1919.12.14
3,070 rows · 23,768 words · 202 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 18η
τῆς 14ης Δεκεμβρίου 1919
Προεδρία κ. Θ. ΣΟΦΟΥΛΗ
(Ὥρᾳ 5,10′ μ. μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα καὶ ἀναγνωσθῶσι τὰ πρακτικά. (Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς: Οἱ λειτουργοὶ τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως παρακαλοῦσιν, ὅπως ἐνισχυθῶσιν οἰκονομικῶς. Τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον τοῦ Συλλόγου Στρωμνιτσιωτῶν, ἐκφράζει τὰς εὐχαριστίας του πρὸς τὸν ὑποβαλόντα τὴν ἐρώτησιν Στρωμνίτσης βουλευτὴν καὶ δηλοῖ, ὅτι οὐδέποτε θὰ παύσωσιν οἱ Στρωμνιτσιῶται νὰ ἐπιδιώκωσι τὴν ἕνωσιν αὐτῶν μετὰ τῆς Ἑλλάδος. Ἡ Πανελλήνιος Ἕνωσις τῶν τραυματιῶν πολέμου, ὑποδεικνύει διάφορα μέτρα περὶ βελτιώσεως τῆς θέσεώς των. Οἱ δημοδιδάσκαλοι Οἰτύλου παρακαλοῦσιν, ὅπως γίνῃ δεκτὸν τὸ περὶ μισθοδοσίας τῶν δημοδιδασκάλων ὑπόμνημα τῆς Πανελληνίου Ἑνώσεως. Οἱ ἔμποροι τῆς Ἀνατολικῆς Μακεδονίας παρακαλοῦσιν, ὅπως διαταχθῇ ἡ Ἑταιρεία τῶν Ἑνωτικῶν Σιδηροδρόμων καὶ χορηγήσῃ βαγόνια εἰς αὐτοὺς πρὸς μεταφορὰν τῶν ἐμπορευμάτων των. Οἱ ἐν Ἀθήναις καὶ Πειραιεῖ τραυματίαι ἰδιοκτῆται περιπτέρων παρακαλοῦσιν, ὅπως ληφθῇ μέριμνα, ἵνα μὴ στερηθῶσι τῶν περιπτέρων των. Τὸ Σωματεῖον τῶν καπνεργατῶν Θεσσαλονίκης διαμαρτύρεται ἐπὶ τῇ ὑποβολῇ τῶν ἐργατικῶν νομοσχεδίων. Οἱ ἐν ἀποστρατείᾳ συνταγματάρχαι Ν. Σπυράκης καὶ Ν. Παλαιολόγος παρακαλοῦσιν, ὅπως ληφθῇ μέριμνα διὰ τοὺς πρὸ τοῦ 1911 ἀποστρατευθέντας ἀξιωματικούς. Οἱ πρακτικοὶ φαρμακοποιοὶ Χανίων παρακαλοῦσιν, ὅπως ἀναγνωρισθῶσιν, ὡς ἰσότιμοι πρὸς ἐπιστήμονας. Ὁ κ. Ν. Πολίτης Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ὑποβάλλει τὰ κάτωθι νομοσχέδια. 1) «Περὶ κυρώσεως τῆς διεθνοῦς συμβάσεως τῆς 28 Αὐγούστου 10 Σεπτεμβρίου 1919 «περὶ ἐλέγχου τῆς ἐμπορίας τῶν ὅπλων καὶ πολεμεφοδίων» καὶ 2) «Περὶ χορηγήσεως ἀδείας πρὸς τὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸν πρὸς σύναψιν συμβάσεως μετὰ ξένων Κρατῶν περὶ ἀμοιβαίας ἐπιδόσεως δικογράφων». Ὁ κ. Ἀθανάσιος Μιαούλης Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ὑποβάλλει τὰ κάτωθι νομοσχέδια: 1) «Περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου 578 τῆς 12 Ἰανουαρίου 1915 περὶ συστάσεως χημικῆς ὑπηρεσίας ἐν τῷ Πολεμικῷ Ναυτικῷ». «Περὶ ὀργανώσεως τοῦ κλάδου τῶν τηλεγραφητῶν τοῦ Πολεμικοῦ Ναυτικοῦ». 3) «Περὶ ὀργανώσεως τῆς ραδιοτηλεγραφικῆς καὶ ραδιοτηλεφωνικῆς ὑπηρεσίας τοῦ Κράτους καὶ περὶ συστάσεως διευθύνσεως ραδιοτηλεγραφικῆς ὑπηρεσίας τοῦ Πολεμικοῦ Ναυτικοῦ». Ἡ ἐπὶ τῆς Παιδείας Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ καταθέτει τὴν ἔκθεσιν αὐτῆς ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 31 Μαρτίου 1919 Νομοθετικοῦ Διατάγματος περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου 1066». Ἡ ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἀσφαλείας κλπ. Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ καταθέτει τὰς ἐκθέσεις αὐτῆς ἐπὶ τῶν ἑξῆς νομοσχεδίων: 1) «Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 17 Μαΐου 1919 Ν. Διατάγματος περὶ αὐξήσεως τῆς διὰ τοῦ νόμου 1295 χορηγηθείσης πιστώσεως διὰ τοὺς παθόντας ἐκ τῆς Πυρκαϊᾶς Θεσσαλονίκης». 2) «Περὶ ἀποδοχῶν τῶν ὁπλιτῶν τῆς Χωροφυλακῆς». Ἡ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ κλπ. Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσιν αὐτῆς ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ αὐξήσεως τοῦ παρεχομένου εἰς ὑπαλλήλους τῶν Ὑπουργείων τετάρτου τοῦ μισθοῦ». Οἱ βουλευταὶ Δράμας Φερήτ–Ἀλῆς, Θεσσαλονίκης Μουσταφᾶ Ἀρίφ, Χαφὲτ Σακῆ, Σερρῆ Σαχὴμ, Μουσταφᾶ Ὀσμάν, Ἀλῆ Δεμὴρ, Χασὰν Μεχμέτ, Κοζάνης Ἀκὶφ Ζουλφικάρ, Ὀμὲρ Λουτφί, Δράμας Κεμαλεντὴν Σαλὴμ, Χαδοὺζ Μεχμὲτ Φερήτ, ὑποβάλλουσι διαφόρους τροπολογίας ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀγροτικοῦ νόμου». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Θ. Γοῦσκος καὶ Γ. Γερογιάννης ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀγροτικοῦ νόμου». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Ι. Μπουρνιᾶς, Π. Δαγκλῆς, Δ. Κίγκος καὶ Εὐάγγελος Χατζῆς ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ἀγροτικοῦ νόμου.
Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΤΗΣ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ
Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀριθ. 1787 τῆς 26 Ἀπριλίου 1919 Ν. Διατάγματος «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 1370 τῆς 20 Ἀπριλίου 1918 νόμου περὶ Ὀργανισμοῦ τῆς Χωροφυλακῆς καὶ καταργήσεως διατάξεών τινων τῶν νόμων ΓΡΞΕʹ τοῦ 1906 καὶ ΔΣΓʹ τοῦ 1913». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ὁδοιπορικῶν ἐξόδων, ἀμοιβῆς καὶ ἀποζημιώσεως τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Ὑπουργείου τῆς Περιθάλψεως καὶ ἰατρῶν τῆς Ὑγειονομικῆς ὑπηρεσίας τῶν προσφύγων». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον). Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ χορηγίας συνδρομῆς ἐκ τοῦ Δημοσίου Ταμείου εἰς τοὺς ἀποστράτους ἀξιωματικοὺς τοῦ Πολεμικοῦ Ναυτικοῦ καὶ τοῦ Ταμείου τῶν χηρῶν καὶ ὀρφανῶν τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ Πολεμικοῦ Ναυτικοῦ». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ πληρωμῆς ἐξόδων νοσηλείας ἀνδρῶν τοῦ Π. Ναυτικοῦ νοσηλευθέντων ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐφαρμογῆς τῶν διατάξεων τοῦ ἀπὸ 29 Ἰουνίου 1919 Ν. Δ. περὶ μισθώσεως οἰκημάτων κλπ. καὶ διὰ τὸ Πολεμικὸν Ναυτικόν». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 28 Σεπτεμβρίου 1919 Ν. Δ. «περὶ προσθέτου μισθοῦ ἀρχικελευστῶν, κελευστῶν, ὑποκελευστῶν κτλ». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 24 Αὐγούστου 1919 Νομοθετικοῦ Διατάγματος» «περὶ προσλήψεως παρὰ τῇ Βρεττανικῇ Ναυτικῇ Ἀποστολῇ 10 ὑπαξιωματικῶν Βρεττανῶν, ὅπως ὑπηρετήσωσι παρὰ τῇ Ἑλληνικῇ Ναυτικῇ Ἀεροπορικῇ ὑπηρεσίᾳ καὶ ὁρισμοῦ ἡμερησίου ἐπιδόματος αὐτῶν». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐκποιήσεως τῶν ἀχρήστων ὑλικῶν τοῦ Π. Ναυτικοῦ». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τοῦ βοηθητικοῦ προσωπικοῦ τῆς ναυτικῆς Βρεττανικῆς ἀποστολῆς». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συμμετοχῆς τῆς Ἑλλάδος εἰς τὸ Διεθνὲς Ὑδρογραφικὸν Συνέδριον». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως διατάξεων τοῦ ΓΩΝΕʹ νόμου περὶ συνδρομῶν καὶ ἑτέρων δαπανῶν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, ὡς αὗται ἐτροποποιήθησαν διὰ τοῦ ΔΠʹ νόμου κλπ.». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως διαφόρων διατάξεων ἀφορωσῶν τοὺς ἐκ τῆς Σχολῆς τῶν Ν. Δοκίμων ὁπωσδήποτε ἀπομακρυνομένους». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συστάσεως βαθμοῦ ναύτου τηλεγραφητοῦ καὶ περὶ ἐκπαιδεύσεως αὐτῶν». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 21 Αὐγούστου 1919 Νομοθετικοῦ Διατάγματος περὶ προσθήκης δευτέρας παραγράφου εἰς τὸ ἄρθρον 11 τοῦ νόμου 548 περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ Πολεμικοῦ Ναυτικοῦ». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ 19 Ἰουλίου 1919 Ν. Διατάγματος περὶ συστάσεως Ναυτικῆς Βάσεως ἐν Κωνσταντινουπόλει κλπ.». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 12ης Σεπτεμβρίου 1919 Ν. Διατάγματος περὶ προσλήψεως διαρκοῦντος τοῦ παρόντος πολέμου ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν δοκίμων γυναικῶν νοσοκόμων ἄνευ διαγωνισμοῦ». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν τὴν ὑπηρεσίαν τῶν Φάρων διεπόντων νόμων καὶ σχετικῶν διατάξεων». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τέλους ἀδείας ἀσκήσεως ἐπιτηδεύματος». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 10 Μαΐου ἐ. ἔ. Νομοθετικοῦ Διατάγματος «περὶ ἀναγραφῆς εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας 45.000 δραχμὰς πρὸς συντήρησιν τοῦ Ζαππείου μεγάρου καὶ κήπου». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐκμεταλλεύσεως τῶν ὑδραυλικῶν δυνάμεων τοῦ παρὰ τὰς Πάτρας χειμάρρου Γλαύκου καὶ τῶν παραχειμάρρων αὐτοῦ». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τῶν ἐκδοθεισῶν ἀποφάσεων καὶ δικαστικῶν ἐν γένει πράξεων ἀμφοτέρων τῶν Δικαστικῶν Δικαστηρίων τῶν Ναυτικῶν Ἐπιτάξεων». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου 184 περὶ Ἐμπορικῶν καὶ Βιομηχανικῶν Ἐπιμελητηρίων». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐγκρίσεως δαπάνης 1.850.000 δι’ οἰκοδομικὰ ἔργα τοῦ Ἐθνικοῦ Μετσοβίου Πολυτεχνείου». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συστάσεως ἐν Πειραιεῖ Κεντρικῆς Ἀποθήκης κινίνης καὶ σακχαρίνης τοῦ Κράτους». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συμπληρώσεως καὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου 1555 «περὶ συμπληρώσεως καὶ τροποποιήσεως ἐνίων διατάξεων τοῦ νόμου ΣΙΒʹ τοῦ 1852 περὶ διοικήσεως τῶν δημοσίων ἐσόδων καὶ ἐξόδων καὶ δημοσίου λογιστικοῦ τοῦ Κράτους». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ παρατάσεως τῆς διὰ τοῦ νόμου 1551 παραταθείσης ἀρχικῆς προθεσμίας νόμου 1251 πρὸς ὑποβολὴν δι’ αἰτήσεως πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον Ἐπισιτισμοῦ τῶν ἀξιώσεων τῶν πιστωτῶν τοῦ Δημοσίου ἐξ ἐπιτάξεως σίτου ἐν Θεσσαλίᾳ». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ Ν. Διατάγματος περὶ τῆς ἐννοίας τοῦ ἄρθρου 1 ἐδάφ. 1 τοῦ νόμου 1252 περὶ λήψεως μέτρων πρὸς ἐξασφάλισιν τῆς ἐπαρκείας τῆς Χώρας». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τοῦ ἀγροτικοῦ νόμου». Ὁ κ. Λόντος ἔχει τὸν λόγον.
§3Δ. ΛΟΝΤΟΣ. Ὑπάρχει πρότασις κατατεθεῖσα νὰ γείνῃ ἡ ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως. Ἐκ μέρους τῶν Μακεδόνων βουλευτῶν ὑπεβλήθη ὑπόμνημα διὰ πολλὰς διατάξεις τοῦ ἐργατικοῦ νόμου. Ἑπομένως δὲν δύναται νὰ προχωρήσῃ ἡ συζήτησις.
§4Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως). Ὁ λόγος ὁ προβαλλόμενος εἶναι πρόσχημα διότι αἱ τροπολογίαι αἱ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἠδύναντο νὰ συζητηθῶσιν εἴτε κατὰ τὴν ἀρχὴν εἴτε κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου. Οὐδὲν ἰσχύει ὅπως ἡ ὑποβολὴ τροπολογίας ἐπιφέρει τὴν ἀναβολὴν τοῦ νομοσχεδίου. Πρόκειται λοιπὸν καθαρῶς περὶ προτάσεως ἀναβολῆς ἀνεξαρτήτως τοῦ λόγου ἐπὶ τοῦ ὁποίου στηρίζεται. (Ἀναγινώσκονται τὰ ὀνόματα τῶν ὑποβαλλόντων τὴν πρότασιν).
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἤκουσα ὅτι ὁ κ. Κότσικας εἶναι παρών, θέλω νὰ ἀντιληφθῶ, ποῖος φωνάζει «παρών».
§6Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Δὲν εἶναι κατάστασις αὐτή, βουλευτὴς νὰ ἔλθῃ νὰ πλαστοπροσωπήσῃ ἄλλον βουλευτήν, νὰ ἀνακληθῇ εἰς τὴν τάξιν.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ ἀναγνωσθῶσι τὰ ὀνόματα τῶν ὑποβαλλόντων τὴν πρότασιν. (Ἀναγινώσκονται τὰ ὀνόματα ὑπὸ τοῦ Γραμματέως).
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτᾶται ἡ Βουλὴ ἐπὶ τῆς προτάσεως τῆς ἀναγνωσθείσης καὶ ὑποβληθείσης ὑπὸ τῶν κ. βουλευτῶν Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν περὶ ἀναβολῆς λέγουν «ὄχι» οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουν «ναί».
§9ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἀντιστρόφως.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν συζήτησιν τὴν ἄμεσον λέγουσι «Ναί» ἑπομένως δὲν δύνανται νὰ εἴπωσι καὶ οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀναβολὴν ναί, ὁμιλοῦμεν καὶ συνεννοούμεθα. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἄμεσον συζήτησιν λέγουσι «ναί», οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν «ὄχι», δὲν εἶναι τὸ ἴδιον πρᾶγμα, εἶναι τὸ ἀντίθετον ἀκριβῶς.
§11Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως). Δὲν νομίζετε ὅτι πρέπει νὰ τεθῇ ἡ πρότασις εἰς ψηφοφορίαν ὡς ἑξῆς: Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν λέγουσι «ναί» οἱ μὴ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν λέγουσιν «ὄχι».
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τῆς ἀναβολῆς, λέγουσι «ναί», οἱ μὴ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τῆς ἀναβολῆς, καὶ ἐπιθυμοῦντες τὴν ἄμεσον συζήτησιν, λέγουσιν «ὄχι».
§13Γ. ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε......
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐτέθη εἰς ψηφοφορίαν.
§15Γ. ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ. Ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, κ. Πρόεδρε, κατὰ τὴν συνεδρίασιν τὴν λαβοῦσαν χώραν πρό τινων ἡμερῶν, ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας ἔθεσε ζήτημα συγκεκριμένον ὅτι ἐννοεῖ τὴν ἐπίσπευσιν τῆς ψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅλα ἐγένοντο καὶ χθὲς ἔλαβεν ἀπόφασιν ἡ Βουλὴ νὰ συζητήσῃ σήμερον. Τώρα πρόκειται περὶ προτάσεως...
§17Γ. ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ. Ἡ πρότασις τῆς ἀναβολῆς θίγει τὸν Ὑπουργὸν ἀπ’ εὐθείας.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν θίγει οὐδένα. Εἶναι δικαίωμα τῶν βουλευτῶν νὰ ὑποβάλωσι τὴν πρότασιν καὶ τὴν ὑπέβαλον καὶ ἐρωτᾶται ἡ Βουλή. Τέλος πάντων δὲν ὑπάρχει ζήτημα.
§19Ι. ΚΑΝΝΑΒΟΣ. Πῶς ἐτέθη ἡ πρότασις;
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν ἀναβολῆς τῆς συζητήσεως τὴν ὑποβληθεῖσαν λέγουσι «ναί», οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν «ὄχι». Παρακαλοῦνται νὰ προσέλθωσιν ὡς ψηφολέκται οἱ κ. κ. Α. Κρεστενίτης καὶ Ν. Τερμεντζῆς. Ἄρχεται ἡ ψηφοφορία. (Διενεργεῖται ἡ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορία ὑπὸ τὴν ἐποπτείαν τῶν βουλευτῶν κ. κ. Α. Κρεστενίτη καὶ Ν. Τερμεντζῆ τοῦ κ. Γραμματέως ἐκφωνοῦντος τὰ ὀνόματα τῶν κ. κ. βουλευτῶν κατὰ περιφερείας).
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει τις μὴ ψηφοφορήσας; (Οὐδεὶς ἀπαντᾷ). Ἄρχεται ἡ διαλογή. (Διενεργεῖται ἡ διαλογὴ ὑπὸ τῶν ψηφολεκτῶν).
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπερατώθη ἡ διαλογή. (Ἀναγινώσκει): Ἐψήφισαν ἐν ὅλῳ 123, ἐξ ὧν 22 ὑπὲρ τῆς ἀποδοχῆς τῆς προτάσεως περὶ ἀναβολῆς καὶ 101 κατ’ αὐτῆς. Ἑπομένως ἡ πρότασις ἀπερρίφθη. Ὁ κ. Χατζηγιάννης ἔχει τὸν λόγον.
§23Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΑΔΗΣ. Τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ κανονισμοῦ.
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε.
§25Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΑΔΗΣ. Κύριοι βουλευταί, κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 25 Νοεμβρίου ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας ὑπέβαλε νομοσχέδιον, προνοῶν περὶ τῆς διαρρυθμίσεως τῶν μέχρι σήμερον ἰσχυόντων ἀγροτικῶν νόμων, τῶν Διαταγμάτων 2466–2470 τῆς ἐν Θεσσαλονίκῃ προσωρινῆς Κυβερνήσεως, τοῦ νόμου 1686 καὶ τοῦ νόμου 1072. Οἱ νόμοι οὗτοι προνοοῦσι περὶ τῆς ἀποκαταστάσεως τῶν ἀκτημόνων καλλιεργητῶν καὶ μικροϊδιοκτητῶν καὶ ἐγκαταστάσεως τῶν ἐποίκων ὁμογενῶν. Τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο παρεπέμφθη εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ἥτις καὶ ἐπελήφθη τῆς συζητήσεως. Τὸ νομοσχέδιον τὸ πρῶτον ἀπετελεῖτο, ἂν ἐνθυμοῦμαι καλῶς, ἐκ 53 ἄρθρων. Μετὰ ταῦτα ὑπεβλήθη δεύτερον νομοσχέδιον καὶ εἰς τὸ ὁποῖον προσετέθη ἕτερον Διάταγμα τῆς Θεσσαλονίκης καὶ τοιουτοτρόπως τὰ ἄρθρα ἐγένοντο 73. Ἡ Ἐπιτροπὴ συνεζήτησεν ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων καὶ προέβη εἰς τὴν λῆξιν τῶν ἐργασιῶν της καὶ ὑπεγράφη ἡ ἔκθεσίς της κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Τετάρτην. Τὴν Πέμπτην ὅμως διενεμήθη εἰς τοὺς κ. Βουλευτὰς ἕτερον νομοσχέδιον περιέχον ὡς ἀκροτελεύτιον διάταξιν τὴν ἐξαγορὰν τῶν ἐμφυτευτικῶν δικαιωμάτων. Ἡ διάταξις αὕτη νομίζω ὅτι ἀποτελεῖ ἀντικείμενον ἰδίου νόμου, διότι πρόκειται περὶ ἐγκαταστάσεως οὐχὶ πλέον ἀκτημόνων οὔτε περὶ ἐγκαταστάσεως ἐποίκων ὁμογενῶν, ἀλλὰ πρόκειται περὶ τῆς μετατροπῆς τῶν μικροϊδιοκτητῶν εἰς μεγαλοϊδιοκτήτας καὶ θίγει δικαιώματα τὰ ὁποῖα ἀνεγνωρίσθησαν καὶ ἀναγνωρίζονται ὑπὸ τῆς ἡμετέρας νομοθεσίας καὶ πολλῶν ἄλλων Ἐθνῶν πολὺ μᾶλλον ἡμῶν προηγμένων ἀπὸ γεωργικῆς ἀπόψεως.
§26Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Πρόκειται περὶ μετατροπῆς τῶν ἀκτημόνων καλλιεργητῶν εἰς μικροϊδιοκτήτας καὶ οὐδὲν πλέον.
§27Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΑΔΗΣ. Ὁ κ. συνάδελφος νομίζει ὅτι δὲν πρόκειται περὶ μετατροπῆς τῶν μικροϊδιοκτητῶν εἰς μεγαλοϊδιοκτήτας, ἐγὼ διατείνομαι, καὶ θὰ ἀποδείξω ὅτι πάντως οἱ ἐμφυτευταὶ δὲν ἔχουσι μόνον τὴν ἰδιοκτησίαν αὐτῶν ἔχουν καὶ ἄλλην ἰδιοκτησίαν καὶ ἑπομένως ἐπαναλέγω ὅτι δὲν πρόκειται νὰ καταστήσωμεν μικροϊδιοκτήτας τοὺς ἀκτήμονας, ἀλλὰ μεγαλοϊδιοκτήτας τοὺς ἤδη μικροϊδιοκτήτας. Αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη μου τὴν ὁποίαν ἐπιφυλάσσομαι νὰ ἀναπτύξω κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ σχετικοῦ ἄρθρου. Ἐπὶ τοῦ παρόντος ἡ γνώμη μου εἶναι ἡ ἑξῆς, ὅτι τὸ ἄρθρον τοῦτο οὔτε εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ἔχει ὑποβληθῆ κατὰ τὸν κανονισμόν, οὔτε ἐπεῖγον ἐθεωρήθη καὶ διὰ τοῦτο θὰ παρεκάλουν τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν τῆς Γεωργίας ὁ ὁποῖος βεβαίως δύναται νὰ διατελῇ ἐν ἀγνοίᾳ, ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ εἶχε τελειώσει τὸ ἔργον της ὅταν εἰσήχθη τὸ τελευταῖον τοῦτο ἄρθρον, ὅπως δεχθῇ καὶ παραπέμψῃ καὶ τοῦτο εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ἢ ἐν πάσῃ περιπτώσει νὰ ὑποβάλῃ τοῦτο δι’ ἰδιαιτέρου νομοσχεδίου.
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ζαβιτζιάνος ἔχει τὸν λόγον.
§29Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. Ἤθελον νὰ παρατηρήσω τὰ ἑξῆς: ὅτι ἡ πρότασις τοῦ κ. συναδέλφου περὶ ἀπαραδέκτου τῶν 2 τελευταίων ἄρθρων ἀσφαλῶς εἶναι βάσιμος, ἀντίκειται εἰς τὸν Κανονισμόν, πρόκειται περὶ ἑνώσεως ἀντικειμένων ἐχόντων διαφορετικὴν βάσιν. Διότι ἐνῷ ἡ βάσις τοῦ νομοσχεδίου εἶναι νὰ ληφθῇ πρόνοια ὑπὲρ τῶν ἀκτημόνων, διὰ τῶν διατάξεων τὰς ὁποίας ἀνέφερεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος πρόκειται νὰ ληφθῇ πρόνοια ὑπὲρ τῶν ἰδιοκτητῶν, οἱ ὁποῖοι εἶναι οἱ ἐμφυτευταί, οἱ καλλιεργοῦντες τὸ κτῆμα. Ἐν πάσῃ περιπτώσει τὸ ἀντικείμενον εἶναι ὅλως νέον, ἑπομένως τὰ δύο τελευταῖα ἄρθρα πρέπει νὰ ὑποστῶσιν τὴν βάσανον, νὰ διέλθωσι τὴν διαδικασίαν τὴν ὁποίαν ὁρίζει ὁ κανονισμός. Τὰ ἄρθρα ταῦτα ὑπεβλήθησαν ὄχι μόνον ὅταν ἦτο ἐκκρεμὲς τὸ νομοσχέδιον ἀλλὰ καὶ μετὰ τὴν ψήφισιν τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου. Πρόκειται περὶ νέου προγράμματος θεμελιώδους, μέλλοντος νὰ κανονίσῃ ὅλην τὴν ἰδιοκτησίαν τῆς Ἑλλάδος καὶ ἑπομένως πρέπει νὰ τηρήσῃ τὴν αὐτὴν διαδικασίαν τὴν ὁποίαν τηροῦσιν ὅλοι οἱ νόμοι. Μάλιστα ὄχι μόνον δὲν ὑπεβλήθη ἡ προσθήκη αὕτη ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν διὰ τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλὰ καὶ ὅταν ἐπροτάθη καὶ ὑπεστηρίχθη ἀπὸ ἕνα τῶν κ. συναδέλφων, ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπεν ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ μεριμνήσῃ περὶ τοῦ ἀντικειμένου αὐτοῦ, ὅτι πρόκειται περὶ νέου μέτρου, νὰ ὑποβληθῇ αὐτὸ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν καὶ τότε θὰ σκεφθῇ τί πρέπει νὰ κάμῃ. Ὥστε ὅταν ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλὴν ὡς πρότασις ἀπεκρούσθη ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν.
§30Α. ΣΙΔΕΡΗΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ ἠσχολήθη ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου.
§31Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Κύριε πρόεδρε, ἡ ἐπιτροπὴ ἠσχολήθη καὶ περιέλαβε τὰς σχετικὰς σκέψεις εἰς τὴν ἔκθεσίν της καὶ ἐκφράζει καὶ εὐχὴν κατόπιν μάλιστα τῆς ἐπισκέψεως ἐπιτροπῆς τῶν τοιούτων δουλοπαροίκων τῆς Πελοποννήσου.
§32Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ ἠσχολήθη ἐπὶ τῆς ἀρχῆς;
§33Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἐὰν δὲ δὲν διετύπωσεν ἡ ἐπιτροπὴ καὶ ἰδίαν διάταξιν, εἶναι διότι ἀκριβῶς ἔλαβε γνῶσιν ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη παρουσιασθεῖσα ἐνώπιον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Γεωργίας εἶχε λάβει παρ’ αὐτοῦ τὴν ὑπόσχεσιν ὅτι θὰ προσετίθετο ἄρθρον, τὸ ὁποῖον καὶ διετυπώθη καὶ τὸ ὁποῖον ὅταν ἔλθῃ ὁ καιρὸς θὰ ὑπάρχῃ πάντοτε στάδιον νὰ συζητηθῇ ἂν καλῶς ἢ κακῶς περιελήφθη καὶ ἂν καλῶς ἐξυπηρετῇ τὰ συμφέροντα τῶν δουλοπαροίκων αὐτῶν ἢ ὄχι. Θὰ μοῦ ἐπιτραπῇ ὅμως νὰ ἐκφράσω τὴν ζωηράν μου λύπην, διότι ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐκ Κερκύρας ἐν ᾧ ἐφρόντισεν ἀξιοπαινέστατα ὑπὲρ τῆς ἀποκαταστάσεως τῶν δουλοπαροίκων τῆς Κερκύρας ἔχων τὴν συνδρομὴν καὶ ἐμοῦ τοῦ ἰδίου καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ κ. Παπαναστασίου καὶ τῆς Κυβερνήσεως, σήμερον φέρει ἀντιρρήσεις διὰ τὴν ἀποκατάστασιν τῶν δουλοπαροίκων τῆς Πελοποννήσου. Καὶ δὲν φέρει τὰς ἀντιρρήσεις ταύτας διότι ἐπείσθη, ὑποθέτω, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο δὲν εἰσάγεται τακτικῶς, ἀλλὰ διότι εἶναι συνυφασμένον μὲ τὸ ἀγροτικὸν νομοσχέδιον καὶ ἐννοεῖται πολὺ καλὰ ὅτι προκειμένου περὶ τοῦ ὅλου ἀγροτικοῦ νόμου εἶναι καλὸν νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὰς Ἑλληνικὰς καλένδας κατὰ τὰς ἀντιλήψεις τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐκ Κερκύρας.
§34Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. Αἱ παρατηρήσεις τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐκ Κορινθίας δὲν ἔχουν ἀπολύτως καμμίαν βάσιν. Ἡ ἀποκατάστασις τῶν δουλοπαροίκων Κερκύρας ἐγένετο κατὰ τὸν δικαιότερον καὶ καταλληλότερον τρόπον, ἐπετεύχθη δὲ ἄνευ οὐδενὸς ἐπηρεασμοῦ καὶ ἄνευ οὐδεμιᾶς προκαταλήψεως καὶ χωρὶς νὰ ἀδικηθῇ ἀπολύτως κανείς. Αἱ σχέσεις, περὶ τῶν ὁποίων προεῖδεν ὁ ἀγροτικὸς νόμος Κερκύρας εἶναι ὅλως διάφοροι τῶν σχέσεων, περὶ τῶν ὁποίων προβλέπουν τὰ δύο τελευταῖα ἄρθρα τὰ ἀφορῶντα τοὺς δουλοπαροίκους τῆς λοιπῆς Ἑλλάδος, Ὁ ἀγροτικὸς κόσμος τῆς Κερκύρας δὲν ἔκαμε τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ ἐνισχύσῃ τοὺς κατόχους τῶν κτημάτων, ἰδιοκτήτας τῶν κτημάτων νὰ ἐξαγοράσωσι τὰ βάρη ἐκεῖνα καὶ ἤθη, ἐπαναλαμβάνω, ἀπὸ τὸ δικαιότερον πνεῦμα. Οὐδὲ μπολσεβικικαὶ ἰδέαι προσέκρουσαν ἐκεῖ, οὐδὲ τίποτε. Καὶ διὰ τοῦτο ὁ νόμος ἦτο τῆς γενικῆς ἐπιδοκιμασίας. Ἀλλ’ ὅταν εἰσάγεται τὴν τελευταίαν στιγμὴν διὰ δύο καὶ μόνον ἄρθρων πρότασις περὶ καταργήσεως τῆς ἐμφυτεύσεως εἰς τὴν λοιπὴν Ἑλλάδα χωρὶς νὰ ἐξετασθῇ ἐν πρώτοις τὸ ζήτημα ἂν ἡ Ἑλλὰς ἔχῃ προαχθῇ μέχρι τοῦ σημείου ὥστε νὰ δύναται νὰ καταργήσῃ τὴν ἐμφύτευσιν, χωρὶς νὰ ἐξετάζονται....
§35Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ὁμιλεῖτε ἐπὶ τῆς οὐσίας. Θέλετε νὰ τὸ συζητήσωμεν;
§36Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. Ἐπειδὴ θέλομεν νὰ τὸ συζητήσωμεν, κ. Ὑπουργέ, διὰ τοῦτο ἐνίσταμαι καὶ ἐνῷ τὰς εὐχάς μου μὲ τὸν κ. Πολυχρονιάδην, ὁ ὁποῖος θέλει νὰ συζητηθῇ τὸ ζήτημα κατ’ ἀρχήν.
§37Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Κύριοι βουλευταί, δὲν εἶναι δυνατὸν ἢ νὰ συμμερισθῶ τὴν λύπην τοῦ κ. βουλευτοῦ Κορινθίας. Τὰ εἰσαχθέντα τελευταῖα ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἄρθρα περὶ τῶν ἐμφυτευτῶν καλλιεργητῶν, δὲν εἰσήχθησαν ἀντικανονικῶς, διότι δὲν εἶναι ἀντικανονικὸν νὰ εἰσάγωνται εἰς νομοθετήματα διατάξεις συναφεῖς πρὸς τὸν κύριον σκοπὸν τοῦ νομοσχεδίου δὲν εἶναι ἀπαραίτητον οἱαδήποτε διάταξις νὰ περιληφθῇ εἰς τὴν κατ’ ἀρχὴν συζήτησιν, δύνανται καὶ βραδύτερον εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου νὰ ὑποβληθοῦν ἄλλα μέτρα συναφῆ, μέτρα περιλαμβανόμενα εἰς τὸν γενικὸν σκοπὸν τῆς νομοθετικῆς προνοίας, τῆς λαμβανομένης διὰ τοῦ νομοσχεδίου. Ἀναντιρρήτως δὲ αἱ διατάξεις αἱ περιλαμβανόμεναι εἰς τὰ δύο τελευταῖα ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου, αἱ διατάξεις αἱ προνοοῦσαι περὶ διαρρυθμίσεως τῶν ἐμφυτευτικῶν δικαιωμάτων εἰς τὴν χώραν μας εἶνε διατάξεις περιλαμβανόμεναι εἰς τὸν γενικὸν τοῦ νομοσχεδίου σκοπόν. Ποῖος εἶναι ὁ σκοπὸς αὐτός; Σαφῶς προκύπτει ἐξ ὅλης τῆς ὑφῆς τῆς ἀγροτικῆς ἡμῶν νομοθεσίας. Εἶναι ἡ πρόνοια τῆς ἀποδόσεως τῆς γῆς εἰς τοὺς καλλιεργητὰς (χειροκροτήματα ἐκ τῆς αἰθούσης καὶ τοῦ ἀκροατηρίου).
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχία, παρακαλῶ.
§39Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Πᾶσα ἄλλη σχέσις δὲν καταργεῖται ἀληθῶς, ἀλλὰ πᾶσα ἄλλη σχέσις, ἐφ’ ὅσον παρίσταται ὑπερτέρα ἀνάγκη, ἐφ’ ὅσον παρίσταται ἀνάγκη κοινωνικῆς ὠφελείας θὰ ὑποχωρήσῃ πρὸ τοῦ σκοποῦ τούτου τοῦ γενικοῦ, τουτέστι πρὸ τῆς ἀποκαταστάσεως τῶν ἀκτημόνων καλλιεργητῶν, πρὸ τῆς ἀποδόσεως τῆς γῆς εἰς τοὺς μοχθοῦντας δι’ αὐτήν. Καὶ ἐὰν δὲν ἀποδώσωμεν τὴν γῆν εἰς τοὺς καλλιεργητάς, ἔχομεν, κύριοι βουλευταί, τὸ δικαίωμα νὰ μεταβιβάσωμεν τὴν ἰδιοκτησίαν ἀπὸ τῶν μεγάλων ἰδιοκτητῶν εἰς τοὺς μικροὺς ἰδιοκτήτας, ἔχομεν δικαίωμα νὰ θίξωμεν τὸ θεμελιωδέστερον τῶν ὑπαρχόντων δικαίων, τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας, θὰ ἠδύνατό τις νὰ ὑποστηρίξῃ ὅτι ἐφ’ ὅσον ἔχομεν τὸ δικαίωμα τοῦτο, ἐφόσον δικαιούμεθα νὰ πράξωμεν τοῦτο, δὲν δικαιούμεθα νὰ θίξωμεν ἔλασσον δικαίωμα, τὸ δικαίωμα δηλ. ψιλῆς κυριότητος, ἐφ’ ὅσον ἡ γῆ ἀνήκει πραγματικῶς εἰς τὸν ἐμφυτευτὴν καὶ ὅτι εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ διατηρήσωμεν τὸ βάρος αὐτό, οὐχὶ πλέον βάρος ἰδιοκτησίας, ἀλλὰ τὸ βάρος αὐτὸ εἰς τὸν καλλιεργητὴν μόνον καὶ μόνον, διότι συνέπεσεν ὁ ἰδιοκτήτης ὁ οὐδὲν συνεισφέρων ὑπὲρ τῆς παραγωγῆς νὰ εὑρεθῇ ψιλὸς κύριος; Δὲν καταργοῦμεν, ἐπαναλαμβάνω, τὴν ἰδιοκτησίαν, οὐδὲ κἂν ἀποξενοῦμεν τὸν ἰδιοκτήτην τῶν δικαιωμάτων του, ἐφ’ ὅσον ταῦτα δέον νὰ ἀναγνωρισθῶσι· διότι ποῖα εἶναι τὰ δικαιώματα ταῦτα; Ὁ δεσμὸς αὐτοῦ πρὸς τὴν γῆν δὲν εἶναι δεσμὸς παραγωγικός, εἶναι δεσμὸς χρηματικὸς καὶ τὴν χρηματικὴν ἀποζημίωσιν ἀναγνωρίζομεν διὰ τῆς ἀπαλλοτριώσεως, ἀναγνωρίζομεν πλήρως τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας εἰς τὸν ἐμφυτευτήν, ἀναγνωρίζομεν πλήρως τὸ δικαίωμα τῆς ἀποζημιώσεως εἰς τὸν ἰδιοκτήτην (χειροκροτήματα). Ἀλλά, κύριοι βουλευταί, δὲν θέλω νὰ ἐπικαλεσθῶ πάλιν ὅτι καὶ ἡ ἐπιτροπὴ ἐπεξειργάσθη τὰς σχετικὰς διατάξεις καὶ ἐξέφερε γνώμην περὶ αὐτῶν, θέλω νὰ εἴπω μόνον ὅτι ἐγὼ τουλάχιστον θὰ ἤθελον τὴν συζήτησιν, ἵνα ἀκούσω ἀληθῶς μετὰ πάσης προσοχῆς καὶ ἐπιστασίας πᾶσαν γνώμην, ἡ ὁποία ἤθελε λεχθῆ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Δύναμαι νὰ δηλώσω εἰλικρινῶς ὅτι ἐν ᾗ περιπτώσει ἤθελον πράγματι πεισθῇ ὅτι ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλὴ φρονεῖ ὅτι τὸ Κράτος εἶναι ἄωρον σήμερον ἵνα νομοθετήσῃ περὶ καταργήσεως τοῦ δικαιώματος αὐτοῦ εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἀναντιρρήτως ἤθελον δεχθῆ ὅπως τὸ μέτρον τοῦτο εἰσαχθῇ δι’ ἑτέρου νομοσχεδίου.
§40ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὐτὸ ζητοῦμεν.
