1924.02.14
2,272 rows · 17,092 words · 153 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 18Η
Πέμπτη 14 Φεβρουαρίου 1924
Προεδρία κ. Κ. Ρακτιβάν
(Ὥρα 5.15′ μ. μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. (Ἀναγιγνώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίρρησις κατὰ τῶν πρακτικῶν;
§3ΙΩ. ΜΑΡΜΑΤΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, χθὲς διεμαρτυρήθην, ὅταν ἀγορεύων ὁ πληρεξούσιος Κορίνθου κ. Πετρίδης εἶπεν ὅτι πάντες ἡμεῖς ἐξελέγημεν ἐκτεθέντες ὑπὸ τὴν «ἄγκυραν», εἰπὼν ὅτι πάντες οἱ ὑποψήφιοι τοῦ νομοῦ Χανίων ἐξελέγημεν καθιερώσαντες δημοκρατικὰ σημεῖα, μὲ τὸ σημεῖον «Δ» ἀντὶ τῆς «ἀγκύρας».
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σημειωτέον ὅτι τὰ πρακτικὰ περιέχουν ἐπιτομὴν τῶν λεγομένων. Πάντως θὰ γίνῃ διόρθωσις. Ὑπάρχει ἄλλη ἀντίρρησις κατὰ τῶν πρακτικῶν; (Οὐδεὶς ἀπαντᾶ). Τὰ πρακτικὰ ἐπικυροῦνται ὡς διωρθώθησαν. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Συνέλευσιν ὅτι: — Ἐπιτροπαὶ περιφερείας Γαλαξειδίου παρακαλοῦσιν ὅπως διαταχθῇ ἡ ἐπίσπευσις τῆς ἀνοίξεως τοῦ Ἰσθμοῦ λόγῳ τῶν ἐμπορικῶν ζημιῶν ἃς ὑφίστανται. — Ὁ Ἰωάννης Σιορμανωλάκης αἰτεῖται ὅπως μὴ ἀπαλλοτριωθῇ τὸ ἀγρόκτημά του, διαταχθῇ δὲ καὶ ἡ ἀπόδοσις τῆς ἐσοδείας 1923. — Ὁ νομάρχης Τρικκάλων ὑποβάλλει ψήφισμα τοῦ λαοῦ τῆς πόλεως ταύτης περὶ παραχωρήσεως τῶν ἐκεῖ παλαιῶν στρατώνων διὰ τὴν ἐγκατάστασιν τῶν δικαστικῶν γραφείων. — Ὁ Ἰωάννης Δράσας ἐργολάβος Δημοσίων Ἔργων αἰτεῖται ὅπως δοθῇ αὐθεντικὴ ἑρμηνεία εἰς τὴν τροποποίησιν τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ νόμου 2716. — Ἡ Συνομοσπονδία τῶν ἐπαγγελματιῶν τῆς Ἑλλάδος ὑποβάλλει ψήφισμα ὅπως τὸ πολιτειακὸν ζήτημα κανονισθῇ παρὰ τῆς λαϊκῆς θελήσεως. — Ὁ Ἰω. Δρίζος τέως τηλεγραφικὸς ὑπάλληλος Κορίνθου παρακαλεῖ ὅπως ἐπαναδιορισθῇ ὡς ἀδίκως ἀπολυθείς. — Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης κ. Α. Μυλωνᾶς διαβιβάζει ἔγγραφον τοῦ Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν Θεσσαλονίκης περὶ χορηγήσεως ὑπὸ τῆς Συνελεύσεως ἀδείας διώξεως τοῦ πληρεξουσίου Ἡρακλείου Στυλ. Γρηγορίου κατηγορουμένου ἐπὶ παραβάσει καθήκοντος καὶ τοῦ ἄρθρου 261 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου. — Οἱ πληρεξούσιοι κ. κ. Λαμ. Λάμπρου, Γ. Ροδόπουλος, καὶ Ἰω. Γιαμούζης ὑποβάλλουσι πρότασιν νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου περὶ ἀποκαταστάσεως ἀκτημόνων γεωργῶν τῶν χωρίων Αἰγάνης, Νυχταρὰμ καὶ Κουλούρα τοῦ τέως δήμου Ὀλύμπου». — Οἱ πληρεξούσιοι κ. κ. Δ. Ψάρρης καὶ Φ. Γιαννακόπουλος ὑποβάλλουσι πρότασιν νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 94 τοῦ ἀπὸ 17 Δεκεμβρίου 1923 Ν. Διατάγματος περὶ ἐνοριακῶν ναῶν καὶ ἐφημερίων». — Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κ. Ἐμμ. Τσουδερὸς ὑποβάλλει σχέδιον νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 6 τοῦ ἀπὸ 6 Νοεμβρίου 1922 Ν. Διατάγματος «περὶ μεταρρυθμίσεως διατάξεών τινων τῶν κειμένων νόμων περὶ συντάξεων». — Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας κ. Α. Μυλωνᾶς ὑποβάλλει σχέδια νόμων αʹ) «παραχωρήσεως δημοσίου γηπέδου ἐν Μακεδονίᾳ πρὸς ἵδρυσιν νεκροταφείου τῶν κατὰ τὸν Εὐρωπαϊκὸν πόλεμον πεσόντων Γερμανῶν καὶ Βουλγάρων στρατιωτῶν» καὶ βʹ) «περὶ συστάσεως Ταμείου προνοίας ἐλαιοπαραγωγῆς Κρήτης κλπ.» — Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν κ. Κ. Γόντικας ὑποβάλλει σχέδια νόμων αʹ) «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου 2363» καὶ βʹ) «περὶ τροποποιήσεως τῶν ἄρθρων τοῦ ἀπὸ 17 Αὐγούστου 1923 Ν. Διατάγματος «περὶ καθορισμοῦ ὑποχρεώσεων ἀνυποτάκτων καὶ λιποτακτῶν».
§5Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ ἀντίρρησις, παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε, τὸ δεύτερον νὰ κηρυχθῇ κατεπεῖγον καὶ νὰ ψηφισθῇ κατ’ ἀρχήν.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Συνέλευσις παρεδέχθη. — Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν κ. Ἰω. Κανναβὸς ὑποβάλλει σχέδιον νόμου «περὶ κανονισμοῦ τελῶν γάμου τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ Π. Ναυτικοῦ».
§7Ι. ΚΑΝΝΑΒΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε, νὰ κηρυχθῇ κατεπεῖγον.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Συνέλευσις παρεδέχθη. — Οἱ Ὑπουργοὶ τῶν Ἐξωτερικῶν κ. Γ. Καφαντάρης καὶ τῶν Ἐσωτερικῶν κ. Θ. Σοφούλης ὑποβάλλουσι σχέδιον νόμου «περὶ ἀποκτήσεως τῆς ἑλληνικῆς ἰθαγενείας ὑπὸ τῶν εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν προσφυγόντων Ἑλλήνων τὸ γένος ἐκ Μικρᾶς Ἀσίας καὶ Θράκης».
§9Θ. ΣΟΦΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν.). Ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ ἀντίρρησις, παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε, νὰ κηρυχθῇ κατεπεῖγον.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι.) Ἡ Συνέλευσις παρεδέχθη. —Οἱ Ὑπουργοὶ τῶν Οἰκονομικῶν κ. Ἐμμ. Τσουδερὸ, καὶ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας κ. Κ. Σπυρίδης ὑποβάλλουσι σχέδιον ψηφίσματος «περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ τοῦ Δημοσίου καὶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος συναφθείσης τῇ 21 Σεπτεμβρίου 1920 συμβάσεως». Συμφώνως πρὸς τὴν δοθεῖσάν μοι ἐξουσιοδότησιν κατήρτισα τὴν Ἐφορευτικὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ Ταμείου Παρακαταθηκῶν καὶ Δανείων ἐκ τῶν πληρεξουσίων κ. κ. Ἀντ. Πρέκα, Κ. Ζαβιτζιάνου, Στ. Γρηγορίου, Νικ. Μπακοπούλου καὶ Ἰω. Πατάλα. Ὁμοίως συμφώνως πρὸς τὴν ἐξουσιοδότησιν καὶ ἀπόφασιν τῆς Συνελεύσεως ἀπέστειλα εἰς τὴν Γερουσίαν καὶ τὴν Βουλὴν τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν τὸ ἑξῆς τηλεγράφημα: (Ἀναγινώσκει). Πρὸς τὴν Γερουσίαν καὶ τὴν Βουλὴν τῶν Ἀντιπροσώπων τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν τῆς Ἀμερικῆς Εἰς Βασιγκτῶνα Ἡ Δʹ. τῶν Ἑλλήνων Ἐθνικὴ Συνέλευσις τῇ προτάσει τοῦ Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου κ. Γεωργίου Καφαντάρη παμψηφεὶ μὲ ἐξουσιοδότησεν ὅπως διαβιβάσω Ὑμῖν τὴν βαθυτάτην αὐτῆς θλῖψιν ἐπὶ τῷ θανάτῳ τοῦ πρώην Προέδρου Γούντρω Οὐΐλσων, οὗτινος ἡ ἐπιβλητικὴ προσωπικότης ἤσκησε τὴν μεγίστην ἐπιρροὴν ὑπὲρ τῶν αἰωνίων ἀρχῶν τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας καὶ τῆς διεθνοῦς δικαιοσύνης, τόσον κατὰ τὸν παγκόσμιον πόλεμον ὡς καὶ κατὰ τὴν τελικὴν ἀποκατάστασιν τῆς εἰρήνης. Ὁ Ἑλληνικὸς Λαός, κατεχόμενος ὑπὸ αἰσθημάτων εὐγνωμοσύνης καὶ θαυμασμοῦ διὰ τὸ ἔργον του, διατρανεῖ τὴν βαθεῖαν αὐτοῦ συμμετοχὴν εἰς τὸ πένθος τοῦ Ἀμερικανικοῦ Ἔθνους ἐπὶ τῇ ἀπωλείᾳ τοιούτου ὑπερόχου ἀποστόλου τῶν εὐγενεστάτων πολιτικῶν ἰδεωδῶν. Ὁ Πρόεδρος Κ. Ρακτιβάν.
§11Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἂν καὶ παρῆλθον τόσαι ἡμέραι ἀφ’ ἧς ἐζήτησα τὴν κατάθεσιν τοῦ σχετικοῦ μὲ τὸ κτῆμα Μουρνὰ φακέλλου ἐν τούτοις μέχρι σήμερον οὐδὲν ἔγγραφον κατετέθη. Παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε, νὰ μὲ ἐγγράψητε εἰς σχετικὴν ἐπερώτησιν....
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συμφώνως πρὸς τὴν ἀπόφασιν τῆς Συνελεύσεως αἱ ἐρωτήσεις καὶ ἐπερωτήσεις ἀνεβλήθησαν καὶ συνεπῶς....
§13Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, νομίζω ὅτι ἡ ἀπόφασις τῆς Συνελεύσεως ἦτο νὰ ἀναβληθῶσιν μόνον αἱ ἀναφοραὶ καὶ ἐρωτήσεις.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι καὶ αἱ ἐπερωτήσεις. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν....
§15Α. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε· πρὶν εἰσέλθωμεν εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν ἐπιθυμῶ νὰ ἐρωτήσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἐὰν εἶναι βάσιμοι αἱ φῆμαι περὶ παραιτήσεως τοῦ Ἀντιβασιλέως καὶ νὰ παρακαλέσω αὐτὸν ὅπως εὐαρεστηθῇ νὰ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Συνέλευσιν τοὺς λόγους διὰ τοὺς ὁποίους παραιτεῖται οὗτος.
§16Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Λυποῦμαι, κύριοι, διότι εὑρίσκομαι εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἀπαντήσω εἰς ἐρώτησιν ἀφορῶσαν ἀδεσπότους φήμας. Ἔχων ὅμως πρὸ ὀφθαλμῶν ὅτι ὄντως ἡ Δημοσία Γνώμη τίθεται εἰς ἀνησυχίαν ἐκ διαδόσεων παρομοίας φύσεως ἐπιλαμβάνομαι τῆς εὐκαιρίας διὰ νὰ τὰς διαψεύσω κατὰ τὸν μᾶλλον κατηγορηματικὸν τρόπον. Εἶμαι δὲ τόσον μᾶλλον εἰς θέσιν νὰ τὸ πράξω προκειμένου περὶ τῆς σπερμολογίας τῆς ἀφορώσης τὴν παραίτησιν τοῦ Ἀντιβασιλέως, καθόσον εἶχον τὴν τιμὴν καὶ τὴν εὐκαιρίαν νὰ συνομιλήσω μετ’ αὐτοῦ πρὸ ¼ τῆς ὥρας. Ἐν συναφείᾳ πρὸς τὴν διάδοσιν αὐτὴν ὀφείλω ἐπίσης νὰ διαβεβαιώσω τὴν Συνέλευσιν καὶ τὴν Ἑλληνικὴν Κοινωνίαν, ὅτι ὅλαι αἱ ἀνησυχητικαὶ πληροφορίαι αἱ κυκλοφοροῦσαι κατ’ αὐτὰς σχετικῶς πρὸς τὴν δημοσίαν τάξιν στεροῦνται τελείως ὑποστάσεως. Οὐδαμόθεν ἀπειλεῖται σήμερον ἡ δημοσία τάξις, διότι καὶ οὐδαμόθεν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀπειληθῇ αὕτη. Εὑρίσκεται εἰς θέσιν ἡ Κυβέρνησις ὄχι μόνον νὰ πατάξῃ πᾶσαν ἀπόπειραν διαταράξεως τῆς ἐσωτερικῆς ἀσφαλείας, ἀλλὰ νὰ ἀποπνίξῃ ἐν τῇ γενέσει της καὶ πᾶσαν πρόθεσιν πρὸς τοιαύτην διατάραξιν.
§17Ι. ΓΙΑΜΟΥΖΗΣ. Ἐρωτῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ἂν ἔχονται ἀληθείας τὰ ἀναγραφόμενα εἰς ἀπογευματινὰς ἐφημερίδας περὶ παραιτήσεως τῆς Κυβερνήσεως;
§18Μ. ΚΥΡΚΟΣ. Ἐπὶ τῆς προτάσεως περὶ ἀναβολῆς τῶν ἐπερωτήσεων, κ. Πρόεδρε.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι πρότασις· ἐλήφθη ἀπόφασις, κ. πληρεξούσιε.
§20Μ. ΚΥΡΚΟΣ. Ἐπιτρέψατέ μοι, κ. Πρόεδρε, νὰ εἴπω δύο λέξεις ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ. Δὲν θέλομεν νὰ ἀπασχολήσωμεν τὴν Συνέλευσιν περὶ μηδαμινῶν πραγμάτων, ἀλλὰ περὶ σπουδαιοτάτου ζητήματος ἀφορῶντος τὴν Μακεδονίαν, ἡ ὁποία μένει ἀπὸ ἑνὸς ἔτους ἀκυβέρνητος. Περὶ αὐτοῦ τοῦ ζητήματος ἡμεῖς οἱ Μακεδόνες πληρεξούσιοι τόσον οἱ πρόσφυγες ὅσον καὶ οἱ ἐντόπιοι ἔχομεν ὑποβάλει ἐπερώτησιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ πρότασιν περὶ προτάξεως τῆς ἐπερωτήσεως αὐτῆς καὶ σᾶς παρακαλῶ νὰ ἐπιτρέψητε νὰ συζητηθῇ τὸ ζήτημα αὐτὸ διότι εἶναι σπουδαιότατον ἀφορᾷ τὴν ζωὴν τῶν προσφύγων, ἀλλὰ καὶ τὴν ἀσφάλειαν τῶν ἐντοπίων.
§21Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Φρονεῖτε εἰλικρινῶς ὅτι δὲν δύναται νὰ ἀναβληθῇ ἐπὶ δύο ἡμέρας ἡ ἐπερώτησις περὶ καταστάσεως ἐπικρατούσης ἐπὶ ἓν ἔτος, καὶ νὰ ἐπιληφθῶμεν τοῦ πολιτειακοῦ ζητήματος διὰ νὰ καθαρίσωμεν τὸ πολιτικόν μας ἔδαφος καὶ νὰ ἑδραιώσωμεν ἐπὶ βασίμων πλέον δεδομένων καὶ αὐτὴν τὴν δημοσίαν μας τάξιν; Δὲν νομίζετε ὅτι τοῦτο εἶναι πλέον ἐπεῖγον;
§22Μ. ΚΥΡΚΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς εἴπω...(Θόρυβος). Κύριοι συνάδελφοι, σᾶς παρακαλοῦμεν νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ἐκθέσω τὰ ζητήματα αὐτά, διότι ἀφοροῦν ζωτικώτατα συμφέροντα καὶ τῶν προσφύγων καὶ τῶν ἐντοπίων τῆς Μακεδονίας. Νομίζω ὅτι δύναται ἡ Συνέλευσις νὰ ἀσχοληθῇ ἐπὶ ἡμίσειαν ὥραν μὲ τὰ ζητήματα αὐτά, ἀφοῦ ἐπὶ μίαν ἑβδομάδα ἤδη συζητεῖ ἐπὶ τοῦ πολιτικοῦ ζητήματος.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπενθυμίζω εἰς τὸν κ. πληρεξούσιον ὅτι ὁ κ. Κωνσταντόπουλος πληρεξούσιος Σερρῶν ἔφερεν ἀκριβῶς τὸ ζήτημα αὐτὸ προχθὲς καὶ ἀπεφασίσθη ὅπως συζητηθῇ μετὰ τὸ πολιτικόν. Ἀκριβῶς ὁ κ. Κωνσταντόπουλος εἶναι παρὼν καὶ δύναται νὰ τὸ βεβαιώσῃ.
§24Γ. ΦΡΑΓΚΟΥΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν δυνάμεθα νὰ ἀναβάλωμεν κατ’ ἀρχὴν τὰς ἐπερωτήσεις, διότι πιθανὸν νὰ παρουσιασθῇ ἓν ζήτημα ἐπεῖγον. Ἐγὼ ἐζήτησα τὰ ἔγγραφα τὰ ἀναφερόμενα εἰς τὴν ἐνοχὴν τῶν ὑπασπιστῶν τοῦ βασιλέως εἰς τὸ τελευταῖον στασιαστικὸν κίνημα καὶ δὲν κατετέθησαν ἐπὶ 15 ἤδη ἡμέρας.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας Πρῶτον ἀντικείμενον αὐτῆς εἶναι ἡ ψηφοφορία περὶ παροχῆς ἀδείας τῆς Συνελεύσεως πρὸς δίωξιν τοῦ πληρεξουσίου Ἄρτης Ἀθ. Τζώνη. Νὰ ἀναγνωσθῇ ἡ ἔκθεσις τῆς Ἐπιτροπῆς. (Ἀναγινώσκεται ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ἐπιτροπῆς τῆς Συνελεύσεως.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δύο ψηφολέκται παρακαλῶ.
§27ΣΠ. ΣΙΜΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν ἀφίνετε εἰς τὸ τέλος τῆς συνεδριάσεως νὰ γίνῃ ἡ ψηφοφορία;
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζω ὅτι δύναται νὰ γίνῃ τώρα συντόμως.
§29ΤΙΝΕΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Δι’ ἀναστάσεως, κ. Πρόεδρε.
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διὰ σφαιριδίων, θὰ γίνῃ ταχέως. Παρακαλῶ νὰ προσέλθωσιν ὡς ψηφολέκται οἱ κύριοι Μπούμπουλης καὶ Γοῦσκος. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν παροχὴν τῆς ἀδείας λέγουσι «ναὶ» δηλαδὴ ψηφίζουσιν εἰς τὸ λευκὸν, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν «ὄχι» δηλαδὴ ψηφίζουσιν εἰς τὸ μέλαν. Ἄρχεται ἡ ψηφοφορία. (Διενεργεῖται ἡ διὰ σφαιριδίων μυστικὴ ψηφοφορία ὑπὸ τὴν ἐποπτείαν τῶν πληρεξουσίων κ. κ. Γ. Μπούμπουλη καὶ Θ. Γούσκου).
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει τις μὴ ψηφοφορήσας; (Οὐδεὶς ἀπαντᾷ). Ἄρχεται ἡ διαλογή. (Διενεργεῖται ἡ διαλογὴ ὑπὸ τῶν ψηφολεκτῶν).
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπερατώθη ἡ διαλογή. (Ἀναγινώσκει:) Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 270. Ὑπὲρ τῆς παραπομπῆς ἐψήφισαν 260· κατ’ αὐτῆς 10. Ἑπομένως ἡ αἴτησις περὶ παροχῆς ἀδείας διώξεως τοῦ πληρεξουσίου Ἄρτης Ἀθ. Τζώνη ἐπὶ ἐξυβρίσει κλπ. κατὰ τοῦ πληρεξουσίου Θεσσαλονίκης κ. Θ. Παγκάλου γίνεται δεκτὴ καὶ ἡ ἄδεια διώξεως χορηγεῖται. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἐξακολούθησιν τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῶν προγραμματικῶν δηλώσεων τῆς Κυβερνήσεως. Ὁ κ. Μιχαλακόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§33Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ νὰ παραχωρήσητε τὴν θέσιν μου εἰς ἄλλον· ἀναβάλλω δι’ αὔριον.
§34ΙΩ. ΚΑΛΟΓΕΡΑΣ. Προτίθεμαι νὰ κάμω μίαν δήλωσιν.
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατόν. Ὁ κ. Μπακάλμπασης ἔχει τὸν λόγον.
§36Α. ΜΠΑΚΑΛΜΠΑΣΗΣ. Ἄν, κύριοι πληρεξούσιοι, ἀπεφάσισα νὰ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ τῶν προγραμματικῶν δηλώσεων τῆς Κυβερνήσεως, τοῦτο ἔπραξα διότι ἐνόμισα ὅτι ἐπιβάλλεται νὰ ἀκουσθῇ καὶ ἡ προσφυγικὴ φωνὴ ἐπὶ τριῶν ἐπιμάχων σημείων: τοῦ δυναστικοῦ, τοῦ πολιτειακοῦ καὶ τοῦ προσφυγικοῦ ζητήματος. Αἱ δηλώσεις αἱ κυβερνητικαὶ εὑρίσκονται κατὰ τὴν ἀντίληψίν μου πολὺ μακρὰν τῆς ἑλληνικῆς πραγματικότητος. Ἡ Ἑλλὰς τοῦ Ἕβρου περιλαμβάνει σήμερον ὁλόκληρον τὸ Ἑλληνικὸν Ἔθνος. Αἱ κοινωνικαὶ καὶ οἰκονομικαὶ συνθῆκαι αὐτοῦ εἶναι πολὺ διάφοροι ἀπὸ ἐκείνας τὰς ὁποίας ἀντεμετώπισε μέχρι σήμερον τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος. Ἡ Κυβέρνησις συνέχεια τῆς προηγουμένης παρουσιάσθη μὲ προγραμματικὰς δηλώσεις εἰς τὰς ὁποίας ὑπάρχουσι πλεῖσται ὅσαι ὑποσχέσεις βελτιώσεως ὅλων τῶν κλάδων τῆς κρατικῆς μηχανῆς. Ἀπὸ αὐτὰς ὅμως λείπουν αἱ γενικαὶ ἐκεῖναι γραμμαὶ αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ συντελέσουν ὥστε νὰ δοθῇ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἐνσυνείδητος ψῆφος πληρεξουσίων Συντακτικῆς Συνελεύσεως, οἱ ὁποῖοι ἐξελέγησαν μὲ πρόγραμμα ἀντιμοναρχικόν, μὲ πρόγραμμα ἀντιδυναστικόν, μὲ πρόγραμμα δημοκρατικὸν καὶ ἑπομένως μὲ ἀποστολὴν δημοκρατικοποιήσεως ὁλοκλήρου τῆς Κρατικῆς μηχανῆς. Εἰς τοιαύτας κρισίμους στιγμὰς ὑποθέτω ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ ὑπεβοήθει πραγματικῶς τοὺς κυρίους πληρεξουσίους, οἱ ὁποῖοι τὴν Πατρίδα θέτουν ὑπεράνω τῶν κομματικῶν ἀντιλήψεων καὶ ὑποχρεώσεών των. Τὸ βῆμα τῆς Βουλῆς τὸ ἀνῆλθον διὰ πρώτην φορὰν ὡς ἐλεύθερος Θρᾷξ, ὅτε ἡ ἰδιαιτέρα μου πατρὶς ἦτο ἐλευθέρα. Ἡ Συνθήκη τῶν Σεβρῶν, ἔργον τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων, ὡδήγει τὴν 23 Δεκεμβρίου 1920, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, τοὺς ἀντιπροσώπους τῆς Θράκης ἐντὸς τοῦ Ἑλληνικοῦ Κοινοβουλίου. Ἡ εἴσοδος αὐτῶν ἦτο ἀποτέλεσμα νίκης ἀντιμοναρχικῆς, νίκης ἀντιδυναστικῆς καὶ ἐφαρμογῆς τῶν δημοκρατικῶν ἰδεωδῶν. Τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων στηριχθὲν ἐπὶ τῶν δυνάμεων τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἐνίκησε μοναρχικὰ συμφέροντα, ἐποδοπάτησεν ἰδιοτελείας Θρόνου καὶ παλαιοκομματισμοῦ καὶ ἐπέτυχε πραγμάτωσιν ἐθνικῶν ἰδεωδῶν δι’ ἀπελευθερώσεως δούλων ἀδελφῶν. Ἐντὸς τοῦ Κοινοβουλίου δὲν εὕρομεν οὔτε τοὺς ἀντιπροσώπους ἐφαμίλλους πρὸς τοὺς τοῦ 1821, οὔτε τοὺς ἰδεολόγους τοῦ 1842, οὔτε τοὺς κοινοβουλευτικοὺς ἄνδρας τοῦ 1863! Ἀντεμετωπίσαμεν τοὺς νικητὰς τῆς 1ης Νοεμβρίου, τοὺς νικητὰς τοῦ ἀγῶνος ἐκείνου καθ’ ὃν ἐτέθη τὸ ἐρώτημα «βασιλεία ἢ Ἑλλάς». Εἶχε νικήσει ἡ βασιλεία καὶ ἡ Ἑλλὰς ὡδηγήθη εἰς τὴν καταστροφήν. Ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς ἐπείσθημεν ὅτι Μεγάλη Ἑλλὰς μὲ Ἡρακλεῖς τοῦ Στέμματος, μὲ ἀντιπροσώπους ὁρκιζομένους εἰς τὸ ὄνομα τοῦ βασιλέως Κωνσταντίνου, μὲ ἀνθρώπους ἀδυνατοῦντας νὰ ἀποδεχθῶσιν ὅτι δυνατὸν νὰ ζήσῃ Ἑλλὰς ἄνευ Κωνσταντίνου, ἐπείσθημεν, λέγω, ὅτι ἀδύνατον νὰ ὑπάρξῃ καὶ νὰ συγκρατηθῇ. Ὑπεδείξαμεν κατ’ ἐπανάληψιν τοὺς κινδύνους, ὑπεμνήσαμεν τὰς διεθνεῖς ὑποδείξεις. Οὐδεὶς ὅμως συνεκινήθη, οὐδεὶς μᾶς ὑπεβοήθησεν. Αἱ φωναὶ ἡμῶν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ εἶχον πνιγῆ. Τὰ ἐγκλήματα ἐναντίον ἀνθρώπων πολιτικῶν, ἐναντίον ἀνδρῶν οἱ ὁποῖοι εἶχον τὸ σθένος νὰ παλαίσωσι κατὰ τοῦ μοναρχισμοῦ καθημερινῶς ἐπολλαπλασιάζοντο. Ὁ Τύπος εἶχε παραγνωρίσει τὴν ἀποστολήν του. Ἡ Ἑλλὰς κατέπεσεν. Ἐχάθη ἡ Μ. Ἀσία, ἀπώλετο ἡ Θράκη καὶ ἤχθημεν νικημένοι εἰς τὴν Λωζάννην, ἵνα ὑπογράψωμεν μίαν συνθήκην ἥττης. Εὐτυχῶς ἡ ἐθνοσωτήριος Ἐπανάστασις ἀνέκοψε τὸ κακόν. Εἶχεν ἀνατρέψει μίαν Ἐθνοσυνέλευσιν, ἐκπρόσωπον τοῦ μοναρχισμοῦ, καὶ εἶχεν ἀνατρέψει τὸν βασιλέα Κωνσταντῖνον. Τὸν Ἑλληνικὸν Θρόνον κατέλαβε προσωρινῶς ὁ βασιλεὺς Γεώργιος. Ἡ Ἐπανάστασις περιωρίσθη εἰς ἀνασύνταξιν τῶν στρατιωτικῶν καὶ ναυτικῶν τοῦ Ἔθνους δυνάμεων, τὴν προσωρινὴν τῶν προσφύγων περίθαλψιν, τὴν προσπάθειαν εἰσόδου εἰς ὁμαλὸν πολιτικὸν βίον δι’ ἐκλογῶν καὶ ἐμπέδωσιν τοῦ ἀντιμοναρχικοῦ δόγματος. Διὰ τῶν ἐκλογῶν ἐπρόκειτο τὰ δημοκρατικὰ στοιχεῖα, τὰ ἀντιδυναστικά, τὰ ἀντιμοναρχικὰ ὅπως παλαίσουν ἐναντίον τοῦ θανασίμως πληγέντος μοναρχισμοῦ καὶ παλαιοκομματισμοῦ. Ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς κατὰ πλειονοψηφίαν ἐκτὸς τῶν στελεχῶν τοῦ ἀντιθέτου πολιτικοῦ κόσμου ἔλαβε μέρος εἰς τὰς ἐκλογάς. Αἱ ἐκλογαὶ ἀπέβησαν ὑπὲρ τῶν δημοκρατικῶν. Εἰσήλθομεν εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Κοινοβούλιον. Αἱ δηλώσεις τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως ἀντὶ νὰ διερμηνεύσουν τὴν πραγματικότητα μᾶς μετέδιδον τὴν πληροφορίαν ὅτι οὔτε τὸ δυναστικὸν οὔτε τὸ πολιτειακὸν ζήτημα ἔχει λυθῆ καὶ ὅτι ἀμφότερα ὤφειλον νὰ τεθῶσιν ὑπὸ τὴν ἔγκρισιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ, χωρὶς ποσῶς ἡ Συνέλευσις νὰ δικαιοῦται νὰ ἀποφανθῇ ἐπ’ αὐτῶν. Κύριοι, οὐδέποτε ἀνέμενον τοιαύτας δηλώσεις ἐκ μέρους Κυβερνήσεως ἡ ὁποία ἀφαιρεῖ ἀπὸ τοὺς πληρεξουσίους καὶ τὸ μεγαλύτερον δικαίωμα τῶν ἀνθρώπων, τὸ δικαίωμα τοῦ σκέπτεσθαι καὶ ἀποφασίζειν. Ἐντὸς τῶν δηλώσεων τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως ὑπάρχει ἓν ἀξίωμα, μία ἀρχή, ἡ ὁποία κατὰ τὴν ἀντίληψίν μου δὲν περιποιεῖ τιμὴν εἰς τὴν πολιτικὴν ἱστορίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, ἡ ἀρχὴ τῆς τυραννίας τῆς σκέψεως. Κύριοι, ἡ Συνέλευσις ἔπρεπε νὰ μεταβληθῇ εἰς Ἀκαδημίαν, ἠμποροῦσε νὰ συζητήσῃ, δὲν εἶχεν ὅμως τὸ δικαίωμα νὰ λάβῃ σχετικὴν ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἀπόφασιν. Τὰς δηλώσεις τῆς πρώτης Κυβερνήσεως διεδέχθησαν αἱ δηλώσεις τῆς δευτέρας Κυβερνήσεως ἀποτελούσης συνέχειαν τῆς πρώτης. Ἡ δευτέρα Κυβέρνησις πραγματικῶς ἔκαμεν ἓν βῆμα πρὸς τὰ πρόσω. Ὑπέβαλε ψήφισμα εἰς τὴν Ἐθνοσυνέλευσιν, ψήφισμα κυρώσεως δημοψηφίσματος. Ἐπ’ αὐτοῦ εἶχε τὸ δικαίωμα ἡ Ἐθνοσυνέλευσις νὰ ἀποφανθῇ. Ἡ πρώτη Κυβέρνησις εἶχε μεταβάλει τὴν Ἐθνοσυνέλευσιν εἰς Ἀκαδημίαν. Ἡ δευτέρα ἐπιθυμεῖ νὰ μεταβάλῃ ταύτην εἰς εὐχετήριον οἶκον. Κύριοι, κατὰ τὴν ἀντίληψίν μου νομίζω ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔχει ὑποχρέωσιν ὅπως μὴ καὶ πάλιν θελήσῃ νὰ ἀπευθυνθῇ πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν Λαὸν ἐπὶ ζητήματος ἐπὶ τοῦ ὁποίου οὗτος ἔχει δεδηλωμένην τὴν γνώμην. Ἡ ἄποψις τοῦ κόμματος εἰς τὸ ὁποῖον ἀνήκω, ἡ ἄποψις τοῦ Δημοκρατικοῦ κόμματος εἶναι γνωστὴ εἰς ὑμᾶς. Ζητοῦμεν ἀπόφασιν ἐπὶ τοῦ δυναστικοῦ, ζητοῦμεν ἀπόφασιν ἐπὶ τοῦ πολιτειακοῦ, κύρωσιν δὲ λαϊκὴν μόνον ἐπὶ τοῦ τελευταίου τούτου. Τὴν δρᾶσιν τῶν Ἑλληνικῶν Δυναστειῶν θεωρῶ, κύριοι, περιττὸν νὰ ἀναπτύξω. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔχω νὰ σᾶς εἴπω εἶναι τὸ ἑξῆς: Ἐὰν πραγματικῶς ἡ Κυβέρνησις δὲν λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν ἐκδηλωθεῖσαν θέλησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ καὶ πρὸ παντὸς τὴν θέλησιν τοῦ προσφυγικοῦ κόσμου, ἑνὸς ἑκατομμυρίου λαοῦ, ὁ ὁποῖος εἶναι θῦμα δυναστικῶν συμφερόντων, παραγνωρίζει τὴν ἱστορίαν τῶν τελευταίων ἐτῶν, παραγνωρίζει τὴν πάλην τῶν δύο πολιτικῶν κόσμων καὶ τὴν νίκην τῶν νεωτέρων ἰδεῶν. Παραγνωρίζει τὸν γνώμονα τῆς ρυθμίσεως τοῦ πολιτεύματος μιᾶς Χώρας. Καὶ ταῦτα μὲν προκειμένου περὶ τοῦ δυναστικοῦ καὶ πολιτειακοῦ. Ἀλλ’ ἐντὸς τῶν ἐν λόγῳ σημείων ἡ Κυβέρνησις εἰς τὰς προγραμματικάς της δηλώσεις ἔθιξε καὶ ἓν σημεῖον, τὸ ὁποῖον ἡμᾶς, δηλαδὴ τοὺς πρόσφυγας, ἐνδιαφέρει ἰδιαιτέρως, τὸ ζήτημα τὸ προσφυγικόν. Κύριοι, ἐὰν ὑπάρχῃ ἀρχή, ἡ ὁποία κατὰ τὴν ἀντίληψίν μου εἶναι ἀναρμοδία νὰ ὁμιλήσῃ σήμερον προκειμένου περὶ προσφυγικοῦ ζητήματος εἶναι ἡ παροῦσα Κυβέρνησις. Καὶ ἐξηγοῦμαι: Αἱ ὑποσχέσεις, αἱ ὁποῖαι δίδονται προκειμένου περὶ προσφυγικοῦ ζητήματος, εἶναι ὑποσχέσεις ἀβάσιμοι. Ἡ παροῦσα Κυβέρνησις διὰ τῆς γενομένης συμβάσεως τοῦ δανείου δὲν ἔχει οὐδεμίαν σχεδὸν ἁρμοδιότητα προκειμένου περὶ τῆς ἐπιλύσεως τοῦ προσφυγικοῦ ζητήματος. Ἐνταῦθα ὑπάρχει μία Ἐπιτροπὴ τῆς ἀποκαταστάσεως προσφύγων, ἡ ὁποία ἱδρύθη ἐν Ἑλλάδι ἐπὶ τῇ βάσει μιᾶς συμβάσεως, συμβάσεως ἡ ὁποία δημιουργεῖ Κράτος ἐν Κράτει καὶ ἡ ὁποία ἀνέλαθεν ἐργολαβικῶς τὸ ζήτημα τῆς ἐπιλύσεως τοῦ προσφυγικοῦ ζητήματος ἄνευ οὐδεμιᾶς κυβερνητικῆς ἀναμίξεως. Ὑποθέτω λοιπὸν ὅτι θὰ ἦτο πολὺ εἰλικρινέστερον ἡ Κυβέρνησις νὰ μὴ ὑπόσχηται προσφυγικὴν ἐγκατάστασιν τὴν στιγμὴν καθ’ ἣν αὕτη ἀδυνατεῖ νὰ πράξῃ τὸ παραμικρὸν λόγῳ ἀναρμοδιότητος.
