1919.11.23
1.445 στίχοι · 11.543 λέξεις · 19 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 3η
τῆς 23ης Νοεμβρίου 1919
Προεδρία κ. Θ. ΣΟΦΟΥΛΗ
Ὥρα 6 μ. μ.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Ν’ ἀναγνωσθῶσι τὰ πρακτικά. (Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μετὰ λύπης μου σᾶς ἀγγέλλω τὸν θάνατον τοῦ βουλευτοῦ Ἰωαννίνων κ. Βλαχλίδη, ἐναρέτου καὶ συμπαθεστάτου συναδέλφου. Ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλὴ ἐν συγκινήσει παρηκολούθησε τὴν κηδείαν του, καὶ πρὸς ἔνδειξιν τιμῆς καὶ πένθους ἀνεβλήθη ἡ συνεδρίασις τῆς σήμερον μέχρι τῆς ὥρας ταύτης. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς: Τὰ Κοινοτικὰ Συμβούλια Γραμμεδίας (Πόρτα–Παζάρ), Νησίστης, Βουργαρελίου, οἱ Πρόεδροι τῶν ἐν Πύργῳ Συλλόγων, Σωματείων καὶ Συντεχνιῶν, ὁ Σύλλογος τῶν Δημοδιδασκάλων Ἠλείας καὶ οἱ δημοδιδάσκαλοι Μαγνησίας, παρακαλοῦσι τὴν Βουλὴν ὅπως ληφθῇ μέριμνα περὶ τῆς οἰκονομικῆς βελτιώσεώς των. Οἱ λειτουργοὶ τῆς Μέσης ἐκπαιδεύσεως Ἡρακλείου Κρήτης, Νομοῦ Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος καὶ Καλαβρύτων παρακαλοῦσιν ὅπως αὐξηθῇ ἡ μισθοδοσία των.
§3Δ. ΔΙΓΚΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Σχετικῶς μὲ τὰς ἀναφορὰς ταύτας λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ἀνακοινώσω πρὸς τὴν Βουλὴν ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶχεν ἀποφασίσῃ νὰ καταθέσῃ τὸ νομοσχέδιον τῆς αὐξήσεως τῆς μισθοδοσίας των κατὰ τὴν σημερινὴν συνεδρίασιν. Ἕνεκα ὅμως τροποποιήσεως τοῦ νομοσχεδίου δὲν κατέστη δυνατὸν μέχρι τῆς ὥρας ἡ κατάθεσίς του. Διὰ τοῦτο ἀναβάλλεται μέχρι τῆς προσεχοῦς Δευτέρας.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κατάδικοι δεσμωτηρίου Πύλου, παρακαλοῦσιν ὅπως ἁπλοποιηθῇ ὁ νόμος «περὶ ἀπολύσεως καταδίκων». Ἡ Ἐρασμία Γ. Κουτσονίκα, κάτοικος Ἀγρινίου, παρακαλεῖ ὅπως μονιμοποιηθῇ ὁ σύζυγός της Γ. Κουτσονίκας ἔφεδρος ἀνθυπολοχαγός. —Οἱ ἐνοικιασταὶ δεκάτης τῶν χωρίων τῆς Ἐπαρχίας Καϊλαρίων, παρακαλοῦσι, ὅπως ἀπαλλαγῶσι τοῦ ἐνοικίου κατὰ τὴν πολεμικὴν ἐποχήν. —Οἱ ἀπόστρατοι ἀξιωματικοὶ χωροφυλακῆς Σύρου, παρακαλοῦσιν ὅπως αὐξηθῇ ἡ σύνταξίς των κατὰ 50%. —Ὁ ἔφεδρος ἀνθυπασπιστὴς τῆς χωροφυλακῆς Ματθαιόπουλος Ἰωάννης παρακαλεῖ ὅπως μονιμοποιηθῇ. —Οἱ Πρόεδροι τῶν Κοινοτήτων Ἀνατολικοῦ, Ζαγορίου καὶ Ἄνω Δολιάνης, ἐπαρχίας Ἰωαννίνων, παρακαλοῦσι ὅπως ἀπαλλαγῶσι τοῦ κτηματικοῦ φόρου. —Οἱ ἐν Ἀθήναις ἔμμισθοι δικαστικοὶ κλητῆρες παρακαλοῦσιν ὅπως ληφθῇ μέριμνα περὶ βελτιώσεως τῆς θέσεώς των. Ὁ Σπυρ. Βουργαδούρογλους, ἑξηκοντάρχης τελωνοφύλαξ παρακαλεῖ ὅπως ἡ ἐν τῇ χωροφυλακῇ εἰκοσαετὴς ὑπηρεσία του ὑπολογισθῇ εἰς τὰ ἔτη τῆς συντάξεώς του. —Αἱ διδασκάλισσαι τοῦ δήμου Πατρέων, παρακαλοῦσιν ὅπως βελτιωθῇ ἡ μισθοδοσία των. Ἀνακοινῶ τὰ κάτωθι Διατάγματα, ἅτινα συμφώνως τῷ Νόμῳ 1599 τῆς 31 Δεκεμβρίου 1918, ἐξεδόθησαν ὑπὸ τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ, κατὰ τὴν ἀπουσίαν τῆς Βουλῆς. 1) «Περὶ μὴ χρησιμοποιήσεως πρὸς τύπωσιν ἐφημερίδων χάρτου ἄνευ ὑδατίνων γραμμῶν». 2) «Περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου περὶ εἰσπράξεως τῶν δημοσίων ἐσόδων». 3) «Περὶ τροποποιήσεως τῶν νόμων ΑΥΙΓʹ τοῦ 1887 καὶ 1214 τοῦ 1918 περὶ εἰσπράξεως τῶν δημοσίων ἐσόδων». 4) «Περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου 1512». 5) «Περὶ Δοκίμων Οἰκονομικῶν ὑπαλλήλων». 6) «Περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου 1607 περὶ ἐκδόσεως ὁμολογιῶν δανείου ὀνομαστικοῦ κεφαλαίου 75.000.000 πρὸς κάλυψιν ἐλλειμμάτων ἀναγομένων εἰς κεκλεισμένας χρήσεις καὶ τὴν χρῆσιν τοῦ 1917» καὶ 7) «Περὶ τροποποιήσεως διατάξεων τοῦ νόμου 1165 «περὶ τελωνειακοῦ κώδικος». Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας κ. Κ. Σπυρίδης, καταθέτει πρὸς ἀνακοίνωσιν πρὸς τὴν Βουλὴν διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 429 τῆς 13 Ν)βρίου 1919 ἐγγράφου αὐτοῦ τὸ ἀπὸ 1 Ἀπριλίου ἐ. ἔ. Νομοθετικὸν Διάταγμα «περὶ συγχωνεύσεως τῆς Τραπέζης Κρήτης μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης», ἐκδοθὲν παρ’ αὐτοῦ κατὰ τὴν ἀπουσίαν τῆς Βουλῆς. Ὁ παρὰ τῷ Ἐλεγκτικῷ Συνεδρίῳ Γεν. Ἐπίτροπος τῆς Ἐπικρατείας, ὑποβάλλει ἐπιτροπικὰ ἐντάλματα τῶν Ὑπουργείων Δικαιοσύνης καὶ Συγκοινωνίας ἐκδοθέντα ὑπ’ εὐθύνην τῶν Ὑπουργῶν. (Παραπέμπονται εἰς τὴν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ Ἐπιτροπήν). Ἀνακοινῶ τὰ κάτωθι Διατάγματα ἐκδοθέντα ὑπὸ τοῦ Ὑφυπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν κ. Ι. Ἀθανασάκη κατὰ τὴν ἀπουσίαν τῆς Βουλῆς. 1) «Περὶ ἐφέδρων ἀνθυπασπιστῶν διαχειριστῶν ὑγειονομικοῦ ὑλικοῦ «νόμος 1703». 2) «Περὶ μονιμοποιήσεως ἐφέδρων ὑγειονομικῶν ἀξιωματικῶν, «νόμος 1781». 3) «Περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου 1483 τῆς 23 Ἰουλίου 1918 «περὶ γυναικῶν νοσοκόμων» «νόμος 1782». 4) «Περὶ καθορισμοῦ ἀντιμισθίας ἰδιωτῶν μαγείρων, σιδηρωτριῶν καὶ ραπτριῶν, στρατιωτικῶν νοσοκομείων καὶ ἀντιμισθίας προσλαμβανομένων παρ’ αὐτῷ ἐποπτῶν τῶν μαγειρείων καὶ ἱματιοθηκῶν» «νόμος 1783». 5) «Περὶ συμπληρώσεως τοῦ 4ου ἄρθρου τοῦ νόμου 1298 τῆς 7 Ἀπριλίου 1918 «περὶ κατατάξεως καὶ προαγωγῆς ἐφέδρων ὑγειονομικῶν ἀξιωματικῶν, ὀδοντοϊατρῶν, τελειοφοίτων καὶ τεταρτοετῶν τῆς Ἰατρικῆς καὶ Φαρμακευτικῆς Σχολῆς» «νόμος 1774». 6) «Περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ 3 ἄρθρου τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 1763 νόμου τῆς 23 Μαρτίου ἐ. ἔ. «περὶ ἀφομοιώσεως στρατιωτικῶν ὑπαλλήλων, ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ Φαρμακευτικοῦ Σώματος» νόμος 1785» Ὁ Ὑφυπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν κ. Ι. Ἀθανασάκης, ὑποβάλλει τὰ ἑξῆς νομοσχέδια: 1) «Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 26ης Ἰουνίου 1919 Νομοθετικοῦ Διατάγματος «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 1492 νόμου περὶ καθορισμοῦ νοσηλειῶν τῶν εἰς τὰ πολιτικὰ νοσοκομεῖα νοσηλευομένων στρατιωτῶν». 2) «Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 10ης Αὐγούστου 1919 Νομοθετικοῦ Διατάγματος «περὶ μεταθέσεως ἐφέδρων ἀξιωματικῶν Πεζικοῦ, Διαχειρίσεως Ἐπιμελητείας καὶ Φαρμακευτικοῦ εἰς τὸ στέλεχος τῆς Ἐφεδρείας τοῦ Σώματος Διαχειρίσεως Ὑγειονομικῆς Ὑπηρεσίας». Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κ. Μ. Νεγροπόντης ὑποβάλλει τὰ ἑξῆς νομοσχέδια: 1) «Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 8 Ἰουλίου 1919 Νομοθετικοῦ Διατάγματος περὶ ἀναθέσεως τῶν καθηκόντων τῶν Οἰκονομικῶν Ἐφόρων τῶν Ἐπαρχιῶν Κυθήρων, Ἰθάκης καὶ Παξῶν εἰς τοὺς Ταμίας». 2) «Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 12 Ἰουλίου 1919 Νομοθετικοῦ Διατάγματος «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως ἐνίων διατάξεων τῶν ἀφορώντων τὰς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν νόμων». 3) «Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 21 Ἰουλίου 1919 Νομοθετικοῦ Διατάγματος «περὶ συμπληρώσεως καὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου 1595 περὶ τελωνοφυλακῆς». 4) «Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 11 Ἰουλίου 1919 Νομοθετικοῦ Διατάγματος «περὶ παρατάσεως τῆς ἰσχύος διατάξεων τῶν νόμων 103, 1188, 934, 914, 813 κλπ.». 5) «Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 10 Μαΐου 1919 Νομοθ. Διατάγματος «περὶ μεταρρυθμίσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν ἀφορώντων τὸ Σῶμα τῶν οἰκονομικῶν ἐλεγκτῶν νόμων». 6) «Περὶ κυρώσεως τῶν Νομοθετ. Διαταγμάτων αʹ) τοῦ ἀπὸ 31 Ἰουλίου 1919 περὶ μεταρρυθμίσεως διατάξεων τοῦ νόμου 1679 τῆς 16 Ἰανουαρίου 1919 περὶ φορολογίας τοῦ καπνοῦ καὶ τοῦ σιγαροχάρτου καὶ βʹ) τοῦ ἀπὸ 12 Σεπτεμβρίου 1919 «περὶ μεταρρυθμίσεως διατάξεών τινων τοῦ νόμου 1679 περὶ φορολογίας τοῦ καπνοῦ καὶ τοῦ σιγαροχάρτου». 7) «Περὶ εἰσαγωγῆς χάρτου ἄνευ ὑδατίνων γραμμῶν». 8) «Περὶ διαγραφῆς τῶν ὑπὸ Συμμαχικῶν Ἀρχῶν ἐνεργηθεισῶν εἰσπράξεων ἐν τῇ κατασταθείσῃ κατὰ τὸ 1916– 1917 οὐδετέρᾳ ζώνῃ ἐν τῇ Μακεδονίᾳ καὶ ἐν ταῖς καταληφθείσαις ἐπαρχίαις τῆς Ἠπείρου». 