1921.05.11
3,164 rows · 23,588 words · 339 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 45η
Τρίτη, 11ης Μαΐου 1921
Προεδρία Ἀντιπροέδρου κ. Σ. ΜΠΑΛΑΝΟΥ
(Ὥρᾳ 6 καὶ 30′ μ. μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Ν’ ἀναγνωσθῶσι τὰ πρακτικά. (Ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§2Ν. ΚΑΛΛΕΛΗΣ. Παρακαλῶ νὰ διορθωθοῦν τὰ πρακτικά, καθόσον παρελήφθη ἡ ὑφ’ ὑμῶν γενομένη ἀνακοίνωσις.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπερώτησις, τὴν ὁποίαν ἐκάματε δὲν δύναται νὰ ἀναγραφῇ, διότι δὲν εἴχομεν εἰσέλθῃ εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἐπερωτήσεων.
§4Ν. ΚΑΛΛΕΛΗΣ. Τὰ πρακτικὰ ἀπεικονίζουν τὰ γενόμενα ἐν τῇ Συνελεύσει.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι, μὲ συγχωρεῖτε, δὲν εἰσήλθομεν εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἐπερωτήσεων ὥστε νὰ ἀνακοινώσητε....
§6Ν. ΚΑΛΛΕΛΗΣ. Ἀνεκοινώθη.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κακῶς, ἐκ παραδρομῆς ἰδικῆς μου, διότι ἐὰν ἦτο εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἐπερωτήσεων τότε θὰ ἔκαμνον ἀνακοίνωσιν καὶ θὰ εἴχομεν ἀπόφασιν.
§8Ν. ΚΑΛΛΕΛΗΣ. Ἔχω διάφορον ἀντίληψιν. Νομίζω ὅτι τὰ πρακτικὰ ἀπεικονίζουν τὰ λεχθέντα κατὰ τὴν συνεδρίασιν.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἀντίληψίς σας εἶνε αὐτή.
§10Ν. ΚΑΛΛΕΛΗΣ. Τότε ὑποχωρῶ.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ πρακτικὰ ἐπικυροῦνται. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Συνέλευσιν τὰ ἑξῆς: Ὁ Πρόεδρος τῆς Μουσουλμανικῆς κοινότητος Γκιουμουλτζίνης διὰ τηλεγραφήματος αὐτοῦ βεβαιοῖ ὅτι τὰ γραφόμενα περὶ διοικητικῶν παραβιάσεων καὶ ἀποκλεισμοῦ τῶν ὑποψηφίων ὅπως μὴ ἀνακηρυχθῶσι διὰ τὴν ἐκλογὴν Ροδόπης δὲν εἶναι ἀληθῆ.
§12Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ (Ὑπουργὸς Γενικὸς Διοικητὴς Θράκης). Ἄς ληφθῇ, παρακαλῶ, ὑπ’ ὄψιν τὸ τηλεγράφημα τῶν παραπονουμένων.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ καπνεργάται Καβάλλας παρακαλοῦσιν ὅπως ἀπαγορευθῇ ἡ ἐξαγωγὴ τῶν ἀνεπεξεργάστων καπνῶν τῆς ἐφετεινῆς ἐσοδείας. Οἱ γαλακτοπῶλαι Ἀθηνῶν–Πειραιῶς παρακαλοῦσι τὴν Συνέλευσιν ἵνα ληφθῇ μέτρον, δι’ οὗ ν’ ἀπαγορευθῇ ἡ διενεργουμένη τυροκομία. Ἡ Πολιτικὴ Ἕνωσις τῆς νεολαίας Νιαούσης (Μακεδονίας) παρακαλεῖ ὅπως παραμείνωσιν εἰς τὴν ζώνην τοῦ ἐσωτερικοῦ οἱ ἔφεδροι μονογενεῖς ὀρφανοὶ προστάται οἰκογενειῶν. Οἱ τραυματίαι Βόλου 1912 καὶ 1913 ζητοῦσιν αὔξησιν τῆς συντάξεώς των. Ὁ Ἰωάννης Βόγκας κάτοικος Κυπαρισσίας ζητεῖ ὅπως αἱ διατάξεις τοῦ νόμου περὶ μεταφορᾶς εἰς τὴν βʹ σειρὰν ἐφεδρείας τῶν ἐχόντων ἀδελφὸν φονευθέντα ἐν πολέμῳ ἐπεκταθῶσι καὶ ἐπὶ τῶν ἐχόντων ἀδελφὸν φονευθέντα κατὰ τὴν ἐκστρατείαν 1915–1916. Οἱ λειτουργοὶ τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως παρακαλοῦσιν ὅπως τροποποιηθῇ ὁ νόμος 2385, ἄρθρον 1 ἐδαφ. 9 καὶ ἀποδοθῇ τὸ δίκαιον. Ὁ Ν. Σπυρόπουλος παρακαλεῖ ὅπως διορισθῇ ἄμισθος διερμηνεὺς ἐν Καλάμαις, ἐπεκτεινομένου τοῦ σχετικοῦ νόμου καὶ εἰς τὴν Παλαιὰν Ἑλλάδα. Ὁ ἀνθυπασπιστὴς τῆς χωροφυλακῆς Μανοῦσος Μανιᾶς ἀποταχθεὶς καὶ ἐπανελθὼν εἰς τὴν χωροφυλακὴν ζητεῖ ἱκανοποίησιν. Ὁ Ν. Μπιρμπίλης ζητεῖ ὅπως τῷ χορηγηθῇ σύνταξις καὶ ἐπίδομα ἐφάπαξ διὰ τὸν φονευθέντα υἱόν του Παναγιώτην κατὰ τὴν μάχην τοῦ Ἐσκῆ Σεχίρ. Οἱ κάτοικοι Καζακλὰρ πρώην Βουρβουτσικοῦ παρακαλοῦσιν ὅπως ψηφισθῇ νόμος καὶ ἀποδοθῶσιν εἰς αὐτοὺς αἱ περιουσίαι των, καταληφθεῖσαι ὑπὸ συμπολιτῶν των ἐν τῇ ἀπουσίᾳ των. Ὁ Ἰωάννης Τοτὸς τραυματίας τῆς μάχης τοῦ Κιλκὶς ζητεῖ ὅπως τῷ χορηγηθῇ σύνταξις. Ἡ Ἑλένη μήτηρ τοῦ Λουκᾶ Παπαλουκᾶ ταγματάρχου, φονευθέντος ἐν Δοϊράνῃ, ζητεῖ ὅπως τῇ χορηγηθῇ σύνταξις. Ὁ πληρεξούσιος κ. Ν. Βλιάμος ὑποβάλλει πρότασιν νόμου «περὶ τῶν πρὸ τῆς Ἑνώσεως Γεωπόνων ὑπαλλήλων τῶν Νέων Χωρῶν». Ὁ κ. Δ. Γούναρης (Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης) ὑποβάλλει σχέδιον νόμου «περὶ εἰδικῶν διατάξεων ἐν τῷ Κανονισμῷ τῆς Συντακτικῆς Συνελεύσεως κατὰ τὴν συζήτησιν καὶ ψήφισιν τῶν προτάσεων περὶ τροποποιήσεως τῶν συνταγματικῶν διατάξεων». Ὁ κ. Τσαλδάρης (Ὑπουργὸς Συγκοινωνίας), ὑποβάλλει σχέδιον νόμου «περὶ μεταβολῆς διατάξεων ἀφορωσῶν τὰ τιμολόγια τῶν Σιδηροδρόμων, τοὺς ἐλεγκτὰς κλπ.». Ὁ κ. Ν. Θεοτόκης (Ὑπουργὸς Στρατιωτικῶν), ὑποβάλλει σχέδιον νόμου «περὶ ἀντικαταστάσεως τοῦ ἐδαφίου 3 τοῦ ἄρθρου 27 τοῦ νόμου 462 περὶ προσλήψεως μηχανικῶν ὑπομηχανικῶν κλπ., διὰ τὰ κτίρια καὶ τεχνικὰ ἐν γένει ἔργα στρατοῦ». Ὁ κ. Θ. Ζαΐμης (Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως), ὑποβάλλει τὰ ἑξῆς σχέδια νόμων: 1) «Περὶ εἰσαγωγῆς ὡς ἀναγνωστικῶν βιβλίων εἰς τὰ δημοτικὰ σχολεῖα τῶν καταλληλοτέρων ἐκ τῶν πρὸ τοῦ 1917 ἐγκεκριμμένων». 2) «Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 9 Δεκεμβρίου 1920 Νομοθετικοῦ Διατάγματος περὶ καταργήσεως τοῦ νόμου 1193 καὶ τροποποιήσεως τοῦ ἀπὸ 20 Ἰουλίου 1912 καταστατικοῦ τῆς ἐν Καλλιθέᾳ Χαροκοπείου Σχολῆς». 3) «Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 22 Δεκεμβρίου 1920 Νομοθετικοῦ Διατάγματος περὶ διορισμοῦ γραμματέων ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κλπ.». 4) «Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 22 Δεκεμβρίου 1920 Νομοθετικοῦ Διατάγματος περὶ καταργήσεως τῶν διατάξεων δι’ ὧν ἀναγνωρίζεται διὰ τὴν σύνταξιν ἢ τὴν προαγωγὴν εἰς τὸ διπλάσιον ὁ χρόνος τῆς ὑπὸ τὴν κληθεῖσαν προσωρινὴν Κυβέρνησιν Θεσσαλονίκης ὑπηρεσίας κλπ.» καὶ 5) «Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 9 Δεκεμβρίου 1920 Νομοθετικοῦ Διατάγματος περὶ ἐπαναφορᾶς τῶν ἀπολυθέντων καὶ παραιτηθέντων καθηγητῶν τοῦ Πανεπιστημίου». Ἡ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ὀργανώσεως χημικῆς ὑπηρεσίας στρατοῦ». Οἱ πληρεξούσιοι κ.κ. Μ. Κοσονάκος, Γ. Μπούσιος καὶ Κ. Λυκουρέζος ὑποβάλλουσι προσθήκην ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ στρατιωτικῶν συντάξεων». Ὁ πληρεξούσιος κ. Καρπετόπουλος ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀποκαταστάσεως τῶν ἀξιωματικῶν στρατοῦ εἰς τὴν σειρὰν ἀρχαιότητος».
Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΤΩΝ ΑΝΑΦΟΡΩΝ ΚΑΙ ΕΡΩΤΗΣΕΩΝ
Ὁ κ. Α. Βιτάλης ἐπὶ ἀναφορᾶς ἐφέδρων ὑγειονομικῶν ἀξιωματικῶν καὶ φαρμακοποιῶν.
§14Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Παρακαλῶ νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Παναγιώτου ἐπὶ ἀναφορᾶς ποιμένων Ἀττικῆς.
§16Δ. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ. Ἡ ἀναφορὰ αὐτὴ εἶναι σπουδαιοτάτη καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Γεωργίας νὰ τὴν λάβῃ ὑπ’ ὄψει του. Οἱ ποιμένες τῆς Ἀττικῆς ζητοῦν νὰ μὴ ἐπιβαρυνθῶσι πλέον τῶν 50% αἱ χορτονομαὶ, διότι αὐτὸ θὰ βαρύνῃ τὸ γάλα.
§17Κ. ΤΕΡΤΙΠΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Πληροφορῶ τὴν Συνέλευσιν, ὅτι εἰς τὴν κατάργησιν τοῦ ἐνοικιοστασίου τῶν βοσκῶν προέβην κατόπιν ἐπισταμένης μελέτης τῶν ὑποβληθέντων ὑπομνημάτων τῶν κτηνοτρόφων καὶ ἰδιοκτητῶν, ἀπόρροια δὲ τῆς μελέτης ἦτο ὅτι ἡ παράτασις τοῦ ἐνοικιοστασίου κατ’ οὐδὲν εἰς ἀγαθὸν ὑπὲρ τῆς κοινωνίας θὰ συνέβαλλε καὶ μόνον τοὺς αἰσχροκερδεῖς τῶν μεγάλων κτηνοτρόφων θὰ ἐξυπηρέτει, οἵτινες εὑρεθέντες κατὰ τὴν πρὸ τριετίας ἰσχὺν τοῦ περὶ ἐνοικιοστασίου νόμου μισθωτοὶ λειβαδίων ὑπεξεμίσθουν ταῦτα καθ’ ὅλον τὸ ὑπερτριετὲς διάστημα, μὲ ὑπέρογκα μισθώματα, πρὸς τοὺς μικροὺς κτηνοτρόφους. Αὐτοὶ δὲ εἶναι οἱ πλειότερον θορυβοῦντες σήμερον ἵνα καὶ πάλιν αἰσχροκερδήσωσιν. Ἕνεκα δὲ τῶν λόγων τούτων ἐκρίθη σκόπιμον νὰ καταργηθῇ ὁ εἰρημένος νόμος καὶ νὰ ἐπιτραπῇ εἰς τοὺς κτηματίας βοσκοτόπων νὰ ἐκμισθῶσι τούτους πρὸς οἱονδήποτε κτηνοτρόφον ἀπολαμβάνοντες ὡς μίσθωμα ὄχι πλέον τῶν 25% ἀπὸ τὰ περυσινὰ μισθώματα, ἄλλως θὰ ὦσι παραβάται τοῦ περὶ αἰσχροκερδείας νόμου.
§18Α. ΠΑΠΑΠΟΣΤΟΛΟΥ. Κατόπιν τῶν δηλώσεων τοῦ κ. Ὑπουργοῦ περιττεύει πᾶσα ἀνάπτυξις, ἀλλὰ νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ἀρκετὴ ἡ δήλωσις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἡ ὁποία θὰ ἔχῃ ὡς συνέπειαν ἄρσιν τοῦ νόμου. Νομίζω ὅτι πρέπει νὰ κατατεθῇ νομοσχέδιον ἢ ἑρμηνεία ὅτι εἰς τὰς διατάξεις τοῦ νόμου «περὶ αἰσχροκερδείας» ὑπάγονται καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐνοικιάζουσι τὰ λειβάδια καὶ βοσκὰς μὲ πολὺ ἐνοίκιον. Διότι γνωρίζω ὅτι εἰσήχθησαν εἰς τὰ δικαστήρια ὑποθέσεις τοιαῦται καὶ ἐκηρύχθησαν ἄκυροι διότι, δὲν ὑπάρχει νόμος νὰ τοὺς τιμωρῇ.
§19Κ. ΤΕΡΤΙΠΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Αἱ βοσκαὶ καὶ τὰ λειβάδια ὑπάγονται εἰς τὸν νόμον περὶ αἰσχροκερδείας.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χ. Μητσόπουλος ἐπὶ ἀναφορᾶς τοῦ Κεντρικοῦ Συνδέσμου τῶν παθόντων.
§21Χ. ΜΗΤΣΟΠΟΥΛΟΣ. Πρόκειται περὶ τῆς ἀναφορᾶς τὴν ὁποίαν ὑποβάλλει ὁ μέγας σύλλογος τῶν παθόντων ζητούντων τὴν ἱκανοποίησιν καὶ ἀποζημίωσιν διὰ τὰ παθήματα. Αὐτὸ εἶναι τὸ θέμα τὸ γνωστὸν, ἐπὶ τοῦ ὁποίου πολλάκις συνεζητήσαμεν καὶ θὰ συζητήσωμεν καὶ αὔριον καὶ τότε θὰ εἶναι εὐρυτέρα ἡ ἐπ’ αὐτοῦ ὁμιλία.
§22Δ. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ ζήτημα τῶν παθόντων ἀπησχόλησε πολλάκις τὴν Συνέλευσιν καὶ παρακαλῶ νὰ γίνῃ ἡ συζήτησις.
§23Α. ΠΑΠΑΠΟΣΤΟΛΟΥ. Ἀφοῦ θὰ ἔλθῃ αὔριον εἰς συζήτησιν εἶναι περιττὸν νὰ συζητήσωμεν σήμερον.
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Καλαντζάκος ἐπὶ ἀναφορᾶς Ἑλένης χήρας Π. Γιαννοπούλου.
§25Ν. ΚΑΛΑΝΤΖΑΚΟΣ. Ἡ ἀναφορὰ αὐτὴ ἀφορᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν. Ἡ Ἑλένη χήρα Π. Γιαννοπούλου εἶχε υἱὸν πολιτικὸν μηχανικὸν, ὁ ὁποῖος ἔθανεν κατὰ τὴν ἐπιστράτευσιν τοῦ 1916 ὡς ἔφεδρος ἀξιωματικὸς ὑπηρετῶν εἰς τὰ ἔργα τῆς Καβάλλας. Μετὰ τὴν ἐπιστράτευσιν τοῦ 1915–1916 ἡ ἀπελθοῦσα Κυβέρνησις παρανόμως καὶ αὐθαιρέτως διέταξε νὰ διαγραφῇ ἀπὸ τὸν κατάλογον τῶν ἐπιστρατεύσεων καὶ νὰ θεωρήσῃ τοὺς παθόντας ὅτι ἔπαθον ἐν εἰρήνῃ, ὥστε νὰ μὴ ἔχωσιν νὰ λάβωσιν τίποτε. Δηλαδὴ τὴν ἐπιστράτευσιν τοῦ 1915–1916 δὲν τὴν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψει ὡς ἐπιστράτευσιν, συνεπῶς οἱ παθόντες δὲν λαμβάνουσιν σύνταξιν καὶ δὲν τυγχάνουσι τῶν εὐεργετικῶν διατάξεων τῶν φονευμένων ἐν ἐπιστρατεύσει. Ἤδη εἶναι ἀνάγκη ὅπως μεριμνήσητε νομοθετικῶς καὶ ὑποβάλητε νομοσχέδιον εἰς τὴν Συνέλευσιν διὰ τοῦ ὁποίου νὰ θεωρῆται ἐπιστράτευσις καὶ ἡ τοῦ 1915–1916 καὶ οἱ παθόντες ἐν τῇ ἐπιστρατεύσει ἐκείνῃ νὰ ὑπάγωνται εἰς τὸν νόμον 116 τοῦ 1913 καὶ τὸ ἐκτελεστικὸν διάταγμα καὶ εἰς ὅλας τὰς εὐεργετικὰς διατάξεις τοῦ νόμου ἐκείνου. Εἶναι τοῦτο ἔργον ἐπιβεβλημένον, διότι καὶ αὐτοί, οἱ ὁποῖοι προσῆλθον ὑπὸ τὰς σημαίας κατὰ τὴν ἐπιστράτευσιν τοῦ 1915–1916 μὲ τὸ ὅπλον ἀνὰ χεῖρας ἐξετέλουν ὑψίστην ἐπίσης ἐθνικὴν ὑπηρεσίαν.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ.κ. Ε. Κώνστας καὶ Α. Βιτάλης ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν δημοτικῶν ὑπαλλήλων τοῦ δήμου Χανίων.
§27Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Φρονῶ, κύριε Πρόεδρε, ὅτι πρέπει νὰ ληφθῇ μέριμνα πλέον διὰ τοὺς ὑπαλλήλους αὐτούς. Δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορὰ καθ’ ἣν ἔρχεται τὸ ζήτημα αὐτό. Ἀπὸ τὸ 1915 εἶχον ὑποβάλει τοιαύτην πρότασιν νόμου, ἀτυχῶς ὅμως αἱ περιστάσεις τότε δὲν ἐπέτρεψαν ὅπως μεριμνήσωμεν καὶ περὶ αὐτῶν.
§28Σ. ΣΤΑΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Τὸ ζήτημα εἶναι γενικὸν καὶ οὐχὶ μερικόν, θὰ συζητηθῇ ὅμως ὅταν ἐν καταλλήλῳ στιγμῇ γίνῃ ἡ ὑποβολὴ σχετικοῦ νομοσχεδίου.
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ε. Κώνστας ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς Ἰωάννου Καργιωτάκη κατοίκου Μαραθοκάμπου Σάμου.
§30Ε. ΚΩΝΣΤΑΣ. Παρακαλῶ τὴν Συνέλευσιν νὰ δώσῃ προσοχὴν ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ. Πρόκειται περὶ τοῦ ἑξῆς: Καθ’ ὃν χρόνον διέμενεν ἐν Ἀμερικῇ ὁ Ἰωάν. Καργιωτάκης ἐναντίον τῶν κειμένων νόμων καὶ παρὰ τὰς Συνταγματικὰς διατάξεις κατελήφθη τὸ κτῆμά του ἐν Σάμῳ κακῶς, καὶ ἀπηλλοτριώθη, παρακαλῶ, λοιπόν, νὰ ἐπιστραφῇ τὸ κτῆμά του, ἵνα ἀποφύγωμεν καὶ ματαίους δικαστικοὺς ἀγώνας.
§31Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Λαμβάνω ὑπ’ ὄψιν τὴν σύστασιν τοῦ κ. πληρεξουσίου. Ὁμολογῶ ὅτι τώρα μόλις λαμβάνω γνῶσιν καὶ θὰ τὸν παρακαλέσω ὅπως διέλθῃ τοῦ Ὑπουργείου, ἵνα συνεννοηθῶμεν μετὰ τῆς ἁρμοδίας ὑπηρεσίας καὶ ἐπανορθώσωμεν πᾶσαν ἀδικίαν, ἡ ὁποία ἐγένετο.
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ. κ. Θ. Σκοῦφος, Ν. Καλλαντζάκος, καὶ Α. Εὐταξίας ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς τῆς ἑταιρείας τῶν σιδηροδρόμων Πειραιῶς–Ἀθηνῶν–Πελοποννήσου.
§33Θ. ΣΚΟΥΦΟΣ. Διὰ τοῦ νόμου 1475 τῆς 7 Ἰουνίου 1918 ἐγένετο ἐπίταξις τῶν σιδηροδρόμων Πειραιῶς–Ἀθηνῶν– Πελοποννήσου κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ πολέμου καὶ 6 μῆνας μετὰ τὴν λῆξιν αὐτοῦ. Εἶναι γνωστὸν ὅτι ἡ προθεσμία αὕτη ἔληξεν τὴν 28 Ἰανουαρίου 1921, ἔκτοτε ὅμως ὁ σιδηρόδρομος παραμένει ἐν ἐπιτάξει καὶ τὸ πρᾶγμα θὰ ἦτο πολὺ φυσικόν, ἐφ’ ὅσον ἡ σύμβασις αὕτη τῆς ἐπιτάξεως, ἦτο σύμφωνος μὲ νόμον Ἑλληνικὸν καὶ οὐχὶ μὲ τοὺς νόμους, τοὺς ὁποίους ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις ἐψήφισεν, οἱ ὁποῖοι θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς γνωρίσω, ὅτι ἦσαν αὐτόχρημα ληστρικοί, καθ’ ὅτι ἔλαβον ὑπ’ ὄψει τὰ ἔτη 1915–1916 διὰ τὴν ἀποζημίωσιν τῶν μετόχων, ἐπὶ τῇ βάσει δὲ τῶν ἀποδόσεων τῶν ἐτῶν αὐτῶν, δίδεται εἰς τοὺς μετόχους 65 λεπτὰ ἐπὶ ἑκάστης μετοχῆς, τῆς ὁποίας ἡ ἀξία ἀνέρχεται εἰς 275 δραχμάς.
§34Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Τὸ ζήτημα εἶναι τόσον σπουδαῖον καὶ θὰ παρακαλέσω καὶ ὑμᾶς καὶ τοὺς λοιποὺς ἐγγεγραμμένους νὰ τὸ μετατρέψητε εἰς ἐπερώτησιν, ἵνα γίνῃ συζήτησις εὐρυτάτη.
§35Θ. ΣΚΟΥΦΟΣ. Ἐὰν ἡ Συνέλευσις θέλῃ, ἐγὼ δὲν ἔχω ἀντίρρησιν νὰ μεταβληθῇ εἰς ἐπερώτησιν. Ὀρθὸν λοιπὸν νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν τὰ ἔτη 1913–1914, ὁπότε φυσικῷ τῷ λόγῳ οἱ μέτοχοι ἐλάμβανον 5% ἐπὶ τῶν μετοχῶν των, ἀφοῦ ἄλλωστε τὸ Κράτος διὰ νόμου καθώρισε τὸ ἐλάχιστον τοῦ τόκου ἐπὶ τοῦ ἑταιρικοῦ κεφαλαίου τὸ 4%. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Κυβέρνησιν νὰ μᾶς δώσῃ μίαν ἀπάντησιν τί σκέπτεται ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ. Θὰ παρατείνῃ τὴν ἐπίταξιν, ὁπότε δὲν ἔχουσιν ἀντίρρησιν οἱ μέτοχοι, ἀρκεῖ νὰ δώσωσιν εἰς αὐτοὺς τὸ ἀνάλογον μέρισμα καὶ οὐχὶ 65 λεπτὰ, ἢ ἂν θέλῃ νὰ παρακρατήσῃ διὰ λογαριασμόν του τὴν ἑταιρείαν Ἀθηνῶν–Πειραιῶς–Πελοποννήσου, ὁπότε πάλιν δὲν ἔχουν ἀντίρρησιν. Ἐπιθυμῶ μίαν ἀπάντησιν ἐπὶ τοῦ βαρυσημάντου θέματος καὶ δηλῶ κατηγορηματικῶς ὅτι οὐδὲ μίαν μετοχὴν τῆς ἑταιρείας αὐτῆς ἔχω.
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Καλαντζᾶκος ἐπὶ τῆς αὐτῆς ἀναφορᾶς.
§37Ν. ΚΑΛΑΝΤΖΑΚΟΣ. Ἐκτὸς τῶν ὅσων εἶπεν ὁ κ. συνάδελφος ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς ταύτης εἶναι καὶ ἄλλοι λόγοι συνηγοροῦντες ὑπὲρ τῆς ἑταιρίας. Ἡ ἑταιρία, ὡς εἶναι γνωστόν, τῶν σιδηροδρόμων Πελοποννήσου ἔχει γραμμὰς καθαρῶς ἰδιοκτήτους καὶ γραμμὰς τοῦ δημοσίου, τὰς ὁποίας διὰ συμβάσεως ἔχει ἀναλάβει νὰ ἐκμεταλλεύηται καὶ τοιαύτη εἶναι ἡ γραμμὴ Κορίνθου μέχρι Μύλων καὶ Ζευγολατιοῦ–Πύργου–Κυπαρισσίας. Τὰς γραμμὰς ταύτας τοῦ Δημοσίου ἔχει ἀναλάβει διὰ συμβάσεως ἵνα ἐκμεταλλεύηται ταύτας ἔναντι ὡρισμένου ποσοστοῦ, τὸ ὁποῖον ποσοστὸν πρέπει νὰ καταβάλληται εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον καὶ τοῦτο ἐκτελεῖ ἡ ἑταιρεία ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν εἰς βάρος τοῦ κεφαλαίου αὐτῆς, διὰ ζημίας ἐκ τῶν ἀγόνων αὐτῆς γραμμῶν πλέον τῶν 400.000 δραχ. ἐξ οὗ καὶ τὰ οἰκονομικὰ τῆς ἑταιρείας καρκινοβατοῦσιν. Οἱ σιδηρόδρομοι ἐπετάχθησαν κατὰ τὸ 1918, ἐγένετο δὲ αὐθαίρετος ἐκτίμησις τῆς καταβλητέας ἀποζημιώσεως, διότι ἔλαβον ὡς βάσιν ἐκτιμήσεως ταύτης τοὺς ἰσολογισμοὺς τοῦ 1915–1916, ἐνῷ ἔπρεπεν νὰ λάβωσιν τοὺς ἰσολογισμοὺς τῆς τελευταίας τουλάχιστον δεκαετίας, ἵνα κανονισθῇ ἡ ἐκ 400.000 δραχ. ἀποζημίωσις. Ἐκ τοῦ ἄνω ποσοῦ ἀφαιροῦνται ὡρισμένα κονδύλια, μὲ τὰ ὁποῖα ἐπιβαρύνεται ἡ ἑταιρεία τῶν σιδηροδρόμων, ἤτοι τῶν στρατιωτικῶν μεταφορῶν, τῶν ἀποσβέσεων 10% καὶ τοῦ ποσοστοῦ διὰ ἀποθεματικὰ κεφάλαια καὶ οὕτω ἀναλογεῖ εἰς ἑκάστην μετοχὴν κέρδος 65 λεπτῶν, πρέπει δὲ νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψει σας ὅτι κατεβιβάσθησαν καὶ αἱ μετοχαὶ κατὰ 100 δραχ. ἐκ τῆς πραγματικῆς ἀξίας. Ἐκτὸς τούτου ἡ Ἑταιρεία τῶν σιδηροδρόμων εὑρίσκεται σήμερον πρὸ χαώδους καταστάσεως, εὑρίσκεται πρὸ ἑνὸς προσωπικοῦ, τὸ ὁποῖον ἐπεβάρυνε ἡ ἀπελθοῦσα Κυβέρνησις καὶ τὸ ὁποῖον ἐξαντλεῖ ὅλας τὰς εἰσπράξεις τῆς ἑταιρείας καὶ τοῦ δημοσίου, διότι τὸ δημόσιον δὲν ὠφελεῖται παντάπασιν ἐκ τῆς καταστάσεως καὶ ἐνῷ τοῦτο γίνεται εἰς βάρος τῆς ἑταιρείας λόγῳ τῶν διαφόρων ἀργομίσθων τῆς ἑταιρείας, γίνεται ἐπίσης καὶ εἰς βάρος καὶ τοῦ κοινοῦ, διότι τὰ εἰσιτήρια καὶ κόμιστρα διαρκῶς αὐξάνονται καὶ ἐκ τούτου ἡ ἑταιρεία χάνει τὰ κεφάλαιά της. Ἐκτὸς τῶν ὑλικῶν τούτων ἀπωλειῶν βλέπει τίς τὸ φαινόμενον τῆς ἀταξίας ὅταν ταξειδεύσῃ εἰς τὴν σιδηροδρομικὴν γραμμὴν Πελοποννήσου κατὰ τὰς ὥρας τῆς νυκτός. Τὰ βαγόνια εἰς ρυπαρὰν κατάστασιν οὐδαμῶς φωτίζονται καὶ ἐν γένει τίποτε δὲν εὑρίσκεται εἰς τὴν θέσιν του λόγῳ τῆς Κρατικῆς ἐπεμβάσεως, ἡ ὁποία ἔφερεν τὰ χάλια αὐτὰ εἰς τοὺς σιδηροδρόμους. Εἶναι λοιπὸν δίκαιον ὅπως ἀποδοθῶσιν οἱ σιδηρόδρομοι ἀπὸ τὸ Κράτος εἰς τὴν Ἑταιρείαν καὶ πρέπει νὰ ἀποδοθῶσιν, διότι ἀνάγκη ἐπιστρατεύσεως εἰς τὴν Παλαιὰν Ἑλλάδα δὲν ὑπάρχει, διότι τὸ μέτωπον εὑρίσκεται εἰς Σμύρνην καὶ δύνανται νὰ ἀναλάβωσι οἱ σιδηρόδρομοι δι’ ἐκτάκτων τραίνων καθαρῶς στρατιωτικῶν ν’ ἀναπληρώσωσιν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δι’ ἐπιτάξεως θέλει νὰ πράξῃ τὸ δημόσιον. Ἡ ζημία τῶν 2½ ἑκατομμυρίων ἡ ὁποία βαρύνει τὴν ἑταιρείαν εἶναι δίκαιον ὅπως ἀφεθῇ αὐτῇ διότι δὲν εἶναι σύμφωνον πρὸς τὰ πράγματα νὰ ἐπιβαρύνωνται οἱ μέτοχοι διὰ ζημιῶν, τὸ δὲ Κράτος νὰ λαμβάνῃ ὠφέλειαν ἐκ τῶν ζημιῶν αὐτῶν. Νομίζω ὅτι ἡ ἐπίταξις πρέπει νὰ λήξῃ, ἄλλως νὰ μεταρρυθμισθῇ ἡ σύμβασις, νὰ ἀφεθῇ τὸ ποσὸν τῶν 2½ ἑκατομμυρίων τὸ ὁποῖον δὲν πρέπει ἀδικαιολογήτως νὰ λαμβάνῃ τὸ δημόσιον, ἐκτὸς δὲ τούτου νὰ γίνῃ μία μεταρρύθμισις τῆς ἀποζημιώσεως, διότι ἀποζημίωσις τοσοῦτον πενιχρὰ θὰ ἐπιφέρῃ τὴν διάλυσιν τῆς ἑταιρείας καὶ τὴν καταστροφὴν τῶν σιδηροδρόμων. Τὸ θέμα, ὅπως εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Αἰτωλοακαρνανίας πληρεξούσιος, εἶναι πολὺ σημαντικὸν καὶ θὰ ἔπρεπε εἰδικώτερον νὰ συζητηθῇ ἐν τῇ Αἰθούσῃ ταύτῃ. Εἶναι τὸ μόνον σιδηροδρομικὸν δίκτυον, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει ἐν τῇ πλουτοφόρῳ Πελοποννήσῳ καὶ πρέπει νὰ προστατευθῇ παρ’ ἡμῶν, ἵνα ἐν τῇ προστασίᾳ ταύτῃ ἐνθαρρύνωμεν τὴν ἰδιωτικὴν πρωτοβουλίαν πρὸς ἀνάληψιν ἔργων συγκοινωνίας.
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Εὐταξίας ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς αὐτῆς ἀναφορᾶς.