§37Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Τότε καὶ ἡ Συνέλευσις δὲν ἔχει ἁρμοδιότητα ἐφόσον δεσμεύεται διά...
§38Α. ΜΠΑΚΑΛΜΠΑΣΗΣ. Τὸ ζήτημα τῆς ἐν λόγῳ συμβάσεως θὰ μᾶς ἀπασχολήσῃ ἐν τῇ Συνελεύσει, διότι, ἐὰν πραγματικῶς ἐπὶ κεφαλῆς αὐτῆς δὲν ἵστατο ὁ Πρόεδρος ταύτης κ. Μοργκεντάου, ὁ ὁποῖος πολλὰς ὑπηρεσίας προσέφερεν εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Ἔθνος καὶ κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει πρεσθευτικῆς ἀποστολῆς, ὡς Πρεσθευτὴς τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν, ἐστέ, κύριοι, βέβαιοι ὅτι οὐδεμία ἐλπὶς θὰ ὑπῆρχε περὶ βελτιώσεως τῆς τύχης τῶν προσφύγων. Οἱ ὅροι οἱ ἐγκλειόμενοι ἐντὸς τῆς ἐν λόγῳ συμβάσεως εἶναι ὅροι δρακόντειοι, εἶναι ὅσοι οἱ ὁποῖοι τὸ μὲν ἀγροτικὸν ζήτημα τῆς Ἑλλάδος, ἐφ’ οὗ ἐρείδεται ἡ λύσις τοῦ προσφυγικοῦ ζητήματος, τὸ ἐπαναφέρουν εἰς τὴν ἐποχὴν τοῦ 1821, τὸν δὲ ἀγροτικὸν πληθυσμὸν τὸν προσφυγικὸν μεταβάλλουν εἰς πραγματικοὺς εἵλωτας. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀντίληψίς μου. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου ὅμως ζητήματος δὲν θέλω νὰ ἐπεκταθῶ, διότι ἐλπίζω ὅτι μετὰ τὸ πέρα τῶν συζητήσεων ἐπὶ τῶν προγραμματικῶν δηλώσεων θὰ μᾶς δοθῇ ἡ εὐκαιρία ἐν ἐκτάσει νὰ ὁμιλήσωμεν ἐπὶ τοῦ ὅλου προσφυγικοῦ ζητήματος.
§39ΑΛ. ΜΥΛΩΝΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Θὰ ἐπεθύμουν καὶ ἐγώ, ἐὰν ἦτο δυνατόν, νὰ εἰσέλθωμεν εἰς περισσοτέρας λεπτομερείας σήμερον, ἵνα μὴ δημιουργηθῇ ἡ ἐντύπωσις κάποιας ὑπερβολῆς ἡ ὁποία συνοδεύει τὰς αἰτιάσεις τὰς ὁποίας λέγετε.
§40Α. ΜΠΑΚΑΛΜΠΑΣΗΣ. Εἶμαι εἰς τὴν διάθεσίν σας, κ. Ὑπουργέ, διότι νομίζω ὅτι, ἐὰν ἤθελον νὰ παρουσιάσω ἀκριβῆ εἰκόνα τῆς πραγματικότητος, θὰ διεπιστοῦτο ὅτι προσπαθῶ νὰ ἀποφύγω καὶ τὴν ἐλαχίστην ὑπερβολήν.
§41Α. ΜΥΛΩΝΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Τὸ περὶ ἐπαναφορᾶς τῆς καταστάσεως τῶν ἀγροτῶν εἰς τὸ 1821 εἶναι κάπως ὑπερβολικόν. Δὲν ἔχουν οὕτω τὰ πράγματα.
§42Α. ΜΠΑΚΑΛΜΠΑΣΗΣ. Κύριε Ὑπουργέ, ἔχω αὐτὴν τὴν πεποίθησιν. Ἐὰν θέλητε, δυνάμεθα νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τώρα. Ἑπομένως θὰ σᾶς παρεκάλουν νὰ μὴ μὲ διακόψητε.
§43ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Εἶναι σχῆμα λόγου.
§44Α. ΜΠΑΚΑΛΜΠΑΣΗΣ. Κύριοι, δὲν ἐπρόκειτο περὶ σχήματος λόγου. Δὲν συνηθίζομεν οὔτε νὰ μακρηγορῶμεν, οὔτε νὰ ἀπασχολῶμεν τὴν Συνέλευσιν μὲ λόγους περιττοὺς καὶ μὲ ῥητορικὰ σχήματα· δὲν ἤλθομεν ἐδῶ νὰ βγάλωμεν πατριωτικοὺς λόγους, ἀλλὰ νὰ λύσωμεν τὰ ἐκκρεμῆ τοῦ Κράτους ζητήματα.
§45ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Πολὺ τραγικῶς ἐξιστορήσατε τὴν κατάστασιν τῶν προσφύγων.
§46Α. ΜΠΑΚΑΛΜΠΑΣΗΣ. Ὄχι μόνον διότι εἶμαι πρόσφυξ, κ. συνάδελφε, ἀλλὰ τὸ προσφυγικὸν ζήτημα μὲ ἀπασχολεῖ ἀπὸ τῆς ἐνταῦθα ἀφίξεώς μου. Ἐστὲ δὲ βέβαιοι ὅτι, ἐὰν πραγματικῶς κατορθώσω καλῶς ἀντιπρόσωπος τῶν προσφύγων νὰ ἐκπληρώσω τὴν ἀποστολήν μου, θὰ θεωρήσω ὅτι ἐξεπλήρωσα τὸ καθῆκόν μου ἀπέναντι τῆς Πατρίδος. Αἰσθάνομαι τὸν προσφυγικὸν πόνον, ὁ ὁποῖος ὅμως φαίνεται ὅτι δὲν ἔθιξε τὴν ψυχήν σας. Ἄν, κύριε Ὑπουργέ, σᾶς ἀπασχολεῖ τὸ ζήτημα τὸ προσφυγικὸν ἢ ὄχι, εἶμαι εἰς θέσιν νὰ τὸ γνωρίζω καλύτερον παντὸς ἄλλου.
§47Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Μὰ σεῖς ἀρνεῖσθε τὸ πᾶν εἰς τὴν Κυβέρνησιν.
§48Α. ΜΠΑΚΑΛΜΠΑΣΗΣ. Πρὸ τῆς δημιουργίας τοῦ προσφυγικοῦ ζητήματος ἡ ἀπώλεια τῆς Μικρᾶς Ἀσίας καὶ τῆς Θράκης ἀπησχόλησεν ὅλον τὸν κόσμον τῶν φιλελευθέρων, ἀπησχόλησε πλείστους ὅσους ἐκ τῶν φιλελευθέρων πολιτευομένων, δὲν ἀπησχόλησεν ὅμως ποτὲ τὴν διοικοῦσαν τὸ κόμμα τοῦτο Ἐπιτροπήν. Ἐνῷ ἡ Μικρὰ Ἀσία καὶ ἡ Θράκη ἐχάνοντο, ἡ διοικοῦσα τότε τὸ κόμμα Ἐπιτροπὴ οὔτε κἄν ἀνεμνήσθη νὰ προβῇ εἰς μίαν τυπικὴν διαμαρτυρίαν προκειμένου περὶ τῆς ἀπωλείας τῶν δύο τούτων Χωρῶν. (Χειροκροτήματα).
§49Θ. ΣΟΦΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Σεῖς τί ἐκάνατε τότε; Αὐτὰ ὅλα πλέον ποὺ λέγετε ἀποτελοῦν διακωμώδησιν.
§50Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Μοὶ ἐπιτρέπετε, κύριε συνάδελφε, νὰ σᾶς ζητήσω μίαν ἐξήγησιν; Σᾶς παρακαλῶ περὶ ποίας διοικούσης Ἐπιτροπῆς τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων ὁμιλεῖτε· ἐκείνης εἰς τὴν ὁποίαν καὶ ἐγὼ εἶχον λάβει μέρος;
§51Α. ΜΠΑΚΑΛΜΠΑΣΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν εἴχετε τότε φθάσει ἀκόμη ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ. Ὅταν ἡμεῖς ἠγωνιζόμεθα, σεῖς εὑρίσκεσθε μακράν, πολὺ μακρὰν τῆς Ἑλλάδος.
§52Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἆ μάλιστα, δὲν ἔχω οὐδεμίαν σχέσιν.
§53Α. ΜΠΑΚΑΛΜΠΑΣΗΣ. Κύριοι, δὲν κάμνομεν τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ διαπιστοῦμεν γεγονότα ἁπλῶς.
§54Θ. ΣΟΦΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Δὲν διαπιστοῦτε τίποτε, φαντασιοπληξίας λέγετε μόνον, δὲν διαπιστοῦτε τίποτε. Ἄλλως τε καὶ σεῖς ἀπετελεῖτε μέλος τῆς διοικούσης Ἐπιτροπῆς τοῦ κόμματος.
§55Α. ΜΠΑΚΑΛΜΠΑΣΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν λησμονεῖ ὅτι ἀπετέλουν τότε μέλος τῆς μικρᾶς ἐκείνης ὁμάδος ἥτις ἀποσπασθεῖσα ἐκ τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων ἀπετέλεσε τὸν πυρῆνα τοῦ δημοκρατικοῦ κόμματος. Ἀπευθύνομαι εἰς πληρεξουσίους, τοὺς ὁποίους νομίζω, ἢ μᾶλλον ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι εὑρίσκονται εἰς τὸ ὕψος τῆς ἀποστολῆς των. Τὰ ζητήματα ἐπείγουν. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ζητῶ ἀπὸ τοὺς κυρίους συναδέλφους εἶναι ὅτι, ὅταν τὸ ζήτημα τὸ δυναστικὸν καὶ τὸ πολιτειακὸν τεθῇ ὑπὸ τὴν ψῆφόν των, νὰ θεωρήσουν ἑαυτοὺς πολὺ ἀνωτέρους τῶν κομματικῶν δεσμῶν, τῶν κομμάτων, εἰς τὰ ὁποῖα ἀνήκουσιν.
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀραβαντινός.
§57Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Κύριοι πληρεξούσιοι, ἐκ τῶν προγραμματικῶν δηλώσεων τῆς Κυβερνήσεως δὲν θέλουν μὲ ἀπασχολήσει αἱ ἀφορῶσαι εἰς τὰ νομοθετικὰ μέτρα καὶ τὰς ὑποσχέσεις τῆς Κυβερνήσεως περὶ τῆς ὑπ’ αὐτῆς ἐξασκήσεως τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, καθόσον τὰ ζητήματα τὰ ἀναγόμενα εἰς τὴν σφαῖραν τῆς νομοθετικῆς καὶ ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, τὰ ὁποῖα θίγονται διὰ τῶν προγραμματικῶν δηλώσεων, ἐξαρτῶνται ἀναγκαίως ἐκ τῆς λύσεως τοῦ προέχοντος ζητήματος, τὸ ὁποῖον εἶναι τὸ ζήτημα τὸ πολιτειακόν, καὶ τοῦ ἑτέρου ζητήματος, τὸ ὁποῖον εἶναι τὸ ζήτημα τὸ δυναστικόν. Ἐπὶ μόνον τῶν δύο τούτων ζητημάτων θέλω περιορίσει τὸν λόγον μου. Θὰ ἠδυνάμην νὰ εἴπω ὅτι εἶμαι εὐτυχὴς διότι ἐκ τῶν δηλώσεων τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως διεπιστώθη ἡ δημοκρατικὴ αὐτῆς πίστις, διεπιστώθη δὲ προσέτι καὶ τὸ γεγονὸς ὅτι συμμερίζεται τὰς κατηγορίας κατὰ τῆς Δυναστείας, τὰς κατηγορίας, τὰς ὁποίας ἔχει οἰκειοποιηθῆ καὶ ὁ Ἑλληνικὸς Λαός. Διεπιστώθη προσέτι ὅτι κατὰ τὴν πολιτικὴν πεποίθησιν τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἰδίᾳ τοῦ Προέδρου αὐτῆς ἡ λύσις ἡ ὁποία προσήκει νὰ δοθῇ εἰς τὸ πολιτειακὸν ζήτημα εἶναι ἡ λύσις ἥτις θέλει ἀγάγει εἰς τὴν ἐγκαθίδρυσιν τοῦ δημοκρατικοῦ πολιτεύματος. Ἔλεγον ὅτι θὰ ἠδυνάμην νὰ εἴπω, ὅτι εἶμαι εὐτυχὴς μετὰ τὰς πιστοποιήσεις ταύτας. Ἀλλ’ ἐν τῇ πολιτικῇ οἱ σκοποὶ καὶ αἱ κατευθύνσεις ἔχουν τόσην ἀξίαν ὅσην ἔχουν αἱ ἀγαθαὶ προθέσεις, προκειμένου περὶ τῆς Χριστιανικῆς ἠθικῆς. Αἱ ἀγαθαὶ προθέσεις χρησιμεύουν μόνον εἰς τὸ νὰ στρώνηται τὸ δάπεδον τῆς κολάσεως. Εἰς τὴν πολιτικὴν οἱ σκοποὶ καὶ αἱ κατευθύνσεις δὲν εἶναι τίποτε. Σπουδαιότητα ἔχουν αἱ μέθοδοι. Εἶναι αἱ ὁδοὶ καὶ τὰ μέσα διὰ τῶν ὁποίων ἡ Κυβέρνησις νομίζει ὅτι θὰ φθάσῃ εἰς τὴν πραγματοποίησιν τῶν σκοπῶν αὐτῆς. Αἱ μέθοδοι, αἱ ὁδοὶ καὶ τὰ μέσα διὰ τῶν ὁποίων ἡ Κυβέρνησις θέλει νὰ φθάσῃ εἰς τοὺς δημοκρατικοὺς σκοπούς της δὲν εἶναι αἱ κατάλληλοι. Εἶναι ἀκριβῶς ἐκεῖνα τὰ μέσα τὰ ὁποῖα μᾶς ἐπιστρέφουν πρὸς τὴν ἀντίθετον κατεύθυνσιν. Πρὸς τὴν Κυβέρνησιν λοιπὸν διαφωνοῦμεν, ὄχι ὡς πρὸς τὴν δημοκρατικὴν πίστιν, ὄχι ὡς πρὸς τὴν κατεύθυνσιν τὴν ὁποίαν θέλει νὰ δώσῃ εἰς τὴν διαμόρφωσιν τοῦ πολιτειακοῦ μας ζητήματος, διὰ τῆς τελικῆς ἐγκαθιδρύσεως ἀμιγοῦς δημοκρατικοῦ πολιτεύματος, ἀλλὰ διαφωνοῦμεν ὡς πρὸς τὰς μεθόδους, τὰς ὁποίας ἀκολουθεῖ. Ἡ διαφωνία δὲ δὲν εἶναι τωρινή, δὲν εἶναι κἄν διαφωνία πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, τῆς ὁποίας προΐσταται ὁ κ. ἐξ Εὐρυτανίας πολιτευτής, ἀλλ’ εἶναι διαφωνία πρὸς αὐτὸ τοῦτο τὸ Φιλελεύθερον κόμμα, διαφωνία παλαιὰ ὅσον ἀφορᾷ τὰς πολιτειακὰς ἀντιλήψεις. Διότι ἐν τῇ διόδῳ τοῦ πολιτικοῦ ἡμῶν βίου ἠκολουθήσαμεν καὶ συνετρέξαμεν τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικὴν καὶ ἐν πολλοῖς καὶ τὴν ἀνορθωτικὴν πολιτικὴν τῆς φιλελευθέρας Κυβερνήσεως, πολλάκις δὲ τὴν συνετρέξαμεν καὶ ἐναντίον τῆς ἰδίας αὐτῆς πλειονοψηφίας, ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ πολιτειακοῦ ζητήματος εὑρέθημεν πάντοτε ἐν διαφωνίᾳ ὡς πρὸς τὰς μεθόδους. Εἶναι διαφωνία παλαιὰ ἐκδηλωθεῖσα καὶ ἐκτὸς τῆς αἰθούσης ταύτης καὶ ἐν αὐτῇ. Ἐὰν δέ τις ἀναγνώσῃ τὰ Ἐπίσημα πρακτικὰ τῆς Βουλῆς, θὰ ἴδῃ ὅτι αἱ ἰδικαί μας ἀντιλήψεις ἦσαν αἱ ἐπαληθεύσασαι, διότι ἐστηρίζοντο ἐπὶ τῆς πραγματικότητος, αἱ δὲ ἀντιλήψεις αἱ πολιτικαὶ τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων, τοῦ ἤδη καταλήξαντος ὅσον ἀφορᾷ τὰς ἀντιλήψεις ταύτας εἰς τὸ Συντηρητικὸν κόμμα, αἱ ἀντιλήψεις ἐκεῖναι ἀπεδείχθησαν ἐσφαλμέναι. Εἶμαι ὑποχρεωμένος, κύριοι, νὰ σᾶς ἐξηγήσω τὰς βάσεις τῆς ἰδεολογίας μας, αἱ ὁποῖαι καὶ εἰς τὸ παρελθὸν μᾶς ἔφεραν καὶ τώρα μᾶς φέρουν ἀντιμετώπους πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ μᾶς κάμνουν ὥστε ἀπὸ τῆς ἀπόψεως ταύτης νὰ μὴ δυνάμεθα νὰ ἐκφράσωμεν πρὸς αὐτὴν τὴν ἐμπιστοσύνην μας. Πολιτειακὸν ζήτημα καθ’ ἡμᾶς, ἐρευνῶντας τὰ πολιτικὰ πράγματα τῆς Ἑλλάδος, ὑφίσταται, ἀφ’ ἧς κατὰ τὸ ἔτος 1832 ἐπεβλήθη ξένη Δυναστεία ἐν Ἑλλάδι. Πολιτειακὸν ζήτημα ὑφίσταται ἐπὶ ἕνα αἰῶνα ἐν Ἑλλάδι, ἀδιάφορον ἂν εἰς μακρὰς περιόδους ἔμενεν εἰς λανθάνουσαν μορφήν, ἀλλὰ πάντοτε ὑπῆρξαν περίοδοι κατὰ τὰς ὁποίας ἐξερράγη τὸ πολιτειακὸν ζήτημα ἐν ὅλῃ του τῇ ὀξύτητι. Καὶ τὸ πολιτειακὸν ζήτημα ἐν Ἑλλάδι ὑφίσταται πάντοτε ὡς δυναστικὸν ζήτημα. Δὲν θέλω νὰ ἐπαναφέρω εἰς τὴν μνήμην σας ὅτι ὁ Ὄθων κατῆλθεν εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ παραβαίνων δοθείσας ὑποσχέσεις ἠρνεῖτο νὰ συμπράξῃ εἰς τὴν κατάρτισιν συνταγματικοῦ πολιτεύματος. Δὲν θὰ θελήσω νὰ ἐπαναφέρω εἰς τὴν μνήμην ὑμῶν πῶς ὁ βασιλικὸς παράγων, ἐν τῷ προσώπῳ τοῦ Ὄθωνος, εὐθὺς ὡς τοῦ ἀπεσπάσθη ὁ συνταγματικὸς χάρτης, ἐσκέφθη νὰ νοθεύσῃ τὴν λειτουργίαν τοῦ συντάγματος, καὶ πόσα ὀλέθρια ἀποτελέσματα εἶχεν ἡ ἀπολυταρχικὴ αὐτοῦ πολιτεία, ἡ ὁποία ἀπέληξεν εἰς τὴν ἔξωσιν αὐτοῦ γενομένην διὰ τοῦ Στρατοῦ καὶ τοῦ Λαοῦ τῶν Ἀθηνῶν. Διότι ὁ Λαὸς τῶν Ἀθηνῶν ἦτο ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος μαζὶ μὲ τὴν στρατιωτικὴν Φρουρὰν ἐψήφισε τὴν ἔξωσιν τοῦ Ὄθωνος καὶ τὴν ἐπραγματοποίησεν. Ἦλθε νέα ξένη Δυναστεία εἰς τὴν Ἑλλάδα. Κατηρτίσθη νέος συνταγματικὸς χάρτης ἵνα περιφρουρήσῃ τὰς λαϊκὰς ἐλευθερίας καὶ ἀπὸ τῆς πρώτης ἐγκαθιδρύσεως τῆς νέας Δυναστείας ἐσημειώθη ἀπόπειρα τοῦ βασιλικοῦ παράγοντος ὅπως παραβιάσῃ τὸ Σύνταγμα, πρῶτον διὰ τῶν συμβούλων, τοὺς ὁποίους ἔφερε καὶ διὰ τοῦ Αὐλαρχείου, διὰ τοῦ κόμματος Σπόνεκ, ὁ ὁποῖος ἐξεδιώχθη κακὴν κακῶς τῇ ἀπαιτήσει τῶν κομμάτων ἐξ Ἑλλάδος, καὶ δεύτερον, καθ’ ὅλην τὴν περίοδον μέχρι τοῦ 1875 διὰ τῆς κακῆς χρησιμοποιήσεως τοῦ δικαιώματος τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς, διὰ τῆς διεστραμμένης ἀντιλήψεως περὶ σχηματισμοῦ τῶν Ὑπουργείων. Ποτὲ ὁ βασιλικὸς παράγων δὲν ἄφινε νὰ σχηματισθῇ πλειοψηφία εἰμὴ μόνον ἀρεστὴ εἰς αὐτὸν καὶ ἠννόει νὰ ἔχῃ τὸν τόπον διῃρημένον εἰς μικρὰ κόμματα, τὰ ὁποῖα νὰ λείχουν τὰ κράσπεδα τῆς βασιλικῆς χλαμύδος διὰ νὰ ἀναρριχῶνται εἰς τὴν ἐξουσίαν. Καὶ ἦτο αὐτὴ ἐποχὴ διαφθορᾶς τῶν πολιτικῶν ἠθῶν καὶ τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν τῆς Ἑλλάδος, ἕως ὅτου ἐφάνη ἡ μορφὴ τοῦ Τρικούπη, ὁ ὁποῖος μὴ εὑρίσκων ὥριμον τὸν Λαὸν ἵνα δώσῃ ἑτέραν λύσιν ὡς πρὸς τὰς ὑπερβασίας τοῦ Γεωργίου τοῦ Αʹ περιωρίσθη εἰς τὴν συμβατικὴν λύσιν τῆς ἐγκαθιδρύσεως τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, τῆς ἀναδείξεως τῶν κοινοβουλευτικῶν Κυβερνήσεων. Ἀλλὰ μήπως ἐσταμάτησεν ἡ ἀνάμιξις τοῦ στέμματος πρὸς νοθείαν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ βίου τῆς Χώρας; Μετὰ εἰκοσαετίαν ὁ Γεώργιος ὁ Αʹ ἐκδικούμενος τὸ σκληρὸν μάθημα τὸ ὁποῖον ἔλαβεν ἀπὸ τὸν Τρικούπην κατήρτισεν αὐλικὸν Ὑπουργεῖον δι’ ἀφαντάστων καλπονοθεύσεων, προκαλέσας τὴν πτῶσιν τοῦ μεγάλου ἀνδρός. Ἡ ἀνάμιξις τῆς Αὐλῆς εἰς τὰ τοῦ Στρατοῦ ἔκτοτε χρονολογεῖται, ἡ ἀνάμιξις τῆς Αὐλῆς εἰς τὰ τῆς Δικαιοσύνης ἔκτοτε χρονολογεῖται, ἡ ἀνάμιξις τῆς Αὐλῆς εἰς τὰς συζητήσεις τῆς Βουλῆς ἔκτοτε χρονολογεῖται. Μαρτυρεῖ ὁλόκληρος ἡ ἱστορία τῶν συζητήσεων τῆς Βουλῆς, ὅτι ὁσάκις βουλευτὴς ἐτόλμα νὰ κακίσῃ αὐλικὴν ἐπέμβασιν δὲν ἐγίνετο δεκτὸς εἰς τὰ Ἀνάκτορα καὶ ἐτηρεῖτο μητρῷον τῶν κατὰ τοῦ στέμματος φρονούντων, οἱ ὁποῖοι ὁσάκις παρουσιάζοντο εἰς ὑπουργικοὺς καταλόγους ἐσβύνοντο ἀπὸ τούτους. Ἐκ περιτροπῆς δὲ ὅλα τὰ κόμματα τὰ ὁποῖα ὑπέστησαν τὰς ἐπηρείας τῆς Αὐλῆς, ὁσάκις εὑρίσκοντο ἀντιπολιτευόμενα, ἦσαν ἀντιδραστικὰ καὶ ἐκαλλιέργουν τὰς δημοκρατικὰς ἰδέας. Ἡ ἐπέμβασις αὕτη τῆς Αὐλῆς ὑπὸ ἓν ἄθλιον ἐκλογικὸν σύστημα κατώρθωσε τοῦτο, ὥστε ἡ πολιτικὴ κατάστασις τοῦ Τόπου νὰ μὴ στηρίζηται πραγματικῶς ἐπὶ τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας, ἀλλὰ νὰ στηρίζηται πραγματικῶς ἐπὶ ἑνὸς πολιτικοῦ κόσμου ποικίλων ἀποχρώσεων, ἐπὶ ἑνὸς πολιτικοῦ κόσμου ἀποτελοῦντος ἰδιαιτέραν τάξιν, διαχειριζομένου τὰ κοινὰ ὡς ὑπηρετικὰ κομματικῶν ἁπλῶς, ἰδιοτελῶς κομματικῶν συμφερόντων. Ἡ κατάστασις αὕτη εἶχε καταρρίψει τὸ κῦρος τοῦ Κοινοβουλίου καὶ συνετέλεσεν ἀφ’ ἑνὸς μὲν εἰς τὴν ἀνυποληψίαν τοῦ λαοῦ ἐπὶ τοὺς κοινοβουλευτικοὺς θεσμούς, καὶ ἀφ’ ἑτέρου εἰς τὴν διάπραξιν τεραστίων σφαλμάτων ἐν τῇ ἐπιδιώξει τῆς ἐθνικῆς πολιτικῆς διὰ δύο πολεμικῶν ἐπιχειρήσεων, τῆς μιᾶς διὰ τὴν ὁποίαν ὁ τότε Πρωθυπουργὸς τῆς Ἀγγλίας ἐχάριζεν εἰς ὁλόκληρον τὴν Ἑλλάδα ἕνα ζουρλομανδύαν, καὶ τῆς ἑτέρας τοῦ 1897, ἡ ὁποία μᾶς ἐχάρισε μίαν ἧτταν καὶ ἓν βάρος εἰς τὰ οἰκονομικά μας καὶ μίαν μείωσιν τῆς οἰκονομικῆς κυριαρχίας τῆς Χώρας. Εἶχεν ὅμως συντελεσθῆ ἡ ὑπὸ τὴν ὀλεθρίαν ἐπίδρασιν τῆς κομματιζομένης Αὐλῆς διαμορφωθεῖσα κατάστασις καὶ εἰς τοῦτο, νὰ χάσουν οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες τοῦ παλαιοῦ προσωπικοῦ κομματισμοῦ τὴν ἐμπιστοσύνην εἰς τὸν Λαόν, διότι Λαὸν δὲν ἔβλεπον, κόμματα ἔβλεπον μόνον καὶ κομματάρχας καὶ διὰ τῶν κομματαρχῶν ἐπεκοινώνουν μὲ τὸν λαόν. Τὰς ἀρετὰς τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ, τὸ αἴσθημα τῆς φιλοπατρίας του, τῆς αὐτοθυσίας του, τὴν ἀλκήν του, τὴν φιλοτιμίαν του, αὐτὰ τὰ ἐθεώρουν ἀνύπαρκτα πράγματα καὶ ἐκυβέρνων μοιραίως καὶ τυχαίως τὴν Χώραν. Ἐνῷ δὲ ὁ Τόπος, ἡ πολιτικὴ ζωὴ ἐλίμναζεν, ἡ Αὐλὴ ἐσκέπτετο πάλιν πῶς νὰ κυριαρχήσῃ καὶ ἐδημιούργησε τὸν θεσμὸν τῆς Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ Στρατοῦ, τὴν ὁποίαν ἀνέθηκεν εἰς τὸν τότε, ὅπως ἔλεγον, ἔφεδρον βασιλέα, εἰς τὸν τότε διάδοχον τοῦ Θρόνου. Ἐλέχθησαν τότε πολλὰ ὑπὲρ τῆς ἀναμίξεως τοῦ διαδόχου εἰς τὸν Στρατόν, ὅτι διὰ τῆς ἀναθέσεως εἰς τὸν τότε διάδοχον τοῦ Θρόνου τῶν στρατιωτικῶν πραγμάτων θὰ ἐγίνετο ὀργάνωσις τοῦ Στρατοῦ. Καμμία ὀργάνωσις τοῦ Στρατοῦ δὲν ἐγένετο. Τὸ μόνον τὸ ὁποῖον ἐγένετο ἦτο ἡ διάσπασις τῆς συνοχῆς τοῦ Σώματος τῶν ἀξιωματικῶν καὶ ἡ δημιουργία εὐνοουμένων καὶ καταδιωκομένων ἐν τῷ Στρατεύματι. Ὅλα αὐτὰ ἤγαγον εἰς τὴν Ἐπανάστασιν τοῦ 1909. Καὶ πάλιν ὁ Στρατὸς ἡγήθη καὶ ὁ Λαὸς ἠκολούθησε καὶ ἠξίωσε τὴν ἀπομάκρυνσιν τῶν μελῶν τῆς βασιλικῆς οἰκογενείας ἐκ τοῦ Στρατοῦ, ἠξίωσε δὲ καὶ τὴν ἐξαφάνισιν τῶν παλαιῶν κομμάτων καὶ τὴν ἀνάδειξιν νέων κομμάτων, τὰ ὁποῖα νὰ ἀπορρέουν ἀπὸ τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας καὶ ἐκ τῆς ἐκτιμήσεως τῶν πολιτῶν πρὸς προγράμματα καὶ πρὸς πράξεις τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν. Τὸ ἔργον τῆς Ἐπαναστάσεως τοῦ Γουδῆ ἐπέτυχεν, ἐστεφανώθη ὑπὸ ἐπιτυχίας μεγάλης. Ἀλλὰ μόνον κατὰ τὸ ἓν αὐτῆς μέρος, διότι αἱ ἐκλογαὶ τοῦ 1910, αἱ διπλαῖ, καὶ αἱ ἐκλογαὶ τοῦ 1912 καὶ τοῦ 1915 ἀπέδειξαν ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς εἶχε πραγματικῶς καταδικάσει εἰς ἀφάνειαν τοὺς ἀνθρώπους τῶν παλαιῶν κομμάτων, οἱ ὁποῖοι ἀντεπροσώπευον τὸν κοτζαμπασισμόν, τοὺς ἀνθρώπους τῶν κομματικῶν ἀτομικῶν συμφερόντων. Καὶ ἐστήριξεν ὁ λαὸς ὅσον ἠδύνατο καὶ θὰ ἐξηκολούθει ἀκόμη νὰ στηρίζῃ τὸν νέον πολιτικὸν κόσμον, ἐὰν δὲν παρενεβάλλετο ὁ θεσμὸς ὁ βασιλικός. Κατὰ τὸ 1911 ἀρχηγὸς τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων καὶ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἦτο ὁ κ. Βενιζέλος, ὁ ὁποῖος παρασυρόμενος ἐκ τοῦ πατριωτισμοῦ καὶ τῆς ἰδικῆς του ἀγαθότητος, παρασυρόμενος ἀπὸ ὄνειρα καὶ πολιτείαν κεχαραγμένην διὰ τὴν ἀποκατάστασιν τῆς ἐλευθερίας ἐν τῇ ἰδιαιτέρᾳ του πατρίδι καί, εἰ δυνατόν, καὶ ἄλλων ἀλυτρώτων μερῶν, παρασυρόμενος ἀπὸ εὐγενῆ ἐλατήρια, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ εἰσηγήσεις κακάς, ἐσκέφθη νὰ ἐπαναφέρῃ τοὺς πρίγκιπας εἰς τὸν Στρατὸν καὶ ἐδημιούργησεν ἐξαιρετικὴν θέσιν διὰ τὸν διάδοχον τοῦ Θρόνου. Τότε ἐξεδηλώθη ἡ πρώτη διαφωνία μας. Ἤθελεν ὁ τότε Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων ὄχι νὰ συνδιαλλάξῃ τὰς ἀντιθέτους μερίδας, ὡς λέγει σήμερον, ἀλλὰ νὰ συνδιαλλάξῃ τὸ στέμμα καὶ ἰδιαιτέρως τὸν διάδοχον μὲ τὸν Στρατὸν καὶ τὸν Λαόν. Καὶ ἔλαβον εὐθὺς ἀμέσως μετ’ αὐτὸν τὸν λόγον καὶ τῷ εἶπον ὅτι ὁ καλύτερος τρόπος τοῦ νὰ εἶναι συνδιηλλαγμένος ὁ Βασιλεὺς μὲ τὸν Στρατὸν καὶ τὸν Λαὸν εἶναι νὰ μὴ ἀναμιγνύηται παντάπασιν εἰς ἔργα διοικήσεως. Εἶχον ἐκδηλωθῆ τότε φόβοι ὅτι ὁ διάδοχος θὰ ἦτο μνησίκακος ἐναντίον τῶν ἐργασθέντων κατ’ αὐτοῦ κατὰ τὴν Ἐπανάστασιν τοῦ Γουδῆ. Καὶ ὁ κ. Βενιζέλος εἶχε πιστεύσει ὅτι δὲν θὰ ἦτο μνησίκακος ὁ γνωστὸς εἰς ὅλον τὸν κόσμον μνησίκακος Κωνσταντῖνος, διότι εἶχε ζητήσει τὴν βεβαίωσιν τοῦ Κωνσταντίνου καὶ οὗτος τὴν παρέσχεν εἰς αὐτόν, διὰ νὰ τὴν παραβῇ, ὅπως παρέβη καὶ ἄλλας ὑποσχέσεις. Δὲν ἔβλεπε τότε κινδύνους τῆς ἐπαναφορᾶς τοῦ διαδόχου, εἶχεν αἰσιοδοξίαν. Ὅταν τῷ ἔλεγον· «μὰ καλὰ ξέρετε τὰ μέλη τῆς βασιλικῆς οἰκογενείας ποίαν ἀνατροφὴν ἔχουν; δὲν τοὺς ξεύρετε ἀπὸ τὴν Κρήτην;» Ἀλλὰ δὲν ἤθελε ν’ ἀκούσῃ ἡμᾶς, ἐνεπιστεύετο εἰς τὰς βεβαιώσεις τοῦ Κωνσταντίνου. Μᾶς ἀνέπτυξε μίαν θεωρίαν, ὅτι αὐτὸς κατηγορεῖτο ἄλλοτε ὡς φιλοδυναστικὸς καὶ ἄλλοτε ὡς ἐπαναστάτης, ὡμολόγει ὅτι ἦτο πλήρης ἀντιφάσεων, ἀλλὰ κατὰ βάθος εἶχεν ἠθικὴν ἑνότητα ἐπιδιώκων πάντοτε τὸ ἑκάστοτε κατὰ τὰς περιστάσεις συμφέρον τοῦ Τόπου. Ἔ, κύριοι, ἐγὼ διεφώνησα πρὸς αὐτά. Τὰ πολιτικὰ ζητήματα δὲν εἶναι ζητήματα τὰ ὁποῖα διαρρυθμίζονται ἑκάστοτε καὶ ἀναλόγως τῶν προσωπικῶν ἀντιλήψεων τὰς ὁποίας ἔχει εἷς ἄνθρωπος περὶ τῶν πολιτικῶν περιστάσεων.
§58Π. ΜΑΖΑΡΑΚΗΣ. Μήπως ἔχετε προχείρους τὰς ἀγορεύσεις τὰς τότε; Μήπως ἔχετε ὑπ’ ὄψει τὴν ἀπάντησιν τὴν ὁποίαν ἔδωκεν ὁ Στέφανος Δραγούμης, ὁ ὁποῖος κατόπιν ἦτο ἐκ τῶν πιστοτέρων ὀπαδῶν τοῦ βασιλέως;
§59Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Τὴν ἔχω ὑπ’ ὄψει. Ἀλλ’ ἔχω ὑπ’ ὄψει ὅτι οἱ πολιτικοὶ χαρακτῆρες ἐν Ἑλλάδι δὲν εἶναι τοιοῦτοι ὥστε νὰ εἶναι ἀλώβητοι ἀπὸ τὴν Αὐλήν. Μόλις λάβουν τὸ χρῖσμα τοῦ Ὑπουργοῦ ἀμέσως γίνονται οἱ χειρότεροι αὐλόδουλοι καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ὅπως τότε δὲν ἤθελον τὴν ἀνάμιξιν τοῦ διαδόχου εἰς τὸν Στρατόν, ἔτσι σήμερον δὲν θέλω ὅλως διόλου τὸν βασιλικὸν θεσμόν. (Χειροκροτήματα).
§60Ι. ΚΑΛΟΓΕΡΑΣ. Ἀκριβῶς τότε, ὅπως καὶ τώρα, ἤμην ἀντίθετος διὰ νὰ γίνῃ αὐτὸ τὸ πρᾶγμα. Ἴσως ὅμως ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔγινεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἠδύνατο νὰ τὸ εἴπῃ τότε καὶ δύναται νὰ λεχθῇ τώρα. Παρασκευάζων τὸν πόλεμον τότε μοὶ εἶπεν ὅτι δὲν ἐνόμιζεν ὅτι ἦτο δυνατὸν οἱ Ἕλληνες στρατηγοὶ νὰ διοικηθῶσι μεταξύ των καὶ δι’ αὐτὸ ἤθελε νὰ τὸν φέρῃ.
§61Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Καὶ τότε ἔλεγον εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως: Ζητεῖτε νὰ ἀναστηλώσητε τὸ γόητρον τοῦ διαδόχου, ἀλλὰ παραγνωρίζετε τὸν ἕτερον σκοπὸν πρὸς τὸν ὁποῖον κατηυθύνθη ἡ Ἐπανάστασις, ἥτις ἠθέλησε νὰ κτυπήσῃ τὰς παλαιὰς μεθόδους τοῦ παλαιοῦ πολιτικοῦ κόσμου. Ὅταν ἐπιμένητε εἰς τὴν ψήφισιν νομοσχεδίου δίδοντος δύναμιν εἰς τὴν Αὐλήν, ἐπαναφέρετε καὶ πάλιν τὰς μεθόδους τοῦ παλαιοῦ πολιτικοῦ κόσμου καὶ θὰ ἐπαναφέρητε καὶ τοὺς ἀνθρώπους τοῦ παλαιοῦ πολιτικοῦ κόσμου καὶ τότε ὁ λαὸς δύσελπις θ’ ἀντιληφθῇ ὅτι ἐκύλισε καὶ πάλιν τὸν λίθον τοῦ Σισύφου. Καὶ ἐπειδὴ ὠχυροῦτο ὁ κύριος τότε Πρωθυπουργὸς ὄπισθεν τῆς πλειονοψηφίας του, τῷ προεῖπον προφητικῶς: «Φαντάζεσθε ὅτι θὰ ἔχητε πάντοτε τὴν πλειονοψηφίαν αὐτήν; Θὰ ἔλθῃ καιρὸς κατὰ τὸν ὁποῖον ὑπὸ τὰ πλήγματα τῆς Αὐλῆς θὰ χάσητε τὴν πλειονοψηφίαν σας καὶ θὰ γίνητε σκιὰ τοῦ Βενιζέλου, ὅπως καὶ ἔγινεν. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Δυστυχῶς τότε δὲν εἰσηκούσθην. Ὁ διάδοχος ἐπανῆλθεν εἰς τὸν Στρατόν, ἐπανῆλθεν εἰς τὴν διοίκησιν, τῷ ἐπετρέψαμεν νὰ γίνῃ κουμπάρος ὅλου τοῦ στρατευομένου κόσμου, τῷ ἐπετρέψαμεν νὰ χρησιμοποιήσῃ τὸ αἷμα τὸ ὁποῖον ἐχύθη εἰς τοὺς Βαλκανικοὺς πολέμους διὰ νὰ βάψῃ τὴν πορφύραν του καὶ νὰ τὴν καταστήσῃ λαμπροτέραν. Καὶ ὅταν ἐξερράγη ὁ μέγας πόλεμος καὶ ἠθέλησεν ὁ ἀρχηγὸς τότε τῆς Κυβερνήσεως νὰ ὁδηγήσῃ τὸν Τόπον εἰς τὴν πραγματοποίησιν τῆς ἐθνικῆς του πολιτικῆς ὡς τὴν ἀντελαμβάνετο αὐτὸς ὁ ἀπολαύων τῆς πλειονοψηφίας ὄχι μόνον τῆς Βουλῆς ἀλλὰ καὶ τῆς Ἑλλάδος, ὅπως ἀπέδειξαν αἱ ἐκλογαὶ τοῦ 1915, ὅταν καὶ αὐτοὶ οἱ πολιτικοί του ἀντίπαλοι ὡμολόγουν ὅτι ὤφειλεν ὁ βασιλεὺς νὰ ἀκολουθήσῃ τὴν πολιτικὴν τὴν ὁποίαν ὑπεδείκνυεν ὁ κ. Βενιζέλος, ὁ ὄφις αὐτός, τὸν ὁποῖον ἐθέρμανεν ὁ ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων, τὸν ἀπέπεμψεν. Θὰ σᾶς ἐξομολογηθῶ, κύριοι, ὅτι τὴν αὐτὴν ἑσπέραν μετέβην εἰς τὸν οἶκον τοῦ κ. Βενιζέλου καὶ ἤμην ὁ μόνος ὁ ὁποῖος τὸν ἠρώτησα μὲ ποῖον δικαίωμα σᾶς ἔπαυσεν ὁ βασιλεύς. Δὲν μοὶ ἐδόθη τότε ἀπάντησις.
§62Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Σᾶς εἶπεν: «Ἐπερώτησιν μοῦ κάμνετε; Εἶμαι ἐλεύθερος νὰ μὴ ἀπαντῶ πλέον εἰς ἐπερωτήσεις, διότι ἔπαυσα πλέον νὰ εἶμαι Πρωθυπουργός».
§63Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Καὶ εἶναι γεγονὸς ὅτι ἔκτοτε μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου διακόψαντός με διευθύνοντες τὴν ἀρθρογραφίαν τῆς «Νέας Ἑλλάδος» ἐγράψαμεν ἄρθρον αὐτόχρημα ἐπαναστατικὸν κατὰ τοῦ βασιλέως, ὅτι μία Δυναστεία 50 χρόνων δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα, κατὰ παράβασιν τοῦ Συνταγματικοῦ Χάρτου, νὰ κλονίζῃ πολιτικὴν τὴν ὁποίαν προσδιώρισαν 500 χρόνια δουλείας καὶ προείπομεν ἀπὸ ἐκείνης τῆς ἡμέρας ὅτι εἰς τὸ τέλος τὸ Ἔθνος θὰ ἐξοφλήσῃ τοὺς λογαριασμούς του μὲ τὸν βασιλέα, ἀλλὰ φοβούμεθα ὅτι θὰ εἶναι ἀργά. (Χειροκροτήματα). Καὶ ὅταν μετὰ τὰς ἐκλογὰς τοῦ 1915 ἐκλήθη, μετὰ δίμηνον περίπου ἀπὸ τῶν ἐκλογῶν διάστημα ἢ τρίμηνον, ὁ ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων εἰς τὰ Ἀνάκτορα, μετέβην πάλιν εἰς τὸν οἶκον του καὶ τῷ εἶπον: μὴ δεχθῆτε Κυβέρνησιν ἂν δὲν κανονίσητε τὴν θέσιν τοῦ βασιλέως ἀπέναντι τῆς Βουλῆς. Ὁ μέγας Ἑλληνικὸς πατριωτισμὸς παρέσυρε τὸν κ. Βενιζέλον εἰς τὸ νὰ δεχθῇ Κυβέρνησιν, ἐνῷ εἶχεν ἔκδηλον ἀπὸ τοῦ Φεβρουαρίου τοῦ 1915 τὴν ἀπολυταρχικὴν ἀντίληψιν τοῦ Κωνσταντίνου, ἐδέχθη Κυβέρνησιν καὶ παρεσύρθη καὶ ὑπέγραψε Διάταγμα ἐπιστρατεύσεως διὰ νὰ χρησιμοποιήσῃ ἔκτοτε ἡ αὐλικὴ προπαγάνδα τὸν ὑπὲρ τὰ 21 ἔτη πληθυσμὸν τῆς Χώρας εἰς προπαγανδιστὴν τοῦ ἀντιβενιζελισμοῦ καὶ εἰς προπαγανδιστὴν τῆς τυραννολογίας, διότι ἔκτοτε ἄρχεται ἡ τυραννολογία. Ὁ κ. Βενιζέλος ἐπιδιώκων τὴν πολιτικήν του εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ κινήσῃ τὴν Ἐπανάστασιν τῶν Χανίων κατ’ ἀρχὰς καὶ τῆς Θεσσαλονίκης ἔπειτα. Ἐνθυμοῦμαι ζωηρῶς καὶ τὰ λέγω ταῦτα διὰ τὴν ἱστορίαν, ὅτι, ὅταν ἐφθάσαμεν εἰς Χανιά, μὲ παρεκάλεσε νὰ συντάξω τὸ ψήφισμα τοῦ συλλαλητηρίου, τὸ ὁποῖον θὰ συνεκροτεῖτο τὴν ἑπομένην, καὶ εἰς τὸ ψήφισμα ἔλεγον καθαρῶς, διότι ἔκτοτε εἶχον τὴν πεποίθησιν ὅτι ἔπρεπε νὰ λύσωμεν τὸ ἐσωτερικὸν ζήτημα διὰ νὰ κάμωμεν ἐξωτερικὴν πολιτικὴν καὶ νὰ μὴ κάμωμεν ἐξωτερικὴν πολιτικὴν μὲ ἄλυτον τὸ ἐσωτερικὸν ζήτημα, ὅτι ὁ λαὸς ἀναλαμβάνων ἀμέσως τὴν ἄσκησιν τῆς κυριαρχίας του κηρύσσει ἔκπτωτον τὸν Κωνσταντῖνον. Βεβαίως εὑρέθην ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὰς ἀντιλήψεις καὶ τὴν πολιτικὴν τοῦ κ. Βενιζέλου· ἦσαν τότε ἄλλαι αἱ περιστάσεις, καὶ ἐγένετο δεκτὸν ψήφισμα συνταχθὲν ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον κ. Ζουρίδην, διὰ τοῦ ὁποίου ἐκαλεῖτο ὁ βασιλεύς, περὶ τοῦ ὁποίου εἴχομεν πεποίθησιν ὅτι οὐδέποτε θὰ ἠκολούθει τὴν πολιτικὴν τὴν χαραχθεῖσαν ὑπὸ τῶν Φιλελευθέρων, νὰ ἐξέλθῃ ἐκ τῆς οὐδετερότητος καὶ νὰ κτυπηθῇ μὲ τὸν Κάϊζερ, τὸν γυναικάδελφόν του. Ἦλθε τὸ 1920. Τῷ 1920 ἐδόθη ἡ μάχη μεταξὺ τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων καὶ τοῦ μονάρχου, ἑνὸς μονάρχου θεωρουμένου ὡς νομίμως ὑπάρχοντος, ἡμῶν ὑποστηριζόντων διαδοχὴν ἄλλην, καὶ ὁ Λαὸς ὑπείκων εἰς τὸν νόμον, ὁ ὁποῖος διέπει τὰς μάζας τὰς λαϊκάς, εἰς τὸν νόμον τῆς συντηρητικότητος, παραπλανώμενος δὲ ἀπὸ τὸν παλαιὸν πολιτικὸν κόσμον, ὁ ὁποῖος μετεχειρίσθη ὡς σύμβολον τὸ στέμμα καὶ τὸν Κωνσταντῖνον προσωπικῶς, μᾶς ἔρριψεν ἐκ τῆς Ἀρχῆς. Τὸ ἀποτέλεσμα αὐτὸ δὲν ὑπῆρξε μόνον ὀλέθριον, ὡς ἀπεδείχθη ἐκ τῶν ὑστέρων, διὰ τὰς τύχας τοῦ Ἔθνους, ἀλλ’ ὑπῆρξεν ὀδυνηρὸν καὶ δι’ αὐτὸν τὸν ἀρχηγὸν τῶν Φιλελευθέρων. Ὅπως ὁ ἴδιος μοὶ ἐξωμολογήθη τότε, κατόπιν τοῦ ἐκλογικοῦ ἀποτελέσματος ἀπώλεσε τὴν πίστιν του πρὸς τὸν Λαόν. Εἶναι πολὺ σημαντικὸν τοῦτο, διότι ὅ,τι εἶχε διαπράξει ὁ κ. Βενιζέλος μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης ἐστηρίζετο ἐπὶ τῆς πίστεώς του πρὸς τὸν Λαόν, πρὸς τὰς ἀρετὰς τοῦ Λαοῦ. Καὶ φυσικά, ἀφ’ ἧς ὡς ἄνθρωπος ἔχασε τὴν πίστιν του πρὸς τὸν Λαόν, ἐσκέφθη ὅτι δὲν ἦτο πλέον κατάλληλος διὰ νὰ ἀναμιγνύηται εἰς τὴν πολιτικὴν τῆς Χώρας καὶ ἐδήλωσεν ὅτι ἀπέχει τῆς πολιτικῆς. Τὴν ἔλλειψιν αὐτὴν τῆς πίστεως πρὸς τὸν Λαὸν ἐδοκίμασε καὶ ὁλόκληρον τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων. Δυστυχῶς δὲ ἀπετέλεσε τὴν κυρίαν γραμμὴν καὶ τὸ κύριον χαρακτηριστικὸν τῆς πολιτικῆς τῶν διευθυνόντων τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων. Ὅταν μετὰ τὴν παραίτησιν εἰς τὰς ὑστάτας συμβουλὰς τοῦ κ. Βενιζέλου ὅπως μὴ προχωρήσῃ ὁ στρατὸς εἰς Ἄγκυραν, ὁ Κωνσταντῖνος καὶ οἱ σύμβουλοί του διέτασσον τὴν καταστρεπτικὴν ἐξόρμησιν πρὸς τὴν Ἄγκυραν, ἡ ὁποία τόσον μᾶς ἐστοίχισεν εἰς τὸν Σαγγάριον καὶ εἰς τὴν Ἁλμυρὰν ἔρημον, ἡ καταστροφὴ εἶχεν ἐπέλθει. Ὑπῆρξε τοῦτο νέον γεγονός, τὸ ὁποῖον τοὐλάχιστον ὤφειλε νὰ εἶχε συγκινήσει τοὺς διευθύνοντας τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων. Ἀλλὰ δυστυχῶς ἔλειπεν ἀπὸ αὐτὸ ἡ πίστις. Μόνον μία δρὰξ ἀνθρώπων ὑπὸ τὸν κ. Παπαναστασίου ἐσκέφθη τότε νὰ ἀντιδράσῃ. Ἡ δρὰξ αὐτὴ τῶν ἀνθρώπων εἶχε καταλήξει εἰς συμπεράσματα περὶ τῶν αἰτίων εἰς τὰ ὁποῖα ὠφείλετο ἡ ψῆφος τῆς 1ης Νοεμβρίου τοῦ 1920, ὅταν δὲ εὑρέθη πρὸ τῆς καταστροφῆς, ἀνεπέτασε τὴν σημαίαν τὴν ἀντιδυναστικὴν κατ’ ἀρχάς, τὴν πλήρως δημοκρατικὴν κατόπιν. Τότε οἱ διευθύνοντες τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων μὴ πιστεύοντες πλέον εἰς τὸν Λαὸν περιήρχοντο τὰς ἐφημερίδας ἐκλιπαροῦντες νὰ μὴ δημοσιευθῇ τὸ μανιφέστον. Ἐὰν δὲν εὑρίσκετο εἷς μέγας πατριώτης, ὁ ἀείμνηστος καὶ πολύκλαυστος Καβαφάκης, δὲν θὰ εἴχομεν οὔτε αὐτὴν τὴν ἐκδήλωσιν, ἡ ὁποία δὲν ἠξεύρω τί ἔκαμεν, ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει ἀπεδείκνυεν ὅτι ἐσῴζετο εἰς τὸν Ἑλληνικὸν Λαὸν ἀρκετὴ φιλοτιμία διὰ νὰ δείξῃ ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν ἦτο τιμάριον βασιλικὸν καὶ δὲν ἠνείχετο νὰ διευθύνηται ἡ τύχη τοῦ λαοῦ ἀπὸ ἀπόψεως συμφεροντολογικὰς τῆς Β. Οἰκογενείας. (Χειροκροτήματα).
§64Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ κάμητε διάκρισιν μεταξὺ τῆς διοικούσης Ἐπιτροπῆς καὶ τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων, διότι τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων ὑπῆρξεν ἡ βάσις παντὸς καλοῦ ἀγῶνος.
§65Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων ἔλεγε πρὸς ἡμᾶς: Πρὸς Θεοῦ μὴ κινεῖσθε, μὴ καταστραφῇ τὸ μέτωπον τῆς Μ. Ἀσίας. Καὶ ἐλέγομεν: πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ σωθῇ τὸ μέτωπον τὸ Μικρασιατικόν, ὅταν εἰς τὸ ἐσωτερικὸν ἐβαίνομεν ἀπὸ τοῦ κακοῦ εἰς τὸ χεῖρον, ὅταν ὑπῆρχε Συνέλευσις ἡ ὁποία δὲν ἐσκέπτετο περὶ τῆς Πατρίδος, ἡ ὁποία εἶχεν ὑποτεταγμένην τὴν σκέψιν εἰς τὸν ἀρχηγὸν τῆς πλειονοψηφίας καὶ αὐτὸς ἦτο ὁ Κωνσταντῖνος. Δὲν ἀμφισβητῶ τὰ αἰσθήματα τῶν ἀνδρῶν τῆς Συνελεύσεως ἐκείνης ἀλλὰ τὴν ὑποταγὴν τῆς σκέψεώς των εἰς τὸν βασιλικὸν θεσμόν, αὐτὴν εὑρίσκω ὡς αἰτίαν τῆς ἐπελθούσης καταστροφῆς.
