1921.02.11
1.660 στίχοι · 12.359 λέξεις · 192 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 19η
Πέμπτη 11ης Φεβρουαρίου 1921
Προεδρία Ἀντιπροέδρου κ. Σ. ΜΠΑΛΑΝΟΥ
(Ὥρᾳ 5.45′ μ. μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Νὰ ἀναγνωσθῶσι τὰ πρακτικά. (Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Συνέλευσιν τὰ ἑξῆς: Ὁ Ἑλληνικὸς Φοιτητικὸς Σύλλογος ὑποβάλλει εἰς τὴν Συνέλευσιν ὑπόμνημα δι’ οὗ ζητεῖ: 1) Τὴν ἄμεσον ἀποστράτευσιν ἁπάντων τῶν φοιτητῶν. 2) Τὴν ἀναδρομικὴν ἐγγραφήν. 3) Τὴν παράτασιν τοῦ προνομίου τῆς μὴ κατοβολῆς τῶν ἐπὶ πτυχίῳ ἐξετάστρων τῶν στρατευσίμων. 4) Τὴν κατάργησιν τῶν προστίμων. 5) Τὴν κατάργησιν τῶν τμηματικῶν ἐξετάσεων. 6) Τὴν συμπλήρωσιν τῶν κενῶν ἑδρῶν καὶ τὴν ἔκδοσιν τῶν ἀναγκαίων συγγραμμάτων. Ὁ Πρόεδρος τῆς Κοινότητος Κουντουργιωτίσσης ἐκ μέρους τῶν κολλήγων κατοίκων Κουντουργιωτίσσης, Καλυβίων, καὶ Βροντοῦς παρακαλεῖ τὴν Συνέλευσιν ὅπως ἀκυρώσῃ τὴν πώλησιν τῶν χωρίων των ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, εἰς τρίτον ἐκμεταλλευτήν, καθόσον οἱ κολλῆγαι εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἀγοράσωσι ταῦτα ἐπὶ τῷ αὐτῷ τμήματι, ἀπελευθερούμενοι οὕτω ἐκ τῆς δουλοπαροικίας. Οἱ Ν. Πάλλης, Ρ. Χατζηαθανασίου, καὶ Α. Γῶγος ἀνθυπολοχαγοί, ἀνάπηροι πολέμου παρακαλοῦσι τὴν Συνέλευσιν ὅπως συμπεριληφθῶσιν εἰς τοὺς νόμους 680 καὶ 911 τῶν παθόντων ἀξιωματικῶν. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν κ. Δ. Γούναρης ὑποβάλλει τὰ ἑξῆς σχέδια νόμου: «Περὶ προσόντων προβιβασμοῦ ὑπαξιωματικῶν εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυπασπιστοῦ τοῦ ἐνεργοῦ καὶ ἐφέδρου Στρατοῦ» καὶ «Περὶ συγχωνεύσεως λόχου ὑποψηφίων εὐελπίδων καὶ ἀπαρτίσεως του ὡς πρώτης τάξεως Στρατιωτικοῦ Σχολείου Εὐελπίδων». Ὁ Πληρεξούσιος Ἀττικοβοιωτίας κ. Α. Μάτεσις ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀποζημιώσεως τῶν δικαστικῶν ἀντιπροσώπων». Οἱ πληρεξούσιοι Τρικκάλων κ. κ. Γ. Κανούτας, Σ. Ἀλεξανδριάδης, Δ. Μπούσδρας, καὶ Η. Μπασδέκης ὑποβάλλουσιν τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ παρατάσεως τῶν προθεσμιῶν ἐγγραφῆς εἰς τοὺς ἐκλογικοὺς καταλόγους». Ὁ Πληρεξούσιος Κυκλάδων κ. Δ. Βοκοτόπουλος ὑποβάλλει πρότασιν ψηφίσματος «περὶ τῆς ἐπαναστατικῆς νομοθεσίας». Οἱ πληρεξούσιοι κ. κ. Κ. Δροσόπουλος, Π. Γκορίτσας, Ι. Κίνιας, Ν. Λεβίδης, Δ. Χατζίσκος, Δ. Παναγιώτου, Λ, Τσουκαλᾶς, Σ. Γάτος, Σ. Σωτηριάδης, Κ. Λυκουρέζος· Ἀθ. Εὐταξίας, Α. Μάτεσις, Κ. Στάϊκος, Ι. Κούσουλας, Ἀλ. Παπαθανασίου κ.λ.π. ὑποβάλλουσι πρότασιν νόμου «περὶ προσκλήσεως πρὸς κατάταξιν εἰς τὸν ἐνεργὸν στρατὸν τῶν ἐν τῷ πίνακι Βʹ τῆς μονιμοποιήσεως ἐγγεγραμμένων ἐφέδρων ἀξιωματικῶν».
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Ἐθνοσυνέλευσιν ὅτι τὴν ἐνισχυτικὴν ἐπιτροπὴν τῶν Στρατιωτικῶν πρὸς ἣν παρεπέμφθη τὸ νομοσχέδιον «περὶ ἀνυποτάκτων καὶ λιποτακτῶν», κατήρτισα ἐκ τῶν κ. κ. Ξ. Στρατηγοῦ, Λ. Τσουκαλᾶ, Κ. Δροσοπούλου, Γ. Ἀλεξάνδρου, Χ. Γρόλιου καὶ Σ. Στάη. Ἡ Εἰδικὴ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τρόπου διαθέσεως ἀδειῶν ἐξαγωγῆς ἐλαίου» ὑποβάλλει τὴν εἰσηγητικήν της ἔκθεσιν.
§4Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ μοῦ ἐπιτρέψητε τὸν λόγον ἐπὶ ἐπείγοντος ζητήματος.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως;
§6Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Μάλιστα.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Συνέλευσις;
§8ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§9Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Καθ’ ἣν στιγμὴν κ. Πρόεδρε, εἷς πληρεξούσιος τῆς πτέρυγος ἐκείνης δημιουργεῖ ἀπεργίαν ἐν Πειραιεῖ οὐχὶ διὰ λόγον τινα πραγματικόν, ἀλλὰ διὰ νὰ φέρῃ δυσχέρειαν εἰς τὸ Κράτος, καθ’ ἣν στιγμὴν ὕψιστα συμφέροντα τοῦ Κράτους διακυβεύονται......
§10ΤΙΝΕΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Ποῖος, ποῖος εἶναι αὐτός;
§11Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Θὰ τὸν ἀκούσητε (Θόρυβος). Ὁ κ. Μαρῆς Ἐμπειρῖκος. Καθ’ ἣν στιγμὴν λέγω, εἷς τέως βουλευτὴς δημιουργεῖ ἀπεργίαν, ἕτερος πληρεξούσιος ἐκ Δράμας, ὁ κ. Θεολογίτης, δημοσιεύει σήμερον ἄρθρον εἰς Ἀθηναϊκὴν ἐφημερίδα, διὰ τοῦ ὁποίου καπηλικῶς ὑβρίζει τοὺς πάντας καὶ τὰ πάντα, ὑβρίζει τὸ νόμιμον καθεστὼς τὸ ἀπορρεῦσαν ἐκ τῆς λαϊκῆς θελήσεως, ὑβρίζει τὴν Συνέλευσιν, ὑβρίζει τὸν Ἑλληνικὸν Λαόν, ἔχει δὲ τοιοῦτον θράσος καὶ γράφει...(ζητεῖ νὰ ἀναγνώσῃ τὴν ἐφημερίδα).
§12Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ γραφόμενα, δὲν ἀφορῶσι πρόσωπα, ἀλλ’ αὐτὴν τὴν Συνέλευσιν καὶ ποιούμενος ἔκκλησιν πρὸς τὸν πατριωτισμὸν τοῦ κυρίου Τσουκαλᾶ παρακαλῶ αὐτὸν χάριν αὐτῆς τῆς ἀξιοπρεπείας τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως νὰ μὴ ἀναγνώσῃ ἄρθρον τοιοῦτον φέρον ἀτυχῶς ὑπογραφὴν πληρεξουσίου, ὅπερ δὲν εἶναι ἢ βωμολοχίαι καὶ ὕβρεις κατὰ τῆς ἰδέας καὶ τῆς ψήφου τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὑπονόμευσις δὲ τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων κατὰ τὰς κρισίμους ταύτας στιγμὰς τῆς Πατρίδος.
§13Α. ΘΕΟΛΟΓΙΤΗΣ. Τὸν λόγον κ. Πρόεδρε. (Ἀπομακρυνόμενος δὲ τῆς θέσεώς του βαδίζει πρὸς τὸ βῆμα). Ἐφ’ ὅσον μοὶ ἀποδίδονται τάσεις προδοτικαὶ...(Θόρυβος καὶ φωναί).
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ (Κρούων τὸν κώδωνα). Ὁμιλεῖ ἄλλος. Δὲν ἔχετε τὸν λόγον κ. πληρεξούσιε.
§15Α. ΘΕΟΛΟΓΙΤΗΣ. (ἐπανερχόμενος εἰς τὴν θέσιν του). Ἡμεῖς ἐπολεμήσαμεν διὰ τὴν Πατρίδα.
§16Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. (ἐν ὀργῇ καὶ ἐν μέσῳ θορύβου) Τότε ἡμεῖς δὲν ἐπολεμήσαμεν διὰ τὴν Πατρίδα; Δὲν ἐπολέμησαν ὅσοι ἀπετάχθησαν ἢ ἐφυλακίσθησαν ἢ ἐξωρίσθησαν ἢ ἐτυφεκίσθησαν;
§17Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ (πρὸς τὴν πτέρυγα τῶν Φιλελευθέρων). Εἶσθε ἄξιοι περιφρονήσεως. Ναί, εἶσθε ἄξιοι περιφρονήσεως. (Κατέρχεται τοῦ βήματος, ἐνῷ ἐγείρεται νέος θόρυβος ἐκ τῆς ἀριστερᾶς πτέρυγος καὶ διαμείβονται ζωηραὶ ἀντεγκλήσεις μεταξὺ τῶν πληρεξουσίων τῆς πλειονοψηφίας καὶ τῆς μειονοψηφίας, μεθ’ ὅλας τὰς παρακελεύσεις τοῦ κ. Προέδρου καὶ τὴν ἀδιάκοπον κωδωνοκρουσίαν. Πλεῖστοι πληρεξούσιοι ἐκ τῆς πτέρυγος τῶν Φιλελευθέρων σπεύδουσι πρὸς τὸν κ. Θεολογίτην κραυγάζοντα καὶ ζητοῦντα τὸν λόγον καὶ τὸν προτρέπουσι νὰ παραιτηθῇ τοῦ λόγου του, τοῦθ’ ὅπερ καὶ δέχεται. Καταπαύει οὕτω ὁ θόρυβος).
§18Α. ΑΡΓΥΡΟΣ. Τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. πληρεξουσίου Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας περὶ τοῦ βωμολοχικοῦ ἄρθρου τοῦ καθαπτομένου τῆς Κυβερνήσεως, τῆς Συνελεύσεως καὶ τῆς Χώρας......
§19Α. ΘΕΟΛΟΓΙΤΗΣ. Διαμαρτύρομαι. (Ἐγείρεται νέος θόρυβος καὶ διασταυροῦνται ζωηρόταται μεταξὺ τῶν κ. κ. πληρεξουσίων ἀντεγκλήσεις. Ἅπαντες οἱ πληρεξούσιοι ἐν τῇ αἰθούσῃ ἵστανται ὄρθιοι κραυγάζοντες καὶ χειρονομοῦντες ζωηρῶς, ἐνῷ μάτην ὁ κ. Πρόεδρος κρούει συνεχῶς τὸν κώδωνα ζητῶν νὰ ἐπιβάλῃ τὴν τάξιν, ἀπειλεῖται δὲ πρὸς στιγμὴν ῥῆξις).
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ἐπὶ 10 λεπτὰ λόγῳ τοῦ θορύβου.
(Ὥρᾳ 6 μ.μ.)
ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΚΟΠΗΝ
(Ὥρᾳ 6.10′ μ.μ.) (Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις χωρὶς οὐδεὶς ἐκ τῶν κ. κ. πληρεξουσίων τῆς ἀριστερᾶς πτέρυγος νὰ παρίσταται.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔχει τὸν λόγον.
§22Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Δὲν δύναμαι, κύριοι πληρεξούσιοι, παρὰ νὰ ἐκφράσω τὴν βαθυτάτην λύπην μου, τὴν ὁποίαν ᾐσθάνθην διὰ τὰς σκηνάς, αἱ ὁποῖαι συνέβησαν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Εἶναι λυπηρὸν ὅτι δὲν γίνεται δυνατὸν εἰς τοὺς κ. κ. πληρεξουσίους νὰ συγκρατηθῶσιν ὥστε ἡ διεξαγωγὴ τῶν συζητήσεων νὰ γίνεται μετὰ τῆς ἀπαραιτήτου διὰ τὴν σοβαρότητα αὐτῶν ἠρεμίας. Ὀφείλω νὰ παρακαλέσω ἰδιαιτέρως ὑμᾶς κύριοι, νὰ καταβάλλητε πᾶσαν ὑμῶν τὴν προσπάθειαν ἵνα συγκρατῆτε τὴν ἔστω καὶ δεδικαιολογημένην ὀργήν, τὴν ὁποίαν προκαλοῦσι πράξεις, οἷον τὸ δημοσίευμα, τὸ ὁποῖον ἔφερεν ἐπὶ τοῦ βήματος τούτου τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας πληρεξούσιον. Τὸ δημοσίευμα δὲν ἀνήκει εἰς τὴν ἔκθεσιν ταύτην, ἂν καὶ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος τὸ ἔγγραψε περιλαμβάνεται μεταξὺ τῶν μελῶν τῆς Συνελεύσεως. Ἦτο φυσικὸν τὸ αἴσθημα τῆς ἀγανακτήσεως, τὸ ὁποῖον τὸ δημοσίευμα ἐξήγειρε παρὰ τοῖς πληρεξουσίοις, ἀλλὰ θὰ παρακαλέσω αὐτούς, καὶ θὰ τοὺς παρακαλέσω μὲ πλῆρες τὸ συναίσθημα τῆς εὐθύνης, τὴν ὁποίαν ἔχομεν διὰ τὴν προσήκουσαν διεξαγωγὴν τῶν ἐργασιῶν τοῦ Σώματος, νὰ προσπαθήσωσι νὰ συγκρατῶνται πάντες, οὐδαμῶς δὲ νὰ ὑπερβαίνωσι τὰ ὅρια ἐκεῖνα ἐντὸς τῶν ὁποίων πρέπει νὰ ἱστάμεθα, ἵνα προσηκόντως διεξάγωνται αἱ ἐργασίαι τοῦ Σώματος.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Στράτος ἔχει τὸν λόγον.
§24Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Αἱ σκηναί, αἱ ὁποῖαι ἔλαβον χώραν πρὸ ὀλίγου, δὲν εἶναι δυνατόν, κύριοι πληρεξούσιοι παρὰ νὰ προκαλέσωσι τὴν βαθυτάτην λύπην ὅλων ἡμῶν. Ὁ ἀξιότιμος πληρεξούσιος Ἀττικοβοιωτίας εὑρέθη ἐν εὐλόγῳ δυσανασχετήσει διὰ τὸ δημοσίευμα, τὸ ὁποῖον καθήπτετο ὁλοκλήρου τοῦ ἔργου οὐχὶ τῆς Συνελεύσεως καὶ τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ τοῦ ὅλου συστήματος, τὸ ὁποῖον ἔτυχε τῆς μεγίστης πλειονοψηφίας τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἡ ἐπέμβασις τοῦ κ. Πληρεξουσίου ἀπὸ τοῦ βήματος ἦτο εὔλογος κατὰ τὴν γνώμην μου, διότι ὤφειλον τινὲς τῶν κ. κ. πληρεξουσίων ν’ ἀντιλαμβάνωνται, ὅτι ἐὰν εἶναι διατεθειμένοι νὰ ἐλέγξωσι, εἴτε τὸ ἔργον τῆς Συνελεύσεως, εἴτε τὸ ἔργον τῆς Κυβερνήσεως, εἴτε τὸ ἔργον τοῦ συνολικοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον ἀποτελοῦμεν, ἁρμοδιώτερον βῆμα πρὸς ἐνάσκησιν τοῦ ἐλέγχου τούτου εἶναι τὸ βῆμα τῆς Συνελεύσεως, παρὰ αἱ στῆλαι τῶν ἐφημερίδων, ἐκ τῶν ὁποίων δύναται ἀνεξελέγκτως νὰ ἀπευθύνῃ τὰς ὕβρεις του καθ’ ὁλοκλήρου τοῦ Σώματος. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ὁ ἀξιότιμος πληρεξούσιος Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας, δὲν ἐξῆλθεν τοῦ Κανονισμοῦ οὔτε τῶν δικαιωμάτων αὐτοῦ ὡς πληρεξουσίου, πράττων, ὅ,τι ἔπραξε. Νομίζω ὅμως ὅτι ἔχω καὶ ἐγὼ καθῆκον νὰ παρακαλέσω τοὺς κ.κ. συναδέλφους ὅπως συγκρατῶσιν τὴν ὀργὴν αὐτῶν, διότι ἀπὸ ἡμερῶν κύριοι, δημιουργοῦνται ἐπεισόδια ἐν τῇ Συνελεύσει ὀφειλόμενα εἰς προκλήσεις ἐντέχνους, σήμερον δὲ δύναμαι νὰ εἴπω ὅτι ἡ πλειοψηφία τῆς Συνελεύσεως ἐνέπεσεν εἰς παγίδα καὶ παρεσύρθη εἰς σκηνὴν ἐν τῇ Συνελεύσει, ἡ ὁποία βεβαίως θὰ ἔχῃ ἐπίδρασιν ἐπὶ τοῦ κύρους τῶν ἐργασιῶν ἡμῶν καὶ θὰ ἔχῃ ὡς ἀποτέλεσμα τὴν δυσφημίαν τῶν προθέσεων τῆς Συνελεύσεως παρὰ τῷ Ἑλληνικῷ λαῷ. Διὰ τοῦτο πρέπει τὰ νεῦρα νὰ συγκρατῶνται εἰς τὸ μέλλον, νομίζω δ’ ὅτι ὀφείλομεν νὰ προσπαθήσωμεν ὅπως διεξαγάγωμεν τὸ ἔργον, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀνατεθειμένον εἰς ἡμᾶς ὑπὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, μεθ’ ὅλης τῆς ψυχραιμίας, ἡ ὁποία ἐγγυᾶται, ὅτι τὸ ἔργον τοῦτο θὰ εἶναι καρποφόρον. Ἴσως συνετέλεσεν εἰς τὴν ἔξαψιν τῶν ἡμερῶν τούτων καὶ ἡ λόγῳ τῶν περιστάσεων ἀναβολὴ τοῦ ὁλικοῦ ἐλέγχου τῶν πεπραγμένων τῆς πρώην Κυβερνήσεως, διότι, ἐὰν ὁ ἔλεγχος οὗτος διεξήγετο εἰς τακτικὴν ἡμέραν, ἤθελεν περατωθῇ τὸ ἔργον τοῦ ἐλέγχου καὶ ἤθελον περατωθῇ καὶ αἱ ἐξάψεις. Ἀλλ’ ἕνεκα τῶν περιστάσεων ἡ ἐνάσκησις τοῦ ἐλέγχου τούτου ἀνεβλήθη καὶ ὡς συνέπεια τούτου προκύπτει ὅτι καθ’ ἑκάστην ἐλάχιστα ἐπεισόδια παρέχουν ἀφορμὰς ἐνασκήσεων προχείρου ἐλέγχου καὶ δημιουργοῦνται ἐπεισοδιακὰ ζητήματα παρατείνοντα μίαν κατάστασιν ἐξάψεως, ἡ ὁποία δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ ἔχῃ τὴν ἀπήχησιν αὐτῆς ἐν τῇ χώρᾳ. Καὶ ταῦτα μὲν ὅσον ἀφορᾷ τὰ ἐπεισόδια. Ἀλλ’ ὀφείλω νὰ συστήσω ἐπίσης δύο πράγματα. Ἐν πρώτοις εἶδον μετὰ λύπης μου εἰσελθόντας εἰς τὴν αἴθουσαν ἄνδρας τοῦ στρατοῦ.
§25Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Ἀπεμακρύνθησαν.
§26Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Μάλιστα, ἀλλὰ πρέπει νὰ μάθωσιν ὅτι δὲν εἶναι ἡ θέσις των ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, καίτοι ἀντελήφθην ὅτι παρενέβησαν οὐχὶ ἵνα διαπράξωσιν, ὅ,τι διέπραξαν ἄλλοι ἄλλοτε ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ στρατιωτικοί· ἀλλὰ δὲν ἔχουν θέσιν.
§27Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Διετάχθησαν νὰ ἀπομακρυνθοῦν.
§28Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Μάλιστα. Ἐπίσης ἤθελον παρακαλέσει νὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ ὑποβάλω τὴν γνώμην ὅτι, ὅταν ἀρχίζουν οἱ θόρυβοι, προσήκει ἐγκαίρως νὰ παρεμβαίνῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως πρὸς κατασίγασιν τῶν πραγμάτων διότι ἡ πρόληψις εἶναι ἐν τούτῳ προτιμοτέρα τῆς καταστολῆς.
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Κουμουνδοῦρος ἔχει τὸν λόγον.
