1924.02.15
1,881 rows · 14,622 words · 95 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 19Η
Παρασκευὴ 15 Φεβρουαρίου 1924
Προεδρία κ. Κ. Ρακτιβάν
(Ὥρα 5.15′ μ. μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Νὰ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. (Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Συνέλευσιν ὅτι: — Ὁ Κωνστ. Χαραλαμπάκης ἱερεὺς καὶ ὑποδιδάσκαλος τοῦ χωρίου Νέρωνος παραπονεῖται διὰ τὴν ἀπόλυσίν του. — Τὰ Διοικητικὰ Συμβούλια τῶν ἐν Νιγρίτῃ ὀργανώσεων ὑποβάλλουσιν ὑπόμνημα περὶ καταργήσεως ἐξαγωγικοῦ δασμοῦ ἐπὶ τῶν καπνῶν τοῦ ἔτους 1923, κατάργησιν τῆς προσθέτου δεκάτης 4% 1924, περιορισμὸν τῆς δεκάτης εἰς τὸ μέλλον καὶ κατάργησιν τοῦ συνθετικοῦ φόρου. — Ἡ Καπνεργατικὴ Ἕνωσις Θεσσαλονίκης παρακαλεῖ τὴν Συνέλευσιν, ὅπως διὰ νόμου ἀπαγορευθῇ ἡ ἐξαγωγὴ ἀνεπεξεργάστων καπνῶν. — Οἱ ἀπορριφθέντες ὑποψήφιοι Ἐμπορομηχανικοὶ ζητοῦσι τὴν ἀκύρωσιν τῶν τελευταίων ἐξετάσεων. — Οἱ κάτοικοι Βιλλίων αἰτοῦσι τὸν περιορισμὸν τοῦ φόρου ἐπὶ τῆς ῥητίνης. — Οἱ ἀπόφοιτοι τῆς Ἱερατικῆς Σχολῆς Ἄρτης ζητοῦσι τὴν ἐξομοίωσιν ταύτης πρὸς τὴν Ριζάρειον Σχολήν. — 43 ἀπόφοιτοι Γυμνασίου πρόσφυγες ζητοῦσι τὴν κατάταξίν των εἰς τὴν Σχολὴν τῶν Εὐελπίδων. — Ἡ Παμμικρασιατικὴ Ἕνωσις προσφύγων Θεσσαλονίκης διαμαρτύρεται κατὰ τῶν ἐνεργειῶν ὑπὲρ τῶν προσφύγων τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ αὐτῆς. — Οἱ Πολιτικοί, Στρατιωτικοὶ καὶ Δικαστικοὶ λειτουργοὶ οἱ ἀπομακρυνθέντες τῆς ὑπηρεσίας μετὰ τὴν 1ην Νοεμβρίου ζητοῦσιν ὅπως διαταχθῇ ἡ ἐπαναφορά των. — Οἱ ἀνάπηροι ὑπαξιωματικοὶ δι’ ὑπομνήματός των αἰτοῦσι τὴν ἐπαναφορὰν ἐν ἰσχύει τοῦ νόμου 2551. — Ἡ Καπνεργατικὴ Ἕνωσις Καβάλλας διαμαρτύρεται κατὰ τοῦ ἐκεῖ ἐπόπτου τῆς ἐργασίας Ἰωαννίδου ἐπιτεθέντος ἐρωτικῶς κατὰ τῆς δεκαεπταέτιδος καπνεργάτιδος Σωτηρίας Κωνσταντίνου καὶ παρακαλεῖ ὅπως διαταχθῇ ἡ ἐκεῖθεν ἀπομάκρυνσίς του. — Οἱ πληρεξούσιοι κ. κ. Θ. Κωτούλας, Κ. Τσιμηνάκης, Ἰ. Κοντοδίνας καὶ Ἰ. Γιαμούζης ὑποβάλλουσι πρότασιν νόμου «περὶ ἐπαναδιορισμοῦ δημοδιδασκάλων». — Ὁ πληρεξούσιος κ. Ἀντών. Πραντούνας, ὑποβάλλει πρότασιν νόμου «περὶ μέτρων ἐλαττώσεως τῆς τιμῆς τῶν εἰδῶν τῆς ζωῆς πάσης φύσεως αὐτομάτως». — Οἱ πληρεξούσιοι κ. κ. Ἐμμ. Σοφούλης καὶ Θεμ. Παπαϊωάννου ὑποβάλλουσι πρότασιν νόμου «περὶ καθορισμοῦ προσόντων τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων». — Οἱ πληρεξούσιοι κ. κ. Τ. Γεωργιάδης, Ν. Ἀσκούτσης, Μ. Καταπότης, Μ. Κοθρῆς, Π. Σφακιανάκης καὶ Στ. Γρηγορίου ὑποβάλλουσι πρότασιν ψηφίσματος «περὶ καταργήσεως τῆς παραγράφου 8 τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ ἀπὸ 1 Ἰουνίου 1923 Ν. Διατάγματ. περὶ φορολογίας τῶν βαλανιδίων καὶ χαρουπίων».
§3Μ. ΚΑΤΑΠΟΤΗΣ. Ὑπέπεσεν εἰς τὴν ἀντίληψίν μου κ. Πρόεδρε ὅπως καὶ εἰς τὴν ἀντίληψιν πολλῶν ἄλλων συναδέλφων, ὅτι τὰ διάφορα διαμερίσματα τῆς Βουλῆς εἰς τὰ ὁποῖα συνεδριάζουν αἱ ἐπιτροπαί, εὑρίσκονται ἀπὸ ἀπόψεως καθαριότητος εἰς οὐχὶ εὐχάριστον κατάστασιν. Παρακαλῶ νὰ ἐλέγξητε τὴν ὑπηρεσίαν ἀλλὰ συγχρόνως πρέπει καὶ νὰ ληφθῇ μέριμνα διὰ τὴν αὔξησιν τοῦ μηνιαίου μισθοῦ τῶν καθαριστῶν, διότι μὲ 100 δραχμὰς τὸν μῆνα δὲν ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ δουλειά.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἐξακολούθησιν τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῶν προγραμματιστικῶν δηλώσεων τῆς Κυβερνήσεως. Ὁ κ. Μιχαλακόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§5ΑΝΔΡ. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι πληρεξούσιοι, ἀνερχόμενος τὸ βῆμα, τὸ ὁποῖον δὲν μοὶ εἶνε ξένον, αἰσθάνομαι διὰ πρώτην φορὰν τὴν ἀνάγκην ἐπιεικείας καὶ ὑπομονῆς ἐκ μέρους τοῦ ἔξω τῆς αἰθούσης ταύτης ἀτενίζοντος πρὸς ἡμᾶς Λαοῦ, ἐπιεικείας καὶ ὑπομονῆς ἐκ μέρους πάντων ὑμῶν. Διότι φοβοῦμαι ὅτι δὲν θὰ δυνηθῶ μηδεμίαν ἐκ τῶν τριῶν ἀποχρώσεων τῆς Συνελεύσεως νὰ εὐχαριστήσω τελείως. Ἐκ μέρους τοῦ Λαοῦ, διότι εἶναι ἀληθὲς τὸ λεχθὲν πρό τινων ἡμερῶν παρά τινος τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων, ὅτι ὁ Λαὸς βαρυθυμεῖ διὰ τὴν παράτασιν τῶν συζητήσεων ἡμῶν. Οἱ Λατινικοὶ λαοί, οἱ μεσημβρινοὶ λαοὶ ἀρέσκονται εἰς δείγματα ἀφῃρημένα καὶ εἰς συζητήσεις περὶ ἰδεῶν γενικῶν καὶ ἀπολύτων, ἀπὸ τὴν ἐπίλυσιν τῶν ὁποίων ἀναμένουν τὴν σωτηρίαν. Εἶναι ἀληθές, ἀλλὰ τοῦτο πρὸ τοῦ πολέμου. Τὸ πνεῦμα τοῦ ρεαλισμοῦ, τὸ πνεῦμα τῶν ἀναγκῶν ἐγεννήθη καὶ ἐνετάθη εἰς αὐτοὺς ἀκόμη τοὺς μεσημβρινοὺς Λαοὺς μετὰ τὸν πόλεμον. Τὸ αὐτὸ συνέβη καὶ μὲ τὸν Ἑλληνικὸν Λαόν. Ὑπὲρ πάσας τὰς συζητήσεις ἡμῶν περὶ τῶν τελειοτέρων πολιτευμάτων, περὶ τῶν μειονεκτημάτων τῆς Βασιλείας καὶ τῶν εὐεργετημάτων τῶν παραδεισίων τῆς Δημοκρατίας, ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς ἀναμένει ταχεῖαν τὴν περάτωσιν τῶν ἐκκρεμῶν ζητημάτων καὶ ἀναμένει νὰ ἴδῃ ἡμᾶς λαμβάνοντας μέτρα πρακτικώτερα διὰ τὰς ἀνάγκας αἱ ὁποῖαι τὸν πνίγουν καὶ τὸν σφίγγουν καθ’ ἑκάστην. Ἡ θέσις μου εἶναι κατὰ τοῦτο διάφορος πρὸς τοὺς πλείστους ἐκ τῶν ἀγορευσάντων ἐνώπιον ὑμῶν, πρὸς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι κατὰ μίαν μερίδα σημαντικὴν μᾶς ἀκούουν ἔξω τοῦ Βουλευτηρίου. Ἤκουσα μετὰ τῆς εὐχαριστήσεως ἡ ὁποία διαπνέει τὸν ἀκούοντα τοὺς ἔχοντας πίστιν εἴς τι ἰδεῶδες, τοὺς διαλαλοῦντας τὴν πίστιν αὐτῶν πρὸς τὴν Δημοκρατίαν καὶ τὴν διὰ ταύτης ἀναγέννησιν. Ἤκουσα τὸν ἐξαίρετον ἐκ Μαντινείας συνάδελφον, τοῦ ὁποίου οὐδεὶς ὑπετίμησε τὴν πίστιν καὶ τὴν εὐτολμίαν, λέγοντα ὅτι μεγάλη καὶ σωτηρία μεταβολὴ διὰ τὴν Ἑλλάδα θὰ εἶναι ἡ Δημοκρατία. Ἤκουσα τοὺς ἐκτὸς τοῦ Βουλευτηρίου ἀντιπάλους ἡμῶν μετὰ πάθους ὑποστηρίζοντας ὅτι ἐν τῇ Μοναρχίᾳ ἔγκειται ἡ σωτηρία. Καὶ ἔχω τὸ δυστύχημα νὰ μὴ πιστεύω ὅτι οἱ Λαοὶ προάγονται διὰ τῶν πολιτευμάτων. Ἔχω τὸ δυστύχημα νὰ πιστεύω ὅτι ἡ ἐθνικὴ ἀγωγή, ἡ πολιτικὴ ἀγωγή, ἡ διάπλασις πολιτικῶν καὶ ἐθνικῶν χαρακτήρων σώζει τὰ ἔθνη ὑπὸ οἱονδήποτε πολίτευμα. (Εὖγε, εὖγε). Ἔχω ἐπίσης τὸ δυστύχημα νὰ μὴ δύναμαι νὰ ἐννοήσω τὸ παράδειγμα περὶ τῆς ἀωρότητος πρὸς Βασιλείαν καὶ ὡριμότητος πρὸς Δημοκρατίαν. Δὲν θέλω νὰ καταφύγω εἰς ἱστορικὴν ἐξέλιξιν, ἀλλ’ ἀπορῶ καὶ διερωτῶ ἐμαυτόν: εἶναι ἆρα γε ἄωρος ὁ Ἐλβετὸς ὁ παραμένων εἰς τὴν Δημοκρατίαν καὶ εἶναι ὥριμος ὁ Βούλγαρος ὁ παραμένων εἰς τὴν Βασιλείαν τὴν Συνταγματικήν; Καὶ ἂν ἦτο ἄωρος ὁ Ἑλβετός, ἦτο ὥριμος πρό τινων ἐτῶν ὁ Πορτογάλλος καὶ ἔγινε διὰ μιᾶς ἄωρος ἀσπασθεὶς τὴν Δημοκρατίαν; Καὶ εἶναι ἄωρος ἆρά γε ὁ Σκανδιναυϊκὸς πληθυσμὸς ἔχων τὴν Βασιλείαν; Ὁμολογῶ ὅτι ὁ πτωχός μου ἐγκέφαλος δὲν ἠδυνήθη νὰ λύσῃ τὸ ἐρώτημα τοῦτο. Ὅταν λέγουν διὰ τὴν ἀνάμιξιν τὴν ὁποίαν δύναται νὰ ἔχῃ τὸ Στέμμα ἢ ὁ αἱρετὸς ἡγεμὼν τοῦ Κράτους ἐπὶ τῶν πολιτικῶν πραγμάτων τῆς Χώρας, διερωτῶ πάλιν ἐμαυτόν· ἆρά γε ὁ Πρόεδρος τῆς Γαλλικῆς Δημοκρατίας καὶ ὁ Πρόεδρος τῆς Ἀμερικανικῆς Δημοκρατίας, ἐὰν θέλωμεν ἐκ τοῦ νέου κόσμου ὡς ζωηροτέρου νὰ λάβωμεν τὰ φῶτα, ἔχει ὀλιγωτέραν διαπαιδαγώγησιν εἰς τὴν διακυβέρνησιν τῶν πολιτικῶν πραγμάτων τῆς Χώρας του ἀπὸ ἐκείνην τὴν ὁποίαν ἔχει ὁ Ἄγγλος Βασιλεὺς ἢ ὁ Ἰταλὸς Βασιλεύς;
§6Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Καὶ ἂν ἔχῃ ἐπέμβασιν, ἡ δύναμις εἶναι ἄλλο καὶ πρὸ παντὸς ἡ δύναμις ἡ καταστρεπτικὴ εἶναι ἄλλο.
§7Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ δύναμις ἡ καταστρεπτική, λέγει ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ἡ δύναμις ἡ καταστρεπτική, κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, δὲν εἶναι καταστρεπτική, ὅταν εὑρίσκωνται πολιτικοὶ ἄνδρες δυνάμενοι νὰ τὴν ἀντιμετωπίσουν.
§8Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀκριβῶς διαφθείρει τοὺς πολιτικοὺς ἄνδρας.
§9Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν στερῆσθε πολιτικῶν ἀνδρῶν μὴ περιμένετε νὰ εὐοδωθῶμεν ὑπὸ οἱονδήποτε πολίτευμα. (Χειροκροτήματα). Κύριοι, ὁμιλῶν περὶ πολιτικῶν ἀνδρῶν δὲν ἐννοῶ μόνον ἐκείνους οἱ ὁποῖοι δυστυχῶς ὑποκύπτουν εἰς τὴν βασιλικὴν αἴγλην καὶ εἰς τοὺς πειρασμοὺς τῆς βασιλικῆς πορφύρας. Ἐννοῶ πολιτικοὺς ἄνδρας καὶ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι οὔτε ἐκ χρηστοῦ συνειδότος ἀκόμη δὲν δέχονται τὴν παραβίασιν τῶν κοινοβουλευτικῶν θεσμῶν ἐπὶ σκοπῷ αὐξήσεως προσωρινῶς ἔστω καρποφόρου τῶν δικαιωμάτων καὶ τῶν προνομίων τοῦ στέμματος. Ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, εἰς ἰδιαιτέραν τινὰ ὁμιλίαν ἄλλοτε δικαίως διεμαρτύρετο, διότι εἷς ἐκ τῶν παλαιοτέρων πολιτικῶν ἀρχηγῶν Κόμματος διεβάλλετο εἰς τὸ κοινὸν καὶ ἐμυκτηρίζετο, ὅτι ἀείποτε ἐφρόντιζεν αἱ σκέψεις του καὶ αἱ πράξεις του νὰ εἶναι σύμφωνοι πρὸς τὰ κοινοβουλευτικὰ θέσμια. Εἶχεν ὅμως πολὺ δίκαιον, ὅπως ἀπέδειξεν ἡ μεταγενεστέρα ἱστορία. Ἤγειρε τότε διάτορον κραυγὴν κατὰ τοῦ θεσμοῦ βεβαίως τὸν ὁποῖον δὲν ἔφερον ἄνδρες ἑλκυσθέντες ἀπὸ τὴν πορφύραν τοῦ στέμματος, ἀλλ’ ἄνδρες ἐννοήσαντες ὅτι ἡ προσωρινὴ αὐτὴ παραβίασις κοινοβουλευτικῶν θεσμῶν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀγάγῃ εἰς ἀγαθόν τι, ὅτι ὁ σκοπὸς δηλαδὴ ἐξαγιάζει τὰ μέσα, εἰς τὸ ἀγαθὸν τῆς διοικήσεως τῆς καλῆς τοῦ στρατεύματος. Καὶ κατόπιν, κύριοι, πρέπει νὰ ὁμολογήσωμεν μετ’ εἰλικρινείας ὅτι τὰ σφάλματα ταῦτα διεπράξαμεν ἡμεῖς οἱ ἀνήκοντες εἰς τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων εἰς μείζονα βαθμόν. Εἶμαι ἀλληλεγγύως καὶ κατὰ πάντα ὑπεύθυνος καὶ ὁμολογῶ ὅτι συμμετέχω εἰς τὰ σφάλματα ταῦτα. Δὲν ἀπετέλουν ἰδιαιτέραν ἀπόχρωσιν ἐν τῷ Κόμματι τῶν Φιλελευθέρων, ἀλλ’ ἤμην ὁλοκληρωτικὸν μέλος αὐτοῦ καὶ κατὰ συνέπειαν τὰ σφάλματα ταῦτα βαρύνουν καὶ τὸν πολιτικόν μου βίον.
§10ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Ποῖα σφάλματα;
§11Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κορινθίας συνάδελφος ἐμνημόνευσε χθὲς τοῦ λόγου τὸν ὁποῖον ἀπήγγειλεν ὅτε εἰσήγετο ἐκ νέου ὁ θεσμὸς ἐνεργοῦ ὑπηρεσίας ὑπὸ τύπον Γενικῆς Ἐπιθεωρήσεως τοῦ τότε Διαδόχου ἐν τῷ στρατεύματι. Ἐὰν τις ἀνεδίφα τὰ πρακτικὰ τῆς Βουλῆς ἢ ἐπεκαλεῖτο τὴν μνήμην του, ἂν παρίστατο τότε, θὰ ἔβλεπεν ὅτι καὶ ἄλλοι ἔλαβον τὸν λόγον τότε ὑπὲρ τοῦ θεσμοῦ μετανοήσαντες σήμερον καὶ εὑρισκόμενοι ζωηροὶ παλαισταὶ τῆς ἰδέας τῆς Δημοκρατίας.
