1922.04.20
1,676 rows · 13,089 words · 136 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 81η
Παρασκευή, 20 Ἀπριλίου 1922
Προεδρία κ. Κ. ΑΡΓΑΣΑΡΗ ΛΟΜΒΑΡΔΟΥ
(ὥρα 6.40′ μ.μ.).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Ν’ ἀναγνωσθῶσι τὰ πρακτικά. (Ἀναγιγνώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίρρησις ἐπὶ τῶν πρακτικῶν.
§3Ν. ΚΑΛΑΝΤΖΑΚΟΣ. Κύριε Πρόεδρε θὰ παρακαλέσω τὸν κ. πρόεδρον ὅπως ἐπιστήσῃ καὶ αὖθις τὴν προσοχήν του εἰς τὸ γραφεῖον τοῦ δελτίου τοῦ τύπου.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄλλο τὰ πρακτικὰ καὶ ἄλλο τὸ γραφεῖον τοῦ τύπου.
§5Ν. ΚΑΛΑΝΤΖΑΚΟΣ. Βεβαίως. Δὲν εἶμαι τόσον ἁπλοϊκὸς, ὥστε νὰ μὴ γνωρίζω τὴν διάκρισιν αὐτήν, ἀλλ’ εἶναι ἐπίσης τῆς ἁρμοδιότητος τοῦ κ. Προέδρου τὸ γραφεῖον τοῦ τύπου. Ὡς εἶπον καὶ ἄλλοτε νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἐπιστήσητε τὴν προσοχὴν τοῦ γραφείου τούτου, ὥστε τὸ δελτίον τοῦ τύπου νὰ συντάσσηται ὅπως πρέπει, ἄλλως νὰ καταργηθῇ.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὶ ὡρισμένως παραπονεῖσθε;
§7Χ. ΜΗΤΣΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ νὰ ἐπιτρέψητε καὶ εἰς ἐμὲ νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχήν σας διὰ χιλιοστὴν φορὰν ἵνα ἐπέλθῃ ἐπὶ τέλους μία θεραπεία εἰς αὐτὴν τὴν οἰκτρότητα. Ἐγενόμεθα ὀχληροὶ καὶ ἡμεῖς πρὸς σᾶς, ἀλλὰ πολὺ περισσότερον πρὸς ἡμᾶς ἐκεῖνοι. Δὲν εἶναι ὑπηρεσία πλέον αὐτή, ἡ τοῦ γραφείου τοῦ τύπου. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ φαντασθῇ τις ἀνελευθερώτερον ἔργον, ἢ τὸ ὅτι ὁ δυστυχὴς Ἑλληνικὸς λαὸς ὁ μετὰ τῆς ἐσχάτης ἀδημονίας παρακολουθῶν ἐδῶ μέσα τοὺς ὑποτιθεμένους ἀγῶνας, ἵνα ἴδῃ εἰς στιγμὰς τόσον ὀδυνηρὰς πῶς οἱ ἀντιπρόσωποί του κανονίζομεν τὰ τῆς τύχης του, δὲν κατορθοῖ ποτὲ νὰ ἀντιληφθῇ ἕνεκα τοῦ πρωτακούστου αὐτοῦ γραφείου, τὶ γίνεται ἐδῶ μέσα, διότι βεβαίως ἄλλη ἤ ἡ τῶν ἐδῶ ἀληθινῶν ἀγώνων εἶναι ἡ εἰκὼν τὴν ὁποίαν τῷ φουρνίρει τὸ ἐξακουστὸν αὐτὸ γραφεῖον. Πρᾶγμα περίεργον καὶ θλιβερὸν ἐν ταὐτῷ. Καὶ ἀπευθύνομαι πρὸς ὑμᾶς. Χρεωστεῖτε νὰ φέρητε θεραπείαν. Ἐὰν δὲ σᾶς ἀναγκαιοῖ, ἰδοὺ ἕν παράδειγμα ὅπως ἴδετε μέχρι ποίου σημείου φθάνει τὸ κακὸν αὐτὸ παιγνίδιον. Τὴν ἡμέραν κατὰ τὴν ὁποίαν τοσοῦτος συνήφθη ἀγὼν περὶ ψήφου ἐμπιστοσύνης καὶ ἐγὼ ὁ ἴδιος ἔδωκα τοιαύτην πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, εἶχον τὴν ἀτυχίαν, καὶ οἱ κ. συνάδελφοι περισσότερον ἐμοῦ, νὰ τοὺς ἀπασχολήσω ἐπὶ μίαν καὶ πλέον ὥραν ἀναλύων πρὸ αὐτῶν ὅλας ἐκείνας τὰς μακρὰς ἀπόψεις τῶν ζητημάτων, ὅσαι ἠνοίγοντο πρὸ ἡμῶν διὰ τῆς παρὰ τῆς Κυβερνήσεως αἰτήσεως ψήφου ἐμπιστοσύνης, καὶ εἰς ὅσας εἴχομεν καὶ ἡμεῖς καὶ ὁ λαὸς ἀνάγκην νὰ ἐμβαθύνωμεν προκειμένου νὰ κρίνωμεν τὸ ἀνακῦψαν νέον κυβερνητικὸν συγκρότημα. Λοιπὸν οὐδὲ κἄν τὸ ὄνομα μου ὡς μετασχόντος εἰς τὴν συζήτησιν ἀνεγράφη εἰς τὸ περιφημότατον αὐτὸ Δελτίον τοῦ τύπου. Κατήντησε προσωπικὸν γραφεῖον τῆς ὑπηρεσίας τῶν κ. Ὑπουργῶν; Ἀπατᾶσθε. Αὐτὴ ἡ κατάστασις δὲν περιποιεῖ τιμὴν εἰς τὴν Ἐθνοσυνέλευσιν. Αὐτὸς ὁ ἐμπαιγμὸς ὀφείλει νὰ παύσῃ. Ἐὰν ἠθέλετε εἶπει δὲν εἶναι καλὴ ἡ ὑπηρεσία σας ἀλλάξατέ την ἐπὶ τέλους, δοκιμάσατε ἄλλην νέαν· καὶ πάλιν ἄλλην. Λάβετε δὲ καὶ ἄλλην φροντίδα, ὑπ’ ὄψιν ἔχοντες, κ. Πρόεδρε, τὴν φρικαλέαν ἀκουστικὴν τῆς ἀρχιτεκτονικῶς κακοζήλου αὐτῆς αἰθούσης. Ἀληθῶς εἶναι μαρτύριον ἐδῶ καὶ τὸ λαλεῖν καὶ τὸ ἀκούειν. Ὄχι μόνον ἡμεῖς περιαγόμεθα, ἀγορεύσαντος ἅπαξ ἐπὶ ἡμίσειαν ὥραν εἰς στάδιον ὑγείας κακῶς ἐχούσης ἐξ ὑπερεντάσεως τῶν δυνάμεων τῆς φωνῆς, ἐπειδὴ κραυγάζομεν ὡς ντελάληδες, ἵνα ἀκουσθῶμεν, ἀλλὰ καὶ οἱ ἀκροώμενοι, ἐξαντλοῦσιν ἐκ τῆς ὑπερεντάσεως τῆς ἀκοῆς πᾶσαν τὴν ἀντοχὴν τῶν νεύρων μαχόμενοι πῶς θὰ δυνηθῶσι νὰ παρακολουθήσωσι τὰς γοερὰς ἡμῶν κραυγὰς αἵτινες ἐξέρχονται ὡσεὶ ἐψελίζομεν ἐντὸς τῶν ὀδόντων. Φαντάσθητε λοιπὸν ἄν καὶ τῆς ἀκουστικῆς οὕτως ἐχούσης, ἐκτὸς τῶν ἀρετῶν τοῦ γραφείου τοῦ τύπου, εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπηρετηθῇ ἡ ἀνάγκη τῶν ἐνταῦθα ἀγώνων καὶ τῆς δημοσίας ἐνημερότητος. Καὶ ὡς πρὸς μὲν τὴν ἀκουστικὴν ὡς καὶ ἄλλοτε συνεβούλευσα πλὴν εἰς μάτην, δοκιμάσατε νὰ τὴν βελτιώσητε καὶ ἄλλως, ἀλλὰ καὶ προχείρως διὰ τῆς ἀλλαχοῦ, καὶ δὴ σήμερον ἐν τῇ νέᾳ Ἰταλικῇ Βουλῇ, ἐφηρμοσμένης μεθόδου ὀλίγων συρμάτων χαλκοῦ, τεταμένων ἀπὸ τοίχου εἰς τοῖχον, ὁριζοντίως καὶ παραλλήλως, ἀπὸ προσήκοντος ὕψους. Ὡς πρὸς δὲ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ τύπου, οἱ ἀντιπρόσωποι ἐνταῦθα τοῦ τύπου, οἱ τυχὸν ἐκεῖ ἐπάνω παρὰ τὸν ὄροφον ὅπου τοὺς ἔχετε στιβάξει πειρώμενοι νὰ τηρήσωσι πρακτικὰ τῶν ἐγγαστριμύθων ἡμῶν ἀγορεύσεων ἐκτὸς τῶν γραπτῶν ὅσα κατ’ ἀρέσκειαν τοὺς προμηθεύει τὸ γραφεῖον σας, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀκούωσιν ἐκεῖ οὐδὲ λέξιν. Λοιπὸν ἀντὶ νὰ τοὺς ἔχητε εἰς τὰ ἄνευ ἠχοῦς ὑπερῶα, καταβιβάσατε αὐτοὺς κάτω πλησίον σας.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν χωροῦμεν ἡμεῖς.
§9Χ. ΜΗΤΣΟΠΟΥΛΟΣ. Συσφιγχθῆτε. Προσθέσατε μίαν ἔτι παραστάδα ἑκατέρωθεν καὶ ὑπὸ τὸ Προεδρεῖον, δύο θεωρεῖα ὄπισθεν ἀπὸ τοῦ περιττῶς κενοῦ τοίχου. Ἐμπνευσθῆτε ἐκ πρακτικωτέρας κοινοβουλευτικῆς ἀρχιτεκτονικῆς. Ἐπιτρέψατε εἰς τὸν τύπον νὰ ἐργασθῇ πλησίον ἡμῶν, καὶ εἰς τὸ κοινὸν νὰ παρακολουθήσῃ. Δὲν εἶναι κατάστασις πραγμάτων αὐτή.
§10Ν. ΚΟΥΛΑΝΔΡΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, τὰς ἰδίας παρατηρήσεις ἔχω νὰ κάμω καὶ ἐγὼ. Καὶ ἄλλοτε, ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ ἔλαβον τὸν λόγον, ἀλλὰ δυστυχῶς τὸ ἄτοπον δὲν ἐδιορθώθη. Καλύτερον θὰ ἦτο νὰ καταργηθῇ τὸ δελτίον τοῦ τύπου.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἤθελον παρακαλέσει ὅπως εἰ δυνατὸν λεπτομερέστερον ὡρίσητε τὰ παράπονά σας.
§12Ν. ΚΟΥΛΑΝΔΡΟΥ. Μάλιστα. Τὸ δελτίον ἀναγράφει τὰς ἀγορεύσεις τῶν κ. πληρεξουσίων ὅσας νομίζει ὅτι πρέπει νὰ ἀναγράψῃ καὶ παραλείπει νὰ ἀναγράψῃ ἀγορεύσεις ἄλλων πληρεξουσίων τὰς ὁποίας κατὰ τὴν γνώμην μου πρέπει νὰ ἀναγράψῃ.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ παράλειψις αὐτὴ προκύπτει ἐκ τοῦ δελτίου τοῦ τύπου; Διότι εἶναι ἐνδεχόμενον, αἱ ἐφημερίδες αἱ ὁποῖαι δὲν ἔχουν ὑποχρέωσιν νὰ δημοσιεύουν ὁλόκληρον τὸ περιεχόμενον τοῦ δελτίου τοῦ τύπου, νὰ μὴ τὸ δημοσιεύουν λόγῳ ἐλλείψεως χώρου ἤ ἐξ ἄλλων αἰτίων.
§14Ν. ΚΟΥΛΑΝΔΡΟΥ. Κύριε Πρόεδρε. Παρετήρησα πολλάκις ἀντίγραφα τοῦ Δελτίου τοῦ τύπου τοῦ ἐπισήμου, τὸ ὁποῖον ἀνέγραφε ἀγορεύσεις πληρεξουσίων τινων καὶ ἄλλων δὲν ἀνέγραφε.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ εἶναι ὡρισμένον παράπονον.
§16Χ. ΜΗΤΣΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε. Ἐπιτρέψατέ μου νὰ προσθέσω κάτι τι. Ὅτι ἄλλως ἡ ὑπηρεσία αὐτὴ εἶναι ἐκτὸς τοῦ κανονισμοῦ, δὲν προβλέπεται ὑπ’ αὐτοῦ, ἴσως καὶ ἀπαγορεύεται.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι εἶναι νομοθετημένη.
§18Χ. ΜΗΤΣΟΠΟΥΛΟΣ. Τέλος πάντων καὶ ἄν δὲν ἔχει οὕτως, ἠμποροῦμεν νὰ ἀπαλλαγῶμεν αὐτῆς τῆς ὑπηρεσίας καὶ νὰ ἀφήσωμεν τὸν τύπον ἐλεύθερον νὰ τηρῇ ὡς ἄλλοτέ ποτε πρακτικὰ ἀπ’ εὐθείας, χωρὶς νὰ τῷ ἔχητε ὑμεῖς χαρίσῃ ἐδῶ μέσα διὰ τὴν ἐργασίαν αὐτὴν πληρεξουσίους τῆς ἐκλογῆς τῶν κυβερνήσεων, πραξικοποῦντας εἰς τοιοῦτον βαθμὸν ὥστε ἐὰν ἀρέσκῃ ἡ φυσιογνωμία ἑνὸς βουλευτοῦ εἰς αὐτοὺς τότε μόνον νὰ ἀναφέρωσι τὸ ὄνομα του εἰς τὰ δημοσιευόμενα πρακτικά των, ἐὰν δὲ δὲν τοῖς ἀρέσκῃ τότε νὰ ἀποκρύπτωνται ἐπιμελῶς καὶ μοχθηρῶς οἱ ἀγῶνες του καὶ τὸ δημόσιον φρόνημα νὰ ἑτοιμάζεται κατὰ τὰς ὀρέξεις των. Κύριε Πρόεδρε, ἀξιοῦμεν νὰ ἀφήσετε τὸν τύπον νὰ ἀγωνίζηται ἀφ’ ἑαυτοῦ, πλησίον ἡμῶν, ἄνευ ἀποπλανητῶν.
§19Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐγώ, κ. Πρόεδρε, δὲν πρόκειται νὰ ἀγορεύσω ὑπὲρ ἐμαυτόν, τοὐτέστι δὲν πρόκειται, νὰ ὑποστηρίξω τὸν ἑαυτόν μου διότι παρακαθήμενος ἐνταῦθα ἐπὶ πολλὰς δεκαετηρίδας, δὲν νομίζω ὅτι ἔχω πλέον ἀνάγκην νὰ διαφημίζωμαι διὰ τῶν πρακτικῶν τῆς Συνελεύσεως· ἴσως ἄλλως τὸ στάδιόν μου εἶνε εἰς τὸ τέλος, καὶ ἀδιαφορῶ ἐντελῶς περὶ τῶν διαφημίσεων. Ἀλλ’ ἐνταῦθα ὑπάρχουσι καὶ νέοι ἄνδρες, ὧν μετὰ πολλοῦ σεβασμοῦ ἀκούω τὰς γνώμας. Ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ σχηματίσω γνώμην τινα περὶ τῶν ποικίλων πληρεξουσίων καὶ τῶν ἀγορεύσεων αὐτῶν ἐκ τῶν δελτίων, ἅτινα δημοσιεύει τὸ Γραφεῖον τοῦ Τύπου, βεβαιῶ ὑμᾶς, κ. Πρόεδρε, ὅτι δὲν ἤθελον ἐνθουσιασθῆ ὑπὲρ τῶν κυρίων αὐτῶν. Ὅταν κατὰ παλαιοτέρας ἐποχὰς δὲν ὑπῆρχε τὸ Δελτίον τοῦ Τύπου οἱ δημοσιογράφοι ἡμιλλῶντο ὁ εἷς πλειότερον τοῦ ἄλλου ν’ ἀποδώσωσι ἀκριβῶς τὰ γενόμενα ἐν ταῖς Βουλαῖς, διότι τοῦτο εἶνε τὸ συμφέρον τῶν δημοσιογράφων καὶ τῶν ἐφημερίδων, τὶς ἐξ αὐτῶν ἀκριβέστερον νὰ διατυπώσῃ τὰ ἐνταῦθα γενόμενα. Τότε δὲ πραγματικῶς τὰ πρακτικὰ τῶν Βουλῶν ἀπεικόνιζον τὴν ψυχὴν τοῦ Κοινοβουλίου. Ὁμολογῶ ὅτι ἦτο εὐτύχημα δι’ ἐμέ, ὅστις καὶ τότε ἤμην βουλευτής, νὰ ἀναγινώσκω τὴν ἑπομένην τὰ Πρακτικὰ τῶν ἐφημερίδων, διότι πραγματικῶς ἔβλεπον τὴν εἰκόνα τῆς Βουλῆς. Σήμερον τί ἀντιπροσωπεύουσιν αὐτὰ τὰ Πρακτικά, ἅτινα δημοσιεύει ὁ τύπος; Εὑρίσκουσιν αἱ ἐφημερίδες ἑτοίμην τὴν ἐργασίαν, καὶ λαμβάνουσιν αὐτὴν ἀπὸ τοῦ Γραφείου τοῦ Τύπου. Τὶ ἀντιπροσωπεύουσιν τὰ Πρακτικά; Ἀντιπροσωπεύουσι παρακαλῶ τὴν ψυχὴν τῆς Συνελεύσεως; Ἀντιπροσωπεύουσι τὰς ὡραίας γνώμας, αἵτινες συνηθέστατα ἀκούονται ἐκ τῶν ἑδωλίων τούτων; Ἀντιπροσωπεύουσιν, ἵνα εἴπω οὕτω, πολλὰς εὐφυεῖς διακοπὰς καὶ φράσεις, αἵτινες ἀποτελοῦσι τὴν ψυχὴν καὶ τὴν φυσιογνωμίαν τοῦ Ἔθνους; Οὐδὲν, κυρίως, τούτων. Ὅστις ἀναγινώσκει τὰ Πρακτικὰ βεβαίως λέγει καθ’ ἑαυτὸν (μὲ συγχωρεῖτε διὰ τὴν ἔκφρασιν). «τὶ ψώφιο σῶμα εἶνε αὐτό, τὶ ψωφίμι εἶνε αὐτό;» Διατὶ; Διότι τὰ Πρακτικὰ δὲν ἀντιπροσωπεύουσιν τὰ ἐνταῦθα γινόμενα, ἀντιπροσωπεύουσι τὴν δειμαλέαν διατύπωσιν ἐκείνου, ὅστις συντάττει αὐτά, ἐκείνου ὅστις κρατεῖ τυχὸν εἰς χεῖρας, φοβεῖται μήπως βάλῃ πλείονας γραμμὰς εἰς τοὺς ἀντιπολιτευομένους πληρεξουσίους ἢ εἰς τὸν Ὑπουργόν. Ἐγώ, κύριοι, δὲν ὁμιλῶ ὑπὲρ τοῦ ἰδίου συμφέροντος, διότι ἀδιαφορῶ περὶ τούτου, καθότι τὸ στάδιόν μου εὕρηται περὶ τὸ τέρμα αὐτοῦ· ὁμιλῶ χάριν τῆς ψυχῆς τοῦ Ἔθνους, ἥν ὑμεῖς ἀντιπροσωπεύετε. Αὐτὰ εἶνε τὰ Πρακτικά, ἅτινα δημοσιεύει τὸ Γραφεῖον τοῦ Τύπου. Ἐπειδὴ ὅμως ἐπιθυμῶ νὰ ἔλθω εἰς τὰ πράγματα, παρακαλῶ νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ εἴπω ὀλίγα τινά, ἔτι. Προχθὲς συνεζητεῖτο ἐρώτησις ἤ ἐπερώτησις, παρενέβην ἐν τῇ συζητήσει, καὶ ἔθιξα θέμα τι, τὸ θέμα τουτέστι τῶν Γεν. Διοικήσεων, καὶ ἔλεγον, ὅτι, διοριζόμενος Γενικὸς Διοικητὴς ὁ πληρεξούσιος, καθίσταται ἐλεγχόμενος ἀπὸ ἐλέγχοντος ἐνταῦθα, καὶ ὑποθέτω, ὅτι οὐδεὶς ἐξ ὑμῶν ὑπάρχει, ὅστις δὲν ἤκουσε τοῦτο. Ἀπήντησεν ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς καὶ ἐξέφερε τὴν γνώμην αὐτοῦ, σεβαστὴν βεβαίως, ἀνταπήντησα, καὶ ἐζήτησα νὰ ἀνατρέψω τὰ ἐπιχειρήματα τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ. Τὴν ἑπομένην πρωΐαν ἠθέλησα ἀπὸ περιεργείας νὰ ἴδω πῶς διετυπώθη ἡ γνώμη μου. Δὲν ἔχω τὰ Πρακτικὰ πρόχειρα καὶ λυποῦμαι. Ἐν αὐτοῖς φαίνομαι ἰσχυριζόμενος, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐλέγχηται ὁ Γενικὸς Διοικητής, ἐνῷ ἐγὼ εἶπον, ὅτι, ἐπειδὴ εἶνε ἐλέγχων ὡς πληρεξούσιος, δὲν πρέπει νὰ ἐλέγχηται, διότι τοῦτο ἀντιβαίνει εἰς τὸν κοινοβουλευτισμόν. Ἰδοὺ πῶς γράφονται τὰ Πρακτικά. Θέλετε ἐξ ἀπειρίας καὶ φόβου τοῦ συντάκτου, κρατοῦντος τὸν λόγον εἰς τὰς χεῖρας, καὶ προσπαθοῦντος νὰ βαρύνῃ αὐτὸς πάντοτε πρὸς τὸ μέρος τοῦ Ὑπουργοῦ; Ἐγὼ δὲν ἐξετάζω τοῦτο, ἐγὼ βεβαιῶ ὅτι τὰ Πρακτικὰ αὐτὰ καταβιβάζουσι τὸ Κοινοβούλιον, καταβιβάζουσι τὸ Κοινοβουλευτικὸν Πολίτευμα, καταβιβάζουσι τὴν Συνέλευσιν, ἥτις ἐὰν δὲν σταθῇ εἰς τὴν θέσιν, ἐν ᾗ εὑρίσκεται, καὶ ἐν ᾗ πρέπει νὰ διατελῇ ὑψωμένη, οὐαὶ καὶ οἴμοι εἰς ἡμᾶς καὶ εἰς τὸν τόπον. Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἐγερθῆτε ὅλοι ὁμοῦ, ἄνευ διακρίσεως κομμάτων, καὶ ἐντεῦθεν καὶ ἐκεῖθεν, καὶ νὰ ζητήσητε νὰ ἐπανέλθῃ τὸ παλαιὸν καθεστώς, καθ’ ὅ οἱ δημοσιογράφοι, φροντίζοντες, ἵνα παρέχωσιν ὅσον τὸ δυνατὸν μεγαλύτερον κῦρος εἰς τὰς ἐφημερίδας αὐτῶν, μετὰ προσοχῆς ἐφιλοτιμοῦντο τὶς ἀρτιώτερον τοῦ ἄλλου νὰ ἀποδώσῃ τὴν ἀλήθειαν τῶν ἐνταῦθα γινομένων, νὰ ἀποδώσῃ τὴν ψυχὴν τῆς αἰθούσης ταύτης ἐν τοῖς Πρακτικοῖς, τὰς γνώμας τὰς σπουδαίας, νὰ μυκτηρίσῃ ἐνίοτε τὰ ἄξια μυκτηρισμοῦ, νὰ ἐξάρῃ τὰ ἄξια ἐξάρσεως, νὰ τονίσῃ τὴν εὐφυΐαν πολλῶν Ἑλλήνων Βουλευτῶν καὶ Πληρεξουσίων, οἵτινες παριστῶσι πολλάκις τὸ πνεῦμα τῆς Ἑλληνικῆς φυλῆς. Αὐτὸ τὸ πνεῦμα διὰ τοῦ Γραφείου τοῦ Τύπου κατέπεσε καὶ ἐξευτελίσθη, οὐαὶ δὲ ἡμῖν, κύριοι, ἐὰν αἱ μέλλουσαι γενεαὶ θελήσωσι νὰ φωτίζωνται περὶ τῆς συγχρόνου πολιτικῆς ἱστορίας τοῦ τόπου διὰ τῶν ἐφημερίδων, δηλαδὴ διὰ τῶν Πρακτικῶν, ἅτινα αἱ ἐφημερίδες δημοσιεύουσι ψευδῶς, μετ’ ἀνακριβειῶν ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους. Οὐδὲν τὸ ἀκριβές, πολλάκις τὸ ἀντίθετον ἐκεῖνο, ὅπερ οἱ Πληρεξούσιοι ἐνταῦθα εἶπον. Τῶν λόγων τούτων ἕνεκα νομίζω, ὅτι ἀπὸ σήμερον πρέπει ἡ Συνέλευσις νὰ ἀξιώσῃ τὴν κατάργησιν τοῦ Γραφείου τοῦ Τύπου. Ὁ κύριος, ὅστις διευθύνει τὸ Γραφεῖον τοῦ Τύπου ἄς λάβῃ οἱανδήποτε ἄλλην θέσιν ἐν τῇ Βουλῇ, δὲν πταίει ὁ δυστυχής, τὶ νὰ σᾶς κάμῃ. Εἶνε ἄνθρωπος, ὅστις θέλει νὰ ζήσῃ. Τὶ θέλετε, νὰ γίνῃ Γάϊος Γράκχος; Δὲν γίνεται Γάϊος Γράκχος· εἶνε εἷς μικρὸς ὑπαλληλίσκος, ὁ δυστυχής.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὥστε φρονεῖτε, ὅτι τοῦ ἔχει ἐπιβληθῆ νά κάμῃ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα καταγγέλλετε;
§21Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὄχι. Δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ γίνῃ αὐτὴ ἡ ἐρώτησις· εἰξεύρω τὶ λέγω, καὶ ὅταν θέλω νὰ καυτηριάσω, καυτηριάζω, χωρὶς οὐδένα νὰ φοβῶμαι. Λέγω λοιπόν, ὅτι δὲν εἶνε εἰς κατάστασιν ὁ δυστυχὴς αὐτὸς, ἵνα ἐκτελῇ ὅτι ἐπιβάλλεται· ἐκεῖνο, ὅπερ γράφει, πρέπει νὰ γραφῇ ἴσως ἀπὸ δέκα, ἵνα ἀκριβῶς διατυπωθῇ. Ἴσως συντελεῖ, ὅτι δημόσιος ὢν ὑπάλληλος, βεβαίως ψυχολογικῶς ἐπηρεάζεται ὑπὲρ τῆς Κυβερνήσεως καὶ οὐχὶ ὑπὲρ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Διὰ τοῦτο τὸ Γραφεῖον τοῦ τύπου πρέπει νὰ καταργηθῇ. Ἐὰν οἱ κύριοι δημοσιογράφοι δὲν εἶνε εὐχαριστημένοι ἀπὸ τοῦ θεωρείου, ἐν ᾧ κάθηνται, καὶ ἀπὸ τοῦ ὁποίου ἀκούουσιν εὐκρινῶς, ὅταν ὑπάρχῃ ἡσυχία ἐνταῦθα ἄς εὕρωμεν ἄλλην θέσιν δι’ αὐτούς. Οἱ κύριοι, οἵτινες κάθηνται ἐκεῖ (δεικνύει τὰς θέσεις τῶν ὑπαλλήλων τῆς Βουλῆς) ἂς τοποθετηθῶσιν ἀλλαχοῦ, καὶ ἂς κατεβῶσιν οἱ δημοσιογράφοι, ἐν τῇ Αἰθούσῃ, οἵτινες εἶνε χρησιμώτατοι διὰ τὴν ἱστορίαν τοῦ Ἔθνους, νὰ ὀπισθοχωρήσωσιν οἱ κύριοι, οἵτινες κάθηνται ἐκεῖ, ἵνα μὴ ζημιωθῇ ἡ ἱστορία τοῦ Ἔθνους. Ἠμπορεῖ λαμπρότατα νὰ ὁρισθῶσιν ἄλλαι θέσεις ὄπισθεν, ἢ παραπλεύρως. Ἐκεῖ πρέπει νὰ τοποθετηθῶσιν οἱ δημοσιογράφοι. Ἄν μάλιστα εἶναι ἀληθὲς ὅ,τι κατὰ κόρρον λέγεται, ὅτι ὁ τύπος εἶναι τετάρτη δύναμις συνταγματική, νομίζω, ὅτι εἶναι καιρὸς εἰς αὐτὴν τὴν δύναμιν νὰ θέσωμεν παραλλαγάς. Παρέτεινα ἴσως περισσότερον τοῦ δέοντος τὸν λόγον παρὰ τὴν συνήθειάν μου. Θεωρῶ ὅμως τὸ θέμα σπουδαιότατον, θίγον τοὺς θεσμούς, θίγον τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ Κοινοβουλίου. Θίγει τὸ συμφέρον τοῦ τόπου, καὶ πρέπει ἅπαξ διὰ παντὸς νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα τοῦτο. (Χειροκροτήματα).
