1922.03.21
2.994 στίχοι · 22.805 λέξεις · 254 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 73η
Δευτέρα, 21ης Μαρτίου 1922
Προεδρία κ. Κ. ΑΡΓΑΣΑΡΗ ΛΟΜΒΑΡΔΟΥ
(Ὥρα 5. 35′ μ.μ.).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Τὰ πρακτικὰ δὲν ἐπρόφθασαν νὰ ἑτοιμασθῶσι καὶ ἄν, διαρκούσης τῆς συνεδριάσεως, ἑτοιμασθῶσιν θὰ κυρωθῶσι κατόπιν. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Συνέλευσιν τὰ ἑξῆς: Ἡ Ἕνωσις τῶν λειτουργῶν τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως ἐκφράζει ἔντονον διαμαρτυρίαν κατὰ τῶν ἀνηκούστων βουλημάτων τῶν ἰσχυρῶν τῆς Γῆς, ὅπως ἐδάφη ἐλευθερωθέντα ἀπὸ τοῦ τυραννικοῦ ζυγοῦ, ἐπαναπέσωσιν εἰς τὴν δουλείαν τοῦ βαρβάρου κατακτητοῦ. Τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον τῆς Ὁμοσπονδίας ἐπαγγελματιῶν Ἀθηνῶν ὑποβάλλει ψήφισμα διαμαρτυρίας διὰ τοὺς ὑπὸ τῶν Συμμάχων ὑποβληθέντας ὅρους εἰρήνης. Ὁ πολιτικὸς Σύλλογος «Ἐθνικὴ Ἀναγέννησις», συνελθὼν εἰς ἔκτακτον Συνέλευσιν, ἐκφράζει τὰ συγχαρητήριά του εἰς τοὺς πληρεξουσίους ἐκείνους οἵτινες διὰ τῶν ἀγορεύσεών των κατακεραυνώνουσι τοὺς πολυωνύμους τῆς Πατρίδος ἐχθρούς, οἵτινες τὰ πάντα ἐμηχανεύθησαν πρὸς ναυάγησιν τῆς ἐθνικῆς ὑποθέσεως. Ἡ Δωρικὴ Ἀδελφότης ὑποβάλλει ψήφισμα δι’ οὗ αὕτη δηλοῖ ὅτι τίθεται παρὰ τὸ πλευρὸν τῆς Ἀντιπροσωπείας τοῦ Ἔθνους καὶ τῆς Κυβερνήσεως. Ἅπαντα τὰ Σωματεῖα Κερκύρας ἅμα τῇ εἰδήσει τῶν ὑποβληθέντων ὅρων τῆς εἰρήνης συνελθόντα εἰς ἔκτακτον συνεδρίασιν ἐδήλωσαν τὴν ἀκράτητον ἀγανάκτησίν των καὶ ζητοῦσιν ὅπως μὴ γίνωσιν ἀποδεκτοὶ παρὰ τῆς Κυβερνήσεως οἱ ὅροι. Ὁ πολιτικὸς Σύλλογος ἡ «Νέα Πολιτεία» διὰ ψηφίσματός του συνιστᾷ εἰς τοὺς κυρίους πληρεξουσίους ἵνα μηδεμίαν προσοχὴν δώσωσιν εἰς τὰς προτάσεις αἵτινες ἀτιμάζουσι ὁλόκληρον τὸ Ἔθνος. Ἅπαντες οἱ Σύλλογοι καὶ Συντεχνίαι Ἀδριανουπόλεως, κατάπληκτοι διὰ τὴν ἄδικον ἀπόφασιν τῶν Δυνάμεων εἰς βάρος τῶν ἱερῶν τοῦ Ἔθνους, διαδηλοῦσι τὴν ἔμμονον καὶ ἀμετάτρεπτον ἀπόφασιν ἁπάντων τῶν Θρακῶν νὰ μὴ ἐγκαταλείψωσι οὐδὲ σπιθαμὴν Θρακικῆς γῆς. Ὁ Τριαντάφυλλος Σταθόπουλος ὑποβάλλει θερμὴν παράκλησιν ὅπως σύσσωμος ἡ Ἐθνοσυνέλευσις ὑποστηρίξῃ τὰ δίκαια τοῦ Ἔθνους. Ὁ Σύνδεσμος χηρῶν ὀρφανῶν, θυγατέρων τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ, ζητεῖ ὅπως ὁ νόμος 728 ἐπεκταθῇ καὶ εἰς τοὺς πρὸ τοῦ 1912 ἀποστρατευθέντας. Ὁ πληρεξούσιος κ. Σ. Ἀλεξιάδης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀποδοχῶν τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων». Ὁ πληρεξούσιος κ. Δ. Βοκοτόπουλος ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀποδοχῶν τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων». Ὁ πληρεξούσιος κ. Ι. Κούσουλας ὑποβάλλει τροπολογίαν εἰς τὸ ἄρθρον 3ον τοῦ περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 18ου τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 357 Νόμου «περὶ στρατολογίας» σχεδίου νόμου. Ὁ πληρεξούσιος κ. Ν. Μουζάκης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συμπληρώσεως τοῦ Νόμου 1364 τῆς 29ης Μαΐου 1918». Ὁ πληρεξούσιος κ. Α. Καρτάλης ὑποβάλλει προσθήκην καὶ ἄρθρον 7ον ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ βελτιώσεως τῆς συντάξεως τῶν πρὸ τοῦ 1912 Στρατιωτικῶν καὶ Ναυτικῶν συνταξιούχων». Οἱ πληρεξούσιοι κ. κ. Γ. Σαραφιανός, Ζ. Σαββαρῖκος, Σ. Παππᾶς, Μ. Σιάπκας, Ν. Μαργαρίτης, Σ. Γκοτζαμάνης, Δ. Τσαλόπουλος, καὶ Ε. Κάλκος ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀποδοχῶν τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων». Ὁ πληρεξούσιος κ. Σ. Σωτηριάδης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀναθεωρήσεως τῶν εἰς τοὺς δικαστικοὺς ὑπαλλήλους ἐπιβεβλημένων πειθαρχικῶν ποινῶν». Ἡ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὴν ἑαυτῆς ἔκθεσιν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ Μετοχικοῦ Ταμείου τοῦ κατὰ γῆν Στρατοῦ». Ὁ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν κ. Γ. Μπαλτατζῆς ὑποβάλλει σχέδιον νόμου σχετικὸν πρὸς τὴν ἐκτέλεσιν τῆς μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Βουλγαρίας συνομολογηθείσης ἐν Neuilly Συμβάσεως περὶ ἐθελουσίας μεταναστεύσεως ἀπὸ 14)27 Νοεμβρίου 1919. Ὁ ἴδιος κ. Ὑπουργὸς ὑποβάλλει σχέδιον νόμου «περὶ κυρώσεως τῶν μεταξὺ τῆς Ἑλλάδος, τοῦ Βελγίου, τῆς Γαλλίας, τῆς Μ. Βρεττανίας, τῆς Ἰταλίας, τῆς Ρουμανίας, τοῦ Βασιλείου τῶν Σέρβων Κροατῶν καὶ Σλοβένων καὶ τῆς Τσεχοσλοβακίας τῇ συμμετοχῇ τῆς Γερμανίας, Αὐστρίας, Βουλγαρίας καὶ Οὐγγαρίας, ὑπογραφείσης ἐν Παρισίοις τῇ 10)23 Ἰουλίου 1921 συμβάσεως περὶ τοῦ ὁριστικοῦ καθεστῶτος τοῦ Δουνάβεως». (Ἐγκρίσει τῆς Συνελεύσεως ἀμφότερα τὰ νομοσχέδια ταῦτα κηρύσσονται κατεπείγοντα). Ὁ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Γεωργίας κ. Α. Ἀργυρὸς ὑποβάλλει τὰ κάτωθι σχέδια νόμου: 1) «Περὶ ἀντιπλημμυρικῶν καὶ προφυλακτικῶν ἔργων τῆς Γεωργικῆς περιφερείας Μακρυνείας». (Κηρύσσεται κατεπεῖγον). 2) «Περὶ ἀπαλλαγῆς εἰδῶν τινων ἀπὸ τῶν δημοτικῶν καὶ ἄλλων φόρων πρὸς ἐνίσχυσιν τῆς Γεωργίας». 3) «Περὶ κανονισμοῦ τιμῆς ἀντιγράφων σχεδίων τῆς Τοπογραφικῆς Ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου Γεωργίας» καὶ 4) «Περὶ διαβαθμίσεως τῶν μηχανικῶν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Γεωργίας». Τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης ὑποβάλλει αἴτησιν τοῦ Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν Αἰγαίου αἰτουμένου τὴν ἄδειαν τῆς Συνελεύσεως πρὸς ποινικὴν καταδίωξιν τοῦ πληρεξουσίου Χίου κ. Χ. Ροδοκανάκη. (Παραπέμπεται εἰς τὴν ἁρμοδίαν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν). Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔχει τὸν λόγον.
§2Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Λαμβάνω τὴν τιμὴν κ. πληρεξούσιοι, νὰ καταθέσω τὸν Προϋπολογισμὸν τῆς χρήσεως 1921–1922. Ἡ ὑποβολὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ κατὰ τὸν τελευταῖον μῆνα τῆς οἰκονομικῆς χρήσεως, παρουσιάζει βεβαίως τι τὸ ἀνώμαλον, ἀλλ’ αἱ περιστάσεις, τὰς ὁποίας διανύομεν καὶ διενύσαμεν μέχρι τοῦδε, πρέπει νὰ ὁμολογήσωμεν ὅτι ἦσαν ἀνώμαλοι. Καὶ διὰ τοῦτο ζητῶ καὶ ἐλπίζω, ὅτι θὰ τύχω τῆς συγνώμης τῆς Βουλῆς διὰ τὴν βραδύτητα ταύτην. Ὁ ὑποβαλλόμενος Προϋπολογισμὸς εἶναι διῃρημένος εἰς δύο κατηγορίας: εἰς τακτικὰ ἔσοδα καὶ ἔξοδα καὶ εἰς ἔκτακτα ἔσοδα καὶ ἔξοδα. Ἑκάστην τῶν κατηγοριῶν τούτων πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν κεχωρισμένως, διότι τὰ μὲν τακτικὰ ἔξοδα καὶ ἔσοδα εἶναι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα θὰ ἐξακολουθήσουν καὶ ὅταν ἔλθωμεν εἰς τὴν εἰρηνικὴν κατάστασιν, τὰ δὲ ἔκτακτα θὰ παύσουν εὐθὺς ὡς παύσουν αἱ ἀνώμαλοι περιστάσεις, τὰς ὁποίας διανύομεν. Τὰ τακτικὰ ἔξοδα τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὁ ὁποῖος ὡς ἐκ τῆς ὑποβολῆς του δύναται νὰ θεωρηθῇ καὶ ὡς ἀπολογισμός, τοὐλάχιστον ὅσον ἀφορᾷ τὰ ἔξοδα, τὰ τακτικὰ ἔσοδα τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἀνέρχονται εἰς 715 ἑκατομμύρια. Τὰ τακτικὰ ἔξοδα τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἀνέρχονται εἰς 1400 ἑκατομμύρια, δηλαδὴ τὸ διπλάσιον. Ἐκ τῶν ἐσόδων ἀπὸ τὸ ὅλον ποσὸν τὰ 713 ἑκατομμύρια προέρχονται ἐκ φόρων, τελῶν, καὶ τὰ λοιπὰ μόνον δύο ἑκατομμύρια δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ὡς ἔκτακτα τακτικά, ὄχι ὡς ἔκτακτα ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα αἱ ἔκτακτοι περιστάσεις ἐπιβάλλουν. Τὸ τονίζω τοῦτο, διότι ἔχει σημασίαν, διότι ἐπὶ τῶν 715 ἑκατομμυρίων τὰ 713 ἑκατομμύρια εἶναι τοιαῦτα ὥστε νὰ εἴμεθα πεπεισμένοι ὅτι ἐὰν τυχὸν ἤθελον διατηρηθῆ οἱ αὐτοὶ νόμοι, θὰ εἰσεπράττοντο καὶ κατὰ τὰ προσεχῆ ἔτη. Δύνανται νὰ θεωρηθῶσι, οὕτως εἰπεῖν, ὡς πάγια ἔσοδα. Τὰ τακτικὰ ἔξοδα ἀναλύονται ὡς ἑξῆς: Γενικὰ ἔξοδα, ἤτοι τόκοι, χρεωλύσια, συντάξεις, συνταγματικὰ βάρη κλπ., ἀνέρχονται εἰς 496 ἑκατομμύρια. Τὰ πολεμικὰ Ὑπουργεῖα καὶ ἡ δημοσία ἀσφάλεια ἔχουν ὡς τακτικὰ ἔξοδα 378 ἑκατομμύρια. Ἀπομένει ἡ διοίκησις ἐν γένει τῆς ὁποίας τὰ ἔξοδα ἀνέρχονται εἰς 526 ἑκατομμύρια. Σύνολον 1400 ἑκατομμύρια.
§3Γ. ΠΩΠ. Διὰ τοὺς τόκους ἐλάβατε δραχμὰς μὲ τὴν σημερινὴν δραχμὴν ἢ μὲ προγενεστέραν;
§4Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐλάβομεν ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐπληρώσαμεν πράγματι. Τὰ ἔκτακτα ἔσοδα καὶ ἔξοδα τώρα. Ὁ Προϋπολογισμὸς παρουσιάζει, ὡς θὰ ἴδητε, ὡς ἔκτακτα ἔσοδα 1003 ἑκατομμύρια. Ὡς ἔκτακτα δὲ ἔξοδα 1997 ἑκατομμύρια. Παρὰ τρία ἑκατομμύρια δύο δισεκατομμύρια. Τὰ ἔκτακτα ταῦτα ἔξοδα ἀναλύονται ὡς ἑξῆς. Εἰς καθαρῶς πολεμικὰ ἔξοδα διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν 1442 ἑκατομμύρια, διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν 34 ἑκατομμύρια, διὰ τὴν περίθαλψιν τῶν οἰκογενειῶν τῶν ἐφέδρων 132 ἑκατομμύρια. Τὰ τρία αὐτὰ κονδύλια ἀποτελοῦν ἕν σύνολον 1607 ἑκατομμυρίων. Ἔχομεν ὅμως καὶ ἄλλας δαπάνας συνεπείᾳ τοῦ πολέμου. Θὰ τὰς εὕρητε ἐν πάσῃ ἀναλύσει εἰς τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ἀναφέρω κονδύλια τινὰ διὰ νὰ ἀντιληφθῆτε περὶ τίνων δαπανῶν πρόκειται καὶ πῶς αἱ δαπάναι αὗται συνδέονται μὲ τὰς πολεμικὰς δαπάνας. Ἔχομεν λ.χ. εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Περιθάλψεως 53 ἑκατομμύρια διὰ περίθαλψιν προσφύγων, διὰ μετακίνησιν Καυκασίων, διὰ κατασκευὴν παραπηγμάτων ἐν Ἀδάνοις κλπ. Βλέπετε δὲν εἶναι πολεμικὰ ἔξοδα, ἀλλ’ εἶναι ἔξοδα ὀφειλόμενα εἰς τὴν πολεμικὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρισκόμεθα. Τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Γεωργίας παρουσιάζει ἔξοδα 25 ἑκατομμύρια διὰ τὸν ἐποικισμὸν καὶ τὴν ἐποίκησιν ὁμογενῶν, διὰ τὴν ἀποκατάστασιν τοῦ πληθυσμοῦ τῆς Ἀνατολικῆς Μακεδονίας κλπ. Τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Συγκοινωνίας διὰ τὴν ἀποκατάστασιν τοῦ πληθυσμοῦ τῆς Ἀνατολικῆς Μακεδονίας 11 ἑκατομμύρια. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν διὰ δημοσίαν ἀσφάλειαν, μισθοὺς κλπ., σχετιζομένους μὲ τοὺς πρόσφυγας 11 ἑκατομμύρια. Ἐν συνόλῳ ἔχομεν δαπάνας συνεπείᾳ τοῦ πολέμου 101 ἑκατομμύρια. Ὥστε τὸ σύνολον τῶν πραγματικῶν πολεμικῶν δαπανῶν ἀνέρχεται εἰς 1710 ἑκατομμύρια. Μέχρι τῶν 1997 ἑκατομμυρίων ἀπομένουν 288 ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι πολεμικὰ ἔξοδα, εἶναι ὅμως ἔκτακτα ἔξοδα, τὰ ὁποῖα δὲν ἐπαναλαμβάνονται. Τοιαῦτα λ.χ., ἄν μοῦ ἐπιτρέψετε νὰ ἀπαριθμήσω τινά, εἶναι τὸ δάνειον πρὸς τοὺς σιδηροδρόμους, ἀποζημιώσεις ἰδιοκτητῶν ἀπαλλοτριουμένων κτημάτων, ἀποζημειώσεις τῶν κατὰ τὰ γεγονότα τῆς 31 Ἰουλίου ὑποστάντων ζημίας, ἀποζημιώσεις τῶν κατοίκων τῆς Χαλκιδικῆς, ἀποδοχαὶ τῶν ἐπανελθόντων ἐξ ἀποτάξεως ἀξιωματικῶν τῆς ξηρᾶς, τοῦ Ναυτικοῦ, τῆς Χωροφυλακῆς, ἀπαιτήσεις ἐκ κεκλεισμένων χρήσεων. Τὰ ποσὰ ταῦτα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι πολεμικαί, ἀλλ’ εἶναι ἔκτακτοι δαπάναι, ἀνέρχονται εἰς 288 ἑκατομμύρια καὶ ἔχομεν οὕτω τὸ σύνολον τῶν ἐκτάκτων δαπανῶν ἀνερχόμενον, ὡς πρὸ ὀλίγου εἶπον, εἰς 1998 ἑκατομμύρια. Ἐκ τῶν ἀριθμῶν τοὺς ὁποίους ἀπήγγειλα, προκύπτει, ὅτι ὁ μὲν τακτικὸς Προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους, ὁ μόνιμος, παρουσιάζει ἔλλειμμα 685 ἑκατομμύρια, ὁ δὲ ἔκτακτος 994 ἑκατομμύρια ἤτοι σύνολον τακτικοῦ καὶ ἐκτάκτου ἐλλείμματος 1679 ἑκατομμύρια. Αὐτὴ εἶναι ἡ κατάστασις τοῦ ὑποβαλλομένου Προϋπολογισμοῦ, ὁ ὁποῖος, ἐπαναλαμβάνω, δύναται κατὰ μέγα μέρος, ὡς ἐκ τῆς ἐποχῆς τῆς ὑποβολῆς του, νὰ θεωρηθῇ οὕτως εἰπεῖν, ὡς ἀπολογισμός. Ἂν συγκρίνωμεν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦτον πρὸς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1920–1921 παρατηροῦμεν ὅτι κατὰ τὸ 1920 τὰ τακτικὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους ἦσαν 517 ἑκατομμύρια ἀπέναντι τῶν 715 ἑκατομμυρίων ὡς σᾶς εἶπον προηγουμένως, τακτικὸν εἰσόδημα τῆς χρήσεως τῆς ληγούσης ὁσονούπω, ἤτοι τὰ ἔσοδα ἀνῆλθον κατὰ τὴν τρέχουσαν χρῆσιν ἐπὶ πλέον τῶν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν εἰς 198 ἑκατομμύρια. Τὰ ἔξοδα ὅμως τὰ ὁποῖα διὰ τὴν χρῆσιν 1920–1921 εἶχον ὑπολογισθῆ, καὶ ἐκ τῶν προσωρινῶν ἀποτελεσμάτων τὰ ὁποῖα ἔχωμεν αἱ δαπάναι δὲν ὑπερέβησαν κατὰ πολὺ τὰ προϋπολογισθέντα, εἶχον προϋπολογισθῆ τὰ ἔξοδα κατὰ τὸ 1920 εἰς 881 ἑκατομ. ἀπέναντι τῶν 400 ἑκατομμυρίων τὰ ὁποῖα παρουσιάζει ὁ Προϋπολογισμὸς ὁ σήμερον ὑποβαλλόμενος. Πόθεν προῆλθεν ἡ ἐπὶ πλέον διαφορὰ τῶν ἐσόδων κατὰ 198 ἑκατομμύρια; Οἱ ἄμεσοι φόροι ἔδωσαν ἐπὶ πλέον 22 ἑκατομ., οἱ ἔμμεσοι φόροι ἔδωσαν ἐπὶ πλέον 103 ἑκατομ., τὰ μονοπώλια 28 ἑκατομ., τὸ χαρτόσημον 10 ἑκατομ. Ἂν εἰς ταῦτα προσθέσωμεν 27 ἑκατομμύρια εἰσπραχθέντα ἐκ τῶν στρατιωτικῶς κατεχομένων μερῶν καὶ 8 ἑκατομ. διάφορα ἔχομεν τὸ ποσὸν τῆς διαφορᾶς τῶν 198 ἑκατομμυρίων. Ἴδωμεν ἤδη εἰς τὶ ὀφείλεται ἡ διαφορὰ τῶν δαπανῶν, αἱ ὁποῖαι ἀπὸ 881 ἑκατομ. ἀνῆλθον εἰς 1400 ἑκατομ. Ἡ διαφορὰ αὕτη τῶν 519 ἑκατομ. ὀφείλεται εἰς τὰ ἑξῆς. Δι’ ὑπηρεσίαν δημοσίου χρέους ἐπληρώσαμεν ἐπὶ πλέον 203 ἑκατομ., εἰς Συνταγματικὰ βάρη ἐπληρώσαμεν ἐπὶ πλέον 3 ἑκατομ., εἰς μισθοὺς πολιτικῶν ὑπαλλήλων ἐπληρώσαμεν ἐπὶ πλέον 78 ἑκατομ., εἰς μισθοὺς στρατιωτικῶν ἐπὶ πλέον 16 ἑκατομ., εἰς μισθοὺς Ναυτικῶν 10 ἑκατομ. ἐπὶ πλέον, εἰς μισθοὺς χωροφυλακῆς 3 ἑκατομ. ἐπὶ πλέον, ἤτοι εἰς μισθοὺς στρατιωτικῶν, ναυτικῶν καὶ χωροφυλακῆς 29 ἑκατομ. ἐπὶ πλέον, εἰς ὑλικὸν δημοσίων ὑπηρεσιῶν διὰ τὰς πολιτικὰς ὑπηρεσίας 38 ἑκατομ. ἐπὶ πλέον, διὰ τὰς στρατιωτικὰς ὑπηρεσίας 41 ἑκατομ. ἐπὶ πλέον, διὰ τὰς ναυτικὰς ὑπηρεσίας 20 ἑκατομ. ἐπὶ πλέον. Ὥστε διὰ τὸ ὑλικὸν αὐτὸ 99 ἑκατομ. ἐπὶ πλέον, διὰ τὴν διοίκησιν τῶν στρατιωτικῶς κατεχομένων Χωρῶν 21 ἑκατομ. ἐπὶ πλέον, διὰ τὴν ὁδοποιΐαν 6 ἑκατομ. ἐπὶ πλέον, δι’ ἐξωτερικὰς δαπάνας 12 ἑκατομ. ἐπὶ πλέον καὶ διὰ διάφορα ἄλλα τῶν ὁποίων τὴν ἀνάλυσιν θὰ εὕρητε λεπτομερῆ ἐν τῇ εἰσηγήσει τοῦ Προϋπολογισμοῦ, 71 ἑκατομ. ἐπὶ πλέον, ἤτοι σύνολον 518 ἑκατομμύρια. Αὐτὴ εἶναι ἡ σύγκρισις τῶν τακτικῶν καὶ ἐκτάκτων δαπανῶν τοῦ Προϋπολογισμοῦ διὰ τὸ ἔτος 1920 καὶ 1921 Ἴδωμεν ἤδη τὸν ἔκτακτον προϋπολογισμὸν τῶν δύο ἐτῶν. Τὰ ἔκτακτα ἔσοδα τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ ὑποβαλλομένου, ὡς εἶπον καὶ πρίν, προϋπελογίσθησαν εἰς 103 ἑκατομ., ἐνῷ κατὰ τὸ ἔτος 1920–1921 προϋπελογίσθησαν εἰς 652 ἑκατομμύρια. Ὀφείλω ὅμως ἀκόμη νὰ προσθέσω ὅτι ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐκείνου προκύπτει ὅτι τὰ 652 ἑκατομ., τὰ ὁποῖα προϋπελογίσθησαν ὡς ἔκτακτα ἔξοδα, δὲν ἐπήρκεσαν διότι αἱ πραγματικῶς μέχρι σήμερον ἀναληφθεῖσαι ἔκτακτοι ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους ἀνῆλθον εἰς 1171 ἑκατομμύρια διὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο, δηλαδὴ ὑπερέβησαν τὰ προϋπολογισθέντα κατὰ 550 ἑκατομμύρια. Τὸ λέγω ἀμέσως διὰ νὰ φανῇ ἡ διαφορά. Τὰ ἔκτακτα ἔξοδα διὰ τὸ 1921 προϋπελογίσθησαν, καθὼς σᾶς εἶπον, εἰς 1997. ἑκατομμύρια, ἐνῷ κατὰ τὸ 1920 προϋπελογίσθησαν εἰς 1500 ἑκατομμύρια καὶ ὅπως θὰ σᾶς εἴπω μετ’ ὀλίγον, δὲν ὑπερέβησαν αἱ δαπάναι τὸ ποσὸν τοῦτο τῶν 1500 ἑκατομμυρίων. Ἡ διαφορὰ εἰς τὰ ἔσοδα τὰ ἔκτακτα μεταξὺ τοῦ 1921 καὶ τοῦ 1920 τὰ ὑπολογισθέντα, ἡ ὁποία ἀνέρχεται εἰς 390 ἑκατομμύρια προέρχεται σχεδὸν ὁλόκληρος ἐκ δανείων, διότι ἐνῷ τὸ ἔσοδον ἐκ δανείων τοῦ 1921 ὡς ἀναγράφεται εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν εἶναι 928 ἑκατομμύρια διὰ τὸ 1920 ἀνεγράφησαν 572 ἑκατομμύρια, πράγματι ὅμως ἐλήφθησαν ἐκ δανείων διὰ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ π. ἔ. 1005 ἑκατομμύρια. Ἔρχομαι ἤδη εἰς τὰ ἔξοδα. Τὰ ἔξοδα παρουσιάζουν μίαν διαφορὰν 425 ἑκατομ. Εἴπομεν 1997 ἑκατομ., 1571 ἑκατομ. καὶ τώρα 425 ἑκατομ. Ἵνα ἀντιληφθῆτε εἰς τὶ ὀφείλεται ἡ διαφορὰ αὕτη τῶν 425 ἑκατομ. ἀρκεῖ νὰ σᾶς ἀπαγγείλω δαπάνας τινὰς ἐπὶ πλέον πολεμικάς, αἱ ὁποῖαι κατὰ πολὺ ὑπερέβησαν αὐτὸ τὸ ποσόν, διότι λ. χ. ἡ περίθαλψις τῶν οἰκογενειῶν τῶν στρατευομένων ἀνδρῶν ὑπελογίσθη κατὰ τὸ 1920 εἰς 69 ἑκατομ., ἐνῷ κατὰ τὸ 1921 ὑπελογίσθη εἰς 120 ἑκατομ. Ἔχομεν μίαν διαφορὰν 52 ἑκατομ. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν παρουσιάζει μίαν διαφορὰν 466 ἑκατομ., τὸ δὲ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν διαφορὰν 57 ἑκατομ. Τὰ τρία ταῦτα κονδύλια μᾶς κάμνουν 577 ἑκατομ. καὶ ἐννοεῖτε ὅτι ἐκάλυψαν κατὰ 150 ἑκατομ. τὴν διαφορὰν τῶν 425 ἑκατομ. Ἐδῶ, κύριοι, θὰ ἔπρεπε νὰ ὑποβάλω λεπτομερῶς, λόγῳ τῆς ἐποχῆς εἰς τὴν ὁποίαν εὑρισκόμεθα, τοὐλάχιστον τὰ προσωρινὰ ἀποτελέσματα τῆς χρήσεως τοῦ 1920. Δυστυχῶς, δὲν εἶμαι εἰς κατάστασιν νὰ τὸ πράξω, καὶ τοῦτο διότι καὶ λόγῳ τῆς ἐπιστρατεύσεως καὶ λόγῳ τῆς μὴ συμπληρώσεως τῶν κενῶν θέσεων τῶν νομοθετημένων, δι’ ὅν λόγον θὰ σᾶς ἐξηγήσω μετ’ ὀλίγον, δὲν εἶχον τὸ ἁρμόδιον προσωπικόν, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ ἔχω, διὰ νὰ παρακολουθήσῃ τὰ ἔσοδα καὶ τὰ ἔξοδα τῆς χρήσεως ἐκείνης, ἵνα ἔχω τὰ ἀσφαλῆ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα νὰ δύναμαι νὰ παρουσιάσω ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως. Ἀρκεῖ νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ἐκ τῶν κληθέντων 1177 ὑπαλλήλων εἰς τὸ στράτευμα, τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ἔτυχον ἀναστολῆς μόνον 255, μετέβησαν δὲ εἰς τὸ στράτευμα 922 ὑπάλληλοι, οἱ ὁποῖοι ἐξακολουθοῦν ὑπηρετοῦντες ἐκεῖ, πλὴν 70, οἱ ὁποῖοι ἀφυπηρέτησαν διὰ διαφόρους λόγους. Ὥστε καὶ κατὰ τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν σᾶς ὁμιλῶ 852 ὑπάλληλοι τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ὑπηρετοῦσι εἰς τὸ στράτευμα.
§5Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅλοι αὐτοὶ οἱ ὑπάλληλοι οἱ στρατευθέντες εἶναι τῆς κεντρικῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου;
§6Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ὄχι, ἐξ ὅλων τῶν ὑπηρεσιῶν τῆς δικαιοδοσίας τοῦ Ὑπουργείου.
§7Α. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Εἶναι δυνατὸν νὰ μᾶς εἴπητε πόσοι ὑπάλληλοι ἀπέμειναν εἰς τὸ Γενικὸν Λογιστήριον μετὰ τὴν ἐπιστράτευσιν τῶν ἄλλων;
§8Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Θὰ δυσκολευθῶ νὰ σᾶς δώσω αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἀκριβῆ πίνακα, ἀλλ’ εἰς τὸ Γενικὸν Λογιστήριον κατὰ προσέγγισιν ἐστρατεύθησαν περὶ τοὺς 150 ὑπάλληλοι.
§9Α. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Πόσοι ὑπολείπονται;
§10Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν δύναμαι νὰ σᾶς εἴπω τοῦτο αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἀλλὰ θὰ εἴπω τὰς κενὰς μόνον θέσεις, τὰς ὁποίας ἔχει. Ἀντελήφθην τίνα σημασίαν ἔχει ἡ ἐρώτησίς σας καὶ θὰ σᾶς δώσω ὅσον οὔπω τὴν ἀπάντησιν. Ἐπιτρέψατέ μου νὰ τελειώσω αὐτὸν τὸν Προϋπολογισμὸν, καὶ κατόπιν θὰ ἔλθω εἰς αὐτὸ τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ὑπονοεῖτε. Τὰ ἀποτελέσματα λοιπόν, τὰ ὁποῖα θὰ σᾶς δώσω ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ 1920 εἶναι ἐντελῶς σύντομα, τὰ ἀκόλουθα: Εἰς τὰ τακτικὰ ἔσοδα ἐβεβαιώθησαν 646 ἑκατομμύρια καὶ εἰσεπράχθησαν ἐξ αὐτῶν 633 ἑκατομμύρια, ἀντὶ τῶν προϋπολογισθέντων 517 ἑκατομμυρίων. Ὥστε βλέπετε ὑπερέβημεν κατὰ 130 ἑκατομμύρια, τὰ βεβαιωθέντα, εἰσεπράξαμεν δὲ περίπου τὸ ὅλον ποσόν, διότι μεταξὺ 646 βεβαιωθέντων καὶ 633 εἰσπραχθέντων ἀπομένουν 13 ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρηθῶσιν ὡς μέγα καθυστέρημα. Αἱ ἀναληφθεῖσαι ὑποχρεώσεις ἀνῆλθον εἰς 759 ἑκατομμύρια, ἀντὶ τῶν 881, τὰ ὁποῖα προϋπελογίζοντο. Τὰ ἔκτακτα ἔσοδα ἀνῆλθον εἰς 1210 ἑκατομμύρια, ἀντὶ τῶν προϋπολογισθέντων 652 ἑκατομμυρίων. Ἑπομένως βλέπομεν ὅτι ἐκ τῶν τακτικῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τὰ μὲν ἔσοδα ὑπῆρξαν ἀνώτερα τῶν προϋπολογισθέντων τὰ δὲ ἔξοδα κατώτερα τῶν προϋπολογισθέντων. Εἰς τὰ ἔκτακτα ἔσοδα ὑπῆρξεν αὐτὴ ἡ διαφορὰ λόγῳ τῆς ἀναλόγου διαφορᾶς, ἡ ὁποία ἐπῆλθεν εἰς τὰς ἐκτάκτους δαπάνας. Τὰ ἔκτακτα ἔσοδα, ὡς εἶπον, ἀνῆλθον εἰς 1210 ἑκατομμύρια, ἀντὶ τῶν προϋπολογισθέντων 652 ἑκατομμυρίων, αἱ δὲ ἀναληφθεῖσαι ὑποχρεώσεις ἀνῆλθον εἰς 1171 ἑκατομμύρια. Ἀνελήφθησαν ἐν συνόλῳ 1930 ἑκατομμύρια, τακτικαὶ καὶ ἔκτακτοι ὑποχρεώσεις ἀντὶ τῶν 646 ἑκατομμυρίων βεβαιωθέντων τακτικῶν ἐσόδων. Αὕτη, κύριοι, εἶναι ἡ κατάστασις τῶν Προϋπολογισμῶν καὶ ἑνὸς προχείρου ἀπολογισμοῦ τῶν δύο τελευταίων χρήσεων. Ὁ ἀξιότιμος πληρεξούσιος κ. Εὐταξίας μὲ ἠρώτησεν πόσοι ἐκ τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου ὑπηρετοῦσιν εἰς τὸ στράτευμα καὶ πόσοι ἀπέμειναν. Δυσκολεύομαι νὰ τοῦ δώσω τὴν ἀπάντησιν εἰς τὸ πόσοι ἀπέμειναν, ἕν πρᾶγμα δύναμαι νὰ εἴπω καὶ νὰ τοῦ ἀναλύσω ὅτι ἐκτὸς τῶν 864 ὑπαλλήλων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν......