9) «Περὶ ἀπαλλαγῆς ἀπὸ τῶν προσθέτων τελῶν τῶν ἐνοικιαστῶν τῶν φόρων δεκάτης, δημητριακῶν καρπῶν καὶ δημοσίων κτημάτων τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1918». 10) «Περὶ κυρώσεως τῆς ἀπὸ 10 Μαΐου 1919 Νομοθ. Διατάγματος «περὶ πτυχίου Εἰδικῶν Οἰκονομικῶν Ἐπιθεωρητῶν». 11) «Περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως διατάξεων τοῦ νόμου 1237 τοῦ 1918 «περὶ φορολογίας δημοσίων θεαμάτων». 12) «Περὶ μεταθέσεως τῆς ὑπηρεσίας τῶν συντάξεων καὶ χορηγημάτων εἰς τὴν Διεύθυνσιν τοῦ Γεν. Λογιστηρίου κλπ.». 13) «Περὶ συμπληρώσεως τοῦ Ὀργανισμοῦ τῆς Οἰκονομικῆς Ἐπιθεωρήσεως». 14) «Περὶ κυρώσεως, τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ ἀπὸ 11 Ἰουλίου 1919 Β. Διατάγματος «περὶ προπληρωμῶν, διὰ διαταγῆς τῶν Ὑπουργῶν». 15) «Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 2 Ἰουλίου 1919 Β. Διατάγματος «περὶ συστάσεως Γενικῆς ἀποθήκης Ὑλικοῦ δημοσίας ὑπηρεσίας». (Ἅπαντα τὰ ἀνωτέρω νομοσχέδια παραπέμπονται εἰς τὰς οἰκείας ἐπιτροπὰς». Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἔχει τὸν λόγον.
§5Ν. ΠΟΛΙΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω τὰ ἑξῆς νομοσχέδια. 1) «Περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ τῶν Συμμάχων καὶ Συνησπισμένων Δυνάμεων καὶ τῆς Γερμανίας Συνθήκης, περὶ εἰρήνης, τῆς 15)28 Ἰουλίου 1919». 2) «Περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ τῶν Συμμάχων καὶ Συνησπισμένων Δυνάμεων καὶ τῆς Αὐστρίας Συνθήκης, περὶ εἰρήνης τῆς 28 Αὐγούστου)10 Σεπτεμβρίου 1919». 3) «Περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ τῶν Συμμάχων καὶ Συνησπισμένων Δυνάμεων καὶ τῆς Βουλγαρίας Συνθήκης, περὶ εἰρήνης τῆς 14)27 Νοεμβρίου 1919», καὶ 4) «Περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Βουλγαρίας Συμβάσεως «περὶ ἀμοιβαίας καὶ ἐθελουσίας μεταναστεύσεως τῶν φυλετικῶν μειονοτήτων, τῆς 14)27 Νοεμβρίου 1919». Ἡ Κυβέρνησις ἐπιφυλάσσεται κατὰ τὴν μέλλουσαν νὰ διεξαχθῇ συζήτησιν ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων τούτων νὰ παρουσιάσῃ πάσας τὰς δεούσας πληροφορίας ἢ διασαφήσεις. Θὰ ἀρκεσθῶ ἑπομένως κατὰ τὴν εἰσήγησιν ταύτην εἰς τὰς γενικὰς γραμμὰς τοῦ ὅλου συστήματος, τὸ ὁποῖον παρουσιάζεται διὰ τῶν τεσσάρων τούτων συνθηκῶν. Κύριοι βουλευταί, ὅτι πρὸ ἑνὸς ἔτους ἐθραύσθη ἡ στρατιωτικὴ ἰσχὺς τῶν ἐχθρῶν τῆς ἀνθρωπότητος καὶ ἐν τῇ παγκοσμίῳ ἀγαλλιάσῃ διὰ τοῦ ὁριστικοῦ θριάμβου τοῦ δικαίου καὶ τῆς ἐλευθερίας ἀπεφασίσθη ἡ συγκρότησις ἐν Παρισίοις τοῦ Συνεδρίου τῆς εἰρήνης, δὲν ἐπεκράτει καθαρὰ σκέψις περὶ τοῦ τρόπου καὶ τῆς μεθόδου τῶν ἐπικειμένων διαπραγματεύσεων. Ὁ ἀριθμὸς τῶν νικητῶν, τὰ ἀλληλοσυγκρουόμενα συμφέροντα, ἡ ἐν γένει διατάραξις τῶν παγκοσμίων πραγμάτων λόγῳ τοῦ μακροχρονίου πολέμου, καθίστα τὴν κατάστασιν δυσχερεστάτην καὶ ἐφάνη εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ὅτι ἦτο ἀδύνατον νὰ ἐφαρμοσθῇ ἐν τῇ προκειμένῃ περιστάσει ἡ συνήθης διαδικασία τῶν διαπραγματεύσεων περὶ εἰρήνης. Ὁπωσδήποτε ἦσαν γνωσταὶ αἱ βάσεις, ἢ μᾶλλον αἱ ἰδέαι αἱ γενικαί, αἱ ὁποῖαι ὤφειλον νὰ ἐμπνεύσωσι τὰς διαπραγματεύσεις εἰς τὴν μέλλουσαν εἰρήνην. Αἱ βάσεις αὗται εἶχον διατυπωθῆ εἰς τὸ περίφημον καὶ ἱστορικὸν ἐκεῖνο διάγγελμα τοῦ Προέδρου τῆς Δημοκρατίας τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν. Τὰ 14 ἄρθρα τοῦ διαγγέλματος ἐκείνου εἶχον ἀποδεχθῆ ἅπασαι αἱ σύμμαχοι Δυνάμεις καὶ εἶχον ἐπίσης τεθῆ αἱ βάσεις τῆς ἀνακωχῆς τῆς ἐπελθούσης κατὰ τὸν Νοέμβριον τοῦ παρελθόντος ἔτους μετὰ τῆς Γερμανίας. Ἀλλὰ τὰ 14 ἐκεῖνα ἄρθρα, αἱ 14 ἐκεῖναι θεμελιώδεις ἰδέαι παρουσιάζοντο ὡς μία πρώτη ὕλη ἀκατέργαστος. Ἡ ἐπεξεργασία αὐτῶν ἦτο ἀναγκαία ὅπως φθάσῃ ἡ ὁμὰς τῶν συμμάχων εἰς τὴν ποθουμένην εἰρήνην. Πάντως ἦτο ἀνάγκη νὰ ἐπέλθῃ προηγουμένως, δηλ. πρὸ τῶν διαπραγματεύσεων μετὰ τῶν ἀντιπροσώπων τῶν ἐχθρικῶν κρατῶν, κοινὴ συνεννόησις τῶν συμμάχων ἐπὶ ἑνὸς κοινοῦ προγράμματος καθορίζοντος τοὺς ὅρους, τοὺς ὁποίους ἡ Συνθήκη ἤθελε προβάλει εἰς τοὺς ἐχθρούς, ἢ τοὐλάχιστον εἰς τὴν συζήτησιν τῶν ἐχθρῶν. Τὸ Συνέδριον τῆς εἰρήνης ἀπήντα μίαν