1920.04.23
1,095 rows · 8,733 words · 21 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 51η
τῆς 23ης Ἀπριλίου 1920
Προεδρία κ. Θ. ΣΟΦΟΥΛΗ
(Ὥρᾳ 5.15′ μ. μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ἀνακοινώσω πρὸς τὴν Βουλὴν ὅτι διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος, διωρίσθη Ὑπουργὸς ἄνευ χαρτοφυλακίου ὁ κ. Α. Στεργιάδης. (Χειροκροτήματα). Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔχει τὸν λόγον.
§2Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Κύριοι βουλευταί. Λυποῦμαι μὴ δυνάμενος οὐδὲ ἐνώπιον ὑμῶν νὰ ἀνακοινώσω ἐπισήμως τὰς ἀποφάσεις, αἵτινες ἐλήφθησαν ὑπὸ τῆς Συνδιασκέψεως τοῦ Σὰν Ρέμο, ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ὅρους τῆς εἰρήνης μετὰ τῆς Τουρκίας. Εἶμαι βέβαιος ὅτι δὲν πρόκειται νὰ θεωρήσητε ὅτι ἐνδεικνύεται ἰδιαιτέρα τις ἔλλειψις ἐμπιστοσύνης διὰ τὴν μὴ ἀνακοίνωσιν. Εἶναι μέτρον, τὸ ὁποῖον ἐλήφθη γενικῶς καὶ ἐξεπλάγην ὅταν εἶδον γραφόμενον, ὅτι πρόκειται νὰ μάθουν οἱ ἐχθροὶ τοὺς ὅρους τῆς εἰρήνης πρὶν ἀπὸ τοὺς συμμάχους. Ἀληθὲς εἶναι ὅτι οἱ σύμμαχοι γνωρίζουν ἤδη τοὺς ὅρους τῆς εἰρήνης ἀλλὰ τοὺς γνωρίζουν διὰ τῶν κυβερνήσεών των καὶ πρόκειται κατὰ τοὺς καθιερωμένους τύπους πρὶν κοινοποιηθοῦν ἐπισήμως εἰς τοὺς ἐχθρούς μας οἱ ὅροι νὰ μὴ ἀνακοινωθοῦν δημοσίᾳ. Γνωρίζετε ὅτι εἰς τὴν Γαλλίαν, ὁμιλῶν ὁ κ. Μιλλερὰν ἠναγκάσθη νὰ ἐπικαλεσθῇ τὴν ἀπόφασιν αὐτὴν τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου διὰ νὰ μὴ ἀνακοινώσῃ τὰς ἀποφάσεις οὔτε εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τῶν ἐξωτερικῶν ὑποθέσεων τῆς Βουλῆς. Ὁπωσδήποτε, νομίζω ὅτι παρὰ τὴν ἔλλειψιν ἐπισήμων ἀνακοινώσεων ἡ Βουλὴ δὲν παραμένει εἰς ἀμφιβολίαν περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων, τὰ ὁποῖα ἔδωκεν ἡ ἐθνική μας πολιτική. Σήμερον πρόκειται, κύριοι, νὰ ἀνακοινώσω πρὸς Ὑμᾶς, τὰ μέτρα ἐκεῖνα τῆς ἐπιεικείας, τὰ ὁποῖα μετὰ τὸν ὁριστικὸν καταρτισμὸν τῶν ὅρων τῆς εἰρήνης δύνανται νὰ ληφθοῦν ἄνευ βλάβης τοῦ ἔργου ἡμῶν. Λυποῦμαι μὴ δυνάμενος νὰ ἐξαγγείλω πλήρη λήθην τῶν γενομένων, ὄχι τόσον διὰ τὸ μέγεθος τῶν διαπραχθέντων ἀνομημάτων, ὅσον κυρίως διὰ τὴν στάσιν τῶν πολιτικῶν ἡμῶν ἀντιπάλων. Δὲν δύναται, κύριοι, ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐμφανισθῇ τείνουσα χεῖρα συνδιαλλαγῆς πρὸς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι γνωρίζει καλὰ ὅτι πρόκειται νὰ τὴν ἀποκρούσουν. Ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶνε διατεθειμένη νὰ ὑποστῇ ταπεινώσεις μήτε νὰ ἐνδείξῃ ἀδυναμίαν ἐν τῇ ἐφαρμογῇ τῆς πολιτικῆς της. (Μπράβο, μπράβο) Ἀλλ’ ἐὰν ἀπὸ τοῦδε δὲν δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ κηρύξῃ τὴν λήθην τῶν γενομένων, ἐὰν τὴν ἐλπίδα αὐτὴν, τὴν ὁποίαν ἔχει περὶ τοῦ δυνατοῦ τοῦ πράγματος ἀναγκάζηται νὰ ἀναβάλλῃ ὄχι κἄν ἴσως διὰ τὴν ὑπογραφὴν τῆς συνθήκης τῆς εἰρήνης, ἀλλὰ διὰ τὸν μετὰ τὰς ἐκλογὰς χρόνον ὁπότε ἡ λήθη αὕτη θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ πλήρης, ἡ κυβέρνησις νομίζει ὅτι ἀπὸ τοῦδε δύναται ν’ ἀποθέσῃ μέρος τὶ τῶν ὅπλων, μὲ τὰ ὁποῖα τὴν ἐφοδίαζεν ὁ Στρατιωτικὸς Νόμος καὶ ἡ ἄλλη σχετικὴ νομοθεσία καὶ τὰ ὁποῖα ὅπλα θεωρεῖ ὅτι σήμερον πλέον δὲν τῆς εἶναι ἀναγκαῖα. Τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα λαμβάνει διὰ Διαταγμάτων ἢ εἰσηγεῖται εἰς τὴν Βουλὴν διὰ νομοσχεδίων εἶναι τὰ ἑξῆς. Πρῶτον σχέδιον νόμου «περὶ χορηγείας ἀμνηστείας διὰ πάσας τὰς παραβάσεις τῶν ἄρθρων 1, 2, 3, καὶ 4, τοῦ νόμου 755. «περὶ ἀδικημάτων τινων κατὰ τῆς ἀσφαλείας τῆς χώρας καὶ τῆς κοινῆς ἡσυχίας τῶν λαβόντων χώραν ἀπὸ τῆς 13 Ἰουνίου 1917 μέχρι τῆς 10 Ἀπριλίου 1920.» Αἱ καταδίκαι αὐταὶ κατὰ τὸν νόμον συνεπάγονται τὴν στέρησιν καὶ τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων. Ἐπροτιμήθη ἡ χορήγησις ἀμνηστείας ὅπως ἀρθῶσιν πλήρως τὰ ἀποτελέσματα ταῦτα τὰ παρεπόμενα τῆς καταδίκης. Συγχρόνως ἡ ἀμνηστεία ἐκτείνεται εἰς τὰς παραβάσεις τοῦ ἄρθρου 10, τοῦ νόμου ΔΞΘʹ τῆς 6 Ὀκτωβρίου τοῦ 1912. «Ὁ νόμος αὐτὸς προβλέπει ἀπείθειαν εἰς διαταγὰς τῆς στρατιωτικῆς ἀρχῆς. Ἐπίσης παρέχεται ἀμνηστεία εἰς πάσας τὰς παραβάσεις τῶν ἄρθρων 133, 134, § 2 138, 139, 150, 151,158 τοῦ ποινικοῦ νόμου, τῶν ὁποίων κυριωτέρα εἶναι ὁ χλευασμός. Πλὴν τοῦ νομοσχεδίου τούτου χορηγεῖται διὰ Β. Διατάγματος ἀμνηστεία εἰς τὰ ἐν Τριπόλει καὶ Σπάρτῃ κατὰ Μάϊον καὶ Ἰούνιον 1917 διαπραχθέντα πολιτικὰ ἀδικήματα διὰ στάσεις, θρασύτητα, ἐξύβρισιν ἀντίστασιν κατὰ τῆς ἀρχῆς. Ἐπίσης ὑποβάλλεται νομοσχέδιον παροχῆς ἀμνηστείας διὰ τὰ ἀδικήματα, τὰ τελεσθέντα κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς Βουλγαρικῆς κατοχῆς τῆς Ἀν. Μακεδονίας ἐν ἔτει 1916 καὶ ἐφεξῆς ὑπὸ τῶν Μουσουλμάνων συμπολιτῶν ἡμῶν ἐντὸς τῶν καταληφθεισῶν περεφερειῶν. Νομίζομεν ὅτι μετὰ τὴν ἐθνικὴν ἐπιτυχίαν ἔχομεν καθῆκον νὰ δειχθῶμεν πρὸς τοὺς Μουσουλμάνους συμπολίτας ἡμῶν εἰς ἄκρον ἐπιεικεῖς, λησμονοῦντες ὅλα τὰ ὑπὸ περιστάσεις ὅλως δι’ ὅλου ἐξαιρετικὰς διαπραχθέντα ἐκ μέρους αὐτῶν ἀδικήματα. Ἐπίσης ὑποβάλλεται σχέδιον νόμου «περὶ παραγραφῆς ἀδικημάτων τινῶν διαπραχθέντων ἀπὸ τῆς 1 Νοεμβρίου τοῦ 1916 μέχρι τῆς 14 Ἰουνίου τοῦ 1917.» Κατὰ τὸ σχέδιον τοῦτο τοῦ νόμου παραγράφονται αἱ ἀπὸ 1 Νοεμβρίου 1916 μέχρι 14 Ἰουνίου 1917 διαπραχθεῖσαι κολάσιμοι πράξεις, αἱ ἔχουσαι ἐλατήριον τὴν διὰ βιαίων μέτρων ἐπιβολὴν τῆς παρὰ τὴν λαϊκὴν θέλησιν καὶ τὸ πολίτευμα κατὰ τὸν χρόνον ἐκεῖνον πολιτικῆς ἐπὶ τῶν ὁποίων δὲν ἐξεδόθη μέχρι τῆς ἰσχύος τοῦ παρόντος νόμου ὁριστικὴ ἀπόφασις οἱουδήποτε ποινικοῦ δικαστηρίου. Τῆς παραγραφῆς ταύτης ἐξαιροῦνται αἱ κατὰ τὸν νόμον περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν ἐκκρεμεῖς ὑποθέσεις δι’ οὓς λόγους εἶπον πρὸ ὀλίγου τοῦ μὴ δυνατοῦ τῆς ἀπὸ τοῦδε λήθης καὶ βʹ) αἱ ἀφορῶσαι εἰς φυγοδίκους μὴ προσελθόντας μέχρι τῆς 20ῆς Ἀπριλίου. Οὗτοι ἀνέρχονται εἰς τὸν ἀριθμὸν τῶν πέντε ἢ ἕξ, ἐκρίθη ὅμως ὅτι θὰ ἦτο κατ’ ἐξοχὴν ἄδικον ἄν, καθ’ ὃν χρόνον οἱ ἄλλοι, οἱ προσελθόντες ἐτιμωρήθησαν, οἱ κυριώτατοι τῶν ὑπευθύνων, μεταξὺ τῶν ὁποίων εἶναι καὶ ὁ διάσημος Λιβιερᾶτος, ἀποφύγωσι πᾶσαν ποινὴν μόνον καὶ μόνον χάριν τῆς φυγοδικίας των, διότι τοῦτο θὰ ἀπετέλει κατάφωρον ἀδικίαν. Ἐπαναλαμβάνω ὅτι πρόκειται περὶ πέντε ἢ ἕξ τὸν ἀριθμόν. Συγχρόνως δημοσιεύεται Διάταγμα «περὶ ἄρσεως τῆς καταστάσεως πολιορκίας». Κατὰ τὸ Διάταγμα τοῦτο, ἄρθρον πρῶτον, ἐν αἷς περιφερείαις τοῦ Κράτους ἐτέθη εἰς ἐφαρμογὴν ὁ νόμος ΔΞΘʹ περὶ καταστάσεως πολιορκίας, ἡ κατάστασις πολιορκίας καὶ ἡ δικαιοδοσία τοῦ στρατιωτικοῦ Διοικητοῦ αἰρομένη κατὰ πάντα τὰ λοιπὰ περιστέλλεται μόνον εἰς τὰ ἑξῆς σημεῖα: πρῶτον, «ἀπαγορεύεται ἡ δημοσίευσις εἰδήσεων ἢ ἀνακοινώσεων, ἀναγομένων εἰς στρατιωτικὰς κινήσεις ἢ εἰς ἔργα ὀχυρώσεως τῆς χώρας». Νομίζω ὅτι δὲν θὰ ὑπάρξῃ κανεὶς ὁ μὴ ἀναγνωρίζων τὴν ἀνάγκην, ὅπως κατὰ τὸ σημεῖον τοῦτο διατηρηθῇ ἡ ἀπαγόρευσις. Δεύτερον «ἀπαγορεύεται ἡ διὰ τοῦ τύπου κρίσις περὶ τῆς πολεμικῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως». Ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου, Κύριοι, ἔχω ἀνάγκην νὰ δώσω μίαν ἐξήγησιν. Ὁ ἔλεγχος τῆς πολιτικῆς μας εἶναι ἀπολύτως ἐλεύθερος, ἀλλ’ εἶναι ἀδύνατον νὰ δεχθῶ, ἐφ’ ὅσον ἐξακολουθεῖ ἡ κατάστασις ἡ πολεμική, ὅπως ἀρχίσῃ τύπος ἀχαλίνωτος συζητῶν τὴν πολεμικὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως εἰδικῶς διὰ νὰ φέρῃ χαλάρωσιν εἰς τὸ στράτευμα, τὸ ὁποῖον μᾶς εἶναι ἀναγκαῖον νὰ διατηρήσῃ ὅλο του τὸ ἠθικὸν μέχρι τῆς τελευταίας στιγμῆς. Ἀρκεῖ ἴσως νὰ σᾶς ἀναγνώσω μίαν ἐφημερίδα τῆς σήμερον διὰ νὰ ἴδητε τί εἰμπορεῖ νὰ προέλθῃ ἀπὸ τοιαύτας ἐπικρίσεις τῆς πολεμικῆς πολιτικῆς. Ἡ ἐφημερὶς γράφει ὅτι (ἀναγινώσκει) «Δηλοῦται καθαρὰ εἰς τὸν λαὸν ὅτι ἡ κυβέρνησις τῶν Φιλελευθέρων ἔχει ἀπόφασιν νὰ μὴ ἀποκαταστήσῃ ποτὲ τὴν εἰρήνην εἰς τὸν τόπον» τὴν ἐξωτερικὴν δηλαδὴ εἰρήνην, διότι περὶ τῆς ἐσωτερικῆς εἰρήνης ὁ γράφων δὲν ἐνδιαφέρεται. Ὑπάρχει κατηγορία ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι θέλουν νὰ καταργήσουν τοὺς ἐξωτερικοὺς πολέμους διὰ νὰ τοὺς ἀντικαταστήσουν μὲ ἕνα διαρκῆ ἐμφύλιο πόλεμο. «Δηλοῦται καθαρὰ ὅτι ἡ κυβέρνησις τῶν Φιλελευθέρων ἔχει ἀπόφασιν νὰ μὴ ἀποκαταστήσῃ τὴν εἰρήνην εἰς τὸν τόπον, ἀλλὰ νὰ ἐξακολουθήσῃ τὰς τυχοδιωκτικὰς πολεμικὰς ἐπιχειρήσεις». Αἱ ἐπιχειρήσεις αἱ πολεμικαί, αἱ ὁποῖαι σκοπὸν ἔχουν νὰ μᾶς δώσουν τὴν Μικρὰν Ἀσίαν καὶ τὴν Θράκην χαρακτηρίζονται ὡς τυχοδιωκτικαὶ πολεμικαὶ ἐπιχειρήσεις τὰς ὁποίας τῆς ἐπιβάλλουν οἱ ἰσχυροί της προστάται, τῶν συμφερόντων τῶν ὁποίων κατέστησε τὴν Ἑλλάδα ὄργανον τυφλὸν ἐν τῇ Βαλκανικῇ καὶ ἐν τῇ Ἀνατολῇ ἐν γένει». Δὲν δύναται, κύριοι, τοιαύτη γλῶσσα τοῦ Τύπου νὰ γίνῃ ἀνεκτὴ ἐφ’ ὅσον θὰ διατελῇ ἐπιστρατευμένος ὁ ἐθνικὸς στρατός, ὁ ὁποῖος εἶναι ἐντεταλμένος νὰ ὑπερασπίσῃ τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα. Αὐτὴ λοιπὸν ἡ διάταξις τοῦ στρατιωτικοῦ νόμου παραμένει ἐν ἰσχύϊ καὶ εἶναι περιττὸν νὰ σᾶς πληροφορήσω ὅτι τὸ φύλλον αὐτὸ τῆς ἐφημερίδος παραπέμπω εἰς τὴν ἁρμοδίαν ἀρχὴν διὰ νὰ προβῇ εἰς καταδίωξιν τοῦ δημοσιεύματος αὐτοῦ (Ἐπιδοκιμασίαι). Τρίτον οἱ στρατιωτικοὶ διοικηταὶ δύνανται νὰ ἐπιβάλουν τὴν τήρησιν ἐπισήμου δελτίου τῶν πρακτικῶν πάσης ποινικῆς δίκης καὶ τὴν ὑποχρεωτικὴν αὐτοῦ δημοσίευσιν». Τοῦτο ἀποκλειστικὸν σκοπὸν ἔχει νὰ γίνῃ ὑποχρεωτικὴ ἡ δημοσίευσις τῶν πρακτικῶν τῆς δίκης κατὰ τῶν πρώην Ὑπουργῶν. Τὸ συμφέρον τὸ πολιτικὸν εἶναι γενικώτατον ὅπως μὴ παραμένῃ ἐν ἀγνοίᾳ ἡ κοινὴ γνώμη τοῦ τί ἐγένετο καὶ τί ἐπράχθη καὶ τί διεξάγεται ἐνώπιον τοῦ εἰδικοῦ δικαστηρίου. Αὐτοὶ εἶναι οἱ μόνοι περιορισμοί, οἱ ὁποῖοι παραμένουν, κατὰ τὰ λοιπὰ ὁ στρατιωτικὸς νόμος αἴρεται.