§39Α. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τὸ ζήτημα, κύριοι, τοῦ Σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Ἀθηνῶν–Πελοποννήσου εἶναι μέρος τοῦ ὅλου σιδηροδρομικοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἔχει προκύψει ἐκ τῆς κρατικῆς διοικήσεως καὶ ἐκμεταλλεύσεως τῶν τριῶν σιδηροδρομικῶν δικτύων, τοῦ ΣΠΑΠ, τοῦ Λαρισαϊκοῦ, τοῦ Μακεδονικοῦ καὶ Θρακικοῦ. Διὰ τοῦτο εἶναι δύσκολον νὰ ἐξετασθῇ αὐτὸ μονομερῶς, χωρὶς δηλαδὴ νὰ γίνῃ συγχρόνως λόγος περὶ τοῦ ὅλου κρατικοῦ σιδηροδρομικοῦ ζητήματος, ὅπερ ἔχει φθάσει ἤδη εἰς τὸ ἀπροχώρητον καὶ ὡς τοιοῦτον πρέπει νὰ ἐπισπάσῃ ἀμέριστον τὴν προσοχὴν καὶ μέριμναν ὄχι μόνον τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ καὶ τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας. Ἵνα, κύριοι, ἔχητε ἔννοιάν τινα τοῦ πράγματος, ἀρκεῖ νὰ σᾶς ἀναφέρω κεφαλαιωδῶς ὅτι ἡ διοίκησις καὶ ἐκμετάλλευσις τῶν περὶ ὧν ὁ λόγος σιδηροδρόμων ὑπὸ τοῦ Κράτους, ἀντὶ νὰ βελτιώσῃ, ὡς ἐπιστεύετο ἐν ἀρχῇ, ἔχει χειροτερεύσει εἰς βαθμὸν ἀπίστευτον τὴν ἐν Ἑλλάδι συγκοινωνίαν, μεθ’ ὅλην δὲ τὴν καταπληκτικὴν αὔξησιν τῶν διοδίων καὶ κομίστρων ἔχει νὰ ἐπιδείξῃ ἡ διαχείρησίς της ἐλλείμματα μεγάλα, ἐπιβαρύνοντα τὸ δημόσιον ταμεῖον, τὸ δὲ χείριστον πάντων εἶναι ὅτι τόσον τὸ τροχαῖον ὑλικόν, ὅσον καὶ αἱ γραμμαί των ἔχουσιν ὑπ’ αὐτὴν τοσοῦτον ὀλιγωρηθῆ καὶ φθαρῆ, ὥστε πρὸς διάσωσίν των καὶ πρὸς ἀποφυγὴν προφανῶν κινδύνων ν’ ἀπαιτῆται τώρα δαπάνη πολλῶν δεκάδων ἑκατομμυρίων. Προκειμένου δέ, κύριοι, περὶ τοιούτου ζητήματος, ἐπιβάλλεται, ὡς εἶπε καὶ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐξ Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας, νὰ ὁρισθῇ μία συνεδρίασις τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως ἀποκλειστικῶς εἰς συζήτησιν σχετικῆς ἐπερωτήσεως. Ἀλλ’ ἐπειδὴ καὶ ἄλλοτε ἐγένετο τοιαύτη πρότασις, χωρὶς μέχρι τοῦδε νὰ πραγματοποιηθῇ αὐτή, ἐπάναγκες ἐνόμισα ἐγὼ τώρα, ἐξ ἀφορμῆς τῆς προκειμένης αἰτήσεως τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου τῆς Ἑταιρείας τοῦ ΣΠΑΠ, νὰ ἐπεκτείνω τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ὅλου κρατικοῦ σιδηροδρομικοῦ ζητήματος ἐπὶ τῷ σκοπῷ τοῦ νὰ καταστήσω οὕτω καταφανεστέραν τὴν ἀνάγκην τόσον τῆς εἰδικῆς περὶ αὐτοῦ συζητήσεως, ὅσον καὶ τῆς ἐπιζητουμένης ἄρσεως τῆς ἐπιτάξεως, συνοδευομένης ὑπὸ τῆς ἀποδόσεως τοῦ ΣΠΑΠ εἰς τὴν οἰκείαν Ἑταιρείαν καὶ ὑπὸ τῆς καταβολῆς τῶν ὀφειλομένων εἰς αὐτὴν ἀποζημιώσεων, περὶ ὧν ἰδιαίτερον λόγον ἔκαμαν οἱ προαγορεύσαντες δύο συνάδελφοι, οἱ ἀπαλλάξαντές με οὕτω ἐκ τοῦ κόπου, ἵνα ἐπαναλάβω καὶ ἐγὼ τὰ ἴδια. Ἡ Ἑταιρεία, κύριοι, τοῦ ΣΠΑΠ παραπονεῖται δικαίως διὰ τὸν ὅλως αὐθαίρετον καὶ ἄδικον τρόπον, καθ’ ὃν ἔγινεν ἡ ἐπίταξις τῶν σιδηροδρομικῶν γραμμῶν της ὑπὸ τοῦ Κράτους ἐν ἔτει 1918, ὡς καὶ διὰ τὴν ζημίαν, τὴν προσγινομένην εἰς αὐτὴν καὶ εἰς τὸ Κράτος καὶ εἰς τὴν κοινωνίαν ἐκ τῆς παρούσης διοικήσεως καὶ ἐκμεταλλεύσεως τῶν σιδηροδρόμων. Ὁ τότε Πρωθυπουργὸς τὴν τοιαύτην ἐπίταξιν ἐθεώρησεν ἐπιβεβλημένην ἐν καιρῷ πολέμου, δι’ ὃ ἐχαρακτήρισεν αὐτὴν ὡς μέτρον προσωρινὸν καὶ δοκιμαστικόν, μὴ προδικάζον τὴν μέλλουσαν γενικὴν σιδηροδρομικὴν πολιτικὴν τοῦ Κράτους, ἐδήλωσε δὲ ὅτι καὶ αὐτὸς ὁ ἴδιος διὰ τὸ ζήτημα τῆς διοικήσεως καὶ τοῦ συμφέροντος τοῦ Κράτους θὰ διατηρήσῃ καὶ μετὰ τὸν πόλεμον τὴν διοίκησιν καὶ ἐκμετάλλευσιν τῶν σιδηροδρόμων. Ἡ μέχρι τοῦδε ὅμως δοκιμὴ ὑπῆρξε τοιαύτη, ὥστε ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι καὶ αὐτὸς ὁ τότε πρωθυπουργός, ἐὰν ἦτο ἔτι ἐν τῇ Ἀρχῇ, θὰ ἔσπευδεν ὄχι μόνον τὸν ΣΠΑΠ νὰ ἀποδώσῃ εἰς τὴν ἑταιρείαν του, ἀλλὰ καὶ τοὺς εἰς τὸ Κράτος ἀνήκοντας σιδηροδρόμους τῆς Μακεδονίας καὶ Θράκης, οὐδ’ αὐτοῦ τοῦ Λαρισαϊκοῦ ἐξαιρουμένου, νὰ παραχωρήσῃ εἰς ἑταιρείαν, ἀναλαμβάνουσαν τὴν ἐκμετάλλευσίν των ὑπὸ τὴν ἐποπτείαν καὶ τὸν ἔλεγχον τοῦ Κράτους, ὅπερ οὕτω θὰ ἐξησφάλιζεν ὑπὲρ ἑαυτοῦ συμμετοχὴν εἰς ἐνδεχόμενα κέρδη, οὐχὶ δὲ καὶ εἰς ζημίας. Δὲν εἶναι δέ, κύριοι, αὕτη ἀτομική μου γνώμη μόνον. Ἤδη πρὸ μηνὸς ἀνώτερος ὑπάλληλος τοῦ ὑπουργείου τῆς Συγκοινωνίας, εἰδικώτερον ἀσχολούμενος περὶ τὰ σιδηροδρομικά, ἐδημοσίευσε μελέτην, ἐν ᾗ συγκρίνων τὴν ἐν Ἑλλάδι ἑταιρικὴν διοίκησιν τῶν σιδηροδρόμων πρὸς τὴν κρατικὴν τοιαύτην, κατέληξεν εἰς τὸ ἑξῆς συμπέρασμα (ἀναγινώσκει): «Τὰ τιμολόγια τῶν σιδηροδρόμων μας εἰς τὰς κρατικὰς ἐπιχειρήσεις ηὐξήθησαν πολὺ περισσότερον ἢ εἰς τὰς ἑταιρικάς, ἀποδώσαντα αὔξησιν εἰσπράξεων ἀνεπαρκῆ πρὸς κάλυψιν τῆς αὐξήσεως τῶν δαπανῶν. Ἡ ἑταιρικὴ ἐπιχείρησις κατώρθωσε νὰ διοικήσῃ πολὺ οἰκονομικώτερον τῆς κρατικῆς, παρ’ ὅλας τὰς ἀντιξόους περιστάσεις, μὴ πραγματοποιήσασα ζημίας. Ἡ κρατικὴ ἐπιχείρησις, παρὰ τὴν ἰδιαιτέραν πρὸς αὐτὴν εὔνοιαν τῆς διοικήσεως, ὑπολείπεται σημαντικῶς, πραγματοποιήσασα ἐλλείματα, ἅτινα θὰ ἦσαν πολὺ μικρότερα ἢ καὶ δὲν θὰ ὑπῆρχον, ἐὰν ἡ ἐκμετάλλευσις διενηργεῖτο μετὰ μείζονος οἰκονομίας καὶ ἐπιμελείας». Τοῦτ’ αὐτό, κύριοι, ἀπέδειξε δι’ ἀριθμῶν ἀναντιλέκτων καὶ ὁ νέος Γενικὸς Διευθυντὴς τῶν Σιδηροδρόμων τοῦ Κράτους, διορισθεὶς τῇ 27 Νοεμβρίου 1920 δι’ εἰδικῆς συμβάσεως μετὰ τοῦ Δημοσίου, τῆς ὁποίας ἀντίγραφον θὰ παρεκάλουν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Ἐθνοσυνέλευσιν. Ὁ κ. Μάτσας ἕνα μῆνα μετὰ τὸν διορισμόν του ὑπέβαλε μακρὰν ἔκθεσιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Συγκοινωνίας, ἐν ᾗ ἐξαίρει τὴν πολυτέλειαν τοῦ ὀργανισμοῦ ὑπὸ τὴν κρατικὴν διοίκησιν, γινομένην κατάδηλον ἐκ συγκρίσεως τῶν κεντρικῶν ὑπηρεσιῶν ὑπὸ τὴν πάλαι ἑταιρικὴν διοίκησιν τοῦ ΣΠΑΠ, εἰς ἃς ἀπησχολοῦντο μόλις 110 ἄτομα μετὰ δαπάνης ἐτησίας ἐκ 220–325 χιλ. δραχμῶν πρὸς τὰς σημερινὰς κεντρικὰς ὑπηρεσίας, εἰς ἃς ἀπασχολοῦνται 805 ἄρρενες καὶ 127 θήλειαι ὑπάλληλοι μετὰ δαπάνης ἐτησίας εἰς μισθοὺς μὲν ἐξ 7 ἑκατομμύρια εἰς ἔντυπα δὲ καὶ γραφικὴν ὕλην ἐξ 1.300.000, ἤτοι ἐν ὅλῳ ἐξ 8 ἑκατομμύρια 300.000 δρ. Τὰ γενικὰ ταῦτα ἔξοδα ἀνελόγουν τὸ παρελθὸν ἔτος πρὸς 12% ἐπὶ τῶν ἐσόδων, ἐνῷ τοῦ ἑταιρικοῦ σιδηροδρόμου Θεσσαλίας ἀνελόγουν πρὸς 3½% καὶ τοῦ ἐπίσης ἑταιρικοῦ σιδηροδρόμου Ἀθηνῶν–Πειραιῶς πρὸς 2½% μόνον. Ὁ κ. Γενικὸς Διευθυντής, ποιεῖται εἶτα λόγον περὶ τῶν αὐξήσεων τῶν μισθῶν καὶ ἐπιδομάτων τοῦ ὅλου προσωπικοῦ τῶν σιδηροδρόμων τοῦ Κράτους, ἀποδεικνύων ὅτι αὐταὶ μόναι ἀπὸ τοῦ Μαΐου τοῦ 1920 μέχρι σήμερον ἀνῆλθον εἰς τὸ ἰλιγγιῶδες ποσὸν τῶν 18 ἑκατομμυρίων δραχμῶν περίπου. Ἡ αὐτὴ ὄχι πλέον πολυτέλεια, ἀλλ’ αὐτόχρημα σπατάλη παρατηρεῖται καὶ ἐπὶ πάσης ἄλλης δαπάνης, ἐντεῦθεν δ’ ἐξηγεῖται, πῶς μεθ’ ὅλον τὸν διπλασιασμὸν καὶ τριπλασιασμὸν τῶν διοδίων καὶ κομίστρων ὑπὸ τὴν κρατικὴν διοίκησιν τῶν σιδηροδρόμων ἀντὶ περισσευμάτων, ἐλλείμματα μόνον ἔχει νὰ ἐπιδείξῃ ἡ διαχείρισίς των, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Μάτσας ἐν τῇ τελευταίᾳ αὐτοῦ ἐκθέσει πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας, τῇ δημοσιευθείσῃ σήμερον ἔν τινι πρωϊνῇ ἐφημερίδι, ὑπολογίζει διὰ τοὺς τρεῖς πρώτους μῆνας ἐ. ἔ. εἰς 9 ἑκατομμύρια περίπου, ἤτοι εἰς 3 ἑκατομμύρια κατὰ μῆνα, καθ’ ὃν χρόνον οἱ ὑπὸ ἑταιρικὴν ἐκμετάλλευσιν καὶ διοίκησιν διατελοῦντες σιδηρόδρομοι ἔχουσι νὰ ἐπιδείξωσι περισσεύματα. Ποῖα δὲ εἶναι τὰ ἀποτελέσματα τῆς τοιαύτης ἀσώτου διαχειρίσεως τῶν σιδηροδρόμων τοῦ Κράτους; Ὑπὸ τὴν ἑταιρικήν, κύριοι, διοίκησιν τοῦ ΣΠΑΠ, ἦσαν γνωσταὶ αἱ εἰσπράξεις ἑκάστου μηνός, ἐντὸς τῶν πρώτων 6 ἡμερῶν τοῦ ἑπομένου μηνός, αἱ δὲ δαπάναι μετὰ ἕνα καὶ ἥμισυ τὸ πολὺ μῆνα, ἐνῷ ὑπὸ τὴν κρατικὴν διοίκησιν ἀγνοοῦνται τὰ ὁριστικὰ ἀποτελέσματα τῶν εἰσπράξεων καὶ μετὰ τέσσαρας μῆνας, τῶν δὲ δαπανῶν καὶ μετὰ ἑπτὰ ὅλους μῆνας. Ὑπὸ τοιαύτην κατάστασιν τὸ Κεντρικὸν Λογιστήριον, κατὰ τὸν κ. Γενικὸν Διευθυντήν, δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἐνασκήσῃ τὸν ταμιακὸν ἔλεγχον, διότι ἀδυνατεῖ νὰ ἐξαγάγῃ ἐκ τῶν βιβλίων, ποῖον ὑπόλοιπον μετρητῶν πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἐν τῷ ταμείῳ. Τὸ τμῆμα τῶν προμηθειῶν ἀδυνατεῖ νὰ ὑποβάλῃ ἀκριβῆ λογαριασμόν, προκειμένου περὶ διαχειρίσεως δεκάδων ὅλων ἑκατομμυρίων. Ὑλικὰ χιλιάδων δραχμῶν χρεώνονται ὡς δαπανηθέντα, μόνον καὶ μόνον διότι παρεδόθησαν ἐκ τῆς μιᾶς εἰς ἄλλην ἀποθήκην, χωρὶς νὰ εἶναι βέβαιον, ἐὰν ὄντως αὐτὰ κατηναλώθησαν. Ἀρκεῖ συνήθως ὅτι ἐξήχθησαν ἐκ τῆς ἀποθήκης, ἵνα χρεωθῶσιν αἱ ὑπηρεσίαι, δι’ ἃς προωρίζοντο τὰ ὑλικά, ἀδιάφορον ἐὰν παρελήφθησαν αὐτὰ παρὰ τῶν ὑπηρεσιῶν ἢ ὄχι. Ἐπιλέγει δὲ ὁ κ. Μάτσας ὅτι «εἶναι εὐνόητον ὑπὸ τοιαύτας συνθήκας, ὁποῖος ἐνδελεχὴς κίνδυνος καταχρήσεων ὑφίσταται ἐλλείψει ἐλέγχου». Διισχυρίζεται δὲ αὐτὸς ὅτι ὁ ΣΠΑΠ εἶναι ἐν τάξει ὑπὸ ἔποψιν τροχαίου ὑλικοῦ, ἀτμαμαξῶν, ὀχημάτων καὶ φορτηγῶν, ὡς καὶ ὑπὸ ἔποψιν ἐργοστασίου, ὡς πρὸς τὴν ἐγκατάστασιν τούτου, τὰ μηχανήματα καὶ τὸ προσωπικόν. Δὲν συμφωνεῖ ὅμως μετ’ αὐτοῦ τὸ Δ. Συμβούλιον τῶν περὶ ὧν ὁ λόγος σιδηροδρόμων, διϊσχυριζόμενον ὅτι μεθ’ ὅλον τὸν πολλαπλασιασμὸν τοῦ προσωπικοῦ τοῦ ἐργοστασίου καὶ τὴν αὔξησιν τῆς μισθοδοσίας του καθυστερεῖ αὐτὸ κατὰ πολὺ τὴν σήμερον, δι’ ὃ τὸ τροχαῖον ὑλικὸν δὲν εὑρίσκεται εἰς καλὴν κατάστασιν. Ἐπικαλεῖται δὲ τὸ Δ. Συμβούλιον τὴν μαρτυρίαν τῆς ἀπὸ 28 Μαΐου 1919 ἐκθέσεως τῶν ἐλεγκτῶν τῆς διαχειρίσεως τῆς κυβερνητικῆς ὑπηρεσίας τοῦ ΣΠΑΠ, καθ’ ἥν, ἐνῷ κατὰ τὸ πρῶτον ἑξάμηνον τοῦ 1918 ὑπὸ τὴν ἑταιρικὴν διαχείρισιν ἐξῆλθον ἐκ τοῦ ἐργοστασίου μετὰ γενικὴν ἐπισκευὴν 10 ἀτμάμαξαι, 28 ἐπιβατικὰ καὶ 41 φορτηγὰ ὀχήματα, κατὰ τὸ βʹ ἑξάμηνον ὑπὸ τὴν κρατικὴν διαχείρισιν περιωρίσθη ὁ ἀριθμὸς αὐτῶν εἰς 4, 11 καὶ 17 μόνον. Ἐν τούτοις, κύριοι, προκειμένου περὶ τῶν ἄλλων σιδηροδρομικῶν δικτύων ὁμολογεῖ καὶ ὁ κ. Μάτσας ὅτι ὁ μὲν Λαρισαϊκὸς εἶχε τὸ παρελθὸν ἔτος ἐν ἀκινησίᾳ, λόγῳ ἐπισκευῆς ἢ ἀναμονῆς δι’ ἐπισκευὴν 20% τῶν ἀτμαμαξῶν του καὶ 30% τῶν ὀχημάτων του, οἱ δὲ Μακεδονικοὶ καὶ Θρακικοὶ σιδηρόδρομοι 45% τῶν ἀτμαμαξῶν καὶ ὀχημάτων. Οἰκτρὰ εἶναι ἡ κατάστασις τόσον τῶν ἐργοστασίων, ὅσον καὶ τοῦ τροχαίου ὑλικοῦ τῶν σιδηροδρόμων, τῶν ἀνηκόντων εἰς τὴν κυριότητα τοῦ Κράτους, ἀπαιτοῦνται δὲ ἑκατομμύρια ὅλα πρὸς συμπλήρωσιν τῶν ἐλλείψεων αὐτῶν. Χωλαίνει, κύριοι, τὰ μέγιστα καὶ ἡ ὑπηρεσία τῆς συντηρήσεως τῆς γραμμῆς. Σχετικῶς καλλιτέρα εἶναι αὐτὴ ἐπὶ τοῦ ΣΠΑΠ, ἀπαιτεῖται ὅμως ὁπωσδήποτε δαπάνη ἀξία λόγου διὰ τὴν ἐξασφάλισιν της ἐναντίον πολλῶν χειμάρρων καὶ διὰ τὴν στερέωσιν ἰδίως τῆς γεφύρας τοῦ Ἰσθμοῦ τῆς Κορίνθου, ἥτις ἐμπνέει ἀνησυχίας διὰ τὴν ἀσύμμετρον κατανομὴν τῶν βαρῶν ἐπὶ τῶν κυρίων δοκῶν της. Χειροτέρα ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν εἶναι ἡ κατάστασις τῆς γραμμῆς τοῦ Λαρισαϊκοῦ, ἐν ᾗ ἀπαντᾷ μέγα καθυστέρημα στρωτήρων, τὸ σκυρόστρωμα εἶναι ἐλλειπὲς καὶ χρήζει αὐτὴ ἀπαραιτήτως ἐνισχύσεως, αἱ γέφυραί της ἔχουσιν ἀνάγκην μείζονος στερεώσεως, ἡ ὑποδομή της πολλῶν βελτιώσεων καὶ τέλος εἶναι ἀπαραίτητα διάφορα ἔργα προστατευτικὰ τῆς ἀσφαλείας τῆς γραμμῆς καὶ τῆς ἐκμεταλλεύσεώς της. Τὰς αὐτὰς ἀνάγκας ἔχει καὶ ἡ γραμμὴ τῆς Μακεδονίας, ἥτις θ’ ἀπαιτήσῃ ἐπὶ πλέον δαπάνην ἑκατομμυρίων ὅλων διὰ τὴν ἐξασφάλισιν της ἐναντίον τῶν ὑδάτων τῆς λίμνης Ὀστρόβου. Ὁ κ. Γενικὸς Διευθυντὴς ὑπολογίζει εἰς 60–65 ἑκατομμύρια τὴν ἀναγκαίαν δαπάνην διὰ τὴν γραμμὴν καὶ τὸ τροχαῖον ὑλικὸν τοῦ Λαρισαϊκοῦ καὶ τῶν Μακεδονικῶν σιδηροδρόμων, διότι οὕτω πως μόνον δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀσφάλεια εἰς τὴν κυκλοφορίαν τῶν ἁμαξοστοιχιῶν. Κρούων δὲ τὸν κώδωνα τοῦ κινδύνου διεκήρυξεν ἤδη πρὸ πέντε μηνῶν ὅτι «εἶναι ἀνάγκη νὰ ληφθῶσι σύντονα καὶ δραστήρια μέτρα κυβερνητικῆς προνοίας, ἄνευ τῶν ὁποίων βαίνομεν ἀπὸ σιδηροδρομικῆς ἀπόψεως πρὸς οἰκονομικὸν καὶ οὐσιαστικὸν κατ’ ἀπόλυτον κυριολεξίαν βάραθρον». Ἀλλ’ ἡ κυβερνητικὴ πρόνοια περιωρίσθη μέχρι τοῦδε εἰς μόνην τὴν ἀντικατάστασιν τοῦ Συμβουλίου τῶν σιδηροδρόμων τοῦ Κράτους, ἥτις ἐγένετο μετὰ ὥριμον σκέψιν πέντε περίπου μηνῶν, χωρὶς νὰ ληφθῇ οἱονδήποτε ἄλλο μέτρον διοικητικὸν ἢ νομοθετικὸν πρὸς βελτίωσιν τῆς καταστάσεως καὶ ἀποσόβησιν τῶν ἐξ αὐτῆς ἐπαπειλουμένων κινδύνων. Καὶ εἶναι μέν, κύριοι, ἀληθὲς ὅτι ὁ κ. Μάτσας ἐφρόντισε νὰ προβῇ εἰς διαφόρους οἰκονομίας, τὰς ὁποίας ἐξαίρει ἐν τῇ σήμερον δημοσιευθείσῃ δευτέρᾳ ἐκθέσει πρὸς τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας καὶ κατ’ ἀκολουθίαν τῶν ὁποίων ὑπολογίζει αὐτὸς νὰ κατέλθῃ τὸ ἔλλειμμα τῆς διαχειρίσεως τῶν σιδηροδρόμων τοῦ κράτους κατὰ τὴν πρώτην τριμηνίαν ἐ. ἔ. εἰς 9 ἑκατομμύρια μόνον. Ἐπὶ πλέον δὲ προαναγγέλλει ὅτι σκέπτεται νὰ ἐλαττώσῃ τὸ προσωπικὸν τῶν κεντρικῶν ὑπηρεσιῶν κατὰ 100–110 ἄτομα, περιορίζων αὐτὸ ἐξ 932 εἰς 820 καὶ ὅτι εἰς μεγαλυτέραν οἰκονομίαν θὰ προβῇ διὰ τῆς ὑπ’ αὐτοῦ ἐπιδιωκομένης χρησιμοποιήσεως τοῦ ἑλληνικοῦ λιγνίτου ὡς καυσίμου ὕλης διὰ τοὺς σιδηροδρόμους τοῦ Κράτους. Δὲν ὑπάρχει δὲ ἀμφιβολία ὅτι εἰς τὰς τοιαύτας προσπαθείας του θὰ τύχῃ ὁ κ. Γενικὸς Διευθυντὴς τῆς συνδρομῆς τοῦ νέου Διοικητικοῦ Συμβουλίου, ὅπερ ἀπηρτίσθη ἐξ ἀνδρῶν πεπειραμένων καὶ εἰδικωτάτων περὶ τὰ σιδηροδρομικά, ὡς ὁ κ. Β. Μέγας. Ἀλλά, κύριοι, δὲν ἀρκοῦσι μόναι αἱ προσπάθειαι αὗται τῆς Γ. Διευθύνσεως καὶ τοῦ Δ. Συμβουλίου, αἱ τόσον περιεσκεμμέναι καὶ λυσιτελεῖς. Ἀνάγκη πᾶσα νὰ ἐπέλθῃ ἐπίκουρος εἰς αὐτὰς καὶ ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας, ὅστις μετὰ ἑξάμηνον μελέτην δύναται νὰ ἐξέλθῃ πλέον ἐκ τῆς παροιμιώδους διστακτικότητος καὶ ἀναβλητικότητός του καὶ νὰ λάβῃ ὁριστικὰς ἀποφάσεις περὶ τόσον σοβαροῦ ζητήματος, ὁποῖον τὸ σιδηροδρομικόν. Ἐὰν νομίζῃ ὅτι πρέπει νὰ προηγηθῇ αὐτῶν μία εὐρεία συζήτησις ἐνταῦθα, ἂς ὁρίσῃ ἡμέραν πρὸς τοῦτο. Ἄν δὲν ἔχῃ ἀνάγκην τῆς τοιαύτης προκαταρκτικῆς συζητήσεως, ἂς ὑποβάλῃ ἀπ’ εὐθείας εἰς τὴν Ἐθνοσυνέλευσιν τὰ μέτρα διὰ τῶν ὁποίων δυνάμεθα νὰ ἐξέλθωμεν ἐκ τῆς παρούσης ἀφορήτου καταστάσεως καὶ νὰ προλάβωμεν τοὺς ἐπαπειλοῦντας ἡμᾶς κινδύνους. Ἐγώ, κύριοι, νομίζω, ὅτι μία καὶ μόνη λύσις τοῦ προκειμένου ζητήματος ἐπιβάλλεται εἰς ἡμᾶς. Ἀφοῦ τὸ κράτος ἀπεδείχθη ἀνίκανον νὰ ἐκμεταλλευθῇ τοὺς σιδηροδρόμους, ὀφείλει αὐτὸ ὡς τάχιστα νὰ παραιτηθῇ τῆς τοιαύτης ἐπιχειρήσεως. Ἔχει δὲ καθῆκον ἐν πρώτοις νὰ ἄρῃ τὴν ἐπίταξιν τοῦ ΣΠΑΠ καὶ ν’ ἀποδώσῃ τοῦτον εἰς τὴν ἰδιοκτήτριάν του ἑταιρείαν ἀποζημιοῦν αὐτὴν δι’ ὅλας τὰς πραγματικὰς καὶ ἀναμφισβητήτους ζημίας τὰς προξενηθείσας εἰς αὐτὴν ἐκ τῆς γενομένης ἐπιτάξεως. Μετὰ τοῦτο πρέπει τὸ Κράτος ν’ ἀναθέσῃ τὴν ἐκμετάλλευσιν τῶν εἰς αὐτὸ ἀνηκόντων σιδηροδρόμων εἰς ἑταιρείαν, ὡς προεῖπον, διατελοῦσαν ὑπὸ τὴν ἐποπτείαν καὶ τὸν ἔλεγχόν του καὶ ὑπὸ τὸν ὅρον τοῦ νὰ μετέχῃ τὸ Κράτος μόνον τῶν κερδῶν, οὐχὶ δὲ καὶ τῶν ζημιῶν τῆς ἐπιχειρήσεως. Ἐὰν τοὐναντίον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας καὶ ἡ Κυβέρνησις εἶναι τῆς γνώμης, ὅτι πρέπει νὰ ἐξακολουθήσῃ τὸ Κράτος ἐφαρμόζον τὴν μέχρι τοῦδε σιδηροδρομικὴν πολιτικὴν ὑπὸ πληρέστερον ὀργανισμὸν τοῦ νῦν ἰσχύοντος, τότε ἂς προβῇ μὲν αὐτὸ ἀμέσως εἰς τὴν ἐξαγορὰν τοῦ ΣΠΑΠ παρὰ τῆς ἰδιοκτητρίας ἑταιρείας, ἂς σπεύσῃ δὲ ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Ἐθνοσυνέλευσιν σχετικὸν νομοσχέδιον. Καὶ αὐτὸς καὶ ἡ Κυβέρνησις ὀφείλουσι νὰ ἐννοήσωσιν ὅτι ἀνάγκη πᾶσα νὰ τεθῇ ὡς τάχιστα τέρμα εἰς τὴν παροῦσαν ὄντως ἀφόρητον κατάστασιν τῶν σιδηροδρόμων τοῦ Κράτους. Τοσαῦτα, κύριοι, εἶχον νὰ εἴπω εἰς ὑποστήριξιν τῆς αἰτήσεως τοῦ Δ. Συμβουλίου τῆς Ἑταιρείας τοῦ ΣΠΑΠ, ἐπιφυλασσόμενος νὰ ὁμιλήσω διὰ μακροτέρων περὶ τοῦ σιδηροδρομικοῦ ζητήματος, ὅταν δι’ ἐπερωτήσεως προκληθῇ εὐρεῖα περὶ αὐτοῦ συζήτησις, ὡς ἐπιβάλλεται εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν.
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τώρα ὅμως δὲν εἶναι ἐπερώτησις, ἀλλ’ ἀναφορά.
§41Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Νὰ γίνῃ ἐπερώτησις.
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας ἔχει τὸν λόγον.
§43Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Ὁ τρίτος τῶν ἀξιοτίμων κ. πληρεξουσίων ἐκ Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος ὠθήθη ἐκ τῆς παρατηρήσεως, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ ἀξιότιμος πληρεξούσιος ἐξ Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας, καὶ μετέτρεψεν ὡρισμένην ἀναφορὰν εἰς ἐπερώτησιν καὶ εἰς γενικὴν συζήτησιν περὶ τῶν σιδηροδρόμων. Ὀφείλω νὰ δηλώσω εἰς τὴν Ἐθνικὴν Συνέλευσιν ὅτι δὲν θὰ ἀκολουθήσω τὸν τοιοῦτον τρόπον τῆς συζητήσεως, διότι νομίζω, ζητήματα τόσον σοβαρὰ καὶ τόσον σπουδαῖα δὲν δύνανται νὰ εἰσάγωνται οὐδὲ νὰ συζητῶνται κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὁ ὁποῖος εἶναι καὶ ἀντικανονικός. Καὶ διὰ τοῦτο θὰ μοῦ ἐπιτρέψῃ ὁ πληρεξούσιος κ. Εὐταξίας νὰ μὴ ἀπαντήσω εἰς ὅσα σχετικῶς εἶπεν, τὰ ὁποῖα εἴς τινα σημεῖα, ἰδίως τῶν ἀριθμῶν, δὲν παρουσιάζουσι καὶ τὴν ἀπαιτουμένην ἀκρίβειαν. Θὰ ἀπαντήσω μόνον ἐπὶ τῶν δύο ζητημάτων, τὰ ὁποῖα περιέχει ἡ ἀναφορὰ καὶ ἀνέπτυξαν οἱ ἄλλοι κ. κ. πληρεξούσιοι, καὶ τὰ ὁποῖα ἀφορῶσιν οὐχὶ τοὺς σιδηροδρόμους ἐν γένει ἀλλὰ μόνον τὸν σιδηρόδρομον Ἀθηνῶν–Πειραιῶς–Πελοποννήσου. Τὰ δύο ταῦτα ζητήματα, τὸ μὲν πρῶτον ἀφορᾷ τὸ λεγόμενον μπαρὲμ, τὸ δὲ ἄλλο ἀφορᾷ τὴν ἐπίταξιν. Ἀληθῶς διὰ τῆς συμβάσεως ἡ ὁποία ὑφίσταται μεταξὺ τῆς ἑταιρείας καὶ τοῦ κράτους, ἡ ἑταιρεία τῶν σιδηροδρόμων, ἰδιωτικὴ ἐντελῶς οὖσα, ἔχει ἀναλάβει καὶ τὴν ἐκμετάλλευσιν τμήματος τῶν σιδηροδρόμων τῆς Πελοποννήσου, τὸ ὁποῖον ἀνήκει εἰς τὸ Κράτος. Τὸ ἔχει δ’ ἀναλάβει ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ κρατῇ ἐκ τῶν εἰσπράξεων τὰς δαπάνας τῆς ἐκμεταλλεύσεως καὶ τὸ ὑπόλοιπον αὐτῶν πέραν τῶν δαπανῶν νὰ διανέμηται μεταξὺ αὐτῆς καὶ τοῦ Κράτους ἐξ ἴσου. Ὡρίζετο δὲ ὡς ἀνώτερος ὅρος δαπανῶν τὸ ποσὸν τῶν 4.000 δραχμ. κατὰ χιλιόμετρον. Ἡ μεταβολὴ ἡ ὁποία ἐπῆλθεν ἐν γένει εἰς τοὺς ὅρους τῆς ἐκμεταλλεύσεως τῶν σιδηροδρόμων κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη ὡς ἐκ τοῦ παγκοσμίου πολέμου ἦτο φανερὸν ὅτι ἐπέδρασεν εἰς τὰς δαπάνας τῆς ἐκμεταλλεύσεως τοῦ μέρους τούτου τῶν σιδηροδρόμων τοῦ ἀνήκοντος εἰς τὸ Κράτος. Καὶ τὸ ποσὸν τῶν 4.000 δραχμῶν τὸ ὁποῖον εἶχεν ὁρισθῇ ὡς ἀνώτατον ὅριον βεβαίως δὲν ἐπήρκει. Ἐδαπανᾶτο πολὺ περισσότερον, ἴσως ὑπὲρ τὸ διπλάσιον, καὶ ἐν τούτοις κατὰ τὴν σύμβασιν ἡ ἑταιρεία ἔδει νὰ κρατῇ μόνον τὰς 4.000 δρχ. ἐκ τῶν εἰσπράξεων καὶ τὸ ὑπόλοιπον τὸ διένειμεν ὡς κέρδος μεταξὺ αὐτῆς καὶ τοῦ Κράτους. Ἐντεῦθεν ἐπῆλθεν διαφωνία μεταξὺ τῆς ἑταιρείας τῶν σιδηροδρόμων καὶ τοῦ Κράτους, τῆς ἑταιρείας ἀμφισβητούσης τὴν ἐφαρμογὴν κατὰ τοῦτο τῆς συμβάσεως ὡς ἐκ τῆς ἐπελθούσης μεταβολῆς τῶν γενικῶν ὅρων τῆς ἐκμεταλλεύσεως. Κατὰ τὴν σύμβασιν, ὡς ὤφειλεν ἡ ἑταιρεία προσέφυγεν πρὸς λύσιν τῆς διαφορᾶς διαιτητικῶς εἰς τὸ Ἐφετεῖον Ἀθηνῶν. Τὸ Ἐφετεῖον ἐπιληφθὲν τῆς ὑποθέσεως ἐξέδωκεν ἀπόφασιν κατὰ τὴν ὁποίαν ὑπεχρέωσεν τὴν ἑταιρείαν νὰ συμμορφωθῇ πρὸς τὴν σύμβασιν. Ἐδέχθη δηλαδὴ ὅτι ἡ μεταβολὴ ἥτις ἐπῆλθεν ὡς πρὸς τοὺς ὅρους τῆς ἐκμεταλλεύσεως γενικῶς οὐδεμίαν ἤσκει ἐπίδρασιν ὡς πρὸς τὰς κατὰ τὰ ἀνωτέρω ὑποχρεώσεις τῆς ἑταιρείας. Καὶ τὸ Κράτος οὕτως ἐκτὸς τῆς συμβάσεως εἶχε καὶ τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ἐφετείου, καθ’ ἣν μόνον 4.000 δραχμὰς, ἐκ τῶν εἰσπράξεων θὰ ἐπλήρωνε διὰ τὰς δαπάνας ἐκμεταλλεύσεως τὸ δὲ ὑπόλοιπον ἐδικαιοῦτο νὰ ἀπαιτῇ νὰ διανέμηται ὡς κέρδος μεταξὺ αὐτῆς καὶ τῆς ἑταιρείας. Ὀφείλω νὰ εἴπω ὅτι καὶ ἡ ἀντίληψίς μου, ὅταν ἐξήτασα τὸ ζήτημα, ἀναφερθὲν εἰς ἐμὲ, ἦτο ὅτι ἡ ἀπόφασις αὕτη δὲν ἦτο σύμφωνος ἀπολύτως πρὸς τὰς γενικὰς ἀρχὰς τοῦ δικαίου, στηριχθεῖσα εἰς τὸ γράμμα τῆς συμβάσεως. Μετὰ τὴν ἀπόφασιν ταύτην τὸ Δημόσιον, ὅσον ἀφορᾷ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ὑπεχρεώθη ἡ ἑταιρεία, συνεπείᾳ ταύτης νὰ πληρώσῃ δὲν τὸ εἰσέπραξεν, ἀλλ’ ἐδέχθη νὰ πληρωθῇ, νομίζω, τοκοχρεωλυτικῶς. Ὡς πρὸς δὲ τὸ περαιτέρω χρονικὸν διάστημα μετὰ τὴν ἀπόφασιν δὲν παρουσιάσθη περὶ πλέον ζήτημα, διότι ἐπῆλθεν ἡ ἐπίταξις τῶν σιδηροδρόμων τῆς ἑταιρείας παρὰ τοῦ Κράτους ὅπερ ἐκμεταλλευόμενον καὶ τὸ τμῆμα τὸ εἰς αὐτὸ ἀνῆκον, καταβάλλῃ αὐτὸ τὰς δαπάνας. Αὐτὰ ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τὸ πρῶτον τὸ ὁποῖον ἀνέπτυξεν ἰδίᾳ ὁ δεύτερος τῶν κ. πληρεξουσίων. Τὸ ἕτερον ζήτημα τὸ ὁποῖον ἀνέπτυξεν ὁ πρῶτος τῶν κ.κ. πληρεξουσίων εἶναι τὸ τῆς ἐπιτάξεως τῶν σιδηροδρόμων τῆς ἑταιρείας. Ἡ νῦν Κυβέρνησις εὗρεν συντελουμένην τὴν ἐπίταξιν καὶ ἐξηκολούθησε κατάστασιν πραγμάτων ὑφισταμένην, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ ἐπίταξις θὰ ἐλύετο 6 μῆνας μετὰ τὴν λῆξιν τοῦ πολέμου. Δὲν νομίζω δ’ ὅτι δύναται νὰ θεωρηθῇ λήξας ὁ πόλεμος, ἀφοῦ ἡ συνθήκη τῶν Σεβρῶν δὲν ἐκυρώθη, δι’ ἡμᾶς δὲ ἐξακολουθῇ πραγματικῶς ὁ πόλεμος. Ὅσον ἀφορᾷ ἕτερα τινὰ ζητήματα σχετιζόμενα πρὸς τὴν ἐπίταξιν ἔχουσιν ἤδη ὑποβληθῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον καὶ μελετῶνται ὑπὸ τῆς ἁρμοδίας ὑπηρεσίας. Αὐτὰ εἶχα νὰ ἀπαντήσω σχετικῶς πρὸς τὴν ἀναπτυχθεῖσαν ἀναφοράν. Περιορίζομαι δὲ εἰς ταύτην καὶ μόνον φρονῶν πεποιθότως, ὡς εἶπον ἀρχόμενος, ὅτι καὶ ἀντικανονικὴ ὅλως καὶ οὐδὲ εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ συνεπείᾳ ταύτης σοβαρῶς συζήτησις περὶ σιδηροδρομικῆς πολιτικῆς, ἐν γένει. Ὡς εἶναι γνωστὸν τὸ Κράτος σήμερον ἔχει εἰς τὴν ἰδιοκτησίαν του τὸ μεγαλύτερον μέρος τοῦ δικτύου τῶν ἐν τῇ περιοχῇ τοῦ σιδηροδρόμου, κέκτηται δὲ καὶ δικαίωμα ἐξαγορᾶς ἄλλων ἀνηκόντων εἰς ἑταιρείας. Μετὰ τὴν ἐπέκτασιν τῶν ὁρίων τοῦ Κράτους νέα θὰ ἐμφανισθῶσι σιδηροδρομικὰ ζητήματα, ὁ διακανονισμὸς τῶν ὁποίων βεβαίως θὰ ἀπασχολήσῃ τὴν Ἐθνικὴν Συνέλευσιν, εἰς ἣν ἐν καιρῷ ἡ Κυβέρνησις θὰ ὑποβάλῃ, ὡς ὀφείλει, τὴν γνώμην της περὶ τῆς πολιτικῆς, ἣν φρονεῖ ὡς ἀκολουθητέα καὶ εὐρεῖα θὰ γίνῃ ἡ συζήτησις. Τελευτῶν ἐν σχέσει πρὸς τὴν ἀναπτυχθεῖσαν ἀναφορὰν θὰ ἐπαναλάβω ἐνώπιον τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως ὅτι καὶ εἰς τοὺς ἐπισκεφθέντας με εἰς τὸ Ὑπουργεῖον κ. κ. ἀντιπροσώπους τῆς ἑταιρείας ὅτι τὰ αἰτήματά των εἶναι ἄξια ἰδιαιτέρας προσοχῆς καὶ ἐξετάσεως καὶ θὰ ἀποδοθῇ πᾶσα δικαιοσύνη εἰς αὐτά.
§44Α. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Εἶμαι ἠναγκασμένος, κ. Πρόεδρε, ν’ ἀπαντήσω δι’ ὀλίγων πρὸς τὸν κ. Ὑπουργόν.
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν δύνασθε νὰ λάβητε τὸν λόγον κατὰ τὸν Κανονισμόν.
§46Α. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀλλὰ πρόκειται περὶ προσωπικοῦ ζητήματος.
§47Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Δὲν θέλω νὰ εἰσέλθω εἰς τὰ δικαιώματα τοῦ κ. Προέδρου, ὀφείλω ὅμως νὰ σᾶς δηλώσω, ὅτι δι’ ὅσων εἶπον δὲν ἐσκόπουν ποσῶς νὰ θίξω ὑμᾶς προσωπικῶς.