§30Σ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὁ ἔντιμος Ἀρχηγὸς τοῦ Συντηρητικοῦ κόμματος κ. Στρᾶτος, περιωρίσθησαν νὰ δώσωσιν μίαν συμβουλήν. Θὰ ἦτο προτιμότερον νὰ διδάξουν τοὺς κυρίους αὐτούς, οἱ ὁποῖοι κάθηνται εἰς τὴν πτέρυγα ἐκείνην, ὅτι ἂν ἀποτολμήσουν ἐκ νέου νὰ διαταράξουν τὴν τάξιν τῆς Συνελεύσεως, θὰ φύγουν ἐντεῦθεν μὲ τεθραυσμένας τὰς κεφαλάς.
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Μερκούρης ἔχει τὸν λόγον.
§32Γ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Μετὰ τὰς συστάσεις τοῦ ἀξιοτίμου κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ κ. Ἀρχηγοῦ τοῦ κόμματος τῶν Συντηρητικῶν ἐπὶ τῶν λαβόντων χώραν ἐπεισοδίων, ὀφείλω νὰ ζητήσω τὴν συγγνώμην τοῦ Σώματος, διότι ἴσως συνετέλεσα καὶ ἐγὼ εἰς τοῦτο. Διότι θυμωθεὶς ἀπηύθυνα σκληράς τινας παρατηρήσεις πρὸς τοὺς συναδέλφους τοὺς καθημένους εἰς τὴν πτέρυγα ἐκείνην.
§33Α. ΠΑΠΑΖΑΧΑΡΙΟΥ. Σεῖς ἠμύνθητε.
§34Γ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Μάλιστα, ἀλλ’ ὀφείλω νὰ δικαιολογηθῶ καὶ νὰ τονίσω καὶ πρὸς σεβασμὸν τῆς ἀξιοπρεπείας τῆς Συνελεύσεως, ὅτι, παρεκτραπεὶς δὲν παρεξετράπην ἀπὸ κοινοβουλευτικήν τινα συζήτησιν, ἀλλὰ δι’ αὐθάδειαν τὴν ὁποίαν προσωπικῶς μοὶ ἀπηύθυνεν ὁ εἰς τὸ ἑδώλιον ἐκεῖνο καθήμενος πληρεξούσιος. Βεβαίως εἶναι λυπηρὸν ὅτι δημιουργοῦνται τοιαῦτα ἐπεισόδια ἐν τῇ Συνελεύσει, εἶναι λυπηρὸν τοσούτῳ μᾶλλον διότι πολλάκις εὑρισκόμεθα εἰς τὴν θέσιν νὰ κακίζωμεν συναδέλφους, οἵτινες εἰσερχόμενοι ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ διὰ πρώτην φοράν, στεροῦνται τῆς πείρας, τῆς ψυχραιμίας καὶ τῆς κοσμιότητος τῆς κοινοβουλευτικῆς, δύναμαι νὰ εἴπω, ἐνῷ ἀφ’ ἑτέρου προκαλοῦσι ὅλως ξένα πρὸς αὐτοὺς ζητήματα διότι ἔρχονται ἐκ τῶν ἄρτι ἀπελευθερωθέντων διὰ τοῦ ἡρωϊκοῦ μας στρατοῦ χωρῶν. Διὰ ταῦτα εἶναι ἀπαραίτητος, ὡς πολὺ ὀρθῶς εἶπεν ὁ κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Συντηρικοῦ κόμματος, ἡ ἀναβολὴ τῆς συζητήσεως τῶν ὀργίων, τὰ ὁποῖα διεπράχθησαν ἐκ τοῦ μέρους κόμματος ἐκείνου κατὰ τὸ διάστημα τῆς τετραετίας ταύτης. Ἐὰν οἱ ἀξιότιμοι πληρεξούσιοι τῶν νέων Χωρῶν ἐγνώριζον, ὅσα γνωρίζουν οἱ πληρεξούσιοι οἱ καθήμενοι εἰς ἐκείνην μὲν τὴν πτέρυγα, ἀλλ’ εἰς τὰ πρῶτα ἐδώλια, καὶ οἱ ὁποῖοι σιωποῦν ὁσάκις ἀκούσουν ἔλεγχόν τινα ἐκ τοῦ στόματος τῶν δεινοπαθησάντων, κύπτοντες ὑπὸ τὴν βεβαρυμένην συνείδησίν των, ἐὰν ἐγνώριζον, λέγω, οἱ τῶν νέων χωρῶν ὅσα γνωρίζουσι οἱ συναυτουργήσαντες δὲν θὰ ὠρύοντο ὅταν ἤκουον τὰς δικαίας διαμαρτυρίας μας δι’ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὑπέστημεν ἐπὶ τέσσαρα ὁλόκληρα ἔτη, ἀλλὰ θὰ ἐμιμοῦντο τοὺς ἐνόχους. Διὰ τοῦτο νομίζω ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπισπευθῇ ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον, ἡ ἔκθεσις τῶν λαβόντων χώραν. Τοῦτο δὲ οὐδαμῶς θὰ βλάψῃ τὰ ἐξωτερικὰ ἡμῶν ζητήματα, διότι καὶ οἱ εὐρωπαϊκοὶ λαοὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ μάθωσι διατὶ ἀπεδοκιμάσθη, ἀποδοκιμάζεται καὶ θὰ ἀποδοκιμάζεται τὸ κόμμα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐξεπροσώπησεν ὁ ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος εὑρίσκεται τὴν στιγμὴν αὐτὴν ἐκεῖ ὅπου εὑρίσκεται.
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Λεβίδης ἔχει τὸν λόγον.
§36Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Δὲν σκοπῶ, κύριοι, νὰ ἀναμιχθῶ εἰς τὴν συζήτησιν, ἵνα ἐκφέρω γνώμην. Ἀναμιγνύομαι εἰς τὴν συζήτησιν ταύτην, ἵνα διασαφηνίσω τὰ πράγματα, ἵνα μὴ πιστευθῇ, ὅτι ἡ πτέρυξ αὕτη ἤρξατο χειρῶν ἀδίκων, διότι χειρῶν ἀδίκων ἤρξαντο οἱ κύριοι, οἱ καθήμενοι πρὸς τὴν πτέρυγα ἐκείνην. Ὁ κ. πληρεξούσιος Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας ὑπὸ τὴν ἐντύπωσιν ἄρθρου τινὸς ἐνυπογράφου, δημοσιευθέντος ἔν τινι ἐφημερίδι τῶν Ἀθηνῶν, ἀνῆλθε τὸ βῆμα ἵνα ἐκθέσῃ τὰ κατὰ τὸ ἄρθρον, τὸ ἐν τῇ ἐφημερίδι ἐκείνῃ δημοσιευθέν. Πρὶν ἢ ἀκούσωμεν περὶ τίνος πρόκειται, ἐγὼ δὲ μάλιστα ὁμολογῶ, ὁ ἀναγινώσκων σχεδὸν πάσας τὰς ἐφημερίδας ὅτι τὸ φύλλον τοῦτο σήμερον δὲν εἶχον ἀναγνώσει, πρὶν ἢ λοιπὸν ἀκούσωμεν περὶ τίνος πρόκειται, πρὶν ἢ ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας πληρεξούσιος ἀνοίξῃ κἂν τὸ στόμα αὐτοῦ, εἴδομεν ἐκεῖθεν, κύριοι, τινὰ ἐκ τῶν συναδέλφων ἐγειρόμενον καὶ μανιωδῶς κραυγάζοντα καὶ ἐπιτιθέμενον κατὰ τοῦ κ. Τσουκαλᾶ, ὃν οὐδὲ αὐτὸς ὁ κύριος ἀκόμη εἶχεν ἀκούσῃ. Τίνες λοιπὸν παρακαλῶ ἤρξαντο χειρῶν ἀδίκων; Ἡμεῖς, ἢ ἐκεῖνοι; Ταῦτα λέγω οὐχὶ ἵνα ἐκφέρω γνώμην, ἀλλὰ διότι ἐπιθυμῶ, χάριν ὅλου τοῦ κόσμου, νὰ ἀκουσθῇ τίνες ἤρξαντο χειρῶν ἀδίκων. Καὶ παρέστημεν θεαταὶ ἐκείνων τῶν ὀδυνηρῶν σκηνῶν, ἃς ἀκριβῶς δὲν ἀντελήφθην, διότι κατεγινόμην κατ’ ἐκείνην τὴν στιγμὴν νὰ ἀναγνώσω τὸ ἄρθρον ἐκεῖνο, ὅπερ συνάδελφος μοὶ εἶχεν διαβιβάσει. Ἐὰν ὁ κύριος πληρεξούσιος ἐκ τῆς πτέρυγος ἐκείνης ἄφινεν ἐλεύθερον τὸν λόγον εἰς τὸν κύριον ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας πληρεξούσιον, ἠθέλομεν ἀκούσει τὶ ἐζήτει ὁ ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας κύριος πληρεξούσιος, ἠθέλομεν δὲ ἔχει καὶ τὴν ἀπάντησιν τοῦ κυρίου τῆς πτέρυγος ἐκείνης, οὗτινος, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ εἴπω, δὲν γνωρίζω τὸ ὄνομα, οὔτε τὸν Νομὸν ἐξ οὗ εὑρίσκεται ἐνταῦθα.
§37ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Θεολογίτης ὀνομάζεται.
§38Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Λυποῦμαι διότι ἔχει ὄνομα συγγενὲς πρὸς τὴν θεολογίαν καὶ ἐν τούτοις ἐδείχθη τοσοῦτον ἄγριος. Ἀλλά, κύριοι, ἡ ὑπομονὴ ἔχει καὶ ὅρια. Ἐνταῦθα κινδυνεύομεν ἀπὸ δικαίων κατηγόρων νὰ γίνωμεν ἀδίκως κατηγορούμενοι, οὐχὶ ἡμεῖς οἱ παρακαθήμενοι ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἀλλ’ ὁλόκληρος ὁ Ἑλληνικὸς λαός, οὗτινος ἡμεῖς εἴμεθα ἁπλοῖ ἐντολοδόχοι. Ἐκραύγαζον ἐπὶ τοσαῦτα ἔτη, ὅτι ἔχουσι παμψηφεὶ τὴν πλειοψηφίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἡμεῖς δὲ δὲν ἠδυνάμεθα νὰ διαμαρτυρηθῶμεν, διότι ἐκινδυνεύαμεν ἢ νὰ ὁδηγηθῶμεν εἰς τὰ δεσμωτήρια, ἢ νὰ ἀπελαθῶμεν, ἢ νὰ φονευθῶμεν καὶ δὲν γνωρίζω τὶ ἄλλο νὰ πάθωμεν χεῖρον, ἐὰν ὑπάρχῃ καί τι τούτου χεῖρον. Ἦλθεν ἡ στιγμή, καθ’ ἣν τὰ πράγματα ἔδει νὰ ἀποκατασταθῶσιν εἰς τὴν δικαίαν αὑτῶν θέσιν. Ὑπεδηλώθη ἡμῖν, ὅτι ὕψιστα ἐθνικὰ συμφέροντα ἐπιβάλλουσιν ἐπί τινα χρόνον τὴν σιγήν. Καίτοι ἠκούσαμεν πολλὰ ἐσιγήσαμεν. Οὕτω ἀπὸ πολλῶν ἡμερῶν ἐζήτησα ὑπὸ τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ νὰ καταθέσῃ σημείωμα πόσοι ἀξιωματικοί, πόσοι ὑπαξιωματικοί, πόσοι στρατιῶται, πόσοι πολῖται ἐδολοφονήθησαν διὰ τῶν παρανόμων Στρατοδικείων, ἐζήτησα νὰ μάθω ἐπίσης πόσοι αὐτῶν ἔχουσιν ὀρφανά, τίνα λαμβάνουσι σύνταξιν καὶ ἄλλα καὶ οὐδεμίαν περὶ τούτου ἀπάντησιν ἔδωκαν οἱ κύριοι Ὑπουργοί. Ἠδυνάμην φιλικῶ βεβαίως τῷ τρόπῳ νὰ παραπονεθῶ κατὰ τῶν κυρίων Ὑπουργῶν, διότι δὲν κατέθηκαν τὰς αἰτηθείσας πληροφορίας, ἵνα συζητήσω περὶ αὐτῶν, ὅταν ἔλθῃ ἡ σειρὰ τῆς ἐρωτήσεως, ἥτις εἶναι ἡ ὑπ’ ἀριθ. 159 καὶ ὑποθέτω, ὅτι εἰς τὴν Σύνοδον τὴν Βʹ θέλει συζητηθῇ ἡ ἐρώτησίς μου. Ἀλλ’ ἐν τούτοις δὲν παραπονοῦμαι διὰ τοῦτο, οὐδὲ προκαλῶ συζήτησιν περὶ αὐτῶν. Δι’ ὅσων λέγω θέλω μόνον νὰ ἀποδείξω, ὅτι ἡμεῖς, ἕνεκεν ὑψηλοτέρων ἐθνικῶν συμφερόντων, ὡς ταῦτα παρίστανται καὶ ὡς ἀληθῶς ἔχουσι, δεικνύομεν πᾶσαν ἐπιείκειαν καὶ ἀνοχὴν καὶ ἀναμένομεν τὸν ἔλεγχον, ὅταν ἐπιστῇ ἡ κατάλληλος ὥρα. Ἀλλά, νομίζετε, κύριοι, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ἀντιλαμβανώμεθα, ὅτι ἡ τοιαύτη στάσις ἡμῶν, ἀντὶ νὰ κατευνάζῃ τοὺς κυρίους ἐκείνους, τοὐναντίον καὶ παραδόξως ἐξερεθίζει τὰ νεῦρα αὐτῶν, ζητούντων ἀφορμάς, ἵνα προκαλῶσιν ἡμᾶς εἰς συζητήσεις, ἐξ ὧν βεβαίως δὲν θέλουσιν ἐξέλθῃ εὐχαριστημένοι; Ἀλλά, κύριοι, τὸ πρᾶγμα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξακολουθήσῃ κατὰ τοιοῦτον τρόπον. Ἐὰν ὁ κύριος ἐκεῖθεν εἶχεν τὴν ὑπομονὴν νὰ ἀκούσῃ τὸν κ. ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας πληρεξούσιον, ἤθελε δυνηθῆ ἴσως νὰ ἀπολογηθῇ, ἐὰν ὑπάρχῃ τρόπος ἀπολογίας, διότι κατ’ ἐμὲ δὲν εἶναι δυνατὸν τοῦτο. Ἤθελε μείνῃ ἀναπολόγητος. Διότι πῶς εἶναι δυνατόν, κύριοι, νὰ ἀπολογηθῇ τις, ἐνῷ ὁ πληρεξούσιος ἔχῃ τὸ δικαίωμα καὶ τὴν εὐκολίαν νὰ ἀνέλθῃ εἰς τὸ βῆμα ἐκεῖνο, καὶ νὰ ἐλέγξῃ τὸ κόμμα τοῦτο, δηλαδὴ ὁλόκληρον τὸν Ἑλληνικὸν Λαόν; Ἀπέφυγεν ὅμως τοῦτο, καὶ κατέφυγεν εἰς τὰς στήλας τῆς ἐφημερίδος, ἐν ᾗ τὸ ὀλιγώτερον, ὅπερ γράφει, εἶναι ὅτι ἡμεῖς, κατὰ τὴν νεωτέραν συνήθειαν τοῦ γράφειν Γαλλικάς, Ἀγγλικάς, Ἰταλικὰς καὶ Πολωνικὰς ἀκόμη λέξεις μεταξὺ τῶν Ἑλληνικῶν, ὅτι ἡμεῖς παίζομεν ρόλον ἀνήθικον!!
§39Ν. ΜΟΥΖΑΚΗΣ. Ἔξεστι τοῖς Κλαζομενίοις ἀσχημονεῖν.
§40Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Λυποῦμαι, κύριοι, διὰ τὴν τόλμην αὑτοῦ τοῦ κυρίου. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι εἰς τὴν Ἐθνοσυνέλευσιν τοῦ 1862, εἶχεν ἐκλεχθῆ ἐκ τῆς Κέας πληρεξούσιός τις Σταθόπουλος, ὅστις εἶχεν καθυβρίσει τοὺς νεκρούς, οἵτινες ἐπανεστάτησαν κατὰ τῆς βασιλείας τοῦ Ὄθωνος, τοὺς νεκροὺς τῆς Κύθνου, τὸν γενναῖον ἀξιωματικὸν Μωραϊτίνην, υἱὸν τότε Προέδρου ἐπὶ Ὄθωνος τοῦ Ἀρείου Πάγου, κατόπιν πληρεξουσίου τῆς Συνελεύσεως καὶ Προέδρου αὑτῆς, ὕβρισε τὸν ἀείμνηστον ἀξιωματικὸν Λεοτσᾶκον, τὸν ἀείμνηστον ἀξιωματικὸν Σκαρβελῆν, οὗτινος ὁ πατὴρ εἶχε χύσει τὸ αἷμα αὑτοῦ κατὰ τὸν ἔνδοξον ἀγῶνα τοῦ 1821. Ἡ πατρίς του τὸν ἄνδρα αὐτόν, τὸν Σταθόπουλον εἶχεν ἐκλέξει πληρεξούσιον καὶ τὸν εἶχεν ἀποστείλει εἰς τὴν Συνέλευσιν τοῦ 1862. Ἦλθεν ἡ συζήτησις περὶ τοῦ κύρους τῆς ἐκλογῆς. Ὁ Τιμολέων Βάσσος, ὁ ἔντιμος Στρατηγός, ἠγέρθη τότε ἐν τῇ αἰθούσῃ τῆς Συνελεύσεως καὶ ἐζήτησε πὺξ λὰξ νὰ ἀποπεμφθῇ ἐκ τῆς αἰθούσης αὐτῆς ὁ ὑβριστὴς τῶν ἐνδόξων νεκρῶν, οἵτινες ἀμυνόμενοι τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ Ἔθνους καὶ τοῦ Συντάγματος ἐπανεστάτησαν κατὰ τοῦ Ὄθωνος. Καὶ ἡ Συνέλευσις μετὰ συζήτησιν σύντομον καθ’ ἣν ἠγόρευσεν καὶ ὁ μέγας Δεληγεώργης ἐξέβαλεν αὐτὸν ἐκ τῆς αἰθούσης, καίτοι νομίμως εἶχεν ἐκλεγῆ. Δὲν θέλω νὰ θέσω τοὺς νεκροὺς κατωτέρους τῶν ζώντων, ἀλλὰ λέγω, ὅτι ἐὰν ἡ Συνέλευσις αὕτη ἦτο Συνέλευσις τῆς Ἀρχαίας καὶ αὐστηροτάτης Ρώμης, ἐν ᾗ τὸ δίκαιον ὑπερίσχυε τῶν τύπων βεβαίως εἰς αὐτοὺς τοὺς κυρίους, ὧν ὁ Ἀρχηγός, τρυπώσας ἐν μεταγωγικῷ ὀχήματι, καὶ σηκώσας τὸν γιακᾶν τοῦ ἐπανοφωρίου αὐτοῦ, ἐτρέπετο εἰς ἐπονείδιστον φυγήν, εἰς αὐτοὺς τοὺς κυρίους ἡ Ἐθνοσυνέλευσις θὰ ἔλεγεν, ἐὰν εἶχον συναίσθησιν τῶν πράξεων, ἃς ἔπραξαν, ὅτι ἔπρεπε νὰ κάθηνται ἐκεῖ ὡς ἰχθύες σιγηλοὶ καὶ ἄφωνοι, οὐχὶ δὲ νὰ εὑρίσκωσι τὴν στιγμήν, καθ’ ἣν ὕψιστα ἐθνικὰ συμφέροντα συζητοῦνται, ἵνα προκαλῶσιν ἡμᾶς καὶ προπηλακίζωσι καὶ ὑβρίζωσιν, ὅτε μὲν ἐξεγειρόμενοι ἐκεῖ ὡς μαινόμενοι, ὅτε δὲ καὶ εἰς τὸ βῆμα ἀνερχόμενοι. Ἤθελον ἐὰν τὰ πράγματα δὲν ἦσαν κἄπως ἡμερώτερα σήμερον, ὑποβάλει ψήφισμα εἰς τὴν Συνέλευσιν, ἵνα ἐξώσῃ τοὺς κυρίους αὐτούς, τοὺς ὑβριστάς, ἐκ τῆς αἰθούσης ταύτης, οἵτινες οὐδὲ τοὺς λαούς, οὓς λέγουσιν, ἀληθῶς ἀντιπροσωπεύουσι, διότι εἶναι τὰ ἀποτελέσματα τῆς βίας, τῆς τρομοκρατίας, τῆς δολοφονίας, παντὸς κακουργήματος τῆς καταπατήσεως παντὸς ἱεροῦ καὶ παντὸς ὁσίου. (Χειροκροτήματα, ἔκ τε τῆς αἰθούσης καὶ τῶν θεωρείων).
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λ. Μάτεσις ἔχει τὸν λόγον.
