὺς λόγους καὶ τοὺς τοιούτους ἐθέσαμεν εἰς τὸ πολιτικὸν συμβούλιον, τὸ ὁποῖον ἔλαβε χώραν 3–4 ἡμέρας μετὰ τὴν κατάπνιξιν τοῦ στασιαστικοῦ κινήματος, καὶ τὸ τηλεγράφημα τοῦ κ. Βενιζέλου, διὰ τὸν λόγον ὅτι πρὸς τὸ πρόσωπον τοῦ κ. Βενιζέλου καὶ τὴν πολιτικήν του διανόησιν ὁλόκληρος ἡ Ἐπανάστασις, ὅπως καὶ ὁ ἑλληνικὸς κόσμος, ἔτρεφεν ἀπεριόριστον ἐμπιστοσύνην. Καὶ δὲν ἠδύνατο παρὰ νὰ συμμορφωθῇ ἀπολύτως πρὸς τὴν συμβουλὴν τοῦ ἐξωτερικοῦ πολιτικοῦ συμβούλου τῆς Ἐπαναστάσεως.
§84ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Δύναται νὰ μὴ συμμορφωθῇ τώρα;
§85Β. ΚΑΡΑΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ. Καὶ λέγω, κύριοι, ὅτι ἡ Ἐπανάστασις, δι’ ὅσων εἶπον, εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ προβῇ εἰς τὴν δυναστικὴν καὶ πολιτειακήν μεταβολήν. Προεκηρύχθησαν αἱ ἐκλογαί. Τὴν ἑπομένην τῶν ἐκλογῶν οἱ ἀξιωματικοὶ τῆς Ἐπαναστάσεως προέβησαν εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τῆς ἀρχικῆς των προθέσεως. Καὶ ἐρχόμεθα σήμερον, κύριοι, νὰ τὴν χαρακτηρίσωμεν ἄλλως πως τὴν γενναίαν χειρονομίαν τῶν ἀξιωματικῶν· ἐρχόμεθα νὰ τὴν χαρακτηρίσωμεν ὡς ράπισμα κατὰ τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας ἢ ἄλλως πως, ἐνῷ ἡμεῖς φρονοῦμεν, ἔχομεν τὴν πεποίθησιν, ὅτι ὄχι μόνον δὲν ἀποτελεῖ ράπισμα κατὰ τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας, ἀλλ’ ἀποτελεῖ πρᾶξιν ἀπολύτου εὐλαβείας καὶ σεβασμοῦ πρὸς τὴν λαϊκὴν ἐντολήν, ἡ ὁποία τοσοῦτον περιφανῶς ἐξεδηλώθη κατὰ τὰς ἐκλογὰς τῆς 16ης Δεκεμβρίου καὶ ἡ ὁποία ἀπολύτως τοὺς ἐδικαίωσεν εἰς τὰς προθέσεις των. (Χειροκροτήματα παρατεταμένα). Ἀπομακρυνθείς, κύριοι, τῶν τάξεων τοῦ Στρατοῦ διὰ νὰ κατέλθω εἰς τὸν πολιτικὸν ἀγῶνα, δὲν ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ μετάσχω εἰς τὴν γενναίαν καὶ ἱστορικὴν ἐκείνην χειρονομίαν. Ἀλλὰ φρονῶ ὅτι δεσμεύομαι διὰ λόγων καὶ δεσμῶν ἀρρήκτων πρὸς τοὺς τέως ἐν τῷ Στρατῷ συναδέλφους, διότι φρονῶ ὅτι καὶ ἐγώ, ἂν δὲν ἐτέλουν ὑπὸ τὴν ἰδιότητα ὑφ’ ἣν σήμερον διατελῶ, θὰ εἶχον ἀπολύτως τὸ δικαίωμα νὰ προβῶ εἰς τὴν πρᾶξιν εἰς τὴν ὁποίαν ἐκεῖνοι προέβησαν. Καὶ ἐφόσον, κύριοι, ἐνόμιζον ὅτι τότε εἶχον τὸ δικαίωμα νὰ προβῶ εἰς τὴν πρᾶξιν ἐκείνην, φρονεῖτε ὅτι δὲν ἔχω σήμερον τὸ δικαίωμα νὰ προβῶ, ὅτε εἶμαι ἐντεταλμένος καὶ μὲ εἰδικὴν τοῦ Λαοῦ ἐπὶ τούτου ἐντολήν; (Χειροκροτήματα). Οὐ μόνον δὲ διὰ τοὺς λόγους τούτους, ἀλλὰ καὶ διότι φρονῶ ὅτι ἡ ἐντολὴ τοῦ Λεσβιακοῦ λαοῦ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ὑπῆρξε κατηγορηματική. Ἄν, κύριοι, θελήσω νὰ ἀναπολήσω εἰς τὴν μνήμην μου τὰς κραυγὰς τὰς ὁποίας ἐν Μυτιλήνῃ ἠκούομεν κατὰ τὰς προεκλογικάς μας περιοδείας, τὰς λέξεις καὶ τὰς φράσεις αἱ ὁποῖαι παραμένουσιν εἰσέτι ἔναυλοι εἰς τὰ ὦτά μας, θὰ εἴπω ὅτι εἰς δύο τινὰ συνοψίζονται: Εἰς ἀρὰν καὶ καταδίκην ἐναντίον τῆς προδοτικῆς ἐκείνης Δυναστείας. Οὐ μόνον διὰ τὸν λόγον τοῦτον ἀδυνατοῦμεν νὰ φέρωμεν ἐκ νέου τὸ ζήτημα τὸ δυναστικὸν ἐνώπιον τοῦ Λαοῦ, ἀλλὰ διότι ἔχομεν τὴν πεποίθησιν ὅτι ζητήματα δυναστικὰ οὐδέποτε ἐλύθησαν ἢ εἶναι δυνατὸν νὰ λυθῶσι κατὰ πλειοψηφίαν. Ὅλοι ὁμολογοῦν, κύριοι, ὅτι οἱ Βασιλεῖς δὲν ἀποτελοῦσι κομματικοὺς ἀρχηγούς, ἀλλ’ ἀποτελοῦσι τὰ σύμβολα τῆς ἐθνικῆς ἑνότητος. Καὶ ὑπὸ τοιαύτην ἔννοιαν πῶς θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνεχθῶμεν ἵνα τὸ σύμβολον τῆς ἐθνικῆς ἑνότητος κρίνηται κατὰ τὴν πλειοψηφίαν τοῦ λαοῦ; Γνωρίζετε, κύριοι, πόσον δραστηρία θὰ εἶναι καὶ πάλιν, ὅπως καὶ εἰς τὸ παρελθὸν ὑπῆρξεν, ἡ δυναστικὴ προπαγάνδα. Θὰ ἴδωμεν καὶ πάλιν τὸ δυναστικὸν χρυσίον νὰ εἰσρέῃ ἄφθονον καὶ νὰ διαφθείρῃ συνειδήσεις καὶ ψυχάς. Θὰ ἴδωμεν ἐκ νέου νὰ περιφέρωνται εἰς τοὺς δρόμους τὰ λάβαρα τοῦ ἀτάφου νεκροῦ, θὰ ἴδωμεν ἐκ νέου νὰ ψάλλωνται εἰς τὰς ἐκκλησίας μνημόσυνα ὑπὲρ τοῦ ἀτάφου, θὰ ἴδωμεν νὰ μετέλθουν πᾶν μέσον ὅπως συγκλονίσουν τὴν ψυχὴν τοῦ λαοῦ καὶ ὄχι ὅπως ἐπιδράσουν ἐπὶ τοῦ νοῦ τοῦ Λαοῦ. Καὶ ἂς προσέξωμεν μήπως ὑπὸ τὴν ψυχολογικὴν ἐπίδρασιν τῶν διαφόρων γεγονότων, τὰ ὁποῖα γνωρίζομεν πόσον εὐκόλως συγκινοῦσι τὸν Ἑλληνικὸν Λαόν, ἂς προσέξωμεν μήπως εὑρεθῶμεν πρὸ ἑνὸς δημοψηφίσματος, τὸ ὁποῖον νὰ δώσῃ πλειονοψηφίαν ἔστω καὶ χιλίων μόνον ψήφων ὑπὲρ τῆς Δυναστείας. Καὶ ὑπὸ τοὺς ὅρους τούτους θὰ ἤθελα νὰ ἐρωτήσω τὴν Κυβέρνησιν, θὰ ἦτο διατεθειμένη νὰ ἐπαναφέρῃ τὴν Δυναστείαν ἐκείνην ἐπὶ τοῦ Θρόνου, θὰ ἦτο διατεθειμένη, λέγω, νὰ τὸ πράξῃ ἡ Κυβέρνησις, ὡς ὀφείλει κατ’ ἐμὲ καὶ εἰς τοῦτο νὰ ἀκολουθήσῃ τὴν ἐπιταγὴν τῆς πλειοψηφίας, καὶ τὴν ἐπιταγὴν τῆς λαϊκῆς ἐντολῆς, ἐκδηλουμένης διὰ τῆς πλειοψηφίας τοῦ Λαοῦ; Καὶ θὰ θελήσῃ ἐπαναφέρουσα ἐπὶ τοῦ Θρόνου τὸν Γεώργιον νὰ ἀναλάβῃ ὅλας τὰς εὐθύνας, αἱ ὁποῖαι συμπαρομαρτοῦν μετὰ τῆς ἐπανόδου τοῦ Βασιλέως ἐκείνου, θὰ θελήσῃ νὰ ἀναλάβῃ τὰς εὐθύνας τοῦ ἐμφυλίου σπαραγμοῦ καὶ τοῦ διχασμοῦ πιθανῶς τοῦ Κράτους; Θὰ θελήσῃ νὰ ἀναλάβῃ τὰς εὐθύνας ὅλων αὐτῶν καὶ τῶν ἐλάχιστα πιθανῶν κινδύνων, οἱ ὁποῖοι ἐπικρέμανται ἐκ νέου ἐπὶ τῆς ἀτυχοῦς ταύτης Χώρας;
§86Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Θέλετε ἀπάντησιν ἐπὶ τούτου;
§87Β. ΚΑΡΑΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ. Ἐὰν θέλητε, κ. Πρόεδρε.
§88Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ δώσω καμμίαν ἀπάντησιν. Ἡ ἀπάντησις ἐδόθη ἐκ μέρους αὐτῆς τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως», διὰ τοῦ στόματος τοῦ ἀρχηγοῦ της, ὁ ὁποῖος εἶπεν ὅτι, ἐν ᾗ περιπτώσει ὄχι μόνον ἐπὶ τοῦ δυναστικοῦ ζητήματος ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τοῦ πολιτειακοῦ ἤθελεν ἀποφανθῆ ὁ Λαὸς ἐν τῇ ἐννοίᾳ ὅτι ἡ ψῆφος αὐτοῦ ἀποτελεῖ ψῆφον ὑπὲρ παλινορθώσεως τῆς Δυναστείας, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν εἶναι δυνατὸν ἢ νὰ ἐπανέλθῃ ἡ Δυναστεία καὶ πάλιν.
§89Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν εἶπον αὐτό. Εἶπον τὸ ἑξῆς: Ὅτι ἡ ἐπάνοδος τῆς Δυναστείας θὰ ἐσήμαινεν ἐμφύλιον σπαραγμόν, καὶ διὰ τοῦτο αὐτὸς εἶναι εἷς ἀπὸ τοὺς λόγους διὰ τοὺς ὁποίους ὀφείλει ἡ Συνέλευσις, κηρύττουσα ἔκπτωτον τὴν Δυναστείαν ὁριστικῶς, νὰ καταστήσῃ φανερὸν εἰς τὸν Λαὸν ποίους κινδύνους θὰ εἶχεν ἡ παλινόρθωσις τῆς Δυναστείας ἐκείνης. Καὶ εἶπον ὅτι διὰ τῆς τακτικῆς αὐτῆς δὲν παραβιάζονται τὰ λαϊκὰ δικαιώματα, διότι, ἂν ὁ Λαὸς ἀποφανθῇ εἰς τὸ πολιτειακὸν ζήτημα ὑπὲρ τῆς Βασιλείας, τότε θὰ παραστῇ ἀνάγκη νὰ ἐρωτηθῇ ἐκ νέου ποίαν Δυναστείαν προτιμᾷ, καὶ φυσικὰ τότε δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποκλεισθῇ ὑπὸ τῆς Συνελεύσεως ἀπὸ τὸν Λαὸν καμμία Δυναστεία. Ἀλλ’ ἡ τακτικὴ αὐτὴ ἔχει τὴν σημασίαν ὅτι δεικνύομεν καθαρὰ εἰς τὸν Λαὸν καὶ τοὺς ἀντιπάλους ἡμῶν ὅτι ἡ προσπάθεια πρὸς ἐπαναφορὰν τῆς Δυναστείας σημαίνει ἐμφύλιον σπαραγμόν.
§90Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἀποτελεῖ ἢ ἁπλοῦν ζήτημα πειθοῦς τοῦ Λαοῦ.
§91Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Μάλιστα, κύριε Πρόεδρε, ἀλλ’ εἶναι μέσον οὐσιωδέστατον.
§92Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Κατὰ τὴν γνώμην σας. Ἐν ᾗ περιπτώσει ὅμως, παρὰ πᾶσαν προσδοκίαν, ὅλαι αὗται αἱ συστάσεις ἤθελον ἀποτύχει, τότε ἔρχεται ἡ ἀπάντησις εἰς τὸ ἐρώτημα τοῦ κ. πληρεξουσίου. Τί θὰ πράξητε, ἐὰν ὁ Λαὸς δὲν εἰσακούσῃ τὰς εἰσηγήσεις ὑμῶν; Καὶ ἀπηντήσατε εὐλόγως ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δοθῇ ἄλλη ἀπάντησις καὶ ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ ἀντιταχθῶμεν κατὰ τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας.
§93Β. ΚΑΡΑΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ μοὶ δώσῃ τὴν ἀπάντησιν τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὄχι τὴν ἀπάντησιν τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως», ἡ ὁποία, ἐμὲ τοὐλάχιστον, δὲν δεσμεύει.
§94Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἶναι ἀδύνατον νὰ ὑπάρχῃ τις ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ὁ ὁποῖος νὰ μὴ ἐννοῇ ποία εἶναι ἡ ἀπάντησις. Εἶναι ἀδύνατον νὰ φαντασθῇ τις ὅτι Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ἔθεσε πάντοτε ὡς ἀρχὴν τὸν ἀπόλυτον σεβασμὸν πρὸς τὴν λαϊκὴν κυριαρχίαν, ἤθελε κηρύξει ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ὅτι ὑπεράνω τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας ἤθελε τεθῆ ἡ βούλησις ὀλίγων ἀνθρώπων, ἢ πολλῶν ἀνθρώπων οἱ ὁποῖοι δὲν ἀποτελοῦν τὴν πλειονοψηφίαν τοῦ Ἔθνους, τὴν ἐνδεδειγμένην νὰ ἐκφράζῃ τὴν θέλησιν τοῦ Ἔθνους. Καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει ἤθελεν ἀποπειραθῇ ὅπως διὰ τῆς βίας ἐπιβληθῇ ἐπὶ τῆς θελήσεως τοῦ Ἔθνους, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν θὰ ἔπραττεν ἄλλο τι εἰμὴ νὰ παραδώσῃ τὴν Χώραν εἰς ἕνα ἄγριον σπαραγμὸν καὶ τοιοῦτόν τι δὲν εἶναι διατεθειμένη νὰ πράξῃ ἡ Κυβέρνησις.
§95Α. ΧΑΤΖΗΚΥΡΙΑΚΟΣ. Ὁ κ. πληρεξούσιος εἶπε τὰ ἑξῆς: Ἐὰν τὸ δημοψήφισμα εἶναι ὑπὲρ τῆς Δυναστείας διὰ χιλίων μόνον ψήφων καὶ ἔχητε τὰ 49½ ἑκατοστὰ ὑπὲρ τῆς Δημοκρατίας καὶ τὰ 50½ ἑκατοστὰ ὑπὲρ τῆς Δυναστείας, ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ ἔρχεσθε πλέον καὶ θέτετε τὸ ἥμισυ τοῦ Λαοῦ ἀντιμέτωπον τοῦ ἄλλου ἡμίσεος, δηλαδὴ εἰς πραγματικὸν ἀλληλοσπαραγμόν. Ἡ δὲ ἰδική μας γνώμη εἶναι νὰ ἀποφύγωμεν τοιαύτας ἀποπείρας καὶ δοκιμασίας.
§96Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἀπήντησα εἰς τὴν πρότασιν τὴν ἰδικήν σας. Ἀπήντησα εἰς εἰδικὸν ἐρώτημα. Ὑπάρχει εἷς νόμος ὑπέρτατος, ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ τὴν ἀρχὴν τὴν διέπουσαν τοὺς ἐλευθέρους λαοὺς καὶ τὰ πολιτεύματα τὰ ἐλεύθερα, ὁ νόμος τῆς λαϊκῆς πλειοψηφίας, καὶ ἂν ἀπομακρυνθῶμεν ἀπὸ τὸν νόμον τοῦτον, ἀρχίζει νὰ διέπῃ τὰ τοῦ πολιτεύματος τῆς Χώρας ὁ νόμος τῆς αὐθαιρεσίας. Διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ θέσητε ὑπὸ ἀμφιβολίαν τὸν νόμον αὐτὸν χωρὶς νὰ κλονίσητε αὐτὰς τὰς βάσεις τοῦ λαϊκοῦ πολιτεύματος. Δυνατὸν νὰ εἶναι 51% ὑπὲρ τῆς Δημοκρατίας καὶ 49% ὑπὲρ τῆς Βασιλείας, καὶ πάλιν θὰ ἐγκαθιδρυθῇ ἡ Δημοκρατία καὶ ἡ ἐθνικὴ θέλησις εἶναι ἀπολύτως ἔγκυρος.
§97Β. ΚΑΡΑΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ. Ἐξ ὅσων ἀνεκοίνωσεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἰς ἐμὲ δὲν ἀπομένει καμμία ἀμφιβολία ὅτι εἰς τὴν περίπτωσιν τοῦ ἐλαχίστου ποσοστοῦ ὑπὲρ τῆς Δυναστείας ἡ Κυβέρνησις θὰ ἀναλάβῃ τὰς εὐθύνας τῆς ἐπαναφορᾶς τῆς Δυναστείας καὶ συνεπῶς τὰς εὐθύνας τῶν δεινῶν καὶ τῆς καταστροφῆς ἡ ὁποία θὰ ἐπακολουθήσῃ εἰς τὴν Χώραν ταύτην. Οὐ μόνον δὲ τὸ ζήτημα τὸ δυναστικὸν ἀλλὰ καὶ ἡ θέσις τοῦ διπλοῦ ἢ τριπλοῦ ἐρωτήματος κατὰ τὸ δημοψήφισμα μὲ φέρει καὶ ἐμὲ εἰς ἀμηχανίαν ποῖον θὰ εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα μιᾶς τοιαύτης ἐκδηλώσεως τῆς λαϊκῆς ἐντολῆς, ὅταν οἱ ἀριθμοὶ θὰ συγκρούωνται ἐπὶ τριῶν ἢ τεσσάρων ἀπαντήσεων, ἀπὸ τὸν κυκεῶνα τῶν ὁποίων οὐδεὶς μαθηματικὸς νοῦς θὰ δυνηθῇ νὰ μᾶς ἐξαγάγῃ. Μὴ θέλοντες νὰ παρακολουθήσωμεν τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὰς εὐθύνας της ταύτας εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ κρούσωμεν καὶ ἡμεῖς τὸν κώδωνα τοῦ κινδύνου ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου, ὅπως καὶ νὰ κρούσωμεν αὐτὸν εἰς τὰ ἄλλα σημεῖα ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐκρούσθη παρ’ ἄλλων πληρεξουσίων. Δὲν θὰ ἠδυνάμην, κύριοι, νὰ κατέλθω τοῦ βήματος χωρὶς νὰ ἀπαντήσω εἰς μερικὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα προέκυψαν ἐκ τῶν ἀγορεύσεων τῶν ἀξιοτίμων πληρεξουσίων. Ὁ ἀξιότιμος καὶ σεβαστός μοι ἐκ Λαμίας πληρεξούσιος ἐτόνισε χθὲς ὡς μοναδικὴν αἰτίαν τοῦ ἀποτελέσματος τῶν ἐκλογῶν τῆς 1ης Νοεμβρίου τὴν κόπωσιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ.
§98Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ὡς τὴν κυρίαν.
§99Β. ΚΑΡΑΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ. Ὡς τὴν κυρίαν, τὸ παραδέχομαι. Εἶμαι ὑποχρεωμένος, κύριοι, νὰ ἀμυνθῶ κατὰ τῆς μομφῆς ἥτις ἀποδίδεται εἰς τὸν Ἑλληνικὸν Λαόν. (Χειροκροτήματα) Ἂν ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς εἶχε κουρασθῇ μετὰ τὰς ἐκλογὰς τῆς 1ης Νοεμβρίου δὲν θὰ ἐδείκνυεν ὁ Ἑλληνικὸς Στρατὸς τὴν ὑπέροχον αὐταπάρνησιν τὴν ὁποίαν ἔδειξεν ἔστω καὶ κακῶς ὁδηγούμενος εἰς τὰ Μικρασιατικὰ πεδία. (Χειροκροτήματα). Καὶ κατὰ τὴν ἐποχὴν, κύριοι, τοῦ Κωνσταντίνου, ἀνεξαρτήτως τῶν ἡττῶν, αἱ ὁποῖαι ἐπηκολούθησαν, αἱ ὁποῖαι δὲν ἐπιβαρύνουσιν οὔτε τὸν Ἑλληνικὸν Λαὸν εἰς κόπωσιν, οὔτε τὸν Ἑλληνικὸν Στρατὸν εἰς ἔλλειψιν ἀντοχῆς, ὡς μοναδικὰς αἰτίας τῶν ἡττῶν καὶ τῆς καταστροφῆς ἐκείνης, πρέπει νὰ ἀποδώσωμεν ὄχι τὴν κόπωσιν τοῦ Στρατοῦ, ἀλλὰ ἄλλα αἴτια, δηλαδὴ τὴν κακὴν πολιτικὴν τῶν μετανοεμβριανῶν Κυβερνήσεων καὶ τὴν κακὴν διοίκησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Στρατοῦ ἐν Μ. Ἀσίᾳ.
§100Δ. ΦΛΩΡΙΑΣ. Ὁ Στρατηγὸς Πάγκαλος προχθὲς εἶπεν ὅτι μὲ πέντε ἡλικίας εἰς τὸ μέτωπον τοῦ Ἕβρου εἶχε καταρτίσει Στρατὸν ἐξ 120 χιλιάδων καὶ ὅτι εἰς τὸ Μικρασιατικὸν μέτωπον ἀπὸ 150 χιλιάδας ἦσαν μόνον 74 χιλιάδες. Ποῦ ἦσαν οἱ ἄλλοι;
§101Β. ΚΑΡΑΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ. Λυποῦμαι διότι συνάδελφος ἐκ τοῦ Στρατοῦ προερχόμενος δὲν ἀπέδωκε τὴν δέουσαν σημασίαν εἰς τὴν λέξιν διοίκησις, ἣν ἐτόνισα. Κακὴ διοίκησις, κύριοι συνάδελφοι, σημαίνει νὰ ἐπιστρατεύωνται 120 χιλιάδες καὶ νὰ πολεμοῦν μόνον 70. Κακὴ διοίκησις σημαίνει νὰ μὴ ἐφαρμόζωνται οἱ νόμοι κατὰ τῶν αὐτομόλων, λιποτακτῶν, κλπ. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Φλωρίνης πληρεξούσιος ὡμίλησε περὶ ἀνεμομύλων καὶ ἐσωτερικῶν κινδύνων. Θὰ ἤθελα νὰ ἐρωτήσω ἂν ἐννοεῖ τοὺς ἀνεμομύλους τῆς Λαμίας, τοὺς ἀνεμομύλους τῶν Θηβῶν, τοὺς ἀνεμομύλους τῶν Σερβίων, τοὺς ἀνεμομύλους τοῦ Νάρες, τοῦ Κιθαιρῶνος καὶ τῆς Κορίνθου. Αὐτοὺς τοὺς ἀνεμομύλους ἐννοεῖ; Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Φλωρίνης συνάδελφος ἠθέλησε τὸν Στρατὸν Ἑλληνικόν. Ὁ Στρατὸς ὑπῆρξε πάντοτε Ἑλληνικός. Ἀλλ’ ἂν ἀξιωματικοὶ καὶ Στρατὸς ἀνεμίχθησαν εἰς τὴν πολιτικήν, τὸ σφάλμα δὲν ἐπιβαρύνει ἐκείνους. Εἰς τὴν ἐρώτησιν, ἣν ἀπηύθυνα πρὸς τὸν ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἔλαβον τὴν δέουσαν ἀπάντησιν: Ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ συμμορφωθῇ πρὸς τὴν λαϊκὴν ἐντολήν. Τὸ ἴδιον θὰ εἴπω καὶ ἐγώ. Ναί, κύριοι, θὰ συμμορφωθῶμεν πρὸς τὴν λαϊκὴν ἐντολήν. Ἀλλά, κύριοι, νὰ προσέξωμεν μήπως, ἀφοῦ συμμορφωθῶμεν πρὸς τὴν λαϊκὴν κυριαρχίαν εἰς τὴν περίπτωσιν ταύτην, ἔλθωσι στιγμαί, ὅπως καὶ ἄλλοτε, νὰ νομίσωμεν ὅτι ἐπετελέσαμεν κατὰ τῆς Πατρίδος ἔγκλημα μεγαλύτερον ἀπὸ τὴν μὴ ὑποταγὴν εἰς τὴν λαϊκὴν ἐντολήν. (Χειροκροτήματα). Καὶ ἀσφαλῶς τότε, κύριοι, οἱ πολιτικοὶ θὰ ἀπευθυνθῶσι καὶ πάλιν εἰς τοὺς στρατιωτικοὺς διὰ νὰ συνεχίσωσι τὸν ἐγκαταλειπόμενον πολιτικὸν ἀγῶνα. Ἀλλὰ πρέπει νὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψει σας, κύριοι, μήπως δοθῇ καὶ ἐκ μέρους ἐκείνων ποτὲ ἡ ἀπάντησις ὅτι τὸ αἷμα τῶν τέκνων τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ καὶ τῶν Ἑλλήνων ἀξιωματικῶν δὲν ρέει εἰς τὰς φλέβας των διὰ νὰ χύνηται εἰς τὰ Σέρβια καὶ τὴν Λαμίαν καὶ τὰς Θήβας καὶ τὴν Κόρινθον, ἀλλὰ ρέει εἰς τὰς φλέβας των διὰ νὰ χύνηται ὅταν καὶ ὁπόταν ἡ ἐθνικὴ ἀνάγκη τὸ καλέσῃ καὶ ὄχι ὅταν τὸ καλέσουν τὰ λάθη καὶ αἱ ἀπρονοησίαι τῶν ἑκάστοτε καθεστώτων καὶ Κυβερνήσεων. (Χειροκροτήματα παρατεταμένα).
§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πασσαλίδης.