§48Α. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὅταν ὅμως, κ. Ὑπουργὲ, διϊσχυρίζεσθε ὅτι ἐγὼ μετέβαλον τὴν ἀναφορὰν εἰς ἐπερώτησιν παρὰ τὸν Κανονισμόν, βεβαίως προκαλεῖται προσωπικὸν ζήτημα δι’ ἐμέ, ἐπὶ τοῦ ὁποίου εἶμαι ἠναγκασμένος ν’ ἀπαντήσω ἵνα σᾶς ἀποδείξω ὅτι δὲν εὑρίσκεσθε ἐν τῷ δικαίῳ. Πρὸς τοῦτο δὲ ἐρωτῶ ὑμᾶς, τί κυρίως ζητεῖ τὸ Δ. Συμβούλιον τῆς ἑταιρείας ΣΠΑΠ διὰ τῆς ἀναφορᾶς του; Τὴν ἄρσιν τῆς ἐπιτάξεως καὶ τὴν ἀπόδοσιν τοῦ σιδηροδρόμου εἰς τὴν ἰδιοκτήτριάν του ἑταιρείαν, ἢ ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει τὴν ἐξαγορὰν αὐτοῦ παρὰ τοῦ Κράτους, ἀποζημιουμένης τῆς Ἑταιρείας διὰ τὰς προσγενομένας εἰς αὐτὴν ζημίας ἐξ αἰτίας τῆς ἐπιτάξεως. Καὶ οἱ μὲν δύο προαγορεύσαντες ἀνέπτυξαν τὰ ἄλλα ἐπιχειρήματα τῆς ἀναφορᾶς, ἐγὼ δὲ περιωρίσθην εἰς ἓν καὶ μόνον, τὸ σπουδαιότατον πάντων, κατ’ ἐμὴν γνώμην, ἤτοι εἰς τὴν παντελῆ ἀνικανότητα τοῦ Κράτους, ἵνα ἐκμεταλλευθῇ σιδηροδρόμους, ὅπερ καὶ ἀπέδειξα κατὰ τρόπον ἀναμφισβήτητον, ὡς νομίζω. Δὲν πιστεύω, κύριοι, μεθ’ ὅσα εἶπον ἐγώ, νὰ ὑπολείπεται εἴς τινα ἐξ ὑμῶν ἡ ἐλαχίστη ἀμφιβολία ὅτι ἡ ἐκμετάλλευσις τῶν σιδηροδρόμων ὑπὸ τοῦ Κράτους μόνον ζημίας καὶ καταστροφὰς ἐπέφερε μέχρι τοῦδε καὶ θὰ ἐπιφέρῃ καὶ ἐν τῷ μέλλοντι τόσον εἰς αὐτό, ὅσον καὶ εἰς τοὺς ὑπὸ τὴν διοίκησίν του διατελοῦντας σιδηροδρόμους. Καὶ τώρα ἐρωτῶ, δύναται νὰ ὑπάρξῃ τρανότερον τούτου ἐπιχείρημα ὑπὲρ τῆς αἰτήσεως τοῦ Δ. Συμβουλίου τῆς Ἑταιρείας τοῦ ΣΠΑΠ περὶ ἄρσεως τῆς ἐπιτάξεως καὶ ἀποδόσεως τοῦ σιδηροδρόμου εἰς τὴν ἰδιοκτήτριαν αὐτοῦ ἑταιρείαν; Δὲν ἔχει δὲ ἄδικον ὁ κ. Ὑπουργὸς δισχυριζόμενος ὅτι ἐγὼ παρὰ τὸν Κανονισμὸν δὲν ὑπεστήριξα ἀναφοράν, ἀλλ’ ἐπερώτησιν περὶ τῆς σιδηροδρομικῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως; Τὸ ἐπιχείρημα, κύριοι, ὅπερ προέβαλεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ὑπὲρ τῆς παρατάσεως τῆς ἐπιτάξεως τοῦ ΣΠΑΠ χάριν τῶν πολεμικῶν ἡμῶν ἀναγκῶν ἀφοῦ δὲν ἔληξεν ἀκόμη δι’ ἡμᾶς ὁ πόλεμος, δὲν εἶναι κατ’ ἐμὲ τόσον σοβαρόν, ὅσον τὸ φαντάζεται αὐτός. Κατὰ τοὺς πολέμους τῶν ἐτῶν 1912–13 καὶ 1917–18, ἐφ’ ὅσον δηλαδὴ ὁ περὶ οὗ ὁ λόγος σιδηρόδρομος διετέλει ὑπὸ τὴν ἑταιρικὴν ἐκμετάλλευσιν, ἐξυπηρετήθησαν αἱ πολεμικαὶ ἡμῶν ἀνάγκαι ἀσυγκρίτῳ τῷ λόγῳ ἀποτελεσματικώτερον ἢ ὑπὸ τὴν κρατικήν του ἐκμετάλλευσιν. Τοῦτο δὲν ἀρνεῖται οὔτε ἡ σιδηροδρομικὴ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῆς Συγκοινωνίας, οὔτε ἡ Γενικὴ Διεύθυνσις τῶν σιδηροδρόμων τοῦ Κράτους, οὕτω δὲ τὸ ἐπιχείρημα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ στρέφεται μᾶλλον κατὰ τῆς γνώμης του καὶ κατ’ οὐσίαν μένει αὐτὸς ἀναπολόγητος. Ἐκ τούτου ἐξηγεῖται καὶ ἡ ὁμολογία τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, καθ’ ἣν αὐτὸς δὲν εἶναι ἀκόμη ἕτοιμος νὰ ὁμιλήσῃ περὶ τοῦ σιδηροδρομικοῦ ζητήματος, διότι τοῦτο εἶναι εἰσέτι ἀντικείμενον τῆς μελέτης του, ὡς ἐδήλωσεν αὐτός. Ἀλλά, κύριοι, διανύομεν ἤδη τὸν ἕβδομον μῆνα, ἀφ’ ὅτου αὐτὸς ἀνέλαβεν τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Συγκοινωνίας, ἔχων ὑπὸ τὴν δικαιοδοσίαν του καὶ τοὺς σιδηροδρόμους, χωρὶς νὰ κατορθώσῃ μέχρι σήμερον νὰ συμπληρώσῃ τὰς μελέτας του περὶ ζητήματος τόσον ἐπείγοντος, ὅσον τὸ σιδηροδρομικόν, ἐξ οὗ τὸ Κράτος ἐπιβαρύνεται μὲ ζημίαν 3 ἑκατομ. δραχμῶν κατὰ μῆνα, παντοῖοι δὲ ἄλλοι κίνδυνοι ἐπικρέμονται εἰς ἡμᾶς. Δὲν εἶναι διὰ τοῦτο ἄξιος θαυμασμοῦ ὁ κ. Ὑπουργός;
§49Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Ἐπαναλαμβάνω τοῦτο, ὅτι τὰ ζητήματα τῆς γενικῆς πολιτικῆς τῶν σιδηροδρόμων δὲν πρέπει νὰ συζητηθῶσι καὶ δὲν δύνανται νὰ συζητηθῶσιν ἐπὶ τῇ ἀναφορᾷ ταύτῃ, ἡ ἐπὶ τῆς ὁποίας συζήτησις κατὰ τὸν Κανονισμὸν εἶναι ἐντελῶς περιωρισμένη. Περὶ τούτου ὡμίλησα καὶ δὲν ἐνόουν νὰ θίξω παντάπασι τὸν κ. Εὐταξίαν προσωπικῶς. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα, τοῦ ὅτι ζημιώνεται τὸ Κράτος ἐκ τῆς ἐκμεταλλεύσεως τῶν σιδηροδρόμων, τοῦτο μόνον δύναμαι νὰ εἴπω ὅτι σήμερον καὶ ἐκ τῶν κρατουσῶν συνθηκῶν ὅλων ἴσως τῶν κρατῶν οἱ σιδηρόδρομοι εὑρίσκονται ἐν ἐλλείμματι.
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Εὐταξίας, ὅπως καταθέσῃ καὶ ἀναπτύξῃ ἀναφορὰν τῶν κατοίκων Δαδίου καὶ Δρεσταίνων.
§51Α. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Οἱ κάτοικοι τοῦ Δαδίου, μιᾶς τῶν ἐξόχως γεωργικῶν κωμοπόλεων, ἀνερχόμενοι εἰς 4.500 περίπου παραπονοῦνται, ὅτι διὰ τῆς γενομένης ἐκεῖ ἐπιτάξεως τῶν ζώων πρόκειται νὰ στερηθῶσι τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν των, καθόσον ἀπό τινος ἔχουσιν ἀντικατασταθῆ παρ’ αὐτοῖς οἱ ἀροτῆρες βόες δι’ ἵππων καὶ ἡμιόνων. Ἐπειδὴ ἐφέτος, ἕνεκα τῆς πολυομβρίας, ἐστάθη ἀδύνατον νὰ γίνῃ ἡ ἀναγκαία σπορὰ σίτου καί, ὅπου ἐγένετο τοιαύτη, κατεστράφη ἐκ τῆς πολυομβρίας, ἡ μόνη ἀπομένουσα εἰς αὐτοὺς ἐλπίς, ἵνα μὴ στερηθῶσι τοῦ ἐπιουσίου ἄρτου, εἶναι νὰ καλλιεργήσωσιν ἀραβόσιτον. Ἀλλ’ ἀκριβῶς καθ’ ἣν στιγμὴν ἄρχεται ἡ καλλιέργεια τοῦ ἀραβοσίτου, ἔρχεται ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν καὶ ἐπιτάσσει τὰ ἀροτριῶντα κτήνη των καὶ οὕτω κινδυνεύουσιν νὰ μείνωσι καὶ αὐτοὶ καὶ αἱ οἰκογένειαί των ἄνευ ἄρτου. Πότε δὲ τοῦτο; Ὅταν διακόσιοι ἄλκιμοι νέοι ἐκ τῆς κωμοπόλεως Δαδίου ἀντιμετωπίζουσι τὸν ἐχθρὸν εἰς τὰ πολεμικὰ πεδία. Συγχρόνως ὑποβάλλω καὶ ἔγγραφον τοῦ προέδρου τῆς Κοινότητος Δρεσταίνων τῆς Δωρίδος, ἡ ὁποία εὑρίσκεται εἰς μέρος ὀρεινὸν καὶ ἀπόκεντρον, προμηθεύεται δὲ τὴν τροφήν της μακρόθεν ἐκ τῆς παραλίας, ἀπεχούσης 15 περίπου ὥρας δι’ ὀλίγων κτηνῶν, τὰ ὁποῖα ἔχει εἰς τὴν διάθεσίν της. Ζητεῖται δευτέρα καὶ τούτων ἐπίταξις, ἐξ οὗ θὰ στερηθῶσι καὶ οἱ ἀποτελοῦντες τὴν κοινότητα ἐκείνην τοῦ ἐπιουσίου ἄρτου καὶ τοῦτο, ὅταν 70 Δρεσταινιῶται, ἀνήκοντες εἰς τὸ πέμπτον εὐζωνικὸν Σύνταγμα, ἀγωνίζωνται τὸν ἀγῶνα τὸν ἐθνικόν. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν καὶ τὴν ἀναφορὰν ταύτην.
§52Ι. ΠΑΠΑΛΟΥΚΑΣ. Συνιστῶ καὶ ἐγὼ τὴν ἀναφορὰν τῶν κατοίκων Δρεσταίνων.
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Παπαθανασίου ἔχει τὸν λόγον, ὅπως καταθέσῃ καὶ ἀναπτύξῃ ἀναφορὰν τῶν γεωργῶν Σπερχειάδος.
§54Α. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ. Ἡ ἀναφορὰ αὕτη ἔχει ἀντικείμενον ὡς καὶ αἱ προηγηθεῖσαι, τὴν ἐπίταξιν τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν. Τὸ ζήτημα τοῦτο, τὸ ὁποῖον ὡς ἀνέπτυξεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Εὐταξίας εἶναι ζήτημα ζωῆς διὰ τοὺς κατοίκους τῶν γεωργικῶν πληθυσμῶν, ἀφορᾷ ὅλην τὴν Φθιώτιδα, ἐν ᾗ ἡ ἀροτρίωσις γίνεται δι’ ἵππων καὶ ἡμιόνων. Ἐκτὸς δὲ τοῦ ὅτι οἱ γεωργοὶ αὐτοὶ δὲν ἔσπειραν, εἰμὴ εἰς ἐλαχίστην ἔκτασιν καταστραφεῖσαν, ἤδη ὅτε γίνεται ἡ καλλιέργεια τοῦ ἀραβοσίτου, εἰς τὸν ὁποῖον συνεκέντρωσαν τὰς τελευταίας ἐλπίδας των, διετάχθη ἡ ἐπίταξις τῶν κτηνῶν των. Προσθέσατε δὲ εἰς ταῦτα ὅτι ἤδη εἰς τοὺς περισσοτέρους δήμους, ἔπεσε καὶ χάλαζα, ἐξ ἧς κατεστράφησαν ὅλα τὰ πρώϊμα προϊόντα, διὰ νὰ κρίνητε κατὰ πόσον ἐπιβάλλεται ν’ ἀπαλλαχθῶσι τῆς ἐπιτάξεως τὰ ἀροτριῶντα κτήνη τῆς Φθιώτιδος.
§55Ι. ΠΑΠΑΛΟΥΚΑΣ. Συνιστῶ καὶ ἐγὼ τὴν ἀναφορὰν ταύτην.
§56Δ. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Καὶ ἐγώ, κύριε Πρόεδρε, συνιστῶ τὴν ἀναφορὰν ταύτην.
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ............
§58Γ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Τὸν λόγον παρακαλῶ κ. Πρόεδρε πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως.
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε.
§60Γ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Ζητῶ συγγνώμην, κύριε Πρόεδρε, ὅτι λαμβάνω τὸν λόγον προκειμένου νὰ εἰσέλθῃ ἡ Συνέλευσις εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας, ἀλλὰ ἐξ ἀφορμῆς τοῦ κατὰ τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν ὑποβληθέντος ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν σχεδίου νόμου, ἀφορῶντος τὴν σύστασιν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐξωτερικῶν Γραφείου τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν καὶ ἐν γένει τῆς διπλωματικῆς ὑπηρεσίας, λαμβάνω τὸ θάρρος ν’ ἀπασχολήσω τὴν Συνέλευσιν, ἵνα ζητήσω νὰ προβῇ ἐπειγόντως εἰς τὴν ψήφισιν αὐτοῦ. Πρόκειται περὶ νομοθετήματος μεγίστης σπουδαιότητος καὶ ἐπειγούσης ἀνάγκης, διότι, καθ’ ἃς ἔχω πληροφορίας, συνέρχεται ἐντὸς ὀλίγου τὸ Συμβούλιον τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν καὶ θὰ εἶναι ζημία μεγάλη νὰ μὴ ἀντιπροσωπευθῇ ἐν αὐτῷ ἐπισήμως ἡ μετεκλογικὴ Ἑλλάς.
§61Γ. ΜΠΑΛΤΑΤΖΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Εὐχαριστῶ θερμῶς τὸν ἀξιότιμον κ. πληρεξούσιον διὰ τὴν συνδρομήν, ἣν μοὶ παρέχει εἰς τὴν ὑποβληθεῖσαν ὑπ’ ἐμοῦ πρότασιν. Χθὲς καὶ ἐγὼ παρεκάλεσα, ὅπως ἡ Συνέλευσις ἐπισπεύσῃ τὴν ψήφισιν τοῦ ὑποβληθέντος νομοσχεδίου καὶ πέποιθα ὅτι θὰ εὐαρεστηθῇ νὰ ψηφίσῃ τοῦτο, τὸ ὁποῖον ὄντως εἶναι σπουδαιότατον.
§62Κ. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον παρακαλῶ πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως, ἂν εἶναι δυνατόν. Ἤθελον νὰ ὑποβάλω ἐρώτημα πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, προκειμένου περὶ ἐπείγοντος λίαν ζητήματος.
§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε.
§64Κ. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἂν εἶναι δυνατόν, νὰ πληροφορήσῃ τὴν Συνέλευσιν, ἂν ἔχῃ πληροφορίας περὶ τῶν συμβάντων κατὰ τὴν ἀνακήρυξιν τῶν ὑποψηφίων ἐν τῷ Πρωτοδικείῳ Γκιουμουλτζίνης διότι, καθ’ ἃς ἔλαβον πληροφορίας, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἐξώδικοι, τὸ Πρωτοδικεῖον παρὰ τὸν νόμον ἀπέκλεισε τῆς ἀνακηρύξεως νομίμως προταθέντας ὑποψηφίους. Αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ἔχομεν, εἶναι αἱ ἑξῆς. Ὁ πρόεδρος τοῦ Δικαστηρίου δὲν ἐδέχθη τὰς αἰτήσεις, ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι ἐδόθησαν ἐκπροθέσμως. Αἱ πληροφορίαι μας ἐκτείνονται εἰς τὸ ὅτι ὁ κ. πρόεδρος τοῦ Πρωτοδικείου, πρὸς τὸν ὁποῖον τὸ Σάββατον 1ην Μαΐου καὶ τὴν Κυριακὴν 2 Μαΐου μετέβη ὁ δικαστικὸς κλητὴρ νὰ ἐπιδώσῃ τὰς αἰτήσεις τῶν ὑποψηφίων τούτων, ἠρνήθη νὰ τὰς δεχθῇ ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι δὲν εἶχε φθάσει ἐκεῖ ἡ «Ἐφημερὶς τῆς Κυβερνήσεως». Ἡ ἐφημερὶς αὕτη ἔφθασε τὴν Δευτέραν, δηλαδὴ τὴν 3ην Μαΐου, ὅτε ὁ κ. νομάρχης ἔσπευσε νὰ τοιχοκολλήσῃ τὸ πρόγραμμα προσκαλῶν τοὺς ἐκλογεῖς νὰ ὑποβάλωσι τὰς προτάσεις τῶν ὑποψηφίων. Τὴν ἰδίαν ἡμέραν, τὴν 3 Μαΐου, ἔσπευσαν οἱ διάφοροι ὑποψήφιοι καὶ ὑπέβαλον τὰς αἰτήσεις των, ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος δὲν τὰς ἐδέχθη, δὲν ἠξεύρω πῶς σκεπτόμενος, ὅτι ἦσαν ἐκπρόθεσμοι. Ἀλλὰ καὶ ἂν ὑποτεθῇ ὅτι ἦσαν ἐκπρόθεσμοι, ἐνῶ δὲν ἦσαν ἀληθῶς, δὲν εἶχε κανὲν δικαίωμα ὁ κ. Πρόεδρος νὰ τὰς ἀρνηθῇ. Ὤφειλε νὰ τὰς δεχθῇ καὶ νὰ τὰς ὑποβάλῃ εἰς τὸ δικαστήριον, ἂν καὶ φρονῶ ἐγὼ ὅτι τὸ δικαστήριον δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ κρίνῃ τὰς αἰτήσεις ὑποψηφίων, διότι ὁ νόμος ὁ ἐκλογικὸς δὲν ὁρίζει τὰ δικαιώματα τοῦ δικαστηρίου κατὰ τὸ στάδιον τῶν ἀνακηρύξεων. Καὶ μὲ τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν Γενικὸν Διοικ. Θράκης ὁμιλῶν πρὸ ὀλίγου ἔφθασα εἰς τὸ συμπέρασμα, τὸ ὁποῖον πρὸ ὀλίγου ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω καὶ αὐτὸ συμμερίζεται ὁ κ. Ὑπουργός, καὶ δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι ἂν ἦτο ἐκεῖ, διότι ἀπουσιάζει, νομίζω, ἀπὸ τῆς 29 Ἀπριλίου, ἂν ἦτο ἐκεῖ ὁ κ. Γενικὸς Διοικητὴς Θράκης, βεβαίως δὲν θὰ συνέβαινον αὐτά. Ὁπωσδήποτε ὅμως ἐδημιουργήθη σήμερον μία κατάστασις ἐκεῖ, ὑπὸ τὴν ὁποίαν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐνεργηθῇ ἐκλογή, διότι δὲν ἔχομεν ὑποψηφίους. Τὸ Πρωτοδικεῖον, ὡς μὲ ἐπληροφόρησαν ἐξωδίκως, δι’ ἀποφάσεώς του θεωρεῖ ὑποψηφίους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εἶχον ἀνακηρυχθῇ κατὰ τὴν προηγουμένην ἐκλογήν. Ἀλλ’ ἡ προηγουμένη ἐκλογὴ ἠκυρώθη καὶ ἑπομένως σήμερον δὲν ὑπάρχουσιν ὑποψήφιοι. Δὲν νομίζω ὅτι πρέπει νὰ καλέσωμεν τὸν σύλλογον τῶν ἐκλογέων νὰ προβῶσιν εἰς νέαν ἐκλογὴν καὶ κατόπιν ν’ ἀκυρώσωμεν πάλιν τὴν ἐκλογήν. Καλὸν θὰ ἦτο ἡ Κυβέρνησις νὰ διατάξῃ τὴν ἀνακήρυξιν, διότι ἡ προθεσμία δὲν εἶναι ὑποχρεωτικὴ καὶ δύναται τὸ δικαστήριον νὰ δεχθῇ τὰς αἰτήσεις, ὥστε τὴν 31 Μαΐου νὰ γίνῃ νομίμως ἡ ἐκλογή. Ἐγὼ δὲ νομίζω ὅτι οὐδὲ ἡ προθεσμία τῶν 27 ἡμερῶν, εἶναι συντρέχουσα ἐπὶ τοῦ προκειμένου, διότι αὐτὴ εἶναι προθεσμία, τὴν ὁποίαν ὁ νόμος, ὁ ψηφισθεὶς ὑπὸ τῆς προκατόχου κυβερνήσεως, ἀνέγραψεν εἰς τὸ κεφάλαιον περὶ ψηφοφορίας τῶν ἐν τῷ μετώπῳ στρατιωτῶν, τροποποιήσασα τὸν ἐκλογικὸν νόμον, κατὰ τοῦτο διὰ τὰς ἐκλογὰς τῆς 1ης Νοεμβρίου. Αἱ ἐκλογαὶ ὅμως τῆς 1ης Νοεμβρίου ἐνηργήθησαν· ἐξέλιπον οἱ λόγοι, οἵτινες ὑπηγόρευσαν εἰς τὴν τότε Κυβέρνησιν τὴν διάταξιν αὐτήν, τὴν τροποποιοῦσαν τὸν ἐκλογικὸν νόμον, καὶ νομίζω ὅτι πρέπει νὰ τηρηθῇ ἡ διάταξις τοῦ παλαιοῦ νόμου, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ προθεσμία εἶναι 26 ἡμερῶν. Τοιαύτη δὲ εἶναι ἡ γνώμη τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ οἱ ὑποψήφιοι μεταβάντες εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ἔλαβον τὴν ἀπάντησιν ὅτι ἡ προθεσμία εἶνε 26 ἡμερῶν. Ἐγὼ δὲ ἐκ προνοίας περισσοτέρας τοὺς συνεβούλευσα νὰ σπεύσωσι νὰ ὑποβάλωσιν ἐντὸς 7 ἡμερῶν. Φρονῶ λοιπὸν ὅτι ἐὰν τὰ πράγματα ἔχουσιν οὕτως, δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ διατάξῃ τὸν κ. Πρόεδρον νὰ καλέσῃ τὸ δικαστήριον νὰ κάμῃ τὴν ἀνακήρυξιν ὅλων τῶν προταθέντων καὶ νὰ ἰσχύσωσιν οἱ κοινοὶ νόμοι.
§65Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ (Ὑπουργὸς Γενικὸς Διοικητὴς Θράκης). Ἀνεχώρησα ἀπὸ τὴν Θράκην τὴν 29 Ἀπριλίου. Δὲν ἠδυνάμην νὰ γνωρίζω τὶ γίνεται εἰς τὴν Γκιουμουλτζίναν. Ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ ἐξετάσω τὸ ζήτημα τοῦτο, παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Δικαιοσύνης ἐδῶ ἀπὸ χθές. Ἡ προσωπικὴ ἐναντίον μου ἐπίθεσις μοὶ φαίνεται ἐντελῶς ἀδικαιολόγητος. Περὶ τῆς ἐκλογῆς συνεζήτησα πρὸ ὀλίγου μὲ τὸν ἀξιότιμον κ. συνάδελφον ἐκ Μεσσηνίας, ὁ ὁποῖος μοὶ ἔδωσε τὴν πληροφορίαν ὅτι τὴν Κυριακήν, δηλαδὴ τὴν 28ην ἡμέραν πρὸ τῆς ἐκλογῆς, ἐπεχείρησεν ὁ κλητὴρ νὰ κοινοποιήσῃ πρὸς τὸν Πρόεδρον πρότασιν ἀνακηρύξεως ὑποψηφίου καὶ ὅτι ὁ Πρόεδρος δὲν τὴν ἐδέχθη. Ἡ γνώμη μου, τὴν ὁποίαν ἔδωσα εἰς τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον, εἶναι ὅτι ὁ Πρόεδρος ὤφειλε νὰ δεχθῇ. Δὲν εἶναι ἐξῃρημένη ἡμέρα ἡ Κυριακή.
§66Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Καὶ ἄν ἦτο ἐξῃρημένη, ὤφειλε νὰ δεχθῇ. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ δεχθῇ;
§67Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ (Ὑπουργὸς Γενικὸς Διοικητὴς Θράκης). Καὶ τὴν ἑπομένην, καθὼς λέγει ὁ κ. συνάδελφος, τὴν Δευτέραν, ἐπεχείρησε νὰ παραδώσῃ καὶ πάλιν εἰς τὸν πρόεδρον τὴν αἴτησιν καὶ ὁ πρόεδρος εἶπεν ὅτι εἶναι ἐκπρόθεσμος. Συμφωνῶ μὲ τὸν ἀξιότιμον κ. συνάδελφον, ὅτι ὤφειλεν ὁ Πρόεδρος νὰ δεχθῇ καὶ τὸ ζήτημα τοῦ ἐκπροθέσμου ἢ μὴ τῶν αἰτήσεων εἶναι ζήτημα τοῦ δικαστηρίου, ἢ τοῦ ἐκλογοδικείου. Ὁ Πρόεδρος κακῶς ἐνήργησεν τὰ περαιτέρω ζητήματα· τίς νόμος ἔδει νὰ ἐφαρμοσθῇ, εἶναι ζητήματα ἀφορῶντα τὸ δικαστήριον. Τὸ δικαστήριον ἐφαρμόζει τὸν νόμον τὸν εἰδικὸν περὶ ἐκλογῶν Θράκης, τὸν διατάσσοντα ἐκλογὴν διὰ ψηφοδελτίων κ. λ. π. καὶ τὸν ἀπαιτοῦντα 27 ἡμέρας πλήρεις πρὸ τῶν ἐκλογῶν.
§68Κ. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε. Ὁ νόμος περὶ ἐκλογῶν Θράκης εἶναι εἷς καὶ ὁ νόμος περὶ ψηφοφορίας τοῦ μετώπου εἶναι ἄλλος. Ἡ προθεσμία τῶν 27 ἡμερῶν εἶναι εἰς τὸν νόμον περὶ ἐκλογῶν μετώπου. Δὲν ἔχει καμμίαν σχέσιν μὲ τὴν Θράκην.
§69Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ (Ὑπουργὸς Γενικὸς Διοικητὴς Θράκης). Ἀκόμη χειρότερα.
§70Κ. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Εἴμεθα σύμφωνοι ὅτι εἶναι ἀκόμη χειρότερα.
§71Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ διάταξις περὶ 27 ἡμερῶν εἶναι γενική, δὲν εἶναι διὰ τὰς ἐκλογὰς τοῦ μετώπου.
§72Κ. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Ὁ νόμος περὶ ψηφοφορίας ἐν τῷ μετώπῳ ὁρίζει ἐν 1ῳ ἄρθρῳ ὅτι αἱ ἀκόλουθοι διατάξεις ἐφαρμόζονται μόνον διὰ τὰς προσεχεῖς βουλευτικὰς ἐκλογάς. Ἄρχεται δὲ κατόπιν ἀναφέρων τὰς διατάξεις. Ἡ πρώτη διάταξις εἶναι ὅτι μεταβάλλεται ἡ προθεσμία εἰς 27 ἡμέρας καὶ ἕπονται αἱ διατάξεις περὶ ἐνεργείας ψηφοφορίας τοῦ μετώπου. Λοιπὸν ὅλαι αἱ διατάξεις τοῦ νόμου αὐτοῦ εἶχον ἐφαρμοσθῇ διὰ τὰς ἐκλογὰς τῆς 1ης Νοεμβρίου. Κατάπιν παρίστατο ἡ ἀνάγκη νὰ ἑτοιμασθοῦν τὰ ψηφοδέλτια εἰς τὸ μέτωπον καὶ ἑπομένως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ τοιοῦτος νόμος προκειμένου περὶ ἐπαναληπτικῶν ἐκλογῶν. Καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ἔχων ὑπ’ ὄψει του ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος αὐτὸς διὰ τοῦ διατάγματος περὶ προσδιορισμοῦ τῆς ἐκλογῆς μνημονεύει ὅλους τοὺς ἄλλους νόμους πλὴν αὐτοῦ. Ἑπομένως τὸ ἐκλογοδικεῖον μνημονεῦον τὸν νόμον αὐτὸν παρέβη ὅλα τὰ ὅρια.
§73Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἴπατε ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς περὶ ψηφοφορίας τοῦ μετώπου εἶναι ἄλλος ἀπὸ τὸν νόμον τῶν ἐκλογῶν τῆς Θράκης. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τούτου. Ὁ νόμος περὶ ἐκλογῶν τοῦ μετώπου μεταβάλλει τὰς προθεσμίας τῶν ἀνακηρύξεων, διὰ τὸν λόγον, τὸν ὁποῖον εἴπατε, προκειμένου περὶ τῶν ἐκλογῶν τῆς 1ης Νοεμβρίου. Ἀλλ’ αἱ ἐκλογαὶ τῆς 1ης Νοεμβρίου εἶναι αὐταὶ αἱ ὁποῖαι γίνονται τώρα.
§74Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Τότε πρέπει νὰ ἐνεργήσητε καὶ ἐκλογὰς ἐν τῷ μετώπῳ.
§75Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Αἱ ἐκλογαὶ αἱ ἀναπληρωματικαὶ εἶναι ἐκλογαὶ συμπληροῦσαι τὰς ἐκλογὰς τὰς πρώτας καὶ δι’ αὐτὸ θέλω νὰ προσθέσω καὶ λεπτομέρειαν ὅτι ὁ Πρόεδρος, μὴ δεχθεὶς τὴν Κυριακὴν τὰς αἰτήσεις τῶν ὑποψηφίων ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι ἦσαν ἐκπρόθεσμοι, ἔκαμε πρᾶξιν ἐντελῶς ἀδικαιολόγητον.
§76Γ. ΠΩΠ. Δὲν θὰ γίνωνται ἀνακηρύξεις;
§77Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ δικαστήριον προκειμένου περὶ ἀνακηρύξεων, θὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει του τὴν ἀπόφασιν τὴν ἀκυρωτικὴν καὶ ἐὰν ἡ ἀπόφασις ἐκτείνεται μέχρι τῶν ἀνακηρύξεων, θὰ προβῇ εἰς νέας ἀνακηρύξεις, διότι λόγος ἀκυρώσεως εἶναι καὶ τὸ ὅτι ἠμποδίσθησαν αἱ ἀνακηρύξεις.
§78Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ (Ὑπουργὸς Γενικὸς Διοικητὴς Θράκης). Ἐγὼ ἐν Θράκῃ ἀσκῶ διοίκησιν. Δὲν ἔχω νὰ ἀναμιχθῶ διόλου εἰς τὰς ἐκλογάς, ἐὰν δὲ μὲ ἐπερωτοῦν, δὲν μὲ ἐπερωτοῦν ὡς Γενικὸν Διοικητήν, ἀλλ’ ὡς μέλος τῆς Κυβερνήσεως.
§79Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἐγὼ δὲν εἶχον σκοπὸν νὰ ἐπερωτήσω τὸν Γενικὸν Διοικητὴν Θράκης καὶ διότι συμμερίζομαι τὰ ὅσα ἀνέπτυξεν ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ διότι ἔχω κάποιαν ἀδυναμίαν εἰς τὸ ἄτομόν του καὶ δὲν θέλω νὰ τὸν ἐπερωτῶ. Ἡ συζήτησις ἀπευθύνεται πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, διότι ἡ ἐνέργεια τῶν ἐκλογῶν εἶναι ἀντικείμενον κυβερνητικῆς μερίμνης. Παρενέβην δὲ διὰ νὰ διορθώσω λάθος τι, τὸ ὁποῖον ἔλαβε χώραν περὶ τὴν ἀφήγησιν τοῦ ἱστορικοῦ. Εἶναι ἀναμφισβήτητον, κατὰ τὰς πληροφορίας, αἵτινες μετεδόθησαν εἰς ἡμᾶς ὅτι εἰς τὰς 2 Μαΐου, ἡμέραν Κυριακήν, μετέβησαν ὅπως ἐπιδώσωσι εἰς τὸν Πρόεδρον τὰς αἰτήσεις διαφόρων ὑποψηφίων καὶ ὁ Πρόεδρος ἠρνήθη, προβάλων ὅτι δὲν εἶχεν ἔλθει ἀκόμη ἡ Ἐφημερὶς τῆς Κυβερνήσεως ἡ καθορίζουσα τὰς ἐκλογάς. Τὴν ἐπαύριον Δευτέραν, 3 Μαΐου, ἐπεδόθησαν εἰς τὸν Πρόεδρον αἱ αἰτήσεις ὅλων τῶν ὑποψηφίων, καὶ ὁ Πρόεδρος ἐδέχθη ταύτας. Αἱ ἐπιδοθεῖσαι αἰτήσεις ἦσαν τῶν ἓξ ὑποψηφίων, οἵτινες εἶχον ἀνακηρυχθῇ καὶ κατὰ τὰς ἐκλογὰς τῆς 1ης Νοεμβρίου καὶ τριῶν νέων. Τὸ Πρωτοδικεῖον μετὰ δύο ἡμέρας ἐκήρυξε πάσας τὰς αἰτήσεις ταύτας ἐκπροθέσμους. Κατὰ συνέπειαν τὸ Πρωτοδικεῖον ἠρμήνευσε τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ἀρείου Πάγου, τὴν ἀκυρωτικήν, ἀποδεχθὲν τὴν ἀρχὴν ὅτι ἠδύνατο νὰ ὑποβληθῶσι νέαι ὑποψηφιότητες καὶ ἀπεδέχθη τὴν ἀρχὴν ταύτην, κηρῦξαν πάσας τὰς αἰτήσεις ἐκπροθέσμους. Ἀφοῦ δὲ ἐκήρυξε ταύτας ἐκπροθέσμους, ἐλλείψει ὑποψηφίων, ἀπεφάνθη ὅτι δύνανται νὰ τεθῶσιν αἱ ὑποψηφιότητες τῆς 1ης Νοεμβρίου. Ἐδῶ δὲ ἔχομεν τὸν τραγέλαφον, ὅτι τὸ Πρωτοδικεῖον δημιουργεῖ ὑποψηφίους διὰ τὰς ἀποφάσεις του. Δὲν εἶναι δυνατὸν δὲ τὸ Πρωτοδικεῖον μετὰ ἐπανάληψιν ἐκλογῶν νὰ θεωρήσῃ ὡς ἐκπροθέσμους τὰς αἰτήσεις τὰς ὑποβληθείσας καὶ νὰ ἀνατρέξῃ εἰς τὰς αἰτήσεις τῆς 1ης Νοεμβρίου. Αὐτὸ λέγεται διορισμὸς ὑποψηφίων. Ἤθελον, λοιπόν, παρακαλέσει τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ μέριμναν διότι θὰ καταντήσῃ ὁ Νομὸς Ροδόπης νὰ μείνῃ ἄνευ ἀντιπροσώπων, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν τοιούτου εἴδους ἀστειότητες νὰ μένουν ἀνεξέλεγκτοι, ἀφίνω δὲ ὅτι κάκιστα ἐφηρμόσθη ὁ νόμος περὶ προθεσμιῶν ἀνακηρύξεως τῶν ὑποψηφίων, δι’ οὓς λόγους εἶπον προηγουμένως.
§80Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Αὐτὴ ἡ ἐκλογὴ Ροδόπης εἶναι προωρισμένη νὰ περιαγάγῃ τὰ πράγματα εἰς τὸ ἀπροχώρητον, διότι ἔγινε ἡ ἐκλογή, προσεβλήθη ἐνώπιον τοῦ ἐκλογοδικείου καὶ ἐγεννήθη τὸ ζήτημα μέχρι ποίου σημείου δύναται νὰ φθάσῃ ἡ ἀκύρωσις τοῦ ἐκλογοδικείου. Τὸ ἐκλογοδικεῖον ἐξέδωκε μίαν ἀπόφασιν μὲ διάφορον αἰτιολογικὸν καὶ μὲ διατακτικὸν ἀκυροῦν τὴν ἐκλογήν. Ἐγένετο μίαν ἑσπέραν συζήτησις, πῶς θὰ γίνῃ νὰ ἀκυρωθῇ ἡ πρώτη ἀνακήρυξις. Οὕτως εἶχον τὰ πράγματα ὅτε ἐξεδόθη Διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου ἀνεκλήθη ὁ προσδιορισμός, ὁ ὁποῖος εἶχε γίνῃ διὰ τὴν ἐπανάληψιν τῆς ψηφοφορίας, διότι ὁ Νόμος ὁ ἐκλογικὸς προβλέπει δύο περιπτώσεις, μίαν τῶν προσόντων ὁπότε ἐπαναλαμβάνεται ἡ ἐκλογὴ καὶ ἡ ἄλλη τῆς ἐπαναλήψεως τῆς ψηφοφορίας. Ἐκρίθη ἀναγκαῖον νὰ ἐφαρμοσθῇ ὅτι θὰ ἐφαρμοσθῇ καὶ ἐπὶ ἐλλείψεως προσόντων. Ἐξεδόθη Β. Διάταγμα περὶ τούτου, ὑπάρχει δὲ καὶ ἄλλη διάταξις, ἡ ὁποία λέγει ἐντὸς δύο μηνῶν νὰ γίνῃ ἡ ἐκλογή, ὡρίσθη δὲ τὸ τελευταῖον ὅριον.
§81Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Τῶν δύο μηνῶν ἀπὸ τῆς ἀκυρώσεως.
§82Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐφθάσαμεν τοιουτοτρόπως εἰς τὸ τελευταῖον ὅριον τῶν δύο μηνῶν, ἀλλ’ ὀλίγαι ἡμέραι ὑπελείποντο μεταξὺ τῆς ἡμέρας τῆς ἐκδόσεως τοῦ Β. Διατάγματος καὶ τῆς λήξεως τῆς προθεσμίας τῆς 10ημέρου διὰ τὴν ὑποβολὴν τῶν αἰτήσεων, φαίνεται δὲ ὅτι αὐταὶ αἱ ὀλίγαι ἡμέραι δὲν ἐχρησιμοποιήθησαν ὑπὸ τῶν θελόντων νὰ γίνωσιν ὑποψήφιοι.
§83Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Τὸ Διάταγμα ἐδημοσιεύθη τὴν 27ην Ἀπριλίου.
§84Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Πότε γίνονται 27 ἡμέραι;
§85Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Τὴν Δευτέραν Μαΐου.
§86Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Αὐτὸ λέγω.
§87Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ (Γενικὸς Διοικητής). Εἰς τὸ μυαλὸ τῶν ὑποψηφίων ἦτο ἄλλη ἰδέα, ὅτι θὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος τῶν 15 ἡμερῶν.
§88Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἐχρησιμοποίησαν καὶ ἔφθασαν τὴν τελευταίαν ἡμέραν τῆς προθεσμίας, ἴσως καὶ ἀπὸ τὴν ἰδέαν, ὡς λέγει ὁ κ. Βοζίκης, ὅτι οὐχὶ 27 ἡμέρας, ἀλλὰ 15 ἡμέρας ἦτο ἡ προθεσμία καὶ τὸ ἀποτέλεσμα ἦτο ὅτι οἱ θέλοντες νὰ εἶναι ὑποψήφιοι ἔμειναν ἀπέξω, ἀδιάφορον ἂν καλῶς ἢ κακῶς. Τὸ γεγονὸς εἶναι ὅτι οἱ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἤθελον νὰ γίνωσιν ὑποψήφιοι δὲν κατώρθωσαν νὰ γίνωσιν ὑποψήφιοι, οὐχὶ διότι ἠμέλησαν, ἑπομένως κατ’ ἀνάγκην δυνάμεθα νὰ κάνωμεν τὸ ἑξῆς: Πότε λήγει ἡ προθεσμία;
§89Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Τὴν 30 Μαΐου.
§90Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Νὰ ἐπιτρέψωμεν νὰ γίνῃ ἡ ἀνακήρυξις μέχρι πρὸ δέκα ἢ δώδεκα ἡμερῶν ἢ νὰ κάμωμεν νόμον.
§91Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἐὰν γίνῃ ψήφισμα ἐπιβάλλον τὴν ἐφαρμογὴν τῆς προθεσμίας 15 ἡμερῶν.
§92Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). 12 ἡμερῶν.
§93Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Εἶναι ἐπιδεδομέναι αἱ αἰτήσεις.
§94Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Νὰ δώσωμεν προθεσμίαν 12 ἡμερῶν ἢ νὰ ἐπιτρέψωμεν διὰ νόμου νὰ ὁρισθῇ ἡμέρα ἐκλογῆς. Εἰς προσεχῆ Συνεδρίασιν δυνάμεθα νὰ ὑποβάλωμεν νομοσχέδιον.
§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Πὼπ ἔχει τὸν λόγον.
§96Γ. ΠΩΠ. Ἤκουσα λέγοντός τινος ὅτι ἐξεδόθη ἀπόφασις τοῦ Δικαστηρίου, διὰ τῆς ὁποίας ἐκρίνοντο ἐκπρόθεσμα.
§97Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Μάλιστα, αὐτὸ βεβαιοῦται.
§98Γ. ΠΩΠ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἡ πρᾶξις τῆς Συνελεύσεως ἐκδίδουσα νόμον ἢ ψήφισμα ἀποτελεῖ κατ’ ἐμὴν ἀντίληψιν ἐπέμβασιν εἰς τὴν ἀπόφασιν.
§99Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὄχι.