§12Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ποῖοι εἶναι αὐτοί;
§13Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι γνωστόν, κύριοι, ὅτι μὲ τὸν ἀξιότιμον ἐκ Κορινθίας συνάδελφον δὲν μὲ συνδέει προσωπικός τις δεσμός, ἀλλ’ ἀληθῶς ὁ λόγος του ἐκεῖνος ἀποτελεῖ τίτλον πολιτικῆς τιμῆς δι’ αὐτόν. Ἔγινε τὸ πρῶτον τοῦτο ὀλίσθημα, τοῦ ὁποίου πάντες συμμετέχομεν. Ἀποτέλεσμα ὑπῆρξεν ἡ ὑπόθαλψις τοῦ μοναρχισμοῦ. Ἀλλὰ διεπράξαμεν κατόπιν δεύτερον, ἀπὸ Γενικοῦ Ἐπιθεωρητοῦ τοποθετήσαντες εἰς τὴν θέσιν τοῦ Ἀρχιστρατήγου τὸν ἀνεύθυνον οὐσιαστικῶς γόνον τοῦ Στέμματος. Καὶ διεπράξαμεν κατόπιν τρίτον: Ὅτε ἐγένετο Βασιλεύς, ὁπότε οὐχὶ μόνον κατ’ οὐσίαν, ἀλλὰ καὶ νόμῳ ἦτο ἀνεύθυνος, συνεκεντρώσαμεν εἰς τὸν ἀνεύθυνον τὸ ἄκρως ὑπεύθυνον ἀξίωμα τοῦ Ἀρχιστρατήγου. Καὶ τὸ χείριστον ὅτι ἐπράξαμεν ταῦτα, ἐνῷ ἐβλέπομεν καὶ ἐμελετῶμεν τὸ ἀντισυνταγματικόν, τὸ ἀντικοινοβουλευτικὸν τοῦ πράγματος. Ὅτε καὶ κατὰ νόμον πλέον τὸ πρᾶγμα ἦτο ἀπαράδεκτον, ἐνθυμοῦμαι ὅτι ὁ ἀξιότιμος τότε Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐξέφρασεν εἴς τινα μέλη τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου τὰς ἀνησυχίας του διὰ τὴν συγκέντρωσιν ἐν τῷ αὐτῷ προσώπῳ τοῦ ἀνευθύνου καὶ τοῦ ὑπευθύνου, παρεκάλεσε δὲ ἵνα ἕκαστος κατ’ ἰδίαν μελετήσῃ τὸ ζήτημα καὶ εἰσηγηθῇ εἰς αὐτὸν τὴν γνώμην του. Ἐμελέτησα τότε τὸ ζήτημα καὶ ὑπέβαλλον ἓν σημείωμα εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, σημείωμα στηριζόμενον ἐπὶ συνταγματικῶν ἀλλὰ καὶ ἱστορικῶν δεδομένων ἰδίᾳ τῆς Ἰταλίας. Κατέληγον εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι, ἐὰν θέλωμεν νὰ συνδυάσωμεν τὴν θέρμην, τὴν ὁποίαν ἐνομίζομεν ὅτι ἡ παράστασις τοῦ Βασιλέως θὰ ἠδύνατο νὰ δώσῃ εἰς τὴν μαχητικότητα τοῦ Λαοῦ, μετὰ τῆς ὑπευθυνότητος, τὴν ὁποίαν ἔπρεπε νὰ ἔχῃ ὁ Ἀρχιστράτηγος, ἔπρεπε νὰ ἀφαιρέσωμεν αὐτὴν ἀπὸ τὸν Ἀρχιστράτηγον, νὰ διορίσωμεν ἄλλον Ἀρχιστράτηγον καὶ νὰ παραμείνῃ αὐτός, ὅπως παρέμεινεν ὁ Ἰταλὸς Βασιλεὺς τῷ 1848 εἰς τὸ στρατόπεδον, ὡς Βασιλεύς, ὅπως παρέμεινεν ὁ Βίκτωρ Ἐμμανουὴλ καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τοῦ μεγάλου πολέμου εἰς τὸ στρατόπεδον ὡς ἁπλοῦς Βασιλεύς. Ἐπεκράτησεν ἡ γνώμη ὅτι ὁ πόλεμος ἦτο τόσον τραχύς, ὅτι ὁ Λαὸς εἶχε τοσαύτην πίστην εἰς τὴν διαπλασθεῖσαν φήμην περὶ στρατηγικότητος τοῦ τότε Βασιλέως, ὥστε ἐπετρέπετο καὶ ἐπεβάλετο χάριν τοῦ σκοποῦ νὰ θυσιάσωμεν τὰ μέσα. Ἀναφέρω ταῦτα, κύριοι, ἵνα εἴπω ὅτι εἶναι ἀδύνατον ὁ μοναρχισμὸς νὰ ὀγκωθῇ καὶ νὰ βλαστήσῃ, ἐὰν δὲν θελήσωμεν νὰ τὸν βαστάσωμεν οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες διὰ μέσων τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένα ἀπὸ τὸ καθεστὼς τὸ κοινοβουλευτικόν. Καὶ ταῦτα μέν, κύριοι, ὅσον ἀφορᾷ τὴν τότε περίοδον. Ἐὰν δὲ θελήσωμεν νὰ ἀναμνησθῶμεν τὴν περίοδον τοῦ 1920 –1922, θὰ ἴδωμεν ἕτερον φαινόμενον θλιβερώτατον. Ἐνθυμοῦμαι, κύριοι, ὅτι μετὰ τὰ Νοεμβριανὰ τοῦ 1916, εὑρισκόμενοι εἰς τὴν Θεσσαλονίκην ἐλάβομεν τὸ πρῶτον τηλεγράφημα τῆς ἐκπτώσεως τοῦ Βασιλέως Κωνσταντίνου ὡς ὠθήσαντος τὸν Λαόν του εἰς αἱματοχυσίαν. Τὸ τηλεγράφημα ἐκεῖνο, ἀριστούργημα ὕφους καὶ πολιτικότητος, ἤρχετο ἐξ Ἡρακλείου τῆς Κρήτης. Μετὰ πάροδον ἐτῶν τινων ὁ θέσας πρῶτος τὴν ὑπογραφὴν εἰς τὸ τηλεγράφημα τῆς ἐκπτώσεως τοῦ αἱμοσταγοῦς Βασιλέως, συνέχαιρε τὸν Βασιλέα Κωνσταντῖνον, διότι θὰ σώσῃ τὴν Μικρασιατικὴν Ἑλλάδα Οὐδὲ εἷς ἐκ τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν ἠννόησε τὴν καταστροφήν, ἡ ὁποία διὰ τοῦ πείσματος, τῆς φιλαρχίας, τῆς ἐμμόνου καταλήψεως τῆς ἐξουσίας, τῆς ἐμμόνου ἰδέας πρὸς κατοχὴν τῆς ἐξουσίας, ἔγινεν εἰς τὴν Πατρίδα. Μὴ νομίσητε δὲ ὅτι τοὺς ὤθει ὁ βασιλικὸς θεσμός. Θὰ ἐνθυμῆσθε ὅτι μετὰ τὴν συμφορὰν τῆς Μικρᾶς Ἀσίας ἐλέχθη ὅτι τὸ στέμμα πρόκειται νὰ καλέσῃ ἀρχαῖον ἀξιωματικὸν διὰ νὰ τῷ ἀναθέσῃ τὴν Κυβέρνησιν τῆς Χώρας. Οἱ τότε ἡγούμενοι τῶν κοινοβουλευτικῶν Κομμάτων συνελθόντες ἠπείλησαν ὅτι θὰ καταγγείλουν τὸ Στέμμα ὡς ἀντικοινοβουλευτικῶς φερόμενον, διότι θέλει νὰ ἀναθέσῃ τὴν ἐξουσίαν εἰς πρόσωπα ἐκτὸς τοῦ Κοινοβουλίου. Ἡ φιλία των πρὸς τὸ Στέμμα ἔπαυεν, ὅτε ἔπαυε καὶ ἡ κατοχὴ τῆς ἐξουσίας. Οὐδὲ εἷς, κύριοι, ἐὰν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη, τῶν ἐκλεγέντων ὑπὸ τὴν σημαίαν τῆς 1 Νοεμβρίου τοῦ 1920 — ζητῶ συγνώμην, ἐὰν εὑρίσκεται ἐνταῦθα κανεὶς — οὐδὲ εἷς ἐξ ὅσων ἐνθυμοῦμαι μετενόησε πρὸ τῆς Μικρασιατικῆς καταστροφῆς. Εἷς μόνον, ὅτε ἤρχισεν ὁ κώδων ὁ πένθιμος νὰ κρούηται, εἷς πληρεξούσιος ἀνεκοίνωσεν ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ ἔλθῃ ὁ Βενιζέλος διὰ νὰ σώσῃ τὸ Ἔθνος. Καὶ ἐξερράγη ἡ Ἐπανάστασις. Ἡ Ἐπανάστασις, λέγω, ἡ στρατιωτική. Αἱ Ἐπαναστάσεις, κύριοι, ἀπὸ μακρῶν ἐτῶν ἔπαυσαν νὰ εἶνε στρατιωτικαὶ ἢ λαϊκαί. Ἐγένοντο ἄλλοτε εἰς ὅλα τὰ Ἔθνη λαϊκαὶ Ἐπαναστάσεις, ὅτε οἱ μὲν στρατοὶ ἦσαν κατὰ τὸ πλεῖστον μισητοὶ καὶ οὐχὶ ἐθνικοί, οἱ δὲ ἀξιωματικοὶ δὲν ἦσαν τέκνα τοῦ Λαοῦ δυνάμενα ἐλευθέρως, ἀνεξαρτήτως τῆς καταγωγῆς, νὰ εἰσέλθωσιν εἰς τὴν κλάσιν τῶν ἀξιωματικῶν, ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ κατάγωνται ἀπὸ ἀριστοκρατικὰς οἰκογενείας, αἱ ὁποῖαι ἐμάχοντο ὑπέρ τοῦ Βασιλέως. Ἀφ’ ἧς ἐποχῆς οἱ Στρατοὶ ἐγένοντο ἐθνικοί, ἀλλὰ καὶ τὰ στελέχη τῶν ἀξιωματικῶν ἐγένοντο ἐθνικά, αἱ Ἐπαναστάσεις διὰ νὰ ἐπιτύχουν ἐγένοντο στρατιωτικαί, ἀλλ’ εἶνε λαϊκαί. Εἶνε ὁ Λαὸς ὁ ἔχων ἐν ἑαυτῷ τὴν ἰσχύν. (Χειροκροτιμήματα). Ἔχων ἐν ἑαυτῷ τὴν ἰσχὺν τὴν ὁποίαν ἄλλοτε ὁ μὴ ἀνήκων εἰς τοὺς μισθωτοὺς αὐτοὺς ἤ τοὺς ἀριστοκράτας ἀξιωματικοὺς Λαὸς ἠδύνατο νὰ ἔχῃ. Ὄτε δὲν εἶχον ἐφευρεθῆ τὰ ἐπαναληπτικὰ ὅπλα καὶ ὅτε δὲν εἶχον ἀνοιχθῆ εἰς τὰς μεγάλας πόλεις εὐθεῖαι καὶ μεγάλαι ὁδοί, ἐπετρέπετο τὸ στρῶμα διὰ τῶν ἐπαναληπτικῶν ὅπλων τῶν ἐπαναστατῶν. Καὶ ἐπιτυγχάνει ἡ Ἐπανάστασις, ὅταν ἔχῃ ὁ ἔνοπλος Λαὸς μεθ’ ἑαυτοῦ τὸν ἄοπλον Λαόν, ἀποτυγχάνει, ὅταν δὲν ἔχῃ μεθ’ ἑαυτῆς τὸν Λαόν, διότι θὰ εὕρῃ ἀντιμέτωπον ἄλλο μέρος τοῦ ἐνόπλου Λαοῦ, ὅπως ἔγινεν ἐσχάτως κατὰ τὴν ἀντεπανάστασιν τοῦ Ὀκτωβρίου τοῦ 1923. Διότι τότε, ὅπως εὐστοχώτατα παρετήρησεν ὁ τότε Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, στερεῖται ἠθικῆς βάσεως. Δὲν εἶνε λαϊκὴ Ἐπανάστασις μία ὀλιγαρχία τείνουσα ἁπλῶς εἰς τὴν κατάληψιν τῆς ἐξουσίας καὶ εἰς κορεσμὸν ἰδιωτικῶν συμφερόντων καὶ ἰδιωτικῶν παθῶν. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀναφέρῃ κανεὶς ὅτι διὰ στρατιωτικῆς λαϊκῆς Ἐπαναστάσεως ἔπεσαν οἱ Χοεντζόλλερν, ὅτι διὰ στρατιωτικῆς λαϊκῆς Ἐπαναστάσεως ἔπεσαν οἱ Ἀψβοῦργοι. Ἔπεσαν, κύριοι, Δυναστεῖαι 700 ἐτῶν, ἔπεσαν Δυναστεῖαι αἱ ὁποῖαι παρέλαβον ἕνα πυρῆνα μικροτάτου Κράτους, τοῦ δουκάτου τοῦ Βραδεμβούργου, μὲ 700.000 κατοίκων καὶ ἀνεβίβασαν εἰς κολοσσὸν αὐτοκρατορικὸν 70 ἑκατομμυρίων, ἔχοντα ἔγκυρον γνώμην ἐπὶ τῶν παγκοσμίων ζητημάτων. Ἀλλὰ χωρὶς νὰ θέλω νὰ κακίσω κανένα, ἁπλῶς ἐπισκοπῶν τὰ γενόμενα, ὀφείλω νὰ εἴπω ὅτι ἡ Ἐπανάστασις τοῦ 1922, ἡ στρατιωτικὴ καὶ λαϊκὴ συγχρόνως, ἐσταμάτησε πρὸ τῆς ἰδέας τοῦ νὰ καταρρίψῃ ὁλόκληρον τὴν Δυναστείαν. Ἂν τότε κατερρίπτετο ὁλόκληρος ἡ Δυναστεία, δὲν ὑπάρχει καμμία ἀμφιβολία ὅτι οὐδεμία θὰ ἠγείρετο φωνὴ ἐναντία, ὅτι θὰ ἐθεωρεῖτο φυσικώτατον ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἔκαμε ὅ,τι ἔκαμαν τόσοι καὶ τόσοι ἄλλοι Λαοὶ εὑρεθέντες πρὸ καταστροφῶν. Ἔπεσεν ὁ Ναπολέων ὁ Αʹ, ἔπεσεν ὁ Ναπολέων ὁ Γʹ, ἔπεσαν οἱ Ἀψβοῦργοι, ἔπεσαν οἱ Χοεντζόλλερν. Ἐθεωρήθη τὸ φυσικώτερον τῶν πραγμάτων οἱ Λαοὶ νὰ ἐξεγερθοῦν καὶ νὰ καταργήσουν τὰς Δυναστείας. Διατί, κύριοι, νὰ σταματήσῃ ἡ λαϊκὴ Ἐπανάστασις ἐκείνη; Εἶναι περίεργον τὸ συμβαῖνον μὲ τὰς Ἑλληνικὰς Ἐπαναστάσεις! Δὲν δύναμαι νὰ εἴπω διὰ τὰς παλαιοτέρας. Ἀλλὰ παρακολουθῶν τις τὰς Ἐπαναστάσεις—καὶ ἔχομεν οὐκ ὀλίγας— ἀπὸ τοῦ 1909 θὰ ἴδῃ μίαν περίεργον τάσιν διὰ τὴν συνύπαρξιν ἐπαναστάσεως καὶ νομιμότητος. Παρατηρήσατε τὴν Ἐπανάστασιν τοῦ 1909. Εἶχε κυριαρχήσει, καὶ τὴν ἑπομένην ἐζήτησε καθ’ ὅλα τὰ συνταγματικὰ νόμιμα ἀμνηστείαν, διὰ τὴν πρᾶξίν της καὶ μετεχειρίσθη τὴν Βουλήν, κατὰ τῆς ὁποίας εἶχε στραφῆ διὰ νὰ ἐκτελέσῃ τοὺς σκοπούς της. Σύζευξις τῆς Ἐπαναστάσεως μετὰ τῆς νομιμότητος. Παρετηρήσατε τὴν Ἐπανάστασιν τὴν ἐλθοῦσαν ἐκ Θεσσαλονίκης. Ἠθέλησε νὰ συζευχθῇ καὶ αὐτὴ τὴν νομιμότητα καὶ εἰργάσθη μετὰ τῆς Βουλῆς τοῦ 1915 ἐπὶ τριετίαν ὁλόκληρον. Ἐπανάστασις ἡ ὁποία εἶχε διεθνεῖς βάσεις ἑδραιοτάτας. Παρετηρήσατε τὴν Ἐπανάστασιν τοῦ 1922.
§14ΑΛ. ΧΑΤΖΗΚΥΡΙΑΚΟΣ. Ἐπειδὴ ἀνέφερεν ὁ ῥήτωρ τὴν Ἐπανάστασιν τοῦ 1909, ἡ ὁποία, ὡς εἶπεν, ἐκράτησεν καὶ τὸν θρόνον καὶ τὸν βασιλικὸν θεσμόν, θέλω νὰ εἴπω ὅτι ἡ Ἐπανάστασις ἐκείνη λόγῳ τῆς ἐποχῆς καθ’ ἣν ἐγεννήθη, ὅτε τὸ Κράτος εὑρίσκετο εἰς τελείαν στρατιωτικὴν ἐξουθένωσιν καὶ ἐξωτερικῶς ἦτο τελείως ἀπομονωμένον, ἡ Ἐπανάστασις τοῦ 1909, λέγω, μὲ τοὺς μικροὺς ἀξιωματικούς, τοὺς λοχαγούς, οἵτινες δὲν εἶχον οὔτε τὸ ἀνάστημα τὸ ἀρκετὸν οὔτε τὴν αἴγλην νὰ ἐπιληφθοῦν μιᾶς ἀλλαγῆς καθεστῶτος, ἦτο φυσικὸν νὰ ἦτο μεταξὺ ἐπαναστάσεως καὶ νομιμότητος. Διότι, ὅπως σᾶς εἶπον, τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἡ κατάστασις τοῦ Κράτους καὶ οἱ διάφοροι ἐξωτερικοὶ κίνδυνοι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, αἱ ἐπεμβάσεις στόλων καὶ ἐξωτερικαὶ συγγένειαι, ἐνέπνεον τότε καὶ φόβους καὶ δισταγμοὺς ὥστε δὲν ἐτόλμησεν ἡ Ἐπανάστασις ἐκείνη νὰ θίξῃ βαθύτερον καὶ νὰ κάμῃ ἐγχείρησιν βαθυτέραν εἰς τὸ ζήτημα τὸ πολιτειακόν. Διαισθανομένη ὅμως ἡ Ἐπανάστασις ἐκείνη τὸν κίνδυνον, ὁ ὁποῖος ἔφερε τὴν ἐξουθένωσιν τῆς Χώρας καὶ ἀπὸ στρατιωτικῆς καὶ ἀπὸ πολιτικῆς ἀπόψεως, καὶ ὅτι ὁ κίνδυνος κατὰ τὴν Ἐπανάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν ἔλαβον μέρος καὶ ἐγώ, ἦτο ἡ Δυναστεία, ἐν τῇ ἀδυναμίᾳ νὰ πλήξῃ καιριώτερον τὴν Δυναστείαν ἐξηυτέλισεν αὐτὴν διὰ τῆς ἀπομακρύνσεως τῶν πριγκήπων καὶ τοῦ Διαδόχου ἐκ τῶν ὑπευθύνων θέσεων καὶ ἔκαμεν, ἂς εἴπωμεν, «ἀπὸ σπόντα» τὸ ἔργον τὸ ὁποῖον ἔπρεπεν ἀπ’ εὐθείας νὰ κάμῃ. Δι’ αὐτὸ ἐτόνισα καὶ ἐγὼ ὅτι ὁ πρώην Πρωθυπουργὸς μετὰ τὴν Ἐπανάστασιν τοῦ Θερίσου, ὅτε ἦλθεν ἐδῶ, ἔκαμε κακῶς, διὰ τοὺς λόγους ἴσως τοὺς πολεμικούς, νὰ ἐπαναφέρῃ τοὺς πρίγκηπας εἰς τὴν Ἀρχήν. Κανεὶς δὲν πρέπει νὰ ἀδικήσῃ τὴν Ἐπανάστασιν ἐκείνην. Ἀλλ’ ἡ Ἐπανάστασίς μας ἐκ Θεσσαλονίκης εἶχεν ἐντελῶς διάφορον χαρακτῆρα, ἡ Κυβέρνησις δηλαδὴ εἶχε περισσότερα «ἀτοῦ» διὰ νὰ κάμῃ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἤθελε νὰ κάμῃ.
§15Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ταῦτα μὲν γενικῶς, κύριοι συνάδελφοι. Προκειμένου ἤδη νὰ ἐξηγήσω εἰς ὑμᾶς τὴν ψῆφον τὴν ὁποίαν μέλλω νὰ δώσω ὑπὲρ τῆς Κυβερνήσεως, θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ἀναδράμω ὀλίγον καὶ εἰς τὸ πρόσφατον παρελθὸν διὰ νὰ ἐπαναφέρω εἰς τὴν μνήμην ὑμῶν ποία ὑπῆρξεν ἡ στάσις μου ἀπὸ τῆς ἡμέρας καθ’ ἣν ἀπεδύθην εἰς τὸν πολιτικὸν ἀγῶνα. Παρεξηγήθην ἐξ ὅλων τῶν μερίδων. Παρεξηγήθην ἀπὸ τοὺς ἔξω τῆς Βουλῆς βασιλόφρονας, οἱ ὁποῖοι μοὶ ἔδωκαν τὴν τιμήν, τὴν λίαν ἀμφίβολον τιμήν, νὰ νομίσουν ὅτι εὑρίσκουν ἐν ἐμοὶ ἕνα ἐκ τῶν συναρχηγῶν των. Ἔθετον ἕνα ὅρον ἀληθῶς εἰς τὴν ἐπιθυμίαν αὐτῶν αὐτήν: Τὸν ὅρον νὰ γίνω ὀπαδός των. Παρεξηγήθην ὅμως καὶ ἀπὸ τοὺς ἀλυγίστους δημοκρατικούς. Ἐνθυμοῦμαι μίαν ἡμέραν — ἂν ὁ δημοκρατικὸς πυρετός, ὁ ὁποῖος εἰλικρινῶς καὶ πραγματικῶς βεβαίως διαπνέει αὐτόν, δὲν ἔσβεσε τὴν ἄλλοτε προσωπικήν μας φιλίαν, θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ εἴπω — τὸν φίλον μου κύριον Χατζηκυριάκον λέγοντα εἰς ἐμέ, ὅτε ἐκαθήμην εἰς τὰ ἑδώλια ἐκεῖνα (δεικνύει τὰ ὑπουργικὰ ἑδώλια): «Ὁ κ. Μιχαλακόπουλος ὑπῆρξε καὶ εἶναι βασιλόφρων». Ἀφοῦ δὲν ὑπάρχει ἄλλος ἐντὸς τῆς Βουλῆς, ἔπρεπε νὰ δημιουργηθῇ εἷς διὰ νὰ στραφοῦν ἐναντίον του. Ἀλλὰ βασιλόφρων διατί; Ἐξ αἵματος; Ἐκ καταγωγῆς; Πτωχὸς ἐπαγγελματίας ὑπῆρξεν ὁ πατήρ μου (Χειροκροτήματα). Ἐκ πλούτου βασιλόφρων; Δὲν ἔχω αὐτὴν τὴν ἀρετήν. Διατί βασιλόφρων; Μήπως ἆρά γε ψυχικῶς δὲν ἐπόνεσα διὰ τὴν γενομένην καταστροφὴν καὶ εἶμαι ἐκ τῶν ὀπισθοδρομικῶν ἐκείνων ἀνθρώπων οἱ ὁποῖοι ἐνόμιζον ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ζήσῃ ἐὰν δὲν ἔχῃ στέμμα, ἔστω καὶ ἀλλογενές, ἐπὶ τῆς κεφαλῆς της; Μήπως διὰ τὸ ἔργον —, θὰ ἐπιτραπῇ ὅταν ἀμύνηται κανείς, νὰ περιαυτολογήσῃ —, μήπως διὰ τὸ ἔργον τῆς Συνθήκης τῶν Σεβρῶν δὲν εἰσέφερον καὶ ἐγὼ τὰς πτωχικάς μου δυνάμεις; Ἐὰν κυττάξητε εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν, θὰ ἴδητε τοὺς ἀγῶνας τοὺς ὁποίους κατέβαλον κατὰ τὰ ἔτη 1918, 1919 καὶ 1920 καὶ ἂν ἐπεκαλεῖσθε τὴν μαρτυρίαν τοῦ κ. Ρέντη, ἐκ Κορινθίας πληρεξουσίου, θὰ ἠδύνατο νὰ σᾶς εἴπῃ ὅτι δι’ ἕν μικρὸν διαμέρισμα τῆς Μαύρης Θαλάσσης ἐπαλαίσαμεν ἐκεῖνος, ὁ στρατηγὸς Μαζαράκης καὶ ἐγὼ μετὰ τῶν Γάλλων ἀντιπροσώπων ἐπὶ ἡμέρας πολλὰς ἵνα ἀποσπάσωμεν ἀπὸ τῆς ἑνώσεως τῆς Βουλγαρίας μετὰ τῆς Τουρκίας. Δὲν ἦσαν τὰ πράγματα τόσον εὐνοϊκὰ τῷ 1918, ὅσον ἐφανταζόμεθα. Θὰ ἐβλέπετε εἰς τὰ τηλεγραφήματα πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν ὅτι μεγάλη πάλη ἐγένετο καὶ διὰ νὰ πεισθῇ ἡ Γαλλία νὰ δώσῃ τὰ μέσα νὰ ἀναδημιουργήσῃ ἡ Ἑλλὰς ἔχει τὸν Στρατὸν καὶ διὰ νὰ πεισθῇ ἀκόμη ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἔχει δικαιώματα ἐθνολογικὰ ἐπὶ τῆς Θράκης καὶ τῆς Μικρᾶς Ἀσίας. Βεβαίως ὁ Μέγας Ἀρχιτέκτων τοῦ οἰκοδομήματος ἦτο ὁ Βενιζέλος, ἀλλ’ ὅλοι βεβαιότατα συνεισεφέρομεν, τὶς ὀλίγον καὶ τὶς πολύ, τὸ ὑλικὸν διὰ τοῦ ὁποίου ἠδυνήθη νὰ ἀνιδρυθῇ τὸ οἰκοδόμημα ἐκεῖνο. Βεβαίως ἄνευ ἐκείνου οὐδὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ. Ἀλλὰ καὶ ὁ μέγιστος τῶν Ἑλλήνων καὶ ὁ ἐλάχιστος ὅσοι ἀνήκουσιν εἰς τὴν πτέρυγα τῶν Φιλελευθέρων μετ’ ἀφοσιώσεως εἰργάσθησαν διὰ νὰ ἐπιτύχῃ τὸ μεγαλούργημα ἐκεῖνο, τοῦ ὁποίου ὅμοιον οὐδέποτε ἐγένετο. Συνετρίβην λοιπὸν καὶ ἐγὼ καὶ ἐπόνεσα, ὅτε κατεστράφη