§11Π. ΣΤΑΪΚΟΣ. Μόνον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ἤ ὅλων τῶν οἰκονομικῶν ὑπηρεσιῶν;
§12Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν).....οἱ ὁποῖοι αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἐκλήθησαν εἰς τὸν στρατόν, ὅλων δηλαδὴ τῶν οἰκονομικῶν ὑπηρεσιῶν 1177, 255 ἐξ αὐτῶν ἔτυχον ἀπαλλαγῆς κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς στρατεύσεως. Ἐθέσαμεν ὡς ὅριον ὅτι ἀπὸ γραμματεῖς βʹ τάξεως καὶ ἄνω θὰ μείνουν ὡς ἀπεσπασμένοι. Ἔμειναν 922, ἐξ αὐτῶν ἀφυπηρέτησαν καὶ παρουσιάσθησαν εἰς διαφόρους ὑπηρεσίας ἐν τῷ μεταξὺ 70 καὶ τώρα παραμένουν εἰς τὸ στράτευμα 852. Ἐκτὸς αὐτοῦ ὑπάρχουν κεναὶ νομοθετημέναι θέσεις εἰς τὰς οἰκονομικὰς ὑπηρεσίας τοῦ Κράτους 1279. Αὐτὴν τὴν στιγμὴν τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ἔχει κενὰς θέσεις 1279 ὑπαλλήλων, εἰς τοὺς ὁποίους ἀντιστοιχεῖ μισθὸς 5.632.000 δραχμάς. Καὶ εὐλόγως γεννᾶται τὸ ἐρώτημα: «Κύριε, πρὸ ὀλίγου μᾶς εἶπες ὅτι δὲν εἶχες ἐπαρκεῖς ὑπαλλήλους, ἵνα κάμουν τὴν ὑπηρεσίαν, ἡ ὁποία ἦτο ἐπιβεβλημένη νὰ γίνῃ, καὶ μᾶς λέγεις, ὅτι ἔχεις κενὰς θέσεις εἰς τὸ Ὑπουργεῖον νομοθετημένας 1279;» Δὲν εἶναι ἄσχετος μὲ τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον πραγματεύομαι, τοὐτέστιν τὸ θέμα τῶν οἰκονομιῶν εἰς τὰς δημοσίας ὑπηρεσίας. Διότι ἐννοεῖτε, ὅτι μετὰ τὰ ἐλλείμματα, τὰ ὁποῖα πρὸ ὀλίγου σᾶς ἀνέπτυξα, πρώτιστον καθῆκον πάσης Κυβερνήσεως εἶναι νὰ ζητήσῃ ὅσον τὸ δυνατὸν νὰ μειώσῃ τὰ ἐλλείμματα ταῦτα, μειώνουσα τὰς δαπάνας τοῦ Κράτους. Καὶ μία ἐκ τῶν κυριωτέρων δαπανῶν, ἡ ὁποία θὰ ἔπρεπεν νὰ μειωθῇ, εἶναι αἱ δαπάναι τῶν ὑπαλλήλων. Πῶς θὰ γίνῃ ἡ μείωσις αὐτὴ τῶν μισθῶν τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων; Διότι ἐδῶ εὑρισκόμεθα πρὸ μιᾶς, ἂς μοῦ ἐπιτραπῇ ἡ λέξις, δικαίας ἐξεγέρσεως, διότι πραγματικῶς σήμερον οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι ἀμείβονται ὀλιγώτερον ἀπὸ ὅ,τι ἀμείβονται οἱοιδήποτε ἰδιωτικοὶ ὑπάλληλοι. Καὶ καθῆκον ἔχει τὸ Κράτος νὰ προέλθῃ εἰς τὴν βελτίωσιν τῆς θέσεώς των. Ἀλλὰ πῶς θὰ προέλθῃ εἰς τὴν βελτίωσιν αὐτήν, τὴν στιγμὴν καθ’ ἣν ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων, τὰ ὁποῖα σᾶς εἶπον πρίν, εἰς τοὺς μισθοὺς τῶν πολιτικῶν μόνον ὑπαλλήλων ἀπὸ τοῦ παρελθόντος ἔτους μέχρι τοῦ παρόντος, ἐπῆλθεν αὔξησις 75.000.000;
§13Α. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1920;
§14Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Κατὰ μέγα μέρος διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1920, ἐν μέρει διὰ ἐφαρμογῆς νέων νόμων. Εἰς δὲ τὰ δύο στρατιωτικὰ Ὑπουργεῖα, Στρατιωτικῶν, Ναυτικῶν, καὶ εἰς τὴν Χωροφυλακὴν ἐπῆλθε μία αὔξησις ἐντὸς τοῦ ἔτους κατὰ 27.000.000. Ἀντιλαμβάνομαι ὅτι ἓν εἶναι τὸ πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ ἐξετασθῇ: Τίνι τρόπῳ θὰ μειωθῇ ὁ ἀριθμὸς τῶν ὑπαλλήλων καὶ θὰ βελτιωθῇ ὁ μισθὸς τῶν ὑπολειπομένων, διότι δὲν ὑπάρχει ἄλλο μέσον. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος διὰ τὸν ὁποῖον καὶ ἐγὼ καὶ οἱ συνάδελφοί μου, ὡς θὰ ἴδητε ἐκ τῶν ἀριθμῶν τοὺς ὁποίους θὰ σᾶς ἀπαγγείλω, περιωρίσαμεν ὅσον ἦτο δυνατὸν νὰ περιορισθῇ, τὴν συμπλήρωσιν τῶν κενῶν θέσεων διὰ νὰ ἔχωμεν ἀφ’ ἑτέρου, μίαν ἀντίληψιν· πρέπει νὰ ἴδωμεν: εἶναι δυνατὸν μὲ τὸν ὑφιστάμενον ἀριθμὸν τῶν ὑπαλλήλων νὰ κατορθώσωμεν νὰ ἐκτελέσωμεν τὰς ὑπηρεσίας; Διότι εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι τὴν στιγμὴν καθ’ ἥν, ὅσον καὶ ἐὰν εἶναι ἀτελὴς ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ἐκτελεῖται ἐν τούτοις μὲ 2.000 ὑπαλλήλους, μειουμένους ἀπὸ τοὺς νομοθετημένους. Διότι ἔχομεν δύο χιλιάδας ὀλιγωτέρους ὑπαλλήλους, ἀπὸ τοὺς νενομοθετημένους καὶ 800 ὑπαλλήλους οἱ ὁποῖοι ὑπηρετοῦσι εἰς τὸ στράτευμα, εἶναι λοιπὸν ἀναμφισβήτητον, ὅτι καὶ ἄν ληφθῇ μία ἀνάγκη προσθήκης νέων ὑπαλλήλων, οὕτως ὥστε νὰ βελτιωθῇ κατά τι ἡ ὑπηρεσία ἡ σήμερον ἐκτελουμένη, δὲν φαντάζομαι ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι ἀναγκαῖοι οἱ δισχίλιοι αὐτοὶ ὑπάλληλοι, διότι τέλος πάντων, ἐπιτρέψατέ μοι τὴν φρᾶσιν, κοῦτσα–κοῦτσα ἡ ὑπηρεσία ἐκτελεῖται. Καὶ ἐκτελεῖται κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε ὅταν φθάσῃ ἡ 7 ὥρα ἄν ζητήσῃ τις οἱονδήποτε ὑπάλληλον οἱονδήποτε προϊστάμενον, ὁ ὑπάλληλος ἤ ὁ προϊστάμενος ἔχει ἀπέλθει, δὲν ἔχομεν δικαίωμα νὰ εἴπωμεν τι, διότι παρῆλθεν ἡ ὥρα.
§15Π. ΣΤΑΪΚΟΣ. Αἱ θέσεις τῶν ὑπαλλήλων, περὶ τῶν ὁποίων ὁμιλεῖτε εἶναι θέσεις νενομοθετημέναι, θέσεις ὀργανικαί, δὲν ὁμιλεῖτε περὶ τῶν ἐκτάκτων ὑπαλλήλων. Διότι ἐγὼ ἔχω τὴν πληροφορίαν ὅτι εἰς πλεῖστα γραφεῖα εἶναι ἔκτακτοι ὑπάλληλοι πολλοὶ πλείονες ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι κατέχουν τὰς ὀργανικὰς θέσεις. Ἔχω τὴν πληροφορίαν ὅτι εἰς τὸ Τηλεγραφεῖον Πατρῶν ὑπηρετοῦσι τριπλάσιοι ὑπάλληλοι ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ὑπηρέτουν ἐπὶ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως. Θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ δώσητε μίαν ἀπάντησιν, ἐὰν ἡ μείωσις τῶν ὑπαλλήλων τὴν ὁποίαν ἀναφέρατε, ἀφορᾷ μόνον τὰς θέσεις τὰς ὀργανικάς, τὰς νενομοθετημένας θέσεις, ἢ καὶ τὰς θέσεις τῶν ἐκτάκτων ὑπαλλήλων, καὶ ἂν εἶναι δυνατὸν νὰ μᾶς χορηγήσητε τὴν πληροφορίαν, ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐκτάκτων αὐτῶν ὑπαλλήλων εἶναι ἴσος, μικρότερος, ἤ ἀνώτερος ἐκείνου, ὁ ὁποῖος ὑπῆρχε κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, καὶ ἰδίως κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς Κυβερνήσεως τοῦ 1917.
§16Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ μὴ σᾶς δώσω αὐτὴν τὴν στιγμὴν τὴν ἀπάντησιν, τὴν ὁποίαν ζητεῖτε, διότι καταρτίζομεν ἤδη λεπτομερέστατον πίνακα τῶν ὑπαλλήλων ἀπὸ τὸ 1916 μέχρι τοῦ 1920, καὶ τὸν ὁποῖον θὰ προσαγάγωμεν εἰς τὴν Βουλήν, ἐν σχέσει πρὸς τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον σχετίζεται μὲ τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων.
§17Α. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Μέχρις αὐτῆς τῆς στιγμῆς δὲν μοὶ ἀπαντήσατε εἰς τὴν ἐρώτησίν μου. Εὑρίσκω κάποιαν ἀντίφασιν· εἴπατε ὅτι μ’ ὅλην αὐτὴν τὴν οἰκονομίαν κατωρθοῦται ὁπωσδήποτε νὰ λειτουργῇ ἀπροσκόπτως ἡ ὑπηρεσία. Ἀλλὰ πῶς συμβιβάζεται αὐτὸ μὲ τὸ ὅτι, μολονότι πρὸ πολλῶν μηνῶν ἔληξεν ἡ χρῆσις τοῦ 1921, μέχρις αὐτῆς τῆς στιγμῆς δὲν ἔχομεν ὄχι μόνον ἀπολογισμόν, ἀλλ’ οὔτε μηνιαίαν κατάστασιν; Τοῦτο σημαίνει ὅτι ἡ ὑπηρεσία χωλαίνει.
§18Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Σᾶς εἶπον ἐγὼ περὶ τούτου καὶ μάλιστα προέβην καὶ περαιτέρω καὶ εἶπον ὅτι δὲν ἐδικαιοῦτο ἡ Συνέλευσις νὰ μὲ κατηγορήσῃ διατὶ ἀφοῦ πρὸ ὀλίγου εἶπον ὅτι ἕνεκα ἐλλείψεως ὑπαλλήλων δὲν ἔχομεν συμπληρώσει ὡς ἔπρεπε τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ ἔτους, διατὶ ἐν τούτοις ἀφίνομεν ὅλας αὐτὰς τὰς θέσεις κενάς. Καὶ ἐδικαιολόγησα τοῦτο καὶ σᾶς εἶπον ὅτι ἀφῆκα τὰς θέσεις αὐτὰς κενάς, καὶ οἱ διάφοροι συνάδελφοί μου ἠκολούθησαν τὸ αὐτὸ παράδειγμα, καὶ ἐνομίζον ὅτι ἀπήντων εἰς τὴν ἐρώτησίν σας. Ἐνόμισα ὅτι ἡ ἐρώτησίς σας εἶχεν αὐτὸν τὸν σκοπόν, ὅτι εἶναι τόσοι εἰς τὸ στράτευμα, μ’ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἀπομένουσι δύνασθε νὰ κάμητε τὴν ὑπηρεσίαν σας, ἑπομένως εἶναι ἀρκετοί.
§19Α. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐγὼ φρονῶ ὅτι τὸ νὰ μὴ ἔχομεν προσωρινὸν ἀπολογισμὸν σημαίνει ὅτι δὲν λειτουργεῖ ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου.
§20Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν εἶναι ἄτοπον νομίζω νὰ ἐξακολουθήσω καὶ εἰς ἄλλα τινὰ Ὑπουργεῖα νὰ σᾶς εἴπω πόσαι νομοθετημέναι θέσεις μένουσι κεναί. Ἔχω ἐδῶ τὰς καταστάσεις, τὰς ὁποίας οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοί μου μοὶ ἀνεκοίνωσαν. Ἐπανέρχομαι εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν.
§21Α. ΑΡΑΠΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ μίαν ἐρώτησιν.
§22Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἀλλὰ τοιουτοτρόπως εἶναι ἀδύνατον νὰ προχωρήσωμεν.
§23Α. ΑΡΑΠΗΣ. Μίαν ἐρώτησιν μόνον.
§24Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ὁρίστε.
§25Α. ΑΡΑΠΗΣ. Ἤθελον νὰ ἐρωτήσω ἐὰν παρ’ ὑμῶν ἐγένετο μελέτη σχετικῶς μὲ τὸν περιορισμὸν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ὑπαλλήλων.
§26Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Αἱ τροπολογίαι αἱ ὁποῖαι ἔγιναν εἶναι κατὰ πολὺ πολυδαπανώτεραι ἀπὸ ἐκείνας, τὰς ὁποίας εἴχομεν πρίν. Δὲν δύναμαι ὅμως νὰ εἴπω ὅτι καὶ μέγα μέρος ἐκ τῶν νέων κανόνων, οἱ ὁποῖοι εἰσήχθησαν εἰς τὴν λογιστικὴν ὑπηρεσίαν, δὲν εἶναι πολὺ ὠφέλιμοι.
§27Α. ΑΡΑΠΗΣ. Τὸ συμπέρασμά σας ὅμως εἶναι ὅτι πρέπει νὰ ἐπέλθουν βελτιώσεις.
§28Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Τὸ συμπέρασμά μου εἶναι ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ μία τοιαύτη μελέτη, ὥστε ὁ ἀριθμὸς τῶν ὑπαλλήλων νὰ περιορισθῇ ἀποκλειστικῶς εἰς ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος εἶναι ἀναγκαῖος διὰ νὰ τελῆται ἀπροσκόπτως ἡ ὑπηρεσία, διότι εἶναι, δὲν λέγω τὸ μόνον, τὸ κυριώτερον μέσον, τὸ ὁποῖον θὰ μᾶς χρησιμεύσῃ διὰ νὰ κατορθώσωμεν νὰ βελτιώσωμεν τοὺς μισθοὺς τῶν ὑπαλλήλων, οἱ ὁποῖοι θὰ ἀπομείνωσι νὰ ὑπηρετήσωσι τὸ Κράτος.
§29Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Δι’ ὃ καὶ ὑπεβλήθη σχετικὸν νομοσχέδιον.
§30Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τοῦ Ἐπισιτισμοῦ ὑπάρχουσι κεναὶ θέσεις 143 μὲ ἀντιστοίχους μισθοὺς 699.000 δραχ. Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Συγκοινωνίας ὑπάρχουσι κεναὶ νομοθετημέναι θέσεις 1364 μὲ ἀντιστοίχους μισθοὺς 8.136.000, εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας ὑπάρχουσι κεναὶ θέσεις 83 μὲ ἀντιστοίχους μισθοὺς 590.000, εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Γεωργίας ὑπάρχουσι κεναὶ θέσεις νομοθετημέναι 1.973, αἱ ὁποῖαι δὲν ἔχουν συμπληρωθῆ. Δὲν ἔχω δυστυχῶς τὸ κονδύλιον τὸ ἀντίστοιχον τῶν μισθῶν.
§31Μ. ΚΑΒΑΛΙΕΡΑΤΟΣ. Κύριε Ὑπουργέ, μήπως αὐταὶ αἱ κεναὶ θέσεις ἔχουν συμπληρωθῆ διὰ προσωρινῶν ἀναπληρωτῶν ὑπαλλήλων;
§32Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ὄχι.
§33Ε. ΧΑΤΖΗΔΑΚΗΣ. Πότε ἐνομοθετήθησαν;
§34Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Πρὸ τοῦ 1921. Εἶπον, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ἡ σύγκρισις αὐτὴ καταρτίζεται λεπτομερεστάτη διὰ νὰ καταρτισθῇ παράρτημα τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ὑπεβλήθη πρὸς βελτίωσιν τῆς οἰκονομικῆς θέσεως τῶν ὑπαλλήλων, καὶ πρὶν ἢ συζητηθῇ τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, ὁ πίναξ οὗτος ὁ σχετικὸς θὰ κατατεθῇ, τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ.
§35ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Διαλαμβάνεται καὶ ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀνωτάτων ὑπαλλήλων;
§36Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Κύριε Ὑπουργέ, μὲ τὰς διακοπὰς θὰ γίνῃ ἡ ἀγόρευσίς σας φοῦρνος τοῦ Ναστραδὶν Χότζα. Προχωρήσατε διὰ νὰ καταλάβωμεν τί γίνεται.
§37Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Κύριοι, εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο τοῦ λόγου μου, γεννᾶται τὸ ἐρώτημα. Τίνι τρόπῳ τὰ ἐλλείμματα αὐτὰ τὰ τακτικά, τὸ ἔλλειμμα τῶν 700 ἑκατομμυρίων, περὶ τοῦ ὁποίου ὡμίλησα πρὸ ὀλίγου, θὰ καλυφθοῦν. Εἶναι δύο αἱ ὁδοὶ τὰς ὁποίας θὰ ἀκολουθήσωμεν· πρῶτον ἡ ὁδὸς τῶν οἰκονομιῶν, ἀναμφισβητήτως. Περὶ τούτου ὑπάρχει τὸ σχετικὸν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον θὰ καθορίσῃ, τί δέον γενέσθαι. Ἡ δευτέρα ὁδὸς εἶναι ἡ ὁδὸς τῆς ἐπιβολῆς τῶν φόρων. Ἡ Κυβέρνησις κατήρτισε σειρὰν ὅλων νομοσχεδίων, διὰ τῶν ὁποίων ἐπιβάλλει νέους φόρους καὶ τροποποιεῖ τοὺς ὑφισταμένους. Λυποῦμαι ὅτι διὰ λόγους ἀνεξαρτήτους τῆς θελήσεώς μου δὲν καταθέτω σήμερον ὅλα αὐτὰ τὰ σχετικὰ νομοσχέδια. Δύναμαι μόνον δύο λέξεις νὰ εἴπω ἐπ’ αὐτῶν· ὅτι τὰ νομοσχέδια ταῦτα κατ’ ἐλάχιστον πλήττουσι τὴν μεσαίαν καὶ τὴν κατωτέραν τάξιν τῶν πολιτῶν Ἑλλήνων. Τὰ νομοσχέδια ταῦτα κυρίως πλήττουσι τοὺς δυναμένους νὰ πληρώσωσι. Διὰ τῶν νομοσχεδίων αὐτῶν ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι θὰ καλύψωμεν τὸ ἔλλειμμα τῶν 700 ἑκατομμυρίων ἤ, διὰ νὰ εἶμαι ἀκριβέστερος, ὅτι θὰ καλύψωμεν τὸ ἔλλειμμα τοῦτο κατὰ 600 ἑκατομμύρια ἀσφαλῶς. Ὅσον οὔπω τὰ νομοσχέδια ταῦτα θὰ ὑποβληθῶσιν εἰς τὴν Συνέλευσιν, θὰ συζητηθῶσι καὶ ἐλπίζω καὶ εὔχομαι λόγῳ τῆς φύσεως αὐτῶν νὰ ψηφισθῶσι τὸ ταχύτερον. Ἀνεξαρτήτως ὅμως τοῦ τακτικοῦ ἐλλείμματος εἴπομεν ὅτι ἔχομεν καὶ ἔκτακτον ἔλλειμμα, ἀνερχόμενον περίπου εἰς 1000 ἑκατομμύρια, καὶ τὸ ἔλλειμμα αὐτὸ φυσικῶς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ καλυφθῇ παρὰ διὰ δανείου. Εὑρισκόμεθα ὑπὸ περιστάσεις καθ’ ἃς ὀφείλω νὰ τὸ ὁμολογήσω, ἡ κατάστασις τοῦ δημοσίου ταμείου δὲν εἶναι ἀνθηρά· δὲν εἶναι ἀνθηρὰ οὔτε διὰ τὸ παρὸν οὔτε διὰ τὸ ἀμέσως προσεχὲς μέλλον. Ἔχομεν λοιπὸν ἀνάγκην νὰ ἐνισχύσωμεν τὸ δημόσιον ταμεῖον τὴν στιγμὴν ταύτην διὰ δανείου. Ἡ συνομολόγησις τοιούτου ἐν τῷ ἐξωτερικῷ θὰ βραδύνῃ ἐπί τινα χρόνον, ἡ κατάστασις δὲ εἰς τὴν ὁποίαν εὑρισκόμεθα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παραταθῇ, καὶ διὰ τοῦτο εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ προστρέξωμεν εἰς δάνειον ἐσωτερικόν.
§38Π. Ι. ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ βραδύνῃ ἐπὶ πολὺ τὸ ἐξωτερικόν;
§39Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐλπίζω ὄχι, κύριε συνάδελφε. Εἴμεθα λέγω ὑποχρεωμένοι νὰ προστρέξωμεν εἰς ἐσωτερικὸν δάνειον καὶ πρὸς τοῦτο καταθέτω σχέδιον νόμου περὶ συνάψεως δανείου 1.500.000.000 δραχ.
§40ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Ὤ! Ὤ!
§41Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Παρακαλῶ, κύριοι. Ἐὰν μόνον διὰ τῆς ἀπαγγελίας τοῦ ποσοῦ τοῦ δανείου βλέπω ὅπως δήποτε μίαν συγκίνησιν ἐν τῇ Ἐθνοσυνελεύσει......
§42ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Ἐνθουσιασμόν.
§43Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν)....εἶμαι ὑποχρεωμένος πρὶν ἢ προβῶ εἰς περαιτέρω ἀνάπτυξιν τοῦ περὶ οὗ πρόκειται νομοσχεδίου νὰ συμφωνήσω ὅτι οὐδεὶς ἐξ ὑμῶν πρέπει νὰ ἔχῃ ἀνὰ χεῖρας στερεόν τι, διότι φοβοῦμαι οὐχὶ τὸν λιθοβολισμόν, διότι δὲν ἔχετε, ὑποθέτω λίθους εἰς τὰ θυλάκιά σας, ἀλλὰ τὴν διὰ τῶν στερεῶν ἀντικειμένων τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ εὑρεθῶσιν εἰς χεῖράς σας, ἐπίθεσιν κατὰ τῆς κεφαλῆς μου. (Γέλωτες). Διὰ τοῦτο παρακαλῶ καὶ ζητῶ ἀπὸ τὴν Συνέλευσιν νὰ μοὶ κάμῃ τὴν τιμὴν νὰ μὴ θορυβῇ, πρὶν ἢ τελειώσω ὁλόκληρον τὴν ἀνάπτυξιν τὴν ὁποίαν ἔχω νὰ κάμω. Κύριοι, τὸ ζητούμενον ἐσωτερικὸν δάνειον 1.500.000.000 δραχ. εἶναι τι πρωτοφανὲς διὰ τὸν τόπον μας. Ἐὰν δὲ εἶχον τὴν ἰδέαν ὅτι εἶναι δυνατὸν τὸ δάνειον τοῦτο νὰ τὸ ἐπιτύχωμεν διὰ τῆς συνήθους ὁδοῦ, ἡ ὁποία ἀκολουθεῖται πρὸς ἐπίτευξιν τοιούτων δανείων, ὑποθέτω ὅτι ὅλοι θὰ μὲ ἐθεωρεῖτε ὡς ἀστεῖον καὶ ὁ καθεὶς θὰ ἔλεγεν ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ εἶμαι εὐχαριστημένος ἄν κατωρθοῦτο νὰ ἐπιτύχω διὰ τῆς ὁδοῦ ταύτης δάνειον 200 ἤ 300 ἑκατομμυρίων. Ἐν τούτοις διὰ τῆς μεθόδου τὴν ὁποίαν ἀκολουθεῖ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλα, τὸ δάνειον αὐτὸ εἶναι ἐξησφαλισμένον καὶ ὄχι μόνον εἶναι ἐξησφαλισμένον, ἀλλὰ καὶ τὸ προϊὸν αὐτοῦ θὰ εὑρίσκεται εἰς τὰ χρηματοκιβώτια τοῦ Δημοσίου ταμείου ὁλόκληρον, τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς θὰ ἀναγγείλῃ τὴν κατὰ σύνολον ψήφισιν τοῦ περὶ οὗ πρόκειται νομοσχεδίου. Ποῦ θὰ εὕρω τὰ 1500 ἑκατομμύρια; Θὰ τὰ εὕρω, κύριοι, ὡς ἑξῆς. Κυκλοφορεῖ σήμερον χαρτονόμισμα 2500 ἑκατομμυρίων. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο καθώς, θὰ ἴδωμεν μετ’ ὀλίγον, ἐπιβάλλει τὴν ἔκδοσιν νέου ποσοῦ 550 ἑκατομμυρίων χαρτονομίσματος. (Θόρυβος). Εἴπομεν ὅτι πρέπει νὰ μὲ ἀφίσετε νὰ τελειώσω ὁλόκληρον τὴν ἀνάπτυξιν, τὴν ὁποίαν προτίθεμαι νὰ κάμω χωρὶς νὰ θορυβήσετε. Θὰ εὕρωμεν λοιπὸν ἐν κυκλοφορίᾳ καθ’ ἣν στιγμὴν θὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον, τρία δισεκατομμύρια χαρτονομίσματος, ἐξ αὐτῶν θὰ λάβω ἀμέσως τὸ ἥμισυ. Τίνι τρόπῳ θὰ λάβω αὐτὸ τὸ ἥμισυ; (Θόρυβος). Βλέπω ὅτι θορυβεῖτε καὶ μετατρέπω τὸν λόγον ἀλλαχοῦ. Ἔχω αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἀνάγκην 1500 ἑκατομμυρίων καὶ ἀπεφάσισα νὰ φέρω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ ἐκδόσεως νέου χαρτονομίσματος 1500 ἑκατομμυρίων, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποφύγωμεν τὴν εὕρεσιν ἀμέσως 1500 ἑκατομμυρίων, ἐφ’ ὅσον ἔχομεν 220.000 στρατὸν ἐκεῖ ὅπου τὸν ἐστείλαμεν διὰ νὰ ἐκτελέσῃ τὸ ἔργον, τὸ ὁποῖον τοῦ ἀνεθέσαμεν. Αὐτὰ τὰ 1500 ἑκατομμύρια πρέπει νὰ τὰ ἔχω ἀμέσως καὶ θὰ ἐκδώσω σήμερον χαρτονόμισμα 1500 ἑκατομμυρίων, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ ἄλλως. Τὴν στιγμὴν καθ’ ἥν εἶναι ἀνάγκη τῆς εὑρέσεως 1500 ἑκατομμυρίων θὰ τὰ εὕρωμεν ὅπως–ὅπως, καὶ σᾶς λέγω ἄν τὴν στιγμὴν ταύτην ὑπέβαλλον σχέδιον νόμου δι’ οὗ θὰ ἐπέτρεπον εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν νὰ ἐπεκτείνῃ τὸ κυκλοφοροῦν νόμισμα, θέτουσα εἰς κυκλοφορίαν 1500 ἑκατομμύρια, τί θὰ συνέβαινεν ἐκ τῆς κυκλοφορίας τῶν προσθέτων τούτων 1.500 ἑκατομμυρίων νέου χαρτονομίσματος; Θὰ συνέβαινε τοῦτο, ὅτι ἐὰν μὲ 100 δραχμὰς δύνασθε σήμερον νὰ ἀγοράσητε μίαν λίραν εὐθὺς ὡς τὸ πρόσθετον χαρτονόμισμα τῶν 1500 ἑκατομμυρίων τεθῇ εἰς κυκλοφορίαν διὰ νὰ ἀγοράσητε μίαν λίραν θὰ σᾶς χρειασθοῦν, κατὰ τὴν γνώμην τοὐλάχιστον τῶν εἰδημόνων, 200 ἢ 250 δραχμαί. Ἀλλά, κύριοι, ὑποθέσατε ὅτι δὲν θὰ μᾶς χρειασθῶσι 250 δραχμαὶ διὰ νὰ ἀγοράσωμεν μίαν λίραν, εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἐτίθετο εἰς κυκλοφορίαν σήμερον ἕν ποσὸν ἔστω 1000 ἑκατομμυρίων νέου χαρτονομίσματος, οὕτως ὥστε, τὰ τρία δισεκατομμύρια, τὰ ὁποῖα ἔχομεν νὰ γίνουν 4 δισεκατομμύρια, ἡ λίρα θὰ ὑπερβῇ ἀσφαλῶς τὰς 250 δραχμάς. Καὶ τί συμβαίνει ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει; Ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἔχει σήμερον 100 δραχμὰς εἰς τὴν τσέπην του καὶ μὲ αὐτὰς δύναται νὰ μεταβῇ εἰς ἐμπορικὸν καὶ ἀγοράσῃ ἕν καπέλλον, αὔριον θὰ θέλῃ 200 δραχμάς, διὰ νὰ ἀγοράσῃ τὸ ἴδιον καπέλλον, δηλαδὴ αἱ 100 δραχμαί, τὰς ὁποίας εἶχον ἔγιναν πραγματικῶς πεντήκοντα. Ἐδῶ εἶναι τὸ ζήτημα. Δὲν πιστεύω δὲ νὰ ὑπάρχῃ κανεὶς ἐξ ὑμῶν ὁ ὁποῖος νὰ μὴ ἀντιλαμβάνεται ὅτι τὴν στιγμὴν καθ’ ἥν θὰ αὐξήσωμεν τὸ κυκλοφοροῦν νόμισμα κατὰ ἕνα δισεκατομμύριον ἀμέσως τὸ ὑπάρχον ἐν κυκλοφορίᾳ ἐκ τριῶν δισεκατομμυρίων θὰ λάβῃ πραγματικὴν ἀξίαν ἑνὸς καὶ ἡμίσεος δισεκατομμυρίου. Εἶναι ἀληθὲς τοῦτο ἤ ὄχι; Ἀναμφισβητήτως εἶναι ἀληθές. Συμφέρει νὰ γίνῃ τοῦτο ἢ συμφέρει νὰ γίνῃ τὸ ἄλλο; Ἐὰν εἴπω ἐγὼ εἰς τὸν κατέχοντα 100 δραχμάς, δῶσε τὰς 50 διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους, κράτησε τὰς ἄλλας 50, αἱ ὁποῖαι ὄχι μόνον θὰ διατηρήσουν τὴν ἀξίαν ποῦ ἔχουν σήμερον, ἀλλὰ πιθανὸν καὶ νὰ αὐξηθῇ ἡ ἀξία καὶ νὰ γίνῃ 55 ἢ καὶ 60 τὴν στιγμὴν ποῦ, ἔστω καὶ προσωρινῶς, θὰ πάρω τὰς ἄλλας 50 δραχμὰς νὰ τὰς κλείσω εἰς τὸ ταμεῖον. Τὶ δὲ κερδίζει ὁ κάτοχος τῶν ἑκατονταδράχμων; Ὅτι ἐξακολουθεῖ ἔχων ἡμισείαν ἀγγλικὴν λίραν ἰσότιμον τῶν πεντήκοντα δραχμῶν τὰς ὁποίας τοῦ ἀφίνω καὶ μίαν τοκοφόρον ὁμολογίαν ἀξίζουσαν ἡμισείαν ἑτέραν λίραν. Ἀντὶ οὕτω νὰ χάσῃ τὰς 50 δραχμάς, τὰς ὁποίας ἀσφαλῶς χάνει διὰ τῆς ἐκδόσεως 1000 ἑκατομμυρίων νέου χαρτονομίσματος, τὰς μετατρέπει εἰς τοκοφόρον ὁμολογίαν. Δὲν ἔχω τὴν ἐλαχίστην ἀμφιβολίαν ὅτι οὐδεὶς ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ θὰ ἐτόλμα νὰ κάμῃ τὸ πραξικόπημα, τὸ ὁποῖον φαντάζεσθε ποίας συνεπείας θὰ ἔχῃ ἐπὶ τῆς κοινωνικῆς ἐν γένει ζωῆς τοῦ τόπου. Φωνάζουν καὶ δικαίως οἱ ὑπάλληλοι σήμερον μετὰ τὴν αὔξησιν τῶν 70 ἑκατομμυρίων, τὰ ὁποῖα ἐξεδόθησαν ἐντὸς ἔτους καὶ λέγουν δὲν δυνάμεθα νὰ ζήσωμεν, διότι αἱ δραχμαί, τὰς ὁποίας λαμβάνομεν σήμερον ἀξίζουν τὸ τέταρτον τῶν προπολεμικῶν δραχμῶν θὰ αὐξήσωμεν αὐτοὺς ἐκ νέου καὶ ὅταν ἡ δραχμὴ διὰ τῆς ἐκδόσεως τοῦ νέου χαρτονομίσματος θὰ ἀξίζῃ τὸ δέκατον τῆς προπολεμικῆς ἀξίας, οἱ ὑπάλληλοι θὰ ζητοῦν νέαν αὔξησιν διότι δὲν θὰ δύνανται καὶ πάλιν νὰ ζήσωσι καὶ μὲ τοὺς ηὐξημένους μισθούς, καὶ θὰ ἀναγκασθῆτε νὰ δώσητε νέας αὐξήσεις. Ἐν τοιαύτῃ δὲ περιπτώσει, τὶ γίνεται ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους; Θὰ διπλασιάσωμεν καὶ διὰ δευτέραν φορὰν τοὺς φόρους μας. Ἀλλὰ καὶ ἡ ἐν γένει κοινωνικὴ οἰκονομία τί θὰ γίνῃ; Τί θὰ γίνουν τὰ ἡμερομίσθια, ὅταν διὰ τῆς ἐκδόσεως τοῦ νέου χαρτονομίσματος ἀξίζει πραγματικῶς μίαν προπολεμικὴν δεκάραν; Τί θὰ γίνῃ ὅταν χρειάζεσθε πέντε ἤ ἕξ δραχμὰς διὰ νὰ ἀγοράσητε μίαν ὀκᾶν ψωμί, διότι ἐκεῖ θὰ φθάσῃ ἡ τιμὴ τῆς ὀκᾶς τοῦ ψωμιοῦ ὅταν ἐκδώσωμεν 1500 ἑκατομμύρια νέου χαρτονομίσματος; Αὐταὶ εἶναι αἱ καταστροφαί, τὰς ὁποίας θὰ ἐπιφέρῃ ἡ ἔκδοσις νέου χαρτονομίσματος. Τὸ πρᾶγμα ἐπὶ πολὺ μὲ ἐβασάνισε καὶ κατέληξα εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι ἀντὶ νὰ καταστρέψω τὸ ἥμισυ τῆς περιουσίας τῶν κατόχων χαρτονομίσματος διὰ τῆς ἐκδόσεως 1500 ἑκατομμυρίων νέου τοιούτου, προτιμότερον εἶναι νὰ ἀντικαταστήσω τὸ ἥμισυ τοῦτο διὰ τοκοφόρων ὁμολογιῶν ἀπολύτου ἀσφαλείας. Διότι, ὡς Θὰ ἴδητε διὰ τοῦ νομοσχεδίου λαμβάνονται μέτρα δι’ ὧν τὸ δάνειον ἐξασφαλίζεται τόσον ὥστε ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι αἱ ὁμολογίαι αὐταὶ θὰ εἶναι περιζήτητοι. Αὐτὴ εἶναι ἡ θεωρητικὴ βάσις τοῦ πράγματος. Ἴδωμεν ἤδη τίνι τρόπῳ θὰ ἐκτελεσθῇ τὸ πρᾶγμα τεχνικῶς. Ἐὰν σήμερον εἴχομεν ἐκτετυπωμένον χαρτονόμισμα νέου τύπου καὶ τὰς ὁμολογίας τοῦ περὶ οὗ πρόκειται δανείου, θὰ ἔλεγον εἰς τὸν κάτοχον τῶν 100 δραχμῶν πήγαινε εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν δῶσε τὰς 100 δραχμάς, θὰ σοῦ δώσῃ ἓν χαρτονόμισμα νέου τύπου 50 δραχμῶν καὶ μίαν ὁμολογίαν. Ἡ Τράπεζα θὰ μὲ ἐπίστωνε μὲ τὰς 50 δραχμὰς τὰς ὁποίας ἐκράτησεν ἀπὸ τὸν κάτοχον τοῦ ἑκατονταδράχμου. Ποῦ θὰ εὕρω τὸ κυκλοφοροῦν χαρτονόμισμα; Δὲν τὸ ζητῶ· ἀρκοῦμαι νὰ κηρύξω ἄκυρον τὸ χαρτονόμισμα παλαιοῦ τύπου, καὶ πάντες θὰ ἔσπευδον νὰ τὸ παρουσιάσουν. Ἀλλὰ διὰ νὰ γίνῃ ἀμέσως ἡ ἀντικατάστασις τοῦ κυκλοφοροῦντος παλαιοῦ χαρτονομίσματος διὰ χαρτονομίσματος νέου τύπου καὶ δι’ ὁμολογιῶν τοῦ δανείου, θὰ ἔπρεπε νὰ δαπανηθῶσι ἕξ ἕως ἑπτὰ ἑκατομμύρια διὰ τὴν ἐκτύπωσιν τούτων, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον θὰ ἀπῄτη ἄδειαν τῆς Βουλῆς, νὰ παρέλθῃ καὶ χρονικὸν διάστημα πέντε ἤ ἕξ ἴσως καὶ ἑπτὰ μηνῶν μέχρις ὅτου γίνει ἡ ἀνταλλαγὴ τοῦ παλαιοῦ χαρτονομίσματος, διὰ νέου τοιούτου καὶ δι’ ὁμολογιῶν. Ἀλλ’ εἴδετε, ὅτι ἐκ τοῦ θυλακίου μου ἔλαβον τὸ νομοσχέδιον καὶ ὅτι εἶναι γραμμένον ὁλόκληρον μὲ τὸ χέρι μου καὶ οὐδεὶς ἄλλος πλὴν τριῶν ἐκ τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων εἶχον λάβει γνῶσιν μέχρι τῆς μεσημβρίας τῆς σήμερον. Φαντασθῆτε πόσαι καταγραφαὶ καὶ ποῖον παιγνίδι θὰ ἠδύνατο νὰ γίνῃ εἰς τὸ Χρηματιστήριον ἄν ἐμεσολάβει χρόνος πολὺς μεταξὺ τῆς ψηφίσεως καὶ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ μέτρου. Πρὸς ἀποφυγὴν τῶν δυσχερειῶν τούτων ἐπεννοήθη ἡ ἀκόλουθος ἐκτέλεσις τοῦ μέτρου. Εἶμαι, κύριοι, κάτοχος ἑνὸς ἑκατονταδράχμου. Ἰδοὺ αὐτό. Πρὸς τὰ δεξιὰ εἶναι γεγραμμένη, ἡ εἰκὼν τοῦ Γεωργίου Σταύρου, πρὸς τὰ ἀριστερὰ τὸ Βασιλικὸν στέμμα. Εὐθὺς ὡς τὸ νομοσχέδιον ψηφισθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ γίνῃ νόμος, θὰ διχοτομήσω τὸ ἑκατοντάδραχμον, καὶ τὸ τεμάχιον, τὸ φέρον τὴν εἰκόνα τοῦ Γεωργίου Σταύρου, θὰ ἐξακολουθήσῃ κυκλοφοροῦν ὡς νόμισμα ἀξίας πεντήκοντα δραχμῶν, τὸ δὲ ἕτερον ἥμισυ, ἐφ’ οὗ εἶναι γεγραμμένον τὸ στέμμα, θὰ ἀποτελῇ ὁμολογίαν ἀξίας πεντήκοντα δραχμῶν, καὶ τὸ πρᾶγμα ἐτελείωσε. (Ραγδαῖα χειροκροτήματα). Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἀφ’ ἧς στιγμῆς ψηφισθῇ καὶ κυρωθῇ ὁ νόμος τὸ κυκλοφοροῦν χαρτονόμισμα δὲν θὰ εἶναι παρὰ μόνον τὸ ἥμισυ τοῦ σημερινοῦ χαρτονομίσματος, τὸ φέρον τὴν εἰκόνα τοῦ Γεωργίου Σταύρου. Καὶ ἐφ’ ὅσον μὲν πρόκειται περὶ ἑκατονταδράχμου τὸ ἥμισυ τοῦτο θὰ κυκλοφορῇ μὲ ἀξίαν πεντηκονταδράχμου. Ἐφ’ ὅσον πρόκειται περὶ εἰκοσιπενταδράχμου τὸ σχετικὸν ἥμισυ, ὁ Γεώργιος Σταῦρος, θὰ κυκλοφορῇ μὲ ἀξίαν δωδεκάμισυ δραχμῶν· ἐφ’ ὅσον πρόκειται περὶ δεκαδράχμου μὲ ἀξίαν πέντε δραχμῶν. Ἐφ’ ὅσον πρόκειται περὶ πενταδράχμου μὲ ἀξίαν διόμισυ δραχμῶν. Τί θὰ συμβῇ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει; Θὰ συμβῇ ὥστε αὐτοστιγμεὶ τὸ κυκλοφοροῦν χαρτονόμισμα, τὸ ὁποῖον εἶναι τρία δισεκατομμύρια, τὴν ἐπαύριον τῆς ψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου θὰ περιορισθῇ εἰς τὸ ἥμισυ. Τὸ ἕτερον ἥμισυ θὰ ἀντικατασταθῇ δι’ ὁμολογιῶν τοῦ δανείου, ἡ δὲ Τράπεζα θὰ πιστώσῃ τὸ Δημόσιον Ταμεῖον αὐτοστιγμεὶ μὲ τὸ ἕτερον ἐνάμισυ δισεκατομμύριον, τὸ ὁποῖον ἀπεσύρθη ἐκ τῆς κυκλοφορίας.
