1921.01.20
1.881 στίχοι · 14.929 λέξεις · 113 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 4η
Τετάρτη 20ης Ἰανουαρίου 1921
Προεδρία κ. Κ. ΑΡΓΑΣΑΡΗ ΛΟΜΒΑΡΔΟΥ
(Ὥρᾳ 5 μ. μ.).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Ν’ ἀναγνωσθῶσι τὰ πρακτικά. (Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλοῦνται νὰ προσέλθωσιν, οἱ μὴ ὁρκισθέντες πληρεξούσιοι ἵνα ὁρκισθῶσιν. (Προσκομισθέντος τοῦ Ἱεροῦ Εὐαγγελίου προσῆλθον, οἱ μὴ ὁρκισθέντες πληρεξούσιοι κ. κ. Κ. Μελᾶς, Χρ. Ροδοκανάκης, Γ. Φραγκούλης–Ἀνδρεάδης, Μᾶρκος Βολίκας, Ἠλ. Ἀσπιώτης, Β. Κουκουρίδης καὶ Γ. Μπρίκας, οἵτινες ἀνέτεινον τὴν δεξιὰν αὑτῶν καὶ ὤμοσαν τὸν ὑπὸ τοῦ Συντάγματος τεταγμένον ὅρκον ἔχοντα οὕτω: «Ὁρκίζομαι εἰς τὸ ὄνομα τῆς ἁγίας, ὁμοουσίου καὶ ἀδιαιρέτου Τριάδος, ὅτι, πιστὸς εἰς τὸν Συνταγματικὸν Βασιλέα τῶν Ἑλλήνων Κωνσταντῖνον, θὰ ἐκπληρώσω εὐσυνειδήτως τὰ τοῦ πληρεξουσίου καθήκοντα, ὅτι οὐδὲ θὰ προτείνω, οὐδὲ θὰ ψηφίσω τι ἀντιβαῖνον πρὸς τὰς πεποιθήσεις μου καὶ ὅτι θὰ συντελέσω εἰς τὴν διαρρύθμισιν τοῦ πολιτεύματος, ὅπως ἐξασφαλισθῶσι τὰ δικαιώματα καὶ τὰ συμφέροντα τοῦ Ἔθνους καὶ τοῦ λαοῦ».
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι Πληρεξούσιοι μετὰ μεγάλης λύπης ἀνακοινῶ ὑμῖν τὸν θάνατον πολυτίμων συναδέλφων, τῶν Γεωργίου Κυριακοπούλου ἐξ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας, Δημητρίου Καρακίτη ἐκ Λαρίσης καὶ Ξανθίππου Δελημιχάλη ἐξ Ἕβρου. Ἐπὶ τῷ θανάτῳ αὐτῶν, κατετέθη ἐντολῇ τοῦ Προεδρείου, στέφανος ἐπὶ τῆς σοροῦ τοῦ πρώτου ἐν Κορίνθῳ κηδευθέντος καὶ ἀπεστάλησαν συλλυπητήρια γράμματα εἰς τὴν οἰκογένειαν αὐτοῦ. Ἐπίσης ἀπεστάλησαν συλλυπητήρια γράμματα πρὸς τὴν οἰκογένειαν τοῦ Δημ. Καρακίτη, θανόντος ἐν Βιένῃ καὶ εἰς τὴν οἰκογένειαν τοῦ Ξανθ. Δελημιχάλη ἀποβιώσαντος ἐν Ἕβρῳ. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Συνέλευσιν ὅτι συμφώνως τῷ Κανονισμῷ τῆς Βουλῆς, ἡ διαρκὴς ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς ἐπιτροπὴ ἀπετελέσθη ἐκ τῶν πληρεξουσίων κ. κ. Δημ. Γ. Τσιτσάρα, Κωνστ. Πολυγένους, Ἰωάν. Βογιατζῆ, Ἀναστ. Σκιαδαρέση, καὶ Βασ. Μαρκεζίνη. Ἡ δὲ διαρκὴς ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῆς Βιβλιοθήκης τῆς Βουλῆς ἀπετελέσθη ἐκ τῶν κ. κ. Μιχ. Γούδα, Ρήγα Πάντου καὶ Παναγ. Σάκκη. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ παρακαλῶ τὴν Συνέλευσιν νὰ ἐπιτρέψῃ, ὅπως αἱ ἐργασίαι τῆς Συνελεύσεως, μέχρις οὗ καταρτισθῇ ὁ νέος Κανονισμός, διέπωνται ὑπὸ τοῦ ὑφισταμένου Κανονισμοῦ. Δέχεται τοῦτο ἡ Συνέλευσις;
§4ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Μάλιστα. Μάλιστα.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Συνέλευσιν τὰ ἑξῆς: — Ὁ Δικηγορικὸς Σύλλογος Θεσσαλονίκης, ζητεῖ νὰ ἀναθεωρηθῇ τὸ ἐνοικιοστάσιον Θεσσαλονίκης. — Οἱ καπνοπαραγωγοὶ Ἀγρινίου καὶ περιχώρων ὑποβάλλουσιν ὑπόμνημα καὶ ζητοῦν ὅπως, ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἐπιλυθῇ τὸ καπνεργατικὸν ζήτημα, ἀφ’ ἑτέρου δὲ τὸ προϊὸν τοῦ νομοῦ των τύχῃ καλυτέρας διαφημίσεως. — Οἱ Πρόεδροι τῶν Γεωργικῶν Συνεταιρισμῶν καὶ Γεωργικῶν Συλλόγων Θεσσαλίας, ζητοῦσιν ὅπως ἐπιτευχθῇ παρὰ τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως ἡ λύσις τοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος. — Οἱ σιγαροποιοὶ Θεσσαλονίκης, ζητοῦσιν ὅπως ἀποζημιωθῶσιν. — Οἱ κάτοικοι Ληξουρίου, ζητοῦσι νὰ παραμείνῃ καὶ προαχθῇ εἰς Γυμνασιάρχην, ὁ καθηγητὴς Παξικόπουλος. — Ὁ Ἰωάννης Ἀργυρίου καταγγέλει σκάνδαλον, περὶ ἀποστολῆς εἰς Γαλλίαν πρὸς παραλαβὴν ὑλικοῦ, τοῦ Ταγματάρχου Ἐπιμελητείας Σωμάκη, δημιουργήματος Ζυμβρακάκη καὶ βαρυνομένου μὲ πλείστας μηνύσεις διὰ σοβαροτάτας καταχρήσεις κλπ. — Ὁ Σύνδεσμος θυμάτων τῆς τυραννίας ἐν Πειραιεῖ ζητεῖ ἠθικὴν καὶ ὑλικὴν ἱκανοποίησιν. — Οἱ κάτοικοι φυλακῶν Πύλου ζητοῦσιν ὅπως διὰ Βασιλικῆς χάριτος τύχωσιν ἀναστολῆς τοῦ ἡμίσεος τῆς ποινῆς των. — Ἡ χήρα Ἰσμὲτ Μουσταφᾶ, ζητεῖ ὅπως ἀποδοθῇ δυνάμει τῆς ὑπ’ ἀριθ. 821122 καὶ 41115 διαταγῆς τοῦ Ὑπουργοῦ Γεωργίας τὸ τσιφλίκιόν της ὡς αὐτὸ ἔχουσα πόρον ζωῆς καὶ τὸ ὁποῖον παρανόμως κατέλαβον. — Οἱ κάτοικοι κοινότητος Δουραλῆ, τέως Δήμου Ἕλους, ζητοῦσιν ὅπως ληφθῇ μέριμνα λόγῳ τῶν πλημμυρῶν ἅς ὑπέστησαν. — Οἱ ὑποδηματοποιοὶ Γυθείου ζητοῦσιν μεταρρύθμισιν τοῦ νόμου 1640, περὶ καθαρᾶς προσόδου. — Ἡ Μίνα Δ. Ἀντωνάτου (ἐκ τῆς Κοινότητος Ἀρεοπόλεως) δι’ αἰτήσεώς της πρὸς τὴν Συνέλευσιν παραπονεῖται διότι δὲν μισθοδοτοῦνται οἱ κληρωτοὶ τοῦ 1919–1920 τοὐλάχιστον ἐκεῖνοι, οἵτινες εὑρίσκονται εἰς τὸ μέτωπον τῆς Μ. Ἀσίας· 2) ὅτι καθυστεροῦνται πολλὰ ἐπιδόματα ἐφέδρων· 3) ὅτι ἐγένετο μεγάλη ἀδικία λόγῳ πολιτικῶν ἢ ἀτομικῶν λόγων τῶν κ. Προέδρων Κοινοτήτων, ὅσον ἀφορᾷ τὰ ἐπιδόματα τῶν ἐφέδρων τοῦ 1915· 4) παραπονεῖται διὰ τελείαν ἐγκατάληψιν καὶ παρακαλεῖ ὅπως οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς Λακωνίας ὑποστηρίξωσι τὰ δίκαιά της. — Ἐπανερχόμενοι Μουσουλμᾶνοι Φλωρίνης ἐπιζητοῦσιν τὴν ἀνάκτησιν τῶν κτημάτων των. — Καπνεργάται Σιατίστης, διαμαρτύρονται διὰ τὴν ἐξαγωγὴν ἀκατεργάστων καπνῶν εἰς τὸ ἐξωτερικόν. — Ὁ Προκόπιος Καλλύβας, Πρόεδρος Πρωτοδικῶν, ὑποβάλλει ἀναφορὰν περὶ διαρρυθμιστέων διατάξεων τοῦ Συντάγματος καὶ ἐκδοτέων συναφῶν ψηφισμάτων ὑπὸ τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως. — Δημόται καὶ καπνοπαραγωγοὶ Ματαράγκας, Παπαδάτων, Κερασόβου καὶ Ζευγαρακίου, αἰτοῦσιν ὅπως ἐπιτραπῇ ἡ ἐξαγωγὴ καπνοῦ. — Ὅμηροι Καβαλλιῶται, καταστραφέντες ὑπὸ τοῦ ἐντολοδόχου των Ἰωάννου Ζώτου ἐπικαλοῦνται τὴν συνδρομὴν τῆς Συνελεύσεως, ὅπως ψηφισθῇ πίστωσις δι’ αὐτοὺς μὴ λαβόντας ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως. — Ὁ Γεωργικὸς λαὸς Καρδίτσης, ζητεῖ βελτίωσιν καταστάσεώς του. — Ὁ Ἀντιπρόσωπος Ναδὴρ Μαχήρ, αἰτεῖται παρὰ τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως δεκαήμερον ἄδειαν διὰ τὴν Κωνσταντινούπολιν, (Συναινέσει τῆς Συνελεύσεως ἡ ἄδεια χορηγεῖται). — Ὁ ἀντιπρόσωπος τοῦ Νομοῦ Κεφαλληνίας Διονύσιος Βινιεράτος, αἰτεῖται ὡσαύτως τετράμηνον ἄδειαν διὰ τὸ Ἐξωτερικόν. (Συναινέσει τῆς Συνελεύσεως ἡ ἄδεια χορηγεῖται).
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Σουλιώτης Νικολαΐδης ἔχει τὸν λόγον.
§7Α. ΣΟΥΛΙΩΤΗΣ ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ. Μετὰ ἰδιαιτέρας συγκινήσεως κύριοι ἀντιπρόσωποι, ἀνέρχομαι τὸ βῆμα χάριν καθήκοντος, τοῦ ὁποίου ἡ ἐκπλήρωσις πιστεύω ὅτι εἶναι καὶ ἐπιθυμία ὅλων ὑμῶν. Διότι εἶναι δίκαιον, ἀρχομένης τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως ταύτης, νὰ μνημονευθῇ ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ ὁ μέχρις ἐσχάτων ἀντιπρόσωπος τοῦ λαοῦ, ὁ ἀντιπρόσωπος, τοῦ ὁποίου ὁ θάνατος ἐξαιρετικῶς συνετέλεσεν εἰς ἀναστήλωσιν τῆς ἐσωτερικῆς ἐλευθερίας, εἰς τὴν μεγάλην τοῦ λαοῦ νίκην, ἐξ ἧς προῆλθε καὶ ἡ παροῦσα Ἐθνοσυνέλευσις. Ἀλλ’ ἀκόμη διότι εἰς τὴν Ἐθνοσυνέλευσιν ταύτην ὅπου πρὸς βαθυτάτην ἡμῶν ἀγαλίασιν, παρίστανται τόσοι, ἀντιπρόσωποι, νεωστὶ ἐλευθερωθέντων Ἑλλήνων, εἶναι δίκαιον ἀπὸ τοῦ Ἐθνικοῦ βήματος νὰ μνημονευθῇ ὁ πατριώτης, ὁ ὁποῖος διῆλθε ὅλην τὴν νεωτάτην του ζωήν, μεταξὺ τῶν ἀλυτρώτων ἀδελφῶν καὶ ἀγωνιζόμενος μετ’ αὐτῶν. Διότι ὁ πολύτιμος ἐκεῖνος ἀνὴρ οὐδέποτε ἐμικρύνθη ἐκ προσωπικῆς φιλοδοξίας, ἀλλὰ πάντοτε ἔζησε κινούμενος μόνον ἀπὸ ἀγάπην πρὸς τὸ ἔθνος καὶ ἔχων πάντοτε μόνον πρὸ ὀφθαλμῶν περὶ μελετημένων ἑλληνικῶν καὶ ἐκπολιτιστικῶν ἰδανικῶν. Ὑποβάλλω ἐκ συμφώνου μετ’ ἄλλων ἀντιπροσώπων, πρότασιν ὅπως ἀνεγερθῇ στήλη εἰς τὸν τόπον ὅπου ὁ Ἰωάννης Δραγούμης ἐμαρτύρησε.....
§8ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Μάλιστα. Μάλιστα. (Χειροκροτήματα).
§9Α. ΣΟΥΛΙΩΤΗΣ ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ. ... καὶ ἀκόμη προτείνω ὅπως ἐκλεγῇ εἰδικὴ ἐπιτροπὴ τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως, ἵνα καταθέσῃ στέφανον εἰς τὸν τάφον του καὶ νὰ διαβιβασθοῦν τὰ συλλυπητήρια καὶ ἡ εὐγνωμοσύνη ἡμῶν εἰς τὴν οἰκογένειάν του. (Χειροκροτήματα).
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Ἀργυρὸς ἔχει τὸν λόγον.
§11Α. ΑΡΓΥΡΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπιθυμῶ ἐξ ὀνόματος ὁλοκλήρου τοῦ Μακεδονικοῦ λαοῦ, νὰ ἐκδηλώσω τὸν συμμερισμὸν αὐτοῦ εἰς ὅλους τοὺς ὡραίους λόγους, τοὺς ὁποίους εἰς τὴν μνήμην τοῦ Ἰωάννου Δραγούμη, ἐξεφώνησεν ὁ προλαλήσας. Ἦτο ἐνδεδειγμένον, οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς Μακεδονίας νὰ λάβουν τὸν λόγον καὶ νὰ καταθέσουν στεφάνους καὶ δάφνας πρὸ τοῦ βωμοῦ τοῦ φονευθέντος ἀντιπροσώπου τοῦ ἔθνους. Οὐ μόνον ὁ Ἰωάννης Δραγούμης, ἀλλὰ ὁλόκληρος ἡ οἰκογένεια Δραγούμη, ὄχι μόνον ἐκ καταγωγῆς, ἀλλ’ ἐξ ἀφοσιώσεως πρὸς τὴν Μακεδονίαν καὶ τὸν Μακεδονικὸν ἀγῶνα, ἀγῶνα πρὸς τὸν ὁποῖον ἀρρήκτως συνδέεται τὸ μέλλον τῆς φυλῆς καὶ ὁ βραχὺς χρόνος ἀπὸ τῆς ἀνακινήσεως τοῦ Μακεδονικοῦ ἀγῶνος τοῦτο ἀπέδειξεν, ὁ Ἰωάννης Δραγούμης, λέγω, καὶ ὅλη ἡ οἰκογένεια Δραγούμη, οὐ μόνον ἐκ καταγωγῆς, ἀλλὰ καὶ ἐξ ἀφοσιώσεως καὶ ἐξ ἐκτιμήσεως πρὸς τὸν Μακεδονικὸν ἀγῶνα, ἀπέβησαν, ἀληθῶς, ἄξιοι τιμῆς ἐκ μέρους ὁλοκλήρου τοῦ ἔθνους, κατ’ ἐξοχὴν δὲ ἐκ μέρους τοῦ Μακεδονικοῦ λαοῦ, ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας, τοῦ ὁποίου συνδέεται ὁ οἶκος Δραγούμη, ὅστις οὐδέποτε ἔπαυσεν ἀγωνιζόμενος. Ὑπὸ τὴν ἰδιότητα τοῦ ἀντιπροσώπου τοῦ ἔθνους, συμμεριζόμενος τοὺς λόγους τοῦ προλαλήσαντος, ἐπιθυμῶ νὰ καταθέσω πρὸ τοῦ αἱματηροῦ τάφου τοῦ Ἰωάννου Δραγούμη, τὰ δάκρυα καὶ τὴν συμπάθειαν τοῦ Μακεδονικοῦ λαοῦ. (Χειροκροτήματα).
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Δαγκλῆς ἔχει τὸν λόγον.
§13Π. ΔΑΓΚΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶμαι καθ’ ὁλοκληρίαν σύμφωνος πρὸς τοὺς προλαλήσαντας διὰ τὸν ἄδικον θάνατον τοῦ Ἰωάννου Δραγούμη, ὅστις ἀποτελεῖ ἐθνικὴν ἀπώλειαν. Εἶναι γνωσταὶ αἱ ὑπηρεσίαι πρὸς τὸ ἔθνος τοῦ μακαρίτου Δραγούμη, ἰδίως δὲ εἰς ἐμέ, μετὰ τοῦ ὁποίου συνειργάσθη εἰς τὰ ἐθνικὰ ζητήματα. Τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων, κύριοι, πρῶτον ἔσπευσε ν’ ἀποδοκιμάσῃ τὸν φρικτὸν θάνατον τοῦ Ι. Δραγούμη καὶ νὰ θρηνήσῃ διὰ τὴν ἀπώλειαν αὐτοῦ, τὴν ὁποίαν βαθύτατα πάντες συνῃσθάνθημεν καὶ δι’ ἣν καιρίως ἐθλίβημεν. Εἶμαι ἑπομένως σύμφωνος νὰ κατατεθῇ στέφανος ἐπὶ τοῦ τάφου τοῦ Ι. Δραγούμη.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Στράτος ἔχει τὸν λόγον.
§15Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἡ πρότασις τοῦ ἀξιοτίμου πληρεξουσίου ἐκ Θεσσαλονίκης, δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ γίνῃ μετὰ συγκινήσεως ἀποδεκτή, παρ’ ὅλων τῶν πληρεξουσίων τοῦ Ἔθνους, ἰδιαίτατα δὲ ἐκείνων τῶν πληρεξουσίων, οἵτινες ἠγωνίσθησαν τὸν καλὸν ἀγῶνα τῆς ἐλευθερίας τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἔχοντες μεταξὺ τῶν ἡγετῶν αὐτοῦ, τὸν Ἰωάννην Δραγούμη. Ἡ μορφὴ τοῦ Ἰωάννου Δραγούμη δὲν ἀνήκει μόνον εἰς τὴν Μακεδονίαν, ἀλλ’ εἰς ὅλον τὸν ἑλληνισμόν, ἀνήκει εἰς τὴν ἱστορίαν τῆς ἐλευθερίας τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ. Ὁ Ἰωάννης Δραγούμης ἠγωνίσθη ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας τῶν ὑποδούλων ἀδελφῶν, ἐκεῖ ἔνθα αἱ σφαῖραι καὶ αἱ μάχαιραι τῶν δολοφόνων, τῶν ἀντιθέτων ὀργανώσεων παρεῖχον τὸν κίνδυνον τῆς ζωῆς καθημερινῶς. Καὶ αἱ σφαῖραι καὶ αἱ μάχαιραι τῶν δολοφόνων ἐκείνων ἐσεβάσθησαν τὸν ἀνδρεῖον Ἕλληνα....... (χειροκροτήματα). Καὶ ἡ λευκὴ καὶ ἰδανικὴ ἐκείνη μορφὴ ἐπέπρωτο νὰ πέσῃ θῦμα δολοφόνων Ἑλλήνων. (Εὖγε, εὖγε καὶ χειροκροτήματα ἐκ τῆς Αἰθούσης). Ἡ Συνέλευσις τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἔχει ὑπέρτατον καθῆκον νὰ πράξῃ ὅ,τι ἐπιβάλλεται πρὸς τιμὴν ἀΐδιον τῆς μνήμης τοῦ μάρτυρος ἐκείνου, οὗτινος ἡ μορφὴ εἶναι μορφὴ ἱστορικὴ διὰ τὴν ἀνάκτησιν τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἀγήρως ἔσται ἡ μνήμη του. (Χειροκροτήματα).
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μάτεσις ἔχει τὸν λόγον.
§17Α. ΜΑΤΕΣΙΣ. Εἰς τὰ λεχθέντα ἐκ μέρους τῶν ἀντιπροσώπων τῆς Μακεδονίας, νομίζω, ὅτι ἐνδείκνυται νὰ ἀκουσθῇ καὶ ἡ φωνὴ τοῦ λαοῦ τῆς Ἀττικῆς, τῆς γῆς ἐκείνης, ἡ ὁποία τὸ ἐκλεκτὸν καὶ εὐγενὲς τοῦτο τέκνον τῆς Ἑλλάδος ἐγέννησεν, ἐξέθρεψεν καὶ ἐγαλούχησεν. Καὶ ὁ λαὸς τῆς Ἀττικῆς παρακολουθῶν, ὁλόκληρον τὸν ἑλληνισμόν, θὰ εἶναι ἐκ τῶν πρώτων, οἵτινες θὰ σπεύσουν, τὸν στέφανον τῆς δάφνης νὰ καταθέσουν ἐπὶ τοῦ τάφου τοῦ μεγάλου Ἕλληνος μάρτυρος.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Λεβίδης ἔχει τὸν λόγον.
§19Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Μετὰ τοὺς εὐγλώττους λόγους τῶν προαγορευσάντων ἤθελον εἶσθαι τόλμημα νὰ προσθέσω καὶ ἐγὼ καὶ ὀλίγας ἔτι λέξεις. Συνεργασθεὶς ὅμως τῷ ἀειμνήστῳ ἀνδρὶ ἐν τῷ Συμβουλίῳ τῆς Συνεργαζομένης Ἀντιπολιτεύσεως ἐπὶ πολλοὺς μῆνας, νομίζω ὅτι ἤθελον παραλείψῃ καθῆκον, ἐὰν δὲν ἔλεγον λέξεις τινὰς, οἱονεὶ ἐπιμνημοσύνως, εἰς μνήμην τοῦ ἀοιδήμου ἀνδρός. Ἀληθῶς ὁ θάνατος τοῦ Ἰωάννου Δραγούμη δύναται νὰ ρηθῇ ὅτι εἶναι περίληψις τῶν κακουργημάτων καὶ τῶν ἀνομημάτων, ὧν παρέστημεν θεαταὶ καὶ μάρτυρες ἐπὶ τέσσαρα ὅλα ἔτη ἡμεῖς πάντες οἱ ἐνταῦθα καὶ οἱ ἔξω τῆς αἰθούσης ταύτης εὑρισκόμενοι. (Εὖγε, εὖγε καὶ χειροκροτήματα ἐκ τῆς αἰθούσης καὶ ἐκ τῶν θεωρείων).
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ τὰ θεωρεῖα νὰ μείνωσιν ἥσυχα.