τὸ ἔργον. Ἐπόνεσα καὶ ὅλον τὸ διάστημα τῆς τριετίας καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν ἐν τῇ ψυχῇ μου νὰ εἶναι αἴσθημα ἀλλοῖον, μὴ ἐναντίον τῆς Δυναστείας τῆς ἐκπεσούσης, ἀπὸ τὸ αἴσθημα τὸ ὁποῖον ὑπῆρχεν ἐν τῇ καρδίᾳ οἱουδήποτε πραγματικοῦ φιλελευθέρου. (Χειροκροτήματα). Ἀλλὰ, κύριοι, ἠρχόμην τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, ὅτε ὡμίλησα ἐν Πάτραις, ἐκ τῆς Διασκέψεως τῆς Γενεύης, ὀλίγον πρὶν ἐκ τῆς Διασκέψεως τῆς Λωζάννης. Εἶμαι ἐκ τῶν ἀνθρώπων οἱ ὁποῖοι οὐδέποτε ἀφίνουν τὸν ἑαυτόν των νὰ παρασύρηται ἀπὸ αἰσθήματα εἰς τὴν πολιτικὴν Οὔτε αἰσθήματα συμπαθείας οὔτε αἰσθήματα μίσους ἢ ἀντιπαθείας ἐπηρέασαν εἰς τὴν ψυχήν μου. Καὶ ἐγνώριζον περιστατικά τινα τὰ ὁποῖα δὲν εἶχον ἀνακοινωθῇ ἐπισήμως καὶ τῶν ὁποίων ἐζήτησα τὴν ἐπίσημον διαβεβαίωσιν ἢ διάψευσιν, ὅτε ἦλθον εἰς Ἀθήνας, ἀλλὰ δὲν ἠδυνήθην νὰ τὴν λάβω. Ἐγνώριζον ἐκ μέρους γείτονος καὶ φιλικοῦ Κράτους τὸ ὁποῖον μὲ ἐνδιαφέρει ὀλιγώτερον, διότι ἔχω τὴν ἀντίληψιν ὅτι τὰ μεγάλα Κράτη δὲν εἶναι πάντοτε καὶ μεγάλοι φίλοι, ἐγνώριζον ὅτι ὑπῆρχον προειδοποιήσεις, γενόμεναι ὑπὸ τὸν τύπον — εἶναι ἀληθὲς — μηδεμιᾶς ἐπεμβάσεως, ὑπὸ τὸν τύπον φιλικῶν συνομιλιῶν, ὑπὸ τὸν τύπον φιλικῶν προειδοποιήσεων, καὶ αἱ ὁποῖαι διὰ τὴν ἰδικήν μου τοὐλάχιστον ψυχὴν ἔθετον ἐν ἀμφιβολίᾳ τὴν συνέχισιν τῆς φιλικῆς καὶ συμμαχικῆς καταστάσεως, οὐκ ὑπῆρξε πάντοτε — εἶπον φιλικῆς καὶ συμμαχικῆς καταστάσεως’ δὲν εἶπον τῆς συμμαχίας. Ἐγνώριζον ἐξ ἄλλου ὅτι ἐν Ἰταλίᾳ ὁ Μουσσολίνι εἶχεν ἀπαγγείλει λόγον τοῦ ὁποίου ἀπόσπασμα ἀνέγνωσα ἐκ νέου ὁλόκληρον, ὅτε ἀπηυθυνόμην εἰς τὸν ἐκλογικόν μου σύλλογον, εἶχον ἀπαγγείλει λόγον προτοῦ καταλάβῃ τὴν ἐξουσίαν, διὰ τοῦ ὁποίου ἰσχυρίζετο ὅτι ἡ Μακεδονία εἶναι βουλγαρικὴ κατὰ πληθυσμὸν καὶ ἡ στάσις τῆς Ἰταλίας ἀπέναντι τῆς Ἑλλάδος πρέπει νὰ εἶναι φιλοβουλγαρικὴ καὶ φιλοτουρκική. Ἐγνώριζον πρὸς τούτοις ὅτι μὴ θέλων ν’ ἀντιμετωπίσῃ τὸ ἐνδεχόμενον μιᾶς συρράξεως μετὰ τῆς Σερβίας, ἡ ὁποία θὰ ἀπῄτει διὰ τὴν καταδάμασιν τοῦ γενναίου Σερβικοῦ Στρατοῦ ἐπιστράτευσιν καθ’ ὅλην τὴν Ἰταλίαν, εἶχε θέσει ὡς πρόγραμμά του τὴν ἐπὶ πάσῃ θυσίᾳ συνεννόησιν μετὰ τῆς Σερβίας, τὴν ὁποίαν ἔπειτα καὶ κατώρθωσεν. Ὅλα ταῦτα γνωρίζων ὤφειλον νὰ εἶμαι ἐπιφυλακτικός. Θὰ ἔλεγέ τις, κύριοι δύο πράγματα. Οἱ δυναστικοὶ δεσμοὶ δὲν παίζουν κανένα ρόλον. Δεύτερον ἐὰν τὰ συμφέροντα ἑνὸς Κράτους συμπίπτουν μὲ τὰ συμφέροντα ἑνὸς ἄλλου Κράτους, ἀνεξαρτήτως τῆς μορφῆς τῆς πολιτειακῆς τὴν ὁποίαν ἔχει τὸ δεύτερον, αἱ συμμαχίαι θὰ βαδίσουν μόναι των. Τρίτον ἴσως ὅτι κανὲν Κράτος δὲν ἠμπορεῖ νὰ δώσῃ προσοχὴν εἰς τὰς ἀξιώσεις τὰς ὁποίας ἄλλα Κράτη ὑποβάλλουν ἢ εἰς τὰς παρακλήσεις ἢ τὰς συστάσεις προκειμένου περὶ τῆς ἐσωτερικῆς των διαμορφώσεως. Διεκήρυξα καὶ εἰς τὸν λόγον μου τῶν Πατρῶν ὅτι ἀληθῶς οἱ δυναστικοὶ δεσμοὶ δὲν παίζουν κανένα ρόλον. Παρήλθεν ἡ μεσαιωνικὴ ἐποχὴ κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Αὐστρία ἐθεωρεῖτο εὐτυχὴς διότι ἐπολλαπλασιάζετο διὰ τῶν ὀργάνων της. Οἱ δυναστικοὶ δεσμοὶ εἰς ἓν μόνον δύνανται νὰ χρησιμεύσουν εἰς χεῖρας δεξιοῦ Κυβερνήτου: Ἀνοίγουν ἁπλῶς τὰς θύρας πρὸς συνομιλίας καὶ θὰ ἠδυνάμην νὰ φέρω παραδείγματα δεξιωτάτης διαχειρίσεως δεσμῶν τοιούτων ἐκ μέρους τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων εἰς παλαιοτέραν ἐποχήν. Τὰ συμφέροντα; Βεβαίως τὰ συμφέροντα. Ἰδοὺ τὸ πᾶν. Ὅπως εἶπον καὶ τότε, ἔχετε Στρατὸν ἰσχυρόν; Ἔχετε Στόλον ἄξιον; Θὰ σᾶς ἐπιζητήσουν. Θὰ εὑρεθοῦν οἱ ἔχοντες ταυτόσημα συμφέροντα μὲ ὑμᾶς. Καὶ ἔχομεν πρόσφατον παράδειγμα, τὸ τοῦ 1912. Ὅτε ἔγιναν τὰ μεγάλα ἡμῶν στρατιωτικὰ γυμνάσια τοῦ 1912, ὅτε εἶδον ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς Στόλος ἠσχολεῖτο εἰς διαρκῆ γυμνάσια, ἡ Βουλγαρία, ἡ ὁποία δὲν ἤθελε νὰ ἀκούσῃ ποτὲ περὶ συμμαχίας μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ αὐτῆς, ἐπεζήτησε τὴν συμμαχίαν. Εὑρέθησαν τὰ συμφέροντά των συνταυτιζόμενα καὶ ἐπεζήτησαν αὐτοὶ τὴν συμμαχίαν. Καὶ συνέβη καὶ τοῦτο τὸ παράδοξον, ὅτι, ἐνῷ εἰς τὴν ἀρχικὴν συμμαχίαν ἔθεσαν ὡς ὅρον ὅτι δὲν θὰ ἀπετέλει περίπτωσιν, ἂν ἡ Τουρκία ἤθελεν ἐπιτεθῇ κατὰ τῆς Ἑλλάδος ἐν ᾗ περιπτώσει ἤθελε δεχθῇ τοὺς Κρῆτας βουλευτὰς ἐν τῷ Ἑλληνικῷ Κοινοβουλίῳ, μετὰ πάροδον ἐλαχίστων μηνῶν μᾶς ὤθησαν ἐκ Σόφιας νὰ δεχθῶμεν τοὺς Κρῆτας βουλευτὰς διὰ νὰ προκαλέσωμεν τὸν πόλεμον μετὰ τῆς Τουρκίας. Πρέπει νὰ εἶναι κανεὶς ἰσχυρὸς καὶ πρέπει νὰ εὑρεθοῦν τὰ συμφέροντα νὰ συνταυτισθοῦν. Ἀλλ’ ἔλεγον ἀκριβῶς εἰς τὸν ἐν Πάτραις λόγον μου ὅ,τι συνέβη μὲ τὴν Γαλλίαν, ὅτε ἔγινε Δημοκρατία, ὅπου ὑπῆρξεν ἐπ’ ἀρκετὸν χρόνον, ἐπὶ εἴκοσι περίπου ἔτη, μία ἐφεκτικότης τῶν θελόντων καὶ ἐπιθυμούντων νὰ γίνουν σύμμαχοι αὐτῆς, τῶν ἐχόντων συμφέροντα νὰ γίνουν σύμμαχοι αὐτῆς, διότι ἠγνόουν ἂν τὸ καθεστὼς αὐτῆς τὸ νέον ἦτο πάγιον. Ἂν συμβῇ, ἔλεγον, καὶ τοῦτο διὰ τὴν Ἑλλάδα, μετὰ τὰς προειδοποιήσεις αἱ ὁποῖαι ἔγιναν, ἂν συμβῇ τοῦτο, τί θὰ ἠδύνατο νὰ πράξῃ ἡ Ἑλλάς; Ἀπετάθην εἰς ἔγκυρον κατέχοντα τότε θέσιν καὶ τὸν ἠρώτησα ἁπλῶς· ἂν θὰ ἠδυνάμεθα νὰ ἀντιμετωπίσωμεν ἡμεῖς ὄχι Σερβικὴν ἐπέμβασιν— τοιοῦτόν τι δὲν εἶπον ποτέ. Θὰ ἤμην μωρὸς νὰ νομίζω ὅτι κατὰ τὸ 1922 εἶναι δυνατὸν ἓν Κράτος νὰ ἐπεμβῇ, ὅπως ἐπενέβαινεν πρὸ ἑνὸς καὶ πλέον αἰῶνος ἐναντίον τῆς Γαλλικῆς Δημοκρατίας —, ἀλλ’ ἂν ἠδυνάμεθα νὰ ἀντιμετωπίσωμεν βουλγαρικὴν καὶ τουρκικὴν ἐπίθεσιν, μενούσης ἀδρανοῦς τῆς Σερβίας. Ὅτε δὲ ἔλαβον μίαν ἀπάντησιν ἐθεώρησα καλὸν νὰ θέσω ἐνώπιον τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ τοὺς κινδύνους τοὺς ὁποίους ἔβλεπον ἀπὸ τὸ ἓν μέρος, καὶ τὸν κίνδυνον ἑνὸς ἀσυμπαθοῦς Βασιλέως—τὸ ἐτόνισα τότε— ἐπὶ τοῦ θρόνου, Βασιλέως τοῦ ὁποίου τὰ δικαιώματα βεβαιότατα ἔπρεπε νὰ περιορισθοῦν διὰ τοῦ Συντάγματος! Ἂν, κύριοι, ἐπλανήθην, εἶμαι λίαν εὐτυχὴς διότι εἶχον σύντροφον εἰς τὴν πλάνην ἐκείνην τῆς διπλωματικῆς διαγνώσεως ἄνθρωπον πολιτικὸν τοῦ ὁποίου δύνανται ἐχθροὶ καὶ φίλοι νὰ ἀνευρίσκουν ἐλαττώματα ἐν τῇ διαχειρίσει τῆς ἐσωτερικῆς πολιτικῆς, ἀλλὰ καὶ ἐχθροὶ καὶ φίλοι καὶ ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τῆς Ἑλλάδος ἀναγνωρίζουν πάντοτε τὸ διπλωματικὸν δαιμόνιον. Εἶχον ἐν τῇ πλάνῃ τῆς ἐκτιμήσεως ἐκείνης σύντροφον τὸν Ἐλευθέριον Βενιζέλον. Ἔγινε πολλὴ χρῆσις καὶ κατάχρησις τῆς λέξεως Δημοκράτης καὶ Δημοκρατία. Πολιτικῶς ἐγὼ θεωρῶ Δημοκράτην μόνον ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος δημοσίᾳ ἐξαγγέλλει τὸ πρόγραμμά του καὶ τὴν πίστιν του τὴν δημοκρατικήν, ὁ ὁποῖος ἔχεται ἀπρὶξ τῆς ἰδέας του, ὁ ὁποῖος ἀγωνίζεται διὰ νὰ τὴν ἐπιβάλῃ καὶ ὁ ὁποῖος δὲν δέχεται κανένα συμβιβασμὸν εἰς τὴν πραγματοποίησιν τῆς ἰδέας του αὐτῆς. Ψυχικῶς θὰ εὕρητε ἴσως τοὺς φανατικωτέρους μοναρχικοὺς νὰ σᾶς λέγουν «καὶ ἐγὼ εἶμαι δημοκράτης», ὅπως ἤκουσα μίαν ἡμέραν ἕνα πάμπλουτον κατηγοροῦντά με, ὅτε εἰσῆγον τὰ ἐργατικὰ νομοσχέδια, καὶ λέγοντα: «Ἐγὼ εἶμαι περισσότερον σοσιαλιστὴς ἀπὸ σᾶς, διότι ἐγὼ ἅμα χρειασθῇ θὰ τοῦ δώσω 10 δραχμάς, ἐνῷ σεῖς θὰ τοῦ δώσητε μίαν δραχμήν». Εἶναι ἀληθὲς ὅτι πολιτικῶς οὐδέποτε διεκήρυξα τὴν Δημοκρατίαν. Ἂν τὴν διεκήρυττον, θὰ ἐνέμενον εἰς αὐτήν. Ἀλλ’ εἶχον εἰπεῖ εἰς τὸ Μόναχον, ὅτε μὲ συνήντησαν δύο ἐκ τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως, ὁ κ. Καραπάνος καὶ ὁ κ. Θεοδωρόπουλος, εἶχον εἰπεῖ εἰς αὐτοὺς ὅτε μοὶ ὑπέβαλον τὴν ἰδέαν τῆς ἱδρύσεως δημοκρατικοῦ Κόμματος ἐν Ἑλλάδι: Ἔχετε ψυχὴν Ἀποστόλου; Δύνασθε νὰ κάμητε μέγα καλὸν εἰς τὸν Τόπον μας, ἀλλὰ μὴ δεχθῆτε συμβιβασμὸν εἰς τὴν ἰδέαν σας. Ἐγὼ δὲν ἔχω ψυχὴν Ἀποστόλου. Ἔχω ἐξετάσει τὴν ψυχήν μου, εἶναι ψυχὴ πολιτικοῦ. Οἱ Ἀπόστολοι εἶναι ἀνώτεροι ἀπὸ τοὺς πολιτικούς. Ἡ ψυχὴ τοῦ πολιτικοῦ εἶναι ἡ ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου ὁ ὁποῖος ὑπὸ τὰς δεδομένας συνθήκας καὶ περιστάσεις προσπαθεῖ νὰ πραγματοποιήσῃ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον νομίζει ἐπωφελέστερον διὰ τὴν Πατρίδα του. Μήπως ἄρα γε, ἐὰν ἔβλεπον, ὅπως εἶπον εἰς τὸν λόγον μου ἐν Πάτραις, ὅτι οἱ κίνδυνοι δὲν ὑφίστανται, ψυχικῶς θὰ ἤμην πάντοτε βασιλόφρων καὶ ἀντιδημοκράτης, ὅπως μὲ κατηγόρησεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀθηνῶν πληρεξούσιος; Ἀλλὰ θὰ ἐνθυμῆται, πιστεύω, ὅτι μετὰ τὴν πρώτην σύρραξιν μετὰ τοῦ Βασιλέως Κωνσταντίνου καὶ ἰδίᾳ μετὰ τὴν πρώτην συνομιλίαν τὴν ὁποίαν ἔσχον μετ’ αὐτοῦ, ὅτε μᾶς ἐδέχθη ὅλους τοὺς ἀποπεμφθέντας ὑπ’ αὐτοῦ Ὑπουργούς, εὐσχήμως τότε ἀποπεμφθέντας, τὴν πρώτην φορὰν καὶ κατὰ τὴν ὁποίαν μοὶ ἀνέφερε τοῦτο καὶ ἔσπευσα νὰ τὸ εἴπω ἀμέσως εἰς τὸν Βενιζέλον, ὅτι «ἔδωκε τὴν ὑπόσχεσίν του εἰς τὸν Κάϊζερ καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξέλθῃ ἐκ τῆς οὐδετερότητος». Μετέβην εἰς τὸν κ. Βενιζέλον, ὁ ὁποῖος ἀκόμη τότε ἔπλαττεν ἐλπίδας ὅτι θὰ πεισθῇ ὁ Κωνσταντῖνος νὰ ἐξέλθῃ, καὶ τῷ εἶπον· Μὴ πλανᾶσθε· ὁ λόγος τὸν ὁποῖον ἔδωκεν ὁ Κωνσταντῖνος εἰς τὸν Κάϊζερ εἶναι ὁ λόγος τοῦ συναφιοῦ τοῦ βασιλικοῦ καὶ αὐτὸς θὰ ἐπικρατήσῃ. Δὲν τὸ εἶπον δὲ μόνον εἰς τέσσαρας τοίχους καὶ μεταξὺ δύο προσώπων. Μετέβην ἀμέσως εἰς τὰς Πάτρας, καὶ ἐδημοσιεύθη ὁ λόγος μου καὶ εἶπον ὅτι δὲν ἀκολουθεῖται ἡ πρέπουσα ἐθνικὴ πολιτική. Εἶπον ὅτι οἱ Σέρβοι ἠκολούθησαν ἐθνικὴν πολιτικὴν ἀφ’ ἧς ἐγκατέστησαν Δυναστείαν δυναμένην νὰ ἐνστερνισθῇ τὰ ἰδεώδη των. Καὶ θὰ ἐνθυμῆται τοῦτο ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀθηνῶν συνάδελφος, ὅτι ὀλίγας ἡμέρας μετὰ ταῦτα, εἰς πρόγευμα, ὅπου παρίστατο καὶ ἄλλος δημοκράτης, ὁ Κωνσταντῖνος Μελᾶς, τοῖς ὡμίλησα πρῶτος περὶ τούτου, ὅτι εἶναι ἀνάγκη ἡ σύρραξις εἰς τὴν ὁποίαν ἤδη ἀγόμεθα μὲ τὸν Κωνσταντῖνον νὰ τελειώσῃ διὰ τῆς ἐγκαθιδρύσεως τῆς Δημοκρατίας εἰς τὴν Ἑλλάδα. Ὁ κ. Χατζηκυριάκος δύναται νὰ τὸ βεβαιώσῃ.
§16ΑΛ. ΧΑΤΖΗΚΥΡΙΑΚΟΣ. Διὰ τοῦτο παρεξενεύθην.
§17ΑΝΔ. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τοῦτο παρεξενεύθητε. Διότι, ἀξιότιμε κ. συνάδελφε, καὶ ἐν Θεσσαλονίκῃ τοῦτο ὑπεστήριξα, ὄχι πολιτικῶς, ἐπιαλαμβάνω. Θὰ τὸ ὑπεστήριζον πολιτικῶς, ἂν ἠδυνάμην πολιτικῶς νὰ τὸ ὑποστηρίξω, ἀλλ’ ὁσάκις μοὶ ἐδίδετο εὐκαιρία νὰ ὁμιλήσω μὲ τὸν τότε διευθύνοντα τὰς τύχας καὶ τοῦ κινήματος καὶ τῆς Ἑλλάδος ὑπεστήριζον ὅτι τοῦτο ἦτο τὸ συμφέρον εἰς τὴν Πατρίδα. Εἴκοσι τέσσαρα Κράτη θὰ μᾶς ἀνεγνώριζον ἀμέσως διὰ τῆς ὑπογραφῆς των καὶ ἡ ὑπογραφὴ τῆς Συνθήκης τῶν Σεβρῶν θὰ ἦτο ὑπογραφὴ τῆς Ἑλληνικῆς Δημοκρατίας. Ὑπάρχει λόγος λοιπὸν κανεὶς νὰ ἔχητε ὑποθέσει ὅτι, ἂν ἔβλεπον πραγματικῶς ὅτι οἱ κίνδυνοι ἐξέλειπον, ὅτι θὰ ἐπέμενον ὅπως μὲ εἴδετε ἐδῶ νὰ εἶμαι βασιλόφρων; Καὶ ἐγένετο ἡ σχετικὴ βολιδοσκόπησις ἀπὸ τὸν κ. Βενιζέλον, ὅτε ἀπεφάσισε νὰ ἔλθῃ εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ ἐλήφθη ἡ ἀπάντησις ὅτι δὲν πρέπει νὰ φοβώμεθα τοὺς κινδύνους τούτους, ὅτι αἱ προειδοποιήσεις αἱ ὁποῖαι εἶχον γίνει—καὶ τὰς ὁποίας δύνασθε νὰ μάθητε ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν— αἴρονται ἀφ’ ἧς αὐτὸς ἀπεφάσιζε νὰ ἔλθῃ εἰς τὴν Ἑλλάδα. Ὁ ἀξιότιμος φίλος μου ἐξ Εὐρυτανίας πολιτευτὴς καὶ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως θὰ ἐνθυμῆται ἴσως ὅτι, ὅτε τὴν ἑπομένην τῆς ἀφίξεώς του συνηντήσαμεν τὸν κ. Βενιζέλον, ὁ ὁποῖος μᾶς ἀφηγεῖτο μέρος τῶν συνομιλιῶν του, ἐνέμεινα ἰδιαιτέρως ὄχι εἰς τὸ τί εἶπεν ἡ Ρουμανία, ὄχι εἰς τὸ τί εἶπε ἡ Ἀγγλία, ὄχι εἰς τὸ τί εἶπεν ἡ Γαλλία ἀλλ’ εἰς τὸ τί εἶπε τὸ μόνον Κράτος μετὰ τοῦ ὁποίου ἔχομεν κοινοὺς ἀγῶνας καὶ μετὰ τοῦ ὁποίου ἔχομεν μίαν συμμαχικὴν συνθήκην, εἰς τὰς διαθέσεις τῆς Σερβίας. Καὶ ὅτε ἔλαβον τὴν ἀπάντησιν ὅτι καὶ ἐπίσημοι διαβεβαιώσεις ἐδόθησαν εἰς τὸν κ. Βενιζέλον, ὅτι ἡ κατάστασις ἡ συμμαχικὴ οἵα ὑφίστατο μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης θὰ ἐξηκολούθει νὰ ὑφίσταται, ἂν ἡ Ἑλλὰς ἐγκαθίδρυε τὴν Δημοκρατίαν, ἔφυγε καὶ ὁ τελευταῖος πλέον δισταγμὸς ἀπὸ τὴν ψυχήν μου. (Χειροκροτήματα). Καὶ διὰ τοῦτο συμμετέσχον εἰς τὸν σχηματισμὸν τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης. Θὰ μοὶ εἴπητε, κύριοι, ὅτι πλανῶμαι, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπῆρχον κίνδυνοι οἱ ὁποῖοι ἤρθησαν μόνον καὶ μόνον διότι ἀπεφάσισε νὰ ἐπεμβῇ εἰς τὴν διαρρύθμισιν τῶν πολιτικῶν πραγμάτων τῆς Ἑλληνικῆς Πατρίδος ἓν πρόσωπον. Ὄχι, κύριοι· εἶναι τὸ πρᾶγμα ἀληθές. Εἶναι δυστύχημα διὰ τὴν Ἑλλάδα ὅτι κρίνονται αἱ τύχαι αὐτῆς ἀπὸ τὴν ὕπαρξιν ἢ τὴν ἐνέργειαν ἑνὸς προσώπου, ἀλλὰ θὰ ἦτο μεγαλύτερον δυστύχημα, ἐὰν δὲν ὑπῆρχε καὶ τὸ πρόσωπον αὐτό. (Χειροκροτήματα). Πρῶτον διότι τὰ πρόσωπα ἐμπνέουν τὴν ἐμπιστοσύνην ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ καθιερωθῇ πραγματικῶς ἓν καθεστὼς πολιτικὸν πάγιον. Ὄχι δὲ μόνον ὑπάρχει ἡ ἐμπιστοσύνη περὶ τὸ πρόσωπον, ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ ἡ πεῖρα διὰ τῶν πραγμάτων, ἡ ἀπόδειξις διὰ τὸν κ. Βενιζέλον ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ὀργανώνῃ Πολιτείας. Θὰ ἠδύνατό τις νὰ μοὶ εἴπῃ, κατὰ τὴν ἀντίληψίν του: Ἐὰν ὑποτεθῇ αὔριον ὅτι ἐκλείπει ὁ κ. Βενιζέλος, θὰ ὑπάρξουν καὶ οἱ κίνδυνοι; Ὄχι, κύριοι. Τοιαύτην μωρίαν δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν ποτὲ νὰ ἔχω. Εἴμεθα εὐγνώμονες πρὸς τὸν κ. Βενιζέλον, διότι εἰπὼν ὅτι θὰ ἐπιστρέψῃ εἰς τὴν Ἑλλάδα ἦρε τοὺς δισταγμοὺς οἱ ὁποῖοι ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπάρχουν εἰς Κράτη φιλίως διακείμενα πρὸς ἡμᾶς. Ἀλλ’ ἔχω στερρὰν τὴν πεποίθησιν ὅτι ἐξαρτᾶται ἀπὸ ἡμᾶς τοὺς ὑπολοίπους, ἐὰν θελήσῃ ἐκεῖνος ὁριστικῶς νὰ ἀποχωρήσῃ τῆς Ἀρχῆς, νὰ διατηρήσωμεν καὶ νὰ στερεώσωμεν ἀκόμη περισσότερον τοὺς δεσμοὺς οἱ ὁποῖοι μᾶς συνδέουν μὲ τὰ Ἔθνη ταῦτα. Δὲν ὑποθέτω ὅτι ἐδόθη ἀπὸ κανένα ἐξ ὑμῶν ἡ ἑρμηνεία εἰς τὰς σκέψεις μου ὅτι νομίζω ὅτι τὸ ἅπαντον τῆς Ἑλλάδος ἐξαρτᾶται μόνον ἀπὸ τὸν κ. Βενιζέλον. Ἐτόνισα τοῦτο—διότι πρέπει ν’ ἀναγνωρίζωμεν