§66ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Τὸ βάρος θὰ ἦτο εἰς ὑμᾶς.
§67Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἡ καταστροφὴ ἐπῆλθε καὶ ἦλθεν ἡ Ἐπανάστασις καὶ πάλιν ἡ συντηρητικότης τῶν διευθυνόντων τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων ἔπραττε τὸ πᾶν διὰ νὰ μὴ εἴπωμεν εἰς τὸν καϋμένον αὐτὸν τὸν Λαὸν τὴν ἀλήθειαν, τὴν ὁποίαν ἐγὼ εἶμαι πεπεισμένος ὅτι τὴν ἠσθάνετο, ὅτι ὑπάρχει πολιτειακὸν ζήτημα, ὅτι πταίει ὁ βασιλικὸς θεσμὸς καὶ πρέπει ὁ Λαός, ἀφοῦ ἐσάρωσε τὸν Κωνσταντῖνον, νὰ σαρώσῃ καὶ τὸν Γεώργιον καὶ ὁλόκληρον τὴν Β. Οἰκογένειαν. Βεβαίως ὑπῆρξαν καὶ περιστάσεις κατὰ τὰς ὁποίας ἡ συντηρητικότης τότε ἐπεβάλλετο, ἀλλ’ ἐπηκολούθησαν περιστάσεις ἰδίως μετὰ τὴν σύναψιν τῆς Συνθήκης τῆς Λωζάννης, ὁπότε ὤφειλον τὰ πράγματα νὰ τεθῶσι καθαρά. Ἀλλὰ πάλιν ἡ συντηρητικότης τῶν διευθυνόντων τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων μᾶς ἔλεγε: Θὰ μᾶς χάσετε τὰς ἐκλογάς, ἅμα βάλετε πολιτειακὸν ζήτημα, τὸ ὁποῖον ὅμως ἦτο τεθειμένον καὶ ἐγνώριζε καὶ ὁ τελευταῖος πολίτης Ἕλλην. Μὴ θέτετε πολιτειακὸν ζήτημα, διότι θὰ ἔχωμεν ἐσωτερικὰς ταραχάς. Ἐσταματήσαμεν πρὸ τοῦ κινδύνου αὐτοῦ. Ἡμεῖς μὲ τὴν σημαίαν ὑψωμένην ἐκάμαμεν τὴν προπαγάνδαν μὲ τὰς δυνάμεις τὰς ὁποίας διεθέτομεν, ἀλλὰ ὁ ἐσωτερικὸς κίνδυνος, τὸν ὁποῖον ἐφοβεῖτο ἡ διευθύνουσα τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων συντηρητικότης ὅτι θὰ ἐπήρχετο, ἐὰν ἡμεῖς κατηρχόμεθα εἰς τὰς ἐκλογὰς μὲ τὴν δημοκρατικὴν σημαίαν, ὁ κίνδυνος αὐτὸς ἐπεγένετο. Ἐγένετο κίνημα, μεγαλύτερον τοῦ ὁποίου, κατ’ ἔκτασιν, καὶ ἀπαισιώτερον, κατὰ τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἠδύνατο νὰ ἔχῃ, δὲν ἔχει νὰ ἐπιδείξῃ ἡ Ἑλληνικὴ Ἱστορία· κίνημα τὸ ὁποῖον εἶχε πολιτικὰς ἀφορμὰς καὶ βλέψεις, δὲν ὁμιλῶ ὅσον ἀφορᾷ τὰς σκέψεις τῶν μετασχόντων εἰς αὐτὸ ἀξιωματικῶν—, ἀλλὰ κίνημα ὠργανωμένον ἐν ἁρμονίᾳ πρὸς ὡρισμένους παράγοντας πολιτικούς. Τὸ κίνημα ἐπατάχθη, ἀλλὰ καὶ πάλιν παρενεβλήθη ἡ συντηρητικότης τῶν διευθυνόντων τὸ Φιλελεύθερον κόμμα καὶ ἀντὶ νὰ βαδίσωμεν εὐθέως τὴν ὁδὸν τὴν ὁποίαν ὑπεδείκνυε τὸ δημοκρατικὸν κόμμα ἐπροτιμήθη ἡ ὁδὸς τῆς συσκέψεως μετὰ τῶν πολιτικῶν, οἱ ὁποῖοι ἦσαν συνένοχοι τοῦ κινήματος.
§68ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Ἀπετάθητε εἰς τὴν Ἐπανάστασιν;
§69Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Δὲν ἔχω τὴν Ἐπανάστασιν ἐμπρός μου, ἔχω τὸ συντηρητικὸν Φιλελεύθερον κόμμα, πρὸς τὸ ὁποῖον συζητῶ. Ἀλλά, διὰ νὰ παράσχω μίαν ἐξήγησιν εἰς τὸν κ. πληρεξούσιον Κοζάνης, βεβαίως ἀπετάθημεν εἰς τὴν Ἐπανάστασιν. Οὔτε ἐπαύσαμεν νὰ ὑποδεικνύωμεν ὅτι πρέπει ἀμέσως τότε νὰ καθιδρυθῇ ἡ Δημοκρατία. Εἰς ταῦτα ὡς ἀπάντησιν ἐλάβομεν πρόσκλησιν εἰς συνέλευσιν ἔχουσαν σκοπὸν οὐχὶ νὰ δώσῃ τὴν ἐπιβαλλομένην λύσιν, ἀλλὰ νὰ συσκεφθῶμεν μὲ ἀνθρώπους περὶ τῶν ὁποίων εἴχομεν τὴν γνώμην, εἴχομεν τὴν πεποίθησιν ὅτι ἦσαν συμμέτοχοι εἰς τὸ κίνημα ἐκεῖνο. Ἐθεωρήσαμεν ὅτι τοιαύτη σύσκεψις δὲν ἠδύνατο νὰ ἔχῃ καμμίαν σοβαρότητα ἀνταξίαν τῶν περιστάσεων.
§70Α. ΧΑΤΖΗΚΥΡΙΑΚΟΣ. Ἡ σύσκεψις ἐκείνη ἦτο ἀνήθικος.
§71Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἐφθάσαμεν, κύριοι, εἰς τὰς ἐκλογὰς. Εἰς τὰς ἐκλογὰς κατήλθομεν οἱ ἀποτελοῦντες τὴν πτέρυγα ἐκείνην ὡς δημοκρατικοί. Κατῆλθον δὲ ἐγὼ ἰδιαιτέρως εἰς τὴν πατρίδα μου ὡς δημοκρατικός, ὄχι μόνον διότι ἐγνώριζον τὴν δρᾶσίν μου ἐν τῇ Δημοκρατικῇ Ἑνώσει» καὶ ἐκ τῆς ἐφημερίδος «Δημοκρατίας», ἡ ὁποία εἶναι τὸ ὄργανον τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως», ἀλλὰ καὶ γραπτῶς καὶ προφορικῶς ἔλεγον—εἰς τοὺς συμπολίτας μου: «Εἶμαι δημοκρατικὸς καὶ ζητῶ, «γνωστῆς οὔσης τῆς ὑποψηφιότητός μου, νὰ ἑνωθῇ μετ’ ἐμοῦ ὁ λαὸς εἰς τὴν φωνήν: Ζήτω ἡ Δημοκρατία, ἔξω ὁ Βασιλεύς». Οὕτω κατῆλθον εἰς τὰς ἐκλογὰς ἐγώ. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).
§72Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Χωρὶς νὰ θέλω νὰ ἀμφισβητήσω...
§73Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Δὲν σᾶς διέκοψα χθές· παρακαλῶ, μὴ μὲ διακόπτετε. Ὅταν ἔγιναν αἱ σκηναὶ τῆς 9 Δεκεμβρίου καὶ εἶδον καὶ ἐπληροφορήθην ἔκπληκτος καὶ μετὰ μεγάλης συγκινήσεως ὅτι ὑπῆρξαν θύματα ἐκ τοῦ ἐντεῦθεν καὶ ἐκ τοῦ ἐκεῖθεν στρατοπέδου, ἐτηλεγράφησα εἰς τὸν ἀρχηγὸν τῆς Ἐπαναστάσεως διὰ τηλεγραφήματος γνωστοῦ γενομένου καὶ δημοσιευθέντος καὶ εἰς τὰς ἐφημερίδας ὅτι «φέρεις σύ, ἀρχηγέ, τὴν εὐθύνην πλέον, ἂν παραμείνῃ καὶ μίαν ἡμέραν ἡ Δυναστεία αὐτὴ ἐπὶ τοῦ Θρόνου καὶ χυθῇ καὶ μιὰ ἔστω σταγὼν ἀκόμη ἀδελφικοῦ αἷματος μεταξὺ τῶν Ἑλλήνων χάριν τοῦ βασιλέως» (Χειροκροτήματα).
§74Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Βεβαίως κατήλθετε ὡς δημοκρατικὸς καὶ ἐψηφίσθητε ὡς δημοκρατικός, ἀλλ’ ἡ χροιὰ τοῦ συνδυασμοῦ ἦτο μικτή, δὲν ἦτο καθαρῶς δημοκρατική, καὶ ἐπὶ τούτου τοῦ σημείου παρακαλῶ νὰ διαφωτίσητε τὴν Συνέλευσιν.
§75Κ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Κατόπιν τῶν δηλώσεών σας τίνα σειρὰν ἐπιτυχίας εἴχετε;
§76Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Εἶναι χαρακτηριστικόν, κύριοι, ὅτι ἐγὼ δὲν διαθέτω κόμμα προσωπικόν, οὔτε φιλοδοξῶ νὰ ἔχω. Κατῆλθον μὲ τοιαύτην παρρησίαν, ἀπαύγασμα —ἄς μὴ θεωρηθῶ ὅτι περιαυτολογῶ —μιᾶς εὐψυχίας τὴν ὁποίαν ἐξακολουθῶ νὰ ἔχω.
§77Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Αὐτὸ εἶναι ἀληθές.
§78Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Κατῆλθον μὲ τοιοῦτον πρόγραμμα καὶ ἐτιμήθην πρῶτος ἐκ τῶν συμπολιτῶν μου μὲ ἀπόλυτον πλειονοψηφίαν, λαμβανομένων ὑπ’ ὄψιν καὶ τῶν ἐκλογῶν τῆς 1ης Νοεμβρίου 1920. Τοῦτο ἀποδεικνύει τὴν ροπὴν τὴν δημοκρατικὴν ἡ ὁποία ἐπῆλθεν εἰς τὸν Λαόν. Δὲν ἀποδεικνύει προσωπικὴν ἐπιβολὴν ἢ προσωπικὴν ὑπεροχήν, διότι δὲν μὲ διακρίνει προσωπικὴ ὑπεροχὴ ἀπὸ τοὺς συνυποψηφίους μου, οὔτε προσωπικὸν κόμμα, διότι ἐγὼ δὲν ἔχω. Ἀποδεικνύει ὅτι ἀπηυθύνθην εἰς τὴν λαϊκὴν κυριαρχίαν, ἡ ὁποία ἐγνώριζεν ὅτι ἐγὼ ἤθελον τὴν ἔξωσιν τοῦ βασιλέως καὶ ὅτι ἐφρόνουν ὅτι μία ἡμέρα παρερχομένη χωρὶς τὴν ἔξωσιν καθιστᾷ καὶ ἡμᾶς συνυπευθύνους διὰ τὴν χύσιν τοῦ ἀδελφικοῦ αἵματος, καὶ ὁ λαὸς ἐξεδήλωσε τὴν δημοκρατικὴν ροπήν του. Ἦλθον ἐνταῦθα καὶ καυχῶμαι διότι μοὶ ἔλαχεν ἡ τιμὴ νὰ σπεύσω ἀμέσως ἐκ Κορίνθου εἰς Ἀθήνας καὶ νὰ μετάσχω καὶ ἐγὼ τοῦ συλλαλητηρίου, τὸ ὁποῖον σύμφωνα μὲ τὴν σφυγμομετρηθεῖσαν κοινὴν γνώμην, τὰς ἐκδηλώσεις αὐτῆς, τὴν δημοκρατικὴν ροπήν της καὶ ἰδίως τὸν τόνον καὶ τὴν ἔντασιν τῆς ἐκδηλώσεώς της ἐσπεύσαμεν καὶ ἐπετύχομεν τὴν ἔξωσιν τοῦ Γεωργίου. Δὲν ὑπάρχει καμμία εὐτυχεστέρα ἡμέρα εἰς τὴν ζωήν μου ἀπὸ αὐτήν, ἓν ὄνειρον διὰ τὸ ὁποῖον καὶ μόνον ἤξιζε νὰ ζήσῃ κανεὶς πράγματι. (Χειροκροτήματα). Δυστυχῶς ἡ φιλελευθέρα συντηρητικότης, μὲ μερικὰ κοινοβουλευτικὰ φρασίδια, μερικὰ ρηματίδια εὑρῆκε τὴν ἀφορμὴν νὰ κακίσῃ ὅτι αὐτὸ ἦτο ράπισμα κατὰ τῆς Συνελεύσεως.
§79Λ. ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Ποῖος τὸ εἶπε;
§80Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἐλέχθη ἀπὸ τοὺς διευθύνοντας τοὺς φιλελευθέρους. Ἐπιστεύομεν ὅτι μετὰ τὰς ἐθνικὰς καταστροφάς, μετὰ τὸν ἐμφύλιον πόλεμον καὶ σπαραγμὸν τὸν ὁποῖον διήλθομεν, κληθέντος τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ εἰς τὰς κάλπας διὰ τὴν ἀνάδειξιν Ἐθνικῆς Συνελεύσεως, εἶχε δημιουργηθῆ ὑπὸ τοῦ Λαοῦ ὁ ρυθμιστὴς τῆς πολιτειακῆς καταστάσεως καὶ δὲν ἦτο κανεὶς ἄλλος παρὰ μόνον ἡ Ἐθνοσυνέλευσις. Καὶ συμφώνως πρὸς τὴν λαϊκὴν συνείδησιν προετείναμεν τὴν κήρυξιν ὑπὸ τῆς Συνελεύσεως ἐκπτώτου τῆς Δυναστείας καὶ νὰ ληφθῇ ἀπόφασις πρὸς ἐγκαθίδρυσιν τοῦ δημοκρατικοῦ πολιτεύματος, τιθεμένου τούτου τοῦ τελευταίου ζητήματος ad referendum πρὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ. Δυστυχῶς μέχρι σήμερον, οὐχὶ βεβαίως πταίσματι ἡμῶν, ἡ μόνη φυσικὴ λύσις δὲν κατωρθώθη νὰ πραγματοποιηθῇ. Εὐχόμεθα ἢ μᾶλλον πιστεύομεν ὅτι ὑπὸ τὴν ἀκαταμάχητον φορὰν τῶν πραγμάτων ἡ λύσις αὐτὴ θὰ ἐπιβληθῇ. Ἡ Κυβέρνησις ἡ προκάτοχος καὶ ἡ Κυβέρνησις ἡ νῦν ἐπικαλοῦνται τὸ δόγμα τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας, τὸ ὁποῖον ἐγὼ θεωρῶ προσχηματικόν. Ἠθέλησεν ἡ πρώτη καὶ θέλει καὶ ἡ παροῦσα Κυβέρνησις νὰ παραπέμψῃ τὴν λύσιν τοῦ δυναστικοῦ ζητήματος εἰς τὸν λαόν. Καὶ διερωτῶμαι, διὰ ποῖον λόγον νὰ ζητηθῇ ἀπὸ τὸν λαὸν νὰ ἀποφανθῇ περὶ ἐκπτώσεως ἢ διατηρήσεως τῆς Δυναστείας; Κατ’ ἐμὲ ὑπάρχει γεγονὸς τετελεσμένον ἡ ἔκπτωσις τῆς Δυναστείας. Καὶ εἰς τὰ τετελεσμένα γεγονότα, ὅταν εἶναι μάλιστα τοιαύτης μορφῆς, δὲν εἶναι οὔτε σοφὸν οὔτε φρόνιμον νὰ ἐπανέρχηται κανείς. Τὰ τετελεσμένα γεγονότα τὰ ἀναγνωρίζουν. Διὰ ποίους λόγους ἡ Κυβέρνησις δὲν θέλει νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα τοῦτο ἡ Συνέλευσις; Ἀμφισβητεῖ εἰς τὴν Συνέλευσιν τὴν ἁρμοδιότητα ὅπως λύσῃ τὸ ζήτημα τοῦτο; Βεβαίως ὄχι. Εἰς ἄλλην συνέλευσιν, παρασυνέλευσιν, τοῦ πρώην Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, μετ’ ἀνδρῶν οἱ ὁποῖοι πολιτικῶς, καθ’ ὅλους τοὺς κανόνας τῆς πολιτικῆς, δὲν ἐκπροσωποῦν τίποτε, ἐφόσον δὲν κατῆλθον εἰς τὰς ἐκλογὰς καὶ ἐφόσον δὲν κατώρθωσαν ἀποσχόντες νὰ ἐπιτύχουν τίποτε περισσότερον παρὰ τὴν ἰδικήν των ἀποχὴν καὶ ὄχι τὴν ἀποχὴν τοῦ λαοῦ ἀπὸ τῶν ἐκλογῶν, ἐδηλώθη ρητῶς ὅτι «τὸ δυναστικὸν ζήτημα θὰ ἠδύνατο νὰ τὸ λύσῃ ἡ Ἐθνοσυνέλευσις». Ἄρα ἡ Ἐθνοσυνέλευσις θὰ ἦτο ἁρμοδία νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα αὐτό. Ἐγὼ δὲν ἔχω οὐδεμίαν ἀμφιβολίαν περὶ τούτου οὔτε θὰ τὸ ἐδεχόμην καὶ ἂν ὁ κ. Βενιζέλος ἔλεγε τὸ ἀντίθετον, διότι ἡ γνώμη του δὲν θὰ ἦτο ὀρθή. Φρονῶ ὅτι μία Συντακτικὴ Συνέλευσις, ἐὰν δὲν θέλῃ νὰ ἀστειεύηται, θὰ ἀναγνωρίσῃ εἰς ἑαυτὴν τὴν ἁρμοδιότητα νὰ λύσῃ τὸ δυναστικὸν ζήτημα, ὅπως θὰ ἠδύνατο, ἐφόσον τυχὸν δὲν ἐδεσμεύετο ἐκ τῶν προγραμμάτων τῶν πολιτικῶν κομμάτων, τὰ ὁποῖα κατῆλθον εἰς τὰς ἐκλογάς, κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον καὶ τὸ πολιτειακὸν ζήτημα νὰ λύσῃ. Ἀλλὰ δὲν θέλει νὰ λύσῃ ἡ Κυβέρνησις τὸ ζήτημα τοῦτο διὰ τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως, διότι δὲν παρακάθηνται εἰς τὴν Ἐθνοσυνέλευσιν οἱ ἔντιμοι κύριοι, οἱ ἀποτελέσαντες τὴν παρασυνέλευσιν, καὶ ὁ κ. Βενιζέλος δὲν ἐθεώρει πολιτικὸν τὸ νὰ λυθῇ τὸ δυναστικὸν ἐν ἀπουσίᾳ τῶν ἐντίμων κ. κ. Δεμερτζῆ, Μάτεσι καὶ λοιπῶν. Καὶ δι’ αὐτὸ ἐπιμένει νὰ γίνῃ καὶ διὰ τὸ δυναστικὸν δημοψήφισμα. Κύριοι, ἐγὼ νομίζω ὅτι ὑπῆρξε μία ἀνωμαλία ἡ σύγκλησις αὐτῆς τῆς παρασυνελεύσεως. Ἡ σύγκλησις αὐτῆς τῆς παρασυνελεύσεως κανονικῶς δὲν ἦτο ἐπιτετραμμένη. Συμφιλίωσις δὲν ἠμπορεῖ νὰ σημαίνῃ ποτὲ συμφιλίωσιν τοῦ κ. Βενιζέλου ἢ τοῦ κ. Καφαντάρη μὲ τοὺς ἀξιοτίμους κυρίους τοὺς ὁποίους συνεκάλεσε, διὰ νὰ συσκεφθῇ μετ’ αὐτῶν. Συμφιλίωσις εἰς τὰ πολιτεύματα τῶν πεπολιτισμένων Χωρῶν ὑπάρχει πάντοτε διὰ τῆς ὑποταγῆς τῶν πάντων εἰς τὸν νόμον, διὰ τῆς ἰσοπολιτείας. Ἄλλην συμφιλίωσιν ἐγὼ δὲν ἐννοῶ. Ἐν τούτοις ὑπαρχούσης Ἐθνοσυνελεύσεως, Σώματος κυριάρχου, μόνου ρυθμιστοῦ τῆς καταστάσεως, ὁ κ. τέως Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, διεκδικῶν καὶ αὐτὸς τὸν τίτλον τοῦ ρυθμιστοῦ, ἐπειδὴ τὸ προσωπικὸν αὐτοῦ κῦρος εἶναι μέγα, ὁ κ. Βενιζέλος, λέγω, ἐνῷ ὑπάρχει Συνέλευσις κυρίαρχος, διεκδικῶν τὸν τίτλον ρυθμιστοῦ τῆς καταστάσεως, συνεκάλεσε καὶ κυρίους οἱ ὁποῖοι πολιτικῶς δὲν ἀντιπροσωπεύουν τίποτε, εἶναι ἄνθρωποι τοῦ παλαιοῦ κόσμου, τοῦ παλαιοῦ προσωπικοῦ κόσμου, τῶν παλαιῶν πολιτικῶν μεθόδων, αἱ ὁποῖαι ἐφοβούμην ὅτι θὰ ἐπανήρχοντο διὰ τῆς ἐπανόδου τοῦ Κωνσταντίνου καὶ βλέπω ὅτι ἐπανῆλθον καὶ διὰ τῆς ἐπανόδου τοῦ κ. Βενιζέλου. (Χειροκροτήματα). Καὶ συνεκάλεσε τοὺς κυρίους τούτους, ἐνῷ ὡμίλει περὶ ραπίσματος κατὰ τῆς Συνελεύσεως, διότι ἐξεβλήθη ἐπὶ τέλους ἓν ἄχθος ἐκ τῆς Ἑλληνικῆς Ἀρούρης, ὁ Γεώργιος ὁ Βʹ ἐκ τῆς Ἑλλάδος, καὶ ἐδέσμευσε τὸν ἑαυτόν του νὰ μὴ εἰσηγηθῇ κἂν πρότασιν περὶ συνταγματικῆς μεταβολῆς εἰς τὴν Συνέλευσιν, ἐὰν δὲν λάβῃ πρῶτον τὴν ἄδειαν τῶν κ. κ. Δεμερτζῆ, Λυκουρέζου, Ἀργυροπούλου κλπ., οἱ ὁποῖοι εἶναι ἐντιμότατοι μὲν κύριοι, δὲν ἔχουν ὅμως ἀπολύτως οὐδεμίαν ἐντολὴν λαϊκήν, διότι δὲν ἠθέλησαν τοιαύτην ἐντολήν.