§42Α. ΜΑΤΕΣΙΣ. Εἷς ἐκ τῶν πληρεξουσίων τῶν παρακαθημένων μεταξὺ ἡμῶν διετέλει βουλευτὴς κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Βουλήν. Καὶ ἀπὸ τῆς αἰθούσης ταύτης ἀπεσπάσθη βίᾳ καὶ ἐστάλη εἰς περιορισμὸν ἐπὶ ἔτη ὁλόκληρα. Καὶ ἐνθυμοῦμαι τὰς ἐπιμόνους διαμαρτυρίας αὐτοῦ ἐκ Κρήτης, ζητοῦντος τὸν λόγον διὰ τὸν ὁποῖον εὑρίσκετο ἐκεῖ ἐν ἀναγκαστικῷ περιορισμῷ. Ὁ πληρεξούσιος ἐκεῖνος εὑρίσκεται μεταξὺ ἡμῶν καὶ ἀνῆλθε τὸ βῆμα—εἶναι ὁ ἐξ Ἀττικοβοιωτίας Συνάδελφος κ. Τσουκαλᾶς,—καὶ ἀνῆλθεν εἰς τὸ βῆμα οὐχὶ διὰ νὰ διεκτραγῳδήσῃ τὰ ὅσα ὑπέστη κατὰ τὴν περίοδον ἐκείνην, ἀλλ’ ἵνα ἐλέγξῃ, καθ’ ὃ εἶχε δικαίωμα, τὴν πρᾶξιν ἑνὸς συναδέλφου, ἣν ἐθεώρει ὡς μὴ σύμφωνον πρὸς τὰ κοινοβουλευτικὰ ἔθιμα. Καὶ δὲν ἐκπλήττομαι, διότι ὁ οὕτω γράψας ἐνταῦθα ἐζήτησε ν’ ἀπαντήσῃ, ἀλλ’ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον μοῦ προξενεῖ ἀπορίαν εἶναι διατί οἱ ἄλλοι συνάδελφοί μας, οἱ ἐν τῇ πτέρυγι ἐκείνῃ, ἠθέλησαν νὰ υἱοθετήσωσι τὴν στάσιν τοῦ ἑνὸς ἐξ αὐτῶν. Ὡς ἐκ συνθήματος, ὡς ἐξ συνεννοήσεως, ἧς τοὺς ἀοράτους εἱρμοὺς δὲν ἔχομεν ἀντιληφθῇ, ἀνέθορεν ὁλόκληρος ἐκεῖνος ὁ θόρυβος, ὅστις συνετάραξε τὴν Αἴθουσαν ταύτην. Θὰ ἔλεγον πρὸς τοὺς πληρεξουσίους ἐκείνους, οἵτινες ἤδη τὸ πρῶτον ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἦλθον, πρὸς ἐκείνους οἵτινες ἰσχυρίζονται καὶ ὑπὸ τὴν προϋπόθεσιν τῆς ἐκδικάσεως ἐκλογῶν αὐτῶν δεχόμεθα ὡς πράγματι ἀντιπροσωπεύοντας τὰς ἀδελφὰς Χώρας, τὰς ὁποίας μετὰ τοσαύτης στοργῆς σφίγγομεν εἰς τὰς ἀγκάλας μας, θὰ ἔλεγον πρὸς αὐτούς: «στρέψατε τὸ βλέμμα πρὸς τὴν πτέρυγα ταύτην καὶ μετρήσατε ἂν μεταξὺ ἡμῶν θὰ εὕρητε ἐλαχίστους, εἰς τὰ δάκτυλα ἀριθμουμένους, οἵτινες δὲν ὑπῆρξαν θύματα κατὰ τὴν ἐποχήν, καθ’ ἣν ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη διεῖπε τὰς τύχας τῆς Πατρίδος, στρέψατε πρὸς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον μετρήσατε τοὺς σήμερον διαχειριζομένους τὴν Κυβέρνησιν τῆς Χώρας καὶ θὰ ἴδητε ἐὰν τις ἐξ αὐτῶν δὲν εἶναι, εἴτε ἐκ τῶν παθόντων, εἴτε ἐκ τῶν συκοφαντηθέντων, ἐκ τῶν διαβλεπόντων πρὸς ξένας Κυβερνήσεις καὶ ξένους στρατιωτικοὺς ἀρχηγούς, οὕτως ὥστε νὰ θεωρηθῶσιν δι’ ἐγγράφων ὡς ἐχθροὶ αὐτῶν, ἐνῷ πράγματι δὲν ἦσαν εἰμὴ φίλοι τῆς πατρίδος των καὶ ἑπομένως φίλοι αὐτῶν». Ἐὰν οἱ κύριοι πληρεξούσιοι εἶχον τὴν ἐπιθυμίαν νὰ μάθωσι τὴν ἱστορίαν τοῦ τόπου, περὶ οὗ ἔρχονται νὰ βουλευθῶσι, θὰ ἔβλεπον ὅτι δύο πληρεξούσιοι εἶχον σφαγιασθέντα υἱὸν καὶ ἀδελφόν, μίαν ἐκ τῶν εὐγενεστέρων καὶ ἱκανωτέρων μορφῶν τῆς πατρίδος, ἕτεροι δύο πληρεξούσιοι εἰσὶν ἐν μέσῳ ἡμῶν, ὧν ἡ ψυχὴ ἐκληδονίζετο ἐπὶ ἔτη, διότι ἡ ζωὴ ἑνὸς φιλτάτου πρὸς αὐτοὺς καὶ φιλτάτου καὶ πρὸς ἡμᾶς, ἐκινδύνευεν ἀπὸ στιγμῆς εἰς στιγμήν, διότι ἦτο εἰς θάνατον καταδικασμένος, ὡς ἔνοχος ἐσχάτης προδοσίας. Τὰ ὅσα ὑπέστη ἡ ψυχὴ τῶν ἀνδρῶν ἐκείνων καὶ πάντων ἡμῶν ὤφειλον νὰ ἀναμετρήσωσιν οἱ κύριοι συνάδελφοι καὶ ἄν πρὸς στιγμὴν ἔβλεπον ὅτι ἐπήρχετο ποιά τις ζωηρότης, ὅτι δὲν διετηρεῖτο ἡ ἀπαιτουμένη ψυχραιμία, ἐν ᾗ εὑρίσκονται οἱ μὴ παθόντες, ὤφειλον νὰ σεβασθῶσι τὸν πόνον τὸν μακρὸν καὶ ν’ ἀναγνωρίσωσι ὅτι καὶ ἐὰν αἱ περιστάσεις ἐκεῖναι ἐξέλιπον, τὰ ἴχνη τοῦ πόνου ἀπομένουσι ἀκόμη. Ταῦτα θὰ ἔλεγον εἰς τοὺς κυρίους συναδέλφους, ἐὰν ἦσαν παρόντες. Καὶ προσέτι, ὅτι ὀφείλουσι νὰ ἐπανέλθωσι μεταξὺ ἡμῶν καὶ νὰ ἀκούσωσι τὸν ἔλεγχον, ὅστις θὰ γίνῃ παρ’ ἡμῶν, ἔχοντες πλήρη τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου καὶ οὐδεὶς ὁ ἀντιλέγων πρὸς τοῦτο—νὰ ἀπολογηθῶσιν ὑπὲρ ἑαυτῶν ἢ τῶν ὁμοφρόνων των. Ἀλλὰ πρὶν πράξωσι τοῦτο ἄς μελετήσωσι πρῶτον τὴν ἱστορίαν τῆς πατρίδος των, τήν τε παρελθοῦσαν καὶ πρόσφατον καὶ ὅταν οὕτω κατοχυρώσωσι τὴν ψυχήν των μὲ τὴν ἀπαιτουμένην γνῶσιν τῶν πραγμάτων καὶ τῶν προσώπων, τότε θ’ ἀναγνωρίσωσιν ὅτι δὲν ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ ὑψώνωσι τὴν φωνὴν αὐτῶν εἰς πᾶσαν στιγμὴν ἐναντίον τοῦ δικαίου ἐλέγχου, ὅστις γίνεται παρ’ ἡμῶν.
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Ράλλης ἔχει τὸν λόγον.
§44Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Νομίζω ὅτι εἶναι καθῆκον ἡμῶν πάντων νὰ ἐκφράσωμεν τὴν βαθυτάτην ἡμῶν λύπην δι’ ὅσα ὁμολογουμένως ἄτοπα ἔλαβον χώραν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Εἶναι βέβαιον, ὅτι ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας, παρὰ τὸν Κανονισμόν, ἔφερεν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ζήτημα μὴ ἀναγόμενον ἐν ταύτῃ. Λυποῦμαι δὲ ὅτι ἀναγκάζομαι νὰ εἴπω, ὅτι ἀνώμαλος καὶ ἀντικανονικὴ ὑπῆρξεν ἐν τούτῳ καὶ ἡ ἐνέργεια τοῦ Προεδρείου, διότι τὸ Προεδρεῖον ἐφαρμόζῃ τὸν Κανονισμόν, ὤφειλε νὰ μὴ ἐπιτρέψῃ συζήτησιν ἐπὶ ζητήματος μὴ γεννηθέντος ἐν τῇ Συνελεύσει καὶ μὴ ἀφορῶντος τὴν Συνέλευσιν. Τοῦ κακοῦ τούτου δοθέντος, αἱ συνέπειαι ἐπῆλθον ραγδαῖαι. Λέγω δὲ ὅτι δέον νὰ ἐκφράσωμεν τὴν βαθυτάτην ἡμῶν λύπην διὰ τὰ γενόμενα, οὐχὶ διότι φρονῶ ὅτι ἠδικήθησαν οἱ ἐντεῦθεν ἀπελθόντες, ἀλλὰ διότι τὸ παιγνίδιον, ὅπερ ἠθέλησαν νὰ παίξουν εἰς βάρος ἡμῶν, ἐπέτυχε, διότι φρονῶ ὅτι ἀπὸ πολλῶν ἡμερῶν, ἀπὸ μηνῶν καὶ ἐκτὸς καὶ ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης προσεπάθησαν, προπηλακίζοντες καὶ ὑβρίζοντες τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν καὶ τοὺς ἐκλεκτοὺς αὐτοῦ, νὰ περιέλθωσιν εἰς θέσιν δῆθεν ἀμυνομένων αὐτοὶ οἱ ἀείποτε ἀδικοῦντες, αὐτοὶ οἱ ἀπὸ πενταετίας τὰ πάντα μηχανευθέντες καὶ διαπράξαντες εἰς βάρος τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Καὶ ἔρχονται αὐτοὶ οἱ ἐκπροσωποῦντες τί; Τοὺς φυλακισμούς, τὰς ἐξορίας, τὰς λαιμητόμους, οἱ ἐκπροσωποῦντες ἐκεῖνον, ὅστις παρακάθηται εἰς τὰ μεγάλα ξενοδοχεῖα τῆς Νικαίας καὶ τῶν ἄλλων μεγαλοπόλεων τῆς Εὐρώπης, παρὰ τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς συμμορίας αὐτῶν, ἐκεῖνον ὅστις καὶ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἐτόλμησε νὰ θέσῃ βέβηλον χεῖρα ἐπὶ ἀντιπροσώπου τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, χειροκροτοῦντος τοῦ ἀρχισυμμορίτου τοῦ δῆθεν ἀρχηγοῦ κόμματος τοῦ ἐπὶ πενταετίαν ὅλην ψευδῶς καὶ διὰ τῆς βίας ἐκπροσωπήσαντος τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ἔρχονται, λέγω, αὐτοὶ καὶ τολμοῦν νὰ ἀποχωρήσουν ὡς ἀδικηθέντες ἐκ τῆς αἰθούσης ταύτης καὶ νὰ παραστήσωσιν ἡμᾶς, ἡμᾶς τὰ θύματα αὐτῶν ἢ τοὺς ἀντιπροσώπους τῶν θυμάτων αὐτῶν, ὡς ἐπιτεθέντας κατ’ αὐτῶν! Καὶ δυστυχῶς χάρις εἰς τὴν ἀθωότητα, ἄς μοὶ ἐπιτραπῇ ἡ λέξις, ἡμῶν, νομίζω ὅτι ἐπέτυχε τὸ παιγνίδιον αὐτῶν καὶ ἐξῆλθον τῆς αἰθούσης ταύτης ὡς ἀδικηθέντες, αὐτοὶ οἱ ὁποῖοι ἔπρεπε νὰ ἐξέλθουν ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἐντολῆς, τὴν ὁποίαν ἐλάβομεν ὑπὸ τῶν ¾ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, μὲ τὸ στῖγμα τοῦ δολοφόνου καὶ τοῦ ἀτίμου ἐπὶ τοῦ μετώπου. Δὲν εἶναι δὲ σκληραί, οὐδ’ ἀντίκεινται εἰς τὸν Κανονισμὸν αἱ λέξεις, τὰς ὁποίας τολμῶ νὰ προφέρω, διότι αἱ λέξεις αὗται ἀποτελοῦν τὴν κατηγορίαν, ἣν διετύπωσε κατ’ αὐτῶν ὁ Ἑλληνικὸς λαός, τὴν αὐστηρὰν περιγραφὴν τῶν πράξεων αὐτῶν. Οὐδεὶς ἀφήρεσεν ἀπὸ αὐτοὺς τὸ δικαίωμα νὰ ὁμιλῶσιν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, οὐδεὶς ἐζηλοτύπησε τὸ ἔργον τοῦ ἀρχισυμμορίτου ἀρχηγοῦ αὐτῶν καὶ τῶν περὶ αὐτόν. Πάντες ἡμεῖς, προερχόμενοι ἐκ τῆς ἐλευθέρας βουλήσεως τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ, σεβόμεθα καὶ ὡς ἱερὰν παρακαταθήκην θεωροῦμεν τὰς ἐλευθερίας ἁπάντων, τόσον ἡμῶν αὐτῶν, ὅσον καὶ τῶν ἐχθρῶν ἡμῶν· λέγω δὲ ἐχθρῶν, διότι δὲν θὰ τιμήσωμεν αὐτοὺς διὰ τοῦ χαρακτηρισμοῦ τοῦ ἀντιπάλου, ἀλλὰ διὰ τῆς λέξεως, ἥτις ἁρμόζει τοῦ ἐχθροῦ, τοῦ ἐχθροῦ τοῦ λαοῦ, τοῦ ἐχθροῦ τῶν ἐλευθεριῶν αὐτοῦ, τοῦ ἐχθροῦ τῆς ζωῆς αὐτοῦ, τοῦ ἐχθροῦ τοῦ ἐπιβουλευομένου διὰ παντὸς μέσου τὴν ζωήν, τὴν τιμήν, τὴν περιουσίαν αὐτοῦ. Πρέπει τέλος πάντων νὰ ἀκουσθῇ φωνὴ διαμαρτυρίας κατὰ τῶν βεβήλων καὶ εἶναι καιρὸς πλέον νὰ γνωρίσωσι τὴν ἀλήθειαν ἐκεῖνοι, οἵτινες δηλητηριασθέντες ἐκ τῶν ψευδῶν τῶν ἀπὸ πενταετίας ἤδη ἀνὰ τὸν κόσμον ὅλον παρουσιαζομένων, νομίζουσιν ὅτι εἶναι θύματα αὐτοί, αὐτοὶ οἱ κακοῦργοι καὶ οἱ ἐγκληματίαι. (Εὖγε, εὖγε. Χειροκροτήματα). Κύριοι, εἶπεν ἀρχόμενος τοῦ λόγου μου, ὅτι δέον νὰ ἐκφράσωμεν τὴν βαθυτάτην ἡμῶν λύπην διὰ τὰ γενόμενα, λύπην δι’ ἡμᾶς αὐτούς, διότι παρασυρθέντες εἰς μίαν παγίδα στηθεῖσαν ὑπ’ αὐτῶν, διεπράξαμεν πράξεις μὴ ἁρμοζούσας οὐδ’ εἰς τὰς πεποιθήσεις, οὐδ’ εἰς τὸν χαρακτῆρα, οὐδ’ εἰς τὴν ἀνατροφὴν ἡμῶν, ἁρμοζούσας δὲ μόνον εἰς αὐτούς.
§45ΤΙΝΕΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Τὶ ἐκάμομεν;
§46Ι. Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Διεπράξαμεν τοῦτο, ὅτι παρεμποδίσαμεν ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ἐζήτησε τὸν λόγον νὰ ἀπολογηθῇ, νὰ ὁμιλήσῃ, θεωρῶ τοῦτο πρᾶξιν μὴ ἁρμόζουσαν, μὴ σύμφωνον πρὸς τὰς ἀρχάς μας. Ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἀφ’ ἧς ἐζήτησε τὸν λόγον ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης ἐφώναζον: ἐπιτρέψατε εἰς αὐτὸν νὰ ἀπολογηθῇ καὶ ὁ κατηγορούμενος ἔχει δικαίωμα νὰ ἀπολογηθῇ.
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ δὲν ἤμην παρών, ἀλλ’ ἔμαθον ὅτι παρῃτήθη τοῦ λόγου.
§48Σ. ΣΤΑΗΣ. Δὲν παρημποδίσθη.
§49Ι. Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Φρονῶ ὅτι ὁ ἐγερθεὶς θόρυβος δὲν ἦτο δεδικαιολογημένος καὶ ὅτι ἦτο σύμφωνος πρὸς τὰς ἀρχὰς αὐτῶν οὐχὶ ὅμως καὶ πρὸς τὰς ἀρχὰς ἡμῶν καὶ ὅτι κακῶς ἠγέρθη καὶ κακῶς ἠμποδίσθη εἷς κατηγορούμενος, ἐκπροσωπῶν καὶ σωρείαν ἄλλων κατηγορουμένων, οἱ ὁποῖοι παρακάθηνται καὶ οἱ ὁποῖοι ἐδραπέτευσαν, πορημποδίσθη εἷς κατηγορούμενος νὰ ἀπολογηθῇ. Διὰ τοῦτο φρονῶ ὅτι πρέπει ἡ Συνέλευσις νὰ ἐκφράσῃ τὴν λύπην της διὰ τὰ γενόμενα στιγματίζουσα ἅμα τὴν διαγωγὴν ἐκείνων, οἵτινες εἰς ὅλα τὰ διαπραχθέντα προσέθεσαν τὴν ἀσέβειαν νὰ ἀπέλθωσι τῆς αἰθούσης ταύτης, ἀφοῦ ἔστησαν τὴν παγίδα, ἀφοῦ οὗτοι συνεπεῖς πρὸς τὰς πράξεις καὶ τὰς ἐνεργείας των, ἐν ἔχουσι μέλημα νὰ θέλωσι νὰ παραστήσωσι τὴν Ἐθνικὴν ἀντιπροσωπείαν ὡς μὴ σεβομένην τὴν ἀντιπροσωπείαν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ.
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Σωτηριάδης ἔχει τὸν λόγον.
§51Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Δὲν ἐκπλήσσομαι, κύριοι πληρεξούσιοι, διὰ τὰ τελεσθέντα. Εἴτε τὸ ἐπεισόδιον ἐξερράγη διότι παρεβιάσθη ὁ Κανονισμός, εἴτε μή, τὸ γεγονὸς τῆς ἀποχωρήσεως τῆς πτέρυγος ἐκείνης ἀσφαλῶς μίαν ἡμέραν θᾶττον ἢ βράδιον θὰ ἐπήρχετο, διότι μὴ λησμονῆτε ὅτι τὸ σύστημα τοῦτο πάντοτε ἐχαρακτήρισε καὶ χαρακτηρίζει τὴν μερίδα ἐκείνην. Εἶναι σύστημα, τὸ ὁποῖον ἀπὸ τοῦ παρελθόντος εἶχε ἐγκαινιάσει καὶ εἰς τὸ νὰ διαβάλῃ νὰ συκοφαντῇ, νὰ ὑβρίζῃ καὶ εἰς τὸ τέλος νὰ παρίσταται πάντοτε ἀδικουμένη. Καὶ διὰ νὰ μὴ θεωρηθῶ ὅτι αὐτά, τὰ ὁποῖα λέγω εἶναι λόγια, ἔχω νὰ σᾶς ἀναγνώσω ἐκ τῶν Ἐστενογραφημένων Πρακτικῶν τῆς ψευδοβουλῆς, κατὰ τὴν πρώτην συνεδρίασιν, περικοπὰς ἀπὸ δύο ἀγορεύσεις, τοῦ Ἀντιπροέδρου τότε τῆς Κυβερνήσεως Ρέπουλη καὶ τοῦ τότε Πρωθυπουργοῦ Βενιζέλου. Καὶ ὁμιλῶν ὁ τότε Ἀντιπρόεδρος Ρέπουλης, κατὰ τὴν ἱστορικὴν ἐκείνην συνεδρίασιν, ἔλεγε τὰ ἀκόλουθα καὶ προκαλῶ τὴν προσοχὴν σας (ἀναγινώσκει): Ὡμίλει, κύριοι, περὶ τυραννίδος, τὴν δὲ τυραννίδα ἐγκαθίδρυε πράγματι ἐπισήμως ἐν τῇ χώρᾳ ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη. Καὶ ἐπροχώρει καὶ ἔλεγεν ὁ περίφημος τότε Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως: «καὶ εἴδομεν Συντάγματα χαφιέδων», λαλεῖ δηλαδὴ ὁ ἱστορικὸς ἀρχηγὸς τῶν χαφιέδων ὅτι τάχα ὑπῆρξαν ἐν τῷ παρελθόντι χαφιέδες. Πότε, κύριοι; Τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἐπὶ μίαν ὁλόκληρον τετραετίαν ἦτο ἀδύνατον νὰ βαδίσωμεν ἔστω καὶ ἓν βῆμα χωρὶς νὰ παρακολουθώμεθα ἀπὸ ἕνα χαφιέ. Καὶ προχωρῶν λέγει: «καὶ εἴδομεν συκοφαντικὰς καταδιώξεις ἀθώων πολιτῶν». Λέγει αὐτὰ ποῖος, κύριοι; Ὁ Ἐμμανουὴλ Ρέπουλης, τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἐνώπιον τῆς Ποινικῆς Δικαιοσύνης καὶ εἰς ὅλας τὰς εἱρκτὰς ἐσύρθη ὅλος ὁ ἐπίλεκτος κόσμος τῆς Ἑλλάδος. Δὲν ὑπῆρξε κορυφή, ἡ ὁποία νὰ μὴ ἐνεκλείσθη εἰς τὰ καταγώγια καὶ εἰς τὰς εἱρκτάς, δὲν ὑπῆρξε πολιτικὸς ἀρχηγὸς καὶ κορυφαῖος πολιτευόμενος, ὁ ὁποῖος δὲν ἀπεμονώθη εἰς τὰς εἱρκτάς. Καὶ διὰ ν’ ἀποδώσω μίαν ἀμυδρὰν εἰκόνα αὐτῆς τῆς διώξεως τῶν ἀθώων πολιτῶν, περὶ τῆς ὁποίας ἐλάλει ὁ περίφημος αὐτὸς Ἀντιπρόεδρος, δὲν ἔχω εἰμὴ νὰ σᾶς εἴπω ὅτι ὁ ἤδη Πρόεδρος τῶν Ἐφετῶν κύριος Ι. Χατζάκος καὶ ὁ ὑποφαινόμενος, ὁ ὁποῖος ὑπηρέτει τότε ὡς εἰσαγγελεὺς Ἐφετῶν, ἐπροφυλακίσθημεν, ὡς ἐκ συστάσεως, μετὰ τοῦ τότε εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου ἐνεργήσαντες τί νομίζετε; Ἄμεσον αὐτουργίαν κλοπῆς εἰς τὸν οἶκον κάποιου Λεοντίου, καὶ ἔμεινα τεσσαράκοντα ὁλοκλήρους ἡμέρας ἐγκάθειρκτος εἰς τὰς φυλακὰς τοῦ Παλαιοῦ Στρατῶνος φύρδην μίγδην μὲ λωποδύτας, χασισοπότας, δολοφόνους, ἐνεκλείσθη δ’ ἐν πλήρει ἀπομονώσει εἰς τὰς φυλακὰς Συγγροῦ ὁ ἤδη Πρόεδρος τῶν Ἐφετῶν κ. Χατζάκος, τύπος ἀρετῆς δι’ ὅσους ἐγνώρισαν αὐτὸν, ἐπὶ 13 ὁλοκλήρους ἡμέρας δι’ ἄμεσον αὐτουργίαν κλοπῆς.