τὰς ὑπηρεσίας, καὶ ἂν ἀκόμη νομίζωμεν ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι ὀλίγον ἐπηρεαστικαὶ καὶ ἐπιβλαβεῖς εἰς τὰς σκέψεις ἡμῶν,—ὅτι ἡ ὑπηρεσία τὴν ὁποίαν διὰ τὴν μέλλουσαν Ἑλληνικὴν Δημοκρατίαν προσήνεγκεν, ἐπεμβὰς καὶ κατορθώσας ὥστε νὰ ἀρθῶσιν ἀπὸ τοῦ μέσου αἱ ὑπόνοιαι διὰ νὰ στερεωθῇ τὸ καθεστώς, ὑπῆρξε πολύτιμος, πολυτιμοτάτη. Ἐκλιπόντων ὅμως κατὰ συνέπειαν τῶν ἐξωτερικῶν κινδύνων, ἐγὼ ὁ ὁποῖος ἔχω τὸ ἀτύχημα νὰ μὴ ἐνθουσιάζωμαι ἁπλῶς ἀπὸ τὴν ἰδέαν ἑνὸς πολιτεύματος, ἀλλὰ νὰ θεωρῶ ἐκ τοῦ σύνεγγυς τὰ πράγματα, τίθεμαι ἐνώπιον τριῶν λύσεων. Πρώτη λύσις ἡ ὑποστηριζομένη ὑπὸ τῶν ἔξω τῆς αἰθούσης ταύτης πολιτικῶν κατὰ τὸ πλεῖστον: ἡ ἐπάνοδος τῆς αὐτῆς Δυναστείας. Δευτέρα λύσις: νέα Δυναστεία. Τρίτη λύσις: Δημοκρατία. Εἶπον καὶ ἄλλοτε, κύριοι, ὅτι νομίζω ὅτι ἡ πολιτικὴ δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ ἡ τέχνη τοῦ μὴ χείρονος. Ἂς ἐξετάσωμεν ἑκάστην ἐκ τῶν λύσεων τούτων. Εἶναι δυνατὴ ἡ ἐπάνοδος τῆς αὐτῆς Δυναστείας; Ποίας ἐκδηλώσεις καὶ ποίας πραγματικὰς καταστάσεις ἔχομεν; Ἔχομεν πρῶτον τὸ κίνημα τῆς 17ης Δεκεμβρίου τοῦ Στρατοῦ καὶ τοῦ Στόλου. Ἂς ἐξετάσωμεν τὸ κίνημα τοῦτο. Εἶπον τινὲς ὅτι τὸ κίνημα τοῦτο ὑπῆρξε περιορισμὸς τῆς κυριαρχίας τῆς Συνελεύσεως. Εἶπον ἄλλοι ὅτι τὸ κίνημα τοῦτο ὑπῆρξε μία περιφρόνησις πρὸς τὴν μέλλουσαν ἐκδήλωσιν τῶν θελήσεων τῆς Συνελεύσεως. Κύριοι, ἂν ἡ ἐκδήλωσις ἐκείνη κατέληγεν εἰς τὴν ἀποδοχὴν καὶ εἰς τὴν πραγματοποίησιν ἀμέσως τῶν αἰτημάτων τοῦ Στρατοῦ καὶ τοῦ Στόλου, ἡ Ἐθνοσυνέλευσις βεβαίως δὲν θὰ ἦτο πλέον κυρίαρχον Σῶμα. Θὰ ἦτο κατὰ θεωρίαν κυρίαρχον. Ἀλλὰ κυρίαρχον Σῶμα ἀπὸ τοῦ ὁποίου λείπει ἡ ἀρχή, ἡ ἰσχύς, ἡ δύναμις τοῦ πραγματοποιεῖν τὰς ἀποφάσεις του εἶναι σῶμα ἄνευ ψυχῆς. Ἀλλ’ οἱ ἀξιωματικοὶ οἱ ὁποῖοι ὑπέβαλον τὸ αἴτημα συνοδευόμενον μετ’ αἰτιολογητικοῦ κατηγορητηρίου περὶ ἐκπτώσεως τῆς Δυναστείας ἠρκέσθησαν εἰς ἐκείνην τοὐλάχιστον τὴν στιγμὴν εἰς τὴν ἀπάντησιν ἡ ὁποία, συζευχθείσης καὶ πάλιν τῆς Ἐπαναστάσεως μετὰ τῆς νομιμότητος, ἐδόθη εἰς αὐτὴν ἀπὸ τὴν τότε Κυβέρνησιν. Ζητεῖτε τὴν ἔκπτωσιν τοῦ ἡγεμόνος; Τὸν στέλλομεν προσωρινῶς εἰς ἄδειαν. Κατὰ συνέπειαν δύνασθε νὰ εἴπητε ὅτι ἦτο κίνημα ἀντιπειθαρχικόν, ἀντικανονικόν, παράνομον, ἀλλὰ δὲν δύνασθε νὰ εἴπητε ὅτι κατέλυε τὴν κυριαρχίαν τῆς Συνελεύσεως, ἀφοῦ ἡ Συνέλευσις εἶναι κυρίαρχος νὰ πράξῃ ὅ,τι θέλει. Ἀντικανονικόν; Ἀλλὰ ποῖος εἶναι δυνατὸν νὰ σκεφθῇ ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ζητηθῇ λόγος διὰ τοιοῦτον κίνημα; Παράνομον; Ἔλεγον εἴς τινα τῶν ἔξω τῆς Βουλῆς ἀντιπάλων ἡμῶν ὅτι ἡ πολιτικὴ ἐπιστήμη ἔχει εὕρει πολλὰ πράγματα, ἔχει κάμει θαυμασίας προόδους, ἀλλὰ μέχρι τοῦδε δὲν κατώρθωσε νὰ εὕρῃ ἓν δικαστήριον τῶν ἁγίων Πάντων, εἰς τὸ ὁποῖον νὰ καταφεύγῃ κανεὶς διὰ νὰ ἀκυρώνῃ παρανόμους πολιτικὰς πράξεις ἐπιφερούσας ἀποτελέσματα. Ἂς ἐξετάσωμεν ἐν τῇ οὐσίᾳ αὐτοῦ τί ἦτο τὸ κίνημα. Ἡ ἐκδήλωσις ἐκείνη ἦτο, τοὐλάχιστον κατ’ ἐμέ, ἐκδήλωσις τῆς ἐπιθυμίας καὶ τῆς ἀποφάσεως τοῦ ἐνόπλου Λαοῦ τοῦ Στρατοῦ καὶ τοῦ Στόλου ὅτι δὲν δέχονται ὡς ἡγεμόνα τὸν Γεώργιον διὰ τὸ μέλλον. Καὶ ἐρωτῶ ἐγώ, ὁ ὁποῖος θέλω νὰ κρίνω ποῖον εἶναι τὸ μὴ χειρότερον, τίνος εἴδους Σύνταγμα θὰ ἦτο αὐτὸ τὸ ὁποῖον θὰ ἀνέγραφε τὴν ἀρχὴν ὅτι ὁ Βασιλεὺς ἄρχει τῶν κατὰ γῆν καὶ θάλασσαν δυνάμεων, καθ’ ἣν ὥραν αἱ κατὰ γῆν καὶ θάλασσαν δυνάμεις ἀπωθοῦν, ἀπελαύνουν τὸν Βασιλέα των; (Χειροκροτήματα). Δύνανται νὰ λέγωσιν ὅσοι εἶναι ἔξω τῆς αἰθούσης ταύτης: «Δὲν πρέπει νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν τὰς ἐκδηλώσεις ὀλίγων ἀξιωματικῶν»—ἀδιάφορον ἂν λέγουν ὅτι εἶναι ὀλίγοι οἱ ὁποῖοι ἄγουν τοὺς πολλούς· τοῦτο γίνεται πάντοτε, οἱ ὀλίγοι ἄγουν τοὺς πολλούς, —«νὰ παρίδητε, λέγουν, τὴν ἐκδήλωσιν ταύτην». Ὅτε βλέπω ὅτι εἰς Κράτη προηγμένα οἱ Πρωθυπουργοὶ ἔρχονται εἰς συνεννοήσεις μὲ ὁμάδας ἐργατῶν, μὲ ὁμάδας ἀνθρακωρύχων καὶ ὑποβάλλονται εἰς πολιτικὰς θυσίας, διότι αἱ ὁμάδες ἐκεῖναι δὲν δέχονται ἐπὶ κεφαλῆς των ἓν πρόσωπον, ὅτε βλέπω ὅτι αἱ τοιαῦται θυσίαι χάριν τῆς ἀκεραιότητος τῆς πολιτικῆς τῆς Χώρας γίνονται διὰ τοὺς ἁπλοῦς ἐργάτας, ἔ, θὰ ἦτο πολιτικὴ σκέψις νὰ ἔλεγον ἐγὼ ἢ οἱοσδήποτε ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται νὰ γίνῃ ὑποχώρησις εἰς τοὺς ἐργάτας τῆς τιμῆς καὶ τῆς δόξης καὶ τοῦ μεγαλείου τῆς Ἑλλάδος; (Χειροκροτήματα). Ἰδοὺ πῶς ἀντιλαμβάνομαι ἐγώ, κύριοι, ἀπὸ πολιτικῆς ἀπόψεως καὶ ἀπὸ πραγματικῆς, ὄχι ἀπὸ νομικῆς ἢ θεωρητικῆς ἐξετάσεως τὴν ἐκδήλωσιν τῆς 16ης Δεκεμβρίου καὶ διὰ τοῦτο λέγω ὅτι θὰ παρέβλεπε τὴν πραγματικότητα ὁ πολιτικὸς ὁ ὁποῖος μετὰ τὴν ἐκδήλωσιν ἐκείνην ἦτο δυνατὸν ν’ ἀδιαφορήσῃ πρὸς αὐτήν. Καὶ ἐρωτῶ ἐπίσης ἐμαυτόν, ἵνα σχηματίσω τὰς πεποιθήσεις μου: Ὑποθέσατε ὅτι ἐπανέρχεται ὁ ἐξωσθεὶς ἡγεμών. Ποία θὰ ἦτο ἡ θέσις του ἀπέναντι τοῦ Λαοῦ; Θὰ εἴχομεν μίαν μερίδα τοῦ Λαοῦ ἡ ὁποία ὡς κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς 1 Νοεμβρίου 1920, ὁπότε εἶχε περισταλῆ εἰς τὸ κατώτατον δυνατὸν ὅριον ἀπὸ μίαν ἀπαισίαν προπαγάνδαν, θὰ παρουσίαζε τὰ 46, 48 ἢ κατ’ ἄλλους 50 ἑκατοστὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ κατ’ αὐτοῦ. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι βασιλεὺς τῶν Ἑλλήνων ὁ ἔχων ἀναμφισβητήτως κεκηρυγμένον τὸ ἥμισυ τοῦ Λαοῦ ἐναντίον του; Ἐνθυμοῦμαι, κύριοι, ὅτι, ὅτε πρὸ 150 περίπου ἐτῶν εἰς ἀντικοινοβουλευτικὰς ἐνεργείας τοῦ τότε Ἄγγλου βασιλέως ἐγένοντο ὁμαδικαὶ διαμαρτυρίαι, εὑρέθη εἰς τὴν Βουλὴν εἷς συνταγματάρχης, Μπουρέ, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ὁ ὁποῖος προεῖπε κακὰ διὰ τὸν Ἀγγλικὸν θρόνον. Τὰ κακὰ ἐκεῖνα δὲν ἐπραγματοποιήθησαν ἐπὶ τῆς κεφαλῆς τοῦ τότε ἡγεμόνος, ἀλλ’ ἐπραγματοποιήθησαν διὰ τὴν Βρεττανικὴν Αὐτοκρατορίαν, διότι χάρις εἰς τὴν ἀντικοινοβουλευτικὴν στάσιν αὐτοῦ ἀπωλέσθη ὁ ἀδάμας τῆς ἀποικίας τῆς Ἀμερικῆς. Τοῦτο συνέβη καὶ κατὰ τὸ 1920–1922. Δὲν ἐξέσπασεν ἐπὶ τῆς κεφαλῆς τοῦ ἡγεμόνος ἡ ἔχθρα μιᾶς μερίδος, ἐξέσπασεν ὅμως ἐπὶ τῆς κεφαλῆς τῆς Ἑλλάδος, ἡ ὁποία ἀπώλεσε τὸν ἀδάμαντα τῆς Μικρᾶς Ἀσίας καὶ τῆς Θράκης. Οὕτως, ἀφοῦ ἐστάθμισα κατ’ ἐμαυτὸν τοὺς κινδύνους, εὑρίσκω ὅτι ὁ κίνδυνος ἐκ τῆς ἐπιστροφῆς τοῦ βασιλέως θὰ ἦτο ἀφαντάστως ὀξύτερος καὶ μεγαλύτερος ἀπὸ οἱανδήποτε λύσιν. Κατηγορήθην ὅτι ἤμην μοναρχικὸς πρὸ τῶν ἐκλογῶν καὶ ὅτι τώρα μετέβαλον γνώμην καὶ ἔγινα δημοκρατικός. Ἀλλ’ ἐγὼ μόνον ὡς ὀλιγώτερον ἀναγκαῖον κακὸν ἐδέχθην τότε τὴν μὴ μεταβολὴν τοῦ καθεστῶτος. Ὅτε ὡμίλησα περὶ τῆς Δημοκρατίας, εἶπον ὅτι «οὐδεὶς δύναται νὰ κατακρίνῃ τὴν στάσιν τῶν ὀλίγων εὐθαρσῶν ἀποστόλων τῆς δημοκρατικῆς ἰδέας, ἰδίᾳ παρ’ ἡμῖν, ἀφοῦ ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς ἀπὸ μακροτάτης ἀρχαιότητος εἶχε δημοκρατικὰς παραδόσεις». Ἀπομένει λοιπὸν μία καὶ μόνη λύσις: Ἡ λύσις τῆς ἐγκαθιδρύσεως τῆς Δημοκρατίας. (Χειροκροτήματα). Ἂς ἐξετάσωμεν τώρα κατὰ τίνα τρόπον πρέπει νὰ τὴν ἐγκαθιδρύσωμεν, κατὰ τίνα τρόπον νὰ τὴν στερεώσωμεν. Εἶναι γνωσταὶ αἱ μέθοδοι τὰς ὁποίας ἐξήγγειλαν αἱ διάφοροι ἀποχρώσεις. Ἠκούσθη ὅτι ἡ Συνέλευσις αὕτη εἶναι Σῶμα κυρίαρχον καὶ ὡς τοιοῦτον δύναται καὶ τὴν Δυναστείαν νὰ καταρρίψῃ καὶ τὴν Δημοκρατίαν νὰ καθιερώσῃ. Περὶ τούτου δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ καμμία ἀπολύτως ἀμφιβολία. Ἀλλ’ ἡ παροῦσα Ἐθνικὴ Συνέλευσις εἶναι ἀπολύτως κυρίαρχον Σῶμα, δὲν ἔχει ἀνάγκην νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν της, κατὰ τὰ διδασκόμενα περὶ τοιούτων Σωμάτων, τὴν ἐντολὴν τῶν ἐκλογέων καὶ νὰ ἐξετάσῃ ἂν εἶναι σύμφωνος ἢ ὄχι. Ἀκόμη περισσότερον δύναται καὶ παρὰ τὴν δοθεῖσαν ἐντολὴν τῶν ἐκλογέων νὰ ρυθμίσῃ τὰ πράγματα τῆς Χώρας. Ἀλλ’ ἂν ἤθελε νὰ ἔχῃ δεδομένα θὰ ἦτο πρόχειρον νὰ τὰ εὕρωμεν εἰς τὸν Τόπον μὲ τὸν ὁποῖον ὁμοιάζομεν πολὺ καὶ κατὰ τὰ προτερήματα καὶ κατὰ τὰ ἐλαττώματα, εἰς τὴν Γαλλίαν. Ἡ Ἐθνοσυνέλευσις τοῦ 1870 ἐξελέγη μόνον ὡς Ἐθνικὴ Συνέλευσις διὰ τὴν σύναψιν τῆς εἰρήνης. Τὸ γνωρίζετε ὅλοι αὐτό. Μετέβαλεν ἑαυτὴν εἰς Συντακτικὴν Συνέλευσιν. Ἐφώναζον οἱ ἔξω αὐτῆς ὅτι αὐτὸ εἶναι παράνομον, ἀλλὰ δὲν διενοήθη κανεὶς νὰ καταφύγῃ εἰς κανὲν δικαστήριον διὰ νὰ κηρύξῃ ἄκυρον τὴν πρᾶξιν ταύτην. Ἐκήρυξεν ἑαυτὴν Συντακτικὴν Συνέλευσιν. Ἀπετελεῖτο κατὰ πλειονοψηφίαν ἀπὸ μοναρχικούς. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἦτο πρὸς τιμὴν τῆς Γαλλίας ἦτο ὅτι μετὰ τὴν συμφορὰν τὴν ἐπελθοῦσαν ἐν τῷ πολέμῳ ἠριθμοῦντο μόλις εἰς τοὺς δακτύλους τῆς μιᾶς χειρὸς ὅσοι εἶχον ἀπομείνει Βοναπαρτικοί. Δὲν δυνάμεθα δυστυχῶς νὰ εἴπωμεν ὅτι ἡ συμφορὰ εἶχε τὰ ἴδια ἀποτελέσματα καὶ ἐδῶ. Ἔξω τῆς αἰθούσης ἡ πλειονοψηφία ἦτο μοναρχική. Μοναρχικὸς ἦτο καὶ ὁ Θιέρσος, ἡ μεγάλη ἐκείνη φυσιογνωμία ἥτις ἐξελέγη εἰς ὑπερείκοσι διαμερίσματα. Καὶ οἱ μοναρχικοὶ παρὰ τὴν ἐντολὴν τοῦ Λαοῦ ἐψήφιζον ὑπὲρ τῆς Δημοκρατίας. Καὶ πρῶτος ὁ Θιέρσος ἔγινε δημοκρατικός, εἰπὼν ὅτι εὑρίσκει ὅτι ἡ Δημοκρατία εἶνε τὸ πολίτευμα τὸ ὁποῖον θὰ διαιρῇ ὀλιγώτερον παντὸς ἄλλου τοὺς Γάλλους εἰς τὸ μέλλον. Ἀπεβλήθη ἡ ἀντίληψις ὅτι δὲν κυβερνᾷ κανεὶς κατόπιν ἐντολῆς τοῦ Λαοῦ, κατόπιν τῆς θελήσεως τοῦ Λαοῦ, ἀλλὰ μετὰ τῆς θελήσεως τοῦ Λαοῦ καὶ τῆς διαρκοῦς θελήσεώς του. Ἐπεκράτησεν ὅμως ἡ ἀρχὴ ὅτι δὲν δύναται ἓν κόμμα νὰ κυβερνήσῃ, ἐὰν δὲν θέσῃ πρὸ τοῦ Λαοῦ ὡρισμένα ζητήματα. Εἶναι τόσον βέβαιον, κύριοι, τοῦτο ὥστε θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀναγνώσω τρεῖς μόνον στίχους ἀπὸ ἕν βιβλίον Ἑλληνικὸν (Ἀναγινώσκει): «Φυσικὴ συνέπεια ὅτι ἐπὶ ζητημάτων ἐξαιρετικῆς σοβαρότητος πρέπει νὰ ἐρωτηθῇ ὁ Λαὸς διὰ δημοψηφίσματος». Ὁ ἐκφράζων τὴν γνώμην ταύτην εἶναι ὁ ἐπιστημονικώτατα μορφωμένος συνάδελφος κ. Παπαναστασίου, εἰς τὸ βιβλίον του περὶ Δημοκρατίας καὶ ἐκλογικοῦ συστήματος. Σᾶς ἐρωτῶ, κύριοι: Εἶναι μέτρον ἐξαιρετικῆς σοβαρότητος ἡ ἔκπτωσις μιᾶς Δυναστείας ἢ ὄχι; (Θόρυβος ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).
§18Ν. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ μεγαλυτέρα ἐθνικὴ καταστροφὴ ἐπῆλθεν ἀπὸ τὴν Δυναστείαν.
§19Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Λέγων λοιπὸν ὅτι θὰ δώσω τὴν ψῆφόν μου ὑπὲρ τῆς Κυβερνήσεως, ἐφόσον δὲν ἀπομακρυνθῇ ἀπὸ τὰς προγραμματικὰς δηλώσεις τῆς προηγουμένης Κυβερνήσεως, δὲν ἐννοῶ ὅτι εἶμαι νομικῶς δεσμευμένος νὰ τὸ πράξω. Ἀλλ’ ἐννοῶ τοῦτο: Ὅτι ἐφόσον δὲν ὑπάρξουν λόγοι νέοι πείθοντές με ὅτι ὑπάρχει τις κίνδυνος παμμέγιστος ὁ ὁποῖος ἐπιβάλλει τὴν ἄμεσον λῆψιν ἀποφάσεων ἐννοῶ νὰ κρατήσω δι’ ἐμαυτὸν τὴν ἀρχὴν ὅτι πρέπει νὰ εἶμαι σύμφωνος μὲ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εἶπον, ὅτε ἔλαβον τὴν ψῆφον τῶν ἐκλογέων, διὰ μέσου τῶν ὁποίων ἀπετάθην πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν Λαὸν καὶ ἐννοῶ νὰ εἶμαι σύμφωνος πρὸς ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐδέχθην ὅτε μετέσχον τῆς προηγουμένης Κυβερνήσεως, ἐννοῶ νὰ εἶμαι σύμφωνος πρὸς ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον κατὰ τὴν ἐμὴν ἀντίληψιν εἶναι τὸ κανονικώτερον. Ὅσοι νομίζουν ὅτι τὸ μέτρον δὲν εἶναι ἐξαιρετικῆς σοβαρότητος, ὅσοι νομίζουν ὅτι ἔχουν εἰδικὴν ἐντολὴν ἐπὶ τούτου δύνανται νὰ πράξουν τὸ ἀντίθετον. Ἐξηγῶ τὴν ἐμὴν στάσιν χωρὶς νὰ θέλω νὰ ἐπηρεάσω κανένα. Ἐγὼ εἶπον εἰς τοὺς ἐκλογεῖς μου, ὅτε μὲ ἐξέλεξαν, ὅτι, ἐὰν ἴδω ὅτι δὲν ὑπάρχουν οἱ ἐξωτερικοὶ κίνδυνοι τοὺς ὁποίους ὑποπτεύομαι, θὰ ἐπανέλθω ἐνώπιον αὐτῶν διὰ νὰ τοῖς εἴπω ὅτι οἱ κίνδυνοι αὐτοὶ δὲν ὑπάρχουν καὶ θὰ ζητήσω τὴν γνώμην των ὁμαλῶς, τὸ ὁποῖον σημαίνει δημοψήφισμα, ἵνα γίνῃ ἡ μεταβολὴ τὴν ὁποίαν ἐπιζητοῦμεν. Ὑπάρχει ὅμως μία μερὶς συναδέλφων λεγόντων: «Ἔχομεν ἐκδεδηλωμένην τὴν θέλησιν τοῦ Λαοῦ πρὸς τοῦτο». Ἂς ἴδωμεν εἰς τί συνίσταται ἡ θέλησις αὕτη τοῦ Λαοῦ. Μία μερὶς Λαοῦ εἶναι ἀδιαφιλονικήτως ὑπὲρ τοῦ καθεστῶτος. Περὶ αὐτοῦ δὲν ὑπάρχει ἀμφισβήτησις. Πόσους ἀντιπροσωπεύει αὕτη: Ἐὰν ἐρωτήσητε τοὺς πλέον ἀμερολήπτους ἐκ τῶν ἀποσχόντων, θὰ σᾶς ὁμολογήσουν ὅτι τὸ κόλπον τῆς ἀποχῆς ἀπέτυχεν, ὅτι ὁ Λαὸς δὲν τοὺς ἠκολούθησεν οὔτε κατὰ 30%. Βεβαίως ὑπάρχουν πολλοὶ ἐξ αὐτῶν οἱ ὁποῖοι λέγουν ὅτι ἔχουσι τὰ 80% μαζύ των, ἀλλ’ οἱ εἰλικρινέστεροι δὲν ἀποκρύπτουν ὅτι ἀπέτυχε τὸ μέτρον τῆς ἀποχῆς.
§20Θ. ΣΟΦΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Καὶ τὰ ἀποτελέσματα τῶν ἐκλογῶν ἐπιβεβαιοῦσιν αὐτό.
§21Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ τὰ ἀποτελέσματα τῶν ἐκλογῶν, ὅπως βεβαιοῖ ἐν τῇ ἐπισημότητι τῆς Ἀρχῆς ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀποδεικνύουσι τὴν ἀλήθειαν τῶν λόγων μου. Ἔχομεν ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος μίαν συναφῆ πλειοψηφίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ, ἡ ὁποία ἐδέχθη εἴτε ἀπ’ εὐθείας εἴτε ὑπὸ τὴν διδασκαλίαν τῶν Φιλελευθέρων δημοκρατικῶν, εἴτε ὑπὸ τὰς ἐπιφυλάξεις τῶν συντηρητικῶν λεγομένων Φιλελευθέρων, ὅτι δύναται νὰ γίνῃ μεταβολὴ δυναστική. Ἀλλὰ, κύριοι, ἐρωτᾶται τώρα: Πόσοι εἶναι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἔθεσαν ἐνώπιον τῶν ἐκλογέων των τὸ ἐρώτημα ἂν ἡ μεταβολὴ αὕτη πρέπει νὰ γίνῃ ἀπὸ τὸ κυρίαρχον Σῶμα, ὅπως νομίμως, δικαιοῦται, ἢ κατόπιν ἐρωτήματος τοῦ Λαοῦ, ὅπως ἡ Κυβέρνησις φρονεῖ: Δὲν γνωρίζω, κύριοι, τὰ προγράμματα τῶν ὑποψηφίων ὅλων τῶν νομῶν. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον γνωρίζω εἶναι ὅτι ἐν Πάτραις, ὅπου κατηρτίσθη Φιλελεύθερος δημοκρατικὸς συνδυασμός, ἐτέθη ἀληθῶς καθαρὰ τὸ ζήτημα εἰς τὸν Λαὸν ὑπὸ τῶν πολεμησάντων τὸν ἡμέτερον συνδυασμόν. Καὶ δυστυχῶς ὁ Λαὸς τῶν Πατρῶν δὲν ἔδωκε τὴν ἐντολὴν εἰς οὐδένα τῶν ὑποψηφίων τῶν οὕτω καθαρῶς θεσάντων τὸ ζήτημα. Ἔτυχε κατὰ σύμπτωσιν ν’ ἴδω δηλώσεις τοῦ τότε ἀρχηγοῦ τοῦ Συνδυασμοῦ Θεσσαλονίκης, ἐν αἷς ἔλεγεν ὅτι τὸ ζήτημα τὸ δυναστικὸν θεωρεῖ λελυμένον διὰ τῆς ψήφου τῆς Κυριακῆς. Δὲν ἔχει οὕτω;
§22Θ. ΠΑΓΚΑΛΟΣ. Μάλιστα.