§81ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Αὐτὸ δὲν ἦτο ράπισμα κατὰ τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως;
§82Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Αὐτὸ εἶναι δι’ ἐμὲ πολὺ ἰσχυρότερον ράπισμα κατὰ τῆς Συνελεύσεως. Αὕτη λοιπὸν ἦτο ἡ μία αἰτιολογία τῆς παραπομπῆς τοῦ δυναστικοῦ εἰς δημοψήφισμα, δικαιολογία τὴν ὁποίαν ἐγὼ ὁμολογῶ ὅτι δὲν ἐννοῶ. Νὰ συζητήσωμεν, κύριοι, τὸ δυναστικὸν ζήτημα μὲ ἀνθρώπους οἱ ὁποῖοι τὸν βασιλικὸν θεσμὸν θεωροῦν ἰδικόν των κομματικὸν μονοπώλιον, ἐνῷ ἡμεῖς ἀκριβῶς ζητοῦμεν τὴν ἐκδίωξιν τῆς Δυναστείας καὶ τὴν κατάργησιν τοῦ βασιλικοῦ θεσμοῦ, διὰ νὰ μὴ ὑπάρχῃ μονοπώλιον ἑνὸς κόμματος καὶ θέλομεν τὴν ἐγκαθίδρυσιν τῆς Δημοκρατίας, διὰ νὰ μὴ εἶναι κτῆμα ἑνὸς κόμματος, πολιτεύματος ἐν τῷ ὁποίῳ νὰ εἶναι δυνατὸν ἐλευθέρως ὅλα τὰ κόμματα, ἐπερχομένης μάλιστα καὶ τῆς ἀλλαγῆς τοῦ ἐκλογικοῦ συστήματος, ὅλα τὰ κόμματα, τὰ ὁποῖα θὰ ὀργανωθοῦν ὡς ἀπρόσωπα ἐκλογικὰ κόμματα, νὰ συζητοῦν τὰ πολιτικὰ ζητήματα ἐν ὁμαλῷ κοινοβουλευτικῷ συναγωνισμῷ. (Χειροκροτήματα). Καὶ ἐρωτῶ· εἶναι, κύριοι, πραγματικῶς σεβασμὸς τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας, ὑπὲρ τῆς ὁποίας κοπτόμεθα, ὅτε εἰς τοὺς ἐκπροσώπους τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας δὲν προσερχόμεθα πρῶτον, ἀλλὰ καλοῦμεν μερικοὺς κοτζαμπάσηδες κομματάρχας ἀντιπροσωπεύοντας τὸν παλαιὸν κόσμον καὶ συζητοῦμεν μετ’ αὐτῶν; Αὐτὴ εἶναι Συνέλευσις τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας ἢ ἀποσύνθεσις τῆς Ἑλλάδος εἰς διάφορα τιμάρια μιᾶς τάξεως πολιτευομένων, οἱ ὁποῖοι τυγχάνουσι σήμερον νὰ εἶναι συμπολιτευόμενοι καὶ οἱ ἄλλοι ἀντιπολιτευόμενοι, ἐκτὸς ἢ ἐντὸς τῆς Βουλῆς; Καὶ σοβαρῶς πιστεύομεν εἰς τὴν λαϊκὴν κυριαρχίαν, ὅταν φανταζώμεθα ὅτι τὰ πολιτικὰ ζητήματα πρέπει νὰ συζητῶνται οὐχὶ ὑπὸ τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ λαοῦ, ἀλλ’ ὑπὸ τάξεως πολιτευομένων μὴ ἐχόντων λαϊκὴν ἐντολήν; Ἡμεῖς φρονοῦμεν ὅτι ἀποστολὴ ἡμῶν εἶναι νὰ δώσωμεν πολίτευμα τὸ ὁποῖον νὰ ἐξασφαλίζῃ τὴν λαϊκὴν κυριαρχίαν καὶ νὰ θρυμματίζῃ τὰ προσωπικὰ κόμματα, ὅλα ἀνεξαιρέτως, εἴτε ἐντεῦθεν εἴτε ἐκεῖθεν. (Χειροκροτήματα). Ἀλλ’ ἡ νέα Κυβέρνησις μᾶς ἔφερε καὶ ἄλλην δικαιολογίαν. Ἢ μᾶλλον ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, ἐλθοῦσα εἰς ἐπαφὴν μὲ τὴν Ἐθνοσυνέλευσιν, λέγει περὶ τοῦ δυναστικοῦ ζητήματος οὐχὶ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εἶπεν εἰς τὴν παρασυνέλευσιν, ἀλλὰ λέγει ἄλλα, ὅτι καὶ τὸ ζήτημα τῆς ἐκπτώσεως εἶναι τμῆμα τοῦ πολιτειακοῦ ζητήματος καὶ διὰ τοῦτο πρέπει νὰ λυθῇ διὰ δημοψηφίσματος. Θέλει λοιπὸν τὴν παραπομπὴν τοῦ δυναστικοῦ ζητήματος εἰς τὸν Λαόν, διότι εἶναι μέρος τοῦ πολιτειακοῦ, περὶ τοῦ ὁποίου ὑπάρχει γνώμη νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὸν Λαόν. Ἀλλά, κύριοι, εἶναι μέρος τοῦ πολιτειακοῦ ζητήματος τὸ δυναστικόν; Κατὰ τὴν ἰδικήν μου γνώμην ὄχι. Τὸ δυναστικὸν ζήτημα εἶναι ζήτημα καταργήσεως μιᾶς Δυναστείας, τὸ δὲ πολιτειακὸν ζήτημα εἶναι ζήτημα δημιουργίας ἑνὸς πολιτεύματος. Ἡ κατάργησις τῆς Δυναστείας ζητεῖται διότι ἀπέβη ἡ Δυναστεία κομματικὴ καὶ ἀποβᾶσα κομματικὴ δὲν δύναται νὰ ἐκπληρώσῃ τὴν ἀποστολήν της. Πῶς εἰς τὸ ζήτημα τὸ πολιτειακόν, ὅταν προτείνωμεν νὰ ἀποφασίσῃ ἡ Συνέλευσις ad referendum τοῦ Λαοῦ τὴν δημιουργίαν νέου πολιτεύματος οὐχὶ ἑνὸς κόμματος ἀλλὰ δι’ ὅλα τὰ κόμματα, θὰ ἀναμιχθῇ καὶ ζήτημα κομματικόν; Τί πολιτικότης ὑπάρχει εἰς τὴν τοιαύτην σύνδεσιν τῶν ζητημάτων; Ὅταν ὁ ἀντίπαλος κόσμος, ὁ ὁποῖος ἀρνεῖται τὴν ἀλήθειαν, ἀρνεῖται καὶ τὴν ἡμέραν ἀκόμη, ἐὰν τῷ εἴπωμεν ἡμεῖς ὅτι εἶναι ἡμέρα, ἀρνεῖται καὶ τὸν Θεὸν ἀκόμη, ἐὰν τῷ εἴπωμεν ὅτι ὑπάρχει Θεός, ὅταν ὁ ἀντίπαλος κόσμος λέγων ὅτι δὲν ὑπάρχει τάχα πολιτειακὸν ζήτημα προέτεινεν εἰς τὸν κ. Βενιζέλον ἐκλογὰς καὶ ἐφρόνει ὅτι καὶ τὸ πολιτειακὸν καὶ τὸ δυναστικὸν θὰ λυθῶσι διὰ τῶν ἐκλογῶν, ὁ κ. Βενιζέλος ἀπήντα: «Μὲ ἐρωτῶσι διατί δὲν δέχομαι ἐκλογὰς διὰ τῶν ὁποίων θὰ λυθῶσιν ὅλα αὐτὰ τὰ προβλήματα. Διὰ νὰ μὴ συνδεθοῦν μὲ τὸ πολιτειακὸν ζήτημα καὶ κομματικὰ καὶ οὕτως ἐπέλθῃ σύγχυσις εἰς τὸν Λαόν». Κύριοι, ὑπάρχει κομματικώτερον ζήτημα ἀπὸ τὸ δυναστικόν; Παίζομεν μὲ τὰ πράγματα; Ὅλα τὰ ἄλλα τὰ μικρὰ κομματικὰ ζητήματα ἠμποροῦσαν νὰ συσκοτίσουν εἰς τὸν Λαὸν τὴν λύσιν διὰ τὸ πολιτειακόν, τὸ δὲ κατ’ ἐξοχὴν κομματικὸν ζήτημα τὸ δυναστικὸν δὲν θὰ συγχύσῃ τὸν Λαὸν προκειμένου περὶ τοῦ πολιτειακοῦ ζητήματος; (Χειροκροτήματα). Ἐγὼ δὲν ἐξετάζω τὴν λύσιν τοῦ δυναστικοῦ ζητήματος παρὰ ἀπὸ μιᾶς καὶ μόνης ἀπόψεως, ἀπὸ τῆς ἀπόψεως ἂν θὰ εἶναι νόμιμος ὁ τρόπος τῆς ἐκπτώσεως τοῦ βασιλέως διὰ τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως καὶ τοῦτο διὰ νὰ ἴδωμεν μὴ τυχὸν ἐπράττομεν κάτι τι, τὸ ὁποῖον ὡς μὴ νόμιμον θὰ ἠδύνατο νὰ μᾶς ἐκθέσῃ ὄχι ἐν Ἑλλάδι, ἀλλὰ ἀλλαχοῦ ἴσως, ὡς μὴ σταθερὸν τὸ πολιτειακὸν καθεστώς. Ἠκούσατε ὅτι τὴν τυπικὴν ἁρμοδιότητα τῆς Συνελεύσεως δὲν ἀρνεῖται οὔτε αὐτὸς ὁ κ. Βενιζέλος διὰ τὴν ἔκπτωσιν τῆς Δυναστείας, ἀλλ’ ἐγὼ σᾶς λέγω ὅτι δὲν ὑπάρχει κανεὶς νόμιμος τρόπος διὰ νὰ ἐκδιώκωνται οἱ βασιλεῖς. Κατὰ τὴν γνώμην μου κάθε τρόπος καὶ ὁ ταχύτερος διὰ τοῦ ὁποίου ἐπιτυγχάνεται, ὥστε μία Χώρα νὰ ἀπαλλάσσηται ἀπὸ θεσμὸν μεσαιωνικόν, εἶναι νόμιμος. Διατί νὰ ἀπευθυνθῶμεν εἰς τὸν λαὸν νὰ κηρύξῃ τὴν Δυναστείαν ἔκπτωτον καὶ νὰ μὴ ἀφεθῶμεν εἰς τὴν Συνέλευσιν; Εἶναι βέβαιον ὅτι τὸ κῦρος τῶν ἐκλογῶν τῆς Συνελεύσεως δὲν ἀμφισβητεῖται καὶ ἐν τῷ ἐσωτερικῷ καὶ διεθνῶς. Μήπως πρέπει νὰ καταφύγωμεν εἰς τὸν λαὸν διότι τυχὸν ὁ λαὸς διὰ δημοψηφίσματός του ἔφερε τὴν Δυναστείαν; Βεβαίως ὄχι. Ἐάν πάρετε τὴν Δυναστείαν τοῦ Ὄθωνος, ταύτην ἔφερεν ἓν πρωτόκολλον τοῦ Λονδίνου. Ἐὰν πάρετε τὴν Δυναστείαν τοῦ Γεωργίου, τῆς ὁποίας ζητεῖται ἡ ἔκπτωσις, ταύτην ἔφερεν ἡ ψῆφος τῆς Βʹ Ἐθνοσυνελεύσεως. Διὰ ποῖον λόγον ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐδημιουργήθη διὰ τῆς ψήφου μιᾶς Συνελεύσεως εἶναι ἀνάγκη, ὅταν θέλωμεν νὰ τὸ καταργήσωμεν, νὰ τὸ καταργήσωμεν διὰ τῆς ψήφου τοῦ λαοῦ; Ἔπειτα, ὅταν τίθεται τὸ ζήτημα τῆς διατηρήσεως τῆς Δυναστείας ἢ τῆς καταργήσεώς της, φρονεῖτε ὅτι αὐτὴ ἡ ὁδὸς ἡ λογικῶς σύμφωνος πρὸς τὸν σκοπὸν διὰ τὸν ὁποῖον λαός τις θὰ ἠδύνατο νὰ ἀνεχθῇ ἀκόμη τὴν βασιλείαν εἶναι ἡ ὁδὸς τοῦ δημοψηφίσματος; Εἶναι δυνατὸν νὰ θέλετε θεσμὸν ρυθμιστὴν τῆς πολιτικῆς ζωῆς καὶ διὰ νὰ εἶναι ρυθμιστὴς τῆς πολιτικῆς ζωῆς πρέπει νὰ εἶναι ὑπεράνω τῶν κομμάτων, καὶ συγχρόνως νὰ θέλετε ὥστε ὁ ἐκπροσωπῶν τὸν θεσμὸν νὰ προέλθῃ ἐκ τῆς ψήφου τῶν πλειόνων; Εἶναι λογικὸν αὐτό; Μόνοι μας δηλαδὴ θὰ εἴπωμεν προκηρύσσοντες δημοψήφισμα, καὶ δὴ κομματικόν, ὅτι ὁ Γεώργιος, ἐὰν ἔχῃ πλειονοψηφίαν, θὰ εἶναι βασιλεὺς τῆς πλειονοψηφίας; Τότε τί νὰ τὸν κάμωμεν, ἀφοῦ θὰ εἶναι βασιλεὺς τῆς πλειονοψηφίας; Ἡμεῖς, ἡ τυχὸν μειονοψηφία, ποῦ θὰ ζήσωμεν; Ἡμεῖς ἐδῶ ἐγεννήθημεν, ἐδῶ ἀνετράφημεν, ἐδῶ ἐχύσαμεν τὸ αἷμά μας καὶ ἐδῶ ἐννοοῦμεν νὰ ταφῶμεν. Ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἦλθον ἀπὸ τὴν Δανίαν ἠμποροῦν νὰ πᾶνε εἰς τὴν Δανίαν νὰ εὕρωσι τόπον διὰ νὰ ζήσουν καὶ νὰ ταφοῦν. (Χειροκροτήματα). Ἐὰν ἐγὼ εὑρεθῶ ἐν μειονοψηφίᾳ, πρέπει, ἐγὼ ὁ Ἕλλην, νὰ ἐκπατρισθῶ διὰ νὰ ἔλθῃ ἐκεῖνος νὰ γίνῃ βασιλεὺς τῆς πλειονοψηφίας; Καὶ τοῦτο διότι φοβεῖσθε τὴν ἀντίδρασιν τῶν μελῶν τῆς παρασυνελεύσεως, ἐπειδὴ ἐπικαλοῦνται ὅτι ἔχουσι πλειονοψηφίαν, ἢ θὰ σχηματίσουν πλειονοψηφίαν, καὶ ἀσφαλῶς θὰ ἐργασθοῦν διὰ νὰ σχηματίσουν πλειονοψηφίαν, ἢ μᾶλλον θὰ ἐργασθοῦν διὰ νὰ διαφθείρωσι τὸν κόσμον καὶ ἴσως νὰ ἑτοιμάσωσι καὶ κανὲν κίνημα, τὸ ὁποῖον ὁ κ. πρωθυπουργὸς ἔχει τὴν βεβαιότητα ὅτι θὰ καταστείλῃ; Ἐγὼ δὲν ἀμφισβητῶ ὅτι θὰ τὸ καταστείλῃ, ἀλλὰ θέλω νὰ προλάβω νὰ μὴ γίνουν πλέον ἄλλα κινήματα. Κύριοι, καὶ κατὰ τοῦτο ὑπάρχει διάστασις μεταξὺ τῶν διευθυνόντων τὸ συντηρητικὸν Φιλελεύθερον κόμμα καὶ ἡμῶν. Ἡμεῖς δὲν ἐπτοήθημεν οὔτε ἐλογαριάσαμεν τοὺς κυρίους αὐτούς, οἱ ὁποῖοι ἀνεβίωσαν ὡς πολιτικοὶ μόνον ἐλέῳ Κωνσταντίνου. Ἐπικαλοῦντο καὶ τότε ὅτε εἶχον τὴν ἐξουσίαν, ὑπὲρ ἑαυτῶν τὸν λαόν, ἀλλ’ ἐπὶ τῶν ἡμερῶν ἑνὸς Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὁ ὁποῖος ἠπείλει μὲ τὸν πέλεκυν τοῦ λαοῦ τὰς κεφαλάς μας, τῷ ἐγράψαμεν παλληκαρίσια «διὰ ποῖον λαὸν ὁμιλεῖς; Ἂν ὁ λαὸς ἔχει ἀγανακτήσει, ἠγανάκτησε διὰ τὰς ἀποζημιώσεις τὰς ὁποίας ἔλαβες σὺ καὶ οἱ ὁμόφρονές σου, καὶ ἂν ὁ λαὸς εἶχε πέλεκυν θὰ τὸν κατέφερεν ἐναντίον σου διὰ τὸ αἷμα ποὺ ἔχυσες εἰς τὸν Σαγγάριον». Καὶ αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους ποὺ δὲν τοὺς ἐλογαριάζαμεν τότε ἡμεῖς, μιὰ δρὰξ ἀνθρώπων, τοὺς πτοούμεθα ὁλόκληρος Συνέλευσις, ἓν μεγάλο τμῆμα αὐτῆς, τὸ συντηρητικὸν κόμμα, μὴ τυχὸν καὶ διαφωνήσουν καὶ ἐξακολουθήσουν τὴν ἀντίδρασιν; Ἡ καλυτέρα ἀπάντησις θὰ ἦτο νὰ δημιουργηθῇ ἓν πολίτευμα ἀκομμάτιστον, μιὰ πραγματικὴ Δημοκρατία. Φρονεῖτε ἐν πεποιθήσει ὅτι ἔχουσι σεβασμὸν εἰς τὸ πρόσωπον τοῦ Βασιλέως Γεωργίου;
§83Κ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἐδιαβάσατε τὸ σημερινὸν ἄρθρον τοῦ «Σκρὶπ» διὰ τὸν Κωνσταντῖνον;
§84Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Τὸ ἔχω. Αὐτὸ ἔχει σχέσιν καὶ μὲ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔλεγον πρίν. Ὁ κ. Στάης εἰς τὰ 1896 ἦτο ἀντιδυναστικός. Ὁ κ. Στάης ἦτο καταδικασμένος ὑπὸ τοῦ λαοῦ ὄχι ὡς ἄτομον, ἀλλ’ ὡς ἀντιπρόσωπος ἑνὸς κομματισμοῦ, καὶ δὲν ἠμποροῦσε νὰ ἰδῇ Θεοῦ πρόσωπον καὶ ἔπρεπε νὰ κατεβάσῃ τὸν Κωνσταντῖνον εἰς τὴν κάλπην διὰ νὰ ξαναϊδῇ Θεοῦ πρόσωπον. Λοιπὸν δὲν ὁμιλῶ περὶ αὐτοῦ τοῦ ἀνθρώπου. Δὲν ἀμφιβάλλω, ὄχι ἀμφιβάλλω, δὲν ἔχω κανένα ἐνδοιασμόν, εἶμαι βέβαιος ὅτι οὐδ’ αὐτοὶ ἔχουν κανένα ἐνθουσιασμὸν διὰ τὸ πρόσωπον τοῦ Βασιλέως, αὐτοὶ ἐλαύνονται ἀπὸ τὸν πόθον νὰ καταλάβουν τὴν ἐξουσίαν καὶ κάθε μέσον πρὸς κατάληψιν τῆς ἐξουσίας εἶναι καλὸν καὶ μὲ τὸ κρατοῦν σύστημα τὸ ἐκλογικὸν εἶναι ἱκανοὶ τὰ πάντα νὰ ἐκμεταλλευθοῦν διὰ νὰ καταλάβουν τὴν ἐξουσίαν. Ἐγὼ ὅμως κύριοι, δὲν ἠμπορῶ νὰ δεχθῶ ὅτι εἶναι ἀνθρωπίνως δυνατὸν ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι ἀπώλεσαν τὰς πολιτικάς των κεφαλάς, αἱ ὁποῖαι ἔπεσαν διότι ἐξυπηρέτησαν τὸν Βασιλέα καὶ ἦλθον εἰς ἀντίθεσιν πρὸς τὴν ἐξυπηρέτησιν τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ σέβωνται τὸν βασιλέα ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος ἕνα μῆνα μετὰ τὸν τυφεκισμὸν τῶν Ὑπουργῶν του μετέβαινεν εἰς κοσμικὰς διασκεδάσεις εἰς τὸ Παλέρμον, ὅπως εἶναι γραμμένα εἰς τὰς ἐφημερίδας τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. Θέλουν μονάχα νὰ ἐκμεταλλευθοῦν τὸν βασιλικὸν θεσμὸν καὶ νὰ προκαλέσουν τὴν διαίρεσιν καὶ νὰ συνεχίσουν τὸν ἐμφύλιον πόλεμον. Καὶ διὰ τοῦτο ἡ καλυτέρα πολιτικὴ εἶναι νὰ ἀποκοπῇ διὰ τῆς Συνελεύσεως ἅπαξ διὰ παντὸς τὸ ζήτημα. Νὰ εἴπῃ ἡ συνέλευσις διὰ ψηφίσματος ὅτι ἡ Δυναστεία τῶν Γλύξβουργ εἶναι ἔκπτωτος καὶ νὰ τὸ γνωρίζουν ὅλοι ὅτι εἶναι ἔκπτωτος. Οὕτω τὸ ζήτημα τὸ δυναστικὸν θὰ παύσῃ καὶ ὁ λαὸς ἀπερίσπαστος θὰ σκεφθῇ περὶ τοῦ πολιτειακοῦ ζητήματος καὶ πρωτίστως θὰ ἀξιώσῃ τὴν πραγματοποίησιν τῶν καινοτομιῶν ἐκείνων τὰς ὁποίας ἐπιβάλλουν αἱ συνθῆκαι αἱ μὲν ὁποῖαι ἐδημιουργήθησαν εἰς ὅλα τὰ Κράτη λόγῳ τοῦ πολέμου, ἰδιαιτέρως δὲ εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ λόγῳ τῆς ἐθνικῆς καταστροφῆς. Δὲν ὑπάρχει λοιπὸν ἐπιχείρημα τὸ ὁποῖον νὰ συνηγορῇ ὥστε τὸ δυναστικὸν ζήτημα νὰ μὴ λυθῇ ἐν Συνελεύσει, αὕτη δὲ εἶναι ἡ νόμιμος ὁδός. Κύριοι, ὅταν πρόκειται περὶ τοιούτων πολιτικῶν ζητημάτων, τοὐλάχιστον ἡ Ἱστορία μᾶς διδάσκει ὅτι ἦσαν πολὺ τολμηρότεροι οἱ πρόγονοί μας. Τὴν Ἐπανάστασιν τοῦ Καλλέργη τὴν ἐνίσχυσε τὸ συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, δὲν ὑπῆρχε τότε Σῶμα βουλευτικόν. Πόθεν ἤντλησε τὴν δύναμίν του, τὸ λέγει τὸ ψήφισμά του (ἀναγινώσκει): «Ἐκ τῆς ἀκαταμαχήτου φορᾶς τῶν πραγμάτων ἐνεδύθη τὴν δύναμιν». Διὰ ψηφίσματος τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας ἐκλήθη ἡ Συνέλευσις, ἡ πρώτη ἐν Ἀθήναις. Ἡ Συνέλευσις τοῦ 1863 δι’ ἀναστάσεως ἐκήρυξεν ἔκπτωτον τὸν Ὄθωνα καὶ τὴν Δυναστείαν του. Ἡ ἀκαταμάχητος φορὰ τῶν πραγμάτων μᾶς ὠθεῖ ἵνα τὸ ταχύτερον κηρύξωμεν τὴν Δυναστείαν τῶν Γλύξβουργ ἔκπτωτον διὰ νὰ παύσῃ νὰ γίνεται ἐκμετάλλευσις ἑνὸς ζητήματος φαντασιώδους, τὸ ὁποῖον ὅμως ἐγκυμονεῖ πολλοὺς κινδύνους καὶ διὰ τὴν τάξιν καὶ διὰ τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα ἐφόσον παραμένει ἐκκρεμές. Αἱ ἀνάγκαι τῶν καιρῶν δὲν εἶναι μενεταί. Παρῆλθεν ἤδη εἷς καὶ ἥμισυς μὴν χωρὶς νὰ ἔχῃ τερματισθῇ δι’ ὅλον τὸν κόσμον τὸ δυναστικὸν ζήτημα. Καὶ ἡ παράτασις αὐτῆς τῆς ἐκκρεμότητος ἠκούσατε ὁποίους κινδύνους ἐγκυμονεῖ. Ἡ Κυβέρνησις διὰ νὰ παρακολουθῇ μόνον αὐτὸ τὸ ζήτημα καὶ διὰ νὰ μὴ ἔχῃ ἁρμόδιον ἰδιαίτερον ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργόν, ὑποχρεωμένη διὰ τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως νὰ παρακολουθῇ τὰς μακρὰς αὐτὰς συζητήσεις φοβοῦμαι ὅτι δὲν εἶναι ἀνθρωπίνως εἰς αὐτὴν δυνατὸν νὰ παρακολουθῇ μεθ’ ὅσης αἱ ἐξωτερικαὶ περιστάσεις ἐπιβάλλουν ἐνεργείας τὰ διεθνῆ ζητήματα. Ὑπάρχουσι δὲ πολλαὶ ἐνδείξεις ὅτι ὁ ὁρίζων περὶ τὴν Ἑλλάδα ζοφοῦται. Ὑπάρχουσι δὲ καὶ πολλαὶ ἐνδείξεις ὅτι οὔτε ἡ ἐσωτερικὴ ἀνασύνταξις τῆς Χώρας εἶναι δυνατὸν νὰ προκόψῃ ἂν δὲν λυθῶσι τὸ ταχύτερον αὐτὰ τὰ ζητήματα. Καὶ δὲν ὑπάρχει ταχυτέρα ὁδὸς ἐκείνης τὴν ὁποίαν ἡμεῖς ὑποδεικνύομεν. Αὐτὸς οὗτος ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τῆς παρούσης Κυβερνήσεως ἐδήλωσεν ὅτι ἡ οἰκονομικὴ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διαγραφῇ ἐφόσον ὑπάρχει ἄλυτον τὸ ζήτημα τὸ πολιτειακόν. Ἐγὼ δὲ λέγω ὅτι ἐφόσον δὲν τερματίζεται τὸ ταχύτερον τὸ δυναστικόν.
§85ΕΜΜ. ΤΣΟΥΔΕΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ὄχι ἄλυτον τὸ πολιτειακόν, ἀλλ’ ἐφόσον ὑπάρχει ἀμφίβολος πολιτειακὴ κατάστασις καὶ ἐγκυμονεῖ κινδύνους διαταράξεως τῆς δημοσίας τάξεως.
§86Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Τὰ αὐτὰ λέγομεν. Ἐπιβάλλεται τὸ ταχύτερον νὰ λυθῇ τὸ δυναστικὸν ζήτημα. Καὶ δὲν ὑπάρχει ταχύτερος τρόπος ἄλλος ἀπὸ ἐκεῖνον τὸν ὁποῖον ὑποδεικνύομεν. Ἔρχεται, Κύριοι, τὸ ζήτημα τὸ πολιτειακόν. Ἐπὶ τοῦ πολιτειακοῦ ζητήματος φρονοῦμεν ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ δεκτὸν τὸ ψήφισμά μας ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς ταχυτέρας ὑποβολῆς αὐτοῦ ὑπὸ τὴν κρίσιν τοῦ Λαοῦ. Δὲν δύναμαι νὰ δεχθῶ ὅτι ἔλαβον τὰς ψήφους τῶν συμπολιτῶν μου, ὅτι μὲ ἔστειλαν οἱ συμπολῖταί μου ἐδῶ διὰ νὰ διαβιβάσω εἰς αὐτοὺς εὐχάς. Τὸν ρόλον τοῦ Ποντίου Πιλάτου, νὰ νίψω τὰς χεῖρας, ἐγὼ δὲν θέλω νὰ τὸν παίξω ἀπέναντι τῶν συμπολιτῶν μου. Εἶμαι δὲ βέβαιος ὅτι καὶ ἡ πλειοψηφία τῆς Συνελεύσεως δὲν θὰ φιλοδοξήσῃ νὰ παίξῃ εἰς ζητήματα ἀφορῶντα τὴν τύχην τῆς Πατρίδος τὸν ρόλον τοῦ Ποντίου Πιλάτου καὶ νὰ εἴπῃ: Νὰ πᾶρε σὺ Λαὲ, καὶ πὲς τὴ γνώμη σου· ἐγὼ εἶμαι τελείως μακρὰν πάσης δράσεως καὶ πάσης εὐθύνης. Ἐπιμένει λοιπὸν τὸ κόμμα μας εἰς τὴν ἀποδοχὴν τῆς ἀπόψεώς του καὶ ἐπὶ τοῦ πολιτειακοῦ ζητήματος, ὅτι πρέπει ἡ Συνέλευσις ἐν συναισθήσει τῶν εὐθυνῶν της καὶ τῆς ἰδίας αὐτῆς ἁρμοδιότητος καὶ ἀξιοπρεπείας νὰ ἐκφέρῃ γνώμην ἀποφασιστικήν, ὄχι ἁπλῶς ὅτι ὁ Λαὸς εἶναι ὥριμος πρὸς Δημοκρατίαν, ἀλλ’ ὅτι τὸ πολίτευμα τῆς Ἑλλάδος εἶναι δημοκρατικὸν καὶ ἐὰν ὁ Λαὸς θέλῃ ἂς εἴπῃ ναὶ ἢ ὄχι, καὶ νὰ σπεύσῃ τὸ ταχύτερον εἰς τὴν ἐκδημοκρατικοποίησιν τῆς κρατικῆς μηχανῆς. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις καὶ τὰ δύο αὐτὰ ζητήματα θέλει νὰ τὰ λύσῃ σύμφωνα μὲ τὰς ἀπόψεις της, συνδυάζουσα αὐτὰ μὲ ζήτημα ἐμπιστοσύνης πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Διαφωνῶ καὶ ἐπ’ αὐτοῦ οὐχὶ ὡς μέλος κόμματος, ἀλλ’ ὡς πληρεξούσιος, ὡς μέλος τῆς Συνελεύσεως. Τὸ ζήτημα τὸ δυναστικὸν καὶ τὸ ζήτημα τὸ πολιτειακόν, οἱαδήποτε λύσις καὶ ἂν δοθῇ εἰς αὐτὰ ὑπὸ τῆς Συνελεύσεως, ἀνήκουν εἰς τὴν Συντακτικὴν Ἐξουσίαν τῆς Συνελεύσεως. Καὶ προκειμένου περὶ ἀσκήσεως τῆς συντακτικῆς ἐξουσίας ἡ Συνέλευσις δὲν εἶναι διῃρημένη εἰς κόμματα. Ὁ Βουλευτὴς δὲν ψηφίζει κατὰ κομματικὴν συνείδησιν, ψηφίζει κατὰ τὴν ἀκραιφνῆ ἀτομικήν του συνείδησιν. Τοῦτο καὶ ὀρθὸν εἶναι, διότι πρόκειται περὶ κατασκευῆς οἴκου ὄχι δι’ ὡρισμένα κόμματα καὶ ὡρισμένας Κυβερνήσεις, ἀλλὰ δι’ ὅλα καὶ δι’ ὅλους τοὺς Ἕλληνας, ἐὰν παραβάλωμεν τὸ πολίτευμα πρὸς οἶκον. Ἀλλ’ εἶναι καὶ νενομολογημένον ὑπὸ τῆς παγίας συνηθείας καὶ παραδόσεως τῶν Ἑλληνικῶν Βουλῶν καὶ Συνελεύσεων. Δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν αὐθεντίαν οὐδενὸς ἄλλου. Αὐτοῦ τούτου τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων, τοῦ πρώην πρωθυπουργοῦ τῆς Κυβερνήσεως, ἐπικαλοῦμαι τὴν αὐθεντίαν. Ἐγεννήθη τὸ ζήτημα κατὰ τὸ 1910 κατὰ τὴν πρώτην Ἀναθεωρητικὴν Βουλὴν καὶ αὐτὸς οὗτος ὁ κ. Βενιζέλος διὰ ρητῶν δηλώσεων εἶπε: «Ζητῶ ψῆφον ἐμπιστοσύνης μόνον διὰ τὴν ἐξακρίβωσιν τῆς κοινοβουλευτικῆς μου ὑποστάσεως, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἄσκησιν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας καὶ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἄσκησιν τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας ἐν ἁρμονίᾳ πρὸς τὴν ψῆφον τοῦ σώματος. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀναθεωρητικὴν ἢ τὴν συντακτικὴν ἐξουσίαν τῆς Συνελεύσεως, δὲν δύναμαι νὰ ζητήσω ψῆφον ἐμπιστοσύνης. Αὐτὰ τὰ ζητήματα λύονται συμφώνως πρὸς τὴν ἀτομικὴν συνείδησιν. Καὶ ὅτε ἡ Κυβέρνησις Βενιζέλου εἰσηγήθη τὰς ἀναθεωρητικὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος ἐν τῇ δευτέρᾳ ἀναθεωρητικῇ Βουλῇ, δὲν τὰς εἰσηγήθη ὡς Κυβέρνησις, ἀλλ’ ὡς ὁμὰς Βουλευτῶν ἀποτελούντων τὴν Κυβέρνησιν. Οὐδέποτε ἐτέθη ζήτημα ἐμπιστοσύνης ἐπὶ τῆς ἐνασκήσεως τῆς ἀναθεωρητικῆς ἐξουσίας τῆς Βουλῆς. Τὴν αὐτὴν γνώμην εἶχε καὶ ὁ ἀρχηγὸς τοῦ ἀντιπάλου στρατοπέδου ἤδη ἐκλιπὼν ἐκ Πατρῶν πληρεξούσιος τότε τῆς Γʹ Συνελεύσεως. Ὅταν κατεψηφίσθη ἡ πρότασίς του περὶ τῆς ψήφου τῶν γυναικῶν ὑπὸ τῆς Συνελεύσεως, δὲν ἐθεώρησεν ὅτι ἦτο ζήτημα ἐμπιστοσύνης, διότι ἐπὶ ζητημάτων εἰς τὰ ὁποῖα ἀποφαίνεται ἡ συντακτικὴ ἐξουσία τῆς Συνελεύσεως, ζήτημα ἐμπιστοσύνης δὲν τίθεται. Καὶ ὀρθὸν εἶναι τοῦτο, διότι ἡ Συνέλευσις ἀσκεῖ τὴν κυριαρχίαν τὴν λαϊκήν, τὴν ἐκπροσωπεῖ, τὴν ἐνσαρκώνει. Ἐὰν διὰ λόγους τάξεως, καὶ ὅταν μάλιστα εἶναι δημοκρατικαὶ αἱ ἀντιλήψεις τῆς Συνελεύσεως, δὲν δυνάμεθα νὰ ὑποστῶμεν τὰς διακρίσεις τῶν ἐξουσιῶν, καὶ ὁμιλοῦμεν περὶ διακεκριμένων ἐξουσιῶν, ἐν τούτοις μὴ λησμονεῖτε ὅτι Συντακτικὴ Ἐξουσία, ἡ ὁποία ρυθμίζει καὶ τὰς τρεῖς Λαϊκὰς ἐξουσίας εἶναι ὑπερτέρα αὐτῶν, ἀπέναντι δὲ τῆς Συντακτικῆς ἐξουσίας, ἀπέναντι τοῦ Σώματος ἀσκοῦντος Συντακτικὴν ἐξουσίαν, δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν νὰ ὀρθώσῃ τὸ ἀνάστημά της καὶ νὰ ἐκβάσῃ ἐπὶ ζητήματος ἀσκήσεως τῆς Συντακτικῆς ἐξουσίας τὴν ψῆφον τῆς Συνελεύσεως. (Χειροκροτήματα). Δὲν θεωρῶ ἐπιτετραμμένον νὰ ἀναγνωρίσωμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὡς ἐκπρόσωπον τοῦ Λαοῦ, ὅτι εἴμεθα κατώτεροι τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἡ κυριαρχία τὴν ὁποίαν ἐκπροσωποῦμεν εἶναι κατωτέρα τῆς Ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, διότι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν εἶναι κυριαρχία. Ἡ λαϊκὴ κυριαρχία δὲν ἠμπορεῖ νὰ ὑποταχθῇ ποτὲ εἰς τὴν Ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν καὶ συνεπῶς οὐδὲ ἡ Συντακτικὴ ἐξουσία τῆς Συνελεύσεως εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποτελέσῃ ἀντικείμενον ἐμπιστοσύνης πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Τὴν ἐμπιστοσύνην ἡ Κυβέρνησις ἠμπορεῖ νὰ τὴν ζητήσῃ διὰ τὴν ἄσκησιν νομοθετικῶν ἔργων καὶ διὰ τὸν τρόπον τῆς διαχειρίσεως τῆς Ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, διότι ἐκτὸς τῆς Συντακτικῆς ἐξουσίας ὁ λαὸς μετέδωκεν εἰς ἡμᾶς καὶ κοινοβουλευτικὴν τοιαύτην, δηλαδὴ νὰ νομοθετῶμεν καὶ νὰ μετέχωμεν τῆς Κυβερνήσεως δι’ ἀνθρώπων τῆς ἐμπιστοσύνης μας. Πέραν αὐτοῦ ὁ λαὸς δὲν ἀπεμπόλησεν ὑπὲρ οὐδεμιᾶς συμβατικῆς πλειοψηφίας τὴν κυριαρχίαν του. Ἐὰν τοῦτο δὲν δέχεσθε, τότε εἶναι ψεῦδος ὅτι καταφεύγετε εἰς τὴν ἐξουσίαν τοῦ Λαοῦ, διότι ἀρνεῖσθε τὴν κυριαρχίαν τοῦ Λαοῦ. (Χειροκροτήματα).