§103ΙΩΣ. ΠΑΣΣΑΛΙΔΗΣ. Μὲ ἀκλόνητη πίστη στὴν ἐπαναστατικὴ ἰδέα ἀνεβαίνω στὸ βῆμα τῆς Ἑλληνικῆς Βουλῆς γιὰ νὰ ἐκθέσω ἐνώπιον τῶν ἀντιπροσώπων τῆς πρώτης Ἑλληνικῆς Δημοκρατίας τὰς ἀπόψεις καὶ τὰς ἀντιλήψεις τῆς Σοσιαλιστικῆς ὁμάδος. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Εἶπα «πρώτης Δημοκρατίας», διότι σεῖς εἶσθε οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς πρώτης Ἑλληνικῆς Δημοκρατίας. Ἀλλ’ ἐκεῖνο ποὺ παρατηρεῖται μέσα στὸ Ἑλληνικὸ Κοινοβούλιο δὲν συνέβη ποτέ. Ἀρχίζετε ἀπὸ ζητήματα, τὰ ὁποῖα γιὰ τοὺς ἄλλους λαοὺς εἶναι τόσο στοιχειώδη, ἀποτελοῦν θεμελιώδεις βάσεις καὶ δὲν συζητοῦνται. Αἱ Δυναστεῖαι δὲν ἐκδιώκονται, ἀλλ’ ἀπαγχονίζονται. (Χειροκροτήματα). Καὶ θὰ ἦτο ἔγκλημα ἀπέναντι τοῦ Ἑλληνικοῦ ἐργαζομένου Λαοῦ, ποὺ ἔχυσε τὸ αἷμά του στὰ πεδία τῆς Εὐρώπης καὶ τῆς Ἀσίας, νὰ μιλῇ κανεὶς μόνο γιὰ μιὰ Δυναστεία, ἡ ὁποία ἀπέθανεν. Ἀλλὰ ἡ ἐμφάνισις τῆς Σοσιαλιστικῆς ὁμάδος ἔχει ἀκόμα σκοπὸ νὰ δώσῃ καὶ μιὰ νέαν ὤθηση γιὰ σχηματισμὸ κομμάτων ἀρχῶν. (Χειροκροτήματα). Διότι ἐκεῖνο ποὺ παρατηρεῖται ἕως σήμερα, ὅτι δὲν δηλ. ἠμπορέσαμε νὰ λύσωμεν οὔτε τὸ δυναστικὸν οὔτε κανένα ἀπὸ τὰ ἄλλα προβλήματα, τὰ ὁποῖα ἔθεσεν ἡ μεταπολεμικὴ περίοδος, τὸ ἀποδίδω στὰ προσωπικὰ κόμματα, τὰ ὁποῖα ἐκυβέρνησαν τὴν Ἑλλάδα καὶ θέλουν ἀκόμα νὰ τὴν κυβερνήσουν σὰν ἕνα τσιφλίκι τους. Ἀλλὰ ἐρχόμεθα τώρα νὰ κρίνωμε τὸ πρόγραμμα τῆς Κυβερνήσεως τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων—τὴν ὀνομάζω Κυβέρνηση τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων, διότι ἀκόμα δὲν ἔχει ψῆφον ἐμπιστοσύνης τῆς ὁλομελείας τοῦ Κοινοβουλίου. Ἀλλὰ διὰ νὰ κριθῇ τὸ πρόγραμμα τῆς Κυβερνήσεως ἀπαιτεῖται λεπτὴ ψυχολογικὴ καὶ κοινωνιολογικὴ ἀνάλυση τῶν τελευταίων γεγονότων, γιατὶ ἡ μεγάλη φυσιογνωμία τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων εἶναι ἱκανὴ νὰ ἀποκοιμίσῃ, νὰ συσκοτίσῃ, νὰ νεκρώσῃ τὴ σκέψη μερικῶν ἐνηλίκων πληρεξουσίων. (Γέλωτες καὶ χειροκροτήματα). Ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς εἰσῆλθεν εἰς τὸν παγκόσμιο πόλεμο μὲ τὰς εὐγενεστέρας ἀπελευθερωτικὰς ἐλπίδας καὶ ἐδοκίμασε τὴν μεγαλυτέραν ἀπογοήτευση διὰ τὰ ἀποτελέσματά του, τόσο διὰ τὸν ἑαυτό του, ὅσο καὶ διὰ τοὺς ἄλλους ἐμπολέμους λαούς. Ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς δὲν εἶχε βασιλικὸν ἐθνικὸ θεσμόν, οὔτε μοναρχικὰς παραδόσεις, ὅπως ἐδημιουργήθησαν στὰ ἄλλα Κράτη. Ὁ Ἑλληνικὸς Λαός, ὅπως ἀποδεικνύει ἡ ἱστορία του, πάντοτε ἐπαναστατοῦσε πολὺ γρήγορα ἐναντίον οἱουδήποτε αὐταρχικοῦ, δεσποτικοῦ καὶ μοναρχικοῦ καθεστῶτος, ποὺ εἴτε μόνος του τὸ ἐφόρτωνε στὴ ράχη του, εἴτε ἄλλες ξένες δυνάμεις μὲ τὸ στανιὸ ἐζητοῦσαν νὰ τοῦ ἐπιβάλουν. Αὐτὸ ἀποδεικνύει ἡ ἱστορία τοῦ Ὄθωνος, αὐτὸ ἀποδεικνύει ἡ ἱστορία καὶ τοῦ ἐμπορικοῦ οἴκου Γλύξμπουργ. (Χειροκροτήματα). Διότι ἐγὼ ὡς ἐπαναστάτης θεωρῶ ὅλες τὶς Δυναστεῖες τοῦ κόσμου ἐκμεταλλευτικοὺς οἴκους, γιατὶ ἐκμεταλλεύονται πραγματικῶς τὸ αἷμα τοῦ ἐργαζομένου Λαοῦ διὰ τὰ ἰδικά τους οἰκονομικὰ συμφέροντα. (Χειροκροτήματα). Ὅτι ὅμως ὁ Κωνσταντῖνος εἶχε μεγάλην ἐπιρροὴ στὸν Ἑλληνικὸ Λαό, τοῦτο ὀφείλεται σὲ μιὰ ψυχολογικὴν ἰδεολογίαν, εἰς τὰς παραδόσεις, εἰς τὰς ὁποίας ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς ἦταν φανατικὰ προσκολλημένος. Καὶ εἶναι ἀλήθεια πὼς τὴν παράδοση ὅτι Κωνσταντῖνος ἔχασε τὴν Πόλη καὶ Κωνσταντῖνος θὰ τὴν πάρῃ, τὴ βύζαξε κάθε Ρωμιὸς μὲ τὸ γάλα τῆς μάννας του. Παράλληλα μ’ αὐτὸ δημιουργήθηκεν ἕνας στερεότυπος πανηγυρικὸς ὕμνος πρὸς τὸν Κωνσταντῖνον, ὁ ὁποῖος πολὺ συνέτεινε στὴ στρέβλωση καὶ νέκρωση τῆς πολιτικῆς συνειδήσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ. Ὕστερα ὅμως ἀπὸ τὴ Μικρασιατικὴ καταστροφὴ αἱ παραδόσεις ἐξηφανίσθησαν, ὁ Λαὸς ξύπνησε καὶ ὁ βασιλικὸς θεσμὸς ἀπέθανεν ἀγύριστα καὶ ἐκεῖνοι ποὺ θὰ θελήσουν νὰ τὸν ἐπαναφέρουν θὰ ταφοῦν μοιραίως καὶ ἀναπόφευκτα. (Χειροκροτήματα). Ἐπίσης ὅμως ὁ παγκόσμιος πόλεμος ἀπεκάλυψε τὴ γυμνότητα καὶ τὴν ἀδικία τοῦ σημερινοῦ ἀστικοῦ καθεστῶτος. Οἱ ἄνθρωποι σήμερα οἰκονομικῶς εἶναι διῃρημένοι σὲ δυὸ ἀντίπαλα στρατόπεδα, σὲ δυὸ τάξεις, αἱ ὁποῖαι κυβερνῶνται ἀπὸ συμφέροντα καὶ ἰδεώδη ὅλως διάφορα. Ὁ τελευταῖος παγκόσμιος πόλεμος ἔδωκε στὴν πάλη τῶν τάξεων μεγάλην ὀξύτητα, μεγάλη βαθύτητα, μεγάλην ἔκταση. Γι’ αὐτὸ καὶ βλέπομε μπροστὰ στὸ θέλημα τοῦ Λαοῦ ξαπλωτοὺς τοὺς θρόνους τῶν Τσάρων, τῶν Καισάρων καὶ τῶν Σουλτάνων. Στὴ Ρωσσία δὲ ἡ νίκη αὐτὴ ἐστεφάνωσε τὴν ἐργατικὴ τάξη, ποὺ δημιουργεῖ μιὰ νέα κοινωνία ἐπὶ νέων οἰκονομικῶν βάσεων. Δυστυχῶς ἡ Ἑλληνικὴ Ἐπανάσταση τοῦ 1922 εἶχε νὰ παλαίσῃ μὲ πολλὲς ἐξωτερικὲς δυσχέρειες καὶ δὲν κατώρθωσε νὰ ξεπαστρέψῃ τὸ Ἑλληνικὸν ἔδαφος ἀπὸ τὰ πτώματα τοῦ μοναρχισμοῦ. (Χειροκροτήματα). Ἐτιμώρησε μόνον ἄτομα, χωρὶς νὰ θίξῃ σύστημα, καθεστὼς ποὺ δημιουργεῖ τὰ ἄτομα καὶ ἐδημιούργησε τὸν τελευταῖο μεσίτη Γεώργιο τὸν Γλύξμπουργ. Ἡ ἱστορία ὅμως δὲν θὰ συγχωρήσῃ τὴν Ἐπανάσταση, διότι παρέβλεψε τὶς μεγάλες μεταβολὲς ποὺ κυριαρχοῦν στὰ νέα δημοκρατικὰ μεταπολεμικὰ Κράτη. Ἔπρεπεν ἀμέσως νὰ ἐγκαθιδρύσῃ Δημοκρατία καὶ νὰ τιμωρήσῃ τοὺς Βασιλεῖς γιὰ νὰ μὴ τολμήσῃ πειὰ κανένας ἄεργος πρίγκιψ θεατρῖνος νὰ ἀτενίσῃ μὲ τὰ μάτια του τὸν νεκρὸν Ἑλληνικὸ Θρόνο. Καὶ τώρα κάνετε τὰ ἴδια λάθη ποὺ ἐκόστισαν στὴν Ἑλλάδα καὶ τὸν Ἑλληνικὸ Λαὸ τόσον ἀκριβά. Καὶ γιὰ τὴ Δυναστεία ποὺ μᾶς στοίχισε συμφορές, Σαγγαρίους, αἵματα καὶ δάκρυα, γι’ αὐτὴ τὴ Δυναστεία σεῖς χάνετε τὸν πολύτιμο καιρὸν ἐδῶ καὶ ἔρχεσθε μὲ σοφιστεῖες καὶ ρητορικὲς φρασεολογίες ν’ ἀποδείξετε πὼς εἶσθε δημοκράτες. Ἡ δημοκρατικὴ ἰδέα εἶναι ἐπανάσταση, εἶναι μιὰ δημιουργικὴ δύναμη ποὺ δημιουργεῖ καὶ νέα δικαιώματα. (Χειροκροτήματα). Καὶ ἡ Ἐπανάσταση ποὺ ἐδημιούργησεν αὐτὴ τὴ Συνέλευση, εἶχεν ἀπεριόριστα δικαιώματα καὶ αὐτὴ ἡ Συνέλευση ἔχει δικαιώματα νὰ καταδικάσῃ τὴ Δυναστεία καὶ σὲ θάνατο. Καὶ θὰ ἐρωτήσω τὴν Κυβέρνηση, ἂν ἕνας ἀγρότης, ἂν ἕνας ἐργάτης ἢ ἀξιωματικὸς ἔκαμνε ἐκεῖνα τὰ κακουργήματα, τὰ ὁποῖα ἔκανεν αὐτὴ ἡ Δυναστεία, ποιὰ θὰ ἦταν ἡ τιμωρία των; Πιστεύω ὅτι χίλιες φορὲς θὰ τὸν κρεμάγατε, χωρὶς νὰ ρωτούσατε κανένα. Καὶ προτείνετε στὸ λαὸ τὸ ἐρώτημα: Αὐτὴ τὴν ἐγκληματικὴ Δυναστεία, εἰς τὰ ἐγκλήματα τῆς ὁποίας πιστεύει ἡ ἴδια Κυβέρνηση καὶ τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων, τὴν θέλεις αὐτὴ τὴ Δυναστεία; Ὁ λαὸς τί θὰ σκεφθῇ; Μίαν ἐγκληματικὴ Δυναστεία προτείνει ἡ Κυβέρνηση. Ἢ αὐτὴ ἡ Δυναστεία δὲν πταίει ἢ ψέμματα λέγει ἡ Κυβέρνηση. Καὶ μὲ τὴν ἀφέλειά του ὁ λαὸς θὰ ψηφίσῃ τὴ Δυναστεία. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια, διότι ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς — πρέπει νὰ τὸ εἴπωμεν, ἂν καὶ εἴμαστε μακρυά, μολαταῦτα περισσότερον ἐψυχολογήσαμε τὸν Ἑλληνικὸν Λαὸ παρὰ σεῖς, οἱ ὁποῖοι εἶσθε ἐδῶ — ὁ λαὸς ἐδηλητηριάσθη, τοῦ διέφθειραν τὴ συνείδηση οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες, διότι στὴν Ἑλλάδα δὲν ἦσαν κόμματα ἀρχῶν. Καὶ ἐρωτῶ τὴν Κυβέρνηση· θὰ πάρουν μέρος εἰς τὸ δημοψήφισμα καὶ αἱ γυναῖκες ἢ ὄχι, ἢ ὁ Γεώργιος ὁ Βʹ θὰ εἶναι Βασιλεὺς τῶν ἀνδρῶν τῆς Ἑλλάδος, αἱ δὲ γυναῖκες δὲν θὰ ἔχουν Βασιλέα; Οἱ Βασιλεῖς τότε ἐβασίλευαν, ὅταν οἱ Θεοὶ δὲν διέκοπταν τὶς σχέσεις μ’ αὐτούς, δηλαδὴ ἐβασίλευαν μόνον «ἐλέῳ Θεοῦ». Καὶ μήπως ἐρωτᾶτε τὸν λαόν, ὅταν πρόκειται νὰ τὸν φορολογήσετε; Οἱ Βασιλεῖς ὅταν φεύγουν ἀπὸ μιὰ Χώρα, δὲν ἐπανέρχονται. Τὸ μόνο ποὺ παρέλειψεν ἡ Κυβέρνηση, εἶναι ὅτι ὅλοι οἱ μοναρχικοί, καὶ αὐτὴ ἡ ἴδια ποὺ ὡρκίσθηκε στὸν συνταγματικὸ Βασιλέα, ἔπρεπε νὰ ὑπάγῃ στὴν ἐκκλησία γιὰ τὸ μνημόσυνο τὸ βασιλικὸ καὶ ἐκεῖ νὰ δώσῃ τὸν τελευταῖον ἀσπασμό. (Χειροκροτήματα). Πρέπει ὅμως νὰ ὁμολογήσουμε ὅτι σ’ αὐτὴ τὴν ἐθνικὴ συμφορὰν ἔπαιξαν ρόλο κοινωνικοὶ καὶ ἐξωτερικοὶ λόγοι. Οἱ κοινωνικοὶ λόγοι ἦσαν ἡ πολιτικὴ σαπίλα καὶ τὰ προσωπικὰ κόμματα, τὰ ὁποῖα κατετρίβοντο σὲ ταπεινὰ προσωπικὰ πάθη καὶ παρέβλεπαν τὰ καθήκοντά των πρὸς τὰς ἐργαζομένας λαϊκὰς μάζας. Καὶ τοῦτο ὀφείλεται ἐπίσης στὴν ἀμάθεια τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ, ὁ ὁποῖος ἕως σήμερα δὲν ἔχει παιδαγωγηθῇ καὶ μορφωθῇ μὲ τὴ ζωντανή του γλῶσσα. Διότι τὸν Ἑλληνικὸ λαὸν πάντοτε τὸν ἐκμεταλλεύονται οἱ διανοούμενοί του, ποὺ τοῦ ὁμιλοῦν μιὰ γλῶσσα, ἡ ὁποία εἶναι ξένη πρὸς αὐτόν. Γιὰ νὰ διαπαιδαγωγηθῇ ὁ Ἑλληνικὸς Λαός, γιὰ νὰ μὴ ἄγεται ἀπὸ διαφόρους δημαγωγούς, πρέπει νὰ ἀναγνωρισθῇ καὶ ἡ δημοτικὴ γλῶσσα ὡς ἐπίσημη γλῶσσα τοῦ Κράτους καὶ τότε ὁ Λαὸς δὲν θὰ ὑψώσῃ ἄλλους τυράννους. Πρέπει ὅμως νὰ ὁμολογήσουμε ὅτι τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων εἰς τὰς πρώτας ἀρχὰς τῆς ἐμφανίσεώς του ἔδειξε μιὰ δημιουργικὴ τάση, ἀλλὰ δυστυχῶς ἡ προσοχὴ τοῦ κ. ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων εἶχεν ἀπασχοληθῇ μὲ τοὺς ἐξωτερικοὺς πολέμους καὶ δὲν ἐφρόντισε νὰ καλλιεργήσῃ τὸ ἔδαφος γιὰ τὴ δημιουργία κομμάτων ἀρχῶν, γιατί, ὅπως βλέπω ἐγώ, ἐδῶ μέσα ἄλλη σκέψη δὲν ἔχουν παρὰ περιμένουν τί θὰ πῇ ὁ ἀρχηγὸς καὶ νὰ ἀποφασίσουν. Μὴ νομίζετε ὅτι, ἐπειδὴ σεῖς εἶσθε Βενιζελικοί, ἐκτιμᾶτε αὐτὸν περισσότερον ἀπὸ μένα τὸν σοσιαλιστή. Καὶ ἐμεῖς ἐκτιμοῦμε, ἀλλὰ δὲν ὑπερτιμοῦμε τὴν ἀξία τῶν ἀτόμων ὅπως σεῖς. Χάρις εἰς τὰ προσωπικὰ κόμματα βλέπομεν αὐτὴ τὴν χαώδη κατάσταση στὴν Ἑλλάδα. Ὅλα τὰ δυσαρεστημένα πατριαρχικὰ στοιχεῖα συνταυτίζουν τὴν τύχη τους μὲ τὴ Δυναστεία καὶ ἀντιτάσσονται σὲ κάθε ἐπαναστατικὸ ποὺ εἶναι ὁ κυριώτερος μοχλὸς τῆς περαιτέρω δημιουργίας καὶ προόδου τῆς Κοινωνίας. Βλέπω νὰ φωνάζουν ἀπὸ τὴν δεξιὰν ὅτι ἡ Δημοκρατία δὲν γίνεται μὲ τὴν βίαν. Ἀνοίξατε τὰ παράθυρα καὶ κυττάξτε ἔξω τί ἔγινεν εἰς ἄλλα κράτη, πῶς κατέλαβε τὴν ἐξουσία καὶ αὐτὸς ἀκόμα ὁ Τσάγκωφ, ἀφοῦ αἱματοκύλισε τοὺς Βουλγάρους ἀγρότας καὶ ἐργάτας, ποὺ ὅταν ἤθελαν νὰ καταφύγουν στὸ Ἑλληνικὸ ἔδαφος γιὰ νὰ σωθοῦνε, ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνηση τοὺς ἀρνήθηκε ἄσυλο. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἦτο τότε, νομίζω, ὁ κ. Παπανδρέου. Καὶ τώρα αὐτὴ ἡ Κυβέρνηση τοῦ Τσάγκωφ εἶναι μιὰ Κυβέρνηση ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ σταθῇ χωρὶς τοὺς κατακτητικοὺς σκοπούς της καὶ τὴν ἀπειλὴ νὰ κηρύξῃ τὸν πόλεμον ἐναντίον τῆς Ἑλλάδος διὰ νὰ ἀποσπάσῃ τὴν προσοχὴ τῶν δυσαρεστημένων ἐργαζομένων μαζῶν.
§104Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἕνεκα τῆς στρατιωτικῆς ἀσφαλείας.
§105ΙΩΣ. ΠΑΣΣΑΛΙΔΗΣ. Ὅταν ἔφυγαν οἱ ἀγρόται καὶ οἱ ἐργάται, αὐτοὺς δὲν τοὺς ἐδέχθη ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνηση καὶ τοὺς παρέδωκεν εἰς τὸν Τσάγκωφ. Αὐτὸ τὸ λέγω διὰ νὰ ἴδετε ποιὰ πρέπει νὰ εἶναι ἡ ἐξωτερικὴ πολιτική. Ἐὰν ὑπῆρχε μυστικὴ συνεδρίαση, θὰ σᾶς ἔλεγα πολλά. Ἢ νομίζουν οἱ διπλωμάται πὼς τὰ ξέρουν ὅλα; Ἂν καὶ ἔχουν τρία μάτια, βλέπουν ὅμως ὅλα στραβά. (Χειροκροτήματα). Ἐρχόμεθα τώρα στὸ κυριώτερο ζήτημα, διότι δι’ ἡμᾶς δυναστικὸ ζήτημα δὲν ὑπάρχει, ἡ Δυναστεία ἀπέθανεν. Ἡ ἱστορία τῆς Ἑλληνικῆς κοινωνίας τὰ τελευταῖα χρόνια ἀποδεικνύει μὲ ὅλας τὰς Ἐπαναστάσεις ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς πολιτικῶς μεγάλωσε καὶ δὲν χωρεῖ πλέον εἰς τοὺς παλαιοὺς τύπους καὶ κανόνας. Ὁ πόλεμος συνετάραξεν ἀπὸ τὰ βάθη τὴν Ἑλλάδα καὶ ὅλους τοὺς Ἕλληνας ἀδιακρίτως τόπου διαμονῆς. Δημιουργήθηκαν νέες συνθῆκες μέσα στὴν Ἑλληνικὴ κοινωνία καὶ νέες ἀντιθέσεις. Αὐτὲς οἱ ἀντιθέσεις γιὰ νὰ ἔλθουν σὲ μιὰ κοινωνικὴ ἰσορροπία χρειάζεται ἀλλαγὴ πολιτεύματος. Ἐδῶ ἀκούσαμε πολλοὺς παπαγαλίζοντας ἱστορικὰ γεγονότα, χωρὶς νὰ ἐννοήσουν τὴν σημερινὴν Ἑλληνικὴ κοινωνία. Θὰ σᾶς εἴπω ποιὲς εἶναι αὐτὲς οἱ συνθῆκες, οἱ ὁποῖες ἀπαιτοῦν ἀπαραιτήτως τὴν ἀλλαγὴ τοῦ πολιτεύματος εἰς τὴν Ἑλλάδα. Οἱ συνθῆκες αὐτὲς εἶναι ὅτι οἱ ἐργαζόμενες λαϊκὲς μᾶζες βγῆκαν ἀπὸ τὸν πόλεμο φτωχότερες, ἡ ἀκρίβεια τοῦ βίου μεγαλώνει καθημερινῶς, ἡ ἐργατικὴ καὶ οἰκονομικὴ κρίση, ἡ ὁποία εἶναι κρίση παγκόσμιος, ἀποτέλεσμα τοῦ πολέμου ὁ ὁποῖος ἀπερρόφησε τὰς παραγωγικὰς δυνάμεις. Ἐξ ἄλλου ἡ μετοικεσία ἑνὸς καὶ ἡμίσεος ἑκατομμυρίου πληθυσμοῦ ἀστέγου καὶ ἀέργου σὲ νέα ἐδάφη καὶ νέα κλίματα ἐδημιούργησαν μιὰ ἀναστάτωση μέσα στὴν Ἑλληνικὴ κοινωνία. Καὶ δι’ αὐτὸ νομίζομεν ὅτι τὸ Ἑλληνικὸ παλαιὸ σύνταγμα, τὸ ὁποῖον πρὸ πολλοῦ, ἀπὸ τοῦ 1909, δὲν λειτουργεῖ, τώρα, ἀφοῦ μάλιστα ἐδημιουργήθησαν νέες συνθῆκες καὶ δυνάμεις μέσα στὴν Ἑλληνικὴ κοινωνίαν, εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀλλαχθῇ ριζικά. Ἀλλὰ πῶς πρέπει νὰ ἀλλάξῃ τὸ Ἑλληνικὸ πολίτευμα; νὰ τὸ ἐρώτημα ποὺ θέτει ἡ Κυβέρνηση. Ἴσως στὸ δυναστικὸ ζήτημα ἡ Κυβέρνηση νὰ δεχθῇ πραγματικῶς ὅτι ἡ Δυναστεία ἀπέθανεν, ἀφοῦ προσκαλέσῃ καὶ τὸν κ. Δοξιάδη νὰ πιστοποιήσῃ τὸν θάνατό της, ὡς γιατρό. (Χειροκροτήματα). Θὰ σᾶς πῇ ὅτι ἡ Δυναστεία εἶναι πτῶμα. Τὸ δεύτερο ζήτημα, τὸ πολιτειακό, εἶναι ζήτημα σοβαρὸ καὶ δι’ αὐτὸ ἴσως προσωρινὰ θὰ συμφωνήσω μὲ τὴν Κυβέρνηση ἐγὼ ὁ σοσιαλιστής. Πραγματικῶς, ποιὸς πρέπει νὰ ἀλλάξῃ τὸ πολίτευμα αὐτό, ὁ ἴδιος ὁ Λαὸς ἢ οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ λαοῦ; εἶναι μεγάλο ζήτημα, ἀλλὰ ἐμεῖς θὰ πάρουμε παραδείγματα ζωντανὰ ἀπὸ τὴν ἱστορία, ζωντανὰ τὰ ὁποῖα θὰ ὁμιλοῦν ἀνάλογα. Τί εἶναι πολίτευμα; Πολίτευμα εἶναι ἕνας σταθμὸς ἱστορικός, ὁ ὁποῖος φέρει τὴν Κοινωνίαν εἰς κάποιαν ἰσορροπία, τὴν συμφιλίωση, ὅπως τὴν λέγει ἡ Κυβέρνηση, τὴν ὁποίαν βεβαίως πρέπει νὰ παραδεχθοῦμε. Τὸ πολίτευμα εἶναι σὰν τὸ ροῦχο στὸν ἄνθρωπο. Τὸ κόβουν σύμφωνα μὲ τὸ ἀνάστημά του. Ποιὸς ὅμως θὰ κόψῃ αὐτὸ τὸ ροῦχο; Τὰ λέω ἔτσι μὲ ἁπλᾶ λόγια διὰ νὰ μὲ καταλάβῃ ὁ Λαὸς ἔξω, διότι σεῖς ἔχετε τὰς πεποιθήσεις σας. (Χειροκροτήματα) Ὅσοι μὲ χειροκροτοῦν, ἂν ἠσπάζοντο πραγματικῶς τὰς ἰδέας μου, ἔπρεπεν ἀμέσως, σήμερα, ἐδῶ μέσα, ἔπρεπε νὰ κηρύξουν ἔκπτωτο τὴ Δυναστεία. Λοιπὸν χειροκροτήματα δὲν θέλω ἐγώ, καὶ ἂν χειροκροτεῖτε, τὰ χειροκροτήματά σας σημαίνουν ὅτι ζητωκραυγάζετε ὑπὲρ τῆς πτώσεως τῆς Δυναστείας. Λαὸς ποὺ κρέμεται ἀπὸ ἕναν ἄνθρωπον, ὁ Λαὸς ἐκεῖνος δὲν ἠμπορεῖ νὰ δημιουργήσῃ. Ἀλλὰ ἕνας Λαὸς ποὺ καὶ χωρὶς τὸν Βενιζέλο ἐπέρασε στὸν Σαγγάριον, ἕνας τέτοιος Λαὸς ἔχει μέσα του ἀρκετὲς ζωτικὲς δυνάμεις γιὰ νὰ μπορῇ νὰ δημιουργήσῃ καὶ νὰ γίνῃ ὁ ἴδιος ρυθμιστὴς τῆς καταστάσεως. (Χειροκροτήματα). Καὶ ἕνα ἄλλο πρέπει νὰ εἴπω, διὰ νὰ εἴμεθα δίκαιοι ἀπέναντι τῆς ἱστορίας. Καὶ μὴ νομίζετε ὅτι ἡ Μετανοεμβριανὴ Κυβέρνηση ἦτο προδοτική. Ὄχι· καὶ ἐκείνη ἤθελε μὲ τὸν Στρατηλάτη της νὰ μπῇ στὴν Πόλη τῶν Κωνσταντίνων, ἀλλὰ τὰ Ἑλληνικὰ στρατεύματα εὗρον τότε ἀντιμέτωπα στρατεύματα τῶν Συμμάχων τῆς Ἑλλάδος. Πρέπει νὰ τὸ ὁμολογήσουμε. Πρέπει νὰ ποῦμε τὴν ἀλήθεια, διότι ἡ Ἐθνοσυνέλευση εἶναι Ἐθνικὸ δικαστήριο, ὅπως εἶπε καὶ ὁ ἀξιότιμος πληρεξούσιος ἐκ Θεσσαλονίκης κ. Πάγκαλος. Εἶναι ἐθνικὸ δικαστήριο καὶ δὲν πρέπει νὰ λέγουμε ψέμματα ἀπὸ τὸ βῆμα. Γνωρίζετε ὅτι, ἐνῷ ἐκαίετο ἡ Σμύρνη καὶ ἐκολυμβοῦσαν μέσα στὶς φλόγες τῆς πυρκαϊᾶς τὰ γυναικόπαιδα καὶ οἱ φωνὲς καὶ οἱ θρῆνοι ἔφθαναν ἕως τὸν οὐρανὸ καὶ ξύπνησαν καὶ αὐτὸν τὸν ἴδιο τὸν Θεόν, αἱ σημαῖαι τῶν Μ. Δυνάμεων ἐκυμάτιζαν ἤρεμα στὰ νερὰ τῆς Σμύρνης σὰν νὰ ἐπανηγύριζαν τὸ πανηγύρι τῆς καταστροφῆς. (Χειροκροτήματα). Νὰ λοιπὸν καὶ οἱ ἐξωτερικοὶ λόγοι, οἱ ὁποῖοι μᾶς ἔφεραν τὴ σημερινὴ καταστροφή. Λοιπὸν τὸ πολίτευμα, ὅπως σᾶς εἶπα, «εἶναι σὰν τὸ ροῦχο» εἰς τὸν ἄνθρωπο καὶ ἐκεῖνος ποὺ θέλει νὰ κόψῃ τὸ ροῦχό του πηγαίνει εἰς τὸν ράφτη. Λοιπὸν, ἂν σεῖς θέλετε, κόψτε τὸ ροῦχο ποὺ θὰ δώσετε εἰς τὸν Ἑλληνικὸ Λαό. (Χειροκροτήματα). Δηλαδὴ δημιουργήσατε ἐδῶ μέσα τὸ νέον ἑλληνικὸ πολίτευμα. Διότι τὰ πολιτεύματα δὲν δημιουργοῦνται, ὅπως νομίζουν, μέσα στὰ γραφεῖα διαφόρων πολιτικῶν ἀνδρῶν, σὰν συνταγές. Τὸ πολίτευμα μπορεῖ νὰ στερεωθῇ καὶ εὐδοκιμήσῃ μόνον μέσα στὶς φυσικὲς ἱστορικὲς συνθῆκες ποὺ ἐπέτρεψαν νὰ γεννηθῇ αὐτὸ τὸ ζήτημα σὲ ὡρισμένη ἐποχὴ καὶ ὡρισμένη ἱστορικὴ στιγμή, ὅπως εἶναι ἡ σημερινή, πού ἔφερε ἐσᾶς τοὺς ραφτάδες γιὰ νὰ κόψετε τὸ νέο ροῦχο τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ ἐδῶ μέσα στὴν Ἐθνοσυνέλευση. Ἐρχόμεθα τώρα εἰς τὰ ἄλλα προβλήματα τὰ ὁποῖα ἔθεσεν ἡ Κυβέρνηση, διότι εἰς ἡμᾶς τὸ δυναστικὸ καὶ τὸ πολιτειακὸ δὲν παίζουν τόσο ρόλον, ὅσον οἱ οἰκονομικοὶ ὅροι τῆς κοινωνίας. Ἔρχεται τὸ μεγαλύτερο πρόβλημα, τὸ προσφυγικὸ ζήτημα, διὰ τὸ ὁποῖον θὰ ὁμιλήσουμε ἰδιαιτέρως σ’ ἄλλη στιγμή. Τὸ πρόβλημα αὐτὸ ὅμως δὲν ἠμπορεῖ νὰ λυθῇ, ν’ ἀντιμετωπισθῇ, παρὰ μόνον ὡς τμῆμα τοῦ κοινωνικοῦ βίου τῆς Ἑλλάδος, ὅπως ἐμορφώθη ὕστερα ἀπὸ τὰς μεταπολεμικὰς συνθήκας. Διάφοροι ἐπιτροπαὶ ἀνταλλαγῆς καὶ ἀποκαταστάσεως προσφύγων, ποὺ δὲν θὰ εἶναι ὑπὸ τὸν ἔλεγχο τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως, δὲν ἠμποροῦν νὰ λύσουν τὸ ζήτημα, διότι τὸ προσφυγικὸ ζήτημα συνδέεται στενώτατα μὲ τὸ ἀγροτικὸ ζήτημα. Καὶ τὸ ἀγροτικὸ πρόβλημα ἐνδιαφέρει ὅλο τὸν ἀγροτικὸ πληθυσμὸ τῆς Ἑλλάδος καὶ πρέπει νὰ λυθῇ διὰ νὰ ἀναπτυχθῇ ἡ γεωργικὴ δύναμη τῆς Χώρας. Καὶ ἔπρεπεν ἡ Κυβέρνηση εὐθὺς ἀμέσως νὰ σηκώσῃ ὅλα ἐκεῖνα τὰ ἐμπόδια ποὺ βρίσκονται μεταξὺ τοῦ γεωργοῦ καὶ τῆς γῆς. Δηλαδὴ ἔπρεπεν ἀμέσως νὰ καταργήσῃ ὅλους ἐκείνους τοὺς περιοριστικοὺς ἀγροτικοὺς νόμους. Ἔπρεπεν εὐθὺς ἀμέσως ν’ ἀπαλλοτριώσῃ ὅλα τὰ τσιφλίκια ἀνεξαιρέτως ἄνευ ἀποζημιώσεως, καὶ νὰ τὰ ἐθνικοποιήσῃ. (Χειροκροτήματα) καὶ νὰ διανείμῃ τὴν γῆν δωρεὰν στοὺς ἀμέσους καλλιεργητάς, στοὺς ἀκτήμονας αὐτόχθονας καὶ μετανάστας.
§106ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Μπολσεβικισμός.
§107ΙΩΣ. ΠΑΣΣΑΛΙΔΗΣ. Ἀφοῦ δὲν ξέρετε τί θὰ πῇ αὐτό, τί τὸ λέτε; Ἐγὼ βλέπω ὅτι σεῖς δὲν θὰ μπορέσετε νὰ κόψετε τὸ ροῦχο καὶ ἀποτείνομαι εἰς σᾶς τὴν ἀριστερά, νὰ τὸ κόψετε σεῖς τὸ ροῦχο. Εἰς τὴ Γαλλικὴ Βουλὴ τοῦ 1849 ἡ δεξιὰ πτέρυξ ἔδιωξε τὴν ἀριστερὰ καὶ ἐκήρυξε τὴν κοινοβουλευτικὴ Δημοκρατία. Ἡ ἱστορία ἐπαναλαμβάνεται, ἀλλ’ ἀντιθέτως. Ἐὰν ἐκείνη ἡ μερὶς (ἡ δεξιὰ) δὲν ἀκολουθήσῃ τὸν δρόμον αὐτῆς (τῆς ἀριστερᾶς), ἡ ἀριστερὰ θὰ διώξῃ τὴ δεξιὰ καὶ θὰ ἀνακηρύξῃ τὴ λαϊκὴ Δημοκρατία. Ἐρχόμεθα εἰς τὸ ἄλλο ζήτημα ποὺ εἶναι σπουδαῖο διὰ τὴν Χώρα μας, τὸ ζήτημα τῆς συμφιλιώσεως μεταξὺ τοῦ κεφαλαίου καὶ τῆς ἐργασίας, διότι ἡ Κυβέρνηση, φαίνεται, αὐτὸ τὸ ζήτημα τὸ θεωρεῖ ὄχι σοβαρὸ καὶ θέλει μὲ μαγικὴ ράβδο νὰ κάμῃ θαύματα, δηλαδὴ νὰ συμφιλιώσῃ τὸ κεφάλαιο μὲ τὴν ἐργασία. Κατ’ ἐμέ, τὸ κεφάλαιο τότε μόνο μπορεῖ νὰ συμφιλιωθῇ μὲ τὴν ἐργασία, ὅταν τὸ κεφάλαιο ἐθνικοποιηθῇ, δηλαδὴ ὅταν τὸ κεφάλαιο γίνῃ κοινό, τοῦ Κράτους. Ἐνόσῳ αὐτὸ δὲν γίνεται ἡ ἐργατικὴ τάξις θὰ ἐξακολουθῇ νὰ μὴ συμφιλιώνεται μὲ τὸ κεφάλαιο. Ἡ Κυβέρνηση πρέπει νὰ δώσῃ μεγάλη προσοχὴ εἰς τὴν οἰκονομικὴ ἀνασυγκρότηση τῆς Χώρας, διότι ἄνευ οἰκονομικῆς ἀνασυγκροτήσεως δὲν μπορεῖ νὰ δημιουργηθῇ νέο πολίτευμα καὶ θὰ μείνῃ μὲ τὸ παλαιὸ πολίτευμα, ποὺ ὑπῆρχε καὶ ἐπὶ Κωνσταντίνου. Ἡ οἰκονομικὴ ἀνασυγκρότηση τῆς Χώρας πρέπει νὰ στηριχθῇ ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τῆς ἀντιμετωπίσεως τῶν δαπανῶν τοῦ Κράτους διὰ τῆς φορολογίας μόνον τῶν πλουσιωτέρων τάξεων. Παράλληλα πρέπει νὰ περιορισθοῦν αἱ μὴ παραγωγικαὶ δαπάναι τοῦ Κράτους. Τώρα θέλω νὰ εἴπω δύο λέξεις διὰ τὴν ἐσωτερικὴ πολιτικὴ τοῦ Κράτους, διότι κατ’ ἐμὲ ἡ ὀργάνωσις, ἡ διαρρύθμισις τῆς ἐσωτερικῆς ζωῆς τοῦ Κράτους ἐξαρτᾶται καὶ ἀπὸ τὴν ἐξωτερικὴ πολιτική, τὴν ὁποία θὰ ἀκολουθήσῃ ἡ σημερινὴ Κυβέρνηση. Ποιὰ πρέπει νὰ εἶναι ἡ ἐξωτερικὴ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως; Πρέπει νὰ εἶναι καθαρῶς δημοκρατική, διότι τὰ πραγματικὰ συμφέροντα τοῦ Λαοῦ εἶναι μακρὰν τῶν ἰμπεριαλιστικῶν ἀντιλήψεων τῶν ἄλλων Κρατῶν. Ὁ Λαὸς τώρα κατάλαβεν ὅτι οἱ πόλεμοι δὲν γίνονται γιὰ τὴν εὐτυχία του. Οἱ πόλεμοι εἶναι πάντα πόλεμοι βαρβαρότητος. Ὅλοι ἀντιλαμβάνονται πολὺ καλὰ ὅτι οἱ πόλεμοι ἐδῶ δὲν γίνονται γιὰ τὰ γλυκὰ μάτια τῆς Ἐλισάβετ ἢ τῆς Κλεοπάτρας, ἀλλὰ αἰτία εἶναι τὰ οἰκονομικὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους. Εἰς τὴν Ἑλλάδα συμφέρει αὐτὴ τὴ στιγμὴ νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν ἀδελφικὴ συνεργασία μὲ ὅλους τοὺς Βαλκανικοὺς Λαοὺς καὶ ἡ ἐξωτερικὴ πολιτικὴ τοῦ Κράτους πρέπει νὰ εἶναι ἡ ἐπιτυχία τῆς Βαλκανικῆς Ὁμοσπονδίας, ἡ ὁποία θὰ μᾶς σώσῃ ἀπὸ τοὺς ἐξωτερικοὺς κινδύνους. Ἐξ ἄλλου ἡ Ἑλληνικὴ Δημοκρατία πρέπει νὰ προσανατολισθῇ πρὸς τὰ ἄλλα μεγάλα μεταπολεμικὰ δημοκρατικὰ Κράτη. Καὶ πρῶτον ἀπὸ τὰ Κράτη αὐτὰ ἔρχεται ἡ Σοβιετικὴ Ρωσσία, τὴν ἀναγνώριση τῆς ὁποίας ἔπρεπε νὰ κάμῃ ἡ Κυβέρνηση. Δὲν πρέπει ἡ Κυβέρνηση νὰ ἐξαρτήσῃ τὰ δικαιώματά της ἀπὸ τὰ δικαιώματα τῶν ἄλλων Κρατῶν, τὰ ὁποῖα δὲν ἀναγνωρίζουν τὴν Σοβιετικὴ Ρωσσία, ἐπειδὴ δὲν παραδέχεται τὰ χρέη τῆς Τσαρικῆς Ρωσσίας πρὸς τοὺς Γάλλους καπιταλιστάς. Ἡ Ἑλλὰς ὅμως ἔχει μεγάλα συμφέροντα, διότι στὴ Ρωσσία εὑρίσκονται 400.000 Ἕλληνες, οἱ ὁποῖοι, ἀφοῦ ἔμαθαν ὅτι ἦλθεν ὁ Βενιζέλος, ἐνόμισαν ὅτι ἄνοιξεν ὁ οὐρανὸς καὶ ἔβρεξε στὴν Ἑλλάδα χρυσός, καὶ γι’ αὐτὸ εἶναι ἕτοιμοι νὰ μᾶς ἔλθουν ἐδῶ, ὅπου ἀσφαλῶς θὰ χειροτερεύσουν τὴ θέση μας. Γι’ αὐτὸ ἡ ἀναγνώριση τῆς Σοβιετικῆς Ρωσσίας εἶναι ἀπαραίτητος γιὰ νὰ μείνουν οἱ πληθυσμοὶ αὐτοὶ στὴ Ρωσσία. Ἐξ ἄλλου ἡ Σοβιετικὴ Ρωσσία θὰ ὑποστηρίξῃ καὶ πολιτικῶς καὶ οἰκονομικῶς τὴν Ἑλληνικὴ Δημοκρατία, ἡ ἀναγνώριση δὲ αὐτὴ θ’ ἀποτελῇ ἔνδειξη σταθερᾶς πίστεως καὶ πρὸς τὰς ἀρχὰς τῆς ἐλευθέρας καὶ ἀνεξαρτήτου αὐτοδιοικήσεως τῶν λαῶν. (Χειροκροτήματα).
