1920.09.10
2,468 rows · 19,771 words · 91 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 79η
τῆς 10 Σεπτεμβρίου 1920.
Προεδρία κ. Θ. ΣΟΦΟΥΛΗ
(Ὥρᾳ 5.10′ μ.μ.).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Ν’ ἀναγνωσθῶσι τὰ πρακτικά. (Ἀναγινώσκεται τὸ μὴ ἐπικυρωθὲν τμῆμα τῶν πρακτικῶν τῆς 78ης συνεδριάσεως τῆς 24 Σεπτεμβρίου 1920).
§2Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ μίαν διόρθωσιν. Τοῦ ἄρθρου 32 τοῦ Συντάγματος ζητεῖται ἡ ἀναθεώρησις ὅπως ὁ βασιλεὺς μὴ δύναται νὰ διοικῇ ἐν καιρῷ πολέμου τὰς κατὰ ξηρὰν καὶ θάλασσαν στρατιωτικὰς δυνάμεις, παρακαλῶ νὰ διορθωθῇ ἐν τοῖς Πρακτικοῖς οὕτω: «νὰ μὴ δύναται αὐτοπροσώπως νὰ διοικῇ».
§3ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα. Μάλιστα.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ πρακτικὰ ἐπικυροῦνται ὡς ἐδιορθώθησαν. Ὁ κ. Α. Εὐταξίας ἔχει τὸν λόγον.
§5Α. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἡ ἀπόφασις κύριοι, τῆς Κυβερνήσεως νὰ καταθέσῃ μὲν εἰς τὴν παροῦσαν Βουλὴν, ἀλλὰ νὰ μὴν ὑποβάλῃ εἰς τὴν ψῆφον αὐτῆς τὴν συνθήκην τῆς εἰρήνης μετὰ τῆς Τουρκίας, μὲ ἐνέβαλεν εἰς ἀπορίαν, τόσῳ μᾶλλον ὅσον ὑπὲρ τῆς παρατάσεως τοῦ βίου τῆς Βουλῆς ταύτης πέραν τοῦ Συνταγματικοῦ ὁρίου, δι’ ἣν τόσα ἐγράφησαν, οὐ μόνον κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ καὶ κατὰ τῶν ἀντιπολιτευομένων βουλευτῶν, τῶν μὴ ἀποσχόντων ἔκτοτε τῶν συνεδριάσεων αὐτῆς, προεβάλλετο ὡς εἷς τῶν κυριωτάτων λόγων ὅτι εἰς τὴν Βουλὴν αὐτὴν ἐπεφυλάσσετο ἡ τιμὴ τῆς κυρώσεως τῆς περὶ ἧς λόγος συνθήκης. Ἡμεῖς, ἐν τῇ πεποιθήσει ὅτι ἡ παροῦσα Βουλὴ δὲν θὰ ἐστερεῖτο τῆς τοιαύτης τιμῆς, προετιθέμεθα κατὰ τὴν σχετικὴν συζήτησιν νὰ προέλθωμεν εἰς ἐξηγήσεις καὶ δηλώσεις ἐπὶ τῆς πολιτικῆς καταστάσεως, ὑπεραμυνόμενοι καὶ καθ’ ὅλον τῶν γενομένων ἐναντίον ἡμῶν αἰτιάσεων. Ἀφοῦ ὅμως δὲν μᾶς ἐδόθη ἡ εὐκαιρία αὕτη, ἀπεφασίσαμεν νὰ πράξωμεν τοῦτο ἐξ ἀφορμῆς τῆς ἐπιψηφίσεως τῆς προτάσεως περὶ ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος. Δὲν ἠξεύρω τοὺς λόγους διὰ τοὺς ὁποίους ἐστερήθη ἡ Βουλὴ αὕτη τοιαύτης τιμῆς, ἀλλὰ ἐγὼ ὁμολογῶ ὅτι ἐπεφυλλαττόμην ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τῆς συζητήσεως τῆς συνθήκης ταύτης νὰ λύσω τὴν σιωπήν, τὴν ὁποίαν ἐτήρησα καθ’ ὅλην τὴν μακρὰν ταύτην περίοδον καὶ νὰ προβῶ εἰς δηλώσεις περὶ τῆς πολιτικῆς καθ’ ὅλου καταστάσεως, ἀποκρούων καὶ πολλὰς αἰτιάσεις καὶ ἐπιθέσεις, αἱ ὁποῖαι μοὶ ἐγένοντο κρίνων ἀξίας οἴκτου τὰς δημοσιεύσεις ἐκείνας καθ’ ἃς δῆθεν οἱ ἀντιπολιτευόμενοι βουλευταί, οἱ ὁποῖοι παρηκολούθησαν μέχρι τέλους τὰς ἐργασίας τῆς παρούσης Βουλῆς, εἶνε κρυπτοβενιζελικοί. Φαντάζεσθε κύριοι τὸν κ. Ζαβιτζιάνον ἐγκαταλείποντα τὴν περίβλεπτον θέσιν, τὴν ὁποίαν κατεῖχεν ἐν τῷ κόμματι τῶν Φιλελευθέρων, διὰ νὰ καταλάβῃ τὴν θέσιν τοῦ κρυπτοβενιζελικοῦ; Φαντασθῆτε τὸν κ. Πὼπ, ὁ ὁποῖος ἀντιπολιτεύεται πᾶσαν Κυβέρνησιν καὶ ὁ ἴδιος ὁμολογῶ ὅτι ὁσάκις εὑρισκόμην ἐν τῇ ἀντιπολιτεύσει, τὸν συνήντων καθήμενον πάντα ἐκεῖ, εὐθὺς δὲ ὡς ἐλάμβανα μέρος εἰς τὴν Κυβέρνησιν, εἷς ἐκ τῶν σπουδαιοτέρων ἐχθρῶν μου ἦτο ὁ κ. Πὼπ, καὶ τέλος ἐγώ, ὁ ὁποῖος ἀριθμῶ δημόσιον βίον 40 περίπου ἐτῶν, τὸ πλεῖστον δὲ μέρος τοῦ βίου τούτου διῆλθον ἀντιπολιτευόμενος τὸν Τρικούπην, τὸν Δηλιγιάννην, τὸν Θεοτόκην, τὸν Ράλλην, καὶ τελευταῖον δύναμαι νὰ καυχηθῶ ὅτι εἶμαι εἷς ἐκ τῶν ὀλίγων, οἱ ὁποῖοι εἶχον τὸ θάρρος νὰ ἀντιταχθοῦν καὶ κατ’ αὐτοῦ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅτε οὗτος μετεκλήθη ἐκ Κρήτης καὶ εἶπεν ὅτι πρέπει νὰ συγκληθῇ Συνέλευσις πρὸς ἀναθεώρησιν τοῦ Συντάγματος. Καὶ τότε ὅλοι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἔφρυττον ἐπὶ τῷ ἀκούσματι τοιαύτης Συνελεύσεως, ἔσπευδον νὰ ὑποκύψουν εἰς τὰς κελεύσματά του. Μόνος ἐγὼ μετὰ τοῦ ἀλησμονήτου φίλου μου Κυριακούλη Μαυρομιχάλη ἀντετάχθημεν ὄχι διότι δὲν ἤμουν ὑπὲρ τῆς ἀναθεωρήσεως, διότι ἐγὼ ἀφ’ ἧς εἰσῆλθον εἰς τὸ Κοινοβούλιον τοῦτο, ἀπὸ τοῦ 1885 ὕψωσα φωνὴν ὑπὲρ τῆς ἀναθεωρήσεως, λέγων ὅτι βεβαίως πρέπει νὰ πταίῃ τὸ Πολίτευμα, ἀφοῦ ὅλοι οἱ μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἀριστεῖς ἀπέτυχον, ἀλλὰ δὲν ἔπρεπε νὰ ἀπελπισθῶμεν. Διεφώνησα ὅμως μετὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως τότε διότι ἡ Κυβέρνησις ἡ ἰδική μας, κληθεῖσα ὑπὸ τῆς ἐπαναστάσεως εἰς τὰ πράγματα ἵνα ἀνορθώσῃ τὰ κακῶς κείμενα, ἵνα ἐπισπεύσῃ τὴν εἰς πόλεμον παρασκευὴν τῆς χώρας ὅπως μίαν ὥραν ταχύτερον τελειώσῃ τὸ Κρητικὸν ζήτημα, καὶ ἐνόσῳ ἦτο ἐκκρεμὴς αὐτὴ ἡ κατάστασις, ἐνόμιζον ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀναβληθῇ ἡ σύγκλησις ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς, μᾶλλον δὲ ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τῆς ἑνώσεως τῆς Κρήτης νὰ γίνῃ τοῦτο. Ὁ κ. Πρόεδρος ὅμως εἶχε τὴν γνώμην ὅτι ἔπρεπε νὰ τερματισθῇ ἡ ἐπαναστατικὴ κατάστασις διὰ μιᾶς ἀναθεωρήσεως τοῦ Πολιτεύματος, ὅπως καὶ ἐγένετο. Ἐγὼ λοιπὸν τώρα, ὁ ἀντιπολιτευθεὶς περισσότερον παντὸς ἄλλου τὸν κ. Πρόεδρον, ἐγὼ ἦλθον καὶ παρεκάθησα ὡς ἐγκάθειρκτος, νὰ ἐφορεύω εἰς τὸ ἔργον τῆς πλειοψηφίας; Ἀλλὰ κύριοι κατεκρίθην παρ’ ἄλλων μὲν ὅτι κατὰ τὰ πρῶτα ἔτη τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ πολέμου ἤμην ὑπὲρ τῆς οὐδετερότητος τῆς Ἑλλάδος καὶ ὅτι διέπραξα τὸ μέγα ἔγκλημα νὰ μετάσχω τοῦ Ὑπουργείου τοῦ Φεβρουαρίου τοῦ 1915, τὸ ὁποῖον εἶχε τὴν τόλμην, ἀφοῦ τὸ Συμβούλιον τοῦ Στέμματος, τὸ ἀπαρτισθὲν ἐξ ὅλων τῶν πρώην Πρωθυπουργῶν ἀπεφάνθη ὅτι ἔπρεπε νὰ μετάσχῃ ἡ Ἑλλὰς τῆς ἐπιχειρήσεως τῶν Δαρδανελλίων, εἶχε τὴν τόλμην νὰ ἀντιταχθῇ εἰς τὴν ἀπόφασιν αὐτὴν καὶ νὰ μὴ ἀφίσῃ τὴν Ἑλλάδα νὰ ἀναμιχθῇ εἰς τὴν ἐπιχείρησιν αὐτήν. Ἀφ’ ἑτέρου εἶνε ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι μὲ κατηγόρησαν διότι ἔστω καὶ ἀργὰ ἐτάχθην ὑπὲρ τῆς ἐξόδου ἐκ τῆς οὐδετερότητος καὶ δὴ ὑπὸ τὴν ἡγεσίαν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ἀπαντήσω καὶ εἰς τὰς δύο ταύτας κατηγορίας. Πάντες κύριοι ἐν ἀρχῇ ἦσαν τῆς γνώμης ὅτι ἂν ἐπρόκειτο ποτὲ ἡ Ἑλλὰς νὰ ἐξέλθῃ τῆς οὐδετερότητος καὶ μετάσχῃ τοῦ εὐρωπαϊκοῦ πολέμου, ἡ θέσις της ἦτο μόνον παρὰ τὸ πλευρὸν τῆς Ἀντάντ. Ἡ μόνη διαφωνία ἔκειτο ἐν τούτῳ ὅτι ἐνῷ οἱ μὲν ἦσαν τῆς γνώμης ὅτι ἔπρεπε ἄνευ διαπραγματεύσεων καὶ ἄνευ ἀνταλλαγμάτων, ἁπλῶς καὶ μόνον διότι ἡ Ἀντάντ θὰ νικοῦσε μίαν ἡμέραν καὶ ὅτι ἐκεῖ ἔχομεν τὰ συμφέροντά μας καὶ ὅτι εἰς αὐτὴν ὀφείλομεν τὸ εἶνε μας, ἔπρεπε νὰ εἴμεθα ἕτοιμοι, εὐθὺς ὡς ἐκαλούμεθα παρ’ αὐτῆς νὰ ταχθῶμεν παρὰ τὸ πλευρόν της, ἐνῷ ἄλλοι ἐνόμιζον ὅτι ἔπρεπε ἐν πρώτοις νὰ διαπραγματευθῶμεν καὶ ἡμεῖς ὅπως καὶ τὰ ἄλλα οὐδέτερα Κράτη καὶ ἐπὶ ὡρισμένοις ἀνταλλάγμασι νὰ ἐξέλθωμεν τῆς οὐδετερότητος, πλὴν τούτου δὲ νὰ ἐξέλθωμεν καθ’ ὃν χρόνον ἡμεῖς θὰ ἐνομίζομεν ὅτι ἦτο κατάλληλος εὐκαιρία. Ἰδίως ἐνόμιζον ὅτι ἐνόσῳ δὲν καθώριζον καὶ τὰ λοιπὰ Βαλκανικὰ Κράτη τὴν θέσιν των, θὰ ἦτο παρακεκινδυνευμένη ἡ ἔξοδος τῆς Ἑλλάδος, διότι θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ εὑρεθῇ ἐν ἀπογνώσει ἀπέναντι αὐτῶν, καθ’ ὃν χρόνον οὐδεμία σκέψις ἐγίνετο περὶ ἀποστολῆς στρατοῦ τῆς Ἀντάντ εἰς τὴν Βαλκανικὴν Χερσόνησον. Τὴν γνώμην ταύτην συνεμεριζόμην καὶ ἐγώ, μετέσχον δὲ τοῦ Ὑπουργείου τοῦ Φεβρουαρίου τοῦ 1915 ὄχι διότι μὲ συνέδεε ταυτότης φρονημάτων, διότι ὡς θὰ ἐνθυμεῖσθε ὅσοι παρεκάθησαν εἰς τὴν Βουλὴν ἐκείνην, ἀκριβῶς δύο μῆνας πρὶν εἴχομεν ἔλθῃ εἰς ῥῆξιν μετὰ τοῦ ἐκ Πατρῶν πολιτευτοῦ κ. Γούναρη. Οὐδὲν λοιπὸν μᾶς συνέδεε, ἀλλὰ ἐνομίζομεν ὅτι θὰ προελαμβάνομεν κίνδυνον ἐπικρεμάμενον εἰς τὴν χώραν καὶ συμμετέσχομεν τοῦ Ὑπουργείου ἐκείνου. Καὶ εἶνε ἀληθὲς κύριοι, ὅτι ἐφροντήσαμεν νὰ τηρήσωμεν εὐμενῆ οὐδετερότητα προκειμένου δὲ περὶ τῆς Συμμάχου Δυνάμεως τῆς Σερβίας, οὐδέποτε ἐπὶ τῶν ἡμερῶν μας ἐκλήθη ἡ Ἑλλὰς νὰ προστρέξῃ εἰς αὐτήν. Ἀλλὰ μᾶς εἶπον ὅτι διεδόθη μετ’ ἐπιτάσεως, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἠθέλησεν ἵνα μὴ ἐξέλθῃ τῆς οὐδετερότητος καὶ δὲν θὰ σπεύσῃ πρὸς ἐνίσχυσιν τῆς Σερβίας καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει ἡ Βουλγαρία ἐξήρχετο τῆς οὐδετερότητος. Δύναμαι νὰ δηλώσω ὅτι ἐστάλησαν καὶ ἐγκύκλιοι πρὸς τοὺς Πρεσβευτὰς τῆς Ἀντὰντ διὰ τῶν ὁποίων καθίστατο γνωστὸν ὅτι ἡ Ἑλλὰς εἶναι ἑτοίμη νὰ κατέλθῃ εἰς τὸν πόλεμον παρὰ τὸ πλευρὸν τῆς Συμμάχου Σερβίας εὐθὺς ὡς ἡ Βουλγαρία θὰ ἐπετίθετο κατ’ αὐτῆς. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι διεξηγάγομεν διαπραγματεύσεις μακράς, ὅτι ἐζητήσαμεν ἀνταλλάγματα, κατελήξαμεν δὲ νὰ ζητήσωμεν καὶ τὴν ἀσφάλειαν τῆς ἀκεραιότητος τῆς χώρας ἡμῶν, ἀλλὰ σᾶς βεβαιῶ ὅτι οὐδέποτε ἠξιώθημεν σοβαρᾶς προσοχῆς ἐκ μέρους τούτων. Ἐν τῷ μεταξὺ ἀπωλέσαμεν τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς χώρας, διότι ἐγένοντο ἐκλογαὶ καὶ ἐχάσαμεν. Τότε κύριοι, ἐπείσθημεν ὅτι δὲν ἔχομεν τὴν πλειονοψηφίαν τῆς χώρας καὶ τὴν ὑποστήριξιν τῆς Ἀντάντ, διότι εἶναι βέβαιον ὅτι ἡ Ἀντάντ ὄχι μόνον διὰ τὰ ἀνταλλάγματα, τὰ ὁποῖα ἐζητήσαμεν, ἀλλὰ καὶ δι’ αὐτὴν τὴν ἀκεραιότητα τῆς χώρας εὕρισκε δύσκολον τὴν θέσιν της ἀπέναντι ἄλλων Κρατῶν, διότι διεπραγματεύετο μὲ τὴν Βουλγαρίαν, ἡ ὁποία εἶχε μεγαλειτέρας δυνάμεις ἀπὸ ἡμᾶς, μὲ τὴν Τουρκίαν, διεπραγματεύετο δὲ καὶ μετὰ τῆς Ἰταλίας. Ἡμεῖς ἐλέγομεν ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐξασφαλίσωμεν ὄχι μόνον τὴν ἀκεραιότητα τῆς χώρας, ἀλλὰ προκειμένου περὶ διαμελισμοῦ τοῦ Τουρκικοῦ Κράτους, νὰ ἔχωμεν ἀσφάλειαν, ὅτι μέρη Ἑλληνικὰ δὲν θὰ ἐπεδικάζοντο εἰς αὐτήν. Καὶ ἠξεύρετε ποίας ἀξιώσεις εἶχεν ἡ Ἰταλία; Καὶ πῶς ἦτο δυνατὸν νὰ προσέξῃ εἰς τὰς προτάσεις τὰς ἡμετέρας ἀπέναντι τῶν προτάσεων τῆς Βουλγαρίας καὶ ἄλλων Κρατῶν. Διὰ τοῦτο, κύριοι, εὐθὺς ὡς ἐχάσαμεν τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς καὶ ἐπείσθημεν ὅτι μεθ’ ἡμῶν ἦτο ἀδύνατον νὰ προέλθῃ εἰς διαπραγματεύσεις ἡ μόνη ἀπάντησις ἦτο νὰ ἐξέλθῃ τῆς οὐδετερότητος ἡ Ἑλλὰς ἄνευ ὅρων. Ἡμεῖς δὲν ἐδέχθημεν τοῦτο καὶ ἔπρεπε ἑπομένως νὰ παραιτηθῶμεν καὶ νὰ ὑποδείξωμεν εἰς τὴν Α. Μεγαλειότητα ἄλλο Ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον ν’ ἀπολαύῃ τῆς ἐμπιστοσύνης αὐτοῦ καὶ τῆς Ἀντάντ. Ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τότε διεκήρυξε ὅτι δὲν ἐννοεῖ νὰ μετάσχῃ τῆς ἐπιχειρήσεως τῶν Δαρδανελλίων, διότι ἦτο ἀργά, οὐχ’ ἧττον ἐκλήθη εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ μετ’ ὀλίγον ἐξῆλθε τῆς οὐδετερότητος ἡ Βουλγαρία παρὰ τὸ πλευρὸν τῶν Κεντρικῶν Αὐτοκρατοριῶν καὶ ἑπομένως, ἐγεννήθη τὸ ζήτημα τὶ ἔπρεπε νὰ κάμῃ ἡ Ἑλλάς. Ἐν μέρει ἐλύθη τὸ ζήτημα κατὰ πρότασιν τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως διὰ τῆς ἐπιστρατεύσεως τῆς Ἑλλάδος, ὅταν ὅμως ἐτέθη τὸ ζήτημα ἐὰν πρέπῃ νὰ ταθῇ ὑπὲρ τῆς Ἀντάντ παρητήθη· ἐπηκολούθησεν ἡ Κυβέρνησις Ζαΐμη ἀπαρτισθεῖσα ἐξ ὅλων τῶν πρώην Πρωθυπουργῶν καὶ ἡ ὁποία ἠθέλησε νὰ ὑποδείξῃ ὅτι εἶναι συμφέρον διὰ τὴν Σερβίαν καὶ δι’ ἡμᾶς νὰ παραμένῃ ἡ Ἑλλὰς ἐν οὐδετερότητι, ἀλλὰ μετ’ ὀλίγον ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη ἦλθεν εἰς σύγκρουσιν μὲ τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς καταψηφισθεῖσα καὶ παρῃτήθη ὁπότε τὸν κ. Ζαΐμην ἀντεκατέστησεν ἐν τῇ προεδρείᾳ τῆς Κυβερνήσεως ὁ κ. Σκουλούδης, ὁ ὁποῖος προέβη εἰς τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς ἐκείνης παρ’ ὅλας τὰς διαμαρτυρίας τοῦ κ. προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι κακῶς διελύθη. Ἐγένοντο ἐκλογαὶ καὶ τὸ κόμμα τῶν φιλελευθέρων ἀπέσχεν ἀπὸ αὐτάς. Συνεκλήθη νέα Βουλὴ καὶ ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη ἂν καὶ τὸ Κράτος διετέλει ὑπὸ τὰ ὅπλα καὶ ὑπὸ δαπανηροτάτην ἀπιστράτευσιν διὰ τὴν Ἑλλάδα μεθ’ ὅλην τὴν προσπάθειαν τὴν ὁποίαν κατέβαλε διὰ τῆς εὐμενοῦς οὐδετερότητος οὐχ’ ἧττον ἑκάστοτε προήρχετο εἰς προστριβὰς μετὰ τῆς Ἀντάντ, συνεπείᾳ δὲ τῆς καταλήψεως τοῦ ὀχυροῦ Ροῦπελ ἐγένετο τότε ἐπέμβασις, ὥστε ἐπεβλήθη εἰς αὐτὴν νὰ διαλυθῇ ἡ ἐπιστράτευσις καὶ νὰ παραιτηθῇ. Ἦτο τότε ἡ μόνη κατάλληλος στιγμὴ κατὰ τὴν ὁποίαν ἔπρεπε νὰ ληφθῇ μία γενναία ἀπόφασις, καθ’ ἣν ἐποχὴν ἡ Ἑλλὰς εἶχεν ὑπὸ τὰ ὅπλα 250.000 ἄνδρας καθ’ ἣν στιγμὴν ὁ Μάκενσεν εἰς τὴν μεθόριον γραμμὴν εὑρίσκετο μὲ 100.000 ἄνδρας. Ἐὰν ἐκαλούμην θὰ ἔλεγον ὅτι πρέπει νὰ ταχθῶμεν παρὰ τὸ πλευρὸν τῆς Ἀντάντ, διότι ἡμεῖς καὶ τότε καὶ τώρα εἴμεθα ὑποχείριοι εἰς τὰς Δυνάμεις τῆς Ἀντάντ, λαμβάνων δὲ ὑπ’ ὄψιν τὴν γεωγραφικὴν θέσιν τῆς Ἑλλάδος ὅτε ὅλα τὰ οἰκονομικὰ συμφέροντα εὑρίσκοντο εἰς χεῖρας τῆς Ἀντάντ ἐπείσθην ὅτι ἐὰν ἡ Ἑλλὰς ἠδύνατο νὰ κινηθῇ κατὰ τῶν Δυνάμεων τῆς Ἀντάντ θὰ εἴμεθα κατεστραμένοι. Ἔπρεπε νὰ ληφθῇ μία ἀπόφασις, πᾶσα ἀναβολή, πᾶσα παράτασις τῆς ἐκκρεμότητος θὰ δυσχέραινε τὴν θέσιν τῆς Ἑλλάδος, ἐν τούτοις ἐπροτιμήθη ἡ οὐδετερότης διότι τοῦτο ἀπεφάνθη τὸ Συμβούλιον τοῦ Στέμματος. Ἡ κυβέρνησις Ζαΐμη, ἡ ὁποία ἐπηκολούθησε τὴν κυβέρνησιν Σκουλούδη, προσεπάθησε νὰ ἱκανοποιήσῃ πᾶσαν ἀπαίτησιν τῆς Ἀντάντ, ἀλλὰ τελευταῖον ἐπείσθη ὅτι μόνη ἱκανοποίησις ἦτο νὰ ἐξέλθῃ ἡ Ἑλλὰς τῆς οὐδετερότητος. Ἐπειδὴ δὲν ἀνελάμβανε τὴν εὐθύνην αὐτὴν ἠναγκάσθη νὰ παραιτηθῇ καὶ τότε ἐγένετο σκέψις νὰ μὴ κληθῇ ὁ πρόεδρος τῆς κυβερνήσεως ἀλλὰ νὰ κληθῶσιν ἄλλοι μὲ τὴν ἀπόφασιν ὅτι θὰ ἐξέλθῃ ἡ Ἑλλὰς τῆς οὐδετερότητος. Εἰς τὴν Ἀντὰντ ἐγένετο ἀπόπειρα μὲ τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἀρκαδίας ὡς καὶ ἐμὲ τὸν ἐξ Εὐβοίας βουλευτήν, ἀλλὰ καὶ οἱ δύο ἀπέτυχον, διότι καὶ εἰς τὰς δύο ἀποπείρας αἱ Δυνάμεις τῆς Ἀντὰντ ἔδειξαν παντελῆ ἀδιαφορίαν, ἐνῷ αὐτὰ τὰ πειράματα ἦσαν ἱκανὰ νὰ πείσωσιν ὅτι ἔπρεπε νὰ ληφθῇ μία ἀπόφασις. Πάλιν ἐγένετο προσφυγὴ δι’ ὅλως διόλου ἀχρόου ὑπηρεσιακοῦ Ὑπουργείου ὑπὸ τὸν μακαρίτην Λάμπρον. Ἐν τῷ μεταξὺ ὁ κ. Βενιζέλος ἠναγκάσθη διαμαρτυρόμενος διὰ τὴν κατάστασιν αὐτὴν νὰ κηρυχθῇ ὑπὲρ τοῦ ἐπαναστατικοῦ κινήματος ἐν Θεσσαλονίκῃ, νὰ τεθῇ ἐπὶ κεφαλῆς αὐτοῦ καὶ νὰ συμπαρασύρῃ ὅλας τὰς νήσους τοῦ Αἰγαίου, νὰ διχασθῇ ἡ Χώρα εἰς δύο μέρη, τὸ ὁποῖον ἦτο τὸ χείριστον πάντων εἰς αὐτὰς τὰς περιστάσεις. Ἐν τούτοις τοῦτο δὲν ἐξηνάγκασε τὴν ἐνταῦθα Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ μίαν ὁριστικὴν ἀπόφασιν. Ἐξηκολούθησεν ἡ αὐτὴ κατάστασις, αἱ αὐταὶ προστριβαί, αἱ ὁποῖαι κατέληξαν εἰς τὰ Νοεμβριανά, εἰς τὸν ἀποκλεισμὸν τῆς Ἑλλάδος καὶ εἰς τὸ τελεσίγραφον τοῦ Δεκεμβρίου τοῦ 1916 κατὰ τὸ ὁποῖον ὅλος ὁ στρατὸς καὶ τὸ ὑλικὸν πολέμου τὸ εὑρισκόμενον ἐν Στερεᾷ Ἑλλάδι καὶ Θεσσαλίᾳ ἔδει νὰ μεταφερθῇ ἐν Πελοποννήσῳ. Τότε, κύριοι, ὑπέδειξα εἰς τοὺς ἁρμοδίους ὅτι τοῦτο σημαίνει πλήρη καὶ τέλειον ἀφοπλισμὸν τοῦ Κράτους τῶν Ἀθηνῶν, ὅτι τοῦτο εἶναι ἡ ἀρχὴ τοῦ τέλους του καὶ ὅτι καλλίτερον ἦτο τότε ἀντὶ νὰ κάμωσι τοιαύτας ὑποχωρήσεις νὰ ριφθῶσιν ἀμέσως εἰς τὰς ἀγκάλας τῆς Ἀντάντ καὶ ὑφ’ οἱουσδήποτε ὅρους ἤθελεν αὕτη νὰ ἐξέλθωμεν ἐκ τῆς οὐδετερότητος καὶ νὰ φέρωσι τὴν ἑνότητα τοῦ Κράτους διὰ τῆς προσκλήσεως τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν Κυβέρνησιν τῆς Χώρας. Δυστυχῶς ὅμως ἐπεκράτησεν ἡ γνώμη ὅτι δὲν εὑρισκόμεθα εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ πράξωμεν τοῦτο, ὅτι ἀφοῦ ἅπαξ ὑπεχωρήσαμεν καὶ εἰς αὐτὸ τὸ τελευταῖον τελεσίγραφον ἐξησφαλίσαμεν τὴν ἐπιτυχίαν μας. Λόγοι τότε ἄλλοι ἐξηνάγκασαν τὴν Ἀντάντ νὰ προβῇ εἰς μέτρα ριζικώτερα. Ἐγνώσθη ὅτι κατέρχεται εἰς τὴν Ἑλλάδα ὡς Ὕπατος Ἁρμοστὴς τῶν Δυνάμεων ὁ κ. Ζονάρ. Τότε δὲ ὑπῆρχον οἱ εὔπιστοι ἐδῶ, οἱ νομίζοντες ὅτι ἤρχετο νὰ ἐκλιπαρίσῃ τὴν παρέμβασιν τῆς Ἑλλάδος παρὰ τῷ Κάϊζερ, νὰ ἀφίσῃ τοὺς Ἀγγλογάλλους νὰ ἀπέλθωσιν εἰς τὸ Δυτικὸν Μέτωπον, διότι ἐκεῖ ἀνέμενον τὴν μεγάλην Γερμανικὴν ἐπίθεσιν ἀφ’ ὅτου ἡ Ρωσσία συνετρίβη. Δυστυχῶς, κύριοι, ὑπῆρχον καὶ ἐνταῦθα πολιτικοὶ ἄνδρες, οἱ ὁποῖοι εἶχον ἀντιθέτους γνώμας ὅτι ἡ Ἀντὰντ ἰδίως πρωτοστατοῦσα μιᾶς τῶν Δυνάμεων, τῆς Γαλλίας, εἶχεν λάβει ὁριστικὰς ἀποφάσεις. Ἡ δευτέρα δύναμις ἡ ὁποία ἦτο ἡ Ἀγγλία ἀποφαίνετο ὅτι ἐπιθυμεῖ μᾶλλον νὰ παραμείνῃ ἐνταῦθα ἀλλ’ ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ ἔλθῃ ἐκ Θεσσαλονίκης ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως διὰ νὰ γίνῃ ἡ ἔξοδος ὑπὸ τὴν ὁδηγίαν αὐτοῦ. Ἡμεῖς τότε ἐκλήθημεν. Ὑπεδείξαμεν τοὺς κινδύνους εἰς τοὺς ὁποίους ἐξετίθετο ἡ χώρα ἐὰν μέχρι τέλους ἐξικνεῖτο ἡ διαίρεσις τοῦ Κράτους, ἐὰν ἐπεβάλλετο ἡ ἐκθρόνισις τοῦ Βασιλέως, διότι δικαίως ἐφοβούμεθα ὅτι θὰ ἐπήρχοντο ἀντεκδικήσεις πολλαὶ, θὰ ἐγεννῶντο πάθη καὶ μίση, θὰ ἐγεννῶντο διαιρέσεις, ἐνῷ ὅλα αὐτὰ ἠδύναντο νὰ προληφθῶσιν ἐὰν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ συνδιαλλαγὴ καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς συνδιαλλαγῆς αὐτῆς νὰ γίνῃ ἡ ἔξοδος τῆς Ἑλλάδος, διότι ἦτο καὶ ἡ ἐσχάτη ὥρα νὰ ἐξέλθωμεν τότε. Ἀφ’ ἧς στιγμῆς, κύριοι, ἐγνώσθη ὅτι ἡ Ἀμερικὴ θὰ κατήρχετο πάνοπλος εἰς τὸν πόλεμον παρὰ τὸ πλευρὸν τῆς Ἀντάντ, ἀφ’ ἧς στιγμῆς ὁ ὑποβρύχιος πόλεμος ὅστις πρὶν ἦτο ὁ «μπαμπούλας» ἀπεδείχθη ὅτι εἰς οὐδὲν ὠφέλει τὴν Γερμανίαν, διότι δὲν εἶχεν νὰ παρεμποδίσῃ κανένα ἄνδρα μεταφερόμενον ἐξ Ἀμερικῆς, ἀφ’ ἧς λέγω ἡ πλάστιγξ ἔγειρεν ὁλόκληρος ὑπὲρ τῆς Ἀντὰντ καὶ κατὰ τῆς Γερμανίας, ἀφ’ ἧς στιγμῆς ὅλα τὰ Βαλκανικὰ καὶ ἡ Ρουμανία εἶχον ἐξέλθει τότε τί ἔπρεπε λοιπὸν νὰ ἐλπίζωμεν; Εἶναι ἀληθὲς ὅτι πολλὰ ἐλέγοντο περὶ ἐγγυήσεων, αἱ ὁποῖαι ἐδόθησαν εἰς ἡμᾶς ἐκ μέρους τῆς Γερμανίας περὶ τῆς ἀκεραιότητος τῆς Ἑλλάδος. Ἐγὼ ὁμολογῶ ὅτι ἤρχισα νὰ ἀμφιβάλλω ἀφ’ ὅτου κατελείφθη τὸ Ροῦπελ καὶ ἐπροχώρησαν οἱ Βούλγαροι εἰς τὴν Ἀνατολικὴν Μακεδονίαν. Ἀλλὰ ἐνόμιζα ὅτι καὶ αὕτη ἡ σκέψις ἠδύνατο νὰ παύσῃ, ἐκτὸς τοῦ ὅτι τὸ πρᾶγμα ἦτο ἀπίθανον, ὅταν ἀνελογίζετό τις ὅτι ἡ Βουλγαρία εἰς τὴν ὁποίαν ἡ Ἀντὰντ ἐπρότεινεν τὴν Βόρειον Μακεδονίαν καὶ μέρος τῆς Ἀνατολικῆς Μακεδονίας τὰ ἀπέριψεν αὐτὰ καὶ ἐρρίφθη εἰς τὰς ἀγκάλας τῆς Γερμανίας. Ὅταν δὲ λάβῃ κανεὶς ὑπ’ ὄψει του τὴν εὐστροφίαν καὶ τὸ εὐμετάβλητον τῆς Τουρκικῆς πολιτικῆς, ἐνῷ ἡμεῖς ἐμμένομεν ἐν τῇ περιφήμῳ ἐκείνῃ οὐδετερότητι μὲ τὴν διαίρεσιν τοῦ Κράτους, μὲ τὸ ἐπαπειλούμενον ἀλληλοφάγωμα, ἡ δὲ Βουλγαρία εὐθὺς ὡς ἔβλεπε ὅτι ἡ πλάστιγξ ἦτο ὑπὲρ τῆς Ἀντὰντ ἔσπευδε νὰ ριφθῇ εἰς τὰς ἀγκάλας της, ποία θὰ ἦτο ἡ θέσις μας; Ἰδοὺ οἱ λόγοι διὰ τοὺς ὁποίους ἐγὼ καὶ ἄλλοι πολιτικοὶ ἄνδρες ἐκηρύχθημεν ὑπὲρ τῆς ἀμέσου συνδιαλλαγῆς καὶ τῆς ἀμέσου ἐξόδου τῆς Ἑλλάδος ἐκ τῆς οὐδετερότητος. Δυστυχῶς δὲν εἰσηκούσθημεν καὶ ἐπῆλθον τὰ μοιραῖα γεγονότα, τὰ ὁποῖα ἐπῆλθον. Ἤμην κύριοι, κεκηρυγμένος ὑπὲρ τῆς ἐξόδου τῆς Ἑλλάδος παρὰ τὸ πλευρὸν τῆς Ἀντὰντ πολὺ πρὶν πρὸ τῆς καθόδου τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἐκ τῆς Θεσσαλονίκης εἰς Ἀθήνας, ὥστε δὲν εἶχον ἀνάγκην νὰ θεωρηθῶ ὅτι τρομοκρατηθεὶς ἐπὶ τῇ ἀφίξει τοῦ κ. Προέδρου ἐνταῦθα ἔσπευσα νὰ δηλώσω φιλίαν καὶ νὰ κηρυχθῶ ὑπὲρ τῆς Ἀντάντ. Ὅταν κύριοι, ἐκλήθη εἰς τὴν ζωὴν ἡ παροῦσα Βουλή, διότι εἶχεν καταδικασθῆ εἰς θάνατον, ἀνεκινήθη τὸ ζήτημα μεταξὺ τῶν ἀντιπολιτευομένων ἐὰν θὰ ἔλθωσιν. Ἐγὼ τότε ἀσθενὴς κληθεὶς μίαν ἡμέραν εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ κ. Ράλλη δὲν μετέβην, ἐλήφθησαν ὅμως ἀποφάσεις νὰ ἀναγνωρισθῇ ἡ Βουλὴ de facto ὡς ἐπαναστατικὸν καθεστὼς νὰ ἀναγνωρισθῇ ἡ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως ὡς πρὸς τὸ ἐξωτερικὸν ζήτημα καὶ νὰ περιορισθῇ ἡ ἀντιπολίτευσις εἰς τὸ ἐσωτερικὸν ζήτημα. Ἐπὶ τῇ βάσει ταύτῃ ἀπεφάσισαν οἱ τότε συνελθόντες ἐν τῇ οἰκίᾳ τοῦ κ. Ράλλη ἀντιπολιτευόμενοι βουλευταὶ ν’ ἀναγνωρίσωσιν de facto τὴν τότε ἀνακληθεῖσαν εἰς τὴν ζωὴν Βουλὴν, τῆς 31 Μαΐου. Εἰς τὴν σύσκεψιν ταύτην μετεῖχον ὁ πολιτευτὴς Ἀττικοβοιωτίας, καὶ οἱ πρώην Ὑπουργοὶ κ.