§87Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἰσχυρίζεσθε ὅτι, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις θέσῃ ζήτημα ἐμπιστοσύνης διὰ τὰς ἰδέας αὑτῆς ἐπὶ τοῦ πολιτειακοῦ ζητήματος, θέτει εἰς μοῖραν κατωτέραν ἑαυτῆς τὴν Συνέλευσιν. Κατὰ λογικὴν ἀνάγκην ὀφείλετε νὰ δηλώσητε, ὑποθέτω, ὅτι ἐν πάσῃ περιπτώσει τὸ Νομοθετικὸν Σῶμα θὰ εἶναι πάντοτε κατώτερον τῆς Κυβερνήσεως, διότι τοὐλάχιστον εἰς νομοθετικὴν Βουλὴν τίθεται ζήτημα ἐμπιστοσύνης.
§88Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ὑπάρχει διαφορὰ μεταξὺ συντακτικῆς καὶ νομοθετικῆς ἐξουσίας, διότι ἐφ’ ὅσον δὲν ἔχομεν ἀμιγῆ διάκρισιν τῶν ἐξουσιῶν, ὅπως τὴν ἔχει τὸ Ἀμερικανικὸν Σύνταγμα, ἀλλ’ ἔχομεν Κοινοβουλευτικὴν Κυβέρνησιν, δὲν δύναται νὰ γεννηθῇ αὐτὸ τὸ ζήτημα ἐν τῇ σφαίρᾳ τῆς νομοθεσίας, διότι μετέχομεν εἰς Κυβέρνησιν ἡ ὁποία δὲν εἶνε κατωτέρα ἡμῶν, ἀλλ’ ἐκπρόσωπος τῆς πλειοψηφίας. Ἀλλὰ τὰ πολιτειακὰ ζητήματα δὲν λύονται κατὰ κομματικὰς ἀντιλήψεις, διότι ἀποτελοῦν κτήματα τοῦ λαοῦ καὶ οὐχὶ τῶν κομμάτων. (Χειροκροτήματα) Ὀφείλομεν νὰ εἴπωμεν εἰς τὸν λαὸν ὅτι αἱ λύσεις τὰς ὁποίας εἰσηγούμεθα δὲν εἶναι λύσεις τοῦ Παπαναστασίου, οὔτε τοῦ Βενιζέλου. Εἶναι τῆς Συνελεύσεως κατ’ ἀτομικὴν συνείδησιν ἀκραιφνῆ ἐπιδιώξασαν λύσιν τῶν ζητημάτων· οὕτω ἡμεῖς σεβόμεθα τὴν λαϊκὴν κυριαρχίαν. Ἀλλά, κύριοι, διὰ νὰ γίνουν ἀποδεκταὶ αἱ λύσεις ἡμῶν ὁμολογῶ ὅτι χρειάζεται τὴν Κυβέρνησιν νὰ μὴ τὴν διευθύνῃ τὸ συντηρητικὸν φιλελεύθερον πνεῦμα. Τιμῶ ἐξόχως τὰς διανοίας τῶν μελῶν τῆς Κυβερνήσεως καὶ θεωρῶ ὅτι ἡ διάνοια εἰς τὴν λύσιν τῶν ζητημάτων παίζει τὸν ρόλον τῆς μαχαίρας, ἀλλὰ χωρὶς νὰ θέλω ἀτομικῶς νὰ θίξω κανένα τῶν μελῶν τῆς Κυβερνήσεως ὀφείλω νὰ εἴπω ὅτι μοῦ ἔρχεται εἰς τὴν μνήμην ὅτι, ὅταν ὑπάρχουν μεγάλα ζητήματα προδικάζοντα τὴν τύχην τοῦ Τόπου, χρειάζεται καὶ ἡ καρδία καὶ ἡ Κυβέρνησις μοῦ φαίνεται ὅτι ὁμοιάζει κατὰ παραβολὴν τοῦ Θεμιστοκλέους πρὸς τὰς τευθίδας, αἵτινες ἔχουν μάχαιραν, ἀλλὰ καρδίαν δὲν ἔχουν. Χειμάζεται ἡ Ἑλλάς, κύριοι πληρεξούσιοι, καὶ καλούμεθα νὰ διαπορθμεύσωμεν τὴν Ἑλλάδα εἰς τὴν ὁδὸν τοῦ ὁμαλοῦ πολιτικοῦ βίου, εἰς τὴν ὁδὸν τῆς εὐημερίας καὶ τῆς προόδου, τῆς ἀσφαλείας ἀπὸ ἐξωτερικοὺς κινδύνους καὶ τῆς καταπαύσεως ἑνὸς ἐμφυλίου σπαραγμοῦ. Δεινὸς ὁ χειμών. Καὶ βλέπομεν ὅτι εἰς τὸ ἀκάτιον τὸ ὁποῖον καλεῖται νὰ μᾶς διαπορθμεύσῃ εἰς τὸν λιμένα αὐτὸν οἱ ναύκληροι ἀπολέσαντες, ὡς εἶπον, συνεπεία τῆς 1ης Νοεμβρίου 1920 τὴν πίστιν πρὸς τὸν Λαὸν ἀμφιταλαντεύονται καὶ διατηροῦν πίστιν ἀκόμη καὶ ἴσως καὶ εἰς ἄλλα στέμματα.
§89Θ. ΣΟΦΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἀντιθέτως, ἡμεῖς ἔχομεν ἀπόλυτον πίστιν εἰς τὸν λαόν. Σεῖς δυσπιστεῖτε.
§90Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Οἱ ναύκληροι τοῦ ἀκατίου αὐτοῦ τρέμουν νὰ δώσουν τὴν λύσιν τὴν ὀρθὴν ὑπὸ τὴν ἰδικήν των εὐθύνην. Καὶ καλῶ ὑμᾶς νὰ εἴπωμεν πρὸς αὐτοὺς: Τί τρέμετε, ναύκληροι; Τὴν Ἑλλάδα φέρετε καὶ τῆς Ἑλλάδος τὴν τύχην συμπλέουσαν. Ὁδηγήσατέ μας ἀμέσως εἰς τὴν Δημοκρατίαν διὰ νὰ ἔχητε τὴν ἐμπιστοσύνην (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).
§91ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μαρῆς.
§92Π. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ συνεχίσωμεν κατόπιν;
§93ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι. Θὰ παραμείνωμεν ἕως τὰς 9, 9½.
§94ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Πέντε λεπτῶν διακοπήν.
§95Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ συνεχισθῇ ἡ συνεδρίασις.
§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ νὰ καθίσητε, διότι συνεχίζομεν τὴν συνεδρίασιν. Μίαν ὥραν ἀκόμη καὶ ἀκολούθως λύομεν τὴν συνεδρίασιν. Ἡ ὥρα εἶναι μόλις 8¼. Λοιπὸν ὁ κ. Μαρῆς.
§97ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Μίαν διακοπήν, κ. Πρόεδρε.
§98ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις διὰ 5′ λεπτὰ
(Ὥρα 8 30′ μ. μ.)
ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΚΟΠΗΝ
(Ὥρα 8 50′ μ. μ.)
§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Ὁ κ. Μαρῆς εἶναι ἀπών. Ὁ κ. Δενδρινὸς ἀπών. Ὁ κ. Γρηγορίου ἀπών.
§100Θ. ΠΑΓΚΑΛΟΣ. Νὰ τοποθετήσητε τοὺς μὴ ὁμιλοῦντας εἰς τὸ ἀριστερόν.
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ ἀκριβῶς κάμνω. Ὁ κ. Μαργέτης ἀπών. Ὁ κ. Χαρλόφτης ἀπών. Ὁ κ. Δαργέντας ἀπών. Ὁ κ. Καλογερᾶς.
§102ΙΩ. ΚΑΛΟΓΕΡΑΣ. Κύριοι πληρεξούσιοι, προτίθεμαι νὰ θίξω ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῶν προγραμματικῶν δηλώσεων τόσον τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως ὅσον καὶ τῆς νῦν ἀνεπτύχθησαν ἐντεῦθεν καὶ ἐπὶ τῶν ὁποίων φρονῶ ὅτι εἶναι ἀναγκαῖον νὰ μὴ μείνωσιν ἀμφίβολοι. Πιστεύω, κύριοι, εἰς τὴν Δημοκρατίαν ὅπως πιστεύουσι πάντες ἐνταῦθα,—ὡς διεπιστώθη τοὐλάχιστον,—καὶ πιστεύω εἰς τὴν Δημοκρατίαν οὐχὶ ὡς πρὸς πανάκειαν, ἡ ὁποία μέλλει νὰ θεραπεύσῃ ὅλας τὰς νόσους ἐκ τῶν ὁποίων πάσχει ἢ μέλλει νὰ πάθῃ ἡ Ἑλλάς, ἀλλὰ πιστεύω εἰς τὴν Δημοκρατίαν πρωτίστως διότι θὰ ἄρῃ ἐκ τοῦ μέσου τὴν πέτραν τοῦ σκανδάλου, διότι θὰ λείψῃ ἡ Δυναστεία, ἡ οἰκογένεια ἐκείνη ἡ ὁποία διέσπασε τὴν ἐθνικὴν ἑνότητα, ἑνότητα ἡ ὁποία δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτευχθῇ πλέον ἐφόσον ὑπάρχει ἐν Ἑλλάδι ἡ οἰκογένεια αὕτη. Πιστεύω, κύριοι, εἰς τὴν Δημοκρατίαν, διότι φρονῶ ἀδιστάκτως ὅτι ὁ βασιλικὸς θεσμὸς εἶναι ἐντελῶς ἄωρος διὰ τὴν Ἑλλάδα. Δὲν εἶναι δυνατὸν δυστυχῶς ὁ Ἕλλην, οἱονδήποτε καὶ ἐὰν ἔχῃ τὸ ἀνάστημα, νὰ παρουσιασθῇ πρὸ τῆς πορφύρας καὶ νὰ μὴ καμφθῇ. Ὑπῆρξαν τινὲς μέχρι τοῦδε οἱ ὁποῖοι προσεπάθησαν νὰ μὴ καμφθῶσι καὶ κατεστράφησαν. Παρουσιάσθη πρῶτον ὁ Χαρίλαος Τρικούπης, ὁ ὁποῖος δὲν ἠδυνήθη νὰ ζήσῃ ἐξ αἰτίας αὐτῆς τῆς Αὐλῆς· καὶ πρὸ αὐτοῦ ὁ Ἐπαμεινώνδας Δεληγεώργης καὶ μετ’ αὐτὸν ὁ κ. Βενιζέλος, ὅστις εἶναι εἷς ἐκ τῶν ἰσχυροτέρων θνητῶν. Ὁ κ. Βενιζέλος ὡμολόγησεν εἰς ἐμὲ ὅταν τοῦ ἔθεσα τὸ ἐρώτημα, ἂν μετὰ τόσους πολέμους μόνον τρεῖς ἀξιωματικοὶ τοῦ ἐπιτελείου καὶ μόνον αὐτοὶ διέπραξαν διακεκριμένας πράξεις καὶ ἂν δὲν εὑρέθη ἕνας ἄλλος ἀκόμη ἐξ ὁλοκλήρου τοῦ Ἑλληνικοῦ Στρατοῦ νὰ τύχῃ ἄξιος ἀμοιβῆς, μοὶ ὡμολόγησε, λέγων ὅτι ἦσαν καὶ ἄλλοι, ἀλλὰ δὲν ἄφησεν ὁ βασιλεύς, ὅστις καὶ κατώρθωσε διὰ τοῦ ἐπιτελείου του νὰ μὴ γίνῃ ἄλλος.
§103ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Τί ἔκαμεν ὁ κ. Βενιζέλος;
§104ΙΩ. ΚΑΛΟΓΕΡΑΣ. Θὰ ἀκούσητε τί ἔκαμε. «Εὑρίσκομαι εἰς τὴν ἀνάγκην — μοὶ ἐδήλωσε — νὰ ἀναθεωρήσω αὐτὰ τὰ ἀποτελέσματα». Ἀλλά, κύριοι πληρεξούσιοι, καὶ πάλιν ὁ βασιλεὺς διὰ τοῦ ἐπιτελείου του δὲν ἀφῆκε νὰ προβιβασθῇ ἕτερος καὶ ἑπομένως ἐκάμφθη· καὶ ἐκάμφθη μὲν ἐν τῇ μεγαλοφροσύνῃ του καὶ ἐν τῇ πολυπραγμοσύνῃ του, διότι ἐνόμισε, σκόπιμον ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ὠθήσῃ τὰ πράγματα ἐκεῖ ὅπου ἔπρεπε, ἀλλ’ ἀντελήφθη ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο ἦτο θεμελιῶδες, διότι ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης ἐπήρχετο ἡ διαίρεσις τοῦ Στρατεύματος. Φρονῶ ἑπομένως, κύριοι πληρεξούσιοι, καὶ φρονῶ ἀδιστάκτως ὅτι ὁ βασιλικὸς θεσμὸς εἶναι ἀδύνατον νὰ φέρηται ἐπὶ τῶν ὤμων τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ, διότι διαφθείρει τοὺς χαρακτῆρας καὶ ἐκλύει τόν τε κοινωνικὸν καὶ δημόσιον βίον. Δὲν ὑπῆρξαν, κύριοι πληρεξούσιοι, ἀνώτεραι θέσεις στρατηγῶν, πρεσβευτῶν, Νομαρχῶν καὶ ἄλλαι τοιαῦται, οἱ ὁποῖαι νὰ μὴ ἐδίδοντο παρὰ τῆς Αὐλῆς καὶ μόνον τῆς Αὐλῆς. Δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους θέλω τὴν Δημοκρατίαν. Κύριοι, θέλω τὴν Δημοκρατίαν ὡς πάντες τὴν θέλομεν. Ἵνα μὴ μοῦ ἀντιταχθῇ ὅμως οὐδεμία εἴτε ἐντεῦθεν εἴτε ἐκεῖθεν — διότι καὶ πρὸς τὰς δύο πτέρυγας πιθανὸν νὰ διαφωνήσω — ἀντίρρησις εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ὑπομνήσω εἰς τὸν Ἀρχηγὸν τοῦ Δημοκρατικοῦ κόμματος καὶ λυποῦμαι πολὺ διότι δὲν τὸν βλέπω ἐνταῦθα, νὰ ὑπομνήσω, λέγω, εἰς αὐτὸν καὶ εἰς τοὺς συναδέλφους τοὺς δημοκρατικοὺς τοῦ ἐν Ἀθήναις συνδυασμοῦ ὅτι εἰς στιγμὴν καθ’ ἣν ἀντελήφθην ὅτι συνεπείᾳ πλεκτάνης ἠδύνατο νὰ ἐξέλθῃ ζημιωμένη ἡ δημοκρατικὴ ἰδέα, ἡ ῥοπὴ τοῦ δημοκρατικοῦ πνεύματος τῆς Πρωτευούσης, ἐξανέστην καὶ ἠγωνίσθην ἐν τῇ πρώτῃ γραμμῇ. Ἐτέθην παρὰ τὸ πλευρὸν τοῦ Ἀρχηγοῦ τοῦ Δημοκρατικοῦ κόμματος, ἐτέθην ἀντιμέτωπος τῆς τότε Κυβερνήσεως καὶ ἀντιμέτωπος τῆς τότε Ἐπαναστάσεως, Εὑρέθην εἰς τὴ ἀνάγκην νὰ ὑπογράψω καὶ οὐλτιμάτουμ διὰ τοῦ ὁποίου ἐδήλουν εἰς τὸν Ἀρχηγὸν τῆς Ἐπαναστάσεως ὅτι τὰ πράγματα θὰ ὠθηθῶσιν εἰς τὸ ἄκρον· ἐδήλουν εἰς τὸν Ἀρχηγὸν τῆς Ἐπαναστάσεως ὅτι, ἂν πρόκειται νὰ ζημιωθῇ ἡ δημοκρατικὴ ἰδέα, θὰ γίνῃ πραγματικὴ ἐπανάστασις πρὸς ἐπιβολὴν τῆς Δημοκρατίας. Καὶ λογίζομαι εὐτυχὴς ὅτι τοῦτο ἐκαρποφόρησε. Καὶ λογίζομαι περισσότερον εὐτυχὴς διότι εἰς κάτι συνετέλεσα καὶ ἐγὼ ἐργασθεὶς παρὰ τὸ πλευρὸν τοῦ δημοκρατικοῦ κόμματος ἵνα μὴ ἐξέλθῃ τὸ παράπαν ζημιωμένη ἡ ῥοπὴ τοῦ δημοκρατικοῦ πνεύματος ἐν τῇ Πρωτευούσῃ. Κατόπιν τούτων νομίζω ὅτι μοὶ ἐπιτρέπεται ἢ μᾶλλον μοὶ ἐπιβάλλεται νὰ εἴπω ὅ,τι νομίζω συντελεστικὸν εἰς τὴν σωτηρίαν τῆς Πατρίδος. Καὶ λέγω ὅτι μοὶ ἐπιβάλλεται, διότι, ὅταν πρόκειται περὶ σωτηρίας ἢ καταστροφῆς τῆς Πατρίδος, νομίζω ὅτι ἐκεῖνοι οἵτινες κάτι ἔπραξαν διὰ τὴν Πατρίδα αὐτὴν καὶ οἱ ὁποῖοι τίποτε δὲν χρεωστοῦν, ἀφοῦ τίποτε δὲν ἔλαβον — διότι ὁσάκις εἶχεν ἑκάστοτε ἀνάγκην ἡ Πατρὶς ἐκαλοῦντο, προσέφερον τὰς ὑπηρεσίας των καὶ ἐξήρχοντο τοῦ ἀγῶνος μὴ λαμβάνοντες οὔτε βαθμοὺς οὔτε θέσεις, νομίζω, λέγω, ὅτι αὐτοὶ ὄχι μόνον δικαιοῦνται ἀλλὰ καὶ ὑποχρεοῦνται νὰ εἴπωσιν ὅ,τι νομίζουν ὅτι δύναται νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν σωτηρίαν τῆς Πατρίδος. Καὶ ἐντεῦθεν καὶ ἐκεῖθεν, κύριοι συνάδελφοι, ἀναγνωρίζονται αἱ ἀγαθαὶ καὶ πατριωτικαὶ προθέσεις τόσον τοῦ κ. Προέδρου τῆς τέως Κυβερνήσεως ὅσον καὶ τοῦ τῆς νῦν· ἀλλὰ διαμφισβητοῦνται καὶ ἐντεῦθεν καὶ ἐκεῖθεν αἱ μέθοδοι ἐνεργείας—διότι περὶ διαφορᾶς διαδικασίας πρόκειται— εἰς τὰ ὑπ’ ὄψει ἡμῶν ζητήματα. Θὰ σᾶς ἀπασχολήσω καὶ ἐγώ, κύριοι συνάδελφοι, ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Ροδόπης πληρεξούσιος ἔλεγε πρό τινων ἡμερῶν ἐνταῦθα πρὸς ὑποστήριξιν τῆς ἰδέας του ὅτι καὶ οἱ πλέον μεγαλοφυεῖς καὶ μεγαλοπράγμονες ἄνδρες διαπράττουσι σφάλματα, ἡ δὲ ἰσχυρογνωμοσύνη των δὲν ἐπιτρέπει δυστυχῶς νὰ ὁμολογήσωσι τὰ σφάλματα αὐτά. Καὶ μήπως ὁ Ναπολέων διὰ τῶν ἀπομνημονευμάτων του ἅτινα ἔγραψεν ἐν Ἁγίᾳ Ἑλένῃ, δὲν ὑπερημύνθη τοῦ ἑλιγμοῦ τοῦ Μαρέγκο; Οὕτω δυστυχῶς καὶ ὁ κ. Βενιζέλος, ὁ ὁποῖος τόσα μεγάλα ἔπραξε καὶ τοῦ ὁποίου δὲν ἀμφισβητοῦμεν τὴν μεγαλοφυΐαν, διέπραξε καὶ διαπράττει καὶ αὐτὴν τὴν στιγμὴν φοβερὸν ἐσωτερικὸν σφάλμα καὶ δὲν τὸ ἀναγνωρίζει. Θὰ ἀναφέρω ἀκριβῶς, κύριοι συνάδελφοι, τὸ ἴδιον παράδειγμα καὶ ἐγὼ πρὸς εἰσήγησιν ὅσων θὰ ἀναπτύξω ἐνώπιον ὑμῶν. Ὅσον εἶναι ἀληθὲς καὶ εἶναι ἀναμφισβητήτως ἀληθὲς ὅτι καὶ οἱ μεγαλοφυεῖς διαπράττουν σφάλματα, ἡ δὲ ἰσχυρογνωμοσύνη των, ἀπόρροια τοῦ μεγάλου των χαρακτῆρος, δὲν ἐπιτρέπει νὰ ὁμολογήσουν αὐτά, ἄλλο τόσον εἶναι ἀληθὲς ὅτι καὶ τὰ μεγαλουργήματα αὐτῶν εἴτε ἀπολήγουσιν εἰς ἐπιτυχίας εἴτε ἀπολήγουσιν εἰς ἀποτυχίας, δὲν εἶναι παρὰ πάντων ἀντιληπτά. Ὁ Μέγας Ναπολέων— πραγματικῶς κατὰ τὸ ἔαρ τοῦ 1800 διαβὰς τὰς Ἄλπεις καὶ βαδίζων ἐναντίον τοῦ Αὐστριακοῦ Στρατοῦ εἰς Ἰταλίαν εἶχε δύο ὁδοὺς νὰ ἐκλέξῃ: Μίαν ὁδὸν διὰ τοῦ Τουρίνου, νοτίως τοῦ Πάδου, καὶ μίαν βορείως αὐτοῦ, πρὸς Λομβαρδίαν. Καὶ ἐκεῖ ἐγνώριζε καλῶς ὅτι ἀκολουθῶν τὴν πρώτην ὁδὸν θὰ εὕρισκε κατατετμημένας τὰς Αὐστριακὰς δυνάμεις καὶ θὰ τὰς συνέτριβε — ἦτο δὲ τοῦτο μία τῶν ἀρχῶν τοῦ «καταβάλλειν τοὺς ἀντιπάλους μεμονωμένους», τοὐναντίον παρὰ τὸ δόγμα τὸ ὁποῖον αὐτὸς ἐθέσπισεν ἐβάδισε δι’ ἐσπευσμένης πορείας πρὸς Λομβαρδίαν διὰ τῆς βορείας ὄχθης τοῦ Πάδου καὶ ἔδωκε καιρὸν νὰ συγκεντρωθῇ ὁ ἀντίπαλος. Ἠττήθη εἰς τὴν μάχην αὐτήν. Εὐτυχῶς ὅμως περὶ τὴν ἑσπέραν διάσημος στρατηγὸς ἐπενέβη καὶ ἡ ἧττα μετετράπη εἰς νίκην. Ὅλοι οἱ στρατιωτικοὶ συγγραφεῖς τὸν ἑλιγμόν του τὸν θεωροῦσιν ἐσφαλμένον, διότι εἶναι πράγματι ἐσφαλμένος, ὁ Ναπολέων ὅμως, κύριοι πληρεξούσιοι, δὲν τὸ παρεδέχετο, διότι ὁ Ναπολέων τί ἐσκόπει; Ποία ἦτο ἡ κατάστασις τότε ἐν Γαλλίᾳ; Ἡ κατάστασις ἐν Γαλλίᾳ τότε, κύριοι, ἦτο ἡ ἑξῆς: Μετὰ τὸ ἰδικόν του πραξικόπημα ἤρχισε νὰ ἐκδηλοῦται ὁ δεύτερος συνασπισμὸς τῆς Ἀγγλίας κατὰ τῆς Γαλλίας. Ὁ Ναπολέων δυστυχῶς κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην πρὸ μικροῦ ἐλθὼν ἐξ Αἰγύπτου δὲν εἶχε κατορθώσει ἀκόμη νὰ ἐπιβληθῇ. Ἦσαν δύο στρατηγοί, ὁ στρατηγὸς Μορὼ καὶ ὁ στρατηγὸς Ζουρνιὲν ἐπὶ κεφαλῆς στρατιῶν, φοβεροὶ ἀντίζηλοι. Ὁ Ναπολέων ὡς πρῶτος ὕπατος βαδίσας πρὸς τὴν Ἰταλίαν, ἂν συνέτριβε τοὺς Αὐστριακοὺς μεμονωμένους, δὲν θὰ προσητέριζετο μεγάλα πολιτικὰ ὀφέλη, ἐνῷ διὰ τοῦ ἑλιγμοῦ τὸν ὁποῖον ἐξετέλεσεν ἠθέλησε κτυπῶν ὁλόκληρον τὸν Στρατὸν συγκεντρωμένον νὰ καταπλήξῃ τὴν κοινὴν γνώμην ἐν Γαλλίᾳ καὶ νὰ ἐπιβληθῇ, ὡς ἐπεβλήθη. Διότι ἐπανελθὼν θριαμβευτὴς ἐστερεώθη ὡς πρῶτος ὕπατος μέχρις ὅτου ἐγένετο αὐτοκράτωρ. Αὐτὴ ἦτο ἡ κατάστασις ὅσον ἀφορᾷ τὸ μνησθὲν παρὰ τοῦ κ. συναδέλφου παράδειγμα. Καὶ ἐρχόμεθα ἤδη νὰ ἐξετάσωμεν πῶς ὁ κ. Βενιζέλος, ὁ ὁποῖος πιθανὸν νὰ ἀπέτυχε πράγματι εἰς ζητήματα ἐσωτερικά, εὑρίσκεται ἐν τῷ μέσῳ ἡμῶν. Ὁ κ. Βενιζέλος ἐκλήθη ἐπιμόνως διὰ τῶν ἐκλογῶν τῆς 16ης Δεκεμβρίου, αἱ ὁποῖαι ἦσαν σαφεῖς καὶ κατηγορηματικαὶ εἰς τοῦτο. Ὅσον ἀφορᾷ μὲν τὸ πολιτειακὸν ζήτημα παρ’ ὅλων τῶν κομμάτων, τῶν φιλελευθέρων, τῶν φιλελευθέρων δημοκρατικῶν καὶ τῶν δημοκρατικῶν σαφῶς καὶ κατηγορηματικῶς ἐδηλώθη ὅτι οἱονδήποτε καὶ ἂν εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα τῶν ἐκλογῶν δὲν θὰ τὸ ἐθεωροῦμεν ὡς λῦον τὸ πολιτειακὸν ζήτημα, ἀλλὰ θὰ ἠρωτῶμεν τὸν Λαόν. Ὅσον ἀφορᾷ ὅμως τὸ δυναστικὸν ζήτημα, πράγματι δὲν εἶχε τίποτε λεχθῇ, ἐγὼ δὲ παραδέχομαι ὅτι αἱ ἐκλογαὶ ἀπέδειξαν δύο τινά: Πρῶτον ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς ἐδήλωσεν ὅτι δὲν θέλει μίαν οἰκογένειαν ἡ ὁποία τὸν κατέστρεψε νὰ ἐξακολουθῇ παραμένουσα ἐνταῦθα διὰ ν’ ἀποτελειώσῃ τὴν καταστροφὴν καὶ δεύτερον ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς ἐπιμόνως ἐκάλει τὸν κ. Βενιζέλον ὁ ὁποῖος νὰ τοῦ εἴπῃ τί πρέπει νὰ κάμῃ.
§105Γ. ΗΣΑΪΑΣ. Σᾶς ὑπενθυμίζω τὸν λόγον σας τὸν ὁποῖον ἐξεφωνήσατε εἰς Πειραιᾶ. Εἴπετε διὰ τὸ δυναστικὸν ὅτι «ἂν μᾶς στείλητε στὸ Κοινοβούλιον, τὴν ἑπομένην τῶν ἐκλογῶν θὰ τὸν πάρωμεν ἀπὸ τὸ αὐτὶ καὶ θὰ τὸν διώξωμεν».
§106Ι. ΚΑΛΟΓΕΡΑΣ. Νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς κάμω τὴν ἑξῆς δήλωσιν, τὴν ὁποίαν ἐπιθυμῶ νὰ ἀκούσῃ καὶ ἡ Συνέλευσις, ὅτι εἴτε εἰς τὴν μάχην, εἴτε εἰς τὴν πλατεῖαν τοῦ Συντάγματος ἐὰν πρόκειται νὰ καρατομηθῶ, ἐγὼ δὲν θὰ φύγω. Ἕν πρᾶγμα δὲν θὰ ἐπιτρέψω εἰς οὐδένα νὰ μ’ ἀμφισβητήσῃ, ὅτι εἰς μίαν φωνὴν ἤκουσα πάντοτε, εἰς τὴν φωνὴν τῆς Πατρίδος, καὶ εἰς μίαν βούλησιν ὑποτάσσομαι πάντοτε, εἰς τὴν βούλησιν τῆς συνειδήσεως. Αὐτὸ δὲν τὸ εἶπον· εἶπον ὅτι ἡ βασιλεία καταστρέφει τοὺς χαρακτῆρας καὶ πρέπει ὁ Λαὸς νὰ ψηφίσῃ τὴν Δημοκρατίαν. Ἀλλ’ ὅτι ἐγὼ εἶπον ὅτι, ἐὰν ἐπιτύχωμεν εἰς τὰς ἐκλογάς, τὴν ἑπομένην αὐτῶν θὰ διώξωμεν τὸν Βασιλέα, δὲν τὸ παραδέχομαι καὶ ἐπιμαρτύρομαι τοὺς παρατυχόντας.
§107ΣΠ. ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς παρέσυραν αἱ φωναὶ καὶ ὡμιλήσατε δημοκρατικώτατα.