§44Π. ΦΛΩΡΟΣ. Τὰ μονόδραχμα καὶ τὰ δίδραχμα περιλαμβάνονται;
§45Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ὂχι, διότι αὐτὰ εἶναι κέρματα τοῦ Κράτους, ἐνῷ ἐδῶ πρόκειται περὶ τοῦ χαρτονομίσματος τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Δὲν ἀμφιβάλλω, κύριοι, ὅτι ἐγεννήθη εἰς ὅλους ὑμᾶς τὸ ἑξῆς ἐρώτημα: Κύριε, ἀπὸ τὰς ἑκατὸν δραχμὰς ποῦ εἶχα εἰς τὴν τσέπην μου, μὲ ἀφίνης τώρα μὲ πενῆντα καὶ μοῦ δίδης καὶ μίαν ὁμολογίαν 50 δραχμῶν. Πῶς θὰ ἐκπληρώσω τὰς ἀνάγκας διὰ τὰς ὁποίας προώριζα τὰς 100 δραχμάς, διότι ὁ μπακάλης δὲν δέχεται πρὸς πληρωμὴν τὴν ὁμολογίαν καὶ αἱ 50 δραχμαὶ δὲν μὲ φθάνουν διὰ τὰς ἀνάγκας μου; Εἰς τὸν ἐρωτῶντα θὰ παρετήρουν, ὅτι: ἂν ἐξέδιδον νέον χαρτονόμισμα, αἱ ἑκατὸν δραχμαὶ, τὰς ὁποίας εἶχες εἰς τὴν τσέπη σου, θὰ ἔφθανε νὰ ἀξίζουν πενῆντα μόνον, ἐνῶ τὰ πράγματα τοῦ μπακάλη θὰ ἐξηκολούθουν νὰ ἔχουν τὴν ἀξίαν ποὺ εἶχαν καὶ χθές· καὶ διὰ νὰ ἀγοράσῃς τὰ ἴδια πράγματα, τὰ ὁποῖα ἠγόρασες χθὲς μὲ ἕν ἑκατοντάδραχμον θὰ σοῦ ἐχρειάζοντο δύο ἑκατοντάδραχμα ποῦ θὰ τὸ εὕρισκες τὸ δεύτερον; Ἀντὶ τούτου ἀπαντῶ εἰς τὸν ἐρωτῶντα: τὸ ἥμισυ τοῦ ἑκατονταδράχμου, τὸ ὁποῖον φέρει τὸ Βασιλικὸν στέμμα καὶ τὸ ὁποῖον ἰσοδυναμεῖ μὲ μίαν ὁμολογίαν 50 δραχμῶν, πήγαινέ το εἰς τὴν Τράπεζαν. Ἐγὼ τὴν ὑποχρέωσα νὰ δεχθῇ νὰ τὸ ἐνεχυριάσῃς καὶ νὰ σοῦ δανείσῃ ἀπέναντι, ἐπὶ ἕξ μῆνας, εἴκοσι πέντε δραχμὰς μὲ τὸν Γεώργιον Σταῦρον, τὰς ὁποίας νὰ δύνασαι νὰ πληρώσῃς εἰς τὸν μπακάλη· ἀντὶ δὲ νὰ ἀγοράσῃς 100 δραχμῶν πράγματα, ἀγόρασε προσωρινῶς μόνον δι’ 75 δραχμάς, καὶ θὰ ἴδῃς μετ’ ὀλίγας ἡμέρας, ὅτι μὲ τὰς 75 νέας σου δραχμὰς θὰ ἀγοράζῃς περισσότερα, ἀπὸ ὅσα ἠγόραζες πρὶν μὲ τὰς 100 δραχμάς. Αἱ μέχρι τοῦδε ἀνειλημμέναι ὑποχρεώσεις θὰ πληρώνονται ἐπὶ τρίμηνον κατὰ τὸ ἥμισυ εἰς κυκλοφοροῦν χαρτονόμισμα, εἰς Γεωργίους Σταύρους, καὶ κατὰ τὸ ἕτερον ἥμισυ εἰς ὁμολογίας, εἰς Βασιλικὰ στέμματα. Αὐτὴ εἶναι, κύριοι, ἡ βάσις τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλλω ὑπὸ τὴν ψῆφον ὑμῶν. Τὸ Κράτος ἔχει ἀπόλυτον ἀνάγκην τὴν στιγμὴν ταύτην ἑνὸς καὶ ἡμίσεως δισεκατομμυρίου δραχμῶν, ἀνάγκη, ὑπερτάτη, τῆς ὁποίας δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ἄλλη, διότι ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου, ἐξαρτᾶται........... Δὲν τολμῶ νὰ εἴπω τὶ ἐξαρτᾶται. Αὐτὸ τὸ ἕν καὶ ἥμισυ δισεκατομμύριον πρέπει νὰ τὸ εὕρωμεν. Δύο ὁδοὺς ἔχομεν νὰ ἀκολουθήσωμεν. Ἡ μία εἶναι ἡ ἔκδοσις 1.500 ἑκατομμυρίων, νέου χαρτονομίσματος. Θέλετε νὰ τὸ ἐκδόσετε; Σᾶς εἶπον ποῖαι θὰ εἶναι αἱ συνέπειαι τῆς ἐκδόσεως αὐτοῦ. Δὲν θέλετε νὰ ἐκδόσετε πρόσθετον χαρτονόμισμα 1.500 ἑκατομμυρίων; Δὲν ὑπάρχει ἀπολύτως ἄλλος τρόπος διὰ τοῦ ὁποίου νὰ ἐξευρεθῶσιν ἀμέσως τὰ 1.500 ταῦτα ἑκατομμύρια, δὲν ὑπάρχει λέγω ἄλλος τρόπος, ἀπὸ ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον σᾶς ὑπέδειξα. Εἶμαι πεπεισμένος, ὅτι ὅταν δοθῶσι καὶ εἰς τὸν λαὸν αἱ ἐξηγήσεις τὰς ὁποίας ἔδωκα ἐγὼ πρὸς ὑμᾶς, θὰ ἐννοήσῃ ἀμέσως τὸ συμφέρον του καὶ ἀντὶ νὰ ὑποθέσῃ ὅτι τὸ Κράτος ἔβαλε τὴν χεῖρα εἰς τὸ θηλάκιον του καὶ τοῦ ἀφῄρεσε τὸ ἥμισυ τῶν μετρητῶν του, θὰ ἀναγνωρίσῃ, ὅτι τοῦ ἀντικατέστησεν ἁπλῶς τὰ ἥμισυ τῶν μετρητῶν του διὰ τοκοφόρου ὁμολογίας, ἔπραξε δὲ τοῦτο, διότι ἂν ἐξέδιδε νέον χαρτονόμισμα, τὰ ἥμισυ τῶν μετρητῶν του θὰ ἐχάνοντο ὁλοσχερῶς.
§46Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ ὀφείλων εἰς τὸ ἐξωτερικὸν πῶς θὰ πληρώσῃ;
§47Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Λαμβάνεται πρόνοια καὶ περὶ τούτου. Τὸ δάνειον ὅμως τοῦτο πρέπει νὰ ἐξασφαλισθῇ κατὰ τρόπον τοιοῦτον, ὥστε νὰ μὴ εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ ἔστω καὶ ἡ ἐλαχίστη ὑπόνοια ὅτι εἶναι δυνατὸν κατὰ ἕνα οἱονδήποτε τρόπον νὰ ζημιωθῇ ὁ κάτοχος τῆς ὁμολογίας. Ποῖαι εἶναι αἱ ἐξασφαλίσεις, τὰς ὁποίας δίδομεν εἰς τὸ ἐν λόγῳ δάνειον; Πρώτη ἐξασφάλισις. Τὸ δάνειον πληρώνεται ἐντὸς εἰκοσαετίας. Ἡ τακτικὴ τοκοχρεωλυτικὴ δόσις θὰ ὑπολογισθῇ εἰς τρόπον ὥστε ἐντὸς μιᾶς εἰκοσαετίας τὸ βραδύτερον τὸ δάνειον νὰ ἐξοφληθῇ. Ποίας ἐγγυήσεις δίδομεν; Δίδομεν ὡς ἐγγύησιν ὅλα τὰ πλεονάσματα τῶν ὑπεγγύων προσόδων, τὰ ὁποῖα κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ἀνῆλθον εἰς 100 ἑκατομμύρια κατὰ δὲ τὸ τρέχον ἔτος τὰ ὑπολογίζω εἰς 150 καὶ πλέον ἑκατομμύρια. Ἐκτὸς αὐτοῦ ἐφ’ ὅλων τῶν φόρων, τελῶν κλπ. τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους προστίθενται 10 ἑκατοστά, τὰ ὁποῖα θὰ χρησιμεύουν ὡς ἔκτακτον χρεωλύσιον ἐτήσιον. Ἐκτὸς τούτου ὅλα τὰ κτήματα τοῦ Κράτους, ὅσα δὲν εἶναι ἀναγκαῖα εἰς αὐτὸ διὰ τὰς κρατικὰς λειτουργίας, θὰ πωληθῶσι διὰ δημοπρασίας καὶ θὰ πληρώνωνται δι’ ὁμολογιῶν τοῦ δανείου εἰς τρόπον ὥστε ...................
§48Γ. ΠΩΠ. Καὶ ἀστικά;
§49Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Οἱαδήποτε κτήματα τοῦ Κράτους, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι εἰς αὐτὸ ἀναγκαῖα διὰ τὰς κρατικὰς λειτουργίας θὰ πωλῶνται καὶ θὰ πληρώνωνται ἀποκλειστικῶς δι’ ὁμολογιῶν τοῦ δανείου, οὕτως ὥστε ἡ ἀπόσβεσις νὰ γίνεται αὐτομάτως. Προσθέτομεν καὶ ἕτερον ὅρον δυνητικὸν τοιοῦτον, καὶ τοῦτο διὰ νὰ μὴ δεσμεύσω ἐκ τῶν προτέρων τὸν διάδοχόν μου. Ὁ ὅρος ὁ δυνητικὸς εἶναι ὅτι· ἂν αἱ περιστάσεις τὸ ἐπιτρέψουν, τὸ δάνειον τοῦτο θὰ ἐξοφληθῇ διὰ τοῦ πρώτου ἐξωτερικοῦ δανείου, τὸ ὁποῖον θὰ συνάψῃ τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος. Αὐταὶ εἶναι αἱ ἐγγυήσεις, τὰς ὁποίας δίδομεν διὰ τὸ ἐν λόγῳ δάνειον. Τὸ θέμα τὸ ὁποῖον σᾶς ἀνέπτυξα, καὶ τὸ ὁποῖον κατὰ διαλλείμματα προὐκάλεσε καὶ τὸν γέλωτα ἀξιοτίμων τινῶν συναδέλφων, εἶναι ζήτημα ὑψίστης σημασίας καὶ χρήζει μεγίστης προσοχῆς. Διότι, ἐπαναλαμβάνω, ἐγὼ τοὐλάχιστον ἐπὶ ὀκτάμηνον ζητῶν δὲν κατώρθωσα νὰ εὕρω ἄλλον τρόπον, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἀντεπεξέλθω κατὰ τῶν σοβαρωτάτων βαρῶν, τὰ ὁποῖα μᾶς ἐπιβάλλει ἡ κατάστασις· δὲν κατώρθωσα νὰ εὕρω ἄλλο μέσον διὰ τοῦ ὁποίου νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ πορισθῶμεν καὶ δὴ ἀμέσως, τὰ χρήματα τῶν ὁποίων ἔχομεν ἀνάγκην. Παρακαλῶ τὴν Ἐθνοσυνέλευσιν νὰ μελετήσῃ, νὰ ἐξονυχίσῃ σοβαρῶς ὅλα τὰ σημεῖα, τὰ ὁποῖα ἀνέπτυξα, διότι ἄνευ τῆς κατανοήσεως τῶν ὅσων ἀνέπτυξα τὸ πρᾶγμα ἐκ πρώτης ὄψεως φαίνεται ἀστεῖον καὶ τραγικὸν συνάμα. Σκεφθῶμεν, κύριοι, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἄλλος τρόπος, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ ἀντεπεξέλθωμεν κατὰ τῶν δυσχερειῶν τῶν οἰκονομικῶν ἢ μᾶλλον τῶν ταμειακῶν, αἱ ὁποῖαι μᾶς πιέζουν. Ἄν δὲν ψηφίσετε τὸ νομοσχέδιον, θὰ καταφύγετε εἰς τὴν ἔκδοσιν νέου χαρτονομίσματος. Ἀνέπτυξα ἐπαρκῶς τὰς καταστροφάς, τὰς ὁποίας ἡ ἔκδοσις τοῦ νέου χαρτονομίσματος θὰ ἐπιφέρῃ. Ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι ἡ ἔκδοσις νέου χαρντονομίσματος θὰ ἐπιφέρῃ τοιαύτην διατάραξιν εἰς τὴν οἰκονομικὴν καὶ κοινωνικὴν κατάστασιν ὥστε δὲν εἰξεύρω πῶς θὰ δυνηθῶμεν νὰ τὴν ἀντιμετωπίσωμεν. Ἔχετε δὲ ὑπ’ ὄψιν σας, ὅτι τὸ πρᾶγμα δὲν ἐπιδέχεται ἀναβολήν. Ἄν, ὅ μὴ γένοιτο, ἤθελεν ἀποφασισθῇ ἡ ἔκδοσις τοῦ ἑνὸς καὶ ἡμίσεως δισεκατομμυρίου νέου χαρτονομίσματος, εἶναι αὕτη ἀπολύτως ἐπιβεβλημένη καὶ ἐπιβεβλημένη νὰ γίνῃ αὐθωρεί.
§50Π. ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχετε ἕνα συνταξιοῦχον, ὁ ὁποῖος ἔχει 400 δραχμὰς κατὰ μῆνα. Τὶ θὰ γίνωσιν αἱ 400 δραχμαί; Θὰ ἀποζήσῃ μὲ 200 καὶ μὲ τὸν τόκον τῶν 7% τῶν ἄλλων διακοσίων;
§51Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ὑπάρχει διάταξις ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, καθ’ ἥν οἱ μισθοί, τὰ ἡμερομίσθια καὶ αἱ συντάξεις πληρώνονται εἰς ἀκέραιον Γεώργιον Σταῦρον. Σᾶς εἶπον, κύριοι, ἀρχόμενος τοῦ λόγου μου ὅτι ἡ κατάστασις τοῦ Δημοσίου Ταμείου ἦτο στενοχωρημένη· μᾶς ἐβοήθησεν ἡ Τράπεζα ὅσον ἦτο δυνατὸν νὰ μᾶς βοηθήσῃ ἐκ τῶν διαθεσίμων αὐτῆς. Ἐπειδὴ δὲ τῆς ἀναθέτομεν καὶ τὴν ὑποχρέωσιν, τὴν ὁποίαν τῆς ἀνεθέσαμεν, νὰ δίδῃ δάνεια ἀπέναντι τῶν ὁμολογιῶν τοῦ νέου δανείου εἰς ποσὸν ἴσον πρὸς τὸ ἥμισυ, ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἔχει ἀνάγκην καὶ ἐκ τῶν δύο τούτων λόγων, ἄν ὄχι νὰ αὐξήσῃ, νὰ ἐπανέλθῃ τοὐλάχιστον εἰς τὸ κανονικὸν ποσὸν τῶν διαθεσίμων της, τὰ ὁποῖα τῆς περιωρήσαμεν ἡμεῖς εἰς πολὺ μικρὸν ποσόν. Εὑρέθημεν διὰ τοῦτο εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ὑπογράψωμεν μετὰ τῆς Τραπέζης σύμβασιν μὲ τὴν παράκλησιν ὅτι τῆς συμβάσεως ταύτης δὲν θὰ ἐγίνετο χρῆσις ὑπὸ τῆς Τραπέζης, ἐφ’ ὅσον ἐπιτακτικαὶ ἀνάγκαι δὲν θὰ ἐπέβαλον τοῦτο πρὶν ἢ ὑποβληθῇ εἰς τὴν Συνέλευσιν καὶ τὸ περὶ δανείου νομοσχέδιον. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω καὶ σχέδιον νόμου πρὸς ἐπικύρωσιν τῆς συμβάσεως ταύτης.
§52Α. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Νὰ διαταχθῇ ἡ ἄμεσος ἐκτύπωσις καὶ διανομὴ τοῦ νομοσχεδίου ὥστε αὔριον τὴν μεσημβρίαν νὰ τὸ ἔχωμεν.
§53Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Βεβαίως θὰ τυπωθῶσι ἀπόψε τὴν νύκτα καὶ αὔριον θὰ τὰ ἔχετε. Παρακαλῶ μόνον τοῦτο. Εὑρισκόμεθα, κύριοι, ὑπὸ περιστάσεις, αἱ ὁποῖαι μᾶς ὑποχρεώνουσι νὰ ἐπισπεύσωμεν ὅσον τὸ δυνατὸν τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ νὰ κηρυχθῇ τὸ νομοσχέδιον κατεπεῖγον, νὰ ψηφισθῇ κατ’ ἀρχήν, νὰ διορισθῇ δὲ ἐπιτροπὴ ὑπὸ τῆς Συνελεύσεως, ἡ ὁποία αὔριον πρὸ μεσημβρίας νὰ συνέλθῃ.
§54Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ ὀκτὼ μῆνας ἐμελετήσατε τὴν εὕρεσιν τοῦ τοιούτου μέτρου, ὅπως ὁμολογήσατε ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως, καὶ θέλετε ἡμεῖς πρὶν λάβωμεν γνῶσιν νὰ τὸ ψηφίσωμεν κατ’ ἀρχὴν καὶ ἐντὸς ὀλίγων ὡρῶν, αὔριον δὲ πρωΐ νὰ συνέλθῃ ἡ Ἐπιτροπὴ καὶ νὰ ἀποφανθῇ περὶ τοιούτου νομοσχεδίου;
§55Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐξακολουθῶ νὰ παρακαλῶ τὴν Συνέλευσιν νὰ ἐπισπεύσῃ τὴν ψήφισιν.
§56Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Δὲν ὑπάρχει Ἐπιτροπὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ;
§57Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Παρακαλῶ νὰ διορισθῇ μία εἰδικὴ Ἐπιτροπή, ἡ ὁποία νὰ ἐξετάσῃ τὸ θέμα αὐτό, τὸ ὁποῖον εἶναι μεγίστης σπουδαιότητος, ὅσον ἁπλοῦν καὶ ἄν φαίνεται.
§58Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὑπάρχει τὶ τὸ ἐμποδίζον, ὅπως τὸ νομοσχέδιον τοῦτο παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ;
§59Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Θὰ ἤμην πολὺ εὐτυχής, ἀξιότιμε κ. συνάδελφε, ἄν ἦτο δυνατὸν τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, νὰ συζητηθῇ ἐπὶ μῆνας καὶ εἰς τὸν τύπον καὶ ἐντὸς τῆς Συνελεύσεως καὶ κατόπιν νὰ ψηφισθῇ. Δυστυχῶς δὲν εἶναι δυνατὸν τοῦτο.
§60Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Τὶ θὰ γίνουν οἱ ὀφειλέται εἰς τὸ ἐξωτερικόν, πῶς θὰ πληρώσουν αὐτὸ τὸ τέταρτον;
§61Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ὑπάρχει εἰδικὸν ἄρθρον, τὸ ὁποῖον καθορίζει τίνι τρόπῳ θὰ γίνουν αἱ πληρωμαὶ εἰς τὸ ἐξωτερικόν.
§62Δ. ΣΠΗΛΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Αἱ ἰδιωτικαὶ συναλλαγαὶ πῶς θὰ γίνωνται;
§63Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ὅπως ἀνέπτυξα ἀγορεύων.
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Στράτος ἔχει τὸν λόγον.
§65Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατόν, κύριοι συνάδελφοι, νὰ ἀπονείμω τὰ συγχαρητήριά μου πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, διότι ἐξέλεξε τὴν τελευταίαν ὥραν ὡς κατάλληλον, ἵνα ὑποβάλῃ νομοσχέδιον τοιαύτης σοβαρότητος καὶ σπουδαιότητος, οὔτε εἶναι δυνατὸν ἡ αἰτιολογία τῆς τοιαύτης ὑποβολῆς τοῦ νομοσχεδίου ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως νὰ προβάλλεται ἡ δυσχέρεια εἰς τὴν ὁποίαν περιῆλθεν ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, διευκολύνουσα τὸ Δημόσιον Ταμεῖον εἰς τὰς ἀνάγκας αὐτοῦ, καὶ ἡ ἀνάγκη τῆς ἀποκαταστάσεως τῶν διαθεσίμων τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἀλλὰ καὶ ἡ ἀνάγκη συγχρόνως τῆς πληρώσεως τῶν χρεῶν τοῦ Δημοσίου Ταμείου. Ἡ δυσχέρεια τοῦ Δημοσίου Ταμείου εἶναι γνωστή, ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἐπανελήφθησαν αἱ ἐχθροπραξίαι. Ἀφ’ ἧς στιγμῆς ὁ Ἑλληνικὸς στρατὸς ἐπεστρατεύθη καὶ ἐνετάλη νὰ βαδίσῃ κατὰ τοῦ ἐχθροῦ ἦσαν γνωσταὶ αἱ δυσχέρειαι, αἵτινες ἤθελον πλήξῃ τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τῆς Χώρας. Ἦτο ἔργον λοιπὸν σωφροσύνης καὶ περινοίας οἰκονομικῆς ἡ ἄμεσος λῆψις οἰκονομικῶν μέτρων πρὸς ἀντιμετώπισιν τῆς καταστάσεως. Ἀντὶ τούτου τοῦ καθήκοντος τοῦ Κυβερνητικοῦ, ἡ Κυβέρνησις ἠρκέσθη, ἵνα διὰ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τοῦ συνδικάτου τῶν Τραπεζῶν» καθορίσῃ σταθερῶς ἀλλὰ καὶ τεχνητῶς τὰς τιμὰς τοῦ συναλλάγματος καὶ ἵνα διὰ τῆς συμβάσεως τοῦ δανείου τῶν 500 ἑκατομ., τὴν ὁποίαν ἐψηφίσαμεν πέρυσιν κατὰ Μάϊον ἀντιμετωπίσῃ προχείρους ἀνάγκας διὰ τῆς ἐκδόσεως τοῦ χαρτονομίσματος. Ἠρκέσθη δὲ ἡ Κυβέρνησις προσέτι, κατὰ τὸν μῆνα Ἰούλιον νὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον «περὶ μεταβολῆς τοῦ ἀμέσου φόρου τῶν δημητριακῶν» καὶ συγχρόνως ἐπιβάλῃ καὶ τὰ πρόσθετα τέλη τὰ δασμολογικά. Ἦτο γνωστὴ ἡ κατάστασις τῆς διαφορᾶς τῶν τακτικῶν καὶ τῶν ἐκτάκτων δαπανῶν τοῦ Κράτους. Ἐὰν σήμερον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐξαγγέλῃ ἀριθμοὺς ἐλλειμμάτων τακτικῶν ἐσόδων πρὸς τακτικὰ ἔξοδα ἐξ 700 ἑκατομ. δὲν εἶναί τι νέον τοῦτο δι’ ὅσους γινώσκουσι τὸν χειρισμὸν τοῦ δημοσίου Προϋπολογισμοῦ. Ἡ διαφορὰ ἐξετάσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ μεταξὺ εἰδημόνων καὶ μὴ εἰδημόνων θὰ ἦτο διαφορὰ ὀλίγων ἑκατομμυρίων. Ἀλλ’ ὅτι ἀναμφισβητήτως ἐπρόκειτο περὶ τακτικοῦ ἐλλείμματος ὀγκώδους καὶ περὶ ἐκτάκτου ἐλλείμματος ὀφειλομένου εἰς τὰς στρατιωτικὰς ἐπιχειρήσεις ὀγκωδεστέρου ἔτι, τοῦτο ἦτο γνωστόν. Ἄλλωστε ὅτε συνεζητεῖτο ἡ σύμβασις τοῦ δανείου τῶν 500 ἑκατομ. ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐξέθηκα ἐγὼ ἐν συνόψει τοὺς λογαριασμοὺς τοῦ Κράτους καὶ τὰς πιθανότητας τῶν ἐλλειμμάτων, καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀπὸ τῆς ἡμέρας ἐκείνης συνεφώνησε εἰς τοὺς ἀριθμούς, ὁρίσας μάλιστα ἐν τῇ εἰλικρινείᾳ του τὸ ποσὸν τοῦ ἐλλείμματος μεγαλύτερον ἤ ὅσον ἐγὼ διὰ τῶν ὑπολογισμῶν μου παρουσίαζον τοῦτο. Καθῆκον, λοιπόν, ἦτο τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἀντιμετωπίσῃ ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς τὰς ἀνάγκας τὰς οἰκονομικὰς διὰ τῆς ἐντάσεως τῶν οἰκονομικῶν αὑτῆς μεριμνῶν πρὸς ἀποκατάστασιν τοῦ τακτικοῦ ἰσοζυγίου, ἀλλὰ καὶ διὰ τῆς ἐντάσεως καὶ τῶν μεριμνῶν αὐτῆς πρὸς κάλυψιν τοῦ ἐκτάκτου ἐλλείμματος, μεριμνῶν ἐπὶ τῶν ἐν τῷ ἐσωτερικῷ, ἐφ’ ὅσον δὲν παρουσιάζετο εὐκόλως ἡ εἰς τὸ ἐξωτερικὸν προσφυγή. Δυστυχῶς ἡ μὲν προσφυγὴ εἰς τὸ ἐξωτερικὸν κατηνάλωσε χρόνον πολύν, ἔτος ὁλόκληρον περίπου, καὶ ἐφθάσαμεν εἰς σημεῖον χρονικὸν κατὰ τὸ ὁποῖον, δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι εὑρισκόμεθα πρὸ ἀποτελεσμάτων οὐχὶ εὐχαρίστων ταύτην τὴν στιγμήν, ἡ δὲ μέριμνα περὶ τακτοποιήσεως τοῦ τακτικοῦ Προϋπολογισμοῦ δὲν ἐλήφθη καὶ οὔτε σήμερον ἔτι ἐξαγγέλλεται. Εὑρισκόμεθα λοιπὸν πρὸ τῆς ἀνάγκης νὰ κρίνωμεν μέτρον, τὸ ὁποῖον προβάλλεται σήμερον πρὸς κάλυψιν τῶν πρώτων ἀναγκῶν, μέτρον δέ, τοῦ ὁποίου ἡ ἐξέτασις καὶ ἡ ψήφισις ζητεῖται ἐπειγόντως. Ἐὰν πρόκειται τὴν στιγμὴν ταύτην νὰ ἐξετασθῇ ὡς ἐπείγουσα μόνον ἡ μία ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου ἤτοι ἡ ἀρχή, ὅτι δέον νὰ προτιμήσωμεν τῆς ἐκδόσεως χαρτονομίσματος τὸ μέτρον τοῦ ἐσωτερικοῦ δανεισμοῦ, δὲν θὰ εἶχον καμμίαν ἀντίρρησιν νὰ συναινέσω, ἵνα ἡ ἀρχὴ αὐτὴ ψηφισθῇ. Ἀλλ’ ἀπὸ τῆς ἀρχῆς ταύτης μέχρι τοῦ ὅλου ὀργανισμοῦ τοῦ νομοθετήματος ἡ ἀπόστασις εἶναι μεγάλη, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν τὰ πράγματα νὰ λυθῶσιν ἐντὸς ὡρῶν τινῶν. Βλέπω δὲ ὅτι καὶ ἡ Συνέλευσις δὲν εἶναι διατεθειμένη νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοθέτημα τοῦτο ἐντὸς ὡρῶν τινῶν. Κύριοι, τὸ νομοθέτημα παρουσιάζει ἐκ πρώτης ὄψεως κυριώδη τινὰ σημεῖα τὰ ὁποῖα εἶναι δυνατὸν νὰ γίνωσιν δεκτά, καὶ ἄλλα σημεῖα, τὰ ὁποῖα συνδυαζόμενα πρὸς τὸ ὅλον νομοθέτημα καθιστῶσι τοῦτο λίαν πολύπλοκον καὶ διαταρακτικὸν τῆς ὅλης οἰκονομίας τῆς Χώρας. Ἔχετε νὰ ἐξετάσητε τὴν θεραπείαν τῆς ἀνάγκης τοῦ Κράτους τῆς δανειστικῆς, καὶ πρέπει ἡ ἐξέτασις νὰ περιορισθῇ εἰς τὸ στάδιον τοῦτο. Τὴν δὲ ἀνάγκην τῆς ἐκδόσεως τοῦ χαρτονομίσματος τὴν ἀποκρούω καὶ ἐγώ. Διότι καθ’ ἣν στιγμὴν ἤθελον προχωρήσει ἡ Χώρα εἰς αὔξησιν τοῦ ἤδη κυκλοφοροῦντος χαρνοτομίσματος, ἠθέλομεν φθάσει εἰς κατάλυσιν πραγμάτων τῆς ἀξίας τῆς νομίμου νομισμάτων μονάδος τῆς Χώρας. Τοῦτο λοιπὸν ἀποκρούεται ἐκ τῆς κοινῆς λογικῆς καὶ ἐκ τῆς στοιχειώδους προνοίας περὶ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως οὐ μόνον τοῦ Κράτους, ἀλλὰ αὐτῆς τῆς Ἑλληνικῆς κοινωνίας. Ἐξωτερικὸν δάνειον, τοὐλάχιστον κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην, δὲν εἶναι πραγματοποιήσιμον ἀμέσως. Μοιραίως θέλομεν καταφύγει εἰς τὴν ἐσωτερικὴν ἀγορὰν, καὶ μοιραίως ὁ δανεισμὸς ἐνώπιον τῆς ἐσωτερικῆς ἀγορᾶς θὰ λάβῃ χαρακτῆρα ἀναγκαστικόν.
§66Κ. ΦΑΝΙΤΣΙΟΣ. Μπολσεβικικόν.