§21Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον ἰδιαιτέρως, νὰ λείψωσι τὰ χειροκροτήματα, ἅτινα κατὰ τὸν Κανονισμὸν ἀπαγορεύονται. Ὁ θάνατος τοῦ Ἴωνος Δραγούμη ἀληθῶς συνετέλεσε τὰ μέγιστα εἰς τὸ νὰ ἐξεγερθῇ ἡ λαϊκὴ ἀγανάκτησις ἀπ’ ἄκρου εἰς ἄκρον τῆς Ἑλληνικῆς γῆς, ἐναντίον τῆς φοβερωτάτης καὶ ἀπεχθεστάτης καὶ κτηνοδεστάτης τῶν τυραννιῶν. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ ἤθελον παρακαλέσει τοὺς ἁρμοδίους, ἐὰν εἶναι ἐπιτετραμμένον ἐν ὥρᾳ ταύτῃ καὶ προσφόρῳ νὰ πληροφορήσωσι τὸ Ἐθνικὸν τοῦτο Συνέδριον, τί ἄραγε συμβαίνει ἐπὶ ἕξ μῆνας καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκδοθῇ βούλευμα ἐπὶ κακουργήματος, γενομένου ἐντὸς τῆς ζώνης τῶν Ἀθηνῶν; Εἰς τὰ ὄμματα ὅλου τοῦ κόσμου, ἀκόμη καὶ ξένων, οἵτινες ἐκράτησαν ἐκεῖ ἐπὶ τόπου σημειώσεις τοῦ εἰδεχθοῦς καὶ ἀποτροπαίου ἐκείνου ἐγκλήματος, συνέβησαν τὰ λεγόμενα. Τίνα ἄραγε τὰ παρεμβαλλόμενα κωλύματα; Ἐνταῦθα βλέπομεν δημοσιογράφους, λαμβάνοντας συνεντεύξεις μετὰ τῶν θεωρουμένων προκαταρκτικῶς ὡς ἐνόχων, ἡ Κοινωνία ὅμως ἀναμένει τὴν ἀπόφασιν τῆς Δικαστικῆς Ἀρχῆς, ἀναμένει τέλος πάντων τὸ βούλευμα περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, ἵνα πληροφορηθῇ καὶ ὁ ἔσω καὶ ὁ ἔξω Ἑλληνισμὸς καὶ ὁλόκληρος ὁ κόσμος, κατὰ τίνα τρόπον ἐκρεουργήθη, εὐπατρίδης, οὗτινος ὁ βίος ὁλόκληρος ἀφιερώθη εἰς τὰς ὑπηρεσίας τῆς Πατρίδος. Ἀλλ’ ἐπὶ τῇ περιστάσει ταύτῃ, κύριοι, νομίζω, ὅτι ἡ Ἐθνοσυνέλευσις ἔχει καὶ δεύτερον καθῆκον. Τὸ καθῆκον τοῦτο ἐν ὀλίγαις λέξεσι εἶναι νὰ εὕρῃ τρόπον, καθ’ ὃν νὰ τιμηθῇ ἡ μνήμη καὶ ὅλων ἐκείνων, οἵτινες κατὰ τὰ ἔτη ταῦτα ἠγωνίσθησαν, θανόντες ὑπὲρ τῆς ἀνακτήσεως τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ Ἔθνους. Δὲν εἶναι μόνον ὁ ἀείμνηστος Δραγούμης ἄξιος τῆς τιμῆς ταύτης. Ὁ Δραγούμης εἶναι ἡ εἰκών, εἶναι ἡ περίληψις οὕτως εἰπεῖν τῶν περιλήψεων ὅλων τῶν ἀνομιῶν καὶ τῶν τελεσθέντων κακουργημάτων. Ἀλλὰ πόσοι ἄλλοι ἀτυχεῖς ἄνδρες καὶ πόσα ἄλλα ἀνθρώπινα ὄντα, δὲν ὑπέστησαν περίπου ὅμοιον θάνατον καὶ ὁμοίας κρεουργίας; Νὰ ἀριθμήσω κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην τὰ κακουργήματα τὰ τελεσθέντα; Νὰ ὁμιλήσω περὶ τῶν ἀπελάσεων καὶ τῶν φυλακίσεων τῶν ἀδίκων; Νὰ ὁμιλήσω περὶ τῶν κακουργημάτων καὶ τῶν βασανιστηρίων, ἅτινα ἐλάμβανον χώραν ἐντὸς τῶν οἰκημάτων τῶν Στρατιωτικῶν Ἀστυνομιῶν; Νὰ ὁμιλήσω περὶ τῶν ἀποφάσεων παρανόμων καὶ ἀντισυνταγματικῶν τῶν Στρατοδικείων; Νὰ ὁμιλήσω περὶ τοῦ ἀγρίου θανάτου τῶν δύο ἐκείνων ἀξιωματικῶν, οὓς ἐφείσθησαν αἱ σφαῖραι τῶν Βουλγάρων καὶ τῶν Τούρκων, οὓς ὅμως κατὰ παράβασιν τοῦ Συντάγματος, κατὰ παράβασιν τοῦ νόμου, μὴ ὑπαρχούσης ζώνης στρατιωτικῆς ἐν τῇ περιφερείᾳ τῶν Ἀθηνῶν, ἐτουφέκισαν δίκην λυσσώντων κυνῶν, ἐντὸς τῆς περιφερείας τῆς πόλεως ταύτης, τοῦ ἀειμνήστου Καλαμαρᾶ καὶ τοῦ ἀειμνήστου Χατζοπούλου; Νὰ ὁμιλήσω περὶ τῶν βδελυρῶν κακουργημάτων, ἅτινα ἐτελέσθησαν κατὰ τῶν προσώπων αὐτῶν, πρὸ τῆς ἐκτελέσεως τῆς ποινῆς; Νὰ ὀνομάσω ὅτι, μὲ δεδεμένας τὰς χεῖρας αὐτῶν, ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς Δικαστικῆς Ἀρχῆς ἔπτυσεν καὶ ἐρράπισεν αὐτούς; Ὤ! αὐτὰ ἦσαν ἀνήκουστα ἐγκλήματα, ἅτινα πρέπει νὰ μάθῃ ὁλόκληρος ὁ κόσμος. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι ὅταν ἀπεκεφάλισαν κατὰ τὴν Γαλλικὴν Ἐπανάστασιν τὴν Charlotte Corday, ὁ βοηθὸς τοῦ δημίου, ὁ Legros, ἥρπασε τὴν αἱμοσταγῆ κεφαλὴν τῆς εὐγενοῦς Γαλλίδος καὶ δεικνύων ταύτην εἰς τὸν ἐκβεβακχευμένον ὄχλον ἐρράπισεν αὐτὴν ἐπανειλημμένως, ἐνῷ τὸ αἷμα ἔσταζε ἐκ τοῦ τραχήλου. Ὁ δὲ ἄγριος καὶ φρενητιῶν ἐκεῖνος ὄχλος κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην ἀπεδοκίμασε τὸν βοηθὸν τοῦ δημίου διὰ φοβερωτάτων ἀποδοκιμασιῶν. Ἡμεῖς εἴχομεν Β. Ἐπιτρόπους, διατάσσοντας τὰ ἀποσπάσματα τοῦ τυφεκισμοῦ, νὰ βασανίζωσι τοὺς ἑτοιμοθανάτους, καὶ εἴχομεν ἀντιπροσώπους τῆς Δικαστικῆς Ἀρχῆς λακτίζοντας τοὺς ἀρτιθανάτους.
§22ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Ζητοῦν καὶ προαγωγάς.
§23Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Λυποῦμαι διότι, ἀπαράσκευος ὤν, δὲν δύναμαι νὰ μακρύνω ἐπὶ πλέον τὸν λόγον· ἀλλ’ ἡ γηραιὰ καρδιά μου ἔπαλλε κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην, καθ’ ἣν ἤκουον τοὺς λόγους τῶν εὐγλώττων ρητόρων καὶ νομίζω, ὅτι ἤθελον παραλείψει καθῆκον πρὸς ἐμὲ καὶ πρὸς τοὺς εὐγενεῖς ἐκλογεῖς, οἵτινες μὲ ἔστειλαν ἐνταῦθα, ἂν δὲν ἤγειρον τὴν ἀσθενῆ φωνήν μου ὑπὲρ τῶν ἀδίκως, ἂς εἴπω τὴν λέξιν, ἀτίμως κρεουργηθέντων Ἑλλήνων πολιτῶν. Πρέπει λοιπὸν ἡ Συνέλευσις αὕτη νὰ εὕρῃ τρόπον κατάλληλον, καθ’ ὃν νὰ ἐκδηλώσῃ τὸν μέγαν αὐτῆς θαυμασμὸν, οὐ μόνον πρὸς τὸν ἀείμνηστον Δραγούμην, ἀλλὰ καὶ πρὸς πάντας ἐκείνους, οἵτινες διὰ τοῦ αἵματος αὐτῶν καθιέρωσαν ἐκ νέου τὰς ἑλληνικὰς ἐλευθερίας καὶ πρέπει ἡ πρᾶξις αὕτη τῆς Συνελεύσεως νὰ τοιχοκολληθῇ ἀκριβῶς ἐκεῖ πέραν, (ὁ ῥήτωρ δεικνύει τὸν ἀντικρὺ τοῦ βήματος τοῖχον), διότι εὐτυχῶς δὲν βλέπω ἐκεῖ πέραν τοιχοκολλημένον τὸ ἐπίγραμμα, ὅπερ ὁ πρώην Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἠπείλησεν ὅτι ἤθελεν ἐντοιχίσει ἀντικρὺ τῆς ἕδρας, ἀφ’ ἧς ἀπαγγέλεται ὁ Β. λόγος, ἵνα, ὡς ἔλεγε μανθάνωσιν οἱ Ἕλληνες Βουλευταὶ, ποία εἶναι ἡ τύχη τῶν Βασιλέων ἐκείνων, οἵτινες παρεβίασαν τὸν ὅρκον καὶ τὸ πρὸς τὴν πατρίδα καθῆκον. Ταῦτα πάντα, Κύριοι, ἐλεύσεται ἡμέρα, καθ’ ἣν εὐρύτατα συζητηθήσονται. Εἴπερ τις καὶ ἄλλος εἶμαι ὑπὲρ τῆς ἐπιεικείας. Καὶ ἡ ἀγωγή μου καὶ ἡ ἡλικία μου δὲν ἐπιτρέπουσι νὰ εἶμαι ὑπὲρ τῶν βιαίων ἄκρων. Ἐννοῶ τὴν ἐπιείκειαν, ἐννοῶ καὶ τὴν ἀδελφότητα, ἥτις δέον νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὸ ἔδαφος τῆς ὡραίας αὐτῆς χώρας, ἀλλ’ αἱ ὡραῖαι αὐταὶ ἀποφάσεις πρέπει νὰ ἀφορῶσι τοὺς πολλούς, ἐκείνους ὅμως τοὺς ὀλίγους, οἵτινες προέστησαν τῆς τοιαύτης καταστάσεως, οἵτινες ἀλληλεσπάραξαν τὸν τόπον, οἵτινες ἐγέννησαν ζητήματα ἄγνωστα ἐντελῶς εἰς τὴν χώραν, διὰ τοὺς ὀλίγους αὐτοὺς νομίζω, ὅτι ἡ ἐπιείκεια εἶναι ἀδικία. Καὶ θέλομεν ἴδει, ἐφαρμόζοντες τὴν ἐπιείκειαν ἐπὶ ὅλων, ὑψουμένην εἰς στήλην ὑπερήφανον καὶ ὑβριστικὴν καὶ ἀπειλητικὴν τῆς ἀσφαλείας τοῦ τόπου τὴν ἀδικίαν. Παρακαλῶ τὴν Συνέλευσιν, ὅπως τύχω τῆς συγγνώμης αὐτῆς, ἐὰν ἐναντίον τῆς συνηθείας μου, ὡμίλησα ἴσως μετ’ ὀργῆς, ἀλλ’ εἶναι τοσοῦτον μέγα τὸ ζήτημα, ὥστε παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον τῆς Συνελεύσεως νὰ μελετήσῃ τὴν γνώμην μου, καὶ νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν πρότασιν κατὰ τίνα τρόπον δύναται νὰ τιμηθῇ καὶ ἡ μνήμη ὅλων ἐκείνων, τῶν ἡρώων, δυνάμει τῶν ὁποίων ἔχομεν τὴν τιμὴν ἡμεῖς, Κύριοι, νὰ συνεδρεύωμεν ἐνταῦθα. (Χειροκροτήματα).
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Ἀργυρόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§25Π. ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μετὰ συγκινήσεως ἀνέρχομαι τὸ πρῶτον, τὸ ἐθνικὸν τοῦτο βῆμα, διάδοχον τοῦ βήματος ἐκείνου τῆς Πνυκός....
§26Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Θὰ ὁμιλήσητε περὶ τοῦ Ἰωάννου Δραγούμη;
§27Π. ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Σχετικῶς μὲ τὰ λεχθέντα, ἀλλὰ καὶ γενικώτερον.
§28Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Τότε μοῦ ἐπιτρέπετε νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις;
§29Π. ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εὐχαρίστως.
§30Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Τὸ ὄνομα τοῦ Ἰωάννου Δραγούμη, κύριοι συνάδελφοι, λέγει τόσα, ὅσα δυσκόλως δύνανται νὰ ἐκφρασθῶσι καὶ ὑπὸ τῆς μᾶλλον εὐγλώττου φωνῆς. Τὸ ὄνομα τοῦ Ἰωάννου Δραγούμη, προκαλεῖ ἐν τῇ ψυχῇ παντὸς Ἕλληνος αἰσθήματα ποικίλα, ἀπὸ τῆς ἀγάπης καὶ ἐκτιμήσεως πρὸς τὸ ἄτομον μέχρι τοῦ θαυμασμοῦ πρὸς τὸν πατριώτην καὶ τῆς ὑπερτάτης λύπης πρὸς τὸ σφαγιασθὲν θῦμα. Καὶ τὰ αἰσθήματα ταῦτα γεννᾷ τὸ ὄνομα τοῦ Ἰωάννου Δραγούμη, διότι ὁ οὕτως ἀγρίως ἀπὸ τοῦ μέσου ἡμῶν ἀφαρπαγεὶς ἀνήρ, ἐκπροσωπεῖ ἔργον ἀρξάμενον ἐξ ἁπαλῶν ὀνύχων καὶ συνεχισθὲν μέχρι τῆς ἡμέρας, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ κρεούργησις αὐτοῦ ἀπέσπασεν αὐτὸν ἀπὸ τοῦ μέσου ἡμῶν, ἔργον ἐν τῷ ὁποίῳ οὐδὲν δύναταί τις νὰ εὕρῃ τὸ ἀμφίβολον καὶ πᾶν τὸ ὑπεράγαν λαμπρόν. Ὁ ἀνατρέχων εἰς τὴν ζωὴν τοῦ Ἰωάννου Δραγούμη ἀπὸ τῶν πρώτην ἀρχῶν, βλέπει αὐτὸν παρασκευαζόμενον, ἵνα ἀφιερώσῃ ἑαυτὸν εἰς τὴν ἐξυπηρέτησιν τῆς πατρίδος καὶ ἵνα τὰς ὑπηρεσίας αὐτοῦ μετ’ ἀποτελεσματικότητος δυνηθῇ νὰ παράσχῃ. Μετὰ τὸ προπαρασκευαστικὸν στάδιον, συναντᾷ τις αὐτὸν ἐν τῇ πρώτη γραμμῇ πανταχοῦ, ὅπου διεξάγεται ἀγὼν ὑπὲρ ἐλευθερίας τῆς Ἑλληνικῆς πατρίδος. Τὸν συναντᾷ ἕτοιμον, οὐ μόνον νὰ συνεισφέρῃ τὴν δρᾶσιν αὐτοῦ τὴν παντοίαν, ἀλλὰ καὶ νὰ ἐκθέσῃ εἰς κίνδυνον τὴν ὕπαρξιν αὐτοῦ τὴν πολύτιμον. Καὶ ὅτε ἐπῆλθον αἱ χαλεπαὶ ἡμέραι τῶν τελευταίων ἐτῶν, ὁ Ἰωάννης Δραγούμης, μὲ τὸν ὁποῖον κατὰ τὰς ἡμέρας ταύτας, ἰδιαίτεροι μὲ συνέδεσαν δεσμοί, ἓν εἶχεν ὄνειρον, μίαν ἔθεσεν εἰς ἑαυτὸν ἀποστολήν, νὰ συντελέσῃ διὰ πασῶν τῶν δυνάμεων αὐτοῦ, ἵνα ἡ ἐλευθερία, τὴν ὁποίαν ἠγωνίσθη παντὶ τρόπῳ νὰ μεταδώσῃ εἰς τοὺς ὑπὸ τὴν δουλείαν τοῦ βαρβάρου κατακτητοῦ ἀδελφοὺς ἡμῶν, ἀποκατασταθῇ καὶ εἰς τὴν χώραν ταύτην, ἡ ὁποία ἐκ περιστάσεων, οἷας δὲν θέλω νὰ περιγράψω, εἶχε περιέλθει εἰς τὸ σημεῖον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπιτρέψατέ μοι νὰ μὴ χαρακτηρίσω (χειροκρατήματα, εὖγε, εὖγε), καὶ εἶχε τὴν ὑπερτάτην εὐτυχίαν, ἐλθὼν ἐνταῦθα καὶ τοῦ ἀγῶνος τοῦ ἐπιβεβλημένου εἰς πάντα πατριώτην μετέχων νὰ συνεισφέρῃ, οὐ μόνον τὴν δρᾶσιν καὶ τὴν ἐνέργειαν αὐτοῦ, ἀλλὰ καὶ τὴν ζωήν του. Τιμὴ καὶ δόξα εἰς τὸν ὑπὲρ τῆς ἀποκαταστάσεως τῆς ἐλευθερίας τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ θυσιασθέντα. (Εὖγε, εὖγε, χειροκρατήματα). Εἶναι καθῆκον τῆς Συνελεύσεως τῆς Ἐθνικῆς, νὰ ἐκφράσῃ ὁλόκληρον τὸ ἄλγος αὐτῆς ἐπὶ τῇ ἀπωλείᾳ τοῦ γενναίου πατριώτου. Εἶναι καθῆκον συγχρόνως αὐτῆς, οὐ μόνον πρὸς τὸν κρεουργηθέντα, ἀλλὰ καὶ πρὸς τοὺς ἐπιγενομένους, ἵνα διδάγματα πορίζωνται ἐκ τῆς εἰς αὐτὸν ἀπονεμηθησομένης τιμῆς, ν’ ἀνεγείρῃ τὴν στήλην, τὴν ὁποίαν προέτεινεν ὁ πρῶτος λαβὼν τὸν λόγον συνάδελφος. Εἶναι καθῆκον πάντων ἡμῶν, τῶν γνωρισάντων καὶ ἀγαπησάντων αὐτὸν, νὰ σπεύσωμεν νὰ δεχθῶμεν καὶ τὴν ἑτέραν πρότασιν, περὶ καταθέσεως εἰς τὸν τάφον του στεφάνου καὶ ἐκφράσεως τῶν θερμῶν ἡμῶν συλλυπητηρίων εἰς τὴν οἰκογένειαν αὐτοῦ. (Ζωηρὰ χειροκροτήματα).
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτῶ τὴν Συνέλευσιν: Δέχεται τὴν ὑποβληθεῖσαν πρότασιν, περὶ ἀνεγέρσεως ἀναμνηστικῆς στήλης εἰς τὸν τόπον, ὅπου ἐφονεύθη ὁ Ἰωάννης Δραγούμης, καὶ περὶ καταθέσεως στεφάνου, καὶ περὶ ἐκφράσεως συλλυπητηρίων εἰς τὴν οἰκογένειαν αὐτοῦ;
§32ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Συνέλευσις ἀπεδέχθη τὴν πρότασιν.
§34Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Νομίζω, ὅτι εἶναι εὔλογον νὰ ὁρισθῇ, ἄλλη εἰδικῶς ἡμέρα διὰ τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἐπρόκειτο νὰ θίξῃ ὁ κ. Ἀργυρόπουλος, διότι τὸ θέμα αὐτὸ δὲν εἶνε ἁπλοῦν καὶ μονομερὲς, εἶνε θέμα γενικώτερον, θέμα διὰ τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἐκφρασθοῦν αἱ γνῶμαι ὅλων τῶν μελῶν τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως. Πρέπει ἡ Συνέλευσις νὰ σκεφθῇ κατὰ τίνα τρόπον θὰ ἐκδηλώσῃ ὅλην τὴν ἀγανάκτησιν αὐτῆς, δι’ ὅλα τὰ τελεσθέντα κατὰ τὴν διαρρεύσασαν τετραετίαν. Τὸ γεγονὸς θὰ ἔχῃ παμμεγίστην ἀξίαν. Πάντως νὰ ὁρισθῇ συντόμως μία ὡρισμένη ἡμέρα, διὰ νὰ γενικευθῇ τὸ θέμα καὶ ἐκφρασθῇ ἡ γνώμη ὅλων.
§35ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§36Χ. ΜΗΤΣΟΠΟΥΛΟΣ. Διατί νὰ μὴ ἀρχίσῃ αὐθημερὸν ἡ συζήτησις αὕτη;
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε. Ἀκριβῶς παρεκάλεσα τοὺς ἀξιοτίμους συναδέλφους, νὰ ὁρίσωμεν μίαν ἄλλην ἡμέραν πρὸς συζήτησιν τοῦ θέματος, διότι τὸ θέμα τοῦτο ἔχει γενικότητα μεγίστην, ἀπαιτεῖ δὲ μακροτάτην συζήτησιν, ὁ δὲ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως πρόκειται νὰ κάμῃ ἀνακοινώσεις εἰς τὴν Συνέλευσιν ὑψίστου ἐνδιαφέροντος, αἱ ὁποῖαι πρέπει νὰ προηγηθοῦν πάσης ἄλλης ἐργασίας. Ἐὰν ἡ Συνέλευσις ἐγκρίνῃ, προτείνω ὅπως ὁρισθῇ ἡ προσεχὴς Δευτέρα, ὡς ἡμέρα συζητήσεως τοῦ θέματος.
§38ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἔχει τὸν λόγον.
§40Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀναμφισβητήτως, κύριοι, πρέπει νὰ ἀσχοληθῶμεν περὶ τὸν χαρακτηρισμὸν τῆς ἄρτι συνελθούσης ἀντιπροσωπείας. Περὶ τὸν χαρακτηρισμὸν τοῦτον, κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Βουλήν, ἔλαβε χώραν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ σοβαρὰ συζήτησις. Ἔκτοτε παρετηρήθη, ὅτι ἦτο ἐνδεχόμενον μεθ’ ὅσα ἔλαβον χώραν ἀπὸ τετραετίας, νὰ συγκληθῇ Συντακτικὴ Ἐθνοσυνέλευσις, ὅπως ρυθμίσῃ τὰ τοῦ πολιτεύματος, κατὰ τρόπον ὥστε νὰ μὴ ἐπαναληφθῶσιν ὅσα κατὰ τὴν περίοδον ἐκείνην ἔλαβον χώραν. Ὡς πρὸς τὴν σύγκλησιν Ἐθνικῆς Συνελεύσεως, ὑπῆρξαν ἐπανειλημμέναι δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως, ἣν διεδέχθημεν ἐν τῇ Ἀρχῇ. Ἐπὶ τῇ ἀναστολῇ τῶν Συνταγματικῶν διατάξεων, δι’ ὧν περιεβάλλετο ἡ δικαστικὴ ἀνεξαρτησία, ἡ τότε Κυβέρνησις ἐπηγγέλλετο εἰς τὸν Ἑλληνικὸν Λαὸν, ὅτι θέλει καλέσει Ἐθνικὴν Συνέλευσιν, ὅπως κρίνῃ περὶ τῆς σοβαρωτάτης ἀληθῶς πράξεως ἐκείνης, ἧς ἀνελάμβανεν ὅλην τὴν εὐθύνην. Καὶ ἐπὶ τῇ ἀναβιώσει τῆς Βουλῆς τῆς 31ης Μαΐου, αἱ αὐταὶ ἐπαγγελίαι ἐδόθησαν πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν Λαὸν, ἀνέμενε δὲ ὁλόκληρος ἡ Χώρα, ὅπως κληθῇ διὰ τῆς ψήφου της νὰ ἀποστείλῃ τοὺς ἀντιπροσώπους ἐκείνους, διὰ τῶν ὁποίων θὰ ἀνορθώσῃ τὸ Πολίτευμα, τὸ ἐκ βάθρων συγκλονισθέν. Ἀτυχῶς ὅλαι ἐκεῖναι αἱ ἐπαγγελίαι, ὀλίγον κατ’ ὀλίγον ἐλησμονήθησαν, παρῆλθον ἔτη πέντε ἀπὸ τῆς Συγκλήσεως τῆς Βουλῆς τῆς 31ης Μαΐου, ἡ περίοδος αὐτῆς ἐξέπνευσε καὶ παρὰ τὸ Σύνταγμα παρετάθη. Παρετάθη παρὰ τὸ Σύνταγμα ἡ περίοδος τῆς βουλευτικῆς ἐκείνης ἀντιπροσωπείας, ἡ ὁποία τεθνηκυῖα ἀνέζησε δὶς ἢ τρὶς, καὶ ὅτε ἐπῆλθε τὸ μοιραῖον, τὸ ἀναπόφευκτον ἐκ τῆς αὐτομάτου λειτουργίας τοῦ Πολιτεύματος ὑπεβλήθη ἓν πρόγραμμα, τὸ ὁποῖον ἐκανόνιζε τὴν δρᾶσιν τῆς μελλούσης ἀντιπροσωπείας, ἐκείνης τὴν ὁποίαν εὐτυχῶς συγκροτεῖ σήμερον. Ἐν τῷ προγράμματι ἐκείνῳ περιελήφθησαν ὡς ἀναθεωρητέαι διατάξεις ἐκεῖναι, αἵτινες ἀποτελοῦν ἀληθῶς τὴν βάσιν καὶ τὴν κρηπῖδα τοῦ Πολιτεύματος, καὶ ἐπηγγέλθησαν πάλιν ἐπὶ τῇ ὑποβολῇ τοῦ προγράμματος ἐκείνου διὰ τὴν μέλλουσαν ἀντιπροσωπείαν, αἱ αὐταὶ ἐπαγγελίαι καὶ πάλιν, καὶ ὀλίγον κατ’ ὀλίγον ἔφθασαν εἰς τὸ Διάταγμα τῆς 18ης Σεπτεμβρίου, διὰ τοῦ ὁποίου ἐκλήθησαν οἱ ἐκλογεῖς, ὅπως ἀποστείλωσι νέους βουλευτὰς εἰς τὴν Βουλήν. Τὸ Διάταγμα τοῦτο δεσμεύει ἡμᾶς; Ὡς αἰτιολογία τοῦ Διατάγματος ὑπεβλήθη ἡ ἑξῆς θεωρία· ὅτι διὰ τοῦ προγράμματος καὶ δι’ ὅλων τῶν τελεσθέντων, δὲν ἐπρόκειτο νὰ μεταβληθῇ ἡ μορφὴ τοῦ Πολιτεύματος, ἡ βασιλευομένη Δημοκρατία, νὰ μεταβληθῇ εἰς Δημοκρατίαν. Ἡ θεωρία αὕτη εἶναι ἀναμφισβητήτως ἐντελῶς πεπλανημένη. Τὸ Σύνταγμα ἡμῶν, ἐν τῷ ἄρθρῳ 108, τῷ πραγματευομένῳ περὶ ἀναθεωρήσεως τῶν διατάξεων αὐτοῦ, κάμνει διάκρισιν μεταξὺ τῶν θεμελιωδῶν καὶ τῶν μὴ θεμελιωδῶν διατάξεων, ὁρίζει δὲ ὅτι μετὰ δεκαετίαν ἀπὸ τῆς ψηφίσεως αὐτοῦ, δύναται ἡ Βουλὴ κατὰ τὴν ἐν τῷ ἄρθρῳ αὐτῷ διαδικασίαν, νὰ προβῇ εἰς ἀναθεώρησιν ὡρισμένων διατάξεων, μὴ θεμελιωδῶν. Ἀλλ’ ἐρωτῶ, αἱ διατάξεις τῶν ἄρθρων 90 καὶ 98 τοῦ Συντάγματος, αἱ ἀποτελοῦσαι καὶ συνιστῶσαι καὶ ἐξασφαλίζουσαι τὴν ἀνεξαρτησίαν τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, δὲν εἶνε θεμελιώδεις; Καὶ δὲν ὀφείλει νὰ ἀσχοληθῇ ἡ Ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία καὶ νὰ ἐξετάσῃ πῶς ἐξεδόθη τὸ Διάταγμα ἐκεῖνο τῆς 14ης Ἰουνίου 1917, περὶ ἀναστολῆς τῶν διατάξεων τούτων; Τίθεται τὸ Διάταγμα τοῦτο ἐνώπιον τῆς Ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας, εἴτε αὕτη ἤθελε χαρακτηρισθῇ ὡς Συντακτική, εἴτε ἤθελε χαρακτηρισθῇ ὡς καθαρῶς Ἀναθεωρητική. Τὸ Διάταγμα ἐκεῖνο ὅμως ὁρίζει, ὅτι θὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν Συνέλευσιν τῆς Ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας καὶ πρέπει νὰ ἀποφανθῇ ἐπ’ αὐτοῦ ἡ Ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία, διότι, ἀνεξαρτήτως τοῦ ὅτι ἔχει καθῆκον νὰ πατάξῃ διὰ τὸ μέλλον, πᾶσαν ἐπιβουλὴν κατὰ τῆς δικαστικῆς ἀνεξαρτησίας, ἔχει καθῆκον, λέγω, ἡ Ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία νὰ κανονίσῃ τὰς σχέσεις, αἱ ὁποῖαι παρήχθησαν κατόπιν διὰ μιᾶς τοιαύτης Συνταγματικῆς παραβάσεως. Ἡ παράβασις ἔλαβε χώραν, ἡ παράβασις αὕτη δὲν εἶνε δυνατὸν νὰ κυρωθῇ, διότι ὁ ὅρος, ὑπὸ τὸν ὁποῖον ἐξεδόθη τὸ Διάταγμα ἐκεῖνο, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ πραγματοποιηθῇ. Ἤδη κατηργήθη, ἐκ τοῦ ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ἀνέλαβε τὰς εὐθύνας τῆς ἐκδόσεως αὐτοῦ ἐσκορπίσθη καὶ ἐφυγαδεύθη ἐκ τῆς Χώρας. Ἀλλ’ ἡ Ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία ἔχει καθῆκον νὰ ἀκυρώσῃ αὐτὸ, ὡς ἔπραξεν ἡ Γαλλικὴ Συντακτικὴ Συνέλευσις τοῦ Μπορντῶ, μὲ ἓν Διάταγμα ἐκκαθαρίσεως ἀνωτέρων δικαστικῶν, προκληθὲν παρὰ τοῦ μεγάλου πολιτικοῦ τῆς Γαλλίας Γαμβέττα. Ὀφείλει, λέγω, ἡ Ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία, ἀκολουθοῦσα τὸ παράδειγμα ἐκεῖνο, νὰ ἀκυρώσῃ διὰ τῆς ψήφου αὐτῆς τὸ ἀληθὲς ἐξάμβλωμα, τὸ ὁποῖον κατέρριψε πᾶσαν ἐγγύησιν ὑπὲρ τῆς Χώρας καὶ πᾶσαν ἀσφάλειαν αὐτῆς ἐκ δικαστικῆς ἐξουσίας ἀμερολήπτου καὶ ἀνεξαρτήτου. Ἔχετε καθῆκον νὰ κανονίσητε καὶ τὰς συνεπείας τοῦ Διατάγματος ἐκείνου, τοῦ ψευδοδιατάγματος, διότι παρήχθησαν συνέπειαι διὰ τῶν ἀποφάσεων τῶν ἐκδοθεισῶν παρὰ τῶν δικαστῶν, οἱ ὁποῖοι δὲν ἦσαν περιβεβλημένοι μὲ τὴν τήβεννον τὴν δικαστικὴν, συμφώνως πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος. Ἀλλ’ ἔχετε καθῆκον, κύριοι, νὰ ἐξετάσητε κατὰ πόσον εἶνε δυνατὸν, ἀντιπροσωπεία τεθνηκυῖα, κατόπιν τῆς ἀσκήσεως προνομίας τοῦ Στέμματος, νὰ ἀναβιώσῃ καὶ νὰ παραμείνῃ ἐνταῦθα καὶ πέραν τῆς περιόδου, διὰ τὴν ὁποίαν ἐξελέγη. Διότι παρετάθη ὁ βίος αὐτῆς τῆς τεθνηκυίας ἀντιπροσωπείας δίς, ἀντιπροσωπείας ἀντιποιουμένης ψευδῶς τὴν ἐκπροσώπισιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ. Τὸ πρόγραμμα, τὸ ὑποβληθὲν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως τῆς προκατόχου, εὕρηται ἐν τοῖς πρακτικοῖς καὶ θέλετε εὕρει ἐν αὐτοῖς, πλείστας θεμελιώδεις διατάξεις τοῦ Συντάγματος, αἵτινες κατὰ τὸ πρόγραμμα ἐκεῖνο, ἔπρεπε νὰ μεταρρυθμισθῶσιν. Αἱ διατάξεις αὗται τοῦ Συντάγματος, αἱ θεμελιώδεις, αἱ ἀφορῶσαι εἰς τὰς προνομίας τοῦ Στέμματος, αἱ ἀφορῶσαι εἰς τὴν ἀνεξαρτησίαν τὴν δικαστικὴν, αἱ ἀφορῶσαι εἰς ὅλας ἐκείνας τὰς ἀσφαλείας, τὰς ὁποίας συνεπάγονται οἱ ἐλεύθεροι ἡμῶν θεσμοὶ, πῶς—λέγω—ἤθελον ἀναθεωρηθῆ αὗται, εἰς περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν ἠθέλετε θεωρήσει, ὅτι μόνον καθῆκον ἀναθεωρητικὸν ἔχει ἡ παροῦσα ἀντιπροσωπεία, ἀφοῦ ἔχομεν τὴν ρητὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος, τὸ ἄρθρον 108, τὸ ὁποῖον ὁρίζει τὴν διαδικασίαν τῆς ἀναθεωρήσεως, ἀλλὰ καὶ περιλαμβάνει μόνην τὴν περίπτωσιν τῶν μὴ θεμελιωδῶν διατάξεων, ὡς ἀναθεωρητέων; Ἐλπίζω, κύριοι, ὅτι ἀπὸ τῆς αὔριον θὰ συνέλθῃ ἡ Συντακτικὴ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ, τὴν ὁποίαν, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον, ὅπως εἰδικῶς καταρτίσῃ. Ἀληθῶς, κύριοι, μέγα θὰ εἶναι τὸ ἔργον τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ μέγα τὸ ἔργον τῆς Ἑλληνικῆς ἀντιπροσωπείας, διότι ἔχει νὰ ἀσφαλίσῃ τὸν Ἑλληνικὸν Λαὸν καθ’ ὑπερβασιῶν, αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προσαρμοσθῶσι πρὸς τὴν ἀνεξαρτησίαν τοῦ Λαοῦ καὶ πρὸς τὴν Ἐθνικὴν κυριαρχίαν. Ἀλλ’ ἐκτὸς τῶν θεμάτων αὐτῶν, ὀφείλει ἡ Ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία νὰ προσαρμονίσῃ τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος πρὸς ὡρισμένας διατάξεις τῆς Συνθήκης τῶν Σεβρῶν, ἡ ὁποία θὰ κατατεθῇ αὔριον ἐνώπιον ὑμῶν, καὶ κατὰ τὴν ὁποίαν ὀφείλει ἡ Ἑλλὰς, νὰ χορηγήσῃ μονίμους καὶ ἀπαραβάτους ἀσφαλείας ὑπὲρ τῶν μειονοψηφιῶν. Ἀναγκαίως δὲ θὰ περιληφθῶσιν ἐν τῷ Συντάγματι διατάξεις τοιαῦται ὑπὲρ τῶν μειονοψηφιῶν ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι περιλαμβάνονται εἰς τὰς Χώρας, αἱ ὁποῖαι εὐτυχῶς ἀνεκτήθησαν παρὰ τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἀνταξίως τοῦ μαρτυρίου αἰώνων πέντε, ἀνταξίως τῶν ἀγώνων καὶ τῶν θυσιῶν αὐτοῦ, ἀνταξίως τοῦ πολιτισμοῦ του, καταγάζοντος τὴν ὑφήλιον ἀπὸ μακρῶν αἰώνων. Ὑπὸ τὴν αἰγίδα τῶν μεγάλων Συμμάχων τῆς Ἑλλάδος καὶ τῇ ἐνδόξῳ δράσει τοῦ μαχομένου Ἑλληνικοῦ Στρατοῦ, ἡ Ἑλλὰς θέλει ἴδει ἀμειβομένους τοὺς ἀγῶνας αὐτῆς ὑπὲρ τοῦ πολιτισμοῦ, τοῦ ὁποίου πάντοτε ὑπῆρξεν ὁ πρόσκοπος. (Παρατεταμένα χειροκροτήματα καὶ ἐπευφημίαι).