§108Ι. ΚΑΛΟΓΕΡΑΣ. Ἐγὼ αὐτὰ εἶπον. Τώρα θὰ ἀναπτύξω ἐνώπιον ὑμῶν τὴν γνώμην μου καὶ θὰ εἴπω ποῖαι ἐντεῦθεν διεπράχθησαν πλάναι καὶ ποῖαι ἴσως ἐκεῖθεν. Πρῶτα πρῶτα φρονῶ ὅτι ἔπρεπε νὰ εἶχε διωχθῇ ἡ Οἰκογένεια τῶν Γλύξμπουργ καὶ νὰ εἶχε κηρυχθῇ ἡ Δημοκρατία εὐθὺς ὡς ἡ Ἐπανάστασις ἀπεβιβάσθη τοῦ πλοίου τὸ ὁποῖον ἔφερεν αὐτὴν ἐκ Μυτιλήνης. Πιστεύω ἀκραδάντως ὅτι δὲν ἐγένετο τοῦτο διὰ λόγους οἱ ὁποῖοι ἀνεπτύχθησαν ἐνταῦθα, διότι ἡ Ἐπανάστασις ἐκείνη δὲν ἦτο ὁμοιογενής. Πιστεύω ὅμως ἐπίσης—διότι κάτι καὶ ἐγὼ γνωρίζω, ὅτι ἠδύνατο νὰ γίνῃ τοῦτο χωρὶς νὰ ἐπιδράσῃ ἐπὶ τοῦ Στρατοῦ, ὡς ἐλέχθη ἐντεῦθεν. Θὰ ἐσχηματίζετο Στρατὸς δημοκρατικός, θὰ ἐγίνετο εἰρήνη διὰ τῆς Δημοκρατίας καὶ θὰ ἐπήρχετο τότε τὸ ἀποτέλεσμα διὰ τῆς Δημοκρατίας. Ἡ ἀντίληψις τὴν ὁποίαν εἶχεν ἡ Ἐπανάστασις ἐξηκολούθησεν ἐπικρατοῦσα παρ’ αὐτῇ καὶ ἐφθάσαμεν εἰς τὴν συνθήκην τῆς Λωζάνης, καὶ ἐγένετο τὸ κίνημα τὸ ἀντεπαναστατικόν. Κατὰ τὸ στασιαστικὸν κίνημα, ἢ μᾶλλον ὀλίγον πρὸ αὐτοῦ, εἶχον προκηρυχθῆ ἐκλογαί. Ὅλοι ἐνομίσαμεν ὅτι δῶρον ἔπεσεν ἐξ οὐρανοῦ, νὰ φύγῃ ἀπὸ τὸ μέσον τὸ κόμμα ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θὰ προὐκάλει ἀναμφισβητήτως αἱματηρὰς ἐκλογάς. Ἐλέγομεν τότε καὶ μὲ τὸν Ἀρχηγὸν τῆς Ἐπαναστάσεως καὶ μὲ τὸν Πρόεδρον τῆς τότε Κυβερνήσεως καὶ μὲ τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον ἐκ Θεσσαλονίκης, ἐλθόντα τὴν Κυριακὴν λίαν πρωῒ εἰς τὸ γραφεῖον, ἐξ οὗ διηυθύνοντο αἱ ἐπιχειρήσεις, ὅτι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον βαίνομεν πρὸς τὰς ἐκλογάς, κατὰ τὰς ὁποίας θὰ κατεβάλλομεν διὰ τῆς ψήφου τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ αὐτοὺς τοὺς ὁποίους ἐθεωροῦμεν ἐνόχους τῆς ἐθνικῆς καταστροφῆς. Ἐν τῷ μεταξὺ θὰ ἐξηκολούθει ἡ προπαγάνδα ὑπὲρ τῆς Δημοκρατίας. Δημοκρατικοὶ ἄνδρες θὰ ἐκήρυττον εἰς πολλὰ μέρη τὴν δημοκρατικὴν πίστιν, θὰ ἐξέθετον δημοκρατικὰς ὑποψηφιότητας· ὅταν δὲ θὰ ἤμεθα ἐξησφαλισμένοι πλέον ὥστε νὰ μὴ διακυβεύσωμεν τὸ παράπαν τὴν Ἑλλάδα, θὰ συνεζητοῦμεν περὶ τοῦ θεσμοῦ τοῦ πολιτεύματος καὶ θὰ ἐκανονίζομεν τὰ ζητήματά μας εἰς τὴν Ἐθνοσυνέλευσιν. Ἀπὸ τὴν ἑπομένην ὅμως τοῦ κινήματος ἤρξαντο αἱ δηλώσεις καὶ αἱ ἐνέργειαι, τὰς ὁποίας θεωρῶ ἀστόχους καὶ ἀψυχολογήτους: «Σήμερον κηρύσσομεν τὴν Δημοκρατίαν, θὰ τὴν ἐπιβάλωμεν ἀντὶ πάσης θυσίας καὶ διὰ τῶν ὅπλων ἐν ἀνάγκῃ» καὶ ἄλλαι παρόμοιαι. Ἐκείνους τοὺς ὁποίους θὰ τοὺς εἴχομεν ἐνόχους τῆς ἐθνικῆς καταστροφῆς ἐπρόκειτο πλέον νὰ τοὺς βάλωμεν νὰ διαγωνισθοῦν ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ἐπιπέδου μὲ ἡμᾶς. Καὶ διῃρέθησαν τὰ κόμματα καὶ ἔγιναν οἱ συνδυασμοί, καὶ κατελήξαμεν εἰς τὰ γνωστὰ γεγονότα πρὶν εὐτυχῶς ἐφαρμοσθῶσιν αἱ μέθοδοι ὑπὸ τῶν ἡγετῶν τῆς δημοκρατικῆς ἰδέας, χάρις εἰς τὴν ἐπέμβασιν τοῦ κ. Βενιζέλου. Καὶ διὰ νὰ μὴ παρεξηγηθῶ λέγω τοῦτο, ὅτι ὀφείλω ἄπειρον θαυμασμὸν πρὸς τὸν ἀρχηγὸν τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως» διὰ τὴν εὐψυχίαν τὴν ὁποίαν ἐπεδείξατο καθ’ ὅλον τὸ Κωνσταντινικὸν καθεστὼς καὶ πιστεύω ἀκραδάντως ὅτι, ἂν καὶ ἄλλοι ἀγωνιζόμενοι διὰ τὰ κοινὰ τῆς Πατρίδος ἐδείκνυον τὴν αὐτὴν εὐψυχίαν, ἴσως θὰ ἦτο δυνατὸν ν’ ἀποτραπῇ ἡ καταστροφὴ τῆς Ἑλλάδος. Μοὶ ἐπιτρέπεται ὅμως νὰ ἔχω τὴν γνώμην ὅτι εἴτε ἰδικαί του ἦσαν αἱ μέθοδοι, εἴτε ἄλλοι τὰς εἶχον καὶ τὰς υἱοθέτησαν, ἐγὼ αὐτὸν ἀναγνωρίζων λέγω ὅτι αἱ μέθοδοι ἐκεῖναι ἦσαν ἐσφαλμέναι.
§109Θ. ΠΑΓΚΑΛΟΣ. Διὰ νὰ μὴ παραταθοῦν αἱ πλάναι σᾶς δηλῶ ὅτι δὲν ἦτο κανεὶς οὔτε ἀπὸ ἐκεῖ οὔτε ἀπὸ ἐδῶ ὁ ὁποῖος ἔκαμεν ὅλας αὐτὰς τὰς κινήσεις. Ποῖος ἦτο; Ὁ Ἀρχηγὸς τῆς Ἐπαναστάσεως. Αὐτὸς πρῶτος ἀπεφάσισε τὴν ἔξωσιν τοῦ Βασιλέως. Τὸ διατί θὰ σᾶς τὸ εἴπωμεν.
§110Ι. ΚΑΛΟΓΕΡΑΣ. Ἐγὼ ὡμίλησα μὲ τὸν Ἀρχηγὸν τῆς Ἐπαναστάσεως καὶ μὲ τὸν τότε κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, καὶ μάλιστα ἐπεκκλέσθην καὶ τὴν συνδρομήν σας.
§111Θ. ΠΑΓΚΑΛΟΣ. Ἐγὼ τὴν στιγμὴν ἐκείνην ἤμην ἐν Θεσσαλονίκῃ ἀρχηγὸς συνδυασμοῦ Φιλελευθέρων. Ὅταν ἐγύρισα, εὑρέθην πρὸ τοῦ κ. Πλαστήρα, ὅστις παρισταμένης καὶ τῆς Μάννας μου εἶπε: «Γνωρίζεις κ’ ἕνα ἄλλο; Τὸν ἔχομε στὸ χέρι τὸν ἄτιμο» — «Ποιόν», τὸν ἐρωτῶ. — «Τὸν βασιλιᾶ» (Χειροκροτήματα). Τοῦ λέγω: «Ἔχεις στοιχεῖα;»—«Ἔχομε πολλά.»—«Ἔχω καὶ ἐγὼ» τοῦ λέγω. Ὁ κ. Πλαστήρας λοιπὸν ἐδημιούργησε τὸ ζήτημα· ὁ κ. Γονατᾶς τὰ ἐνθυμεῖται ἄλλωστε.
§112ΑΛ. ΧΑΤΖΗΚΥΡΙΑΚΟΣ. Τὸ Σάββατον ποὺ ἔληξεν ἡ στάσις, ἔγραψα ἕνα γράμμα εἰς τὸν Ἀρχηγὸν καὶ τοῦ ἔλεγα ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐπωφεληθῇ,—χωρὶς νὰ γνωρίζω τίποτα, τοὺς ἕλκυα μιὰ ἑβδομάδα, — νὰ ἐπωφεληθῇ τοῦ κινήματος αὐτοῦ, διότι ἀσφαλῶς αὐτὸ ἦτο τῇ ὑποκινήσει τοῦ Βασιλέως, καὶ μιὰ φορὰ ποὺ ἔχασε τὴν πρώτη εὐκαιρία νὰ κάμῃ τὴν Δημοκρατίαν ὅταν ἦλθε ἀπὸ τὴν Χίον, ἤλπιζα ὅτι θὰ ἐπωφελεῖτο τώρα τῆς εὐκαιρίας καὶ θὰ ἐκήρυττε τὴν Δημοκρατίαν. Τὴν Κυριακὴν τὸ βράδυ ἔλαβε τὸ γράμμα, τὴν ὥρα τοῦ φαγητοῦ καὶ τὸ ἴδιο βράδυ ἔστειλε τὸν ὑπασπιστήν του λοχαγὸν Παπαμαντέλον εἰς τὸ σπίτι μου, ὅπου ἦτο καὶ ὁ κ. Κονδύλης, καὶ μᾶς ἐκάλεσε τὸ πρωῒ τὴν Δευτέραν εἰς Λυκόβρυσι καὶ μᾶς εἶπεν ὅτι ἔχει στὰ χέρια του στοιχεῖα ἐνοχῆς κατὰ τοῦ Βασιλέως. Μᾶς παρεκάλεσεν ἔπειτα νὰ κατέβωμεν κάτω, νὰ εἰδοποιήσωμεν εἰς τὴν «Δημοκρατικὴ Ἕνωσιν» τὸν κ. Παπαναστασίου καὶ τοὺς ἄλλους ὅπως προκαλέσουν ψηφίσματα ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν καὶ εἰδοποιήσουν τὰς ἐφημερίδας νὰ ἀναλάβουν ἀμέσως τὸν ἀγῶνα, ὅπως ἐντὸς 48 ὡρῶν εὑρεθῶμεν εἰς τὴν εὐχάριστον θέσιν καὶ κηρύξωμεν τὴν Δημοκρατίαν. Κατήλθομεν μετὰ τοῦ κ. Κονδύλη, τὰ ἐκάμαμεν ὅλα αὐτὰ καὶ τὴν ἄλλην ἡμέραν τὸ ἀπόγευμα χωρὶς νὰ εἰδοποιηθῶμεν εἴδομεν ἀντιθέτους δηλώσεις τοῦ Ἀρχηγοῦ τῆς Ἐπαναστάσεως καὶ τὸ κακόηθες ἐκεῖνο κατασκεύασμα τῆς προσκλήσεως τοῦ περιέργου ἐκείνου Συμβουλίου. Λέγω δὲ τοῦτο κακόηθες, διότι τὸ εἶπα καὶ ἐνώπιον τοῦ Ἀρχηγοῦ καὶ τοῦ τότε Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Κατόπιν ἦλθε καὶ τὸ περίεργον ἐκεῖνο τηλεγράφημα ἐκ Παρισίων, τὸ ὁποῖον προεκλήθη δὲν γνωρίζω διὰ ποίων παρασκηνιακῶν μεθόδων.
§113Ι. ΚΑΛΟΓΕΡΑΣ. Δὲν μοῦ εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ἀμφισβητήσω οὐδὲ κατὰ κεραίαν τὰ ὅσα λέγετε, ἀλλὰ θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ δεχθῆτε ἐξ ἴσου ὅτι τὸ Σάββατον τὸ ἀπόγευμα ἔσπευσα νὰ ἰδῶ τὸν ἀρχηγὸν τῆς Ἐπαναστάσεως καὶ τοῦ εἶπα, τί φρονεῖτε ὅτι πρόκειται νὰ γίνῃ τώρα; Καὶ μοῦ εἶπε μόνος του, φρονῶ ἀδιστάκτως ὅτι μιὰ φορᾷ ποὺ ἐτέθη ἐκ ποδῶν ἕνα κόμμα κακοποιόν, θὰ βαδίσωμεν εἰς τὰς ἐκλογὰς μετὰ προπαγάνδας ὑπὲρ τῆς δημοκρατίας, ἡνωμένοι ὅλοι. Δὲν ὑπῆρχε καμμιὰ διάκρισις φιλελευθέρων καὶ δημοκρατικῶν τὴν στιγμὴν ἐκείνην.
§114Α. ΧΑΤΖΗΚΥΡΙΑΚΟΣ. Πιθανὸν ὁ Ἀρχηγὸς τῆς Ἐπαναστάσεως νὰ μὴ ἤθελε νὰ εἴπῃ εἰς σᾶς αὐτὰ τὰ ὁποῖα εἶπεν εἰς ἡμᾶς.
§115Γ. ΚΟΝΔΥΛΗΣ. Ἄν ἐπιμένετε, ἔχω τὴν ἐπιστολήν, νὰ τήν φέρω αὔριον. Ὅταν ἐγὼ ἐδήλωσα εἰς τὸν ἀρχηγὸν ὅτι διαλύω τὴν εἰκοσιπενταετῆ φιλίαν, διότι ὅποιος τάσσεται ὑπὲρ τοῦ βασιλέως εἶναι ἀντιμέτωπος ἐμοῦ, μοῦ εἶπεν: μάλιστα σᾶς εἶπα, σᾶς ἔδωκα τὸν λόγον μου, ἀλλ’ οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες δὲν πρέπει νὰ τηροῦν τὸν λόγον των ὅταν προβλέπουν καταστροφάς. Ἐδέχθη φαίνεται ὁ Πλαστήρας τὴν ἐπίσκεψιν ἄλλων φίλων οἱ ὁποῖοι τοῦ ὑπέδειξαν ἄλλαις μανοῦβρες, ὅτι ναὶ μὲν δὲν ἐπηρέαζε ἡ Δημοκρατία τὰς συμμαχίας τῆς Μ. Ἀντάντ, ἀλλ’ ἐπηρέαζε τὰς κομματικὰς συμμαχίας τῶν κομμάτων τῆς Ἑλλάδος. Ἀλλ’ ἐπειδὴ σᾶς διέκοψα, θὰ σᾶς εἴπω ὅτι κάθημαι τόσην ὥραν καὶ παρακολουθῶ τὴν ἀγόρευσίν σας, διὰ νὰ ἴδω διατὶ ἐγένετο μνεία τοῦ παραδείγματος τοῦ ἑλιγμοῦ...
§116Ι. ΚΑΛΟΓΕΡΑΣ. Δὲν τὸ καταλάβατε;
§117Γ. ΚΟΝΔΥΛΗΣ. Δὲν πιστεύω καὶ κανεὶς ἄλλος νὰ τὸ κατάλαβε.
§118Ι. ΚΑΛΟΓΕΡΑΣ. Ὑποθέτω ὅλοι. Ἐγὼ εἶπον ὅτι εἶσθε εἰς τὴν κατηγορίαν ἐκείνων οἱ ὁποῖοι δὲν ἐκατάλαβαν διατὶ ἔκαμε τὸν ἐσφαλμένον ἑλιγμὸν ὁ Ναπολέων καὶ διατὶ ἔκαμε τὸν ἑλιγμὸν ὁ Βενιζέλος...
§119Γ. ΚΟΝΔΥΛΗΣ. Δὲν ἐκαταλάβαμεν ὅ,τι ἐκαταλάβατε σεῖς ὁ ὁποῖος ἀμφισβητεῖτε ὅτι ἡττήθη ὁ Ναπολέων εἰς τὸ Μαρέγκον καὶ ὅτι ἄνευ τῆς πρωτοβουλίας τοῦ στρατηγοῦ Ντεσσὲξ θὰ ἔπιπτε καὶ ὁ πρῶτος Ὕπατος καὶ ἡ Γαλλία.
§120Ι. ΚΑΛΟΓΕΡΑΣ. Δὲν ἀμφισβητῶ ὅτι ἡττήθη.
§121Γ. ΚΟΝΔΥΛΗΣ. Τότε πῶς λέγετε ὅτι ὁ ἑλιγμὸς τοῦ Μαρέγκου ἦτο καλός;
§122Ι. ΚΑΛΟΓΕΡΑΣ. Εἶπον ὅτι ἦτο καλός; Ὅ,τι εἶπον εἶναι γραμμένα.
§123Γ. ΚΟΝΔΥΛΗΣ. Πάλι τὰ ξαναλέμε ἂν ὁ ἑλιγμὸς τοῦ Μαρέγκου ἦτο καλὸς καὶ ὁ Ναπολέων ὑποστηρίζων αὐτὸν εἶχε δίκαιον, τότε εἶχα λάθος διότι δὲν τὸν κατάλαβα. Ἄν ὅμως δὲν ἦτο καλὸς διότι ἡττήθη ὁ Ναπολέων καὶ διότι ἄνευ τοῦ μοναδικοῦ παραδείγματος τῆς πρωτοβουλίας τοῦ Ντεσσὲξ δὲν θὰ ἐσώζετο — δι’ αὐτὸ ἦτο κακὸς ἀφ’ οὗ εἶχε κακὰ ἀποτελέσματα καὶ τόσον κακὰ ὥστε θὰ ἔπιπτε καὶ τὸ Στέμμα καὶ ὁ πρῶτος Ὕπατος — ἄν, λέγω ὁ ἑλιγμὸς δὲν ἦτο καλὸς τότε εἶχα δίκαιον.
§124Ι. ΚΑΛΟΓΕΡΑΣ. Τότε δὲν ἔγινα ἐγὼ ἀντιληπτός. Καὶ ἐπαναλαμβάνω· ὁ μὲν ἑλιγμὸς ἀπὸ στρατιωτικῆς ἀπόψεως ἦτο πράγματι κακὸς καὶ κατέληξεν εἰς ἧτταν. Ἀλλὰ δι’ ἕνα ὡσὰν τὸν Μ. Ναπολέοντα ὁ ὁποῖος ἐπεδίωκεν ὡρισμένα ἀποτελέσματα καὶ δὲν εἶχε μόνον τὸ στρατιωτικὸν σχέδιον ὁ πολιτικός του ἑλιγμὸς ἦτο μέγας, ἀλλὰ δὲν ἔγινε ἀντιληπτὸς παρὰ πάντων.
§125Γ. ΚΟΝΔΥΛΗΣ. Καὶ ὁ πολιτικὸς ἑλιγμὸς τοῦ Βενιζέλου εἶναι μέγας· ἀλλὰ θὰ σᾶς φέρῃ τὸν Μεταξᾶν. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).
§126Ι. ΚΑΛΟΓΕΡΑΣ. Τώρα ποὺ εἴμεθα σύμφωνοι εἰς τὸ τί εἶπον θὰ σᾶς ἀποδείξω ἂν ἡ μέθοδος τοῦ κ. Βενιζέλου θὰ μᾶς φέρῃ τὸν Μεταξᾶν ἢ ἡ ἐφαρμοζομένη παρὰ ἄλλων...
§127Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ὁ κ. πληρεξούσιος Ροδόπης ὑπηνίχθη πολιτικοὺς συμβούλους τῆς Ἐπαναστάσεως. Ὀφείλω νὰ εἴπω ὅτι τῆς συγκλήσεως τοῦ Συμβουλίου ἔλαβον γνῶσιν καὶ ἐγὼ ὅταν προσεκλήθην· προηγουμένως τὸ ἠγνόουν.
§128Γ. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ἦσαν καὶ ἄλλοι σύμβουλοι.
§129Ι. ΚΑΛΟΓΕΡΑΣ. Χωρὶς νὰ ἀμφισβητῶ τὸ παράπαν ὅσα οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι ἐξ Ἀθηνῶν καὶ ἐκ Θεσσαλονίκης πρὸ ὀλίγου ἐξέθεσαν ἀναφέρω ἐνώπιον ὑμῶν ὅτι εὑρίσκω ἀψυχολογήτους καὶ ἀστόχους τὰς ἐφαρμοσθείσας μεθόδους καὶ δὲν θὰ παραλείψω νὰ ἀναφέρω τὰς ἐπιθέσεις ἢ τὰς ἐρωτήσεις—ἃς τὸ εἴπω ἐπὶ τὸ εὐγενέστερον ποῦ ἐδεχόμην: «βρὲ ἀδελφέ! Σεῖς οἱ στρατιωτικοὶ κοντεύετε διὰ τῆς βίας νὰ μᾶς κάμητε μὴ δημοκρατικούς». Ἐγὼ ὅμως ἔδιδον οἵαν ἐνόμιζον ὅτι ἔπρεπε νὰ δίδω ἀπάντησιν. Ἐφθάσαμεν εἰς τὰς ἐκλογὰς καὶ ἐπῆλθον τὰ ἀποτελέσματα. Ἀμέσως τὸ ἑσπέρας τῆς μεθεπομένης, ἄν δὲν ἀπατῶμαι, ἔλαβον τὴν εὐγενῆ πρόσκλησιν ἐκ μέρους τοῦ συναδέλφου πληρεξουσίου ἐξ Ἀθηνῶν νὰ παρευρεθῶ εἰς μίαν σύσκεψιν. Κατ’ αὐτὴν ὁ κ. συνάδελφος ἐξ Ἀθηνῶν ἐξέφρασε τὴν γνώμην ὅπως τὴν ἑπομένην γίνῃ ἓν συλλαλητήριον διὰ νὰ ἑορτασθῇ ἡ νίκη καὶ νὰ ἐκφράσωμεν εἰς τὴν Ἐπανάστασιν τὴν εὐχὴν νὰ διώξῃ τὸν Βασιλέα. Ἔλαβον καὶ ἐγὼ τὸν λόγον καὶ εἶπον ἀδιστάκτως ὅτι πρέπει καθεὶς ἀπὸ ἡμᾶς νὰ ἔχῃ μορφώσει μίαν γνώμην. Εἶμαι τῆς γνώμης ὅτι ἡ Οἰκογένεια αὐτὴ πρέπει νὰ φύγῃ διὰ νὰ μὴν εἶναι ἐδῶ κατὰ τὰς συζητήσεις αἱ ὁποῖαι θὰ λάβουν χώραν. Τέλος ἐκηρύχθην καὶ ἐγὼ ὑπὲρ τοῦ συλλαλητηρίου αὐτοῦ. Ἐγένετο κατόπιν συζήτησις ποῦ θὰ γίνῃ τὸ συλλαλητήριον. Προετάθη νὰ γίνῃ πρὸ τῶν γραφείων τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως. Εἶπον ἐγὼ ὅτι καλὸν θὰ ἦτο νὰ μὴ γίνῃ τὸ συλλαλητήριον ἐκεῖ, διότι ἡ νίκη ὑπῆρξε κοινὴ ὁλοκλήρου τοῦ Συνδυασμοῦ καὶ ὡς ἐκ τούτου εἰς τὴν Δημοκρατικὴν Ἕνωσιν δὲν θὰ παρευρίσκοντο καὶ οἱ Φιλελεύθεροι. Ἐπρότεινα νὰ τὸ κάμωμεν εἰς ἓν ἄλλο μέρος ὁπόθεν νὰ μεταβῶμεν εἰς τὴν Ἐπανάστασιν καὶ νὰ τοὺς εὐχαριστήσωμεν διὰ τὴν ἡσυχίαν τὴν ὁποίαν κατώρθωσε νὰ διατηρήσῃ κατὰ τὴν διάρκειαν τῶν ἐκλογῶν. Διεφώνησα τέλος πάντων μὲ τοὺς ἄλλους οἱ ὁποῖοι ἐπέμενον πολὺ καὶ ἐγένετο τὸ συλλαλητήριον ἐκεῖ. Ἀπεμακρύνθη λοιπὸν ὡς ἀπεμακρύνθη ὁ Βασιλεὺς καὶ ἤρχισαν ὅλα ὅσα γνωρίζετε. Ἤρχισαν αἱ διαδόσεις ὅτι θὰ κηρύξωμεν τὴν δημοκρατίαν καὶ τὰ παρόμοια. Εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ ἐζητήθη ἡ παρέμβασις τοῦ κ. Βενιζέλου εἰς τὰ πράγματα τὰ ἑλληνικά, οὐχὶ ἵνα κυβερνήσῃ τὴν Ἑλλάδα, ἀλλ’ ἵνα εἴπῃ κατὰ ποῖον τρόπον θὰ ἐξέλθῃ ἡ χώρα ἐκ τῆς κρισιμότητος. Ὑπείκων οὕτω εἰς τὴν φωνὴν τῆς χειμαζομένης Πατρίδος ἦλθε καὶ διέγραψε τὴν γνωστὴν πολιτικὴν τὴν ὁποίαν μᾶλλον προηγμένην παρουσιάζει ἡ παροῦσα Κυβέρνησις. Καὶ ἤδη, κύριοι, εἰσέρχομαι εἰς τὸ κύριον ζήτημα. Τρία εἶναι τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα πρόσκεινται πρὸ ἡμῶν: Ἡ μὲν Κυβέρνησις φρονεῖ ὅτι πρέπει διὰ τὸν Λαὸν νὰ λυθῇ τὸ ὅλον ζήτημα, δηλαδὴ νὰ ζητηθῇ ἡ λαϊκὴ ἔγκρισις καὶ διὰ τὸ δυναστικὸν καὶ διὰ τὸ πολιτειακὸν ζήτημα. Τινὲς τῶν πληρεξουσίων φρονοῦν ὅτι δὲν πρέπει νὰ γίνῃ κανὲν δημοψήφισμα, ὅτι ἡ Συνέλευσις ὡς κυρίαρχον Σῶμα πρέπει νὰ κηρύξῃ ἔκπτωτον τὸν βασιλέα καὶ νὰ ἐγκαθιδρύσῃ τὴν δημοκρατίαν. Καὶ τέλος τὸ Δημοκρατικὸν κόμμα, φρονεῖ ὅτι δὲν ὑπάρχει ζήτημα δυναστικόν, ὅτι ἀπεφάνθη ὁ Λαὸς κατὰ τὰς ἐκλογάς. Συνεπῶς ὅτι δέον νὰ κηρυχθῇ ἔκπτωτος ἡ Δυναστεία ὑπὸ τῆς Συνελεύσεως, νὰ ἐγκαθιδρυθῇ ἡ Δημοκρατία καὶ νὰ ἐρωτηθῇ ὁ λαὸς ἐὰν ἐγκρίνῃ τὴν μεταβολὴν ταύτην τοῦ πολιτεύματος. Δὲν ἀρνεῖται δὲ τὸ Δημοκρατικὸν κόμμα, ὅτι, ἂν τυχὸν παρὰ πᾶσαν προσδοκίαν ὁ Λαὸς εἴπῃ «ὄχι» εἰς τὸ ζήτημα αὐτό, γεννᾶται πάλιν δυναστικὸν ζήτημα. Καὶ πρόκειται σήμερον ἡμεῖς ἐν συνειδήσει νὰ εἴπωμεν τὴν γνώμην ἡμῶν, ποίαν ἐκ τῶν τριῶν αὐτῶν λύσεων προτιμῶμεν. Οὐσιαστικῶς πιστεύω, κύριοι, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς Λαός, τουλάχιστον διὰ τὸ δυναστικόν, ὁ δημοκρατικὸς καὶ φιλελεύθερος λαὸς εἶναι σύμφωνος. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ φαντασθῇ τις ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς ἐρωτώμενος θὰ εἴπῃ ὅτι ἡ οἰκογένεια ἡ ὁποία κατέστρεψεν τὴν Ἑλλάδα πρέπει νὰ ἐπιστρέψῃ πάλιν ἵνα ἀποτελειώσῃ πλέον τὴν καταστροφήν. Δὲν εἶναι δυνατὸν ὁ Λαὸς νὰ παραχωρήσῃ ὅτι εἰς ἀνώτατος Ἄρχων τοῦ Στρατοῦ καὶ τοῦ Στόλου κηρυχθεὶς ἐχθρός των δύναται νὰ ζήσῃ μετ’ αὐτῶν. Εἶμαι βέβαιος ὅτι ὁ Ἑλλ. Λαὸς θὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει ὅτι καὶ διὰ τὴν Πατρίδα καὶ διὰ τὴν ἡσυχίαν αὐτοῦ δὲν θὰ ἐπιτρέψῃ ποτὲ νὰ ἐπανέλθῃ ἡ οἰκογένεια αὐτή, δὲν θὰ ἐπιτρέψῃ ποτὲ νὰ καταστῶσιν ἀτέρμονες οἱ ἀγῶνες, οἱ ὁποῖοι θὰ καταστρέψουν τὴν Ἑλλάδα.
§130Α. ΠΡΑΝΤΟΥΝΑΣ. Ὁμιλεῖτε δι’ ὁλόκληρον τὸν Λαόν;
§131Ι. ΚΑΛΟΓΕΡΑΣ. Τουλάχιστον ὁ φιλελεύθερος, διότι πιστεύω, ὅτι οἱ ἄλλοι θὰ εἴπουν τὸ ναί, ὄχι διότι τὸν συμπαθοῦν, ἀλλὰ διότι θέλουν νὰ ἔλθῃ διὰ νὰ τὸν καταστήσουν καὶ πάλιν ἀρχηγὸν κόμματος καὶ νὰ ἐξυπηρετήσουν οὕτω τὰ ἄτιμα καὶ ποταπὰ συμφέροντά τους. Ὁ Τρικούπης δι’ ἐπιστολῆς του πρὸς τὸν Δραγούμην, ὁ ὁποῖος ἦτο ἀντιβασιλεὺς καὶ κατόπιν ἐγένετο βασιλόφρων, ἔλεγεν ὅτι ἦτο πολὺ εὐκολώτερον νὰ ἐλευθερωθῇ καὶ τὸ ὑπόλοιπον γένος καὶ ἂν ὑποδουλωθῇ καὶ πάλιν τὸ ἐλεύθερον Κράτος ἐπὶ ἕνα εἰσέτι αἰῶνα, παρὰ νὰ ζήσῃ ὑπὸ τὴν δυναστείαν ταύτην.