κ. Ν. Στράτος, Ν. Τριανταφυλλᾶκος, Γ. Μπαλτατζῆς, Τ. Μπασιᾶς καὶ Ἀλ. Κανάρης πρὸς δὲ ὁ κ. Μπούσιος πάντες σχεδὸν οἱ φίλοι τοῦ κ. Ν. Δημητρακοπούλου καὶ οἱ πλεῖστοι τῶν φίλων τοῦ κ. Δ. Γούναρη. Ἐγὼ ἀσθενῶν τότε, οὔτε εἰς τὴν συνέλευσιν τῆς οἰκίας τοῦ κ. Ράλλη παρέστην, οὔτε εἰς τὴν Βουλὴν προέβην εἰς δήλωσίν τινα. Ἔπραξα ὅμως τοῦτο ἐξ ἀφορμῆς τῶν Λαμιακῶν καὶ τότε οὐχὶ διὰ νὰ περισώσω ἑαυτὸν ἐκ τῆς καταδιώξεως, ὡς κακοβούλως διεδόθη ἀφοῦ οὐδένα τοιοῦτον κίνδυνον διέτρεχον ὡς κηρυχθεὶς ὑπὲρ τῆς ἐξόδου τῆς Ἑλλάδος ἐκ τῆς οὐδετερότητος πολὺ πρὸ τῆς καθόδου τοῦ κ. Βενιζέλου ἐκ Θεσσαλονίκης εἰς Ἀθήνας, δι’ ὃν λόγον δὲν κατεδιώχθησαν προσωπικῶς καὶ ὅσοι ἄλλοι πολιτικοὶ εἶχον κηρυχθῆ ἐπίσης ὑπὲρ τῆς ἐξόδου, ὡς οἱ κ.κ. Δημητρακόπουλος, Καλογερόπουλος καὶ Στράτος. Διὰ τῶν δηλώσεων ἐκείνων ἠθέλησα ἀφ’ ἑνὸς μὲν νὰ διαψεύσω τὰς διαδόσεις περὶ δῆθεν πολιτικῆς συνωμοσίας, κρυπτομένης ὄπισθεν τοῦ αὐθορμήτου ὅλως καὶ ἀπερισκέπτου κινήματος τοῦ 2ου Πεζικοῦ Συντάγματος, νὰ προλάβω δὲ μείζονας διαστάσεις αὐτοῦ, ἐξ ὧν καὶ ὁ νομός μου ἠδύνατο νὰ πάθῃ καὶ τὸ ἐθνικὸν ἡμῶν ζήτημα νὰ ζημιωθῇ. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ δ’ ἐκείνῃ ἐδήλωσα ὅτι, συνεφώνουν μὲ τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως παρέμεινον ὅμως ἀντιπολιτευόμενος ὡς πρὸς τὴν ἐσωτερικὴν πολιτικήν της. Μετὰ τὴν ἀνακωχήν, εἶναι ἀληθὲς ὅτι παρὼν ἐν τῇ Βουλῇ μετὰ πολλῶν ἄλλων ἀντιπολιτευομένων βουλευτῶν ὡς οἱ κ.κ. Στράτος, Μπασιᾶς, Ζαβιτζιᾶνος, Πὼπ καὶ πολλοὶ ἐκ τῶν φίλων τῶν κ.κ. Δημητρακοπούλου καὶ Γούναρη, ἔτεινα καὶ ἐγὼ ὡς πάντες οὗτοι, τὴν χεῖρα πρὸς τὸν κ. Βενιζέλον, ὄχι εἰς ἔνδειξιν συγχαρητηρίων, ἀλλὰ καὶ εἰς ἀπόδειξιν ὅτι αὐτός, ἀπερχόμενος εἰς τὸ Συνέδριον τῆς Εἰρήνης, θὰ ἀντεπροσώπευεν ὄχι μόνον τὸ κόμμα του, ἀλλὰ καὶ τὴν ἀντιπολίτευσιν καὶ ὁλόκληρον τὴν Ἑλλάδα. Τὸ περίεργον ὅμως εἶναι ὅτι ἐνῷ οὐδεὶς ἄλλος ἐκ τῶν ἀντιπολιτευομένων ἐκείνων κατεκρίθη διὰ τὴν περὶ ἧς ὁ λόγος χειραψίαν, ὅσον ἐγώ, διὰ τὸν ὁποῖον μάλιστα ἐπενοήθη καὶ τὸ ἀσύστολον ψεῦδος ὅτι ἠσπάσθην τὴν χεῖρα τοῦ κ. Βενιζέλου, τοῦτο ὅμως οὐδόλως ἐκώλυσεν ἐμὲ ἵνα ἀπόσχω ἔκτοτε καὶ ἐφόσον ἦτο ἐκκρεμὲς τὸ μέγα ἐθνικὸν ζήτημα, πάσης ἀντιπολιτεύσεως κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, διότι τὸν κ. Βενιζέλον ἐθεώρουν δυσαναπλήρωτον ἐν τῇ ὑποστηρίξει τῶν ἐθνικῶν ἡμῶν δικαίων ἀπέναντι τοῦ Συνεδρίου τῆς Εἰρήνης, ἀφοῦ οὐδεὶς ἄλλος Ἕλλην ἠδύνατο νὰ ἔχῃ τὸ διεθνὲς κῦρος καὶ τὴν ἐπιβολὴν αὐτοῦ. Ἰδοὺ λέγω, ὁ λόγος, δι’ ὃν τότε διεμαρτυρήθην διὰ τὴν ἀντισυνταγματικὴν παράτασιν τοῦ βίου τῆς Βουλῆς τῆς 31 Μαΐου πέραν τῶν συνταγματικῶν της ὁρίων, οὔτε ἀπέσχον τῶν συνεδριάσεων αὐτῆς μέχρι σήμερον, ὅτε ἔχομεν ἐνώπιόν μας πλήρη τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἐξωτερικῆς μας πολιτικῆς, ἀποτελέσματα ὑπερβαίνοντα πᾶσαν προσδοκίαν καὶ πληροῦντα κατὰ τὸ πλεῖστον τοὺς προαιωνίους πόθους τοῦ Γένους ἡμῶν. Διὰ τὰ ἀποτελέσματα αὐτὰ ὀφείλομεν πάντες οἱ Ἕλληνες ἀδιαιρέτως συμπολιτεύσεως καὶ ἀντιπολιτεύσεως, νὰ αἰσθανώμεθα ἐθνικὴν ἀγαλλίασιν. Ἰδιαιτέραν ἀγαλλίασιν αἰσθάνομαι δι’ αὐτὰ ἐγὼ, ὁ ὁποῖος τὰ ἀκμαιότερα ἔτη τῆς ἀνδρικῆς μου ἡλικίας ἀφιέρωσα εἰς τὸν ἀγῶνα ἐν Μακεδονίᾳ, κατὰ τῶν ἐκεῖ ξενικῶν προπαγανδῶν, ἀπὸ τοῦ 1877 μέχρι τοῦ 1883, ἠναγκάσθην δὲ νὰ ἐγκαταλείψω τὴν περιμάχητον ἐκείνην χώραν, ἀφοῦ ὀλίγον ἔλειψε νὰ πέσω θῦμα τῶν περὶ ὧν ὁ λόγος προπαγανδῶν, τῇ σκευωρίᾳ τῶν ὁποίων εἶχεν καταδικασθῆ εἰς θάνατον ὑπὸ τοῦ ἐν Θεσσαλονίκῃ Τουρκικοῦ Στρατοδικείου, ὁ νεώτερος ἀδελφός μου. Διὰ τῆς ἐν ἔτει 1880 δημοσιευθείσης μελέτης μου ὑπὸ τὸν τίτλον «τὸ ἔργον τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἐν Μακεδονίᾳ» καὶ δι’ ἀλλεπαλλήλων σειρῶν ἄρθρων μου, δημοσιευθέντων ἔκτοτε ἐν τῷ «Αἰῶνι», ἐν τῇ «Ἀκροπόλει» καὶ ἐν τῇ «Ἐφημερίδι» κατέστησα ἐγὼ τὸ πρῶτον γνωστὴν εἰς τοὺς πολλοὺς Ἕλληνας τὴν σημασίαν τῆς χώρας ἐκείνης διὰ τὸν Ἑλληνισμόν. Νομίζω ὅτι καὶ ἄλλως συνετέλεσα εἰς τὴν κατευόδωσιν τῶν τελευταίων ἐθνικῶν μας ἀγώνων. Καθ’ ὃν χρόνον, ἐν ἔτει 1909, ἐξεγερθεὶς ὁ στρατὸς ἐν Ἑλλάδι ἀπῄτησε τὴν ἄμεσον προπαρασκευὴν τῆς Ἑλλάδος διὰ τὴν ἐπίλυσιν τοῦ Κρητικοῦ ζητήματος, πάντες δὲ οἱ ἄλλοι πολιτικοὶ ἐθεώρησαν τὴν τοιαύτην ἀξίωσιν ἀπραγματοποίητον, διότι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους εἶχε τότε νὰ ἐπιδείξῃ ἔλλειμα 10–12 ἑκατομμυρίων, τὸ ὁποῖον, κατὰ τὴν γνώμην τῶν πρώην Πρωθυπουργῶν καὶ Ὑπουργῶν τῶν Οἰκονομικῶν, μεθ’ ὅλας τὰς δυνατὰς οἰκονομίας καὶ αὐξήσεις τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους ἦτο ἀδύνατον ποτὲ νὰ καλυφθῇ, τότε μόνος μου εἶχον τὸ θάρρος νὰ ἐπαγγελθῶ τὴν βελτίωσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ κατὰ 20 ἑκατομμύρια περίπου. Ἀναλαβὼν δὲ τότε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν κατώρθωσα καὶ τὸ ἔλλειμα νὰ καλύψω καὶ περίσσευμα νὰ παρουσιάσω ἐκ 15 περίπου ἑκατομμυρίων, τὸ ὁποῖον ἐπέτρεψε εἰς ἡμᾶς καὶ τὸν «Ἀβέρωφ» νὰ προμηθευθῶμεν, καὶ τὴν πολεμικὴν ἡμῶν παρασκευὴν νὰ συμπληρώσωμεν ἐκ τῶν ἐνόντων, καὶ τὸ δάνειον τῶν 110 ἑκατομμυρίων νὰ συνομολογήσωμεν, ἄνευ τῶν ὁποίων ἦτο ἀδύνατον ἡ Ἑλλὰς νὰ διεξαγάγῃ νικηφόρως τοὺς Βαλκανικοὺς πολέμους τοῦ 1912–13, οἵτινες προπαρεσκεύασαν τοὺς τελευταίους ἡμῶν θριάμβους. Λυποῦμαι κύριοι, διότι μεθ’ ὅλον τὸν θαυμασμόν μου διὰ τὰ ὄντως κοσμοϊστορικὰ ἀποτελέσματα τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς, διαφωνῶ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ὡς πρὸς τὴν ἐσωτερικὴν της πολιτικήν. Αὕτη ὑπὸ ἔποψιν οἰκονομικήν, ἔχει νὰ ἐπιδείξῃ τὴν καταπληκτικὴν αὔξησιν τοῦ Δημοσίου ἡμῶν χρέους, τοῦ ἐλλείμματος τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους καὶ τοῦ κυκλοφοροῦντος χαρτονομίσματος, οὗτινος ἡ ἀνταλλακτικὴ ἀξία ὁσημέραι ἐκπίπτει, ὑπὸ ἔποψιν διοικητικὴν ἔχει δηλητηριάσει τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε ν’ ἀδιαφορῇ πρὸς τὸν τριπλασιασμὸν τῆς Ἑλλάδος καὶ πρὸς τὴν ἀπελευθέρωσιν ἑκατομμυρίων ἀδελφῶν του, ἔχει δὲ δημιουργήσει μίση ἀδιάλλακτα, τὰ ὁποῖα ἐγκλείουσι μεγάλους κινδύνους διὰ τὸ προσεχὲς μέλλον ἄν ἐγκαίρως δὲν καταβληθῇ ἡ δέουσα προσπάθεια πρὸς βελτίωσιν τῆς καταστάσεως. Ἰδιαιτέρως, κύριοι, εἰς τὸν νομὸν, οὗτινος ἔχω τὴν τιμὴν νὰ τὸν ἀντιπροσωπεύω κατεδιώχθησαν ἀμειλίκτως ἄπειροι φίλοι μου δι’ ἀπελάσεως διὰ φυλακίσεως, ἀκόμη διὰ τουφεκισμοῦ καὶ ἐμπρησμῶν. Ὡς πρὸς τὸ ζήτημα κυρίως τῆς προκειμένης ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος ἔχω νὰ εἴπω τὰ ἑξῆς. Ἡ ἐπιστημονικὴ καὶ πολιτική μου συνείδησις μοὶ ὑπαγορεύει νὰ διακηρύττω ὡς ἐν ἔτει 1910 καὶ τώρα ὅτι περὶ ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος δύναται νὰ γίνῃ λόγος μόνον ἐφ’ ὅσον παρεκβαίνει τῶν ὁρίων τοῦ Συντάγματος. Ἐφόσον δὲ ὡς τότε, καὶ τώρα πρόκειται νὰ συγκληθῇ αὕτη ἐπὶ ἀθετήσει τῆς σχετικῆς διατάξεως τοῦ Συντάγματος, οὐδὲν κῦρος δύναται νὰ ἔχῃ αὐτή. Τοῦτο δὲν εἶναι ἀτομική μου γνώμη. Εἶναι ἐπιστημονικὸν ἀξίωμα, τὸ ὁποῖον διακηρύττουσι οἱ ἐπιφανέστατοι τῶν Συνταγματολόγων, ἐξ ὧν καὶ ὁ Ἀκαδημαϊκὸς καὶ καθηγητὴς τοῦ Συνταγματικοῦ Δικαίου ἐν Παρισίοις Ἐσμὲν, καθ’ ὅν ἡ ἀναθεωρητικὴ Συνέλευσις ἐνασκεῖ Συντακτικὴν ἐξουσίαν, ἀλλὰ μόνον ἐν ᾧ μέτρῳ καὶ ὑφ’ οὕς ὅρους καθώρισαν οἱ Συνταγματικοὶ νόμοι, παρεκβαίνουσα αὐτὴ τῆς τοιαύτης ἐντολῆς της εἶναι ἄνευ τίτλου καὶ ἄνευ κύρους. Συλλογισθῆτε, κύριοι, ὁποῖαι θὰ εἶναι αἱ συνέπειαι......
§6Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπιτρέπετε μίαν διακοπήν, ἄν δὲν σᾶς ἐνοχλῇ;
§7Α. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Παρακαλῶ.
§8Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Διατὶ ἄν ἡ κληθησομένη Συνέλευσις ἐπαναστατικῷ δικαίῳ εἶναι Συντακτική, αἱ ἀποφάσεις της θὰ ἔχωσι κῦρος καὶ διατὶ ἡ συγκληθησομένη Συνέλευσις ἐπαναστατικῷ δικαίῳ ἄν εἶναι ἀναθεωρητική, ἄν σκοπῇ στενώτερον κύκλον ἐργασίας, μικρότερα πράγματα δὲν θὰ κατορθώσῃ νὰ ἔχῃ κῦρος; Διατί, καὶ εἴμεθα σύμφωνοι ὅτι ἐφ’ ὅσον δὲν καλεῖται ἡ Συνέλευσις σύμφωνα μὲ τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος καλεῖται ἐπαναστατικῷ δικαίῳ, διατί τὸ ἐπαναστατικὸν δίκαιον εἰμπορεῖ νὰ κάμῃ τὰ περισσότερα καὶ δὲν εἰμπορεῖ νὰ κάμῃ τὰ ὀλιγώτερα ἐγκύρως;
§9Α. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐγὼ ἐνόμιζον, κύριε Πρόεδρε, ὅτι τὴν ἀπάντησιν τὴν ἔχετε ἐν τῇ περικοπῇ, τὴν ὁποίαν σᾶς ἀπήγγειλα πρὶν ἐκ τοῦ συγγράμματος τοῦ Ἐσμέν.
§10Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ ἐρωτῶ δι’ ὑμῶν τὸν κ. Ἐσμὲν διατί, καὶ ἐπειδὴ δὲν τὸν ἔχω μπροστά μου περιμένω ἀπὸ σᾶς τὴν ἀπάντησιν.
§11Α. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Διότι πλήρη Συντακτικὴν ἐξουσίαν, ἀποκλείουσαν πᾶσαν ἀντίρρησιν ἐνασκεῖ μόνον ἡ Συντακτικὴ Συνέλευσις, διότι ἐν μόνῃ τῇ Συντακτικῇ Συνελεύσει ἐκπροσωπεῖται ὁλόκληρος ἡ κυριαρχία τοῦ λαοῦ καὶ τοῦ ἔθνους, τὴν ὁποίαν τὸ Σύνταγμα ἡμῶν ἔχει ἀναγνωρίσει ὡς μόνην πηγὴν πάσης ἐξουσίας, λοιπὸν μόνον διὰ μιᾶς τοιαύτης Ἐθνοσυνελεύσεως ἐκπροσωπούσης τὴν πλήρη κυριαρχίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ δύνασθε καὶ αὐτὰς τὰς διατάξεις, τὰς ὁποίας θέλετε ὑμεῖς νὰ μεταρρυθμίσητε καὶ τὸ ὅλον σας ἔργον τὸ μέχρι τοῦδε νὰ παγιώσητε καὶ νὰ καταστήσητε ἀπρόσβλητον. Ἐναντίον ἀποφάσεων μιᾶς Συντακτικῆς Συνελεύσεως δὲν εἶναι εὔκολον νὰ ἐγείρῃ τις ἀντιρρήσεις καὶ προσβάλῃ τὸ κῦρος αὐτῆς, ἔχει ὅμως λόγον νὰ ἐγείρῃ ἀντιρρήσεις καὶ προσβάλλει τὸ κῦρος μιᾶς ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία δὲν συγκαλεῖται ἐπὶ τῇ βάσει τῶν συντακτικῶν διατάξεων, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων καὶ μόνον δύναται νὰ συγκληθῇ, νὰ ἐνασκήσῃ ἐξουσίαν, νὰ ἔχῃ κῦρος.
§12Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Ἐνδιαφέρει ἡ ἔκτασις δικαιοδοσίας, ὄχι ἡ ὀνομασία, κύριε συνάδελφε.
§13Α. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Προτείνετε ἀναθεώρησιν διατάξεων, καὶ ἐγὼ παραδέχομαι ὅτι ἡ Ἀναθεωρητικὴ Βουλὴ αὐτὸν τὸν σκοπὸν ἔχει νὰ ἀναθεωρήσῃ ὅμως τί; Διατάξεις ἰσχυούσας καὶ νὰ τὰς μεταρρυθμίσῃ ἐπὶ τὰ κρείττω. Ἀλλὰ πρόκειται πράγματι τὴν σήμερον νὰ ἀναθεωρήσωμεν διατάξεις ἰσχυούσας; Ἐν τῇ προτάσει σας ὁμολογεῖτε ὅτι ἔχουσιν ἀνατραπῆ πλεῖσται ὅσαι διατάξεις τοῦ Συντάγματος. Ἐναντίον τοῦ Συντάγματος, ἐπὶ προφανεῖ ἀνατροπῇ αὐτοῦ ἀνεκλήθη εἰς τὴν ζωὴν ἡ παροῦσα Βουλή. Ἐναντίον τοῦ Συντάγματος παρετάθη πέραν τοῦ τεταγμένου εἰς αὐτὴν ὁρίου ὁ βίος αὐτῆς. Ἐναντίον τοῦ Συντάγματος ἀνεστάλη ἡ συνταγματικὴ ἰσοβιότης. Ἐναντίον τοῦ Συντάγματος ἀνετράπησαν τόσα ἄλλα καὶ ἐννοεῖτε ποῖαι θὰ εἶναι αἱ συνέπειαι ἐὰν δὲν ἐπέλθῃ μία Συντακτικὴ Συνέλευσις νὰ κυρώσῃ αὐτὰς ὅλας τὰς ἀνατροπὰς τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος. Ἐρωτῶ: πρόκειται ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει νὰ ἀναθεωρήσωμεν ἰσχυούσας διατάξεις τοῦ Συντάγματος ἢ νὰ ἀναστηλώσωμεν τὰς ἤδη ἀνατραπείσας ἢ νὰ ἀνασυντάξωμεν αὐτὸ τὸ Σύνταγμα; Καὶ ὅταν, Κύριοι, καὶ ἁπλῆ ἀμφιβολία ἀρκεῖ νὰ κλονίσῃ τὴν πεποίθησιν ἐπὶ τὸ ἔργον τῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς διατὶ νὰ μὴ θέλετε νὰ συγκαλέσητε Συντακτικὴν Συνέλευσιν; Εὑρίσκετε ἄλλην καταλληλοτέραν περίστασιν ἀπὸ αὐτὴν καθ’ ἣν ἡ Ἑλλὰς τριπλασιάζεται διὰ νὰ εἰσέλθουν ἐδῶ καὶ ἀποφασίσουν περὶ τῆς τύχης των καὶ ὅλοι αὐτοὶ οἱ ἀπελευθερούμενοι ὑπόδουλοι; Εὑρίσκετε ἄλλην περίστασιν καταλληλοτέραν διὰ τὴν σύγκλησιν Ἐθνοσυνελεύσεως ἀπὸ αὐτὴν, καθ’ ἣν διευθύνει τὴν πλειονοψηφίαν ἀνὴρ ἔχων τόσον κῦρος, τόσην ἐπιβολὴν συνεπείᾳ τῶν κατορθωμάτων, τὰ ὁποῖα ἔχει νὰ ἐπιδείξῃ ἐκ τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς; Νομίζετε ὅτι καὶ μετά τινα ἔτη θὰ ἔχετε αὐτὴν τὴν εὐκαιρίαν; Θὰ ἔχητε ἄνδρα συγκεντροῦντα τοιαύτην ἐπιβολὴν καὶ τοιοῦτον σθένος ὥστε νὰ ἐπιβληθῇ εἰς μίαν Ἐθνοσυνέλευσιν; Ἐγὼ νομίζω ὅτι ἡ μόνη περίστασις, καθ’ ἣν συμφέρει νὰ συγκληθῇ Συντακτικὴ Συνέλευσις καὶ ἐπιβάλλεται νὰ συγκληθῇ, εἶναι ἡ παροῦσα. Θέλετε νὰ μεταρρυθμίσητε διατάξεις τέλος πάντων ἂν ἠθέλετε ἔστω καὶ τύπους τινὰς ἐκ τοῦ Συντάγματος, τοὺς ὁποίους σεῖς ἐψηφίσατε, νὰ τηρήσητε, ἠδύνασθε νὰ ἐφαρμόσητε τὴν διάταξιν καθ’ ἣν ἡ βʹ ἀνάγνωσις καὶ ἡ ψήφισις ἐπακολουθεῖ μετὰ ἕνα μῆνα, ἠμπορούσατε ἀφ’ οὗ εἴχομεν προθεσμίαν μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου νὰ ψηφισθῇ τότε, ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τούτου.
§14Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ ἀνεβάλλοντο αἱ ἐκλογαί.
§15Α. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Αἱ διατάξεις αὗται, τὰς ὁποίας θέλετε νὰ ἀναθεωρήσετε καὶ λέγετε ὅτι πρόκειται μᾶλλον περὶ ἑρμηνείας, ποῖαι εἶναι; Ἐγώ, κύριοι, μὲ ὅλην τὴν προσπάθειαν, τὴν ὁποίαν κατέβαλον νὰ πείσω ἐμαυτὸν ὅτι πρόκειται τωόντι περὶ ἑρμηνείας δὲν κατώρθωσα τὸ τοιοῦτον. Παραδέχομαι ὅτι πρόκειται περὶ μεταρρυθμίσεως περὶ ἀναθεωρήσεως τῶν σχετικῶν ἄρθρων. Ὅταν τὸ ἄρθρον 31 ὁρίζει ὅτι ὁ Βασιλεὺς διορίζει καὶ παύει τοὺς Ὑπουργοὺς καὶ ἔρχεσθε ὅπως λέγετε νὰ τὸ ρυθμίσητε ἐπὶ τὸ ἀκριβέστερον, δηλ. αὐτὴ ἡ μεταρρύθμισις ἐπὶ τὸ ἀκριβέστερον δὲν σημαίνει τίποτε ἄλλο παρὰ περιορισμόν, ὅταν λέγετε ὅτι θὰ ἐξαρτήσητε τὴν κήρυξιν τοῦ πολέμου ἐκ τῆς ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς ἐν ᾧ τὸ κείμενον τοῦ Συντάγματος λέγει ὅτι ὁ Βασιλεὺς κηρύσσει τὸν πόλεμον, ὅταν λέγετε ὅτι θὰ ἀφαιρέσητε τὴν ἀρχηγίαν τοῦ Στρατοῦ ἀπὸ τὸν Βασιλέα ὅταν τὸ Σύνταγμα λέγει ὅτι ὁ Βασιλεὺς ἄρχει τῶν κατὰ ξηρὰν καὶ θάλασσαν δυνάμεων, ὅταν τὸ κείμενον τοῦ Συντάγματος λέγει ὅτι ὁ Βασιλεὺς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ διαλύῃ τὴν Βουλὴν σεῖς δὲ θέλετε νὰ τὸ ὑποβάλητε εἰς περιορισμοὺς τινας, ἑρμηνεύοντες τὸ Σύνταγμα, ὅταν προκειμένου περὶ τῆς διαδοχῆς τοῦ Ἑλλ. Θρόνου τὸ Σύνταγμα λέγει ῥητῶς ὅτι τὸ Ἑλληνικὸν Στέμμα καὶ τὰ συνταγματικὰ αὐτοῦ δικαιώματα περιέρχονται εἰς τοὺς κατ’ εὐθεῖαν γραμμὴν γνησίους καὶ νομίμους ἀπογόνους τοῦ Γεωργίου τοῦ Αʹ, νομίζω ὅτι τοιαύτας διατάξεις παγίας καὶ ἀσφαλεῖς μόνον μίαν συντακτικὴ Συνέλευσις δύναται νὰ διορθώσῃ, Ἀλλὰ καὶ ἄλλη διάταξις καθ’ ἣν τὸ ἄρθρον 2 τοῦ Συντάγματος διαγράφεται, δηλαδὴ τὸ αὐτοκέφαλον τῆς ἐκκλησίας ἐπαφιεμένου τοῦ κανονισμοῦ αὐτοῦ εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν....
§16Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργὸς). Ὄχι τὸ αὐτοκέφαλον.
§17Α. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἰδού τὶ λέγει. «Τούτου ἕνεκεν ὀρθὸν καὶ σκόπιμον εἶναι τροποποιουμένης τῆς διατάξεως νὰ ἀφεθῇ ἐλευθέρα ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία, ὅπως ἐπὶ τὸ σκοπιμώτερον κανονίσῃ τὸ ζήτημα τοῦτο ἄνευ συνταγματικοῦ τινος δεσμοῦ».
§18Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Εἰξεύρετε περὶ τίνος πρόκειται; Ὑπάρχουσιν ἐπισκοπαί τινες, περιφέρειαί τινες μητροπολιτικαί, αἱ ὁποῖαι κατὰ τὸ κανονικὸν δίκαιον φαίνεται ὅτι δὲν δύνανται ν’ ἀποσπασθῶσιν ἀπὸ τὴν ἐπισκοπὴν Κων) πόλεως. Λοιπὸν δι’ αὐτὰς τὰς ἐπισκοπὰς θέλομεν νὰ ἔχωμεν τὴν ἐλευθερίαν ὥστε νὰ τὰς ἀφήσωμεν ἐνδεχομένως ἐν διοικητικῇ ἐξαρτήσει, ἀλλὰ καὶ περὶ τοῦ αὐτοκεφάλου, τὸ ὁποῖον τόσον συνετάραξε τὸν πολιτικὸν κόσμον τῆς Ἑλλάδος δὲν πρόκειται καμμία συζήτησις νὰ γίνῃ καὶ νομίζω ὅτι ἐφ’ ὅσον ἐν Κων)πόλει θὰ ὑπάρχῃ Κυβέρνησις ξένη καὶ μάλιστα Κυβέρνησις Μουσουλμανικὴ θὰ εἶναι ἀδύνατον νὰ γίνῃ σκέψις περὶ ἄρσεως τοῦ αὐτοκεφάλου καὶ περὶ ἑνώσεως τῆς Ἑλλάδος μετὰ τῆς ἐκκλησίας τῆς Κων)πόλεως.
§19Α. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐγώ, κ. Πρόεδρε, ἔχων ὑπ’ ὄψει τὸ γράμμα τῆς προτάσεώς σας προέβην εἰς αὐτὰς τὰς σκέψεις.
§20Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἀλλὰ κάμνω τὴν ἐξήγησιν αὐτήν.