§41Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ἀλλ’ αὐτὸ εἶναι ζήτημα οὐσίας. Ἀλλ’ ὀφείλω νὰ καταλήξω τὸν λόγον μὲ μίαν παρατήρησιν πρὸς τὸν ἀξιότιμον κ. βουλευτὴν ἐκ Κερκύρας. Δὲν εἶναι ἀνάγκη κ. βουλευτά, ἵνα δικαιώνωνται οἱ ἀκτήμονες καλλιεργηταὶ καλλιεργοῦντες τὴν γῆν καὶ βαρυνόμενοι διὰ βαρῶν δυσβαστάκτων, νὰ εὑρίσκωνται εἰς τὴν σχέσιν εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκονται οἱ καλλιεργηταὶ τῆς Κερκύρας. Πᾶς καλλιεργητὴς ὁ ὁποῖος βαρύνεται διὰ βαρῶν καὶ ἐφ’ ὅσον ἡ κοινὴ συνείδησις ἀναγνωρίζει ὡς ἐπιτακτικὴν ἀνάγκην τὴν παραχώρησιν εἰς αὐτὸν μεγαλυτέρων δικαιωμάτων, πᾶς καλλιεργητὴς ἔχει δικαιώματα περὶ ἀποδόσεως εἰς αὐτὸν τῆς γῆς, ὡς εἶχον οἱ καλλιεργηταὶ τῆς Κερκύρας.
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χατζηγιάννης ὡς εἰσηγητὴς τῆς ἐκθέσεως τῆς πλειονοψηφίας ἔχει τὸν λόγον.
§43Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριοι βουλευταί, ἔχω τὴν τιμὴν νὰ εἰσηγηθῶ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου ἔκθεσιν τῆς Ἐπιτροπῆς. Τὸ νομοσχέδιον ὡς ὑποβάλλεται παρουσιάζεται ὡς αὐθύπαρκτον καὶ αὐτοτελές. Τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ἦτο ἀνάξιον νὰ προκαλέσῃ τὴν ἀντίδρασιν ὁμάδος γεωκτημόνων διότι αὐτὸ εἶναι συνέπεια τῆς σημερινῆς ἐργασίας. Ἡ Βουλὴ αὐτὴ τῆς ὁποίας ἡ περίδος ἐλαμπρύνθη μὲ τόσον μεγάλα κατορθώματα ἀκριβῶς καὶ ἐν τούτῳ ὤφειλεν ἡ πολιτικὴ τῶν Φιλελευθέρων νὰ δώσῃ ὅλην τὴν κατεύθυνσιν πρὸς τὴν λύσιν τοῦ μεγάλου αὐτοῦ πολιτικοῦ καὶ κοινωνικοῦ προβλήματος τῆς χώρας. Ἀλλὰ κατόπιν τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου 1072 κάθε προσπάθεια τῶν ἀκτημόνων ἔτεινε πῶς νὰ ἀποτραπῇ ἡ ἐκτέλεσις αὐτοῦ καὶ πῶς νὰ πληρωθῶσιν ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότερον, δὲν ἔλλειψε δὲ καὶ κάποια ἄλλη τάσις, τάσις ἡ ὁποία καὶ ἐν τῇ Βουλῇ ἐξεδηλώθη τοῦ νὰ καταπέσῃ εἰς τὴν κοινὴν συνείδησιν ὁ θεσμὸς τοῦ ἀγροτικοῦ νόμου ὡς ἀντιβαίνων εἰς θεμελιώδη νόμον τοῦ Κράτους καὶ ὡς μέλλων νὰ ἔχῃ ἐπιβλαβεῖς συνεπείας ἐπὶ τοῦ οἰκονομικοῦ μέλλοντος τῆς Χώρας. Κύριοι βουλευταί, ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ὁμιλῶ εἰς τὴν Βουλὴν ἡ ὁποία δὲν εἶναι ἄμοιρος τῆς ὅλης ἐξελίξεως τοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος, δύναμαι δὲ νὰ εἴπω, ὅτι καίτοι τὸ πρῶτον ἤδη εἰσάγεται εἰς τὴν Βουλὴν τὸ νομοσχέδιον, ἡ Βουλὴ θὰ τὸ περιβάλλῃ πάντοτε μετὰ μείζονος ἐμπιστοσύνης καὶ ὅτι αὕτη ἡ ἀγροτικὴ πολιτικὴ δὲν ἀνταποκρίνεται μόνον πρὸς τοὺς πόθους τοῦ ἀγροτικοῦ πληθυσμοῦ δὲν ἀνταποκρίνεται μόνον πρὸς τὰ νέα ρεύματα τῆς ἐποχῆς, ἀλλ’ ἀκόμη ἀνταποκρίνεται πρὸς τὰ μεγάλα οἰκονομικά, γεωπονικὰ καὶ κοινωνικὰ ζητήματα τῶν ὁποίων ἡ λύσις εἶναι ἀπαραίτητος διὰ τὴν μεταπολεμικὴν περίοδον τοῦ σίτου τῶν λαῶν. Καὶ ἄλλοτε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου εἶπον, ὅτι εὐτυχῶς παρῆλθεν ἡ ἐποχὴ τῶν ἐπικρατουσῶν ἀντιλήψεων κατὰ τὰς ὁποίας οἱ Φεουδάρχαι ἦσαν ἀπολύτως ἀπαραίτητοι καὶ τὰ Φεουδαρχικὰ αἰτήματα εἶχον καταδικασθῆ ἀμετακλήτως καὶ ὑπὸ τῶν νομοθεσιῶν ὅλων τῶν νεωτέρων Κρατῶν εἰς τὴν συνείδησιν τῶν λαῶν. Ἐφ’ ὅσον λοιπὸν δὲν πρόκειται περὶ μέτρου γενικοῦ ἀλλὰ περὶ τροποποιήσεως, διὰ τὴν ὁποίαν ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει ἐπὶ πολὺ νὰ διστάσῃ νὰ λάβῃ τὰ ἀναγκαῖα μέτρα, δι’ ὀλίγων θὰ ἀναπτύξω ποῖαι εἶναι αἱ τρεῖς κεφαλαιώδεις τροποποιήσεις τὰς ὁποίας ἀναφέρει τὸ νομοσχέδιον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Κατὰ τὸν νόμον 1072, ὡς ἄλλως τε καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐν τῇ ἐκθέσει του ἀναφέρει, ἵνα κτῆμά τι ἀπαλλοτριωθῇ ἔπρεπε ὁ γεωπόνος νὰ ἐξετάσῃ τὸ κτῆμα καὶ νὰ συγκεντρώσῃ τὰ στοιχεῖα τὰ χρησιμεύοντα διὰ τὴν ἀπαλλοτρίωσιν, κατόπιν νὰ γίνῃ ἡ σχετικὴ ἔκθεσις, ἥτις μὲ τὰ σχετικὰ δικαιολογητικὰ ἀπεστέλλετο εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Γεωργίας, ὅπου θὰ συνήρχετο τὸ Συμβούλιον τῶν Κτημάτων, ἵνα προσδιορίσῃ τὴν ἀξίαν τοῦ κτήματος, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς γνωμοδοτήσεως τοῦ Συμβουλίου αὐτοῦ θ’ ἀπεφάσιζε ἔπειτα τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον. Τούτων οὕτως ἐχόντων εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατον, Κύριοι βουλευταὶ, ἡ ὑπόθεσις περὶ ἀπαλλοτριώσεως χιλίων πεντακοσίων τσιφλικίων νὰ λήξῃ ἐντὸς μιᾶς εἰκοσιπενταετίας ἢ καὶ πεντηκονταετίας. Τὴν διαδικασίαν τῆς ἐκτιμήσεως τῶν κτημάτων καὶ τῶν ποσῶν τὰ ὁποῖα μέλλουν νὰ πληρωθοῦν, τὸ νομοσχέδιον τὴν παραπέμπει εἰς τοπικὴν Ἐπιτροπὴν ἀποτελουμένην ἀπὸ ἀνωτέρους ὑπαλλήλους καὶ δύο ἀντιπροσώπους καὶ ἀπὸ τὸν πρόεδρον τῶν Πρωτοδικῶν. Φοβοῦνται οἱ γαιοκτήμονες μήπως τὰ δύο μέλη οἱ ὑπάλληλοι τῆς Ἐπιτροπῆς δὲν ἀποτελοῦσιν ἐγγύησιν ὑπὲρ τῆς ἀσφαλείας τῶν συμφερόντων, ἀλλὰ μόνον τὰ τακτικὰ δικαστήρια. Ἀλλὰ κ. κ. βουλευταὶ δὲν πρόκειται τὰ δικαστήρια νὰ κληθοῦν καὶ ν’ ἀποφανθοῦν ἂν πρέπει ἢ ὄχι νὰ δοθῇ ἀποζημίωσις εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας· τὸ ζήτημα εἶναι πόση θὰ εἶναι ἡ ἀποζημίωσις τὴν ὁποίαν θὰ λάβουν. Πρὸς ἀκριβῆ δὲ ἐκτίμησιν ταύτης χρειάζονται καὶ γνώσεις γεωπονικαί, τελωνειακαὶ καὶ δημοσιονομικαί, ἐὰν δυνάμει τῶν νομοσχεδίων δηλαδὴ ὑπάρχῃ ἡ ἐγγύησις πρῶτον τῆς ἀποφάσεως τοῦ ἐπὶ τοῦ Ἐπισιτισμοῦ Ὑπουργείου, καὶ δεύτερον τῆς ἀποφάσεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἡ ὁποία θὰ χρησιμεύσῃ ὡς ἐγγύησις προκειμένου ὁ δικαστὴς ν’ ἀποφανθῇ περὶ τῆς ἀξίας τοῦ κτήματος, διότι τώρα φοβεῖσθε ὅτι προκειμένου νὰ ἐκδοθῇ ἀπόφασις πρέπει νὰ ἔχῃ γνωμοδοτικὴν ἀπόφασιν δύο ἀνωτέρων ὑπαλλήλων τοῦ Κράτους. Ἔρχεται τὸ ζήτημα εἰς τὴν οὐσίαν τῆς ἀποζημιώσεως. Τὸ νομοσχέδιον, ἀφοῦ πλέον φεύγει ἡ ἐγγύησις τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ὤφειλε νὰ τροποποιηθῇ ἵνα αἱ Ἐπιτροπαὶ ἐκεῖναι ἔχουσι μερικὰ ὅρια ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων θὰ ἐκδικάσωσι τὴν ἀξίαν τῶν κτημάτων. Ἐξανίστανται οἱ γεωκτήμονες κατὰ τῶν ἀντιλήψεων τοῦ νομοθετήματος αὐτοῦ. Ἤθελον ἀκόμη νὰ προβάλωσι καὶ κωλύμματα Συνταγματικά, φαίνεται εἰς αὐτοὺς ὅτι εἶναι τὸ μέτρον Συνταγματικὸν τοῦ νὰ ζητοῦν τὴν ἀποζημίωσιν ἐπὶ τῇ βάσει τῆς προπολεμικῆς τιμῆς τῶν κτημάτων. Καὶ θὰ ἤθελον νὰ μάθω πῶς δὲν ἐξανίσταται οὐδεὶς, ὅταν τὸ Κράτος ἐπέταξε τῶν χωρικῶν τὰ ζῶα ἕνεκεν τοῦ πολέμου πρὸς 300 καὶ 500 δραχμὰς καὶ ἐπαναλαμβάνω, προβάλουν τὸ Συνταγματικὸν μέτρον ὅταν τοὺς ἐπέταξαν τὰ ζῶα των διὰ 500 δραχμὰς καὶ σήμερον δίδουσι 1000 διὰ νὰ ἀγοράσουν ἄλλο.
§44ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Καὶ εὐχαρίστως τὰ ἔδιδον.
§45Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Πῶς δὲν ἐξανίστανται ὅταν τὸ Κράτος, ἀφοῦ ἐπέταξε τὰ ζῶα τῶν χωρικῶν καὶ τὰ ἐκράτησε 5–10 μῆνας, ἔπειτα εἶπε πάρτε τα καὶ τὰ ἐπῆραν. Ἐὰν, κύριοι βουλευταί, ἤθελον ἐπικρατήσῃ αἱ ἀντιλήψεις τῶν γαιοκτημόνων, θὰ ἔπρεπεν οἱ χωρικοὶ νὰ πληρώσουν 80 –100 δραχμὰς τὸ στρέμμα. Ποία εἶναι ἡ τιμὴ τῶν κτημάτων πρὸ τοῦ πολέμου; Δὲν ἔχετε ἀνάγκην νὰ ἀνατρέξητε εἰς ἄλλο τι, ἀρκεῖ νὰ ἐνθυμηθῇ ἡ Βουλὴ, ὅτι ἐψήφισε σύμβασιν τὸ 1907 γενομένην, δυνάμει τῆς ὁποίας τὸ Κράτος ἠγόρασεν 600.000 στρέμματα τοῦ Στεφάνοβικ μαζὶ μὲ τὰ ζῶα, μὲ τὰς ἀποθήκας καὶ τὰ κονάκια, ἀντὶ 80.000 λιρῶν στερλινῶν, ἤτοι 3.250.000 δραχμάς.
§46Γ. ΠΩΠ. Ἦτο δωρεά.
§47Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν φθάνομεν ἐκεῖ. Ἡ ἐπικράτησις, κύριοι, τῆς ἀντιλήψεως ὅπως ἡ ἀπαλλοτρίωσις γίνῃ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς μεταπολεμικῆς τιμῆς τῶν κτημάτων θὰ ἦτο ἄρνησις τῆς ἀρχῆς, ὅτι ἡ ὑπερτίμησις δὲν ὀφείλεται εἰς ἀγῶνας καὶ εἰς θυσίας, ἀλλὰ εἰς τὰ οἰκονομικὰ, τὰ ὁποῖα ἐπῆλθον συνεπείᾳ τοῦ πολέμου. Θὰ εἶναι ἄδικος ἡ ὑπερτίμησις ὀφειλομένη εἰς τὸ αἷμα τοῦ χωρικοῦ καὶ τὸν ἱδρῶτα, νὰ πληρωθῇ εἰς βάρος τοῦ χωρικοῦ, ὁ ὁποῖος οὐδὲν ἔπραξε διὰ τὸ κτῆμα. Ἀλλὰ φωνάζουν ὅτι τὸ μέτρον αὐτὸ εἶναι αὐθαίρετον. Ἐὰν ἠμποροῦσε νὰ κληθῇ ἡ Κυβέρνησις αὐθαιρετοῦσα, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ τὸ κάμῃ ἀκόμη ἕνεκεν αὐθαιρεσίας. Ἔπρεπε νὰ διατάξῃ καὶ ἐπιτύχῃ τὴν ἀπόδοσιν τῶν κτημάτων, διότι διαρκοῦντος τοῦ πολέμου, ἀφ’ ὅτου ἐψηφίσθη ὁ νόμος αὐτὸς, ὅλα τὰ κολοσσιαῖα εἰσοδήματα, ἔλαβον οἱ ἰδιοκτῆται διαρκοῦντος τοῦ πολέμου ἅτινα μένωσιν εἰς τὰς χεῖρας τῶν χωρικῶν καὶ οὕτω δύνανται νὰ πληρώσωσιν ἐξ ἐκείνων τὰ ὁποῖα ἐκέρδισαν, καὶ ἔπρεπε αὐτὸ νὰ κάμωσι. Ἡ Ἕνωσις τῶν γαιοκτημόνων ὑπερθεματίζουσα προέβαλλε δύο ἐπιχειρήματα, ὅπως ἐπιτύχῃ τὴν ὅσον τὸ δυνατὸν μείωσιν τῆς ἐκτάσεως, ἡ ὁποία θὰ ἀπαλλοτριωθῇ. Ἐν τῇ ἐπιτροπῇ ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Δωρίδος κ. Λοιδωρίκης, ἐν τῇ μερίμνῃ ὅπως προασπίσῃ τὰ συμφέροντα τῆς κτηνοτροφίας, ὑπέβαλεν πρότασιν χωρὶς νὰ γνωρίζῃ τὰς συνεπείας τῆς ἀπόψεως τῆς γεωργικῆς, ὅπως ἐξαιρεθῶσι τῆς ἀπαλλοτριώσεως αἱ γαῖαι ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι χρησιμεύουσι ὡς βοσκαὶ τῶν προβάτων. Ὅσοι, κύριοι βουλευταὶ ἔκαμον τὸ ταξείδιον ἀπὸ Δομοκοῦ μέχρι Λαρίσσης, θὰ εἶδον, ὅτι μία ἔκτασις δεξιὰ καὶ ἀριστερὰ βάθους 60 χιλιομέτρων, κατ’ ἐξοχὴν εὔφορος, ἔχει μεταβληθῇ ὅλη εἰς λειβάδια, ὄχι ἀπὸ ἐνδιαφέρον εἰς τὴν κτηνοτροφίαν, ἀλλὰ διότι οἱ τσιφλικοῦχοι ἐκεῖνοι, εἴτε ἀπὸ ὀκνηρίαν ὅπως βελτιώσωσι τὰ κτήματα αὐτὰ, εἴτε ἀπὸ ἀδιαφορίαν εἰς τοὺς χωρικοὺς τοὺς ἀπεδίωξαν καὶ μετέβαλον τὰ κτήματα εἰς λειβάδια ἵνα τὰ καρποῦνται ἀδαπανήτως. Εἰς Σεμετλῆ, χωρίον τὸ ὁποῖον ἀνέφερον καὶ ἄλλοτε, ὅπου γίνεται αὐτοκαλλιέργεια, ἔχωμεν συμβόλαια, διὰ τῶν ὁποίων τὸ ἐνοίκιον τῶν ποιμνίων ἀνέρχεται εἰς 230.000 ἐτησίως καὶ οἱ ἐνοικιασταὶ τοῦ κτήματος πληρώνουσιν εἰς τὸν ἰδιοκτήτην 80.000, ἑπομένως κερδίζουσιν ἀπὸ τὰ ἐνοίκια τῶν προβάτων 150.000 δραχμὰς κατ’ ἔτος. Ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ μείνωσιν ἀναπαλλοτρίωτοι αἱ βοσκαὶ, αἱ ὁποῖαι ἀποτελοῦσι φύσιν ἀπὸ τὸν Θεὸν προωρισμένα διὰ βοσκὴν τῶν ζώων, οὐδεμίαν θὰ εἶχον ἀντίρρησιν. Φέρουν καὶ ἄλλο τι. Ζητοῦν ὅπως ὁ κλῆρος τοῦ «παρακεντὲ» θεωρηθῇ ὡς κλῆρος ἐπαγγελματικὸς καὶ λάβῃ μόνον 10 στρέμματα γῆς. Πρέπει νὰ γνωρίζετε, ὅτι οἱ παρακεντέδες δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο ἢ ἐκπεσόντες κολλῆγοι, εἰς τὴν τάξιν τοῦ ἐργάτου τῆς γῆς ἢ τέκνα τῶν τέως κολλήγων. Ἀλλὰ ὁ ἐνοικιαστὴς καὶ τὰ παιδιά του, δὲν εἶναι ἄλλο τί ἢ οἱ καλλιεργοῦντες ὡς ἐργάται τῆς γῆς τὰς γαίας εἴτε τῶν κολλήγων εἴτε τῶν μεγάλων καλλιεργητῶν εἰς τὴν λεγομένην αὐτοκαλλιέργειαν. Αὐτὴ αὕτη ἡ Γαλλία, τὸ μᾶλλον ἴσως εἰς ζητήματα ἀγροτικὰ προηγμένον Κράτος, κρούει τὸν κώδωνα καὶ ζητεῖ ὅπως καταστήσῃ τοὺς ἐργάτας τῆς γῆς εἰς ἰδιοκτήτας. Ἐτέθη ὑπὸ τὴν ἀξίωσιν τῆς Βουλῆς τῆς Ἑλλάδος—ἡ ὁποία ἔλαβε μέτρα καὶ ὑπὲρ τῶν παρακεντέδων καὶ ἔδωκε κτήματα εἰς αὐτοὺς—νὰ ἀρνηθῇ ἓν δικαίωμα, τὸ ὁποῖον τοὺς ἐδώκαμεν καὶ νὰ εἴπῃ εἰς αὐτούς: σᾶς ὑπεσχέθην, ἀλλὰ τώρα δὲν δύναμαι νὰ σᾶς δώσω ἢ μόνον 10 στρέμματα, θὰ εἶσθε αἰωνίως δοῦλοι τῆς γῆς καὶ ἐργάται αὐτῆς διότι ἔχουσι τὴν εὐχαρίστησιν οἱ μεγάλοι κτηματίαι νὰ ἐργάζεσθε εἰς τὰ κτήματά των. Αὐτὰ εἶναι τὰ σημεῖα τῶν τροποποιήσεων τοῦ νομοσχεδίου. Ἀλλὰ οἱ μεγαλοκτηματίαι καὶ διὰ τῆς πλειοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπικαλοῦνται τὴν μέριμναν τῆς Βουλῆς, ὅπως δοθῇ ἡ αὐτοκαλλιέργεια τῶν κτημάτων. Λόγια ὡραῖα, κύριοι βουλευταί. Αὐτοκαλλιέργεια! Λαμβάνουσιν ὡρισμένα κτήματα ὑπ’ ὄψιν καὶ σᾶς λέγουσιν, ὅτι αὐτὰ δὲν εἶναι εἰς τὸ ὕψος ποὺ θέλει ἡ γεωργικὴ ἐπιστήμη. Προβάλλουσιν ὡς ὑπόδειγμα τὰ κτήματα τοῦ κ. Χαροκόπου. Αὐτὰ ἐκαλλιεργοῦντο μὲ τοὺς κολλήγους ἀπὸ 20 ἐτῶν, ἀλλ’ ἤδη καλλιεργεῖται ἡ ἡμίσεια ἔκτασις καὶ ἡ ἄλλη ἀναπαύεται. Ἀφ’ ὅτου ὁ Χαροκόπος ἐξεδίωξε τοὺς κολλήγους καὶ μετέβαλλε τὰ κτήματα εἰς αὐτοκαλλιεργούμενα, καλλιεργεῖ κατ’ ἔτος τὸ τρίτον τῆς ἐκτάσεως καὶ τὰ ἄλλα δύο τρίτα μένουσιν ἐν ἀγραναπαύσει. Τοιαύτη εἶναι ἡ πρόοδος, ὥστε ἡ καλλιέργεια ἐν Θεσσαλίᾳ δὲν γίνεται καλῶς· ἐπὶ 7.000.000 στρεμμάτων δύνανται νὰ καλλιεργηθῶσιν 1.000.000 ἀπὸ σιτηρά. Αὐτὸ ἐγίνετο ἐν Θεσσαλίᾳ. Καθ’ ἣν ἐποχὴν εἰς τὴν Πελοπόννησον ἡ ἀναλογία μεταξὺ καλλιεργουμένων ἐκτάσεων πρὸς ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι ἠδύναντο νὰ καλλιεργηθῶσιν, ἦτο περίπου 50%, εἰς τὴν Θεσσαλίαν ἦτο 38%. Ὅταν εἰς τὴν Ἀρκαδίαν ἀκόμη ἔχομεν πληθυσμὸν 38 ἕως 40 κατοίκους κατὰ χιλιόμετρον τετραγωνικόν, εἰς τὴν Θεσσαλίαν ἔχομεν 32% ἐπὶ αὐτοκαλλιεργείας. Ὅταν ἐπὶ συνολικῆς παραγωγῆς τῆς χώρας 65.000,000 ὀκάδων σιτηρῶν ἡ αὐτοκαλλιέργεια παράγει κατ’ ἔτος 15.000,000, ἔχει ἀνάγκην ἡ χώρα διὰ νὰ ἔχῃ αὐτάρκειαν σίτου ἄλλων 300.000.000 σίτου. Τὶ θέλετε τὰ 15,000,000; Νὰ τὰ κάμωμεν 18.000.000 ἢ 20.000.000 ἢ 30.000.000; Οἱ λεγόμενοι μεγαλοκτήμονες καλλιεργηταὶ θὰ παράγουν 30.000.000 ἐπὶ τῶν χρειαζομένων 300.000.000. Ὑπολείπονται ἄλλα 270.000.000. Πόθεν θὰ τὰ εὕρωμεν; Αἱ χῶραι ἐκεῖναι, κύριοι, αἱ ὁποῖαι ἔχουσιν εἰσαγωγὴν γεωργικῶν εἰδῶν, εἶναι ἀκριβῶς ἐκεῖναι, εἰς τὰς ὁποίας πρυτανεύει μικρὰ ἰδιοκτησία καὶ μικρὰ καλλιέργεια ὡς εἶναι τὸ Βέλγιον, ἡ Ὁλλανδία, ἡ Δανία. Δὲν εἶναι ἀνάγκη ἡ κτηματικὴ ἕνωσις νὰ προστρέξῃ καὶ νὰ ζητήσῃ βοηθήματα ἀπὸ τὸν μέγαν σοσιαλιστήν. Μποροῦσε ἀκόμη νὰ λάβῃ καὶ τὴν γνώμην τοῦ Καπίς. Ἀλλὰ ἐκεῖνοι ἔχουσι τὴν ἀντίληψιν πάντοτε, ὅτι πρόκειται νὰ πέσῃ ἡ μικρὰ ἰδιοκτησία καὶ νὰ σωθῇ μόνον διὰ τῆς μεγάλης καλλιεργείας.
§48Α. ΣΙΔΕΡΗΣ. Τὸ ζήτημα εἶναι διαφορετικόν. Ἄλλο τὸ ζήτημα τῆς μικρᾶς καὶ μεγάλης καλλιεργείας καὶ ἄλλο τὸ ζήτημα τῆς μικρᾶς καὶ μεγάλης ἰδιοκτησίας. Σεῖς ὁμιλεῖτε διὰ τὴν μικρὰν καλλιέργειαν, δύναται ὅμως νὰ ὑπάρξῃ θαυμάσια μικρὰ καλλιέργεια καὶ μικρὰ ἰδιοκτησία.
§49Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ μέλλον, κύριοι, τῆς γεωργίας ἀνήκει εἰς τὴν μικρὰν ἰδιοκτησίαν. Οἱ συναιτερισμοί, τοὺς ὁποίους καὶ ἐδῶ ἱδρύομεν θὰ ἀποτελέσουν ὄχι τὴν βάσιν τοῦ συστήματος ἀλλὰ θὰ εἶναι ἐπικουρικοί, ὅπως συντελέσουν, ἵνα ἡ καλλιέργεια γίνῃ μὲ τὰ μέσα τὰ ἐπιστημονικὰ μὲ τὰς προόδους τῆς νεωτέρας τέχνης. Καὶ ἵνα μὴ εἴπω τὴν γνώμην μου τὴν ἰδικήν μου, ἂς εἴπω τὴν γνώμην τοῦ Γάλλου Καζιώ, ὁ ὁποῖος λέγει (ἀναγινώσκει). Κύριοι βουλευταί, τελειώνων ἔχω καθῆκον νὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν ὑμετέραν εὐμένειαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου αὑτοῦ καὶ τῆς τύχης τῶν ἀκτημόνων. Ἡ Βουλὴ αὐτὴ ἔχει τὴν τιμὴν καὶ τὴν ὑπερηφάνειαν νὰ ψηφίσῃ συνθήκας, αἱ ὁποῖαι δωροῦσι τὴν ἐλευθερίαν εἰς ἑκατομμύρια ὁμογενῶν σκλάβων, ἀλλ’ ἡ Βουλὴ αὕτη δὲν θὰ ξεχάσῃ, ὅτι ἔχει καθῆκον νὰ χαρίσῃ τὴν ἐλευθερίαν καὶ εἰς τοὺς δούλους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι μὲ τόσους ἀγῶνας καὶ θυσίας ἔδωκαν τὸ δικαίωμα καὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ψηφίσῃ τοιαύτας συνθήκας, (Χειροκροτήματα).
§50Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Γνωρίζει ἡ Βουλή, διότι τὸ ἐδήλωσα σαφῶς, ὅτι τὸ νομοσχέδιον εἰσήχθη, καὶ προγενεστέρως, ὅταν προέβην εἰς ἀνακοινώσεις διὰ τοῦ Τύπου τῶν προτεινομένων τροποποιήσεων, γνωρίζει, λέγω, ἡ Βουλή, ὅτι τὸ ἀγροτικὸν νομοσχέδιον διαιρεῖται εἰς δύο διακεκριμμένα μέρη, ὅτι ἡ ἐργασία, ἡ ὁποία ἔχει συντελεσθῆ ἐπὶ τῆς ἀγροτικῆς νομοθεσίας διαιρεῖται εἰς δύο διακεκριμμένα μέρη, εἰς τὸ μέρος τὸ καθαρῶς τυπικὸν καὶ εἰς τὸ μέρος τὸ οὐσιαστικόν. Τὸ τυπικὸν μέρος εἶναι τοῦτο, ὅτι δὲν ἐπιφέρομεν οὐδεμίαν ἀπολύτως μεταβολὴν εἰς τὴν ἰσχύουσαν ἀγροτικὴν νομοθεσίαν ὥστε νὰ ἀποβλέπομεν εἰς τοῦτο καὶ μόνον, ν’ ἀνασυντάξωμεν τὸν κείμενον νόμον εἰς τρόπον, ὥστε νὰ καταστήσῃ τὴν χρῆσιν καὶ τὴν κατανόησιν αὐτοῦ εὐκολωτέραν. Ἔχομεν ὅμως καὶ ἄλλας διατάξεις, διὰ τῶν ὁποίων ἐπέρχονται πράγματι τροποποιήσεις εἰς τὴν ἰσχύουσαν ἀγροτικὴν νομοθεσίαν. Δικαίωμα ἐπίσης τῆς Βουλῆς εἶναι ἐφ’ ὅσον ὑποβάλλονται ἐκ νέου ὑπὸ τὴν ψῆφον αὐτῆς διατάξεις κειμένων νόμων νὰ συζητήσῃ ἐπ’ αὐτῶν. Ἀλλὰ θὰ ὑποβάλω τὴν ἐρώτησιν, ἐφ’ ὅσον φρονῶ, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι Σῶμα Ἀκαδημαϊκόν, ἀλλὰ τὸ Σῶμα, τὸ ὁποῖον ἀποβλέπει εἰς ἕνα σκοπὸν πρακτικόν, ποῖον πρακτικὸν ἀποτέλεσμα θὰ εἶχε μία ἐπανάληψις εἰδικῆς συζητήσεως ἐπὶ κειμένων διατάξεων; Ἕν καὶ μόνον θὰ εἶχε πρακτικὸν ἀποτέλεσμα, νὰ ἐξαναγκάσῃ τὴν Κυβέρνησιν νὰ συμπτύξῃ τὸν ἀγροτικὸν νόμον εἰς τὰς προτεινομένας τροποποιήσεις. Ἀλλ’ ἐὰν τοῦτο θὰ ἦτο σκοπὸς τῆς Βουλῆς, πολὺ ἀμφιβάλλω. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ὅσον εὐρεῖα εἶναι δυνατὸν νὰ διεξαχθῇ ἡ συζήτησις ἐπὶ τῶν προτεινομένων μεταβολῶν, τόσον θὰ ἦτο ἀπολύτως ἀδικαιολόγητος καὶ ἄνευ πρακτικοῦ ἀποτελέσματος ἡ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἐκ νέου ὑποβαλλομένων ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς διατάξεων. Καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ μία σύστασις, τὴν ὁποίαν ἔχω νὰ κάμω πρὸς τὴν Βουλήν. Ἡ δευτέρα σύστασις εἶναι, ὅτι, ἐὰν εἶναι δυνατὸν κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην, ἵνα μὴ χρονοτριβῶμεν, νὰ ὑποβληθῶσι καὶ ἀναπτυχθῶσιν αἱ τροπολογίαι ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, ὅπως μελετηθῶσι καὶ παρ’ ἡμῶν, εἰς τρόπον, ὥστε κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν νὰ δυνάμεθα νὰ δηλώσωμεν ποίας ἀποδέχεται ἡ Κυβέρνησις καὶ ποίας ὄχι, καὶ τοιουτοτρόπως ἡ συζήτησις κατὰ τὴν βʹ ἀνάγνωσιν περιστραφῇ ἀπολύτως ἐπὶ τῇ βάσει πλέον τῶν δεδομένων γνωμῶν τῆς Κυβερνήσεως. Ὡσαύτως νὰ ἀφήσωμεν κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν τὴν συζήτησιν τῶν γενικωτέρων σημείων, τὰ ὁποῖα θίγουν αἱ τροποποιήσεις τοῦ νομοσχεδίου. Ἐπ’ αὐτῶν ἀναντιρρήτως εἶναι καθῆκον καὶ δικαίωμα τῆς Βουλῆς νὰ ἀσχοληθῇ μετὰ πάσης εὐρύτητος, ἀλλὰ νὰ ἀφήσῃ νὰ πράξῃ τοῦτο κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν, διότι εἶμαι βέβαιος, ὅτι καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει σήμερον ἠθέλομεν διεξαγάγει ὁλόκληρον ταύτην τὴν συζήτησιν, κατὰ τὴν βʹ συζήτησιν ἠθέλομεν ἐπανέλθῃ ἐπ’ αὐτῆς, διότι ἀληθῶς εἶναι συμπεπλεγμένη ἡ ἀνάπτυξις τῶν λεπτομερειῶν τοῦ νομοσχεδίου μετὰ τῆς ἀναπτύξεως τῶν γενικῶν ἀρχῶν, ὥστε δὲν εἶναι δυνατὸν σήμερον νὰ περιορισθῶμεν εἰς τὴν ὑποβολὴν τῶν προτάσεων, ἀλλ’ ἐν ᾗ περιπτώσει ἠθέλομεν νὰ τὰς ἀναπτύξωμεν εὐρέως καὶ ἀναντιρρήτως θὰ πράξωμεν τοῦτο, ὅταν θὰ τὰς ὑποστηρίξωμεν κατὰ τὴν βʹ. συζήτησιν, ἀναμφισβητήτως θὰ ἔχωμεν ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει πολυλλογίαν, ἡ ὁποία δὲν δικαιολογεῖται ὡς ἐκ τῆς σπουδῆς, εἰς ἣν διατελεῖ ἡ Βουλή. Ἄν ταῦτα ἤθελον γίνῃ δεκτὰ θὰ παρακαλέσω τοὺς κ. βουλευτὰς νὰ ὑποβάλωσι πᾶσαν τροπολογίαν καὶ ἀναπτύξωσιν αὐτήν, ὡς τροπολογίαν, καὶ κατὰ τὴν βʹ συζήτησιν νὰ συζητήσωμεν ἐπ’ αὐτῆς.
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καραϊσκάκης ἔχει τὸν λόγον.
§52Γ. ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ. Παρέρχομαι ἐπὶ τὸ βῆμα, κύριοι βουλευταί, ὅπως ὅσον τὸ δυνατὸν δι’ ὀλίγων ἐξετάσω τὸ ὑπὸ συζήτησιν θέμα. Ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς ἐπρότεινεν, ὡς ἀντελήφθην, ὅπως ὅσον τὸ δυνατὸν ἀποφύγωμεν εὐρυτέραν συζήτησιν.
§53Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην.
§54Γ. ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ. ... καὶ μόνον ἀρκεσθῶμεν εἰς τὴν ὑποβολὴν τῶν σπουδαιοτέρων τροπολογιῶν ἐπὶ τῶν διαφόρων ἄρθρων.
§55Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ὅλων τῶν τροπολογιῶν κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην.