§100Γ. ΠΩΠ. Εἰς ἀπόφασιν ἐκδεδομένη καὶ θὰ σᾶς εἴπω διατί. Δὲν γνωρίζομεν ἕνεκα τίνων λόγων ἐκήρυξεν ἐκπροθέσμους τὰς αἰτήσεις τὰς ὑποβληθείσας. Ἐὰν τὰς ἐκήρυξεν ἐκπροθέσμους χωρὶς νὰ ἐρευνήσῃ τὸ περιεχόμενον τῆς ἀποφάσεως τοῦ Πρωτοδικείου, τότε τὸ θέμα εἶνε ἀδιάφορον, ἐὰν τὰς ἐκήρυξε διότι εἶχεν ὑπ’ ὄψει ὅτι τὸ ἐκλογοδικεῖον δὲν ἠκύρωσε τὰς ἐκλογὰς ἐκ λόγων κακῆς ἀναμίξεως, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἔχομεν ἐνώπιον ἡμῶν ἀπόφασιν δικαστηρίου, ἡμεῖς δὲ ἐπεμβαίνομεν εἰς τὰς πράξεις τοῦ δικαστηρίου. Δι’ αὐτὸ ἐφόσον οὔτε ἡ Κυβέρνησις, οὔτε ἡμεῖς γνωρίζομεν τὸ περιεχόμενον τῆς ἀποφάσεως τοῦ δικαστηρίου θὰ ἦτο σκόπιμον καὶ σύμφωνον πρὸς τὰς ὑποχρεώσεις ἀπέναντι τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, νὰ ζητήσωμεν τηλεγραφικῶς τὴν ἀπόφασιν τοῦ δικαστηρίου, ἵνα ἴδωμεν ἐὰν ἡ ἀπόφασις αὕτη ἀναφέρηται εἰς τὴν ἀπόφασιν τοῦ ἐκλογοδικείου ἢ ἐὰν εἶνε ἐκ παρεξηγήσεως τοῦ νόμου, διότι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει εἶνε ὀρθόταται αἱ γενόμεναι παρατηρήσεις.
§101Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡμεῖς θὰ δώσωμεν μίαν προθεσμίαν, τούτου γενομένου δὲν εἶναι ἀνάγκη ἀποφάσεως.
§102Γ. ΠΩΠ. Καὶ ἐὰν θὰ ἔλεγεν ὅτι ἐμπροθέσμως ὑπεβλήθησαν αἱ ἀνακηρύξεις ἔπρεπε νὰ γίνωσι κατὰ τὰς ἐκλογὰς τῆς 1ης Νοεμβρίου, διότι, ὡς ὀρθῶς παρατηρήσατε, ἔχομεν συνέχειαν ἐκλογικὴν καὶ ὄχι νέας ἐκλογάς.
§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Ἀναστασόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§104Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐλέχθη ὅτι ἐκανονίσθησαν αἱ ἐκλογαὶ οὐχὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἐπαναλήψεως τῆς ἐκλογῆς, ἀλλὰ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἐπαναλήψεως τῆς ψηφοφορίας. Ἡ Κυβέρνησις μετέβαλε τὴν ἡμέραν τῆς ἐκλογῆς καὶ ὥρισε τὴν προθεσμίαν τὴν μακρὰν ἵνα ὑποβληθῶσιν αἱ αἰτήσεις, ἀλλὰ καὶ ἐν τούτοις ἡ Συνέλευσις πρέπει νὰ ἀναμένῃ τὰς λεπτομερείας, τὰς ὁποίας δὲν κατέχει καὶ εἶναι δυνατὸν τὴν ἑσπέραν ταύτην νὰ προβῶμεν εἰς ἕν ψήφισμα περὶ μεταβολῆς τοῦ νόμου, διὰ τὸ ὁποῖον αὔριον ἴσως θεωρηθῶμεν ὡς σπεύσαντες, εἴμεθα, κύριοι, ἠναγκασμένοι νὰ ἴδωμεν κατὰ ποῖον τρόπον ἀπεφασίσθη ἡ ἀπόφασις τοῦ Πρωτοδικείου Ροδόπης κατὰ τίνα τρόπον ἐδέχθη τὰς αἰτήσεις περὶ ἀνακηρύξεως κατὰ τίνα τρόπον δὲν τὰς ἀπεδέχθη, καὶ κατὰ τίνα τρόπον ἀπέρριψε ταύτας. Ὑπῆρχε νόμιμος αἰτία; Λαμβάνομεν δεδομένον, τὸ ὁποῖον ἀνακοινοῦται ἡμιεπισήμως καὶ θὰ ἦτο παράδοξον νὰ ἔλθῃ ἡ Ἐθνοσυνέλευσις δι’ ἑνὸς νόμου νὰ συντάμῃ τὰς προθεσμίας, ἵνα γίνηται νέα ἐκλογή, ἐν ὅσῳ δὲν ἔχομεν καθωρισμένην λειτουργίαν τῆς δικαιοσύνης ἀνάλογον. Θὰ ἦτο κάτι τι ἐσπευσμένον καὶ δὲν γνωρίζω ἄν θὰ εἶνε καὶ σοβαρὸν τὸ ἔργον τῆς Συνελεύσεως σπευδούσης ἀπὸ τῆς ἑσπέρας ταύτης εἰς ἀποφάσεις χωρὶς νὰ ἔχῃ δεδομένα. Συμφωνῶ μὲ τὸν κ. πληρεξούσιον ἐξ Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας καὶ τὸν κ. πληρεξούσιον Μεσσηνίας ὅτι ἄν οὕτω ἔλαβον χώραν τὰ πράγματα εἰς τοιαύτην λύσιν πρέπει νὰ χωρήσωμεν. Ἀλλ’ ὑπάρχουν σημεῖα, εἰς τὰ ὁποῖα εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ διαφωνήσω. Κατὰ τὸ ἄρθρον τοῦ σχετικοῦ νόμου δύο εἶναι αἱ ἀκυρώσεις τῶν ἐκλογῶν. Ἡ ἀκύρωσις δι’ ἀδικήματα λαβόντα χώραν κατὰ τὴν ἐκλογὴν, ὅτε διατάσσεται ἡ ἐπανάληψις τῆς ψηφοφορίας καὶ ἡ ἀκύρωσις ἕνεκα βαθυτέρων αἰτίων προσβαλλόντων τὸ δικαίωμα τοῦ ἐκλογέως, εἴτε καὶ δι’ ἔλλειψιν προσόντων τοῦ ἐκλογίμου καὶ δι’ αὐτὴν τὴν αἰτίαν τὸ σχετικὸν ἄρθρον λέγει ἐπαναλαμβάνεται ἡ ἐκλογὴ ἕνεκα ἐλλείψεως προσόντων, ὅταν δηλ. ἡ ἀπόφασις ἀναφέρῃ ὡς λόγον τὴν ἔλλειψιν προσόντων. Τὶ λέγει ὁ Ἄρειος Πάγος; Λέγει, ἐπειδὴ ὡρισμένος ἀριθμὸς ὑποψηφίων δὲν ἀνεκηρύχθη, διότι ἐπεβλήθη εἰς αὐτοὺς ὁ τότε ἐκεῖ μέραρχος ἵνα ἀπόσχουν τῆς ὑποψηφιότητος ἐπειδὴ ὁ ἴδιος ὁ στρατιωτικὸς διοικητὴς ἐπέβαλεν εἰς τὸ δικαστήριον νὰ μὴ ἀνακηρύξῃ ἄλλους νομίμως προταθέντας ὑπὸ τῶν ἐκλογέων, ἀλλὰ παράλειψις οὐσιώδης, ἡ ὁποία παραβλάπτει τὴν βάσιν τῆς ἐκλογῆς. Ἑπομένως πρέπει νὰ δοθῇ τὸ χρονικὸν διάστημα τῶν δύο μηνῶν καὶ αἱ ἐκλογαὶ ἐντὸς τῶν δύο μηνῶν νὰ γίνωνται, ἀλλὰ πάντως παρερχομένων τῶν 28 πλήρων ἡμερῶν διὰ τὴν ὑποβολὴν τῆς ἀνακηρύξεως. Ἀλλ’ ὁ κ. συνάδελφος εἶπε—καὶ εἰς τοῦτο διαφωνῶ καὶ μὲ τὴν Κυβέρνησιν,—ὅτι ἔχομεν δικαίωμα νὰ εἴπωμεν: ἀνακηρύξατε πάντας ὅταν γίνηται ἀκύρωσις ἐκλογῆς δι’ ἔλλειψιν προσόντων. Δὲν ὑπάρχει λόγος ν’ ἀνακηρυχθῶσιν ἐκ νέου οἱ ἀνακηρυχθέντες κατὰ τὴν πρώτην ἐκλογὴν καὶ σᾶς φέρνω ἕνα παράδειγμα, ὄχι μόνον ἐκ τῆς παγίας νομολογίας ἀλλὰ καὶ ἐκ τῶν ἀποφάσεων καὶ τῶν πραγμάτων καὶ ἐκ τῆς πείρας. Ἐλλείψει προσόντων ἀκυροῦται ἡ ἐκλογὴ διὰ τὸν Α. Διὰ τὸν Α θὰ γίνῃ νέα ἀνακήρυξις, διὰ τοὺς ἀνακηρυχθέντας οὐχί. Γίνεται εἷς θάνατος ἐν τῷ μεταξὺ καὶ ἔχουν τὸ δικαίωμα οἱ ἐκλογεῖς, οἱ ὑποβάλλοντες τὴν ὑποψηφιότητα τοῦ θανόντος αὐτοὶ οἱ ἴδιοι νὰ ἐκλέξουν καὶ νὰ προτείνουν ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος νομίζουν ὅτι πρέπει νὰ ἀντικαταστήσῃ τὸν θανόντα. Καὶ ἑπομένως ἀκυρώνει τὰς ἐκλογὰς διὰ δύο λόγους: διότι ὑπῆρξαν ὑποψήφιοι, τοὺς ὁποίους ἐπέβαλεν ὁ στρατιωτικὸς ἀρχηγός, οὗτοι λέγει ὁ Ἄρειος Πάγος, νὰ μὴ ζητήσουν τὴν ὑποψηφιότητά των, οὕτω ἱστορικῶς ἐκ τῶν μαρτύρων φαίνεται καὶ οὕτω ἀπεφάνθη καὶ ὁ Ἄρειος Πάγος, ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ ἡ ἄλλη περίπτωσις ἐν τῷ ἱστορικῷ τῆς ἀποφάσεως, ὅτι ὁ στρατιωτικὸς ἀρχηγὸς ἐπέβαλεν εἰς τὸ δικαστήριον ν’ ἀκυρώσῃ, νὰ μὴ δεχθῇ τὰς αἰτήσεις διὰ μόνον τοὺς ἄλλους ὑποψηφίους, οὕτω ἀποφανθὲν τὸ ἐκλογοδικεῖον δίδει τὰ ὅρια τῆς ἐνεργείας τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς. Νὰ προταθῶσιν ὑποψηφιότητες καὶ νὰ ἀνακηρυχθῶσιν ἀκριβῶς ἐκεῖνοι, ἕνεκα τῶν ὁποίων ῥιζικῶς ἀκυροῦται ἡ βάσις τῆς συνταγματικῆς ἐνεργείας τῆς ἐκλογῆς, ἐλλείψει ὄχι προσόντων ἀλλὰ τῆς παραβιάσεως τῶν συνταγματικῶν δικαιωμάτων τοῦ ἐκλογέως καὶ τοῦ ἐκλογίμου. Τὸ γεγονὸς δὲ τὸ ὁποῖον ἀνέφερον, ὅτι εἶναι παράδοξον ὅτι τὸ δικαστήριον ἐστηρίχθη εἰς τὰς ἀνακηρύξεις τὰς παλαιὰς εἶναι νόμιμον, εἶναι κατὰ τὸν ἐκλογικὸν νόμον, εἶναι κατὰ τὴν παγίαν νομολογίαν τῆς Βουλῆς. Μετὰ ταῦτα δὲ νὰ συμπληρωθῇ ὅτι τὸ δικαστήριον ἐκεῖνο λαβὸν ὑπ’ ὄψει τὴν ἀπόφασιν τοῦ ἐκλογοδικείου θὰ ἀναμένῃ προθεσμίαν νόμιμον καὶ θὰ ἀνακηρύξῃ ἐκείνους, τοὺς ὁποίους οἱ ἐκλογεῖς ὑπέδειξαν ὑποβαλόντες αἰτήσεις περὶ ἀνακηρύξεως καὶ τῶν ὁποίων τὴν ὑποψηφιότητα τὸ δικαστήριον δὲν ἐδέχθη συνεπείᾳ ἐπιταγῆς βιαίας τοῦ στρατιωτικοῦ διοικητοῦ καὶ νὰ προταθῶσι ἐκεῖνοι ἢ καὶ ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι κατὰ τεκμήριον τῆς ἀποφάσεως ἠμποδίσθησαν. Κατὰ τὸ διάστημα ὅλον τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ βίου τῆς Ἑλλάδος, ὅταν ἀκυροῦται ἡ ἐκλογὴ ἕνεκα αἰτίων πρὸ τῆς ἐκλογῆς, γίνεται νέα ἀνακήρυξις, ἀλλὰ ἡ ἀνακήρυξις ἡ γενομένη κατὰ τὴν πρώτην ἐκλογὴν δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ ἐπαναληφθῇ διότι θὰ ἐγίνετο ἕνα χάος, εἷς κυκεών. Διότι τὶ θὰ ἐγίνετο ἄν ἐζητεῖτο νὰ γίνῃ ἀνακήρυξις νέα τῶν ὑποψηφίων καὶ ἄν οἱ ἀπαιτούμενοι 15 ἐκλογεῖς δὲν ὑπῆρχον διὰ νὰ ζητήσουν τὴν ἐκ νέου ὑποψηφιότητα αὐτοῦ; Νομίζετε ὅτι οἱονδήποτε δικαστήριον θὰ υἱοθέτῃ τὴν κλοπὴν αὐτὴν καὶ θὰ ἐπέτρεπε νὰ ἀναζητηθῶσιν νέαι αἰτήσεις ὑποψηφιότητος; Ἀνατρέξατε, κύριοι, εἰς τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικὰ τῶν παρελθουσῶν συνόδων τῆς Βουλῆς καὶ θὰ ἴδητε ὅτι οἱ ἀνακηρυχθέντες δὲν εἶναι ἀνάγκη ν’ ἀνακηρυχθῶσιν πάλιν. Ἑπομένως κακίζω κατὰ τὸ πρῶτον στάδιον τὸ δικαστήριον, ἄν ἐνεργήσῃ νέαν ἀνακήρυξιν καὶ ὡς ἀνέφερον δὲν συμφωνῶ νομικῶς ὅτι τὸ δικαστήριον θὰ ἐνεργήσῃ συμφώνως τῷ νόμῳ ὅταν εἴπῃ ὅτι αἱ γενόμεναι ἀνακηρύξεις τῆς ἐκλογῆς κατὰ τὴν 1ην Νοεμβρίου ἔπρεπε ν’ ἀκυρωθῶσιν καὶ νὰ γίνουν νέαι ἀνακηρύξεις. Δι’ αὐτὴν τὴν αἰτίαν παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν, πρὶν ἔλθωσι τὰ κείμενα τῶν ἀποφάσεων τῶν δικαστικῶν ἀρχῶν τῶν ἀπορριπτουσῶν τὰς ἀνακηρύξεις τῶν ὑποψηφίων, νὰ μὴ σπεύσῃ ἡ Ἐθνοσυνέλευσις, ἥτις ἄλλωστε Συνέλευσις κακίζεται ἐπὶ μὴ σπουδῇ, νὰ μεταβάλῃ τὸν χαρακτῆρα της. Ὁ λόγος ὅτι δὲν ἔχει δικαίωμα ἡ Συντακτικὴ ἐξουσία νὰ προβαίνῃ εἰς ἔλεγχον τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας εἶναι τι ὀρθόν, ἀλλ’ ἡμεῖς δὲν ἐρχόμεθα νὰ κανονίσωμεν τὸ ἔργον τῆς δικαιοσύνης ἔστω καὶ λειτουργούσης κακῶς. Ἑπομένως παρακαλῶ τὴν Συνέλευσιν νὰ ἀναβάλῃ ἕως ὅτου ἔλθωσι τὰ ἐπίσημα κείμενα, δεδομένου ὅτι ἀποδέχεται τὴν ἀνάγκην ὑποβολῆς μέτρου νομοθετικοῦ ἢ συντακτικοῦ, ὥστε νὰ διορθώσῃ τὸ κακῶς γενόμενον δικαστικῶς.
§105Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Θεωρῶ ὀρθὰς καὶ σοβαρὰς τὰς παρατηρήσεις τοῦ κ. πληρεξουσίου, ἀλλὰ δὲν πρόκειται οὔτε περὶ ἐπιλογῆς ὑποψηφίων οὔτε ἐπεμβάσεως τῆς Συνελεύσεως εἰς τὰ τοῦ δικαστηρίου. Ἀλλὰ δὲν λέγω τοῦτο, λέγω ὅτι ἀφοῦ οἱ ἄνθρωποι παραπονοῦνται ὅτι εἶχον σκοπὸν νὰ γίνωσιν ὑποψήφιοι καὶ ὅτι διὰ τῆς στενότητος τῆς προθεσμίας δὲν ἔγιναν ὑποψήφιοι, λέγω, ἂς τοὺς δοθῇ ἡ προθεσμία καὶ ἄν θέλῃ ὁ λαός, ἄς τοὺς ἐκλέξῃ, διὰ νὰ μὴ ὑπάρχῃ εἰς οὐδένα ἡ ὑπόνοια, ὅτι εἶναι δυνατὸν ἡμεῖς σήμερον νὰ ἀφήσωμεν κανένα παραπονούμενον κατὰ τῆς ἐλευθερίας, κατὰ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν ἀσκεῖται τὸ ἐλεύθερον δικαίωμα τοῦ ἐκλέγειν καὶ δι’ αὐτὸ ἀπεδέχθην τὴν γνώμην ἀμέσως νὰ προβῶμεν εἰς τὴν συντόμευσιν τῆς προθεσμίας. Προτείνω τὸ ψήφισμα ὡς ἑξῆς: (ἀναγινώσκει τὸ ψήφισμα). Συγχρόνως ὅμως διὰ νὰ μὴ ἐπέμβωμεν ἡμεῖς εἰς τὸ ἔργον τῆς δικαιοσύνης, κάμνομεν τὴν δήλωσιν καὶ παρακαλῶ τὴν δήλωσιν ταύτην, σὺν τῷ ψηφίσματι, νὰ τὴν δεχθῇ ἡ Συνέλευσις καὶ νὰ καταχωρηθῇ εἰς τὰ πρακτικὰ ὡς πρᾶξις τῆς Συνελεύσεως. Ἡ δήλωσις ἔχει οὕτω: «Τὸ ψήφισμα δὲν προκρίνει τὸ ζήτημα, ἄν κατὰ τὴν ἔννοιαν τῆς ἀποφάσεως ὑπ’ ἀριθ. 24 τοῦ εἰδικοῦ δικαστηρίου τῆς ἀκυρωτικῆς τῆς ἐκλογῆς τῆς 1 Νοεμβρίου 1920 ὑπάρχῃ ἢ οὔ, περίπτωσις ἀνακηρύξεως νέων ὑποψηφίων, ὅπερ ἐπαφίεται εἰς τὸ ἁρμόδιον δικαστήριον».
§106Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Αὐτὸ εἶναι σύμφωνον πρὸς τὰ ἀρχῆθεν λεχθέντα;
§107Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Πρωθυπουργὸς). Ναί.
§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Τσουκαλᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§109Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Κύριοι πληρεξούσιοι· τὸ ζήτημα τῆς ἐκλογῆς Ροδόπης, τὸ ὁποῖον ἐλύθη διὰ τοῦ ὑποβληθέντος ψηφίσματος προεκάλεσε δύο ζητήματα παρεμπίπτοντα, τὰ ὁποῖα ἐκ πρώτης ὄψεως εἶναι μικρά, ἀλλὰ τὰ ὁποῖα θὰ ἴδετε ὅτι εἶναι σπουδαιότατα καὶ ἐπὶ τῶν ὁποίων εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ σᾶς ἀπασχολήσω ἐπὶ δύο λεπτά. Ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς Γενικὸς Διοικητὴς Θράκης ἀνεγνώρισεν ὅτι ὁ κύριος Πρόεδρος τῶν Πρωτοδικῶν κακῶς ἔπραξεν, ὅπως ἔπραξε, νὰ μὴ ἀποδεχθῇ τὰς ὑποβληθείσας αἰτήσεις. Νομίζω, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ τὸ παρέδωμεν διότι ἀποδεικνύεται ὁ Πρόεδρος τῶν Πρωτοδικῶν, ὅτι ἀγνοεῖ στοιχειώδεις διατάξεις τοῦ νόμου, εἶχεν ρητὴν καὶ ἐπιτακτικὴν ὑποχρέωσιν, νὰ δεχθῇ τὰς αἰτήσεις, διότι εὑρίσκεται ἐν ρητῇ παραβάσει τοῦ νόμου καὶ δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὸν Πρόεδρον τῶν Πρωτοδικῶν ν’ ἀγνοῇ διατάξεις τοῦ νόμου, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἔχουσιν ἐκδοθῆ καὶ γνωμοδοτήσεις τοῦ Εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου. Ἐὰν λοιπὸν δὲν ἐδέχθη τὰς αἰτήσεις πρέπει νὰ προκαλέσῃ τὴν ἐπέμβασιν τὴν διοικητικήν.
§110Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Νὰ μάθωμεν τί ἔκαμεν.
§111Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Ἄν δὲν ἀπεδέχθη τὰς αἰτήσεις τῶν ὑποψηφίων ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι ἦσαν ἐκπρόθεσμοι....
§112Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Συζητοῦμεν μὲ τὸ «ἐάν». Εἶναι βεβαιωμένον ὅτι δὲν ἐδέχθη;
§113Κ. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Αἱ πληροφορίαι τὰς ὁποίας ἔχω....
§114Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Δὲν τὸ ἔχετε βεβαιωμένον.
§115Κ. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. ... εἶναι ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τὴν Κυριακὴν ἠρνήθη νὰ παραλάβῃ τὰς αἰτήσεις. Περὶ τούτου δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία.
§116Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἄν παρέβη τὸ καθῆκον του, θὰ τὸ ἐξετάσωμεν καὶ θὰ ἐλεγχθῇ. Θὰ ἴδωμεν πρῶτον τὶ ἔκαμε.
§117Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Ἐγὼ ἐπεθύμουν νὰ ὑπομνήσω ὅτι ὑπάρχει γνωμοδότησις τοῦ Εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἡ ὑπ’ ἀριθ. 1327 τοῦ 1889, ὅπου ῥητῶς λέγεται ὅτι ἦτο ὑποχρεωμένος νὰ τὰς παραλάβῃ καὶ ἄν ἦσαν ἐκπρόθεσμοι, διότι τὸ Πρωτοδικεῖον, καὶ ἐπ’ αὐτοῦ ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τῆς Συνελεύσεως, ἐπὶ δύο μόνον ζητημάτων ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐκφέρῃ γνώμην: ἄν ἡ αἴτησις ἀνακηρύξεως φέρῃ 12 ὑπογραφὰς καὶ ἄν ἔχῃ κατατεθῇ τὸ γραμμάτιον τῶν 200 δραχμῶν. Ἀλλά, κύριοι, ἀνεφύη ἕτερον ζήτημα σπουδαιότατον ἐφ’ οὗ ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τῆς Συνελεύσεως. Ὁ νόμος 2484, ὁ ὁποῖος ηὔξησε τὰς προθεσμίας τῆς ἀνακηρύξεως ἀναγράφει ἐν ἄρθρῳ 1, ὅτι αἱ τροποποιήσεις αὐταὶ ἰσχύουσι μόνον διὰ τὰς προσεχῶς ἐνεργηθησομένας βουλευτικὰς ἐκλογάς.
§118Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Αὐταὶ εἶναι.
§119Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Ποῖαι εἶναι αὐταὶ αἱ ἐκλογαί; Περιλαμβάνονται καὶ αἱ ἐπαναληπτικαὶ καὶ αἱ ἀναπληρωματικαί;
§120Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὄχι αἱ ἀναπληρωματικαί.
§121Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Ἔπρεπε νὰ δοθῇ ἡ ἑρμηνεία αὐτὴ καὶ ἡ Συνέλευσις πρέπει νὰ ἀποδεχθῇ ταύτην τὴν ἑρμηνείαν διότι ἄν ἐπεκταθῇ καὶ ἐπὶ τῶν ἀναπληρωματικῶν ἐκλογῶν θὰ εὑρεθῶμεν εἰς τὸ ἄτοπον, εὐθὺς ὡς περατωθῇ τὸ συντακτικὸν ἔργον τῆς Συνελεύσεως καὶ μεταβληθῇ εἰς νομοθετικὸν Σῶμα, ἐν περιπτώσει διενεργείας ἀναπληρωτικῶν ἐκλογῶν τῆς ἐκλογῆς τῶν στρατιωτῶν τοῦ μετώπου.
§122Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ γίνῃ νόμος καὶ θὰ ἀκυρωθοῦν ὅλα αὐτά.
§123Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Τότε εἶμαι ἀπολύτως σύμφωνος. Σεῖς, κύριε Πρόεδρε, δίδετε τὴ ἑρμηνείαν ὅτι ἰσχύει ὁ νόμος προκειμένου περὶ ἐπαναληπτικῶν οὐχὶ δὲ καὶ περὶ ἀναπληρωματικῶν. Αὐτὴ ἡ ἑρμηνεία λύει τὸ ζήτημα.
§124Ε. ΓΑΡΟΥΦΑΛΙΑΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἐπεκταθῇ τὸ ψήφισμα καὶ εἰς τὰς ἐκλογὰς Ἄρτης.
§125Γ. ΧΛΩΡΟΣ. Νομίζω ὅτι ἐπιβάλλεται τροποποίησις τῆς διατυπώσεως τοῦ ὑποβληθέντος ψηφίσματος κατὰ τρόπον ὥστε νὰ ἀποφύγωμεν πᾶσαν οἱανδήποτε ἐπέμβασιν εἰς τὰ ἔργα τῆς Δικαστικῆς ἀρχῆς, ἔστω καὶ μεμακρυσμένην. Τοῦτο ἐπιτυγχάνεται ἄν τὸ ψήφισμα λάβῃ γενικωτέραν μορφὴν καὶ ὁρισθῇ ὅτι τοῦτο ἰσχύει ὄχι εἰδικῶς διὰ τὰς ἐκλογὰς τῆς Ροδόπης, ἀλλὰ γενικῶς διὰ πάσας τὰς ἐνεργηθησομένας κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ συντακτικοῦ ἔργου τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως. Προτείνω συνεπῶς, ὅπως ἀφαιρουμένου τοῦ μέρους τοῦ ψηφίσματος, τοῦ περιορίζοντος τοῦτο διὰ τὴν ἐκλογὴν Ροδόπης, τεθῇ ἰδία παράγραφος, καθ’ ἣν τὸ ψήφισμα τοῦτο, ἰσχύει διὰ πάσας τὰς ἐκλογὰς τὰς ἐνεργηθησομένας κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ συντακτικοῦ ἔργου τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως, ὑπὸ τοιαύτην δὲ διατύπωσιν καθίσταται περιττὸν καὶ τὸ πρακτικόν, ὅπερ ἐτέλεσεν ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως.
§126Ν. ΚΑΛΑΝΤΖΑΚΟΣ. Παραδόξως ἦλθε ζήτημα μὲ ὑποθέσεις, μὲ «ἐάν», διὰ νὰ καταλήξωμεν εἰς ἕν ψήφισμα τοσοῦτον σοβαρόν. Θὰ παρακαλέσω νὰ ἀναβληθῇ δι’ αὔριον, διὰ νὰ λάβωμεν πληροφορίας τηλεγραφικῶς ὥστε νὰ εἴμεθα εἰς θέσιν νὰ κρίνωμεν τὴν ἐνέργειαν τοῦ Πρωτοδικείου.
§127Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν πρόκειται περὶ σοβαροῦ πράγματος· πρόκειται περὶ συντμήσεως μιᾶς προθεσμίας.
§128Ν. ΚΑΛΑΝΤΖΑΚΟΣ. Ἐὰν ἡ ἀπόφασις τοῦ Πρωτοδικείου Γκιουμουλτζίνας εἶπε: δὲν ἀνακηρύσσω διότι ἡ ἔννοια τῆς ἀποφάσεως τοῦ ἐκλογοδικείου ἦτο αὐτή.
§129Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ρητῶς ἐπιφυλάσσομεν ἐπ’ αὐτοῦ τὸ δικαίωμα τοῦ δικαστηρίου.
§130ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις κηρύσσεται περατωμένη. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὑποβάλλει τὴν ἑξῆς πρότασιν ψηφίσματος: (ἀναγινώσκει):
«ΨΗΦΙΣΜΑ
Ἡ Γʹ ἐν Ἀθήναις Συντακτικὴ Συνέλευσις Ψηφίζει Ἡ κατὰ τὸ ἄρθρον 1 τοῦ νόμου 2884 ὁριζομένη προθεσμία «27 πλήρων ἡμερῶν» περιορίζεται εἰς ἡμέρας 12 ὅσον ἀφορᾷ τὴν διὰ τοῦ ἀπὸ 27 Ἀπριλίου ἐ. ἔ. Β. Δ. ὁρισθεῖσαν διὰ τὴν 30 Μαΐου ἐ. ἔ. ἐπαναληπτικὴν ἐκλογὴν τοῦ Νομοῦ Ροδόπης, ἡ δὲ τῆς ἀνακηρύξεως εἰς 11 ἡμέρας». Δέχεται ἡ Συνέλευσις τὸ ψήφισμα τοῦτο;
§131ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Μάλιστα, Μάλιστα.
§132Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ν’ ἀναγνωσθῇ καὶ ἡ ἐπεξήγησις, τὴν ὁποίαν σᾶς ἔδωκα καὶ νὰ ζητηθῇ καὶ ἐπ’ αὐτῆς ἡ ἔγκρισις τῆς Συνελεύσεως.
§133ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπεξήγησις καταχωρητέα εἰς τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ (ἀναγινώσκει): «Τὸ ψήφισμα δὲν προκρίνει τὸ ζήτημα, ἄν κατὰ τὴν ἔννοιαν τῆς ἀποφάσεως ὑπ’ ἀριθ. 24 τοῦ εἰδικοῦ δικαστηρίου τῆς ἀκυρωτικῆς τῆς ἐκλογῆς τῆς 1 Νοεμβρίου 1920 ὑπάρχῃ ἢ οὔ, περίπτωσις ἀνακηρύξεως νέων ὑποψηφίων, ὅπερ ἐπαφίεται εἰς τὸ ἁρμόδιον δικαστήριον».
§134ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Μάλιστα, Μάλιστα.
§135Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Δὲν εἶναι τοῦ Πρωτοδικείου δικαίωμα αὐτό.
§136Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Οἱονδήποτε δικαστήριον εἶναι ἁρμόδιον. Αὐτὸ τὸ ψήφισμα παρακαλῶ νὰ σταλῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης διὰ νὰ δημοσιευθῇ αὔριον εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως μετὰ τμήματος τῶν πρακτικῶν, εἰς τὰ ὁποῖα περιλαμβάνεται αὐτό, πρὸς τούτοις παρακαλῶ νὰ ἐπικυρωθῶσι τὰ πρακτικὰ κατὰ τὸ τέλος τῆς συνεδριάσεως.
§137ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις, ἵνα ἐπαναληφθῇ αὕτη τὴν 10ην μ. μ.
(Ὥρᾳ 9 μ. μ.)
ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΚΟΠΗΝ
(Ὥρᾳ 10.45′ μ.μ.)
§138ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις.
Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΤΗΣ ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗΣ
ΕΡΓΑΣΙΑΣ
Πρῶτον ἀντικείμενον τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως εἶναι ἡ κατ’ ἀρχὴν ψήφισις τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀποζημιώσεως τῶν κατὰ τὰ ἔτη 1917–1920 διὰ πολιτικοὺς λόγους παθόντων».
§139Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Θὰ παρεκάλουν τὴν Συνέλευσιν καὶ τὴν Κυβέρνησιν, ἐὰν θέλῃ ν’ ἀναβάλωμεν τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῶν λεπτομερειῶν, διὰ νὰ διεξαχθῇ εἰς μίαν καταλληλοτέραν ὥραν, ἵνα παρίστανται περισσότεροι συνάδελφοι, διότι πρέπει ὅλοι ν’ ἀκούωσι τὰς γνώμας, αἱ ὁποῖαι θ’ ἀναπτυχθῶσι. Δύναται ὅμως νὰ ψηφισθῇ ἀπόψε ἡ ἀρχὴ τῆς ὑποχρεώσεως πρὸς ἀποζημίωσιν τῶν παθόντων ἀσχέτως πρὸς τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον θ’ ἀποδεχθῇ ἡ Συνέλευσις μεταξὺ τῶν δύο ὑποβληθέντων, ἤτοι μεταξὺ τοῦ ψηφίσματος τῆς ἐπιτροπῆς καὶ τοῦ νομοσχεδίου τῆς Κυβερνήσεως. Προτείνω ὅθεν νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ ἀρχή, νὰ μείνῃ δὲ ἐλευθέρα ἡ Συνέλευσις διὰ τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν χωρὶς νὰ προδικάσωμεν οὔτε τοῦ ψηφίσματος, οὔτε τοῦ νομοσχεδίου τὴν ἀποδοχήν.
§140Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ ψήφισις τοῦ νομοσχεδίου κατ’ ἀρχὴν οὐδαμῶς βεβαίως προδικάζει τὴν γνώμην, περὶ τοῦ συστήματος, κατὰ τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ γίνῃ ἡ ἱκανοποίησις τῶν παθόντων. Ἡ ψήφισις τοῦ νομοσχεδίου λέγω, κατ’ ἀρχὴν οὐδόλως προδικάζει τὴν ἀπόφασιν τῆς Συνελεύσεως περὶ τοῦ τρόπου, κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ δεχθῇ ὅτι πρέπει νὰ διαρρυθμισθῇ τὸ ζήτημα, ὡς πρὸς τὸ ὁποῖον ἀποδέχεται τὴν ἀρχήν. Ἑπομένως νομίζω ὅτι καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ εἶχον ἀντίρρησιν κατὰ τοῦ νομοσχεδίου καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἤθελον προτιμήσῃ τὴν κατ’ ἄλλο σύστημα πραγματοποίησιν τῆς ἀρχῆς τῆς ἀποζημιώσεως τῶν παθόντων, θὰ ἠδύναντο νὰ ψηφίσωσι κατ’ ἀρχὴν τὸ νομοσχέδιον καθόσον πάντες ἀποδεχόμεθα ὅτι ἐπιφυλάσσεται εἰς αὐτοὺς πλήρης ἐλευθερία συζητήσεως κατὰ τὴν πρώτην κατ’ ἄρθρον συζήτησιν, ἵνα προτείνωσιν οἱονδήποτε σύστημα ἤθελον κρίνει σκοπιμώτερον.
§141ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Μάλιστα. Μάλιστα.
§142Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ σπουδαιότερον μέρος τῆς συζητήσεως αὐτῆς εἶναι ἡ ταχύτης. Ἐὰν λοιπὸν σήμερον ψηφίσωμεν κατ’ ἀρχήν, πάντες δὲ οἱ ἐγγεγραμμένοι ἵνα ὁμιλήσωσιν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου ὁμιλήσωσιν κατὰ τὴν αʹ κατ’ ἄρθρον συζήτησιν, καθ’ ἣν σειρὰν εἶναι ἐγγεγραμμένοι, δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι εἶναι τὸ πρακτικώτερον σύστημα.
§143Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἀναμφισβητήτως αἱ παρατηρήσεις τοῦ ἀξιοτίμου κ. Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου εἶναι ἀπολύτου ὀρθότητος· ἕκαστος δύναται νὰ ἔχῃ τὰς ἀντιρρήσεις αὑτοῦ, τὰς γνώμας ἐπὶ τῆς διαδικασίας ἐν γένει τῶν λεπτομερειῶν τοῦ νομοσχεδίου. Κατ’ ἐξοχὴν ἐπὶ τοῦ νομοθετήματος τούτου προέχει ἡ ἀρχή, τῆς ἀποζημιώσεως τῶν παθόντων καὶ τοῦ καθορισμοῦ ὡς παθόντων προσώπων, τὰ ὁποῖα κατὰ τύπους ὑπέφερον κατ’ αὐσίαν ὅμως εἶχον πέσῃ θύματα διαφόρων ἐπιτηδείων. Ἐπὶ τούτου νομίζω ὅτι οὐδεὶς ὑπάρχει ἐν τῇ Συνελεύσει ὁ ἀντιλέγων. Διὰ τοῦτο νομίζω ὅτι προκειμένου περὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νὰ ἀποζημιωθῶσιν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐγένοντο θύματα διωγμῶν, ἀμυνόμενοι ὑπὲρ τῶν λαϊκῶν ἐλευθεριῶν προκειμένου, λέγω, περὶ τῆς ἀρχῆς αὐτῆς ἡ μᾶλλον τιμητική της ἀποδοχὴ θὰ ἦτο ἡ ἀσυζητητεὶ ἀποδοχή της.
§144ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Συνέλευσις τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀποζημιώσεως τῶν κατὰ τὰ ἔτη 1917– 1920 διὰ πολιτικοὺς λόγους παθόντων;»
§145ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Μάλιστα. Μάλιστα.
§146ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Συνέλευσις παρεδέχθη.
§147Α. ΜΑΤΕΣΙΣ. Πότε, κ. Πρόεδρε, θὰ εἶναι ἡ πρώτη κατ’ ἄρθρον συζήτησις;
§148ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Τὴν Πέμπτην, τὴν Πέμπτην.
§149Α. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Εἰ δυνατὸν νὰ παραλειφθῶσι καὶ αἱ ἐρωτήσεις καὶ ἐπερωτήσεις τὴν ἡμέραν αὐτὴν διὰ νὰ γίνῃ μία εὐρεῖα συζήτησις.
§150Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Ἄν εἶναι δυνατόν, τὴν Πέμπτην νὰ γίνῃ ὁ ἔλεγχος ὁ κοινοβουλευτικός. Δὲν πιστεύω νὰ μᾶς περισσεύσῃ καιρὸς διὰ τὴν νομοθετικὴν ἐργασίαν. Τὴν Παρασκευὴν ὅμως νὰ ἀρχίσωμεν εἰς τὰς 5, ἤ, ἄν ἀρχίσωμεν εἰς τὰς 6, νὰ μὴ ἀναγνώσωμεν καθόλου ἀναφοράς, οὐδὲ νὰ συζητήσωμεν ἐρωτήσεις, παρὰ νὰ εἰσέλθωμεν ἀμέσως εἰς τὸ νομοσχέδιον αὐτό.
§151ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε συνάδελφε, τὸ ζήτημα τῶν ἀναφορῶν καὶ ἐρωτήσεων τόσας φορὰς ἔχει ἀπασχολήσῃ τὴν Συνέλευσιν. Ἐλήφθη ἀπόφασις νὰ ἀρχίζωσιν αἱ συνεδριάσεις εἰς τὰς 6. Θέλετε νὰ ληφθῇ εἰδικὴ ἀπόφασις διὰ τὴν Πέμπτην;
§152Α. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Κύριε πρόεδρε, ἔχομεν τὸ προηγούμενον τοῦ Συνδικάτου τῶν Τραπεζῶν, χάριν τοῦ ὁποίου τὴν παρελθοῦσαν Πέμπτην οὐδὲ ἐρωτήσεις, οὐδὲ ἐπερωτήσεις ἔγιναν, διὰ νὰ εἰσέλθωμεν ἀπ’ εὐθείας εἰς τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο· τὸ προκείμενον νομοσχέδιον τὸ θεωρῶ σπουδαιότερον καὶ μᾶλλον ἐπεῖγον ἐκείνου. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι εἶνε δυνατὸν τὴν Πέμπτην νὰ ἀναβάλωμεν τὰς ἐρωτήσεις καὶ ἐπερωτήσεις.
