1920.03.02
1,180 rows · 9,113 words · 67 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 50ή
τῆς 2ας Μαρτίου 1920
Προεδρία κ. Θ. ΣΟΦΟΥΛΗ
(ὥρα 5. 40′ μ. μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Ν’ ἀναγνωσθῶσι τὰ πρακτικά. (Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς: Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κ. Μ. Νεγροπόντης ὑποβάλλει τὰ κάτωθι σχέδια νόμου: 1) «Περὶ παρατάσεως προθεσμίας πρὸς ἐπίδοσιν δηλώσεως φορολογίας καθαρῶν προσόδων» καὶ 2) «Περὶ μεταβολῆς τῶν ποσοστῶν τῆς φορολογίας τῶν δημοσίων θεαμάτων». Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ὑποβάλλει σχέδιον νόμου «περὶ αὐξήσεως παγίας προκαταβολῆς τοῦ Σώματος τῆς Χωροφυλακῆς εἰς δραχ. 9.000.000». Ἡ ἐπὶ τοῦ ἐμπορίου–Βιομηχανίας Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὰς ἐκθέσεις της ἐπὶ τῶν ἑξῆς νομοσχεδίων: 1) «Περὶ ἰαματικῶν πηγῶν καὶ λουτρῶν» καὶ 2) «περὶ προστασίας τῶν πινακίδων ἢ ἄλλων σημείων δεικνυόντων τὰς κατευθύνσεις τῶν ὁδῶν κλπ.». Ἡ ἐπὶ τῶν Θρησκευμάτων κλπ. Κοινοβουλευτικὴ ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τῶν κάτωθι νομοσχεδίων: 1) «Περὶ τῶν ἐν Κρήτῃ Μουσουλμανικῶν Δημογεροντιῶν». 2) «Περὶ τροποποιήσεως τοῦ 34ου ἄρθρου τοῦ νόμου ΓΥΙΔʹ «περὶ Γενικοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Ταμείου». 3) «περὶ ἐξακριβώσεως τῆς διαχειρίσεως τῶν περιουσιῶν καὶ πόρων τῶν ἐν ταῖς Ν. Χώραις ἀπὸ Τουρκοκρατίας Χριστιανικῶν Κοινοτήτων». Δέχεται ἡ Βουλὴ ὅπως ἀναβληθοῦν αἱ ἀναφοραὶ καὶ ἐρωτήσεις;
§3ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα. Μάλιστα.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΤΗΣ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ
Ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἔχει τὸν λόγον.
§5Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ἀντιπρόεδρος Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου). Ἤθελον νὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν ὅπως δεχθῇ νὰ ψηφισθοῦν σήμερον τὰ ἀναγεγραμμένα εἰς βʹ συζήτησιν νομοσχέδια, εἰδικώτερον δὲ, τὰ μέχρι τοῦ ἀριθμοῦ 10 συμπεριλαμβανομένου. Ἔπονται κατόπιν τὰ κατ’ ἀρχὴν. Πέραν αὐτῶν τῶν νομοσχεδίων δέον ἐπίσης νὰ ψηφισθῇ τὸ ὑπ’ ἀριθ. 70 «περὶ τῆς διοικήσεως τῶν σιδηροδρόμων τοῦ Κράτους» καὶ τὸ ὑπ’ ἀριθ. 73, τὸ ὁποῖον εἶναι τοπικὸν, ἀφορὸν τὴν λιμενικὴν Ἐπιτροπὴν Ἡρακλείου Κρήτης, ἡ ὁποία ἔχει σταματήσῃ ἕνεκα τῆς ἐκκρεμότητος τοῦ νομοσχεδίου. Ἴσως ἀνέμενεν ἡ Βουλὴ τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ ψηφισθέντος εἰς αʹ ἀνάγνωσιν καὶ ἀποβλέποντος τὴν διατίμησιν τῶν ἐφημερίδων. Ὀφείλω νὰ δηλώσω εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ἡ Κυβέρνησις ἐπεφυλάχθη νὰ τὸ φέρῃ εἰς βʹ συζήτησιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς μετὰ τῶν ζητηθεισῶν πληροφοριῶν ὑπὸ τῶν ἀγορευσάντων ἐναντίον αὐτοῦ ἀξιοτίμων συναδέλφων. Ὁ λόγος ὁ ὁποῖος ἔφερεν εἰς τὴν ὑποβολὴν τοιούτου νομοσχεδίου εἶναι, ὡς εἶπον κατὰ τὴν προχθεσινὴν συνεδρίασιν λόγος προστασίας δικαίας τοῦ τύπου ἐν τῷ συνόλῳ, εἰς τὴν ὁποίαν προστασίαν δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ προβῶμεν ἄν ἀποβλέπωμεν εἰς στενῶς κομματικοὺς ὑπολογισμοὺς δεδομένου ὅτι ἡ πλειονοψηφία τοῦ Τύπου ἀντιπολιτεύεται τὴν Κυβέρνησιν, εἰς τὴν ὁποίαν προστασίαν προέβημεν, ἀποβλέποντες γενικῶς εἰς τὴν ἀνάγκην τῆς οἰκονομικῆς αὐτοῦ ἐνισχύσεως καὶ εἰς τὴν ἀποστολὴν τοῦ τύπου. Τὰ λεχθέντα ὅμως ἐν τῇ Βουλῇ ἐπλήγωσαν, εὐλόγως, πολὰς φιλοτιμίας ἢ μᾶλλον τὴν ἐν γένει φιλοτιμίαν τῶν ἰθυνόντων τὰ τοῦ Τύπου, καὶ ὡς φυσικὸν ἦτο ὅτι ἠξίουν αὐτοὶ οὗτοι ὅπως τὸ νομοσχέδιον μὴ ψηφισθῇ εἰς βʹ ἀνάγνωσιν. Ἄν λοιπὸν ἦτο δυνατὴ ἡ ψήφισις εἰς βʹ ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, σήμερον ἡ Κυβέρνησις δὲν θὰ ἐπρότεινε τὴν ψήφισιν αὐτοῦ λαμβανομένης ὑπ’ ὄψιν καὶ τῆς παρακλήσεως τῶν διευθυντῶν τῶν ἐφημερίδων πρὸς ἱκανοποίησιν τῆς προσωπικῆς αὐτῶν φιλοτιμίας. Πέραν τῶν νομοσχεδίων τούτων ἡ Κυβέρνησις δὲν θεωρεῖ ἄκρως ἐπείγουσαν τὴν ψήφισιν τῆς ἄλλης ἐκκρεμοῦς νομοθετικῆς ἐργασίας, διότι τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ἔχει ἀνάγκην νὰ ἐπιδοθῇ ἀμερίστως εἰς ἐργασίαν ἀποκλειστικῶς διοικητικὴν, οὐχὶ δὲ καὶ ἄσχετον πρὸς τὰς ἀποφάσεις τῆς Διασκέψεως, τὰς ὁποίας ἀναμένωμεν καὶ διὰ τὸν λόγον τοῦτον ἐθεωρήσομεν ὅτι ὀρθὸν εἶναι νὰ διακοπῶσι δι’ ὀλίγας ἡμέρας μόνον αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς, ἡμέρας τῶν ὁποίων τὴν ἔκτασιν δὲν δύναται νὰ ὁρίσῃ, ἡ Κυβέρνησις, διότι τὸ τέρμα πάντως τῆς διακοπῆς αὐτῆς θὰ σημάνῃ ὁποτεδήποτε καὶ ἄν συμβῇ, καὶ πάντες εὐχόμεθα νὰ συμβῇ ταχέως ἡ ἐπάνοδος τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Διότι ἐπανερχόμενος ἐξ Εὐρώπης ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως διὰ λόγους, τοὺς ὁποίους πάντες ἐννοοῦμεν, θὰ θελήσῃ νὰ ἐμφανισθῇ ἀμέσως ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὅπως ἐκθέσῃ τὰ γενόμενα ἢ γεννησόμενα ἐν τῇ Διασκέψει τῆς Εἰρήνης. Ἡ πεποίθησίς μας εἶναι ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως θὰ εἶναι ἐδῶ ἐντὸς τοῦ τέλους τῆς προσεχοῦς ἑβδομάδος, τὸ πολὺ. Ἀλλ’ οὐδεὶς δύναται νὰ προΐδῃ καὶ ἀπρόοπτα, ἅτινα εἶναι πιθανὸν νὰ ἀπαιτήσωσι τὴν παραμονὴν αὐτοῦ ἐν Λονδίνῳ καὶ πέραν ἴσως τῆς προσεχοῦς ἑβδομάδος, πάντως, ὡς ἔχομεν πεποίθησιν ὄχι δι’ ἡμέρας πολλὰς. Θὰ ἐφθάνομεν ὅμως οὕτως ἴσως εἰς τὴν περίπτωσιν, καθ’ ἣν νὰ συνέπιπτεν ἡ ἐπάνοδος τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως πρὸς ἡμέρας, κατὰ τὰς ὁποίας δὲν δύνανται νὰ εἶναι ἐδῶ οἱ κ.κ. βουλευταί, ὅπως ἡ Μ. Ἑβδομὰς ἢ τὸ τέλος τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδος. Ἀλλ’ ὡς γνωρίζετε τὸ Διάταγμα τὸ συνταγματικὸν ὁρίζει τέρμα βίου τῆς Βουλῆς αὐτῆς εἰς τὸ τέλος τοῦ ἀρξαμένου μηνὸς Μαρτίου. Ἡ πεποίθησίς μας κατὰ τὰ 999)000 καὶ οὐχὶ κατὰ τὰ 99)00 εἶναι ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως θὰ ἐπανέλθῃ ἀρκετὰ ἐγκαίρως, ὥστε νὰ ἐπαναληφθῶσιν αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς ἐντὸς τοῦ Μαρτίου, πρὶν ἢ περατωθῇ δηλαδὴ ὁ βίος αὐτῆς ὁ πηγάζων ἐκ τοῦ Συνταγματικοῦ Διατάγματος. Ἐλπίζομεν ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν θὰ ἔχῃ ἀντίρρησιν ἐὰν τυχὸν συνέβαινον λόγοι ὑπέρτεροι, δηλαδὴ λόγοι, οἵτινες θὰ ἐπήγαζον ἐξ ἐνδεχομένων ἀπροόπτων, ἂν τυχὸν τοιοῦτοι λόγοι ἤθελον κρατήσῃ μακράν τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὥστε νὰ μὴ εἶναι ἐδῶ πρὸ τοῦ τέλους τοῦ Μαρτίου, ἢ τοὐλάχιστον νὰ μὴ εἶναι δυνατὸν νὰ κληθῇ ἡ Βουλὴ πρὸ τοῦ τέλους Μαρτίου, ἔχομεν πεποίθησιν ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ ἤθελε σήμερον νὰ δηλώσῃ ἐκ τῶν προτέρων τὴν συναίνεσιν αὐτῆς ὅπως δι’ ἑτέρου Διατάγματος παραταθῇ ἐπ’ ὀλίγον χρόνον ὁ βίος αὐτῆς.
§6ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§7Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ἀντιπρόεδρος Κυβερνήσεως). Τὸ μέτρον τοῦτο δὲν νομίζω ὅτι θὰ ληφθῇ πρὸ τῆς ἐπανόδου τῆς Κυβερνήσεως, ὁ δὲ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως θὰ εἶναι ἐδῶ, ὡς εἶπον, κατὰ πεποίθησιν σχεδὸν ἀκλόνητον ἐντὸς τοῦ χρονικοῦ τούτου διαστήματος. Ἀλλὰ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον εἶχεν ὑποχρέωσιν νὰ λάβῃ στοιχειῶδες μέτρον προνοίας, ἔστω καὶ δι’ αὐτὸ τὸ τόσον ἀπίθανον γεγονός. Ὑποθέτω ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν θὰ ἔχῃ ἀντίρρησιν.
§8ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§9Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ἀντιπρόεδρος Κυβερνήσεως). Παρακαλῶ νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ψήφισιν τῶν νομοσχεδίων τούτων, καὶ κατόπιν νὰ διακόψωμεν τὰς ἐργασίας μας.
§10Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Θὰ ἐπεθύμουν νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ἀντιπρόεδρον ὅσον ἀφορᾷ τὸ νομοσχέδιον περὶ διατιμήσεως τῶν ἐφημερίδων, νὰ ἐλάμβανεν ὑπ’ ὄψει ὅτι αἱ ἐφημερίδες εἶνε ἀντικείμενον γενικωτέρου ἐνδιαφέροντος καὶ ὅτι ἡ παγίωσις τῆς ἐκδόσεως αὐτῶν δὲν εἶνε ἀντικείμενον συμφέροντος ἢ μὴ τῶν διευθυντῶν ἀλλὰ δημοσίου συμφέροντος καὶ διὰ τοῦτο θὰ ἔπρεπεν ἴσως νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου.
§11Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ἀντιπρόεδρος Κυβερνήσεως). Βεβαίως τὸ μέτρον τοῦτο εἶνε δημοσίου συμφέροντος, εἶπον δὲ καὶ ἐγὼ ὅτι καὶ μὲ ἀναγκάζετε νὰ ἐπαναλάβω ὅσα εἶπον εἰς προηγουμένην συνεδρίασιν— ἐὰν δὲν ἐλάμβανον τοῦτο ὑπ’ ὄψει, ἀλλ’ ἐσκεπτόμην ἀπὸ κομματικῆς ἀπόψεως, δὲν ἔπρεπε νὰ στέρξωμεν κἄν εἰς τὴν ὑποβολὴν τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ. Ἀλλ’ ὅσον καὶ ἄν εἶνε μέτρον δημοσίου συμφέροντος εἶνε δυνατὸν τινὲς τῶν διευθυντῶν νὰ μὴν εἶνε σύμφωνοι εἰς τὴν τοιαύτην ὑπερτίμησιν, καὶ νὰ ἐμμείνωσιν εἰς τὴν τιμὴν τῶν 10 λεπτῶν προτιμῶντες τὸν ἀνταγωνισμόν. Τοῦτο δὲ ἦτο καὶ τὸ μόνον συζητήσιμον σημεῖον τοῦ νομοσχεδίου. Ἀλλὰ σήμερον δὲν δυνάμεθα νὰ συζητήσωμεν ἐπ’ αὐτοῦ, διότι δεχομένη ἡ Βουλὴ τὴν ψήφισιν μέτρου, τὸ ὁποῖον θὰ ἐκινδύνευε νὰ παρεξηγηθῇ ὑπὸ τῆς κοινῆς γνώμης εἰς βάρος τοῦ τύπου θὰ ἠδύνατο νὰ θεωρηθῇ ὡς μέτρον ἰδιαιτέρας τινὸς προστασίας, ὡσανεὶ ἡ Κυβέρνησις εἶχε λόγον νὰ προστατεύσῃ 17–18–20 ἐφημερίδες ἀντιπολιτευομένας αὐτήν, καὶ ἐφόσον οἱ ἴδιοι δὲν ἐπιθυμοῦσι τὴν ψήφισιν ταύτην, νομίζω ὅτι θὰ ἠδικοῦμεν τὴν ἰδίαν των φιλοτιμίαν ἐὰν ἐπιμένομεν ἡμεῖς.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ψήφισις συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀποδοχῶν ἀδειῶν καὶ συντάξεως τῶν λειτουργῶν τῆς Δημοτικῆς Ἐκπαιδεύσεως. (Γίνεται δεκτὸν τὸ σύνολον)
§13Δ. ΠΕΤΡΑΚΑΚΟΣ. Μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου διὰ τοὺς δημοδιδασκάλους ἐλπίζω ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ λάβῃ παρομοίαν μέριμναν καὶ διὰ τοὺς λειτουργοὺς πλέον καὶ τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως.