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἔχει τὸν λόγον.
§23Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ μόνον μέσον σωτηρίας, κύριοι, εἶναι ἡ δημοσίευσις τῶν ἐστενογραφημένων πρακτικῶν. Δυστυχῶς ἡ στενογραφικὴ ἡμῶν κατάστασις εἶναι τοιαύτη ὥστε νὰ καθίσταται τοῦτο ἀδύνατον. Οἱαδήποτε καλὴ θέλησις δὲν δύναται νὰ καταστήσῃ δυνατὸν νὰ δημοσιεύωνται τὴν ἑπομένην πρωΐαν ἢ ἐντὸς τῆς ἑπομένης ἡμέρας τὰ πρακτικὰ τὰ ἐστενογραφημένα. Τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἀπομακρυνώμεθα ἀπὸ τὴν βάσιν αὐτὴν ἔρχεται τὸ ζήτημα ὅτι κάποιος θὰ κάνῃ μίαν περίληψιν ἐκείνων τὰ ὁποῖα λέγονται, αὐτὴ ἡ περίληψις συντασσομένη ἀπὸ τὸν συντάκτην τῶν πρακτικῶν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι βεβαίως τοιαύτη, οἵα θὰ ἦτο ἄν συνετάσσετο ἀπὸ τὸν ἴδιον τὸν ἀγορεύσαντα. Ἀλλὰ καὶ ὁ ἴδιος ὁ ἀγορεύσας ἄν θέλῃ νὰ κάμῃ περίληψιν ἀποδίδουσαν ἀκριβῶς ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εἶπε μοιραίως θὰ καταλήξῃ εἰς τὸ νὰ γράψῃ τὸν λόγον του ἐκ νέου. Λοιπὸν μὴ ζητοῦμεν τὰ ἀδύνατα. Ἀλλὰ συγχρόνως ἂς ἀποφύγωμεν νὰ εἴπωμεν ὅτι ὁ συντάκτης τῶν πρακτικῶν ὁ ἀτυχὴς ἐπηρεάζεται ἀπὸ τῆς ἐπιθυμίας νὰ μὴ φανῇ δυσάρεστος εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Καὶ ἄλλοτε εἶπον ὅτι ἐγὼ δὲν ἀναγινώσκω τὰ ἐπίσημα πρακτικά, οὔτε τὸ δελτίον τοῦ τύπου διὰ νὰ ἴδω ἄν μοῦ ἀποδίδουν ὅτι εἶπον καὶ ὅταν ἔτυχε νὰ ἴδω, ἔτυχε νὰ μείνω κατ’ ἐξοχὴν δυσαρεστημένος καὶ ἴσως ἄν δὲν τὰ ἀνεγίνωσκα, εἶναι καὶ τοῦτο, τὸ νὰ μὴ μοῦ μείνῃ ἡ ἐντύπωσις ὅτι μοῦ ἀποδίδουν πράγματα τὰ ὁποῖα δὲν εἶπον.
§24Π. ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ λόγοι σας δημοσιεύονται τὴν ἑπομένην ἐκ τῶν ἐστενογραφημένων πρακτικῶν ἐν πλήρει τάξει.
§25Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ λέγετε ὑμεῖς. Ὁ κ. Ν. Λεβίδης εἶπε ὅτι κατὰ τὴν προχθεσινὴν συνεδρίασιν δὲν τὸ ἀπεδόθησαν καλῶς ἀπὸ τοῦ δελτίου τοῦ τύπου ὅσα εἶπε. Νὰ ἰδῆτε τὶ ἀπεδόθησαν εἰς ἐμὲ διὰ νὰ εἴδητε ὅτι δὲν εἶναι ἀκριβὲς τὸ λεχθὲν διότι ἔχω τὸ πρᾶγμα εἰς χεῖρας μου. Τώρα μοῦ ἐδόθη αὐτὸ τὸ δελτίον. Ὅταν δημοσιεύωνται ἐστενογραφημένα πρακτικὰ δημοσιεύονται ὡς ἐστενογραφημένα. Τώρα τὶ λέγει τὸ δελτίον, ὁ κ. Γούναρης ἀποκρούει τὴν ἀρχὴν τὴν ὑποστηριχθεῖσαν ὑπὸ τοῦ κ. Λεβίδου.
§26Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Εἶναι εὐτύχημα ὅτι ἐτιμωρήθητε καὶ σεῖς μίαν φοράν.
§27Π. ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν στιγμὴν ποῦ συμβαίνει καὶ σὲ σᾶς πρέπει νὰ καταργηθῇ.
§28Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ δὲν διαμαρτύρομαι διὰ τὸ πρᾶγμα, διότι ἔχω ἀρκετὴν πεῖραν τῶν ἀνθρωπίνων πραγμάτων, ὥστε νὰ γνωρίζω ὅτι δὲν εἶναι εὔκολον νὰ γίνῃ τοιαύτη περίληψις. Σημειώσατε καὶ ἄλλο· ὅτι πολλαὶ ἐφημερίδες δὲν δημοσιεύουν ὁλόκληρον τὴν περίληψιν διότι δὲν θέλουν νὰ τὴν δημοσιεύσουν. Ἄν δὲ στείλωμεν αὔριον περίληψιν διπλασίαν ἤ τριπλασίαν νὰ εἶσθε βέβαιοι ὅτι δὲν θὰ τὴν δημοσιεύσουν. Λοιπὸν τί ποιητέον εἰς τὴν περίστασιν αὐτήν; Ἐγὼ νομίζω ἕν πρᾶγμα ἀκόμη ν’ ἀποπειραθῶμεν ἂν καὶ τοῦτο εἶναι δυνατόν. Αὐτὸ τὸ δελτίον τὸ ὁποῖον συντάσσει τὸ γραφεῖον τοῦ τύπου νὰ στέλλεται εἰς τοὺς κ. πληρεξουσίους καὶ τοιουτοτρόπως νὰ ἐξελέγχουν οἱ ἴδιοι τὸν λόγον των. Πρέπει δὲ νὰ διακρίνωμεν τὸ ἑξῆς. Δὲν πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν ὅτι αὐτὸ τὸ ὁποῖον δημοσιεύεται εἰς τὰς ἐφημερίδας εἶναι αὐτὸ τὸ ἴδιον τὸ δελτίον.
§29Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἄς καταργηθῇ πρὸς τὸ παρὸν καὶ κατόπιν βλέπωμεν.
§30Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Μὴ νομίσετε ὅτι αἱ ἐφημερίδες δημοσιεύουν τὰς ἀγορεύσεις τὰς ὁποίας ἔχει τὸ δελτίον. Αὐταὶ δημοσιεύουν τὰς ἀγορεύσεις τὰς ὁποίας αὐταὶ θέλουν.
§31Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐπὶ ἑβδομήκοντα ἔτη δημοσιεύω εἰς τὰς ἐφημερίδας πρακτικὰ καὶ οὐδεὶς παρεπονέθη.
§32Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ δελτίον τοῦ τύπου δὲν εἶναι νέον πρᾶγμα. Εἶναι δέκα ἐτῶν.
§33Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ὄχι.
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ προεδρίας Κουμουνδούρου. Ὁ κ. Ν. Στράτος ἔχει τὸν λόγον.
§35Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἀκριβῶς ἐπὶ τῆς προεδρίας τοῦ ἀξιοτίμου πληρεξουσίου Μεσσηνίας στρατηγοῦ Κουμουνδούρου. Διετηρήθη δὲ ἡ ἐφαρμογὴ του ἐπὶ δεκαπενθήμερον καὶ ἔπαυσεν. Καὶ ὁ λόγος τῆς ἐκδόσεως δελτίου τότε ἦτο παρατήρησις ἡ ὁποία ἐγένετο ἐκ τῆς προεδρικῆς ἕδρας εἰς τοὺς ἐν τῷ δημοσιογραφικῷ θεωρείῳ εὑρισκομένους ἀντιπροσώπους τοῦ τύπου ὑπὸ τοῦ τότε προέδρου κ. Κουμουνδούρου. Οἱ δημοσιογράφοι ἐχολώθησαν καὶ αἱ ἐφημερίδες ὅλαι τὴν ἐπαύριον, ἔπαυσαν δημοσιεύουσαι πρακτικὰ τῆς Βουλῆς. Ἕνεκα τούτου ἡ Βουλὴ μὴ θέλουσα νὰ ὑποχωρήσῃ πρὸ τοῦ τοιούτου μποϊκοτάζ τοῦ τύπου ἀπεφάσισεν ἀμέσως τὴν ἔκδοσιν δελτίου ἵνα εἶναι δυνατὸν κατὰ τοιοῦτον τρόπον νὰ ἀνακοινῶνται εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν τὰ ἐνταῦθα συμβαίνοντα. Τὸ δελτίον ἐκεῖνο δὲν ἐστέλετο εἰς τὰς ἐφημερίδας ἀλλὰ ἀπετέλει αὐτὸ τοῦτο ἐφημερίδα, ἡ ὁποία ἐκυκλοφόρει διὰ τοῦ πρακτορείου. Ἦτο ἕν εἶδος ἐφημερίδος. Ὑπενθυμίζω δὲ εἰς ὅλους τοὺς τότε συνεργαζομένους, διότι πιθανὸν νὰ τὸ ἐλησμόνησαν ὅτι, χάριν τῆς ἐκδόσεως τοῦ δελτίου τούτου μετέσχον βουλευταὶ τῆς συντάξεως του, καὶ κατηρτίσθη ἐπιτροπὴ ἐκ βουλευτῶν, ἤμην δὲ καὶ ἐγὼ μέλος τῆς ἐπιτροπῆς καὶ ὁ πληρεξούσιος Ἀττικῆς κ. Ἰωάννης Ράλλης καὶ δὲν ἐνθυμοῦμαι ποῖοι ἄλλοι καὶ κατήντησε ἐπὶ δεκαπενθήμερον νὰ συντάσσωμεν ἡμεῖς τὸ δελτίον τοῦ τύπου.
§36Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Μπορούσατε πάντα;
§37Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ὄχι. Ἐν τῷ μεταξὺ ἐπῆλθον ἐξηγήσεις μεταξὺ τοῦ προεδρείου καὶ τοῦ τύπου καὶ ἀπεκατεστάθησαν αἱ σχέσεις ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ καὶ ἔπαυσεν ἡ ἔκδοσις τοῦ δελτίου. Ὅταν ὁ τύπος ἐπανέλαβε τὴν ἀναγραφὴν τῶν πρακτικῶν ἐσταμάτησεν καὶ ἡ ἀσχολία ἡμῶν καὶ ἡ δαπάνη τοῦ δημοσίου. Ἔκτοτε δελτίον τοῦ τύπου δὲν ἐνεφανίσθη παρὰ μόνον κατὰ τὸ 1917 προεκλήθη ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ στρατιωτικοῦ νόμου, ὅταν ἐγκατεστάθη ἡ Κυβέρνησις Θεσσαλονίκης ἐνταῦθα, διότι τὰ λεγόμενα ἐν τῇ Βουλῇ τότε ἦσαν ὑπὸ λογοκρισίαν, λογοκρισίαν ἀσκουμένην ὑπὸ τοῦ Ἀρχηγοῦ διοικητοῦ τοῦ πρώτου Σώματος Στρατοῦ, ὅστις τῇ ἀδείᾳ τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς, ἐνίσχει τὴν λογοκρισίαν ἐπὶ τοῦ δελτίου τοῦ τύπου καὶ τοιουτοτρόπως, ὅσα ἐν τῷ δελτίῳ τοῦ τύπου μετὰ τὴν λογοκρισίαν περιείχοντο, ἠδύναντο νὰ περιέρχωνται εἰς τὸν τύπον καὶ ἠδύναντο αἱ ἐφημερίδες ἄνευ φόβου πλέον νὰ μὴ προσκρούσωσιν εἰς τὸν στρατιωτικὸν νόμον νὰ τὰ δημοσιεύωσιν. Ἡ χρησιμότης διὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ὑπῆρξε κατὰ τοῦτο, ὅτι τῶν μὲν συμπολιτευομένων αἱ ἀγορεύσεις urbi et orbi ἐκυκλοφόρουν.
§38Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). orbi ὄχι.
§39Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Τῶν δὲ ἄλλων ἀνεγράφοντο τρεῖς τέσσαρες σειραὶ καὶ ἐτελείωνε τὸ ζήτημα. Σήμερον δὲν ἔχομεν πλέον οὔτε στρατιωτικὸν νόμον, οὔτε λογοκρισίαν.
§40ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Οὔτε καὶ Βενιζέλον.
§41Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Φυσικά. Γιὰ νὰ λείπῃ αὐτὸς λείπουν καὶ τὰ ἄλλα δύο. Λοιπὸν δὲν ὑπάρχει καμμία ἀνάγκη ἐκδόσεως δελτίου τύπου διὰ τὸ ὁποῖον νὰ ἀπασχολοῦνται τρεῖς ὑπάλληλοι καὶ οἱ ὁποῖοι οὐδὲν ἄλλο ἔχουν παρὰ νὰ διαπράττουν εἴτε ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὁ ἀξιότιμος πληρεξούσιος ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας κ. Λεβίδης ἀνεκοίνωσεν εἴτε ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου κατήγγειλεν, ἄλλοτε νὰ γίνεται στενογραφικὴ ἀπόδοσις τῶν ἀγορεύσεων τῶν Ὑπουργῶν, ἄλλοτε νὰ παρίστανται ὡς ἀποσβολωμένοι ἀπαντήσαντες εἰς τρεῖς γραμμάς, εἴτε δημοσιεύοντες σφαλερὰς ἐννοίας, ὡς κατήγγειλεν ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Ὅταν λοιπὸν πρόκειται νὰ ἀλλάξωμεν κατ’ ἀνάγκην μίαν ὑπηρεσίαν, ἡ ὁποία εἴτε εἶναι ἱκανή, εἴτε εἶναι εἰς τοιοῦτον βαθμὸν ἀνίκανος, ὄχι ἐξ ἀνικανότητος τῶν ὑπαλλήλων, ἀλλὰ διότι ἡ κατάστασις εἶναι τοιαύτη, ὥστε δὲν δύναται νὰ παρακολουθήσῃ τὸ σύνολον τῶν συζητήσεων καὶ νὰ τὸ ἀποδίδῃ ἐπακριβῶς, ἀποδίδει εἰς τὸ κοινὸν νοήματα μὴ λεχθέντα ἐνταῦθα καὶ ἐσφαλμένα καὶ παρέχει τὸ ἐνδόσημον εἰς τὸν κόσμον νὰ πιστεύῃ ὅτι ἐνταῦθα ἀνοηταίνομεν. Εἶναι περιττὸν λοιπόν. Δὲν ἠξεύρω δὲ κατά τί ἤθελε ὠφελήσῃ τοὺς νεωτέρους πληρεξουσίους, τῶν ὁποίων κατὰ παρατήρησιν τοῦ κ. Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, οἱ λόγοι δὲν δημοσιεύονται εὐκόλως εἰς τὰς ἐφημερίδας κατὰ τὶ λέγω ἤθελε ὠφελήσει αὐτούς, ἐὰν δημοσιεύωνται ἐσφαλμένοι καὶ ἀνόητοι. Ἐφ’ ὅσον δὲν δημοσιεύονται τῇ πρωτοβουλίᾳ τῶν ἐφημερίδων’ καταδικάζονται εἰς ἄγνοιαν καὶ ἐν τῇ ἀγνοίᾳ ὑπάρχει τὶ τὸ ἐρωτηματικόν, ἐὰν εἶναι ἐπαρκὴς ἤ ἀνεπαρκὴς ἱκανὸς ἤ ἀνίκανος. Ὅταν ὅμως δίδεται ἐπισήμως τότε τοὺς δίδεται τὸ δικαίωμα νὰ μορφώσουν γνώμην περὶ τῶν νεωτέρων πληρεξουσίων ὅτι τὰ λεγόμενα ὑπ’ αὐτῶν εἶναι ἀνόητα. Ὅσον ἀφορᾷ τοὺς παλαιοτέρους, διὰ τοὺς ὁποίους ἔχουσιν ἐσχηματισμένην γνώμην κατόπιν πολυχρονίου ὑπηρεσίας μία δημοσίευσις εἰς τὰς ἐφημερίδας διὰ τοῦ δελτίου τοῦ τύπου, εἴτε σφαλερὰ, εἴτε μὴ, εἶναι ἀκίνδυνος, διότι δὲν θὰ πιστευθῇ ὅτι εἶπεν ἀνοησίας, ἀλλὰ καὶ ἄν διαφύγῃ καὶ καμμία ἀνοησία ἡ ἀποκήρυξίς της τὴν ἐπαύριον ἀρκεῖ νὰ πιστευθῇ ὅτι δὲν ἐλέχθη. Δι’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους βλέπετε ὅτι τὰ ἐπιχειρήματα τῶν ἀγορευσάντων εἶναι καταδικαστικὰ διὰ τὸ δελτίον. Πρέπει νὰ ἀφεθῇ ὁ τύπος ἐλεύθερος, ἀπὸ τοῦ θεωρείου τῆς Βουλῆς νὰ παρακολουθῇ δι’ ἀντιπροσώπου του τὰς ἀγορεύσεις. Ἐπὶ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν ἀφ’ ἧς ὑπάρχει τύπος Ἑλληνικὸς καὶ Κοινοβούλιον ἑλληνικόν, ἀφ’ ἧς ἐγένοντο ἀγῶνες μεγάλοι κοινοβουλευτικοὶ καὶ ἀπέφευγεν ἀκόμη ὁ ἀντιφρονῶν τύπος νὰ μὴ ἀναγράφῃ οὔτε τὸ ὄνομα τοῦ ἀγορεύσαντος, τὸ ἔγραφε ὅμως ὁ τύπος ὁ ὁμοφρονῶν, ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, οὐδὲν ζήτημα ἐγεννᾶτο καὶ τὸ κοινὸν ἐμάνθανε τὴν ἀλήθειαν.