§153ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀλλὰ δὲν ἔχετε δικαίωμα νὰ ζητήσητε τὴν ἀναβολὴν τῶν ἐρωτήσεων καὶ ἐπερωτήσεων. Ἐνθυμεῖσθε πόση συζήτησις ἐγένετο. Πρέπει ὅλοι οἱ ἐγγεγραμμένοι νὰ συμφωνήσωσιν.
§154Α. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὅλοι. Δὲν πιστεύω νὰ ὑπάρχῃ κανεὶς ἔχων ἀντίρρησιν.
§155Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε πρόεδρε, νὰ ἀναγραφῇ πρῶτον εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τὴν Πέμπτην καὶ ἄν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔχουν ἐρωτήσεις καὶ ἐπερωτήσεις θέλωσι νὰ τὰς ἀναβάλωσι, τότε νὰ προβῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν αὐτοῦ.
§156Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Τὴν Πέμπτην εἶναι πολλαὶ ἐπερωτήσεις, αἱ ὁποῖαι χθὲς δὲν συνεζητήθησαν.
§157Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐὰν στέργωσιν οἱ ἐπερωτῶντες. Ἐὰν δὲν στέργωσι, τότε δὲν θὰ συζητήσωμεν τὴν Πέμπτην, ἀλλὰ θὰ συζητήσωμεν τὴν Παρασκευήν.
§158Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Δυνάμεθα νὰ κάμωμεν συνεδρίασιν αὔριον. Ἄς ἐργασθῇ τὴν πρωΐαν ἡ Συνταγματικὴ ἐπιτροπή.
§159ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, εἴμεθα σύμφωνοι.
§160Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὴν Πέμπτην νὰ ἀναγραφῇ πρῶτον, κ. Πρόεδρε.
§161ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα, κ. Πρόεδρε. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ διακανονισμοῦ στρατιωτικοῦ βαθμοῦ εἰς τὸν Διευθυντὴν σιδηροδρομικῶν δικτύων παρά τινι τῶν Στρατιῶν». Ἄρθρον μόνον. (ἀναγινώσκει). Ἐπ’ αὐτοῦ ὑπάρχει μία τροπολογία τοῦ κ. Ρεδιάδου.
§162Ν. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Κύριε πρόεδρε, ἡ τροπολογία αὐτὴ δὲν μοὶ ὑπεβλήθη, ὥστε δὲν δύναμαι νὰ τὴν δεχθῶ.
§163ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ψηφίζεται τὸ νομοσχέδιον ὡς ἔχει καὶ εἰς τὴν βʹ ἀνάγνωσιν θὰ συζητηθῶσιν αἱ τροπολογίαι. (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον) Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀναθεωρήσεως τῆς ἀποφάσεως τῶν ἀποστρατευθέντων αὐτεπαγγέλτως ἀξιωματικῶν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νόμου ΓΧΝΓʹ (3653)». Ἐπ’ αὐτοῦ ὁ κ. Κ. Δροσόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§164Κ. ΔΡΟΣΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἤθελον νὰ ὑποβάλω τὴν ἑξῆς ἐρώτησιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν. Οἱ ἀξιωματικοὶ οὗτοι ἀπεστρατεύθησαν κατόπιν γνωμοδοτήσεως ἀνακριτικῶν συμβουλίων μετὰ τὴν ἐπανάστασιν τοῦ 1919. Τὰ συμβούλια αὐτὰ τοὺς ἀπέταξαν ἤ τοὺς ἔθεσαν εἰς αὐτεπάγγελτον ἀποστρατείαν. Ἔκτοτε δὲ ἐμεσολάβησαν ἀρκετὰ ἔτη, ἐμεσολάβησε καὶ Ἀναθεωρητικὴ Βουλή, καὶ νομίζω ὅτι εἶναι περιττὸν νὰ ἀσχολῆται ἡ Ἐθνοσυνέλευσις τοῦ 1917 μὲ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἔχει λυθῆ πρὸ πολλῶν ἐτῶν, διότι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δυνάμεθα........
§165ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁμιλεῖτε περὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου;
§166Κ. ΔΡΟΣΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα.
§167ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀλλ’ εἴμεθα εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν.
§168Κ. ΔΡΟΣΟΠΟΥΛΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ 1ον ἄρθρον θὰ ἤθελον τὸ 12μελὲς αὐτὸ συμβούλιον νὰ ὁρίζηται ἀπὸ ποίους θὰ ἀπαρτισθῇ, νὰ μὴ εἶναι ἀόριστον, οὐδὲ νὰ ἐπιτρέπηται εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ὁρίζῃ τὸ Συμβούλιον, ἀλλὰ νὰ ἀποτελεῖται τοῦτο ἐξ ἑνὸς ἀνωτέρου ὑπευθύνου συμβουλίου. Καὶ ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον τὰ ζητήματα τὰ στρατιωτικὰ μέχρι τοῦδε τὰ ἔλυε τὸ συμβούλιον τῶν ἀντιστρατήγων. Θὰ ἐπρότεινον εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ παραδεχθῇ τοιοῦτόν τι συμβούλιον διὰ τὴν ἐπίλυσιν ὅλων τῶν στρατιωτικῶν ζητημάτων καὶ νὰ μὴ παριστάμεθα μάρτυρες διαφόρων συμβουλίων, τὰ ὁποῖα οὐδὲν κῦρος ἔχουσιν, οὐδὲ τεχνικόν, οὐδὲ ὑπηρεσιακόν, οὐδὲ ἠθικὸν κῦρος, ὥστε νὰ διαχειρίζωνται τοὺς βαθμοὺς καὶ τὴν θέσιν τῶν ἀξιωματικῶν καὶ γενικῶς τοῦ στρατεύματος. Ἐπὶ τοῦ 1ου ἄρθρου λοιπὸν αὐτὴν τὴν παρατήρησιν εἶχον νὰ κάμω.
§169Ν. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Εἰς τὴν βʹ συζήτησιν.
§170ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Συνέλευσις τὸ ἄρθρον 1ον;
§171ΠΛΕΙΣΤΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§172ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Συνέλευσις παρεδέχθη. Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).
§173Κ. ΔΡΟΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπίσης, κ. Πρόεδρε, θὰ ἤθελον νὰ μὴ ἀφίνεται τὸ δικαίωμα εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ἐνεργῇ κατὰ τὴν κρίσιν του, ἀλλὰ νὰ εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ ἀκολουθῇ τὴν γνωμοδότησιν τοῦ Συμβουλίου, ὥστε νὰ ἐπανέλθῃ τὸ στράτευμα εἰς τοὺς φυσικοὺς αὐτοῦ ἡγήτορας.
§174Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχει ὑποβληθῆ καὶ τροπολογία.
§175Ν. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Θὰ τὴν μελετήσω εἰς τὴν βʹ ἀνάγνωσιν. (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 2ον ὡς ἔχει ἀναγινώσκονται δὲ καὶ ψηφίζονται καὶ τὰ λοιπὰ ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου).
§176ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀνακαθάρσεως τῶν καταλόγων τῶν ἐκλογικῶν βιβλιαρίων». Ὁ κ. Ν. Βλιάμος ἔχει τὸν λόγον.
§177Ν. ΒΛΙΑΜΟΣ. Ὅτε ὁ προκάτοχος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπέβαλε νομοσχέδιον περὶ παρατάσεως τῶν προθεσμιῶν πρὸς ἐγγραφὴν εἰς τοὺς ἐκλογικοὺς καταλόγους, ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω τὴν παράκλησιν περὶ ὑποβολῆς νέου νομοσχεδίου περὶ καταλληλοτέρου συστήματος ἐγγραφῆς εἰς τοὺς ἐκλογικοὺς καταλόγους καὶ ἀνακαθάρσεως πάντων τῶν καταλόγων, ἀλλὰ τοιοῦτον νομοσχέδιον δὲν ὑπεβλήθη. Τὸ παρὸν νομοσχέδιον ἀφορᾷ μόνον τὴν ἀνακάθαρσιν τῶν καταλόγων, ἀλλὰ ὡρισμένων περιφερειῶν. Ἀλλὰ κατὰ τὸ διάστημα αὐτὸ οἱ ἐκλογικοὶ κατάλογοι τῶν Νέων Χωρῶν, τῆς Σάμου, ἐγέμισαν ἀπὸ ἐκλογεῖς μὴ πολίτας Ἕλληνας, πρόσφυγας, ἔχουσι δὲ ἀνάγκην νὰ τύχωσι μιᾶς ἀνακαθάρσεως. Θὰ παρακαλέσω, λοιπόν, τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ τροποποιήσῃ τὸ νομοσχέδιον κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ ἐνεργηθῇ ἡ ἀνακάθαρσις ὅλων τῶν ἐκλογικῶν καταλόγων καὶ νὰ μὴ περιορισθῇ μόνον εἰς τοὺς ἐκλογικοὺς καταλόγους τῶν βιβλιαρίων.
§178Μ. ΣΙΑΠΚΑΣ. Ὅ,τι ἐγένετο εἰς τὸν δῆμον Ἀθηναίων ἐγένετο καὶ ἐν Λαρίσῃ. Ἐκεῖ δὲν περιωρίσθησαν μόνον εἰς τὴν ἐγγραφὴν τῶν προσφύγων, ἀλλ’ ἀνέγραψαν πάντα ἄστεγον, πάντα ἀλήτην, ἐπὶ πληρωμῇ. Οἱ ἄνθρωποι τοῦ δήμου Λαρίσης, ἐπλήρωσαν 25–50 δραχ. δι’ ἕκαστον, ὁ ὁποῖος ἐδέχετο νὰ ἐγγραφῇ εἰς τὸν ἐκλογικὸν κατάλογον. Τοιουτοτρόπως κατώρθωσαν νὰ νοθεύσουν τὸν ἐκλογικὸν κατάλογον Λαρίσης, προσθέσαντες 2.600 ψηφοφόρους ἐπὶ ὁλικοῦ ἀριθμοῦ 3.000 ψηφοφόρων, ὥστε δύνασθε νὰ φαντασθῆτε ποία νόθευσις ἐγένετο. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ νὰ περιληφθῇ καὶ ὁ δῆμος Λαρίσης.
§179Σ. ΣΤΑΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὑπεβλήθη τοιαύτη τροπολογία καὶ ἐγένετο δεκτή.
§180ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Μερκούρης ἔχει τὸν λόγον.
§181Γ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Εἶναι βεβαίως ἀξία παντὸς ἐπαίνου ἡ μέριμνα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὅστις ἐφρόντισε νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Συνέλευσιν τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον. Εἶναι γνωστὰ τὰ ὄργια τὰ διαπραχθέντα εἰς τὸν ἐκλογικὸν κατάλογον τοῦ 1920 ὥστε εἶναι περιττὸν νὰ μακρηγορήσῃ τις, εἶνε περιττὸν νὰ ἐκθέσω εἰς τὴν Συνέλευσιν, ἡ ὁποία εὑρίσκεται ἐν ἀπολύτῳ γνώσει τῶν πραγμάτων, τὰς λεπτομερείας. Ἀρκεῖ νὰ ἀναφέρω ἀριθμοὺς τινάς, οἵτινες δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ προκαλέσουν τὴν κατάπληξιν. Κατὰ τὸ διάστημα τοῦ 1920 ἐνεγράφησαν πλέον τῶν 33.000 ἐκλογέων εἰς τὸν κατάλογον, ἐκ τῶν ὁποίων εἶναι ἀνύπαρκτοι ἐντελῶς 12.500. Εἰς δὲ τὸν Πειραιᾶ ἐνεγράφησαν πλέον τῶν 9.000, ἐκ τῶν ὁποίων ἀνύπαρκτοι πλέον τῶν 6.600. Ἐφηρμόσθη ἕνα σύστημα, τοῦ ὁποίου ὁ ἐφευρέτης κυκλοφορεῖ ἀτιμώρητος. Καὶ αὐτὴν τὴν παρατήρησιν θὰ εἶχον νὰ ὑποβάλω εἰς τὸν κ. Ὑπουργόν. Ἔλεγον, κ. Πρόεδρε, ὅτι εἰς τὸν δῆμον Ἀθηναίων ἐνεγράφησαν 32.000, ἐξ αὐτῶν τῶν 32.000, οἱ 12.500 ἦσαν πλαστοπρόσωποι. Τὸ σύστημα τὸ ὁποῖον μετεχειρίσθησαν ἦτο περίπου τὸ ἑξῆς. Ἐνεγράφοντο ὑπὸ τὸ ὄνομα Αἰγιαλίδης εἰς τὸ Αον τμῆμα Ἀθηνῶν, ὁ πραγματικὸς κύριος Αἰγιαλίδης, ἔπερνε τὸ βιβλιάριόν του ὑπὸ τὸ ὄνομα Αἰγιαλίδης καὶ ἐνεγράφετο εἰς τὸ Βον τμῆμα· ὑπὸ τὸ ὄνομα Ἀγγελίδης ἔπερνε τὸ βιβλιάριόν του καὶ ἐπεκόλλα τὴν φωτογραφίαν του καὶ κατὰ τὸ σύστημα αὐτὸ εἰς δύο καὶ τρία τμήματα τῶν Ἀθηνῶν καὶ εἰς δύο καὶ τρία τμήματα τοῦ Πειραιῶς ἠδύνατο ἐν μιᾷ ἡμέρᾳ νὰ ψηφίσῃ εἰς ἀμφοτέρους τοὺς δήμους, ἐκτὸς δὲ τούτου, ἐπειδὴ τὸ ρεῦμα ἦτο ὑπὲρ ἡμῶν, τοῦτο καθησύχαζε τοὺς φοβουμένους τὴν ὀγκώδη ἐγγραφήν. Εὐτυχῶς, τὸ ρεῦμα ἦτο ὑπὲρ ἡμῶν ὥστε δὲν εὑρίσκοντο τὰ πρόσωπα διὰ νὰ χρησιμοποιηθῶσι διὰ τὴν ψηφοφορίαν, οἱ διευθύνοντες δὲ τότε τὴν ἐκλογὴν εἶχον πεισθῆ ὅτι θὰ ἠδύναντο νὰ χρησιμοποιήσωσι τὰ βιβλιάρια εἰς τὰ ὁποῖα εἶχον ἐγγράψει εἰς τὸν δῆμον Ἀθηναίων ὡρισμένον ἀριθμόν. Αὐτὰ δὲ ἐφυλάχθησαν ὑφ’ ἑνὸς τῶν τότε διευθυνόντων τὰ γραφεῖα τῆς ἐκλογῆς Ἀθηνῶν. Δύο ἢ τρεῖς ἡμέρας πρὸ τῶν ἐκλογῶν διενεμήθησαν εἰς ὅλα τὰ τμήματα τῶν συλλόγων τῶν Φιλελευθέρων. Εἰδοποιήθην εὐτυχῶς τὰς ἡμέρας αὐτὰς—διότι ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι ἠναγκάσθην νὰ μεταχειρισθῶ καὶ ὀλίγην κατασκοπείαν, εἰς ἕκαστον τμῆμα τοῦ συλλόγου τῶν Φιλελευθέρων εἴχομεν τοὺς ἀνθρώπους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι παρηκολούθουν ἐκ τοῦ πλησίον τὰ πράγματα, ἵνα βλέπωσι πῶς διενεμήθησαν τὰ βιβλιάρια ὑπὸ τῶν διευθυντῶν τὰ τῶν βιβλιαρίων καὶ νὰ μάθωσι τὸν τρόπον, διὰ τοῦ ὁποίου ἐλαμβάνοντο ταῦτα ἐκ τῶν συλλόγων τῶν Φιλελευθέρων. Παρουσιάζετό τις ἔχων μίαν φωτογραφίαν, ἐπεκολλᾶτο αὕτη ἐπὶ τοῦ τυχόντος βιβλιαρίου, τὸ ἐλάμβανε ὁ παρουσιάζων τὴν φωτογραφίαν καὶ μετέβαινε νὰ ψηφίσῃ βαπτιζόμενος μὲ τὸ ὄνομα τοῦ βιβλιαρίου. Ἐγένοντο πολλαὶ βαπτίσεις εἰς τὰς παραμονὰς τῶν ἐκλογῶν. Εὐτυχῶς ὅμως, ἐπειδὴ τὸ ρεῦμα ἦτο ὑπὲρ ἡμῶν, πολλὰ ἀπὸ τοὺς λαβόντας τοιαῦτα βιβλιάρια τὰ μετεχειρίσθησαν ἐναντίον τῶν ὑπὸ τοῦ ρεύματος παρασυρθέντες. Διὰ τοῦτο, ἐὰν ἐξαιρέσῃ τις δύο ἢ τρία τμήματα τῶν Ἀθηνῶν, εἰς τὰ ὁποῖα παρουσιάσθη τὸ φαινόμενον, καθ’ ὃ ἐνῷ ἦσαν ἐγγεγραμμένοι εἰς τοὺς καταλόγους πλέον τῶν 1500–2000 ἐψήφισαν 150–300 εἰς τὰ ἄλλα τμήματα, ἐπειδὴ δὲν εἶχε γίνει ἔλεγχος, ἐψήφισε σχεδὸν ὁλόκληρος ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐγγεγραμμένων εἰς τοὺς καταλόγους, ἀλλὰ τὰ ἀποτελέσματα ὑπῆρξαν ἐναντίον τῶν διαταξάντων καὶ ἐπεξεργασθέντων τοιοῦτον ἔγκλημα. Δὲν ἐπιθυμῶ νὰ κουράσω τὴν Συνέλευσιν μὲ διαφόρους λεπτομερείας καὶ εἰσέρχομαι εἰς τὴν οὐσίαν τοῦ ζητήματος ὑποβάλλων εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τὴν σύστασιν ὅτι δὲν πρέπει νὰ παρέλθωσιν ἀτιμώρητοι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι διέπραξαν τὰ ἀδικήματα αὐτά. Πρέπει νὰ τιμωρηθῶσι πρὸς παραδειγματισμόν. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ συντομεύσῃ ὅσον τὸ δυνατὸν τὴν ἐγγραφὴν ἐν τοῖς ἐκλογικοῖς καταλόγοις, ἐκείνων, οἵτινες θὰ λάβωσι τὰ νέα βιβλιάρια. Ἐπίσης ὑποβάλλω τὴν γνώμην ὅπως τὸ 1ον ἄρθρον, τροποποιηθῇ οὕτως ὥστε οἱ ἔχοντες βιβλιάρια νὰ τὰ καταθέσωσι καὶ ἐὰν εἶναι γνήσια νὰ τὰ λαμβάνωσιν ὀπίσω. Κατὰ τοιοῦτον τρόπον θὰ ἐξελεγχθῶσιν ὅλα τὰ πλαστὰ βιβλιάρια, τὰ ὁποῖα κυκλοφοροῦν.
§182Σ. ΣΤΑΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὁ μὴ προσάγων βιβλιάριον θὰ διαγράφηται.
§183Γ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Τὸ ζήτημα τῆς ἀνατυπώσεως τοῦ καταλόγου πρέπει νὰ ἐπιταχυνθῇ, κ. Ὑπουργέ, θέτετε ὅμως μίαν προθεσμίαν ἀρκετὰ μεγάλην, πρέπει νὰ συντομευθῇ τὸ πρᾶγμα, διότι δυνατὸν νὰ εὑρεθῶμεν πρὸ μιᾶς ἐκλογῆς καὶ ν’ ἀναβληθῇ αὕτη ἐλλείψει καταλόγου.
§184ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Μάτεσις ἔχει τὸν λόγον.
§185Α. ΜΑΤΕΣΙΣ. Τὸ νομοθέτημα τοῦτο, κ. πληρεξούσιοι, εἶναι ἀπαραίτητον. Ἐν τούτοις δύναται νὰ λάβῃ πρακτικωτέραν τινὰ μορφήν. Διότι κατ’ αὐτὸ σήμερον θὰ χρειασθῇ ἐκ νέου ὅλη ἡ ἐργασία, ἡ ὁποία ἀπῃτήθη διὰ νὰ συνταχθῇ ὁ κατάλογος τοῦ ἔτους 1920. Νὰ λάβωμεν δὲ ὑπ’ ὄψει, ὅτι πλεῖστοι τῶν ἐκλογέων ἀγνοοῦσιν ὅτι θὰ γίνῃ ἀναθεώρησις. Πλεῖστοι ἐξ αὐτῶν ἀπουσιάζουσι. Καὶ ἴσως μὲ τὸ σύστημα τοῦτο δὲν θὰ δυνηθῇ νὰ συμπληρωθῇ ἐκ νέου ὁ κατάλογος, μὲ τοὺς γνησίους ἐκλογεῖς. Θὰ ἦτο πρακτικωτέρα μορφὴ ἡ ἑξῆς. Νὰ συστηθῇ μία ἐπιτροπή, ἡ ὁποία ἐν βραχυτάτῃ προθεσμίᾳ, λαμβάνουσα ὑπ’ ὄψει καὶ πᾶσαν ὑποβληθησομένην ἔνστασιν, νὰ ἀποκαθάρῃ εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ὁλόκληρον τὸν κατάλογον ἀπὸ ἐκεῖνα τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς κατανοοῦνται πλαστά.
§186Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ποῖον κατάλογον;
§187Α. ΜΑΤΕΣΙΣ. Τὸν ὑπάρχοντα τοῦ 1920, τὸ παράρτημα τοῦ 1920. Νὰ τὸν παραλάβῃ μία ἐπιτροπή, ἀποτελουμένη ἀπὸ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα θὰ σᾶς εἴπω ἀμέσως, νὰ τὸν ἀποκαθάρῃ, λαμβάνουσα ὑπ’ ὄψει πᾶσαν διδομένην πρὸς αὐτὴν πληροφορίαν καὶ καταρτισθῇ οὕτως ὁ νέος κατάλογος ἀποκεκαθαρμένος. Νὰ ἐκτεθῇ κατόπιν ἐφ’ ὡρισμένον χρόνον καὶ πᾶς, ὅστις νομίσῃ, ὅτι κακῶς διεγράφη, νὰ φέρῃ τὴν ἔνστασίν του. Ὅλοι δὲ οἱ ἄλλοι οἱ ἐγγεγραμμένοι εἰς τὸν ἐκλογικὸν κατάλογον καὶ τῶν ὁποίων δὲν ἐγένετο διαγραφὴ αὐτοὶ θὰ μείνωσιν ἐγγεγραμμένοι ἄνευ νέας ἐγγραφῆς.
§188ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Πόσοι εἶναι;
§189Α. ΜΑΤΕΣΙΣ. Εἶναι περίπου 20.000. Θὰ γίνῃ μία ἐπιτροπή, ἡ ὁποία θὰ διαιρεθῇ εἰς τμήματα, καὶ θὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει της τὸν κατάλογον τοῦτον τοῦ 1920. Ἡ ἐπιτροπὴ δύναται ν’ ἀπαρτισθῇ ἀπὸ ἕνα ἐφέτην, ἕνα Πρωτοδίκην καὶ ἀπὸ τὸν Πρόεδρον τοῦ δημοτικοῦ Συμβουλίου. Εἰς διάστημα 15–20 ἡμερῶν ἡ ἐργασία αὐτὴ δύναται νὰ περατωθῇ. Ὅταν ὁ κατάλογος εἶναι ἀνακεκαθαρμένος, ἐκτίθεται εἰς τὸ κοινὸν καὶ πᾶς, ὅστις νομίζει, ὅτι κακῶς διεγράφη θὰ φέρῃ τὴν ἔνστασίν του. Παρακαλῶ νὰ μελετηθῇ τὸ ζήτημα καὶ ἐπιφυλάσσομαι νὰ ὑποβάλω τροπολογίαν ἐγγράφως. Ἐπίσης διὰ νὰ μὴ ἐπανέρχωμαι εἰς τὸ βῆμα ἐπὶ τοῦ 3ου ἄρθρου θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ συστήσω ὅπως, ὄχι μόνον οἱ στρατιῶται, ἀλλὰ καὶ οἱ ἄλλοι ἐκλογεῖς, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ ἀπουσιάζωσι καὶ εἶναι δύσκολον νὰ ἐπανέλθωσιν κατὰ τὴν περίπτωσιν τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ καταλόγου, ἢ παρουσιασθῶσι διὰ τῶν συγγενῶν, ὡς ὁρίζει ὁ νόμος, νὰ δύνανται καὶ αὐτοὶ διὰ πληρεξουσίου συντασσομένου ἄνευ τέλους χαρτοσήμου ἐνώπιον συμβολαιογράφου νὰ παρασταθῶσι καὶ λάβωσι τὰ βιβλιάριά των.
§190Ι. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Εἰς τὸ μέτωπον θὰ πηγαίνῃ ὁ συμβολαιογράφος;
§191Α. ΜΑΤΕΣΙΣ. Ὄχι εἰς τὸ μέτωπον. Τὸ νομοσχέδιον προνοεῖ περὶ τοῦ μετώπου. Καὶ ὀρθῶς προνοεῖ λέγον ὅτι, οἱ ἐν τῷ μετώπῳ εὑρισκόμενοι στρατιῶται δύνανται ν’ ἀντιπροσωπευθῶσι δι’ ἀντιπροσώπου αὐτῶν δι’ ἐπιστολῆς κλπ. Λέγω λοιπὸν νὰ συμπληρωθῇ ἡ διάταξις κατὰ τοῦτο, ὅτι οἱ μὴ στρατιῶται νὰ δύνανται ν’ ἀντιπροσωπευθῶσι δι’ εἰδικοῦ πληρεξουσίου, ἐπικυρουμένου ἐνώπιον συμβολαιογράφου, διὰ νὰ μὴ στερηθῶσι πολλοὶ ἀπουσιάζοντες τοῦ δικαιώματος τοῦ νὰ ἐγγραφῶσι ἐκ νέου, ἐφ’ ὅσον δὲν ἔχουσι πατέρα ἢ ἀδελφούς, ὡς ὁρίζει ὁ νόμος, οἱ ὁποῖοι νὰ τοὺς ἀντιπροσωπεύουν.
§192ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Ὅλοι οἱ πρόσφυγες θὰ στείλουν πληρεξούσια.
§193Α. ΜΑΤΕΣΙΣ. Θὰ ἐξετασθῶσι τὰ προσόντα τῶν προσφύγων. Ἡ ἐπιτροπὴ θὰ τὰ ἐξετάζῃ. Ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ ὑποβάλλῃ ἔνστασιν θὰ ὑποβάλλῃ καὶ τὰ δικαιολογητικά. Κι’ ἂν δὲν τά ὑποβάλλῃ δὲν θὰ ἔχῃ δικαιώματα. Δὲν δύνασθε ν’ ἀποκλείσητε τοὺς πρόσφυγας, ἂν συμφώνως τῷ νόμῳ ὑποβάλλωσιν αἰτήσεις καὶ ἔχωσι τὰ σχετικὰ δικαιολογητικά.
§194ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χ. Μητσόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§195Χ. ΜΗΤΣΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ηὐχόμην κ. πληρεξούσιοι, ἡ συζήτησις περὶ τῶν ἐκλογικῶν καταλόγων, ἡ ὁποία φαίνεται τόσον ἁπλῆ, νὰ μὴ περιορίζετο ἐν τῷ κύκλῳ τῶν παρόντων ἡμῶν ὀλίγων πληρεξουσίων, ἀλλὰ νὰ ἦτο δυνατὸν νὰ διεξαχθῇ ἐν πλήρει αἰθούσῃ καὶ μάλιστα ἐν πληθούσῃ ἀγορᾷ τοῦ λαοῦ. Θὰ ηὐχόμην, προκειμένου περὶ ἐκλογικῆς συζητήσεως ὡς πρὸς τὰς Ἀθήνας καὶ τὸν Πειραιᾶ, νὰ εἴχομεν ὅλην τὴν Ἑλλάδα ἀκροατὴν καὶ ἐλεγκτὴν ἄμεσον διότι ἡ ἐκλογικὴ τύχη τῆς Πρωτευούσης ἀπεδείχθη οὖσα τύχη ὁλοκλήρου τῆς ἐκλογικῆς οἰκονομίας τῆς Χώρας. Διότι περὶ τὰ κέντρα ταῦτα, πρὸς ἐκλογικὴν ἐκπόρθησιν αὐτῶν πραγματικῶς ἐξηντλήθη ὅλη ἡ ἀκμή, ὅλον τὸ θάρρος, ὅλη ἡ ἐφευρετικότης, ὅλη ἡ λύσσα τῆς τυραννίδος. Τὸ ἐκλογικὸν συμφέρον ἀπέβλεπε βεβαίως, εἰς ὅλην τὴν Ἑλλάδα, ἀλλὰ καὶ συνεκεντροῦτο ἰδιαίτατα ἐδῶ, διότι ἐδῶ εὑρίσκετο ἡ κλεὶς τοῦ προβλήματος. Ἐν τῇ ἱστορίᾳ τοῦ κόσμου, πᾶς ὅστις ἐμελέτησε νὰ γίνῃ κύριος τόπου τινός, καὶ ἀκόμη περισσότερον, ὅστις ἐστοχάσθη νὰ γίνῃ τύραννος, αὐτοῦ, τὴν πρωτεύουσαν ἐνόησεν ὅτι ἔπρεπε νὰ κατακτήσῃ πρώτην. Αὐτὴ εἶναι καὶ ἡ ἀφετηρία καὶ τὸ κρησφύγετον. Ἔρχεται ἀφ’ ἑαυτῆς εἰς τὸν νοῦν ἡ κλασσικὴ φράσις τοῦ Δαντῶνος, ὁ ὁποῖος ἔλεγεν εἰς τὰ 1792, ἐν τῇ Ἐθνοσυνελεύσει τῆς Γαλλίας: «Ἐφ’ ὅσον ὑπάρχουσι Παρίσιοι καὶ ἄρχουσι τῆς Γαλλίας, αὐτῶν τῶν Παρισίων ἔχομεν ἀνάγκην νὰ γίνωμεν κύριοι καὶ δι’ οἱουδήποτε τρόπου». Ὁ δὲ τρόπος αὐτοῦ εἶναι γνωστός, ὁ μέγας ἐκεῖνος διδάσκαλος τοῦ αἵματος καθιέρωσε κλασσικὰς μεθόδους πῶς κατακτῶνται αἱ πρωτεύουσαι, τὸ σύστημά του δὲν προσβάλλεται καθόλου ἂν εἰς τὰς ἐξορίας, τὰς ἁρπαγάς, σφαγάς, καρμανιόλαν, ὁ τύραννος τῶν Ἀθηνῶν προσέθηκε καὶ νοθεύσεις ἐκλογικῶν καταλόγων, πάντοτε, ἐννοεῖται, ἀναμίκτους καὶ πρὸς ροὴν τοῦ αἵματος, ὅταν τὸ ξυλοφόρτωμα τοῦ πολίτου δὲν ἀρκῇ. Ἀλλά, κύριοι, δὲν εἶναι δίκαιον νὰ περιορίσῃ τις τὸν λόγον, ὡς περίπου τὸ πράττει τὸ νομοσχέδιον, εἰς μόνας τὰς Ἀθήνας καὶ τὸν Πειραιᾶ, ὅσον ἀφορᾷ τὰ ληπτέα κατὰ τῆς νοθείας τῶν ἐκλογῶν μέτρα. Ὑπάρχουν καὶ ἄλλαι πόλεις καὶ ἄλλα κέντρα, ἔχοντα ἀνάγκην ἰδιαιτέρας ἀμύνης κατὰ τῶν πολιτικῶν ἐκμεταλλευτῶν. Τοιαῦτα εἶναι αἱ Πάτραι, αἱ Καλάμαι καὶ ἵνα μὴ τὰς ὀνομάσω μίαν πρὸς μίαν, πλεῖσται μεγάλαι πόλεις τῆς Παλαιᾶς καὶ Νέας Ἑλλάδος, ὡς λ. γ. ἡ Θεσσαλονίκη. Πρῶτον ἐνθυμηθῆτε τὰς ἐκλογὰς τῆς 31 Μαΐου τοῦ 1915, αἱ ὁποῖαι μετέπειτα τοσούτων κακῶν πρόξενοι ἐγένοντο. Ἰδιαίτερον ἐνθυμηθῆτε τὴν ἐκλογὴν Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς πῶς ἀπώλετο ἀκριβῶς ἕνεκα αὐτοῦ τοῦ συστήματος τῆς νοθείας τοῦ φρονήματος τῶν ἀνθρώπων τοῦ τόπου, διὰ τῆς ὑπὸ τοῦ τυράννου κατ’ Ἰανουάριον τοῦ 1915 γενομένης ἀθρόας ἐγγραφῆς ἐν τοῖς καταλόγοις 5000 περίπου δημοσίων ἔξωθεν περισυλλεγέντων καὶ οἱ ὁποῖοι, ὡς καὶ λόγος ὑπῆρχε, δὲν ἠμποδίσθησαν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ Μαΐου νὰ ψηφίσωσιν. Κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον ἐχάθη καὶ ἡ ἐκλογὴ τῶν Σερρῶν, εἰς τοὺς καταλόγους τῶν ὁποίων εἶχεν ἐπιπροστεθῆ μία «μπαγγατέλλα» περὶ τὰς 7.000 ψήφων ξένων.
§196Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Εἰς τὰ 1915 ἐνεγράφησαν 1638 ἐν Ἀθήναις.
§197Χ. ΜΗΤΣΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὑποθέτω ὅτι εἶναι ἀκριβὴς ἡ πληροφορία αὕτη. Ἄλλως ὡμίλησα καὶ περὶ Πειραιῶς.
§198Α. ΠΑΠΑΖΑΧΑΡΙΟΥ. Πρέπει νὰ ἐξαιρέσετε τὴν Μακεδονίαν κατὰ τὴν 31ην Μαΐου τοῦ 1915, ἡ ὁποία δὲν ἔφερε τὸν τύραννον.
§199Χ. ΜΗΤΣΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε μετέχων ἐνεργῶς τῆς ἐκλογικῆς προετοιμασίας, ὑπέδειξα πῶς ὤφειλε νὰ ἀποκλεισθῇ τῆς ψηφοφορίας ὁ ἀριθμὸς αὐτῶν τῶν ἐπιπροσθέτων, οἵτινες δὲν εὑρίσκοντο ἐγγεγραμμένοι, ἐν τοῖς ἐντύποις καταλόγοις τοῖς χρησιμοποιουμένοις ὑπὸ τῶν ἐκλογικῶν ἐπιτροπῶν πρὸς ἔλεγχον τῶν δικαιουμένων νὰ ψηφίσωσιν. Ἀλλ’ ἐστάθη ἀδύνατον, λόγῳ τῆς ἀπεριγράπτου ἀναβλητικότητος, τῆς τότε Κυβερνήσεως περὶ τὸ λαμβάνειν ἀποφάσεις. Διὰ τῆς ἐλευθέρως διενεργουμένης ἀθρόας αὐτῆς ἐγγραφῆς ἑτεροδημοτῶν, παροίκων, προσφύγων, ἢ καὶ ξένων αὐτόχρημα κατελύθη πλέον ἡ πολιτικὴ καὶ δημοτικὴ φυσιογνωμία, ἡ προσωπικότης, ἡ ἀτομικότης, ἡ ἰδιορρυθμία τῆς πόλεως τῶν Ἀθηνῶν καὶ τοῦ Πειραιῶς. Κρίνατε τῷ 1914 οἱ Ἀθηναῖοι τῶν Ἀθηνῶν, εἴμεθα 24.000. Γεννήματα τοῦ τόπου, πραγματικοὶ κάτοικοι αὐτοῦ, ψηφίζοντες γνωστοὶ γνωστούς, εἴχομεν ἐπίγνωσιν τῶν ἀναγκῶν τῆς πόλεως ἡμῶν καὶ ἠδυνάμεθα νὰ κρίνωμεν περὶ τῆς καταλληλότητος τῶν ἐκλεκτῶν ἡμῶν, καὶ νὰ τοὺς καθίζωμεν εἰς τὴν ἐξουσίαν. Οὕτω κατωρθώσαμεν νὰ δημιουργήσωμεν τὴν πόλιν ἡμῶν, ὅσον τὸ δυνατὸν καλυτέραν. Ἀλλ’ ἰδοὺ ὅτι ἀπὸ 24.000 τοῦ 1914, ἔφθασαν τῷ 1920 νὰ γίνωμεν 75.000. Αἱ 50.000 αὗται τῶν νέων ἐκλογέων ἔφεραν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἴδομεν, ἠλλοίωσαν τὸ πᾶν, ἠλλοίωσαν αὐτὰς τὰς Ἀθήνας καὶ ὅ,τι δὲν ὑπάρχει πλέον, κατ’ οὐσίαν εἰς αὐτάς, εἶναι οἱ Ἀθηναῖοι. Κατεποντίσθημεν. Θαλασσουργία τελεία. Ἤρθησαν οἱ φράκται ὑπὸ τοῦ θαλασσοποιοῦ καὶ εἰσέρρευσαν ἐπὶ τῆς γῆς ἡμῶν τὰ ὕδατα τῆς Μεσογείου, ἀπὸ τοῦ Πόντου καὶ τοῦ Συρικοῦ Πελάγους μέχρι τῶν Σύρτεων τῆς Βαβαρίας καὶ μέχρι τοῦ Ἀτλαντικοῦ. Ἠνεῴγησαν αἱ πύλαι καὶ εἰσήλασαν καλούμενοι ὅλοι οἱ λαοὶ τοῦ Ἰσραὴλ ἵνα λάβωσι τὴν τιμὴν νὰ γείνωσιν καὶ αὐτοὶ Ἀθηναῖοι. Δὲν θέλω νὰ μεμφθῶ τὸ παράπαν τοὺς εἰς τὴν πρόσκλησιν σπεύσαντας πολίτας. Εἶπον καὶ ἄλλοτε ὅτι εἴμεθα εὐτυχεῖς φιλοξενοῦντες αὐτοὺς καὶ ἄλλους τοσούτους. Ἀλλ’ ἡ φιλοξενία εἶναι πρᾶξις ἀγαθὴ καὶ δὲν ὑπάρχει μεγαλειτέρα αὐτῆς ἄλλη ἀγαλλίασις, θέλομεν ὅμως οἱ φιλοξενούμενοι ἡμῶν νὰ μείνωσι φιλοξενούμενοι, καὶ ὄχι νὰ γίνωμεν ἡμεῖς φιλοξενούμενοι αὐτῶν ἐν τῷ ἰδίῳ ἡμῶν οἴκῳ. Ὅταν κατὰ μῆνα Ἰανουάριον παρελθόντος ἐθίχθη τὸ ζήτημα τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν, ἤμην ὁ πρῶτος, ὅστις ἔλαβον τὴν τιμὴν καὶ εἶπον νὰ ἀναβληθῶσιν αὗται ἕως ὅτου γίνῃ πρότερον ἐκκαθάρισις τῶν καταλόγων τῶν ἐκλογικῶν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπεσχέθη ὅτι θὰ ἐπελαμβάνετο ῥιζικωτέρου μέτρου πρὸς ἀποσόβησιν πάσης νεωτέρας ἀποπείρας τιθεμένης ὡς σκοπὸν τὴν ἐκλογικὴν νοθείαν ἐν Ἀθήναις καὶ Πειραιεῖ. Τὸ μέτρον τοῦτο τὸ εἴδομεν λαμβανόμενον ἐν τῷ νομοσχεδίῳ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς φαίνεται νομίζων ὅτι ἀρκεῖ νὰ ἀποσβεσθῇ ἀριθμός, ἐπαρκὴς βέβαια ἐκ τῶν ἐκλογικῶν καταλόγων, ὅπως ἡ θεραπεία ἐπέλθῃ. Ἐγὼ δὲν τὸ πιστεύω. Ριζικὴ θεραπεία διὰ τὰς Ἀθήνας, διὰ τὸν Πειραιᾶ, διὰ τὸν νομὸν τῆς Ἀττικοβοιωτίας δὲν δύναται νὰ ἐπιτευχθῇ ἐὰν δὲν μεταβληθῇ ἄρδην ὁ ἐκλογικὸς νόμος, ὡς πρὸς τὴν ἔκτασιν τῶν ἐκλογικῶν περιφερειῶν, καὶ ἐὰν δὲν εἰσαχθῇ τὸ σύστημα τῆς ἀναλογικῆς ψηφοφορίας, ἤτοι τῆς ἀντιπροσωπεύσεως τῶν μειονοψηφιῶν. Θέλομεν συζητήσει ἐν καιρῷ τὸ ζήτημα, ἄν αἱ Ἀθῆναι δὲν δικαιοῦνται λόγῳ τῆς συγκροτήσεως αὐτῶν καὶ λόγῳ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν κατοίκων των νὰ ἀποτελέσωσιν ἐκλογικὸν σύλλογον ἴδιον, αὐθυπόστατον, δίδοντα ἀριθμὸν βουλευτῶν ἐν ἀποχωρήσει ἀπὸ τοῦ ὅλου νομοῦ. Ἀλλὰ καὶ ἄνευ τῆς ἀποκλειστικότητος αὐτῆς, αἱ πόλεις τῶν Ἀθηνῶν, καὶ τοῦ Πειραιῶς ἤθελον, πρὸς ῥιζικὴν βελτίωσιν τῶν ἐκλογικῶν αὐτῶν ὅρων, ἐπιθυμήσει νὰ ἐμελετᾶτο καλύτερον ἡ ὅλως ἐξαιρετικὴ σύστασις τοῦ μεγάλου νομοῦ, εἰς ὃν ἀνήκουσιν ὑπὸ τὴν πολιτικὴν του καὶ κοινωνικὴν ὄψιν, καὶ τὸν καταλληλότερον τρόπον τῆς ἐκπροσωπήσεώς του. Δὲν εἶναι ὁ νομός τῆς Ἀττικοβοιωτίας ὅπως εἶναι οἱ ἄλλοι νομοὶ τοῦ Κράτους. Ἕκαστος αὐτῶν ἐν τῇ ἐκθέσει του περικλείει ὁμοιογενεῖς πληθυσμοὺς σχεδὸν ἀπολύτως ἀγροτικοὺς καὶ ἐμπορικούς. Ὁ νομὸς Ἀττικοβοιωτίας ἔχει ἀστικοὺς πληθυσμούς, ἀγροτικούς, πληθυσμοὺς βιομηχανικούς, ἐργατικούς, μεταλλουργικούς, ἐμπορικούς, ναυτικοὺς πληθυσμούς, εὐρὺν κόσμον ὑπαλληλίας, στρατιωτικόν, κληρικόν, ἐνδιαλαμβάνει δηλ. καὶ μόνος αὐτὸς πάντα τὰ στοιχεῖα, τῆς κοινωνικῆς συνθέσεως. Ὑπ’ αὐτοὺς τοὺς ὅρους εἶναι ἀδύνατον εἰς τὸν νομόν αὐτὸν νὰ ἐκπροσωπηθῇ ἐκλογικῶς, ἄνευ ζημίας τῶν κοινωνικῶν καὶ πολιτικῶν του συμφερόντων διὰ τοῦ ἐν χρήσει ἐκλογικοῦ συστήματος, δι’ οὗ τὰ μὲν τῶν στρωμάτων καὶ τῶν στοιχείων καταπνίγουσι τὰ δέ, λόγῳ κυρίως τῆς ἀριθμητικῆς των δυσαναλογίας. Ζητοῦμεν διὰ τοῦτο νὰ μελετηθῇ ἡ κατ’ ἄλλον τρόπον ἐκλογικὴ ἐξυπηρέτησις ἁπανταχοῦ μὲν τῆς Ἑλλάδος, ἰδιαίτατα δὲ τῆς Ἀττικοβοιωτίας. Ἐννοοῦμεν τὴν ἀποκέντρωσιν τὴν ἐκλογικὴν ἐξικνουμένην εἰς τὸ δυνατόν. Ἐννοοῦμεν σύστημα ἐκλογικὸν οὐχὶ βασιζόμενον ἐπὶ τῆς ἐκκαθαρίσεως τῶν ἐκλογικῶν καταλόγων, ὁποία ἡ διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου προτεινομένη ἀλλὰ στηριζόμενον ἐπὶ ἐκλογικοῦ συστήματος τὸ ὁποῖον νὰ δίδῃ δικαίωμα, τὸ ἐπαναλέγω καὶ εἰς τὰς μειονοψηφίας, νὰ μεταρρυθμίζῃ δὲ καὶ τὰς ἐκλογικὰς περιφερείας. Καὶ μετὰ τοῦτο ἤθελον, ἐρχόμενος εἰς τὴν στενωτέραν ἐξέτασιν καὶ μελέτην τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου νὰ ἐρωτήσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν: Ἔθεσεν ὡς βάσιν ἐκκαθαρίσεως τῶν ἐκλογικῶν καταλόγων τὸ ἔτος 1920, καθ’ ὅ, ὡς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικοβοιωτίας συνάδελφος, ἐνεγράφησαν 30 ἕως 33 χιλ. ξένοι καὶ περὶ τὰς 9.000 εἰς τὸν Πειραιᾶ; Ἀλλ’ ἡ εἰσροὴ τῶν ξένων δὲν εἶναι μόνον κατὰ τὸ 1920 ἀλλ’ ἄρχεται ἀπὸ τοῦ 1918 κυρίως, ἄρα ἐκεῖθεν ἔπρεπε καὶ νὰ ἀρχίσωμεν τὴν περικοπήν.