§108ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Νὰ διακόψωμεν, κ. Πρόεδρε.
§109ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτομεν διὰ τὰς 10.30′ μ. μ.
(Ὥρα 9.15′ μ. μ.)
ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΚΟΠΗΝ
(Ὥρα 10.40′ μ. μ.)
§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις,
§111Θ. ΣΟΦΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Κύριε Πρόεδρε, πρὶν συνεχισθῇ ἡ πολιτικὴ συζήτησις παρακαλῶ νὰ εἰσέλθωμεν ἐπ’ ὀλίγον εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐργασίαν.
§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας. —Συζήτησις ἐπὶ τῆς προτάσεως ψηφίσματος «περὶ παρατάσεως τῆς προθεσμίας τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ ἀπὸ 6 Ἰουλίου 1923 Ν. Δ. «περὶ αὐξήσεως δημοτικῶν καὶ κοινοτικῶν τινων φόρων καὶ δικαιωμάτων ἐπὶ ἓν ἔτος ἀπὸ σήμερον». (Ψηφίζεται τὸ ψήφισμα). —Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐκτάκτου ἐνισχύσεως τῆς δυνάμεως τῆς Χωροφυλακῆς διὰ κατατάξεως προϋπηρετησάντων ἐν τῷ Στρατῷ καὶ τῇ Χωροφυλακῇ πρὸς ἄμεσον ἐξυπηρέτησιν τῶν ἀναγκῶν τῆς Δημοσίας Ἀσφαλείας».
§113Π. ΖΩΓΡΑΦΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὑπάρχει ἐπ’ αὐτοῦ τροπολογία μου, τὴν ὁποίαν παρακαλῶ...
§114Θ. ΣΟΦΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Κύριε Πρόεδρε, δὲν δέχομαι οὐδεμίαν τροπολογίαν.
§115Π. ΖΩΓΡΑΦΟΣ. Μά, κ. Ὑπουργέ, δὲν εἶναι...
§116Θ. ΣΟΦΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Κύριε Πρόεδρε, νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Συνέλευσις. (Ἀναγινώσκεται ἡ τροπολογία).
§117ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Ζωγράφου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγιστοι). Ἡ Συνέλευσις δὲν παρεδέχθη. (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). —Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου περὶ παρατάσεως τῆς ἰσχύος τοῦ ἀπὸ 22 Νοεμβρίου 1923 Ν. Δ. περὶ συγκροτήσεως πενταμελοῦς συμβουλίου διὰ τὴν ἐν τῷ Π. Ναυτικῷ ἐπαναφορὰν ἀξιωματικῶν κλπ.». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν.) —Συνεχίζεται ἡ συζήτησις ἐπὶ τῶν προγραμματικῶν δηλώσεων τῆς Κυβερνήσεως. Ὁ κ. Βασίλειος Καραπάνος ἔχει τὸν λόγον.
§118ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Εἶναι ἀπών, κ. Πρόεδρε.
§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πάζης.
§120Δ. ΠΑΖΗΣ. Εὐτυχῶς, κύριοι πληρεξούσιοι, ὅτι καθιερώθη τὸ σύστημα τῆς κλεψύδρας. Τὸ ζήτημα τοῦ χρόνου τῆς ἀγορεύσεως καθωρίσθη εἰς 20λεπτον. Θὰ προσπαθήσω νὰ εἶμαι πολὺ βραχύλογος. Τὸ ζήτημα ἄλλως τε ἔχει ἐξονυχισθῇ ἀπὸ τόσους ἄλλους ἀξιοτίμους συναδέλφους μὲ ὅλην τὴν ρητορικὴν δεινότητα καὶ ὅλην τὴν συνταγματικὴν εὐρύτητα. Ἡμεῖς ὡς μὴ συνταγματολόγοι φυσικώτατα ἀκούσαντες τὰς διαφόρους γνώμας τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως ἐπείσθημεν ὅτι πραγματικῶς ἡ Ἐθνοσυνέλευσις ἔχει πλῆρες τὸ δικαίωμα νὰ λύσῃ ἐδῶ καὶ τὸ πολιτειακὸν καὶ τὸ δυναστικὸν ζήτημα. Ἐκεῖνο ὅμως ποὺ μᾶς κάμνει κατάπληξιν εἶναι ἀκριβῶς ἡ ἐξακολούθησις τῆς συζητήσεως διὰ τὸ δυναστικὸν ζήτημα. Κατὰ τὴν γνώμην μου τὸ ζήτημα αὐτὸ ἐλύθη μὲ τὰς ἐκλογὰς τῆς 16 Δεκεμβρίου. Ὅλος ὁ κόσμος ὁ ὁποῖος ἐψήφισεν εἰς τὰς ἐκλογὰς αὐτάς, εἴτε βενιζελικὸς ἐλέγετο, συντηρητικὸς φιλελεύθερος δηλαδή, ἢ δημοκρατικὸς φιλελεύθερος, εἴτε δημοκρατικός, ἕνα καὶ μόνον κατεψήφισε: τὴν ἔκπτωσιν τῆς Δυναστείας, διότι μὴ λησμονῶμεν ὅτι Βενιζελισμὸς ἀπὸ τοῦ 1915 καὶ ἐδῶ δὲν σημαίνει τίποτε ἄλλο παρὰ ἀντιδυναστισμόν. Ἀλλὰ τὴν ἐπιμονὴν τῆς Κυβερνήσεως νὰ τεθῇ τὸ ζήτημα καὶ πάλιν εἰς τὸν Λαὸν σᾶς βεβαιῶ ὅτι δὲν τὴν εὑρίσκω δεδικαιολογημένην, τὴν θεωρῶ μάλιστα ὄχι μόνον ἀντιπολιτικήν, ἀλλὰ καὶ ἀντεθνικήν.
§121Θ. ΣΟΦΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἆ! Ἆ!
§122Δ. ΠΑΖΗΣ. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε, κύριε Ὑπουργέ, νὰ ἔχω τὴν γνώμην μου. Σκεφθῆτε πρὸς στιγμήν, κύριοι πληρεξούσιοι, ὅτι κατὰ τὸ λαοψήφισμα αἱ νέαι Χῶραι κατὰ πᾶσαν πιθανότητα ψηφίζουσιν ὑπὲρ τῆς ἐκπτώσεως τῆς Δυναστείας καὶ φυσικὸν ὅπως εἶναι κηρύσσουν ἀμέσως τὴν Δημοκρατίαν καί, ὅπως ἔκαμναν ἄλλοτε πολὺ πρὸ τοῦ κινήματος, κατέβασαν τὰς εἰκόνας τοῦ Βασιλέως εἰς τὸ Δημαρχεῖον τῆς Δράμας, ἐνῷ ἀντιθέτως εἰς τὴν Παλαιὰν Ἑλλάδα ψηφίζει μία ὡρισμένη πλειονότης ὑπὲρ τῆς Δυναστείας. Δὲν νομίζετε ὅτι μία ἐμφάνισις διχασμοῦ τοῦ Κράτους δὲν θὰ ἔχῃ εὐχάριστα ἀποτελέσματα καὶ εἰς τοὺς ἔξω; Ἀλλὰ τὸ θεωρῶ ἀκριβῶς καὶ ἀντιπολιτικὸν καὶ ἀπὸ τῆς ἄλλης ἀπόψεως. Κύριοι πληρεξούσιοι, δὲν νομίζετε πὼς ἓν τοιοῦτον ζήτημα τιθέμενον ἐνώπιον τοῦ Λαοῦ — ὁ ὁποῖος τόσον ἐδοκιμάσθη — τῶν νέων Χωρῶν, κατ’ ἐξοχὴν τῆς Ἀνατολικῆς Μακεδονίας καὶ τοῦ προσφυγικοῦ κόσμου σημαίνει πλέον μίαν, ἂν ὄχι ἔλλειψιν ἀλληλεγγύης, ἀλλὰ τοὐλάχιστον ἔλλειψιν συναισθήσεως, ἀπονιᾶς δι’ ὅσα ὑπέστησαν ἐκ τοῦ δυναστικοῦ θεσμοῦ; Δὲν θὰ σᾶς ἀπασχολήσω, δὲν θὰ σᾶς κουράσω μὲ τὸ τί ὑπέστησαν οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ ἐκ τοῦ δυναστικοῦ θεσμοῦ; Ὁ νῦν Πρόεδρος τῆς Συνελεύσεως ἔχει ἰδίαν ἀντίληψιν, διότι ὡς Γενικὸς Διοικητὴς τότε ἐν Μακεδονίᾳ εἶδε τὰ πράγματα τὰ ὁποῖα ὑπέστησαν. Ἀλλὰ καὶ ὁ προσφυγικὸς κόσμος δυστυχῶς ἔπαθε πολὺ περισσότερα ἢ ἡμεῖς. Δὲν νομίζετε ὅτι τὸ νὰ θεωρηθῇ ὅτι ἓν τμῆμα τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ δὲν αἰσθάνεται τὸν ἴδιον πόνον διὰ τὸν θεσμὸν τῆς Βασιλείας δὲν εἶναι τόσον πολιτικὸν καὶ ἀφίνει τὸ ζήτημα πλέον εἰς τὴν κρίσιν τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως; Κατὰ τὴν γνώμην τὴν ἰδικήν μου τὸ ζήτημα τὸ δυναστικὸν θεωρεῖται ὡς λελυμένον. Δὲν ἀπομένει πλέον εἰς ἡμᾶς παρὰ μόνον νὰ κυρώσωμεν τὸ ἔργον τοῦ Στρατοῦ, ὁ ὁποῖος μίαν ἐντολὴν ἐξετέλεσε, τὴν ἐντολὴν τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ νὰ διώξῃ τὸν Βασιλέα. Ἔρχομαι ἤδη εἰς τὸ ζήτημα τὸ πολιτειακὸν καὶ δὲν θὰ εἰσέλθω εἰς τὰς λεπτομερείας. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Πασσαλίδης πρὸ ὀλίγου ἀκριβῶς ἐξέθεσε τόσον λαμπρὰ τὴν ὅλην συνάφειαν τοῦ πολιτειακοῦ μὲ τὰ κοινωνικὰ καὶ οἰκονομικὰ ζητήματα. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι μόνον ὅσοι ἐξετάζουν τὴν κατάστασιν ὄχι ἀπὸ θεωρίας ἀλλὰ ἀπὸ πραγματικότητα, καταλαμβάνουν τὴν κατάστασιν τῶν διαφόρων κοινωνικῶν τάξεων καὶ μποροῦν νὰ ποῦν μὲ πόνο τὴν πραγματικότητα τῆς ἀθλιότητος ποὺ ὑπάρχει εἰς τὰς δύο λέξεις, τὴν μίαν ποὺ ἐργάζεται καὶ τὴν ἄλλην ποὺ ἐκμεταλλεύεται τοὺς ἐργαζομένους. Μόνον οἱ ἰατροὶ καὶ οἱ παπᾶδες εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ μπαίνουν εἰς τὰ σπίτια καὶ βλέπουν εἰς μὲν τὰ ἀριστοκρατικὰ τὴν χλιδὴν καὶ εὐμάρειαν, εἰς δὲ τὰ πτωχὰ τὴν πεῖναν ἀθλιότητα. Ταῦτα ὡς πρὸς τὸ δυναστικόν. Ἀπομένει συζητηθῇ κυρίως τὸ πολιτειακόν. Καὶ ἐνῷ ὅλοι συμφωνοῦν καὶ ὅλοι λέγουν ὅτι εἴμεθα δημοκρατικοί, διαφωνοῦσιν ὡς πρὸς τὴν μέθοδον. Καὶ εἶναι πολλοί, τῶν ὁποίων πραγματικῶς ἐκτιμῶ τὸ θάρρος, ποὺ θέλουν νὰ λυθῇ ἀμέσως τὸ ζήτημα εἰς τὴν Συνέλευσιν. Εἶναι καὶ μία ἄλλη μερίς, εἰς τὴν ὁποίαν εὐτυχῶς ἀνήκω πρὸ πολλοῦ καὶ ἡ ὁποία λέγει μάλιστα νὰ κηρύξωμεν τὴν Δημοκρατίαν, ἀλλ’ εἰς εὔθετον καιρὸν καὶ τότε νὰ ζητήσωμεν τὴν ἔγκρισιν τὴν λαϊκὴν ἀπὸ τὸν λαόν. Δὲν καθορίζει τὸν χρόνον τῆς τελειωτικῆς κυρώσεως, ἀλλὰ τὸν ἀφίνει εἰς τὴν ὑπεύθυνον Κυβέρνησιν.
§123Ι. ΚΑΝΝΑΒΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Ἡ τροποποίησις αὐτὴ πότε ἔγινε;
§124Δ. ΠΑΖΗΣ. Ἦτο εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς· ἡ διαφορὰ ἦτο τὸ «ταχύτερον καὶ ἀμέσως», ἐνῷ ἡ σημερινὴ τροποποίησις λέγει «ἀμέσως», ἀλλ’ ἀφίνει πάντοτε τὴν τελειωτικὴν κύρωσιν εἰς τὸν Λαόν. Τοῦτο ἐπαφίεται εἰς τὴν κρίσιν τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία ἔχει καὶ μόνη τὴν εὐθύνην. Τὴν εὐθετότητα ἄλλως τε τοῦ καιροῦ ἐπαφιέμεθα εἰς τὴν Κυβέρνησιν, διότι ἴσως ἡμεῖς, ἐπειδὴ εὑρισκόμεθα πλησιέστερον πρὸς τοὺς κινδύνους, νὰ τοὺς βλέπωμεν μεγαλυτέρους ἀπὸ τὰ σύνορα, ἐνῷ ἀντιθέτως, ὅσοι εὑρίσκονται μακρὰν τῶν κινδύνων, καὶ φυσικὰ καὶ ἡ Κυβέρνησις, νὰ θεωροῦν τοὺς κινδύνους φανταστικούς. Ἀλλὰ καὶ δι’ ἄλλον λόγον πολὺ σπουδαιότερον δὲν θέλομεν νὰ προσκληθῇ ὁ λαὸς στὰ στραβὰ νὰ ἐπικυρώσῃ ἕνα πολίτευμα τὸ ὁποῖον δὲν ἐννόησε καλὰ καλά, διότι δὲν τοῦ ἐδόθη καιρός. Θέλομεν ἀκριβῶς ἡ Κυβέρνησις μὲ τὰ διάφορα νομοθετικὰ μέτρα διὰ τὰ κοινωνικὰ καὶ οἰκονομικὰ προβλήματα, τὰ ὁποῖα θὰ θέσῃ εἰς ἐφαρμογήν, νὰ ἐμπνεύσῃ εἰς τὸν κόσμον τὴν πίστιν ὅτι ἡ Δημοκρατία δὲν εἶναι κάτι τι ἀόρατον νεφέλωμα, ἀλλ’ ὅτι εἶναι ἡ πραγματικὴ μεταβολὴ μιᾶς καταστάσεως εἰς μίαν κατάστασιν νέαν, καὶ τότε μόνον ἔχομεν τὴν πεποίθησιν ὅτι συνειδητὰ ὁ λαὸς θὰ ὑπάγῃ νὰ ψηφίσῃ, ἐκεῖνο ποὺ τοῦ λέγει τὸ πνεῦμά του τὸ δημοκρατικόν. Δὲν θέλω νὰ θίξω καὶ ἓν ἄλλο ζήτημα, τὸ ὁποῖον αὔριον ἢ ἀργότερον ἡ Κυβέρνησις θὰ τὸ φέρῃ εἰς τὴν Βουλήν, τὸ ζήτημα τῆς ἀναβολῆς ἐπί τινα χρόνον. Ἂν δὲν πρόκειται μόνον διὰ τοὺς φανταστικοὺς κινδύνους, κ. πληρεξούσιοι, πρόκειται τοὐλάχιστον καὶ διὰ μίαν ἄλλην ὑποχρέωσιν, τὴν ὁποίαν ἔχομεν πρὸς τὸν κόσμον τῶν προσφύγων. Σκεφθῆτε πρὸς στιγμὴν ὅτι, ἐὰν κάμωμεν ἀμέσως τώρα τὸ δημοψήφισμα, πρέπει νὰ περάσουν δύο τοὐλάχιστον μῆνες νὰ ξανασυνέλθῃ ἡ Βουλὴ διὰ νὰ ληφθῇ πρόνοια διὰ τὰ μέτρα ὑπὲρ τῶν προσφύγων. Σκεφθῆτε, ὅτι τὸ ζήτημα τῶν προσφύγων δὲν εἶναι ἁπλῶς προσφυγικὸν ἀλλὰ ζήτημα ἀλληλένδετον μὲ τὸ Μακεδονικὸν καὶ Θρακικὸν καὶ συνδυασμένον μὲ ὅλην τὴν ἐθνικὴν ζωὴν τῆς Χώρας.
§125ΤΙΝΕΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Εἶναι Ἑλληνικόν.
§126Δ. ΠΑΖΗΣ. Μάλιστα Ἑλληνικόν. Μόνον ὅταν εὑρίσκηται κανεὶς εἰς ἄμεσον ἐπαφὴν ἠξεύρει τὰς προστριβὰς αἱ ὁποῖαι γεννῶνται, διότι εὑρίσκονται εἰς ἕνα στενὸν χῶρον πολλοὶ καὶ δὲν μποροῦν νὰ ζοῦν ἔτσι ὅλοι μαζί. Αὐτὰ ἴσως σᾶς ἐνδιαφέρουν ἀπὸ γενικωτέρας ἀπόψεως, τῆς ἀπόψεως τῆς συνδρομῆς εἰς χρήματα. Ἡμᾶς μᾶς ἐνδιαφέρει καὶ διὰ τὸν καθορισμὸν μιᾶς πλέον κανονικῆς ἀποκαταστάσεως γενικῶς τῶν ἀκτημόνων ἐντοπίων καὶ τῶν ἀκτημόνων ὁμοφύλων. Πλήρης λοιπὸν ἀλληλεγγύη τότε μόνον ὑπάρχει, ἂν παρουσιασθῇ ἡ Κυβέρνησις καὶ δώσῃ ἐχέγγυα πραγματικῶς νέας δημιουργίας, ὅταν ἡ Βουλὴ προηγουμένως λάβῃ ὅλα τὰ κατάλληλα μέτρα ἵνα ἐγκαίρως, ἐφόσον εἶναι δυνατόν, καθορίσῃ μίαν τακτικήν, ἢ τοὐλάχιστον θέσῃ τὰς πρώτας βάσεις τῆς λύσεως τοῦ προσφυγικοῦ, τοῦ ἀγροτικοῦ καὶ τοῦ ζητήματος τῆς ἀποκαταστάσεως τῶν ἀκτημόνων γεωργῶν. Μὲ τὴν ἐλπίδα ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ ἀναλογισθῇ ὅλας αὐτὰς τὰς ἀνάγκας κάμνομεν τὴν τελευταίαν ἔκκλησιν, ἵνα δεχθῇ ἐν τῇ Συνελεύσει νὰ λυθῇ ἀμέσως τὸ δυναστικὸν ζήτημα, τὸ δὲ πολιτειακὸν παραπέμψῃ εἰς εὐθετώτερον χρόνον, ἵνα λυθῇ ὑπὸ τοῦ Λαοῦ. (Χειροκροτήματα).
§127ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Φλωριᾶς.
§128Δ. ΦΛΩΡΙΑΣ. Κύριοι πληρεξούσιοι, ὁ τέως Πρόεδρος τῆς Ἐπαναστατικῆς Κυβερνήσεως καὶ ἤδη πληρεξούσιος Ἀθηνῶν–Πειραιῶς κ. Γονατᾶς, ἀνελθὼν καὶ ἀγορεύσας ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης, ὑπερέβαλε κατὰ τὴν ἀγόρευσίν του, ὡς πρὸς τὸ δυναστικὸν καὶ τὸ πολιτειακὸν ζήτημα, καὶ τοὺς πρὸ αὐτοῦ ἀγορεύσαντας κυρίους πληρεξουσίους τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως». Ἐκήρυξε τουτέστιν ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης, ὅτι δέον ὄχι μόνον ἡ Δυναστεία νὰ θεωρηθῇ ἔκπτωτος διὰ τῆς ψήφου τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως, ἀλλὰ καὶ ἡ Δημοκρατία νὰ ἀνακηρυχθῇ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Ὁμολογῶ ὅτι ὁ κύριος πληρεξούσιος Ἀθηνῶν–Πειραιῶς ἐταύτισε τὰς σκέψεις αὐτοῦ, ὡς πρὸς τὸν σύνδεσμον ὁ ὁποῖος πρέπει νὰ ὑπάρχῃ μεταξὺ τοῦ δυναστικοῦ καὶ πολιτειακοῦ ζητήματος, ἐταύτισε, λέγω, τὰς σκέψεις του πρὸς τὰς σκέψεις τῆς Κυβερνήσεως, ἀσχέτως ἂν οὗτος ἐζήτησε καὶ τὴν ἀνακήρυξιν τῆς Δημοκρατίας ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, διότι ἀναμφισβητήτως διέγνωσεν ὁ κύριος πληρεξούσιος ὅτι τὸ δυναστικὸν καὶ τὸ πολιτειακὸν εἶναι ἀρρήκτως συνδεδεμένα, ἐν ἀντιθέσει πρὸς τοὺς ρήτορας τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως», οἵτινες ἐχώρισαν εἰς δύο τὸ ζήτημα καὶ ἠξίωσαν τὴν μὲν ἔκπτωσιν τῆς Δυναστείας διὰ τῆς ψήφου τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως, τὴν δὲ ἐπίλυσιν τοῦ πολιτειακοῦ διὰ λαοψηφίσματος. Τὸ πολιτειακὸν ζήτημα, κύριοι πληρεξούσιοι, προέκυψεν ἀναντιρρήτως ἐκ τοῦ δυναστικοῦ, διότι, ἐὰν ἡ οἰκογένεια τῶν Γλύξμπουργ ἐξεπλήρου τὸ πρὸς τὴν Πατρίδα καθῆκον αὑτῆς, δὲν θὰ ἐγεννᾶτο ζήτημα πολιτειακὸν διὰ τὴν Ἑλλάδα. Ἐγὼ ὅμως, κύριοι πληρεξούσιοι, ἀντιτίθεμαι πρὸς τὴν καινοφανῆ ἄποψιν τοῦ κυρίου ἐξ Ἀθηνῶν πληρεξουσίου, τοῦ καὶ τέως Προέδρου τῆς Ἐπαναστατικῆς Κυβερνήσεως. Ὁ κ. Γονατᾶς, ὡς γνωστόν, ὑπῆρξε λίαν συντηρητικός, ὅταν ἦτο καὶ ὑπεύθυνος κυβερνήτης τῆς Χώρας κατὰ τὴν ἐπαναστατικὴν περίοδον. Κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην κατὰ τὴν ὁποίαν ἐτύγχανε κυβερνήτης τῆς Χώρας, ἐκτὸς τῶν ἄλλων γεγονότων τὰ ὁποῖα ἔλαβον χώραν ἐπὶ τῆς πρωθυπουργίας του, γεγονότων ἅτινα ἀντεμετώπισε μετὰ θάρρους ἡ Ἐπανάστασις καὶ τὰ ὁποῖα εἶναι γνωστά, ἔλαβε χώραν κατ’ Ὀκτώβριον τοῦ παρελθόντος ἔτους καὶ τὸ γνωστὸν ἀντεπαναστατικὸν κίνημα. Ὡς Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν τότε, ὁ κ. Γονατᾶς, διέταξε, μετὰ τὴν καταστολὴν τοῦ ἀντεπαναστατικοῦ κινήματος, τὰς στρατιωτικὰς Ἀρχὰς νὰ ἀναφέρωσι πρὸς αὐτὸν τίνες ἐκ τῶν ἀξιωματικῶν προσεχώρησαν εἰς τὸ κίνημα, τίνες ηὐνόησαν αὐτὸ καὶ γενικῶς τίνες δὲν ἐνέπνεον ἐμπιστοσύνην. Καὶ ἔπραξε καλῶς ἐκδώσας τὴν διαταγὴν ἐκείνην. Μετὰ τὴν ὑποβολὴν ὀνομαστικῶν πινάκων ἀπετάχθησαν 1000 περίπου ἀξιωματικοί, προσχωρήσαντες, εὐνοήσαντες τὸ κίνημα καὶ μὴ ἐμπνέοντες γενικῶς ἐμπιστοσύνην. Καὶ ἐρωτῶ τὸν κύριον Γονατᾶν, τὸν ὑπεύθυνον τότε κυβερνήτην καὶ ἀνεύθυνον ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ· τί ἔπραξεν ἐναντίον τῆς ἑστίας περὶ τὴν ὁποίαν ἐκινοῦντο καὶ ἐθερμαίνοντο οἱ ἀποταχθέντες ἀξιωματικοί;
§129ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Τίς ἦτο ἡ ἑστία;
§130Δ. ΦΛΩΡΙΑΣ. Ἡ ἑστία ἦτο ὁ Βασιλεὺς Γεώργιος καὶ ἡ Αὐλή του. Καὶ ἐρωτῶ: ὁ κ. Γονατᾶς, ὡς Πρωθυπουργὸς τόσον συντηρητικὸς τότε, ὅταν ἡ «Δημοκρατικὴ Ἕνωσις» ἐζήτησε τὴν ἔκπτωσιν τῆς Δυναστείας καὶ ὅταν ἡμεῖς οἱ στερρῶς τῶν δημοκρατικῶν ἰδεῶν ἐχόμενοι ὑπεδείξαμεν πρὸς τὸν Ἀρχηγὸν τῆς Ἐπαναστάσεως τὴν ἀπομάκρυνσιν τῆς Δυναστείας ἐντεῦθεν καὶ ἀνακήρυξιν τῆς Δημοκρατίας, τίνα μέτρα ἔλαβεν ὁ κύριος Γονατᾶς ὡς Πρωθυπουργὸς τότε κατὰ τοῦ Γεωργίου τοῦ Βʹ, ὥστε νὰ μὴ εὑρεθῇ κἂν εἰς τὴν ἀνάγκην ν’ ἀποτάξῃ μέγαν ἀριθμὸν ἀξιωματικῶν, ἀλλὰ πατάσσων τὴν ἑστίαν περὶ τὴν ὁποίαν ἐκινοῦντο καὶ ἐζωογονοῦντο οἱ ἀποταχθέντες ἀξιωματικοὶ νὰ θέσῃ τέρμα εἰς τὰς συνωμοσίας ἔκτοτε; Τυγχάνει γνωστὸν ὅτι ὁ κύριος Γονατᾶς προέβη τότε εἰς δηλώσεις ὡς Πρωθυπουργὸς καὶ διὰ τῶν δηλώσεων ἐκείνων διεκήρυξεν ὅτι ὁ Βασιλεὺς δὲν ἠνείχετο παντάπασιν εἰς τὴν συνωμοσίαν ἐκείνην, ἥτις ἐξυφαίνετο κατὰ τοῦ καθεστῶτος καὶ ἡ ὁποία εἶχεν ὡς σκοπὸν τὴν ὑποδούλωσιν τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ Λαοῦ. Ἀπὸ τῆς θέσεως ὅμως ταύτης ἄφησε νὰ ἐννοηθῇ ὅτι ὁ Γεώργιος ὑπῆρξεν ἡ πραγματικὴ ἑστία περὶ τὴν ὁποίαν ἐστρέφοντο ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ὑπενόμευον τὸ καθεστώς. Καὶ εἰς ἐπίρρωσιν τῶν ὅσα εἶπεν ὁ κύριος Γονατᾶς ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης περὶ τῆς ἐνοχῆς τοῦ Βασιλέως καὶ τῶν ὅσα ἐγὼ λέγω, ἔρχεται ὁ στρατηγὸς Πάγκαλος, ὁ ὁποῖος βεβαιοῖ ὅτι τοὺς στρατηγοὺς Λεοναρδόπουλον καὶ Γαργαλίδην, διὰ τοὺς ὁποίους ἐπεκαλέσθη τὴν ἐπιείκειαν τῆς νῦν Κυβερνήσεως, ἔπεισεν ὁ Βασιλεὺς Γεώργιος ὅπως ἡγηθῶσι τοῦ κινήματος ἐκείνου, ἵνα ἐπιβάλωσιν ἐν Ἑλλάδι τὸν μοναρχισμόν. Ἑπομένως ἐφόσον ἦτο γνωστὸν εἰς τὸν στρατηγὸν Πάγκαλον, τὸν μὴ διατελοῦντα ἐν ὑπηρεσίᾳ τότε, τὸ σοβαρὸν τοῦτο γεγονὸς τῆς κατὰ τοιοῦτον τρόπον ἀναμίξεως τοῦ Βασιλέως εἰς τὸ κίνημα, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ διετέλει ἐν γνώσει ὁ τότε κύριος Πρόεδρος τῆς Ἐπαναστατικῆς Κυβερνήσεως ὡς ὑπεύθυνος κυβερνήτης τῆς Χώρας; Παρὰ τὴν πολιτικὴν ὅθεν ἣν ἠκολούθησεν ὁ κύριος πληρεξούσιος Ἀθηνῶν τότε ὡς Πρωθυπουργὸς τῆς Ἐπαναστάσεως, διετύπωσεν ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης ἄποψιν διὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἦτο δικαιολογημένος, ἐὰν αὐτὸς ὁ ἴδιος δὲν ἔθετε τὴν ὑπογραφήν του κάτωθι ἑνὸς τηλεγραφήματος, πρῶτος αὐτὸς καλῶν τὸν Βενιζέλον μετὰ τὴν ἀπομάκρυνσιν τοῦ Βασιλέως ἐντεῦθεν διὰ νὰ ἔλθῃ καὶ ἐν λευκῷ νὰ ρυθμίσῃ τὴν κατάστασιν τοῦ τε πολιτειακοῦ καὶ τοῦ δυναστικοῦ ζητήματος.
§131Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Διαμαρτύρομαι ὅτι δὲν ἐδώκαμεν καμμίαν ἐντολὴν ἐν λευκῷ.
§132Δ. ΦΛΩΡΙΑΣ. Δὲν ἀπευθύνομαι πρὸς ὑμᾶς.
§133ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ ἀπαντᾶτε εἰς διακοπάς.
§134Δ. ΦΛΩΡΙΑΣ. Κύριοι τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως», εἶμαι ψυχικῶς ἡνωμένος μαζί σας· ἡ καρδιά μου εἶναι μὲ σᾶς, ἀλλ’ ἡ σκέψις μου εἶναι μὲ τὴν Κυβέρνησιν, εἶναι μὲ τὸν Βενιζέλον. (Χειροκροτήματα).
§135Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Ὅταν ὁμιλῇ ἡ καρδιά, δὲν ὑπάρχει σκέψις.
§136ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄνευ διακοπῶν, παρακαλῶ.
§137Δ. ΦΛΩΡΙΑΣ. Ἐπιβάλλετε τὴν ἡσυχίαν, κύριε Πρόεδρε. Ὁ κ. ἐξ Ἀκαρνανίας πληρεξούσιος, ὁ πολυφίλητος κύριος Καρασεβδᾶς, εἶπεν ἡμέραν τινὰ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι ἐγὼ ἀπέστειλα τηλεγράφημα ἐκ Σπάρτης πρὸς τὴν Ἐπανάστασιν καὶ τὴν Ἐπαναστατικὴν Κυβέρνησιν, διὰ τοῦ ὁποίου ἀνέφερον ὅτι θὰ ἀπέστελλον τὸν Βασιλέα δεμένον εἰς τὰς Ἀθήνας.