§52ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Τίνος πράγματος;
§53Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Τῆς ἀρζαντερὶ τοῦ κ. Λεοντίου καὶ κάποιας βιβλιοθήκης ἀμυθήτου δῆθεν ἀξίας, διὰ τὰ ὁποῖα ὁ ἀξιότιμος αὐτὸς κ. Λεόντιος εἰσέπραξεν 75 χιλιάδας δραχ.
§54Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Καὶ ὁ Ὑψηλάντης ἔκλεψε τὰ κουταλάκια τοῦ Μπενάκη.
§55Κ. ΔΡΟΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν εἶναι δυνατὸν τὰ Πρακτικά, τὰ ὁποῖα θὰ δημοσιευθῶσιν αὔριον, νὰ περιέχωσιν ἐν λεπτομερείᾳ ὅλους τούς λόγους τῶν προλαλησάντων, κ. Πρόεδρε.
§56Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Καὶ προχωρεῖ, κύριοι, τὸ κατηγορητήριον ἐκεῖνο τοῦ Ἀντιπροέδρου τῆς τότε Κυβερνήσεως κατὰ τῆς τυραννίδος καὶ λέγει: «Καὶ εἴδομεν ἐκβιασμούς, ἀστυνομίαν ἀσυνείδητον, ὄργανον τυραννικῆς αὐθαιρεσίας». Ἐπαναστατεῖ, βλέπετε, ἡ συνείδησις τοῦ κ. Ἀντιπροέδρου. Αὐτὰ τὰ ἔλεγεν ὁ Ἐμμανουὴλ Ρέπουλης! Καὶ προχωρῶν λέγει: «Καὶ εἴδομεν δικαιοσύνην δούλων, εὐτελῆ καὶ ταπεινὴν τῶν δυναστικῶν θελήσεων». Καὶ ἐλάλει αὐτά, κύριοι, ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος εἶχεν ἐγκαταστήσει κατὰ παράβασιν τοῦ Συντάγματος καὶ παντὸς γραπτοῦ καὶ ἠθικοῦ νόμου δικαιοσύνην διευθυνομένην ἀπὸ τοὺς διαφόρους Κινδύνηδες, οἱ ὁποῖοι ἐδίκαζον ὅ,τι εἶχεν ἐπίλεκτον ὁ πολιτικὸς κόσμος τῆς Ἑλλάδος, καὶ δικαιοσύνην ἀποτελουμένην ἀπὸ τὰ ὑπολείμματα τοῦ ἐρημωθέντος ὑπὸ τούτου δικαστικοῦ κόσμου τῆς Ἑλλάδος, ἅτινα συνεκέντρωσαν ἀπὸ τὰς διαφόρους γωνίας τῆς ἑλληνικῆς γῆς, ἀσυνείδητα καὶ εὐτελῆ ὄντως ὄργανα ἐπιβουλευόμενα τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν τῶν Ἑλλήνων πολιτῶν. (Χειροκροτήματα).
§57Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀληθέστατα.
§58Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Καὶ ἐξακολουθεῖ ὁ περίφημος Ἀντιπρόεδρος: «Καὶ εἴδομεν Κλῆρον στεφανώνοντα τὴν ὅλην ἀθλίαν εἰκόνα». Ὁμιλεῖ περὶ Κλήρου ἐκεῖνος, ὅστις ἐγκατέστησε τὸν Ἅγιον Μελέτιον! Αὐτὸ εἶναι, κύριοι, τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἠκολούθησε πάντοτε ἡ πτέρυξ ἐκείνη, νὰ κατηγορῇ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα διέπραττεν ἢ ἐπρόκειτο νὰ διαπράξῃ καὶ νὰ παρίσταται πάντοτε ἀδικουμένη. Καὶ παραπονοῦνται ὅτι δὲν τηρεῖται εὐλαβὴς γλῶσσα! Ποῖοι, κύριοι, παραπονοῦνται; Ἐκεῖνοι, τῶν ὁποίων ὁ ἀρχηγὸς εἰς τὴν αὐτὴν ἱστορικὴν συνεδρίασιν...
§59Γ. ΜΠΑΛΤΑΤΖΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ποῦ εἶναι αὐτὰ γραμμένα;
§60Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Εἶναι ἀπὸ τὰ Ἐστενογραφημένα Πρακτικά. Λαλῶ ἐπὶ τῇ βάσει κειμένων. Εἶναι εἰλημμένα ἀπὸ τὰ Ἐστενογραφημένα Πρακτικὰ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, εἰς φυλλάδιον, τὸ ὁποῖον αὐτοὶ οὗτοι ἐξέδωκαν. Καὶ ὁμιλοῦσι περὶ ἁβρότητος γλώσσης αὐτοί, τῶν ὁποίων ὁ ἀρχηγὸς εἰς τὴν αὐτὴν ἱστορικὴν συνεδρίασιν ἔλεγε τὰ ἑξῆς: «Ἐὰν ἀφήσωμεν καθ’ ὅλην τὴν Ἑλλάδα τοὺς φίλους ἡμῶν ἕρμαιον εἰς τοὺς διωγμοὺς τοῦ ἐγκαθιδρυθέντος δεσποτισμοῦ...». Καὶ ἐξακολουθῶν ὁ ἀξιότιμος τότε ἀρχηγὸς τῆς Κυβερνήσεως ...
§61Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι ἀξιότιμος.
§62Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Εἶναι τρόπος τοῦ λέγειν. Ἐγὼ σεβόμενος ἐμαυτὸν καὶ τὸ σῶμα πρὸς τὸ ὁποῖον λαλῶ μεταχειρίζομαι μίαν κοινοβουλευτικὴν ἔκφρασιν εἰδικῶς διὰ νὰ κάμω τὴν ἀντίθεσιν πρὸς τὸν τότε ὁμιλοῦντα. Καὶ ἐξακολουθῶν ἀποκαλεῖ τὴν ἀντίπαλον αὐτοῦ Κυβέρνησιν «Κυβέρνησιν καθαρμάτων». Καὶ ἐξακολουθεῖ εἰς ὅλας τὰς σελίδας λαλῶν οὕτως ἀσεβῶς περὶ τῶν πολιτικῶν αὐτοῦ ἀντιπάλων, οἱ ὁποῖοι ἐπὶ μακρὰς δεκαετηρίδας εἰσέφεραν ὅλας αὐτῶν τὰς δυνάμεις καὶ ὑπηρεσίας εἰς τὴν Πατρίδα, αὐτὸς ὁ ὁποῖος ἀξιοῖ ὅτι ἀνῆλθεν εἰς τὴν περιωπὴν τοῦ Περικλέους! Καὶ λαλεῖ οὕτω περὶ ἑνὸς Δραγούμη, ἑνὸς γέροντος Ράλλη, τῶν ὁποίων ὁ βίος εἶναι αὐτόχρημα ὕμνος πρὸς τὴν Πατρίδα, μὲ ἀσέβειαν μὴ προσήκουσαν οὐχὶ εἰς ἀρχηγὸν Κόμματος καὶ κυβερνήτην, ἀλλὰ οὐδὲ εἰς ἄνθρωπον ἔχοντα στοιχειώδη κοινωνικὰ καθήκοντα. Ἡ ὁμάς, ἄρα, ἥτις ἔχει ἀρχηγὸν ἕνα ἄνδρα μαρτυροῦντα τοιαύτην περιφρόνησιν πρὸς τοὺς ἀντιπάλους του, δὲν δικαιοῦται νὰ εἶναι τόσον εὔθικτος. Ἀλλὰ τὸ χαρακτηριστικὸν τῆς ὁμάδος ἐκείνης εἶναι νὰ ὑβρίζῃ καὶ νὰ παρίσταται ὑβριζομένη, νὰ συκοφαντῇ, νὰ διαβάλῃ καὶ ν’ ἀποδίδῃ εἰς τοὺς ἀντιπάλους της ὅσα ἡ μερὶς ἐκείνη αἰσθάνεται ἑαυτὴν ἱκανὴν νὰ διαπράξῃ. Καὶ διὰ τοῦτο ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι ἀδιάφοροι πρέπει νὰ εἴμεθα πρὸς τὴν πλευρὰν αὐτήν, εἴτε ὑπάρχῃ, εἴτε ὄχι· δι’ ἐμὲ δὲν ὑπάρχει. Μερὶς ἡ ὁποία κατὰ τοιοῦτον τρόπον ἠσέβησε καθ’ ὅλου τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, μερὶς ἥτις δὲν ἐσεβάσθη τίποτε, οὔτε τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν τῆς σκέψεως καὶ τῆς ἰδέας, μερὶς ἥτις δὲν ὑπάρχει μαρτύριον, ὅπερ δὲν μετῆλθε κατὰ τῶν ἀντιπάλων, ἡ ὁποία ἐθεώρησε ἀνύπαρκτον τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, μοῦ εἶναι ἐντελῶς ἀδιάφορος. Ἡμᾶς, μᾶς ἔστειλεν ἐνταῦθα κατὰ παμψηφίαν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς καὶ θὰ ἐκπληρώσωμεν τὸ καθῆκόν μας μεθ’ ὅλης τῆς εὐλαβείας καὶ μεθ’ ὅλης τῆς ἱερότητος, τὴν ὁποίαν ἐπιβάλλουσιν αἱ περιστάσεις, ἀδιαφοροῦντες ἂν αὐτοὶ μᾶς συντρέχουν ἢ ὄχι εἰς τὸ ἔργον, διότι ἡ παρουσία των μόνον ἐμπόδια καὶ διαβολὰς θὰ δημιουργήσῃ, μόνον συκοφαντίας θὰ ἐξυφάνῃ. Θέλω νὰ εἴπω ὅτι εἶναι πολύ, μετὰ τοιαύτην πολιτείαν, τὴν ὁποίαν μετῆλθον καθ’ ἡμῶν καὶ νὰ ἀσχολούμεθα περὶ αὐτῶν καὶ φρονῶ ὅτι σῶμα, τὸ ὁποῖον ἔχει νὰ ἐκτελέσῃ τόσον μεγάλα καθήκοντα δὲν πρέπει νὰ ἀσχολῆται περὶ τόσα μικρά, ὡς εἶναι ἐκεῖνοι.
§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λ. Σουλιώτης Νικολαΐδης ἔχει τὸν λόγον.
§64Α. ΣΟΥΛΙΩΤΗΣ ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ. Ὅσα ἐλέχθησαν, κύριοι, ἐπὶ τοῦ ἐπεισοδίου ὑπὸ τῶν ἀγορευσάντων δὲν ἐλέχθησαν βέβαια διὰ τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς θὰ ἐννοήσῃ κάλλιστα τὶ συνέβη ἐνταῦθα, διότι γνωρίζει τὰς παραδόσεις τοῦ κόμματος, τὸ ὁποῖον ἐξῆλθε τῆς αἰθούσης, οὔτε θὰ δυσανασχετήσῃ διὰ τὴν ἀποχώρησιν τῶν ἐξελθόντων. Θὰ χαρῇ μάλιστα, διότι νομίζω, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἐδυσφόρησε πάντοτε καὶ ἀμφιβάλλει ἂν εἶναι μὲ ἴσα δικαιώματα καὶ τοῦ αὐτοῦ εἰλικρινοῦς τρόπου ἀντιπρόσωποι τοῦ λαοῦ οἱ ἀπελθόντες. Ἀλλ’ ὅσα ἐλέχθησαν ἐνταῦθα ἐλέχθησαν διὰ ἄλλον σκοπόν, ἐλέχθησαν δι’ ἐκείνους, τοὺς ὁποίους οἱ ἀπελθόντες ἔχουσι δηλητηριάσει. Διὰ τοῦτο συμφωνῶ μ’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εἶπον ὅτι κακῶς ἀνεβλήθη ὁ ἔλεγχος τῶν διαπραχθέντων κατὰ τὴν προηγηθεῖσαν περίοδον καὶ νομίζω ὅτι πρέπει ταχέως νὰ ὁρισθῇ ἡμέρα, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐπισήμως νὰ ἐκτεθῶσιν ἐνταῦθα ὅσα ἡ καταλυθεῖσα ὀλιγαρχία, ἧς ὀπαδοὶ εἶναι οἱ ἀπελθόντες, διέπραξε. Διότι ἐκ τῆς συζητήσεως ἐκείνης θὰ καταφανῇ, ποῖον ὑπῆρξεν ἓν τῶν μεγαλειτέρων ἐγκλημάτων τοῦ καταλυθέντος καθεστῶτος. Καὶ τὸ μεγαλείτερον ἔγκλημα τοῦ καθεστῶτος ἐκείνου ὑπῆρξεν, ὅτι χωρὶς καμμίαν εὐλάβειαν, χωρὶς καμμίαν στοργὴν ἐξεμεταλλεύθη τὴν μεγίστην στοργὴν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ εἰς τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα καὶ ἐκμεταλλευόμενον αὐτὴν καὶ βασιζόμενον εἰς τὸ ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ὅλα τὰ ἀνέχεται χάριν τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων, ἐποδοπάτησε καὶ τὸ πολίτευμα καὶ τὴν τιμὴν καὶ τὴν περιουσίαν καὶ τὴν ζωὴν τῶν πολιτῶν. Ἀφ’ οὗ ταῦτα θὰ κατεφαίνοντο ἡλίου φαεινότερον, ἀφ’ οὗ θὰ ἐξετίθεντο τὰ διαπραχθέντα ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ καθεστῶτος, ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ ἔβλεπον τὰ ἐδῶ, θὰ ἠνόουν πολὺ καλῶς, ὅτι καὶ τὸ ἐπεισόδιον τοῦτο οὐδὲν ἄλλο εἶναι παρὰ συνέπεια τῆς ἐγκληματικῆς αὐτῶν διαγωγῆς. Διὰ τοῦτο καὶ ἐγὼ νομίζω, ὅτι πρέπει ταχέως νὰ ὁρισθῶσι μία ἢ δύο ἡμέραι, καθ’ ἃς νὰ ἀναπτυχθῶσι τὰ γενόμενα κατὰ τὰ τελευταῖα ταῦτα ἔτη, ἵνα μάθῃ καὶ ὁ κόσμος τὶ συνέβη ἐδῶ καὶ τὶ ἐξακολουθεῖ νὰ γίνηται.
§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Καμπάνης ἔχει τὸν λόγον.
§66Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Ἡ ἔκκλησις, κύριοι συνάδελφοι, τὴν ὁποίαν ἀπηύθυνεν ὁ ἀξιότιμος πληρεξούσιος Ἀττικοβοιωτίας πρὸς τοὺς ἀποχωρήσαντας ἐκεῖθεν, θὰ ἦτο ἐπιβεβλημένη καὶ θὰ εἶχε τὴν θέσιν της, ἐὰν ἦτο δυνατὸν νὰ ἔχῃ ἀπήχησιν εἰς τὴν συνείδησιν καὶ τὸν νοῦν αὐτῶν. Ἀτυχῶς ὅμως τοῦτο, οὔτε πιθανὸν εἶναι, οὔτε δύναται νὰ γίνῃ, διότι ὅλη ἡ πολιτεία τῶν κυρίων αὐτῶν, τῶν κατελθόντων ἐνταῦθα, ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῶν ἐργασιῶν τῆς Συνελεύσεως μέχρι σήμερον ἀποδεικνύει τὴν γνώμην ταύτην. Γεννήματα τῆς βίας, τῆς πιέσεως καὶ τοῦ σκότους ἦλθον ἐνταῦθα, ἵνα ἀκολουθήσωσι τὴν πολιτικήν, τὴν ὁποίαν ἔχει χαράξει ἀπὸ πενταετίας καὶ ἐντεῦθεν τὸ κόμμα αὐτό, ἢ μᾶλλον ἡ φατρία αὕτη.
§67ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Ἡ σπεῖρα.