§14Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ἀντιπρόεδρος Κυβερνήσεως). Ἡ Κυβέρνησις δεδομένου ὅτι ἐπρονόησε περὶ τῶν λειτουργῶν τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως, ἔχει δὲ ἤδη πρὸ πολλοῦ δηλώσῃ ὅτι ὑποχρεοῦται, διότι θεωρεῖ ἐπιτακτικῶς δίκαιον μέτρον προνοίας καὶ ὑπὲρ αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ καὶ τῶν λειτουργῶν τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἔχῃ διάφορον γνώμην σήμερον, ὥστε νὰ ἀποφύγῃ νὰ ὑποβάλῃ τὸ σχετικὸν νομοσχέδιον. Τὶ ἐκράτησε τὸ πρᾶγμα ὀπίσω; Συντάσσεται, εἶνε ἤδη συντεταγμένον, ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν ἐπροφθάσαμεν νὰ τὸ ὑποβάλωμεν εἰς τὴν Βουλήν, νομοσχέδιον ἀφορὸν τὴν μισθοδοσίαν τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων ἐν γένει. Τὸ νομοσχέδιον εἶνε ἕτοιμον, ἔχει δὲ διάταξιν διαβαθμίζουσαν κατὰ τάξεις ὅλους ἐν γένει τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους, οὕτως ὥστε νὰ ὑπαχθοῦν ὅλοι οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι εἰς μίαν κλίμακα 5–6 κατηγοριῶν καὶ μίαν ἱεραρχίαν. Ἐπειδὴ λοιπὸν εἶνε συναφὲς τὸ μέτρον τοῦτο, διὰ τοῦτο ἤργησεν ἡ ὑποβολὴ καὶ τοῦ νομοσχεδίου, τοῦ ἀφορῶντος τοὺς λειτουργοὺς τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ψήφισις συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ τελωνειακοῦ δασμολογίου». (Γίνεται δεκτὸν τὸ σύνολον). Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ χορηγίας πιστώσεων εἰς βάρος τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1919–1920».
§16Μ. ΝΕΓΡΟΠΟΝΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἠλπίζομεν ὅτι θὰ ἠδυνάμεθα ἐγκαίρως νὰ συνταχθῇ καὶ ὑποβληθῇ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους εἰς τὴν Βουλήν. Δυστυχῶς δὲν κατορθώθη τοῦτο ἕνεκα τῶν ἐκτάκτων περιστάσεων, τὰς ὁποίας διερχόμεθα καὶ ἐπειδὴ τὴν 1ην Ἀπριλίου ἄρχεται νέα χρῆσις, διὰ τοῦτο ζητοῦμεν τὴν ἄδειαν ἀπὸ τὴν Βουλὴν καὶ ἐὰν δὲν συνεδριάζῃ ἡ Βουλὴ νὰ καταθέσωμεν τὸν προϋπολογισμὸν εἰς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς, ὥστε νὰ δύναται ἡ χρῆσις αὐτοῦ νὰ εἶνε ἐν ἐφαρμογῇ ἀπὸ τὴν 1ην Ἀπριλίου 1920.
§17ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα. (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον).
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ὁρκωμοσίας Ὑπάτου Ἁρμοστοῦ». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ παρατάσεως τῶν προθεσμιῶν ἐγγραφῆς εἰς τοὺς ἐκλογικοὺς καταλόγους καὶ τοὺς καταλόγους βιβλιαρίων κατὰ τὸ ἔτος 1920 κ.λ.π.». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐγκρίσεως πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 6,000,000 πρὸς περίθαλψιν τῶν ἐν Τουρκίᾳ καὶ Βουλγαρία ἀπόρων ὁμογενῶν». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κανονισμοῦ τῆς ἐν εἰρήνῃ μισθοδοσίας τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ Π. Ναυτικοῦ». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συμπληρώσεως διατάξεών τινων τοῦ νόμου 1394 «περὶ ἐφαρμογῆς τοῦ νέου σχεδίου πόλεως Θεσσαλονίκης». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ χορηγίας δανείων τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ὑπὸ τὴν ἐγγύησιν τοῦ Κράτους εἰς τοὺς παλινοστούντας κατοίκους κτλ. τῆς Μικρᾶς Ἀσίας». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων εἰς βάρος τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῆς χρήσεως 1918». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ Διοικήσεως τῶν Σιδηροδρόμων τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους» Ὁ κ. Διαμαντίδης ἔχει ἐπ’ αὐτοῦ τὸν λόγον.
§19Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Κύριοι βουλευταί, τὸ ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς νομοσχέδιον περὶ διοικήσεως τῶν σιδηροδρόμων τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους εἶναι ἕν ἐκ τῶν κυριωτέρων νομοθετημάτων ἐφ’ ὅσον ἡ Βουλὴ θὰ ἔχῃ νὰ ἀσχοληθῇ. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι καὶ πρὸ διετίας ἡ Βουλὴ ἐψήφισε σχετικὸν νόμον, ἀλλ’ ὁ νόμος ἐκεῖνος δὲν ἐστάθη δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ λόγῳ τῶν ἐκ τοῦ πολέμου ἀναγκῶν. Προεῖχε τότε τὸ ζήτημα τῶν μεταφορῶν καὶ ἡ Κυβέρνησις ἐσκέφθη πῶς νὰ δυνηθῇ νὰ ἀντιμετωπίσῃ τὸ πρόβλημα τὸ σπουδαῖον, τὸ ὁποῖον ἐνεφανίζετο ἐνώπιόν της χωρὶς νὰ θελήσῃ νὰ φέρῃ μεταβολὴν εἰς τὴν διοίκησιν. Ἤδη ἡ ἀνάγκη αὐτὴ παρῆλθεν καὶ ἡ Κυβέρνησις ὑποβάλλει τὸ νομοθέτημα τοῦτο. Ὅτε τὸ 1914 ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἰσηγεῖτο τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀξαγορᾶς τῶν σιδηροδρόμων ἀπὸ τοῦ βήματος, ἠγόρευεν ἐπὶ μακρὸν ἀντικρούων τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα οἱ ἀρχηγοὶ τῶν διαφόρων πολιτικῶν ὁμάδων κατὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου ὑπέβαλον. Ἔλεγε προκειμένου περὶ τῆς ἐξαγορᾶς ὅτι εἶναι συμφέρουσα πρῶτον διότι αἱ εἰσπράξεις, αἱ ὁποῖαι κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἀνήρχοντο εἰς 7–8 χιλιάδας δραχμῶν κατὰ χιλιόμετρον γραμμῆς ἐκμεταλλεύσεως. Πολὺ ταχέως θέλουσιν ὑπερβῇ τὸ ποσὸν τοῦτο ἵνα φθάσωσιν εἰς ποσὸν πλέον τῶν 15.000 δραχμῶν κατὰ χιλιόμετρον γραμμῆς ἐκμεταλλεύσεως, ἐφρόνει δὲ ἐν πλήρει πεποιθήσει ὅτι δὲν εἶναι μακρὰν ἡ ἐποχή, καθ’ ἣν καὶ τὸ ποσὸν τοῦτο θὰ δυνηθῶσιν οἱ σιδηρόδρομοι νὰ ἀποδώσωσιν. Αἱ προβλέψεις αὗται ἐπηλήθευσαν ὄχι μόνον καθ’ ὅ ποσὸν προέβλεψεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, ἀλλὰ κατὰ ποσὸν πολὺ ὑπέρτερον, διότι ἤδη ἔχομεν εἰσπράξεις κατὰ χιλιόμετρον γραμμῆς ἐκμεταλλεύσεως δραχμῶν 40.000 προβλεπομένης τῆς τοιαύτης εἰσπράξεως κατὰ τὸ τρέχον ἔτος εἰς δραχμὰς 50.000. Βεβαίως θὰ εἴπῃ τις ὅτι τὸ ποσὸν τοῦτο δὲν ὀφείλεται ὁλόκληρον εἰς τὴν ἐπελθοῦσαν αὔξησιν τῆς κινήσεως τοῦ σιδηροδρόμου τούτου ἀλλὰ, καὶ εἰς τὴν ἐπελθοῦσαν αὔξησιν τῶν τιμολογίων εἰς τὴν ὁποίαν ἠναγκάσθη ἡ Κυβέρνησις νὰ προβῇ ἵνα ἀντιμετωπίσῃ τὰς ἀνάγκας. Ἀλλὰ τὸ ποσοστὸν κατὰ τὸ ὁποῖον ηὔξησαν τὰ τιμολόγια εἶναι μόλις 70%, ὥστε δύναταί τις νὰ συμπεράνῃ ὅτι σήμερον εὑρισκόμεθα εἰς αὔξησιν τῆς τιμῆς τῶν εἰσπράξεων ὀφειλομένων εἰς αὔξησιν κινήσεως. Βεβαίως αἱ δαπάναι κατὰ τὸ αὐτὸ διάστημα ηὔξησαν κατὰ πολὺ καὶ τοῦτο θὰ ἐξετασθῇ περαιτέρω ὅταν εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἐξέτασιν τῆς συντάξεως τῶν τιμολογίων. Ἔκτοτε, ἀφ’ ἧς δηλαδὴ τὸ Κράτος ἐγένετο κύριον τοῦ ὅλου ποσοῦ τῶν μετοχῶν δὲν ἠδυνήθη τι γενναῖον νὰ πράξῃ διὰ τὸν σιδηρόδρομον τοῦτον οὐδὲ νὰ προβῇ ἡ διοίκησις καὶ εἰς οὐδεμίαν τροποποίησιν διότι ὡς γνωστὸν μικρὸν διέμεινεν ἡ Κυβέρνησις τῶν φιλελευθέρων κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο, τὰ μεσολαβήσαντα δὲ γεγονότα καὶ αἱ ἀνωμαλίαι καὶ αἱ περιπέτειαι δὲν ἐπέτρεψαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ τροποποιήσῃ τὰ τῶν σιδηροδρόμων καὶ διὰ τοῦτο ἐξηκολούθησε τὸ καθεστὼς ἐκεῖνο μέχρι σήμερον, τοῦ σιδηροδρόμου διοικουμένου κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ἐσωτερικοῦ καταστατικοῦ. Εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην ἡ Κυβέρνησις νὰ προβῇ εἰς ἐπίταξιν τῶν Μακεδονικῶν σιδηροδρόμων κατὰ τὸ ἔτος 1915 νὰ ἐκμεταλλευθῇ δὲ τὰς γραμμὰς ταύτας δι’ ἰδίου προσωπικοῦ καὶ νὰ ἀποφασίσῃ νὰ ἐκμεταλλευθῇ τὸ κράτος δι’ ἴδιον λογαριασμὸν τὰς γραμμὰς ταύτας. Ἐπωφελήθη δηλαδὴ τῆς ἐπελθούσης ἀνωμαλίας κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, ἵνα καταλάβῃ τοὺς σιδηροδρόμους ἐκείνους, τοὺς ὁποίους ἐξεμεταλλεύετο ὡς γνωστὸν ἡ Ἑταιρεία τῶν Ἀνατολικῶν σιδηροδρόμων, ἔχουσα πολιτικὸν μᾶλλον χαρακτῆρα, διότι ὄπισθεν τῆς ἑταιρείας ταύτης εὑρίσκετο ἡ Αὐστριακὴ Κυβέρνησις, ἥτις μόνον εἰς πολιτικὴν δράσιν καὶ πολιτικὰς ἐνεργείας ἀπέβλεπε. Κατὰ τὸν πόλεμον τὸν βαλκανικὸν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις δὲν ἠθέλησε νὰ ἐπιληφθῇ τῶν σιδηροδρόμων τούτων, ἀλλὰ κατὰ τὸ 1915 ὅτε ἡ θέσις τῆς Ἑλλάδος ἤρχισε νὰ πλησιάζῃ πρὸς τὸ συμμαχικὸν στρατόπεδον ἐπελήφθη τῶν σιδηροδρόμων αὐτῶν. Κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο ἡ Κυβέρνησις ἤρχισε νὰ κανονίζῃ τὰ τῶν σιδηροδρόμων χωρὶς νὰ ἀλλάξῃ τὸν τρόπον τῆς διοικήσεως. Κατὰ τὸν ἰσχύοντα δὲ νόμον ἔχει δικαίωμα νὰ προεκτείνῃ τὸν ὑπάρχοντα τρόπον ἐκμεταλλεύσεως τῶν γραμμῶν τούτων εἰς ἕξ μῆνας. Ἤδη λοιπὸν εὑρίσκεται τὸ Κράτος, ἔχον εἰς χεῖρας του τὰς γραμμὰς αὐτάς, ἤτοι τὴν γραμμὴν τοῦ Λαρισαϊκοῦ μήκους 480 χιλιομέτρων περίπου, τοῦ ἑνωτικοῦ σιδηροδρόμου, τοῦ κατασκευασθέντος δαπάνῃ τῆς Κυβερνήσεως μέχρι τοῦ σημείου κατὰ τὸ ὁποῖον συναντᾷ ἡ σιδηροδρομικὴ αὕτη γραμμὴ τὴν γραμμὴν Θεσσαλονίκης–Μοναστηρίου, τὰς τρεῖς Μακεδονικὰς γραμμὰς ἀπὸ Θεσσαλονίκης μέχρι Κένελι, τοῦ λοιποῦ τμήματος ἀπὸ Κένελι μέχρι Μοναστηρίου, διοικουμένου ὑπὸ τοῦ Κράτους κατόπιν εἰδικῆς συμφωνίας καὶ τὸ τμῆμα Θεσσαλονίκης Γευγελῆς. Καὶ τέλος τὴν σιδηροδρομικὴν γραμμὴν Θεσσαλονίκης–Δεδεαγάτς, διὰ τὴν ὁποίαν ὁ κ. ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως πρὸ ἡμερῶν εἶπεν ὅτι ἡ Κυβέρνησις κατέληξεν εἰς συμβιβασμὸν μετὰ τῆς ἑταιρείας, ἡ ὁποία ἔχει τὸ σύνολον τῶν γραμμῶν τούτων, ἐξαγοράσασα τὴν γραμμὴν αὐτήν, ἐντὸς δὲ τῶν ἡμερῶν αὐτῶν πρόκειται καὶ νὰ ὑποβληθῇ ἡ σύμβασις ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς. Πρόκειται περὶ σιδηροδρομικῆς γραμμῆς μήκους χιλιομέτρων. Καὶ ὄχι μόνον περὶ τῆς γραμμῆς ταύτης πρόκειται, ἀλλὰ καὶ περὶ ἄλλων γραμμῶν, αἱ ὁποῖαι κατὰ τὴν φρᾶσιν τοῦ νομοσχεδίου θὰ ἠδύναντο νὰ περιέλθωσιν ὁπωσδήποτε ἐν τῷ μέλλοντι εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος. Ἐλπίζομεν, ἢ μᾶλλον εἴμεθα βέβαιοι ὅτι τὰ ἀποτελέσματα τῆς Διασκέψεως θὰ ἐπιτρέψωσιν, ἵνα εἰς τὸ σύμπλεγμα τῶν σιδηροδρόμων τούτων καταλέξωμεν καὶ τὸν σιδηρόδρομον μέχρι τοῦ ἀποτάτου σημείου, μέχρι Τσατάλτζας. Τὸ Κράτος λοιπὸν σήμερον εὑρίσκεται, ἔχον εἰς χεῖρας του μῆκος γραμμῶν ἐν ἐκμεταλλεύσει 3.000 χιλιομέτρων περίπου καὶ περὶ τούτων πρέπει νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει κατὰ ποῖον τρόπον θὰ ἀποφασίσῃ νὰ ἐκμεταλλευθῇ αὐτάς. Εἰς ποίαν κατάστασιν εὑρίσκονται αἱ γραμμαί, τὰς ὁποίας τὸ Κράτος σήμερον ἔχει καὶ εἰς ποίαν κατάστασιν εὑρίσκει τὸ Κράτος τὰς γραμμὰς ἰδίως τὰς Μακεδονικάς, αἵτινες παραδίδονται μετὰ μακρὸν πόλεμον, εἶναι περιττὸν νὰ εἴπω. Οἱ κύριοι συνάδελφοι, οἱ ἔχοντες ἀφορμὴν νὰ ταξειδεύωσι διὰ τῶν σιδηροδρόμων τούτων καὶ νὰ ἀκούωσι καθ’ ἡμέραν τὰ παράπονα ἐν γένει τοῦ κοινοῦ καὶ τοῦ ἐμπορικοῦ κόσμου, εἶνε εἰς θέσιν κάλλιον ἐμοῦ νὰ ἀπαντήσωσιν. Αἱ γραμμαὶ αὗται παρουσιάζουσιν ἐλλείψεις πολλαπλάς. Ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὑπέδειξεν ἐλλείψεις ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἀναφερομένας εἰς τὴν κατάστασιν τῶν γραμμῶν καὶ τοῦ ἐμψύχου ὑλικοῦ. Διὰ τὸ ἔμψυχον τοῦτο ὑλικὸν ἐλήφθη πρὸ παντὸς μέριμνα καὶ φροντίς. Ἐντεῦθεν λοιπὸν τὸ Κράτος εὑρίσκεται εἰς τὴν ἀνάγκην ἔχον εἰς χεῖρας του τὰς γραμμὰς ταύτας νὰ προβῇ εἰς τὴν ἑνοποίησιν τῆς ἐκμεταλλεύσεως τῶν γραμμῶν, ἵνα λείψωσι τὰ κατὰ τῆς ἑταιρείας ὑπάρχοντα δικαιώματα τῆς χωριστῆς λεγομένης ἐκμεταλλεύσεως, διὰ τῶ ποίων παρεμποδίζεται ἡ καθόλου κίνησις διὰ τῶν σιδηροδρόμων; Χωριστὰ τιμολόγια, χωριστοὶ ὅροι ἐκμεταλλεύσεως, χωριστοὶ κανονισμοὶ προσωπικοῦ, χωρισταὶ μισθοδοσίαι, δυσφορίαι καὶ ἐλλείψεις καὶ παράπονα διὰ τὴν διαφορὰν τὸν τρόπον τῆς ἀνταλλαγῆς τῶν ἐπιβατῶν καὶ ἐμπορευμάτων, ἰδοὺ τὰ κωλύματα, εἰς τὰ ὁποῖα σήμερον προσκρούωμεν καὶ τῶν ὁποίων ἐπιδιώκει σήμερον ἡ Κυβέρνησις τὴν τακτοποίησιν εἰς ἄρσιν διὰ τῆς λεγομένης ἑνοποιήσεως τῶν σιδηροδρόμων. Χωρίζεται καθ’ ὁλοκληρίαν τὸ ζήτημα τῆς ἑνοποιήσεως τῶν σιδηροδρόμων ἀπὸ τοῦ τρόπου τῆς διοικήσεως αὐτῶν. Ἄλλο τὸ ἓν καὶ ἄλλο τὸ ἄλλο. Τὸ ζήτημα τῆς ἑνοποιήσεως εἶναι μέτρον ἐπιβεβλημένον ἐκ τῆς ἀνάγκης τῶν πραγμάτων, εἶναι ὅρος sine qua non. Δὲν δυνάμεθα νὰ προχωρήσωμεν ἐν τῷ μέλλοντι ἔχοντες τόσας σιδηροδρομικὰς ἐπιχειρήσεις χωριστὰ τελούμεναι καὶ χωριστὰ ἐργαζόμεναι. Τὸ ζήτημα κατὰ ποῖον τρόπον θὰ διοικήσωμεν καὶ θὰ τακτοποιήσωμεν τὸ ζήτημα τῆς ἐκμεταλλεύσεως εἶναι ζήτημα καθ’ ὁλοκληρίαν χωριστόν, ζήτημα ἁπλῶς ἐνδιαφέρον, εἰς τὸ ὁποῖον εὐθὺς ἀμέσως θὰ φθάσω. Διάφορα βεβαίως εἶναι τὰ συστήματα, τὰ ὁποῖα ὑπάρχουν διὰ τὴν ἐκμετάλλευσιν τῶν σιδηροδρόμων. Ὑπάρχει τὸ σύστημα τὸ διὰ τῶν ἑταιρειῶν, τῶν concessions τῶν ἐκχωρήσεων, τὸ σύστημα τοῦτο εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἠκολούθησε μέχρι τοῦδε καὶ τὸ ἡμέτερον Κράτος, μιμούμενον ἐν τούτῳ τὴν Γαλλίαν, ἡ ὁποία τὸ σύστημα τῶν concessions εἶχε διὰ τὴν διοίκησιν τῶν σιδηροδρόμων της. Κράτη ἄλλα ἠδυνήθησαν καὶ ἀπεπειράθησαν νὰ νεωτερίσωσιν εἰς τὸ σύστημα τοῦτο καὶ ἀποχωροῦντα ἀπὸ τὸ σύστημα τῶν concessions, τῶν παραχωρήσεων, ἐξηγόρασαν τὰς γραμμὰς αὐτάς, ἐκρατοποίησαν τοὺς σιδηροδρόμους καὶ ἐκμεταλλεύονται τούτους ἀπ’ εὐθείας τὰ Κράτη. Πρότυπον τοιαύτης Κρατικῆς ὀργανώσεως καὶ διοικήσεως εἶναι τὸ Γερμανικὸν πρότυπον κατὰ τὸ ὁποῖον ἡ ἐκμετάλλευσις τῶν σιδηροδρόμων γίνεται ἀπ’ εὐθείας ὑπὸ τοῦ Κράτους δι’ ἰδίου προσωπικοῦ, δι’ ὑπαλλήλων θεωρουμένων ὡς δημοσίων ὑπαλλήλων καὶ τῆς Κυβερνήσεως ἐχούσης ἄμεσον τὴν ἐξουσίαν καὶ τὴν διοίκησιν ἐπὶ τῶν σιδηροδρόμων τούτων. Μεταξὺ αὐτοῦ τοῦ συστήματος τῆς ἀκράτου ἐκμεταλλεύσεως ὑπὸ τῶν ἑταιρειῶν μετὰ συστήματος μικροῦ ἐλέγχου καὶ τοῦ ἑτέρου συστήματος τῆς ἐκμεταλλεύσεως ὑπὸ τοῦ Κράτους ἀπ’ εὐθείας, ὑπάρχει ἕν σύστημα διάμεσον, κατὰ τὸ ὁποῖον περιερχομένων τῶν σιδηροδρόμων εἰς τὴν κυριότητα τοῦ Κράτους καὶ τοῦ Κράτους ἔχοντος τὴν ὅλην οἰκονομικὴν διαχείρισιν καὶ ὅλον τὸ ὑλικὸν τῶν σιδηροδρόμων μόνον ἡ ἐκμετάλλευσις ἔχει ἀφεθῇ εἰς ὀργανισμὸν ἰδιωτικόν. Τὸ προχειρότερον παράδειγμα τοιούτου εἴδους ἐκμεταλλεύσεως, κατὰ τὸ ὁποῖον τὸ Κράτος ἄνευ ἰδίας καὶ ἀμέσου παρεμβάσεως ἐκμεταλλεύεται τοὺς σιδηροδρόμους δι’ ὀργανισμοῦ ἰδίου καὶ αὐτονόμου μᾶς παρέχουν οἱ σιδηρόδρομοι οἱ Ἑλβετικοί. Ὁ εἰσηγητὴς τοῦ νομοσχεδίου, τοῦ τε παλαιοῦ καὶ τοῦ νέου παρεδέχθη τὸ σύστημα, κατὰ τὸ ὁποῖον ἐπεμβαίνει τὸ Κράτος καὶ ἐθνικοποιεῖ τοὺς σιδηροδρόμους, ἀλλ’ οὗτοι διοικοῦνται δι’ ὀργανισμοῦ ἰδίου, κατὰ τὸν ὁποῖον ἐπέρχεται πλήρης ἀνεξαρτησία ἀπὸ τῆς κεντρικῆς ἀπὸ τῆς κυβερνητικῆς ἐπεμβάσεως εἰς τὰ τῆς διοικήσεως τῶν σιδηροδρόμων. Ὁ νόμος καθιστᾷ μόνον, κατὰ διαφόρους αὑτοῦ διατάξεις διαφόρους περιορισμοὺς, καὶ διαφόρους ὅρους, ὑπὸ τοὺς ὁποίους δέον νὰ τελῆται ἡ ἐκμετάλλευσις καὶ οὗτος ἐπέχει, οὕτως εἰπεῖν θέσιν καταστατικοῦ, προκειμένου νὰ γίνῃ ἡ διαχείρισις τῶν σιδηροδρόμων ὑπὸ ἑταιρειῶν. Ἡ Ἐπιτροπὴ μελετήσασα καὶ συζητήσασα τὰ τοῦ προτεινομένου μέτρου διοικήσεως τῶν σιδηροδρόμων, ὁμοφώνως ἀπεφάνθη καὶ ὁμοφώνως ἐξέφερε γνώμην, κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ μέτρον τοῦτο τῆς διοικήσεως τῶν σιδηροδρόμων ὑπὸ τοῦ Κράτους ἔστω καὶ διὰ τοῦ ἀνεξαρτήτου τούτου ὀργανισμοῦ θεωρεῖ ὡς μέτρον προσωρινόν. Ποία θὰ εἶναι ἡ ὁριστικὴ ἀπόφασις, τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις θὰ λάβῃ βραδύτερον ὅσον ἀφορᾷ τὰ τῆς διοικήσεως τῶν σιδηροδρόμων εἶναι μέτρον διὰ τὸ ὁποῖον ὡς λέγει ὁ εἰσηγητὴς τοῦ νομοσχεδίου, βραδύτερον θὰ θελήσῃ νὰ σκεφθῇ καὶ ἀποφασίσῃ ἡ Κυβέρνησις, διότι ὑπάρχουσι τόσα τὰ ὑπὲρ εἰς τὰ κατὰ τούτου καὶ ἐκείνου τοῦ συστήματος, ὥστε δὲν δύναται ἀκριβῶς νὰ μορφώσῃ γνώμην, ποῖον εἶνε τὸ τελικὸν σύστημα, εἰς τὸ ὁποῖον θὰ καταλήξῃ ἡ Κυβέρνησις προκειμένου περὶ τῆς διοικήσεως τῶν σιδηροδρόμων. Ἡ Ἐπιτροπὴ εὗρε τοῦτο ὡς μέτρον προσωρινὸν διὰ τὸ διάστημα κατὰ τὸ ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις θὰ πρόκειται νὰ τροποποιήσῃ τοὺς σιδηροδρόμους, ἀποκρούει ὅμως καθ’ ὁλοκληρίαν τὴν λεγομένην κρατοποίησιν καὶ δὲν δέχεται τὸ μέτρον τοῦτο ὡς ὁριστικόν. Ἐπὶ τοῦ ποσοῦ ἐγενικεύθη ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ μακρὰ συζήτησις, εἶναι τὸ ζήτημα περὶ τοῦ ἂν θὰ ἔπρεπε καὶ οἱ σιδηρόδρομοι Πελοποννήσου νὰ περιληφθῶσιν εἰς τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἐκτίθεται. Ὑπάρχουν καὶ οἱ ὑπὲρ καὶ οἱ κατὰ τοῦ μέτρου. Ἡ γνώμη τῆς μειοψηφίας ἦτο ὅτι ἀφοῦ ὁ σιδηρόδρομος Πελοποννήσου διοικεῖται σήμερον ὑπὸ ἑνὸς καθεστῶτος προσωρινοῦ δι’ ἐπιτάξεως ἐκ μέρους τοῦ Κράτους τῶν γραμμῶν αὐτοῦ, ὀρθὸν θὰ ἦτο, ἐφόσον δὲν θὰ ἐπρόκειτο τελειωτικῶς νὰ περιληφθοῦν καὶ οἱ σιδηρόδρομοι Πελοποννήσου εἰς τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον καθιστᾷ τὸ νομοσχέδιον, νὰ μὴ παραληφθῶσι καὶ οὗτοι ἀπὸ τῆς σήμερον ἐν τῷ συμπλέγματι, τὸ ὁποῖον καθιστᾷ τὸ Κράτος διὰ τῆς διοικήσεως τῶν σιδηροδρόμων αὐτοῦ, ἀλλὰ νὰ ἀφεθῶσι διὰ τὸ μικρὸν ἀκόμη