§21Α. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐπικαλεῖται ἐδῶ τὸ γρᾶμμα τῆς προτάσεως σας τὸν 28ον κανόνα τῆς Συνόδου, ὁ ὁποῖος δικαιολογῶν ὅτι καὶ ἡ Κων)πολις πρέπει ν’ ἀπολαύῃ τῶν αὐτῶν προνομίων μὲ τὴν παλαιὰν πρωτεύουσαν, τὴν Ρώμην καὶ ὁ ἀρχιεπίσκοπος Κων)πόλεως νὰ ἔρχεται δεύτερος κατὰ τὰ πρεσβεῖα μετὰ τὸν Ἐπίσκοπον Ρώμης, ὅπως ἀναδείξῃ αὐτὸν πράγματι ἀρχιεπίσκοπον, ὑπήγαγεν εἰς αὐτὸν τὰς Μητροπόλεις, ὡς γράφει ὁ κανών, τῆς Θρακικῆς καὶ τῆς Ποντικῆς. Ἀλλ’ ἡ ἰδία σύνοδος καθιέρωσε τὴν ἑξῆς ἀρχήν, ὅτι ὁπωσδήποτε καθίσταται νέον διοικητικόν, εἴτε εἰς τὴν Αὐτοκρατορίαν αὐτήν, εἴτε ἐκτὸς τῶν διοικήσεων τῆς Αὐτοκρατορίας εἰς τὸ νέον αὐτὸ κέντρον τὸ πολιτικὸν θὰ παρακολουθῇ καὶ τὸ κέντρον τὸ ἐκκλησιαστικόν. Εἰς αὐτὴν τὴν ἀρχὴν ἐπιμένουσα ἡ Ἐκκλησία ἐν Ἑλλάδι, ἐζήτησε νὰ γίνῃ ἀνεξάρτητος καὶ νὰ διοικηθῇ μόνη της. Τοῦτο δὲ ἔγινε κακὴ ἀρχὴ ὅτι ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς τοὺς Βουλγάρους νὰ προκαλέσουν τὸ σχίσμα καὶ νὰ παράσχουν τόσα πράγματα εἰς τὴν Ἐκκλησίαν, τὴν σήμερον. Βεβαίως διὰ τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον περιοριζόμενον εἰς τόσον στενὸν χῶρον βεβαίως πρέπει νὰ ληφθοῦν ῥιζικώτερα μέτρα. Καὶ διὰ τοῦτο ἐγὼ νομίζω ὅτι ἐὰν ἤρετο Συντακτικὴ Συνέλευσις ἠδυνάμεθα νὰ ἔχωμεν καὶ ἐκ Κων)πόλεως ἀντιπροσώπους καὶ μετ’ ἐκείνων νὰ σκεφθῶμεν περὶ ριζικωτέρας ρυθμίσεως τοῦ ζητήματος, διότι τὸ ζήτημα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου ὑπῆρξε πάντοτε ζήτημα κατ’ ἐξοχὴν ἐθνικὸν δι’ ἡμᾶς, ἀλλ’ ἀπαιτεῖ πάντοτε διαχειρισμὸν πολὺ λεπτὸν διὰ νὰ διατηρήσῃ συγχρόνως καὶ τὸν χαρακτῆρα τοῦ Οἰκουμενικοῦ. Δὲν εἶνε δυνατὸν τὸ αὐτοκέφαλον τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος νὰ συμβιβασθῇ πλέον μὲ τὴν ἀρχὴν τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου ἀπομεμονωμένου ἐντὸς τοῦ μικροῦ αὐτοῦ χώρου, ὁ ὁποῖος ἐναπομένει εἰς αὐτό. Τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον πρέπει νὰ κρατήσῃ τὴν περιωπήν του, πρέπει νὰ κρατήσῃ τὴν ὑψηλήν του θέσιν τόσον εἰς τὸ Ἔθνος, τόσον ὅσον καὶ εἰς τὴν καθόλου Ἐκκλησίαν, καὶ πρέπει νὰ δημιουργήσωμεν τοιαύτας σχέσεις μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τῆς Ἑλληνικῆς Ἐκκλησίας, ὥστε νὰ ἐξυπηρετηθοῦν καὶ οἱ σκοποὶ τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ νὰ κρατηθῇ καὶ εἰς τὸ ὕψος του τὸ Ἔθνος. Αὐτὸ τὸ ζήτημα λοιπὸν νομίζω ἐπίσης ὅτι μόνον διὰ μιᾶς Συντακτικῆς Συνελεύσεως δύναται νὰ κανονισθῇ. Ἐγώ, κύριοι, νομίζω ὅτι μία Συντακτικὴ Συνέλευσις συνερχομένη δὲν πρέπει νὰ δίδωμεν πολλὴν προσοχὴν εἰς τὰ λεγόμενα ὅτι θὰ ἔδιδεν ἀφορμὴν εἰς ἀτέρμονας συζητήσεις καὶ θὰ ἐγεννῶντο ζητήματα παράκαιρα καὶ πρόωρα. Δὲν πρέπει νὰ σᾶς πτοῇ τόσιν ἡ ἰδέα τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως. Ἔχομεν, κύριοι, χώρας, εἰς τὰς ὁποίας συνταυτίζεται ἡ νομοθετικὴ μὲ τὴν Συντακτικὴν ἐξουσίαν. Ἐν Ἀγγλίᾳ λ. χ. αἱ δύο Βουλαὶ δὲν νομοθετοῦσι μόνον ἀλλὰ λαμβάνουσι καὶ συντακτικὰς ἀποφάσεις, συντάσσουσι καὶ ἄρθρα συντακτικά, μεταβάλλουσιν ἑκάστοτε τὸ Σύνταγμα ἀναλόγως τῶν περιστάσεων, τὸ παράδειγμα δὲ τὸ Ἀγγλικὸν ἀπαντᾶται καὶ εἰς ἄλλας χώρας. Παρουσιάζετο πρὶν δὲν ἠξεύρω τώρα ἐν Πρωσσίᾳ καὶ ἐν Γερμανίᾳ ὡς καὶ ἐν Ἰταλίᾳ δὲν ἔχουν ἀνάγκην Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς οὐδὲ Συντακτικῆς Συνελεύσεως, τὰ νομοθετικὰ σώματα ἐκπληροῦσι καὶ χρέη Συντακτικῆς Συνελεύσεως. Καὶ λόγου μάλιστα γενομένου περὶ Πρωσσίας, θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀναφέρω ἕν προηγούμενον ὁπωσδήποτε σχετικὸν μὲ τὴν ἰδικήν μας κατάστασιν τὴν σημερινήν. Εἰς τὰ 1862 ἐκλήθη εἰς τὴν ἀρχὴν ὡς πρωθυπουργὸς ὁ Bismark παρὰ τοῦ τότε Ἀντιβασιλέως καὶ μετὰ ταῦτα Βασιλέως τῆς Πρωσσίας Γουλιέλμου τοῦ Αʹ. Ὁ Βίσμαρκ ἀνελθὼν εἰς τὴν ἀρχὴν διεκήρυξεν ἀμέσως ὅτι ἐννοεῖ νὰ ἀποκαταστήσῃ τὴν Γερμανικὴν ἑνότητα καὶ νὰ τὴν ἀποκαταστήσῃ διὰ τῆς ἀπομακρύνσεως ἐκ τῆς Γερμανίας τῆς Αὐστρίας. Αὐτὸς δὲ ἀνέλαβε νὰ ἐξεύρῃ τὰ μέσα διὰ τῶν ὁποίων ἤθελε παρασκευάσῃ τὴν ἑνότητα αὐτήν. Ἐνεφανίσθη ἐνώπιον τῆς Πρωσσικῆς Βουλῆς καὶ ἀνέπτυξε τὰς ἰδέας του, ἡ τότε ἐπικρατοῦσα μερὶς τῶν Φιλελευθέρων, εἰς τὴν ὁποίαν ἐνεφανίσθη ὡς μέλος τοῦ στρατιωτικοῦ κόμματος, τὸν ἐχαρακτήρισεν ὡς ἔξω φρενῶν διότι ἐτόλμησε νὰ φαντασθῇ ὅτι ἦτο δυνατὸν ποτὲ νὰ ἀντιταχθῇ καθ’ ὅλης τῆς Νοτίου Γερμανίας καὶ κατὰ τῆς Αὐστρίας, ἡ ὁποία ἦτο μία μεγάλη Αὐτοκρατορία. Αὐτὸς ὅμως ἀπέκρουσεν αὐτήν, ὑπέβαλε τὰ σχέδιά του καὶ ἐζήτησε πιστώσεις ἀναλόγους διὰ τὴν αὔξησιν τοῦ στρατοῦ καὶ δι’ ὅλας τὰς παρασκευάς. Ἡ Βουλὴ τὰς ἀπέκρουσε. Προέβη εἰς τὴν διάλυσιν αὐτῆς καὶ διὰ Διαταγμάτων ἐλάμβανε πιστώσεις. Μετά τινα χρόνον συνῆλθε ἡ νέα Βουλή, ἐζήτει πάλιν πιστώσεις ἡ Βουλὴ τὰς κατεψήφιζεν καὶ αὐτὸς τὴν διέλυσε πάλιν καὶ διώκησε μέχρι τοῦ 1864, ὅτε ἐγένετο ὁ πόλεμος κατὰ τῆς Δανίας ἀπὸ κοινοῦ μετὰ τῆς Αὐστρίας. Ὁ Βίσμαρκ εἶπεν ὅτι τὸ λάθος ἀνήκει εἰς τὴν γειτονικὴν του χώραν τὴν Πρωσσίαν καὶ τὴν ἐκάλεσε νὰ ἀποχωρήσῃ. Ἐγένετο ὁ πόλεμος ὁ Αὐστροπρωσσικός, ὅλη ἡ Νότιος Γερμανία ἦτο παρὰ τὸ πλευρὸν τῆς Αὐστρίας. Ἡ Πρωσσία ἐξῆλθε νικήτρια. Ἀκριβῶς δὲ ἐκείνας τὰς ἡμέρας ἔλαβε χώραν ἡ μεγάλη μάχη τοῦ Καινιξβέργ ἢ τῆς Σαδόβας κατ’ ἄλλους, καθ’ ἣν κατήγαγε νίκην λαμπρὰν ἡ Πρωσσία. Διεξάγονται ἐκλογαὶ ἐν Πρωσσίᾳ καὶ τότε τὸ πρῶτον μετεβλήθησαν αἱ κομματικαὶ σχέσεις ὁπωσδήποτε κατὰ τῶν φιλελευθέρων τότε δέ, κύριοι, διότι ἡ Βουλὴ ἐκείνη ἦτο καὶ Συνέλευσις Συντακτικὴ καὶ Ἀναθεωρητική, ὁ Βίσμαρκ μετὰ τοῦ Βασιλέως Γουλιέλμου ἐνεφανίσθησαν ἐνώπιον αὐτῆς τῆς νέας Βουλῆς, ὁ δὲ Γουλιέλμος διεκήρυξε κύριοι, εἶνε ἀληθὲς ὅτι ἠναγκάσθημεν νὰ παραβῶμεν ρητὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος ἀπαγορεύουσαν εἰς ἡμᾶς νὰ διαθέσωμεν χρήματα τοῦ κράτους ἄνευ τῆς ψήφου ὑμῶν, ἐπράξαμεν ὅμως τοῦτο διότι ἠθέλαμεν νὰ πραγματοποιήσωμεν ἐθνικοὺς σκοποὺς μεγάλους, καθ’ ἣν ὥραν δὲ βλέπετε αὐτοὺς τοὺς σκοποὺς πραγματοποιουμένους ἐρχόμεθα ἐνώπιον ὑμῶν καὶ ζητοῦμεν συγγνώμην, διακηρύττοντες ὅτι διὰ τελευταίαν φορὰν ἐπράξαμεν αὐτὴν τὴν ἀντισυνταγματικὴν παράβασιν καὶ οὐδέποτε ἄλλοτε εἰς τὸ μέλλον θὰ ἀποτολμήσωμεν τοιαύτην. Λοιπόν, κύριοι, ἔχομεν Χώρας, εἰς τὰς ὁποίας τὰ ἴδια Νομοθετικὰ σώματα εἶναι καὶ Συντακτικὰ καὶ κανεὶς δὲν ἐφαντάσθη ἐκεῖ ὅτι εἶνε δυνατὸν ἐφόσον ἀσκοῦσι συντακτικὴν ἐξουσίαν νὰ διατρέξωσι κίνδυνον τὰ πάντα, νὰ ἀνατραπῇ τὸ πολίτευμα, ὅπως ἔλεγεν ἄλλοτε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὁ τότε Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης πρὸς τὸν τότε πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως. Καθόσον, κύριοι θὰ συζητεῖται ἕν ἄρθρον καὶ θὰ ψηφίζεται ὑπὸ τῆς Συνελεύσεως εἰς ἀντικατάστασιν ἄλλου, κατὰ τοσοῦτον θὰ καταργεῖται τοῦτο. Ἐφ’ ὅσον ἄρθρον τι δὲν ἀνατρέπεται διὰ μιᾶς ἀποφάσεως ὁριστικῆς τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως τοῦτο δὲν ἐκλείπῃ ἀφ’ ἑαυτοῦ, θὰ μένῃ πάντοτε ἐν ἰσχύϊ. Ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω καὶ πάλιν, κύριοι, ἐν ὅσῳ ἔχομεν αὐτὴν τὴν εὐνοϊκὴν περίστασιν, τοῦ διπλασιασμοῦ τῆς Ἑλλάδος, ἐν ὅσῳ ἔχομεν τὴν εὐτυχίαν νὰ προΐσταται τῆς Κυβερνήσεως ἀνὴρ ἔχων τόσον κῦρος καὶ τόσην ἐπιβολήν, εἶνε νομίζω καὶ πάλιν, ἡ μόνη περίστασις, κατὰ τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ κληθῇ Ἐθνοσυνέλευσις καὶ νὰ θέσῃ ἕν τέρμα εἰς ὅλην αὐτὴν τὴν ἔκρυθμον κατάστασιν νὰ παγιώσῃ ἅπαξ διὰ παντὸς τὴν ἐκκρεμῆ κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρισκόμεθα σήμερον. Ἡ Συντακτικὴ Συνέλευσις κύριοι, συγκαλουμένη εἶνε ἡ μόνη δυναμένη νὰ συντελέσῃ εἰς ἀποκατάστασιν τῆς ἐσωτερικῆς γαλήνης καὶ ἡσυχίας τῆς Χώρας. Αὐτὸ θὰ δώσῃ διέξοδον εἰς ὅλα τὰ πάθη, τὰ ὁποῖα κοχλάζουσι δεξιὰ καὶ ἀριστερά. Εἶνε δὲ κύριοι τὸ ζήτημα τῆς ἐσωτερικῆς γαλήνης σπουδαιότατον δι’ ἡμᾶς. Ἄνευ ἐσωτερικῆς εἰρηνεύσεως εἶνε φόβος μήπως καταστραφῇ τὸ μέγα ἔργον ἡμῶν. Διὰ τῆς εἰρηνεύσεως τῆς χώρας νὰ εἶσθε βέβαιοι ὅτι ὄχι μόνον πλήρη ἀποκατάστασιν τοῦ Ἔθνους ἡμῶν δυνάμεθα νὰ ἐλπίζωμεν ἀλλὰ θὰ περιστῇ τοῦτο καὶ εἰς θέσιν ἵνα ἐκπληρώσῃ τὸν μέγαν προορισμόν, ὁ ὁποῖος εἶνε εἰς αὐτὸ ἀνατεθειμένος ἐν τῇ ἀνατολῇ. Μόνον οὕτω πως τὸ Ἔθνος ἡμῶν ἐν ἐσωτερικῇ ἑνότητι καὶ ἐσωτερικῇ γαλήνῃ καὶ εἰρηνεύσει θὰ δυνηθῇ νὰ ἀνταποκριθῇ εἰς τὰς προσδοκίας καὶ τῶν συμμάχων Δυνάμεων καὶ ὅλου τοῦ Κόσμου. (Χειροκροτήματα).
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Πὼπ ἔχει τὸν λόγον.
§23Γ. ΠΩΠ. Ὁ σεβαστὸς συνάδελφος, ὅστις κατῆλθε πρὸ μικροῦ τοῦ βήματος ἀπήλλαξέ με τῆς ἀνάγκης ἵνα εἰσέλθω λεπτομερέστερον εἰς ἔρευναν τοῦ θέματος ἐὰν ἡ μέλλουσα νὰ συνέλθῃ Βουλὴ πρέπει νὰ εἶνε Συνέλευσις καὶ δὴ συντακτικὴ ἢ Ἀναθεωρητικὴ Βουλή. Ἐὰν ἦτο παρὼν καὶ ὁ ἔντιμος ἐκ Κερκύρας συνάδελφος, τὸ πρᾶγμα θὰ καθίστατο ἔτι ἁπλούστερον διότι θὰ ἀνέπτυσσεν ἐνώπιον ἡμῶν καὶ τὰ κατ’ ἰδίαν θέματα καὶ τὴν ἔκθεσιν τῆς ἀναθεωρήσεως τῶν συνταγματικῶν διατάξεων κατὰ τὸ προσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλον οἱ κ. κ. Ὑπουργοὶ καὶ βουλευταὶ εἰς τὴν Βουλήν. Ἀλλὰ καὶ ἐν τούτῳ ἡ πολυμάθεια τοῦ ἐντίμου συναδέλφου Φθιώτιδος ἐπεβοήθησεν ὥστε καὶ εἰς λεπτομερείας τοῦ θύματος νὰ εἰσέλθῃ. Εὑρισκόμεθα ἐν ἀπολύτῳ συμφωνίᾳ μετὰ τοῦ ἐντίμου συναδέλφου ὅτι τὸ ἔργον τῆς μελλούσης Συνελεύσεως πρέπει νὰ καθορισθῇ ἔργον Συντακτικῆς Συνελεύσεως καὶ ἀπὸ νομικῆς μελέτης τοῦ θέματος ἀλλὰ καὶ ἰδιαίτατα ἀπὸ ὑπερτάτης πολιτικῆς ἀνάγκης. Ἀπὸ νομικῆς ἐρεύνης δύναταί τις νὰ ἀπαντήσῃ εὐθὺς ἀμέσως εἰς τὴν διακοπὴν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως διερωτῶντος καὶ κατὰ ποῖον τρόπον εἶνε δυνατόν, ὅταν ὄντος σύγκλησις Συνελεύσεως παρὰ τὸ Σύνταγμα γενομένη εἶνε προϊόν ἐπαναστατικῆς βουλήσεως, δὲν δύναται ἡ ἰδία ἐπαναστατικὴ βούλησις νὰ περιορίσῃ τὰ ὅρια αὐτῆς ἢ ἐπεκτείνῃ τὰ ὅρια αὐτῆς κατ’ ἀρέσκειαν; Αὐτὴ εἶνε ἡ πλάνη καὶ ἐκεῖθεν προφανῶς ἐκλήθη ἡ σκέψις ὅτι εἶνε δυνατὸν νὰ κληθῇ ἀναθεωρητικὴ Βουλὴ ἀντὶ Συντακτικῆς Συνελεύσεως. Εἶνε ἡ πλάνη ὅτι δυνάμεθα νὰ συγχύσωμεν τὸ ἔργον, τὸ ὁποῖον ἀσκοῦμεν ἐπαναστατικῷ δικαιώματι, εἶνε ἡ πλάνη ὅτι δυνάμεθα ἀπὸ τοῦ σημείου τούτου εὐθὺς ἀμέσως καὶ ἀπὸ τῆς ἕδρας ἡμῶν τῶν βουλευτῶν νὰ καθορίσωμεν τὴν ἔκτασιν τῶν δικαιωμάτων τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας, εἶνε ἡ πλάνη ἥτις ἀτυχῶς ἐμφανίζει ὄχι μόνον ἀδυναμίαν ἀπὸ μέρους τῶν εἰσηγητῶν τοῦ προσχεδίου τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος εἰς ἔρευναν βαθυτέραν τοῦ νομικοῦ μέρους τοῦ ζητήματος, ἀλλὰ καὶ εἰς ἔρευναν ἰδιαίτατα τῆς πολιτικῆς αὐτοῦ μορφῆς. Ἡ μέλλουσα Συνέλευσις δὲν δύναται νὰ ἔχῃ περιορισμένον χαρακτῆρα ὄχι διότι ἀπὸ ἐπαναστάσεως ἀνατρεψάσης τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 108 πρόκειται νὰ συγκληθῇ, ἀλλὰ διότι πρόκειται νὰ τερματίσῃ μίαν ἐπανάστασιν, τουτέστι πρόκειται νὰ παραδώσῃ τὴν χώραν ἀπὸ τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν μιᾶς ἐπαναστάσεως εἰς τὴν βούλησιν τοῦ κυριάρχου λαοῦ. Ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἀφαιρεθῇ τὸ δικαίωμα τοῦτο, ἐξακολουθῶμεν νὰ εὑρισκώμεθα ἐν ἐπαναστάσει καὶ ἐπιβάλλωμεν τὴν βούλησιν ἡμῶν ὡς ἄτομα, ὡς βουλευταὶ εἰς τὸν λαὸν ἐκεῖνον, τοῦ ὁποίου λέγομεν ὅτι θέλομεν νὰ ἔχωμεν τὴν τιμὴν νὰ εἴμεθα ἐντολοδόχοι καὶ ἀντιπρόσωποι ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ. Τὰ Συντάγματα δὲν εἶνε τὸ ἔργον οὔτε ἑνὸς ἀνδρὸς οὔτε μιᾶς ὁμάδος ἀνδρῶν, ὁσονδήποτε ὑπερφυεῖς καὶ μεγαλοφυεῖς εἶνε οὗτοι. Τὰ Συντάγματα εἶνε τὸ ἔργον ὁλοκλήρου σειρᾶς γεννεῶν τὸ ἔργον τῆς διαμάχης καὶ διαπάλης ἰδεῶν. Ὅταν δὲ δὲν δυνάμεθα νὰ κατανοήσωμεν, ἡμεῖς μόνοι ἐξ ὅλων τῶν Κρατῶν, ὅτι ἡ περίοδος, τὴν ὁποίαν διέτρεξεν ἡ ἀνθρωπότης ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τοῦ πολέμου μέχρι σήμερον εἶνε περίοδος οὐχὶ πέντε ἐτῶν, ἀλλὰ περίοδος μακρᾶς σειρᾶς ἐτῶν, ὅσον ἀφορᾷ τὴν κίνησιν τοῦ πνεύματος, ὅσον ἀφορᾷ τὰ ῥεύματα τῆς λαϊκῆς ψυχῆς, τὰ δονοῦντα πᾶσαν κίνησιν λαϊκήν, σημεῖον ὅτι δὲν θέλομεν νὰ παρακολουθήσωμεν οὔτε τὴν παγκόσμιον πρόολον, ἀλλὰ οὐδὲ φρονοῦμεν ὅτι εἴμεθα οἱ ἄξιοι ἐκεῖνοι ἄνδρες, οἱ ὁποῖοι, ὡς οἱ δαδοῦχοι τοῦ παρελθόντος, λαμβάνοντες ἀπὸ τῶν χειρῶν τοῦ στρατοῦ τὴν μεγαλυνθεῖσαν Ἑλλάδα, θὰ ἑδραιώσωσιν αὐτὴν καὶ θὰ τὴν παραδώσωσιν ἀκλόνητον εἰς τὰς μεθ’ ἡμᾶς γεννεάς. Ἀλλὰ τοῦτο μόνον διὰ τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας εἶνε δυνατὸν νὰ συμβῇ. Δὲν ἔχετε νὰ ἀναθεωρήσετε διατάξεις συνταγματικὰς διὰ νὰ εἶνε ἡ μέλλουσα Βουλή, Βουλὴ ἀναθεωρητική, πρόκειται νὰ συνταχθῇ νέον Σύνταγμα. Ἡ Ἀναθεωρητικὴ Βουλὴ ἀπὸ τῆς Συντακτικῆς Συνελεύσεως μίαν ἔχει κυριωτάτην διαφοράν, ὅτι ἡ μὲν περιορίζεται εἰς ἀναθεώρησιν μὴ θεμελιωδῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος καὶ ἡ ἑτέρα δημιουργεῖ κανόνας δικαίου ἐπὶ τῇ βάσει Συντάγματος νέου. Ἡ δὲ Βουλή, ἡ ὁποία καλεῖται μετ’ ὀλίγον, καλεῖται ἵνα ὡς Ἀναθεωρητικὴ καὶ αὕτη μετὰ περιορισμένης ἐξουσίας συντάξῃ νέον Σύνταγμα, προβῇ εἰς ἀναθεώρησιν διατάξεων θεμελειωδῶν τὰς ὁποίας ἐπαναστατικῷ δικαίῳ ἀνέτρεψεν ἡ παροῦσα Κυβέρνησις μετὰ τῆς πλειοψηφίας, διατάξεων θεμελειωδῶν, τὰς ὁποίας ἀνέτρεψεν ἀπὸ τοῦ ἄρθρου 108, τοῦ καθορίζοντος τὸν τρόπον τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος μέχρι τοῦ ἄρθρου τῆς διαδοχῆς τοῦ θρόνου, μέχρι τοῦ ἄρθρου τοῦ ἀναγομένου εἰς τὴν δικαστικὴν ἰσοβιότητα, οὐχὶ κἄν μία ἐπαναστατικὴ Βουλή, ἀλλὰ ἡ ἐκτελεστικὴ Ἀρχή, συμπράττοντος τοῦ Στέμματος καὶ εἰς ἐπίμετρον συμπραττόντων καὶ Ὑπουργῶν, οἱ ὁποῖοι δὲν ἦσαν κἄν βουλευταί. Καθυστεροῦμεν ἐν τούτῳ καὶ εἰς ἐλευθερίαν ἰδεῶν καὶ εἰς εὐλάβειαν πρὸς τὴν λαϊκὴν κυριαρχίαν, τὴν ὁποίαν ἐπαναστατικῷ δικαίῳ ἡ Βουλὴ αὕτη ἐκπροσωπεῖ, καθυστεροῦμεν ἕνα αἰῶνα ὁλόκληρον, διότι καὶ ὁ Καποδίστριας, ἐπιθυμῶν νὰ ἀναθεωρηθῇ τὸ Σύνταγμα τῆς Τροιζῆνος, δὲν ἔπραξε τοῦτο μόνον, παρ’ ὅλην τὴν δύναμιν, τὴν ὁποίαν ἠδύνατο νὰ ἀσκήσῃ ἀπευθύνθη πρὸς σῶμα, τὸ ὁποῖον κατὰ τεκμήριον ἐξεπροσώπει τὴν λαϊκὴν βούλησιν, ἀπευθύνθη πρὸς τὴν τότε Βουλὴν καὶ ἡ Βουλὴ ἐκείνη ἦτο ἡ δημιουργήσασα τὴν πρᾶξιν τῆς ἀναθεωρήσεως, Συντακτικὴ δὲ Συνέλευσις, καλουμένη ἡ ἐν Ἄργει Δʹ ἦτο ἡ κυρώσασα τὴν πρᾶξιν τῆς Βουλῆς ἐκείνης. Ἀλλὰ δὲν θέλω νὰ ἐπεκταθῶ ἐπὶ πλέον ἐπὶ τοῦ νομικοῦ μέρους τοῦ θέματος.
§24Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Λέγετε ὅτι καθυστερήσαμεν ἐπὶ αἰῶνα. Δὲν τὸ ἠνόησα.
§25Γ. ΠΩΠ. Ἐλθόντες ὡς ἐπανάστασις ἐνταῦθα ἀνατρέψατε θεμελειώδεις διατάξεις τοῦ Συντάγματος διὰ πράξεως τῆς ἐκτελεστικῆς ἀρχῆς ἐνῷ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην τὴν πρὸ αἰῶνος αἱ πράξεις αὗται ἐπαναστατικαὶ δὲν ἐγένοντο.
§26Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Κατὰ τίνα τρόπον ἔπρεπε νὰ ἐνεργήσω τότε κ. βουλευτά;
§27Γ. ΠΩΠ. Ὀφείλατε νὰ τερματίσετε τότε τὴν ἐπανάστασιν, ὀφείλατε νὰ κηρύξητε Συντακτικὴν Συνέλευσιν.
§28Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Διότι δὲν ἠδυνήθημεν τότε νὰ κάμωμεν νέον Πολίτευμα μᾶς κατακρίνετε; Εἶσθε συνεπὴς εἰς τοῦτο ὅτι ἠδύνατο νὰ γίνῃ Βουλὴ Συντακτικὴ καὶ νὰ γράψῃ ὁλόκληρον τὸ Πολίτευμα, ἐὰν δὲν ἐγένετο δι’ αὐτὸ δύνασθε νὰ μὲ κατακρίνετε ὅτι εἶμαι ἀνευλαβὴς πρὸς τὴν λαϊκὴν θέλησιν.
§29Γ. ΠΩΠ. Δὲν εἶπον τοῦτο. Ἐγὼ εἶπον ὅτι καθυστερήσατε ἐπὶ ἕνα αἰῶνα ἀπέναντι τῆς λαϊκῆς ψυχῆς, διότι ὄχι σεῖς, ὁμιλῶ περὶ τῶν σήμερον κυβερνώντων τὴν γῆν ὁλόκληρον, οἱ ὁποῖοι κατέχονται εἰσέτι ὑπὸ τῆς βαρείας ἐκείνης δυνάμεως, ἡ ὁποία ἀσκεῖται ἐπὶ τῶν κυβερνώντων τὰς χώρας. Ἄς μοὶ ἐπιτραπῇ ἡ λέξις καίτοι δὲν εἶμαι οὔτε σοσιαλιστὴς τῶν ἄκρων, οὔτε Μπολσεβῖκος, εἶσθε ὑπὸ τὸ βάρος τοῦ ἀστικοῦ συστήματος τοῦ κρατοῦντος, σεῖς οἱ κυβερνῶντες σήμερον τὰ κράτη τῆς Εὐρώπης κατέχεσθε ὑπὸ τῶν σκέψεων ἐκείνων, τὰς ὁποίας ἀπέβαλεν ἡ ψυχὴ καὶ ἡ διάνοια τῶν λαῶν. Διαρκοῦντος τοῦ πολέμου, σεῖς οἱ κυβερνῶντες τὴν Εὐρώπην, αἱ ἀστικαὶ κυβερνήσεις ἐβαδίσατε τὴν περίοδον αὐτὴν μὲ τὴν βραδύτητα τοῦ περιφρουρουμένου Τάνκ, ἀλλὰ ὁ λαὸς ὁ συγκλονισθεὶς ἐβάδισε μὲ τὴν ταχύτητα τῶν νέων ὀργάνων, ἡ ψυχή του ἵπταται καὶ προώδευσεν αἰῶνας ὁλοκλήρους, ἀπὸ τοῦ 1914 μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης. Ἀλλὰ μετὰ τὴν παρεκβολὴν ταύτην ἡ ὁποία ἀποτελεῖ ἕν ἐπὶ πλέον στοιχεῖον, ὅτι αἱ κυβερνήσεις, αἵτινες κυβερνῶσι τὸν κόσμον ἐν συνεχείᾳ ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τοῦ πολέμου μέχρι σήμερον δὲν εἶναι ἱκανώτεραι ἵνα κυβερνῶσι μὲ τὰς λαϊκὰς ψυχάς. Ἔρχομαι εἰς τὸ θέμα τῆς ἑλληνικῆς ἐσωτερικῆς κρίσεως καὶ αὐτὸ τὸ θέμα μόνον ὡς εἶπεν καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λοκρίδος συνάδελφος μία Συντακτικὴ Συνέλευσις ἠδύνατο νὰ τὰ κανονίσῃ, διότι ἡ κρίσις αὐτή, δὲν δυνάμεθα νὰ τὸ ἀποκρύψωμεν, δὲν εἶνε κοινωνικὴ οὔτε πολιτικὴ, ἀλλ’ εἶνε πολιτικολογική, εἶνε κρίσις τοιαύτη ὥστε νὰ μὴ παρέχῃ ἀκέραιον τὸ συναίσθημα τῆς ἀσφαλείας, λόγῳ τοῦ τρόπου μὲ τὸν ὁποῖον διεξάγεται ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τῆς αἰθούσης ταύτης τὴν κρίσιν δὲ ταύτην θὰ ἐπιλύσῃ μόνον ἡ βούλησις τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας. Καὶ δὲν δύναμαι νὰ κατανοήσω διατὶ ἡ κυβέρνησις δὲν ἔχῃ τὸ θάρρος νὰ εἴπῃ ὅτι θὰ καλέσω Συντακτικὴν Συνέλευσιν, διότι ἐπιθυμῶ νέον Σύνταγμα νὰ συνταχθῇ καὶ οὐχὶ τὸ καταρακωθὲν νὰ ἀναγραφῇ, διότι ἐπιθυμῶ νὰ ἀφίσω ἐλευθέρας τὰς νέας ἰδέας νὰ κυκλοφορήσωσι, διότι ἐννοῶ νὰ λυθῇ, τὸ περίφημον Δυναστικὸν ζήτημα, ἐκεῖ δὲ ἔγκειται ἀναμφισβητήτως ἡ ἀπαισιοδοξία ἡ Κυβερνητική, ἡ ὁποία δὲν ἀνευρίσκει σύμφωνον τὴν ἀντιπολίτευσιν, διότι ἡμεῖς παριστάμενοι ἐνταῦθα καθ’ ὃν τρόπον ἀνέπτυξε μετὰ σαφνείας καὶ εὐγλωττίας ὁ προλαλήσας ἔντιμος συνάδελφος παριστάμεθα πιστοὶ τοῦ νέου καθεστῶτος ὀπαδοί, καὶ ἂν τὸ καθεστὼς τοῦτο ἐπρόκειτο νὰ κινδυνεύσῃ θὰ εὕρισκεν ὡς εἶπεν ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐν τῷ προσώπῳ ὑμῶν συμμάχους εἰλικρινεῖς καὶ τιμίους, διότι διαβλέπομεν εἰς τὴν ἀνατροπὴν τοῦ καθεστῶτος τὸν ἀλληλοσπαραγμὸν καὶ διαβλέπομεν τὸν ἐθνικὸν κίνδυνον. Τί ἔχετε νὰ φοβηθεῖτε συγκαλουμένης Συντακτικῆς Συνελεύσεως; Ποῦ εἴδατε τοὺς ἀσκοὺς τοῦ Αἰόλου, τοὺς ὁποίους ἐνεφάνισεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀπειλοῦντας νὰ ἀνατρέψωσι τὰ πάντα. Ἐὰν ἔλθητε πλειοψηφοῦντες ὑμεῖς θὰ ἔχητε ὅλην τὴν δύναμιν τὸ κῦρος καὶ τὴν ἐπιβολὴν διὰ νὰ κανονίσητε τὸν τρόπον καὶ τὸ εἶδος κατὰ τὸ ὁποῖον θὰ διεξαχθῇ ἡ ἐν τῇ Βουλῇ συζήτησις. Ἐὰν ἔλθῃ μερὶς ἀντίθετος πρὸς ὑμᾶς αὕτη θὰ εἶνε ἐκείνη ἡ ὁποία εὐαγγελίζεται ὁριστικὸν τερματισμὸν τῆς ὑφισταμένης δεινῆς ἀοριστίας τῆς ὅλης καταστάσεως. Ἔχομεν τὴν ἰδέαν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ ὄχι τῆς Ἀντιδράσεως, διότι ἐὰν ἔλθῃ ἡ Ἀντίδρασις ἔχομεν τὴν ἔντιμον καὶ γενναίαν δήλωσιν τῆς Κυβερνήσεως σας, ὅτι θὰ γείνῃ τοῦτο ἀφορμὴ ἐμφυλίου σπαραγμοῦ καὶ ἐκεῖνοι οἵτινες θὰ ἀποτολμήσωσιν, ἵνα ἀνατρέψωσιν τὸ καθεστὼς θὰ ἔχωσι νὰ ἀντικρύσωσι τὴν δύναμιν ὑμῶν καὶ νὰ ἀναμετρήσωσι τὴν δύναμιν ἐκείνων, ἐάν, ὡς εὐχόμεθα καὶ ἐλπίζομεν, ἡ μερὶς ἡ ἀκολουθοῦσα τὰς ἀντιπολιτευτικὰς ἰδέας ἐμφανισθῇ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, οὐδὲν ἔχει νὰ διαταραχθῇ, τοὐναντίον δὲ ὁμαλῶς θὰ βαίνωσι τὰ πράγματα καὶ διὰ τοῦτο λέγω, ὅτι ἐν τούτῳ ἡμεῖς αἰσιοδοξότεροι εἴμεθα καὶ γενναιότεροι, διότι οὐχὶ ἀνευθύνως ὁμιλοῦμεν, ἀλλὰ δηλοῦμεν ὅτι ἐν τῷ θέματι τούτῳ θὰ ταχθῶμεν σύμμαχοι καὶ παραστάται ὑμῶν. Πόθεν ὅμως προῆλθεν ἡ μεγάλη κρίσις ἥτις ἐχώρισε τὴν χώραν; Ὡς ὁ ἔντιμος προλαλήσας συνάδελφος ἀνέπτυξεν ἐνώπιον ἡμῶν, ὀρθῶς πράττων καὶ διὰ μακρῶν, ὡς μέλος τῆς Κυβερνήσεως Γούναρη ἡ κρίσις αὕτη προῆλθεν διότι ὑπῆρχε καὶ τάξις πολιτευτῶν ἢ πολιτευομένων, ἡ ὁποία ἤθελεν τὴν οὐδετερότητα τῆς Ἑλλάδος, τῆς τάξεως δ’ ἐκείνης διαπρύσιος κῆρυξ ὑπῆρξεν ὁ ἔχων τὴν τιμὴν νὰ ὁμιλῇ ἐνώπιον ὑμῶν τὴν ἑσπέραν ταύτην. Ἀλλ’ οἱ οὑτωσὶ σκεπτόμενοι διεφώνησαν εὐθὺς ἀμέσως πρὸς τὴν Κυβέρνησιν Γούναρη, Κυβέρνησιν πολιτικήν, Κυβέρνησιν κληθεῖσαν ἵνα ἐφαρμόσῃ πολιτικὴν οὐδετερότητος καὶ ἐστράφησαν εὐθὺς ἀμέσως πρὸς τὰς Δυνάμεις τῆς Ἀντὰντ ἵνα παρακολουθήσωσι τὴν πολιτικὴν τῆς παρούσης Κυβερνήσεως. Θὰ παρακαλέσω τὸν ἔντιμον κύριον συνάδελφον ἵνα εἰς τὰ σημεῖα ἐκεῖνα εἰς τὰ ὁποῖα τυχὸν ὑπάρχει σύστασις τῆς εὐθύνης καὶ αὐτοῦ τοῦ ἰδίου νὰ ἀποδώσῃ τοῦτο εἰς τὴν ἰδιοσυγκρασίαν μου ὡς ἀντιπολιτευομένου περὶ τῆς ὁποίας ὡμίλησεν ἐνώπιον ἡμῶν. Ἀλλὰ ὁ κ. συνάδελφος πλὴν τούτου γνωρίζει ὅτι αἱ Κυβερνήσεις αἱ ἀπὸ τοῦ 1495 μέχρι τοῦ 1917 συγκροτηθεῖσαι ἦσαν Κυβερνήσεις περίπου μονοπρόσωποι ἐν τῷ μέτρῳ τῆς ἀναλογίας τῆς παραστάσεως αὐτῶν, διότι ἦσαν Κυβερνήσεις τῶν ὁποίων τὰ νήματα ἐκινοῦντο ἐκ παρασκηνίων, καὶ ὑπῆρχον οἱ ἔντιμοι καὶ γενναῖοι πολιτευταὶ ὡς ὁ κ. Εὐταξίας καὶ ἄλλοι τινὲς οἱ ὁποῖοι συνέπραττον ἀγαθῇ τῇ πίστει μετὰ τῶν Κυβερνήσεων ἐκείνων ἀλλ’ ἀπεδείχθη καὶ ἐν τῇ Αἰθούσῃ ταύτῃ ὅταν αὕτη εἰς Εἰδικὸν Δικαστήριον μεταβάλλεται ὅτι καὶ αὐτὸς ὁ κ. Ράλλης πρώην Πρωθυπουργὸς καὶ ἀείμνηστος Θεοτόκης καὶ ἄλλοι δὲν ἐλάμβανον κἄν γνῶσιν λεπτομερῆ διαπραγματεύσεων ποικίλως διεξαγομένων.
