1920.01.27
2,491 rows · 20,412 words · 155 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 31η
τῆς 27ης Ἰανουαρίου 1920
Προεδρία κ. Θ. ΣΟΦΟΥΛΗ
(Ὥρᾳ 5.25 μ, μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Ν’ ἀναγνωσθῶσι τὰ πρακτικά. (Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς: — Τὸ κοινοτικὸν Συμβούλιον Λιγερὲς Πανίτσης, παρακαλεῖ, ὅπως ψηφισθῶσι τὰ ἐργατικὰ νομοσχέδια. — Τὰ ἐργατικὰ σωματεῖα Λέσβου παρακαλοῦσιν, ὅπως ἀναβληθῇ ἡ ψήφισις τῶν ἐργατικῶν νομοσχεδίων. — Ὁ Σταμάτης Ἀνέμης, ὑποδηματοποιὸς ἐν Μασσαλίᾳ, καταστραφεὶς οἰκονομικῶς ὑπὸ τῆς Κωνσταντινικῆς προπαγάνδας, παρακαλεῖ, ὅπως ἀποζημιωθῇ. — Ὁ ἀπόστρατος ἀνθυπολοχαγὸς Κρητικὸς Δ. Γεώργιος παρακαλεῖ νὰ τῷ αὐξηθῇ ἡ σύνταξίς του. — Ἡ ἐν Πάτραις Ἑλληνικὴ Ἐργατικὴ Ἕνωσις παρακαλεῖ, ὅπως ἐπιτραπῇ ἡ ἐλευθέρα εἰσαγωγὴ ξυλείας διὰ τὴν κατασκευὴν σταφιδοκιβωτίων.
Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΤΩΝ ΑΝΑΦΟΡΩΝ ΚΑΙ ΕΡΩΤΗΣΕΩΝ
§3ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ ἀναβληθῶσι. Νὰ ἀναβληθῶσιν.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ δέχεται ν’ ἀναβληθῶσιν;
§5ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα. Μάλιστα.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονσμικῶν ἔχει τὸν λόγον, ὅπως καταθέσει σχέδιον νόμου.
§7Μ. ΝΕΓΡΟΠΟΝΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ τελωνειακοῦ δασμολογίου». Διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου οὐδεμία σπουδαία μεταβολὴ ἐπέρχεται εἰς τὸ δασμολόγιον, διότι τὸ τοιοῦτο εἶναι ἔργον σπουδαιότατον, καὶ τὸ ὁποῖον παρὰ τοῦ Ὑπουργείου μελετᾶται καὶ παρὰ τῆς διαρκοῦς ἐπιτροπῆς τοῦ δασμολογίου, ἐλπίζω δὲ ὅτι μετά τινα καιρὸν θὰ ἔχωμεν τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλωμεν εἰς τὴν Βουλὴν τὸ γενικὸν νομοσχέδιον τῆς μεταβολῆς τοῦ δασμολογίου κατὰ τὸν ἐπιστημονικώτερον τρόπον. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου τὸ ὁποῖον λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω ὑπὸ τὴν κρίσιν ὑμῶν λαμβάνεται πρόνοια, ὅπως ὁ δασμὸς τοῦ σίτου ἀφομοιωθῇ καθ’ ὅλον τὸ Κράτος, ἐπέλθῃ δὲ ἐλάττωσις τῶν δασμῶν εἰς εἴδη πρώτης ἀνάγκης, τὴν ὁποίαν ἐζήτησεν ἡ Βουλὴ αὐξανομένου τοῦ δασμοῦ τῶν εἰδῶν πολυτελείας. Ἐλαττοῦται ὁ δασμὸς τῆς μαργαρίνης, ἐλαιομαργαρίνης τῶν ἰχθύων καὶ τῆς οἰκοδομησίμου ξυλείας, ἐκρίθη σκόπιμον νὰ ἐλαττωθῇ ὁ ὑφιστάμενος δασμὸς τῆς ξυλείας, διότι ἐπλήρωναν τὸν ἴδιον δασμὸν καὶ διότι αἱ ἔξωθεν μέλουσαι νὰ εἰσαχθῶσι ξύλιναι οἰκίαι ἐπλήρωναν τὸν δασμὸν τῆς καθαρᾶς ξυλείας καὶ ἑπομένως ἠμποδίζετο ἡ εἰσαγωγὴ ἔξωθεν ξυλίνων οἰκιῶν. Ἐπίσης λαμβάνεται πρόνοια καὶ διὰ τὴν πρὸ ὀλίγου ἀναγνωσθεῖσαν ἀναφορὰν τοῦ κ. Γκλαβᾶ, ὥστε νὰ εἰσέρχεται ξυλεία εὐκόλως διὰ τὴν κατασκευὴν τῶν ξυλίνων κυβωτίων.
§8Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Σᾶς εὐχαριστοῦμεν πολύ.
§9Μ. ΝΕΓΡΟΠΟΝΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐπίσης λαμβάνονται μέτρα καὶ διὰ τὴν ἀτελῆ εἰσαγωγὴν ξυλείας κατόπιν ἀδείας τῆς Κυβερνήσεως, διὰ τὴν ἀνοικοδόμησιν πόλεων καὶ χωρίων. Ὁ δασμὸς αὐτὸς δὲν εἶναι ὁριστικός, εἶναι προσωρινῆς διαρκείας καὶ δι’ αὐτὸ ἐτέθη ἕνας μικρὸς δασμός. Αὐξάνεται ὁ δασμὸς τοῦ πετρελαίου, ὥστε νὰ ἐπέλθῃ ἀφομοίωσις τῆς τιμῆς αὐτοῦ εἰς ὅλην τὴν Ἑλλάδα. Αὐξάνεται ἡ τιμὴ τῆς βενζίνης. Τὸ γάλα μέχρι σήμερον ἐφορολογεῖτο τὸ ἴδιον καὶ τὸ συμπεπυκνωμένον καὶ τὸ ἀποστειρωμένον. Ἐπειδὴ ὅμως τὸ ἀποστειρωμένον εἶναι πολὺ ὠφέλιμον εἰς τὸν λαὸν γίνεται ἐλάττωσις τοῦ δασμοῦ διὰ νὰ δύναται νὰ εἰσάγεται κατὰ μεγάλας ποσότητας. Ἐπίσης αὐξάνεται ὁ δασμὸς τῆς ζακχάρεως ἀπὸ δραχμὰς 46 εἰς δραχ. 60 κατὰ 100 ὀκάδας. Ἐπίσης αὐξάνεται ὁ δασμὸς τῶν οἰνοπνευματωδῶν ποτῶν, διότι ταῦτα συναγωνίζονται τὰ ντόπια, λόγῳ τοῦ μικροῦ των δασμοῦ, τῶν μεταξωτῶν περιτυλιγμάτων καὶ τῶν μεταξωτῶν ἐν γένει, τὰ ὁποῖα χαρακτηρίζονται ὡς εἶδος πολυτελείας, ἐλαττοῦται ὁ δασμὸς τῶν σιδηρῶν εἰδῶν δι’ οἰκοδομάς, αὐξάνεται ὁ δασμὸς τῶν κοσμημάτων ἐκ χρυσοῦ, ἀργύρου καὶ πλατίνης, αὐξάνεται ὁ δασμὸς τῶν κλειδοκυμβάλων καὶ φορολογοῦνται τὰ εἴδη ἐκ καουτσούκ, τὰ ὁποῖα ἦσαν ἀτελῆ.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἔχει τὸν λόγον, ὅπως καταθέσῃ νομοσχέδια τινά.
§11Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ζήτημα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἔχει ἤδη ὡριμάσει ἡ γνώμη εἶναι, ὅτι κατόπιν τῆς ἐπεκτάσεως τοῦ Κράτους, συνεπείᾳ τῶν Βαλκανικῶν πολέμων καὶ τῆς αὐξήσεως τοῦ πληθυσμοῦ αὐτοῦ, ἔπρεπε καὶ ἡ ἀναλογία τῶν ἐκλεκτέων βουλευτῶν νὰ κανονισθῇ κατ’ ἄλλην ἐκλογικὴν μονάδα παρὰ τὴν ἐν τῇ ἡμετέρᾳ χώρᾳ ὑπάρχουσαν. Ἐὰν ἀποβλέψωμεν εἰς ἄλλα Κράτη, θὰ ἴδωμεν πραγματικῶς, ὅτι ὅσῳ μεγαλείτερον εἶναι τὸ Κράτος ὅσῳ μεγαλείτερος εἶναι ὁ πληθυσμός, τόσῳ ἡ ἀναλογία τοῦ πληθυσμοῦ κατ’ ἀριθμὸν βουλευτῶν εἶναι μικροτέρα. Ἐπὶ τῶν μικροτέρων κρατῶν ἡ ἀναλογία τῶν βουλευτῶν εἶναι μεγαλυτέρα διὰ νὰ δυνηθῇ νὰ ἀποδώσῃ τὴν ἀπαιτουμένην πλειονότητα ἀριθμοῦ, ἡ ὁποία ἀπαιτεῖται διὰ τὴν κανονικὴν λειτουργίαν τοῦ κοινοβουλίου. Οὕτως εἰς τὴν Γαλλίαν θὰ ἴδωμεν, ὅτι ἀναλογεῖ εἷς βουλευτὴς ἐπὶ 75.000 κατοίκων. Ἡ αὐτὴ ἀναλογία περίπου εἶναι καὶ ἐν Ἀγλίᾳ καὶ ἐν Ἰταλίᾳ. Εἰς τὸ Βέλγιον, τὸ ὁποῖον ἔχει πληθυσμὸν 7.000.000 ἡ ἀναλογία εἶναι ἕνας βουλευτὴς ἐπὶ 40.000 κατοίκων, ὥστε ἡ Βελγικὴ Βουλὴ ἀριθμεῖ τὸ ὅλον 186 βουλευτάς. Ἡ Ὁλανδία ἐπὶ 5½ ἑκατομμυρίων κατοίκων ἔχει ἕνα βουλευτὴν ἐπὶ 52000 κατοίκων, δηλαδὴ ἐν ὅλῳ 100 βουλευτάς. Ἑπομένως εἶναι ἐνδεδειγμένον, ὅτι εἰς τὸν πάγιον ἡμῶν ἐκλογικὸν νόμον πρέπει νὰ τεθῇ ἄλλη ἀναλογία παρὰ ἐκείνη, ἡ ὁποία ὑπάρχει ἤδη καὶ ἂν μόνον ἀποβλέψωμεν εἰς τὴν ἐπέκτασιν τοῦ Βασιλείου τὴν ἐκ τῶν Βαλκανικῶν πολέμων, πλὴν τῆς ἄλλης ἐπεκτάσεως, τὴν ὁποίαν ἐλπίζομεν, ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐκλεγομένων ἀφ’ ἑτέρου καὶ σήμερον στηρίζεται διὰ τὴν Παλαιὰν Ἑλλάδα ἐπὶ τῆς ἀπογραφῆς τοῦ 1907 πᾶσα δὲ νέα ἀπογραφὴ θὰ ἀποδείξῃ ἀναντιρρήτως πληθυσμὸν ἀνώτερον. Ἑπομένως ἡ βάσις, τὴν ὁποίαν φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ θέσωμεν εἰς τὸν πάγιον ἡμῶν ἐκλογικὸν νόμον ὡς ἐκλογικὴν μονάδα εἶνε ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν 25,000 δημοτῶν, δίδει ἕνα βουλευτήν, προστιθεμένου ἑνὸς ἔτι βουλευτοῦ διὰ πᾶν ὑπόλοιπον ὑπερβαῖνον τὰς 7000. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἡ προσεχὴς Βουλὴ καλεῖται νὰ ἐκτελέσῃ καὶ Συνταγματικὰ καθήκοντα εἴθισται δὲ αἱ ἐθνικαὶ συνελεύσεις νὰ ἀποτελῶνται ἀπὸ μείζονα ἀριθμὸν βουλευτῶν καὶ τὸ μὲν Σύνταγμα ἡμῶν τὸ παλαιὸν ὥριζεν, ὅτι ἡ ἀναθεωρητικὴ Βουλὴ συγκροτεῖται ἐκ διπλασίου ἀριθμοῦ βουλευτῶν, τὸ δὲ νέον Σύνταγμα δὲν ὁρίζει τοιοῦτον, ἐν πάσῃ ὅμως περιπτώσει δὲν θὰ ἦτο ἐπίκαιρον καθ’ ἣν στιγμὴν πρόκειται νὰ ἐκλεχθῇ Βουλὴ μέλλουσα ν’ ἀσκήσῃ καὶ Συνταγματικὰ καθήκοντα νὰ ἐφαρμοσθῇ ἡ ἐλάττωσις. Διὰ τοῦτο προτείνωμεν ἡ διάταξις αὕτη τοῦ νόμου νὰ ἐφαρμοσθῇ μετὰ τὰς προσεχεῖς ἐκλογὰς ὡς παγία διάταξις τοῦ ἐκλογικοῦ ἡμῶν νόμου, ψηφιζομένη ἀπὸ τοῦδε, διότι δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι ὀρθὸν νὰ ἀφήσωμεν κληρονομίαν εἰς τὴν Ἐθνοσυνέλευσιν τὸ ζήτημα τοῦτο ἀφ’ οὗ ὡς εἶπον, εἶναι ἤδη ὥριμον ἐν τῇ κοινῇ συνειδήσει. Δεύτερον νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἔχω τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω εἰς τὴν Βουλὴν εἶναι τὸ «περὶ Ἀστυνομίας τῶν Πόλεων». Ἡ Βουλὴ κατὰ τὴν ψήφισιν τοῦ ὀργανισμοῦ τῆς χωροφυλακῆς ἐδέξατο νὰ περιληφθῇ εἰδικὴ διάταξις, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ ἀστυνομία τῶν μεγαλυτέρων πόλεων θέλει ἀνατεθῇ εἰς ἴδιον Ἀστυνομικὸν Σῶμα. Δυνάμει ἑτέρου νόμου ἀφίκετο εἰς τὴν Ἑλλάδα ἀποστολὴ Ἀγγλική, ὅπως ἀπασχοληθῇ εἰς τὰ τῆς ὀργανώσεως τοῦ Σώματος τούτου. Πράγματι δὲ ἀσχοληθεῖσα μέχρι τοῦδε προκαταρτικῶς ὑπέβαλε τὰ πορίσματα τῶν παρατηρήσεων καὶ μελετῶν αὐτῆς εἰς ἐμέ, καὶ κατήρτισα σχέδιον νόμου «περὶ Ἀστυνομίας Πόλεων». Εἰς τὴν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν θὰ ἴδητε τὰς γενικὰς γραμμὰς τῆς προκαταρκτικῆς συστάσεως καὶ ὀργανώσεως ἰδίου Σώματος ἀστυνομίας, ὅπερ νομίζω, ὅτι θὰ πληρώσῃ καλλίτερον τὰς ἀνάγκας τῶν πόλεων, διότι εἰς τὸ ἑξῆς οἱ τοῦ ἀστυνομικοῦ Σώματος θὰ ἔχουν τὴν ἀπαιτουμένην μόρφωσιν καὶ τὴν εἰδικὴν ὀργάνωσιν, ἤδη εἶναι καταλληλοτέρα διὰ τὴν ἀστυνομίαν τῶν πόλεων. Τρίτον σχέδιον νόμου ὑποβάλλω «περὶ μεταναστεύσεως καὶ ἀποδημίας», ρυθμίζων ἐν γένει τὰ τῆς μεταναστεύσεως. Ἐπὶ τούτου ἐστηρίχθην εἰς ἐργασίαν πολυτιμωτάτην, τὴν ὁποίαν μοὶ ἐκληροδότησεν ὁ συνάδελφος καὶ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐσωτερικῶν προκάτοχός μου κ. Ρέπουλης. Τὸ παρὸν νομοσχέδιον εἶναι τὸ αὐτὸ περίπου πρὸς τὸ τοῦ κ. Ρέπουλη μετά τινων τροποποιήσεων. Καὶ διὰ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο παραπέμπω ὑμᾶς εἰς τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν, διὰ νὰ μὴ ἀπασχολῶ τὴν Βουλήν. Ἕτερον νομοσχέδιον, ἐντελῶς ὑπηρεσιακόν, ὑποβάλλω τὸ «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου 362 τῆς 6 Νοεμβρίου 1914 «περὶ συστάσεων χημικῶν ἐργαστηρίων». Ἐπίσης ὑποβάλλω καὶ τὰ ἑξῆς νομοσχέδια: 5) «Περὶ Νοσοκομείου τῶν λοιμωδῶν νόσων ἐν Ἀθήναις». 6) «Περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν νόμων ΓΤΝΔʹ (3354) ΓϠΝΘʹ) καὶ ΓΧΝΕʹ (3655) «περὶ ἱδρύσεως ἐν Ἀθήναις νοσοκομείων Ἀφροδισίων νοσημάτων ὑπὸ τὴν ἐπωνυμίαν «Νοσοκομεῖον Ἀνδρέου Συγγροῦ». 7) «Περὶ συμπληρώσεως τῶν «περὶ ἐξασκήσεως τοῦ ὀδοντοϊατρικοῦ ἐπαγγέλματος ἐν ταῖς Νέαις Χώραις διατάξεων». 8) «Περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ ΑΦΚΖʹ νόμου τοῦ 1887 «περὶ διαχειρίσεως τῆς ἐγχωρίου περιουσίας τῆς Κεφαλληνίας καὶ ἱδρύσεως δι’ αὐτῆς φιλανθρωπικῶν καταστημάτων ἐν Κεφαλληνίᾳ ὡς ἐτροποποιήθη διὰ τοῦ νόμου ΓΧΚΗʹ τοῦ 1910». 9) «Περὶ ἐπιβολῆς δημοτικοῦ τέλους ἐπὶ τῶν ἁπλῶν οἰκοδομῶν κλπ.». 10) «Περὶ πληρωμῆς καὶ δικαιολογήσεως ὁδοιπορικῶν ἐξόδων τῶν διὰ τῆς Χωροφυλακῆς καὶ Ἀστυνομίας ἐντελλομένων μεταγωγῶν». 11) «Περὶ τῆς δημοτικῆς καὶ κοινοτικῆς φορολογίας τῆς ἐν Πελοποννήσῳ παραγομένης σταφίδος» καὶ 12) «Περὶ καταρτισμοῦ ὁριστικῶν μητρώων ἀρρένων ἐν ταῖς Ν. Χώραις».
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δίγκας (Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως) ὑποβάλλει νομοσχέδιον «περὶ πληρωμῆς τῶν ἀποδοχῶν τοῦ προσωπικοῦ τῶν δημοσυντηρήτων καὶ ἰδιοσυντηρήτων γυμνασίων». Ὁ κ. Α. Μιαούλης (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν) ὑποβάλλει τὰ κάτωθι νομοσχέδια: 1) «Περὶ ναυτικῶν ἀκολούθων». 2) «Περὶ τροποποιήσεως τοῦ 306 νόμου περὶ τῶν ἀριθμῶν τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ Π. Ναυτικοῦ καὶ περὶ προβιβασμῶν αὐτῶν» καὶ 3) «Περὶ μισθοδοσίας τῶν πληρωμάτων τοῦ Π. Ναυτικοῦ καὶ συναφῶν αὐτῇ διατάξεων». Οἱ Βουλευταὶ κ. κ. Ν. Παπαδάκης, Μ. Βολουδάκης, Γ. Μαρῆς καὶ λοιποὶ, ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 10 Μαΐου 1919 Ν. Διατάγματος περὶ τῶν τυχόντων ἀναβολῆς προσελεύσεως εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ κλπ. δημοσίων πολιτικῶν ὑπαλλήλων». Ὁ Βουλευτὴς κ. Δ. Κατσίνας, ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀστικοῦ νόμου». Οἱ Βουλευταὶ κ. κ. Π. Μερλόπουλος, Κ. Φωτόπουλος, Μ. Δαξέας, ὑποβάλλουσι πρότασιν νόμου «περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τοῦ νόμου ΓΣΙΗʹ (3218) τῆς 10 Ἰουνίου τοῦ ἔτους 1907 «περὶ ἀγροφυλακῆς». Οἱ Βουλευταὶ κ. κ. Ι. Μπρισιμιτζάκης, Ν. Γαρδικιώτης, Μ. Γ. Βολουδάκης, Γ. Χατζηγεωργίου, Α. Κριάρης, Γ. Νοταρᾶς, Α. Ρεβίνθης κλπ. ὑποβάλλουσι πρότασιν νόμου «περὶ αὐξήσεως μισθοδοσίας τῶν δυνάμει τοῦ νόμου ΓΦΠΕʹ (3585), ἀναλαβόντων δημοσίαν ὑπηρεσίαν». Ἡ ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως καὶ ἡ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Κοινοβουλευτικαὶ Ἐπιτροπαὶ ὑποβάλλουσι τὰς ἐκθέσεις των ἐπὶ τῶν κάτωθι νομοσχεδίων: «Περὶ ἐπιβολῆς προσθέτου φόρου ἐπὶ τῆς σταφίδος καὶ τοῦ ἐλαίου πρὸς ἀποπεράτωσιν τοῦ ἐν Γαργαλιάνοις ἱεροῦ Ναοῦ «Τὸ Γενέθλιον τῆς Θεοτόκου». «Περὶ χορηγίας εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τῶν Ὀλυμπιακῶν ἀγώνων ποσοῦ δραχμῶν διακοσίων δέκα χιλιάδων διὰ τὴν συμμετοχὴν τῆς Ἑλλάδος εἰς τοὺς διεθνεῖς Ὀλυμπιακοὺς ἀγῶνας ἐν Ἀμβέρσῃ τοῦ Βελγίου τοῦ 1920 καὶ τὴν ἀνέγερσιν ἐν Ὀλυμπίᾳ ἀναθηματικῆς στήλης τῶν νεωτέρων Ὀλυμπιάδων». «Περὶ ἐγγραφῆς, φοιτήσεως καὶ ἐξετάσεως τῶν Σέρβων φοιτητῶν ἐν τῇ Θεολογικῇ Σχολῇ τοῦ Καποδιστριακοῦ Πανεπιστημίου». «Περὶ δωρεᾶς ἐκμαγείων ἀρχαίων Ἑλληνικῶν ἔργων γλυπτικῆς εἰς τὴν Βιβλιοθήκην Louvain». «Περὶ μεταρρυθμίσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ Διδασκαλείου τῆς Μ. Ἐκπαιδεύσεως». «Περὶ ἱδρύσεως Διδασκαλείου τῶν ξένων γλωσσῶν». «Περὶ μεταρρυθμίσεως τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ Διδασκαλείου τῆς Τεχνικῆς ἐκπαιδεύσεως». «Περὶ χορηγήσεως ἐκ μέρους τοῦ Δημοσίου πρὸς συμπλήρωσιν τῆς δαπάνης λειτουργίας τοῦ ἐν Γκοριτσᾷ Λακεδαίμονος Ἑλληνικοῦ σχολείου». «Περὶ συμμετοχῆς τῆς Ἑλλάδος εἰς τὸ διεθνὲς ὑδρογραφικὸν γραφεῖον». «Περὶ συμμετοχῆς τῆς Ἑλλάδος εἰς τὸ ἐν Λονδίνῳ ἱδρυθὲν ἀνώτερον Χημικὸν Σπουδαστήριον». «Περὶ μεταρρυθμίσεως τοῦ Βαρβακείου Λυκείου». «Περὶ διαφόρων διατάξεων ἀφορωσῶν τοὺς ἐκ τῆς Σχολῆς τῶν Ν. Δοκίμων ὁπωσδήποτε ἀπομακρυνομένους». «Περὶ τροποποιήσεως τοῦ 578 νόμου «περὶ συστάσεως χημικῆς ὑπηρεσίας ἐν τῷ Π. Ναυτικῷ».
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ ΤΩΝ ΕΠΕΡΩΤΗΣΕΩΝ
Εἰς τὸ ζήτημα τοῦ Ἐπισκόπου Χαλκίδος ἔχει τίποτε νὰ ἀνακοινώσῃ ὁ κ. Ὑπουργός;
§14Δ. ΔΙΓΚΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Ἡ αἴτησις τοῦ κ. Βουλευτοῦ διεβιβάσθη ἀμέσως εἰς τὴν Ἱερὰν Σύνοδον. Δυστυχῶς τῆς ἡμερησίας διατάξεως τῶν ἐπερωτήσεων αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἔλαβον γνῶσιν, ἐζήτησα δὲ τώρα πληροφορίας ποῦ καθυστερεῖ ὁ φάκελλος.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Παπαστρατῆς ἔχει τὸν λόγον.
§16Θ. ΠΑΠΑΣΤΡΑΤΗΣ. Δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορὰ δυστυχῶς ποῦ ἀπασχολῶ τὴν Βουλὴν μὲ τὸ ζήτημα τοῦτο. Οὔτε κατετέθη, ἀλλ’ ὅπως φοβοῦμαι, οὔτε θὰ κατατεθῇ ὁ φάκελλος τὸν ὁποῖον ζητῶ. Μὰ τὴν ἀλήθειαν καὶ ἐγὼ θὰ ἤθελα νὰ μὴν ἰδῇ τὸ φῶς ὁ φάκελλος αὐτός, διότι πολλοὶ θὰ εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ ἐντραποῦν. Κύριε Πρόεδρε, ὅταν κάποτε εἰς μίαν συνεδρίασιν ἐγὼ ἀνέφερα παράπονα διὰ τὴν τύχην καταγγελίας μου ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐναντίον ἑνὸς ἐπισκόπου ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐνόμισε τότε ὅτι ἀπῃτεῖτο μήνυσις διὰ νὰ παραπεμφθῇ ὁ Ἐπίσκοπος ἐκεῖνος ἐνώπιον τοῦ Εἰδικοῦ Δικαστηρίου. Θὰ ἤθελα σχετικῶς μὲ αὐτὸ νὰ ἐρωτήσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἡ καταγγελία τοῦ βουλευτοῦ ἀπὸ τοῦ βήματος ἐναντίον πράξεων διαφόρων ὑπαλλήλων ἢ ἀξιωματούχων, εἶναι ἢ δὲν εἶναι δημοσία ὑπηρεσία; Ἡ ἄσκησις τῶν βουλευτικῶν καθηκόντων ἀποτελεῖ ἢ ὄχι δημοσίαν ὑπηρεσίαν; Τὴν ἀπάντησιν τὴν ἔχει δώσῃ ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος ὅτι ἡ ἄσκησις τῶν βουλευτικῶν καθηκόντων εἶναι δημοσία ὑπηρεσία. Ἑπομένως καὶ ἡ καταγγελία, τὴν ὁποίαν ἔκαμα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐναντίον τοῦ Ἐπισκόπου ἐκείνου εἶναι καταγγελία δημοσίου ὑπαλλήλου ἐναντίον ὑπαλλήλου τοῦ Κράτους. Νομίζω ὅτι ἔχετε καθῆκον καὶ ὑποχρέωσιν, κύριε Ὑπουργέ, νὰ λάβετε ὑπ’ ὄψει σας ὅτι ἡ ἀπόφασις τὴν ὁποίαν ἐξέδωκε τὸ Ἐκκλησιαστικὸν Δικαστήριον εἶναι ἐντελῶς παράνομος καὶ ἀστήρικτος καὶ ὡς τοιαύτη ὤφειλε νὰ σᾶς προκαλέσῃ τὴν προσοχὴν καὶ νὰ προβῆτε εἰς τὰ διάφορα μέτρα εἰς τὰ ὁποῖα ἔχετε καθῆκον. Ἀντὶ τούτου ἐσιωπήσατε καὶ διὰ τῆς σιωπῆς σας ἐνεκρίνατε τὴν ἀπόφασιν ἐκείνην. Καὶ ἐπειδὴ ὁ ἐνδιαφερόμενος ἐπίσκοπος διέδωκεν ὅτι ὁ μηνυτής του εἶναι ἄνθρωπος ἀνάξιος νὰ καταγγέλῃ καὶ ἄνθρωπος τῆς τελευταίας ὑποστάθμης, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ εἴπω εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι ὁ καταγγείλας δὲν κατεδικάσθη ἅπαξ, ἀλλὰ δὶς παρὰ τοῦ ποινικοῦ δικαστηρίου, ἀλλὰ τὰς καταδικαστικὰς ἐκείνας ἀποφάσεις, κύριε Ὑπουργὲ τὰς ἔχει ὡς τίτλους τιμῆς. Κατεδικάσθη ἅπαξ διότι εἶπεν εἰς ἕνα δικαστικὸν λειτουργὸν τῆς τότε ἐποχῆς, καὶ δι’ αὐτὸν καὶ διὰ τὴν δικαιοσύνην τὴν ὁποίαν τότε ἀντιπροσώπευε μίαν φρᾶσιν ὁποίαν δὲν θὰ ἐπαναλάβω. Κατεδικάσθη καὶ διὰ δευτέραν φορὰν διότι ἐχειροδίκησε ἐναντίον ἑνὸς δικαστικοῦ ὑπαλλήλου, ὁ ὁποῖος πρὸ ὀλίγου ἐκκαθαρίσθη. Αὐτὸ ἀποδεικνύει τὸ πόσον εἶχε δίκαιον. Δὲν ἠξεύρω πόσαι ἀποφάσεις εἶναι, θὰ συνέπεσεν ὥστε νὰ ἀπαντήσητε τοὺς δικαστικοὺς ἐκείνους ὑπαλλήλους εἰς τὰ διάφορα χωρία, εἰς τὰς διαφόρους ἐπαρχίας καὶ δὲν ἠξεύρω πόσες φορὲς θὰ ἠγανακτήσατε καὶ σεῖς ἐναντίον τῶν τραχοκολόγων ἐκείνων τῶν κατίδων καὶ πόσας φορὰς διεφύγατε τὸν πειρασμὸν νὰ μὴ ἀγανακτήσετε κατ’ αὐτῶν. Ἐγὼ ὁμολογῶ ὅτι οἱ δικαστικοὶ ἐκεῖνοι ἦσαν ἄξιοι ὄχι μόνον δαρμοῦ καὶ ἐμπτυσμοῦ ἀλλὰ καὶ κάτι περισσότερον καὶ ἡ ἐπανάστασις ἐξεκαθάρισε τὰ πράγματα καὶ τοὺς ἔθεσε εἰς τὴν θέσιν των. Ἐπανέρχομαι εἰς τὸ ζήτημα. Ἐπίσκοποι ἄλλοι οἱ ὁποῖοι διὰ πολὺ ἐλαφρότερα παραπτώματα κατηγγέλθησαν, ἐδικάσθησαν καὶ κατεδικάσθησαν, πολλοὶ δὲ μὲ βαρυτέρας ἀποφάσεις, ὁ ἐπίσκοπος διὰ τὸν ὁποῖον ἐγὼ σᾶς παρουσίασα κατ’ ἐπανάληψιν ἐγκυκλίους διὰ τῶν ὁποίων διέδιδε τότε τὸ μῖσος ἐναντίον τῆς κοινωνίας, τὴν ἀπέχθειαν ἐναντίον τῆς πατρίδος, ἐδίδασκε τὸν ἀλληλοσπαραγμόν, ἐξεφράζετο μὲ τὰς μεγαλυτέρας ὕβρεις ἐναντίον ἐκείνου τὸν ὁποῖον τὸ κράτος τὸ Ἑλληνικὸν θεωρεῖ ὡς τὸ ἴνδαλμά του, ὡς σωτῆρα του, ὡς τὸν μέγιστον εὐεργέτην του, νομίζω ὅτι ἦτο ἐπιβεβλημένον νὰ προσαχθῇ εἰς δίκην καὶ ἀποδειχθῶσι ταῦτα. Οἱ ἐπίσκοποι ὑποστηριζόμενοι εἰς μίαν διάταξιν τοῦ κανονικοῦ δικαίου ἐξέδωκαν ἀπόφασιν κατὰ τὴν ὁποίαν οὔτε εἰς δίκην εἰσήγαγον τὸν μηνυόμενον ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι δὲν εἶχε τὸ ἀδιάβλητον ὁ μηνυτής. Ἀλλὰ ἡ ἀπόφασις αὕτη εἶναι ἐκείνη ἡ ὁποία καταδικάζει αὐτοὺς διότι τοῦ ἐπισκοπικοῦ δικαστηρίου μετεῖχον καὶ ἐπίσκοποι τῶν ὁποίων μόλις τὴν προηγουμένην εἶχε λήξει ἡ ποινή. Ἑπομένως πῶς ἐξέδιδον ἀπόφασιν ὅτι δὲν δικάζουν ἐπίσκοπον μηνυόμενον ὑπὸ ἀνθρώπου μὴ ἀδιαβλήτου ἐνῷ αὐτοὶ ἦσαν οἱ περισσότερον παντὸς ἄλλου διαβεβλημένοι. Λοιπὸν θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ εἰσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον νὰ τῷ δίδει τὸ δικαίωμα νὰ ἀνακαλέσῃ τὴν ἀπόφασιν αὐτήν. Ἀλλ’ ἔχω καὶ ἄλλο παράπονον κατὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν ἐχειρίσθη τὴν ὑπόθεσιν ὡς ἔπρεπε, δὲν θέλω νὰ πιστεύσω ὅτι ἐμερολήπτησεν, ὡς θέλουν νὰ μὲ βεβαιώσουν ἀλλ’ ὁπωσδήποτε ἀφίνουν τὰ πράγματα ἐν ἐμοὶ λυπηρὰν τὴν ἐντύπωσιν διότι ἐν πρώτοις ἀνέβαλε τὴν ἐνέργειαν ἥτις ἐπεβάλλετο νὰ ἐπισπευθῇ, ἐκτὸς τούτου ἀντὶ νὰ ἀποστείλῃ ἀρχιερέα διὰ τὴν ἀνάκρισιν ἀπέστειλε τὸν Β. Ἐπίτροπον. Ὄχι διότι εἰς τὸ κῦρος τοῦ Β. ἐπιτρόπου δὲν ἔχω πεποίθησιν.
§17Θ. ΦΙΛΙΟΣ. Καλύτερα νὰ στέλλεται Β. Ἐπίτροπος.
§18Θ. ΠΑΠΑΣΤΡΑΤΗΣ. Ἐγὼ θέλω νὰ ἐφαρμόζεται ὁ κανονικὸς νόμος, νὰ στέλλεται ἀρχιερεὺς ὄχι ὁ Β. Ἐπίτροπος ὁ ὁποῖος δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐνεργήσῃ ὡς ὁρίζει ὁ νόμος ἀλλὰ μόνον διοικητικῶς. Αὐτὸ εἶναι τὸ δίκαιον καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς ὀφείλει νὰ ἐξετάσῃ ἂν αἱ καταγγελίαι αἱ ὁποῖαι ὑποβάλλονται εἶναι ἢ δέν εἶναι βάσιμοι, ὁ ἐπίσκοπος ἐκεῖνος ὑπέπεσεν εἰς τὸ ἔγκλημα διὰ τὸ ὁποῖον τὸν καταγγέλουν.
§19Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. Τοῦτο τὸ ἐξήτασεν, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἡ Σύνοδος δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν οὐσίαν ἐσταμάτησεν.
§20Θ. ΠΑΠΑΣΤΡΑΤΗΣ. Ἐγὼ παρουσιάζω τὸ σῶμα τοῦ ἐγκλήματος καὶ ἐφ’ ὅσον ὁ ἐπίσκοπος δὲν μὲ καταγγέλει ὡς πλαστογράφον ἢ ὡς καταγγείλαντα ψευδῶς, ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιμένω. Διατὶ δὲν μὲ καταγγέλει;
§21Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. Ἀπὸ μεγάλην του καλωσύνην.