§138Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Εἶπον ὅτι εἴπετε ὅτι πρέπει νὰ εἰδοποιηθῇ ὁ Βασιλεὺς νὰ ἐπιστρέψῃ, ἄλλως.... Αὐτὸ τὸ «ἄλλως» τὸ εἴπετε σεῖς καὶ ἀφήσατε ἀποσιωπητικά. Ἐγὼ οὕτως ἑρμηνεύω τὰ ἀποσιωπητικά.
§139Δ. ΦΛΩΡΙΑΣ. Θέλων, κύριοι, νὰ συμπληρώσω ὅσα προγουμένως εἶπον ὡς πρὸς τὸν κύριον Πρόεδρον τῆς Ἐπαναστατικῆς Κυβερνήσεως τὸν ἀγορεύσαντα ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης καὶ ἀξιώσαντα τὴν ἔκπτωσιν τῆς Δυναστείας διὰ τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως καὶ τὴν ἀνακήρυξιν τῆς Δημοκρατίας ἔρχομαι νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις διὰ τὸ ταξίδιον ἐκεῖνο τοῦ Βασιλέως εἰς Σπάρτην καὶ τί ἔπραξα κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ ταξιδίου ἐκείνου, τί ἀνέφερα πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ τί ἐξέθηκα ἐγγράφως καὶ διὰ ζώσης πρὸς αὐτήν. (διακοπή). Ἀξιότιμοι φίλοι κύριοι πληρεξούσιοι, ἐγὼ ἐσεβάσθην τοὺς ἀγορεύσαντας καὶ δὲν διέκοψα κανένα. Διέκοψα μόνον τὸν κύριον Λεονάρδον τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν διεδήλου ἀνυπάρκτους κινδύνους διὰ τὴν Μακεδονίαν. Κύριοι πληρεξούσιοι, ὅλοι λέγομεν πράγματα γνωστά. Μεταξὺ τῶν γνωστῶν τούτων ἴσως νὰ εἴπω ἐγὼ μερικὰ ἄγνωστα. Διότι ὅσοι ἠγόρευσαν ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης ὡμίλησαν πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν Λαὸν μόνον διὰ τὰς κακώσεις καὶ τὰς συμφορὰς τὰς ὁποίας ἐπροξένησεν εἰς αὐτὸν ἡ Δυναστεία τῶν Γλύξμπουργ, καὶ ὁ Ἑλληνικὸς Λαός, κύριοι, ἔδειξε τὰς πληγάς του καὶ εἶπε πρὸς ἡμᾶς· «μάλιστα εἶμαι πληγωμένος· δώσατέ μου τὸ φάρμακον» καὶ τὸ φάρμακον δὲν ἐδώσαμεν ἀκόμη πρὸς αὐτόν. Διότι, ἐνῷ ὡμιλήσαμεν περὶ πραγμάτων γνωστῶν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν Λαὸν καὶ παρουσιάσαμεν πρὸς αὐτὸν μίαν κακοποιὸν Δυναστείαν, παρουσιάσαμεν, λέγω, ἕνα θεσμὸν ἐλαττωματικόν, δὲν παρουσιάσαμεν ὅμως τὰ ἀγαθὰ ἑνὸς ἄλλου θεσμοῦ ἀγνώστου, τοῦ δημοκρατικοῦ θεσμοῦ, τὸν ὁποῖον ἔπνιξαν ἐπὶ μίαν ἑκατονταετίαν οἱ βασιλικοὶ οἱ ὁποῖοι ἔχουν κάποιαν ἀξίαν κατὰ τὸ ἔαρ μόνον ὅταν θάλλωσιν εἰς τὰς γλάστρας. Λέγω ἑπομένως ὅτι τὸ ταξείδιον τοῦ βασιλικοῦ ζεύγους εἰς Μυστρᾶν κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην μοὶ ἐπροξένησε χειρίστην ἐντύπωσιν, διότι, λόγῳ τῶν κομματικῶν διαδηλώσεων αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο πρὸς τὸ βασιλικὸν ζεῦγος, ἐγεννήθη ἡ ἐντύπωσις εἰς ἐμέ, ὅτι αἱ διαδηλώσεις ἐκεῖναι συνετέλουν εἰς τὴν διαίρεσιν καὶ ἐξῆπτον ἑπομένως καὶ τὰ μίση καὶ τὰ πάθη τοῦ Λαοῦ. Εἶχον ὅθεν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ διαφωτίσω καὶ τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Ἐπανάστασιν ὅπως περιορίσωσι τὸ ταξίδιον ἐκεῖνο. Ὅτε δὲ ἐπανῆλθον εἰς Ἀθήνας, συνέστησα εἰς τὴν Κυβέρνησιν ν’ ἀποκαθάρῃ τὴν Αὐλὴν ἐξ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι κακῶς συνεβούλευον τὸν Βασιλέα καὶ ἑπομένως ὑπεδαύλιζον τὰ μίση καὶ τὰ πάθη καὶ ὑπέσκαπτον οὕτω τὴν ὁλότητα τῆς Πατρίδος. Ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν εἰσηκούσθην. Ἐκτὸς τοῦ λοχαγοῦ Λεβίδη, ὁ ὁποῖος ἀπεμακρύνθη τῶν Ἀνακτόρων, οὐδεὶς ἄλλος ἐκ τῶν ὑπασπιστῶν ἢ αὐλικῶν ἀπεμακρύνθη.
§140Σ. ΓΟΝΑΤΑΣ. Αὐτὸν ὑπεδείξατε.
§141Δ. ΦΛΩΡΙΑΣ. Δὲν ὑπέδειξα αὐτὸν μόνον· ὑπέδειξα γενικῶς νὰ ἐκκαθαρισθῇ ἡ Αὐλὴ καὶ συγκεκριμένως ὡμίλησα περὶ τοῦ Λεβίδη, διότι οὗτος ἐγνώριζον ἐξ ἀναφορῶν τῶν ὀργάνων μου ὅτι εἶχε προηγηθῆ τοῦ ταξιδίου τοῦ βασιλικοῦ ζεύγους δέκα ἡμέρας πρότερον καὶ εἶχε μεταβῆ εἰς Τρίπολιν, ἔνθα ἐπεκοινώνησε μετὰ τῶν ἐμπίστων τοῦ Κωνσταντινισμοῦ, ὅπως ἔπραξε τὸ ἴδιον καὶ εἰς τὴν Σπάρτην. Περὶ τῶν ἄλλων ὅμως προσώπων τῆς Αὐλῆς ἦτο εἰς θέσιν κάλλιον ἐμοῦ ἡ Κυβέρνησις νὰ γνωρίζῃ τίνες ἦσαν ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι κακῶς συνεβούλευον τότε τὸν Βασιλέα καὶ ὑπεδαύλιζον οὕτω τὰ μίση καὶ τὰ πάθη. Ἐκτὸς ὅμως τῆς εἰσηγήσεώς μου αὐτῆς πρὸς τὴν Κυβέρνησιν μετέβην κατὰ παράκλησιν τοῦ Ἀρχηγοῦ τῆς Ἐπαναστάσεως καὶ συνήντησα τὸν Αὐλάρχην τοῦ Βασιλέως, πρὸς τὸν ὁποῖον ἀφοῦ ἀφηγήθην τὰ τοῦ ταξιδίου ἐκείνου, εἶπον πρὸς αὐτὸν ὅτι πρέπει νὰ ἠξεύρῃ ὅτι ὁ Βασιλεὺς δὲν δύναται νὰ εἶναι Ἀρχηγὸς κόμματος, διότι ὡς τοιοῦτος θὰ ὑποστῇ τὴν τύχην τοῦ πατρός του. Προσέθεσα μάλιστα, ὅτι ἡ διακοπὴ εἰς τὸ μέλλον τῶν ταξιδίων θὰ ἦτο ἐπ’ ὠφελείᾳ τοῦ ἄνακτος καὶ τῆς Πατρίδος. Ἐκ Σπάρτης ἀπέστειλα τηλεγράφημα λόγῳ τῶν διαδηλώσεων τῶν κομματικῶν, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο, διότι μοὶ ἐπροξένησαν τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι ἡ παρουσία τοῦ Βασιλέως ἦτο παρουσία κομματάρχου ἐπανερχομένου ἐκ τῆς πρωτευούσης καὶ κομίζοντος πλουσίαν λείαν ἐκ ρουσφετίων.
§142Β. ΚΑΡΑΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ. Τίς ἐπαρουσίασε τὰς Ἀρχὰς ἐν Σπάρτῃ; Ὁ Νομάρχης;
§143Δ. ΦΛΩΡΙΑΣ. Δὲν γνωρίζω τίς ἐπαρουσίασε τὰς Ἀρχὰς ἐν Σπάρτῃ, διότι ἐγὼ εἰς τὰ οἰκήματα εἰς τὰ ὁποῖα κατέλυσεν ὁ Βασιλεὺς εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ἐν Τριπόλει, καθὼς καὶ εἰς τὴν Σπάρτην, οὐδέποτε ἐπέρασα τὴν φλιὰν τῆς θύρας αὐτῶν. Ἀλλ’ ἔμενον, ἀπὸ μικρὰν θεώμενος τῶν γενομένων. Ἐκεῖνο ὅπερ ἔμαθον ἀπὸ τὸν ἴδιον δήμαρχον Σπάρτης εἶναι ὅτι ὁ Βασιλεὺς δὲν ἐχαιρέτισε τὸν δήμαρχον, διότι ἦτο δημοκρατικός. Παρηκολούθησα τοὺς Βασιλεῖς καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν τοῦ ταξιδίου αὐτῶν καὶ ἀντελήφθην ὅτι ἡ παρουσία μου ἐστενοχώρει αὐτούς, ἰδίᾳ ὅταν οὗτοι ἐξήρχοντο εἰς τοὺς ἐξώστας τῶν καταλυμάτων αὐτῶν καὶ ἀπὸ τῶν παραθύρων προεκάλουν τὰς διαδηλώσεις. Οἱ ζουρνάδες, τὰ μάσκουλα καὶ οἱ καμπάνες ἔπαιξαν μεγάλον ρόλον, χωρὶς ποτε ν’ ἀκουσθῇ μία φωνὴ διὰ τὸν Στρατόν, ὁ ὁποῖος ἵστατο τότε μὲ τὸ ὅπλον παρὰ πόδα εἰς τὸν Ἕβρον.
§144Γ. ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Τίς ἐπαρουσίασε τὰς Ἀρχὰς εἰς Τρίπολιν; Ὁ Νομάρχης;
§145Δ. ΦΛΩΡΙΑΣ. Ὁ Νομάρχης, κύριοι πληρεξούσιοι, διετέλει ἐν ἀγνοίᾳ τοῦ βασιλικοῦ ταξιδίου. Τὸ ταξίδιον τοῦ Βασιλικοῦ ζεύγους ἦτο ἀνεπίσημον. Τὴν προτεραίαν τῆς ἀναχωρήσεως τοῦ βασιλικοῦ ζεύγους συνέπεσε νὰ εὑρίσκωμαι μόνος ἐγὼ εἰς Ἀθήνας. Ὁ Ἀρχηγὸς τῆς Ἐπαναστάσεως, ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν εἶχον ἐκδράμει μέχρι Σαρωνικοῦ χάριν ἀναψυχῆς. Μείνας ὅθεν μόνος διέταξα τηλεγραφικῶς νὰ ἐξασφαλισθῇ ἡ ἀπὸ Τριπόλεως εἰς Σπάρτην ὁδός. Ἐπειδὴ ὅμως τὸ ταξίδιον τοῦ βασιλικοῦ ζεύγους εἶχε γνωσθῇ ἐκ τῶν προτέρων, ὡς προεῖπον, προσεκάλεσαν οἱ μπράβοι τοῦ Κωνσταντινισμοῦ καὶ τοὺς χωρικοὺς νὰ παραστῶσι κατὰ τὴν ὑποδοχήν, ἡ ὁποία θὰ ἐγίνετο εἰς τὸν Βασιλέα εἰς τὸν σιδηροδρομικὸν σταθμὸν Τριπόλεως. Ἦλθεν ὅθεν ὁ Νομάρχης, διότι τὸ ἔμαθε τυχαίως ἀπὸ τὸ ἰδικόν μου τηλεγράφημα. Ἀλλ’ οὗτος καὶ αἱ λοιπαὶ Ἀρχαὶ παρεμερίσθησαν ἐντελῶς, διότι ἐφώρμησαν κατὰ τοῦ βασιλικοῦ βαγονίου οἱ μπράβοι, οἵτινες καὶ ἥλωσαν αὐτὸ καὶ οὕτως ἀπωλέσθησαν αἱ Ἀρχαὶ ἐν μέσῳ τοῦ συνωθουμένου καὶ ἀλαλάζοντος πλήθους.
§146Β. ΚΑΡΑΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ. Μήπως ἐνθυμεῖσθε τί εἶπεν ὁ Βασιλεὺς πρὸς τὸν ἀξιωματικὸν ὁ ὁποῖος ἐπέβαλλε τὴν τάξιν εἰς Δημητσάναν;
§147Δ. ΦΛΩΡΙΑΣ. Ὅταν ἐπιστῇ ἡ στιγμή, θὰ ἀνακοινώσω πρὸς ὑμᾶς τὴν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἔκθεσίν μου. Ἐκεῖνο, κύριοι, ὅπερ εἶναι ἀληθές, εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶπον προηγουμένως πρὸς ὑμᾶς. Ἐπειδὴ ἐγεννήθη ἐν ἐμοὶ ἡ ἐντύπωσις ὅτι ἡ παρουσία τοῦ Βασιλέως παρεῖχεν ἀφορμὴν εἰς τὸ νὰ ὑποδαυλίζωνται τὰ μίση καὶ νὰ ἐξάπτωνται τὰ πάθη, ἐτηλεγράφησα πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Ἐπανάστασιν καὶ παρεκάλεσα ὅπως προσπαθήσωσιν, ἵνα τὸ ταξίδιον ἐκεῖνο συντομευθῇ χάριν τοῦ λαοῦ ἀλλὰ καὶ χάριν τοῦ γοήτρου τοῦ βασιλικοῦ ζεύγους. Ὅτε ἐπανῆλθον εἰς Ἀθήνας, ὑπέβαλον ἔκθεσιν βραχεῖαν, τὴν ὁποίαν προσεπάθησα νὰ καταστήσω ὅσον ἠδυνάμην ἠπιωτέραν, καὶ τὴν ὁποίαν ἀναγινώσκω. (Ἀναγινώσκει τὴν ἔκθεσιν). Αὐτὰ ἠθέλησα νὰ εἴπω εἰς ἀπάντησιν πρὸς ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ κύριος Καρασεβδᾶς καὶ διότι ἠθέλησα νὰ ἐπαληθεύσω ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εἶπον ἐν σχέσει πρὸς τὴν πολιτικὴν τὴν ὁποίαν ἠκολούθησεν ὁ κύριος Γονατᾶς τότε ὡς Πρόεδρος τῆς Ἐπαναστατικῆς Κυβερνήσεως. Μετὰ ταῦτα ἔρχομαι εἰς ἄλλην ἐποχήν. Πρὸ τοῦ ἀντεπαναστατικοῦ κινήματος συνηντήθην εἰς τὸ γραφεῖον τοῦ Ἀρχηγοῦ τῆς Ἐπαναστάσεως μετὰ τοῦ κ. Χατζηκυριάκου, νῦν πληρεξουσίου, ὁ ὁποῖος μὲ τὴν διακρίνουσαν αὐτὸν παρρησίαν εἶπε πρὸς τὸν Πλαστήραν, ὅτι ἐγκυμονοῦνται κίνδυνοι καὶ ὅτι πρέπει νὰ κυττάξωμεν νὰ ἀνακηρύξωμεν τὴν Δημοκρατίαν. Ἀποταθεὶς τότε πρὸς ἐμὲ ὁ Πλαστήρας εἶπε: «νὰ ἴδωμεν τί θὰ εἴπῃ καὶ ὁ Φλωριᾶς». Εἶπον τότε ἐγώ: «Ἐάν ὑπάρχῃ ἡ ἐλαχίστη ὑπόνοια ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ πέσῃ ἡ ἐξουσία καὶ ἑπομένως ἡ Χώρα εἰς χεῖρας τῶν γνωστῶν κακοποιῶν καὶ ὀλετήρων, ἀναμφισβητήτως πρέπει νὰ μεταβάλωμεν ἀπὸ τοῦδε τὸ πολίτευμα». Μετὰ τὸ ἀντεπαναστατικὸν κίνημα μετέβημεν μετ’ ἄλλων ἀξιωματικῶν εἰς Λυκόβρυσιν — συνηντήσαμεν μάλιστα ἐκεῖθεν ἀπερχόμενοι τοὺς κυρίους Παπαναστασίου καὶ Κονδύλην καὶ τούτους εἰς Λυκόβρυσιν διευθυνομένους καὶ ἐνῷ συνωμιλούσαμεν ὑπὸ σκιὰδα μετὰ τοῦ Πλαστήρα, εἶπον καὶ ἐγὼ πρὸς αὐτὸν καὶ πρὸς τοὺς ἄλλους ἀξιωματικούς, μεταξὺ τῶν ὁποίων ἦτο καὶ ὁ στρατηγὸς Τσιρογιάννης, ὅτι ἔπρεπε νὰ μεταβάλωμεν τὸ πολίτευμα καὶ νὰ ἐκδιώξωμεν τὴν Δυναστείαν. Ὁ Πλαστήρας ἦτο σύμφωνος. Ἐγὼ ἐπρότεινα τότε ὅπως δώσωμεν εἰς τὸν Βασιλέα ἀπερχόμενον μέγα χρηματικὸν ποσόν, ἐφάπαξ διὰ νὰ μὴ ἔχῃ οὐδένα δεσμὸν μὲ τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον, ἐνῷ ὁ Πλαστήρας ἀντέτεινεν, ὑποστηρίξας ὅτι προτιμότερον θὰ ἦτο μηνιαῖον ἐπίδομα διὰ νὰ μὴ ἔχῃ πολλὰ χρήματα καὶ ἐπιβουλεύηται τὸ καθεστώς.
§148Γ. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Σεῖς θὰ τὰ ἐδίδετε τὰ χρήματα;
§149Δ. ΦΛΩΡΙΑΣ. Ὅπως γνωρίζετε, ἡ Ἐπανάστασις ἔδωκεν εἰς τὸν Κωνσταντῖνον ἓν ἑκατομμύριον δι’ ὁδοιπορικά του ἔξοδα ἀπὸ ἐδῶ εἰς τὸ Παλέρμον. Καὶ ἤδη, κύριοι πληρεξούσιοι, ἔρχομαι εἰς τὰς δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως, τόσον ἐκείνας εἰς τὰς ὁποίας προέβη ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης προγραμματικῶς ὁ κ. Βενιζέλος, ὅσον καὶ εἰς ἐκείνας εἰς τὰς ὁποίας προέβη ὁ ἴδιος ἀπὸ τῆς θέσεως ἐκείνης, ἀπαντητικῶς πρὸς τὸν κ. Ἀρχηγὸν τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως» κατὰ τὴν γνωστὴν ἐκείνην ἡμέραν. Καὶ εἶπεν ὁ Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων (Ἀναγινώσκει:) «Εἶναι ὁ θεσμὸς τῆς Βασιλείας ἄχρηστος διὰ τὴν Ἑλλάδα. Ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς εἶναι ὥριμος διὰ τὴν Δημοκρατίαν. Κίνδυνοι ἐξωτερικοὶ δὲν ὑπάρχουσιν. Ἐγὼ θὰ ψηφίσω ὑπὲρ τῆς Δημοκρατίας». Πιστεύω ἀκραδάντως, κύριοι πληρεξούσιοι, ὅτι δι’ ὅσων εἶπεν ὁ ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων, ἅτινα κατέστησαν παγκοίνως γνωστά, ὄχι μόνον διεπίστωσε τὴν πίστιν αὑτοῦ ἐπὶ τῆς πίστεως τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ πρὸς τὴν Δημοκρατίαν, ἀλλὰ καὶ τὸν κόσμον ἐκεῖνον, τὸν ἱστάμενον ἀμφιρρέποντα μεταξὺ τῶν δύο θεσμῶν, τὸν εἵλκυσε πρὸς τὴν δημοκρατικὴν ἰδέαν. Καὶ ἡγήθη τῆς δημοκρατικῆς ἰδέας καὶ ἐκινήθη ὑπὲρ αὐτῆς τῆς ἰδέας ἐντὸς τοῦ πλαισίου ἐντὸς τοῦ ὁποίου ἐπέτρεπον εἰς αὐτὸν τὰ λεπτὰ αὐτοῦ καθήκοντα ὡς κυβερνήτου τῆς Χώρας νὰ κινηθῇ καὶ ὡς ρυθμιστοῦ τῆς καταστάσεως. Διότι, ἐὰν ἐκινεῖτο συμφώνως πρὸς τὰς ἀπόψεις τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως», ἀναμφισβητήτως θὰ κατηγορεῖτο ὡς θέλων νὰ ἐγκαταστήσῃ ἐν Ἑλλάδι Δημοκρατίαν βενιζελικήν. Καὶ ἤθελε κατηγορηθῆ διὰ τοῦτο ὄχι μόνον παρὰ τῆς πτέρυγος ἐκείνης (τῆς ἀριστερᾶς) ἀλλὰ παρ’ ἐκείνης (τῆς δεξιᾶς) καὶ παρὰ τῶν ἐκτὸς τῆς αἰθούσης φίλων καὶ ἐχθρῶν τοῦ ἐσωτερικοῦ καὶ τοῦ ἐξωτερικοῦ. Ἡμεῖς, κύριοι, δὲν θέλομεν βενιζελικὴν Δημοκρατίαν, ἀλλὰ θέλομεν Δημοκρατίαν Ἑλληνικήν. Θέλομεν ἰσχυρὰν Δημοκρατίαν καὶ τοιαύτην ὁποίαν θὰ τὴν ἴδωμεν ἀναδεικνυομένην κατὰ τὴν ἡμέραν τοῦ δημοψηφίσματος. (Χειροκροτήματα). Κύριοι πληρεξούσιοι, ὑπῆρξεν ἐποχὴ ἥτις δὲν κεῖται μακρὰν ἡμῶν, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ Κωνσταντῖνος, ἐν τῇ ἐπιθυμίᾳ αὑτοῦ ὅπως καταλύσῃ τὸ πολίτευμα, ἐγκαθιστῶν τὸν Μοναρχισμὸν ἐνταῦθα, ὑπεδούλωσε τὰς ἐλευθερίας τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ. Ὁ Βενιζέλος τότε συνεκάλεσε τοὺς ὀπαδούς του καὶ ἐξεφώνησε μνημειώδη λόγον, εἰπὼν πρὸς αὐτοὺς μεταξὺ τῶν ἄλλων καὶ τὰς ὀλίγας αὐτὰς λέξεις: «Ὁ θέλων ὀπίσω μου ἐλθεῖν ἀράτω τὸν σταυρὸν αὑτοῦ καὶ ἀκολουθείτω μοι». Πάντες ὑμεῖς οἱ ὀπαδοί του τότε, ἤρατε τοὺς σταυρούς σας καὶ ἠκολουθήσατε αὐτὸν καὶ συνασθμαίνοντες ἀνήλθετε τὸν Γολγοθᾶν σας μετ’ ἐκείνου καὶ συνεσταυρώθητε ἑκουσίως· ἀλλ’ ἀνέστητε καί, διότι εἴχετε πίστιν τότε, ἐμεγαλουργήσατε καὶ κατεστήσατε τὴν μικρὰν καὶ ἄσημον Ἑλλάδα, Ἑλλάδα τῶν πέντε θαλασσῶν καὶ τῶν δύο ἠπείρων, διότι τότε παρὰ τὴν κρισιμότητα τῶν περιστάσεων οἱ διανοιγόμενοι ἐνώπιον ὑμῶν ὁρίζοντες ἦσαν εὐρεῖς, ἐνῷ σήμερον καὶ αἱ περιστάσεις εἰσὶ μᾶλλον κρίσιμοι καὶ οἱ ὁρίζοντες περιωρισμένοι καὶ ὄχι διαυγεῖς. Κύριοι πληρεξούσιοι, διαπιστώσατε τὴν πίστιν σας πρὸς τὸν Ἐλευθέριον Βενιζέλον, ὁ ὁποῖος δὲν ἔδυσεν ἀκόμη, ἀλλ’ εἶναι ἥλιος μεσουρανῶν καὶ καταυγάζων τοὺς Ἑλληνικοὺς ὁρίζοντες θερμαίνων καὶ ζωογονῶν. (Χειροκροτήματα). Διαπιστώσατε τὴν πίστιν σας πρὸς ἐκεῖνον, διότι διαπιστοῦντες τὴν πίστιν ὑμῶν πρὸς τὸν Βενιζέλον διαπιστοῦτε τὴν πίστιν σας καὶ τὴν πεποίθησίν σας ἀκλόνητον πρὸν τὸν δημοκρατικὸν Ἑλληνικὸν Λαόν. (Χειροκροτήματα.)
§150Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Ἔτσι ἐφέραμε τὴν 1ην Νοεμβρίου καὶ κατεστράφη τὸ Κράτος, διότι δὲν ἤκουσεν ἡμᾶς, ἀλλ’ ἤκουσεν ἐκείνους.
§151ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. πληρεξούσιος ἀνακαλεῖται εἰς τὴν τάξιν, διότι διαρκῶς διακόπτει.
§152Δ. ΦΛΩΡΙΑΣ. Κύριοι πληρεξούσιοι, ἴσως ὑπάρχουσί τινες οἱ ὁποῖοι θὰ ἤθελον νὰ μὲ θεωρήσωσιν ὡς εἰδωλολάτρην. Ἀτενίζω πρὸς ἓν εἴδωλον, τὸ ἰδικόν σας εἴδωλον, τὸ ὁποῖον πρὸς ἐμέ, προσωπικῶς, ὑπῆρξεν ἀδιάφορον, ἀλλὰ τὸ ὁποῖον ὑπῆρξεν εἴδωλον ἀγαθοποιὸν διὰ τὴν Πατρίδα. Θαυμάζω καὶ προτιμῶ τοὺς εἰδωλολάτρας τοὺς πιστεύοντας μετὰ φανατισμοῦ εἰς θαυματουργὰ εἴδωλα ἢ ἐκείνους οἵτινες πιστεύουσιν ἢ καθ’ ἕξιν ἀτενίζουσι πρὸς θεότητας ἀγνώστους.
§153ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Ἡμεῖς ἀκολουθοῦμεν τὰς ἀρχὰς τοῦ Βενιζέλου καὶ θὰ σᾶς τὸ ἀποδείξωμεν.
§154Δ. ΦΛΩΡΙΑΣ. Οἱ ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης ἀγορεύσαντες κύριοι πληρεξούσιοι διεξετραγώδησαν καὶ ἀπηρίθμησαν τὰ δεινὰ καὶ τὰς κακώσεις, τὰς ὁποίας ἐπροξένησεν ἡ κακοποιὸς δύναμις τῆς Δυναστείας εἰς τὸ Ἔθνος, ὥστε θεωρῶ περιττὸν νὰ τὰς ἐπαναλάβω, διότι τὰς κακώσεις αὐτὰς καὶ τοὺς πόνους τοὺς αἰσθάνεται ὁ Ἑλληνικὸς Λαός. Ἀλλ’ ἐνῷ οἱ προαγορεύσαντες ἐπαρουσίασαν τὰ ἐλαττώματα ἑνὸς θεσμοῦ, τοῦ βασιλικοῦ, δὲν ἐπαρουσίασαν καὶ τὰ ἀγαθὰ ἑνὸς ἄλλου θεσμοῦ ὑπὸ τὸν ὁποῖον θὰ διαβιώσῃ αὔριον ὁ Ἑλληνικὸς Λαός. Δὲν εἶπον ἀπὸ τῆς ἱερᾶς ταύτης θέσεως, τῆς ἐξαγνισθείσης διὰ τῆς ψήφου τῆς 16ης Δεκεμβρίου, ποῖα εἶναι τὰ ἀγαθὰ τοῦ δημοκρατικοῦ πολιτεύματος. Οὐδὲ εἶπον πρὸς τὸν Λαόν, ὅτι τὸ δημοκρατικὸν δένδρον ἔθαλε καὶ ἐβλάστησεν ἀείποτε ὑπὸ τὸν Ἑλληνικὸν Οὐρανὸν καὶ ὅτι τοῦτο μεταφυτευθὲν εἰς ξένας Χώρας σκιάζει τοὺς λαοὺς αὐτῶν, οἵτινες ζῶσιν εὐτυχεῖς ὑπὸ τὸ δημοκρατικὸν δένδρον. Καὶ ὅτι θὰ ἦτο αἶσχος διὰ τὸν Ἑλληνικὸν Λαόν, ὁ ὁποῖος διὰ τῶν ἰδίων αὐτοῦ χειρῶν ἐφύτευσε τὸ δένδρον τῆς Δημοκρατίας καὶ τὸ ὁποῖον διὰ μέσου τῶν αἰώνων ἐπότισε μὲ τὸ τίμιον καὶ ἅγιον αἷμά του, νὰ ἵσταται μικρόθεν βλέπων τοὺς ἄλλους γευομένους τῶν πλουσίων καὶ εὐχύμων καρπῶν τῆς Δημοκρατίας. Δὲν εἶπον πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν Λαὸν ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἐμεγαλούργησε διὰ μέσου τῶν αἰώνων ὡς Δημοκρατία καὶ ὅτι ὅταν δέκα χιλιάδες Ἀθηναῖοι μετὰ χιλίων Πλαταιῶν, πρὸ χιλιετηρίδων ὁλοκλήρων, ἔτρεψαν εἰς φυγὴν ἑκατομμύριον Ἀσιανῶν βαρβάρων ἐπιδρομέων καὶ ἔρριψαν αὐτοὺς εἰς τὴν θάλασσαν, σώσαντες τὴν Πατρίδα καὶ τὸν πολιτισμόν, αἱ Ἀθῆναι ἦσαν Δημοκρατία. Ὅτι ἐκεῖ εἰς τὰς κορυφὰς τοῦ Μαραθῶνος ὑψοῦται τύμβος, πρὸς τὸν ὁποῖον ἀτενίζει ὅλος ὁ πεπολιτισμένος κόσμος, καὶ ὅτι ἐκεῖ προσέρχονται καθ’ ἑκάστην σεμνοὶ προσκυνηταί, οἵτινες κλίνοντες εὐλαβῶς τὸ γόνυ ἐπικοινωνοῦσι μετὰ τῶν ψυχῶν τῶν Μαραθωνομάχων, τῶν ἀγωνιστῶν τούτων τῆς Δημοκρατίας κατὰ τῆς βαρβαρότητος, τῆς κτηνώδους βίας καὶ τοῦ ἀπολυταρχισμοῦ Οὔτε εἶπον οἱ ρήτορες ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν Λαὸν ὅτι αἱ Ἀθῆναι ὡς Δημοκρατία κατέλαβον τὸν τότε γνωστὸν κόσμον καὶ μετέφεραν πρὸς αὐτὸν τὰ ἀγαθὰ τοῦ ὑπερτάτου πολιτισμοῦ των, ὅτι καὶ οἱ Αὐτοκράτορες τοῦ Βυζαντίου κατὰ τὴν καλὴν ἐποχὴν δύναμαι νὰ εἴπω ὅτι οὐδὲν ἄλλο ἦσαν παρὰ Πρόεδροι Δημοκρατίας ὡς ἐκλεγόμενοι παρὰ τοῦ Λαοῦ καὶ Στρατοῦ οἱ κράτιστοι καὶ ἄριστοι. Κατὰ δὲ τοὺς χρόνους τῆς δουλείας αἱ ἑλληνικαὶ κοινότητες μὲ τοὺς ἀγάδες των οὐδὲν ἄλλο ἦσαν ἢ μικραὶ Δημοκρατίαι. Καὶ ὅταν τὸ Γένος ἀνεπέτασε τὴν σημαίαν τοῦ ὑπὲρ τῆς ἀνεξαρτησίας ἀγῶνος οὔτε Βασιλεῖς οὔτε Αὐτοκράτορες εὑρίσκοντο ἐπὶ κεφαλῆς τῶν ἀθανάτων ἡρώων μας. Στρατάρχαι ἦσαν οἱ Καραϊσκάκηδες καὶ Κολοκοτρωναῖοι καὶ στόλαρχοι οἱ Μιαούληδες καὶ τορπιλλισταὶ οἱ Κανάρηδες, ὅλοι γέννημα καὶ θρέμμα τῆς ὡραίας Ἑλληνικῆς Πατρίδος μας. Ἀλλὰ μήπως μετὰ τὴν Ἐθνικὴν Παλιγγενεσίαν ὁ πρῶτος τῆς Ἑλλάδος κυβερνήτης δὲν ἦτο Πρόεδρος τῆς Ἑλληνικῆς Δημοκρατίας; Καταλήγων μέχρι τῶν ἡμερῶν μας δὲν διστάζω νὰ εἴπω ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἀπὸ τοῦ 1910–1920 διοικηθεῖσα μὲ πνεῦμα δημοκρατικὸν κατώρθωσε νὰ μεγαλουργήσῃ καὶ νὰ γράψῃ τὰς λαμπροτέρας σελίδας τῆς Ἱστορίας της. Ἀφ’ ὅτου ὅμως ὁ Κωνσταντῖνος ἐνεθυμήθη τοὺς συγγενικοὺς αὑτοῦ δεσμοὺς μὲ τὸν Θεὸν καὶ τὸν Κάϊζερ καὶ ἐπενέβη ὡς μὴ ὤφελε καὶ ἠσχολήθη μὲ τὴν πολιτικήν, ἀπὸ τότε ἡ Ἑλλὰς ὑπέστη ἀτιμώσεις, ἥττας, ἐξευτελισμούς, καταστροφάς. Ἀπὸ τότε εἴδομεν καταρρέον τὸ μέγα ἐθνικὸν οἰκοδόμημα, τὸ ὁποῖο ἀνεστήλωσε μετὰ 500 ἔτη ἡ μεγαλοφυΐα τοῦ Βενιζέλου καὶ τὸ τίμιον αἷμα τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ. Κύριοι πληρεξούσιοι, δὲν θὰ ἀσχοληθῶ πλέον μὲ τὸ πολιτειακὸν καὶ δυναστικὸν ζήτημα, διότι ταῦτά εἰσι τόσον ἀρρήκτως μεταξύ των συνδεδεμένα, ὥστε εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ταυτίσω τὰς σκέψεις μου μὲ τὰς σκέψεις τῆς Κυβερνήσεως καὶ θὰ συντονίσω τὰς προσπαθείας μου αὔριον μὲ ἐκείνας τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ κ. Βενιζέλου ὑπὲρ τῆς Δημοκρατίας. Τοῦτο μόνον ἔχω νὰ εἴπω, ὅτι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι μοὶ ἔκαμον τὴν τιμὴν νὰ μὲ ἐκλέξωσι πληρεξούσιόν των θὰ ψηφίσωσιν ὑπὲρ τῆς Δημοκρατίας, διότι ὑπὸ δημοκρατικὴν σημαίαν θὰ ζήσωσιν εὐτυχεῖς. Ἐν τέλει συνιστῶ νὰ περιχαρακωθῇ τὸ νέον πολίτευμα δι’ ἠθικῆς καὶ ἐντίμου διοικήσεως καὶ παρακαλῶ τὴν Ἐθνοσυνέλευσιν ν’ ἀτενίσῃ πρῶτον πρὸς τὰς Μακεδονικὰς καὶ Θρακικὰς ἐπάλξεις, τὴν δὲ Κυβέρνησιν νὰ ἐκτείνῃ ἐκεῖ εὐεργέτιδα, προστάτιδα καὶ ἐργάτιδα τὴν χεῖρα αὐτῆς. Νὰ διανοίξῃ τὰ σπλάγχνα τῆς Μακεδονικῆς γῆς καὶ νὰ φέρῃ εἰς τὴν ἐπιφάνειαν τοὺς πλουσίους καρποὺς τοὺς ὁποίους ἐγκλείει εἰς τοὺς παρθένους κόλπους της ἡ Μακεδονικὴ γῆ. Οὕτω μόνον θέλει ἐπιλύσει τὸ ζήτημα τῶν ἀδελφῶν μας προσφύγων καὶ θέλει καταστήσει τούτους καὶ τοὺς Μακεδόνας εὐτυχεῖς. (Χειροκροτήματα).