§30Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Μοῦ ἐπιτρέπετε νὰ σᾶς ὑπενθυμίσω, κύριε συνάδελφε ἓν περιστατικόν, τὸ ὁποῖον καὶ σεῖς καὶ ἐγὼ γνωρίζομεν; Ἐνθυμεῖσθε ὅτι μίαν ἡμέραν ἐπεσκέφθημεν ἕνα πολιτικὸν ἄνδρα, τὸν ὁποῖον δὲν θέλω νὰ ὀνομάσω. Ὁ πολιτικὸς αὐτὸς ἀνὴρ ἀνῆκεν εἰς τὴν τάξιν τῶν πολιτικῶν, οἱ ὁποῖοι δὲν ἀνῆλθον εἰς τὴν ἐξουσίαν οὐδέποτε διὰ τῆς Αὐλοθήρας καὶ δὲν ἦτο ἐκ τῶν κατασκευασμάτων τῶν αὐλικῶν μαγειρείων, ὅπως ἐσυνήθιζε νὰ τοὺς ὀνομάζῃ ὁ μακαρίτης Δεληγιάννης. Εἰς τὸ σπίτι αὐτοῦ τοῦ πολιτικοῦ ἀνδρὸς ἦσθε ὑμεῖς, ἦσαν καὶ ἄλλοι πολιτικοὶ ἄνδρες καὶ ἄλλοι τινές. Νομίζω ὅτι ἦτο ἡ παραμονὴ τῆς ἐκλογῆς τῆς 31ης Μαΐου. Ὁ πολιτικὸς αὐτὸς ἀνήρ, ὁ ὁποῖος ἦτο ὁ νουνεχέστερος καὶ ὁ ὀξυνούστερος καὶ ὁ μᾶλλον διακεκριμμένος τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, χωρὶς οὐδεμίαν ἐπιφύλαξιν καὶ ἀπεριφράστως ἀπευθυνόμενος πρὸς ὑμᾶς καὶ πρὸς ἐμέ, μᾶς εἶπε ὅτι εἰσηγήσατο πρὸς τὸν ἔκπτωτον βασιλέα τότε νὰ σχηματίσῃ μίαν Κυβέρνησιν στρατιωτικήν, εἰς τὴν ὁποίαν ὁ Πρωθυπουργὸς νὰ ἦτο Ἀντιστράτηγος, πάντες δὲ οἱ ἄλλοι Ὑπουργοὶ ὑποστράτηγοι. Ὁ ἀντιστράτηγος ὤφειλε νὰ ἐνεργήσῃ ἐκλογὰς διὰ τῆς λόγχης, ἄνευ ἀναβολῆς ὥστε νὰ φέρῃ πλειοψηφίαν τῆς κυβερνήσεως ἐκείνης καὶ ἀποκλείσῃ τὸν κ. Βενιζέλον. Εἶπε μάλιστα καὶ κἄτι πλέον τούτου, εἶπεν ὅτι ὁ βασιλεύς, σχηματίζων κυβέρνησιν τοιαύτην, ἔπρεπε νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν ὅτι θὰ διεκινδύνευε τὸ στέμμα του, ὁ δὲ ἀντιστράτηγος καὶ ὑποστράτηγοι τὰς κεφαλάς των. Παρετήρησα τότε κύριε Πρόεδρε, πῶς εἶναι δυνατὸν σεῖς ὁ ὁποῖος ἀνήλθατε πάντοτε εἰς τὴν ἐξουσίαν διὰ τῆς θελήσεως τοῦ λαοῦ νὰ σκέπτεσθε κατὰ τοιοῦτον τρόπον καὶ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ φαντάζεσθε πῶς ἕνας Ἀντιστράτηγος θὰ ἔθετε τὴν κεφαλήν του εἰς τὴν παλάντζαν καὶ ὁ βασιλεὺς τὸ στέμμα του διὰ νὰ ἐνεργήσῃ ἐκλογὰς καὶ νὰ τοὺς πετάξῃ ὁ λαὸς καὶ τοὺς δύο; Διότι ἐὰν ἐνεργήσῃ ἐκλογὰς διὰ τῆς λόγχης καὶ λάβῃ πλειοψηφίαν ὁ Ἀντιστράτηγος, θὰ γίνῃ ἐπανάστασις ἄφευκτος, ἡ ὁποία θὰ συνέτριβε τὰ πάντα—, διότι τὶ σημαίνει ἐάν τις κερδίσῃ διὰ τῆς λόγχης τὴν ἐκλογὴν καὶ ἔχει τὸν λαὸν ἀντίθετον. Ὁμολογῶ ὅτι ὁ πολιτικὸς ἀνὴρ δὲν εὗρε πολλοὺς λόγους νὰ ἀναιρέσῃ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶπεν. Ἀλλὰ ἦτο ἕνας ἄλλος, ἀξιωματικὸς πρῴην βουλευτής, ὅστις ἀπετείνετο πρὸς ἐμέ, ὅταν δὲ τοῦ εἶπον ὅτι ἐὰν διέπραττεν αὐτὸ τὸ σφᾶλμα ὁ βασιλεὺς νὰ διορίσῃ κυβέρνησιν καὶ νὰ ἐνεργήσῃ τοιαύτας ἐκλογάς, ἔθετεν ἐν κινδύνῳ τὰς κεφαλὰς τῶν στρατηγῶν καὶ ἐν κινδύνῳ τὸ στέμμα καὶ ὅτι ὁ βασιλεὺς αὐτὸς θὰ ἦτο μωρός τότε ὁ ἀξιωματικὸς αὐτὸς μοῦ εἶπεν, καλεῖς τὸν βασιλέα μωρόν; Καὶ ὅταν ἐξήλθομεν ὁ κ. Πὼπ καὶ ἐγὼ ἀτενίσαμεν ἀλλήλους, φιλελεύθερος ὁ κ. Πώπ, φιλελεύθερος καὶ ἐγώ, ἐκινήσαμεν τὰς κεφαλάς μας καὶ εἴπομεν, ὁποία στρέβλωσις ἐπῆλθεν εἰς τοὺς ἄνδρας ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι λέγονται φιλελεύθεροι, οἱ ὁποῖοι ἐκαυχῶντο ὅτι δὲν εἰσέρχωνται εἰς τὴν Ἀρχὴν διὰ τοῦ παραθύρου, ἀλλὰ διὰ τῆς λεωφόρου τῆς πολιτικῆς. Λοιπὸν σημειώσατε, ὅταν ὁ ἄνθρωπος αὐτός, ὁ πολιτικὸς αὐτὸς εἶχεν τοιαύτας ἰδέας, ὁποῖαι ἦσαν αἱ ἰδέαι ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἐκυβέρνουν κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ὅταν εἶχον καταλύσῃ τὰ πάντα. Θέλω νὰ εἴπω ὅτι δὲν ἐγένετο στρατιωτικὴ Κυβέρνησις ἀλλὰ κἄτι τὶ χεῖρον αὐτοῦ. Ὅλοι ἐκεῖνοι οἱ ἄνθρωποι, τοὺς ὁποίους συνέλεξαν τὰ μαγειρεῖα τὰ αὐλικὰ καὶ παρεσκεύαζον τὰς Κυβερνήσεις ἦσαν τὰ νευρόσπαστα, τὰ ὁποῖα διηύθυνε μία μυστικὴ Κυβέρνησις καὶ αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις ἦτο τὸ Ἐπιτελεῖον καὶ ἑπομένως στρατιωτικὴ Κυβέρνησις ἐγένετο κατ’ οὐσίαν. Αὐτὸ διηύθυνε τὰς Κυβερνήσεις μέχρις ὅτου ἔγεινεν ἡ ἐπανάστασις ἐκείνη καὶ ἦλθεν ὁ νῦν κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἵνα εὑρεθῶμεν σήμερον μάρτυρες τῶν μεγάλων ἀποτελεσμάτων τῆς ἐθνικῆς νίκης τὴν ὁποίαν πανηγυρίζομεν καὶ τὴν ὁποίαν ἐλπίζομεν ὅτι εἰς τὰς προσεχεῖς ἐκλογὰς ἔτι μᾶλλον θὰ πανηγυρίσῃ ἡ Ἑλλάς. (Χειροκροτήματα).
§31Γ. ΠΩΠ. Διακόπτων τὸν κ. συνάδελφον, συνεχίζω τὴν ἀγόρευσίν μου. Δὲν νομίζω ὅτι πρέπει τις προκειμένου περὶ πολιτικῶν θεμάτων νὰ μὴν ὁμιλῇ προκαλούμενος διὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα εἰς εὐρύτερον κύκλον ἐγένοντο καὶ νὰ μὴ κατονομάζῃ τοὺς πολιτικοὺς ἄνδρας εἰς οἱονδήποτε καὶ ἂν ὑπέπεσαν λάθος. Ὅταν δὲ ἐπρόκειτο περὶ τοῦ πολιτικοῦ ἐκείνου ἀνδρὸς πρὸς τὴν μνήμην τοῦ ὁποίου ἄπειρον αἰσθάνομαι σεβασμόν, ὅταν ὁ πολιτικὸς ἐκεῖνος ἀνὴρ ὑπῆρξεν ὁ ἀείμνηστος Θεοτόκης δύναται πᾶς τις νὰ κατανοήσῃ ποία ἦτο ἡ διανοητικότης τῶν ἄλλων ἀνθρώπων, ὡς μέτρον δὲ συγκρίσεως λαμβάνων τοῦτο εὑρίσκω ἓν πλέον ἐπιχείρημα ὅτι ὀρθῶς παρετήρουν καὶ ὀρθῶς ἐφιλοσόφουν ἐπὶ τῶν πραγμάτων, ὅταν ἤκουσα καὶ τὸν ἀείμνηστον Θεοτόκην λέγοντα αὐτὰ περίπου, τὰ ὁποῖα σᾶς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κερκύρας συνάδελφος, ὀρθῶς ἐφιλοσόφουν ἐπὶ τῶν πραγμάτων ὅταν ἔβλεπον εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς μετὰ δυσπιστίας πρὸς τὴν προσπάθειαν ἐκείνων, οἵτινες ἀναλαμβάνοντες τὴν ἐξουσίαν ὡς Κυβέρνησις ἀπεδέχθησαν εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς πρόγραμμα ἀντίθετον ἐκείνου διὰ τὸ ὁποῖον ἐκλήθησαν. Καὶ μοῦ παρέσχον τὴν ἐντύπωσιν ὅτι εἶχον ἐνώπιόν μου πολιτευτὰς λέγοντας παρὰ τὴν πίστιν, τὴν ὁποίαν εἶχον περὶ τοῦ τέρματος τοῦ πολέμου, διότι ἐπίστευον ὡς ἐπίστευον καὶ ὄχι εἰς τὴν νίκην τῶν Κεντρικῶν Αὐτοκρατοριῶν λέγοντες ὅτι ἡμεῖς παρὰ τὴν πίστιν ταύτην εἴμεθα ἕτοιμοι καὶ εἰς πόλεμον νὰ ὁδηγήσωμεν τὴν Ἑλλάδα ἀρκεῖ νὰ κυβερνῶμεν ἡμεῖς καὶ νὰ μὴ κυβερνᾷ ὁ Βενιζέλος, ἐν ᾧ ἀντιθέτως ἐγὼ ἔλεγον καὶ ἔγραφον ὅτι ἐφ’ ὅσον ἡ Ἑλλὰς πρόκειται νὰ κληθῇ νὰ πολεμήσῃ οὐδεὶς ἄλλος εἶναι ὁ ἐνδεδειγμένος νὰ ὁδηγήσῃ αὐτὴν πρὸς τὸν πόλεμον καὶ πρὸς τὴν νίκην τὴν διπλωματικὴν ἂν ἡ νίκη τῶν ὅπλων ἐπήρχετο, πλὴν τοῦ νῦν Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν συνεργατῶν αὐτοῦ. Διότι τὰ πολιτικὰ κόμματα ἔχουσιν ἀρχὰς καὶ ἰδέας ὅταν δὲ εἶναι καὶ τοσοῦτον μεγάλη ἡ διάστασις τῶν ἀρχῶν καὶ τῶν ἰδεῶν δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς τὸν διαδεχόμενον Κυβέρνησιν διαφωνήσασαν πρὸς τὸ Στέμμα δι’ ὡρισμένην πολιτικήν, Κυβέρνησιν ἀπευθυνομένην ἐπὶ τῇ βάσει τῆς πολιτικῆς ταύτης πρὸς τὸν λαὸν νὰ συμπαίζῃ μετὰ τοῦ Στέμματος καὶ ὑφαρπάζουσα τὸ πρόγραμμα τῆς διαφωνησάσης Κυβερνήσεως νὰ ἐμφανίζῃ αὐτὸ ὡς ἴδιον. Προκειμένου περὶ τοιαύτης πράξεως ἐνθυμοῦμαι τὴν ρῆσιν τὴν λέγουσαν ὅτι τὰ πολιτικὰ κόμματα τὰ ὁποῖα διαρπάζουσι τὰς ἰδέας τῶν ἀντιπάλων κομμάτων ὁμοιάζουσι τοὺς κακοποιοὺς ἐκείνους οἵτινες εὑρισκόμενοι παρὰ τὸν αἰγιαλὸν καραδοκοῦσι νὰ εἰσέλθῃ γυμνὸς εἰς τὴν θάλασσαν ὁ κολυμβητὴς ἵνα κλέπτοντες τὰ ἐνδύματα αὐτοῦ ἀπέλθωσι ἀνενόχλητοι. Ὅταν δὲ ἀπογυμνοῦνται τῆς ἐξουσίας αἱ Κυβερνήσεις φέρουσι μεθ’ ἑαυτῶν τὰ προγράμματα αὐτῶν ἵνα τὰ ἐμφανίσωσιν ἐνώπιον τῶν λαῶν καὶ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν διεξαχθῇ ἡ ἅμιλλα. Διὰ τοῦτο δὲ ἀκριβῶς εἶπον καὶ ἄλλοτε ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ὅτι ἐν τῇ ἐξελίξει αὐτοῦ τὸ κόμμα, τὸ ὁποῖον ἐκυβέρνησεν ἀπὸ τοῦ 1915 μέχρι τοῦ 1917 δὲν ἦτο δυνατὸν εἰμὴ νὰ σύρῃ παλινῳδίαν ἀλλοπροσάλλων πράξεων, νὰ δημιουργήσῃ ἑαυτὸ εἰς ἀντίδρασιν καὶ νὰ ἐμφανίσῃ ἑαυτὸ ὡς ὑπόδουλον μιᾶς βασιλικῆς ἁλουργίδος, μιᾶς δημοτικότητος ξένης καὶ πρὸς τὰ ἔργά του καὶ πρὸς τὰς προσπαθείας του διότι ἐπιτέλους ἡ δημοτικότης ἐκείνη ἐκτήθη ἄλλων κυβερνώντων, κυβερνώντων ἐκείνων οἵτινες καὶ σήμερον κατέχουσι τὴν ἐξουσίαν. Καὶ ἡ κρίσις ἦτο εὔλογος ἐν τῇ ἐξελήξει τοῦ κόμματος ἐκείνου, τὸ ὁποῖον εἰς τὴν ἀντίληψιν μου εἶναι ἑνιαῖον ἀπὸ τοῦ 1915 μέχρι τοῦ 1917 νὰ ἔχῃ τὴν διεθνῆ αὐτῆς μορφὴν καὶ τὴν ἐσωτερικὴν αὐτῆς μορφήν. Ἡ διεθνὴς αὐτὴ μορφὴ ἦτο ὅτι πρὸς τὴν μίαν τῶν διαμαχομένων μερίδων ἐνέπαιζε, πρὸς τὴν ἑτέραν τῶν διαμαχομένων μερίδων καθίστατο ὑπόδουλος καὶ γενομένη οὕτως ὑπόδουλος ἔφθασε μέχρι τοῦ σημείου ἡ διεθνὴς ἐκείνη πολιτικὴ νὰ ἐπιτρέψῃ τὴν εἰσβολὴν τοῦ προαιωνίου ἐχθροῦ ἐντὸς τοῦ Ἑλληνικοῦ ἐδάφους καὶ ἀδιάκριτος καὶ μᾶλλον πανηγυρίζουσα ἐν αὐτῇ ταύτῃ τῇ αἰθούσῃ ἡμῶν τῶν ὀλίγων διαμαρτυρομένων τὴν ἀτίμωσιν τῶν βωμῶν καὶ τῶν ἑστιῶν.
§32ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αἶσχος. Αἶσχος.
§33Γ. ΠΩΠ. Ἡμεῖς οἱ φιλελεύθεροι διεφωνήσαμεν ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς εἰς τὰς πράξεις τῆς πρώτης Κυβερνήσεως τοῦ 1915 καὶ εὑρέθημεν ἐχθροὶ ἀμείλικτοι, ὅταν ἡ ἐξέλιξις τῆς διεθνοῦς παραστάσεως τῶν Κυβερνήσεων ἐκείνων ὡδήγει τὸν προαιώνιον ἐχθρὸν ἐπὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ ἐδάφους καὶ δι’ ὅλων ἡμῶν τῶν δυνάμεων προσεπαθήσαμεν ἵνα ἐπικουρήσωμεν τὴν ἐπανάστασιν τῆς Θεσσαλονίκης, ἐγὼ πρῶτος ὠνόμασα ἵνα ἠθικῶς καταστήσω αὐτὴν ἰσχυροτέραν καὶ ἐναντίον τοῦ κρατοῦντος τότε προσωπικοῦ θαυμασμοῦ καὶ τῆς λατρείας πρὸς τὴν κρατοῦσαν ἐξουσίαν τοῦ ἄνακτος ὠνόμασα ἀντιβουλγαρικὸν κίνημα. Καὶ ὄχι μόνον τοῦτο ἀλλὰ τοῦ ἀντιβουλγαρικοῦ ἐκείνου κινήματος προσεπαθήσαμεν νὰ παράσχωμεν ὅλην τὴν δυνατὴν δύναμιν διὰ νὰ προσελκύσῃ μείζονας ψυχὰς μαχητῶν· ἡμεῖς οἱ φιλουδέτεροι οὐδέποτε ἐσκέφθημεν ὅτι ἡ πίστις ἡμῶν ἐπὶ τὴν νίκη τῶν Κεντρικῶν Αὐτοκρατοριῶν δύναται νὰ μᾶς ὁδηγήσῃ μέχρις τῆς ἰδέας τῆς ἀναμετρήσεως τῶν δυνάμεων ἐκείνου τοῦ ἐχθροῦ ὅστις εἰσερχόμενος ἐν τῷ οἴκῳ ἡμῶν ἀτιμάζει τὸν οἶκον ἡμῶν διὰ τῆς παρουσίας του. Καὶ ἐλέγομεν ὅ,τι ἔλεγον οἱ φίλοι τῆς ἐξόδου ἐκ τῆς οὐδετερότητος εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ἀπὸ ἄλλης μορφῆς. Ἔλεγον ἐκεῖνοι ἢ θὰ ζήσωμεν ἢ θὰ ἀποθάνωμεν μετὰ τῆς Ἀντὰντ καὶ ἐλέγομεν ἡμεῖς προτιμώτερον νὰ ἀποθάνωμεν ἐν τῇ πίστει ἴσως τότε ὅταν ἀποθάνωμεν νὰ δεχθῶμεν ἵνα ἡ παράδοσις τῶν αἰώνων, ἡ παράδοσις τῆς τιμῆς τῆς Ἑλλάδος κατασπιλωθῇ διὰ τῆς πολιτικῆς ἥτις εἰσήγαγε τοὺς Βουλγάρους εἰς τὴν Ἀνατολικὴν Μακεδονίαν. Ἀλλ’ ἡ ἐσωτερικὴ ἐξέλιξις τῆς σειρᾶς τῶν Κυβερνήσεων τούτων ἦτο δυνατὸν νὰ εἶναι διάφορος τῆς διεθνοῦς ἐξελίξεως; Καὶ τί ἐγένετο—εὗρε δὲ ἡμᾶς ἐν ὅλῃ τῇ σειρᾷ τῶν πράξεών της ἀντιπάλους ἀμειλήκτους—; Κατέλυσε πᾶσαν ἰδέαν ἐλευθερίας ἐν τῇ Χώρᾳ, κατέλυσε τὰς κοινοβουλευτικὰς ἐλευθερίας, ἐδημιούργησε τὰς σκηνὰς τοῦ Ἀθηναίου εἰς τὰς ὁποίας ἡμεῖς εἴμεθα ἀντίθετοι, ἐδημιούργησε τὰς σκηνὰς πρὸ τῶν γραφείων τῆς Νέας Ἑλλάδος καὶ ἡμεῖς εὑρέθημεν ἀντίθετοι. Ἐστρέφετο εἰς προσωπολατρείαν καὶ ἡμεῖς εἴμεθα ἀντίθετοι καὶ τοῦτο πράξαντες πολλάκις εἰς τὰς συκοφαντίας τὰ δεινά, περὶ ὧν ὡμίλησεν ὁ ἔντιμος προλαλήσας συνάδελφος καὶ κινδύνους ἐνίοτε διετρέχομεν. Ἀλλ’ ἄρα γε ἐπηνωρθώθη ἡ κρίσις αὕτη ἀπολύτως διὰ τῆς ἐμφανίσεως τῆς νέας Κυβερνήσεως καὶ ἡ ἐξέλιξις τοῦ κόμματος ὑμῶν ἐκ παραλλήλου πρὸς ἄλλην ὁδὸν βαίνοντος δύναται ἡμᾶς τοὺς ἀγωνισθέντας ἐναντίον τῆς μερίδος ἐκείνης ἐν τῇ ἐσωτερικῇ καὶ τῇ διεθνεῖ ἐξελίξει νὰ εὕρῃ ἡμᾶς συμφώνους εἰς τὴν πολιτικήν, τὴν ὁποίαν παρέχει ἡ ἐσωτερικὴ ἐξέλιξις τοῦ κόμματός σας; Διότι διεθνῶς ἐμεγαλουργήσατε, διότι διεθνῶς ὑπήρξατε οἱ κήρυκες τῆς ἠθικῆς καὶ τῆς ὑλικῆς δυνάμεως τῆς πατρίδος, διότι τὰ ἀποτελέσματα τοῦ ἔργου ὑμῶν ὑπέρλαμπρα ἐκτείνονται ὡς ἱκανοποίησις προαιωνίων πόθων καὶ ὡς πραγματοποίησις ὀνείρων, τὰ ὁποῖα αἰῶνες ὁλόκληροι ἔτρεφον ἐν τῇ Ἑλληνικῇ ψυχῇ (χειροκροτήματα). Θὰ ἦτο μωρὸς καὶ τυφλὸς ἐκεῖνος, ὅστις θὰ θελήσῃ νὰ ἀρνηθῇ τοῦτο, θὰ ἦτο ταπεινὸς καὶ χυδαῖος ἐκεῖνος ὅστις κλαυθμυρίζει διὰ τὴν τύχην ἡ ὁποία καὶ ἡμᾶς στενοχωρεῖ ἀναμφισβητήτως τῆς ἀπωλείας τῆς Σάσσωνος καὶ τῆς ἀναμονῆς εὐτυχεστέρων ἡμερῶν διὰ τὸ τόσον προσφιλές μας Καστελλόριζον, θὰ ἦτο μωρὸς ἐκεῖνος ὅστις θὰ ἔλεγεν: ἀπετύχατε εἰς τὴν πολιτικὴν ἂν δὲν σώσετε τὴν Σάσωνα ἢ τὸν Σάσωνα—διότι οὐδὲ γραμματικῶς ἔχει λυθῇ εἰσέτι ἡ λύσις της. Ὅταν δὲ εἶναι τοιαύτη ἡ θέσις τῶν πραγμάτων ἀπὸ καθαρῶς νομικῆς ἐρεύνης ἐμφανίζεται ἐπιτακτικωτέρα ἡ ἀνάγκη τῆς Συντακτικῆς Συνελεύσεως, ἀπὸ πολιτικῆς ἀπόψεως. Διότι μόνον διὰ Συνελεύσεως Συντακτικῆς θὰ τερματισθῇ ἡ κατάστασις ὁριστικῶς καὶ θὰ λυθῇ ἄνευ πλέον ἀμφισβητήσεων ἡ ὑφισταμένη κρίσις. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις πεισθῇ ἐκ τῶν λεγομένων ὑφ’ ἡμῶν ὅτι κακῶς ἐφυλάξατο τὴν ὁδὸν τῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς, οὐδὲν κωλύει αὐτὴν ὅπως ὡς πολιτικὸν κόμμα θέσει ἐνώπιον τοῦ λαοῦ τὸ ζήτημα ἐντολῆς συγκροτήσεως Συντακτικῆς Συνελεύσεως. Ἂς εἶνε δὲ βεβαία ὅτι οὕτω πράττουσα μόνον ἀγαθὰ θὰ προσπορίσῃ τῇ χώρᾳ. Ἐὰν ἡ πλειοψηφία ἀποβῇ ὑπὲρ αὐτῆς οὐδὲν ἔχει νὰ φοβηθῇ. Ἐὰν δὲ ἀποβῇ ἐναντίον αὐτῆς θὰ ἀνήκῃ αὕτη εἰς τὰς ἰδέας τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ οὐχὶ εἰς σκοποὺς τῆς Ἀντιδράσεως καθόσον νικώσης τῆς Ἀντιδράσεως δὲν θὰ ἀναμετρηθῶσι πλέον Συνταγματικοὶ κανόνες ἀλλὰ θὰ ἐπέλθῃ ἡ ἀδιάλλακτος ἐχθρότης δύο μερίδων τοῦ λαοῦ καὶ θὰ νικήσῃ ὁ ἰσχυρώτερος ἐν τῇ ἐκρήξει ἐμφυλίου σπαραγμοῦ, τὸν ὁποῖον δὲν ἐδίστασε τιμίως πράττουσα νὰ προειδοποιήσῃ ἡ κατέχουσα μερίς. Ὥστε καθίσταται ἐμφανὲς τὸ δίκαιον τῶν ἀξιούντων τὴν Συντακτικὴν Συνέλευσιν ὅπως ἀσφαλεστέρα, καὶ ταχυτέρα καταστῇ ἡ ἐκκαθάρισις τῆς καταστάσεως καὶ ἡ ἑδραίωσις πίστεως διὰ τὸ Κράτος, πίστεως ἀπὸ μέρους τῶν οἰκούντων αὐτό. Πίστεως ἀπὸ μέρους τῆς Διεθνοῦς Οἰκογενείας. Εἶναι δὲ ἀνάγκη ὅπως ἐπέλθῃ τοιαύτη ἐκκαθάρισις καὶ λύσις τῆς κρίσεως. Διότι πόθεν προῆλθεν ἡ κρίσις αὕτη; Ἐνταῦθα εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀνατρέξωμεν εἰς τὸ πρόσφατον παρελθόν, ἐπισκοποῦντες διὰ βραχυτάτων τὴν ἐξέλιξιν τῶν γεγονότων. Διαπρήσιος κῆρυξ τῆς οὐδετερότητος ὑπῆρξα πάντοτε ἡ δὲ ἐφημερίς μου ὄργανον τῶν πεποιθήσεών μου, μόνη ἐκήρυξε τὴν πολιτικὴν ἐκείνην ἥτις ἐστηρίζετο ἐπὶ τῆς πίστεως ὅτι αἱ Κεντρικαὶ Αὐτοκρατορίαι θ’ ἀπέβαινον νικήτριαι. Ὅλος ὁ λοιπὸς κόσμος πλὴν τοῦ κ. Δ. Γούναρη ἐφρόνει ἄλλως. Ἐκλήθη τότε νὰ σχηματίσῃ Κυβέρνησιν ὁ ἐκ Πατρῶν πολιτευτὴς καὶ προσέλαβε συνεργάτας ἐκείνους οἵτινες ἐφαίνοντο ὡς ἔχοντες γνώμην. Ἀλλ’ αἴφνης ἡ πολιτικὴ ἐκείνη μία Κυβέρνησις ἡ ἐπὶ τῇ βάσει ὡρισμένου προγράμματος ἀναλαβοῦσα τὴν ἐξουσίαν προέβαινεν εἰς προτάσεις ἐξόδου τῆς Ἑλλάδος ἐκ τῆς οὐδετερότητος. Ἡ πρᾶξις αὕτη ἦτο πολιτικῶς ἀνήθικος, ἐθνικῶς ἐπιζημία. Ἀνήθικος διότι ἤρχετο Κυβέρνησις κλέπτουσα τὸ πρόγραμμα ἄλης διαφωνησάσης ἕνεκα τοῦ προγράμματός της πρὸς τὴν ἀνεύθυνον ἀρχήν. Ἐθνικῶς ἐπιζημία διότι ἐνεφάνιζε τὴν Ἑλλάδα θέλουσαν μὲν ἀμέσως τὸν πόλεμον συνολικῶς, διαφωνοῦσα εἰς μικρὰς μόνον λεπτομερείας εὑρίσκουσα φραγμὸν εἰς ἐκπλήρωσιν τῶν πόθων της. Ἦτο ἑπομένως φυσικὸν νὰ πεισθῇ εὐθὺς ἀμέσως ἡ ἐμπόλεμος Εὐρώπη ὅτι ἡ ἄλλη αὐτὴ δύναμις ἡ ἀποτελοῦσα τὸν φραγμὸν ἦτο ἡ ἀνεύθυνος ἐξουσία. Ἔκτοτε τὸ σπέρμα τῆς δυσπιστίας τῶν Συμμάχων Δυνάμεων πρὸς τὸν πρώην Βασιλέα. Ἐὰν δὲ ὡς ὀρθῶς εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀπεφάσισαν αἱ σύμμαχοι Δυνάμεις τὴν ἐκθρόνισιν τοῦ τέως Βασιλέως ἡ ἀρχικὴ εὐθύνη ἀνήκει ἀποκλειστικῶς εἰς τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως Γούναρη. Ἔδωκεν ὅλα τὰ μέσα ὅπως πιστευθῇ ὅτι ἡ Βασιλικὴ βούλησις παρὰ τὴν λαϊκὴν γνώμην ἥτις ἐξεδηλώθη ἐν τῷ Συμβουλίῳ τοῦ Στέμματος καὶ διὰ τῶν προτάσεων τῆς ἐξόδου ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως Γούναρη, κατίσχυσε πάσης ἄλλης. Οἱ πολιτικοὶ ἐκεῖνοι ἄνδρες ἦσαν πρόθυμοι καὶ εἰς πόλεμον ἀκόμη νὰ ὁδηγήσωσι τὴν Ἑλλάδα ἤρκει νὰ κυβερνῶσιν αὐτοί. Ἐνῷ ἡμεῖς ἐλέγομεν καὶ ἐγράφομεν ὅτι ἐὰν ἡ Ἑλλὰς ἐπρόκειτο νὰ πολεμήσῃ ἔπρεπε τότε νὰ κυβερνᾷ τὸ Βενιζελικὸν κόμμα. Καὶ ἤρξατο ἡ σκέψις ὅπως τεθῇ ἐκποδὼν τὸ πρόσκομμα. Πάντα ὅσα λέγω νῦν ἐλέχθησαν ὑπ’ ἐμοῦ ἀπὸ τοῦ ἰδίου βήματος κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς Βουλῆς τῆς 20 Ἰανουαρίου τοῦ 1916, τὴν πρώτην συνεδρίασιν τῆς Βουλῆς τῆς 6 Δεκεμβρίου ὅτε ἐπέκρινα τὴν σύστασιν τῆς Κυβερνήσεως Σκουλούδη. Εἶπον δὲ τότε ἐπὶ λέξει ὅτι ὁ τρόπος καθ’ ὃν ἤσκησε τὴν πολιτικὴν τῆς οὐδετερότητος ἡ Κυβέρνησις Γούναρη θὰ σύρῃ μοιραίως τὴν Ἑλλάδα καὶ ἄκουσαν εἰς πόλεμον ἀφοῦ προηγηθῇ ἐσωτερικὴ ἀνατροπή. Ὥστε οὐχὶ Ἐπιμηθέως λόγοι εἶναι τὰ νῦν διατυπούμενα ἀλλ’ ἐλέχθησαν ἕν ὁλόκληρον ἔτος πρὸ τῆς ἐκρήξεως τῆς μεγάλης ἐσωτερικῆς κρίσεως. Διότι οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες δρῶσιν ὄντως ὅταν προκινδυνεύουσι γνώμας διερευνῶντες τὸ μέλλον. Ἡ ἐξέλιξις ἐπῆλθε μοιραία. Ἐξέλιξις διεθνοῦς κινήσεως τῆς χώρας καὶ ἐξέλιξις τῆς πολιτικῆς ζωῆς αὐτῆς. Ἡ πρώτη ἐξέλιξις εἶχεν διπλῆν τὴν ἔλιξιν. Ἡ μὲν ἤρχετο ἐκ τῆς ἀνάγκης νὰ μὴ στραφῶμεν κατὰ τῆς Ἀντάντ. Ἡ ἑτέρα ἐκ τῆς ὑποχρεώσεως νὰ ὑποχωρήσωμεν ἔναντι τῶν ἀξιούντων ἁπλῆν οὐδετερότητα, καὶ μεθ’ οὗ συνέπραττον οἱ προαιώνιοι ἐχθροί μας. Πρὸς τὸ ἕν μέρος ἐψευδόμεθα κατὰ τὸν μᾶλλον χονδροειδῆ τρόπον. Ἔναντι τῆς ἑτέρας ἐμπολέμου ὁμάδος ἐδεικνύομεν τὴν ἀνανδροτέραν ὑποχωρητικότητα, μέχρι τοῦ σημείου ὥστε ἡ Ἑλλὰς πάνοπλος τότε ἐκ μιᾶς μακρᾶς ἐπιστρατεύσεως νὰ χρησιμοποιήσῃ τὰ ὅπλα της ὡς χαιρετιστήρια ὄργανα τῆς εἰσβολῆς τῶν ἐχθρῶν ὅπως ἀτιμάσῃ τὴν ἱστορίαν καὶ κατασπιλώσῃ βωμοὺς καὶ ἑστίας. Κατὰ τῆς ἐξελίξεως ἐκείνης ἔπραξαν πᾶν τὸ δυνατὸν φιλουδέτεροι ὅπως τὴν ἀποσοβήσουν πρὸ τῆς ἐκδηλώσεώς της. Ἤδη ἀπὸ τῆς ἀποστρατεύσεως τοῦ Σεπτεμβρίου τοῦ 1915 ἐξεδηλώθη ἡ ἀντίθεσις αὕτη. Οἱ φιλουδέτεροι ἡμεῖς ἐκραυγάσαμεν διὰ τῆς Ἐφημερίδος «Ἀθῆναι» ἥτις ἐξεπροσώπει τὰς γνώμας ἡμῶν: κτυπήσατε τὸν Βουλγαρικὸν ὄφιν πρὶν ἢ ἐξελιχθῇ καὶ περισφύξῃ ὡς ἀγχόνη τὸν λαιμὸν τῆς Ἑλλάδος. Ἀτυχῶς ἡ κίνησις ἐκείνη δὲν ἐγένετο ἀμέσως, καὶ ἀπέμεινε μόνη ἡ συμφορὰ τῆς ἐπιστρατεύσεως. Καὶ ἔπειτα ὅτε διὰ τοῦ Ροῦπελ ἡ ἐξέλιξις ἐλάμβανε τὴν προβλεπομένην διάστασιν καὶ ὁ ὄφις ἐξελίσσετο εἰς ἀγχόνην, οἱ ἀντιδραστικοὶ τῆς σήμερον διεφήμιζον τὸ γεγονὸς, ὡς πρᾶξιν ἄνευ σπουδαιότητος ἡμεῖς δὲ δι’ ὅλων τῶν δυνάμεών μας ἐπεβοηθήσαμεν τὴν ἐπὶ τὰ πρόσω κίνησιν διὰ τῆς ἀποτροπῆς πάσης ὕβρεως κατὰ τῶν μετασχόντων τοῦ ἐπαναστατικοῦ κινήματος. Καὶ πλέον τούτου ἐπιδιώξαμεν τὴν ἕνωσιν τῆς μιᾶς μετὰ τῆς ἄλλης Ἑλλάδος. Καὶ πλέον τούτου ἀκόμη διήλθομεν τοὺς κινδύνους τῆς συκοφαντίας καὶ τῆς παραφροσύνης τῶν Νοεμβριανῶν. Οὕτω ἡ ἀντίθεσις ἡμῶν πρὸς τοὺς Ἀντιδραστικοὺς ἦτο ἔκτοτε ὀξυτάτη ἐν τῇ ἐξελίξει τῆς Διεθνοῦς Θέσεως τῆς Ἑλλάδος. Ἀλλ’ ἡ ἐξέλιξις τῶν ἐσωτερικῶν πραγμάτων δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἔχῃ σύμφωνον τὴν νῦν ἀντιπολίτευσιν πρὸς τὰ ἔκτακτα διαπραττόμενα. Ἀντίθεσιν διὰ τὰς ἐκτρόπους σκηνὰς πρὸ τῶν γραφείων τῆς Νέας Ἑλλάδος, ἀντίθεσιν διὰ τοῦ «Ἀθηναίου» τὴν ἱστορίαν, ἀντίθεσιν διὰ τὴν περιαγωγὴν ἀνὰ τὰς ἀγυιὰς τῆς δημοτικότητος τοῦ τότε Βασιλέως πρὸς ἀνάμιξίν του εἰς τὴν πολιτικὴν διαπάλην. Ἀντίθεσιν πρὸς πάντα αὐταρχισμόν. Οἱ αὐτοὶ ἄνθρωποι τὰς αὐτὰς ἀκολουθοῦντες πάντοτε ὁδοὺς. Οὕτω δὲ ἄλλο ἔπραξαν. Ἀφοῦ ἀνεγνώρισαν πρῶτον τὴν παροῦσαν Βουλὴν καὶ ἐδήλωσαν ὅτι ἀναγνωρίζουσιν τὸ καθεστὼς κατὰ τὸν μᾶλλον πανηγυρικὸν τρόπον ἐξ ἄλλου, ἐκαλλιέργουν τὴν ἀντίθετον σκέψιν παρὰ τῷ λαῷ. Καὶ ἄν ἐκεῖνοι ἐκκαλιέργουν μετὰ τοῦ ὑπούλου ψεύδους καὶ τὸ μῖσος παντὸς ὑποστάντος φθορὰν, ἐκ τῆς ἐσωτερικῆς ἀνατροπῆς, ἡ ἀντιπολίτευσις ἀντιθέτως ὀνειροπώλει συμβιβαστικοῦ θέσιν καὶ πρὸς ταύτην ἐστρέφετο ἐργαζομένη, ἀφοῦ ἀκριβῶς ἡ ἀντίθεσις αὕτη πρὸς τοὺς τότε κυβερνῶντας ἑρμηνεύει καὶ τὴν ἀντίθεσιν ἡμῶν πρὸς τὴν κρατοῦσαν μερίδα. Ἔχει καὶ ἡ μερὶς τοῦ Κυβερνητικοῦ κόσμου δύο ἐξελίξεις, μίαν ἐνώπιον τῆς διεθνοῦς θέσεως τῆς Ἑλλάδος, καὶ μίαν τῆς ἐσωτερικῆς αὐτῆς ὑφῆς. Διεθνῶς ὑπῆρξε θριαμβευτικὴ ἡ ἐξέλιξις αὕτη. Εἶδε τὸ Ἑλληνικὸν γένος τοὺς προαιωνίους πόθους ἱκανοποιουμένους καὶ σχεδὸν ὁλοκληρωτικὴν τὴν Ἐθνικήν του ἀποκατάστασιν. Ἀλλ’ ἐὰν τοιαύτη ἡ διεθνὴς ἐξέλιξις τῆς Κυβερνώσης μερίδος, καὶ ἂν τόσοι τίτλοι κατετέθησαν ἐν τῇ ἱστορίᾳ τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ποία ἡ θέσις αὐτῆς ἐν τῇ συγχρόνῳ γενεᾷ, ποία τουτέστι ἡ θέσις αὐτῆς ἔναντι τῆς χρονογραφίας τοῦ καθ’ ἡμέραν βίου ὡς θὰ ἠδύνατό τις νὰ εἴπῃ; Ἡ ἐξέλιξις τοῦ Κυβερνητικοῦ ἔργου ἀπὸ ἐσωτερικῆς ἀπόψεως, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀφήσῃ ἀσυγκινήτους καὶ ἀδιαμαρτυρήτους καὶ ἑπομένως διαφωνοῦντας ἐκείνους ἀσφαλῶς οἵτινες ὑπῆρξαν οἱ ἐπικριταὶ τοῦ ἐσωτερικοῦ ἔργου ἀπὸ τοῦ 1915 μέχρι τοῦ 1917. Ἐπισκοπίσατε εἰλικρινῶς τὴν κατάστασιν καὶ δὲν θὰ εὕρετε διαφορὰς μεγάλας. Τὰ Νοεμβριανὰ ἔλειπαν καὶ εὑρέθησαν εἰς ἀντίκρισμά των τὰ Ἰουλιανά. Ἐνῷ δὲ τὸ Ἔθνος ἐκαλεῖτο νὰ πανηγυρίσῃ τὴν ἑορτὴν τῆς ἀναστάσεώς του χιλιάδες οἰκογενειῶν ἐπένθησαν τὴν ἀπώλειαν τῆς εὐημερίας των, πολλαπλάσιος δὲ ἀριθμὸς συνεπόνει τὴν συμφοράν των ἐν τῷ αἰσθήματι τῆς συγγενικῆς καὶ τῆς κοινωνικῆς ἀλληλεγγύης. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν ὅτι δὲν εἶναι τύραννος. Καὶ τὸ εἶπε ἐν πάσῃ εἰλικρινείᾳ. Ὄχι μόνον διότι δὲν αἰσθάνεται ἐν ἑαυτῷ τυπικὰς διαθέσεις, ἀλλὰ διότι προφανῶς ἐκ νεωτέρας ἐπικτήτου ἰδιοσυγκρασίας ἐδημιούργησε τὴν πίστιν ὅτι ἡ τυραννία δὲν ἀποδεικνύεται ὅταν οἱ ἀντίπαλοι δὲν Θανατοῦνται καὶ ἀδικούμενοι ὑπὸ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου ἱκανοῦ νὰ ἐφαρμόζεται καὶ κατὰ τῶν ἀθωοτέρων καὶ ἁγνοτέρων τῶν πολιτῶν. Ἐξ αὐτῆς τῆς ἐπικτήτου ἰδιοσυγκρασίας ἐδημιουργήθη τοιαύτη πίστις μὴ ἀπέχουσα τῶν ὁρίων τὰ ὁποῖα διαγράφει ὁ δεσποτισμός. Τοῦ δεσποτισμοῦ δὲ τούτου ὄργανα, ὑπῆρξαν ὄχι μόνον οἱ κρίνοντες πεπλανημένως ὅτι ἐξυπηρετοῦσι τὰς ἰδέας των διώκοντες τοὺς ἀντιπάλους ἀλλὰ ἐκείνους οἵτινες πρὸς ἐξυπηρέτησιν ἰδίων αὑτῶν συμφερόντων καὶ ἰδίων ὑπολογισμῶν μετήρχοντο τὰ αὐτὰ μέσα. Οὕτω δὲ ὁ δεσποτισμὸς τοῦ ἑνὸς μετριάζει τὸν δεσποτισμὸν τῶν κατὰ περιφερείας ὀπαδῶν, οὗτος δὲ εἶναι ὁ ἀποτελῶν τὴν τραγικωτέραν τυραννίαν. Διότι μέχρι τοῦ μέτρου τοῦτο φθάνει ὡς ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου καὶ ὡς συμφέρον νόμιμον τοῦ κόμματος. Οὕτω ἐδιώχθη πᾶς ἀντιφρονῶν καὶ ἐκηρύχθη προδότης. Οὕτω, ἐδημιουργήθη μέγα πλῆθος δικῶν, καὶ ἀπὸ τριετίας ἤδη δικάζομεν ὑποθέσεις ἀπὸ τριετίας ἐκκρεμούσας. Οὕτω ἡ ζωὴ ἀπέβη ἀγωνιώδης βιοπάλη διὰ τοὺς κριθέντας ἐχθροὺς τοῦ κόμματος, τὸ ὁποῖον ἐπιτηδείως κατώρθωσε νὰ συνυφάνῃ ἑαυτὸ μετὰ τῆς ἐννοίας τοῦ πολιτειακοῦ καθεστῶτος. Τὸ πρόσωπον τοῦ ἀρχηγοῦ ἐχρησιμοποιεῖτο διὰ τῆς προσωπολατρείας πρὸς ἐπίτευξιν τῶν ἐπιδιωκομένων ὁμαδικῶν συμφερόντων. Ὁ ἔλεγχος δὲν εἶχε τὰ μέσα τῆς πλήρους ἀσκήσεως. Διότι καὶ τὰ ζητούμενα στοιχεῖα δυσχερῶς ἀνευρίσκοντο. Ἀλλ’ ἐὰν ὑπάρχωσιν καὶ ἄνθρωποι ὡς ἡμεῖς, οἱ παρερχόμενοι τὴν κατηγορίαν διὰ τὸ διαπραχθὲν κακόν, δὲν δύναται οὐδεὶς ἐξ νὰ μὴ ἀναγνωρίζῃ ταὐτοχρόνως καὶ τὴν ἀνικανότητα τῆς Κυβερνήσεως πρὸς θεραπείαν αὐτοῦ. Ἐὰν ἡ ἀντίδρασις νικῶσα ἀποτελεῖ κίνδυνον διεθνῆ διὰ τὴν χώραν, ἡ Κυβερνητικὴ νίκη θὰ σημάνῃ κατὰ τὴν ἀντίληψιν ἡμῶν τὴν παράδοσιν τῆς δημιουργίας ἐν τῷ εἰρηνικῷ ἔργῳ εἰς χείρας ἀπὸ τὰς ὁποίας ἐξέφυγεν ἡ ἐπιβολὴ ἔναντι τῶν ἰδίων φίλων, ἐν ᾧ συγχρόνως δὲν ἐμπνέει ἐμπιστοσύνην περὶ ἐπανορθώσεως τοῦ κακοῦ εἰς ἐκείνους, οἵτινες ὑπῆρξαν τὰ θύματα μιᾶς περιόδου ἀνωμαλιῶν, παρεξηγήσεων, ἱκανοποιήσεως προσωπικῶν παθῶν. Δὲν ἐμπνέει δὲ τὴν ἐμπιστοσύνην ταύτην ἡ Κυβέρνησις διότι ὑπάρχει αὐτῆς τῆς ἰδίας ἡ ὁμολογία ὅτι καθ’ ἥν στιγμὴν ἀπεκαλύπτετο συνωμοσία κατὰ τοῦ καθεστῶτος, ἡ συνωμοσία αὕτη εἶχε ἐπακολούθημα συνωμοσίαν δευτέρας μορφῆς, διότι ἐστρέφετο κατὰ τῆς κυβερνήσεως ὑπὸ ἐκείνων τοὺς ὁποίους ἐπίστευε θεράποντας τοῦ σκοποῦ καὶ τοῦ ἔργου της. Τοῦτο δὲ καὶ μόνον θὰ ἤρκει νὰ ἀποδείξῃ ἐξ ἱστορικῆς καὶ φιλοσοφικῆς ἀληθείας, ὅτι ἐκράτησεν ἐν τῇ Χώρᾳ Δεσποτισμός. Διότι τοῦτο εἶναι τὸ χαρακτηριστικὸν τῆς ὀλιγαρχίας, ὅτι οἱ δουλεύοντες πρὸς μίαν ἰδέαν ὅταν προσωποποιήσωσιν ταύτην ὡς μίαν φυσιογνωμίαν ἀπὸ θεραπόντων μετατρέπονται εἰς δορυφόρους ἀποκτῶντες δὲ αὐτοπεποίθησιν δὲν αἰσθάνονται καμμίαν κόπωσιν νὰ καταλύσωσι καὶ τὴν ἀρχὴν ἐκείνην ἐν ὀνόματι τῆς ὁποίας τοῦτο θὰ ἐπαυξηθῇ ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ζητήσῃ ἀπὸ τὸν λαὸν παροχὴν νέας ἐμπιστοσύνης ἐπὶ μόνῳ τῷ λόγῳ ὅτι εἰς τὸν ἀρχηγὸν αὐτῆς ὀφείλονται ὅλα τὰ ὑπερβάντα πᾶσαν αἰσιοδοξίαν Ἐθνικὰ μεγαλουργήματα. Τοιαύτη ἐμπιστοσύνη θὰ ἦτο μὲν ἐκδήλωσις εὐγνωμοσύνης πρὸς τὸν ἡγηθέντα τοῦ ἀγῶνος ἀλλὰ θὰ ἦτο συγχρόνως καὶ παράδοσις τῆς ἀρχῆς εἰς ἕνα πολίτην. Θὰ ἦτο ἑπομένως φραγμὸς κατὰ πάσης αὐθεντικῆς ἰδέας καὶ θὰ ἦτο ἐνίσχυσις οὐχὶ προσπαθειῶν ἀλλὰ συνεχίσεως τῆς ὁδοῦ ἀπὸ τὴν ὁποίαν δὲν δύναται νὰ ἐξέλθῃ πλέον τὸ κυβερνὸν κόμμα. Δὲν δύναται νὰ ἐξέλθῃ, διότι ὁ ἀρχηγὸς αὐτοῦ θὰ πιστεύῃ ἐπὶ τὸ ἀλάθητον τῶν σκέψεων καὶ τῶν ἐκτιμήσεών του. Διότι ὁ ἔλεγχος θὰ κρίνεται ὑπὸ τῶν ἐπιτηδείων ὀπαδῶν ὡς ὑβριστικὴ δυσπιστία καὶ ὡς ἀγνωμοσύνη. Διότι ἐκεῖνοι οἵτινες θὰ κατέχωσι τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν ὑπόδουλοι τῶν ὀπαδῶν, ὑπόδουλοι τοῦ ἀρχηγοῦ θὰ στρέψωσι τὸν νόμον πάντοτε ὑπὲρ τῶν φίλων, καὶ ἐναντίον τῶν ἀντιπάλων. Διὰ τοῦτο ἔπρεπε νὰ χαραχθῇ μέση ὁδός. Καὶ τὴν ὁδὸν ταύτην ἀκολουθεῖ σήμερον ἡ ἀντιπολίτευσις, ἐν τῇ πλήρει πιστοποιήσει ὅτι ἡ καθ’ οἱονδήποτε τρόπον ἀνατροπὴ τοῦ καθεστῶτος θὰ ἐσήμαινε τὴν ὁλοκληρωτικὴν ἀνατροπὴν πάσης ἐσωτερικῆς καὶ διεθνοῦς τάξεως.
§34Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ προσωπικὴ ἐπιβολὴ τοῦ Κυβερνήτου δὲν εἶνε καὶ αὐτὴ νόμος; Λυπεῖσθε ὅτι ἤρκεσεν ἡ προσωπικὴ αὐτὴ ἐπιβολή, καὶ θὰ ηὔχεσθε ὥστε ὁ κ. Ρέπουλης νὰ βάλῃ τὸν στρατὸν νὰ συλλάβῃ ὅλους αὐτοὺς τοὺς πρὸς στιγμὴν σκεφθέντας νὰ συνομώσωσι καὶ νὰ τοὺς βάλῃ εἰς τὰς φυλακάς; Δὲν εἶνε καλλίτερον ὅτι δὲν ἐξεδηλώθη καμμία τοιαύτη διάθεσις διὰ τῆς ἠθικῆς ἐπιβολῆς τοῦ Κυβερνήτου; Καὶ τὸ θεωρεῖτε αὐτὸ ὅτι εἶνε ζημία τοῦ Κράτους; Ἐὰν ὁ Κυβερνήτης ἀσκῇ τόσον μεγάλην ἐπιβολήν, νομίζετε ὅτι αὐτὸ δύναται νὰ βλάψῃ; Ἐὰν εἶχον γεννηθῆ εἰς τὰς βαθμίδας τοῦ θρόνου, ἴσως θὰ ἠδύνασθε νὰ σκεφθῆτε αὐτό. Ἀλλ’ εὐτυχῶς ἔχω αἷμα κόκκινον εἰς τὰς φλέβας, δὲν ἔχω αἷμα κυανοῦν, (χειροκροτήματα).
§35Γ. ΠΩΠ. Ἐγὼ λέγω ἄλλο τι οὐδὲ εἶπον ὅτι δὲν πρέπει νὰ ὑπάρχῃ τὸ κῦρος ἑνὸς κυβερνήτου, διότι ἀναμφισβητήτως τὸ κῦρος ἑνὸς κυβερνήτου εἶναι μέγα τι, ἀλλ’ ὑπὲρ τὸ κῦρος τοῦ κυβερνήτου πρέπει νὰ ὑπάρχῃ τὸ κῦρος τοῦ νόμου.
§36Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Καὶ ὑπῆρξεν. Δὲν ἐξεδηλώθη ὁ νόμος ἀνίκανος νὰ ἐπιβληθῇ εἰς τοὺς φίλους μου, ἀλλ’ ἀφοῦ δὲν ἐξεδηλώθησαν αἱ διαθέσεις των, τὶ ἠθέλετε νὰ κάμῃ ὁ νόμος;
§37Γ. ΠΩΠ. Νομίζετε, κ. Πρόεδρε, ὅτι ἐγὼ ἐπεθύμουν οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ νὰ ὑπάγουν εἰς τὰς φυλακὰς καὶ νὰ καταδικασθῶσιν;
§38Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Διατὶ παραπονεῖσθε τότε;
§39Γ. ΠΩΠ. Θέλω νὰ εἴπω τοῦτο, ὅτι ἐν τῇ ἱστορίᾳ, τὴν ὁποίαν σᾶς ἀφηγήθην, τῶν σκέψεων καὶ τῶν παρατηρήσεών μου ἐμφαίνηται ὅτι εἰς τὴν Κυβέρνησιν τῶν Φιλελευθέρων σήμερον ὑπάρχει δύναμίς τις, ἡ δύναμις ἐκείνη, ἡ ὁποία βεβαίως μέχρι τοῦδε ἀπέκτησεν αὐτοπεποίθησιν τοιαύτην, ὥστε ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν νὰ ἔχῃ τὴν σκέψιν, ὅτι δύναται καὶ σᾶς νὰ κρημνίσῃ.
§40Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ὄχι, μίαν ἐξήγησιν. Δὲν ἐσκέφθη κανεὶς ἐκ τῶν διανοηθέντων τὰς στιγμὰς ἐκείνας πρὸς στιγμὴν νὰ καταργήσωσιν τὴν Κυβέρνησιν, δὲν ἐσκέφθη νὰ καταργήσῃ τὸν Βενιζέλον.
§41Γ. ΠΩΠ. Εἴμεθα σύμφωνοι.
§42Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Διατὶ νὰ μὴ τὰ εἴπωμεν τὰ πράγματα καθαρά; Ἐκεῖνοι οἱ ἄνθρωποι ἐνόμισαν ὅτι διηρμήνευον καλλίτερον τὰς ἰδέας μου καὶ ἐθεώρουν ὅτι οἱ ἐδῶ συνεργάται μου, οἱ ὁποῖοι τόσον λαμπρὰ ἐνήργησαν τὴν στιγμὴν ἐκείνην, ὥστε ἐγὼ ἐθεώρησα καθῆκόν μου νὰ ἀσπασθῶ τὸν κ. Ρέπουλην, ἐνόμισαν ὅτι οἱ ἐδῶ συνεργάται μου ἠδιαφόρησαν πρὸς τὸν κίνδυνον, τὸν ὁποῖον διέτρεξα, καὶ ὅτι δὲν ἠνήργησαν ὅπως ἔπρεπε, δηλαδὴ συλλαμβάνοντες ἐντὸς 24 ὡρῶν ὅλους τοὺς ἀντιπάλους μου. Ἡ ἐνέργεια αὐτῶν δὲν ἐστρέφετο κατὰ τῆς Κυβερνήσεως Βενιζέλου, ἀλλὰ κατὰ τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι τὴν στιγμὴν ἐκείνην ἀντεπροσώπευον τὴν Κυβέρνησιν Βενιζέλου. Τὶ σᾶς ἐνοχλεῖ αὐτό; Φαντάζεσθε ὅτι δὲν ἔχω ἀρκετὴν ἐπιβολὴν ἐπὶ τῶν φίλων μου, ὥστε ὑπάρχει κίνδυνος, ἐμοῦ ὄντος ἐν τῇ ζωῇ, οἱ φίλοι μου νὰ σκεφθοῦν νὰ κάμουν τίποτε παρασυναγωγὴν καὶ νὰ κάμουν ἄλλην πολιτικήν; Ἐγὼ σᾶς βεβαιῶ ὅτι ὅλοι ἐκεῖνοι οἱ κύριοι ἦλθον νὰ μοῦ ζητήσουν συγγνώμην καὶ νὰ ἀναγνωρίσουν ὅτι ἐπλανήθησαν. Καὶ χθὲς ἀκόμη ἦτο εἰς τὸ σπῆτί μου εἷς ἐκ τῶν ζωηροτέρων, ὁ ὁποῖος μοῦ ἐζήτει συγγνώμην, διότι ἐσκέφθη πρὸς στιγμὴν νὰ ἀντιτάξῃ τὴν ἰδίαν ἐνέργειαν εἰς τὴν ἐνέργειαν τῆς Κυβερνήσεως.
§43Γ. ΠΩΠ. Κύριε Πρόεδρε, προφανῶς ὑπάρχει παρεξήγησις. Ἐγὼ δὲν κατηγορῶ τοὺς ἀνθρώπους τοὺς οὕτως σκεφθέντας, δὲν κατηγορῶ τὴν ἐνέργειαν τὴν ὁποίαν ἐσκέπτοντο νὰ πράξωσιν. Ἐγὼ κατηγορῶ, ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἴπατε καὶ σεῖς, ὅτι ὁμὰς ἀνθρώπων πάντως διαφωνούντων πρὸς τοὺς ἀντιπροσώπους ὑμῶν ἐν τῇ Κυβερνήσει, ἐνόμισεν ὅτι ἐκπροσωπεῖ τὴν ἐνέργειαν τὴν Κυβερνητικήν....
§44Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Μήπως κρίνεται ἡ διαγωγὴ αὐτῶν; Εὑρίσκονται ἐκτὸς τοῦ Κοινοβουλίου αὐτοί.
§45Γ. ΠΩΠ. Τουναντίον. Ἐγὼ εὐλαβοῦμαι πᾶσαν σκέψιν καὶ πᾶσαν ἐνέργειαν. Ἐπειδὴ τὰ ἀνέφερεν ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ πείθῃ ὅλον τὸν κόσμον περὶ τῶν σκέψεων καὶ τῶν ὁρίων τῆς ἱκανότητος τῆς Κυβερνητικῆς, τὰ ἀνέφερα.
§46Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ κυβερνητικὴ ἱκανότης ἐφάνη πλήρης, ὥστε νὰ προλάβῃ ὅλα αὐτά. Καὶ τὴν διαδήλωσιν ἀπηγόρευσεν ὁ κ. Ρέπουλης καὶ διέταξε τὴν Ἀστυνομίαν καὶ τὴν Ἀναπληρωματικὴν Διοίκησιν νὰ τὴν ἐμποδίδωσιν διὰ τῆς βίας, τὶ ἠθέλετε νὰ κάμῃ περισσότερον;
§47Γ. ΠΩΠ. Ἀλλὰ πάντα ταῦτα λέγοντες, κύριοι, τὸ ἐφ’ ἡμῶν κατερχόμενοι εἰς τὰς ἐκλογὰς καὶ ἔχοντες νὰ εἴπωμεν πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ποῖοι εἶνε οἱ λόγοι ἐκεῖνοι, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἡμεῖς ἀποδίδοντες τὴν ὀφειλομένην εὐγνωμοσύνην πρὸς τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὴν ἐθνικὴν αὐτῆς πολιτικήν, φανταζόμεθα ὅτι εἴμεθα ἡμεῖς, αἱ ἰδέαι ἰδικαί μας, ἱκανότεροι ἵνα τὸ μέγα οἰκοδόμημα τὸ συντελεσθὲν ἑδρεώσωμεν ἐπὶ πλέον. Ποῖαι εἶναι αἱ ἰδέαι ἐκεῖναι, αἵτινες μᾶς πείθουν ὅτι τὴν εὐγενῆ φιλοδοξίαν, ὡς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμουλίου, τὴν ὁποίαν ἔχουν οἱ ἐκπροσωποῦντες τὰς ἰδέας ἐκείνας, δύνανται νὰ τὴν ἱκανοποιήσουν ἐμφανίζοντες τὰς σκέψεις αὐτῶν ἐνώπιον τοῦ λαοῦ περὶ τῆς ἱκανότητός των; Αἱ σκέψεις αὗται εἰς μίαν καὶ γενικὴν γραμμὴν θὰ ἠδύναντο νὰ περιορισθῶσιν, εἰς ἐκείνην, ἡ ὁποία κυρίως πείθει περὶ τῆς ἀνάγκης τῆς συγκλήσεως τῆς Συντακτικῆς Συνελεύσεως, εἰς τὴν σκέψιν, ὅτι πρέπει διὰ παντὸς τρόπου νὰ τερματισθῇ ἡ ἀνώμαλος κατάστασις, τῆς ὁποίας ἕν τὸ χαρακτηριστικώτερον ἴσως, οὐχὶ τὸ μεῖζον, εἶναι ἐκεῖνο περὶ τοῦ ὁποίου ὡμίλουν πρὸ μικροῦ, τῆς οἰκογενειακῆς καθαρᾶς φύσεως τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ δέχομαι τὴν Κυβέρνησιν μεριμνήσασαν περὶ πάντων, ἀλλά, μὴ ἔχουσαν προδιαγεγραμμένον τὸν τρόπον κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ δυνηθῇ νὰ ἀνεύρῃ τὴν ὁδὸν τὴν ἄγουσαν πρὸς τὴν ἐσωτερικὴν ἀδελφοσύνην, τὴν ὁποίαν ποθεῖ ἅπας ὁ Ἑλληνικὸς λαός. Οἱ ἀντιδραστικοὶ ἔχουσι τὸ σχέδιον αὐτῶν καὶ τὰς ἰδέας αὐτῶν. Σχέδιον αὐτῶν εἶναι ἡ ἀνατροπὴ πρὸς ἀνοικοδόμησιν, σχέδιον αὐτῶν εἶναι ἡ εἰσβολὴ εἰς τὰ ἔργα τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ἵνα ἐντείνοντες πᾶσαν κακίαν δημιουργήσωσιν ἀντὶ Ἑλλάδος πεδίον ἀλληλοσπαραγμοῦ. Οἱ ἀντιδραστικοὶ ἔχουσι καὶ ἐμφανίζουσι πάντοτε ὡς σκέψιν καὶ ἀρχὴν αὐτῶν τὴν καλλιέργειαν τοῦ μίσους. Σεῖς δὲν καλλιεργεῖτε τὸ μῖσος, ἀλλὰ δὲν εἶσθε ἱκανοὶ νὰ τὸ θεραπεύσετε. Ἐκεῖνοι εἶνε οἱ ἐπικίνδυνοι, διότι διὰ τοῦ μίσους θέλουσι νὰ κατισχύσωσι, σεῖς εἶσθε οἱ μὴ δυνάμενοι νὰ ἐπιβληθῆτε εἰς τὰς ὁμαδικὰς ἐκείνας δυνάμεις τῆς κατ’ ἰδίαν τάξεως, ἥτις, πιθανόν, δὲν σᾶς ἐπιτρέπει τοῦτο. Δὲν ὁμιλῶ οὐδὲ δι’ ὑπαινιγμῶν, οὐδὲ εἰς τὰς σκέψεις μου ὑπάρχει ἄλλη τις προσπάθεια εἰ μὴ νὰ πείσω τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐξαγγείλῃ πρὸ παντὸς τὰ μέσα καὶ τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ ἀνεύρῃ τὴν ἀσφαλῆ ὁδὸν τῆς ἐπανόδου τῆς Χώρας εἰς πλήρη ψυχικὴν ἑνότητα, εἰς τὴν ἑνότητα ἐκείνην, ἥτις ἐνεφανίζετο κατὰ τοὺς πολέμους τοῦ 1912 καὶ 1913, εἰς τὴν ἑνότητα ἐκείνην, ἥτις εἰς τὸ ἄγγελμα τῆς πτώσεως τοῦ Μπιζανίου ἀνεστάτου παντὸς πολίτου τὴν ψυχὴν καὶ τοὺς ὡδήγει ἐν ἀλλαλαγμῷ ἵνα χαιρετήσωσι τὸ μεγαλούργημα τοῦ Ἑλληνικοῦ Στρατοῦ. Εἰς τὴν ἑνότητα ἐκείνην, ἥτις ἦτο ἀκριβῶς ἀντίθετος τῆς μορφῆς τῆς λαϊκῆς, ἥτις παρείχετο διὰ τὰς πανηγύρεις τῶν μεγαλειτέρων γεγονότων τῆς Φυλῆς. Ἡμεῖς θέλομεν ὅπως ἡ Μεγάλη Ἑλλάς, τὴν ὁποίαν ὁ γενναῖος στρατὸς ὁ Ἑλληνικὸς, πρὸς τὸν ὁποῖον βαθεῖαν καὶ ἐγὼ καὶ πάντες αἰσθανόμεθα τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐκφράσωμεν εὐγνωμοσύνην, ὁ Ἑλληνικὸς Στρατὸς ὁ ἑδραιώσας τὴν Ἑλλάδα ταύτην, θὰ τὴν παραδώσῃ εἰς τὴν ἅμιλλαν τῶν εὐγενῶν, τὴν πολιτικήν, ἡ ἅμιλλα δὲ αὕτη εἶναι ἐκείνη ἥτις θὰ ἀποβῇ ὁ στυλοβάτης τοῦ νέου οἰκοδομήματος, τὸ ὁποῖον θὰ παραδώσωμεν εἰς τὰς μεθ’ ἡμῶν γενεάς. Ἀλλὰ τὸ οἰκοδόμημα αὐτὸ δὲν θὰ στηριχθῇ ἐφόσον μία δὲν ἀποβῇ καὶ πάλιν ἡ ψυχικὴ διάθεσις τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ. Ἔχει ἡ ἀντιπολίτευσις καὶ τὴν ἀκλόνητον ἐπίσης πίστιν ὅτι ἡ παραμονὴ τῆς Κυβερνήσεως νικώσης διὰ τῶν ἐκλογῶν θὰ ἐσήμαινε τὴν ἐμμονὴν εἰς τὴν ἀοριστίαν καὶ τὴν ἀνωμαλίαν μιᾶς καταστάσεως ἀφορήτου· ἔνδειξις δὲ τούτου εἶναι καὶ ἡ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος παράθεσις ἀσχέτου καὶ ἀκατανοήτου ὅλως ρήτρας κατὰ τὴν ὁποίαν ἐν τῇ ἐμπιστοσύνῃ τοῦ λαοῦ θὰ εὕρητε καὶ ἐξουσιοδότησις ὅπως ἡ Κυβέρνησις διὰ τῶν μέσων τὰ ὁποῖα ἔκρινε σκόπιμα, ἐξουδετερώσῃ πᾶσαν προσπάθειαν ἀνατρεπτικήν, ἐφ’ ὅσον ὁ πρώην Βασιλεὺς θὰ ἐφωρᾶτο βυσσοδομῶν κατὰ τοῦ καθεστῶτος. Ἐν τῇ ἀντιλήψει τῆς Κυβερνήσεως εὕρηται ἡ ἀνάγκη συνεχείας τῆς ἐπαναστάσεως ὑπὸ μορφὴν νομιμότητος καὶ λαϊκῆς ἐντολῆς. Δὲν ἔχει πεποίθησιν οὔτε κἄν εἰς τὴν λαϊκὴν ψῆφον ἑδραιοῦσαν τὸ καθεστὼς ἀλλ’ ἰδίᾳ δὲν ἔχει σταθερὰν τὴν ἀπόφασιν ὅπως θεραπεύουσα τὸ κακὸν ὅπερ διέπραξε ἀπογυμνώσῃ παντὸς στηρίγματος οἱανδήποτε ἀνατρεπτικὴν προσπάθειαν. Εἰς τὰς σκέψεις ταύτας καὶ τὸ ἔργον τοῦτο εὕρηται καὶ ἡ βαθυτέρα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἀντίθεσις. Ἡ Ἀντιπολίτευσις αἰσιοδοξωτέρα περὶ τοῦ μέλλοντος ἔχει καὶ τὴν γνώμην ὅτι τὸ ἔγκλημα δὲν ἱκανοποιεῖται διὰ τοῦ ἐγκλήματος οὔτε, ἡ σκέψις τῆς ἀδικίας διὰ τῶν βιαίων μέσων. Ἡ Ἀντιπολίτευσις θαυμάζουσα τὸ ἐκτελεσθὲν ἔργον ἀποτίουσα φόρον βαθείας εὐγνωμοσύνης εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ὅστις στρατευθεὶς συνεπλήρωσε κατὰ τὴν Ἑλληνικὴν παράδοσιν τὸ προαιώνιον ἔργον δὲν εὑρίσκει δεδικαιολογημένην τὴν παρατήρησιν τοῦ Ἀντιπροέδρου τῆς Κυβερνήσεως ὅτι τὸ συντελεσθὲν ἔργον περιερχόμενον εἰς χεῖρας ἄλλας πλὴν τῶν νῦν Κυβερνωσῶν δύναται νὰ ὑποστῇ ἀφανισμὸν οἱονδήποτε. Ἡ Ἀντιπολίτευσις ἔχει τὴν εὐγενῆ φιλοδοξίαν νὰ πιστεύῃ ὅτι τὸ ἔργον αὐτῆς ἀποσκοποῦν εἰς τὴν ἐσωτερικὴν ἀδελφοσύνην θ’ ἀποτελέσῃ ἕνα ἐπὶ πλέον στυλοβάτην ἐφ’ οὗ θὰ ἑδράζεται τὸ λαμπρὸν οἰκοδόμημα, τὸ ὁποῖον αἱ νίκαι τοῦ Ἑλληνικοῦ Στρατοῦ παραδίδουσιν εἰς τὴν Πολιτικὴν ἅμιλλαν ἵνα ἀκλόνητος αὕτη τὸ κληροδοτήσῃ εἰς τὰς μελλούσας γενεάς. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν δύναται νὰ γίνῃ διὰ δειλῶν προσπαθειῶν. Ὀφείλομεν νὰ τερματίσωμεν τὴν κατάστασιν διὰ γενναίου μέτρου. Εἶναι δὲ τοῦτο ἡ Συντακτικὴ Συνέλευσις ἡ μόνη ἱκανὴ νὰ ἐκδηλώσῃ ἀναμφισβήτητον τὴν πρόθεσιν τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας. Τὸ ἐφ’ ἡμᾶς ὑπερτάτη γαλήνη δι’ ἕνα πολιτικὸν ἄνδρα, εἶναι ὄχι ἁπλῶς ὅταν δύναται ὑψῶν τὰς χεῖρας νὰ λέγῃ· παρατηρήσατέ τας εἶναι λευκὰς ἐξ ἀδελφικοῦ αἵματος. Διὰ τὸν πολιτικὸν ἄνδρα ἡ ὀνειροπολουμένη δόξα καὶ γαλήνη εἶναι ὅταν ἐπιστῇ ἡ μοιραία ἐκείνη ὥρα καθ’ ἣν ἐπέρχεται ὁ θάνατος καὶ γύρω τῆς ἐπιθανατίου κλίνης ὑπομιμνήσκουσιν οἱ παρεστῶτες τὰς ἀγαθὰς αὐτοῦ πράξεις, νὰ δύναται ὑπεγειρόμενος ὡς ὁ Περικλῆς, ἐν τοιαύτῃ στιγμῇ νὰ εἴπῃ: Ἐλησμονήσατε τὸ μεγαλείτερον ἐγκώμιόν μου. Οὐδεὶς πολίτης ἐπένθησεν εἰς τὴν Ἑλλάδα ἐξ ὀνόματός μου. (Χειροκροτήματα).