§67Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ὄχι, κ. πληρεξούσιε. Τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ Κράτος προσφεύγει εἰς ἔκδοσιν χαρτονομίσματος ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, πρώτη δὲ ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις ἡ ἀνήκουσα εἰς τὴν πτέρυγα εἰς τὴν ὁποίαν ὑμεῖς παρακάθεσθε, ἐξέδωκεν τοιοῦτον χαρτονόμισμα 1000 ἑκατομ., καὶ λέγων τοῦτο δὲν θέλω νὰ κακίσω τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην διότι εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην ταύτην, καθ’ ἣν στιγμὴν λοιπὸν κυκλοφορεῖ ἀναγκαστικὸν χαρτονόμισμα, ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως ἐκδοθὲν 1000 ἑκατομ., ἠκολουθήθη δὲ τὸ παράδειγμα τοῦτο καὶ ὑπὸ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, δὲν δύνασθε νὰ ὁμιλῆτε περὶ μπολσεβικικῆς ἐκδόσεως. Διότι δάνειον ἀναγκαστικόν, τὸ ὁποῖον ἤθελε περιβληθῆ μὲ τὰς ἀναγκαίας ἐγγυήσεις, μὲ τὸν ἀναγκαῖον τόκον καὶ ἐπὶ τῇ τακτικῇ χρεωλυτικῇ πληρωμῇ του, τὸ δάνειον τοῦτο πολὺ ἀπέχει τῆς ἐκδόσεως χαρτονομίσματος ἀναγκαστικῶς κυκλοφοροῦντος. Ἐὰν δὲ τὸ τοιοῦτον δάνειον ἤθελεν θεωρηθῇ ὡς μπολσεβικικόν, τὸ δάνειον τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἤθελε θεωρηθῆ ὡς ἡ χειρίστη τῶν μπολσεβικικῶν ἁμαρτιῶν! Δὲν πρόκειται λοιπὸν περὶ μπολσεβικισμοῦ, πρόκειται περὶ ἀνάγκης εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται ἡ Χώρα, ἀνάγκης ἐπιτακτικῆς, ἥτις δὲν προέρχεται μόνον ἐκ τῆς καταστάσεως τῶν ἐθνικῶν ἡμῶν πραγμάτων ἐπιβαλλούσης τὴν ἐξακολούθησιν τῶν δαπανῶν μέχρις ἀορίστου ἀκόμη χρονικοῦ σημείου, ἀλλ’ ἡ ὁποία ἐπιβάλλεται καὶ ἐκ τῆς κανονικῆς καταστάσεως τῶν πραγμάτων, καὶ ἐὰν ἔτι κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην ἤθελεν τερματισθῆ ἡ ἐθνικὴ περιπέτεια. Αὐτὰ εἶναι τὰ πράγματα καὶ ἐνώπιον τῆς Χώρας κατὰ τὴν τοιαύτην κρίσιμον περίστασιν πρέπει νὰ εἴμεθα ἀπολύτως εἰλικρινεῖς. Παριστάμεθα λοιπόν, κύριοι, πρὸ διαζευκτικῆς προτάσεως, οὐχὶ τῆς διαζευκτικῆς προτάσεως, τὴν ὁποίαν ἀνακοινοῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἀλλὰ ἐκείνης τὴν ὁποίαν καθιστῶσι κατάδηλον τὰ πράγματα. Ἢ θὰ προχωρήσῃ τὸ Κράτος εἰς τὴν αὔξησιν τοῦ ποσοῦ τοῦ χαρτονομίσματος τοῦ ἀναγκαστικοῦ κυκλοφοροῦντος, ἢ θὰ προβῇ εἰς ἄλλο τι μέτρον, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ ζητήσῃ τὸ Κράτος τὴν βοήθειαν τῆς Ἑλληνικῆς κοινωνίας. Τὸ πρῶτον μέτρον ἀντεδείκνυται, διότι τὸ πρῶτον μέτρον εἶναι ψευδὴς δανεισμὸς παρουσιάζων εἰκονικὰ ποσὰ δανειζόμενα, ποσὰ τὰ ὁποῖα, ἐφ’ ὅσον ὁ δανεισμὸς πολλαπλασιάζεται, χάνουσι τὴν ἐξωτερικὴν ἀξίαν των κατὰ τρόπον μὴ δυνάμενον νὰ ὑπολογισθῇ. Τοιούτου εἴδους δανεισμὸς ἀποκλείεται ἐκ τῆς φύσεως τῶν πραγμάτων. Μοιραίως τὸ Κράτος εἶναι ὑποχρεωμένον νὰ προσφύγῃ εἰς τὸν ἐσωτερικὸν δανεισμόν διὰ τῆς τακτικῆς μεθόδου. Καὶ ἡ τακτικὴ μέθοδος εἶναι ἡ ἔκδοσις δανείου κανονικῶς ἐμφανιζομένου ὑπὸ τὸν τύπον τῶν ὁμολογιῶν ἐπὶ τόκῳ τρέχοντι καὶ χρεωλυσίῳ μὲ ἐγγυήσεις καθωρισμένας καὶ σπουδαίας, ὥστε τό δάνειον τοῦτο νὰ ἔχῃ καὶ πραγματικὴν καὶ οὐσιαστικὴν ἀξίαν σοβαροῦ δανείου. Ἐὰν τοιοῦτον δάνειον ἤθελεν ἐκδοθῇ τότε καὶ ἡ καταναγκαστικὴ ἐπιβολὴ τοῦ δανείου τούτου οὐδεμίαν θὰ εἶχε βαρεῖαν σημασίαν διὰ τὴν Χώραν, διότι πράγματι θὰ ἐδίδοντο εἰς τοὺς καταναγκαστικῶς δανείζοντας Ἕλληνας πολίτας τίτλοι ἔχοντες ἀξίαν πραγματικήν. Εἰς τοιοῦτον μηχανισμόν, κύριοι, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ καταφύγωμεν. Καὶ τοῦ μηχανισμοῦ τούτου τὴν ἀρχὴν ἀποδέχομαι πλήρως. Ἀλλά, κύριοι, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δεχθῶ ἀνεξετάστως καὶ προχείρως ἵνα διὰ τῆς ψηφίσεως κατ’ ἀρχὴν τοῦ νομοθετήματος τούτου θεωρηθῇ ὅτι ψηφίζεται καὶ ἡ συναφὴς πρὸς τὸν δανεισμὸν ἀρχή του ἢ τῆς ἀναμίξεως τοῦ νομισματικοῦ διακανονισμοῦ τῶν συναλλαγῶν ὁμοῦ μὲ τὸ δάνειον τοῦ Κράτους. Διότι ὁ μηχανισμός, τὸν ὁποῖον ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἰσάγει τῆς ἀποκοπῆς ἑκάστου χαρτονομίσματος εἰς τὸ ἥμισυ, τοῦ ἑνὸς μὲν ἡμίσεος μεταβαλλομένου εἰς ὁμολογίαν, τοῦ ἑτέρου δὲ παραμένοντος ὡς χαρτονομίσματος, ὁ τοιοῦτος λέγω, μηχανισμὸς μεταβάλλει ἀμέσως τὸ σύστημα τῶν συναλλαγῶν ἐν τῇ Χώρᾳ καὶ συνδέει πρὸς τὴν ἔκδοσιν ἑνὸς δανείου κρατικῆς ἐντελῶς ἀπόψεως, τὴν διατάραξιν τῶν συναλλαγῶν ὁλοκλήρου τῆς κοινωνίας. Δύναται δὲ νὰ προκαλέσῃ τοῦτο διαταράξεις συναλλακτικὰς τῆς κοινωνίας, αἱ ὁποῖαι δὲν δύνανται νὰ ὑπολογισθοῦν. Τοῦτο, κύριοι, εὑρίσκω τὸ μέγα τρωτόν, ἐνῷ κατὰ τὰ λοιπὰ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ὅπως προνοήσῃ καὶ περὶ τόκου καὶ χρεωλυσίου τοῦ δανείου ἀποδέχομαι πλήρως· ὅταν ὅμως τὸ σύστημα τοῦ δανεισμοῦ τοῦ καταναγκαστικοῦ ἐμπλέκεται διὰ τοῦ μηχανισμοῦ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ πρὸς τὸν κανονισμὸν τῶν συναλλαγῶν, ἡ τοιαύτη διατάραξις τῶν συναλλαγῶν, τὴν ὁποίαν δημιουργεῖ ὁ κανονισμὸς νέον τρόπον πληρωμῶν καὶ νέου τρόπου διατιμήσεως τῶν εἰς χαρτονόμισμα περιουσιῶν ἑκάστου, εἶναι ἐπικίνδυνος. Καὶ ἀμφιβάλλω ἄν κανεὶς τὴν ἑσπέραν ταύτην εἶναι εἰς θέσιν νὰ ὑπολογίσῃ τοὺς κινδύνους τοιούτου μέτρου. Ἀλλὰ καὶ μετὰ μελέτην ἡμερῶν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ φθάσῃ τις εἰς ἀσφαλὲς συμπέρασμα. Τοιούτους ἐνδοιασμοὺς ἔχω ὅσον ἀφορᾷ τὸν μηχανισμὸν τοῦ νομοθετήματος. Ἀλλ’ ἔχω καὶ ἕτερον ἐνδοιασμόν. Τὸ Κράτος εὑρίσκεται σήμερον ἀντιμέτωπον δύο ἀδυναμιῶν, τῆς ἀδυναμίας τῆς ἰδικῆς του, ἐκδηλουμένης εἰς ἔλλειψιν χρημάτων, καὶ τῆς ἀδυναμίας τῆς ἰδικῆς του, ἀλλὰ καὶ τῆς κοινωνίας, ἐκδηλουμένης εἰς τὴν πληθώραν τοῦ χαρτονομίσματος, ἥτις ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὴν ἔλλειψιν συναλλάγματος καθιστᾷ οὐσιώδη τὴν διαφορὰν μεταξὺ τῆς νομισματικῆς μονάδος τῆς χώρας καὶ τῆς μονάδος τοῦ ὑγιοῦς μέσου νομίσματος, ἤ τὰ τῆς Ἀγγλικῆς λίρας. Αὐταὶ εἶναι αἱ δύο κυριώδεις αἰτίαι, αἱ ὁποῖαι προκαλοῦσι τὴν διατίμησιν τῆς λίρας εἰς δραχμὰς 100 μὲν νομίμως, ἑκατὸν εἴκοσι δὲ ἀνόμως, ἀλλ’ οὐσιαστικῶς ἐν τῇ ἀγορᾷ, Ἐφ’ ὅσον πρόκειται δανεισμός, νὰ ἐπιτευχθῇ, δανεισμὸς δὲ τοσοῦτον ὀγκώδης χιλίων πεντακοσίων ἑκατομμυρίων, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποβλέψωμεν εἰς αὐτὴν τὴν αὔξησιν τοῦ δημοσίου χρέους, χωρὶς νὰ καταδείξωμεν ὅτι εἶναι ἀπόλυτος ἀνάγκη λήψεως συγχρόνων μέτρων πρὸς κανονισμὸν πάγιον ἢ πρὸς ἀναστολὴν τῆς χειροτερεύσεως τῆς ἀξίας τῆς ἡμετέρας νομισματικῆς μονάδος. Ἔχομεν κατὰ τὰς βεβαιώσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἐκδεδομένον χαρτονόμισμα 2½ δισεκατομμυρίων, πρὸς ἀποκατάστασιν δὲ τῶν ληφθέντων παρὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, χρηματικῶν ποσῶν θὰ χρειασθῇ νὰ ἐκδόσωμεν χαρτονόμισμα 500 ἑκατομμυρίων ἔτι δραχμῶν, ἤτοι ἐν ὅλῳ τριῶν δισεκατομμυρίων. Κύριοι, τὸ ζήτημα τῆς ἐξυγιάνσεως τῆς νομισματικῆς τῆς χώρας δὲν λύεται, ἐὰν ἀπὸ τὰ τρία δισεκατομμύρια κόψετε διὰ μιᾶς ψαλίδος ἕν καὶ ἥμισυ δισεκατομμύριον, διότι ἡ μέθοδος τῆς ψαλίδος, οὐδέποτε θεραπεύει. Ἔχομεν μίαν πληθώραν χαρτονομίσματος. Ἔχομεν ἀνάγκην τὴν πληθώραν ταύτην νὰ σταματήσωμεν καὶ ἐλαττώσωμεν, ὡς δύναται τὸ μέτρον τὸ οἰκονομικὸν νὰ στηριχθῇ ἐπὶ δύο βάσεων. Μία βάσις εἶναι ἡ ἔκδοσις δι’ ὁμολογιῶν τοῦ ποσοῦ τοῦ δανείου τὸ ὁποῖον χρειάζεται ἡ Κυβέρνησις πρὸς κάλυψιν τῶν ἀναγκῶν τοῦ Κράτους. Δευτέρα βάσις εἶναι ἡ ἔκδοσις προσθέτου ἀριθμοῦ ὁμοιομόρφων καὶ ὁμοιοτύπων ὁμολογιῶν ἐξ ἴσου ἠγγυημένων, αἵτινες νὰ ἀντικαταστήσωσιν μέρος τοῦ πληθωρικοῦ χαρτονομίσματος, ὥστε νὰ τεθῶμεν εἰς τὴν ἔναρξιν τῆς ἐφαρμογῆς τῆς deflation. Ἐὰν εἰς τοιοῦτον σύστημα καταφύγωμεν τότε μέρος τοῦ χαρτονομίσματος θὰ μεταβληθῇ ἀπὸ κυμαινομένου χρέους εἰς πάγιον καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θέλομεν ἐκτελέσει ἓν ἐκ τῶν πρωτίστων μέτρων, διὰ τῶν ὁποίων νὰ καταλήξωμεν εἰς ἀποκατάστασιν ὑγιοῦς νομίσματος. Ἕν ἐκ τῶν αἰτίων τῆς ἀσθενείας τοῦ νομίσματος εἶναι καὶ ἡ πληθώρα χαρτονομίσματος, ἀλλ’ ἐκτὸς τῆς πληθώρας καὶ ἡ ὕπαρξις ἑνὸς ποσοῦ κυμαινομένου χρέους. Ἐφ’ ὅσον εἶναι δυνατὸν λοιπὸν ποσόν τι τοῦ κυμαινομένου χρέους, καὶ τοιοῦτον εἶναι τὸ ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ, ἐφ’ ὅσον εἶναι δυνατὸν ποσόν τι τοῦ κυμαινομένου χρέους νὰ μεταβάλωμεν ὡς πάγιον χρέος ὑπὸ μορφὴν ὁμολογιῶν ἠγγυημένων, θέλομεν εἰσέλθει εἰς στάδιον ἐξυγιάνσεως τῆς νομισματικῆς ἡμῶν καταστάσεως. Καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει τὰ 1500 ἑκατομμύρια τοῦ νέου δανείου, τὰ ὁποῖα θὰ ἐκδώσῃ ὁ κύριος Ὑπουργὸς θὰ ἀποκτήσωσιν ἐσωτερικὴν ἀξίαν μείζονα. Ταύτας τὰς σκέψεις ἀναφέρω εἰς τὴν Συνέλευσιν καὶ θεωρῶ ὅτι, ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει ἔντονος καὶ ἐπιτακτικὴ ἀνάγκη δανεισμοῦ δυνάμεθα νὰ ψηφίσωμεν τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου ἤτοι τὴν τῆς προσφυγῆς εἰς ἐσωτερικὸν δάνειον κατ’ ἀντίθεσιν τῆς προσφυγῆς εἰς χαρτονόμισμα, νὰ ἐξετασθῶσι δὲ αἱ λεπτομέρειαι τοῦ νομοσχεδίου μετὰ πάσης προσοχῆς καὶ ἀνέσεως. Ἂν δ’ ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν θὰ μετέβαλλε τὸ νομοσχέδιον ἀμέσως εἰς τὸ νομοσχέδιον ἐκδόσεως ὁμολογιῶν 1500 ἑκατομμυρίων συνεπαγομένων τόκον, χρεωλύσιον κ.λ.π. θὰ ἠδυνάμεθα τότε νὰ ἐξετάσωμεν μετὰ ταχύτητος, τὸν τοιοῦτον συνδυασμὸν, καὶ νὰ συζητήσωμεν τὰ τοῦ τύπου, τὰ τῶν ἐγγυήσεων κλπ. Ἐφ’ ὅσον ὅμως ἀναμιγνύει ὁ κύριος Ὑπουργὸς εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ δανεισμοῦ σύστημα, τὸ ὁποῖον κατὰ τοιοῦτον τρόπον ἐμπλέκεται ἐντὸς τοῦ ὅλου δικτύου τῶν κοινωνικῶν συναλλαγῶν, θὰ εἶναι τοιαῦται αἱ συνέπειαι τοῦ τοιούτου μέτρου, τοιαύτη ἡ ἄμεσος ἐντύπωσις ἡ ὁποία θὰ παραχθῇ ἐν τῇ Κοινωνίᾳ, ὄχι μόνον παρὰ τοῖς κεφαλαιούχοις, ἀλλὰ καὶ παρὰ τοῖς πενεστάτοις ἰδιώταις ὥστε δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συναινέσω ἐκ τοῦ προχείρου, ἵνα τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ τύχῃ ταχίστης καὶ διημέρου ἐγκρίσεως. Ἂν ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἤθελεν ἐπιμείνει εἰς τὸ σύστημα αὐτὸ καὶ ἡ Κυβέρνησις ἤθελεν ἐνισχύσει τὴν ἐπιμονὴν αὐτοῦ, τότε πρὸ τῆς ἐπιτακτικῆς καὶ ταχίστης ἀνάγκης εὑρέσεως χρηματικοῦ τινὸς ποσοῦ, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ψηφισθῇ νομοθέτημα παρέχον τὴν ἄδειαν τῆς ἐκδόσεως καταναγκαστικοῦ δανείου μέχρι 500 ἑκατομμυρίων νὰ ἐξετάσωμεν δὲ βραδύτερον τὸ σύστημα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Δι’ αὐτοῦ θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐξεύρῃ τὰ πρόχειρα μέσα. Ἀφ’ ἑτέρου θὰ ἐξετάσωμεν τὸν ἄλλον μηχανισμόν, τοῦ νομοθετήματος, ὁ ὁποῖος συγχρόνως παρουσιάζει τὴν ἐντύπωσιν ὅτι ἀποσύρει χαρτονόμισμα ἀπὸ τῆς ἀγορᾶς, ἐνῶ πράγματι θὰ ἐπαναφέρῃ εἰς ἀκέραιον ἐντὸς τοῦ ἔτους τὸ χαρτονόμισμα, χωρὶς ἐλαχίστη νὰ ὑπάρξῃ πιθανότης ὅτι θέλομεν φθάσει εἰς τὴν μεταβολὴν τοῦ κυμαινομένου χρέους εἰς πάγιον καὶ ἐντεῦθεν εἰς ἐξυγίανσιν τῆς νομισματικῆς μονάδος τῆς Χώρας.
§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἔχει τὸν λόγον.
§69Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ παρακαλέσω τοὺς κ.κ. συναδέλφους νὰ μὲ ἀκούσωσι μετὰ προσοχῆς, διότι δὲν εἶμαι εἰς κατάστασιν νὰ ὁμιλήσω διὰ μακρῶν. Δὲν νομίζω νὰ ὑπάρχῃ κανεὶς τοσοῦτον ἄφρων, ὥστε νὰ μὴ ἀποδέχεται ὅτι, ἐφ’ ὅσον, εὑρισκόμενοι ὑπὸ τὴν πίεσιν ὑπερτάτης ἀνάγκης, εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ προσφύγωμεν εἰς δάνειον, δὲν εἶναι ἐπιβεβλημένον νὰ ἀποφύγωμεν τὸν διὰ τῆς ἐκδόσεως νέου χαρτονομίσματος δανεισμόν. Δὲν πρέπει νὰ παραγνωρίζομεν ὅτι ἡ ἔκδοσις χαρτονομίσματος ἐστὶ δάνειον ἀναγκαστικόν. Διότι πῶς ἐκδίδεται τὸ χαρτονόμισμα ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ; Προμηθεύεται τὸ Δημόσιον τὰ ἀναγκαῖα, ἐκπληροῖ δὲ τὰς ὑποχρεώσεις του διὰ τῆς παροχῆς ἑνὸς ὁμολόγου, μιᾶς βεβαιώσεως ὅτι εἶναι ὀφειλέτης τοῦ ἀντιστοίχου ποσοῦ πρὸς ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος προμηθεύει εἰς αὐτό. Διὰ νὰ καταστήσω δὲ εὐπρόσδεκτον τὸ ὁμόλογον τοῦτο, δίδω εἰς αὐτὸ δύναμιν νομίσματος, δηλαδὴ δύναμιν ἐξοφλητικὴν τῶν ὑποχρεώσεων. Πάντες νοοῦσι ὅτι τοῦτο εἶναι δάνειον καὶ δάνειον ἀναγκαστικόν. Τὸ διδόμενον ἀποδεικτικὸν αὐτοῦ τοῦ δανεισμοῦ, τὸ λεγόμενον χαρτονόμισμα, ἔχει μίαν ἀρετήν, ἐκείνην τὴν ὁποίαν ἐμνημόνευσα, ἤτοι ὅτι ἔχει ἐξοφλητικὴν τῶν ὑποχρεώσεων δύναμιν. Ἀλλὰ ἔχει καὶ δύο ἐλαττώματα. Τὸ πρῶτον ἐξ αὐτῶν εἶναι ὅτι κατ’ ἐξαίρεσιν ἀπὸ ὅλους τοὺς δανεισμοὺς δὲν δίδει τόκον. Τὸ δεύτερον εἶναι, καὶ ἐδῶ χρειάζεται προσοχή, ὅτι ἐξακολουθούσης τῆς ἐκδόσεως τοιούτων ὁμολόγων ἐπέρχεται μείωσις τῆς ἀξίας τῶν προεκδοθέντων καὶ αὐτῶν τῶν ἐκδιδομένων. Εἰς ἑκάστην νέαν ἔκδοσιν τραπεζογραμματίων γίνεται ἀφαίρεσις περιουσίας ἀπὸ τοὺς κατόχους τῶν ἤδη ἐκδιδομένων γραμματίων. Καὶ γίνεται ἀφαίρεσις περιουσίας ἄνευ οὐδεμιᾶς ὑποχρεώσεως ἀποδόσεως τῆς ἀφαιρουμένης περιουσίας. Πῶς τοῦτο; Σήμερον ἕν χαρτονόμισμα 100 δραχμῶν ἀξίζει μίαν λίραν στερλῖναν. Ἐὰν αὔριον τὸ Κράτος τὸ Ἑλληνικὸν προβῇ εἰς τὴν ἔκδοσιν 1.000.000.000 νέων δραχμῶν, τὸ χαρτονόμισμα τὸ ἑκατοντάδραχμον τὸ Ἑλληνικὸν, θὰ ἀξίζῃ ἡμισείαν λίραν στερλῖναν ἤ καὶ ἔλαττον. Καὶ διὰ νὰ φέρωμεν τὸ πρᾶγμα σαφέστερον, μὲ αὐτὸ τὸ χαρτονόμισμα τῶν 100 δραχμῶν ἠδυνάμην σήμερον νὰ ἀγοράσω ἕνα καπέλλον. Αὔριον ὅταν ἐκδοθοῦν τὸ 1.000.000.000 τῶν νέων δραχμῶν, θὰ χρειάζωμαι δύο χαρτονομίσματα διὰ νὰ ἀγοράσω ἕνα καπέλλο.
§70Σ. ΚΟΤΖΑΜΑΝΗΣ. Τὴν ἑπομένην ἡμέραν;
§71Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Αὐθημερόν, κύριε συνάδελφε. Ἐπειδὴ εἶσθε ἰατρὸς παρακαλῶ νὰ ἐντείνητε τὴν προσοχήν σας διὰ νὰ κατορθώσητε νὰ ἐννοήσητε αὐτά, τὰ ὁποῖα λέγω, καὶ ἔπειτα κάμνητε τὰς ἀντιρρήσεις σας. Ἕνεκα τῆς φωνῆς μου δὲν εἶμαι εἰς κατάστασιν νὰ ἀντεπεξέρχομαι εἰς διακοπάς. Εἶπεν ὁ κύριος συνάδελφος διακόπτων, δεδικαιολογημένως δέ, διότι οὐδέποτε ἠσχολήθη περὶ τὰ τοιαῦτα ὡς ἰατρός, ὅτι οὐχὶ τὴν ἑπομένην ἡμέραν θὰ χρειασθῇ δύο χαρτονομίσματα διὰ νὰ προμηθευθῇ τὸ καπέλλο. Καὶ τοῦ ἀπαντῶ ὅτι οὐχὶ μόνον τὴν ἑπομένην ἡμέραν ἀλλὰ καὶ αὐθημερὸν καὶ πρὸ ἀκόμη, ἅμα τῇ ἰδέᾳ ὅτι θὰ γίνῃ ἡ ἔκδοσις. Λοιπὸν εἶναι βέβαιον, ὅτι ὅταν ἐκδίδεται χαρτονόμισμα, ἀφαιρεῖται ποσοστὸν τῆς περιουσίας τῶν κατόχων τοῦ ἐκδεδομένου ἤδη χαρτονομίσματος οὐσιῶδες. Καὶ ἀφαιρεῖται ἄνευ οὐδεμιᾶς ὑποσχέσεως ἀποδόσεως. Ἐπὶ πλέον δὲ τὸ Κράτος, τὸ ὁποῖον ἐκδίδει τὸ χαρτονόμισμα, λαμβάνει πραγματικὸν ποσὸν δανείου τελοῦν ἐν ἀναλογίᾳ πρὸς τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον ἐκδίδει. Ἐὰν ὑποθέσωμεν ὅτι σήμερον ἔχομεν 3.000.000.000 δραχμὰς κυκλοφορούσας—αὐτὸ εἶναι τὸ ἀληθὲς ποσὸν—αὐτὰ τὰ 3.000.000.000 δραχμῶν κυκλοφορουσῶν, ἀντιστοιχοῦντα εἰς 30.000.000 λίρας, νόμισμα σταθερόν, ἀντιπροσωπεύουσι διάφορα πράγματα, τὰ ὁποῖα δύναταί τις νὰ ἀγοράσῃ μὲ τὰ 30.000.000 λιρῶν. Ἐὰν ἐκδώσωμεν αὔριον 1.000.000.000 χαρτονομίσματος, κατὰ τοὺς ἐκδότας, ἡ λίρα θὰ φθάσῃ, ὑποθετέον, διακοσίας δραχμάς. Τὰ 30.000.000 λιρῶν μὲ τὰ ὁποῖα οἱ διάφοροι κάτοικοι τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου, οἱ κάτοχοι τῶν 30 ἑκατομμυρίων λιρῶν, δύνανται νὰ ἀγοράσωσι Α πράγματα, θὰ γίνωσι 15 ἑκατομμύρια λιρῶν καὶ θὰ δύνανται οἱ κάτοχοι αὐτῶν νὰ ἀγοράσωσι Α)2, δηλαδὴ τὸ ἥμισυ Α. Ἀλλὰ συγχρόνως τὸ Κράτος τὸ Ἑλληνικὸν θὰ πάρῃ 5 ἑκατομμύρια λιρῶν. Καὶ ἐὰν αἱ 5.000.000 λίραι δὲν εἶναι ἐπαρκεῖς διὰ τὰς ἀνάγκας του θὰ εὑρεθῇ εἰς τὴν ἀνάγκην τῆς ἐξακολουθήσεως τῆς ἐκδόσεως καὶ ἄλλου χαρτονομίσματος καὶ θὰ φθάσῃ ἐκεῖ ὅπου ἔφθασαν ὅλα τὰ Κράτη, τὰ ἀκολουθήσαντα ἀκατασχέτως τὸ σύστημα τοῦτο, Λοιπόν, κύριοι, θέσατε ἐν τῇ διανοίᾳ καὶ ἐν τῇ συνειδήσει ὑμῶν ὅτι ἡ ἔκδοσις χαρτονομίσματος εἶναι ἀφαίρεσις περιουσίας ἄνευ οὐδενὸς ἀνταλλάγματος, ἀπὸ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι κατέχουσι τὰ χαρτονομίσματα. Φέρει δὲ τοῦτο συγχρόνως καὶ κολοσσιαίαν διατάραξιν τῶν συναλλαγῶν. Διατί; Διότι δὲν ζημιοῦνται μόνον ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι κατέχουσι τὰ χαρτονομίσματα. Ζημιοῦνται καὶ ὅλοι οἱ ἔχοντες λαμβάνειν. Καὶ ἐδῶ θὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον ἐξ Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας νὰ προσέξῃ, ὅτι δὲν εἶναι ἀκριβὲς ὅτι τὸ σύστημα τοῦ νομοσχεδίου μόνον εἰσέρχεται εἰς τὸν κύκλον τῶν συναλλαγματικῶν. Ἀλλὰ καὶ οἱονδήποτε σύστημα. Καὶ τὸ σύστημα τῆς ἐκδόσεως τοῦ χαρτονομίσματος εἰσέρχεται κατὰ ὅμοιον τρόπον.....
§72Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Τὸ σύστημα ἐκδόσεως χαρτονομίσματος τὸ ἀποκρούω. Ὥστε μὴ ἀπαντᾶτε εἰς ἐμέ.
§73Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀποδέχεσθε ὅτι καὶ τὸ σύστημα τῆς ἐκδόσεως χαρτονομίσματος εἰσέρχεται εἰς τὸν κύκλον τῶν συναλλακτικῶν;
§74Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Τὸ ἐδήλωσα.
§75Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Διότι ἐγὼ ὁ ὁποῖος ἔχω λαμβάνειν 100 δραχμὰς θὰ χάσω τὰς 50 ὅταν πληρωθῶ μὲ χαρτονόμισμα ἡμισείας ἀξίας. Τοῦτο οὕτως ἔχει καὶ πρέπει ἐν τῇ διανοίᾳ ἡμῶν καὶ ἐν τῇ συνειδήσει ἡμῶν νὰ ἔχωμεν τοῦτο διαρκῶς φανερόν. Ἔπεται ἐντεῦθεν, κύριοι, ὅτι ἐφόσον εὑρίσκεται οἱονδήποτε σύστημα διὰ τοῦ ὁποίου δυνάμεθα ν’ ἀποφύγωμεν αὐτὴν τὴν ἀφαίρεσιν τοῦ χρήματος ἐκ τῶν χρηματοφυλακείων τῶν ἰδιωτῶν, ὀφείλομεν νὰ προσφύγωμεν εἰς τὸ σύστημα αὐτὸ ἀδιάφορον ἐὰν τὸ μὲν σύστημα τῆς ἐκδόσεως χαρτονομίσματος ἔχῃ τὸ πλεονέκτημα ὅτι ἐνεργεῖ τὴν ἀφαίρεσιν λάθρα, τὸ δεύτερον δὲ σύστημα ἐμφανίζεται ὡς ἀφαιροῦν ἐνῷ πράγματι δὲν ἀφαιρεῖ. Ποῦ στηρίζεται τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἐπρότεινεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν; Εἰς τοῦτο στηρίζεται. Ἔχει ἡ χώρα 3.000 ἑκατομμύρια χαρτονομίσματος. Νὰ μεταβάλω μέρος αὐτῶν εἰς ὁμολογίας διαφόρου τύπου,—διότι ὁμολογία εἶναι καὶ τὸ χαρτονόμισμα—χρέος εἶναι καὶ τὸ χαρτονόμισμα. Καὶ λέγω τοῦτο, ἀπαντῶν εἰς τὸν κ. συνάδελφον, τὸν ὁποῖον δὲν εἶδον καὶ ὁ ὁποῖος καθ’ ἥν ὥραν ἠγόρευεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Αἰτωλοακαρνανίας συνάδελφος εἶπεν ὅτι τοῦτο εἶναι μπολσεβικισμός. Λέγω δὲ εἰς αὐτὸν νὰ μὴ μεταχειρίζεται μετὰ τοιαύτης εὐκολίας λέξεις, τὰς ὁποίας ἴσως δὲν ἐννοεῖ. Διότι ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς μπολσεβικισμὸς τὸ ἕν ἢ τὸ ἄλλο σύστημα θὰ ἔλεγεν εἰς τὸν κ. συνάδελφον ἐὰν ἤθελε νὰ εἶναι ἀκριβὴς νὰ χαρακτηρίσῃ ὡς μπολσεβικικὸν τὸ σύστημα διὰ τοῦ ὁποίου ἄνευ οὐδεμιᾶς ὑποσχέσεως ἀποδόσεως ἀφαιρεῖται ἡ περιουσία. Καὶ τὸ σύστημα αὐτὸ εἶναι τὸ διὰ τῆς ἐκδόσεως νέου χαρτονομίσματος. Θὰ εἴπω εἰς τὸν κ. συνάδελφον, τὸν οὕτω ἐλαφρῶς μεταχειρισθέντα τοιαύτην λέξιν, θὰ εἴπω εἰς αὐτὸν ὅτι τὸ σύστημα τοῦ νομοσχεδίου δὲν ἔχει οὐδὲν τὸ μπολσεβικικόν. Διότι ἁπλῶς μεταβάλλει τὸ χρέος ἀπὸ χρέος μορφῆς Α εἰς χρέος μορφῆς Β. Διότι εἶναι γνωστόν, κύριοι, ὅτι ὅταν ἔχετε εἰς τὸ θυλάκιόν σας 100 δραχμὰς ἔχετε νὰ λάβετε χαρτονόμισμα χρυσὸν δὲν ἔχετε. Ἔχετε ὀφειλὴν τοῦ Κράτους. Μόνον ἡ ὀφειλὴ ἡ ἄτοκος γίνεται ὀφειλὴ ἔντοκος, γίνεται ὀφειλὴ ὀλιγώτερον κυκλοφοροῦσα. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν δύνασθε νὰ εἴπητε ὅτι ἔχει τι τὸ μπολσεβικικόν. Διότι δὲν σᾶς ἀφαιρεῖται τίποτε. Λοιπὸν ἐὰν δύναται ἐπαναλαμβάνω, νὰ εὑρεθῇ σύστημα κατὰ τὸ ὁποῖον νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ μεταβάλωμεν ἕν ποσὸν ἐκ τῶν χαρτονομισμάτων αὐτῶν εἰς ὁμόλογα ἄλλου τύπου, θὰ εἶναι τοῦτο μεγάλη ἐπιτυχία, ἄν τὰ ὁμόλογα αὐτὰ τοῦ ἄλλου τύπου ὡς καὶ τοῦ διαφόρου ἀκριβῶς τύπου δὲν εἶναι τοιαῦτα ὥστε νὰ ἐπάγωνται ἔκπτωσιν τοῦ χαρτονομίσματος. Τοῦτο συμβαίνει μὲ τὸ σύστημα τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Τὶ λέγει τὸ νομοσχέδιον αὐτό; Διὰ νὰ τὸ ἐννοήσητε καλῶς φαντασθῆτε, ὅτι ἕνας εἶναι ὁ κάτοχος τῶν τριῶν δισεκατομμυρίων δραχμῶν καὶ ἔρχεται τὸ Κράτος καὶ λέγει πρὸς αὐτόν. Κύριε, ἐγὼ ἔχω ἀνάγκην ἀπὸ ἕνα δισεκατομμύριον δραχμάς. Τὶ θέλεις νὰ κάμω; Θὰ ἐκδώσω χαρτονόμισμα χιλίων λιρῶν, συνέπεια τὴν ὁποίαν ὡς σὺ ἐννοεῖς καὶ ἐγὼ ἐννοῶ καὶ ὅλος ὁ κόσμος ἐννοεῖ, εἶναι ὅτι αὐτὰ τὰ τριάντα ἑκατομμύρια λίρες ὅπου ἔχει θὰ γίνουν δεκαπέντε. Αὐτὸς θὰ διαμαρτυρηθῇ λέγων: μὴ μὲ ζημιώνεις τὸ ἥμισυ τῆς περιουσίας μου. Τοῦ λέγω τότε· σοῦ προτείνω ἄλλο σύστημα. Ποῖον; Ἰδοὺ αὐτό· αὐτὰ τὰ τρία δισεκατομμύρια ὁμόλογα ποῦ ἔχεις, ὁμόλογα εἶναι ὅλα αὐτά, νὰ τὰ μεταβάλωμεν κατὰ τὸ ἥμισυ εἰς ὁμολογίας ἐντόκους, ἐνῷ τώρα δὲν λαμβάνῃς τόκον, ἀλλὰ μὴ ἐχούσας πλήρη ἐξοφλητικὴν δύναμιν. Διότι ἀκριβῶς δι’ αὐτό διότι ὅλα αὐτὰ τὰ τρία δισεκατομμύρια ἔχουν ἐξοφλητικὴν δύναμιν, ἄν προστεθῇ καὶ ἕν δισεκατομμύριον ἀκόμη θὰ γίνῃ τὸ ἀνωτέρω κακόν. Ἄν δεχθῇς τὸ ἥμισυ ἐκ τῶν χαρτονομισμάτων αὐτῶν, τῶν ὁμολογιῶν, διότι ἐπαναλαμβάνω εἶναι ὁμόλογα, θὰ χάσουν τὴν πλήρη αὐτῶν ἐξοφλητικὴν δύναμιν, εἰς ἀντάλλαγμα δὲ θὰ λάβῃ τὸν τόκον, τὸν ὁποῖον αὐτὰ δὲν ἔχουν, θὰ ὑποκύψῃς εἰς αὐτὸ τὸ ἀποτέλεσμα; Αὐτὸς βεβαίως θὰ μοῦ ἀπαντήσῃ, ἄν εἶναι ἐχέφρων: εἶμαι πρόθυμος νὰ τὸ δεχθῶ. Ἄν δέ τις ἔλεγε πρὸς αὐτὸν τὶ κάμνεις; τὸ ἥμισυ τῆς περιουσίας σου δανείζεις ἐξαναγκαστικῶς; Θὰ ἐξερηγνύετο εἰς γέλωτας καὶ θὰ τοῦ ἔλεγεν· ὦ μακάριε, δὲν δανείζω τώρα τὸ ἥμισυ τῆς περιουσίας μου, ὁλόκληρον τὴν περιουσίαν μου τὴν ἔχω δανείσῃ ἀφ’ ἧς στιγμῆς δὲν ἔχω τίποτε ἄλλο εἰς χεῖρας μου παρὰ ἀποδείξεις δανεισμοῦ λεγομένας χαρτονόμισμα. Θὰ προσέθετε δὲ· δὲν ἀντιλαμβάνεσαι περὶ τίνος πρόκειται ὅταν μοῦ λέγῃς ὅτι τώρα δανείζω τὴν περιουσίαν μου, διότι τὸ ἥμισυ τῶν ὁμολογιῶν γίνεται ἀπὸ ὁμολογιῶν ἀτόκων πλήρους κυκλοφορίας, ὁμολογίαι ἔντοκοι περιωρισμένης κυκλοφορίας διὰ τὸν σκοπὸν, ὅν σᾶς εἶπα. Ἐν ᾧ ὤφειλες νὰ γνωρίζῃς ὅτι τὴν περιουσίαν μου τὴν ἔχω δανεισμένην ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἀντὶ χρυσοῦ ἔχω εἰς τὰ χέρια μου χαρτιὰ τὰ ὁποῖα καθ’ ἑαυτὰ ἀξίζουν μερικὰ λεπτὰ καὶ τὰ ὁποῖα ἔχουν ἀξίαν διότι φέρουν ὅτι ὑπόσχεται τὸ Κράτος νὰ μὲ πληρώσῃ. Ἀπὸ τότε τὰ ἐδάνεισα ὄχι τώρα.
§76Γ. ΠΩΠ. Αὐτὰ εἶναι ἀναμφισβήτητα τὰ ὁποῖα, λέγετε. Ἀλλὰ θὰ ἦσαν πραγματοποιήσιμα ἄν ἐπρόκειτο περὶ δύο συναλλασσομένων, ἑνὸς Κράτους καὶ ἑνὸς προσώπου. Ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα παρετήρησεν ὁ ἐξ Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας κύριος πληρεξούσιος εἶναι ὀρθά, διότι πρόκειται περὶ πολλῶν συναλλασσομένων ἐπὶ τῇ βάσει κοινοτάτων βεβαιώσεων καὶ αὐτὸ εἶναι μία δυσκολία.
§77Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐκεῖ θὰ μεταβῶ. Αὐτὴ λοιπὸν εἶναι ἡ οὐσία τοῦ πράγματος. Ἔρχεται τὸ ζήτημα ποία εἶναι ἡ ἀλληλουχία τῶν συναλλαγῶν. Ἐγὼ ἔχω δέκα χιλιάδας δραχμῶν ἔχω δὲ καὶ ὑποχρεώσεις καὶ ἔρχεται τὸ Κράτος καὶ μοῦ λέγει· κύριε, θὰ ἐκδώσω χαρτονόμισμα καὶ αἱ δέκα χιλιάδες δραχμαὶ θὰ γίνουν πέντε κατὰ τὴν ἀξίαν. Ἄν δεχθῇς νὰ μεταβάλῃς τὸ ἥμισυ τῶν δέκα χιλιάδων δραχμῶν εἰς ὁμολογίας ἐντόκους, καὶ μάλιστα ἐπὶ ἐνεχύρῳ αὐτῶν, θὰ λάβῃς ὑποχρεωτικὸν δάνειον δυόμισυ χιλιάδων, θὰ γίνουν δηλαδὴ ἑπτάμισυ χιλιάδες καὶ διόμισυ χιλιάδες θὰ μείνουν ὁμολογίαι, δὲν θὰ ἐκδώσω χαρτονόμισμα πέραν τοῦ ὑπάρχοντος καὶ οὕτω, οὔτε σὺ θὰ ζημιωθῇς ἐγὼ δὲ θὰ κάμω τὴν εὐκολίαν μου διότι μὲ τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον ἀντιστοιχεῖ εἰς τὰς ὁμολογίας θὰ ἐκπληρώσω τὰς ὑποχρεώσεις μου. Αὐτὸς σκέπτεται καὶ ἄν τὸ ἐννοήσῃ θὰ εἴπῃ· ἄν ἐκδοθῇ αὔριον τὸ χαρτονόμισμα αἱ δέκα χιλιάδες δραχμαὶ θὰ γίνουν πράγματι πέντε χιλιάδες, διότι τὰ τρόφιμα, τὰ ἐνδύματα, ὅλα τὰ ἄλλα εἴδη τῶν καθημερινῶν ἀναγκῶν θὰ ὑψωθοῦν καὶ ἐν γένει θὰ ἐπέλθῃ τεραστία διατάραξις καὶ αἱ δέκα χιλιάδες δὲν θὰ μοῦ δίδουν παρ’ ὅσα μοῦ δίδουν σήμερον αἱ πέντε χιλιάδες. Ἐνῷ τώρα θὰ μοῦ δώσουν αἱ μὲν δέκα χιλιάδες ἑπτὰ καὶ ἥμισυ αἱ δὲ ὑπόλοιποι, δηλαδὴ τὸ ¼, ἤτοι αἱ δυόμισυ χιλιάδες θὰ μοῦ δοθοῦν εἰς ὁμολογίας αἱ ὁποῖαι, τοποθετούμεναι εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἔχουν χρήματα, ὄχι διὰ νὰ τὰ ἐξοδεύσουν, ἀλλὰ διὰ νὰ τοποθετοῦν, θὰ μοῦ δώσουν καὶ αὐταὶ τὴν ἀξίαν των. Ἂν δὲ ὑποθέσετε περαιτέρω ὅτι συνεπείᾳ τοῦ ἀμέσου περιορισμοῦ τοῦ χαρτονομίσματος εἰς τὸ ἥμισυ ἐπῆλθε καὶ μείωσις τῆς ἀξίας τῆς λίρας, — ἡ ὁποία δύναται νὰ ἐπέλθῃ — τότε αἱ ἑπτὰ καὶ ἥμισυ χιλιάδες εἰμπορεῖ νὰ εἶναι περισσότεραι ἀπὸ τὰς δέκα χιλιάδας. Δὲν λέγω ὅτι τοῦτο ἀσφαλῶς θὰ ἐπέλθῃ, διότι αὐτὸ τὸ ἥμισυ μέλλει νὰ ἐκπέσῃ εἰς τὴν ἀγοράν, ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον δὲν ἐκπίπτει εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ ἐπέλθῃ ἔκπτωσις τῆς ἀξίας τῆς λίρας καὶ τότε αἱ ἑπτὰ καὶ ἥμισυ χιλιάδες θὰ εἶναι περισσότεραι τῶν δέκα χιλιάδων τῶν σημερινῶν, οὕτως ὥστε σώζομαι ἀπὸ τὸν κίνδυνον. Αἱ δέκα χιλιάδες δὲν θὰ γίνουν πέντε χιλιάδες, ἀλλὰ γίνονται ἑπτάμισυ καὶ αἱ ἄλλαι δύο καὶ ἥμισυ γίνονται ὁμολογίαι ἀσφαλεῖς αἱ ὁποῖαι εἰμποροῦν νὰ εὕρουν εὔκολον διάθεσιν καὶ ἄν δὲν εὕρουν θὰ μοῦ δίδουν τὸν τόκον, καὶ θὰ ἐξοφληθοῦν ἐν καιρῷ. Αὐτὸ εἶναι ἐν τῷ συνόλῳ τὸ σύστημα. Βεβαίως αὐτὴν τὴν στιγμὴν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὸ συζητήσωμεν ἐν λεπτομερείᾳ. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶναι ἀνάγκη νὰ κατανοηθῇ, εἶναι ὅτι πρέπει νὰ ληφθῇ πᾶσα πρόνοια ἵνα αἱ ὁμολογίαι αὐταὶ εἶναι ὁμολογίαι ἀσφαλεῖς. Καὶ διὰ τοῦτο ἐλήφθη πᾶσα πρόνοια. Οὕτω, κύριοι, πρέπει τὸ σύστημα αὐτό, νὰ προτιμηθῇ ἀπὸ τὴν ἔκδοσιν τοῦ χαρτονομίσματος, ἡ ὁποία εἶναι καταστροφὴ τῆς Χώρας. Ἡ ψήφισις τοῦ νομοσχεδίου κατ’ ἀρχήν, θὰ ἀποδείξῃ ὅτι δὲν θὰ προσφύγωμεν εἰς τὴν ἔκδοσιν χαρτονομίσματος. Καὶ ὡς πρὸς τὸ θέμα τοῦτο ἀπευθύνω πρὸς τὴν Συνέλευσιν τὴν ἱκεσίαν πλέον ἤ παράκλησιν νὰ μὴ φαντασθῇ κανεὶς ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ οὐδ’ ἔξω αὐτῆς ὅτι θὰ εἶναι προτιμώτερον νὰ προσφύγωμεν εἰς τὴν ἔκδοσιν χαρτονομίσματος. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Συνέλευσιν νὰ τὸ ψηφίσῃ κατ’ ἀρχὴν καὶ νὰ καταρτίσῃ τὴν ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία νὰ παρακληθῇ ταχέως νὰ ἐπιληφθῇ τοῦ νομοσχεδίου καὶ νὰ εἰσηγηθῇ εἰς τὴν Συνέλευσιν τὰς γνώμας αὐτῆς.