§155ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Μπούμπουλης.
§156Γ. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Πρὶν ἢ ἀρχίσω τὸν λόγον μου, κύριοι πληρεξούσιοι, θὰ συστήσω ψυχραιμίαν εἰς τὸν κ. Ξηρόν. Θὰ δεχθῶ ὁσασδήποτε διακοπὰς παρ’ ὅλων τῶν πτερύγων καὶ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον νὰ μὴ μὲ διακόψῃ ἀμέσως ὡς παρέλθῃ ὁ χρόνος, ὁ ὁρισθεὶς ὑπὸ τῆς Συνελεύσεως. (Γέλωτες). Λαμβάνων τὸν λόγον, κύριοι πληρεξούσιοι, ἐπὶ τῶν προγραμματικῶν δηλώσεων τῆς Κυβερνήσεως θὰ περιορισθῶ μόνον ἐπὶ τοῦ δυναστικοῦ ζητήματος. Θὰ προσπαθήσω, ὅσον τοῦτο μοι εἶναι δυνατόν, νὰ φανῶ συνεπὴς πρὸς τὰς ἀρχὰς τοῦ κόμματος εἰς ὃ ἀνήκω τῶν δημοκρατικῶν φιλελευθέρων. Δὲν θὰ ἐπανέλθω, κύριοι πληρεξούσιοι, εἰς τὴν ἐξιστόρησιν ὅλων ἐκείνων τῶν ἐγκλημάτων τὰ ὁποῖα ἡ ἐπάρατος Δυναστεία ἐπέφερε κατὰ τοῦ Ἔθνους, διότι ταῦτα ἐν πάσῃ λεπτομερείᾳ ἱστορήθησαν παρ’ ὅλων τῶν προλαλησάντων. Θὰ προσπαθήσω κύριοι πληρεξούσιοι, ἀνατρέχων εἰς τὸ πρόσφατον παρελθὸν νὰ ἀντλήσω διδάγματα, ἵνα ἐμποδίσωμεν τὴν Κυβέρνησιν νὰ διαπράξῃ τὴν διαλαμβανομένην κακῶς εἰς τὰς προγραμματικάς της δηλώσεις λύσιν τοῦ πολιτειακοῦ ζητήματος. Καὶ ἔρχομαι δι’ ἐπιγράμματος νὰ ὁμιλήσω. Ὁσάκις, κ. πληρεξούσιοι, ἐγένοντο καταστροφαὶ εἰς τὴν Ἑλλάδα ὑπεύθυνοι ἐξ ὁλοκλήρου ἦσαν οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες τῆς Ἑλλάδος, ὁσάκις δὲ ἐγένετο ἐπανόρθωσις τῶν καταστροφῶν τὰς ἐπανορθώσεις αὐτὰς τὰς ἔκαμεν ὁ Στρατός. (Χειροκροτήματα). Τὸ ἐπίγραμμα τοῦτο ἠναγκάσθην νὰ τὸ θέσω, διότι πολλὰ ἐλέχθησαν καὶ ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης καὶ ἐκτὸς αὐτῆς ἀπὸ τῶν στηλῶν ἐφημερίδων προσκειμένων πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἐναντίον τῶν στρατιωτικῶν ἐκείνων οἱ ὁποῖοι πάντοτε προέταξαν τὰ στήθη των διὰ τὰ ἐθνικὰ ζητήματα. Ἡ Ἐπανάστασις τοῦ 1909 ἀνέθεσε τὸ ἔργον εἰς τὸν κ. Βενιζέλον λόγῳ τῶν ἀγώνων τοὺς ὁποίους εἶχε διεξαγάγει ἐν Κρήτῃ ἐναντίον τοῦ ἀπολυταρχισμοῦ. Ἡ Ἀναθεωρητικὴ Βουλὴ τοῦ 1911 διέπραξε τὸ πρῶτον βασικώτατον σφάλμα. Ἡ Βουλὴ ἐκείνη παρ’ ὅλας τὰς διαμαρτυρίας τῶν ἐκτὸς τῆς αἰθούσης ἐκείνης μελῶν τοῦ Στρατιωτικοῦ Συνδέσμου τοῦ 1909 καὶ τῶν ἐντὸς τῆς αἰθούσης πληρεξουσίων ἐψήφιζε νόμον δι’ οὗ ἐπανέφερεν εἰς τὴν ἐνεργὸν ὑπηρεσίαν τοῦ Στρατοῦ τὸν φυγάδα τῆς Λαρίσης καὶ τοὺς ἀνικάνους καὶ διεφθαρμένους βασιλόπαιδας.
§157Δ. ΘΕΟΛΟΓΙΤΗΣ. Εὖγε!
§158Γ. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Διὰ τῆς ψήφου ἐκείνης ἡ τότε Κυβέρνησις ἐτίθετο ἀντιμέτωπος τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας, ἥτις εἶχεν ἐπικυρώσει διὰ μεγίστης πλειοψηφίας τὸ ἔργον τῆς Ἐπαναστάσεως. Ἐπανέφερε τότε ἡ Κυβέρνησις τὸν Κωνσταντῖνον πλανωμένη καὶ στηριζομένη ἐπὶ ἑνὸς δόγματος τὸ ὁποῖον ἤθελε νὰ θεσπίσῃ, τὸ νὰ ἀποκτήσωμεν Ἑλληνικὴν Δυναστείαν, λέγουσα ὅτι ὁ υἱὸς τοῦ Γεωργίου θὰ ἦτο περισσότερον Ἕλλην τοῦ πατρός του καὶ ὁ υἱὸς ἐκείνου περισσότερον Ἕλλην καὶ οὕτω καθεξῆς. Καὶ οὕτως ἐδημιουργήθη, κύριοι, ὁ στρατηλάτης τοῦ 1912 καὶ 1913. Συγχρόνως δὲ ἐδημιουργήθη καὶ ὁ ἀρχηγὸς τοῦ ἀπολυταρχικοῦ κόμματος, ἡ δὲ Κυβέρνησις ἐκείνη ἐπέτρεψεν εἰς τὸν κομματάρχην πλέον νὰ γίνῃ καὶ γενικὸς κουμπάρος. Διπλοῖ κουμπάροι ὁ Στρατὸς καὶ ὁ Στόλος ἔγιναν κουμπάροι τῆς Βασιλικῆς οἰκογενείας, ὁ δὲ Κωνσταντῖνος γενικὸς κουμπάρος τῶν Ἑλλήνων. Ἤρχισε τότε ἡ ἀπαισία ἐκείνη προπαγάνδα εἰς τὸν Ἑλληνικὸν Λαὸν καὶ Στρατόν. Οὐδέποτε, κύριοι, ἀχρειοτέρα ὕβρις ἐξεστομήθη ἐναντίον τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ. Ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς Λαός, δηλαδὴ ὁ Στρατός, δὲν ἠδύνατο νὰ πολεμήσῃ καὶ δὲν ἠδύνατο νὰ νικήσῃ, ἂν δὲν εἶχεν ἐπὶ κεφαλῆς βλαστὸν τῆς βασιλικῆς οἰκογενείας. Τὸ δόγμα τοῦτο, κύριοι, εἶχε πέσει ἀμέσως ὡς ἤρχισαν νὰ τὸ ἐκμεταλλεύωνται. Κατὰ τοὺς Βαλκανικοὺς πολέμους, κύριοι πληρεξούσιοι, ἡ ἑτέρα δύναμις τοῦ Κράτους, τὸ Ἑλληνικὸν Ναυτικόν, τὸ ὁποῖον ἔδωσε τὴν πραγματικὴν νίκην τῶν Βαλκανικῶν πολέμων, ἐνίκησε μὲ ἐπὶ κεφαλῆς αὐτοῦ γνήσιον τέκνον τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ, τὸν Ναύαρχον Κουντουριώτην (χειροκροτήματα), τοῦ ὁποίου αἱ οἰκογενειακαὶ περγαμηναὶ δὲν ἦσαν ἡ βασιλικὴ προέλευσις, ἀλλὰ πατριωτικαὶ πράξεις.
§159ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Καὶ αἱ δημοκρατικαί του ἰδέαι ἀπὸ μακροῦ χρόνου.
§160Γ. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ὁ Ἑλληνικὸς Στρατὸς κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ πολέμου, ὅτε μετέφερε νικηφόρον τὴν Ἑλληνικὴν σημαίαν ἀπὸ τῶν Μακεδονικῶν πεδίων εἰς τὰ Μικρασιατικὰ καὶ τὴν Οὐκρανίαν, ἐπὶ κεφαλῆς αὐτοῦ εἶχε τέκνα γνήσια τοῦ λαοῦ. Παραλείπω, κύριοι, τὰ γνωστὰ γεγονότα τοῦ 1915 καὶ ἔρχομαι εἰς τὴν Ἐπανάστασιν τοῦ 1916. Ἡ Ἐπανάστασις ἐκείνη ἐπικρατήσασα ἐν Μακεδονίᾳ ἦλθεν ἐνταῦθα καὶ τὸ πρῶτόν της ἔργον ἦτο νὰ ἐγκαθιδρύσῃ ἐπὶ τοῦ Θρόνου υἱὸν τοῦ Κωνσταντίνου, ὁ ὁποῖος δὲν ὑπῆρξεν ἄλλος εἰμὴ πράκτωρ καὶ προπαγανδιστὴς τοῦ ἐξορίστου. Διέπραξε καὶ ἕτερον σφάλμα ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη. Κατὰ τὴν ἀσθένειαν τοῦ τότε Βασιλέως παρὰ τὰς διαμαρτυρίας ἐμοῦ καὶ τοῦ κ. Ταβουλάρη, οἱ ὁποῖοι εὑρισκόμεθα ἐν Ρώμῃ καὶ παρηκολουθήσαμεν ὅλην τὴν ἀχρείαν καὶ ἀντεθνικὴν προπαγάνδαν τῶν ἐκεῖ ἐπὶ τούτῳ εὑρισκομένων πριγκίπων, ἐπέτρεψεν εἰς τὴν ἁμαρτωλὴν ἐκείνην γραῖαν νὰ ἔλθῃ ἐνταῦθα ὄχι διὰ νὰ ἴδῃ τὸν ἑτοιμοθάνατον ἔγγονον, ἀλλὰ νὰ φέρῃ ὁδηγίας καὶ χρήματα διὰ νὰ παρασκευάσῃ τὴν 1ην Νοεμβρίου. Τὴν στιγμήν, κύριοι καθ’ ἣν ἡ Κυβέρνησις τοῦ Ἐλευθερίου Βενιζέλου, ἀποπερατοῦσα τὸ μέγα της ἔργον ἔθετο καὶ τὸν τελευταῖον λίθον, εἶχε πρὸ πολλοῦ ὑπονομεύσει τὸ ἔργον της διὰ τῆς Βουλῆς τοῦ 1911, εἶχε θέσει τὴν δυναμίτιδα ὑπὸ τὸν θεμέλιον λίθον καὶ ἡ δυναμῖτις ἐξερράγη, τὸ οἰκοδόμημα κατεκρημνίσθη, ἀλλ’ ἔθαψεν ὑπὸ τὰ ἐρείπιά του ὁλόκληρον τὸν Ἑλληνισμὸν τῆς Μ. Ἀσίας, 100.000 τὸ ἄνθος τῆς Ἑλληνικῆς νεολαίας καὶ τὴν τιμὴν τῆς Ἑλλάδος. Ἡ ἐθνικὴ ἐκείνη καταστροφὴ ἐγέννησε τὴν Ἐπανάστασιν τοῦ 1922 καὶ ἡ Ἐπανάστασις ἐκείνη διέπραξε βασικὰ σφάλματα. Ἐξεκίνησεν ἀπὸ τὴν Χίον εἰς Μυτιλήνην ὡς Ἐπανάστασις καὶ ἔφθασεν ἐνταῦθα ὡς ἱερατικὴ ἀποστολή, τὴν λέγω δὲ ἱερατικὴν ἀποστολὴν ἀπὸ τὰ πρόσωπα εἰς τὰ ὁποῖα ἀνέθεσε τὰ πολεμικὰ Ὑπουργεῖα. Ἐπανάστασις, κύριοι, σημαίνει ἀνατροπὴν καὶ ἄμεσον τιμωρίαν τῶν ἐνόχων. Ἡ Ἐπανάστασις ὤφειλεν, ὅτε ἔφθασεν εἰς τὰς Ἀθήνας, νὰ στήσῃ τὴν λαιμητόμον εἰς τὴν πλατεῖαν τοῦ Συντάγματος καὶ νὰ ἀναβιβάσῃ ἐπ’ αὐτῆς ἀμέσως τὸν μεγαλύτερον ἔνοχον τῆς καταστροφῆς. (Χειροκροτήματα). Καὶ ἀντὶ τούτου τῷ παρεχώρησε πλοῖον διὰ νὰ ταξιδεύσῃ ἀνέτως καὶ τῷ ἔδωσε καὶ χρήματα χωρὶς νὰ ἔχῃ πρὸς τοῦτο δικαίωμα ἀπὸ τὸν ἱδρῶτα τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ. Ἡ Ἐπανάστασις ὅμως ἐκείνη...
§161Θ. ΠΑΓΚΑΛΟΣ. Ἦτο Ἱερὰ Σύνοδος, ἀφοῦ εἶχε καὶ Πρωτοσύγκελλον.
§162Γ. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. .. ἡ Ἐπανάστασις ἐκείνη ἐδημιούργησε τὸν Στρατὸν τοῦ Ἕβρου, μὲ τὸν ὁποῖον ὑπεγράψαμεν τὴν συνθήκην τῆς Λωζάννης καὶ δι’ αὐτὸ καὶ μόνον εἶναι ἀξία αἰωνίας ἐθνικῆς εὐγνωμοσύνης. Ἐπίσης ἡ Ἐπανάστασις ἐγκαθίδρυσεν ἐπὶ τοῦ Θρόνου τὸν υἱόν του διὰ νὰ ἐξακολουθήσῃ τὸ ἔργον τοῦ πατρός του. Ἀφ’ ἧς ἀνῆλθεν οὗτος ἐπὶ τῆς Ἀρχῆς μίαν κατεύθυνσιν, ἕνα σκοπὸν εἶχε, μίαν ἐργασίαν ἔκαμνε καὶ τὸ ἀποτέλεσμα τῶν προσπαθειῶν του τὸ εἴδομεν κατὰ τὸ ἀντεπαναστατικὸν κίνημα. Μετὰ τὰς ἐκλογὰς ἦλθεν ὁ Στρατὸς καὶ ὁ Στόλος ἐκ 4 χιλιάδων ἀξιωματικῶν καὶ διὰ τῆς τιμίας ὑπογραφῆς των ἐθεώρησεν ἔκπτωτον τὴν Δυναστείαν. Ἡ Ἐπανάστασις δὲν ἐξετέλεσε τὸ πρωτόκολλον τῶν ἀξιωματικῶν κατ’ οὐσίαν, ἀλλὰ τὸ ἐξετέλεσε κατὰ τύπους καὶ τοῦτο, διὰ νὰ ἀφήσῃ τὴν τιμὴν αὐτὴν εἰς ἡμᾶς, κύριοι πληρεξούσιοι. Διὰ τῶν προγραμματικῶν τῆς δηλώσεων ἡ Κυβέρνησις θέλει νὰ παρασύρῃ τὴν Συνέλευσιν εἰς τὸ νὰ δώσῃ καὶ τὸ τελευταῖον θανατηφόρον κτύπημα εἰς τὸ Κράτος. Ποιοῦμαι ἔκκλησιν εἰς τὸν πατριωτισμόν σας, κύριοι πληρεξούσιοι, ἵνα ὡς πληρεξούσιοι Συντακτικῆς Συνελεύσεως καὶ οὐχὶ ἱερατικοῦ συνεδρίου ἀνεξαρτήτως πτέρυγος εἰς ἣν ἀνήκετε, καθότι ἔχομεν κοινὴν προέλευσιν καὶ κοινοὶ ἀγῶνες μᾶς συνέδεσαν, ἀρθῆτε εἰς τὸ ὕψος τῶν περιστάσεων καὶ κατακρημνίζοντες τὴν ἐπάρατον αὐτὴν Δυναστείαν ἐγκαθιδρύσητε λαϊκὴν Δημοκρατίαν ὡς ἀπολύτως ἁρμόδιοι πρὸς τοῦτο, καθότι ὁ Λαὸς διὰ τῆς ἐκλογῆς πληρεξουσίων Συντακτικῆς Συνελεύσεως μετεβίβασεν εἰς ὑμᾶς ἀκέραια πάντα τὰ δικαιώματά του, ἡ πρᾶξις δὲ αὐτὴ τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως θέλει εἶσθαι συνταγματικῶς ἄμεμπτος. (Χειροκροτήματα)
§163ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀναστασίου.
§164Τ. ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἀνέρχομαι εἰς τὸ βῆμα διὰ νὰ φέρω εἰς τὴν αἴθουσαν τῆς Συνελεύσεως τὴν φωνὴν τῆς ἐπαρχίας μου, ὁ λαὸς τῆς ὁποίας δικαιοῦται περισσότερον ἢ μᾶλλον οὐχὶ ὀλιγώτερον παντὸς ἄλλου νὰ ἀκουσθῇ διὰ τὴν σταθερότητα τῶν πολιτικῶν του φρονημάτων καὶ τὴν δημοκρατικότητα αὐτοῦ. Ἡ πόλις μάλιστα ἐκ τῆς ὁποίας κατάγομαι καὶ ὁλόκληρος ὁ λαὸς Λετρίνων δύναται νὰ καυχᾶται ὅτι ἀπὸ τοῦ 1910 καὶ ἐντεῦθεν μέχρι σήμερον δὲν ἐμιάνθη ἀπὸ τὸ στίγμα τοῦ παλαιοκομματισμοῦ καὶ κατ’ αὐτὴν τὴν ἀποφράδα ἡμέραν, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ Ἑλληνικὸς Λαός, παρασυρθεὶς ἀπὸ τοὺς ἐπιδραμόντας τότε δημοκόπους συμπαρέσυρε διὰ τῆς ψήφου του ἐκείνης τῆς ἀπαισίας τὸ μεγαλουργὸν ἐκεῖνο οἰκοδόμημα τῆς ἐθνικῆς ἀναδημιουργίας καὶ ἀπὸ τὴν ἡμέραν ἐκείνην ὁ λαὸς τῆς πόλεως τοῦ Πύργου καὶ ὁλόκληρος ὁ λαὸς τῶν Λετρίνων συνετάχθη πρὸς τὸ συνετὸν πρόγραμμα τοῦ μεγάλου ἀρχηγοῦ καὶ ἠθέλησε νὰ κυρώσῃ καὶ διὰ τῆς ψήφου του κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην τὴν ἐθνικὴν μεγαλουργίαν. Ἀλλὰ καὶ κατὰ τὰς ἐκλογὰς ἐκ τῶν ὁποίων προῆλθεν ἡ σημερινὴ Συνέλευσις, κατὰ τὰς ἐκλογὰς τῆς 16ης Δεκεμβρίου, ὁ λαὸς τῆς Ἠλείας σύμπας διὰ μιᾶς πανδήμου ψηφοφορίας, ὁμοίαν τῆς ὁποίας δὲν παρουσίασεν ἡ ἐκλογικὴ ἱστορία τῆς Ἑλλάδος, διὰ μιᾶς πανδήμου ψηφοφορίας, ἀληθοῦς συναγερμοῦ, ἐπεκύρωσε καὶ ἐθέσπισε τὰς ἀρχὰς ἐκείνας τὰς ὁποίας τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων διὰ τῆς διοικούσης τοῦτο ἐπιτροπῆς καὶ διὰ τῶν τηλεγραφημάτων τοῦ ἀρχηγοῦ αὐτοῦ ἐκ τῆς Εὐρώπης, τὰς ἀρχὰς δηλαδὴ τῆς ἀνακηρύξεως τῆς Δημοκρατίας κατόπιν δημοψηφίσματος, τὸ ὁποῖον θὰ ἐγίνετο εἰς ἣν περίπτωσιν ἐκ τῶν ἐν τῇ Συνελεύσει συζητήσεων θὰ ἀπεδεικνύετο ὅτι δὲν ὑπάρχουν ἐξωτερικοὶ κίνδυνοι. Ἀπὸ τὰς ἀρχὰς ταύτας, θὰ μὲ συγχωρήσητε, κ. συνάδελφοι, γίνεται προσπάθεια, ὥστε νὰ παρεκκλίνουν οἱ πληρεξούσιοι ἐκεῖνοι οἵτινες περιέφερον ἀναπεπταμένην τὴν σημαίαν τῶν Φιλελευθέρων, ἀπὸ τὰς ἀρχὰς ταύτας θέλουσί τινες νὰ παρεκκλίνωμεν ἡμεῖς καὶ νὰ μὴ ὑποστηρίξωμεν τὰς ἀρχὰς ἐκείνας, τὰς ὁποίας ὑπεστηρίξαμεν ἐνώπιον τοῦ Λαοῦ. Διότι ἐσυνηθίσαμεν καὶ ἡμεῖς, ὅπως καὶ ὑμεῖς βέβαια, ἐσυνηθίσαμεν νὰ περιερχώμεθα, ὄχι μόνον κατὰ τὰς προεκλογικὰς ἡμέρας, ἀλλὰ καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τῆς πολιτικῆς μας σταδιοδρομίας, ἀπὸ χωρίου εἰς χωρίον καὶ ἀπὸ πόλεως εἰς πόλιν ν’ ἀναπτύσσωμεν τὸ πρόγραμμά μας, νὰ ἐπικοινωνῶμεν μὲ τὸν Λαὸν καὶ νὰ εὑρισκώμεθα εἰς ἄμεσον μετ’ αὐτοῦ ἐπαφήν, ἀνεπτύξαμεν δὲ καὶ κατὰ τὰς ἐκλογὰς τὰς παρελθούσας τὸ πρόγραμμα ἡμῶν, οἷον ἦτο τὸ πρόγραμμα τῆς διοικούσης ἐπιτροπῆς τῶν Φιλελευθέρων, καὶ ὁ λαὸς τῆς Ἠλείας σύμπας ἐπεκύρωσε τὸ πρόγραμμα τοῦτο καὶ διὰ τῆς ψήφου του ἀνεκήρυξεν ἡμᾶς ὄχι ἁπλῶς ἐπιτυχόντας πληρεξουσίους τῆς Συνελεύσεως, διότι τοῦτο δὲν θὰ εἶχε καμμίαν ἀξίαν, ἀνεκήρυξεν ἡμᾶς παμψηφεί, δύναμαι νὰ εἴπω, ἀντιπροσώπους του. Καὶ τὴν ἀξίαν τῆς ψήφου ταύτης δύναται νὰ κρίνῃ τις ἐν σχέσει μὲ τὸ ποσὸν τῶν ἀποσχόντων ἀντιπάλων ἐκλογέων, ἐὰν συγκρίνῃ τὰς ψήφους τὰς ὁποίας ἐλάβομεν ἡμεῖς τὴν 16ην Δεκεμβρίου 1923 πρὸς τὰς ψήφους τὰς ὁποίας ἔλαβον οἱ ἀντίπαλοί μας κατὰ τὴν πρώτην Νοεμβρίου 1920. Ἐὰν δὲ θελήσῃ τις νὰ ἐγκύψῃ εἰς τὸ ἀποτέλεσμα ἐκεῖνο, θὰ ἴδῃ ὅτι ἐκεῖνοι οἵτινες ἐθεωρήθησαν λαοπρόβλητοι κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ὑστέρησαν ἡμῶν κατὰ 4.000 ψήφων· ὁ πρῶτος δηλ. τῶν ἐπιτυχόντων ἐκείνων ὑστερεῖ ἀπὸ τὸν πρῶτον ἐπιτυχόντα τῆς σημερινῆς ἐποχῆς κατὰ 4.000 ψήφων, ἀπὸ δὲ τὸν τελευταῖον ἐπιτυχόντα κατὰ 1.000 περίπου ψήφους, ὥστε ὁ Λαὸς ἐπεκύρωσε παμψηφεὶ τὸ πρόγραμμα ἡμῶν. Εἶναι λοιπὸν δυνατόν, εἶναι εὐκταῖον ἡμεῖς προσερχόμενοι ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως ν’ ἀποβάλωμεν τὰς ἀρχὰς ἐκείνας τὰς ὁποίας διεκηρύξαμεν καὶ δυνάμει τῶν ὁποίων ἐξελέγημεν; Καὶ ἤκουσα, κύριοι συνάδελφοι, θεωρίας ἀναπτυσσομένας ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου παρὰ πολλῶν συναδέλφων, οἵτινες ἠθέλησαν τοιαύτην ἢ τοιαύτην νὰ δώσουν ἑρμηνείαν εἰς τὴν ψῆφον ἐκείνην τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ, ἤκουσα ὅτι ἡ ἐντολὴ τὴν ὁποίαν ἐλάβομεν δὲν εἶναι ἐντολὴ περιωρισμένη, ἀλλ’ ὅτι δυνάμεθα ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως σήμερον νὰ μὴ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν μας καμμίαν ἐντολὴν καὶ ν’ ἀνακηρύξωμεν τὴν παντοδυναμίαν ἡμῶν. Αἱ θεωρίαι αὗται βεβαίως περιέχονται εἰς τὰ συγγράμματα τῶν πολιτειολόγων, ἀλλά, κύριοι πληρεξούσιοι, βεβαιωθῆτε ὅτι δὲν περιέχονται εἰς τὰ συγγράμματα τοῦ Λαοῦ. Ἡ ψυχὴ τοῦ Λαοῦ ἀπαιτεῖ ἀπὸ τοὺς ἀντιπροσώπους του τὴν πιστὴν τήρησιν τῆς ἐντολῆς τὴν ὁποίαν τοῖς ἔδωκε.
§165Θ. ΠΑΓΚΑΛΟΣ. Αὐταὶ αἱ χιλιάδες τῶν ψήφων τὰς ὁποίας ἐλάβετε θέλουν τὴν Δυναστείαν;
§166Τ. ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Αἱ χιλιάδες τῶν ψήφων δὲν θέλουν τὴν Δυναστείαν, ἀλλὰ θέλουν νὰ τὸ ποῦν οἱ ἴδιοι. Ἐγώ, κύριοι πληρεξούσιοι, προχωρῶ ἐπὶ πλέον· δύναμαι νὰ ἰσχυρισθῶ ὅτι θὰ ἐκρινόμεθα ὅτι ἐπεβουλεύθημεν τὴν ψῆφον τοῦ Λαοῦ, ὅτι ἠπατήσαμεν τοὺς ἐκλογεῖς μας καὶ παραβαίνομεν τὴν ἐντολήν των. Κατὰ τὴν ἡμέραν τῶν ἐκλογῶν ὑπεστήριξα τοῦτο, καίτοι καὶ ἐγὼ αἰσθάνομαι τοὺς αὐτοὺς παλμοὺς τοὺς ὁποίους αἰσθάνεται ἡ πτέρυξ ἡ ἀριστερά, εἰς τὴν ὁποίαν ὀφείλεται ἐθνικὴ εὐγνωμοσύνη διὰ τοὺς ἀγῶνας τοὺς ὁποίους διεξήγαγεν. Ἀλλ’ ἔχω περισσοτέραν πίστιν εἰς τὸν λαόν, διότι, κ. πληρεξούσιοι, μὴ μοῦ παρεξηγήσητε τὸν ἐγωϊσμόν, εὑρίσκομαι καὶ ἐγὼ εἰς ἐπαφὴν καὶ ἐπικοινωνῶ μετὰ τοῦ Λαοῦ, ἂν δὲ διαβλέπω κινδύνους τινὰς διὰ τὴν πραγματικὴν ἐγκατάστασιν τῆς Δημοκρατίας, τοὺς διαβλέπω ἐκ τῆς τροπῆς τὴν ὁποίαν ἔλαβον αἱ συζητήσεις τῆς Συνελεύσεως καὶ τῶν ἀντεγκλήσεων, διότι παρατηρῶ ὅτι τείνει νὰ γεννηθῇ ἡ ἐντύπωσις ὅτι οὐσιαστικῶς ἐρίζομεν πρὸς τὴν πτέρυγα ταύτην, ὅτι σεῖς θέλετε τὴν Δημοκρατίαν καὶ ἡμεῖς δὲν τὴν θέλομεν καὶ ἡ ζημία τῆς Δημοκρατίας θὰ εἶναι μεγάλη. Τὸν κίνδυνον τοῦτον διαβλέπω καὶ πρὸς τοῦτο ἐφιστῶ τὴν προσοχήν σας, διότι ὁ Λαὸς ὁ Ἑλληνικὸς εἶναι νοήμων ἐν τῷ συνόλῳ, ἀλλ’ ἔχει πολλοὺς ἁπλοϊκοὺς καί, ἂν οὗτοι πλανηθῶσιν, ἀλλοίμονον εἰς ἡμᾶς, διότι ἡ βλάβη τῆς Δημοκρατίας κατὰ τὴν ψηφοφορίαν τοῦ δημοψηφίσματος θὰ εἶναι μεγάλη. Ἀλλὰ καὶ ἄλλους κινδύνους διαβλέπω, τοὺς ὁποίους εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ τονίσω καὶ μετὰ σεβασμοῦ νὰ προκαλέσω τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως, ὁ κίνδυνος οὗτος προέρχεται ἐκ τῆς ἐξαδυνατίσεως τοῦ φρονήματος τοῦ Λαοῦ τοῦ Φιλελευθέρου, διότι πρέπει νὰ εἴπω τὴν ἀλήθειαν πρὸς ὑμᾶς ὅλους, ὅτι ἔχομεν ἀφήσει τὸν Λαὸν ἀνυπεράσπιστον εἰς τὰ βλέμματα τῆς δυσειδοῦς Ἀντιδράσεως ἐκπροσωπουμένης διὰ τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν καὶ τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Τὰ συμφιλιωτικὰ προγράμματα τῆς Ἐπαναστάσεως, τὰ ὁποῖα ἠκολούθησε καὶ ἡ Κυβέρνησις ἡ σημερινὴ καὶ τὰ ὁποῖα δὲν κατακρίνω, τὰ συμφιλιωτικὰ προγράμματα τῆς Ἐπαναστάσεως καὶ τῆς Κυβερνήσεως κατέστησαν τὰς δημοσίας ὑπηρεσίας βορὰν καὶ ἀποκλειστικὴν νομὴν τῆς λυσσώδους Ἀντιδράσεως καὶ διότι γνωρίζετε τί συμβαίνει εἰς τὰς ἐπαρχίας ἐκ μέρους τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν τῶν διοργανουσῶν τὰς συνταγματικὰς νεολαίας.