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Σίδερης ἔχει τὸν λόγον.
§49Α. ΣΙΔΕΡΗΣ. Ὀλίγας λέξεις, κύριοι βουλευταί, θὰ εἴπω. Νομίζω ὅτι ἡ συζήτησις ἡ ὁποία ἠγέρθη ἔπρεπε νὰ εἶναι κυρίως συζήτησις πολιτικὴ μᾶλλον ἢ συζήτησις νομικὴ περὶ τοῦ χαρακτῆρος τῆς μελλούσης Βουλῆς. Νομίζω ὅτι τὴν ἐποχὴν αὐτὴν ποῦ διερχόμεθα ἡμεῖς καὶ ὅλος ὁ κόσμος δὲν εἶναι αὐτὴ ἡ συζήτησις ἡ ὁποία πρέπει νὰ γίνῃ περὶ τοῦ ποία θὰ εἶναι ἡ μέλλουσα Βουλὴ Ἀναθεωρητικὴ ἢ Συντακτική, ἀλλὰ κάτι τι ἄλλο, πῶς δέον νὰ διαγραφῇ εἰς τὸ μέλλον ἡμῶν ὁ πολιτικὸς ὀργανισμός, πῶς δέον νὰ ἀνασυγκροτηθῇ ἡ ὅλη οἰκονομία τῆς χώρας, νὰ ἀκολουθήσωμεν καὶ ἡμεῖς τὴν νέαν ἐποχήν, ἡ ὁποία ἤνοιξε μετὰ τὸν πόλεμον. Αὐτὸ νομίζω ὅτι εἶναι τὸ σπουδαιότερον θέμα τῆς συζητήσεως. Συνέβη εἰς τὴν Ἑλλάδα κατὰ τὴν μεταπολεμικὴν αὐτὴν ἐποχήν, ὁπότε τόσαι βαθεῖαι μεταβολαὶ ἐπῆλθον εἰς τὴν πολιτικὴν οἰκονομίαν καὶ τοὺς πολιτικοὺς ὀργανισμοὺς τῶν διαφόρων χωρῶν, συνέβη νὰ εὑρεθῶμεν πρὸ μιᾶς κρίσεως ἐσωτερικῆς κρίσεως, ἡ ὁποία εἶναι ἀδιάφορον ὁποθενδήποτε καὶ ἂν προῆλθεν, πάντως ὅμως προήρχετο καὶ ἐξ αὐτοῦ τοῦ δικαίου τὸ ὁποῖον κρατεῖ καὶ ὅπερ ἐπέτρεψεν τὴν τάδε ἢ τάδε πολιτικὴν ἐκ τῆς ὁποίας τοσαῦται συμφοραὶ καὶ κρίσεις ἐπῆλθον. Κατὰ τὴν ἔναρξιν τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ πολέμου, ὡς γνωρίζετε αἱ Εὐρωπαϊκαὶ δυνάμεις ἐπεζήτησαν διαφόρους δορυφόρους ἐν τῇ Βαλκανικῇ καὶ προσεπάθησαν νὰ ἔχουν τὰ μὲν ἢ τὰ δὲ ἐκ τῶν Βαλκανικῶν Κρατῶν συνεπίκουρα εἰς τὸν ἀγῶνα αὐτῶν. Δυστυχῶς εἰς τὴν Βαλκανικὴν Χερσόννησον, ἀφ’ ἧς ἠλευθερώθησαν τὰ ἔθνη ταῦτα εἴδομεν πάντοτε συγκρούσεις μεταξὺ τῶν διαφόρων λαῶν ὀφειλομένας εἰς ἐκμετάλλευσιν κυρίως τοῦ ἐθνικοῦ φρονήματος τῶν λαῶν τούτων χάριν τῶν συμφερόντων τῶν διαφόρων Δυνάμεων. Καὶ κατὰ τὸ Εὐρωπαϊκὸν πόλεμον προέκυψεν ἡ διαφωνία εἰς τὴν Ἑλλάδα ὑπὲρ τῆς ἀκολουθητέας πολιτικῆς τῆς Ἀντὰντ ἢ τῆς πολιτικῆς τῶν Κεντρικῶν Αὐτοκρατοριῶν. Καὶ ἐν τῇ συγκρούσει αὐτῇ ὁ ὁποία παρὰ πᾶσαν ἀξιουμένην διαφωνίαν πολιτικῶν θεωριῶν οὐδὲν ἄλλο κατεδείχθη ἢ σύγκρουσις ἀτομικῆς θελήσεως ἑνὸς μονάρχου Βασιλικοῦ καὶ ἑνὸς ἄλλου ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων. Καὶ ἐν τῇ συγκρούσει ταύτῃ ἔμεινε ξένος ὁ λαὸς καὶ μόνον ὑπέφερεν ἐκ τῆς συγκρούσεως τῶν κυρίων του. Καὶ κατὰ τὴν προεπαναστατικὴν τῆς Θεσσαλονίκης ἐποχὴν καὶ μετὰ ταύτην εἶναι περιττὸν νὰ εἴπω πρὸς ὑμᾶς ὅτι ὁ λαὸς ὑπέφερε. Γνωρίζετε τὴν ἱστορίαν τῶν καταδιώξεων τοῦ δυστυχοῦς λαοῦ ὁ ὁποῖος ἦτο ξένος τῆς διαφορᾶς αὐτῶν τῶν ἀντιλήψεων ποῦ ἐχώριζε τοὺς δύο ἀντιμαχομένους, τὰς συμφοράς, τὴν Κωνσταντινικὴν ἐξαχρείωσιν καὶ τὴν Βενιζελικὴν τρομοκρατίαν, τὰ Νοεμβριανὰ καὶ τὰ ὁποῖα ἐπηκολούθησαν τὰ Ἰουλιανά. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶδεν ὁ λαὸς κατὰ τὴν σύγκρουσιν ἐκτὸς τῶν δύο αὐτῶν παραγόντων ἦτο κυρίως τοῦτο, ὅτι εἴτε ὁ εἷς προσωπικῶς καὶ μετὰ μιᾶς αὐλικῆς κλίκας, εἴτε ὁ ἕτερος διὰ τοῦ κόμματός του ἐμονάρχησαν καὶ μοναρχοῦν πραγματικῶς τῆς Ἑλλάδος. Καὶ ἐξ ὅλης αὐτῆς τῆς διαφορᾶς ἐδιδάχθη τὸ μάθημα τοῦτο, ὅτι ὁ πολιτικὸς ἡμῶν ὀργανισμὸς πρέπει νὰ διαπλασθῇ κατὰ τοιοῦτον τρόπον ὥστε νὰ μὴ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπαναληφθοῦν ταῦτα. Ὁ ἐργατικὸς κόσμος, ὁ ἀγροτικὸς κόσμος, ὁ τόσα παθών, ἀναξιοπαθήσας πραγματικῶς δὲν βλέπει βεβαίως ἐν τῇ τοιαύτῃ ἢ τοιαύτῃ τροποποιήσει τῶν θεσμῶν τοῦ ἀστικοῦ καθεστῶτος τὴν σωτηρίαν αὐτοῦ. Μόνον τὸ σοσιαλιστικὸν καθεστὼς θὰ σώσῃ αὐτόν. Ἐν πάσῃ ὅμως περιπτώσει δικαιοῦται νὰ ἀπαντήσῃ ἵνα εἰς τὴν σημερινὴν ἐποχὴν ὀργανωθῇ τὸ πολίτευμα κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε αὐτὸς ὁ λαὸς νὰ λάβῃ ἀληθῶς ἐνεργὸν μέρος εἰς τὴν πολιτικὴν σκηνὴν καὶ τὴν ρύθμισιν τῆς οἰκονομικῆς ζωῆς, ὥστε νὰ δυνηθῇ καὶ αὐτὸν νὰ ἀναπτυχθῇ καὶ βαδίσῃ εἰς καλλίτερον μέλλον. Κατ’ αὐτὴν τὴν γραμμὴν δέον νὰ ἀναπτυχθῇ ἡ χώρα καὶ οὐχὶ ἐντὸς τοῦ ψευδοῦς κύκλου τῶν ἀναθεωρητέων διατάξεων.
§50Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς Συγκοινωνίας). Πῶς δύναται νὰ ἐξασφαλισθῇ ἡ μοναρχία ἑνὸς προσώπου ἢ λῆψις φυσικῶν πλεονεκτημάτων διὰ τὴν μεταβολὴν τοῦ πολιτεύματος;
§51Α. ΣΙΔΕΡΗΣ. Εἶναι τρόποι καὶ πρῶτα πρῶτα ἕνας τρόπος θὰ εἶναι ὥστε ἡ πλειονοψηφία νὰ μὴ εἶναι ποτὲ ὅση σήμερον καὶ νὰ μὴ δύναται ὅσον σήμερον.
§52Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ μόνος τρόπος θὰ εἶναι νὰ ἐπιτραπῇ εἰς τὴν μειοψηφίαν νὰ ἐφαρμόζῃ τὸν ἀρχαῖον ἐξοστρακισμὸν κατὰ τοῦ προσώπου αὐτοῦ διότι τὴν πλειονοφίαν θὰ τὴν ἔχῃ μαζί του.
§53Α. ΣΙΔΕΡΗΣ. Ἡ συζήτησις δὲν εἶναι περὶ προσώπων; εἶναι περὶ τῆς ὑψώσεως τοῦ κύρους τοῦ κοινοβουλίου ἀφ’ ἑνὸς καὶ τὴν ἐκτὸς αὐτοῦ ἀνύψωσιν τοῦ κυριάρχου πολιτικοῦ λαοῦ καὶ εἰς οἰκονομικὸν κυρίαρχον, διότι ἄλλως ἡ περὶ τοῦ μέλλοντός του ἀνησυχία εἶναι μεγάλη.
§54Ν. ΞΗΡΟΣ. Δὲν ἀνησυχεῖ κανείς.
§55Α. ΣΙΔΕΡΗΣ. Δὲν πρόκειται γιὰ σᾶς.
§56Ν. ΞΗΡΟΣ. Μερικὰ κεφαλάκια ἀνησυχοῦν.
§57Α. ΣΙΔΕΡΗΣ. Ἔλεγον λοιπὸν καὶ προσθέτω ὅτι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὁ κόσμος δὲν εἶδε ἀκόμη εἶναι ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τῆς χώρας καὶ ἡ ἐθνικοοικονομικὴ καὶ δημοσιονομική, ὥστε θὰ ἤθελεν ὄχι μόνον διὰ νομοθετημάτων κ.λ.π. ἀλλὰ διὰ διατάξεως τροποποιούσης τὸ πολίτευμα εἰς τὸ μέλλον νὰ μὴ δύναται νὰ συμβῇ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον συνέβη, ἤτοι αὐτὴ ἡ τρομερὰ σπατάλη τῶν οἰκονομικῶν, ἡ αὔξησις τοῦ δημοσίου χρέους, ἐπὶ πλέον δὲ καὶ ἡ τῶν τελῶν, καὶ χωρὶς νὰ ἐρωτηθῇ ὁ λαὸς ἀπόφασις περιπετειῶν καὶ νέων πολέμων.
§58Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ζητοῦμεν διὰ τῶν τροποποιήσεων τὴν συγκατάθεσιν τῆς Βουλῆς.
§59Α. ΣΙΔΕΡΗΣ. Εἶναι μία πρότασις ἐπαινετή, ἀλλ’ ὁ λαὸς θέλει κάτι ἄλλο. Σήμερον ὅπως διεπλάσθη μία μεταπολεμικὴ ἐποχὴ εὑρισκόμεθα εἰς μίαν κατάστασιν κατὰ τὴν ὁποίαν αἱ πτωχαί μας παραγωγικαὶ δυνάμεις βαρύνονται διὰ μεγάλου χρέους· θὰ ἤθελον μίαν ἔντασιν τῆς Ἐθνικῆς παραγωγῆς, ἔντασιν τῆς παραγωγικότητος πρὸς προστασίαν τῶν καταναλωτῶν, πόλεμον κατὰ τῆς αἰσχροκερδείας, οἰκονομίας, ἄλλην φορολογίαν, εἰρήνην, ἀποστράτευσιν, ἀληθῆ ἐργατικὴν καὶ οὐχὶ ἀντεργατικὴν πρόνοιαν. Καὶ πρὸς τοῦτο θὰ ἔπρεπε νὰ καθορισθῇ πλέον ἐν τῷ μέλλοντι ἡ ἔκτασις τοῦ δικαιώματος τῆς ἰδιοκτησίας. Τοῦτο θὰ καθώριζε καὶ τὰ μέτρα τῆς οἰκονομικῆς κυριαρχίας τῶν ἀστῶν ἐπὶ τῆς κοινωνίας. Πρέπει νὰ μάθωσι οἱ ἀστοὶ ὅτι ὁλόκληρος ὁ πολιτισμὸς φέρεται σήμερον εἰς τὴν κατάργησιν τῆς ἰδιοκτησίας των. Ἤδη νέον δικαίωμα ὑποφώσκει. Τὸ δικαίωμα τῶν ἐργατῶν ἐπὶ τῆς ἰδιοκτησίας τῶν ἀστῶν, δικαίωμα εἰς τὴν ρύθμισιν τοῦ οἰκονομικοῦ βίου τῆς κοινωνίας. Ὅλα αὐτά, κύριοι, θὰ ἀποτελέσωσι μίαν ρύθμισιν τῶν οἰκονομικῶν σχέσεων, τὴν ὁποίαν δὲν εἴχομεν καὶ δι’ ἣν εἶναι ἀναγκαία Συντακτικὴ Συνέλευσις.
§60Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς Συγκοινωνίας). Εἰς τὴν Γερμανίαν παρελήφθη διάταξις ἠθικοῦ περιεχομένου μόνον.
§61Α. ΣΙΔΕΡΗΣ. Συμπεπληρωμένη ὅμως ἀπὸ ὅλας τὰς διατάξεις, ὅπως ἡ διάταξις τῶν ἐργατικῶν συμβουλίων.
§62Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Αὐτὸ ἔλειπε ἀπὸ τώρα νὰ κάμωμεν καὶ Σοβιέτ.
§63Α. ΣΙΔΕΡΗΣ. Δὲν εἶπον ὅτι θὰ κάμετε σεῖς.
§64Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζετε ὅτι ἡ ἐφαρμογὴ τῆς ἐργατικῆς πολιτικῆς ἀποδεικνύει ὅτι δὲν εὑρισκόμεθα ἐνώπιον τῆς ἰδιοκτησίας ὅπως ἐνώπιον ἑνὸς φετίφ. Ἀλλὰ ἀπὸ τῆς αὐτῆς ἀντιλήψεως μέχρι τῆς ἐγκαταστάσεως Σοβιέτ ἡ ἀπόστασις εἶναι τρομερά.
§65Α. ΣΙΔΕΡΗΣ. Ἐν τούτοις ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ὑπενθυμίσω μίαν φράσιν σας, ὅτι ἔχετε ἀπόλυτον σεβασμὸν πρὸς πᾶσαν ἰδιοκτησίαν καὶ μετὰ δυσφορίας καὶ μὲ τόσην μεγάλην ἀποζημίωσιν ἐπελήφθητε τοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος ὅπερ καὶ δὲν ἐλύθη.
§66Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Πῶς εἶναι δυνατὸν εἰς ἕνα, ὁ ὁποῖος ἔχει αὐτὴν τὴν ἀντίληψιν νὰ ζητῇ ἀναθεώρησιν πολιτεύματος;
§67Α. ΣΙΔΕΡΗΣ. Λόγῳ τοῦ ἄρθρου 17 τοῦ Συντάγματος. Ἀλλὰ πλὴν τῆς νομικῆς συναφείας, εἶναι καὶ ζήτημα κοινωνικὸν καὶ πολιτικὸν μέγα τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἀντιπροσωπευθῇ ὡς κάτοπτρον εἰς τὸ νέον πολίτευμα.
§68Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς Συγκοινωνίας). Παρουσιάσθη εἰς Θεσσαλονίκην καὶ ἐγένετο τὸ κίνημα.
§69Α. ΣΙΔΕΡΗΣ. Εἰξεύρετε καλὰ πῶς ἐγένετο, καὶ δι’ αὐτὸ νομίζω ὅτι ἐπιβάλλεται ὅτι μία Συνέλευσις Συντακτικὴ ρυθμίζουσα τὰ πράγματα εὐρύτερον—καὶ ὄχι περιοριζομένη εἰς αὐτὰ τὰ ὁποῖα θὰ δώσῃ ἡ παροῦσα Βουλὴ— θὰ θέσῃ τὸ νέον δίκαιον ὄχι βεβαίως διὰ νὰ λύσῃ τὸ ὀξυνόμενον κοινωνικὸν ζήτημα ἀλλὰ διὰ νὰ ἀνακουφίσῃ ἀμέσως τὸν ἐργατικὸν καὶ ἀγροτικὸν κόσμον καὶ νὰ τὸν καταστήσῃ ἐνεργὸν εἰς ὅλα τὰ σχετικὰ ζητήματα, ἐὰν θέλωμεν πραγματικῶς νὰ προοδεύσῃ ἡ χώρα. Αὐτὰ εἶναι τὰ προβλήματα ἅτινα σήμερον προβάλλονται εἰς τὴν χώραν καὶ ἐφ’ ὧν θὰ σκεφθῶσιν οἱ ἐκλογεῖς κατὰ τὰς ἐκλογάς.
§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔχει τὸν λόγον.
§71Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Κύριοι βουλευταί. Δὲν δύναμαι νὰ ἀποκρύψω, μετὰ πόσης ἱκανοποιήσεως ἤκουσα τὰς δηλώσεις τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐκ Φθιωτιδοφωκίδος, θὰ προσθέσω δὲ καὶ τὰς δηλώσεις τοῦ ἀξιοτίμου κ. βουλευτοῦ ἐκ Ψαρῶν ὅσον ἀφορᾷ τὴν κρίσιν καὶ τὴν ἐπιδοκιμασίαν τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς ἡμῶν. Δι’ ἐκεῖνο μόνον, διὰ τὸ ὁποῖον δύναταί τις νὰ θλιβῇ εἶναι ὅτι μέγα μέρος τοῦ πολιτικοῦ κόσμου τῆς Ἑλλάδος δὲν κατώρθωσεν οὔτε κἄν νὰ χαρῇ. Ὑπάρχουν μάλιστα καὶ ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι θλίβονται διὰ τὰς ἐθνικὰς ἐπιτυχίας. (αἴσθησις). Ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Φθιώτιδος ἤθελεν τὴν νέαν Βουλὴν ὡς Συντακτικὴν Ἐθνοσυνέλευσιν. Καὶ ἐνῷ μάλλιστα ἐμμένει εἰς τὰς ἰδέας, τὰς ὁποίας διετύπωσεν ἀπὸ τοσούτων ἐτῶν τόσον εὐγλώττως εἰς τὸ βιβλίον τὸ ὁποῖον ἐν Κρήτῃ εἶχον ἀναγνώσει καὶ μοὶ ἔκαμεν ἀληθῶς πολλὴν ἐντύπωσιν, θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ παρατηρήσω ὅτι δὲν ἠμποροῦσα νὰ ἐννοήσω, ὅπως καὶ διακόπτων αὐτὸν εἶπον, ὅτι εἶνε δυνατόν, ὡς ὑπεστήριξε; μία Βουλή, καλουμένη ἐπαναστατικῷ τρόπῳ, νὰ δύναται ἐγκύρως νὰ ἀποφασίσῃ περὶ ὄγκου ὑποθέσεων Ἄλφα, καὶ αὐτὴ ἡ Βουλὴ νὰ μὴ δύναται, ἐπαναστατικῷ δικαίῳ, νὰ ἀποφασίσῃ περὶ ὄγκου ὑποθέσεων Βῆτα, ἐφόσον ὁ δικαιούμενος νὰ ἀποφασίσῃ τὸ μεῖζον, δύναται ν’ ἀποφασίσῃ καὶ τὸ ἔλαττον. Ἐξ ὅσων, λέγω, συνάγω τοῦτο ὅτι Βουλὴ Ἀναθεωρητικὴ δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ἐπὶ τῇ βάσει Πολιτεύματος παρὰ ἐφόσον καλῆται δι’ ὡρισμένας συνταγματικὰς διατάξεις καὶ ὅτι ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἡ πρόσκλησις αὐτῆς γίνεται ἔξω τῶν διατάξεων τοῦ κανονισμοῦ τοῦ δικαίου αὐτὸ γίνεται ἐπαναστατικῷ δικαίῳ καὶ κατ’ οὐσίαν εἶναι Συντακτική. Καὶ ἐρωτῶμαι: περιορίζω τὴν ἐξουσίαν τῆς συγκαλουμένης Βουλῆς; Ἀντιστρέφων τὴν ἐρώτησιν ἐπευθύνομαι πρὸς τοὺς ἐπικριτὰς τῆς Ἀναθεωρητικῆς καὶ ἐρωτῶ αὐτούς. Ποῖα ἄλλα θέματα θέλετε νὰ βάλωμεν μεταξὺ τῶν ἀναθεωρητέων διατάξεων; Διότι, σημειώσατε, ὅτι οὐσιαστικῶς οἱ ἀγορεύσαντες ὑπὲρ τῆς Βουλῆς, ὡς Συντακτικῆς δὲν ἀνέφεραν οὐδεμίαν διάταξιν, ἡ ὁποία θὰ ἤθελον νὰ μεταρρυθμισθῇ ἐπίσης, διὰ νὰ ἐπιτύχῃ εὐρυτέρους σκοπούς.
§72Γ. ΠΩΠ. Δὲν πρόκειται περὶ τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος, ἀλλὰ περὶ τοῦ πνεύματος τοῦ Συντάγματος.
§73Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπιτρέψατέ μου κ. βουλευτὰ ἐκ Ψαρῶν, νὰ σᾶς εἴπω ὅτι αὐτὰ εἶναι λόγια. Ἐφόσον δέχεσθε ὅτι δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ εὐρυνθῇ ὁ κύκλος τῶν ἀναθεωρητέων διατάξεων περαιτέρω, διατὶ δὲν ἀρνεῖσθε καὶ αὐτό; Μοὶ λέγετε ὅτι θέλετε τὸ πνεῦμα τοῦ Συντάγματος. Κύριοι, ἡ καλουμένη Βουλὴ θὰ ἦτο πράγματι Συντακτική, ἐὰν ὑπῆρχεν ἡ σοβαρὰ ἐπιθυμία ἐκ μέρους τῆς κοινῆς γνώμης, ὅπως ἐπιδιωχθῇ ἡ μεταβολὴ τοῦ πολιτεύματος. Θὰ ἐλέγετο ὅτι καλούμεθα νὰ συντάξωμεν τὴν πολιτείαν, ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ μεταβάλωμεν τὴν μορφὴν τοῦ πολιτεύματος.
§74Γ. ΠΩΠ. Καὶ αὐτὸ θὰ τὸ σκεφθῶμεν.
§75Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός.). Ὅταν θὰ τὸ σκεφθῆτε τότε νὰ τὸ ἐκθέσετε εἰς τὸν λαὸν καὶ ἡ ὁδὸς εἶναι ἀνοικτὴ πάντοτε. (Παρατεταμένα χειροκροτήματα). Ὅταν ἐπρόκειτο ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία εἶναι ὑπεύθυνος διὰ τὴν σύγκλησιν τῆς Βουλῆς αὐτῆς μὲ ἐξουσίαν ἀναθεωρητικήν, ὅταν ἐπρόκειτο νὰ εἰσηγηθῇ τὴν ἀναθεώρησιν, ἢ ὅταν ἐπρόκειτο νὰ εἰσηγηθῇ ἐνώπιον τῆς παρούσης Βουλῆς τὰς προτάσεις της περὶ τῶν ἀναθεωρητέων διατάξεων καὶ ἔμελλε νὰ ἀποφασίσῃ, ἐὰν αὕτη θὰ εἶχε συντακτικὸν χαρακτῆρα ἢ ἁπλῶς ἀναθεωρητικόν, ὅλον τὸ ζήτημα τὸ ὁποῖον ἐξήτασεν ἦτο· πρόκειται νὰ μεταρριθμίσωμεν καὶ τὴν μορφὴν τοῦ πολιτεύματος; Ἐὰν πρόκειται νὰ μεταρρυθμίσωμεν καὶ τὴν μορφὴν τοῦ πολιτεύματος, τότε θὰ καλέσωμεν τὴν συντακτικὴν ἐξουσίαν, διότι ἐκείνη καὶ μόνη θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ρυθμίσῃ τὸ νέον πολίτευμα. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἐκ τῶν ὅσων ἐλέχθησαν καὶ ἀπόψε ἐδῶ καὶ ἐξ ὅσων ἐγράφησαν ὑπὸ τῶν ἐπιδιωκόντων τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ πολιτεύματος δὲν διετυπώθη καθαρὰ ἡ ἐπιθυμία ν’ ἀλλάξουν τὴν μορφὴν τοῦ πολιτεύματος, διὰ νὰ μεταβῶμεν ἀπὸ τὸν τύπον τῆς βασιλευομένης Δημοκρατίας εἰς τὸν τύπον τῆς ἀβασιλεύτου, τοῦ αἱρετοῦ καὶ περιοδικοῦ ἄρχοντος, τὶ τὴν θέλετε τὴν Συντακτικὴν Συνέλευσιν; Θὰ κατήντα ὁ ἀγὼν μεταξὺ ἡμῶν καὶ τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ἀγὼν πάλης περὶ λέξεων! Ἀλλ’ ἐλέχθη καὶ ὅτι ἐὰν δὲν χαρακτηρίσωμεν τὴν Βουλὴν αὐτὴν Συντακτικήν, τότε ἐπειδὴ καλεῖται ἐπαναστατικῷ δικαίῳ, αἱ πράξεις αὐτῆς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι ἰσχυραί. Θὰ ἦσαν ἰσχυραὶ μόνον ὅταν ἦτο δυνατὸν νὰ τὴν χαρακτηρίσωμεν ὡς Συντακτικήν. Πάλιν ἀγὼν περὶ λέξεων! Καὶ δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ ἐδιατρίψω περισσότερον, διότι ἔχω ἐπικαλεσθῇ καὶ τὸ προηγούμενον, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει παρ’ ἡμῖν, τὸ τῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς τοῦ 1911. Δὲν ἐκλήθη ἡ Ἀναθεωρητικὴ ἐκείνη Βουλὴ, ἔξω τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος; Δὲν ὑπῆρξεν ἁπλῶς Ἀναθεωρητικὴ καὶ ὄχι Συντακτική; Διενοήθη ὅμως κανεὶς ποτέ, ἐνώπιον Ἀρχῆς τινος προέβαλεν ὅτι ἡ μεταρρύθμισις τοῦ πολιτεύματος ἡ γενομένη ἦτο ἄκυρος καὶ δὲν ἦτο ἰσχυρά, διότι δὲν ἔγινεν ὑπὸ Βουλῆς Συντακτικῆς, ἀλλὰ ἀναθεωρητικῆς, μὴ κληθείσης συμφώνως πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος; Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐκ Φθιωτιδοφωκίδος μοῦ εἶπε διατὶ πτοεῖσθε τὴν Συντακτικὴν Συνέλευσιν; Τὶ ἔχετε νὰ φοβηθῆτε; Ἔχετε τόσον κῦρος, ἔχετε τόσην δύναμιν, θὰ ἔχετε τόσην πλειονοψηφίαν, καὶ τοῦτο, τὸ συνεπέρανε, δὲν τὸ ἀνέφερε ρητῶς, τὶ ἔχετε νὰ φοβηθῆτε; Θὰ λύσω τὴν ἀπορίαν του. Ὑπὸ ὁμαλὰς περιστάσεις, ἄλλοτε, δὲν θὰ εἶχον κανένα φόβον, διὰ νὰ φανῶ εὐχάριστος εἰς τοὺς ἀξιοτίμους συναδέλφους, νὰ δεχθῶ νὰ ὀνομασθῇ Συντακτικὴ Συνέλευσις, ἀφοῦ θὰ ἤμην βέβαιος ὅτι ἡ Συνέλευσις αὐτή, θὰ ἔμενεν ἐντὸς τοῦ κύκλου, τὸν ὁποῖον θὰ καθώριζε μία Κυβέρνησις, ἡ ὁποία θὰ ἀπήλαυε τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ Λαοῦ, μία Κυβέρνησις, ἡ ὁποία θὰ ἐξήρχετο προσφάτως ἀπὸ ἐκλογάς, ὥστε νὰ ἦτο βεβαία, ὅτι ἔχει ὑπὲρ αὐτῆς τὴν λαϊκὴν ἐτυμηγορίαν. Ἀλλά, ὑπὸ τὰς παρούσας περιστάσεις, διὰ τῆς ἐπιδιώξεως τῆς συγκλήσεως Συντακτικῆς Βουλῆς, δὲν θεωρῶ ὅτι εἶναι ὅλως διόλου ἐνδεδειγμένον νὰ ἀνοίξωμεν τοὺς ἀσκοὺς τοῦ Αἰόλου, ὅπως εἶπον ἄλλοτε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Ἐρωτῶ τοὺς ἀξιοτίμους συναδέλφους, οἱ ὁποῖοι ὡμίλησαν: Θὰ ἠδυνάμεθα νὰ ἐμποδίσωμεν ὅπως ἡ συζήτησις μεταξὺ ἡμῶν καὶ τῆς ἀντιδράσεως γίνῃ ἐπὶ τοῦ ζητήματος, ἐὰν ὁ ἔκπτωτος βασιλεὺς, πρέπει ἢ οὔ νὰ ἐπανέλθῃ νὰ καταλάβῃ καὶ πάλιν τὸν θρόνον, ἵνα, ἀφοῦ δὲν κατορθώσαμεν νὰ φέρωμεν μὲ τὸ μέρος τῶν ἡττημένων τὴν Ἑλλάδα, πρὸ τοῦ πέρατος τοῦ πολέμου τὴν τάξωμεν μὲ τὸ μέρος αὐτῶν μετὰ τὸ πέρας τοῦ πολέμου; Θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἀπαγορευθῇ αὐτὴ ἡ συζήτησις; Καὶ ἐρωτῶ τοὺς ἀξιοτίμους συναδέλφους, φαντάζονται ὅτι αἱ ἐκλογαί, αἱ ὁποῖαι πρόκειται νὰ γίνουν μετὰ τεσσαράκοντα ἡμέρας, θὰ ἐγένοντο ἀναίμακτοι καὶ θὰ ἐγένοντο ἐλεύθεραι πράγματι καὶ θὰ ἠδυνάμην ἐγὼ μὲ τὸ μέτωπον ὑψηλὰ νὰ ὑποσχεθῶ ὅτι τὴν ἐπιοῦσαν τῶν ἐκλογῶν θὰ παρουσιασθῶ ἐνώπιον ὑμῶν νὰ σᾶς εἴπω. Ἰδοὺ κατὰ τίνα τρόπον διεξάγω τὰς ἐκλογάς, ἐὰν κατὰ τὰς ἐκλογὰς ταύτας, ἐτίθετο ἐκ μέρους τῆς ἀντιδράσεως τὸ ζήτημα τῆς ἐπανόδου τοῦ βασιλέως Κωνσταντίνου; (χειροκροτήματα καὶ ζητωκραυγαὶ παρατεταμέναι). Δύναται νὰ ἀμφισβητήσῃ ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Ψαρῶν καὶ ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος, δύνανται νὰ ἀμφισβητήσουν καὶ οἱ δύο βουλευταὶ ὅτι ἐὰν τὸ ζήτημα ἐτίθετο ἐνώπιον τῶν ἐκλογέων οὕτω σαφῶς, καὶ ἐὰν οἱ δύο συνδυασμοὶ εἰς τὰς ἑκάστοτε διαδηλώσεις διεσταυροῦντο ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ σημείου, ἐννοῶ τοὺς Κυβερνητικοὺς καὶ τοὺς τῆς Ἀντιδράσεως ὄχι τῆς καθαρᾶς Ἀντιπολιτεύσεως, ἐὰν ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ σημείου ἐπρόκειτο νὰ διεξαγάγωμεν τὸν ἀγῶνα, φαντάζονται ὅτι δὲν θὰ ἐξανῆπτε καὶ πάλιν τὰ πάθη εἰς τοιοῦτο σημεῖον; Βλέπω κατανεύοντα τὸν βουλευτὴν Ψαρρῶν Καὶ πῶς τότε εἶναι δυνατὸν νὰ θέλετε ἐγώ, ἀφοῦ γνωρίζετε ὅτι τὰ πάθη θὰ ἐξήπτοντο καὶ θὰ ἐφθάνωμεν εἰς αἱματηρὰς ἐκλογάς, πῶς θέλετε ἐγὼ ἡ Κυβέρνησις τῶν Φιλελευθέρων νὰ πάρω τὴν εὐθύνην αὐτῶν τῶν περιπετειῶν;
§76Γ. ΠΩΠ. Πῶς τὴν ἀποκρούετε τώρα διότι δὲν ἠννόησα.