§78Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ νὰ τονισθῇ ὅτι δὲν πρόκειται περὶ καταναγκαστικοῦ δανείου.
§79Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Καὶ ἡ ἔκδοσις χαρτονομίσματος εἶναι καταναγκαστικὸν δάνειον.
§80Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐφ’ ὅσον πρόκειται περὶ τοιούτου πρέπει νὰ ὑπάρχῃ μία ἰσότης βαρύνουσα τοὺς πολίτας, διότι ἐν τῇ κοινωνίᾳ ὑπάρχουσι πολλαὶ τάξεις· ὑπάρχει ἡ τάξις τῶν ἐπιστημόνων, τῶν ὑπαλλήλων, τῶν ἐργατῶν. Ἤθελον νὰ ἴδω ἂν λαμβάνεται πρόνοια περὶ αὐτῶν; Τὴν στιγμὴν ταύτην ἐγὼ ἔχω 1000 δραχμάς, κατ’ ἀνάγκην θὰ ἀποδώσω 500 αἱ ὁποῖαι θὰ μοὶ ἀφαιρεθῶσι ἀπὸ τὰς ἀπαραιτήτους ἀνάγκας.
§81Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ σᾶς ἀπαντήσω.
§82Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ὁ ὁποῖος εἶμαι βιοπαλαιστὴς τὰ ἔχω εἰς τὸ θηλάκιόν μου, ἄλλοι ὅμως ἔχουσιν εἰς τὸ χρηματοκιβώτιόν των ὁμολογίας Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ δανείων ξένων κρατῶν. Οὗτοι οὐδὲν θὰ εἰσφέρωσιν εἰς τὸ δάνειον. Ἰδοὺ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον δὲν θὰ κάμῃ καλὴν ἐντύπωσιν εἰς τὸν λαὸν ὅταν ἴδῃ ὅτι δὲν θὰ ἐπιβαρυνθῶσιν ἐξ ἴσου ὅλοι.
§83Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Θὰ καταθέσωσι συνάλλαγμα.
§84Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Διὰ νὰ γίνῃ δάνειον πρέπει νὰ ὑπάρχωσι δύο ἄνθρωποι, ὁ εἷς νὰ ἔχῃ χρήματα μετρητὰ καὶ ὁ ἄλλος νὰ ἔχῃ ἀνάγκην αὐτῶν καὶ νὰ τὰ λάβῃ τὰ χρήματα τὰ μετρητά. Προσέξατε παρακαλῶ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ δάνειον παρὰ διὰ καταβολῆς χρημάτων μετρητῶν ἀπὸ ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ἔχει τὰ χρήματα τὰ μετρητὰ εἰς ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ἔχει ἀνάγκην τῶν χρημάτων τῶν μετρητῶν. Τοῦτο ἐστὶ δάνειον. Ἐγὼ αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἔχω ἀνάγκην 100.000 δραχ. Ὁ κ. Ἀναστασόπουλος ἔχει περιουσίαν ἑνὸς ἑκατομμυρίου δραχμῶν, δὲν ἔχει μετρητὰ δὲν δύναται νὰ μὲ δανείσῃ. Ὁ κ. Ροῦφος δὲν ἔχει περιουσίαν ἑνὸς ἑκατομμυρίου παρὰ ἔχει μετρητὰ 100.000 δύναται νὰ μὲ δανείσῃ. Λοιπὸν ὅταν θέλει τὸ κράτος νὰ δανεισθῇ δὲν δύναται νὰ λάβῃ τὰ χρήματα παρὰ ἀπὸ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι τὰ χρήματα τὰ μετρητά. Ἐὰν ὑποθέσωμεν ὅτι ἀντὶ νὰ ἀπευθυνθῶ ἀπ’ εὐθείας πρὸς αὐτοὺς ἔλεγον πρὸς πάντας τοὺς πολίτας ἀναλόγως τῆς περιουσίας αὐτῶν ἀνεξαρτήτως εἰς μετρητὰ ἢ μὴ μετρητά, ἀξιῶ νὰ μοὶ δώσητε 1500 ἑκατομμύρια, τὶ θὰ συμβῇ; Ὁ κ. Ἀναστασόπουλος, ὁ ὁποῖος ἔχει τὴν ἀκίνητον περιουσίαν θὰ προσπαθήσῃ νὰ εὕρῃ ἀπὸ ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ἔχει τὰ μετρητὰ τὰς 50.000 αἱ ὁποῖαι τοῦ ἀναλογοῦν καὶ θὰ ἔχωμεν δύο ὑποχρεώσεις, μίαν ὑποχρέωσιν τοῦ Κράτους πρὸς τὸ κ. Ἀναστασόπουλον καὶ μίαν ὑποχρέωσιν τοῦ κ. Ἀναστασοπούλου πρὸς τὸν κ. Ροῦφον, ὅστις θὰ δανείσῃ τὸν κ. Ἀναστασόπουλον, ὅθεν θὰ ἐξέλθουν, ἀπὸ ποῖον ταμεῖον θὰ ἐξέλθουν αὐταὶ αἱ 50.000; Ἀπὸ τὸ ταμεῖον τοῦ κ. Ρούφου, ὁ ὁποῖος ἔχει τὰ χρήματα. Τὶ διαφέρει ἐὰν ἐγὼ τὰ λάβω ἀπ’ εὐθείας ἀπὸ τὸν κ. Ροῦφον ἢ διὰ τῆς ὁδοῦ, τὴν ὁποίαν ἐξέθηκα; Ἀποδεικνύεται ὅτι εἰς μὲν τὴν πρώτην περίπτωσιν τὸ Κράτος χρεοῦται ἀπ’ εὐθείας πρὸς τὸν ἔχοντα τὰ χρήματα, εἰς δὲ τὴν δευτέραν χρεοῦται ἐμμέσως πάλιν πρὸς αὐτόν, προστιθεμένης καὶ τῆς ὑποχρεώσεως καὶ ἑνὸς ἰδιώτου. Ἐὰν οἱ ἔχοντες χρήματα δὲν ὑπάρχουν ἢ δὲν εἶναι διατεθειμένοι νὰ τὰ δώσουν δὲν θὰ εὕρῃ χρήματα ὁ κ. Ἀναστασόπουλος καὶ δὲν θὰ δυνηθῇ νὰ μοῦ δώσῃ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ζητῶ. Ἐὰν ὑπάρχῃ ὁ ἔχων χρήματα καὶ εἶναι διατεθειμένος νὰ τὰ δώσῃ θὰ τὰ εὕρῃ καὶ θὰ μοῦ τὰ δώσῃ μὲ ἑλιγμόν, ἀλλὰ πάντως ἀπὸ τοὺς ἔχοντας χρήματα μετρητὰ θὰ ληφθῇ τὸ δάνειον. Ὅταν λέγομεν ἀναγκαστικὸν δάνειον ἐννοοῦμεν ἐξαναγκασμὸν ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἔχουσι χρήματα νὰ τὰ δώσουν.
§85Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Μετρητά.
§86Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Διότι αὐτὰ εἶναι ἀναγκαῖα διὰ τὸ δάνειον. Αὐτὰ τὰ μετρητὰ χρήματα. Καὶ ἐδῶ ἀπαντῶ εἰς τὴν σκέψιν σας καὶ εἰς τὴν σκέψιν τοῦ κ. Μπουσίου, ὁ ὁποῖος πρὸ ὀλίγου τὴν αὐτὴν ἀπηύθυνεν ἐρώτησιν, καὶ σᾶς λέγω· μὴ συγχύζετε, κύριοι, τὸ τὶς θὰ πληρώσῃ τὸ δάνειον μὲ τὸ τὶς θὰ γίνῃ δανειστής. Μὴ τὸ συγχύζετε αὐτό. Μὴ νομίζετε ὅτι ἐκεῖνος ὅστις γίνεται δανειστὴς δίδει τὴν περιουσίαν καὶ τὴν ἐλαττώνει, διότι διαπράττετε σφάλμα πολὺ μεγάλο. Ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος δανείζει δὲν ἐλαττώνει τὴν περιουσίαν αὐτοῦ. Τὴν ἀντικαθιστᾷ μὲ ἀπαίτησιν τὴν ὁποίαν ἔχει ἀπὸ τὸ Κράτος καὶ τὴν ἀπαίτησιν θὰ τὴν ἐξοφλήσῃ τὸ Κράτος ἀπὸ χρήματα, ἐνῶ θὰ εἰσπράξῃ ἀπὸ κάποιον. Τὶς δὲ οὗτος; Τὶς εἶναι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος θὰ πληρώσῃ τὸ δάνειον; Αὐτὸ ἐνδιαφέρει. Ὄχι ποῖος εἶναι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος θὰ δανείσῃ. Ἀλλὰ ποῖος εἶναι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος θὰ ἐξωφλήσῃ τὸ δάνειον. Ποῖος θὰ ἐξωφλήσῃ τὸ δάνειον; Τὸ Κράτος; Ἀπὸ ποῦ θὰ τὰ λάβῃ τὸ Κράτος; Ἀπὸ ὅλους κατ’ ἀναλογίαν τῆς περιουσίας αὐτῶν. Ἀλλὰ μὴ ὑποπίπτεται εἰς τὴν πλάνην ὅτι τὸ δανείζειν ἐστὶ πληρώνειν, πληρώνειν ἐστὶ τὸ ἐξωφλεῖν τὸ δάνειον. Ἐκεῖνος θὰ πληρώσῃ ὁ ὁποῖος θὰ ἐξωφλήσῃ τὸ δάνειον, ὄχι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος θὰ δανείσῃ. Καὶ θὰ πληρώσουν ὅλοι ἀναλόγως τῶν δυνάμεων αὐτῶν τῶν οἰκονομικῶν. Προσέξατε παρακαλῶ. Μὴ ζητεῖτε ὅ,τι δὲν εἶναι φυσικῶς δυνατὸν νὰ γίνῃ. Δὲν ἠμπορεῖτε νὰ πῆτε ὅτι θὰ δανεισθῆτε χρήματα ἀπὸ ἐκεῖνον ποὺ δὲν ἔχει χρήματα. Θὰ δανείσουν οἱ ἔχοντες μετρητά. Ὅταν θὰ πληρωθῇ τὸ δάνειον τότε θὰ εἴπητε εἰς ἕκαστον πολίτην νὰ πληρώσῃ καὶ αὐτὸς τὸ μερίδιόν του. Ἐκεῖ θὰ ἐλέγξητε ἐὰν τὸ δάνειον πληρώνεται ἢ δὲν πληρώνεται ἀπὸ ὅλους ἀναλόγως τῆς περιουσίας των. Ἐκεῖ δὲ θὰ ἐλέγξητε τὸ ὅλον φορολογικὸν σύστημα διὰ τοῦ ὁποίου θὰ ἐξωφληθῇ τὸ δάνειον καὶ τὸ ὁποῖον ἔχει ἢ δὲν ἔχει τὴν σχετικὴν ἰσότητα. Τώρα λέγει ὁ κ. Μπούσιος’ τότε νὰ τοὺς καλέσωμεν ἑκουσίως νὰ μᾶς δώσουν. Δὲν παρηκολούθησε ὁλόκληρον τὴν συζήτησιν ὁ κ. συνάδελφος, διότι ἄν τὴν παρηκολούθει θὰ ἐγνώριζεν ὅτι ὁμιλοῦμεν περὶ μὴ ἑκουσίου δανεισμοῦ, περὶ ἀναγκαστικοῦ. Διατὶ καταφεύγωμεν εἰς ἀναγκαστικὸν δανεισμόν; Διότι ἀφότου ὑπάρχει ὁ κόσμος, τὰ Κράτη κατὰ τὴν στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐπιχειροῦν πολέμους καταφεύγουν εἰς ἀναγκαστικὸν δανεισμόν. Καὶ ὅταν, κ. Μπούσιε, οὕτως ἔχει ἀφ’ ἧς ὑπάρχει ὁ κόσμος, καὶ ὅταν σήμερον δὲν συζητεῖται ἡ ἀρχὴ τοῦ ἀναγκαστικοῦ δανεισμοῦ, διότι ὁ ἀναγκαστικὸς δανεισμὸς ὑπάρχει καὶ μὲ τὸ σύστημα τῆς ἐκδόσεως χαρτονομίσματος, ὅταν τοῦτο οὕτως ἔχει, δὲν δύνασθε νὰ λέγητε, διατὶ δὲν δανειζόμεθα ἑκουσίως, δεδομένου ὅτι εὑρισκόμεθα ἐν ὁλοκλήρῳ συστήματι καταναγκαστικοῦ δανεισμοῦ. Λέγομεν δὲ ἡμεῖς ὅτι ὁ κατὰ τὸ σύστημα τοῦ νομοσχεδίου ἀναγκαστικὸς δανεισμὸς οὐδαμῶς εἶναι καταστρεπτικὸς ἐν σχέσει μὲ τὸν δανεισμόν, εἰς τὸν ὁποῖον ἀείποτε προσέφυγον τὰ Κράτη καὶ μέχρι σήμερον, ἤτοι μὲ τὸν δανεισμὸν δι’ ἐκδόσεως χαρτονομίσματος. Καὶ διὰ νὰ ἐκτιμήσητε τὴν ἰσότητα τοῦ διὰ τοῦ χαρτονομίσματος καταναγκαστικοῦ δανεισμοῦ, θὰ σᾶς εἴπω ὅτι ὑπάρχει μία ἰσότης. Ὑπάρχει κατὰ τὸ σύστημα τοῦτο μία ἰσότης, δυστυχῶς ὅμως, κύριοι συνάδελφοι, ἐν τῇ ἀπωλείᾳ ἀλλὰ καὶ πάλιν τῶν κατόχων τοῦ χαρτονομίσματος καὶ οὐχὶ τῶν ἐχόντων ἄλλας περιουσίας. Ἡ δὲ ἰσότης αὕτη μεταξὺ τῶν κατόχων τοῦ χαρτονομίσματος, εἶναι ἰσότης ἐν τῇ ἀπωλείᾳ. Καὶ σᾶς παρακαλῶ νὰ ρίψητε ἕνα βλέμμα καὶ νὰ ἴδητε τὸν κ. Α, τὸν ἔχοντα οἰκίαν, τὸν κ. Β, τὸν ἔχοντα ἐμπορεύματα, τὰ ὁποῖα θέλει νὰ πωλήσῃ εἰς σᾶς, τὸν κ. Γ, τὸν ἔχοντα προϊόντα, τὰ ὁποῖα θέλει νὰ ἐξαγάγῃ. Ὄλοι αὐτὴν τὴν στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ λίρα φθάνει 200 δραχμές, τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ νόμισμα 10 χιλιάδων δραχμῶν ποῦ ἔχετε, γίνεται 5 χιλιάδες πραγματικαί, διότι θὰ εἰπῆτε νὰ πληρώσετε κἄτι τι καὶ θὰ δώσητε διπλασίαν τιμὴν ὁ ἔχων ἄλλα στοιχεῖα περιουσίας δὲν θὰ χάσῃ τίποτε, διότι θὰ τὰ πωλήσῃ εἰς διπλασίαν ὀνομαστικὴν τιμήν. Καὶ ὅταν γίνεται συνεπείᾳ αὐξήσεως τῆς ἐκδόσεως ἡ ἔκπτωσις τοῦ χαρτονομίσματος, ἡ ἀπώλεια τῆς περιουσίας εἶναι ἄνευ ἀνταλλάγματος. Ἐνῷ κατὰ τὸ σύστημα τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ἀντικατάστασις χρήματος διὰ τίτλου, εἶναι ἀντικατάστασις τίτλου διὰ τίτλου καὶ δὴ τίτλου, ὁ ὁποῖος δὲν δίδει τόκον ἔναντι τίτλου, ὁ ὁποῖος δίδει τόκον, ὁ ὁποῖος δὲν ὑπόκειται εἰς αὐξομειώσεις, ὅπως ὑπόκειται ὁ ἄλλος διὰ τῆς ἐκδόσεως καὶ ἄλλου χαρτονομίσματος, ὁ ὁποῖος διατηρεῖ σταθερὰν τὴν ἀξίαν ἀκριβῶς διότι ἀντὶ νὰ ἐκδίδεται νέον χαρτονόμισμα γίνεται νέος δανεισμός. Κύριοι, εἶναι λεπτότατα τὰ ζητήματα ταῦτα, ἀλλ’ εἶναι εὐνόητα, ὅταν τις προσέξῃ. Ἐγὼ ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι τὸ σύστημα αὐτό, ἀνεξαρτήτως λεπτομερειακῶν μεταβολῶν, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ γίνουν, τὸ σύστημα αὐτὸ εἶναι σύστημα σοβαρῶς ἐπαρκοῦν ἐπὶ τὴν ἀνάγκην, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρισκόμεθα. Ἐπιτροπὴ ἐκ τῶν εἰδικωτέρων ἐν τῇ Συνελεύσει ἄς συνέλθῃ, ἄς μελετήσῃ, ἄς ἐξονυχίσῃ αὐτὸ καὶ θὰ ἀκούσωμεν κατόπιν τὴν γνώμην τῆς Ἐπιτροπῆς ἐμπεριστατωμένην καὶ ὤριμον, ἵνα δώσωμεν μίαν λύσιν καὶ θὰ ἀποφασίσωμεν. Ἂς μὴ ἐπιλαμβανόμεθα δὲ ἀπὸ τοῦδε τῆς θέσεως ζητημάτων, διότι ἴσως πολλῶν ζητημάτων, τὰ ὁποῖα ἠθέλομεν θέσει αὐτὴν τὴν στιγμὴν θὰ ἦτο εὔκολον νὰ εὕρωμεν τὴν λύσιν ἐν αὐτῷ τῷ νομοσχεδίῳ, ὅταν θὰ τὸ μελετήσωμεν. Παρακαλῶ λοιπὸν τοὺς κ.κ. συναδέλφους νὰ ἀναστείλωσι τὴν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ θέσιν τῶν διαφόρων ζητημάτων μέχρις ὅτου μελετήσῃ ἕκαστος τὸ νομοσχέδιον, παρακαλῶ δὲ καὶ τὴν Συνέλευσιν ἐν συνόλῳ ν’ ἀποδεχθῇ ὅπως, ἀφοῦ ψηφισθῇ κατ’ ἀρχὴν τὸ νομοσχέδιον νὰ συνέλθῃ ἡ Ἐπιτροπὴ ἥτις νὰ ἐπεξεργασθῇ τὸ νομοσχέδιον καὶ νὰ φέρῃ τὸ προϊὸν τῆς ἐπεξεργασίας ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον.
§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Στράτος ἔχει τὸν λόγον.
§88Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὡμίλησε περὶ ἀνισότητος.
§89Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπεθύμουν νὰ εἴπω ἀκόμη ὅτι δὲν ἐξήτασα ὅλας τὰς ἀπόψεις τὰς ὁποίας ἔθιξεν ὁ κ. πληρεξούσιος ἐξ Αἰτωλοακαρνανίας. Ἐλπίζω ὅτι θὰ θελήσῃ νὰ μετάσχῃ τῆς Ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία θὰ σχηματισθῇ καὶ θὰ ἐκθέσῃ τὰς ἰδέας του.
§90Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ὡμίλησε περὶ ἐλλείψεως ἀνισότητος μεταξὺ δύο συστημάτων, τοῦ συστήματος τὸ ὁποῖον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν παρουσίασε....
§91Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ ἄλλου παρεμφεροῦς.
§92Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Καὶ τοῦ συστήματος τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι ἄν τὰ δύο ταῦτα συστήματα ἐξετασθῶσι καταλήγομεν εἰς τὸ αὐτὸ συμπέρασμα, διότι αἱ συνέπειαι τοῦ συστήματος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἄμεσοι, κατὰ τὸ σύστημα τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἐπέρχονται ἔμμεσοι. Ἀλλὰ περὶ τούτου δὲν πρόκειται. Τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοθέτημα, ἐκτὸς τῶν ὅσων παρατηρήσεων ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ἀνακοινώσω πρὸς τὴν Συνέλευσιν κατὰ τὴν πρώτην μου ἀνάπτυξιν, παρουσιάζει καὶ τοῦτο τὸ τρωτόν. Ζητεῖ ἀναγκαστικὸν δανεισμὸν καὶ πλήττει οὐχὶ τὴν περιουσίαν, ἀλλὰ τὸ ἀνταλλακτικὸν μέσον τῆς περιουσίας. Τοῦτο εἶναι τὸ μεγαλύτερον μειονέκτημά του, διότι ἡ κατοχὴ τοῦ ἀνταλλακτικοῦ ὀργάνου δὲν εἶναι ἴση παρὰ τοῖς πολίταις οὔτε εἶναι ἀπόδειξις ἴσης ἤ ἀναλόγου κἄν εὐεξίας. Ἔχομεν περιουσίας ἀκινήτους, ἔχομεν περιουσίας σχετικῶς ἀκινητοποιουμένας, ἐκείνας δηλαδή, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἐνδεδωμέναι εἰς τίτλους....
§93Α. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Οἱ εὔποροι ὅλοι ἔχουν τὰς περιουσίας των εἰς τίτλους.
§94Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἔχομεν περιουσίας συνισταμένας εἰς συνάλλαγμα ἤ εἰς μεταλλικόν. Ὅλαι αἱ περιουσίαι αὗται οὐδαμῶς θίγονται. Οἱ κάτοχοι τῶν περιουσιῶν τούτων δὲν καλοῦνται νὰ εἰσφέρωσιν εἰς τὸν δανεισμὸν τοῦ Κράτους παρὰ μόνον ἐφ’ ὅσον κατέχουν ὡρισμένην ποσότητα ἀνταλλακτικοῦ ὀργάνου. Τὶ δὲ εἶναι τὸ ἀνταλλακτικὸν ὄργανον; Ἀποδεικτικὸν πίστεως. Τὸ χαρτονόμισμα τοῦ ὁποίου ἐπιζητεῖται σήμερον ἡ μεταβολὴ κατὰ τὸ ἥμισυ εἰς παγίαν ἀπόδειξιν δημοσίου χρέους, τὸ χαρτονόμισμα τοῦτο εἶναι ἀποδεικτικὸν πίστεως, ὡς εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ὡς εἶναι ἡ ἀλήθεια. Ἀλλ’ ἀκριβῶς οἱ πλεῖστοι κάτοχοι τοῦ ἀποδεικτικοῦ τούτου τοῦ πιστωτικοῦ εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δὲν διαθέτουσιν ἄλλα κεφάλαια, παρὰ μόνον τὸ ἀνταλλακτικὸν ὄργανον. Τοῦτο εἶναι τὸ μέγιστον τρωτόν. Ὅλοι οἱ ἔχοντες τὴν λεγομένην κινητὴν περιουσίαν, οἱ ἐκ τῆς ἐργασίας αὐτῶν ἀπολαμβάνοντες, οἱ εἰς μικροσυναλλαγὰς ἐπιδιδόμενοι, ὅλοι οὗτοι ἔχουσι φαινομενικὴν περιουσίαν εἰς χαρτονόμισμα, ἤτοι εἰς πίστιν. Ἐρχόμεθα λοιπὸν νὰ μεταβάλωμεν τὴν πίστιν τῶν προσώπων τούτων εἰς παγίαν πίστωσιν πρὸς τὸ Δημόσιον, ἀφίνοντες εἰς αὐτοὺς κατὰ τὸ ὑπόλοιπον τὸ πιστωτικὸν νόμισμα ὡς πραγματικὴν περιουσίαν. Δηλαδὴ χωρὶς νὰ θίξωμεν τὴν περιουσίαν αὐτῶν ἀκινητοποιοῦμεν μέρος τῆς πίστεως τὴν ὁποίαν ἔχουν, καθ’ ὅν χρόνον ὅλοι οἱ ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι ἔχουν ἀποταμιεύματα εἰς χρυσόν, κτήματα ἀστικὰ ἤ ἀγροτικά, ἀποταμιεύματα εἰς χρεώγραφα δημοσίου χρέους ἤ Τραπεζῶν, οὗτοι καθ’ ὅ ποσὸν κατέχουν—καὶ εἶναι τὸ μεγαλύτερον ποσὸν περιουσιῶν οὕτω κατηρτισμένον—τμήματα περιουσίας μὴ θιγόμενα ἐν τῷ νομοσχεδίῳ μένουσιν ἄτρωτα. Ἐκ τούτου προκύπτει οὐχὶ ἰσότης, ἀλλ’ ἀνισότης δανειστικῆς φορολογίας εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ἀνισότης βαίνουσα κατ’ αὔξουσαν μονάδα γεωμετρικὴν ἴσην, ἀπὸ τῆς κορυφῆς τῆς κεφαλαιοκρατικῆς τάξεως βαίνει κανεὶς εἰς τὴν τελευταίαν βαθμίδα τῆς χειρωναξίας. Διὰ τοῦτο εἶναι προτιμότερον τὸ σύστημα τῆς ἐκδόσεως ἀναγκαστικοῦ δανείου δι’ ὁμολογιῶν, τὸ ὁποῖον διαχυνόμενον διὰ μέσου τῶν καθολικῶν συναλλαγῶν τῆς Χώρας νὰ θίξῃ τοὺς ἔχοντας περιουσίας καὶ οὐχὶ τοὺς ἔχοντας μόνον ἀνταλλακτικὸν μέσον περιουσίας. Καὶ διὰ τοῦτο εἶπον, καὶ ἐξηγῶ τὴν γνώμην μου, δοθείσης εὐκαιρίας, ὅτι ὁ συνδυασμὸς ἀκριβῶς ἐντὸς τοῦ νομοσχεδίου μέτρου δανειστικοῦ πρὸς μέτρον θίγον τὸ συνολικὸν σύστημα τῶν συναλλαγῶν τῆς Χώρας, καθιστᾷ τὸ νομοσχέδιον μειωνεκτικόν, ἐν ᾧ ἄν ἠθέλομεν προτιμήσει σύστημα καταναγκαστικοῦ δανείου δι’ ὁμολογιῶν, τότε ἠθέλομεν εὕρει λύσιν καὶ ταχίστην ἤ ἀπηλλαγμένην ἀντιρρήσεων. Ταῦτα εἶχον νὰ εἴπω εἰς ἀπάντησιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ.
§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Τσουκαλᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§96ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Νὰ διακόψωμεν, νὰ διακόψωμεν κ. Πρόεδρε.
§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ἵνα ἐπαναληφθῇ αὕτη τὴν 10ην μ.μ. (Ὥρᾳ 8. 10′ μ.μ.).
ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΚΟΠΗΝ
(Ὥρα 10. 30′ μ.μ.).
§98ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις.
§99Ξ. ΣΤΡΑΤΗΓΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Κύριε Πρόεδρε, καταθέτω τὰ ἑξῆς νομοσχέδια; 1. «Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 22 Δεκεμβρίου 1922 Νομοθετικοῦ Διατάγματος «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου ΒΣΜΘʹ «περὶ ἀτμοπλοϊκῆς συγκοινωνίας». 2. «Περὶ συμπληρώσεως διατάξεων τινῶν τοῦ νόμου 2517 «περὶ ἀνοικοδομήσεως τῆς πόλεως Σερρῶν ἐπὶ νέου σχεδίου». 3. «Περὶ καταργήσεως διατάξεων τινῶν τοῦ νόμου 1354 «περὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου 823 περὶ προσωρινῆς ἀπαγορεύσεως τῶν οἰκοδομικῶν ἐργασιῶν ἐπὶ τοῦ ἀποτεφρωθέντος τμήματος τῆς πόλεως Θεσσαλονίκης». 4. «Περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως διατάξεων τινῶν τοῦ νόμου 2633 «περὶ διαθέσεως τῶν ἐντὸς τοῦ νέου σχεδίου τῆς καείσης ἐκτάσεως Θεσσαλονίκης περιλαμβανομένων ἀκινήτων». 5. «Περὶ παρατάσεως τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου 1710 «περὶ ἐφαρμογῆς τοῦ σχεδίου τῆς πόλεως Θεσσαλονίκης». 6. «Περὶ κυρώσεως ἀτμοπλοϊκῶν συμβάσεων διομολογηθεισῶν μεταξὺ τοῦ ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας Ὑπουργείου καὶ τῶν ἑξῆς ἀτμοπλοϊκῶν ἑταιρειῶν: 1) Τοῦ ἰδιοκτήτου τοῦ ὑπὸ Ἑλληνικὴν σημαίαν ἀτμοπλοίου «Ἀριστείδης». 2) Τοῦ ἰδιοκτήτου τοῦ ὑπὸ Ἑλληνικὴν σημαίαν ἀτμοπλοίου «Μάννα». 3) Τῆς Ἠπειρωτικῆς Ἀτμοπλοΐας. 4) Τῆς ἀτμοπλοΐας Ἰθάκης. 5) Τῶν ἰδιοκτητῶν τοῦ ἀτμοπλοίου «Ἁγία Βαρβάρα». 6) Τῆς Ἐθνικῆς ἀτμοπλοΐας τῆς Ἑλλάδος. 7) Τῶν ἰδιοκτητῶν τοῦ ἀτμοπλοίου «Ἀστραπή». 8) Τῆς Πειραϊκῆς ἀτμοπλοΐας. 9) Τῆς ἀτμοπλοΐας Ἠλία Ρ. Χατζηκωνσταντῆ καὶ Σία. 10) Τῆς ἀτμοπλοΐας Γ. Π. Γεωργίου.
§100ΑΘ. ΑΡΓΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Καταθέτω, κύριε Πρόεδρε, σχέδιον νόμου «περὶ συστάσεως Ταμείου Προνοίας ἐλαιοπαραγωγῆς Πηλίου». Παρακαλῶ νὰ κηρυχθῇ κατεπεῖγον καὶ νὰ ψηφισθῇ κατ’ ἀρχήν.
§101ΤΙΝΕΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Ὂχι, ὄχι.
§102ΕΤΕΡΟΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Μάλιστα, κύριε Πρόεδρε, νὰ κηρυχθῇ κατεπεῖγον.
§103Α. ΣΛΗΜΑΝ. Εἶναι ἐντελῶς τυπικοῦ ἐνδιαφέροντος, κ. Πρόεδρε, ὥστε δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ μὴ κηρυχθῇ.
§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Συνέλευσις νὰ κηρυχθῇ κατεπεῖγον;
§105ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Συνέλευσις παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου, παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Συνέλευσις παρεδέχθη. Ὁ πληρεξούσιος κ. Σωτηριάδης καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συντάξεως ἀποχωρούντων δικαστικῶν ὑπαλλήλων». Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν κ. Ν. Θεοτόκης δι’ ἐγγράφου του πρὸς τὸ Προεδρεῖον παρακαλεῖ ὅπως ἀποσυρθῶσιν ἐκ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως τὰ κάτωθι νομοσχέδια, ὡς συμπεριληφθέντα εἰς ἄλλα ἤ ἀντικατασταθέντα δι’ ἄλλων. 1) «Περὶ ἐξόδων παραστάσεως Διοικητῶν Μονάδων καὶ Στρατιωτικῶν Διοικητῶν». 2) «Περὶ ἐπεκτάσεως τῶν διατάξεων τοῦ νόμου 2562, περὶ βελτιώσεως συσσιτίου ὁπλιτῶν Ἠπείρου». 3) «Περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου 1535 περὶ προσθήκης ἄρθρου 2 εἰς τὸ ἄρθρον μόνον, τοῦ νόμου 405 τοῦ 1914 κλπ.». Ὁ ἴδιος κ. Ὑπουργὸς ὑποβάλλει σχέδια νόμου· «περὶ μισθοῦ ἀξιωματικῶν, ἀνθυπασπιστῶν καὶ τῶν τούτοις ἀντιστοιχούντων καὶ ἐξομοιουμένων» καὶ «Περὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου 2644 τῆς 8 Αὐγούστου 1921 περὶ ἀποκαταστάσεως ἀξιωματικῶν ἐν τῇ σειρᾷ ἀρχαιότητος». Ὁ πληρεξούσιος κ. Σ. Μπαλάνος ὑποβάλλει πρότασιν νόμου «περὶ ἀνεγέρσεως σχολικῶν κτιρίων, δημοτικῶν σχολείων ἐν Ἱστιαίᾳ τῆς ἐπαρχίας Ξηροχωρίου καὶ ἐν Λίμνῃ τῆς ἐπαρχίας Χαλκίδος. Ὁ πληρεξούσιος Λαρίσσης κ. Κ. Οἰκονομίδης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου, «περὶ συντάξεως τῶν ἀποχωρούντων δικαστικῶν ὑπαλλήλων». Οἱ πληρεξούσιοι κ. κ. Α. Σκιαδαρέσης (Κερκύρας) καὶ Δ. Κουκουλέτσος (Τρικκάλων) ὑποβάλλουσι τροπολογίαν τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συντάξεως τῶν ἀποχωρούντων δικαστικῶν ὑπαλλήλων». Ὁ πληρεξούσιος Λακωνίας κ. Δ. Πετρακάκος ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ παροχῆς προσωρινοῦ ἐπιδόματος εἰς τοὺς λειτουργοὺς τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως». Οἱ κ. κ. Π. Πρωτοπαπαδάκης (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν) καὶ Λουκᾶς Κανακάρης Ροῦφος (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας) ὑποβάλλουσι σχέδιον νόμου, «περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ τοῦ Δημοσίου καὶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης συναφθείσης τῇ 17ῃ Φεβρουαρίου 1912 συμβάσεως περὶ αὐξήσεως τῶν διὰ λογαριασμὸν αὐτῆς κυκλοφορούντων τραπεζιτικῶν γραμματίων κατὰ 550 ἑκατομμύρια». Συνεχίζεται ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ κατατεθέντος νομοσχεδίου «περὶ συνάψεως καταναγκαστικοῦ δανείου». Ὁ κ. Λ. Τσουκαλᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§107Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Κύριοι πληρεξούσιοι, τὸ ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ὑποβληθὲν σχέδιον νόμου χρήζει ὄχι μόνον σοβαρᾶς μελέτης, ἀλλὰ καὶ ἐπειγούσης μελέτης. Ἐπὶ ἑνὸς σημείου εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ συμφωνήσω πλήρως πρὸς τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τὸν ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὅτι εἶναι τοιαύτης σπουδαιότητος, τοιαύτη δὲ θὰ εἶναι ἡ ἐπίδρασις αὐτοῦ ὄχι μόνον ἐπὶ τῶν ἐθνικῶν ζητημάτων, ἡ ὁποία ἴσως ἄν δὲν ἀπατῶμαι δὲν ἐρευνήθη, ἀλλὰ καὶ ἐπ’ αὐτῆς τῆς τάσεως τῆς συναλλαγῆς ὥστε εἶναι δυνατὸν νὰ ἴδωμεν αὔριον, ἐκ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, πράγματα τὰ ὁποῖα οὐδεὶς ἐλπίζει. Νὰ παύσῃ ἡ συναλλαγή. Ἀπέναντι τοῦ κινδύνου αὐτοῦ εὑρισκόμεθα. Διὰ τοῦτο ἐθεώρησα ὅτι μοὶ ἦτο ἐπιβεβλημένον νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Συνελεύσεως ἐπὶ τοῦ ἐπείγοντος. Ἀναγνωρίζω βεβαίως ὅτι σχέδιον νόμου τοιαύτης σημασίας δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ συζητηθῇ, οὐδὲ νὰ διονυχισθῇ, ἀλλ’ ἡ μελέτη, ἡ ἐξέτασις, ἡ διονύχισις τοῦ ζητήματος τούτου πρέπει νὰ γίνῃ ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον, νὰ σταλῇ βεβαίως εἰς ἐπιτροπὴν καὶ ὄχι εἰς τὴν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπήν, ἀλλ’ εἰς ἐπιτροπὴν ἐξ ἀπολύτως εἰδικῶν ἀνδρῶν, ἐκ τῶν μᾶλλον πεφωτισμένων περὶ τὰ οἰκονομικὰ καὶ ἡ ἐπιτροπὴ αὐτὴ νὰ προβῇ εἰς λεπτομερῆ, εἰς ἐμπεριστατωμένην μελέτην ἀλλὰ καὶ τὸ ταχύτερον. Ἐπ’ αὐτοῦ ἐπαναλαμβάνω ἐθεώρησα καλὸν νὰ συμφωνήσω ἀπολύτως μὲ τὴν Κυβέρνησιν, διότι πολὺ φοβοῦμαι ὅτι αὔριον τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ θὰ ἔχῃ τοιοῦτον ἀντίκτυπον ἐπὶ τῆς δημοσιονομικῆς καὶ οἰκονομικῆς καταστάσεως τῆς κοινωνίας, ὥστε θὰ εὑρεθῶμεν πρὸ ἐλλείψεως συναλλαγῶν. Εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατον νὰ μὴ συμβῇ τοῦτο. Δι’ αὐτό, λέγω, εἶμαι σύμφωνος νὰ σπεύσωμεν, βεβαίως βραδέως, ἀλλὰ νὰ σπεύσωμεν τὸ ταχύτερον. Καὶ τοῦτο ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τοῦτο. Ἄμεσος τούτου συνέπεια εἶναι ὅτι ἡ συζήτησις πρέπει νὰ ἐξακολουθήσῃ κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην καὶ εἰ δυνατὸν νὰ διονυχίσωμεν τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ἐν ὅλαις αὐτοῦ ταῖς λεπτομερείαις.