§3Γ. ΠΩΠ. Αἴρονται πᾶσαι αἱ μέχρι τοῦδε ὑφιστάμεναι δυσχέρειαι περὶ τὴν ἐφαρμογὴν εἰδικῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος, τοῦ ἄρθρου 8, καὶ τοῦ ἄρθρου 13.
§4Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ὅλαι, ὅλαι αἴρονται, ἀκόμη καὶ ἡ προληπτικὴ λογοκρισία.
§5Γ. ΠΩΠ. Δηλαδὴ ἐπανέρχονται τὰ πράγματα ὡς εἶχον πρότερον.
§6Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἂν θέλετε ἐξηγηθῆτε σαφέστερον διὰ νὰ μὴ γίνῃ παρεξήγησις.
§7Γ. ΠΩΠ. Ἐπανέρχεται ἡ ἰσχὺς ὅλων τῶν συνταγματικῶν διατάξεων;
§8Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Πλὴν αὐτῶν τῶν τριῶν σημείων ἐπανέρχεται τὸ Σύνταγμα καθ’ ὅλην αὐτοῦ τὴν ἔκτασιν. Κατὰ τὰ τρία αὐτὰ σημεῖα διατηροῦμεν τὸν περιορισμόν. Ὑποθέτω ὅτι θὰ θεωρῆτε ὅτι δὲν εἶναι πολὺ.
§9Γ. ΠΩΠ. Εἶμαι λίαν συντηρητικὸς ἀπ’ αὐτῆς τῆς ἀπόψεως, ἑπομένως εἰς πολλὰ ἐξ αὐτῶν συμφωνῶ.
§10Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Συγχρόνως, Κύριοι, εἰσάγεται σχέδιον νόμου «περὶ καταργήσεως διατάξεως τοῦ νόμου 755», ἡ ὁποία ἐπιτρέπει τὰς ἀπελάσεις τῶν ὑπόπτων. Ἑπομένως αἴρεται καὶ τὸ μέτρον τοῦτο. Τοιουτοτρόπως, κύριοι, ὑπὸ τὸν περιορισμὸν τῶν τριῶν αὐτῶν διατάξεων ὅλα τὰ μέτρα τὰ περιοριστικὰ τῆς ἀτομικῆς ἐλευθερίας, τὰ ὁποῖα συνεπάγεται ὁ Στρατιωτικὸς Νόμος, αἴρονται ἀπὸ τοῦδε, καὶ πρὶν ἀκόμη τερματισθῇ ἐντελῶς ἡ πολεμικὴ περίοδος τοῦ Κράτους. Κύριοι, καθ’ ἣν στιγμὴν οὐσιαστικῶς ὁ Στρατιωτικὸς Νόμος δύναται νὰ λεχθῇ ὅτι αἴρεται καθ’ ὁλοκληρίαν σχεδὸν νομίζω ὅτι μοὶ ἐπιβάλλεται τὸ καθῆκον νὰ ὑπερασπίσω τὴν ἐν τῷ παρελθόντι ἐφαρμογὴν τοῦ Στρατιωτικοῦ τούτου Νόμου, διότι διεβλήθη ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε ἐθεωρήθη ὅτι σχεδὸν κἄτι τι ἐξαιρετικὸν ἦτο τὸ ὅτι ἐν Ἑλλάδι διεξήγομεν τὸν ἐξωτερικὸν πόλεμον, ἀλλὰ καὶ τὸν ἐσωτερικὸν πόλεμον ἐφαρμόζοντες καὶ τὸν Στρατιωτικὸν νόμον. Κύριοι, ἀπὸ τῆς ἀρχαιοτάτης ἐποχῆς, ἀπὸ τῆς Ρωμαϊκῆς Δημοκρατίας οἱ ἄνθρωποι ἔκριναν ἐκ τῆς πείρας τῶν πραγμάτων ὅτι εἶναι ἀδύνατον ἐν περιπτώσει πολέμου νὰ διεξαχθῇ οὗτος καλῶς, ἂν μὴ συγκεντρωθῇ εἰς χεῖρας τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας τοσαύτη δύναμις, ἡ ὁποία καλῶς ἐχόντων τῶν πραγμάτων πραγματικῶς θεωρεῖται ὡς ἀφόρητος, ἐφόσον δηλαδὴ δὲν ὑπάρχει οὐσιαστικὴ δικτατορία. Κι’ ἀπ’ ἐκεῖ ἀκριβῶς εἰσήχθη καὶ ἡ λέξις δικτατορία, τοῦτο ἀκριβῶς ἐννοοῦσα καὶ οἱ κάλλιστοι δὲ τῶν ρωμαίων δημοκρατικῶν, ὡς ὁ Κιγκινᾶτος ἤσκησαν τὴν δικτατορίαν. Ἀλλὰ τὴν ἔχουσι σήμερον καὶ ὅλα τὰ ἄλλα Κράτη καὶ τὰ πλέον δημοκρατικά, καὶ δύναμαι νὰ εἴπω ὅτι καὶ αὐτὴ ἡ Ἑλβετία ἐφήρμοσεν ἀναλόγους διατάξεις, χωρὶς νὰ εἶναι εἰς πόλεμον, ἀλλὰ διότι οἱ περὶ αὐτὴν εὑρέθησαν νὰ εἶναι εἰς πόλεμον. Ἀλλ’ ἴσως εἶναι ἀνάγκη, διὰ νὰ ἴδητε, ποῖα ἀποτελέσματα ἔφερεν ὁ Στρατιωτικὸς Νόμος νὰ μάθητε πόσοι εἶναι οἱ κρατούμενοι εἰς τὰς φυλακὰς ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἐφαρμογῆς αὐτοῦ τοῦ Στρατιωτικοῦ Νόμου. Κατάδικοι διὰ πολιτικὰ ἀδικήματα κρατοῦνται εἰς τὰς φυλακὰς ἐν ὅλῳ 207. Ἐκ τούτων δι’ ἐσχάτην προδοσίαν εἶναι 33, καὶ περὶ τούτων οὐδεμία ἐν τῷ παρόντι λαμβάνεται πρόνοια, δύναται μόνον νὰ ληφθῇ πρόνοια ἀπονομῆς χάριτος διὰ μετριασμὸν τῆς ποινῆς, ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ παρόντος μέτρον λήθης δὲν λαμβάνεται. Ὑπολείπονται ἑπομένως ἐν ταῖς φυλακαῖς 174. Ἐκ τούτων οἱ 24 εἶναι Μουσουλμάνοι. Πιθανὸν νὰ εἶναι κατὰ τὸ πλεῖστον ἐκ τῶν λαμβανόντων ἀμνηστείαν ἢ ἐκ τῶν ἐκ Σμύρνης ἀποσταλέντων ἐδῶ. Ἑπομένως ἐναπομένουν 150 Ἕλληνες. Ἐκ τούτων κρατοῦνται οἱ 76 δι’ ἀδικήματα τοῦ ἄρθρου 755 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου καὶ τοῦ Νόμου ΔΞΘʹ καὶ οἱ ὁποῖοι ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλλα ἀμνηστεύονται. 43 κρατοῦνται διὰ στάσεις. Περὶ τούτων δὲν λαμβάνεται πρόνοια, ἀλλ’ ἐννοεῖται ὅτι δὲν ἐμποδίζεται νὰ ληφθῇ πρόνοια δι’ ἀπονομῆς χάριτος. 41 περίπου δίδω τὸν ἀριθμόν, διότι περὶ τοὺς 5 ἀριθμοὺς εἶναι δυνατὸν νὰ πλανῶμαι κρατοῦνται διὰ τὰ Νοεμβριανά. Δι’ αὐτοὺς ἐπίσης δὲν λαμβάνονται μέτρα γενικῶς οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ ληφθοῦν, διότι πρόκειται περὶ ἀδικημάτων, τῶν ὁποίων τὴν ἔκτασιν, ἐπειδὴ παρῆλθε πολὺς χρόνος καταντοῦμεν νὰ λησμονῶμεν, ἀλλὰ τὰ ὁποῖα ἐπέφερον εἰς ἰδιωτικὰς περιουσίας καταστροφὰς ἀνελθούσας εἰς πολλὰ ἑκατομμύρια καὶ τὰ ὁποῖα ἀδικήματα στρέφονται καθ’ ὡρισμένων πολιτῶν, οἱ ὁποῖοι εἶναι οἱ ἀδικηθέντες. Καὶ γνωρίζετε ὅτι δὲν εἶνε δυνατὴ ἡ ἄσκησις ἐπιεικείας πρὸς τὸν ἀδικήσαντα, ἐφόσον εἰς τὴν ψυχὴν τοῦ ἀδικηθέντος δὲν ἐπῆλθε κἄποια τάσις πρὸς λήθην, καὶ ἐφόσον ἑπομένως ἡ παροχὴ χάριτος δὲν ἤθελε θεωρηθῇ ἄλλο ἀδίκημα πρὸς τὸν ἀδικηθέντα. Δὲν ἀποκλείεται ἀπὸ τοῦδε ὁ περιορισμὸς τῶν ποινῶν, καὶ δὲν ἀποκλείεται ἔτι βραδύτερον, ὅταν ἤθελεν ἐπέλθῃ καὶ ἐν τῇ ψυχῇ τῶν παθόντων ἡ πρὸς συγγνώμη διάθεσις νὰ ληφθῇ μέτρον μὴ ἐξακολουθήσεως πλέον τῆς τιμωρίας αὐτῶν. Ἀλλὰ πλὴν τῶν καταδίκων, κύριοι, εἶνε καὶ οἱ ὑπόδικοι, οἱ ὁποῖοι ἀνέρχονται εἰς 2880. Ἀλλ’ ὁ ἀριθμὸς αὐτός, ὁ ὁποῖος ἠδύνατο νὰ σᾶς ἀνησυχήσῃ, χάνει κάθε ἀξίαν ὅταν μάθητε ὅτι ἀπὸ αὐτοὺς 184 μόνον εἶνε προφυλακισμένοι. Πρόκειται δηλαδὴ περὶ τῶν διαφόρων μηνύσεων, αἱ ὁποῖαι ἐπεδόθησαν κατὰ τὸ διάστημα τῆς τριετίας ἐνώπιον τῶν Στρατιωτικῶν δικαστηρίων καὶ αἱ ὁποῖαι δὲν ἐνεργήθησαν πιθανῶς διότι ὁ πραίτωρ ἐνόμισεν ὅτι πρόκειται de minimis καὶ δὲν τὰς ἐπέσπευσε, εἶνε δὲ ἐξ ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι κατὰ τὸ πλεῖστον σήμερον ἀμνηστεύονται ἢ παραγράφονται. Ἀλλ’ ὑπάρχουσιν εἰς τὰς φυλακὰς προφιλακισμένοι 184. Ἐκ τούτων 95 εἶναι Μουσουλμάνοι τῆς περιφερείας Σμύρνης κατηγορούμενοι δι’ ἀδικήματα κατὰ τῆς ἀσφαλείας τοῦ Κράτους. Δὲν εἶναι ἀδικήματα, τὰ ὁποῖα τὴν στιγμὴν αὐτὴν μᾶς ἐνδιαφέρουν, θὰ μᾶς ἐνδιαφέρουν ὅταν ὁριστικῶς ὑπογραφῇ ἡ συνθήκη τῆς εἰρήνης. Ἐκ τῶν λοιπῶν 43 εἶνε ἀξιωματικοὶ τοῦ Γκαῖρλιτς, καὶ δὲν πιστεύω νὰ εἶναι κανείς, ὁ ὁποῖος θὰ νομίζῃ ὅτι δὲν πρέπει νὰ εἰσαχθῶσιν εἰς δίκην οἱ ἀξιωματικοὶ αὐτοί, οἱ ὁποῖοι παρέδωσαν ὁλόκληρον Σῶμα Στρατοῦ.
§11Γ. ΠΩΠ. Μὲ συγχωρεῖτε, κύριε Πρόεδρε, δὲν δικάζονται διὰ τὴν παράδοσιν τοῦ Σώματος Στρατοῦ ἀλλὰ δικάζονται διὰ πρᾶξιν χαρακτηρισθεῖσαν πρᾶξιν βιαίας ἀνατροπῆς τοῦ καθεστῶτος.
§12ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπιφυλλάσσομαι νὰ τὸ ἐξετάσω. Δὲν ἀποκρούω τὴν ἄσκησιν ἐπιεικείας καὶ δι’ αὐτούς, ἀλλὰ νομίζω ὅτι ἡ παράδοσις ἑνὸς Σώματος Στρατοῦ, δὲν εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ μὴ δικασθῇ.
§13Γ. ΠΩΠ. Δι’ αὐτὸ κύριε Πρόεδρε, ἐζήτησα τὴν ἄδειαν νὰ σᾶς διακόψω, διότι δὲν δικάζονται διὰ τὴν παράδοσιν τοῦ Σώματος Στρατοῦ.
§14Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ τὸ ἐξετάσω.
§15Α. ΓΡΙΒΑΣ (Ὑφυπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Δικάζονται καὶ διὰ τὰ δύο, κύριε Πρόεδρε.