§200Σ. ΣΤΑΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Θέλετε ἐπισήμους ἀριθμούς; Κατὰ τὸ 1916 ἐνεγράφησαν 2.643, κατὰ τὸ 1917 ἐνεγράφησαν 3.608, κατὰ τὸ 1918 ἐνεγράφησαν μόνον 1251 κατὰ τὸ 1919 μόνον 1330 κατὰ δὲ τὸ 1920 ἐνεγράφησαν 29.020. Ὁμιλῶ περὶ τοῦ ἐκλογικοῦ καταλόγου τοῦ δήμου Ἀθηναίων. Ἰδοὺ διὰ ποῖον λόγον τὸ νομοσχέδιον ὡς βάσιν ἔχει τὴν ἀνακάθαρσιν τοῦ 1920, εἶναι δὲ ἐπείγουσα ἀνάγκη νὰ ἐκκαθαρισθῇ τὸ ταχύτερον ὁ κατάλογος.
§201Χ. ΜΗΤΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ μεγαλύτερος ἀριθμὸς καθιστᾷ ψηλαφητότερον τὸ γενόμενον, δὲν ἕπεται ὅμως, ἀφ’ οὗ καθιεροῦται μία ἀρχὴ ἀνακαθάρσεως, νὰ μὴ γίνῃ τοῦτο καὶ διὰ τὰ ἄλλα ἔτη ἔστω καὶ ἄν κατ’ αὐτὰ ὁ ἀριθμὸς εἶναι μικρότερος. Καὶ ἄν ἀκόμη περιορίσητε τὸ μέτρον εἰς τὴν διαγραφὴν τῶν κατὰ τὸ 1920 ἐγγραφέντων καὶ πάλιν ἐλάχιστα θὰ βελτιώσετε τὴν κατάστασιν, ἀφ’ ἧς αὐτοὶ ἐκ νέου καλοῦνται νὰ ἐνασκήσωσι τὸ δικαίωμα τοῦ πολίτου τοῦ νὰ ἐκλέγωσι τὴν κατοικίαν καὶ γενῶσιν ἀμέσως δημόται. Ἐγὼ ζητῶ νὰ περιφυλάξω τὰ συμφέροντα τῆς πόλεως Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς κατ’ ἄλλον τρόπον. Οἱ διαγραφησόμενοι ἄν θελήσουν νὰ ἐγγραφῶσιν ἐκ νέου δὲν θὰ δύνανται νὰ ἀποκτήσωσι διὰ μιᾶς καὶ τὸ δικαίωμα τῆς ψήφου ἀλλὰ μετὰ πάροδον τριετίας, ἥτις εἶναι ἀναγκαία ἵνα ὁ ξένος γίνῃ ἐντριβὴς περὶ τὰ ἐντόπια καὶ ἀποκτήσῃ ψῆφον ρυθμίζουσαν τὰ ἐντόπια ζητήματα. Ἐν ἄλλαις χώραις δὲν ἀρκοῦνται οὐδ’ εἰς τὴν τριετίαν. Ἐν Ἐλβετίᾳ ἀπαιτοῦνται πέντε ἔτη ἵνα ἀποκτήσῃ ὁ ἐγγραφόμενος ἔν τινι δήμῳ τὸ δικαίωμα τοῦ ψηφίζειν. Λοιπὸν δὲν φρονῶ ὅτι καλύπτετε καὶ σκέπτεσθε τὴν πόλιν τῶν Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς διὰ τοῦ ἁπλοῦ μέτρου, τὸ ὁποῖον εἰσηγεῖσθε. Πρέπει νὰ δεχθῆτε τὴν τριετῆ ἀληθῆ ἐγκατάστασιν ἐν τῷ τόπῳ. Αὐτὸ καὶ μόνον, κύριε Ὑπουργέ, εἶναι δυνατὸν νὰ περισώσῃ καὶ σήμερον καὶ εἰς τὸ μέλλον τὴν πόλιν τῶν Ἀθηνῶν ἀπὸ τὸν κατακλυσμὸν αὐτὸν τῶν ξένων, ἄν δὲ τοιοῦτον τι μέτρον δὲν θεσπισθῇ, ὑμῶν συγκατανευόντων, ὀφείλετε νὰ προΐδητε μετὰ βεβαιότητος τὸ κακόν, τὸ ὁποῖον ἐπιγενήσεται εἰς τὰς Ἀθήνας καὶ τὸν Πειραιᾶ, ὅτι αἱ Ἀθῆναι καὶ ὁ Πειραιεὺς θὰ χάσωσι τὴν προσωπικότητά των καὶ εἶναι σπουδαία ἡ προσωπικότης τῆς πρωτευούσης. Διὰ τοῦτο εἰσηγοῦμαι τὴν ἰδέαν αὐτὴν καὶ διὰ τοῦτο σᾶς παρακαλῶ, περίφροντις ἐκ πείρας γενόμενος τῶν κακῶν ὅσα εἶδον καὶ ὅσα ἀκόμη καὶ σήμερον διοβλέπω διὰ τὴν πόλιν ἡμῶν τὴν ὁποίαν θέλω νὰ ἴδω ὑψουμένην εἰς ἐκεῖνο τὸ ὕψος, εἰς τὸ ὁποῖον ἁρμόζει λόγῳ τῆς ἱστορίας της καὶ τοῦ παρελθόντος καὶ τῆς δυνάμεως τῆς πνευματικῆς, τὴν ὁποίαν ἐγκλείει καὶ τῶν προσόντων αὐτῆς καὶ τῶν προτερημάτων, τὰ ὁποῖα κυριώτατα ἐν Ἑλλάδι ἔχει καὶ ἐπιδεικνύει ἡ πόλις τῶν Ἀθηνῶν. Αὐτὰ ἦσαν τὰ κύρια, ὅλα τὰ ἄλλα τὰ παραβλέπω. Ποῖα θὰ εἶναι τὰ βιβλιάρια, ἄς εἶναι οἱαδήποτε θέλετε, ὡς ἐπίσης ἀδιαφορῶ καὶ διὰ τὸ χρῶμα τῶν σφραγίδων, παρακαλῶ ὅμως νὰ μελετήσητε αὐτά, τὰ ὁποῖα σᾶς εἶπον.
§202ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λ. Τσουκαλᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§203Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Κύριοι Πληρεξούσιοι, δύο λέξεις ὀφείλω νὰ προσθέσω ἐν σχέσει πρὸς τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον. Ὑποθέτω ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν διὰ τῆς φράσεως «ἐκλογικὸς σύλλογος» νὰ ἐννοήσωμεν τοὺς δήμους. Νομίζω λοιπὸν ὅτι ὀρθοτέρα θὰ εἶναι ἡ διατύπωσις εἰς τοὺς δήμους, καὶ ἐν γένει εἰς πάντα τὰ μέρη ὅπου εἶχον ἐκλογικὰ βιβλιάρια.
§204Σ. ΣΤΑΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐὰν ἀναγνώσητε τὸ ἄρθρον 2 θὰ ἴδητε ὅτι διὰ διατάγματος δύναται νὰ ἐπεκταθῇ καὶ εἰς ἄλλους δήμους.
§205Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Ἑπομένως θὰ ἐπεκτείνηται. Ἐπίσης ἐπιθυμῶ νὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Συνέλευσιν νὰ ἐπεκτείνῃ τὸ μέτρον τῆς ἀνακαθάρσεως τῶν καταλόγων καὶ ἐπὶ τῶν μερῶν, ἐπὶ τῶν ὁποίων δὲν ἐφαρμόζεται τὸ σύστημα τῶν ἐκλογικῶν βιβλιαρίων, διότι καὶ εἰς ἄλλα μέρη ἔλαβον χώραν κατὰ τὸ 1920 ἐγγραφαὶ ψευδῶν προσώπων, οἱ δὲ κατάλογοι μετεβλήθησαν ἄρδην καὶ ἀναφέρω τὴν ἐπαρχίαν Μεγαρίδος. Εἰς τὴν Μάνδραν εἴχομεν ἱστορίαν κατὰ τὰς παραμονὰς τῶν ἐκλογῶν προσετέθησαν ἐκεῖ πλεῖστα ὀνόματα καὶ διεγράφησαν πολλοί, οἱ ὁποῖοι εἶχον δικαίωμα νὰ ψηφίσωσι ἰδίως ἐκ τῶν ἐπιστράτων. Δευτέραν παρατήρησιν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου ἔχω νὰ κάμω ὅσον ἀφορᾷ τὸ χρονικὸν διάστημα τῆς ἀναθεωρήσεως. Τὸ νομοσχέδιον ἀναφέρεται εἰς τὸν ΓΣΚΑʹ νόμου. Ἀλλ’ ὁ νόμος ΓΣΚΑʹ ἔχει πολλὰς καὶ μεγάλας προθεσμίας, αἱ ὁποῖαι ἐὰν ἐφαρμοσθῶσι δὲν θὰ ἐπιτρέψωσιν οὔτε μέχρι τῆς 1ης Ὀκτωβρίου νὰ ἔχῃ ἐκτελεσθῆ ἡ ἀνακάθαρσις αὕτη. Ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπεν ὅτι θὰ ἐπισπεύσῃ τοῦτο καὶ ἀναγνωρίζω ὡς ὀρθὴν καὶ δικαίαν τὴν παρατήρησιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀλλ’ ὁ νόμος, τὸν ὁποῖον ἐπικαλεῖται τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, ὁρίζει προθεσμίας, αἱ ὁποῖαι ἀθροιζόμεναι μᾶς δίδουσι τὸ χρονικὸν διάστημα τῶν 82 ἡμερῶν διὰ νὰ ἐκτελεσθῶσιν αἱ σχετικαὶ διατυπώσεις. Κατόπιν πάλιν ὁ νόμος ὁρίζει καὶ 2 μῆνας διὰ τὰς γνώμας τῶν Ἐπιτροπῶν. Ἑπομένως φθάνομεν εἰς τὸ χρονικὸν ὅριον τῶν 142 ἡμερῶν, ἤτοι περισσότερον τῶν 4 μηνῶν. Διὰ τοῦτο, ἐὰν θέλωμεν νὰ ἐφαρμόσωμεν τὸν νόμον, εὑρισκόμεθα εἰς τὴν ἀνάγκην ἢ νὰ ἐλαττώσωμεν τὰς προθεσμίας τοῦ νόμου ΓΣΚΑʹ ἢ νὰ ἐπεκτείνωμεν τὸ χρονικὸν διάστημα πέραν τῆς 1 Ὀκτωβρίου, τὸ ὁποῖον νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ κάμωμεν. Δι’ αὐτὸ νομίζω ὅτι πρέπει νὰ τεθῇ διάταξις, καθ’ ἣν αἱ προθεσμίαι τοῦ νόμου ΓΣΚΑʹ διὰ διατάγματος νὰ δύνανται νὰ ἐλαττωθῶσιν. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον θὰ εἶναι δυνατὸν μέχρι τῆς 1 Ὀκτωβρίου νὰ περατωθῶσιν οἱ ἐκλογικοὶ κατάλογοι. Ὁμοίως ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 3 ὀφείλω νὰ κάμω παρατήρησίν τινα. Συμφωνῶ πρὸς τὸν κύριον Μάτεσιν ὅτι δὲν πρέπει μόνον εἰς τοὺς Στρατιωτικοὺς εἰς τοὺς ἐν ὑπηρεσίᾳ εὑρισκομένους νὰ ἐπιτρέψωμεν τὴν ἐγγραφὴν διὰ πληρεξουσίων, ἀλλὰ νὰ ἐπιτραπῇ τοῦτο καὶ εἰς πάντα ἀπόντα πολίτην, ἵνα διὰ μιᾶς ἁπλῆς πράξεως, ὄχι διὰ πληρεξουσίου, δύνανται καὶ οἱ προσωρινῶς τοὐλάχιστον ἀπόντες, νὰ ἀναπληρωθῶσιν καὶ λάβωσιν τὰ ἐκλογικὰ των βιβλιάρια.
§206Γ. ΣΧΟΙΝΑΣ. Ὁ πατὴρ καὶ ὁ ἀδελφὸς νὰ ἔχωσι τὸ δικαίωμα νὰ λαμβάνωσι τὰ βιβλιάρια, ὅπως γίνεται καὶ ἡ ἀναγραφὴ εἰς τοὺς καταλόγους.
§207Σ. ΣΤΑΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Δὲν ὁμιλεῖ περὶ πληρεξουσίων, ὁμιλεῖ περὶ τῶν στρατιωτῶν τῶν εὑρισκομένων ἐν τῷ μετώπῳ, εἰς τοὺς ὁποίους δίδει τὸ δικαίωμα δι’ ἐπιστολῶν κεκυρωμένων ὑπὸ τῆς προϊσταμένης στρατιωτικῆς ἀρχῆς, νὰ δίδουν τὸ δικαίωμα εἰς οἱονδήποτε πατέρα ἀδελφὸν ἢ φίλον νὰ ἐγγράψῃ ἄνευ πληρεξουσίου καὶ ἄνευ οὐδεμιᾶς ἄλλης δαπάνης, αὐτοὺς ἐν τοῖς καταλόγοις. Ἐδῶ εἶναι μία εἰδικὴ διάταξις ἐξαιρετική. Ἡ προσθήκη τὴν ὁποίαν προτείνετε σεῖς καὶ ὁ κ. Μάτεσις εἶναι ὀρθὴ καὶ εἰς τὴν δευτέραν συζήτησιν θὰ τὴν ἀποδεχθῶ.
§208Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Ἐν τέλει ὀφείλω νὰ προσθέσω ὀλίγας λέξεις ἐν σχέσει πρὸς τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου κ. Μητσοπούλου. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Μερκούρης ἀνέγνωσεν ἀριθμούς, τοὺς ὁποίους ἐπανέλαβε καὶ καὶ ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐκ τῶν ὁποίων ἐμφαίνεται, ὅτι κατὰ τὸ 1920 ἐνεγράφησαν εἰς τοὺς ἐκλογικοὺς καταλόγους τοῦ δήμου Ἀθηναίων 29.105 ψηφοφόρων ἐν Ἀθήναις, ἐν ἀντιθέσει πρὸς ὅλα τὰ ἄλλα ἔτη, κατὰ τὰ ὁποῖα ἀνεγράφοντο 1500–2000.
§209Ι. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Λαμβανομένου ὑπ’ ὄψει, ὅτι κατὰ τὰς τελευταίας ἐκλογὰς εἴχομεν ἐν Ἀθήναις 70.000 ἐγγεγραμμένους ἐκλογεῖς, ἕπεται ὅτι ἐντὸς ἑνὸς ἔτους ἐνεγράφησαν σχεδὸν ὅσοι εἶχον ἐγγραφῆ ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου.
§210Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Ἀκριβῶς. Κατὰ τὴν ἐκλογὴν δὲ κατεφάνη σαφέστερον ἡ γενομένη ἐργασία πρὸς νόθευσιν διὰ τῆς ἀθρόας ἀναγραφῆς ἀνυπάρκτων ἐκλογέων. Ἐν Ἀθήναις καὶ ἐν Πειραιεῖ εἰς τὰ παλαιὰ τμήματα, ὅπου ὑπῆρχον οἱ παλαιοὶ ψηφοφόροι καὶ μόνον ὀλίγοι διὰ πλαστογραφίας, ἡμεῖς οἱ ἀντιβενιζελικοὶ ὑπερτερήσαμεν, λαβόντες τὰ ⅘ τῶν ψήφων, εἰς τὰ ἄλλα τμήματα, τὰ νέα, ἐλάβομεν ἡμεῖς μόνον τὸ ⅕ καὶ οἱ βενιζελικοὶ τὰ ⅘. Ἐκ τούτου καταφαίνεται, ὅτι ὅλοι οἱ ἐγγραφέντες ἦσαν ψευδεῖς ἢ ἐξεπροσώπουν πλαστὰ πρόσωπα. Διὰ τοῦτον τὸν λόγον δὲν συμφωνῶ πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἀττικῆς πληρεξούσιον.
§211Ι. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Πρέπει ἐπὶ τέλους νὰ ἐννοηθῇ, ὅτι ὁ τόπος αὐτὸς δὲν εἶναι ὁ τόπος τοῦ πρώτου καταλαβόντος.
§212Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Ἰδίως ὁ δῆμος Ἀθηναίων, ὁ ὁποῖος ἐθεωρήθη ὡς κοινὸν δοχεῖον καὶ γίνεται δεκτὸς πᾶς ὅστις πατήσῃ τὸν πόδα του, νὰ ἀποκτήσῃ τὸ ἱερὸν δικαίωμα νὰ ψηφίζῃ, χωρὶς νὰ γνωρίζῃ οὔτε τὰ πρόσωπα, οὔτε τὰ πράγματα. Δὲν ἐπιθυμῶ ν’ ἀπασχολήσω τὴν Συνέλευσιν, ἐλπίζω ὅμως, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Συνέλευσις θέλουσιν ἀποδεχθῆ τὴν γνώμην ταύτην, ἐὰν ὅμως δὲν τὴν ἀποδεχθῶσι τότε ἐπιφυλάσσομαι νὰ ἀναπτύξω εἰς τὴν βʹ συζήτησιν τὸ τὶ συμβαίνει εἰς ὅλα τὰ ἄλλα κράτη, μὲ ὅλα τὰ προσόντα, τὰ ὁποῖα ὅλα τὰ κράτη ἔθεσαν, ἵνα περιορίσωσι τὴν κατάστασιν ταύτην, διότι δὲν δύναται ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος ἀγνοεῖ τὰ πρόσωπα καὶ τὰ πράματα νὰ ψηφίζῃ περὶ αὐτῶν κατὰ τρόπον ὅλως ἄγνωστον εἰς αὐτόν. Θὰ σᾶς ἀναφέρω τὸ ἑξῆς γεγονός: Εἰς τὰς ἐκλογὰς τῆς 1ης Νοεμβρίου ὑπῆρχε ἐδῶ μία προπαγάνδα ἐκ Κωνσταντινουπόλεως, ἡ ὁποία συνέλεγε πρόσωπα ἐν Κωνσταντινουπόλει τὰ ἐπλήρωνε καὶ τὰ ἐφόρτωνε διὰ τὰς Ἀθήνας καὶ τὸν Πειραιᾶ. Αὐτοὶ οἱ ἀτυχεῖς δὲν ἐγνώριζαν πῶς νὰ ψηφίσουν, τὰ δοθέντα εἰς αὐτοὺς ὀλίγα καὶ βιαστικὰ μαθήματα δὲν ἤρκεσαν, ὥστε νὰ ἐκμάθωσιν οὗτοι τὸν τρόπον, οὕτω δὲ τὰ χρυσᾶ σφαιρίδια, τὰ ὁποῖα ἔφερον μεθ’ ἑαυτῶν, ἵνα τὰ ρίψωσιν εἰς τὴν κάλπην τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ τότε κρατοῦντος κόμματος, ὑπὲρ τῆς ἐπιτυχίας τοῦ ὁποίου ὑπεβλήθησαν εἰς τοὺς κόπους τοῦ ταξειδίου, εὑρέθησαν ἐν τέλει εἰς τὰ μαῦρα τῆς κάλπης.
§213Ε. ΧΑΤΖΙΔΑΚΗΣ. Αὐτὸ τὸ ὁποῖον λέγετε, κύριε συνάδελφε, εἶναι πολὺ ὀρθόν. Χρειάζεται βεβαίως ἐγκατάστασις διὰ νὰ ἀποκτήσῃ εἷς ξένος τὴν δημοτικότητα καὶ νὰ ἐγγραφῇ εἰς τὴν ἐκλογικὸν κατάλογον καὶ τοῦτο ὁρίζει καὶ ὁ περὶ δήμων νόμος. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι αὐτό, τὸ ὁποῖον ζητεῖτε δὲν δύναται νὰ εἰσέλθῃ οὔτε ὡς τροπολογία τοῦ νομοσχεδίου τούτου, οὔτε ὡς συμπλήρωσις τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου, πρέπει νὰ ἔλθῃ ὡς τροποποποίησις τοῦ περὶ δήμων νόμου.
§214ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Λεβίδης ἔχει τὸν λόγον.
§215Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπειδὴ συμβαίνει νὰ εἶμαι ὁ εἰσηγητὴς τοῦ νόμου περὶ ἐκλογικῶν βιβλιαρίων, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ προσθέσω καὶ ἐγὼ ὀλίγας λέξεις εἰς τὸ συζητούμενον νομοσχέδιον. Ποία εἶναι ἡ ἀφορμὴ καὶ ποῖος εἶναι ὁ σκοπὸς αὐτοῦ; Occasio et ratio leges; Ἡ ἀφορμὴ εἶναι τὰ λαβόντα χώραν κατὰ τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ 1920 ἔτους σκοπὸς δὲ εἶναι ἡ ἄρσις τῶν γενομένων παρανομιῶν. Καθότι, ὅτι κατὰ τὸ 1920 ἔτος ἐνεφιλοχώρησε ἀσύστολος πλαστοπροσωπεία, οὐδεμία ὑπάρχει ἀμφιβολία. Ἐγγεγραμμένοι ἐν τοῖς ἐκλογικοῖς καταλόγοις τοῦ δήμου Ἀθηναίων μέχρι τοῦ ἔτους 1915 ὑπῆρχον ἐκλογεῖς 28.757. Κατὰ τὸ 1915 ἐνεγράφησαν 2.648, κατὰ τὸ 1916 ἐνεγράφησαν 2.110, κατὰ τὸ 1917 3.825, κατὰ τὸ 1918 1.453, κατὰ τὸ 1919 1.668, καὶ κατὰ τὸ 1920 ἐνεγράφησαν 29.105. Δηλαδὴ ἐνῷ μέχρι τῶν πέντε τελευταίων ἐτῶν ὁ μέσος ὅρος τῶν ἐγγραφομένων ἦτο 2.340, ἐξαίφνης τὸ 1920 ὁ ἀριθμὸς τοῦ μέσου ὅρου 2.340 ἀνεβιβάσθη εἰς 29.105. Πρόδηλον καὶ φανερώτατον, ὅτι πρόκειται περὶ καθαρᾶς πλαστοπροσωπείας καὶ περὶ καθαρᾶς, ἢ μᾶλλον ἀκαθάρτου νοθείας τῶν ἐκλογικῶν καταλόγων. Πρέπει νὰ ἴδωμεν κατὰ τίνα τρόπον τὸ κακὸν τοῦτο δέον νὰ ἀρθῇ. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον ἐν τῷ πρώτῳ τῶν Δήμων τοῦ Κράτους, ἐν τῇ Πρωτευούσῃ τοῦ Κράτους, νὰ ἀσκεῖται τοιαύτη ἀσύστολος παραβίασις καὶ τοιαύτη ἀσύστολος νοθεία τοῦ ἐκλογικοῦ φρονήματος. Τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἐμὲ ἔχει ἄριστα, ἐνδέχεται μικρὰς τινὰς μεταβολὰς νὰ εἶναι ἀνάγκη νὰ ὑποστῇ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἀκούω εὐχαρίστως, ἔλαβεν ὑπὸ σημείωσιν τινὰ τῶν παρατηρηθέντων, ἅτινα καὶ ἐγὼ σπεύδω νὰ δηλώσω, ὅτι ἀποδέχομαι. Τὸ νομοσχέδιον ὅμως κατὰ τὴν βάσιν αὐτοῦ εἶναι ἄριστα συντεταγμένον. Πρόκειται περὶ διορθώσεως τῶν καταλόγων τῶν βιβλιαρίων ἁπλῶς καὶ μόνον τοῦ 1920 ἔτους, διότι μόνον κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο παρατηρεῖται ἡ τοιαύτη γιγαντιαία καὶ κολοσσιαία ἐγγραφὴ διὰ μιᾶς τοσούτων ἐκλογέων, περὶ τὰς 30.000, ἐνῷ ὁ μέσος ὅρος, ὡς εἶπον, εἶναι 2.340. Δὲν ἀμφιβάλλω λοιπόν, ὅτι διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου θέλομεν φθάσει εἰς τὴν ἐκκαθάρισιν τοῦ καταλόγου τοῦ 1920 ἔτους. Αἱ διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου νομίζω, ὅτι καλῶς ἔχουσι. Πρωτίστως ὅμως πρέπει νὰ γνωρίζωμεν, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀκυρωθῶσιν οἱ κατάλογοι τῶν ἐκλογικῶν βιβλιαρίων καὶ τὰ βιβλιάρια αὐτά. Διὰ τοῦτο τολμῶ νὰ προσθέσω καὶ νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ δεχθῇ τὴν προσθήκην ταύτην, ὅπως μηδεὶς ᾖ δυνατὸν νὰ ἐγγραφῇ κατὰ τὴν νέαν ταύτην ἀναθεώρησιν, ἂν δὲν προσάγῃ καὶ τὸ βιβλιάριον τοῦ 1920 ἔτους, διότι τοιουτοτρόπως ἡ Ἀρχὴ θέλει γίνει κάτοχος τῶν βιβλιαρίων, ἅτινα ἡμεῖς θεωροῦμεν ὡς nullum, ὡς μηδέν, ὡς μὴ ὑπάρχοντα, ἢ ἅτινα δέον νὰ θεωρηθῶσιν ὡς μὴ ὑπάρχοντα. Τοῦτο θεωρῶ σοβαρώτατον, ὅπως σοβαρώτατον θεωρῶ τὰ νέα φυλλάδια οὐ μόνον νὰ φέρωσι διακριτικόν τι σημεῖον, ἀλλὰ καὶ κατὰ τὸ σχῆμα νὰ εἶναι διάφορα τῶν παλαιῶν καὶ κατὰ τὸν χρωματισμόν. Διότι μόνον τοιουτοτρόπως κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς ἐκλογῆς, ὅταν ἀθρόοι, κατὰ χιλιάδας, προσέρχωνται οἱ ψηφοφόροι, ἔσεται δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ ἡ ἐγγύησις, ὅτι δὲν θέλει γίνει χρῆσις τῶν βιβλιαρίων τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ 1920 ἔτους. Ἐγένετο, ἢ μήπως οὐχὶ νοθεία κατὰ τὰς ἐκλογὰς τοῦ 1920 ἔτους; Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ εἶναι τις τὰ μάλιστα θαρραλέος καὶ ἰσχυρογνώμων, ἵνα ἰσχυρισθῇ τό ἐναντίον. Οἱ ἀριθμοὶ προδίδουσι τὴν νοθείαν, τὰ λαβόντα χώραν, ἅτινα ἡμεῖς ἄριστα γινώσκομεν, διότι εἴμεθα θεαταὶ τῶν τελουμένων, ἀποδεικνύουσι τὴν νοθείαν. Αἱ ψῆφοι, αἱ πεσοῦσαι εἰς τὰ διάφορα τμήματα, ἀποδεικνύουσι τὴν νοθείαν διότι τὰ λεγόμενα καὶ χαρακτηρισθέντα ὡς προσφυγικὰ τμήματα ἔδωσαν τὴν πλειονοψηφίαν εἰς τοὺς ὑποψηφίους τοῦ Βενιζέλου, τὰ ἄλλα τμήματα ἔδωσαν τὴν πλειονοψηφίαν εἰς ἡμᾶς. Διατὶ δὲ ἐκαλοῦντο προσφυγικὰ τμήματα; Διότι ἐξελέχθησαν ὡρισμένα τμήματα τῆς πόλεως, ἐν οἷς ἐνέγραψαν τοὺς πρόσφυγας, δηλαδὴ τοὺς ἐπήλυδας ἐκείνους, οἵτινες ἐνεγράφοντο κατὰ τὸ 1920 ἔτος διότι κατὰ τὸ 1920 ἔτος ὁ μέγας ἀριθμὸς τῶν ἐγγραφέντων ἦσαν οἱ πρόσφυγες. Αὐτὰ εἶναι τὰ προσφυγικὰ τμήματα. Ἐν αὐτοῖς λοιπὸν κυρίως ἐνηργήθη ἡ νοθεία, ἐγγραφέντων ἀνυπάρκτων προσώπων, ἐγγραφέντων προσφύγων εἰς δύο καὶ τρία τμήματα τοιαῦτα τῶν αὐτῶν προσώπων, καὶ οὕτω καθ’ ἑξῆς. Τοιουτοτρόπως εἰς τὰ προσφυγικὰ τμήματα οἱ μὲν ἀντίθετοι ἡμῶν ἐλάμβανον 65%, ἡμεῖς δὲ ἐλαμβάνομεν 35%. Εἰς τὰ τμήματα τὰ παλαιὰ ἡμεῖς ἐλαμβάνομεν 65%, οἱ δὲ ἀντίθετοι ἡμῶν ἐλάμβανον 35%. Ἰδοὺ ἄλλη ἀπόδειξις τῆς νοθείας. Δὲν ὑπάρχει, κ. Πρόεδρε, ἀμφιβολία, ὅτι τὸ νομοσχέδιον δέον νὰ ψηφισθῇ, βελτιούμενον κατὰ τὰς ὑποδείξεις, ἅς οἱ ἀξιότιμοι κύριοι πληρεξούσιοι καὶ ἐγὼ ἐτόλμησα νὰ ὑποβάλω. Ἀλλ’ ἐπιτρέψατέ μοι νὰ παρατηρήσω, ὅτι ἡ ἐκλογὴ αὕτη παρέστησε πολλὰ τὰ παράδοξα καὶ τὰ περίεργα. Ἴσως δὲ εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐνθυμηθῶμεν, κύριοι, παλαιοῦ τινος πολιτευτοῦ καὶ παλαιμάχου ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, πρὸ πολλοῦ ἐγκαταλειπόντος τὸν κόσμον, τοῦ ἀειμνήστου Θεοδώρου Δηληγιάννη, ὅστις, ὅτε τὸ πρῶτον ὁ ἀείμνηστος Τρικούπης εἰσήγαγε τὰς νέας θεωρίας περὶ ἀποκτήσεως τῆς Ἑλληνικῆς ἰθαγενείας καὶ ἀποκτήσεως τῆς δημοτικότητος καὶ τοῦ ἐκλογικοῦ δικαιώματος, ἀνέστη, ἐνθυμοῦμαι, ἐκ τῆς ἕδρας ἐκείνης ἐκεῖ κάτω, ὁ γηραιὸς ἐκεῖνος πολιτευτὴς καὶ προεῖπε τοὺς κινδύνους, οἵτινες εἰς τὰ μεγάλα κέντρα τῆς Ἑλλάδος ἤθελον ἐπέλθει. Ἵνα κατὰ τοὺς παλαιοὺς νόμους ἀποκτήσῃ τις τὸ δικαίωμα τοῦ ἐκλέγειν καὶ τοῦ ἐκλέγεσθαι, ἀπῃτεῖτο νὰ ἔχῃ τὴν ἐγκατάστασιν αὐτοῦ ἀπὸ μακροῦ τινος χρόνου, κατὰ τοὺς παλαιοὺς ὡς εἶπον νόμους, κατὰ μεταγενεστέρους τινὰς νόμους ἐπὶ τριετίαν καὶ μετέπειτα ἐπὶ διετίαν. Ἐνεφανίσθησαν τότε αἱ νέαι ἐκεῖναι ἰδέαι τοῦ ἀειμνήστου Τρικούπη, καὶ εἶπον: «σαρωθήτωσαν αἱ παλαιαὶ διατάξεις», καὶ αἱ παλαιαὶ διατάξεις—διότι ὁ ἀείμνηστος ἐκεῖνος ἀνὴρ ἐτύγχανε τότε ὤν δημοφιλέστατος—ἐσαρώθησαν καὶ σαρωθεισῶν τῶν παλαιῶν διατάξεων, ἐσαρώθη καὶ ἡ ἀληθὴς καὶ ἄδολος θέλησις τῶν μεγάλων κέντρων, καὶ ἰδίως τῶν κέντρων τῶν Ἀθηνῶν καὶ τοῦ Πειραιῶς, διότι κατέκλυσαν τὰς πόλεις ταύτας, ἐκ παντοίων μερῶν τοῦ Ἑλληνισμοῦ συρρεύσαντες ἐνταῦθα καὶ καλοὶ καὶ κακοί, οἵτινες μετέβαλον ἐκ βάθρων καὶ ἐκ θεμελίων τὴν φυσιογνωμίαν τῆς πόλεως τῶν Ἀθηνῶν καὶ τῆς πόλεως τοῦ Πειραιῶς. Ἡμεῖς οἱ παλαιότεροι, οἵτινες εἴχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίζωμεν χιλιάδας ἐκλογέων κατὰ φυσιογνωμίαν οὕτως εἰπεῖν καὶ κατ’ ὄνομα καὶ ἐκαυχώμεθα ἐπὶ τούτῳ καὶ καυχόμεθα ἀφοῦ ἐκαυχᾶτο ὁ Γάϊος Ἰούλιος Καῖσαρ ἐν τῇ Ρώμῃ, ὅτι ἐγνώριζεν ἕνα ἕκαστον τῶν πολιτῶν καὶ ποῦ ἡ οἰκία αὐτῶν ἔκειτο καὶ ποῦ τὸ ἐξοχικὸν κτῆμα, κατηντήσαμεν, λέγω, ἡμεῖς οἱ παλαιοὶ ἄνδρες τῶν πόλεων τούτων, νὰ ἐξερχώμεθα εἰς τὰς ὁδοὺς καὶ ἐλαχίστους νὰ γνωρίζωμεν, διότι αἱ δύο αὗται πόλεις ἐγένοντο τὸ συνεντευκτήριον ὅλων τῶν ἀνθρώπων, ὅλων τῶν πόλεων, ὅλων τῶν ἐπαρχιῶν τῆς Ἑλληνικῆς φυλῆς. Βεβαίως μεγάλη ἡ τιμὴ ἡμῶν καὶ τῆς πόλεως νὰ ὦμεν οἱ ξεναγοὶ οὕτως εἰπεῖν ὅλου αὐτοῦ τοῦ κόσμου, ἀλλὰ τοῦ κόσμου τούτου ἀπολαύοντος τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων φυσιολογικῶς, ἐγκαθισταμένου εἰς τὰ πολιτικὰ δικαιώματα ὑπὸ τὰς ἐγγυήσεις ἃς ὁ γέρων Δηληγιάννης ἐζήτει, δηλαδὴ νὰ μὴ καταργηθῶσιν οἱ παλαιοὶ νόμοι, νὰ ἰσχύωσιν οἱ παλαιοὶ νόμοι, καθ’ ὅτι, ἵνα ἀποκτήσῃ τις τὸ δικαίωμα τοῦ Ἕλληνος πολίτου, καὶ πρὸ παντὸς τοῦ ἐκλογέως, ἔπρεπε νὰ ἔλθῃ νὰ κατοικήσῃ ἐν τῇ χώρᾳ ταύτῃ, νὰ γνωρίσῃ τὰ πρόσωπα καὶ τὰ πράγματα, τὴν ψυχὴν τῆς πόλεως ταύτης, νὰ γνωρίσῃ τὰ πολιτευόμενα πρόσωπα, νὰ γνωρίσῃ τὴν ἱστορίαν τῆς πόλεως καὶ τὴν ἱστορίαν τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν τῆς Χώρας, τῶν τε ὑπαρχόντων καὶ τῶν ἐφιεμένων νὰ πολιτευθῶσιν, οὐχὶ δὲ νὰ συμβῇ ἐνταῦθα εἰσβολὴ παντοίων προσώπων, ἅτινα ἄρδην νὰ ἀνατρέπωσι τὴν ἐκλογικὴν φυσιογνωμίαν τῶν πόλεων. Τοῦτο δὲ κέκτηται μεγίστην σημασίαν, διότι, κύριοι, τὸ ῥεῦμα καὶ ἡ γνώμη, ἡ ἀρχομένη νὰ ἐκδηλοῦται ἐν τῇ Πρωτευούσῃ, κανονίζει τὴν γνώμην ὁλοκλήρου τῆς Ἑλληνικῆς χώρας. Καὶ διὰ τοῦτο κατὰ τὰς ἐκλογὰς ἐρωτῶσι τὶ ῥεῦμα ἐσχηματίσθη ἐν ταῖς Ἀθήναις. Καὶ ἐκ τοῦ ῥεύματος τῶν Ἀθηνῶν κρίνονται ὅλα τὰ ἐκλογικὰ κέντρα τῆς Ἑλλάδος. Διὰ τοῦτο συμφωνῶ πληρέστατα πρὸς τοὺς ἀξιοτίμους συναδέλφους, ὅτι πρέπει νὰ ληφθῶσι τὰ κατάλληλα μέτρα, τάχιστα περὶ τῶν πόλεων Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, ἵνα ὑπάρξωσιν αἱ ἐγγυήσεις, ἐκεῖναι τῶν παλαιῶν νόμων, ὧν δυνάμει ἐξησφαλίζετο τὸ φρόνημα τὸ ἀληθὲς τῶν πόλεων τούτων. Ἐν τῇ Ρώμῃ τῇ ἀρχαίᾳ ὅταν ὁ Πραίτωρ εἰσῆγε πρότασιν τινὰ νόμου ἐνώπιον τοῦ λαοῦ, ἐλάμβανον οἱ Ρωμαῖοι, τὰ ἐκλογικὰ σώματα, ἄς εἴπωμεν τὰ σφαιρίδια, ἀλλὰ σφαιρίδια τότε δὲν ὑπῆρχον, ὑπῆρχον ὄστρακα, ἢ τεμάχια ξύλων καὶ ἔγραφον οἱ Ρωμαῖοι οἱ μέλλοντες νὰ ψηφίσουν, A ἢ U.R. Τὶ ἦτο τὸ A; Antiquo, καὶ ὅσοι ἐψήφιζον A ἦσαν ὑπὲρ τοῦ παλαιοῦ καθεστῶτος, ὅσοι δὲ ἐψήφιζον U.R. ἐσήμαινεν uti rogas, ἤτοι ὡς κελεύεις, δηλ. ψηφίζομεν κατὰ τὴν θέλησίν σου, ὦ Πραίτωρ. Ἐὰν θέλωμεν νὰ ἐξασφαλίσωμεν τὸ φρόνημα τὸ ἀληθὲς τῶν δύο τούτων μεγάλων πόλεων, ἄς εἴπωμεν εἰς τὸν Πραίτορα οὐχὶ uti rogas, δηλ. οὐχὶ ὡς κελεύουσιν οἱ κείμενοι νόμοι, ἀλλὰ antiquo, δηλ. ἐμμένομεν εἰς τοὺς ἀρχαίους θεσμούς, καὶ οἱ ἀρχαῖοι θεσμοὶ θέλομεν νὰ ἰσχύσωσιν ἐκ νέου. Οὐχὶ ὅτι εἰμὶ ὀπισθοδρομικός, ὥς τινες φιλοτιμῶνται νὰ μὲ ὀνομάζωσιν. Εἰμὶ καὶ ἐγὼ προοδευτικός, παρὰ τὴν ἡλικίαν μου, ἀλλ’ ἐν μέτρῳ καὶ λογικότητι. Ἐν τῷ ζητήματι ὅμως τούτῳ κύριοι, ψηφίζω antiquo. Ἐπανέλθωμεν εἰς τοὺς παλαιοὺς Ἑλληνικοὺς νόμους, ἐὰν θέλωμεν τῷ ὄντι νὰ περισώσωμεν τὴν ἀληθῆ ἐλευθερίαν τὴν ἀληθῆ ἐκδήλωσιν τοῦ ἐκλογικοῦ φρονήματος. Ἐάν, κύριοι, ἐξακολουθήσῃ τὸ γινόμενον, ἐὰν μάλιστα, ὡς εὔχομαι καὶ ἐλπίζω, αὐξηθῇ ἔτι μᾶλλον ὁ πληθυσμὸς τῶν δύο τούτων πόλεων, θέλομεν φθάσει οἱ μὲν πράγματι Ἀθηναῖοι, οἱ ἰδιοκτῆται Ἀθηναῖοι, οἱ ἔχοντες οἰκίας καὶ κτήματα, οἱ ἔχοντες τοὺς τάφους τῶν πατέρων αὐτῶν καὶ τῶν πάππων ἐνταῦθα, ἀκόμα καὶ οἱ μεταγενεστέρως ἐλθόντες ἐνταῦθα, αὐτοὶ ὅλοι νὰ εἶναι ὁ πέμπτος ἢ ὁ δέκατος τροχὸς τῆς ἁμάξης, καὶ τὰς τύχας τῆς πόλεως Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς νὰ διευθύνωσιν οἱ πανταχόθεν συρρέοντες ἐνταῦθα πρόσφυγες, ἢ καὶ μετανάσται. Βεβαίως ἄξιοι καὶ σεβαστοὶ καὶ οὗτοι, ἀλλὰ νὰ μείνωσιν ἐν τῇ πόλει ταύτῃ, νὰ πληρώσωσι φόρους, ὡς καταβάλλομεν ἡμεῖς, νὰ μάθωσι τὴν ἱστορίαν τοῦ τόπου, νὰ ἀφομοιωθῶσιν, καὶ τότε νὰ ἔχωσι τὸ δικαίωμα νὰ διευθύνωσι τὰς τύχας τὰς πολιτικὰς τῶν πόλεων Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, τουτέστι τὰς τύχας συμπάσης τῆς Ἑλλάδος. Δι’ αὐτὸ, ἄν ἡ περίστασις δὲν εἶναι κατάλληλος, ὅπως τροποποιηθῇ ὁ νόμος περὶ δημοτοποιήσεως καὶ ὁ ἐκλογικὸς νόμος ἐν γένει, ἄς λάβωσι παρακαλῶ ὑπὸ σημείωσιν οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ τὰς παρατηρήσεις ταύτας, ἅς καὶ ἄλλοι ἀξιότιμοι συνάδελφοι ἀνέπτυξαν. Εὔχομαι πολλὰ νὰ ὦσι τὰ ἔτη τῆς Κυβερνήσεως, νὰ εὕρῃ δὲ κατὰ τὰ ἔτη ταῦτα τὴν κατάλληλον στιγμήν, ἵνα τροποποιήσῃ τοὺς νόμους αὐτούς. Τὶ θέλει εἴπει τις, ὅταν μέχρι τοῦ 1915 οἱ ἐκλογεῖς τοῦ Δήμου Ἀθηναίων ἦσαν 28.757, καὶ ἐντὸς ἑνὸς καὶ μόνον ἔτους ἐνεγράφησαν 29.000; Εἶναι δυνατὸν πλέον νὰ ὑπάρχῃ πεποίθησις περὶ τῆς ἀληθοῦς ἐκπροσωπήσεως τοῦ τόπου τούτου διὰ τοιούτου συναγερμοῦ ἐκλογικοῦ; Καὶ ἄν, κύριοι, ἐπαναλαμβάνω τοῦτο διὰ δευτέραν φοράν, δὲν ὑπῆρχον οἱ ἐκλογεῖς τῶν χωρικῶν δήμων τῆς Ἀττικῆς, ἠθέλομεν ἔχει τὸ παράδοξον φαινόμενον, τὸ ψεῦδος, νὰ παρακάθηται ἐν τῇ αἰθούσῃ πρὸς τὴν πτέρυγα ἐκείνην καὶ ὁ ἐκ Κρήτης πολιτευτής, ἐνῷ τὰ κατὰ τὴν ἐκλογὴν λαβόντα χώραν ἀπέδειξαν ὁποῖον ἦτο τὸ ἀληθὲς φρόνημα τοῦ Νομοῦ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας. Διότι ἐν Ἀθήναις μὲν ἰσοψηφίσαμεν, ἐν Πειραιεῖ δὲ ἀπωλέσαμεν τὴν ἐκλογὴν διὰ χιλίων ψήφων. Θὰ ἦτο ὁ Βενιζέλος ἢ οὔ πληρεξούσιος Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας, ἐὰν οἱ θαρραλέοι αὐτοὶ χωρικοὶ δὲν ἔσπευδον διὰ τῶν μελανῶν αὐτῶν ψήφων νὰ ἐκδιώξωσι πὺξ καὶ λὰξ τὸ σύστημα, ὅπερ ἐπὶ τοσαῦτα ἔτη κατερράκωσε καὶ αὐτοὺς καὶ ἡμᾶς;
§216Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Καὶ οἱ Ἀθηναῖοι τὸ ἴδιον ἔκαμαν.