§108ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Πρέπει πρὸ παντὸς νὰ τυπωθῇ τὸ νομοσχέδιον.
§109Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Ἐπὶ τῇ βάσει τῶν δηλώσεων τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν πάντως, διότι ἐπαναλαμβάνω, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παρατείνωμεν τὴν κατάστασιν. Τὸ νομοσχέδιον δὲν προνοεῖ περὶ φόρων ἐκτὸς περὶ τῶν φορολογικῶν νομοσχεδίων, τὸ νομοσχέδιον πλήττει αὐτὴν ταύτην τὴν συναλλαγήν. Φαντασθῆτε αὔριον τὸν κόσμον. Ὁ κόσμος θὰ εὑρεθῇ ἀπέναντι μιᾶς ἀγνώστου εἰς αὐτὸν καταστάσεως καὶ θὰ λέγῃ ὁ ἔμπορος αἱ ἑκατὸν δραχμαὶ ἀξίζουν πεντήκοντα. Καὶ θὰ ἐκπλήσσεται ὁ κόσμος καὶ δὲν θὰ εἰξεύρῃ τὶ νὰ κάμῃ. Δὲν ἀμφισβητῶ αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἐλέχθη παρὰ διαφόρων ἀξιοτίμων συναδέλφων ὅτι ἡ ἀπόφασις τῆς Συνελεύσεως θὰ εἶναι ἡ αὐτή. Ἓν ἐγὼ εἶπον· τὸ ὅτι πρέπει νὰ σκεφθῇ ἡ ἐπιτροπή, ἐὰν θὰ σπεύσωμεν εἰς τὴν συζήτησιν.
§110Α. ΠΑΠΑΖΑΧΑΡΙΟΥ. Θὰ ὁμιλήσητε ἐπὶ τῆς ἀρχῆς ἢ ἐπὶ τῶν ἄρθρων;
§111Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Ἐπὶ τῆς ἀρχῆς θὰ ὁμιλήσω τοῦ νομοσχεδίου, ἐφ’ ὅσον ἔχω τὰς βάσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν.
§112Π. Ι. ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι εἰς χεῖρας τινὸς ἐνταῦθα τὸ νομοσχέδιον, ἵνα ἠδυνάμεθα τοὐλάχιστον ἐδῶ προχείρως νὰ τὸ ἀναγνώσωμεν; Ἴσως θὰ ἠδυνάμεθα νὰ σχηματίσωμεν ἰδέαν τινά.
§113Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Ἐὰν θέλετε ἔχω ἀντίγραφον τοῦ θέματος, διὰ νὰ τὸ ἀναγνώσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν.
§114Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἴσως τὸ καλλίτερον θὰ ἦτο νὰ ἀνεγινώσκετο τὸ νομοσχέδιον ἀπὸ τὸν κ. Γραμματέα.
§115Κ. ΔΡΟΣΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ ψηφισθῇ κατ’ ἀρχὴν ἤ ὄχι· περὶ αὐτοῦ πρόκειται.
§116Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Διὰ νὰ ἀποφασίσῃ ἡ Συνέλευσις ὅτι πρέπει νὰ ψηφισθῇ κατ’ ἀρχήν, πρέπει νὰ γίνῃ συζήτησις.
§117Γ. ΠΩΠ. Δὲν μποροῦμεν νὰ ἀφήσωμεν τὸν κόσμον ἄνευ συναλλαγῶν.
§118Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν εἶναι δυνατόν, εἶναι πολὺ δυσχερές, εἶναι ἐπικίνδυνος ἡ ἀναβολή. Ἂς ψηφισθῇ κατ’ ἀρχὴν τὸ νομοσχέδιον, ἀφοῦ ἡ ἀρχὴ περιωρίσθη εἰς τὸ ὅτι πρόκειται νὰ γίνῃ δάνειον οὐχὶ δι’ ἐκδόσεως χαρτονομίσματος, ἀλλὰ διὰ τοποθετήσεως εἰς ὁμολογίας. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου. Ἂς ψηφισθῇ ἡ ἀρχὴ αὕτη.
§119Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Κύριε Ὑπουργὲ οὕτω τεθέντος τοῦ ζητήματος ἐγὼ τοὐλάχιστον εἶμαι ἀπολύτως σύμφωνος κατ’ ἀρχήν.
§120Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ὅλοι εἴπωμεν ὅτι θὰ κάνωμεν ἕνα δάνειον, διότι δὲν ἠδυνάμεθα νὰ κάμωμεν διαφορετικά. Πρόκειται νὰ εἶναι αὐτὸ τὸ δάνειον καταναγκαστικόν. Δύο εἶναι τὰ καταναγκαστικὰ δάνεια. Ἓν δι’ ἐκδόσεως χαρτονομίσματος καὶ ἄλλο δι’ οἱουδήποτε ἄλλου τρόπου, ἤ αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἐγὼ προτείνω ἤ καὶ ἄλλο τὸ ὁποῖον ἄλλοι ἤθελον προτείνει. Ἀφοῦ λοιπόν, ὅπως ἀντελήφθην, ὁλόκληρος ἡ Συνέλευσις ἀπέρριψε τὸ πρῶτον δηλαδὴ τὴν σύναψιν δανείου δι’ ἐκδόσεως νέου χαρτονομίσματος.....
§121ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§122Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Μένει τὸ ἕτερον σύστημα.
§123Κ. ΣΤΑΪΚΟΣ. Ὑπεβλήθη σύμβασις περὶ ἐκδόσεως 500 ἑκατομμυρίων τραπεζογραμματίων;
§124Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἄσχετος ἡ σύμβασις αὐτὴ πρὸς τὸ νομοσχέδιον.
§125Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἡ συγκίνησις τῆς εἶναι Συνελεύσεως δικαιολογημένη. Πρέπει νὰ συνεννοηθῶμεν.
§126Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Κύριοι, τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω πρὸ ὀλίγου ἀφορᾷ δάνειον ἀναγκαστικὸν ἐσωτερικόν, τὸ ὁποῖον τὸ Κράτος προτίθεται νὰ κάνῃ. Τὸ ἀναγκαστικὸν αὐτὸ δάνειον δύναται νὰ γίνῃ κατὰ δύο τρόπους. Ὁ πρῶτος εἶναι ἡ ἔκδοσις χαρτονομίσματος, διότι δάνειον εἶναι καὶ αὐτό. Θὰ μοῦ φέρετε τὰ σιτηρά σας, τὰ κρέατά σας εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν καὶ θὰ σᾶς πληρώσω ἐγὼ μὲ αὐτὸ τὸ ὁποῖον εἶναι μία ὁμολογία. Ὁ ἄλλος τρόπος κατὰ τὸν ὁποῖον δύναται νὰ γίνῃ τὸ δάνειον τὸ ἀναγκαστικὸν εἶναι ὁ δι’ ὁμολογιῶν ὅπως γίνωνται ὅλα τὰ δάνεια.
§127Π. ΚΟΚΚΙΝΑΤΟΣ. Ποῖον υἱοθετεῖτε, κ. Ὑπουργέ; Αὐτὸ ἠθέλομεν νὰ μάθωμεν.
§128Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Λοιπὸν ἡ ἀρχὴ εἶναι ἡ ἑξῆς, ἐφ’ ὅσον εἴμεθα σύμφωνοι ὅτι πρόκειται νὰ γίνῃ δάνειον, διότι ἐὰν ἡ Συνέλευσις δὲν θέλει νὰ γίνῃ δάνειον, τότε βεβαίως δὲν εἶναι δεκτὴ καμμία ἀρχὴ καὶ πρέπει νὰ ἀπορριφθῇ ἀμέσως τὸ νομοσχέδιον, ἡ ἀρχὴ εἶναι ἡ ἑξῆς. Πρόκειται νὰ ἐκδώσωμεν τὸ δάνειον δι’ ἐκδόσεως χαρτονομίσματος, ἤ πρόκειται νὰ τὸ ἐκδώσωμεν δι’ ἐκδόσεως ὁμολογιῶν; Οὕτω πῶς ἐγὼ ἐννοῶ τὸ πρᾶγμα καὶ ἀντελήφθην ὅτι ἡ Συνέλευσις κατὰ τὸ πλεῖστον μέρος ἀπορρίπτει τὴν ἰδέαν τοῦ δανείου δι’ ἐκδόσεως χαρτονομίσματος, τὶ ἀπομένει τότε; Ἀπομένει νὰ συνομολογήσωμεν δάνειον δι’ ὁμολογιῶν. Τοῦτο προκύπτει. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου. Τώρα εἶναι τὰ ἄρθρα διὰ τῶν ὁποίων θὰ νομοθετηθῶσιν αἱ λεπτομέρειαι καὶ ὁ τρόπος κατὰ τὸν ὁποῖον τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ θὰ ἐκτελεσθῇ. Κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς συζητήσεως θὰ τροποποιηθῇ καθ’ οἱονδήποτε τρόπον. Αὐτὴν τὴν γνώμην ἔχω· ἐὰν δὲ ἀπατῶμαι παρακαλῶ τοὺς κ. κ. συναδέλφους νὰ μὲ διορθώσουν.
§129Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Τὸ ζήτημα συνεζητήθη ἐν ταῖς γενικαῖς του γραμμαῖς βεβαίως, ἀλλ’ ἀρκετὰ σαφῶς. Ὑπάρχει, ὡς λέγει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, τὸ σύστημα τοῦ δανεισμοῦ διὰ τῆς ἐκδόσεως χαρτονομίσματος ἀναγκαστικῶς κυκλοφοροῦντος. Τὸ σύστημα τοῦτο ὡς ὀρθῶς ἀντελήφθη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, τὸ ἀποκρούει δὲν νομίζω μόνον ἡ πλειονοψηφία τῆς Συνελεύσεως, ἀλλὰ καὶ ἡ παμψηφία τῆς Συνελεύσεως.
§130ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§131Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Οὐδεὶς σκέπτεται νὰ προτείνῃ ἐν τῇ Συνελεύσει σύστημα καθ’ ὃ ἤθελεν αὐξηθῇ τὸ ποσὸν τοῦ ἀναγκαστικῶς κυκλοφοροῦντος χαρτονομίσματος. Κατ’ ἀνάγκην λοιπὸν ἐμμένει ἡ Συνέλευσις εἰς τὴν ἀπόφασιν ὅτι δέον νὰ ἐπιτευχθῇ ὁ δανεισμὸς διὰ τῆς ἐκδόσεως ὁμολογιῶν. Ἀλλὰ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον προτείνει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν εἶναι ἁπλῆ ἔκδοσις ὁμολογιῶν, τὸ σύστημα τὸ ὁποῖον προτείνει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶναι μικτὴ μέθοδος, δηλαδὴ ὁμολογοποίησις ἑνὸς μέρους, τοῦ ἡμίσεος τῶν ἀνταλλακτικῶν ὀργάνων, τὸ ὁποῖον κατέχει ὁ Ἑλληνικὸς λαός, ὁμολογοποίησις ἑνὸς καὶ ἡμίσεος δισεκατομμυρίου χαρτονομίσματος, τὸ ὁποῖον διὰ τῆς ψαλίδος θέλει μετατραπῆ εἰς τίτλον ἰσότιμον πρὸς τὴν ὁμολογίαν.
§132Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Προσωρινῶς.
§133Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Προσωρινῶς μάλιστα. Ὁ μηχανισμὸς δὲν ἔχει τόσην ἀξίαν, διότι τὸ ἥμισυ χαρτονόμισμα μεταβάλλεται εἰς προσωρινὸν τίτλον. Οὗτος εἶναι ὁ μηχανισμὸς ὁ τυπικὸς, ἀλλ’ αὐτὸς ὁ μηχανισμὸς ἐνέχει τὰ ἄτοπα, τὰ ὁποῖα ἀνέπτυξα προηγουμένως ὅτε ἠγόρευσα ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ, δηλαδὴ ἐφόσον ὁ δανεισμὸς ἀπευθύνεται πρὸς τὸ νόμισμα καὶ ὄχι πρὸς τὴν πραγματικὴν περιουσίαν εἶναι ἄδικος καὶ ἄνισος, διότι, κύριοι, ὁ δανεισμὸς ὁ ἀναγκαστικὸς ὁ ἔχων τύπον φορολογίας ἐπὶ ἀποδόσει δὲν ἔχει τὸν καταναγκασμόν, τὸν ὁποῖον ἔχει ἡ φορολογία. Ἐφόσον ζητεῖται λοιπὸν ὑπὸ τῆς Χώρας δάνειον ἀναγκαστικὸν πρέπει αὐτὸ νὰ ἔχῃ ὑγιᾶ βάσιν, ὑγιὴς δὲ βάσις εἶναι ἡ διευθυνομένη πρὸς τὴν περιουσίαν.
§134Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν εἶναι εἰσφορά.
§135Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Μάλιστα. Δὲν εἶναι εἰσφορά. Καὶ ἐφόσον, εἴτε περὶ εἰσφορᾶς πρόκειται, εἴτε περὶ καταναγκαστικοῦ δανεισμοῦ, ἤτοι προσωρινὴ λῆψις χρημάτων ἐπὶ ἀποδόσει, πάντως δὲν δύνασθε νὰ στενοχωρήσητε τὸν πολίτην Ἕλληνα παρὰ μόνον κατὰ μέτρον. Εἶπον πρὸς τὴν Συνέλευσιν κατὰ τὸ πρῶτον στάδιον τῆς ὁμιλίας μου ὅτι τὸ νόμισμα κατέχεται οὐχὶ κατ’ ἴσον μέτρον πρὸς τὴν περιουσιακὴν δύναμιν ἑκάστου, πολλάκις δὲ κατέχεται ὡς πίστωμα. Τοῦτο εἶναι τὸ ἄδικον. Αὐτὴ εἶναι ἡ βάσις ἡ ἄδικος, ἐφ’ ὅσον δὲ ὑπάρχει ἡ βάσις αὕτη, ἐφ’ ὅσον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν θέλει ν’ ἀρθῇ ἡ βάσις αὕτη, ἡ διαφορὰ εἶναι οὐσιαστική. Ἄν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δέχεται τὴν ἀρχὴν τῆς ἐκδόσεως δανείου ἀποκλειστικῶς, μὴ στηριζομένου πρὸς τὴν διατάραξιν τῶν συναλλαγῶν τότε εἶναι δυνατὸν νὰ φθάσωμεν εἰς ἐξέτασιν τῶν λεπτομερειῶν δι’ ἐπιτροπῆς, διότι πράγματι ἡ ἐπιτροπὴ θὰ ἔχῃ ὡς ἔργον καὶ ἀντικείμενον καὶ σκοπὸν τὴν ἐξέτασιν τῶν σκοπῶν τοῦ μηχανισμοῦ. Ἀλλὰ πρωτεύει ἡ ἀλλαγὴ τῆς βάσεως, ἡ ὁποία εἶναι καταναγκαστική, ἡ ὁποία πλήττει τὸ ἀνταλλακτικὸν ὄργανον, καὶ γενικῶς τὴν πραγματικὴν συναλλαγήν. Τοῦτο λοιπὸν εἶναι τὸ ἀντικείμενον καὶ τὸ ὁποῖον διαφέρει οὐσιωδῶς κατὰ βάσιν πρὸς τὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι ἀντικείμενον ἐξετάσεως ἐπιτροπῆς, ἀλλ’ εἶναι ἀντικείμενον ἀποκλειστικῶς τῆς Συνελεύσεως. Εἶναι δὲ καὶ τὸ δεύτερον θέμα, τὸ ὁποῖον ἀνέπτυξα πρὸ ὀλίγου, τὸ θέμα ἐπίσης τῆς ἐξυγιάνσεως τοῦ νομίσματος. Ὡς τὸ ἐπιβάλλει τὸ νομοθέτημα τοῦτο τὴν ἑσπέραν ταύτην ἀντὶ ἐξυγιάνσεως τοῦ νομίσματος ἔχομεν χειροτέρευσιν. Διότι ἐνῶ κυκλοφορεῖ ποσὸν χαρτονομίσματος 2½ δισεκατομμυρίων, θὰ ἐκδοθῇ ποσὸν ἑτέρων 500 ἑκατομμυρίων καὶ θὰ φθάσωμεν εἰς τὰ 3 δισεκατομμύρια. Ἑπομένως ἡ ὑπάρχουσα πληθώρα θ’ αὐξηθῇ κατὰ 500 ἑκατομμύρια. Ὀρθῶς δὲ λέγει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὅτι δὲν μεταβάλλεται ἡ περιουσία τῶν κατεχόντων χαρτονόμισμα, ἀλλὰ μόνον μεταβάλλεται τὸ ἥμισυ τῆς περιουσίας τούτων εἰς πάγιον πιστωτικὸν νόμισμα ἀντὶ νομίσματος ἐν ὄψει. Τὸ νόμισμα τοῦτο εἴτε πάγιον, εἴτε ἐν ὄψει αὐξάνει κατὰ 500 ἑκατομμύρια. Λοιπὸν ἔχομεν πραγματικὴν αὔξησιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας κατὰ 500 ἑκατομμύρια, δὲν ἔχομεν δὲ οὐδεμίαν ἐλπίδα ἐλαττώσεως τῆς πληθώρας, διότι ἀκριβῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καταλήγει εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι τὸ Δημόσιον θὰ λάβῃ τὰ 500 αὐτὰ ἑκατομμύρια ἐκ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης διὰ νὰ πληρώσῃ τὰς ἀνάγκας του, ἀλλὰ πληρῶνον τὰς ἀνάγκας του, θὰ τὰ εἰσάγῃ εἰς τὴν ἀγοράν. Μέχρι τέλους δὲ τοῦ ἔτους θὰ ἔχωμεν αὔξησιν τοῦ κυκλοφοροῦντος χαρτονομίσματος θετικὴν κατὰ 500 ἑκατομμύρια. Ταῦτα εἶναι τὰ πραγματικὰ γεγονότα, ἀπέναντι τοῦ συστήματος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, συστήματος στηριζομένου εἰς μίαν ἀρχήν, δι’ ἧς ἀναμιγνύωνται τὰ τοῦ διακανονισμοῦ τῶν συναλλαγῶν πρὸς τὸν δανεισμὸν τοῦ Κράτους. Ἀπέναντι τοῦ συστήματος τούτου ἀνεκοίνωσα ἐγὼ πρὸς τὴν Συνέλευσιν ἓν σύστημα ἰδεῶν τὸ ὁποῖον εἶναι τελείως διάφορον, διότι τὸ σύστημα τῶν ἰδεῶν τῶν ἰδικῶν μου εἶναι σύστημα τεῖνον πρὸς πραγματοποίησιν δανεισμοῦ τοῦ Κράτους μὲ ὅλας τὰς ἐγγυήσεις καὶ συγχρόνως πρὸς βαθμιαίαν ἐξυγίανσιν τῆς νομισματικῆς ἡμῶν καταστάσεως. Καὶ ἵνα περισσότερον κατανοηθῇ εἶχον τὴν τιμὴν νὰ προτείνω πρὸς τὴν Συνέλευσιν ὅτι εἶναι ὀρθότερον νὰ ἐκδοθῇ δάνειον 1500 ἑκατομμυρίων δι’ ὁμολογιῶν ἀπ’ εὐθείας, αἵτινες ὁμολογίαι δὲν θὰ ἔχουσι τὸ ἀποτέλεσμα εἰς ὅ καταλήγει τὸ νομοθέτημα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν διὰ τῆς ἀμέσου μειώσεως τοῦ κατεχομένου ὑπὸ τῶν ἰδιωτῶν νομίσματος, ἀλλ’ αἱ ὁμολογίαι αὗται θὰ ἔχωσιν ἕνα τόκον τῆς ἀγορᾶς 7%, θὰ ἔχωσιν χρεωλύσιον, θὰ ἔχωσιν ἐγγυήσεις. Ἐγγυήσεις δὲ προτιμῶ ἀντὶ τοῦ τιμήματος τῶν κτημάτων δημοσίου, ὡρισμένους φόρους, οἵτινες φθάνωσι μέχρι τοῦ σημείου νὰ τεθῶσιν εἰς τὴν διαχείρισιν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ὅπως εἶναι πλήρης ἡ ἐγγύησις τοῦ κόσμου ὅτι τὰ ἐνέχυρα εἶναι τελείως ἠγγυημένα. Κατὰ τὸν τρόπον τοῦτον αἱ ὁμολογίαι αἵτινες ἤθελον ἐκδοθῇ ὑπὸ τοιαύτας ἐγγυήσεις καὶ μὲ πλήρη ἐξασφάλισιν τῆς ὑπηρεσίας τόκων καὶ χρεωλυσίου θὰ εἶναι ὁμολογίαι, αἱ ὁποῖαι θὰ ἔχωσιν ἀσφαλῶς τὴν εἰς τὸ ἄρτιον διατίμησιν ἐνώπιον τῆς ἀγορᾶς καὶ αἱ ὁποῖαι εἶναι ὡς πᾶσαι αἱ ὁμολογίαι τῶν Ἐθνικῶν δανείων ἰσχυραὶ καὶ θ’ ἀποτελέσουν ἕνα δάνειον τοῦ Δημοσίου χρέους τῆς Χώρας. Αἱ ὁμολογίαι αὗται θὰ ἐκδοθῶσι ἀναγκαστικῶς; Βεβαίως. Πῶς θὰ εἶναι ὁ ἐξαναγκασμός; Ὄχι βεβαίως διὰ τῆς καλύψεως αὔριον τοῦ ἡμίσεος κυκλοφοροῦντος χαρτονομίσματος, ἀλλ’ ὁ καταναγκασμὸς θὰ γίνῃ διὰ διαχύσεως τῶν πληρωμῶν τῶν γινομένων......
§136Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Πῶς;
§137Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Διὰ τῶν πληρωμῶν τοῦ Δημοσίου Ταμείου.
§138Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ Δημόσιον Ταμεῖον νὰ πληρώσῃ διὰ τῶν ὁμολογιῶν αὐτῶν;
§139Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Θὰ ἔχωμεν πληρωμὰς τοῦ Δημοσίου Ταμείου, θὰ ἔχωμεν πληρωμὰς τῶν Τραπεζῶν καὶ συναλλαγὰς ἐνώπιον τῶν συμβολαιογράφων.
§140Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Πληρωμάς;
§141Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ἀλλὰ πληρωμάς, αἱ ὁποῖαι θὰ παρακολουθῶσι τὴν κίνησιν τῆς περιουσίας καὶ ὄχι τὸν κάτοχον χαρτονομίσματος. Καὶ κατὰ τοῦτο μὲν εἶναι ἡ διαφορὰ τοῦ συστήματος ὅτι δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν παρὰ τῆς Χώρας ἐντὸς εἴκοσι τεσσάρων ὡρῶν νὰ εἰσπράξητε τὰ 1500 ἑκατομμύρια, ἀλλὰ εἶναι δυνατὸν διὰ τοῦ μηχανισμοῦ αὐτοῦ, παρὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, νὰ ἐξασφαλίσῃ καὶ τοῦτο ὅπως ἐξησφάλισε καὶ τὸν ἄλλον παρὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, τὴν εἴσπραξιν τοῦ ὀγκωδεστέρου ποσοῦ. Δι’ αὐτοῦ δὲ ἐπιτυγχάνεται ἡ βαθμιαία εἴσδυσις εἰς τὰς περιουσίας τοῦ κόσμου, ἀφ’ ἑτέρου, καὶ ἄν ἤθελε τὸ μέτρον τῆς ἐκδόσεως τῶν ὁμολογιῶν ἐπεκταθῆ εἰς ποσὸν μεῖζον τοῦ ἀναγκαιοῦντος σήμερον διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν ἀναγκῶν τῆς Χώρας, ἤθελεν κατορθωθῆ, ἵνα μέρος τοῦ κυμαινομένου σήμερον ἀναγκαστικοῦ κυκλοφοροῦντος χαρτονομίσματος ἐκδοθῇ εἰς ὁμολογίας καὶ θὰ φθάσωμεν εἰς αὔξησιν βαθμηδὸν τῆς ἀξίας τοῦ ἐσωτερικοῦ νομίσματος. Μεταξὺ τῆς προτάσεως τῆς ἰδικῆς μου καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν πιθανὸν ὁ μηχανισμὸς νὰ παρουσιάζῃ ἐξετασίμους διαφοράς, ἤτοι ὁμοιότητας, ἡ βάσις ὅμως εἶνε κατὰ τὸ σύστημα τὸ ὁποῖον προέτεινα ἐγὼ· ἡ βάσις τῆς ἰδέας εἶνε ἡ ἐπιβολὴ ἀναγκαστικοῦ δανείου ὡς εἰσφορᾶς ἀποδοτέας εἰς τὸν κόσμον, ἡ πλήττουσα τὰ εἰσοδήματα καὶ οὐχὶ τὸ ἐν τῇ κατοχῇ τοῦ κόσμου εὑρισκόμενον χαρτονόμισμα. Ἐὰν θὰ ψηφίσῃ ἡ Βουλὴ κατ’ ἀρχὴν τὸ νομοσχέδιον πρέπει νὰ δεχθῇ ποίαν ἀρχὴν θὰ ψηφίσῃ, τὴν ἀρχὴν τῆς ἐμπλοκῆς τῆς συναλλαγματικῆς καταστάσεως τῆς χώρας μὲ τὸν δανεισμὸν ἤ τὴν ἀρχὴν τοῦ ἁπλοῦ δανεισμοῦ; Τοῦτο διαφέρει πολύ.
§142Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐφόσον ἤκουον ἀξιότιμον συνάδελφον ἀρνητικῶς ὁμιλοῦντα εὕρισκον ἀντιρρήσεις, κατὰ τῶν ἀντιρρήσεων δηλαδή, κατὰ τῶν ἐλαττωμάτων, τὰ ὁποῖα ἀποδίδω εἰς τὸ σύστημα τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλ’ ὅταν ἤκουσα θετικῶς ὁμιλοῦντα εἶδον ὅτι ἄωρον ἐν νῷ ἔχει.
§143Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἄωρον, τὸ ὁποῖον ἔχει ἴσως περισσοτέραν ὡριμότητα.
§144Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἄωρον, τὸ ὁποῖον ἐξελισσόμενον καὶ μελετώμενον καταλήγει νὰ εἶναι αὐτὸ τοῦτο τὸ σύστημα τοῦ νομοσχεδίου μὲ σωρείαν τινα ἐλαττωμάτων. Λοιπὸν τὶ κάμνει τὸ νομοσχέδιον; Λέγει εἰς ὅλους τοὺς ἔχοντας χαρτονόμισμα· κύριοι, τὸ ἥμισυ τὸ μεταβάλλω εἰς ὁμολογίας, τὶ κάνει ὁ κ. συνάδελφος; Δημιουργεῖ, πρῶτον τὰς ὁμολογίας 150 ἑκατομμυρίων καὶ ἔπειτα τὰς ἐπιβάλλει εἰς ποῖον; Εἰς τὸν ἔχοντα νόμισμα, διατί; Διότι λέγει ὅταν θὰ ὑπάγω νὰ πληρωθῶ ἀπὸ τὸ Δημόσιον Ταμεῖον πρῶτον, ἀντὶ νὰ λάβω νόμισμα θὰ λάβω ἕν ποσοστὸν εἰς ὁμολογίας. Λοιπὸν ποῖος δίδει τὰ χρήματα διὰ τὰς ὁμολογίας αὐτάς; Ὁ πληρωνώμενος ἀπὸ τὸ Δημόσιον Ταμεῖον. Λοιπὸν ἡ πρώτη κατηγορία ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι θὰ λάβωσι τὰς ὁμολογίας θὰ εἶναι ἐκεῖνοι, ἐὰν δὲν ἐλάμβανον ὁμολογίας θὰ ἐλάμβανον νομίσματα ἀπὸ τὸ Δημόσιον Ταμεῖον. Ὑποθέτω ὅτι ἐδῶ ἔχομεν ἀντικατάστασιν ἑνὸς μέρους τῶν χαρτονομισμάτων, τὰ ὁποῖα θὰ ἔχῃ ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ ὁμολογίας, δηλαδὴ αὐτό, τὸ ὁποῖον κάμνει τὸ νομοσχέδιον. Παρακάτω θὰ εἴπωμεν καὶ διὰ τὸν συμβολαιογράφον. Προσέξατε ἐδῶ. Θὰ ὑπάγω ἐγὼ νὰ πληρώσω τὸν δανειστήν μου λέγει ὁ κ. συνάδελφος εἰς ἐμέ ὁ ὁποῖος θὰ πληρώσω τὸν δανειστήν μου· ἀγόρασε, κύριε, ὁμολογίας διὰ νὰ πληρώσῃς τὸ μισὸ χρέος δι’ ὁμολογίας. Καὶ ἐρωτῶ τὶ ἄλλο κάνει παρὰ νὰ μεταβάλλῃ τὰ χαρτονομίσματα τὰ ἰδικά μου ὑποχρεωτικῶς εἰς ὁμολογίας, κατὰ τὸ ἥμισυ, δηλαδὴ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον κάμνει τὸ Δημόσιον.
§145Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ὑπάρχει πληρωμὴ εἰς χρυσόν;
§146Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ὑπάρχει πληρωμὴ εἰς χρυσόν. Ὑπάρχει πληρωμὴ χαρτονομίσματος. Τοῦτο τὸ γνωρίζει ὁ κ. συνάδελφος ὁ ὁποῖος μὲ διέκοψε, χωρὶς νὰ σκεφθῇ ὅτι κατὰ τὸν κείμενον νόμον ἐν Ἑλλάδι δὲν κυκλοφορεῖ χρυσός, οὔτε ἐπιτρέπεται νὰ κυκλοφορῇ χρυσός.
§147Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ὑπάρχει τὸ συνάλλαγμα.
§148Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. (Πρωθυπουργός). Ἄλλο πρᾶγμα αὐτό, δι’ ὄνομα τοῦ Θεοῦ. Θὰ πάω νὰ πληρώσω ἐγὼ εἰς τὸ συμβολαιογραφεῖον. Χρεωστῶ 10 χιλιάδες δραχμάς, ἔχω εἰς τὴν τσέπη μου 10 χιλιάδας δραχμάς, Λέγει ὁ κ. Πρωτοπαπαδάκης. Κύριε, αὐτὰς τὰς 10 χιλιάδας δραχμὰς θὰ τὰς κόψῃς μὲ τὸ ψαλίδι εἰς τὴν μέση καὶ μὲ αὐτὰς θὰ πᾷς εἰς τὸ συμβολαιογραφεῖον νὰ πληρώσῃς τὸ μὲν ½ εἰς χαρτονομίσματα, τὸ ἕτερον δὲ ½ εἰς ὁμολογίας. Λέγει ὁ κ. Στράτος. Θὰ πάρῃς αὐτὰς τὰς 10 χιλ. δραχμ. ἀπὸ τὴν τσέπη σου, θὰ πᾷς εἰς τὸν ταμίαν καὶ θὰ τοῦ εἰπῇς. Κύριε Ταμία, δῶσέ μου ὁμολογίας πέντε χιλιάδας καὶ ἀπ’ ἐκεῖ θὰ πᾷς εἰς τὸν συμβολαιογράφον.
§149Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Δὲν εἶπα 50%.
§150Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἶναι ζήτημα ἀρχῆς 25% λέγει τὸ νομοσχέδιον καὶ ὄχι 50. Σεῖς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κατέλθητε κάτω τῶν 25%, ἐπὶ ἑκάστης πληρωμῆς ἐξακολουθοῦμε τὰς πληρωμὰς καὶ κάνομεν οὕτω. Ἐπλήρωσα καὶ εἰς τὸν συμβολαιογράφον. Θέλω νὰ πάω νὰ πάρω ἕνα καπέλλο, ἤ ὅταν θὰ πληρώσω εἰς τὸ ξενοδοχεῖον ποῦ ἔφαγα νὰ πάω νὰ προμηθευθῶ καὶ διὰ τὰ χρήματα αὐτὰ ὁμολογίας καὶ νὰ πληρώσω. Ναὶ ἢ ὄχι;
§151Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Σεῖς τὸ κάμνετε.
§152Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν τὸ κάμνω ἐγώ.
§153Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Τὸ κάμνητε σεῖς ἐπὶ τρίμηνον.