§16Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐκ τῶν 184 ὡς εἶπον, 95 εἶναι Μουσουλμάνοι, 43 ἀξιωματικοὶ τοῦ Γκαῖρλιτς, ὑπολείπονται 46 ἐκ τῶν ὁποίων 38 κατηγοροῦνται διὰ παραβάσεις τοῦ νόμου 755 καὶ ἀμνηστεύονται, 5 κατηγοροῦνται διὰ στάσιν. Ταῦτα ὅσον ἀφορᾷ τὰ μέτρα ἐπιεικείας, τὰ ὁποῖα λαμβάνονται διὰ τὰ ἀποτελέσματα τοῦ Στρατιωτικοῦ Ποινικοῦ Νόμου. Ἤδη ἔρχομαι νὰ ἐξετάσω τὸ ζήτημα τῶν ἀπολυθέντων ὑπαλλήλων διαρκούσης τῆς ἀναστολῆς τῆς μονιμότητος διὰ νὰ δώσω εἰς τὴν Βουλὴν ἀριθμοὺς τινὰς ἐκ τῶν ὁποίων θὰ καταφανῇ ὅτι δὲν ἀνταποκρίνεται εἰς τὰ πράγματα ἡ ἐντύπωσις, ἡ ὁποία ἐδημιουργήθη ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἄσκησιν τοῦ δικαιώματος τῆς ἀπολύσεως, καθόσον ὁ ἀριθμὸς τῶν οὕτως ἀπολυθέντων εἶνε σχετικῶς πολὺ μικρός. Οἱ ἀπολυθέντες ὑπάλληλοι τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, πρόκειται περὶ τῶν μονίμων ὑπαλλήλων, οἱ ὁποῖοι ἀπελύθησαν δυνάμει τοῦ νόμου περὶ καταργήσεως τῆς μονιμότητος, δὲν πρόκειται περὶ τῶν πρέσβεων, οἱ ὁποῖοι δὲν ἀπελύθησαν δυνάμει τοῦ νόμου ἐκείνου οἱ ἀπολυθέντες ἀνέρχονται εἰς 18 ἐκ τούτων 4 ἐκρίθησαν, ὑπηρεσιακῶς ἀνίκανοι, ἐπωφελήθη τοῦ νόμου ἡ ὑπηρεσία καὶ τοὺς ἀπέβαλε. Εἷς εἶχε καταδικασθῆ ὡς καταχραστὴς καὶ εἶχεν ἐπαναδιορισθῆ κατὰ τὸ 1916 κατὰ τὸν μᾶλλον σκανδαλώδη τρόπον, εἷς κληθεὶς νὰ ὑπηρετήσῃ καὶ πάλιν ἠρνήθη, προβάλλων ὅτι δὲν ἀναγνωρίζει τὸ καθεστώς, ὑπολείπονται 12, τῶν ὁποίων αἱ ἐνδεχομένως ὑποβληθησόμεναι αἰτήσεις πρὸς ἐπαναδιορισμόν, δηλῶ ὅτι θὰ ληφθῶσιν εὐμενῶς ὑπ’ ὄψιν. Τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας τὸ ὁποῖον ἔχει ὑπὲρ τὰς ἕνδεκα χιλιάδας ὑπαλλήλων, ἀπελύθησαν ἐκ μὲν τῆς κεντρικῆς ὑπηρεσίας 15 ἐκ τῶν ὁποίων ἀνεδιωρίσθησαν 7 καὶ ὑπολείπονται ἐκτὸς ὑπηρεσίας 8. Ἐκ τῶν λειτουργῶν τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως, οἱ ὁποῖοι ἀνέρχονται εἰς 2332, ἀπελύθησαν ἐν ὅλῳ 185, ἀνεδιωρίσθησαν 144 καὶ ὑπολείπονται ἐκτὸς ὑπηρεσίας 41. Πρὶν προχωρήσω περισσότερον, ἐκθέτων πρὸς ὑμᾶς τοὺς ἀριθμοὺς τῶν ἀπολυθέντων ἔχω ἀνάγκην νὰ σᾶς σημειώσω ὅτι τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων, εὑρεθὲν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἀποσχισθῇ ἐκ τοῦ Κράτους τῶν Ἀθηνῶν διὰ νὰ σχηματίσῃ δεύτερον κράτος εἰς τὴν Θεσσαλονίκην, ἦτο ὑποχρεωμένον φυσικὰ νὰ εὕρῃ ὑπαλλήλους καὶ τῶν κεντρικῶν ὑπηρεσιῶν, τὰς ὁποίας ἵδρυσεν εἰς Θεσσαλονίκην ἀλλὰ καὶ τῶν περιφερειῶν, αἱ ὁποῖαι ἀνῆκον εἰς τὸ Κράτος τῆς Θεσσαλονίκης. Πολλοὶ τῶν ὑπαλλήλων τῶν παλαιῶν ἐδέχθησαν νὰ ὑπηρετήσουν. Ὅσοι ἐδέχθησαν πάντες ἔμειναν. Ὅσοι ἀπεμακρύνθησαν τοὺς ἀντικατεστήσαμεν φυσικά. Ὅταν ἐπανήλθομεν λοιπὸν εἰς τὰς Ἀθήνας εὑρέθημεν νὰ ἔχωμεν διπλασίους ὑπαλλήλους εἰς πολλὰς ὑπηρεσίας. Εἶναι φυσικὸν ὅτι τὸ καθεστὼς τῆς Θεσσαλονίκης δὲν θὰ ἐδέχετο νὰ ἀπολύσῃ τοὺς ὑπαλλήλους, οἱ ὁποῖοι ὑπηρέτησαν αὐτὸ καὶ ἐπαναφέρῃ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἠρνήθησαν νὰ ὑπηρετήσουν ὑπ’ αὐτό. Ὥστε μέγας ἀριθμὸς τῶν ἀπολύσεων αἰτιολογεῖται ἐκ τούτου. Εἰς τὴν Ἀρχαιολογικὴν ὑπηρεσίαν ἀπελύθησαν 5 καὶ ἀνεδιωρίσθη 1. Εἰς τὴν Δημοτικὴν Ἐκπαίδευσιν, ἡ ὁποία ἔχει ἀριθμὸν ὑπαλλήλων 8,500 ἀνεδιωρίσθησαν οἱ ἀπολυθέντες πλὴν 60– 70—ὁ ἀριθμὸς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δοθῇ ἀκριβὴς—ἐκ τῶν ὁποίων περὶ τοὺς 20 ἢ 25 λαβόντες σύνταξιν καὶ εὑρόντες ἄλλην ἐργασίαν δὲν δέχονται νὰ ἐπανέλθουν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, Οἱ δὲ ἄλλοι περὶ τοὺς 50 ἴσως δὲν ἐπανεδιωρίσθησαν, διότι ἀξιοῦν νὰ διορισθοῦν εἰς τὴν θέσιν, τὴν ὁποίαν εἶχον καὶ ἡ ὁποία εὑρίσκεται ἤδη κατειλημμένη ὑπὸ ἄλλου, μὴ δεχόμενοι νὰ διορισθοῦν ἀλλαχοῦ. Διὰ τοῦτο δὲν διωρίσθησαν, ἐνῷ, ὡς γνωρίζετε, ἔχομεν ἀνάγκην δημοδιδασκάλων. Ἐκ τῶν Ἐπιθεωρητῶν Δημοτικῆς Ἐκπαιδεύσεως ἀπελύθησαν ὡς μὴ δεχθέντες νὰ ὑπηρετήσουν τὸ καθεστὼς τῆς Θεσσαλονίκης 6, ἐκ τῶν ὁποίων ἀνεδιωρίσθησαν οἱ 5 καὶ ὑπολείπονται εἰς ἐκτὸς ὑπηρεσίας. 5 ἄλλοι ἀπελύθησαν τῇ ὑποδείξει τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου δι’ ὑπηρεσιακοὺς λόγους. Αὐτοὶ βεβαίως δὲν δύνανται νὰ ἐπανέλθωσιν, τῶν ἄλλων ὅσοι ζητήσουν νὰ ἐπανέλθουν αἱ αἰτήσεις θὰ ἐξετασθῶσιν εὐμενέστατα. Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ὁ ὁλικὸς ἀριθμὸς τῶν ὑπαλλήλων εἶναι 545. Οἱ ἐκκαθαρισθέντες ἀνέρχονται εἰς 30. Εἰς τούτους δὲν περιλαμβάνονται πάλιν καὶ οἱ λόγῳ τοῦ ὅτι δὲν ἐδέχθησαν νὰ ὑπηρετήσωσιν ἀπολυθέντες καὶ ἀντικατασταθέντες παρ’ ἄλλων. Ἐκ τῶν 30 ὅμως τούτων, κενωθεισῶν θέσεων, διωρίσθησαν οἱ 15 καὶ μένουν ἑπομένως ἐκτὸς ὑπηρεσίας 15, τῶν ὁποίων ἐπίσης αἱ αἰτήσεις θὰ ληφθοῦν ὑπ’ ὄψει ἐφ’ ὅσον ὑπηρεσιακοὶ λόγοι δὲν ἀντιτάσσονται εἰς τὸν διορισμόν των. Δὲν θὰ ἀντιταχθοῦν κατ’ αὐτῶν οὐδὲ πόρρωθεν τὰ πολιτικά των φρονήματα. Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν τὸ ἔχον 3956 ὑπαλλήλους, ἀπελύθησαν ὡς ἐκκαθαρισθέντες 97, διεγράφησαν δὲ ἐκ τῶν στελεχῶν, οἱ μὴ προσχωρήσαντες καὶ ἀντικατασταθέντες ἑπομένως ὑπὸ τοῦ Κράτους τῆς Θεσσαλονίκης ὑπὸ ἄλλων, 143 δηλαδὴ τὸ ὅλον 240. Ἐκ τούτων ἐπανεδιωρίσθησαν 126 καὶ ὑπολείπονται 114. Καὶ αὐτοὺς δέ, πάντας τοὐλάχιστον, ὅσοι ὑπηρεσιακῶς εἶναι ἄρτιοι, θὰ εἴμεθα εὐτυχεῖς νὰ τοὺς προσλάβωμεν μὲ τὰς ἀνάγκας μάλιστα τῆς ἐπεκτεινομένης καὶ πάλιν Ἑλλάδος. Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, τὸ ὁποῖον ἔχει ὀργανικὰς θέσεις 364, συμπεπληρωμένας δὲ 264, ἀπολυθέντες, εἰς οὓς περιλαμβάνονται καὶ οἱ ἀρνηθέντες νὰ ὑπηρετήσουν 14. Ἐκ τούτων ἀνεδιωρίσθησαν εἰς ἄλλας ὑπηρεσίας, ἕνας εἰς τὴν ἁρμοστείαν τῆς Σμύρνης, ἕνας ἄλλος εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ἕνας ἄλλος εἰς τὸ Γενικὸν Λογιστήριον περὶ τῶν ὑπολείπων ἕνδεκα ἰσχύει ὅ,τι εἶπον καὶ περὶ τῶν ὑπαλλήλων τῶν ἄλλων κλάδων. Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης ἐπὶ ὁλικοῦ ἀριθμοῦ 2298 ὑπαλλήλων ἀπελύθησαν 155, ἀνεδιωρίσθησαν 51 καὶ εὑρίσκονται ἐκτὸς ὑπηρεσίας 104. Ἀλλὰ δὲν εἶνε αὐτοὶ μόνον, εἶνε καὶ οἱ μὴ προσχωρήσαντες εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς Κυβερνήσεως τῆς Θεσσαλονίκης καὶ ἀντικατασταθέντες, οἱ ὁποῖοι ἀνέρχονται εἰς 150. Ἀλλ’ ἀπ’ αὐτοὺς ἀνεδιωρίσθησαν 88 καὶ ἑπομένως ὑπολείπονται 62, τὸ ὅλον δηλ. παραμένουν ἐκτὸς ὑπηρεσίας 181. Περὶ αὐτῶν δύναμαι νὰ εἴπω ὅτι τοὐλάχιστον ὅσον ἀφορᾷ τοὺς Πρωτοδίκας καὶ τὸ κατώτερον προσωπικόν, ἐφόσον ὑπηρεσιακῶς εἶνε ἄρτιοι, θὰ ἐπαναδιορισθῶσι. Δὲν δύναμαι νὰ εἴπω τὸ αὐτὸ περὶ τῶν μελῶν τοῦ Ἀνωτάτου δικαστηρίου τὸ ὁποῖον εἶναι κυρίως ὑπεύθυνον διὰ τὴν καταρράκωσιν τῆς δικαιοσύνης τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. Ἔρχομαι εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Συγκοινωνίας. Τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Συγκοινωνίας ἔχει προσωπικὸν ἀνερχόμενον εἰς 2000 ὑπαλλήλων περίπου. Ἐκ τούτων ἀπελύθησαν ἐν ὅλῳ 63, ἐξ ὧν διὰ λόγους πολιτικοὺς 47 διὰ λόγους ὑπηρεσιακοὺς 16. Ἐκ τῶν 47, ὑπέβαλον αἰτήσεις πρὸς ἀναδιορισμὸν 42. Οἱ 39 ἐγένοντο δεκτοὶ καὶ ἀνεδιωρίσθησαν. Δὲν ἐκρίθησαν ἀναδιοριστέοι τρεῖς μόνον, δὲν ὑπέβαλον αἰτήσεις πρὸς ἀναδιορισμὸν 21, ἐν οἷς περιλαμβάνονται καὶ οἱ 16, ἐν ὅλῳ δηλαδὴ μένουν ἐκτὸς ὑπηρεσίας 24. Οἱ διὰ λόγους ὑπηρεσίας ἀπολυθέντες φυσικὰ δὲν θὰ γίνουν δεκτοί, οἱ ἄλλοι ἂν τὸ ζητήσουν, θὰ διορισθοῦν. Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Γεωργίας, τὸ ὁποῖον ἔχει περὶ τοὺς 1000 ὑπαλλήλους, οἱ ἀπολυθέντες εἶνε περὶ τοὺς 40 καὶ οἱ ἐκτὸς ὑπηρεσίας περὶ τοὺς 25. Νομίζω κύριοι, ὅτι θὰ ἀναγνωρίσητε ὅτι ὁ ἀριθμὸς αὐτὸς τῶν ἐκτὸς ὑπηρεσίας εὑρισκομένων ὑπαλλήλων, μὴ ἀνερχομένων εἰς 500, εἶνε τόσον μικρὸς, ὥστε ἀποδεικνύει ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ἤσκησε τὸν νόμον τοῦτον, τὸν ἤσκησε μετὰ τῆς μεγαλειτέρας φειδοῦς. Δὲν ἀπεμάκρυνε τῆς ὑπηρεσίας, παρὰ ἐκείνους, οἵτινες εἶχον ἀρνηθῆ νὰ ὑπηρετήσουν τὴν Κυβέρνησιν τῆς Θεσσαλονίκης καὶ εὑρέθησαν ἀντικατασταθέντες ὑπ’ ἄλλων ὡς καὶ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι εἶχον δράσει κατὰ τοιοῦτον τρόπον κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς κρίσεως, ὥστε ἦτο ἀδύνατον τὸ καθεστὼς αὐτὸ νὰ ἀνεχθῇ τὴν περαιτέρω παραμονήν των. Ἄλλοτε ἐνθυμεῖσθε, ὅτε ἡ Ἑλλὰς εἶχε πολὺ ὀλιγωτέρους ὑπαλλήλους, ἐνθυμεῖσθε τί μεταβολαὶ ὑπαλληλικαὶ ἐδημοσιεύοντο εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως ἐξ ἀφορμῆς μιᾶς ἁπλῆς κυβερνητικῆς μεταβολῆς. Καὶ ἐδῶ ἔγινε εἷς ἐσωτερικὸς ἀγών, διῃρέθη τὸ Κράτος εἰς δύο, διωρίσθησαν εἰς τὸ νέον Κράτος ὑπάλληλοι διότι ἀπεμακρύνθησαν οἱ ἐκεῖ εὑρισκόμενοι, ἐπανῆλθεν ἡ ἑνότης τοῦ Κράτους καὶ εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην τὸ Κράτος νὰ ἀπολύσῃ 500 μόνον ὑπαλλήλους. Νομίζω ὅτι εἶναι τοῦτο ἀπόδειξις μετὰ πόσης φειδοῦς ἐγένετο χρῆσις τῶν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα ἠξίωσε νὰ λάβῃ παρὰ τῆς Βουλῆς τότε ἡ Κυβέρνησις. Ἔρχομαι, κύριοι, εἰς τοὺς ἀποταχθέντας ἀξιωματικούς. Ἡ θέσις των, κύριοι, μοῦ κινεῖ ὅλην τὴν συμπάθειαν. Πολλοὶ ἐξ αὐτῶν ἐξετέλεσαν ἄριστα τὸ καθῆκον των κατὰ τοὺς Βαλκανικοὺς πολέμους. Καὶ ὅμως ἐνῷ ἀναγνωρίζω ὅτι μετὰ συμπαθείας ἐξαιρετικῆς ἔπρεπε νὰ κριθῇ ἡ θέσις αὐτῶν, ἐν τούτοις εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ δηλώσω ῥητῶς ὅτι τοὐλάχιστον ἐν τῷ παρόντι καὶ ἐπὶ μακρὸν ἀκόμη οὐδεμία σκέψις περὶ ἐπαναφορᾶς εἰς τὸν στρατὸν τῶν ἀξιωματικῶν τούτων δύναται νὰ γίνῃ, διότι ἐὰν ἐγένετο τοιαύτη σκέψις, τοῦτο θὰ ἀπετέλει ἔναυσμα, τὸ ὁποῖον θὰ ἐπέφερεν ἐκρήξεις ἐν τῷ στρατῷ. Εἶναι ἀδύνατος ἡ συνεργασία ἐν ὁμονοίᾳ τοῦ στοιχείου τῶν ἀποταχθέντων ἀξιωματικῶν, μετὰ τῶν ἄλλων, οἱ ὁποῖοι ἔμειναν καὶ συνέχισαν τὸν ἀγῶνα. Διὰ νὰ εἶναι τὸ εὐεργέτημα πρὸς τοὺς ἀποταχθέντας πλῆρες καὶ διὰ νὰ εἶναι οὗτοι χρήσιμοι εἰς τὸν στρατὸν ἐπανερχόμενοι, θὰ ἔπρεπε νὰ τοὺς ἐπαναφέρωμεν μὲ τὴν ἀρχαιότητα των ἀφοῦ ἄλλως τε ἐπαγγελματικῶς δὲν ὑστεροῦν κατὰ μέσον ὅρον ἀπὸ τοὺς ἄλλους. Ἐὰν δὲν τοὺς ἐπαναφέρωμεν μὲ τὰ εὐεργετήματα αὐτά, θὰ εἶναι καὶ αὐτοὶ δυστυχεῖς καὶ θὰ καταστήσουν καὶ τὸν στρατὸν δυστυχῆ, θὰ ἤμουν εὐτυχής, ἐὰν ἡμέραν τινά, ἡ ὁποία δὲν δύναται νὰ εἶναι ἐγγὺς ἡμῶν, κατωρθοῦτο, ὥστε νὰ μεταβληθῇ ἡ ψυχολογικὴ κατάστασις τῶν ἀξιωματικῶν καὶ τῶν μὲν καὶ τῶν δέ, ὥστε νὰ εἶναι δυνατὴ ἡ συνεργασία των εἰς τὸ μέλλον. Δὲν εἶναι ζήτημα οἰκονομικὸν ἡ ἐπαναφορά. Εἶναι ζήτημα πειθαρχικόν, εἶναι ζήτημα τάξεως ἐν τῷ στρατῷ, εἶναι ζήτημα πολὺ γενικωτέρας σημασίας. Ἀλλὰ μὴ δυνάμενοι νὰ προβῶμεν εἰς τοιαῦτα μέτρα, ὅπως θὰ προβῶμεν διὰ τοὺς ἄλλους ὑπαλλήλους, τοὺς διοικητικούς, ἔχομεν καθῆκον ἐν τούτοις νὰ ἀποδώσωμεν εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς ἐκείνους τὴν σύνταξιν τοῦ νέου νόμου καὶ εἰσάγω σχετικὸν νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλήν. Ἀκόμη δηλῶ ὅτι διὰ τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ Σώματος, τὸ ὁποῖον ἐκρατήθη εἰς τὸ Γκαῖρλιτς, οἵτινες ὑπέβαλον παράπονα ἀτομικὰ τὰ παράπονα ταῦτα θέλουν ἐν καιρῷ ἐξετασθῇ διότι ἴσως ἐγένοντο ἐν τῷ πλήθει, ἀβλεψίαι αἱ ὁποῖαι θὰ ἐπανορθωθοῦν ἐφ’ ὅσον ἐγένοντο.
§17Γ. ΠΩΠ. Νὰ ἐγγραφοῦν εἰς τὰ στελέχη τῆς ἐφεδρείας. Ἀφοῦ ἀπεφασίσατε νὰ ἀπονείμωμεν τὴν μεγάλην σύνταξιν διὰ τοὺς ἀξιωματικούς, διὰ τοὺς ὁποίους ὁμιλήσατε, ὁμολογῶ μετὰ τόσης συμπαθείας, νὰ τοὺς ἐγγράψητε εἰς τὰ στελέχη τῆς ἐφεδρείας.
§18Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Εἶνε μία πρότασις, τὴν ὁποίαν ἀκούω μετὰ πολλῆς προσοχῆς καὶ ὑπόσχομαι νὰ τὴν ἐξετάσω. Ἀλλὰ πλὴν τούτου, κύριοι, ἱκανὸς ἀριθμὸς δύναται νὰ χρησιμοποιηθῇ εἰς ἄλλας ὑπηρεσίας τῆς πολιτικῆς διοικήσεως, δύναται νὰ σᾶς δώσῃ πληροφορίας ὁ συνάδελφός μου κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας, ὁ ὁποῖος ἔχει ἤδη προσλάβει εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν Δημοσίων ἔργων 50 ἐκ τῶν ἀποταχθέντων ἀξιωματικῶν τούτων. Εἰς τὴν Χαρτογραφικὴν ὑπηρεσίαν, δύνανται νὰ προσληφθοῦν ὡς πολιτικοὶ χαρτογράφοι πολλοὶ ἐκ τῶν ἀξιωματικῶν, οἱ ὁποῖοι ἢ ἐκ τῶν γνώσεών των καὶ τῆς ἡλικίας των δύνανται νὰ προσφέρουν ὑπηρεσίας ὧν καὶ ἔχομεν ἀνάγκην διὰ τὴν χαρτογραφίαν τῶν Νέων Χωρῶν. Αὐτὰ εἶναι, κύριοι, τὰ συμφέροντα τὰ προσωπικὰ τὰ ὁποῖα ἐθίχθησαν ἐξ ὅλης αὐτῆς τῆς τρικυμίας ἡ ὁποία ἐκράτησεν ἐπὶ τόσον χρόνον εἰς τὴν Ἑλλάδα. Βεβαίως εἶναι, κύριοι, θλιβερὸν ὅτι ἐπῆλθον εἰς πολλὰ ἐκ τῶν προσώπων ζημίαι. Ἀλλ’ αἱ ζημίαι, κύριοι, αὗται εἶναι τίμημα μικρότερον ἐφ’ ὅσον δι’ αὐτῶν ἐξηγόρασεν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς τὸ δικαίωμα νὰ καταλύσῃ τὸν μοναρχισμόν, ὁ ὁποῖος ἐζήτησε νὰ ἐπιβληθῇ εἰς τὸν τόπον αὐτόν, καὶ ἐφ’ ὅσον ἠδυνήθη ὁ ἑλληνικὸς λαὸς νὰ ἐφαρμόσῃ τὴν ἐθνικήν του πολιτικήν, ἡ ὁποία ἔδωσε ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα καὶ μὴ ἀνακοινωθέντα ἐπισήμως ἀκόμη γνωρίζετε ἤδη ὁποῖα εἶναι. (χειροκροτήματα). Διὰ νὰ ἐλευθερωθῇ, κύριοι, ἡ μικρὰ γωνία τοῦ ἐλευθέρου Βασιλείου διεξήχθη ἕνας ἀγὼν μιᾶς ὅλης δεκαετίας κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ ἓν τρίτον τοῦ πληθυσμοῦ ἐξοντώθη, ἡ χώρα ἐδενδροτομήθη, καὶ δὲν ἔμεινε λίθος ἐπὶ λίθου σχεδὸν εἰς τὴν χώραν καὶ ὅμως τὸ ἔθνος ἐδέχθη προθύμως τὰς ζημίας ταύτας, διότι εἶχε τὸ ὑπέρτερον ἀγαθόν, νὰ ἀποκτήσῃ τὴν ἐλευθερίαν του εἰς μίαν μικρὰν γωνία, ἡ ὁποία ἐχρησίμευσε διὰ τὴν περαιτέρω ἐπέκτασιν τοῦ Κράτους. Διὰ νὰ ἑνωθῇ ἡ Κρήτη μὲ τὴν ἐλευθέραν Ἑλλάδα διεξήγαγε ἀγῶνας, οἱ ὁποῖοι διήρκεσαν καθ’ ὅλην τὴν παρελθοῦσαν ἑκατονταετίαν. Ἡ Κρήτη ἔπιπτε ἀνὰ πᾶσαν ἑξαετίαν ἢ ἑπταετίαν μετὰ ἕνα ἀτυχῆ ἀγῶνα ἔβλεπε τὰ δένδρα της κοπτόμενα, τοὺς οἴκους της καιομένους. Καὶ μετὰ τὴν πτῶσιν ἑκάστης ἐπαναστάσεως ἤρχιζον τὴν ἐπιοῦσαν νὰ κτίζουν ἐκ νέου τὰς οἰκίας των νὰ ἀναφυτεύουν τὰ δένδρα καὶ συχρόνως νὰ σκέπτωνται διὰ τὴν ἑπομένην ἐπανάστασιν. Διὰ νὰ διεξαχθοῦν οἱ Βαλκανικοὶ πόλεμοι, γνωρίζετε ποῖαι θυσίαι ἔγιναν εἰς αἷμα. Δεκάδες χιλιάδων ἀνδρῶν ἔχασαν τὴν ζωήν των διὰ τὴν πίστιν των πρὸς τὰ ἐθνικὰ ἰδανικά 300.000 ἐκ τῶν ὑποδούλων Ἑλλήνων ἔχασαν τὴν ζωήν των, διαρκοῦντος τοῦ μεγάλου πολέμου καὶ τὸ ὑπόδουλον Ἔθνος δὲν βαριθυμεῖ, οὐδὲ οἱ στενώτατοι συγγενεῖς τῶν ἀπωλεσθέντων. Ἀλλὰ δὲν εἶνε ταῦτα μόνον κύριοι. Κατὰ τὴν περιπέτειαν αὐτὴν τὴν ἐθνικήν, ὅπου ἠνοίχθησαν αἱ θύραι τῆς Ἀνατολικῆς Μακεδονίας εἰς τὸν κληρονομικὸν ἐχθρόν, ἀπωλέσθησαν 40.000 ἄνθρωποι οἵτινες ἀπέθανον ἐκ τῶν στερήσεων, αἱ ζημίαι, δὲ αἱ ὁποῖαι ἐπῆλθον ἐν Ἀν. Μακεδονίᾳ μετροῦνται μὲ ἑκατοντάδας ἑκατομμυρίων. Καὶ ἂν παραπονοῦνται οἱ ἀτυχεῖς κάτοικοι τῶν ἐπαρχιῶν ἐκείνων δι’ ὅλα ταῦτα, ἐν τούτοις δὲν φθάνουν νὰ εἴπουν «στὸν Διάβολον αἱ ἐθνικαὶ ἐπιτυχίαι, καὶ ἡ Μ. Ἀσία καὶ ἡ Θράκη ἀκόμη», ἐφόσον ἔπαθαν ὅ,τι ἔπαθαν. Οἱ ἀδίκως λοιπὸν παθόντες δὲν τολμοῦν νὰ ἐκφέρουν τὸν βλάσφημον αὐτὸν λόγον. Καὶ θὰ ἔπρεπε νὰ ἀκουσθῇ ὁ βλάσφημος αὐτὸς λόγος ἐκ μέρους ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ὑπέχουν εὐθύνην, οἱ ὁποῖοι διέπραξαν ἀδικήματα; Ἀλλὰ κύριοι ἔχω ἀνάγκην νὰ ἐπιμείνω ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου μακρότερον πῶς, διότι δὲν θέλω νὰ ἀφεθῇ ἡ ἐντύπωσις ὅτι ἔρχομαι νὰ εἴπω, ὅτι αὐτὰς τὰς ἐπιτυχίας τὰς ἐξηγόρασα διὰ θυσιῶν, τὰς ὁποίας ἐζήτησα νὰ ἐπιβάλω καὶ εἰς ὡρισμένα πρόσωπα. Ὄχι, δὲν ἐζήτησα νὰ ἐπιβάλω θυσίας εἰς οὐδένα. Ὅσοι ἔπαθαν, ἔπαθαν διότι εὑρέθησαν εἰς τὸ μέσον τοῦ μεγάλου αὐτοῦ ἀγῶνος, εἰς τὸ μέσον αὐτοῦ τοῦ ἐμφυλίου σπαραγμοῦ, ὑποπεσόντες εἰς παραπτώματα, τὰ ὁποῖα ἐκολάζοντο ὑπὸ τῶν κειμένων νόμων. Ἐὰν, κύριοι, καλῶς ἐχόντων τῶν πραγμάτων, ἐὰν ἀνήκων εἰς τὰς τάξεις τῆς ἀντιπολιτεύσεως, κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ παγκοσμίου πολέμου ἔβλεπον τὴν πολιτικὴν τοῦ τότε Βασιλέως ὠθοῦντος τὴν χώραν εἰς καταστροφὴν καὶ εἶχον τὸ θάρρος τῆς ψυχῆς νὰ ἀντιταχθῶ κατὰ τῆς πολιτικῆς ἐκείνης καὶ ἐγενόμην ἐπαναστάτης καὶ ἔφερα αὐτὰ τὰ ἀποτελέσματα ἐνώπιον ὑμῶν, τότε θὰ εἶχον τὸ καθῆκον νὰ σᾶς εἴπω, συγχωρήσατέ με ὅλα αὐτά, τὰ ὁποῖα ἐνήργησα, τὰ ἐνήργησα ἀναχωρῶν ἀπὸ μιᾶς βάσεως, κατὰ τὴν οὐσίαν ἐγὼ κατέλυσα τοὺς κειμένους νόμους δὰ νὰ δημιουργήσω ἕν ὑπέρτερον δίκαιον. Σᾶς παρακαλῶ νὰ μὲ συγχωρήσετε. Δὲν εὑρίσκομαι ὅμως εἰς τὴν θέσιν αὐτήν, κύριοι, ὅπως καὶ ἄλλοτε ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ εἴπω πρὸς ὑμᾶς. Ἐγὼ δὲν ὑπῆρξα ἐπαναστάτης. Ἐγὼ ἤμουν κυβερνήτης τῆς χώρας κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ παγκοσμίου πολέμου. Ἤμουν κυβερνήτης τῆς χώρας, ὄχι μόνον ἀπολαύων τῆς τυπικῆς ἐμπιστοσύνης τῆς πλειοψηφίας τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ ὡς εἶνε ὑποχρεωμένοι καὶ οἱ χείριστοι τῶν ἀντιπάλων μου νὰ ὁμολογήσουν, ἀπήλαυον καὶ τῆς οὐσιαστικῆς ἐμπιστοσύνης τῆς μεγάλης πλειοψηφίας τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ (χειροκροτήματα). Ἔχω τὸ πλεονέκτημα, ἂς τὸ εἴπω, ἐκ Θεοῦ, νὰ βλέπω ὀλίγον μακρύτερα ἀπὸ τοὺς πολλοὺς τῶν ἀνθρώπων, ἔχω τὸ πλεονέκτημα νὰ βλέπω ὄχι μόνον εἰς εὐθεῖαν γραμμήν, ἀλλὰ καὶ εἰς τεθλασμένην γραμμὴν (χειροκροτήματα). Ἔβλεπον λοιπὸν ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς ὅλην τὴν σημασίαν τοῦ μεγάλου ἀγῶνος, ὁ ὁποῖος ἐξαπελύετο εἰς τὴν ἀνθρωπότητα καὶ ὑπελόγιζον ποίας συνεπείας θὰ εἶχεν ἡ νίκη τοῦ ἑνὸς στρατοπέδου, ἢ ἡ νίκη τοῦ ἄλλου στρατοπέδου καὶ ἔφριττον πρὸ τῶν συνεπειῶν, τὰς ὁποίας ἠδύνατο νὰ ἔχῃ ἡ νίκη τοῦ Γερμανικοῦ συνδυασμοῦ καὶ ἔβλεπον ὅτι τὰ ὑπέρτατα συμφέροντα ἡμῶν μᾶς ἔτασσον πρὸς τὸ ἀντίθετον στρατόπεδον. Καὶ ἔβλεπον ὅτι ἡ νίκη ἔμελλε νὰ στέψῃ τὸν ἀγῶνα τῶν δημοκρατικῶν ἰδεωδῶν κατὰ τοῦ δεσποτισμοῦ καὶ ἐχάραξα τὴν πολιτικήν μου συμφώνως πρὸς τὰς προβλέψεις αὐτάς. Καὶ ὅταν ἐζήτησα νὰ ἐπωφεληθῶ τῆς εὐκαιρίας τῆς ἐπιχειρήσεως τῶν Δαρδανελλίων εἶδον ἐγειρόμενον ἐνώπιον ἐμοῦ τὸν Ἀνώτατον ἄρχοντα καὶ λέγοντα. «Ὄχι, ἐγὼ δὲν προχωρῶ, θὰ κάμω ἐκλογάς. Καὶ δὲν διεμαρτυρήθην κἄν διὰ τὴν διάλυσιν ἐκείνην τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία κατὰ τύπους παρίστατο σύμφωνος πρὸς τὸ Σύνταγμα κατ’ οὐσίαν ὅμως ἦτο ἡ πρώτη πρᾶξις τοῦ δεσποτισμοῦ, διότι ὁ βασιλεὺς ὁ ἔκπτωτος εἶχεν καλέσει εἰς συμβούλιον ὑπ’ αὐτὸν ὅλους τοὺς πολιτικοὺς ἄνδρας, οἱ ὁποῖοι εἶχον κυβερνήσῃ τὴν χώραν καὶ ἐκ τῶν ὁποίων οἱ μὲν λοιποὶ ἐνέκρινον τὴν πολιτικήν μου ὁ δὲ μόνος ἀντιτιθέμενος εἰς αὐτήν, ὁ μακαρίτης Θεοτόκης εἶπε πρὸς τὸν βασιλέα, προσέξατε, «Μεγαλειότατε ὅτι ὀφείλετε ν’ ἀκολουθήσετε τὴν πολιτικὴν τοῦ Βενιζέλου, διότι ἐγὼ ἐὰν ἔχω ἀντίθετον γνώμην, καλούμενος τυχὸν ἀπὸ ὑμᾶς δὲν θὰ δεχθῶ τὴν ἀρχὴν διότι γνωρίζω ὅτι δὲν ἔχω σύμφωνον τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν καὶ ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς εἶναι σύμφωνος μὲ τὸν κύριον Βενιζέλον». (Χειροκροτήματα). Καὶ ὅμως ἐσκέφθην τότε ὅτι ἔπρεπε νὰ ὑποκύψω λαμβανομένου μάλιστα ὑπ’ ὄψει ὅτι εἶχον διεξαχθῆ ἐν τῷ μεταξὺ οἱ πόλεμοι οἱ Βαλκανικοί, ὅτι αἱ νέαι ἐπαρχίαι δὲν ἐξεπροσωποῦντο εἰς τὸ Ἑλληνικὸν βουλευτήριον, ὅτι ἐν πάσει περιπτώσει ὁ βίος τῆς Βουλῆς ἐκείνης θὰ ἦτο ὀλιγόμηνος ἀκόμη καὶ ἐνόμισα ὅτι ἦτο ἐνδεδειγμένον νὰ ζητηθῇ ἡ λαϊκὴ ἐτυμηγορία. Διεξήχθη ἡ ἐκλογὴ ἐν ἀπουσίᾳ μου ἐκ τοῦ ἐκλογικοῦ σταδίου, καὶ ἠξεύρετε ποία ὑπῆρξεν ἡ ἀπάντησις τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ εἰς τὸ τεθὲν ἐρώτημα. «Ἐὰν θέλῃς τὴν πολιτικὴν τοῦ Βενιζέλου μὲ τὴν ἀνάμιξιν εἰς τὸν πόλεμον ἢ τὴν πολιτικὴν τοῦ Βασιλέως μὲ τὴν οὐδετερότητα». Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἀπήντησε διὰ δημοψηφίσματος «θέλομεν τὸν Βενιζέλον εὐχόμενοι νὰ μὴ γίνῃ πόλεμος, ἐὰν ὅμως ὁ Βενιζέλος θέλει νὰ γίνῃ πόλεμος ἡμεῖς τὸν ἐμπιστευόμεθα καὶ θὰ τὸν ἀκολουθήσωμεν καὶ εἰς τοῦτο». (Χειροκροτήματα). Ἐπανῆλθον ἀργά, —ἔκαμα τὴν ἐπιστράτευσιν, δὲν θέλω νὰ σᾶς εἴπω τὰ τῆς ἐπιστρατεύσεως—, καταλιπὼν πάλιν τὴν ἀρχὴν καὶ ἔμεινα εἰς Ἀθήνας ἐπὶ ὁλόκληρον ἔτος προσδοκῶν μετάνοιαν, καὶ μόνον ὅταν ἀπηλπίσθην καθ’ ὁλοκληρίαν ὅταν ἔγινε ἤδη ἡ εἰσβολὴ ἡ Βουλγαρικὴ εἰς τὴν Ἀνατολικὴν καὶ Δυτικὴν Μακεδονίαν ἀπῆλθον εἰς Κρήτην, ἵδρυσα τὴν Κυβέρνησιν, ἐχώρισα τὸ Κράτος, ἵδρυσα τὴν Κυβέρνησιν τῆς Θεσσαλονίκης, κατήρτισα στρατὸν ἀγωνισθεὶς μετὰ τῶν συμμάχων καὶ ἐπανῆλθον μετὰ πάροδον ἐννέα μηνῶν εἰς Ἀθήνας. Μὲ κατηγοροῦσιν, κύριοι, διότι ἐπανῆλθον εἰς Ἀθήνας τῇ βοηθείᾳ τῶν ξένων καὶ μοῦ ἀπονέμουσιν ὡς ἐσχάτην ὕβριν ὅτι ἐζήτησα ξένην προστασίαν διὰ νὰ ἐπιβληθῶ εἰς τὴν χώραν. Καὶ ἐπεθύμουν, κύριοι, ἐπ’ αὐτοῦ νὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ ἐνδιατρίψω ἐπ’ ὀλίγον, διότι δὲν θέλω νὰ ἀφήσω νὰ ἐπαναλαμβάνεται ἡ κατηγορία αὐτὴ ἡ γενομένη ἕως τώρα δεκτὴ μετὰ περιφρονητικῆς σιωπῆς ἐκ μέρους μου. Εἶπον καὶ ἄλλοτε ὅτι τὸ Κράτος τῆς Θεσσαλονίκης δὲν εἶχεν ἀνάγκην κἄν τῆς ξενικῆς συνδρομῆς ἵνα ἐπιβληθῇ εἰς τὸ Κράτος τῶν Ἀθηνῶν. Εἶχε τὸ κράτος τῆς Θεσσαλονίκης τρεῖς Μεραρχίας, ἡ ἀξία τῶν ὁποίων ἀπεδείχθη ἐκ τῆς δράσεώς των εἰς ὅλα τὰ μέτωπα ὅπου ἐκλήθησαν νὰ πολεμήσωσιν. (Χειροκροτήματα). Εἶχον βαρὺ πυροβολικὸν τοῦ ὁποίου ἐστερεῖτο τὸ Κράτος τῶν Ἀθηνῶν. Εἶχον ἄφθονα τὰ ἐφόδια τῶν ὁποίων ἐστερεῖτο τὸ Κράτος τῶν Ἀθηνῶν. Εἶχον ὅλα τὰ μέσα πρὸς ἀνεφοδιασμόν. Καὶ νομίζετε, κύριοι, ὅτι ἐὰν ἐβάδιζεν ὁ στρατὸς τῶν τριῶν Μεραρχιῶν ἐμπνευσμένος, ὡς ἀπεδείχθη ὅτι ἦτο, κατὰ τοῦ Κράτους τῶν Ἀθηνῶν, διηρημένου ὡς ἦτο, ὅτι ὁ στρατὸς τῶν τριῶν Μεραρχιῶν δὲν θὰ ἐγένετο κύριος τῆς καταστάσεως εἰς Ἀθήνας; Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον τοῦτο τὸ ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον σᾶς φέρω, διότι ἔχει ἕκαστος τῶν ἀντιπάλων μου τὸ δικαίωμα νὰ λέγῃ· «φρονεῖτε ὅτι μὲ τὰς τρεῖς Μεραρχίας θὰ κατέβαλλες τὸ Κράτος τῶν Ἀθηνῶν ἡμεῖς τὸ ἀμφισβητοῦμεν, ἡμεῖς νομίζομεν ὅτι θὰ ἐνικῶμεν ἐσωτερικῶς». Ἔχω, κύριοι, νὰ παρατηρήσω τοῦτο ὅτι κατὰ τὸν μεγάλον αὐτὸν πόλεμον ἐγὼ δὲν προσέφυγον εἰς τὴν συνδρομὴν τῶν ξένων διὰ νὰ ἐπιβληθῶ· Ὁ ἡγέτης τῶν Φιλελευθέρων δὲν ἦτο παρεγνωρισμένος ὑπὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, πολιτικὸς, ὁ ζῶν ἐπὶ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν εἰς τὰ ἑδώλια τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ὁ θέλων νὰ ἀναρριχηθῇ εἰς τὴν ἀρχὴν καὶ προκαλῶν πρὸς τοῦτο τὴν ἐπέμβασιν τῶν ξένων δυνάμεων διὰ νὰ τὸν βοηθήσουν εἰς κατάκτησιν τῆς ἀρχῆς. Ὁ Ἀρχηγὸς τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων ἦτο ὁ πανίσχυρος κυβερνήτης, ὁ ἀπολαύων ἀμέριστον τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ λαοῦ καὶ ὁ ὁποῖος κατέλιπε τὴν ἀρχήν, ὄχι διότι ἀπώλεσε τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ λαοῦ, ἀλλὰ διότι δὲν ἠδύνατο νὰ ἐφαρμόσῃ τὴν πολιτικὴν του, τῆς ὁποίας βάσις ἦτο ἡ μετὰ τῶν δυτικῶν δημοκρατικῶν ἐθνῶν συμμαχία πρὸς συμμετοχὴν εἰς τὸν πόλεμον αὐτὸν (Χειροκροτήματα). Ἤμην λοιπὸν σύμμαχος τῶν δυτικῶν ἐθνῶν ἐν Μακεδονίᾳ, μετ’ αὐτῶν διεξῆγον ἐπὶ ἐννέα μῆνας τὸν ἀγῶνα κατὰ τὸν κοινὸν ἐχθρῶν, ἀλλ’ ἦλθε ἡ στιγμὴ μετὰ τὰ γεγονότα τοῦ Νοεμβρίου, καθ’ ἣν εὑρέθημεν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἀποκόψωμεν πάντα δεσμὸν μετὰ τοῦ τέως Βασιλέως, τὸν ὁποῖον εἶχον διατηρήσει μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης. Εὑρέθημεν πρὸ τῆς καταστάσεως καθ’ ἣν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ὁ ἐκπροσωπούμενος ὑπὸ τοῦ ἡγέτου τῆς πλειοψηφίας τῆς ἀληθοῦς εὑρέθη ἔχων εἰς τὰ νῶτα του ἕνα μονάρχην ὁ ὁποῖος εἶχε καταπατήσει τὸ πολίτευμα καὶ κατερράκωσεν αὐτό, ἀφ’ οὗ εἶπεν εἰς τὸν ὑπεύθυνον ἀρχηγὸν τῆς Ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας ὅτι δὲν ὑποχρεοῦται νὰ ὑποκύψῃ εἰς τὴν λαϊκὴν θέλησιν, διότι αὐτὸς ἦτο ἀδελφεξάδελφος τοῦ Θεοῦ καὶ ἑπομένως εἰς ἐκεῖνον μόνον ἔπρεπε νὰ ὑπακούσῃ. Ἠσθανόμεθα λοιπὸν οἱ ἐν Μακεδονίᾳ σύμμαχοι εἰς τὰ νῶτα