διάστημα, τὸ ὁποῖον ὑπολείπεται νὰ γίνῃ ἡ ἐκμετάλλευσις ὑπὸ τὴν διοίκησιν, τὴν ὁποίαν εἶχε καταστήσῃ ὁ γνωστὸς νόμος διὰ τῆς ἐπιτάξεως. Πρόσθετον δὲ οἱ ἔχοντες κοινὴν γνώμην περὶ τοῦ ζητήματος τούτου, ὅτι οἱ σιδηρόδρομοι Πελοποννήσου ἀποτελοῦν καὶ λόγῳ τοῦ πλάτους τῶν γραμμῶν αὐτοῦ καὶ λόγῳ τοῦ μέρους κατὰ τὸ ὁποῖον τελεῖται ἡ ἐκμετάλλευσις, ἐντελῶς χωριστὴν διοίκησιν, ὥστε νὰ μὴ ὑπάρχῃ καμμία ἀνάγκη νὰ περιληφθῶσιν οἱ σιδηρόδρομοι αὐτοὶ ἐν τῷ συμπλέγματι τούτῳ, τοὐναντίον μάλιστα πρέπει νὰ ἐξαιρεθῶσι. Πρὸς τὴν γνώμην ταύτην ἀντιτίθεται ἡ γνώμη, κατὰ τὴν ὁποίαν καὶ οἱ σιδηρόδρομοι οὗτοι ἀνεξαρτήτως τοῦ πλάτους τῶν γραμμῶν αὐτοῦ δέον νὰ περιληφθῶσιν εἰς τὴν ἑνοποίησιν, διότι πρόκειται περὶ κοινοῦ Κανονισμοῦ περὶ κοινῆς τακτοποιήσεως τῶν ζητημάτων τῶν σχετιζομένων πρὸς τὸ προσωπικὸν καὶ ἐν γένει τὴν κίνησιν, πρὸς τοὺς ἄλλους δέ, ἐὰν ὁ λόγος οὗτος δὲν θὰ ἤρκει, θὰ ἤρκει ὁ λόγος ὅτι ὁ σιδηρόδρομος διέπεται τῶν 5–6 συμβάσεων καὶ διὰ τὸν λόγον τοῦτον θὰ ἐπεβάλλετο νὰ γίνῃ ἡ ἑνοποίησις ὅλων αὐτῶν. Ἡ γενικὴ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου, ὡς γνωστόν, εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία σᾶς ἐξετέθη ὑπὸ τοῦ κ. Ἀντιπροέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, εἰσηγουμένου τοῦ νομοσχεδίου τούτου κατὰ τὴν οὐσίαν. Διὰ τὴν διοίκησιν τῶν σιδηροδρόμων τούτων καθίσταται διοικητικὸν συμβούλιον καὶ γενικὴ Διεύθυνσις. Τὸ διοικητικὸν Συμβούλιον, τὸ ὁποῖον ἀπαρτίζεται ἐξ 9–12 μελῶν, ἔχει τὴν διαχείρισιν καὶ τὴν διοίκησιν τῶν σιδηροδρόμων τούτων ὑπὸ ὡρισμένους ὅρους καὶ περιορισμούς. Κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ συνεζητήθη τὸ ζήτημα τῆς συνθέσεως τοῦ διοικητικοῦ συμβουλίου καὶ ἐγεννήθησαν γνῶμαι διάφοροι. Ἡ πλειοψηφία τῆς Ἐπιτροπῆς ἀπέκρουσε καθ’ ὁλοκληρίαν τὴν συμμετοχὴν τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων εἰς τὰ τῆς δικαιοσύνης καὶ ἀπέκρουσε ταύτην ὄχι μόνον εἰς τὸν καταρτισμὸν τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου ἀλλὰ καὶ εἰς αὐτὴν ταύτην τὴν διαχείρισιν καὶ διοίκησιν τῶν σιδηροδρόμων ὡς ὑπαλλήλων τῶν σιδηροδρόμων δηλαδή. Καὶ ἐλέχθησαν δύο ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα εἶναι πολλοῦ λόγου ἄξια. Πῶς εἶναι δυνατὸν δημόσιος ὑπάλληλος, ὁ ὁποῖος εὑρίσκεται ὑπὸ ἐξάρτησιν πολιτικὴν νὰ ἔχῃ ἀνεξάρτητον γνώμην καὶ νὰ λάβῃ ἀπόφασιν προκειμένου περὶ τῆς διοικήσεως τῶν σιδηροδρόμων καὶ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἀντιταχθῇ πρὸς Κυβερνητικὴν γνώμην, ὅταν εὑρίσκεται ὑπὸ ἐξάρτησιν; Καὶ ἐλέχθη ἐπίσης, ἔχει τάχα ὁ δημόσιος ὑπάλληλος τὸν κατάλληλον χρόνον ἵνα δυνηθῇ νὰ ἀσχοληθῇ εἰς τὴν διοίκησιν τῶν σιδηροδρόμων; Καὶ διὰ τοῦτο ὑπὸ τῆς πλειοψηφίας διεπιστώθη ἡ γνώμη κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἔπρεπε νὰ ἀποκλεισθοῦν τέλειον οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι ἐκ τῆς διοικήσεως τῶν σιδηροδρόμων. Πρὸς τὴν γνώμην ταύτην ἀντιτίθεται ἡ ἑτέρα κατὰ τὴν ὁποίαν, χωρὶς νὰ θεσπίσῃ περιορισμοὺς ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐκλογὴν τῶν προσώπων καὶ χωρὶς νὰ θέσῃ ἀπαγορεύσεις εἰς τὸ ζήτημα τῆς συμμετοχῆς τοιούτων δημοσίων ὑπαλλήλων εἰς τὸ διοικητικὸν συμβούλιον, ὀρθότερον θὰ ἦτο νὰ ἀφεθῇ ἡ ἐκλογὴ εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, τὸ ὁποῖον θὰ ἔχῃ καὶ τὴν εὐθύνην τῆς ἐκλογῆς τῶν προσώπων. Ἡ Κυβέρνησις θέλει ἀνεύρῃ ὄχι μόνον ἐν τῷ ἰδιωτικῷ κύκλῳ, ἀλλὰ καὶ ἐν μέσῳ τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων τὰ κατάλληλα πρόσωπα, διότι δὲν ἔχομεν τόσον μεγάλον κύκλον ἐκλογῆς προσώπων, ὥστε νὰ δύναται τις νὰ εἴπῃ ὅτι ἀποκλείομεν τοὺς ὑπαλλήλους. Ἔπρεπε λοιπὸν νὰ ἀφεθῇ ἐλεύθερον τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα δυνηθῇ μόνη της νὰ ἀνεύρῃ τὰ κατάλληλα πρόσωπα εἰς τὴν διοίκησιν τῶν σιδηροδρόμων, διότι μὴ λησμονῶμεν ὅτι εἰς τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους, ἐν μειονότητι βεβαίως, δύναταί τις νὰ ἀνεύρῃ καὶ τὴν ἱκανότητα καὶ τὰ ἀπαιτούμενα ἐχέγγυα μακρᾶς πείρας ἐν τῇ δημοσίᾳ ὑπηρεσίᾳ, ἥτις εἶναι χρησιμωτάτη εἰς τὴν διοίκησιν τῶν σιδηροδρόμων. Καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ποία ἠδύνατο νὰ εἶναι ἡ γνώμη ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τοῦτο πολὺ πλειότερον θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν γνώμην ταύτην προκειμένου περὶ τῆς συμμετοχῆς τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων εἰς αὐτὴν ταύτην τὴν διοίκησιν τῶν σιδηροδρόμων. Ἔχουν ἀνάγκην οἱ σιδηρόδρομοι, ἰδίᾳ κατὰ τὴν τοιαύτην ὀργάνωσιν αὐτῶν, ὅλων ἐκείνων τῶν στοιχείων, τὰ ὁποῖα εἴτε ἐκ τῆς ἱκανότητος εἴτε ἐκ τῆς πείρας αὐτῶν, παρέχουν οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι. Τὸ μόνον τὸ ὁποῖον θὰ ἠδύνατό τις νὰ ἀξιώσῃ ἐκ τοῦ μέτρου τούτου, θὰ ἦτο νὰ ζητήσῃ ἵνα τὰ πρόσωπα ταῦτα, ἐφόσον θὰ ἐκαλοῦντο, νὰ ἀποσπασθοῦν καὶ ἔχουν ἐνεργὸν ὑπηρεσίαν ἐν τῇ διευθύνσει τῶν σιδηροδρόμων, νὰ μὴ ἔχουν δὲ ἐνεργὸν τοιαύτην ἐν τῇ δημοσίᾳ ὑπηρεσίᾳ, ἐκ τῆς ὁποίας θὰ ἀπασχολοῦνται καὶ δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ διαθέσωσιν ὅλον των τὸν χρόνον εἰς τὴν διεύθυνσιν τῶν σιδηροδρόμων. Τὸ ζήτημα πάντοτε, τὸ ὁποῖον ἀπομένει ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐπιτυχίαν τοῦ θεσμοῦ τούτου, ἔστω καὶ ὡς προσωρινὸν ὑφιστάμενον, εἶναι τὸ ζήτημα τῆς καταλλήλου ἐκλογῆς τῶν προσώπων. Εἰς τοῦτο ἀμέριστος πρέπει νὰ στραφῇ καὶ θὰ στραφῇ βεβαίως, ἡ προσοχὴ τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα δι’ ὅλων τῶν καταλλήλων προσώπων δυνηθῇ καὶ εὐδοκιμήσῃ ὁ θεσμὸς οὗτος. Ἕτερον στοιχεῖον, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἐξετασθῇ εἶνε τὸ ζήτημα τῶν τιμολογίων τῶν σιδηροδρόμων. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον κατὰ τὴν ἀρχικὴν τοὐλάχιστον αὐτοῦ διατύπωσιν τὰ τιμολόγια καταρτίζονται εἰς τρόπον ὥστε αἱ εἰσπράξεις νὰ ἰσορροπῶσι τὰς δαπάνας. Ἐκ τῶν εἰσπράξεων καθέκαστον ἔτος ἀφαιρεῖται ποσόν τι, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ εἰδικὸν ἀπόθεμα καὶ τὸ ὁποῖον χρησιμεύει, ἵνα εἰς περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν εἰς τι χρονικὸν διάστημα ὑπάρξῃ ἔλλειμμα ἐκ τῆς ἐκμεταλλεύσεως νὰ δίδεται τοῦτο νὰ καλύπτεται ἐκ τῶν εἰδικῶν προσόδων χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ ἀνάγκη ἑκάστοτε νὰ τροποποιοῦνται τὰ τιμολόγια καὶ νὰ ἐπέρχεται πλήρης οἰκονομικὴ ἀναστάτωσις. Κατὰ τὰς τροποποιήσεις ἐλήφθησαν ὑπ’ ὄψει καὶ αἱ παρατηρήσεις τῆς ἐπιτροπῆς. Τὰ τιμολόγια καταρτίζονται λαμβανομένων ὑπ’ ὄψει τῶν δαπανῶν τῆς ἐκμεταλλεύσεως ἔπρεπε νὰ ἀφεθῇ ἐλαστικότης ὄντως τοιαύτη ἵνα ἀπὸ τοὺς περιορισμοὺς τοῦ νόμου καταρτισθῶσι τὰ τιμολόγια λαμβανομένων ὑπ’ ὄψει καὶ τῶν τοπικῶν συνθηκῶν, ἵνα δύναται ἡ Κυβέρνησις ἀναλόγως τῶν συνθηκῶν καὶ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ τόπου νὰ ἔχῃ τὰ τιμολόγια χωρὶς νὰ εἶναι ἠναγκασμένη ἐξ ἀρχῆς νὰ καταρτίσῃ τὰ τιμολόγια κατὰ τὰ ὁποῖα θὰ ἐπρόκειτο νὰ καλυφθῶσι καὶ αἱ ὑπηρεσίαι ὅλων τῶν δανείων, αἱ ὁποῖαι χρησιμεύουσιν διὰ τὴν πρώτην ἐγκατάστασιν τοῦ σιδηροδρόμου. Ὑποθέτω ὅτι κατὰ τὰ πρῶτα ἔτη τῆς ἐκμεταλλεύσεως θὰ εἶναι εὐτυχὲς τὸ Κράτος νὰ καλύψῃ μίαν δαπάνην ἐκμεταλλεύσεως ἀρκουμένη εὐθὺς μετὰ τοῦτο εἰς μικρὸν τόκον, ὅσον ἀφορᾷ τὸ δαπανηθὲν κεφάλαιον διὰ τὴν πρώτην ἐγκατάστασιν τοῦ σιδηροδρόμου, αὐξανομένης δὲ ὁσημέραι τῆς σιδηροδρομικῆς κινήσεως καὶ τῶν εἰσπράξεων τὸ ποσὸν αὐτὸ δὲν θὰ δυνηθῇ νὰ καλύψῃ καὶ ἀρκετὸν μέρος τοῦ δανείου, τὸ ὁποῖον χρησιμεύει διὰ τὴν πρώτην ἐγκατάστασιν τοῦ σιδηροδρόμου. Ἐνταῦθα θὰ ἔχῃ ν’ ἀντικρύσῃ μέγα πρόβλημα καὶ δυσχερές, διότι θὰ ἔχῃ νὰ καλύψῃ δαπάνας, αἱ ὁποῖαι ὑπὸ τὰς σημερινὰς περιστάσεις εἶναι μεγάλαι καὶ ἄξιαι λόγου, δαπάναι, αἱ ὁποῖαι ὁσημέραι βαίνουσιν αὐξανόμεναι δαπάναι, αἱ ὁποῖαι μοιραίως αὐξάνουσι χωρὶς νὰ δύναται κανεὶς νὰ τὰς σταματήσῃ. Ἀρκεῖ νὰ ἀναφέρω παράδειγμα τοῦ σιδηροδρόμου Λαρίσης, ὁ ὁποῖος εἶχεν εἰσπράξεις κατὰ τὸ 1912 δραχμὰς 3,500,000 διὰ νὰ φθάσῃ εἰς τὸ 1914 τὰ 3.600.000, εἰς τὰ 1915 εἰς δραχ. 3.900.000, εἰς τὰ 1916 κατὰ τὸ ὁποῖον ηὔξησαν τὰ τιμολόγια κατὰ 10% εἰς 6.300.000, κατὰ τὸ 1917 εἰς 10.300.000, κατὰ τὸ 1918 15,000,000 διὰ νὰ φθάσῃ εἰς τὸ τέλος τοῦ 1919 εἰς τὸ ποσὸν τῶν 18.000.000.