§154Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Διὰ προηγουμένας ὑποχρεώσεις. Λοιπὸν ἀρκοῦν αὐτὰ διὰ νὰ ἐννοήσετε ὅτι τίποτε διαφορετικὰ δὲν λέγει ὁ κ. συνάδελφος, μὲ τὴν διαφορὰν ὅτι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον λέγει, εἶναι ἕνα πρᾶγμα τὸ ὁποῖον διὰ νὰ γίνῃ θὰ περάσουν μῆνες, χρόνια, καὶ δὲν θὰ φθάσωμεν εἰς τὸ ἴδιον ἀποτέλεσμα ποῦ ζητεῖ νὰ φθάσῃ. Τώρα λέγει ὁ κ. Στράτος ἐδῶ εἶναι ἡ διόρθωσις τοῦ ἰδικοῦ μου σχεδίου. Ποία; Σεῖς μὴ ἐνδιαφερόμενοι διὰ τοὺς πτωχοὺς ἀνθρώπους πᾶτε καὶ πιάνετε τὸν πτωχὸν ἄνθρωπον, διότι οἱ πτωχοὶ ἄνθρωποι ἔχουν τὰ λεπτὰ τὰ μετρητὰ. Ἐγὼ διανέμω ἀναλόγως τῆς περιουσίας καὶ δι’ αὐτὸ ἠρώτησα ποῖον εἶναι τὸ σύστημά σου ποῦ διανέμεις ἀναλόγως τῆς περιουσίας. Φαντάζομαι ἄς ὑποθέσωμεν, τὸν κ. Καλογερόπουλον. Ὑποθέτω ὅτι ὁ κ. Καλογερόπουλος ἔχει μίαν περιουσίαν, δὲν θέλω νὰ τὴν ὑπερτιμήσω, 10.000.000 δραχμ. Ἡ περιουσία ἀποτελεῖται ἀπὸ χρεώγραφα, ἀπὸ κτήματα, ἀπὸ ἀτμόπλοια, ἀπὸ ὅ,τι θέλετε ἄλλο. Ἔχει δὲ καὶ ὀλίγα μετρητὰ, διότι ὁ κ. Καλογερόπουλος, ὡς ἐγὼ τὸν φαντάζομαι, μὲ συγχωρεῖτε, κ. Καλογερόπουλε, διότι μετεχειρίσθην τὸ ὄνομά σας, δὲν ἔχει συναλλαγάς, καὶ δὲν ἔχει ἀνάγκην νὰ ἔχῃ συναλλαγάς. Ὅ,τι εἶναι μετρητὰ τὰ ἔχει εἰς τὴν Τράπεζαν, δηλαδὴ ἔχει ἕνα πίστωμα, λεπτὰ μετρητὰ δὲν ἔχει, εἰς τὴν τσέπην του ἔχει 10.000 δραχμ. καὶ μὲ αὐτὰ ψωνίζει. Ὁ κ. Καλογερόπουλος δὲν χρεωστεῖ εἰς κανένα τίποτε, δὲν ἔχει νὰ πληρώσῃ εἰς κανένα οὐδὲ λεπτόν. Δὲν θὰ λάβῃ ἀνάγκην νὰ μεταβῇ εἰς κανένα συμβολαιογράφον νὰ πληρώσῃ, δὲν ἔχει νὰ λάβῃ τίποτε ἀπὸ τὸ Δημόσιον, δὲν τοῦ χρεωστεῖ καὶ κανείς, διότι δὲν πιστεύω τὰ τοκομερίδια τοῦ κ. Καλογεροπούλου νὰ πληρώνονται, μὲ τὸ σύστημα τοῦ κ. Στράτου, μὲ ὁμολογίας, δὲν θὰ αἰσθανθῇ καθόλου τὴν πώλησιν τοῦ δανείου. Κατὰ τὸ σύστημα τὸ ἰδικόν μας, ἐλαττωματικόν, ὁ κ. Καλογερόπουλος θὰ δανείσῃ 5000 δραχμὰς, ἀπὸ τὰς 10000 τὰς ὁποίας ἔχει ἀσφαλῶς αἱ 5 χιλιάδες θὰ γίνουν ὁμολογίαι. Ἐνῷ μὲ τὸ σύστημα τοῦ κ. Στράτου, τὸ ὁποῖον φορολογεῖ τὰς περιουσίας, δὲν θὰ μείνῃ οὔτε ἕνα πεντάδραχμο. Εἶναι ἄδικον, βεβαίως, ὁ κ. Καλογερόπουλος νὰ δανείσῃ 5000 δραχ. ὅσας θὰ δανείσω καὶ ἐγώ, ὁ ὁποῖος δὲν ἔχω ἄλλες. Ἀλλὰ κατὰ τὸ σύστημα τοῦ κ. Στράτου, ὁ ὁποῖος ἀποβλέπει εἰς τὸν ἀνάλογον πρὸς τὴν περιουσίαν δανεισμόν, ὁ κ. Καλογερόπουλος δὲν θὰ δανείσῃ οὔτε μιὰ πεντάρα. Ἐνῷ ἐγώ, ὁ ὁποῖος δὲν ἔχω σήμερον τίποτε ἀπὸ τὰς 5 χιλ. δραχ., θὰ δανείσω τὰς 5000. Κύριοι αὐτὸ εἶναι τὸ σύστημα τὸ ἕνα καὶ αὐτὸ εἶναι τὸ σύστημα τὸ ἄλλο. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἴπωμεν ὅτι κατὰ τὸ σύστημα τὸ ἰδικόν μας ὁ δανεισμὸς γίνεται ἀναλόγως πρὸς τὴν περιουσίαν. Δὲν εἶναι τοῦτο ἀληθές, δὲν τὸ λέγομεν, δὲν τὸ ὑποστηρίζομεν. Ἀλλὰ λέγομεν ὅτι ὁ δανεισμὸς δὲν δύναται νὰ γίνῃ παρὰ διὰ μετρητῶν, ἐφ’ ὅσον πρόκειται νὰ γίνῃ ἄμεσος δανεισμός, δὲν δύναται νὰ γίνῃ παρὰ ἀπὸ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἔχουσι μετρητά, αὐτοὺς τοὺς συλλαμβάνομεν ὅλους ἐν ἴσῃ ἀναλογίᾳ. Ἐνῷ κατὰ τὸ σύστημα τοῦ κ. Στράτου καὶ ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἔχει μετρητὰ δὲν συλλαμβάνεται. Ἐὰν ἐγὼ ἔχω εἰς τὴν κάσσαν μου 500.000 χαρτὶ μετρητά, κατὰ τὸ σύστημα τὸ ἰδικόν μας θὰ δώσω τὰς 250 χιλ., ἐνῷ κατὰ τὸ σύστημα τοῦ κ. Στράτου, ἐὰν δὲν χρεωστῶ εἰς κανένα τίποτε, καὶ ἄν δὲν ἔχω νὰ λάβω τίποτε θὰ μείνουν αἱ 500.000 δραχμαὶ ἄθικτοι. Κύριοι, ὑπάρχει παρὰ πολλοῖς ἰδέα ἀόριστος καὶ συγκεχυμένη, ὅτι μπορεῖ νὰ γίνῃ δάνειον ὑπὸ τῶν πολιτῶν πάντων, ἀναλόγως τῆς περιουσίας ἑκάστου. Ἡ τάσις πρὸς τοιοῦτον δάνειον εἶναι προϊὸν ποιᾶς τινὸς συγχύσεως τῆς περιουσίας ἑκάστου, μὲ τὴν ἔννοιαν τοῦ φόρου. Ἀλλὰ ἀνεξαρτήτως τούτου, τοιοῦτον σύστημα δανείου προϋποθέτει τὰ ἑξῆς πράγματα, καὶ μὴ πλανώμεθα. Ἐὰν θὰ ἦτο δυνατὸν θὰ ἔπρεπε νὰ γίνῃ κατὰ τὸν ἑξῆς τρόπον. Θὰ ἔπρεπε νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ καταρτίσητε ἕνα πίνακα τῆς περιουσίας ἑκάστου ἀνθρώπου δηλαδὴ θὰ ἔπρεπε νὰ ἔχητε καταρτίσει τοὺς πίνακας, νὰ ἔχητε φορολογίαν τοῦ εἰσοδήματος καὶ εἰς τοὺς πίνακας τῆς φορολογίας τοῦ εἰσοδήματος θὰ εὑρίσκετε τὰς περιουσίας τῶν διαφόρων ἀνθρώπων.
§155Ν. ΚΑΛΛΕΛΗΣ. Εἰς τὰς ἐφορίας δὲν εὑρίσκεται ἐκ τῆς φορολογίας τοῦ εἰσοδήματος καὶ τῆς καθαρᾶς προσόδου;
§156Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν εὑρίσκεται. Δὲν ἔχετε τοιοῦτον σύστημα, ἀλλὰ θὰ ἔπρεπε νὰ τὸ ἔχητε ἵνα σκεφθῆτε περὶ δανείου ἀναλόγως τῆς περιουσίας. Ἀλλὰ δὲν θὰ εὕρητε καὶ αὐτὸ διὰ νὰ εἴπητε τὶ πρέπει νὰ σᾶς δώσῃ ἕκαστος πολίτης. Ἀλλὰ τότε θὰ ἔχητε τὸ ἐρώτημα πῶς θὰ σᾶς δώσῃ ὁ πολίτης, ὅταν θὰ ἀπευθύνεσθε εἰς τὸν Α καὶ θὰ τοῦ λέγητε. Ἐπειδὴ ἔχεις σπίτια 1.000.000 δῶσε μας 100.000 δραχμ. Θὰ σᾶς ἠρώτα ὁ πολίτης· κύριε, νὰ μοῦ πῆτε καὶ ποῦ νὰ τὰς εὕρω, διότι ὅλοι οἱ πολῖται θὰ ἐγύρευον ἀπὸ 100.000 δραχ. Θέλετε 1.500.000.000 θὰ ἔλεγε ὁ πολίτης καὶ ζητῆτε τὸ ποσοστὸν τῆς ἐθνικῆς περιουσίας ἄς ὑποθέσωμεν διὰ νὰ εἶναι εὔκολος ὁ λογαριασμὸς τὸ 1)20. Θὰ ἔλεγε λοιπὸν εἰς τὸν Α δώσατέ μου τὸ 20ὸν τῆς περιουσίας, εἰς τὸν Β τὸ 20όν. Ὅλοι αὐτοὶ ἔπρεπε συγχρόνως νὰ πραγματοποιήσουν τὸ 20ὸν τῆς περιουσίας των ἢ πωλοῦντες ἢ δανειζόμενοι ἐπὶ τῆς περιουσίας του ὥστε νὰ εὕρωσι χρήματα νὰ τὰ δώσητε. Νομίζει τις σοβαρῶς σκεπτόμενος καὶ ὄχι ὁμιλῶν,— διότι αὐτὸ πρέπει νὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψει σας ὅτι ὅστις ὁμιλεῖ ἀπὸ ἐδῶ πρέπει νὰ ὁμιλῇ σοβαρῶς ἐπὶ τῶν πραγμάτων καὶ ὄχι ἀερολογίας, διότι πρόκειται περὶ χρημάτων καὶ τὰ χρήματα εἶναι ἀναγκαῖα διὰ τὴν ὕπαρξιν τοῦ Κράτους εἶναι ἀναγκαῖα διὰ τὸν ἀγῶνα τὸν ὁποῖον τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος διεξάγει καὶ δὲν ἔχουσι καμμίαν θέσιν αἱ φράσεις καὶ αἱ ἀερολογίαι, ἀλλ’ ὑπάρχει τις σοβαρῶς σκεπτόμενος ὁ ὁποῖος θὰ εἴπῃ ὅτι, κύριοι, ὁρίστε, καλεῖσθε ὅλοι σας, ἕκαστος νὰ δώσῃ τὸ εἰκοστὸν τῆς περιουσίας του, καὶ παρακαλῶ ἕκαστος νὰ ἐρωτήσῃ τὸν ἑαυτόν του μὲ ὅλην τὴν προθυμίαν, τὴν ὁποίαν θὰ ἔχῃ νὰ δώσῃ τὸ εἰκοστὸν τῆς περιουσίας του, μὲ ὅλην τὴν διάθεσιν, τὴν ὁποίαν θὰ ἔχῃ, νὰ δώσῃ τὸ εἰκοστὸν τῆς περιουσίας του, νὰ ἐρωτήσῃ τὸν ἑαυτόν του πότε θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ τὸ δώσῃ καὶ πῶς καὶ ἄν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ τὰ δώσῃ. Νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψει ὅτι συγχρόνως μὲ αὐτὰ θὰ γυρεύουν ὅλοι οἱ Ἕλληνες ἁπαξάπαντες νὰ πραγματοποιήσουν τὸ εἰκοστὸν τῆς περιουσίας των ἵνα τὸ δώσουν εἰς τὸ Κράτος καὶ μαζευθῇ τὸ 1.500.000.000 καὶ νὰ σκεφθῆτε πρὸς ποίους θὰ ἀποταθῇ νὰ δώσουν τὸ 1.500.000.000 διὰ πραγματοποιήσεως εἴτε διὰ πωλήσεως εἴτε διὰ δανεισμοῦ τοῦ εἰκοστοῦ τῆς περιουσίας. Βάλλετε τὸ χέρι εἰς τὴν καρδιά σας καὶ ἐρωτήσατε, καὶ ὅποιος μπορεῖ νὰ βρῇ ὅτι αὐτὸ τὸ πρᾶγμα εἰμπορεῖ νὰ γίνῃ ἄλλως, ἄς εἴπῃ ἕν τοιοῦτο σύστημα. Ἀλλ’ ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος θὰ εἰπῇ αὐτὸ τὸ σύστημα θὰ ἔχῃ εἰς τὴν συνείδησίν του τὴν ἑξῆς εὐθύνην. Ἐὰν τὸ σύστημα δὲν προκόψῃ, ἐὰν τὸ σύστημα δὲν ἀποδώσῃ ἐγκαίρως τὰ χρήματα τί γίνεται ἡ Χώρα ἡ ὁποία ἔχει ἀνάγκην αὐτῶν τῶν χρημάτων; Δὲν εἶναι ἡ στιγμὴ ἵνα οὔτε περὶ τοὺς λόγους οὔτε περὶ τὰς ἕδρας ἐκείνας ἀγωνισθῶμεν. Εἶναι ἡ στιγμὴ νὰ εὕρωμεν χρήματα διὰ τὴν πατρίδα καὶ νὰ τὰ εὕρωμεν ἀμέσως, νὰ τὰ εὕρωμεν ἀσφαλῶς, νὰ τὰ εὕρωμεν εἰς ποσότητα ἐπαρκοῦσαν. Ἡ Κυβέρνησις προτείνει ἕν σύστημα. Λόγια εἶναι περιττά. Ἐπινοήσεις συστημάτων διὰ νὰ φανοῦν ὅτι εἶναι καλύτερα ἀπὸ τοῦτο δὲν ἔχουν καμμίαν θέσιν, ὡς λ. χ. τὸ σύστημα τὸ ὁποῖον ἐπρότεινεν ὁ κ. πληρεξούσιος Αἰτωλοακαρνανίας, διότι σᾶς ἀπέδειξα μὲ τρεῖς λέξεις προχείρως ὡς τὸ ἠκούσατε ὅτι ἔχει ὅλα τὰ ἐλαττώματα τοῦ ἰδικοῦ μας, ἐπὶ πλέον δὲ μεγαλυτέραν ἀνισότητα διότι οὔτε κἄν ἀπὸ ὅλους τοὺς ἔχοντας χρήματα, ἔχει δὲ συγχρόνως ἀόριστον ἔκβασιν καὶ ἀβεβαίαν διότι θὰ περιμένετε νὰ σᾶς σταλοῦν μερικαὶ δραχμαὶ ἀπὸ τὰς πληρωμὰς ποῦ θὰ γίνωνται εἰς τὰ ταμεῖα, εἰς τὰ συμβολαιογραφεῖα καὶ ἐνῷ θὰ θέλετε ἑκατοντάδας ἑκατομμυρίων, θὰ σᾶς ἔρχωνται ἑκατοντάδες χιλιάδων. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ σύστημα τῆς ἀναλόγως τῆς περιουσίας τῶν πολιτῶν εἰσφορᾶς εἰς τὸ δάνειον σᾶς εἶπον τί εἶναι. Δὲν εἶναι δὲ αὐτὰ λέξεις, εἶναι πράγματα, τὰ ὁποῖα ἔχετε νὰ ἀντιμετωπίσητε καὶ τὰ ὁποῖα δὲν εἰμπορεῖτε νὰ ἀντιμετωπίσητε μὲ φράσεις πομπώδεις ἀπὸ τὴν θέσιν αὐτήν. Εἶναι πράγματα. Θέλομεν λεπτά, κύριοι πληρεξούσιοι. Ἡ Κυβέρνησις ὑπέβαλε τὸ σύστημά της. Ἡ Κυβέρνησις ἐπρότεινε καὶ ἐπαναλαμβάνει τὴν πρότασιν νὰ καταρτισθῇ μία ἐπιτροπὴ ἀπὸ τοὺς εἰδημονεστέρους τῶν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Ἡ Ἐπιτροπὴ νὰ ἐπεξεργασθῇ ὄχι μὲ τὴν προχειρότητα μὲ τὴν ὁποίαν βλέπομεν ὅτι γίνεται μία συζήτησις ἀπόψε μὴ ἔχουσα ὑπ’ ὄψιν οὔτε τὸ νομοσχέδιον. Τὸ εἶδε κανεὶς ἀπὸ σᾶς παρακαλῶ, ἢ ἀπὸ τοὺς κυρίους ποῦ ζητοῦν τὸν λόγον τὸ ἔχει ἴδει κανείς;
§157ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἄν πρόκειται ἡ Ἐπιτροπὴ νὰ λύσῃ καὶ τὴν ἀρχὴν καὶ τὰ καθέκαστα τοῦ νομοσχεδίου ἐργαζομένη συντόνως εἴμεθα σύμφωνοι.
§158Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Νὰ γίνῃ μία Ἐπιτροπή. Ἡ Ἐπιτροπὴ νὰ βάλῃ μέσα στὴ καρδιά της τὸ περὶ τίνος πρόκειται καὶ νὰ μελετήσῃ τὰ ζητήματα καὶ ἀφοῦ τὰ μελετήσῃ νὰ μᾶς φέρῃ τὰ πορίσματά της ὅσον τὸ δυνατὸν τάχιστα.
§159ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Νὰ λάβῃ μέρος καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἐπεξηγήσῃ τὸ σύστημά του.
§160Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὑπάρχει εἷς λόγος οὐσιωδέστατος διὰ νὰ ἐνεργήσωμεν ταχέως, ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ γεννᾷ διαταραχὴν, ὅπως πᾶν τοιαύτης φύσεως νομοσχέδιον, καὶ γίνονται ἐκμεταλλεύσεις πρὸς ταύτην ἢ ἐκείνην τὴν κατεύθυνσιν. Πρέπει νὰ τελειώσῃ ταχέως τὸ πρᾶγμα διὰ νὰ παύσῃ ἡ τοιαύτη ἐκμετάλλευσις, ἡ ὁποία εἶναι ἐπικίνδυνος εἰς τὰς συναλλαγάς, θὰ γίνῃ πρόξενος ζημιῶν, θὰ γίνῃ πρόξενος ζημιῶν, κερδοσκοπιῶν καὶ πολλῶν τοιούτων πράξεων. Λοιπὸν σᾶς παρακαλῶ νὰ παύσωμεν συζητοῦντες ἐπὶ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον δὲν εἴδομεν, καὶ νὰ καταρτισθῇ ἡ ἐπιτροπὴ ταχέως νὰ ἐπιληφθῇ τοῦ ἔργου, νὰ φέρῃ τάχιστα τὸ σχέδιόν της καὶ τότε νὰ συζητήσωμεν ἐπὶ τῶν προτάσεών της.
§161ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Πὼπ ἔχει τὸν λόγον.
§162Γ. ΠΩΠ. Κατ’ ἀρχὴν δὲν θὰ ψηφισθῇ ἀπόψε, διότι ἔχει σημασίαν τὸ πρᾶγμα.
§163Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω, ὅτι ἠμπορεῖ νὰ ψηφισθῇ, ἄν δὲν ὑπάρχῃ ἀντίρρησις εἰς τοῦτο.
§164Γ. ΠΩΠ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἰσηγούμενος τὸ νομοσχέδιόν του εἰς τὴν Συνέλευσιν ἔλεγεν ὅτι ἐτήρησε τοιαύτην μυστικότητα καὶ ἐπιφύλαξιν, ὥστε μόλις τὴν 1ην μεταμεσημβρινὴν ὥραν ὡς ἐπιδόρπιον παρέσχεν εἰς τοὺς ἄλλους συναδέλφους του τὸ νομοθέτημα τοῦτο, ἔπραξε δὲ τοῦτο δι’ εὐλόγους σκοποὺς ὠφελιμότητος κοινωνικῆς ὅσον ἀφορᾷ τὰς συναλλαγάς. Ἑπομένως ἐρωτῶ τὴν Κυβέρνησιν σήμερον τὴν ἑσπέραν ὁπότε πάγκοινον ἐγένετο, τὸ νομοθέτημα, οὐ μόνον δ’ ἐγένετο πάγκοινον ἀλλ’ ἔχει ἐπὶ τοσοῦτον παρεξηγηθῆ ἔξω τῆς Συνελεύσεως, εἰς τὴν ὁποίαν ἐπίσης εἶναι ἀπολύτως παρεξηγημένον, διότι αἱ βάσεις τοῦ νομοσχεδίου δὲν εἶναι ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι συνεζητήθησαν καὶ δὲν ὁμοιάζουν πρὸς τὴν ἐμπνέουσαν αὐτὸ ἰδέαν, ἑπομένως ἐρωτῶ μετὰ τὰς παρεξηγήσεις ταύτας ποῖα μέτρα διοικητικὰ ἐλήφθησαν ἀπὸ μέρος τῆς Κυβερνήσεως, ὥστε ὁ ἐκδηλωθεὶς ἀπὸ τῆς ἑσπέρας ταύτης πανικὸς μέχρι τοιούτου βαθμοῦ ὥστε τὰ μὲν δημοσιογραφικὰ γραφεῖα νὰ ἔχουν κατακλείσει ἄνθρωποι ἐρωτῶντες κατὰ ποῖον τρόπον θὰ κόψουν τὰ τάλληρά των εἰς δύο, πλήθη ἐδωδιμοπωλῶν, ἐμπόρων καὶ ἄλλων ἐπαγγελματιῶν διερωτώντων πληρεξουσίους καὶ δημοσιογράφους ἄν πρέπῃ νὰ πωλῶσι μὲ τὸ νόμισμα τὸ ὑπάρχον ἤ νὰ δέχωνται ἀντίτιμον τὸ ἥμισυ τοῦ ὑπάρχοντος νομίσματος, εἰς δὲ τὸ χρηματιστήριον καὶ τὰς Τραπέζας λόγῳ τῶν παρεξηγήσεων, αἱ ὁποῖαι ἀπὸ τῆς αἰθούσης ταύτης θὰ διοχετευθῶσι, διότι ὀφείλω νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ὑπάρχει ἐν τῇ βάσει τοῦ νομοσχεδίου τί, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ γίνῃ ἀποδεκτὸν κατ’ ἀρχὴν ἀπὸ τὴν Συνέλευσιν καὶ τὴν δημοσίαν γνώμην, θὰ γεννηθῇ ἐπίσης ἀνωμαλία, ἐφ’ ὅσον λέγω τοῦτο, συμβαίνει θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐξακολουθήσῃ τὴν ἑσπέραν ταύτην τὴν κατ’ ἀρχὴν συζήτησιν, νὰ μὴ ψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχήν, συγχρόνως δὲ νὰ λάβῃ μέτρα διοικητικὰ τοιαύτης μορφῆς ὥστε αὔριον νὰ μὴ εὑρεθῶμεν ἐνώπιον μιᾶς κοινωνικῆς ἀνωμαλίας ἡ ὁποία δὲν θὰ διαφέρῃ ἀπὸ ἐξέγερσιν.
§165Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ Κυβέρνησις θὰ ἐξετάσῃ καὶ θὰ λάβῃ τὰ προσήκοντα μέτρα. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν κατ’ ἀρχὴν ψήφισιν ἐκφράζει τὴν ἐπιθυμίαν νὰ ψηφισθῇ ἀπόψε κατ’ ἀρχήν, ἄν ὅμως ὑπάρχει ἀντίρρησις δὲν θὰ ἐπιμείνῃ.
§166Γ. ΠΩΠ. Νὰ συζητηθῇ ὅμως ἀπόψε.
§167Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ εἴπω δύο λέξεις εἰς ἀπάντησιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, διότι κυρίως ἡ συζήτησις ἐγένετο μεταξὺ ἐμοῦ καὶ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ.
§168Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ὑμέτερον σύστημα.
§169Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Τὸ ὑμέτερον.
§170Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Διὰ τὸ ὑμέτερον ὡμίλησα.
§171Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ὑμέτερον μὲ ὕψιλον, διότι ἐγὼ δὲν ὑπέβαλον σύστημα, σᾶς ἀνέπτυξα γενικὰς ἰδέας, οὐδὲ ἤμην ὑποχρεωμένος νὰ ὑποβάλω σύστημα, ἄν δὲ σᾶς ἀνέπτυξα γενικὰς ἰδέας, τοῦτο ἔπραξα ἐξ ὑπερβολικῆς εἰλικρινείας, ἵνα μὴ κατηγορεῖται πᾶς ὁ ἀντιλέγων εἰς τὰς Κυβερνητικὰς προτάσεις ὅτι δὲν ἔχει τι θετικὸν νὰ προτείνῃ. Ἀλλ’ ἄν εἶναι εὐκολώτατον, ἀναπτυσσομένων γενικῶν ἰδεῶν ἀπὸ ἐμὲ ὅστις δὲν κατέχω τὴν ἕδραν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις δὲν ἔχω τὰς πληροφορίας τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἄν εἶναι εὐκολώτατον δι’ ὑμᾶς νὰ εὕρητε δύο ἤ τρία ἀντικείμενα τῶν γενικῶν ἰδεῶν, τὰς ὁποίας ἀνέπτυξα καὶ νὰ ἐλέγξητε ταῦτα ἐκ τοῦ προχείρου, διότι πρόκειται περὶ γενικῶν ἰδεῶν αἱ ὁποῖαι ἀνεκοινώθησαν ἐν γενικαῖς γραμμαῖς οὐχὶ ὑπὸ τύπον νομοθετήματος καὶ ἄνευ μελέτης ἐμπεριστατωμένης καὶ στηριζομένης ὑπὸ τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν, φαντάζεσθε ποία ἡ ἐντύπωσις περὶ μέτρου τὸ ὁποῖον μετὰ ὡρίμου καὶ μακρὰν μελέτην ὑποβληθὲν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ υἱοθετηθὲν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως διὰ προχείρου συζητήσεως ἀπεδείχθη ὅτι εἶναι ἱκανὸν νὰ διαταράξῃ τὴν κοινὴν γνώμην καὶ τὴν Συνέλευσιν.
§172Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Παρεξηγηθέν.
§173Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Βεβαιότατα ἔχομεν ὑποχρέωσιν νὰ ἐξετάσωμεν ὅλα τὰ μέτρα καὶ νὰ τὰ ἐξετάσωμεν μετὰ σοβαρότητος, ὅλα τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἱκανά, ἵνα ἀποκαταστήσωσιν τὴν ἐπάρκειαν καὶ τὴν ἠρεμίαν τοῦ Δημοσίου Ταμείου. Διότι γινώσκω καὶ ἐγὼ τὰς ἀνάγκας τῆς Χώρας καὶ εἶμαι εἰς θέσιν ν’ ἀντιληφθῶ καὶ νὰ ἐκτιμήσω τὴν ἐπιτακτικὴν ἀνάγκην τῆς πληρώσεως τοῦ Δημοσίου Ταμείου. Ἀλλά, κ. Πρόεδρε τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὅταν ζητῶ παρ’ ἡμῶν, ἵνα ἐν τάχει καὶ μετὰ τόσης ἐπειγούσης προσπαθείας προβῶμεν εἰς ἐξέτασιν, συζήτησιν καὶ ψήφισιν τῶν ὑμετέρων μέτρων, τονίζοντες τὰς ἐπιτακτικὰς ἀνάγκας τὰς ὁποίας ἔχει ἡ Χώρα, δανάμεθα νὰ ἀντιστρέψωμεν τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο πρὸς ὑμᾶς καὶ λέγομεν καὶ ἐρωτῶμεν. Διατὶ περιμένετε τὴν τελευταίαν ὥραν περὶ πληρώσεως τῶν ἀναγκῶν τοῦ Δημοσίου Ταμείου; Ἡμεῖς ζητοῦντες ἄνεσιν καὶ προθεσμίαν τῆς ἐξετάσεως καὶ μελέτης τοῦ Κυβερνητικοῦ μέτρου εἴμεθα τελείως δικαιολογημένοι, διότι ἡ ψῆφος ἡμῶν διδομένη ἀνεξετάστως οὐδαμῶς καλύπτεται ὑπὸ τῆς εὐθύνης ὑμῶν ὑποβαλλόντων νομοθέτημα ἀνεξέταστον. Ἡ εὐθύνη ἡμῶν ψηφιζόντων νομοθέτημα ἀνεξέταστον τοιαύτης σημασίας εἶναι κοινὴ πρὸς τὴν Κυβερνητικὴν εὐθύνην ὑποβαλλόντων νομοθέτημα, τὸ ὁποῖον μετὰ τόσης προχείρου ἐξετάσεως ἀποδεικνύεται ὅτι τοιαύτας ἔχει ἀνεπαρκείας. Ἔχετε χρόνον πολὺν καὶ ὠφείλετε ἐγκαίρως νὰ προνοήσητε περὶ τῶν ἀναγκῶν τοῦ Δημοσίου Ταμείου, εἴχετε χρόνον πολὺν καθ’ ὃν ὠφείλετε νὰ προνοήσητε οὐ μόνον περὶ τῶν ἀναγκῶν τούτων ἀλλὰ καὶ περὶ ὅλων ἐκείνων τῶν οἰκονομικῶν μέτρων τὰ ὁποῖα εἰσὶν ἐνδεδειγμένα, ἵνα ἀποκαταστήσωσιν τὴν ἐπάρκειαν τοῦ Δημοσίου Ταμείου εἰς τὴν πρέπουσαν αὐτῇ θέσιν καὶ νὰ ὑψώσητε διὰ ταύτης τὴν πίστιν τῆς Χώρας. Λοιπὸν αἱ προσπάθειαι ὑμῶν αἱ δανειστικαὶ κατέληξαν μόνον εἰς προσφυγὴν εἰς ξένας ἀγορὰς καὶ εἰς ἄγονον ἐνέργειαν μέχρι τοῦδε ἀποδειχθεῖσαν. Τὰ μέτρα ἐκεῖνα διὰ τῶν ὁποίων θὰ ἐπιτυγχάνετο ἡ ἰσοζύγισις τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἄν οὐχὶ ἐν τῷ συνόλῳ ἀλλὰ τοὐλάχιστον κατὰ τὸ πλεῖστον μέρος αὐτοῦ δὲν προσεκομίσθησαν ἐνταῦθα καὶ δὲν παρουσιάσθησαν μελετημένα. Προσθέτως τὴν ἑσπέραν ταύτην γίνεται δήλωσις παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι εἷς τῶν ἐπειγόντων λόγων τῆς ψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου εἶναι καὶ ἡ ἐξάντλησις τῶν διαθεσιμοτήτων τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Αἱ ἀνάγκαι τοῦ Δημοσίου Ταμείου, καὶ αἱ δηλώσεις αὗται τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν αἱ σχετιζόμεναι πρὸς τὴν ἐπάρκειαν τῶν διαθεσιμοτήτων τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καθιστῶσι ἀπαραίτητον, ὅπως γίνῃ ἐξέτασις τοῦ νομοθετήματος ὑμῶν μετὰ πάσης ἐνδελεχείας, ἀλλὰ καὶ ἡ Συνέλευσις μὴ βεβαίως τερματίσῃ τὸ στάδιον τῶν ἐργασιῶν της τοῦτο, χωρὶς νὰ δώσῃ ἀποτελέσματα εἰς τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τῆς χώρας, διότι μένουν οὕτω ἐκκρεμεῖς οὐ μόνον αἱ Ἐθνικαὶ ὑποθέσεις, ἀλλὰ καὶ αὐτὴ ἡ ἐκτεθεῖσα ἤδη κατάστασις τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης.
§174Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα εἶναι ἐν τάξει.
§175Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Κατόπιν τοῦ νομοθετήματος τὸ ὁποῖον ὑπεβάλετε;
§176Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Μάλιστα.
§177Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἀλλὰ ἀφήσαντες ἐν τάξει τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ἐθέσατε ἐν ἀταξίᾳ τὴν Ἑλληνικὴν Κοινωνίαν. Ὄλα ταῦτα εἶναι τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἐπὶ μακρὰν σειρὰν μηνῶν ἀποφυγῆς λήψεως ῥιζικῶν μέτρων πρὸς ἀντιμετώπισιν τῆς καταστάσεως. Ἀλλ’ ἐὰν ὑμεῖς ἐβραδύνατε εἰς τοῦτο καὶ προσέρχεσθε τὴν τελευταίαν ὥραν νὰ ὑποβάλητε τὸ νομοθέτημα ὑμῶν, ἡμεῖς εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ παράσχωμεν τὴν ἐργασίαν ἡμῶν μελετημένην, ὅπως τὰ νομοθετήματα ὑμῶν διορθωθῶσιν συζητούμενα καὶ ψηφισθῶσι πάντως χωρὶς καὶ νὰ ἀποβῶσιν ἀφορμὴ κοινωνικῆς διαταραχῆς. Ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ ἐπίκλησις εἰς ὑμᾶς, ἵνα συστήσωμεν καὶ τὴν μελέτην ἡμῶν τὴν ἀναγκαστικὴν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, διότι σεῖς ἐβραδύνατε εἰς τὰ ἔργα ὑμῶν. Ταῦτα εἶναι τὰ πράγματα. Τώρα, ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῆς φύσεως τοῦ νομοσχεδίου, ὅ,τι ἐλέχθη καὶ ὅ,τι ἠκούσθη ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ περὶ τῆς διαταραχῆς, ἡ ὁποία ὑπάρχει ἐν τῇ κοινωνίᾳ, εἶναι ἀναμφισβήτητον. Τὸ νομοθέτημα ἐξῆλθεν ὥριμον ἐκ τῆς διανοίας καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅσον ἀφορᾷ αὐτὸν τὸν ἴδιον, ἀλλ’ εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι καὶ αὐτὸ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον διεξῆλθεν τοῦτο κατὰ τὰς μεσημβρινὰς ὥρας. Ἡ δημοσία γνώμη ἔξω εὑρίσκεται ἐξεγηγερμένη, αὔριον δὲ τὴν πρωΐαν ἡ ἀγορὰ θὰ εὑρίσκεται ἐν διαταραχῇ. Λοιπὸν τὴν ἑσπέραν ταύτην εἶναι ὀρθὸν ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου εἴτε νὰ γίνῃ δεκτή, εἴτε νὰ ἀπορριφθῇ.
§178Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Οὔτε νὰ γίνῃ δεκτή, οὔτε νὰ ἀπορριφθῇ.
§179Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἡ ἀρχὴ δηλαδὴ τοῦ δανεισμοῦ καὶ μόνον οὐχὶ δι’ ἐκδόσεως χαρτονομίσματος, νὰ παραμείνῃ δὲ ἐντελῶς ὡς ἀναγόμενον εἰς λεπτομερείας καὶ ὄχι ὡς ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου τὸ σύστημα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὅτι δηλαδὴ ἀποφεύγομεν τὴν ἔκδοσιν τοῦ χαρτονομίσματος καὶ ἀγόμεθα εἰς τὴν συνομολόγησιν ἀναγκαστικοῦ δανείου, τὸ σύνολον ὅμως τῶν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου, αἵτινες συνδέουσιν τὴν ἀνάμιξιν τῆς ἀνταλλακτικῆς κινήσεως τῆς Χώρας πρὸς τὸν ἀναγκαστικὸν δανεισμόν, δὲν πρέπει ν’ ἀποτελέσῃ ἀρχήν. Ἐὰν ἐπιμείνῃ ἡ Κυβέρνησις, τότε εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ τὸ ἀπορρίψωμεν.
§180Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. συνάδελφος μὲ ἤλεγξεν διότι ἐγὼ ἀπέκρουσα τὸ σύστημα τὸ διὰ γενικῶν ἰδεῶν διατυπωθέν, τὸ ὁποῖον προέτεινε εἰς ἀντικατάστασιν τοῦ συστήματος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Ὁ κ. συνάδελφος εἶπεν ὅτι δὲν εἶχε ὑποχρέωσιν νὰ τὸ προτείνῃ. Οὐδεὶς ἰσχυρίσθη, ὅτι εἶχεν ὑποχρέωσιν νὰ τὸ προτείνῃ, ἀλλ’ ἐκ τοῦ ὅτι τὸ ἐπρότεινεν κατὰ χάριν καὶ οὐχὶ καθ’ ὑποχρέωσιν δὲν ἕπεται ὅτι ἐπιβάλλεται εἰς ἡμᾶς νὰ τὸ κρίνωμεν ὅτι ἔχει ὀρθῶς, ἐὰν δὲ ἐνόμιζεν ὅτι δὲν εἶχεν ὀρθῶς ὤφειλε τὴν γνώμην του ταύτην ν’ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Συνέλευσιν. Δὲν ἦτο τοῦτο παράλειψις ἁβρότητος, διότι ἀλλέως θὰ ἐνόμιζεν ἡ Συνέλευσις ὅτι κατ’ ἐμὴν κρίσιν τὸ πρᾶγμα εἶχεν ὀρθῶς, ἐν ᾧ πιστεύω ὅτι ἀπέδειξα καὶ εἰς αὐτὸν τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον, ὅτι οὐχὶ ὀρθῶς ἔχει τὸ προχείρως καὶ ἐν γενικαῖς γραμμαῖς ἐκτεθὲν σύστημα του. Καὶ ἄν τὸ σύστημα τοῦτο δὲν εἶχεν ὀρθῶς καὶ ἐγκαταλείπεται καὶ σύν τῇ ἐγκαταλείψει τοῦ συστήματος τούτου γίνηται δεκτὴ ὑπὸ τοῦ κ. συναδέλφου ὡς καὶ ὑπὸ πάντων ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐκδοθῇ χαρτονόμισμα, ἀλλὰ νὰ προσφύγωμεν εἰς ἀναγκαστικὸν δάνειον. Παραδέχονται πάντες τοῦτο;
§181Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχω τὴν δύναμιν ἐγὼ εὐθὺς ἐκ τοῦ προχείρου νὰ λαμβάνω ἀποφάσεις ἐπὶ τοιούτων ζητημάτων.
§182Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Στράτος εἶπεν ὅτι πάντες ἀποδέχονται τὸ ἀναγκαστικὸν δάνειον.
§183Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Εἶπον, ὅτι ἡ πλειοψηφία τῆς Συνελεύσεως ἀποκρούει τὴν προσφυγὴν εἰς τὴν ἔκδοσιν χαρτονομίσματος. Τοῦτο μόνον εἶπον.
§184Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Τώρα τὸ λέγετε.
§185Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν προσφυγὴν εἰς τὸ χαρτονόμισμα τὴν καταδικάζω ἀπολύτως, καὶ ὑπάρχει συνάδελφός τις ἐδῶ, ὅστις γινώσκει ὅτι μία ἀπὸ τὰς αἰτίας, διὰ τὰς ὁποίας δὲν ἠθέλησα νὰ ἐξακολουθήσω συνεργαζόμενος μεθ’ ὑμῶν ὡς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἦτο ἡ πεποίθησίς μου, ὅτι εἶναι αὐτοκαταδίκη τῆς Ἑλλάδος ἡ αὔξησις τοῦ χαρτονομίσματος τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας.
§186Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὅλοι λοιπὸν εἴμεθα σύμφωνοι, ὅτι πρέπει νὰ εὑρεθῇ χρῆμα. Ἐρωτῶ ὅλους, νομίζει τις ὅτι διὰ προσφυγῆς εἰς τὴν ἐλευθέραν προσφορὰν τοῦ χρήματος, ἠμποροῦμεν νὰ εὕρωμεν τὸ χρῆμα;
§187Ε. ΤΣΟΥΔΕΡΟΣ. Νομίζω ὅτι δύνασθε νὰ καταφύγητε εἰς μικτὸν σύστημα.
§188Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀφήσατε τὸ μικτὸν σύστημα. Ἐρωτῶ, νομίζετε ὅτι τὰ 1000 ἑκατομμύρια δυνάμεθα νὰ τὰ εὕρωμεν δι’ ἐκδόσεως δανείου εἰς τὴν ἀγοράν;
§189Ε. ΤΣΟΥΔΕΡΟΣ. Ὄχι.
§190Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἔχομεν καθωρισμένα τὰ ἑξῆς σημεῖα. Πρῶτον ἔχομεν ἀνάγκην ἀπὸ χρήματα καὶ ἀπὸ χρήματα πολλά, δεύτερον θὰ τὰ εὕρωμεν δι’ ἐκδόσεως χαρτονομίσματος, τρίτον, δὲν δυνάμεθα νὰ τὰ εὕρωμεν δι’ ἑκουσίου δανείου. Εἰς αὐτὸ εἴμεθα σύμφωνοι. Τώρα ἐὰν δὲν δυνάμεθα νὰ τὰ εὕρωμεν δι’ ἑκουσίου δανείου, κατ’ ἀνάγκην θὰ προσφύγωμεν εἰς ἀναγκαστικὸν δάνειον, ἐκτὸς ἐὰν ὁ διαφωνῶν κύριος Καλογερόπουλος μᾶς ὑποδείξῃ κατὰ ποῖον τρόπον θὰ τὰ εὕρωμεν.