§22Θ. ΠΑΠΑΣΤΡΑΤΗΣ. Ἐπειδή, κύριε Ὑπουργέ, μοῦ καταγγέλεται ὅτι σεῖς ἐνδιαφερόμενος ὑπὲρ τοῦ ἐπισκόπου ἐκείνου, ἐλάβατε μέρος καὶ ὅτι εἰς τὸν εἰσηγητὴν τὸν ὁποῖον διατάξατε νὰ ἐνεργήσῃ εἴχατε συστήσει ἐντόνως τὰς ἀνακρίσεις ἐκείνας νὰ κάμῃ ὅσον τὸ δυνατὸν κατὰ τοιοῦτον τρόπον ὥστε τὸ βούλευμα νὰ εἶναι ἀπαλλακτικὸν διὰ τὸν ἐπίσκοπον ἐκεῖνον.
§23Δ. ΔΙΓΚΑΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν). Σεῖς τὰ υἱοθετεῖτε αὐτὰ τὰ πράγματα.
§24Θ. ΠΑΠΑΣΤΡΑΤΗΣ. Ἐγὼ λέγω ὅ,τι μὲ ἐβεβαίωσαν καὶ ἐπειδὴ ἐν πάσῃ περιπτώσει τὸ ὅτι ὁ ἐπίσκοπος ἐκεῖνος εἶναι οἷος τὸν καταγγέλω, εἶναι ἀπόδειξις ὅτι δὲν εὑρίσκει πουθενὰ ἀλλοῦ ὑποστήριξιν καὶ συμμάχους παρὰ εἰς τὴν ἀντιπολίτευσιν. Ὁ ἐπίσκοπος ἐκεῖνος δὲν εἶναι ἄλλο παρὰ ἕνα παρασκεύασμα τῆς ἐποχῆς ἐκείνης τῆς φαυλοκρατικῆς. Νομίζω, ὅτι εἰς τὴν περίστασιν ταύτην δὲν ἔπρεπε νὰ μείνῃ οὔτε ἐπὶ στιγμήν.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἔχει τὸν λόγον.
§26Δ. ΔΙΓΚΑΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν). Κύριοι Βουλευταί, τὸ ζήτημα τοῦ ἐπισκόπου Χαλκίδος καὶ τῆς δίκης τῆς σχετικῆς ἔρχεται διὰ πολλοστὴν φορὰν ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς διὰ τῆς σημερινῆς ἐπερωτήσεως. Εἶχον τὴν τιμὴν κατὰ τὰς προηγουμένας ἐπιβληθείσας ἐπερωτήσεις νὰ δώσω ὡρισμένας ἐξηγήσεις, τὰς ὁποίας ἀναγκάζομαι νὰ ἐπαναλάβω καὶ πάλιν σήμερον. Ἐνθυμεῖσθε, ὅτι τότε γενομένης συζητήσεως εἶπον, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη ὑποβολῆς μηνύσεως κατόπιν τῆς ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς γενομένης καταγγελίας κατὰ τοῦ ἐπισκόπου Χαλκίδος, ἀλλ’ ὅτι θὰ ζητηθῶσιν ἀπὸ τὸ Προεδρεῖον ἀντίγραφα τῆς ἀγορεύσεως τοῦ Συναδέλφου, τὰ ὁποῖα θὰ διεβιβάζοντο ὅπως χρησιμεύσουν ὡς καταγγελία εἰς τὸ Ἀνώτατον Ἐκκλησιαστικὸν Δικαστήριον, ἁρμόδιον νὰ ἐπιληφθῇ τῆς ὑποθέσεως ταύτης. Τοῦτο ἀκριβῶς ἐγένετο, Ἐπίσης ὁ κ. Συνάδελφος ἐμέμφθη, ὅτι ἐν ᾧ εἰς ὅλας τὰς ὑποθέσεις ἐστάλη ἐπίσκοπος ἀνακριτὴς εἰς τὴν προκειμένην ἐστάλη ὁ Βασιλικὸς Ἐπίτροπος. Διὰ τὴν πρᾶξιν μου αὐτὴν ἔπρεπε εὐχαριστίας νὰ δεχθῶ, διότι ἔδειξα περισσότερον ἐνδιαφέρον ἀποστείλας τὸν Βασιλικὸν Ἐπίτροπον. Ἡ ἀνάκρισις, ἡ ὁποία ἐγένετο διὰ τοῦ κ. ἐπιτρόπου ἦτο προανάκρισις διοικητική, τὴν ὁποίαν ἐνόμισα, ὅτι ἔπρεπε νὰ κάμῃ, ἐφ’ ὅσον ἡ καταγγελία ὑπεβλήθη τόσον ἐπισήμως ἐναντίον τοῦ ἐπισκόπου ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς. Ἡ προανάκρισις αὐτὴ δὲν προδικάζει καθόλου τὴν ἀπόφασιν τοῦ δικαστοῦ, ἀλλὰ ὑποβοηθεῖ τὰς ἀνακρίσεις τὰς ὑπὸ τοῦ δικαστοῦ. Ἁπλῶς χρησιμεύει διὰ νὰ ὑπάρχῃ μία διαφώτισις τῆς ὑποθέσεως ἐκ τῶν προτέρων πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν. Τὸ δικαστήριον ἐπελήφθη τῆς ὑποθέσεως διορίσαν ἀνακριτὴν τὸν Μητροπολίτην Λήμνου. Ἐλέχθη κατὰ τὴν προηγουμένην συνεδρίασιν, ὅτι ἐξεδόθη ἀπόφασις τοῦ δικαστηρίου, τὴν ὁποίαν ἐμνημόνευσεν ὁ κ. συνάδελφος, διὰ τῆς ὁποίας ἐθεωρήθη ἀπαράδεκτος ἡ μήνυσις ἡ ὑποβληθεῖσα ἕνεκα τῶν λόγων τοὺς ὁποίους ἐμνημόνευσεν ὁ κ. συνάδελφος. Ἐν τῇ προκειμένῃ περιπτώσει συνέβη τὸ ἑξῆς, κύριοι: Ἡ ἀπόφασις τοῦ Δικαστηρίου ἐξεδόθη τὴν 7ην Αὐγούστου ἡμέραν ἀκριβῶς κατὰ τὴν ὁποίαν ἔπαυσαν αἱ ἐργασίαι τοῦ Ἀνωτάτου Ἐκκλησιαστικοῦ Δικαστηρίου, δυνάμει Διατάγματος ἐκδοθέντος συμφώνως πρὸς τὸν σχετικὸν νόμον, διότι, ὅπως γνωρίζετε, τὸ Ἀνώτατον Ἐκκλησιαστικὸν Δικαστήριον δὲν εἶναι μόνιμον, λειτουργεῖ ὁσάκις ὑπάρχουσιν ἐκκρεμεῖς ὑποθέσεις. Ἐπὶ πλέον τὴν ἡμέραν ἐκείνην δὲν εὑρισκόμην καὶ προσωπικῶς ἐν Ἀθήναις καίτοι βεβαίως ἡ προσωπική μου παρουσία δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἔχῃ ἄλλα ἀποτελέσματα, ἐφ’ ὅσον τὸ Διάταγμα εἶχεν ἐκδοθῆ καὶ εἶχον λήξει αἱ ἐργασίαι τοῦ Δικαστηρίου. Εἶναι γνωστὸν δὲ ὅτι οἱ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ μητροπολῖται δὲν δοσιδικοῦν ἐνώπιον τῶν κοινῶν δικαστηρίων, ἀλλ’ ἐνώπιον τῶν ἐκκλησιαστικῶν, τὰ ὁποῖα συγκροτοῦνται κατὰ τοὺς ἱεροὺς κανόνας ἐξ ἀρχιερέων. Οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ μεταβάλωμεν τὸν θεσμόν. Αὐτὴ εἶναι ἡ καθόλου σταδιοδρομία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ἡ ὁποία δὲν ἀφήνει κανὲν σκοτεινὸν σημεῖον. Ἀλλ’ ὁ κ. συνάδελφος ὑπηνέχθη καὶ ἄλλο· ὅτι τὸν ἐπληροφόρησαν, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας ἔλαβεν ἐνεργὸν ἀνάμιξιν εἰς τὸ ζήτημα αὐτὸ καὶ ὅτι συνηγόρησα ὑπὲρ ἀθωώσεως τοῦ ἐπισκόπου Χαλκίδος. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. συνάδελφον ἐφ’ ὅσον τοιαῦτα ἐλέχθησαν καὶ ἔφθασαν μέχρι σημείου νὰ τὰ εἴπῃ ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς νὰ μὲ πληροφορήσῃ περὶ τῶν προσώπων τὰ ὁποῖα τὰ ἐπληροφόρησαν καὶ ἔχω καθῆκον κατὰ τῶν προσώπων αὐτῶν νὰ λάβω ὡρισμένα μέτρα. Θέλω νὰ δώσω τὴν ἑξῆς πληροφορίαν διότι ἀνέφερε τὸν Μητροπολίτην Λήμνου. Τὸν Μητροπολίτην Λήμνου τὸν εἶδον ἀκριβῶς ἀλλὰ μετὰ τὴν ἔκδοσιν τῆς ἀποφάσεως ὅτε ἦλθεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ἵνα μὲ ἀποχαιρετήσῃ ἀπερχόμενος εἰς τὴν ἐπαρχίαν του. Τοῦ ἐξέφρασα τὴν δυσφορίαν μου διότι εἶδον ἐκ τῶν ἐφημερίδων ὅτι ἐξεδόθη ἀπόφασις στηριζομένη ἐπὶ ἑνὸς κανόνος τὸν ὁποῖον ἐγὼ ὁμολογῶ ὅτι τὸν εἶχον λησμονήσει· μοῦ εἶπεν ὅτι δὲν εἶναι ἀληθὴς ἡ παρατήρησις καὶ ἡ δυσφορία τὴν ὁποίαν ἐκφράζω, διότι ὁ κανὼν αὐτὸς ὁ ἱερὸς εἶναι ἐν ἰσχύϊ, τὸ δὲ ἐκκλησιαστικὸν δικαστήριον δὲν τὸν ἐφήρμοσε μόνον ἐν τῇ προκειμένῃ περιπτώσει ἀλλ’ ἔχει σειρὰν ἀποφάσεων αἱ ὁποῖαι στηρίζονται εἰς αὐτόν.
§27Θ. ΠΑΠΑΣΤΡΑΤΗΣ. Τὸ ἀδιάβλητον εἶναι μόνον διὰ τοὺς μηνυτὰς καὶ ὄχι διὰ τοὺς δικαστάς.
§28Δ. ΔΙΓΚΑΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν). Ἔχει σειρὰν ἀποφάσεων ὅτι ὁ κανὼν εἶναι ἐν ἰσχύϊ καὶ δὲν δέχεται οὐδεμίαν μήνυσιν ἐφ’ ὅσον δὲν ἔχει αὐτὸς τὸ ἀδιάβλητον.
§29Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργὸς). Μοῦ ἐπιτρέπετε νὰ μάθω διὰ τίνα λόγον ἐθεώρησε τὸ ἐκκλησιαστικὸν δικαστήριον ὅτι ἡ μήνυσις αὕτη δὲν ἠδύνατο νὰ προχωρήσῃ διότι ὁ μηνυτὴς ἦτο διαβεβλημένος;
§30Δ. ΔΙΓΚΑΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν). Διότι ἔφερεν εἰς βάρος του ἀπόφασιν ποινικοῦ δικαστηρίου.
§31Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Καὶ ἐθεώρησε τοιοῦτον τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν Χαλκίδος; Θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ ἐκφράσω τὴν λύπην μου διότι τὸ ἐκκλησιαστικὸν δικαστήριον ἐνόμισεν ὅτι ἠδύνατο νὰ στηριχθῇ εἰς αὐτὸν τὸν κανόνα διὰ νὰ θεωρήσῃ διαβεβλημένην τὴν μήνυσιν τὴν ὑποβληθεῖσαν ὑπὸ ἑνὸς τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ λαοῦ ὁ ὁποῖος ἔτυχε νὰ εἶναι καταδιωκόμενος μάλιστα καὶ δι’ αἰτίαν τὴν ὁποίαν γνωρίζετε. Θὰ εἶναι περιττὸν νὰ σᾶς εἴπω ὅτι δὲν ἔχετε μόνον συνάδελφον κατάδικον, ἀλλὰ ἔχετε καὶ ἀρχηγὸν τῆς Κυβερνήσεως κατάδικον καὶ εἰδικώτερον ἡ καταδίκη ἡ ἰδική μου εἶναι ὅτι διὰ τὸν πρώην Μητροπολίτην ἢ καὶ νῦν Μητροπολίτην Κρήτης ὁ ὁποῖος εἶχε πάει εἰς τὰς ἐκλογὰς καὶ ἔλεγεν ὅτι «ὅποιος ψηφίσῃ Βενιζελικὸν θὰ γίνῃ μαύρη ἡ ψυχὴ καὶ τὸ σῶμα του ὅπως τὸ ράσο μου» ἔγραψα ὀλίγας λέξεις δριμείας ἴσως πραγματικῶς καὶ κατεδικάσθην δι’ αὐτό, ἀλλὰ δὲν νομίζω ὅτι ἀπὸ αὐτὸ θίγεται ἡ τιμή μου. Νομίζω λοιπὸν ὅτι ἦτο ἐπιβεβλημένον λαμβάνων γνῶσιν τοῦ πράγματος νὰ ἐκφράσω τὴν λύπην μου καὶ τὴν ἀπορίαν διατὶ τὸ ἐκκλησιαστικὸν δικαστήριον ἐνόμισεν ὅτι ἠδύνατο νὰ ἀπορρίψῃ καταγγελίαν ὑποβληθεῖσαν ὑπὸ ἑνὸς τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ λαοῦ, διότι ἐθεώρησεν ὅτι ὁ ἀντιπρόσωπος ἐκεῖνος δὲν εἶχε τὴν ἠθικὴν ὑπόστασιν τὴν ἀναγκαίαν διὰ νὰ ὑποβάλῃ μίαν καταγγελίαν. (Χειροκροτήματα).
§32Δ. ΔΙΓΚΑΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν). Ἀκριβῶς διὰ τὸν λόγον τοῦτον πρὸ ὀλίγου ἐδήλωσα ὅτι ἐὰν δὲν συνέπιπτεν ἡ λῆξις τῶν ἔργων τοῦ δικαστηρίου θὰ ἐπανείρχετο τὸ ζήτημα δι’ ἐγγράφου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Δυστυχῶς συνέπεσεν ἡ λῆξις τοῦ ἔργου τοῦ δικαστηρίου διὰ δημοσιεύσεως διατάγματος τὸ ὁποῖον προηγουμένως εἶχεν ὑπογραφῆ καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀνασταλῇ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει δὲν ἔληξε κατ’ οὐσίαν τὸ ζήτημα καὶ δι’ αὐτὸ εἶπον πρὸ ὀλίγου ὅτι ἐξέφρασα τὴν δυσφορίαν τὴν πρώτην στιγμήν, καθ’ ἣν συνηντήθην μὲ τὸν εἰσηγητήν, τὸν Μητροπολίτην Λήμνου.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ζαβιτζιᾶνος ἔχει τὸν λόγον.
§34Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. Ἐγώ, κύριοι βουλευταί, ἐπεθύμουν ἁπλῶς νὰ διαμαρτυρηθῶ διὰ τὴν τακτικὴν ἡ ὁποία ἐνεργεῖται καὶ διὰ τῆς ὁποίας διασύρεται ἡ ὑπόληψις ἀνωτάτου ἐκκλησιαστικοῦ λειτουργοῦ διαρκῶς ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τετράκις καὶ πεντάκις μέχρι τοῦδε. Ὑπεβλήθη μία μήνυσις παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου κυρίου συναδέλφου κατὰ τοῦ ἐπισκόπου Χαλκίδος ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι δι’ ὡρισμένης ἐγκυκλίου τὴν ὁποίαν ἔκαμε κατὰ τὴν ἐποχὴν τῶν Νοεμβριανῶν, καθ’ ἃ λέγει, ἐξῆψε τὰ πνεύματα καὶ προεκάλεσε σκηνάς. Ἡ ὑπόθεσις αὕτη προεκάλεσεν ἀληθῆ ἀναστάτωσιν εἰς τὴν Εὔβοιαν. Ὁλόκληρος ὁ κλῆρος, ὅλαι αἱ κοινότητες, ὅλοι ἐξεμάνησαν καὶ οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς Εὐβοίας πρωτοστατοῦντος τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου κ. Ἀβέρωφ διεμαρτυρήθησαν κατὰ τῆς τακτικῆς αὐτῆς.
§35Γ. ΑΒΕΡΩΦ. Τακτικῶς ἐκβιαστικῶς, διότι ἐκβιάζεται τὴν στιγμὴν ταύτην ὁ ἐπίσκοπος Χαλκίδος νὰ ὑποκύπτει εἰς τὰς ὀρέξεις ἑνὸς κ. Βουλευτοῦ.
§36Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. Ἐναντίον ἑνὸς ἐπισκόπου, ὁ ὁποῖος ἐχρησιμοποιήθη παρὰ τῆς Κυβερνήσεως ὅπως ἀποκατασταθῇ ἡ τάξις ἐκείνη, τὴν ὁποίαν ἐποθοῦσεν ἡ Κυβέρνησις. Ὁπωσδήποτε ὑποβάλλεται ἡ μήνυσις, ἀπασχολεῖται ἡ Βουλὴ τρὶς ἢ τετράκις, διεξάγονται ἀνακρίσεις καὶ γίνεται μία πρότασις διὰ τῆς ὁποίας ὁ εἰσηγητὴς ἀναφέρει ὅτι ἡ πρᾶξις δὲν ἀποδεικνύεται οὐδὲ πόρωθεν καὶ ἐπὶ πλέον προτείνει τὸ ἀπαράδεκτον, ἐπειδὴ ὁ μηνυτὴς κατεδικάσθη. Ἡ Σύνοδος δὲν ἠξεύρω διατὶ, στενῶς ἑρμηνεύουσα τοὺς κανόνας .....
§37Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δυστυχῶς πολὺ στενῶς.
§38Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. Δὲν ἐπελήφθη τῆς οὐσίας τῆς ὑποθέσεως, ὅπως ἄλλως τε ὑπῆρχε καὶ πρότασις νὰ ἐπιληφθῇ. Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως αὐτοῦ ἂν ὑπάρχει τὶ τὸ μεμπτὸν ὑπάρχει ἐν τῇ ἀναμίξει τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, διότι ἐξ ἐκείνων τὰ ὁποῖα ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐξέθεσεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἀπέδειξεν ὅτι δὲν ἐτήρησεν ἀπέναντι τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ δικαστηρίου τὴν πρέπουσαν τάξιν καὶ δὲν ἐσεβάσθη τὴν πλήρη αὐτοτέλειαν τῆς ἐκκλησιαστικῆς ποινικῆς δικαιοσύνης εἰς ἣν καὶ μόνον ἀνήκει ἡ ἐνάσκησις τῆς ποινικῆς ἀγωγῆς. Ἡ ἐνέργεια τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἀπέδειξεν ὑπερβολικὸν ζῆλον ἀκριβῶς πρὸς ἀποκάλυψιν τῶν λόγων καὶ τῶν ἐννοιῶν τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ἀλλὰ δὲν ἀπέδειξεν τὴν ὀφειλομένην εὐλάβειαν, τὴν ὁποίαν ὤφειλεν ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ εἶχε τηρήσῃ ἀπέναντι τῆς πλήρους καὶ τελείας ἀνεξαρτησίας τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς. Ὡς πρὸς τὴν δρᾶσιν τοῦ ἐπισκόπου ἁρμοδιότερος θὰ ἦτο νὰ ὁμιλήσῃ ὁ κ. Ἀβέρωφ, εἰς τὴν ἰδιαιτέραν ἐπαρχίαν τοῦ ὁποίου ἀπὸ ἐτῶν λίαν χριστιανικῶς καὶ ἐπ’ ἀγαθῷ τῆς ἐκκλησίας ἐκτελεῖ τὰ καθήκοντα αὑτοῦ ὁ ἐπίσκοπος Εὐβοίας.
§39Ν. ΞΗΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ αἰτιολογικοῦ τῆς ἀποφάσεως καὶ διὰ τὴν ἀναξιότητα, τὴν ὁποίαν ἐδέχθη προκειμένου περὶ Βουλευτοῦ, τί λέγετε;
§40Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. Εἶμαι τελείως σύμφωνος εἰς αὐτὸ καὶ εἶπον, ὅτι θὰ ἠδύνατο νὰ ἐπιληφθῇ τῆς οὐσίας.
§41Θ. ΠΑΠΑΣΤΡΑΤΗΣ. Εἶμαι εὐτυχής, κ. Βουλευταί, διότι ὁ πρῶτος ὑπερασπιστὴς τοῦ ἁγίου Χαλκίδος, παρίσταται τὴν ἑσπέραν ταύτην, καὶ ὑποβάλλω τὸ ἑξῆς ἐρώτημα: Τὰς ἐγκυκλίους ἐκείνας, ἀξιότιμε κ. συνάδελφε, τὰς ἔγραψε καὶ τὰς ἔθηκεν εἰς κυκλοφορίαν ὁ ἅγιος Χαλκίδος ὑπὸ τὸ κράτος τῆς βίας καὶ τῆς ἀπειλῆς καὶ ὑπὸ τὸ περίστροφον τῶν ἐπιστράτων ὅπως τότε ἰσχυρίσθητε. Ναὶ ἢ ὄχι;
§42Γ. ΑΒΕΡΩΦ. Σᾶς ἀπήντησεν ἡ εἰσήγησις τοῦ κ. Γαλανοῦ, ἡ ὁποία δύναται νὰ κατατεθῇ εἰς τὴν Βουλήν.
§43Θ. ΠΑΠΑΣΤΡΑΤΗΣ. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. συνάδελφος νὰ τοῦ ἀναφέρω τὴν ἀπάντησιν, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν αὐτὸς ὁ ἴδιος ἀπολογούμενος ἐπίσκοπος, ὁ ὁποῖος ἠρνήθη ἐντελῶς τὴν ὕπαρξιν τῶν ἐγκυκλίων. Εἶπεν, ὅτι οὔτε γνωρίζει, οὔτε συνέγραψε ἐγκυκλίους.
§44Γ. ΑΒΕΡΩΦ. Καὶ διὰ τοῦτο δύναμαι ἐγὼ νὰ ἰσχυρισθῶ, ὅτι μὲ τὰ περίστροφα τῶν ἐπιστράτων ἐγράφησαν. Γνωρίζω τὰ αἰσθήματα τοῦ ἐπισκόπου Χαλκίδος καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι ἦτο ἀδύνατον νὰ γράψῃ καλῶς ἔχων τὰς ἐγκυκλίους αὐτάς. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι ἰδικαί του.
§45Θ. ΠΑΠΑΣΤΡΑΤΗΣ. Θέλετε νὰ πιστέψω, κύριε συνάδελφε, ὅτι χείλη ἱερέως ψεύδονται; ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ψεύδεται καὶ κάποιος. Ἰσχυρίσθη καὶ τότε ὅτι ὑπὸ τὸ κράτος τῆς βίας, ὑπὸ τὸ κράτος τῆς ἀπειλῆς, ὑπὸ τὸ περίστροφον τῶν ἐπιστράτων ἠναγκάσθη νὰ συντάξῃ καὶ ἐκδώσῃ τὴν ἐγκύκλιον ἐκείνην. Ὁ ἐπίσκοπος τώρα ἀπολογούμενος εἶπεν, ὅτι οὔτε συνέταξε, οὔτε τὴν εἶδεν, οὔτε γνωρίζει κἂν τὶ περὶ τῆς ἐγκυκλίου ταύτης. Λοιπὸν ποία εἶναι ἡ ὀρθοτέρα γνώμη;
§46Γ. ΑΒΕΡΩΦ. Ὀρθοτέρα εἶναι ἡ γνώμη τοῦ ἐπισκόπου Χαλκίδος.
§47Θ. ΠΑΠΑΣΤΡΑΤΗΣ. Ἐνόμιζεν ὁ ἐπίσκοπος, ὅτι ἡ ἐγκύκλιος αὕτη θὰ ἐκυκλοφόρει μόνον διὰ τῶν καλογήρων ἢ τοῦ ἡγουμένου, οἱ ὁποῖοι κατεδικάσθησαν ἐπὶ δυσμενείᾳ κατὰ τοῦ καθεστῶτος ἐξ αἰτίας τοῦ ἐπισκόπου καὶ ὅτι δὲν θὰ ἐκυκλοφόρουν καὶ εἰς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἦσαν σύμφωνοι μὲ τὰς γνώμας του. Ὅλους τοὺς ἔστειλεν εἰς τὴν φυλακὴν, αὐτὸς δὲ ὁ κύριος καὶ ἠθικὸς ὑπεύθυνος εἶναι ἐλεύθερος. Ἐν πάσει περιπτώσει ὑπάρχει ἓν σῶμα ἐγκλήματος καὶ εἴτε σεῖς εἴπετε, ὅτι τὴν συνέταξεν ἐκεῖνος ἢ ὄχι τὴν ἐγκύκλιον ταύτην, ὑπάρχει ἀποδεδειγμένον, ὅτι τὸ ἔγκλημα ὑφίσταται καὶ ἂν αὐτὸς δὲν εἶναι ὁ συντάκτης, εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ καταγγείλῃ τὴν πρᾶξιν, ὅτι ἐγὼ ἔθεσα ταύτην εἰς κυκλοφορίαν, ἐφ’ ὅσον δὲ δὲν τὸ κάμνει αὐτὸ, σημαίνει, ὅτι ἐγὼ δὲν τὸ ἔκαμον καὶ ἀποδεικνύει ὅτι εἶναι ἔνοχος καὶ θὰ δώσῃ λόγον δι’ αὐτό.
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χρυσοστάλλης ἔχει τὸν λόγον.
§49Δ. ΧΡΥΣΟΣΤΑΛΗΣ. Θὰ παρέλειπον καθῆκον ἀπέναντι τῆς συνειδήσεώς μου, ἂν δὲν ἀνεμιγνυόμην εἰς τὰ τῆς ὑποθέσεως ταύτης. Ὁ ἐπίσκοπος Χαλκίδος ἐὰν εἶναι ἔνοχος τῆς ἀποδιδομένης αὐτῷ πράξεως, ὅτι ἐξέδωκεν ἐγκύκλιον κατὰ τὴν ἐποχὴν τῶν Νοεμβριανῶν κατὰ τοῦ Προέδρου τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως, τὴν ὁποίαν δὲν ἀνέγνωσα κἂν, ἂν καὶ ὁμολογῶ, ὅτι διαμένω ὄχι μακρὰν τῆς Χαλκίδος καὶ εἰς κεντρικώτατον μέρος, εἰς τὸ Ἀλιβέριον, ὅπου συχνάκις διέρχονται ἱερεῖς ἐκ τοῦ φαρμακείου μου καὶ δὲν ἔλαβον γνῶσιν καὶ νομίζω, ὅτι εἶναι ἄδικος ἡ κατηγορία αὕτη, ὅτι ἐκυκλοφόρησεν ἡ ἐγκύκλιος ἐκείνη, ἀλλὰ ἂν λέγω, εἶναι ἔνοχος ὅτι συνέταξε τὴν ἐγκύκλιον ἐκείνην, πιθανῶς θὰ τὸ ἔκαμε κατόπιν βίας καὶ ἠναγκάσθη νὰ ὑποκύψῃ καὶ ν’ ἀποστείλῃ τοιαύτην ἐγκύκλιον. Ἀλλὰ δὲν ἀνεμίχθη ὁ καϋμένος παντάπασι, ὁ δὲ κ. συνάδελφος νὰ μὴ διαμαρτύρεται καὶ προκαλεῖ ἐκ νέου ζητήματα κατὰ τῆς ἀποφάσεως τῆς ἐκδοθείσης ἤδη.
§50Γ. ΑΒΕΡΩΦ. Ἐγὼ παρακαλῶ τὸν κ. συνάδελφον νὰ βεβαιώσῃ, ἂν ὁ ἐπίσκοπος Χαλκίδος δὲν λατρεύεται ὑπὸ ὅλου τοῦ ποιμνίου του.
§51Δ. ΧΡΥΣΟΣΤΑΛΗΣ. Ὁμολογῶ, ὅτι ὁ ἐπίσκοπος αὐτὸς ἀπολαύει πάσης ὑπολήψεως. Λυποῦμαι, ἐπαναλαμβάνω καὶ πάλιν, διότι ἠναγκάσθην νὰ ἐπέμβω καθ’ ὅσον φιλικώτατα συνδέομαι μὲ τὸν κ. Παπαστρατῆν, ἐνῷ μὲ τοὺς ἄλλους συναδέλφους οὐδὲ κἂν συνδέομαι.
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Ἀργυρὸς παρακαλεῖ τοὺς κ. κ. Ὑπουργοὺς Στρατιωτικῶν καὶ Δικαιοσύνης ὅπως εὐαρεστηθοῦν καὶ διατάξουν τὴν ἐκ τῶν φυλακῶν Ἰτζεδίου τῆς Κρήτης μεταφορὰν τῶν κρατουμένων Σαγιᾶ καὶ Μερκούρη λόγῳ τῶν ἀνθυγιεινῶν ὅρων τῆς ἐκεῖ διαμονῆς των πληροφορήσουν τὴν Βουλὴν καὶ ἂν ἔχετε ἀληθείας τὸ δημοσιευθέν, ὅτι ἀπέθανεν ἐν ταῖς εἰρημμέναις φυλακαῖς ὁ συγκατακρατούμενος Κ. Κωνσταντινόπουλος.
§53Α. ΑΡΓΥΡΟΣ. Ἐὰν εἶναι δυνατὸν νὰ δώσῃ κἄποιαν ἀπάντησιν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης.
§54Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν ἔχω ὑπηρεσιακὴν ἀφορμὴν διὰ νὰ διατάξω τὴν τοιούτου εἴδους μεταφοράν.
§55Α. ΑΡΓΥΡΟΣ. Κύριε Ὑπουργέ, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συστήσετε, ὅπως μεταφερθοῦν εἰς ἄλλας ὑγιεινοτέρας φυλακάς; Ἐγνώσθη τώρα τελευταίως, ὅτι καὶ ὁ κατάδικος Κωνσταντινόπουλος εἶναι ἀσθενὴς ἐκ στηθάγχης καὶ μάλιστα ἐδημοσιεύθη καὶ ὅτι ἀπέθανε, ἀλλὰ νεώτεραι πληροφορίαι διέψευσαν τὸ τελευταῖον τοῦτο γεγονός. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λάβητε μίαν πρόνοιαν;
§56Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Δύνανται ν’ ἀναγράφωσιν αἱ ἐφημερίδες θανάτους καθ’ ἡμέραν καταδίκων καὶ τὴν ἄλλην ἡμέραν ν’ ἀποδεικνύωνται ψευδεῖς. Τὸ ἀκριβὲς εἶναι, ὅτι δὲν ἀπέθανεν ὁ κατάδικος, περὶ τοῦ ὁποίου ἐγράφη ὅτι ἀπέθανεν. Καὶ ἤδη ἐρωτᾶτε ἐὰν ἔχω ἀφορμὴν νὰ διατάξω τὴν μεταγωγήν των λόγῳ ὅτι ἠσθένησαν καὶ ὅτι εἶναι εἰς ὑγρὰ δωμάτια, καὶ σᾶς ἀπαντῶ ὅτι δὲν εἶναι εἰς ὑγρὰ δωμάτια καὶ ὅτι δὲν ἔχω ὑπηρεσιακὴν ἀφορμὴν νὰ διατάξω τὴν μεταγωγήν. Αὐτὰ ποὺ λέγετε δίδετε ἀφορμὴν εἰς τὸν Ὑπουργὸν νὰ ἐρωτήσῃ.
§57Χ. ΒΑΣΙΛΑΚΑΚΗΣ. Αἱ ὑγιεινότεραι φυλακαὶ εἶναι αἱ φυλακαὶ τοῦ Ἰτζεδίν.
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Σοκόλης ἐπερωτᾷ διατὶ ἐξακολουθοῦν ἀκόμη εὑρισκόμενοι ἐν ἀπελάσει διάφοροι πολῖται οἷοι ὁ κ. Πύρρος Γιαννόπουλος καὶ ὁ κ. Χρ. Μητσόπουλος, ἐνῷ ἄλλοι ἀνεκλήθησαν ἐκ τῆς ἀπελάσεως.
§59Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡμεῖς δὲν θέλωμεν νὰ παρακωλύσωμεν τὸ ἔργον τὸ νομοθετικὸν τῆς Βουλῆς ἀλλ’ ἠθέλομεν παρακαλέσει ὑμᾶς νὰ ὁρισθῇ μία ἡμέρα, κατὰ τὴν ὁποίαν νὰ συζητηθοῦν αἱ ἐπερωτήσεις.
§60Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Πρόεδρε πρέπει νὰ δοθῇ ἡ ἐξήγησις, ὅτι ἐφ’ ὅσον ἐκ τῆς ἀντιπολιτεύσεως ἐπιμένουν νὰ γίνῃ συζήτησις ἐπὶ ἐπερωτήσεως δὲν ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ ἐμποδίσωμεν αὐτούς. Ἐγὼ εἶχον τὸ δικαίωμα νὰ ἀπευθύνω πρὸς τοὺς φίλους μου βουλευτὰς τὴν παράκλησιν νὰ ἀποσύρωσι τὰς ἐρωτήσεις των διὰ νὰ προχωρήσωμεν, ἀλλὰ βεβαίως ἡ ἀντιπολίτευσις δὲν δύναται νὰ δεσμευθῇ εἰς τὴν ἄσκησιν τοῦ ἐλέγχου αὐτῆς. Ἐφ’ ὅσον λοιπὸν ἡ ἀντιπολίτευσις νομίζει ὅτι πρέπει θέμα τι ἐπερωτήσεως νὰ τὸ συζητήσωμεν σήμερον καὶ ὄχι αὔριον, βεβαίως θὰ τὸ συζητήσωμεν.
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βεβαίως. Ὁ κ. Σοκόλης ἔχει τὸν λόγον.