§42Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ τὸ μόνον, τὸ ὁποῖον ἔχω νὰ συστήσω καὶ πάλιν, εἶναι νὰ δίδωνται περιλήψεις, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν ποτέ, κύριοι, τὸ δελτίον τοῦ τύπου νὰ ἀποδώσῃ πιστῶς τὰ ἐνταῦθα λεγόμενα.
§43ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Νὰ καταργηθῇ κ. Πρόεδρε, νὰ καταργηθῇ.
§44Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Κάμετε μίαν πρότασιν ἄν θέλετε νὰ καταργηθῇ.
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Ἀργυρόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§46Π. ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὅταν δὲν ἔχωμεν τὴν θέλησιν νὰ ὀργανώσωμεν κἄτι τί, τὸ καταργοῦμεν· τὸ πρᾶγμα εἶναι πολὺ ἁπλοῦν. Κηρύσσομαι, Κύριοι, κατὰ τῆς καταργήσεως τοῦ γραφείου τοῦ τύπου, καὶ φρονῶ πεποιθότως, ὅτι μὲ ὀλίγην καλὴν θέλησιν καὶ θεληματικότητα, δύναται καὶ τὸ γραφεῖον τοῦ τύπου νὰ ὀργανωθῇ κατὰ τὸν ἀκόλουθον τρόπον. Ὑπάρχουσι πρακτικογράφοι ἐφημερίδων ἱκανώτατοι. Ὁπουδήποτε καὶ ἄν εὕρητε αὐτοὺς ἐργαζομένους εἰς οἱανδήποτε μερίδα τοῦ Ἀθηναϊκοῦ τύπου νὰ τοὺς προσλάβητε. 2,3,4,5 νὰ προσληφθοῦν· νὰ προστεθῇ δὲ ἐκεῖ ἕν μικρὸν θεωρεῖον εἰς τὸ ὁποῖον νὰ τοποθετηθοῦν καὶ νὰ ἀποδιωχθοῦν τῆς αἰθούσης ὅλοι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι κάθηνται ἀπὸ ἐπάνω ἀπὸ τοὺς πρακτικογράφους καὶ ἔνθα καὶ ἐκεῖθεν καὶ τοὺς ἐμποδίζουν νὰ κάμουν τὸ καθῆκον των. Διότι ὅλοι αὐτοὶ οἱ ἐπὶ κεφαλῆς ὑπάλληλοι τῶν τμημάτων τῆς Βουλῆς, οἱ κύριοι αὐτοὶ οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ καὶ ἀπὸ τοῦ Προεδρείου τὶ ἐργασίαν ἔχουν; Εἶναι καὶ ἀσέβεια φρονῶ τὸ νὰ ἵστανται ἐπὶ τοῦ Προεδρείου. Ὁσάκις βλέπω ὑπαλλήλους μὴ τεταγμένους εἰς ὑπηρεσίαν ἐπὶ τοῦ Προεδρείου δυσφορῶ μέχρι σημείου ἀφορήτου. Ἀλλὰ δὲν λέγω τίποτε διὰ νὰ μὴ γεννῶ ζητήματα. Συνεπῶς προσθέσατε ἕν θεωρεῖον, διορίσατε 4 πρακτικογράφους ἐφημερίδων, οἱ ὁποῖοι νὰ ἀποτυπώνουν τὴν μορφὴν τῶν συζητήσεων καὶ νὰ εἶναι καὶ ἕνας εἰδικὸς ὁ ὁποῖος εὐθὺς ὡς τελειώνει ὁ ἀγορεύων θὰ ἔρχεται καὶ θὰ τοῦ δίδουν τὰς περιλήψεις καὶ θὰ βλέπει ἄν δὲν ὑπάρχει τι τὸ ἀντίθετον ἀπ’ αὐτὰ τὰ ὁποῖα ἐλέχθησαν ἐδῶ. Καὶ ἀμέσως τότε θὰ δίδῃ εἰς τὴν πολυγραφικὴν ὑπηρεσίαν. Τότε ἡ ὑπηρεσία αὐτὴ δύναται νὰ γίνῃ τάχιστα καὶ ἁρμονικώτατα. Διατὶ δὲν δυνάμεθα νὰ τὴν ὀργανώσωμεν; Διότι δὲν θέλομεν νὰ τὴν ὀργανώσωμεν. Ἐὰν καταργηθῇ θὰ προκύψῃ ἕν σπουδαῖον ἄτοπον. Παρὰ τὰ λεχθέντα καὶ ἐκ μέρους τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐκ μέρους τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ Μεταρρυθμιστικοῦ κόμματος κ. Στράτου θὰ προκύψῃ καὶ μάλιστα κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην λόγῳ τῆς μορφῆς, τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ δημοσιογραφικὴ κοινὴ γνώμη ἐκ τῆς διαιρέσεως, ἡ ὁποία ὑπάρχει, ὅτι δὲν θὰ ἀποδίδεται ἡ μορφὴ καὶ ἡ ψυχολογία ἡ κρατοῦσα ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Τὸ πρακτικότερον εἶναι αὐτὸ τὸ ὁποῖον λέγω. Ἀνακαλύψατε καὶ ὑπάρχουσι πρακτικογράφοι λίαν κατάλληλοι εἰς τὰς ἐφημερίδας, τοὺς ὁποίους νὰ διορίσητε καὶ νὰ τοὺς τοποθετήσητε ἐκεῖ εἰς ἕν θεωρεῖον καὶ νὰ ἐκδιώξητε ὁριστικῶς ὅλους τοὺς μὴ ἔχοντας ἐργασίαν καὶ οἱ ἰδιαίτεροι γραμματεῖς νὰ εὑρίσκονται εἰς ἑτέραν αἴθουσαν ἐν ἀναμονῇ τῶν διαταγῶν τῶν Ὑπουργῶν καὶ τῶν ἀρχηγῶν τῶν κομμάτων. Τότε θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν καὶ πρακτικογράφους οἱ ὁποῖοι θὰ κάμουν τὰς περιλήψεις καὶ θὰ ἐκτελῶσι τὸ καθῆκον των καλῶς καὶ θὰ λειτουργῇ ἄριστα τὸ δελτίον.
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπεβλήθη πρότασις ὑπογεγραμμένη ὑπὸ πολλῶν πληρεξουσίων περὶ τροποποιήσεως τοῦ κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς καὶ περὶ καταργήσεως τῶν ἐδαφίων 8 καὶ 9 τῆς γʹ παραγράφου τοῦ ἄρθρου 96 τὸ ἀφορῶν τὸ γραφεῖον τοῦ τύπου. Ἡ πρότασις αὐτὴ κατὰ τὸν κονονισμὸν θέλει τυπωθῆ καὶ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἐπὶ τοῦ κανονισμοῦ.
§48Μ. ΑΝΝΙΝΟΣ ΚΑΒΑΛΛΙΕΡΑΤΟΣ. Προκειμένου περὶ τροποποιήσεως τοῦ κανονισμοῦ δύναται νὰ ὑποστηριχθῇ καὶ νὰ ψηφισθῇ ἄνευ παραπομπῆς. Ἡ Βουλὴ εἶναι κυρίαρχον σῶμα καὶ δύναται νὰ κάνῃ ὅτι θέλει.
§49Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Δὲν εἶναι καμμία ἀνάγκη νὰ παραπεμφθῇ. Πρόκειται περὶ ἄρθρου Συνταγματικοῦ διὰ νὰ φύγουν δύο ἤ τρεῖς ἄνθρωποι ἀπ’ ἐδῶ.
§50Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Μὴ λησμονεῖτε, κύριε πρόεδρε, ὅτι πρόκειται περὶ Συντακτικῆς Ἐθνοσυνελεύσεως. Καὶ αὐτὸ τὸ φυλλάδιον τὸ ὁποῖον ἔχετε εἰς τὰς χεῖρας σας ἡ Συνέλευσις ἠμπορεῖ νὰ τὸ θεωρήσῃ, ὁπόταν θελήσῃ, ὡς χάρτην ἄγραφον.
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Συνέλευσις ἀπεφάνθη ὅτι διέπεται ὑπὸ τοῦ ἰσχύοντος κανονισμοῦ. Ἐγὼ δὲ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἐμμείνω εἰς τὸν κανονισμὸν ἐφ’ ὅσον ἡ Συνέλευσις δὲν τὸν ἀνατρέψῃ.
§52Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Βεβαίως, δὲν δυνάμεθα διὰ μιᾶς ἀποφάσεως νὰ κάμωμεν νὰ ἀτονίσῃ ὁ κανονισμός.
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κανονισμὸς λέγει ὅτι πᾶσα πρότασις ὑποβαλλομένη παραπέμπεται εἰς τὴν ἁρμοδίαν ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ Ἐπιτροπήν. Λέγω λοιπὸν ὅτι εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἐπιμείνω εἰς τὰ ὑπὸ τοῦ Κανονισμοῦ ἀναγραφόμενα.
§54Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Δὲν ἔχομεν εἰδικὸν Κανονισμόν, ὁ ὁποῖος διέπει τὰς συζητήσεις τῶν Συνταγματικῶν Διατάξεων; Φρονῶ ὅτι κατὰ τὸν Κανονισμὸν αὐτὸν δὲν δύναται νὰ γίνῃ ἄλλη συζήτησις παρὰ ἡ Συνταγματική. Εἶναι εἰδικὸς Κανονισμός, τὸν ὁποῖον ἐψηφίσαμεν καὶ κατὰ τοῦτο δὲν δύναται νὰ γίνῃ οὐδεμία ἄλλη συζήτησις.
§55Γ. ΠΩΠ. Δὲν εἰσήλθομεν εἰς τὴν συζήτησιν τῶν Συνταγματικῶν διατάξεων ἀκόμη.
§56Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε. Ὁ Κανονισμὸς λέγει ὅτι κατὰ τὰς ἡμέρας αἱ ὁποῖαι προορίζονται πρὸς συζήτησιν τῶν Συνταγματικῶν διατάξεων δὲν δύναται νὰ γίνῃ ἄλλη συζήτησις.
§57Γ. ΠΩΠ. Γίνεται συζήτησις ἐπὶ τῶν πρακτικῶν.
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι ἐπὶ τῶν πρακτικῶν. Εἶναι συζήτησις ἐπὶ τῆς προτάσεως περὶ καταργήσεως τοῦ δελτίου τοῦ τύπου.
§59Α. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐν τοῖς ἐπισήμοις πρακτικοῖς δὲν ἔχουσιν ἀποδοθῆ ἀκριβῶς ὅσα εἶπον ὅσον ἀφορᾷ τὰ ἐπιδόματα τὰ διδόμενα εἰς τοὺς ἀξιωματικούς. Ἀναγράφεται ἐνταῦθα ὅτι ἐγὼ ἀπέκρουσα τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Νέων Ψαρρῶν πληρεξουσίου ἐν ᾧ ἀντιθέτως συνεφώνησα μετ’ αὐτοῦ, ὅτι πρέπει αἱ αὐξήσεις αὐταὶ νὰ γίνουν ἐπὶ τῇ βάσει τιμαρίθμου. Λοιπὸν δὲν διεφώνησα ἀλλὰ συνεφώνησα.
§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διατυπώσατε το ὅπως θέλετε τὸ μέρος αὐτό.
§61Α. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐπίσης καὶ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἵδρυσιν ὑπηρεσίας φυτοπαθολογικῆς ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Γεωργίας ἐν μὲν τοῖς ἐπισήμοις πρακτικοῖς ὀρθῶς ἀναγράφονται ὅσα εἶπον ἐν τῷ δελτίῳ ὅμως τοῦ τύπου παραδόξως εἶδον νὰ ἀναγράφεται τὸ ἀντίθετον. Ἐπιθυμῶ νὰ εἴπω ἐπὶ τούτου, ὅτι θεραπεία δὲν ὑπάρχει καὶ ἐγὼ νομίζω ὅτι πρέπει νὰ εἶναι ἐλευθερία δημοσιεύσεως τῶν λεγομένων ἐνταῦθα καὶ οὐχὶ διαστροφή. Ὁ μόνος τρόπος ὁ ὁποῖος νομίζω ὅτι πρέπει νὰ καθιερωθῇ εἶναι ὁσάκις ἐφημερίς τις θέτει εἰς τὸ στόμα τοῦ ἀγορεύοντος ἀντιθέτους λόγους τῶν ὅσων εἶπεν ἐνταῦθα νὰ εἶναι ὑποχρεωμένη εἰς τὴν αὐτὴν σελίδα τὴν ἑπομένην ἡμέραν νὰ ἀναγράφῃ τὴν ἀνασκευὴν τούτου. Ἄλλην θεραπείαν δὲν εὑρίσκω.
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Παπαζαχαρίου ἔχει τὸν λόγον.
§63Α. ΠΑΠΑΖΑΧΑΡΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, ὁμιλήσας πρὸ ἡμερῶν ἐπὶ ἐπερωτήσεώς τινος ἀνέφερον ἐνώπιον τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως τὰς περὶ αὐτῆς γνώμας μου καὶ διὰ μακρῶν ἐξέθηκα αὐτάς. Τὴν ἑπομένην ἡμέραν ἀναγινώσκων εἰς τὰς ἐφημερίδας εἶδον ἀναγραφόμενον αὐτὸ «ὁ κ. Παπαζαχαρίου ἀναπτύσσει ἐπερώτησιν». Κατόπιν ἔρχονται αἱ ἀγορεύσεις τῶν διακοψάντων με καὶ κατόπιν ἀναφέρεται «συνεχίζων ὁ κ. Παπαζαχαρίου ἐκφράζει τὴν λύπην του». Ἔπειτα ἠγόρευσα καὶ πάλιν καὶ ὡμίλησα περὶ μιᾶς ἀναφορᾶς ὁπλαρχηγῶν Μακεδονίας τὴν ὁποίαν συνέστησα εἰς τὴν Ἐθνοσυνέλευσιν. Ἐν τῇ ρύμῃ τοῦ λόγου, διότι εἶμαι λιγάκι νευρικός, μοῦ ἐξέφυγε μία λέξις, ἕν γλωσσικὸν σφᾶλμα, ἀντὶ νὰ εἴπω μίαν γενικὴν θηλυκοῦ γένους τὴν εἶπον ἀρσενικοῦ, πράγματα τὰ ὁποῖα συμβαίνουν πολλάκις, εἶμαι ἀπὸ τοῦ 1915 ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ καὶ βλέπω ὅτι εἰς πλείστους συναδέλφους συμβαίνει αὐτό. Ἐν τούτοις ὁ διευθυντὴς τοῦ δελτίου τοῦ τύπου, τὰ μὲν προχθεσινὰ λεχθέντα ὑπ’ ἐμοῦ παρέλειπε πάντα, χθὲς δὲ αὐτὴν τὴν μικρὰν παραδρομὴν ποῦ ἔκαμα, τὴν ἀνέγραψε φαρδειὰ πλατειά. Θέλω νὰ δείξω ὅτι, δὲν ὑπάρχει ἀμεροληψία εἰς τοὺς ὑπαλλήλους τῆς Βουλῆς.
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ δελτίον τοῦ τύπου τὸ ἀνέγραψεν.
§65Α. ΠΑΠΑΖΑΧΑΡΙΟΥ. Περὶ τοῦ δελτίου τοῦ τύπου ὁμιλῶ.
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀλλὰ τὸ δελτίον τοῦ τύπου δὲν ἀνέγραψε τοιοῦτόν τι.
§67Α. ΠΑΠΑΖΑΧΑΡΙΟΥ. Αἱ ἐφημερίδες τὸ ἀνέγραψαν.
§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αἱ ἐφημερίδες, ὄχι τὸ δελτίον τοῦ τύπου. Ὁ κ. Λ. Τσουκαλᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§69Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Δὲν ἔρχομαι νὰ συζητήσω τὸ ζήτημα κατ’ οὐσίαν, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἐφαρμόσωμεν τὰς διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ. Κατὰ τὴν ἔναρξιν τῶν ἐργασιῶν τῆς Συνελεύσεως ἐξεδόθη ψήφισμα ὅπως αἱ ἐργασίαι διεξάγονται ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἄρθρων τοῦ Κανονισμοῦ, ἐθεωρήθη δὲ ὅτι ὁ ὑπάρχων Κανονισμὸς εἶναι τοιοῦτος ὥστε νὰ εἶναι δυνατὸν ἐπὶ τῇ βάσει τούτου νὰ διεξάγωνται αἱ συζητήσεις τοῦ σώματος. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει μετὰ τὸ τοιοῦτο ψήφισμα δὲν νομίζω ὅτι ἡ Κυβέρνησις δύναται νὰ μεταβάλῃ τὰς διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ. Οὐαὶ καὶ ἀλλοίμονον εἰς τὸ σῶμα ἐὰν καθ’ ἑκάστην ἑσπέραν ἠδυνάμεθα νὰ μεταβάλωμεν τὰς διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ. Ὁ Κανονισμὸς ὁρίζει ὅτι δύο ἡμέραι τῆς ἑβδομάδος καθιεροῦνται διὰ τὸν ἔλεγχον, ἀλλ’ ὁσάκις εἰσερχόμεθα εἰς τὸ θέμα τοῦτο τοῦ ἐλέγχου, ἐγείρονται ἀμέσως οἱ κύριοι βουλευταί, καὶ λέγωσιν, ἂς ἀναβάλωμεν. Ἐὰν ἐφαρμόσωμεν τὴν μέθοδον αὐτὴν τί θὰ γείνῃ; Δὲν θὰ προβῶμεν ποτὲ εἰς τὸν κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον. Νομίζω ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λειτουργήσῃ τὸ σῶμα ἐὰν δὲν ἐφαρμοσθῶσιν αἱ διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ. Καθῆκον διὰ τοῦτο ἀπαραίτητον ἔχει ἡ Συνέλευσις νὰ τηρήσῃ τὰς διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ αὐτῆς καὶ νὰ παραπέμψῃ τὴν ὑποβληθεῖσαν πρότασιν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς.
§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τοῦτο ὑποστηρίζω καὶ ἐγὼ καὶ διὰ τοῦτο παρέπεμψα τὴν ὑποβληθεῖσαν πρότασιν εἰς τὴν ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς ἐπιτροπήν.
§71Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Μοὶ κάμετε τὴν χάριν, κύριε Πρόεδρε, νὰ μοὶ εἴπητε, ἐπὶ τῇ βάσει τίνος Κανονισμοῦ λειτουργεῖ τὸ δελτίον τοῦ τύπου;
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον 96 καὶ 97 τοῦ Κανονισμοῦ πραγματεύεται περὶ αὐτοῦ.
§73Ε. ΧΑΤΖΗΔΑΚΗΣ. Καὶ ἐγώ, κύριε Πρόεδρε, ἔχω μίαν παρατήρησιν ἐπὶ τῶν πρακτικῶν. Ταῦτα ἀναφέρουσι ὅτι ἐγὼ ἐζήτησα ἄδειαν ἀπουσίας εἰς τὸ ἐξωτερικὸν 40 ἡμερῶν. Ἐγὼ δὲν ἐζήτησα ἄδειαν.
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι λάθος, ἄδειαν ἐζήτησεν, ὁ κ. Χρηστάκης καὶ κατὰ λάθος ἐτέθη τὸ ὄνομά σας. Πρόκειται περὶ κακῆς ἀναγνώσεως τῆς ὑπογραφῆς. Μετὰ τοῦτο, μὴ ὑπαρχούσης ἑτέρας ἀντιρρήσεως, τὰ πρακτικὰ ἐπικυροῦνται.
§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ὑπὸ τὴν προεδρείαν τοῦ καθηγητοῦ τοῦ Πανεπιστημίου κ. Ἰ. Μεσολωρᾶ ἐπιτροπεία πρὸς ἀνέγερσιν ἀνδριάντος εἰς τὸν πρώην Πρωθυπουργὸν τῆς Ἑλλάδος Θ. Π. Δηληγιάννην ὑποβάλλει αἴτησιν «περὶ ὁρισμοῦ καὶ παραχωρήσεως χώρου ἐν ᾧ στηθήσεται ὁ ἀνδριάς».
§76Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ νὰ ἀνατεθῇ εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Συνελεύσεως νὰ συνεννοηθῇ περὶ τούτου μετὰ τῶν ἁρμοδίων προσώπων καὶ νὰ λάβῃ τὴν σχετικὴν ἀπόφασιν.
§77ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Μάλιστα. Μάλιστα.