ἡμῶν τοῦτον τὸν ἐχθρὸν τοῦ ἀγῶνος ἡμῶν, ὁ ὁποῖος ἦτο οὐσιαστικῶς σύμμαχος τῶν Γερμανῶν καὶ τῶν συμμάχων αὐτῶν τῶν Βουλγάρων καὶ τῶν Τούρκων ὡς ἤμην καὶ ἐγὼ σύμμαχος τῶν Γάλλων καὶ τῶν Ἄγγλων. Ἡ μόνη διαφορὰ μεταξὺ ἐμοῦ καὶ αὐτοῦ ἦτο ὅτι ἡ μὲν ἰδική μου πολιτικὴ ἦτο εὐθεῖα, καὶ τιμία καὶ δὲν εἶχον λόγον νὰ τὴν ἀποκρύπτω καὶ τὴν ἐκήρυττα καθ’ ὅλον τὸν κόσμον, ἐνῷ ἐκεῖνος ἐγνώριζε ὅτι εἶχε πολιτικὴν ἐξυπηρετοῦσαν πράγματι ξένα συμφέροντα, ὁδηγοῦσαν εἰς τὸν ὄλεθρον καὶ δὲν ἐτόλμα νὰ τὴν διακηρύξῃ δημοσίᾳ. Δὲν ἔλεγεν, ὅπως ἔλεγον καὶ διεκήρυσσον ἐγώ, δὲν ἔλεγεν ὅτι εἶναι σύμμαχος τῶν Γερμανῶν καὶ τῶν Βουλγάρων, ἀλλ’ ἔλεγεν ὅτι θέλει τὴν οὐδετερότητα διὰ νὰ σώσῃ δῆθεν τὴν Ἑλλάδα ἀπὸ τὴν καταστροφήν. (Χειροκροτήματα). Εἴχομεν λοιπὸν εἰς τὰ νῶτα ἡμῶν ἕνα Βασιλέα, ὁ ὁποῖος ἦτο ὄργανον τοῦ ἐχθροῦ μας, τοῦ κυρίου ἐχθροῦ τοῦ Γερμανοῦ· εἴχομεν αὐτὸν τὸν Βασιλέα εἰς τὰ νῶτα μας, διαθέτοντα στρατόν τινα ἔστω καὶ καταρακομένον, καὶ ὁ ὁποῖος ἠδύνατο ἀνὰ πᾶσαν στιγμήν, καθ’ ἣν θὰ ἐγίνετο μία ἐπίθεσις εἰς τὸ Μακεδονικὸν μέτωπον νὰ μᾶς πλήξῃ ἐκ τῶν νώτων καὶ νὰ θέση εἰς κίνδυνον τὴν ἐπιτυχίαν τοῦ ἀγῶνος μας καὶ ἐνομίσαμεν ὅτι ἔπρεπε τοῦ ἐχθροῦ αὐτοῦ νὰ ἀπαλλαγῶμεν, διὰ νὰ στρέψωμεν τὴν προσοχήν μας κατὰ τῶν ἐχθρῶν τῶν εὑρισκομένων ἐνώπιον ἡμῶν ὄχι εἰς τὰ νῶτα ἡμῶν. Τοῦ ἔργου αὐτοῦ τὴν ἐκτέλεσιν ἐζήτησα νὰ ἀναλάβω ἐγὼ διὰ τοῦ στρατοῦ μου, ἀλλὰ οἱ σύμμαχοι ἀπέστερξαν τοῦτο, ὄχι διότι ἐθεώρουν ὅτι ὁ Στρατὸς τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης δὲν ἦτο εἰς θέσιν νὰ ἐκτελέσῃ τὸ ἔργον αὐτό, ἀλλὰ διότι διέβλεπον καὶ ὀρθῶς ὅτι ἂν διὰ τοῦ στρατοῦ τῆς Ἀμύνης ἐγένετο ἡ ἀναγκαία αὐτὴ ἐκκαθάρισις, τοῦτο θὰ προεκάλει φυσικὰ χύσιν ἀδελφικοῦ αἵματος καὶ θὰ ἐπέφερε περαιτέρω ἐξασθένησιν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Μοῦ εἶπον λοιπὸν: ὄχι κύριε! θὰ ἀφήσῃς εἰς ἡμᾶς τὴν ἐπιχείρησιν αὐτὴν, διότι ἡμεῖς ἐλπίζομεν ὅτι δύναται νὰ διεξαχθῇ αὕτη ἀναίμακτος, καὶ δὲν ἔχεις κανένα λόγον νὰ θέλῃς τὴν χύσιν αἵματος ἀδελφικοῦ. Σᾶς ἐρωτῶ: ἔπρεπε ν’ ἀρνηθῶ τὴν προσφορὰν αὐτὴν καὶ ν’ ἀποκρούσω τὴν ἀναίμακτον λύσιν τοῦ ζητήματος αὐτοῦ, διὰ νὰ ἔχω τὴν εὐχαρίστησιν νὰ κομπορρημονῶ ἀποδεικνύων ὅτι ἤμην ἰσχυρότερος ἀπὸ τοὺς ἀντιπάλους μου; Ἐὰν λοιπὸν πρόκειται νὰ γίνῃ ἐπίκρισις διὰ τὴν ἐφαρμοσθεῖσαν ταύτην πολιτικήν, ἡ ἐπίκρισις αὕτη δὲν δύναται νὰ γίνῃ ἐκ μέρους τῶν ἀντιπάλων τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων, ἀλλὰ τὴν ἐπίκρισιν αὐτὴν δικαιούμεθα νὰ στρέψωμεν ἡμεῖς κατ’ αὐτῶν. Ἀναγνώσατε, κύριοι, τὸ τηλεγράφημα τοῦ Πασσάρωφ, τὸ ὁποῖον ἐδημοσιεύθη σήμερον εἰς τὰς ἐφημερίδας, καὶ εἰς τὸ ὁποῖον οὗτος ἐκθέτει μίαν συνδιάλεξιν αὐτοῦ πρὸς τὸν πρώην Βασιλέα. Ἡ συνδιάλεξις ἐκείνη ἔγινε τὴν ἡμέραν καθ’ ἣν ἐγνώσθη ὅτι ἡ Βουλγαρία εἶχεν ἐν ἐπιστρατεύσῃ 4 Μεραρχίας, καὶ ἐγὼ εἶχα ζητήσει νὰ ἐπιστρατεύσωμεν δύο Σώματα Στρατοῦ, μετὰ 3–4 ἡμέρας ἐμάθαμεν τὴν γενικὴν ἐπιστράτευσιν τῆς Βουλγαρίας καὶ ἔγινεν τότε ἡ γενικὴ ἐπιστράτευσις ἡ ἰδική μας. Καὶ ἐνῷ τὴν πρώτην ἡμέραν, ὅτε ἐζήτησα τὴν ἐπιστράτευσιν τῶν δύο Σωμάτων, ὁ ἔκπτωτος δὲν μοῦ ἔφερεν καμμίαν ἀντίρρησιν, διότι τοῦτο ἦτο ἁπλοῦν μέσον ἀμύνης, τὴν αὐτὴν ἡμέραν ὁ αὐτὸς ἔκπτωτος Βασιλεὺς ἐκάλει τὸν ἀντιπρόσωπον τοῦ συναδέλφου του Φερδινάνδου εἰς τὰ Ἀνάκτορα διὰ νὰ τοῦ εἴπῃ: Δὲν ἔχω νὰ ἐπέμβω καθόλου, ἐὰν σκέπτεσθε νὰ ἐπιτεθῆτε κατὰ τῆς Σερβίας. Ἴσως ποτὲ οὔτε βασιλεύς, οὔτε ἐρυθρόαιμος πολίτης, διέπραξεν μεγαλυτέραν ἀτιμίαν ταύτης! Μὴ ἀρκούμενος εἰς τὸ νὰ ἔχῃ ἀποφασίσῃ νὰ μὴ σπεύσῃ εἰς ἐκπλήρωσιν τῶν συμμαχικῶν του ὑποχρεώσεων καὶ νὰ βοηθήσῃ τὸν σύμμαχον του, σπεύδει νὰ δηλώσῃ πρὸς τὸν κοινὸν ἐχθρὸν τὴν τοιαύτην του πρόθεσιν διὰ νὰ τὸν ὠθήσῃ εἰς τὸ νὰ ἐπιτεθῇ κατὰ τοῦ συμμάχου του. Ἀλλ’ ἀφοῦ τοῦ ἀνεκοίνωσε ταῦτα, τοῦ ζητεῖ καὶ τὴν συνδρομήν του, ἵνα τὸν βοηθήσῃ διὰ νὰ ἀπαλλαγῇ ἀπὸ τὸν Πρωθυπουργόν του «Σᾶς παρακαλῶ, κάμετε μίαν δήλωσιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν σήμερον ὅτι σεῖς καὶ ἂν ἐπιστρατευθῆτε, δὲν ἔχητε καμμίαν πρόθεσιν νὰ μᾶς βλάψητε» Ἐνόμισεν ὅτι ἦτο ἀρκετὸν διὰ τὸν Ἑλληνικὸν Λαόν, ἐὰν ἡ Βουλγαρία μᾶς ἔλεγεν ὅτι «ἡμεῖς δὲν σκεπτόμεθα νὰ σᾶς ἐπιτεθῶμεν!» Ὄχι, κύριοι, ἡμεῖς δὲν ζητοῦμεν τὴν συνδρομὴν τῶν ξένων δι’ ἐσωτερικὴν ἐπιβολήν, ἀλλ’ ὁ Ἔκπτωτος ἐζήτει τὴν συνδρομὴν τῶν ξένων διὰ τὴν ἐσωτερικὴν ἐπιβολὴν κατὰ τοῦ πλειοψηφοῦντος κόμματος τῶν Φιλελευθέρων. (Χειροκροτήματα) Ἀλλὰ καὶ ἂν ἀκόμη, κύριοι, ἔλειπεν ἡ προσφυγὴ πρὸς τὸν ἐχθρόν, ἡ συνεννόησις μὲ τὸν ἐχθρόν, ἡ αἴτησις συνδρομῆς τοῦ ἐχθροῦ διὰ τὴν λύσιν ἐσωτερικῶν ζητημάτων, οἷον εἶναι τὸ ζήτημα τοῦ ποῖος θὰ ἔχῃ τὴν ἄσκησιν τῆς ὑπευθύνου ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας καὶ ἂν τοῦτο ἔλειπεν ἐπρόκειτο δὲ νὰ κριθῶσιν κατὰ τὴν ἐσωτερικὴν αὐτῶν ἀξίαν αἱ δύο πολιτικαί, ἡ ἰδική μου, τασσομένου ὡς συμμάχου τῶν Δυτικῶν Δυνάμεων, καὶ ἡ τοῦ πρώην Βασιλέως, καὶ τῶν σὺν αὐτῷ, τασσομένων ὡς συμμάχων οὐσιαστικῶς τῶν Γερμανῶν, τῶν Βουλγάρων καὶ τῶν Τούρκων, ποία δύναται νὰ εἶνε ἡ κρίσις ὄχι ἁπλῶς τῆς Ἱστορίας βραδύτερον, ἀλλὰ καὶ ὑμῶν τῶν σημερινῶν ἀνθρώπων, τῶν εὑρισκομένων ὑπὸ τὴν ἐπήρειαν τῶν παθῶν, τὰ ὁποῖα διήγειρεν ὁ διεξαχθεὶς ἀγών; Τί ἠδύνατο νὰ περιμένῃ ἡ πολιτικὴ τοῦ πρώην Βασιλέως, τοῦ συμμαχήσαντος μετὰ τῶν Γερμανῶν, τῶν Βουλγάρων καὶ τῶν Τούρκων ἀλλὰ μὴ ὁμολογοῦντος φανερὰ τὴν τοιαύτην του συμμαχίαν, διὰ φόβον μόνον καὶ ὄχι δι’ ἄλλον τινὰ λόγον; Ποῖα ἠδύναντο νὰ εἶνε τὰ ἀποτελέσματα τῆς πολιτικῆς τοῦ ἐκπτώτου βασιλέως καὶ ποῖα ἠδύναντο, ὄχι ἁπλῶς ἠδύναντο, ἀλλὰ καὶ ἐσκοποῦντο καὶ ἐπῆλθον τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἰδικῆς μου πολιτικῆς; Ἡ μία πολιτικὴ ἐξασφαλίζουσα τὴν ὑπερεξόγκωσιν τῆς Βουλγαρίας θὰ καθίστα αὐτοὺς ἱκανοὺς νὰ καταλάβωσι καὶ τὴν Θεσσαλονίκην καὶ τὴν Μακεδονίαν ὅλην μέχρι αὐτῆς τῆς Θεσσαλίας, ἐνῷ ἡ ἰδική μου πολιτικὴ ἔφερεν ὡς ἀποτέλεσμα νὰ ἐπεκταθῇ τὸ Κράτος καὶ μέχρι τῶν σημείων, τὰ ὁποῖα γνωρίζετε. (Χειροκροτήματα) Ἀλλὰ μὲ κατηγοροῦν κύριοι, ὅτι ἡ πολιτική μου ἀφήρεσε τάχα τὴν πολιτικὴν αὐτοτέλειαν τῆς Ἑλλάδος, ὅτι κατέστησεν τὴν Ἑλλάδα ὑπόδουλον τῶν Δυτικῶν Δυνάμεων. Ἐὰν μία ἐκ τῶν δύο πολιτικῶν ὑπεδούλωνε τὴν Ἑλλάδα ἡ ὑποδουλοῦσα ἦτο ἡ πολιτικὴ τοῦ Κωνσταντίνου ἡ πολιτικὴ τῆς συμμαχίας μὲ τὴν Γερμανίαν, μὲ τὴν Βουλγαρίαν, μὲ τὴν Τουρκίαν, ἡ ὁποία οὐσιαστικῶς καθίστα τὴν Ἑλλάδα Γερμανικὸν πρωτεκτορᾶτον. Ἡ Ἑλλὰς οἷα θὰ ἐξήρχετο τοῦ πολέμου, ἐὰν μέχρι τέλους ἠκολουθοῦμεν τὴν πολιτικὴν τοῦ Βασιλέως, δὲν θὰ ἦτο πλέον κράτος ἀλλ’ ἐξουθένωμα κράτους, τὸ ὁποῖον θὰ διώκει οὐσιαστικῶς οὐχὶ ὁ ἑκάστοτε Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Βουλγαρίας ἢ ἡ Βουλγαρικὴ Κυβέρνησις, ἀλλ’ οἱ πρόξενοι τοὺς ὁποίους θὰ εἶχεν ἡ Βουλγαρία εἰς τὰς διαφόρους πόλεις τῆς Ἑλάδος. Αὐτὴ θὰ ἦτο ἡ Ἑλλὰς ἂν ἠκολουθεῖτο μέχρι τέλους ἡ πολιτικὴ τοῦ Κωνσταντίνου. Ἡ δὲ Ἑλλὰς ἡ ὁποῖα ἐξέρχεται τοῦ πολέμου, διότι ἠκολουθήθη ἡ ἰδική μου πολιτική νομίζετε ὅτι ἔχει θέσιν Κράτους τὸ ὁποῖον ἔγινεν ὑποτελὲς ἀληθῶς; Καὶ τὴν Ἑλλάδα ἐκείνην, ἡ ὁποῖα μόλις πρὸ δεκαετίας ἔτρεμεν ὑπὸ τὰς ἀπειλὰς τοῦ Χαμάλμπασα τῆς Θεσσαλονίκης, τὴν Ἑλλάδα αὐτὴν ἡ ὁποῖα σήμερον εὑρίσκεται ἔχουσα τὸν στρατὸν τὸν μεγαλύτερον ὁ ὁποῖος πρόκειται νὰ ἐπιβάλλῃ τὰς ἀποφάσεις τῆς Εὐρώπης κατὰ τῆς Τουρκίας, (ἐπευφημίαι, ζητωκραυγαὶ καὶ χειροκροτήματα παρατεταμένα ἐν τῇ αἰθούσῃ καὶ ἐκ τῶν ἀκροατηρίων), τὴν Ἑλλάδα ἡ ὁποῖα ἀνεχώρησεν ὑπὸ τὰς ὁδηγίας μου ἀπὸ ἐκεῖ ὅθεν ἀνεχώρησε πρὸ δεκαετίας καὶ ἔφθασεν ἐκεῖ ὅπου εὑρίσκεται σήμερον, ἔχουσα μίαν στρατιὰν ἐν Μικρᾷ Ἀσίᾳ ἄλλην ἐν Θράκῃ ἀποτελούσας τὴν κυριωτάτην στρατιωτικὴν δύναμιν ἐπὶ τῆς ὁποίας στηρίζονται οἱ σύμμαχοι διὰ τὴν ἐπιβολὴν τῶν ὅρων τῆς Εἰρήνης ἐπὶ τῆς Τουρκίας, αὐτὴν τὴν Ἑλλάδα μοὶ λέγετε ὅτι τὴν κατέστησα ἐξάρτημα ξενικόν; Πρὶν ἐγκαταλείψω τὸ θέμα τοῦτο, κύριοι, θὰ ἤθελον νὰ φέρω καὶ ἐκ τῆς ἱστορίας