ἄλλην δυσκολίαν, ὁ ἀριθμὸς τῶν νικητῶν ἦτο μέγας, τὰ κράτη, τὰ ὁποῖα ἀπετέλουν τὴν ὁμάδα τῶν συμμάχων, ἦσαν παντὸς εἴδους, παντὸς μεγέθους, πάσης προελεύσεως καὶ διαφοροτρόπου παραστάσεως λόγῳ τῆς διαφόρου αὐτῶν συμμετοχῆς κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ πολέμου. Ἦσαν πρῶτον τὰ κράτη, τὰ ὁποῖα πραγματικῶς ὑπῆρξαν ἐμπόλεμα, κηρύξαντα τὸν πόλεμον καὶ προβάντα εἰς ἐχθροπραξίας. Ὑπῆρχον τὰ κράτη, τὸ ὁποῖα ἦσον θεωρητικῶς μόνον ἐμπόλεμα, καθ’ ὃ κηρύξαντα πόλεμον, ἀλλὰ μὴ συμμετασχόντα εἰς αὐτὸν πραγματικῶς καὶ τέλος δὲ ἦσαν ἄλλα κράτη πολυπληθῆ, τὰ ὁποῖα ψυχολογικῶς μόνον ἦσαν ἐμπόλεμα καθ’ ὃ οὐδὲ εἰς τὰς ἐχθροπραξίας ἔλαβον μέρος, οὐδὲ πόλεμον εἶχον κηρύξῃ, ἠρκέσθησαν μόνον νὰ διαρρήξωσι τὰς σχέσεις μὲ τοὺς ἐχθροὺς ἢ μετὰ τινων ἐξ αὐτῶν, πρὸς ἔνδειξιν μιᾶς ψυχικῆς διαθέσεως καὶ μιᾶς ψυχικῆς συνδρομῆς τῶν πολεμούντων, πραγματικῶς κρατῶν τῆς Συνεννοήσεως· ἡ κεντρικὴ ἰδέα ἡ ὁποία ἐνέπνευσεν ἀπὸ μιᾶς ἀρχῆς τὰς διαπραγματεύσεις, δηλ. ἡ ἰδέα ὅτι ἡ μέλλουσα εἰρήνη ὀφείλει νὰ εἶναι ὁ καταστατικὸς χάρτης τῆς ἀνθρωπότητος, ἤγαγεν εἰς τὸ συμπέρασμα, ὥστε ὅλα τὰ ἐμπόλεμα ὁποσοῦν κράτη νὰ κληθῶσιν ἐν τῷ Συνεδρίῳ ἄνευ οὐδεμιᾶς διακρίσεως. Τοιουτοτρόπως παρεκάθησαν ἐν τῷ Συνεδρίῳ 32 ἐν ὅλῳ Κράτη, ἐξ ὧν 13 τῆς Ἀμερικῆς, 10 τῆς Εὐρώπης, 5 τῆς Ἀσίας, 2 τῆς Ἀφρικῆς καὶ 2 τῆς Αὐστραλίας. Ὅπως βλέπετε, ὅλα τὰ μέρη τοῦ κόσμου εἶχον ἀντιπροσώπους, καὶ ἀντιπροσώπους σπουδαίους. Τὸ Συνέδριον κατήρτισεν ἀμέσως σωρείαν ἐπιτροπῶν καὶ ὑποεπιτροπῶν πρὸς ἐξέτασιν τῶν διαφόρων θεμάτων, τὰ ὁποῖα κατὰ τὰς ἀντιλήψεις τῶν Συμμάχων ὤφειλον νὰ ἀπαρτίσωσι τὰ διάφορα κεφάλαια τῆς μελλούσης Συνθήκης τῆς εἰρήνης. Ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐκθέσεων τῶν Ἐπιτροπῶν τούτων τὸ διευθῦνον συμβούλιον τῆς Συνδιασκέψεως, τὸ ὁποῖον ἀπήρτιζον τὰ μεγαλείτερα ἐκ τῶν Συμμαχικῶν Κρατῶν, κατήρτισε τῇ συνδρομῇ Ἐπιτροπῆς εἰδικῆς διὰ τὴν κατάρτισιν καὶ τὴν συνομολόγησιν τῶν διαφόρων κειμένων, ἓν προσχέδιον συνθήκης, τὸ ὁποῖον μετὰ τὴν ἔγκρισιν τῆς ὁλομελείας τοῦ Συνεδρίου μετεβλήθη εἰς ὁριστικὸν σχέδιον εἰρήνης, τὸ ὁποῖον δὲν ἔμενε πλέον παρὰ νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν ἀντιπροσώπων τῶν ἐχθρικῶν Δυνάμεων. Ὅτε τὸ σχέδιον ὄντως προητοιμασμένον ἦτο σχεδὸν ἕτοιμον, ἐκαλοῦντο οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν ἐνδιαφερομένων ἐχθρικῶν Κρατῶν, καὶ ὅτε τὸ σχέδιον ἦτο ἐντελῶς ἕτοιμον, ἐπεδίδετο εἰς αὐτοὺς μὲ τελετὴν, τῆς ὁποίας ἡ ἐπιβολὴ ἦτο ἀνάλογος μὲ τὴν θέσιν, τὴν δύναμιν καὶ τὸν ρόλον τοῦ ἐχθρικοῦ ἐνδιαφερομένου κράτους. Κατὰ νεωτερισμὸν ὑποβληθέντα ὑπὸ τῶν περιστάσεων ἡ ἐπακολουθήσασα συζήτησις ἦτο μόνον ἔγγραφος, δηλ. δὲν συνήρχοντο ἐν τῇ ἰδίᾳ αἰθούσῃ οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν νικητῶν καὶ οἱ τῶν ἡττηθέντων, ἀλλ’ οἱ τελευταῖοι προσεκαλοῦντο νὰ ἀπαντήσωσιν ἐγγράφως, νὰ διατυπώσωσι τὰς ἀντιρρήσεις των, ἢ τὰς παρατηρήσεις των ἐπὶ τῶν ὅρων τῆς ὑποβληθείσης ἐν σχεδίῳ συνθήκης. Εἰς τὰ ὑπομνήματα ταῦτα ἐδίδετο ἀπάντησις ἐκ μέρους τῆς ὁμάδος τῶν Συμμάχων, κατόπιν νέας διασκέψεως, κατόπιν νέας παραπομπῆς τῶν θεμάτων εἰς τὰς ἐπιτροπὰς καὶ τὰς ὑποεπιτροπάς. Τέλος ὅταν ἡ συζήτησις αὕτη ἡ ἔγγραφος ἐθεωρεῖτο λήξασα ἡ ὁμὰς τῶν Συμμάχων προσδιώριζε μίαν ὁριστικὴν προθεσμίαν, μετὰ τὴν παρέλευσιν τῆς ὁποίας τὸ ἐχθρικὸν ἐνδιαφερόμενον κράτος ὤφειλε νὰ ἀπαντήσῃ ἂν ἐδέχετο ἢ δὲν ἐδέχετο. Μετὰ τὴν ἀποδοχήν του δὲ ἐγένετο ἡ τελετὴ τῆς ὑπογραφῆς τῆς συνθήκης μὲ τὴν ἐπιβλητικότητα τὴν ἀνάλογον πρὸς ἐκείνην, ἡ ὁποία προσεδόθη κατὰ τὴν ἐπίδοσιν τῶν ὅρων τῆς συνθήκης. Εἶναι φυσικόν, κύριοι βουλευταί, τοιουτοτρόπως προετοιμασθεῖσαι αἱ συνθῆκαι εἰρήνης μὲ ἓν ἕκαστον τῶν ἐχθρικῶν κρατῶν νὰ ἔχωσι ἕνα χαρακτῆρα, ἕνα τύπον καὶ μίαν μέθοδον ἐντελῶς πανομοιότυπον, ἀπομακρυνόμενον τῶν προγενεστέρων συνθηκῶν εἰρήνης κατὰ πολλὰ σημεῖα, ἐξ ὧν τὰ δύο κύρια, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐπιθυμῶ νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχήν σας, εἶναι πρῶτον ὅτι αἱ συνθῆκαι εἰρήνης τοῦ 1919 ἔχουν ἕνα χαρακτῆρα πρακτικόν. Ἡ ἐπιθυμία τῶν Συμμάχων βεβαίως ἦτο ἡ ἀποκατάστασις καὶ ἡ παγίωσις τῆς εἰρήνης· ἀλλὰ τὸν σκοπὸν τοῦτο ἐπεδίωξαν οὐχὶ διὰ κενῶν τύπων, ὅπως εἴθισται, ὅπως ἦτο τοὐλάχιστον ἄλλοτε συνήθεια εἰς τὰς συνθήκας, ἀλλὰ διὰ τῆς οὐσίας αὐτῆς τῶν πραγμάτων. Δὲν ἐπεδίωξαν π. χ. εἰς τὰς κειμένας συνθήκας ὅπως ἀποκαθίσταται αἰωνία εἰρήνη μεταξὺ τῶν συμβαλλομένων. Αἱ Συνθῆκαι ἀρκοῦνται νὰ διατυπώσουν μίαν διάταξιν. Ἀφ’ ἧς ἡμέρας εἰσέρχεται ἐν ἰσχύϊ ἡ παροῦσα συνθήκη, ὁ πόλεμος θεωρεῖται ὡς λήξας καὶ δεύτερον ἀπὸ τῆς ἰδίας ἡμέρας ἐπανέρχονται αἱ σχέσεις μεταξὺ τῶν μὲν καὶ τῶν δέ. Ὁ δεύτερος χαρακτήρ. Ἐπιθυμῶ νὰ τονίσω, ὅτι αἱ συνθῆκαι τοῦ 1919 ἔχουσιν ἕνα χαρακτῆρα γενικόν. Δὲν περιορίζονται εἰς τὴν ρύθμισιν τῶν ζητημάτων, τὰ ὁποῖα ἐτέθησαν, τὰ ὁποῖα προέκυψαν ἐκ τοῦ πολέμου ἀλλὰ διοργανώνει ἓν διεθνὲς σύστημα πρὸς καλλιτέραν παγίωσιν τῆς εἰρήνης. Ἡ εἰρήνη εὑρίσκεται ὑπὸ συνθήκας ἐν εἴδη πλαισίου, τοῦ ὁποίου αἱ δύο βάσεις ἀποβλέπουσιν, διὰ τοῦ χαρακτῆρος εἰς τὴν παγίωσιν τῆς εἰρήνης· ἡ μία τῶν βάσεων εἶναι ἡ Κοινωνία τῶν Ἐθνῶν καὶ ἡ ἑτέρα ἡ διεθνὴς ὀργάνωσις τῆς ἐργασίας. Ἀρκεῖ ἓν βλέμμα ἐπὶ τοῦ κειμένου τῶν Συνθηκῶν διὰ νὰ πεισθῇ τις ὅτι αὕτη ὑπῆρξεν ἡ πρόθεσις ἐν τῇ οὐσίᾳ καὶ ἐν τῷ τύπῳ τῶν ἐκπονησάντων τὰ κείμενα ταῦτα. Τὸ πρῶτον κεφάλαιον ἑκάστης Συνθήκης πραγματεύεται περὶ τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν, καὶ τὸ τελευταῖον περὶ ὀργανώσεως τῆς Διεθνοῦς ἐργασίας. Ἡ Κοινωνία τῶν Ἐθνῶν εἶναι θεσμὸς γενικός. Δὲν θὰ σᾶς κουράσω μὲ πολλὰς ἐξηγήσεις. Ἐλέχθησαν πολλὰ καὶ ὑπὲρ καὶ ἐναντίον αὐτοῦ τοῦ θεσμοῦ, πολλαὶ ἐβασίσθησαν ἐλπίδες, ὑπερβολικαὶ διατυπώσεις, ἐπίσης ἐξητάσθη ὑπερβολικῶς, ἐφ’ ὅσον ὅμως τὰ πράγματα ἐξηγήθησαν, ἐφ’ ὅσον ἡ Κοινὴ γνώμη ἔλαβε γνῶσιν τῶν διαπραγματεύσεων καὶ ἰδίως τοῦ πνεύματος, τὸ ὁποῖον εἶναι ὄπισθεν τῶν τύπων, ἡ Κοινὴ γνώμη, ἡ παγκόσμιος, ἐπείσθη ὅτι ἐν τῷ θεσμῷ τούτῳ πραγματοποιεῖται μία μεγάλη πρόοδος, ἡ ὁποία ἐπιτρέπει νὰ ἐλπίζωμεν, ὅτι ἡ εἰρήνη, ἡ ὁποία προέρχεται ἐκ τῶν κειμένων Συνθηκῶν θὰ φέρῃ μεγαλητέρους καρπούς. Ἐὰν ὁ θεσμὸς δὲν ἐξασφαλίζῃ τὴν εἰρήνην τοῦ κόσμου ἀναμφισβητήτως συντείνει εἰς τὸ νὰ γίνωνται οἱ πόλεμοι σπανιώτατα. Ἡ Κοινωνία τῶν Ἐθνῶν εἶναι ἕνας μεγάλος συνεταιρισμός, τοῦ ὁποίου μέλη δύνανται νὰ εἶναι ὅλα τὰ Κράτη. Πρὸς τὸ παρόν, μέλη εἶναι τὰ συμμετασχόντα ἐκ τῶν Συνθηκῶν εἰς τὴν εἰρήνην τὸν ἀριθμὸν 32, ἕτερα 12, τὰ ὁποῖα ἐκλήθησαν νὰ συμμετάσχουν τῆς Κοινωνίας κτλ., Κράτη, θέλουσιν ἐν καιρῷ, ὅταν δώσωσι δείγματα τῆς ἱκανότητος καὶ τῆς καλῆς των πίστεως προσκληθῆ ἐπίσης νὰ λάβωσι μέρος εἰς τὸν συνεταιρισμὸν τοῦτον. Ὁ συνεταιρισμὸς δὲν εἶναι μόνον παγκόσμιος, εἶναι ἐλεύθερος, εἶναι δηλαδὴ ἀνοικτὸς εἰς ὅλα τὰ Κράτη. Τὸ Κράτος τὸ ὁποῖον δὲν θέλει νὰ ἐξέλθῃ δὲν ἐξέρχεται, τὸ Κράτος τὸ ὁποῖον εἰσῆλθεν μένει ἐλεύθερον νὰ ἐξέλθῃ μετὰ προειδοποίησιν δύο ἐτῶν. Ὁ θεσμὸς εἶναι θεσμὸς καλῆς πίστεως, διότι ἐν τῷ συμβουλίῳ τούτῳ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνουν δεκτὰ μέλη τὰ ὁποῖα δὲν ἐκτελῶσιν τὰς ὑποχρεώσεις τὰς ὁποίας ἀνέλαβον. Ποία εἶναι ἡ ὀργάνωσις τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν; Ἡ ὀργάνωσις αὕτη εἶναι μία γενικὴ συνέλευσις ἀπαρτιζομένη ἀπὸ τοὺς ἀντιπροσώπους ὅλων τῶν Ἐθνῶν. Ἕκαστον Ἔθνος δύναται νὰ ἔχῃ ἀντιπροσωπείαν διὰ τριῶν προσώπων, ἀλλὰ καὶ τὰ τρία ταῦτα πρόσωπα ὁμοῦ δὲν ἔχουν παρὰ μίαν μόνον ψῆφον. Δεύτερον ὄργανον εἶναι τὸ συμβούλιον τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν εἰς τὸ ὁποῖον λαμβάνουν μέρος πρὸς τὸ παρὸν ἐννέα, πέντε μὲ χαρακτῆρα διαρκείας, εἶναι οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν ἐξεχουσῶν δυνάμεων, καὶ τέσσαρα τὰ ὁποῖα ἐκ περιτροπῆς εἶναι μεταξὺ τῶν ἄλλων κρατῶν. Ἡ συνέλευσις ἐκλέγει ἑκάστοτε τὰ τέσσαρα κράτη τὰ ὁποῖα θὰ ἀντιπροσωπεύονται ἐν τῷ συμβουλίῳ. Διὰ τὴν πρώτην φοράν, διὰ τὸν πρῶτον σχηματισμὸν τοῦ συμβουλίου ἡ ἰδία συνθήκη ἀποφασίζει ὅτι τὰ τέσσαρα ταῦτα κράτη θὰ εἶναι τὸ Βέλγιον, ἡ Βραζιλία, ἡ Ἑλλὰς καὶ ἡ Ἱσπανία. Ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ γνωρίσω εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ἡ τιμή, ἡ ὁποία ἐγένετο οὕτω εἰς τὴν Ἑλλάδα εἶναι μία προσωπικὴ ἐπιτυχία τοῦ ἰδίου λόγῳ τοῦ μεγάλου ρόλου, τὸν ὁποῖον ἔπαιξεν εἰς τὴν εἰδικὴν ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία κατήρτισε τὸ σχέδιον τῆς συμφωνίας τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν. (Χειροκροτήματα). Τὰ μέλη, τὰ ὁποῖα εἶναι πρὸς τὸ παρὸν ἐννέα, ἡ συμφωνία προσθέτει, ὅτι ἀπόκειται εἰς τὴν γενικὴν συνέλευσιν νὰ αὐξήσῃ τὸν ἀριθμὸν αὐτὸν καὶ νὰ δημιουργήσῃ νέας θέσεις δι’ ἄλλα κράτη καὶ τὰ ἄλλα κράτη, τὰ ὁποῖα θὰ ἠδύναντο νὰ ἐπωφεληθῶσιν τῆς δηλώσεως ταύτης εἶναι βεβαίως τὰ κράτη, τὰ ὁποῖα σήμερον ἔχουν περιωρισμένην ἀντιπροσωπείαν. Τρίτον ὄργανον εἶναι ἡ γενικὴ Γραμματεία, ἀποτελουμένη ἀπὸ ἕνα γενικὸν Γραμματέα καὶ τὸ προσωπικὸν αὐτοῦ. Τὸν Γενικὸν Γραμματέα διορίζει ἐπίσης τὸ Συμβούλιον, ἀλλὰ διὰ τὴν πρώτην φορὰν ἡ συνθήκη ὑπέδειξεν ἐν τῷ προσώπῳ τοῦ διακεκριμένου Ἄγγλου σὲρ Οὐΐλλιαμ, τὸν πρῶτον Γενικὸν Γραμματέα. Ἤρχισεν ἤδη πραγματικῶς ἡ ὀργάνωσις τῆς Γενικῆς Γραμματείας καὶ ἴσως ἡ Βουλὴ θὰ εἶχεν ἐνδιαφέρον νὰ γνωρίσῃ ὅτι μεταξὺ τοῦ προσωπικοῦ τῆς Γενικῆς Γραμματείας ὑπάρχει καὶ εἷς ὑπήκοος Ἕλλην. Ἡ ἕδρα τῆς Κοινωνίας εἶναι ἡ Γενεύη κατὰ ρητὴν διάταξιν τῆς συνθήκης, ἀλλὰ ἀπόκειται εἰς τὸ Συμβούλιον νὰ ἀποφασίσῃ, ἀλλὰ καὶ νὰ μεταφέρῃ τὴν ἕδραν τῆς Κοινωνίας εἰς ἄλλην πόλιν. Ὁ σκοπὸς τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν εἶναι γνωστός. Εἶναι ἡ λῆψις διαφόρων μέτρων πρὸς παγίωσιν τῆς εἰρήνης ἢ ἄλλως τῆς προλήψεως τοῦ πολέμου. Τὰ κράτη τὰ ἀπαρτίζοντα τὸν συνεταιρισμὸν τοῦτον ἀνέλαβον τὴν ὑποχρέωσιν κατὰ τὴν ὑπόδειξιν, ἣν θὰ δώσῃ τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον νὰ περιορίσωσι τοὺς ἐξοπλισμούς, ἀνέλαβον ἐπίσης τὴν ὑποχρέωσιν νὰ μὴ προστρέξωσιν εἰς ἐχθροπραξίας ἐν περιπτώσει διαφορᾶς, χωρὶς νὰ ἐξαντλήσωσιν ὅλα τὰ εἰρηνικὰ μέτρα περὶ τοῦ κανονισμοῦ τῆς διαφορᾶς ταύτης. Καὶ ἂν μὲν πρόκηται περὶ διαφορᾶς ἐχούσης χαρακτῆρα νομικόν, ἡ διαιτησία εἶναι ὑποχρεωτικὸν μέτρον, ἐὰν δὲ πρόκηται περὶ διαφορᾶς πολιτικῆς φύσεως ἐπιλαμβάνεται ταύτης τὸ Συμβούλιον, τὸ ὁποῖον, ἀφ’ οὗ λάβῃ γνῶσιν τῶν πληροφοριῶν, ἃς τὰ ἐνδιαφερόμενα κράτη θὰ ὑποβάλωσι, διατυπώνει ἔκθεσιν, ἐν τῇ ὁποίᾳ ὑποδεικνύει τίνι τρόπῳ εἶναι δυνατὸν νὰ κανονισθῇ ἡ διαφορά. Ἐὰν ἡ ἔκθεσις γίνεται δι’ ὁμοφώνου ψήφου ἐν τῷ Συμβουλίῳ, εἶναι ὑποχρεωτική, δηλαδὴ οὐδὲν ἐκ τῶν ἀπαρτιζόντων τὸν συνεταιρισμὸν κρατῶν δικαιοῦται νὰ προβῇ εἰς ἐχθροπραξίας ἐναντίον τοῦ κράτους, ὅπερ συνεμορφώθη μὲ τὴν συμβουλὴν τοῦ Συμβουλίου, ἐὰν δὲν ἐλήφθη δι’ ὁμοφώνου ψήφου, τότε ἕκαστον κράτος ἔχει ἐλευθερίαν δράσεως, ὅπως ἐκλέξῃ τὰ μέσα, ἅτινα, κατὰ τὴν γνώμην του, δύνανται νὰ ἐξασφαλίσωσι τὴν διατήρησιν τοῦ δικαίου καὶ τῆς δικαιοσύνης. Ὁ ἀθετῶν τὴν ὑποχρέωσιν ταύτην καὶ ἀναλαμβάνων τὴν εὐθύνην νὰ προστρέξῃ εἰς τὸν πόλεμον, θεωρεῖται ὡς διαπράξας πρᾶξιν ἐχθρικὴν ἐναντίον ὅλων τῶν κρατῶν τῆς Κοινωνίας, ταῦτα δὲ προβαίνουσιν εἰς πιεστικὰ μέτρα. Τὸ Συμβούλιον δὲ ἐξετάζει ἐὰν εἶναι ἀνάγκη νὰ γίνῃ καὶ στρατιωτικὴ διοργάνωσις, ὅπως ἐπιβληθῇ καλύτερον ἡ ἀπόφασις. Μία θεμελιώδης διάταξις εἶναι ὅτι, ὅταν μία διαφορὰ ὑποβληθῇ εἰς διαιτησίαν ἢ εἰς γνωμοδότησιν τοῦ Συμβουλίου, οὐδὲν κράτος δύναται πρὸ παρελεύσεως τριῶν μηνῶν μετὰ τὴν ἔκδοσιν τῆς ἀποφάσεως ἢ τὴν κοινοποίησιν τῆς ἐκθέσεως τοῦ Συμβουλίου νὰ προστρέξῃ εἰς τὸν πόλεμον· προστρέχον δὲ εἰς πόλεμον, ἐκτίθεται εἰς τὰς εὐθύνας, τὰς ὁποίας ὑπέδειξα πρὸ ὀλίγου. Καὶ ταῦτα ἐὰν ἡ διαφορὰ ἐγείρεται μεταξὺ δύο μελῶν τῆς Κοινωνίας. Ἐὰν ἐγείρεται μεταξὺ κρατῶν, τὰ ὁποῖα ἓν ἢ πλείονα δὲν εἶναι μέλη τῆς Κοινωνίας, τότε πρόσκλησις ἀπευθύνεται πρὸς τὰ ξένα κράτη νὰ ἀκολουθήσουν τὴν διαδικασίαν τὴν διαγραφομένην ἐν τῷ Καταστατικῷ τῆς Κοινωνίας καὶ ἂν μὴ ἀποδεχθῇ τὴν πρόσκλησιν, τὰ πράγματα ἀκολουθοῦν τὴν ὁδὸν τὴν ὁποίαν ὑπέδειξα, ἂν δ’ ἄλλως