§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πρότασις γίνεται δεκτὴ ὑπὸ τῆς Συνελεύσεως. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Συνέλευσιν τὰ ἑξῆς: Ὁ ἱερεὺς Ἠλίας Δημ. Χλεχλὲς δι’ αἰτήσεώς του ζητεῖ ὅπως ἡ Κυβέρνησις μεριμνήσῃ περὶ τοῦ παθόντος κατωτέρου Ἱεροῦ κλήρου ἐπὶ τοῦ ἐπαναστατικοῦ καθεστῶτος. Ὁ ἔφεδρος Ἀνθυπασπιστὴς Θαρρουνιάτης Παναγιώτης ὑποβάλλει ὑπόμνημα περὶ κανονισμοῦ παροχῶν εἰς τοὺς κατωτέρους ἀξιωματικούς. Τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον Ἱερατικοῦ Συνδέσμου Θεσσαλονίκης παρακαλεῖ τὴν Ἐθνοσυνέλευσιν ὅπως προβῇ εἰς τὴν οἰκονομικὴν βελτίωσιν τοῦ ἐνοριακοῦ κλήρου. Ἡ ὁμοσπονδία ἐπαγγελματιῶν Βόλου παρακαλεῖ ὅπως ἡ Κυβέρνησις ἐπισπεύσῃ τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἱδρύσεως ἐπαγγελματικῶν ἐπιμελητηρίων». Ὁ λαϊκὸς πολιτικὸς σύλλογος Τυρνάβου «Ἀετὸς» παρακαλεῖ τὴν Κυβέρνησιν ὅπως ἐλαττώσῃ τὴν τιμὴν τῆς αὐξηθείσης ἐσχάτως κινίνης τοῦ Κράτους. Ὁ Γεώργιος Καλλιοντζῆς (συνταξιοῦχος ἀνθυπολοχαγὸς ἀρχειοφύλαξ) δι’ αἰτήσεως του ζητεῖ αὔξησιν τῆς εἰς αὐτὸν ἀπονεμομένης συντάξεως. Οἱ μοναχοὶ τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Πεντέλης δι’ αἰτήσεώς των ζητοῦσι τὴν αὔξησιν τοῦ μηνιαίου ἐπιδόματός των. Ἡ Μαρία χήρα Κωνστ. Ἀλμυράκη δι’ αἰτήσεώς της ζητεῖ, ὅπως τύχῃ ἐφ’ ἅπαξ ἐπιδόματός τινος ἢ μηνιαίας συντάξεως ὅπως δυνηθῇ καὶ θρέψῃ τὰ τέκνα της, τοῦ συζύγου της ἀποθανόντος ἐν τῇ ἐνεργῷ τοῦ στρατοῦ ὑπηρεσίᾳ. Ὁ σύνδεσμος χηρῶν καὶ ὀρφανῶν θυγατέρων τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ δι’ ὑπομνήματός του ζητεῖ ὅπως ψηφισθῇ ὑπὸ τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως ἡ ἀφομοίωσις τῶν συντάξεων τῶν πρὸ τοῦ 1912 ἀποστρατευθέντων καὶ τῶν χηρῶν καὶ ὀρφανῶν θυγατέρων των, μὲ τὰς τῶν μετὰ τὸ 1912 ἀποστρατευθέντων. Ὁ πληρεξούσιος κ. Π. Ι. Ἀργυρόπουλος ὑποβάλλει πρότασιν «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 61 τοῦ Συντάγματος». Οἱ κ. κ. Δ. Παναγιώτου καὶ Ι. Κρεμέζης, πληρεξούσιοι Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας, ὑποβάλλουσι τροπολογίαν «περὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου 728 τοῦ 1916, πρὸς ἀφομοίωσιν τῶν στρατιωτικῶν συντάξεων». Οἱ κ. Ἀντ. Πετραλιᾶς, Ἰω. Γιαννόπουλος, Α. Στεφανόπουλος, Ἰω. Σισίνης (πληρεξούσιοι Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος) Θ. Μοσχούλας, Περ. Μποῦτος, πληρεξούσιοι Μεσσηνίας, Χρ. Ἀσιμῆς πληρεξούσιος Κυκλάδων, Ἑρμ. Βελλόπουλος (πληρεξούσιος Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος), Λ. Μπουρνόζος (πληρεξούσιος Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας) καὶ Δ. Κουκουλέτσος (πληρεξούσιος Τρικκάλων) ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ νόμου 2641 «περὶ ἐπαναφορᾶς τῶν ἀπολυθέντων ὑπαλλήλων». Οἱ πληρεξούσιοι κ. Δ. Τσιτσάρας (Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας), Π. Ε. Σπυράκης (Ἀρκαδίας), Γ. Δικαιᾶκος, Γ. Σχοινᾶς (Μεσσηνίας) καὶ Η. Μπασδέκης (Τρικκάλων), ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ στρατιωτικῶν συντάξεων». Ὁ κ. Α. Παπαζαχαρίου, (πληρεξούσιος Θεσσαλονίκης) ὑποβάλλει τροπολογίαν εἰς τὸ δεύτερον ἄρθρον τοῦ σχεδίου τοῦ Συντάγματος. Οἱ πληρεξούσιοι κ. Ἀν. Σκιαδαρέσης, Δημ. Κόλλας, Ι. Θεοτόκης, Σ. Παϊπέτης (Κερκύρας), Λ. Τσουκαλᾶς, Ν. Δ. Λεβίδης (Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας) κλπ., ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ παρατάσεως τῆς ὑπὸ τοῦ νόμου 2707 τασσομένης προθεσμίας πρὸς ὑποβολὴν αἰτήσεων ἀναθεωρήσεως ἀποφάσεων Στρατοδικείων καὶ τῶν δικαιωμάτων τῶν δυνάμει τοῦ νόμου τούτου ἀθωωθέντων ἀξιωματικῶν ξηρᾶς καὶ θαλάσσης». Οἱ πληρεξούσιοι κ. Μ. Καβαλλιερᾶτος, Γ. Καρπετόπουλος, Ἐμ. Λαδόπουλος, Ι. Καυτατζόγλου, Κ. Δροσόπουλος, Π. Στάϊκος, Γ. Καλαντζόπουλος, Ἀγ. Παπαζαχαρίου, Ι. Λεωνίδας κλπ. ὑποβάλλουσι πρότασιν περὶ τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς.
Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΤΗΣ ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗΣ
ΕΡΓΑΣΙΑΣ
Ἐξακολούθησις τῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ 1ου ἄρθρου τοῦ Συντάγματος.
§79Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Κύριε πρόεδρε, θὰ κάμω μίαν παρατήρησιν, διότι ἐτυπώθη ὁλόκληρος ἡ Ἡμερησία Διάταξις καὶ σήμερον, θὰ τυπωθῇ καὶ αὔριον, θὰ τυπωθῇ καὶ μεθαύριον, ἐνῷ ἔχομεν νὰ συζητήσωμεν μόνον περὶ τοῦ Συντάγματος αὐτὰς τὰς ἡμέρας. Δὲν νομίζετε περιττὸν νὰ τυπώνεται ὁλόκληρος ἡ Ἡμερησία Διάταξις;
§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.
§81Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Εἶνε καὶ μία οἰκονομία χάρτου.
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ ὀρθῶς. Πρῶτος ἐγγεγραμμένος εἶνε ὁ κ. Στράτος.
§83Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Αὔριον, κ. Πρόεδρε.
§84ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Φίλανδρος ἔχει τὸν λόγον.
§85Κ. ΦΙΛΑΝΔΡΟΣ. Κύριοι πληρεξούσιοι, ἐπὶ τῆς συζητήσεως, ἡ ὁποία διεξάγεται ἀπὸ μακροῦ ἐπὶ τοῦ 1ου ἄρθρου τοῦ Συνταγματικοῦ ἡμῶν χάρτου δὲν ἐπεθύμουν νὰ ἀπασχολήσω καὶ ἐγὼ τὴν Ἐθνοσυνέλευσιν, ἐὰν δὲν ἐθεώρουν τὸ ἄρθρον τοῦτο ὡς θεμελιώδη διάταξιν τοῦ Συνταγματικοῦ χάρτου, ἀφορῶσαν τὴν ἁγίαν ἡμῶν θρησκείαν. Στερρῶς ἐχόμενος τῶν πατρίων ἐπιθυμῶ νὰ ἀναπτύξω ἐνώπιον ὑμῶν δι’ ὀλίγων πᾶν ὅ,τι αἰσθάνομαι καὶ φρονῶ ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρου χωρὶς νὰ προσκομίζω ἐνώπιον ὑμῶν οὐδὲ Μιραμπὼ οὐδὲ ἄλλων ξένων σοφῶν δογματικῶν καὶ θεολόγων τὰ ἀναμφισβήτητα φῶτα. Γενικῶς ἐπὶ τοῦ Συνταγματικοῦ ἡμῶν χάρτου εἶμαι τῆς ἰδέας ὅτι πρέπει νὰ πρυτανεύῃ ἡ σαφήνεια. «Σοφὸν τὸ σαφὲς» ἄλλως τε ἔλεγον καὶ οἱ πρόγονοι ἡμῶν. Εἶμαι τῆς ταπεινῆς γνώμης ὅτι τὸ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρον δὲν φέρει πλήρη τὴν σφραγῖδα τῆς ἀρετῆς ταύτης. Καὶ λέγει ἐπὶ παραδείγματι «πᾶσα ἄλλη γνωστὴ θρησκεία». Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐκ Κυκλάδων ἐσχάτως ἀνέπτυξε λίαν ἐπιτυχῶς ὅλα τὰ σημεῖα τοῦ ἄρθρου τούτου, ὁ κ. Μαρκεζίνης, καὶ ἀνέλυσε τὴν σημασίαν τῆς λέξεως «γνωστή». Ἄν δὲν ἀπατῶμαι, ὁ κ. Μαρκεζίνης εἶπεν ὅτι γνωστὴ θεωρεῖται πᾶσα θρησκεία, ἡ ὁποία τελεῖ τὴν λειτουργίαν αὑτῆς ἐν τῷ φανερῷ. Κατὰ πόσον ἡ λέξις ἀποδίδει τοῦτο, τὸ ὁποῖον πολὺ ὀρθῶς ἀνέπτυξεν ὁ κ. Μαρκεζίνης, δὲν γνωρίζω. Ἀλλ’ ἤδη δὲν συζητῶ ἐπὶ τῆς λέξεως αὐτῆς, ἡ ὁποία κυρίως σημαίνει τοῦτο· γνωστὸν ἐστὶν πᾶν ὅ,τι δὲν εἶνε ἄγνωστον. Ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον μὲ ἐσκανδάλισε, κύριοι συνάδελφοι, εἶνε ἡ λέξις «πᾶσα, πᾶσα ἄλλη γνωστὴ θρησκεία». Δηλαδὴ καὶ ἡ πανθεϊστικὴ καὶ ἡ πυρολατρεία καὶ ὁ Βραχμανισμὸς καὶ ὁ Βουδισμός. Αὐταὶ αἱ θρησκεῖαι, αἱ ὁποῖαι εἶνε γνωσταί, θὰ ἐπιτρέπεται νὰ εἶνε ἀνεκταὶ ἐν τῷ Ἑλληνικῷ Βασιλείῳ;
§86ΤΙΝΕΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Βεβαίως. Βεβαίως.
§87Κ. ΦΙΛΑΝΔΡΟΣ. Αὐτὴν τὴν στιγμὴν δὲν ἐκφέρω γνώμην. Ἐπιφυλάσσομαι. Ἁπλῶς χαρακτηρίζω. Ἐπίσης κατωτέρω τὸ ἄρθρον λέγει, ἀφεθὲν ἄλλως τε ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς ὡς εἶχε καὶ προηγουμένως. «Ἀπαγορευομένου τοῦ προσηλυτισμοῦ καὶ πάσης ἄλλης ἐπεμβάσεως κατὰ τῆς ἐπικρατούσης θρησκείας». Καὶ ἡ φρᾶσις αὐτὴ κατὰ τὴν ταπεινήν μου γνώμην εἶνε ἀσαφής. Ἀπαγορεύεται ὁ προσηλυτισμὸς κατὰ τῆς ἐπικρατούσης θρησκείας δηλ. νὰ μὴ γίνεται εἰς βάρος τῆς ἐπικρατούσης θρησκείας, ἐπὶ βλάβῃ τῆς ἐπικρατούσης θρησκείας. Ἀλλά, κύριοι συνάδελφοι, αὐτὸ δὲν εἶναι σαφὲς καὶ φρονῶ ὅτι ἐφ’ ὅλων μὲν τῶν ἄρθρων τοῦ Συνταγματικοῦ ἡμῶν χάρτου, ἰδίως δὲ ἐπὶ τῶν ἄρθρων τῶν ἀφορώντων τὴν πατρίαν ἡμῶν θρησκείαν πρέπει τὰ πράγματα νὰ εἶνε σαφῆ, σαφέστατα. Δὲν ἐπιτρέπονται ἑρμηνεῖαι παρὰ τοῦ μὲν ἢ τοῦ δὲ εἰς τοιαῦτα ζητήματα. Ἑρμηνεία ἐπιτρέπεται μόνον εἰς τὴν Ἐκκλησίαν καὶ τότε εἶνε ἀποδεκτή, ὅταν φέρῃ τὴν σφραγῖδα τοῦ κύρους, τῆς ἀναγνωρίσεως αὐτῆς. Ἐπ’ αὐτῶν τῶν σημείων φρονῶ ὅτι τὸ ἄρθρον δὲν εἶνε σαφές. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ γράμμα καὶ τὸ πνεῦμα τοῦ ἄρθρου, ὡς ἐμφαίνεται ἐκ τοῦ λεκτικοῦ του, μὴ παραξενευθῆτε ἄν σᾶς εἴπω ὅτι ἐν μέρει μὲν τὸ ἀποκρούω, καθ’ ὁλοκληρίαν δὲ τὸ ἀποδέχομαι. Ἐξηγοῦμαι. Ἡ θρησκευτικὴ ἡμῶν συνείδησις δὲν τὸ ἀποδέχεται καθ’ ὁλοκληρίαν. Ἡ θρησκευτικὴ ἡμῶν συνείδησις· λέγει πρόσεχε, ἐφ’ ὅσον ἀνήκεις εἰς τὴν κυρίως ἄρχουσαν φυλὴν τοῦ Κράτους σου, μὴ παρουσιάζῃς τὴν θρησκείαν σου κομπαστικῶς ὡς ὑπερτεροῦσαν καὶ ἰδίως μὴ περιχαρακώνης αὐτὴν μὲ τοιαῦτα μέτρα νομοθετικά, διότι φωρᾶσαι δυσὶν θάτερον, ἢ ὅτι πιστεύεις ὅτι ἡ θρησκεία σου δὲν εἶνε τελεία καὶ ἐννοεῖς νὰ κατοχυρώσῃς αὐτὴν μὲ συνταγματικὰς ἢ νομοθετικὰς διατάξεις, ἢ σὺ δὲν ἔχεις τὴν ἀπαιτουμένην πίστιν καὶ τὴν ἐξ αὐτῆς δύναμιν, ὥστε νὰ περιφρουρήσῃς αὐτὴν ἀλώβητον ἀπὸ κάθε ξένην ἐπιβολήν. Διὰ τοῦτο ἡ φωνὴ τῆς θρησκευτικῆς συνειδήσεως ἐν τῇ ἀξιοπρεπείᾳ αὐτῆς δὲν ἀποδέχεται ὡς ἔχει τὸ ἄρθρον. Ἐπὶ παραδείγματι δὲν ἀποδέχεται τὴν λέξιν «ἐπικρατοῦσα», τὴν λέξιν «ἀνεκτὴ» καὶ τὴν λέξιν «προσηλυτισμός», ἀλλ’ ἡ ἐθνικὴ συνείδησις ἀφ’ ἑτέρου ἀποδέχεται τὸ ἄρθρον καθολοκληρίαν καὶ λέγει μὴ λησμονῇς τὰ ὅσα ὑπέστης ἐπὶ τόσους αἰῶνας ἐπὶ τῆς σκληρᾶς δουλείας καὶ ἐπὶ τῆς Λατινοκρατείας καὶ ἐπὶ τῆς Τουρκοκρατείας ἔτι περισσότερον, ἄλλως τε ἡ θρησκεία σοῦ λέγει· ἡ ἐθνικὴ συνείδησις εἶνε θρησκεία ἐθνική, εἶνε θρησκεία συνυφασμένη καὶ συνδεδεμένη μὲ τὴν ἐθνικὴν ζωὴν καὶ μὲ τὸν ἐθνικὸν βίον. Οὐδὲν ἄλλο ἔθνος δὲν παρουσιάζει θέαμα τοιοῦτον, ὥστε νὰ ἔχῃ τοιοῦτον θεσμὸν μὲ τὴν ἐθνικὴν ὑπόστασιν. Ἄλλα ἔθνη δὲν παρουσιάζουσι Διάκους, Γερμανοὺς Παλαιῶν Πατρῶν καὶ Γρηγορίους, οἱ ὁποῖοι ἔπεσαν ἐπὶ τοῦ πεδίου τῆς ἐθνικῆς ἡμῶν τιμῆς καὶ ὑποστάσεως καὶ ὡς ἔχουσι σήμερον μάλιστα τὰ πράγματα ποῦ δυστυχῶς ἀκόμη εἰς τὴν ἐρυθρὰν ἐπικράτειαν τοῦ Κεμὰλ βασανίζονται πολλοὶ ἀδελφοὶ ἡμῶν, ἡ ἐθνικὴ συνείδησις ἐπιβάλλει ὅπως ἡ φράσις «ὑπὲρ πίστεως καὶ πατρίδος» μετατραπῇ εἰς «ὑπὲρ πατρίδος καὶ πίστεως», διότι ἀπεδείχθη ὅτι ὁ ἔχων ἐλευθέραν πατρίδα, δυστυχῶς δὲν ἔχει καὶ πίστιν καὶ θρησκείαν. Αὐτὰ ὑπαγορεύει ἡ ἐθνικὴ συνείδησις. Μεταξὺ αὐτῶν τῶν δύο ἀλληλοσυγκρουμένων ἐξ ἴσου σοβαρῶν συναισθημάτων εὑρισκομένη ἡ συνείδησίς μου πρόκειται νὰ ἀποφανθῇ περὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρου, φρονῶ ὅτι συμβιβάζονται, ἀφοῦ τροποποιηθῇ τὸ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρον ὡς ἑξῆς. (Ἀναγινώσκει). «Ἐπίσημος θρησκεία τῆς ἑλληνικῆς Πολιτείας ............. κλπ.». Ἔθεσα τὴν λέξιν «βιαίου», διότι ἡ Χριστιανικὴ θρησκεία ἀπὸ τοῦ ἱδρυτοῦ αὐτῆς καὶ ἀπὸ τῶν μαθητῶν καὶ Ἀποστόλων καὶ διαδόχων αὐτῆς, καὶ κατόπιν τῶν πιέσεων καὶ διωγμῶν, τοὺς ὁποίους ὑπέστη ἡ θρησκεία ἡ Χριστιανικὴ δὲν θὰ ἐπετρέπετο ἡ διάδοσις αὐτῆς ἐὰν δὲν εἶχε θείαν δύναμιν. Ἄλλως τε καὶ αὐτὸς ὁ Ναζωραῖος τοὺς μαθητάς του ἀποστέλλων εἰς τὸ κήρυγμα εἶπεν μὴ μεταχειρισθῆτε οὔτε σίδηρον, οὔτε βίαν, ἐὰν δὲ εὕρητε πουθενὰ ἀποτινάξατε τὸν κονιορτὸν τῶν ὑποδημάτων ὑμῶν. Ἡ θρησκεία ἡμῶν δὲν φρονῶ, ὅτι ἔχει ἀνάγκην ὑποστηρίξεως καὶ ὑπερασπίσεως, ἔχει τόσην δύναμιν θείαν ἐν ἑαυτῇ, ὥστε νὰ μὴ τῆς χρειάζωνται στηρίγματα πολιτειακά, ἀλλ’ ἐπειδὴ διὰ μέσου τῶν αἰώνων μέχρι σήμερον ἀκόμη δυστυχῶς ὁ προσηλυτισμὸς ἔχει ὑποσκάψη μαζὺ μὲ τὰ δόγματα καὶ τὰ θεμέλια τοῦ Κράτους ἡμῶν, διὰ τοῦτο ἀναγκάζομαι νὰ θέσω τὴν λέξιν «ἀπαγόρευσιν» καθ’ ὁλοκληρίαν ἐπὶ τοῦ βιαίου προσηλυτισμοῦ. Βεβαίως ὁ προσηλυτισμὸς δὲν γίνεται διὰ τῆς βίας ἀλλὰ διὰ τῆς πειθοῦς· ὑπάρχουσι πλεῖστα ὅσα μέσα, τὰ ὁποῖα μετέρχεται ὁ προσηλυτισμός, ἵνα προσηλυτίσῃ ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν εἰς ἄλλην θρησκείαν. Ἀρκεῖ χωρὶς νὰ μακρυγορήσω νὰ ἀναφέρω εἰς ὑμᾶς παραδείγματα τινά, ἀρκεῖ ν’ ἀναφέρω τὸ παράδειγμα τοῦ ἐπισκόπου Θήρας Ζαχαρία Μαθᾶ, ὁ ὁποῖος ἀπέστειλεν ἐπιστολὰς πρὸς τὴν ἐκκλησίαν τῆς Ἑλλάδος καὶ διὰ τῶν ὁποίων παρεκάλει νὰ ἐπέμβῃ αὕτη, διότι εἶχον ἱδρυθῇ σχολαὶ εἰς τὰς Κυκλάδας, ἐθνοβλαβεῖς. Αὐτὰ τὰ ὀλίγα εἶχον ν’ ἀναφέρω ἐνώπιον ὑμῶν. Θὰ εἶμαι εὐτυχής, ἐὰν καταστῶ σοφώτερος σοφῶν ἀφορμὴν δοὺς ἐπὶ τοῦ προκειμένου.
§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Η. Θαλασσινὸς ἔχει τὸν λόγον.
§89Η. ΘΑΛΑΣΣΙΝΟΣ. Κύριοι πληρεξούσιοι· ἐν τῇ ροῇ τοῦ χρόνου ἐπῆλθον πολλαὶ ἀλλοιώσεις καὶ μεταβολαί, μετεβλήθησαν ἀντιλήψεις καὶ ἐπὶ τέλους πολλαὶ καὶ μεγάλαι καὶ ἀξιοθαύμαστοι πρόοδοι ἐπετελέσθησαν. Ἅπαντα τὰ Κράτη ἐν ἀδιαλείπτῳ προϊούσῃ φορᾷ φέρονται πρὸς τὰ πρόσω, ἀλλὰ καὶ ἡ Ἑλλὰς δὲν ὑστέρησεν εὐτυχῶς ἐν τῇ σταδιοδρομίᾳ τῆς προόδου καὶ τοῦ πολιτισμοῦ, δὲν κατεφωράθη ἀμέτοχος καὶ ἀσυγκίνητος εἰς τὰς ἐπιτελουμένας προόδους οὐδὲ δύναταί τις νὰ εἴπῃ περὶ αὐτῆς ἐν σχέσει πρὸς τὰς ἄλλας Εὐρωπαϊκὰς Δυνάμεις ὅτι πεζῇ ἰχνεύει παρὰ Λύδιον ἅρμα. Ἅπαντα τὰ Κράτη σπεύδουσιν, ἐν εὐγενεῖ ἁμίλλῃ νὰ ἐναρμονίσωσι τοὺς θετικοὺς αὐτῶν νόμους πρὸς τὸ ἐπιφοιτῆσαν νεώτερον κοινωνικὸν πνεῦμα. Ἡμεῖς ἔχομεν ἀποσταλῆ ἐνταῦθα, ἵνα καταρτίσωμεν Σύνταγμα σύμφωνον πρὸς τὰς κοινωνικὰς ἀνάγκας, σύμφωνον πρὸς τὰς ἀπαιτήσεις τῆς μεγενθυνθείσης Ἑλλάδος. Τὸ Σύνταγμα πρέπει νὰ διατυπωθῇ κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε πανταχοῦ νὰ ὑπάρχῃ ὁμολογουμένως σαφήνεια. Τὰ ῥήματα αὐτὰ πρέπει νὰ εἶναι σαφῆ διὰ νὰ ἀποφεύγωμεν πᾶσαν πολυπραγμοσύνην καθόσον ἐκεῖ ὅπου τὸ ῥῆμα τοῦ νόμου εἶναι σαφὲς ἐκεῖ κατά τινα ῥῆσιν τοῦ Ἰουστινιανοῦ δὲν ἐπιτρέπεται νὰ πολυπραγμονῶμεν, δὲν πρέπει νὰ ἔχωμεν ἀνάγκην νὰ προσφύγωμεν εἰς ἄλλα ἐπικουρήματα παρὰ μόνον εἰς τὴν γραμματικὴν ἑρμηνείαν, πρέπει νὰ εἶναι σαφὲς τὸ Σύνταγμα, ὥστε διὰ μόνης τῆς γραμματικῆς ἑρμηνείας νὰ φθάνωμεν εἰς τὴν ἀνεύρεσιν τοῦ περιεχομένου τῆς ἐννοίας. Ὑπετυπώθη ἡ γνώμη ὅτι τὸ Σύνταγμα δὲν εἶνε λέξεις καὶ φράσεις ἀλλὰ πρᾶγμα, θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ ἐξενέγκω διαφέρουσαν γνώμην. Καὶ τὸ Σύνταγμα, ὅπως καὶ πᾶς νόμος εἶναι κατασκεύασμα ἐκ λέξεων καὶ φράσεων ἐφαρμοζόμενον ἐπὶ τῶν πραγμάτων καὶ παριστάνον τὴν πραγματικὴν κατάστασιν μιᾶς κοινωνίας. Τὸ Σύνταγμα ἐκπορεύεται ἐκ τῆς καθολικῆς συνειδήσεως τοῦ Κράτους. Εἶναι ἡ ἔκφρασις, εἶναι τὸ ἀπαύγασμα μιᾶς πραγματικῆς καταστάσεως τῆς κοινωνίας, καὶ ἐν τῷ Συντάγματι, ὡς ἐν κατόπτρῳ πρέπει νὰ ἀπεικονίζηται ἡ ἀληθὴς πραγματικὴ κατάστασις μιᾶς κοινωνίας· τὸ Σύνταγμα παριστᾶ πῶς εἶνε ἡ κοινωνία. Ἐν παλαιοτέρᾳ ἐποχῇ ἐδιδάχθησαν θεωρίαι ὑψηπέτηδες πῶς πρέπει νὰ εἶναι μία πολιτεία, ὡς λ.χ. ἡ Πολιτεία τοῦ Πλάτωνος, τοῦ Καμπανέλλα, τοῦ Θωμᾶ Μέρου αἱ θεωρεῖαι αἱ ἀναπτυχθεῖσαι ἐν τῷ συγγράμματι τοῦ Bellumg τῷ ἐπιγραφομένῳ deu milles ans ἀλλ’ αὐταὶ δὲν περιέχουσι τὶ τὸ θρησκευτικὸν καὶ τὸ χρήσιμον, τὶ τὸ κοινωνικῶς ἐφαρμόσιμον, εἶναι μόνον θεωρίαι δυνάμεναι νὰ τέρψωσι τὴν ψυχὴν τῶν δημιουργῶν αὐτῶν. Καὶ ἤδη μετὰ τὴν μικρὰν ταύτην προεισαγωγὴν εἰσέρχομαι εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ πρώτου ἄρθρου τοῦ Συντάγματος. Τὸ ἄρθρον 1ον λέγει «πᾶσα γνωστὴ θρησκεία» ἀλλ’ ἐν Ἑλλάδι ἅπασαι αἱ θρησκεῖαι φρονῶ, ὅτι εἶναι γνωσταί, καὶ ἡ θρησκεία τῶν εἰδωλολατρῶν καὶ τῶν Κουακέρων τῶν Μενονιτῶν, τῶν Ἀναβαπτιστῶν, τῶν Ὀθωμανῶν, τῶν Καθολικῶν, τῶν Ἰσραηλιτῶν κλπ., ὅλαι εἰσὶ γνωσταὶ καὶ ἑπομένως τὰ τῆς λατρείας αὐτῶν πρέπει νὰ τελῶνται ἀκωλύτως, ὅπως ἀναφέρει τὸ ἄρθρον, ἐὰν ὅμως ὁ νομοθέτης ἐν τοῖς προηγουμένοις Συντάγμασι ἐννοεῖ, ὅτι γνωσταὶ θρησκεῖαι εἶναι μόνον αἱ θρησκεῖαι, αἱ ὁποῖαι ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ Βασιλείου ἠσκήθησαν ἐλευθέρως ἐν Ἑλλάδι, τότε βεβαίως ἔπρεπεν ἀκριβέστερον τὸ πρᾶγμα νὰ διατυπωθῇ. Φρονῶ λοιπὸν ὅτι «πᾶσα γνωστὴ θρησκεία» περιττεύει, παρέλησε ἡ λέξις «γνωστὴ» καὶ ὅτι ἔπρεπε νὰ τεθῇ «πᾶσα θρησκεία» οἱαδήποτε καὶ ἄν εἶνε, διότι κατ’ ἄλλον τρόπον παρακρούομεν τὴν θρησκευτικὴν πεποίθησιν καὶ τὴν συνείδησιν τῶν λατρευόντων θρησκείαν τινα.