§56Γ. ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ. Κατὰ τοῦτο εἶμαι καὶ ἐγὼ σύμφωνος, ἀλλ’ ὀλίγα τινὰ θεωρῶ, ὅτι εἶναι ἀπαραίτητα νὰ λεχθῶσιν, ἐν σχέσει πρὸς τὴν ὅλην βάσιν τοῦ νομοσχεδίου, διότι ὡς ἐκ τῆς σοβαρότητος τοῦ θέματος, συζήτησις κατ’ ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου δὲν ἔλαβε χώραν καὶ εἶναι ἀδύνατον νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὰς λεπτομερείας τοῦ νομοσχεδίου προτοῦ κατανοηθῶσι γενικαί τινες γραμμαὶ τοῦ ὑπὸ ψήφισιν νομοσχεδίου καὶ εἰς τοῦτο ἀκριβῶς ἐπ’ ὀλίγον θὰ ἀσχοληθῶ. Ἀνέκαθεν ἤμην τῆς ἰδέας, ὅτι τὸ ὑπὸ συζήτησιν θέμα, ἡ ἐπίλυσις δηλονότι ζητήματος ἀγροτικοῦ, ἡ ταχυτέρα καὶ ριζικωτέρα ἐπίλυσις αὐτοῦ δὲν ἠδύνατο νὰ ἐπιτευχθῇ διὰ τῆς ἀπομακρύνσεως ἡμῶν ἀπὸ τῆς ριζοσπαστικῆς αὐτοῦ βάσεως. Μὴ ὑπονοηθῇ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ὅτι λέγων τοῦτο ἐπιδιώκω νὰ ἀντιπολιτευθῶ τὴν κατεύθυνσιν, ἣν ἔδωκεν ἡ Κυβέρνησις εἰς τὸ ἀγροτικὸν ζήτημα τῆς Θεσσαλίας καὶ τὸ δεύτερον τοιοῦτον τῆς ἄλλης Ἑλλάδος, ἀλλὰ διότι ἐν συνεννοήσει φρονῶ, ὅτι τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, ὡς εἶναι διατετυπωμένον, θὰ ἀποβῇ ἀφορμὴ χρονοτριβῆς, ἀλλὰ καὶ προστριβῶν μεταξὺ τῶν διαμαχομένων μερῶν τῶν καλλιεργητῶν καὶ κτηματιῶν καὶ ὡς ἐκ τούτου μὴ ἱκανοποιήσεως τῶν αἰτήσεων τοῦ σώματος τῶν μεγαλοϊδιοκτητῶν, εἴτε δίκαιαι εἶναι εἴτε ἄδικοι, δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω καὶ νὰ ἐκταθῇ ὁ ἀγὼν καὶ νὰ παρελκύσῃ τὴν ἐπίτευξιν τοῦ ἐπιδιωκομένου σκοποῦ καὶ ἴσως καὶ νὰ ματαιώσῃ αὐτόν. Αὗται εἶναι ἁπλαῖ παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας ὑποβάλλω καὶ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι εὔχομαι νὰ μὴ θεωρηθῇ, ὅτι ὑποστηρίζω τὴν ριζοσπαστικὴν καὶ νὰ εἴπω καθαρῶς τὴν ἐπαναστατικὴν λύσιν τοῦ ζητήματος, ἀλλ’ ἄγομαι νὰ εἴπω τὰς ὀλίγας ταύτας λέξεις, διότι καὶ ἡ κοινὴ γνώμη καὶ μερίς τις τοῦ τε Θεσσαλικοῦ καὶ τοῦ Ἀθηναϊκοῦ Τύπου —εὐτυχῶς ἐλαχίστη μερὶς τοῦ Ἀθηναϊκοῦ Τύπου— ἐπιδιώκει νὰ ἀποδώσῃ εἰς ἀντιδράσεις, αἱ ὁποῖαι κατὰ τὴν ἰδέαν τῶν γραφέντων ἔχουν ἐπίδρασιν ἐπὶ τοῦ θέματος τῶν Θεσσαλῶν βουλευτῶν καὶ τῶν ἑτέρων ἀγροτικῶν βουλευτῶν τῆς ἄλλης Ἑλλάδος, ἐπεζήτησε λέγω νὰ παραστήσῃ, ὅτι διὰ τυχὸν στάσεώς μας λογικῆς ἀπέναντι τοῦ ζητήματος, ὡς τίθεται, θὰ ὑστερήσωμεν εἰς τὰς ὑποχρεώσεις μας ἀπέναντι τῶν πληθυσμῶν, οἱ ὁποῖοι ζητοῦσι τὴν ἀποκατάστασιν καὶ οὕτως ἔχουσι πλέον ἀπολέσει καὶ τὴν ὑπομονὴν ἀναμένοντες. Τὰ γραφέντα ὅμως —καὶ ἐπὶ τούτου ποιοῦμαι μίαν παρέκβασιν— δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι ἀφορῶσι καὶ ἄλλους συναδέλφους, διὰ νὰ μὴ εἴπω, ὅτι ὑπέχουσι θέσιν συκοφαντικήν, πάντως ὑπέχουσι θέσιν ἐλαφροτήτων, τὰς ὁποίας θὰ ἦτο καλὸν νὰ μὴ ἴδωμεν γραφομένας εἰς δημοσιογραφικὰ ὄργανα καὶ μάλιστα ὄργανα ἔχοντα τὴν ἀξίωσιν, ὅτι ἀντιπροσωπεύουσι σοβαρὰν ἐξέλιξιν τῶν κοινωνικῶν καὶ ἀγροτικῶν ζητημάτων καὶ τὰ ὁποῖα δυστυχῶς ἀπομακρύνονται καὶ ὑποπίπτουν ἀπὸ ἡμέρας εἰς ἡμέραν εἰς σφάλματα ὑποστηρίζοντα πρόσωπα μόνον καὶ στεγάζοντα καθαρῶς προσωπικὸν ἀγῶνα, ἵνα μὴ εἴπω καὶ προεκλογικὸν ἀγῶνα. Τὸ νομοσχέδιον παραδέχεται πλὴν τοῦ νομοῦ Τρικκάλων καὶ ἄλλους νομοὺς τὴν συνύπαρξιν μεγάλης καὶ μικρᾶς ἰδιοκτησίας. Τοῦτο εἶναι τὸ πρῶτον σημεῖον, τὸ ὁποῖον θεωρῶ τουλάχιστον κατὰ τὴν ἀντίληψίν μου ὁπωσδήποτε ἐπικίνδυνον διὰ τὸ μέλλον. Μὴ λησμονῶμεν, ὅτι καὶ ἐν Ρωσσίᾳ αἱ ἀγροτικαὶ μεταρρυθμίσεις, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο κατὰ τὸ 1860 καὶ αἱ ὁποῖαι ἀποκατέστησαν μέγα μέρος ἀγροτικοῦ πληθυσμοῦ καὶ μικροϊδιοκτήτας ἄφησαν καὶ τὴν συνύπαρξιν καὶ τῆς μεγάλης ἰδιοκτησίας, τὸ τοιοῦτον δὲ ὑπῆρξεν ἡ κυριωτέρα ἀφορμή, τὸ κυριώτερον ὅπλον, διὰ τοῦ ὁποίου ἐκαλλιεργήθη ἡ νῦν ἐν Ρωσσίᾳ ἐπανάστασις καὶ ἐπεκράτησε. Ὑπεστήριξα πάντοτε τὴν ἀρχὴν τῆς γενικῆς ἀπαλλοτριώσεως πλειότερον δὲ βεβαίως ἐν τῷ νομῷ Τρικκάλων, ὅπου ὡς γνωστὸν τὸ τοιοῦτον θεωρεῖται ἀπαραίτητον. Ἀλλ’ ἀντιλαμβανόμενος ὅτι τὸ πνεῦμα τῆς Βουλῆς καὶ τῆς πλειοψηφούσης μερίδος καὶ κατὰ συνέπειαν καὶ τὸ πνεῦμα τῆς Κυβερνήσεως, εἴτε διὰ τὸν ἕνα λόγον, εἴτε διὰ τὸν ἄλλον θέτει ρητῶς τὸν ὅρον, ὅτι ἀποκρούει τὴν ριζοσπαστικὴν λύσιν τοῦ ζητήματος, τὴν μόνην κατ’ ἐμὲ συντελεστικὴν καὶ ταχεῖαν, θὰ ἐπεκταθῶ ἐν τῇ συζητήσει τοῦ θέματος ἐξετάζων τὸ πῶς θὰ ἐπιτευχθῇ ἡ ταχυτέρα λύσις τοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος μὲ τὰς βάσεις τὰς ὁποίας θέτει ἡ Κυβέρνησις. Ὡς τὸ ζήτημα ἤδη παρουσιάζεται πρὸ ἡμῶν εἶναι καθαρῶς ζήτημα οἰκονομικῆς πίστεως. Ἂν μερίς τις—ἡ μερὶς τῶν θεωρούντων, ὅτι ἀδικοῦνται διὰ τῆς λύσεως τοῦ ζητήματος τούτου ἱκανοποιεῖτο πληρέστερον, ἴσως ἐπετυγχάνομεν τὴν ταχυτέραν λύσιν τοῦ ζητήματος, κυρίως δὲ εἰς τρία σημεῖα καὶ ἐγὼ ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Γεωργίας καὶ ἐπ’ αὐτῶν τῶν τριῶν κυρίως σημείων θὰ ὑποβάλω τροπολογίας, ὅπως, εἰ δυνατόν, βελτιωθῇ ἡ ὅλη λύσις τοῦ ζητήματος. αʹ) ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 3, βʹ) ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 19 καὶ γʹ) ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 21, θεωρῶν, ὅτι ἀπὸ τὸ ὅλον νομοσχέδιον τὰ σπουδαιότερα ἄρθρα εἶναι αὐτά. Ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῶν διανεμητέων στρεμμάτων ἐν Τρικκάλοις τὸ τοιοῦτον ἐκ γνωματεύσεως εἰδικῆς ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία εἶχε παρακολουθήσει τὸ ζήτημα καὶ μελετήσει αὐτὸ ἐν Τρικκάλοις ἀποδεικνύεται, ὅτι ὄντως εἶναι ἐπιβαρυντικὴ ἢ μᾶλλον δύσκολος διὰ τοὺς πληθυσμούς, διότι λόγῳ τοῦ πυκνοῦ κατῳκημένου δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐμμείνωμεν εἰς τὴν λύσιν ταύτην. Ὡς πρὸς τὸ ἄρθρον 19, λόγῳ τῶν πρώτων στοιχείων ἐκτιμήσεως, τὰ ὁποῖα τὸ ἄρθρον παρενθέτει εἰς τὴν ἐπιτροπήν, τὴν μέλλουσαν νὰ ἐπεξεργασθῇ καὶ μελετήσῃ τὸ ποσὸν τῆς διανεμητέας ἀποζημιώσεως εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας, θεωρῶ ὅτι τὰ πολλὰ στοιχεῖα τὰ ὁποῖα ζητεῖ τὸ ἐν λόγῳ ἄρθρον, εἶναι δύσκολον νὰ προσκομισθῶσι ταχέως, ὥστε νὰ μὴ ἐπέλθῃ ἐπιβράδυνσις καὶ ἴσως καὶ μεγάλη ἐπιβράδυνσις εἰς τὴν ἔκθεσιν τῆς ἀποφάσεως τοῦ προέδρου καὶ τῆς μορφώσεως γνώμης ὑπ’ αὐτοῦ. Θὰ συνίστων τὸν περιορισμὸν τῶν πολλῶν στοιχείων, τὰ ὁποῖα ζητεῖ τὸ ἐν λόγῳ νομοσχέδιον, καὶ ὡς εἶδον, καὶ ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς περιορίζεται εἰς τὴν ἀρχικὴν τιμὴν τῆς πωλήσεως καὶ εἰς τὴν προσαύξησιν. Καὶ τὸ ζήτημα τῆς προσαυξήσεως εἶναι τὰ μᾶλλα σοβαρόν, ἴσως τὸ σοβαρώτερον πάντων ἐπὶ τοῦ ὁποίου διεξάγεται ὁ ἀγών. Καὶ τοῦτο πάλιν τὸ τονίζω, διότι, ὡς διαβλέπω, γίνεται οἰκονομικὸς πόλεμος μεταξὺ τῶν διαμαχομένων μερῶν καὶ τὸ πρόσωπον, τὸ ὁποῖον παίζει ἡ Κυβέρνησις εἶναι τὸ τοῦ διαιτητοῦ μεταξὺ τῶν διαμαχομένων τούτων. Δέον λοιπὸν νὰ δώσῃ προσοχὴν εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο. Βεβαίως, δεδομένου, ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ ὑπερβῶμεν τὰ 30%, τὸ ὁποῖον ὁρίζεται ἐν τῷ ἄρθρῳ, θὰ ἦτο εὐχῆς ἔργον, ἂν ἡ Κυβέρνησις ἐξεύρισκε τρόπον, ὥστε τὰ τυχὸν γεννηθέντα παράπονα ἐκ τῆς ἀντιδρώσης μερίδος ἐλαττωθῶσιν εἰς τὸ ἐλάχιστον. Ἀλλὰ θὰ μοὶ εἴπητε, ὅτι ζητεῖ ἴσως πλειότερα ἐπιβαρυντικὰ διὰ τοὺς ἀγρότας καὶ ἐν ᾧ πρότερον ὡμίλησα ριζοσπαστικῶς τώρα ὁμιλῶ ἀντιθέτως. Δὲν εἶναι αὐτὸς ὁ σκοπός. Ὁ σκοπὸς εἶναι εἷς καὶ μόνον, ὁ τῆς ταχυτέρας ἐπιλύσεως τοῦ ζητήματος εἰς τὸ ὁποῖον δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι ἔχω σύμφωνον καὶ τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλήν. Καὶ ἐπειδὴ ὡμίλησα περὶ τῆς οἰκονομικῆς φύσεως τοῦ ζητήματος ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Γεωργίας: θεωρεῖ, ὅτι δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν οἱ συνεταιρισμοὶ ν’ ἀνταποκριθῶσιν εἰς τὸ χρηματικὸν ποσόν, τὸ ὁποῖον ὁ νόμος ζητεῖ ἐξ αὐτῶν, ὅπως ἀπαλλοτριωθῇ μερὶς τοῦ κτήματος; καί νομίζετε ὅτι πλεῖστοι τῶν συνεταιρισμῶν δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ καταβάλωσι τὸ ⅓ τοῦ τιμήματος ἐπὶ τοῦ ὅλου ποσοῦ τοῦ καταβλητέου ἐν τῷ μέλλοντι ἐν τῇ νομίμῳ προθεσμίᾳ, ὅπως γίνωσι κύριοι τοῦ κτήματος. Καὶ εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον θὰ ἐφίστων ἀμέριστον τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Γεωργίας, διότι εἶναι ἴσως τὸ σπουδαιότερον, τὸ ὁποῖον ἠμπορεῖ νὰ φέρῃ τὴν ἐπιβράδυνσιν τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου. Ἂν ἦτο δυνατὸν δι’ ἑνὸς συνδυασμοῦ τῆς Κυβερνήσεως, εἴτε ἐκ τοῦ Δημοσίου Ταμείου, εἴτε διὰ συμβάσεως μετά τινων Τραπεζῶν κατόπιν ἀποφάσεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου νὰ παρεχωρεῖτο τὸ κτῆμα εἰς τὸν συνεταιρισμὸν προτοῦ καταβάλῃ, τὸ τοιοῦτον θὰ ἐπέσπευδε κατὰ πολὺ τὴν ἐπίλυσιν τοῦ ζητήματος. Περὶ αὐτοῦ δὲ ἐν τῇ ἐκθέσει τοῦ ὑπάρχει καὶ πρότασις τοῦ συναδέλφου κ. Σταμούλη, διὰ τῆς ὁποίας παραπέμπεται εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ἡ ἀπόφασις τῆς παροχῆς τοῦ κτήματος εἰς τὸν συνεταιρισμόν. Ἐπ’ αὐτῶν τῶν τριῶν κυρίως σημείων ἐπιφυλάσσομαι νὰ ὁμιλήσω ἐν τῇ κατ’ ἄρθρον συζητήσει καὶ μετὰ τὴν ὑποβολὴν τῶν τροπολογιῶν ἐν τῇ δευτέρᾳ ἀναγνώσει νὰ τὰς διεξέλθω.
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σίδερης ἔχει τὸν λόγον.
§58Α. ΣΙΔΕΡΗΣ. Κύριοι βουλευταί, νομίζω ὅτι δὲν δύναμαι ν’ ἀφήσω ἄνευ παρατηρήσεως — ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ ἡ λέξις — τὴν προτέραν δήλωσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Γεωργίας, νὰ συζητήσωμεν φέροντες ἐνταῦθα ὅσας τροπολογίας ἔχομεν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, χωρὶς νὰ συζητήσωμεν τὰς γενικὰς γραμμὰς αὐτοῦ, καθόσον φρονῶ ὅτι αἱ γενικαὶ γραμμαὶ οὐ μόνον τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλ’ ὁλοκλήρου τῆς ἀγροτικῆς πολιτικῆς, τὴν ὁποίαν ἀκολουθεῖ ἡ κυβέρνησις σήμερον δὲν εἶναι ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι ἀνταποκρίνονται εἰς τοὺς πόθους τῶν ἀγροτῶν. Τὸ ἀγροτικὸν ζήτημα δὲν εἶναι ζήτημα ἐνδιαφέρον μόνον τοὺς ἀγρότας, δὲν εἶναι ζήτημα μόνον διακανονισμοῦ σχέσεων ἰδιοκτητῶν καὶ κολλήγων ἢ ἀκτημόνων ἐν γένει καλλιεργητῶν, ἀλλὰ ζήτημα κυρίως κοινωνικόν, ζήτημα ἀφορῶν ὁλόκληρον τὴν κοινωνίαν ἰδίᾳ ἀπὸ ἀπόψεως κοινωνικῆς καὶ ἀπὸ ἀπόψεως ἐθνικοοικονομικῆς. Τὸ ἀγροτικὸν ζήτημα ὅπως παρουσιάζεται μάλιστα εἰς τὴν μεγάλην ἰδιοκτησίαν, καὶ τὸ ἐν ταύτῃ ζήτημα ἀφορᾷ τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, εἶναι ζήτημα ἐπαναλαμβάνω κοινωνικόν. Ἐν τῇ μεγάλῃ ἰδιοκτησίᾳ τῇ διὰ ξένων χειρῶν καλλιεργουμένῃ πρόκειται διὰ ζήτημα ἀφορῶν τὴν διαίρεσιν καὶ ἀντίθεσιν τῶν ἐνεργειῶν τῶν μέτρων τῶν συμπραττόντων ἐν τῇ γεωργίᾳ. Ὅταν τὸ κτῆμα καλλιεργῆται εἴτε διὰ μορτῆς εἴτε κατ’ ἄλλον παρόμοιον τρόπον ὁ μὲν ἰδιοκτήτης βαρύνει διὰ τῶν βαρῶν τὰ ὁποῖα ἐπιβάλλει ἐπὶ τοῦ κολλήγου τὴν ἐπιχείρησιν μὴ καλλιεργῶν δ’ ἔχει τοὐναντίον ἄρχουσαν γνώμην ὁ δὲ κολλήγος δὲν δύναται νὰ παρακολουθῇ τὴν ἐπιχείρησιν καὶ νὰ ἐνεργῇ ταύτῃ ὅπως θέλει. Ἀποτέλεσμα τούτου εἶναι ἡ μειονεκτικὴ κατάστασις τῆς γεωργίας, τὸ σταμάτημα τῆς προόδου, ἡ ἐλάττωσις τῆς αὐξήσεως τῆς παραγωγῆς. Ἐκτὸς τῆς ἀπόψεως ταύτης τῆς οἰκονομικῆς εἶναι καὶ ἡ ἄποψις ἡ κοινωνική, τῆς θέσεως δηλαδὴ εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκονται δοῦλοι οἱ πληθυσμοὶ οἱ ἀγροτικοί, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται εἰς τὴν ἀμάθειαν εἰς τὸ σκότος, εἰς τὴν κοινωνικὴν καὶ πολιτικὴν ὑποσκέλισιν λόγῳ τῆς διαρκοῦς οἰκονομικῆς των πτωχείας καὶ ἀβεβαιότητος. Ἀφοῦ τοιοῦτον δι’ ἡμᾶς εἶναι τὸ ζήτημα τὸ ἀγροτικὸν ἡ λύσις αὐτοῦ ἐνδιαφέρει ὁλόκληρον τὴν κοινωνίαν καὶ ἐνδιαφέρει κυρίως ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῆς προόδου ὁλοκλήρου τοῦ ἔθνους. Ἴδωμεν πῶς λύει τὸ ζήτημα τοῦτο τὸ νομοσχέδιον. Τὸ νομοσχέδιον καὶ ἡ πολιτικὴ ἐν γένει τῆς Κυβερνήσεως ἐνόμισεν ὅτι πρέπει νὰ συντηρήσῃ τὴν μεγάλην ἰδιοκτησίαν καὶ νὰ ἀποκαταστήσῃ καὶ τοὺς κολλίγους τῆς μεγάλης ἰδιοκτησίας. Τὸ ἐπιχείρημα τὸ ὁποῖον προβάλλει εἶναι ἡ ὑπεροχὴ τῆς μεγάλης ἰδιοκτησίας ἐπὶ τῆς μεγάλης καλλιεργείας. Νομίζω ὅτι ὁ πρῶτος τῶν κ. συναδέλφων ὁ ὁποῖος ἀνέπτυξε τὸ ζήτημα ἐξέθεσε κατὰ πόσον τὰ ἀποτελέσματα τῆς μεγάλης καλλιεργείας εἶναι πλουσιώτερα ἀπὸ τὰ ἀποτελέσματα τῆς μικρᾶς καλλιεργείας. Ὑπεστηρίχθη καὶ εἶναι μάλιστα δεκτὸν σήμερον ὅτι καὶ εἰς τοὺς δημητριακοὺς καρποὺς ἀκόμη δύναται νὰ εἶναι ἡ μικρὰ καλλιέργεια πολὺ παραγωγικοτέρα ἀπὸ τὴν μεγάλην καλλιέργειαν. Τοῦτο μάλιστα ἐν πλάτει ἀνέπτυξεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας, στηριχθεὶς εἰς τοὺς διὰ τῆς γεωργικῆς χημείας ἐπερχομένης τελειοποιήσεως τῆς γεωργίας. Νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ λυθῇ μόνον κατὰ τὰ ⅔ καὶ μόνον τὰ ⅔ ἢ νὰ ἀπαλλοτριωθοῦν, οὔτε πρέπει νὰ ἀφεθοῦν εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας τὰ 1000 στρέμματα, διότι καὶ τὸ οὕτω ὑπολοιπόμενον ποσὸν δὲν εἶναι ἐπαρκὲς πρὸς ἀποκατάστασιν τῶν καλλιεργητῶν ἀλλὰ καὶ διότι δημιουργεῖ ἐπίσης ἓν νέον ζήτημα ἀγροτικὸν τὸ ἴδιον, ὅπως τὸ παρελθόν, τὸ ὁποῖον ζήτημα θὰ γεννηθῇ εἰς τὸ μὴ ἀπαλλοτριούμενον τὸ τρίτον. Ὑπολογίζεται, κύριοι βουλευταί, ἡ ἔκτασις τῶν τσιφλικίων τῆς Θεσσαλίας κατὰ τοὺς ὑπολογισμοὺς τῆς κατὰ τὸ ἔτος 1896 συσταθείσης ἐπιτροπῆς εἰς ἕξ ἑκατομμύρια στρεμμάτων. Ὑπολογίζεται δὲ συγχρόνως κατὰ τὴν αὐτὴν στατιστικὴν ὁ πληθυσμὸς τῶν κολλήγων εἰς 20 χιλιάδας οἰκογενειῶν. Βλέπετε λοιπόν, ὅτι ἂν ἐκ τῶν ἓξ ἑκατομμυρίων ἐκείνων ἀφαιρέσητε τὸ τρίτον ἢ καὶ ὀλιγώτερον λόγῳ τοῦ ὅτι εἰς τὸν νομὸν Τρικκάλων ἀφαιροῦνται μετὰ χίλια στρέμματα θὰ μείνῃ ἀκόμη ἓν ἑκατομμύριον στρέμματα τὰ ὁποῖα θὰ καλλιεργηθοῦν ἀπὸ τοὺς ἑκατὸν τσιφλικιούχους τοὺς ὑπάρχοντας ἐν Θεσσαλίᾳ καὶ οἱ ὁποῖοι θὰ τὰ καλλιεργήσουν ἀσφαλῶς ἢ δι’ ἐργατῶν γῆς ἢ διὰ κολλήγων ὑπὸ τὸ αὐτὸ σύστημα. Ὥστε εἰς τὸ τρίτον τοῦτο διατηρεῖται πάλιν ἀκέραιον τὸ ἀγροτικὸν ζήτημα. Τὰ ὑπολειπόμενα 4½ ἑκατομμύρια στρεμμάτων διανέμονται.
§59Ι. ΓΚΕΚΑΣ. Τοὺς ὑπολογισμούς σας τοὺς στηρίζετε ἐπὶ τῇ βάσει μιᾶς κατὰ συμπερασμὸν γενομένης στατιστικῆς, ἡ ὁποία περιέλαβε τὸ σύνολον τῶν καλλιεργημένων ἐκτάσεων ἐν Θεσσαλίᾳ.
§60Α. ΣΙΔΕΡΗΣ. Ὁμιλῶ περὶ τῆς ἐκτάσεως τῶν τσιφλικίων.
§61Ι. ΓΚΕΚΑΣ. Δὲν εἶναι ἀκριβεῖς οἱ ἀριθμοί σας, δὲν εἶναι δυνατὸν οὔτε ἑνὸς ἑκατομμυρίου στρεμμάτων ἔκτασιν νὰ ἔχουν τὰ τσιφλίκια. Σεῖς λογαριάζετε πλεόνασμα, ἐγὼ σᾶς ὑπολογίζω ὅτι εἰς τὸν νομὸν Τρικκάλων καὶ Καρδίτσης δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ περίσσευμα οὔτε δέκα χιλιάδων στρεμμάτων.
§62Α. ΣΙΔΕΡΗΣ. Καὶ ἐγὼ αὐτὴν τὴν βάσιν λαμβάνω, ὅτι τὸ σύνολον τῶν ἀπαλλοτριουμένων ἐκτάσεων εἶναι ἀνεπαρκές. Ἐγὼ ὑπελόγιζα ὡς ἀνεπαρκῆ τὰ ἓξ ἑκατομμύρια, ὁ κ. Γκέκας τὰ καταβιβάζει κατὰ πολύ.
§63Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Εἶναι πλέον ἢ βεβαιωμένον, ὅτι ὁπωσδήποτε καὶ ἂν γείνῃ ἡ διανομὴ εἰς τὸν νομὸν Λαρίσσης, Φαρσάλων θὰ περισσεύσῃ ἀσφαλῶς τὸ ἓν τρίτον τῆς γῆς.
§64Α. ΣΙΔΕΡΗΣ. Ἐδῶ οἱ Θεσσαλοὶ διαφωνεῖτε μεταξύ σας. Τὸ ἐπιχείρημά μου, εἰς τὸ ὁποῖον ἐπεκούρησεν ὁ κ. Γκέκας εἶναι ὅτι ἡ διδομένη ἔκτασις τῶν τσιφλικίων εἶναι ἐντελῶς ἀνεπαρκὴς καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει εἶσθε ὑποχρεωμένοι διὰ νὰ καταστῇ ἐπαρκὴς καὶ συγχρόνως, ἵνα μὴ δημιουργήσητε ἓν ζήτημα ἐκεῖ ὅπου θέλετε νὰ τὸ λύσητε νὰ ἀπαλλοτριώσητε ὅλην τὴν ἔκτασιν ὅλων τῶν τσιφλικίων. Αὐτὸ δὲν εἶναι κάτι τὸ ὁποῖον ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὑπολογισμῶν τούτων ἀποδεικνύεται, ἀλλὰ ἀκόμη τοῦτο διαισθάνεται καὶ ὁλόκληρος ὁ ἀγροτικὸς πληθυσμὸς τῆς χώρας ὁ ὁποῖος θέλει ὁλόκληρος ἡ ἔκτασις ν’ ἀπαλλοτριωθῇ, ἀκριβῶς διότι γνωρίζει, ὅτι αὕτη δὲν εἶναι ἐπαρκής.
§65Ι. ΓΚΕΚΑΣ. Αὐτὸ δὲν εἶναι ἐπιχείρημα. Ἐὰν θέλετε νὰ μοῦ χαρίσητε τὰς Ἀθήνας, ἐγὼ βεβαίως δὲν θὰ εὐχαριστηθῶ νὰ λάβω μόνον τὴν πλατεῖαν τοῦ Συντάγματος.
§66Α. ΣΙΔΕΡΗΣ. Οἱ ἀγρόται κύριε Γκέκα δὲν θέλουν νὰ τοὺς χαρίσητε πλατείας, θέλουν νὰ τοὺς δώσητε ἐπάρκειαν γῆς, τῆς γῆς τῶν πατέρων των διὰ νὰ ζήσουν. Ἂς ἴδωμεν πῶς λύει ἡ Κυβέρνησις διὰ τῆς πολιτικῆς της τὸ ζήτημα τοῦτο. Διὰ τὴν λύσιν, κύριοι βουλευταί, τοῦ ζητήματος τῆς καταργήσεως τῶν φεουδαρχικῶν βαρῶν, μὲ τὰ ὁποῖα βαρύνονται πολλὰ κτήματα εἰς τὰς διαφόρους χώρας, ὑπολείμματα τοῦ παρελθόντος πολιτισμοῦ, ἐκράτησαν δύο θεωρίαι, δύο σχολαί, ἐκράτησεν ἡ σχολὴ τῆς μὴ ἀναγνωρίσεως τῶν ἀξιώσεων τούτων καὶ τοῦτο ἀφ’ ἧς ἡ μεγάλη Γαλλικὴ Ἐπανάστασις κατήργησε ἐπαναστατικῶς τὰ δικαιώματα αὐτά, καὶ ἡ ἄλλη σχολὴ ἡ ἀκολουθοῦσα οὐχὶ τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος ὡς ζητήματος κοινωνικοῦ, ἀλλ’ ἐπιδιώκουσα τὸν διακανονισμὸν τῶν σχέσεων τῶν ἰδιοκτητῶν μὲ τοὺς κολλήγους. Ἐὰν ἀναλογισθεῖτε, κύριοι βουλευταί, ὄχι μόνον τὴν κοινωνικὴν ἀξίαν καὶ σημασίαν τοῦ ζητήματος, ἀλλὰ συγχρόνως καὶ τὰ ἱστορικὰ δικαιώματα τῶν ἀγροληπτῶν, θὰ πεισθῆτε ἀκραδάντως, ὅτι μία εἶναι ἡ λύσις, ἡ λύσις τῆς ἀμέσου ἐγκαταστάσεως τῶν χωρικῶν εἰς τὰ κτήματα ταῦτα, διαγραφομένων ἐντελῶς τῶν δικαιωμάτων τῶν τσιφλικούχων, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο ἢ διάδοχοι τῶν πρώτων ἐκείνων κατακτητῶν, οἱ ὁποῖοι κατέκτησαν τὴν Θεσσαλικὴν καὶ ἄλλην Ἑλληνικὴν γῆν καὶ οἱ ὁποῖοι ἐβίασαν τοὺς κολλήγους, τοὺς κυρίους τῆς γῆς τότε νὰ ἐργάζωνται δι’ αὐτούς.
§67Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. Δὲν ἔχει καμμίαν σχέσιν αὐτό.
§68Α. ΣΙΔΕΡΗΣ. Ἔχει μεγάλην σημασίαν· θὰ σᾶς εἴπω ἀμέσως. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὑπεστηρίξατε σεῖς διὰ τὴν Κέρκυραν ἀναμφιβόλως ὑπάρχει καὶ εἰς ὅλην τὴν Ἑλλάδα. Ἐκεῖ ἦτο ὁ τιμαριωτισμὸς ὁ Φραγκικὸς ἐδῶ δὲ ὑπάρχει ὁ τιμαριωτισμὸς ὁ Τουρκικός.
§69Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. Τὰ τιμάρια δὲν τὰ ἔθιξα. Τὰ ἔθιξεν ὁ Θεοτόκης.
§70Α. ΣΙΔΕΡΗΣ. Ἐθίξατε ὅμως σχέσεις πολλὰς τῶν ὁποίων δὲν ὑπῆρχον ἢ κατὰ διαδοχὴν τοῦ φραγκικοῦ φεουδαρχισμοῦ. Γνωρίζετε, κύριοι βουλευταί, ὅτι τὰ ὑπάρχοντα τσιφλίκια εἶναι ὑπολείμματα τῶν τιμαρίων. Γνωρίζομεν ὅλοι τὴν ἱστορίαν. Ὑπεστήριξε μάλιστα ἄλλοτε ἔντιμος συνάδελφος εἰδικῶς ἀσχολούμενος περὶ αὐτά, ὁ κ. Χατζηγιάννης, ὑπεστήριξεν ὅτι οἱ κολλῆγοι φθάνουν μέχρι τῶν πιεστῶν τῆς ἀρχαίας ἐποχῆς. Πάντως ὅμως δὲν δύνασθε νὰ ἀρνηθῆτε τοῦτο· ὅτι τὰ τσιφλίκια τῆς Θεσσαλίας δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ ἀποτελέσματα κατὰ διαδοχὴν τῆς πρώτης βιαίας καταλήψεως τὴν ὁποίαν ἐπεχείρησε πρὸ ἓξ αἰώνων ὁ Τοῦρκος κατακτητής. Ἐξεύρετε πολὺ καλὰ ὅτι πρὸ τῆς ἄλλης Ἑλλάδος κατεκτήθη ὑπὸ τῶν Τούρκων ἡ Θεσσαλία.
§71Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Ἔτσι εἶναι. Καὶ ὁ Ἀλῆ πασᾶς κατόπιν.
§72Α. ΣΙΔΕΡΗΣ. Λέγω λοιπὸν ὅτι γνωρίζομεν ὅλοι ὅτι ἅμα ὡς κατεκτήθη ὑπὸ τῶν Τούρκων ἡ Ἑλλὰς διενεμήθη εἰς τιμάρια καὶ ζιαμέτια οἱ πρῶτοι δὲ τιμαριοῦχοι ἦσαν ἐκεῖνοι τοὺς ὁποίους διεδέχθησαν ἀργότερον οἱ σημερινοὶ ἰδιοκτῆται. Καὶ ἐνῷ ὅταν ἠλευθερώθη τὸ Ἑλληνικὸν Ἔθνος, κύριοι βουλευταί, ἐξεδιώχθησαν ἢ ἔφυγαν ὅλοι οἱ Τοῦρκοι ἐκ τῆς κυριαρχουμένης ὑπ’ αὐτῶν γῆς, τοῦτο συνέβη εἰς τὰ 21, διότι τὸ Ἔθνος ἠλευθερώθη διὰ τῆς Ἐπαναστάσεως, κατὰ τὴν ἀπελευθέρωσιν τῆς Θεσσαλίας δὲν ἐγκατέλειψαν τὰ κτήματά των οἱ Τοῦρκοι ὅπως εἰς τὴν λοιπὴν Ἑλλάδα. Τοῦτο συνέβη καὶ ἐν Μακεδονίᾳ καὶ ἐν Ἠπείρῳ, διότι οὐχὶ δι’ ἐπαναστάσεως ἠλευθερώθησαν τὰ μέρη ταῦτα. Πρόκειται λοιπὸν σήμερον νὰ κανονίσητε ἀποζημίωσιν δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν ἄλλον τίτλον ἢ τὸ δικαίωμα τῆς βίας τῶν προκατόχων αὐτῶν.
§73Ν. ΠΟΛΙΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Καὶ τῆς διαδοχῆς.
§74Α. ΣΙΔΕΡΗΣ. Κύριε Ὑπουργὲ τῶν Ἐξωτερικῶν, ἐπειδὴ μὲ διεκόψατε σεῖς, διάσημος νομικός, θὰ σᾶς εἴπω τοῦτο ὅτι ὑπεστηρίχθη ἐνταῦθα ἐν Ἑλλάδι, ὑπὸ διασήμου νομικοῦ, τοῦ κ. Φιλαρέτου, προκειμένου περὶ ἀναλόγου ζητήματος τῆς Ἠπείρου, ὅτι δὲν ἔχει καμμίαν ἀξίαν ἡ διαδοχὴ καὶ ἡ τοιαύτη κατοχὴ καὶ ὅτι θὰ ἠδύνατο νὰ διεκδικηθοῦν καὶ ἐμπράγματα ἀκόμη δικαιώματα τῶν καλλιεργητῶν ἀπόλυτα δυνάμει ἀρχῆς κρατούσης ἐν τῷ Ρωμαϊκῷ δικαίῳ, ἢ Ὀθωμανικῷ μᾶλλον δικαίῳ καθ’ ἣν ὅταν ἡ ἔναρξις τῆς κατοχῆς εἶναι διὰ βίας δὲν ὑπάρχει οὐδεμία παραγραφή.
§75Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ Ρωμαϊκὸν δίκαιον λέγει ὅτι καὶ ὁ ἅρπαξ νέμεται.
§76Γ. ΤΣΑΚΑΝΙΚΑΣ. Πρόκειται καὶ περὶ ἐξ ἀμνημονεύτων χρόνων παραγραφῆς.
§77Α. ΣΙΔΕΡΗΣ. Ἴσως, κύριοι, θὰ εἴπητε ὅτι εἰσάγων αὐτὴν τὴν γνώμην καὶ λέγων νὰ ἀποκατασταθοῦν ἀμέσως οἱ κολλῆγοι καὶ νὰ δοθοῦν εἰς αὐτοὺς τὰ κτήματα χωρὶς κἂν νὰ ληφθοῦν ὑπ’ ὄψιν οἱ τοιαύτην βάσιν τοῦ δικαιώματος αὐτῶν ἔχοντες ἰδιοκτῆται, θὰ εἴπητε ὅτι εἰσάγω τὸν Μπολσεβικισμόν, ἀφοῦ μάλιστα κατὰ τὰς ἡμέρας αὐτὰς μετὰ πολλῆς ἐλαφρότητος γίνεται λόγος περὶ Μπολσεβικισμοῦ, θὰ σᾶς εἴπω τοῦτο. Ὅταν εἰς τὰ 1878 ἔγινε κράτος ἐλεύθερον ἡ Βουλγαρία, εὑρέθη πρὸ ὁμοίου ζητήματος. Ἐκάλεσε, κύριοι, ἡ Βουλγαρία διάσημον οἰκονομολόγον, τὸν καθηγητὴν τῆς Πολιτ. Οἰκονομίας ἐν Βιέννῃ, τὸν Τσέχον δόκτωρα Ἴριτσεκ ἵνα μελετήσῃ τὸ ζήτημα τοῦτο. Οὗτος ἐξήτασε τὸ ζήτημα ἀπὸ ἱστορικῆς ἀπόψεως, ἀπὸ κοινωνικῆς, ἀπὸ πλουτολογικῆς καὶ ἀπὸ νομικῆς καὶ ἔφθασεν εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐκαλλιέργουν συνεχῶς τὰ κτήματα ἐπὶ μίαν δεκαετίαν ὤφειλεν ἡ Κυβέρνησις νὰ δώσῃ εἰς αὐτοὺς τὰ κτήματα ταῦτα ἄνευ ἀποζημιώσεως. Καὶ τοῦτο ἐγένετο ἐν Βουλγαρία καὶ ἐξεδόθη ὁ νόμος, κύριοι, ὁ Βουλγαρικὸς τῆς 28 Νοεμβρίου 1888, ὁ ὁποῖος λέγει ρητῶς (ἀναγινώσκει) «ἐὰν ἐπὶ δέκα ἔτη ἐκαλλιέργει συνεχῶς ὁ καλλιεργητὴς ἀποκαθίσταται ἄνευ ἀποζημιώσεως».
§78Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Δύναμαι νὰ σᾶς δώσω τὴν ἑξῆς πληροφορίαν ὅσον ἀφορᾶ τὸ ζήτημα τῶν Βουλγαρικῶν κτημάτων. Δὲν ὑπάρχει τοιαύτη διάταξις. Δὲν γνωρίζω πόθεν τὸ ἠρύσθητε. Ὁ νόμος ὁ Βουλγαρικός, ὁ κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς συστάσεως τῆς Βουλγαρίας ἐκδοθεὶς ἐπιβάλλει τὴν ἀποζημίωσιν. Ἐπιβάλλει ὅμως διάφορον ἀποζημίωσιν εἰς δύο εἴδη κτημάτων, δηλαδὴ διατηρεῖ τὰ κτήματα εἰς τὰ κτήματα τὰ κυριαρχικά, εἰς τὰ κτήματα τὰ μὴ κυριαρχικά, ἐκεῖνα δηλαδὴ ἐπὶ τῶν ὁποίων ὁ κολλῆγος ἔχει ἀναφαίρετον δικαίωμα διαδεχόμενος ἀπὸ γενεᾶς εἰς γενεὰν τοὺς προπάτοράς του εἰς τὴν καλλιέργειαν τῆς γῆς, ἢ τοὺς προκατόχους του, καὶ τὰ ἄλλα, εἰς τὰ ὁποῖα τὰ δικαιώματά των δὲν εἶναι τόσον ἀποδεδειγμένα. Καὶ ὅσον ἀφορᾶ μὲν τὴν πρώτην κατηγορίαν τῶν κτημάτων, ἡ ἀποζημίωσις γίνεται διὰ κεφαλαιώσεως τοῦ τιμήματος πρὸς 8%, ὅσον ἀφορᾶ δὲ τὰ ἄλλα, ὑποθέτω, κατά τι ἔλαττον, δηλαδὴ ὀλίγον ἀκριβώτερα, μὲ τὴν διαφοράν, ὅτι ὅσον ἀφορᾶ τὰ δεύτερα, δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ πλήρης ἀποζημίωσις νὰ ὑπερβαίνῃ τὴν τιμὴν τῶν πρώτων κτημάτων, δηλαδὴ τῶν κυριαρχικῶν κτημάτων κατὰ 15%.
§79Α. ΣΙΔΕΡΗΣ. Κύριε Ὑπουργέ, ἔχω τὴν τιμὴν νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι δὲν ἔχετε ἀκριβεῖς πληροφορίας. Ὁ Βουλγαρικὸς νόμος ἔχει ρητῶς οὕτω· ἔχω ἀντιγράψει αὐτὸ τὸ ἄρθρον (ἀναγινώσκει) «ἐὰν ἐπὶ δέκα ἔτη μέχρι τῆς ἐποχῆς τῆς ἀπαλλοτριώσεως ἐκαλλιέργουν συνεχῶς, ἀποκαθίστανται ἄνευ ἀποζημιώσεως».
§80Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ὄχι, κ. βουλευτά, ἔχετε λάθος. Ποῖα κτήματα; Ὅλα γενικῶς;
§81Α. ΣΙΔΕΡΗΣ. Μάλιστα, τὰ ἐπὶ δεκαετίαν συνεχῶς ὑπὸ τῶν αὐτῶν κολλήγων ἐπὶ τῆς αὐτῆς γῆς καλλιεργούμενα.
§82Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ὄχι, κ. βουλευτά. Καὶ διὰ τὰ δύο εἴδη κτημάτων δίδεται ἀποζημίωσις.
§83Α. ΣΙΔΕΡΗΣ. Εἰς δὲ τὰ κτήματα, τὰ ὁποῖα δὲν ἐκαλλιέργουν συνεχῶς ἐπὶ δεκαετίαν, εἰς ἐκεῖνα μόνον δίδεται ἀποζημίωσις. Ὥστε ὁ Βουλγαρικὸς νόμος δὲν ἔδωκεν ἀποζημίωσιν εἰς συνεχῆ καλλιέργειαν. Εἶναι ἀκριβῶς τοιαύτη ἡ διάταξις, κύριε Ὑπουργέ. Σᾶς ἀναφέρω τὸ ἄρθρον καὶ δύναμαι ἄλλην ἑσπέραν νὰ σᾶς φέρω τὸ κείμενον. Σᾶς εἶπον πῶς ἔχει τὸ ἄρθρον. Καὶ πράγματι ἔτσι ἔλυσε τὸ ζήτημα ἡ Βουλγαρικὴ Κυβέρνησις, ἔτσι τὸ ἔλυσε ἡ Βουλγαρικὴ ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία. Ἀλλὰ καὶ ἂν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας εἶναι ἀληθές, ὅπερ ἀρνοῦμαι, ὅτι λύεται τὸ ζήτημα εὐνοϊκῶς δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ὄχι ἀπὸ δεκαετίας, ἀλλ’ ἀπὸ γενεῶν ὁλοκλήρων καλλιεργοῦν τὸ κτῆμα, μήπως δὲν θὰ σᾶς εἴπουν οἱ συνάδελφοι ἐξ Ἠπείρου καὶ Μακεδονίας, ὅτι καὶ ἐν Ἠπείρῳ καὶ Μακεδονίᾳ ἀπὸ γενεῶν ὁλοκλήρων οἱ καλλιεργηταὶ καλλιεργοῦσι τὰ κτήματα; Διατί, κύριοι, δὲν δικαιοῦνται νὰ λάβωσι τὰ κτήματα αὐτὰ ἀμέσως καὶ ἄνευ ἀποζημιώσεως τῶν τοιούτων ἰδιοκτητῶν; Σᾶς λέγω, κύριοι, τοῦτο, διὰ νὰ μὴ νομίσητε, ὅτι ἡ λύσις αὕτη ἡ ὑπεράγαν ῥιζοσπαστική, ἡ λύσις, τὴν ὁποίαν πρὸ 130 ἐτῶν ἔδωκαν ἐν Γαλλίᾳ, εἶναι Μπολσεβικική, ὡς θὰ εἶσθε πρόθυμοι, ἀναμφιβόλως, νὰ τὴν ὀνομάσητε. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις δὲν ἠκολούθησε καὶ δὲν θέλει νὰ ἀκολουθήσῃ τὴν λύσιν ταύτην, ὡς ἔπραξεν ἡ Βουλγαρία.