§23Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ συνέπειαν ἐὰν ὑπάρχῃ ἐντολὴ ἢ ὄχι ἐκ μέρους τοῦ Λαοῦ διὰ τὴν ἔκπτωσιν τῆς Δυναστείας, ἀπόκειται εἰς ἕκαστον νὰ κρίνῃ ἂν θὰ εἶναι αὐτὸς ἐν τάξει ἀπέναντι τῶν ἐκλογέων του. Ἀλλὰ τὸ κατ’ ἐμὲ θὰ παρεκάλουν νὰ μὴ παρίδουν καὶ τὸν δεύτερον πόθον τὸν ὁποῖον πάντες ἔχομεν, τῆς εὐοδώσεως τῆς Δημοκρατίας καὶ νὰ ἐξετάσουν ἂν θὰ εἶναι σκοπιμώτερον νὰ ἑδραιώσωμεν τὴν Δημοκρατίαν ταύτην δι’ ἑνὸς γνησίου δημοψηφίσματος, ἢ μόνον βασιζόμενοι εἰς τὴν ἐντολὴν τοῦ Λαοῦ, ἥτις δυνατὸν νὰ ἐδόθη εἰς τὸ ἓν διαμέρισμα, δυνατὸν νὰ μὴ ἐδόθη εἰς τὸ ἄλλο διαμέρισμα, δυνατὸν νὰ ἐδόθη κατὰ τρόπον χρῄζοντα ἐρεύνης, ὡς εἰς τὸ διαμέρισμα τῶν Ἀθηνῶν. Ὅταν εὑρίσκησθε ἐνώπιον μιᾶς ἀσαφείας, δὲν εἶναι σκοπιμώτερον διὰ τὴν ἑδραίωσιν τῆς Δημοκρατίας νὰ προδῶμεν εἰς αὐτὴν διὰ δημοψηφίσματος; Ἔχετε πίστιν εἰς τὸν Λαὸν σεῖς περισσότερον ἀφ’ ὅ,τι ἔχομεν ἡμεῖς, εἴπετε χθές. Ἠγωνίσθητε καὶ ἀληθῶς μίαν ἡμέραν, ὅταν ἡ Δημοκρατία, τὴν ὁποίαν τότε δὲν ἐφαντάζεσθε ὡς μέλλουσαν νὰ ἐγκαθιρρυθῇ εἰς τὴν Ἑλλάδα τόσον ταχέως, θὰ ἐγκαθιδρυθῇ, θὰ δύνασθε νὰ καυχᾶσθε ὅτι ὑπήρξατε οἱ πρῶτοι πρωτοπόροι. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἀκριβῶς ἔχετε πίστιν εἰς τὸν Λαὸν, διατί δὲν θέλετε νὰ ἐρωτήσωμεν τὸν Λαὸν ἐπὶ τῆς Δημοκρατίας; Σεῖς ἔχετε πίστιν, ἐγὼ δὲν ἔχω φόβον. Ἐγὼ δὲν νομίζω, κύριοι, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς θὰ εἶναι τόσον ἐπιλήσμων κατὰ τὴν μεγάλην αὐτοῦ πλειοψηφίαν, ὥστε αἱ συμφοραί, τῶν ὁποίων καὶ σήμερον ἀκόμη καὶ ἐπὶ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν θὰ πληρώνωμεν τὰς ἁμαρτίας, νὰ μὴ τῷ γίνουν μάθημα. Καὶ ὅτε ἀκόμη εἶχε παραπλανηθῇ καὶ ὅτε ἀκόμη τὴν 1ην Νοεμβρίου τοῦ 1920 εἶχεν ὑποστῆ ἐν πολλοῖς μὲν ἐπιβεβλημένους περιορισμούς, ἐν πολλοῖς δέ, ἂς τὸ ὁμολογήσωμεν, περιορισμούς ὑπερβαίνοντας τὰ ὅρια τῆς ἀνοχῆς τῆς ἀμύνης τῆς Χώρας, ὅτε ἔχω δεδομένον ὅτι καὶ τότε ἀκόμη ἦτο σχεδὸν κατ’ ἰσοψηφίαν ὑπὲρ τῆς ἐθνικῆς πολιτικῆς, διὰ τίνα λόγον θὰ διστάσω σήμερον, ὁπότε περὶ τῆς τύχης τοῦ Ἔθνους θὰ πρόκειται νὰ ψηφίσουν μόνον Ἕλληνες; Μήπως ἐπειδὴ εἰς τοὺς Ἕλληνας τούτους θὰ προστεθοῦν πολλοὶ γνησιώτεροι Ἕλληνες, οἱ Ἕλληνες τῆς Μικρᾶς Ἀσίας καὶ τῆς Θράκης, ὥστε νὰ ἀποτελέσουν ἕνα συμπαγῆ ἐθνικὸν ὄγκον, δίδοντα διὰ τοῦ δημοψηφίσματος τὴν ἐπικράτησιν εἰς τὴν δημοκρατικὴν ἰδέαν, ἡ ὁποία κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον θὰ ἐξέλθῃ ἀκλόνητος μετὰ τῆς ρομφαίας, ὅπως ἡ Ἀθηνᾶ ἀπὸ τὴν κεφαλὴν τοῦ Διός; (Χειροκροτήματα). Κύριοι, ἔχω νὰ προτείνω εἰς τὴν κρίσιν τῆς Κυβερνήσεως τοῦτο: Αἱ ἀντιρρήσεις τὰς ὁποίας οἱ ἀντίπαλοι ἡμῶν φέρουν εἰς τὸ δημοψήφισμα εἶναι ἀντιρρήσεις τὰς ὁποίας ἐν μέρει μὲν μετ’ ἀγανακτήσεως πρέπει νὰ ἀπορρίψῃ, ἐν μέρει δὲ σοβαρῶς πρέπει νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν. Ὅταν ὁμιλοῦν περὶ τῶν προσφύγων, οὐδεμία συζήτησις ἐπιτρέπεται. Ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἐδέχοντο νὰ ῥυθμίζεται ἡ τύχη τῆς Ἑλλάδος ἐκ τῆς ψήφου τῶν Τούρκων δὲν ἐπιτρέπεται σήμερον νὰ διαμαρτύρωνται διότι πρόκειται νὰ ῥυθμισθῇ τὸ ζήτημα ἀπὸ τὰ θύματά των. (Χειροκροτήματα). Ἡ ἄλλη ἀντίρρησις εἶναι ἡ τῶν καταλόγων. Τῷ 1920 ὑπῆρχον ἐκλογικοὶ κατάλογοι. Αὐτοὶ ἠκυρώθησαν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν. Ἡ Κυβέρνησις τῷ 1922 διέγραψεν ὅλους ἐκείνους τοὺς ὁποίους ἐνόμιζεν ὅτι ἡμεῖς ἐγράψαμεν διὰ νὰ ἔχωμεν τὴν πλειοψηφίαν. Ἀνεθεωρήθησαν ἀπὸ αὐτούς. Ἠκούσθη ποτὲ τὸ παράπονον ὅτι κακῶς ἀναγράφονται εἰς τοὺς ἐκλογικοὺς καταλόγους καὶ ὅτι αἱ ἁρμόδιαι Ἀρχαὶ ἐφέρθησαν κακῶς; Κατὰ συνέπειαν οἱ ἐκλογικοὶ κατάλογοι ἐν καλῇ τῇ πίστει δὲν δύνανται νὰ ἀμφισβητηθοῦν. Προτείνω εἰς τὴν Κυβέρνησιν τάχιστα τὸ δημοψήφισμα ἐντὸς μόνον 15 ἡμερῶν. (Χειροκροτήματα). Τὸ δημοψήφισμα νὰ ἐνεργηθῇ μόνον διὰ τὸ ζήτημα τῆς ἐκπτώσεως τῆς Δυναστείας. Δὲν φαντάζομαι ὅτι εἶναι δυνατὸν ὁ νῦν κάτοχος τοῦ Στέμματος, ὁ ὁποῖος οὔτε ἐλάττωμα εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ, ἀλλὰ δὲν ἀπέδειξε καὶ οὐδὲν κατὰ πλάνην θεωρούμενον προτέρημα, νὰ λάβῃ ψήφους περισσοτέρας ἀπὸ ἐκεῖνα τὰς ὁποίας ἔλαβε τὸ πρόσωπον τοῦ Κωνσταντίνου. Θεωρῶ τὸ δημοψήφισμα ἐντελῶς ἐξησφαλισμένον. Μετὰ τοῦτο, κύριοι συνάδελφοι, θὰ τεθῇ ἐνώπιον τοῦ Λαοῦ μετὰ πάροδον, ἂν θέλητε, 15 ἡμερῶν ἀκόμη τὸ ἐρώτημα νέας Δυναστείας — διότι θὰ ἔχῃ ἐκπέσει πλέον ἀπὸ τὸν Λαὸν—ἢ Δημοκρατίας. Ἔχω τὴν ἀκράδαντον πεποίθησιν ὅτι ἓν μέγα μέρος τῶν ἔξω τῆς Βουλῆς ἀντιπάλων ἡμῶν θὰ ψηφίσῃ ὑπὲρ τῆς Δημοκρατίας. Μὴ νομίσητε, κύριοι, ὅτι τὴν Δημοκρατίαν, ἂν σᾶς ἐξομολογηθοῦν οἱ μετριοπαθέστεροι ἐξ αὐτῶν, τὴν μισοῦν ὡς ἰδέαν προοδευτικήν. Οἱ πλεῖστοι ἐξ αὐτῶν ἀναγνωρίζουν ὅτι ἡ Δημοκρατία εἶναι ἰδέα προοδευτική. Ἀπὸ πεῖσμα μόνον πέριξ ἑνὸς προσώπου πολεμοῦν τὴν ἰδέαν τῆς Δημοκρατίας. Ὅταν τὸ πεῖσμα τοῦτο ἐκλείψῃ, τότε δὲν θὰ ἔχουν κανένα λόγον νὰ ἐπιζητοῦν νέαν Δυναστείαν. Ἀλλὰ τὸ συμφέρον τὸ πολιτικὸν θὰ δύνανται νὰ τὸ ἐξυπηρετήσουν καλύτερον τότε ἡνωμένοι εἰς ἓν νέον Κόμμα ἀντίπαλον τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων. Δὲν ἀξιῶ ὅτι ἡ γνώμη μου εἶναι ἀλάθητος. Τὴν ὑποβάλλω ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Κυβερνήσεως καὶ παρακαλῶ νὰ τὴν μελετήσῃ. Φρονῶ ὅμως ὅτι ἡ μέθοδος αὐτὴ θὰ ἦτο ἡ καλυτέρα διὰ τὴν ἑδραίωσιν, ὅπως εἶπον, τῆς Δημοκρατίας. Θὰ ἀφῄρει ἀπὸ τὸ ἀντίπαλον στρατόπεδον τὴν ἔνστασιν ὅτι ἡ Δημοκρατία δὲν ἔγινε τῇ θελήσει τοῦ Λαοῦ, θὰ ἄφινε δὲ μόνον εἰς αὐτὸ τὸν κακόπιστον ἰσχυρισμὸν ὅτι δὲν διεξήχθη καλῶς τὸ δημοψήφισμα. Κύριοι μὴ πλανώμεθα. Ὅταν ὁμιλῶμεν περὶ ἰσχυρισμῶν ψευδῶν, λησμονοῦμεν πάντοτε ὅτι μεταξὺ τοῦ ἑνὸς κόσμου τοῦ πολιτικοῦ καὶ τοῦ ἄλλου ὑπάρχει ἓν ποσοστὸν μέσου κόσμου ὁ ὁποῖος δὲν πείθεται ἀπὸ τοὺς κακοπίστους ἰσχυρισμούς, Αὐτὸν τὸν μέσον κόσμον ἂν ἐξασφαλίσητε, ἔχετε ὑπὲρ ὑμῶν τὴν πλειονοψηφίαν, ἔχετε ὑπὲρ ὑμῶν ἑδραίαν τὴν Δημοκρατίαν. Μετὰ τοῦτο, κύριοι, εἶναι περιττὸν νὰ εἴπω κατὰ τίνα τρόπον ἡ Δημοκρατία αὕτη θὰ στηριχθῇ. Ὁ δημοκρατικὸς Στρατὸς καὶ ὁ δημοκρατικὸς Στόλος θὰ βασισθοῦν ἐπὶ τῆς ἰδέας τῆς Δικαιοσύνης. Ὑπάρχουν πρόχειρα μέσα, ὑπάρχουν πρόχειρα τὰ διδάγματα. Ἐξετάσατε τοὺς ὀργανισμοὺς ἄλλων δημοκρατικῶν Στρατῶν καὶ θὰ ἴδητε ὅτι ὁ Στρατὸς ἡμῶν ἔχει δοθῇ εἰς τὸν Στρατόν, ὅτι ὁ Στρατός μας δὲν πολιτεύεται. Ἐν Γαλλίᾳ οὔτε ἐκλέγει κἂν ὁ Στρατὸς οὔτε ἐκλέγεται. Διὰ τοῦτο ἐκεῖ ἀφ’ ἧς ἐγκαθίδρυσαν τὸ σύστημα τοῦτο ἀμέσως ἤρχισαν νὰ παρασκευάζουν τὸν Στρατόν, ὁ ὁποῖος ἐξέπλυνε τὸ αἶσχος τοῦ 1870–1871 καὶ ὡδήγησε τὴν Γαλλίαν εἰς τὰ παλαιὰ καὶ νέα ἰδανικά της. Ἤρχισαν ὅμως τὴν ἐργασίαν ἀπὸ τότε. Ὑπάρχουν ἐδῶ στρατιωτικοὶ δυνάμενοι νὰ σᾶς εἴπουν ὅτι ὁ στρατιωτικὸς νόμος τοῦ 1872 ἔθεσε πρῶτος τὰς βάσεις τῆς ἀναδιοργανώσεως τοῦ Γαλλικοῦ Στρατοῦ· δύνανται νὰ σᾶς εἴπουν ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐν Γαλλίᾳ δὲν ἔχει κανὲν ἀπολύτως δικαίωμα ἐπὶ τοῦ προσωπικοῦ τοῦ στρατεύματος, μήτε τὸν ἀρχηγὸν τοῦ Ἐπιτελείου ὁ ἴδιος δυνάμενος νὰ διορίσῃ. Δύνανται νὰ σᾶς εἴπουν ὅτι τὰ πάντα ἐκεῖ διεξάγονται κανονικῶς, ὅτι ὑπάρχει ἀντικειμενικὴ δικαιοσύνη, ὅτι ἐκεῖ ὑπάρχει τὸ αἴσθημα τῆς δικαιοσύνης. Καὶ ὅταν ὁ Στρατὸς ἡμῶν ὀργανωθῇ κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ἡ Δημοκρατία θὰ ἵσταται ἀκοίμητος φρουρός, ἄγρυπνος φύλαξ τῶν ἀληθῶν δημοκρατικῶν θεσμῶν τῆς Χώρας. (Χειροκροτήματα). Ἓν μέσον τοῦτο. Ἀλλὰ τὰ μέσα τὰ ὑπέδειξεν ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ προγράμματός της ἐν γενικαῖς γραμμαῖς καὶ δὲν θὰ μὲ εὕρῃ ἀντιφρονοῦντα. Ὑπῆρξεν ἄλλως τε κοινὸς πόθος τοῦ μαχομένου πέριξ τῆς σημαίας τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων ἡ ἀποκατάστασις τῶν τάξεων τῶν πτωχοτέρων, ἡ προστασία τῶν πτωχοτέρων, ἡ δικαία διαρρύθμισις τῶν σχέσεων τοῦ ἐργάτου καὶ τοῦ κεφαλαίου, ἡ πλέον ἀμερόληπτος ἀπονομὴ τῆς δικαιοσύνης. Τοῦτο, κύριοι, ὑπῆρξε τὸ ἔμβλημα πέριξ τοῦ ὁποίου ἐπολεμήσαμεν καὶ πέριξ τοῦ ὁποίου ἐνικήσαμεν ἀπὸ τοῦ ἔτους 1910 μέχρι τοῦ 1915· ἡ δικαιοσύνη. Ἂν ἡ δικαιοσύνη ἐξυγιανθῇ, ἂν ἡ δικαιοσύνη γίνῃ ἀμερόληπτος, καὶ καλὴν διοίκησιν θὰ ἔχητε καὶ καλὴν ἀστυνομίαν καὶ τὰ πάντα καλὰ θὰ ἔχητε. Ἐκεῖ πρέπει νὰ δώσωμεν πρὸ παντὸς τὴν προσοχήν μας. Νὰ ἀναπτύξωμεν τὸ αἴσθημα τοῦ σεβασμοῦ πρὸς τοὺς νόμους. Ὅταν ἡ δικαιοσύνη μείνῃ ὑπεράνω κομματικῶν παθῶν, τότε νὰ εἴμεθα βέβαιοι ὅτι ὁ Λαὸς θὰ μᾶς προσέξῃ καὶ θὰ ἀγαπήσῃ τὴν ἐγκαθιδρυομένην Δημοκρατίαν. Νὰ προσπαθήσωμεν δὲ συγχρόνως, κύριοι, νὰ ἀναπτύξωμεν καὶ ἕν ἄλλο αἴσθημα δίδοντες ἡμεῖς πρῶτοι τὸ παράδειγμα, τὸ αἴσθημα τῆς ἀλληλεγγύης τῆς πολιτικῆς καὶ κοινωνικῆς. Νὰ ἀναπτύξωμεν τὸ αἴσθημα ὅτι πονοῦμεν καὶ ἡμεῖς ὅταν βλέπωμεν νὰ βλάπτωνται οἱ ἄλλοι καὶ ὅταν βλέπωμεν ὅτι ἐκείνη ἡ Πολιτεία εὐημερεῖ εἰς τὴν ὁποίαν κατ’ ἀρχαῖον γνωμικὸν «οἱ μὴ ἀδικούμενοι ἴσα τοῖς ἀδικουμένοις κατάχθονται». Ἂν τοῦτο κατορθώσωμεν, κύριοι, δὲν πρέπει νὰ ἀπελπιζώμεθα. Ἡ Μικρασιατικὴ συμφορὰ ἐστέρησε τὴν Ἑλλάδα ἑνὸς ἐδάφους εἰς τὸ ὁποῖον ἠδύνατο νὰ ἐξαπλώσῃ τὸν πολιτισμόν, εἰς τὸ ὁποῖον ἠδύνατο νὰ δώσῃ τὰ φῶτα της. Ἂν ἐγκαθιδρύσωμεν κατὰ τοιοῦτον τρόπον τὸ νέον πολίτευμα, ἂν τὸ στερεώσωμεν εἰς τὴν ἀγάπην τοῦ Λαοῦ καὶ τοῦ Στρατοῦ, ἂν δώσωμεν δικαιοσύνην καὶ εὐνομίαν, νὰ εἶσθε βέβαιοι ὅτι ἀπὸ τῆς μικρᾶς αὐτῆς γωνίας τῆς Γῆς θὰ γίνῃ πλέον ἡ Ἑλληνικὴ Δημοκρατία νέα ἑστία φωτὸς καὶ πολιτισμοῦ διὰ τὴν ἀνθρωπότητα. (Χειροκροτήματα).
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ἐπὶ 5′ λεπτὰ.
(Ὥρα 7 45′ μ. μ.)
ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΚΟΠΗΝ
(Ὥρα 7.55′ μ. μ.)
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Ὁ κ. Καρασεβδᾶς νὰ ἀποτείνῃ τὰ ἐρωτήματά του πρὸς τὸν κ. Μιχαλακόπουλον.
§26Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἤθελον νὰ ἐρωτήσω τὸν ἀγορεύοντα ἐν σχέσει μὲ τοὺς ἐξωτερικοὺς κινδύνους τὰ ἑξῆς: Εἶχε γνῶσιν ὁ ἀγορεύων ὅτι αἱ ξενικαὶ ἐπεμβάσεις προεκλήθησαν ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν; Πρῶτον μὲν διότι αὐτὰ τοὐλάχιστον λέγουσιν τὰ ἐπίσημα ἔγγραφα τῆς Ἀγγλίας. Δεύτερον διότι εἶναι γνωστὸν — ἐγὼ τοὐλάχιστον τὸ ἠξεύρω ἐκ τῆς ἰδιωτικῆς ὑπηρεσίας τοῦ τότε Ὑπουργοῦ — ὅτι αὐταὶ αἱ ἐπεμβάσεις ἐξεμαιεύθησαν ὑπὸ τοῦ τότε Ὑπουργοῦ. Τρίτον διότι γνωστὸν εἶναι ὅτι αὐτὰ ὕστερα διελευκάνθησαν καὶ δὲν ἦσαν ὅπως ἐλέγοντο, ὁ δὲ Ἀρχηγὸς τῆς Ἐπαναστάσεως μετά τινας ἡμέρας ἐπανειλημμένως διεκήρυττεν εἰς τὸν Τύπον ὅτι δὲν ὑπάρχει οὐδαμοῦ κανεὶς κίνδυνος, δι’ οἱονδήποτε πολίτευμα καὶ ἂν ἐκλέγομεν ἡμεῖς. Τέταρτον ἂς δεχθῶμεν τοὺς κινδύνους τοὺς ἐξωτερικοὺς ὡς ἐνδεχομένους, ἀορίστους· ἐν ᾗ περιπτώσει ἕνα βασιλέα ἤ μίαν Δυναστείαν ὁ Λαὸς δὲν ἤθελε, ἐὰν ὑμεῖς τὴν διετηροῦμεν διότι δὲν ἠξεύρω ποῖος γείτων ἤ ξένος τὴν ἤθελε, ὁ κίνδυνος αὐτὸς δὲν θὰ ἦτο ἀπείρως μεγαλύτερος; Διότι τότε ἡ Δυναστεία αὕτη ὀφείλουσα τὴν διατήρησίν της εἰς ξένον ἔθνος, θὰ ἦτο ὄργανον τοῦ ξένου ἐκείνου ἔθνους ὅτε τὸ ἔθνος ἐκεῖνο θὰ διέκειτο ἐχθρικῶς πρὸς τὴν Ἑλλάδα. Ἐπίσης θέλω νὰ ἐρωτήσω τοῦτο: ἐὰν ἡ συχνὴ ἐπανάληψις ἐκλογῆς διὰ τὸ αὐτὸ ζήτημα, ἀποτελεῖ ἐνίσχυσιν τῆς λύσεως τοῦ ζητήματος ἢ ὑπονόμευσιν. Ἐὰν δηλαδὴ τὸ non bis idem τὸ ὁποῖον εἶναι ἀρχὴ δικαστική, ἐὰν αὐτὸ εἶναι ἀρχὴ δι’ ἧς ἐνισχύεται τὸ δεδικασμένον, ἐὰν τὸ νὰ κάμνετε κάθε ὥρα ἐκλογὰς αὐτὸ ἀποτελεῖ ἐνίσχυσιν τῆς ἐθνικῆς κυριαρχίας ἢ ἐξασθένησιν, ἀκόμη δὲ περισσότερον ὅταν πρόκειται περὶ ζητημάτων διὰ τὰ ὁποῖα εἶναι ἁρμοδία ἡ ἐθνικὴ κυριαρχία, ἡ ὁποία πρέπει νὰ εἶναι παγία ὅπως καὶ τὸ Σύνταγμα.
§27Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὸ πρῶτον ἐρώτημα λέγω ὅτι δὲν γνωρίζω ἐὰν ὁ τότε Ὑπουργὸς προεκάλεσε.....
§28Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Τὸ λέγει τὸ ἔγγραφον.
§29Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς λέγω ὅτι δὲν τὸ γνωρίζω. Ἐὰν ἐπλανήθησαν εἶμαι εὐτυχὴς διότι εἶχα μαζὺ μὲ τὴν πλάνην μου τὸν κ. Βενιζέλον.
§30Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Ἡ Ἐπανάστασις διεβεβαίου ἐπὶ ἕνα μῆνα πρὶν ἔλθῃ ὁ κ. Βενιζέλος ὅτι δὲν ὑπάρχουν κίνδυνοι.
§31Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς εἴπω ὅτι ἐδιάβασα εἰς τὰς ἐφημερίδας ὅτι ὁ κ. Πλαστήρας ἔδωσε τὴν διαβεβαίωσιν ὅτι δὲν ὑπάρχουν κίνδυνοι κατόπιν τοῦ λόγου μου. Ἀλλὰ ὀφείλω νὰ εἴπω ὅτι, χωρὶς νὰ παραγνωρίζω ὅτι προσέφερεν ὑπηρεσίας εἰς τὸν Τόπον, ἐγὼ ζυγίζω ἀπὸ τὸ ἓν μέρος τὶ ἔλεγεν ὁ κ. Βενιζέλος, ὡς διπλωμάτης, ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος τὶ ἔλεγεν ὁ Ἀρχηγὸς τῆς Ἐπαναστάσεως, νομίζω ὅτι ἔπρεπε νὰ δώσω μεγαλυτέραν βαρύτητα εἰς τὰ τοῦ κ. Βενιζέλου. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ δεύτερον ἔχω νὰ εἴπω ὅτι δὲν πρόκειται νὰ ἐπαναληφθῇ τὸ δημοψήφισμα διὰ τὸ αὐτὸ ζήτημα. Τὸ πρῶτον ἐρώτημα θὰ ἦτο: «Θέλετε τὸν Γεώργιον ἢ δὲν τὸν θέλετε;», ὅπως ἐτέθη τὸ ζήτημα τοῦ Κωνσταντίνου περίπου. Κατόπιν θὰ ἐτίθετο ζήτημα πλέον νέας Δυναστείας ἢ Δημοκρατίας. Καὶ ἔχω τὴν ἰδέαν ὅτι καὶ οἱ ἀντίπαλοί μας θὰ ἐψήφιζον ὑπὲρ τῆς Δημοκρατίας εἰς τὸ δεύτερον δημοψήφισμα.
§32Γ. ΤΖΩΡΤΖΗΣ. Θέλω νὰ ἀκουσθῇ ἡ γνώμη σας ἐπὶ τοῦ ἑξῆς: Εἴπετε ὅτι οἱ ἐξωτερικοὶ κίνδυνοι ἐξέλιπον χάρις εἰς τὴν ἀπόφασιν τοῦ κ. Βενιζέλου ὅπως κατέλθῃ εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ συντελέσῃ εἰς τὴν ρύθμισιν τῆς καταστάσεως εἴτε ὡς κυβερνήτης εἴτε ὁπωσδήποτε ἄλλως· θὰ ἤθελα νὰ μάθω ἐὰν ἐνδεχομένη ἀποχώρησις ἐκ τῆς Ἑλλάδος τοῦ κ. Βενιζέλου θὰ ἐπανέφερεν τοὺς κινδύνους αὐτούς.
§33Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶπον ὅτι τῷ ὀφείλομεν εὐγνωμοσύνην, διότι διὰ τῆς προσωπικῆς ἐπεμβάσεως αὐτοῦ διελεύκανε τὸν ὁρίζοντα, ὁ ὁποῖος ἦτο πεπληρωμένος ἀπὸ διαφόρους φήμας περὶ ἐξωτερικῶν κινδύνων, καὶ ὅτι ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὸν νοῦν τὸν ὁποῖον θὰ δείξωμεν ἡμεῖς, τὸν πολιτικόν, διὰ νὰ καθιδρύσωμεν καὶ νὰ ἑδραιώσωμεν τὴν Δημοκρατίαν διὰ τὸ μέλλον, ὥστε τοιοῦτοι κίνδυνοι νὰ μὴ ὑπάρξουν ποτὲ εἰς τὸ μέλλον, καὶ ἐὰν ἀποχωρήσῃ ὁ κ. Βενιζέλος. Αὐτὸ τὸ εἶπον καὶ τὸ ἐπαναλέγω εὐχαρίστως.
§34Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Ἔχετε ὑπ’ ὄψιν σας εἰς τὰ ἐπιχειρήματα ἐκ τῶν ἐκλογῶν τῆς 1ης Νοεμβρίου τὴν ἑξῆς πληροφορίαν, τὴν ὁποίαν κανεὶς ἐκ τῶν ἀγορευσάντων δὲν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν οὔτε ὁ κ. Παπαναστασίου, ὅτι δὲν ὑπολογίζουν τὰς ψήφους τοῦ Μετώπου, αἱ ὁποῖαι εἶναι 100.000 ψῆφοι ἀντιβενιζελικαί, τὰς ὁποίας κανεὶς δὲν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν. (Διαμαρτυρίαι).
§35Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια.
§36Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τόσον ἦσαν ἀντιβενιζελικαὶ αἱ ψῆφοι ἐκεῖναι ὥστε ἡ τότε Κυβέρνησις ἠκύρωσε τὴν ψηφοφορίαν τοῦ Μετώπου. Ἐγώ, ἐὰν ἐλαμβάνοντο ὑπ’ ὄψιν αἱ ψῆφοι τοῦ Μετώπου, θὰ ἤμην ἐντὸς τῆς Βουλῆς. Ἐκτὸς τούτου ἐγὼ ὑπεστήριξα, συμφωνῶν κατὰ τοῦτο μὲ τὰς προγραμματικὰς δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἡ κανονικὴ καὶ σκόπιμος καὶ ἑδραιοτέρα λύσις εἶναι ἡ διὰ τῆς ἐρωτήσεως τοῦ Λαοῦ, ὅπως ἐκφράσῃ τὴν γνώμην του. Ἐφόσον δὲ τοῦτο ἔχω ὑπ’ ὄψιν, καὶ ἐὰν ἤθελον νὰ λάβω ὑπ’ ὄψιν αὐτό ποὺ λέγετε σεῖς, ὅτι ὁ Λαὸς ἐνδέχεται νὰ εἴπῃ τὸ ἐναντίον, δὲν θὰ μετέβαλον γνώμην, διότι φρονῶ ὅτι διὰ τοῦ Λαοῦ πρέπει νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα.
§37ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Καὶ ἐγὼ μίαν ἐρώτησιν.
§38Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Πρόεδρε, ὑποθέτω ὅτι τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον θέλει νὰ καθιερώσῃ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Πατρῶν συνάδελφος...
§39Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι νὰ καθιερώσω....
§40Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός,)... εἶναι ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν ἀξιοσύστατον, ἀλλὰ φαντάζομαι ὅτι θὰ παρελκύσῃ ἐπὶ τοσοῦτον τὴν συζήτησιν ὥστε ἀμφιβάλλω ἂν θὰ εἶναι δυνατὸν ἕνα ρήτορα καθ’ ἑκάστην ἑσπέραν νὰ περαίνωμεν. Θὰ παρακαλέσω ἑπομένως τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον καθὼς καὶ τὸν κ. Πρόεδρον νὰ συστήσῃ πρὸς τοὺς κ.κ. συναδέλφους ὅπως τὰς ἀντιρρήσεις τὰς ὁποίας ἔχουσι τὰς διατυπῶσιν ἐφόσον ἤθελον διατυπώσει καὶ τὰς ἰδίας των γνώμας ὥστε νὰ μὴ παριστάμεθα καὶ εἰς τὸ θέαμα νὰ δίδῃ ἐξετάσεις ὁ ρήτωρ ἀπαντῶν εἰς διάφορα ἐρωτήματα.
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μαρῆς.