§167Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Κύριε συνάδελφε, εἶναι τὸ μεγαλύτερον ἔργον τῆς Ἐπαναστάσεως, τὸ ὅτι κατώρθωσε νὰ δώσῃ καὶ ἐκλέξῃ ὑπαλλήλους τοιούτους, ὥστε οὐδεὶς νὰ δύναται νὰ τοὺς μεταβάλῃ, διότι δὲν εἶναι οὔτε βενιζελικοὶ οὔτε Κωνσταντινικοί. Εἶναι τὸ μεγαλύτερον ἔργον τῆς Ἐπαναστάσεως.
§168Τ. ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. συνάδελφος νὰ τῷ παρατηρήσω ὅτι ἐκεῖνο μὲν τὸ ὁποῖον λέγει κατὰ θεωρίαν εἶναι ἀκριβές, κατὰ πρᾶξιν ὅμως δὲν εἶναι ἀληθές· οἱ ὑπάλληλοι τῆς σήμερον μπορεῖ νὰ ἐξελέγησαν ὑπὸ τῆς Ἐπαναστάσεως ὡς οἱ καλύτεροι καὶ πιστοί, δὲν τὸ ἐπέτυχεν ὅμως. Ἐγὼ τέλος ἅπαξ ἀνελθὼν ἐπὶ τοῦ βήματος ἐθεώρησα πρέπον νὰ ἐκθέσω καὶ τὴν γνώμην μου ἐπὶ τοῦ κινδύνου τὸν ὁποῖον ἀντιλαμβάνομαι ὑφιστάμενον σοβαρώτατον καὶ ἀπειλοῦντα τὸ δημοψήφισμα τῆς Δημοκρατίας, διότι οἱ ὑπάλληλοι τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας κινοῦνται διὰ τὴν ματαίωσιν τῆς ἐγκαθιδρύσεως τῆς Δημοκρατίας. (Χειροκροτήματα).
§169ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἠσαΐας.
§170Γ. ΗΣΑΪΑΣ. Δὲν θὰ ἐλάμβανον τὸν λόγον, κύριοι πληρεξούσιοι, ἐπὶ τοῦ σοβαρωτάτου ὑπὸ συζήτησιν θέματος, τὸ ὁποῖον, μεθ’ ὅσα ἐλέχθησαν, νομίζω ὅτι ἐξηντλήθη, ἂν δὲν ᾐσθανόμην τὴν ἀνάγκην νὰ δικαιολογήσω τὴν ψῆφόν μου, προκειμένου μάλιστα αὕτη νὰ κρίνῃ τὴν τύχην Κυβερνήσεως, πρὸς τὴν ὁποίαν εὐμενῶς διάκειμαι τοσοῦτο μᾶλλον καθόσον αἱ ἀγορεύσεις τῶν κ. κ. Μιχαλακοπούλου καὶ Καλογερᾶ ἐνίσχυσαν τὰ ἐναπομείναντα ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα θὰ λάβω τὴν τιμὴν νὰ ἀναπτύξω πρὸς ὑμᾶς. Αἱ ὀλίγαι λέξεις, τὰς ὁποίας θὰ εἴπω, ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ταύτην, θ’ ἀποτελέσουν οἱονεὶ μίαν δήλωσιν ἀπὸ τοῦ ἐπισήμου τούτου βήματος, ὅτι ἡ ψῆφός μου θὰ εἶναι σύμφωνος πρὸς τὰς ἐπαγγελίας, τὰς ὁποίας μετὰ τῶν ὁμοφρόνων μου συναδέλφων ἐδώσαμεν προεκλογικῶς πρὸς τὸν ἐντολέα ἡμῶν Λαόν. Κατελθὼν εἰς τὸν ἐκλογικὸν ἀγῶνα ὡς φιλελεύθερος δημοκρατικός, τῇ ὑποδείξει τῶν φιλελευθέρων ὀργανώσεων Ἀθηνῶν–Πειραιῶς, αἰσθάνομαι ἰδιαιτέραν ὑπερηφάνειαν πρὸς τοῦτο, διότι αἱ ὀργανώσεις αὗται ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἐξεδήλωσαν πανηγυρικῶς τὰ δημοκρατικὰ καὶ ἀντιδυναστικὰ αὑτῶν φρονήματα, ἀφ’ ἑτέρου δὲ προσέφεραν μεγάλας ὑπηρεσίας καὶ πρὸς τὴν Ἐπανάστασιν, ἰδίως κατὰ τὴν περίοδον τοῦ Μεταξικοῦ κινήματος, κατ’ ἀκολουθίαν καὶ πρὸς τὴν Πατρίδα, ἐκλεγεὶς δὲ πληρεξούσιος εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ τηρήσω τὸ πρόγραμμα τοῦ κόμματος ὑπὸ τὴν σημαίαν τοῦ ὁποίου κατῆλθον εἰς τὰς ἐκλογὰς καὶ εἰς τὸ ὁποῖον ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀνήκω. Διότι, ἂν καὶ δὲν εἶμαι πολιτικός, κύριοι πληρεξούσιοι, νομίζω ὅτι δὲν ὑπάρχει βαρύτερον παράπτωμα δι’ ἕνα πολιτικὸν ἀπὸ τὴν ἀθέτησιν τῶν πρὸς τοὺς ἐκλογεῖς προεκλογικῶν δηλώσεών του, ὅταν μάλιστα ἡ ἀθέτησις αὕτη λαμβάνῃ χώραν ἐπὶ ζητήματος ὑψίστης σπουδαιότητος, ὡς τὸ ὑπὸ συζήτησιν τοιοῦτον, ὅπερ κρατεῖ εἰς συγκίνησιν ἀπ’ ἄκρου εἰς ἄκρον τὴν Χώραν. Τέσσαρα εἶναι τὰ κύρια σημεῖα, τὰ ὁποῖα εὑρίσκει τις ἀναγινώσκων μετὰ προσοχῆς τὰς προγραμματικὰς δηλώσεις τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων–Δημοκρατικῶν: 1) Προσπάθεια ἐπανόδου εἰς τὴν ἐνεργὸν πολιτικὴν τοῦ φυσικοῦ ἀρχηγοῦ αὐτοῦ, οὐχὶ ὅμως ἐν λευκῷ ὡς πρὸς τὸ δυναστικὸν ζήτημα· ἀπόδειξις τούτου τὸ γνωστὸν ἀποσταλὲν πρὸς αὐτὸν τηλεγράφημα. 2) Ἐπικύρωσις τοῦ ἔργου τῆς Ἐπαναστάσεως. 3) Λύσις τοῦ πολιτειακοῦ ζητήματος. 4) Ἄμεσος ἔκπτωσις τῆς Δυναστείας ἐν τῇ Ἐθνοσυνελεύσει. Ἔχω ὑπ’ ὄψει, κύριοι, τὰς προγραμματικὰς δηλώσεις τῆς πρώην Κυβερνήσεως, τὰς ὁποίας υἱοθέτησε καὶ ἡ παροῦσα — πλὴν ἐλαφρᾶς τινος τροποποιήσεως ὅσον ἀφορᾷ τὸ αἰτιολογικὸν τοῦ ψηφίσματος τῆς ἐκπτώσεως —, πρὸς τὸ σύνολον τῶν ὁποίων, καίτοι ἔχουν γραφῆ μὲ τὸ σταγονόμετρον τῆς ἐπιφυλακτικότητος, συμφωνῶ, πλὴν τοῦ δυναστικοῦ, διὰ τὸ ὁποῖον διαφωνῶν φρονῶ ὅτι δικαιοῦται καὶ ὑποχρεοῦται νὰ λύσῃ ἡ Ἐθνοσυνέλευσις. Τὴν γνώμην ταύτην, ἂν καλῶς ἀντελήφθην, ἔχει καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀχαΐας πληρεξούσιος, ὁ κ. Μιχαλακόπουλος, τοῦ ὁποίου μετ’ ἰδιαιτέρας προσοχῆς ἤκουσα τὴν ἀγόρευσιν. Δικαιολογῶν, κύριοι συνάδελφοι, τὴν ψῆφόν του ὁ κ. Μιχαλακόπουλος εἶπεν ὅτι δὲν ψηφίζει ὑπὲρ τῆς διὰ τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως ἐκπτώσεως τῆς Δυναστείας, διότι δὲν ἔχει τοιαύτην ἐντολὴν ἀπὸ τοὺς ἐκλογεῖς του. Ἐκεῖνοι ὅμως ἐκ τῶν πληρεξουσίων, οἱ ὁποῖοι διὰ τοῦ προγράμματός των ἔθεσαν τοιοῦτον ζήτημα πρὸς τὸν Λαὸν προεκλογικῶς καὶ ἐξελέγησαν, δύνανται, ἢ μᾶλλον ὑποχρεοῦνται, νὰ τὸ πράξωσι· προσέθεσε δὲ ὅτι, μὴ ὑπάρχοντος νομικοῦ κωλύματος, θὰ ἔφθανε μέχρι τοῦ νὰ συμβουλεύσῃ τὴν λύσιν ταύτην. Εἰς τοῦτο ὅμως τὸν ἐμποδίζει τὸ ὅτι δὲν ἔχει ὑπ’ ὄψει του τὰ κατ’ ἐκλογικὰ διαμερίσματα ἀποτελέσματα. Δηλαδή, ἐπειδὴ ὑπῆρξαν περισσότερα τοῦ ἑνὸς προεκλογικὰ προγράμματα, ἀγνοεῖ εἰς πόσα διαμερίσματα ἐξελέγησαν πληρεξούσιοι ἔχοντες ὡς ἄρθρον τοῦ προγράμματός των τὴν ἔκπτωσιν τῆς Δυναστείας. Ἔχων δεδομένον ὅτι ὁ κ. Μιχαλακόπουλος παρεδέχθη ὅτι τὸ πρόγραμμα τῶν Φιλελευθέρων–Δημοκρατικῶν, ἑπομένως καὶ τὸ πέραν τούτου προχωροῦν τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως», ῥητῶς περιελάμβανε τὸν ὅρον τοῦτον, εὑρίσκομαι εἰς τὴν εὐχάριστον θέσιν νὰ πληροφορήσω τὸν ἀξιότιμον κ. πληρεξούσιον καὶ τὴν Συνέλευσιν, ἐπὶ τῇ βάσει ἀκριβοῦς πίνακος, ὅτι ἐξελέγησαν 150 Δημοκρατικοὶ–Φιλελεύθεροι, 90–100 τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως» καὶ 25–30 ἀνεξάρτητοι Φιλελεύθεροι Δημοκρατικοί· συμπέρασμα: ἡ πλειονοψηφία τῆς παρούσης Συνελεύσεως εἶναι δημοκρατική. Ἑπομένως συμφώνως πρὸς τὴν θεωρίαν, διὰ νὰ εἴπω οὕτω, τοῦ κ. ἐξ Ἀχαΐας πληρεξουσίου ἡ πλειονοψηφία τῆς Συνελεύσεως δικαιοῦται, καὶ ἔτι πλέον, ὑποχρεοῦται νὰ ἐπιληφθῇ καὶ νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα διὰ νὰ εὑρίσκηται ἐν τάξει πρὸς τὰς προεκλογικάς της ἐπαγγελίας. Ἐπεφυλάχθη μόνον ὁ κ. Μιχαλακόπουλος ὡς πρὸς τὸν συνδυασμὸν Ἀθηνῶν–Πειραιῶς, λόγῳ τοῦ γνωστοῦ ὑπογραφέντος πρωτοκόλλου. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ, ἀναπτύσσων τὰ τοῦ συνδυασμοῦ τούτου, ὑπενθυμίζω καὶ εἰς τὸν ἀξιότιμον πληρεξούσιον Ἀθηνῶν–Πειραιῶς κ. Καλογερᾶν, ὅτι τόσον οἱ τῆς δημοκρατικῆς παρατάξεως ὑποψήφιοι τοῦ μικτοῦ συνδυασμοῦ, ὅσον καὶ οἱ τῆς συντηρητικῆς τοιαύτης, εἰς ἣν ἀνῆκεν ὁ κ. Καλογερᾶς, ἔθεσαν τὸ ζήτημα τοῦτο πρὸ τοῦ λαοῦ, ἀπόδειξις δὲ εἶναι ὄχι τὸ γνωστὸν πρωτόκολλον, τὸ ὁποῖον διὰ γνωστοὺς εἰς ὅλους λόγους σκοπιμότητος ὑπεγράφη, ἤτοι πρὸς σύμπτυξιν τοῦ συνδυασμοῦ, ὅσον οἱ προεκλογικοὶ λόγοι οἱ ἐκφωνηθέντες πρὸς τοὺς ἐκλογεῖς καὶ ἰδίως τοῦ κ. Καλογερᾶ, τοῦ ὁποίου εἶναι ἀντιδυναστικώτατος. (Ἀναγινώσκει ἐφημερίδα δημοσιεύουσαν τὸν λόγον τοῦ κ. Καλογερᾶ). Θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ προσέτι ὁ κ. Καλογερᾶς νὰ παρατηρήσω ὅτι ὁ παραλληλισμὸς τοῦ Ναπολέοντος πρὸς τὸν Βενιζέλον δὲν ἦτο ἐπίκαιρος. Ὁ Ναπολέων εἶχεν ἀνάγκην νὰ νικήσῃ τοὺς ἀντιπάλους του, διὰ τῆς νίκης δὲ ἐκείνης ἐσκόπει νὰ καταπνίξῃ τοὺς ἐσωτερικοὺς πολιτικοὺς ἐχθρούς, ὥστε νὰ ἐπιτύχῃ τὰ σχεδιασθέντα ὑπ’ αὐτοῦ μεγάλα πολιτικὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα καὶ ἐπέτυχε. Ἡμεῖς ὅμως ἔχομεν νικήσει ἤδη τοὺς ἀντιπάλους μας κατὰ τὰς ἐκλογὰς τῆς 16ης Δεκεμβρίου, ἑπομένως δύναμαι νὰ εἴπω ἐγώ, ὅστις εἶμαι εἷς ἐκ τῶν θαυμαστῶν τοῦ μεγάλου πολιτικοῦ ἀνδρός, τοῦ Ἐλευθερίου Βενιζέλου, ὅτι λυποῦμαι μὴ δυνάμενος νὰ ἐννοήσω τὴν μεγάλην αὐτὴν στρατηγικὴν κίνησιν τοῦ Βενιζέλου, τὴν συγκριθεῖσαν πρὸς τὴν τοῦ Ναπολέοντος, ἡ ὁποία κινδυνεύει νὰ μᾶς φέρῃ καὶ πάλιν, ἐνῷ εἴμεθα ἤδη νικηταί, εἰς τὸν στίβον τοῦ ἐκλογικοῦ ἀγῶνος ἀντιμετώπους πρὸς τὸν ἡττημένον ἀντίπαλον. Ἀλλὰ τοῦτο θὰ συντελέσῃ εἰς τὴν διαιώνισιν τῆς νευρικότητος καὶ ἀνησυχίας τῆς κοινῆς γνώμης, τοῦ ἀτυχοῦς Λαοῦ, ὁ ὁποῖος ἐκουράσθη νὰ ἐπανέρχηται ἐπὶ ζητημάτων, τὰ ὁποῖα θεωρεῖ λελυμένα, καὶ εἶναι προφανὲς ὅτι μίαν χάριν μᾶς ζητεῖ, νὰ τὸν ἀφήσωμεν ἥσυχον, ἀφοῦ τίποτε δὲν ἔχομεν κάμει διὰ νὰ ἐπουλώσωμεν τὰς τόσας ἀνοικτὰς πληγάς του ἀπὸ τὰς τόσας τραγικὰς καταστροφὰς τὰς ὁποίας τοῦ κατέφερεν ἡ Δυναστεία, τὴν ὁποίαν διστάζει ἡ Κυβέρνησις νὰ θανατώσῃ δι’ ἑνὸς κτυπήματος ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης. Περὶ ἑνὸς δύναται μόνον νὰ ἐκφράσῃ τις, κύριοι πληρεξούσιοι, τὴν ἀπορίαν: Πῶς δηλαδὴ τὸ ζήτημα τοῦτο ἐπανῆλθε, καθ’ ὃν τρόπον ἐπανῆλθεν, εἰς συζήτησιν ἐνταῦθα. Λέγω δὲ ἐπανῆλθε καὶ ὄχι ἦλθε, διότι τὸ ζήτημα τοῦτο σύσσωμος ἡ Ἐθνοσυνέλευσις διὰ πανηγυρικῆς καὶ χαρακτηριστικῆς παμψηφίας ἔλυσε κατὰ τὴν ἱστορικὴν πρώτην συνεδρίασίν της, ὁρκισθεῖσα πίστιν εἰς τὴν Πατρίδα καὶ οὐχὶ εἰς τὸν συνταγματικὸν Βασιλέα, τὸν ὁποῖον οὕτως ἐθεωρήσαμεν οὐχὶ ὡς προσωρινῶς, ἀλλ’ ὡς ἀνεπιστρεπτὶ ἀποδημήσαντα. Ἡ Δυναστεία ἐκηρύχθη ἔκπτωτος ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας, κατὰ τὴν ὁποίαν συνήλθομεν ἐνταῦθα, καὶ νομίζω ὅτι ἡ ἱστορικὴ ἐκείνη πρᾶξίς μας ἀνταπεκρίθη πλήρως εἰς τὴν ἐντολήν, τὴν ὁποίαν ἐλάβομεν παρὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ, ὁ ὁποῖος τοσαύτας συμφορὰς ἐποτίσθη ἀπὸ αὐτήν. Διαφωνῶ δὲ τυπικῶς τόσον πρὸς τὴν «Δημοκρατικὴν Ἕνωσιν», ἥτις διὰ τῆς προτάσεώς της περὶ ἐκπτώσεως ἐνεφάνισε τὸ ζήτημα τοῦτο, ὅσον καὶ πρὸς τὴν τέως καὶ νῦν Κυβέρνησιν, αἱ ὁποῖαι, ἀποκρούσασαι τὴν οὐσίαν τῆς προτάσεως, υἱοθέτησαν τὴν συζήτησιν ἐπ’ αὐτῆς, ἀποτελεσάσης ἓν τῶν δύο οὐσιωδεστέρων σημείων τοῦ προγράμματός των, ἐπὶ τῶν ὁποίων ζητεῖται ἡ ψῆφος τῆς Συνελεύσεως. Ψήφισμα ὑπὲρ ἐπαναφορᾶς τῆς Δυναστείας ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, φρονούσης ὅτι δύναται νὰ συζητηθῇ τὸ ζήτημα τοῦτο, ὡς κακῶς φρονεῖ, θὰ ἠδυνάμην νὰ ἐννοήσω. Ἡ Κυβέρνησις, πρὸς τὴν ὁποίαν καὶ αὖθις διακηρύττω τὴν συμπάθειάν μου, ἂν τολμᾷ—ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ ἡ δριμεῖα αὕτη φράσις—, ἂς φέρῃ τοιοῦτον ψήφισμα ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Συνελεύσεως. Πρὸς ἀπόδειξιν τῶν ἄνω ἰσχυρισμῶν μου ἔχω νὰ εἴπω τοῦτο: Ὅτι, ἐὰν ὁ Λαὸς δὲν ἐνέκρινε τὸν ὅρκον μας καὶ ἑπομένως τὴν ὁριστικὴν ἔκπτωσιν τῆς Δυναστείας, ἠδύνατο καὶ εἶχε πρόχειρα τὰ μέσα νὰ διαμαρτυρηθῇ διὰ ψηφισμάτων, συλλαλητηρίων κλπ. Ἀλλὰ τοῦτο οὔτε οἱ ἀντιδραστικοὶ ἐτόλμησαν νὰ πράξουν, ἐννοήσαντες καλῶς ὅτι ὁ Λαὸς δὲν εὑρίσκετο μὲ τὸ μέρος των, καὶ μόνον ὅταν διὰ τῶν συζητήσεων ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἀνεκινήθη τὸ ζήτημα, ἐνθαρρυνθέντες ἤρχισαν νὰ θορυβοῦν καὶ νὰ συντάσσωνται εἰς φάλαγγας κοινῆς παρατάξεως συνταγματικῆς. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ πολιτειακὸν ἐλέγομεν ἡμεῖς προεκλογικῶς ὅτι δὲν ἐβλέπομεν ἐξωτερικοὺς κινδύνους, τοὺς ὁποίους τινὲς ἔβλεπον κατ’ ὄναρ διὰ νὰ συμβιβάσουν τὰς ἐπαρχιακάς των ἐκλογικὰς ἀπόψεις. Διεπιστώθη δὲ τοῦτο πανηγυρικῶς ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ὅταν εἰς μίαν διαλογικὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ πολιτειακοῦ ζητήματος μεταξὺ τοῦ κ. ἀρχηγοῦ τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως» καὶ τοῦ κ. Βενιζέλου ἐξερράγη ἡ πατριωτικὴ ψυχὴ τοῦ ἀνδρός, ὁ ὁποῖος ὑπῆρξεν ἡ γνησιωτέρα ἐκπροσώπησις τοῦ δημοκρατικοῦ ἰδεώδους καθ’ ὅλον τὸν ἔνδοξον πολιτικόν του βίον, καὶ εἶπε τὰ ἑξῆς: «Εἶμαι δημοκράτης, θὰ ψηφίσω ὑπὲρ τῆς Δημοκρατίας. Ἕν ἔχω νὰ εἴπω πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ὅτι οὐδεὶς ἐξωτερικὸς κίνδυνος ὑπάρχει, ἀλλὰ μὴ ἔχετε τὴν ἀπαίτησιν νὰ πάρω τὴν ράβδον τὴν δημοκρατικὴν καὶ περιοδεύων τὰ χωρία καὶ τὰς πόλεις νὰ κηρύξω προπαγάνδαν ὑπὲρ τῆς Δημοκρατίας». Ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Βενιζέλος νὰ τὸν διαβεβαιώσω ὅτι δὲν παρίσταται ἀνάγκη νὰ προπαγανδίσῃ ὑπὲρ τῆς Δημοκρατίας. Ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Βενιζέλος νὰ τὸν διαβεβαιώσω ὅτι δὲν παρίσταται ἀνάγκη νὰ προπαγανδίσῃ ὑπὲρ τῆς Δημοκρατίας. Ἐπροπαγάνδισε πρὸ αὐτοῦ ὁ Κωνσταντῖνος, κρατῶν ἀνὰ χεῖρας τὴν στραταρχικήν του ράβδον· ὑπὲρ τῆς Δημοκρατίας ἐπροπαγάνδισεν ἡ βασιλικὴ οἰκογένεια καὶ ἡ Αὐλή. Τῆς Δημοκρατίας προπαγάνδα ὑπῆρξε τὸ Γερμανόφιλον Ἐπιτελεῖον· τῆς Δημοκρατίας προπαγάνδα ἐγένοντο οἱ Νοεμβριανοὶ ἐπίστρατοι καὶ φαλαγγῖται καὶ χθὲς ἀκόμη οἱ Ὀκτωβριανοὶ στασιασταὶ ἐπὶ κεφαλῆς ἔχοντες τὸν Γεώργιον Βʹ καὶ ὑπαρχηγὸν τὸν Ἰωάννην Μεταξᾶν. Ἓν δύναται νὰ πράξῃ ὁ κ. Βενιζέλος, ἐφόσον ἐξακολουθεῖ νὰ εἶναι ρυθμιστὴς τῆς καταστάσεως: Νὰ συμβουλεύσῃ μερικοὺς φίλους, πρώην καὶ νῦν Ὑπουργοὺς, νὰ ἐπανέλθουν εἰς τὰς Ἐπαρχίας των καὶ ὑποστέλλοντες τὴν ἀντιδημοκρατικὴν σημαίαν, τὴν ὁποίαν διὰ λόγους τοπικοὺς ἀνεπέτασαν προεκλογικῶς, νὰ μετακληθῶσιν εἰς προπαγανδιστὰς ὑπὲρ τῆς Δημοκρατίας διὰ νὰ ἐξαγνισθῶσιν. Ταῦτα εἶχον νὰ εἴπω, κύριοι πληρεξούσιοι, δίδων τὴν ψῆφόν μου κατὰ πάσης Κυβερνήσεως, ὁσονδήποτε συμπαθοῦς καὶ φιλικῆς, ἡ ὁποία θὰ διαπράξῃ τὸ βαρύτερον τῶν κατὰ τῆς Πατρίδος ἐγκλημάτων ἀναβάλλουσα τὴν ὁριστικὴν ἐκ τοῦ Ἑλληνικοῦ Θρόνου ἔκπτωσιν Δυναστείας, ἡ ὁποία τοσαύτας συμφορὰς ἐπεσώρευσεν εἰς τὴν Πατρίδα. Οὕτω πράττων φρονῶ ὅτι καὶ μὲ τὴν ἐντολὴν τῶν ἐκλογέων μου καὶ πρὸς τὴν συνείδησίν μου εὑρίσκομαι ἐν ἁρμονίᾳ. Ἐν τούτοις παρ’ ὅλους τοὺς φοβεροὺς κλονισμοὺς τοὺς ὁποίους ὑπέστη τὸ δύσμοιρον τοῦτο Κράτος, μεγαλυνθὲν καὶ σμικρυνθέν, δοξασθὲν καὶ ταπεινωθέν, ἐντὸς τόσον ὀλίγου χρόνου, πληγὲν ἀπὸ τὰ ἴδια αὑτοῦ τέκνα, ὁτὲ μὲν ἐκ προδοσίας, ὁτὲ δὲ ἀπὸ λάθη, ἔχω σταθερὰν τὴν πεποίθησιν ὅτι ἡ ζωτικότης τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ, τὴν ὁποίαν διέγνωσεν ὁ Χαρίλαος Τρικούπης, εἰπὼν τὸ ἀθάνατον «Ἡ Ἑλλὰς προώρισται νὰ ζήσῃ καὶ θὰ ζήσῃ», ἡ ζωτικότης, λέγω, αὕτη εἶναι πολὺ φλογερὰ καὶ μεγάλη, ὥστε ἀκραδάντως νὰ πιστεύω ὅτι τοιοῦτος Λαός, φωτιζόμενος πλέον καὶ θερμαινόμενος ἀπὸ τὰς θερμὰς ἀκτῖνας τοῦ ἀνατείλαντος ἤδη ἡλίου τῆς Δημοκρατίας δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ ζήσῃ ἐκ νέου καὶ νὰ μεγαλουργήσῃ. (Χειροκροτήματα).
§171ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἐμμανουηλίδης.
§172ΕΜΜ. ΕΜΜΑΝΟΥΗΛΙΔΗΣ. Κύριοι, δὲν εἶχον σκοπὸν νὰ λάβω τὸν λόγον, ἂν δὲν ὑπῆρχε καθῆκον τοιοῦτον, τὸ ὁποῖον θὰ ἐξηγήσω ἐντὸς ὀλίγου καὶ τὸ ὁποῖον μᾶς ἐπιβάλλει τὴν ὑποχρέωσιν ἐπί τινων σημείων νὰ εἴπω τὸν λόγον μας. Ἀλλὰ πρὶν φθάσω ἐκεῖ ἅπαξ ἀνῆλθον εἰς τὸ βῆμα βεβαίως ὀφείλω ἐπὶ τοῦ πολιτειακοῦ ζητήματος, ἔστω καὶ ἐν μονοσυλλάβοις νὰ εἴπω τὴν γνώμην μου. Καὶ ἡ γνώμη μου αὐτὴ ἐν γενικαῖς γραμμικαῖς βεβαίως δὲν εἶναι σύμφωνος πρὸς τὰς πεποιθήσεις τὰς ὁποίας βλέπω ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, οὔτε εἰς τὴν μίαν οὔτε εἰς τὴν ἄλλην πτέρυγα. Διότι ὁ θεσμὸς τῆς Βασιλείας ἐχρεοκόπησεν ἐν Ἑλλάδι καὶ ἡ Δυναστεία ἐχρεωκόπησεν ἐπίσης. Δυναστεία ἐπίσης ἡ ὁποία ἀνέδειξε Κωνσταντῖνον, ὁ ὁποῖος διὰ νὰ μείνῃ μόνον εἰς τὸν Θρόνον καὶ διὰ νὰ ἔχῃ αὐταρχικὰς ἀξιώσεις ἀπέστειλε τὴν ἑλληνικὴν νεολαίαν εἰς τὸν Σαγγάριον καὶ ἐπλούτισε τὴν Ἁλμυρὰν Ἔρημον μὲ τὰ ὀστᾶ τῶν Ἑλλήνων στρατιωτῶν, Δυναστεία ἡ ὁποία ἐξερρίζωσε μακραίωνα Ἑλληνισμὸν 30 αἰώνων εἰς μίαν ἐπονείδιστον ἧτταν, Δυναστεία ἡ ὁποία διεσπάθησε δισεκατομμύρια, Δυναστεία ἡ ὁποία ἔφερε τὰ ὅρια τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἀπὸ τοῦ Καυκάσου εἰς τὸν Ἕβρον, τοιαύτη Δυναστεία δὲν δύναται νὰ δώσῃ Βασιλεῖς εἰς τὴν Ἑλλάδα. Τὸ κυριώτερον τὸ ὁποῖον μὲ ἠνάγκασε νὰ ἔλθω εἰς τὸ βῆμα, κύριοι, εἶναι ὅτι ἡ προσφυγικὴ ἰδιότης μᾶς ἐπιβάλλει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ μὴ ἀφήσωμεν τὸ ἀξιοσημείωτον τοῦτο γεγονός, ὅτι διὰ πρώτην φορὰν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἀναφέρεται ἡ συνθήκη τῆς Λωζάννης. Βεβαίως ὀφείλομεν εὐγνωμοσύνην εἰς τὴν Ἑλληνικὴν ἀποστολήν, ἡ ὁποία εἰργάσθη καὶ κατώρθωσε κατὰ τὸ ἐφικτὸν νὰ περιορίσῃ τὸ κακόν, ὅσον ἦτο δυνατόν. Ἀλλὰ τὸ κακὸν μένει πάντοτε κακόν. Εὐγνωμονοῦμεν ἐπίσης τοὺς ἀρχηγοὺς οἱ ὁποῖοι ἠδυνήθησαν ἀπὸ τὰ ἐρείπια τοῦ Στρατοῦ ἐκείνου νὰ κατασκευάσουν ἕνα ὠργανωμένον εἰς τὸν Ἕβρον καὶ φρονηματίαν Στρατόν. Τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι ὅτι ἡ συνθήκη τῆς Λωζάννης ἐπεριώρισε τὸ κακόν, ἀλλὰ βεβαίως δὲν τὸ ἐξερρίζωσεν. Ἐνθυμεῖσθε ὅτι κατὰ τὴν ἐποχὴν ταύτην ὁλόκληρος ὁ προσφυγικὸς κόσμος διεμαρτυρήθη κατὰ τῆς συνθήκης. Εὐλαδούμεθα τὰς εἰρηνικὰς διαθέσεις τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, γνωρίζομεν καὶ τὴν κατάστασιν τοῦ Τόπου, ἡ ὁποία θέλει μακρὰν εἰρήνην, ἀλλ’ ὀφείλομεν νὰ ὑπομνήσωμεν τὰς διαμαρτυρίας ἐκείνας, τὰς ὁποίας οὐδὲν γεγονὸς ἐξήλειψεν ἀκόμη οὔτε θὰ ἐξαλείψῃ. Κύριοι, οἱ πρόσφυγες βεβαίως θὰ ἐργασθῶσιν εἰς τὴν Χώραν ταύτην, διὰ τὸν λόγον ὅτι οὐδέποτε ἐθεώρησαν τὴν Χώραν ταύτην ξένην. Τὰ δίκαια τῶν λαῶν εἶναι ἀπαράδεκτα. Ἐν Λωζάννῃ ὅμως ἐσφαγιάσθησαν, παρεγνωρίσθησαν αἱ ἀρχαὶ τοῦ πολιτισμοῦ καὶ οἱ τόποι ἐν Μ. Ἀσίᾳ ζητοῦν μίαν ἱκανοποίησιν, τὴν ὁποίαν αἱ μέλλουσαι γενεαὶ θὰ λάβουν. Κύριοι, μετὰ τὰ δυστυχήματα, τὰ ὁποῖα ὑπέστη ὁ Ἑλληνισμὸς ἐκεῖ ἐν Μ. Ἀσίᾳ, βεβαίως οἱ κίνδυνοι δὲν παρῆλθον, πολλοὶ δὲ ρήτορες ἐνταῦθα ὑπέμνησαν, ἐτόνισαν κινδύνους ἐπικειμένους, ἀλλ’ οἱ κίνδυνοι αὐτοὶ δὲν μᾶς τρομάζουν, διότι πάντοτε ἡ Ἑλληνικὴ Φυλὴ ἀπέδειξε τὴν ζωτικότητα αὐτῆς καὶ ἠδυνήθη νὰ ἀποσοβήσῃ οἱουσδήποτε κινδύνους. Ἀλλ’ ἐνταῦθα ἀκριβῶς θέλω νὰ θίξω ἓν σημεῖον, τὸ ὁποῖον ἀποδεικνύει τὸ μεγάλον πνεῦμα τοῦ ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων. Ὅτε ἦλθεν ἐνταῦθα, ἤρχισεν ἀμέσως μὲ μίαν ἀπόπειραν ἀξιέπαινον συμφιλιώσεως Ἡμεῖς ἔτυχε νὰ ζοῦμε μακράν, δὲν ἀνεμίχθημεν εἰς τὴν ὀξύτητα τῶν παθῶν σας, τὰ ὁποῖα δὲν δικαιούμεθα νὰ ἐπικρίνωμεν καὶ δὲν ἀνεμίχθημεν, διότι εἴμεθα μακράν. Μία Ἐθνοσυνέλευσις δὲν δύναται νὰ ἀψηφήσῃ τοὺς ἐξωτερικοὺς κινδύνους εἰμὴ μόνον ὅταν ἔχῃ μίαν ἐσωτερικὴν ἑνότητα. Ἑπομένως δὲν εἶναι δυνατὸν ἡμεῖς εἰμὴ μετ’ εὐμενείας καὶ μεγίστης συμπαθείας νὰ παρακολουθῶμεν μίαν τοιαύτην προσπάθειαν. Εἶναι καιρὸς νὰ παύσῃ ἡ Ἑλλὰς νὰ εἶναι διῃρημένη εἰς δύο στρατόπεδα. Ἐννοεῖται ὅτι ἡ συμφιλίωσις αὕτη, τὴν ὁποίαν πρῶτος ὁ ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων μετὰ τοσαύτης προθυμίας ἤρχισε, δὲν δύναται νὰ καρποφορήσῃ, ἐὰν τὴν τεινομένην χεῖρα δὲν τὴν ἀποδεχθῇ καὶ τὸ ἀντίθετον στρατόπεδον. Θέλω ὑπομνήσω εἰς τοὺς κυρίους αὐτοὺς ὅτι, μολονότι ὑπῆρχε μία ἄλλη Ἐθνοσυνέλευσις, εἰς τὴν ὁποίαν τὰ Ὑπουργεῖα ἀλληλοδιεδέχοντο τὸ ἕνα τὸ ἄλλο μὲ πλειοψηφίαν μιᾶς ψήφου καὶ ἡ πλειοψηφία αὐτὴ κατηρτίζετο μὲ 50 ψήφους τοὐλάχιστον Μουσουλμάνων βουλευτῶν, ὀφείλω νὰ ὑπομνήσω εἰς αὐτοὺς τοὺς κυρίους ὅτι ἠκούσθη ἐδῶ φωνὴ πρὸς τοὺς Θρᾷκας βουλευτάς, οἱ ὁποῖοι νεωστὶ εἶχον ἔλθει: «Φύγετε ἀπὸ ἐδῶ, δὲν σᾶς θέλομεν, πηγαίνετε εἰς τὸν Κεμάλ». Ἐκεῖνοι δὲν ἐπῆγαν εἰς τὸν Κεμάλ, ἀλλὰ χάρις εἰς τοὺς κυβερνῶντας ὁ Κεμὰλ ἦλθεν εἰς αὐτούς. Σήμερον λοιπὸν τελεῖται ἡ δικαιοσύνη, οἱ πρόσφυγες εἶναι ἐδῶ καὶ θὰ ψηφίσουν, καὶ ἐὰν ψηφίσουν θὰ ψηφίσουν Δημοκρατίαν. Κύριοι, τὸ προσφυγικὸν ζήτημα, περὶ τοῦ ὁποίου ὀφείλω νὰ σᾶς εἴπω μερικὰς λέξεις, θεωρητικῶς δύναται νὰ λεχθῇ ὅτι εἶναι λελυμένον ἐνταῦθα διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον ὅτι δὲν ὑπάρχει κανὲν κόμμα τὸ ὁποῖον νὰ λέγῃ ὅτι τὸ προσφυγικὸν ζήτημα χρῄζει λύσεως. Καὶ αἱ δύο πτέρυγες ἁμιλλῶνται ἡ μία πρὸς τὴν ἄλλην ὅπως σπεύσωσιν εἰς ἐκδηλώσεις ὑπὲρ τῶν προσφύγων. Πρὸς τοῦτο εἴμεθα εὐγνώμονες καὶ ἡμεῖς καὶ ὁλόκληρος ὁ προσφυγικὸς κόσμος. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὑπεσχέθη μίαν εἰδικὴν συνεδρίασιν διὰ τὰ προσφυγικὰ ζητήματα Ἐπειδὴ δὲν πρόκειται περὶ τοῦ ἐλέγχου τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία ἀπαριθμεῖ 15 ἡμερῶν βίον, οὔτε περὶ ζητημάτων τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ λυθῶσιν ἐν μιᾷ συνεδριάσει, ὑποθέτω ὅτι κατ’ ἐκείνην τὴν ἡμέραν κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ προσδιορίσῃ ἡ Κυβέρνησις θὰ ἀκουσθοῦν ἐκθέσεις παρ’ ἡμῶν καὶ διάφορα μέτρα διὰ τῶν ὁποίων θὰ ἀνακουφισθοῦν οἱ πρόσφυγες. Διότι περὶ τῆς προθυμίας εἴμεθα βέβαιοι· ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐλλείπει εἶναι ἡ μέθοδος ἡ ὁποία κάμνει τὰ ὀλίγα πολλὰ καὶ τὰ γλίσχρα ἄφθονα. Νομίζω ὅτι ἡ Κυβέρνησις διὰ τῆς πείρας ἡ ὁποία τὴν διακρίνει θὰ λύσῃ καὶ τὸ προσφυγικὸν ζήτημα διὰ σωφρόνων μέτρων ὁριζομένων καὶ τῶν ἀναγκαίων πρὸς τοῦτο μέσων. Τελευτῶν, κύριοι, ὀφείλω νὰ εἴπω καὶ τὸ ἑξῆς: Πρόκειται ἐδῶ περὶ μιᾶς συζητήσεως, ὄχι πλέον περὶ Δημοκρατίας, ἀλλὰ περὶ τοῦ τρόπου κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ κηρυχθῇ ἡ Δημοκρατία ἐν Ἑλλάδι. Ἐνθυμοῦμαι πρὸ τῶν ἐκλογῶν ὅτι ὁσάκις ἐγίνετο λόγος περὶ τῆς πιθανότητος διαφωνίας τινός, εἴτε μεταξὺ Ἐπαναστάσεως καὶ φιλελευθέρων, εἴτε μεταξὺ φιλελευθέρων καὶ δημοκρατικῶν, ὑπῆρξεν ὁ φόβος μήπως ὑπάρξῃ καὶ ἀποτυχία κατὰ τὰς ἐκλογάς. Λοιπόν, ἐὰν δὲν δύναται νὰ κηρυχθῇ Δημοκρατία σήμερον, θὰ κηρυχθῇ μόνον ἐκ τῆς φιλονικίας ἥτις δύναται νὰ ὑπάρχῃ μεταξὺ τῶν δύο πτερύγων. Δὲν μοὶ ἀρέσουν τὰ κλασσικὰ παραδείγματα, ἀλλὰ θὰ σᾶς ἀναφέρω τὸ ἑξῆς ἐκ τῆς Ἑλληνικῆς Ἱστορίας· ὅτι ἡμέραν τινὰ συνῆλθον οἱ Ἕλληνες στρατηγοὶ ἐν Κορίνθῳ, ἵνα εἴπωσι ποῖος εἶναι ὁ θριαμβευτὴς καὶ εὗρον ὅτι δεύτερος ἦτο ὁ Θεμιστοκλῆς καὶ πρῶτος ἕκαστος ἐκ τῶν ψηφισάντων. Ἡμεῖς οἱ βουλευταὶ 200–250 ἐκαλέσαμεν ἐνταῦθα τὸν κ. Βενιζέλον διὰ νὰ μᾶς κυβερνήσῃ. Προσέξατε, ἐὰν αὔριον γίνῃ ἐκλογή, νὰ μὴ φανῇ ὅτι ὑποπίπτομεν πάντοτε εἰς τὰ αὐτὰ ἁμαρτήματα καὶ ὅτι μετὰ 3.000 χρόνια ἐμείναμεν ἀδιόρθωτοι καὶ κατὰ τὴν διαλογὴν ἡ ὁποία θὰ γίνῃ ὁ κ. Βενιζέλος ἔλθῃ δεύτερος.