§62Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Ὀλίγας λέξεις, κύριοι θὰ εἴπω ἐπὶ τοῦ θέματος, τὸ ὁποῖον μετὰ τὰς δηλώσεις τοῦ ἀξιοτίμου κ. πρωθυπουργοῦ θὰ ἐθεωρεῖτο ἴσως ὅτι ἦτο περιττόν. Ἀλλ’ αἱ δηλώσεις τοῦ ἀξιοτίμου κ. Πρωθυπουργοῦ αἱ γενόμεναι ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἐστηρίχθησαν ἐπὶ γεγονότων, τὰ ὁποῖα αὐτὰ καθ’ ἑαυτὰ εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρηθῶσι ὅτι εἶναι μία παρερμηνεία ἁπλῶς καὶ οὐχὶ μία οὐσία ἀληθὴς ἔχουσα πραγματικὴν τὴν ὑπόστασιν. Ὁ ἀξιότιμος κ. πρωθυπουργὸς ἐστηρίχθη ἐπὶ γραφομένων εἰς ἐφημερίδας. Καὶ ἐρωτᾶται. Εἶναι δυνατὸν ὁ Ἑλληνικὸς λαός, ὁ ὁποῖος ἐπὶ τόσα ἔτη ἐσιώπησεν νὰ μὴ ὁμιλῇ καὶ γράφῃ μετ’ ἄκρας ἐλευθεροστομίας, ἴσως ἐλευθεροστομίας ὑπερβαινούσης ὡρισμένα ὅρια; Εἶναι δυνατὸν τόσον εὐκόλως νὰ ἀλλάξῃ; Καὶ εἶναι δυνατὸν νὰ κηρύξῃ τὰ διανοήματά του καὶ νὰ παύσῃ νὰ τὰ ἐκφράζει καθ’ οἱονδήποτε τρόπον νομίζει ὅτι ὀφείλει νὰ τὰ ἐκφράσῃ, καὶ νὰ μεταβληθῇ εἰς ἕνα Ἰησουΐτην, ἂν θέλετε ὑποχρεωμένον νὰ κρύπτῃ τὰ διανοήματά του, διότι ἂν τὸ ἐκφράσῃ, τρέχει τοὺς κινδύνους τοὺς ὁποίους τρέχει ἐκ τῆς ὑφισταμένης καταστάσεως; Καὶ ἐρωτᾶται· εἶναι δυνατὸν ὁ ἀξιότιμος κ. πρωθυπουργὸς καὶ τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων νὰ θέλῃ νὰ μεταβάλῃ εἰς Ἰησουίτας τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν καὶ νὰ ἀπαιτεῖ ἀπὸ αὐτὸν νὰ κρύπτῃ τὰ διανοήματά του; Βεβαίως ὄχι. Τὶ εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον φοβεῖται ἡ Κυβέρνησις καὶ δὲν θέλει νὰ γράφουν αἱ ἐφημερίδες; Δὲν τὸ ἐννοῶ αὐτὸ τὸ πρᾶγμα. Ὁ ἀξιότιμος κ. πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐχαρακτήρισεν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εἶναι δυνατὸν νὰ φαντάζονται μεταβολὴν τοῦ καθεστῶτος, ὡς τρελλούς. Ἂν ὑποτεθῇ ὅτι αὐτὸ τὸ πιστεύει πραγματικῶς ἡ κυβέρνησις ὅπως τὸ εἶπεν, τότε ἐρωτᾶται· τοὺς τρελλοὺς λαμβάνει ὑπ’ ὄψει;
§63Κ. ΑΛΑΒΑΝΟΣ. Ἀλλὰ δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ κάμῃ τρελλοκομεῖα τόσον πολλά.
§64Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Μετεβλήθησαν εἰς τοιαῦτα φρενοκομεῖα ἡ Κρήτη καὶ ἡ Μῆλος· ἀλλὰ βεβαίως δὲν ἠμπορεῖ καὶ δὲν ὑπάρχει κανεὶς λόγος νὰ βάλῃ ὁλόκληρον μερίδα εἰς φρενοκομεῖον ἡ Κυβέρνησις. Ὥστε δὲν ὑπάρχει κανεὶς λόγος σοβαρὸς διὰ νὰ ἐξακολουθήσῃ ὑφισταμένη αὐτὴ ἡ πολιτική, περὶ τῆς ὁποίας ἡ Κυβέρνησις κατὰ τὰς προηγουμένας δηλώσεις τοῦ ἀξιοτίμου κ. Πρωθυπουργοῦ μᾶς ἔδωκεν ἐλπίδας ὅτι ἐνωρίτερον ἤθελε παύσει, ἐνῷ τελευταῖον μᾶς εἶπεν ἀκριβῶς τὸ ἀντίθετον. Καὶ τίθεται ἀκριβῶς αὐτὸ τὸ ἐρώτημα· ὑπάρχουν ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι διότι ἔγραψαν οὕτως ἢ ἄλλως ἀπηλάθησαν καὶ ἐνῷ ὅλοι οἱ ἄλλοι ἀπελαθέντες ἐπέστρεψαν, αὐτοί, εἴτε διότι ἦσαν λίαν ἐλευθερόστομοι, εἴτε διότι ὑπῆρχεν ὁ φόβος ὅτι λίαν ἐλευθέρως ἠμποροῦν νὰ γράψουν, ἐξακολουθοῦν ἀκόμη νὰ εἶναι ἐν ἀπελάσει. Φοβεῖται αὐτοὺς ἡ Κυβέρνησις; Βεβαίως ὄχι. Τότε λοιπὸν διατὶ τοὺς ἔχει ἐν ἀπελάσει; Ἐὰν εἶναι τρελλοί, εἶναι κατάλληλοι διὰ φρενοκομεῖα, δὲν εἶναι δι’ ἀπέλασιν. Ἂν ὑποτεθῇ ὅτι δὲν εἶναι τρελλοί, τότε δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ τοὺς φοβεῖται. Ἄλλως τε δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψει τὸ ἔθιμον, ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖον ἀνετράφημεν, ὁ τρόπος, μὲ τὸν ὁποῖον ἐγαλουχήθημεν, ὁ ὁποῖος δὲν εἶναι δυνατὸν ἀποτόμως νὰ κριθῇ τόσον αὐστηρῶς ἀλλὰ χρειάζεται καὶ ἓν μέτρον ἐπιεικείας, τὸ ὁποῖον ἔχει καὶ καθῆκον νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει της ἡ Κυβέρνησις εἰς τὰς ἀποφάσεις της. Ἡ Βουλὴ ἀνεπιφυλάκτως, ἀνεξαρτήτως πολιτικοῦ φρονήματος τῆς ἔδωκε τὸ δικαίωμα καθ’ ἣν στιγμὴν ἐξώριζε τὰ διάφορα ἄτομα νὰ πράξῃ ταῦτα· ναί· ἀλλ’ ὑπῆρχεν εἷς λόγος σοβαρός, ὑπῆρχεν ὁ φόβος τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὸ ζήτημα τῆς ἐπιτυχίας τῆς ἐπιστρατεύσεως. Ὁ φόβος τῆς ἀλλαγῆς τῆς Κυβερνήσεως; Ἐξακολουθοῦμεν δηλαδὴ ἀκόμη νὰ ἔχωμεν τὴν ἰδέαν ὅτι ὑπάρχει μία σύμπτωσις, μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως τῆς σημερινῆς καὶ τοῦ καθεστῶτος; Δὲν ὑπάρχει σύμπτωσις, νομίζω. Αὐτὰ ἐχωρίσθησαν. Ἀλλὰ τὸ καθεστὼς, ἄλλη ἡ Κυβέρνησις, νομίζω. Ἐξακολουθοῦμεν δηλαδὴ νὰ ἔχωμεν τὴν ἰδέαν ὅτι ὑπάρχει μία σύμπτωσις μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως τῆς σημερινῆς καὶ τοῦ καθεστῶτος; Δὲν ὑπάρχει σύμπτωσις, νομίζω. Ἀπεχωρίσθησαν. Ἄλλο τὸ καθεστὼς καὶ ἄλλη ἡ Κυβέρνησις.
§65Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ τὸ καθεστὼς τοῦτο ἔγινε δεκτόν, κύριε βουλευτὰ ἀπὸ ὅλους;
§66Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Δὲν εἴμεθα εἰς θέσιν νὰ γνωρίζωμεν ἀπὸ ποίους δὲν ἔγινε δεκτόν· Ὑποψιαζόμεθα ἁπλῶς.
§67Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐφ’ ὅσον δὲν ἔχωμεν τὴν δήλωσιν τῆς ἀντιπολιτεύσεως ὅτι δέχονται τὸ καθεστὼς δὲν εἰμποροῦμεν νὰ ἔχωμεν τελειωμένον αὐτὸ τὸ ζήτημα.
§68Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν εἰμποροῦμεν νὰ ἔχωμεν τελειωμένον τὸ ζήτημα, ἀλλ’ ἐρωτήσατε ἐκείνους τοὺς ὁποίους ἔχετε ἀπελάσει;
§69Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἄλλο ζήτημα εἶναι αὐτό. Ἐγὼ ὡμίλησα ἐπὶ τῆς γενικότητος, μὲ τὴν ὁποίαν ὡμιλήσατε. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν θὰ σᾶς ἀπαντήσῃ ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ αὐτοῦ θέματος.
§70Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Αὐτὸ ἀφορᾷ τὴν ἐπερώτησιν. Καὶ ἐγὼ ὁμιλῶ ἐπὶ τοῦ θέματος ἀκριβῶς τῆς ἐπερωτήσεως. Ἀπὸ αὐτοὺς ἠρωτήσατε τὴν γνώμην των;
§71Γ. ΠΩΠ. Ἐδήλωσαν κύριε Πρόεδρε, ἐν τῇ Βουλῇ πάντες οἱ ἀντιπολιτευόμενοι, ὅτι δὲν ἀποκρούουσι τὸ καθεστώς. Ὁ κ. Δ. Ράλλης ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς ἐδήλωσε τοῦτο εὐθὺς ἅμα τῇ ἐνάρξει τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς. Οἱ μὴ πολιτευόμενοι δι’ ἀνακοινώσεων ἢ ἐνυπογράφως ἐπιστοποίησαν τοῦτο. Ἑπομένως δὲν ὑπάρχει ζήτημα ἀναγνωρίσεως ἢ μὴ τοῦ καθεστῶτος.
§72Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Καὶ ἂν ὑποτεθῇ ὅτι ὑπάρχει ζήτημα στηρίζεται ἁπλῶς ἐπὶ ὑποψιῶν· διότι εἷς πολεμεῖ τὴν Κυβέρνησιν, δὲν ἕπεται ἐκ τούτου ὅτι πρέπει νὰ ἀπελαθῇ. Εὑρίσκω, ὅτι αὐτὸ δὲν εἶναι λογικόν.
§73Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). (Ἀπευθυνόμενος πρὸς τὸν κ. Πὼπ). Κύριε συνάδελφε δύνασθε νὰ βεβαιώσητε, ὅτι τὸ Γουναρικὸν κόμμα ἔκαμεν αὐτὴν τὴν δήλωσιν;
§74Γ. ΠΩΠ. Παρακαλῶ κ. Πρόεδρε. Δὲν ἀνήκω εἰς τὸ Γουναρικὸν κόμμα τοῦ ὁποίου ὁ ἀρχηγὸς εὑρίσκεται μακρὰν τῆς Ἑλλάδος, καὶ εἴτε δὲν θέλει εἴτε δὲν δύναται νὰ ἔλθῃ, διότι δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ πράξῃ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θὰ ἔπραττεν ἐρχόμενος, ἐὰν εἶχεν ἐλευθερίαν. Ἀλλ’ οἱ ὀπαδοὶ τοῦ κ. Γούναρη, οἱ μένοντες ἐν Ἑλλάδι συγκροτοῦσι κόμμα. Δὲν ὑποθέτω δὲ ὅτι τὸ κόμμα αὐτὸ θὰ ἔχῃ τὴν ἀνανδρίαν νὰ ἀποκρύπτῃ ἐνδιάθετον σκέψιν ἥτις ἀναγκάζει τὴν Κυβέρνησιν μετὰ τὴν ἀποψινὴν σαφῆ δήλωσιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ νὰ μετέρχεται μέσα καταδιώξεως καὶ πιέσεως, ἐναντίον ὁλοκλήρου τοῦ ἄλλου Ἑλληνικοῦ λαοῦ ὅστις κατ’ ἐμὴν ἀντίληψιν καὶ γνώμην ἂν εὕρηται εἰς ἀντίθεσιν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, βεβαιότατα εὕρηται εἰς μείζονα ἀντίθεσιν πρὸς τὰς μεθόδους τοῦ πολιτεύεσθαι τῆς Κυβερνήσεως Γούναρη. Δὲν εἶνε ἑπομένως δίκαιον ἐκ μέρους ἡμῶν, νὰ συμβουλεύωμεν μέτρα ἀντίθετα ὄχι μόνον πρὸς τὴν φύσιν, πρὸς τὴν ψυχήν, πρὸς τὴν διάθεσιν τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἀλλὰ καὶ πρὸς τὴν ἱστορίαν αὐτοῦ τούτου τοῦ ἡγουμένου τῆς Κυβερνήσεως ἀλλὰ συγχρόνως καὶ πρὸς τοὺς λόγους ἕνεκα τῶν ὁποίων ἡ Κυβέρνησις ἦλθε καταστήσασα ἑαυτὴν ὡς καθεστή, ἀρχικῶς ἵνα καταλύσῃ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα σήμερον αὐτὴ ἡ ἰδία ἐφαρμόζει ἐναντίον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ.
§75Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε συνάδελφε ὁ κ. Πρωτοπαπαδάκης γνωρίζετε ὅτι εἶναι ἐπιφανὲς μέλος τοῦ κόμματος τοῦ Γουναρικοῦ· ὁ κ. Βοζίκης ἐπίσης. Γνωρίζετε τὴν ἐπιστολὴν ἡ ὁποία ἐστάλη ἀπὸ τὸν κ. Πρωτοπαπαδάκην πρὸς τὸν κ. Βοζίκην.
§76Γ. ΠΩΠ. Μάλιστα.
§77Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζετε ὅτι ἡ ἐπιστολὴ αὐτὴ δὲν ἀποδεικνύει ὅτι τὸ κόμμα τὸ Γουναρικὸν, δὲν ἀναγνωρίζει τὸ καθεστὼς ὅτι θὰ ἦτο εὐτυχὲς ἂν κατώρθου νὰ φέρῃ τὴν παλλινόρθωσιν τοῦ ἐκπτώτου, καὶ ὅτι ἦτο διατεθειμένον νὰ φθάσῃ μέχρις ἐπαναστάσεως, καὶ εἰργάζετο πρὸς τοῦτο; Παρακαλῶ νὰ μοῦ ἀπαντήσετε. Ἐρωτῶ, ναὶ ἢ ὄχι;
§78Γ. ΠΩΠ. Ὅτι ὁ κ. Γούναρης πιθανὸν νὰ ἐμπνέεται ὑπὸ τῆς ἰδέας ταύτης, καὶ ὅτι ὁ κ. Πρωτοπαπαδάκης, μακρὰν τῆς Ἑλλάδος εὑρισκόμενος, τὴν αὐτὴν ἔχει ἀντίληψιν, εἶναι πιθανόν. Ἀλλὰ δὲν ἔχομεν καμμίαν ἀπόδειξιν ὅτι οἱ ἄλλοι πρώην Ὑπουργοὶ τοῦ κ. Γούναρη, μετὰ τῶν ὁποίων διάκειμαι εἰς ἥκιστα φιλικὰς σχέσεις, εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωσι τὰς αὐτὰς ἀντιλήψεις; Διότι ἐὰν τὰς εἶχαν θὰ τὰς ἔλεγον, δὲν θὰ διεμαρτύροντο, ὁσάκις αὗται τοῖς ἀποδίδονται.
§79Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπιτρέψατέ μου νὰ παρατηρήσω ὅτι ἐπὶ ζητημάτων τόσον μεγάλων τὰ ὁποῖα ἔχουν τοιαύτας συνεπείας καὶ διὰ τὰ ἄτομα ἀκόμη ἀλλὰ καὶ διὰ τὸ Κράτος ὁλόκληρον, νομίζω ὅτι ἐπιβάλλεται σαφὴς στάσις ὅλων τῶν ἐνδιαφερομένων. Σᾶς ἐρωτῶ, ἐὰν πιστεύετε ὅτι πράγματι τὸ καθεστὼς αὐτό, ἀναγνωρίζεται ὑπὸ ὅλων τῶν πραττόντων τὰ Δημόσια. Ἐὰν νομίζετε ὅτι ὁ ἔκπτωτος Βασιλεὺς ἀποτελεῖ τὸ σκοποῦν μέρος τοῦ πολιτικοῦ κόσμου τῆς Ἑλλάδος, ἐπὶ προθέσει παλλινορθώσεως, νομίζετε ὅτι θὰ ἦτο φυσικὸν εἰς πολιτευομένους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θὰ ἠδύναντο νὰ χύσωσιν, ὄχι ἔλαιον εἰς τὴν πυράν, ἀλλὰ νὰ εἴπουν σαφῶς, ὅτι ὁ Βασιλεὺς Κωνσταντῖνος ἔφυγεν, ἐννοοῦμεν πολὺ καλὰ ὅτι ἀπόπειρα παλλινορθώσεως, θὰ διαιώνιζε τὸν ἐμφύλιον σπαραγμὸν καὶ θὰ ἔφερεν εἰς ὄλεθρον τὴν Ἑλλάδα; Νομίζω ὄχι. Βλέπετε ὅτι οἱ λόγοι μου ἔχουν κάποιαν σκοπιμότητα καὶ δι’ αὐτὸ τοὺς λέγω.
§80Γ. ΠΩΠ. Σᾶς ἀπευθύνω καὶ ἐγώ, κ. Πρόεδρε, τὸ ἑξῆς ἐρώτημα. Ὑποθέσατε ὅτι σεῖς, Ἀρχηγὸς κόμματος, ὅστις ὑπήρξατε εἷς ἐκ τῶν πρωτεργατῶν τῆς ἀπομακρύνσεως τοῦ πρώην Βασιλέως, ὑποθέσατε λέγω, ὅτι ἐν ᾗ περιπτώσει εἰς τὴν ψυχὴν ὑμῶν ἤρχοντο νῦν αἰσθήματα ὅλως διάφορα, καὶ ἠθέλετε νὰ ἐπαναφέρητε τὸν πρώην Βασιλέα, εἴχατε τὴν δύναμιν νὰ πράξητε τοῦτο;
§81Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ὄχι.
§82Γ. ΠΩΠ. Ὅταν λέγετε σεῖς ὄχι πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ φαντασθῆτε ὅτι οἱ πολιτικοὶ ὑμῶν ἀντίπαλοι καὶ εἰδικῶς τὸ Γουναρικὸν κόμμα, τοῦ ὁποίου θλίβομαι διότι εὑρίσκομαι εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ γίνω συνήγορος τὴν στιγμὴν αὐτήν, πῶς γίνεται νὰ φαντάζεσθε ὅτι τὸ Γουναρικὸν κόμμα δὲν ἔχει τὴν ἐντύπωσιν τὴν ὁποίαν ἔχετε καὶ σεῖς, ὅτι τουτέστιν, καθ’ ὃν τρόπον σεῖς δὲν δύνασθε καὶ ἂν ἠθέλετε νὰ ἐπαναφέρετε τὸ καθεστὼς ἐκεῖνο, δὲν θὰ ἔχωσι καὶ αὐτοὶ τὴν σκέψιν ὅτι οὔτε αὐτοὶ θὰ ἠδύναντο καὶ ἂν ἤθελον.
§83Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Πρέπει νὰ εἴπω ὅτι θεωρῶ ὅτι δὲν θὰ εἶχα τὴν δύναμιν νὰ τὸ πράξω, διότι δὲν θὰ ἔχω τοὺς φίλους μου μαζί. Καὶ ἂν ἐγὼ δὲν εἶχα τὸν νοῦν μου, θὰ ἐννοοῦσαν ὅτι ἔχασα τὸν νοῦν μου καὶ θὰ μὲ ἔκλειναν εἰς τὸ φρενοκομεῖον. Ἀλλ’ ὁ κ. βουλευτὴς, ἐνόμισεν ὅτι ἐγὼ προκαλῶ δηλώσεις, αἱ ὁποῖαι θὰ ἠδύναντο νὰ φέρουν βελτίωσιν οὐσιώδη τῆς ἐσωτερικῆς καταστάσεως, ὅτι τὸ κάμνω διότι πιστεύω ὅτι τὸ Γουναρικὸν κόμμα ἢ ἄλλος τις, ἔχει τὴν δύναμιν νὰ ἐπαναφέρῃ τὸν Βασιλέα Κωνσταντῖνον καὶ προσφεύγων δῆθεν εἰς τὸ ἔλεός του ἢ ζητῶ νὰ μὴ τὸ κάμετε αὐτὸ τὸ πρᾶγμα καὶ μὲ διαβεβαιοῖτε ὅτι μὴ φοβεῖσθε δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ τὸ κάμω. Μήπως σᾶς ἐπέρασεν ἀπὸ τὴν διάνοιάν σας ὅτι ἐγὼ φοβοῦμαι μὴ αὐτοὶ εἶναι εἰς θέσιν ἢ καμμία ἀνθρωπίνη δύναμις, νὰ ἐπαναφέρῃ τὸν Βασιλέα Κωνσταντῖνον εἰς τὸν θρόνον; Φαντάζεσθε ὅτι Βασιλεὺς ὁ ὁποῖος ἐτόλμησε νὰ εἴπῃ πρὸς τὸν ἀρχηγὸν τῆς ὑπευθύνου Κυβερνήσεως, ὅτι αὐτὸς εἶναι ὑπεύθυνος ἀπέναντι τοῦ Θεοῦ, φαντάζεσθε ὅτι τοιοῦτος Βασιλεὺς εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὸν Θρόνον του; Ὄχι βεβαίως. Ἀλλὰ τὸ κόμμα τὸ Γουναρικὸν εἶναι εἰς θέσιν νὰ διατηρῇ εἰς ἐρεθισμὸν τὴν πάλην, τὴν ἀνησυχίαν, καὶ ἑπομένως, φυσικὸν εἶναι, ἕνα καθεστὼς τὸ ὁποῖον ἠναγκάσθη νὰ δημιουργηθῇ διὰ νὰ σώσῃ τὴν Ἑλλάδα, τὸ καθεστὼς αὐτὸ νὰ ἀμυνθῇ καθ’ ὅλων τῶν τοιούτων ἐνεργειῶν αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ διακινδυνεύσουν τὸ ἔργον. Ἐπειδὴ δὲ συνεχῶς μοῦ ζητεῖται νὰ μετριάσω τὰ μέτρα, νὰ κάμω, νὰ δείξω, ἐπωφελοῦμαι τῆς εὐκαιρίας νὰ σᾶς εἴπω ὅτι, κύριοι, πρέπει νὰ εἶσθε συνεπεῖς. Ἐὰν ἐξακολουθεῖτε νὰ θεωρῆτε ὅτι τὸ ζήτημα τοῦ Βασιλέως Κωνσταντίνου δὲν ἐτελείωσε, τοῦ Βασιλέως Κωνσταντίνου ὁ ὁποῖος καὶ σήμερον ἀκόμη— ὑπάρχει τηλεγράφημα—ἔδωκεν νέαν συνέντευξιν καὶ ἐξακολουθεῖ νὰ θεωρῇ ἑαυτὸν βασιλέα, τὸν ἐδῶ Βασιλέα τὸν θεωρεῖ ὡς ἀναπληρωτήν. Ἐὰν οἱ κύριοι αὐτοὶ ἐξακολουθοῦν νὰ δέχωνται αὐτὴν τὴν κατάστασιν τὴν πολιτικήν, ἡ κατάστασις ἡ σημερινὴ δὲν θὰ μεταβληθῇ οὐσιωδῶς, διότι τὸ καθεστὼς εἶναι ὑποχρεωμένον νὰ ἀμυνθῇ, ἐναντίον ἀνθρώπου ὁ ὁποῖος ἐνόμισεν ὅτι ἠδύνατο νὰ θυσιάσῃ τὰ πάντα, χάριν τῆς ἀντιλήψεώς του, χάριν τῶν Μοναρχικῶν του ἰδεῶν, χάριν ὅλων αὐτῶν, ἐθυσίασε τὰ πάντα καὶ σήμερον ἐπιμένει ἀκόμη νὰ θέλῃ νὰ ἔλθῃ ἐδῶ διὰ νὰ ρίψῃ ἐκ νέου τὸν τόπον εἰς διηνεκεῖς ἐμφυλίους σπαραγμούς.
§84Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Ὅπως δήποτε κ. Πρόεδρε, ἀφ’ οὗ εἶσθε ἀπολύτως βέβαιος, ὅτι τοιοῦτος κίνδυνος δὲν ὑπάρχει, τὰ μέσα τῆς Ἀμύνης δὲν φρονεῖτε, ὅτι πρέπει νὰ εἶναι ἠπιότερα; ἄλλως τε ἡ δήλωσίς σας, ὅτι δὲν φοβᾶσθε τίποτα, ἐπιτρέψατέ μου νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι κλονίζεται ἐκ τῶν μέσων, τὰ ὁποῖα μεταχειρίζεσθε. Βεβαίως ἐννοῶ τὴν Ἄμυναν, ἀλλ’ ὄχι μέχρι τοῦ σημείου αὐτοῦ, τόσον μᾶλλον καθ’ ὅσον πρόκειται περὶ ἐλαχίστων προσώπων, πρόκειται δὲ περὶ προσώπων, τὰ ὁποῖα δὲν ἀνήκουν κἂν εἰς ἕνα καὶ μόνον κόμμα, ἀλλὰ εἰς διάφορα κόμματα. Προκειμένου περὶ τῶν μέσων, τὰ ὁποῖα μετεχειρίσθητε διὰ νὰ ἐπιτύχητε τὴν πολιτικήν σας οὐδεὶς ποτὲ ὡμίλησεν, διότι ἀκριβῶς ἔχομεν τὴν ἀντίληψιν, ὅτι ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ ἐφαρμώσητε, ὅτι νομίζετε πρὸς ἐπιτυχίαν τῆς πολιτικῆς σας καὶ ἡμεῖς δὲν ἠθελήσαμεν νὰ παρεμβάλωμεν ἐμπόδια. Ἀλλὰ ἡ πολιτική σας ἐκείνη εὑρίσκεται ἐντελῶς εἰς τὸ τέρμα καὶ ἐρωτῶ ἀπὸ 10 ἢ 15 πρόσωπα, τὰ ὁποῖα διατελοῦσιν ἐν ἀπελάσει, ἀπειλεῖτο τὸ ἔργον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὑμεῖς συνετελέσατε; ἐπιτρέψατέ μοι νὰ φανῶ, ὅτι βεβαίως δὲν τὸ πιστεύετε αὐτὸ τὸ πρᾶγμα. Καὶ προσέξατε κ. Πρωθυπουργέ, πιθανὸν εἴς τινα δεδομένα σημεῖα τῆς ἐσωτερικῆς πολιτικῆς νὰ ἔχετε δίκαιον ἔχοντες ἄδικον, σήμερον ἀσφαλῶς ἔχετε ἄδικον, ἔχοντες δίκαιον.
§85Γ. ΠΩΠ. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις θέλει νὰ γενικεύσῃ τὴν συζήτησιν.
§86Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δύνασθε νὰ κάμετε ἐπερώτησιν.
§87Γ. ΠΩΠ. Εἰς περίπτωσιν καθ’ ἣν ζητήσωμεν τὴν γενικὴν συζήτησιν ἀναμφισβητήτως ὑποθέτω, ὅτι θὰ εὑρεθῶσι συνάδελφοι πέραν τῶν δέκα, οἱ ὁποῖοι θὰ θελήσωσιν, ἀφ’ οὗ ὅμως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς λέγει, ὅτι πρέπει νὰ ὁρισθῇ μία εἰδικὴ ἡμέρα πρὸς ἔρευναν τῶν θεμάτων, ὄντως ὑψίστης σημασίας, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ κρίνωσιν, ὄχι μόνον τὸ μέλλον τῆς Ἑλλάδος, τὴν παροῦσαν κατάστασιν καὶ τὴν ἀσφάλειαν τῶν πολιτῶν, φρονῶ, ὅτι εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ παρακολουθήσω τὴν ὑπόδειξιν καὶ νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρωθυπουργόν, ὅπως ὁρίσῃ αὐτὸς τὴν ἡμέραν, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ γίνῃ ἡ συζήτησις.
§88Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Τὴν Πέμπτην, δὲν ζητῶ ἐγὼ τὴν συζήτησιν.
§89Γ. ΠΩΠ. Ἐγώ.
§90Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Τὴν Πέμπτην.
§91ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἀναβληθῶσιν αἱ ἄλλαι ἐπερωτήσεις.
§92Α. ΑΡΓΥΡΟΣ. Εἰς τὰ πρόσωπα, διὰ τὰ ὁποῖα συνηγοροῦμεν διὰ τῆς ἐπερωτήσεώς μας εἶναι καὶ ἓν τρίτον πρόσωπον, εἶναι ὁ κ. Τσουκαλᾶς, αὐτὸς δὲν ἀνήκει εἰς τὸ Γουναρικὸν κόμμα, δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ ἐξακολουθήσῃ τὸ μέτρον τῆς ἀπελάσεως. Πρέπει νὰ ληφθῇ ἓν μέτρον.
§93Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐκ τῶν δύο προσώπων τὸ ἓν εὑρίσκεται ἐν Ἰταλίᾳ, ὁ κ. Μουτσόπουλος, ὁ Γιαννόπουλος ἀπηλάθη τελευταῖον διὰ τὴν ἀνακάλυψιν τῆς συνομωσίας, διότι συνεκέντρου εἰς τὰ γραφεῖα τῆς «Ἑσπερινῆς» ἀποτάκτους ἀξιωματικούς. Διὰ τὸ τρίτον πρόσωπον πληροφορίας πρέπει νὰ δώσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν.
§94Α. ΑΡΓΥΡΟΣ. Τί εἴπατε, διότι ἀπὸ τὸν Γιαννόπουλον ἔλαβον τηλεγράφημα ἀπὸ τὴν Λίμνον.
§95Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Εἶπον ὅτι ὁ Γιαννόπουλος ἀπηλάθη τελευταίως μεταξὺ τῶν ἐνόχων διὰ τὴν συνωμοσίαν, διότι συνεκέντρουν εἰς τὰ γραφεῖα τῆς «Ἑσπερινῆς» ἀποτάκτους ἀξιωματικούς.
§96Α. ΑΡΓΥΡΟΣ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει δὲν χωρεῖ ὁ λόγος, ὅτι εἶναι Γουναρικός, ἀφ’ οὗ δὲ ἦλθεν εἰς συζήτησιν θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν νὰ δώσῃ πληροφορίας, διότι ὁ κ. Τσουκαλᾶς εἶναι ἀνεξάρτητος καὶ φιλελεύθερος βουλευτὴς διατὶ ἐπὶ δύο ἢ τρία ἔτη νὰ ἐξακολουθήσῃ εἰς ἀπέλασιν.
§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΤΗΣ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ
Βʹ. συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ δαπανῶν λειτουργίας τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἰνστιτούτου Παστέρ». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον).
§98ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συνεχίζεται ἡ βʹ. κατ’ ἄρθρον συζήτησις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀγροτικοῦ νόμου». Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας ἔχει τὸν λόγον.
§99Δ. ΧΡΥΣΟΣΤΑΛΗΣ. Διενεμήθη τὸ ἀγροτικὸν νομοσχέδιον τροπολογημένον;
§100ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι. Ὄχι.