§42ΓΕΩΡ. ΜΑΡΗΣ. Θὰ περιορισθῶ καὶ ἐγώ, κύριοι πληρεξούσιοι, μόνον εἰς τὸ δυναστικὸν καὶ πολιτειακὸν ζήτημα προσπαθῶν νὰ εἶμαι ὅσον τὸ δυνατὸν συντομώτερος, διότι ἔχω τὴν βαθεῖαν συναίσθησιν ὅτι ἀρκετὰ ἀπησχολήθη καὶ θ’ ἀπασχοληθῇ ἀκόμη ἡ Συνέλευσις ἐκ τῆς συζητήσεως ταύτης. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐδήλωσεν ὅτι αἱ νέαι κυβερνητικαὶ δηλώσεις δὲν ἀφίστανται τῆς γραμμῆς τὴν ὁποίαν ἐχάραξεν ἡ προηγουμένη Κυβέρνησις. Εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ διαμφισβητήσω τὴν ἀκρίβειαν τῆς δηλώσεως ταύτης. Δὲν γνωρίζω ἂν ἐν τῇ ἐξελίξει τῆς συζητήσεως τὴν ὁποίαν διέκοψεν ὁ κλονισμός, ὁ εὐτυχῶς παροδικὸς κλονισμός, τῆς ὑγείας τοῦ σεβαστοῦ Ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων, δὲν γνωρίζω ἂν ἐν τῇ ἐξελίξει τῆς συζητήσεως ἐκείνης αἱ δηλώσεις τῆς πρώτης Κυβερνήσεως θὰ προήγοντο καὶ θὰ συνεπληροῦντο ἐπεξηγούμεναι, ὥστε νὰ συμπίπτωσιν ἀπολύτως πρὸς τὰς νέας δηλώσεις. Ἀλλὰ εἰς ὃ σημεῖον παρέμειναν τὰ πράγματα μέχρι τῆς διακοπῆς τῆς συζητήσεως βέβαιον εἶναι ὅτι αἱ παλαιαὶ δηλώσεις παραβαλλόμεναι πρὸς τὰς νέας παρουσιάζουσι τὰς τελευταίας ταύτας κατὰ πολὺ προκεχωρημένας. Διότι δὲν ἐγκαταλείφθησαν μόνον, ὡς εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, αἱ ἐπιφυλάξεις αἵτινες σχετιζόμεναι ἀποκλειστικῶς πρὸς τὸ πρόσωπον τοῦ κ. Βενιζέλου θὰ ἦσαν τελείως ἀδικαιολόγητοι σήμερον, ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου ἡ μνεία τῶν βασιλικῶν πεπραγμένων γίνεται ἐντονωτέρα καὶ συμφωνοτέρα σήμερον ἀλλὰ τοὐναντίον τονίζονται οἱ ἐκ τῆς ἐπαναφορᾶς τοῦ βασιλέως κίνδυνοι τοῦ συμφέροντος, τοῦ μέλλοντος καὶ αὐτῆς τῆς ὑπάρξεως τῆς Χώρας. Ἡ ἔλλειψις πίστεως πρὸς τὴν ἀναγκαιότητα τοῦ βασιλικοῦ θεσμοῦ, ἡ οὐδετέρα αὕτη διατύπωσις, μεταβάλλεται εἰς τὴν ἀπὸ πολλοῦ χρόνου ἐρριζωμένην πεποίθησιν περὶ τῆς ἀνάγκης τῆς ριζικῆς μεταβολῆς τοῦ πολιτεύματος. Ἡ πίστις πρὸς τὰς δημοκρατικὰς ροπὰς τοῦ δημοσίου φρονήματος διαδηλοῦται σταθερὰ καὶ τέλος ἡ Κυβέρνησις, ἐξερχομένη τοῦ κλοιοῦ τῆς οὐδετερότητος, ἐντὸς τῆς ὁποίας εἶχε περικλεισθῆ εἰς τὰς πρώτας δηλώσεις, χαράσσει διὰ τῶν νέων δηλώσεών της ἀπεριφράστως πλέον τὴν κυβερνητικήν της κατεύθυνσιν πρὸς τὴν Δημοκρατίαν. Ταῦτα πάντα ἀποτελοῦσιν ἀναντιρρήτως διαφοράς, καὶ διαφορὰς οὐχὶ ἐπουσιώδεις μεταξὺ τῶν πρώτων καὶ τῶν δευτέρων δηλώσεων. Βεβαίως δὲν εἶμαι διατεθειμένος νὰ ἐπικρίνω τὴν κυβέρνησιν διὰ τὸν νέον τόνον, διὰ τὸν δημοκρατικώτερον τόνον τῶν δηλώσεών της. Τοὐναντίον, κύριοι πληρεξούσιοι, ἐπαινῶ τὴν ἀφορμὴν ἡ ὁποία τὰς ὑπηγόρευσε καὶ εὐχαρίστως συνομολογῶ ὅτι ἂν αἱ δηλώσεις αὗται δὲν ἐναρμονίζωνται πλήρως πρὸς τὰς ἀπόψεις τῆς μεγάλης πλειοψηφίας τῆς Συνελεύσεως ταύτης, βέβαιον ὅμως εἶναι ὅτι ἐλαττοῦσι σημαντικώτατα, ὅτι σχεδὸν ἐκμηδενίζουσι τὴν μεταξὺ τῶν δύο ἀπόψεων ἀπόστασιν. Διότι δὲν δύναται πλέον νὰ ὑπάρξῃ βασικὴ διαφορὰ ἀντιλήψεων ἐπὶ τοῦ πολιτειακοῦ μεταξὺ μιᾶς Κυβερνήσεως δημοκρατικῆς κατὰ τὴν ἰδεολογίαν καὶ κατὰ τὴν κατεύθυνσιν καὶ τῆς μεγάλης πλειοψηφίας τῆς Συνελεύσεως ταύτης, ἥτις εἰς πάσας τὰς ὀνομασίας τῶν ὁμάδων της τρέφει ἴσην ἀκράδαντον πίστιν πρὸς τὴν Δημοκρατίαν. Θὰ ἦτο δ’ εὐτύχημα, κύριοι πληρεξούσιοι, ἂν ἡ ἐπιτευχθεῖσα κατ’ ἀρχὴν ὁμοφωνία τῆς παμψηφίας τῆς Συνελεύσεως περὶ τοῦ ἐπιδιωκομένου πολιτεύματος ἐπεξετείνετο καὶ ἐπὶ τῆς ἀκολουθητέας διαδικασίας πρὸς ἐπίτευξιν τοῦ πολιτεύματος τούτου. Ἀτυχῶς ὡς πρὸς τοῦτο ἡ Κυβέρνησις ἐνέμεινεν εἰς τὴν ἄκραν συντηρητικότητα τῶν πρώτων δηλώσεών της καὶ παραμένουσιν ἑπομένως ἀκέραιαι αἱ διαφωνίαι αἵτινες ἐξ ἀρχῆς ἐγεννήθησαν ὡς πρὸς τὴν μέθοδον δι’ ἧς θὰ φθάσωμεν πρὸς τὴν Δημοκρατίαν. Αἱ διαφωνίαι αὗται διακρίνονται κατ’ ἀρχὴν εἰς δύο μεθόδους. Τὴν μέθοδον τῆς ἐπιλύσεως τοῦ δυναστικοῦ καὶ τοῦ πολιτειακοῦ τελικῶς ἐν τῇ Συνελεύσει καὶ τὴν μέθοδον τῆς παραπομπῆς εἰς τὸν Λαόν, ἥτις πάλιν ὑποδιαιρεῖται εἰς τὴν γνώμην τοῦ ἁπλοῦ καὶ εἰς τὴν γνώμην τοῦ διπλοῦ ἐρωτήματος. Κατὰ τὴν γνώμην τοῦ διπλοῦ ἐρωτήματος, τὴν κυβερνητικήν, ὁ Λαὸς πρέπει νὰ ἐρωτηθῇ ἐπί τε τοῦ δυναστικοῦ καὶ τοῦ πολιτειακοῦ ἀμέσως καὶ ἄνευ προηγουμένης ἀποφάσεως τῆς Συνελεύσεως ἐπ’ αὐτῶν. Κατὰ τὴν ἄλλην γνώμην, τὴν γνώμην τοῦ ἁπλοῦ ἐρωτήματος, εἰς τὸν Λαὸν θὰ ὑποβληθῇ μόνον τὸ πολιτειακὸν ἐρώτημα «Βασιλεία ἢ Δημοκρατία» καὶ τοῦτο οὐχὶ ἀμέσως καὶ ἀπ’ εὐθείας ἀλλ’ ὑπὸ τύπον ἀποφάσεως τῆς Συνελεύσεως, τῆς ὁποίας θὰ ζητηθῇ ἡ ἔγκρισις ἡ λαϊκή. Συγκρίνων τις τὰς δύο ταύτας γνώμας παρατηρεῖ εὐθὺς ἀμέσως ὅτι ὑπὲρ τοῦ ἁπλοῦ ἐρωτήματος, ὑπὲρ τοῦ ἀποκλεισμοῦ τοῦ δυναστικοῦ ἐρωτήματος, συνηγορεῖ τὸ σοβαρὸν ἐπιχείρημα ὅτι ἡ ἀποτυχία τοῦ κηρύγματος τῆς ἀποχῆς καὶ ἡ νίκη τῆς ἀντιβασιλικῆς παρατάξεως κατὰ τὰς ἐκλογὰς ἀπετέλεσαν τὴν μᾶλλον κατηγορηματικὴν ἀποδοκιμασίαν τῆς τελευταίας Δυναστείας, ἡ δ’ ἀμέσως μετὰ τὰς ἐκλογὰς ἐπακολουθήσασα ἐκδίωξις τοῦ βασιλέως, φυσικὴ συνέπεια τῆς λαϊκῆς ἐκ τῶν ἐκλογῶν ἀποφάσεως, ἀποτελεῖ τετελεσμένον γεγονός, διὰ τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐρωτηθῇ ἐκ νέου ὁ Λαός. Πράγματι δέ, κύριοι πληρεξούσιοι, δὲν δύναταί τις ν’ ἀρνηθῇ ὅτι καὶ εἰς ὅσα μέρη σαφῶς ὑπὸ τῶν πληρεξουσίων ἐτέθη τὸ δυναστικὸν καὶ τὸ πολιτειακὸν ζήτημα, καὶ εἰς ὅσα μέρη ἐξ ἄλλων λόγων ἀπεσιωπήθη, ὁ Λαὸς ψηφίζων εἶχεν ὑπ’ ὄψει του ὅτι ψηφίζει κατὰ τῆς Δυναστείας. Ἡ πολιτειακὴ κίνησις ἡ ἐπακολουθήσασα τὴν καταστολὴν τοῦ τελευταίου στασιαστικοῦ κινήματος κατέστησεν ἐκλογικὸν ἀντίπαλον τοῦ φιλελευθέρου λαοῦ τὴν Δυναστείαν. Καὶ τὸ δυναστικὸν ζήτημα ἦτο ἀφ’ ἑαυτοῦ τεθειμένον κατὰ τὰς ἐκλογάς. Ἀπετέλεσεν οὕτω ἡ λαϊκὴ ψῆφος τὴν ὁριστικὴν ἔκπτωσιν τῆς κατηραμένης Δυναστείας, ἀπήγγειλεν τὴν ὁριστικὴν καταδίκην μιᾶς Δυναστείας, ἡ ὁποία κατελθοῦσα μιᾶς βαθμίδος τοῦ Θρόνου καὶ ἡγηθεῖσα μιᾶς μερίδος τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ διὰ νὰ ἐνσπείρῃ τὴν διαίρεσιν καὶ νὰ συσσωρεύσῃ ὅσας συνεσώρευσε συμφοράς, ἦτο πεπρωμένον νὰ ἡττηθῇ καὶ νὰ ἐκπέσῃ τοῦ θρόνου τὴν ἡμέραν καθ’ ἣν θὰ εὑρίσκετο ἀντιμέτωπος πρὸς τὴν ἀνανήψασαν πλέον λαϊκὴν κυριαρχίαν. Διὰ τοῦτο καὶ ἡ ἐκδίωξις τοῦ τελευταίου βασιλέως ἀνεμένετο πανταχόθεν ὡς φυσικὴ καὶ ἀναγκαία λύσις τοῦ τραγικοῦ δράματος τὸ ὁποῖον παίζεται ἀπὸ ἐννέα ἐτῶν εἰς βάρος τῶν τιμιωτέρων συμφερόντων τοῦ Ἑλληνισμοῦ, καὶ διὰ τοῦτο ἐχαιρετίσθη μετ’ ἀληθοῦς ἀνακουφίσεως ὑφ’ ὅλου τοῦ ἀντιδυναστικοῦ καὶ δημοκρατικοῦ κόσμου τοῦ ἀποτελοῦντος σήμερον τὴν μεγάλην πλειονοψηφίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ. Οὐδ’ εἶναι δυνατὸν, παραγνωρίζοντες τὴν πραγματικὴν ταύτην ἀλήθειαν, νὰ παραδεχθῶμεν ὅτι ἐπραξικόπησαν ἐν τῇ ἐννοίᾳ τῆς ἀσεβείας πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν ἢ πρὸς τὴν λαϊκὴν κυριαρχίαν οἱ σχόντες τὴν πρωτοβουλίαν τῆς ἀποπομπῆς τοῦ τελευταίου ἀντιπροσώπου τῆς μισητῆς Δυναστείας. Τοὐναντίον ἀνήκει αὐτοῖς ὁ δίκαιος ἔπαινος ὅτι ἐγένοντο πρόθυμοι ἐκτελεσταὶ ἐπειγούσης λαϊκῆς ἐντολῆς, ὅτι προέβησαν εἰς χειρονομίαν πλήρως ἀνταποκρινομένην πρὸς τὴν ἐθνικὴν ἐπιθυμίαν, χειρονομίαν πρὸ πολλοῦ χρόνου ἐπιβεβλημένην, τῆς ὁποίας ἡ περαιτέρω καθυστέρησις θ’ ἀπετέλει στῖγμα ἐθνικόν, ἄν ὑποτεθῇ ὅτι καὶ διὰ τῆς ἀποπομπῆς τοῦ Γεωργίου διεσώθη ἀλώβητος ἡ ἐθνικὴ τιμή. Διότι δικαιοῦταί τις ν’ ἀμφιβάλλῃ ἂν ἡ Ἱστορία θὰ παράσχῃ πλήρη τὴν συγγνώμην της εἰς τὴν γεννεὰν ἥτις καὶ μετὰ τὸ 1917 καὶ μετὰ τὸ 1920, ἀλλ’ ἰδίως μετὰ τὸ 1922, ἐν μέσῳ τῶν ἐρειπίων τῆς τρομερωτέρας ἐθνικῆς καταστροφῆς, ἐξήντλησεν ὁλόκληρον τὴν κατὰ τῶν ἐστεμμένων ἐνόχων ἐθνικήν της ἀγανάκτησιν, τὸν μὲν Κωνσταντῖνον ἀποπέμπουσα σχεδὸν μετὰ τιμῶν, τὸν δὲ υἱόν του ἀνεχομένη εἰς τὸν Ἑλληνικὸν Θρόνον ἐπὶ 15 ἀκόμη μῆνας. Τοιοῦτον ἔχει καθ’ ἡμᾶς χαρακτῆρα ἡ ἐκδίωξις τοῦ τελευταίου τῶν Γλύξμπουργ, διότι τοιοῦτον προσέδωκεν εἰς αὐτὴν χαρακτῆρα ἡ λαϊκὴ ψῆφος. Διὰ λαοψηφίσματος αὐθορμήτου ἐξεδιώχθη ὁ τελευταῖος βασιλεὺς τῶν Ἑλλήνων. Ὁ Λαὸς ἀπεφάνθη περὶ αὐτοῦ καὶ τῆς Δυναστείας του, ὥστε νὰ μὴ παρίσταται ἀνάγκη νὰ ἐρωτηθῇ ἐκ νέου. Μόνον ἓν ψήφισμα τῆς Συνελεύσεως ἀπαιτεῖται πρὸς τυπικὴν ἐπικύρωσιν τῆς ἀτύπου λαϊκῆς ἀποφάσεως. Καὶ πρὸς ἔκδοσιν τοῦ ψηφίσματος τούτου ἔχει ἀναμφισβήτητον δικαίωμα ἡ Συνέλευσις· οὐδὲ δύναται νὰ ὑποστηριχθῇ μετὰ πειστικότητος ὅτι ἐστερήθη τοῦ δικαιώματος τούτου ἡ Συνέλευσις ἐκ τῆς προεκλογικῶς ληφθείσης ἀποφάσεως περὶ μετεκλογικοῦ δημοψηφίσματος, διότι ἡ ἀπόφασις ἐκείνη ἀφεώρα ῥητῶς μόνον τὸ πολιτειακὸν καὶ διότι ἡ ἀπόφασις ἐκείνη, συνεπαγομένη αὐτοδικαίως τὸν περιορισμὸν ἢ μᾶλλον τὴν στέρησιν αὐτονοήτων καὶ φυσικῶν δικαιωμάτων ἑνὸς σώματος συντακτικοῦ, δὲν δύναται παρὰ νὰ ἑρμηνευθῇ στενῶς καὶ ἑπομένως δύναται νὰ συμπεριλάβῃ καὶ ἀπαγόρευσιν λύσεως τοῦ Δυναστικοῦ τὸ ὁποῖον δὲν εἶχε κἂν τότε γεννηθῆ καὶ τοῦ ὁποίου τὴν ἐμφάνισιν ὡς ἰδιαιτέρου ζητήματος οὐδεὶς ἠδύνατο τότε νὰ προΐδῃ. Ἀλλ’ ἂς ὑποθέσωμεν, κύριοι πληρεξούσιοι, ὅτι ἐγὼ εἶμαι ὑπερμέτρως ἐπιεικὴς εἰς τὸν χαρακτηρισμὸν τῆς ἐκδιώξεως τοῦ Βασιλέως μὴ ἀναγνωρίζων εἰς αὐτὴν κανένα πραξικοπηματικὸν χαρακτῆρα. Ἄς ὑποθέσωμεν ὅτι ἄνευ τῆς λαϊκῆς ἐντολῆς προέβησαν οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ Στρατοῦ καὶ τοῦ Στόλου εἰς τὸ ἱστορικὸν ἐκεῖνο διάβημα, εἰς τὴν εὐγενῆ ἐκείνην χειρονομίαν, διότι εὐγενεῖς εἶναι πάντοτε αἱ χειρονομίαι αἱ καταρρίπτουσαι τοὺς θρόνους. Ἄς ὑποθέσωμεν ὅτι περὶ πραξικοπήματος πρόκειται καὶ ὅτι σήμερον εὑρίσκεται ἡ Συνέλευσις πρὸ πραγματικῆς καταστάσεως προελθούσης ἐκ πραξικοπήματος. Θὰ μετεβάλλοντο ἆρα γε, κύριοι πληρεξούσιοι, ἐκ τούτου τὰ πράγματα; Δὲν θὰ εἴχομεν καὶ τότε ἐξ ἴσου τὸ δικαίωμα νὰ ῥυθμίσωμεν τὴν ἐκ πραξικοπήματος προελθοῦσαν πραγματικὴν ταύτην κατάστασιν: Δὲν θὰ εἴχομεν δικαίωμα καὶ καθῆκον νὰ ἐπισημοποιήσωμεν τὴν ἔκπτωσιν τῆς Δυναστείας; Μήπως ἡ ἔκπτωσις τῆς Δυναστείας δὲν ἀνταποκρίνεται πρὸς τὴν λαϊκὴν ἐπιθυμίαν καὶ τὸ ἐθνικὸν συμφέρον; Ἀλλὰ τοῦτο διακηρύττομεν ὅλοι στεντορείως, μηδὲ τῆς Κυβερνήσεως ἐξαιρουμένης. Μήπως ἀπαγορεύεται εἰς τὰς Συνελεύσεις ν’ ἀντιμετωπίζουν καὶ νὰ ρυθμίζουν πραξικοπήματα; Ἀλλ’ ἄν δὲν ἀπατῶμαι, κύριοι συνάδελφοι, αὐτὴ εἶναι ἡ μοῖρα, αὐτὸς εἶναι ὁ μοιραῖος προορισμὸς τῶν Συντακτικῶν Συνελεύσεων ν’ ἀντιμετωπίζωσι καὶ νὰ ρυθμίζωσι καταστάσεις προερχομένας ἐκ πραξικοπημάτων. Ἀλλὰ κατόπιν πραξικοπημάτων ἔρχονται πάντοτε καὶ ἐκ πραξικοπημάτων, ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον, προέρχονται αἱ Συντακτικαὶ Συνελεύσεις, ἀφοῦ οἱ καταστατικοὶ χάρται τῶν πολιτευμάτων δὲν ἀναγνωρίζουσι νόμιμον τρόπον συγκλήσεως Συντακτικῶν Συνελεύσεων. Ἀλλὰ μήπως δὲν πρέπει νὰ ἐπικυρώσωμεν τὴν ἔκπτωσιν διότι γενομένη μετὰ τὰς ἐκλογὰς ἀποτελεῖ σφετερισμὸν τῶν δικαιωμάτων μας ὡς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας; Ἀλλὰ τότε κυρίως, τότε πρὸ πάντων θὰ ἔπρεπε νὰ σπεύσωμεν νὰ ρυθμίσωμεν κατάστασιν προερχομένην ἐκ σφετερισμοῦ τῶν δικαιωμάτων μας. Οὐδὲ πρέπει νὰ λησμονηθῇ ὅτι οἱ πρεσβεύοντες τὴν ἰδέαν τοῦ σφετερισμοῦ δικαιωμάτων τῆς Συνελεύσεως ἐκ τοῦ πραξικοπήματος τοῦ δυναστικοῦ ὀφείλουν ταὐτοχρόνως νὰ παραδεχθοῦν ὅτι δικαίωμα τῆς Συνελεύσεως εἶναι ἡ ρύθμισις τοῦ δυναστικοῦ, διότι παραδεχόμενοι μόνον τὸ πρῶτον καὶ ἀρνούμενοι τὸ δεύτερον ἀντιφάσκουσι καταφώρως. Ἀλλ’ ἐλέχθη ὅτι ἀποτελεῖ κόλαφον κατὰ τῆς ἐθνικῆς κυριαρχίας ἡ ἐκδίωξις τοῦ βασιλέως μετὰ τὰς ἐκλογάς. Ἀλλὰ τότε πῶς ἡμεῖς οἱ ἐκπροσωποῦντες τὴν ἐθνικὴν κυριαρχίαν ἀνεχόμεθα ἀκόμη τὸν κόλαφον ἐπὶ τῆς ἐθνικῆς παρειᾶς; Διατὶ τότε δὲν σπεύδομεν νὰ ρυθμίσωμεν τὰ πράγματα τὸ ταχύτερον ἱκανοποιοῦντες τὴν κολαφιζομένην ἐθνικὴν κυριαρχίαν διὰ τοῦ ἑνὸς ἢ δι’ ἄλλου τρόπου, ἔστω καὶ ἐπαναφέροντες τὸν βασιλέα καὶ κανονίζοντες ἡμεῖς τὴν τύχην του κατ’ ἀρέσκειαν; Διότι καὶ τοῦτο θὰ ἦτο μία πολιτικὴ ἔχουσα τοὐλάχιστον τὴν ἀρετὴν τῆς συνεπείας. Θὰ ἦτο πολιτικὴ συνεπὴς πρὸς ἑαυτὴν ἡ πολιτικὴ ἡ ὁποία θὰ ἐνεφάνιζε τὴν Συνέλευσιν λέγουσαν: «Ἀφ’ ἧς ἐξῆλθον ἐγὼ ἐκ τῶν καλπῶν, ἐγὼ ἐκπροσωπῶ τὴν ἐθνικὴν κυριαρχίαν καὶ εἰς ἐμὲ ἀνήκει ἀποκλειστικῶς ἡ ρύθμισις καὶ τοῦ δυναστικοῦ καὶ τοῦ πολιτειακοῦ. Οἱ προβάντες αὐτοβούλως ἄνευ τῆς γνώμης μου, σφετερίζονται τὰ δικαιώματά μου καὶ ραπίζουν τὴν ἐθνικὴν κυριαρχίαν. Θὰ ἐπαναφέρω τὸν βασιλέα, ἐπιφυλασσομένη νὰ τὸν ἐκδιώξω ἐγὼ κατόπιν ὅταν καὶ ὑφ’ ὅν τύπον κρίνω καὶ ἀποφασίσω». Ἀλλὰ τοῦτο οὐδεὶς προτείνει, οὐδὲ τολμᾷ, οὐδὲ διανοεῖται νὰ προτείνῃ. Δὲν γίνεται τοῦτο, ἀλλὰ δὲν γίνεται οὐδὲ τὸ ἀντίθετον, δὲν νομιμοποιεῖται ἡ ἐκδίωξις, δὲν ἐπικυροῦται ἡ ἔκπτωσις. Περιορίζεται μόνον ἡ Συνέλευσις περιεργαζομένη τὴν πραγματικὴν κατάστασιν τὴν διαμορφωθεῖσαν ἐκ τοῦ πραξικοπήματος, ὡς ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ ἐξαιρετικοῦ πολιτειακοῦ φαινομένου, ὡς ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ πολιτειακοῦ τινος τέρατος, τὸ ὁποῖον δὲν τολμᾷ νὰ ἐγγίσῃ ἀλλὰ προσπαθεῖ νὰ τὸ ἀπομακρύνῃ, προσπαθεῖ νὰ τὸ παραπέμψῃ πρὸς τὸν λαὸν μὲ μίαν της εὐχὴν «ἀπελθέτω τὸ ποτήριον τοῦτο ἀπ’ ἐμοῦ!» κραυγάζει ἡ Συνέλευσις, καὶ ἂς τὸ λύσῃ ὁ λαός! Ἀνεχόμεθα δ’ οὕτω κατάστασιν ἡ ὁποία δὲν ἀποτελεῖ ἐκκρεμότητα ἁπλῶς, ἀλλ’ ἀπειλεῖ πολιτειακὸν ὀξύμωρον, πολιτειακὸν τραγέλαφον μὲ ἀρκετὰς κωμικοτραγικὰς πλευράς. Καὶ τοῦτο διὰ νὰ μὴ ἐπικυρώσωμεν ἕν πραξικόπημα, ὡς ἐὰν τὸ πραξικόπημα εἶναι κανὲν σπάνιον πολιτειακὸν φαινόμενον, ὡς ἐὰν δὲν εἶναι τὸ συνηθέστερον πολιτειακὸν φαινόμενον, ὡς ἐὰν δὲν εἶναι τὸ ἀναγκαῖον στοιχεῖον πάσης πολιτειακῆς μεταβολῆς. Διὰ πραξικοπημάτων μόνον πίπτουσιν αἱ βασιλεῖαι καὶ διὰ πραξικοπημάτων ἀνατρέπονται οἱ θρόνοι. Ὁλόκληρος ἡ πολιτειακὴ ἱστορία, ἀρχαία, νεωτέρα καὶ νεωτάτη δὲν εὑρῆκε τρόπον πρακτικώτερον πολιτειακῆς μεταβολῆς. Ἱστορία πραξικοπημάτων εἶναι ἡ ἱστορία τῶν πολιτειακῶν μεταβολῶν, πραξικοπημάτων τὰς ἐκ τῶν ὁποίων πραγματικὰς καταστάσεις ἐνέκριναν καὶ ἐνομιμοποίησαν κατόπιν οἱ λαοί! Διατὶ ἆρα γε ἡμεῖς θέλομεν νὰ δημιουργήσωμεν ἐξαίρεσιν; Διατὶ εἴμεθα τόσον δύσκολοι ἀπέναντι τοῦ ἰδικοῦ μας πραξικοπήματος; Μήπως διότι εἶναι τὸ εὐγενέστερον καὶ τὸ ἡμερώτερον ὅλων, μήπως διότι δύναται νὰ ἐπικαλεσθῇ ὅσας οὐδὲν ἄλλο ὑφίστας δικαιολογίας ἐνώπιον Θεοῦ καὶ ἀνθρώπων; Δι’ αὐτὸ διστάζομεν νὰ τὸ ἐπικυρώσωμεν; Ἀλλὰ καὶ ἂν δὲν συνέβαινε τίποτε; Ἀλλ’ ἂς φύγωμεν ἀπὸ τὸ γεγονὸς τῆς ἐκδιώξεως τοῦ βασιλέως καὶ ἂς ὀνομάσωμεν τὴν ἐκδίωξιν ἀποδημίαν.