§90Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ τῶν μυρμήκων.
§91Η. ΘΑΛΑΣΣΙΝΟΣ. Ὡς ἔχει δὲ τὸ ἄρθρον, δὲν πρόκειται μόνον περὶ τῶν σημερινῶν ὑπαρχουσῶν θρησκειῶν, ἀλλὰ καὶ περὶ πάσης θρησκείας, ἡ ὁποία τυχὸν ἤθελεν ἀναφανῆ ἐν τῷ μέλλοντι καὶ γενομένη ἑπομένως γνωστή, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ προστατεύηται ὑπὸ τοῦ Συντάγματος. Τὸ τοιοῦτον δὲ ὑπεστήριξεν ἐν τῇ δίκῃ τῶν ὀπαδῶν τοῦ ἀειμνήστου Καΐρη ὁ ἀείδημος καθηγητὴς Σαρίπολος εἰπὼν ὅτι αἱ δοξασίαι τοῦ αἱρεσιάρχου δὲν ἦσαν κολάσιμοι, καὶ ἑπομένως οἱ ὀπαδοὶ αὐτοῦ δὲν ἔπρεπε νὰ τιμωρηθῶσι, διότι, ἀφ’ οὗ ἅπαξ αἱ δοξασίαι αὗται ἀνεκαλύφθησαν, ἐγίνοντο γνωσταὶ καὶ τούτου ἕνεκεν προστατεύηται ὑπὸ τοῦ Συντάγματος. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον λοιπὸν καὶ ὅπως λείψῃ πᾶσα παρερμηνεία πρέπει νὰ ἀπαλειφθῇ ἡ λέξις «γνωστή». Ἡ λέξις ἀνεκτὴ μοὶ φαίνεται πολὺ ἀνελευθέρα. Τὸ Ἑλληνικὸν Ἔθνος ἀνέκαθεν, ὡς οὐδὲν ἄλλο ἔθνος, ἐπεδείξατο ἀνεξιθρησκείαν καὶ ἔδωκε πλήρη ἐλευθερίαν καὶ σεβασμὸν καὶ εὐλάβειαν εἰς ὅλας τὰς ἄλλας θρησκείας. Διατὶ λοιπὸν νὰ μὴ μεταχειρισθῶμεν τὴν προσήκουσαν λέξιν, τὴν ἁρμόζουσαν εἰς τὰ πράγματα, παρὰ νὰ περιμένωμεν νὰ δοθῇ σημασία εἰς τὰς λέξεις ἣν αὗται δὲν ἔχουσιν ἐκ τῶν πραγμάτων; Φρονῶ λοιπὸν ὅτι ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ἀφοῦ ἔχομεν εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος τόσους ἄλλους λαοὺς λατρεύοντες ἄλλας θρησκείας καὶ ἀφοῦ οὗτοι οἱ λατρεύοντες ἄλλας θρησκείας εἶνε πολῖται Ἕλληνες ἀπολαύοντες πλήρους ἐλευθερίας, ἡ δὲ θρησκεία εἶνε συμφυὴς πρὸς τὸ ἄτομον, φρονῶ ὅτι πᾶς περιορισμός, πᾶσα οἱαδήποτε ἀμφιβολία προσβάλλει τὴν φιλοτιμίαν αὐτῶν καὶ περιορίζει αὐτὴν τὴν ἀτομικὴν ἐλευθερίαν τοῦ πολίτου, ἔστω καὶ κατὰ τύπους. Λέγουσιν ὅτι ἀμφότερα τὰ Συντάγματα εἶχον τὴν λέξιν «ἀνεκτή», ἀλλὰ μήπως διότι ἀναφέρεται ἡ λέξις «ἀνεκτὴ» εἰς ἀμφότερα τὰ Συντάγματα ἀπέκτησεν ἱερότητά τινα καὶ δὲν δύναται νὰ μεταβληθῇ; Διατὶ νὰ μὴ μεταχειρισθῶμεν μίαν λέξιν ἡ ὁποία εἶναι σύμφωνος καὶ προσαρμόζεται πρὸς αὐτὰ τὰ πράγματα, ὅπως εἶναι ἡ λέξις «ἐλευθέρα» καὶ νὰ εἴπωμεν ὅτι πᾶσα θρησκεία εἶναι ἐλευθέρα καὶ ἀκωλύτως τελεῖ εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος τὰ τῆς λατρείας αὐτῆς; Εἶχον παρατηρήσει, κύριοι, τὰ ἄρθρα 135 τοῦ νεωτάτου Γερμανικοῦ Συντάγματος, τὸ 14 τοῦ Βελγικοῦ καὶ 165 τοῦ Ὁλλανδικοῦ καὶ οὐδαμοῦ παρετήρησα τοιοῦτον περιορισμόν, ὅπως εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Σύνταγμα. Λέγουσιν ὅτι πᾶσαι αἱ θρησκεῖαι εἶναι ἐλεύθεραι νὰ τελῶσι τὰ τῆς λατρείας αὐτῶν ἐν τῷ Κράτει των. Ἀρκεῖ ἡ ἐξάσκησις τῆς τοιαύτης λατρείας νὰ μὴ προσκρούει εἰς τὴν δημοσίαν τάξιν καὶ τὰ χρηστὰ ἤθη. Λοιπὸν ἐὰν δώσωμεν τοιαύτην ἐλευθερίαν, ἐννοεῖται ὅτι αὕτη ἡ ἐλευθερία θὰ συναντήσῃ ἀντιμέτωπον τὸν Ποινικὸν Νόμον, ἐὰν ἡ θρησκεία αὕτη ἐν τῇ ἀσκήσει αὐτῆς καὶ ἐπ’ ἐλάχιστον ἐκτραπῇ. Πρὸς τὶ λοιπὸν ἐν τῷ Συντάγματι νὰ θέτωμεν τοιοῦτον περιορισμὸν τοιαύτης ἀνελευθέρας ἐκφράσεως, ἐπιτραπήτω μοι νὰ εἴπω; Διὰ τοῦτο συντάσσομαι μὲ τὴν γνώμην ἐκείνων οἱ ὁποῖοι φρονοῦσιν ὅτι, ἀντὶ τῆς λέξεως «ἀνεκτή», πρέπει νὰ τεθῇ ἡ λέξις «ἐλευθέρα». Ἡ ἐπικρατοῦσα θρησκεία, πολὺ ὀρθῶς ἐτέθη, ὅτι ἐν τῷ Ἑλληνικῷ Κράτει ἐπικρατοῦσα πρέπει νὰ εἶναι ἡ Ἀνατολικὴ Ὀρθόδοξος θρησκεία. Διότι παρ’ ἡμῖν αἱ δύο αὗται ἰδέαι τῆς θρησκείας καὶ Πατρίδος συνεζυμώθησαν, εἶνε συνυφασμέναι καὶ ἀποτελοῦσιν ἕν ἁρμονικὸν σύνολον, καθόσον οἱ πατέρες ἡμῶν, ἀγωνιζόμενοι, ἠγωνίζοντο ὑπὲρ πίστεως καὶ πατρίδος καὶ ἐδημιούργησαν τὸ ἐλεύθερον ἡμῶν Κράτος. Ἔρχομαι ἤδη εἰς τὸν προσηλυτισμόν. Νομίζω ὅτι καὶ αὐτὸς περιττεύει ὅλως διόλου, διότι ἡ χριστιανικὴ θρησκεία ὑπέστη δεινοὺς διωγμοὺς καὶ μεγάλους ἐπὶ τῶν Αὐτοκρατόρων τῆς Ρώμης καὶ ἐν τούτοις διεσώθη, διότι ἡ χριστιανικὴ θρησκεία εἶναι αὐτὴ ἡ ἀλήθεια, ἔχουσα δὲ ἐπὶ κεφαλῆς τὸν Ἰησοῦν Χριστὸν, ὅστις εἶπεν ὅτι: «Ἐγὼ εἰμὴ ἡ ἀλήθεια», ἐπεκράτησεν μὲ ὅλους τοὺς διωγμούς, διότι ἦτο ἀληθῶς θρησκεία καὶ δὲν διασαλεύεται πολεμουμένη, διότι εἶναι γνωστὸν ὅτι τὰ ψεύδη μόνον πολεμούμενα διαλύονται, ἐνῷ ἡ ἀλήθεια καὶ πολεμουμένη βασιλεύει καὶ θὰ βασιλεύει πάντοτε ἡ ὀρθόδοξος θρησκεία, διότι περιέχει ἀληθείας. Δι’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους φρονῶ, ὅτι καὶ ἡ λέξις «προσηλυτισμὸς» πρέπει νὰ ἀπαλειφθῇ καὶ νὰ διατυπωθῇ τὸ ἄρθρον ὡς ἑξῆς: «Ἐπικρατοῦσα θρησκεία ἐν τῷ Ἑλληνικῷ Κράτει εἶναι ἡ Ὀρθόδοξος Ἀνατολικὴ θρησκεία, πᾶσα δὲ ἄλλη θρησκεία εἶναι ἐλευθέρα νὰ τελεῖ ἀκωλύτως τὰ τῆς λατρείας αὐτῆς, ἐν τῷ Κράτει ὑπὸ τὴν προστασίαν τῶν νόμων ἐφ’ ὅσον ἡ λατρεία αὕτη δὲν ἀντίκειται εἰς τὴν δημοσίαν τάξιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους». (Χειροκροτήματα).
§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χ. Μητσόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§93Χ. ΜΗΤΣΟΠΟΥΛΟΣ. Λαμβάνων τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ πρώτου ἄρθρου τοῦ Συντάγματος, ὀφείλω πρωτίστως νὰ προβῶ εἰς ὑπόμνησιν θέματος τεθέντος ἤδη, ἐφ’ οὗ δ’ ἐλήφθη καὶ ἀπόφασις. Εἶναι ἀνάγκη αὐτῆς τῆς ἀποφάσεως, νὰ γίνῃ ὑπόμνησις νῦν διὰ τὴν κατάταξιν ἥτις ὀφείλεται εἰς τὸ κατ’ ἐμὲ πρῶτον ἄρθρον τοῦ Συντάγματος. Λέγω κατ’ ἐμὲ καὶ εἶναι ἀλήθεια ὅτι ἐγὼ μόνον εἶχον εἰσαγάγει καὶ εἰς τὴν Συνέλευσιν καὶ εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, τὴν ἐπὶ τοῦ Συντάγματος, τὴν πρότασιν τῆς μετατοπίσεως τοῦ νῦν πρώτου ἄρθρου ὡς δευτέρου, τοῦ δὲ δευτέρου ὡς τρίτου, καὶ οὕτω καθ’ ἑξῆς, ἵνα κατατοπισθῇ ὡς ἄρθρον πρῶτον ἡ ρήτρα —, τὴν ὁποίαν ἐθεώρουν ἀναπόφευκτον πλέον —, ἡ ρήτρα περὶ αὐτοτελείας τῆς Ἑλλάδος, ὅπως ἐγὼ ὠνόμαζον τὸ ζήτημα τῆς ἀπολύτου, ἀπεριορίστου, καὶ ἀσκιάστου αὐτῆς κυριαρχίας. Μετὰ τὴν πρᾶξιν τοῦ τυράννου κηρύξαντος ἐπὶ τῆς Ἑλλάδος ἐπικυριαρχικὰ δικαιώματα κηδεμονίας πολιτικῆς ὑπὲρ ἐκείνων τῶν ξένων Δυνάμεων ὅσαι ἐκ θλιβερᾶς συμπαιγνίας ἀνεδέχοντο νὰ τὸν κρατήσωσιν εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς Ἑλλάδος διὰ τῶν λογχῶν των, εἴχομεν μείνῃ σύμφωνοι ὅτι θὰ καθορίζετο ἡ θέσις τῆς ρήτρας αὐτῆς τὴν στιγμὴν καθ’ ἥν ἡ Συνέλευσις συγκατανεύοντος ἄλλως τε ἔκτοτε εἰς τοῦτο καὶ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἤθελε προβῆ εἰς τὴν μελέτην τῆς ἀναγραπτέας αὐτοτελείας. Λοιπὸν ὑπομιμνήσκω τὴν ἀπόφασιν ἐκείνην. Ἡ θέσις τοῦ πρώτου ἄρθρου δὲν θὰ χαρακτηρισθῇ σήμερον ὡς τελεσιδίκως διδομένη εἰς τὴν ἐν συζητήσει διάταξιν περὶ ἐκκλησίας. Ἄλλως τε καὶ ἀσχέτως πρὸς τὸ θέμα τῆς κυριαρχικῆς αὐτοτελείας, ἤ τὸ τῶν δικαίων τῆς ἐκλησίας, ὡρίσθη ὅτι θὰ μείνῃ ἐκκρεμὴς μέχρι τέλους ἡ ἐξέτασις τῆς σειρᾶς καὶ τῆς θέσεως ἥτις ὀφείλεται εἰς ἑκάστην συνταγματικὴν ρήτραν. Τοῦτο δὲ κατὰ σύστασιν μᾶλλον ἤ ἀπόφασιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἀφοῦ ἐν συντακτικοῖς ἔργοις τὸ θέλειν ἀνήκει τῇ Ἐθνοσυνελεύσει καὶ ἀποφάσεις δὲν λαμβάνονται οὐδαμόθεν ἄλλοθεν, οὐδὲ ἀπὸ θεῶν. Καθ’ ὁμοφωνίαν, λέγω, τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἡ θέσις τοῦ πρώτου θὰ μείνῃ ἀνοικτὴ εἰδικῶς διὰ τὴν περίστασιν, καθ’ ἥν ἤθελε κριθῇ ψηφιστέα ἡ συνταγματικὴ διάταξις τῆς αὐτοτελείας τῆς Ἑλλάδος. Μεθ’ ὅ εἰσέρχομαι εἰς τὴν περὶ τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ θέματος ὁμιλίαν. Ἀναμφιβόλως ἤθελε τις ἀποθαρρυνθῆ ἐκ νέου ἐπ’ αὐτοῦ φέρων τὸν λόγον μεθ’ ὅσας ἡ ἰδέα τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ νῦν ἰσχύοντος ἄρθρου, προὐκάλεσεν ἀντιδράσεις, καὶ μεθ’ ὅσα ἔτι παρενεβλήθησαν ἐκ τύχης ἐμπόδια εἰς περάτωσιν τῆς συζητήσεως. Τρὶς κατ’ ἐπανάληψιν ἦλθε καὶ τρὶς διεκόπη ἐν τῇ Συνελεύσει τὸ ὑψηλὸν τοῦτο θέμα διὰ μακροτάτων ἀναβολῶν μηνῶν ὅλων, πασῶν δ’ ἀνεξαρτήτως τῆς βουλήσεως ἡμῶν. Εἶναι ὁ θεὸς ὅστις ἔθηκε τρὶς παρεμβολὰς μεγάλας, σάλους καὶ πλυθωνισμούς, ὅλης τῆς Μικρασίας τὰ φλέγοντα ζητήματα, ὅλας τὰς ἐσωτερικὰς ἀνωμαλίας ἐπὶ συμβεβηκόσι μυρίους, ἵνα καταδείξουν ἡμῖν τοῖς τολμῶσι θίγειν τὰ τῆς Ἐκκλησίας. Αὐτοῦ, νὰ μελετήσωμεν καλῶς τὴν θέλησίν του καὶ τὰ συμφέροντά του. Αὐτὸς ὁ ἴδιος, πρὶν ἤ πλήξῃ ἐξ ὀργῆς τὰ πνεύματα ἡμῶν, διέκοψε τὰς ἐργασίας ἡμῶν. Ὁ λόγος ἦτο τολμηρός. Προέκειτο περὶ τῆς ἰσχύος καὶ τῶν δικαίων τοῦ ναοῦ. Δὲν θέλω νὰ εἴπω ὅτι ἐμοὶ ἔλαχεν ὁ κλῆρος νὰ προσέλθω πρῶτος διὰ τῆς διακοπῆς ἐνώπιον ὑμῶν, διατεινόμενος ὅτι ἰδοὺ ἐγὼ ἤμην τὸ σκεῦος τῆς ἐκλογῆς, ὅτι ἐγὼ ἐνεποτίσθην χάριτος, καὶ ὅσον ἠθέλησεν ἡ θεία φωνὴ ἐμβαθύνας, ἐγὼ ἔρχομαι νὰ φέρω ἀπὸ τῆς φλεγομένης βάτου τὰ φαεινὰ προστάγματα. Καὶ τὰ νέα. Οὐδὲν τούτων, κύριοι. Μὲ βλέπετε πρὸ ὑμῶν σπεύδοντα δι’ ἄλλον λόγον. Εἶμαι ἐκεῖνος ὅστις συνέπεσε νὰ παρουσιάσω, νὰ εἰσηγηθῶ πρὸς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ Συντάγματος τὴν ἰδέαν τῆς μετατροπῆς τοῦ πρώτου ἄρθρου αὐτοῦ ἀναλόγως πλέον πρὸς τὰς περιστάσεις καὶ τὰς ἀνάγκας, τὰς ὅλως μεταβληθείσας ἀπὸ τοῦ 1843, 1863 καὶ 1911 καὶ ἐντεῦθεν, ἰδίως δὲ ἀπὸ τοῦ 1911. Δὲν πταίω βεβαίως ἐγὼ ἐὰν ἀπὸ τῆς εἰσηγήσεως μου καὶ ἐντεῦθεν ἡ συζήτησις μετέπεσεν εἰς κακὴν φιλολογίαν καὶ τὸ θέμα κατέληξεν νὰ προκαλέσῃ τὴν μορφήν, τὴν γενικῶς διατυπωμένην ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ καὶ ἐκτὸς αὐτῆς, ἐν τῷ μεμψιμοίρῳ τύπῳ καὶ παρὰ τῷ λαῷ, ὁ ὁποῖος, ἀντανακλῶν τὴν ἐν τῷ περιβόλῳ τῶν ἀντιπροσώπων του ψυχολογίαν ἥκιστα πλέον ἐνδιαφέρεται δι’ ὑψηλά, ἀλλ’ ἀφῃρημένα θέματα ἰδεῶν, καὶ εἰρωνεύεται ἡμᾶς τοὺς ἰδεολόγους ἐν αὐτῷ καὶ πραγματιστὰς ὅτι περιεπέσαμεν εἰς Βυζαντινὰς συζητήσεις ἀγόνους, μικροῦ δεῖν ἀποξέομεν τὸν λάρυγγα εἰς γαργαρισμοὺς ξηρῶν λεξιδίων. Οὐχί, κύριοι, ἡ Ἑλλὰς εἶναι Κράτος ἰδεωδῶν ἔστω καὶ ἐν συνεχείᾳ ἀπὸ βυζαντινῶν αἰώνων. Ὡς βυζαντινὴ σκιαμαχία περὶ λέξεων, δύναται ἀνεδόξως νὰ κατηγορηθῇ ἑκάστην ὥραν παρὰ τῶν ἑαυτοὺς θεωρούντων βαθεῖς καὶ οὐσιαστικοὺς παρατηρητὰς πᾶσα λεπτὴ συζήτησις ἀνθρώπων περὶ σπουδαίων καὶ δυσκαταλήπτων εἰς αὐτοὺς πραγμάτων. Καὶ εἶναι πολὺ περισσοτέρα πεζότης τὸ νὰ δυσαρεστηθῇ κανεὶς ὡς καὶ τοῦτο συνέβη, ἐπειδή, μετὰ τοσαύτης ἐπικαιρότητος, προκειμένου περὶ ἀνοχῆς ἢ ἐλευθερίας ἀλλοτρίων δογμάτων ἐν πολιτείᾳ, ὁ φίλος μου κ. Βασιλακάκης ἀνεμνήσθη τὸ περὶ tollèrance ἤτοι περὶ ἀνεξιθρησκείας, ἀθάνατον ἀπόφθεγμα τοῦ Mirabeau. Τόσον χειρότερον δι’ ὅσους διεφώνησαν πρὸς τὸν γίγαντα τοῦτον τῆς Γαλλικῆς Ἐπαναστάσεως. Ἐγὼ συμφωνῶ. Ἀλλ’ οἱ ἀντιφρονοῦντες, ὑμεῖς, ἀντιλαμβάνεσθε ἄλλως ἢ ἡμεῖς τὸ πρᾶγμα τυχὸν ἢ μόνον ἴσως τὰς λέξεις; Ἐλευθερία. Ἀνοχή. Ἂς ἴδωμεν μὴ δυνάμεθα περὶ αὐτῶν νὰ συνεννοηθῶμεν. Μὲ τὸν κίνδυνον ὅτι θὰ κατηγορηθῶ ὅτι εἶμαι μεταξὺ ἐκείνων, μετὰ τοῦ κ. Βασιλακάκη, οἵτινες ἀρέσκονται νὰ ἐπικαλῶνται ξένα ὀνόματα σοφῶν, καὶ ἀποφθέγματα μεγαλορρήμονα, ὅμως ἀδύνατον νὰ μὴ ἐνθυμηθῶ τὸ βαθὺ ρῆμα τοῦ Ἐμμανουὴλ Κάντ. Ἐὰν ποτὲ συνέπιπτε οἱ ἄνθρωποι νὰ συνεφώνουν περὶ τῆς ἐννοίας τῶν λέξεων, δὲν θὰ ὑπῆρχε πλέον διαφωνία μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων. (Εὖγε). Θὰ ἦτο, τὶ εὐτυχία! τὸ τέλος τῶν ἐρίδων. Δὲν φαίνεται ὑμῖν τοῦτο ἀληθές, κύριοι, ὑπὲρ τὸ δέον ὅμως ἡ συζήτησις ἐνεπλάκη εἰς λεξιλογικὸν ἀκριβῶς πεισμάτωμα ἐδῶ, τὸ μετέχειν αὐτῆς ἀπώλεσε πᾶν γόητρον. Ἐκ τούτου συνεχόμενος δὲν θὰ εἶχον διανοηθῇ νὰ λάβω