§101Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Καθ’ ὅλην κύριοι, τὴν μακρὰν διάρκειαν τῶν συζητήσεων, αἱ ὁποῖαι διεξήχθησαν ἐπὶ τοῦ ἀγροτικοῦ νομοσχεδίου δὲν ἔπαυσαν νὰ ἐκδηλοῦνται πανταχόθεν ὁμοφώνως διαφωνίαι, ὅσον ἀφορᾷ τὴν γενικὴν ἀρχὴν ἐκ τῆς ὁποίας ἐμφορεῖται ἡ ἀγροτικὴ μεταρρύθμισις καὶ νὰ ἀναγνωρίζουσιν ὁμοφώνως τὴν ἀνάγκην τῆς ταχυτέρας λύσεως τοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος. Ἐάν, κύριοι, διετυπώθησαν αἱ ἀντιρρήσεις κατὰ τῆς λύσεως ταύτης, πρέπει, ὡς φαίνεται νὰ ὑποθέσωμεν, ὅτι αἱ ἀντιρρήσεις αὐταὶ ὀφείλονται εἰς τὰ μέσα, τὸ ὁποῖα ἐξέλεξεν ἡ Κυβέρνησις πρὸς ἐγκατάστασιν τῶν αἰτουμένων καλλιεργητῶν. Καὶ αἱ εὐθῆναι μας, κ. βουλευταί, εἶναι πολὺ μεγαλείτεραι, διότι ἐνῷ ἦτο, ὡς θέλουσι τουλάχιστον νὰ λέγωσι, δυνατὸν νὰ φθάσωμεν εἰς τὴν λύσιν τοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος (χειροκροτήματα) ἐπικροτούσης ὁλοκλήρου τῆς Ἑλληνικῆς κοινωνίας καὶ κατὰ τρόπον σχεδὸν ἄμεσον, ἐνῷ ἦτο δυνατὸν νὰ φθάσωμεν χάρις εἰς τὴν ἐπιτυχίαν τῶν κυβερνητικῶν μέτρων, βλέπομεν σήμερον διαιρουμένας τὰς γνώμας καὶ τοὺς εἰλικρινεστέρους φίλους τῆς Κυβερνήσεως δυσφοροῦντας καὶ ἀντιδρῶντας κατ’ αὐτῆς. Ὀφείλω, κύριοι, νὰ σᾶς διαβεβαιώσω ἐν πάσῃ εἰλικρινείᾳ, ὅτι ἐν ᾗ περιπτώσει ἤθελε καὶ ἁπλῶς φαντασθῇ τις, ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ φθάσωμεν εἰς τὴν ὁριστικὴν μεταρρύθμισιν κατὰ τρόπον ὁμαλώτερον δὲν εἶχον τὸν ἐλάχιστον δισταγμὸν πρῶτος ἐγὼ νὰ συστήσω νὰ ἀποσυρθῇ τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον. Ἐὰν ὅμως λάβῃ κανεὶς ὑπ’ ὄψει, κ. βουλευταί, ὅτι καὶ πρὸ τῆς ὑποβολῆς τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἡ κατὰ τῆς ἀγροτικῆς μεταρρυθμίσεως ἀντίδρασις ἦτο ἐξ ἴσου ἰσχυρὰ δύναμαι νὰ εἴπω καὶ ἰσχυρότεραι, διότι αἱ πρῶται ἐντυπώσεις τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου, αἱ πρῶται ἐντυπώσεις ὑπῆρξαν εὐμενέστεραι εἰς τὸν κύκλον τῶν γαιοκτημόνων παρὰ εἰς τὴν τάξιν τῶν ἀγροτῶν. Ἐὰν σκεφθῇ κανείς, ὅτι καὶ πρὸ τῆς ὑποβολῆς τοῦ νομοσχεδίου ἦτο ἡ ἀντίδρασις κατὰ τοῦ νομοσχεδίου καὶ ἂν ἀκόμη ἡ ἀντίδρασις δὲν ἐξήρεσε κανένα ἐκ τῶν διαδοχικῶς ὑποβληθέντων εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχεδίων ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ τὰ περιέλαβον πάντα εἰς τὴν καταφορὴν αὐτήν. Ἀλλὰ κύριοι, ἂν ἀνατρέξωμεν εἰς ἐποχὴν ἀπωτέραν καὶ ἀναμνησθῶμεν τὰς φοβερὰς ἐπιθέσεις, αἱ ὁποῖαι διεξήχθησαν εἰς τὴν ἀναθεωρητικὴν Βουλὴν ἐναντίον τῆς τροποποιήσεως τῆς συνταγματικῆς διατάξεως τῆς σχετικῆς μὲ τὴν ἀπαλλοτρίωσιν, τροποποιήσεως, ἡ ὁποία κανὲν ἀπολύτως μέτρον δὲν περιεῖχεν, ἀλλ’ ἡ ὁποία δὲν ἦτο ἄλλο τι εἰμὴ διευκόλυνσις πρὸς λῆψιν μέτρων διὰ τὴν ἀπαλλοτρίωσιν, ἂν λάβωμεν ὑπ’ ὄψει ὅτι ἡ αὐτὴ ἐξεδηλώθη καὶ τότε ἀντίδρασις κατὰ διατάξεως, ἡ ὁποία ἐσκόπη ἁπλῶς τὴν διευκόλυνσιν πρὸς λῆψιν μέτρων, ὀφείλομεν νὰ καταλήξωμεν εἰς τὸ ἀδυσώπητον συμπέρασμα, ὅτι ἡ ἀναγνώρισις τῆς ἀνάγκης πρὸς ταχεῖαν λύσιν τοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος δὲν ἔχει παρὰ θεωρητικὴν ἀξίαν καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει ἡ Κυβέρνησις ἤθελε νὰ κατέλθῃ τῶν ἀνωφελῶν Πλατωνισμῶν, νὰ φθάσῃ εἰς μίαν πρακτικὴν λύσιν τοῦ ζητήματος, δὲν ἦτο δυνατὸν ἢ νὰ προκαλέσῃ δυσαρεσκείας. Ἐν πεποιθήσει, κύριοι φρονῶ, ἐν πεποιθήσει κύριοι νομίζω, τὰς δυσαρεσκείας ταύτας θεωρῶ ἐφημέρους ὅσον καὶ ἀδίκους. Καὶ ὅτι αἱ δυσαρέσκειαι εἶναι ἄδικοι ἔχομεν ἁπτοτάτας ἀποδείξεις τὰς ἐπικρίσεις, αἱ ὁποῖαι ἐπὶ ἡμέρας ὁλοκλήρους, ἐκτοξεύονται ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου. Ποῖαι εἶναι αἱ ἐπικρίσεις αὐταί; Κατὰ τὴν δευτέραν, κύριοι, ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου αἱ ἐπικρίσεις ἐπεξετάθησαν εἰς κύκλον εὐρύτερον παρὰ κατὰ τὴν πρώτην. Εἰς τὴν πρώτην περιωρίσθησαν εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἐκτιμήσεως, εἰς τὴν δευτέραν ἐπεξετάθησαν εἰς ὅλας τὰς βάσεις τοῦ νομοσχεδίου, ἐπεξετάθησαν εἰς τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα δικαιοῦνται κατὰ τὸ νομοσχέδιον εἰς γεωργικὴν ἐγκατάστασιν, εἰς τὴν συνεταιρικὴν συγκρότησιν τῶν προσώπων τούτων, εἰς τὴν διαδικασίαν τῆς ἀπαλλοτριώσεως, εἰς τὸν θεσμὸν τοῦ οἰκογενειακοῦ κτήματος καὶ τέλος καὶ κυριώτατον εἰς τὴν ἐκτίμησιν τῶν ἀπαλλοτριωτέων κτημάτων. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε κ. βουλευταί, νὰ ἀσχοληθῶ ὅσον τὸ δυνατὸν συντομώτερον ἐπὶ ἑνὸς ἑκάστου τῶν σημείων τούτων νὰ ἀναγνώσω δὲ κατόπιν εἰς τὴν Βουλὴν τὰς τροποποιήσεις τὰς προτεινομένας ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὸ νομοσχέδιον. Ὀλίγας λέξεις ἔχω νὰ εἴπω πρῶτον ὅσον ἀφορᾶ τὸν θεσμὸν τοῦ οἰκογενειακοῦ κτήματος καὶ τὴν διαδικασίαν τῆς ἐκτιμήσεως, διότι ἂν ἡ ἐντύπωσίς μου δὲν μὲ πλανᾶ ἐπὶ τῶν δύο τούτων σημείων, αἱ ἀντιρρήσεις ὑπῆρξαν σύμφωνοι σχεδόν. Ἐπὶ τοῦ πρώτου ζητήματος τοῦ οἰκογενειακοῦ κτήματος ὀφείλω καὶ ἐγὼ νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ἐνδομύχως ἔχω δισταγμοὺς καὶ ἐπιφυλάξεις, δισταγμοὺς καὶ ὅσον ἀφορᾶ τὸ ἀναπαλλοτρίωτον καὶ ὅσον ἀφορᾶ τὴν καθιέρωσιν ἑνὸς καὶ μόνου κληρονόμου. Ἀλλ’ ἤδη ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐδήλωσεν, ὅτι ὁ θεσμὸς εἶναι ἀπολύτως δοκιμαστικὸς καὶ ἔχει ἀρχὴν νὰ ἀποφύγωμεν, ἐπὶ χρονικήν τινα περίοδον τοὐλάχιστον, τὴν μεγάλην κατάτμησιν τῆς μικρᾶς ἰδιοκτησίας, ἡ ὁποία διὰ τῆς κατατμήσεως στερεῖται οἰκονομικῆς βάσεως. Ὅταν προϊόντος τοῦ χρόνου ἡ μικρὰ ἰδιοκτησία ἀποδείξῃ κατὰ ποῖον τρόπον καὶ κατὰ ποίαν ἔκτασιν δύναται νὰ εἶναι ἐπαρκὴς θὰ δυνηθῶμεν ἀσφαλῶς νὰ καθιερώσωμεν καὶ τὴν ἔκτασιν τοῦ ἀναπαλλοτριώτου τοῦ κλήρου καὶ τὴν ἔκτασιν τῶν ἀδιανεμήτων τῶν κλήρων. Μέχρι ἐκείνης τῆς ἐποχῆς δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ διαταράξωμεν τὸν κλῆρον, ὅπως μὴ ἐκ τῶν ὑστέρων μετανοήσωμεν, περιπίπτοντες εἰς τὸ ἀτόπημα, εἰς τὸ ὁποῖον περιέπεσεν ἡ ἰδιοκτησία εἰς ὅλα τὰ κράτη τοῦ τεμαχισμοῦ ἑαυτῆς, ὥστε νὰ καθίσταται σχεδὸν ἄχρηστος. Ὅσον ἀφορᾶ τὸ δεύτερον ζήτημα, κύριοι, βουλευταί, τὸ ζήτημα τῆς καθιερουμένης διαδικασίας διὰ τὴν ἀπαλλοτρίωσιν ἔτυχε σχεδὸν τῆς κοινῆς ἐπιδοκιμασίας, διότι ἄγει ταχύτερον καὶ ἀσφαλέστερον εἰς τὴν πραγματοποίησιν τῆς ἀγροτικῆς μεταρρυθμίσεως. Ἀναντιρρήτως, ἂν δὲν μὲ ἀπατᾶ ἡ μνήμη, ἡ μόνη ἀντίρρησις, ἡ ὁποία ὑπεβλήθη εἶναι, ὅτι συνδυάζονται τὰ καθήκοντα τῶν Προέδρων τῶν Πρωτοδικῶν μετὰ τῆς ἐπιτροπῆς τῆς ἀπαλλοτριώσεως. Ἡ διάταξις αὕτη ἀποτελεῖ ἴσως τὸ κλειδὶ, ἐπὶ τῆς ὁποίας στηρίζονται αἱ ἐλπίδες ἡμῶν διὰ τὴν ταχεῖαν ἀπαλλοτρίωσιν. Καὶ ὄχι μόνον τοῦτο, κύριοι βουλευταί, ἀλλὰ καὶ νομίζω, ὅτι διὰ τοῦ συνδυασμοῦ, ὅτι θέτοντες ἐπὶ κεφαλῆς τὸν Πρόεδρον τῶν Πρωτοδικῶν περιφρουροῦμεν δι’ ἐγγυήσεων μεγαλυτέρων τὰς ἀποφάσεις τῆς ἐπιτροπῆς, ἐφ’ ὅσον εὑρίσκονται ὑπὸ τὴν δικαιοδοσίαν δικαστικῶν προσώπων, ἀλλὰ καὶ συγχρόνως παρέχομεν τὰ μέσα εἰς τὸν Πρόεδρον τῶν Πρωτοδικῶν, προκειμένου νὰ ἐκδώσῃ τὰς ἀποφάσεις αὐτὰς παρέχομεν ἀφθονώτερα τὰ μέσα, ὅπως κρίνῃ οὐσιαστικῶς τὰ μέσα ἐπὶ τῆς ἐκτιμήσεως, καὶ μὴ κρίνων ἐπὶ τῇ βάσει τῶν στενῶν δικονομικῶν κανόνων. Καὶ ἔρχομαι, κύριοι, εἰς τὴν κυριωτέραν τῶν ἀντιρρήσεων. Ἡ ἀντίρρησις εἶναι, ὅτι διὰ τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου ἐπεξετάθη ὁ κύκλος τῶν δικαιουμένων εἰς ἐγκατάστασιν προσώπων καὶ ἡ ἐπέκτασις αὕτη ἀντίκειται ἀφ’ ἑνὸς εἰς τὴν συνταγματικὴν διάταξιν τὴν σχετικὴν μὲ τὴν ἀπαλλοτρίωσιν δηλαδὴ εἰς τὸ ἄρθρον 17 τοῦ Συντάγματος ἀφ’ ἑτέρου ἀποτελεῖ παρέκκλησιν ἀπὸ τῆς διαγεγραμμένης ἀγροτικῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως, ἀποτελεῖ παράβασιν Συνταγματικὴν ἡ ἐγκατάστασις τῶν ἐπαγγελματιῶν καὶ τῶν ἀκτημόνων καλλιεργητῶν τῶν ἐχόντων ἀτελῆ περιουσίαν, ὅσον ἀφορᾷ δὲ ὅτι ἀποτελεῖ παρέκκλησιν τῆς διαγεγραμμένης Κυβερνητικῆς πολιτικῆς τὸ γεγονός, ὅτι περιελήφθησαν εἰς τὸν κύκλον τῶν δικαιουμένων εἰς ἐγκατάστασιν προσώπων ἀπαντῶ ὅτι περιελήφθη καὶ ἑτέρα κατηγορία καλλιεργητῶν, δηλαδὴ ἡ κατηγορία τῶν παρακεντέδων. Κύριοι, δύναται πράγματι νὰ στηριχθῇ καμμία συνταγματικὴ ἔνστασις, ἔνστασις βασιζομένη ἐπὶ τοῦ γράμματος τοῦ Συντάγματος διὰ νὰ ἀποκλείσῃ οἱανδήποτε κατηγορίαν προσώπων ἐκ τῆς γεωργικῆς ἐγκαταστάσεως; Ἡ διάταξις τοῦ Συντ)τος εἶναι γνωστοτάτη εἰς ὑμᾶς. Ἡ ἔκφρασις αὐτοῦ εἶναι τόσον γενικὴ ὅτι ἐπιτρέπεται ἀπαλλοτρίωσις διὰ γενικὴν ὠφέλειαν, ὥστε θὰ ἦτο δύσκολον νὰ φαντασθῇ κανεὶς πῶς γενικὴ ὠφέλεια, τὸ εὐεργέτημα τοῦτο ἀναγνωρίζεται εἰς μίαν τάξιν ἀνθρώπων, δὲν ἀναγνωρίζεται δὲ δι’ ἄλλην. Ἀλλὰ τὸ ἐπιχείρημα ἔχει βάσιν, ἑρμηνευτικὴν δήλωσιν, ἡ ὁποία ἐψηφίσθη συγχρόνως μετὰ τῆς συνταγματικῆς διατάξεως. Θὰ ἀρκέσῃ κύριοι, ὑποθέτω πρὸς ἀπόκρουσιν τῆς ἀντιρρήσεως ταύτης καὶ μόνη ἡ ἀνάγνωσις τῆς ἑρμηνευτικῆς δηλώσεως, ἡ ὁποία ἔχει ὡς ἑξῆς: (ἀναγινώσκει) «κατὰ τὸ ἄρθρον 17 τοῦ Συντάγματος κλπ.». Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προκύψῃ κύριοι βουλευταί, κατὰ σαφέστερον τρόπον, ἡ ἔννοια τῆς διατάξεως ταύτης, ἡ ὁποία οὐδὲν ἄλλο σημαίνει ἢ ὅτι μία ἐκ τῶν περιπτώσεων τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ ἄρθρου 17 τοῦ Συντάγματος εἶναι καὶ ἡ ἐγκατάστασις Θεσσαλῶν ἀκτημόνων καλλιεργητῶν εἰς τσιφλίκια Θεσσαλικά. Καὶ ὅτι ἔχει τὴν ἔννοιαν ταύτην εἶνε ὅτι δὲν προεβλήθη καμμία ἀντίρρησις, ὅτι τὰ στοιχεῖα τὰ ὁποῖα περιέχονται εἰς αὐτὸ, εἶναι περιοριστικά, ὅτι ἡ ἐγκατάστασις καὶ ἡ λύσις τοῦ γεωργικοῦ ζητήματος πρέπει νὰ περιορισθῇ εἰς τὴν Θεσσαλίαν εἰς μόνον τοὺς ἐπιμόρτους καλλιεργητάς. Ἀλλὰ κατ’ αὐτὴν τὴν συζήτησιν ἡ ὁποία ἔγινεν ἐπὶ τῆς ἑρμηνευτικῆς δηλώσεως τὰ πράγματα εἶχον ἐξηγηθῆ κατὰ τὸν καθαρώτερον τρόπον, διότι ἐρωτηθεὶς ἐπὶ τῆς διατάξεως ταύτης ἐπεξήγησε ταύτην ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἐὰν καὶ εἰς ἄλλας περιπτώσεις δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος, ἐὰν εἰς περιπτώσεις κατὰ τὰς ὁποίας θὰ ἐπρόκειτο περὶ ἀτελοῦς ἰδιοκτησίας τῶν δικαιουμένων εἰς τὴν ἐγκατάστασιν, ἀλλ’ ἐπρόκειτο περὶ πλήρους ἰδιοκτησίας τελούσης ὑπὸ ὡρισμένα κελεύσματα, ἐὰν ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος ἠδύνατο νὰ ἐφαρμοσθῇ καὶ εἰς ἄλλας περιπτώσεις, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν ἐδίστασε νὰ δηλώσῃ κατὰ τὸν κατηγορηματικώτερον τρόπον, ὅτι καὶ εἰς αὐτὴν τὴν περίπτωσιν ἐφαρμόζεται ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος. Ἡ ἀπάντησις ἐδόθη εἰς τὸν κ. βουλευτὴν Κερκύρας τὸν ἤδη προβάλλοντα τὰς ἀντιρρήσεις τῶν τότε ἐνδιαφερομένων καὶ εἰδικῶς διὰ τὴν λύσιν τοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος Κερκύρας. Εἴχομεν ἔκτοτε λελυμένον τὸ ζήτημα ὅτι δὲν ὑπάρχει οὐδὲν κώλυμα, ὅπως ἡ ἀποκατάστασις ἐπεκταθῇ καὶ πέραν τῶν ἐπιμόρτων καλλιεργητῶν, ὅπως ἐπεκταθῇ καὶ ἐπὶ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν ἀτελῆ γεωργικὴν περιουσίαν. Διότι θὰ ἦτο ἀληθῶς ἀκατανόητος καὶ ἡ ἀντίθετος ἐκδοχὴ νὰ φαντασθῶμεν ὅτι ἀποκλείεται τῆς ἐγκαταστάσεως ὁ ἄνθρωπος ὁ ὁποῖος θὰ ἠδύνατο νὰ ἔχῃ ἓν στρέμμα γῆς, διότι διὰ τοῦ στρέμματος τῆς γῆς ἡ θέσις αὐτοῦ κατὰ τοσοῦτον διαφέρει ἀπὸ τὴν θέσιν τοῦ ἐντελῶς ἀκτήμονος γεωργοῦ. Κύριοι βουλευταί, κατηγορήθη ἡ Κυβέρνησις ὅτι ἐπεκτείνουσα τὸ εὐεργέτημα τῆς ἐγκαταστάσεως καὶ εἰς ἑτέραν κατηγορίαν καλλιεργητῶν, πλὴν τῶν ἐπιμόρτων καὶ δὴ εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν παρακεντέδων, ὅτι ἐπεκτείνουσα καὶ ἐπ’ αὐτῶν τὴν εὐεργετικὴν τοῦ Συντάγματος πρόνοιαν δὲν ἐτήρησε τὴν διαγεγραμμένην ἤδη ἀπὸ μακροῦ χρόνου πολιτικὴν αὐτῆς, καὶ ὅτι παρέκλινεν ἐκ ταύτης. Τὸν λόγον τῆς ἀντιρρήσεως αὐτῆς δὲν ἠδυνήθην νὰ τὸν κατανοήσω, διότι ἡ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία ἀπεκρυσταλλώθη εἰς τὸν ἰσχύοντα ἤδη νόμον, τὸ δικαίωμα τῆς ἐγκαταστάσεως παρέχει κατὰ τρόπον ρητόν. Εἰς τὸ ἄρθρον 3 τοῦ Διατάγματος 2466 ἐδάφιον 5 γίνεται μνεία διὰ τοὺς παρακεντέδες (ἀναγινώσκει) «δύναται νὰ λάβωσι μέρος.... κλπ.». Εἰς ἕτερον Διάταγμα ἐξ ἴσου ἰσχῦον, εἰς τὸ Διάταγμα τὸ 2469 ὑπάρχει καὶ πάλιν μνεία περὶ τῶν παρακεντέδων καὶ ἡ μνεία περιορίζεται εἰς τοῦτο ὅτι θὰ λαμβάνωνται ὑπ’ ὄψει πρὸς καταλογισμὸν τῆς ἀπαλλοτριωτέας ἐκτάσεως οἱ παρακεντέδες, μόνον ἐπὶ τῶν αὐτοκαλλιεργουμένων κτημάτων. Αὐταὶ εἶναι αἱ δύο διατάξεις μὲ τὰς ὁποίας ἡ Κυβέρνησις ἐξεδήλωσε τὴν πολιτικήν, ἂς εἴπωμεν αὐτῆς, καὶ ἀπέναντι τῆς κατηγορίας τῶν καλλιεργητῶν τῶν παρακεντέδων, ἐχαρίσθη δηλαδὴ εἰς αὐτοὺς ἀπόλυτον τὸ δικαίωμα τῆς ἐγκαταστάσεως. Ἀλλὰ καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει, κύριοι βουλευταί, ἤθελε συμβῆ τὸ ἐναντίον, καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει ἡ Κυβέρνησις ἐν δεδομένῃ στιγμῇ ἐκ λόγων ἐπικαιρότητος ἤθελε νομίσῃ ὅτι δὲν εἶναι δυνατὴ ἡ ἀκεραία ἐφαρμογὴ τῆς ἀρχῆς ἐκ τῆς ὁποίας ὁρμᾶται εἰς τὴν ἀγροτικήν της πολιτικὴν, ἡ ἀκεραία δηλαδὴ ἐγκατάστασις ὅλων τῶν δικαιουμένων εἰς ταύτην, ὅλων τῶν ἀκτημόνων καλλιεργητῶν καὶ παρερχομένου τοῦ χρόνου ἤθελε πεισθῆ ὅτι τὰ κωλύματα ταῦτα δὲν ὑφίστανται πλέον καὶ ἤθελε προβῆ εἰς τὴν ἐφαρμογὴν ἀκεραίας τῆς ἀρχῆς αὐτῆς, ἀπὸ τῆς ὁποίας ἀναχωρεῖ, τοῦτο δὲν θὰ ἤθελεν ἀποτελέσῃ ἐν οὐδεμιᾷ περιπτώσει παρέκκλισιν, ἀπὸ τῆς διαγραφομένης ἀγροτικῆς της πολιτικῆς. Τοῦτο ἤθελεν ἔλθει εἰς ἐπίρρωσιν αὐτῆς. Τοῦτο ἤθελεν ἐξάρῃ τὴν πολιτικὴν αὐτῆς. Ἀλλὰ ἐν πάσῃ περιπτώσει, κύριοι βουλευταί, ὅσον καὶ ἂν αἰσθάνομαι ὅτι ὅλαι αἱ μέχρι τοῦδε ἀντιρρήσεις τὰς ὁποίας ἀνέπτυξαν δὲν δύνανται πράγματι νὰ στηριχθοῦν ἐπὶ οὐδεμιᾶς βάσεως, ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι ἀντιλαμβάνομαι τὸν σκοπόν των· ἐλαττουμένου τοῦ ἀριθμοῦ τῶν καλλιεργητῶν, ἡ παραμένουσα ἔκτασις εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας θὰ εἶναι μεγαλυτέρα καὶ εὔλογος εἶναι ἡ ἐπιθυμία τῶν ἰδιοκτητῶν νὰ μειωθῇ ὅσον τὸ δυνατὸν ἡ διεύρυνσις τὴν ὁποίαν ὑφίστανται τῆς περιουσίας των. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον παραμένει εἰς ἐμὲ ἀπολύτως ἀνησυχητικὸν εἶναι ἡ ἐπίθεσις ἡ διεξαχθεῖσα ἐναντίον τῆς συνεταιρικῆς ὀργανώσεως τῶν ἀγροτῶν καὶ ἡ ἔκπληξίς μου εἶναι ἀκόμη μεγαλυτέρα, κύριοι βουλευταί, διότι εἰς αὐτὴν συμμετέσχεν ἐκ τοῦ ἐμφανοῦς καὶ ὁ κ. βουλευτὴς Κερκύρας.
§102Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. Διαμαρτύρομαι. Ἀσφαλῶς ὄχι.
§103Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Πρὸ δύο ἐτῶν ἐλέγατε ὅτι ὁ νόμος....
§104Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. Εἶμαι συμφωνότατος. Ἐγὼ ὑπερμαχῶ καὶ εἰς ἄλλας διατάξεις τοῦ Οἰκογενειακοῦ κτήματος καὶ ὑπεστήριξα τοῦτο. Ἐναντίον τῶν διατάξεων οὐδέποτε διεμαρτυρήθην.
§105Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ἡ ἀντίληψίς μου εἶναι ὅτι καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν τῆς συζητήσεως τῶν συνεταιρισμῶν πᾶσα ἐλήφθη ἐκ μέρους ὑμῶν μέριμνα ὅπως ἔλθετε εἰς ἐνίσχυσιν τοῦ βουλευτοῦ ἐκ Λαρίσσης τοῦ ἀναλαβόντος τὸ τμῆμα τοῦτο τῆς ἐπιθέσεως καὶ ἵνα ἔλθητε εἰς ἐνίσχυσιν αὐτοῦ, ἀνεφέρατε παράδειγμα, δὲν γνωρίζω καὶ ποῖον Νομόν, ὑποθέτω καὶ τοῦ Νομοῦ Ἄρτης, ὅτι ἡ ἀλληλεγγύη εἶναι θεσμὸς μισητὸς διὰ τοὺς χωρικούς. Κύριοι βουλευταί, ἀποκρούω πρῶτος ἐγὼ διαρρήδην πᾶσαν ὑπόνοιαν ὅτι ἡ ἐπίθεσις αὐτὴ κατὰ τοῦ συνεταιρισμοῦ ἀποβλέπει εἰς τὸν προορισμὸν τῆς βάσεως, ἐπὶ τῆς ὁποίας στηρίζεται ἡ λύσις τοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος, ὅτι ὁρμῶνται ἀπὸ τὴν ὑστερόβουλον σκέψιν ὅτι αἰρουμένης ἐκ τοῦ μέσου τῆς συνεταιρικῆς ὀργανώσεως ἡ λύσις τοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος εἶναι ἀνέφικτος. Καὶ πράγματι, κύριοι βουλευταί, αἰρουμένου καὶ τοῦ μέσου τῆς συνεταιρικῆς ὀργανώσεως, δυσκόλως θὰ ἠδύνατό τις νὰ ἐλπίζῃ ὅτι θὰ ἠδύνατο νὰ στηριχθῇ εἰς εὐρεῖαν κλίμακα ἀγροτικὴ μεταρρύθμισις. Τὸ Κράτος ἀναλαμβάνον τὸ ἔργον τῆς ἐγκαταστάσεως τῶν ἀκτημόνων καλλιεργητῶν, εἰς ἀκτῖνα τόσον μεγάλην ὅσον πρόκειται νὰ τὸ ἀναλάβῃ εἰς τὰ χέρια του καὶ μεσάζον μεταξὺ τοῦ ἰδιοκτήτου καὶ τῶν συνεταιρισμῶν διὰ τῆς μεταβολῆς τοῦ κτήματος, τὸ Κράτος ἀναλαμβάνον, εἶναι ἐκτεθειμένον εἰς χρηματικὰς ὑποχρεώσεις ἀληθῶς κολοσσιαίας, εἰς χρηματικὰς ὑποχρεώσεις αἱ ὁποῖαι εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνέλθουν εἰς ἑκατοντάδας ἑκατομμυρίων. Ἀναλαμβάνων ὅμως τὴν ὑποχρέωσιν ταύτην τὸ Κράτος ἀπέναντι τῶν γαιοκτημόνων διὰ τὴν ἐνημερότητα τῆς καταβολῆς τοῦ τιμήματος θὰ ἔχῃ δικαίωμα νὰ ἀξιώσῃ ἀπὸ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἀντλοῦν ὠφελήματα ἐκ τῆς ἀπαλλοτριώσεως ὅπως εἶναι ἐνήμεροι καὶ αὐτοὶ εἰς τὰς ὑποχρεώσεις αὐτῶν διὰ τὴν καταβολὴν τῶν δόσεων καὶ τὴν ἐνημερότητα ταύτην δὲν εἶναι δυνατὸν τὸ Κράτος νὰ ἐξασφαλίσῃ κατ’ ἄλλον τρόπον εἰ μὴ διὰ τῆς συνεταιρικῆς ὀργανώσεως τῶν ἀγροτῶν. Καὶ ἀξιοῖ τὸ Κράτος, διὰ τὴν παραχώρησιν τῶν κτημάτων, συνεταιρικὴν ὀργάνωσιν· κανὲν δὲν μετέρχεται ἀναγκαστικὸν μέτρον τὸ Κράτος. Τὸ Κράτος λέγει: Δύναμαι νὰ προβῶ εἰς τὴν ἀπαλλοτρίωσιν καὶ τὴν παραχώρησιν ὡρισμένου κτήματος εἰς τοὺς ἀγρότας, ἀλλὰ διὰ νὰ ἐξασφαλίσω πρῶτον ἐγὼ τὰ συμφέροντα τὰ ὁποῖα ἦτο δυνατὸν νὰ ἐκτεθοῦν εἰς κίνδυνον κατ’ ἄλλον τρόπον, διὰ νὰ ἐξασφαλίσω τὰ συμφέροντά μου τὰ χρηματικά, ἀξιῶ πρῶτον ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι πρόκειται νὰ ἐγκατασταθοῦν νὰ συμπτυχθοῦν εἰς συνεταιρικὰς ὀργανώσεις. Ἕκαστος εἶναι ἐλεύθερος νὰ συμμετάσχῃ ἢ μὴ εἰς τὸν συνεταιρισμόν, ἀλλ’ ἂν θέλῃ νὰ λάβῃ μέρος εἰς τὴν ἀπαλλοτρίωσιν, πρέπει νὰ συνεταιρισθῇ κατὰ τοὺς διατεταγμένους ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Γεωργίας κανόνας. Ἀλλ’ εἶναι περιττὸν νὰ σᾶς εἴπω, κύριοι βουλευταί, ὅτι δὲν εἶναι μόνον ἡ ἀνάγκη τῆς ἐξασφαλίσεως τοῦ Κράτους διὰ τὴν ἐμπρόθεσμον καταβολὴν τῶν δόσεων ἕνεκα τῶν ὁποίων ἐτέθη ὡς βάσις τῆς ἀπαλλοτριώσεως ἡ ὀργάνωσις ἡ συνεταιρική. Θὰ ὑπετίμων ἀληθῶς, κύριοι βουλευταί, τὴν ἀντίληψιν τῆς Βουλῆς, ἂν ἤθελα νὰ ἐξάρω ποίαν σημασίαν ἔχει ἡ συνεταιρικὴ ὀργάνωσις σήμερον εἰς τὴν γεωργικὴν παραγωγήν. Ἂν ὄχι τίποτε ἄλλο, κύριοι βουλευταί, εἶναι ἡ μόνη βάσις τῆς πίστεως διὰ τὸν ἀγρότην, καὶ ὅταν ὑπάρχει πίστις, καὶ ὑπάρχει πίστις πλήρης διὰ τῶν συνεταιρισμῶν, ἐκεῖ τὰ χρήματα διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς καλλιεργείας καὶ τῆς βελτιώσεως τῶν κτημάτων εἶναι πάντοτε πρόχειρα. Ἀξιῶσαν, κύριοι, τὸ Κράτος τὴν σύμπτυξιν τῶν συνεταιρισμῶν δὲν ἤχθη κἂν ἐκ θεωρητικῶν ἀρχῶν, ἀλλ’ εἶχεν ὑπ’ ὄψιν αὐτοῦ ἱστορίαν προηγουμένων ἀπαλλοτριώσεων καὶ γεωργικῶν ἐγκαταστάσεων καὶ εἰς τὰς γεωργικὰς ἐκείνας ἐγκαταστάσεις, αἱ ὁποῖαι ἐνηργήθησαν ἐπὶ τῇ βάσει ἄλλου συστήματος, τὰ καθυστερήματα τῶν δόσεων ἀνῆλθον εἰς 50, 60 καὶ 70%. Ἀλλ’ εἶχεν ἐπίσης ἡ Κυβέρνησις ὑπ’ ὄψιν, κύριοι βουλευταί, ὅτι καὶ εἰς αὐτὰς τὰς χορηγήσεις τὰς γεωργοκτηματικὰς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἡ παροχὴ τῶν ἀτομικῶν δανείων παρουσιάζει καθυστερήσεις ἀνερχομένας εἰς 50 ἐπίσης καὶ 60% εἰς τρόπον ὥστε τὰ καθυστερήματα ταῦτα νὰ μὴ δύνανται νὰ ἀποδοθοῦν εἰς ὀλιγωρίαν τῶν δημοσίων ὀργάνων. Καὶ ἔχομεν ἀφ’ ἑτέρου τὴν κατάστασιν τῶν ἀγροτικῶν δανείων, τὰ ὁποῖα ἐχορηγήθησαν διὰ τῶν συνεταιρισμῶν καὶ αἱ καθυστερήσεις εἰς τὴν περίπτωσιν ταύτην, περίπτωσιν κρισιμωτάτην τῆς γεωργικῆς παραγωγῆς, δὲν ὑπερέβησαν τὰ 5%. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις ὅταν ἐζήτησε τὴν συνεταιρικὴν ὀργάνωσιν, ἐπαναλαμβάνω, δὲν ἀπέβλεψεν ἁπλῶς καὶ μόνον εἰς τὴν ἐξασφάλισιν τῶν χρηματικῶν αὐτῆς ἀπαιτήσεων ἐκ μέρους τῶν ἀγροτῶν. Ἐγνώριζε καλῶς ὅτι ἡ γεωργικὴ αὐτῶν ἐγκατάστασις δὲν εἶναι ἀρκετὴ διὰ νὰ καταστήσῃ πρᾶγμα βιώσιμον, διὰ νὰ προσδώσῃ ἀληθῆ ζωτικότητα εἰς τὴν μικρὰν ἰδιοκτησίαν. Μεταξὺ τῶν ἀποκαθισταμένων ὑπάρχουν ἀληθῶς, νομίζω ὅτι εἶναι εὐάριθμοι, ἀλλ’ ὑπάρχει πάντως καὶ ἀριθμὸς καλλιεργητῶν, ὁ ὁποῖος δυσκόλως διὰ τῆς ἀτομικῆς του πίστεως θὰ ἠδύνατο νὰ προμηθευθῇ τὰ ἀπαραίτητα ὄργανα, ὅπως προβῇ εἰς τὴν καλλιέργειαν τῆς παρεχομένης εἰς αὐτὸν γῆς καὶ διὰ τοῦτο ὁ συνεταιρισμὸς τῆς ἐξαγορᾶς τῶν γαιῶν ἔχει καὶ μορφὴν πιστωτικὴν καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην πρέπει νὰ ὁμολογήσω ὅτι ὁ συνεταιρισμὸς εἶναι συν)σμὸς ἀναγκαστικός, δηλαδὴ οἱ συμμετέχοντες εἰς τὸν συνεταιρισμὸν πρὸς ἐξαγορὰν τῶν γαιῶν αὐτοὶ ὑποχρεοῦνται ἐπίσης διὰ δεσμῶν κοινῆς πίστεως. Ἀλλ’ αἱ ὑποχρεώσεις, αἱ ὁποῖαι βαρύνουν ἐκ τῆς ἀφορμῆς ταύτης ἕνα ἕκαστον τῶν συνεταίρων, δὲν εἶναι ὑποχρεώσεις ἀπεριόριστοι, διότι οἱ συνεταιρισμοὶ εἶναι συνεταιρισμοὶ περιωρισμένης εὐθύνης. Ἕνεκα τοῦ λόγου τούτου μάλιστα, κύριοι βουλευταί, θὰ ἦτο δύσκολον νὰ ὑποστηριχθῇ ὅτι διὰ μόνης τῆς πιστωτικῆς των ἀλληλεγγύης, διὰ μόνης τῆς πιστωτικῆς των εὐθύνης, οἱ συνεταῖροι θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ προμηθευθοῦν τὸν ἀριθμὸν τῶν ὀργάνων, τὰ ὁποῖα θὰ ἀπῃτοῦντο διὰ τὴν πρώτην γεωργικὴν ἐγκατάστασιν τῶν στερουμένων ἀπολύτως εἴτε ζώων, εἴτε ἀρότρων, εἴτε σπορᾶς. Προσθέτως πρὸς τὴν πίστιν, τῆς ὁποίας τυγχάνουσιν ὡς μέλη τῶν συνεταιρισμῶν, οἱ ἔχοντες ἀνάγκην προμηθείας ὀργάνων καλλιεργείας, ἔχουν νὰ παράσχουν ἐξασφαλίσεις πλήρεις, εἴτε διὰ τὸ Κράτος τὸ θέλον νὰ μεσολαβήσῃ καὶ πάλιν πρὸς παροχὴν εἰς αὐτοὺς δανείων βελτιώσεως εἴτε καὶ εἰς ἱδρύματα πιστωτικὰ ἐξ ἰδίας πρωτοβουλίας, διότι ἐπαναλαμβάνω ἐκτὸς τῆς ἀλληλεγγύης, ἡ ὁποία ἔν τινι μέτρῳ ἀσφαλίζει τὰς ὑποχρεώσεις, αἱ ὁποῖαι θὰ παραχθοῦν ἐκ τῆς προμηθείας ὀργάνων καλλιεργείας, ὑπάρχει τὸ δικαίωμα τῆς ἐγγραφῆς δευτέρας ὑποθήκης ἐπὶ τοῦ κτήματος, διότι ἡ πρώτη ὑποθήκη εἶναι ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου. Ἀλλ’ ἔχομεν ἐπίσης πρὸ πολλοῦ ὑποβάλλει εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον συναφὲς τὸ «περὶ γεωργικῶν ἐνεχυρογράφων» δυνάμει τοῦ ὁποίου ὅλα τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα ἤθελε προμηθευθῇ ὁ γεωργός, εἶναι ὑπέγγυα εἰς τὸν συνεταιρισμὸν ἀπέναντι τῶν ὑποχρεώσεων αὐτοῦ διὰ τὸ δάνειον τῆς βελτιώσεως. Ἔχομεν ἑπομένως πλῆρες σύστημα κατὰ τὸ ὁποῖον ἡ ἀσφάλεια καὶ δι’ ἐκείνους τῶν γεωργῶν, οἱ ὁποῖοι στεροῦνται τελείως καλλιεργητικῶν ὀργάνων εἶναι πλήρης, ὥστε καὶ αὐθορμήτως προσερχόμενοι εἰς οἱονδήποτε ἵδρυμα τραπεζητικὸν νὰ ἀνεύρωσι μέσῳ τοῦ Συνεταιρισμοῦ τὰ μέσα διὰ τῶν ὁποίων ἤθελεν ἐξασφαλισθῇ ἡ προμήθεια τῶν ἀναγκαιούντων εἰς αὐτοὺς εἰδῶν. Ἀλλὰ καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει, κ. Βουλευταί, δὲν ἤθελεν ἐπαρκέσῃ διὰ τῆς ἰδίας του δυνάμεως ὁ Συνεταιρισμὸς νὰ προσδώσῃ τὰ μέσα ταῦτα, ἀναντιρρήτως θὰ ἦτο δυνατὸν εἰς τὸ Κράτος ἐν πλήρει ἀσφαλείᾳ νὰ ἔλθῃ εἰς νέαν ἐπικουρίαν πρὸς τοὺς γεωργοὺς τούτους ἐν τῇ πλήρει πεποιθήσει ὅτι ἐντὸς ἐλαχίστου διαστήματος ἡ ἐγγύησις τὴν ὁποίαν θὰ δώσῃ ἤθελε τελείως ἐξοφληθῆ. Διότι, κύριοι, περὶ τίνος τέλος πάντων πρόκειται; Πρόκειται περὶ μιᾶς τάξεως ἡ ὁποία ὑπάρχει εἰς τὴν Θεσσαλίαν καὶ μόνον ακὶ ἡ τάξις αὕτη εἰς τὸν Νομὸν Τρικκάλων, κατὰ τὴν διαβεβαίωσιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ Λαρίσσης, δὲν παρουσιάζει καμμίαν δυσκολίαν διὰ τὴν προμήθειαν τῶν πρώτων ὀργάνων τῆς καλλιεργείας, εἰς δὲ τὸν νομὸν Λαρίσσης παρουσιάζει δυσκολίας, αἱ ὁποῖαι ὅμως τοὐλάχιστον κατὰ τὴν γνώμην μου, δὲν εἶναι ἀνυπέρβλητοι, διότι καὶ ἐὰν παρ’ ὅλα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα λίγα εἰς τὸ πρῶτον ἔτος δὲν εἶναι δυνατὸν εἰς τὸν καλλιεργητὴν νὰ λάβῃ ὁλόκληρον τὸ ποσόν, τὸ χρειαζόμενον διὰ νὰ ἀγοράσῃ ζῷα, ἄροτρα, σπορὰν καὶ ἐὰν δὲν εἶναι δυνατόν, ἀναντιρρήτως θὰ προκύψῃ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον πολλάκις γίνεται, τουτέστι δύο ἢ τρεῖς καλλιεργηταὶ θὰ συνενωθοῦν ὅπως προμηθευθοῦν ἓν ἄροτρον ἢ ἓν ζεῦγος βοῶν ἢ ἄλλων ἀροτριώντων ζώων διὰ νὰ προβοῦν ἀκωλύτως εἰς τὴν ἐργασίαν των. Ἀλλὰ καὶ ὁ δανεισμὸς μεταξὺ τῶν χωρικῶν δὲν εἶναι δύσκολος. Τὴν δὲ κατοικίαν των θὰ εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ χρησιμοποιήσουν ἐπί τινα χρόνον τὴν ἰδίαν, ἀναμένοντες εὐθετοτέραν στιγμὴν ὅπως τὴν βελτιώσουν. Ἀλλὰ εἶναι βέβαιον, κύριοι Βουλευταί, ὅτι ἐὰν ἤθελον διαθέσει οἱ καλλιεργηταὶ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον σήμερον διαθέτουσι διὰ τὴν καταβολὴν τοῦ γεωμόρου, θὰ ἔχωσι τὴν δύναμιν ἐντὸς ἐλαχίστων ἐτῶν, ἐντὸς ἑνὸς ἢ δύο, τὸ πολὺ τριῶν ἐτῶν, νὰ ἔχωσιν ὅλα τὰ ἐφόδια τὰ ἀπαραίτητα, ὅπως προσδώσωσιν ὅλην τὴν ἀναγκαίαν εὐδοκίμησιν εἰς τὴν γεωργικήν των ἐκμετάλλευσιν.