§68Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Βλέποντες ὅτι ἡ πλειοψηφία τῆς Συνελεύσεως, ἡ ὁποία ἀντιπροσωπεύει τὴν μεγίστην πλειοψηφίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἐν τῇ μεγαλοφροσύνῃ αὑτῆς οὐδαμῶς ἔδιδε προσοχὴν εἰς αὐτούς, πάντοτε ἐμηχανῶντο, ἵνα δίδωσιν ἀφορμὰς διενέξεων καί, ἵνα φθείρωσιν οὕτως τὸ γόητρον τῆς Συνελεύσεως. Ἀλλὰ μόνον αἱ ἀφορμαὶ, τὰς ὁποίας ἔδιδον ἐκ τῆς ἐξεταζομένης πολιτείας αὐτῶν, ἠδύναντο νὰ σχηματίσωσιν τὴν γνώμην ὅτι ἦσαν ἁπλῶς καὶ μόνον ἐσωτερικαί, διότι ἦσαν ἐσωτερικοὶ ἀντίπαλοι. Ἴσως θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ δοθῇ ἡ δέουσα προσοχὴ εἰς αὐτούς, ἀλλ’ ἐὰν ἐξετάσωμεν τὴν πολιτείαν τῆς φατρίας αὐτῆς κατὰ τοὺς τελευταίους τρεῖς μῆνας καθ’ οὓς κρίνονται τὰ ὕψιστα τοῦ Ἑλληνισμοῦ συμφέροντα, θὰ ἴδωμεν, ὅτι πάντοτε πολιτεύονται κατὰ τοιοῦτον τρόπον, διὰ νὰ ὑπονομεύσωσι τὰ συμφέροντα τῆς πατρίδος ἡμῶν ἀπὸ ἐξωτερικῆς ἀπόψεως. Καὶ βλέπομεν, ἀξιότιμοι συνάδελφοι, ὅτι πάντοτε καὶ ὅταν ἐπροτάθη νὰ γίνῃ ἡ συζήτησις καὶ ὁ ἔλεγχος ἐπὶ τῶν πράξεων αὐτῶν καὶ τῶν ἀδικημάτων καὶ τῶν ἀνοσιουργημάτων των, τὴν ἐξωτερικὴν ἄποψιν ἐπεκαλέσθησαν. Καὶ ὅταν ἡ Συνέλευσις, ἐκ πατριωτικῶν λόγων φερομένη δὲν ἠθέλησε νὰ δώσῃ ἀφορμὴν καὶ ἀπεδέχθη τὴν γνώμην των, δὲν ἡσύχασαν αὐτοί, ἀλλὰ προσεπάθησαν τότε διὰ παντοίων δημοσιευμάτων, δημοσιευομένων εἰς τὰς στήλας τῶν ἐφημερίδων αὐτῶν, αἱ ὁποῖαι πᾶν ἄλλο εἶναι ἢ Ἑλληνικαί, ἀπεπειράθησαν, λέγω, διὰ παντοίων δημοσιευμάτων νὰ φθείρωσι τὸ κῦρος τῆς Συνελεύσεως ἀπέναντι τοῦ λαοῦ καὶ νὰ μειώσωσι καὶ τὴν ὑπόληψιν τῶν ξένων πρὸς ἡμᾶς καὶ νὰ καταστήσωσιν αὐτοὺς ὑπόπτως ἔχοντας πρὸς ἡμᾶς. Διὰ τοῦτο ἠναγκάσθην ν’ ἀνέλθω ἐπὶ τοῦ βήματος, διότι φρονῶ, κύριοι, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὴ ἡ γνώμη ὅτι δὲν πρέπει ν’ ἀποδώσωμεν σημασίαν εἰς τὴν διαγωγὴν αὐτῶν καὶ πρέπει νὰ τοὺς περιφρονήσωμεν. Περιφρονεῖ κανεὶς ἕνα, ὅταν δὲν εἶναι δυνατὸν ἐκ τῆς περιφρονήσεως νὰ ἐπέλθῃ ζημία· ἐφ’ ὅσον ὅμως ἐπέρχεται τοιαύτη, δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ περιφρόνησις, ἀλλὰ πρέπει νὰ δοθῇ τὸ προσῆκον μάθημα πρὸς ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος προσπαθεῖ νὰ περιφρονήσῃ τὸν ἄλλον. Καὶ ἡ περίστασις ἐδόθη ἀπόψε καὶ ἡ Συνέλευσις ἀνῆλθεν εἰς τὸ ὕψος, εἰς τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἵσταται. Ἔλαβεν ἐπίγνωσιν τῶν καθηκόντων της καὶ ἔδωκε τὸ προσῆκον μάθημα εἰς τοὺς κυρίους αὐτοὺς· διότι οἱ κύριοι αὐτοὶ οὐδὲν ἄλλο ἀπέδειξαν, ἢ ὅτι ἀπεπειράθησαν νὰ φθείρωσι τὸ κῦρος τῆς Συνελεύσεως διὰ τοῦ λιβέλλου αὐτοῦ. Καὶ πολὺ ὀρθῶς ἤθελε πράξει ἡ Συνέλευσις ἐὰν ἀπηγόρευε τὸν λόγον εἰς τὸν ὑβριστὴν ἐκεῖνον, ἀλλ’ οὐδ’ αὐτὸ ἔπραξεν ἡ Συνέλευσις διότι αὐτὸς παρητήθη τοῦ λόγου. Οὐδ’ ἐκτὸς τοῦ Κανονισμοῦ λοιπὸν εὑρέθημεν, οὐδ’ εἰς ἐνέδραν ἐνεπέσαμεν. Ἐν πλήρει ἐπιγνώσει τῶν σκέψεων καὶ τῶν διανοημάτων αὐτῶν ἐφέρθη ἡ Συνέλευσις καθ’ ὃν τρόπον ἔπρεπε νὰ φερθῇ. Διότι, κύριοι, εἰς ἐπίρρωσιν τῶν ἰσχυρισμῶν μου αὐτῶν, θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ὑπομνήσω εἰς ὑμᾶς τὴν πολιτείαν αὐτῶν ἀπὸ τῆς ραγδαίας κατακρημνίσεώς των μετὰ τὴν 1ην Νοεμβρίου. Μήπως εἴδομεν τὸν Ἀρχηγὸν αὐτῶν, σεβόμενον τὴν θέλησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ; Τοὐναντίον τὸν εἴδομεν σκευοροῦντα καὶ προσπαθήσαντα διὰ στάσεως νὰ καταπνίξῃ τὴν φωνὴν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὅταν δ’ εἶδεν ὅτι ὁ στρατός, ὁ ἔντιμος καὶ ἔνδοξος Ἑλληνικὸς στρατὸς, δὲν ὑπήκουσεν εἰς αὐτόν, ἔφυγεν ὡς ἀλήτης καὶ ὡς εἶπε προσφυῶς, ὁ ἀξιότιμος καὶ ἔντιμος συνάδελφος ἐξ Ἀττικοβοιωτίας κ. Λεβίδης, μὲ τὸν γιακᾶν ἀνασηκωμένον, ἐντὸς φορητοῦ μέσου, ὑπὸ τὴν προστασίαν τῶν λογχῶν Γύπαρη καὶ συντροφίας. Βλέπομεν κατόπιν Ἕλληνας ἀξιωματικούς, οἱ ὁποῖοι προσεπάθησαν τὴν Ἑλληνικωτάτην Θράκην νὰ ἐπαναστατήσωσιν, ἁπλῶς καὶ μόνον διὰ νὰ βλάψωσι καιρίως τὴν Ἑλληνικὴν ὑπόθεσιν. Βλέπομεν τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ στρατοῦ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐχαρακτηρίσθησαν ὡς Βενιζελικοί, νὰ ἐγκαταλείπωσιν ἀνάνδρως τὰς θέσεις των, νὰ μεταβαίνωσιν εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν καὶ ἐκεῖ οὐδὲν πλέον οὐδὲν ἔλαττον, ἀντεθνικώτατα καὶ προδοτικώτατα νὰ φέρωνται ἐναντίον ἡμῶν. Βλέπομεν τὸν τύπον αὐτῶν, διότι ὁ ἄλλος, ὁ ἡμέτερος τύπος ἀποκαλεῖ αὐτοὺς ἁπλῶς λιποτάκτας, νὰ μαίνηται ἐναντίον τῆς δῆθεν ὑβριστικῆς λέξεως καὶ νὰ ὑπερασπίζηται αὐτούς. Τοῦ λόγου ἐλθόντος, δὲν εἶναι δυνατόν, ἀξιότιμοι κύριοι συνάδελφοι, νὰ συγκρατήσω ἐμαυτόν, ἀπὸ τοῦ νὰ ἐκφράσω τὴν λύπην μου, ὅτι ἡ πολιτικὴ αὐτῶν διαγωγή, ἡ σκοτία, ἡ ὕπουλος, ἡ ὑπονομεύουσα τὰ Ἑλληνικὰ συμφέροντα τὰ ἀληθῆ, ἡ ὑπονομεύουσα τὴν πατρίδα, ἡ ὑπονομεύουσα τὰς ἐλευθερίας τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, εὗρεν ἀπήχησιν καὶ ἐκεῖ ὅπου δὲν ἔπρεπε νὰ εὕρῃ· διότι οἱ Βενιζελικοὶ ἀξιωματικοί, οἱ ἀπελθόντες εἰς Κωνσταντινούπολιν, οὐδὲ πρὸ ἱερῶν οὐδὲ πρὸ ὁσίων ἐσταμάτησαν, ἐδηλητηρίασαν καὶ τὸ κέντρον ἐκεῖνο τὸ Ἐθνικόν, τὸ ὁποῖον καθ’ ὅλους τοὺς αἰῶνας καὶ μέχρι σήμερον ὑπῆρξεν ἡ κρηπὶς τοῦ Ἑλληνισμοῦ, τοῦ ἀλυτρώτου. Καὶ βλέπομεν καὶ ἐκεῖνο ἀκόμη λησμονοῦν τὴν θέσιν του, λησμονοῦν τὸν προορισμόν του καὶ βαπτιζόμενον μέσα εἰς τὰ δηλητηριώδη νάματα τοῦ Βενιζελισμοῦ.
§69Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι Τοποτηρητής, δὲν εἶναι Πατριάρχης.
§70Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Οὐδὲ Ἕλλην ἱεράρχης εἶναι αὐτός, ὁ φερόμενος ὡς φέρεται.
§71ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Ἄλλος Μελέτιος.
§72Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Καὶ πρέπει, κύριοι, ἐπισημότατα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τῆς ἐθνικῆς κυριαρχίας νὰ διαμαρτυρηθῶ καὶ λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ τὸ διακηρύξω σήμερον ὅτι εἶναι ἐχθροὶ τοῦ ἑλληνισμοῦ οἱ παπᾶδες, οἱ ὁποῖοι σήμερον εἶναι εἰς τὸ Φανάριον.
§73ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Ὄχι ὅλοι.
§74Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι φέρονται οὕτως, Δωρόθεος καὶ Σία.
§75Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ περὶ τὸν Τοποτηρητήν.
§76Γ. ΜΠΑΛΤΑΤΖΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Κύριοι συνάδελφοι, σᾶς παρακαλῶ νὰ μὴ παρασύρησθε ἐκ τῆς ρύμης τοῦ λόγου καὶ ἐκτρέπησθε πρὸς τοιαύτας κρίσεις. Εἶναι ἐνδεχόμενον τινὲς νὰ σκέπτωνται ἄλλως, ἀλλὰ μὴ λησμονεῖτε ὅτι τὸ Πατριαρχεῖον εἶναι τὸ Κέντρον τοῦ Ἑλληνισμοῦ, εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὑπῆρξεν ὁ σημαιοφόρος τῆς Ἑλληνικῆς Ἰδέας, τὸ Κέντρον, τὸ ὁποῖον ἐπὶ τέσσαρας αἰῶνας δουλείας συνεκράτησε, συνεκέντρωσεν, ἐρρύθμισε πᾶσαν ἐθνικὴν ἡμῶν δρᾶσιν καὶ εἰς τὸ ὁποῖον ὀφείλομεν τὴν ἐθνικήν μας ἑνότητα (ζωηρὰ χειροκροτήματα ἐκ τῆς αἰθούσης καὶ τῶν θεωρείων).
§77Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Χαίρω πολὺ διότι ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν ἐξωτερικῶν ἐπανέλαβεν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶπον καὶ ἐγὼ ὁ ἴδιος, ὅτι ἐπὶ πέντε αἰῶνας τὸ Πατριαρχεῖον ἦτο ἡ κρηπὶς τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Καὶ εὐχαρίστως, κύριε Ὑπουργέ, πειθόμενος εἰς τὴν γνώμην ὑμῶν, ὅτι τινὲς ἄλλως σκέπτονται, δέχομαι ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ εἶμαι τόσον βαρὺς εἰς τὸν χαρακτηρισμόν μου. Κατόπιν τῶν ὑμετέρων δηλώσεων, μετὰ μεγάλης εὐχαριστήσεως ἀνακαλῶ τὸν χαρακτηρισμὸν αὐτόν.
§78Γ. ΜΠΑΛΤΑΤΖΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Σᾶς εὐχαριστῶ. Εὖγε σας.
§79ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Ἀνακαλεῖτε τὸν γενικὸν χαρακτηρισμόν, διότι ὁ Τοποτηρητὴς εἶναι προδότης.
§80Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Μετ’ εὐχαριστήσεως ἐγὼ ἀποδέχομαι τὰς δηλώσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν.
§81Ι. Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Εἶναι προδοτικαὶ αἱ πράξεις ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι, λησμονοῦντες ὅτι εἶναι διάδοχοι τοιούτων προκατόχων κατεπρόδωσαν τὸν Ἑλληνισμὸν χάριν κομματικῶν συμφερόντων, ποταπῶν καὶ ἀναξίων. Αὐτὸ πρέπει νὰ τονισθῇ, πρέπει νὰ τονισθῇ ὅτι αὐτοὶ ἐκεῖ, οἱ ὁποῖοι σήμερον ἀντιποιοῦνται πατριαρχικὰ καθήκοντα, κατεπρόδοσαν τὸν Ἑλληνισμόν.
§82Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Ἐγώ, ἀξιότιμε κύριε συνάδελφε, θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ μὴ συμφωνήσω ἐπὶ τοῦ παρόντος πρὸς ὑμᾶς κατόπιν τῶν δηλώσεων τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῶν ἐξωτερικῶν. Διότι μετὰ μεγάλης εὐχαριστήσεως θ’ ἀναγνωρίσω, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ποτὲ Ἕλλην ἱεράρχης, ὁ ὁποῖος νὰ λάβῃ τὸν βαρὺν χαρακτηρισμόν, τὸν ὁποῖον ἀπέδωκα προηγουμένως, καὶ ἀποδέχομαι πλήρως τὰς παρατηρήσεις τοῦ κ. ἐπὶ τῶν ἐξωτερικῶν Ὑπουργοῦ. Ἀλλὰ αὐτὸ εἶναι παρεμπῖπτον· μὲ παρέσυρεν ἡ ῥύμη τοῦ λόγου. Λοιπὸν ἐὰν λάβωμεν ὅλα αὐτὰ ὑπ’ ὄψει, κύριοι συνάδελφοι, θὰ ἀχθῶμεν κατὰ λογικὴν ἀνάγκην εἰς τὴν γνώμην, ὅτι ἦτο σκηνοθεσία ἡ ἀποψινὴ στάσις τῶν ἀπελθόντων ἐντεῦθεν, σκηνοθεσία, τὶς οἶδε ποίους ἀναμολογήτους ὑποκρύπτουσα σκοποὺς καὶ κύριος οἶδεν, καὶ πόθεν ὑποβληθεῖσα. Αὐτὸ πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει μας. Καὶ βεβαίως δὲν πρέπει νὰ ἐμπίπτωμεν εἰς ἐνέδρας. Τὸ γνωρίζομεν τὶ σκέπτονται καὶ ὅτι ἦτο σκηνοθεσία αὐτή, ἡ ὁποία ἐν γνώσει τῆς ἀληθείας ἐπετάχθη καὶ θὰ γνωσθῇ καὶ αὔριον ἀπὸ τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν θὰ παταχθῇ καὶ θὰ τὸν καταρασθῇ καὶ διὰ δευτέραν καὶ Τρίτην καὶ δεκάτην φοράν, διότι ὁ Ἑλληνικὸς λαός, ὁ θαυμασιώτερος λαὸς τοῦ κόσμου ἀποβλέπει πρὸς ὑμᾶς, πρὸς τὴν Κυβέρνησιν τῆς χώρας καὶ πρὸς ἐκείνους, οἵτινες διαχειρίζονται σήμερον ἔξω τὰς ἐθνικὰς ὑποθέσεις καὶ ἐλπίζει καὶ εἶναι πεπεισμένος ὅτι παρ’ ὅλας τὰς συκοφαντίας καὶ ὑπονομεύσεις τὸ δίκαιον τῆς Ἑλλάδος θὰ θριαμβεύσῃ.
§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Ἀναστασόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§84Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχω ὑποχρέωσιν, κύριοι πληρεξούσιοι νὰ εἴπω ὀλίγα τινὰ ἵνα ἐκθέσω τὰ πράγματα, καίτοι γνωστὰ εἰς ὑμᾶς. Ἡ ἀλήθεια τῆς εἰκόνος τῶν γενομένων θὰ ἀποτελέσῃ τὴν βάσιν τῆς ὀρθῆς ἀντιλήψεως καὶ πᾶσα μομφὴ κατὰ τῆς ἀντιπροσωπείας τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, πᾶσα συκοφαντία δὲν εἶναι δυνατὸν ἢ νὰ καταπέσῃ. Ὁ ἔντιμος πληρεξούσιος Ἀττικῆς κ. Τσουκαλᾶς, ἐν δικαίᾳ συγκινήσει, ἀνῆλθε τὸ βῆμα καὶ κρατῶν εἰς τὰς χεῖρας ἐφημερίδα τινὰ εἶπεν ὅτι ὑπό τινος βουλευτοῦ ἐγράφει ἄρθρον τὶ καὶ ἐζήτησε νὰ ἀναγνώσῃ τοῦτο. Πολλοὶ τῶν πληρεξουσίων ἀγνοοῦντες τὸ περιεχόμερον ἐζήτουν νὰ ἀναγνωσθῇ, ἐγὼ δέ, ὅστις πρὸ ὀλίγου ἀνέγνωσα τὸ ἄρθρον τοῦτο, εἶπον εἰς τὸν κ. Τσουκαλᾶν: Κύριε συνάδελφε, ἐν ὀνόματι τῆς ἀξιοπρεπείας τῆς Συνελεύσεως, μὴ ἀναγνώσετε τὸ ἄρθρον. Τὸ ἄρθρον εἶναι βωμολοχία ἐναντίον τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν τοῦ τόπου, εἶναι ὕβρεις ἐναντίον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, καὶ τῆς ψήφου τῆς 1ης Νοεμβρίου. Ἐπεκαλέσθην τὸν πατριωτισμὸν του καὶ τὰ Κοινοβουλευτικὰ ἔθιμα, κατὰ τὰ ὁποῖα δὲν εἶνε ἐπιτετραμένον νὰ ἀναγινώσκωνται ὑβριστικαὶ ἀναφοραὶ ἤ οἱαδήποτε ἔγγραφα ὑβριστικά. Καὶ ὁ κ. συνάδελφος, ὅστις ἔχει πάντοτε συνείδησιν τῶν λόγων του καὶ πράξεών του, ἀντελήφθη τὴν ἔννοιαν τῶν λόγων μου καὶ ἀμνήμων τῶν παθημάτων, ὅσα ὑπέστη ὡς ἄτομον, καὶ ὡς ἀξιωματικὸς καὶ ὡς βουλευτής, κατήρχετο τοῦ βήματος. Καὶ ἠξίωσε νὰ ἀπαντήσῃ ὁ πληρεξούσιος ὅστις εἶχε γράψῃ τὸ ἄρθρον, ἦτο δὲ πληρεξούσιος τοῦ ὁποίου ἐκρίνετο σήμερον ἡ ἐκλογὴ διὰ τὰ ἔκνομα, ἅτινα ἔλαβον χώραν ἐναντίον τῆς ἐλευθερίας τῶν ἐκλογέων. Καὶ ὁ πληρεξούσιος αὐτὸς δὲν εἶχε τὸ θάρρος—εἶναι τοῦτο ἴδιον τῶν ἀνάνδρων—ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς νὰ εἴπῃ ὅσα ἔγραψε, ἀλλ’ ἐζήτησε τὰς στήλας μιᾶς ἐφημερίδος, αἵτινες παρεχωρήθησαν εἰς αὐτόν, καὶ ἐξέθεσε τὰ σήμερον δημοσιευόμενα. Ἀπεκάλεσα τὰ γραφόμενα βωμολοχίας καὶ εἶπον πρὸς τὸν κ. πληρεξούσιον ὅτι ὁ γράφων τοιαῦτα ἐκτὸς τοῦ Κοινοβουλίου δὲν καταρρίπτει τὸ Κοινοβούλιον, ἀλλὰ τὸν γράφοντα. Τὴν στιγμήν, ὅμως ἐκείνην, κατὰ τὴν ὁποίαν διημείβοντο μεταξὺ ἐμοῦ καὶ τῶν ἄλλων πληρεξουσίων τῆς ἄλλης πτέρυγος σκέψεις καὶ οὐχὶ λογομαχίαι, ἠκούσθη ἡ λέξις ἀπό τινος τῆς θέσεως τῆς ἀντιπολιτεύσεως ὅτι αὐτοὶ εἶνε οἱ ἐλευθερωταὶ καὶ αὐτοὶ ἐπολέμησαν. Τότε δὲ ἐγὼ ἀπήντησα εἰς αὐτούς, ὅτι δὲν ἐπολέμησαν εἰς τοὺς τελευταίους ἀγώνας ἐκεῖνοι μόνον, ἀλλὰ καὶ ἐκεῖνοι οἵτινες κατὰ χιλιάδας ἀπετάχθησαν ἐκ τῶν ἐντίμων καὶ ἀνδρείων ἀξιωματικῶν τοῦ 1912–13 καὶ δὲν ἐπολέμησαν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι κατὰ χιλιάδας ἐξωρίσθησαν ἐκ τῶν ἐφέδρων ἀξιωματικῶν καὶ ὁπλιτῶν. Δὲν ἐπολέμησαν ἐκ τῶν πολιτῶν ἐξ ὅλων τῶν μερῶν τῆς Ἑλλάδος ὅσοι ἀπηλάθησαν, ὅσοι κατεδιώχθησαν, ὅσοι ἐφυλακίσθησαν καὶ ὅσοι ἐτυφεκίσθησαν; Ἀπήχησαν αἱ λέξεις μου αὗται τὰς γνώμας πάσης σχεδὸν τῆς Συνελεύσεως, διότι δὲν πρέπει νὰ κρίνωμεν πάντας τοὺς παρακαθημένους ἐν τῇ ἀντιπολιτεύσει μὲ τὸ ἴδιον μέτρον. Πολλοὶ ἐξ αὐτῶν ἀνωμολόγησαν τὴν ἀλήθειαν τῶν λεγομένων καὶ εἶχον καθησυχάσει τὰ πράγματα, ὅτε ἠκούσθη μία φωνὴ—καθ’ ἣν στιγμὴν ἤρεμος ἀπεχώρουν τῆς θέσεώς μου— ἀπό τινος ἑδωλίου τῆς ἀντιπολιτεύσεως ἀπευθυνομένη πρὸς τὰς πτέρυγας ταύτας καὶ ἡ φωνὴ ἐξήμει τὴν ὑβριστικωτέραν ὅλων τῶν λέξεων τῶν ἀκουσθεισῶν ἐνταῦθα, ἀνεμίμνησκε τὸ ἐπάρατον παρελθόν, ἀνεμίμνησκε τὰ πολύκροτα τῶν χαφιέδων ἐντὸς τῆς Βουλῆς, ἀναμίμνησκε τὴν ἀθλίαν ἐποχὴν, καθ’ ἣν ἀπεκαλοῦντο «καθάρματα» οἱ πρῶτοι πολιτικοὶ ἄνδρες τῆς Ἑλλάδος. Ἠκούσθη ἡ ὕβρις «Προδόται» καὶ ὥρμησαν οἱ ἀκούσαντες καὶ ἐπῆλθεν ἡ μικρὰ αὕτη συμπλοκή. Δὲν ἐπεριμένετο ἤ τοῦτο, ἵνα ἐξεγερθῶσιν οἱ πλείονες τῶν ἀντιπολιτευομένων καὶ δώσωσιν τὸ σύνθημα τῆς ἀποχωρήσεως. Ἠκολούθησαν πολλοί, μὴ ἔχοντες συνείδησιν τῶν γενομένων οὐδὲ τῆς σκηνοθεσίας ταύτης καὶ ἀπῆλθον. Βεβαίως, κύριοι, δὲν εἶναι καιρὸς ὅπως, κατὰ τὰς γνώμας τῶν συναδέλφων, μάλιστα τῶν τελευταίως ὁμιλησάντων, τὴν ἑσπέραν ταύτην, νὰ διεκτραγῳδήσωμεν τὰ διαπραχθέντα κατὰ πάσης ἐλευθερίας καὶ παντὸς δικαίου, ἀλλὰ δὲν εἶνε καὶ ἐκ λόγου εὐπρεπείας, τὴν ὁποίαν ἔχομεν καὶ ὀφείλομεν νὰ ἔχωμεν πρὸς τὸ μέγα δίκαιον. Δὲν δυνάμεθα νὰ δικάσωμεν αὐτούς ἐρήμην. Ἀλλὰ τὰ γεγονότα εἶναι τοιαῦτα, ὥστε εἴμεθα ὑποχρεωμένοι οὐδὲ ἔκφρασις λύπης νὰ ἐπιτραπῇ νὰ ἐκφρασθῇ, ἥτις τὴν ὑπόστασιν τοῦ προεδρείου θὰ ἐκλόνιζεν ὡς μὴ πλήρως ἐκτελέσαντος τὸ καθῆκόν του κατὰ τὴν Συνέλευσιν ταύτην. Ὅταν ἔχωμεν τοιαύτην εἰκόνα τῆς ἀληθείας τῶν πραγμάτων, καὶ ὅταν ἔχωμεν τὴν ἀκριβῆ βάσιν τῶν τοιούτων γεγονότων, θέλομεν σταθῇ ἀντιμέτωποι οἱασδήποτε συκοφαντίας καὶ οἱασδήποτε ἐνεργείας, ἥτις Θέλει γίνῃ οὐχὶ διὰ τὰ λεχθέντα καὶ γενόμενα, ἀλλὰ διὰ τὴν ὑπονόμευσιν τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων, τὴν ὁποίαν κατεργάζονται ἄν ὄχι πάντες, ἀλλά τινες ἐξ ἐκείνων μετ’ ἄλλων, ἐνταῦθα εἰς διάφορα σημεῖα τῆς Εὐρώπης. Ἡμεῖς εἴμεθα οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς Θελήσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ μὲ τὴν ἐντολὴν νὰ ἀποκαταστήσωμεν τὸ Πολίτευμα καὶ τὸ καταπατηθὲν Δημόσιον δίκαιον καὶ ἐν γένει τὰς ἐλευθερίας τῶν Ἑλλήνων. Θέλομεν ἐκτελέσῃ τὸ ἔργον τοῦτο καὶ θέλομεν προβῇ εἰς πᾶν ἔργον σύμφωνον μὲ τὴν Ἑλληνικὴν ἀντίληψιν καὶ τὸν νόμον. Θὰ προβῶμεν εἰς πᾶσαν νόμιμον ἐνέργειαν χαρακτηρίζοντες τὴν πρᾶξιν τούτων τὴν τελευταίαν, ἤτοι τὴν ἀποχὴν, ἄν ἐξακολουθήσῃ, ὡς καὶ ἄλλας πράξεις τῆς πολιτικῆς αὐτῆς μερίδος, ὡς πράξεις ἀντεθνικάς, ὡς πράξεις ὑπονομευούσας τὰ ὕψιστα συμφέροντα τοῦ ἔθνους. (Χειροκροτήματα).