§43Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἀποδημίαν εἰς Κύριον.
§44Γ. ΜΑΡΗΣ. Ἀποδημίαν ὅπως τὴν χαρακτηρίζει ἡ Κυβέρνησις ἐν τῇ ἐπισήμῳ φρασελογίᾳ της. Ἂς ὑποθέσωμεν ἀκόμη ὅτι συνήρχετο ἡ Συνέλευσις χωρὶς κἂν νὰ μεσολαβήσῃ τὸ ἐπεισόδιον αὐτὸ τῆς ἀποδημίας καὶ ὅτι, ἂν θέλετε, ὁ βασιλεὺς εὑρίσκετο ἀκόμη εἰς Ἀθήνας. Διατὶ ἆρά γε θὰ ἐκωλυώμεθα καὶ τότε νὰ ρυθμίσωμεν τὸ δυναστικὸν καὶ διὰ ποῖον λόγον θὰ τὸ παραπέμπομεν εἰς τὸν Λαόν; Ὁμολογῶ, κύριοι, ὅτι ὅσον καὶ ἂν προσεπάθησα δὲν εὗρον λόγους νὰ πεισθῶ ὑφ’ οἱανδήποτε ἐκδοχὴν καὶ ἂν ἐξετάσω τὸ δυναστικὸν ζήτημα, ὅτι πρέπει νὰ τὸ παραπέμψωμεν εἰς τὸν Λαόν. Ματαίως προσεπάθησα νὰ εὕρω λόγους δικαιολογοῦντας τὴν ὑποβολὴν δυναστικοῦ ἐρωτήματος εἰς τὸν Λαὸν ἐν τῇ συμφιλιωτικῇ πολιτικῇ τῆς Κυβερνήσεως, τὴν ὁποίαν κατ’ ἀρχὴν δὲν ἀποκρούω ἀλλὰ τὴν ὁποίαν ἐγὼ εὑρίσκω ἀσυμβίβαστον πρὸς τὸν ἀγῶνα, ὅστις θὰ ἐπακολουθήσῃ τὴν ὑποβολὴν τοῦ δυναστικοῦ ἐρωτήματος.
§45Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Διατὶ εὑρίσκετε ἀντίθετον πρὸς τὴν ἰδέαν τῆς συμφιλιώσεως τὴν ὑποβολὴν ὁλοκλήρου τοῦ ζητήματος εἰς τὸν Λαόν;
§46Γ. ΜΑΡΗΣ. Θὰ σᾶς ἐξηγήσω ἀμέσως. Ἡ Κυβέρνησις, κύριοι πληρεξούσιοι, εὑρίσκει ὅτι διατελοῦμεν ἐν ἐμφυλίῳ σπαραγμῷ καὶ συναισθάνεται τὴν ἀνάγκην τῆς ταχυτέρας καταπαύσεως αὐτοῦ. Εὑρίσκω ἀπαισιόδοξον τὸν χαρακτηρισμὸν τοῦ ἐμφυλίου σπαραγμοῦ. Φρονῶ ὅτι, ἂν εἰς τὰς λαϊκὰς μάζας ἀποβλέψωμεν, ἡ διαίρεσις δὲν ἔχει πλέον τὴν ἀρχικήν της ἔντασιν. Εὐνόητος ψυχικὸς κάματος ἐκ τῆς πολυετοῦς διαμάχης καὶ ἡ συναίσθησις τῶν ἐπελθουσῶν συμφορῶν ἐγέννησαν παρὰ τῷ Λαῷ ἰσχυρότατον τὸν πόθον τῆς ἐσωτερικῆς γαλήνης καὶ τῆς ἠρέμου κρατικῆς καὶ κοινωνικῆς ἀνασυντάξεως. Ἡ διαίρεσις, πολιτικὸν φαινόμενον οὐχὶ σπάνιον ἐν τῷ ἐθνικῷ ἡμῶν βίῳ, διέγραψε πλέον τὴν τροχιάν του καὶ εὑρίσκεται εἰς τὴν δύσιν του. Ἡ διαίρεσις ἐτερματίσθη οὐσιαστικῶς ἐν τῇ ψυχῇ τοῦ Λαοῦ καὶ δύναταί τις νὰ εἴπῃ ὅτι βαίνομεν πρὸς τὴν συμφιλίωσιν ἐκ λαϊκῆς πρωτοβουλίας. Βεβαίως ὁ σάλος διαρκεῖ ἀκόμη καὶ θὰ ἦτο παράδοξος ἡ ἀξίωσις νὰ εἰσέλθωμεν αἰφνιδίως εἰς τὴν γαλήνην τῆς πλήρους εἰρηνεύσεως μετὰ ἐννεαετῆ ὀξεῖαν διαπάλην. Ἀλλ’ εἶναι βέβαιον, κατὰ τὴν γνώμην μου, ὅτι ἐκ λαϊκῆς πρωτοβουλίας θὰ ἐπέλθῃ βαθμηδὸν καὶ ἠρέμα ἡ ὁριστικὴ κατάπαυσις τοῦ διχασμοῦ καὶ ὁ περιορισμὸς τῶν πολιτικῶν ἀγώνων εἰς τὰ συνήθη ὅρια τῶν ἑλληνικῶν πολιτικῶν ἀγώνων μὲ τὰς ὀξύτητας τὰς συμφυεῖς πρὸς τὴν πολιτικὴν ἀνατροφήν μας καὶ πρὸς τὸν ἐθνικὸν χαρακτῆρά μας. Ἀλλὰ καὶ ἂν δὲν εἶναι ὁ διχασμὸς ὅσον βαθὺς φρονεῖ ἡ Κυβέρνησις, συμφωνῶ ὅτι ὅλοι πρέπει νὰ συντείνωμεν εἰς τὴν κατάπαυσιν αὐτοῦ. Προσθέτω μάλιστα ὅτι θὰ ἦτο κατωτέρα τοῦ προορισμοῦ της ἡ Κυβέρνησις ἥτις δὲν θὰ διέβλεπεν ὅτι ὁ περιορισμὸς τῶν πολιτικῶν ἀγώνων εἰς τὰ συνήθη, εἰς τὰ φυσιολογικὰ ὅρια τῶν ὁμαλῶν κοινοβουλευτικῶν ἀγώνων εἶναι τὸ πρῶτον ἐνδεικνυόμενον φάρμακον διὰ τὴν ἐθνικήν μας ἀνάρρωσιν, ἀποτελεῖ πολύτιμον συντελεστὴν εἰς ἐθνικάς μας καὶ κρατικὰς ἀνασυντάξεις καὶ ὅρον ζωῆς, ἂν θέλετε, διὰ τὴν μεθαυριανὴν Ἑλλάδα. Ὑποθέτω δ’ ὅτι οὐδεὶς διαφωνεῖ ὅτι, οἱανδήποτε κατεύθυνσιν καὶ ἂν τραπῇ ἡ καλουμένη συμφιλιωτικὴ πολιτικὴ μίαν πάντοτε ἔχει ἀναγκαίαν προϋπόθεσιν εἰς τὴν ἀποφυγὴν νέων στοιχείων διαιρέσεων, κατὰ τὴν ἰδίαν ὁμολογίαν τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλ’ ἐρωτῶ καὶ ἐγὼ τὴν Κυβέρνησιν· δὲν φρονεῖ ὅτι ἡ ὑποβολὴ τοῦ δυναστικοῦ, ὁ περὶ τὸ πρόσωπον τοῦ βασιλέως ἀγών, θ’ ἀποτελέσῃ ἀκριβῶς τὸ νέον στοιχεῖον τῆς διαιρέσεως; Ἐγὼ ὑποστηρίζω ὅτι ἀφορμὴν νέου διχασμοῦ θ’ ἀποτελέσῃ τὸ δυναστικὸν ἐρώτημα. Μεταβάλλον τὸν ἀγῶνα ἀρχῶν εἰς ἔριδα περὶ προσώπων θὰ χρησιμεύσῃ εἰς ἀφύπνισιν κοιμηθέντων ἤδη παθῶν, θ’ ἀναζωπυρήσῃ ἐκ νέου τὸν φανατισμόν, θὰ ἐπιφέρῃ συγκρούσεις καὶ ἐπεισόδια ἥκιστα βεβαίως συντελεστικὰ εἰς τὴν ἐπίσπευσιν τῆς συμφιλιώσεως.
§47ΣΠ. ΣΙΜΟΣ. Κύριε συνάδελφε, ἐπιτρέπετε μίαν διακοπήν;
§48Γ. ΜΑΡΗΣ. Παρακαλῶ· ὁρίστε.
§49ΣΠ. ΣΙΜΟΣ. Ὑποτεθείσθω ὅτι ὁ βασιλεὺς δὲν ἀπεδήμει, δὲν ἐλάμβανε χώραν τὸ πραξικόπημα καὶ ἦτο ἐν τῷ θρόνῳ σήμερον. Εἶχε διέλθει τῆς διανοίας κανενὸς ὅτι ἐπρόκειτο νὰ τεθῶσιν ἐνώπιον τοῦ Λαοῦ δύο ἐρωτήματα: Θὰ ἐψηφίζετο δηλαδὴ ὁ βασιλεὺς ὡς ἐλαχοδήμαρχος εἰς τὰς ἐκλογάς: Ἓν ἦτο τὸ ἐρώτημα· ἂν ὁ Λαὸς θέλει Δημοκρατίαν ἢ ὄχι, καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει ἐπεκράτει ἡ ἰδέα τῆς Δημοκρατίας φυσικὰ θὰ τῷ ἐλέγομεν: «Ὁρίστε, ἔξω ἀπ’ ἐδῶ.» Ἄρα εἰς τὴν ἔννοιαν τοῦ προγράμματος κανενὸς κόμματος δὲν ὑπῆρχε τὸ νὰ τεθῇ διπλοῦν τὸ ἐρώτημα.
§50Γ. ΜΑΡΗΣ. Ὡς ἠκούσατε, ἐγὼ ὑποστηρίζω τὸ ζήτημα αὐτὸ μὲ τὴν ἑξῆς σειράν· πρῶτον εἶναι λελυμένον διὰ λαοψηφίσματος καὶ ἐὰν εἶναι πραξικόπημα νὰ ἐπικυρωθῇ.
§51Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀκριβῶς ἤθελον νὰ θέσω τὴν ἐρώτησιν: Ὑποθέτατε ὅτι ὁ βασιλεὺς δὲν ἐλάμβανε αὐτὴν τὴν ἄδειαν καὶ παρέμενε καὶ ἤρχετο ἡ Ἐθνοσυνέλευσις. Ἂς φαντασθῶμεν ὅτι ἡ Ἐθνοσυνέλευσις εἶχεν ἀπεριόριστον ἐντολὴν νὰ προβῇ εἰς λύσιν τοῦ ζητήματος ἀκεραίαν. Κάμνομεν ὑποθέσεις διὰ νὰ λάβω καὶ ἐγὼ μίαν πληροφορίαν. Λοιπὸν ὑποθέσωμεν ὅτι εἴχομεν αὐτὴν τὴν ἐντολήν. Ὑποθέτω ὅτι δὲν θὰ φαντάζηται κανεὶς ὅτι θὰ ἐτίθετο τὸ ἐρώτημα «Δημοκρατία ἢ Βασιλεία» ἀμέσως εἰς τὸν Λαόν, ἀλλ’ ἡ Συνέλευσις θὰ προέβαινεν εἰς τὴν καθαίρεσιν τοῦ βασιλέως. Θὰ τὸν ἀπεμάκρυνε καὶ ἔπειτα θὰ ἔθετε τὸ ἐρώτημα εἰς τὴν ψῆφον τοῦ Λαοῦ διὰ τὸ πολιτειακόν. Ἀναντιρρήτως θὰ προέβαινε κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, ὅπως ἠδύνατο ἐπίσης νὰ προβῇ καὶ κατὰ τὸν ἄλλον τρόπον, δηλαδὴ νὰ ἐπιβάλῃ εἰς τὸν βασιλέα τὴν ἀπομάκρυνσιν, ἵνα λύσῃ καὶ τὸ ζήτημα τὸ δυναστικὸν ὁ Λαός. Τί θὰ ἐκώλυε τὴν Συνέλευσιν;
§52Σ. ΣΙΜΟΣ. Τί τὴν κωλύει σήμερον;
§53Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Τί θὰ τὴν ἐκώλυε τότε;
§54Σ. ΣΙΜΟΣ. Τὸ ἀνακοινωθὲν τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων Δημοκρατικῶν ὡμίλει περὶ τούτου.
§55Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὅτε ἐγίνετο λόγος εἰς τὸ ἀνακοινωθέν, τὸ ὁποῖον εἶναι ἄσχετον πρὸς τὴν ἐρώτησιν τὴν ὁποίαν σᾶς προέβαλον καὶ τὴν διακοπὴν τὴν ὁποίαν ἐκάμετε, δὲν ὑπῆρχε κἂν ἄποψις διχασμοῦ τοῦ ζητήματος, εἰς ζήτημα μορφῆς τοῦ πολιτεύματος καὶ εἰς ζήτημα δυναστικόν. Ἐθεωρεῖτο ἓν καὶ τὸ αὐτό.
§56Σ. ΣΙΜΟΣ. Ἄρα θὰ ἐθέτετε ζήτημα Δημοκρατίας, ζήτημα πολιτειακόν.
§57Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Βεβαίως ἡ πολιτειακὴ κρίσις θὰ ἐλύετο διὰ δημοψηφίσματος ἢ θὰ ἐλύετο διὰ τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως. Αὐτὸ εἶναι τὸ ζήτημα. Ἡ πολιτειακὴ κρίσις σύμπασα. Τίνα σημασίαν ἔχει τὸ ζήτημα τῆς παρουσίας ἢ μὴ παρουσίας τοῦ βασιλέως; Οὐδὲν θὰ ἐκώλυε τὴν Συνέλευσιν καὶ παρόντος τοῦ βασιλέως ἐνταῦθα.
§58Σ. ΣΙΜΟΣ. Ὄχι. Ἐὰν ὁ βασιλεὺς ἦτο ἐδῶ, ἡ Συνέλευσις θὰ τὸν παρεκάλει νὰ ἀποδημήσῃ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν θὰ ἐτίθετο ποτὲ ἐνώπιον τοῦ Λαοῦ τὸ ἐρώτημα ἂν τὸν ἐδιώξατε καλῶς ἢ ὄχι.
§59Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀναντιρρήτως θὰ εἶχε τὸ δικαίωμα ἡ Συνέλευσις ἵνα ἀπολύτως θεμελιώσῃ τὴν πρᾶξίν της ἐπὶ μιᾶς ἀναμφισβητήτου λαϊκῆς κυρώσεως μὴ ἐπιδεχομένης καμμίαν ἀμφισβήτησιν· θὰ εἶχε τὸ δικαίωμα ἀκόμη, καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει ἡ ἐξουσία της ἦτο ἀπόλυτος, νὰ κάμῃ ἔκκλησιν εἰς τὸν Λαὸν ἵνα λύσῃ τὸ ζήτημα αὐτός. Τὶς εἶνε δυνατὸν νὰ ὁμιλῇ περὶ ἀντιθέτου ἀπόψεως;
§60Σ. ΣΙΜΟΣ. Ὑμεῖς εἴπατε ὅτι εἶνε ἀπόλυτος ἡ ἐξουσία τῆς Συνελεύσεως.
§61Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶπον ὅτι εἶνε. Ὑποθέσωμεν ὅτι εἶνε ἀπόλυτος. Ἡ περίπτωσις αὐτὴ τὴν ὁποίαν ὑπολαμβάνετε δὲν ἔχει καμμίαν σημασίαν. Καθεὶς ἐξ ἡμῶν διατηρεῖ τὰς γνώμας του καὶ ἡ κρίσις ἐπὶ τῆς διχογνωμίας θὰ γίνῃ ὑπὸ τῆς Συνελεύσεως. Δὲν εἶνε δυνατὸν διὰ μιᾶς διαλογικῆς συζητήσεως ἑνὸς δευτερολέπτου νὰ τὴν λύσωμεν.
§62Γ. ΜΑΡΗΣ. Νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι εἶμαι ἐν τάξει ἐρωτῶν περὶ τῆς ἰδικῆς σας γνώμης. Καὶ νομίζω μάλιστα ὅτι κανονικὸν θὰ ἦτο ἐγὼ ὁ συζητῶν νὰ γνωρίζω τὴν γνώμην σας.
§63Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός.). Ἀλλ’ εἶνε γνωστὴ ἡ γνώμη τῆς Κυβερνήσεως. Ἐὰν περιεμένετε νὰ γνωρίσητε τὰς ἀντιλήψεις μας ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα αὐτὸ ἀπὸ μίαν διακοπήν, θὰ ἦτο λυπηρόν. Εἶνε γνωσταὶ αἱ ἀντιλήψεις μας καὶ διὰ τοῦτο εἴμεθα ὁ στόχος τῶν ἐπιθέσεων ἐπὶ τριάκοντα ἡμέρας ἐκ μέρους τῶν διαφωνούντων.
§64Γ. ΜΑΡΗΣ. Ἐγὼ ἐζήτησα τὴν γνώμην σας ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ ζητήματος ἂν εἶνε δεσμευμένη ἡ Συνέλευσις.
§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλεῖται ὁ ῥήτωρ νὰ συνεχίσῃ τὴν ἀγόρευσίν του καὶ νὰ παύσῃ ἡ διαλογικὴ συζήτησις.
§66Γ. ΜΑΡΗΣ. Ἐπαναλαμβάνω ὅτι θεωρῶ ἥκιστα συντελεστικὴν διὰ τὴν συμφιλίωσιν, τὴν ὑποβολὴν εἰς τὸν Λαὸν ἐρωτήματος ἐπὶ τοῦ δυναστικοῦ. Φρονῶ ὅτι ὑποβολὴ τοιούτου ἐρωτήματος μόνον τὴν ἔξαψιν τῶν παθῶν θὰ προκαλέσῃ διότι ἡ ἀπ’ εὐθείας ἀνάμιξις εἰς τὸν ἀγῶνα μιᾶς δυναστείας ἡ ὁποία ἀπέδειξε μέχρι τοῦδε ὅτι πρὸ οὐδενὸς διστάζει ὅταν πρόκηται νὰ ἐξυπηρετήσῃ τὰ καλῶς ἢ κακῶς ἐννοούμενα συμφέροντά της...
§67Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ ἴδιον δὲν θὰ συμβῇ καὶ μὲ τὸ ἁπλοῦν ἐρώτημα;
§68Γ. ΜΑΡΗΣ. Δὲν θὰ συμβῇ τὸ ἴδιον, ὅταν εὑρίσκεται πρὸς μιᾶς ἀποφάσεως τῆς Συνελεύσεως, ἡ ὁποία κηρύσῃ αὐτὴν ἔκπτωτον...
§69Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός.). Ἔχετε τὴν βεβαίωσιν, κ. Συνάδελφε, τοῦ Ἀρχηγοῦ τῶν Δημοκρατικῶν ὅτι τὸ ζήτημα καὶ ὑπὸ τὴν σύνθετον αὐτοῦ μορφὴν θὰ τεθῇ ἐνώπιον τοῦ Λαοῦ. Δὲν εἶνε δυνατὸν νὰ τὸ ἀποφύγωμεν, δὲν εἶναι δυνατὸν δι’ ἀποφάσεως τῆς Συνελεύσεως νὰ ἀποκόψωμεν ἀπὸ τὸν Λαὸν τὸ δυναστικὸν ζήτημα. Δὲν εἶνε τοῦτο ἰδική μου γνώμη εἶναι τοῦ Ἀρχηγοῦ τῶν Δημοκρατικῶν.
§70Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Κανεὶς Ἀρχηγὸς δὲν ὑπάρχει ἐδῶ μέσα καὶ θὰ ἰδῆτε κατὰ τὴν ψηφοφορίαν. Δὲν ἔχομεν κανένα Ἀρχηγὸν καὶ οὐδενὸς Ἀρχηγοῦ τὶς γνώμας ἀκολουθοῦμεν ἐν τῇ Συνελεύσει.
§71Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὑπάρχει εἷς Ἀρχηγὸς τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως» εἰς τὸν ὁποῖον ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι ἀπεδόθη καὶ μία ἐξαιρετική...
§72Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Ἔχομεν τὰς γνώμας μας.
§73Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Σεῖς δὲν ἀνήκετε εἰς τὸ δημοκρατικὸν κόμμα κ. συνάδελφε. Ἐγὼ ὁμιλῶ περὶ τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως». Σεῖς ἀνήκετε εἰς ἄλλο κόμμα, ἢ μᾶλλον ἀνήκετε εἰς ὅλας τὰς ἀποχρώσεις.
§74Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Σεῖς εἰσήλθετε εἰς τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων διὰ λόγους κομματικούς. Ἐπὶ τοῦ προσωπικοῦ, παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε τὸν λόγον, ὅταν θὰ τελειώσῃ ὁ κ. συνάδελφος.
§75Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Τίνος προσωπικοῦ κ. συνάδελφε;
§76Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Ἐπὶ ἐκείνου τὸ ὁποῖον μοὶ ἀπεδώσατε. Τὸν ἠξεύρομεν τὸν Κανονισμόν, κ. Πρωθυπουργέ.
§77Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ, κ. συνάδελφε, νὰ εἶσθε ἠρεμότερος.
§78Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον σᾶς λέγω ἐγώ. (Θόρυβος).
§79Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Λέγω εἰς τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον ὅτι δὲν ἔχει κανένα λόγον νὰ θεωρήσῃ ὡς ζήτημα προσωπικόν...
§80Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν νομίζω ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποτείνεσθε εἰς ἐμὲ καὶ νὰ μὴ ἀπαντῶ. Δὲν ἐπιτρέπω εἰς κανένα νὰ ἔχῃ περισσότερα δικαιώματα ἀπὸ ἐμέ. Οἱ φυγάδες δὲν ἔχουν περισσότερα δικαιώματα ἀπὸ ἐμέ. (Θόρυβος).
§81Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὀφείλω, κύριε συνάδελφε, νὰ κάμω μίαν ἐξήγησιν εἰς τὴν Συνέλευσιν. Ἁπλούστατα εἶπον εἰς τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον, ὅτι ἀμφισβητηθέντος τοῦ γεγονότος, ὅτι ὁ ἀρχηγὸς τῶν δημοκρατικῶν διετύπωσε τὴν γνώμην τὴν ὁποίαν ἐγὼ ἀνέφερον εἰπών, ὅτι εἶναι δυνατὸν μερικοί, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι δημοκρατικὰς ἀντιλήψεις νὰ μὴ ἀνήκουσιν εἰς τὴν Δημοκρατικὴν Ἕνωσιν, ἐγὼ εἶπον ὅτι ὁ ἀρχηγὸς τῆς δημοκρατικῆς Ἑνώσεως ἔχει καὶ αὐτὸς τὴν αὐτὴν γνώμην. Δὲν ἀνέφερον τὸν κ. πληρεξούσιον, ὁ ὁποῖος δὲν ἀποτελεῖ μέλος τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως. Προσέθεσα, ὅτι δὲν ὑπάρχουσι διαιρέσεις καὶ ἀποχρώσεις μεταξὺ τῶν μελῶν τῆς παρατάξεως καὶ δι’ αὐτὸ παρακολουθεῖ τὰς ἐργασίας καὶ τῶν τριῶν ἀποχρώσεων. (Χειροκροτήματα).
§82Γ. ΜΑΡΗΣ. Ἔλεγον, κύριοι πληρεξούσιοι ὅτι ἐγὼ τοὐλάχιστον εὑρίσκω παράδοξον τὴν πολιτικὴν ἥτις ἐπιδιώκουσα τὴν συμφιλίωσιν δὲν ἀρκεῖται εἰς τὸν ἕνα ἀγῶνα τὸν ὁποῖον θέτει διὰ τοῦ πολιτειακοῦ ἐρωτήματος εἰς τὸν λαόν, ἀλλὰ προσθέτει καὶ νέον ἀγῶνα ὀξύτερον διὰ τοῦ προσωπικοῦ ζητήματος τοῦ βασιλέως καὶ ταῦτα πράττουσα φρονεῖ ὅτι ἐξυπηρετεῖ τὴν συμφιλίωσιν. Δυσκολεύομαι νὰ ἐννοήσω πῶς θὰ εὐχαραίνεται ἡ συμφιλίωσις δι’ ἀγώνων οἵτινες εἰς τὸν χαρακτῆρα τοῦ Ἕλληνος, καὶ ὅταν ἀφορῶσιν εἰς ἀρχάς, καταντῶσι προσωπικαὶ ἔριδες καὶ ἀφορμαὶ παθῶν καὶ διενέξεων. Ἀλλὰ καὶ νόθευσιν τοῦ ἀγῶνος θ’ ἀποτελέσῃ τὸ δυναστικόν, διότι θὰ ἐπιφέρῃ τὴν ἀπ’ εὐθείας ἀνάμιξιν εἰς τὸν ἀγῶνα βασιλείας, ἡ ὁποία ἀπέδειξεν ἤδη ὅτι πρὸ οὐδενὸς διστάζει, οὐδὲ πρὸ τῆς ἐθνικῆς καταστροφῆς, ὅταν πρόκηται περὶ τῆς ἐξυπηρετήσεως τῶν καλῶς ἢ κακῶς ἐννοουμένων συμφερόντων της.