§106Δ. ΜΑΛΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Μεταξὺ τῶν μέσων, τὰ ὁποῖα θὰ παραχωρήσῃ ἡ Κυβέρνησις εἰς τοὺς γεωργοὺς καὶ τὰ ὁποῖα θὰ εἶναι ἐνέχυρον πρὸς ἀσφάλειαν τῶν κτημάτων, θὰ εἶναι καὶ αὐτὰ ἀκόμη τὰ κτήνη καὶ τὰ ἄλλα μεταφορικὰ μέσα;
§107Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Εἶπον εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς, ὅτι ἡ Κυβέρνησις νομίζει, ὅτι δὲν θὰ εὑρεθῇ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ παράσχῃ τὴν μεσολάβησιν αὑτῆς πρὸς παροχὴν δανείων εἰς τοὺς καλλιεργητὰς διὰ τὴν προμήθειαν τῶν ἀναγκαίων εἰς αὐτοὺς ἐφοδίων, διότι μόνον ἐπὶ τῇ βάσει τῆς συνεταιρικῆς των πιστώσεως καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἄλλων ἐγγυήσεων, αἱ ὁποῖαι παρέχονται διὰ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐνεχυρογράφων καὶ τῆς δευτέρας ὑποθήκης, θὰ εἶναι εἰς θέσιν οἱ ἴδιοι οἱ γεωργοὶ μὲ τὸν συνεταιρισμόν των νὰ προμηθεύωνται τὰ ἀναγκαῖα ἐφόδια. Προσέθεσα δὲ ἀκόμη, ὅτι εἰς περιπτώσεις ἐξαιρετικὰς—καὶ τοιαῦται δὲν θὰ παρουσιασθῶσιν, εἶμαι ἀπολύτως βέβαιος—θὰ ἦτο διατεθειμένη ἡ Κυβέρνησις νὰ παράσχῃ τὴν μεσολάβησιν αὐτῆς εἰς δάνεια τραπεζικοῦ τινὸς ἱδρύματος, ἵνα παράσχῃ τὴν ἀναγκαίαν βοήθειαν πρὸς προμήθειαν ὑπὸ τῶν γεωργῶν τῶν ἀναγκαιούντων αὐτοῖς ἐφοδίων.
§108Δ. ΜΑΛΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ αὐτὰ τὰ βώδια θὰ τίθενται εἰς ἐνέχυρον;
§109Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ἀναντιρρήτως καὶ τότε ποῖα ἄλλα θὰ ἐθεωροῦντο ὡς ἐνέχυρον; Ὅλα τὰ δυνάμει τοῦ νόμου περὶ ἐνεχυρογράφων θὰ χρησιμεύσουν ὡς ἐνέχυρα. Εἶμαι εὐτυχής, κύριοι Βουλευταί, διότι ἐν πεποιθήσει φρονῶν, ὅτι εἶναι ἀδύνατον πλέον οἱᾳδήποτε χώρᾳ καὶ ἰδίως εἰς χώραν, ἡ ὁποία ἔχει μικρὰν ἰδιοκτησίαν, νὰ ὑπάρξῃ γεωργικὴ πρόοδος ἄνευ ἰσχυροτάτης συνεταιρικῆς ὀργανώσεως, εἶμαι εὐτυχής, διότι προσδοκῶν ἐκτὸς τῶν ἄλλων ἀγαθῶν, τὰ ὁποῖα θὰ προσκομίσῃ εἰς ἡμᾶς ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ ἀγροτικοῦ τῆς Κυβερνήσεως προγράμματος, θὰ ἔχῃ καὶ τοῦτο, ὅτι θὰ ἰσχύσῃ παρ’ ἡμῖν οὐσιωδῶς τὸ πνεῦμα τὸ συνεταιρικὸν εἰς τοὺς ἀγρότας. Ἀποδίδουσα, κύριοι, καὶ ἡ ἀνάγκη τὸ ἐπέβαλεν, ἡ Κυβέρνησις τὴν γῆν εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι συνδέονται ἀρρήτως πρὸς αὐτὴν διὰ τῆς ἐργασίας των, ἀποδίδουσα τὴν γῆν εἰς τοὺς καλλιεργητὰς δὲν σκοπεῖ ἀναντιρρήτως νὰ περιορισθῇ ἐντὸς καὶ μόνον τῶν ὁρίων τούτων· καθῆκον ἔχει, καὶ θὰ τὸ πράξῃ, νὰ παρακολουθήσῃ τὴν μικρὰν ἰδιοκτησίαν εἰς ὅλην αὐτῆς τὴν ἐξέλιξιν. Ἕν μέτρον προπαρασκευαστικὸν πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον ὑπῆρξε καὶ ἡ ὑποβολὴ νομοσχεδίου περὶ ὑπηρεσίας τοῦ συνεταιρικοῦ ἐποικισμοῦ, διὰ τῆς ὁποίας θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ παραχωρῆται καὶ εἰς τὸ τελευταῖον μέλος τοῦ συνεταιρισμοῦ στέγη. Ἓν ἐπίσης μέτρον ὑπῆρξε καὶ ἡ καθιέρωσις ἐποπτῶν τῶν συνεταιρισμῶν διὰ τὴν καθοδήγησιν εἰς τὰ συνεταιρικὰ συμβούλια καὶ διὰ τὴν τακτικὴν τήρησιν τῶν βιβλίων τῶν συνεταιρισμῶν. Τὸ ἔργον τῆς καθοδηγήσεως τῶν συνεταιρισμῶν θ’ ἀρχίσῃ ἀπὸ τῆς πρώτης ἐγκαταστάσεως τῶν ἀκτημόνων καὶ τὸ ἔργον αὐτό, εἶμαι βέβαιος, ὅτι θὰ ἀποτελέσῃ τοῦ λοιποῦ τὸ κυριώτερον τῶν μελημάτων τοῦ Ὑπουργείου τῆς Γεωργίας. Ἡ προσωπική μου γνώμη, κύριοι, περὶ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Γεωργίας εἶναι γνώμη τὴν ὁποίαν δὲν διστάζω νὰ ἐκφράσω πρὸς τὴν Βουλήν, εἶναι γνώμη, ὅτι ὀφείλει, ὅσον τὸ δυνατὸν τὸ ταχύτερον νὰ ἀπαλαγῇ ἀφ’ ἑνὸς μὲν τοῦ φόρτου τῶν κτηματικῶν ὑποθέσεων, ἀποκεντρουμένων πλήρως τῶν σχετικῶν ὑπηρεσιῶν, ἀκόμη δὲ καὶ τῶν κτηματικῶν ὑποθέσεων τῶν ἀφορωσῶν τὰ δάση, καὶ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Γεωργίας θὰ ἐξελιχθῇ εἰς καθαρῶς γεωργικὴν ὑπηρεσίαν μὲ τὴν κεντρικὴν ὑπηρεσίαν ὡς κέντρον καθαρῶς ἐπιστημονικόν, καὶ μὲ σύμπλεγμα ἐφαρμογῆς ἐπίσης τεχνικῶν ὑπηρεσιῶν, αἱ ὁποῖαι νὰ παρακολουθοῦν τὸν ἀγρότην εἰς πᾶσαν αὐτοῦ γεωργικὴν ἐργασίαν. Διότι τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Γεωργίας, φρονῶ ἐγώ, ὅτι εἶναι πλάνη, ὅτι πρέπει νὰ ἀποτελέσῃ διοικητικὴν ὑπηρεσίαν, ὀφείλει νὰ ἀποτελέσῃ, ἐπαναλαμβάνω, κέντρον ἐπιστημονικόν, ἐφωδιασμένον μὲ ὅλα τὰ μέσα τὰ δυνατὰ, ἐφωδιασμένον μὲ τὰ ἐργαστήριά των, μὲ τὰ τοπογραφεῖά του, μὲ τὰ παραρτήματα αὐτοῦ, μὲ πάντα τὰ ἀναγκαῖα, ὅπως διαφωτίζῃ ὅλην τὴν γεωργικὴν ὑπηρεσίαν περὶ πάσης προόδου σχετικῆς πρὸς τὴν γεωργίαν καὶ ἀπὸ τοῦ κέντρου τούτου δι’ ὅλου τοῦ συμπλέγματος τῶν τεχνικῶν ὑπηρεσιῶν νὰ φθάνῃ εἰς ἐπαφὴν καὶ μὲ τὸν ἔσχατον ἀγρότην. Καὶ ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ταύτην ἀδιστάκτως φρονῶ, ὅτι ἡ εἰδικότης ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Γεωργίας ὀφείλει νὰ φθάσῃ καὶ μέχρις αὐτοῦ τοῦ Ὑπουργοῦ. Αὐτὴν τὴν ἀντίληψιν ἔχω ἐγὼ περὶ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Γεωργίας. Ἔρχομαι, ἤδη, κύριοι Βουλευταὶ, εἰς τὸ κυριώτερον καὶ τὸ μᾶλλον φλέγον τῶν ζητημάτων, τὰ ὁποῖα προκαλεῖ ἡ λύσις τοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος· Εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἐκτιμήσεως. Ἔλαβον ἤδη, κύριοι Βουλευταὶ, τὴν εὐκαιρίαν κατὰ τὴν πρώτην κατ’ ἄρθρον συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου νὰ ἀναπτύξω εὐρύτατα τὰς ἀντιλήψεις, τὰς ὁποίας ἔχω, ὅτι οἱ κανόνες οἱ διαγραφόμενοι ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἐν σχέσει πρὸς τὴν ἐκτίμησιν εἶναι κανόνες βασιζόμενοι πρὸς τὴν δικαιοσύνην ἀφ’ ἑνὸς, ἐξασφαλίζοντες δ’ ἀφ’ ἑτέρου τὴν ζωὴν τῶν σχηματιζομένων ἤδη μικρῶν ἰδιοκτησιῶν. Δὲν θὰ ἐπανέλθω ἐπὶ τῶν ἀντιρρήσεων, τὰς ὁποίας ἤδη συνεζήτησα κατὰ τὴν πρώτην κατ’ ἄρθρον συζήτησιν, ἐπὶ τῶν ἀντιρρήσεων τῶν συνταγματικῶν, διότι ἐν τῷ σημείῳ τούτῳ κατὰ τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν ὑπεβλήθη ἡ ἀντίρρησις, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ διαγράψῃ κανόνας εἰς ἐνδικαστικὴν ἐξουσίαν, ἐν σχέσει πρὸς τὴν ἐκτίμησιν ἀπαλλοτριουμένων κτημάτων. Εἶναι ἀδύνατον, κύριοι Βουλευταὶ, νὰ φαντασθῶ, ὅτι δύναται νὰ φαντασθῇ κανεὶς, ὅτι ἰσχυρισμοὶ, ὡς ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ὑπεβλήθησαν, εἶναι δυνατὸν πράγματι σοβαρῶς νὰ ληφθοῦν ὑπ’ ὄψει, ὅτι εἶναι δυνατὸν δηλαδὴ νὰ θεωρηθῇ τὸ μὲν ὅτι ἡ ἀναθεωρητικὴ Βουλὴ ἔχουσα ὑπ’ ὄψει της τὸν νόμον περὶ ἐκπονήσεως δικαστικοῦ μεγάρου ἐν Τριπόλει καὶ τοὺς κανόνας τοὺς διαγραφομένους ἐν αὐτῷ ἐνόμισεν τὰς διατάξεις τοῦ ἐπουσιώδους σχεδὸν τούτου νόμου νὰ προβιβάσῃ εἰς συνταγματικὰς καὶ ἑπομένως ἀναλλοιώτους, καὶ ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ προσφερθῇ ἡ ἰδέα, ὅτι πᾶσαι αἱ ἐκτιμήσεις, αἱ γενόμεναι μέχρι τοῦδε ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ σχετικοῦ νόμου, ἀπὸ τῆς καταβολῆς τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου, ἐγένοντο κατὰ τρόπον ἄκυρον, διότι πᾶς κανὼν τιθέμενος παρὰ τῆς Βουλῆς εἰς τὴν ἐκτίμησιν εἶναι κανὼν ἀντισυνταγματικός. Καὶ ἔρχομαι, κύριοι, εἰς τὸ οὐσιαστικὸν μέρος. Ποίους κανόνας διαγράφει τὸ νομοσχέδιον διὰ τὴν ἐκτίμησιν εἶναι περιττὸν νὰ σᾶς ὑπομνήσω. Ἀναγνωρίζει ὡς ἀξίαν τῶν κτημάτων τὴν προπολεμικὴν ἀξίαν μετὰ προσαυξήσεως μέχρι 30%, καὶ ἡ πρώτη καὶ θεμελιώδης ἀξίωσις ἐκ μέρους τῶν γαιοκτημόνων ἡ ὑποβληθεῖσα, εἶναι ἡ ἐκτίμησις νὰ ὁρισθῇ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς τρεχούσης σήμερον ἀξίας τῶν κτημάτων. Ἀνέπτυξα, κύριοι Βουλευταὶ, εἰς τὴν Βουλὴν τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους θεωρῶ ἀπολύτως ἀνέφικτον τὸν ὅρον τοῦτον τῶν γαιοκτημόνων, οὐδὲ νομίζω, ὅτι ἐπιμένουν εἰς αὐτὸν οἱ πλεῖστοι τοὐλάχιστον ἐξ αὐτῶν, ἀλλ’ ἐζήτησαν μίαν ὑπερτίμησιν μεγαλειτέραν. Καὶ ὡς βάσιν τῶν ἐπιχειρημάτων των ἔλαβον τοῦτο· ὅτι κατὰ τὸν κείμενον νόμον τὰ δικαστήρια δὲν ἦτο δυνατὸν ἢ νὰ ἀναγνωρίσουν ἀφ’ ἑνὸς κατὰ τὴν ρητὴν δήλωσιν τοῦ διευθύνοντος προσωρινῶς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Γεωργίας συναδέλφου μου, ἄλλοτε, ἀναγνωρίσουν, ἐπαναλαμβάνω, τὴν φυσιολογικὴν ὑπερτίμησιν τῶν κτημάτων, καθὼς ἐπίσης δὲν ἦτο δυνατὸν ἢ νὰ ἀναγνωρίσουν ἔν τινι μέτρῳ τὰς σημερινὰς τιμὰς, καθόσον αὗται μετεβλήθησαν εἰς τιμὰς οὐχὶ προσκαίρους, ἀλλὰ σταθεράς. Καὶ ἀπήντησα τότε ὅτι οὐδὲ τὸ ἓν, οὐδὲ τὸ ἄλλο εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ, ὅτι δὲν θὰ ὑπάρξῃ δικαστὴς, ὁ ὁποῖος θὰ ἠδύνατο νὰ ἀναγνωρίσῃ ὑπερτίμησιν φυσιολογικὴν τῶν κτημάτων, ὅτι δὲν θὰ ὑπάρχῃ δικαστὴς, ὁ ὁποῖος θὰ ἦτο εἰς θέσιν ἐπίσης νὰ καθορίσῃ τὴν σταθερότητα τῶν σημερινῶν τιμῶν, διότι, κύριοι Βουλευταὶ, ὑπάρχει μία πλάνη ριζικὴ, ἡ ἀκίνητος περιουσία καὶ δὴ ἡ ἀγροτικὴ περιουσία τείνει διαρκῶς εἰς ἀνατίμησιν, ὅτι ἡ καμπύλη εἶναι ἀπὸ αἰώνων σταθερῶς ἀνιοῦσα. Ἀνέφερον ἤδη εἰς ὑμᾶς, κύριοι Βουλευταί, ὅτι δὲν ὑπάρχει πραγματικῶς ἀξία εὐπαθεστέρα ἀπὸ τὴν ἀξίαν τῆς ἀγροτικῆς περιουσίας, ὅτι κατὰ τὸν παρελθόντα αἰῶνα ἑξάκις ὑπέστη διακυμάνσεις καὶ μεταπτώσεις ἀποτόμους, μᾶλλον ἀποτόμους, πάσης ἄλλης ἀξίας. Ἀλλά, κύριοι Βουλευταί, καὶ ἂν ἀκόμη γενικῶς εἰς ἓν Ἔθνος, εἰς τὸν κόσμον ὅλον ὑπάρχῃ ὑπερτίμησις τῆς ἀξίας τῆς ἀγροτικῆς περιουσίας, εἶναι δυνατὸν εἰδικῶς εἰς μίαν χώραν νὰ παρουσιάζεται ὑποτίμησις αὐτῆς. Ἔχομεν τὸ παράδειγμα τὸ ἴδιον τῆς χώρας ἡμῶν. Ἀπὸ τοῦ 1920 καὶ ἐντεῦθεν ἤρκεσεν ἡ ἵδρυσις ἀτμοπλοϊκῶν ἑταιρειῶν, ἤρκεσεν ἡ ναυπήγησις ὑπερωκεανείων ἀτμοπλοίων διὰ νὰ ἴδωμεν τὴν ἀξίαν τῆς γεωργικῆς παραγωγῆς ὑποτιμωμένην ἀμέσως καὶ δὴ ραγδαίως· διότι τί συνέβαινε, κύριοι; τὰ πλοῖα μετέβαινον εἰς τὴν Ἀμερικὴν καὶ κατὰ τὴν ἐπιστροφὴν ἔβαζαν ὡς ἕρμα σῖτον· εὕρισκον αὐτὸν πάμφθηνον εἰς τὴν Ἀμερικανικὴν ἀγορὰν καὶ ἡ εὐθηνία τοῦ ξενικοῦ σίτου ἦτο ἀφορμὴ ραγδαίας πτώσεως τῶν τιμῶν τῶν γεωργικῶν προϊόντων τῆς Χώρας. Διὰ τοῦτο βλέπομεν τὴν ἀξίαν τῶν κτημάτων κατὰ τὴν περίοδον τοῦ 1910 μέχρι τοῦ 1914 σχεδὸν βαίνουσαν εἰς ὑποτίμησιν. Ἀλλ’ ἐπὶ τίνος, κύριοι, ἐστηρίζετο προπολεμικῶς ἡ ἀξία τῶν κτημάτων; Ἡ κυριωτέρα αὐτῆς βάσις ἦτο ὁ φόρος ὁ εἰσαγωγικός, ἐπὶ τῆς γεωργικῆς παραγωγῆς ἡ καθαρὰ πρόσοδος ἡ ἀπομείνασα εἰς τὸν ἰδιοκτήτην καὶ ἐπὶ ἀξίας 30 λεπτῶν κατ’ ὀκᾶν σίτου, ἐν οὐδεμιᾷ περιπτώσει ὑπερέβαινε τὰ ἓξ λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν, πολλάκις δὲ κατήρχετο πολὺ κατωτέρω, σχεδὸν μέχρι τοῦ μηδενός. Καὶ ἡ ἀξία πλέον τῶν κτημάτων ὡρίζετο μόνον ἐκ τῆς ἐργασίας τῶν καλλιεργητῶν. Ἀπέναντι λοιπὸν ἓξ λεπτῶν κέρδους ἐκ τῶν γεωργικῶν προϊόντων προπολεμικῶς εἴχομεν 9 λεπτὰ εἰσαγωγικὸν δασμόν. Θὰ ἤρκει δὲ ἡ κατάργησις τοῦ φόρου τούτου διὰ νὰ ἴδωμεν εὐθὺς ἀμέσως τὰς τιμὰς πιπτούσας κατὰ τὸν μᾶλλον ἀπότομον καὶ κατὰ τὸν μᾶλλον ραγδαῖον τρόπον. Οὐδεὶς δέ, κύριοι Βουλευταί, ἦτο δυνατὸν νὰ ἀσφαλίσῃ τινά, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Πολιτεία ἤθελεν ὑποχρεώσῃ τὴν κοινωνίαν ὁλόκληρον νὰ συνεισφέρῃ κατ’ ἔτος 40 καὶ 50 ἑκατομμύρια δραχμῶν διὰ νὰ διατηρῇ τὴν ἀξίαν τῶν τσιφλικίων. Θὰ ἦτο δυνατὸν ἑπομένως κατὰ τὴν περίστασιν ἐκείνην ἡ Κυβέρνησις νὰ μελετήσῃ καὶ τὴν κατάργησιν ἢ ἐλάττωσιν τοῦ δασμοῦ τούτου καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ὄχι μόνον δὲν θὰ ἐπήρχετο ὑποτίμησις τῶν κτημάτων, θὰ ἦτο δὲ περίεργος ὁ δικαστὴς ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἤθελε προεξοφλήσει τὰ γεγονότα ἀπολύτως, ἀπαθῶς καὶ θὰ ἔλεγεν ὅτι σταθερῶς, ἂν δὲν ἐπήρχοντο αἱ πολεμικαὶ περιστάσεις ἡ ἀξία τῆς ἀγροτικῆς περιουσίας θὰ ἔβαινεν εἰς σταθερὰν ἀνατίμησιν. Ἀλλ’ ὑπάρχουν, κύριοι Βουλευταί, χίλιοι ἄλλοι λόγοι, ἕνεκα τῶν ὁποίων θὰ ἐπήρχετο ὑποτίμησις τῆς ἀξίας τῆς γῆς εἰς τὴν Ἑλλάδα. Μία ἀθρόα μετανάστευσις καὶ αὐτὸ καὶ μόνον τὸ γεγονὸς τῆς προσαρτήσεως τῆς Μακεδονίας θὰ συνετέλει ἐπίσης εἰς ὑποτίμησιν τῆς Θεσσαλικῆς γῆς. Ἀλλὰ δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν ἐπίσης, κύριοι Βουλευταί, δικαστὴς ἀκέραιος νὰ βεβαιώσῃ διὰ δικαστικῆς ἀποφάσεως, ὅτι αἱ σημεριναὶ τιμαὶ ἔχουσι μορφὴν σταθερὰν καὶ ἐν ποίῳ μέτρῳ ἔχουσι τὴν σταθερὰν αὐτὴν μορφήν.
§110Δ. ΜΠΟΥΣΔΡΑΣ. Ὁ δασμὸς ἀφῃρεῖτο, κ. Ὑπουργέ, ἐκ τῆς καθαρᾶς προσόδου.
§111Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον θὰ συζητήσωμεν εἰς τὰς λεπτομερείας. Διότι, κύριοι Βουλευταί, αἱ σημεριναὶ τιμαί, τιμαὶ καθ’ ὁλοκληρίαν ἐξαιρετικαί, δὲν εἶναι ἄλλο τι ἢ προϊόν ἑνὸς γεγονότος παροδικοῦ, ὅπως ὑπῆρξεν ὁ πόλεμος. Καὶ ἅμα τῇ παρόδῳ τοῦ πολέμου, κύριοι Βουλευταί, δὲν ἐπῆλθεν ἀμέσως καὶ ἡ πτῶσις τῶν πολεμικῶν τιμῶν, τοῦτο θὰ ἠδύνατο νὰ ἐκπλήξῃ μόνον τὸν ἀδαῆ τῶν οἰκονομικῶν φαινομένων, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ φαντασθῇ τις, κύριοι Βουλευταί, ὅτι εὐθὺς ὡς ἤθελον καταπαύσῃ αἱ ἐχθροπραξίαι, ὅλα τὰ δεινὰ τὰ οἰκονομικά, τὰ ὁποῖα ὑπέφερεν ὁ πόλεμος, ἤθελον ἐξαφανισθῇ αὐθωρεὶ ἀπὸ τὸ πρόσωπον τῆς γῆς. Ὑπάρχει ἀνάγκη ναυπηγήσεως νέων πλοίων, ὑπάρχει ἀνάγκη ἀποκαταστάσεως τῶν καταστραφεισῶν χωρῶν, ὑπάρχει ἀνάγκη τῆς μετατροπῆς τῆς πολεμικῆς βιομηχανίας εἰς εἰρηνικὴν, ὑπάρχει ἀνάγκη τῆς ἀναπληρώσεως τῶν ἀποθεμάτων, ὑπάρχει ἀνάγκη τῆς παροχῆς εἰδῶν εἰς τοὺς ἐπιστρέφοντας ὁπλίτας ἐκ τοῦ στρατοῦ, ὑπάρχουν μεγαλείτεραι ἀνάγκαι, αἱ ὁποῖαι μόνον μετὰ τὸν πόλεμον θὰ ἤρχιζον νὰ ἀναπληροῦνται. Καὶ ἀναντιρρήτως ἡ ἠλαττωμένη ἐκ τοῦ πολέμου παραγωγὴ δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς ἀνταπόκρισιν ὅλων αὐτῶν τῶν ἀναγκῶν καὶ ἡ μετὰ τὸν πόλεμον ὑπερτίμησις θ’ ἀπετέλει κατὰ πᾶσαν λογικὴν πρόβλεψιν φαινόμενον καθολοκληρίαν..... Ἀλλ’ αἱ συνέπειαι αὗται δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διατηρηθοῦν ἐπ’ ἄπειρον, κύριοι Βουλευταί, οὐδὲ εἶναι δυνατὸν δικαστὴς νὰ εἴπῃ, κύριοι, ὅτι ἐντὸς ὀλίγου χρόνου δὲν θὰ συμπληρωθοῦν αἱ ἐλλείψεις τῶν πλοίων, ὅτι ἐντὸς ὀλίγου χρόνου δὲν θὰ ἀποδοθοῦν εἰς τὴν ἐκμετάλλευσιν αἱ καταστραφεῖσαι χῶραι, ὅτι ἐντὸς ὀλίγου χρόνου δὲν θὰ ἀναπληρωθοῦν τὰ κενά, τὰ ὁποῖα ἐδημιούργησεν ὁ πόλεμος, ὅτι ἐντὸς ὀλίγου χρόνου δὲν θὰ εἶναι εἰς θέσιν ἡ βιομηχανία καὶ ἡ παραγωγὴ νὰ ἀνταποκριθοῦν πλήρως πρὸς τὰς ἀνάγκας τῆς κοινωνίας καὶ ὅτι ἑπομένως δὲν θὰ ἀρχίσῃ νὰ ἐπέρχηται μία κάμψις τῶν τιμῶν. Δὲν εἶναι δυνατὸν ἑπομένως ἀκέραιος δικαστὴς νὰ χρεώσῃ διὰ τῶν σημερινῶν τιμῶν ἢ διά τινος ποσοστοῦ ἐξ αὐτῶν ἀκόμη, νὰ χρεώσῃ ἐπὶ τριακονταετίαν τὴν μικρὰν ἰδιοκτησίαν προεξοφλῶν τὸ μέλλον καὶ ἀναγνωρίζων εἰς τὰς σημερινὰς τιμὰς σταθερότητα τινὰ ἔστω καὶ ἔν τινι μέτρῳ. Ἀλλά, κύριοι Βουλευταί, περὶ τίνος τάχα πρόκειται; Πρέπει νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψει ὅτι ἔχομεν νὰ ἐξετάσωμεν τὴν γεωργικὴν παραγωγὴν ἰδιαιτέρως. Καὶ αἱ ἀνάγκαι σήμερον τῆς γεωργικῆς παραγωγῆς, ἠμπορεῖ τις μετὰ βεβαιότητος νὰ εἴπῃ, ὅτι ἐκπληροῦνται σχεδὸν πλήρως ἐκ τῆς ὑπαρχούσης παραγωγῆς. Ἀλλ’ ἀναντιροήτως, κύριοι Βουλευταί, ἐντὸς ὀλίγου θὰ ἔχωμεν αὔξησιν μεγίστην τῆς γεωργικῆς παραγωγῆς, διότι ὄχι μόνον ἡ καλλιέργεια διατηρεῖται εἰς τὰς παλαιὰς χώρας, ἀλλὰ καὶ παρθένοι ἐκτάσεις, θὰ τεθοῦν εἰς ἐκμετάλλευσιν καὶ αἱ βελτιώσεις τῆς καλλιεργείας θὰ καταστήσωσι τὴν παραγωγὴν ἔτι μᾶλλον ἐντατικωτέραν εἰς τρόπον, ὥστε μετ’ ὀλίγον ἡ προσφορὰ τῶν γεωργικῶν προϊόντων ὄχι μόνον θὰ καλύπτῃ τὴν ζήτησιν αὐτῶν, ἀλλ’ ἀναντιρρήτως θὰ ὑπάρχῃ καὶ περίσσεια, ἡ ὁποία θὰ μᾶς ἀγάγῃ πάντως εἰς τὴν πτῶσιν τῶν τιμῶν. Ἀλλὰ πρόκειται, κύριοι Βουλευταί, νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὰς ἀρχικάς, τὰς προπολεμικὰς τιμάς, ἵνα καθορίσωμεν τὴν ἀξίαν τῆς γῆς κατὰ τρόπον προπολεμικόν; Πρόκειται σήμερον, κύριοι Βουλευταί, νὰ ἐκτιμήσωμεν τὴν ἀξίαν τῆς παραγωγῆς ἢ τὴν ἀξίαν τῆς γῆς; Εἶπον, ὅτι προπολεμικῶς ἡ ἀξία τῆς γῆς, τὸ κέρδος ἐκ τῆς γεωργικῆς παραγωγῆς δὲν ὑπερέβαινε κατ’ ἀνώτατον ὅρον τὰ 6 λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν σίτου. Θὰ ἤρκει, κύριοι Βουλευταί, νὰ φθάσωμεν καὶ πάλιν εἰς τὴν διαφορὰν μεταξὺ τῶν δαπανῶν καὶ τῶν προσόδων ἐκ τῆς γεωργικῆς παραγωγῆς, εἰς τὸ ποσὸν αὐτὸ τῶν 6 λεπτῶν κατ’ ὀκᾶν, διὰ νὰ ἔχωμεν πλήρως ἀξίαν προπολεμικὴν τῆς γῆς. Θὰ σᾶς τὸ ἐξηγήσω. Ἐν ᾗ περιπτώσει εἴχομεν σῖτον οὐχὶ εἰς τὴν τιμὴν τῶν 30 λεπτῶν, ἀλλ’ εἴχομεν σῖτον εἰς τὴν τιμὴν τῶν 60 λεπτῶν καὶ τὰ ἔξοδα τῆς παραγωγῆς ἤθελον ἀνέλθει ἐπὶ τῇ βάσει τῶν νέων τιμῶν, τῶν σημερινῶν τιμῶν, εἰς 54 λεπτά, ἡ ἐκτίμησις τῆς γεωργικῆς παραγωγῆς διὰ νὰ καθορίσωμεν τὴν ἀξίαν τῆς γῆς, θὰ ἦτο ἐπὶ τῇ βάσει 6 λεπτῶν κατ’ ὀκᾶν καὶ τοιουτοτρόπως θὰ εἴχομεν καθαρῶς προπολεμικὰς τιμάς. Ἀναντιρρήτως ἐπὶ τῶν κολληγικῶν κτημάτων ἔχομεν μίαν κάρπωσιν τοῦ γεωργοῦ. Οἱ κύριοι Βουλευταὶ ἐκ Θεσσαλίας εἶπον, ὅτι ὁ ἰδιοκτήτης δὲν καρποῦται μόνον τὴν πρόσοδον τῆς γῆς, ἀλλὰ καρποῦται καὶ τὴν ἐργασίαν τοῦ κολλήγου, ὅτι ἀφαιρεῖ ἀπὸ αὐτὸν ὅλον σχεδὸν τὸ κέρδος, τὸ ὁποῖον ἔχει αὐτὸς ἐκ τῆς παραγωγῆς τῆς γῆς, καὶ δὲν ἀπομένει εἰς αὐτὸν οὐδὲ κἄν τὸ κέρδος ἐκ τῆς ἐργασίας του. Καὶ τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο τῶν Θεσσαλῶν γεωργῶν ζητεῖται νὰ καταπολεμηθῇ κατὰ τρόπον ὥστε νὰ ἐπιβαρυνθῇ οὗτος διὰ τῆς κεφαλοποιήσεως τῶν προσόδων τὰς ὁποίας ἀποφέρει ἡ ἐργασία του. Ἀλλ’ ἤθελον ἀδιστάκτως ἀπαντήσει εἰς αὐτοὺς, ὅτι νῦν ἕνεκα τῆς ὑπερτιμήσεως τῆς μεγάλης τῶν γεωργικῶν προϊόντων, ἡ ὁποία ἐπιτρέπει εἰς αὐτὸν νὰ κρατῇ ἓν μέγα ποσὸν διὰ τὴν οἰκογένειάν του, παρουσιάζεται τὸ φαινόμενον τοῦτο. Ἐὰν μετὰ τὴν πτῶσιν τῶν τιμῶν ἤθελεν ἐξακολουθήσει τὸ αὐτὸ σύστημα ἐκμεταλλεύσεως, ἀφεύκτως τοῦτο θέλει ἐπιφέρει ἐρήμωσιν τῆς Θεσσαλίας καὶ τότε θέλει ἐπέλθει ἡ μεγάλη ὑποτίμησις τῆς γῆς σας. Ἀλλὰ πρέπει νὰ διασαφηνίσωμεν, ὅσον τοῦτο εἶναι δυνατόν, ἓν πρᾶγμα· ὅταν ὑπολογίσωμεν τὴν ἀξίαν τῆς γεωργικῆς παραγωγῆς, ὅταν ὑπολογίζωμεν τὴν ἀξίαν τῆς καθαρᾶς προσόδου, διὰ νὰ ἀνεύρωμεν διὰ τῆς κεφαλοποιήσεως τὴν ἀξίαν τῆς γῆς, εἰσερχόμεθα εἰς μίαν ὁδὸν ἀναντιρρήτως ἐπισφαλῆ, διότι εἶναι ἀδύνατον νὰ ἀνταποκριθῇ ἡ κεφαλοποίησις τῆς ἀξίας πρὸς τὴν ἀγοραίαν ἀξίαν τῆς γῆς· διότι ἐν ᾗ περιπτώσει μὲ τὰς σημερινὰς τιμὰς ἤθελε φθάσει ἡ ἀξία τῆς ὀκᾶς τοῦ σίτου εἰς 5 δραχμὰς, ἡ ἀξία τῆς γῆς θὰ ἦτο ἀδύνατον νὰ παρακολουθήσῃ ἔστω καὶ πόρρωθεν διὰ τῆς κεφαλοποιήσεως τὴν κλίμακα ταύτην τῆς γεωργικῆς παραγωγῆς. Αὐτὸ ἐνδιαφέρει γενικῶς. Ὑπάρχουσι τεμάχια τινὰ εἰς τὰ ὁποῖα εἰς ὀλίγας πωλήσεις στρεμμάτων τινῶν, λόγῳ τῆς σμικρότητος τῶν ἐκτάσεων καὶ τῆς διαθέσεως τῶν γεωργῶν προσηλωμένων εἰς τὴν γῆν, τὴν ὁποίαν καλλιεργοῦν, δυνάμεθα νὰ εὕρωμεν τοιαύτην τινὰ ἄποψιν, ἀλλὰ προκειμένου περὶ τσιφλικίων, προκειμένου νὰ ριφθῶσι ταῦτα εἰς τὴν ἀγορὰν τοιοῦτον φαινόμενον εἶναι ἀπολύτως ἀνέφικτον. Ὅτι εἶναι φαινόμενον ἀνέφικτον δὲν ἔχομεν ἢ νὰ στηριχθῶμεν ἐπὶ τῶν τιμῶν, τὰς ὁποίας ἔχω ὑπ’ ὄψει τῶν κτημάτων, τὰ ὁποῖα ἤδη ἐξεποιήθησαν ἑκουσίως. Ἔχομεν τιμὴν πωλήσεως κτημάτων εἰς τὸν νομὸν Λαρίσσης. Ἀπὸ τοῦ 1881 μέχρι τοῦ 1889 ἐπωλήθησαν μέχρι τῆς τιμῆς τῶν δραχμῶν 3.38 κατὰ στρέμμα. Ἀπὸ τοῦ 1890 μέχρι τοῦ 1899 ἐπὶ τῇ βάσει τιμῆς 17.73 κατὰ στρέμμα. Ἀπὸ τὸ 1900 μέχρι τοῦ 1909 ἐπὶ τιμῇ 26.10 κατὰ στρέμμα καὶ ἀπὸ τοῦ 1910–1914 πρὸς 24.23 κατὰ στρέμμα. Ταῦτα ἐπὶ τῇ βάσει τῶν συμβολαίων τὰ ὁποῖα ἔχω εἰς τὸ Ὑπουργεῖον. Ἀπὸ δὲ τὸ ἔτος 1915 μέχρι τοῦ 1919 πρὸς δραχμὰς 29.45. Λοιπὸν 25 περίπου δραχμὰς προπολεμικὴ τιμὴ καὶ 29.45 πολεμικὴ τιμὴ εἰς τὸν νομὸν Λαρίσσης.