τὸν λόγον, εἰ μὴ μοὶ εἶχε φανῇ ὅτι τὸ πρᾶγμα μοὶ ἦτο τοὐναντίον ἐπιβεβλημένον ἐκ τῆς εἰδικωτέρας ἀφορμῆς. Ἐκ τῶν συναδέλφων τις, μετὰ ρητορικότητος εὐχαρίστου ἡ ὁποία τῷ εἶναι συνήθης, κατηναλώθη μεμφόμενος ὅσους διΐστανται πρὸς τὰς ἀντιλήψεις αὐτοῦ, ἑπομένως καὶ ἐμέ, τὸν καὶ εἰσηγησάμενον τὸ ἀντίθετον πρὸς τὰς ἰδέας του θέμα, τῆς μετατροπῆς τοῦ περὶ ἐκκλησίας ἄρθρου, ὅτι εἰσάγομεν καινὰ δαιμόνια ἐν εὐκειμένοις, ὅτι ἐκλονίζομεν αὐτόχρημα τὰ βάθρα τῆς ἐκκλησίας, καὶ ἠκούσατε, ἐσείσαμεν ὡς ὁ Σαμψὼν τὰς στήλας, τοῦ Παρθενῶνος, ἐλπίζω ὅτι ἐννοεῖ τὰς ἤδη πεπτωκυΐας ἀφ’ ἑαυτῶν. (Γέλωτες). Τοὐναντίον εἶμαι ὑπὲρ τῆς ἀναστηλώσεως. Κύριοι, ἐὰν ἰσχυρίζωμαι ὅτι τὸ περὶ θρησκείας ἄρθρον τοῦ Συντάγματος πρέπει νὰ μετατραπῇ καὶ νὰ μὴ μείνῃ ὡς ἐφάνη ἐπαρκοῦν τῷ 1843, τῷ 1863, τῷ 1911, εἶναι, ὅτι μετεβλήθη ἔκτοτε κατὰ τοιοῦτον τρόπον ἡ κατάστασις τῶν πραγμάτων ὥστε νὰ εἶναι ἡ τοῦ ἄρθρου ἀναθεώρησις ἀνάγκη ἐπιβεβλημένη. Θέμα νομικόν, διπλωματικόν, εἶναι πρὸ ἡμῶν σήμερον κατηγορηματικῶς τεθειμένον καὶ εὕρηται ἐνώπιον ὑμῶν ὅσον καὶ ἂν στρέψητε τοὺς ὀφθαλμοὺς ἀλλαχοῦ. Ἐγεννήθη διὰ τὴν Ἑλλάδα ὑποχρέωσις νὰ κανονίσῃ τὰ τῆς σχέσεως αὐτῆς πρὸς τὰ ξένα θρησκεύματα κατὰ τρόπον ὅστις ἕως χθὲς δὲν τῇ ἐπεβάλλετο. Καὶ ἡ ὑποχρέωσις τῇ ἐγεννήθη ἐκ τῆς ὑπογραφῆς ἥν ἡ ἰδία ἀσυνέτως καὶ ἀμαχητὶ ἔθηκεν ἐπὶ συμφωνίας βεβήλου, ἐκείνου, λέγω, τοῦ τμήματος τῆς Συνθήκης τῶν Σεβρῶν, τὸ ὁποῖον ἀποβλέπει εἰς τὴν ὑπὸ ξένον ἔλεγχον προστασίαν τῶν κατὰ θρήσκευμα ἐγχωρίων μειονοψηφιῶν ἔστω καὶ ὅταν ὦσιν αὗται ὁμογενεῖς! Παράδοξος καὶ θλιβερὰ ὑπογραφὴ χειρὸς ἀπεμπολητοῦ τάξασα ὑποχρεώσεις τῇ Ἑλλάδι νὰ ἀναγνωρίσῃ δεσμοὺς καὶ ἐποπτείας ξενικάς, θρησκευτικὰς ἰσότητας καὶ ἰσοτιμίας πρὸς ἐντόπια ἀλλότρια δόγματα ὡς χθὲς ἀνυπάρκτους. Ἡ Ἑλλὰς δὲν ἀντεῖπεν ὅτι τὸ Σύνταγμα αὐτῆς ἦτο πληρεστάτη ἐγγύησις θρησκευτικῆς ἰσοπολιτείας μειονοψηφιῶν τε καὶ πλειονοψηφιῶν ἐπὶ τοῦ ἐδάφους της, καὶ ἀνάγκη συμβατικοῦ θεσμοῦ δι’ αὐτὴν δὲν ὑπῆρχεν ὑπὲρ αὐτῶν, μεθ’ ἕνα μάλιστα ὁλόκληρον αἰῶνα ἀσκήσεως ἀνεπιλήπτου συνταγματικῆς ἐλευθερίας ὡς πρὸς τὰ δόγματα, καὶ μυρία ἐὰν ἦσαν. Ὑπέγραψεν πρὸς ὄνειδος αὐτῆς καὶ τὸν ζυγὸν ἐδέχθη. Ἀνεγνώρισε δικαίωμα ἔκφυλον ὑπὲρ κατηγορίας Ἑλλήνων πολιτῶν, τῶν πολιτῶν τῶν ἐχόντων ἄλλο θρήσκευμα, νὰ προσφεύγωσιν εἰς τὰς ξένας Δυνάμεις ζητοῦντες ἔλεγχον τῶν ξένων αὐτῶν ἐπὶ τῆς πατρίδος των ὑπὲρ τῶν δογματικῶν των συμφερόντων. Καὶ ἦτο κόλαφος ἡ δουλεία τῆς ὁμολογηθείσης αὐτῆς θρησκευτικῆς ἰσοπολιτείας δι’ Ἔθνος, ὅπως τὸ Ἑλληνικόν, ἐκ τοῦ ὁποίου ἐξεπήγασαν αἱ ἰσότητες καὶ ἐβλάστησαν αἱ ὑψηλαὶ θρησκεῖαι, τὸ ὁποῖον δ’ ἐγέννησεν αὐτὸν τὸν Θεόν, μὰ τὴν ἀλήθειαν ὑπόχρεων πλέον ὄντα, ὡς Ἕλληνα, νὰ τὸ πονέσῃ καὶ νὰ τὸ προστατεύσῃ ἐγκαίρως εἰ δυνατόν..........
§94Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Καὶ διατὶ τὸν ἐκάματε Ἕλληνα τὸν Θεόν;
§95Χ. ΜΗΤΣΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἀπαντήσω δι’ ἑνὸς ρητοῦ τοῦ Εὐαγγελίου πρὸς ἕνα ἐντριβέστατον περὶ τὰς γραφάς. (Γέλωτες). Ὅτε οἱ μαθηταὶ τοῦ Ἰησοῦ τρέξαντες πρὸς Αὐτὸν τῷ ἀνήγγειλαν ὅτι Ἕλληνες ἦλθον νὰ ἀκούσωσιν τῆς διδαχῆς Αὐτοῦ, ἐνεπλήσθη ἡ καρδία Αὐτοῦ χαρᾶς μεγάλης καὶ ἔκραξεν: «νῦν δεδόξασται ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου»! Εἶναι Ἕλλην ὁ ἀληθὴς καὶ ὡραῖος Θεός. Εἶναι δημιούργημα τῆς Ἑλλάδος ὅπως καὶ αὐτὴ Αὐτοῦ. Εἶναι ὑπόχρεως λοιπὸν πρὸς ἡμᾶς. Καὶ ἡμεῖς πρὸς Αὐτόν. (Χειροκροτήματα). Εἶναι λυπηρόν, κύριοι, ὅτι ὑμεῖς μὲν οἱ ἁμαρτωλοὶ ἐπιεικῶς χειροκροτεῖτε καὶ ἐμέ μετὰ τοῦ ὁμογενοῦς Θεοῦ, δὲν διακρίνει δὲ τὸ βλέμμα ἡμῶν ἐν τοῖς γύρωθεν θεωρείοις, ἐκείνους οἱ ὁποῖοι, ἐπειδὴ ἐπαγγέλλονται τὰ τοῦ παραδείσου, θὰ ὤφειλον νὰ εἶχον κατακλείσῃ τὰ θεωρεῖα τῆς Συνελεύσεως, ταῖς ἡμέραις ταύταις τῆς καταλύσεως τοῦ οἴνου καὶ τοῦ ἐλαίου, ἵνα παρακολουθήσωσι τὰς περὶ τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῆς θέσεως αὐτῆς ἐν τῇ πολιτείᾳ σπουδαιοτάτας συνταγματικὰς συζητήσεις. Ποῦ εἶναι, εἰς τὴν εὐχὴν τοῦ Θεοῦ, ποῦ ἀγρὸν ἀγοράζει ὁ κλῆρος; Δὲν βλέπω ἢ τρία μόνον ἁπλοϊκὰ καλυμμαύχια νὰ μαρτυρῶσι διὰ τῆς παρουσίας των ὅτι ὁ κλῆρος ἡμῶν, ὡς ἔγεινε, μόνον διὰ τῆς ἀπουσίας του δύναται πλέον νὰ λάμπῃ. Ἀλλὰ περιορίζω μεθ’ ὑμῶν τὰς κρίσεις μου παρὰ τὴν θέλησίν μου. Λοιπὸν ἐπαναλέγω, κύριοι, ἡ Ἑλλὰς διὰ τῆς ἄφρονος ὑπογραφῆς ἣν ἔθηκεν, εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ ἀναθεωρήσῃ τὸ ἄρθρον 1 τοῦ Συντάγματος περὶ τῆς ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καὶ τῆς ἀνοχῆς τῶν ἄλλων θρησκευμάτων, ἵνα μὴ φαίνηται ἀνακόλουθος, ἀναιροῦσα ἐν τῷ Συντάγματι ἀπίστως ὅ,τι ἐνώπιον συμβαλλομένων μετ’ αὐτῆς ἀνεγνώρισεν ἐν συμβάσεσιν. Ναί, κύριοι, ἡ περὶ μειονοτήτων συνθήκη τῶν Σεβρῶν, ὁμολογεῖ ἐν ἄρθρῳ 8 τὸ ὁποῖον ὀφείλετε νὰ μελετήσητε ἐν τῇ ἀλληλουχίᾳ αὐτοῦ πρὸς τὰ περὶ αὐτὸ περιπλεκόμενα ἄλλα ἄρθρα τὸ 1, 2, 7, 12, 16 μετὰ τοῦ εἰσαγωγικοῦ προοιμίου τῆς συνθήκης, καὶ τοῦ ἐπιλόγου, ἡ Συνθήκη τῶν Σεβρῶν, λέγω, ὁμολογεῖ, ἐν τοῖς ἄρθροις τούτοις ὅτι τὸ δικαίωμα τῶν Ἑλλήνων ὑπηκόων τῶν δοξαζόντων διάφορα θρησκεύματα ἐν Ἑλλάδι, εἶναι νομικῶς καὶ πραγματικῶς, δικαίωμα ἐλευθερίας ἀπολύτου, ἴσως διὰ πάντας, δὲν εἶναι ὑπὲρ ἑνός, προνόμιον ἀνοχῆς τῶν ἄλλων. Ἐὰν δὲ πλέον τοιαύτη ὑπογραφή, ἡ τεθεῖσα ὑπὸ τῆς Ἑλλάδος εἰς ἔγγραφον δημόσιον παγκοσμίου κύρους, ἐπιβάλλῃ εἰς τὴν Ἑλλάδα νὰ καθιερῇ τοιαῦτα τινὰ περὶ τῶν ἐν Ἑλλάδι θρησκευμάτων, ἐρωτῶ κατὰ τί τὸ μέλος τῆς Συνελεύσεως τὸ ὁποῖον ἤθελεν ὑπομνήσει ὑποχρεώσεις αὐτάς, τὰς δουλείας αὐτὰς τὰς τυφλῶς ἀλλὰ συμβατικῶς ἀναληφθείσας, κατὰ τί ἤθελε κατηγορηθῆ ὡς ὑπὸ κνίδης νεωτερισμῶν καταληφθέν, καὶ σπείρων ζιζάννια; Ζητοῦμεν ἁπλῶς ὑπὸ τοῦ κράτους νὰ ἀντικρύσῃ ἀνδρικῶς τὴν κατάστασιν ἥν ἐδημιούργησεν αὐτὸ εἰς ἑαυτό. Εἶμαι Ἕλλην καὶ αἰσθάνομαι πικρίαν ὅτι ἡ Ἑλλὰς ὑπέστη κυριαρχικὴν μείωσιν διὰ τῆς περὶ μειονοψηφιῶν συνθήκης, ἀλλὰ θέλω νὰ ὦμεν πιστοὶ εἰς τὴν ὑπογραφὴν ἡμῶν, ἕως ὅτου δυνηθῶμεν νὰ σχίσωμεν ὡς ἐμπρέπει τὰς ὑποχρεώσεις ἡμῶν. Εἴμεθα οἱ ἀπόγονοι τῶν ἀρχαίων Φλιασσίων οἵτινες τῶν συμμάχων αὐτῶν ἡττηθέντων ἐν μάχῃ ἧς αὐτοὶ δὲν προέλαβον νὰ μετάσχωσι, μετέβαινον τὴν ἐπαύριον νὰ συνυποταγῶσιν, εἰς τιμὴν ἑλληνικὴν τῆς θεωρίας ὅτι δὲν ὑπάρχουσιν ἐξ Ἑλλήνων κουρελόχαρτα (Εὖγε). Ἀφήνομεν τὴν δόξαν τῶν βιομηχάνων τοῦ κουρελοχάρτου εἰς ἐκείνους οἵτινες συνημιλλήθησαν ἐν Μικρᾷ Ἀσίᾳ τὶς περισσότερον ἤθελε βλάψει ἡμᾶς καὶ ἐγκαταλείψει ὡς σύμμαχοι ἄπιστοι καὶ παράσπονδοι, καὶ δὴ εἰς πεῖσμα αὐτῆς ταύτης τῆς Συνθήκης τῶν Σεβρῶν, τὴν ὁποίαν αὐτοὶ ἀκριβῶς δὲν ἐσεβάσθησαν. (Χειροκροτήματα). Ἡ σταθερότης τῆς Ἑλλάδος εἰς λυπηρὰν ἀλλὰ δυστυχῶς ἀνειλλημμένην ὑποχρέωσιν, προκαλεῖ τὸν σεβασμὸν τῶν ἐντίμων λαῶν πρὸς τὴν ἠθικὴν ὑπεροχήν της, καὶ ἐγὼ ὡς πατριώτης, παρὰ τὸ ὅτι ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἦμαι καὶ μέλος τῆς Συνελεύσεως, ἔρχομαι καὶ εἰσηγοῦμαι ὅ,τι ζητῶ.
§96Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Διὰ τῆς συμβάσεως.
§97Χ. ΜΗΤΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὥστε προσέρχεσθε εἰς ἐπίρρωσιν τοῦ θέματος τὸ ὁποῖον ἀνέπτυξα ἐγώ;
§98Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Βεβαίως.
§99Χ. ΜΗΤΣΟΠΟΥΛΟΣ. Τόσον τὸ καλύτερον δι’ αὐτό, καὶ δι’ ἐμέ. Δὲν εἶναι δὲ πλατωνικὸν τὸ ὄφελος, τὸ προσγενησόμενον τῇ Ἑλλάδι ἐκ τῆς ἀναγραφῆς, τὴν στιγμὴν ταύτην ἐν τῷ νέῳ Συντάγματι αὐτῆς τοῦ δόγματος τῆς ἰσότητος μεταξὺ τῶν διαφόρων ἐν τῇ ἐπικρατείᾳ θρησκευμάτων, καὶ ὄχι πλέον μόνον τῆς ἀνοχῆς, ἀλλὰ τῆς πλήρους καὶ πλέον ἀπολύτου ἐλευθερίας, ἧς ἡ ἀναγνώρισις τοῖς ὀφειλέτοις ἐν οἱῳδήποτε πεπολιτισμένῳ κράτει τοῦ αἰῶνος τούτου. Καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ σκεφθῆτε ἄλλως, καὶ ὄφελος οὐσιαστικὸν νὰ μὴ διΐδητε ἐκ τούτου. Ἀνεγνώσατε τὴν περὶ μειονοτήτων καὶ θρησκευτικῆς ἐλευθερίας καὶ ἰσοπολιτείας συνθήκην τῶν Σεβρῶν. Δυστυχῶς δι’ ἡμᾶς, ζητήματα, ἐξ ἐνδεχομένης, καὶ ἴσως τοῦ λοιποῦ καὶ ἐπίτηδες προκληθησομένης συγκρούσεως ἐκκλησιαστικῶν ἀντιλήψεων ἐμφανισθησόμενα, εἴμεθα ὑπόχρεοι ἐκ τοῦ δευτέρου ἐδαφίου τοῦ προοιμίου τῆς Συνθήκης, καὶ τοῦ ἄρθρου 16, νὰ μὴ λύομεν ἡμεῖς κυριαρχικῶς ἀλλὰ νὰ βλέπωμεν αὐτὰ ὑποβαλλόμενα ὑπὸ τῶν ἰδίων ἡμῶν Ἑλλήνων ὑπηκόων, ἤ καὶ ὑπὸ ξένου κράτους εἰς τὴν κρίσιν τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν, τὴν ὁποίαν ἀνεγνωρίσαμεν ἐξουσιάστριαν καὶ ἐγγυήτριαν ἐπὶ τῶν ἐσωτερικῶν ἡμῶν πραγμάτων. Ἀνεγνωρίσαμεν εἰς τὸ ἄρθρον 16, τὰ ἐσωτερικὰ ἡμῶν ζητήματα, ὡς ζητήματα «διεθνοῦς χαρακτῆρος» καὶ ἑλληνικὰς ὑποχρεώσεις «διεθνοῦς συμφέροντος». Δηλαδὴ ξενικῆς ἐπεμβάσεως. Ἀφοῦ λοιπὸν τοιαύτη Δαμόκλειος ἐπικρέμαται ἀπὸ τοῦδε ἐπὶ τῆς κεφαλῆς ἡμῶν, καὶ προείδομεν ἡμεῖς διὰ συνθήκης πιθανότητα συγκρούσεων θρησκευτικῶν ἐν Ἑλλάδι, ἐκ τῶν ὁποίων ἤθελε γεννηθῇ ὁ κίνδυνος τῆς παραπομπῆς εἰς τὰς Δυνάμεις καὶ ἐπεμβάσεις αὐτῶν, ἔχομεν ἤ ὄχι ὄφελος οὐσιαστικὸν νὰ ἔχωμεν πανδήμως διακεκηρυγμένον πρὸς τὰς Δυνάμεις ὅτι ἡ φροντὶς των εἶναι κακοβουλία καὶ πείραγμα ἡ ἀνάμιξίς των εἰς τὰ περὶ τῆς διαθέσεως ἡμῶν ἀπέναντι τῶν ὑπηκόων μάλιστα ἡμῶν μειονοψηφιῶν, διότι ἡμεῖς τὰς ἔχομεν ἀναγορεύσῃ, πολὺ περισσότερον ἤ ἐν συνθήκαις καὶ διὰ τοῦ συνταγματικοῦ ἔτι ἡμῶν χάρτου ὡς ἴσας, ἐλευθέρας, ἰσοτίμους πρὸς τὰ ὀρθόδοξα καὶ δικαιοῦχα ἑλληνικὰ πλήθη. Ναί, κύριοι, διὰ τῆς ἐν τῷ Συντάγματι ἀναγραφῆς τῆς δογματικῆς ἰσοπολιτείας, θὰ ἀτροφήσῃ ἡ ἐπονείδιστος συμβατικὴ ξενικὴ δουλεία ἐπὶ τῆς κυριαρχίας τῆς Ἑλλάδος, ἥν δουλείαν δὲν ἠθέλησαν αἱ συμβληθεῖσαι πρὸς ἡμᾶς Δυνάμεις δι’ ἑαυτάς, ἐν ταῖς ἀναλόγοις περιστάσεσιν. Ἀλλὰ τὸ κέρδος εἶναι καὶ ἀλλαχόθεν δῆλον κατὰ τὴν κρίσιν ἑνὸς πατριώτου. Ὀφείλει ἡ Ἑλλὰς διὰ παντὸς τρόπου νὰ ἀποσοβήσῃ διὰ τὴν ἑαυτῆς ἀξιοπρέπειαν τὸν κίνδυνον τοῦ νὰ συναντήσῃ μειονότητας Ἑλληνικὰς θεωρούσας ἑαυτὰς ἐλευθέρας νὰ ἀπευθύνωνται οὐχὶ πλέον πρὸς τὴν πατρίδα αὐτῶν, τὴν Ἑλληνικήν, ἀλλὰ πρὸς τοὺς ξένους. Διότι ἀνέγνωσα ὑμῖν πῶς ἔχουσι τὴν ἐλευθερίαν ταύτην ἀποκεκτημένην ἐκ τῆς ὀλεθρίας ἐκείνης ἀναγνωρίσεως τῆς ἀπαισίας καὶ βδελυρᾶς, ἵνα μὴ εἴπω λέξιν πικρότερον εἰ δυνατὸν ἐκφράζουσαν τὴν πρᾶξιν ἐκείνου τοῦ ξενοπλήκτου, ὁ ὁποῖος κατὰ πρῶτον ἀπὸ τῆς ἐμφανίσεως τοῦ γένους τῶν Ἑλλήνων ἐθάρρησε νὰ ἁρπάσῃ τὴν ἐξουσίαν ἀπὸ τῶν χειρῶν τῆς πατρίδος του διὰ ξένων λογχῶν, νὰ ὑποβιβάσῃ τὴν ἑλληνικὴν κυριαρχίαν, τὴν Ἑλληνικὴν ὑπερήφανον ἐλευθερίαν, (χειροκροτήματα). Ἡ ἐπὶ συμβάσεως βασιζομένη τοιαύτη ἐλευθερία τῆς πρὸς ξένους ἐπικλήσεως, δεικνύει ταῖς ἀλλοδόξοις μειονότησι τῶν Ἑλλήνων τὴν ὁδὸν τῆς προσφυγῆς πρὸς τοὺς ξένους. Ἡ ἐν τῷ Συντάγματι ἀναγραφὴ τῆς θρησκευτικῆς ἰσοπολιτείας, δεικνύει εἰς αὐτὰς τὴν ὁδὸν τῆς πρὸς τὰς συνταγματικὰς ἐξουσίας προσφυγῆς, ἀφοῦ τὸ Σύνταγμα διαγορεύει οὐχὶ πλέον ἀνοχήν, ἀλλ’ ἰσότητα ἐλευθερίας τῶν θρησκευμάτων, καὶ καθιστᾷ ὡς πρὸς τοῦτο συνταγματικῶς ὑπολόγους τὰς κυβερνητικὰς εὐθύνας. Πρὸς τί λοιπὸν ἀναζήτησις καταφυγίου παρ’ ἐξουσίαις ξέναις; Ἄς ἀφήσωμεν ὅτι ἡ ἀθλία αὐτὴ προσφυγὴ θεσπίζεται ἐν τῇ συνθήκῃ καὶ διὰ τὰς εὐ☐ ἐθνικὰς, τὰς γλωσσικάς, τὰς σχολικάς, τὰς ἐμπορικὰς διαφορὰς. Ἡ Ἑλλὰς πρέπει νὰ ἀποφεύγῃ πάντας τοὺς τοιαύτης φύσεως κινδύνους.