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Στράτος ἔχει τὸν λόγον.
§42Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Κατόπιν τῶν ἐκλογῶν τῆς 1ης Νοεμβρίου καὶ κατόπιν τῶν ὅρων καὶ συνθηκῶν, ὑφ’ ἃς ἐβίωσεν ἡ Χώρα κατὰ τὴν τελευταίαν τριετίαν, τὸ συνέδριον, τὸ ὁποῖον ἀπέστειλεν, ἵνα συνεδριάσῃ ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς διὰ τῆς πανδήμου καὶ πανηγυρικῆς πλειονοψηφίας αὐτοῦ, δὲν εἶναι δυνατὸν ἢ νὰ ἔχῃ τὸν τίτλον τῆς Ἐθνικῆς Συνελεύσεως τῶν Ἑλλήνων. Ὁ ἀξιότιμος καὶ σεβαστὸς κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἐξέθηκεν ἀναλυτικῶς ὅ,τι καὶ ἡ σημερινὴ μειονοψηφία τῆς Ἐθνικῆς Συνελεύσεως διὰ τῶν κυβερνητικῶν αὐτῆς πράξεων, εἶχεν οὐ μόνον προαναγγείλει, ἀλλὰ καὶ καταστήσει ἀναγκαίαν τὴν δικαιοδοσίαν, τὴν Συντακτικὴν τοῦ σημερινοῦ Σώματος. Ἴσως θὰ ἦτο περιττὸν νὰ λάβῃ τις ὑπ’ ὄψιν πρὸς καθορισμὸν τῶν δικαιωμάτων τοῦ σώματος, ὅσα ἀνακόλουθοι καὶ τυραννοῦντες ἐδογμάτιζον καὶ ἐπηγγέλλοντο οἱ πρώην Κυβερνῆται, ἕτοιμοι νὰ μεταβάλλωσι γνώμην καὶ νὰ ἐπιβάλλωσι τὴν ἐναντίαν διὰ τῆς λόγχης. Εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅμως ὅτι ὅσα διέπραξαν περὶ τὴν δικαιοσύνην τῆς Χώρας, ἀλλὰ καὶ ὅσα διέπραξαν ἐν σχέσει πρὸς τὸ νομοθετικὸν σῶμα, ἐπιβάλλουσι τὸν καθαρμὸν αὐτῶν ὑπὸ σώματος, τὸ ὁποῖον νὰ ἔχῃ πλήρη τὴν ἔκτασιν τῆς δικαιοδοσίας αὐτοῦ ὡς συντακτικῆς. Ὅτε ἐνόμιζον ὅτι ἡ πλειονοψηφία τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ θὰ μετέβαλλε φρόνημα, διὰ τῶν λογχισμῶν καὶ ἀπελάσεων, ἐξέδιδον Διατάγματα ὑπὸ τὴν κύρωσιν τῆς Συνελεύσεως. Οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλὰ καὶ ἐπηγγέλλοντο τὴν σύγκλησιν τῶν ἑλληνικῶν παροικιῶν, ἵνα μείζονα δώσωσιν ἔκτασιν εἰς τὸ σῶμα τοῦτο. Καὶ ὑπὸ τοιούτους ὅρους ἐξέδιδον Διατάγματα παρατάσεως τῆς Βουλῆς τῆς 31ης Μαΐου. Ἀλλ’ ὅτε τὸ φρόνημα τῶν ἑλληνικῶν παροικιῶν, τῶν πραγματικῶν παροικιῶν, ὅσαι συνησθάνοντο τὸν δεσμὸν πρὸς τὴν Πατρίδα, ἐκείνων αἱ ὁποῖαι παρέμειναν ἐν πλήρει δεσμῷ πρὸς τὴν Πατρίδα, ἐκείνων αἱ ὁποῖαι συνεταυτίζοντο πρὸς τὸ φρόνημα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, τοῦ θυσιάσαντος πάντοτε τὸ αἷμα καὶ τὸ χρῆμα του, ὑπὲρ τῆς ἐθνικῆς ἀποκαταστάσεως, ὅτε εἶδον τὸ φρόνημα αὐτὸ τῶν παροικιῶν ὅτι ἐστράφη ἐναντίον τῆς τυραννίας καὶ τῶν τυράννων, ἐλησμόνησαν τὰς συνταγματικὰς ἐπαγγελίας καὶ ἐτράπησαν πρὸς τὴν Ἀναθεωρητικὴν Βουλὴν, ζητοῦντες ἵνα διὰ τῆς ἐπιταγῆς τῆς μελλοθανάτου ἀκύρου Βουλῆς, δεσμεύσωσι τὴν Συνέλευσιν, τὴν κυρίαρχον ἐξουσίαν ἑνὸς ἐλευθέρου λαοῦ. Ἡ ἀνάγκη τῆς Συνελεύσεως τῆς Ἐθνικῆς, εἶναι ἐπικρατεστέρα τῆς θελήσεως τῆς σημερινῆς μειοψηφίας καὶ ἐπιβάλλεται ἐκ τῆς ἐξετάσεως τῶν πραγμάτων. Τὸ σύνολον τοῦ συστήματος τῶν Συνθηκῶν, αἵτινες συνωμολογήθησαν ἐν Παρισίοις, ἐγκαθίδρυσαν νέας ἀρχὰς Διεθνοῦς Δικαίου καὶ ἐγκατέστησαν ὑποχρεώσεις διὰ τὰ Κράτη, αἵτινες εἶναι ἀνάγκη νὰ τύχωσι συνταγματικῆς κυρώσεως. Οἱ ὅροι τῆς κηρύξεως τοῦ πολέμου, οἱ ὅροι τῆς συντάξεως τῶν πολεμικῶν προϋπολογισμῶν, οἱ ὅροι τοῦ περιορισμοῦ τῶν πολεμικῶν βιομηχανιῶν, χρήζουσι συνταγματικῆς κυρώσεως. Ἀλλ’ ἀνεγνωρίσθησαν ἐπίσης ἀρχαὶ σχετιζόμεναι πρὸς τὴν ὅλην κοινωνίαν καὶ εἰδικῶς πρὸς τὴν ἐργατικὴν κοινωνίαν. Εἶναι ἀνάγκη, κύριοι, ἵνα ἡ Ἑλλὰς ἀποδεχθῇ ἐγκαρδίως ταύτας, εἶναι ἀνάγκη ἵνα διὰ συνταγματικῆς ἐπιταγῆς, καθορίσῃ ὡς ἰδίαν συνειδητὴν ἀπόφασιν καὶ ἰδίαν θέλησιν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀπεδέχθη ἐκ συμβατικῆς ὑποχρεώσεως. Νέοι ὅροι βίου ὑπάρχουσι σήμερον ἐν Εὐρώπῃ καὶ ἐν τῷ κόσμῳ. Νέοι ὅροι πολεμικοῦ καὶ κοινωνικοῦ βίου ὑπάρχουσι σήμερον ἐν τῇ Ἀνατολῇ. Ἡ Ἑλλὰς ἐξῆλθε τοῦ πολέμου τούτου μείζων, ἀλλ’ ἔχουσα καὶ μείζονας ὑποχρεώσεις ἐν σχέσει πρὸς τὴν ἐκπολιτιστικὴν αὐτῆς δρᾶσιν. Νέοι πληθυσμοὶ εἰσήχθησαν εἰς τὴν χώραν καὶ νέοι μάλιστα πληθυσμοὶ ἔχουσιν εἰσαχθῆ εἰς τὴν χώραν ἀπὸ τοῦ 1912. Τὸ Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον διέπλασαν αἱ γενεαὶ τοῦ παρελθόντος, ὑπὸ ὡρισμένους ὅρους καὶ ὑπὸ ὡρισμένας ἀνάγκας, τὸ Σύνταγμα τοῦτο, ἡ ἀνάγκη τῶν πραγμάτων ἐπιβάλλει ν’ ἀναθεωρηθῇ καὶ νὰ συζητηθῇ ὑπὸ τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ παρόντος, ὑπὸ τῶν ἀντιπροσώπων, οἱ ὁποῖοι ἐκπροσωποῦσι τὸ σύνολον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, τὰς παρ’ αὐτοῦ διακρίσεις πολιτικῶν ἀρχῶν καὶ τὰς ἀνάγκας τῶν ἐθνικῶν μειονοψηφιῶν. Ἀξίωσις πραγμάτων λοιπὸν ἐπιβάλλει ὅπως τὸ ἔργον τῆς Συνελεύσεως ταύτης εἶνε ἔργον συντακτικὸν, ἔργον ἐπεκτεῖνον τὰς συζητήσεις ἐπὶ τοῦ συνόλου συστάσεως τῆς πολιτείας. Ἀλλ’ εἶναι ἀπόλυτος ἀνάγκη ἐκ τῶν πραγμάτων ἐπίσης, ὅ,τι ἐκ τοῦ Συντάγματος θὰ θεωρηθῇ ὅτι δὲν εἶναι ἀναθεωρητέον νὰ καθιερωθῇ αὖθις διὰ νέας κυρώσεως. Δὲν ἀρκεῖ μόνον νὰ ὑπάρχῃ τὸ αἴσθημα ὅτι τὸ πολίτευμα ἔχει ὑγιῶς, ἀλλὰ πρέπει νὰ ὑπάρχῃ καὶ ἡ ἀντικειμενικὴ ἐντύπωσις, ὅτι δέχονται πάντες ἐν τῇ ψυχῇ αὐτῶν ὅτι ἔχει τοῦτο ὑγιῶς. Ὅταν οἶκός τις ραγισθῇ, ὁ συνετὸς ἰδιοκτήτης ἐπισκευάζει καὶ ἐπιχρίει αὐτὸν διὰ νὰ παρίσταται καὶ ἐξωτερικῶς ὡς νέον καὶ στερεὸν οἰκοδόμημα. Τὸ οἰκοδόμημα τοῦ Ἑλληνικοῦ Συντάγματος κατέστη ἐπὶ τριετίαν ἑτοιμόρροπον καὶ ραγισμένον. Τὴν σύνταξιν τοῦ Κοινοβουλίου, ἐκανόνιζον διὰ Βασιλικῶν Διαταγμάτων. Τὴν ἰσοβιότητα τῶν δικαστῶν τὴν ἔκαμνον ἀντικείμενον Βασιλικοῦ Διατάγματος. Τὶ ἀφῆκαν ἐκ τοῦ πολιτεύματος ὄρθιον; Οὐδὲν. Ποίαν ἀφῆκαν ἐκ τῶν λειτουργιῶν τοῦ πολιτεύματος εἰς τὴν θέσιν της; Οὐδεμίαν. Μὴ τὴν μονιμότητα τοῦ Στρατοῦ, ἢ μὴ τὴν εὐλάβειαν πρὸς τὴν Ἱεραρχίαν, τὴν ὁποίαν ἐρράπισεν ἐν τῷ ναῷ τῆς Κοζάνης εἷς, δυστυχῶς, καταλεγόμενος σήμερον μεταξὺ τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους;
§43ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Αἶσχος, αἶσχος!
§44Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ὅτε τὸ σύνολον τῆς πολιτείας κατὰ τοιοῦτον τρόπον κατέρριψαν, ὅτε χίλια νομοθετικὰ διατάγματα ἐξεδίδοντο, καταργοῦντα συντακτικὰς διατάξεις καὶ καταργοῦντα νόμους κατὰ πᾶσαν ἐπιταγὴν οἱουδήποτε ἰδιώτου, ὅτε ὑπὸ τοιούτους ὅρους κατελύθη ἡ νόμιμος βάσις τῆς Ἑλληνικῆς πολιτείας, εἶναι δυνατὸν ἡ πολιτεία αὕτη ν’ ἀνοικοδομηθῇ, παρισταμένων ἡμῶν ὡς κοινῶν βουλευτῶν, ἵνα ψηφίσωμεν νέους νόμους; Εἶναι ἀνάγκη, ἐπαναλαμβάνω, νὰ εἴπω, ὅ,τι ἐκ τοῦ Συντάγματος δὲν θὰ μεταβληθῇ, νὰ μὴ μείνῃ ἄνευ νέου πολιτικοῦ ἐπιχρίσματος καὶ νὰ παρουσιασθῇ εἰς τὸν λαὸν μὲ τὴν εἰκόνα τοῦ ὑγιοῦς καὶ τοῦ ἀρτίου. Δι’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους, κύριοι, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ἀμφιβολία περὶ τῆς ἐκτάσεως τῆς δικαιοδοσίας τοῦ σώματος, τὸ ὁποῖον συνεκλήθη. Ἀλλὰ τὰ μέλη τῆς πλειονοψηφίας ἔχουσι καὶ ἐντολὴν ἐκ μέρους τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου; Τὰ μέλη τῆς πλειονοψηφίας, ὅτε ἐξεδόθη ἡ πρᾶξις τῆς Βουλῆς, τῆς καταληθείσης διὰ τῆς θελήσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, καταλυθείσης καὶ οὐχὶ διαλυθείσης, διότι διαλελυμένη ἦτο πρὸ τριετίας νομίμως, ὅτε ἐξεδόθη ἡ πρᾶξις ἐκείνη καὶ ἡ πρώην Κυβέρνησις, ἡ στηριχθεῖσα ἐπὶ τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς ἐκείνης, ἐξέδωκε διάταγμα διαλύσεως τῆς Βουλῆς καὶ προσκλήσεως τῶν ἐκλογέων εἰς ἐκλογὰς νέων βουλευτῶν, τὰ μέλη τῆς σημερινῆς πλειονοψηφίας διὰ τῶν ἐκπροσωπούντων τότε αὐτὰ ὡς ἡγετῶν κατὰ τὸν ἀγῶνα ὑπὲρ τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἔθεσαν ἐνώπιον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ πανηγυρικῶς τὸ ἐρώτημα, ἂν τὸ συνέδριον, εἰς ὃ καλοῦνται, θὰ εἶναι συνέδριον ἁπλῶς κοινοβουλευτικὸν ἢ συνέδριον συντακτικὸν καὶ ἐξέθεσαν τὴν γνώμην ὅτι λαμβάνοντες τὴν ἔγκρισιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ θέλουσι μεταβάλλει τὴν Βουλὴν τὴν κληθεῖσαν ὑπὸ τῆς παρελθούσης Κυβερνήσεως, εἰς Ἐθνοσυνέλευσιν. Ἔλαβον τὴν ἐντολὴν διὰ τῆς πανηγυρικῆς πλειονοψηφίας τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ τὴν ἐντολὴν ταύτην καλοῦνται νὰ ἐκπληρώσωσι. Τὸ συνέδριον λοιπόν, τὸ ἡμέτερον, εἶναι συνέδριον ψήφῳ τοῦ λαοῦ, ἐπιταγῇ τοῦ λαοῦ, συντακτικὸν συνέδριον.
§45Φ. ΚΑΡΡΕΡ. Ἐπιταγῇ τοῦ λαοῦ.
§46Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἤθελον, κύριοι, προτείνει, ἵνα μὴ ἀρκεσθῶμεν εἰς τὴν διὰ τοῦ Β. Διατάγματος ὀνομασίαν τοῦ συνεδρίου εἰς Ἐθνικὴν Συνέλευσιν, ἀλλ’ ἵνα διὰ ψηφίσματος ὡς κατακλεῖδος τῆς συζητήσεως ἀναγνωρίσωμεν καὶ ἡμεῖς ἑαυτοὺς ὡς Ἐθνικὴν Συνέλευσιν.
§47Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Ν’ ἀναγνωρίσωμεν ὅτι εἴμεθα, ὄχι ὅτι γινόμεθα;
§48Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Βεβαίως.
§49Α. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Θέτετε τὸ ζήτημα εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τῆς Συνελεύσεως;
§50Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Μάλιστα, τὸ ζήτημα τῆς ἀναγνωρίσεως τῆς ἰδίας ἡμῶν ἁρμοδιότητος. Νομίζω ὅτι εἶναι ἀναγκαῖον τοῦτο, οὐχὶ διότι ἡ ὀνομασία τοῦ σώματος, ὡς Συνελεύσεως διὰ τοῦ Βασ. Διατάγματος εἶναι ὀνομασία ἀνεπαρκὴς πρὸς κανονισμὸν τῆς δικαιοδοσίας του, διότι εἶναι γνωστόν, οὐδεὶς τὸ ἠμφισβήτησεν, οὔτε θὰ τὸ ἀμφισβητήσῃ ἐξ ἡμῶν τοὐλάχιστον τῶν ἑδρευόντων εἰς τὰς πτέρυγας ταύτας (δεικνύει τὴν δεξιὰν) ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία διέπει τὰ πράγματα σήμερον εἶναι Κυβέρνησις ἐκπορευομένη ἐκ τῆς πλειονοψηφίας ἐκείνων, τοὺς ὁποίους ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἀπέστειλεν ἐνταῦθα, ἵνα ἐκπληρώσωσι τὸ ἔργον τὸ ἐντεταλμένον. Κατὰ συνέπειαν ὀνομάζουσα τὸ σῶμα τοῦτο, Ἐθνικὴν Συνέλευσιν τῶν Ἑλλήνων, ἐξετέλεσε τὴν ἐντολήν, τὴν ὁποίαν ὁ λαὸς διὰ τῆς ψήφου τῆς 1ης Νοεμβρίου, παρέσχε πανηγυρικήν. Ἀλλ’ ἐπειδὴ πρόκειται νὰ προβῶμεν εἰς ἔργα συντακτικὰ, εἶναι ὀρθὸν νομίζω, ἵνα καὶ ὁ ἐλάχιστος ἐνδοιασμὸς, διὰ τὸ μέλλον λείψῃ, ὅτι εἶναι δυνατὸν τὸ Συνέδριον τοῦτο νὰ λάβῃ τὴν δικαιοδοσίαν αὐτοῦ τὴν συντακτικὴν, ἐξ οἱασδήποτε πράξεως τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Θέλω, κύριοι, νὰ εἶναι διασαφηνισμένον τοῦτο διὰ πράξεως τοῦ σώματος, διότι τὸ Σύνταγμα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι θεσμὸς δοτὸς εἶναι θεσμὸς ὁ ὁποῖος ἀπορρέει ἐκ τῆς συνειδήσεως τοῦ Ἔθνους. Διὰ τοῦτο πρέπει καὶ ἡ ἀναγνώρισις τῶν δικαιωμάτων τῆς Συντακτικῆς νὰ προέλθῃ, ἐκ τῆς συνειδήσεως τοῦ ἔθνους. Ἡμεῖς δὲ, κατ’ ἄτομον καὶ καθ’ ὁμάδα, ὅλοι ἔχομεν τὴν ἐντολὴν τὴν συνειδητὴν τοῦ ἔθνους, ὅτι ἀποτελοῦμεν Ἐθνικὴν Συνέλευσιν καὶ τὴν ἐντολὴν ταύτην ἀποδεχόμενοι καὶ ἐκπληροῦντες νομίζω ὅτι εἶναι ὀρθὸν νὰ ἐνισχύσωμεν δι’ ἑνὸς ψηφίσματος, τὸ ὁποῖον θὰ παρέχῃ τὴν ἀναγνώρισιν, ὅτι εἴμεθα Ἐθνικὴ Συνέλευσις καὶ ὅτι δικαιοδοτοῦμεν ὡς Ἐνθικὴ Συνέλευσις. Ἐὰν ἡ Βουλὴ ἀποδέχεται τὴν γνώμην ταύτην, εἶναι ἔργον τοῦ προεδρείου νὰ διατυπώσῃ ἓν ψήφισμα, τὸ ὁποῖον νομίζω ὅτι εἶναι ὀρθὸν νὰ περιλάβῃ καὶ τὴν κύρωσιν τοῦ Διατάγματος τοῦ ἀφορῶντος τὸ δημοψήφισμα.