§84ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πρόκειται περὶ παραγραφῆς, ὅταν λέγετε περὶ δεκαετίας;
§85Α. ΣΙΔΕΡΗΣ. Ὄχι, κ. βουλευτά· δὲν ὁμιλοῦμεν περὶ παραγραφῆς. Ὁ καλλιεργητὴς ἔχει μόνον τὴν ὠφέλιμον κυριότητα, τὴν ψυχὴν εἶχεν πάντοτε ὁ ἰδιοκτήτης, ἀλλὰ δὲν ἀνεγνωρίσθη αὕτη. Ἡ Κυβέρνησις δὲν ἠθέλησε νὰ φανῇ τόσον ῥιζοσπαστική. Εἰς τὴν Ρουμανίαν ἠκολούθησαν ἄλλο σύστημα, καὶ τὸ σύστημα τὸ Ρουμανικὸν μᾶλλον φαίνεται ἡ Κυβέρνησις ἀκολουθοῦσα. Ἀλλὰ, κύριοι, καὶ διὰ τὸ σύστημα τὸ Ρουμανικόν, τὸ ὁποῖον δὲν θὰ ἔπρεπεν ἡμεῖς νὰ ἀκολουθήσωμεν, ἐὰν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν ὅτι ἡ θέσις ἡ πολιτικὴ τῶν ἀγροτῶν ἐν Ρουμανίᾳ εἶναι πολὺ κατωτέρα τῶν ἡμετέρων, εἶναι σχεδὸν ἄνευ ψήφου ἐκεῖ οἱ ἀγρόται καὶ συνεπῶς ἡ θέλησις τῶν μεγάλων φεουδαρχῶν εἶναι ἡ κανονίζουσα τὰ ζητήματα ταῦτα, καὶ ὅμως καὶ ἐκεῖ διὰ τὸ ζήτημα τοῦτο διεμαρτυρήθη ἐντόνως ἐν ἔτει 1907, ὅτε ἐψηφίζετο ὁ τελευταῖος ἀγροτικὸς Ρουμανικὸς νόμος ὁ νῦν καθηγητὴς τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ τοῦ Βουκουρεστίου Γ. Βασιλέσκο, ὁ καὶ μόνος βουλευτὴς τῶν ἀγροτῶν ἰσχυριζόμενος, ὅτι δὲν εἶναι λύσις συμφέρουσα εἰς τοὺς ἀγρότας.
§86Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Διεμαρτυρήθην κατὰ τῶν προηγουμένων λύσεων, ὅταν τελευταῖον ἐψηφίσθη τὸ νομοθετικὸν διάταγμα, διὰ τὸ ὁποῖον διηυκολύνθη ἡ ἀπαλλοτρίωσις τῶν κτημάτων, εἰς τὸ βιβλίον, τὸ ὁποῖον ἔχετε σεῖς καὶ ἐγὼ ὑπ’ ὄψει, διεμαρτυρήθην. Δὲν σᾶς λέγω, ὅτι ἀποκρούω τὴν γνώμην τοῦ Βασιλέσκο, σᾶς λέγω ἀκριβῶς τὴν ἱστορίαν, ὅτι ἡ γνώμη τοῦ Βασιλέσκο δὲν εἶναι τόσον ἐλευθέριος.
§87Α. ΣΙΔΕΡΗΣ. Εἶμαι σύμφωνος, εἶναι ὅμως πολὺ ῥιζοσπαστικωτέρα τοῦ Ρουμανικοῦ νόμου.
§88Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ὄχι ἀναντιρρήτως.
§89Α. ΣΙΔΕΡΗΣ. Ἀλλὰ ἂς ἴδωμεν πῶς οὕτω λύει ἡ Κυβέρνησις τὸ ζήτημα. Εὐκολύνεται πράγματι ἡ ἀπαλλοτρίωσις; Ὁ κ. Ὑπουργὸς διὰ τῶν δηλώσεων, τὰς ὁποίας ἔκαμεν, καὶ τὰς ὁποίας ἐπαναλαμβάνει ἐν τῇ εἰσηγητικῇ ἐκθέσει τοῦ νομοσχεδίου, ἀναφέρει ὅλας τὰς ἐργασίας αἱ ὁποῖαι προαπαιτοῦνται διὰ νὰ φθάσωμεν εἰς ἀποτέλεσμα. Ἤδη αἱ ἐργασίαι αὗται τροποποιοῦνται καὶ συντομεύονται ὡς ἑξῆς κατὰ τὴν αὐτὴν ἔκθεσιν. Συγχρόνως ὁ Πρόεδρος Πρωτοδικῶν ἀποφασίζει περὶ ἀποζημιώσεως καὶ ἡ ἀπόφασις του ὑπόκειται εἰς ἔφεσιν ἐνώπιον τοῦ Ἐφετείου. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας εἶπεν, νομίζω, κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς καταθέσεως τοῦ νομοσχεδίου, ὅτι καθ’ ὅλην τὴν Ἑλλάδα τὰ μέχρι σήμερον—ἐντὸς διετίας δηλαδὴ—καταμετρηθέντα τσιφλίκια ἦσαν 174, ὅτι δὲ καθ’ ὅλην τὴν Ἑλλάδα τὰ τσιφλίκια εἶναι 1500. Φρονῶ ὅθεν, ὅτι ἀφ’ οὗ ἐπὶ μίαν διετίαν κατεμετρήθησαν 174, ἐννοεῖται πόσος χρόνος χρειάζεται διὰ τὴν καταμέτρησιν τῶν 1500.
§90Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ἀκριβῶς διὰ νὰ μὴ χρειασθῶσι τὰ χρόνια αὐτά.....
§91Α. ΣΙΔΕΡΗΣ. Θὰ εἴπω ἀμέσως. Αὗται αἱ τροπολογίαι δὲν συντομεύουν τὴν ἀπαλλοτρίωσιν. Ἑκάστη ὑπόθεσις ὑποβάλλεται εἶτα εἰς τὸν Πρόεδρον τῶν Πρωτοδικῶν. Ἔχομεν τὴν πρώτην βαθμίδα ἐνώπιον τοῦ Προέδρου τῶν Πρωτοδικῶν, ἔχουσιν οἱ ἰδιοκτῆται κατόπιν τὴν δευτέραν βαθμίδα τῆς ἐφέσεως, ἐναντίον τῆς ἀποφάσεως τοῦ Προέδρου τῶν Πρωτοδικῶν, νομίζομεν, ὅτι ἐπὶ 1500 τσιφλικίων τὸ ἀπαιτηθησόμενον διάστημα οὕτω θὰ εἶναι βραχύ; Ὄχι ἀναμφιβόλως, θὰ εἶναι μακρόν.
§92Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Σᾶς δίδω τὴν πληροφορίαν, ὅτι τὰ κτήματα τῆς Θεσσαλίας ἐντὸς εἰκοσαμήνου κατεμετρήθησαν ὅλα.
§93Α. ΣΙΔΕΡΗΣ. Ἐὰν λάβητε ὑπ’ ὄψει, ὅτι 174 τσιφλίκια κατεμετρήθησαν εἰς διάστημα δύο ἐτῶν, πρέπει νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψει τὰ 1509 τσιφλίκια, τὰ ὁποῖα θὰ περάσουν καὶ ἀπὸ τὸν Πρόεδρον τῶν Πρωτοδικῶν.....
§94Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Θὰ προεδρεύῃ τῆς ἐπιτροπῆς, ὅλη ἡ διαδικασία γίνεται ἐνώπιόν του.
§95Α. ΣΙΔΕΡΗΣ. Θὰ συζητηθῇ ἐνώπιόν του ὅλη ἡ ὑπόθεσις;
§96Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Λαμβάνεται εἰδικὴ πρόνοια διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ περαιτέρω διαδικασίας, δὲν θέλω νὰ εἴπω αὐθωρεί, δὲν ἔχει οὐδεμίαν ἔννοιαν.
§97Α. ΣΙΔΕΡΗΣ. Δὲν τὸ πιστεύω.
§98Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ἄλλο ἂν δὲν τὸ πιστεύετε. Ἡ πρόνοια γίνεται ἐνώπιον τοῦ Προέδρου τῶν Πρωτοδικῶν, ἔχει ὅλα τὰ στοιχεῖα, δὲν θὰ ἔχῃ χρείαν περαιτέρω διαιτησίας καὶ ἡ ἀπόφασίς του ἐκδίδεται αὐθωρεί, ἄνευ περαιτέρω διαιτησίας.
§99Α. ΣΙΔΕΡΗΣ. Καλὰ ὡς πρὸς τὸν πρῶτον βαθμόν, ἀλλ’ ἡ ἀπόφασις ὑπόκειται εἰς ἔφεσιν.
§100Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Σᾶς λέγω ὅτι ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἔφεσιν ἅμα ἐκδώσῃ τὴν ἀπόφασίν του ὁ Πρόεδρος τῶν Πρωτοδικῶν θὰ παραχωρηθῇ τὸ κτῆμα εἰς τὸν συνεταιρισμὸν καὶ πρόκειται νὰ διευκολυνθῇ τὸ στάδιον τῆς ἀπαλλοτριώσεως. Τὸ πρᾶγμα ἕως ἐκεῖ εἶναι ἐπαρκές.
§101Α. ΣΙΔΕΡΗΣ. Εἰς τὸ δεύτερον ζήτημα δὲν ἐπιβραδύνεται.
§102Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Δὲν ἐπιβραδύνεται.
§103Α. ΣΙΔΕΡΗΣ. Ὅτι τὸ δεύτερον στάδιον δὲν θὰ δυσκολεύσῃ τὴν διαδικασίαν.
§104Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Οὔτε μίαν ἡμέραν.
§105Α. ΣΙΔΕΡΗΣ. Ἀλλὰ τὸ πρῶτον θὰ δυσκολεύσῃ ἀσφαλῶς καὶ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον δέχεσθε διὰ τὸν δεύτερον βαθμὸν διατὶ δὲν τὸ δέχεσθε καὶ διὰ τὸν πρῶτον, νὰ ἀποκαταστήσετε δηλ. εὐθὺς ἀμέσως τοὺς συνεταιρισμοὺς χωρὶς τὸ πρῶτον στάδιον, καὶ ἅμα τῇ δημοσιεύσει τοῦ νόμου. Τὸ τοιοῦτον ἐγένετο καὶ ἐν Σερβίᾳ.
§106Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Δὲν ὑπάρχει οὐδεμία ἀνάγκη.
§107Α. ΣΙΔΕΡΗΣ. Ἐγὼ τὸ εὑρίσκω...
§108Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Μὰ νὰ ἀναπτύξητε τὰ ἐπιχειρήματά σας.
§109Α. ΣΙΔΕΡΗΣ. Ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ παρελθόντος σᾶς λέγω ὅτι διὰ νὰ καταμετρηθῶσι 174 τσιφλίκια ἐχρειάσθησαν δύο ἔτη.
§110Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Σᾶς θεωρῶ καλῆς πίστεως συζητητὴν καὶ δι’ αὐτὸ ἐπιμένω καὶ θέλω νὰ σᾶς διαφωτίσω καὶ σᾶς λέγω ὅτι διεξήγετο δι’ ἑνιαίας ἀρχῆς, διὰ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, καὶ σήμερον ἀντὶ τοῦ Ὑπουργοῦ ἔχομεν εἰς κάθε ἐπιτροπὴν μίαν ἀρχὴν καὶ ἂν δὲν ἀρκεῖ τὴν πολλαπλασιάζομεν, ἑπομένως δυνάμεθα νὰ πολλαπλασιάσωμεν τὰς ἀρχάς, αἱ ὁποῖαι διευκολύνουν τὴν ἀπαλλοτρίωσιν εἰς τὸν ἀριθμόν, ὁ ὁποῖος εἶναι ἀναγκαῖος διὰ νὰ φέρουν εἰς πέρας τὴν ὑπόθεσιν καὶ ἑπομένως σήμερον ἔχομεν ἐλαστικότητα διὰ νὰ προσαρμόσωμεν τὴν ἀνάγκην τῆς ἀπαλλοτριώσεως, ἑπομένως συντομεύω ὅσον θέλω τὸν χρόνον.
§111Α. ΣΙΔΕΡΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἀρνοῦμαι ὅτι ἡ διαδικασία ἡ ὁποία ὑποβάλλεται παρ’ ὑμῶν συντομεύει τὴν διαδικασίαν. Αὐτὴ εἶναι ἡ διαφορά. Ἐγὼ νομίζω ὅτι θὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ κατάστασις αὐτή.
§112Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. Παραλείπετε τὸ γεγονὸς ὅτι θὰ εἶναι πολλὰ συνεργεῖα τὰ ὁποῖα θὰ ἐπιλαμβάνωνται συγχρόνως.
§113Α. ΣΙΔΕΡΗΣ. Αὐτὸ δὲν τὸ παραδέχομαι, διότι ἐθέσαμεν ὅρια.
§114Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. Σᾶς δίδω τὴν πληροφορίαν ὅτι εἰς τὴν Θεσσαλίαν ὅπου εἶναι πυκνότερα ἀπὸ ὅλα τὰ ἄλλα μέρη ὁ χρόνος ὁ ὁποῖος θὰ τεθῇ διὰ τὴν ἔκδοσιν τῶν ἀποφάσεων εἶναι ἐλάχιστος, διότι δὲν δύναται νὰ ἀκολουθήσῃ καὶ ἡ ἄλλη δικαστικὴ ὑπηρεσία τὴν αὐτὴν ὁδόν.
§115Α. ΣΙΔΕΡΗΣ. Τὸ δέχομαι ὑπὸ τὴν προϋπόθεσιν ὅτι θὰ πολλαπλασιασθῶσι τὰ πρωτοδικεῖα.
§116ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὐτὰ θὰ πηγαίνουν εἰς τὴν ἐπιτροπήν.
§117Α. ΣΙΔΕΡΗΣ. Δὲν ἔχω νὰ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν ἐπὶ τῶν λεπτομερειῶν τοῦ νομοσχεδίου. Νομίζω ὅτι εἶχον τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν μέσα ριζοσπαστικὰ διὰ τὴν βελτίωσιν τῆς καταστάσεως τῶν συνεταιρισμῶν τῶν χωρικῶν. Ἐλήφθη ἡ ἀπόφασις χωρὶς νὰ προηγηθῇ ἡ ἀποκατάστασις, ὅπως ἐγένετο καὶ ἐν Σερβίᾳ. Καὶ θὰ ἐφρόνουν ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐξακολουθοῦσα τὸ ριζοσπαστικὸν μέτρον τὸ ὁποῖον ἠθέλησε νὰ ἀρχίσῃ δι’ ἐπαναστάσεως ἐν Θεσσαλονίκῃ ἔπρεπε νὰ συνεχίσῃ ἀποδίδουσα τὴν γῆν καθ’ ὃν τρόπον ἀπεδόθη ἐν Βουλγαρίᾳ ἢ μᾶλλον περισσότερον, διότι εἰς τὴν Ἑλλάδα περισσότερον ἢ ἐκεῖ φρονῶ ὅτι τὰ ἱστορικὰ δικαιώματα τῶν ἀγροτῶν εἶναι πολὺ μεγάλα στηριζόμενα ὄχι εἰς τὰ νομικὰ δικαιώματα ἀλλὰ καὶ εἰς τὸ αἷμα καὶ τὸν ἱδρῶτα, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπότισαν τὴν γῆν αὐτήν.
§118ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ζαβιτζιᾶνος ἔχει τὸν λόγον.
§119Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. Θὰ περιορισθῶ, κ. Ὑπουργέ, εἰς ὀλίγιστα ἀναπτύσσων τρεῖς ἢ τέσσαρας τροπολογίας, αἱ ὁποῖαι εἶναι οὐσιώδεις, διότι τὰς μικροτέρας ἐξ αὐτῶν θεωρῶ περιττὸν νὰ τὰς ἀναλύσω. Ἡ ἔκθεσις τῆς πλειοψηφίας καὶ τῆς μειοψηφίας ὑποβάλλεται εἰς τὴν κρίσιν τοῦ Ὑπουργοῦ ὁ ὁποῖος θὰ λάβῃ ἀπόφασιν· ἐπιφυλάσσωμαι μετὰ τὴν κρίσιν τοῦ Ὑπουργοῦ νὰ ἐξετάσω εὐρύτερον τὸ θέμα καὶ γενικώτερον κυρίως ὅσον ἀφορᾷ τὸν τρόπον τὸν ὁποῖον ἠκολούθησεν ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ ἤδη ψηφισθέντος νόμου. Θεωρῶ δὲ τὴν λύσιν ἐπιβεβλημένην εἰς ἐμὲ τόσον μᾶλλον καθόσον εἰς τὴν βάσιν τῆς πολιτικῆς, τὴν ὁποίαν διέγραψεν ὁ 1172 νόμος, εἶμαι τελείως σύμφωνος. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἤθελον μόνον νὰ παρατηρήσω, ἐν σχέσει πρὸς μερικὰς ἱστορικὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας μᾶς ἔδωκεν ὁ ἀγαπητὸς συνάδελφος κ. Φίλιος εἶναι, ὅτι πρὶν προβῇ εἰς τὴν πληροφορίαν ταύτην, σχετικῶς μὲ τὴν ἱστορίαν τῆς ἰδιοκτησίας ἐν Ἑλλάδι, ἔπρεπε νὰ ἔχῃ ἐνδιατρίψει περισσότερον ἱστορικῶς καὶ θὰ τὸν παρέπεμπον εἰδικῶς εἰς τὴν περιφέρειάν του διότι ἐκεῖ θὰ ἔχῃ καὶ ἔγγραφα καὶ ἄλλας πηγάς.
§120Θ. ΦΙΛΙΟΣ. Εἶναι καὶ ἐκεῖ ἰδιοκτῆται.
§121Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. Ὅπως δήποτε ἐπιλαμβανόμενος τῶν διαφόρων τροπολογιῶν, τὰς ὁποίας θεωρῶ ἀναγκαίας, νομίζω, ὅτι ἐκεῖ ποὺ πρέπει νὰ ἐπιστηθῇ ἡ προσοχὴ τῆς Κυβερνήσεως εἶναι τὸ ἄρθρον 19 τοῦ νομοσχεδίου τὸ προβλέπον ἀκριβῶς περὶ τοῦ τρόπου τῆς ἐκτιμήσεως τῶν ἀπαλλοτριωμένων κτημάτων. Δι’ αὐτοῦ, ἐναντίον τοῦ κειμένου, παγίου νόμου περὶ τῆς ἀνάγκης τῆς ἀπαλλοτριώσεως, ἐναντίον καὶ αὐτοῦ τοῦ νόμου 1072 ὁρίζεται ὡς βάσις ἐκτιμήσεως ἐποχὴ πολὺ προγενεστέρα τῆς ἀπαλλοτριώσεως, διότι συγκεκριμένως καθορίζεται διὰ τοῦ ἄρθρου, ὅτι πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψει ἡ προπολεμικὴ ἀξία τῶν κτημάτων. Μὲ ἄλλας λέξεις παραπέμπει τὴν ἐκτίμησιν εἰς 6 ἔτη πρὸ τῆς ἀπαλλοτριώσεως, ἐπειδὴ δὲ ὡς βάσιν ἐκτιμήσεως ὁρίζει ὁ νόμος τὸ εἰσόδημα τῆς τελευταίας πενταετίας ἀναγκαίως φθάνει εἰς τὴν ἀξίαν τοῦ κτήματος πρὸ ἕνδεκα ἐτῶν, δεδομένου δὲ ὄντως, ὅτι ἐκ τῆς φύσεως τοῦ νόμου αὐτοῦ, τοὐλάχιστον καθ’ ὅλην τὴν Ἑλλάδα ὅπου προορίζεται, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ ἐντὸς ἑνὸς, δύο ἢ τριῶν ἐτῶν, θὰ ὑπάρχουν ἰδιοκτῆται, τῶν ὁποίων τὰ κτήματα, ἐκτιμῶνται ἐπὶ τῇ βάσει ἀξίας, τὴν ὁποίαν εἶχον πρὸ 20 ἢ 25 ἐτῶν. Εἶναι ἀληθές, ὅτι καὶ ὁ ἰσχύων νόμος 1072, ὁ ὁποῖος μᾶς παραπέμπει εἰς τὸν πάγιον καὶ γενικὸν νόμον περὶ ἀπαλλοτριώσεως παρέχει διάταξιν λέγουσαν, ὅτι κατὰ τὴν ἐκτίμησιν δὲν θὰ ληφθοῦν ὑπ’ ὄψει περιστάσεις προσκαίρως αὐξάνουσαι ἢ μειοῦσαι τὴν ἀξίαν τοῦ κτήματος. Ποία ἡ ἑρμηνεία μιᾶς τοιαύτης διατάξεως εἶναι προφανές. Κατὰ τὸ διάστημα τοῦ πολέμου τὰ ἔσοδα τῶν ἀγροτικῶν κτημάτων εἶχον διπλασιασθῆ· νὰ κεφαλοποιηθῶσι τὰ μεγάλα αὐτὰ ἔσοδα, ἵνα ἀποτελέσωσι τὸ κεφάλαιον τῆς ἐξαγορᾶς, βεβαίως ἦτο ὑπερβολικόν. Ἔπρεπε λοιπὸν νὰ τεθῇ φραγμός τις. Ἀλλὰ θὰ μοῦ ἀναγνωρίσετε, ὅτι ὁ πόλεμος δὲν ἐπέφερε μόνον προσωρινὴν ὑπερτίμησιν τῆς ἀξίας τῶν κτημάτων, ἀλλ’ ἔν τινι μέτρῳ καὶ μάλιστα πολὺ μεγάλῳ, ἐπέφερε διαρκῆ ὑπερτίμησιν καὶ αὐτὴ ἔπρεπε νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψει, ὡς ἐλήφθη καὶ κατὰ τὸν νόμον 1072. Ἐπὶ πλέον ἡ διάταξις τοῦ νόμου 1072 οὕτω πως ὀφείλουσα νὰ ἑρμηνευθῇ, ἡρμηνεύθη, καὶ ὑπὸ τύπον δηλώσεως τοῦ Ὑπουργοῦ κ. Τσιριμώκου, προσωρινοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῆς Γεωργίας ἀναγραφείσης εἰς τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ τῆς Βουλῆς. Ἡ δήλωσις ἔχει οὕτω (ἀναγινώσκει) «Ἐννοεῖ βεβαίως ὁ νόμος.... κλπ.» Εἶναι ἐνδεικτικωτάτη ἐγγραφὴ εἰς τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ κατόπιν ὑποδείξεως τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Βουλῆς διὰ νὰ χρησιμεύσῃ ὡς ὁδηγὸς εἰς τὰς δικαστικὰς ἀρχάς, αἱ ὁποῖαι θὰ ἐπελαμβάνοντο τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου. Ἡ Κυβέρνησις ἐπέμενε νὰ τεθῇ ὡς βάσις ἡ τροπολογία αὐτή, ἀλλ’ ἡ βάσις αὐτὴ εἶναι πολὺ παλαιοτέρα εἶναι ἐκείνη τὴν ὁποίαν εἶχον τὰ κτήματα κατὰ τὴν ἐποχὴν ἀπαλλοτριώσεως. Βεβαίως εἶναι ἄτοπον, ἐφ’ ὅσον κατὰ τὸ διάστημα ἐκεῖνο ἐπῆλθεν ἡ ὑπερτίμησις τῶν πραγμάτων καὶ περὶ αὐτοῦ ὑπάρχει καὶ νόμος εἰδικός, τὸν ὁποῖον ἐψήφισεν ἡ Βουλὴ περὶ φορολογίας τῆς ὑπερτιμήσεως ἀλλ’ ἐπῆλθεν καὶ τὸ μέγα ἱστορικὸν γεγονὸς τοῦ πολέμου τὸ ὁποῖον ἐπέφερεν ὄχι ὑπερτίμησιν τῶν πραγμάτων, ἀλλὰ ὑποτίμησιν τοῦ ἀνταλλακτικοῦ ὀργάνου τοῦ νομίσματος. Αὐτὴ εἶναι ἡ βάσις. Ὁ πόλεμος κύριοι, δὲν ἐπηρέασε προσωρινῶς τὰς ἀξίας τῶν πραγμάτων καὶ τῶν κτημάτων, καὶ τοῦτο ἀποδεικνύεται καὶ ἐκ τῶν γεγονότων, ὅτι μολονότι ἐπέρασεν ὁλόκληρον ἔτος ἀπὸ τοῦ πολέμου αἱ τιμαὶ οὐχὶ μόνον δὲν ἠλαττώθησαν, ἀλλὰ βαίνουσι διαρκῶς αὐξανόμεναι. Ἀλλὰ τοῦτο, τὸ ὅτι δηλαδὴ ὁ πόλεμος δὲν ἐπηρέασε προσκαίρως, ἀποδεικνύει καὶ αὐτὸς ὁ συντάκτης τοῦ νομοσχεδίου καὶ τὸ ἀποδεικνύει καθαρώτατα μὲ τὴν προσθήκην, τὴν ὁποίαν θέτει εἰς τὸν νόμον· ἐπαναλαμβάνει δηλαδὴ ὁ συντάκτης τοῦ νομοσχεδίου, ὅτι δὲν θὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν αἱ περιστάσεις μειοῦσαι ἢ αὐξάνουσαι προσκαίρως τὴν ἀξίαν τῶν κτημάτων· καὶ λέγει μεταξὺ τῶν περιστάσεων αὐτῶν τῶν προσκαίρων εἶναι καὶ ὁ πόλεμος. Ἀναγκάζεται νὰ τὸ καθορίσῃ ἁπλούστερον, διότι, ἐὰν δὲν τὸ ἔλεγεν ὁ Ὑπουργὸς αὐτό, δὲν θὰ τὸ ἔλεγε κανείς. Ὁ πόλεμος λοιπὸν δὲν ἐπηρέασε προσωρινῶς τὰς ἀξίας τῶν κτημάτων. Ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ ἐντετοπισμένου γεγονότος, ἐὰν λ. χ. ἕνεκα λιμοῦ, ἕνεκα ἀποκλεισμοῦ, ἕνεκα θεομηνίας τινὸς ἐπήρχετο μία αὔξησις τῶν προϊόντων βεβαίως ὀρθὸν ἦτο καὶ φρόνιμον ἡ αὔξησις αὐτὴ νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν ἐκτίμησιν τοῦ κεφαλαίου, τὸ ὁποῖον ἤθελε πληρωθῇ εἰς ἀποζημιώσεις. Ἀλλ’ ὁ πόλεμος ὁ Εὐρωπαϊκός, ὁ παγκόσμιος εἶχε καθολικὴν τὴν ἐπίδρασιν. Εἶναι γεγονότα καθολικά, δὲν εἶναι γεγονότα ἐντετοπισμένα, ἵνα δύναται νὰ ὑποστηρίξῃ τις ὅτι ἐπέφερε μίαν πρόσκαιρον ἐπιρροὴν ἐπὶ τῆς ἀξίας τῶν κτημάτων. Εἰς ὅλην αὐτὴν τὴν συζήτησιν δέχομαι ἄριστα, ὅτι ἐγένετο διαστολή, ἐγένετο σύγχυσις δύο πραγμάτων ἐντελῶς ἀσχέτων, δύο πραγμάτων ἐντελῶς διαφόρων. Συγχίζεται δηλαδὴ ἡ ἀξία μὲ τὴν τιμήν. Ἄλλο ἡ ἀξία καὶ ἄλλο ἡ τιμή. Ἐὰν δεχθῶμεν ἐπὶ παραδείγματι, ὅτι ἰδιοκτήτης τις ἀπελάμβανε προπολεμικῶς ἐκ τοῦ κτήματός του 10 χιλιάδας δραχμὰς κατ’ ἔτος, δίδονται εἰς αὐτὸν μεταπολεμικῶς ἐπίσης 10 χιλιάδες δραχμὲς, δίδεται εἰς αὐτὸν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἢ δίδεται εἰς αὐτὸν τὸ τέταρτον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον εἶχεν;
§122Ι. ΓΚΕΚΑΣ. Τὸ πέμπτον.