ἐν περιπτώσει ἀρνήσεως καὶ ἐν περιπτώσει ἐχθροπραξιῶν ἑνὸς τῶν μελῶν τούτων, τότε ἐφαρμόζονται τὰ πιεστικὰ μέτρα, περὶ ὧν ὡμίλησα. Ἐὰν ἀμφότερα τὰ κράτη ἀρνηθῶσι νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς τὴν διαδικασίαν ταύτην, τὸ Συμβούλιον ἐπιφυλάσσεται νὰ ἐξετάσῃ τὸ ζήτημα καὶ λάβῃ τὰ δέοντα μέτρα πρὸς πρόληψιν τῶν ἐχθροπραξιῶν. Ὁ θεσμὸς ὅπως τὸν περιέγραψα, συνήντησε, ὡς γνωρίζετε, μεγάλας ἀντιδράσεις ἐν τῇ Γερουσίᾳ τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν. Ἡ διάταξις δέ, ἥτις ἐγένετο ἀντικείμενον σφοδρῶν συζητήσεων ἐν αὐτῇ, εἶναι τὸ ἄρθρον 10 αὐτῆς, δι’ οὗ τὰ Κράτη τοῦ Συνεταιρισμοῦ ἀναλαμβάνουσι τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐγγυηθῶσιν ἀμοιβαίως τὴν ἀκεραιότητα καὶ τὴν ἀνεξαρτησίαν ὅλων τῶν ἄλλων μερῶν. Δὲν θέλω νὰ ἐπιμείνω ἐπὶ τῆς συζητήσεως, ἡ ὁποία ἀφορᾷ τὴν Ἀμερικήν, θέλω ὅμως νὰ προσθέσω, ὅτι ὑπάρχει βάσιμος ἐλπίς, ὅτι ἡ διαφωνία ἠγέρθη μεταξὺ τοῦ Προέδρου τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν καὶ τῆς Γερουσίας θὰ λυθῇ καὶ ὅτι ἡ Ἀμερικὴ θὰ ἀποτελέσῃ ὡς δίκαιον καὶ ὠφέλιμον εἶναι, ἕνα ἐκ τῶν πρωτίστων μελῶν τῆς Κοινωνίας τῶν μελῶν. Ἐξεφράσθησαν φόβοι, μήπως ὁ νέος οὗτος θεσμὸς γίνῃ ὄργανον συστηματικῆς τυραννίας τῶν Μεγάλων Δυνάμεων ἀπέναντι τῶν μικρῶν. Τὸ κατ’ ἐμὲ δὲν θεωρῶ τοὺς φόβους τούτους βασίμους, διότι ὁ κύριος μοχλὸς ἐν τῷ θεσμῷ τούτῳ θὰ εἶναι ἡ κοινὴ γνώμη, ἡ ὁποία θὰ ἐξασκῇ τοῦ λοιποῦ ἐπὶ τῆς πολιτικῆς τῶν Κρατῶν καὶ ἰδίως ἐπὶ τῆς διπλωματικῆς δράσεως ἐπιρροήν, τὴν ὁποίαν οὐδέποτε μέχρι τοῦδε ἔσχεν εἰς τοιοῦτο σημεῖον. Ἄλλον παράγοντα πολὺ σημαίνοντα βλέπω εἰς τὴν συμμετοχὴν τῶν μικρῶν κρατῶν. Αἱ τέσσαρες ψῆφοι, αἱ ὁποῖαι δίδονται ἐν τῷ Συμβουλίῳ εἰς τὰ μικρὰ Κράτη δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ὡς ἓν ὅπλον ἐγγυήσεως μεγάλης σημασίας καὶ ὡς εἷς χαλινὸς εἰς τὴν πολιτικὴν τὴν ἐγωϊστικήν, εἰς τὴν ὁποίαν τυχὸν θὰ εἶχον σχέσιν μεγάλαι τινὲς Δυνάμεις νὰ ἐφαρμόσουν ἀπέναντι τῶν μικρῶν λαῶν. Τὸ πᾶν ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν ἔννοιαν, ἀπὸ τὸ πνεῦμα, μὲ τὸ ὁποῖον τὰ δευτερεύοντα κράτη, τὰ ὁποῖα θὰ ἔχωσιν τέσσαρας ἀντιπροσώπους ἐν τῷ Συμβουλίῳ, θὰ ἐνεργήσωσι καὶ θὰ δράσωσιν. Ἐὰν καλῶς ἠνόησα, ἐν τῷ Συμβουλίῳ οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν μικρῶν Κρατῶν δὲν θὰ εἶναι ἀντιπρόσωποι τῶν ἰδίων αὐτῶν συμφερόντων, ἀλλ’ ἀντιπρόσωποι τοῦ γενικοῦ συμφέροντος, ἀντιπρόσωποι τῶν κοινῶν συμφερόντων τῶν μικρῶν λαῶν. Εἶμαι βέβαιος, ὅτι ἡ ἀντίληψις αὕτη θὰ δημιουργήσῃ ἓν ὅπλον νέον, πρὸς διατήρησιν τῆς ἐλευθερίας τῶν λαῶν καὶ πρὸς παγίωσιν τῆς εἰρήνης τῶν λαῶν. Ἔχω ἑπομένως ἀκράδαντον πεποίθησιν, ὅτι ὁ θεσμὸς θὰ συντείνῃ εἰς τὴν πρόοδον καὶ ὅτι διὰ τὴν ἀσφάλειαν ἑνὸς ἑκάστου καὶ ὅλων μαζὺ τῶν Κρατῶν θὰ προστεθῇ κἄτι σημαντικὸν εἰς τὰς ἐγγυήσεις τὰς ὁποίας ἕκαστος ὀφείλει νὰ λάβῃ πρὸς διατήρησιν τῆς ἀσφαλείας του καὶ τῆς ἀκεραιότητός του. Αὐτὰ εἶχον νὰ σᾶς ὑποβάλλω ὅσον ἀφορᾷ τὴν Κοινωνίαν τῶν Ἐθνῶν. Ἡ δευτέρα βάσις τοῦ συστήματος τῶν νέων συνθηκῶν εἶναι ἡ διεθνὴς ὀργάνωσις τῆς ἐργασίας. Ἡ εἰρήνη τοῦ κόσμου ἐξαρτᾶται ἀναμφισβητήτως ἀπὸ τὴν κοινωνικὴν δικαιοσύνην ἀπὸ τὴν ἐσωτερικὴν εἰρήνην. Ἡ ἐξωτερικὴ εἰρήνη δύναται νὰ διαταραχθῇ ἐξ ἐξωτερικῶν διαταράξεων καὶ κοινωνικῶν. Εἶναι μία μεγάλη ἀλήθεια· καὶ αὐτὴ καὶ μόνη ἡ ἀναγνώρισις τῆς ἀληθείας ταύτης προσδίδει εἰς τὰς συνθήκας εἰρήνης τοῦ 1919 ἕνα μεγάλον χαρακτῆρα ἠθικόν. Ἀναγνωρίζεται ἡ ἀνάγκη τῆς βελτιώσεως τῶν ὅρων τῆς ἐργασίας καὶ πρὸς τοῦτο ἀποφασίζεται ὅπως διὰ διεθνοῦς ὀργανώσεως πραγματοποιηθῇ ὁ σκοπὸς οὗτος. Ἡ ὀργάνωσις ἀποτελεῖται ἀπὸ μίαν γενικὴν συνδιάσκεψιν, συνδιάσκεψιν, εἰς τὴν ὁποίαν ἀντιπροσωπεύονται ὅλα τὰ Κράτη, τὰ ἐνδιαφερόμενα διὰ τεσσάρων ἕκαστον ἀντιπρόσωπον τῆς ἐργασίας καὶ τοῦ κεφαλαίου. Δεύτερον ὄργανον εἶναι τὸ Διεθνὲς Γραφεῖον, τὸ ὁποῖον λειτουργεῖ παρὰ τῇ Κοινωνίᾳ τῶν Ἐθνῶν ὑπὸ τὴν διεύθυνσιν ἑνὸς διοικητικοῦ Συμβουλίου ἐξ 24 μελῶν, τῶν ὁποίων 12 εἶναι κυβερνητικοὶ καὶ οἱ ἄλλοι 12 ἀντιπρόσωποι