§112Ι. ΞΗΡΟΣ. Εἶναι ἐπίσημος στατιστική;
§113Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ταῦτα ἐκ τῶν συμβολαίων, τὰ ὁποῖα ἔχομεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Γεωργίας. Καὶ δὲν εἶναι μόνον συμβόλαια τσιφλικίων αὐτά, εἶναι καὶ συμβόλαια πωλήσεως ἄλλων κτημάτων εἰς τὰς ὁποίας ἡ τιμὴ εἶναι πολὺ μεγαλειτέρα. Καὶ θὰ ἔλθω ἀμέσως νὰ σᾶς ἀποδείξω ποῦ εἶναι ἡ τιμὴ κατὰ τὸν νομὸν Καρδίτσης. Εἰς τὸν νομὸν Καρδίτσης, κατὰ τὸ 1881–1889 μέση τιμὴ κατὰ στρέμμα 22.63, κατὰ τὸ 1890–93 37.74, 1910–14 21.91, 1915–19 22.91. Ἔχομεν λοιπὸν προπολεμικὴν τιμὴν 21.92, πολεμικὴν 27.50 δηλαδὴ καὶ πάλιν δὲν φθάνει εἰς τὰ 20%. Κατὰ τὸ διάστημα τὸ διαρρεῦσαν ἀπὸ τοῦ 1915– 1919 αἱ τιμαὶ τῶν γεωργικῶν προϊόντων ἐτριπλασιάσθησαν καὶ αἱ τιμαὶ αἱ ἀγοραῖαι τῶν κτημάτων, ἀκόμη καὶ τῶν τμηματικῶν πωλήσεων δὲν ὑπερέβησαν τὰ 30% εἰς τὴν ἐλευθέραν ἀγοράν.
§114Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. Ἐπιτρέπεται; Βεβαίως ἔχετε συμπεριλάβει μεταξὺ τῶν συμβολαίων, τὰ ὁποῖα ἀνέπτυξα κατὰ πρῶτον λόγον καὶ τὰ στεφανοβίκια καὶ τὰ Ζάππεια. Ἐν σχέσει πρὸς τὰ κτήματα αὐτὰ πρέπει νὰ ἔχετε ὑπ’ ὄψει σας ὅτι τὸ Κράτος τὰ ἠγόρασε ἀντὶ 3.000.000 καὶ τὰ ἐπώλησε ἀντὶ 12.000.000.
§115Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Πρόκειται περὶ ἰδιωτικῶν κτημάτων ἀπολύτως. Ἔχω τὸν κατάλογον ἐδῶ. Σᾶς δίδω τὴν διαβαιβέωσίν μου, ὅτι δὲν συμπεριελάβομεν εἰς τὸν πίνακα εἰμὴ κτήματα ἀνήκοντα εἰς ἰδιώτας καὶ ἐκποιηθέντα κατὰ τοὺς νόμους τῆς ἐλευθέρας συναλλαγῆς. Ἔχομεν λοιπὸν, κύριοι, τιμὰς, αἱ ὁποῖαι οὐδὲ πόρρωθεν ἠδυνήθησαν νὰ παρακολουθήσωσι τὴν κεφαλοποίησιν τῶν γεωργικῶν προϊόντων. Καὶ ἴσως, κύριοι Βουλευταὶ, ἐγνώριζα ἐκ τῶν προτέρων, ὅτι ἤθελε προκληθῆ ἡ ἀντίρρησις, ὅτι εἰς τὴν χώραν ἡμῶν ἡ ἑκουσία ἀπαλλοτρίωσις παρεκωλύθη, ὅτι ἡ ἀξία τῆς γῆς ἐκλονίσθη, ὅτι ἐκλονίσθη ἡ ἀξία τῆς γῆς ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ ἀγροτικοῦ προγράμματος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι παρεκωλύθη ἡ ἑκουσία ἐκποίησις ἐκ τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα ἔλαβεν τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Γεωργίας. Ἀλλὰ, κύριοι Βουλευταὶ, θὰ προσφύγω διὰ νὰ σᾶς πείσω κατὰ τὸν μᾶλλον ἀκράδαντον τρόπον, ποία εἶναι ἡ ὑπερτίμησις τῆς γῆς ἐν σχέσει μὲ τὰς πολεμικὰς ἀνατιμήσεις τῶν γεωργικῶν προϊόντων, θὰ προσφύγω εἰς τὴν χώραν ἐκείνην, ἡ ὁποία ἀπεκλήθη παράδεισος τῶν γαιοκτημόνων, καὶ εἰς τὴν ὁποίαν ἡ μεγάλη ἰδιοκτησία εὑρίσκει τὸ ἀσφαλέστερον ἄσυλον. Θὰ προσφύγω εἰς τὴν Ἀγγλίαν καὶ θὰ σᾶς ἀναφέρω τοῦτο, ὅτι πρὸ τοῦ πολέμου ἐν Ἀγγλίᾳ εἶχον συνταχθῆ πολυετεῖς συμβάσεις ἐκ μέρους τῶν ἰδιοκτητῶν καὶ τῶν ἐνοικιαστῶν. Αἱ συμβάσεις ἐκεῖναι ἦσαν ἐπὶ τῇ βάσει ἀπολύτως χαμηλῶν τιμῶν, τιμῶν δηλαδὴ προπολεμικῶν. Εὑρέθησαν λοιπὸν εἰς τὴν ἀνάγκην πολλοὶ ἰδιοκτῆται τὰ συμβόλαια αὐτὰ νὰ τὰ προσβάλλουν. Καὶ εἶχον τὸ δικαίωμα νὰ τὰ προσβάλλουν, ἢ μᾶλλον εἶχον τὸ δικαίωμα νὰ ματαιώσουν τὰ κέρδη τὰ μεγάλα τῶν ἐνοικιαστῶν διὰ τῆς πωλήσεως τῶν κτημάτων. Ἐδημοσιεύθησαν κατὰ σειρὰν εἰς τὴν ἐφημερίδα τοῦ Λονδίνου προσκλήσεις ἐκ μέρους τῶν γαιοκτημόνων, οἱ ὁποῖοι ἐκάλουν τοὺς ἐνοικιαστὰς νὰ ἔλθουν νὰ συντάξουν νέα συμβόλαια, ἐπὶ τῇ βάσει πολεμικῶν τιμῶν, διότι ἀλλέως ἤθελον προβῆ εἰς τὴν ἐκποίησιν τῶν κτημάτων καὶ ἑπομένως ἤθελον παραβλάψει τὰ συμφέροντα τῶν ἐνοικιαστῶν, καὶ εἰς τὰς προκηρύξεις ταύτας, κύριοι Βουλευταὶ, ἡ προσαύξησις, τὴν ὁποίαν ἐζήτησαν δὲν ὑπερέβη ποτὲ τὰ 15%.
§116Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. Μήπως καὶ ἐδῶ δὲν ἦσαν τὰ κτήματα μισθωμένα πρὸ τοῦ πολέμου καὶ οἱ ἰδιοκτῆται ἔχασαν τὰ ἔκτακτα κέρδη; Τὸ πρᾶγμα εἶναι ἁπλούστατον, παραμένει ἀκεραία ἡ ὑποχρέωσις τοῦ πωλητοῦ νὰ ἀποζημιώσῃ ......
§117Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ἐνεπέσατε εἰς μίαν παγίδα. Δὲν ἔπρεπε ποτὲ νὰ ὑποθέσητε, ὅτι θὰ ἀνέφερα ἓν τοιοῦτον γεγονὸς ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν εἶχον τὰ μέσα νὰ τὸ ἐνισχύσω διὰ τρόπου τοῦ μᾶλλον ἀναμφισβητήτου. Καὶ θὰ ἀντιληφθῆτε τὸ πρᾶγμα ἀμέσως. Ἔχω ὑπ’ ὄψει μου, κύριοι Βουλευταὶ, τὸ γνωστότατον οἰκονομικὸν περιοδικὸν τῆς Ἀγγλίας, μάλιστα τὸ τελευταῖον φύλλον τῆς 17 Ἰανουαρίου, εἰς τὸ ὁποῖον ἀναγινώσκω τὸ συμπέρασμα περὶ τῶν συγχρόνων τιμῶν τῶν γαιῶν, καὶ τὸ συμπέρασμα ἔχει ὡς ἑξῆς: «Δύναται νὰ ὑποτεθῇ ἐν τούτοις ὅτι ὑπερτίμησις τῆς γῆς κατὰ 25% ἐπὶ τῆς προπολεμικῆς ἀξίας εἶναι πολὺ συντηρητικὴ ἐκτίμησις καὶ ὅτι πιθανὸν ἵνα φθάσωμεν εἰς μεγαλειτέραν προσέγγισιν νὰ αὐξήσωμεν τὸ ὅριον τῆς σημερινῆς ὑπερτιμήσεως ἐν σχέσει πρὸς τὰς προπολεμικὰς τιμὰς μεταξὺ 40–50%». Προέρχεται, κύριοι, ἡ γνώμη αὐτὴ ἀπὸ τὸ ἐγκριτότερον οἰκονομικὸν περιοδικὸν τοῦ κόσμου, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ περιοδικὸν, τοῦ ὁποίου αἱ ἀντιλήψεις δὲν εἶναι ῥιζοσπαστικαὶ, ἀλλὰ εἰς ἄκρον συντηρητικαὶ, εἰς τρόπον ὥστε αἱ ἀπόψεις, τὰς ὁποίας ὑποστηρίζει νὰ εἶναι ἀπόψεις μᾶλλον ἐπιεικεῖς διὰ τὴν ὑπερτίμησιν τῆς γῆς. Ἔχομεν λοιπόν, κύριοι Βουλευταί, εἰς τὴν Ἀγγλίαν, πιστοποιημένον καὶ ἐκ τοῦ πρώτου γεγονότος, τὸ ὁποῖον σᾶς ἀνέφερα, καὶ ἐκ τῆς δευτέρας διαβεβαιώσεως τῆς κατηγορηματικῆς, ἡ ὁποία περιέχεται εἰς τὸ οἰκονομικὸν περιοδικὸν, ἔχομεν πιστοποιημένον, ὅτι ἐνῷ κατὰ τοὺς τιμαρίθμους ἐτετραπλασιάσθη ἡ ἀξία τῶν γεωργικῶν προϊόντων, ἡ ἀξία τῆς γῆς ὄχι μόνον δὲν παρηκολούθησεν, ἀλλ’ οὐδέποτε σχεδὸν δὲν ὑπερέβη αὐτὸ τὸ ὅριον, τὸ ὁποῖον ἔχομεν καὶ ἡμεῖς εἰς τὸν νόμον 40–50%, λέγουσιν ἐκεῖνοι ὅτι δύναται νὰ φθάσῃ μέχρι 30%, μὴ συμπεριλαμβανομένων τῶν γεωργικῶν ὑποτιμήσεων διὰ τὴν Ἑλλάδα, διὰ τὴν χώραν τῆς ἐκμεταλλεύσεως τῆς γῆς καὶ ἑπομένως ἡ ἐκτίμησις τῆς γῆς εἶναι πολὺ διάφορος εἰς τὴν Ἀγγλίαν. Ἀλλ’ εἶναι ἀνάγκη νὰ προσαγάγω τὴν πιστοποίησιν ταύτην καὶ νὰ ὑποστηρίξω ὅσα διὰ μακρῶν κατὰ τὴν αʹ ἀνάγνωσιν εἶπον διὰ νὰ πεισθῆτε ὅτι ἐν ᾗ περιπτώσει ἤθελε νὰ σκεφθῇ τις νὰ κεφαλαιώσῃ τὴν ἀξίαν τῆς γεωργικῆς παραγωγῆς καὶ ἐπὶ τῇ βάσει ταύτῃ νὰ χρησιμοποιήσῃ τὰς σχηματιζομένας ἤδη ἀγροτικὰς περιουσίας ὁπότε δὲν θὰ ἐξετελεῖτο ἡ ἀγροτικὴ ἀποκατάστασις τῶν ἀκτημόνων, ἀλλὰ θὰ ἀπετέλει σκάνδαλον ὑπὲρ τῶν ἀγροτῶν; (χειροκροτήματα). Δὲν εἶπον, κύριοι βουλευταί, ὅτι δύναται πτωχὸς χωρικὸς ἐξοικονομήσας ἓν μικρὸν ποσὸν χρηματικὸν νὰ τὸ διαθέσῃ διὰ τὴν ἀγορὰν γῆς, ἀλλὰ τὰ τσιφλίκια, ἡ συνολικὴ ἀγορὰ τῶν τσιφλικίων δὲν γίνεται ἀπὸ πτωχοὺς χωρικούς, εἰς τὴν ἐλευθέραν ἀγορὰν γίνεται ἀπὸ τοὺς κεφαλαιούχους, οἱ ὁποῖοι διὰ τὴν διάθεσιν τῶν χρημάτων των δὲν λαμβάνωσιν ὑπ’ ὄψει τιμὰς παροδικάς, ἀλλὰ προνοοῦσι καὶ περὶ τῶν γεγονότων τῶν μελλοντικῶν.
§118Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. Περὶ τὰ 200 στρέμματα εἶναι ἀγορά.
§119Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ὥστε ὑποστηρίζετε σεῖς ὅτι ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν ἠθέλετε ρίξει τὰ τσιφλίκιά σας εἰς τὴν ἐλευθέραν ἀγορὰν ὄχι μόνον δὲν θὰ εἴχατε διπλασίαν, τριπλασίαν ἀξίαν, ἀναλόγως τῶν γεωργικῶν προϊόντων, ἀλλὰ θὰ εἴχατε ὑποτιμήσεις, αἱ ὁποῖαι θὰ σᾶς ἔφερον κάτω τῶν προπολεμικῶν ἀγορῶν.
§120Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. Δὲν ἔχει, κ. Ὑπουργέ, οὐδεμίαν σχέσιν αὐτό, ἡ ἀθρόα προσφορὰ τῶν κτημάτων δὲν γίνεται ἀπὸ μᾶς, ἀλλ’ ἐὰν πρόκειται νὰ γίνῃ ἀθρόα προσφορὰ γίνεται ἀπὸ τοῦ μέτρου τοῦ ἰδικοῦ σας, νὰ ἀντλήσητε δικαίωμα, αὐτὸ γίνεται καὶ ἀπὸ τὴν Βουλγαρίαν σήμερον.
§121Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ἀναντιρρήτως, κ. βουλευταί, σήμερον πρόκειται νὰ καθορισθῇ τιμὴ δικαία τῶν τσιφλικίων, ἡ δικαία τιμὴ τῶν τσιφλικίων κατὰ τὰς νεωτέρας ἀξιώσεις δὲν δύναται νὰ ὑπερβῇ ποτὲ τὴν τιμὴν τῆς ἀγορᾶς, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ὑποστηρίζω ὅτι ἡ τιμὴ τῆς ἀγορᾶς ἐν μιᾷ περιπτώσει δύναται νὰ παρουσιάσῃ αὔξησιν 30%. Ἐὰν ἡ τιμὴ τῶν κτημάτων ἤθελε κατέλθῃ τῆς προπολεμικῆς ἀξίας δικαιοῦσθε νὰ ζητήσητε ἀπὸ τὸ Κράτος ὅπως ἐπωφελούμενοι τῆς περιστάσεως νὰ πωλήσητε τὰ κτήματα αὐτὰ εἰς ἐλευθέραν ἀγοράν. Αὐτὸ τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ζητήσητε εἶναι μία ὑποτίμησις, ἡ ὁποία εἶναι συμφέρον σας, διότι πωλεῖτε τὰ κτήματα σήμερον εἰς τιμήν, ἡ ὁποία εἶναι ἄγνωστος ἐὰν ἦτο εἰς ἐλευθέραν συναλλαγήν. Ἀπέδειξα νομίζω κατὰ τρόπον πειστικὸν ὅτι ἐν οὐδεμιᾷ περιπτώσει θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ δεχθῶ πρὸς ἀνακεφαλαίωσιν διὰ τοῦ προσδιορισμοῦ τῆς γῆς ἢ τῆς σημερινῆς τιμῆς τῶν γεωργικῶν προϊόντων, ὅτι πανταχοῦ ἡ τιμὴ τῆς γῆς δὲν κατώρθωσε νὰ παρακολουθήσῃ τὴν ὑπερτίμησιν τῶν γεωργικῶν προϊόντων ὅτι θὰ ἀνέλθῃ 40–50%, καὶ νομίζω ὀρθότερον ὅτι ὄντως αὔξησις 30% ἐπὶ τῆς προπολεμικῆς τιμῆς δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ὅτι ἱκανοποιεῖ τὰς δικαίας ἀξιώσεις τῶν γαιοκτημόνων κατὰ τὸν μᾶλλον εὐλαβῆ τρόπον πρὸς τὴν ἰδιοκτησίαν. Ἀλλ’ ἔχομεν σχετικόν, κύριοι, καὶ τοῦτο θὰ ἐξετάσωμεν πρῶτον, ἕτερον παράδειγμα, ὅτι ἡ κεφαλαίωσις τῆς γῆς ἐνῷ γίνεται διὰ ποσοστοῦ ἄνω, τὸ κατώτερον ποσοστὸν τῆς κεφαλαιώσεως ὁρίζεται εἰς 5%, ἐνῷ δηλαδὴ τὸ ἀνώτατον ὅριον τοῦ πολλαπλασιασμοῦ τοῦ εἰσοδήματος εἶναι 20%, ὁ τόκος τῶν ὁμολογιῶν εἶναι 6%, καὶ ἑπομένως ἡ γῆ εἶναι δυνατὸν νὰ κεφαλαιοποιηθῇ πρὸς 7%.
§122Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. Δὲν ἠνόησα.
§123Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ φθάσῃ εἰς 7% καὶ ἑπομένως τὸ εἰσόδημα θὰ ἐλαττωθῇ.
§124Ν. ΞΗΡΟΣ. Ἐὰν φθάσῃ εἰς τὸ ἑκατὸν τοῖς ἑκατόν;
§125Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον ἐκ πρώτης ὄψεως φαίνεται ὡς μία ἀδικία καὶ πρὸς τὰ κάτω καὶ πρὸς τὰ ἄνω, δηλαδὴ ἐνῷ ἔχομεν κατώτατον ὅριον κεφαλαιοποιήσεως 5% πληρώνομεν τόκον 6%, ἐνῷ ἡ κεφαλαιοποίησις δύναται νὰ φθάσῃ εἰς 5% πληρώνομεν τόκον 6%. Ἀλλά, κύριοι, ἐπεχείρησα ἀληθῶς, συνεννοηθεὶς καὶ μετὰ τοῦ λογιστηρίου τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ καθορίσω τὸν τόκον ἐπὶ τῇ βάσει τῆς τιμῆς κεφαλαιωποιήσεως. Τὸ πρᾶγμα εἶναι ἀδύνατον, ἀλλ’ εἶναι καὶ ἀνωφελές, διότι εἰς οὐδὲν ὠφελεῖ, κύριοι, νὰ καθορίσωμεν τόκον 7% διὰ μίαν σειρὰν ὁμολογιῶν, 6% δι’ ἑτέραν καὶ 5% δι’ ἄλλην, διότι θὰ ἔλθῃ ἡ ἀγορὰ τῶν ὁμολογιῶν καὶ θὰ προκύψῃ ὠφέλεια ὑπὲρ τῶν μὲν καὶ ζημία ὑπὲρ τῶν ἄλλων καὶ τὸ κακὸν τὸ ὁποῖον θέλομεν νὰ προλάβωμεν δὲν θὰ τὸ διορθώσωμεν. Τὸ θέλετε αὐτό;
§126Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. Καὶ νὰ μὴ ζητῶμεν διὰ τῆς ἀρχικῆς ἀξίας νὰ μειώσωμεν τὰ εἰσοδήματα τῶν γαιοκτημόνων.
§127Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Τὴν αὐτὴν διάταξιν, τὴν ὁποίαν ἔχομεν ἡμεῖς διὰ τὴν τιμὴν τῆς κεφαλαιώσεως ἡ αὐτὴ διάταξις ὑπάρχει καὶ εἰς τὸν Ρουμανικὸν νόμον, ὁσάκις ὡς βάσις διὰ τὴν ἀποζημίωσιν τῶν κτημάτων λαμβάνεται τὸ ἐνοίκιον τῆς γῆς ἢ τῆς καθαρᾶς προσόδου ἡ κεφαλαίωσις δὲν δύναται νὰ ὑπερβῇ τὸ 20πλάσιον. Ὁ τόκος ἐν Ρουμανίᾳ τῶν ὁμολογιῶν δὲν εἶναι 6%, εἶναι ὁμοιόμορφος καὶ ὁρίζεται πρὸς 5%. Ἔχομεν τιμὴν κεφαλαιώσεως 5%, δηλαδὴ τὸ εἰκοσαπλάσιον μὲ πᾶσαν ἐλευθερίαν κέρδους πρὸς τὰ κάτω καὶ ἔχομεν τόκον ἐν Ρουμανίᾳ πρὸς 5%.
§128Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. Ἡ Ρουμανία κάμνει καὶ κάτι ἄλλο, Αὐτὴ πληρώνει καὶ μὲ τιμὰς μεταπολεμικάς.
§129Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Μὲ ἀπολύτως προπολεμικὰς τιμὰς. Ἑπομένως ὅσον ἀφορᾷ τὴν διάταξιν ταύτην, κ. βουλευταί, δὲν θὰ εἶχον καμμίαν ἀντίρρησιν ἐγὼ νὰ ὁρίσωμεν κλίμακα, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ὁποίας ὁ τόκος ὁ καταβαλλόμενος εἰς τὰς ὁμολογίας νὰ ἀντιστοιχῇ πρὸς τὴν τιμὴν τῆς κεφαλαιώσεως. Ἀλλὰ προειδοποιῶ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι θὰ ἐπέμενον εἰς τὴν ψήφισιν τῆς διατάξεως ταύτης, διότι μόνον εἰς τεχνικὰς δυσχερείας θὰ ἔλθωμεν καὶ εἰς οὐδὲν ὄφελος, διότι ἐπαναλαμβάνω, ἡ ἀγοραία ἀξία τῶν ὁμολογιῶν ἐπὶ τῇ βάσει τῆς πληθώρας τῶν τιμῶν, θὰ ἀπέβαινεν εἰς μίαν ἰσοπέδωσιν, ἡ ὁποία θὰ ἀπέβαινεν εἰς ὄφελος τῶν μέν, καὶ εἰς βλάβην τῶν ἄλλων.
§130Ν. ΞΗΡΟΣ. Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ τὸ προτιμῶ.
§131Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ἡ Κυβέρνησις κ. βουλευταί, ἀναλαβοῦσα τὸ ἔργον τῆς ἐργατικῆς ἀποκαταστάσεως τῶν ἀκτημόνων ......
§132Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. Ἡ ἐλάττωσις τῆς δραχμῆς ἡ ὁποία ἔχει 50 δρ.
§133Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ἐνόμισα ὅτι τὸ ζήτημα ἔχει ἐξαντληθῆ κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν καὶ ἐνόμισα ὅτι ἔδωσα τὴν ἀπάντησιν εἰς πράγματα ποῦ συμβαίνουσι εἰς ὅλον τὸν κόσμον καὶ εἰς τὴν Ἀγγλίαν. Ἡ ὑποτίμησις τοῦ νομίσματος δὲν ἀναφέρεται εἰς μόνην τὴν Ἑλλάδα, εἰς μόνην τὴν χρηματαγορὰν τῆς Ἑλλάδος. Δὲν πρόκειται περὶ ὑλικῆς ὑποτιμήσεως ἑνὸς καὶ μόνον νομίσματος. Πρόκειται γενικῶς περὶ ὑποτιμήσεως τῶν ἀνταλλακτικῶν ὀργάνων καὶ ἑπομένως περὶ ὑπερτιμήσεως τῶν εἰδῶν λόγῳ τῆς πληθώρας τῶν ἀνταλλακτικῶν μέσων. Ἡ δραχμὴ εἶχε μέχρι τινός, εἶχε τιμὴν εἰδικὴν καὶ ἔχει σήμερον, καὶ ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι θὰ ἐπανέλθῃ τάχιστα, διότι ἔχω λόγους νὰ πιστεύω ὅτι ἡ Ἑλλὰς μετὰ μικρὰν περίοδον χρόνου θὰ ἐξέλθῃ ἰσχυρὰ ἐκ τῆς σημερινῆς κρίσεως. Ἐκτὸς τούτου ἐν Ἑλλάδι δὲν παρουσιάζεται τὸ ἐλάττωμα τῆς πληθωρικότητος τῆς κυκλοφορίας τὸ ὁποῖον παρουσιάζουν αἱ ἄλλαι ἀγοραί. Ὂχι διότι τὸ χαρτονόμισμα δὲν εἶναι πληθωριακὸν ἀλλὰ διότι διατελεῖ ἡ Ἑλλὰς ὑπὸ εἰδικὰς συνθήκας αἱ ὁποῖαι θὰ ἐπιτρέψουν εἰς αὐτὴν πολὺ εὐκολώτερον ἢ εἰς τὰ ξένα κράτη, νὰ ἀποσύρῃ τὸ πλεονάζον νόμισμα ἐκ τῆς ἀγορᾶς τὸ ὁποῖον εἶναι ἔν τινι μέτρῳ πλεονάζον διότι, ἂν λάβωμεν ὑπ’ ὄψει, ὅτι ἀναμένομεν γεγονότα εὐτυχῆ καὶ ἐπέκτασιν τῆς χώρας, ἡ διαφορὰ ἡ ὁποία παρουσιάζεται εἶναι ὡς πρὸς τὰς πραγματικὰς ἀνάγκας τῆς κυκλοφορίας· μὲ τὸν διπλασιασμὸν τῆς κυκλοφορίας ἡ διαφορὰ αὕτη θὰ ἐλαττωθῇ σχεδὸν μέχρι ἐκμηδενίσεως. Ἀλλ’ ἡ ὑποτίμησις τοῦ χαρτονομίσματος δὲν εἶναι φαινόμενον μερικόν, ἀλλὰ καθολικόν. Ἐγὼ σᾶς τὸ λέγω· εἶναι εἰς ὅλον τὸν κόσμον ἕνεκα τῆς ἀθρόας ἐκδόσεως χαρτονομίσματος. Τοῦ χαρτονομίσματος ὑπάρχει πληθωρικὴ κυκλοφορία ἐπηρεάζουσα ἔν τινι μέτρῳ τὰς ἀγοράς. Ἀλλ’ ἂν κ. βουλευταὶ ἡ πληθωρικὴ αὐτὴ κυκλοφορία ἤθελε προέλθῃ ἐκ μιᾶς πληθώρας χρυσοῦ, ἀναντιρρήτως δὲν θὰ ἐδίσταζα νὰ εἴπω ὅτι ἔν τινι μέτρῳ τοὐλάχιστον θὰ εἶχε χαρακτῆρα σταθερόν· διότι ὁ χρυσὸς δὲν ἀμβλύνεται καὶ εἶναι ἀπολύτως δυσχερὲς νὰ ἀποσυρθῇ τῆς κυκλοφορίας. Ἀλλ’ ὅταν πρόκειται περὶ χαρτονομίσματος δύναμαι νὰ εἴπω ἐν πεποιθήσει ὅτι τὸ φαινόμενον αὐτὸ εἶναι τελείως παροδικὸν καὶ δὲν δύναται νὰ φαντασθῇ κανεὶς ὅτι κράτη ἰσχυρὰ οἰκονομικῶς, ἐφ’ ὅσον ἡ αὐτὴ κατάστασις ὑφίσταται παντοῦ καὶ ἐν Ἀγγλίᾳ, δὲν θὰ εὕρουν τὰ μέσα νὰ περιστείλουν τὴν κυκλοφορίαν τοῦ νομίσματος; ὥστε δὲν θὰ ἐπηρεάζῃ πλέον εἰ μὴ ἐλάχιστα τὰς τιμὰς τῆς ἀγορᾶς. Ἀλλὰ ποίαν σημασίαν ἔχει ἡ ὑποτίμησις τοῦ νομίσματος ἐν σχέσει πρὸς ἐξαγορὰν τῆς γῆς σᾶς τὸ ἀνέφερα, ἐν σχέσει μὲ τὴν Ἀγγλίαν, ἡ ὑποτίμησις εἶναι καὶ ἐν Ἀγγλίᾳ, οἷα καὶ παρ’ ἡμῖν, οἷα καὶ εἰς τὰς ἄλλας χώρας. Ἀλλὰ μὲ τὸ νόμισμα τὸ προπολεμικόν, τὸ σημερινόν, τὸ ὑποτιμημένον, ἡ ἀξία τῆς γῆς δὲν παρουσιάζει προσαύξησιν ἐπὶ τῆς προπολεμικῆς τιμῆς κατ’ ἀνώτατον ὅριον 40%.
§134Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. Δῶστε καὶ εἰς ἡμᾶς.
§135Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Πρέπει νὰ μεταβληθῶμεν εἰς Ἀγγλίαν· δὲν εἴμεθα δυστυχῶς. Ἐπαναλαμβάνω, ἔρχεται ἡ προσαύξησις τῶν 40%, περιλαμβάνουσα καὶ τὰς τεχνικὰς ἐργασίας, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο ὑπὸ ὅρους πλεονεκτικοὺς παρὰ εἰς τὴν χώραν ἡμῶν καὶ εἴδατε ὅτι συμβαίνει, αὐτὸ ὄχι μόνον εἰς ἡμᾶς, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν Ἀγγλίαν χώραν οἰκονομικῶς ἰσχυράν. Ἑπομένως νομίζω ὅτι δὲν ἀπομένει καμμία ἀμφιβολία ὅτι ἡ Κυβέρνησις παραμερίζουσα τὰς ὑπερβολικὰς ἀξιώσεις καὶ τὰς ἐλαχίστας ἀξιώσεις τέμνει τὴν μᾶλλον ἐνδεδειγμένην ὁδόν, εἰς τὸν καθορισμὸν τῶν τιμῶν. Ἀρχόμενος τοῦ λόγου μου εἶπον ὅτι αἱ δυσαρέσκειαι αἱ προκύψασαι ἐκ τῆς ἀγροτικῆς τῆς Κυβερνήσεως πολιτικῆς, ὅτι αἱ δυσαρέσκειαι αὗται δὲν εἶναι δυνατὸν ἢ νὰ εἶναι δυσαρέσκειαι ἐφήμεροι, παροδικαί. Διότι εἶμαι πεπεισμένος, κ. βουλευταί, ὅτι ὅταν μετ’ ὀλίγον παρέλθῃ ἡ προκατάληψις μετὰ τῆς ὁποίας σήμερον ἀποβλέπουν εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ ἀγροτικοῦ προγράμματος τῆς Κυβερνήσεως, ὅταν παρέλθῃ ἡ προκατάληψις τὴν ὁποίαν γεννᾶ, ἂν λάβωμεν ὑπ’ ὄψει, ὅτι ἕκαστος ἰδιοκτήτης προσπαθεῖ νὰ λάβῃ ὡς ἀντάλλαγμα τοῦ ἀπαλλοτριουμένου κτήματος ἀποζημίωσιν ὅσον τὸ δυνατὸν μεγαλυτέραν, ὅταν παρέλθῃ ἡ προκατάληψις αὕτη, κ. βουλευταί, πρῶτοι οἱ ἰδιοκτῆται θὰ ἀναγνωρίσουν ὅτι τὸ ἔργον τῆς Κυβερνήσεως τὸ ἀπελευθερωτικὸν δὲν ἀπέβλεπεν μόνον εἰς τὴν γενικὴν εὐημερίαν, ἀλλὰ προσέφερε καὶ εἰς αὐτοὺς τοὺς ἰδίους, τὰς πολυτιμωτέρας τῶν ὑπηρεσιῶν. Διότι τὸ ἔργον αὐτό, κύριοι βουλευταί, εἰς τὸ ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις προσεπάθησε πάσῃ δυνάμει νὰ τηρήσῃ μέχρι τοῦδε τὰς ἀρχὰς τῆς δικαιοσύνης, τὸ ἔργον αὐτὸ εἶναι προωρισμένον νὰ ἀποτελέσῃ τὴν στέγην ὑπὸ τὴν ὁποίαν θὰ στεγασθῶσιν ἐν τῷ μέλλοντι αἱ ἐπαυξήσεις τοῦ πλούτου τῶν γαιοκτημόνων. Δὲν λέγω τοῦτο διότι φρονῶ ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἶναι προωρισμένον νὰ φράξῃ τὴν ὁδὸν εἰς τὴν πρόοδον. Ἀλλὰ λέγω τοῦτο, κύριοι βουλευταί, διότι εἶμαι πεπεισμένος ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου θὰ φθάσωμεν εἰς τὴν πρόοδον τῆς γεωργικῆς παραγωγῆς καὶ εἰς πᾶσαν ἐν γένει πρόοδον κοινωνικὴν καὶ οἰκονομικήν, ὅτι θέλομεν φθάσει ἄνευ κλονισμῶν καὶ ἀνατροπῶν. Ὅταν μετ’ ὀλίγον, κύριοι βουλευταί, θὰ σκορπίζεται εἰς τοὺς σκυθρωποὺς σήμερα ἀγροὺς τῆς Ἑλλάδος, ὅτε θὰ σκορπίζεται ἀληθῶς ὁ ὕμνος τῆς χαρᾶς καὶ τῆς ἐργασίας ἑνὸς λαοῦ εὐτυχοῦς εἶμαι πεπεισμένος, κύριοι βουλευταί, ὅτι πρέπει ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι σήμερον αἰσθάνονται τὴν δυσαρέσκειαν καὶ ἐκδηλοῦσι τὴν μεμψιμοιρίαν αὑτῶν, διὰ τὸ συντελούμενον κολοσσιαῖον ἀληθῶς ἔργον, ὅτι πρῶτοι ἐκεῖνοι θὰ ἀναπολήσουν μετ’ ἐκπλήξεως, ὅτι παρενέβαλον καὶ μίαν ἀκόμη στιγμὴν βραδύτητος εἰς τὸ ἔργον τὸ ἀπελευθερωτικόν, τὸ ὁποῖον ἐπεχείρησεν ἡ παροῦσα Κυβέρνησις. (Παρατεταμένα χειροκροτήματα).