§51Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Πρέπει νὰ γίνῃ εἰδικὴ διατύπωσις.
§52Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ὅπως θέλετε. Περιορίζομαι ἀπόψε εἰς τὸ ζήτημα τοῦ καθορισμοῦ τῆς δικαιοδοσίας τῆς Συνελεύσεως.
§53Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Μάλιστα.
§54Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ταῦτα εἶχον, κύριοι συνάδελφοι καὶ ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους, ν’ ἀνακοινώσω πρὸς ὑμᾶς, συμφωνῶν καθ’ ὅλα πρὸς ὅσα ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀνεκοίνωσεν. Ὅσον ἀφορᾷ δὲ τὰς διαβεβαιώσεις, τὰς ὁποίας ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου παρέσχε πρὸς τὴν Βουλὴν περὶ τοῦ ἔργου τοῦ Ἑλληνικοῦ Στρατοῦ, ἐν σχέσει πρὸς τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ προγράμματος τῆς συνθήκης τῶν Σεβρῶν, νομίζω ὅτι πᾶσα ἀντιπροσωπεία τοῦ Ἔθνους οἱανδήποτε καὶ ἂν ἔχῃ ἐντολὴν καὶ ἰδιότητα, ἐφ’ ὅσον θίγεται ἔστω καὶ δι’ ἁπλῆς ἀναφορᾶς ἡ συνθήκη τῶν Σεβρῶν, ἐφ’ ὅσον ἀναφέρεται κἂν ἐν τῇ Βουλῇ ἡ Συνθήκη τῶν Σεβρῶν καθ’ ἣν ὥραν ἐπίκειται Διάσκεψις, ἥτις θ’ ἀσχοληθῇ περὶ αὐτῆς, ἔχει καθῆκον, ὡς ἔχει καθῆκον πᾶς πληρεξούσιος ἀνερχόμενος εἰς τὸ βῆμα, οἱανδήποτε καὶ ἂν ἔχῃ ἰδιότητα ν’ ἀναγνωρίσῃ ὅτι ἡ ἑλληνικὴ ψυχὴ ὁλόκληρος εἶναι προσκεκολλημένη εἰς τὴν διατήρησιν τῶν κεκτημένων διὰ τῆς συνθήκης τῶν Σεβρῶν, ὡς τοῦ ἐλαχίστου ὅρου τῆς ἱκανοποιήσεως τῶν ἑλληνικῶν θυσιῶν. (Χειροκροτήματα παρατεταμένα ἔκ τε τῆς αἰθούσης καὶ τῶν θεωρείων). Τὴν συνθήκην τῶν Σεβρῶν διέπραξεν ὁ Ἕλλην στρατιώτης καὶ τὸ ἀφειδῶς χυθὲν Ἑλληνικὸν αἷμα, τὸ ὁποῖον ἐχύθη χωρὶς νὰ ἐξετάζῃ εἰς ποίαν πτέρυγα ἀνήκει, καὶ ποῖον ἔχει φρόνημα ἐσωτερικόν. (Χειροκροτήματα παρατεταμένα ἐκ τῆς αἰθούσης καὶ τῶν ἀκροατηρίων). Τὴν Μακεδονίαν ἐπανέφερον εἰς τὰς ἀγκάλας τῆς Ἑλλάδος ὅλοι οἱ Ἕλληνες καὶ τὴν Θράκην καὶ τὴν Σμύρνην ἐπαναφέρουσιν εἰς τὰς ἀγκάλας τῆς Ἑλλάδος ὅλοι οἱ Ἕλληνες, διότι κοινὴ εἶναι ἡ Ἑλληνικὴ ψυχὴ καὶ ἑνιαία εἰς τὴν ἀπελευθέρωσιν τῶν δούλων ἀδελφῶν καὶ τὴν μεγένθυσιν τῆς πατρίδος. (Χειροκροτήματα καὶ ἐπευφημίαι).
§55Β. ΣΚΟΥΛΑΣ. Λησμονεῖτε τὰ Δωδεκάνησα καὶ τὴν Βόρειον Ἤπειρον.
§56Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Δὲν λησμονῶ, ἀξιότιμε συνάδελφε, οὔτε τὰ Δωδεκάνησα, οὔτε τὴν Βόρειον Ἤπειρον, εἶμαι δὲ βέβαιος ὅτι ὑπὲρ τῆς ἀνακτήσεως τῆς Βορείου Ἠπείρου θὰ ἀσχοληθῶσι ζωηρότερον ἐκεῖνοι οἱ Ἕλληνες, οἵτινες, ὅτε ἀπεκλείοντο οἱ Ἅγιοι Σαράντα καὶ κατεδικάζοντο ὑφ’ ὑμῶν οἱ Βορειοηπειρῶται εἰς τὴν πεῖναν, ἠγωνίζοντο διαμαρτυρόμενοι ὑπὲρ αὐτῶν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. (Χειροκροτήματα παρατεταμένα).
§57Α. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἰς ποίους ἀναφέρεσθε;
§58Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ὄχι εἰς ὑμᾶς, διότι ἐπεινάσατε καὶ ὑμεῖς μετὰ τῶν ἄλλων καὶ διεμαρτυρήθητε κατὰ τῶν ἤδη συνεργατῶν σας.
§59Α. ΜΑΤΕΣΙΣ. Μὴ λησμονεῖτε ὅτι τὴν Βουλὴν τῆς 6 Δεκεμβρίου, εἰς τὴν ὁποίαν ἦσαν καὶ Βορειοηπειρῶται βουλευταί, τὸ κόμμα ἐκεῖνο ἦλθε καὶ κατέλυσε, διὰ νὰ ἐξαγάγῃ ἐκ τῆς Βουλῆς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θὰ ἦσαν σήμερον ἐν μέσῳ ἡμῶν. (Χειροκροτήματα).
§60Β. ΣΚΟΥΛΑΣ. Τὰ πράγματα εἶναι διαφορετικά. Πρὸ τοῦ πολέμου ἡ Βόρειος Ἤπειρος εἶχε καταληφθῆ ὑπὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ Στρατοῦ καὶ κατόπιν ἐγκατελείφθη. (Διαμαρτυρίαι καὶ θόρυβος). Ὅλοι οἱ Ἕλληνες εἴμεθα σύμφωνοι νὰ ὑπερασπίσωμεν τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα ἀνεξαρτήτως ἀποχρώσεως.
§61Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Θὰ σᾶς παρακαλέσω, κύριοι συνάδελφοι, νὰ μοὶ κάμητε μίαν προσωπικὴν χάριν· ὅταν ὁμιλῶ καὶ διακόπτωμαι ὑπὸ τῆς πτέρυγος ἐκείνης, νὰ μὲ ἀφήνετε ἀγαλλόμενον διὰ τὰς διακοπάς, διότι ὑπέστην τὰς διακοπὰς αὐτῶν ἐπὶ μίαν τριετίαν καθ’ ὃν χρόνον τὰ τοῦ Προεδρείου τῆς Βουλῆς καὶ τὰ τοῦ βήματος διηύθυνεν ὁ λοχαγὸς τῶν σωματοφυλάκων καὶ εἶμαι εὐτυχὴς σήμερον ὑφιστάμενος ἐλευθέρας διακοπὰς ἐκ μέρους τῶν κυρίων ἐκείνων διὰ ν’ ἀντιληφθῶσιν, ὅτι σωματοφύλακες δὲν ὑπάρχουσι πλέον ἐν τῇ Ἑλληνικῇ Βουλῇ καὶ ὅτι εὐχαρίστως ἀκούω νὰ μὲ διακόπτωσιν. (Εὖγε, εὖγε, χειροκροτήματα). Συμπληρῶ, κύριοι, διότι δὲν θέλω νὰ κουράσω ὑμᾶς. Περὶ τὴν Συνθήκην τῶν Σεβρῶν, περὶ τὴν ἐλευθερωθεῖσαν Θράκην καὶ περὶ τὴν σήμερον ἡνωμένην μὲν κατ’ οὐσίαν, ἀλλ’ αὐτόνομον, αὔριον δὲ μέλλουσαν νὰ ἑνωθῇ καὶ τυπικῶς Σμύρνην, κοινὸς εἶναι καὶ ἑνιαῖος ὁ ἑλληνικὸς ἀγών, πᾶσα δὲ Ἑλληνικὴ ψυχὴ δέον νὰ πάλλῃ ὅπως μηδὲ τὸ ἐλάχιστον συμβῇ δυστύχημα περὶ τὰ κεκτημένα. Καὶ πᾶσα Ἑλληνικὴ διάνοια πρέπει εὐθέως καὶ μετ’ ἑλληνικοῦ πατριωτισμοῦ νὰ τείνῃ εἰς τὸ νὰ παράσχῃ πᾶσαν συνδρομὴν πρὸς ἐκπεράτωσιν τοῦ ἔργου καὶ αὔξησιν ἀκόμη αὐτῶν. (Χειροκροτήματα παρατεταμένα ἐκ τῆς αἰθούσης καὶ τῶν θεωρείων). Διὰ δὲ τὸ ἔργον ἡμῶν, ἡμεῖς οἵτινες εἴμεθα ἡνωμένοι μετὰ παντὸς Ἕλληνος, θέλοντος νὰ παράσχῃ τὴν συνδρομὴν αὐτοῦ εἰς τὸ ἔργον τῆς Πατρίδος τὸ ἐξωτερικόν, ἔχομεν ἀνάγκην νὰ δηλώσωμεν πρὸς πάντας, ὅσοι ἐτυράννησαν τὸν τόπον, ὅτι θὰ εἴμεθα ἐνταῦθα δίκαιοι, ἴσοι καὶ ἐλεύθεροι εἰς τὰς συζητήσεις, ἀλλ’ ἕτοιμοι πρὸς κολασμόν, διὰ τὰ ἀδίκως διαπεπραγμένα κατὰ τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. (Εὖγε, εὖγε, χειροκροτήματα).
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λ. Τσουκαλᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§63Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Κύριοι πληρεξούσιοι· ἤκουσα μετὰ προσοχῆς τῶν ἀξιοτίμων προλαλησάντων, τοῦ ἀξιοτίμου κυρίου Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ ἐξ Ἀττικῆς πληρεξουσίου καὶ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Αἰτωλοακαρνανίας πληρεξουσίου καὶ ὁμολογῶ ὅτι τὰ σοφὰ ἀληθῶς ἐπιχειρήματα αὐτῶν οὐδόλως μὲ ἔπεισαν ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸν χαρακτηρισμὸν τῆς Συνελεύσεως εἰς Συντακτικήν. Ποῖα προεβλήθησαν ἐπιχειρήματα, ὅπως ἡ Συνέλευσις κηρύξῃ αὐτὴ ἑαυτὴν εἰς Συντακτικήν; Καὶ πρῶτον ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ὡμίλησε περὶ δικαστικῆς ἰσοβιότητος. Ἀληθῶς κατὰ τὴν Ἀναθεωρητικὴν Βουλὴν τοῦ 1912, ὑποβληθείσης προτάσεως παρὰ τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, περὶ ἀναστολῆς τῆς δικαστικῆς ἰσοβιότητος, ἡ Συνέλευσις ἀπεφήνατο γνώμην ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ ἐπιληφθῇ τῆς ἐξετάσεως τοῦ ζητήματος τούτου καθ’ ὅσον ἡ δικαστικὴ ἰσοβιότης ἀποτελεῖ θεμελιώδη διάταξιν τοῦ Συντάγματος καὶ ἑπομένως ἡ ἐξέτασις τοῦ ζητήματος ἐκείνου ὑπερέβαλλε τὰ καθήκοντα τῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς. Ἀλλά, κύριοι πληρεξούσιοι, ἐν προκειμένῳ δὲν ὑφίσταται ζήτημα δικαστικῆς ἰσοβιότητος. Τὸ κατὰ παράβασιν τοῦ Συντάγματος καὶ τῶν νόμων τοῦ Κράτους τυραννικὸν καθεστώς, διὰ διατάγματος κατέλυσε τὴν δικαστικὴν ἰσοβιότητα, ἡ παροῦσα δὲ Κυβέρνησις δι’ ἑτέρου διατάγματος ἠκύρωσε τὸ διάταγμα ἐκεῖνο, δι’ οὗ κατελύετο ἡ δικαστικὴ ἰσοβιότης. Ἑπομένως σήμερον ζήτημα δικαστικῆς ἰσοβιότητος οὐδόλως ὑφίσταται. Ἐφ’ ὅσον ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, ἡ ἀπορρέουσα ἐκ τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ Ἔθνους καὶ ἀπολαύουσα τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς, διὰ διατάγματος ἠκύρωσε ἔκνομον καὶ ἀντισυνταγματικὸν διάταγμα, οὐδεὶς ὑφίσταται λόγος δικαστικῆς ἰσοβιότητος. Ἡ πρᾶξις ἐκείνη τῆς τυραννικῆς Κυβερνήσεως ἦτο ἔκνομος, θεωρηθεῖσα δὲ ὡς τοιαύτη ὑπὸ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως ἠκυρώθη. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει οὐδὲν ὑφίσταται ἐρώτημα.
§64Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς Ναυτικῶν). Ναὶ ἀλλ’ εἶχον εἰσέλθει καὶ ἀποκτήσει τὴν δικαστικὴν ἰσοβιότητα ἄλλοι ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ διατάγματος ἐκείνου καὶ περὶ αὐτοῦ πρόκειται.
§65Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Ἠκυρώθη ἡ ἀντισυνταγματικὴ πρᾶξις τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως.
§66Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀναμφισβητήτως πρέπει νὰ κυρωθῇ τὸ διάταγμα τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, διὰ τοῦ ὁποίου ἠκυρώθη τὸ διάταγμα τῆς προκατόχου, διότι ἡ Κυβέρνησις προέτρεξε καὶ ἐξέδοτο τὸ διάταγμα τοῦτο πρὶν λάβῃ τὴν ἄδειαν τῆς Συνελεύσεως μὲ τὴν πεποίθησιν ὅτι θέλει τύχει τῆς συγγνώμης αὐτῆς.
§67Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Ἑπομένως κατὰ τὴν γνώμην τοῦ κυρίου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, πρέπει ἡ Συνέλευσις νὰ κηρυχθῇ Συντακτική, ἵνα κυρώσῃ τὸ διάταγμα τῆς Κυβερνήσεως ταύτης, διὰ τοῦ ὁποίου ἠκυρώθη τὸ ἔκνομον καὶ ἀντισυνταγματικὸν διάταγμα τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως.
§68Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὡς Συντακτικὴ Συνέλευσις θὰ ἐπιληφθῇ τῆς ἐξετάσεως τοῦ διατάγματος καὶ θὰ τὸ κυρώσῃ.
§69Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Χρειάζεται νὰ εἶναι Συντακτικὴ Συνέλευσις διὰ νὰ κρίνῃ μίαν πρᾶξιν ἀπολύτως ἔκνομον μιᾶς Κυβερνήσεως;
§70Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Χρειάζεται νὰ ἐγκρίνῃ ἢ νὰ μὴ ἐγκρίνῃ τὸ διάταγμα τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, διὰ τοῦ ὁποίου ἠκυρώθη τὸ διάταγμα τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως. Ὅπως εἶναι τὸ διάταγμα συντεταγμένον ἡ Κυβέρνησις εἶπε ὅτι: Ἐπειδὴ διὰ τοῦ διατάγματος τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως θίγεται ἡ ἀνεξαρτησία τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, διὰ τοῦτο τὸ ἀκυρώνω. Ἀλλὰ τὸ διάταγμα τοῦτο ἔχει ἀνάγκην κυρώσεως, ὡς ἐκδοθὲν πρὸ τῆς συγκλήσεως τῆς παρούσης Συνελεύσεως.
§71Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως διεπράχθη σαφῶς καὶ καταδήλως πρᾶξις ἀντισυνταγματικὴ καὶ ἔκνομος. Τὴν πρᾶξιν αὐτὴν δύναται νὰ τὴν ἀκυρώσῃ καὶ Ἀναθεωρητικὴ Βουλή. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι, ἂν τὸ ζήτημα τῆς δικαστικῆς ἰσοβιότητος ἐθεωρήθη, ὡς διάταξις θεμελιώδης τοῦ Συντάγματος ὑπὸ τῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς, ἡ παροῦσα Συνέλευσις κηρυσσομένη ὡς Ἀναθεωρητική, δύναται νὰ ἀκυρώσῃ τὴν ἀπόφασιν ἐκείνην τῆς ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς καὶ νὰ θεωρήσῃ τὴν διάταξιν αὐτῆς ὡς μὴ θεμελιώδη.
§72Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Πρέπει νὰ εἶναι ὑπερτέρα τῆς Ἀναθεωρητικῆς.
§73Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Ὄχι, μὲ συγχωρεῖτε. Δὲν δύναται νὰ ἀκυρώσῃ πρᾶξιν Συντακτικῆς Συνελεύσεως ἡ Ἀναθεωρητικὴ Βουλή, δύναται ὅμως ὡς τοιαύτη νὰ ἀναθεωρήσῃ ἀπόφασιν Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἡ παροῦσα Συνέλευσις ἤθελε κρίνει ὡς Ἀναθεωρητική, ὡς ἐγὼ φρονῶ, καὶ θὰ ἠδύνατο νὰ ἀκυρώσῃ τὴν ἀπόφασιν τῆς ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς, τὴν ἀφορῶσαν τὴν δικαστικὴν ἰσοβιότητα—διότι δὲν ἐνδιαφέρει, ἂν ὑπὸ προηγουμένης Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς ἐκυρώθη ἢ ἠκυρώθη ἡ δικαστικὴ ἰσοβιότης—. Ποία ἄλλως ἡ διαφορὰ μεταξὺ Ἀναθεωρητικῆς καὶ Συντακτικῆς Συνελεύσεως; Ὅτι ἡ μὲν Ἀναθεωρητικὴ Βουλὴ καλεῖται ἵνα κυρώσῃ ἢ ἀκυρώσῃ διατάξεις μὴ θεμελιώδεις τοῦ Συντάγματος, ἐνῷ ἡ Συντακτικὴ καλεῖται ἵνα κυρώσῃ καὶ τὰς θεμελιώδεις διατάξεις τοῦ Συντάγματος. Ἀλλὰ ποῖος θὰ κρίνῃ περὶ θεμελιωδῶν ἢ μὴ θεμελιωδῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος; Καὶ αὐτοὶ οἱ συνταγματικοὶ συγγραφεῖς εὑρίσκονται ἐν πλήρει διαφωνίᾳ. Ἄλλοι χαρακτηρίζουσι συνταγματικὰς διατάξεις ὡς θεμελιώδεις, ἄλλοι λέγουσιν ὅτι δὲν εἶναι καὶ ἐν γένει οὐδεμία ὑφίσταται ὁμοφωνία μεταξὺ τῶν συγγραφέων ὅσον ἀφορᾷ τὰς θεμελιώδεις ἢ μὴ θεμελιώδεις διατάξεις τοῦ Συντάγματος. Καὶ ἐρωτῶ ὑμᾶς Ἀναθεωρητικὴ Βουλὴ καλουμένη νὰ ἀναθεωρήσῃ συνταγματικὰς διατάξεις, τὰς ὁποίας τινὲς θεωροῦσιν ὡς θεμελιώδεις καὶ ἄλλοι οὐχί, δὲν εἶναι αὐτὴ νόμῳ ἁρμοδία νὰ χαρακτηρίσῃ τὰς θεμελειώδεις καὶ μὴ διατάξεις τοῦ Συντάγματος; Ποῖαι εἶναι αἱ γενικῶς παραδεδειγμέναι ὡς θεμελειώδεις διατάξεις τοῦ Συντάγματος; Τὰ δικαιώματα τοῦ Συντάγματος. Ὁ ἐξ Αἰτωλοακαρνανίας συνάδελφος ὡμίλησε περὶ ἐπιτακτικῆς ἐντολῆς τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ὅπως ἡ Συνέλευσις εἶναι Συντακτική. Ἐπιτραπήτω μοι νὰ ὑπομνήσω εἰς τὸν κ. συνάδελφον ὅτι ἡ ἐντολὴ τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ δὲν ἦτο μονομερὴς ὅσον ἀφορᾷ τὴν Συντακτικὴν ἢ Ἀναθεωρητικὴν Συνέλευσιν. Κατὰ τὰς ἐκλογὰς πολλὰ θέματα ἐτέθησαν ἐνώπιον τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἐπρόκειτο τότε περὶ θρόνου, περὶ ἐπαναφορᾶς τοῦ παρανόμως καὶ ἀδίκως ἐξωρισθέντος Βασιλέως καὶ ὁ ἑλληνικὸς λαὸς ἐπιτελῶν καθῆκον δικαιοσύνης καὶ εὐγνωμοσύνης, ἀπεφάνθη ὑπὲρ τῆς ἀμέσου ἐπαναφορᾶς τοῦ Βασιλέως Κωνσταντίνου. Τὸ δεύτερον ζήτημα, ὅπερ ἐτέθη ἐνώπιον τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ ἦτο τὸ ζήτημα τῆς καταλύσεως μιᾶς τυραννίδος καὶ ἐπ’ αὐτοῦ διὰ καταπληκτικῆς πλειονοψηφίας ἀπεφάνθη ὁ ἑλληνικὸς λαὸς καὶ ἐπιτραπήτω μοι νὰ ὑποστηρίξω ὅτι ταῦτα ἦσαν κυρίως τὰ δύο θέματα, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐκαλεῖτο ν’ ἀποφανθῇ ὁ ἑλληνικὸς λαός. Τὸ ζήτημα βεβαίως τῆς Συντακτικῆς Συνελεύσεως ἦτο ζήτημα τότε σοβαρὸν καὶ ὀρθῶς ἡ ἡνωμένη ἀντιπολίτευσις ἔθεσε ζήτημα Συντακτικῆς Συνελεύσεως, διότι ἐφόσον ἐπρόκειτο περὶ ἐνασκήσεως τῆς Β. Ἐξουσίας βεβαίως ἡ Συνέλευσις ἦτο Συντακτική, διότι μόνον τοιαύτη ἠδύνατο νὰ διαρρυθμίσῃ τὸ ζήτημα τοῦ Ἑλληνικοῦ Θρόνου. Ἀφ’ ἧς στιγμῆς ὅμως τὸ ζήτημα αὐτὸ ἐλύθη διὰ πανδήμου δημοψηφίσματος τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ, σήμερον οὐδεὶς ὑφίσταται λόγος ὑπάρξεως Συντακτικῆς Συνελεύσεως, διότι βεβαίως ἡ Συνέλευσις δὲν καλεῖται νὰ ἀναγνωρίσῃ τὸν Βασιλέα, διότι ὁ ἑλληνικὸς λαὸς πανδήμως ἀνεγνώρισε αὐτόν. Καὶ ἐγὼ ἤμην ὑπὲρ τῆς Συντακτικῆς διὰ τὸ ζήτημα τοῦ Θρόνου, ἀλλὰ σήμερον ζήτημα Θρόνου δὲν ὑφίσταται καὶ διερωτῶ ἐμαυτόν· ἆραγε ὑπάρχει περίπτωσις Συντακτικῆς Συνελεύσεως; Διότι δὲν διστάζω νὰ εἴπω, κύριοι, ὅτι τρέμω ὅταν ἀκούω Συντακτικὴν Συνέλευσιν, διότι ἡ Ἱστορία τῶν Συντακτικῶν Συνελεύσεων ἀπέδειξεν ὅτι αὗται εἶναι συνέχεια τῶν ἐπαναστάσεων. Ἔχομεν παραδείγματα ἐκ τῆς ἱστορίας τῆς ἑτέρας Συνελεύσεως τοῦ 1863 καὶ γνωρίζετε ὅτι ἡ Συνέλευσις ἐκείνη ἐπεμήκυνε τὰς ἐργασίας της ἐπὶ δύο ἔτη, ὅτι τὸ Κράτος διετέλει ἐν συνεχεῖ ἐπαναστάσει καὶ ὅτι ἠναγκάσθη ὁ τότε Βασιλεὺς Γεώργιος ν’ ἀποστείλῃ τελεσίγραφον πρὸς τὴν Συντακτικὴν Συνέλευσιν καὶ διὰ διαγγέλματος νὰ ζητήσῃ, ὅπως ἐντὸς δέκα ἡμερῶν ἡ Συντακτικὴ Συνέλευσις περατώσῃ τὸ ἔργον της, ἄλλως ἠπείλει παραίτησιν, δι’ ὃ καὶ ἐξηναγκάσθη ἡ Συνέλευσις νὰ περατώσῃ τὸ ἔργον της ἐντὸς τοῦ χρόνου τῶν δέκα ἡμερῶν. Ἡ ἱστορία τῶν Συντακτικῶν Συνελεύσεων μοὶ ἐμποιεῖ τρόμον. Δὲν προτίθεμαι νὰ προσάψω οὔτε τὴν ἐλαχίστην μομφὴν κατὰ τοῦ Συνεδρίου, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖται ἐκ κορυφαίων Ἑλλήνων τῆς Πολιτείας καὶ τῆς κοινωνίας.
§74Ε. ΓΑΡΟΥΦΑΛΙΑΣ. Νομίζω ὅτι δὲν ὑπάρχει οὐδεμία ὁμοιότης μεταξὺ τῆς Συνελεύσεως τοῦ 1863 καὶ τῆς σημερινῆς. Τότε ἐπρόκειτο περὶ τῆς μορφῆς τοῦ πολιτεύματος, σήμερον δὲ πρόκειται περὶ ἀναστηλώσεως τοῦ καταλυθέντος ὑπὸ μιᾶς δικτατορίας Συνταγματικοῦ καθεστῶτος.