§100Ε. ΧΑΤΖΗΔΑΚΗΣ. Ὑπῆρξε τοιοῦτος κίνδυνος μέχρι τοῦδε;
§101Χ. ΜΗΤΣΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν βλέπετε ὅτι ὑπάρχει τοιοῦτος κίνδυνος τώρα, ἀφοῦ βλέπετε ὅτι λαμβάνουσι τοιαῦτα μέτρα καθ’ ἡμῶν; Τὸ παρελθὸν ἠλλοιώθη οἰκτρότατα ὑπὸ τοῦ παρόντος, τὸ μέλλον πιθανῶς θὰ πενθήσῃ. Δὲν θέλετε νὰ ἐκπλαγῆτε; Ἀλλὰ ὑπῆρξε λ. χ. συνθήκη ποτέ, ἐκτός, προκειμένου περὶ Τουρκικοῦ κράτους, ἥτις νὰ καθιέρωσεν ὅ,τι καθιεροῖ δι’ ἡμᾶς τώρα τὸ ἄρθρον 12 τῆς εἰρημένης Συνθήκης τῶν μειονοψηφιῶν, τὸ παραχωροῦν καὶ τοπικὴν αὐτονομίαν ἔτι εἰς τὰς θρησκευτικὰς καὶ σχολικὰς μειονότητας τῆς Πίνδου, ἄς εἴπωμεν αὐτὸ τοῦτο εἰς τὰς Βλαχικὰς κοινότητας, ἤτοι εἰς τοὺς Ἑλληνικοὺς κουτσοβλάχους, τοὺς ὁποίους ἡ Ἑλλὰς οὐ μόνον διὰ τῆς παλαιᾶς πλέον πρὸς Ρουμανίαν συνθήκης τοῦ Βουκουρεστίου, ἀλλὰ τώρα καὶ διὰ συμφωνίας πρὸς τὰς Δυνάμεις ἀπεμπολεῖ καὶ καθυποτάσσει τῇ Ρουμανίᾳ. Λοιπὸν ἀφοῦ βλέπετε ὅτι λαμβάνουσιν αἱ Δυνάμεις μέτρα καθ’ ἡμῶν, ἀπὸ τοῦδε, καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει ἀφορμὴν ἐν τῷ παρελθόντι δὲν εἶχον, ἕπεται ὅτι ἀφορμὴν δημιουργοῦσιν. Ἐγὼ λοιπὸν δὲν θέλω νὰ ταῖς δοθῇ οὐδεμία ἀφορμὴ πρὸς ἐλέγχους ἐσωτερικῶν ἡμῶν πραγμάτων. Θέλω νὰ ταῖς ἀποδείξω διὰ τῆς συνταγματικῆς ἡμῶν ρήτρας ὅτι πλανῶνται ἐν ᾗ περιπτώσει στρέφουσι τὴν προσοχήν των πρὸς τὴν Ἑλλάδα μὴ δημιουργήσωσι ἤ ζητήματα ὀχληρά. Ἰδοὺ ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ἐγώ, καὶ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ Συντάγματος τότε, καί, κατ’ ἐπανάληψιν, εἰς τὴν Ἐθνοσυνέλευσιν ἐνόμισα καλόν, δι’ ὅσων εἰσηγήθην, νὰ ἁρπάσω τὸν ταῦρον ἀπὸ τῶν κεράτων, νὰ ἀποσοβήσω τὸ εὐπρόβλεπτον κακόν, ὑποδεικνύων ὑποχρέωσιν τὴν ὁποίαν ἔχομεν.....
§102Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἀνειλημμένην.
§103Χ. ΜΗΤΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀνειλημμένην. Δὲν ἔχει κυρωθῇ ἔτι. Ἐν πάσῃ περιπτώσει εἶναι ἀνειλημμένη. Καὶ προσέξατε. Ἡ περὶ μειοψηφιῶν Συνθήκη τῶν Σεβρῶν ἀποτελεῖ τμῆμα τῆς πολλαπλῆς ὅλης Συνθήκης τῶν Σεβρῶν, ἐνδιαλαμβάνει δὲ αὐτὴ ἡ ἰδία ρήτραν, ἄλλως πως σημαντικήν, ἧς ἕνεκα δὲν συμφέρει σήμερον νὰ φέρωμεν ζητήματα ἐφ’ ὅσον δὲν ἐπηκολούθησε κύρωσις καὶ ἐλλείπει ἡ ἰσχὺς διὰ τὴν σύμβασιν, διότι θὰ διεσείομεν τὴν ἰσχὺν καὶ αὐτῆς τῆς ρήτρας. Βλάβη λοιπὸν ἤθελε προκύψει τῷ Ἔθνει ἐὰν αὕτη θιχθῇ, ἀφοῦ ἄλλο τι μεῖζον τῶν ἐν ταύτῃ δὲν ἐζητήθη δυστυχῶς παρ’ ἡμῶν καὶ δὲν ἐπετεύχθη. Εἶναι ἡ ρήτρα τῆς παραιτήσεως τῆς Ἀγγλίας καὶ Γαλλίας ἀπὸ τῶν ὑπὸ τοῦ τυράννου ἀναγνωρισθέντων αὐταῖς ψευδοδικαιωμάτων πολιτικῆς ἐπικηδεμονίας. Ἤθελον αὗται εἴπει ἡμῖν· ἀφοῦ ὑμεῖς θέλετε τὴν ὑπόστασιν τῆς συνθήκης ἐν τῷ τμήματι τῶν μειονοτήτων, ἡμεῖς τὴν θέλομεν ἐν τῇ ὁλότητι αὐτῆς καὶ τὴν καταλύομεν. Οὕτως ἔχει τὸ ζήτημα, κύριοι, τὸ ζήτημα τῆς ἐν τῷ πρώτῳ ἄρθρῳ τοῦ Συντάγματος ἐπενεκτέας μετατροπῆς. Ἀλλ’ ἐὰν ἐζήτησα νὰ ἀρθῇ ἡ λέξις «ἀνεκτὴ» καὶ νὰ τεθῇ ἡ λέξις «ἐλευθέρα» ὑμεῖς ἴδητε ὡς ἐπιχείρημα τούτου προσέτι τὴν ἀλήθειαν ὅτι ἡ Ἑλλάς, καὶ ἄνευ τῶν νέων αὐτῆς δεσμῶν, εἶναι ὑπόχρεως νὰ ἀναγνωρίσῃ καὶ αὕτη ὅ,τι τὸ παγκόσμιον σύγχρονον πνεῦμα ἔχει πλέον ἀναγορεύσει, ὡς κανόνα μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων εἴτε καὶ τῶν βαρβάρων.
§104Β. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Μήπως δὲν τὸ ἔπραξεν ἕως τώρα;
§105Χ. ΜΗΤΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν τὸ ἔπραξεν ἕως τώρα σιγήσασα, θὰ τὸ πράξῃ καλλίτερον κηρύττουσα αὐτό. Ἡ δὲ στάσις αὐτῆς θὰ εἶναι σαφεστέρα. Ἐὰν ἡ ὑπερήφανος αὕτη σαφήνεια εἶναι τι, τὸ ὁποῖον δὲν σαγηνεύει τὴν ὑμετέραν ἐξαιρετικὴν ἄλλως τε πνευματικότητα, τότε ὑπομείνατε τὴν μετριότητά μου. Σοφὸν εἶναι τὸ σαφές.
§106Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Κύριε συνάδελφε, ἡ βάσις τῶν ἐπιχειρημάτων ὑμῶν εἶναι κυρίως τὸ ἄρθρον 8 τῆς Συνθήκης τῶν Σεβρῶν.
§107Χ. ΜΗΤΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι. Ἡ ἀλληλουχία διὰ τῆς ὁποίας διὰ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ 8 ἐξαπλοῦται καὶ διέρχεται εἰς τὴν Ἑλλάδα αὐτὸ τὸ θέμα, ὅτι σήμερον εὑρίσκεται πρὸ αὐτοῦ τοῦ τοίχου τὸν ὁποῖον δὲν δύναται νὰ ὑπερπηδήσῃ, ἐὰν δὲν θέλῃ νὰ φανῇ παράσπονδος.
§108Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐπιτρέψατε νὰ διακόψω ὑμᾶς. Λοιπὸν τὸ ἄρθρον 8 τῆς Συνθήκης τῶν Σεβρῶν ἔχει τὰς λέξεις (ἀναγινώσκει). «καὶ νὰ τελῶσιν ἐλευθέρως τὰ τῆς θρησκείας των», αὐτὴ εἶναι ἡ βάσις. Ὑποδεικνύετε δὲ τρόπον τινά, ὅτι τὸ ἄρθρον 1 τοῦ Συντάγματος προσκρούει πρὸς τὸ ρῆμα τοῦ ἄρθρου 8 τῆς Συνθήκης τῶν Σεβρῶν. Ἀλλ’ ὅταν τὸ ἄρθρον 1 τοῦ Συντάγματος ἀναγνωσθῇ ὁλόκληρον, ἀμφιβάλλω, ἐὰν θέλετε ἐπιμείνει εἰς ὅσα λέγετε. Ὡς διὰ μακρῶν ἀνεπτύχθη καὶ ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ καὶ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ παρ’ ἐμοῦ, ὅταν ἐποιούμην τὴν εἰσήγησιν τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ Συντάγματος, τὸ ἄρθρον 1 δὲν περιορίζεται μόνον εἰς τὴν λέξιν «ἀνεκτή», ἀλλὰ προσθέτει «τὰ τῆς λειτουργίας αὐτῆς τελοῦνται ἀκωλύτως, ὑπὸ τὴν προστασίαν τῶν νόμων». Ὅταν λοιπὸν τὸ ἄρθρον λέγῃ ὅτι ἡ θρησκεία τοῦ Κράτους ἡ ἐπικρατοῦσα εἶναι ἡ Ὀρθόδοξος, ὅτι δὲ πᾶσα ἄλλη θρησκεία εἶναι ἀνεκτή, καὶ δὲν περιορίζεται εἰς τὴν λέξιν «ἀνεκτή», ἀλλὰ προστίθησιν, ὅτι «τὰ τῆς λειτουργίας αὐτῆς τελοῦνται ἀκωλύτως», καὶ κατόπιν ἐπιπροσθέτει «ὑπὸ τὴν προστασίαν τῶν νόμων», κατὰ τίνα τρόπον εὑρίσκετε, ὅτι τὸ ἄρθρον 1 τοῦ Συντάγματος προσκρούει πρὸς τὸ ρῆμα τῆς συνθήκης τῶν Σεβρῶν; Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι πάνθ’ ὅσα εἴπατε τόσον εὐγλώττως δὲν συμβιβάζονται πρὸς τὰ κείμενα, ἅτινα, ἐπὶ τοσαῦτα ἔτη ἰσχύοντα, οὐδέποτε ἔδωσαν ἀφορμὴν εἰς ἀλλοδόξους, ἵνα διαμαρτυρηθῶσιν καὶ ἀξιώσωσι νὰ μεταβληθῇ τὸ Σύνταγμα καθ’ ὃν τρόπον ὑμεῖς σήμερον προτείνετε.
§109Χ. ΜΗΤΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπιτρέπετε νὰ ἀπαντήσω;
§110Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Δικαίωμά σας. Εἰς ἐμὲ ἐπετρέψατε νὰ σᾶς διακόψω.
§111Χ. ΜΗΤΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀναγνωρίσατε, κύριοι, ὅτι εἶμαι ἐξ ἐκείνων τῶν μαχητῶν οἵτινες ἔχουσι τὴν ἀνδρείαν νὰ προσφέρωσιν αὐτοὶ οἱ ἴδιοι ὅπλα εἰς τοὺς ἀντιπάλους των. Ἔδωκα ἐγὼ ὁ ἴδιος τῷ σεβαστῷ συναδέλφῳ τὸ κείμενον τῆς συνθήκης, ταχέως ὅμως ρίπτων βλέμμα εἰς ὅ,τι κατὰ πυκνὴν γραμμὴν ὑπέδειξα, εὐηρεστήθη νὰ κατοχυρωθῇ ἐν τῷ ἄρθρῳ 8 εἰδικώτερον, νομίσας μετὰ τοῦτο ὅτι ἐξήντλησε πᾶσαν ἐκ τοῦ κειμένου ἐκείνου οὐσίαν, ὁπόταν καὶ τὸ περιθώριον αὐτοῦ δὲν θὰ ἤρκει, ἵνα μοὶ ἀντικρουσθῇ πρᾶγμα τὸ ὁποῖον νομίζω ὅτι ἤδη καὶ παρὰ τοὺς λόγους μου καὶ μετὰ τοὺς λόγους μου εἶναι τρανώτατα ἀπεδεδειγμένον. Δὲν εἶναι μόνον τὸ ἄρθρον 8 τῆς συνθήκης τῶν Σεβρῶν, κύριε συνάδελφε, εἶναι, ἐπαναλαμβάνω, ὅλη ἐκείνη ἡ σειρὰ καὶ ἀλληλουχία τῶν διατάξεων ὅσας ἀφθονώτατα περιέχει ἡ συνθήκη τῶν Σεβρῶν καὶ τὰς ὁποίας ἄλλως τε ὑπεσημείωσα ἐρυθρᾷ μολυβδίδι ἐν τῷ κειμένῳ ὅπερ ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ σᾶς ἐγχειρίσω. Καθιεροῦσι πάντα οὐχὶ τὴν ἀνοχήν, ἢ ἁπλῶς τὴν ἐλευθερίαν ἀλλ’ ἀπὸ τῆς σήμερον αὐτὴν τὴν ἰσοτιμίαν τῶν ἐν Ἑλλάδι ξένων θρησκευμάτων πρὸς τὸ Ὀρθόδοξον. Ἐλευθερίαν οὐχὶ ἀνελευθέραν καὶ οὐχὶ ἄνισον ἰσοτιμίαν. Ἐὰν δὲν ἐκινδύνευον νὰ φέρω εἰς κάματον τὴν Ἐθνοσυνέλευσιν ἤθελον ἀναγνώσει ὅλα τὰ ἄλλα ἐκτὸς τοῦ 8ου ἄρθρου ἐν τοῖς ὁποίοις ἐπίσης ἠθέλετε πλέον λέξιν πρὸς λέξιν ἐπανεύρει τοὺς δισχυρισμούς μου, ἐν κειμένῳ πλέον. Δυστυχῶς ὁμιλοῦσι λίαν σαφῶς. Εἶναι περιττὸν νὰ τὸ ἀγνοῆτε. Κατάστασις δ’ ἰσότητος καὶ κατάστασις ἐλευθερίας δὲν σημαίνει κατάστασιν ἀνοχῆς. Οὐδὲ κατάστασιν ἰσότητος ἢ ἐλευθερίας ὑπεμφαίνει, παρὰ τὴν γνώμην τοῦ κ. συναδέλφου, τὸ περιστατικὸν ὅτι τὰ τῆς τελέσεως τῆς θρησκείας παραμένουσιν ἀκώλυτα. Διότι τὸ μὴ κωλύεσθαι δὲν ἐνδιαλαμβάνει τὴν ἔκτασιν τῶν ἀσφαλεστέρων ἐξουσιῶν τοῦ μὴ κωλύοντος ἤτοι τὴν ἐλευθερίαν. Ὑπάρχει διαφορὰ μεταξὺ τοῦ ἀκωλύτου καὶ ἐλευθέρου καὶ ἴσου, καὶ διὰ τοῦτο ὑπάρχουσιν αἱ δύο λέξεις. Ὑπάρχει διαφορά, καὶ αὐτὴν τὴν διαφορὰν ἀνεγνωρίσατε ὅταν ὑπεγράφετε τὸν δεσμὸν αὐτὸν μετὰ τῶν ξένων. Αὐτὰ λέγει τὸ κείμενον τὸ ὁποῖον προσήνεγκον λίαν εὐχαρίστως πρὸς τὸν κύριον ἀντιλέγοντα καὶ δὲν ἔθιξα καθόλου τὸν Παρθενῶνα. Δὲν ἐνόμισα ὅτι παρεκάμπτομεν τὰς ἐκ τῆς συνθήκης προκυψάσας μειώσεις ἀφίνοντες τὸ πρῶτον ἄρθρον τοῦ Συντάγματος νὰ παραμένῃ ὡς εἶχε κατὰ τὸ παρελθόν. Ἐθεώρησα ἀξιώτερον νὰ ζητήσω ὅπως διακηρυχθῇ συνταγματικῶς ἡ ἐλευθερία τῶν θρησκευμάτων ἐν ὀνόματι τῆς Ἑλληνικῆς μεγαλοφροσύνης, ἡ ὁποία θέλει νὰ τιμῶνται εἰς τὰς Ἀθήνας, εἰς τὴν καρδίαν τῆς Ἑλλάδος, ὅλαι αἱ εὐγενεῖς δοξασίαι, καὶ κατὰ μείζονα τρόπον νὰ ὦσι σεβασταὶ ὅλαι αἱ θρησκεῖαι, ἐφ’ ὅσον ὑπάρχουσιν ἄνθρωποι θέλοντες νὰ πιστεύωσιν εἰς οἱονδήποτε θεόν, ἢ ἐὰν προτιμῶσιν, εἰς θεὰν οἱανδήποτε. (γέλωτες). Ἠθέλησα ὅμως πάντως νὰ περισώσω τὴν θέσιν τῆς θεοδότου Ὀρθοδόξου Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ὑπὸ τὸ καθεστὼς τῆς ἰσοτιμίας τῶν ἄλλων. Εἶπον πρὸς τοῦτο ὅτι πρέπει νὰ ἀναγορευθῇ ἐν Ἑλλάδι ἡ «religion d’ etat» ἡ θρησκεία τοῦ Κράτους», νὰ τεθῇ ἐν τῷ Συντάγματι ὅτι «ἡ Ἑλληνικὴ Πολιτεία εἶναι Ὀρθόδοξος Χριστιανικὴ Ἀνατολική». Διότι ἐὰν τοῦτο δὲν ἀναγορευθῇ, τότε αὔριον, διὰ τοῦ περὶ ἰσοτιμίας τῶν ξένων θρησκευμάτων ἄρθρων, θὰ ὑπολειφθῇ διὰ τὴν Ἑλληνικὴν Ἐκκλησίαν μείωσις καταστάσεως λίαν σπουδαία, ἔτι αἰσθητοτέρα, παρ’ ὅτι αὕτη ἦτο καὶ χθὲς αἰσθητή, καὶ ὑπάρχοντος τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον οἱ ἀντιλέγοντές μοι θεωροῦσι δῆθεν προνομιακὸν διὰ τὴν ἡμετέραν Ἐκκλησίαν. Ποία εἶναι, ἠθέλετε μὲ ἐρωτήσει, αὐτὴ ἡ αὐριανὴ μείωσις; Ἐκείνη ἥτις καὶ σήμερον ὑπάρχει ἔναντι ἄλλων ἐν Ἑλλάδι Ἐκκλησιῶν. Ἡ ἡμετέρα Ἐκκλησία ἔχει ἐν τῇ διοικήσει αὐτῆς, οὐχὶ βέβαια καὶ ἐν τῷ δόγματι αὐτῆς, ἕνα ἐλεγκτὴν ἐγκάθετον ἐν αὐτῇ. Εἶναι δ’ οὗτος τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος, παρὸν ἐντὸς αὐτῆς διὰ τοῦ παρὰ τῇ Συνόδῳ ἐπιτρόπου του, καὶ καθιστάμενον βαρὺ διὰ τῶν ἄλλων του δικαιωμάτων. Τὰ ἄλλα ὅμως ἐν τῇ χώρα θρησκεύματα, τὸ Μωαμεθανικὸν διὰ τῆς συνθήκης τῶν Ἀθηνῶν, τὸ Καθολικὸν διὰ τῆς συνθήκης τοῦ 1830, τὸ Ἰουδαϊκὸν καὶ διὰ τῆς τελευταίας ἔτι συνθήκης τῶν Σεβρῶν, δὲν ἔχουσιν ἐν τῷ περιβόλῳ τῆς διοικήσεως αὐτῶν οὐδένα ἐλεγκτήν, οὐδένα ἀντιπρόσωπον τῆς Ἑλληνικῆς Πολιτείας δικαιούμενον νὰ ἔχῃ ὀφθαλμὸν ἀνοικτὸν ἐπὶ τῶν τελουμένων ἐν αὐτοῖς. Ἀλλὰ τὰ θρησκεύματα ταῦτα, στρέφοντα τὰ νῶτα αὐτῶν πρὸς τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος, ἔχουσιν ἐκτὸς μάλιστα τοῦ Βασιλείου τὸν πνευματικὸν αὐτῶν κύριον καὶ ρυθμιστήν, τὸν Σεϊχουλισλάμην ἐν Κωνσταντινουπόλει, τὸν Πάπαν ἐν Ρώμῃ, τὸν Πάπαν μάλιστα ἀπὸ τοῦδε, κατόπιν τῶν ἀλλοκωτάτων διαπραγματεύσεων τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως διὰ τὸ Κονκορδάτον. Διὰ τοῦτο θέλω νὰ ἀναγραφῇ ὑπὲρ τῆς Ὀρθοδόξου Ἀνατολικῆς πίστεως ὅτι αὕτη εἶναι τὸ ἐπίσημον θρήσκευμα τῆς Ἑλληνικῆς Πολιτείας. Ἐὰν ἡ πρόνοια αὕτη δὲν ληφθῇ, τότε ἡ Ἐκκλησία ἡμῶν ἀπομένει μὲ τὴν ὁμιχλώδη φρᾶσιν τοῦ σημερινοῦ Συντάγματος ὅτι «ἐπικρατοῦσα θρησκεία ἐν Ἑλλάδι εἶναι ἡ Ὀρθόδοξος Χριστιανική». Διότι ἄλλο «ἐπικρατιακὴ» ὡς τὴν θέλω ἐγώ, καὶ ἄλλο «ἐπικρατοῦσα». Ἐπικρατοῦσα εἶναι λέξις κατὰ μετάφρασιν ἐκ τοῦ «ντομινάντε» τῶν ξένων Συνταγμάτων, δανεικὴ ἐκ ξένων γλωσσῶν ληφθεῖσα καὶ μὴ συμπίπτουσα κατ’ ἀπόλυτον συνταυτισμὸν ἐννοίας πρὸς τὴν ἐξ ἧς ἐλήφθη. Εἰς τὴν Ἑλληνικὴν ἐγνωρίζομεν ὅτι ἐπικρατοῦσιν ἐν τόπῳ τινὶ πυρετοί, ὄχι ὅμως καὶ θρησκεῖαι. Ἀλλὰ τὶ λοιπὸν σημαίνει τότε ἡ λέξις «ἐπικρατοῦσα;» Δύνασθε νὰ μοὶ τὴν ἀναλύσητε ὑμεῖς; Κατὰ τὶ εἶναι ἐπικρατοῦσα; Διότι τυχὸν ἐπιβάλλει τῇ Δυναστείᾳ τὴν ὀρθόδοξον πίστιν; Οὐχί· διότι τοῦτο τὸ καθορίζει ἕτερον ἄρθρον τοῦ Συντάγματος. Ἢ μὴ εἶναι ἐπικρατοῦσα, διότι αὐτὴν ἀκολουθεῖ ὁ μείζων ἀριθμὸς τῶν πιστῶν, ὡς θεωροῦσιν οἱ Συνταγματολόγοι; Οἰκτρὸν ἐπιχείρημα, ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ καθιερωθῇ. Διότι ἡμεῖς οἱ Ἕλληνες, ἡ Ἑλλὰς ἡμῶν, εἴμεθα γένος ἀνθρώπων, ἀλλ’ εἴμεθα καὶ ἐπικεφαλίς τις, καὶ σφραγίς τις κλείουσα καὶ κυροῦσα καὶ συσφίγγουσα πρὸς εὐρεῖαν εὐτυχίαν λαοὺς ἄλλους πολλούς, τῶν ὁποίων ὁ ἀριθμός, ἔχομεν τὴν διάθεσιν ὡς πράττουσι καὶ οἱ Ἄγγλοι, νὰ γείνῃ μείζων τοῦ ἡμετέρου. (εὖγε). Λοιπὸν ἡ περὶ ἀριθμοῦ θεωρία θὰ σημάνῃ ὅτι αὔριον ἐπικρατοῦσα θρησκεία θὰ ἠδύνατο νὰ εἶναι, ἐν τῷ Βασιλείῳ, ἡ Μωαμεθανική. Ὄχι, κύριοι. Ἐπικρατοῦσα ἡ θρησκεία δὲν δύναται νὰ εἶναι δι’ οὐδένα ἐκ τῶν λόγων τούτων, καὶ δὲν ἤθελε σημάνει ἀπολύτως οὐδέν, εἰ μὴ ὤφειλε νὰ καθιερωθῇ ὡς μίαν καὶ μόνην ἔννοιαν ἔχουσα, τὴν ἣν εἶπον, ὅτι εἶναι ἐπικρατιακὴ καὶ ἐπίσημος. Καὶ εἶναι αὕτη πρότασις ἥν ποιοῦμαι ἐγώ, καὶ δι’ ἥν τολμῶ, ἐὰν μοὶ τὸ συγχωρῆτε, νὰ ἐπιμείνω. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι εἷς ἐκ τῆς ἡμισείας δωδεκάδος τῶν εἰσηγητῶν τοῦ Συντάγματος οἵτινες ἔδωκαν ἡμῖν ἀνάπτυξιν τοῦ ἄρθρου 1ου προτρέχοντες ἐν ρητορείᾳ τὴν ἐπακολουθήσασαν ροὴν τῶν ἐπιχειρημάτων ἑνὸς ἑκάστου ἡμῶν, ἀποδέχεται εὐτυχῶς σήμερον τὴν ἰδέαν ὅτι τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος ὀφείλει νὰ ἔχῃ θρησκείαν, ἰδέαν ἥν παρ’ ἐμοῦ προβληθεῖσαν δὲν ἀπεδέχετο ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ.