§77Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Τὸν κίνδυνον συζητήσεως ἐπὶ τῆς ἐπανόδου τοῦ Κωνσταντίνου; Τοιαύτη συζήτησις δὲν δύναται νὰ διεξαχθῇ κατὰ τὰς ἐκλογάς.
§78Γ. ΠΩΠ. Βεβαίως.
§79Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐὰν ὅμως ἦτο Συντακτικὴ Συνέλευσις δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀποκλεισθῇ τοῦτο. Ἐὰν ἐδεχόμεθα ὅτι ἐκαλεῖτο ὁ λαός, ἵνα ἐκλέξῃ ἀντιπροσώπους, οἱ ὁποῖοι θὰ ἤρχοντο ἀπολύτως νὰ κάμουν ὅ,τι θέλουν νὰ ἀνασυντάξουν τὴν Πολιτείαν, ὅπως θέλουν θὰ ἦτο ἀληθὴς εἰρωνία ἐὰν ἐκάλουν τὴν Συντακτικὴν Ἐξουσίαν τοῦ λαοῦ ἀλλ’ ἀπηγόρευον νὰ ἀποφασίσῃ περὶ Κωνσταντίνου. Θὰ ἦτο παραλογισμός. Θὰ μοῦ εἴπητε ἴσως ἐὰν οὕτως σκέπτεσθε πῶς δύνασθε νὰ ἐμποδίσητε τὸν Λαὸν νὰ ἀποφανθῇ ἐὰν αὐτὸς εἶναι ὑπὲρ τοῦ Κωνσταντίνου; Ἀλλὰ εἶμαι βέβαιος ὅτι ὁ Λαός, δὲν πρόκειται νὰ ἀποφανθῇ περὶ τοῦ ζητήματος τῆς ἐπανόδου τοῦ Κωνσταντίνου, οὔτε σεῖς τὸ φαντάζεσθε. Εἴμεθα ἀπολύτως σύμφωνοι. Ἀλλ’ ἐὰν ἐτίθετο λόγου χάριν, τὸ ζήτημα μεταξὺ τοῦ Συνδυασμοῦ τῶν συναδέλφων μου εἰς τὸν Νομὸν τῆς Ἀχαϊοήλιδος καὶ τοῦ Συνδυασμοῦ τοῦ ὁποίου θὰ ἡγεῖτο ὁ ἐξόριστος τῆς Σιέννας καὶ ἠγείρετο τὸ ζήτημα τῆς ἐπανόδου ἢ μὴ τοῦ Κωνσταντίνου, ἀνομολογεῖτε ὅτι αἱ συνέπειαι θὰ ἦσαν, νὰ μεταβάλωμεν τὰς ἐκλογὰς εἰς σφαγεῖον εἰς ὅλην τὴν Ἑλλάδα; Δὲν δύναμαι νὰ ἀναλάβω αὐτὴν τὴν εὐθύνην. Θὰ ἦτο μικρὸς ὁ Πολιτικός, ὁ ὁποῖος θὰ ἀνελάμβανε τὰς εὐθύνας αὐτάς. Ἀλλὰ σᾶς λέγω· καὶ ἄν πλανῶμαι καὶ ἐγώ, καὶ σεῖς κύριε βουλευτά ἐνῷ πιστεύεται καὶ σεῖς, ὅτι ὁ λαὸς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ σκεφθῇ νὰ ἐπαναφέρῃ τὸν ἔκπτωτον βασιλέα, ἐὰν ἐπλανώμεθα, καὶ ἄν ὁ λαὸς τυχὸν τὸν θέλει τότε πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἐμποδίσωμεν τὸν λαὸν νὰ ἐκδηλώσῃ τὴν θέλησίν του, σᾶς λέγω. Δὲν τὸν ἐμποδίζομεν. Ἐὰν ὁ Λαὸς θέλῃ τὴν ἐπάνοδον τοῦ ἐκπτώτου Βασιλέως, πρῶτον ποῦ εἶχε νὰ κάμῃ εἶναι νὰ καταρρίψῃ τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν. Ἐὰν πράγματι ὁ λαὸς θέλῃ τὸν Κωνσταντῖνον εἰς τὰς προσεχεῖς ἐκλογάς, θὰ κατακρημνίσῃ ἡμᾶς ἀπὸ τὴν Ἀρχὴν θὰ ἀφαιρέσῃ τὴν ἐμπιστοσύνην του ἀπὸ ἡμᾶς, καὶ θὰ τὴν δώσῃ οὔτε εἰς ἡμᾶς οὔτε εἰς τὸν βουλευτὴν Φθιωτιδοφωκίδος, θὰ τὴν δώσῃ κυρίως εἰς τὸν ἐξόριστον τῆς Σιέννας, εἰς τὸν αὐτοεξόριστον. Αὐτὸς τότε, ὅπως ἄλλοτε εἶπον, ἄς εἰσηγηθῇ τὴν ἰδέαν τῆς μεταβολῆς τῆς Βουλῆς εἰς Συντακτικὴν Συνέλευσιν, ἄς εἰσηγηθῇ τὴν ἰδέαν τῆς ἐπανόδου τοῦ Κωνσταντίνου, ἐὰν τολμᾷ καὶ ἐὰν αἰσθάνεται τοὺς ὤμους του ἀρκετὰ ἰσχυροὺς ἵνα διαπράξῃ τοιαῦτα ἐγκλήματα (χειροκροτήματα ἐπὶ ὥραν πολλὴν καὶ ζητωκραυγαὶ ὑπὲρ τοῦ κ. Βενιζέλου ἐκ τῆς αἰθούσης καὶ τῶν θεωρείων). Ἀλλ’ οἱ ἀξιότιμοι προλαλήσαντες, ἐγκρίνοντες καθ’ ὁλοκληρίαν τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως, ἀνομολογοῦντες τὰς ἐθνικὰς ἐπιτυχίας τῆς πολιτικῆς αὐτῆς, ἔκαμαν ὅλας τὰς ἐπιφυλάξεις, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐσωτερικὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως. Αἱ ἐπιφυλάξεις αὐταὶ δὲν ἦτο δυνατὸν παρὰ νὰ ἐγίνοντο ἀπὸ μίαν Ἀντιπολίτευσιν. Εἶναι φυσικὸν ἡ Ἀντιπολίτευσις νὰ ἐπιτίθεται κατὰ τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὅταν εἶναι σύμφωνος εἰς ὅλα τὰ θέματα. Εἶναι δυνατὸν νὰ μὴν ἔχῃ τὴν ἀξίωσιν, ὅτι καλλίτερον αὐτὴ θὰ ἐδιοικοῦσε Ἀλλὰ κύριοι, θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ νὰ σᾶς ἀπασχολήσω δι’ ὀλίγα λεπτά. Ἐξήγησα καὶ ἄλλοτε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι ἡ διοίκησις τῆς χώρας δὲν εἶναι τοιαύτη οἵαν εἶμαι ἀποφασισμένος νὰ τὴν καταστήσω καὶ πάλιν, καὶ οἵα ὑπῆρξε ἀπὸ τοῦ ἔτους 1910 μέχρι τοῦ 1915. Ἀλλ’ ἔδωκα ὅλας τὰς ἐξηγήσεις ἕνεκα τῶν ὁποίων ὑπῆρξεν αὐτὴ ἡ χαλάρωσις τῆς διοικήσεως. Ἡ πρώτη ἐξήγησις εἶναι ὅτι ἀφ’ ἧς ἀπεμακρύνθη ἡ Κυβέρνησις τῶν Φιλελευθέρων ἀπὸ τοῦ 1915 ἤρχισαν αἱ Κυβερνήσεις αἱ Βασιλικαί, ἰδίως ἀπὸ τοῦ Σεπτεμβρίου τοῦ 1915 καὶ ἐντεῦθεν, αἱ ἐντελῶς Βασιλικαί, χαλαροῦσαι τὴν διοίκησιν καὶ ὅταν μετὰ 2½ ἔτη ἐπανήλθομεν εἰς τὰς Ἀθήνας, εὕρομεν κατάστασιν, καθ’ ἣν ὁ Δεσποτισμὸς ἐκ τῶν ἄνω, χειραγωγούμενος ἀπὸ τὴν ἀναρχίαν ἐκ τῶν κάτω ἐχόρευεν ἄσεμνον χορόν. Τὸ γεγονὸς δὲ τῆς παρατάσεως τοῦ μεγάλου πολέμου, τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ, τὸ γεγονὸς ὅτι ἀναγκασθεὶς καὶ ἐγὼ νὰ γίνω ἐπαναστάτης, ἐχαλάρωσα καὶ ἐγὼ τὴν διοίκησιν διὰ μόνον τὸν λόγον ὅτι ἐγενόμην ἐπαναστάτης. Αὐτὰ εἶναι κυρίως, τὰ ὁποῖα δὲν ἐπέτρεψαν νὰ ἀπαναφέρω τὴν ἐκτροχιασθεῖσαν διὰ τῶν Βασιλικῶν Κυβερνήσεων διοίκησιν εἰς τὴν προτέραν τροχιάν. Ἀλλ’ ἄν εἶπον τοῦτο πάντοτε καὶ τὸ ἀνεγνώρισα, ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ εἴπω ὅτι εἶναι ἄδικον νὰ κρίνωμεν τὴν ἐσωτερικὴν διοίκησιν ὑπεράγαν αὐστηρῶς. Ὑπὸ τὰς δεδομένας περιστάσεις, κύριοι, ἰσχυρίζομαι ὅτι ἡ διοίκησις ἡμῶν ἐχαλαρώθη ὀλιγώτερον παρ’ ὅσον ἐχαλαρώθη ἡ διοίκησις ἄλλων Κρατῶν, τὰ ὁποῖα διῆλθον καὶ αὐτὰ διὰ τοῦ μεγάλου Εὐρωπαϊκοῦ πολέμου καὶ ὑπὸ περιστάσεις πολὺ καλλιτέρας ἀπὸ ἐκείνας ἀπὸ τὰς ὁποίας διήλθομεν ἡμεῖς, ἄλλων Κρατῶν, εἰς τὰ ὁποῖα δὲν ὑπῆρξεν ὁ ἐμφύλιος πόλεμος, ὁ ὁποῖος ἐσόβησε παρ’ ἡμῖν καὶ δύναμαι νὰ σᾶς εἴπω ὅτι δὲν ὑπονοῶ μόνον τὰ Κράτη τῆς Βαλκανικῆς Χερσονήσου, κράτη ἰσότιμα πρὸς ἡμᾶς, ἀλλὰ Κράτη μεγάλα. Διατὶ λοιπὸν θὰ εἶσθε ἢ θὰ ἦτο ὁ λαὸς ὑπεράγαν σκληρὸς, κρίνων τὴν παρ’ ἡμῖν χαλάρωσιν τῆς διοικήσεως ὅταν γνωρίζει ὅτι αὐτὸ εἶναι καθολικὸν φαινόμενον, τὸ ὁποῖον ἐπέφερεν ὁ παγκόσμιος πόλεμος καὶ ὅταν παρ’ ἡμῖν ὑπῆρχον οἱ πρόσθετοι λόγοι οἱ ὁποῖοι ἐξηγοῦν τὸ φαινόμενον, καὶ ὅταν ἠξεύρῃ ὁ λαός, ὅτι πρὶν ἐπέλθῃ ἡ ἐπέμβασις τῶν Βασιλικῶν Κυβερνήσεων καὶ πρὶν ἐκραγῇ ὁ ἐμφύλιος πόλεμος, τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων ἔδωκε διοίκησιν, τὴν ὁποίαν εὐγνωμόνως ἐνθυμεῖται καὶ πρὸς τὴν ὁποίαν στρέφεται μετὰ τόσου πόθου, καὶ ὅταν ἠξεύρῃ ὁ Λαὸς ὅτι τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων ὅταν τελειώσουν τὰ ἐξωτερικά, θὰ δυνηθῇ καὶ πάλιν νὰ τοῦ τὴν ἀποδώσῃ; (Χειροκροτήματα παρατεταμένα καὶ νέαι ἐνθουσιώδεις ζητωκραυγαί). Ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω κύριοι, ὅτι θὰ ἦτο ἄδικον ἄν ἀσκοῦντες τὸ φύσει κριτικὸν πνεῦμα τὸ Ἑλληνικόν, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ μεγάλην ἀρετὴν δι’ ἕνα λαόν, ἄν ἀσκοῦντες μεθ’ ὑπερβολῆς τὸ κριτικὸν πνεῦμα, βλέπομεν μόνον τὰ ψεκτὰ καὶ δὲν βλέπομεν τὰ ἐπαινετά. Καὶ θὰ ἀναφέρω ἀμέσως τὸ εὐθικτότερον σημεῖον τῆς διοικήσεως τῶν Φιλελευθέρων, τὸ ζήτημα τοῦ ἐπισιτισμοῦ. Ἠναγκάσθη τὸ Κράτος, τὸ ὁποῖον καθ’ ἑαυτὸ ἐκ τῆς φύσεως του εἶναι ἐντελῶς ἀνίκανον νὰ διεξάγῃ ἐπιχειρήσεις καὶ μάλιστα ἐμπορικάς, νὰ μεταβληθῇ εἰς ἕνα μεγάλον ἔμπορον, καὶ πολλάκις καὶ εἰς μικρέμπορον, διὰ νὰ ἐπισιτίσῃ τὴν Χώραν καὶ συνέλεξε τὰ ὄργανα τῆς διοικήσεως αὐτῆς τῆς ἐπισιτιστικῆς ἀπὸ ὅπου τὰ εὗρε, καὶ ἔκαμε βεβαίως λάθη, καὶ ὑπέπεσε βεβαίως εἰς πλάνας, ἀλλὰ σᾶς ἐρωτῶ ἐν τῷ συνόλῳ κύριοι, τὶ ἐμφανίζεται; Ὅσοι ἐξ ὑμῶν ἐξήλθετε τῶν ὁρίων τῆς Ἑλλάδος, διαρκοῦντος τοῦ πολέμου καὶ μετέβητε εἰς οἱανδήποτε ἐκ τῶν ἄλλων ἐμπολέμων χωρῶν τῶν Μεγάλων Δυνάμεων, εἶσθε εἰς θέσιν νὰ κρίνητε ἄν λέγω ὑπερβολήν τινα, ἰσχυριζόμενος ὅτι ἐπὶ τῆς Ἠπειρωτικῆς Εὐρώπης δὲν ὑπῆρξε κανὲν Κράτος, οὔτε μεγάλον οὔτε μικρόν, τὸ ὁποῖον νὰ διῆλθε τὴν περίοδον τοῦ πολέμου κατὰ τὴν ἐποχήν, καθ’ ἣν ἡ Κυβέρνησις τῶν Φιλελευθέρων ἤσκει τὴν ἀρχὴν—δὲν ὁμιλῶ διὰ τὴν ἐποχὴν καθ’ ἣν ἡ μωρία τοῦ Ἐκπτώτου καὶ τῶν Βασιλικῶν Κυβερνήσεων προεκάλεσε τὸν ἀποκλεισμόν—ἄν διῆλθε τὴν περίοδον τοῦ πολέμου ὑπὸ καλλιτέρους ὅρους ἐπισιτιστικούς, παρὰ ὅσον ἡ Ἑλλάς; (Νέα χειροκροτήματα καὶ νέαι ζητωκραυγαί) Κανέν Κράτος! Ἄν, ἐπαναλαμβάνω, ἐγένοντο σφάλματα ἦτο φυσικὸν νὰ γίνουν. Δὲν τὴν εἰξεύραμεν αὐτὴ τὴ δουλειὰ, καὶ εἰξεύρετε ἀπὸ τὴν παροιμίαν ὅτι ὅταν δὲν ξέρῃ κανεὶς μιὰ τέχνη, σὲ κἄποιου τὴν κεφαλὴν θὰ τὴν μάθῃ, καὶ ἡμεῖς τὴν τέχνην αὐτὴν τὴν ἐμάθαμεν εἰς τὸ κεφάλι τοῦ ἀτυχοῦς Ἑλληνικοῦ λαοῦ! Ἀλλὰ πῶς ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ ἄλλως; Δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ εἴμεθα ἔμπειροι. Δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἔχωμεν ὀργάνωσιν ἐμπορικὴν εἰς χεῖράς μας; Ἄν ὑπεπέσαμεν εἰς λάθη κατὰ τὴν ὀργάνωσιν τῆς ὑπηρεσίας, τοῦτο ἦτο φυσικώτατον, θὰ ζητήσωμεν τὴν συγγνώμην τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἀλλὰ θὰ τοῦ παρουσιάσωμεν ὡς ἀποτέλεσμα ὅτι καθ’ ὃν χρόνον εἴμεθα εἰς τὴν ἀρχὴν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς δὲν ἐστερήθη τῶν οὐσιωδῶν πραγμάτων τῆς διατροφῆς του, ἢ μᾶλλον εἶχεν ἀφθονώτερα τὰ εἴδη τῆς διατροφῆς ἀπὸ ὅλους τοὺς ἄλλους λαοὺς τῆς Ἠπειρωτικῆς Εὐρώπης. (Ζωηρὰ καὶ πάλιν χειροκροτήματα). Ὅταν μέμφεσθε τὴν ἐσωτερικήν μας διοίκησιν διατί λησμονεῖτε τὴν ὀργάνωσιν τῶν στρατιωτικῶν μας δυνάμεων; Ἢ μήπως δὲν ἀνήκει εἰς τὴν ἐσωτερικὴν διοίκησιν τὸ ζήτημα τῆς ὀργανώσεως τῶν στρατιωτικῶν δυνάμεων τῆς Χώρας; Καὶ δύνασθε νὰ ἀρνηθῆτε, κύριοι, ὅτι, εὑρεθέντες ὑπὸ τὰς δεινοτάτας περιστάσεις ὑπὸ τὰς ὁποίας εὑρέθημεν, ἀναγκασθέντες νὰ ἀπομακρύνωμεν ἐκ τοῦ Στρατοῦ ἑκατοντάδας ἀξιωματικῶν πολλάκις ἐκ τῶν ἀρίστων— πρέπει νὰ τὸ ὁμολογήσω— διότι οὐκ ἦν ἄλλως γενέσθαι, δύνασθε νὰ ἀρνηθῆτε ὅτι ὑπὸ περιστάσεις τοιαύτας καὶ μέσῳ ἐμφυλίου πολέμου, ὑπὸ τὴν ἀπειλὴν διαρκῶν στάσεων, κατωρθώσαμεν νὰ ὀργανώσωμεν Στρατόν, τοῦ ὁποίου καλλίτερον καὶ λαμπρότερον δὲν εἶδε ποτὲ ἡ Ἑλλάς; (Ζήτω ὁ Ἐθνικὸς Στρατός! Χειροκροτήματα καὶ ἀνευφημίαι ἐξ ὅλων τῶν σημείων.) Δύνασθε νὰ ἀρνηθῆτε ὅτι τὸν Στρατὸν αὐτόν, ὁ ὁποῖος ἐστερήθη τοῦ «ἐστεμμένου στρατηλάτου του» (ἱλαρότης) καὶ τοῦ «μεγάλου του Ἐπιτελείου», ὅτι τὸν Στρατὸν αὐτόν, ὅταν ἡ Εὐρωπαϊκὴ ἐμπιστοσύνη τοῦ ἀνέθηκε τὴν τιμητικωτάτην ἐντολὴν νὰ ἐκκαθαρίσῃ τὴν κατάστασιν εἰς τὴν Μικρὰν Ἀσίαν, τὸν εἴδομεν δρέποντα ἀπὸ τῆς μιᾶς ἡμέρας εἰς τὴν ἄλλην δάφνας, τῶν ὁποίων ἴσως ἐνδοξωτέρας δὲν εἶδεν ἡ Ἑλληνικὴ ἱστορία; (Νέα ἐνθουσιώδη χειροκροτήματα καὶ νέαι ζητωκραυγαὶ ὑπὲρ τοῦ Στρατοῦ καὶ τοῦ κ. Βενιζέλου.) Δὲν δύνασθε λοιπὸν νὰ λέγετε ὅτι ἡ ἐσωτερική μας διοίκησις ἀπέτυχεν ὅταν εἰς ἕνα τόσῳ μεγάλον κλάδον τῆς ἐσωτερικῆς διοικήσεως ἡ ἐπιτυχία ἡμῶν ὑπῆρξε τόσῳ πλήρης, ὅσον ὑπῆρξεν ἐκ τῆς ὀργανώσεως τῶν στρατιωτικῶν μας δυνάμεων. Ἀλλά, κύριοι, ἔλθετε εἰς ἕνα ἄλλον κλάδον ἐκ τῶν σπουδαιοτέρων τῆς ἐσωτερικῆς διοικήσεως. Δύνασθε νὰ ἀρνηθῆτε ὅτι διεχειρίσθημεν τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος τιμᾷ ἐντελῶς τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν; Δύνασθε νὰ ἀρνηθῆτε ὅτι ὑπὸ τὸ βάρος τοῦ παγκοσμίου, ἀλλὰ καὶ ὑπὸ τὴν ἀπειλὴν τοῦ ἐμφυλίου πολέμου, καὶ ὑπὸ τὴν διαρκῆ ἀπειλὴν τῶν ἐσωτερικῶν στάσεων καὶ συνομωσιῶν, ὅτι κατωρθώσαμεν νὰ αὐξήσωμεν τὰ ἔσοδα τῆς Ἑλλάδος, εἰς ὃ σημεῖον ηὐξήσαμεν αὐτὰ ὥστε νὰ φθάσωμεν νὰ ἔχωμεν σήμερον τακτικὰς προσόδους, αἱ ὁποῖαι αὐξάνουν τὰς προσόδους μας τὰς πρὸ τοῦ πολέμου κατὰ 250 τοῖς ἑκατόν; Ἀλλὰ θὰ μοῦ εἴπητε «ναὶ ηὐξήσατε τὰς προσόδους, ἀλλὰ ηὐξήσατε καὶ τὰς δαπάνας!». Βεβαίως καὶ οὔτε ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ ἄλλως. Θὰ ἦτο παράδοξος ἡ ἀξίωσις νὰ διεξαγάγωμεν τὸν πόλεμον κατὰ τῶν Βουλγάρων καὶ τῶν Τούρκων καὶ νὰ ἐλευθερώσωμεν τὰ ἑκατομμύρια τῶν λαῶν, τὰ ὁποῖα ἠλευθερώσαμεν, καὶ συγχρόνως καὶ νὰ ἐπιτύχωμεν ὅσα ἐπετύχαμεν ἄνευ δαπάνης! Δὲν ἐξευρέθη ἀκόμη ὁ τρόπος καθ’ ὃν δύνανται νὰ διεξάγωνται οἱ πόλεμοι ἄνευ δαπανῶν! Ἀλλὰ δύναμαι νὰ βεβαιώσω τὸν ἀξιότιμον ἐκ Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος συνάδελφον, ὁ ὁποῖος ἔχει τὴν εὔλογον ἀνησυχίαν μήπως αἱ δαπάναι αὐταὶ ὑπερβαίνουν τὰς δυνάμεις μας, ὅτι ὄχι μόνον ἡ τιμὴ τῆς δραχμῆς ἀποδεικνύει ὅτι τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν εἶναι εὐρωστότερα ἀπὸ ὅλων τῶν ἄλλων Ἠπειρωτικῶν κρατῶν τῆς Εὐρώπης μικρῶν, καὶ μεγάλων, ἀλλ’ ἔχω νὰ σᾶς εἴπω ὅτι τὸ Δημόσιον χρέος κατὰ τὸ τέλος τοῦ πολέμου θὰ ἀνέρχεται πιθανῶς—λέγω πιθανῶς διότι δὲν ἐκλείσθη ἀκόμη ἡ περιπέτεια, ἔχομεν ἀκόμη ἐπιστρατευμένον στρατὸν — θὰ ἀνέρχεται πιθανῶς εἰς ὃ ποσὸν ἀνήρχετο τὸ ἐτήσιον ἐθνικὸν εἰσόδημα τῆς Παλαιᾶς Ἑλλάδος, δηλαδὴ τὴν πρὸ τοῦ μεγάλου πολέμου. Κατὰ μελέτην, γενομένην ὑπὸ τῶν ἁρμοδίων ὑπηρεσιῶν τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, τὸ ἐθνικὸν εἰσόδημα τῆς Ἑλλάδος ὑπερβαίνει τὰ τέσσαρα δισεκατομμύρια, τῆς Ἑλλάδος τῆς πρὸ τοῦ μεγάλου πολέμου! Βεβαίως δὲν ἀξιοῦν ἀπόλυτον ἀκρίβειαν οἱ ἀριθμοὶ οὗτοι, διότι γνωρίζετε ὅτι αἱ πηγαί, ἐκ τῶν ὁποίων ἀρυόμεθα αὐτοὺς δὲν εἶναι τέλειαι, ἀλλὰ καθ’ ὅλα τὰ φαινόμενα αὐταὶ εἶναι αἱ πρόσοδοι τῆς ἐθνικῆς οἰκονομίας. Ὅταν λοιπὸν ἔχετε ἕν ἐθνικὸν χρέος, τὸ ὁποῖον δὲν ὑπερβαίνει τὸ ἐθνικὸν εἰσόδημα ἑνὸς ἔτους, εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνησυχήσητε διὰ τὸ μέλλον τῶν οἰκονομικῶν μας; Δὲν νομίζω, κύριοι, ὅτι θὰ ἤξιζε νὰ μνημονεύσω ἕν πρὸς ἕν ὅλα τὰ ἔργα τῆς ἐσωτερικῆς μας διοικήσεως, διὰ νὰ ἀποδείξω ὅτι ἐν μέσῳ τοῦ μεγάλου πολέμου ὑπὸ ἕν καθεστὼς τῆς ἐπαναστάσεως, ὑπὸ μίαν κυβερνητικὴν κατάστασιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἦτο ἀπὼν ἐκ τῆς Ἑλλάδος ἐπὶ 22 μῆνας, ἡ Κυβέρνησις αὐτὴ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς ἐσωτερικῆς μας διοικήσεως ἔχει νὰ γράψῃ εἰς τὸ ἐνεργητικόν της ἔργα καὶ πράξεις, τὰς ὁποίας κυβερνήσεις μακροχρόνιοι ἄλλοτε δὲν κατώρθωσαν νὰ ἀναγράψουν. Μόνη ἡ λύσις τοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος, τὴν ὁποίαν ἐπεδιώξαμεν καὶ τὴν ὁποίαν ἐφέραμεν μέχρι τοῦ σημείου εἰς τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται, μόνη ἡ λύσις τοῦ ζητήματος τούτου, ἦτο ἱκανὴ νὰ τιμήσῃ μίαν Κυβέρνησιν μεγάλην. Δὲν θέλω νὰ διεξέλθω ὅλα τὰ ἔργα τῶν συναδέλφων μου. Εἰς τὴν ἐφημερίδα «Ἐλεύθερος Τύπος» βλέπετε ἐπὶ τοῦ παρόντος τὸν ἀπολογισμὸν ἑνὸς καὶ μόνου Ὑπουργείου, τοῦ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας. Ἰσχυρίζομαι λοιπὸν ὅτι, ὅταν κρίνωμεν τὴν ἐσωτερικὴν διοίκησιν, ὅταν οὐ μόνον ἡ Ἀντιπολίτευσις ἀλλὰ καὶ οἱ Φιλελεύθεροι κρίνουν τὴν ἐσωτερικὴν διοίκησιν, εἶναι πολλάκις ἄδικοι. Ἐγὼ δὲν παραπονοῦμαι δι’ αὐτό. Νομίζω ὅτι εἶναι χρησιμώτερον δι’ ἕν Ἔθνος ἡ κρίσις ἐπὶ τῶν Κυβερνητῶν νὰ εἶναι αὐστηροτέρα μᾶλλον ἢ ἐπιεικεστέρα. Μεγάλη ζημία ἀπὸ μίαν αὐστηρὰν κρίσιν δὲν δύναται νὰ ἐπέλθῃ. Εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ εἶναι μεγαλυτέρα ἡ ζημία ἐκ τῆς ἀδιαφορίας τῆς Κοινῆς Γνώμης εἰς τὸν ἔλεγχον τῶν Κυβερνητικῶν μέτρων ἢ ἐκ τῆς ἄκρας ἐπιεικείας διὰ τὰ Κυβερνητικὰ ἔργα. Ἀλλ’ ἐὰν λέγω τοῦτο, ἔρχομαι πρῶτος ἐγὼ ἀπὸ τοῦ βήματος νὰ διακηρύξω ὅτι τῆς ἐσωτερικῆς διοικήσεως τῆς Χώρας, ἡ χαλάρωσις, ἡ ὁποία ἐπῆλθε, καὶ τὴν ὁποίαν καὶ ἐγὼ ἀναγνωρίζω, δὲν δύναται νὰ γίνῃ ἀνεκτὴ ὑπὸ τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων, καὶ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς εἶμαι βέβαιος ὅτι θὰ μὲ πιστεύσῃ, ὅταν προσέλθω ἐνώπιον αὐτοῦ διὰ νὰ τὸν βεβαιώσω ὅτι θὰ ἐπαναφέρω αὐτὴν εἰς τὴν κανονικήν της τροχιάν, ἀπὸ τῆς ὁποίας ἤρχισεν ἀπομακρυνομένη ἀπὸ τοῦ 1915, καὶ εἶμαι βέβαιος ὅτι θὰ μὲ πιστεύσῃ, διότι δὲν θὰ ἔχῃ μόνον πρὸ αὐτοῦ τὰ ἰδανικά του ἐκ τῶν ἐθνικῶν ἡμῶν πραγμάτων ἱκανοποιηθέντα, ἀλλὰ θὰ ἔχῃ καὶ πρὸ αὐτοῦ τὴν διοίκησιν τὴν ἐσωτερικήν, τὴν ὁποίαν παρέσχεν εἰς τὴν Χώραν τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων ἀπὸ τοῦ 1910 μέχρι τοῦ 1915, καὶ εἰς περιστάσεις καὶ τότε οὐχὶ ἀπολύτως ὁμαλάς, διότι καὶ τότε εἴχομεν κατὰ τὸ 1912 καὶ 1913 τοὺς Βαλκανικοὺς πολέμους, καὶ ὅμως τότε κατωρθώσαμεν νὰ παράσχωμεν τὴν ἐσωτερικὴν διοίκησιν, τὴν ὁποίαν δὲν εἶχε ποτε ἄλλοτε ἴδει ἡ Ἑλλάς (χειροκροτήματα καὶ ζητωκραυγαὶ ἐκ τῆς αἰθούσης καὶ τῶν θεωρείων). Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐκ Ψαρῶν εἶπε μερικὰ πράγματα περὶ δεσποτισμοῦ καὶ περὶ ἐπιβολῆς τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Ὁμολογῶ ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀπαντήσω εἰς αὐτά: Προσεπάθησα μᾶλλον διαλογικῶς νὰ τοῦ ἀποδείξω ὅτι δὲν εὑρίσκεται ἐν δικαίῳ. Τί εἶναι ὁ δεσποτισμός; Θεωρεῖ δεσποτισμὸν τὸ γεγονὸς ὅτι, εὑρισκόμενος μακρὰν τῆς Ἑλλάδος καὶ ἐπὶ τῆς κλίνης τοῦ τραυματίου, εἶχον ἀρκετὸν κῦρος ἀπέναντι τοῦ τόπου, ἵνα συντελέσω ὅπως μὴ λάβουν οὐδὲ τὴν ἀρχὴν ἐκτελέσεως αἱ ἐκδηλώσεις δυσαρεσκείας κατὰ τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῷ ὅτι δὲν κατέστελλε διὰ βιαίων μέσων τὴν συνομωσίαν; τοῦτο εἶναι δεσποτισμός, βεβαίως δὲν τὸ ἐννοῶ! Μοῦ εἶπεν ὅτι, ἐὰν δὲν ἔχασε κανεὶς τὴν κεφαλήν του διὰ πολιτικὸν ἀδίκημα ἐπὶ τῶν ἡμερῶν μου, αὐτὸ δὲν εἶναι ἀπόδειξις ὅτι δὲν εἶμαι δεσπότης. Δὲν ἐπεκαλέσθην τοῦτο τὸ γεγονὸς διὰ νὰ εἴπω ὅτι δὲν εἶμαι δεσπότης. Περιέργως ἀνέφερον εἰς ἄλλην συζήτησιν ὅτι μὲ κατηγοροῦν ὅτι εἶμαι τύραννος καὶ ὅτι καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν τῆς τυραννικῆς μου Ἀρχῆς καὶ ἐν μέσῳ ἐμφυλίου πολέμου καὶ πολέμου ἐσωτερικοῦ ἔχω τὴν ἱκανοποίησιν ὅτι κανεὶς δὲν ἐστερήθη τῆς ζωῆς του διὰ πολιτικὴν πρᾶξιν. Ἀλλὰ μὲ ἠρώτησεν, ἐὰν νομίζω ὅτι κανεὶς δὲν ἐπένθησεν ἐξ αἰτίας μου. Ὂχι, δυστυχῶς ὄχι! Εἶμαι βέβαιος ὅτι ὑπῆρξάν τινες οἱ πενθήσαντες ἐξ αἰτίας μου. Δὲν ἠμπορῶ νὰ ἔχω τὴν ἱκανοποίησιν, τὴν ὁποίαν εἶχεν ὁ μέγας Περικλῆς. Ἀλλὰ νομίζετε, ὅτι ὀφείλεται τοῦτο εἰς τὸ γεγονὸς ὅτι ψυχικῶς εἶμαι ὑποδεέστερος τοῦ μεγάλου Περικλέους, ἢ ὅτι ἡ διάθεσίς μου εἶναι ὀλιγώτερον εὐγενής; Ὂχι! Ἀλλ’ ἡ διαφορὰ εἶναι ὅτι ὁ μέγας Περικλῆς εἶχε καλλιτέρους ἀνταγωνιστὰς ἀπὸ ἐκείνους, τοὺς ὁποίους εὑρῆκα ἐγώ! (Παρατεταμένα χειροκροτήματα). Δὲν δύνασθε λοιπὸν νὰ μοῦ ἐπιρρίπτετε τὴν εὐθύνην καὶ τὴν πρᾶξιν τῶν ἀνταγωνιστῶν μου καὶ ἀντιπάλων μου. Ἔκαμα καὶ δύο ἄλλους πολέμους κατὰ τὸ 1912 καὶ τὸ 1913, ἐνθυμεῖσθε δὲ ὅτι κανεὶς δὲν ἐπένθησεν ἐξ αἰτίας μου. Ἀλλὰ τώρα ἐπένθησαν ἐξ αἰτίας μου. Ἀλλὰ ποῖοι εἶναι οἱ πενθήσαντες; Εἶναι περὶ τοὺς 75 στρατιῶται, οἱ ὁποῖοι ἐτυφεκίσθησαν διὰ στάσιν στρατιωτικὴν.