§20Κ. ΜΕΛΑΣ. Ποίας γραμμῆς;
§21Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Τοῦ Λαρισαϊκοῦ. Καὶ τοῦ σιδηροδρόμου Πελοποννήσου, κατὰ τὸ αὐτὸ διάστημα ἔφθασαν αἱ εἰσπράξεις εἰς 15.200.000, καὶ ἄλλοτε μὲν αἱ εἰσπράξεις ηὔξησαν, αἱ δαπάναι δὲ ἔβαινον ἰλιγγυωδῶς πρὸς τὰ ἄνω. Τοιουτοτρόπως μὲ ὅλην τὴν αὔξησιν τῆς ἐκμεταλλεύσεως δὲν ἠδυνήθη παρὰ ἐνῷ κατὰ τὸ προπολεμικὰ ἔτη εἶχε συντελεστὴν ἐκμεταλλεύσεως 68%, δηλαδὴ ἐπὶ 100 δραχμῶν τὰς 68 ἐδαπάνα δι’ ἔξοδα ἐκμεταλλεύσεως, εἰς τὸ 1919 νὰ ἔχῃ 141 δραχ., δηλαδὴ νὰ εἶνε ἐλαττωματικὴ κατάστασις. Κατὰ τὸ 1918, ὡς προεῖπον, ηὔξησαν αἱ εἰσπράξεις εἰς τὸ ποσὸν τῶν 15.000.000, ἀλλ’ ἐξ ἄλλου καὶ αἱ δαπάναι ἔφθασαν εἰς 15.000.000 ἐνῷ κατὰ τὸ 1919 λόγῳ τῆς αὐξήσεως τῶν δαπανῶν ὑπῆρξεν ἔλλειμμα 2.000000. Βλέπετε ὅτι αἱ δαπάναι τῆς ἐκμεταλλεύσεως αὐξάνουσι κατὰ πολὺ ἰδίᾳ διὰ τὴν αὔξησιν τῶν ἀπολαυῶν τοῦ προσωπικοῦ, ἀρκεῖ νὰ εἴπω ὅτι ἀπὸ τὸ 1917 μέχρι τοῦ 1920 αἱ πρόσθετοι ἀπολαβαὶ τοῦ προσωπικοῦ αἱ ὀφειλόμεναι εἰς διαφόρους αὐξήσεις εἴτε ὑπὸ τύπον ὁριστικόν, εἴτε ὑπὸ τύπον προσωρινὸν ὑπερέβησαν τὰ 12.000.000. Κατ’ ἔτος αἱ αὐξήσεις, αἱ ὁποῖαι γίνονται εἰς τὸ προσωπικὸν ἀνέρχονται μεταξὺ 100, 150 καὶ 200% ἐπὶ τοῦ μισθοῦ. Εἶνε ἀληθὲς ὅτι αἱ αὐξήσεις αὐταὶ αἱ μεγάλαι ἐγένοντο εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εἶχον μικρὸν ἡμερομίσθιον, ἐλάχιστον μισθόν, εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εἶχον ἡμερομίσθιον 3 δραχμάς, γνωστοῦ ὄντως ὅτι τὸ ἡμερομίσθιον τοῦ ἁπλοῦ ἐργάτου ἔφθασε τὰς 10 δραχμάς, βλέπετε δὲ ὅτι ἐπῆλθεν ὑπερτριπλασιασμός. Μὴ φαντάζεται κανεὶς ὅτι μεθ’ ὅλα τὰ ποσά, τὰ ὁποῖα ἐδόθησαν εἰς τὸ προσωπικὸν ὅτι αὐτὸ σήμερον εὐημερεῖ, αὐξάνουσι τὰ ἔσοδα, ἀλλὰ καὶ αἱ ἀνάγκαι τοῦ βίου ἐτριπλασιάσθησαν, ὥστε τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον δίδεται εἰς τοὺς ὑπαλλήλους νὰ μὴ δύναται νὰ καλύψῃ τὰς πραγματικὰς αὐτῶν ἀνάγκας. Ἀλλ’ αὐτό, τὸ ὁποῖον ἰδιαίτατα ηὔξησε τὰς δαπάνας τῆς ἐκμεταλλεύσεως εἶνε ἡ καύσιμος ὕλη, ἡ ὁποία διὰ τὸν σιδηρόδρομον τῆς Λαρίσσης κατὰ σημείωμα, τὸ ὁποῖον μοὶ ἔδωκαν, ἐνῷ κατὰ τὸ 1912 ἀνήρχετο ἐτησίως εἰς 300.000 δραχ. εἰς τὸ 1919 ἀνῆλθεν εἰς 9.000.000 ἐτησίως, πολὺ ὀρθῶς ὁπότε ἡ τιμὴ τοῦ γαιάνθρακος ἀπὸ 30 δραχμὰς κατὰ τόνον τοῦ Ἀγγλικοῦ ἔφθασε εἰς 400 δραχμὰς διὰ νὰ φθάσῃ εἰς τὰς 450. Ὀκταπλασιάσθη σχεδὸν ἡ τιμὴ τοῦ γαιάνθρακος καὶ ηὔξησε κατὰ τόσον πολύ, ὥστε νὰ ἐπηρεάσῃ τὰς δαπάνας, διότι ὡς καὶ ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπε κατὰ τὴν εἰσήγησιν τοῦ νομοσχεδίου ἐκ τῶν ὅλων δαπανῶν τῆς ἐκμεταλλεύσεως εἶνε 40% δαπάναι διὰ τὴν καύσιμον ὕλην, ὥστε τὸ μέγιστον τῶν δαπανῶν, αἱ ὁποῖαι ἐπιβαρύνουσι τὴν σημερινὴν ἐκμετάλλευσιν τοῦ σιδηροδρόμου καὶ τὰς μεγίστας αὐξήσεις ἀφορᾷ τὴν καύσιμον ὕλην τῶν σιδηροδρόμων καὶ τοῦτο εἶνε τὸ σημεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον θὰ στραφῇ μελλοντικῶς ἡ σκέψις τῆς κυβερνήσεως, ὥστε νὰ ρυθμίσῃ τὰ τοῦ σιδηροδρόμου καὶ ἵνα ἐπιτρέψῃ εἰς αὐτὴν τὴν διόρθωσιν τῶν κακῶς κειμένων καὶ ἐξ ἄλλου νὰ ἐλαττώσῃ τὰ τιμολόγια ἀπὸ τὸ σημεῖον εἰς τὸ ὁποῖον ἔχουν φθάσει. Ἤδη καὶ ἡ Γαλλικὴ κυβέρνησις πρὸ μηνὸς ἐψήφισεν αὔξησιν τοῦ τιμολογίου τῶν Γαλλικῶν σιδηροδρόμων κατὰ 15% διὰ μιᾶς διὰ νὰ καλύψῃ 2.500.000.000, δὲν ἕπεται ὅμως ὅτι ἐπειδὴ ηὔξησαν τὰ τιμολόγια ἐν Γαλλίᾳ ὅτι δὲν πρέπει καὶ ἡμεῖς νὰ ἐπιδιώξωμεν ἐλάττωσιν, λαμβανομένων δὲ ὑπ’ ὄψει τῶν συνθηκῶν, ὑφ’ ἃς ζῶμεν ἐν σχέσει πρὸς τὰ εὐρωπαϊκὰ κράτη πρέπει νὰ ἐπιδιώξωμεν παντὶ τρόπῳ μείωσιν τῶν τιμολογίων καὶ θὰ ἐπιδιώξωμεν ἐὰν φροντίσωμεν διὰ τὸ ζήτημα τῆς καυσίμου ὕλης. Τὸ ζήτημα τῆς καυσίμου ὕλης, δὲν ἀφορᾷ μόνον τοὺς σιδηροδρόμους, ἀφορᾷ βεβαίως πρωτευόντως τοὺς σιδηροδρόμους, διότι εἶναι οἱ μεγαλύτεροι συντελεσταὶ τῆς ὁλικῆς κινήσεως τῆς ὅλης ὑμῶν οἰκονομίας, ἀλλὰ βεβαίως ἀφορᾷ καὶ τὴν ὅλην ἡμῶν οἰκονομίαν. Στερούμενοι δυστυχῶς γαιανθράκων ἐκάναμεν χρῆσιν τοῦ λιγνίτου διὰ τὸν ὁποῖον τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον ἐν ἐπαινετῇ προσπαθείᾳ προσεπάθησε νὰ ἴδῃ τὶ εἶναι δυνατὸν μελλοντικῶς νὰ γίνῃ χωρὶς βεβαίως νὰ καταλήξωμεν εἰς συμπεράσματα ἀποκρυσταλλωμένα καὶ βεβαιωμένα ἀπὸ τοῦδε μέχρι ποίου σημείου νὰ ἐλπίζωμεν εἰς τοὺς λιγνίτας διότι δὲν ἠδυνήθη καὶ νὰ βεβαιώσῃ ποία εἶναι ἡ σημασία τῶν κοιτασμάτων, τὰ ὁποῖα κρύπτονται ὑπὸ τὴν γῆν καὶ ἄν εἶναι τοσαῦτα, ἄν εἶναι ἄξια ὥστε νὰ ἐπιτρέπουν τὴν χρησιμοποίησιν εἰς μεγάλην κλίμακα καθὼς ἐχρησιμοποίησαν λιγνίτην παντοῦ, ἐχρησιμοποίησαν χθὲς ἀκόμη εἰς τὴν Γερμανίαν, ἡ ὁποία βεβαίως δὲν στερεῖται γαιανθράκων, ἡ ὁποία ἔχει μεγάλας ἐκτάσεις καὶ ἡ ὁποία τοὺς δίδει εἰς ἐφθυνοτάτας τιμὰς καὶ ἐν τούτοις προσπαθεῖ νὰ χρησιμοποιήσῃ τοὺς λιγνίτας ὥστε νὰ τοὺς μεταβάλλῃ εἰς ἠλεκτρικὴν δύναμιν καὶ νὰ μὴ ἔχῃ ἀνάγκην τῶν γαιανθράκων. Ἀλλὰ δὲν εἶναι βεβαίως τοῦτο τὸ μόνον σημεῖον εἰς τὸ ὁποῖον θὰ στραφῇ ἡ μέριμνα τῆς Κυβερνήσεως, δηλ. τοῦ λιγνίτου καὶ τῶν γαιανθράκων. Τὸ μέλλον καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν φύσιν τῶν σιδηροδρόμων εἶναι εἰς τὴν ἠλεκτροκίνησιν αὐτῶν καὶ εἰς τὴν δι’ ἀκαθάρτων πετρελαίων. Εἶναι γνωστὸν ὅτι καὶ ἡ Παλαιὰ καὶ ἡ Νέα Ἑλλὰς δὲν στερεῖται τοῦ λεγομένου λευκοῦ ἄνθρακος, δὲν στερεῖται πτώσεως. Ἐν Μακεδονίᾳ αἱ πτώσεις αὗται ἀντιπροσωπεύουσιν ὑπὲρ τὰς 100.000 ἵππων δύναμιν, μὴ ὑπολογιζομένου τοῦ Στρυμῶνος, ὁ ὁποῖος δίδει ἑτέραν μεγάλην ποσότητα. Καὶ εἰς τὰ μέρη τῆς Εὐρυτανίας ὁ Ἀχελῶος δίδει ὑπὲρ τὰς 120.000 ἵππων δύναμιν, αἱ ὁποῖαι χάνονται καθ’ ὁλοκληρίαν. Ἰδοὺ στάδιον μέγα διὰ τὴν τακτοποίησιν τοῦ ζητήματος τούτου ὅπως χῶραι ὅπου δὲν στεροῦνται γαιάνθρακος καταφεύγουν εἰς τὴν ἠλεκτροκίνησιν τῶν σιδηροδρόμων, ἐν Ἰταλίᾳ ὅπου εὑρίσκονται ἐγγὺς τῶν ἀνθρακοφόρων πηγῶν ἐγγύτερα τῆς Ἀγγλίας, ἐν τούτοις ἠλεκτροποιοῦν τοὺς σιδηροδρόμους καὶ οἱ Ἑλβετοὶ ἠλεκτροποιοῦν μέγα μέρος τοῦ συμπλέγματος τῶν σιδηροδρόμων χρησιμοποιοῦντες λευκὸν γαιάνθρακα. Καὶ ἡ Γαλλία, ἡ ὁποία δι’ εἰδικῶν συμβάσεων ἔλαβε γαιάνθρακα, καὶ Γαλλία ἡ ὁποία δυνάμει τῆς συμβάσεως τῆς εἰρήνης ἔλαβε μεγάλας ἀνθρακοφόρους ἐκτάσεις καὶ αὐτὴ ἔθεσε πρόγραμμα μέγα καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἠλεκτροποίησιν τοῦ συστήματος αὐτοῦ. Τάχα ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι στερούμεθα καθ’ ὁλοκληρίαν γαιάνθρακος δὲν θὰ λάβωμεν τὴν μέριμναν αὐτήν; Βεβαίως ἡ Κυβέρνησις ἤδη ἐσκέφθη ἐπὶ τούτου καὶ τοιαῦται μελέται ἔχουν ἀνατεθῇ πρὸ πολλοῦ εἰς διαφόρους ἑταιρείας. Θὰ ἦτο εὐχῆς ἔργον, ἄν αἱ μελέται ἐπερατοῦντο τὸ ταχύτερον ὥστε κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον νὰ δυνηθῶμεν νὰ ἐξοικονομήσωμεν τὴν καύσιμον ὕλην διότι κατὰ τὸ μακρὸν διάστημα τοῦ πολέμου καὶ ἐκ τῆς ὅλης αὐτῆς καταστάσεως πάντοτε ἡ τιμὴ τοῦ γαιάνθρακος θὰ διατηρεῖται εἰς ἀρκετὰ ὑψηλὸν σημεῖον καὶ πολὺ μεγαλύτερον τῶν προπολεμικῶν τιμῶν εἰς τρόπον ὥστε νὰ ἐπιβάλλεται νὰ κινηθῶμεν ταχέως διὰ τὴν ἠλεκτροποίησιν τῶν σιδηροδρόμων. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον τὸ σημεῖον τοῦτο τῆς ἠλεκτροκινήσεως πρὸς τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ στραφῇ ἡ προσοχὴ τῆς Κυβερνήσεως: Ἕτερον σημεῖον πρὸς τὸ ὁποῖον εὐθὺς ἀμέσως θὰ στραφῇ εἶναι ἡ ἄμεσος ἀνεύρεσις ὅλων τῶν πετρελαιοφόρων πηγῶν, αἱ ὁποῖαι πιθανολογοῦνται ὅτι ὑπάρχουν ἐν τῷ ἡμετέρῳ κράτῃ. Εἶναι γνωστὸν ὅτι ἡ Στερεά, ἡ Πελοπόννησος καὶ αὐτὴ ἡ Θεσσαλία περικλείουσιν εἰς τοὺς κόλπους κυττάσματα πετρελαιοφόρα. Διάσημοι γεωλόγοι, οἱ ὁποῖοι ἐξήτασαν τὰ μέρη αὐτὰ ἐπεφάνθησαν ὅτι ὑπάρχει ἄν οὐχὶ βεβαιότης ἀλλὰ μεγάλη πιθανότης ὅτι εἶναι δυνατὸν εἰς ὡρισμένα στρώμματα νὰ εὑρίσκωνται πετρελαιοφόροι πηγαὶ διότι ἡ Ἑλλὰς εὑρίσκεται εἰς τὴν ζώνην τὴν εὐτυχισμένην, ἡ ὁποία κατέρχεται πρὸς τὸν νότον περιλαμβάνουσα τὴν χώραν ἡμῶν καὶ κλείουσα εἰς τοὺς κόλπους αὐτῆς ὅλον τὸ ὑλικὸν τὸ ὁποῖον χρειάζεται διὰ τὴν κίνησιν τῶν σιδηροδρόμων καὶ τοιοῦτον ὑλικὸν εὑρισκόμενον εἰς ἡμᾶς θὰ εἶναι ἐφθηνότατον καὶ θὰ μᾶς ἐπιτρέψῃ νὰ μειώσωμεν κατὰ πολὺ τὸ ζήτημα τῆς καυσίμου ὕλης καὶ νὰ μᾶς καταστήσῃ ἐντελῶς ἀνεξαρτήτους ἀπὸ τῆς θελήσεως καὶ τῆς ἐπιβολῆς τῶν ξένων κρατῶν ἀπὸ τὰ ὁποῖα εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ προμηθευόμεθα τοὺς γαιάνθρακας. Τὸ τρίτον καὶ τελευταῖον σημεῖον ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἤθελον νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς εἶναι τὸ ζήτημα τοῦ προσωπικοῦ, καθὼς ἐδήλωσεν ὁ κ. ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἰσηγούμενος εἰς τὸ νομοσχέδιον, πᾶν ὅτι ἀφορᾷ τὸ ἔμψυχον ὑλικὸν τοῦ σιδηροδρόμου. Φρονῶ ὅτι τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἐλήφθησαν πρὸς βελτίωσιν τῶν ὑπαλλήλων ἐν γένει, τὴν τακτοποίησιν καὶ μονιμοποίησιν καὶ ὁριστικοποίησιν τοῦ ζητήματος αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον δικαίως συνῆχεν αὐτοὺς καθημερινῶς καὶ ἐξεγείροντο, ἐξασφαλίζεται εἰς τὸ μέλλον διὰ τῆς τακτοποιήσεως τοῦ Ταμείου συντάξεως. Καὶ εἰς τὸ πρῶτον ζήτημα ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῆς τακτοποιήσεως τῶν ἀπολαυῶν τοῦ προσωπικοῦ, ἡ Κυβέρνησις ὑπὸ ὡρισμένους ὅρους δίδει τὴν βάσιμον ἐλπίδα ὅτι θὰ τακτοποιήσῃ τὸ ζήτημα αὐτὸ ὥστε ὑπάλληλοι ἀνεξαρτήτως τοῦ ποῖαι θὰ εἶνε αἱ εἰσπράξεις νὰ λαμβάνωσιν τὸ ποσὸν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαῖον διὰ νὰ ζήσωσι. Πρέπει πρῶτον νὰ ἐξασφαλισθῇ ὑπὸ τῆς ἐπιχειρήσεως τὸ ἀπολύτως ἀναγκαῖον ποσὸν διὰ νὰ ζήσουν οἱ ὑπάλληλοι διὰ νὰ δυνηθῇ νὰ εὐοδωθῇ μία ἐπιχείρησις. Ἐφ’ ὅσον ὑπάρχουν προστριβαὶ συχναὶ μεταξὺ ἐργατῶν καὶ ἐργοδοτῶν κατὰ ποῖον τρόπον θὰ δυνηθοῦν οἱ ἐργάται νὰ ἀποσπάσουν ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότερον μισθὸν χρησιμοποιούμενον ὄχι δι’ εὐζωΐαν ἀλλὰ διὰ τὰς ἀπαραιτήτους ἀνάγκας τοῦ βίου. Ἡ ἐπιχείρησις αὐτὴ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προχωρήσῃ διότι εἰς μίαν τοιαύτην ἐπιχείρησιν χρειάζεται ἀπαραιτήτως συνεργασία, διὰ τὴν εὐόδωσιν, αὐτῆς μεταξὺ ὑπαλλήλων καὶ ἐργοδοτῶν. Ἀφοῦ τακτοποιήσῃ τὸ ζήτημα τοῦτο ἡ Κυβέρνησις δίδει τὴν βάσιμον ἐλπίδα ὅτι ἐντὸς ὡρισμένου χρονικοῦ διαστήματος καὶ ὑπ’ ὡρισμένους ὅρους ἔρχεται καὶ λέγει, καὶ κάνει μίαν χειρονομίαν, χειρονομίαν ἐνδεικνυομένην ἐκ τῶν νεωτέρων κοινωνικῶν ἀντιλήψεων, αἱ ὁποῖαι κρατοῦσι ἀπὸ μικροῦ χρόνου ἰδιαίτατα ὅμως ἀπὸ τοῦ πολέμου κρατοῦσιν ὅσον ἀφορᾷ τὰς σχέσεις μεταξὺ κεφαλαίου καὶ ἐργασίας. Τοὺς λέγει κύριε θὰ πάρετε ὅ,τι σᾶς χρειάζεται διὰ νὰ ζήσετε ἐκ τῆς ἐπιχειρήσεως θὰ πάρω καὶ ἐγὼ ἐκ τούτων κἄτι τι, ἕνα μικρὸ ποσοστὸν ὄχι μεγάλο, θὰ ἀρκεσθῶ εἰς ὀλιγότερα παρ’ ὅτι θὰ ἠρκεῖτο ἕνας ἁπλοῦς ἐπιχειρηματίας προκειμένου περὶ μιᾶς τοιαύτης ἐπιχειρήσεως καὶ ὅτι ἐκ τούτων περισεύει, ἐλᾶτε νὰ τὸ διανείμωμεν ὑπὸ ὡρισμένην κλίμακα καὶ ὑπὸ ὡρισμένας προϋποθέσεις, νὰ σᾶς δώσω ποσοστὸν μεταξὺ 10 καὶ 20% καὶ οὕτω ἐν τῷ μέλλοντι νὰ βελτιωθῇ ἡ θέσις σας καὶ θὰ ἔχετε καὶ τὴν εὐχαρίστησιν ὅτι θὰ εἶσθε συμμέτοχοι εἰς τὴν ἐπιχείρησιν. Χειρονομία, τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις προκειμένου διὰ τὰς βιομηχανίας αὐτὰς εἶναι μεγίστη καὶ ἐνδείκνυται δι’ ὅλας ἐκείνας τὰς βιομηχανίας, αἱ ὁποῖαι σήμερον ἀναγκάζονται νὰ εὑρίσκωνται ἐν ἐπαφῇ καὶ εὑρίσκονται ἐν συγκρούσει μεταξὺ κεφαλαίου καὶ ἐργασίας, δεικνύει καὶ ποῖος εἶναι ὁ τρόπος, ἡ μέθοδος τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἐφαρμόσῃ τις διὰ νὰ προλάβῃ κοινωνικὰς ἀνωμαλίας, αἱ ὁποῖαι ἀναγκαίως θὰ ἐπέλθουν μεταξὺ τῶν διαμαχομένων συμφερόντων. Καὶ τρίτον ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἀνέλαβεν ἡ Κυβέρνησις καθ’ ὅσον ἐφορᾷ τὸ ζήτημα τῆς τακτοποιήσεως τῆς συντάξεως αὐτῶν εἶνε τὸ ἑξῆς. Ὑπῆρχον μόνιμα ταμεῖα συντάξεως τῶν Ἑταιρειῶν τὰ ὁποῖα ὅμως εἶναι ταμεῖα ἀρτιπαγῆ διότι ἡ μέριμνα τῶν Ἑταιρειῶν, δὲν εἶναι εἰμὴ νεωτάτης ἐφαρμογῆς. Κατὰ τοιοῦτον τρόπον δὲ ἐνῷ τὰ Ταμεῖα αὐτὰ ἔχουσι μικρὸν χρονικὸν διάστημα κατὰ τὸ ὁποῖον συνεστήθησαν ἔχουσι νὰ ἀνταποκριθῶσιν εἰς ἀνάγκας προσωπικοῦ πολυετοῦς τὸ ὁποῖον ἀπὸ 30 καὶ πλέον ἐτῶν εὑρίσκεται ἐν ὑπηρεσίᾳ. Καὶ εὑρίσκονται αἱ ἐπιχειρήσεις ἐν ἀδυναμίᾳ περὶ τὸ τί δέον νὰ πράξουν ἵνα ἱκανοποιήσουν τὸ προσωπικὸν αὐτῶν, τὸ ὁποῖον ἐγήρασε ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ καὶ δὲν δύναται νὰ λάβῃ σύνταξιν, ἢ ἐὰν λάβῃ σύνταξιν, θὰ λάβῃ τοιαύτην, ἡ ὁποία εἶναι ἀνεπαρκής, ἵνα δυνηθῇ νὰ φάγῃ ἕνα κομμάτι ψωμί. Ἡ Κυβέρνησις ἀναγνωρίζουσα ὅτι ὑπάρχει ὑποχρέωσις καθότι ἀφορᾷ τὰς ἐπιχειρήσεις ταύτας, αἱ ὁποῖαι παρὰ τὸν βιομηχανικὸν χαρακτῆρα ἔχουσι δημόσιον χαρακτῆρα, ἔχει ὑποχρέωσιν ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀντικρούσῃ τὰς δαπάνας διὰ τὴν τακτοποίησιν τῶν ζητημάτων αὐτῶν καὶ ἔρχεται καὶ λέγει. Τὴν καθυστέρησιν αὐτήν, τὴν ὁποίαν αἱ ἐπιχειρήσεις ἔκαμαν ἀπέναντι τοῦ προσωπικοῦ ἔρχομαι καὶ τὴν ἀναλαμβάνω ἐγὼ καθ’ ὁλοκληρίαν καὶ θεσπίζει ἢ μᾶλλον δὲν Θεσπίζει προλέγει διὰ τοῦ νομοσχεδίου, εἶναι βεβαίωσις ἐκ μέρους τοῦ κ. Ἀντιπροέδρου τῆς Κυβερνήσεως ὅτι προσεχῶς θέλει ὑποβληθῇ καὶ Νομοσχέδιον διὰ τὸ προσωπικόν, ἔρχεται καὶ λέγει ὅτι «λαμβάνω πρόνοιαν ὑπὲρ σοῦ σὲ θεωρῶ ὑπάλληλόν μου, ἀφ’ ἧς εἰσῆλθες ἐν τῇ σιδηροδρομικῇ ὑπηρεσίᾳ ἀπὸ τῆς ἡμέρας ταύτης ἔπρεπε νὰ λάβω τὴν πρόνοιαν περὶ τῆς τακτοποιήσεως τοῦ μέλλοντός σου καὶ κάμνω ὑπολογισμὸν καὶ εὑρίσκω, ποία εἶναι ἡ ὑποχρέωσις τοῦ Κράτους διὰ τὴν αἰτίαν αὐτήν, εὑρίσκω δὲ ὅτι ἡ ὑποχρέωσις ὑπερβαίνει τὰ 10.000.000 δραχμῶν καὶ θεωρῶ τὴν δαπάνην ταύτην ὡς ἀναγκαίαν δαπάνην τοῦ σιδηροδρόμου, τὴν ὁποίαν συνυπολογίζω εἰς τὴν δαπάνην τῆς πρώτης ἐγκαταστάσεως ἵνα διὰ τοῦ ποσοῦ τούτου δυνηθῶ, ἀφ’ ἑνὸς νὰ δώσω σύνταξιν εἰς τὸ γεγηρακὸς προσωπικὸν, τὸ ὁποῖον δὲν δύναται νὰ λάβῃ σήμερον σύνταξιν, ἐξ ἄλλου θὰ δυνηθῶ νὰ παγιώσω τὴν κατάστασιν εἰς τὸ μέλλον, ἡ ὁποία θὰ ἐπιτρέψῃ εἰς τὸν σιδηροδρομικὸν ὑπάλληλον νὰ ἀφοσιωθῇ πλήρως εἰς τὸ ἔργον αὐτοῦ, διότι περὶ αὐτοῦ καὶ τοῦ μέλλοντός του ἔλαβε καὶ λαμβάνει πρόνοιαν τὸ Κράτος. (Χειροκροτήματα). Τὸ ἔργον τῆς Κυβερνήσεως ἐν προκειμένῳ εἶναι μέγα καὶ δυσχερὲς καὶ ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν προσωπικοῦ καὶ τεχνικὰς, καὶ οἰκονομικὰς δυσχερείας φέρει πολλὰς ἀλλὰ θὰ ἀντιπαλαίσῃ ἐναντίον ὅλων αὐτῶν, ἐλπίζομεν δὲ ὅτι θέλει τὰς παρακάμψει. Ὁ τόπος θέλει αἰσθανθῆ μίαν ἀγαθοποιὸν ἐνέργειαν καὶ θὰ εὐημερήσῃ ἀλλὰ συγχρόνως θὰ ἀποδείξωμεν εἰς τὸν πεπολιτισμένον κόσμον ὅτι στηρίζομεν ἐπὶ τῶν ἐπιδικαζομένων ἐδαφῶν τὰ δικαιώματά μας, οὐχὶ μόνον ἀναμφισβήτητα εἰς τὸν Ἑλληνικὸν Λαὸν τῶν μερῶν ἅτινα διὰ θυσιῶν ἐπανέκτησε ἡ Ἑλλὰς ἀλλὰ εἰς τὴν ἀναμφισβήτητον ἐκπολιτιστικὴν δύναμιν, τὴν ὁποίαν τὸ νεώτερον Ἑλληνικὸν πνεῦμα κέκτηται. Τοιούτῳ τρόπῳ ἡ ἐπὶ τῶν προσφιλῶν μας τούτων ἐδαφῶν ἐξουσία μας ἀδιαταράκτως θὰ διατηρηθῇ εἰς τὸ διηνεκὲς ἀπὸ ἄκρου εἰς ἄκρον τῶν θαλασσῶν, τῆς Ἀδριατικῆς καὶ τοῦ Βοσπόρου καὶ τοῦ Εὐξείνου Πόντου, οἱ δὲ σιδηρόδρομοι διασχίζοντες τὰ μέρη ταῦτα, φορεῖς προόδου καὶ πολιτισμοῦ θέλουσι συγκομίζει ἐμπράκτως τὴν ἐπιτευχθεῖσαν ἐθνικὴν ἑνότητα τῆς Πατρίδος τὴν ὀφειλομένην εἰς τὴν πίστιν καὶ τὰς θυσίας τῆς Φυλῆς ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν μεγαλοφυᾶ διάνοιαν τοῦ Κυβερνήτου. (Χειροκροτήματα).
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἅρθρον 1ον. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1ον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι) Ἡ Βουλὴ παραδέχθη. Ἅρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).
§23Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Ἤθελα νὰ ἀναγραφῇ εἰς τὰ πρακτικὰ διότι δὲν ἐκφράζεται σαφῶς τοῦτο, ὅτι ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου, τὸ Νομικὸν προσωπικὸν τῶν σιδηροδρόμων τοῦ Κράτους ὑπεισέρχεται εἰς πάντα τὰ δικαιώματα καὶ τὰς ὑποχρεώσεις ὡς καὶ εἰς τὰς ἐκκρεμεῖς δίκας περὶ τῶν ὁποίων φρονεῖ τὸ ἄρθρον (1ον) Εἶναι πολὺ πιθανὸν μὴ ἐκφραζομένου τούτου σαφῶς νὰ ἐπέλθωσι ἀμφισβητήσεις. Τὸ λέγω τοῦτο ἵνα δοθῇ μία ἑρμηνεία καὶ νὰ ἀναγραφῇ εἰς τὰ πρακτικὰ ὅτι ἡ ἔννοια τοῦ ἄρθρου, εἶναι τοιαύτη ὥστε νὰ μὴ ὑπάρχῃ ἀμφισβήτησις.
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει ἀναγραφῆ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 2 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι) Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 3ον (ἀναγινώσκεται). Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 3ον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι (ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 4. (Ἀναγινώσκεται). Ὁ κ. Κ. Γόντικας ἔχει ἐπ’ αὐτοῦ τὸν λόγον.