§217Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Οἱ ὄντως Ἀθηναῖοι ἐψήφισαν τὴν Ἀντιπολίτευσιν, οἱ ψευδεῖς ψηφοφόροι ἐψήφισαν τοὺς βενιζελικούς. Ἰδοὺ λοιπὸν ζητήματα σπουδαιότατα. Ἀφίνω κατὰ μέρος ὅτι δὲν ἤρκεσεν καὶ αὐτὴ ἡ πλαστοπροσωπεία, ὅτι δὲν ἤρκεσεν ἡ νοθεία τῶν ἐκλογικῶν καταλόγων. Καὶ ἐνῷ ἔβλεπον, ὅτι τὴν νύκτα τῆς Κυριακῆς τῆς 1ης Νοεμβρίου ἀπώλετο δι’ αὐτοὺς ἡ ἐκλογή, ἔσπευσαν εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ ἐζήτησαν νὰ πυρπολήσωσιν αὐτὴν καὶ διὰ πυροβολισμῶν ἐζήτησαν νὰ τρομοκρατήσωσι τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ τοὺς ἐν τῇ οἰκίᾳ φίλους αὐτοῦ. Ἀφίνω, ὅτι πρὶν ἢ μεταβῶσιν εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, διότι ἐγνώριζον ἄριστα, ὅτι ἐν τῇ οἰκίᾳ μου ἐκρατοῦντο τὰ ἐκλογικὰ ἀποτελέσματα ὅλου τοῦ Νομοῦ κατὰ συνήθειαν παλαιὰν τεσσαράκοντα ἐτῶν, καὶ διότι ἐγνώριζον, ὅτι τὴν ἑσπέραν ἐκείνην εἶχον συνεννοηθῆ μετὰ τῶν ἀγαπητῶν συναδέλφων, ἵνα ἐν τῷ οἴκῳ μου συναντηθῶμεν ὅλοι, ἵνα λάβωσι τάχιστα γνῶσιν περὶ αὐτῶν τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς ἐκλογῆς, σπεῖρα Γυπαραίων περὶ τοὺς τεσσαράκοντα κατελθόντες ἐκ τῆς Πλάκας ἔφθασαν εἰς τὸν οἶκον μου, πλήρη ἐκλογέων, εἰς τὸν οἶκον μου, ἐν ᾧ ἦσαν ἡ σύζυγός μου καὶ πολλαὶ κυρίαι τῆς γειτονιᾶς, ἦλθον εἰς τὸν οἶκον μου καὶ δὲν ἀφῆκαν ὑελοπίνακα τῶν παραθύρων, καὶ διὰ πυροβολισμῶν κατὰ τῶν γραφείων μου ἐτραυμάτισαν σωρείαν ὅλην φίλων μου, αἴθουσα δὲ τοῦ κάτω ὀρόφου ἐχρησίμευσε μέχρι τῆς πρωΐας, ὡς νοσοκομεῖον τραυματιῶν. Ἐκεῖ ἐκτυπήθη ὁ συγγενὴς τοῦ κ. Ράλλη κ. Μαρινάκης, ὅστις ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας διέμεινε κλινήρης, ἐκεῖ ἐκτυπήθη ὁ ἰατρὸς Κωστ. Καποτᾶς, οὗτινος ἔθραυσαν τὸ κρανίον καὶ ἔπαθε πρόσκαιρον διάσεισιν τοῦ ἐγκεφάλου. Ἐκεῖ ἐκτυπήθη ὁ ἰατρὸς Βέργης καὶ ἄλλοι συγγενεῖς καὶ φίλοι μου πολλοί, ἐπειδὴ δὲ ἦτο Κυριακὴ καὶ τὰ φαρμακεῖα ἦσαν κλειστά, δὲν εἴχομεν καὶ τὰ μέσα πρόχειρα πρὸς θεραπείαν αὐτῶν, καὶ ἐὰν δὲν εὑρίσκοντο ἐκεῖ θαρραλέοι φίλοι μου, ἴσως ἤθελον εἰσέλθει καὶ ἤθελον παραβιάσει οἱ κακοῦργοι αὐτοὶ καὶ αὐτὸ τὸ ἄσυλον τῆς οἰκίας μου. Λυποῦμαι, διότι δὲν ἀφῆκα τοὺς φίλους μου, καὶ χαίρω διότι δὲν ἀφῆκα αὐτοὺς νὰ τιμωρήσωσι τοὺς ἀχρείους ἐκείνους. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον διεξήχθη ἡ ἐκλογή, καθ’ ὅλην δὲ τὴν νύκτα τῆς Κυριακῆς καὶ κατὰ τὴν Δευτέραν ἔτι ἐτρομοκρατεῖτο ἡ πόλις ἐκ τῶν τεράτων αὐτῶν, ὧν τὰς φυσιογνωμίας ἀνατριχιῶ, ὅταν ἀναπολῶ, ἅτινα δὲ τέρατα ἔβλεπον καθ’ ἑκάστην ἐπὶ τετραετίαν περιφερόμενα εἰς τὰς ὁδοὺς τῶν Ἀθηνῶν ὁτὲ μὲν ὑβρίζοντα τὸν ἕνα, ὁτὲ δὲ δολοφονοῦντα τὸν ἄλλον. Ὑπ’ ἐμοῦ ἤδη ἔχει ὑποβληθῆ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν αἴτησις γραίας γυναικός, τῆς Πάντου, ἧς τὸν υἱὸν ἔπνιξαν ἐν Φαλήρῳ. Ἀληθεύει ἢ δὲν ἀληθεύει, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Ναυτικῶν;
§218Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Ἀληθεύει.
§219Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Διὰ τὸν ὁποῖον γίνεται ἀνάκρισις πρὸ πολλοῦ καιροῦ καὶ δυστυχῶς δὲν δύναται νὰ ἐξακριβωθῇ τί ἐγένετο ὁ ταλαίπωρος αὐτὸς νέος. Ἐπνίγη εἰς τὰ ὕδατα τοῦ Φαλήρου. Ἕνεκεν ὅλων αὐτῶν συζητοῦμεν ἐνίοτε, ἀναπολοῦντες τὰ δεινά, ἅτινα ὑπέστη ἡ χώρα καὶ διὰ τῆς νοθείας τοῦ ἐκλογικοῦ φρονήματος διὰ ψευδῶν καταλόγων. Λυποῦμαι ὅτι δὲν ἐγνώριζον, ὅτι θέλει συζητηθῇ τὸ νομοσχέδιον τῇ ἑσπέρᾳ ταύτῃ, ἵνα φέρω τοὺς δύο τόμους τῶν ἐκλογικῶν καταλόγων τοῦ 1920, ἵνα γελάσητε, ἐντραπῆτε καὶ ἀγανακτήσητε συγχρόνως, ὅτι ἐν τῇ περιφανεστάτῃ ταύτῃ πόλει ἐτόλμησαν νὰ διαπράξωσι τοιαῦτα ἐγκλήματα καὶ αἴσχη.
§220ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Μπούσιος ἔχει τὸν λόγον.
§221Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Τὸ παρὸν νομοσχέδιον βεβαίως ἔχει ὡς ἀφετηρίαν τὴν μὴ νόθευσιν τῶν ἐκλογικῶν καταλόγων, κυρίως τῶν μεγάλων καὶ σημαντικῶν δήμων Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς. Ἐπεξετάθη δὲ τὸ μέτρον τοῦτο καὶ ἐπὶ ἄλλων δήμων διεπομένων ὑπὸ τοῦ σχετικοῦ νόμου, εἰς τοὺς ὁποίους δήμους ἰσχύουσι τὰ βιβλιάρια. Ἐπειδὴ ὅμως ὁ ἀρχικὸς σκοπὸς εἶναι νὰ καθαρισθῶσιν οἱ κατάλογοι ἀπ’ ὅλας τὰς ἐγγραφὰς τῶν πλαστοπροσωπειῶν, εἴτε ἰσχύουσι τὰ βιβλιάρια, εἴτε δὲν ἰσχύουσι, θὰ παρεκάλουν νὰ τεθῇ εἰς τὸ τέλος τοῦ νομοσχεδίου διάταξις ἐπεκτείνουσα τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου καὶ ἐπὶ τῶν ἐκλογικῶν καταλόγων, ὅπου δὲν ἰσχύουσι τὰ βιβλιάρια. Καὶ τοιουτοτρόπως θὰ ἔπρεπε νὰ ἀλλάξῃ ὁ τίτλος τοῦ νόμου, νὰ λέγῃ: «περὶ ἀνακαθάρσεως τῶν ἐκλογικῶν καταλόγων», καὶ ὄχι «τῶν ἐκλογικῶν βιβλιαρίων», νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ καθορισθῶσιν οἱ κατάλογοι, ὅπου δὲν ἰσχύουν τὰ βιβλιάρια. Πρέπει νὰ ἐπεκταθῇ τὸ μέτρον καὶ εἰς αὐτούς. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ 3ον ἄρθρον, ὅπου γίνεται λόγος περὶ τῶν στρατιωτῶν, θὰ ἐπεθύμουν νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἕν μέτρον, τὸ ὁποῖον ἐφαρμόζεται ἤδη καὶ ἐν Ἰταλίᾳ. Ἐὰν δηλαδὴ οἱ στρατιωτικοί, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται εἰς τὸ μέτωπον ἐπανέλθωσι κατὰ τὰς παραμονὰς τῆς διενεργείας οἱασδήποτε ἐκλογῆς, εἴτε δημοτικῆς, εἴτε βουλευτικῆς καὶ δὲν ἔχουσι προφθάσῃ ἐν τῷ μεταξὺ νὰ τακτοποιήσωσι τὴν ἐγγραφὴν τῶν ἐκλογικῶν καταλόγων νὰ δύνανται νὰ προσέλθωσιν εἰς τὰς κάλπας παρουσιάζοντες τὰ στρατιωτικὰ βιβλιάρια. Νομίζω, ὅτι ἡ παρουσία τῶν στρατιωτικῶν βιβλιαρίων εἶναι ἀρκετὰ ἰσχυρὸν τεκμήριον τοῦ δικαιουμένου, ὅπως ἐκτελέσῃ τὸ καθῆκον τοῦ πολίτου πρὸς τὴν πατρίδα, ἀφοῦ ἐπετέλεσεν, ἄλλο ἱερὸν καθῆκον ἐπὶ τοῦ πεδίου τῆς τιμῆς.
§222Γ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Ἐὰν λάβητε ὑπ’ ὄψιν τὴν προγενεστέραν κατάστασιν καὶ ὄχι τὴν σημερινήν, θὰ ἴδητε, ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ γίνῃ.
§223Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Χειροτέρα τῆς προγενεστέρας καταστάσεως εἶναι ἀδύνατον νὰ ὑπάρξῃ. Γνωρίζομεν δὲ ὅτι παρ’ ὅλας τὰς καταπιέσεις καὶ καταδυναστεύσεις, τὰς ὁποίας ὑπέστη ἐν τῷ μετώπῳ ὁ στρατός, δὲν κατωρθώθη νὰ διαστραφῇ τὸ φρόνημά του, ἀφοῦ δὲ δὲν διεστράφη τὸ φρόνημα ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ καταληφθῶ ἀπὸ τὸν φόβον, ὅτι ὁ στρατὸς ἐπανερχόμενος ἀπὸ τὸ μέτωπον εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ ὄργανον οἱουδήποτε κόμματος καὶ νὰ μὴ ψηφίσῃ σύμφωνα μὲ τὴν συνείδησίν του, ἀρκεῖ νὰ εὑρεθῇ ἡ ταυτότης, ἡ ὁποία δύναται νὰ πιστοποιηθῇ διὰ τοῦ βιβλιαρίου τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας, διότι τὸ βιβλιάριον αὐτὸ εἶναι ἐπίσημον ἀπὸ μίαν ἀρχήν.
§224Χ. ΜΗΤΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἰδιότης ἑνὸς νέου ἀνδρός, ὅτι ὑπηρετεῖ εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ εἶναι ἐπαρκής, ἀλλ’ ἐδῶ πρόκειται περὶ μιᾶς ἀνάγκης· εἰς τὸν στρατὸν εἶναι τὰ κατάλληλα πρόσωπα διὰ νὰ τοὺς ἐξελέγξωσιν. Πρόκειται περὶ τῆς ἐξυπηρετήσεως τῶν ἀναγκῶν.
§225Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Σεῖς ἔχετε τὴν πρότασιν ὑπ’ ὄψιν, τὴν ὁποίαν ἐκάμετε πρότερον τῶν νεωστί, μετεγγραφομένων ἀπὸ δήμου εἰς δῆμον καὶ ὄχι ἀπὸ κράτος εἰς δῆμον τοῦ κράτους, ἀπὸ τὸ ἐξωτερικὸν εἰς τὸ κράτος. Κυρίως αὐτό, τὸ ὁποῖον συμβαίνει ἐν τῇ πρωτευούσῃ δὲν εἶναι ἀπ’ ἄλλους δήμους ἐντὸς τῶν ὁρίων τοῦ Κράτους. Αὐτὴ εἶναι ἡ μεγάλη πλειοψηφία, ἡ ὁποία μετέστρεψε τὴν μορφὴν τὴν ἠθικήν. Ὅσον ἀφορᾷ δὲ τὴν ὕπαιθρον χώραν εἰς τὸν νομόν μου ὑπάρχουν πέντε ἡλικίαι μὴ ἐγγεγραμμέναι, αἱ ὁποῖαι δὲν ἔλαβον μέρος εἰς τὰς ἐκλογάς.
§226ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Παπαποστόλου ἔχει τὸν λόγον.
§227Α. ΠΑΠΑΠΟΣΤΟΛΟΥ. Νομίζω, ὅτι αἱ παρατηρήσεις τοῦ κ. Μητσοπούλου, ὅτι πρέπει ν’ ἀναθεωρηθῶσιν οἱ κατάλογοι καὶ οἱ πρὸ τοῦ 1919 εἶναι ὀρθαί, οὐχὶ διότι πιστεύω ὅτι οἱ ἐκλογεῖς, οἱ ὁποῖοι ἐνεγράφησαν κατὰ τὰ ἔτη αὐτὰ εἶναι δυσανάλογοι, ἀλλ’ εἶναι ἐνδεχόμενον, καὶ τὸ πιστεύω πολύ, ὅτι οἱ πραγματικοὶ Ἀθηναῖοι κατὰ τὰ ἔτη αὐτὰ δὲν ἐνεγράφησαν, διότι ὑπηρέτουν εἰς τὸν στρατὸν καὶ οἱ περισσότεροι ἀπὸ αὐτούς, παραδέχομαι ὅτι ὑπάρχουσιν ἀλλ’ ὑπάρχουσιν καὶ ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶχον τὰ προσόντα ν’ ἀποκτήσουν ἐκλογικὸν δικαίωμα. Ἡ θέλησις τοῦ λαοῦ εἰς τὰς ἐκλογὰς πρέπει νὰ εἶναι ἀνόθευτος, διότι αἱ 3–4 χιλιάδες ψῆφοι εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ μεταβάλωσι τὸ ἀποτέλεσμα ἑνὸς νομοῦ μεγάλου καὶ νὰ μεταβληθῇ συνεπῶς καὶ ἡ Κυβέρνησις, νὰ ἀναλάβῃ δὲ τὴν Κυβέρνησιν τῆς Χώρας ἄλλος ἀντ’ ἄλλου καὶ ἐκ τούτου εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπέλθουν φοβεραὶ συνέπειαι διὰ τὴν Χώραν. Καὶ δι’ αὐτὸ φρονῶ ὅτι τὸ νομοσχέδιον ἔχει καλῶς, διότι θέλει νὰ ἐκκαθαρίσῃ τοὺς καταλόγους, ἀλλὰ νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ὅτι αὐτὸ πρέπει νὰ γίνῃ καὶ εἰς τοὺς ἄλλους δήμους, διότι καὶ ἐκεῖ ἐνεγράφησαν πολλοὶ ψευδεῖς ἐκλογεῖς. Ἀλλὰ δὲν θέλω νὰ πιστεύσω ὅσα μᾶς εἶπε ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφος. Δὲν εἶναι ὀρθὸν ἐξ ἀφορμῆς τοῦ ἐξαιρετικοῦ γεγονότος, τὸ ὁποῖον συνέβη κατὰ τὰ τρία αὐτὰ ἔτη νὰ παρεμβάλωμεν ἐμπόδια τόσον εἰς τοὺς Ἕλληνας τῶν ἄλλων δήμων τοῦ ἐλευθέρου Βασιλείου, ὅσον καὶ εἰς τοὺς ἄλλους Ἕλληνας, οἱ ὁποῖοι μένουν ἔξω τοῦ Βασιλείου καὶ νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὰς διατάξεις τῶν παλαιῶν νόμων καὶ νὰ κακίζωμεν αὐτὴν τὴν στιγμὴν τὸν ἀοίδιμον Τρικούπην, ὁ ὁποῖος ἤθελεν, αἱ Ἀθῆναι νὰ γίνουν μεγάλη πόλις. Δὲν πρέπει νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ τοιοῦτον ἀποτέλεσμα καὶ νὰ ζητήσωμεν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν νὰ βάλῃ ἐμπόδια. Ταῦτα δὲν πρέπει νὰ λέγωνται ἀπὸ ἀντιπρόσωπον τοῦ λαοῦ, διότι ἐδῶ τείνουν κατὰ φυσικὸν νόμον ὅλοι οἱ Ἕλληνες καὶ ὅλοι οἱ εὔποροι, τόσον οἱ ἐντὸς τῆς Ἑλλάδος, ὅσον καὶ οἱ ἐκτὸς. Τὰ προσόντα τὰ ὑπάρχοντα εἶναι ἀρκετά, ἀρκεῖ νὰ μὴ τὰ καταστρατηγήσωμεν οἱ πολιτευόμενοι οἱ διάφοροι καὶ οἱ πολῖται.
§228ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ε. Κώνστας ἔχει τὸν λόγον.
§229Ε. ΚΩΝΣΤΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ ὑπὸ ψήφισιν σχέδιον νόμου, ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸν Νομὸν Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας ἴσως εἶναι τέλειον, ὅσον ἀφορᾷ ὅμως εἰς τὰς Νέας Χώρας εἶναι ἀτελέστατον καὶ εἶναι καὶ ὅλως ἀντίθετον πρὸς τὰς δηλώσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν. Κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ παρατάσεως τῆς ἐγγραφῆς εἰς τοὺς ἐκλογικοὺς καταλόγους» ἐγένετο εὐρεῖα συζήτησις καὶ περὶ ἐκκαθαρίσεως τῶν ἐκλογικῶν καταλόγων καὶ ὁ τότε ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς κ. Τσαλδάρης ρητῶς ἐδήλωσεν, ὅτι θὰ ὑποβάλῃ σχέδιον νόμου ἀφορὸν εἰς τὴν γενικὴν ἐκκαθάρισιν τῶν ἐκλογικῶν καταλόγων καὶ μάλιστα ἀπὸ τοῦ 1915 καὶ ἐντεῦθεν. Διότι εἰς τὰς Νέας Χώρας ἀπὸ τοῦ 1915 συνέβη ἡ καταδολίευσις καὶ ἡ νόθευσις τῶν ἐκλογικῶν καταλόγων. Ἔχομεν παραδείγματα, κατὰ τὰ ὁποῖα καὶ πρόσφυγες ἀκόμη ὑπὸ τοῦ τυραννικοῦ ἐκείνου συστήματος ἐξέλεξαν τοὺς προέδρους καὶ τὰ κοινοτικὰ συμβούλια. Οἱ ἐκλογικοὶ λοιπὸν κατάλογοι τῶν Νέων Χωρῶν ἤρχισαν νὰ νοθεύωνται ἀπὸ τοῦ 1915. Εἶναι λοιπὸν ἀνάγκη νὰ ἀναγραφῇ εἰς τὸ ὑπὸ ψήφισιν σχέδιον νόμου διάταξις ἀφορῶσα εἰς τὴν ἐκκαθάρισιν τῶν ἐκλογικῶν παραρτημάτων ἀπὸ τοῦ 1915. Θὰ προέτεινον, συμφωνῶν πρὸς τὴν γνώμην τοῦ προλαλήσαντος συναδέλφου κ. Μάτεσι, νὰ παραπεμφθῇ τὸ νομοσχέδιον εἰς εἰδικὴν ἐπιτροπήν, εἰς τὴν ὁποίαν νὰ συμμετάσχουν καὶ πληρεξούσιοι ἐκ τῶν Νέων Χωρῶν, οἱ ὁποῖοι καλῶς γνωρίζουν πῶς ἐγένοντο οἱ ἐκλογικοὶ κατάλογοι, ἵνα συμπληρωθῇ καὶ κομισθῇ ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως τέλειον τὸ νομοσχέδιον. Θὰ παρακαλέσω δὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν δεχθῇ τὸν σχηματισμὸν τῆς περὶ ἧς πρόκειται ἐπιτροπῆς, νὰ δεχθῇ τὴν τροποποίησιν αὐτήν.
§230ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Σχοινᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§231Γ. ΣΧΟΙΝΑΣ. Φρονῶ, κ. Πρόεδρε, ὅτι τὸ 1ον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου ἔχει καλῶς, διότι διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου θὰ διαγραφῶσιν, βεβαίως, ἐκ τῶν ἐκλογικῶν καταλόγων πάντες ἐκεῖνοι οἱ πρόσφυγες, οἱ ὁποῖοι ἐνεγράφησαν χωρὶς νὰ εἶναι πραγματικοὶ ἐκλογεῖς. Ἀλλὰ διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου δὲν θὰ ἀποφευχθῇ τὸ νὰ ἐγγραφῶσιν καὶ οἱ πρόσφυγες, οἱ ὁποῖοι ἐνεγράφησαν κατὰ τὸ 1920, διότι τὸ νομοσχέδιον ἀναφέρεται, κατὰ τὴν νέαν ἐγγραφήν, εἰς τὸν νόμον ΓΣΚΑ, ὡς ἐτροποποιήθη διὰ μεταγενεστέρων νόμων, ὡς δὲ ἐνθυμεῖσθε ἐξεδόθη νεώτερος νόμος, ὁ ὁποῖος ἔδωκε τὸ δικαίωμα τῆς ἐγγραφῆς εἰς τοὺς πρόσφυγας. Πῶς θὰ ἀποτραπῇ ἡ ἐγγραφὴ αὐτή ἐφ’ ὅσον εὑρίσκεται ἐν ἰσχύϊ ὁ νόμος ὁ ψηφισθεὶς ὑπὸ τῆς Βουλῆς;
§232Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἂν εἶναι πραγματικὰ πρόσωπα, ἄς ἐγγραφῶσιν.
§233Γ. ΣΧΟΙΝΑΣ. Θέλομεν νὰ ἀποφύγωμεν τὴν ἐγγραφήν τῶν προσφύγων;
§234Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὄχι.
§235Γ. ΣΧΟΙΝΑΣ. Τότε θὰ φέρουν πάλιν τοιούτους ἀπὸ τὸν Εὔξεινον καὶ ἀπὸ τὰ ἄλλα μέρη.
§236Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Κανεὶς δὲν τὸ κάμνει αὐτό.
§237Γ. ΣΧΟΙΝΑΣ. Ὁ παλαιὸς νόμος ἀπαιτεῖ δημοτικότητα. Ἐφ’ ὅσον λοιπὸν θὰ ἔχῃ δημοτικότητα νὰ ἐγγραφῇ, ἐφ’ ὅσον ὅμως δὲν ἔχει δημοτικότητα δὲν πρέπει νὰ ἐγγραφῇ. Διὰ τοῦτο ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν πρέπει νὰ εὕρῃ τὸν νόμον ΓΣΚΑʹ τὸν ψηφισθέντα ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ νὰ τὸν καταργήσῃ. Θὰ παρακαλέσω ἐπίσης τὸν κ. Ὑπουργόν, ἐπειδὴ ἐν τῷ δήμῳ Καλαμῶν ἐνεγράφησαν ἀθρόως πρόσφυγες, νὰ συμπεριληφθῇ εἰς τὸ νομοσχέδιον καὶ ὁ δῆμος Καλαμῶν. Κατ’ ἔτος ἐνεγράφοντο 60 ἕως 80 ἐκλογεῖς, κατὰ τὸ 1920 ἐνεγράφησαν περὶ τοὺς 700 ἐπὶ 3.500. Παρουσιάσθη λοιπὸν τὸ ἑξῆς θέαμα: Οἱ πρόσφυγες, οἱ ὁποῖοι κατῴκουν εἰς τοὺς διαφόρους δήμους, ὅπου δὲν ὑπῆρχε τὸ σύστημα τῶν βιβλιαρίων, συνελέγησαν, ἐτέθησαν εἰς τοὺς σιδηροδρόμους καὶ ἦλθον εἰς τὰς Καλάμας ἀγεληδὸν καὶ ἐνεγράφησαν εἰς τοὺς ἐκλογικοὺς καταλόγους. Δι’ αὐτὸ πρέπει νὰ περιληφθῇ καὶ ὁ δῆμος Καλαμῶν. Ἐπίσης πρέπει νὰ ἔχωσι δικαίωμα νὰ λαμβάνωσι τὰ βιβλιάρια καὶ οἱ γονεῖς καὶ οἱ ἀδελφοὶ τῶν στρατευσίμων, διότι γνωρίζω ἐξ ἰδίας πείρας ὅτι παρουσιάσθησαν δυσχέρειαι εἰς τοὺς ἐν τῷ Μετώπῳ νὰ ἀποστείλωσιν πληρεξούσια ἢ ἐπιστολὰς κεκυρωμένας, ἵνα λάβωσι τὰ βιβλιάρια.
§238Σ. ΣΤΑΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Δὲν νομίζετε ὅτι ἡ παρατήρησίς σας περιλαμβάνεται ἐν τῇ διατυπώσει τοῦ ἄρθρου; Ὅταν τὸ ἄρθρον 3 λέγει «δι’ ἀντιπροσώπου», εἰς τὸν ἀντιπρόσωπον περιλαμβάνεται καὶ ὁ πατὴρ καὶ ὁ ἀδελφὸς καὶ πᾶς τις.
§239Γ. ΣΧΟΙΝΑΣ. Λέγει διοριζομένου, κύριε Ὑπουργέ.
§240ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ε. Γαρουφαλιᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§241Ε. ΓΑΡΟΥΦΑΛΙΑΣ. Ἤκουσα μετὰ προσοχῆς ὅτι ἐνεγράφησαν 30.000 πρόσωπα, ἐκ τῶν ὁποίων 12.000 καὶ πλέον ἦσαν πρόσωπα ἀνύπαρκτα. Νομίζω, ὅτι ἀφοῦ τοιαύτη σοβαρὰ καταγγελία ἐγένετο, πρέπει ἡ Ἐθνοσυνέλευσις νὰ γνωρίζῃ ποῖα μέτρα καταδιωκτικὰ ἐλήφθησαν κατ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι διέπραξαν τὸ τερατῶδες αὐτὸ ἔγκλημα κατὰ τῶν ἐκλογικῶν ἐλευθεριῶν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Διότι 12.000 πρόσωπα δύνανται νὰ νοθεύσωσι καὶ νὰ παραχαράξωσιν τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐκλογῆς τοῦ πρώτου νομοῦ τοῦ Κράτους. Ὀφείλει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ δηλώσῃ ποῖα μέτρα ἐλήφθησαν κατὰ τῶν ἐγκληματιῶν αὐτῶν.
§242Κ. ΣΤΑΜΑΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅ,τι ἐγένετο ἐν Ἀττικοβοιωτίᾳ ἐγένετο καὶ εἰς ἄλλους νομοὺς τοῦ Κράτους καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἐπεκτείνῃ τὸ μέτρον τῆς ἐκκαθαρίσεως τῶν ἐκλογικῶν καταλόγων καθ’ ὅλον τὸ Κράτος, διότι εἶναι ἀνάγκη νὰ γίνῃ μία ἐκκαθάρισις γενικὴ καὶ ὅπου δὲν δίδονται βιβλιάρια.
§243Σ. ΣΤΑΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἤκουσα μετὰ προσοχῆς τὰς παρατηρήσεις πάντων τῶν ἀγορευσάντων, οἱ ὁποῖοι νομίζω ὅτι ἀνέρχονται εἰς 10 τὸν ἀριθμόν, καὶ ἐπιφυλάσσωμαι κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου νὰ δηλώσω τίνας ἐκ τῶν παρατηρήσεων τούτων δεχόμεθα.