§80Γ. ΠΩΠ. Παρακαλῶ κύριε Πρόεδρε. Πρόκειται περὶ παρεξηγήσεως. Ἐγὼ δὲν ὡμίλησα περὶ τοῦ πένθους τοῦ προερχομένου ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐτυφεκίσθησαν, διότι ἠρνήθησαν νὰ ἐκπληρώσωσι τὸν ὅρκον των πρὸς τὴν Πατρίδα. Δὲν εἶναι οὗτοι οὔτε οἱ πρῶτοι οὔτε οἱ τελευταῖοι εἰς τὰ Κράτη τὰ φιλελεύθερα. Ὡμίλησα περὶ τοῦ πένθους ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἔχουσιν αἱ οἰκογένειαι τῶν ἀδικηθέντων αἱ στερηθεῖσαι τῆς εὐημερίας αὐτῶν.
§81Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Σᾶς εὐχαριστῶ πολὺ διότι μὲ ἀπαλλάσσετε τοῦ κόπου νὰ εἴπω ὅτι ἐὰν παρ’ ἡμῖν ἐν μέσῳ ἐμφυλίου πολέμου ἐτυφεκίσθησαν 70–80 στρατιῶται διὰ στάσιν στρατιωτικήν, εἰς ἄλλα Κράτη, εἰς τὴν μεγάλην δημοκρατικὴν Γαλλίαν ἐτουφεκίσθησαν χιλιάδες, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ γυναῖκες διὰ πράξεις ἀντιστοίχους καὶ ἀναλόγους! Ἀλλὰ μοῦ λέγετε, ἐὰν πολλοὶ δὲν ἐπένθησαν ἐκ τῆς διοικήσεώς μου. Πολλοί, δυστυχῶς. Ὄλοι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἀπεμακρύνθησαν ἀπὸ τὸν Στρατόν. Ὄλοι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἀπεμακρύνθησαν ἀπὸ τὴν πολιτικὴν διοίκησιν. Ὄλοι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δι’ ὑποψίας, ἐνίοτε ἀσυστάτους, πολλάκις ἀδικαιολογήτους, ἀπεμακρύνθησαν ἀπὸ τὸ κέντρον τῶν ἐργασιῶν των καὶ ἀπηλάθησαν. Ὄλοι αὐτοὶ ἐπένθησαν. Ἀλλὰ σᾶς ἐρωτῶ: Νομίζετε τάχα ὅτι αὐταὶ αἱ ζημίαι προεκλήθησαν ἀπὸ μοχθηρὰ ἐλατήρια; Νομίζετε ὅτι, ἐὰν ἐπίστευον ὅτι ἠδυνάμην ν’ ἀποφύγω αὐτὰς τὰς ζημίας, δὲν θὰ τὰς ἀπέφευγον; Δὲν δύνασθε παρὰ νὰ στηριχθῆτε εἰς τὴν διαβεβαίωσίν μου ὅτι τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα μετῆλθον, τὰ μετῆλθον διότι ἐνόμιζον ὅτι ἀναγκαίως ἔπρεπε νὰ μετέλθω αὐτά. Δὲν ὁμιλῶ περὶ τῶν καταχρήσεων αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο, ἐν τῇ ἐκτελέσει, περὶ τῶν ὑπερβολῶν, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο, περὶ τῶν περιστάσεων, κατὰ τὰς ὁποίας ὁ Ἄλφα ἢ ὁ Βῆτα εὑρῆκε τὴν εὐκαιρίαν ἵνα ἐκδικηθῇ ἕν προσωπικόν του πάθος, ὑπὸ τὴν δικαιολογίαν ὅτι πρόκειται περὶ προστασίας τοῦ καθεστῶτος! Ἀλλὰ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ ἄλλως ἐν μέσῳ ἑνὸς ἐμφυλίου πολέμου; Ὄταν τὰ πάθη μαίνωνται πῶς θέλετε τὸ Κέντρον καὶ ἡ Διοίκησις νὰ προλάβῃ, διότι εὑρίσκεται εἰς τὰς παραμονὰς μιᾶς στάσεως καὶ διατάσσει τὴν ἀπέλασιν ὑπόπτων τινῶν προσώπων, πῶς θέλετε νὰ ἀποφύγῃ νὰ μὴ γίνῃ καὶ μία κατάχρησις ἐκ μέρους ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐπωφελοῦνται τῶν περιστάσεων αὐτῶν ἵνα ἐκδικήσουν προσωπικὰ πάθη; Ἀλλὰ τὰ μέτρα ταῦτα εἶναι ἐξαιρετικά, καὶ δὲν ἐπιτρέπονται εἰς Κυβέρνησιν καμμίαν, παρὰ μόνον ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ Συντάγματός μας, ἐν περιπτώσει πολέμου ἢ γενικῆς ἐπιστρατεύσεως. Καὶ ἡμεῖς μετεχειρίσθημεν τὰ μέτρα αὐτὰ εἰς περίπτωσιν καὶ πολέμου καὶ γενικῆς ἐπιστρατεύσεως καὶ ἐμφυλίου πολέμου καὶ καθημερινῶν στάσεων. Τὶ ἠθέλατε νὰ κάμω; Ἠθέλατε νὰ διεξαγάγω ὅλον αὐτὸ τὸ κολοσσιαῖον ἔργον, κατὰ τὸν ὁποῖον εἶχον ἀντιμέτωπόν μου ἕνα Βασιλέα καταπατήσαντα τὰς ἐλευθερίας, ἐπιβουλευθέντα τὸ Πολίτευμα καὶ ὁδηγήσαντα τὴν Ἑλλάδα μέχρι τοῦ χείλους τῆς ἀβύσσου, καὶ ἕνα πολιτικὸν κόσμον τῆς Ἑλλάδος, πλὴν ἐλαχίστων ἐντίμων ἀληθῶς ἐξαιρέσεων μετρουμένων εἰς τὰ δάκτυλα τῆς μιᾶς χειρὸς, περιστοιχοῦντα τὸν Ἔκπτωτον Βασιλέα καὶ ὑποστηρίζοντα αὐτὸν καὶ οὐ μόνον ἀνεχόμενον, ἀλλὰ καὶ διαδηλοῦντα τὸ εὐαγγέλιον τῆς ὑποταγῆς εἰς τὸν Μοναρχισμόν, μόνον καὶ μόνον διότι ἐπρόκειτο νὰ λείψῃ εἷς μισητὸς ἀντίπαλος, ἀδιάφορον ἐὰν ἡ Ἑλλὰς διὰ τῆς τοιαύτης των πολιτείας ὡδηγεῖτο μέχρι τῆς καταστροφῆς της; Εἴπατέ μοι ἂν εὑρεθεὶς εἰς τὴν ἀνάγκην ν’ ἀντιμετωπίσω τοιαύτην κατάστασιν πραγμάτων, ἔφθασα, ἐπὶ τῇ βάσει δὲ πάντοτε νόμου τοῦ Κράτους, στηριζομένου εἰς αὐτὸν τὸν Καταστατικὸν ἡμῶν Χάρτην, ἔφθασα νὰ ζημιώσω πολίτας πέντε, δέκα, εἴκοσιν, ἑκατόν, πόσοι εἶναι αὐτοί, κύριε βουλευτὰ ἐκ Ψαρῶν, οἱ πολῖται, οἱ ὁποῖοι ἀπηλάθησαν ἐξ αἰτίας τῶν μέτρων αὐτῶν; Πόσοι εἶναι αὐτοί, καὶ διατὶ αὐτοὶ μόνον σᾶς κινοῦν τὴν εὔλογον συμπάθειάν σας κατὰ τὴν στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁμιλεῖτε περὶ αὐτῶν, ὅταν τεσσαράκοντα χιλιάδες Ἑλλήνων τῆς Ἀνατολικῆς Μακεδονίας παρεδόθησαν εἰς τὸν ὄλεθρον καὶ τὴν ἀτίμωσιν καὶ ἠρημώθη ἡ χώρα ἐκείνη, διότι οἱ ἀντίπαλοί μου ἤνοιξαν τὰς θύρας εἰς τὸν προαιώνιον ἐχθρὸν τῆς Φυλῆς; (Ζωηρὰ χειροκροτήματα καὶ παρατεταμέναι ἐπευφημίαι). Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ μὲ ἐπικρίνετε διὰ τὰς μεμονωμένας αὐτὰς ζημίας, αἱ ὁποῖαι ἀφορῶσιν ἑκατόν, διακοσίους, πεντακοσίους, χιλίους ἀνθρώπους μὴ στερηθέντας κἂν τῆς ζωῆς, τῶν ὑλικῶν συμφερόντων ἐστερήθησαν, πλὴν τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ Στρατοῦ, οἱ ὁποῖοι ἐστερήθησαν καὶ τοῦ βαθμοῦ των, τὸ ὁποῖον εἶναι βεβαίως τι ἠθικὸν καὶ μέγα κακόν, μεγαλύτερον τοῦ ὑλικοῦ, πῶς δύνανται νὰ μὲ μεμφθοῦν δι’ αὐτὰς τὰς ἐξ ἀνάγκης ἐπελθούσας ζημίας, ὅταν ἐκεῖνοι κατὰ τῶν ὁποίων εἶχον νὰ ἀνταγωνισθῶ κατώρθωσαν διὰ τῆς πολιτικῆς των νὰ καταστρέψουν 40.000 Ἑλλήνων τῆς Ἀνατολικῆς Μακεδονίας καὶ ἑκατοντάδας χιλιάδας Ἑλλήνων τοῦ Μικρασιατικοῦ καὶ τοῦ Θρακικοῦ Ἑλληνισμοῦ, καταστρεφομένων παρ’ ἀνθρώπων μετὰ τῶν ὁποίων αὐτοὶ συνεμάχουν, χωρὶς νὰ κατωρθώσουν οἱ ἄθλιοι νὰ ἐπιτύχουν τοὐλάχιστον αὐτό, τὴν προστασίαν τῶν πληθυσμῶν ἐκείνων; (Ἐνθουσιώδη χειροκροτήματα καὶ ἐπευφημίαι ἐκ τῆς αἰθούσης καὶ τῶν ἀκροατηρίων). Ἠδιαφόρουν διὰ τὸ πολιτικὸν μέλλον τῆς Ἑλλάδος, ἠδιαφόρουν διὰ τὴν αὔξησιν τῆς Βουλγαρίας, ἠδιαφόρουν διὰ τὴν ἐξουθένωσιν, διὰ τὴν ἀτίμωσιν τῆς Ἑλλάδος, ἀκολουθοῦντες μίαν ὡρισμένην πολιτικήν· διατὶ τοὐλάχιστον δὲν κατώρθωσαν νὰ ἐπιτύχουν ἀπὸ τοὺς συμμάχους των τὸν σεβασμὸν πρὸς τὴν ζωὴν τοῦ Ἑλληνισμοῦ τοῦ ἐν Τουρκίᾳ; Ἦτο δυνατὸν νὰ προληφθῇ νὰ σταματήσῃ τὸ κακόν, ἂν εἶχον τὸ σθένος τὸ ψυχικὸν νὰ εἴπουν εἰς τὴν Γερμανίαν των ἢ θὰ σταματήσῃς τὴν καταστροφὴν ἢ θὰ μετάσχωμεν τοῦ πολέμου πρὸς τὸ ἀντίθετον μέρος. Ἐγὼ διὰ μιᾶς ὁμιλίας μου ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἄλλωτε—τὴν ἐνθυμεῖσθε—ἐσταμάτησα τὸν ἐκτοπισμὸν τῶν Κυδωνιέων, πρὸ τοῦ μεγάλου πολέμου καὶ τὸ καθεστὼς ἐκεῖνο δὲν ἦτο εἰς θέσιν νὰ σταματήσῃ τὴν καταστροφὴν τόσων ἀνθρωπίνων ὑπάρξεων ἢ νὰ προλάβῃ ὅλας αὐτάς, ὑπερβαινούσας τὸ ἥμισυ ἑκατομμύριον; Κύριοι, ἐὰν ἔλεγον ἢ θὰ σταματήσετε τὸ κακὸν ἢ θὰ μετάσχωμεν τοῦ πολέμου πρὸς τὸ ἄλλο μέρος, θὰ ἐσώζοντο ὅλαι ἐκεῖναι αἱ ἀνθρώπινοι ὑπάρξεις, ἀλλὰ δὲν ἠθέλησαν νὰ εἴπουν οὔτε αὐτό, διότι δὲν ἤθελαν νὰ φέρουν εἰς δυσκολίαν τὴν Γερμανίαν οὔτε εἰς τοιαύτην στιγμήν! (Νέα χειροκροτήματα καὶ νέαι ζητωκραυγαί). Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐκ Ψαρῶν μὲ προκαλεῖ νὰ εἴπω κατὰ τίνα τρόπον νομίζω, ὅτι εἶναι δυνατὸν ν’ ἀποκαταστήσω τὴν ἑνότητα τοῦ Ἔθνους, ἡ ὁποία διεσπάσθη ἐπὶ τῶν ἡμερῶν μου. Δὲν νομίζω, ὅτι ἡ συζήτησις δύναται νὰ λάβῃ χώραν ὑπ’ αὐτὸν τὸν χαρακτῆρα. Ἐνώπιον τῶν ἐκλογέων μου θὰ εἴπω μεθαύριον εἰς δύο λέξεις αὐτό. Δὲν ἔχω ἢ νὰ εἴπω ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα καὶ ἄλλοτε εἶπον. Αἱ ὑλικαὶ ζημίαι, αἱ ὁποῖαι ἐπῆλθον εἰς τὰ ἄτομα, θὰ θεραπευθοῦν κατὰ τὸν δικαιότερον τρόπον, τοῦτο δύναμαι νὰ ὑποσχεθῶ. Δυστυχῶς, τὸ σπουδαιότερον εἶναι ἡ στέρησις τοῦ βαθμοῦ τῶν ἀξιωματικῶν. Καὶ διὰ τοὺς ἀξιωματικοὺς δὲν μοὶ εἶναι δυνατὸν νὰ δώσω ὑπόσχεσιν ψευδῆ, ὅτι δύναμαι νὰ τοὺς ἐπαναφέρω εἰς τὸν Στρατόν, ἐφ’ ὅσον ὁ Στρατὸς ἀποκρούει τὴν ἐπαναφορὰν αὐτῶν.
§82Γ. ΠΩΠ. Οὐδὲ ἡμεῖς ὡς ἀντιπολιτευόμενοι θὰ δώσωμεν τοιαύτην ὑπόσχεσιν. Περὶ τούτου νὰ εἶσθε βέβαιος.
§83Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Εἶμαι πολὺ εὐτυχής, καὶ θὰ ἤμην πολὺ πλέον εὐτυχής, ἐὰν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ἀποκατάστασις, ἀλλ’ ὀφείλω νὰ εἶμαι εἰλικρινὴς πρὸς αὐτοὺς λέγων ὅτι εἰς τὴν παροῦσαν κατάστασιν τῶν πραγμάτων καὶ ἐφ’ ὅσον τὸ πνεῦμα τοῦ Στρατοῦ εἶναι δυσμενὲς πρὸς αὐτούς, δὲν δύναμαι νὰ τοὺς ἐπαναφέρω. Ἀλλ’ εἶμαι πρόθυμος νὰ θεραπεύσω ὅλας τὰς πληγὰς τὰς ὑλικάς, αἱ ὁποῖαι ἐπῆλθον εἰς αὐτούς. Ἡ Ἑλλάς, εὐτυχῶς εἶναι ἀρκετὰ μεγάλη καὶ ἔχει ἀρκετὴν οἰκονομικὴν εὐρωστίαν, ὥστε ν’ ἀντιμετωπίσῃ ὀλίγα ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα θ’ ἀναγκασθῇ νὰ πληρώσῃ διὰ ν’ ἀποκαταστήσῃ τὴν Ἐθνικὴν ἑνότητα. Δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου θὰ ἐπιδιώξω τὴν Ἐθνικὴν ἑνότητα, κύριε βουλευτά. Ἐὰν σεῖς φρονεῖτε, καὶ τὸ πρᾶγμα εἶναι πολὺ φυσικόν, ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐὰν ἐκαλεῖτο εἰς τὰ πράγματα, θὰ ἦτο ἱκανωτέρα νὰ θεραπεύσῃ αὐτὰς τὰς πληγὰς καὶ ἀποκαταστήσῃ τὴν ἐθνικὴν ἑνότητα καλλίτερον, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ διαφωνῶ καὶ διαφωνῶ πρὸ πάντων ὄχι μόνον διότι αὐτὸ τὸ κῦρος τῆς παρούσης Κυβερνήσεως εἶναι στοιχεῖον ἀναγκαῖον διὰ ν’ ἀποκατασταθῇ ἡ Ἐθνικὴ ἑνότης, ἀλλὰ διότι δυστυχῶς δὲν ὑπάρχῃ οὐδεμία ἐλπίς, ὅτι εἰς τὸν σήμερον ἀνοιγόμενον ἀγῶνα τῶν ἐκλογῶν δύνασθε ὑμεῖς οἱ ἀποτελοῦντες τὴν ἀληθῆ ἀντιπολίτευσιν νὰ ἔλθητε πλειοψηφοῦντες διὰ νὰ κυβερνήσετε τὴν Ἑλλάδα. Θὰ ἔλθητε δυστυχῶς εἰς τὴν νέαν Βουλὴν μονάδες, εὔχομαι νὰ ἔλθετε δεκάδες, ἀλλὰ θὰ ἔλθητε ἀσθενεῖς. Μὴ πλανᾶσθε! Ὁ ἀγὼν διεξάγεται, δυστυχῶς, μεταξὺ τοῦ Καθεστῶτος κυρίως καὶ τῆς Ἀντιδράσεως. Θὰ ἴδητε, ὅτι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ κάμουν αὐτὴν τὴν Ἀντίδρασιν, θὰ εἶναι περισσότεροι ἀπὸ σᾶς. Μὴ φαντάζεσθε λοιπόν, ὅτι ἔχετε καμμίαν ἐλπίδα, ὅτι εἰς τὰς προσεχεῖς ἐκλογὰς θὰ ἔλθητε νὰ θεραπεύσητε τὰς πληγὰς αὐτάς. Θὰ ἔλθωμεν ἡμεῖς (παρατεταμένα χειροκροτήματα καὶ ζητωκραυγαί), πρὸς τοὺς ὁποίους στρέφεται, εἶμαι ἀπολύτως βέβαιος, ἡ ἐμπιστοσύνη τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ, καὶ ἡμεῖς, περιβεβλημένοι αὐτὴν τὴν ἐμπιστοσύνην τὴν ἰσχυρὰν τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ καὶ δικαιούμενοι ν’ ἀποβλέψωμεν πρὸς τοὺς ἀντιπάλους μας τῆς χθὲς μὲ τὸ κῦρος, τὸ ὁποῖον μᾶς δίδει μία Λαϊκὴ ἐτυμηγορία, θὰ τοῖς τείνωμεν καὶ πάλιν τὴν χεῖρα καὶ εἴμεθα βέβαιοι, ὅτι τὴν φορὰν αὐτὴν θὰ τὴν δεχθοῦν καὶ δὲν θὰ τὴν ἀποκρούσουν, ὡς εἰς τὸ παρελθόν. Ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι καὶ μετὰ μίαν τοιαύτην ἐτυμηγορίαν τῶν ἐκλογέων θὰ ἐξακολουθήσουν ἀντιδρῶντες διὰ νὰ σκέπτωνται τὸν ἔκπτωτον βασιλέα, εἰμπορεῖτε νὰ εἶσθε βέβαιοι, ὅτι θὰ μείνουν μονάδες. Ἐὰν καὶ μετὰ τὰς ἐκλογὰς ὑπάρχουν 10, 50, 100, 200 ἢ χίλιοι ἀντιδρῶντες, ὅλοι αὐτοὶ δὲν ἀποτελοῦν ἢ μίαν κοινότητα τῆς Ἑλλάδος, ὁ δὲ ἄλλος Ἑλληνικὸς Λαὸς θ’ ἀποκαταστήσῃ τὴν ἑνότητα του καὶ θὰ ἔχῃ ἀπὸ τὸ ἓν μέρος μίαν ἰσχυρὰν Κυβέρνησιν, ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος μίαν ἠθικὴν ἀντιπολίτευσιν, ἡ ὁποία δύνασθε νὰ εἶσθε βέβαιος, ὅτι οὐδένα θὰ ἔχῃ θερμότερον ἐμοῦ εὐχέτην, ὅπως καταστῇ τὸ ταχύτερον ἱκανὴ νὰ δεχθῇ τὴν Κυβέρνησιν ἀπὸ ἐμέ, ὁ ὁποῖος δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ σᾶς πείσω δι’ ἄλλου ἐπιχειρήματος, ἀρκεῖ ἡ βεβαίωσίς μου, ὅτι εἶμαι κουρασμένος καὶ τίποτε δὲν θὰ ἦτο ἀσπαστώτερον εἰς ἐμὲ παρὰ νὰ δυνηθῶ ν’ ἀποχωρήσω τουλάχιστον ἐπί τινα χρόνον, ἐπὶ ἓν ἢ δύο ἔτη, καὶ νὰ ἐπανέλθω ἀρτιώτερος, ὅπως συνεχίσω τὰς ὑπηρεσίας μου πρὸς τὴν Πατρίδα. Φοβοῦμαι ὅμως, μήπως ὁ χρόνος οὗτος, κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ δυνηθῶ ν’ ἀπολαύσω τῆς εὐτυχίας αὐτῆς, δὲν εἶναι τόσον ἐγγὺς ὅσον θὰ ηὐχόμην νὰ εἶναι (Χειροκροτήματα παρατεταμένα, ἐνθουσιώδεις ζητωκραυγαὶ καὶ ἐπευφημίαι). Θὰ παρακαλέσω, κύριε Πρόεδρε, ἂν δὲν ἔχῃ κανεὶς τὸν λόγον, ἀφοῦ ἐπικυρωθῶσι τὰ πρακτικὰ νὰ μοὶ δώσητε τὸν λόγον πρὸ τῆς λύσεως τῆς συνεδριάσεως.
§84ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀντίρρησις κατὰ τῶν πρακτικῶν δὲν ὑπάρχει. (Ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικά). Παρακαλῶ ἐπίσης τὴν Βουλὴν νὰ μὲ ἐξουσιοδοτήσῃ διὰ τὴν ἐπικύρωσιν τῶν σημερινῶν πρακτικῶν.
§85ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα. Μάλιστα. (Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀνέρχεται καὶ πάλιν ἐπὶ τοῦ βήματος).
§86Α. ΚΑΣΣΑΒΕΤΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ. Πρὸ τῆς ἀναγνώσεως τοῦ Διατάγματος τῆς διαλύσεως, νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἐκφράσῃ τὰς εὐχαριστίας της ἡ Βουλὴ πρὸς τὸν Πρόεδρον, ὁ ὁποῖος τόσον ἐπαξίως ἐπετέλεσε τὰ καθήκοντά του, κατὰ τὴν περίοδον αὐτήν.
§87ΑΠΑΝΤΕΣ ΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα. Μάλιστα. (Ζωηρὰ χειροκροτήματα).
§88Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω ὅτι ἀντιπροσωπεύω ὁλόκληρον τὴν Βουλὴν σφίγγων τὴν χεῖρα τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς (στρεφόμενος πρὸς τὸ Προεδρεῖον σφίγγει τὴν χεῖρα τοῦ κ. Προέδρου, ὑπὸ τὰ χειροκροτήματα τῆς Βουλῆς).
§89Γ. ΠΩΠ. Θεωρῶ καὶ ἐγὼ καθῆκόν μου ἐκ μέρους τῆς μερίδος, ἡ ὁποία ἀπὸ τῆς πτέρυγος ταύτης ἠκολούθησε τὰς συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς καθ’ ὅλην τὴν μακρὰν περίοδον αὐτῆς, νὰ ἐκδηλώσω τὴν βαθεῖαν καὶ εἰλικρινῆ ἐκτίμησίν της πρὸς τὸν τρόπον, μὲ τὸν ὁποῖον ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Βουλῆς διηύθυνε τὰς ἐργασίας αὐτῆς. (Χειροκροτήματα καὶ ἐπευφημίαι ὑπὲρ τοῦ κ. Προέδρου).
§90Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Κύριοι! Ἡ Βουλὴ τῆς Κʹ Περιόδου, τερματίζει τὴν ἑσπέραν ταύτην τὸν βίον της. Καμμία Βουλὴ ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τῆς Ἐθνικῆς Παλλιγενεσίας δὲν ἔσχε βίον δραματικώτερον, δύναμαι νὰ εἴπω, ἀλλὰ καὶ καμμία Βουλὴ δὲν ἀπετύπωσεν ἐπὶ τῶν τυχῶν τῆς Πατρίδος βαθύτερον τὰ ἴχνη της ἀπὸ τὴν Βουλὴν τῆς Κʹ Περιόδου. Ἦλθεν εἰς τὴν ζωὴν κατὰ τὰς ἐκλογὰς τῆς 31 Μαΐου 1915, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο μετὰ τὴν πρώτην σύγκρουσιν μεταξὺ τοῦ ἐκπτώτου Βασιλέως καὶ τῆς Κυβερνήσεως τῶν Φιλελευθέρων. Κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην δὲν εἴχομεν διευκρινίσει, πρῶτος ἐγὼ τὸ ὁμολογῶ, ὅλην τὴν ἔκτασιν τῶν βλέψεων καὶ τῶν τάσεων καὶ τῶν ἀποφάσεων τῆς πολιτικῆς τοῦ ἐκπτώτου βασιλέως. Ἠλπίζομεν ἀκόμη ὅτι ἐπρόκειτο περὶ παροδικῆς ἐκδηλώσεως καὶ ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἀποφευχθῶσιν διὰ τὴν Χώραν αἱ συμφοραὶ αἱ ὁποῖαι ἦτο φυσικὸν νὰ ἐπακολουθήσουν ἐκ τῆς συνεχίσεως μιᾶς τοιαύτης πολιτικῆς. Ὁ λαὸς τῆς Ἑλλάδος κατὰ τὴν 31 Μαΐου ἐδήλωσε καὶ πάλιν τὴν ἐμπιστοσύνην του εἰς τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων διὰ πλειοψηφίας, τὴν ὁποίαν ὑπὸ τὰς περιστάσεις ἐκείνας δέον νὰ θεωρήσωμεν ὡς ἰσχυράν, διότι συνεκέντρωσε κατὰ τὴν ἐκλογὴν τοῦ Προέδρου 182 ψήφους, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ἀπέναντι 130 ψήφων, τὰς ὁποίας συνεκέντρωσαν ὅλα τὰ κόμματα τῆς πολυωνύμου καὶ τότε καὶ πολυκεφάλου Ἀντιπολιτεύσεως. Ἐν τούτοις ὁ ἔκπτωτος βασιλεύς, ὁ ὁποῖος μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης ἰσχυρίζετο ὅτι ἄλλο δὲν ἤθελε παρὰ νὰ ἀποφύγῃ τὸν πόλεμον, ἐδήλου ὅτι ἐὰν ἡ Βουλγαρία ἤθελεν ἐπιτεθῇ κατὰ τῆς συμμάχου μας Σερβίας, ἡμεῖς θὰ σπεύσωμεν εἰς βοήθειαν αὐτῆς, ἀπεκάλυψε πλέον τοὺς σκοποὺς αὐτοῦ, ἐρχόμενος εἰς σύγκρουσιν μὲ τὸν ὑπεύθυνον ἀρχηγὸν τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουοίας κατὰ τὸν Σεπτέμβριον τοῦ 1915 καὶ σπεύδων ἐν ἀγνοίᾳ αὐτοῦ καὶ ἀντιθέτως πρὸς τὰς συμφωνίας, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο κατὰ τὴν ἐκ νέου ἀνάληψιν τῆς Ἀρχῆς ἐκ μέρους αὐτοῦ τὴν 10 Αὐγούστου, νὰ βεβαιώσῃ τὸν συνάδελφόν του ἔκπτωτον Φερδινάνδον, ὅτι δύναται νὰ ἐπιτεθῇ κατὰ τῆς Σερβίας, διότι εἶναι ἀσφαλὴς ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν θὰ σπεύσῃ εἰς βοήθειαν αὐτῆς. Ἡ σύγκρουσις ἔφερε τὸν δεσποτισμὸν εἰς διεξαγωγὴν ἐκλογῶν, κατὰ τὰς ὁποίας οἱ προσελθόντες εἰς τὰς κάλπας ἦσαν πολὺ κατώτεροι τοῦ ἡμίσεος ἐκείνου, οἱ ὁποῖοι εἶχον λάβει μέρος κατὰ τὰς ἐκλογὰς τῆς 31ης Μαΐου. Καὶ ὁ τυφλὸς Μονάρχης καὶ οἱ περὶ αὐτὸν πολιτικοὶ ἄνδρες ἐπίστευον ὅτι μία τοιαύτη Βουλή, ἐπὶ τοιούτοις στηρίγμασι λαϊκῆς ψήφου, ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπιβάλῃ τὰς ἀντιλήψεις της καὶ νὰ κυρώσῃ μέχρι τέλους τὴν προσωπικὴν πολιτικήν του, ἡ ὁποία ὡδήγει τὴν Ἑλλάδα εἰς τὸν ὄλεθρον. Τὸ Διάταγμα τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς τῆς 31ης Μαΐου κατεδίκασε τὴν Βουλὴν εἰς θάνατον καὶ ὁ μονάρχης ἤλπιζεν ὅτι ἡ ἀπόφασις εἶχεν ἐκτελεσθῇ καὶ τὴν ἁπλῆν νεκροφάνειαν, τὴν ὁποίαν κατώρθωσε νὰ ἐπιβάλῃ εἰς τὴν Βουλήν, τὴν ἐξέλαβε ὡς ἀληθῆ θάνατον! Δὲν παρῆλθεν ὅμως ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἢ ἕνα καὶ ἥμισυ σχεδὸν ἔτος —εἴκοσι μῆνες— καὶ ἡ Κυβέρνησις τῶν Φιλελευθέρων ἐπανήρχετο ἐκ Θεσσαλονίκης εἰς τὰς Ἀθήνας καὶ ἡ ὑπὸ νεκροφάνειαν διατελοῦσα Βουλὴ ἀνεκαλεῖτο καὶ πάλιν εἰς τὴν ζωὴν διὰ νὰ διαδραματίσῃ ὅλην τὴν ἔνδοξον ἱστορίαν, τὴν ὁποίαν ἔχει νὰ ἐπιδείξῃ κατὰ τὰ τελευταῖα τρία ἔτη. Ἡ Βουλὴ κύριοι, τῆς 31ης Μαΐου, οἱ ἀποτελοῦντες τὴν Βουλὴν βουλευταὶ εἴτε τῆς Κυβερνήσεως εἴτε τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, οἱ ὁποῖοι παρίσταντο εἰς τὰς ἐργασίας μας, καὶ ἡ ὁποία ἀντιπολίτευσις, ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι συνέδραμεν καθ’ ὅλον τὸ μέτρον τοῦ δυνατοῦ τὸ ἔργον τὸ Κυβερνητικὸν καὶ τὸ ἔργον τὸ Ἐθνικὸν διὰ τῆς παρακολουθήσεως τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, οἱ βουλευταί, λέγω, τῆς Βουλῆς ταύτης δύνανται νὰ ἐπανέλθουν ὅπως ἀντιμετωπίσουν τοὺς ἐκλογεῖς των μὲ τὴν συνείδησιν ὅτι ἐπετέλεσαν τὸ καθῆκόν των καὶ μὲ τὴν βεβαιότητα ὅτι, διὰ νὰ μεταχειρισθῶ φρᾶσιν, ἡ ὁποία ἐλέχθη περὶ ἐμοῦ ἀπὸ τὸν κύριον Πρόεδρον τῆς Βουλῆς καὶ ἀπὸ τὴν Βουλήν, ὅτι ὑπῆρξαν ἄξιοι τῶν ἐντολέων των, οἱ ὁποῖοι τοὺς ἐξέλεξαν. Δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ προσθέσω τίποτε περὶ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς. Τοῦ ἔσφιξα ἤδη τὸ χέρι καὶ τὸν ηὐχαρίστησα διὰ τὴν τόσον ἔξοχον διεύθυνσιν τῶν ἐργασιῶν τοῦ Σώματος. Λαμβάνω τὴν τιμὴν ἤδη νὰ σᾶς ἀνακοινώσω Β. Διάταγμα, κατὰ τὸ ὁποῖον ἡ Α. Μ. ὁ Βασιλεὺς ἔχων ὑπ’ ὄψει τὸ ἄρθρον 37 τοῦ Συντάγματος διαλύει τὴν Βουλὴν τῆς Κʹ Περιόδου καὶ καλεῖ τοὺς ἐκλογεῖς τὴν 25ην Ὀκτωβρίου, ἵνα ἐκλέξωσι τοὺς βουλευτάς, τὴν δὲ Βουλὴν ἐν Ἀθήναις τὴν 30ὴν Νοεμβρίου ἐνεστῶτος ἔτους. Φέρει χρονολογίαν 10 τρέχοντος... Ἀνακοινῶ ἐπίσης ἕτερον Διάταγμα, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου ἡ κατάστασις πολιορκίας εἰς ὅλους τοὺς Νομούς, εἰς τοὺς ὁποίους ἔχει κηρυχθῇ ὁ Στρατιωτικὸς Νόμος αἴρεται ἀπὸ σήμερον. (Φωναί: Ζήτω ὁ Βενιζέλος–Ζήτω τὸ Ἔθνος!)
§91ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρᾳ 10 μ. μ.).
ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ
ΒΑΣΙΛΕΥΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ
Ἔχοντες ὑπ’ ὄψει τὸ ἄρθρον 37 τοῦ Συντάγματος διαλύομεν τὴν Βουλὴν τῆς Κʹ Περιόδου καὶ καλοῦμεν τοὺς ἐκλογεῖς τὴν 25ην Ὀκτωβρίου ἐ. ἔ. ἵνα ἐκλέξωσι τοὺς βουλευτάς, τὴν δὲ Βουλὴν ἐν Ἀθήναις τὴν 30ὴν Νοεμβρίου ἐ. ἔτους. Ἐν Ἀθήναις τῇ 18 Σεπτεμβρίου 1920.
ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ
Τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον Οἱ Γραμματεῖς