§112Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Ἐγὼ δὲν εἶπον τοιοῦτον τι.
§113Χ. ΜΗΤΣΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ ὑμῶν. Εἶναι ὁ εὐγλωτότατος φίλος συνάδελφος κ. Μαρκεζίνης. Δὲν ἐπείσθη ὑπ’ ἐμοῦ. Εἶναι ἡ ἀλήθεια ἥτις κατακτᾷ ἀφ’ ἑαυτῆς τὸ ἔδαφος.
§114Β. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Καὶ τὶ ἀντέταξα ἐγὼ εἰς ὑμᾶς; Τὰ πρακτικὰ σῴζονται.
§115Χ. ΜΗΤΣΟΠΟΥΛΟΣ. Τοσαῦτα πολλάκις εἴπομεν περὶ πρακτικῶν, καὶ τοσάκις τὰ κατηράσθημεν, ὥστε νὰ μὴ εἶναι δυνατὸν νὰ προσδοθῇ εἰς αὐτὰ οὐδεμία ἐξαιρετικὴ ἀκριβολογία ὅταν μάλιστα ἐπιτροχάδην τηροῦνται ἐν ταῖς ἐπιτροπαῖς.
§116Β. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Δὲν ἐνθυμοῦμαι ἄν ἐδόθη ἀφορμή, ὥστε νὰ διατυπώσητε τὴν ἰδέαν ὅτι τὸ Κράτος τὸ Ἑλληνικὸν πρέπει νὰ ἔχῃ θρησκείαν.......
§117Χ. ΜΗΤΣΟΠΟΥΛΟΣ. Τουλάχιστον αὐτὸ θὰ τὸ ἴδητε ἐν τοῖς πρακτικοῖς ὅσον δήποτε καὶ ἂν ἀτελῶς ἐτηρήθησαν. Εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ ἀφιέρωσαν δύο λέξεις διὰ τὴν γενομένην «religion d’ etat» τὴν ὁποίαν ἐζήτησα, ὑμεῖς δὲ δὲν ἠθελήσατε ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ. Θέλετε αὐτὴν ἐνταῦθα. Ἡ ἐπικουρία ὑμῶν εἶναι πολύτιμος.
§118Β. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Τὸ ζήτημα τῆς θρησκείας, κ. συνάδελφε, ἤτοι ὅτι τὸ Κράτος τὸ Ἑλληνικὸν πρέπει νὰ μὴ ἔχῃ θρησκείαν, ἄν ἐνθυμοῦμαι καλῶς χωρὶς νὰ θέλω νὰ πειράξω τὸν ἐκφράσαντα τὴν γνώμην ταύτην, τὴν ἐξέφρασεν ὁ κ. Μπούσδρας, ὁ ὁποῖος εἶναι καὶ παρών.
§119Χ. ΜΗΤΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Μπούσδρας εἶπεν ὅτι ἡ Πολιτεία κεῖται ὑπεράνω ὅλων καὶ ὅτι δὲν πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἐπικρατοῦσα θρησκεία.
§120Β. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Εἶπεν ὅτι τὸ Κράτος τὸ Ἑλληνικὸν δὲν πρέπει νὰ ἔχῃ θρησκείαν καὶ ἐζήτησα τὴν γνώμην ὑμῶν. Δὲν ἐνθυμοῦμαι ὅμως σεῖς νὰ διατυπώσατε τὴν γνώμην τὴν ὁποίαν εἴχατε. Ἐνθυμοῦμαι τὸν κ. Μπούσδραν, ὁ ὁποῖος διετύπωσε τὴν γνώμην του καὶ ἐναντίον τοῦ ὁποίου ἐκηρύχθη ὁλόκληρος ἡ Ἐπιτροπή.
§121Χ. ΜΗΤΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀκριβῶς διότι ἐνθυμεῖσθε τὸν κ. Μπούσδραν καὶ διετύπωσε γνώμην τὴν ὁποίαν ὅμως δὲν διετύπωσεν ποσῶς, διὰ τοῦτο καὶ ἐμὲ δὲν ἠκούσατε νὰ διατυπώσω οἵαν διετύπωσα μ’ ὅλα ταῦτα γνώμην, ἀλλὰ δι’ ἀμφότερα ταῦτα νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ φρονῶ ὅτι δὲν ἠκούσατε καθ’ ὁλοκληρίαν οὔτε τὸν κ. Μπούσδραν, οὔτε ἀκόμη ὀλιγώτερον, ἐμέ.
§122Β. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Ὁ κ. Μπούσδρας εἶναι παρών.
§123Χ. ΜΗΤΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Μπούσδρας εἶπε τὶ εἶνε αὐτὰ τὰ περὶ ἐλευθέρων θρησκευμάτων, τὰ περὶ προτιμήσεως καὶ περὶ ἐπικρατούσης θρησκείας; Καὶ εἶπον τὰ δόγματα καὶ τὰ θρησκεύματα εἶναι ἐλεύθερα ἀπολύτως καὶ εἰς τοῦτο νὰ περιορισθῶμεν.
§124Δ. ΜΠΟΥΣΔΡΑΣ. Ὅ,τι εἶπεν ὁ κ. Μαρκεζίνης δίδει τὴν ἐντύπωσιν ἄν δὲν ἀπατῶμαι, ὅτι τρόπον τινα παρέστησα κἄτι τι τὸ ἄθεον.
§125Β. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Τὸ πολὺ ἐλευθέριον.
§126Δ. ΜΠΟΥΣΔΡΑΣ. Εἶπον ἐν τῇ ἐπιτροπῇ ὅτι ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ διατυπώσω εἰς πρότασίν μου καὶ τὸ ὁποῖον διὰ ζώσης θὰ προτείνω καὶ ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως, ὅταν μοὶ δοθῇ ὁ λόγος ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου καὶ διὰ τῆς ὁποίας μου προτάσεως ζητῶ τὴν ἀντικατάστασιν τοῦ ἄρθρου πρώτου ὑπὸ τῆς ἑξῆς προτάσεως: «Ἡ θρησκεία ἐν Ἑλλάδι εἶναι ἐλευθέρα καὶ ἀσκεῖται ἀκωλύτως ὑπὸ τὴν προστασίαν τῶν νόμων καὶ τῆς Πολιτείας» πέραν τούτου δὲν εἶπον ἄλλο τί.
§127Χ. ΜΗΤΣΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, ἀφοῦ εὐχαριστήσω τοὺς κ. κ. συναδέλφους ὅτι ἐξήντλησαν τὰς δι’ ὧν μὲ ἐτίμησαν διακοπάς, ἄς ἐξακολουθήσω. Ἐὰν ἐζήτησα τὴν ἐλευθερίαν καὶ ἰσοτιμίαν πρὸς ἄλλας θρησκείας, καὶ τοῦτο ἐξ ὑποχρεώσεως ἄλλης ἥν εἴχομεν, ὡς ἀνέπτυξα δὲν ἀπεπειράθην νὰ χαμηλώσω τὸ ὕψος τῆς ἐκκλησίας ἡμῶν· διότι ἐζήτησα ἐν ταὐτῷ τὴν οὐσιαστικὴν καὶ ἔμπρακτον ἀνύψωσιν αὐτῆς, ὁποία καὶ τῇ ὀφείλεται ὑπὸ τῆς Πολιτείας ἐκ σεβασμοῦ πρὸς αὐτήν, ἀλλὰ καὶ ἐκ συμφέροντος πραγματικοῦ. Νομίζω δ’ ὅτι ἀπέδειξα δι’ ὅσων εἶπον περὶ προνομίων τοῦ Καθολικοῦ καὶ Ἑβραϊκοῦ δόγματος νὰ μὴ ὑφίστανται ὅσους περιορισμοὺς καὶ ἐπεμβάσεις ἐπὶ τῆς ἑαυτῆς διοικήσεως ὑπομένει ἡ καθ’ ὑμᾶς καὶ ὄχι ποσῶς κατ’ ἐμὲ ἐλευθέρα Ἑλληνικὴ Ὀρθόδοξος ἐκκλησία. Ἡ ὀρθόδοξος ἡμῶν θρησκεία ὄχι μόνον δὲν εἶναι κατ’ οὐσίαν ἐπικρατοῦσα ἐν Ἑλλάδι, ἀλλὰ μειονεκτοῦσα ὅσον περισσότερον δὲν γίνεται. Ὀφείλει τοῦτο νὰ θεραπευθῇ. Ἔλθωμεν νῦν εἰς ἄλλο σημεῖον τῆς συζητήσεως τὸ περὶ τῶν γνωστῶν θρησκευμάτων τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου. Τὸ θέμα τοῦτο ἀπησχόλησε πολλοὺς ρήτορας καὶ δὲν ἐλύθη.
§128Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ποίαν νομικὴν ἔννοιαν δίδετε;
§129Χ. ΜΗΤΣΟΠΟΥΛΟΣ. «Γνωσταὶ» δὲν σημαίνει παγκοσμίως ἀνεγνωρισμέναι.
§130Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὴν λέξιν τοῦ Συντάγματος «ἐπικρατοῦσα» ποίαν νομικὴν ἔννοιαν δίδετε, καὶ διατὶ νομίζετε ὅτι οὐδὲν σημαίνει καὶ δὲν ἀρκεῖ;
§131Χ. ΜΗΤΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα αὐτὸ τὸ ἐξήντλησα ἤδη. Εἶπον ὅτι στερεῖται πάσης ἐννοίας. Ἔχει φιλολογικὸν χαρακτῆρα. Ἴσως ὁ κ. συνάδελφος ὡς διακεκριμμένος νομικὸς νὰ διαβλέπῃ περισσότερα πράγματα εἰς τὴν ἄχρουν αὐτὴν λέξιν. Καλλίτερον νὰ μὲ ἠρώτα ὁποῖα τινὰ θὰ ἦσαν τὰ οὐσιαστικά, τὰ πρακτικὰ ἀποτελέσματα τῆς ἐπικρατειακῆς θρησκείας......
§132Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν λόγον κ. Πρόεδρε.
§133Χ. ΜΗΤΣΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἦσαν ἀκριβῶς τὰ ἀντίθετα ἀποτελέσματα τῶν ὅσων δὲν εἴδαμεν νὰ φέρῃ μέχρι σήμερον ἡ ἔλλειψις τῆς θρησκείας τοῦ κράτους. Ἐὰν δ’ ὑμεῖς νομίζητε, ὅτι ἀπηλαύσαμεν πολλὰ διὰ τῆς «ἐπικρατούσης» θρησκείας τοῦ κράτους, ἤ τῆς θρησκευτικῆς του οὐδετερότητος, σᾶς ἀφίνω νὰ ἔχητε αὐτὴν τὴν εὐχαρίστησιν, καὶ θὰ εἶμαι ὅλως ὦτα ὅταν θὰ ἀναλάβητε νὰ μοὶ τὴν μεταδώσητε. Ἐγὼ βλέπω τοῦτο. Ἐπειδὴ δὲν ἔχετε θρησκείαν τοῦ Κράτους, διὰ τοῦτο τὸ Κράτος δὲν σέβεται τὴν θρησκείαν. Ἡ πολιτεία ἡ ἔχουσα θρήσκευμα δὲν συμπεριφέρεται πρὸς αὐτὸ μόνον ὡς ἀρχὴ καὶ ἐξουσία ἀπέναντι αὐτῆς, ἀλλ’ ὡς πιστὸς καὶ ὀπαδὸς καὶ ἀκόλουθος. Ἐννοεῖτε τὴν μεγίστην διαφοράν. Τὴν σέβεται, δὲν τῇ κολοβώνει τὴν αὐτοτέλειαν, τὴν περιέπει ὡς μητέρα. Φροντίζει διὰ τὴν διάδοσιν καὶ κραταίωσιν τῆς πίστεως, μεριμνᾷ διὰ τὸν κλῆρον, δὲν τὸν λησμονεῖ, δὲν τὸν καταφρονεῖ, ἀναμιγνύει τὴν λαϊκὴν ἐκπαίδευσιν πρὸς τὴν θρησκευτικὴν κατήχησιν, δὲν καταργεῖ τὰ θρησκευτικὰ μαθήματα ἀπὸ τῶν σχολείων, δὲν τρώγει τὴν περιουσίαν τῆς ἐκκλησίας, δὲν γίνεται διώκτρια τοῦ μοναχικοῦ βίου, δὲν διαλύει τὰς μονάς, δὲν δημεύει, συγγνώμην, δὲν ἀπαλλοτριοῖ τὰ κτήματά των, δὲν ζητεῖ ἐκεῖνο τὸ ἀηδέστατον πρᾶγμα εἰς ἔνδειξιν τῆς ἀσεβείας της, τὸ ὁποῖον ἐπέπρωτο νὰ ἀκούσωμέν ποτε ἐκ στόματος τῶν τὰ πάντα ἐξ ἐκείνης τῆς τῶν τυράννων πτέρυγος καταλυσάντων ὅτι τὸ Ἅγιον Ὄρος, ἕν τῶν κατ’ ἐξοχὴν μεγίστων τῆς Ἑλληνικῆς μεγαλοφυΐας δημιουργημάτων, ἔπρεπε νὰ καταλυθῇ καὶ δημευθῇ ἵνα ἐκεῖ ἱδρυθῇ μέγα καὶ τερατῶδες Φθισιατρεῖον ἐν ταῖς Ἱεραῖς Μοναῖς τῶν Ἁγίων, δωρεαῖς ἀπαραθίκτοις καὶ ἀθανάτοις τῶν Μεγάλων ἡμῶν Αὐτοκρατόρων τοῦ Βυζαντίου πρὸς τὸν Οὐρανόν. (Χειροκροτήματα). Ἡ Πολιτεία νὰ ἀτενίζῃ πρὸς τὴν Ἐκκλησίαν ὡς πιστὸς καὶ ὡς ἐκκλησιαζόμενος, καὶ νὰ ἐνθυμῆται ὅτι τὸ γένος δι’ αὐτῆς διετηρήθη. Ἐλπίζω ὅτι θὰ μοὶ ἀποδείξητε κ. συνάδελφε, καλλίτερα ἐμοῦ ὁραματιζόμενος, ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον, ἀντετάξατε.
§134Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἀντέταξα τίποτε, σᾶς ἠρώτησα ποίαν ἔννοιαν δίδετε.
§135Χ. ΜΗΤΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ διακοπὴ μοὶ εἶναι εὐχάριστος. Συγχωρηθήτω μοι μετ’ αὐτὴν νὰ ἐπιστρέψω εἰς τὰ περὶ γνωστῶν θρησκευμάτων. Εἶπον, γνωσταὶ δὲν σημαίνει ἀνεγνωρισμέναι παγκοσμίως. Τὰ ἐν ὥρᾳ τινι ὑπάρχοντα θρησκεύματα ἐν τῷ τόπῳ ἐν ᾧ τις νομοθετεῖ, αὐτὰ εἶναι τὰ λεγόμενα γνωστά. Εἶναι δὲ τοῦτο ὁρισμὸς λελυμένος πλέον ἐκ τῆς ἱστορίας. Θὰ τὸν εὕρητε ἐν τῷ κειμένῳ διακοινώσεως τὴν ὁποίαν τῇ 15 Ἰουλίου 1817 ἀπευθύνει πρὸς τὸν Πάπαν ἐξ ὀνόματος τοῦ Λουδοβίκου 18ου ὁ Πρέσβυς τοῦ Βασιλέως τῆς Γαλλίας παρὰ τῷ Βατικανῷ, Blacss d’ Auls. Ὁ Λουδοβῖκος 18ος ἔχων ἐν Συντάγματι αὑτοῦ ἀνηγορευμένην τὴν θρησκείαν τοῦ Κράτους διὰ τὴν Γαλλίαν, καὶ ἐν ταὐτῷ διωμοληγουμένην ἐν τῷ ἰδίῳ Συντάγματι ἐλευθερίαν ὑπὲρ τῶν ξένων τῷ καθολικισμῷ γνωστῶν δογμάτων ἐν τῇ χώρᾳ του, εἶχε παραξενεύσει τὸν Πάπαν πῶς ποτὲ καθολικὸς ὤν ἡγεμὼν καὶ τῇ Ἁγίᾳ Ἕδρᾳ πνευματικῶς ἑπόμενος ὡρκίσθη τοιαῦτα πράγματα. Καὶ ἐκεῖνος ἀποκρίνεται διὰ τοῦ Βλάκα– Δ’ Ὤλ ὅτι ἐξ ἀντιλήψεως ἀναγκῶν δημοσίας τάξεως ἦτο ὑπόχρεως, πάντως ἄνευ βλάβης τῆς θρησκείας τῆς Ἐπικρατείας, ἧς ἦτο φύλαξ, νὰ προστατεύσῃ «τὰ ὅσα ἐν Γαλλίᾳ εὗρεν ὑπάρχοντα θρησκεύματα». Ὥστε τὴν ὥραν λοιπὸν κατὰ τὴν ὁποίαν ἐλάμβανε μέτρα τοιούτου διακανονισμοῦ, ὑπάρχοντα γνωστὰ ἐν τῷ τόπῳ θρησκεύματα ἦσαν αὐτὰ τὰ περὶ ὧν ὁ λόγος γνωστὰ θρησκεύματα, οὐχὶ τὰ παγκοσμίως γνωστὰ καὶ ἀνεγνωρισμένα. Περὶ αὐτῶν πρόκειται ἐν τῷ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρῳ. Δὲν δύναμαι νὰ περάνω τὸν λόγον χωρὶς νὰ σταματήσω ἕν καὶ μόνον λεπτὸν ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ εἰς τὸ πολυθρύλητον ζήτημα τοῦ προσηλυτισμοῦ, ὃν τυφλώτατα ὑφιστάμεθα πανταχόθεν καὶ εἴμεθα ἀνίκανοι νὰ διενεργήσωμεν. Ἂς ἀφήσωμεν τοῦ πελάγους τὰ ἀμέτρητα κύματα νὰ ῥίπτωνται ἐπὶ τῆς παραλίας τῆς Ἑλληνικῆς μεθ’ ὅσων ἱεραποστόλων, παστόρων, μοναχῶν καὶ μοναχίδων ἔρχονται νὰ μᾶς ἀλλαξοπιστήσωσιν ἀπὸ βορρᾶ καὶ Νότου καὶ ὅλων τῶν Ἠπείρων καὶ ἂς εὐχηθῶμεν πρὸς Θεὸν οἱ προσηλυτισμοί των νὰ εὕρωσιν εἰς τὸ μέλλον ὀλιγώτερον ἤ κατὰ τὸ παρελθὸν κούφους συνειδήσεις νὰ ὑπονομεύωσιν ἁπλοϊκῶν καὶ συμπολιτῶν, μὴ συλλογιζομένων ὅτι ὁ Ἕλλην δὲν ἔχει ποσῶς ἀνάγκην νὰ μάθῃ παρὰ ξένων τὸ Εὐαγγέλιον, τὸ ὁποῖον τοῖς ἔμαθεν αὐτός, ἅπαξ καὶ ἐγράφη τοῦτο, εἰς Ἑλληνικὴν γλῶσσαν. Καὶ ὅμως ἴδητε ἄν ἡ προπαγάνδα λυμαίνηται, μετ’ ἀξιοσημειώτως μάλιστα ἰδιαιτέρας ἐπιμονῆς, τὰς Κυκλάδας, ἀφ’ ὧν ἐγγύτερον πηδᾷ πρὸς τὴν Ἰωνίαν διασκελίζουσα τὰ θαλάσσια στενά. Ἔχομεν πολλά ἐκ τῶν προπαγανδιστῶν νὰ θρηνήσωμεν τῶν ὁποίων τὸν τερματισμὸν ἤθελον εὐχηθῇ εἰς τὸ ὑπνῶττον κράτος. Τὸν τερματισμὸν τοῦτον τὸ Σύνταγμα δὲν ἐξησφάλισεν ἡμῖν· καὶ ὅμως ἤθελον θεωρήσει δικαίως αὐτὸν ὡς ἱκανὸν ἐπαρκέστατα νὰ ἐξυπηρετηθῇ καὶ διὰ νόμου μόνου, εἰ Ὑποκλείδης ἐφρόντιζε. Ταῦτα κύριοι, εἶχον νὰ εἴπω.
§136ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις ἵνα ἐπαναληφθῇ αὕτη τὴν 5ην μ. μ. αὔριον. (Ὥρα 9.15′ μ. μ.)