§123Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. Ἀσφαλῶς τὸ πέμπτον. Εἶναι φαινομενικὴ κύριοι, ὑπερτίμησις. Πρόκειται περὶ ὑποτιμήσεως τοῦ ἀνταλλακτικοῦ ὀργάνου. Ἄλλο νόμισμα εἶναι τὸ προπολεμικὸν καὶ ἄλλο τὸ μεταπολεμικόν. Εἶναι αὐτὸ τοῦτο, ὡς ἐὰν ἐπρόκειτο ἕνεκα λ. χ. μιᾶς πολεμικῆς κατευθύνσεως νὰ πληρωθῶσιν αἱ τιμαὶ ἐπὶ τῇ βάσει νομισμάτων, τὰ ὁποῖα ἐξέπεσαν ἐντελῶς. Πόση θὰ ἦτο ἡ κορώνα, τὸ ρούβλιον καὶ ὅλα τὰ ἄλλα νομίσματα; Δίδοντες εἰς τὸν ἰδιοκτήτην τὴν κορώνα, τὴν ὁποίαν εἶχε πρὸ τοῦ πολέμου, δίδετε εἰς αὐτὸν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶχεν, ἢ δίδετε τὸ 50οστὸν τῆς περιουσίας; Ἡ ἐπιμονὴ τῆς Κυβερνήσεως νὰ στηριχθῇ εἰς αὐτὴν τὴν βάσιν, ἀσφαλῶς θὰ συνεισφέρῃ ἀδικήματα, διότι σᾶς ἐρωτῶ, πῶς εἶναι δυνατὸν ὁ ἰδιοκτήτης ἐκεῖνος ἀποζημιούμενος μὲ προπολεμικὰς τιμὰς νὰ ἀντιμετωπίσῃ τὰς περιστάσεις τοῦ βίου, περιστάσεις ἀσχέτως τῷ λόγῳ βαρυτέρας, περιστάσεις ἀσχέτως τῷ λόγῳ μεγαλειτέρας; Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον τὸ ἀδίκημα αὐτό. Διαρκοῦντος τοῦ πολέμου καὶ μετὰ τὴν λῆξιν αὐτοῦ ἐπωλήθησαν ἄπειρα κτήματα, τὸ δὲ τίμημα αὐτῶν δὲν ὑπῆρξε προπολεμικόν, ὑπῆρξε πολεμικόν. Αὐτὸ τὸ δημόσιον ἐπώλησε παρὰ τὸν ἰατρὸν Γερουλᾶνον κτῆμα ἀξίας προπολεμικῆς 150.000 δραχ. τὸ ἐπώλησεν ἀντὶ 680 χιλιάδων· ἐπειδὴ δὲ τὸ κτῆμα αὐτὸ ὑπόκειται εἰς ἀπαλλοτρίωσιν καὶ θὰ ἀπαλλοτριωθῇ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νόμου θὰ πληρωθῇ εἰς τὸν νέον ἀγοραστὴν τὸν πρὸ ὀλίγων μηνῶν ἀγοράσαντα τὸ κτῆμα αὐτὸ ἀπὸ τὸ δημόσιον, θὰ πληρωθῇ ποσότης μικροτέρα τῶν 500 χιλιάδων δραχμῶν. Καὶ ἐνῷ τὰς κατέβαλεν ὁ ἀγοραστὴς τοῖς μετρητοῖς, θὰ τὰ πάρῃ εἰς ὁμολογίας πληρωτέας ἐντὸς προθεσμίας 20 ἐτῶν. Κατὰ τῆς ἐπιχειρηματολογίας αὐτῆς, ἡ ὁποία ἀσφαλῶς εἶναι ὀρθὴ ἡ ὁποία ἀσφαλῶς ἔχει δικαίαν τὴν βάσιν, ἀντετάχθη τὸ βιώσιμον τῆς νέας ἰδιοκτησίας. Εἶπε δηλαδὴ ὁ κ. Ὑπουργός: «ἀναγνωρίζω, ὅτι αὐτὸ εἶναι καλόν, ἀλλ’ ἐγὼ ἐνδιαφέρομαι πρωτίστως διὰ νὰ σχηματισθῇ βιώσιμος μικρὰ ἰδιοκτησία. Καὶ διὰ νὰ ἐξασφαλίσω τοῦτο τί κάνω, λέγω, ὅτι αἱ τιμαὶ αἱ προπολεμικαὶ ἐξακολουθοῦσι νὰ εἶναι, τὸ ἴδιον καὶ δέχομαι ἐπὶ πλέον, ὅτι τὸ ἴδιον θὰ εἶναι διὰ 30 χρόνια. Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως πρὸς τὸ γεγονός, ὅτι τὸ κατ’ ἐμέ, ὡς εὐθὺς θ’ ἀποδείξω, ἠδύνατο ν’ ἀσφαλισθῇ βιώσιμον τῆς μικρᾶς ἰδιοκτησίας, χωρὶς νὰ στραγγαλισθῇ τὸ δίκαιον τῶν ἰδιοκτητῶν, ἀνεξαρτήτως, νομίζω, ὅτι παραλλήλως πρὸς τὸ βιώσιμον τοῦ σχηματισμοῦ νέας μικρᾶς ἰδιοκτησίας ἔδει νὰ ληφθῇ καὶ μέριμνα περὶ βιωσίμου τῶν ἀποστερουμένων τῆς ἰδιοκτησίας αὐτῶν, ἡ ὁποία μέριμνα πρέπει νὰ περιλάβῃ καὶ τὴν σκέψιν ποία θὰ εἶναι ἡ τύχη τῆς δραχμῆς εἰς αὐτὰ τὰ 30 χρόνια, ἢ ποία ἡ τύχη τῶν ὁμολογιῶν, διὰ τῶν ὁποίων ἀποζημιώνονται αὐτοί. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι τὸ βιώσιμον τῆς νέας ἰδιοκτησίας δὲν θὰ ἔχῃ νὰ τρέξῃ οὐδένα ἀπολύτως κίνδυνον ἐκ τῆς δικαίας ἱκανοποιήσεως, τὴν ὁποίαν θὰ ἔχῃ ὁ μέλλων νὰ πληρώνῃ εἰς τοὺς δικαιούχους, ἀρκεῖ νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψει τὸ ἑξῆς πρᾶγμα· κατὰ πρῶτον λόγον ἀποκαθιστάμενος εἰς ἰδιοκτήτην θὰ παύσῃ τοῦ λοιποῦ νὰ συνεισφέρῃ τὸ ἥμισυ ἢ τὸ τρίτον τῆς παραγωγῆς αὐτοῦ, κατὰ δεύτερον λόγον πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ ἀποκατάστασις τοῦ ἀκτήμονος εἰς ἰδιοκτήτην. Ἔτσι δικαιολογεῖται καὶ ἐπιβάλλεται ἡ ἀνάμιξις τοῦ Κράτους. Ὁ μικρὸς ἰδιοκτήτης θὰ παραγάγῃ περισσότερα πλέον, διότι ὡς ἰδιοκτήτης πλέον θὰ μετατρέψῃ τὴν καλλιέργειαν ἀπὸ ἀντιεντατικὴν ἂν ἐπιτρέπεται ἡ ἔκφρασις, ὅπως γίνεται σήμερον εἰς τὰ κτήματα, τὰ ὁποῖα ἀποβλέπει ὁ νόμος εἰς ἐντατικήν. Ἀλλὰ δὲν εἶναι αὐτὸ καὶ μόνον, ὁ ἀποκαθιστάμενος εἰς μικρὸν ἰδιοκτήτην ἔχει καὶ ἄλλας προσόδους, ἔχει τὰς προσόδους τῆς κτηνοτροφίας, αἱ ὁποῖαι ἐδιπλασιάσθησαν. Δὲν ἀρκεῖ δὲ καὶ τοῦτο· λάβετε τὰς μισθώσεις τῶν μικρῶν κτημάτων, τῶν μικρῶν ἐκτάσεων καὶ ἐν τῇ Θεσσαλίᾳ καὶ ἐν τῇ λοιπῇ Ἑλλάδι, τὰς προπολεμικὰς μισθώσεις καὶ δὲν θὰ ἴδητε ποτὲ πολεμικὴν μίσθωσιν κατωτέραν τῶν 9 ἢ 10 δραχμῶν. Πρέπει νὰ ἐκτιμήσητε τὸ τί ἀποδίδει ἕκαστον στρέμμα εἰς καπνούς, διότι ποία εἶναι ἡ ἀξία τῶν καπνῶν ἡ προπολεμικὴ καὶ ποία ἡ μεταπολεμική, καὶ θὰ ἴδητε, ὅτι δὲν ἔχετε ἀνάγκην νὰ καταλήξητε εἰς συμπεράσματα εἰς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα παρεδέχθη τὸ συμβούλιον, ὅταν ἐπελήφθη τῆς ἐκτιμήσεως ὡρισμένων κτημάτων. Εἶμαι λοιπὸν ἀδιστάκτως πεπεισμένος, ὅτι τὸ βιώσιμον τῆς μικρᾶς ἰδιοκτησίας δὲν θὰ διατρέξῃ οὐδένα ἀπολύτως κίνδυνον ἐκ τῆς δικαίας ἱκανοποιήσεως τῆς ὀφειλομένης εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας. Ἀλλ’ ὀφείλω νὰ προσθέσω, ὅτι τὸ πρᾶγμα εἶναι ἐντελῶς ἄσκοπον. Τὸ Κράτος, τὸ ὁποῖον αἰσθάνεται τὴν ἀποστολήν του, τὸ Κράτος, τὸ ὁποῖον ἀναγράφει ἐν τῷ Συντάγματι αὐτοῦ τὸ δίκαιον τῆς ἰδιοκτησίας πρέπει νὰ τὰ ξεχωρήσῃ τὰ δύο πράγματα ἐντελῶς, πρέπει νὰ ἐκτιμήσῃ ποῖον εἶναι τὸ δίκαιον τῆς ἰδιοκτησίας, διότι τὸ δίκαιον αὐτὸ δὲν μπορεῖ νὰ ἐπηρεασθῇ ἀπὸ μέτρα οὔτε διοικητικῆς οὔτε νομοθετικῆς φύσεως. Ἡ τακτικὴ νομοθετικὴ ἐξουσία δὲν δύναται νὰ ἐπηρεάσῃ τὸ δίκαιον αὐτὸ καὶ ἐκεῖνον τὸν λόγον εἶχεν ἡ ἀναγραφὴ τῶν διατάξεων ἐν τῷ Συντάγματι. Εἶναι ζήτημα ἀρχῆς ἠθικῆς συνταγματικῆς. Τώρα πῶς θὰ μεταβιβάσητε τὰ κτήματα εἰς τοὺς νέους ἰδιοκτήτας; εἶναι ἐλεύθερος κανεὶς ἐντελῶς; Εἶναι ζήτημα πολιτικῆς σκοπιμότητος νὰ κρίνῃ ἡ Πολιτεία, ὅτι διὰ λόγους ἠθικούς, διὰ λόγους κοινωνικούς, διὰ λόγους οἰκονομικούς, ἢ διὰ λόγους πολιτικοὺς πρέπει νὰ μεταβιβασθοῦν τὰ κτήματα εἰς μικροτέραν ἀξίαν. Τότε, κύριοι, τὰς συνεπείας μιᾶς πολιτικῆς τοιαύτης δὲν εἶναι δίκαιον οὔτε ἐπιτετραμμένον νὰ τὰς ὑποστῇ μία τάξις πολιτῶν, ἀλλὰ τὰς συνεπείας μιᾶς τοιαύτης πολιτικῆς δίκαιον καὶ ἐπιβεβλημένον εἶναι νὰ τοὺς ὑποστῇ ὁλόκληρον τὸ Κράτος, ὁλόκληρον τὸ ἔθνος. Αὐτὴ εἶναι ἡ βάσις ἡ ἱερά. Ἀλλὰ ὑπεστηρίχθη, ὅτι ὑπάρχει ὁμοία δικαιολογία· ὑπεστηρίχθη ἀπὸ τὸν ἄνθρωπον ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος δικαιοῦται νὰ ὁμιλῇ μετὰ παντὸς κύρους. Μὰ ἐπὶ τέλους δὲν ἔχει τὸ Κράτος τὸ δικαίωμα δι’ ἑνὸς φόρου φερ’ εἰπεῖν, νὰ διεκδικήσῃ δι’ ἑαυτὸ τὴν ὑπερτίμησιν τῆς γῆς καὶ τὰ κεφάλαια αὐτὰ νὰ δοθῶσι διὰ τὴν ἀποκατάστασιν τῶν ἀκτημόνων καλλιεργητῶν; Ἔχει τὸ δικαίωμα, καίτοι ἐγὼ πείθομαι, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ ὑπερτιμήσεως, ἀλλὰ περὶ ὑποτιμήσεως τοῦ ἀνταλλακτικοῦ ὀργάνου τοῦ κτήματος. Ἀλλὰ δέχομαι, ὅτι ἔχει τὸ δικαίωμα, ἀλλὰ διεκδικοῦν τὸ Κράτος τὴν ὑπερτίμησιν δι’ ἑαυτὸ ὀφείλει διὰ νὰ εἶναι συνεπὲς, διὰ νὰ εἶναι Κράτος, νὰ διεκδικήσῃ τὴν ὑπερτίμησιν δι’ ὅλους τοὺς ἐν τῷ Κράτει βιοῦντας. Ἀλλὰ νὰ ζητῆται νὰ ἐπιβάλληται τὴν βίαν μιᾶς πολιτικῆς ἐπὶ 100, 200 ἀτόμων εἶναι σκληρὸν, εἶναι ἄδικον, εἶναι ἀντισυνταγματικόν. Ἂς εἰσφέρῃ ὅλον τὸ Κράτος καὶ αὐτὸ εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔχω νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν κρίσιν ὑμῶν. Ἐὰν τὸ Κράτος κρίνῃ ἐξ οἱουδήποτε λόγου, ὄχι νὰ ἐξασφαλίσῃ τὸ βιώσιμον τῆς μικρᾶς περιουσίας, ἀλλὰ ὅτι πρέπει νὰ διεκδικήσῃ τὴν ὑπερτίμησιν τῆς γῆς, χωρὶς καὶ νὰ νομίζῃ ὅτι δικαιοῦται νὰ τὸ κάμῃ, ἔχει σὺν αὐτό τὴν ὑποχρέωσιν, τὸ βάρος αὐτό νὰ τὸ ρίψῃ εἰς ὁλόκληρον τὴν Κοινωνίαν. Καὶ δὲν εἶναι ἡ Ἑλλὰς ἐκείνη, ἡ ὁποία πρώτη θὰ ἐφαρμώσῃ τοιοῦτον σύστημα, ἡ ὁποία ἄλλως τε τὸ ἐφήρμοσε καὶ ἐν Κερκύρᾳ καὶ διὰ κοινῶν εἰσφορῶν ἐπῆλθεν ἡ λύσις. Εἰς τὴν Ἀγγλίαν σήμερον τὸ Κράτος ἐφαρμόζει τοιαύτην πολιτικήν, δίδει εἰς τοὺς στρατιώτας κτήματα εἰς εὐτελεῖς τιμὰς, εἰς γεωργοὺς, εἰς ἀκτήμονας, τὰ ὁποῖα αὐτὸ τὸ Κράτος τὰ ἀγοράζει εἰς μεγαλυτέρας τιμὰς. Ἀλλὰ καὶ ὁ Ρουμανικὸς νόμος—ὁ ὁποῖος ἐχρησίμευσε διὰ τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς νὰ τὸν προβάλλωσι καὶ ὑπόδειγμα, καὶ παρὰ τοῦ ὁποίου ἔλαβον ὅλας τὰς διατάξεις, τὰς δυσμενεῖς διὰ τὴν ἰδιοκτησίαν, ἀλλ’ οὐδεμίαν ἐκ τῶν εὐμενῶν—καὶ οὗτος ἔπραξε τοῦτο, διότι εἰσήγαγε 35% διὰ τοῦ ἄρθρου 48 ἀκριβῶς, διότι δὲν ἠθέλησε νὰ ἀδικήσῃ τὴν ἰδιοκτησίαν. Τώρα εἶναι ἀληθὲς, ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου λαμβάνεται καὶ πρόνοια. Λέγεται δηλαδὴ, ὅτι βάσις εἶναι ἡ προπολεμικὴ ἀξία, ἀλλὰ δύναται ν’ αὐξήσῃ τὸ τίμημα μέχρι 30%. Αὐτὸ τὸ μέχρι 30% προσκρούει ἀπ’ εὐθείας, ὅπως θὰ ἐλέγομεν ἡμεῖς, εἰς τὸ Σύνταγμα, εἶναι δὲ αὐθαίρετον, ἀλλὰ καὶ ἄδικον. Ὅταν διὰ τοῦ Συντάγματος ὁρίζεται, ὅτι ἡ ἀποζημίωσις, ἡ ὁποία θέλει πληρωθῇ εἰς τοὺς δικαιούχους καὶ ὁρίζεται διὰ τοῦ Συντάγματος, ὅτι τὸ ποσὸν τῆς καταβλητέας ταύτης ἀποζημιώσεως ἀνήκει ἀποκλειστικῶς εἰς τὴν κρίσιν τῶν τακτικῶν δικαστηρίων, πᾶς περιορισμὸς, ὁ ὁποῖος τίθεται δὲν σημαίνει τίποτε ἄλλο, παρὰ θέλει δεσμεύσει τὴν κρίσιν τοῦ δικαστηρίου καὶ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἠθέλησε τὸ Σύνταγμα νὰ εἴπῃ, ὅτι τὴν ἐκτίμησιν τῆς καταβλητέας ἀποζημιώσεως ἀφήνει ἐξ ὁλοκλήρου εἰς τὴν κρίσιν τῶν τακτικῶν δικαστηρίων, ἔρχεται ἡ διάταξις αὕτη νὰ τὸ δεσμεύσῃ εἰς τρόπον, ὥστε τὰ τακτικὰ Δικαστήρια ἂν ἤθελον νὰ εἴπωσιν, ὅτι κτήματός τινος ἡ καταβλητέα ἀποζημίωσις εἶναι ἡ προπολεμικὴ τιμή του ηὐξημένη κατὰ 50 ἢ 59% νὰ μὴ δύνανται νὰ εἴπωσι τοῦτο, διότι δεσμεύονται ὑπὸ τῆς διατάξεως ταύτης. Ἑπομένως ἡ διάταξις αὕτη δεσμεύει ὁλοκληρωτικῶς τὴν κρίσιν, ἐπὶ τοῦ ποσοῦ τῆς καταβλητέας ἀποζημιώσεως, ἡ ὁποία ἀνήκει ἀπολύτως ἐκ τοῦ νόμου εἰς τὴν δικαστικὴν ἀρχήν. Ἑπομένως ὁ περιορισμὸς οὗτος εἶναι ἀσφαλῶς περιορισμὸς ἀντικείμενος εἰς τὸ Σύνταγμα, ἀλλ’ εἶναι περιορισμὸς ἐπίσης καὶ ἄδικος. Ἄδικος δὲ κατὰ τοῦτο, ὅτι δὲν ἀνταποκρίνεται πρὸς τὰ πράγματα. Εἰς ἐποχὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ὅλα τὰ πράγματα ἐπενταπλασιάσθησαν καὶ ἐδεκαπλασιάσθησαν, δὲν ὑπάρχει εἶδος κτηνοτροφικὸν, εἶδος γεωργικὸν νὰ μὴ πολλαπλασιασθῇ ἡ τιμή του. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ μείνῃ στάσιμος ἡ ἀξία τῆς γῆς, ἐξ ἧς προέρχονται καὶ συντηροῦνται ὅλα αὐτὰ τὰ εἴδη; Καὶ μὴ νομίζητε, ὅτι πρόκειται πάντοτε περὶ τῆς μεγάλης ἰδιοκτησίας. Εἰς τὰς διατάξεις τοῦ νόμου τούτου καὶ συμφώνως πρὸς τὴν ἐξέλιξιν, τὴν ὁποίαν ἔλαβεν ὁ νόμος κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν αὐτοῦ, εἰς ἀπαλλοτρίωσιν ὑπόκεινται καὶ αἱ μικραὶ ἰδιοκτησίαι. Διότι βεβαίως δὲν εἶναι μεγάλος ἰδιοκτήτης ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἔχει 1000 στρέμματα ἢ καὶ ὀλιγώτερα γῆς, διότι καὶ οὗτος ὑπόκειται εἰς ἀπαλλοτρίωσιν, οὗτοι δὲ εἶναι ἡ περισσότεροι. Ὅλοι αὐτοὶ δὲν εἶναι μεγαλοϊδιοκτῆται, εἶναι μικροϊδιοκτῆται. Εἶναι δίκαιον εἰς αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι σήμερον θεωροῦνται εὔποροι, δυνάμενοι ἐπὶ μιᾶς ἐκτάσεως 500–700 στρεμμάτων γῆς νὰ ζήσωσιν ἀνέτως, νὰ ἔλθητε νὰ στραγγαλίσητε τὴν ἰδιοκτησίαν των, ὥστε νὰ εἶναι ὑποχρεωμένοι οὗτοι καὶ πρὶν ἴσως πάρωσι τὰς ὁμολογίας των νὰ σπεύσωσι νὰ πωλήσωσι ταύτας διὰ νὰ ἀνταποκριθῶσιν εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς σημερινῆς ζωῆς; Καὶ δὲν εἶναι ἐπιβεβλημένον παραλλήλως πρὸς τὴν σκέψιν περὶ τοῦ βιωσίμου ἑτέρων περιουσιῶν νὰ λαμβάνηται σκέψις καὶ περὶ τοῦ βιωσίμου τῶν ἀποστερουμένων σήμερον τῆς ἰδιοκτησίας αὐτῶν; Εἶναι ἄνθρωποι μικρᾶς ἰδιοκτησίας, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται εἰς ἀπόγνωσιν σήμερον καὶ τῶν ὁποίων ἡ τύχη κρίνεται ἐπὶ τῇ βάσει μεγάλων ἀντιλήψεων καὶ μεγάλων ἰδεῶν, διότι δὲν πρόκειται περὶ μεγάλων ἰδιοκτησιῶν, ἀλλὰ πρόκειται περὶ μικρῶν ἰδιοκτησιῶν, αἱ ὁποῖαι ἔρχονται εἰς σημεῖον ἀπιστεύτου ἐλεεινότητος. Ἀλλὰ, νομίζω, ὅτι τὸ ἄρθρον 9 τοῦ νομοσχεδίου περιέχει καὶ ἕνα ἄλλον ἄδικον περιορισμὸν, περιέχει τὸν περιορισμὸν, ὅτι ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ δύναται ἡ καταβληθησομένη ἀποζημίωσις νὰ ὑπερβῇ τὸ εἰκοσαπλάσιον τοῦ ἐνοικίου εἴτε τοῦ κτήματος εἴτε περιφερειακοῦ τινὸς κτήματος. Ἀλλὰ σᾶς ἐρωτῶ, κύριοι: Εἶναι δίκαιον, διότι ἐξεμισθώθη ἕν κτῆμα ὑπὸ περιστάσεις οἱασδήποτε, εἶναι δίκαιον, εἶναι εὐπρεπές, αὐτὸ τὸ μίσθωμα νὰ χρησιμεύσῃ καὶ βάσις τῆς ἀποζημιώσεως καὶ νὰ κεφαλοποιηθῇ ὅλον αὐτὸ τὸ κέρδος ὑπὲρ τοῦ καλλιεργητοῦ, διότι τὸ ἐνοίκιον δὲν ἔχει μόνον τὸ κέρδος τοῦ ἰδιοκτήτου ἀλλὰ καὶ τὴν ἀπολαυὴν τοῦ μισθωτοῦ, ἡ ὁποία συνήθως εἶναι πολὺ μεγαλυτέρα, καὶ νὰ ὠφεληθῇ ὁ καλλιεργητὴς οὗτος τῶν συνεπειῶν μιᾶς μισθώσεως ἐξ ἑνὸς συμβολαίου, τὸ ὁποῖον ἔκαμε ὁ ἰδιοκτήτης θυσιάσας προσκαίρως μέρος τῶν εἰσοδημάτων του; Νομίζω, ὅτι εἶναι ἄδικον καὶ ἀπρεπές. Ἡ διάταξις αὐτή, κύριοι, ἐλήφθη κατὰ γράμμα ἐκ τοῦ ἄρθρου 18, νομίζω, τοῦ νεωτέρου νόμου τῆς Ρουμανίας, ἀλλ’ ἐλήφθη, φαίνεται ἐν ἀγνοίᾳ τῶν περιστάσεων καὶ τῶν ὅρων, οἱ ὁποῖοι ὑπάρχουσιν εἰς τὸ Κράτος ἐκεῖνο. Ὁ νόμος ἐκεῖνος ὁμιλεῖ περὶ περιφερειακῶν μισθώσεων καὶ ἔχει τὴν ἑξῆς ἱστορίαν καὶ τὰ ἑξῆς αἴτια: Τί συνέβη δηλαδὴ τὸ 1907 ἐν Ρουμανίᾳ; Μετὰ τὴν ἐξέγερσιν εἰς τὰ διάφορα ζητήματα, ἀγροτικὰ, ἀντελήφθη τὸ Κράτος καὶ δικαίως, ὅτι οἱ ἰδιοκτῆται κατὰ τὰς μισθώσεις τῶν ἀγροτικῶν κτημάτων ἐπίεζον τοὺς γεωργοὺς, ἠθέλησε λοιπὸν νὰ ὁρίσῃ αὐτὸ τὸ μίσθωμα, πέραν τοῦ ὁποίου δὲν θὰ ἐπετρέπετο ἡ μίσθωσις· διῄρεσεν ὅλην τὴν Ρουμανίαν εἰς διαφόρους περιφερείας ἀγροτικὰς, ὥρισε μίαν ἐπιτροπὴν ἐξ ἀγροτῶν καὶ ἰδιοκτητῶν, ἥτις καὶ προηδρεύετο ἀπὸ τὸν γεωργικὸν ἐπιθεωρητὴν καὶ ἥτις λαμβάνουσα ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀξίαν τῆς γῆς, τὰ ἔξοδα τῆς καλλιεργείας, ὥριζεν αὐτὴ τὸ μίσθωμα, πέραν τοῦ ὁποίου δὲν ἐπετρέπετο νὰ λάβῃ ὁ ἐκμισθωτής. Ἦτο ἂς τὸ εἴπω, ἓν ἐνοικιοστάσιον. Δι’ αὐτοῦ δὲ τοῦ τρόπου τί ὡρίζετο; Ὄχι ἡ ἀξία τοῦ μισθώματος, ἀλλὰ ἡ ἀξία τῆς γῆς, ἦτο τρόπον τινὰ, ἡ παραγωγὴ, τὴν ὁποίαν ἠδύνατο νὰ συλλέξῃ ὁ ἰδιοκτήτης ἐκ τοῦ κτήματός του. Ἀλλὰ σᾶς ἐρωτῶ, τίνα σχέσιν ἔχει ἡ διαρρύθμισις ἐκείνη μὲ τοὺς μισθωτὰς τῶν ἐν Ἑλλάδι κτημάτων, οἱ ὁποῖοι κάμουν μίαν ἐπιχείρησιν διὰ νὰ ἀπολαύσουν ἓν κέρδος καὶ αὐτὸ τὸ κέρδος θὰ τὸ στερηθῇ ὁ ἰδιοκτήτης, ὁ ὁποῖος ἅπαξ, φερ’ εἰπεῖν, ἐξεμίσθωσε τὸ κτῆμα;
§124Ι. ΓΚΕΚΑΣ. Καὶ ἐκεῖ εἶχεν ὡς βάσιν τὸ 1916.
§125Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. Ὡραῖα· Σημειώσατε, ὅτι αἱ ἐκτιμήσεις αὐταὶ κατὰ τὸν Ρουμανικὸν νόμον ἐγένοντο ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ εὐτυχεστέρου διὰ τὴν Ρουμανίαν ἔτους, τὸ ὁποῖον ἦτο τὸ 1916, διότι εἰς τὸ τέλος τοῦ 1916 εἰσῆλθον οἱ Γερμανοὶ καὶ ἔφεραν τὴν ἐρήμωσιν. Ἑπομένως οἱ ἰδιοκτῆται ἀποζημιοῦνται ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀξίας, τὴν ὁποίαν εἶχε τὸ κτῆμα τους κατὰ τὴν εὐτυχεστέραν περίοδον καὶ ἔπειτα ἤρχετο τὸ Κράτος, τὸ ὁποῖον διὰ νὰ διευκολύνῃ τὴν ἀποκατάστασιν καὶ τὴν εὐτυχίαν τῶν ἀγροτῶν συνεισφέρει τὸ 35% ἐκ τοῦ ἰδίου αὐτοῦ ταμείου διὰ νὰ ἐπέλθῃ τὸ ἰσοζύγιον. Δι’ αὐτὸ, νομίζω, κύριοι, ὅτι εἶναι ἀπολύτως ἐνδεδειγμένον, ὅπως λαμβάνηται πάντοτε ὑπ’ ὄψιν ἡ ἀξία τοῦ κτήματος κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς ἀπαλλοτριώσεως καὶ νὰ ἀκολουθήσωμεν ἐν τούτῳ καὶ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἀκριβῶς ἔγινεν ἐν Γαλλίᾳ ἔνθα διὰ τοῦ νόμου τῆς 21 Ἀπριλίου 1914 προσετέθη εἰς τὸ ἄρθρον 48 τοῦ παγίου νόμου τῆς 3 Μαΐου 1841 διάταξις, δι’ ἧς ἐλήφθη ὑπ’ ὄψιν ἡ ἐκ τῶν πολεμικῶν περιστάσεων ἐπελθοῦσα ὑπερτίμησις καὶ ὁρίσθη κατὰ λέξιν ὅτι (ἀναγινώσκει): «Ἡ ἀποζημίωσις διὰ τὴν ἀπαλλοτρίωσιν....κλπ.». Θέλω λοιπὸν νὰ τονίσω, ὅτι κατ’ ἀρχὴν ἡ Κυβέρνησις εἶναι ἐνδεδειγμένον νὰ ἐγκαταλείψῃ ὅλας αὐτὰς τὰς προλήψεις καὶ νὰ θέσῃ τὴν δικαίαν βάσιν τῆς ἐκτιμήσεως τοῦ κτήματος εἰς τὴν ἐποχὴν τῆς ἀπαλλοτριώσεως. Ἀλλ’ ἂν ἐπέμενε θὰ ἐπρότεινα καὶ τοῦτο, νὰ θέσῃ μίαν βάσιν προπολεμικὴν μὲ τὸ νὰ ὁρίσῃ ἓν minimum δὲν πρέπει νὰ ὁρίσῃ maximum πρέπει νὰ ὁρίσῃ minimum καὶ ποιὸ εἶναι τὸ ὀλιγώτερον, διότι ἀσφαλῶς ἐπῆλθεν αὔξησις καὶ κατὰ τὴν ἀντίληψιν τὴν ἀντικυβερνητικὴν, διότι ἂν τεθῇ ὡς maximum, ἡ σκληρὰ πεῖρα ἐκ τῆς μέχρι τοῦδε ἐφαρμογῆς ἀπέδειξεν, ὅτι αὐτὸ θὰ ἦτο δῶρον ἄδωρον, διότι ὄχι μόνον δὲν ἐφηρμόσθη ὁ νόμος, ἀλλ’ ἐστραγγαλίσθη κατὰ τὸν σκληρότερον τρόπον. Εἶναι λοιπὸν ἐνδεδειγμένον νὰ τεθῇ minimum ὄχι maximum, σᾶς ἀφήνω νὰ ὁρίσητε σεῖς ποῖον θὰ εἶναι τὸ minimum καὶ θὰ ἦτο δικαιολογημένον πέραν τοῦ minimum νὰ σκεφθῆτε περὶ πόρων, τοὺς ὁποίους θὰ διαθέσητε διὰ νὰ μὴ στραγγαλίσητε τὴν ἰδιοκτησίαν καὶ σᾶς ρίπτω προχείρως τὴν ἰδέαν τοῦ Θεσσαλικοῦ Γεωργικοῦ Ταμείου, τοῦ ὁποίου ἡ ὕπαρξις ἔχει πλέον λόγον.
§126Θ. ΦΙΛΙΟΣ. Εἰς τὴν Βουλγαρίαν τί ἔγινε;
§127Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. Ποτὲ δὲν θὰ μὲ ἐπηρεάσῃ τὸ τί ἔγινεν εἰς τὴν Βουλγαρίαν καὶ σᾶς συμβουλεύω καὶ σᾶς νὰ μὴ τὸ κυττάζητε. Δὲν μὲ ἐνδιαφέρει τί ἔγινε καὶ τὶ δὲν ἔγινεν εἰς τὴν Βουλγαρίαν. Ἀρκεῖ ὅτι ἔγινεν ἐκεῖ καὶ δὲν πρέπῃ νὰ γίνῃ καὶ ἐδῶ· αὐτὴν τὴν ἐντύπωσιν ἔχω. Αὐτὰ τὰ ὀλίγα εἶχον νὰ εἴπω σχετικῶς μὲ τὸ ζήτημα αὐτὸ. Ἐπιφυλάσσομαι δὲ κατὰ τὴν δευτέραν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν νὰ ἐπαναφέρω τὸ ζήτημα αὐτὸ, διότι, νομίζω, ὅτι εἶναι σπουδαιότατον. Ἀλλὰ, νομίζω, καὶ κάτι ἄλλο, νομίζω, ὅτι δύναται νὰ ἐπέλθῃ τοιαύτη λύσις, ἡ ὁποία θὰ συμβάλῃ εἰς τὰ πράγματα ἐν μέτρῳ δικαιοσύνης, χωρὶς νὰ ἀπομακρυνθῇ ἀπὸ μίαν βάσιν δικαίαν, ἡ ὁποία πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἵνα μὴ ἀποτελέσῃ προηγούμενον τὸ ὁποῖον δύναται νὰ φέρῃ καὶ πολλὰ δυσάρεστα. Διότι δυστυχῶς αἱ ἀντιλήψεις αὐταὶ εἶναι ἀντιλήψεις αἱ ὁποῖαι κυκλοφοροῦσι καὶ δὲν διστάζω ν’ ἀναφέρω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου παράδειγμα λυπηρὸν τὸ ὁποῖον παρουσιάσθη ἐνταῦθα. Τὸ Πρωτοδικεῖον Ἀθηνῶν ὅταν ἐπρόκειτο νὰ ἀπαλλοτριωθῇ ἡ διὰ δημοσίαν ἀνάγκην, δι’ ἀνάγκας τοῦ Πανεπιστημίου, οἰκία ἑνὸς ἰδιώτου ἐν Ἀθήναις, ἐνόμισεν ὁ κ. Πρόεδρος τῶν Πρωτοδικῶν ὅτι ἔπρεπεν νὰ εἶναι πολὺ ἐλαφρὸς εἰς τὴν ἐκτίμησιν τῶν περιστατικῶν προκειμένου περὶ ἀνάγκης τοῦ Ἐθνικοῦ αὑτοῦ ἱδρύματος καὶ ὥρισε μίαν ἀποζημίωσιν 80.000 δραχμῶν. Τὸ ἀποτέλεσμα τῆς κρίσεως ταύτης εἶναι ὅτι ἐπῆγε σύσσωμος ἡ Σύγκλητος τοῦ Πανεπιστημίου πρὸς τὸν Πρόεδρον καὶ εἶπεν, ἔχομεν ἀνάγκην ἀπὸ αὐτὸ τὸ σπήτι ἀλλ’ ὄχι καὶ ἀπὸ τὴν ἀπογύμνωσιν τοῦ ἰδιοκτήτου. Καὶ ἔρχεται ἡ ὑπόθεσις εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον καὶ βλέπομεν τὸ Πρωτοδικεῖον κατόπιν πραγματογνωμοσύνης νὰ τὴν ἀναβιβάζῃ τὴν ἀξίαν τῆς οἰκίας αὐτῆς εἰς 400.000. Τὰ τοιαῦτα παραδείγματα ἐπηρεάζουν πολὺ ἐφ’ ὅλης τῆς ἀντιλήψεως τῆς Χώρας. Ἡ δευτέρα τροπολογία τὴν ὁποίαν θὰ ἐτόλμων νὰ ὑποβάλλω εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ εἰς τὴν Βουλὴν εἶναι συναφὴς πρὸς τὸ ἄρθρον 2 τοῦ νομοσχεδίου. Τὸ ἄρθρον αὐτὸ καθορίζει λεπτομερῶς ποῖον εἶναι τὸ minimum τῆς ἐκτάσεως ἑκάστου κτήματος τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἀφεθῇ εἰς τὸν ἰδιοκτήτην, ὁρίζεται δὲ κατὰ λέξιν ὅτι ὡς minimum εἶναι ἔκτασις 1000 στρεμμάτων καθ’ ὅλον τὸ Κράτος, εἰδικώτερον δὲ διὰ τὸν νομόν Τρικκάλων τὸ ⅒ τῆς ἐπιφανείας τοῦ κτήματος μὴ δυναμένη οὐδέποτε νὰ ὑπερβῇ τὰ 1000 στρέμματα. Κατὰ τὸν ὑπολογισμὸν αὐτὸν τὰ 1000 στρέμματα θέλουσι τὰ ἀπολαύει μόνον ἐκεῖνοι οἱ ἰδιοκτῆται οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν ἔκτασιν ἄνω τῶν 10000 στρεμμάτων. Ἐκ τῆς διατάξεως αὐτῆς ἀσφαλῶς, καὶ τοῦ συνδυασμοῦ αὐτῆς πρὸς ἄλλας, ἀσφαλῶς γεννῶνται ἄπειρα ἀτοπήματα, γενῶνται παράδοξα τὰ ὁποῖα βεβαίως δὲν πρέπει νὰ ἀφεθῶσι. Διατὶ ὁ ἰδιοκτήτης τῶν 1000 στρεμμάτων θὰ τὰ διατηρήσῃ ὁλόκληρα, εἰς δὲ τὸν ἰδιοκτήτην ὁ ὁποῖος ἔχει 50.000 στρεμμάτων δὲν μένουσι 5.000; Λάβετε ἓν παράδειγμα· εἶναι 2 ἀδελφοὶ οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν ἕκαστος 900 στρέμματα, ὁ εἷς μένει μὲ τὰ 900, ὁ ἄλλος ἐπῆρε μίαν γῆν καὶ ἔκαμε 5.000, ὁ εἷς θὰ κρατήσῃ τὰ 900, ὁ ἕτερος ὁ ὁποῖος εἰργάσθη καὶ ηὔξησε τὴν περιουσίαν του τί θὰ κρατήσῃ; Ὁ νόμος ἔθεσε περιορισμοὺς πολλούς, διότι ὄχι μόνον ὥρισεν ὡς minimum τὰ 1000 στρέμματα ἀλλ’ ὥρισεν ὅτι ἐπὶ πλειόνων κτημάτων ἀνηκόντων εἰς τὸν αὐτὸν ἰδιοκτήτην μόνον ἐπὶ τοῦ ἑνὸς δύναται ὁ ἰδιοκτήτης νὰ κρατήσῃ τὸ παρεχόμενον μέρος, τὰ δὲ λοιπὰ ὑπόκεινται εἰς ὁλικὴν ἀπαλλοτρίωσιν, ὥρισε προσέτι ὅτι ἐπὶ πλειόνων συνιδιοκτητῶν ἀποφαίνεται ἡ πλειοψηφία αὐτῶν καὶ ἐν ἰσοψηφίᾳ τὸ συμβούλιον τοῦ Ἐποικισμοῦ. Ὅλα αὐτὰ εἶναι ἄτοπα εἶναι καὶ ἀντίθετα πρὸς τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως τὴν διαγραφεῖσαν διὰ μακρῶν παρὰ τοῦ πρώτου εἰσαγάγοντος τὰ μέτρα αὐτὰ διότι ἐφ’ ὅσον ὁ νόμος ἠθέλησεν νὰ προστατεύσῃ τὴν θέσιν ἐκείνων δι’ ὅλων αὐτῶν τῶν μέσων οὐδὲν ἐπιτυγχάνεται. Ὁ συντάκτης τοῦ νομοσχεδίου ὁ ὁποῖος ἐστηρίχθη εἰς πολλὰς διατάξεις τοῦ Ρουμανικοῦ νόμου θὰ ἦτο εὐχῆς ἔργον ἂν εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ τὸν ἠκολούθει ὁ νόμος ὁ Ρουμανικός. Ὁ νόμος ὁρίζει ὅτι ἐπὶ πλειόνων κτημάτων θὰ ἀσκηθῇ τὸ δικαίωμα αὐτὸ ἐπὶ ὅλων τῶν κτημάτων, ὁρίζει δὲ καὶ κάτι ἄλλο, ὅτι δικαιοῦται ὁ ἰδιοκτήτης ὅλας αὐτὰς τὰς ἐκτάσεις αἱ ὁποῖαι θὰ τῷ ἀπομείνωσι νὰ τὰς συγκεντρώσῃ εἰς ἓν σχῆμα. Δὲν θὰ ζητήσω νὰ πείσω τὴν Κυβέρνησιν νὰ παρακολουθήσῃ τὸ παράδειγμα τοῦ Ρουμάνου Ὑπουργοῦ οὔτε ὡς πρὸς τὸ minimum, οὔτε εἰς τὸ ἄλλο τὸ νὰ δικαιοῦται νὰ συγκεντρώνῃ ὅλα αὐτὰ εἰς ἓν κτῆμα· ἀλλὰ νομίζω ὅτι δύναμαι νὰ ἀξιώσω ὅτι αὐτὸ τὸ minimum δύναται ὁ ἰδιοκτήτης νὰ τὸ ἐκλέγῃ εἰς οἱονδήποτε θέλει ἐκ τῶν κτημάτων του. Νομίζω δὲ ὅτι τοῦτο εἶναι ἐνδεδειγμένον καὶ ὅτι θέλει ἀπαλλάξει τὴν διοίκησιν ἀπὸ πολλὰς ἐνοχλήσεις καὶ δὲν θὰ ἐπιφέρῃ πολλὰς διαμάχας μεταξὺ τῶν ἐνδιαφερομένων. Εἶναι προσθήκη τὴν ὁποίαν οὐδέποτε ἐζήτησα εἰς τὰς προηγουμένας συζητήσεις, οὐδέποτε εἶπον ὅτι ἔπρεπε ὁσάκις ἀφίνεται τὸ minimum ὅτι ἔπρεπε νὰ τὸ ἐκλέγῃ ὁ ἰδιοκτήτης καὶ δὲν τὸ εἶπον, ὁμολογῶ, διότι δὲν ἐπίστευσα ποτὲ ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ παροραθῇ καὶ νὰ περιφρονηθῇ τὸ δίκαιον αὐτὸ ἀλλὰ δυστυχῶς παράδειγμα τὸ ὁποῖον συνέβη πάλιν ἐν Ἀθήναις, κατὰ τὴν ἀποκατάστασιν τοῦ κτήματος τοῦ Χαρβατίου διὰ τὸ ὁποῖον δὲν ὑπῆρξεν ἀπαλλοτρίωσις ἀλλὰ κατακρεούργησις διὰ τοὺς ἰδιοκτήτας, μὲ κάμνει νὰ σκέπτωμαι ὅτι ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλὴ ὀφείλει νὰ λάβῃ μέτρα διὰ νὰ ἐξασφαλίσῃ τὸ δικαίωμα αὐτό· δὲν ἐπιθυμῶ νὰ ἐπεκταθῶ εἰς τὸ παράδειγμα τὸ ὁποῖον ἀνέφερα.
§128ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι νὰ ἐξηγηθῆτε.
§129Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. Μάλιστα ἀφοῦ τὸ ζητεῖτε. Ἐπρόκειτο διὰ τοῦ νόμου 1072 νὰ ἀφεθῇ εἰς τὸν ἰδιοκτήτην αὐτὸν τὸ ⅓ τῆς ἰδιοκτησίας του. Ὁ ἰδιοκτήτης αὐτὸς εἶχεν ἔκτασιν 4 εἰδῶν. Εἶχεν ἀμπέλια, εἶχεν ἐλαίας, εἶχε δασώδεις ἐκτάσεις, εἶχε χωράφια. Καὶ τὰ μὲν ἀμπέλια ἐκαλλιεργοῦντο διὰ τοῦ συστήματος τῆς ἐμφυτεύσεως καὶ πιθανότατα εἶχον φυτευθῆ ἀπὸ τοὺς ἰδίους καλλιεργητάς, τὰ χωράφια τὰ ἐκαλλιέργουν οἱ ἴδιοι, ἀλλὰ τὸν ἐλαιῶνα ἐκ 1000 στρεμμάτων τὸν εἶχε φυτεύσῃ ὁ πατὴρ τοῦ ἰδιοκτήτου καὶ ὁ σημερινὸς ἰδιοκτήτης. Τί σημαίνει, κύριοι, ἐλαία βεβαίως συναισθάνεσθε ὅλοι. Εἰς τὴν Τουρκίαν ἀκόμη ὅταν φυτεύεται ἡ ἐλαία, ἐθεωρεῖτο μούλκι κατὰ τὸ δὴ λεγόμενον καὶ δὲν εἶχεν κανὲν δικαίωμα τὸ Κράτος ἐπ’ αὐτοῦ. Ἡ Κέρκυρα ἐφυτεύθη ὁλόκληρος ἀπὸ ἐλαίας διότι ἡ Ἑνετικὴ Κυβέρνησις ἐπλήρωνε δὲν ἠξεύρω πόσα τσεκίνια εἰς κάθε ἄνθρωπον, ὁ ὁποῖος ἐφύτευε μίαν ἐλαίαν, διότι εἶναι ἡ καλλιέργεια ἐκείνη, ἡ ὁποία ἔχει ἀνάγκην μεγάλης προστασίας καὶ σεβασμοῦ ἰδιαιτέρου, διότι ἀκριβῶς χρειάζεται μεγάλη αὐταπάρνησις δι’ ἕνα ἰδιοκτήτην διὰ νὰ διαθέσῃ τὴν γῆν του εἰς ἐλαίας, διότι θὰ τοῦ ἀποδώσουν εἰσόδημα μετὰ ἔτη πολλά. Αὐτὴ ἦτο ἡ ἰδιοκτησία του. Ἐπρόκειτο λοιπὸν κατὰ τὸν νόμον νὰ τοῦ ἀπομείνῃ τὸ τρίτον τῆς περιουσίας του. Εἶχε φυτεύσῃ, κύριοι, 1000 τόσας ἐλαίας καὶ τοῦ ἀφῆκαν 80 ἐλαίας.
§130Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ὄχι δά.
§131Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. Μάλιστα, τὰ ἔχω γραμμένα κ. Ὑπουργέ, τοῦ ἀφῆκαν 100 στρέμματα τοῦ ἀνθρώπου ἐκ 3000 τόσων τῆς ἀμπέλου, τοῦ ἀφῆκαν δὲ μέγα μέρος, ποῦ; εἰς τὴν δασώδη ἔκτασιν καὶ εἰς τὰ χωράφια, νὰ ὑπάγῃ αὐτὸς νὰ σκάψῃ καὶ οἱ χωρικοὶ οἱ ἀποκαθιστάμενοι νὰ μαζεύσουν.
§132Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς δώσω μίαν ἀπάντησιν αὐθωρεὶ, καίτοι τὸ ζήτημα εἶναι ζήτημα ἐπερωτήσεως, διὰ νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει τὰ ἔγγραφα, καὶ νὰ εἶμαι ἕτοιμος νὰ δώσω λεπτομερῆ ἀπάντησιν εἰς τὴν Βουλήν, ἀλλ’ ἐκρατοῦσα ὅσα ἠδυνάμην.
§133Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. Δὲν ἦτο ἐπὶ τῶν ἡμερῶν σας.
§134Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ὄχι. Ἡ ἀπαλλοτρίωσις ἐγένετο ἐπὶ τῶν ἡμερῶν μου· ἀλλ’ ἀναντιρρήτως κατὰ τὴν ἀνάμνησιν, τὴν ὁποίαν ἔχω τοῦ πράγματος, ἡ κατανομὴ ἐγένετο κατὰ τὸν ἑξῆς τρόπον, δηλαδή: ἐπρόκειτο ἀφ’ ἑνὸς μὲν διὰ τὰς ἀμπέλους· αἱ ἄμπελοι ἦσαν ἐμφυτευτικαί.
§135Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. Σᾶς τὸ εἶπον καὶ ἐγώ.
§136Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Καὶ ἐθεωρήθη ὅτι ἦτο πρέπον εἰς τοὺς ἐμφυτευτὰς νὰ ἀφεθῇ ἡ ἔκτασις τῶν ἀμπέλων, τὰς ὁποίας αὐτοὶ ἐκαλλιέργουν. Ἐξ ἀντιθέτου ἐθεωρήθη πρέπον νὰ ἀφεθοῦν εἰς τὸν ἰδιοκτήτην ὅλαι αἱ αὐτοκαλλιεργούμεναι παρ’ αὐτοῦ ἐκτάσεις. Λοιπὸν αἱ ἄμπελοι ἀφ’ ἑνὸς ἔπρεπε νὰ παραχωρηθοῦν εἰς τοὺς ἐμφυτευτάς, ὅλαι δὲ αἱ αὐτοκαλλιεργούμεναι ἐκτάσεις ἀφ’ ἑτέρου εἰς τὸν ἰδιοκτήτην.
§137Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. Αἱ ἐλαῖαι;
§138Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ὄχι αἱ φυτεῖαι.
§139Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. Θὰ σᾶς παρεκάλουν νὰ μοὶ εἴπητε ἂν αἱ ἐλαῖαι εἶναι καὶ αὐταὶ αὐτοκαλλιεργούμεναι.
§140Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ὅλαι αἱ αὐτοκαλλιεργούμεναι ἐκτάσεις παρεχωροῦντο εἰς τὸν ἰδιοκτήτην, ὅλαι αἱ ἐμφυτευτικαὶ ἄμπελοι παρεχωροῦντο εἰς τοὺς ἐμφυτευτάς.
§141Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΑΔΗΣ. Καὶ τὰς ἐπῆραν ἄλλοι καλλιεργηταί, οἱ ὁποῖοι δὲν ἦσαν ἐμφυτευταί.
§142Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. Θὰ τὰ εἴπω καὶ αὐτά. Ἀφήσατε.