§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Τυπάλδος ἔχει τὸν λόγον.
§86Κ. ΤΥΠΑΛΔΟΣ. Ἔχω νὰ συστήσω πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως ταχέως ὁρισθῇ ἡμέρα συζητήσεως διὰ τὴν πρώτην εὐθύνην τῆς ἀσκηθείσης τυραννίας. Δέχομαι ὅτι τὸ κίνημα τῆς Θεσσαλονίκης ἠδύνατο νὰ ἀμνηστευθῇ, ἀλλ’ οὐδεμία δύναμις δύναται νὰ σώσῃ καὶ νὰ προφυλάξῃ ἀπὸ τὴν δικαίαν τιμωρίαν τοὺς ἀρχηγοὺς τῆς τυραννίας καὶ ὑπευθύνους διὰ τὰς ἀπελάσεις, διὰ τὰς φυλακίσεις, διὰ τὰς ὕβρεις......
§87Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Καὶ διὰ τὰς δολοφονίας.
§88Κ. ΤΥΠΑΛΔΟΣ. ...... ὅσας ὑπέστη ὁ Ἑλληνικὸς λαός. Ἐν ᾗ δὲ περιπτώσει οὐδεὶς ἔλεγχος ἐνεργηθῇ διὰ τὴν τιμωρίαν αὐτῶν, ἡ δίκη αὐτῶν ἀπὸ τῆς αἰθούσης ταύτης θὰ μετενεχθῇ εἰς τὴν ἀγοράν. (Χειροκροτήματα).
§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Καλλαντζᾶκος ἔχει τὸν λόγον.
§90Ν. ΚΑΛΑΝΤΖΑΚΟΣ. Μετὰ τὴν περίφημον νίκην τῆς πρώτης Νοεμβρίου 1920 ἡμεῖς, οἱ ἀποτελοῦντες τὴν συμπολίτευσιν προσπαθοῦμεν νὰ λησμονήσωμεν τὰ ἀποτυπώματα ἀπὸ τῶν χειρῶν ἡμῶν, ἅτινα ἀφῆκαν αἱ χειροπέδες τοῦ Γύπαρη καὶ τῶν συντρόφων αὐτοῦ, ὅταν λέγω ὅτι ταῦτα ἐλησμονήσαμεν ἐννοῶ, ὅτι προσπαθοῦμεν νὰ ρίψωμεν ταῦτα εἰς λήθην, λόγῳ τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων καὶ λόγῳ τῆς ἐξωτερικῆς καταστάσεως. Τὴν τοιαύτην συμπεριφορὰν ἡμῶν δὲν τὴν λαμβάνουν ὑπ’ ὄψει οἱ τῆς πτέρυγος ἐκείνης, οἵτινες ἔχουσι καθῆκον νὰ ἵστανται ὀλίγον σωφρονέστεροι ἀπέναντι τῆς πλειονοψηφίας. Διαρκῶς προκαλοῦσι, ἡμᾶς διαρκῶς ὑβρίζουσι τὴν ἐθνικὴν ἀντιπροσωπείαν. Ὁ ὑπογράψας τὸν λίβελλον ἐκεῖνον ἔπρεπε νὰ ἀτενίζῃ μετὰ συστολῆς τοὺς πληρεξουσίους τῆς παρούσης Ἐθνοσυνελεύσεως, διότι αὐτοὶ εἶνε ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἀπέδωκαν τὴν ἐλευθερίαν εἰς αὐτόν. Ἡμεῖς δὲν ἐξετάζομεν τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα, ὅπως ἐξετάζῃ ταῦτα ἡ συνείδησις ἐκείνου, ὅστις δὲν ἐγνώρισε πατρίδα, οὔτε ἐπολέμησεν ὅταν αὐτὴ ἐκινδύνευεν. Ὅταν δὲ ἡμεῖς ὑποχωροῦμεν διαρκῶς, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ εἴπω, ὅταν ἡμεῖς οἱ ἀντιπροσωπεύοντες τὴν λαϊκὴν κυριαρχίαν δὲν δυνάμεθα νὰ ζητήσωμεν λόγον τῶν πεπραγμένων, τότε ἀπὸ κατήγοροι κινδυνεύομεν νὰ μεταβληθῶμεν εἰς κατηγορουμένους. Εἶναι φανερόν, ὅτι οὗτοι ἀκολουθοῦσι τὸ παράδειγμα τῶν ἐκφύλων ἐγκληματιῶν ἐκείνων τῆς Νικαίας καὶ διαρκῶς ὑπονομεύουσι τὸ ἔθνος ἡμῶν καὶ διαρκῶς γίνονται ὄργανα ξένων πρακτόρων καὶ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ καὶ ἔξωθεν, καὶ γενικῶς διὰ παντὸς τρόπου προσπαθοῦσι νὰ βλάψωσι τὸ ἔθνος. Δὲν λησμονοῦσι τουλάχιστον τὰ πράγματα, δὲν θέλουσι τουλάχιστον νὰ σιγήσωσι, ὡς ἐσίγων ὅταν ὁ πάτρων αὐτῶν Ρέπουλης περιύβριζε καὶ ἀπεκάλει τοὺς ἐπιστράτους λῃστρικὰς συμμορίας. Ὅλα αὐτὰ θέλομεν νὰ θέσωμεν εἰς λήθην, ἀλλὰ πρέπει νὰ μάθωσι καὶ οἱ ὀπαδοὶ τῶν ἀπελθόντων τυράννων ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ ὑποχωρῶμεν ἐπ’ ἄπειρον καὶ ὅτι ἔναντι τῆς Ἐθνικῆς κυριαρχίας θὰ δώσωσι λόγον, διότι δὲν εἶνε ἐφικτὸν οἱ τυραννίσαντες τὴν Ἑλλάδα νὰ διαφύγωσι τῶν χειρῶν τῆς λαϊκῆς δικαιοσύνης.
§91ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Γεωργαντόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§92Κ. ΓΕΩΡΓΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν θὰ ἐλάμβανον τὸν λόγον ἐὰν δὲν ἀντεπροσώπευον τὸν νομὸν Δράμας, τὸν ὁποῖον ἀντιπροσωπεύει καὶ ὁ δημιουργήσας τὸ ἐπεισόδιον ἐν τῇ Βουλῇ. Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ σᾶς παρουσιάσω ποῖος εἶναι ὁ δημιουργήσας τὸ ἐπεισόδιον κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην. Ὅτε ἀφίκετο ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος ἐν Δράμᾳ, ὁ κύριος αὐτὸς ἀπὸ τοῦ ἐξώστου τῆς Δράμας εἶπε: «Πέντε ἤ ἕξ εἶναι, σκοτώσατέ τους σὰν τὰ σκυλιά, πετάξατέ τους κάτω διὰ νὰ μὴ ζήσῃ κανεὶς προδότης». Ὅτε ἐγένετο ἡ ἐκλογὴ εἰς ἕνα τμῆμα τῆς Θάσου ὕβρισε τοὺς συμπολίτας του εἰπὼν εἰς αὐτοὺς ὅτι εἶναι αἶσχος δι’ ὅσα ἐγένοντο ἐν Θάσῳ, διότι δὲ εἶπε τὴν λέξιν «αἶσχος» ἐδάρη ὑπὸ τῶν συμπολιτῶν. Αὐτὸς εἶναι ὁ ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος παρίσταται μόνον κατὰ νόμον, διότι κρίνεται ἡ ἐκλογή του ἐνώπιον τοῦ ἐκλογοδικείου καὶ νομίζω ὅτι τὸ ἐκλογοδικεῖον θὰ μᾶς δώσῃ τὴν δέουσαν ἀπόφασιν. (Χειροκροτήματα).
§93ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι πληρεξούσιοι, μετὰ τὴν ἔκφρασιν λύπης διὰ τὰς κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην ἐξελιχθείσας σκηνὰς ἐκ μέρους τοῦ κ. Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, θεωρῶ καὶ ἐγὼ καθῆκόν μου νὰ ἐκφράσω τὴν λύπην μου διὰ τὰ γενόμενα. Ὁ πληρεξούσιος Ἀττικῆς κ. Ι. Δ. Ράλλης ἀπέδωκεν εἰς τὸ Προεδρεῖον παράβασιν τοῦ Κανονισμοῦ.
§94Ι. Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Οὐδεμίαν μομφήν.
§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παράβασιν τοῦ Κανονισμοῦ.
§96Ι. Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ποίαν; Δὲν εἶπον παράβασιν.
§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, ἐζητήθη ὁ λόγος ἐκ μέρους τοῦ πληρεξουσίου Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας κ. Τσουκαλᾶ καὶ ἀποφάσει τῆς Συνελεύσεως ἐνεκρίθη νὰ τῷ δοθῇ ὁ λόγος, ὅπως ὁμιλήσῃ ἐπὶ προσωπικοῦ ζητήματος. Δὲν ἦτο δυνατόν τὸ Προεδρεῖον νὰ θέσῃ ὑπὸ ἔλεγχον τὸν κ. πληρεξούσιον καὶ νὰ τὸν ἐρωτήσῃ ποῖον εἶναι τὸ προσωπικὸν ζήτημα. Ὁ συνάδελφος κ. Τσουκαλᾶς, ὅτε ἡ Συνέλευσις ἐζήτησε νὰ μὴ ἐξακολουθήσῃ, παρῃτήθη τοῦ λόγου του. Ὁ κ. πληρεξούσιος Δράμας ἐζήτησε τότε ν’ ἀναιρέσῃ ὁ κ. πληρεξούσιος Ἀττικῆς ὅ,τι δὲν εἶπε. Καὶ εἰς αὐτὸν τὸ Προεδρεῖον ὑπέδειξεν ὅτι δὲν πρέπει ν’ ἀπαντήσῃ καὶ οὗτος ἐπείσθη. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀντίληψις τοῦ Προεδρείου ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Τὸ Προεδρεῖον ἐκφράζει τὴν λύπην του διὰ τὰς σκηνὰς, αἱ ὁποῖαι συνέβησαν χωρὶς νὰ δυνηθῇ νὰ ἴδῃ τὶ ἐγένετο ἀκριβῶς, διότι καὶ ἡ κροῦσις τοῦ κώδωνος καὶ ὁ θόρυβος ἦτο τοιοῦτος, ὥστε οὐδὲν ἦτο δυνατὸν ν’ ἀντιληφθῇ τις. Κατερχόμενος τοῦ Προεδρείου ἀντελήφθην ὅτι ἐν τῇ αἰθούσῃ εἶχεν εἰσδύσει πρόσωπον ἄγνωστον, ὅπερ ἀνεμίχθη εἰς τὰς σκηνάς. Πάραυτα διέταξα τὴν σύλληψίν του, ἥτις καὶ ἐγένετο, εὑρίσκεται δὲ ἤδη ἐνώπιον τῆς Δικαιοσύνης, ἵνα δώσῃ λόγον πῶς παρεισέφρησεν εἰς τὴν αἴθουσαν καὶ ἀνεμίχθη εἰς τὰς σκηνάς.
§98ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Ποῖος εἶναι;
§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν γνωρίζω τὸ ὄνομά του· συνελήφθη ὑπὸ τοῦ φρουράρχου καὶ κρατεῖται. Ταῦτα ἐνόμισα πρέπον νὰ ἐκθέσω πρὸς τὴν Ἐθνοσυνέλευσιν, παρακαλῶ δὲ καὶ συνιστῶ εἰς τοὺς κ.κ. πληρεξουσίους ἠρεμίαν κατὰ τὰς συζητήσεις, ὅπως διεξαχθῶσι κανονικῶς αἱ ἐργασίαι τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως.
§100Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Ἐγὼ δὲν εἶμαι ἐκτὸς τοῦ Κανονισμοῦ, κύριε Πρόεδρε, διότι ἐγὼ ὑπὲρ πάντας σέβομαι τὸν Κανονισμόν.
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶπον ὅτι εἶσθε ἐκτὸς τοῦ Κανονισμοῦ.
§102Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Τὸν λόγον κύριε Πρόεδρε.
§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε.
§104Ι. Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἀπαντήσω καὶ νὰ δηλώσω ὅτι ἐὰν ἠκούσατε ὅτι ἐξέφερον μομφήν......
§105ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι μομφήν, παρατήρησιν.
§106Ι. Δ. ΡΑΛΛΗΣ. ... ἢ παρατήρησιν, τοῦτο δὲν ὀφείλεται εἰς ἐμέ, ὀφείλεται εἰς τὴν ἀκουστικήν, διότι οὐδέποτε οὔτε παρατήρησιν ἀπηύθυνα οὔτε μομφήν. Εἶπον ἁπλῶς ὅτι κακῶς ἦλθεν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ Θέμα, ὅπερ ἐγεννήθη ἐκτὸς τῆς αἰθούσης ταύτης καὶ τὸ ὁποῖον δὲν ἀφεώρα τὴν Συνέλευσιν καὶ εἶπον ὅτι ἐκ τοῦ κακοῦ τούτου ἐπῆλθον ραγδαῖα τὰ ἀποτελέσματα. Ἐνθυμοῦμαι ἀκριβῶς τὴν φράσιν. Βεβαίως διὰ τῶν λέξεων αὐτῶν δὲν ἤθελον νὰ ἀπευθύνω παρατηρήσεις εἰς τὸ Προεδρεῖον, οὐδὲ νομίζω ὅτι δικαιοῦμαι νὰ ἀπευθύνω παρατηρήσεις καὶ γνωρίζω κάλλιστα τὰ καθήκοντα μου καὶ τὰ δικαιώματά μου. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι, κατόπιν ὁ κ. πληρεξούσιος ἐζήτησε τὸν λόγον, ἵνα ἀπαντήσῃ εἰς ζήτημα προσωπικὸν’ ἦτο συμφωνότερον πρὸς τὸν Κανονισμὸν καὶ συμφωνότερον πρὸς τὰς ἀρχὰς ἡμῶν καὶ τὰς πεποιθήσεις ἡμῶν νὰ ἐπιτραπῇ εἰς αὐτὸν νὰ ὁμιλήσῃ. Ταῦτα εἶπον καὶ ταῦτα ἐπαναλαμβάνω.
§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἀπηγορεύθη εἰς αὐτὸν νὰ ὁμιλήσῃ, ὑπεδείχθη εἰς αὐτὸν νὰ παραιτηθῇ τοῦ λόγου.
§108Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Ὅπως παρητήθην καὶ ἐγώ.
§109ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χ. Μητσόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§110Χ. ΜΗΤΣΟΠΟΥΛΟΣ. Προτοῦ εἰσέλθῃ ἡ Συνέλευσις εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν ζητῶ νὰ ἐρωτήσω τὴν Κυβέρνησιν ἐπὶ θέματος πολιτικῆς σπουδαιότητος, ἐπειγούσης λίαν. Ἠρώτησα αὐτήν, κ. Πρόεδρε, δι’ ὑμῶν καὶ διὰ σημειώματος ἐγγράφως. Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς καὶ ἡ Ἐθνοσυνέλευσις ἔχουσιν ἄμεσον καὶ ἀπόλυτον ἀνάγκην νὰ πληροφορηθῶσιν, ἂν ὀφείλωσι νὰ θεωρήσωσιν ὡς ἀληθῆ τὴν ἐκ Λονδίνου τηλεγραφηθεῖσαν καὶ εὐρείας δημοσιότητος ἀπανταχοῦ ἐν Ἑλλάδι τυχοῦσαν, καταπληκτικὴν δήλωσιν τοῦ Πρωθυπουργοῦ κ. Καλογεροπούλου, τὴν ἄχρι τοῦδε μὴ διαψευσθεῖσαν ἐπισήμως, ὅτι οἱ Ἕλληνες εἴμεθα εὐγνώμονες πρὸς τὸν κ. Βενιζέλον ἐπὶ τῇ μεγαλουργίᾳ του. Φαίνεται εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν πρᾶγμα καταπληκτικόν, τὸ ὅτι θὰ παρουσιάζετο ὑπὸ τοῦ Πρωθυπουργοῦ αὐτῆς ἐν μέσῃ Εὐρωπαϊκῇ Διασκέψει ὡς εὐγνώμων πρὸς τὸν αἱμοβόρον τύραννον, τὸν ὁποῖον προχθὲς ἀκόμη ἀπέκλεισε καὶ ἀπέσβεσε τοῦ πολιτικοῦ βίου, καὶ εὐγνώμων πρὸς τυραννίαν βάναυσον, τὴν ὁποίαν κατέλυσε μετ’ ἀπεχθείας. Καὶ θὰ ηὐχόμην νὰ ἠδύνατο ἡ Κυβέρνησις νὰ διαψεύσῃ τὰς τηλεγραφηθείσας αὐτὰς δηλώσεις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, αἱ ὁποῖαι, μὴ ἀμφιβάλλετε, κύριοι, ὑπάγονται εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν λόγων καὶ τῶν φαινομένων, ὅσα ἀπεθράσυναν τὸν Βενιζελισμὸν καὶ τὴν ἐν μέσῳ ἡμῶν πτέρυγά του κατὰ τοῦ καθεστῶτος. Διότι πῶς ὄχι;— δύνανται νὰ διακηρύττωσιν ὅτι δικαίως πραξικοποῦσι μετὰ τῆς ὁρμῆς, τὴν ὁποίαν ἐγνωρίσαμεν πρὸ μικροῦ, ἵνα ἐπαναφέρωσι τὸν ἄνδρα καὶ τὸ σύστημα, διὰ τὸ ὁποῖον οἱ Ἕλληνες παριστανόμεθα θαυμασταὶ καὶ εὐγνώμονες ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ τῆς Ἑλλάδος.
§111Γ. ΜΠΑΛΤΑΤΖΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ὀφείλω νὰ δηλώσω, εἰς ἀπάντησιν τοῦ εὐαρεστηθέντος νὰ ἐρωτήσῃ ἀξιοτίμου συναδέλφου, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν γνωρίζει τι περὶ τῆς δηλώσεως ταύτης τῆς δημοσιευθείσης πρὸ τινος ὑπό τινος ἐκ τῶν εὐρωπαϊκῶν φύλλων. Θὰ εἶχον δὲ νὰ προσθέσω εἰς τοῦτο, ὅτι φρονῶ ὅτι τοιαύτη δήλωσις δὲν ἐγένετο.
§112Χ. ΜΗΤΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀνακουφίζεται τις ἀληθῶς, διότι ἡ Κυβέρνησις δὲν δύναται νὰ ἐπιβεβαιώσῃ ὡς γενομένας τὰς δηλώσεις τὰς ἀποδιδομένας εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργόν, αἱ ὁποῖαι προυξένησαν ὀδύνην εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν.