§136ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἔχει τὸν λόγον.
§137Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ὀλίγα ὑπολείπονται νὰ εἴπω, μετὰ τὴν τόσον διαφωτιστικὴν καὶ τόσον ἐξαντλητικὴν ἀγόρευσιν τοῦ συναδέλφου μου Ὑπουργοῦ τῆς Γεωργίας. Τὴν ἀνάγκην τῆς ρυθμίσεως τοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος εὐτυχῶς ὑπεστήριξεν ὁ ἕτερος τῶν ὁμιλησάντων συνάδελφος κ. Ζαβιτζιᾶνος. Εἶναι ἀληθῶς συμφέρον τῆς Γεωργίας, εἶναι ἀληθῶς συμφέρον αὐτῶν τούτων τῶν γαιοκτημόνων, οἱοιδήποτε καὶ ἂν εἶναι οἱ λόγοι, νὰ ἀναγνωρισθῇ ὅτι εἰς ὃ σημεῖον ἔφθασαν αἱ σχέσεις αὐτῶν, εἰς ὃ σημεῖον ἐξετραχύνθησαν αἱ σχέσεις μεταξύ των, καμμία λύσις δὲν εἶναι δυνατὴ ἐν τῷ συμφέροντι καὶ τῶν γαιοκτημόνων καὶ τῶν καλλιεργητῶν. Ἀλλ’ ἐκτὸς τοῦ συμφέροντος τούτου καὶ τῶν δύο ἀμέσως ἐνδιαφερομένων τάξεων, τῶν ὁποίων τὸν συνεταιρισμὸν σήμερον θὰ διαλύσωμεν, ὑπάρχει ἄλλο ἀνώτερον συμφέρον, τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλει τὴν λύσιν τοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος. Εἶναι τὸ συμφέρον τὸ κοινωνικόν, εἶναι τὸ συμφέρον τὸ οἰκονομικόν. Εἶναι ἀρκεταί, κύριοι αἱ δυσχέρειαι, τὰς ὁποίας ἐδημιούργησεν εἰς τὰς νέας κοινωνίας, ἰδίως μετὰ τὸν παγκόσμιον πόλεμον, τὸν ὁποῖον ἐξαπέλυσεν εἰς τὸν κόσμον ὁ Γερμανὸς Αὐτοκράτωρ, εἶναι ἀρκεταὶ αἱ δυσχέρειαι τὰς ὁποίας ἀντιμετωπίζουν αἱ κοινωνίαι μετὰ τὸν πόλεμον ὃν ὡς ἐκ τῆς ἀντιθέσεως καὶ τῆς πάλης μεταξὺ τοῦ κεφαλαίου καὶ τῶν βιομηχανικῶν ἐργατῶν, εἶναι ἀρκετὴ ἡ ἐκμετάλλευσις, τὴν ὁποίαν τὰ ἀνατρεπτικὰ στοιχεῖα ζητοῦν πανταχοῦ τοῦ κόσμου, μὲ ὀλιγωτέραν ἔντασιν ἐν Ἑλλάδι, ἀλλὰ καὶ ἐδῶ ἀκόμη, ἡ ἐκμετάλλευσις τὴν ὁποίαν ἔχομεν ἐπὶ τοῦ ἐδάφους αὐτοῦ πρὸς ἀνατροπὴν τῆς κοινωνικῆς τάξεως. Ἐὰν ἀφήνωμεν ἔδαφος ἐκμεταλλεύσεως τῶν ἀνατρεπτικῶν στοιχείων ὄχι μόνον εἰς τὴν τάξιν τὴν βιομηχανικὴν τῶν ἐργατῶν ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν πολυάριθμον τάξιν τῶν καλλιεργητῶν τῆς γῆς δύνασθε νὰ ἐννοήσητε, κύριοι, ποῖα ἠδύναντο νὰ εἶναι τὰ ἀποτελέσματα εἰς μέλλον ὄχι μεμακρυσμένον. Ταῦτα ἀπὸ ἐσωτερικῆς ἀπόψεως. Ἀπὸ ἐξωτερικῆς δὲ ποῖα; Καθ’ ἣν στιγμὴν τὸ ἐργατικὸν ζήτημα τὸ ἔχει λύσει ἀπὸ πολλοῦ ἡ Βουλγαρία, εἶχε λύσει ἡ παλαιὰ Σερβία καὶ ἔσπευσε νὰ λύσῃ καὶ ἡ Μεγάλη Τσεχοσλοβακία, ἔλυσεν ἡ ὀλιγαρχική, ἂς εἴπωμεν ἐκ τοῦ πολιτεύματος, Ρουμανία διὰ Κυβερνήσεων εἰς τὰς ὁποίας ἀντεπροσωπεύοντο μόνον στοιχεῖα τῶν ὀλίγων, οἱ ὁποῖοι εἶχον πολιτικὰ δικαιώματα ἐν Ρουμανίᾳ, νομίζετε ὅτι εἶναι δυνατὸν ἐν Ἑλλάδι νὰ ἀναβληθῇ ἡ παράτασις τῆς λύσεως τοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος; Ὄχι, κύριοι, δὲν εἶναι δυντὸν νὰ ἀναβληθῇ. Ἔχομεν καθῆκον, ὄχι μόνον τοὺς ὁμογενεῖς καλλιεργητὰς τῆς γῆς νὰ ἀποκαταστήσωμεν εἰς ἰδιοκτήτας, ἀλλὰ νὰ ἀποκαταστήσωμεν εἰς ἰδιοκτήτας καὶ τοὺς πολυαρίθμους ἀλλογενεῖς πληθυσμοὺς, οἱ ὁποῖοι περιελήφθησαν ἐντὸς τῶν Ἑλληνικῶν ὁρίων. Μόνον ὑπὸ τὸν ὅρον αὐτὸν θὰ εἴμεθα βέβαιοι, ὅτι θὰ κατακτήσωμεν αὐτούς, ὄχι μόνον πολιτικῶς καὶ στρατιωτικῶς, ἀλλὰ καὶ ψυχικῶς. Νομίζω, ὅτι ἡ κυριωτέρα συζήτησις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία στρέφεται εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἐκτιμήσεως τοῦ πληρωτέου τιμήματος εἰς τοὺς γαιοκτήμονας. Ἡ ἀσάφεια τοῦ νόμου, τοῦ ὁποίου ζητεῖται ἡ τροποποίησις, ἦτο ἐνδεχόμενον νὰ φέρῃ εἰς ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἐκ τῶν ὑστέρων θὰ ἀνεγνωρίζομεν ὅτι ἐπράξαμεν λάθος νὰ μὴ προλάβωμεν. Δὲν ὑπάρχει οὐδὲν γνώρισμα ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου θὰ ἠδύνατο ὁ δικαστὴς νὰ κρίνῃ, ποῖαι εἶναι αἱ παροδικαὶ αὐξήσεις τῶν τιμῶν, αἱ ὀφειλόμεναι εἰς τὸν πόλεμον καὶ ποῖαι δὲν εἶναι. Θὰ εἴχομεν δὲ τότε, ἐπειδὴ πρόκειται περὶ ζητήματος ἐκτιμήσεως οὐσίας, θὰ εἴχομεν τότε καθ’ ὅλην τὴν Ἑλλάδα ἀποστάσεις μεταξὺ τῶν ἐκτιμήσεων αἱ ὁποῖαι θὰ ἀπετέλουν σκάνδαλον. Οἱ γαιοκτήμονες παραπονοῦνται διὰ τὴν προπολεμικὴν τιμήν, τὴν ὁποίαν ὁρίζουν ἐπιτρέποντες τὴν αὔξησιν, μέχρι 30 τοῖς ἑκατὸν. Ὁ συνάδελφός μου ἤδη ἀπέδειξεν εἰς ὑμᾶς τὶ ἐγένετο ἐν Ἀγγλίᾳ ὅσον ἀφορᾷ τὰ ἀγροτικὰ κτήματα, ποία εἶναι ἡ ἐκτίμησις τῆς ἀγοραίας ἀξίας τῆς γῆς, τὴν ὁποίαν δίδει ὁ ἀγρότης ὡς συντηρητικὸς καὶ ἡ ἐκτίμησις τὴν ὁποίαν δίδει ἐκεῖνος, ὡς ἄγαν αἰσιόδοξος. Εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο, κύριοι, πρέπει νὰ ληφθῇ πρὸ παντὸς ἡ ἠθικὴ ἄποψις. Ἐὰν βεβαίως ἐπρόκειτο σήμερον νὰ γίνῃ πώλησις ἢ μᾶλλον ἐγένοντο πωλήσεις καὶ διαρκοῦντος τοῦ πολέμου καὶ κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη κατὰ τὸ 1919 μεγάλων κτημάτων, αἱ ὁποῖαι δὲν ἀπομακρύνονται τοὐναντίον εὑρίσκονται ἐντὸς τοῦ περιβόλου τὸν ὁποῖον ἐπιτρέπει ὁ νόμος πρὸς προσαύξησιν τῆς τιμῆς, ἐὰν βεβαίως τὸ Κράτος δὲν παρενέβαινε πρὸς ἀπαλλοτρίωσιν ἀναγκαστικὴν τῶν κτημάτων καὶ ἄφηνεν ἐλεύθερον γαιοκτήμονα καὶ καλλιεργητὴν πρὸς ρύθμισιν τῶν τιμῶν, δὲν ἔχω καμμίαν ἀμφιβολίαν, ὅτι τῆς ζητήσεως οὔσης μικροτέρας τῆς προσφορᾶς, αἱ τιμαὶ θὰ ὑψώνοντο. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν δύνανται νὰ ἐπικαλεσθοῦν ὑπὲρ αὐτῶν οἱ γαιοκτήμονες. Ἐφ’ ὅσον θὰ ὑποστηρίζουν, ὅτι, ἡ παρέμβασις τοῦ Κράτους εἶναι ἀντισυνταγματικὴ ἢ ὅτι εἶναι ἔκθεσμος, ἐφ’ ὅσον ἡ παρέμβασις τοῦ Κράτους εἶναι καὶ συνταγματικὴ καὶ ἐνδεδειγμένη ἀφοῦ ἀναγνωρίζεται ἡ λύσις τοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος, θέλω νὰ δεχθῶ ὅτι οὔτε μεγαλειτέρα ζήτησις κτημάτων πρέπει νὰ θεωρηθῇ ὅτι ὑπάρχει εἰς τὴν παροῦσαν περίπτωσιν, οὔτε μεγαλυτέρα προσφορὰ πρὸς πώλησιν, ὅπως φοβηθῶμεν ὅτι ἀθρόως θὰ πωληθῶσι τὰ κτήματα. Ἐὰν πωλοῦνται ἀθρόως, πωλοῦνται διὰ τῆς παρεμβάσεως τοῦ Κράτους. Ἐὰν δεχθῶμεν ὅτι καὶ τὸ στοιχεῖον αὐτὸ πρέπει νὰ τεθῇ ἐντελῶς κατὰ μέρος, ἡ παρέμβασις τοῦ Κράτους ἀφοῦ εἶναι περιττή, καὶ ἀφοῦ ἑπομένως δὲν δύναται νὰ ὑποτεθῇ ὅτι ὑπάρχει ζήτησις μεγαλυτέρα τῆς προσφορᾶς, δύνασθε νὰ ἰσχυρισθῆτε βασίμως ὅτι ἡ αὔξησις τῶν τιμῶν θὰ εἶναι ἀνωτέρα ἐκείνης ἡ ὁποία εἶναι σήμερον διότι μὴ ἀναμιγνυομένου τοῦ Κράτους ἡ ζήτησις κτημάτων εἶναι μεγαλυτέρα τῆς προσφορᾶς. Ἀλλὰ, κύριοι, δέχομαι ὡς δεδομένον ὅτι ὁ καθορισμὸς τῆς τιμῆς ὁ ὁποῖος εἶναι ἀναγκαῖος νὰ γίνῃ διὰ νὰ ἀποφύγωμεν τὰς αὐθαιρέτους ἐκτιμήσεις, ὁ καθορισμὸς τῆς τιμῆς δὲν ἀποδίδει ἐντελῶς, κατὰ τοῦτο ἀπομακρύνομαι τῶν ἀντιλήψεων τοῦ κ. συναδέλφου, δὲν ἀποδίδει ἐντελῶς εἰς τοὺς γαιοκτήμονας ἀκεραίαν καὶ μέχρι λεπτοῦ τὴν ἀξίαν τὴν ὁποίαν τὸ κτῆμα ἔχει σήμερον. Ἂν θέλετε νὰ δεχθῶμεν ὅτι πρέπει νὰ ἐφαρμοσθοῦν καὶ παρ’ ἡμῖν τὰ ἐν Ἀγγλίᾳ γενόμενα καὶ ἀντὶ νὰ ἐπιτρέψωμεν τὴν αὔξησιν μέχρι 30 νὰ πᾶμε εἰς τὰ 40, 50 ἢ 35 ὅπου θὰ ἦτο μέσος ὅρος θὰ ἐδεχόμην ὅτι ὑπάρχει μία ζημία 15% μεταξὺ τοῦ 30 καὶ τοῦ 45 καὶ λέγω ὅτι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἡ Κυβέρνησις μετὰ πεποιθήσεως ὑποστηρίζει τὸ νομοσχέδιον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ μετὰ πεποιθήσεως ἀπευθύνεται πρὸς αὐτοὺς τοὺς γαιοκτήμονας ζητοῦσα ἀπὸ αὐτοὺς νὰ στέρξωσι προθύμως εἰς τὴν θυσίαν αὐτήν. Τὸ πρᾶγμα πρέπει νὰ ἐξετασθῇ ἀπὸ ἀπόψεως δικαίου καὶ ἀπὸ ἀπόψεως ἐπιεικείας, ἀπὸ ἀπόψεως συνταγματικῆς καὶ ἀπὸ ἀπόψεως σκοπιμότητος. Ἀπὸ ἀπόψεως συνταγματικῆς οὐδεὶς δύναται νὰ ἀρνηθῇ τὸ δικαίωμα τοῦ Κράτους, ὅπως τὴν ἀπροσδόκητον αὔξησιν τῆς ἀξίας τὴν ἐπελθοῦσαν ἐκ γεγονότων ἀλλοτρίων πρὸς τὰς ἐνεργείας καὶ τὴν βούλησιν τῶν γαιοκτημόνων μὴ ὀφεληθοῦν αὐτοί, ἀλλὰ τὸ Κράτος, ἡ Κοινωνία. Γνωρίζετε τὸ ἄρθρον 55 τοῦ Συντάγματος τῆς νέας Γερμανικῆς δημοκρατικῆς αὐτοκρατορίας, τὸ ὁποῖον ὁρίζει σαφῶς καὶ καθαρῶς, ὅτι ἡ ἀξία τῆς αὐξήσεως τῆς γῆς, ἡ ὁποία δὲν ὀφείλεται εἰς ἐνέργειαν τοῦ κεφαλαίου ἢ τοῦ ἰδιοκτήτου αὐτὴ ἀνήκει εἰς τὸ Κράτος. Ἀλλὰ καὶ πρὶν ἐξαγγελθῇ ἡ ἀρχὴ αὐτὴ ὑπὸ τοῦ Συντάγματος τῆς νεωτέρας Γερμανικῆς δημοκρατικῆς αὐτοκρατορίας, εἴχομεν φθάσει εἰς τοιοῦτον συμπέρασμα μάλιστα κατὰ τὰς διανοίξεις νέων ὁδῶν ἐντὸς τῶν πόλεων, ὁπότε γνωρίζετε ὅτι ἀπαλλοτριοῦται καὶ ἑκατέρωθεν ἀνάλογος ἔκτασις γῆς, ὥστε ἡ κοινωνία νὰ ὠφεληθῇ καὶ ὄχι οἱ παρόδιοι. Ἂν λοιπὸν τὸ Κράτος δικαιοῦται νὰ λάβῃ δι’ ἑαυτὸ τὴν προσαύξησιν τοῦ 15%, ὅση ἡ ἀνωτάτη τότε ζημία ἰδιοκτήτου, κανεὶς δὲν δικαιοῦται νὰ ἀμφισβητήσῃ εἰς τὸ Κράτος νὰ διαθέσῃ τὴν προσαύξησιν αὐτὴν πρὸς ἐκπλήρωσιν ἑνὸς ἀνωτάτου κοινωνικοῦ συμφέροντος, διότι βεβαίως ἂν δὲν ἐπρόκειτο περὶ ἀνωτάτου κοινωνικοῦ συμφέροντος οὐδ’ ἡ παρέμβασις τοῦ Κράτους θὰ ἦτο δικαιολογημένη, διότι αὕτη γίνεται μόνον ἂν ὑπάρχουσιν αἱ προϋποθέσεις τοῦ ἄρθρου 17 τοῦ Συντάγματος. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας θὰ ἠδύνατο ὄχι ὡς ὁμιλῶν ἐκ τοῦ συμφέροντος τῶν γαιοκτημόνων, ἀλλ’ ὡς πολίτης, νὰ εἴπῃ ὅτι θὰ ἦτο σκόπιμον τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον δικαιοῦται τὸ Κράτος νὰ πάρῃ ἀπὸ τὸν γαιοκτήμονα νὰ τὸ βάλῃ εἰς τὸν Κοινὸν Κορβανᾶν διὰ νὰ τὸ διαθέσῃ πρὸς ἄλλους τυχὸν μᾶλλον ἐπείγοντας σκοπούς.
§138Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. Δὲν εἶπον αὐτό· εἶπον κἄτι ἄλλο ὅτι τὴν ὑπερτίμησιν, τὴν ὁποίαν θὰ διεκδικήσῃ τὸ Κράτος δύναται νὰ τὴν διαθέσῃ ὡς θέλει καὶ πρὸς ἐγκατάστασιν τῶν ἀκτημόνων, αὐτὸ εἶναι ἀναμφισβήτητον, ἀλλὰ δίκαιον εἶναι νὰ πάρῃ ὅλης τῆς γῆς τὴν ὑπερτίμησιν, ὅλης τῆς ἀγροτικῆς ἐν γένει τάξεως καὶ ὄχι 50 κτηματιῶν.
§139Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Νὰ ἀπαντήσω, κύριε βουλευτά, καὶ εἰς αὐτό.
§140Μ. ΝΕΓΡΟΠΟΝΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἔχομεν τὸν φόρον τῆς αὐτομάτου ὑπερτιμήσεως κατὰ τὸν ὁποῖον ὅταν πωλῇ τὸ κτῆμά του ὁ ἰδιοκτήτης ἄλλων κτημάτων πληρώνει τὸν φόρον.
§141Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. Ὅταν πωλῇ· ὅταν ὅμως δὲν πωλῇ;
§142Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργὸς). Πωλεῖ καὶ αὐτός. Τὸ ζήτημα εἶναι ὅτι δὲν θέλετε νὰ πωλήσετε καὶ σᾶς πωλοῦμεν, ἀλλ’ ἀφοῦ τὸ δεχθῆτε αὐτὸ, βεβαίως εἶναι εὔστοχος ἡ παρατήρησις τοῦ ἀξιοτίμου ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν συναδέλφου μου. Ἐνταῦθα ἡ πώλησις γίνεται ὑπεισερχομένης τῆς θελήσεως τοῦ νομοθέτου εἰς τὴν θέλησιν τοῦ δυστροποῦντος ἰδιοκτήτου, ἀλλ’ ἐφαρμόζονται αἱ διατάξεις τοῦ κοινοῦ δικαίου καὶ ὀρθοτάτη, ἐπαναλαμβάνω, ἦτο ἡ παρατήρησις τοῦ συναδέλφου μου ὅτι εἰς τὰς ἄλλας ἰδιοκτησίας πέρνει τὸ Κράτος τὸ ἀναλογοῦν εἰς αὐτὸ διὰ τῆς φορολογίας.
§143Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. Εἶναι ἐντελῶς ἄλλη ἡ βάσις· ἐκεῖ ἐξετάζεται πόσον τὸ ἠγόρασες καὶ πόσον τὸ ἐπώλησες.
§144Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Θέλετε ὅμως ἀκόμη νὰ σᾶς εἴπω διατὶ σᾶς ζητοῦμεν νὰ στέρξητε σεῖς οἱ ἰδιοκτῆται τῶν μεγάλων τσιφλικίων εἰς τὴν ζημίαν αὐτῶν χωρὶς νὰ ἐπιβληθῇ ὁμοία ζημία εἰς ὅλον τὸ Κράτος; Θὰ ἀναγνωρίσητε ὅτι εὑρίσκεσθε εἰς μίαν θέσιν, ἡ ὁποία εἶναι κἄπως διάφορος ἀπὸ τὴν θέσιν ὅλων τῶν ἄλλων ἰδιοκτητῶν; Ἀφοῦ ἐξαιρέσωμεν τοὺς ὀλίγους, οἱ ὁποῖοι μετρῶνται ἐπὶ τῶν δακτύλων, οἱ ὁποῖοι καλλιεργοῦν πραγματικῶς τὴν γῆν ἐν τοῖς τσιφλικίοις αὐτῶν μὲ ὅλας τὰς νέας τελειοποιήσεις καὶ πολλάκις μὲ καλλιέργειαν σχεδὸν ἐντατικήν, ἀφοῦ ἐξαιρέσωμεν αὐτοὺς τοὺς ὀλίγους θὰ ἀναγνωρίσητε, κύριοι, ὅτι ἡ κατηγορία τῶν ἰδιοκτητῶν τῶν τσιφλικίων διαφέρει οὐσιωδῶς ἀπὸ τὴν κατηγορίαν ὅλων τῶν ἄλλων ἰδιοκτητῶν ἀκινήτων κτημάτων καὶ ὅτι εἶναι ἀξία μικροτέρας τινὸς συμπαθείας, θὰ προσθέσω ἀκόμη, προστασίας. Διὰ τίνα λόγον; Διότι ἐνῷ οἱ κύριοι οἱασδήποτε ἄλλης ἰδιοκτησίας εἴτε ἀγροτικῆς εἴτε ἀστικῆς, ἀκόμη περισσότερον ἀστικῆς, ἔχουν συνδέσει τὴν προσωπικότητα αὐτῶν πρὸς τὸ κτῆμα καὶ πρὸς τὴν δημιουργίαν τοῦ κτήματος στενώτατα, προκειμένου μὲν περὶ ἀστικῆς ἰδιοκτησίας, διότι αὐτοὶ ἐδαπάνησαν διὰ νὰ ἀνεγείρουν τὸ ἀπέραντον οἰκοδόμημα ἐπὶ μιᾶς ἁπλῆς γῆς, προκειμένου δὲ περὶ ἀγροτικῆς ἰδιοκτησίας διότι αὐτοὶ οἱ δικαιοπάροχοί των μετέβαλον τὸ κτῆμα καὶ τὸ ἔφεραν εἰς κατάστασιν ὅλως διάφορον ἀπὸ ὅ,τι τὸ ἔπλασεν ὁ Θεός, ἡ δημιουργία τοῦ κόσμου, θὰ ἀναγνωρίσητε ὅτι ἀφοῦ ἐξαιρέσητε τοὺς ὀλίγους, ὅτι οἱ ἄλλοι ἔχουν τὴν γῆν, τὴν ὁποίαν ἠγόρασαν εἰς τὴν αὐτὴν περίπου κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν ἐξῆλθεν αὕτη ὅταν ἀποσυρθέντων κατὰ τὴν γραφήν, τῶν ὑδάτων, ἀνέκυψεν ἡ γῆ ἐκ τοῦ κατακλυσμοῦ (ἱλαρότης).
§145Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. Εἶναι ὅμως καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔκαμον δαπάνας.
§146Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Εἶπον ἤδη, ὅτι εἶναι σχετικῶς πολὺ ὀλίγοι. Ἄν δὲ ἐγένοντο περισσότεραι δαπάναι αὗται ἔγιναν κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ πολέμου ἀπό τινων ἐτῶν καὶ ἐντεῦθεν πολὺ ὀρθῶς καὶ ἐν τῷ κοινῷ συμφέροντι, διότι ἐπρόκειτο νὰ ἀναπτύξουν πρόοδον, καὶ ἡ ὁποία κατὰ τὰς παρούσας περιστάσεις εἶχε μεγάλην ἀξίαν. Ἀλλ’ ἐκτὸς αὐτῆς τῆς ἀντιλήψεως, ἡ ὁποία εἰς τὴν συνείδησιν τὴν ἰδικήν μου κάμνει τὴν ἰδιοκτησίαν τοῦ τσιφλικίου ὄχι ἱεράν, διότι ἡ λέξις δὲν εἶναι ἁρμόζουσα, ὀλιγώτερον σεβαστὴν ἀπὸ τὴν ἄλλην ἰδιοκτησίαν, ὑπάρχει εἷς ἄλλος λόγος, τὸν ὁποῖον ἐπεκαλέσθη ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μου, ὁ ὁποῖος δίδει τὸ δικαίωμα εἰς τὸ Κράτος ν’ ἀπευθυνθῇ εἰς τοὺς τσιφλικούχους καὶ ζητήσει τὴν θυσίαν, ἡ ὁποία εἰμπορεῖ νὰ εἶναι κατά τι ἀνωτέρα τῶν 15%, ὅπως ἐπεκαλέσθη ὁ κ. Ζαβιτζιᾶνος, καὶ νὰ ἀξιώσῃ ἐξαιρετικῶς ἀπὸ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐπὶ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν ἐκαρπώθησαν εἰσοδήματα ἐκ τῆς γῆς, τὴν ὁποίαν εἶχαν ἀγοράσει κυρίως ἐκ τῆς παρεμβάσεως τοῦ Κράτους τοὐλάχιστον κατὰ 9% ἐκ τοῦ φόρου τοῦ σίτου, τὸν ὁποῖον προσέθηκεν ὁ κ. Ράλλης κατὰ τὸ 1905 κατὰ 5 λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν.
§147Χ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Θὰ παραμείνῃ ἐπ’ ἄπειρον αὐτός;
§148Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἀφ’ οὗ οἱ ἰδιοκτῆται ὠφελήθησαν ἐπὶ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν διὰ παρεμβάσεως τοῦ Κράτους, τὴν πρόσοδον, τὴν ὁποίαν ὠφελήθησαν καὶ τὴν ὁποίαν δὲν θὰ εἶχον, εἶναι εὔλογον τὸ Κράτος νὰ ζητήσῃ ἀπὸ αὐτοὺς νὰ μὴ ἐπικαλῶνται τὴν ἀνάγκην του νὰ κάμωμεν καὶ εἰς τοὺς ἄλλους ὅ,τι κάμωμεν καὶ εἰς αὐτούς, τὴν νομιμότητα, τὴν ὁποίαν δὲν ἀμφισβητοῦν. Ἀλλ’ οἱ ἰδιοκτῆται ἔχουσιν ἓν ἄλλο ἐπιχείρημα, ἔχουσι τὸ ἐπιχείρημα ὅτι ηὔξησαν αἱ δαπάναι τοῦ βίου, ἀλλὰ δὲν δύνανται νὰ ὑποστηρίξωσιν, ὅτι ὡς ἐκ τοῦ πολέμου ηὔξησαν ὅλαι αἱ πρόσοδοι τῶν διαφόρων εἰσοδηματιῶν ἐν Ἑλλάδι, ὥστε νὰ λέγωσιν, ὅτι ἐξαιρετικῶς δὲν λαμβάνετε ὑπ’ ὄψιν τὴν αὔξησιν τῶν ἰδικῶν μας δαπανῶν διὰ νὰ μᾶς δώσητε νὰ πάρωμεν κἄτι περισσότερον. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον ἡ κατηγορία τῶν τσιφλικούχων, ἡ ὁποία ἔχει τὴν αὔξησιν αὐτήν, καὶ δὲν θὰ ἴδῃ τὰ εἰσοδήματά της αὐξανόμενα, εἶναι ἡ κατηγορία τῶν κατόχων δημοσίων δανείων, εἶναι ἡ κατηγορία τῶν δικαιούχων ἐνοχικῶν ἀπαιτήσεων, ὅλοι οἱ δανείσαντες χρήματα, ὅταν θὰ λάβουν τὰ χρήματά των θὰ τὰ ἴδουν πληρωνόμενα, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νομίσματος, τὸ ὁποῖον σήμερον ἔχει χάσει μέρος τῆς ἀξίας του καὶ μάλιστα χωρὶς νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ ζητήματος, λέγω, ὅτι ἡ ἀνταλλακτικὴ ἀξία τοῦ νομίσματος θὰ ἀποκατασταθῇ διὰ τοῦ περιορισμοῦ τῆς ἀφθόνου κυκλοφορίας τοῦ νομίσματος, ἡ ὁποία ἀνεπτύχθη εἰς ἄλλας χώρας μὲν περισσότερον, εἰς ἡμᾶς δὲ ὀλιγώτερον, καὶ ἡ ὁποία κατ’ ἀνάγκην ἔφερε τὴν αὔξησιν τῶν τιμῶν.
§149Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ἐπιτρέψατέ μοι, κ. Πρόεδρε, νὰ προσθέσω καὶ τοῦτο, ὅτι εἰς τὸ 45%, ποῦ εἶναι ἡ αὔξησις τῆς γῆς, ἀναντιρρήτως δὲν ὑποτίθεται ὅτι ἡ αὔξησις ἀφορᾷ καὶ τὸ μέλλον καὶ ὅτι ἡ τιμὴ αὕτη θὰ διατηρηθῇ.
§150Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Πολὺ ὀρθῶς. Διὰ τῆς προθυμίας μὲ τὴν ὁποίαν ἐδέχθημεν τὸ ἀνώτατον αὐτὸ ὅριον, δὲν πρέπει νὰ λησμονήσωμεν ποία εἶναι ἡ διαφορὰ, ἡ ὁποία ἐπῆλθεν εἰς τὴν αὔξησιν τῆς γῆς, καὶ ποία ἡ τιμὴ τῆς σημερινῆς ἀξίας, ὅπου τὰ προϊόντα πωλοῦνται πολὺ περισσότερον, διότι δὲν εἶμαι βέβαια ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι φρονοῦν, ὅτι ὁ σημερινὸς βίος θὰ διατηρηθῇ καὶ μετὰ τὴν λῆξιν τοῦ πολέμου. Ἄς μὴ λησμονηθῇ ἀκόμη, κύριοι Βουλευταί, ὅτι ὁ ἀσυγκρίτως μεγαλείτερος ἀριθμὸς τῶν τσιφλικιούχων μετὰ τὴν ἐξαίρεσιν τῶν ὀλίγων ἐκείνων, περὶ τῶν ὁποίων εἶπον ὅτι ἀριθμοῦνται εἰς τὰ δάκτυλα τῆς μιᾶς ἢ τὸ πολὺ τῶν δύο χειρῶν, ὅτι οἱ ἰδιοκτῆται οἱ ἀγοράσαντες ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν ἰδίως εἰς τὰ κτήματα αὐτὰ τὰ Θεσσαλικά, ἔκαμον κυρίως μίαν τοποθέτησιν χρημάτων, ἡ ὁποία, ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω, ὅτι ἔχει χαρακτῆρα ὀλίγον τοκογλυφικόν. Ἄνευ οὐδεμιᾶς ἐργασίας, ἄνευ οὐδεμιᾶς καταβολῆς τῆς δραστηριότητος αὐτῶν, ἄνευ οὐδενὸς κινδύνου, ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον, ἐξαιρουμένων τῶν ὀλίγων ἐξαιρέσεων, ἐπῆραν τὸ κτῆμα, τὸ ἀφῆκαν εἰς τοὺς καλλιεργητὰς πρὸς καλλιέργειαν, εἰσεκόμισαν τὰ ἐξ αὐτῶν ἔσοδα, μὴ κατοικοῦντες οὐδὲ κἂν ἐκεῖ ἢ καὶ ἐπὶ πλησίον αὐτοῦ, ἀναμένοντες πότε μὲν τὴν παρέμβασιν τοῦ Κράτους πρὸς αὔξησιν τοῦ δασμοῦ τοῦ σίτου, καὶ τοῦτο τὸ ἐπέτυχον, καὶ ἄλλοτε τὴν βαθμιαίαν αὔξησιν τῶν τιμῶν. Εἶναι φυσικὸν λοιπὸν νὰ μὴ παραπονῶνται, ἐὰν σήμερον ὡς ἐκ τῶν περιστάσεων ὑφίστανται τὴν μικρὰν, μικροτάτην, ζημίαν, τὴν ὁποίαν κατ’ ἀνώτατον ὅριον δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι ὑπελογίσαμεν. Ἀλλὰ, κύριοι, διὰ νὰ στηρίξω τὴν ἠθικὴν βάσιν τοῦ νομοσχεδίου κατὰ τὸ σημεῖον τοῦτο τῆς ἐνδεχομένης, τῆς πιθανῆς, ἐὰν θέλετε, ζημίας τῶν ἰδιοκτητῶν, ἐπικαλοῦμαι πρὸ πάντων τὴν διάταξιν τοῦ νομοσχεδίου, διὰ τῆς ὁποίας εἰς ὅλους ἐκείνους, ἀπὸ τοὺς ὁποίους ἀφαιροῦμεν γῆν διὰ νὰ ἐγκαταστήσωμεν τοὺς ἀκτήμονας, προσφερόμεθα νὰ χορηγήσωμεν γῆν ἀλλαχοῦ, γῆν ἴσης ποιότητος, ἐν κλίματι δὲ πολὺ καλλιτέρῳ ἀπὸ τοῦ τῆς Θεσσαλίας.
§151ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἰς τὴν Μακεδονίαν δὲν ἔχει τὸ Κράτος γῆν.