§173ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καλμοῦχος.
§174ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Εἶναι ἀπών, κ. Πρόεδρε.
§175ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀκρίδας.
§176Α. ΑΚΡΙΔΑΣ. Παραιτοῦμαι τοῦ λόγου μεθ’ ὅσα ἐλέχθησαν. Τοῦτο ἔχω νὰ προσθέσω· καθένας ἂς βάλῃ τὸ χέρι του στὴν καρδιά του καὶ ἂς σκεφθῇ διὰ νὰ ἀποφασίσῃ διὰ τὴν ψῆφόν του.
§177ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Θούας.
§178Γ. ΘΟΥΑΣ. Κύριοι πληρεξούσιοι, ὅσῳ κρισιμώτεραι εἶναι αἱ παροῦσαι ἐθνικαὶ περιστάσεις, τοσούτῳ μείζων καὶ ὑψηλότερος εἶναι ὁ προορισμὸς τῆς παρούσης Συντακτικῆς Συνελεύσεως, καὶ τοσούτῳ δραστικώτερα φάρμακα προσαπαιτοῦνται πρὸς διόρθωσιν τῶν κακῶς ἐχόντων. Καὶ ἐπειδὴ ἔχω τὴν τιμὴν νὰ εἶμαι μέλος τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως, θεωρῶ καθῆκόν μου ἀπαραίτητον νὰ ἐκφράσω τὰς ἐπὶ τῆς ἐνεστώσης καταστάσεως γνώμας μου, χωρὶς οὐδόλως νὰ ὑποσταλῶ, διότι θεωρῶ προδοσίαν νὰ μὴ ἐκφράζῃ τις ἐλευθέρως καὶ μετὰ πάσης παρρησίας πᾶσαν καλὴν ἰδέαν ἣν δύναται νὰ ἔχῃ ἐπὶ τῶν παρόντων. Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω ὑμᾶς, κύριοι πληρεξούσιοι, ὅπως παράσχητε οὖς εὐήκοον εἰς τὰς γνώμας μου, ἄνευ προκαταλήψεως, ἄνευ κομματικῆς συμπαθείας ἢ ἀντιπαθείας, ἀποβλέποντες ἕκαστος εἰς τοῦτο, ὅτι ἐστάλημεν ἐνταῦθα οὐχὶ ὅπως ἀσκήσωμεν κομματικὰς διαμάχας, οὐδὲ ὅπως δουλεύσωμεν ἕκαστος τῷ ἰδίῳ ἐγωϊσμῷ, τῷ ἰδίῳ πείσματι καὶ τῇ ἰδίᾳ ἰσχυρογνωμοσύνῃ, ἀλλ’ ὅπως σώσωμεν τὴν Πατρίδα. Τὸ ἐπ’ ἐμοί, δηλῶ ὅτι ὡς μέλος τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως, εἰς οὐδὲν κόμμα ἀνήκω, ἀλλ’ ἀνήκω εἰς τὴν Ἑλλάδα. Καὶ τοῦτο, φρονῶ, πρέπει πάντες νὰ πρεσβεύωμεν καὶ νὰ θεωρῶμεν ἡμᾶς αὐτοὺς μέλη ἑνὸς καὶ τοῦ αὐτοῦ σώματος, ἐν ὁμονοίᾳ δὲ καὶ γαλήνῃ νὰ προσπαθήσωμεν νὰ ἐξεύρωμεν τὰ μέσα τῆς σωτηρίας. Καὶ ἤδη, προκειμένου περὶ τοῦ πολιτειακοῦ ζητήματος, ἔχομεν τὴν γνώμην ὅτι ἔχει δοθῇ εἰς αὐτὸ μείζων σπουδαιότης τῆς προσηκούσης, διότι ἀδιστάκτως πιστεύομεν ὅτι, ἡ εὐδαιμονία ἢ ἡ κακοδαιμονία τῶν Κρατῶν, δὲν ἐξαρτᾶται κυρίως ἐκ τούτου ἢ ἐκείνου τοῦ τύπου τοῦ πολιτεύματος, ἀλλ’ ἐκ τοῦ χαρακτῆρος τῶν πολιτῶν· καὶ ὅτι ἡ ἀρετὴ ἀνυψοῖ καὶ δοξάζει τὰ Ἔθνη, ἡ δὲ κακία καὶ ἡ φαυλότης ἐκμηδενίζει τὰς Φυλάς. Ὅμως, ἐπειδὴ καὶ ὁ τύπος τοῦ πολιτεύματος δύναταί πως νὰ ἐπιδράσῃ, ὅπως κλεισθῇ ἡ θύρα εἰς τὴν ἐκμετάλλευσιν, ἥτις δύναται πονήρως νὰ ἀσκηθῇ ἐπὶ τοῦ πεδίου τῆς ἐξελίξεως τῶν ἱστορικῶν γεγονότων, διὰ τοῦτο θέλομεν πραγματευθῆ περὶ τοῦ ζητήματος τούτου, ἐξετάζοντες τὸ πρᾶγμα ἱστορικῶς καὶ φιλοσοφικῶς, καὶ σχετίζοντες τοῦτο πρὸς τὸ ζήτημα τοῦ χαρακτῆρος τῶν πολιτῶν, ὁ ὁποῖος πάντοτε, ὡς προείπομεν, οἱοσδήποτε καὶ ἂν ᾖ ὁ τύπος τοῦ πολιτεύματος, εἶναι ὁ ὑπέρτατος φορεύς, ἐν τῇ ἐξελίξει τῶν ἱστορικῶν γεγονότων Ἔθνους τινός. Ἐὰν ἐν ἄκρᾳ συντομίᾳ διεξέλθωμεν τὴν Ἑλληνικὴν Ἱστορίαν, βλέπομεν ὅτι τὸ πρῶτον πολίτευμα ὅπερ ἐμφανίζεται πρὸ ἡμῶν κατὰ τοὺς ὁμηρικοὺς χρόνους εἶναι ἡ διαδοχικὴ Βασιλεία, περιστοιχιζομένη ὑπὸ τῶν Συμβούλων αὐτῆς, τῶν Ἀνάκτων, τοῦ Λαοῦ συγκαλουμένου ἐνίοτε καὶ ἀκούοντος τὰς ἀποφάσεις, ἄνευ τοῦ δικαιώματος ν’ ἀκυρώσῃ αὐτάς. Τὸ πολίτευμα ὅμως τοῦτο κατὰ μικρὸν κατελύθη καὶ ἐπηκολούθησαν πολιτεύματα ἅτινα, ὡς ἐπὶ τὸ πολύ, ἦσαν κρᾶμα Δημοκρατίας καὶ Ἀριστοκρατίας, πολιτεύματα κατὰ τὰ ὁποῖα ἀνεπτύχθησαν σφοδρότατοι καὶ αἱματώδεις ἀνταγωνισμοὶ μεταξὺ Δημοκρατίας καὶ Ἀριστοκρατίας, ἕως οὗ πολλαχοῦ τῆς Ἑλλάδος, ἐπιτήδειοι δημαγωγοί, προσεταιρισθέντες τοὺς δημοκρατικούς, κατέλαβον τὴν τυραννίδα, ὡς ὁ Πεισίστρατος τῶν Ἀθηνῶν, ὁ Ἱέρων τῶν Συρακουσῶν καὶ ἄλλοι. Ἡ δὲ Σπάρτη μόνη, τὸ πολίτευμα τὸ ὁποῖον ἀπεδέχθη μετὰ τὴν Νομοθεσίαν τοῦ Λυκούργου, τὸ ἐτήρησε μετ’ ἀξιοθαυμάστου καρτερίας καὶ ἐπιμονῆς. Τὸ πολίτευμα δὲ τοῦτο τῆς Σπάρτης, οὐδὲν ἕτερον ἦν, ἢ συνταγματικὸν πολίτευμα, μὲ τὴν διαφορὰν ὅτι ἀντὶ ἑνὸς εἶχε δύο Βασιλεῖς καὶ ἀντὶ ὑπουργῶν εἶχε πέντε ἐφόρους. Εἶχε δὲ προσέτι καὶ τὴν Γερουσίαν αὐτῆς, καὶ ἡ γνώμη δὲ τοῦ λαοῦ ἐλαμβάνετο ὑπ’ ὄψιν ἀποφαινομένου ἐν τῇ Ἀπέλλᾳ διὰ βοῆς καὶ οὐχὶ διὰ ψήφου. Τὰς τυραννίδας δὲ, περὶ τῶν ὁποίων ὡμιλήσαμεν, διεδέχθησαν, ἐξωσθέντων τῶν τυράννων, ὡς ἐπὶ τὸ πολύ, Δημοκρατίαι ἢ Ὀλιγαρχίαι, μέχρις ὅτου ἡ Ἑλλάς, ἕνεκα τῶν ἐσωτερικῶν αὐτῆς διχονοιῶν, τῆς διαφθορᾶς τῶν πολιτῶν καὶ τῆς κακοηθείας φαυλοτάτων καὶ ἀργυρωνήτων δημαγωγῶν, ὑπέκυψε πρῶτον μὲν εἰς τοὺς Μακεδόνας, εἶτα δὲ εἰς τοὺς Ρωμαίους. Ἂς ἐξετάσωμεν νῦν ἐπὶ ποίου πολιτεύματος ὑπῆρξεν ἡ Ἑλλὰς εὐδαιμονεστέρα. Καὶ τὴν μὲν Ὁμηρικὴν ἐποχὴν συντόμως δυνάμεθα νὰ χαρακτηρίσωμεν διὰ τῆς γνώμης τοῦ ἐνδόξου ποιητοῦ τῆς Ἰλιάδος καὶ Ὀδυσσείας, ὅστις ἐν πολλοῖς καταφανὲς ποιεῖ, ὅτι θεωρεῖ τὴν εὐδαιμονίαν τῶν λαῶν κατὰ μέγα μέρος ἐξαρτωμένην ἐκ τῆς ἀρετῆς ἢ κακίας, τῆς δικαιοσύνης ἢ ἀδικίας, τῆς ἠπιότητος ἢ ὠμότητος τῶν Βασιλέων. Οὕτω μᾶς παριστᾷ τὴν εὐδαιμονίαν τῶν Φαιάκων ὑπὸ τὸν Ἀλκίνουν, πρὸς τὴν Αὐλὴν τοῦ ὁποίου ἀντίθεσιν ποιεῖ ἡ Αὐλὴ τοῦ Πριάμου, οὗτινος ὁ ἀσελγὴς υἱὸς ὑπῆρξεν ὁ πρωταίτιος τῆς καταστροφῆς τῆς Τροίας. Ἐξ ἄλλου δὲ ὁ Ὅμηρος, ὅστις ἐκφράζεται ὑπὲρ τῆς Μοναρχίας λέγει: «Οὐκ ἀγαθὸν πολυκοιρανίη». Τόσον δ’ εἶναι θαυμαστὴς τῶν καλῶς κυβερνώντων Βασιλέων ὥστε λέγει, ὅτι ἕνεκα τῆς ἀρετῆς αὐτῶν καὶ οἱ θεοὶ εὐλογοῦσι τοὺς λαοὺς τοὺς ὁποίους διοικοῦσι. Περὶ τῶν μετὰ τὴν Ὁμηρικὴν ἐποχὴν πολιτευμάτων μέχρι τῶν τυραννίδων δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ὅτι ταῦτα ἦσαν μᾶλλον σάλος συνεχὴς παρὰ πολιτεύματα προάγοντα τὴν εὐδαιμονίαν τῶν λαῶν. Περὶ δὲ τῶν τυραννίδων δυνάμεθα νὰ ἰσχυρισθῶμεν ἀσφαλῶς ὅτι δὲν ἦσαν αὐταὶ καθ’ ἑαυτὰς οὔτε ὠφέλιμοι οὔτε βλαβεραί· ἀλλ’ ὅπου εὑρέθησαν Μονάρχαι πατρικοὶ καὶ μεγαλόφρονες, ὑπῆρξαν ὠφελιμώταται, ὡς τοῦτο δείκνυται ἐκ τῆς τυραννίδος τοῦ Πεισιστράτου, ὅστις ἔθηκε τὰς βάσεις τοῦ μεγαλείου τῶν Ἀθηνῶν, καὶ ἐκ τοῦ Θήρωνος τοῦ Ἀκραγαντίνου· ὅπου δὲ ἦσαν χαρακτῆρες φαῦλοι καὶ ἄδικοι, βλέπομεν καταστροφὰς καὶ παντοίας καταπιέσεις, ὡς ἡ τοῦ Φαλάριδος καὶ τοῦ Πεισιστρατίδου Ἱππίου. Ἀλλ’ ἵνα καταλήξωμεν εἰς συμπεράσματα ἀσφαλῆ περὶ τοῦ ζητήματος οὗ τὴν λύσιν ἐπιδιώκομεν, ἂς ἐξετάσωμεν συντόμως μὲν ἀλλ’ ἐπισταμένως τὰ πολιτεύματα τῶν δύο κυριωτέρων πόλεων τῆς Ἑλλάδος, καὶ ἐκ τῆς ἐξετάσεως τῶν πολιτευμάτων αὐτῶν ἂς ἴδωμεν ἂν εἶναι ὠφελιμωτέρα ἡ Δημοκρατία ἢ ἡ Συνταγματική, οὕτως εἰπεῖν, Βασιλεία τῆς Σπάρτης. Καὶ πρῶτον μὲν ἡ Σπάρτη ὑπὸ τὴν συνταγματικὴν ἐκείνην Βασιλείαν ἐμεγαλούργησε θαυμαστὸν ὅσον, τὸ δὲ κορύφωμα τῆς μεγαλουργίας αὐτῆς εἶναι ὅτι κατέλυσε πλείστας τυραννίδας καὶ αὐτὴν τὴν τῶν Πεισιστρατιδῶν ἐν Ἀθήναις, καὶ ἐπετέλεσε τὰ θαυμαστὰ ἐκεῖνα κατορθώματα κατὰ τοὺς Μηδικοὺς πολέμους, ἐπέδειξε δὲ τὴν φιλοπατρίαν καὶ τὴν μεγαλοψυχίαν ἐκείνην ἥτις συνοψίζεται εἰς τὸ περιπαθὲς καὶ διδακτικώτατον ἐπιχείρημα: «Ὦ ξεῖν’ ἀγγέλλειν Λακεδαιμονίοις ὅτι τῇδε κείμεθα τοῖς κείνων ῥήμασι πειθόμενοι». Τοιαύτη ἦτο ἡ Σπάρτη τότε, ἣν θαυμάζομεν καὶ θὰ θαυμάζωσι πᾶσαι αἱ γενεαί. Ἀλλ’ αὐτὴν ταύτην τὴν Σπάρτην, τὸ αὐτὸ πάντοτε πολίτευμα ἔχουσαν καὶ ζηλοτύπως φυλάττουσαν, τὴν εὑρίσκομεν βραδύτερον οὐχὶ ἐλευθεροῦσαν τοὺς Ἕλληνας ἀπὸ τῶν τυραννίδων, ἀλλὰ παραδίδουσαν αὐτὴν εἰς τοὺς Πέρσας διὰ τῆς Ἀνταλκιδείου εἰρήνης, αὐτὴν δὲ ταύτην τὴν Σπάρτην ἐπιδοκιμάζουσαν τὰς παρασπονδίας καὶ παραβάσεις τῶν συνθηκῶν καὶ κρημνίζουσαν τὴν Ἑλλάδα εἰς ἄβυσσον δεινῶν. Καὶ ἐρωτᾶται: Πῶς ἡ πρότερον μεγάλη Σπάρτη γίνεται μικρά; Διατὶ τὸ πολίτευμά της, τὸ ὁποῖον ἦτο τὸ ἴδιον ὡς τὸ πρίν, δὲν τὴν διεφύλαξεν ἀπὸ τῆς καταστάσεως εἰς ἣν περιέστη; Ἀληθεύει ἄρα ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὑπεδηλώσαμεν ὅτι ἡ εὐδαιμονία ἢ ἡ κακοδαιμονία τῶν λαῶν, ἡ πτῶσις ἢ τὸ μεγαλεῖον δὲν ἐξαρτᾶται ἐκ τοῦ πολιτεύματος, ἀλλ’ ἐκ τοῦ χαρακτῆρος τῶν πολιτῶν. Ἐπέλθωμεν νῦν τὴν ἱστορίαν τῶν Ἀθηνῶν. Τί βλέπομεν; Βλέπομεν τὴν Δημοκρατίαν μεγάλην καὶ θαυμαστὴν ἐπὶ τῶν Μηδικῶν, βλέπομεν τὸν δημοκρατούμενον Λαὸν ἔχοντα αὐταπάρνησιν καὶ ἡρωϊσμὸν ἀπαράμιλλον, συντρίβοντα τοὺς Πέρσας ἐν Μαραθῶνι καὶ Σαλαμῖνι, ἀναλαμβάνοντα τὴν ἡγεμονίαν τῆς Ἑλλάδος, ἐξικνούμενον εἰς θαυμαστὸν ὕψος καλλιτεχνίας, φιλοσοφίας, καλλιλογίας καὶ ποιήσεως, πρὸ τοῦ ὁποίου ἡ Οἰκουμένη ἵσταται καὶ θὰ ἵσταται ἐκπεπληγμένη. Ἐπὶ τῆς Δημοκρατίας τὸ Κράτος τῶν Ἀθηνῶν ἔλαβε τὴν μεγίστην αὐτοῦ ἔκτασιν καὶ δύναμιν καὶ ἀπέβη ἡ πόλις αὕτη ἡ διδάσκαλος πάσης τῆς Ἑλλάδος. Ἀλλ’ ἡ Δημοκρατία αὕτη ἐμεγαλούργησεν ἐν ὅσῳ διηυθύνετο ὑπὸ τῆς στιβαρᾶς χειρὸς τοῦ Περικλέους, καὶ ἐν ὅσῳ τὰ ἤθη τῶν πολιτῶν δὲν εἶχον ἐξαχρειωθῇ ὑπὸ τῆς διδασκαλίας τῶν σοφιστῶν καὶ τοῦ πάντοτε εἰς Ἀθήνας εἰσρεύσαντος ἐκφυλισμοῦ. Ἀλλ’ ἀφοῦ ὁ Ὀλύμπιος Περικλῆς «ὃς ἤστραπτεν, ἐβρόντα, ξυνεκύκα τὴν Ἑλλάδα πᾶσαν» ἀπέθανε, τὰ ἤθη δὲ τῶν Ἀθηναίων διεφθάρησαν ὑπὸ τῶν ρυπαρῶν σοφιστῶν, τί βλέπομεν;—οὐχὶ πλέον τὴν σώφρονα, τὴν μεγαλόψυχον, τὴν μεγαλουργὸν Δημοκρατίαν, ἀλλὰ πλῆθος μαινομένων, ἀγομένων καὶ φερομένων ὑπὸ οὐτιδανῶν δημαγωγῶν, οἵτινες εἰς τοῦτο τὸ σημεῖον τῆς παραφροσύνης ὡδήγησαν τοὺς Ἀθηναίους, ὥστε καὶ τὸν μόνον Ἀθηναῖον, ὅστις ἠδύνατο νὰ ἀγάγῃ εἰς τὴν μεγαλουργίαν τὰς Ἀθήνας, τὸν Ἀλκιβιάδην λέγω, τὸν ἔθεσαν ἐκποδών, ὅπως μείνωσιν αὐτοὶ κύριοι τῆς καταστάσεως: αὐτὸν δὲ τοῦτον τὸν μεγαλοφυᾶ Ἀλκιβιάδην, ἀνακληθέντα ὑπὸ τοῦ ἀνανήψαντος Λαοῦ, κατώρθωσαν πάλιν νὰ τὸν θέσωσιν ἐκποδὼν διὰ τῶν σκευωριῶν καὶ μηχανορραφιῶν καὶ οὕτω νὰ καταστρέψωσι τὰς Ἀθήνας. Δὲν εἶναι αὐτὸς οὗτος ὁ δημοκρατούμενος Λαός, ὅστις ἐπὶ τῶν Μηδικῶν καὶ ἐπὶ Κίμωνος καὶ Περικλέους διέπραξε τὰ θαυμαστὰ ἐκεῖνα κατορθώματα; Δὲν εἶχεν ὁ Λαὸς οὗτος, καὶ ὅτε παρεφρόνησε, δημοκρατικὸν πολίτευμα; Διατί δὲ ὁ ἴδιος Λαός, τὸ αὐτὸ ἔχων πολίτευμα, ἦτο πρότερον τόσον θαυμαστός, εἶτα δὲ μετὰ τοὺς χρόνους τοῦ Περικλέους ἔγινε τόσον ποταπὸς καὶ χαμαίζηλος; Καὶ ἵνα ἔτι μᾶλλον κατίδωμεν τὴν παραφροσύνην, εἰς ἣν περιῆλθεν ἡ Ἀθηναϊκὴ Δημοκρατία τότε, ἀρκεῖ νὰ ἀναμνησθῶμεν, ὅτι κατεδίκασαν ἀδικώτατα τοὺς δέκα στρατηγούς, τοὺς ἐν Ἀργινούσαις ἀτυχήσαντας, δι’ ὧν ὁ ἡρωϊσμὸς τῶν Ἀθηναίων ἔδωκε τὴν τελευταίαν ἀναλαμπήν, διότι ἕνεκα τοῦ ὑπερβάλλοντος χειμῶνος δὲν ἠδυνήθησαν νὰ ἀνασύρωσι τοὺς ναυαγούς. Ὥστε ἐπαναλαμβάνομεν, ὅτι οὐχὶ τὰ πολιτεύματα, ἀλλ’ ἡ ἀρετὴ ἢ ἡ κακία τῶν πολιτῶν εἶναι ἡ δημιουργὸς τοῦ μεγαλείου ἢ τῆς καταπτώσεως αὐτῶν. Καὶ ἤδη, νὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ ἐξετάσωμεν ἐν συντομίᾳ τί λέγει περὶ τῶν πολιτευμάτων ἡ ἀρχαία φιλοσοφία. Καὶ περὶ μὲν τοῦ Σωκράτους εἶναι πασίγνωστον ὅτι προυτίμα τὸ πολίτευμα τῆς Σπάρτης τοῦ τῶν Ἀθηνῶν, περὶ δὲ τοῦ Πλάτωνος εἶναι ὡσαύτως γνωστὸν ὅτι, καίτοι ἔλεγεν, ὅτι τότε θὰ εὐδαιμονήσωσιν οἱ λαοί, ὅταν οἱ φιλόσοφοι γίνωσι Βασιλεῖς ἢ οἱ Βασιλεῖς φιλόσοφοι, ὅμως πολλαχόθεν ἐκ τῶν ἔργων αὐτοῦ καταδεικνύεται, ὅτι ἐθεώρει ἀσυγκρίτως ἀνωτέραν τὴν Συνταγματικήν, οὕτως εἰπεῖν, Βασιλείαν τῆς Σπάρτης ἢ τὴν Δημοκρατίαν τῶν Ἀθηνῶν, αὐτὴν δὲ ταύτην τὴν Σπαρτιατικὴν Πολιτείαν, ἐν μέρει τοὐλάχιστον, ἔχει ἐν τῇ Πολιτείᾳ αὐτοῦ ὁ Ξενοφῶν πλέκων τὸ ἐγκώμιον τῆς Σπαρτιατικῆς Πολιτείας, ὁ δὲ Ἀριστοτέλης ἐν τοῖς Πολιτικοῖς του λέγει ὅτι: Τὸ ἄριστον τῶν πολιτευμάτων εἶναι ὅταν διοικῇ ἄριστος Μονάρχης, τὸ δεύτερον δὲ μετὰ τοῦτο εἶναι ὅταν διοικῶσιν οἱ ἄριστοι. Ἡ Συνταγματικὴ λοιπὸν Βασιλεία εἶναι ἡ ἐγγύτατα κειμένη ταῖς γνώμαις τῆς ἀρχαίας Ἑλληνικῆς φιλοσοφίας, ἐὰν εἰς τὴν διοίκησιν τὴν ὑπὸ τῶν ἀρίστων τοῦ Ἀριστοτέλους προστεθῇ καὶ ὁ θεσμὸς τῆς Βασιλείας, ὁ ὁποῖος εἶναι ἀβλαβὴς μὲν διότι ἡ ἀρχή του δύναται νὰ περιορίζηται ὑπὸ καταλλήλων θεσμῶν, ὠφελιμώτατος δὲ διότι περιορίζονται οἱ κομματικοὶ ἀνταγωνισμοὶ οἱ ἐν τῇ Δημοκρατίᾳ ἀναπτυσσόμενοι. Καὶ ἂν μὲν ὁ Βασιλεὺς εἶναι ἄριστος, ὡς τὸν ὀνομάζει ὁ Ἀριστοτέλης, οὐδεμία εὐτυχία μεγαλυτέρα δύναται νὰ ὑπάρξῃ δι’ ἕνα Λαὸν τοῦ νὰ τύχῃ τοιούτου Βασιλέως. Ἐὰν δὲ δὲν εἶναι ἄριστος, θὰ περιορίζωνται πάντες οἱ ἐργώδεις καὶ τραχεῖς κομματικοὶ ἀνταγωνισμοί, χωρὶς ὁ Βασιλεὺς νὰ δύναται νὰ βλάψῃ. Τίνα βλάβην ἔχει ἡ Ἀγγλία ἐκ τῆς Βασιλείας; Οὐδεμίαν, τοὐναντίον δέ, διὰ τοῦ συμβολισμοῦ ἐν τῷ προσώπῳ τοῦ Βασιλέως τῆς Μεγάλης Βρεττανικῆς ἑνότητος τὸ μέγα Ἀγγλικὸν Ἔθνος εἶναι ὑπόδειγμα εὐνομουμένου καὶ εὐτυχοῦς Λαοῦ. Τὸ ὅτι ἡ εὐδαιμονία ἢ ἡ κακοδαιμονία τῶν πολιτῶν ἐξαρτᾶται ἐκ τοῦ χαρακτῆρος αὐτῶν δὲν εἶναι νέα τις ἰδέα ἀλλὰ πολὺ παλαιά. Τὴν παλαιὰν δὲ ταύτην καὶ ἀναμφισβήτητον ἀλήθειαν, πολλοὶ τὴν ἐπαναλαμβάνουσιν, ἀλλὰ ἐλάχιστοι δυστυχῶς φροντίζουν ὅπως ἡ σωτηριώδης αὕτη ἀρχὴ λάβῃ σάρκα καὶ ὀστᾶ, καὶ ἀνορθωθῇ ὁ καταπεπτωκὸς χαρακτὴρ τοῦ Λαοῦ. Δὲν νομίζω ἐμαυτὸν ὡς τὸν μόνον δυνάμενον νὰ συμβουλεύσω περὶ τῶν μέσων τῆς διορθώσεως, τοὐναντίον δὲ φρονῶ ὅτι πολλοὶ δύνανται νὰ πράξωσι τοῦτο. Ἡμεῖς ἐν καιρῷ θὰ προσαγάγωμεν εἰς μέσον τὰς γνώμας ἡμῶν φρονοῦντες ὅτι στηρίζονται αὗται ἐπὶ τῶν πραγμάτων καὶ ἐπὶ τῆς ἀληθείας. Αὐτὴ αὕτη ἡ ἔλλειψις τῆς μορφώσεως χαρακτήρων εἶναι ἡ πρωτίστη αἰτία δι’ ἣν ἄνδρες μεγάλοι ἐμφανισθέντες καὶ ἐν τῇ νεωτέρᾳ Ἑλληνικῇ Ἱστορίᾳ, δὲν ἠδυνήθησαν νὰ παραγάγωσι τοὺς καρποὺς οἵτινες παρ’ αὐτῶν προσεδοκῶντο. Διότι δὲν ἀρκεῖ εἷς ἀνὴρ νὰ κάμῃ μέγα ἕν Ἔθνος, ἀλλ’ ἔχει ἀνάγκην καὶ ὀργάνων, διότι εἰς οὐδὲν ὠφελεῖ ἂν ἡ κεφαλὴ διατάσσει, ὁ δὲ ποὺς καὶ ἡ χεὶρ δὲν δύνανται παράλυτα καὶ ἄτονα ὄντα μέλη νὰ ὑπακούσωσιν. Εἶχον αἱ Θῆβαι τὸν Ἐπαμεινώνδαν, ἀλλὰ μετὰ τὸν θάνατον αὐτοῦ κατέπεσον, διότι δὲν ἐστηρίζετο τὸ μεγαλεῖον αὐτῶν εἰς τὸν χαρακτῆρα τῶν πολιτῶν. Εἶχεν ἡ Μακεδονία τὸν Ἀλέξανδρον, ἀλλὰ μετὰ τὸν θάνατον αὐτοῦ τὸ μέγα Κράτος ἀποσυνετέθη, διότι ἔλειπεν ἀπὸ τοὺς ἐπιγόνους τὸ αἴσθημα τῆς αὐταπαρνήσεως καὶ τῆς ἄκρας φιλοπατρίας. Ὁ Καποδίστριας δὲν παρήγαγε τὸ μεγαλεῖον τοῦ Ἔθνους ὃ ἐπεδίωκε, διότι τὸ ἐθνικὸν σῶμα ἦτο ἄρρωστον καὶ ἡ χεὶρ αὐτοῦ τοῦ σώματος ἔθραυσε τὴν μάχαιραν εἰς ἑαυτό. Ἡ ἱστορία λοιπὸν καταδείκνυσιν ἡμῖν, κ. πληρεξούσιοι, ὅτι οὐδεμίαν ἐπιρροὴν δύνανται ν’ ἀσκήσωσι τὰ πολιτεύματα ἐπὶ τῆς εὐδαιμονίας ἢ τῆς κακοδαιμονίας τῶν Κρατῶν καὶ ὅτι ἡ εὐτυχία ἢ δυστυχία τῶν λαῶν εἶναι στενώτατα συνυφασμένη πρὸς τὸν χαρακτῆρα τῶν πολιτῶν. Ἀντλοῦμεν δ’ ἐκ τῆς Ἱστορίας καὶ τὸ ἀναμφήριστον γεγονός, ὅτι δύο μόνον αἰώνων βίον ἀριθμεῖ ἡ Δημοκρατία τῶν Ἀθηνῶν καὶ ἑνὸς αἰῶνος ἡ Ὀχλοκρατία. Ἡ Ἑλλὰς ἀπὸ τοῦ 200 π. χ. μέχρι τοῦ 300 μ. χ. περιῆλθεν ὑπὸ τοὺς Ρωμαίους. Διὰ τοῦ μεγάλου δὲ Κωνσταντίνου ἄρχεται νέα περίοδος ἑλληνικοῦ βίου ἀπὸ τοῦ 300 μ. Χ. μέχρι τοῦ 1453, ὅτε ἡ Βυζαντιακὴ Αὐτοκρατορία ἔπεσεν ὑπὸ τοὺς Τούρκους. Πολλαπλᾶ καὶ πολυσχιδῆ, κύριοι πληρεξούσιοι, εἶναι τὰ αἴτια ἅτινα συνέβαλον εἰς τὴν κακομαιμονίαν μας καὶ τὸν διχασμὸν τῆς Ἑλληνικῆς Πατρίδος εἰς δύο ἀντιμαχόμενα στρατόπεδα μὲ οὐδεμίαν ἐλπίδα συμφιλιώσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ. Διότι ὅ,τι συμβαίνει μεταξὺ τῶν ἀτόμων τοῦτ’ αὐτὸ συμβαίνει καὶ ἐν ταῖς δυσὶ μερίσιν ἑνὸς ὁλοκλήρου Λαοῦ. Δὲν δύναται νὰ ἐπέλθῃ γαλήνη καὶ ἠρεμία εἰς ἕνα Τόπον, ὅταν ἡ μία μερὶς φιλοτιμῆται καὶ φιλοδοξῇ νὰ ὑπερβάλῃ τὴν ἑτέραν εἰς τὰ ἐπίθετα τῆς προδοσίας. Οὐδεὶς, κύριοι πληρεξούσιοι, ἐγεννήθη προδότης ἐν Ἑλλάδι, ἀφοῦ ὑπάρχουσι πολλοὶ ἀμφισβητοῦντες καὶ αὐτὴν τὴν προδοσίαν τοῦ Ἐφιάλτου. Ὑπάρχουσιν ὅμως πλημμέλειαι, ὑπάρχουσι σφάλματα ἐν τῇ καθόλου διεξαγωγῇ τῆς ἐθνικῆς μας ὑποθέσεως, σφάλματα ἅτινα διεπράχθησαν ἐξ ὅλων τῶν πολιτικῶν μερίδων ἀπὸ τοῦ 1915 μέχρι τῆς σήμερον. Καὶ διὰ νὰ ἐπανέλθῃ ἡ γαλήνη εἰς τὴν Χώραν, δὲν θὰ προβάλληται διηνεκῶς ἡ ἀξίωσις ὅτι ἡ μία μερὶς μόνη διέπραξε πολιτικὰ σφάλματα καὶ ἡ ἑτέρα εἶναι ἀλάθητος. Δὲν θὰ ὑπάρξῃ ἡ ἀξίωσις ὅτι ἐκ τῆς μιᾶς μερίδος πρέπει νὰ ἀσκῆται ὁ Μωσαϊκὸς νόμος ἐκ δὲ τῆς ἄλλης ὁ Χριστιανικός. Τὰ διαπραχθέντα σφάλματα ἐξ ὅλων τῶν μερίδων εἶναι πολλὰ καὶ μεγάλα, οὐδεὶς δὲ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ γίνεται ἡ ἀφορμὴ νέου κλυδωνισμοῦ τοῦ δυστυχισμένου Ἑλληνικοῦ Λαοῦ, ὅστις δὲν ποθεῖ ἄλλο τι, δὲν ζητεῖ τι τὸ ὑπερβολικόν· ζητεῖ τὴν γαλήνην καὶ τὴν ἡσυχίαν του. Ἡ συμφιλίωσις θὰ ἐπέλθῃ αὐτόματος καὶ ἡ γαλήνη ἀδιατάρακτος, ὅταν παρὰ πάντων ἡμῶν ὁμολογηθῇ ὅτι τὰ διαπραχθέντα ὑφ’ ὅλων τῶν πολιτικῶν μερίδων σφάλματα εἶναι πλέον ἀνώτερα τῶν ἐξαντληθεισῶν δυνάμεων τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ. Σφάλματα διεπράχθησαν ἀπὸ τοῦ 1915 μέχρι τοῦ 1917, σφάλματα ἀπὸ τοῦ 1917 μέχρι τοῦ 1920, σφάλματα ἀπὸ τοῦ 1920 μέχρι τοῦ 1922, σφάλματα ἀπὸ τοῦ 1922 μέχρι σήμερον. Καὶ τῶν μεγάλων τούτων σφαλμάτων πληρώνει τὰ ἀποτελέσματα ὁ δύσμοιρος Ἑλληνικὸς Λαός, ὅστις, ἀφοῦ ἀπώλεσεν ἐπὶ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν τὴν ἡσυχίαν του, πρέπει νὰ φοβώμεθα μήπως ἔλθῃ ἡ ἡμέρα καθ’ ἣν θὰ ἐξαντληθῇ ἡ μακρὰ ὑπομονή του. Ἂν καὶ δὲν εἶναι σήμερον ὁ κατάλληλος καιρὸς οὐδ’ ὁ προσήκων χρόνος νὰ ἐξετασθῶσι λεπτομερῶς τὰ αἴτια τῆς παντοδαπῆς ἡμῶν κακοδαιμονίας, ἂν καὶ ἐν χρόνῳ τοσούτῳ βραχεῖ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γένηται ἡ ἀνασκόπησις ὅλων τῶν σημείων ὅσα χρήζουσι μελέτης λεπτομεροῦς, πρὸς ἀποκάθαρσιν καὶ ἀπολύμανσιν τοῦ πολιτικοῦ ἡμῶν στερεώματος, νὰ μοὶ ἐπιτραπῇ, κύριοι πληρεξούσιοι, νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Συνελεύσεως ἐπὶ ἑνὸς σημείου, τὸ ὁποῖον, ὅσον ἐλαφρὸν καὶ ἂν παρεστάθη, πάντως εἶναι δυνατὸν ἀπὸ ἁπλῆς ἀμυχῆς, ἀπὸ τῆς καλοηθεστάτης παρωνυχίδος, νὰ μεταβληθῇ εἰς κακοηθέστατον σηπτικὸν φλέγμονα, ἱκανὸν νὰ δηλητηριάσῃ θανασίμως τὸν ἐθνικὸν ἡμῶν καὶ κρατικὸν ὀργανισμόν. Ἐννοῶ τοὺς ἐπικρεμαμένους ἐξωτερικοὺς κινδύνους ἐκ μιᾶς πολιτειακῆς μεταβολῆς. Μικρὸν πρὸ τῶν ἐκλογῶν τῆς παρούσης Συντακτικῆς Συνελεύσεως ἐγένετο σοβαρὸς λόγος περὶ κινδύνων ἐξωτερικῶν ἐκ μιᾶς ἀνατροπῆς τοῦ πολιτεύματος, ἐγράφη μάλιστα ὅτι μεγάλη Σύμμαχος Δύναμις ἐπέστησεν ἐπὶ τούτου τὴν προσοχὴν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, καὶ διετύπωσεν ὅτι, καίτοι δὲν ἐπεμβαίνει εἰς τὰ ἐσωτερικὰ τῆς Ἑλλάδος, δὲν θὰ ἔβλεπεν εὐαρέστως μίαν πολιτειακὴν μεταβολὴν ἥτις θὰ διαιώνιζε τὸ χάσμα καὶ θὰ ἀφῄρει τὴν γαλήνην καὶ τὴν ἡσυχίαν τῆς Χώρας. «Ἤδη ἐκ στόματος τοῦ τέως Πρωθυπουργοῦ ἠκούσθη ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ὅτι οἱ κίνδυνοι οὗτοι ἐξέλιπον. Καὶ θὰ ἐπεθύμει νὰ μάθῃ ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς πῶς ἐν τόσῳ βραχεῖ χρονικῷ διαστήματι ἐξέλιπον πάντες οἱ κίνδυνοι οὗτοι καὶ ἂν ἡ σύστασις ἐκείνη μεγάλης Δυνάμεως Συμμάχου ἐξακολουθεῖ ὑφισταμένη, διότι δὲν δύναται ἐπὶ πλέον ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς νὰ ἀντέχῃ εἰς μεγαλυτέρας βασάνους ἐκ μιᾶς καὶ πλέον παρακοῆς, ἥτις ὅσῳ μικρὰ καὶ ἂν φαίνηται, ὅσῳ ἐλαφρὰ καὶ ἂν ὑπολογίζηται, δύναται ἐν τούτοις νὰ ἔχῃ διὰ τὸν Ἑλληνικὸν Λαὸν καὶ μεγαλυτέρας συνεπείας τῆς παρακοῆς τῶν Πρωτοπλάστων, καὶ τῆς παρακοῆς πρὸς μίαν νόταν ἥτις, μικρὸν πρὸ τῆς ἐπανόδου τοῦ ἀποθανόντος Βασιλέως διὰ τοῦ παλλαϊκοῦ δημοψηφίσματος, ἐπεδόθη εἰς τὴν πρώτην Μετανοεμβριανὴν Κυβέρνησιν. Ὑπάρχουσι κίνδυνοι οἵτινες δὲν ἐξαγγέλλονται, κίνδυνοι δυνάμενοι ν’ ἀνάψωσι κολοσσιαίαν πυρκαϊάν, τῆς ὁποίας τὸ παρανάλωμα νὰ ὦμεν ἡμεῖς οἵτινες ἀφοῦ περὶ πάντων καταλλήλως ἐμεριμνήσαμεν καταβάλλομεν προσπαθείας περὶ μεταβολῆς τοῦ πολιτεύματος, ὡσανεὶ τὸ πολίτευμα νὰ εἶναι ὁ τύπος τοῦ ἥλου ὅστις πιέζει τὰ σπλάγχνα τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ. Καὶ ὅταν διεπιστώθη ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, δὲν γνωρίζω ὑπευθύνως ἢ ἀνευθύνως, ὅτι ἐξηφανίσθησαν οἱ ἐξωτερικοὶ κίνδυνοι ὡς διὰ μαγείας, πολλοὶ τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων ἐπρωτοστάτησαν ἐν τῇ ἀπαριθμήσει τῶν καταστροφῶν τὰς ὁποίας ἐπροξένησεν εἰς τὸ δύσμοιρον τοῦτο Κράτος ἡ Δυναστεία τοῦ Γλύξμπουργ, καὶ οὐδεμία φωνὴ ἠκούσθη νὰ ἀπονείμῃ — καὶ κατ’ ἐπίφασιν ἔστω — δικαιοσύνην διὰ τὰ ὠφελήματα, ἅτινα τυχὸν προσεπορίσθη ἡ Ἑλλὰς ἐκ τοῦ Βασιλικοῦ της Οἴκου. Θὰ εἶχον μάλιστα τὴν ἀξίωσιν νὰ ἀκούσω παρὰ τοῦ ἐκ Παξῶν ἀξιοτίμου πληρεξουσίου ὅτι ἓν ἀπὸ τὰ μεγαλύτερα καλὰ ἅτινα ἐπροξένησεν εἰς τὴν Ἑλλάδα ἡ Δυναστεία Γεωργίου τοῦ Αʹ εἶναι ὅτι παρεχωρήθη ἡ Ἑπτάνησος ὡς γαμήλιον δῶρον τοῦ Βασιλέως. Καὶ παρὰ τῶν πληρεξουσίων τῆς Θεσσαλίας καὶ Νοτίου Ἠπείρου θὰ ἐπεθύμουν νὰ ἠκούετο ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἡ φωνή, ὅτι τὰ μέρη ταῦτα τῆς Ἑλληνικῆς Πατρίδος παρεχωρήθησαν εἰς τὴν Ἑλλάδα ἐπὶ Γεωργίου τοῦ Αʹ. Καὶ παρὰ τῶν πληρεξουσίων τῆς Μεγαλονήσου Κρήτης ἐπεβάλλετο νὰ ἀκουσθῇ ἡ ἐκδήλωσις εὐγνώμονος αἰσθήματος διὰ τὴν πρώτην ἀνεξαρτησίαν της ἥτις ἔλαβε χώραν ἐπὶ Γεωργίου τοῦ Αʹ καὶ κατόπιν μιᾶς ἥττης. Καὶ παρὰ τῶν ἀξιοτίμων πληρεξουσίων Θεσσαλονίκης, ἐπίσης, θὰ εἶχον τὴν ἀξίωσιν νὰ διατυπωθῇ ἔκφρασις εὐλαβείας πρὸς τὴν μνήμην τοῦ Βασιλέως ἐκείνου, ὅστις ἔβαψε μὲ τὸ αἷμά του τὴν γῆν τῆς ἀπελευθερουμένης τότε Πρωτευούσης τῆς Μακεδονίας. Καὶ παρὰ τῶν ἀξιοτίμων πληρεξουσίων τῶν ἐκπορευομένων ἐκ τῆς γῆς ἐκείνης τῆς Ἑλληνικῆς Πατρίδος, ἔνθα κεῖται τὸ Σαραντίπορον, τὰ Γενιτσά, ἡ Θεσσαλονίκη, τὸ Μπιζάνι, τὸ Κιλκίς, ἡ Κρέσνα καὶ ἡ Τσουμαγιά, θὰ εἶχον τὴν ἀξίωσιν νὰ ἀκουσθῇ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ καὶ σιγηλὸν ἔστω εὐγνῶμον αἴσθημα πρὸς τὴν μνήμην τοῦ θανόντος Ἐκείνου ἀτυχοῦς Βασιλέως, ὅστις, καίτοι ἠγωνίζετο ἐν ταῖς γραμμαῖς τοῦ πυρὸς ὡς ἁπλοῦς στρατιώτης διὰ τὴν ἐπέκτασιν τῶν ὁρίων τῆς Ἑλλάδος καὶ τὴν ἀπελευθέρωσιν καταπονουμένων δούλων ἀδελφῶν, δὲν ἠξιώθη νὰ τύχῃ καὶ τῆς ἠθικῆς κἂν περιθάλψεως ἐκείνης ἥτις ἀπονέμεται εἰς τοὺς παθόντας ἐκ κακουχιῶν πολέμου. Καὶ γεννᾶται ἡ ἐντύπωσις, κύριοι πληρεξούσιοι, ἐκ τῶν ἐπιθέτων δι’ ὧν περικοσμεῖται ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἡ βασιλικὴ οἰκογένεια, ὅτι πρόκειται ἴσως περὶ λῃστρικῆς τινος ἐπιδρομῆς, πρὸ τῶν ἐγκλημάτων τῆς ὁποίας πρέπει νὰ ὠχριῶσιν αἱ κακοῦργοι πράξεις τῶν ἀγριωτέρων ληστοσυμμοριῶν. Ἀναφορικῶς πρὸς τὴν Βασιλείαν Γεωργίου τοῦ Βʹ. δὲν ἔχομεν ἀποχρῶντας λόγους καὶ ἀρκούντως δεδικαιολογημένους μέχρι τῆς στιγμῆς, ὅτι δὲν ἐπετέλεσε τὸ βασιλικόν του καθῆκον κατὰ τὰς ἐπιταγὰς τῆς Ἐπαναστάσεως, ἥτις τὸν ἐγκαθίδρυσεν ἐπὶ τοῦ Θρόνου. Ἐλέχθη ὅτι εἶχεν ἀναμιχθῇ μετὰ τῶν Αὐλικῶν—οἱ ὁποῖοι ἄλλως τε κατ’ ἐπιταγὴν τῆς Ἐπαναστάσεως εἶχον προσληφθῇ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν Ἀνακτόρων —εἰς τὸ ἀντεπαναστατικὸν κίνημα. Καὶ ἐνθυμούμεθα καλῶς ὅτι εἶχε δημοσιευθῇ ἐπίσημον ἀνακοινωθὲν ἐκ μέρους τοῦ Προέδρου τῆς Ἐπαναστατικῆς Κυβερνήσεως, ὅτι οὐχὶ ἀποδείξεις ἐνοχῆς, ἀλλ’ οὐδ’ ἐνδείξεις κἂν προέκυψαν ἐκ τῆς ἐνεργηθείσης ἀνακρίσεως. Πάντες δὲ γνωρίζομεν ὅτι τὴν ἑπομένην τῶν ἐκλογῶν τῆς Συντακτικῆς Συνελεύσεως οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ Στρατοῦ καὶ τοῦ Στόλου διὰ πρωτοκόλλου ἐζήτησαν τὴν ἀπομάκρυνσιν τοῦ Βασιλέως ἀπὸ τοῦ Θρόνου. Ἐπεθύμουν δὲ νὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ κατατεθῇ εἰς τὴν Ἐθνοσυνέλευσιν ὅ, τε φάκελος τῆς ἐνεργηθείσης ἐπισήμου ἀνακρίσεως ὡς καὶ τὸ ἱστορικὸν πρωτόκολλον τῶν ἀξιωματικῶν, διὰ νὰ ἔχῃ ἡ Συνέλευσις ὑπ’ ὄψει τὸ αἰτιολογικὸν αὐτοῦ. Δύο κυρίως ἀντιλήψεις διὰ τὴν ἐπίλυσιν τοῦ δυναστικοῦ καὶ πολιτειακοῦ ζητήματος κρατοῦσιν ἐν τῇ Συντακτικῇ ταύτῃ Συνελεύσει: Ἡ ἀντίληψις τῶν πληρεξουσίων τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως» νὰ ψηφίσῃ ἐν τῇ Ἐθνοσυνελεύσει τὸ ψήφισμα περὶ ἐκπτώσεως τῆς Δυναστείας καὶ νὰ παραπεμφθῇ τὸ πολιτειακὸν εἰς τὴν ψῆφον τοῦ Λαοῦ. Καὶ ἡ ἀντίληψις τῆς Κυβερνήσεως νὰ παραπεμφθῶσι καὶ τὰ δύο ἐρωτήματα τό τε δυναστικὸν καὶ πολιτειακόν, εἰς τὴν λαϊκὴν ἐτυμηγορίαν. Νομίζομεν, κύριοι πληρεξούσιοι, ὅτι καὶ αἱ δύο ἀντιλήψεις εἶναι σφαλεραί. Ἐὰν ψηφισθῇ ὑπὸ τῆς Συνελεύσεως τὸ ψήφισμα περὶ ἐκπτώσεως τῆς Δυναστείας εἶναι ὅλως περιττὸν νὰ ἐρωτηθῇ ὁ Λαὸς ἂν θέλει Βασιλείαν ἢ Δημοκρατίαν· διότι, ὅταν λέγῃ ὅτι ἐπιθυμεῖ Συνταγματικὴν Βασιλείαν, ἐννοεῖ ταύτην μὲ τὴν ὑφισταμένην Δυναστείαν. Ὁμοίως ἡ Κυβέρνησις εἶναι περιττὸν νὰ θέσῃ εἰς τὸν Λαὸν διπλοῦν ἐρώτημα, δυναστικὸν καὶ πολιτειακόν, διότι ἐκεῖνος ἐπίσης ὅστις θὰ ψηφίσῃ ὑπὲρ τῆς Συνταγματικῆς Βασιλείας ἐννοεῖ ταύτην μὲ τὴν ὑπάρχουσαν Δυναστείαν. Αὐτὴ εἶναι ἡ ψυχολογία τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ καὶ πᾶς ὅστις φρονεῖ ὅτι δύναται νὰ διαχωρίσῃ τὰ ζητήματα ταῦτα νὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ τονίσω ὅτι ἢ ὑποκρίνεται ἢ ἀμβλυωπεῖ. Οἱαδήποτε δὲ καὶ ἂν ᾖ ἡ ἐτυμηγορία τοῦ Λαοῦ, εἴτε ὑπὲρ τῆς Δημοκρατίας εἴτε ὑπὲρ τῆς Συνταγματικῆς Βασιλείας, ἡ διαφορὰ δὲν θὰ εἶναι μεγάλη, πάντοτε δὲ θὰ ἐξακολουθῇ τὸ ὑφιστάμενον χάσμα νὰ εὐρύνηται περισσότερον, ἐργωδέστεραι, σκληρότεραι καὶ τραχύτεραι θὰ ὦσιν αἱ διαμάχαι, πάντα δὲ ταῦτα θὰ συμβάλλωσιν ἀπελπιστικῶς νὰ διαιωνίζηται ἡ ἔχθρα καὶ τὸ μῖσος μεταξὺ τοῦ Λαοῦ θανασίμως. Καὶ διὰ τὴν ἡσυχίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ, κ. πληρεξούσιοι, διὰ τὴν γαλήνην αὐτοῦ καὶ τὴν ἄμεσον συμφιλίωσιν, δι’ ἣν πάντες ἐνδιαφερόμεθα, θὰ παρεκάλουν νὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ ὑποβάλω ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Συνελεύσεως, ἥτις ὡς Σῶμα κυρίαρχον κέκτηται ἀπεριόριστον τὸ πρὸς τοῦτο δικαίωμα, τὴν ἐπίλυσιν τοῦ πολιτειακοῦ ζητήματος ἐν αὐτῇ ταύτῃ τῇ αἰθούσῃ διὰ μέσης ὁδοῦ χωρὶς νὰ προσφύγῃ εἰς τὴν ψῆφον τοῦ Λαοῦ. Ἐπεθύμουν πρὸς τοῦτο νὰ ἀπευθύνω πατριωτικὴν ἔκκλησιν πρὸς τὴν εὐγενῆ καὶ ἰδεολόγον πτέρυγα τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως» πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ ὁλόκληρον τὴν Συνταγματικὴν Συνέλευσιν, ὅπως διὰ μιᾶς ὑπερηφάνου καὶ εὐγενοῦς χειρονομίας στέρξῃ νὰ καθιερώσῃ πολίτευμα, τὸ ὁποῖον νὰ ἐξασφαλίσῃ διηνεκῶς τὴν γαλήνην καὶ ἡσυχίαν τῆς Χώρας, καὶ νὰ παράσχῃ τοῦτο ὡς πολύτιμον δῶρον εἰς τὸν Ἑλληνικὸν Λαόν, ὅστις ἀνεξαρτήτως τῶν πολιτικῶν ἑκάστου ἀντιλήψεων, θὰ ἀπεδέχετο τοῦτο ἐν ἀγαλλιάσει καὶ εὐφροσύνῃ, εὐγνωμόνως δὲ θὰ προσητένιζε τοὺς ἱεροφάντας τῆς δημοκρατικῆς παρατάξεως καὶ σύμπασαν τὴν Συνέλευσιν. Καὶ τὸ πολίτευμα τοῦτο, προσαρμοζόμενον πρὸς τὴν φύσιν τοῦ ἑλληνικοῦ πνεύματος, εἶναι ἡ Βασιλευομένη Δημοκρατία, δι’ ἧς, διὰ τοῦ περιορισμοῦ τῶν βασιλικῶν προνομίων εἰς τὸ ἐλάχιστον καὶ τῆς ἐγκαταστάσεως τοῦ θεσμοῦ τῆς Γερουσίας, ἀφ’ ἑνὸς θὰ μὲν κατηργοῦντο αἱ τάσεις πρὸς τυχὸν ἐν τῷ μέλλοντι ὑπερβασίας, δι’ ἃς ὁ ἕτερος τῶν πολιτειακῶν παραγόντων ἐν τῷ προσφάτῳ παρελθόντι κατηγορήθη καὶ οἱ θεσμοὶ καὶ αἱ συνταγματικαὶ ἐλευθερίαι τῆς Χώρας θὰ ἦσαν ἀπαραβίαστοι, ἐξ ἄλλου δὲ θὰ κατέπαυον ὁλοκληρωτικῶς οἱ ἀναπόφευκτοι καθεστωτικοὶ ἀνταγωνισμοὶ καὶ ἡ χώρα θὰ εἰσήρχετο εἰς ὁμαλὸν πολιτικὸν βίον καὶ ἤρεμον περίοδον ἀνορθώσεως καὶ περισυλλογῆς. Ὁ βασιλικὸς θεσμὸς, κύριοι πληρεξούσιοι, ἐκπροσωπεῖ τὴν ἑνότητα τῆς Ἑλληνικῆς Φυλῆς, ἡ δ’ ἐθνικὴ ἡμῶν συνείδησις εἶναι τόσον βαθέως προσηλωμένη πρὸς τὴν βασιλικὴν ἰδέαν, ὥστε ἀμφότεραι αἱ Ἐθνικαὶ Συνελεύσεις τῶν Ἑλλήνων, ἡ ἐν Ἐπιδαύρῳ καὶ ἡ ἐν Ἄστρει, ἡ μὲν διὰ τοῦ ἄρθρου 98, ἡ δὲ διὰ τοῦ ἄρθρου 57 τοῦ πολιτεύματος τῆς Ἑλλάδος, ἐδοξολόγησαν καὶ ἐμνημόνευσαν τῶν ἀειμνήστων Χριστιανῶν ἡμῶν Αὐτοκρατόρων τῆς Κωνσταντινουπόλεως, τῶν ὁποίων φυσικοὶ κληρονόμοι καὶ διάδοχοι ἔρχονται οἱ Ἕλληνες Βασιλεῖς. Ὁ κλονισμὸς τὸν ὁποῖον ἐπέφερεν εἰς τὸ κρατικὸν ἡμῶν οἰκοδόμημα, ὁ διεθνὴς πόλεμος καὶ ἀπετελείωσεν ἡ Μικρασιατικὴ καταστροφὴ ἐπέφερε καὶ ἀνατροπὴν εἰς τὰς πολιτικὰς συνθήκας τῆς Ἑλλάδος, ἐπέφερεν ἔκρηξιν, ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἀθρόα καὶ ἀκάθεκτος ἤρξατο νὰ ῥέῃ ἡ λάβα τῆς νέας πολιτικῆς μας κοσμογονίας. Ἡ Ἑλλὰς μετεβλήθη εἰς κοιλάδα συμφορᾶς, ἀγρία δὲ καὶ ζοφερὰ ἐνέσκηψεν ἡ καταιγίς. Ἀλλὰ μέσα εἰς τὴν ζωὴν τῶν μεγάλων φυλῶν παρατηρεῖται κάτι μεγαλύτερον ἀπὸ τὰς δόξας, κάτι πολυτιμώτερον ἀπὸ τὰς στιγμὰς τῆς εὐτυχίας. Εἶναι αἱ στιγμαὶ τῆς καταιγίδος, αἵτινες ἀναδημιουργοῦν τὴν νέαν ζωὴν καὶ ἀφίνουν νὰ ἐκχυθῇ ἀπὸ τὰ σπλάγχνα τοῦ Τόπου μία νέα ὁρμὴ πρὸς τὰ ἐμπρός. Αἱ καταιγίδες εἶναι ἐκεῖναι αἵτινες πειθαναγκάζουν τὰ Κράτη νὰ ἀνανήψουν καὶ νὰ διαισθανθοῦν ποῦ ἔγκειται ἡ ἀλήθεια, τὴν ὁποίαν εἶχε κατακαλύψει ἡ παχεῖα ἀχλὺς τοῦ σκότους, τῆς ἀπάτης καὶ τῆς συκοφαντίας. Ἡ καταιγὶς δὲν παρῆλθεν ἀκόμη καὶ τὸ Κράτος ἀκόμη δὲν ἐπανεῦρε τὴν γαλήνην, ἐξ ἧς θὰ ἀναβλαστήσῃ ὁρμητικὴ ἡ νέα ζωή. Καὶ τὴν γαλήνην τοῦ Λαοῦ τὴν ἔχει σήμερον ἡ Συνέλευσις εἰς τὰς χεῖράς της, καὶ δύναται νὰ τὴν παράσχῃ εἰς τὸν Λαὸν διὰ τῆς ἐπαναφορᾶς εἰς τὸν Θρόνον τοῦ ἐν ἀποδημίᾳ τελοῦντος Βασιλέως. Διὰ τοῦτο εἰς τὴν ψυχὴν παντὸς Ἕλληνος, ὅστις παρηκολούθησε μετ’ ἐνδιαφέροντος πατριωτικοῦ καὶ ἀμερολήπτου παρατηρήσεως τὴν ἐξέλιξιν καὶ τὰς περιπετείας τῆς ἐθνικῆς μας ὑποθέσεως κατὰ τοὺς χρόνους τούτους τοῦ παγκοσμίου πολέμου, εἰς τὴν καρδίαν πάντων ἡμῶν, κ. πληρεξούσιοι, οἵτινες ἐτάχθημεν ἀμερόληπτοι κριταὶ καὶ ἐμβριθεῖς μελετηταὶ ὅλων τῶν σημείων ὅσα ἐσημειώθησαν εἰς τὸν πολιτικὸν ἡμῶν ὁρίζοντα ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς παγκοσμίου πολεμικῆς κινήσεως μέχρι τοῦ νῦν ἓν μόνον αἴσθημα πρέπει νὰ κυριαρχῇ καὶ μία ἰδέα δέον νὰ πρυτανεύσῃ ἡ διάπυρος καὶ ἐνδόμυχος εὐχὴ ὅπως ἡ Ἑλλάς, ἥτις διὰ μέσου τῶν διαρρευσάντων τούτων ἐτῶν ἐδεινοπάθησε καὶ ἐταλαιπωρήθη ὅσον οὐδεμία ἄλλη Χώρα ἐξ ἐκείνων αἵτινες ἔσχον τὸ ἀτύχημα νὰ ἐμπλακῶσιν εἰς τὸ μέγα ἀνθρωποσφαγεῖον, ὅπως ἡ Ἑλλάς, ἐπαναλέγω, περισυλλέγουσα τὰς ἐθνικάς της δυνάμεις καὶ κρατικῶς ὀργανουμένη, ὄχι μὲ πάθη καὶ μίση πολιτικὰ ἅτινα ἐδημιούργησεν ἡ διαρρεύσασα ὀκταετία, ἀλλὰ μὲ ἓν ἁγνὸν καὶ ἀκέραιον τὸ αἴσθημα τῆς φιλοπατρίας δυνηθῇ ἐν τῷ λίαν ἐγγὺς μέλλοντι νὰ οὐριοδρομήσῃ καὶ ἀποκατασταθῇ πολιτικῶς εἰς βαθμόν, ὅστις νὰ τῇ ἐπιτρέψῃ νὰ ἐξακολουθήσῃ τὸν ἱερὸν ἀγῶνα τοῦ πολιτισμοῦ καὶ τῆς δόξης της.
§179ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις διὰ τὰς 5 μ. μ. (Ὥρα 2.45′ π. μ.)