§26Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 4 μεταξὺ τῆς πλειοψηφίας, ἡ ὁποία εἶχε ἀντίθετον γνώμην εἶμαι καὶ ἐγὼ, δι’ ἐλαχίστων δὲ λέξεων θὰ εἴπω τὰς ἀντιρρήσεις εἰς ἃς καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ συνεφώνησε πρόκειται περὶ τοῦ Δ. Συμβουλίου ἔχει τὸν λόγον Δ. Συμβούλιον. Τὸ καταρτιζόμενον Νομικὸν προσωπικὸν τῆς Διευθύνσεως τῶν Σιδηροδρόμων ἀποτελεῖται ἀπὸ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα διορίζονται παρὰ τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὰ πρόσωπα ταῦτα κατὰ τὴν διατύπωσιν τοῦ ἄρθρου ἐπιτρέπεται νὰ περιλαμβάνωνται καὶ οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι Ἐθεώρησα τοῦτο οὐχὶ ὀρθόν, οὐχὶ μόνον διὰ τὴν ἄποψιν, τὴν ὁποίαν ἀνέπτυξε ὁ πρὸ μικροῦ λαλήσας, ἀλλὰ χάριν τῆς Δημοσίας Ὑπηρεσίας. Διότι ἐγὼ σήμερον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐννοήσω πῶς ὁ δημόσιος ὑπάλληλος εἶναι δυνατὸν ὥστε νὰ ἔχῃ διαθέσιμον τόσον χρόνον ὅσος θὰ ἀπαιτῆται διὰ τὰς ἐργασίας του ὡς μέλος τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου τοῦ Νομικοῦ Προσώπου τῶν Σιδηροδρόμων. Παρατηρῶ ἐπίσης ὅτι δὲν ὑπάρχει οὐδὲν κώλυμμα ὥστε ὁ δημόσιος ὑπάλληλος νὰ γίνῃ καὶ Διευθυντὴς καὶ Πρόεδρος καὶ ἐντεταλμένος Σύμβουλος. Ὁ Πρόεδρος τοῦ Συμβουλίου καὶ οἱ ἐντεταλμένοι Σύμβουλοι εἶναι ὑποχρεωμένοι πολλὰς ὥρας τῆς ἡμέρας ν’ ἀπασχολοῦνται, εἶναι δυνατὸν λοιπὸν δημόσιος ὑπάλληλος νὰ ἔχῃ τόσον καιρὸν διαθέσιμον ὥστε νὰ ἀπασχολῇ τὸ ἥμισυ τῆς ἡμέρας του καὶ πλέον εἰς ἀλλοτρίας ὑπηρεσίας πρὸς τὰ καθήκοντά του; Ἢ δὲν θὰ ἀπασχολῆται καὶ θὰ ἀπασχολῆται εἰς τὰ κύρια αὑτοῦ ἔργα, ὥστε θὰ χωλαίνῃ ἡ ὑπηρεσία τοῦ Προέδρου, ἢ τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου ἢ θὰ γίνῃ τἀνάπαλιν δὲν νομίζω ὅτι ὁ κύκλος τῆς Ἑλληνικῆς Κοινωνίας καὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους εἶναι τόσον στενὸς ὥστε νὰ μὴ κατορθωθῇ νὰ εὑρεθῶσι ἐκτὸς τοῦ κύκλου τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων 9–12 πρόσωπα, νομίζω ὅτι εἶναι πολὺ εὔκολον νὰ εὑρεθῶσι τὰ 9–12 πρόσωπα ἐκτὸς τοῦ κύκλου τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων καὶ χάριν τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας. Ἐπίσης ἵνα μὴ λαμβάνω τὸν λόγον εἰς τὸ κατόπιν ἄρθρον ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ προσθέσω μίαν καὶ μόνην λέξιν. Δι’ αὐτὸν τοῦτον τὸν λόγον ὑπεστήριξα ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ ὅτι δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον κατὰ τὴν γνώμην μου δημόσιος ὑπάλληλος νὰ εἶναι καὶ ὑπάλληλος τοῦ Νομικοῦ προσώπου τῆς Ἑταιρείας, διότι δι’ εἰδικοῦ ἄρθρου, ἐπιτρέπεται ὥστε ὁ δημόσιος ὑπάλληλος νὰ διορίζεται καὶ ὑπάλληλος τοῦ νομικοῦ προσώπου τῆς Ἑταιρείας τῶν Σιδηροδρόμων, καὶ τοῦτο διότι ναὶ μὲν λαμβάνεται ποιά τις πρόνοια, ἀλλὰ θὰ συμβαίνῃ τὸ ἄτοπον ὅπως αἱ θέσεις των ὅπως προνοεῖ τὸ ἄρθρον νὰ μὴ δύνανται νὰ καταλαμβάνωνται παρ’ ἄλλων διὰ προαγωγῆς ὅταν κενῶνται, ἀλλ’ ὅταν ἐπανέρχωνται ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ οἱ ἐξ ἀποσπάσεως θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ προτιμῶνται παντὸς ἄλλου εἰς τὴν κατάληψιν πρώτης κενῆς θέσεως. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει εἶναι ὀρθὸν οἱ καλοὶ ὑπάλληλοι, οἱ ὁποῖοι παραμένουν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ ἐργάζονται ἀποκλειστικῶς εἰς αὐτὴν καὶ ἀτενίζουν πρὸς τὴν προαγωγὴν νὰ βλέπουν νὰ καταλαμβάνῃ τὴν κενουμένην θέσιν ὁ ἐξ ἀποσπάσεως ἐπανερχόμενος ὑπάλληλος.
§27Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ἀντιπρόεδρος Κυβερνήσεως). Ἐὰν δὲν ἀπεσπᾶτο δὲν θὰ ἐξηκολούθει νὰ κατέχῃ τὴν θέσιν;
§28Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Μάλιστα.
§29Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ἀντιπρόεδρος Κυβερνήσεως). Λοιπὸν τὶ ἀφαιρεῖ ἀπὸ ἐκείνους;
§30Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἀφαιρεῖ τοῦτο, τοῦ στερεῖ τῆς ἐργασίας του, διότι τὴν ἐργασίαν του θὰ τὴν κάμνουν αὐτοί. Ἐπίσης εἰς τὸ ἄρθρον 4 ὑπάρχει περίπτωσις, καθ’ ἣν ἀπαγορεύεται εἰς ὡρισμένους ὑπαλλήλους νὰ εἶναι μέλη τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου, διότι καθορίζονται εἰς εἰδικὴν παράγραφον τὸ ἀσυμβίβαστον δι’ ὡρισμένους ὑπαλλήλους καὶ δὴ τοὺς ἁρμοδιωτέρους, ἐκείνους οἱ ὁποῖοι εἶναι ἐπιτετραμμένοι διὰ τὸν ἔλεγχον τῶν σιδηροδρόμων καὶ οἱ ὁποῖοι ὑποτίθεται φυσικὰ ὅτι ἔχουν κἄποιαν ἱκανότητα καὶ ἐπιτρέπεται εἰς πάντα ἄλλον ὑπάλληλον, ἐπιτρέπεται εἰς ἕνα δικαστήν, ὁ ὁποῖος θὰ ἀφήνῃ τὰς συνεδριάσεις τοῦ δικαστηρίου διὰ νὰ μετέχῃ τοῦ συμβουλίου.
§31Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Πολὺ ὀρθῶς ἀπαγορεύεται εἰς ἕνα δικαστὴν νὰ εἶναι ὑπάλληλος ἐλέγχων καὶ συγχρόνως καὶ ἐλεγχόμενος.
§32Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Δὲν ὑποστηρίζω αὐτό, ἐγὼ λέγω ὅτι καλὸν εἶναι νὰ ἀπαγορεύσωμεν γενικῶς εἰς τοὺς ὑπαλλήλους νὰ εἶναι μέλη. Διότι ἂς μὴ τὸ ἀποκρύψωμεν οἱ ὑπάλληλοι μέλη ὄντες τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου ἔχουσιν ἀπολαυὰς καὶ ἀπολαυὰς σημαντικάς. Ἄν μάλιστα συμπέσῃ νὰ εἶναι πρόεδροι ἢ καὶ μέλη ἐντεταλμένα τοῦ Συμβουλίου αἱ ἀπολαυαὶ εἶναι μεγάλαι.
§33Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Καὶ εἰς τὰ Ὑπουργεῖα οἱ ἀνώτατοι ὑπάλληλοι ἔχουν χιλίας δραχμὰς.
§34Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ἀντιπρόεδρος Κυβερνήσεως). 500 ἔχουν.
§35Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Δὲν λέγω ὅτι εἶναι πολλά, ἀλλ’ ὅτι εἶναι ἕν ποσὸν, τὸ ὁποῖον παρέχεται εἰς τὸν ὑπάλληλον διὰ τὴν πρόσθετον ἐργασίαν καὶ ἐνῷ ὁ μᾶλλον εἰδικὸς ὑπάλληλος δὲν δύναται νὰ ἀπολαύσῃ αὐτὴν θὰ δύναται νὰ τὴν λαμβάνῃ ὁ αʹ δικαστὴς ἢ ὁ βʹ ὑπάλληλος τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας ἀσχολούμενος εἰς ἀλλότρια καθήκοντα, ἐγκαταλείπων τὰ καθήκοντά του. Νομίζω ὅτι δημιουργοῦμεν εἰς τὴν τάξιν τῶν ὑπαλλήλων καὶ μίαν ἀνισότητα προκειμένου δὲ περὶ ὑπηρεσιῶν τοῦ Δημοσίου καλὸν εἶναι νὰ ἀφήσωμεν τὰς ὑπηρεσίας εἰς τὰς θέσεις των καὶ νὰ διορισθῇ τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον ἐκτὸς τῆς Δημοσίας Ὑπηρεσίας. Αὐτὰ τὰ ὁποῖα ὑποστηρίζω ἀποτελοῦν πεποιθήσεις μου καὶ διὰ τοῦτο λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ τὰ ἀνακοινώσω.
§36Χ. ΒΑΣΙΛΑΚΑΚΗΣ. Καὶ ἐγὼ συμφωνῶ, διότι αὐτὸ συντελεῖ εἰς τὴν χαλάρωσιν τῶν ὑπηρεσιῶν. Δὲν εἰμπορῶ νὰ καταλάβω πῶς αἱ θέσεις αὗται θεωροῦνται ἀσυμβίβαστοι μὲ τὸ ἀξίωμα τοῦ βουλευτοῦ καὶ δὲν θεωροῦνται διὰ τοὺς ὑπαλλήλους.
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔχει τὸν λόγον.
§38Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ἀντιπρόεδρος Κυβερνήσεως). Ὁ λόγος ὁ ὁποῖος ὑπηγόρευσε τὴν ἀπαλλαγὴν τοῦ βουλευτοῦ, ἐν τῇ ἀντιλήψει καὶ τῇ ἐκτιμήσει τῆς κοινωνίας, ἀπὸ πάσης ὑποψίας ἐπιδράσεως ὅταν εἶνε βουλευτὴς καὶ νομοθέτης νὰ μὴ ἀναμιγνύεται εἰς τὰ τῆς διοικήσεως, ὁ λόγος αὐτὸς θέλετε νὰ ἰσχύσῃ καὶ διὰ τοὺς ὑπαλλήλους;
§39Χ. ΒΑΣΙΛΑΚΑΚΗΣ. Ἰσχύει περισσότερον ἀπὸ τὸν βουλευτήν, εἰς ἕνα διευθυντὴν Ὑπουργείου ἢ εἰς ἕνα Γενικὸν Γραμματέα.
§40Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ἀντιπρόεδρος Κυβερνήσεως). Ὀφείλω νὰ δηλώσω πρὸς τὴν Βουλὴν ὅτι τὰ τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου ἀπησχόλησαν καὶ ἡμᾶς ἐπὶ πολύ, ἡ γνώμη δέ, ἡ προσωπικὴ τοὐλάχιστον γνώμη μου εἶναι ὅτι τελικῶς δὲν μοῦ φαίνεται πιθανὸν νὰ ἀπομείνουν τὰ πράγματα ὅπως διατηροῦνται εἰς τὸ νομοσχέδιον καὶ ὅτι τάχιστα θὰ εὑρεθῇ εἰς τὴν ἀνάγκην ἡ Κυβέρνησις νὰ σκεφθῇ περὶ τροποποιήσεως τῆς συνθέσεως τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου. Ἀλλὰ βεβαίως, λέγων τοῦτο δὲν ἐννοῶ ὅτι εἶμαι σύμφωνος πρὸς τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Ἀχοιόηλιδος. Ἡμεῖς μάλιστα ἀνεμένομεν μεγαλειτέρας ἀντιρρήσεις ἀπὸ τὴν Βουλὴν διὰ τὴν ἐλευθερίαν τῆς ἐκλογῆς τῶν προσώπων πρὸς καταρτισμὸν τοῦ συμβουλίου, τὴν ὁποίαν ἀφήνει τὸ νομοσχέδιον. Εὐχῆς ἔργον θὰ ἦτο ἂν ἁπλώνουσα πᾶσα Κυβέρνησις τὴν χεῖρα της δεξιὰ καὶ ἀριστερὰ εὕρισκεν ἄφθονον καὶ ὑπερεπαρκὲς τὸ προσωπικὸν τὸ προωρισμένον νὰ ἀναλάβῃ τοιοῦτον βάρος ἐργασίας. Εὐχῆς ἔργον θὰ ἦτο ἂν καὶ γενικῶς θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ἐμπιστοσύνη εἰς πᾶσαν Κυβέρνησιν ὅτι ἁπλώνουσα τὴν χεῖρα της ἐπὶ τοιούτων προσώπων θὰ τὴν ἁπλώσῃ κατὰ προτίμησιν ἐκτιμήσεως. Διότι δὲν πρέπει, κύριοι, μήτε νὰ αὐταπατώμεθα μήτε νὰ κρυπτώμεθα, ὅλοι δὲ δυνάμεθα νὰ ἐκτιμήσωμεν, ποῖα μῆλα ἔριδος θὰ εἶναι αἱ θέσεις αὗται καὶ πόσον δυσχερὲς ἔργον θὰ εἶναι εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἡ ἐκλογὴ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι θὰ δύνανται νὰ φέρωσι τὸ βάρος τῆς εὐθύνης καὶ θὰ δύνανται νὰ διευθύνωσι μίαν τόσον μεγάλην ἐπιχείρησιν, οἱ δὲ δισταγμοί μου προκύπτουσιν ἐκ τούτου ἀκριβῶς, ὅτι ἴσως θὰ εὑρεθῶμεν εἰς τὴν ἀνάγκην καὶ εἰς πλείονας τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων νὰ ἐπιτρέψωμεν νὰ λάβωσιν μέρος εἰς συμβούλια εἰς τὴν διοίκησιν τῶν σιδηροδρόμων ῥυθμίζοντες ἄλλως τὰ τῆς μισθοδοσίας, διότι καὶ αὐτὸ θὰ μεταρρυθμισθῇ. Διότι δὲν θὰ ἦτο δίκαιον εἷς ὑπάλληλος, λαμβάνων τὸν μισθὸν τοῦ δημοσίου ὑπαλλήλου νὰ λαμβάνῃ πρὸς τούτῳ καὶ ἕτερον μισθὸν ἴσον πρὸς τὸν τοῦ μὴ μισθοδοτουμένου ἄλλοθεν. Οἱ δὲ ὁμιλοῦντες περὶ τοῦ ἀσυμβιβάστου ἐν γένει τοῦ δημοσίου ὑπαλλήλου πρὸς τὴν διοίκησιν αὐτῆς τῆς ἐπιχειρήσεως ἀγνοοῦν ἕν πρᾶγμα, ὅτι δι’ αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου εἰσάγεται ἀποκέντρωσις, δηλαδὴ μία ἐξουσία, ἡ ὁποία ἠδύνατο νὰ συγκεντρωθῇ εἰς ἕν Ὑπουργεῖον, ἀποκεντροῦται καὶ ἀνατίθεται εἰς ὡρισμένον ἀριθμὸν ὑπαλλήλων. Ὅταν λοιπὸν εἰσάγωμεν τὴν ἀποκέντρωσιν καὶ ἀναθέτομεν τὴν διοίκησιν εἰς ὑπαλλήλους πρέπει νὰ ἀποβλέψωμεν μόνον εἰς ἰδιώτας ὑπαλλήλους; Ἀλλ’ ἐπαρκοῦν αὐτοὶ; Ἐγὼ ὁμολογῶ ὅτι δὲν ἐπαρκοῦν. Ἀντὶ νὰ εἴπωμεν ἀφήνω τὴν μέλλουσαν διεύθυνσιν εἰς τὴν αὐθαίρετον θέλησιν τοῦ Προέδρου ρυθμιζομένην κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ δεῖνα καὶ δεῖνα νόμου, τὸ νομοθέτημα τοῦτο ἀντὶ νὰ καθιστᾷ ἀπόλυτον ἐξουσίαν τὴν τῆς ὅλης ρυθμίσεως τὴν Κυβέρνησιν, εἰσάγει ἀποκέντρωσιν. Πῶς τοῦτο προσκρούει εἰς τὴν ἀντίληψιν περὶ τῶν ὑπαλλήλων τῶν ὑπηρεσιῶν; Διατί; Διότι ἀνατίθεται εἰς ἰδιώτας ἡ ἐκτέλεσις τῶν ὑπηρεσιῶν αὐτῶν. Ἡ δημοσία ὑπηρεσία μᾶς παρέχει τοιοῦτον προσωπικὸν, ὥστε νὰ εἶναι δυνατὸν ν’ ἀποσπάσωμεν ἀναλόγως τῶν ἀναγκῶν ἐκ τῶν ὑπαλλήλων αὐτῆς εἰς τὴν διεύθυνσιν σιδηροδρόμων τοῦ Κράτους. Δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ παρίδωμεν καὶ τὰς ἐγγυήσεις, τὰς ὁποίας παρέχουν πρόσωπα εὑρισκόμενα ἐντὸς τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν. Αὐταὶ εἶναι αἱ γενικαὶ ἀντιλήψεις, αἱ ὁποῖαι καθωδήγησαν τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὴν διατύπωσιν τοῦ ἄρθρου τούτου. Εἶπον ὅτι ἐγὼ δὲν φαντάζομαι ὅτι θὰ φθάσῃ νὰ ἐφαρμοσθῇ ὡς ἔχει χωρὶς νὰ εἰσαχθῇ ἑτέρα μεταρρύθμισις συμπληρωματική, ἡ ὁποία ὅμως δὲν νομίζω ὅτι ἀπέχει ἐκ τῆς ἰδέας, τὴν ὁποίαν ἔχει τὸ ὑπ’ ὄψει τῆς Βουλῆς νομοσχέδιον, παρακαλῶ δὲ τὴν Βουλὴν νὰ θελήσῃ νὰ ψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον, διότι, ἐὰν δὲν ἐπρόκειτο νὰ διακοπῶσιν αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς καὶ ἐπρόκειτο νὰ ἀναβληθῇ διὰ δύο ἡμέρας, δὲν θὰ εἶχον δυσκολίαν νὰ ἀφίσω νὰ συζητηθῶσι καὶ τοιαῦται τροπολογίαι. Ἀλλὰ προκειμένου νὰ διακοπῶσιν αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς ἐπειγόμεθα νὰ ψηφισθῇ. Διατί; Διότι θέλομεν νὰ νομιμοποιήσωμεν τὴν νέαν διεύθυνσιν, τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις μετεκάλεσε ἐκ τῆς ξένης καὶ τὸν ξένον διευθυντήν, ἔχω δὲ τὴν γνώμην ὅτι αὐτὴ αὕτη ἡ Βουλὴ θὰ θελήσῃ νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει παραχωρήσεις, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο, σχετικῶς πρὸς τὴν σύνθεσιν τοῦ προσωπικοῦ τῆς διοικήσεως καὶ πρὸς τὴν μισθοδοσίαν αὐτοῦ.