§244Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπιτρέψατε ὁ ἀριθμὸς 10 νὰ αὐξηθῇ εἰς 11 καὶ νὰ κάμω καὶ ἐγὼ μίαν παρατήρησιν. Ἡ παρατήρησίς μου ἀφορᾷ εἰς τὸ δεύτερον ἄρθρον. Ὑποβάλλω εἰς τὴν κρίσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὅπως τὸ ὅριον τοῦ ἄρθρου 2 περιορισθῇ μέχρι 1 Αὐγούστου. Μὴ σᾶς πτοῇ ὁ μέγας ἀριθμὸς τῶν 30 χιλιάδων, διότι ἐξ αὐτῶν οἱ πραγματικοὶ δὲν ὑπερβαίνουν τὰς 7 χιλιάδας καὶ δύναται νὰ συντελεσθῇ τὸ ἔργον τῆς ἀναθεωρήσεως τῆς προσελεύσεως τῶν γνησίων ἐκλογέων εἰς τὸ διάστημα τοῦτο. Διότι ἄν παραταθῇ μέχρι τῆς 1 Ὀκτωβρίου καὶ ἔχομεν μετὰ τὴν 1 Ὀκτωβρίου τὴν ἀνάγκην τοῦ χρονικοῦ διαστήματος πρὸς ἐκτύπωσιν τῶν καταλόγων, θὰ εἶναι ἀνάγκη νὰ βραδύνῃ ἡ μέλλουσα ἐκλογὴ οἱαδήποτε τῶν Ἀθηνῶν. Καὶ συνιστῶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Ἐθνοσυνέλευσιν νὰ προσέξῃ διότι μὲ τὰ κείμενα τῶν σημερινῶν καταλόγων δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ γένηται οἱαδήποτε ἐκλογὴ εἴτε δημοτικὴ εἴτε βουλευτικὴ ἐν Ἀθήναις. Δεδομένου δὲ ὅτι ἐγγίζει καὶ ἡ λύσις τοῦ ἐξωτερικοῦ ζητήματος διὰ τῆς πορείας τῶν φρουρούντων ἐν τῷ μετώπῳ Ἑλλήνων στρατιωτῶν, θὰ ἐπιστῇ ὅσον ἔνεστι ταχύτερον ὁ χρόνος πρὸς ἐκλογὴν τῶν δημοτικῶν ἀρχῶν. Κατὰ τὰς προθεσμίας τοῦ νομοσχεδίου δὲν ὑπάρχει ὁ ἐπαρκὴς χρόνος, ἵνα συντελεσθῶσι ταῦτα καὶ ἄν ἐν τῷ μεταξὺ ἐπιστῇ ἡ ἀνάγκη νὰ γένηται μία ἐκλογή, θὰ ἔχωμεν τὸν κίνδυνον νὰ ἐνεργήσωμεν τὰς ἐκλογὰς μὲ τοὺς καταλόγους τοὺς ἁμαρτωλούς, τοὺς ἐγκληματικούς. Δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργόν, ἵνα ἐν τῇ μελέτῃ του κατὰ τὴν βʹ κατ’ ἄρθρον συζήτησιν λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τοῦτο. Ὅλοι κατ’ ἀρχὴν εἴμεθα σύμφωνοι εἰς τοῦτο καὶ δύναται διὰ Β. Διατάγματος νὰ ἐπεκταθῇ εἰς ἄλλους νομούς, ὅπου ἐγένοντο ὅμοιαι ἀσχημίαι, ἀλλ’ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον προέχει εἶναι ἡ συντόμευσις τοῦ χρονικοῦ διαστήματος, ἡ ταχίστη ἐνέργεια τῆς ἀναθεωρήσεως καὶ ἡ κατάρτισις νέων καταλόγων.
§245Γ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Ἤθελον νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν εἰς τὰς σημειώσεις του ἰδιαιτέρως νὰ σημειώσῃ τὴν ἑξῆς παρατήρησίν μου ἐπὶ τοῦ βʹ ἐδαφίου τοῦ ἄρθρου 1. Ὅπως ἔχῃ τὸ ἄρθρον, ἀντὶ νὰ τιμωρῇ τοὺς παρανόμως ἐγγραφέντας, φορολογεῖ καὶ τιμωρεῖ τοὺς καλῶς ἐγγεγραμμένους. Δηλαδὴ διὰ νὰ ἐπαναγραφῇ κανεὶς εἰς τοὺς ἐκλογικοὺς καταλόγους ὀφείλει νὰ δαπανήσῃ 2½ ἕως 3 δρ. καὶ νὰ ὑποβληθῇ εἰς ὅλους τοὺς κόπους καὶ τὰς διατυπώσεις τὰς ἐπιβαλλομένας ὑπὸ τοῦ νόμου. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μελετήσῃ τὸν τρόπον τῆς ἀναθεωρήσεως τῶν βιβλιαρίων διὰ τῆς θέσεως ἑνὸς ὁρίου, ἐντὸς τοῦ ὁποίου πάντες οἱ καλῶς ἐγγεγραμμένοι ὀφείλουσι νὰ παρουσιασθῶσι καὶ πιστοποιοῦντες τὴν ταυτότητά των νὰ ἐγγραφῶσιν εἰς τοὺς ἐκλογικοὺς καταλόγους.
§246Σ. ΣΤΑΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Εἰς τὸ 1ον ἄρθρον νὰ προστεθῇ μετὰ τὰς λέξεις «Ἀθηνῶν, Πειραιῶς, Πατρῶν, Λαυρεωτικῆς» «καὶ Λαρίσης». Εἰς δὲ τὸ γʹ ἐδ. τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου παρελήφθησαν οἱ ἑξῆς λέξεις: «αἱ αὐταὶ ἐπιτροπαί, αἵτινες ἐνήργησαν εἰς τὴν ἀναθεώρησιν τῶν καταλόγων βιβλιαρίων τοῦ ἔτους 1921».
§247ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Συνέλευσις ὅπως ψηφισθῇ τὸ 1ον ἄρθρον;
§248ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Δεκτόν, Δεκτόν. (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 1 ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἀναγινώσκονται δὲ καὶ ψηφίζονται καὶ τὰ ἄρθρα 2 καὶ 3).
§249ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 4ον (ἀναγινώσκει):
§250Σ. ΣΤΑΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Εἰς τὸ ἄρθρον 4 προστίθεται τὸ ἑξῆς (Ἀναγινώσκει): «Οἱ βλαχοποιμένες σκηνῖται καὶ οἱ περιπλανώμενοι Ἀθίγγανοι, οἱ ἐγγεγραμμένοι ἐν τῷ καταλόγῳ βιβλιαρίων καὶ τοῖς παραρτήμασιν αὐτοῦ τοῦ ἐκλογικοῦ συλλόγου Τρικκαίων διαγραφήσονται τούτων κατὰ τὴν προκειμένην ἀνακάθαρσιν καὶ ἐγγραφήσονται ἐν ἰδιαιτέρῳ παραρτήματι αὐτοῦ, δικαιούμενοι νὰ ψηφίζωσιν ἐφεξῆς ἐπὶ τῇ βάσει τούτου ἐν τῷ ἐκλογικῷ συλλόγῳ Τρικκαίων μόνον κατὰ τὰς βουλευτικὰς ἐκλογάς. «Οἱ κατὰ τὸ προηγούμενον ἐδάφιον βλαχοποιμένες σκηνῖται, δημόται τοῦ δήμου Τρικκαίων, παραμένοντες τοιοῦτοι, ἐγγράφονται καὶ εἰς τὸν ἐκλογικὸν κατάλογον τοῦ ἐκλογικοῦ συλλόγου, εἰς τὴν περιφέρειαν τοῦ ὁποίου παραθερίζουσιν ἢ διαχειμάζουσι, δικαιούμενοι νὰ ἀσκῶσι τὸ ἐκλογικὸν δικαίωμα ἐν αὐτῷ κατὰ τὰς δημοτικὰς καὶ κοινοτικὰς ἐκλογάς, κατὰ δὲ τὰς βουλευτικάς, ἐὰν δὲν ἐψήφισαν, ἐν τῷ ἐκλογικῷ συλλόγῳ Τρικκαίων. «Αἱ διατάξεις τοῦ ἄρθρου τούτου ἰσχύουσι κατὰ τὴν ἐτησίαν ἀναθεώρησιν τῶν ἐκλογικῶν καταλόγων καὶ βιβλιαρίων. «Τὴν κατὰ τὸ πρῶτον καὶ δεύτερον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου τούτου ἐγγραφὴν καὶ διαγραφὴν ἐνεργοῦσιν αἱ ἁρμόδιοι κατὰ τὸν νόμον τοῦτον Ἐπιτροπαί.» (Ψηφίζεται τὸ προστεθὲν ἄρθρον 4).
§251ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 5 (ἀναγινώσκει):
§252Σ. ΣΤΑΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Νὰ προστεθῇ εἰς τὸ ἄρθρον 5 τὸ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Δι’ ἃ θέματα δὲν προβλέπουσιν αἱ διατάξεις τοῦ νόμου τούτου, ἐφαρμόζονται αἱ τοῦ ἰσχύοντος ἐκλογικοῦ δικαίου». (Ψηφίζεται τὸ προστεθὲν ἄρθρον 5).
§253Σ. ΣΤΑΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Τὸ ἄρθρον 4 τοῦ νομοσχεδίου γίνεται 6.
§254ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 6ον (ἀναγινώσκει): (Ψηφίζεται τὸ 6ον ἄρθρον ὡς καὶ τὰ λοιπὰ ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου εἰς αʹ κατ’ ἄρθρον συζήτησιν).
§255ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 8 τοῦ νόμου 1954.» (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον). Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀποδοχῶν τῶν ἀνακληθέντων ἀξιωματικῶν, ὑπαξιωματικῶν κλπ. τοῦ Β. Ναυτικοῦ». (Ἀναβάλλεται). Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ νομοθ. διατάγματος τῆς 15 Δεκεμβρίου 1920, περὶ ἀποκαταστάσεως ἀξιωματικῶν εἰς τὴν σειρὰν τῆς ἀρχαιότητός των.»
§256Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἤθελον παρακαλέσει τὴν Συνέλευσιν καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ἵνα ὁρισθῇ ἡμέρα συζητήσεως τακτικὴ διὰ τὸ νομοθέτημα τοῦτο, διότι ἀφορᾷ τὸν κανονισμὸν τῆς σειρᾶς τῶν ἀξιωματικῶν.
§257Ν. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Νὰ ἀναγραφῇ μεταξὺ τῶν πρώτων εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς ἑπομένης συνεδριάσεως.
§258Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Δὲν ἐννοοῦμεν νὰ γίνωμεν αἴτιοι τῆς ἐλαχίστης βραδύτητος, νὰ ὁρισθῇ μία ἡμέρα.
§259Ν. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Τὴν Παρασκευήν.
§260Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Μάλιστα.
§261ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται... Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐκδόσεως ὀθωμανικῶν κωδίκων». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον) Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ὁρισμοῦ τιμῆς δραχμῆς εἰς γρόσια Τουρκίας διὰ τὴν καταβολὴν τῶν ἀποδοχῶν τῶν ἀξιωματικῶν, ἀνθυπασπιστῶν, ὁπλιτῶν καὶ τῶν τούτοις ἀντιστοιχούντων, ὡς καὶ γυναικῶν νοσοκόμων, τῶν ὑπηρετούντων εἰς πόλεις τῆς Μ. Ἀσίας καὶ εἰς Κωνσταντινούπολιν». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον) Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τῶν νόμων 1240 καὶ 1920, περὶ ἐκδόσεως γραμματίων Ἐθνικῆς Ἀμύνης». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον) Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ προσθήκης διατάξεως εἰς τὸ ἄρθρον 87 τοῦ ἐν ἰσχύϊ Προξενικοῦ νόμου». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον) Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀναπληρώσεως στρατευομένων ὑπαλλήλων τῆς μέσης ἐμπορικῆς ἐκπαιδεύσεως». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον) Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τῆς προτάσεως νόμου «περὶ τοῦ παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ τῆς Ἑλλάδος Βασιλικοῦ Ἐπιτρόπου». Ἄρθρον 1. (Ἀναγινώσκεται).
§262Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἡ θητεία εἴπομεν ὅτι κατηργήθη.
§263Ι. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Προκειμένου περὶ θητείας ἐδήλωσα ὅτι δὲν θὰ καταργηθῇ. Τὸ ἐδήλωσα κατηγορηματικῶς.
§264ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Λυκουρέζος ἔχει τὸν λόγον.
§265Κ. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Ἐγὼ νομίζω ὅτι τὸ ζήτημα τῆς θητείας δεσμεύει τὸ Κράτος καὶ τὴν ὑπηρεσίαν. Κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν σᾶς εἶπον ὅτι τὸ σύστημα τοῦτο τὸ εἶχον ἀποδεχθῆ οἱ νόμοι, οἱ καθιερώσαντες τοὺς νομικοὺς συμβούλους, διότι καὶ αὐτοὶ οἱ νομικοὶ σύμβουλοι ὑπήχθησαν εἰς τοὺς νόμους τῆς μονιμότητος, νομίζω δὲ ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν καὶ ἀποτελεῖ ἀναχρονισμὸν νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς θεσμούς, οἱ ὁποῖοι δὲν παρέχωσι εἰς τὴν δημοσίαν ὑπηρεσίαν κανὲν κεφάλαιον, τοὐναντίον δὲ παρέχωσι δυσκολίαν εἰς περίπτωσιν, κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν ἤθελεν εὐδοκιμήσει τὸ διορισθησόμενον πρόσωπον, ὁπότε θὰ ἔχῃ τὴν δυσκολίαν ὁ Ὑπουργὸς νὰ τὸ ἀντικαταστήσῃ. Εἰς περίπτωσιν δὲ κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ διορισθησόμενον πρόσωπον ἤθελεν ἔχει ὅλα τὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα ἀνταποκρίνονται εἰς τὴν θέσιν, τότε πάλιν ἡ διάταξις περὶ θητείας δὲν ἔχει κανένα λόγον, διότι αὐτὸς εἶναι ἐξησφαλισμένος ἐξ αὐτῶν τῶν προσόντων καὶ ἐξ αὐτῆς τῆς ἐνασκήσεως τῶν καθηκόντων του. Ἔχω καὶ μίαν ἄλλην παρατήρησιν, ὅτι πρέπει νὰ περιληφθῇ διάταξις, κατὰ τὴν ὁποίαν νὰ ἀπαγορευθῇ εἰς τὸν Βασιλικὸν Ἐπίτροπον, ἢ εἰς τὸν ἀναπληροῦντα αὐτόν, νὰ λαμβάνῃ ὑφ’ οἱονδήποτε τύπον χορηγήματα ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν.
§266Ι. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Αὐτὸ κατηργήθη διὰ τῆς συμβάσεως τοῦ δανείου τῶν 550 ἑκατομμυρίων.
§267Κ. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Εἶναι καὶ ἄλλα χορηγήματα εἰς τὰ συμβόλαια.
§268Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Αὐτὸς εἶναι ὑπάλληλος τοῦ Κράτους, δὲν ἔχει καμμίαν ληψοδοσίαν μὲ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν.
§269Ι. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ εὑρεθῇ πρόσωπον, τὸ ὁποῖον νὰ πληρῇ τὰς ἀνάγκας τῆς θέσεως αὐτῆς, ἐὰν δὲν ὁρισθῇ μία ὡρισμένη θητεία. Ἀλλ’ αἱ παρατηρήσεις τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου μὲ ἄγουσιν εἰς τὸ ν’ ἀποδεχθῶ ὅτι ὀρθὸν ἤθελεν εἶσθαι νὰ ὑποβιβασθῇ ὁ χρόνος τῆς θητείας καὶ ἀντὶ πενταετίας νὰ γίνῃ τριετία.
§270Κ. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Ἔστω.
§271ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λ. Τσουκαλᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§272Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Εἰς τὴν αʹ κατ’ ἄρθρον συζήτησιν εἶχον ζητήσει ὅπως ἀπαλειφθῇ ἡ διάταξις περὶ θητείας. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ νοηθῇ δημόσιος ὑπάλληλος, ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος διὰ θητείας παραμένει ἐπὶ ὡρισμένον χρόνον ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ. Νὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω ὅτι ὁ δημόσιος ὑπάλληλος ὀφείλει νὰ εἶναι ὑπὸ τὰς διαταγὰς τοῦ Κράτους. Ἐὰν αὔριον παραβιάσῃ τὸ καθῆκον του καὶ ἐπιδείξῃ ὀλιγωρίαν ἢ ἀμέλειαν, τί θὰ πράξῃ; Πῶς θὰ τὸν ἀπαλλάξητε;
§273Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Παύεται.
§274Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Θὰ τὸν ὑπαγάγητε εἰς τὰ δικαστήρια ἐπὶ παραβάσει καθήκοντος; Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας εἶπεν ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εὑρεθῇ πρόσωπον. Ἔχομεν τὸν Β. Ἐπίτροπον παρὰ τῇ Ἱερᾷ Συνόδῳ, ὁ ὁποῖος εἶναι ἀνώτατος βαθμοῦχος ἐν τῇ Πολιτείᾳ, καὶ ὅμως ἀπολύεται. Ἐδῶ πρόκειται περὶ μιᾶς κατ’ ἐξοχὴν ἐμπιστευτικῆς θέσεως τῆς Κυβερνήσεως, διότι τὴν ἐκπροσωπεῖ παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ. Πρέπει νὰ εἶναι τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Κυβερνήσεως. Διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ νοηθῇ Β. Ἐπίτροπος ἀφοῦ δὲν τυγχάνει καὶ ἀπολύτου ἐμπιστοσύνης τῆς Κυβερνήσεως.
§275Ι. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Νὰ προστεθῇ εἰς τὸ ἄρθρον 2: «ἐφαρμοζομένων ἐπ’ αὐτοῦ τῶν περὶ νομικῶν συμβούλων εἰδικῶν διατάξεων». (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 1 ὡς ἐτροποποιήθη. Ἐπίσης ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 2 ὡς ἐτροποποιήθη).
§276Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἡ θέσις τοῦ Β. Ἐπιτρόπου παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ χαρακτηρίζεται ὡς θέσις ἐξαιρουμένη τῆς μονιμότητος, ἀλλὰ κατὰ τὸ Σύνταγμα, οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι εἶναι ὅλοι μόνιμοι, ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἄρξηται ἡ λειτουργία τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας. Προκειμένου περὶ ὑπαλλήλων μονίμων ἡ ἀπόλυσις αὐτῶν δι’ ἀνεπάρκειαν ὑπηρεσιακὴν ἐπέρχεται κατόπιν γνωμοδοτήσεως τοῦ Συμβουλίου. Σήμερον ὑπάλληλος μὴ μόνιμος δὲν δύναται νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Συμβουλίου, ἑπομένως πρέπει νὰ καθορισθῇ ἡ περίπτωσις αὕτη, διότι ἄλλως δὲν θὰ δύνασθε νὰ τὸν ἀπολύσητε. Διὰ τοῦτο ἤθελον σᾶς παρακαλέσει ἢ νὰ παραιτηθῆτε τῆς θητείας ἢ ν’ ἀναβάλητε τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου διὰ νὰ συμπληρώσητε αὐτό.
§277Ι. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Νομίζω, ὅτι αἱ παρατηρήσεις τοῦ κ. συναδέλφου θὰ εἶχον πραγματικῶς τὴν θέσιν αὐτῶν, ἐὰν δὲν εἶχον προηγηθῆ αἱ παρατηρήσεις τοῦ κ. συναδέλφου ἐξ Ἀττικοβοιωτίας καὶ ἡ ἀπάντησίς μου εἰς αὐτόν, ἡ ὁποία ἐσήμαινε τὴν ἀποδοχὴν τῶν παρατηρήσεων τούτων, διότι ἐγὼ ἐδήλωσα, ὅτι εὑρίσκω ὀρθὰς τὰς παρατηρήσεις τοῦ κ. Τσουκαλᾶ καὶ εἶπον, ὅτι δέχομαι, ὅπως τεθῇ διάταξις, καθ’ ἣν ὁ Β. Ἐπίτροπος παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ θὰ ὑπαχθῇ εἰς τὰς εἰδικὰς διατάξεις τοῦ Νόμου περὶ νομικῶν συμβούλων. Εἰς τὸ ψηφισθὲν δὲ ἤδη ἄρθρον περιελήφθη ὡς τοιαύτη διατύπωσις.
§278Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Νὰ σημειωθῇ εἰς τὰ πρακτικά, ὅτι ἡ διάταξις αὕτη περιλαμβάνει τὴν ἀπόλυσιν καὶ τὴν πειθαρχικὴν ἐξουσίαν.
§279Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ Κράτος ἀναλαμβάνει μίαν ὑποχρέωσιν, ὥστε φρονῶ ὅτι ἀντὶ τῆς ἀοριστολογίας τῶν διατάξεων περὶ ἐφαρμογῆς τῶν εἰδικῶν διατάξεων «περὶ παύσεως καὶ ἀπολύσεως» τοῦ νόμου περὶ νομικῶν Συμβούλων, θὰ ἦτο εὐκταῖον νὰ τεθῇ, ὅτι ἡ ἀπόλυσις ἢ παῦσις τοῦ Β. Ἐπιτρόπου ἀποφασίζεται διὰ πράξεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου.
§280Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Προκειμένου περὶ ἀνωτάτου ὑπαλλήλου τοῦ Κράτους νομίζω καὶ ἐγώ, ὅτι δύναται νὰ περιληφθῇ διάταξις, καθ’ ἣν δύναται ἐντὸς τῆς τριετίας ν’ ἀπολυθῇ διὰ πράξεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου.
§281Ι. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Ἐγὼ, κ. Πρόεδρε, διατυπῶ, συμφώνως πρὸς τὴν προηγουμένην δήλωσίν μου, τὴν τροπολογίαν ὡς ἑξῆς: «Ἐφαρμόζονται ὡς πρὸς τὴν ἐπ’ αὐτῶν πειθαρχικὴν ἐξουσίαν, αἱ περὶ νομικῶν συμβούλων διατάξεις».
§282ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 2 ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Συνέλευσις παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ καὶ τὰ λοιπὰ ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου).
§283ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ψήφισις τοῦ συνόλου ἀναβάλλεται. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ καταργήσεως τῶν ἄρθρων 2 καὶ 3 τοῦ νόμου 2495 τῆς 10 Σεπτεμβρίου 1920».
§284Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῖον νομοσχέδιον εἶναι, κ. Πρόεδρε;
§285ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ὑπ’ ἀριθ. 16 νομοσχέδιον τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως.
§286Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν λόγον, κ. Πρόεδρε.
§287Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Εἶναι εἰς βʹ ἀνάγνωσιν.
§288Ν. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Εἶναι τὸ περὶ δημοσίων ὑπαλλήλων τοῦ ἁμαρτωλοῦ ἐκείνου νόμου.
§289Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχουσιν ὑπάλληλοι, εἰς τοὺς ὁποίους ἐδόθη ἀναστολή, ἀφοῦ συνεβλήθησαν συνεπεία ἰσχύοντος νόμου μετὰ τοῦ κράτους νὰ ὑπηρετήσωσιν ἐπὶ 10 ἔτη. Αὐτοὶ ἀνεκλήθησαν. Δὲν πρόκειται περὶ αὐτοῦ. Ἤθελον νὰ γνωρίζω τοῦτο. Αὐτοί, ὅταν ἀπολυθῇ ἡ κλάσις των, θὰ ἀπολυθῶσι καὶ θὰ ἐπανέλθωσιν εἰς τὴν θέσιν των, ἢ θὰ παραμείνωσι νὰ συμπληρώσωσι τὴν θητείαν των;
§290Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἔχω πρόχειρον τὸ ζήτημα, διότι τὸ ἐμελέτησα σήμερον. Αὐτοὶ ἐξακολουθοῦν νὰ λαμβάνωσι τὸν μισθόν.
§291Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ αὐτοῦ.
§292Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἀφοῦ ἐξακολουθοῦν νὰ λαμβάνωσι τὸν μισθόν, εἶναι ὑπάλληλοι.
§293Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ αὐτοῦ, ἀλλὰ πρόκειται περὶ τούτου: ὅταν ἀπολυθῇ ἡ κλάσις των, θὰ τὴν ἀκολουθήσωσι καὶ αὐτοὶ καὶ θὰ ἐπανέλθωσιν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, ἢ θὰ παραμείνωσι νὰ συμπληρώσωσι τὴν ὑπηρεσίαν των;
§294Ν. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Ὄχι. Περὶ ἀναστολῆς πρόκειται, ὄχι πέραν.
§295ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Συνέλευσις ὅπως ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον;
§296ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Μάλιστα. Μάλιστα. (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον)
§297Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπιτρέψατε μίαν γενικωτέραν παρατήρησιν. Τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον δύναται, τῆς Βουλῆς εὑρισκομένης ἐν διακοπῇ, ἀλλ’ ἐν συνόδῳ πάντοτε, νὰ ἐκδίδῃ Πολιτικὰ Διατάγματα;
§298Ν. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Ὑπ’ εὐθύνην τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου τὸ κάμνομεν.
§299Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ἐπιφυλάσσεται νὰ ζητῇ τὴν συγγνώμην τῆς Συνελεύσεως.
§300Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Αὐτὸ πῶς ὀνομάζεται;
§301Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Εἶναι μία παρανομία ὑπὸ τὴν αἵρεσιν τῆς συγγνώμης τῆς Συνελεύσεως.
§302Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Ὑπάρχουσι ζητήματα ἐπείγοντα καὶ λυσιτελῆ, διὰ τὰ ὁποῖα δύνασθε νὰ περιμένετε μέχρις ὅτου ἔλθῃ ἡ Βουλή.
§303Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν ἠδυνάμεθα νὰ ἀφήσωμεν αὐτούς, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἀπεσπασμένοι δεξιὰ καὶ ἀριστερά. Ἐνομίσαμεν ὅτι αὐτὸ ἔκαμε τοιαύτην ἐντύπωσιν εἰς τοὺς ἄλλους, ὥστε μᾶς ἐπεβάλλετο νὰ ἄρωμεν αὐτὴν τὴν διάκρισιν.
§304Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Ἐὰν ὅμως εἷς ὑπάλληλος δὲν σᾶς ἤκουεν, ἠδύνασθε νὰ τὸν κηρύξετε λιποτάκτην;
§305Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ὄχι βεβαίως.
§306ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 21 Δεκεμβρίου 1920 Ν. Διατάγματος «περὶ ὁρισμοῦ τῶν ὀργανικῶν θέσεων τῶν ὑποναυάρχων».
§307Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Παρακαλῶ ν’ ἀναβληθῇ τὸ νομοσχέδιον, διότι ἔχω ζητήσει μερικὰς πληροφορίας ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, ἐν σχέσει πρὸς τὴν δαπάνην καὶ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ τὰς καταθέσῃ.
§308ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ σχεδιαστῶν τοῦ Βασιλικοῦ Ναυτικοῦ». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον) Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 21 Δεκεμβρίου 1920 Ν. Δ. περὶ ἀπαλλαγῆς ἀπὸ τῶν ποινῶν τῆς λιποταξίας καὶ ἀνυποταξίας ὑπαξιωματικῶν, ναυτῶν κτλ. τοῦ Β. Ναυτικοῦ».
§309Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἤθελον νὰ ἐρωτήσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, ἢ μᾶλλον τὴν Κυβέρνησιν, διατὶ λαμβάνει ἀνόμοια μέτρα προκειμένου περὶ τῶν ἀνυποτάκτων καὶ λιποτακτῶν τοῦ ναυτικοῦ πρὸς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἔλαβε τὸ Κράτος διὰ τοὺς ἀνυποτάκτους καὶ λιποτάκτας τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς. Ὑποθέτω ὅτι τὰ ἀδικήματα εἶναι τὰ αὐτά, κανονίζονται δὲ κατὰ διάφορον τρόπον. Ἐνῷ οἱ ἀνυπότακτοι καὶ λιποτάκται τῆς ξηρᾶς, διὰ νὰ ἀπαλλαγῶσι τῶν συνεπειῶν, εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξαγοράσωσι τὸν χρόνον, τὸν ὁποῖον ὑπηρέτησαν, οἱ συνηλικιῶται των ἀντιθέτως προκειμένου περὶ τῶν ἀνυποτάκτων καὶ λιποτακτῶν τῆς θαλάσσης ἀπολαύουσι τῶν εὐεργετημάτων, τῶν ὁποίων ἀπολαύουσιν οἱ τῆς ξηρᾶς, χωρὶς ἐν τούτοις νὰ ὑποβάλλωνται καὶ εἰς καταβολὴν χρηματικήν. Καὶ ἐνῷ ὁ ἀνυπότακτος τῆς ξηρᾶς εἶναι δυνατὸν νὰ πληρώσῃ 1000 δραχμὰς διὰ νὰ ἐξαγοράσῃ 10 μῆνας, ὁ ἀνυπότακτος ἢ λιποτάκτης τῆς θαλάσσης ἀπολαύει τοῦ εὐεργετήματος χωρὶς νὰ πληρώσῃ οὐδὲ ὀβολόν. Τὴν παρατήρησιν αὐτὴν εἶχον νὰ κάμω διὰ νὰ σκεφθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἐὰν πρέπει νὰ ἐπέλθῃ ἀφομοίωσις.
§310Ι. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Πρόκειται περὶ κυρώσεως νομοθετικοῦ Διατάγματος. Τὸ διάταγμα αὐτὸ εἶναι ὅμοιον καθ’ ὅλα πρὸς τὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Εἶνε ἀκριβῶς πανομοιότυπον.
§311Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἰδοὺ περὶ τίνος πρόκειται. Τὴν ἐποχὴν ἐκείνην συνετάχθησαν δύο διατάγματα, ἓν διὰ τὸν στρατὸν καὶ ἕτερον διὰ τὸ ναυτικόν. Αὐτὸ εἶναι τὸ ἕν. Τὸ ἄλλο δὲν ἐνεκρίθη καὶ εὑρίσκεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν ὑπ’ ἀριθ. 50. Μετὰ ταῦτα εἰσήχθη ἰδιαίτερον νομοσχέδιον περὶ ἀνυποτάκτων γενικῶς.
§312Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Εἶναι καὶ διὰ τὸ ναυτικὸν ἐκεῖνο;
§313Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὄχι, μόνον διὰ τὸν στρατὸν τῆς ξηρᾶς, ἐπὶ πλέον δὲ ἔγινεν καὶ ἓν νομοσχέδιον εὐεργετικὸν διὰ τοὺς ἀνυποτάκτους τοῦ στρατοῦ. Τοιοῦτον δὲν ἔγινεν διὰ τὸ ναυτικόν, ὥστε ἄν θέλετε νὰ παραβάλετε τὸν στρατὸν τῆς ξηρᾶς καὶ θαλάσσης, οἱ τῆς θαλάσσης δὲν ἔχουν τὰ πλεονεκτήματα τὰ ἐκ τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου.
§314Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐδήλωσεν ὅτι τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἐψηφίσθη ὑπὸ τῆς Συνελεύσεως ἀφορᾷ τοὺς ἀνυποτάκτους καὶ λιποτάκτας τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς. Εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι ἡ Συνέλευσις, προκειμένου περὶ τῶν δύο στρατιωτικῶν δυνάμεων τῆς χώρας, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λαμβάνῃ μέτρα ἄνισα διὰ τὸν στρατὸν τῆς ξηρᾶς, πρὶν ἢ κυρωθῇ τὸ νομοθετικὸν διάταγμα, τὸ παρόμοιον πρὸς τὸ συζητούμενον, ἐγένετο πάγιος νόμος περὶ ἀνυποτάκτων. Νομίζω ὅτι εἶναι ὀρθὸν νὰ ζητηθῇ ἵνα, πρὸς ἀποφυγὴν ἄλλου νόμου, νὰ γραφῇ μία διάταξις τελικὴ εἰς τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, δι’ ἧς νὰ ἐφαρμόζεται ὁ νόμος περὶ ἐξαγορᾶς καὶ εἰς τὸ ναυτικόν.
§315Ν. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Ἐφόσον δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ.
§316Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἶναι ἐπικίνδυνον αὐτό. Καλλύτερα νὰ ἀναβληθῇ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ καὶ νὰ μελετηθῇ.
§317ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐξόδων παραστάσεως διοικητῶν μονάδων καὶ στρατιωτικῶν διοικητῶν». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχὴν) Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ παρατάσεως προθεσμίας νόμων 2038 καὶ 2087».
§318Ι. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Νὰ διορθωθῇ οὕτω: (ἀναγινώσκει) «ὁ χρόνος καὶ ὁ τόπος τῶν ἐξετάσεων κλπ.». (Ψηφίζεται ὡς ἐτροποποιήθη κατ’ ἀρχὴν) Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου 1238 τοῦ 1918 «περὶ παροχῆς περιθάλψεως εἰς τὰς οἰκογενείας τῶν ὑπὸ τὰ ὅπλα ὑπηρετούντων ἀνδρῶν». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχὴν) Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ διαθέσεως τῶν ἐντὸς τοῦ νέου σχεδίου τῆς καείσης ἐκτάσεως Θεσσαλονίκης περιλαμβανομένων ἀκινήτων».
§319Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Θὰ παρακαλέσω ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τὸ ἑξῆς: Τὸ νομοσχέδιον ἔχει ὑποβληθῆ μετὰ τῶν κ. κ. πληρεξουσίων Θεσσαλονίκης, ἐπειδὴ δὲ ἐζήτησαν νὰ παραπεμφθῇ εἰς εἰδικήν τινα ἐπιτροπὴν, θὰ παρακαλέσω νὰ συστηθῇ μία ἐπιτροπὴ εἰδική. Ἀλλ’ ἐπειδὴ τὸ νομοσχέδιον ἔχει ἤδη κατ’ ἐπανάληψιν συζητηθῇ, παρακαλῶ, ὅπως ἡ ἐπιτροπὴ ἀποπερατώσῃ τὴν ἐργασίαν, ὥστε τὴν προσεχῆ Δευτέραν νὰ εἶναι ὥριμον πρὸς συζήτησιν.
§320ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καταρτίζεται ἐπιτροπὴ εἰς τὴν ὁποίαν παραπέμπεται τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἀποτελουμένης ὑπὸ τῶν κ. κ. Ν. Γερμανοῦ, Μ. Θεοδωρίδου, Κ. Κοτσάνου, Ν. Κουλάνδρου, Ζ. Σαβαρίκα, Ἀμπτῆ βέη–Σελμπές, Σακῆ Ἰσαὰκ Ἀβραάμ, Δαυῒδ Ἀλχανάτη, Γκοτζαμάνη καὶ Γ. Χατζηγεωργίου.
§321Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶχον δίκαιον διὰ τὴν προηγουμένην παρατήρησίν μου.
§322Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. (Πρωθυπουργὸς). Παρενεβλήθη μία διάταξις. Ἐδῶ ὑπάρχει ἀναγεγραμμένον εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τὸ εἰδικὸν νομοσχέδιον περὶ κυρώσεως, εἶτα χωροῦσα ἀπ’ ἐκεῖ ἡ ἐπιτροπὴ ἔβαλεν «κυροῦται».
§323Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ὑπάρχει τὸ κείμενον τῆς διατάξεως.
§324Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Πρωθυπουργὸς). Ὄπως τὸ διετύπωσεν ἡ ἐπιτροπὴ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ δὲν εἶναι κύρωσις. Ἐδημοσιεύθη εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως. Τὸ Διάταγμα μὴ δυνάμενον νὰ ἰσχύσῃ ὡς νόμος, πρέπει νὰ κυρωθῇ πάλιν.
§325Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Δὲν ὑπάρχει οὐδεμία ὑποχρέωσις.
§326Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Πρωθυπουργὸς). Διότι κατὰ τὸ Σύνταγμα ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον, δὲν δύναται νὰ ψηφισθῇ ἕνας νόμος χωρὶς νὰ ψηφισθῇ κατ’ ἄρθρον.
§327Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Πρόκειται περὶ ἀφέσεως, περὶ γνώμης διὰ τὴν παράβασιν.
§328Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Πρωθυπουργὸς). Ἡ ἄφεσις γίνεται εἰς ἄλλο πρᾶγμα. Ἡ Κυβέρνησις πρὸ τῆς ψηφίσεως καὶ τῆς νομοθετικῆς ἰσχύος ἑνὸς νόμου, ἐφαρμόζουσα αὐτόν, ἔχει ἀνάγκην ἀφέσεως, ἡ νομοθετικὴ πρᾶξις γίνεται θέσει νόμου, ἄφεσις γίνεται, ὡς πρὸς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου, π.χ. ἐκ τοῦ ὅτι δὲν τοὺς ἐθεωρήσαμεν, ὡς ἀνυποτάκτους καὶ λιποτάκτας, τὸ ὅτι ὅμως ἀπὸ τῆς ἐποχῆς αὐτῆς εἶναι νόμῳ λιποτάκται πρέπει νὰ νομοθετηθῇ, ὥστε γίνεται θέσει νόμος καὶ δι’ αὐτὸ θὰ ἐπαναληφθῶσιν αἱ διατάξεις τοῦ Συντάγματος περὶ ψηφίσεως τῶν ἄρθρων, ἢ τοὐλάχιστον, τοῦ νόμου. Πρέπει νὰ ὑπάρχῃ τὸ κείμενον, διότι αὐτὸ καθίσταται νόμος διὰ τὸ μέλλον. Δυνάμεθα πολλάκις νὰ εὑρεθῶμεν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ κυρώσωμεν Νομοθετικὸν Διάταγμα καὶ νὰ ἐγκαλέσωμεν αὐτούς, οἱ ὁποῖοι ἐφήρμοσαν αὐτό, δύναται νὰ ψηφισθῇ ἀλλὰ νὰ μὴ εἶναι ἄφεσις.
§329Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Νὰ ψηφισθῇ διὰ τὰ κεκτημένα.
§330Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὥστε ἡ νομοθετικὴ πρᾶξις εἶναι πάντοτε καὶ δι’ αὐτὸ ἡ δήλωσις, ἡ ὁποία ἐγένετο ἐν τῷ νομοσχεδίῳ δὲν εἶναι τακτικὴ καὶ πρέπει νὰ ἐπαναληφθῇ.
§331ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ὑπαγωγῆς τῆς ὑπηρεσίας μεταφορῶν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας.»
§332Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Νὰ κηρυχθῇ κατεπεῖγον. (Κηρύσσεται κατεπεῖγον καὶ ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν.)
§333ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀναθεωρήσεως ἀποφάσεων τῶν Στρατοδικείων». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχὴν) Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τῶν ἀφορωσῶν τὴν ἐφεδρείαν τοῦ Σώματος τῆς Στρατιωτικῆς Δικαιοσύνης διατάξεων». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχὴν) Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐπεκτάσεως τῶν διατάξεων τοῦ νόμου 3562 «περὶ βελτιώσεως συσσιτίου ὁπλιτῶν Ἠπείρου». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχὴν) Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τῶν μετὰ τὴν καταδίκην στρατιωτικῶν ὑποχρεώσεων». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχὴν) Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἑρμηνείας προσωρινῶν διατάξεων τοῦ ὑπ’ ἀριθμὸν 1781 τῆς 22ας Ἀπριλίου 1919 νόμου «περὶ μονιμοποιήσεως ὑγειονομικῶν ἀξιωματικῶν». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχὴν) Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου ὑπ’ ἀριθ. 680, ὡς ἐτροποποιήθη διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. νόμου 911 μεταγενεστέρου τοιούτου περὶ καταστάσεως ἀξιωματικῶν παθόντων ἐν ὑπηρεσίᾳ». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχὴν) Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀναδρομικῆς ἰσχύος τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 1673 νόμου περὶ ἀποδοχῶν τῶν εἰς τὴν κατάστασιν διαθεσιμότητος παθόντων ἐν ὑπηρεσίᾳ τιθεμένων ἀξιωματικῶν καὶ ἀνθυπασπιστῶν». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχὴν) Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κανονισμοῦ ἀποδοχῶν τῶν ἐξ ἀποτάξεως, ἀποστρατείας κλπ. ἐπανερχομένων ἀξιωματικῶν, ὡς καὶ τῶν ὁδοιπορικῶν τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ τέως Δʹ Σώματος στρατοῦ τῶν ἐπανακαμψάντων ἐκ Γερμανίας καὶ περὶ ἀκυρώσεως τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 2550 νόμου». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχὴν) Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐπεκτάσεως τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου 1525 μέχρι πέρατος τοῦ παρόντος πολέμου». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχὴν) Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως τῶν νόμων περὶ προσωπικοῦ τῶν δασῶν». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχὴν) Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ διαθέσεως δασικῶν ἐκτάσεων διὰ γεωργικούς, δενδροκομικοὺς ἢ ἄλλους κοινῆς ὠφελείας σκοποὺς». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχὴν)
§334ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ ἄλλα ἔχουσι παραπεμφθῆ εἰς Ἐπιτροπήν.
§335Ε. ΧΑΤΖΗΔΑΚΗΣ. Παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε, ὅπως προταχθῇ καὶ ψηφισθῇ ἡ πρότασις νόμου «περὶ τοῦ ἐν Σάμῳ ἀρχειοφυλακείου».
§336ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Συνέλευσις ὅπως προταχθῇ καὶ ψηφισθῇ;
§337ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Μάλιστα. Μάλιστα.
§338ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τῆς προτάσεως νόμου «περὶ τοῦ ἐν Σάμῳ ἀρχειοφυλακείου». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον)
§339ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ Συνεδρίασις ἵνα ἐπαναληφθῇ αὕτη τὴν 6ην μ. μ. μεθαύριον. (Ὥρᾳ 2.30′ π. μ.)