ἕν παράδειγμα ἵνα σᾶς πείσω ὅτι ἡ μετὰ ξένων δυνάμεων συμμαχία εἶνε ἀτιμωτικὴ διὰ τὴν ἐπικαλουμένην αὐτὴν πολιτικὴν μόνον ὅταν, γίνεται δι’ ἐσωτερικὰς διαφορὰς πρὸς ἐπιβολὴν ἐσωτερικῆς πολιτικῆς ἑνὸς κόμματος ἢ ἑνὸς ἀνδρός, συμμάχου ἐὰν θέλῃ νὰ ἐπιτύχῃ. Δὲν ὑπάρχῃ ἴσως πολιτικὴ μορφὴ, πλέον ἁγνὴ ἀπὸ τὴν μομφὴν τοῦ μεγάλου Βασιγκτῶνος. Ὁ Βάσιγκτων ἦτο Ἄγγλος, ἄγγλος πολίτης ὄχι μόνον διότι αἱ 13 τότε πολιτεῖαι τῆς Ἀμερικῆς ἦσαν ἀποικίαι τοῦ Ἀγγλικοῦ Κράτους, ἀλλὰ διότι Ἄγγλος τὸ γένος καὶ ἄγγλος τὸ αἴσθημα μέχρι τῆς στιγμῆς κατὰ τὴν ὁποῖαν ἐκμανέντος καὶ τότε ἑνὸς ἄλλου Βασιλέως τοῦ Γεωργίου τοῦ Γʹ ἐν Ἀγγλίᾳ καὶ θέλοντος νὰ ἐπιβάλῃ εἰς τὰς ἀποικίας τὴν φορολογίαν τὴν ὁποίαν ἐψήφισεν ἡ Βουλὴ τοῦ Λουδοβίκου χωρὶς τὴν γνώμην τῶν Βουλῶν τῶν τοπικῶν, ὤθησε τοὺς ἀνθρώπους εἰς ἐξέγερσιν καὶ τοὺς ἔφερεν εἰς μακρὸν ἐμφύλιον πόλεμον ὁ ὁποῖος κατέληξεν εἰς τὴν πλήρη ἀνεξαρτησίαν καὶ τὸν χωρισμὸν τῆς Βορείου Ἀμερικῆς. Κατὰ τὸν πόλεμον αὐτόν, κύριοι, ὁ Βάσιγκτων ἐπεζήτησεν ἐπὶ μακρὸν καὶ ἐπέτυχεν ἐπὶ τέλους μετὰ τριετίαν τὴν συμμαχίαν μετὰ τῆς Γαλλίας καὶ ἠγωνίσθη κατὰ τὸ ἕτερον ἥμισυ τοῦ μακροῦ πολέμου ἐν συμμαχίᾳ πρὸς τὴν Γαλλίαν διὰ νὰ καταβάλλῃ τὴν Ἀγγλίαν καὶ ἐξασφαλίσῃ τὴν ἐλευθερίαν τῆς Ἀμερικῆς. Καὶ οὐδέποτε ἐσκέφθη ἡ ἱστορία νὰ θεωρήσῃ στιγματιζόμενον τὸν Βασιγκτῶνα διότι συνεμμάχισε μετὰ τῆς Γαλλίας ἵνα ἐπιβάλλῃ τὴν πολιτικήν του ἀντίληψιν, τὴν ἀφορῶσαν ἀκριβῶς τὴν ἐθνικὴν ἀποστολὴν τῆς πατρίδος του. Ἀλλὰ μὲ κατηγοροῦν ἀκόμη, κύριοι, ὅτι ἐπιστρέψας εἰς Ἀθήνας συνεκάλεσα τὴν Βουλήν, ἡ ὁποία εἶχεν ἤδη διαλυθῇ καὶ τοῦτο πράξας παρεβίασα τὸ πολίτευμα. Ποῖον πολίτευμα, κύριοι; Τὸ ράκος ἐκεῖνο τοῦ πολιτεύματος, τὸ ὁποῖον εἶχε παραμείνει μετὰ τὴν δευτέραν ἀπομάκρυνσίν μου ἐκ τῆς ἀρχῆς μετὰ τοὺς λόγους τοῦ τότε Βασιλέως, ὅτι δὲν ὑποχρεοῦται νὰ ὑπακούψῃ εἰς τὴν λαϊκὴν θέλησιν διότι εἶνε ὑπεύθυνος ἀπέναντι τοῦ Θεοῦ, μετὰ τὴν κλῆσιν ὅλων ἐκείνων τῶν ἀρχηγῶν τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας τοὺς ὁποίους ἔφερεν ἀλληλοδιαδόχως εἰς τὴν ἀρχὴν καὶ οἱ ὁποῖοι διῴκουν τὸ κράτος μὲ νομοθετικὰ διατάγματα; Αὐτὸ ἦτο τὸ πολίτευμα τὸ ὁποῖον ἐγὼ παρεβίασα ἀνακαλέσας εἰς τὴν ζωὴν τὴν διαλυθεῖσαν Βουλήν; Ὅταν ἐγὼ ἦλθον, κύριοι, δὲν εὗρον πολίτευμα ἐλεύθερον εἰς τὴν Ἑλλάδα· τὸ πολίτευμα εἶχε γίνει πρὸ πολλοῦ ὄχι κἄν κουρελόχαρτο ὅπως εἶχον γίνει αἱ συνθῆκαι διὰ τὸν Κάϊζερ καὶ τὸν Κωνσταντῖνον, ἀλλὰ κατά τι πλέον μηδαμινὸν πρᾶγμα. Μόνον κακῆς πίστεως ἄνθρωποι δύνανται νὰ ἰσχυρισθοῦν ὅτι τὴν ἐπιοῦσαν τῆς ἐλεύσεώς μου εἰς Ἀθήνας ἠδυνάμην νὰ προκηρύξω ἐκλογὰς ὑπὸ τὴν ἔξαψιν τῶν παθῶν τοῦ ἐμφυλίου πολέμου, μόνον μωροὶ καὶ τυφλοὶ ἢ κακῆς πίστεως ἄνθρωποι ἠδύναντο νὰ ὑποστηρίξουν ὅτι ἠδυνάμην νὰ διενεργήσω τὴν στιγμὴν ἐκείνην ἐκλογάς. Δύο ὁδοὶ λοιπὸν μοῦ ὑπολείποντο. Ἡ μία ἦτο νὰ κυβερνήσω δικτατορικῶς, δηλαδὴ νὰ κυβερνήσω, ὅπως ἐκυβέρνησαν δικτατορικῶς οἱ ἀσκήσαντες τὴν πολιτικὴν τῆς οὐδετερότητος ἐπὶ δύο ἔτη καὶ οἱ ὁποῖοι διῴκησαν μὲ διατάγματα νομοθετικά. Μὴ δυνάμενος νὰ προσαρμοσθῶ, κύριοι, εἰς αὐτὴν τὴν ἀντίληψιν εἶχον ἀνάγκην νὰ ἔχω Βουλὴν ἀνοικτὴν καὶ μὴ δυνάμενος νὰ ἔχω νέαν Βουλὴν ἀνεκάλεσα τὴν παρανόμως διαλυθεῖσαν Βουλήν. Ἐπαναστατικῷ δικαίῳ ἔσχιζον καὶ ἐγὼ τὸ Διάταγμα ἐκεῖνο τοῦ Κωνσταντίνου, διὰ τοῦ ὁποίου διέλυσεν οὗτος παρανόμως τὴν δευτέραν Βουλήν, ἀξιῶν ὅτι ἦτο ὑπεύθυνος ἀπέναντι τοῦ Θεοῦ. Καὶ ἀφ’ οὗ τὸ ἔσχισα, τὸ Διάταγμα ἐκεῖνο, ἀπέβη τοῦτο ἀληθὲς κουρελόχαρτο καὶ ἑπομένως ἡ Βουλὴ τῆς 31 Μαΐου ἦτο ἡ Βουλὴ ἡ ὁποῖα θὰ ἐκαλεῖτο καὶ ἐκλήθη διὰ νὰ συνεχίσῃ τὸ ἔργον της. Καὶ ὅπως εἶπον ἄλλοτε, ὅταν θὰ συνέλθῃ ἡ Βουλή, ἡ ὁποῖα θὰ ἀσκήσῃ συντακτικὰ καθήκοντα, θὰ προτείνω ὅπως δεχθῇ ψήφισμα ἵνα ἀπέναντι τοῦ μέρους, εἰς τὸ ὁποῖον ἵσταται ὁ Βασιλεὺς ἀναγινώσκων ἑκάστοτε τὸν λόγον τοῦ Θρόνου ἐντοιχισθῇ πλάξ, ἡ ὁποῖα νὰ γράφῃ: «ὁ Βασιλεὺς Κωνσταντῖνος διαλύσας παρανόμως καὶ τὸ δεύτερον τὴν Βουλὴν τῆς τάδε συνόδου, τῆς τάδε περιόδου, αὐτὸς μὲν ἐξέπεσεν τοῦ Θρόνου, ἡ δὲ παρανόμως διαλυθεῖσα Βουλὴ συγκληθεῖσα συνέχισε τὰς ἐργασίας της καὶ ἐμεγέθυνε τὴν Ἑλλάδα διὰ νὰ φθάσῃ ἐκεῖ ὅπου ἔφθασεν». (ζητωκραυγαὶ παρατεταμέναι). Ἀλλά, κύριοι ἡ ἀνάκλησις εἰς τὴν ζωὴν τῆς Βουλῆς ἐκείνης εἶχε τόσην ἀλήθειαν μέσά της, ὥστε αὐτοὶ οἱ πολιτικοὶ μου ἀντίπαλοι προσῆλθον εἰς αὐτήν. Ἠννόησαν ὅτι ἡ ἐπανάστασις εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ καλέσῃ τὴν Βουλὴν ἐκείνην καὶ προσῆλθε εἰς αὐτήν. Πότε ἤρχισαν νὰ ἐξεγείρωνται; Ὅταν τάχα ἔληξεν ὁ χρόνος τῆς διαρκείας τῆς Βουλῆς ἐκείνης καὶ ὅταν ἠναγκάσθησαν ὅλα τὰ ἐμπόλεμα κράτη ἡ μὲν Ἀγγλία νὰ παρατείνῃ τὸν βίον τῆς Βουλῆς της ἐπὶ τρία χρόνια, ἡ δὲ Γαλλία ἐπὶ 18 μῆνας, ἡ Ἰταλία ἐπὶ 13, ἡ δὲ Σερβία, τὴν ὁποίαν οἱ ἀρχηγοὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως παρενέβαλον μεταξὺ ἐκείνων τῶν χωρῶν, αἱ ὁποῖαι ἐνήργησαν ἐκλογάς, ἡ Σερβία ἀκόμη ἐπὶ 10 χρόνια ἔχει νὰ κάμῃ ἐκλογάς, διότι ἡ Βουλή της εὑρέθη νὰ εἶναι διαλελυμένη, ὅταν ἐξερράγη ὁ παγκόσμιος πόλεμος, καὶ ἀνακλεισθεῖσα εἰς τὴν ζωὴν ἐξακολουθεῖ νὰ ὑφίσταται ἕξ ἔτη μετὰ τὴν λῆξιν τῆς περιόδου της. Τότε λοιπόν, ὅταν ἔληξεν ὁ χρόνος τῆς τετραετοῦς περιόδου, τότε ἐφάνη πλέον ὅτι ἐγὼ εἶμαι ἕνας τύραννος ἀφόρητος, κρατῶν ἀκόμη τὴν Βουλὴν αὐτὴν καὶ μὴ σπεύδων νὰ κάμω ἐκλογὰς. Νὰ κάμω ἐκλογὰς, κύριοι, πῶς; Γνωρίζετε ὅτι ἀπὸ 19 μηνῶν, ἀφ’ ὅτου συνήφθη ἡ ἀνακωχὴ μετὰ τῆς Βουλγαρίας, ἀπὸ 19 μηνῶν, πλὴν τῆς βραχείας περιόδου τῶν 4 ἡμερῶν, κατὰ τὰς ὁποίας ἔχω τὴν χαρὰν νὰ εὑρίσκωμαι ἐδῶ, μόλις 33 ἡμέρας ἔμεινα εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ ταύτας εἰς τρία ἀλλεπάλληλα ταξείδια. Ἦλθον μίαν φορὰν διὰ 48 ὥρας διὰ νὰ ἀνοίξω τὴν Βουλὴν κατὰ τὰ τέλη τοῦ Νοεμβρίου τοῦ 1918, δευτέραν φορὰν διὰ τρεῖς ἑβδομάδας καὶ ἄλλην φορὰν διὰ 9 ἡμέρας. Δὲν ὑποθέτω νὰ πιστεύσῃ κανεὶς ὅτι παρατείνω τὴν ἀπουσίαν μου ἐντεῦθεν καὶ τὴν διαμονήν μου εἰς Εὐρώπην διότι μοὶ ἤρεσκε περισσότερον τὸ κλίμα τὸ Εὐρωπαϊκόν. Διὰ νὰ παραμένω ἐκεῖ δὲν τὸ ἔπραττον βεβαίως, διότι ἡ ἔλλειψίς μου ἐντεῦθεν θὰ ἦτο πρὸς τὸ καλὸν τῆς ἐσωτερικῆς διοικήσεως. Ἀνάγκη λοιπὸν ὑπερτάτη μὲ ἐκάλει νὰ μείνω καθ’ ὅλον αὐτὸ τὸ διάστημα ἐκεῖ. Τὶ ἤθελον οἱ ἀντίπαλοί μου; Νὰ παραιτήσω τὸ ἐκεῖ καθῆκόν μου, τὸ ἐπεῖγον, τὸ μὴ ἐπιδεχόμενον ἀναβολὴν διὰ νὰ ἔλθω ἐδῶ νὰ διεξαγάγω τὸν ἐκλογικὸν ἀγῶνα; Διότι δὲν πιστεύω νὰ ἠξίουν, ἀφ’ οὗ φυσικὰ ἐπεζήτουν νὰ θέσουν ἐνώπιον τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ τὸ ζήτημα νὰ μὲ κρεμάσουν ὡς παραβάτην τοῦ Συντάγματος καὶ ὡς παραβάτην τῶν νόμων, δὲν πιστεύω νὰ ἠξίουν νὰ ἐνεργήσω ἐκλογὰς χωρὶς νὰ ἀκουσθῶ παρὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἔπρεπε λοιπὸν νὰ εὑρίσκωμαι ἐδῶ. Πῶς ἠδυνάμην νὰ ἐγκαταλείψω τὸν καθῆκον τὸ ὁποῖον μὲ καθήλου πλησίον τῆς Συνδιασκέψεως, διὰ νὰ παρευρίσκωμαι ἐδῶ; Ἀλλ’ ἐὰν ἤθελον νὰ ἐξετάσω κύριοι, διὰ νὰ ἴδω ψυχολογικῶς, τὶ ἦτο ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔκαμε νὰ γίνῃ ἀρκετὴ αὐτὴ ἡ Βουλὴ, ἐφόσον δὲν εἶχον λήξει τὰ τέσσαρα χρόνια τῆς ἐκλογικῆς περιόδου, ἔχω τὸ καθῆκον νὰ εἴπω καὶ τοῦτο, ὄχι πρὸς πάντας τοὺς ἀξιοῦντες νῦν τὴν διεξαγωγὴν τῶν ἐκλογῶν «θὰ ἤμην ἄδικος ἐὰν τὸ ἔλεγον», ἀλλ’ ἴσως εἰς πάντας ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔχουν ἐκδώσῃ τὸ μανιφέστον, ὅτι ἡ μεγάλη των ἀνησυχία ἦτο ὅτι, ὅταν ἤδη εἶχε πληρωθῇ ὁ χρόνος τῆς τετραετοῦς περιόδου, ἐπλησιάζομεν εἰς τὸν καταρτισμὸν τῶν ὅρων τῆς εἰρήνης, καὶ ἡ μεγάλη ἀνησυχία δι’ αὐτοὺς ἦτο ὅτι αἱ ἐκλογαὶ θὰ διεξήγοντο, ἀφοῦ θὰ εἶχεν ὑπογραφῇ ἡ Εἰρήνη καὶ θὰ ἐβεβαιοῦντο τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἐφαρμοσθείσης ὑπ’ ἐμοῦ πολιτικῆς. Τοῦτο ἤθελαν διὰ παντὸς τρόπου νὰ τὸ ἀποφύγουν. Τὸ πρᾶγμα ὑπὸ ἄλλας περιστάσεις δὲν θὰ ἦτο μεμπτόν, ἐὰν δὲν ἤθελον νὰ ἀφήσουν εἰς τὸν ἀντίπαλον νὰ ἐπωφεληθῇ μιᾶς εὐτυχοῦς περιστάσεως. Ἀλλ’ ἦτο κατ’ ἐξοχὴν ἀντιπατριωτικόν, ἐὰν οἱ ζητοῦντες τὴν διεξαγωγὴν τῶν ἐκλογῶν ἐκ τῶν ἀνηκόντων εἰς τὴν τάξιν ἐκείνην, ἀληθῶς ἐπίστευον ὅτι δύνανται νὰ διεξαχθῶσιν ἐκλογαὶ καὶ ἀληθῶς ἐπεθύμουν νὰ διεξαχθῶσιν ἐκλογαί, διότι ἐκλογαὶ ἄν διεξήγοντο τότε κατὰ τὴν ἀντίληψίν των, βεβαίως ἐπρόκειτο νὰ τοὺς φέρουν πλειοψηφοῦντας. Δὲν θὰ ἦτο δὲ μεγαλείτερον ἔγκλημα τὸ ὁποῖον θὰ διεπράττετο κατὰ τῆς Ἑλλάδος, ἐὰν αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι ἐνεφανίζοντο, προτοῦ μὲ ἀφήσουν νὰ ὑπογράψω τοὺς ὅρους τῆς εἰρήνης, ἐὰν αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι ἐφαντάζοντο ὅτι θὰ ἐνεφανίζοντο ἐνώπιον τῶν νικητῶν τῆς χθὲς διὰ διὰ νὰ ὑπερασπίσουν τὰ Ἑλληνικὰ δίκαια καὶ νὰ προβάλουν τὰς ἐθνικὰς ἀξιώσεις. Κύριοι, φοβοῦμαι ὅτι σᾶς ἀπησχόλησα ἐπὶ μακρόν. Ἐνόμισα ὅτι μοὶ ἐπεβάλλετο νὰ ἐξηγήσω αὐτὰ ὄχι ὡς ἀπάντησιν πρὸς τὰς κατηγορίας τῶν ἀντιπάλων μου, ἀλλ’ ὡς καθῆκον πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν Λαόν. Οἱ ἀσκοῦντες σήμερον τὰ ἐπίσημα καθήκοντα τῆς ἀντιπολιτεύσεως, δὲν θὰ ἠξιοῦντο κἄν τῆς τιμῆς τῆς ἀπαντήσεως—εἶναι βαρεῖα ἡ ἔκφρασις— (Μπράβο, μπράβο) ἐὰν δὲν εἶχον καθῆκον πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν νὰ ἀπαντήσω πρὸς αὐτὸν διότι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἔχει δικαίωμα νὰ ἀκούσῃ ἀπὸ ἐμὲ τὸν κατηγορούμενον παρ’ οἱουδήποτε, ποία εἶνε ἡ ἀπολογία μου. Διὰ τοῦτο ἀπήντησα πρὸ ἡμερῶν διὰ συνεντεύξεως καὶ ἀπαντῶ καὶ σήμερον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς εἰς τὰς κατηγορίας αὐτάς. Ἀλλ’ εἶνε φανερὸν ὅτι ὅλος αὐτὸς ὁ θόρυβος καὶ ἡ ἀντίδρασις δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ μᾶς κάμῃ νὰ παρεκλίνωμεν οὔτε κατὰ κεραίαν τοῦ προγράμματός μας. Εἰς τό ἔργον μας προβαίνομεν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἀρχικοῦ μας προγράμματος. Ἐκλογαὶ δὲν θὰ γίνουν πρὶν ἡ συνθήκη τῆς Εἰρήνης ὑπογραφῇ, καὶ πρὶν ἢ αὐτὴ αὕτη ἡ Βουλή, παρανόμως διαλυθεῖσα ὑπὸ τοῦ ἐκπτώτου Βασιλέως, ἐπικυρώσῃ τὴν συνθήκην αὐτὴν (Εὖγε, εὖγε). Διὰ νὰ μὴ ἀφήσω ἀνησυχίαν ὅσον ἀφορᾷ τὸν χρόνον τῶν ἐκλογῶν, λέγω ὅτι ἀπὸ τῆς ὑπογραφῆς τῆς Εἰρήνης μέχρι τῆς ἐπικυρώσεως αὐτῆς ὑπὸ τῆς παρούσης Βουλῆς δὲν θὰ παρέλθῃ χρονικὸν διάστημα μεῖζον τῶν τριῶν ἑβδομάδων. Ἀναλαμβάνω τὴν εὐθύνην ὅπως ἀπὸ τῆς ὑπογραφῆς τῆς Εἰρήνης ἡ Βουλὴ αὕτη συντελέσῃ τὸ ἔργον της ἐντὸς τριῶν ἑβδομάδων. Μετὰ τὰς τρεῖς ἑβδομάδας ἡ Βουλὴ θὰ διαλυθῇ καὶ ἐντὸς τῶν συνταγματικῶν προθεσμιῶν θὰ κληθῇ ὁ λαὸς εἰς τὰς κάλπας διὰ τὰς ἐκλογάς. Κατεκρίθην, κύριοι, ὄχι ἀπὸ τοῦ αὐτοῦ στρατοπέδου, ἀλλ’ ἀπὸ τοῦ ἀντιθέτου, ἀπὸ πολλοὺς ἐκ τῶν φίλων μου, διότι σπεύδω νὰ διεξαγάγω ἐκλογὰς χωρὶς νὰ ἐξασφαλίσω τὸ κατὰ τὸν αὐτὸν χρόνον δυνατὸν τῆς διεξαγωγῆς αὐτῶν καὶ εἰς τὰς νέας ἐπαρχίας καὶ διότι οὕτω στερῶ τὰς ἐπαρχίας αὐτὰς τῆς ἀντιπροσωπείας των ἀπὸ τὴν Ἑλληνικὴν Βουλήν. Δὲν στερῶ κανένα ἀπὸ τὸ δικαίωμα τῆς ἀντιπροσωπείας. Αἱ νέαι ἐπαρχίαι θὰ ἐδικαιοῦντο νὰ μὲ κατακρίνουν, ἐὰν ἀνέβαλον τὴν ἐκεῖ διεξαγωγὴν τῶν ἐκλογῶν πέραν τοῦ ἀπαραιτήτως ἀναγκαίου χρόνου, ὅπως κατασταθοῦν αὗται δυναταί. Ἐφόσον ὅμως δὲν δύνανται νὰ παραπονεθῶσι διὰ τοῦτο, δὲν ἠμπορεῖ κανεὶς νὰ παραπονεθῇ διότι τὸ παλαιὸν Κράτος σπεύδει νὰ ἀνανεώσῃ, αὐτὸ τουλάχιστον, τὴν ὑπάρχουσαν Βουλήν. Ὅπως θὰ ἦτο ἀδικαιολόγητον ἐὰν ἀνεβάλλοντο αἱ ἐκλογαὶ εἰς τὰς νέας ἐπαρχίας περαιτέρω τοῦ ἀναγκαίου χρόνου, κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ ἦτο δυνατὴ ἡ διεξαγωγὴ αὐτῶν, ἄλλο τόσον θὰ ἠδύνατο νὰ κατακριθῇ ἐὰν αἱ ἐκλογαὶ ἐν τῇ Π. Ἑλλάδι ἀνεβάλλοντο διὰ νὰ διεξαχθοῦν τότε μόνον, ὅτε θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ διεξαχθοῦν καὶ εἰς τὰ νέα μέρη. Δὲν ἀποκλείεται μὲ τοῦτο τὸ δυνατὸν τῆς διεξαγωγῆς ἐκλογῶν εἰς τινα σημεῖα τῶν νέων ἐπαρχιῶν. Ἐὰν κατωρθώσωμεν ἐντὸς τῶν αὐτῶν προθεσμιῶν νὰ διεξαγάγωμεν ἐκλογὰς καὶ εἰς τὰς νέας χώρας, δὲν θὰ εἴχομεν τὸ δικαίωμα ν’ ἀποφύγωμεν τοῦτο. Χωρὶς μὲ τοῦτο νὰ παύσῃ νὰ ἰσχύῃ ἡ ὑπόσχεσις τὴν ὁποίαν ἔδωκα πρὸς τὴν Βουλὴν ὅτι, τὴν τύχην τῆς πολιτικῆς ὅ,τι ἀφορᾷ ἐμὲ προσωπικῶς, ὄχι τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων, θὰ τὴν ἐξαρτήσω ἐκ τῆς ἐτυμηγορίας τοῦ λαοῦ τῆς σημερινῆς Ἑλλάδος, τῆς πρὸ τοῦ πολέμου. Ἐὰν ἡ Ἑλλὰς αὕτη ἡ πρὸ τοῦ Μεγάλου πολέμου δὲν μοῦ ἔδιδε τὴν νίκην, δὲν ἐνέκρινε τὴν πολιτικήν μου, ἐγὼ θὰ ἐθεώρουν καθῆκον μου νὰ ἀποθέσω τὴν ἀρχήν. (Χειροκροτήματα). Εἶναι, κύριοι, ἡ συνταγματικὴ εὐθυξία μου τοιαύτη, ὥστε νὰ μὴ δύναμαι νὰ ἐνεργήσω ἄλλως. Ἀλλὰ διὰ τοὺς ἀνησυχοῦντας ἐκ τῶν φίλων μου δύναμαι νὰ τοὺς εἴπω ὅτι εἶναι τόση μεγάλη ἡ ἐμπιστοσύνη μου πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ὥστε εἶμαι βέβαιος ὅτι λαμβάνων τὴν ἀπόφασιν ταύτην δὲν δύναμαι νὰ ἐκθέσω εἰς κανένα κίνδυνον τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα (Χειροκροτήματα). Ἡ ἀπόφασίς μου ἄλλωστε αὕτη πρέπει νὰ χρησιμεύσῃ κύριοι, καὶ ὡς κατασίγασις τῶν ἀνησυχιῶν τὰς ὁποίας τυχὸν ἐν καλῇ πίστει δύνανται νὰ ἔχουν τινὲς τῶν ἀντιπάλων ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐλευθέραν διεξαγωγὴν τῶν ἐκλογῶν. Πολιτικός, ὁ ὁποῖος ἔχει τοιαύτην συνταγματικὴν εὐθυξίαν, ὥστε νὰ ἀποστέργῃ νὰ ἀναβάλλῃ ἐπί τινα χρόνον τὰς ἐκλογάς, διὰ νὰ ἀσφαλίσῃ τὴν ἀντιπροσωπείαν τῶν 2.100.000 τῆς Νέας Ἑλλάδος, ὁ πολιτικὸς αὐτὸς οὐδέποτε θὰ ἐδέχετο νὰ ἀτιμάσῃ ἑαυτὸν κατερχόμενος εἰς ἐκλογὰς βίας ἀφοῦ θὰ εἶχε τὸ προσφορώτερον μέσον νὰ ἐπιβάλλῃ τὴν πολιτικήν του διὰ τῶν 2.100.000 νέων ψηφοφόρων (Χειροκροτήματα). Ἀλλ’ ὄχι, κύριοι, γνωρίζω ὅτι ἡ ἐμπιστοσύνη μου πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν δὲν θὰ διαψευσθῇ, ὅπως, δὲν διεψεύσθη οὔτε ἡ ἐμπιστοσύνη τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, νομίζω, πρὸς ἐμέ. (Χειροκροτήματα). Καὶ ἰσχυροὶ ἀμφότεροι, λαὸς καὶ πολιτικὸς ἡγέτης, ἐκ τῆς ἀμοιβαίας ταύτης ἐμπιστοσύνης, εἶμαι βέβαιος ὅτι θὰ δυνηθῶμεν νὰ στερεώσωμεν τὸ μεγαλοπρεπὲς αὐτὸ οἰκοδόμημα τὸ ὁποῖον ὁ Ἑλληνικὸς λαός, καλῶς ὁδηγούμενος ἠδυνήθη νὰ ἀνεγείρῃ ἐντὸς μιᾶς μόνον δεκαετίας, (Ραγδαία χειροκροτήματα ἐκ τῆς αἰθούσης καὶ τοῦ ἀκροατηρίου).
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν κ. Ν. Πολίτης ὑποβάλλει νομοσχέδιον «περὶ κυρώσεως τῆς ἀπὸ 7)20 Νοεμβρίου 1918 συμφωνίας διὰ τὰ ἐν Ἑλλάδι στρατιωτικά, Ἀγγλικά, Γαλλικά, Ἰταλικὰ καὶ Σερβικὰ νεκροταφεῖα». Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Περιθάλψεως κ. Σ. Σῖμος ὑποβάλλει νομοσχέδιον «περὶ προσθήκης, ἄρθρου 9 εἰς τὸν νόμον 2145 τῆς 17 Μαρτίου ἐ. ἔ. περὶ χορηγήσεως δανείου τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ὑπὸ τὴν ἐγγύησιν τοῦ Κράτους εἰς τοὺς παλινοστοῦντας κατοίκους κ.τ.λ. τῆς Μικρᾶς Ἀσίας». Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης κ. Ι. Τσιριμῶκος, ὑποβάλλει νομοσχέδιον «περὶ χορηγήσεως ἀμνηστείας». Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν κ. Ε. Βενιζέλος ὑποβάλλει νομοσχέδιον «περὶ συντάξεως τῶν ἀπομακρυνθέντων τοῦ στρατεύματος ἀξιωματικῶν κατὰ τὸν λήξαντα πόλεμον». Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης κ. Ι. Τσιριμῶκος ὑποβάλλει τὰ κάτωθι νομοσχέδια: 1) «Περὶ παραγραφῆς ἀδικημάτων τινῶν διαπραχθέντων ἀπὸ 1 Νοεμβρίου 1916 μέχρι 14 Ἰουνίου 1917». 2) «Περὶ ἀμνηστείας εἰς Μουσουλμάνους». 3) «Περὶ καταργήσεως τοῦ ἄρθρου 6 τοῦ νόμου 755». Δέχεται ἡ Βουλὴ ὅπως τὰ νομοσχέδια ταῦτα κηρυχθῶσι κατεπείγοντα καὶ ψηφισθῶσι κατ’ ἀρχήν;
§20ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς κ. Α. Τυπάλδος Μπασιᾶς ὑποβάλλει τροπολογίας: αʹ) Ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ μεταρρυθμίσεως τοῦ Βαρβακείου Λυκείου», καὶ βʹ) Ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συμπληρώσεως τοῦ Διδασκαλείου τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως». Λύεται ἡ συνεδρίασις ἵνα ἐπαναληφθῇ αὕτη τὴν 5 μ.μ. αὔριον. (Ὥρᾳ 6.30′ μ.μ.)