§143Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ἀκούσατε, σᾶς παρακαλῶ. Ἐὰν ἡ καλλιεργήσιμος γῆ δὲν ἦτο ἐπαρκής, θὰ ἦτο δυνατὸν πραγματικῶς τινὲς τῶν καλλιεργητῶν νὰ στερηθοῦν, ἐφ’ ὅσον δὲν παρεχωρεῖτο ὁλόκληρος ἡ ἔκτασις διὰ τὴν ἀκεραίαν ἐγκατάστασιν τῶν καλλιεργητῶν. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν σημαίνει τίποτε· διότι ἡ ἀρχὴ ἡ ἀκολουθηθεῖσα ἦτο ἡ ἑξῆς: αἱ ἐμφυτευτικαὶ ἄμπελοι νὰ παραχωρηθοῦν εἰς τοὺς ἐμφυτευτάς, αἱ αὐτοκαλλιεργούμεναι ἐκτάσεις νὰ ἀφεθοῦν εἰς τὸν ἰδιοκτήτην, ἡ οἰκία, αἱ ἐγκαταστάσεις ὅλαι, τὰς ὁποίας εἶχε, νὰ ἀφεθοῦν εἰς τὸν ἰδιοκτήτην. Καὶ παρεχωρήθη εἰς τὸν ἰδιοκτήτην ἀφ’ ἑτέρου ὁ κῆπος ἐκτάσεως 400 στρεμμάτων, παρὰ τὸν νόμον, ὁ ὁποῖος ὁρίζει, ὅτι δὲν δύναται νὰ παραχωρηθῇ κῆπος εἰς τὸν ἰδιοκτήτην μεγαλειτέρας ἐκτάσεως τῶν 5 στρεμμάτων. Ἀλλὰ καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει ὡς ἀντάλλαγμα παρεχωρήθησαν εἰς τὸν ἰδιοκτήτην ὅλαι αἱ ἐγκαταστάσεις, ὅλαι αἱ αὐτοκαλλιεργούμεναι γαῖαι, παρεχωρήθη καὶ ὁ κῆπος. Καὶ ἀπέναντι τῶν παραχωρήσεων τούτων εἶναι δυνατὸν ἐκ τεχνικῶν λόγων — διότι ἐπρυτάνευσεν ἀρχή, ὅτι ἡ κατανομὴ τοῦ κτήματος ὑπολογίζεται κατὰ λόγον οἰκονομικόν, ὑπολογίζεται καὶ κατὰ λόγον τεχνικὸν—ἐφ’ ὅσον ἐθεωρήθη, ὅτι εἶναι ὀρθόν ἡ νέα ἰδιοκτησία τοῦ Συνεταιρισμοῦ νὰ εἶναι ὅσον τὸ δυνατὸν συμπαγής, συνεχομένη καὶ ἀφ’ ἑτέρου ξεχωριστὴ ἡ ἰδιοκτησία τοῦ τέως ἰδιοκτήτου, νὰ μὴ ὑπάρχουν ἀναμίξ, διότι ἡ ἀνάμιξις θὰ ἔφερεν εἰς προστριβάς, καὶ θὰ καθίστα τὴν ἐκμετάλλευσιν τῆς γῆς, καὶ ἐκ μέρους τοῦ ἑνὸς καὶ ἐκ μέρους τοῦ ἄλλου ἂν μὴ ἀδύνατον, ἀπολύτως, δύσκολον, ἐφ’ ὅσον ἐτέθη ἡ ἀρχὴ αὕτη, ὅτι αἱ ἰδιοκτησίαι ἔπρεπε νὰ εἶναι ὅσον ἔνεστι κεχωρισμέναι ἀπ’ ἀλλήλων καὶ συμπαγεῖς, ἐννοεῖται ἐκ τοῦ τεχνικοῦ αὐτοῦ λόγου δὲν ἦτο δυνατὸν παρὰ ὁ εἷς τῶν νέων δημιουργουμένων ἰδιοκτητῶν νὰ ὑποστῇ μείωσίν τινα, ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἓν μέρος καὶ ὁ ἕτερος ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἕτερον. Καὶ ὑπέστη τοιαύτην ὁ Συνεταιρισμός, ὅσον ἀφορᾷ τὸν κῆπον, ὅσον ἀφορᾷ τὰς ἐγκαταστάσεις, διότι δὲν εἶχε οὔτε κἂν πατητήρια διὰ νὰ τὰ χρησιμοποιήσῃ διὰ τὴν ἐφετεινὴν ἐσοδείαν, καὶ ὑπέστη καὶ ὁ ἰδιοκτήτης μείωσιν, ὅσον ἀφορᾷ τὰς ἐλαίας. Εἰς αὐτὰ ποία εἶναι ἡ κατακρεούργησις τῆς ἰδιοκτησίας; Ἀναντιρρήτως ἀπολύτως καμμία. Καὶ σᾶς εἶπον αὐτά, διότι εἶχον ὑπ’ ὄψει μου, ὡς ἐνθυμοῦμαι τὸ σχεδιάγραμμα τῶν γαιῶν ἐκείνων, ἐφ’ ὅσον καὶ ἐγὼ ἦτο δυνατὸν νὰ σχηματίσω πεποίθησιν μὴ μεταβὰς ἐπὶ τόπου.
§144Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. Αὐτὴ εἶναι ἡ διανομή, κ. Ὑπουργέ. (Ἀναγινώσκει).
§145Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ. Δὲν νομίζετε, ὅτι αὐτὰ εἶναι ζητήματα ἐπερωτήσεως, καὶ ἐφ’ ὅσον εἶναι ζητήματα ἐπερωτήσεως εἶναι ἀντικείμενα ἐρεύνης;
§146Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἰσχυρισθῆτε, ὅτι εἶσθε ἀπολύτως ἐν τάξει, παρέχοντες πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἐγὼ δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ ἐξελέγξω. Δὲν εἶμαι δ’ ἐγὼ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἔδωκα ἀφορμὴν εἰς τὴν συζήτησιν, ἀλλὰ σεῖς ῥίψαντες βαρυτάτην μομφὴν κατὰ τῆς Κυβερνήσεως. Βεβαίως δὲν εἶμαι ἐγώ, ὁ ὁποῖος θὰ ἐσιώπων, ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δηλῶ εἶναι, ὅτι δὲν δύναμαι νὰ δεχθῶ κανένα ἐκ τῶν ἀριθμῶν σας, ἐφ’ ὅσον ἐγὼ δὲν ἔχω τὰ στοιχεῖα ἵνα ἐξελέγξω. Ἀλλὰ σᾶς ἐξέθηκα τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον ἡ διανομὴ ἐγένετο.
§147Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. Κύριε Ὑπουργέ, ἐπεκαλέσθην τὸ γεγονὸς αὐτὸ διὰ τὸ ἐπιχείρημά μου. Δι’ ἐπερωτήσεώς μου θὰ φέρω τὸ ζήτημα εἰς τὴν Βουλήν, ἀλλὰ πρέπει νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν καὶ τὰ περὶ τοῦ τόπου περὶ τοῦ ὁποίου εἴπατε ἀρχικῶς.
§148Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Διὰ τὴν παραχώρησιν εἰς τοὺς γεωργούς;
§149Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. Εἰς τὸ πρῶτον σχεδιάγραμμα, ἐὰν ἀφῃρέθη, ἀφῃρέθη ἀπὸ τοὺς χωρικούς.
§150Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Δίδω τὴν ἀπάντησιν. Παρὰ τὸν νόμον, ὁ ὁποῖος ὁρίζει τὴν ἔκτασιν παρεχωρήθη τετραπλασία ἔκτασις.
§151Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. Δὲν ἦτο παρὰ τὸν νόμον, κ. Ὑπουργέ.
§152Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ὁ τύπος ἦτο ὡρισμένος.
§153Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. Νὰ ἐξετάσητε καὶ ἓν ἄλλο. Ποία ὑπῆρξεν ἡ διαγωγὴ ἑνὸς ὑπαλλήλου σας, ὅταν οἱ χωρικοὶ δὲν εἶχον τὰ πατητήρια καὶ συνεβούλευσεν αὐτοὺς νὰ πᾶνε ἐν σώματι νὰ καταλάβωσιν αὐτὰ διὰ τῆς βίας, καὶ διατὶ ἐτιμωρήσατε αὐτόν.
§154Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Αὐτὸ τὸ ὁποῖον γνωρίζω εἶναι, ὅτι ἡ γνώμη τοῦ ὑπαλλήλου ἦτο σαφής. Συνέπεσε δὲ τὸ ἑξῆς: ὅλη ἡ ἐσοδεία τῶν χωρικῶν ἐκινδύνευεν, ὅλαι αἱ ἄμπελοι ἐπρόκειτο νὰ καταστραφῶσι καὶ οἱ ἰδιοκτῆται δὲν ἤθελον νὰ παραχωρήσωσι τὰ πατητήρια των, ἐπρόκειτο δὲ οἱ χωρικοὶ νὰ ζημιωθῶσιν ὁλόκληρον τὸ ποσὸν τῆς ἐφετεινῆς ἐσοδείας των, νὰ κατασκευάσωσιν ἄλλα πατητήρια οἱ χωρικοί· ἦτο ἀδύνατον ἐντὸς ὀλίγων στιγμῶν. Ὑπεβλήθη εἰς ἐμὲ ἡ ἰδέα, ἀντὶ ἀποζημιώσεως ὡρισμένης νὰ παραχωρηθῇ τὸ δικαίωμα εἰς τοὺς χωρικοὺς νὰ πατήσωσι τὰ σταφύλια των, τηρῶν δὲ σχολαστικῶς τὰς ἀρχὰς περὶ ἱερότητος τῆς ἰδιοκτησίας, ἔλυσα τὸ ζήτημα εἰς βάρος τῶν χωρικῶν, διότι διέταξα αὐθωρεὶ τὴν ἀστυνομίαν, ἀφοῦ ἀπελπίσθησαν οἱ χωρικοὶ ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον, νὰ μεταβῇ ἐπὶ τόπου καὶ νὰ ἐκδιώξῃ καὶ νὰ τοὺς συλλάβῃ ὡς αὐτοδικήσαντας. Αὐτὴ ἦτο ἡ ἐνέργεια τοῦ Ὑπουργείου.
§155Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. Τὴν ἐνέργειαν τοῦ Ὑπουργείου δὲν τὴν ἔψεξα ποσῶς, διότι θὰ κατέληγον ἐκεῖ ποὺ θὰ καταλήξω.
§156Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ἐψέξατε τὴν ἐνέργειαν ἑνὸς ὑπαλλήλου διότι ἔπρεπε νὰ παραχωρήσῃ ὁ ἰδιοκτήτης τὰ πατητήρια του. Ἐὰν ἔχητε τὴν ἰδέαν ὅτι ἡ ἰδιοκτησία δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ εἰς βωμὸς πρὸ τοῦ ὁποίου εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ προσφέρητε κάθε συμφέρον...
§157Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. Κάθε ἄλλο. Εἶπον ἄλλοτε διὰ τοὺς φόβους, οἱ ὁποῖοι ὑπῆρχον ἐδῶ μέσα, ὅτι πιθανὸν νὰ μὴ γίνῃ καλλιέργεια καὶ ὅτι ὁ ἰδιοκτήτης ὀφείλει νὰ συμμορφοῦται πρὸς τὰς ἀνάγκας, δὲν ἔψεξα τὴν γνώμην, ποῦ ἔδωκεν ὁ ὑπάλληλος, ψέγω τοῦτο, ὅτι τὴν ὥραν ποῦ θὰ κατέληγεν ἡ συμφωνία διὰ νὰ πληρώσῃ δὲν πρέπει νὰ συμβουλεύῃ τοὺς χωρικούς.
§158Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Δὲν ἐγένετο αὐτό. Ὁ ὑπάλληλος ὑπέβαλεν εἰς ἐμὲ γνώμην, ἡ ἀταξία δὲ ἔγκειται εἰς τὸ ὅτι ὑπέθεσα πρὸς στιγμήν, μετὰ τὴν κατάληψιν ἡ ὁποία ἐγένετο τοῦ κτήματος, ὅτι εἶχε δοθῇ ἐντολὴ εἰς αὐτό. Ἀλλά, σημειώσατε, ὅτι εἰς τὸ πρωτόκολλον περὶ διανομῆς, τὸ ὁποῖον ἐγένετο ἐπὶ τόπου παρὰ τοῦ ὑπαλλήλου περιέλαβεν αὐτὸ, τὰ πατητήρια διὰ τὸ τρέχον ἔτος εἰς τὴν περιοχὴν, ἡ ὁποία περιῆλθεν εἰς τοὺς χωρικοὺς ἕνεκα τῆς ἀνάγκης, τὴν ὁποίαν εἶχον διὰ τὸ τρέχον ἔτος, αὐτὸ ὑπῆρξεν ὑπέρβασις τῆς ἐντολῆς, ἡ ὁποία ἐδόθη εἰς αὐτὸν ἐκ μέρους τῆς ὑπηρεσίας καὶ διὰ τοῦτο τὸν ἐθεώρησα χρηστότατον καὶ ἐντιμώτατον ὑπάλληλον ἄξιον νὰ τιμωρηθῇ διὰ νὰ τὸν καταστήσω προσεκτικὸν προκειμένου τὸ Ὑπουργεῖον νὰ ἀναλάβῃ κολοσσιαίαν ἀπαλλοτρίωσιν χιλιάδων τσιφλικίων ὅπως περιορίζεται ἐντὸς τῶν ὁρίων τῆς ἐντολῆς.
§159Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. Ἐξηγήσεις ἤθελον νὰ δώσω. Αὐτὴ εἶναι ἡ τροπολογία, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον καὶ πρὸς τὴν διατίμησιν εἶπον πολλά. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον κυρίως πρέπει νὰ ἀπαλειφθῇ εἶναι ὁ περιορισμὸς τοῦ ἐνοικίου. Παρέλειψα ἓν ζωντανὸν πρᾶγμα νὰ σᾶς εἴπω. Εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι πάντοτε καὶ κατὰ τὴν πολιτικὴν τὴν σημερινὴν ἠγοράσθησαν καὶ ἀγοράζονται κτήματα ἀγροτικὰ καὶ ὅτι ὁ ἀγοραστὴς δὲν στηρίζεται ἐπὶ τοῦ ἐνοικίου, ἀλλὰ ἐπὶ τοῦ κτήματος. Τρίτη καὶ τελευταία τροπολογία εἶναι ἡ ἑξῆς: Συμμερίζομαι κατὰ βάθος τὴν ἐπιθυμίαν τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἐπιδιωχθῇ ἀντὶ πάσης θυσίας ἡ ταχεῖα βελτίωσις τῶν κτημάτων, πάντοτε ἦτο ἐπιβεβλημένον κυρίως ὅμως τώρα μὲ τὴν δημιουργηθεῖσαν κατάστασιν. Αὐτὸ ἀπαιτεῖ τὸ συμφέρον τὸ κοινωνικὸν, εἶμαι δὲ τῆς ἀρχῆς ὅπως διὰ πολλῶν ἀρχῶν καὶ οὐχὶ διὰ μιᾶς νὰ ἐξευρίσκεται ἡ ἀξία διὰ νὰ δύνανται αἱ διάφοροι ἀρχαὶ νὰ ἐπιλαμβάνωνται συγχρόνως. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι χρειάζεται, χωρὶς ν’ ἐπιβαρυνθῇ τὸ ἔργον μεγαλειτέρα προσοχὴ εἰς τὸν καταρτισμὸν τῶν ἐπιτροπῶν. Ἔχω τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι ὁ διορισμὸς δύο μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς ἐκ μέρους τοῦ Ὑπουργοῦ, μελῶν, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουσι ψῆφον ἐπὶ τῆς ἀποζημιώσεως, ἀλλὰ μελῶν δικαστικῶν ἐφ’ ὅλων τῶν ἄλλων ζητημάτων, ὁ διορισμὸς δὲ εἶναι ὀρθός. Ἡ ἀποζημίωσις πρέπει νὰ μείνῃ ἐξ ὁλοκλήρου εἰς τὸ δικαστήριον. Ἐπιμένω εἰς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπον, εἶναι πολλὰ τὰ δικαστήρια, μὴ ἀφαιρέσητε τὸ δικαίωμα τῆς ἀποζημιώσεως, δὲν πρέπει νὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψει ὅτι τὸ δημόσιον εἶναι διάδικον καὶ ἐπειδὴ εἶναι διάδικον, νομίζω, ὅτι εἶναι ἀπρεπὲς καὶ δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ διορίζῃ αὐτὸ κατ’ οὐσίαν δικαστὰς τῶν ὑποθέσεών του. Ἀλλ’ ἐὰν ἠθέλατε ἀπομακρυνθῆ ἀπὸ τὴν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον, τὴν ὁποίαν ὑπαγορεύει αὐτὸ τὸ Σύνταγμα πάντες νὰ προσέξητε ἡ σύνθεσις νὰ εἶναι ἀρτιωτέρα, δυνάμεθα νὰ θέσωμεν τὸ δικαίωμα τῆς ἐπιλογῆς τῶν ὑπαλλήλων εἰς οἱονδήποτε Συμβούλιον καὶ εἰς αὐτὴν τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ἐὰν θέλητε, ἀλλὰ ποτὲ ἡ ἐκλογὴ νὰ μὴ ἀφεθῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, διότι θὰ ἀσκηθῇ πίεσις, ἡ ὁποία δὲν θὰ εἶναι εὐχάριστος καὶ θὰ γίνῃ ἀφορμὴ παρεξηγήσεων. Εἶχον καὶ ἄλλας τροπολλογίας, ἀλλὰ ἐπιφυλάσσομαι εἰς τὴν βʹ συζήτησιν νὰ ἀναπτύξω γενικώτερον τὸ θέμα, καθόσον ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι δι’ ὀλίγων τροπολογιῶν ὁ νόμος θὰ ἀποκτήσῃ κῦρος. Οὐδεὶς νόμος δὲν ἠμπορεῖ νὰ κρατηθῇ καὶ δὲν δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ, ἐὰν δὲν ἀναγνωρισθῇ εἰς τὴν κοινὴν συνείδησιν, ὅτι εἶναι δίκαιος καὶ δίκαιος εἶναι, ὅταν ἐξετάζῃ τὰ πράγματα καὶ τὰ θέτῃ εἰς τὴν θέσιν των.
§160ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις, ἵνα ἐπαναληφθῇ αὕτη τὴν 10ην μ.μ.
(Ὥρᾳ 8.20 μ. μ.)
ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΚΟΠΗΝ
(Ὥρᾳ 10.30′ μ. μ.)
§161ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Ὁ κύριος Βαλαλᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§162Ι. ΒΑΛΑΛΑΣ. Κύριοι Βουλευταί, ἐνθυμεῖσθε ὅτε πρὸ ὀλίγου, ὁ ἐκ Θεσσαλονίκης συνάδελφος κύριος Λόντος, ἐζήτησεν τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου καὶ ἐζήτησεν ἐπίσης νὰ ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, συνέβη ἓν ἔκτροπον πολὺ λυπηρόν. Οἱ Ὀθωμανοὶ συνάδελφοί μας, ἐπειδὴ ἠθέλησαν νὰ ὑποβάλωσι μικρὰν τροπολογίαν εἰς τὸ νομοσχέδιον, ἔκριναν σκόπιμον νὰ ζητήσωσι τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως. Ὑπέβαλον λοιπὸν, ἐπειδὴ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναπτύξωσιν εἰς τὴν Βουλὴν προφορικῶς τὸ αἴτημά των, ἓν σημείωμα ὑπογεγραμμένον παρ’ αὐτῶν, τὸ ὁποῖον ὑπέγραψαν τὴν τελευταίαν στιγμήν. Τὸ σημείωμα αὐτὸ τὸ παρουσίασαν εἰς τὸν ἐκ Θεσσαλονίκης συνάδελφον κύριον Λόντον, ὁ ὁποῖος ἐνόμισεν, ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ προσθέσῃ ἐπάνω, ἐπάνω ὡς φαίνεται, ἀπὸ τὸ σημείωμα, ὅτι παρεκάλουν νὰ γίνῃ ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§163Δ. ΛΟΝΤΟΣ. Δὲν ἔχουσι σχέσιν μὲ τὴν ἀλήθειαν αὐτὰ τὰ ὁποῖα λέγετε.
§164Ι. ΒΑΛΑΛΑΣ. Θὰ εἴπητε, πῶς οἱ συνάδελφοί μας δὲν διεμαρτυρήθησαν, ὅταν τὸ πρᾶγμα ἐξεδηλώθη δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν, ὅτι ἀγνοοῦν τὴν γλῶσσαν καὶ ὅτι δὲν δύνανται νὰ διατυπώσωσι τὴν γνώμην των ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Συνεπῶς αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἔκαμε ὁ κύριος συνάδελφος, νὰ μὴ ἐπιτρέψῃ νὰ εἴπω, ὅτι εἶναι ἄνανδρον, διότι ἂν ἐπρόκειτο περὶ Βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι ἐγνώριζον τὴν γλῶσσαν, οἱ ὁποῖοι ἠδύναντο νὰ διαμαρτυρηθῶσιν, τὸ πρᾶγμα, βεβαίως, δὲν θὰ ἦτο ἀξιοκατάκριτον, διότι θὰ ἠδύναντο νὰ ἐγερθῶσιν, νὰ εἴπωσιν, ὅτι δὲν ὑπέγραψαν καὶ ἀποσύρωσι τὴν ὑπογραφήν των. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κύριον Πρόεδρον νὰ ἐφαρμόσῃ τὸν Κανονισμόν.
§165Δ. ΛΟΝΤΟΣ. Ὁ κύριος Βουλευτὴς μετεχειρίσθη φράσεις μὴ ἁρμοζούσας, τὰς ὁποίας ἀφίνω νὰ ἐκτιμήσῃ ἡ Βουλή. Τὸ πρᾶγμα ἔχει ὡς ἑξῆς: Οἱ συνάδελφοι Ὀθωμανοὶ, οἱ ὁποῖοι εἶχον διατυπώσει τὴν αἴτησιν περὶ ἀναβολῆς, τὴν ὁποίαν εἶχον καὶ ὑπογράψει, παρεκάλεσαν καὶ ἐμὲ νὰ ὑπογράψω. Καθ’ ὃν χρόνον εἶχον οἱ συνάδελφοι τὴν αἴτησιν ὁ ἐξ Ἀχαϊοήλιδος συνάδελφος κύριος Κρεστενίτης, μοῦ εἶπε νὰ ὑπογράψωμεν μίαν ἄλλην αἴτησιν περὶ ἀναβολῆς διὰ ὀνομαστικῆς κλήσεως· εἶπον εἰς τὸν κύριον Κρεστενίτην, ὅτι, ὅπως σὺ ζητεῖς τὴν ἀναβολὴν δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, καθ’ ὅμοιον τρόπον ζητοῦν καὶ οἱ ἄλλοι συνάδελφοι ἐκ Μακεδονίας καὶ εἰμπορεῖτε νὰ συνεννοηθῆτε ἀπὸ κοινοῦ διὰ τὴν ὑπογραφὴν τῆς προτάσεως. Συνεννοήθη καὶ ὁ κύριος Κρεστενίτης καὶ διὰ τοῦ κονδυλοφόρου τοῦ κρατοῦντος τὴν ἀναφορὰν ἔγραψεν ὁ ἴδιος τὴν πρότασιν περὶ ἀναβολῆς δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως. Δὲν ἔπραξα ἐγὼ τίποτε, οὔτε ἀνεμίχθην. Τὸ πρᾶγμα οὕτως ἔχει. Ἐὰν οἱ Ὀθωμανοὶ συνάδελφοι δὲν εἶχον τὴν πρόθεσιν νὰ ζητήσωσι τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, τοῦτο δὲν δύναμαι νὰ τὸ γνωρίζω, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπεισέλθω εἰς τὰς σκέψεις τῶν κυρίων συναδέλφων. Τοῦτο βεβαιῶ, ὅτι κατὰ τὴν στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐγένετο τὸ πρᾶγμα εἶχον τὴν ἀπόλυτον βεβαιότητα, ὅτι εἶναι σύμφωνοι τόσον οἱ μὲν, οἱ ὁποῖοι ἐζήτουν τὴν ἀναβολὴν ὅπως ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὅσον καὶ οἱ ἄλλοι οἱ ὁποῖοι εἶχον τὴν ἄλλην πρότασιν. Ἐγὼ τοῦτο θέλω νὰ διαδηλώσω, ὅτι ἐγὼ ἐν καλῇ πίστει εὑρισκόμενος ἔπραξα ὅ,τι ἔπραξα. Δὲν εἶμαι δὲ ἐγὼ ὁ σημειώσας τὰς λέξεις ἐπάγω εἰς τὴν πρότασιν τῶν Ὀθωμανῶν συναδέλφων, ἀλλ’ ὁ κύριος Κρεστενίτης. Ταῦτα χάριν τῆς ἀληθείας, διότι τὰ πράγματα οὕτω ἔχουσι καὶ μόνον οὕτω.
§166ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος συνάδελφος πρὸ ὡρῶν μὲ ἐβεβαίωσεν, ὅτι εἶναι ἐντελῶς ξένοι οἱ Ὀθωμανοὶ συνάδελφοι πρὸς τὴν ὑποβληθεῖσαν πρότασιν περὶ ὀνομαστικῆς κλήσεως. Σκοπὸν εἶχον νὰ ὑποβάλωσι πρότασιν ἀναβολῆς, ἵνα ὑποβάλωσι τροπολογίαν. Ἄλλως τε δὲ καὶ ἐκ τῆς ὑποβληθείσης τροπολογίας φαίνεται πλέον ἢ φανερά, ὅτι προσετέθη αἴτησις τὴν ὁποίαν δὲν ἐζήτουν οἱ Ὀθωμανοί.
§167Δ. ΛΟΝΤΟΣ. Ἐγὼ ἐξέθηκα τὰ πράγματα, ὅπως εἶχον. Δὲν ἀμφισβητῶ δὲ ὅτι πιθανὸν τὴν στιγμὴν αὐτὴν οἱ Ὀθωμανοὶ συνάδελφοι νὰ ἤθελον νὰ ζητήσουν ὀνομαστικὴν κλήσιν.
§168ΑΛΗ ΦΕΡΗΤ. Ὁ κύριος Λόντος καὶ ὁ ἄλλος συνάδελφος ἦλθον καὶ ἐζήτησαν νὰ βάλουν τὴν ὑπογραφήν των· ἔδωσα καὶ τὸ δικό μου τὸ χαρτὶ καὶ ἐκεῖ ἐπάνω προσέθεσε κάτι τι, τὸ ὁποῖον ἐγὼ ἐνόμιζον, ὅτι ἔλειπε, διότι τὸ χαρτὶ ὡς σᾶς εἶπον τὸ εἶχα ἐγὼ καὶ οὔτε ἤξευραν οἱ ἄλλοι συνάδελφοι τίποτε.
§169Κ. ΑΛΑΒΑΝΟΣ. Αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἔγραψεν ὁ κύριος Κρεστενίτης, τὸ ἐγνώριζεν ὁ κύριος Λόντος;
§170Δ. ΛΟΝΤΟΣ. Ὅταν εἶχε κατατεθῆ ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν ἐγὼ δὲν κατέθεσα, εἶπον, ὅτι δὲν δύναται νὰ προχωρήσῃ ἡ συζήτησις, διότι ὑπῆρχε μία πρότασις, δὲν ἐπιτρέπω δὲ εἰς οὐδένα νὰ ἀμφισβητῇ τὴν καλήν μου πίστιν.
§171ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει καλῶς. Ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας ἔχει τὸν λόγον.
§172Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Δὲν γνωρίζω, κ. βουλευταί, ἂν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐκ Κεφκύρας ἀνέπτυξεν ὅλα τὰ ἐπιχειρήματα αὑτοῦ ἢ ἄφισε καὶ μερικὰ ἐξ αὐτῶν ὡς ἐφεδρείαν διὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν. Διότι ἤκουσα, ὅτι μεθ’ ὅλην τὴν μακράν του ἀγόρευσιν, θὰ ἐπανέλθῃ ἴσως βραδύτερον εἰς δευτέραν συζήτησιν. Ἔχω ἐν τούτοις τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἐξήντλησε τὸ θέμα καὶ ὅτι δύναμαι νὰ ἀπαντήσω εἰς αὐτὸν ἀπὸ τοῦδε, μὴ σκοπεύων νὰ ἐπανέλθω εἰς τὴν δευτέραν συζήτησιν, ἐν ᾗ περιπτώσει, ὡς φρονῶ, ἐπαναλάβῃ τὰ αὐτὰ ἐπιχειρήματα, διότι εἶναι δύσκολον κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν νὰ ἐπανέλθω καὶ ἐγὼ ἐπὶ τῶν ἰδίων ἐπιχειρημάτων, τὰ ὁποῖα θὰ ἀναπτύξω σήμερον. Κύριοι βουλευταί, τὸ ζήτημα τῆς ἐκτιμήσεως εἶναι τὸ μᾶλλον ἐπίμοχθον, καὶ ἴσως τὸ δυσκολώτερον στοιχεῖον τοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος, τολμῶ μάλιστα νὰ εἴπω, ὅτι, ἐὰν δὲν ὑπῆρχε ζήτημα ἐκτιμήσεως δὲν θὰ ὑπῆρχε ζήτημα ἀγροτικόν. Ἐὰν οἱ ἰδιοκτῆται ἐλάμβανον ὅσο ζητοῦν καὶ οἱ ἀγρόται ἦσαν εἰς θέσιν νὰ πληρώσουν τὸ ζητούμενον ποσὸν καὶ μάλιστα τοῖς μετρητοῖς, ὑποθέτω, ὅτι τὸ ἀγροτικὸν ζήτημα εἰς κάθε χώραν θὰ εἶχε λυθῆ πρὸ πολλοῦ κατὰ τὸν ὁμαλώτερον τρόπον. Ἀλλὰ τοῦτο εἶναι ἀδύνατον καὶ ὑπάρχει ἀνάγκη τῆς παρεμβάσεως τοῦ Κράτους. Καὶ ὑπῆρξεν ἀνάγκη τῆς παρεμβάσεως τοῦ Κράτους, καὶ ἐζητήθη ἡ παρέμβασις αὐτοῦ. Ἡ μεσολάβησις, κύριοι, τοῦ Κράτους τείνει ἀφ’ ἑνὸς εἰς τὸ νὰ παράσχῃ γῆν εἰς τοὺς ἀκτήμονας καλλιεργητάς, καὶ ἀφ’ ἑτέρου νὰ παράσχῃ τὴν γῆν αὐτὴν εἰς τιμήν, ἡ ὁποία ν’ ἀνταποκρίνηται πρὸς τὴν Δικαιοσύνην, ἀλλ’ ὄχι ἀναμφιβόλως καὶ πρὸς τὰς ὑπερόγκους ἀξιώσεις τῶν γαιοκτημόνων, καὶ ἀφ’ ἑτέρου νὰ ἐπιτρέπῃ τὸν σχηματισμὸν βιωσίμων νέων γεωργικῶν ἰδιοκτησιῶν. Ἀλλ’ ἐρωτᾶται κ. βουλευταί, οἱ ὅροι, τοὺς ὁποίους ἀνέγραψεν ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν ἀγροτικὴν νομοθεσίαν, ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῆς ἐκτιμήσεως, ἀνταποκρίνονται πρὸς τὰς δύο ταύτας ἀρχάς; Ἐλπίζω, κ. βουλευταί, ὅτι θέλει σᾶς ἀποδείξω, ὅτι πράγματι ἀνταποκρίνονται καὶ πρὸς τὴν ἀντίληψιν περὶ Δικαιοσύνης, τὴν ὁποίαν ὀφείλει νὰ τηρήσῃ τὸ Κράτος ἀπέναντι τῶν ἰδιοκτητῶν, τῶν ὁποίων ἀπαλλοτριοῖ τὴν ἰδιοκτησίαν, ἀλλὰ καὶ ἀπέναντι τῆς ἀναγκαίας μεταρρυθμίσεως, τὴν ὁποίαν ὀφείλει ν’ ἀντικρύσῃ, τὴν ἀνάγκην δηλαδὴ τῆς ζωτικότητος τῶν νέων μικρῶν ἰδιοκτησιῶν. Ἀλλὰ κύριοι βουλευταί, ἀνεξαρτήτως τοῦ ἂν οἱ κανόνες, τοὺς ὁποίους θέτομεν ἀνταποκρίνονται πλήρως πρὸς τὰς ἀρχάς, περὶ τῶν ὁποίων σᾶς ὡμίλησα. Ἠμφισβητήθη εἰς ἡμᾶς καὶ τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ θέσωμεν τοὺς κανόνας τούτους, καὶ ἠμφισβητήθη τὸ δικαίωμα αὐτὸ ἐν ὀνόματι τοῦ Συντάγματος ἡμῶν. Πρὸ τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ ἐκ Κερκύρας ἕτερος παλαιὸς πολιτευτής, τὸν ὁποῖον ἰδιαιτέρως κύριοι ὑπολήπτομαι, ἐπέμεινεν ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου, ὅτι ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ θέσῃ τοιούτους κανόνας. Τὸ Σύνταγμα ἐν τούτοις δὲν ἀναγράφει οὐδεμίαν ἀπαγόρευσιν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας εἰς τὸ νὰ νομοθετῇ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Δύο περιορισμοὺς θέτει, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀπαλλοτρίωσιν τῶν κτημάτων, ὅτι ἡ ἀπαλλοτρίωσις πρέπει νὰ γίνῃ διὰ τῆς δικαστικῆς ὁδοῦ, ὅπως ἐξασφαλίζηται ὅλη ἡ ἀπαιτουμένη ἐγγύησις περὶ ἀπονομῆς τῆς Δικαιοσύνης, καὶ δεύτερον, ὅτι ἡ κατάληψις τῶν κτημάτων πρέπει νὰ γείνῃ μετὰ προηγουμένην καταβολὴν ἀποζημιώσεως. Τοὺς ὅρους τούτους ἀναντιρρήτως θὰ τοὺς τηρήσωμεν. Ἀλλὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἀντιταχθῇ καὶ τὸ ἐπιχείρημα, ὅτι, ἐὰν τὸ Σύνταγμα οὐδεμίαν θέτει ἀπαγόρευσιν, ἐν τούτοις ἀπαγορεύεται εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν νὰ θέτῃ κανόνας ἐκτιμητικοὺς περὶ ἀπαλλοτριώσεως. Διότι, κύριοι βουλευταί, τί νομίζετε, ὅτι λέγει; Ὅταν ἐψηφίσθη εἰς τὴν ἀναθεωρητικὴν Βουλὴν ἡ διάταξις τοῦ 17 ἄρθρου τοῦ Συντάγματος περὶ ἀπαλλοτριώσεως, ἡ ἀναθεωρητικὴ Βουλὴ εἶχεν ὑπ’ ὄψει της τοὺς νόμους τότε περὶ ἐκτιμήσεως, τοὺς ἰσχύοντας τότε, καὶ ἄρα ἔκτοτε οἱ νόμοι ἐκεῖνοι οἱ θέτοντες κανόνας ἐκτιμήσεως προήχθησαν ἀντιστάσεως μὴ οὔσης, εἰς νόμους Συνταγματικούς.
§173Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. Δὲν εἶπα ἐγὼ αὐτό.
§174Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Δὲν εἴπατε καὶ τίποτε ἄλλο, ὑποθέτω ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου, λέγοντες, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν νὰ θέτῃ ἐκτιμητικοὺς κανόνας.
§175Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. Ὄχι, ὄχι.
§176Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Χαίρω πολύ. Ἐλέχθη ὅμως καὶ τοῦτο, ὅτι μέχρι τοῦ 1911 τὸ Κράτος εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ θέτῃ κανόνας ἐκτιμήσεως, ἀπὸ τοῦ 1911 ὅμως καὶ ἐντεῦθεν ὑπέστη μείωσιν καταστάσεως καὶ ἐστερήθη τοῦ δικαιώματος τούτου.
§177Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. Δι’ αὐτὸ αὐτοὶ οἱ νόμοι, ὅσοι ἔγιναν ὑπὸ τὸ Κράτος τοῦ προγενεστέρου συντάγματος, εἶναι ἀντισυνταγματικοί.