§132Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Δηλαδὴ καλύτερον θὰ ἦτο νὰ ὑποδουλωθῶμεν καὶ πάλιν παρὰ νὰ ζήσωμεν ὑπὸ τὴν Δυναστείαν αὐτῶν. Αὐτὰ ὄχι μόνον τὰ ἔγραφεν εἰς τὸν Δραγούμην, ἀλλὰ καὶ τὰ ἔλεγεν εἰς ὅλους.
§133Ι. ΚΑΛΟΓΕΡΑΣ. Καὶ ἐξώρκιζε πάντας τοὺς Ἕλληνας νὰ εἶναι ἐναντίον τῆς Δυναστείας αὐτῆς. Ὁ Δραγούμης ἦτο πολέμιος τοῦ βασιλικοῦ θεσμοῦ, ἐγένετο δὲ βασιλικώτατος, διότι ἔγινεν ἀντιβενιζελικός. Δὲν εἶναι λοιπὸν τὰ συμφέροντα τῆς Πατρίδος, τὰ ὁποῖα ὑπαγορεύουν εἰς τοὺς ἀντιπάλους μας νὰ εἶναι βασιλόφρονες, ἀλλὰ τὰ ποταπὰ των συμφέροντα τὰ κομματικά.
§134Γ. ΚΑΚΟΥΛΙΔΗΣ. Ἐγὼ ἀνέκαθεν ἐπολέμησα ἐναντίον τῆς Δυναστείας, γνωρίζετε ὅμως ἐὰν τὴν ἐπικατάρατον αὐτὴν Δυναστείαν ἐσκέφθη ποτὲ ὁ Τρικούπης πίπτων ἐκ τῆς ἀρχῆς νὰ ἐξώσῃ διὰ στρατιωτικοῦ καθαρῶς κινήματος;
§135Ι. ΚΑΛΟΓΕΡΑΣ. Δὲν τὸ γνωρίζω· ἔχομεν λοιπόν, κύριοι, τὴν γνώμην, ὅτι τουλάχιστον ὁ φιλελεύθερος κόσμος δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ζητήσῃ ὅπως ἐπιστρέψῃ ἡ οἰκογένεια αὐτή, διότι ἀσφαλῶς γνωρίζει, ὅτι θὰ διαιωνισθῇ ἡ διάσπασις τοῦ Λαοῦ καὶ θὰ ἐπακολουθήσουν ἀτέρμονες ἀγῶνες οἱ ὁποῖοι θὰ τὸν καταστρέψουν. Καὶ ἐφόσον ἔχω τοιαύτην πεποίθησιν διὰ τὴν κρίσιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ δὲν ἔχω κανένα δισταγμὸν ὅπως ἐρωτηθῇ οὗτος, καὶ διὰ τὸ Δυναστικόν. Μοῦ εἶναι ἑπομένως ἀπολύτως ἀκατανόητος ἡ ἄποψις τοῦ Δημοκρατικοῦ Κόμματος, τὸ ὁποῖον μᾶς λέγει, ὅτι τὸ ζήτημα τὸ ὁποῖον μᾶς ἀπασχολεῖ πρέπει νὰ τὸ λύσωμεν ἡμεῖς ἐδῶ καὶ κατόπιν νὰ ἐρωτήσωμεν τὸν Λαὸν ἄν τὸ ἐγκρίνῃ. Καὶ δέχονται ὅτι ἄν παρὰ πᾶσαν προσδοκίαν ὁ Λαὸς εἴπῃ «ὄχι»· τὸ ζήτημα τὸ δυναστικὸν τὸ ὁποῖον θὰ ἐλύομεν ἐδῶ δὲν ἔχει καμμίαν σημασίαν.
§136Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Εἶναι λελυμένον οὐσιαστικῶς.
§137Ι. ΚΑΛΟΓΕΡΑΣ. Ἀλλ’ ἔχει, κύριοι, τὴν ἰδιορρυθμίαν ἡ Ἑλλὰς ὅτι εὑρίσκεται ἀπέναντι ἀντιδραστικῶν οἱ ὁποῖοι εἶναι τοσοῦτον κακόβουλοι, ὡς λίαν δικαίως εἶπέ τις τῶν προλαλησάντων, οἱ ὁποῖοι εἶναι μικροί, ὥστε νὰ εἴπουν τὰ ἀντίθετα τῶν ὅσων ἡμεῖς λέγομεν, καὶ τὴν ἡμέραν ἀκόμη νὰ λέγωσιν νύκτα ἀφοῦ ἀμφισβητοῦσι καὶ αὐτὴν τὴν ὕπαρξιν ἡμῶν ὡς γνησίαν καὶ συνεπῶς, ὅτι κάμνομεν ἡμεῖς ἐδῶ δὲν ἔχει καμμίαν σημασίαν δι’ αὐτούς.
§138ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Εἶναι ἡ ἄρνησις.
§139Ι. ΚΑΛΟΓΕΡΑΣ. Ἡ ἄρνησις ναί! Ἐὰν λοιπὸν τὰ λύσωμεν τὰ ζητήματα ἐνταῦθα πρέπει διαρκῶς πλέον νὰ βασιζώμεθα εἰς τὰς δυνάμεις μας προκειμένου νὰ ἐξασφαλίσωμεν καὶ νὰ στερεώσωμεν τὸν νέον αὐτὸ πολίτευμα τὸ ὁποῖον οὕτω θὰ ἐγκαθιδρύσωμεν. Ὅταν ὅμως εἴμεθα βέβαιοι ὅτι ὁ Λαὸς θὰ εἴπῃ νὰ φύγῃ ἡ Δυναστεία, διατὶ νὰ διστάζωμεν νὰ τὸν ἐρωτήσωμεν; Διατὶ νὰ μὴ ἄρωμεν ἀπὸ τοὺς κακοπίστους αὐτοὺς τὸ πρόσχημα καὶ νὰ μὴ ἔχωμεν ἀφοπλίσει τὴν δυναστικὴν προπαγάνδαν; Κύριοι, τὸ μόνον σημεῖον...
§140ΤΙΝΕΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Νὰ διακόψωμεν κ. Πρόεδρε.
§141ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀκούεται πολὺ εὐαρέστως ὁ κ. ἀγορεύων καὶ ἠμπορεῖ νὰ τελειώσῃ τὴν ἀγόρευσίν του.
§142ΙΩ. ΚΑΛΟΓΕΡΑΣ. Πάντως ἐπιθυμῶ νὰ μοὶ παρασχεθῇ ἡ ἠρεμία διὰ νὰ δυνηθῶ νὰ συμπληρώσω τὴν ἀγόρευσίν μου.
§143ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Συνέλευσις σᾶς ἀκούει μετὰ πολλῆς προσοχῆς, κ. Καλογερᾶ. Ἐξακολουθήσατε.
§144Ι. ΚΑΛΟΓΕΡΑΣ. Τὸ μόνον λοιπὸν σημεῖον τὸ θετικὸν κατ’ ἐμέ, τὸ ἀσφαλές, εἶναι τὸ δυναστικόν. Δι’ αὐτοῦ θὰ ἠδυνάμεθα νὰ καταστήσωμεν ἀπρόσβλητον τὴν Δημοκρατίαν αἴροντες τὰ προσχήματα τῶν κακοβούλων. Διατὶ νὰ φανῶμεν ὅτι ζητοῦμεν νὰ ἐπιβάλωμεν κἄτι εἰς τὸν Λαὸν ποὺ δὲν τὸ θέλει ἐνῷ πράγματι ἐπιθυμεῖ τοῦτο διακαῶς διότι τοῦτο ἀπαιτεῖ τὸ ζωτικόν του συμφέρον; Ἐγεννήθη εἰς τὰ 1870 ἐν Γαλλίᾳ παρόμοιον ζήτημα καὶ ἐνεκαθιδρύθη ἡ Δημοκρατία δι’ ἀσθενοῦς πλειοψηφίας. Ἀλλὰ ἦτο ἡ Γαλλία τότε εἰς τὴν ἰδίαν μὲ ἡμᾶς κατάστασιν;
§145ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Εἰς χειροτέραν.
§146Ι. ΚΑΛΟΓΕΡΑΣ. Ἐπὶ τρεῖς μῆνας διήρκεσεν ἐκεῖ ὁ πόλεμος καὶ ἐπῆλθεν ἡ καταστροφή. Ἡμεῖς ἔχομεν δεκαετῆ πόλεμον καὶ καταστροφὰς ἀφαντάστους. Τόσον καιρὸν ἐφαρμόζομεν τὸν στρατιωτικὸν νόμον. Ἐπὶ 7 ἔτη ἡ Γαλλία ἐφήρμοζεν αὐτὸν διὰ νὰ ἐπιβάλῃ τὸ δημοκρατικὸν πολίτευμα. Καὶ ἐρωτῶ· πιστεύει κανεὶς ἐξ ἡμῶν ὅτι εἶναι δυνατὸν ἡμεῖς νὰ βαστάσωμεν ὑπὸ τὰς συνθήκας ὑπὸ τὰς ὁποίας εὑρισκόμεθα, τὸν στρατιωτικὸν νόμον ἐπὶ τόσα ἔτη διὰ νὰ ἐπιβάλωμεν τὸ πολίτευμα ἀπέναντι αὐτῶν τῶν κακοπίστων, οἱ ὁποῖοι καθημέραν βλέπομεν πῶς ἐργάζονται; Καὶ εἶναι δυνατὸν νὰ ζήσωμεν ὑπ’ αὐτὰς τὰς συνθήκας καὶ εἶναι δυνατὸν νὰ εὕρωμεν τὰ μέσα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα μᾶς χρειάζονται διὰ νὰ ζήσῃ ἡ Χώρα ἡμῶν; Εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξασφαλίσωμεν οὕτω τὸ δάνειον διὰ τὴν ἀποκατάστασιν τῶν προσφύγων, δάνειον διὰ τὴν ἐπιτυχίαν τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ δημιουργηθῇ ἔξω ἡ ἐντύπωσις, ὅτι ἐν Ἑλλάδι ἐδημιουργήθη τέλος πάντων μία ὁμαλὴ κατάστασις καὶ ἐπεβλήθη; Ἄρχεται, κύριοι, τὸ ἄλλο ζήτημα, ἡ ἄποψις τοῦ δημοκρατικοῦ κόμματος, νὰ κηρύξωμεν ἔκπτωτον τὴν Δυναστείαν μὲ τὴν ἰδέαν ὅτι θὰ τὸ πάρῃ ἀπόφασιν ὁ Λαός, καὶ θὰ ψηφίσῃ «ναί» διὰ τὴν δημοκρατίαν. Φρονῶ ἀδιστάκτως ὅτι ὅσοι ψηφίσουν ὑπὲρ τῆς Δυναστείας, ὅσοι εἶναι δυναστικοὶ καὶ σᾶς εἶπον διὰ ποῖον λόγον εἶναι — θὰ ψηφίσουν «Ὄχι». Τὸ πολὺ–πολὺ ἀκόμη θὰ ψηφίσουν ἴσως «Ὄχι» καί τινες ἐκ τῶν λεγομένων Φιλελευθέρων, οἱ ὁποῖοι θὰ νομίζουν ὅτι πρέπει νὰ δοκιμάσωσι καὶ ἄλλην ἀκόμη δυναστείαν. Ἑπομένως τὸ ἀσφαλέστερον ζήτημα κατ’ ἐμὲ τὸ ὁποῖον δυνάμεθα νὰ κερδίσωμεν μὲ πᾶσαν βεβαιότητα εἶναι τὸ δυναστικὸν καὶ οὐχὶ τὸ πολιτειακόν, μολονότι φρονῶ ἀδιστάκτως ὅτι ἡ ῥοπὴ τοῦ πνεύματος τοῦ Λαοῦ εἶναι δημοκρατική. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι ἴσως ὀλιγώτερον ἀσφαλές, ἐὰν κηρύξω ἐδῶ ἔκπτωτον τὴν δυναστείαν καὶ ζητήσω ἀπὸ τὸν Λαὸν νὰ ψηφίσῃ μόνον τὴν δημοκρατίαν. Εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ θὰ μοῦ ἐπιτρέψῃ ἡ Κυβέρνησις νὰ ἔχω τὴν ἑξῆς ἀντίθετον πρὸς αὐτὴν γνώμην: Μόνον καὶ μόνον διὰ νὰ μὴ συγχίσωμεν τὸν Λαόν, ἐγὼ θὰ ἔθετον ἁπλοῦν ἐρώτημα εἰς αὐτόν. Αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη μου, αὐτὸ εὑρίσκω ἀπολύτως ἀσφαλές. «Διατήρησις ἤ ἔκπτωσις τῆς Δυναστείας;» θὰ ἠρώτων ἐγὼ τὸν Λαόν. Ἡ ἐπὶ τοῦ ἐρωτήματος ὅμως αὐτοῦ ἀπόφασις τοῦ Λαοῦ θὰ ἐνέχῃ τὴν ἐξουσιοδότησιν αὐτοῦ πρὸς τὴν Ἐθνοσυνέλευσιν, νὰ κανονίσῃ τὰ περαιτέρω, νὰ διαρρυθμίσῃ τὸ πολίτευμα τῆς Χώρας. Ἐὰν ὅμως τοῦτο δὲν εἶναι δυνατόν, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν εἶναι δυνατὸν βεβαίως νὰ φθάσωμεν μέχρι τοῦ σημείου νὰ εἴπωμεν ὅτι ἀντιτιθέμεθα καὶ θὰ καταψηφίσωμε τὴν Κυβέρνησιν, ποιοῦμαι ἔκκλησιν ὅπως ἀναβάλωμεν εἰς ἀπώτερον χρόνον τὴν διενέργειαν δημοψηφίσματος ἐπὶ τοῦ πολιτειακοῦ διὰ νὰ μὴ συγχίσωμεν τὸν Λαόν. Πρέπει, κύριοι, νὰ ἐξασφαλίσωμεν τὴν Ἑλλάδα πρῶτον καὶ θέτοντες ἁπλοῦν ἐρώτημα διὰ τὸ δυναστικὸν ζήτημα ἐξασφαλίζομεν αὐτὴν διότι οὐδεὶς θὰ εὑρεθῇ ὁ ὁποῖος θὰ εἴπῃ νὰ γυρίσῃ ἡ Δυναστεία.
§147Β. ΚΑΡΑΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ. Ἐπιτρέπετε μίαν ἐρώτησιν;
§148Ι. ΚΑΛΟΓΕΡΑΣ. Δὲν τὴν ἀφίνετε καλύτερα; θὰ ἐρωτήσουν καὶ ἄλλοι. Ἔχω λοιπὸν τὴν γνώμην ὅτι ὡς πρὸς τὸ δυναστικὸν πρέπει νὰ ἀκολουθηθῇ ὁ τρόπος ὁ ὑποδεικνυόμενος ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, νὰ ἐρωτηθῇ ὁ Λαὸς ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον ἐὰν εἶναι ἐπιτετραμένον νὰ μείνῃ αὐτὴ ἡ οἰκογένεια ἡ ὁποία κατέστρεψε τὴν Ἑλλάδα ἤ ὄχι. Καὶ ὁ λαὸς ἀσφαλῶς θὰ εἴπῃ «ὄχι» ἐνδιαφερόμενος τοὐλάχιστον διὰ τὴν σωτηρίαν του. Νὰ ἐνέχῃ ὅμως ἡ ἀπάντησίς του αὐτὴ τὴν ἐξουσιοδότησιν πρὸς τὴν Συνέλευσιν, ὅπως λύσῃ τὸ ζήτημα τὸ πολιτειακόν. Διότι, κύριοι, ἀδιστάκτως φρονῶ ὅτι οἱ λαοὶ δὲν γνωρίζουσιν οὐδὲ εἶναι δυνατὸν νὰ γνωρίζωσι τὴν ἰδεολογίαν τοῦ πολιτεύματος. Ἡμεῖς πρέπει νὰ ἔχωμεν τὴν εὐθύνην νὰ κανονίσωμεν τὸ πολίτευμα. Ὁ Λαὸς δύναται μόνον νὰ γνωρίζῃ αὐτό, ὅτι ἡ δυναστεία αὕτη δὲν πρέπει νὰ μείνῃ διότι θὰ τὸν καταστρέψῃ. Ὅσον ἀφορᾷ, κύριοι, τοὺς κινδύνους τοὺς ἐξωτερικοὺς οἱ ὁποῖοι ὑπεδείχθησαν ἐνταῦθα καὶ οἱ ὁποῖοι τόσην εὗρον ἀπήχησιν παρὰ τῇ δημοσίᾳ γνώμῃ, γενόμενοι ἀντικείμενον ἀγρίας ἐκμεταλλεύσεως, νομίζω κι’ ἐγώ, συμφωνῶν μὲ τὸν κ. συνάδελφον ἐκ Ροδόπης, ὅτι δέον τὸ ταχύτερον ἡ Κυβέρνησις νὰ προβῇ εἰς τὴν μελέτην καὶ λῆψιν τῶν μέτρων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα θὰ δυνηθῶσι νὰ ἀντιμετωπίσωσιν ἐνδεχομένην προσπάθειαν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἴσως ἀποτολμήσωσι νὰ ἐπωφεληθῶσιν ἐκ τῆς καταστάσεως ἐν τῇ ὁποίᾳ θὰ εὑρισκώμεθα. Δὲν μᾶς διαφέρει ὅμως καὶ πολὺ ἡ κατάστασις αὕτη εἰς τὴν ὁποίαν θὰ εὑρισκώμεθα ἀπὸ ἐκείνην τὴν ὁποίαν θὰ δημιουργήσῃ τὸ δημοκρατικὸν κόμμα διότι ἤ οὕτως ἤ ἄλλως θὰ μεταβῶμεν εἰς τὸ δημοψήφισμα. Δύναμαι ὅμως νὰ σᾶς εἴπω τοῦτο — καὶ γνωρίζω τὴν βαρύτητα τῆς σημασίας τῶν λέξεων τὰς ὁποίας θὰ εἴπω πρὸς ὑμᾶς — ὅτι ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἐξασφαλίσῃ τὸ ζήτημα τῶν γειτονικῶν σχέσεων ἡμῶν—καὶ εἶναι εὐκολώτατον τοῦτο, διότι ὑπάρχουσι κράτη μὲ τὰ ὁποῖα πρὸς παραπλησίας εὑρισκόμεθα συνθήκας—τότε θὰ ἔχωμεν μόνον ἐνδεχομένην ἀντιμετώπισιν οὐχὶ τακτικῶν, ἀλλὰ ἀτάκτων. Καὶ εἶναι μὲν πιθανὸν τὰ ἄτακτα αὐτὰ στοιχεῖα νὰ ἔχωσι ὄπισθέν των διὰ νὰ εἶμαι ἐντελῶς ἀκριβὴς—καὶ τὴν ἡμιεπίσημον ὑποστήριξιν, ἀλλὰ πιστεύω ἀκραδάντως ὅτι δύναται τὸ Κράτος νὰ λάβῃ τὰ προσήκοντα μέτρα διὰ νὰ ἀντιμετωπίσῃ πᾶσαν κατάστασιν διότι δὶς εὑρέθημεν ὑπὸ χείρονας ἀκόμη περιστάσεις καὶ καταβληθεισῶν προσπαθειῶν, κατέστη δυνατὸν ν’ ἀντιμετωπισθῇ ἐπιτυχῶς πᾶσα τοιαύτη ἀπόπειρα. Ἐν τῇ λήψει τῶν μέτρων τούτων τὰ ὁποῖα ἀπαιτοῦνται θὰ ἐπεθύμουν νὰ εἴπω δύο λέξεις, μολογότι τὸ ζήτημα εἶναι σοβαρὸν καὶ θ’ ἀπαιτηθῇ νὰ ἔλθῃ εἰς μίαν τῶν προσεχῶν συνεδριάσεων. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ ποιοῦμαι ἔκκλησιν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ὅπως, μετὰ τὸ ζήτημα τῶν προσφύγων, τὸ ὁποῖον ὑπεσχέθη νὰ φέρῃ ἐνώπιον ἡμῶν, φέρῃ καὶ τὸ ζήτημα τῆς συγκροτήσεως τοῦ στρατεύματος ὁπότε θὰ λάβω τὴν εὐκαιρίαν νὰ ἀναπτύξω τὴν γνώμην μου ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου: Ἐπὶ τοῦ παρόντος ἀρκοῦμαι νὰ εἴπω δύο λέξεις διὰ τὸ ζήτημα τῆς ἐνισχύσεως ἡ ὁποία κατὰ κόρον ὑπεστηρίχθη ἐνταῦθα. Ἡ ἀξία ἑνὸς στρατεύματος ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς ἀξίας τῶν στελεχῶν. Ὅταν ἔχετε στελέχη καὶ διαθέτετε χρήματα ἐν ἐλαχίστῳ χρονικῷ διαστήματι θὰ ἐφοδιάζετε καὶ καταρτίζετε τὸν Στρατόν. Δύσκολον ὅμως εἶνε νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα τῶν στελεχῶν καὶ ἀπαιτεῖται χρόνος, πρὸς τοῦτον δὲ τὸν σκοπὸν ἀπέβλεπο αἱ προτάσεις νόμου, ἃς ὑπέβαλα, μία τῶν ὁποίων ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῆς ἐκπαιδεύσεως τῶν στελεχῶν καὶ ὑποθέτω ὅτι τοιαύτην γνώμην ἔχει καὶ ἡ Κυβέρνησις ἥτις ὑπέβαλε νομοσχέδιον περὶ σχολῶν. Διότι ἐάν, κύριοι, ἀπαιτεῖται θάρρος καρδίας διὰ τὴν ἐκτέλεσιν ἑνὸς ἔργου ὡς ἀπαιτεῖται ἀναμφισβητήτως τοιοῦτον διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν μεγάλων ἔργων καὶ των μεγάλων διευθύνσεων, ἀπαιτεῖται συγχρόνως καὶ θάρρος κεφαλῆς ὅπερ ἀποκτᾶται εἰς τὰ σχολεῖα. Πιθανὸν νὰ ὑπάρξωσι καὶ φυσιογνωμίαι ἐξαιρετικαί, αἱ ὁποῖαι ἀνταποκρίνονται ἄνευ σχολῶν· ἀλλὰ αἱ φυσιογνωμίαι αὗται, ἐὰν διήρχοντο καὶ ἀπὸ τὰ σχολεῖα θὰ ἦσαν μεγαλύτεραι ἀκόμη. Ἄλλως τε τὰ σχολεῖα περὶ τῶν ὁποίων ὑπέβαλον σχετικὴν πρότασιν νόμου, δὲν ἀποβλέπουν εἰς τὴν τακτοποίησιν τοῦ στρατεύματος διὰ τὴν ἀντιμετώπισιν ἑνὸς ἐνδεχομένου προσεχῶς, ἀλλ’ ἀποβλέπουν πολὺ μακρύτερον, διότι ἀπαιτεῖται χρόνος πολὺς διὰ νὰ καταρτισθῇ εἷς στρατὸς διὰ τὸν ὁποῖον ὡς εἶπον πρὸ μικροῦ συστηματικῶς εἰργάσθη μιὰ Αὐλὴ ἐπὶ τοῦ ὁποίου τὰ γεγονότα ἐπέδρασαν τόσο πολὺ ὥστε νὰ ἔχῃ ἀνάγκην ἀναδιοργανώσεως. Ἀλλ’ ἐπαναλέγω, χάρις εἰς τὴν ἀρετὴν τοῦ Ἕλληνος, εἰς τὴν φιλοπατρίαν, εἰς τὸν ἐνθουσιασμόν, εἰς τὴν ὁρμὴν καὶ τὰ ὑπάρχοντα στελέχη διεκρίθησαν μέχρι τοῦδε καὶ θὰ διακριθῶσι καὶ πάλιν. Λαμβανομένων τῶν μέτρων τούτων θὰ ἀντεπεξέλθωμεν ἀποτελεσματικῶς. Περὶ αὐτοῦ οὐδεμία ἐπιτρέπεται ἀμφιβολία. Ἔγραφον, κύριοι, ὅταν ἐπῆλθεν ἡ Ἐθνικὴ καταστροφὴ τῆς Μ. Ἀσίας — καὶ προσεπάθησα νὰ συγκρατήσω τὴν κοινὴν γνώμην γράφων — ὅτι δὲν ἠττήθη ὁ Ἑλληνικὸς στρατός, ἀλλ’ ὅτι ἠττήθησαν οἱ Κυβερνῆται, οἱ ἡγήτορες καὶ ὅτι εἶναι δυνατὸν καὶ πάλιν νὰ καταρτισθῇ στρατός. Καὶ πραγματικῶς ἀναδιωργανώθη οὗτος καὶ ἔφερεν τὰ γνωστὰ ἀποτελέσματα. Ἐὰν δυστυχῶς δὲν ἐπετράπη νὰ γείνῃ πόλεμος, τοῦτο ἀκριβῶς ὀφείλεται, διότι παρεσκευάσθη τελείως πρὸς πόλεμον. Ἔρχομαι, κύριοι, ἐπὶ ἑνὸς ἑτέρου ζητήματος, ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῶν προσφύγων. Ἔχω τὴν γνώμην ὅτι ὅσα λέγονται ἐνταῦθα παρὰ τὴν εὐγενῆ καὶ ἀγαθὴν πρόθεσιν ἐκείνων οἱ ὁποῖοι τὰ ἐξαγγέλλουσι καὶ παρὰ τὴν εὐγενῆ καὶ ἀγαθὴν πρόθεσιν τῆς Κυβερνήσεως τῆς τε προκατόχου καὶ τῆς νῦν, τὸ ζήτημα τῶν προσφύγων δὲν δύναται νὰ λάβῃ σημαντικὴν τὴν βελτίωσιν, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις δὲν συντονίσῃ τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα διαθέτει ἀποκλειστικῶς πρὸς ἐξυπηρέτησιν τοῦ προσφυγικοῦ κόσμου. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου νὰ ἀναφέρω δύο λέξεις: Γνωρίζω καλῶς ὅτι καίτοι ἡ Ἐπανάστασις καὶ ἡ Κυβέρνησις αὐτῆς, εἶχον καταβάλει πάσας τὰς δυνατὰς προσπαθείας των ὑπὲρ τῶν προσφύγων, οὐδὲν τὸ σοβαρὸν ἐπετελέσθη ἐξ αἰτίας τῶν Κρατικῶν ὀργάνων. Διαδραμών, κύριοι, τὴν Θράκην καὶ Μακεδονίαν, ἐπείσθην ἰδίοις ὄμμασι ὅτι τὰ ὄργανα τὰ ὁποῖα χρησμιοποιοῦνται δὲν ἀνταπεκρίθησαν εἰς τὸ ὕψος τῶν περιστάσεων. Ἠναγκάσθην πολλάκις χωρὶς νὰ ἔχω καμμίαν δικαιοδοσίαν νὰ λάβω διάφορα μέτρα, καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν τοῦ τότε καὶ νῦν Ὑπουργοῦ τῆς Ὑγιεινῆς καὶ τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῆς Γεωργίας οἱ ὁποῖοι ὅταν ἐπεσκέφθησαν τὰς περιφερείας αὐτὰς, εἶδον ποία μέτρα ἔλαβον καὶ ὡμολόγησαν ὅτι ἔπραξα πολὺ καλά. Ἦσαν δὲ τὰ μέτρα ἐκεῖνα μέτρα πολὺ σοβαρὰ τὰ ὁποῖα ἐπάταξαν τὴν ἀγρίαν ἐκμετάλλευσιν τῶν τοπικῶν ὀργάνων εἰς βάρος τῶν προσφύγων. Ἐπαναλέγω λοιπὸν ὅτι καίτοι ἡ Κυβέρνησις ἔχει ὅλην τὴν ἀγαθὴν πρόθεσιν πρὸς βελτίωσιν τοῦ ζητήματος τοῦ προσφυγικοῦ δυστυχῶς τὸ ζήτημα αὐτὸ διὰ νὰ λυθῇ ἔχει κατὰ τὴν γνώμην μας καὶ αὐτὸ σχέσιν ἀναπόδραστον πρὸς τὴν ὁμαλότητα τοῦ βίου τὸν ὁποῖον θὰ παρουσιάσωμεν καὶ γενικῶς πρὸς τὴν ἐξέληξιν ὁλοκλήρου τοῦ ἐθνικοῦ μας ζητήματος. Διότι ἄν τυχὸν δὲν ἐπικρατήσῃ, ὡς ἐλπίζω καὶ εὔχομαι, κατάστασις δυναμένη νὰ ἐμπνεύσῃ ἐμπιστοσύνην εἰς τὸν ἔξω κόσμον, δυστυχῶς καὶ τὸ ζήτημα τῶν προσφύγων θὰ παραμείνῃ ἄλυτον εἰς βάρος αὐτῶν τῶν δυστυχῶν. (Χειροκροτήματα).
§149ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν παρακαλεῖ νὰ ψηφισθοῦν δύο νομοσχέδια καθαρῶς ὑπηρεσιακῆς φύσεως.
§150ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§151ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας. — Συζήτησις ἐπὶ τοῦ σχεδίου ψηφίσματος «περὶ αὐξήσεως τῶν ἀποθεματικῶν κεφαλαίων τοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς χρήσεως 1923–24 καὶ μειώσεως πιστώσεων τινων αὐτοῦ.» (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). — Συζήτησις ἐπὶ τοῦ σχεδίου ψηφίσματος «περὶ προσωρινοῦ κανονισμοῦ τῆς βεβαιώσεως καὶ εἰσπράξεως τῶν ἐσόδων καὶ πληρωμῆς τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους καὶ τῶν Εἰδικῶν ταμείων καὶ ὑπηρεσιῶν τῆς χρήσεως τοῦ οἰκονομικοῦ ἔτους 1924 1925». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). — Αʹ. Συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἀπὸ 27 Δεκεμβρίου 1923 Ν. Διατάγματος «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου 1831 περὶ χορηγήσεως ἀδειῶν ἐγκαταστάσεως ἰδιωτικῶν ἀσυρμάτων τηλεγράφων καὶ τηλεφώνων». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον).
§152Ι. ΚΑΝΝΑΒΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Παρακαλῶ κ. Πρόεδρε, ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ ἀντίρρησις, νὰ κηρυχθῇ κατεπεῖγον.
§153ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Συνέλευσις παρεδέχθη. Λύεται ἡ συνεδρίασις ἵνα ἐπαναληφθῇ αὔριον καὶ ὥραν 5 μ.μ. (Ὥρα 10. 5′ μ. μ.)