§113ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τοῦ τρόπου διαθέσεως ἀδειῶν ἐξαγωγῆς ἐλαίου» ἐπιτροπή, ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της.
Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΤΩΝ ΑΝΑΦΟΡΩΝ ΚΑΙ ΕΡΩΤΗΣΕΩΝ
§114Α. ΜΑΤΕΣΙΣ. Παρακαλῶ νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις τῆς ἀναφορᾶς μου διότι ἀκόμη δὲν ἦλθον αἱ ἀπαιτούμεναι πληροφορίαι.
§115Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Αἱ ἀναφοραὶ πρέπει νὰ σταλῶσιν εἰς τὰ Ὑπουργεῖα ἵνα ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν.
§116ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀποστέλλονται ἀμέσως. Οἱ κ. κ. Σλῆμαν, Ἀλεξιάδης, Οἰκονομίδης, Ἰωαννίδης καὶ Μπούσδρας ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν ἀκτημόνων ἀγροτῶν τοῦ δήμου Φερρῶν περὶ ἐξαγορᾶς τῆς ἐσοδείας.
§117Σ. ΑΛΕΞΙΑΔΗΣ. Τὰ αἰτήματα, τὰ ἀναφερόμενα εἰς τὴν ἀναφορὰν τῶν ἀγροτῶν αὐτῶν, ἔχουσι γενικωτέραν σημασίαν, διότι ἐνδιαφέρουσιν ὁλόκληρον τὸν νομόν. Ζητοῦσι δὲ οἱ ἀγρόται τοῦ δήμου Φερρῶν ἵνα δοθῇ εἰς αὐτοὺς παράτασις τῆς προθεσμίας τοῦ νόμου 2522 περὶ παραχωρήσεως τῆς ἐσοδείας τῶν κολληγικῶς καλλιεργουμένων γαιῶν. Ὁ νόμος ἐδημοσιεύθη τὴν 3ην Ὀκτωβρίου 1920, ἐτέθη δ’ εἰς ἐφαρμογὴν διὰ Β. Δ. τὴν 17 Ὀκτωβρίου 1920, ἐτάχθη δὲ προθεσμία πρὸς ὑποβολὴν δηλώσεων ἐκ μέρους τῶν ἀκτημόνων καλλιεργητῶν μέχρι πρώτης μὲν Δεκεμβρίου διὰ τὴν ἐξαγορὰν τῆς ἐσοδείας τῆς φθινοπωρινῆς σπορᾶς, μέχρι πρώτης δὲ Ἀπριλίου διὰ τὴν ἐξαγορὰν τῆς ἐσοδείας τῆς ἐαρινῆς σπορᾶς. Οὕτως ὥστε μεταξὺ τῆς χρονικῆς ἰσχύος τοῦ νόμου καὶ τοῦ τέρματος τῆς προθεσμίας, ἐμεσολάβησαν μόνον 43 ἡμέραι, καθ’ ἃς δὲν ἠδύναντο νὰ λάβωσι γνῶσιν οἱ ἀγρόται περὶ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ νόμου τούτου, λόγῳ τῶν ἀλλεπαλλήλων πλημμυρῶν, αἱ ὁποῖαι διέκοψαν πᾶσαν συγκοινωνίαν μὲ τὰς πόλεις, ἀπὸ τὰς ὁποίας θὰ ἠδύναντο νὰ μάθωσιν οἱ ἀγρόται τὴν δημοσίευσιν τοῦ νόμου. Τὸ ἀνεπαρκὲς τῆς προθεσμίας προεῖδε καὶ ὁ νομοθέτης διότι ἐν ἄρθρῳ 12 ὥρισεν ὅτι, κατὰ τὸ πρῶτον ἔτος τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου τούτου δύναται ὁ Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας, μετ’ ἀπόφασιν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, νὰ παρατείνῃ τὴν προθεσμίαν τῆς ἐξαγορᾶς τῆς ἐσοδείας ἐπὶ δίμηνον. Τοῦ δικαιώματος τούτου δὲν ἔκαμε χρῆσιν ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ τοιουτοτρόπως ἀπωλέσθη πλέον τὸ δικαίωμα τοῦτο. Συνεπῶς φρονῶ ὅτι εἶναι δίκαιον νὰ χορηγηθῇ νέα προθεσμία, ἵνα ὑποβάλωσιν τὰς προσηκούσας δηλώσεις οἱ ἀκτήμονες καλλιεργηταὶ Θεσσαλίας.
§118Α. ΠΑΠΑΖΑΧΑΡΙΟΥ. Καὶ ἡ Μακεδονία ἔχει ἀνάγκην τοῦ μέτρου αὐτοῦ.
§119Κ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Ἐγὼ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Γεωργίας, ἐπειδὴ ὁ νόμος 2522 καὶ ἀντισυνταγματικὸς εἶναι καὶ πολλὰ ἐλαττώματα ἔχει καὶ δὲν δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ, οὔτε παράτασις νὰ δοθῇ, θὰ παρακαλέσω, ὅπως διὰ τροποποιήσεως, τὴν ὁποίαν θὰ ὑποβάλῃ αὐτός, ὁρίσῃ τὰς σχέσεις τῶν συνεταιρισμῶν, οἱ ὁποῖοι ἔσπειραν καὶ κατέβαλον ἰδίαν σπορὰν καὶ τῶν ἰδιοκτητῶν, πρὸς ἀποφυγὴν διενέξεων καὶ ἐρίδων. Αὐτὸ εἶναι τὸ καλύτερον μέτρον καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν συντόμως νὰ ὑποβάλῃ τὸ σχετικὸν νομοσχέδιον ἢ τροπολογίαν αὐτοῦ τοῦ ἔστω καὶ ἀντισυνταγματικοῦ νόμου.
§120ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Ἰωαννίδης ἐπὶ τῆς αὐτῆς ἀναφορᾶς.
§121Α. ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ. Τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἐδημιουργήθη διὰ τῆς ἀναφορᾶς τῶν ἀγροτῶν τοῦ δήμου Φερρῶν εἶναι τόσον γενικοῦ ἐνδιαφέροντος, ὥστε δὲν δύναται νὰ λυθῇ κατὰ τὸ διάστημα τῆς συζητήσεως μιᾶς ἀναφορᾶς. Ὅλα τὰ διάφορα ἀγροτικὰ ζητήματα τὰ ὁποῖα ἐδημιουργήθησαν καὶ ἑκάστην ἡμέραν δημιουργοῦνται εἰς ὅλον τὸν ἀγροτικὸν κόσμον τῆς Ἑλλάδος, εἶναι ἀποτέλεσμα μιᾶς νομοθεσίας δημιουργηθείσης κατὰ τὴν τελευταίαν τριετίαν καὶ μὴ ἐχούσης οὐδεμίαν ἄλλην βάσιν εἰμὴ μόνον τὴν δημοκοπίαν, μὴ ἐνδιαφερομένης οὔτε διὰ τὸ συμφέρον τῶν ἀγροτῶν, οὔτε διὰ τὸ γενικὸν συμφέρον τοῦ κράτους, τῆς προόδου τῆς γεωργίας, εἰμὴ μόνον δημαγωγικῶς. Διὰ τοῦτο νομίζω ὅτι πρέπει καὶ ζητῶ νὰ μετατραπῇ ἡ συζήτησις αὕτη εἰς ἐπερώτησιν καὶ νὰ ὁρισθῇ ἡμέρα, ὅπως συζητηθῇ ἐν γένει τὸ ἀγροτικὸν ζήτημα καὶ νὰ ἀναπτύξῃ τόσον ἡ Κυβέρνησις τὰς γνώμας της, ὅσον καὶ ἡ Συνέλευσις νὰ λάβῃ μίαν γενικὴν ἰδέαν περὶ τῆς ἀγροτικῆς καταστάσεως, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρισκόμεθα, διότι δὲν ὑπάρχει σήμερον νόμος κανείς, ὑπάρχει μία κατάστασις δημιουργηθεῖσα ὑπὸ δημαγωγικῆς πολιτικῆς.
§122Γ. ΜΠΑΛΤΑΤΖΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ἐπὶ τοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος ἀσχολεῖται τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Γεωργίας μετὰ πολλῆς σπουδαιότητος, ἀναλόγου πρὸς τὴν σπουδαιότητα τὴν ὁποίαν ἔχει. Συνεκλήθη δὲ καὶ εἰδικὴ ἐπιτροπή, ὁ ὁποία θὰ ἀπολήξῃ εἰς ὡρισμένα συμπεράσματα τὰ ὁποῖα θὰ ἔλθωσιν ἐνώπιον ἡμῶν. Νομίζω λοιπὸν ὅτι ἡ πρότασις τοῦ κ. συναδέλφου εἶναι πρόωρος καὶ πρέπει νὰ ἀναμείνῃ ὀλίγον μέχρις ὅτου θὰ ἔχωμεν ὡρισμένα πράγματα νὰ ὑποβάλωμεν εἰς τὴν Συνέλευσιν καὶ ἐπὶ αὐτῶν νὰ συζητήσωμεν. Ἐννοεῖται ὅτι πάντοτε ὁ κ. συνάδελφος ὁσάκις θέλει νὰ συζητήσῃ ζητήματα ἐπὶ τῶν ὁποίων θὰ δυνάμεθα νὰ ἀπαντήσωμεν, εἴμεθα εἰς τὴν διάθεσίν του.
§123Δ. ΜΠΟΥΣΔΡΑΣ. Δὲν ἔχω κανένα λόγον νὰ ἀμφιβάλλω ὅτι τὰ πράγματα θὰ εἶναι σύμφωνα μὲ τοὺς λόγους τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Θὰ παρακαλέσω ὅμως τὸν κ. Ὑπουργόν, ὅπως συστήσῃ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τὴν ὁποίαν κατήρτισεν, νὰ ἐπιταχύνῃ τὸ ἔργον αὐτῆς ἵνα μὴ ἐν λόγοις κενοῖς καταναλίσκομεν χρόνον πολύτιμον, ἀλλ’ ἐπὶ ἔργων συγκεκριμένων καὶ σαφῶν.
§124ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ. κ. Σλῆμαν, Μπούσδρας, Οἰκονομίδης, Χρηστάκης, Ραδινός, Ἰωαννίδης, Καζάκης καὶ Μαργαρίτης ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς Ἀγροτικῆς Συνελεύσεως Λαρίσσης, Τυρνάβου, Ἐλασσῶνος καὶ Ἀγυιᾶς.
§125Δ. ΜΠΟΥΣΔΡΑΣ. Εἶναι τὸ αὐτὸ θέμα τῆς προηγουμένης ἐρωτήσεως.
§126Κ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Μετὰ τὰς ρητάς, κατηγορηματικὰς καὶ τόσον εἰλικρινεῖς δηλώσεις εἰς τὰς ὁποίας προέβη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας τόσον πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ὅσον καὶ κατὰ τὴν σημερινὴν Συνεδρίασιν περὶ τοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος, νομίζω ὅτι οὐδεὶς δύναται ν’ ἀρνηθῇ ὅτι ἡ Κυβέρνησις παρακολουθεῖ τὴν ἐξέλιξιν τοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος καὶ θέλει προβῆ εἰς τὴν ταχεῖαν καὶ δικαίαν ἐπίλυσιν τοῦ ζητήματος τούτου οὐ μόνον τοῦ Θεσσαλικοῦ, ἀλλὰ καὶ ἁπάσης τῆς Ἑλλάδος, ὅπερ ζήτημα ἀπὸ τριακονταετίας καὶ πλέον βασανίζει τὸν ἀγροτικὸν κόσμον. Ἐπὶ τούτοις λαμβάνω ἀφορμὴν ἐκ τοῦ ὑποβληθέντος ὑπομνήματος τῆς ἀγροτικῆς ἑνώσεως Λαρίσης καὶ διερμηνεύων τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ ἀγροτικοῦ κόσμου, παρακαλῶ τὴν Σεβαστὴν Κυβέρνησιν ἵνα ἐν τῇ μερίμνῃ αὐτῆς ὑπὲρ αὐτοῦ, τὴν ὁποίαν πάντοτε ἔδειξεν, ὅπως συντόμως ὑποβάλῃ ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Συνελεύσεως νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ λύεται ῥιζικῶς πλέον τὸ ἀπὸ τριακονταετίας βασανίζον αὐτοὺς ζήτημα πρὸς τὸ συμφέρον οὐ μόνον τοῦ ἀγροτικοῦ κόσμου, τῶν ἰδιοκτητῶν, ἀλλὰ καὶ αὐτοῦ τοῦ Κράτους, διότι οὕτω καὶ μόνον θὰ ἀρθῶσιν αἱ παρεξηγήσεις, αἱ ὁποῖαι ἐνεφιλοχώρησαν μεταξὺ καλλιεργητῶν καὶ ἰδιοκτητῶν, καὶ θὰ ἐπέλθῃ ἡ τάξις καὶ ἡ ἡσυχία, ὑπὲρ τῆς ὁποίας πάντοτε ἐργαζόμεθα, καὶ ἐνδιαφερόμεθα καὶ οὕτω πως θὰ ἐνταθῇ ἡ καλλιέργεια πρὸς ὄφελος οὐ μόνον τῶν ἀτόμων, ἀλλὰ καὶ τοῦ Κράτους. Ἐπὶ τούτοις θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας καὶ ἔντιμος συμπολίτης μου, ὅπως ἀπευθύνω σύστασίν τινα, ὅπως συγχρόνως πρὸς τὴν ἐργασίαν, ἣν θὰ κάμῃ ἡ Ἐπιτροπή, ἡ συγκροτηθησομένη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, διὰ τὴν μελέτην τοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος, ἀπασχοληθῇ καὶ διὰ τὴν ἐξεύρεσιν τῶν ἀναγκαίων κεφαλαίων διὰ τὴν ἵδρυσιν ἀγροτικοῦ πιστωτικοῦ ἱδρύματος, ἄνευ τοῦ ὁποίου νομίζω ὅτι δὲν δύναται νὰ νοηθῇ ἡ λύσις τοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος. Ἔχω τὴν γνώμην ὅτι πρέπει νὰ προηγηθῇ ἡ ἵδρυσις τοιούτου πιστωτικοῦ ἱδρύματος καὶ κατόπιν νὰ προβῶμεν εἰς τὴν λύσιν τὴν πραγματικὴν καὶ δικαίαν, ἣν ἀναμένουν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν καὶ ὁ ἀγροτικὸς καὶ ὁ ἀστικὸς κόσμος, καὶ οἱ ἰδιοκτῆται καὶ αὐτὸ ἀκόμη τὸ Κράτος. Θὰ παρακαλέσω συγχρόνως τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως ὅπως τὸ ὑπόμνημα τὸ ὑποβληθὲν ὑπὸ τῆς ἀγροτικῆς ἑνώσεως διατάξῃ καὶ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ τόσον εἰς τοὺς κ. κ. πληρεξουσίους, ὅσον καὶ εἰς τὰ μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς, συγχρόνως δέ, ἐὰν τυχὸν ἡ ἕνωσις τῶν ἰδιοκτητῶν ἤθελεν ὑποβάλῃ ὅμοιον ὑπόμνημα, νὰ τυπωθῇ καὶ τοῦτο καὶ διανεμηθῇ, διὰ νὰ λάβουν πάντες γνῶσιν τὶ αἰτοῦσιν οἱ ἰδιοκτῆται καὶ τὶ οἱ ἀγρόται, καὶ ἐξευρεθῇ ὁ δίκαιος καὶ εὔλογος τρόπος τῆς λύσεως τοῦ ζητήματος τούτου.
§127ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Χρηστάκης ἔχει τὸν λόγον.
§128Ι. ΧΡΗΣΤΑΚΗΣ. Οἱ διάφοροι συνεταιρισμοὶ τῆς Θεσσαλίας τὴν 31 Ἰανουαρίου συνῆλθον εἰς Συνέλευσιν καὶ διετύπωσαν τὰς γνώμας των εἰς 17 ἄρθρα, τὰ ὁποῖα ὑπέβαλον εἰς τὴν Συνέλευσιν διὰ νὰ λάβῃ γνῶσιν αὐτῶν. Τὰ ἄρθρα, ἅτινα τὸ Συνέδριον τοῦτο διετύπωσεν εἰς τὸ τηλεγράφημα αὐτό, ἀντιπροσωπεύουν ἀκριβῶς τὸν πόθον τῶν γεωργικῶν πληθυσμῶν, δηλαδὴ ὑποδεικνύεται πῶς πρέπει νὰ λυθῇ τὸ γεωργικὸν αὐτὸ ζήτημα, ὅπερ δυστυχῶς εἰς τὴν χώραν μας κατήντησεν γάγγραινα τῆς μὴ προόδου τῆς γεωργίας. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Γεωργίας ὅπως τὰ αἰτήματα ταῦτα τῶν ἀγροτῶν καὶ τῶν συνεταιρισμῶν ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψει κατὰ τὴν μελέτην τοῦ νομοσχεδίου, διότι ἡ γνώμη τῶν ἀγροτῶν πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψει, διότι ἄνευ αὐτοῦ ὑποτίθεται ὅτι θὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψει μόνον τῶν ἐνδιαφερομένων ἰδιοκτητῶν, οἱ ὁποῖοι ἰδιοκτῆται ἔχουσι πᾶν συμφέρον νὰ ὑποστηρίξωσιν τὰ συμφέροντά τους καὶ ὄχι τὰ τῶν ἀγροτῶν. Ἐπίσης θὰ παρεκάλουν τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅπως εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, τὴν ὁποίαν εἶχε τὴν τιμὴν νὰ καταρτίσῃ, νὰ συμπεριλάβῃ ὡσαύτως καὶ πληρεξουσίους Μακεδόνας καὶ Ἠπειρώτας, καθόσον παρατηρῶ ὅτι τὸ ἀγροτικὸν ζήτημα ἐντοπίζεται μόνον εἰς τὴν Θεσσαλίαν, ἐνῷ ἔχομεν εἰς τὴν Μακεδονίαν πολὺ σοβαρώτερον καὶ μεγαλύτερον ἀκόμη ἀγροτικὸν ζήτημα ὡς καὶ εἰς τὴν Ἤπειρον ἐπίσης. Εἰς τὸν Νομὸν Φλωρίνης ἔχομεν 80 τσιφλίκια, διὰ τὰ ὁποῖα δυστυχῶς οὐδεμίαν πρόνοιαν εἶδα, καὶ μόνον ἐγὼ εἶχον κατορθώσῃ, ὡς διευθυντὴς τοῦ συνεταιρισμοῦ, νὰ ἀναλάβω καὶ ἐπιτύχω ἀπαλλοτρίωσίν τινα. Εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν αὐτὴν ἐμὲ τὸν μᾶλλον εἰδικὸν δυστυχῶς δὲν μὲ συμπεριέλαβον, θὰ παρακαλέσω δὲ ὅπως συμπεριληφθῶ.
§129Γ. ΜΠΑΛΤΑΤΖΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ἐγὼ σᾶς παρεκάλεσα εἰδικῶς καὶ προσωπικῶς νὰ λάβητε μέρος.
§130Ι. ΧΡΗΣΤΑΚΗΣ. Ἡ ὑπηρεσία, πρὸς τὴν ὁποίαν ἀπετάθημεν, ἤξευρεν ὅτι μεταξὺ τῶν πληρεξουσίων ὑπάρχει καὶ εἷς γεωπόνος, ὁ ὁποῖος προέρχεται ἀπὸ τὰ σπλάχνα τῆς ὑπηρεσίας, καὶ ἔπρεπε μόνη της ἡ ὑπηρεσία νὰ μὲ συμπεριλάβῃ.
§131Γ. ΜΠΑΛΤΑΤΖΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ὅ,τι ἡ ὑπηρεσία σᾶς ἀναγνωρίζει εἶναι ὅτι ἐγὼ προσωπικῶς σᾶς παρεκάλεσα νὰ λάβητε μέρος.
§132Ι. ΧΡΗΣΤΑΚΗΣ. Ἐγὼ ἔλεγον ὅτι τὸ ζήτημα τὸ ἀγροτικὸν εἶναι τόσον μεγάλου ἐνδιαφέροντος, ὥστε, νομίζω ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπιληφθῇ ἡ Συνέλευσις τῆς συζητήσεως αὐτοῦ. Κατὰ τὴν συζήτησιν δ’ αὐτὴν ν’ ἀναπτυχθῶσι καὶ αἱ γνῶμαι τῆς Κυβερνήσεως διὰ νὰ γνωρίζῃ καὶ ὁ ἀγροτικὸς κόσμος τῆς Ἑλλάδος εἰς ποίαν θέσιν εὑρίσκεται τὸ ζήτημα αὐτό.
§133ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Καζάκης ἔχει τὸν λόγον.
§134Δ. ΚΑΖΑΚΗΣ. Κατόπιν τῶν ἐπανειλημμένων δηλώσεων τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Γεωργίας, καθ’ ἃς ἐπισπεύδεται ἡ ὑποβολὴ τοῦ Ἀγροτικοῦ νομοσχεδίου, θὰ παρακαλέσω, κ. Πρόεδρε, τὸ ψήφισμα τῆς ἐπιτροπῆς τῆς ἀγροτικῆς Συνελεύσεως Λαρίσσης–Τυρνάβου–Ἐλασσῶνος–Ἁγυιᾶς, νὰ διαβιβασθῇ εἰς τὴν εἰδικὴν ἐπιτροπήν. Ἐπιφυλαττόμεθα δὲ νὰ ἐπανέλθωμεν, ὅταν τὸ Ἀγροτικὸν νομοσχέδιον ἔλθῃ εἰς συζήτησιν.