§178Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Δὲν εἶναι ἀνάγκη κύριοι βουλευταί, νὰ ἐπιμείνω ἐπὶ τοιούτων ἐπιχειρημάτων. Ὅ,τι ἠθέλησε νὰ ἐξασφαλίσῃ τὸ Σύνταγμα ἡμῶν, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀποζημίωσιν, δὲν τὸ παρεσιώπησεν, οὔτε ἄφισεν αὐτὸ εἰς τὴν αὐθαίρετον ἑκάστου κρίσιν. Τὸ Σύνταγμα ἡμῶν ἠθέλησε νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν δικαστικὴν ἀμεροληψίαν καὶ ἀνέγραψε τὴν ἰσοβιότητα τῶν δικαστῶν. Τὸ Σύνταγμα ἡμῶν ἠθέλησε νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν καταβολὴν τῆς ἀποζημιώσεως καὶ ἀνέγραψε τὴν διάταξιν ταύτην. Ἀλλὰ τοὺς κανόνας τῆς ἐκτιμήσεως ἀναντιρρήτως ἀνέθεσεν εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν ἑκάστοτε νὰ ὁρίζῃ διὰ διατάξεως γενικῶς. Δὲν εἶχε κανένα λόγον νὰ διαπιστῇ πρὸς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν, διότι ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἔχει δικαιώματα πολὺ μεγαλύτερα ἀπὸ τὴν ἁπλῆν διατύπωσιν κανόνων ἐκτιμήσεως. Διότι ἐν ᾗ περιπτώσει ἡ δυσπιστία τῆς Πολιτείας πρὸς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν ἦτο τοιαύτη, ἤθελε περιστείλῃ τὸ ἔργον τῆς Βουλῆς εἰς ἔργον πάρεργον, εἰς ἔργον κατατριβόμενον περὶ ἀσήμαντα πράγματα. Ἑπομένως οὔτε ὑπάρχει οὔτε ἠδύνατο νὰ ὑπάρχῃ κώλυμα συνταγματικόν, ἵνα ἀναγράψωμεν εἰς τὸν ἀγροτικὸν νόμον κανόνας περὶ ἐκτιμήσεως. Οἱ κανόνες ὅμως, τοὺς ὁποίους ἀναγράφομεν, ἀνταποκρίνονται τάχα εἰς τὴν κοινὴν ἀντίληψιν περὶ δικαιοσύνης; Δύναμαι, κύριοι, ἐκ τῶν προτέρων νὰ ἰσχυρισθῶ, ὅτι ἀνταποκρίνονται πρὸς πᾶσαν ἔννοιαν δικαιοσύνης καὶ ἀνταποκρίνονται πληρέστατα πρὸς πᾶσαν ἠθικὴν ἀντίληψιν καὶ οἱ ἀναγραφόμενοι εἰς τὸν ἰσχύοντα ἀγροτικὸν νόμον καὶ οἱ ἀναγραφόμενοι εἰς τὸ ὑπ’ ὄψει ἡμῶν νομοσχέδιον. Ποία εἶναι ἡ ἐκτίμησις, τὴν ὁποίαν ἐζήτησεν ὁ κ. βουλευτής. Ποία εἶναι ἡ ἐκτίμησις ἐκείνη, ἡ ὁποία δὲν ἀδικεῖ ἐκείνους, τῶν ὁποίων ἀφαιρεῖ τὴν ἰδιοκτησίαν διὰ νὰ τὴν μεταβιβάσῃ εἰς ἄλλους; Διὰ νὰ εἶναι δίκαιον τὸ Κράτος εἰς τὴν ἐκτίμησιν αὐτοῦ ὀφείλει νὰ παράσχῃ εἰς τὸν ἰδιοκτήτην τὴν τιμὴν τὴν σημερινήν, τὴν τιμήν, τὴν ὁποίαν ἔχει τὸ κτῆμα κατὰ τὸν χρόνον τῆς ἀπαλλοτριώσεως. Εἶναι εὔκολον, κύριοι, εἰς πάντα ἄνθρωπον, καὶ τὸν μᾶλλον ἄγνωστον καὶ τὸν μᾶλλον ἄπειρον εἰς παρατηρήσεις τῶν φαινομένων οἰκονομικῶν καὶ κοινωνικῶν εἶναι εὔκολον νὰ παρατηρηθῇ τὶ συμβαίνει σήμερον εἰς τὴν κοινωνίαν. Κάθε ἐπιχείρησις, ἡ ὁποία θὰ ἀπῄτει μίαν δαπάνην ἀπαιτοῦσαν μακρὰν ἐργασίαν, ἔχομεν ἁπτὸν παράδειγμα, ἔχει σταματηθῇ, διότι δὲν ὑπάρχει κανεὶς διατεθειμένος νὰ δαπανήσῃ χρήματα πρὸς προαγωγὴν ὑλικὴν δι’ ἐγκαταστάσεων διὰ τὸν παροξισμόν, τὸν ὁποῖον μάλιστα γνωρίζετε ὅτι εἶναι παροξυσμὸς παροδικὸς ὁ ὁποῖος ἐν τούτοις θὰ βαρύνῃ τὸ κτῆμα αὐτοῦ τὴν οἰκίαν του καὶ διὰ τοῦτο ἔχομεν παγκοσμίαν κρίσιν εἰς τὴν στέγασιν τοῦ πληθυσμοῦ. Ἐκεῖνο λοιπὸν τὸ ὁποῖον δὲν κάμνει καὶ ὁ ὀλιγώτερον σκεπτόμενος τῶν ἀνθρώπων, αὐτὸ ζητοῦν οἱ ἰδιοκτῆται νὰ κάμῃ τὸ Κράτος καὶ λέγουν πρὸς αὐτό: Θέλεις νὰ ἐφαρμόσῃς ἀγροτικὴν μεταρρύθμισιν; ἐξαργύρωσέ μας τὰ κτήματά μας εἰς τὴν σημερινὴν τιμὴν, ἀλλ’ ἀνάβαλε τὴν μεταρρύθμισιν. Τὸ δίλημμα, τὸ ὁποῖον σοῦ θέτομεν ἐνώπιόν σου, εἶναι δίλημμα, τοῦ ὁποίου δὲν δύνασαι νὰ ἐξέλθῃς. Ἀλλ’ εἶναι, κύριοι βουλευταὶ αἱ τιμαὶ τὰς ὁποίας ἀξιοῦν οἱ ἰδιοκτῆται, εἶναι τιμαὶ εὐθηναὶ, εἶναι τοὐλάχιστον τιμαί, τὰς ὁποίας θὰ ἠδύνατο νὰ ἐπιτύχουν οἱ γαιοκτήμονες εἰς τὴν ἐλευθέραν ἀγοράν; Διότι, κύριοι βουλευταὶ, εἶναι δυνατὸν πραγματικῶς διὰ μιᾶς τμηματικῆς πωλήσεως γῆς, ἐὰν πρόκειται νὰ πωληθῇ μιὰ λωρὶς γῆς καὶ ἂν ἀναπτυχθῇ συναγωνισμὸς, ἡ τιμὴ τῆς ἀγορᾶς θὰ ἀνέλθῃ εἰς ὕψη δυσθεώρητα. Ἀλλ’ ἐὰν ἤθελον εὑρεθῇ οἱ γαιοκτήμονες νὰ προσφέρωσιν ἐντὸς μιᾶς βραχείας προθεσμίας ὅλα τὰ τσιφλίκια, τὰ ὁποῖα ὑπάρχουν εἰς τὴν Ἑλλάδα εἰς τὴν ἐλευθέραν ἀγορὰν διὰ νὰ τὰ ἐκποιήσουν. Ὑπάρχει καὶ ὁ δυνάμενος νὰ ὑποστηρίξῃ ὅτι δύναται νὰ διατηρηθῇ ἡ σημερινὴ τιμὴ τῶν γαιῶν καὶ ὅτι ἕνεκα τῆς ἀθρόας αὐτῆς προσφορᾶς δὲν θὰ ἤρχιζαν αἱ τιμαὶ αὐθωρεὶ ἄνευ τῆς ἐλαχίστης ἀναβολῆς, νὰ ὑφίστανται μίαν ἐπιχείρησιν τῆς ὁποίας οὐδεὶς θὰ ἠδύνατο νὰ καθορίσῃ τὸ ἔσχατον ὅριον ἐκ τῶν προτέρων. Ἐκεῖνο λοιπὸν τὸ ὁποῖον δὲν δύνανται νὰ ἐπιτύχουν μὲ κανένα τρόπον εἰς τὴν ἀγορὰν, τὰς τιμὰς τῆς ἀπολύτως ἐξαιρετικὰς τῶν σημερινῶν ἡμερῶν, καὶ αὐτοὶ ζητοῦν τὸ Κράτος νὰ ρευστοποιήσῃ τὰς περιουσίας των, καὶ ἂν δὲν ρευστοποιήσῃ τὰς περιουσίας των, εἰς τὰς σημερινὰς τιμάς, ἀρνοῦνται εἰς αὐτὸ τὴν δικαιοσύνην. Ἀλλὰ, κύριοι βουλευταί, ἐν ᾗ περιπτώσει ἤθελεν υἱοθετήσῃ ἡ Κυβέρνησις τοιαύτας προτάσεις, ὑποθέτω δηλ. ὅτι θὰ εἶχον τὴν εἰλικρίνειαν νὰ μὴ ἀποδεχθῶ μέτρα τοιαῦτα μὲ τὸ πρόσχημα μιᾶς πολιτικῆς γεωργικῆς ἢ μὲ τὸ πρόσχημα πολὺ περισσότερον ἀκόμη ψευδέστερον, μιᾶς μερίμνης ὑπὲρ τῶν ἀκτημόνων πληθυσμῶν, καθῆκον εἶχον νὰ δηλώσω σαφῶς, ὅτι ἀναλαμβάνω μίαν πολιτικὴν ἀποβλέπουσαν μόνον εἰς ἕνα συμφέρον τῶν γαιοκτημόνων. Κύριοι βουλευταί, ἤκουσα τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον νὰ εἴπῃ ὅπως ἤκουσα καὶ παρὰ πολλῶν ἄλλοτε νὰ εἴπουν ὅτι εἶναι ὑπὲρ τῆς γεωργικῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ δὲν συμφωνοῦν μὲ αὐτὴν εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἀπαλλοτριώσεως. Δὲν γνωρίζω ἂν ὑπάρχουν καὶ ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι νὰ λέγουν, εἴμεθα κεκηρυγμένοι κατὰ τῆς ἀγροτικῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως ἀλλὰ συμφωνοῦμεν μὲ αὐτὴν εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἐκτιμήσεως. Ἂν ἐπρόκειτο ἐγὼ τοὐλάχιστον νὰ ἐκλέξω μεταξὺ τῶν δύο ἀναντιρρήτως θὰ ἐξέλεγον τοὺς δευτέρους διότι αὐτοὶ μὲν δὲν ἀναγνωρίζουν τὴν ἀνάγκην καὶ τὴν χρησιμότητα τῆς ἀγροτικῆς μεταρρυθμίσεως ἀλλ’ ἀνομολογοῦσιν, ὡς εἶναι πρέπον νὰ ἀνομολογήσωσιν ὅτι ἐν ᾗ περιπτώσει ἡ Κυβέρνησις, τὸ Κράτος ἤθελε σκεφθῆ νὰ ἐπιχειρήσῃ νὰ μετέλθῃ μίαν ἀγροτικὴν πολιτικὴν οἵαν μετέρχεται σήμερον ἡ Κυβέρνησις, εἷς καὶ μόνον τρόπος ὑπάρχει, νὰ ἐφαρμοσθῇ αὐτὸς ὁ κανονισμός, τουτέστι τῆς ἐκτιμήσεως καθ’ ὃν τρόπον νομίζει ἡ Κυβέρνησις, ἐν ᾧ οἱ ἄλλοι οἱ ἐξαιροῦντες τὴν χρησιμότητα καὶ τὴν ἀνάγκην τῆς ἀγροτικῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως φροντίζουν συγχρόνως παντὶ σθένει νὰ καταστήσουν τὴν πολιτικὴν ἀνεφάρμοστον καὶ ὅταν εὑρίσκωνται εἰς δυσχερῆ θέσιν τὸ ἀνομολογοῦν, διότι ἀνομολογοῦν ὅτι εἶναι ἀδύνατος ἡ ἐφαρμογὴ μὲ πληρωμὴν εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας ἀδικαιολογήτως καὶ ἀδίκως τῶν σημερινῶν τιμῶν, ἀλλὰ συγχρόνως λέγουσιν ἂν δὲν εἶναι τὸ Κράτος εἰς θέσιν νὰ μᾶς ἐξαργυρώσῃ τὰς περιουσίας μας εἰς τὰς τιμὰς αὐτὰς εὑρίσκεται εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ματαιώσῃ τὴν ἐφαρμογὴν τῆς πολιτικῆς αὐτῆς.
§179Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. Δὲν εἶπον ἐγὼ αὐτό, διαμαρτύρομαι.
§180Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Δὲν φαντάζομαι ὅτι εἴπετε καὶ τίποτε ἄλλο. Ἀλλ’ ἐὰν κ. βουλευταί, ἀπὸ τῆς ἀπόψεως ταύτης εἶναι προφανὲς ἀδικαιολόγητος ἡ ἀξίωσις ἡ ὑποβληθεῖσα εἰς τὴν Βουλὴν περὶ καταβολῆς τῶν σημερινῶν τιμῶν, ἐπανέρχεται ἡ ἀξίωσις αὐτὴ ὑπὸ νέαν μορφήν, μεταβαλλομένων τῶν φράσεων φρονοῦν ὅτι προβάλλουν νέον ἐπιχείρημα καὶ λέγουν: ἐὰν δὲν δικαιολογῆται ἡ καταβολὴ τῶν σημερινῶν τιμῶν, διότι αἱ τιμαὶ αὐταὶ εἶναι ἐξαιρετικαὶ καὶ ἀκανόνιστοι ἄρα δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ ἀναγνωρίσωμεν τὰς τιμὰς ταύτας, ἐφ’ ὅσον ἔλαβον χαρακτῆρα πάγιον καὶ ὁριστικόν; Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀφήσωμεν τὸ ζήτημα ἐλεύθερον νὰ κριθῇ ὅτι ἐφόσον αἱ τιμαὶ αὗται δὲν εἶναι τιμαὶ πλέον παροδικαὶ ἀλλ’ εἶναι τιμαὶ μόνιμοι καὶ διαρκεῖς ὅτι ὀφείλουν αἱ τιμαὶ αὗται νὰ καταβληθοῦν εἰς αὐτοὺς ἢ νὰ καταβληθῇ κατὰ τοσοῦτον μέρος τῶν σημερινῶν τιμῶν ὅσον δύναται νὰ θεωρηθῇ βέβαιον ὅτι ἐπαγιώθη; Καὶ ἐπεκαλέσθην πρὸς τοῦτο καὶ δήλωσιν γενομένην ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ὑπὸ τοῦ προκατόχου μου Ὑπουργοῦ, ὅστις ἀνεγνώρισεν ὅτι ἐφ’ ὅσον εἶναι ὁριστικαὶ ἐπὶ τοσοῦτον θὰ ἀναγνωρισθῶσιν εἰς τὴν ἐκτίμησιν τῆς ὀφειλομένης ἀποζημιώσεως. Ἀλλά, κύριοι βουλευταί, δὲν ἔχομεν περὶ αὐτοῦ νὰ σκεφθῶμεν οὐδὲ τὰ πρῶτα τῶν δικαστηρίων θὰ εἶναι πλουσιώτερα ἐκείνων τὰ ὁποῖα διαθέτει ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία. Γνωρίζομεν καλῶς, καὶ τὸ γνωρίζομεν κατὰ τρόπον, δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, αὐθεντικόν, ὅτι αἱ τιμαὶ αὗται εἶναι τιμαὶ ἐξαιρετικαί, ὅτι εἶναι τιμαὶ ὀφειλόμεναι ἀποκλειστικῶς εἰς γεγονότα, εἰς γεγονότα ἔκτακτα, ὅτι εἶναι τιμαὶ ὀφειλόμεναι, διὰ νὰ μεταχειρισθῶ τὴν φρᾶσιν τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ, εἰς μίαν θεομηνίαν. Ἤκουσα δὲ ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον κ. βουλευτὴν παράδοξον θεωρίαν ὅτι θεομηνία ὑπάρχει μόνον ἐφ’ ὅσον εἶνε περιωρισμένη τοπικῶς.
§181Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. Δὲν εἶπον αὐτό.
§182Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ἀλλ’ ἐν ὅσῳ ὁ παγκόσμιος πόλεμος ἔχει ἕνα χαρακτῆρα καθολικὸν δὲν ὑπάρχει θεομηνία, τὸ γεγονὸς γίνεται διαρκές, ὁ πόλεμος μένει ἀείζωος καὶ αἱ τιμαὶ διαιωνίζονται.
§183Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. Ἀσφαλῶς δὲν εἶπον αὐτό.
§184Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ἡ θεομηνία εἶναι ἂν ἔπεσε εἰς ἓν μέρος χάλαζα....
§185Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. Τὸ ἀνέφερα ὡς παράδειγμα· δὲν ἐστήριξα ἐπ’ αὐτοῦ ἐπιχειρήματα. Ἀπορῶ πῶς τὸ ἀντιλήφθητε ἀντιθέτως.
§186Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Γνωρίζομεν, κύριοι βουλευταί, ὅτι τὸ αἴτιον, τὸ ὁποῖον προεκάλεσε τὰς σημερινὰς πρωτοφανεῖς εἰς τὴν οἰκονομικὴν ἱστορίαν τοῦ κόσμου τιμὰς εἶναι παροδικόν, διότι αἱ τιμαὶ αἱ σημεριναὶ εἶναι νόθοι τιμαί, ἀπαύγασμα τῆς πολεμικῆς καταστάσεως. Ἀλλ’ εἰς τοῦτο ὁ ἀξιότιμος κ. βουλευτὴς εἶχε νὰ μοῦ ἀντιτάξῃ τὸ ἑξῆς: Ἀλλὰ δὲν παρατηρῆτε, ὅτι ὁ πόλεμος ἔληξεν ἀπὸ ἑνὸς ἔτους, καὶ αἱ τιμαὶ ἐξακολουθοῦν νὰ διατηρῶνται ὄχι εἰς τὸ αὐτὸ ἀλλ’ εἰς ἔλασσον ἐπίπεδον, χωρὶς ὅμως νὰ ἐπανέλθωσιν εἰς τὰς προπολεμικάς....
§187Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. Εἶναι ἀνώτεραι τώρα.
§188Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ἀκόμη περισσότερον, ὅτι αἱ τιμαὶ ἀνῆλθον περισσότερον. Ἂν δὲν ἀπατῶμαι, κύριοι βουλευταί, ἀληθῶς πρὸ ἑνὸς ἔτους κατετέθησαν τὰ ὅπλα τῶν ἐμπολέμων μερῶν, ἀλλὰ θὰ ἦτο εἰς ἄκρον ἀφελὴς ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ ἐπίστευεν, ὅτι ἅμα τῇ καταθέσει τῶν ὅπλων διὰ τῆς σάλπιγγος, ἡ ὁποία θὰ ἐξήγγελλε τὴν κατάπαυσιν τῶν ἐχθροπραξιῶν, θὰ ἔφευγον ὡς φάσμα ἀπὸ τὸν κόσμον καὶ αἱ οἰκονομικαὶ ἀνωμαλίαι, εἰς τὰς ὁποίας ὀφείλεται ἡ ὕψωσις τῶν τιμῶν, διότι θὰ γνωρίζῃ οἱοσδήποτε ἐγκύψας εἰς τὴν μελέτην στοιχειωδῶς τῶν οἰκονομικῶν πραγμάτων, ὅτι ἂν κατετέθησαν τὰ ὅπλα, ὅτι οὔτε κἂν ἡ ἀποστράτευσις συνετελέσθη ὡς διὰ μαγείας, ὅτι οὔτε κἂν αἱ μεταφοραὶ ἀνέκτησαν τὰ πρότερον αὐτῶν μέσα, ἀλλ’ οὔτε κἂν διὰ μιᾶς ἡ πολεμικὴ βιομηχανία μετετράπη καὶ πάλιν εἰς εἰρηνικήν, ἀλλ’ οὔτε ὅτι συνεπληρώθησαν τὰ χάσματα, τὰ ὁποῖα ἐγεννήθησαν οὔτε ἀποκατεστάθησαν αἱ καταστραφεῖσαι χῶραι εἰς τὴν προτέραν των ἀκμήν, οὔτε αἱ ἀποκλεισθεῖσαι χῶραι εἰσῆλθον διὰ μιᾶς εἰς τὴν διεθνῆ ἀγοράν. Ἀλλ’ ἀκόμη, κύριοι βουλευταί, θὰ ἐγνώριζεν, ὅτι θὰ ἐγεννᾶτο ζήτημα πολὺ μεγαλείτερον κατὰ τοὺς πρώτους μετὰ τὸν πόλεμον μῆνας, εἰς πλεῖστα ὅσα εἴδη, ἂς λάβωμεν ὡς παράδειγμα τὰ εἴδη τοῦ ἱματισμοῦ· ὁ στρατὸς ὁλόκληρος ἐπανερχόμενος θὰ μετέβαλεν ἔνδυμα καὶ θὰ εἴχωμεν μίαν ἀθρόαν ζήτησιν ὑφασμάτων, δι’ ἐνδυμασίας πολιτικάς, καὶ θὰ εἴχωμεν μίαν ὕψωσιν ὄχι ὡς φαινόμενον παράδοξον, ἀλλὰ φυσικόν, διά τινα εἴδη καὶ μείωσιν εἰς ἄλλα, ἀλλὰ θὰ προσεδόκα, ὅτι πάντα ταῦτα θὰ παρήρχοντο καὶ μετὰ ἕν, δύο, τρία ἔτη ὅλαι αἱ ἐλλείψεις, αἱ δημιουργηθεῖσαι ἐκ τοῦ πολέμου θὰ ἀνεπληροῦντο ἐκ τῆς ἐργατικότητος μεθ’ ἧς ἤθελεν ἐπιδοθῆ ἡ ἀνθρωπότης εἰς τὴν ἀναπαραγωγήν, καὶ ὅτι βαθμηδὸν ἀλλ’ ἀναντιρρήτως, εἰς βραχύτατον διάστημα θὰ ἐπανηρχόμεθα εἰς μίαν σταθερὰν τιμὴν πολὺ ἀπέχουσαν, πολὺ κατωτέραν τῆς σημερινῆς. Καὶ ἂν τοῦτο εἶναι ἀληθὲς δι’ ὅλην τὴν οἰκονομικὴν παραγωγήν, εἶναι ἐξαιρετικῶς ἀληθὲς διὰ τὴν γεωργικὴν παραγωγήν. Διότι, κύριοι βουλευταί, ἔχετε γνῶσιν, ὅτι τὸ φάσμα τῆς πείνης, τὸ ὁποῖον ἐτάραξε τοὺς λαοὺς κατὰ τὸν πόλεμον, ἐγέννησε καὶ δικαίως σκέψεις σήμερον περὶ παραγωγῆς πλουσιωτέρας κατὰ ποσόν, περὶ παραγωγῆς ἐντατικωτέρας καὶ εἰς χώρας ἀκόμη αἱ ὁποῖαι πρότερον ἦσαν ἀφωσιωμέναι ἀποκλειστικῶς εἰς παραγωγὴν καθαρῶς βιομηχανικήν, καὶ αἱ ὁποῖαι ὅλην τὴν χρήσιμον εἰς αὐτοὺς ποσότητα τῶν δημητριακῶν καρπῶν τὴν εἰσῆγον ἔξωθεν. Καὶ γνωρίζετε, κύριοι βουλευταί, ὅτι πρώτη ἡ Ἀγγλία, ἡ ὁποία κατὰ τὸν πόλεμον ἐνέτεινε τὴν γεωργικήν της παραγωγήν, ἔλαβεν ἀπὸ τοῦδε μέριμναν, ἢ μᾶλλον ἐξήγγειλε διὰ στόματος τοῦ Πρωθυπουργοῦ αὐτῆς, ὅτι θὰ λάβῃ μέριμναν τοιαύτην, ὥστε νὰ ἐξασφαλίσῃ ὅσον τὸ δυνατὸν μεγαλειτέραν σιτάρκειαν ἐντὸς τῆς χώρας. Διὰ τοῦτο καὶ ἡ Ἀγγλία ἀκόμη, παρὰ ἕνα κανόνα, ὁ ὁποῖος ἔχει ἰσχὺν ἀληθῶς καταστατικήν, ἀληθῶς συνταγματικὴν διὰ τὴν χώραν ἐκείνην, τὸν κανόνα τῆς ἐλευθέρας ἐμπορίας, διὰ τοῦ στόματος τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἀνήγγειλεν, ὅτι θὰ λάβῃ μέτρα προστατευτικὰ ὑπὲρ τῆς παραγωγῆς. Λοιπόν, ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς καὶ εἰς τὰς χώρας, αἱ ὁποῖαι μέχρι τοῦδε δὲν παρῆγον, θὰ ἀρχίσῃ αὐξανομένη ἡ παραγωγή, θὰ ἔχωμεν ἀφ’ ἑτέρου καὶ χώρας ἄλλας, αἱ ὁποῖαι ἔχουσιν ἀπεράντους ἐκτάσεις ἀνεκμεταλλεύτους, τὰς ὁποίας θὰ θέσωσιν ἐν χρήσει καὶ θὰ τὰς ἐκμεταλλευθοῦν. Ἀλλ’ ἔχομεν ἐπίσης καὶ ἐντὸς τῆς χώρας ἡμῶν καὶ ἐντὸς ἄλλων χωρῶν ἀπείρους ἐκτάσεις ἑλῶν καὶ τελμάτων, αἱ ὁποῖαι διὰ τῆς ἐπιμελείας, τὴν ὁποίαν θὰ καταβάλουν οἱ λαοί, θὰ παραδοθοῦν καὶ αὗται εἰς τὴν γεωργίαν. Ἀναμφισβητήτως λοιπόν, ἐφ’ ὅσον ἡ παραγωγὴ κατὰ τὸ μέλλον ὄχι μόνον δὲν θὰ βαίνῃ ἐλαττουμένη, ἀλλ’ ἀπεναντίας θὰ βαίνῃ αὐξανουμένη κατὰ πολύ, ἀναντιρρήτως, λέγω, δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν ἢ νὰ ἀναμένωμεν, ὅτι τάχιστα θὰ ἔχωμεν ἀθρόας προσφορὰς γεωργικῶν προϊόντων, ὅτι τάχιστα θὰ ἔχωμεν ὑποτίμησιν τῆς ἀξίας αὐτῶν καὶ ἑπομένως ὑποτίμησιν τῆς ἀντιστοίχου ἀξίας τῶν ἀγροτικῶν κτημάτων. Ἀλλά, κύριοι βουλευταί, ὑπὸ τρεῖς μορφὰς ἐπανέλαβεν ὁ ἀξιότιμος κ. βουλευτὴς τὸ αὐτὸ ἐπιχείρημα: Ἂν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μᾶς καταβάλητε τὴν τιμὴν ἢ καὶ τὴν ἀξίαν τῶν κτημάτων εἰς τὰς σημερινὰς τιμὰς, διὰ νὰ ἐκφράσωμεν εἰς ὑμᾶς τὴν ἀπόλυτον ἐπιδοκιμασίαν μας εἰς τὰς ἰδέας σας, ἂν δὲν εἶσθε εἰς θέσιν νὰ πράξητε τοῦτο, δὲν λαμβάνετε ὅμως ὑπ’ ὄψει, κύριοι, ὅτι, ἀνεξαρτήτως τῆς ὑπερτιμήσεως τῶν πραγμάτων, ἔχομεν ἤδη μίαν ὑποτίμησιν τῆς ἀξίας τοῦ χρήματος καὶ ὅτι πρέπει νὰ διακρίνητε μεταξὺ τιμῆς καὶ ἀξίας τῶν κτημάτων; Ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. βουλευτὴς ν’ ἀξιώσω, ὅτι δὲν θὰ ἐχρειάζετο ἐμβριθὴς τοὐλάχιστον μελέτη, ἵνα γνωρίζῃ τις ἁπλᾶ τινα πράγματα, καὶ ὅτι ἂν παρέλειψε τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον εἶχον ἐγκαίρως νὰ φωτισθῶ περὶ τῆς διαφορᾶς, ἡ ὁποία ὑπάρχει μεταξὺ τῆς τιμῆς καὶ τῆς ἀξίας τῶν κτημάτων των, ἀναντιρρήτως γνωρίζω ἄλλο τι, τὸ ὁποῖον φαίνεται παρεῖδεν ὁ κ. βουλευτής, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀπολύτως καμμία διαφορὰ μεταξὺ μιᾶς γενικῆς ὑπερτιμήσεως τῶν εἰδῶν καὶ τῆς ὑποτιμήσεως τοῦ χρήματος. Ὅταν λέγωμεν ὑπερτίμησιν τῶν εἰδῶν ἢ ὑποτίμησιν τοῦ χρήματος ἂς εἶναι βέβαιος ὁ κ. βουλευτής, ὅτι λέγομεν ἕνα καὶ τὸ αὐτὸ πρᾶγμα. Εἴτε λέγομεν, ὅτι αὐξάνει ἡ ἀξία τῶν προϊόντων, εἴτε λέγομεν, ὅτι ἐλαττοῦται ἡ ἀγοραστικὴ ἀξία τοῦ χρήματος, ὅτι ὑπετιμήθη δηλαδὴ τὸ χρῆμα, δὲν λέγομεν ἀπολύτως οὐδὲν διάφορον. Ἑπομένως τὸ ἐπιχείρημα δὲν ἔχει καμμίαν βάσιν. Ὑπάρχει τις διαφορὰ, ὑπάρχει τις ἄποψις, τὴν ὁποίαν δὲν ἔθιξεν ὁ κ. βουλευτής, διότι προφανῶς ἤγετο ἐκ τῆς ἰδέας, ὅτι τὸ χρῆμα εἶναι ἔννοιά τις ἄσχετος πρὸς τὴν ὑπερτίμησιν τῶν πραγμάτων. Ὑπάρχει διάκρισις ἡ πολλάκις λεγομένη, ὅτι τὸ χρῆμα εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποστῇ αὐτοτελῆ τινα ὑποτίμησιν, ἕνεκα εἰδικοῦ τινος λόγου, καὶ ὁ λόγος αὐτὸς εἶναι ὁ τῆς πληθωρικῆς κυκλοφορίας, ὁ τῆς πλεοναζούσης κυκλοφορίας τοῦ χαρτονομίσματος. Ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει νόμισμα πλεονάζον, εἶναι δυνατὸν τὸ χρῆμα νὰ ὑποστῇ ὑποτίμησίν τινα, ὁπότε δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν ἐπίδρασίν τινα ἐπὶ τῆς τιμῆς τῶν πραγμάτων. Καὶ εἶναι διατεθειμένος νὰ τοῦ ἀναγνωρίσω μικράν τινα ἐπίδρασιν, ἀλλ’ εἰδοποιῶ τὸν κ. βουλευτήν, ὅτι δύναται τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο νὰ τὸ ἐπικαλεσθῇ δι’ οἱανδήποτε ἄλλην χώραν, καὶ δὲν γνωρίζω, ἂν ὁ κ. βουλευτὴς τὸ ἐπεκαλέσθη λαμβάνων ἀφορμὴν ἀπὸ ἄλλην τινὰ χώραν, ἀλλ’ ἀναντιρρήτως ἐν Ἑλλάδι δὲν εἶναι ἄξιον λόγου νὰ τὸ ἐπικαλεσθῇ τις, διότι, κύριοι βουλευταὶ, οὔτε ἔχομεν ἤδη, ἀλλὰ πολὺ περισσότερον δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι δὲν ἔχομεν εἰς προσεχὲς μέλλον πληθωρικὴν κυκλοφορίαν χαρτονομίσματος. Διότι ἐκ τοῦ χαρτονομίσματος, τὸ ὁποῖον κυκλοφορεῖ εἰς τὴν ἀγορὰν, μέγα μέρος θ’ ἀποσυρθῇ τῆς κυκλοφορίας φυσιολογικῶς δυνάμει τοῦ ἰσχύοντος νόμου, ἐνῷ ἀφ’ ἑτέρου αἱ ἀνάγκαι τῆς ἀγορᾶς ἀναντιρρήτως δὲν θὰ ἱκανοποιοῦνται, καὶ ἐνῷ ἀναντιρρήτως δὲν εὑρίσκονται εἰς πλήρη ἁρμονίαν μετὰ τοῦ νομίσματος ἡμῶν σήμερον, ἀναντιρρήτως αὔριον μὲ μίαν ἐδαφικὴν ἐπέκτασιν, τὴν ὁποίαν ἀναμένομεν, ὄχι μόνον δὲν θὰ ἔχωμεν πληθωρικὴν κυκλοφορίαν, ἀλλὰ δὲν γνωρίζω, ἂν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν δὲν θὰ εὑρεθῇ εἰς τὴν ἀνάγκην, διατηρουμένης μάλιστα τῆς σημερινῆς τῶν πραγμάτων τιμῆς, ἔστω καὶ ἐπ’ ἐλάχιστον ἀκόμη τοιαύτης, διὰ νὰ ἀνταποκριθῇ εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς ἀγορᾶς νὰ προβῇ εἰς τὴν ἔκδοσιν καὶ ἄλλου χαρτονομίσματος, τὸ ὁποῖον εἶναι ἓν ἐκ τῶν ὑγιεστέρων χαρτονομισμάτων, τὰ ὁποῖα ὑπάρχουσιν εἰς τὸν κόσμον. Ἑπομένως ἀπὸ τῆς ἀπόψεως ταύτης οὐδεὶς κίνδυνος ὑπάρχει, ὅτι θὰ δώσωμεν εἰς τοὺς γαιοκτήμονας εἰς ἀποζημίωσιν αὐτῶν διὰ τὰ ἀπαλλοτριούμενα κτήματα χρεώγραφα, διότι θὰ δώσωμεν χρῆμα ὑγιὲς, ἠσφαλισμένης ἀξίας, χωρὶς νὰ διατρέχῃ κανένα κίνδυνον ὑποτιμήσεως ἕνεκα τῆς πληθωρικῆς κυκλοφορίας. Ἀλλὰ, κύριοι βουλευταὶ, ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἠξίωσεν ἀκόμη καὶ ἕτερόν τι: Ἐφ’ ὅσον ἀναγνωρίζετε ἡ προπολεμικὴ ἀξία τῶν κτημάτων—καὶ εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο καὶ αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον ἀναγνωρίζει ἐν μέτρῳ τινὶ, διότι ἄλλως τε ἡ ἔννοια τῆς διατάξεως ταύτης περιέρχεται εἰς τὴν διάταξιν τοῦ ἰσχύοντος ἀγροτικοῦ νόμου—ἐφ’ ὅσον ἀναγνωρίζεται ἡ προπολεμικὴ ἀξία τῶν κτημάτων, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναγνωρίσητε εἰς ἡμᾶς μίαν φυσιολογικὴν αὔξησιν, τὴν ὁποίαν θὰ εἶχον τὰ κτήματά μας, καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν εἶχεν ἐπιστῆ ὁ πόλεμος, καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει ἕνεκα αὐτοῦ τοῦ ἐξαιρετικοῦ γεγονότος, δὲν παρουσιάζετο αὐτὴ ἡ ὕψωσις τῶν τιμῶν, ἡ μοναδικὴ εἰς τὴν ἱστορίαν τοῦ κόσμου, δὲν θὰ εἶχον μίαν φυσιολογικὴν αὔξησιν καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μᾶς ἀναγνωρίσητε αὐτήν; Καὶ λησμονεῖτε, ὅτι ἀνεγνώρισε τοῦτο ὁ προκάτοχός σας διὰ δηλώσεώς του εἰς τὴν Βουλήν; Ἀναντιρρήτως δὲν τὸ ἐλησμόνησα καὶ τὸ ἔχω ὑπ’ ὄψει μου, ὅτι ἐγένετο ἡ δήλωσις αὕτη εἰς τὴν Βουλήν. Ἀναγνωρίζω μάλιστα, ὅτι εἶπεν ρητῶς: Ἂν πραγματικῶς ἤθελεν ἀποδειχθῇ, ὅτι θὰ ἐγένετο φυσιολογικὴ αὔξησις, ἡ φυσιολογικὴ αὕτη αὔξησις θὰ κατεβάλλετο εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας. Τὸ ἀτύχημα εἶναι, ὅτι ἡ φυσιολογικὴ αὕτη αὔξησις εἶναι τι ἀπολύτως ἀδύνατον νὰ ἀποδειχθῇ, ὅτι ἤθελεν ἐπέλθει, ὡς καὶ νὰ ἤθελεν εἰσέλθει κανεὶς εἰς σφαίρας μεταφυσικάς. Διατὶ ἀναποδράστως θὰ ἐπήρχετο ἡ φυσιολογικὴ αὕτη αὔξησις; Διδασκόμεθα εἴτε ἀπὸ τὴν ἱστορίαν τῶν τιμῶν τῶν μέχρι τοῦδε ἐπικρατησασῶν εἰς τὴν χώραν ἡμῶν τὸν ἀγροτικὸν νόμον τιμῶν; Ἀλλὰ τότε, ἐπαναλαμβάνει ὁ κύριος βουλευτής, διατὶ ψηφίζονται νόμοι περὶ αὐξήσεως τῆς ἀκερδήτου ὑπερτιμήσεως τῶν κτημάτων; Θὰ ἀπαντήσω εἰς τὸ ἐρώτημα αὐτό. Ψηφίζεται ἡ φορολογία τῆς ἀκερδήτου ὑπερτιμήσεως τῶν κτημάτων ἐφ’ ὅσον θὰ ἐπέλθῃ. Διὰ τοῦ νόμου αὐτοῦ δὲν θεσπίζεται ἡ ὑπερτίμησις τῶν κτημάτων, ἀλλὰ φορολογεῖται ἐφ’ ὅσον ὑπέρχεται, ἀλλὰ θὰ σᾶς παρακαλέσω εἶναι καὶ τοῦτο ἀμφισβητήσιμον, ὅτι θὰ ἐπέρχετο φυσιολογικὴ αὔξησις τῆς ἀξίας τῶν κτημάτων. Τὸ μᾶλλον ἀμφισβητούμενον, τὸ μᾶλλον ἀβέβαιον εἶναι τοῦτο, δὲν λέγω, ὅτι αἱ πιθανότητες δὲν εἶναι ἐξ ἴσου καὶ ὑπὲρ τῆς μιᾶς καὶ ὑπὲρ τῆς ἄλλης ὑποθέσεως. Καμμία παραγωγὴ δὲν ὑπέστη ἐν τῷ κόσμῳ τόσας διακυμάνσεις ὅσας ἡ γεωργική. Δύναμαι νὰ σᾶς ἐκθέσω τοιαύτας κατὰ τοὺς τελευταίους χρόνους, ἀλλὰ καὶ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν ἑκατονταετηρίδα ἔχομεν αὐξήσεις καὶ ἐκπτώσεις τῆς ἀξίας τῶν κτημάτων πολλάς. Μέχρι τοῦ 1900 ἡ ἀγροτικὴ ἰδιοκτησία διήρχετο κρίσιν, ὅπως καὶ μετὰ τὸ 1850. Ἀπὸ τὸ 1850 εἰς τὸ 1880 ηὔξησεν ἡ τιμὴ τῶν κτημάτων, ἔκτοτε ἐπανῆλθεν εἰς τὴν κρίσιν καὶ πάλιν εἰς τὴν ὑπερτίμησιν, διότι ἡ παραγωγὴ τῆς γῆς εἶναι ὑπὲρ πᾶσαν ἄλλην εὐπαθής, ἐπηρεάζεται δὲ εἰς τὴν Ἑλλάδα ὅπως πανταχοῦ καὶ σᾶς ἐρωτῶ, ἤρκει μετὰ τὸ 1914 νὰ ἔχωμεν μίαν ἐπίτασιν τῆς μεταναστεύσεως ἐκ τῶν μερῶν τῶν γεωργικῶν, ἐπίτασιν ἡ ὁποία δὲν βλέπω νὰ εἶναι ἀπίθανος, ἐφ’ ὅσον δὲν ἤθελεν ἐφαρμοσθῇ ἡ γεωργικὴ μεταρρύθμισις, νὰ ἔχωμεν μίαν ἀπώλειαν λόγῳ τῆς μεταναστεύσεως χειρῶν γεωργικῶν καὶ ἑπομένως μίαν πτῶσιν τῆς ἀξίας τῆς ἰδιοκτησίας; Ὑπάρχει τις, ὁ ὁποῖος δύναται νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι τοιοῦτον φαινόμενον δὲν εἶναι ἀπίθανον. Ἀλλὰ σᾶς λέγω, καὶ μόνον ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ἤθελε καταργηθῆ ὁ εἰσαγωγικὸς δασμὸς θὰ ἔχετε μίαν ἔκπτωσιν ἀπότομον τῆς ἀξίας τῶν κτημάτων. Καὶ ἔχετε σεῖς τὸ μέσον νὰ ἀποτρέψητε τὴν μείωσιν ταύτην τῆς ἀξίας τῶν κτημάτων ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν ἤθελε καταργηθῆ ὁ εἰσαγωγικὸς δασμὸς ἢ θέλετε ἰσχυρισθῆ καὶ τότε, ὅτι τὸ Κράτος, τὸ ὁποῖον ἤθελεν ἐπιδιώξει τὴν ἀπαλλαγὴν τοῦ εἰσαγωγικοῦ δασμοῦ ἐπὶ τοῦ σίτου θὰ ἦτο Κράτος ἀνήθικον, διότι δὲν εἶχε τὸ θάρρος νὰ ἐπιβάλῃ εἰς τὸν ἐργαζόμενον λαὸν, τὸ βάρος τοῦτο, ἵνα διατηρήσῃ τὸν ἄκοπον πλουτισμὸν καὶ τὴν εὐημερίαν τινῶν. Τί θέλετε εἴπῃ διὰ τὴν κατάργησιν τοῦ δασμοῦ αὐτοῦ;— Ἀλλὰ, κύριοι Βουλευταὶ, ποῖος θὰ ὑπάρξῃ ὁ ὁποῖος θὰ ἀντιπράξῃ ἐναντίον τῆς αὐξήσεως τῶν ἐξωτερικῶν ἀνταγωνισμῶν; Ἐὰν δὲ εἰς μίαν στιγμὴν αὐξήσῃ ὁ ἐξωτερικὸς ἀνταγωνισμὸς, ἡ πτῶσις τῆς ἀξίας τῶν κτημάτων θὰ εἶναι ἀναπόφευκτος. Ἀλλὰ θέλετε νὰ σᾶς εἴπω, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι αὐτὴ ἡ ἐπέκτασις τοῦ Κράτους ἡμῶν καὶ ἡ νέα κατεύθυνσις ἡ ἐπιδιωκομένη ἐν Μακεδονίᾳ δὲν δύναται νὰ ἔχῃ ὡς ἄμεσον ἀποτέλεσμα τῆς ὑπερτίμησιν τῶν κτημάτων ἐν Μακεδονίᾳ. Δὲν ὑπάρχει, κύριοι, οὐδεμία ἀπολύτως βεβαιότης, ὅτι ἡ φυσιολογικὴ προσαύξησις εἶναι ἀναγκαία καὶ ἀναπόφευκτος. Οὐδεὶς δύναται νὰ ἰσχυρισθῇ μετὰ βεβαιότητος, ὅτι ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν ἤθελεν ἐξακολουθήσει αὐτὴ ἡ περίοδος τὰ κτήματα θέλουσιν ἀποκτήσει νέαν προσαύξησιν. Ἀλλὰ τότε, διατὶ νὰ ἀναγνωρίζει ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ νομοσχεδίου τὴν προσαύξησιν; Δὲν εὑρίσκεται εἰς ἀντίφασιν ὑποστηρίζουσα, ὅσα ὑποστηρίζει ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς πρὸς τὴν διάταξιν, τὴν ὁποίαν ἀνέγραψε διὰ τοῦ νομοσχεδίου; Ἐὰν ἤθελε παρατηρήσει ὁ ἀξιότιμος κύριος Βουλευτὴς τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον ἀναγράφεται ἡ διάταξις, ἤθελεν ἴδει, ὅτι πρόκειται περὶ τῆς αὐξήσεως τῆς προπολεμικῆς ἀξίας, ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ ἀναγνωρίσεως μέρους τῆς φυσιολογικῆς προσαυξήσεως, τὴν ὁποίαν θὰ εἶχον τὰ κτήματα ἄνευ τῆς παρεμβάσεως τῶν πολεμικῶν χρόνων. Δίδομεν μίαν προσαύξησιν, ἀλλὰ δὲν ἀναγνωρίζομεν ὡς ἀναντίρρητον, ὅτι ἤθελεν ἐπέλθῃ ὁπωσδήποτε μία προσαύξησις εἰρηνικῶς διενεργουμένων τῶν πραγμάτων, καὶ διατὶ δεχόμεθα τὴν προσαύξησιν; Διότι ἐν ᾧ πιστεύω ἀκραδάντως, ὅτι ἡ τιμὴ τῶν πραγμάτων ὅλων ἐντὸς βραχέος χρόνου θέλει λάβει τροπὴν πρὸς τὴν κανονικὴν στάθμην, δὲν δύναμαι νὰ ἀρνηθῶ, ὅτι ἐπί τινα χρόνον ἐπὶ ἓν ἢ δύο ἔτη καὶ ἡ στάθμη ὅλων τῶν εἰδῶν, ἀλλ’ ἀκόμη καὶ τῶν γεωργικῶν προϊόντων εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ διατηρηθῇ ὀλίγον ὑψηλά. Ἀπέναντι αὐτῆς τῆς παροδικῆς διατηρήσεως τῶν τιμῶν ἐθεώρησα καθῆκον νὰ ἀναγράψω τὴν ἐνδεχομένην ταύτην περίπτωσιν. Ἀποτεινόμεθα εἰς ἓν σημεῖον καὶ εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας, οἱ ὁποῖοι θέλουσι στερηθῆ τῆς περιουσίας των, τῶν κερδῶν τῆς περιόδου ταύτης, καὶ ἀντάλλαγμα τῆς στερήσεως τῶν κερδῶν ἐπὶ ἓν ἢ δύο ἔτη δίδω αὐτοῖς τὸ ἀντάλλαγμα τῶν 30%. Ἀλλὰ πλὴν τούτου, κύριοι Βουλευταί, ἐπεκρίθη καὶ ἡ διάταξις κατὰ τὴν ὁποίαν ὁσάκις μεταξὺ τῶν ἄλλων στοιχείων τῆς ἐκτιμήσεως λαμβάνεται ὑπ’ ὄψει καὶ ἡ πρόσοδος τοῦ κτήματος, δὲν ἀναγράφομεν εἰς τὸν νόμον ὡς βάσιν κεφαλοποιήσεως τὴν πρόσοδον τὴν καθαρὰν τοῦ κτήματος. Καὶ ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας ἠθέλησε καὶ πάλιν νὰ μοῦ ἀποδώσῃ ἄγνοιαν τῶν συμβαινόντων ἐν Ρουμανίᾳ, τὰ ὁποῖα ἠθέλησα ἐπιπολαίως νὰ μεταφέρω εἰς τὰ καθ’ ἡμᾶς.