§75Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Ὁμολογῶ, κύριοι, ὅτι τρέμω πρὸ τῆς Συντακτικῆς Συνελεύσεως, διότι ἐκ τῆς ἱστορίας ἀπεδείχθη ὅτι Συντακτικὴ Συνέλευσις, δηλοῖ ἐπανάστασιν. Εἴχομεν τετραετῆ ἐπανάστασιν, κύριοι, χάρις εἰς τὸ τυραννικὸν ἐκεῖνο καθεστώς. Εἶναι καιρὸς νὰ σταματήσῃ ἡ ἐπανάστασις, διότι πάντες σήμερον γνωρίζετε ὅτι κράτος δὲν ὑφίσταται, ὅτι τοῦ λαοῦ διατελέσαντος ὑπὸ τυραννίαν ἐπὶ μίαν τετραετίαν, τὸ ἔργον τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Συνελεύσεως κατέστη βαρύτατον, δυσχερέστατον δὲ τὸ ἔργον ἵνα ἐπανέλθῃ τὸ Κράτος εἰς τὴν κανονικὴν αὐτοῦ τροχιάν. Ἐφόσον τοιαῦται κολοσσιαῖαι εὐθύναι βαρύνουσι καὶ τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Συνέλευσιν εἶναι ὀλίγον, κύριοι, παρακεκινδυνευμένον νὰ ἐξακολουθήσωμεν, διατελοῦντες ἐν ἐπαναστάσει. Διότι γνωρίζετε, κύριοι, ὅτι «τὴν σύζυγον τοῦ Καίσαρος οὐκ οἶδας μόνον τιμίαν χρεῖ ἀλλὰ καὶ νομίζεσθαι εἶναι τοιαύτην». Ἐπαναλαμβάνω ὅτι ἡ παροῦσα Συνέλευσις ἀποτελεῖ τὸ ἄνθος τῆς Ἑλληνικῆς κοινωνίας καὶ Πολιτείας, ἀλλὰ εἰς τὰ ὄμματα τοῦ ξένου κόσμου θὰ παρίσταται ἡ Ἑλλὰς ἐν ἐπαναστάσει. Δὲν πρέπει νὰ λησμονήσωμεν ὅτι τὸ ἔργον τῆς ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως εἶναι ὑπεράγαν ἐπίμοχθον καὶ βαρύ, καὶ ὅτι τὸ ἔργον ἡμῶν εἶναι ὑπεράγαν δυσχερές, διότι πρόκειται νὰ ἐπουλώσωμεν πληγὰς συντελεσθείσας ἐπὶ μίαν ὁλόκληρον τριετίαν. Αἴ, κύριοι, νομίζετε ὅτι τὰ κράτη ἐπανέρχονται εἰς τὴν κανονικὴν τροχιὰν δι’ ἁπλουστάτης ἐργασίας; Ἀπαιτεῖται ἐργασία, ἀπαιτεῖται ἐνδελεχὴς μέριμνα, ἐπὶ πᾶσι δὲ δὲν πρέπει νὰ λησμονήσωμεν ὅτι οἰκονομικῶς εὑρισκόμεθα κατεστραμμένοι, ὅτι ἀπαιτοῦνται ῥιζικὰ μέτρα οἰκονομικῆς ἀναδιοργανώσεως τοῦ τόπου καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἔχομεν ἀνάγκην νὰ παραστῶμεν εἰς τὰ ἔξω ὄμματα ὡς κράτος λειτουργοῦν καὶ εὐνομούμενον. Τούτου δὲ τεθέντος, θὰ ἦτο καλὸν ἡ μεταβολὴ τῆς ὀνομασίας τῆς Συνελεύσεως ἀπὸ Συντακτικῆς. Ἀλλὰ εἰς τί θὰ μετέβαλλε τὰ πράγματα, ἐὰν ἡ Συνέλευσις ἐθεωρεῖτο Ἀναθεωρητική; Διότι οὐδὲν κώλυμα ὑπάρχει εἰς τὴν Συνέλευσιν νὰ ἀναθεωρήσῃ ὅλας τὰς Συνταγματικὰς διατάξεις.
§76ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Αὐτὸ θὰ πῇ Συντακτική.
§77Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Σᾶς παρακαλῶ νὰ περιμένετε νὰ ἴδητε ποῦ θὰ καταλήξω. Ἐπαναλαμβάνω, κύριοι πληρεξούσιοι, νὰ σᾶς εἴπω ὅτι ἡ διαφορά, μεταξὺ Συντακτικῆς καὶ Ἀναθεωρητικῆς Συνελεύσεως ἔγκειται εἰς τὸ ὅτι ἡ Ἀναθεωρητικὴ δύναται νὰ ἀναθεωρήσῃ μὴ θεμελειώδεις διατάξεις, ἐνῷ ἡ Συντακτικὴ δύναται νὰ ἀναθεωρήσῃ θεμελειώδεις τε καὶ μὴ διατάξεις. Ἀλλὰ ποῖος καθορίζει καὶ καθώρισεν τὰς μὴ θεμελειώδεις καὶ θεμελιώδεις διατάξεις; Ἡ Ἀναθεωρητικὴ Βουλή. Ἐὰν κληθῇ Ἀναθεωρητική, δύναται νὰ προβῇ εἰς πᾶσαν ἀναθεώρησιν τῶν διατάξεων ἐκτὸς τοῦ θρόνου περὶ τοῦ ὁποίου ὅμως δὲν γίνεται λόγος. Δὲν βλέπω οὐδεμίαν διαφορὰν μεταξὺ Ἀναθεωρητικῆς καὶ Συντακτικῆς Συνελεύσεως, βλέπω μόνον τὴν ἐντύπωσιν, ἥτις θὰ γίνῃ ἐν τῷ ἐξωτερικῷ καὶ δὲν διστάζω νὰ εἴπω καὶ τὴν ἐκμετάλλευσιν, ἡ ὁποία τελεῖται διαρκῶς, ἐφ’ ὅλων τῶν ἐθνικῶν ζητημάτων ὑπὸ ὡρισμένων ἀτόμων, τὰ ὁποῖα εὑρίσκονται εἰς τὸ ἐξωτερικὸν καὶ ἐνθυμεῖσθε μίαν φράσιν, τὴν ὁποίαν εἶπεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὁ ἀρχηγὸς τῶν φιλελευθέρων, ὅτι ἐγὼ δὲν εἶμαι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ ἀνοίξω τοὺς ἀσκοὺς τοῦ Αἰόλου διὰ νὰ καλέσω Συντακτικὴν Συνέλευσιν.
§78ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Καὶ ὅμως τὴν ἐκάλει εἰς Ἀναθεώρησιν θεμελιωδῶν διατάξεων.
§79Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Δὲν τὴν ἐκάλει ὅμως ὡς Συντακτικήν.
§80Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Τὴν ἤθελεν ὡς Ἀναθεωρητικήν, διότι ἐφοβεῖτο τὴν κυριαρχίαν τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ ἐπὶ τοῦ δυναστικοῦ ζητήματος.
§81Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς ἐζήτησε νὰ ἐκμεταλλευθῇ καὶ αὐτὴν τὴν λέξιν «Συντακτικὴ Συνέλευσις» διὰ νὰ καταρραδιουργήσῃ τὴν Ἑλλάδα διὰ νὰ εἴπῃ εἰς τοὺς ξένους: «ἰδοὺ ἡ Ἑλλὰς διατελεῖ ἀκόμη ἐν ἐπαναστάσει». Αὐτὸ θέλω νὰ ἀποφύγω καὶ δι’ αὐτὸ παρακαλῶ ὅπως ἡ Συνέλευσις ἐν τῷ κυριαρχικῷ αὐτῆς δικαιώματι, ὡς Συντακτική, νὰ κηρύξῃ αὐτή ἑαυτὴν Ἀναθεωρητικὴν ἢ τοὐλάχιστον νὰ περιορίσῃ τὰ καθήκοντα αὐτῆς πρὸς ἀναθεώρησιν τοῦ Συντάγματος ἐντὸς ὡρισμένου χρονικοῦ διαστήματος. Κύριοι Πληρεξούσιοι, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παρεξηγηθῶ παρ’ ὑμῶν διότι ἐκ τῶν προτέρων θέλω νὰ καθορίσω τὸν χρόνον τῶν ἐργασιῶν τῆς Συνελεύσεως, ἡ ὁποία ἐπαναλαμβάνω ὅτι ἀποτελεῖται ἐκ τοῦ ἄνθους τῆς ἑλληνικῆς κοινωνίας καὶ πολιτείας, ἀλλ’ αἱ Συντακτικαὶ Συνελεύσεις πανταχοῦ ὑπῆρξαν πάντοτε σώματα ἐπαναστατικά. Δὲν ὑπάρχει παράδειγμα ἐν τῇ ἱστορίᾳ, ὄχι παρ’ ἡμῖν, ἀλλὰ καὶ παρὰ πᾶσι τοῖς Εὐρωπαϊκοῖς κράτεσι, κατὰ τὸ ὁποῖον αἱ Συντακτικαὶ Συνελεύσεις δὲν ὑπῆρξαν καὶ δὲν ἐθεωροῦντο ἐπαναστατικαί. Λοιπὸν καταλήγω εἰς τὸ συμπέρασμα, ἐὰν ἡ Συνέλευσις κληθῇ ὡς Συντακτική, ὅπερ δὲν ἀποδέχομαι, νὰ καθορισθῇ τοὐλάχιστον τὸ διάστημα τοῦ χρόνου ἐντὸς τοῦ ὁποίου θὰ ἐργασθῇ ὡς σῶμα Συντακτικόν. Δὲν εἶνε δυνατὸν ἡ κατάστασις αὐτὴ νὰ ἐξακολουθήσῃ ἐπὶ πολὺν χρόνον. Τὸ κράτος ἔχει ἀνάγκην ἡσυχίας, ἔχει ἀνάγκην οἰκονομικῆς καὶ πολιτικῆς ἀναδιοργανώσεως, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ ἀνεγείρωμεν ἐπὶ ἐρειπίων καὶ θὰ παρακαλέσω τὴν Συνέλευσιν ὅπως, ὡς τάχιστα, ἄρξηται καὶ περατώσῃ τὸ Συντακτικὸν αὐτῆς ἔργον, ἵνα ἐπιτραπῇ εἰς τὸ Κράτος καὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ θέσωσι τὰς βάσεις ἀληθοῦς ἀναδιοργανώσεως, διότι τὸ ἔργον τῆς Κυβερνήσεως εἶναι βαρὺ καί, ἐπαναλαμβάνω διὰ τρίτην φορὰν, ὅτι πρόκειται νὰ ἀνεγείρωμεν ἐπὶ ἐρειπίων, διότι εἰς ἐρείπια εὑρίσκεται τὸ Κράτος καὶ δὲν ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ παίξωμεν ἐν οὐ παικτοῖς.
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Ἀργυρόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§83Π. ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι Πληρεξούσιοι. Ὁ ἀξιότιμος καὶ σεβαστὸς κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἐθεώρησε σκόπιμον νὰ ἐξηγήσῃ τοὺς λόγους, οἵτινες ὑπηγόρευσαν τὴν ἀνάγκην τοῦ χαρακτηρισμοῦ τοῦ Σώματος, ὡς Συντακτικῆς Συνελεύσεως. Τρέφομεν τὴν πεποίθησιν, ὅτι αἱ ἐξηγήσεις αὗται ἐδόθησαν ὡς δικαιολογία τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ἥτις ἔσπευσε νὰ χαρακτηρίσῃ τὸ Σῶμα πρὶν ἢ αὐτὸ ἑαυτὸ, ὡς εἶχε δικαίωμα, ἀνακηρυχθῇ εἰς Συντακτικὴν Συνέλευσιν· οὐδεμία δὲ αἰτία, εἴμεθα βέβαιοι, ὑπηγόρευσε τὰς ἐξηγήσεις τῆς Ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, καθότι ὁ χαρακτηρισμὸς τοῦ Σώματος εἶναι ζήτημα καθαρῶς ἐσωτερικῆς φύσεως, ἀφορῶν τὸν ἑλληνικὸν λαὸν καὶ τοὺς ἀντιπροσώπους αὐτοῦ. Ἐπὶ πλέον τῶν ἰσχυρῶν καὶ σοβαρῶν λόγων, οὓς ἀνέφερεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὡς καὶ ἐκείνων, οὓς ἐξέθηκεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας πληρεξούσιος κ. Στράτος, ἐπιβαλλόντων τὴν ἀνάγκην τοῦ χαρακτηρισμοῦ τοῦ Σώματος ὡς Συντακτικοῦ, ὑπάρχει καὶ ἕτερος σοβαρὸς λόγος, ὃν παρέλειψαν νὰ ἀναφέρωσιν οἱ ἀξιότιμοι προλαλήσαντες. Ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, Κυβέρνησις ἐκνόμου καθεστῶτος, προεκήρυξε τὰς ἐκλογὰς τῆς πρώτης Νοεμβρίου διὰ τὴν σύγκλησιν Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς κατὰ παράβασιν τοῦ βʹ ἐδαφίου τοῦ ἄρθρου 108 τοῦ Συντάγματος· ἐπὶ πλέον δὲ συνεκάλεσεν Ἀναθεωρητικὴν Βουλήν, ἵνα ἀναθεωρήσῃ θεμελιώδεις διατάξεις τοῦ Συντάγματος. Ἀφοῦ τὸ Σῶμα συνεκλήθη κατὰ παράβασιν τοῦ Συντάγματος, ἀπαραλλάκτως ὡς ἐγένετο καὶ κατὰ τὸ 1910, ἐπιβάλλεται νὰ ἀνακηρυχθῇ τοῦτο εἰς Συντακτικὴν Συνέλευσιν, ἥτις ἐπιψηφίζουσα τὸ ὅλον Σύνταγμα προσδέσῃ αὐτῇ μὲ κῦρος, ὅπερ ἀναμφισβητήτως ἀπώλεσεν διὰ τῶν διαδοχικῶν ἀπὸ τοῦ 1910 καὶ ἐντεῦθεν παραβιάσεων τῶν θεμελιωδῶν καὶ μὴ διατάξεων αὐτοῦ, παραβιάσεων ὀφειλομένων εἰς τὸν πολιτικὸν ἀρχηγὸν τοῦ ἐκπεσόντος διὰ τῆς λαϊκῆς ψήφου τῆς πρώτης Νοεμβρίου καθεστῶτος, τοῦ διὰ τῶν παραβιάσεων τούτων θεμελιώσαντος τὴν πολιτικὴν αὐτοῦ ἰσχύν. Νομίζομεν δέ, καὶ συμφωνοῦμεν ὡς πρὸς τοῦτο μὲ τὸν ἀξιότιμον ἐξ Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας συνάδελφον, ὅτι τὸ ἔργον τῆς ἀνακηρύξεως τοῦ Σώματος, εἰς Συντακτικὴν Συνέλευσιν, δὲν ἀνῆκεν εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, διότι τοῦτο ἀποτελεῖ ἐπαναστατικὴν ἐκ τῶν ἄνω πρᾶξιν, ἀφοῦ εἰς τοὺς πληρεξουσίους τοῦ λαοῦ, ἀφοῦ τὸ δημόσιον φρόνημα εἶναι κεκηρυγμένον ὑπὲρ τῆς Συντακτικῆς Συνελεύσεως. Ὅθεν λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλλω ὑπὸ τὴν ἔγκρισιν ὑμῶν τὴν ἀκόλουθον πρότασιν ψηφίσματος, καὶ θεωρῶ ἀπαραίτητον, δι’ οὓς λόγους πάντες κατανοοῦσι, νὰ περιλαμβάνῃ τοῦτο τὸ ὡς κατωτέρω διατετυπωμένον αἰτιολογικόν:
ΠΡΟΤΑΣΙΣ ΨΗΦΙΣΜΑΤΟΣ
«Κληθεῖσα ἡ Βουλή, πρὸς ἀναθεώρησιν τοῦ Συντάγματος, κατὰ παράβασιν τοῦ 108 ἄρθρου αὐτοῦ, καὶ ἀπορρέουσα ἐκ τῶν ἐκλογῶν τῆς 1ης Νοεμβρίου π. ἔτ. δι’ ὧν ὁ λαὸς ἐπέτυχε δι’ αὐτῶν τε καὶ τοῦ δημοψηφίσματος, τὸ μὲν τὴν ἀνατροπὴν μιᾶς τυραννίδος, καταλυσάσης οὐσιαστικῶς τὸ πολίτευμα, τὸ δὲ τὴν παλινόρθωσιν τοῦ νομίμου τῶν Ἑλλήνων Βασιλέως. Ψηφίζει Κηρύττει ἑαυτὴν Συντακτικὴν Συνέλευσιν, ὑπὸ τὴν ἐπωνυμίαν «Γʹ ἐν Ἀθήναις Ἐθνικὴ Συνέλευσις», Βεβαιοῖ τὴν ἀπόφασιν αὐτῆς, ὅπως διατηρήσῃ τὴν μορφὴν τοῦ Συνταγματικοῦ Πολιτεύματος ὑπὸ τὴν Κοινοβουλευτικὴν αὐτοῦ μορφήν. Βεβαιοῖ τὰ ἀπαράγραπτα ἐπὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ Θρόνου δικαιώματα τοῦ Βασιλέως Κωνσταντίνου καὶ τῶν νομίμων καὶ γνησίων Αὐτοῦ ἀπογόνων. Ἀποφασίζει ὅπως, μετὰ τὴν σύνταξιν καὶ ἐπιψήφισιν τοῦ Συντάγματος, προβῇ ὡς Νομοθετικὸν Σῶμα εἰς τὰ ἔργα αὐτοῦ.
ΠΕΡ. ΙΑΚ. ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ
Πληρεξούσιος Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας»
§84ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Σωτηριάδης ἔχει τὸν λόγον.
§85Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Τὸ θέμα, κύριοι ἀντιπρόσωποι, εἶναι ἐντελῶς ἐξηντλημένον καὶ δὲν θὰ εἶχον νὰ εἴπω παρὰ μόνον δύο λέξεις αἱ ὁποῖαι ἐλέχθησαν περὶ αὐτοῦ. Τὸ βέβαιον εἶναι ὅτι θὰ μείνῃ μοναδικὴ ἡ διαφωνία τοῦ συναδέλφου κ. Τσουκαλᾶ ὅσον ἀφορᾷ τὸν χαρακτηρισμὸν τοῦ σώματος τούτου ὡς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς, λέγω μοναδικὴ διότι πρέπει νὰ σημειωθῇ ὅτι διὰ τοῦ χαρακτηρισμοῦ τοῦ σώματος αὐτοῦ ὡς Συντακτικῆς Συνελεύσεως δὲν ὑπῆρξε καμμία ἀντίθετος γνώμη ὄχι ἐκ τῆς πλευρᾶς αὐτῆς, ἀλλ’ οὐδ’ ἐκ τῆς πλευρᾶς ἐκείνης.
§86Π. ΓΚΙΝΗΣ. Ποῦ τὸ γνωρίζετε;
§87Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Ἔχετε ὀλίγην ὑπομονὴν καὶ θὰ τὸ ἀκούσετε. Ἔχω τὰ πρακτικὰ τῆς τελευταίας συνεδριάσεως τῆς αἰωνοβίου Βουλῆς τῆς 31 Μαΐου, πρακτικά, εἰς τὰ ὁποῖα ἀποτυποῦνται αἱ γνῶμαι τῶν διαφόρων πολιτευομένων σχετικῶς μὲ τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν.
§88Ε. ΧΑΤΖΙΔΑΚΗΣ. Δὲν ἦτο Βουλή.
§89Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Ἦτο εἷς ὅμιλος προκρίτων.
§90Ε. ΧΑΤΖΙΔΑΚΗΣ. Συναγερμὸς διαφόρων ἰδιωτῶν.
§91Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Εἴμεθα ἐντελῶς σύμφωνοι. Τέλος πάντων ἂς τῆς δώσωμεν ἓν ὄνομα διὰ νὰ τελειώνωμεν. Καὶ ἐνθυμοῦμαι πράγματι ἀξιόλογον ἀγόρευσιν τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου κ. Εὐταξία, ὁ ὁποῖος ὑπεστήριξε τὴν γνώμην ὅτι ἡ Βουλή, ἡ ὁποία πρόκειται νὰ κληθῇ, ἔδει νὰ εἶνε Βουλὴ Συντακτική. Ὁ κ. Εὐταξίας ἐπικαλούμενος καὶ τὰς γνώμας διαφόρων Συνταγματολόγων ὑπεστήριξεν πράγματι μετὰ δυνατῶν ἐπιχειρημάτων, ὅτι τὸ σῶμα, τὸ ὁποῖον ἐπρόκειτο νὰ συγκληθῇ ἔπρεπε νὰ εἶνε Συντακτικὴ Συνέλευσις. Ἔλαβον τὸν λόγον καὶ ἄλλοι τινὲς συνάδελφοι καὶ ἀνῆλθεν ἐπὶ τὸ βῆμα ὁ πρόεδρος τῆς τότε Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος εἰξεύρετε τί εἶπεν; Ὅτι, κύριοι, ὅλος αὐτὸς ὁ ἀγών, ὁ ὁποῖος διεξάγεται, δὲν εἶνε παρὰ ἀγὼν λέξεων, τίποτε ἄλλο παρὰ λέξεις. Τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν πρόκειται νὰ μεταβάλωμεν τὴν μορφὴν τοῦ πολιτεύματος ἀπὸ Βασιλευομένης Δημοκρατίας εἰς ἄλλην μορφήν, δὲν ὑπάρχει λέγει, κανεὶς λόγος Συντακτικῆς Συνελεύσεως. Προσέθηκεν ὅτι ἐγώ, κύριοι, ἐπειδὴ εὑρίσκω ὅτι ὁ ἀγὼν αὐτὸς εἶνε ἀγὼν περὶ λέξεων, δὲν θὰ ἐδίσταζον ποσῶς νὰ τὴν ὀνομάσω καὶ νὰ δώσω εἰς τὴν Βουλὴν αὐτήν, ἡ ὁποία θὰ συγκληθῇ, τὸ ὄνομα Συντακτικὴ Συνέλευσις, ἀλλὰ τί μὲ κάμνει καὶ δὲν τὸ πράττω». Ἕως ἐδῶ τὰ ὑπὸ τοῦ τότε Πρωθυπουργοῦ λεχθέντα μαρτυροῦσι σαφῶς, ὅτι εἶνε ἐντελῶς καὶ αὐτὸς σύμφωνος μαζὶ μας καὶ συνεπῶς ὑποθέτω ὅτι καὶ οἱ ὀπαδοί του θὰ εἶνε σύμφωνοι μαζί μας. Ἐξακολουθεῖ δὲ ὁ τότε Πρωθυπουργός (ἀναγινώσκει): «ὑπὸ ὁμαλὰς περιστάσεις ἄλλοτε δὲν θὰ εἶχον κανένα φόβον διὰ νὰ φανῶ εὐχάριστος πρὸς τοὺς ἀξιοτίμους συναδέλφους, νὰ δεχθῶ νὰ ὀνομασθῇ Συντακτικὴ Συνέλευσις, ἀφ’ οὗ θὰ ἤμην βέβαιος ὅτι ἡ Συνέλευσις αὕτη θὰ ἔμενεν ἐντὸς τοῦ κύκλου, τὸν ὁποῖον θὰ καθώριζε μία Κυβέρνησις, ἡ ὁποία θ’ ἀπήλαυε τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ λαοῦ, μία Κυβέρνησις, ἡ ὁποία θὰ ἐξήρχετο προσφάτως ἀπὸ ἐκλογάς, ὥστε νὰ ἦτο βεβαία ὅτι ἔχει ὑπὲρ αὐτῆς τὴν λαϊκὴν ἐτυμηγορίαν». «Θὰ ἠδυνάμεθα ὅμως νὰ ἐμποδίσωμεν ὅπως ἡ συζήτησις μεταξὺ ἡμῶν καὶ τῆς ἀντιδράσεως (ὡς ἤθελε νὰ ὀνομάζῃ, ὁ τότε Πρωθυπουργὸς τὴν τότε ἀντιπολίτευσιν) γίνῃ ἐπὶ τοῦ ζητήματος, ἐὰν ὁ ἔκπτωτος βασιλεὺς πρέπει ἢ οὔ νὰ ἐπανέλθῃ νὰ καταλάβῃ καὶ πάλιν τὸν θρόνον; Θὰ ἦτο δυνατὸν ν’ ἀπαγορευθῇ αὐτὴ ἡ συζήτησις; Καὶ ἐρωτῶ: ἐὰν ἐτίθετο τοιοῦτον ζήτημα, θὰ ἐγένοντο ἀναίμακτοι ἐκλογαί; Καὶ πῶς εἶναι τότε δυνατὸν νὰ θέλετε ἐγώ, ἡ Κυβέρνησις τῶν φιλελευθέρων, νὰ φέρω τὴν εὐθύνην αὐτῶν τῶν περιπετειῶν, ἤτοι τὸν κίνδυνον συζητήσεως ἐπὶ τῆς ἐπανόδου τοῦ Κωνσταντίνου; Τοιαύτη συζήτησις δὲν δύναται νὰ διεξαχθῇ κατὰ τὰς ἐκλογάς». Αὐτὰ ἔλεγε ὁ τότε Πρωθυπουργός. Ἐκεῖνο ἄρα, τὸ ὁποῖον, τὸν ἔκαμνε νὰ μὴ συμφωνῇ εἰς τὸν χαρακτηρισμὸν τοῦ σώματος, ὡς Συντακτικῆς Συνελεύσεως, ἦτο ἓν φάσμα, τὸ ὁποῖον τὸν κατεδίωκε πάντοτε, τὸ φάσμα τοῦ Βασιλέως Κωνσταντίνου. Αὐτὸ τὸ φάσμα τὸν ἔκαμνε νὰ τρέμῃ καὶ τὶ νὰ λέγῃ; Πῶς θὰ εἶναι δυνατόν, κύριοι, νὰ χαρακτηρίσωμεν τὴν Βουλὴν αὐτὴν ὡς Συντακτικήν; Τὴν στιγμήν, λέγει, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἐτίθετο τὸ ζήτημα αὐτό, τὸ σῶμα αὐτὸ θὰ εἶχε τὴν κυριαρχίαν πλέον ἀπὸ τὴν λαϊκὴν ψῆφον νὰ ἐρευνήσῃ καὶ νὰ συζητήσῃ ὅλα τὰ θέματα καὶ νὰ συζητήσῃ, λέγει, καὶ περὶ τοῦ Βασιλέως Κωνσταντίνου. Ἔλεγεν τότε ὅλος ὁ Ἑλληνικὸς κόσμος, θὰ πλεύσῃ εἰς τὸ αἷμα καὶ τότε δὲν ἠμπορῶ νὰ σᾶς ἐγγυηθῶ. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον καὶ μόνον, διὰ νὰ παρεμποδισθῇ ἡ ἐλευθερία τῆς συζητήσεως, προκειμένου περὶ τῆς ἐπανόδου τοῦ Βασιλέως Κωνσταντίνου, δι’ αὐτὸ καὶ μόνον δὲν τὴν χαρακτηρίζω τὴν Βουλὴν ὡς Συντακτικήν.
§92Ε. ΧΑΤΖΙΔΑΚΗΣ. Ἐπιτρέπετε μίαν διακοπήν; Ἀφ’ οὗ ἦτο βέβαιος περὶ τοῦ ἀποτελέσματος......
§93Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Δὲν ἀφήνετε νὰ τὰ εἴπω ἐγώ;
§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀφήσατε, κύριε συνάδελφε’ τὰ λέγει τόσον καλὰ ὁ ἀγορεύων, ὥστε δὲν ἔχει ἀνάγκην συμπληρώσεως.