§135Ν. ΜΑΡΓΑΡΙΤΗΣ. Καὶ ἐγὼ παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Γεωργίας νὰ λάβωσι ὑπ’ ὄψιν τὰ αἰτήματα τῶν ἀγροτῶν τοῦ Νομοῦ Λαρίσης.
§136ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ. κ. Γ. Ἀναστασόπουλος καὶ Δ. Πετρακάκος ἐπὶ ἀναφορᾶς τοῦ Δανιὴλ Ν. Φωκᾶ.
§137Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ν’ ἀποσταλῇ εἰς τὴν ἐπιτροπήν.
§138ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Τσιριγώτης ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς τῶν δημοδιδασκάλων Σπάρτης.
§139Ν. ΤΣΙΡΙΓΩΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, οἱ ἀναφερόμενοι δημοδιδάσκαλοι Σπάρτης εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ὑπέστησαν τὰ πάνδεινα. Ἐμαρτύρησαν, ἐφυλακίσθησαν, ἐδάρησαν, κατεδικάσθησαν, καὶ ὅμως δὲν ἐλήφθη περὶ αὐτῶν ἡ φροντίς, ἥτις ἐλήφθη διὰ τοὺς ἄλλους ὑπαλλήλους.
§140ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Μπούσιος ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς Ἀναγνώστου Τζιωμάκη.
§141Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Πρὸ δέκα περίπου ἐτῶν ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Γρεβενῶν συνέβη ἓν ἀνοσιούργημα ὀφειλόμενον εἰς μίαν περιοδείαν. Ὡς ἐνθυμεῖσθε ἐσφάγη ὁ Μητροπολίτης Αἰμιλιανὸς μετὰ τοῦ διακόνου καὶ ἑνὸς ἄλλου, τοῦ διακόνου ἐκείνου ἐπιζῶσιν ἀκόμη ὁ γέρων πατὴρ καὶ δύο ἀδελφαί. Ἐξ αὐτῶν ὑποβάλλεται μία ἀναφορὰ διὰ τῆς ὁποίας ζητεῖται ἡ παροχὴ ἑνὸς βοηθήματος. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ πρόνοιαν περὶ τῶν ἀναξιοπαθούντων αὐτῶν προσώπων.
§142Θ. ΖΑΪΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Περιθάλψεως). Νὰ διαβιβασθῇ, κ. Πρόεδρε, ἡ ἀναφορὰ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Περιθάλψεως.
§143ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Παπαζαχαρίου ἐπὶ ἀναφορᾶς τοῦ κατωτέρου προσωπικοῦ τῶν τελωνείων Θεσσαλονίκης.
§144Α. ΠΑΠΑΖΑΧΑΡΙΟΥ. Τὸ περιεχόμενον τῆς ἀναφορᾶς αὐτῆς ἀνάγεται εἰς μίαν ἀδικίαν, ἡ ὁποία ἀκριβῶς δὲν εἶναι ἀπὸ τὰς συνήθεις. Περὶ τοῦ ζητήματος τούτου καὶ ἄλλοτε ὡμίλησα ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, καὶ ἐτόνισα ὅτι δὲν ὑπάρχει τὸ αὐτὸ μέτρον δι’ ὅλους τοὺς ὑπαλλήλους τῶν διαφόρων Ὑπουργείων. Ἄλλοι μὲν ὑπάλληλοι ἀμείβονται καλύτερον, ἄλλοι δὲ γλισχρότερον καὶ ἕνεκα τούτου ἀκριβῶς ὑφίσταται δυσαρέσκεια καὶ ἀντιζηλία μεταξὺ τῶν ὑπαλλήλων τῶν διαφόρων Ὑπουργείων. Παρεκάλεσα καὶ ἄλλοτε νὰ ληφθῇ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως μέτρον κατὰ τὸ ὁποῖον, ἀφοῦ γίνῃ ὡς ἐγένετο ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως ἡ διαβάθμισις τῶν διαφόρων ὑπαλλήλων, νὰ δοθῇ ἀνάλογος μισθὸς πρὸς ὅλους. Ἀτυχῶς ἡ διαβάθμισις ἡ ὁποία ἐγένετο ἐπὶ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, ὅπως ὅλα τὰ μέτρα τὰ ὁποῖα ἐκείνη ἐλάμβανε, χαριζομένη εἰς διάφορα πρόσωπα, ἀπεδείχθη ὅτι τοιοῦτον ἦτο καὶ τὸ μέτρον ἐκεῖνο ὡς πρὸς τοὺς τελωνειακοὺς ὑπαλλήλους καὶ οἱ κατώτεροι τελωνειακοὶ ὑπάλληλοι ἀμείβονται πολὺ γλισχρότερον ἀπὸ ἄλλους ὑπαλλήλους τοῦ αὐτοῦ βαθμοῦ καὶ μὲ τὰ αὐτὰ προσόντα ἀνήκοντας εἰς ἄλλα Ὑπουργεῖα.
§145ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Μπούσιος ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς τῆς ἐπιτροπείας τῶν ἐν Ἑλλάδι Ποντίων.
§146Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἀναβληθῇ αὐτὴ ἡ συζήτησις δι’ ἄλλην ἡμέραν.
§147ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.
§148Χ. ΜΗΤΣΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ νὰ ἐγγράψητε καὶ ἐμέ.
§149Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Καὶ ἐμὲ παρακαλῶ.
§150Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Τὸ ζήτημα αὐτὸ δὲν εἶναι ζήτημα ἀναφορᾶς. Παρακαλῶ νὰ ἐγγράψητε καὶ ἐμέ.
§151ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ε. Παπακωνσταντίνου ἐπὶ ἀναφορᾶς τοῦ Νομάρχου Ἀργολιδοκορινθίας.
§152Ε. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ τυπωθῇ ἡ ἀναφορὰ αὐτὴ καὶ νὰ διανεμηθῇ διὰ νὰ λάβωμεν γνῶσιν.
§153Σ. ΣΤΑΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν πρόκειται περὶ ἀναφορᾶς τοῦ κ. Νομάρχου Ἀργολιδοκορινθίας, ἀλλὰ περὶ αἰτήσεως τῶν κατοίκων τοῦ προαστείου Ναυπλίου Προνοίας, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ κ. Νομάρχης. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ μελετήσῃ τὴν ἀναφορὰν αὐτὴν τῶν κατοίκων Προνοίας, οἱ ὁποῖοι φαίνεται ὅτι ἔπαθον ἐκ θεομηνίας τοιαύτας καταστροφάς, αἵτινες ἐὰν εἶναι ἀληθεῖς, καὶ ἂν ὁ κ. Νομάρχης δὲν ἀνέφερεν αὐτὰς πρὸς τὴν προϊσταμένην του ἀρχήν, νομίζω ὅτι οὗτος εἶναι ἄξιος τιμωρίας. Διότι ἀναφέρουν οὗτοι ὅτι ἐκ θεομηνίας ὑπερεξεχείλησεν ὁ ἐκεῖ χείμαρρος, ὁ ὁποῖος κατέστρεψε τὰς οἰκίας αὐτῶν, ὥστε ἠναγκάσθησαν νὰ μείνωσιν ἐν ὑπαίθρῳ καὶ ὅτι χάλαζα καταστρεπτικὴ κατέστρεψε τὰς περιουσίας αὐτῶν, ἐξαιτοῦνται δὲ τὴν συνδρομὴν τῆς Κυβερνήσεως. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ἐξετάσῃ τὸ ζήτημα καὶ ἂν πράγματι ἀληθεύσωσι τὰ ἐν τῇ ἀναφορᾷ ἀναφερόμενα, νὰ ἔλθῃ ἡ Κυβέρνησις ἀρωγὸς πρὸς τοὺς παθόντας.
§154Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Θὰ παρακαλέσω, κ. Πρόεδρε, νὰ παραπεφθῇ εἰς τὸν Ὑπουργεῖον ἡ σχετικὴ ἀναφορά.
§155ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ. Ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς ἐζήτησαν νὰ ὁμιλήσουν ὁ κ. Φαρμακόπουλος καὶ ὁ κ. Καρπετόπουλος. Ἐκ παραδρομῆς τῆς ὑπηρεσίας δὲν ἀνεγράφησαν. Θὰ παρακαλέσω τὴν Συνέλευσιν νὰ ἐπιτρέψῃ νὰ ὁμιλήσουν.
§156ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Μάλιστα. Μάλιστα.
§157ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Φαρακόπουλε, ὁρίστε.
§158Ι. ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπικαλοῦμαι τὴν προσοχὴν τῶν κ.κ. Ὑπουργῶν ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς τῶν συμπολιτῶν μου ἐκ Προνοίας. Νύκτα τινὰ τοῦ παρελθόντος μηνὸς σφοδροτάτη χάλαζα κατέστρεψε τὰς περιουσίας αὐτῶν. Ὁ κ. Νομάρχης ἀναφέρει ὅτι τὸ πάχος τῆς χαλάζης ἀνῆλθεν εἰς ἕν μέτρον. Φαντάζεσθε λοιπὸν ποίας καταστροφὰς ἐπέφερεν. Οἱ παθόντες δὲν εἶναι προλετάριοι, ἀλλ’ εἶναι μικροϊδιοκτῆται, οἱ ὁποῖοι ἐστερήθησαν ὅλων τῶν πόρων τῆς ζωῆς. Οἱ συμπολῖταί μου λοιπὸν ἐκ Προνοίας ὑποβάλλουσιν αἴτησιν, τὴν ὁποίαν ὑποστηρίζω καὶ ἐγώ, ὅπως ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν διατάξῃ τὸν νομομηχανικὸν νὰ ὑποβάλῃ προϋπολογισμὸν τῆς δαπάνης, τῆς ἀπαιτουμένης διὰ νὰ ἐπανέλθουν αἱ καταστραφεῖσαι ὁδοὶ καὶ ὑπόνομοι εἰς τὴν προτέραν κατάστασιν, ἐπίσης δὲ ὅπως διατάξῃ τὸν Νομάρχην καὶ ἢ τινὰ ἄλλην ἀρχὴν νὰ ἐξακριβώσῃ τὰς ζημίας, τὰς ὁποίας ἔπαθον οἱ κάτοικοι ἐκεῖ καὶ ἐν μέτρῳ ἔλθῃ τὸ Κράτος ἀρωγόν. Νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορὰ καθ’ ἣν τὸ κράτος ἐπέρχεται ἀρωγὸν εἰς τοὺς πάσχοντας ἐκ θεομηνίας, εἴτε ἐκ σεισμοῦ, εἴτε πλημμύρας, εἴτε ἐξ ἄλλων λόγων. Νομίζω ὅτι τὸ καθῆκον τοῦτο ἐπιβάλλεται, ὄχι μόνον ἐκ φιλανθρωπίας, ἀλλ’ ἐξ ἀλληλεγγύης, τὴν ὁποίαν οἱ πολῖται μιᾶς πολιτείας ὀφείλουν νὰ ἔχωσι, διότι ὅταν οἱ πάσχοντες μόνοι ὑφίστανται ὅλων τὴν ζημίαν, αὕτη καθίσταται μεγαλυτέρα παρὰ ἂν αὕτη διαμοιράζεται εἰς ὅλους τοὺς πολίτας, ἧτον ἐὰν τὸ Κράτος ἔρχηται ἀρωγὸν διὰ μικρᾶς δαπάνης.
§159Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι ἐπαρκῶς ὡμίλησαν, διὰ τὰς καταστροφὰς αἱ ὁποῖαι ἐπῆλθον εἰς τὸ προάστειον τοῦ Ναυπλίου Πρόνοιαν καὶ διὰ τὰς ζημίας τὰς πολλὰς καὶ μεγάλας, αἵτινες συνέβησαν εἰς τοὺς ἄλλους πτωχοὺς κατοίκους. Ἐγὼ πρὸς πραγματοποίησιν τῶν συστάσεων τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων, σπεύδω νὰ παρακαλέσω τοὺς κ.κ. Ὑπουργοὺς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τῆς Συγκοινωνίας, ἐὰν θέλωσι νὰ λάβωσιν ὑπ’ ὄψιν τὴν σύστασίν μου νὰ σπεύσωσιν ἀμέσως νὰ διατάξωσι τὸν μὲν νομομηχανικὸν νὰ προβῇ εἰς τὴν μελέτην τῶν ἀπαιτουμένων ἔργων, τὸν δὲ Νομάρχην νὰ ἐξακριβώσῃ τὰς ζημίας αἵτινες ἐγένοντο, γνωστοῦ ὄντος ὅτι διὰ τὴν βοήθειαν τῶν παθόντων χρειάζεται νομοθετικὴ ἐνέργεια.
§160Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Καὶ ὡς ὑπουργὸς καὶ ὡς πληρεξούσιος ἐκ τοῦ αὐτοῦ Νομοῦ, αἰσθάνομαι ὅλην τὴν ὑποχρέωσιν, ἵνα διατάξω καὶ ληφθῶσιν ὅλα τὰ προσήκοντα μέτρα ἐν τῇ περιστάσει ταύτῃ. Θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ σταλῇ ἡ ἀναφορὰ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον διὰ νὰ ἔχω αὐτὴν ὑπ’ ὄψει, ἵνα διατάξω, ὅ,τι δέον νὰ ἐνεργηθῶσι.
§161Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι εὐκαιρία διὰ νὰ δείξητε τὸ ἐνδιαφέρον σας.
§162Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Μὲ ἀντιπολιτεύεσθε;
§163ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ.κ. Σ. Σωτηριάδης καὶ Χ. Μητσόπουλος, ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ καλουμένων ἀνυποτάκτων.
§164Χ. ΜΗΤΣΟΠΟΥΛΟΣ. Πρόκειται περὶ ἀναφορᾶς τῶν ἀνυποτάκτων τῶν ἀνακαλουμένων εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ καὶ τῶν ὁποίων τὸ ζήτημα εὑρίσκει θεραπείαν, νομίζω, εἰς νομοσχέδιον ὑποβληθὲν ἤδη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ὥστε θὰ εἶναι ἐπικαιροτέρα ἡ συζήτησις, ὅταν θὰ ἔλθῃ εἰς τὴν τοιαύτην συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνον.
§165ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Παναγιώτου ἔχει τὸν λόγον.
§166Δ. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ. Συνιστῶ καὶ ἐγὼ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν νὰ λάβῃ ταχέως μέτρον.
§167Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Ἔλαβον. Ὑπέβαλον νομοσχέδιον.
§168ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Μπούσιος ἐπὶ ἀναφορᾶς ἑνώσεως Μακεδονικῆς νεολαίας.
§169Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Ὑπάρχουν μερικοὶ ἐκ τῶν κηρυχθέντων ὑπὸ τοῦ τέως καθεστῶτος λιποτακτῶν, καταγόμενοι, ὄχι πλέον ἀπὸ τὴν λοιπὴν Μακεδονίαν, ἀλλ’ ἀπὸ τὴν διαφιλονικουμένην ζώνην μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Σερβίας. Αὐτοὶ ὅλοι ἐκηρύχθησαν λιποτάκται ἀπὸ τὰ Στρατοδικεῖα, ἐφυλακίσθησαν καὶ διατελοῦσιν ἀκόμη ἐν φυλακῇ. Ἐὰν ἦτο δυνατὸν εἰς τὸ νομοσχέδιον νὰ ληφθῇ πρόνοια καὶ περὶ αὐτῶν, θὰ παρεκάλουν νὰ παραπεμφθῇ ἡ ἀναφορὰ αὐτὴ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον.
§170Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Ἄς παραπεμφθῇ ἡ ἀναφορὰ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν διὰ νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν συζήτησιν.
§171Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Ὥστε καὶ ἄν εἶναι ἐν φυλακῇ, εἶναι δυνατὸν νὰ συμπεριληφθοῦν.
§172Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Βεβαίως.
§173Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Εἶναι ἀκόμη ἐν τῇ φυλακῇ καὶ σήμερον δύναται νὰ ληφθῇ τὸ αὐτὸ μέτρον.
§174Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Περὶ ὅλων τῶν περιπτώσεων αὐτῶν δυνάμεθα νὰ προνοήσωμεν διὰ τοῦ νομοσχεδίου.
§175Ι. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΑΣ. Μετὰ τὰς δηλώσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν δὲν ἔχω ἄλλο τι νὰ προσθέσω.
§176Ξ. ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Καὶ ἐγὼ συνηγορῶ ὑπὲρ τῆς ἀναφορᾶς.
§177Ν. ΚΟΥΛΑΝΔΡΟΣ. Ἡ περίπτωσις αὐτὴ δὲν ἀφορᾷ τοὺς λιποτάκτας οὔτε ἀνυποτάκτους. Οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ κατεδικάσθησαν καὶ εἶναι εἰς τὰς φυλακὰς, διότι δὲν ἀνεγνώρισαν τὸ καθεστὼς ἐκεῖνο. Αὐτοὶ κατεδικάσθησαν διότι δὲν προσῆλθον εἰς τὸν στρατόν.
§178Φ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μετὰ τὰς δηλώσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν δὲν ἔχω νὰ προσθέσω τίποτε.
§179ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ.κ. Α. Βιτάλης, Κ. Λυκουρέζος καὶ Π. Σισμάνης ἐπὶ ἀναφορᾶς τοῦ Νικολάου Ἀθανασίου.
§180Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Ἔχει ἀπόλυτον δίκαιον. Ἀσχολούμεθα ἵνα ἐξεύρωμεν κατάλληλον κατοικίαν διὰ τὴν ἐγκατάστασιν τοῦ Στρατηγοῦ.
§181Κ. ΔΡΟΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑποχρεοῦται ἡ ὑπηρεσία νὰ παρέχει κατοικίαν;
§182Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Τὸ συμβούλιον ὁμιλεῖ περὶ κατοικίας καὶ ὁ στρατηγὸς θέλει κατοικίαν.
§183Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Νὰ ὑπάγῃ ὁ στρατηγὸς εἰς τὰ διαμερίσματα τοῦ Ἀθανασίου εἰς τὸ ξενοδοχεῖον καὶ ὁ Ἀθανασίου εἰς τὴν οἰκίαν του.
§184ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ.κ. Α. Σλῆμαν, Π. Φλῶρος, Ι. Χριστοδουλιᾶς καὶ Ι. Παπαλουκᾶς ἐπὶ ἀναφορᾶς τῆς Γεωργικῆς Ἑνώσεως.
§185Ι. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΑΣ. Πρόκειται περὶ τοῦ σχετικοῦ νομοθετικοῦ διατάγματος τῶν ποιμνιοβοσκῶν. Δυστυχῶς ἀπεδείχθη ὅτι ὁ σκοπὸς δι’ ὃ ἐδημιουργήθη τὸ διάταγμα δὲν ἐξεπληρώθη, διότι ἀπέβη ἐπὶ μεγίστῃ βλάβῃ τῶν μικρῶν κτηνοτρόφων χωρὶς ἡ κοινωνία νὰ προσπορισθῇ κανὲν ὄφελος. Παρακαλῶ νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν τὸ ὑπόμνημα ἐνώπιον τῶν ὑπουργῶν κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Γεωργικοῦ νομοσχεδίου.
§186Ι. ΠΑΠΑΛΟΥΚΑΣ. Εἶναι σπουδαιότατον τὸ ζήτημα τῆς παρατάσεως τοῦ ἐνοικιοστασίου ὅσον ἀφορᾷ τὰ λειβάδια καὶ ἤθελα παρακαλέσῃ τὴν Κυβέρνησιν νὰ μελετήσῃ τὸ ζήτημα εἰς τρόπον ὥστε καὶ ἡ κοινωνία νὰ μὴ ὑποφέρῃ καὶ νὰ μὴ καταδιώκεται ἡ κτηνοτροφία.
§187ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ ΤΩΝ ΕΠΕΡΩΤΗΣΕΩΝ
Ὁ κ. Μητσόπουλος ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν ἐξορίστων Ἑλλήνων τῆς Αἰγύπτου εἰς Ἱσπανίαν.
§188Χ. ΜΗΤΣΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἐπεθύμουν, περὶ ζητήματος τόσον σπουδαίου ἐνδιαφέροντος, ὅπως τὸ ζήτημα τῆς τυραννίας τοῦ ἐν Αἰγύπτῳ Ἑλληνισμοῦ, νὰ ἔβλεπον τὴν πτέρυγα, ἡ ὁποία ἀπουσιάζει. Αὐτὸς εἶναι ὁ πρῶτος λόγος. Ὁ ἕτερος εἶναι διότι καὶ πάλιν διὰ ζήτημα τόσον σπουδαῖον ἡ Βουλὴ εἶναι περίπου κενή, θὰ ἤμην δὲ πρόθυμος νὰ ἀναβάλω τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ θέματος τούτου διὰ τὴν προσεχῆ ἡμέραν τῶν ἐπερωτήσεων, ἄλλως τε εἶναι καὶ πολὺ ἀργὰ ἰδίως μετὰ τὴν κόπωσιν τῆς Βουλῆς.
§189ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. Ἀναβάλλονται καὶ ὅλα αἱ ὅλαι ἐπερωτήσεις.
§190Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον «περὶ ἀπαλλοτριώσεως».
§191Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ὄχι διότι ἔχει συζήτησιν μεγάλην.
§192ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις, ἵνα ἐπαναληφθῇ αὕτη τὴν 5ην μ. μ. αὔριον. (Ὥρᾳ 9. 10′ μ. μ.)