§189Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. Πρὸς Θεοῦ δὲν εἶπον αὐτό, οὐδὲ κατὰ φαντασίαν.
§190Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Διότι ἐκεῖ ἀναγράφεται ἐνοίκιον, ἀλλ’ ἐκεῖ δὲν εἶναι τὸ ἐνοίκιον, τὸ ὁποῖον εἶναι εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἐκεῖ εἶναι τὸ περιφερειακὸν ἐνοίκιον, ἐν ᾧ ἐδῶ ὁρίζεται τὸ ἐνοίκιον κατὰ κτήματα, ὑπάρχει δὲ ἀπόστασις μεγάλη καὶ θὰ ἐπίστευον, ὅτι ἡ ἀπόστασις δὲν εἶναι μεγάλη, ἐν ᾗ περιπτώσει ὁ κύριος Βουλευτὴς εἶχε τὴν καλωσύνην, ἀλλὰ δὲν εἶχε τὴν καλωσύνην νὰ καθορίσῃ ποία εἶναι ἡ διαφορὰ μεταξὺ ἐνοικίου περιφερειῶν καὶ ἐνοικίου κτημάτων.
§191Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. Σᾶς τὸ καθορίζω ἀμέσως μὲ δύο λόγια.
§192Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ἀμέσως θὰ σᾶς τὸ καθορίσω ἐγώ. Ὅταν ἀνέγραφον, κύριοι, τὴν διάταξιν περὶ ἐνοικίου κατὰ κτήματα, ἂς βεβαιωθῇ ὁ ἀξιότιμος κύριος Βουλευτὴς, ὅτι δὲν εἶχον ὑπ’ ὄψει μου τὸν Ρουμανικὸν νόμον, εἶχον ὑπ’ ὄψει μου μίαν ἀντίληψιν, ἐπίσης ἁπλουστάτην. Ἂν θέλετε μάλιστα εἰς τὴν ἀντίληψιν ταύτην μοὶ ἔδωκεν ἀφορμὴν παλαιὸν ὑπόμνημα τοῦ πολιτευτοῦ ἐκείνου, τοῦ παλαιοῦ, τὸν ὁποῖον, ὀφείλω καὶ πάλιν νὰ ἀναφέρω, ἰδιαιτέρως τιμῶ, καὶ ὁ ὁποῖος ἀξιοῖ...
§193ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ποῖος εἶναι;
§194Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ὁ κύριος Δεληγιώργης. Τί νομίζετε, ὅτι ἀξιοῖ, κύριοι Βουλευταί; Δὲν πρόκειται περὶ κοινοῦ τινὸς ἀνθρώπου ἀναντιρρήτως, ἀλλὰ περὶ μιᾶς ἐξοχότητος, τοῦθ’ ὅπερ ἀποδεικνύει πόσον ὀλισθηρὸν εἶναι καὶ διὰ τὴν καθαρωτέραν διάνοιαν νὰ ἀφίνεται νὰ παραπλανᾶται ἀπὸ πολλούς. Διότι, κύριοι Βουλευταὶ, τί ζητεῖ νὰ πράξωμεν; Τί νὰ πράξουν τὰ δικαστήρια; Πῶς ζητεῖ νὰ κεφαλοποιήσῃ τὴν καθαρὰν πρόσοδον; Ζητεῖ νὰ περιλάβῃ εἰς αὐτὴν καὶ τοὺς πληρωνομένους φόρους. Πληρώνει φόρους ὁ ἰδιοκτήτης εἰς τὸ Κράτος, θὰ τοὺς κεφαλοποιήσῃ ὁ ἰδιοκτήτης καὶ ἀπὸ τὸ κεφάλαιον αὐτὸ θὰ πληρώσῃ ὁ ἰδιοκτήτης τοὺς φόρους.
§195ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἐπιτρέπετε, κύριε Ὑπουργέ; Ὑπεραμύγομαι τοῦ κ. Δεληγιώργη αὐτὴν τὴν στιγμήν.
§196Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Θὰ τὸ εἴπω ἐγώ, κύριε Βουλευτά.
§197ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε τὸν κύριον Ὑπουργὸν, παρακαλῶ.
§198Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Διότι λέγει: ἐγὼ εἶχον ἓν κεφάλαιον, ἀπὸ τὸ ὁποῖον ἐπλήρωνα καὶ τοὺς φόρους αὐτούς. Τώρα τὸ τίμημα, τὸ ὁποῖον θὰ ἔχω, δὲν θὰ πληρώνῃ φόρους· πόθεν θὰ ἀρυσθῶ τὸ κεφάλαιον διὰ νὰ πληρώνω τοὺς φόρους; Ἀπὸ τοὺς ἀγρότας. Γνωρίζω καλῶς, ὅτι ὑπάρχει μία ἐκτίμησις. Θέλω νὰ τοποθετήσω τὰ κτήματά μου εἰς τὴν γῆν· ἐρωτῶ, τί καθαρὰν πρόσοδον ἔχει, ὄχι τί φόρους πληρώνει διὰ νὰ τοὺς κεφαλοποιήσω καὶ νὰ πληρώσω. Ἀφαιροῦνται τὰ ἔξοδα. Βλέπω τί θὰ ἀπολαύσω ἀπὸ αὐτὸ τὸ κτῆμα καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει μὲ συμφέρει ἡ τοποθέτησις—ἔχω 100 δραχμὰς σταθερὰς, μὲ συμφέρει νὰ τὸ ἀγοράσω μὲ τόκον 6% ἀπολαμβάνω 1000 δραχμὰς σταθερὰς καὶ τοποθετῶ τὰ χρήματά μου, ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν ἠμπορῶ νὰ ἔχω τὰς 1000 δραχμὰς τοποθετῶ τὰ χρήματά μου εἰς ἄλλην ἐπιχείρησιν· ἀλλ’ οὐδέποτε θὰ ὑπολογίσω, ὅτι ἔχω χιλίας δραχμὰς καὶ 500 δραχμὰς φόρον, τὸν ὁποῖον πληρώνω, ἔχω 1500. Εἶναι δὲ περίεργον, ὅτι γίνεται παραπομπὴ καὶ εἰς συγγραφέα γνωστὸν ἐπίσης, ὁ ὁποῖος πραγματεύεται τὰ τοῦ ζητήματος τούτου, ἀλλὰ γίνεται παραπομπὴ εἰς μίαν σελίδα ἄσχετον πρὸς τὸ θέμα τοῦτο. Εἶναι γνωστὸν, ὅτι κατὰ τὰ 90% τοὐλάχιστον, ἵνα μὴ εἴπω, κατὰ 100%, πᾶσα ἐπιβολὴ νέας φορολογίας εἰς τὴν περιουσίαν τὴν κτηματικὴν, ἰδίως δὲ τὴν ἀγροτικὴν δὲν ἔχει ἄλλο ἀποτέλεσμα ἢ τὴν κεφαλοποίησιν τοῦ φόρου καὶ τὴν ἀντίστοιχον κατὰ ποσὸν τοῦτο ἐλάττωσιν τῆς ἀξίας τοῦ κτήματος. Δηλαδὴ ὁ φόρος δὲν ἐπιπίπτει ἐπὶ τῆς καταναλώσεως, ἀλλὰ τὸν πληρώνει ὁ ἴδιος ὁ ἰδιοκτήτης, διότι ὁ νέος ἰδιοκτήτης δὲν εἶναι ἀνόητος νὰ πληρώσῃ καὶ τὸ κεφάλαιον τοῦ φόρου.
§199Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. Δι’ ἀλλεπαλλήλων ἀπαλλοτριώσεων δὲν πληρώνει τίποτε.
§200Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Αὐτὸ τὸ πρᾶγμα μοῦ ἔδωκε τὸ ἐνδόσιμον νὰ ἴδω, ὅτι, ὅταν λέγωμεν καθαρὰν πρόσοδον ἀναντιρρήτως εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκτεθῶμεν εἰς μυρίας παρεξηγήσεις, αἱ ὁποῖαι νὰ φέρουν πραγματικῶς καὶ τὸ ἀποτέλεσμα τοῦτο, νὰ πληρώσῃ τὸ Κράτος ἢ ὁ ἀγρότης καὶ τὸ κεφάλαιον τοῦ φόρου. Ἀλλ’ ἀκόμη περισσότερον τοῦτο μοῦ ἔδωκεν ἀφορμὴν νὰ σκεφθῶ, ὅτι εἰς τὴν γεωργικὴν παραγωγὴν συντρέχουν δύο παράγοντες, ἡ γῆ ἀφ’ ἑνὸς καὶ τὸ κεφάλαιον ἀφ’ ἑτέρου, ὅτι εἶναι δυνατὸν εἰς τὴν γεωργίαν νὰ ἔχωμεν μεγάλην παραγωγήν, ἀρκεῖ ὁ ἰδιοκτήτης νὰ θέλῃ νὰ δαπανήσῃ χρῆμα περισσότερον δι’ ἐντατικὴν καλλιέργειαν. Ἐὰν τὸ ἔσοδον τῆς γῆς εἶναι δραχμαὶ 1000 ἐφ’ ὅσον τὴν γῆν ταύτην ἐκμεταλλεύεται ὁ ἰδιοκτήτης κατὰ τρόπον οὐχὶ ἐπιστημονικόν, δύναται κάλλιστα αὐξάνων τὸ κεφάλαιον τῆς ἐκμεταλλεύσεως, μετερχόμενος καλλιέργειαν ἐντατικὴν ν’ αὐξήσῃ τὸ ἔσοδον αὑτοῦ εἰς 1500 δραχμὰς, ἀλλ’ αὐτὸ δὲν εἶναι ἀπόδοσις τῆς γῆς, εἶναι ἀπόδοσις τοῦ κεφαλαίου, τὴν ἀξίαν τοῦ ὁποίου ἀναλαμβάνει ὁ ἰδιοκτήτης ἐκ τῆς προσθέτου παραγωγῆς, τὴν ὁποίαν ἐπιτυγχάνει διὰ τῆς καταβολῆς τῶν κεφαλαίων εἰς τὴν γῆν. Ἑπομένως κατὰ τὸ ποσὸν τοῦτο δὲν εἶναι δίκαιον, διότι θὰ ἐπληρώνετο ἐκ νέου τὴν ἀξίαν τῶν κεφαλαίων τοῦ ἰδιοκτήτου, καὶ θὰ ἐπληρώνετο καὶ τὴν ἀξίαν τῆς ἐργασίας, διότι οὐδὲ κἂν τὴν ἀξίαν τῆς ἐργασίας δικαιοῦται νὰ λάβῃ ὁ ἰδιοκτήτης ἀπὸ τὸν νέον ἀγοραστήν. Ἑπομένως τί εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον πληρώνει ὁ ἀγοραστὴς διὰ τὴν μεταβίβασιν τῶν κτημάτων; Πληρώνει τὴν ἀξίαν τῆς γῆς δὲν πληρώνει τὴν ἀξίαν τῶν κεφαλαίων, τὰ ὁποῖα θέλει νὰ μεταχειρισθῇ εἰς ἰδιοκτήτης ὡς ἔξοδα καλλιεργείας ἢ ὡς ἔξοδα ἐντατικῆς καλλιεργείας δι’ ἓν ἔτος. Λοιπὸν ἐν ᾗ περιπτώσει ἠθέλομεν ἀναγράψει τὸν ὅρον τῆς καθαρᾶς προσόδου, θὰ ἠδυνάμεθα εἰς ἓν κτῆμα, τὸ ὁποῖον θὰ ἔχῃ καθαρὰν πρόσοδον πολὺ ὑψωμένην, νὰ κεφαλαιοποιήσωμεν αὐτὴν καὶ νὰ πορισθῶμεν τιμὴν, τὴν ὁποίαν ἔχει ἤδη λάβει ὁ ἰδιοκτήτης, διότι ἐκ τῶν προϊόντων ἀνέλαβε τὰ κεφάλαια, τὰ ὁποῖα ἐνεσωμάτωσεν εἰς τὴν καλλιέργειαν. Ἑπομένως τί εἶναι ἐκεῖνο διὰ τοῦ ὁποίου θὰ ἠδυνάμεθα πάντα ταῦτα νὰ ἀποφύγωμεν καὶ νὰ περιορίσωμεν ἀκριβῶς τὴν ἐκτίμησιν ἐντὸς τῶν ὁρίων, εἰς τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ περιορισθῇ; Αὐτὸ εἶναι καὶ μόνον τὸ ἐνοίκιον. Ἀλλ’ ὀφείλω νὰ δηλώσω, ὅτι ἐν ᾗ περιπτώσει ἤθελεν εὑρεθῇ ἔκφρασις καταλληλοτέρα, ἡ ὁποία νὰ ἐκφράζῃ καλύτερον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θέλω νὰ ἐκφράσω, ὅτι ἐννοοῦμεν νὰ πληρώσωμεν τὴν ἀξίαν τῆς γῆς, χωρὶς νὰ πληρώσωμεν τὴν ἀξίαν τῶν ἀνειλημμένων κεφαλαίων ἢ τὴν ἀξίαν τῶν φόρων, δὲν θὰ εἶχον καμμίαν δυσκολίαν νὰ ἀντικαταστήσω τὴν ἔκφρασιν τοῦ ἐνοικίου δι’ ἑτέρας μᾶλλον προσφόρου. Αὐταὶ εἶναι αἱ παρατηρήσεις τὰς ὁποίας εἶχα νὰ ἀντιτάξω εἰς ὅσα ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἀνέπτυξε. Κύριοι βουλευταί, καταλήγων τὸν λόγον ὁ κ. βουλευτὴς εἶπε μίαν ἀλήθειαν: νόμος καὶ νόμος τόσον σπουδαῖος, διὰ νὰ ἔχῃ μόνιμα ἀποτελέσματα, πρέπει νὰ εἶναι δίκαιος. Ἐὰν ὁ νόμος δὲν εἶναι δίκαιος, ἐὰν ὁ νόμος δὲν ἀνταποκρίνεται πρὸς τὸ αἴσθημα τὸ κοινὸν ὁ νόμος αὐτὸς δὲν δύναται νὰ ἀξιώσῃ μακρὰν ζωήν. Ἐὰν κύριοι βουλευταί, ἡ Κυβέρνησις τῶν Φιλελευθέρων ἀπεφάσισε νὰ ἐφαρμόσῃ τὴν ἀγροτικὴν πολιτικήν, τὴν ὁποίαν διέγραψεν οὕτω, τὴν ὁποίαν ἀπεκρυστάλλωσεν εἰς νόμον, τὴν ὁποίαν ἤρχισεν ἤδη ἐφαρμόζουσαν, ἐὰν τὸ ἔπραξε τοῦτο, καλῶς γνωρίζετε ὅτι δὲν ἀπέβλεψεν μόνον εἰς τὰ οἰκονομικὰ αὐτοῦ ἀποτελέσματα ἀλλὰ ἀπέβλεψεν ἀκριβῶς εἰς τὸ νὰ ἐπιτελέσῃ ἔργον δικαιοσύνης ἀπέναντι τῶν ἀκτημόνων καλλιεργητῶν τῆς γῆς. Τὸ ἔργον αὐτῆς δὲν εἶναι ἁπλῶς δίκαιον, τὸ ἔργον αὐτῆς εἶναι ἄρσις τῆς καταστάσεως, ἡ ὁποία δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ θεωρηθῇ, ὑπὸ τὰς κρατούσας σήμερον παγκοσμίους ἀντιλήψεις, εἰμὴ ὡς παράτασις μιᾶς ἀδικίας εἰς βάρος μιᾶς τῶν μεγαλυτέρων καὶ παραγωγικωτέρων τάξεων τῆς Χώρας. (Χειροκροτήματα). Τὸ αἴσθημα αὐτὸ κύριοι, τῆς δικαιοσύνης δὲν εἶναι κοινὸν αἴσθημα μόνον εἰς τὴν χώραν ἡμῶν, τὸ αἴσθημα αὐτὸ σήμερον εἶναι κοινὸν εἰς τὸν κόσμον ὁλόκληρον. Δὲν γνωρίζω ἂν ὑπάρχουν ἄνθρωποι, ἐκτὸς ἐξαιρέσεων ἐλαχίστων, ἐκτὸς ἐκείνων οἱ ὁποῖοι πεπλανημένως θεωροῦν ὅτι θίγονται τὰ συμφέροντα αὐτῶν. Δὲν γνωρίζω ἂν ὑπάρχουν ἄνθρωποι εἰς τὸν κόσμον ὁλόκληρον, καὶ εἰς τὰς χώρας τὰς μᾶλλον προσκεκολλημένας εἰς τὰς παραδόσεις τὰς προαιωνίους, οἱ ὁποῖοι νὰ μὴ ἀξιοῦν δικαιοσύνην κατὰ πρῶτον λόγον, οἱ ὁποῖοι νὰ μὴ ἀξιοῦν ὅπως ἡ γῆ ἀποδοθῇ εἰς τοὺς μοχθοῦντας διὰ τὴν γεωργικὴν παραγωγήν. Ἔχομεν λοιπὸν τὴν συνείδησιν ὅτι τὸ ἔργον ἡμῶν ὄχι μόνον εἶναι δίκαιον, ἀλλὰ τὸ ἔργον ἡμῶν τείνει ἀληθῶς νὰ ἀποκαταστήσῃ ἀπολύτως τὴν δικαιοσύνην εἰς τὴν χώραν, χωρὶς νὰ παραγνωρίσωμεν ἐπίσης ὅτι τὸ ἔργον ἡμῶν τοῦτο δὲν εἶνε ἔργον ἁπλῶς δικαιοσύνης, ἀλλ’ εἶναι ἔργον γενικωτάτης ὠφελείας, εἶναι ἔργον εὐτυχίσεως τῆς ἐθνικῆς μας οἰκονομίας. Ἠκούσατε τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν Κερκύρας εἰπόντα ὅτι δὲν ἔχει ἀνάγκην νὰ στρέψῃ τὸ βλέμμα αὑτοῦ πρὸς τὴν Βουλγαρίαν, οὐδὲ θέλει νὰ γνωρίζῃ τί συμβαίνει εἰς τὴν χώραν ἐκείνην. Δὲν εἶμαι ἐξ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι αἰσθάνονται ἰδιαιτέραν στοργὴν πρὸς τὴν Βουλγαρίαν, ἀλλὰ γνωρίζω ὅτι ἀφ’ ἧς ἐπιτελέσθη, καὶ μετὰ τόσης ταχύτητος ἀληθῶς, τὸ ἔργον τῆς οἰκονομικῆς ἀποκαταστάσεως τῶν ἀκτημόνων καλλιεργητῶν εἰς τὴν Βουλγαρίαν, ἔκτοτε ἡ χώρα ἐκείνη μετεβλήθη εἰς ἀληθῆ παράδεισον γεωργικόν, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἔκτασις γῆς, ἡ ὁποία νὰ μὴ καλλιεργηθῇ, ὅτι ἂν ὑπῆρξε δύναμις καὶ ἰσχὺς βουλγαρική, αὕτη ἐστηρίχθη ἐπὶ τῆς ἀγροτικῆς της τάξεως καὶ μόνον. Ὅσον καὶ ἂν θέλω νὰ κλείνῃ κανεὶς τοὺς ὀφθαλμοὺς ἐνώπιον τοιούτων φαινομένων ταῦτα εἶναι δυσάρεστα, ὅταν προέρχονται ἀπὸ χώρας ἀσυμπαθοῦς πρὸς ἡμᾶς, ἀναντιρρήτως δὲν δυνάμεθα νὰ ἀποκρύψωμεν τὸ αἴσθημα ἡμῶν. Ἐλπίζομεν ὅτι εἰς τὴν χώραν ἡμῶν μετ’ ὀλίγον χρόνον θὰ ἀποκαταστήσωμεν ὄχι μόνον γεωργικὴν πολιτικὴν πολλαπλασίαν τῆς σημερινῆς, ἀλλὰ καὶ ἀγροτικὴν τάξιν ἐπὶ τῆς ὁποίας νὰ δύναται νὰ στηριχθῇ καὶ ἡ κοινωνικὴ ἡμῶν ἀσφάλεια καὶ τάξις. Εἶναι συνείδησις σήμερον εἰς ὅλον τὸν κόσμον ὅτι δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ γεωργία ἄνευ ἀποκαταστάσεως τῶν ἀκτημόνων γεωργῶν. Εἶναι δὲ ἐπίσης ἀναντιρρήτως ὅτι ἂν ὑπάρχουν τινές, οἱ ὁποῖοι ἔχουν πρώτιστον συμφέρον νὰ συντελέσουν εἰς τὴν μεταρρύθμισιν τὴν ὁποίαν κάμει τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων, οὗτοι εἶναι οἱ ἔχοντες τὴν ἰδιοκτησίαν καὶ διαθέτοντες τὸν πλοῦτον. Διότι, κύριοι βουλευταί, ἂς μὴ ἐλπίσῃ τις ὅτι εἶναι δυνατὸν σήμερον νὰ ἴδῃ παρατεινομένην τὴν μεγάλην ἰδιοκτησίαν ἐπὶ τῆς ἀγροτικῆς τάξεως. Ἡ μεγάλη ἰδιοκτησία θὰ ἀναπτυχθῇ τότε καὶ μόνον ἀκωλύτως, ὅταν ἀποδίδουσα ὅτι ἀνήκει εἰς τοὺς καλλιεργητάς, ἐπὶ τὸ ἀζημίωτον, συμβιώσῃ παραπλεύρως μετ’ αὐτῆς, ἐργαζομένη καὶ αὕτη, ὅπως θὰ ἐργάζωνται καὶ ἐκεῖνοι, εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῆς γεωργικῆς παραγωγῆς. Ἐνόσῳ ἡ μεγάλη ἰδιοκτησία ἐννοεῖ νὰ προστατεύσῃ τὸν βίον αὐτῆς ὑφ’ ὃν τρόπον καὶ καθ’ ὃν λόγον ἐζήτησε νὰ παρατείνῃ αὐτὸν μέχρι τοῦδε, ἀναντιρρήτως εὔκολον εἶναι νὰ διακρίνῃ τις ὄχι πολὺ μακρὰν τοὺς κινδύνους, οἱ ὁποῖοι ἀπειλοῦν ὄχι μόνον τὴν μεγάλην ἰδιοκτησίαν, ἀλλὰ ἕνα ὁλόκληρον οἰκοδόμημα, τὸ ὁποῖον κατ’ οὐδένα λόγον πρέπει νὰ καταρρεύσῃ, οἰκοδόμημα τὸ ὁποῖον ἂν καταρεύσῃ, ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ὑπὲρ πάντα ἄλλον ἔχουν νὰ ζημιωθοῦν, θὰ εἶναι οἱ διαθέτοντες τὴν γῆν, τὸν πλοῦτον τῆς χώρας, διότι ὑπὸ τὰ ἐρείπια τοῦ οἰκοδομήματος τούτου θὰ ταφῇ ἡ ἄνεσις καὶ ἡ εὐτυχία αὐτῶν. Ἀλλὰ δὲν θὰ εἶναι ὀρθὸν νὰ κατέλθω τοῦ βήματος, χωρὶς νὰ εἴπω λέξεις τινὰς εἰς ἀπάντησιν ἐκείνων, τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ ἕτερος συνάδελφος ἐκ Θεσσαλονίκης. Εἰλικρινῶς, κύριοι βουλευταί, ἀνέμενον παρὰ τοῦ κυρίου Σίδερη νὰ φέρῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καθαρὰν καὶ ἀπερίφραστον τὴν ἄποψιν, τὴν ὁποίαν ὑποστηρίζει ἡ ὀρθόδοξος σοσιαλιστικὴ μερίς, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνήκει, νὰ φέρῃ δηλαδὴ τὴν ἄποψιν τῆς ἐθνικοποιήσεως τῆς γῆς. Ὅσον καὶ ἂν ἵσταμαι εἰς τὴν ἀντίληψιν ταύτην, ἵνα καὶ ἂν θεωρῶ, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ γνώμη αὕτη εἰ μὴ νὰ παραμείνῃ διὰ μακρὸν τουλάχιστον χρόνον ἀκόμη εἰς τὴν σφαῖρα τὴν θεωρητικήν, ἵνα καὶ ἂν διεφώνουν πρὸς τὸν ἀξιότιμον κύριον Βουλευτήν, ἀναντιρρήτως θὰ ἀνεγνώριζα, ὅτι ὑποστηρίζω τοιαύτην δοξασίαν ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, εἶναι συνεπὴς πρὸς ἑαυτὸν καὶ τὰς γενικωτέρας ἀντιλήψεις, ἀντιλήψεις τὰς ὁποίας πρεσβεύει. Ἀλλὰ ἀντὶ τούτου, κύριοι Βουλευταί, συναισθανόμενος, ὅτι ἂν ὑπάρχῃ ἄποψις, ἡ ὁποία νὰ εἶναι δυσάρεστος εἰς τὸν ἀγροτικὸν κόσμον, ἡ ἄποψις αὐτὴ εἶναι ἀκριβῶς ἡ τῆς ἐθνικοποιήσεως τῆς γῆς, εἰς τὴν ὁποίαν ὁ γεωργὸς δὲν ἔχει ἰδιοκτησίαν ἀλλὰ εἶναι ἐργάτης, συναισθανόμενος ἀληθῶς, ὅτι ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου δὲν δύναται νὰ ἔλθῃ εἰς ἐπαφὴν μετὰ τοῦ ἀγροτικοῦ κόσμου τῆς Ἑλλάδος, ὑπεστήριξεν ἀντὶ τῆς ἐθνικοποιήσεως, ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω μετὰ θλίψεως ἀληθῶς, τὴν διαρπαγήν. Δὲν θέλω, κύριοι, νὰ ἐπιμείνω ἀντικρούων γνώμην, τὴν ὁποίαν οὐδεὶς, οὐδὲ ἐν τῇ Βουλῇ, οὐδὲ ἐκτὸς αὐτῆς δύναται νὰ συμμερισθῇ. Εἶχον τὴν εὐτυχίαν νὰ ἔλθω εἰς ἐπαφὴν μετὰ τοῦ ἀγροτικοῦ πληθυσμοῦ τῆς χώρας ἡμῶν. Εἶμαι εὐτυχής, δυνάμενος νὰ διαβεβαιώσω, ὅτι σκέψις τοιαύτη οὔτε εὗρεν, οὔτε ἦτο δυνατὸν νὰ εὕρῃ οὐδὲ τὴν ἐλαχίστην ἀπήχησιν εἰς τὸν ἀγροτικὸν πληθυσμὸν τῆς Ἑλλάδος. Διότι γνωρίζω κάλλιστα, οἱ ἀγρόται ἡμῶν ὅτι ζητοῦν τὴν κατάργησιν τῆς ἰδιοκτησίας, ζητοῦν ἀπόκτησιν ἰδιοκτησίας, ἔχουν δὲ τὸ συναίσθημα καὶ τὴν συνείδησιν, ὅτι κάθε κλονισμὸς ἐκ βιαίων καὶ ἀδικαιολογήτων πράξεων, ὁ ὁποῖος ἤθελε μεταδοθῆ εἰς τὴν σημερινὴν ἰδιοκτησίαν, ὁ κλονισμὸς αὐτὸς θὰ καθίστα ἀβεβαίαν καὶ ἀσταθῆ καὶ τὴν νέαν αὐτῶν ἰδιοκτησίαν, ὑπὸ τὴν ὁποίαν θέλουν νὰ ἐξασφαλίσουν τὴν εὐημερίαν αὐτῶν καὶ τῶν τέκνων των. Ἔχοντες τοιαύτην συνείδησιν, κύριοι, οἱ ἀγρόται ἡμῶν, ἐμμένουν πιστῶς εἰς τὴν ἰδέαν τῆς ἀποκτήσεως τῆς ἰδιοκτησίας των κατὰ τὸν τρόπον αὐτὸν τὸν ἀπολύτως ἄμεμπτον, ζητοῦντες νὰ θέσουν ἀσφαλῆ καὶ ἀσάλευτα τὰ πορίσματα τῆς μελλούσης αὐτῶν ἐργασίας. Ἀξιοῦντες ἀληθῶς νὰ ἀποκτήσουν τὴν γῆν, χωρὶς νὰ συντριβοῦν ὑπὸ τὰ βάρη αὐτῆς, ἀναγνωρίζουν ἐν ταὐτῷ, ὅτι πᾶσα ὑποτίμησις, τὴν ὁποίαν δύνανται νὰ ἀξιώσουν οἱ ἰδιοκτῆται, ὀφείλεται νὰ πληρωθῇ, ὅπως μὴ ἡ ἰδιοκτησία καταστῇ φορὰ τῶν ἀνέμων, ὅπως μὴ ἡ ἰδιοκτησία μεταβιβάζεται ἀπὸ τοῦ ἑνὸς εἰς τὸν ἄλλον κατὰ τὴν δύναμιν προσωπικῶν παθῶν, ἀλλὰ νὰ εἶναι στερεὸν θεμέλιον τῆς εὐημερίας ἑαυτῶν καὶ τῶν τέκνων των. (Χειροκροτήματα).
§201ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις κηρύσσεται περαιωμένη. Ἐρωτῶ τὴν Βουλὴν, ἐὰν δέχεται ὅπως ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον.
§202ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, Δεκτόν. (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον). Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀνωνύμων Ἑταιρειῶν». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 26 Ἰουλίου 1919 Ν. Διατάγματος περὶ προσθήκης διατάξεως εἰς τὸν νόμον 1735». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 14 Ἰουνίου 1919 Ν. Δ. περὶ μετατάξεως εἰς τὸν οἰκονομικὸν κλάδον ἀρχειοφυλάκων τοῦ Π. Ν. διπλωματούχων ἐμπορικῶν σχολῶν καὶ ἀπὸ 25 Ἰουνίου 1919 ὁμοίου περὶ ἀκυρώσεως τοῦ ἀνωτέρω». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 1456 τῆς 12 Ἰουνίου 1918 Ν. Δ. περὶ παροχῆς χρηματικοῦ βοηθήματος εἰς ἀποπεμπομένους ἐκ τοῦ Σώματος τῆς Χωροφυλακῆς, ἀνθυπασπιστὰς καὶ ὁπλίτας». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀνεγέρσεως ἀποθηκῶν πυρείων ἐν Πειραιεῖ καὶ περὶ ἐπισκευῆς τῶν ἐν Πειραιεῖ κεντρικῶν ἀποθηκῶν πετρελαίου τοῦ Δημοσίου». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 12ης Σεπτεμβρίου 1919 Ν. Διατάγματος περὶ παρατάσεως τῆς ἰσχύος τῶν διατάξεων τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ νόμου 1761 περὶ ἐκτελέσεως καὶ τροποποιήσεως ἄρθρων τινῶν τοῦ νόμου 1315». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ διαθέσεως ὑπὸ τοῦ Λιμενικοῦ Ταμείου Πατρῶν δραχμῶν 20.000 διὰ τὴν ἀνέγερσιν ἐν Πάτραις ἀνδριάντος τῶν Παλαιῶν Πατρῶν». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τῶν νόμων ΔΛΣʹ (4036) καὶ 599». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ καταρτισμοῦ μελετῶν ἐπὶ τοῦ ποταμοῦ Σπερχειοῦ». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συστάσεως ὑδρογραφικῆς ὑπηρεσίας ἐν τῷ Π. Ναυτικῷ». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ προσθήκης διατάξεων εἰς τοὺς περὶ ναυτικῶν συντάξεων νόμους». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐκκαθαρίσεως ἐχθρικῶν περιουσιῶν καὶ συμψηφισμοῦ ἐχθρικῶν χρεῶν». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ παροχῆς ἐκπαιδευτικῆς ἀδείας εἰς τοὺς λειτουργοὺς τῆς Δημοτικῆς Ἐκπαιδεύσεως τοὺς κληθησομένους πρὸς φοίτησιν ἐν τῷ Ἱερατικῷ Φροντιστηρίῳ». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀποπληρωμῆς τῶν ἐξόδων κτλ. τοῦ Ἀνωτάτου Ἐκκλησιαστικοῦ Δικαστηρίου κατὰ τὸ 1919». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως Νομοθετικῶν Διαταγμάτων τῶν ἀφορώντων τὸν ὀργανισμὸν τοῦ ἐπὶ τῆς Γεωργίας Ὑπουργείου καὶ προσθήκης σχετικῶν διατάξεων». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀναγνωρίσεως εἰδικῶν ἰδιωτικῶν γραφείων συντάξεως φορολογικῶν δηλώσεων». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 5 Σεπτεμβρίου 1919 Νομοθετικοῦ Διατάγματος περὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου 135 περὶ προσωρινῆς ἀπαγορεύσεως τῶν οἰκοδομικῶν ἐργασιῶν τοῦ ἀποτεφρωθέντος τμήματος τῆς πόλεως Θεσσαλονίκης». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ χορηγήσεως εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας δικαιώματος ἐκποιήσεως ἢ διαθέσεως ὑλικοῦ τοῦ Δημοσίου τοῦ χρησιμοποιουμένου διὰ τὴν ἐξυπηρέτησιν τῶν δι’ αὐτοκινήτων συγκοινωνιῶν τῆς Ἠπείρου». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 31 Μαΐου 1919 Νομοθετικοῦ Διατάγματος περὶ συμβάσεως μεταξὺ Δήμου Θεσσαλονίκης καὶ ἀναδόχου Ἑταιρείας Ἀεριόφωτος τῆς αὐτῆς πόλεως». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως ἄρθρων τινων τοῦ νόμου 186 τῆς 26ης Μαρτίου 1914 «περὶ ἐξελέγξεως τῶν πρὸ τοῦ νόμου ΓΦΚΔʹ ὑποβεβλημένων αἰτήσεων παραχωρήσεως μεταλλείων, ὡς οὗτος ἐτροποποιήθη διὰ τοῦ νόμου 1629». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συμπληρώσεως τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ νόμου 181 «περὶ ἀποστολῆς εἰς ἀλλοδαπὴν ὑποτρόφων πρὸς εἰδικὰς σπουδάς». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ μετακλήσεως ἀλλοδαπῶν καθηγητῶν, πρὸς διδασκαλίαν τῶν ξένων γλωσσῶν, ἐν ταῖς ἐμπορικαῖς σχολαῖς». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐφοδιασμοῦ διὰ διπλώματος πλοιαρχίας τῶν ἐκ τῶν νέων χωρῶν καταγομένων ναυτικῶν». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου ΓΣΚϚʹ (8226) τῆς 6ης Ἰουλίου 1917 περὶ Ν.Α.Τ.». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν νόμων περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων καὶ ἄλλων συναφῶν». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου ΒΣΜΘʹ περὶ ἀτμοπλοϊκῆς συγκοινωνίας». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀπαλλαγῆς πλημμυροπαθῶν χωρίων ἀπὸ καταβολῆς φόρου δεκάτης 1919, ἀπαλλαγῆς ἐνοικιαστῶν τινων δεκάτης διαφόρων χρήσεων καὶ τροποποιήσεως τῶν περὶ ἀπαλλαγῶν 842, 1238 καὶ 1639 νόμων κλπ.». Ὁ κ. Ι. Τσιριμῶκος (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης) ὑποβάλει τὰ κάτωθι νομοσχέδια. 1) «Περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου 3944 ΓΠΜΔʹ περὶ φυγοδικίας» καὶ 2) «Περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου ΣΠΣΤʹ (286) περὶ ὁπλοφορίας». Ἡ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ κλπ. Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ καταθέτει τὰς ἐκθέσεις αὐτῆς ἐπὶ τῶν κατωτ. νομοσχεδίων. 1) «Περὶ παρατάσεως τῆς ἰσχύος τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ ἀπὸ 11 Ἰουλίου 1919 Ν. Διατάγματος περὶ παροχῆς τριακονταδράχμου μηνιαίου ἐπιδόματος εἰς πολιτικοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους καὶ ὑπηρέτας». 2) «Περὶ συστάσεως ἐν Πειραιεῖ Κεντρικῆς Ἀποθήκης κινίνης καὶ σακχαρίνης τοῦ Κράτους». καὶ 3) «Περὶ ἀνεγέρσεως ἀποθηκῶν πυρείων ἐν Πειραιεῖ καὶ περὶ ἐπισκευῆς τῶν ἐν Πειραιεῖ κεντρικῶν ἀποθηκῶν πετρελαίου τοῦ Δημοσίου». 4) «Περὶ αὐξήσεως τῶν μισθῶν τῶν δικαστικῶν καὶ λοιπῶν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης ὑπαγομένων ὑπαλλήλων πλὴν τῶν τῆς Κεντρικῆς Ὑπηρεσίας», καὶ 5) «Περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 84 τοῦ νόμου περὶ ὑποθηκῶν ὡς ἔχει τροποποιηθῇ ὑπὸ τοῦ νόμου 274 καὶ περὶ ἐπεκτάσεως τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου περὶ ἐκπαιδευτικῆς καὶ ἀναρρωτικῆς ἀδείας τῶν δικαστῶν». Ἡ ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀποδοχῶν, ἀδειῶν καὶ συντάξεως τῶν λειτουργῶν τῆς Δημοτικῆς Ἐκπαιδεύσεως». Ἡ ἐπὶ τοῦ ἐμπορίου, βιομηχανίας, ἐργασίας ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσιν αὐτῆς ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων· 1) «Περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως ἄρθρων τινῶν τοῦ νόμου 186 τῆς 23 Μαρτίου 1914 περὶ ἐξελέγξεως τῶν πρὸ τοῦ νόμου ΓΦΚΔʹ ὑποβεβλημένων αἰτήσεων παραχωρήσεως μεταλλείων, ὡς οὗτος ἐτροποποιήθη διὰ τοῦ νόμου 1629». 2) «Περὶ μηχανοδηγῶν αὐτοκινήτων πλοίων καὶ πλοιαρίων τοῦ νόμου ΓΣΚΣΤʹ (3226) τῆς 6ης Ἰουλίου 1917 περὶ Ν.Α.Τ.» Λύεται ἡ συνεδρίασις, ἵνα ἐπαναληφθῇ αὕτη τὴν 5 μ. μ. αὔριον. (Ὥρᾳ 12.10′ π. μ.).