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 5 παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 6 (ἀναγινώσκεται).
§42Ν. ΓΕΡΜΑΝΟΣ. Μεταξὺ τῶν καθηκόντων, τὰ ὁποῖα ἀνατίθενται εἰς τὸ Συμβούλιον εἶναι καί τινα, τὰ ὁποῖα νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἐπισύρωσι τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς. Εἰς τὰ διάφορα ἐδάφια τοῦ ἄρθρου 6 ἀναγράφονται δικαιώματα πολλαπλᾶ τοῦ Συμβουλίου, καὶ ὅλα ταῦτα ἄνευ καμμιᾶς ἐγκρίσεως ἢ περιορισμοῦ εἴτε ἐκ μέρους τοῦ Ὑπουργείου εἴτε ἐκ μέρους καμμιᾶς ἄλλης Ἀρχῆς. Νομίζω ὅτι οἱ ἀποτελέσαντες τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον καὶ δὲν ἀμφιβάλλω περὶ αὐτοῦ, θὰ εἶναι ἐκ τῶν προσώπων, τὰ ὁποῖα θὰ ἔχωσι καὶ ἱκανότητα καὶ ἐμπειρίαν. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι θὰ ἠδύνατο νὰ τεθῶσι περιορισμοί τινες, ἀφοῦ μάλιστα δὲν ἐπιβαρύνει καμμία εὐθύνη, ἀφοῦ τὸ διοικητικὸν συμβούλιον, τὸ ὁποῖον κατὰ τύπους θὰ ἀποτελεῖται ἀπὸ 9–10 πρόσωπα, ἐν τούτοις κατὰ τὸ κατωτέρω ἄρθρον 8 ἡ ἀπόφασις τριῶν καὶ μόνον προσώπων εἶναι ἀρκετὴ δι’ οἱανδήποτε ἐκτέλεσιν. Νομίζω λοιπὸν ὅτι προκειμένου περὶ τοιαύτης κολοσσιαίας ἐπιχειρήσεως, περὶ τοιούτων σπουδαιοτάτων καθηκόντων, τὰ ὁποῖα ἔχει τὸ διοικητικὸν συμβούλιον, ὅτι καὶ εἰς τὸ ἄρθρον 6 πρέπει νὰ τεθῶσι περιορισμοί τινες, ὅπως εἶναι εἰς τὸ δ’ ἐδάφιον. Ἀλλὰ καὶ εἰς τὸ ἄρθρον 8, τὸ ὁποῖον ἔρχεται κατόπιν. Ἀφοῦ τὰ μέλη τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου ἀμείβονται πλουσιοπαρόχως καὶ γνωρίζετε ὅτι εἶναι ἐννέα, νὰ μὴ ἐπιτρέπεται ν’ ἀπουσιάζωσι, καὶ ἐν περιπτώσει ἀπουσίας δι’ οἰκογενειακοὺς λόγους ἢ τοιαύτῃ περιπτώσει πρέπει νὰ ὑπάρχωσιν ἀναπληρωματικὰ μέλη. Διότι σήμερον, προκειμένου περὶ μιᾶς σπουδαιοτάτης ἀποφάσεως, τὴν ὁποίαν θὰ κάμῃ τὸ διοικητικὸν συμβούλιον κατὰ τὸ ἄρθρον 8 ἀρκεῖ ὁ Πρόεδρος μετὰ τεσσάρων ἄλλων νὰ συζητήσῃ καὶ νὰ λάβῃ τὴν ἀπόφασιν κατὰ πλειοψηφίαν τῶν παρόντων μελῶν, δηλαδὴ ἀρκοῦσι τρία νὰ λάβωσι σπουδαιοτάτας ἀποφάσεις, αἱ ὁποῖαι δύνανται ν’ ἀφορῶσι τὴν τύχην τῆς ἐπιχειρήσεως. Βεβαίως ὁ ἐν τῷ ναῷ δουλεύων ἐκ τοῦ ναοῦ τραφήσεται, ἀλλὰ ἀφοῦ δίδετε ἀμοιβὴν πλουσιοπάροχον, θὰ ἔπρεπε νὰ ληφθοῦν ὅλα τὰ μέτρα ὥστε νὰ ἐξασφαλίζεται ἡ παρουσία ὅλων τῶν μελῶν τοῦ Συμβουλίου, διὰ νὰ μὴ συνέρχεται μὲ τὴν παρουσίαν τοῦ Προέδρου καὶ τεσσάρων ἄλλων καὶ ἀποφασίζει κατὰ πλειοψηφίαν τούτων!
§43Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Ὁ περιορισμὸς τὸν ὁποῖον ζητεῖ ὁ κ. συνάδελφος, εὑρίσκεται ἐν ἄρθρῳ 7.
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Βουλὴ ὅπως ψηφισθῇ τὸ ἄρθρον;
§45ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν. Δεκτόν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 6).
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 7 (ἀναγινώσκει)
§47Ν. ΓΕΡΜΑΝΟΣ. (Ἀναγινώσκει τὸ ἄρθρον) Ὑποτεθήσθω ὅτι ἀποφασίζεται νὰ κατασκευασθῶσιν 10 ἀποθῆκαι εἰς τὸν σιδηρόδρομον Ἀθηνῶν ἀξίας 20.000 δραχμῶν ἑκάστη......
§48Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Ἀλλ’ αὐτὸ θὰ εἶναι καταστρατήγησις τοῦ νόμου. Δὲν ὑποθέτω ὅτι θὰ ὑπάρχει ἕν τοιοῦτον διοικητικὸν συμβούλιον.
§49Κ. ΜΕΛΑΣ. Διὰ λωποδύτας τοὺς νομίζετε;
§50Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ἀντιπρόεδρος Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου). Ἀνεγνώσατε τὶ λέγει τὸ ἄρθρον.
§51Ν. ΓΕΡΜΑΝΟΣ. Τὸ ἀνέγνωσα. Ἄν πρόκειται λοιπὸν περὶ 10 ἀποθηκῶν, ἀξίας 20,000 δραχμῶν ἑκάστη, ἐρωτῶ καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ προσέξῃ διότι πρόκειται περὶ ἑνὸς ἀρκετὰ σεβαστοῦ ποσοῦ.
§52Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Αὐτὸ βεβαίως θὰ ἦτο μία καταστρατήγησις, διὰ τὴν ὁποίαν δὲν δύναμαι νὰ φαντασθῶ ὅτι θὰ εἶναι ἱκανὸν ἕν διοικητικὸν συμβούλιον, διότι θὰ ἐπέρχεται ἀμέσως ὁ κολασμὸς ἐκ μέρους τοῦ κράτους.
§53Ν. ΓΕΡΜΑΝΟΣ. Τότε εἶναι περιττὸν νὰ γίνουν ὅλα αὐτὰ τὰ ἄρθρα. Ἠμπορεῖ νὰ ἀνατεθῇ τὸ πᾶν εἰς τὴν Διεύθυνσιν.
§54Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε. Ἠθέλησε νὰ περιορίσῃ ὁ νομοθέτης τὴν ἐξουσίαν τοῦ Γενικοῦ Διευθυντοῦ μέχρι τοῦ ποσοῦ τῶν 20.000 δραχμῶν. Ἔθεσε δὲ περαιτέρω περιορισμοὺς κατὰ τοὺς ὁποίους δὲν ἐπιτρέπεται ἡ ἐκτέλεσις ἔργων πέραν τῶν 20.000 δραχμῶν (ἀναγινώσκει τὸ ἄρθρον).
§55Ν. ΓΕΡΜΑΝΟΣ. Τὸ ἀνέγνωσα. Εἶναι εὐτύχημα τοὐλάχιστον ὅτι ἔγινε μία μεταβολὴ διότι εἰς τὸ προηγούμενον νομοσχέδιον ἦσαν 100.000 δραχμαί.
§56Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον ἀναγράφει 20.000 δραχμὰς.
§57Ν. ΓΕΡΜΑΝΟΣ. Κατὰ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 8 ἐκ τῶν 9 συμβούλων 5 συνερχόμενοι δύνανται νὰ συζητήσωσιν καὶ λάβωσιν ἀπόφασιν κατὰ πλειονοψηφίαν, δηλαδὴ 3 σύμβουλοι εἶναι δυνατὸν νὰ λάβωσιν ἀπόφασιν. Ὥστε ἂν ὑποτεθῇ ὅτι λόγῳ ἀσθενείας ἢ δι’ ἄλλον λόγον ἀπουσιάζουν 4 σύμβουλοι θὰ καταντήσῃ 3 σύμβουλοι νὰ ἀποφασίζουν. Διὰ τοῦτο νομίζω καλὸν νὰ προστεθοῦν μερικοὶ ἀναπληρωματικοὶ σύμβουλοι, ὥστε εἰς τὸ συμβούλιον νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ προσέρχονται περισσότεροι τῶν 4 ἢ 5 σύμβουλοι.
§58Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Δὲν θὰ πληρωθοῦν, ἂν δὲν προσέλθουν.
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Βουλὴ ὅπως ψηφισθῇ τὸ ἄρθρον 8;
§60ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν. Δεκτόν. Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 8 ὡς ἔχει. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 9–33).
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 34. (Ἀναγινώσκει).
§62Ν. ΓΕΡΜΑΝΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 34 κ. Πρόεδρε, λέγει ὅτι θὰ ἱδρυθῇ κοινὸν ταμεῖον ἀλληλοβοηθείας διὰ πάσας τὰς γραμμάς. Θὰ δοθῇ ἐκ μέρους τοῦ Ταμείου τῆς Ἑταιρείας μέρισμα, βοήθημα τι εἰς τὸ Ταμεῖον αὐτό; Ποῖοι θὰ εἶναι οἱ πόροι τοῦ Ταμείου αὐτοῦ; Διότι διὰ μὲν τὸ ταμεῖον συντάξεως λέγει ὅτι θὰ ὑποβληθῇ ἰδιαίτερον νομοσχέδιον καὶ κανονισμός, διὰ τὸ ταμεῖον ὅμως ἀλληλοβοηθείας δὲν ἀναφέρει, ποῖοι θὰ εἶναι αἱ πρόσοδοι αὐτοῦ.
§63Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ἀντιπρόεδρος Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου). Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ τὰ ἀναλύῃ ὅλα ὁ νόμος (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 34 ὡς ἔχει. Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ καὶ τὰ λοιπὰ ἄρθρα ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου).
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου 928 «περὶ ὀργανισμοῦ τῆς τελωνειακῆς ὑπηρεσίας». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τῆς ἐκδικάσεως τῶν ἀναφυομένων διαφωνιῶν κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν ἢ παραλαβὴν τῶν ἔργων τῶν ἀφορώντων τὴν κατασκευὴν τῶν λιμένων Κρήτης τῶν προβλεπομένων ὑπὸ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 191 νόμου.» (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον) Βʹ. συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τῆς προτάσεως νόμου «περὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου 1364 τῆς 29 Μαΐου 1919.» (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον).
§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κ. Μ. Νεγροπόντης ὑποβάλλει σχέδιον νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ τοῦ Δημοσίου τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ τοῦ Ἀθανασίου Πέλτσεκη συνομολογηθείσης συμβάσεως. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ μοὶ χορηγήσῃ τὴν ἄδειαν πρὸς ἐπικύρωσιν τῶν πρακτικῶν τῆς σημερινῆς συνεδριάσεως.
§66ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα. Μάλιστα.
§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτονται αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς ἐπί τινας ἡμέρας ἡ προσεχὴς δὲ συνεδρίασις θὰ ὁρισθῇ δι’ ἰδιαιτέρας προσκλήσεως. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρᾳ 7.30′ μ. μ.)