§95Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Ἀλλ’ ἀφ’ οὗ, κύριοι ἀντιπρόσωποι, ὁ ἴδιος, ὁ ὁποῖος ἐπρόκειτο νὰ καλέσῃ τὴν Βουλὴν ἐκείνην, ὁ ἴδιος ἔρχεται μετὰ ταῦτα ὅταν εὑρέθη εἰς τὸ ἀδιέξοδον, εἰς τὸ ὁποῖον τὸν ἔφερεν ἡ πολεμικὴ τοῦ ἀξιοτίμου ἀρχηγοῦ τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος, καὶ μετὰ τὸν θάνατον τοῦ βασιλέως Ἀλεξάνδρου, ὅτε πλέον ἐπρόκειτο νὰ ἀντιμετωπίσῃ τὸ δυναστικὸν ζήτημα, καὶ εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ θέσῃ τὸ ζήτημα τοῦ Βασιλέως Κωνσταντίνου καὶ διάπλατος πλέον ἠνοίχθη ἡ θύρα εἰς πᾶσαν συζήτησιν περὶ αὐτοῦ, ἐρωτῶ: ὑπάρχει πλέον κανεὶς λόγος, κανεὶς περιορισμός, τὸν ὁποῖον ἔθηκεν ὁ ἴδιος, διὰ νὰ μὴ χαρακτηρισθῇ ἡ Συνέλευσις ὡς Συντακτική; Τὸ μόνον κώλυμα δι’ αὐτόν, δὲν ἦτο τίποτε ἄλλο, παρὰ μόνον ἡ συζήτησις περὶ τοῦ προσώπου τοῦ Βασιλέως Κωνσταντίνου. Ἑπομένως θέλω νὰ εἴπω ὅτι ὄχι μόνον ἐντεῦθεν, ἀλλὰ καὶ ἐκεῖθεν καὶ πανταχόθεν μίαν καὶ μόνην ὑπεστήριξαν γνώμην, ὅτι ἡ Βουλὴ αὐτὴ ἔπρεπε νὰ εἶναι ὡς ἐκ τῆς ἐπιτακτικῆς ἐντολῆς τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ, Συντακτικὴ Συνέλευσις. Καὶ μόνον διὰ τὴν ποικιλίαν, διὰ νὰ γαρνίρω ὀλίγον τὴν ὁμιλίαν, ἡ ὁποία καταντᾷ ἀνιαρὰ μὲ τὴν ἔρευναν τῶν Συνταγματικῶν ζητημάτων, ἔχω νὰ σᾶς ἀναγνώσω μίαν περικοπὴν τοῦ λόγου τοῦ τότε πρωθυπουργοῦ διὰ τὴν ἱστορικὴν ἄποψιν. Λέγει ὁ πρόεδρος τῆς τότε Κυβερνήσεως (ἀναγινώσκει): «Ἐὰν ὅμως ἦτο Συντακτικὴ Συνέλευσις θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἀποκλεισθῇ τὸ ζήτημα τοῦτο; (τῆς ἐπανόδου τοῦ Βασιλέως Κωνσταντίνου). Ἐὰν ἐδεχόμεθα, ὅτι ἐκαλεῖτο ὁ λαὸς νὰ ἐκλέξῃ ἀντιπροσώπους, ὅπως ἀνασυντάξουν τὴν πολιτείαν ὅπως θέλουν καὶ θὰ ἦτο ἀληθὴς εἰρωνεία, ἐὰν ἐκάλουν τὴν Συντακτικὴν ἐξουσίαν τοῦ λαοῦ, ἀλλ’ ἀπηγόρευον ν’ ἀποφασίσῃ περὶ Κωνσταντίνου. Θὰ ἦτο παραλογισμός. Θὰ μοῦ εἴπητε ἴσως, ἐὰν οὕτως σκέπτεσθε, πῶς δύνασθε νὰ ἐμποδίσητε τὸν λαὸν ν’ ἀποφανθῇ, ἐὰν αὐτὸς εἶναι ὑπὲρ τοῦ Κωνσταντίνου; «Δὲν τὸν ἐμποδίζομεν. Ἀλλ’ ἐὰν ὁ λαὸς θέλῃ τὴν ἐπάνοδον τοῦ ἐκπτώτου βασιλέως, τὸ πρῶτον ποῦ ἔχει νὰ κάμῃ εἶνε νὰ καταρρίψῃ τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν. Ἐὰν πράγματι θέλῃ ὁ λαὸς τὸν Κωνσταντῖνον εἰς τὰς προσεχεῖς ἐκλογὰς νὰ κατακρημνίσῃ ἡμᾶς ἀπὸ τὴν ἀρχὴν, θ’ ἀφαιρέσῃ τὴν ἐμπιστοσύνην του ἀπὸ ἡμᾶς καὶ θὰ τὴν δώσῃ οὔτε εἰς ὑμᾶς (ἀπηυθύνετο εἰς τὸν κ. Πὼπ), οὔτε εἰς τὸν Βουλευτὴν Φθιωτιδοφωκίδος (τὸν κ. Εὐταξίαν), θὰ τὴν δώσῃ κυρίως εἰς τὸν ἐξόριστον τῆς Σιέννας, εἰς τὸν αὐτοεξόριστον. Αὐτὸς τότε ἂς εἰσηγηθῇ τὴν ἰδέαν τῆς μεταβολῆς τῆς Βουλῆς εἰς συντακτικὴν συνέλευσιν, ἂς εἰσηγηθῇ τὴν ἰδέαν τῆς ἐπανόδου τοῦ Κωνσταντίνου. Βλέπετε λοιπὸν ὅτι τὰ πράγματα ἦλθον καθ’ ὃν τρόπον τὰ ἔθεσεν ὁ Βενιζέλος. Θὰ ἴδῃ κανεὶς ὅτι ἀγαθὴ Μοῖρα ἠθέλησε χάρις εἰς τὸν πράγματι ὑπέροχον Ἑλληνικὸν Λαόν, ὄχι μόνον νὰ ἀποκαταστήσῃ τὰς ἐλευθερίας του, ὁ Ἑλληνικὸς Λαός, ἀλλὰ καὶ νὰ ἐπαναφέρῃ μὲ τιμημένον τὸ μέτωπον εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ τὸν δοξασμένον μας βασιλέα καὶ τὸν τιμημένον ἀρχηγὸν τοῦ λαϊκοῦ κόμματος, διὰ νὰ πάρῃ τὴν ὁδὸν τῆς ἐξορίας αὐτὸς πλέον ὁ πραγματικῶς αὐτοεξόριστος. Καὶ βεβαίως, κ. ἀντιπρόσωποι, τὸ παρὸν σῶμα δὲν δύναται νὰ ἔχῃ ἄλλον χαρακτῆρα, παρὰ χαρακτῆρα Συντακτικῆς Συνελεύσεως, κατὰ τὴν ὁμόφωνον ὅλων γνώμην καὶ αὐτοῦ τοῦ αὐτοεξορίστου. Καὶ ἔχει χαρακτῆρα Συνελεύσεως, κύριοι, διότι μὴ λησμονῶμεν, ὅτι μία θύελλα ὑπὸ μορφήν τυραννίας, ὀλιγαρχικῆς, ἐπέδραμε πράγματι εἰς τὴν χώραν, ἐσάρωσεν, ὅτι εἶχε τίμιον καὶ ἐπίλεκτον, ἔρριψεν εἰς τὰς φυλακὰς ὅλας τὰς κορυφάς, κοινωνικὰς καὶ πολιτικάς, κατεράκωσε ὅλας τὰς συνταγματικὰς διατάξεις, ἠσέβησε πρὸς ὅλα τὰ δικαιώματα τοῦ ἀνθρώπου καὶ τοῦ πολίτου, δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἀπὸ τῆς Γαλλικῆς Ἐπαναστάσεως καὶ ἐντεῦθεν ἐσεβάσθησαν ὅλαι αἱ γενεαί, μετὰ ταῦτα μία τυραννία ὀλιγαρχική, ἡ ὁποία κατέρριψεν εἰς κόνιν ὁλόκληρον τὸν συνταγματικὸν χάρτην καὶ τὸν ἔρριψεν εἰς ὅλους τοὺς ἀνέμους καὶ τὴν στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν ἔχομεν συταγματικὸν πλέον χάρτην, τὴν στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν κατερρακώθη αὐτός, μία καὶ μόνη ἀπομένει κυριαρχία διὰ νὰ ἀναστηλωθῇ τὸ κῦρος, ἡ κυριαρχία ἑνὸς σώματος ὡς τὸ ἰδικόν μας, σώματος Συντακτικῆς Συνελεύσεως, τὸ ὁποῖον ἔλαβε μίαν τοιαύτην ἐπιτακτικὴν ἐντολὴν ἐκ μέρους τοῦ πεπολιτισμένου Ἑλληνικοῦ Λαοῦ. (Χειροκροτήματα).
§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Μομφερᾶτος ἔχει τὸν λόγον.
§97Α. ΜΟΜΦΕΡΑΤΟΣ. Δὲν θὰ ἐλάμβανον, κύριοι τὸν λόγον, ἐὰν δὲν ἤκουον περὶ ἀναγνωρίσεως τοῦ σώματος τούτου, ὡς Ἐθνοσυνελεύσεως. Ἐὰν ἠκολούθη τις τὰς ἐσωτερικὰς περιπετείας, νομίζω, ὅτι θὰ ἐπίθετο, ὅτι εἶναι περιττὸν ἡ Συνέλευσις αὐτή, ἡ ὁποία ἐκπροσωπεῖ τὴν κυριαρχίαν τοῦ λαοῦ, νὰ βαπτίσῃ αὐτὴ ἑαυτήν, εἴτε εἰς Συντακτικήν, εἴτε εἰς Ἀναθεωρητικὴν, εἴτε καὶ εἰς ἁπλῆν Βουλήν, ἐνῷ δὲν ὑπάρχει οὐδεμία τοιαύτη ἀνάγκη. Ἐὰν ἀποβλέψωμεν εἰς τὰς περιστάσεις, αἱ ὁποῖαι προηγήθησαν τῆς προεκλογικῆς πάλης, ἡ ὁποία ἔφερεν ἡμᾶς ἐνταῦθα, θέλομεν πεισθῆ, ὅτι ἡ γνώμη τοῦ ἀξιοτίμου κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ἀναμφισβήτητος. Ἐγώ, ὅτε ἤκουσα ἀπὸ τῆς ἕδρας ταύτης, τῆς ὑψηλῆς, τὸν ἐθνομάρτυρα Βασιλέα, ἀνακοινοῦντα τὰς σκέψεις τῆς Κυβερνήσεως καὶ εἰς τὸ τέλος καλοῦντα ὡς Γʹ Ἐθνικὴν Συνέλευσιν ἐν Ἀθήναις τὴν Βουλὴν ταύτην, ᾐσθάνθην μίαν εὐφροσύνην διαχεομένην εἰς τὴν ψυχήν μου, διότι ἐφανερώθη ἐκ τῆς ἱστορίας τῶν γεγονότων, ὅτι αὐτὴ ἦτο ἡ σκέψις τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλ’ ἀκούω ἐνταῦθα συνταγματικὰς θεωρίας, αἱ ὁποῖαι εἶναι κατ’ ἐμὲ ἀβάσιμοι. Αἱ συνταγματικαὶ θεωρίαι δὲν ἔχωσι βάσιν ἄλλην, παρὰ τὸν χάρτην. Ἀκούω ὅτι οὗτος ἀνατρέπεται, ὅτι ὑπάρχει καὶ ἄλλη θεωρία, ἡ ὁποία δὲν γνωρίζω, ἐὰν θὰ ἐπέτρεπε τὴν ἐξασφάλισιν τῶν διατάξεων, τὰς ὁποίας ἡ Συνέλευσις αὐτὴ θὰ ἀναγράψῃ εἰς τὸ Σύνταγμα. Ἀκούομεν περὶ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς. Καὶ ἐγώ, ὡς ἐκ τοῦ ἐπαγγέλματος μου προσεπάθησα νὰ ἐγκύψω εἰς μελέτας. Ἐκ τῶν μελετῶν τούτων ἐξήγαγον τὸ συμπέρασμα, ὅτι αἱ συνταγματικαὶ αὐταὶ θεωρίαι οὐδεμίαν ἔχουσι βάσιν. Λέγουσιν, ὅτι ἡ παροῦσα Βουλή καλεῖται ὡς Ἀναθεωρητικὴ καὶ ὅτι τὸ πρώην καθεστὼς ἐκάλεσε ταύτην Ἀναθεωρητικήν, διὰ νὰ ἀναθεωρήσῃ, τὰ τῆς Ἐκκλησίας καὶ τὰ περὶ διαδοχῆς τῆς Βασιλείας. Καὶ ἐνῷ ταῦτα θεωροῦνται θεμελιώδη, εἶναι Ἀναθεωρητικὴ Βουλὴ ἐκείνη, ἡ ὁποία ἐπιλαμβάνεται τῶν οὐσιωδῶν τούτων διατάξεων τοῦ χάρτου; Ἀλλ’ ὅτε ἠγέρθη ἀμφιβολία ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ποῖαι εἶναι αἱ θεμελιώδεις καὶ μὴ διατάξεις ἐν τῷ συντάγματι, εὕρισκον, ὅτι τοιαύτη διάκρισις δὲν ὑπάρχει, ἀλλ’ ὅτι ἡ Συνέλευσις θὰ χαρακτηρίσῃ τὰς ἐπουσιώδεις διατάξεις τοῦ Συντάγματος. Ἀλλ’ ὅταν ὑπάρχῃ τοιαύτη ἐλευθερία εἰς τὸ Σῶμα τοῦτο, εἰς τὴν Συνέλευσιν, ἐγὼ θὰ ἐσχημάτιζον τὴν ἰδέαν, ὅτι εἶναι περιττὴ ἡ διάταξις περὶ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς. Διὰ τοῦτο εἰς τὰ πεπολιτισμένα Κράτη, ὡς ἐν Ἀγγλίᾳ, ἡ Βουλὴ εἶναι διαρκῶς Συντακτικὴ καὶ δικαιοῦται νὰ στρέφηται καὶ πρὸς τὴν Βουλὴν τῶν Λόρδων. Ὅταν δὲ θὰ ἔλθῃ τὸ ζήτημα τῆς Γερουσίας παρ’ ἡμῖν, τότε θὰ ἀναπτυχθῶσι περισσότερα. Ἀλλ’ ἐγὼ ἐξετάζω ἄλλως πως τὸ ζήτημα. Αἱ Συνταγματικαὶ ἡμῶν θεωρείαι, δὲν ἔχουσιν οὐδεμίαν βάσιν, καὶ φοβοῦμαι μήπως δὲν ὑπολείπεται νὰ πράξωμεν καὶ ἡμεῖς τίποτε ἄλλο, παρὰ ὅ,τι ἔπραξαν οἱ συντάξαντες ὅλα τὰ Ἑλληνικὰ Συντάγματα, οἵτινες ἀναγράψαντες τὰς Συνταγματικὰς διατάξεις, ἠναγκάσθησαν νὰ εἴπωσιν εἰς τὸ τέλος: «ἡ τήρησις τοῦ Συντάγματος ἀφιεροῦται εἰς τὸν πατριωτισμὸν τῶν Ἑλλήνων». Καὶ ὁ πατριωτισμὸς οὗτος ἔχει καὶ αὐτὸς βαθμούς. Πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν πῶς ἔρχεται αὐτὴ ἡ Βουλὴ καὶ ἐὰν εἶναι ἀνάγκη νὰ βαπτισθῇ ὡς Συντακτική. Δὲν ὑπάρχει οὐδεμία τοιαύτη ἀνάγκη, καὶ δι’ αὐτὸ ἔλαβον τὸν λόγον, ἵνα ἀποκρούσω τὴν θεωρίαν τοῦ κυρίου ἐξ Αἰτωλοακαρνανίας πληρεξουσίου καὶ ἄλλου συναδέλφου, ὁ ὁποῖος ὑπέβαλεν ἔγγραφον πρότασιν, ἡ ὁποία περιλαμβάνει τὰ περὶ διαδοχῆς καὶ ἐξασφαλίσεως τοῦ Θρόνου. Ἡ ἀσφάλεια τοῦ Θρόνου ἀπεδείχθη κατὰ τὰς ἐκλογάς, διότι ἡ βάσις αὐτοῦ εὑρίσκεται εἰς τὴν ψυχὴν τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ. (Χειροκροτήματα).
§98ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Ἡ θέλησις τοῦ Λαοῦ ἐκπροσωπεῖται εἰς τὴν Συνέλευσιν.
§99Α. ΜΟΜΦΕΡΑΤΟΣ. Ἡμεῖς, τὴν κυριαρχίαν τοῦ Λαοῦ ἐκπροσωποῦμεν. Ὁ Ἑλληνικὸς δὲ Λαὸς ἐδήλωσε διὰ τοῦ δημοψηφίσματός του τὶ ἀπαιτεῖ. Δὲν πρέπει νὰ ἐρχώμεθα καὶ νὰ ὑποστηρίζωμεν ἄλλα πράγματα. Μοὶ φαίνεται ὅτι εἶναι ἀνάρμοστον καὶ ἀντίκειται εἰς τὴν σοβαρότητα τῆς Συνελεύσεως. Ἀλλὰ καὶ ἂν ἀνατρέξωμεν εἰς τὰς διατάξεις τοῦ Συνταγματικοῦ ἡμῶν Χάρτου, θὰ ἴδωμεν ὅτι ὁπωσδήποτε καὶ ἂν χαρακτηρισθῇ ἡ Συνέλευσις, εἴτε ὡς Συντακτικὴ, εἴτε ὡς Ἀναθεωρητικὴ, τοῦτο δὲν ἔχει σημασίαν. Ἐγὼ πρέπει νὰ ἐξάρω δύο φράσεις τῆς Κυβερνήσεως, οὐχὶ εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον, ὁ ὁποῖος προκαταρκτικῶς εἶναι σήμερον ἀντικείμενον συζητήσεως, ἀλλὰ εἰς τὸ Διάγγελμα τοῦ Βασιλέως, τοῦ ἐθνομάρτυρος, ὅτε ἐνεφανίσθη ἐνώπιον τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ, ὅτε ἀπὸ τοῦ ἐξώστου τῶν Ἀνακτόρων ὡμίλησεν ὁ Βασιλεὺς πρὸ ἑκατοντάδων χιλιάδων Λαοῦ. Τὶ εἶπεν; Εἶπεν, ὅτι, «ὑπόσχεται νὰ τηρήσῃ αὐστηρῶς πίστιν εἰς τὸν Συνταγματικὸν Χάρτην καὶ εἰς τὸ Κοινοβουλευτικὸν Πολίτευμα». Αὐταὶ αἱ φράσεις εἶνε προϊὸν μεγάλης πείρας καὶ πρέπει ἀπὸ τοῦ Βήματος τούτου νὰ ἐξάρω τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ τὰ μέλη τῆς Κυβερνήσεως, διὰ τὰς δύο φράσεις, αἱ ὁποῖαι ἐτέθησαν ὑπὸ τοῦ Βασιλέως ἐν τῷ πρὸς τὸν Λαὸν Διαγγέλματι αὐτοῦ. Διότι ἤκουσα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὅτι, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις, Κυβέρνησις ἄλλη οἱαδήποτε, προβῇ εἰς κατάρτισιν Νομοθετικῶν Διαταγμάτων, τὰ Νομοθετικὰ ταῦτα Διατάγματα πρέπει νὰ ἔχουν βάσιν τὸ Κοινοβουλευτικὸν ἡμῶν Πολίτευμα. Ἡμεῖς δὲν ἔχομεν τὸν Χάρτην τὸν Συνταγματικὸν ὡς Πολίτευμα, ἔχομεν τὸ Κοινοβουλευτικὸν Πολίτευμα ὡς βάσιν τῆς ἐκπληρώσεως τῆς κυριαρχίας τοῦ Λαοῦ. Τὸ Πολίτευμα τὸ Κοινοβουλευτικὸν, ὅπως ἐτόνισεν ἡ Κυβέρνησις εἰς τὸ Διάγγελμα, εἶναι ἡ δύναμις, ἡ ὁποία διέπει τὰ πάντα. Διὰ τοῦτο, ἂν ἀνοίξητε τὸν Χάρτην θὰ ἴδητε ὅτι οὐδεμία διάταξις, οὐδὲν προνόμιον τοῦ Βασιλέως ἔχει σημασίαν. Ὡς δικαστικὴ Ἀρχὴ εἶναι μῦθος. Ἂν ἐξαιρέσητε τὰ ἄρθρα, τὰ ὁποῖα ἐξασφαλίζουν τὰς ἐλευθερίας τοῦ πολίτου, 17 τὸν ἀριθμὸν ἄρθρα, ὅλα τὰ ἄλλα εἶναι ὀργανισμὸς καὶ ὁδηγίαι. Ἀνεξέλεγκτος εἶναι ἡ δικαιοσύνη, ἀλλ’ ὅταν ἔρχεται τὸ Κοινοβούλιον καὶ τὴν περιορίζει καὶ θέτει προσόντα, ποία εἶναι ἡ ἀνεξαρτησία τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς; Ὅταν ἀναγινώσκωμεν εἰς τὸ Σύνταγμα «ὁ Βασιλεὺς κηρύσσει τὸν πόλεμον καὶ τὴν εἰρήνην», «ὁ Βασιλεὺς διορίζει καὶ παύει τοὺς Ὑπουργοὺς αὐτοῦ», «διορίζει τοὺς ὑπαλλήλους», ὅλα αὐτὰ εἶναι γραμμένα εἰς τὸν χάρτην, ἀλλὰ θὰ ἠδύναντο ἄριστα νὰ λείψωσιν. Καὶ εἰς Κοινοβουλευτικὰ πολιτεύματα ὅπως εἶναι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἔδωσαν τὸ παράδειγμα τῶν ἐλευθεριῶν, θὰ ἦσαν ἐντελῶς ἄχρηστα. Μία διάταξις εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία ἐξασφαλίζει τὰ προνόμια τοῦ Βασιλέως: Ἡ διάλυσις τῆς Βουλῆς. Ἔπρεπε τὸ Σύνταγμα ἡμῶν ν’ ἀναθέσῃ εἰς τινα νὰ παρακολουθῇ τὰς κινήσεις τῆς κοινῆς γνώμης καὶ νὰ θέτῃ τέρμα εἰς τὰς ἀτασθαλίας τῆς διοικήσεως. Διότι πρέπει νὰ γνωρίζετε ὅτι, ὅταν λέγωμεν Κοινοβουλευτικὸν Πολίτευμα, ἐννοοῦμεν τὴν ἐπιβολὴν τῆς πλειονοψηφίας εἰς ὅλα τὰ ζητήματα. Καὶ εἰς τὰ μαγειρεῖα τῶν ἀνακτόρων δύναται νὰ εἰσέλθῃ καὶ νὰ συντρίψῃ τὰ πάντα, νὰ ἀνατρέψῃ Ὑπουργούς, νὰ ἀνορθώσῃ τὰ κακῶς κείμενα. Ἀλλ’ εἶναι περιωρισμένος ὁ χρόνος, διότι ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς ἔχει νὰ δώσῃ λόγον εἰς τὸν λαὸν καὶ ὁ λαὸς ἀποδοκιμάζει ἢ ἐπιδοκιμάζει τὰς πράξεις τῶν μελῶν τῆς πλειονοψηφίας. Ὅταν δὲ ἔχωμεν τοιοῦτον πολίτευμα, δὲν ἐξετάζω ἐγὼ καὶ δὲν δίδω καμμίαν σημασίαν εἰς τοὺς συγγραφεῖς, διότι ὅταν ἀνοίξητε καὶ ἀναγνώσητε περὶ τοῦ εἴδους τοῦ πολιτεύματος εὑρίσκετε διατάξεις, αἱ ὁποῖαι κατ’ ἐμὲ εἶναι ἀκατανόητοι καὶ τὰς ἠκούσαμεν ἀπὸ τοῦ βήματος ὑπὸ ἀνδρῶν, εἰς τοὺς ὁποίους εἶχεν ἐμπιστευθῆ ἡ Ἑλλὰς τὰς τύχας της. Βασιλευομένη Δημοκρατία κλπ. αὐτὰ εἶναι λογοπαίγνια, κύριοι. Ἕνα πολίτευμα ὑπάρχει, τὸ Κοινοβουλευτικόν, τὸ ὁποῖον ἐξετάζουν οἱ ἄνδρες οἱ πρακτικοὶ καὶ κοινοβουλευτικοί, ἐν Βελγίῳ, ἐν Ἰταλίᾳ, ἐν Γαλλίᾳ καὶ ἐκεῖνοι δὲν ἐξετάζουν τὰς διατάξεις, τὰς λεπτομερείας τοῦ Συντάγματος. Τὶ λέγει ὁ χάρτης; Ἐγὼ ἐξετάζω ποῖα εἶναι τὰ κακά, τὰ ὁποῖα ἔφερε ἡ πλειοψηφοῦσα Κυβέρνησις καὶ τὰ μέσα τῆς θεραπείας; Τὰ κακὰ εἶναι πολλὰ διότι οἱ Ὑπουργοὶ παρανομοῦν ὅταν δὲν ὑπάρχουν οἱ νόμοι οἱ ἀποκεντρωτικοὶ — διότι αὐτὸ εἶναι τὸ μέσον τῆς ἀπαλλαγῆς τῶν Ὑπουργῶν καὶ τῶν Βουλευτῶν τῶν ἐπιδιωκόντων θέσεις καὶ ἀνοιγώντων τὸ στόμα αὐτῶν εἰς τὸν Προϋπολογισμόν. — Διὰ τῶν ἀποκεντρωτικῶν νόμων εὑρίσκουν τὸ μέσον τῆς ἀπαλλαγῆς, διότι ἐφαρμόζει τὸν νόμον, ὅταν εἶναι πραγματικὸς Ὑπουργός. Ὑπῆρχον, κύριοι οἱ ἀποκεντρωτικοὶ νόμοι, τοὺς ὁποίους ἔχομεν καὶ ἡμεῖς εἰς τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν καὶ εἰς ὅλας τὰς ἄλλας ὑπηρεσίας καὶ ἐν τούτοις συνετρίβησαν οἱ ἀποκεντρωτικοὶ νόμοι καὶ ἐπῆλθον ἐκεῖναι αἱ ἀτασθαλίαι τῆς διοικήσεως εἰς ὅλους τοὺς κλάδους, αἱ ὁποῖαι ἠνάγκασαν τὸν Ἑλληνικὸν Λαὸν νὰ φέρῃ ἡμᾶς ἐνταῦθα. Ποία ἦτο ἡ κατάστασις, ἡ ὁποία ὑπῆρχε πρὸ τῆς ἐκλογῆς; Ἠδύναντο νὰ προκηρυχθοῦν ἐκλογαὶ ἁπλῆς Βουλῆς; Ἀλλὰ ἁπλῆ Βουλὴ ἠδύνατο νὰ συνέλθῃ, ὅταν ἡ δικαιοσύνη εἶχε μεταβληθῆ εἰς ἐρείπια, ὄχι εἰς ἐρείπια, ἀλλὰ εἶχε καταρρακωθῆ; Διεσύροντο ἐνταῦθα, πρὸ τοῦ ἐλευθέρου Ἑλληνικοῦ λαοῦ, οἱ μεγαλύτεροι πολιτικοὶ ἄνδρες, τὰ ἠθικὰ κεφάλαια τῆς πατρίδος ἡμῶν, ἐξυβρίζοντο, ἐκηρύσσοντο ἔνοχοι προδοσίας, κατεδικάζοντο εἰς θάνατον καὶ ἐξεδόθησαν νόμοι, οἱ ὁποῖοι ἀπαγορεύουν καὶ τὴν ἀνακοπὴν καὶ τὰ ἄλλα ἔνδικα μέσα εἰς αὐτοὺς τοὺς προδότας ὡς τοὺς ἀπεκάλουν. Λοιπὸν ἡ δικαιοσύνη, ὅσον ἀφορᾷ τοὺς νόμους ἔχει κατασυντριβεῖ καὶ πρέπει νὰ στρέψῃ τις τὸ βλέμμα πανταχόθεν, πρὸ τοῦ ἐκλογικοῦ ἀγῶνος, ὁ ὁποῖος συνέτριψε τὸ πρώην καθεστώς. Εἰς τὴν δικαιοσύνην ἔχομεν ἕνα διάταγμα, τὸ ὁποῖον ἐπ’ αὐτοῦ στηρίζεται μία ἀντίρρησις διὰ νὰ εἴπουν ὅτι δὲν πρέπει νὰ εἶναι Συντακτικὴ ἡ Βουλή, ὅταν τὸ πρώην καθεστὼς κατέλυσε τὴν ἰσοβιότητα τῶν δικαστῶν· τὴν κατέλυσε καὶ εἰσήλασαν πρόσωπα, τὰ ὁποῖα διέπραξαν πράξεις, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἀνήκουστοι. Διότι καὶ ἐγὼ παρηκολούθουν ὡς ἐκ τοῦ ἐπαγγέλματός μου τὴν κατάστασιν τῆς νομοθεσίας. Εἰς ὅλα τὰ σημεῖα ὑπῆρχε μία καταστροφὴ τῆς νομοθεσίας καὶ εἴδομεν, ὅταν εἷς ἀρεοπαγίτης παυμένος ἐτόλμησε νὰ εἴπῃ τοῦτο ἐν διαθεσιμότητι, εἰς ἣν εὑρίσκετο εἰς δίκην ποῦ ἐξητάζετο ὡς μάρτυς, κατεδικάσθη εἰς ἑπτάμηνον φυλάκισιν, δυνάμει διατάξεως, ἡ ὁποία εἶχεν ἐμπνεύσει τὸν τρόμον, διότι εἴμεθα τρομοκρατημένοι· ἂν ἀποβλέψητε τώρα εἰς τὰ οἰκονομικὰ μέσα, τὰ ὁποῖα ὁ κ. Καλογερόπουλος ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου θὰ περιγράψῃ, θὰ ἴδητε ὅτι εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ἕκαστος ἐλάμβανε τὸν σάκκον του καὶ μετέβαινε εἰς τὰ δύο ἡμισφαίρια καὶ κατέβαλεν τὸ δημόσιον τὰ ἔξοδα καὶ ἔφθασεν εἰς 8 δισεκατομμύρια τὸ δημόσιον χρέος, ἐνῷ ἄλλοι κατεδιώκοντο, ἐφυλακίζοντο διότι ἦσαν δυσμενεῖς πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Θὰ ἠδύνατό τις νὰ ἐκστομίσῃ λέξιν ὑπὲρ τοῦ ἐκπτώτου Βασιλέως χωρὶς νὰ κινδυνεύῃ. Νομάρχαι, οἱ ὁποῖοι ἀνῆκον εἰς τὸ κέντρον τῶν ἀντιπάλων, ἐξεφώνουν λόγους καὶ ἐνήργουν ὑπὸ τὴν ἔμπνευσιν τῆς βίας. Ἐγκύκλιοι ἀνεγινώσκοντο διὰ τὰς ἐκλογὰς καὶ ἐνόμιζε κανεὶς ὅτι αἱ ἐκλογαὶ θὰ γίνουν μὲ πλήρη ἀνεξαρτησίαν. Ἡ δικαιοσύνη εἶχε μεταβληθῆ εἰς ὁμήγυριν παραφρονούντων, τὰ δικαστήρια, τὰ ὁποῖα εἶναι καθαρισμένα καὶ τὰ κινητὰ δικαστήρια ἐδίκαζον, κατεδίκαζον καὶ ἐτουφέκιζον. Τώρα, αὐτὰ τὰ γεγονότα θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν νὰ τὰ συλλέξῃ, διότι πρέπει νὰ γίνῃ μία συλλογὴ αὐτῶν τῶν πραγμάτων, διὰ νὰ μανθάνῃ ὁ Ἑλληνικὸς λαός, τί ὑπέστη κατὰ τὴν τριετίαν. Ἡ Δικαιοσύνη ἦτο τοιαύτη, ὥστε κατεδίκαζεν ἄνευ κώδικος. Τὸ ζήτημα, κύριοι, τὸ ὁποῖον θὰ συζητήσωμεν, εἶναι τὸ ζήτημα τῶν δύο πολιτικῶν, διότι ὁ λαός, κατὰ τὴν ἰδέαν τὴν ἰδικήν μου, δὲν ἤθελε κατ’ ἀρχὴν τὸν πόλεμον, ἡ δὲ οὐδετερότης δὲν ἦτο νὰ δεθῇ ὡς δεσμώτης Προμηθεὺς καὶ νὰ μὴ ἐξέλθῃ τὸ Ἑλληνικὸν Ἔθνος πρὸς διεκδίκησιν τῶν δικαιωμάτων του εἰς τὸν πόλεμον. Λοιπόν, ἡ πολιτικὴ ἐκείνη εἶχεν ὡς πρόγραμμα τὴν πρόσκλησιν στρατοῦ, ἵνα ὅταν ἐπέλθῃ ὁ κατάλληλος χρόνος ἐξέλθῃ τῆς οὐδετερότητος. Καὶ ἐγένετο πρότασις ἐξόδου τῆς οὐδετερότητος καὶ ἐζητήθησαν φάκελλοι καὶ δὲν ἐδόθησαν καὶ πρὸς ἐμπαιγμὸν πάλιν τῶν ἐθνικῶν αἰσθημάτων, ἐφηρμόσθη ὁ στρατιωτικὸς νόμος διὰ νὰ γίνῃ ἡ στρατολογία καὶ προῖκες ἐκάησαν καὶ ἄνθρωποι ἐξωρίσθησαν εἰς τὴν πατρίδα μου τὴν ἰδιαιτέραν. Αὐτὴ ἦτο ἡ κατάστασις· ἡ δικαιοσύνη συντετριμμένη, τὰ οἰκονομικὰ ἄθλια, ἡ κατάστασις τῆς δημοσίας ἀσφαλείας εἰς οἰκτρὸν σημεῖον, αἱ ἐλευθερίαι εἶχον καταλυθῆ καὶ ἠπόρουν πάντες καὶ ἐγὼ πῶς δὲν ἐξήρχετο ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς νὰ συντρίψῃ τὴν κατάστασιν. Ὑπῆρξεν μία τρομοκρατία, ἡ ὁποία ἔληξεν, ὅταν προσῆλθε πρὸ τῶν καλπῶν ὁ λαός. Ἡ ἐκλογὴ αὕτη δὲν ἦτο ἐκλογὴ κομμάτων, δὲν ἐψήφιζαν τὸ πρόγραμμα τοῦ ἑνὸς ἢ τοῦ ἄλλου, οὔτε ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀτόπως ἐλέχθη ὅτι ἐτίθετο μεταξὺ Βασιλέως καὶ ἄλλου τινὸς, διότι ὁ Βασιλεὺς ἵσταται ὑπεράνω ὅλων. Ἐπρόκειτο περὶ καταλύσεως τυραννίας. Ἦτο ἐπανάστασις πρὸς ἐπαναφορὰν τῆς τάξεως, πρὸς κατάλυσιν τῆς τυραννίας καὶ ἀνάκτησιν τῶν ἐλευθεριῶν. Ἐγὼ διακρίνω δύο σημεῖα, ἔλεγεν διαρκῶς ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη, ἐπὶ τριετίαν, ὅτι ἐπαναστατικῷ δικαίῳ διαπράττω πράγματα ἄτοπα, ἐξέρχομαι τῶν ὁρίων καὶ τῆς ἠθικῆς πολλάκις, ἀλλ’ ἐπαναστατικῷ δικαίῳ. Δὲν ἐπανεστάτησαν ἐκεῖνοι. Ἦτο μία ἀνταρσία, ἡ ὁποία ἐπροστατεύθη διὰ ξένων ὅπλων καὶ ἡ ὁποία τιμωρεῖται ὑπὸ τοῦ ποινικοῦ νόμου. Καὶ ἔλαβε τὴν μορφὴν τοιαύτης καταστάσεως ἕνεκα τῆς ὁρμῆς πρὸς τὴν παρανομίαν, ὥστε ἐδέησε νὰ ἐξέλθῃ ὁ λαὸς μὲ ἐπαναστατικὸν τῷ ὄντι πνεῦμα, ἵνα καταλύσῃ τὴν τυραννίαν. Ἀνεκουφίσθη ὁ λαός. Ὁ ἐφιάλτης, ὁ ὁποῖος ἐπίεζε τὰ στήθη του ἐξέφυγε. Καὶ ἐρχόμεθα ἐνταῦθα, ἵνα ἀποφασίσωμεν περὶ τίνος; Εἴχομεν πρόγραμμα τοῦ ἄλλου καθεστῶτος περὶ μεταρρυθμίσεως τοῦ Συντάγματος, δηλαδὴ περὶ ἐκκλησίας, περὶ διαδοχῆς, ἡ ὁποία καὶ αὐτὴ εἶχεν συντριβῆ, διότι ἐκαλοῦντο δεξιᾷ καὶ ἀριστερᾷ νὰ εὑρεθῶσιν οἱ διάδοχοι τοῦ Θρόνου. Ἀλλ’ ὅλαι αὐταὶ αἱ θεωρίαι, αἱ ὁποῖαι ἀνεπτύχθησαν δὲν εἶναι κατ’ ἐμὲ ὀρθαί. Δὲν πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ δεχθῇ, ὥστε νὰ βαπτίσῃ ἑαυτὴν εἰς Συντακτικὴν ἢ εἰς Ἐθνοσυνέλευσιν. Εἶναι ἐν τῇ οὐσίᾳ. Δὲν ἔχει ἀνάγκην νὰ γίνῃ. Ἑπομένως νομίζω, ὅτι πρέπει ν’ ἀπορριφθῇ ἡ πρότασις περὶ ὀνομασίας, περὶ χαρακτηρισμοῦ τῆς Βουλῆς ὡς Συντακτικῆς. Εἶναι καὶ πρέπει νὰ εἶναι Συντακτική. Περιωρίσθημεν εἰς τὴν ἐπικύρωσιν τοῦ Διατάγματος, τὸ ὁποῖον ἐξεδόθη πρὸς ἀνατροπὴν παρανομιῶν, ἀλλὰ ἐξεδίδοντο καὶ ἄλλα διατάγματα ὄχι νομοθετικὰ, ἀλλὰ συντακτικὰ, τὰ ὁποῖα προϋποθέτουν ἐπανάστασιν. Ἔχομεν ἀνάγκην νὰ ἀνορθώσωμεν τὴν δικαιοσύνην. Ἔχομεν ἀνάγκην τέλος νὰ καταργήσωμεν καὶ ἡμεῖς τὴν ἰσοβιότητα τῶν δικαστῶν. Δὲν λέγω, ὅτι σχηματίζει περὶ τούτου πεποίθησιν, ἀλλὰ δύναται νὰ σκεφθῇ ἡ Βουλή, διότι ἡ δικαιοσύνη εὑρίσκεται εἰς οἰκτρὰν κατάστασιν. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι εἶναι περιττὸν νὰ χαρακτηρισθῇ ἡ Βουλὴ ὡς Συντακτικὴ ἢ ἄλλως. Εἶναι Συντακτικὴ ἐκ τῶν πραγμάτων. Ἐὰν δὲν ἦτο Συντακτική, θὰ ἦτο ἀναξία νὰ ἔλθῃ ἐδῶ νὰ συζητήσῃ περὶ Συντάγματος, περὶ θεωριῶν Συνταγματικῶν καὶ περὶ διορθώσεως τῶν πραγμάτων, τὰ ὁποῖα ἔχουσι μεταβληθῆ εἰς ἐρείπια.
§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Δαγκλῆς ἔχει τὸν λόγον.
§101Π. ΔΑΓΚΛΗΣ. Κύριοι πληρεξούσιοι, δὲν εἶμαι συνταγματολόγος καὶ δὲν περιμένετε νὰ σᾶς ἀναπτύξω θεωρίας, περὶ τῆς κλήσεως τῆς παρούσης Συνελεύσεως, ὡς Συνελεύσεως Ἀναθεωρητικῆς ἢ Συντακτικῆς. Θὰ σᾶς ἐκθέσω ἐν ὀλίγοις, ποία εἶναι ἡ ἄποψις τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων. Νομίζω, ὅτι μία Ἐθνοσυνέλευσις ἢ μία Βουλὴ οἱαδήποτε, διὰ νὰ κληθῇ τοιαύτη ἢ τοιαύτη πρέπει νὰ τεθῇ τὸ ζήτημα πρὸ τῶν ἐκλογῶν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, καὶ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς νὰ ψηφίσῃ. Ἡ Κυβέρνησις διαλύσασα τὴν Βουλὴν καὶ προσκαλέσασα τὸν λαὸν εἰς ἐκλογὴν νέων ἀντιπροσώπων, ὥρισε τὸ ζήτημα, ὅτι ἡ Βουλή, ἡ συγκληθησομένη θὰ ἔχει δικαίωμα Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς, Ἀναθεωρητικῆς Συνελεύσεως πρὸς ἀναθεώρησιν ἢ τροποποίησιν ὡρισμένων ἄρθρων τοῦ Συντάγματος. Ὁ λαὸς δὲ συνελθὼν ἐψήφισεν τοὺς ἀντιπροσώπους, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀρχῆς ταύτης. Φρονοῦμεν λοιπὸν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ μεταβληθῇ τὸ ὄνομα τῆς Συνελεύσεως. Ἐὰν θέλητε νὰ ἀκούσητε καὶ τὴν ἰδικήν μου γνώμην τὴν συντακτικὴν, νομίζω, ὅτι δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ γίνῃ Συντακτικὴ Βουλή, ἥτις δύναται νὰ ἀγάγῃ πολὺ μακρὰν καὶ δύναται νὰ μᾶς φέρῃ εἰς ἄτοπα, τὰ ὁποῖα ἀνέπτυξεν εἷς ἐκ τῶν προλαλησάντων κ. πληρεξουσίων, ἐνῷ δύνανται τὰ αὐτὰ πράγματα νὰ διορθωθῶσι διὰ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία θὰ εἶναι καὶ ὁμαλὴ εἰς τὴν συζήτησιν. Αὐτὸ μόνον ὤφειλον νὰ σᾶς εἴπω, διότι τὸ κόμμα μας ἐπιφυλάσσεται, ὅταν ἔλθῃ ἡ συζήτησις ἐπὶ τῶν τροποποιητέων διατάξεων τοῦ Συντάγματος, νὰ λάβῃ τὸν λόγον νὰ ἀναπτύξῃ τὰς ἰδέας του. Σήμερον ἐπὶ τῆς οὐσίας ἤθελον νὰ σᾶς εἴπω αὐτὰ τὰ ὀλίγα. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τὸ ἐθνικὸν, τὸ ὁποῖον ἀπασχολεῖ τὸν ἑλληνισμὸν, τὸ ζήτημα τῆς κυρώσεως τῆς Συνθήκης τῶν Σεβρῶν καὶ τῆς ἐφαρμογῆς σώας καὶ ἀκεραίας τῆς Συνθήκης, δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι ὄχι μόνον τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων, ἀλλὰ καὶ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς εἶναι σύμφωνος πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ θὰ ὑποστηρίξῃ τὴν Κυβέρνησιν πάσαις δυνάμεσι καὶ θὰ τὴν ὑποστηρίξωμεν βεβαίως καὶ ἡμεῖς, δὲν ἔχομεν δὲ ἀμφιβολίαν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἀναγνωρίζει τὴν σοβαρότητα τῆς σημερινῆς καταστάσεως καὶ ἔχων ὑπ’ ὄψιν τὸν πατριωτισμὸν τῆς Κυβερνήσεως, δὲν ἔχω ἀμφιβολίαν, ὅτι θὰ καταβάλῃ πᾶν μέτρον, ὅπως ἐφαρμοσθῇ καθ’ ὁλοκληρίαν ἡ Συνθήκη αὕτη καὶ ἐν γένει αἱ συνθῆκαι αὗται καὶ ὅπως διασωθῶσιν ἀκέραια τὰ ἐκ τῶν συνθηκῶν ὀφέλη τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἀλλ’ ὅλος ὁ Ἑλληνισμὸς, τάσσεται παρὰ τὸ πλευρὸν τῆς Κυβερνήσεως καὶ θὰ ὑποστηρίξῃ αὐτὴν εἰς πᾶν μέτρον, τὸ ὁποῖον θεωρεῖ ἀναγκαῖον.
§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Μάτεσις ἔχει τὸν λόγον.
§103Α. ΜΑΤΕΣΙΣ. Ὡς ὀρθῶς εἶπεν ὁ ἔγκριτος ἐξ Αἰτωλοακαρνανίας πληρεξούσιος καὶ ἀρχηγὸς τοῦ Ἐθνικοῦ Συντηρητικοῦ κόμματος, ἡ ἡνωμένη ἀντιπολίτευσις ἔθηκεν εἰς τὸν λαὸν τὸ πρόγραμμα αὐτῆς. Καὶ τὸ πρόγραμμα αὐτῆς ἦτο ὅτι, ἂν ὁ λαὸς ἔδιδεν εἰς αὐτὴν, τὴν πλειοψηφίαν, ἤθελε προβῆ εἰς τὴν ἀνασύνταξιν τῆς πολιτείας. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, ὅταν ὁ τότε Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔθηκεν ἐνώπιον τοῦ λαοῦ τὸ ζήτημά του, ἐὰν θέλῃ ὡς Βασιλέα τὸν πραγματικὸν αὐτοῦ Βασιλέα ἢ ὄχι, τότε ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Ἐθνικοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος ὁμιλῶν πρὸς τὸν λαὸν ἐπανειλημμένως ἐδήλωσεν, ὅτι δὲν ἐδέχετο τὴν ἔννοιαν αὐτὴν τῆς ἐκλογῆς, ἀλλ’ ὅτι πρόγραμμα τῆς ἀντιπολιτεύσεως ἦτο, εὐθὺς ὡς ἤθελεν ὁ λαὸς δώσει εἰς αὐτὴν τὴν ἀρχήν, νὰ ὑποβάλῃ πρὸς τὸν λαὸν δημοψήφισμα περὶ τῆς ἐπανόδου τοῦ Βασιλέως Κωνσταντίνου. Καὶ ἐρωτῶ. Τί ἄλλο ἦτο τοῦτο εἰμὴ καθαρὰ δήλωσις περὶ ἀνασυντάξεως τῆς Πολιτείας; Τί ἄλλο ἦτο τοῦτο, εἰμὴ μία παρέκβασις, οὕτως εἰπεῖν, ἐκ τῶν τυπικῶν τοῦ Πολιτεύματος διατάξεων, ἡ ὁποία ἔφερεν ἐν τῷ πολιτεύματι ἕνα νέον θεσμόν, τὸν θεσμὸν τοῦ δημοψηφίσματος; Καὶ πῶς ὁ θεσμὸς οὗτος τοῦ δημοψηφίσματος, ὁ τόσον ἐπιτυχῶς καὶ μετὰ τοιαύτης ἐθνικῆς δόξης κατὰ τὸ πρῶτον ἐφαρμοσθείς, πῶς ἄλλως θέλετε νὰ ἔχῃ τὸ κῦρος αὐτοῦ, ἂν καὶ ἡ ψῆφος τοῦ λαοῦ εἰς τὸ Σῶμα τῶν ἀντιπροσώπων, τὸ ἐκ τῆς ψήφου αὐτοῦ ἐξερχόμενον, δὲν εἶχε πράγματι τὸν συντακτικὸν χαρακτῆρα, τοῦ νὰ καθιερώσῃ τὸν θεσμὸν τοῦ δημοψηφίσματος μεταξὺ τῶν συντακτικῶν αὐτοῦ διατάξεων; Ἀλλὰ μᾶς ἐλέχθη ἐκ τοῦ κόμματος τῶν Βενιζελικῶν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἡ τότε, ἄλλως εἶχε κηρύξει τὸ πρόγραμμα τῶν ἐκλογῶν πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν Λαόν. Καὶ λέγω, νομίζων ὅτι ἐκπροσωπῶ τὴν στιγμὴν ταύτην τὴν γνώμην τοῦ λαοῦ, λέγω πρὸς αὐτούς. Καὶ τί ἀντιπροσωπεύετε τότε σεῖς; Ποῖοι εἶσθε τότε σεῖς, οἱ ὁποῖοι ὡμιλούσατε ἐν ὀνόματι τοῦ λαοῦ, ἐν ᾧ ἀντιπροσωπεύετε τὴν ἐλαχίστην μειοψηφίαν τοῦ λαοῦ, χωρὶς ν’ ἀντιπροσωπεύητε κἂν τὴν τυπικὴν νομιμότητα καὶ τὴν μειονοψηφίαν τοῦ λαοῦ; Ποῖος ἦτο ἐκεῖνος, ὅστις ἔθετε τὸ ζήτημα μὲ τὸ μεῖζον κῦρος; Ἦσαν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐστηρίζοντο ἐπὶ τῆς λόγχης καὶ τῆς βίας ἐναντίον τῆς λαϊκῆς γνώμης, ἢ ἦτο ἡ ἀντιπολίτευσις ἡ τότε, ἡ ὁποία ἀντιπροσώπευε τὴν ψυχὴν τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ; Ἀλλὰ μᾶς εἶπον, ὅτι ὁ ἀγὼν εἶναι περὶ λέξεων. Δέχομαι, ὅτι ὁ ἀγὼν εἶναι καὶ περὶ λέξεων, ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἐμποδίζει νὰ ὑπάρχῃ ἡ διαφορὰ καὶ εἰς τὰ πράγματα. Καὶ ὅταν μία λέξις ἀντιπροσωπεύῃ κατὰ συνήθειαν μίαν κατάστασιν, δὲν ὁμιλεῖ τις μόνον περὶ λέξεων, ὅταν θέλῃ νὰ δώσῃ τὴν ὀνομασίαν τὴν πρέπουσαν εἰς τὴν κατάστασιν ἐκείνην καὶ εἰς τὸν ἀκριβῆ χαρακτηρισμὸν τῆς ψήφου, τὴν ὁποίαν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἔδωκεν ἡμῖν, τῆς ἐπιταγῆς τῆς ἐπιτακτικῆς, διὰ τῆς ὁποίας καθώρισε τὸν προορισμὸν ἡμῶν. Καὶ τούτου, οὕτως ἔχοντος, ἔρχεται ἤδη ἡ ἐξέτασις, ἡ ἀπὸ σκοπιμότητος πλέον, τὴν ὁποίαν ἔθιξεν ὁ ἔγκριτος καὶ εὔγλωττος πληρεξούσιος Ἀττικοβοιωτίας. Ἆρα γε ὑπάρχει λόγος τις, ὅστις νὰ ἄγῃ ἡμᾶς εἰς τὴν ἀποδοχὴν τοῦ χαρακτηρισμοῦ τῆς Συντακτικῆς Συνελεύσεως; Ὅταν ἐπὶ μίαν ὁλόκληρον τετραετίαν τὸ σύστημα ἐκεῖνο μὲ τὴν κακοποιὸν σφύραν τοῦ καταλυτοῦ λίθου πρὸς λίθον κατέλυεν εἰς ἐρείπια τὸ πολίτευμα, ὑπὸ τοῦ ὁποίου διειπόμεθα ἐπὶ τρεῖς γεννεὰς καὶ τὸ ὁποῖον πάντες ἐσεβόμεθα, ὅταν οὐδεμία διάταξις αὐτοῦ ἐτηρήθη, πῶς δύνασθε σεῖς, οἱ ὁποῖοι οἰκειοποιήθητε τὸ δικαίωμα τοῦ καταλυτοῦ, νὰ θεωρῆτε ὅτι εἶναι ὀλιγώτερον τὸ δικαίωμα τοῦ ἀνοικοδόμου; Ὅταν ἀφαιρῆτε ἕνα λίθον ἐκ τοῦ οἰκοδομήματος, δὲν ἕπεται ὅτι μόνος ὁ λίθος ἐκεῖνος ἐξέλιπεν, ἀλλ’ ὁλόκληρον τὸ οἰκοδόμημα κατέστη ἐπισφαλὲς καὶ ἀσταθὲς καὶ δέον ὁ νέος οἰκοδόμος νὰ ἔχῃ ὅλην τὴν ἐλευθερίαν τῆς ἐνεργείας, οὕτως ὥστε ἂν κατὰ τὴν ἀνοικοδόμησιν ἀνεύρῃ τυχὸν ὅτι ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ φθάσῃ καὶ εἰς αὐτὰ τὰ θεμέλια, πρέπει νὰ ἔχῃ τὴν δύναμιν νὰ θίξῃ καὶ ταῦτα. Διότι ἄλλως, ἔργον ψευδὲς ποιεῖ, ἐν ᾧ πρέπει νὰ κάμῃ ἔργον ἀδιάσειστον κτῆμα ἐσαεὶ μᾶλλον ἢ ἀγώνισμα εἰς τὸ παραχρῆμα. Ἀλλὰ τί ἀφήσατε, τὸ ὁποῖον νὰ μὴν ἔχητε θίξει; Καὶ ποίαν συνταγματικὴν διάταξιν ἐτηρήσατε, ὅταν ἔφθασε τὸ σύστημα μέχρι τοιούτου σημείου, ὥστε νὰ θεωρήσῃ περιττὴν καὶ αὐτὴν τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Βασιλικοῦ παράγοντος καὶ νὰ δημοσιεύωνται Διατάγματα ἢ καὶ νόμοι ἀκόμη, μὴ κεκυρωμένα ὑπὸ τοῦ Βασιλικοῦ παράγοντος! Καὶ τί ἄλλο εἶναι ταῦτα ἢ παράβασις τῶν θεμελιωδεστάτων τοῦ πολιτεύματος διατάξεων; Ἀλλ’ εἰς τὸ πολίτευμα ὑπάρχει καὶ τὸ ριζικὸν θεμέλιον. Ποῖον εἶναι τοῦτο; Ἡ τήρησις τοῦ Συντάγματος. Εἶναι τὸ καταπληκτικὸν αὐτοῦ ἄρθρον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου στηρίζεται ὁλόκληρος ἡ εὐστάθεια τοῦ οἰκοδομήματος, τὸ θέτον τὴν τήρησιν αὐτοῦ ὑπὸ τὴν ἐγγύησιν τοῦ πατριωτισμοῦ τῶν Ἑλλήνων. Καὶ ὅταν σεῖς παραβάντες τὸ πολίτευμα καὶ μὴ τηρήσαντες αὐτό, παρὰ τὸν ὅρκον, τὸν ὁποῖον ἔχετε δώσει καὶ παρὰ τὸν πατριωτισμόν, τὸν ὁποῖον τὸ Σύνταγμα ἀνέμενεν ἀπὸ ὑμᾶς, ὅταν σεῖς κατηργήσατε τὴν θεμελιώδη ταύτην διάταξιν, τί ἄλλο ἐπράξατε εἰμὴ νὰ καταργήσητε ὁλόκληρον τὸ πολίτευμα; Ἐὰν ἠθέλωμεν θεωρήσει ὅτι τὸ Σῶμα τοῦτο δεσμεύεται ἐν τῷ ἔργῳ αὐτοῦ, ἠθέλαμεν μιμηθῆ τὴν πορείαν, τὴν ὁποίαν ἐτήρησαν ἐν Γαλλίᾳ ἐπὶ μακρᾶς δεκαετηρίδας, εὑρισκόμενοι εἰς ἀδιακόπους πολιτικὰς μεταβολάς, διότι δὲν ἐτόλμησαν τότε νὰ λύσωσι τὰ ζητήματα διὰ μιᾶς πραγματικῆς Συντακτικῆς Συνελεύσεως. Τοῦτο ἐκόστισεν πολλὰ εἰς τὴν Γαλλίαν καὶ ἦλθεν ἡμέρα, κατὰ τὴν ὁποίαν ᾐσθάνθησαν τὴν ἀνάγκην αὐτῆς. Καὶ ἀπαντῶ ἐπὶ τούτου εἰς τὸν ἀγαπητὸν συνάδελφον κ. Τσουκαλᾶν, ὅστις εἶπεν ὅτι ἡ Συντακτικὴ Συνέλευσις παρέχει κινδύνους. Ὄχι, λέγω, κινδύνους δὲν παρέχει ἡ Συντακτικὴ Συνέλευσις, ἀλλ’ ἡ ἔλλειψις Συντακτικῆς Συνελεύσεως, ὁ σάλος ὅστις κατόπιν τοιαύτης τρικυμίας, ἀπομένει εἰς τὰ πράγματα τῆς πατρίδος, ἐὰν τὸ κῦρος ἑνὸς Συντακτικοῦ Σώματος δὲν ἐπιφέρῃ τὴν γαλήνην.