§152Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Μὲ συγχωρεῖτε. Ἐὰν δὲν ἔχῃ τὸ Κράτος εἰς τὴν Μακεδονίαν γῆν, θὰ ἀναγνωρίσητε, ὅτι εἶναι εὔλογον διὰ τὴν διατήρησιν τοῦ ⅓ τοὐλάχιστον ὅσον ἀφορᾷ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δὲν θὰ ἠμπορέσουν νὰ τὸ διατηρήσουν, διότι ἐγκατεστήσαμεν ὅλους τοὺς περιοίκους, ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσωμεν τὴν ἀπαλλοτρίωσιν ὑπὸ τοὺς αὐτοὺς ὅρους ἄλλων κτημάτων, διὰ νὰ δώσωμεν εἰς αὐτοὺς τοὐλάχιστον τὸ ⅓. Ὅπως δικαιούμεθα διὰ νὰ διατηρήσωμεν τὴν ἀρχὴν τοῦ ¼, νὰ πάρωμεν κατοίκους ἀπὸ τὸ μέρος, εἰς τὸ ὁποῖον εὑρίσκονται ἄνευ καλλιεργείας καὶ νὰ τοὺς μεταφέρωμεν εἰς τὴν Μακεδονίαν καὶ τοὺς ἐγκαταστήσωμεν, λαμβάνοντες τὰ ἀναγκαῖα μέτρα διὰ τὴν ἐγκατάστασιν αὐτῶν, κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον, ἐφ’ ὅσον κρίνομεν, ὅτι εἶναι δικαιότατον ἀντὶ νὰ μετακομίζωμεν τοὺς ἰθαγενεῖς κατοίκους διὰ νὰ τοὺς ἐγκαταστήσωμεν ἀλλοῦ, νὰ ἀναγκάσωμεν τὸν ἰδιοκτήτην νὰ ὑπάγῃ ἀλλοῦ, νὰ πάρῃ τοὐλάχιστον τὸ ⅓, διότι αὐτοί, ὅσον ἀφορᾷ ἰδίως τὴν Θεσσαλίαν, δὲν συνδέονται ἕκαστος πρὸς τὴν γῆν—ἐλάχισται εἶναι αἱ ἐξαιρέσεις, αἱ ὁποῖαι δὲν πιστεύω πραγματικῶς νὰ ὑπερβαίνουν τοὺς δυναμένους νὰ μετρῶνται ἐπὶ τῆς μιᾶς χειρὸς— δὲν εἶναι Θεσσαλοὶ, δὲν εἶναι ἀρχαῖοι κάτοικοι τῆς Θεσσαλίας, εἶναι ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἠγόρασαν τὴν Θεσσαλικὴν γῆν μόλις κατὰ τὴν τελευταίαν τριακονταετίαν. Ἐὰν δὲ ἰσχυρισθῆτε, ὅτι τὸ ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον ἔφερον καλύπτει μόνον κατὰ τὸ ⅓ τὸ συμφέρον, τὸ ὁποῖον ἔχει ὁ ἰδιοκτήτης νὰ μένῃ ἰδιοκτήτης τῆς γῆς αὐτῆς, λέγων ὅτι τὸ ⅓ πρέπει νὰ δοθῇ, ἔχω νὰ δώσω τὴν ἀπάντησιν τότε, ὅτι τὸ ⅓ τῆς γῆς, τῆς ὁποίας κύριος εἶναι σήμερον ὁ μεγαλοκτηματίας, τὸ ⅓ τῆς γῆς αὐτῆς, γῆς τῆς αὐτῆς ποιότητος, πρὸς αὐτὴν τὴν ὁποίαν ἔχει σήμερον τῆς διδομένης εἰς κολλήγους γεωργοὺς, τὸ ⅓ τῆς γῆς αὐτῆς θὰ ἀξίζει εὐθὺς ὡς λυθῇ τὸ ἀγροτικὸν ζήτημα, πολὺ περισσότερον παρ’ ὅσον ἀξίζει σήμερον τὸ ὅλον τοῦ κτήματος, τὸ ὁποῖον ἔχει ἐν Θεσσαλίᾳ. Δὲν φέρω τοῦτο ὡς ἀποτέλεσμα τοῦ καλλιτέρου κτήματος τῆς γῆς, ἀλλ’ ὡς ἀποτέλεσμα τῆς λύσεως τῆς σχέσεως μεταξὺ καλλήγων καὶ ἰδιοκτητῶν, οἷα διερρυθμίσθη κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη, ἀφ’ ὅτου ἐγένετο ὀξύτερον τὸ ἀγροτικὸν ζήτημα καὶ ἐπεζήτησε τὴν λύσιν του. Ἐὰν σήμερον περὶ τὰς 30 δραχμὰς εἶναι ἡ ἀξία τῆς γῆς διὰ τὸν τσιφλικιοῦχον τῆς Θεσσαλίας, εἶμαι βέβαιος, ὅτι καθ’ ἣν στιγμὴν θὰ λυθῇ τὸ ἀγροτικὸν ζήτημα, ἡ ἀξία τῆς γῆς θὰ τριπλασιασθῇ καὶ ὁ ἰδιοκτήτης τῆς γῆς, ὁ ὁποῖος εἶδε τὴν ἰδιοκτησίαν του ἀπαλλοτριουμένην κατὰ τὰ ⅔ αὐτῆς, θὰ βλέπῃ τὴν πρόσοδον τὴν ἐπὶ τοῦ ⅓, τὸ ὁποῖον τοῦ ἀπέμεινεν ἴσην, ἴσως δὲ καὶ ἀνωτέραν τῆς προσόδου, τὴν ὁποίαν ἔχει σήμερον ἐκ τοῦ ὅλου κτήματός του, ἐξ ὅλης τῆς γῆς, καὶ ἐπὶ πλέον τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἔλαβε διὰ τὴν ἀπαλλοτρίωσιν τῶν ⅔. Ὅταν ταῦτα ἔχω ὑπ’ ὄψει μου, ἔρχομαι εἰς ἁρμονίαν μὲ τὴν συνείδησίν μου διὰ νὰ ζητήσω τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου καὶ λέγω εἰς τοὺς ἀντιτιθεμένους πρὸς τὸ νομοσχέδιον καὶ λέγοντας ὅτι ἀδικοῦνται, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ ἀδικίας, καὶ ἔχω τὸ δικαίωμα τὴν στιγμὴν ταύτην νὰ εἴπω πρὸς ἐκείνους, ὅτι ἐπικαλοῦμαι καὶ τὴν κοινωνικὴν ἀκόμη ἀλληλεγγύην ἀπέναντι αὐτῶν. Διὰ τὴν διδασκαλίαν, κύριοι, τῶν ἀνατρεπτικῶν στοιχείων πανταχοῦ τοῦ κόσμου καὶ παρ’ ἡμῖν διὰ τὴν διδασκαλίαν, λέγω, περὶ τοῦ ὀξυτάτου πλέον ἀγῶνος, τῶν τάξεων, δέον νὰ ληφθῇ φροντὶς ἐὰν δὲν στέργωμεν νὰ ἴδωμεν τὰς ἀνατρεπτικὰς ταύτας θεωρίας ἀναπτυσσομένας καὶ παρ’ ἡμῖν, καὶ δέον νὰ ἐννοήσωμεν ὅτι ἡ ἀληθινὴ βάσις τῶν σχέσεων μεταξὺ κεφαλαίου καὶ ἐργασίας δὲν εἶναι ἡ ἐπιδείνωσις τῆς ὀξύτητος μεταξὺ αὐτῶν, ἀλλὰ τοὐναντίον ἡ ἀλληλεγγύη καὶ ἡ συνεργασία. Ἀλλ’ ὅταν ταῦτα λέγωμεν, πρέπει νὰ ἀποδείξωμεν καὶ πρὸς ἐκείνους, πρὸς τοὺς ὁποίους ἀπευθυνόμεθα, ὅτι δὲν ἐξευρίσκομεν ὡραίας λέξεις διὰ νὰ κατορθώσωμεν νὰ τοὺς σαγηνεύσωμεν καὶ τοὺς συγκρατῶμεν, ὅτι εἶναι μία ἐνέδρα, τὴν ὁποίαν τοὺς στίνομεν, ἵνα πέσωσιν ἐντὸς, εἴτε παρασυρόμενοι, εἴτε θελγόμενοι μὲ ὡραίας μόνον λέξεις, ἀλλὰ πρέπει νὰ πείσωμεν αὐτοὺς, ὅτι ὡραῖαι μὲν εἶναι αἱ λέξεις, ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον λέξεις, ἀλλ’ εἶναι καὶ πράγματα καὶ πρέπει νὰ πείσωμεν αὐτόν, τὸν ἔχοντα τὸν possedants πρῶτον δίδοντα τὸ παράδειγμα, ὅτι εἶναι διατεθειμένος νὰ ἔχῃ τὸ αἴσθημα τῆς ἀλληλεγγύης, διὰ νὰ συντελέσῃ ἡμέρᾳ τῇ ἡμέρᾳ, ὅπως ἡ ρύθμισις τῆς κοινωνικῆς συνθέσεως ἀνταποκρίνεται πρὸς τὴν ἀξίωσιν τῆς κοινωνικῆς προόδου. Δὲν ἠξεύρω, κύριοι, καὶ ἀπευθύνομαι πρὸς τοὺς ἰδιοκτήτας, ὄχι μόνον τοὺς ἐδῶ, ἀλλὰ καὶ τοὺς ἔξω τοῦ Βουλευτηρίου καὶ λέγω πρὸς αὐτούς, ἐὰν παρακολουθεῖτε ἀπό τινος τὴν ἐργασίαν, ἡ ὁποία γίνεται ὑπὸ τῶν ἀνατρεπτικῶν στοιχείων, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀποκατάστασιν τῶν ἀκτημόνων καλλιεργητῶν θὰ ἴδητε, ὅτι τίποτε δὲν τοὺς ἀπασχολεῖ περισσότερον ἀπὸ αὐτό. Καὶ προσπαθοῦν νὰ τοὺς πείσουν, ὅτι ἡ ἀστικὴ κοινωνία προσφέρουσα εἰς αὐτοὺς τὴν ἀποκατάστασιν τοὺς δίδει τὸν χαλινὸν καὶ εἰς τίποτε ἄλλο δὲν ἀποβλέπει ἢ νὰ ἀποσπάσῃ τὴν ὁμάδα αὐτὴν ἀπὸ τὴν ὁμάδα τῶν ἀνατρεπτικῶν στοιχείων καὶ τίποτε ἄλλο δὲν ἀπασχολεῖ αὐτὴν ἢ νὰ εἴδῃ τὴν ἀποκατάστασιν τῆς τάξεως ταύτης τῆς μεγάλης, τὴν ὁποίαν ἀποτελοῦσιν οἱ καλλιεργηταὶ τῆς γῆς. Τὰ στοιχεῖα αὐτὰ τὰ ἄτακτα καταγγέλλουν ἡμᾶς, καταγγέλουν τὸ κοινωνικὸν καθεστὼς καὶ ἀκόμη τὴν Κυβέρνησιν τῶν Φιλελευθέρων, ὅτι δι’ οὐδὲν ἄλλο ἐπιδιώκομεν τὴν λύσιν τοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος παρὰ νὰ στερήσωμεν αὐτοὺς τοὺς κυρίους συμμάχων πειθηνίων εἰς τὸν ἀγῶνα, τὸν ὁποῖον κηρύττουσιν, ὅτι μέλλουν νὰ κάμουν κατὰ τῶν ἀστικῶν τάξεων. Εἶναι ψευδὲς τοῦτο. Ἐὰν ἐπιδιώκομεν ἀπὸ πολλοῦ χρόνου τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος αὐτοῦ καὶ πολὺ πρὶν ἐμφανισθῶσιν αἱ θεωρίαι αὗται καὶ φθάσωσιν εἰς τὴν χώραν ἡμῶν, τοῦτο πράττομεν, διότι νομίζομεν, ὅτι τοῦτο ἐπιβάλλει τὸ εἰδικὸν συμφέρον τῆς κοινωνίας καὶ τὸ συμφέρον τὸ γενικώτερον τοῦ Ἔθνους. Ἀλλ’ εἶναι ἐνδεχόμενον, καὶ θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ διὰ νὰ μὴ λάβω τὸν λόγον πάλιν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ ἐργατικοῦ, τὸ ὁποῖον ἐπίσης θὰ ψηφισθῇ αὔριον, θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω δύο λέξεις διὰ νὰ ἐξηγήσω πῶς λαμβάνομεν πρόνοιαν νὰ ἄρωμεν τὸν ἀνταγωνισμὸν μεταξὺ τοῦ κυρίου τῆς γῆς καὶ τοῦ καλλιεργητοῦ τῆς γῆς καὶ δὲν λαμβάνομεν πρόνοιαν νὰ ἄρωμεν τὸν ἀνταγωνισμὸν μεταξὺ τοῦ βιομηχάνου καὶ τοῦ ἐργάτου. Θὰ ἦτο ἐνδεχόμενον οἱ ἐκμεταλλευταὶ τοῦ βιομηχανικοῦ ζητήματος νὰ εἴπωσιν ὅτι ἐξησφάλισαν τὸ ἀγροτικὸν ζήτημα, διότι ἦσαν πολλοὶ οἱ καλλιεργηταί, τώρα θυσιάζουσιν ἡμᾶς εἰς τοὺς κεφαλαιούχους, διότι εἴμεθα ὀλίγοι. Ἔχω νὰ δώσω μίαν ἐξήγησιν. Ρυθμίζομεν τὸ ζήτημα τὸ ἀγροτικὸν διὰ τῆς ρυθμίσεως τῆς ἐργασίας καὶ τοῦ κεφαλαίου, ἀλλὰ δὲν δυνάμεθα νὰ λύσωμεν τὸ ζήτημα τὸ ἐργατικόν, ἠδυνάμεθα μόνον νὰ ρυθμίσωμεν τὰς σχέσεις τοῦ ἐργάτου καὶ τοῦ κεφαλαίου καὶ τοῦτο ἐπεδιώξαμεν διὰ τῶν ἐργατικῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα ἐψηφίσαμεν. Ἐὰν χωρίζωμεν τὸν καλλιεργητὴν καὶ τὸν κεφαλαιοῦχον τῆς γῆς ἀπὸ τὸν ἐργάτην, πράττομεν τοῦτο, διότι ἐκεῖ τὸ πρᾶγμα εἶναι διάφορον, διότι ἐπερχομένης τῆς διανομῆς ἐπακολουθεῖ ἡ λύσις, πλὴν αὐτοῦ εἶναι δυνατὸν ὅταν φθάσῃ ἡ συνεργασία τοῦ μεγαλοκεφαλαιούχου τοῦ γεωκτήμονος καὶ τοῦ κυρίως καλλιεργοῦντος τὴν γῆν, νὰ δημιουργηθῇ γεωργικὴ οἰκονομία, ἡ ὁποία νὰ εἶναι βιώσιμος, δημιουργοῦμεν κἄτι τι τὸ βιώσιμον, ἐνῷ δὲν κάμνομεν τὸ ἴδιον, ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ἐργάτας διότι ἐνῷ εἰμποροῦμεν ἓν μέγα κτῆμα νὰ τὸ κάμωμεν 500 κλήρους καὶ νὰ λάβῃ ἕκαστος, ἕνα, δὲν δυνάμεθα ἓν μέγα ἐργοστάσιον νὰ τὸ κάμωμεν 500 ἐργοστάσια καὶ νὰ τὰ διανείμωμεν αὐτὰ εἰς τοὺς 500 ἐργάτας τοὺς ἐργαζομένους ἐν αὐτῷ. Καὶ οἱ ὑποστηρίζοντες τὴν ἐργατικὴν τάξιν δὲν τολμοῦν νὰ εἴπωσιν αὐτό, ἀλλὰ λέγουν κάτι ἄλλο, τὰ μέσα τῆς παραγωγῆς νὰ τὰ πάρῃ τὸ Κράτος εἰς τὰ χέρια του καὶ νὰ ὀργανώσῃ αὐτὸ τὰς βιομηχανικὰς ἐργασίας. Τὸ τί ἐπρόκειτο νὰ γίνῃ, ἂν φθάσωμεν εἰς τὸ σημεῖον ὥστε τὸ Κράτος νὰ ὀργανώσῃ ὅλην τὴν βιομηχανικὴν παραγωγὴν σᾶς ἀφήνω νὰ τὸ φαντασθῆτε, ἂν τὸ Κράτος ἐμωραίνετο ἀπὸ τὸν Θεὸν εἰς τοιοῦτον σημεῖον, ὥστε ν’ ἀναλάβῃ τοιαῦτα βάρη, ἢ ἐὰν ὁ ἐργατικὸς κόσμος, οἷος εἶναι σήμερον εἰς ὅλον τὸν κόσμον, πολὺ περισσότερον οἷος εἶναι ἐν Ἑλλάδι, ἂν εἶναι εἰς θέσιν αὐτὸς μόνος του καὶ ἂν οἱ ἰδιοκτῆται τοῦ ἐχάριζον τὰ ἐργοστάσιά των, ἂν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπάγῃ ἐμπρὸς χωρὶς νὰ καταρρεύσῃ καθ’ ὃν τρόπον κατέρρευσεν ἐν Ρωσσίᾳ ὁ μπολσεβικισμός. Κατ’ ἀνάγκην λοιπόν, ἐνῷ μεταξὺ τοῦ κυρίου τῆς γῆς καὶ τοῦ καλλιεργητοῦ αὐτῆς δυνάμεθα νὰ παύσωμεν τὸν ἀνταγωνισμὸν διὰ τοῦ μερισμοῦ τῆς ἐργασίας κατ’ ἀνάγκην διὰ τὴν βιομηχανικὴν ἐργασίαν δὲν μένει ἄλλη ὁδὸς ἢ μόνον διὰ τῆς συνεργασίας. Συνεργασίας τοῦ κεφαλαίου τοῦ βιομηχανικοῦ, συνεργασίας τῶν χειρῶν, συνεργασίας τῆς διανοητικῆς δυνάμεως καὶ ἀφ’ ἑνὸς μὲν ὀχύρωσις τοῦ ἀσθενεστέρου ἀπέναντι τοῦ ἰσχυροτέρου διὰ τῆς παρεμβάσεως τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, ἀνάπτυξις δὲ ἀφ’ ἑτέρου τοῦ αἰσθήματος καὶ τῆς κοινωνικῆς ἀλληλεγγύης πασῶν τῶν τάξεων, ἰδίως τῶν κατεχουσῶν διὰ νὰ διευκολύνωμεν καὶ οὐχὶ νὰ δυσχεράνωμεν αὐτὴν τὴν συνεργασίαν. Εἶπον λοιπόν, ὅτι πρέπει νὰ ὀχυρώσωμεν τὸν ἀσθενέστερον, διότι οὐδεὶς ἀμφισβητεῖ, ὅτι ὁ βιομηχανικὸς ἐργάτης εἶναι ἀπολύτως ἀσθενής, εἶναι δοῦλος τοῦ κυρίου τοῦ ἐργοστασίου, ἂν δὲν εἶναι ὀργανωμένος, διότι τὸ ἐμπόρευμα, τὸ ὁποῖον πωλεῖ δὲν εἶναι ἐμπόρευμα, εἶναι ἡ ἄρσις τῆς προσωπικότητος, εἶνε ἡ ἐργασία. Ἐὰν ὁ ἰδιοκτήτης δύναται νὰ παραμείνῃ ἡμέρας τινὸς χωρὶς νὰ κινηθῇ τὸ ἐργοστάσιόν του, ὁ ἐργάτης, ἐὰν μείνῃ 4, 5 ἡμέρας ἄνευ ἐργασίας ἔπρεπε νὰ χάσῃ τὰ μέσα τῆς ζωῆς του. Ἔπρεπε λοιπὸν τὸ Κράτος νὰ παράσχῃ τὰ μέσα, ὥστε νὰ δύναται ὁ ἐργάτης νὰ μετέχῃ ἐν τῷ ἀνταγωνισμῷ πρὸς τὸν ἰδιοκτήτην καὶ νὰ γίνωσιν ἰσόπαλοι ἐν τῷ ἀγῶνι, διότι τότε μόνον τὸ Κράτος θὰ ἠδύνατο νὰ παρεμβαίνῃ καὶ νὰ προλαμβάνῃ τὴν ἔκρηξιν τῶν παθῶν μέχρι καὶ τοῦ ἐμφυλίου σπαραγμοῦ. Κύριοι, καθ’ ἣν στιγμὴν ἡ φιλεργατικὴ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως ἡ ἐνασκηθεῖσα πρὸ μιᾶς 7ετίας εὑρίσκεται ἐκτεθειμένη εἰς πολλὰς ἐπιθέσεις, ἐπιθέσεις ἐκ μέρους στοιχείων, τῶν ὁποίων τὴν γνώμην σέβομαι κατ’ ἐξοχήν, ἔχω τὸ καθῆκον νὰ διακηρύξω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὅτι δι’ ὀλίγας ἐκδηλώσεις τῆς Κυβερνητικῆς μου δράσεως εἶμαι τόσον ὑπερήφανος, ὅσῳ διὰ τὴν ψήφισιν τῆς φιλεργατικῆς νομοθεσίας (χειροκροτήματα παρατεταμένα). Ἐὰν σήμερον ἐπαρουσίασα πρὸ τῆς Βουλῆς νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἐπιζητεῖτε νὰ ἐξηγηθῶσιν ὡς ἀντεργατικά, δὲν εἶναι, διότι ἠθέλησα νὰ στρέψω τὴν μηχανὴν πρὸς τὰ ὀπίσω, διότι κατεῖδον τάχα τοὺς κινδύνους, ὅπου εἰσερχόμεθα διὰ τῆς φιλεργατικῆς πολιτικῆς. Τὰ νομοσχέδια σκοπὸν ἔχουν, ὄχι νὰ ἀνατρέψουν ἢ νὰ περιορίσουν τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα προσεδοκῶμεν ἐκ τῆς θεσπίσεως τῆς φιλεργατικῆς μας πολιτικῆς, σκοπὸν ἔχουν νὰ ἐμπεδώσουν τὰ ἀποτελέσματα αὐτά, νὰ προλάβουν δὲ ὅλας ἐκείνας τὰς καταχρήσεις, αἱ ὁποῖαι προεκλήθησαν, ἴσως καὶ ἐξ ἀτελείας τῆς νομοθεσίας, τὴν ὁποίαν εἰσηγήθημεν. Κανεὶς δὲν πρέπει νὰ μᾶς κατηγορήσῃ, ὅτι ἡ νομοθεσία ἡμῶν δὲν εἶναι ἀπολύτως ἀρτία. Ὅ,τι ἐπιδιώκομεν διὰ τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα ἐπίσης ὑπόκεινται ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς, ἐκτὸς τῆς ἐξασφαλίσεως τῆς ἐργασίας καὶ τοῦ κολασμοῦ πάσης πράξεως σκοπούσης ἀκριβῶς νὰ ἀντιταχθῇ κατὰ τῆς ἐλευθερίας τῆς ἐργασίας, ὅ,τι λέγω, ἐπιδιώκομεν διὰ τῶν νομοσχεδίων τούτων εἶναι νὰ ἐξασφαλίσωμεν, ὅτι ἡ προάσπισις τῶν ἐργατικῶν συμφερόντων γίνεται ὑπ’ αὐτῶν τούτων τῶν ἐργατῶν, διότι, κύριοι, ἐὰν διὰ τῶν ἐργατικῶν μας νόμων κατωρθώσαμεν νὰ θέσωμεν ἐκποδὼν τὸν ἄλλοτε ἐκμεταλλευτὴν τοῦ βιομηχανικοῦ ἐργάτου, ἐκινδυνεύσαμεν ὅμως νὰ δημιουργήσωμεν ἕνα νέον ἐκμεταλλευτὴν καὶ ἐδημιουργήσαμεν ἕνα νέον ἐκμεταλλευτὴν πολὺ ἀσυμπαθέστερον ἀπὸ τὸν πρῶτον, καὶ εἶναι αὐτὸς ὁ ἐκμεταλλευτὴς ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος συνήθως μὴ ἀνήκων κἂν εἰς τὴν ἐργατικὴν τάξιν, μὴ ἔχων τὰ χέρια του ροζάρικα, ὡς τὰ ἔχουν οἱ ἀληθεῖς ἐργάται, ἀλλὰ ὢν εἴτε δικηγόρος, εἴτε δημοσιογράφος, εἴτε ἔμπορος, μὴ δυνάμενος νὰ ἀσχοληθῇ εἰς ἄλλο τι παρὰ εἰς τὴν καλλιέργειαν αὐτὴν τῶν ἐργατικῶν ζητημάτων, ὠθεῖ τὴν ἐργατικὴν τάξιν ἐν Ἑλλάδι, ὅπου δὲν ὑπάρχουν οἱ ὅροι οἱ ἀλλαχοῦ ὑπάρχοντες—εἰς μίαν ἀντίθεσιν ὀξεῖαν πρὸς τὴν λοιπὴν κοινωνίαν, σκοπὸν ἔχουσαν νὰ ἀνατρέψῃ πραγματικῶς τὴν κοινωνικὴν τάξιν τὴν ἐσωτερικὴν καὶ νὰ φέρῃ εἰς στάσεις καὶ ἐπαναστάσεις κοινωνικάς. Κατὰ τῶν ἐκμεταλλευτῶν τούτων στρέφονται τὰ νομοσχέδια. Κατὰ τῶν ἐκμεταλλευτῶν τούτων ἐδήλωσα, ὅτι εἶμαι ἕτοιμος νὰ ἀναλάβω τὸν ἀγῶνα, ἂν ἔχουν ὄρεξιν νὰ τὸν κάμουν, οὐχὶ βεβαίως προσωπικῶς, ἀλλ’ ἐξ ὀνόματος τοῦ Κράτους, τὸ ὁποῖον ἀντιπροσωπεύει ἡ Κυβέρνησις, οὐχὶ κατὰ τῆς ἀληθοῦς ἐργατικῆς τάξεως, ἡ ὁποία εἶναι ἀξία πάσης συμπαθείας, ἡ ὁποία δὲν θὰ παύσῃ νὰ ἀπολαύῃ τῆς συμπαθείας ἡμῶν καὶ τὴν ὁποίαν δὲν θὰ ἀφήσωμεν νὰ εἶναι ἕρμαιον εἰς τὰς χεῖρας τῶν ἐκμεταλλευτῶν (χειροκροτήματα ἐκ τῆς αἰθούσης καὶ τῶν ἀκροατηρίων). Σημειωτέον, κύριοι, ὅτι οἱ ἐκμεταλλευταὶ αὐτοὶ τῆς ἐργατικῆς τάξεως τίποτε δὲν εὔχονται περισσότερον παρὰ νὰ ἴδουν τὴν σημερινὴν ἰδίως Κυβέρνησιν τὴν ἐγκαινιάσασαν τὴν ἐργατικὴν πολιτικὴν παλινδρομοῦσαν· τίποτε δὲν θὰ ἦτο πλέον ἀρεστὸν εἰς αὐτοὺς καὶ ὅλη των ἡ προσπάθεια εἶνε νὰ πείσωσι τὸν ἐργατικὸν κόσμον, ὅτι αἱ τροποποιήσεις, τὰς ὁποίας εἰσηγούμεθα διὰ τῶν νομοσχεδίων καὶ αἱ ὁποῖαι στρέφονται κατὰ τῶν ἐκμεταλλευτῶν, ὅτι στρέφονται τάχα κατὰ τῶν ἀληθῶν ἐργατῶν. Τὸ περίεργον εἶναι, ὅτι ὑπάρχουν, δυστυχῶς, καὶ ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος, ἀπὸ τὴν τάξιν τὴν κατέχουσαν, ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ ηὔχοντο νὰ ἴδωσι τὴν Κυβέρνησιν παλινδρομοῦσαν, ἂν ὄχι ὁλικῶς, ἀλλὰ μερικῶς τοὐλάχιστον, ἀπὸ τὴν φιλεργατικὴν πολιτικὴν αὐτῆς. Τόσον εἶναι ἀληθὲς πάντοτε, ὅτι τὰ ἄκρα συναντῶνται. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις τῶν Φιλελευθέρων, κύριοι, καίτοι σταθερῶς ἀποφασισμένη νὰ προασπίσῃ τὴν κοινωνικὴν τάξιν, καίτοι γνωρίζουσα, ὅτι ἡ κοινωνικὴ τάξις δὲν ἔχει νὰ διακινδυνεύσῃ τίποτε ἀπὸ τῆς ἐπιθέσεως τῶν στοιχείων τῶν ἐκμεταλλευτῶν, ἢ τῶν στοιχείων τῶν ἀναρχικοεργατῶν, εἶναι ὅμως ἐπίσης σταθερῶς ἀποφασισμένη νὰ μὴ παρεκλίνῃ καθόλου ἀπὸ τὴν γραμμήν, τὴν ὁποίαν ἐχάραξε πρὸ 9 ἐτῶν. Ὅπως καὶ πρὸ ἡμερῶν εἶπον, ἐμπνέεται ἡ Κυβέρνησις ἀπὸ τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἐξυπηρετεῖ οὕτως καὶ τὸ συμφέρον τοῦ ἐργατικοῦ κόσμου καὶ τὸ συμφέρον τοῦ λεγομένου κεφαλαιοκρατικοῦ κόσμου καὶ τὸ συμφέρον γενικώτερον τὸ πολιτικὸν καὶ τὸ κοινωνικόν. Αἰσθάνομαι καλῶς, κύριοι, ἡ Κυβέρνησις δὲν παραγνωρίζει, ὅτι τὴν πολιτικὴν αὐτὴν ἀκολουθοῦντες κινδυνεύομεν νὰ ἴδωμεν καὶ τὴν δεξιὰν πτέρυγα τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων ἀποσπωμένην καὶ τὴν ἀριστερὰν πτέρυγα τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων ἀποσπωμένην. Ἐλπίζω, κύριοι, ὅτι ἡ ἀπόσπασις, ἐὰν γίνῃ, ὅπως φαίνεται πιθανὸν ὅτι θὰ γίνῃ, θὰ περιορισθῇ εἰς τὴν ἄκραν μόνον δεξιὰν καὶ εἰς τὴν ἄκραν μόνον ἀριστεράν. Ἐλπίζω οὕτως, οὐχὶ ἐλπίζω πλέον, ἀλλὰ πιστεύω ὅτι ὁ ὑπολειφθησόμενος κορμὸς τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων θὰ εἶναι ἀκόμη ἱκανὸς διὰ νὰ ἐξασφαλίσῃ πλειοψηφίαν σταθερὰν καὶ μεγάλην κατὰ τὰς προσεχεῖς ἐκλογὰς εἰς τὴν Κυβέρνησιν τῶν Φιλελευθέρων. (Χειροκροτήματα παρατεταμένα. Φωναί: ὅλοι, ὅλοι) πλειοψηφίαν σταθερὰν καὶ μεγάλην οὐχὶ ἁπλῶς ὡς ἐπιβράβευσιν τῆς ἐθνικῆς της πολιτικῆς, ἀλλὰ καὶ ὡς ἔγκρισιν τῆς ἐσωτερικῆς της πολιτικῆς τῆς ἐν συνόλῳ, ἐξαιρέσει βεβαίως τῆς ἐκλύσεως τῆς σχετικῆς τῆς διοικήσεως, τὴν ὁποίαν ἔφερεν ἀπὸ τὸ 1915 ἡ κατάλυσις τοῦ πολιτεύματος καὶ ἡ ὑποχρέωσις ἡμῶν νὰ ἀναλάβωμεν τὴν ἀναστύλωσιν αὐτοῦ, ἀλλὰ τῆς πολιτικῆς, ἡ ὁποία ἀφορᾷ τὴν ἐκδήλωσιν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας. Πιστεύω ὅτι θὰ ἔχωμεν τὴν ἔγκρισιν αὐτὴν ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ. Ἀλλά, κύριοι, καὶ ἂν δὲν εἶχον ἀκόμη αὐτὴν τὴν πεποίθησιν καὶ ἂν δὲν ἐπίστευον ἀκόμη, ὅτι ἡ ἀπόσπασις τῆς ἄκρας δεξιᾶς καὶ τῆς ἄκρας ἀριστερᾶς, ἄκραν ἀριστερὰν ὀνομάζω μέρος μέγα τοῦ ἐργατικοῦ κόσμου, καὶ ἂν δὲν εἶχον αὐτὴν τὴν πεποίθησιν, ὅτι ὁ ὑπολειφθησόμενος κορμὸς τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων θὰ ἦτο ἀρκετὸς διὰ νὰ θριαμβεύσῃ εἰς τὰς μελλούσας ἐκλογὰς, θὰ ἤμην ἐντελῶς ἀνάξιος ὅλης τῆς μεγάλης ἐμπιστοσύνης, τὴν ὁποίαν μοὶ ἔδειξε σταθερῶς, ἀπὸ μιᾶς δεκαετίας ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, θὰ ἤμην ἀνάξιος τῆς μεγάλης αὐτῆς ἐμπιστοσύνης ἐὰν ἁπλῶς διὰ νὰ παρατείνω τὰς ἡμέρας τῆς παραμονῆς εἰς τὴν ἐξουσίαν, θὰ ἠρχόμην εἴτε νὰ ἀφίσω νὰ διακινδυνεύσῃ ἡ κοινωνικὴ τάξις, διὰ τῆς χαλαρώσεως τῶν ἡνίων καὶ τῆς παραδόσεως αὐτῶν εἰς τὴν διάθεσιν τῶν μπολσεβικικῶν στοιχείων ἢ νὰ στρέψω πρὸς τὰ δεξιὰ καὶ νὰ κάμω μίαν παλινδρόμησιν εἰς τὴν φιλελευθέραν καὶ ἐργατικὴν πολιτικήν μου, ὅτε πάλιν μετά τινα ἔτη ἤθελεν ἐκτιμήσῃ ἡ χώρα τὰ ἀποτελέσματα μιᾶς τοιαύτης πολιτικῆς, ἡ ὁποία εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ ἐπετύγχανε μίαν κατάστασιν ἄνω ποταμῶν. (Χειροκροτήματα). Αὐτὰ εἶναι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐπεθύμουν νὰ εἴπω καθ’ ἣν στιγμὴν ψηφίζεται καὶ τὸ ἀγροτικὸν νομοσχέδιον καὶ τὰ ἐργατικὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα περιέχουν δύο ἐκ τῶν κυριωτάτων ἐκδηλώσεων τῆς Κυβερνήσεως ὡς ἀναφερόμενα εἰς δύο σπουδαιότατα ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἀπασχολοῦσι τὴν Ἑλληνικὴν Κοινωνίαν.
§153ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις ἐπερατώθη.
§154Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Κύριε Πρόεδρε, ἐπειδὴ δυστυχῶς, αἱ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τροπολογίαι εἶναι πολλαὶ, θὰ ἦτο δὲ ἀληθῶς δύσκολον εἰς τὴν Βουλὴν νὰ παρακολουθήσῃ ἀνακοινωμένας αὐτὰς προφορικῶς, ἤθελον προτείνει νὰ ἀναβληθῇ ἡ περαιτέρω συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου, ὅπως κατορθώσωμεν ἐν τῷ μεταξὺ νὰ ἐπιψηφίσωμεν τὸ νομοσχέδιον μὲ τὰς τροποποιήσεις, εἰς τρόπον ὥστε ἡ παρακολούθησις τῶν κ. κ. Βουλευτῶν νὰ εἶναι πλήρης.
§155ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ψήφισις τοῦ νομοσχεδίου ἀναβάλλεται. Λύεται ἡ συνεδρίασις ἵνα ἐπαναληφθῇ αὕτη τὴν 5ην μ. μ. αὔριον. (Ὥρᾳ 9.15′ μ.μ.).