§191Α. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Εἴπομεν ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ ἐπιτροπή, ἥτις θὰ συζητήσῃ τὸ πῶς θὰ γίνῃ σχετικὸν δάνειον ἀναγκαστικόν.
§192Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Λοιπὸν εἶναι δεδομένον ὅτι ἐφ’ ὅσον δὲν δυνάμεθα οὔτε δι’ ἐκδόσεως χαρτονομίσματος, νὰ εὕρωμεν χρήματα, οὔτε δι’ ἑκουσίου δανείου, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ καταφύγωμεν εἴς τινα τρόπον ἀναγκαστικοῦ δανείου, ἐκτὸς ἄν εὑρεθῇ τις ὅστις θὰ προτείνῃ ἄλλον τρόπον δανείου, ὅστις καὶ θ’ ἀποτελῇ καὶ ἕτερον σύστημα. Ἡ Κυβέρνησις προτείνει τὸ σύστημα αὐτὸ τὸ ὁποῖον μὲ τὰς ἀρετάς του ἔχει βεβαίως, ὡς πᾶν ἀνθρώπινον πρᾶγμα καὶ τὰ ἐλαττώματά του, ἰδίως ἕν ἐλάττωμα ὅτι ὑπόκειται εἰς παρεξηγήσεις καὶ παρερμηνείας, καὶ εἰς τοῦτο θὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν συνδρομὴν ὑμῶν καὶ ἔχετε καθῆκον νὰ τὴν παράσχητε, ὅλην λέγω τὴν συνδρομήν, ὅλην, ἀνεξαρτήτως κομματικῆς χροιᾶς. Ἐλέχθη, εἶναι ἀληθές, ὅτι ἐδημιουργήθη μία ταραχὴ εἰς τὴν ἀγοράν. Ὡς δ’ εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Ψαρρῶν συνάδελφος ἐδημιουργήθη ταραχὴ ἐκ παρανοήσεων, ἥτις δὲν δύναται νὰ παραμείνῃ, διότι θὰ ἔλθῃ τὸ νομοσχέδιον ἐνώπιον σας, θὰ ἀκούσητε τὴν συζήτησιν καὶ θὰ μορφώσητε τὴν γνώμην. Ἔχετε καθῆκον ὅπως καὶ ἐγὼ νὰ συντελέσωμεν ὥστε αἱ παρανοήσεις αὗται νὰ μὴ ὑπάρχωσι. Βεβαίως ἕκαστος ἐξ ὑμῶν δικαιοῦται νὰ σημειώσῃ τὰ ἐλαττώματα τοῦ συστήματος. Ἐὰν ἔχῃ νὰ προτείνῃ ἄλλην τινὰ μέθοδον πρὸς βελτίωσιν τοῦ συστήματος, τότε χρειάζεται νὰ φέρῃ τὴν ἔκθεσιν τῶν ἐλαττωμάτων τοῦ συστήματος πρὸ τῆς μελέτης, διότι ἕκαστος ἐὰν προχείρως, προχείρως καὶ ὄχι ἐπισταμένως εἰς ζητήματα τοσοῦτον λεπτά, ἐὰν θελήσῃ προχείρως νὰ ἐκφέρῃ γνώμην, δύναται νὰ κάμῃ ὅ,τι σεισμὸς εἰς μαγαζὶ μὲ ὑαλικά. Χρειάζεται λοιπὸν προσοχή, ἐφεκτικότης καὶ μελέτη. Λοιπὸν τὸ νομοσχέδιον πρέπει νὰ ψηφισθῇ ὡς τάχιστα, ὄχι διὰ τὸν λόγον, ὅν εἶπεν ὁ κύριος συνάδελφος, ὅτι ὑπεβλήθη ἀργά. Καὶ πρὸ ἕξ μηνῶν ἄν ὑπεβάλετο ἔπρεπε νὰ ψηφισθῇ ὡς τάχιστα, διότι δὲν εἶναι νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ μείνῃ ἐκκρεμές. Δὲν δύνασθε νὰ κρατήσετε τὰς συναλλαγὰς ἐκκρεμεῖς, ὄχι διότι ἔχομεν ἀνάγκην χρημάτων, ἀλλὰ καὶ ἄν ἠδυνάμεθα νὰ ἔχωμεν ἀνάγκην χρημάτων μόνον μετὰ ἕξ μῆνας, πάλιν ἔπρεπε νὰ συζητηθῇ καὶ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον ἀμέσως. Λοιπὸν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐνεργήσωμεν ταχέως. Δὲν δύναμαι νὰ ἀξιώσω ἀπὸ τὴν Συνέλευσιν νὰ ψηφίσῃ ὑποχρεωτικῶς ἀπόψε τὴν ἀρχήν, ἀλλ’ ἐὰν ἡ Συνέλευσις, ἔχουσα ὑπ’ ὄψιν τὸ ἐπεῖγον, ἄν ἐψήφιζε τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχήν, κατ’ ἐμὴν γνώμην, θὰ ἔπραττε ὀρθῶς. Ἐὰν ὅμως ἡ Συνέλευσις νομίζει ὅτι ἔπρεπε συμφώνως μὲ τὸν Κανονισμὸν νὰ καταρτίσῃ ἀπόψε τὴν Ἐπιτροπήν, νὰ ψηφίσῃ δὲ αὔριον κατ’ ἀρχὴν εἴτε μετά, εἴτε καὶ ἄνευ ἐκθέσεως τῆς Ἐπιτροπῆς, διότι ἡ Ἐπιτροπὴ ἐνδέχεται νὰ ἀργήσῃ νὰ ὑποβάλῃ τὴν ἔκθεσιν, τότε νομίζω ὅτι πρέπει νὰ περατωθῇ ἀπόψε ἡ συζήτησις καὶ ἡ Συνέλευσις νὰ ἀποφασίσῃ ἐὰν θέλῃ ἀπόψε τὴν σύστασιν τῆς Ἐπιτροπῆς.
§193ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Καλογερόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§194Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, μετὰ τὰς γενομένας παρατηρήσεις ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας πληρεξουσίου καὶ τὴν εἰς αὐτὰς δοθεῖσαν ἀπάντησιν ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἐθεώρησα ὅτι ἴσως δὲν θὰ ἦτο ἄσκοπον νὰ εἴπω καὶ ἐγὼ διὰ βραχέων τὰς σκέψεις μου. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, εἰσάγων τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εἰσήγαγεν, μέχρι τοῦδε ἀσφαλῶς κρατούμενον ἐντὸς τοῦ θυλακίου του πρὸς ἀποφυγὴν—ἐννοῶ τὴν καλὴν αὐτοῦ πίστιν, ἣν δὲν συζητῶ— διαδόσεως τῶν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου, ἠξίωσεν ὅπως ἀμέσως κηρυχθῇ κατεπεῖγον καὶ ψηφισθῇ κατ’ ἀρχὴν πρὶν ἤ τυπωθῇ καὶ πρὶν ἤ διανεμηθῇ. Ἐζήτησεν ὅπως ψηφισθῇ νομοσχέδιον ἀφορῶν εἰς ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους ἐξ 1.500.000.000 ἐπὶ πληρωμῇ 7% τόκου, χωρὶς ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀνακοινώσῃ πρὸς τὴν Συνέλευσιν ποῖα μέτρα ἔλαβε πρὸς ἐξασφάλισιν τῆς ὑπηρεσίας τοιούτου δανείου, διότι ὁ πρόχειρος ὑπολογισμὸς τόκου 7% ἐπὶ τοιούτου ποσοῦ δίδει ἀποτέλεσμα 100.000.000 κατ’ ἔτος. Ὁ ὑπολογισμὸς δὲ τῆς χρεωλυτικῆς ἐξασφαλίσεως τοῦ δανείου τούτου ἐντὸς 20 ἐτῶν νομίζω ὅτι δὲν θὰ ἀφήσῃ ἴσως ποσὸν μέγα ὡς περιθώριον μέχρι τοῦ ποσοῦ 200.000.000 δραχμῶν ἐν ὅλῳ κατ’ ἔτος.
§195Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ὄχι τόσον ποσόν. Εἶναι μεγάλη διαφορά.
§196Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ 1.500.000.000 εἶνε 100.000.000. Εἶπον ὅτι θὰ ὑποληφθῇ μέγα ποσὸν μέχρι συμπληρώσεως 200.000.000.
§197Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν θὰ φθάσῃ τὰ 25.000.000 ἡ χρεωλυτικὴ δόσις.
§198Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ καὶ ἄν εὕρωμεν ὅτι χρειάζονται 25.000.000 διὰ τὴν χρεωλυτικὴν δόσιν, θὰ ἔχωμεν 130.000.000. Βεβαίως συνειθίσαμεν πλέον νὰ συζητῶμεν μὲ δισεκατομμύρια καὶ 130.000.000 ἐτησία ἐπιβάρυνσις τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους φαίνεται ὅτι δὲν εἶναι προωρισμένη νὰ κάμῃ εἰς πάντας ἐντύπωσιν. Εἰς ἐμέ, κύριοι, κάμνει ἐντύπωσιν καὶ ἐντύπωσιν μεγάλην.
§199Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Καὶ εἰς ἡμᾶς.
§200Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν λέγω, κ. Πρόεδρε, ὅτι ἔχετε ἄδικον μεριμνῶντες περὶ ἐξασφαλίσεως χρημάτων. Δὲν εἶμαι κατ’ ἀρχὴν ἀντίθετος εἰς τὴν ἀνάγκην τοῦ δανεισμοῦ. Εἶμαι σύμφωνος μεθ’ ὑμῶν, ὅτι ἀποκλείεται πᾶσα ὁδὸς περὶ αὐξήσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας.
§201Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Νὰ κάμωμεν τὸν τόκον ὀλιγώτερον. 4%.
§202Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀφήσατε ἐγὼ νὰ ἐξακολουθήσω τὰς σκέψεις μου καὶ θὰ ἴδετε ὅτι θὰ εἶνε εὔκολον νὰ εὑρεθῇ πεδίον συνεννοήσεως. Νομίζω, κύριοι, ὅτι πρὶν ἤ καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ δυνηθῇ ἐπὶ τοιούτου θέματος νὰ δώσῃ ἀκριβῆ γνώμην πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Συνέλευσιν θὰ ἦτο εὐχερέστερον νὰ λύσωμεν τὸ ζήτημα ἄν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐλάμβανε προκαταβολικῶς τὸν κόπον νὰ ἐκθέσῃ τὰ μέτρα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐπιβάλλονται διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ τοιούτου δανείου.
§203Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ σᾶς τὰ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Ἐπιτροπήν.
§204Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Τὰ ἀνεκοίνωσα ὁμιλῶν.
§205Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς λέγω ὅτι διὰ νὰ καλύψωμεν τὰ ἐλλείμματα, τὰ ὁποῖα μᾶς ἐξηγγείλατε εἰσάγοντες τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ λήγοντος ἔτους καὶ τὰ ἐλλείμματα τὰ ὁποῖα θὰ προστεθῶσι, ἄν γίνῃ τὸ νομοσχέδιον νόμος τοῦ Κράτους....
§206Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐννοεῖτε τὴν ἐτησίαν κάλυψιν εἰς τὸν Προϋπολογισμόν; Διὰ νὰ συνεννοηθῶμεν. Ἐννοεῖτε τὴν ἐξασφάλισιν, τὴν ὁποίαν θὰ δώσωμεν εἰς τὸ δάνειον, ἤ ἐννοεῖτε τὰ οἰκονομικὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα θὰ λάβωμεν διὰ νὰ προμηθευθῶμεν ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα θὰ πληρώνωμεν ἐτησίως ὡς χρεωλυτικὴν δόσιν;
§207Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω ὅτι καὶ τοῦ δανείου τούτου ἡ ὑπηρεσία θὰ ἀποτελέσῃ πρόσθετον κεφάλαιον τοῦ ἐν ἐλλείμματι Προϋπολογισμοῦ.
§208Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Βεβαιώτατα.
§209Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν ἄλλως γενέσθαι.
§210Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Μάλιστα.
§211Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν λοιπὸν εἰς τὰ ἐλλείμματα, τὰ ὁποῖα πολὺ ὀρθῶς εἴχετε τὴν καλωσύνην καὶ τὴν ἑσπέραν ταύτην νὰ ἐξαγγείλητε πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Συνέλευσιν, ὅπως προνοήσῃ καὶ αὐτή, ὡς ἔχει καθῆκον, περὶ αὐτῶν, προσθέσητε καὶ τὴν ἀνάγκην τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δανείου τούτου, ἔστω καὶ κατὰ 130.000.000, ὡς εἴπετε προδείλως τὰ ἐλλείμματα ταῦτα θ’ αὐξηθῶσιν. Ἤθελον δὲ νὰ μάθω ποῖα μέτρα λαμβάνετε, ὅπως ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους καταστῇ ἰσοσκελὴς καὶ ἐξασφαλίσῃ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δανείου, τοῦ ὁποίου ἡ τύχη πολὺ θὰ ἐξαρτηθῇ ἐκ τῆς πεποιθήσεως τῆς ἐμποιηθησομένης εἰς τὸ κοινόν, ὅτι τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα θὰ δοθῶσιν εἰς τὸ Δημόσιον Ταμεῖον κατὰ τοιοῦτον τρόπον, εἶναι χρήματα προωριζόμενα νὰ ἐπιστραφῶσιν καὶ ὅτι οἱ δόσαντες τὰ χρήματα δὲν καταδικάζονται νὰ ὑποστῶσιν αὐτοὶ καὶ μόνοι τὴν ἔκτακτον αὐτὴν θυσίαν ἄνευ ἐλπίδος ἀποδόσεως. Αὐτὴ εἶναι μία γενικὴ παρατήρησις, ἡ ὁποία δὲν εἶναι ἰδέα ἰδική μου, εἶναι ἰδέα, ἡ ὁποία διήκει δι’ ὅλου τοῦ Δημοσιονομικοῦ Ἀγγλικοῦ συστήματος, διότι, ὅπως εἴδετε, κατὰ τὸν διεξαχθέντα μέγαν πόλεμον, οὐδέποτε Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τῆς Ἀγγλίας κατέθεσε νόμον περὶ δανείου χωρὶς ταὐτοχρόνως νὰ ἐξαγγείλῃ καὶ τοὺς πόρους τοὺς ὁποίους ἐζήτει, ἵνα ἐξασφαλίσῃ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δανείου αὐτοῦ. Διὰ τοῦτο δὲ εἴδετε ὅτι τὰ Ἀγγλικὰ οἰκονομικὰ δὲν ἐπιβαρύνθησαν ὑπερμέτρως διὰ τῆς δημιουργίας ἐλλειμμάτων, ἀλλ’ ἑκάστοτε τὰ βάρη τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἀντιμετωπίζοντο διὰ προσόδων, τὰς ὁποίας ταὐτοχρόνως ἡ Βουλὴ τῶν Κοινοτήτων ἐνέκρινεν. Τοῦτο λοιπὸν ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι θεωρῶ ὅτι εἶνε μία ἔλλειψις, οὐχὶ κατὰ παράβασιν Συνταγματικῆς τινος διατάξεως, ἀλλὰ μία ἔλλειψις πρὸς ἐνίσχυσιν τοῦ μέτρου τοῦ οἰκονομικοῦ, τὸ ὁποῖον ὑποβάλλεται, διὰ νὰ ἐμπνευσθῇ εἰς πάντας ἡ πεποίθησις ὅτι τὸ μέτρον αὐτὸ δὲν ἔχει σκοπὸν ἐξ ὑπογείου νὰ πορίσῃ χρήματα εἰς τὸ Δημόσιον Ταμεῖον, ἀλλ’ ἀποτελεῖ μέτρον λελογισμένον, δυνάμενον νὰ ἐμπνεύσῃ ὄχι μόνον εἰς τοὺς κυβερνῶντας, ἀλλὰ καὶ εἰς τοὺς δανειστὰς τὴν βεβαιότητα ὅτι δὲν δανείζουσιν ἐπὶ ἀπωλείᾳ τοῦ κεφαλαίου αὐτῶν. Ἕτερον σημεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν του, εἶνε τὸ ἀναγόμενον εἰς τὰ ἄρθρα 7 καὶ 8 τοῦ νομοσχεδίου. Διὰ τοῦ ἄρθρου 8 νομοθετεῖται ὅτι: (ἀναγινώσκει). «Ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα τῆς Ἑλλάδος ὑποχρεοῦται νὰ φέρῃ εἰς πίστωσιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου, ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς ἰσχύος τοῦ παρόντος νόμου, ποσὸν ἴσον πρὸς τὸ ἥμισυ τοῦ ὅλου ἐν κυκλοφορίᾳ ποσοῦ τραπεζογραμματίων». Αὐτὸ εἶναι περὶ τὰ 2.500.000.000. Δὲν ἔχω ἐνταῦθα τὸν ἰσολογισμὸν τῆς Τραπέζης. Αὐτὴ ἡ διάταξις, νὰ ἀρθῇ εἰς πίστιν τοῦ Δημοσίου ποσὸν ἴσον πρὸς τὸ ἥμισυ τοῦ κυκλοφοροῦντος ποσοῦ τραπεζογραμματίων, τὸ ὁποῖον θὰ αὐξηθῇ κατὰ 550.000.000, ἄν ἡ ἐντύπωσίς μου ὑπῆρξεν ἀκριβὴς καὶ δὲν παρήκουσα, ποῖον ἀποτέλεσμα θὰ ἔχῃ; 2.500.000,000, τραπεζογραμματίων εἶνε ἐν κυκλοφορίᾳ· θὰ ἔχωμεν δυνάμει συμβάσεως καὶ ὑπὸ τὴν ψῆφον ἡμῶν ἕτερα 550.000.000, τὰ ὁποῖα δὲν ἐννοῶ νὰ ἐξετάσω περαιτέρω τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους ἀμέσως ὑπάρχει κατεπεῖγον νὰ ψηφισθῶσιν ἀμέσως, οὕτω δὲ θὰ ἀποτελεσθῇ ποσὸν περὶ τὰ 3.000.000.000 ἐν κυκλοφορίᾳ. Αὐτὸ τὸ ποσὸν τοῦ 1.500.000.000, τὸ ὁποῖον εἶνε ὑποχρεωμένη ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα νὰ ἀγάγῃ ἀμέσως εἰς πίστωσιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου, μήπως θὰ φέρῃ τὸ ποσὸν τῆς κυκλοφορίας εἰς 4.500.000.000;
§212Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Αὐτὴ ἀκριβῶς εἶναι ἡ βάσις τοῦ νομοσχεδίου, ὅτι ἐκ τῶν 3.000.000.000 ἐν κυκλοφορίᾳ τραπεζογραμματίων τὸ 1½ δισεκατομμύριον θὰ μείνῃ ἐν κυκλοφορίᾳ, τὸ ἕτερον 1½ θὰ ἀρθῇ ἀπὸ τοὺς κατέχοντας τραπεζογραμμάτια, θὰ ἀντικατασταθῇ δι’ ὁμολογιῶν καὶ αὐτὸ τὸ 1½ δισεκατομμύριον δηλαδὴ τὸ ἥμισυ τοῦ κυκλοφοροῦντος χαρτονομίσματος θὰ ἀρθῇ εἰς πίστιν τοῦ δημοσίου Ταμείου.
§213Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ διάταξις ὅμως, κ. Ὑπουργέ, ὀφείλω νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι μὲ σκανδαλίζει, διότι ἡ διάταξις λέγει. «Ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα τῆς Ἑλλάδος ὑποχρεοῦται νὰ φέρῃ εἰς πίστωσιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς ἰσχύος τοῦ παρόντος νόμου ποσὸν ἴσον πρὸς τὸ ἥμισυ τοῦ ἐν κυκλοφορίᾳ ποσοῦ τραπεζογραμματίων αὐτῆς».
§214Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ὑποθέσατε, ὅτι ψηφίζεται τὸ νομοσχέδιον καὶ μετὰ πέντε ἡμέρας δημοσιεύεται, ἀπὸ τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου τὸ ἥμισυ τῶν ἐν κυκλοφορίᾳ τραπεζογραμματίων δὲν ἰσχύει ὡς νόμισμα κυκλοφοροῦν;
§215Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄρα θὰ θεωροῦνται ὡς ἄκυρα. Ἔχετε ὅμως τὴν διάταξιν εἰς τὸ ἄρθρον 7ον, ἡ ὁποία ὁμιλεῖ περὶ τριμήνου προθεσμίας, καθ’ ἣν καὶ τὰ στέμματα ἰσχύουσι πρὸς ἐξόφλησιν προτέρων ὀφειλῶν.
§216Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Κατὰ τὸ τρίμηνον διάστημα δύναται τὸ ἥμισυ τοῦ τραπεζογραμματίου, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ τὴν ὁμολογίαν νὰ τὸ παρουσιάσῃ εἰς τὰς Τραπέζας καὶ νὰ ζητήσῃ ἐπὶ ἐνεχύρῳ τούτου δάνειον ἴσον πρὸς τὸ ἥμισυ τῆς ἀξίας.
§217Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὥστε θεωρεῖτε, ὅτι αὐτὰ ἀκυροῦνται αὐτοδικαίως;
§218Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Μάλιστα.
§219Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε καθίστανται εἰς χεῖρας τῶν κομιστῶν ἄκυρα.
§220Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Τὸ ἕτερον ἥμισυ εἶναι ὁμολογίαι δανειστικαὶ τοῦ Κράτους.
§221Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλ’ ἔχετε τὴν ἄλλην διάταξιν, καθ’ ἣν τὸ ἕτερον ἥμισυ δύναται νὰ χρησιμεύσῃ πρὸς ἐξόφλησιν ὑφισταμένων μέχρι τοῦ νέου νόμου ὑποχρεώσεων.
§222Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Διὰ τὰς μέχρι τοῦδε ἀνειλημμένας ὑποχρεώσεις ἐντὸς τριῶν μηνῶν.
§223Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα, ἀλλὰ διὰ νὰ χρησιμεύσῃ πρὸς ἐξόφλησιν προγενεστέρων ἀπαιτήσεων. Προσθέτω δέ, ὅτι τὸ ἥμισυ αὐτό, τὸ ὁποῖον θὰ φέρῃ ἀμέσως ἡ Τράπεζα εἰς πίστωσιν τοῦ Δημοσίου καὶ τὸ ὁποῖον συνεπῶς θὰ ἔχετε ὑμεῖς δικαίωμα νὰ τὸ χρησιμοποιήσητε ἀμέσως, προστίθεται εἰς τὰ ἐν κυκλοφορίᾳ 3.000.000.000 καὶ οὕτως ἀπαρτίζεται ποσὸν ἐν κυκλοφορίᾳ 4.500.000.000 δυνάμενον νὰ χρησιμεύσῃ ἔστω καὶ διὰ τὸ τρίτον αὐτῶν ἐπὶ τρίμηνον πρὸς ἐξόφλησιν προγενεστέρων τοῦ νέου νόμου ὑποχρεώσεων.
§224Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Τὸ τέταρτον περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται.
§225Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Περὶ τοῦ ἡμίσεος, ὄχι περὶ τοῦ τετάρτου.
§226Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Περὶ τοῦ ἡμίσεος.
§227Ν. ΓΕΡΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ὂχι περὶ τοῦ τετάρτου;
§228Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ζήτημα, κ. Γερμανέ, εἶναι ἀρκούντως σοβαρὸν καὶ αὔριον θὰ ἴδητε πῶς θὰ ὑποδεχθῇ αὐτὸ ἡ κοινωνία. Ἐγὼ σᾶς ἐκθέτω τὰς σκέψεις μου καὶ ἐφιστῶ τὴν προσοχήν σας, διότι, ἐὰν θέλωμεν νὰ μὴ ἐπιτείνωμεν τὰς συνεπείας τῆς πληθωρικῆς κυκλοφορίας, νομίζω, ὅτι πράττομεν τὰ ἀντίθετα τῆς προθέσεως, ἥν ἔχομεν.
§229Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἔχει τὸ νομοσχέδιον ἄρθρον κατὰ τὸ ὁποῖον λέγει, ὅτι αἱ μέχρι τοῦδε ἀνειλημμέναι ὑποχρεώσεις δύνανται νὰ ἐξοφλῶνται κατὰ τὸ ἥμισυ εἰς κυκλοφοροῦν νόμισμα καὶ κατὰ τὸ ἕτερον ἥμισυ εἰς ὁμολογίας δανείου. Εἰς πόσον ποσὸν δύναται νὰ ἀνέλθῃ ἡ διάθεσις τῶν ὁμολογιῶν αὐτῶν;
§230Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν δύναμαι νὰ γνωρίζω.
§231Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἀπαντῶ. Τὸ ἥμισυ τῶν ὁμολογιῶν αὐτῶν δύναται νὰ κατατεθῇ εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν καὶ νὰ ἀντικατασταθῇ πρὸς νόμισμα ἴσον πρὸς τὴν ἀξίαν του, τὸ ἕτερον δὲ διὰ πληρωμὰς μὲ προθεσμίαν τριῶν μηνῶν. Ἂς ὑποθέσωμεν, ὅτι τὸ ἥμισυ τῶν ὁμολογιῶν διατίθεται διὰ πληρωμὴν ὑποχρεώσεων ἀνειλημμένων ἤδη, ἔχετε τὴν ἰδέαν, ὅτι κατὰ τὸ τρίμηνον αὐτὸ διάστημα θὰ εἶναι δυνατὸν ἐγώ, ἀπὸ τὸ ἥμισυ αὐτό, τὸ ὁποῖον θὰ πάρω νὰ βγάλω εἰς τὴν ἀγορὰν τὰ 3.000.000.000 εἰς τρόπον ὥστε νὰ αὐξήσῃ ἔστω καὶ κατ’ ἐλάχιστον τὸ νόμισμα τὸ κυκλοφοροῦν τῶν 3.000 000.000 δραχμῶν;
§232Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ ἐξαρτᾶται ἀπὸ τοὺς ἀπαιτητὰς τῶν ὑποχρεώσεων.
§233Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Τὸ νομοσχέδιον ἔχει βάσιν, ὅτι θὰ φέρῃ κατ’ ἀρχὴν σπουδαῖον περιορισμὸν εἰς τὴν κυκλοφορίαν τοῦ νομίσματος καὶ θὰ ἔχῃ σοβαροτάτην ἐπίδρασιν ἐπὶ τῆς ἀξίας τοῦ νομίσματος. Αὐτὴ ἦτο ἡ κυριωτάτη βάσις, τὴν ὁποίαν εἶχον ὑπ’ ὄψιν μου κατὰ τὴν σύναψιν τοῦ νομοσχεδίου.
§234Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εὔχομαι νὰ τὴν εὕρητε ἐν τῇ πραγματικότητι, διότι φοβοῦμαι μήπως ἡ πραγματικότης δὲν ἐπικυρώσῃ τὰς ἐλπίδας σας. Ἕτερον σημεῖον ἐπὶ τοῦ ὁποίου μοὶ γεννᾶται μία ἀπορία, καὶ ἐπὶ τοῦ ὁποίου θὰ ἐπεθύμουν νὰ ἔχω ἐξηγήσεις εἴτε σήμερον εἴτε εἰς ἑπομένην συνεδρίασιν, εἶναι τοῦτο, προέρχεται δὲ ἐκ τῆς δηλώσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι διὰ νέου νομοσχεδίου θὰ ζητηθῇ κατὰ 500.000.000 δραχμὰς αὔξησις τῆς κυκλοφορίας τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης.
§235Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Κατετέθη.
§236Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν τὸ εἶδον. Χαίρω πολύ, διότι βλέπω, ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν κατὰ τὸ ἄρθρον 8 τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου νὰ δανείζῃ ποσὸν ἴσον πρὸς τὸ ἥμισυ, διότι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα θὰ ἀπολαμβάνῃ τόκον 6% ἐπὶ τῶν ἐπὶ ἐνεχύρῳ τῶν ὁμολογιῶν δανείων της, ἀπὸ τῆς ἰσχύος τοῦ συζητουμένου νῦν νόμου καὶ θὰ δανείζῃ μέχρι τοῦ ἡμίσεος τῆς ἀξίας τῶν τεμαχίων καὶ εἰς ὁμολογίας μεταβαλλομένων τραπεζογραμματίων αὐτῆς εἶναι δὲ δίκαιον νὰ ὁρισθῇ ὁ τόκος ὑπὲρ τῶν κατόχων τῶν τοιούτων τεμαχίων τραπεζογραμματίων εἰς 7%. Σήμερον ἔρχεται τὸ Κράτος καὶ ἀπευθύνεται πρὸς τὴν Τράπεζαν καὶ λέγει πρὸς αὐτὴν νὰ ἀναλάβῃ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ δανείζῃ τὸ ἥμισυ τῆς ἀξίας τῶν μὴ ἐν κυκλοφορίᾳ τεμαχίων γραμματίων διὰ τὰ ὁποῖα ἐγὼ θὰ πληρώνω ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου αὐτῆς τοῦ τρεπομένου εἰς ὁμολογίαν, 7%. Ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα διὰ νὰ πραγματοποιήσῃ αὐτὰ τὰ δάνεια, λαμβάνει παρὰ τοῦ Κράτους τὴν ἄδειαν νὰ δημιουργήσῃ τὰ τραπεζογραμμάτια τὰ ἀναγκαῖα πρὸς τοῦτο ἄνευ δὲ τῆς ἀδείας τοῦ κράτους, δὲν δύναται ἡ Τράπεζα νὰ ἔχῃ τὰ ἀπαιτούμενα χρήματα, διότι, ὡς ἐπληροφορήσατε ἡμᾶς, κ. Ὑπουργέ, δὲν ἐπαρκοῦν τὰ διαθέσιμα αὐτῆς τραπεζογραμμάτια, τοῦτο δὲ τὸ θεωρῶ βέβαιον. Εὑρίσκετε, ὅτι ἡ ἄδεια ἡ παρεχομένη εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν διὰ νὰ εὕρῃ τὰ μέσα διὰ νὰ δανείσῃ δικαιολογεῖ τὸ Κράτος νὰ ἀφήσῃ αὐτὴν ἐλευθέραν νὰ ζητῇ ἐκ τῶν ἐπὶ ἐνεχύρῳ δανείων τόκον 6%;
§237Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν εἶναι αὐτό. Ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἐκ τῶν διαθεσίμων μᾶς ἔχει δανείσῃ μέχρι τῆς στιγμῆς αὐτῆς 550.000.000 δραχμ. Αὐτὰ τὰ 550.000.000 δραχμ. τῆς τὰ ἀποδίδομεν ἐκ τῆς ἐκδόσεως καὶ ὄχι ἀπὸ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα θὰ πάρωμεν.
§238Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ ἐξηγηθῶμεν. Σᾶς ἔχει ἄρα γε δανείσει ἐκ τῶν διαθεσίμων αὐτῆς ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα 550.000.000 δραχμ., τοῦτο μᾶς πληροφορεῖτε;
§239Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Μάλιστα. Ὀφείλω νὰ προσθέσω, ὅτι ἐκ τῶν 550.000.000 δραχμ. δύο δάνεια, τῶν ὁποίων τὰς συμβάσεις εἶχον ὑποβάλει, ἀπὸ 150.000.000 δραχμ. ἕκαστον, περιέχονται εἰς αὐτὰ τὰ 550.000.000 δραχμ. καὶ συνεπῶς ὀφείλομεν σήμερον εἰς τὴν Τράπεζαν 550 ἑκατομ. Τὴν σύμβασιν αὐτὴν τῶν 550 ἑκατομ. τὴν δίδομεν εἰς τὴν Τράπεζαν διὰ νὰ εἶναι εἰς τὰ λεπτὰ της καὶ κατ’ αὐτὴν τὴν στιγμὴν κάνει καὶ τὴν ἐργασίαν της ζητοῦσα νὰ πάρῃ τὸν τόκον τὸν νόμιμον, τὸν ὁποῖον παίρνει ἀπὸ ἐκείνους τοὺς ὁποίους δανείζει χρήματα.
§240Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εὑρίσκω, ὅτι εἶναι τὸ τοιοῦτον ὑπερβολικὸν καὶ διὰ τοῦτο ἐπεθύμουν τὴν ἐξήγησιν αὐτήν, διότι νομίζω, ὅτι εἶναι μία ἀμοιβὴ ὑπέρογκος, ἀφ’ οὗ ὡς εἴπετε, δίδετε εἰς τὴν Τράπεζαν τὰ λεπτά της. Εἰς μίαν τοιαύτην ἐθνικὴν καὶ κοινωνικὴν ἀνάγκην δὲν εἶναι δίκαιον ἡ Τράπεζα νὰ λάβῃ τοσοῦτον ὑψηλὸν ποσοστὸν τόκου.
§241Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Εἰσπράττει τόκον 6% ἐπὶ τῶν χρημάτων, τὰ ὁποῖα δανείζει. Σήμερον, ἄν ζητήσωμεν νὰ μᾶς δανείσῃ, θὰ μᾶς δανείσῃ μὲ τόκον 6%.
§242Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τῆς δίδομεν τὴν ἄδειαν 550 ἑκατομ. νέων διὰ νὰ μᾶς δώσῃ τὰ ἐπὶ ἐνεχύρῳ τῶν ὁμολογιῶν δάνεια;
§243Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ὄχι, μᾶς ἐδάνεισεν ἀπὸ τὰ διαθέσιμά της. Εἶχε διαθέσιμα ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα 800 ἑκατομμύρια πρὸ ἕξ μηνῶν. Αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἄν πάρετε τὸν ἰσολογισμόν της θὰ ἴδητε ὅτι ἔχει 250 ἑκατομμύρια· τὶ ἔγιναν τὰ 550; τὰ ἐδάνεισεν εἰς αὐτὸ τὸ χρονικὸν διάστημα εἰς τὸ Κράτος. Τὸ Κράτος ἔρχεται καὶ ἀποδίδει σήμερον αὐτὰ τὰ 550 ἑκατομμύρια.
§244Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τῆς ἐκδόσεως τραπεζογραμματίων;
§245Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Αὐτὰ θὰ ἐξοφληθοῦν ἀπὸ τὸ δάνειον τῶν 1.500 ἑκατομμυρίων.
§246Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπιφυλάσσομαι νὰ ἐξετάσω τὸν ἰσολογισμὸν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Διότι ἄν ἦτο νὰ δώσωμεν εἰς τὴν Τράπεζαν τὴν ἄδειαν ἐκδόσεως 550.000.000 νέων τραπεζογραμματίων διὰ νὰ πραγματοποιηθῶσι αὐτὰ τὰ δάνεια ἐπὶ ἐνεχύρῳ ὁμολογιῶν, νομίζω, ὅτι θὰ ἦτο ὑπερβολικὸν νὰ ἐπιβαρυνθῇ ἡ κοινωνία μὲ 30 ἑκατομμ. ἐτησίως θεωρῶ τοῦτο οὐχὶ δίκαιον καὶ φρονῶ, ὅτι δὲν θὰ ἐδικαιοῦτο ἡ Τράπεζα νὰ ἀξιώσῃ τοιαῦτα ὠφελήματα, καίτοι ἀναγνωρίζω, ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα πατρικώτατα πάντοτε εἰργάσθη ὑπὲρ τῶν ἐθνικῶν σκοπῶν. Αὐτὰς τὰς παρατηρήσεις εἶχον νὰ κάμω. Θὰ παρεκάλουν δὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἐπισπεύσῃ τὴν ὑποβολὴν τῶν νομοσχεδίων τῶν φορολογικῶν, ὅπως μὴ παραμείνῃ εἰς τὴν συνείδησιν τοῦ πολλοῦ κοινοῦ ἡ ἐντύπωσις, ὅτι ἡ κατάργησις τῆς κυκλοφορίας ὡς νομίσματος τοῦ ἡμίσεος τῆς ἀξίας τῶν τραπεζογραμματίων εἶναι δήμευσις, καὶ ὅτι, τὸ μέτρον προτείνεται μὲ τὴν εἰλικρινῆ πρόθεσιν ν’ ἀποδοθοῦν τὰ ὑπὸ τοῦ Κράτους νῦν ζητούμενα κεφάλαια, ἐξασφαλιζομένων ἐπαρκῶς τῶν πρὸς τοῦτο μέσων. Τὰς παρατηρήσεις ταύτας ἐθεώρησα καθῆκόν μου νὰ ὑποβάλλω χωρὶς νὰ ἐξερεθίσω τὴν συζήτησιν καὶ νὰ ἐπεκτείνω αὐτὴν εἰς θέματα τὰ ὁποῖα αἱ σημεριναὶ περιστάσεις δὲν ἐπιτρέπουσι.
§247ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ πρὸς ἐπεξεργασίαν τοῦ νομοσχεδίου «ἡ περὶ συνάψεως ἐσωτερικοῦ δανείου ἀναγκαστικοῦ», ἀπετελέσθη ἐκ τῶν ἑξῆς. Ν. Στράτου, Ν. Καλογεροπούλου. Π. Δαγκλῆ, Γ. Μπουσίου, Ν. Λεβίδη, Α. Εὐταξία, Χ. Βοζίκη, Ἐμ. Λαδοπούλου, Ἐμ. Τσουδεροῦ, Γ. Πὼπ, καὶ Ἐμ. Ἐμπειρίκου ὑπὸ τὴν προεδρείαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν.
§248Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ὁρίσῃ τόπον καὶ ὥραν συνεδριάσεως.
§249Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Τὴν 9ην πρωϊνὴν εἰς τὴν Βουλήν.
§250Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὀλίγον ἀργότερον.
§251Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Εἰς τὰς 10½.
§252Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον νὰ μὲ ἀντικαταστήσῃ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν αὐτήν.
§253Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Καὶ ἐμὲ παρακαλῶ.
§254ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις ἵνα ἐπαναληφθῇ αὕτη τὴν 5ην μ. μ. αὔριον. (Ὥρα 12.15′ π. μ.).