§83Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ ἴδιον δὲν θὰ συμβῇ καὶ μὲ τὸ ἁπλοῦν ἐρώτημα, κ. Μαρῆ;
§84Γ. ΜΑΡΗΣ. Δὲν θὰ συμβῇ τὸ ἴδιον, ὅταν ἡ Δυναστεία εὑρεθῇ πρὸ μιᾶς Συνελεύσεως ἡ ὁποία κηρύσσει αὐτὴν ὁριστικῶς καὶ ἀμετακλήτως ἔκπτωτον. Διότι σήμερον ἡ Δυναστεία συμφέρον ἔχῃ ἄμεσον νὰ θέσῃ εἰς ἐνέργειαν ὅλα τὰ μέσα, ἠθικὰ καὶ ἀνήθικα, ἐντόπια καὶ ξένα, τὰ χρήσιμα πρὸς τὸν ἀγῶνά της, διότι, ὅπως οὐδεὶς ἀγνοεῖ, ὑπάρχουσι ξένοι οἱ ὁποῖοι εὐλόγως φρονοῦντες ὅτι ὑπὸ τὴν δυναστείαν ταύτην καὶ τὸν ἕνεκα ταύτης διχασμὸν τῶν Ἑλλήνων προάγονται καλύτερον τὰ ἀνθελληνικά των συμφέροντα εἶναι πρόθυμοι νὰ ἐπικουρήσωσι τὸν δυναστικὸν ἀγῶνα καὶ ἔχομεν μάλιστα ἀπὸ τοῦδε τὰς ἀποδείξεις τῆς προθυμίας ταύτης, ἂν εἶναι ἀληθεῖς αἱ ἀναγραφεῖσαι καὶ μὴ διαψευσθεῖσαι πληροφορίαι περὶ τῶν κινήσεων τῆς γνωστῆς ξένης προπαγάνδας. Τὴν ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ προβαλλομένην ἀντίρρησιν ὅτι τὸ αὐτὸ θὰ συμβῇ καὶ ἐπὶ τοῦ ἁπλοῦ πολιτειακοῦ ἐρωτήματος δὲν τὴν εὑρίσκω ὀρθήν. Διότι εἰς τὸ ἁπλοῦν ἐρώτημα ἐν οἱᾳδήποτε ἐκβάσει καὶ ἂν ἀκόμη, ὅπερ ἀδύνατον, τὸ δημοψήφισμα ἀπέβαινεν ὑπὲρ τοῦ θεσμοῦ τῆς βασιλείας τοῦτο οὐδόλως θὰ ἐσήμαινεν οὔτε ἀμέσως οὔτε θιμιάσως τὴν παλινόρθωσιν τῆς τελευταίας Δυναστείας καὶ τοῦτο γνωρίζουσα ἡ Δυναστεία δὲν θὰ εἶχε συμφέρον νὰ καταβάλῃ οὐδ’ αὐτὴ οὐδ’ οἱ ἐπίκουροί της τὴν ἣν θὰ κατέβαλλε προσπάθειαν εἰς τὴν περίπτωσιν καθ’ ἣν μία νίκη ἐν τῷ δυναστικῷ ἐρωτήματι θὰ ἐπέφερε τὴν ἄμεσον παλινόρθωσιν τῆς Δυναστείας. Ἐκτὸς ἐὰν ὑποτεθῇ ὅτι καὶ ἐπὶ τοῦ ἁπλοῦ ἐρωτήματος ἡ Κυβέρνησις ἔχει τὴν γνώμην ὅτι ἡ ἀπόφασις τοῦ Λαοῦ ὑπὲρ τῆς Βασιλείας σημαίνει ἀναγκαίως παλινόρθωσιν τῆς Δυναστείας τὸ ὁποῖον ἐγὼ οὐδόλως παραδέχομαι. Ἀλλὰ καὶ ἂν δεχθῶμεν ἐν τούτῳ τὴν κυβερνητικὴν ἄποψιν ἐρωτῶ διατί, ἡ Κυβέρνησις ἀφοῦ φρονεῖ ὅτι τὸ αὐτὸ ἀποτέλεσμα ἔχει καὶ τὸ ἁπλοῦν ἐρώτημα, διατί, ἐπιμένει νὰ θέσῃ διπλοῦν ἐρώτημα; Διὰ νὰ γεννήσῃ ἄνευ σκοποῦ μίαν σύγχυσιν καὶ μίαν νοθείαν τοῦ ἀγῶνος καὶ διὰ τὴν εὐχαρίστησιν νὰ ἐξάψῃ τὸν φανατισμὸν τῶν ἀθεραπεύτων βασιλοδούλων καὶ ἐκείνων οἵτινες ἀδιαφοροῦντες διὰ τὸν θεσμὸν εἶναι πρόθυμοι ν’ ἀγωνισθῶσιν οὐχὶ ὑπὲρ τῆς ἐπανόδου τοῦ βασιλέως ἀλλ’ ὑπὲρ τῆς ἐπανόδου τοῦ μονίμου κομματάρχου των. Τοιούτου βασιλέως τὴν ἐπιστροφὴν ἐπιτρέπεται νὰ θέσῃ κατ’ ἀρχὴν ὡς δυνατὴν ἡ Κυβέρνησις; Θεωρεῖ τοῦτο ἠθικὸν πολιτειακῶς καὶ δυνατὸν πραγματικῶς ἡ Κυβέρνησις; Δὲν μὲ διαφεύγει, κύριοι πληρεξούσιοι, ὅτι ὑπὲρ τοῦ διπλοῦ ἐρωτήματος θὰ ἐπικαλεσθῇ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τὸ ἐπιχείρημα ὅτι αἴρει πᾶσαν σκόπιμον αἰτίασιν ἐκ μέρους τῶν ἀντιπάλων καὶ παρουσιάζει ἐπιβλητικωτέραν τάχα τὴν ἀπόδειξιν ὅτι τὸ πολίτευμα τὸ δημοκρατικὸν θὰ εἶναι γνήσιον προϊὸν τῆς θελήσεως τοῦ Λαοῦ. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι πλήρως τὴν ἀπόδειξιν ταύτην ἐξασφαλίζει ἡ ἀπόφασις περὶ τοῦ δημοψηφίσματος ἁπλῶς πολιτειακοῦ ἐκτελουμένου ὑπὸ ἐγγυήσεις ἀμεροληψίας καὶ ἐπαρκεῖς, καὶ ἂν ἄλλος τις δὲν τὸ παρεδέχετο, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὅμως ὀφείλει νὰ τὸ παραδεχθῇ, ἀφοῦ πρὸ ὀλίγου εἶπεν ὅτι καὶ εἰς τὴν ὑπόθεσιν τοῦ ἁπλοῦ ἐρωτήματος τὸ ἀποτέλεσμα ὑπὲρ τῆς Βασιλείας θὰ θεωρηθῇ καὶ ἀποτέλεσμα ὑπὲρ τῆς Δυναστείας.
§85Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Καὶ ὅταν μᾶς ἐρωτήσῃ κανεὶς διατί δὲν τὸ ἐκάμετε, ἔστω, ἐκ περισσοῦ, αὐτὸ τὸ πρᾶγμα, ὅταν μᾶς ἐρωτήσῃ, μὰ θὰ ἐχάνετο ὁ κόσμος ἂν ἐβάζετε καὶ τὸ διπλοῦν ἐρώτημα, τί θὰ ἀπαντήσητε;
§86Γ. ΜΑΡΗΣ. Ἐρωτᾶτε δι’ ἀντερωτήσεως. Δὲν θὰ πράξω ἐγὼ τὸ ἴδιον. Θὰ σᾶς ἀπαντήσω ὅτι ὁ κόσμος δὲν ἐχάθηκεν ἀλλ’ οὐδὲν ἐξυπηρετεῖ ἡ θέσις περιττοῦ ἐρωτήματος, ἐνῷ συνεπάγεται ἄτοπα, τὰ ἄτοπα τὰ ὁποῖα εἶπον προηγουμένως. Οὐδεὶς θὰ ἐδικαιολογεῖτο ἐρωτῶν διατί δὲν τὸ ἔθηκα. Ἄλλως τε, ἐπαναλαμβάνω, ἡ ἀπόδειξις ἡ ἰδία ἡ ἐπιζητουμένη τάχα διὰ τοῦ διπλοῦ ἐρωτήματος ἐπιτυγχάνεται ἐξ ἴσου ἀκεραία καὶ πλήρης καὶ ἐπιβλητικὴ διὰ τοῦ δημοψηφίσματος. Διότι, ἂν ἡ ἀτυχὴς ἐκείνη ἔμπνευσις περὶ μετεκλογικοῦ δημοψηφίσματος εἶχε καὶ ἀγαθήν τινα πλευράν, ἂν ἐξυπηρέτει καὶ ἀγαθόν τινα σκοπόν, ὁ σκοπός της οὗτος ἀπέβλεπεν εἰς τὸ ν’ ἀφαιρέσῃ ἀπὸ τοὺς ἐχθροὺς τῆς Δημοκρατίας τὴν ἀπόφασιν ὅτι ἐξ ὑφαρπαγῆς ἐγένετο ἡ Δημοκρατία προεκλογικῶς καὶ ὅτι παρενεβλήθησαν ψυχολογικὰ ἢ ἄλλα κωλύματα μὴ ἐπιτρέποντα εἰς τοὺς ἀντιφρονοῦντας νὰ ὑποστηρίξωσι τὴν ἰδικήν των ἄποψιν. Χάριν τῆς ἀποσοβήσεως μιᾶς τοιαύτης σκοπίμου αἰτιάσεως, χάριν τοῦ ἰσχνοῦ τούτου κέρδους ἐπεβλήθη ὅπως ἐπεβλήθη ἡ ἀπόφασις περὶ μετεκλογικοῦ δημοψηφίσματος. Χάριν τοῦ σκοποῦ τούτου ἀνεκόπη ἡ δημοκρατικὴ κίνησις προεκλογικῶς, ἀπεμακρύνθη τοῦ τέρματος τὸ ὁποῖον ἀκωλύτως καὶ ὁμαλῶς προσήγγιζε καὶ ἐξετράπη τῆς εὐρείας λεωφόρου τῶν ἱστορικῶν δεδομένων διὰ νὰ πλανᾶται σήμερον μετ’ ἐμποδίων τὰς ἀτραποὺς τῶν μετεκλογικῶν δημοψηφισμάτων. Δὲν νομίζει ἡ Κυβέρνησις ὅτι ἀρκετὴ εἶναι ἡ μεγάλη αὕτη θυσία; Ἔχει καὶ φαίνεται ἡ πολιτικὴ εὐθιξία τὰ ὅριά της τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι εὔκολον ν’ ὑπερβαίνωμεν ἀτιμωρητεί. Διὰ τοὺς λόγους τούτους ἐγὼ ὑποστηρίζω ὅ,τι, ἂν γίνῃ δημοψήφισμα, πρέπει νὰ περιορισθῇ εἰς τὸ ἁπλοῦν ἐρώτημα: «Βασιλεία ἢ Δημοκρατία;» Διότι ἡ θέσις τοῦ δυναστικοῦ ζητήματος ἐκτὸς τῶν ἄλλων ἀτόπων παρουσιάζει καὶ τὴν Συνέλευσιν ἐξ ἰδίας πλέον πράξεως ἀμφιβάλλουσαν ἢ περὶ τῆς ἰδιότητός της ὡς ἐκπροσωπούσης τὴν θέλησιν τῆς πλειοψηφίας τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ ἢ περὶ τῆς ἀληθείας τῶν ὅσων διακηρύττει διὰ τὴν ἐγκληματικὴν δρᾶσιν τῆς Δυναστείας καὶ διὰ τοὺς ἐκ τῆς ἐπαναφορᾶς της κινδύνους, οὐδὲ ἐξυπηρετεῖ σκοπόν τινα τὸ δυναστικὸν ἐρώτημα πλὴν μιᾶς εὐθιξίας χωρούσης πέραν τῶν ἐπιτρεπομένων ὁρίων. Θὰ παρεκάλουν μάλιστα τὴν Κυβέρνησιν νὰ μὴ ἀναγάγῃ τὸ ζήτημα τοῦτο εἰς ζήτημα ἐμπιστοσύνης.
§87Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὀφείλω νὰ κάμω τὴν ἑξῆς δήλωσιν εἰς ὅσα εἶπε χθὲς ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κορινθίας συνάδελφος κ. Ἀραβαντινός· ὅτι προκειμένου περὶ ἀσκήσεως τῆς συντακτικῆς ἐξουσίας ἡ Κυβέρνησις ὄχι μόνον δύναται, ἀλλ’ ὀφείλει νὰ μὴ θέσῃ ζήτημα ἐμπιστοσύνης καὶ ὅτι αὐτὴν τὴν τακτικὴν ἐτήρησαν καὶ προγενέστεροι Πρόεδροι Κυβερνήσεων.
§88Γ. ΜΑΡΗΣ. Ὄχι· ἐγὼ δὲν εἶπον αὐτό.
§89Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὑμεῖς εἴπετε ὅτι δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ μὴ θέσῃ ζήτημα ἐμπιστοσύνης καὶ ὁ κ. Ἀραβαντινὸς ὅτι ὀφείλει. Δίδω τὴν ἑξῆς ἀπάντησιν: Εἶναι δυνατὸν πραγματικῶς εἰς λεπτομερείας τινὰς συντακτικῆς φύσεως ἡ Κυβέρνησις νὰ μὴ θέσῃ ζήτημα ἐμπιστοσύνης ἐφόσον διὰ τῆς ἀποδοχῆς της μιᾶς ἢ τῆς ἄλλης τακτικῆς δὲν θίγονται σπουδαιότατα συμφέροντα. Λόγου χάριν εἰς τὸ ζήτημα τῆς ψήφου τῶν γυναικῶν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ ἄλλην γνώμην ἡ Κυβέρνησις καὶ νὰ ἀφήσῃ ἐλευθέραν τὴν Συνέλευσιν νὰ κρίνῃ αὕτη κατὰ τὸ δοκοῦν. Διότι εἴτε δοθῇ ψῆφος εἰς τὰς γυναῖκας εἴτε δὲν δοθῇ τὸ πρᾶγμα κατ’ οὐσίαν δὲν πρόκειται νὰ μεταβάλῃ ῥιζικῶς τὴν κατάστασιν. (Θόρυβος). Ἴσως αὐτὸ εἶναι ζήτημα τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει σημασίαν. Εἰς ζήτημα ὅμως τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ αὐτὴν τὴν βάσιν τοῦ πολιτεύματος ἡμῶν, εἰς ζήτημα τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ αὐτὴν τὴν νομιμότητα τῆς προελεύσεως ἑνὸς νέου καθεστῶτος, εἰς τὸ ὁποῖον ἀποδίδει ἡ Κυβέρνησις σημασίαν ζωτικήν, προέχουσαν ἐντελῶς διὰ τὴν Χώραν, εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ὑποστηρίξῃ τὰς γνώμας της θέτουσα ζήτημα ἐμπιστοσύνης; Τίνος εἴδους Κυβέρνησις θὰ ἦτο αὐτὴ ἡ ὁποία θὰ ἔλεγε: «Νὰ ἀκολουθήσητε τὴν ἄλλην ὁδόν, καὶ θὰ σᾶς συγχαρῶ· ἀλλὰ δύνασθε νὰ ἀκολουθήσητε καὶ τὴν ἄλλην, ἐγὼ θὰ παραμείνω εἰς τὴν θέσιν μου καὶ τὰ συμφέροντα τῆς Χώρας ἂς κινδυνεύουν»;
§90Γ. ΜΑΡΗΣ. Δὲν νομίζω ὅτι ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εἶπον εἶναι ἐκεῖνα εἰς τὰ ὁποῖα ἀπαντᾷ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Ἐγὼ εἶπον καὶ ἐπαναλαμβάνω ὅτι θὰ παρεκάλουν τὴν Κυβέρνησιν νὰ μὴ θέσῃ ζήτημα ἐμπιστοσύνης διὰ τὴν ὑποβολὴν διπλοῦ ἐρωτήματος. Δὲν νομίζω ὅτι ἐκ τῆς ὑποβολῆς ἢ μὴ ὑποβολῆς τοῦ δυναστικοῦ ἐρωτήματος κινδυνεύουν τὰ συμφέροντα τῆς Χώρας οὐδὲ δύναμαι νὰ ἐννοήσω πῶς θὰ ἀλλοιωθῶσιν αἱ βάσεις τοῦ πολιτεύματος, ἂν τὸ ἐξαγόμενον τοῦ δημοψηφίσματος προέλθῃ οὐχὶ ἐκ τοῦ ἐρωτήματος «Βασιλεία ἢ Δημοκρατία» ἢ ἐκ τοῦ ἐρωτήματος «Δυναστεία ἢ Βασιλεία ἢ Δημοκρατία». Μοὶ φαίνεται, κύριοι, πληρεξούσιοι, ὅτι καὶ εἰς τὴν δευτέραν περίπτωσιν ὅπως καὶ εἰς τὴν πρώτην τὸ ἐξαγόμενον θὰ εἶναι ἐξ ἴσου γνήσιον ἂν γνησία εἶναι ἡ διεξαγωγὴ τοῦ δημοψηφίσματος καὶ ἡ προέλευσις τῆς Δημοκρατίας οὐδεμίαν θὰ ἐπιδέχηται ἐπίκρισιν οὐδὲ τὴν μᾶλλον κακόπιστον. Τοῦτο μοὶ φαίνεται ἀναμφισβήτητον λογικῶς. Ἀλλ’ ἐκτὸς τοῦ ἁπλοῦ ἢ διπλοῦ ἐρωτήματος ὑπάρχει διαφωνία καὶ ὡς πρὸς τὸν τρόπον τῆς διατυπώσεως, ἂν θὰ γίνῃ δηλαδὴ ἄμεσον τὸ ἐρώτημα ἢ ἂν προηγηθῇ ἀπόφασις τῆς Συνελεύσεως ὑποβληθησομένη εἰς ἔγκρισιν τοῦ Λαοῦ. Ὑποθέτω ὅτι προτιμοτέρα εἶναι ἡ ἀπόφασις, διότι εἶναι συμφωνοτέρα πρὸς τὸν σκοπὸν καὶ τὰ καθήκοντα ἑνὸς Σώματος ἀντιπροσωπευτικοῦ καὶ πρὸς τὰ ἀλλαχοῦ κρατοῦντα. Εἶναι γνωστὸν ὅτι ὑπὸ τοιοῦτον τύπον ἐρωτᾶται ὁ λαὸς εἰς ὅσα Κράτη εἶναι εἰσηγμένος ὁ θεσμὸς τοῦ δημοψηφίσματος. Ἡ ἀντιπροσωπεία δηλαδὴ ἐκφράζει τὴν ἀπόφασίν της ἐπὶ τοῦ θέματος καὶ τὴν ἀπόφασιν ταύτην ὑποβάλλει εἰς τὸν λαὸν ἀποφαινόμενον δι’ ἑνὸς «Ναὶ» ἢ Ὂχι». Οὐδὲ θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπιφυλάξῃ τὸ Συντακτικὸν Σῶμα ἀπόφασίν του ἐπὶ τόσον σοβαροῦ ζητήματος, ἀφοῦ μάλιστα ἐκ τῆς ἀποφάσεως αὐτῆς δὲν ἐμποδίζεται ὁ λαὸς νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα κατ’ ἀπόλυτον ἀρέσκειαν καὶ οὐδόλως ἐκ τῆς διατυπώσεως ἀποφάσεως θίγεται ἡ ἀρχὴ τῆς ἀκεραίας προσφυγῆς εἰς τὸν λαόν. Ἀλλὰ ὁμολογῶ ὅτι τὰ ζητήματα τῶν ἐρωτημάτων καὶ τῶν τύπων δὲν δύνανται νὰ ἔχωσι σήμερον οὐδ’ ἐξαιρετικὴν οὐδὲ πρωτεύουσαν σημασίαν. Ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἐγκατελείψαμεν τὴν προεκλογικὴν Δημοκρατίαν, ἀφ’ ἧς στιγμῆς πρόκειται νὰ βαδίσωμεν τὴν ὁδὸν τοῦ δημοψηφίσματος δὲν ἀποδίδω ἐγὼ τουλάχιστον κεφαλαιώδη ἀξίαν εἰς τὰς τυπικὰς ταύτας διαφωνίας. Δὲν τὰς κρίνω οὐδὲ ἀξίας νὰ συγκεντρώνωσιν ἐπὶ πολὺ τὴν προσοχὴν τῆς Συνελεύσεως. Ἀλλοῦ πρέπει νὰ στραφῇ ἡ προσοχὴ ἡμῶν. Ἡ προσοχὴ ἡμῶν πρέπει νὰ στραφῇ ὁλόκληρος εἰς τὸν ταχὺν τερματισμὸν μιᾶς ἐκκρεμότητος, ἡ παράτασις τῆς ὁποίας ἐμφανίζει κινδύνους καὶ ἐσωτερικοὺς καὶ ἐξωτερικοὺς εὐνοήτους.
§91Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀπὸ ὑμᾶς ἐξαρτᾶται.
§92Γ. ΜΑΡΗΣ. Ἀνταπαντῶν εἰς ὑμᾶς λέγω ὅτι, ἂν ἐξηρτᾶτο ἀπὸ ἡμᾶς, θὰ εἴχομεν βουληθῆ ὅλοι. Ἀλλὰ ἐξαρτᾶται δυστυχῶς ἀπὸ τὰ μέτρα τῆς Κυβερνήσεως, ἀπὸ τὰς παρασκευὰς αὐτῆς, ἀπὸ τὴν σύνταξιν τῶν ἐκλογικῶν καταλόγων, ἐξαρτᾶται ὁ χρόνος καθ’ ὃν θὰ εἴμεθα ἱκανοὶ νὰ διεξαγάγωμεν τὸ δημοψήφισμα.
§93Θ. ΣΟΦΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐντὸς εἴκοσιν ἡμερῶν θὰ εἶναι τελείως ἕτοιμοι οἱ κατάλογοι.
§94Γ. ΜΑΡΗΣ. Ἐπαναλαμβάνω ὅτι πρέπει νὰ φθάσωμεν εἰς τὸν τερματισμὸν μιᾶς καταστάσεως, ἡ ὁποία ἐνέχει πολλοὺς κινδύνους καὶ ἐσωτερικοὺς καὶ ἐξωτερικούς. Καὶ θὰ φθάσωμεν, ἐὰν παύσωμεν δημιουργοῦντες ἐκ δευτερευόντων ζητημάτων ἀφορμὰς διαφωνιῶν, αἵτινες καὶ πολύτιμον χρόνον ἀναλίσκουν καὶ χαλάρωσιν τῆς συνοχῆς ἂν μὴ διάσπασιν τῆς ἀντιβασιλικῆς παρατάξεως δύνανται νὰ ἐπιφέρωσιν. Ἔχομεν καιρὸν νὰ διασπασθῶμεν εἰς κόμματα ὅταν ὑπερβῶμεν τὸν σημερινὸν ἀποφασιστικὸν σταθμὸν τοῦ ἐθνικοῦ μας βίου. Εὔχομαι δ’ ὅπως αἱ περιστάσεις ἐπιτρέψωσιν εἰς ἡμᾶς νὰ διασπασθῶμεν ἀκινδύνως τὸ ταχύτερον. Ἀλλ’ ἕως τότε ἐνδείκνυται ἡ ἐπίτευξις στενωτέρας συνεργασίας, προβάλλει ἡ ἀνάγκη τῆς ὁμονοίας διὰ νὰ παρουσιασθῇ ἑνιαία καὶ συνεσφιγμένη ἡ ἀντιβασιλικὴ παράταξις ἀπέναντι τοῦ συντόνως ἀνασυντασσομένου ἀντιπάλου. Ὅταν πρόκειται πρὸ ἡμῶν ἀγὼν τῆς σημασίας τοῦ σημερινοῦ πολιτειακοῦ ἀγῶνος, ὅταν ὁ ἀγὼν οὗτος πρόκειται νὰ κηρυχθῇ διὰ τῆς καθολικῆς Ψηφοφορίας ἑνὸς ὁλοκλήρου λαοῦ—ἂν εἰς τὸ δημοψήφισμα καταφύγωμεν—, αἱ διαφωνίαι πρέπει νὰ συμβιβάζωνται δι’ ἀμοιβαίων ὑποχωρήσεων, ἡ λύσις τῶν οἰκογενειακῶν διαφορῶν πρέπει νὰ ἀναβάλληται καὶ ὅλοι πρέπει νὰ σπεύσουν εἰς τὰς θέσεις των, τόσον οἱ ὀπαδοὶ ὅσον καὶ οἱ ἀρχηγοί, τόσον οἱ Κυβερνῆται ὅσον καὶ οἱ κυβερνώμενοι, τόσον οἱ τῆς δεξιᾶς ὅσον καὶ οἱ τῆς ἀριστερᾶς. Μόνον οὕτω θὰ ἐμπνευσθοῦν καὶ οἱ ἐκτὸς τοῦ Κοινοβουλίου συναγωνισταί, μόνον οὕτω θὰ φρονηματισθῇ ὁ λαὸς διὰ νὰ σπεύσῃ προθυμότερος καὶ ἀθροώτερος εἰς τὰς κάλπας, μόνον οὕτω αἱ κάλπαι θ’ ἀποδώσουν οὐχὶ ἁπλῶς μίαν νίκην, ἀλλὰ νίκην ἀνάλογον πρὸς τὴν σημασίαν τοῦ ἀγῶνος, νίκην σύμφωνον πρὸς τὴν ἐπιθυμίαν ὅλων μας, νίκην ἱκανοποιοῦσαν καὶ τὴν ἐθνικὴν τιμήν, διότι ζήτημα τιμῆς εἶναι διὰ τὴν Ἑλλάδα νὰ εὑρεθῶσιν εἰς τὴν βασιλικὴν κάλπην ὅσον τὸ δυνατὸν ὀλιγώτεραι ψῆφοι Ἑλληνικαί. (Χειροκροτήματα).
§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις δι’ αὔριον καὶ ὥραν 5ην μ.μ. (Ὥρα 9.15′ μ. μ.)