§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Καμπάνης ἔχει τὸν λόγον.
§105Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι, σπανίως σοβαρώτερον ἀντικείμενον ἀπησχόλησεν Ἑλληνικὴν Βουλήν, καὶ διὰ τοῦτο λαμβάνω τὸν λόγον, νὰ ἀναπτύξω τὴν ἐμὴν γνώμην ἐπὶ τοῦ συζητουμένου ἤδη θέματος. Εἶναι ἢ δὲν εἶναι Συντακτικὴ ἡ Συνέλευσις ἡ κληθεῖσα, τῆς ὁποίας ἡμεῖς ἀποτελοῦμεν μέλη; Ἀναμφισβητήτως ναί. Ἡ Συντακτικὴ Συνέλευσις, κύριοι συνάδελφοι, δὲν ὑπόκειται εἰς ὅρους ἢ διατυπώσεις συγκλήσεως, οὐδὲ συγκαλεῖται ὑπὸ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ἀλλὰ εἶναι ἀπαύγασμα καὶ συνέπεια τῆς ὁμοθύμου θελήσεως τοῦ Λαοῦ ἐκδηλουμένη παντοιοτρόπως, ἀλλὰ πάντοτε κατ’ ὁμόφωνον τρόπον. Ὁ τρόπος δὲ οὗτος εἰς τὰς σημερινὰς περιστάσεις εἶναι ἐμφανέστερος. Ἐξεδηλώθη δηλαδὴ ἡ θέλησις τοῦ Λαοῦ κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε οὔτε εἰς τὴν Συνέλευσιν τοῦ 1862, οὔτε εἰς τὴν Συνέλευσιν τοῦ 1843 ἐξεδηλώθη κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον. Ὅτι δὲ καὶ οἱ ἐπιδραμόντες ἐπὶ τὸ Ἑλληνικὸν κράτος καὶ οἱ τυραννήσαντες αὐτὸ ἐπὶ τέσσαρα ὁλόκληρα ἔτη τὴν αὐτὴν γνώμην εἶχον καὶ ἠθέλησαν μόνον ὑπὸ τὸν τύπον τῶν λέξεων νὰ κρύψωσι τὴν οὐσίαν, θὰ σᾶς τὸ ἀποδείξω εὐθὺς ἀμέσως! Κύριοι συνάδελφοι, διακριτικὸν μεταξὺ Συντακτικῆς Συνελεύσεως καὶ Ἀναθεωρητικῆς εἶναι ὅτι, ἡ μὲν πρώτη ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ μεταρρυθμίζῃ τὸ πολίτευμα καθ’ ὅλας τὰς διατάξεις αὐτοῦ, θεμελιώδεις καὶ μή, ἡ δὲ δευτέρα ἔχει πληρεξουσιότητα ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴν Συνέλευσιν νὰ δημιουργήσῃ τὸ Σύνταγμα, νὰ ἀναθεωρήσῃ αὐτὸ ὑπὸ ὡρισμένους ὅρους καὶ ὡρισμένας διατυπώσεις, ὡρισμένας διατάξεις μὴ θεμελιώδεις. Καὶ διὰ τοῦτο βλέπετε ὅτι κατὰ τὸ 1910, ὅτε τῇ συνδρομῇ καὶ κατὰ συμφωνίαν ὅλων τῶν πολιτειακῶν παραγόντων συνεκλήθη Συνέλευσις, καίτοι δὲν ἐτηρήθησαν ὡρισμέναι διατυπώσεις, ἀλλ’ ἦτο θέλησις τοῦ Λαοῦ, ἐξεδηλώθη ὅτι ἦτο ἡ Βουλὴ Ἀναθεωρητικὴ καὶ οὐχὶ Συντακτικὴ Συνέλευσις. Καὶ ὡς ἐκ τούτου, αἱ θεμελιώδεις διατάξεις τοῦ Συντάγματος δὲν ἀνεθεωρήθησαν. Ποῖαι εἶναι αἱ θεμελιώδεις ἢ μὴ θεμελιώδεις διατάξεις τοῦ Συντάγματος; Τοῦτο εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἡ Ἐπιστήμη, παρ’ ὅλην αὐτῆς τὴν ἀνάπτυξιν, μέχρι σήμερον δὲν ἔλυσεν. Ὑπάρχει εἰς πολλὰς διατάξεις ἀντιγνωμία. Ἀλλ’ εἰς ὡρισμένας διατάξεις εἰς οὐδὲν τῶν Κρατῶν καὶ εἰς οὐδένα τῶν συγγραφέων ὑπῆρξεν ἀντιγνωμία. Αἱ διατάξεις δὲ αὗται, εἶναι πρῶτον αἱ τῆς μορφῆς τοῦ πολιτεύματος, ἡ τῆς ἐπικρατούσης θρησκείας, ἡ τῶν προνομίων τοῦ Βασιλέως, ἡ τῆς διαδοχῆς. Τοιούτων διατάξεων ὅταν ἐπιλαμβάνηται μία Συνέλευσις, εἴτε Ἀναθεωρητικὴ ὀνομάζεται, εἴτε Συντακτική, εἴτε ἁπλῆ Βουλή, δὲν εἶναι οὐδὲν πλέον, οὐδὲν ἔλαττον ἢ Συντακτικὴ Συνέλευσις. Δὲν πρόκειται ἐνταῦθα περὶ λέξεων· ὁ ἀγὼν περὶ λέξεων εἶναι πάντοτε ἐκ τῆς πλευρᾶς ἐκείνης, ἡ ὁποία πάντοτε ὑπὸ τὸ πνεῦμα τῆς σκοπιμότητος ἔθυσε τὰ πάντα· καὶ Νόμον καὶ Σύνταγμα καὶ Βουλὴν καὶ Βασιλείαν.
§106ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ (ἐξ ἀριστερῶν). Καὶ ὑμεῖς διετέλεσατε φίλος τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης.
§107Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Διετέλεσα ἐπ’ ὀλίγον καὶ ἔφυγον ἐντιμώτατα ὅταν εἶδον, ὅτι δὲν μοὶ ἦτο ἐπιτετραμμένον νὰ παραμένω εἰς τὰς τάξεις αὐτῆς, ὅταν εἶδον, ὅτι δὲν ἐσεβάσθη τὸ Πολίτευμα, δὲν ἐσεβάσθη τὸν Βασιλέα, δὲν ἐσεβάσθη τὴν θρησκείαν, δὲν ἐσεβάσθη τίποτε, καὶ ὡμίλησα τότε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καὶ οὐδεὶς ἠγέρθη νὰ μὲ ἀντικρούσῃ. Καὶ ἔρχομαι κατόπιν αὐτῶν, τὰ ὁποῖα σᾶς ἀνέπτυξα, καὶ λαμβάνω τὸ ψήφισμα τῆς ἀναστάσεως, δίκην Λαζάρου Βουλῆς, τὸ ὁποῖον τότε ὑπεβλήθη ἀπὸ τὸ ὑπουργικὸν Συμβούλιον καὶ τὸ ὁποῖον ὁρίζει, ποίας διατάξεις τοῦ Συντάγματος θὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα ἡ Συνέλευσις νὰ ἀναθεωρήσῃ καὶ μεταρρυθμίσῃ, κατὰ τὴν γνώμην τῆς κατακρημνισθείσης ὑπὸ τῶν ἐκλογῶν Κυβερνήσεως ἐκείνης. Καὶ τὶ λέγει τὸ ψήφισμα αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἐψήφισεν ἡ Βουλὴ ἐκείνη; Ψηφίζει, ὅπως προκληθῇ ἡ ἀναθεώρησις τῶν κάτωθι διατάξεων· ἡ τοῦ ἄρθρου 2, τὸ ὁποῖον νὰ ρυθμίσῃ ἐν σχέσει πρὸς τὴν ἀρχὴν τοῦ αὐτοκεφάλου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος καὶ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου. Θεμελιώδης διάταξις, διότι πρόκειται περὶ τῆς ἐκκλησίας τῆς Πατρίδος. Δεύτερον, ὅπως προκληθῇ ἡ ἀναθεώρησις τοῦ ἄρθρου 31, ἵνα ἀκριβέστερον, λέγει, ρυθμισθῇ τὸ δικαίωμα τοῦ Βασιλέως, πρὸς διορισμὸν τῶν Ὑπουργῶν. Τοῦ ἄρθρου 32, διὰ νὰ περιορισθῶσι τὰ δικαιώματα τῆς βασιλικῆς ἐξουσίας διὰ τὴν κήρυξιν τοῦ πολέμου, ἡ ὁποία νὰ ἐξαρτηθῇ ἀπὸ προηγουμένην ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, καὶ διὰ τὴν διοίκησιν ἐν καιρῷ πολέμου τὰς κατὰ ξηρὰν καὶ θάλασσαν δυνάμεις. Τοῦ ἄρθρου 37, διὰ τοῦ ὁποίου ὁρίζεται ἡ διάλυσις τῆς Βουλῆς, ἵνα καθορισθῇ ὁ χρόνος κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ ἀσκῆται. Τοῦ ἄρθρου 45, διὰ τοῦ ὁποίου ἤθελεν ὁ ἀπελθὼν τύραννος νὰ ρυθμισθῶσι, τὰ τῆς διαδοχῆς τοῦ Βασιλέως, καθ’ ὃν τρόπον αὐτὸς ἐθεώρει καλόν. Ἔπειτα τῶν ἄρθρων 68, 69 καὶ 75. Τῶν ἄρθρων εἶτα 88 καὶ 90, τὰ ὁποῖα καθορίζουν τὴν δικαστικὴν ἰσοβιότητα. Καὶ τοῦ ἄρθρου 105 περὶ τοῦ αἱρετοῦ τῶν δημοτικῶν ἀρχῶν. Αὐτὸ λοιπὸν εἶναι τὸ Ψήφισμα, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου ἡ κρημνισθεῖσα τυραννία ἐκάλεσε τὸν Ἑλληνικὸν Λαόν, ἵνα ἀποστείλῃ ἀντιπροσώπους διὰ νὰ μεταρρυθμίσωσι τὰς διατάξεις, τῶν ἐν αὐτῷ διαλαμβανομένων ἄρθρων. Εἶναι θεμελιώδεις αἱ διατάξεις αὗται, ναὶ ἢ ὄχι; Εἴπομεν ὅτι δὲν ὑπάρχῃ οὐδεμία ἀντίρρησις εἰς οὐδὲν πολίτευμα καὶ εἰς οὐδένα τῶν συγγραφέων, ὅτι αἱ διατάξεις αὗται εἶναι θεμελιώδεις, ἀλλ’ ὁ Θεὸς τῆς Ἑλλάδος ἐθεώρησεν ὅτι ἔπρεπε νὰ καταστήσῃ ἄναυδον τὸν αὐτοεξόριστον τῆς Νικαίας καὶ νῦν εὑρισκόμενον ἐν Παρισίοις διὰ τῶν ἐκλογῶν, διὰ τῶν ὁποίων τὸν κατεκρήμνισε. Καὶ ὑπάρχει διάταξις μεταξὺ αὐτῶν ὡς εἶναι, ἡ περὶ ἰσοβιότητος τῶν δικαστῶν, διὰ τὴν ὁποίαν ὑπάρχουσιν συγγραφεῖς, οἵτινες ὑποστηρίζουσιν, ὅτι δὲν εἶναι θεμελιώδης, ἀλλ’ ὁ ἡγέτης καὶ νῦν αὐτοεξόριστος πρῶτος διεκήρυξεν εἰς τὴν Βουλὴν ἐκείνην, ὅτι εἶναι καὶ αὕτη θεμελιώδης διάταξις καὶ ἕνεκα ἐμοῦ ἀντιλέγοντος εἰς τοῦτο προεκλήθη ψηφοφορία καὶ ἡ Βουλὴ ἀπεφάνθη, ὅτι εἶναι θεμελιώδης ἡ διάταξις αὕτη, πρώτου ψηφίζοντος τοῦ ἀπελαθέντος τυράννου. Δὲν εἶναι λοιπὸν δυνατὸν νὰ φαντασθῶμεν Συντακτικὴν Συνέλευσιν, ἡ ὁποία νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα ν’ ἀναθεωρήσῃ τὴν τάδε θεμελιώδη διάταξιν καὶ δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα ν’ ἀναθεωρήσῃ τὴν ἄλλην θεμελιώδη διάταξιν. Τότε ἀναγκαίως περιπίπτομεν εἰς φαῦλον κύκλον καὶ τὴν Συντακτικὴν Συνέλευσιν τὴν βαπτίζομεν Ἀναθεωρητικὴν, ἵνα ἔχωμεν τὸ δικαίωμα τῆς διαλύσεως. Καθ’ ὃν τρόπον τὸν Μεσαίωνα οἱ καλόγηροι ἐν πλήρει τεσσαρακοστῇ ἔτρωγαν ὀβελίας ἀμνοὺς, ἵνα μὴ σκανδαλισθῶσιν οἱ πιστοὶ, τοὺς ἐβάπτιζον ὡς ἰχθῦς καὶ τοὺς ἔτρωγον ἐνώπιον τοῦ πλήθους, τοιουτοτρόπως καὶ ὁ ἀπελθὼν τύραννος, ἵνα ἔχῃ τὸ δικαίωμα καὶ μόνον νὰ διαλύσῃ τὴν Συνέλευσιν, διότι πάντοτε ἐγνώριζεν, ὅπως εἶπε καὶ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μου κ. Σωτηριάδης, ὅτι τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον θὰ προεῖχεν ἐν τῇ Ἐθνοσυνελεύσει, θὰ ἦτο ἡ ἐπάνοδος ἡ τιμημένη τοῦ μεγάλου Βασιλέως, ἤθελεν ἁπλῶς διὰ τῆς λέξεως Ἀναθεωρητικῆς νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα τῆς διαλύσεως καὶ νὰ λέγῃ εἰς τοὺς κεχηνότας ὅτι, κύριοι, ἦτο Ἀναθεωρητικὴ Βουλὴ καὶ δὲν εἶχον τὸ δικαίωμα νὰ καλέσω τὸν Βασιλέα Κωνσταντῖνον καὶ διὰ τοῦτο τὴν διέλυσα. Καὶ οὕτω νὰ εἶναι ἐν τάξει πρὸς τὴν Εὐρωπαϊκὴν κοινὴν γνώμην.
§108Ε. ΧΑΤΖΙΔΑΚΗΣ. Ὅπως τὸ ἔκαμε καὶ τὸ 1910 ὅτε διέλυσε τὴν Ἀναθεωρητικὴν Βουλήν.
§109Π. Ι. ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ Ἀναθεωρητικὴ Βουλὴ ἂν ἦτο, δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα τῆς διαλύσεως. Καὶ ἐν Βελγίῳ ἀκόμη, ὅπου τὸ Στέμμα συμπράττει μὲ τὴν Ἀναθεωρητικὴν Βουλήν, δὲν ἐτόλμησαν τοιοῦτον τι.
§110Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Αὐτὴ, κύριε συνάδελφε, εἶναι ἡ ὀρθοτέρα γνώμη· διότι καὶ ἡ Ἀναθεωρητικὴ Βουλὴ ἔχει ἁρμοδιότητα, κυριαρχικὴν ἐξουσίαν περιωρισμένην· ἀλλ’ ὁ ἀπελθὼν αὐτοεξόριστος ὑπεστήριξε τότε, ὅτι ὁ Βασιλεὺς ἔχει τὸ δικαίωμα τῆς διαλύσεως τῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς καὶ διὰ τοῦτο ἠθέλησε νὰ βαπτίσῃ Ἀναθεωρητικὴν Βουλὴν τὴν Συντακτικὴν αὐτὴν Συνέλευσιν, διότι τὸ εἶπεν εἰς γνωστόν του λόγον· ἀλλ’ ἄλλαι μὲν βουλαὶ ἀνθρώπων, ἄλλα δὲ ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς ἐκέλευσεν. Ἀλλ’ ἐκτὸς αὐτοῦ δὲν εἶναι μόνον Συντακτικὴ ἡ Συνέλευσις αὕτη ἐκ τῶν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα ἠθέλησε νὰ δώσῃ εἰς αὐτὴν ὁ κατακρημνισθεὶς καὶ ἀπελθὼν τύραννος. Εἶναι Συντακτικὴ Συνέλευσις, διότι ὑπὸ τοιοῦτον πρόγραμμα κατῆλθεν ἡ Συνεργαζομένη Ἀντιπολίτευσις ἡ ἐκπροσωποῦσα ὅλον τὸν Ἑλληνικὸν Λαὸν, τὸν γνήσιον καὶ ἑλληνιστὶ φρονοῦντα· διότι εἰς τὸ πρόγραμμα αὐτῆς, τὸ ὁποῖον ἐδημοσιεύθη τὴν 21ην Μαΐου — ἐζήτησα τὴν «Νέαν Ἡμέραν», ἀλλὰ δὲν μοὶ τὴν ἔφερον — εἰς τὸ πρόγραμμα ἐκεῖνο σαφῶς καὶ κατηγορηματικῶς ἡ συνεργαζομένη Ἀντιπολίτευσις καλεῖ τὸν Ἑλληνικὸν Λαὸν εἰς Συντακτικὴν Συνέλευσιν. Τότε ἀκόμη ἡ συνεργαζομένη ἀντιπολίτευσις δὲν ἐγνώριζε ποίας διατάξεις ἤθελε προτείνει ἡ Κυβέρνησις, ἢ τότε, ἵνα ἀναθεωρηθῶσιν, ἀλλὰ μόνον ἐκ τῶν πραγμάτων ἀναμένει εἶπεν, ὡς ἰσχυρίσθη, ὅτι μόνον διὰ τῆς Συντακτικῆς Συνελεύσεως ἤθελον ἀνορθωθῆ τὰ ἐρείπια. Ὁμιλῶν πρὸς ὑμᾶς θὰ ἀναπτύξω τὸ ζήτημα ἀπὸ νομικῆς ἀπόψεως· ἀπὸ οὐσιαστικῆς τὸ ἀνέπτυξαν οἱ ἄλλοι συνάδελφοι, διότι καὶ ἀπὸ οὐσιαστικῆς ἀπόψεως εἶναι Συντακτικὴ ἡ Συνέλευσις· δὲν εἶναι τυπικὸς ὁ λόγος. Δὲν θέλω, διότι δὲν εἶναι τοῦ παρόντος — θὰ ἔλθῃ ἡ ἡμέρα τῆς συζητήσεως — νὰ ἐξετάσω ποίας κακουργίας κατὰ τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ λαοῦ καὶ κατ’ αὐτῶν τῶν πολυτιμοτάτων καὶ ἀναφαιρέτων προσωπικῶν δικαιωμάτων, διέπραξεν ἡ καταλυθεῖσα τυραννία. Ἀπέναντι αὐτῆς ὠχριᾷ ἡ τυραννία τῶν τριάκοντα· διότι ἡ τυραννία τῶν τριάκοντα ἐπὶ τέλους ἠσκήθη ἐπὶ μικροῦ μέρους Ἑλλήνων καὶ ἐπὶ μικρὸν χρονικὸν διάστημα· ἐνῷ ἡ τυραννικὴ αὐτὴ ὀλιγαρχία ὡρισμένων ἀτόμων, ἠσκήθη ἐφ’ ὅλου τοῦ Ἑλληνισμοῦ, καὶ ἐπὶ τετραετίαν ὁλόκληρον. Διὰ τοῦτο ἡ Συνέλευσις μετὰ τὸ ψήφισμα, τὸ ὁποῖον θὰ ψηφίσῃ μεθαύριον καὶ διὰ τοῦ ὁποίου θὰ ἀναγνωρίσῃ ἑαυτὴν ὡς Συντακτικὴν Συνέλευσιν, ὀφείλει κατόπιν, στερρῷ τῷ πόδι, νὰ βαδίσῃ εἰς τὴν ἀνόρθωσιν ὅλων τῶν ἐρειπίων καὶ μετὰ τόλμης, ἀλλὰ καὶ περισκέψεως νὰ ἀνορθώσῃ ἰδίως τὴν Δικαιοσύνην, ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἔρριψαν εἰς τὰς ὁδοὺς καὶ τῆς ὁποίας ἐμίαναν τὸν ἱερὸν τόπον πρὸ ὀλίγων μηνῶν. Ὅ,τι ἠθικὸν καὶ κύριον ἐν τῇ πολιτικῇ ἔχει ἡ Ἑλλὰς νὰ ἐπιδείξῃ ἀπὸ τεσσαρακονταετίας καὶ ἐντεῦθεν, ἦλθον δικασταὶ, οἱ ὁποῖοι εἶχον τὴν τόλμην νὰ τὸ διαλύσωσιν. Ὀφείλω ὅμως νὰ ὁμολογήσω, ὅτι μεταξὺ τῶν δικαστῶν ὑπάρχουσι καὶ ἐξαιρέσεις, θὰ γνωσθῶσι δὲ τὰ ὀνόματά των ἐν καιρῷ. Ἐρρίφθησαν ἀξιωματικοὶ εἰς τοὺς δρόμους καὶ φέρουσιν ἤδη τὰς ἐπωμίδας τοῦ ἀξιωματικοῦ ἄνθρωποι, τοὺς ὁποίους, ἐὰν ἐβλέπατε πολίτας οὔτε καλὴν ἡμέραν δὲν θὰ τοὺς ἐλέγατε. Πῶς εἶνε δυνατὸν αὐτὰ νὰ ἀνορθωθῶσιν, νὰ φύγωσιν ἐκ τοῦ μέσου; Μόνον διὰ τοῦ κύρους τῆς Συντακτικῆς Συνελεύσεως. Καὶ ἐὰν δὲν συνέβαινον ὅσα συνέβησαν, πάλιν ἡ ἀνάγκη τῶν πραγμάτων θὰ ἐπέβαλλεν νὰ ἀπαρτίσωμεν Συντακτικὴν Συνέλευσιν καὶ ὡς τοιοῦτοι νὰ ἐνεργήσωμεν. Ὀφείλομεν, κ. Συνάδελφοι, νὰ φανῶμεν ἀντάξιοι τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ διὰ θαρραλέας ἐργασίας, ἵνα μὲ τὸ ὑλικόν, τὸ ὁποῖον μᾶς ἔδωκεν ὁ Ἑλληνικὸς Λαός, δημιουργήσωμεν οἰκοδόμημα στερεόν. Ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς ἀπεδείχθη ὅτι εἶναι ὁ θαυμασιώτερος λαὸς τοῦ κόσμου, διότι κατόπιν τοιούτων βασάνων καὶ δαπάνης ἀφειδοῦς, δισεκατομμυρίων ὁλοκλήρων, οὐδαμῶς μετέβαλε γνώμην, ἀλλὰ τοὐναντίον ὑπὸ τὴν βίαν καὶ τὸ πέλμα τοῦ τυράννου τὴν ἐξεδήλωσε τὴν 1ην Νοεμβρίου, ἡ ὁποία πρέπει νὰ εἶναι ἐθνικὴ ἑορτὴ, τὸ μῖσος, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἐναντίον ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι τοῦ ἐστέρησαν τὴν ἐλευθερίαν καὶ τὴν ἀγάπην πρὸς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐθυσιάσθησαν ὑπὲρ τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ λαοῦ. Οὕτω καὶ ἡμεῖς πρέπει νὰ ἐργασθῶμεν καὶ ὅταν τελειώσωμεν τὸ ἔργον μας ὁ λαὸς θὰ μᾶς εἴπῃ, ὅτι εἴμεθα ἀντάξιοι τοῦ προορισμοῦ μας καὶ ἡμεῖς, μὲ τὴν συνείδησιν ἀναπαυμένην, θὰ ἀπέλθωμεν.
§111ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βιτάλης ἔχει τὸν λόγον.
§112ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Ἐπειδὴ εἶναι ἀκόμη πολλοί, ἐγγεγραμμένοι διὰ νὰ ὁμιλήσωσιν παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε, νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις.
§113ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται δι’ αὔριον ἡ συζήτησις. Λύεται ἡ συνεδρίασις ἵνα ἐπαναληφθῇ αὕτη τὴν 4ην μ. μ. αὔριον. (Ὥρᾳ 8.30′ μ. μ.)