τοῦ κεφαλαίου καὶ τῆς ἐργασίας. Ὁ διορισμὸς τῶν μελῶν τῶν διευθυντῶν τοῦ διοικητικοῦ συμβουλίου γίνεται ἀπὸ τὴν συνδιάσκεψιν διὰ τρία ἔτη. Τὸ Διεθνὲς Γραφεῖον συγκεντρώνει τὰς πληροφορίας ὅλας καὶ προετοιμάζει ἐκ τῶν ἑκάστοτε παρουσιαζομένων θεμάτων εἴτε σχέδια διεθνῶν συμβάσεων, εἴτε προτάσεις νομοθετικῶν τροποποιήσεων, εἰς τὰς ὁποίας προσκαλοῦνται τὰ ἐνδιαφερόμενα Κράτη νὰ προβῶσιν. Τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον ἐξασκεῖ ἔλεγχον ἐπὶ τῆς ἐκτελέσεως τῶν ἀναληφθεισῶν ὑποχρεώσεων, ἐπὶ τῆς ἐφαρμογῆς τῶν διεθνῶν συμβάσεων, καὶ ὁ ἔλεγχος οὗτος παρουσιάζεται μὲ μίαν μορφὴν ἐντελῶς νέαν. Διότι τῇ αἰτήσει ἑνὸς ἐργατικοῦ ἢ κεφαλαιοκρατικοῦ συνδέσμου δύναται νὰ ζητήσῃ, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσῃ, ἐξηγήσεις ἀπὸ τὴν ἐνδιαφερομένην Κυβέρνησιν, τῇ καταγγελίᾳ δὲ ἑνὸς Κράτους, τὸ ὁποῖον καταγγέλλει ἕτερον Κράτος, ἐπὶ ἀθετήσει ἀναληφθεισῶν ὑποχρεώσεων, τὸ Συμβούλιον ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ προβῇ εἰς ἀνακρίσεις, καὶ τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἀνακρίσεως ταύτης ἐπιβάλλεται εἰς τὸ Κράτος, τὸ ὁποῖον ἐθεωρήθη ὡς ἀθετῆσαν τὰς ὑποχρεώσεις του, καὶ τὰ λοιπὰ μέλη τοῦ συνεταιρισμοῦ εἶναι ἐλεύθερα νὰ προβῶσιν εἰς πιεστικὰ οἰκονομικὰ μέτρα ἐναντίον του. Δίδεται εἰς τὸ Κράτος τὸ καταγγελθὲν δικαίωμα νὰ ζητήσῃ ἰδίαν ἀνάκρισιν, νὰ ἐξετασθῶσιν αἱ δικαιολογίαι τὰς ὁποίας δύναται νὰ παρουσιάσῃ καὶ ἐὰν αἱ δικαιολογίαι του φανῶσιν πειστικαί, αἴρονται τὰ μέτρα τὰ ὁποῖα τυχὸν ἐλήφθησαν. Ἡ διοργάνωσις αὕτη τῆς ἐργασίας, κύριοι βουλευταί, ἔλαβε ἤδη πρὸ τῆς κυρώσεως τῆς Συμβάσεως, πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς ἰσχύος τῶν συνθηκῶν τὴν πρώτην ἐφαρμογήν της. Τὸ παρελθὸν Σάββατον ἔληξεν ἐν Βασιγκτῶνι ἡ πρώτη συνδιάσκεψις τῆς ἐργασίας εἰς τὴν ὁποίαν ἀντιπροσωπεύθη καὶ ἡ Ἑλλὰς μὲ ὅλα τὰ ἄλλα ἐνδιαφερόμενα Κράτη, ἐψηφίσθησαν δὲ σχέδια συμβάσεων καὶ νομοθετικαὶ συστάσεις διὰ τὰ διάφορα Κράτη. Τὸ κυριώτερον θέμα τὸ ὁποῖον ἀπησχόλησε τὴν συνδιάσκεψιν ὑπῆρξε τὸ ὀκτάωρον. Παρεχωρήθησαν προθεσμίαι εἰς Κράτη, τὰ ὁποῖα λόγῳ τῶν συνθηκῶν ὑπὸ τὰς ὁποίας εὑρίσκονται, δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἐφαρμόσουν τὸς θεσμὸν τοῦτον, καὶ εἰδικῶς διὰ τὴν Ἑλλάδα παρεχωρήθη μία σειρὰ προθεσμιῶν, αἱ ὁποῖαι ποικίλλουσιν κατὰ τὰς βιομηχανίας ἀπὸ τὸν Ἰούλιον τοῦ 1921 μέχρι τοῦ Ἰουλίου τοῦ 1924. Αὗται εἶναι αἱ δύο βάσεις τῆς εἰρήνης ἢ μᾶλλον τῶν συνθηκῶν τῆς εἰρήνης τοῦ 1919. Ἐν τῷ πλαισίῳ τὸ ὁποῖον ἀπαρτίζουσιν αἱ βάσεις αὗται τοποθετοῦνται τὰ διάφορα κεφάλαια τῶν διαπραγματεύσεων τῶν οὐσιαστικῶν τὰ ὁποῖα ἐν μὲν τῇ Γερμανικῇ συνθέσει εἶναι 13 τὸν ἀριθμόν, ἐν δὲ τῇ Βουλγαρικῇ εἶναι κατὰ ἓν ὀλιγώτερα. Ἐξετάζονται τὰ νέα σύνορα, οἱ πολιτικοὶ ὅροι τὰ ἐχθρικὰ συμφέροντα κατὰ τῆς Εὐρώπης, οἱ στρατιωτικοὶ ὅροι, τὰ ζητήματα τῆς ἀπελευθερώσεως καὶ ἀποδόσεως τῶν αἰχμαλώτων τὸ θέμα τῆς παραδόσεως τῶν ὑπευθύνων διὰ κακουργήματα διαπραχθέντα διαρκοῦντος τοῦ πολέμου, τὸ ζήτημα τῆς ἐπανορθώσεως τῶν ζημιῶν, τὸ ζήτημα τῶν δημοσιονομικῶν ὅρων καὶ τῶν οἰκονομικῶν, ἡ ἀεροπορία, τέλος σειρὰ ζητημάτων περὶ ὁδῶν καὶ σιδηροδρόμων. Κρίνω περιττὸν, κύριοι βουλευταί, νὰ εἰσέλθω εἰς πολλὰς λεπτομερείας ἐν τῇ ἀναλύσει ταύτῃ ὅσον ἀφορᾷ τὰς συνθήκας μετὰ τῆς Γερμανίας καὶ τῆς Αὐστρίας. Εἶναι ἤδη γνωσταὶ αἱ διατάξεις αἱ ἐδαφικοῦ χαρακτῆρος, οἱ ἐδαφικοὶ περιορισμοί, οἱ ὁποῖοι ἐπεβλήθησαν εἰς τὴν Γερμανίαν καὶ τὴν Αὐστρίαν. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον λέγω, εἶναι ὅτι οὐδεὶς ἐκ τῶν περιορισμῶν τούτων θίγει τὴν ἀρχὴν τῆς ἐθνικῆς ὑποστάσεως τῶν ἐνδιαφερομένων Κρατῶν. Ἀφῃρέθησαν ἀπὸ τὰς δύο πρώην αὐτοκρατορίας τὰ ἐδάφη ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα οὐχὶ νομίμως τοὺς ἀνῆκον, διὰ νὰ ἀποδοθῶσιν εἰς τοὺς νομίμους κτήτορας εἴτε οὗτοι ἦσαν Κράτη ἔχοντα ἤδη ὕπαρξιν καὶ ἱστορίαν, εἴτε ἐπρόκειτο νὰ ὑποστοῦν ἐπὶ τῶν ἐδαφῶν τούτων νέα κράτη ὅπως ἡ Τσεχοσλοβακία, ἡ Πολωνία εἰς τὴν ἀναγνώρισιν τῶν ὁποίων ἡ Ἑλλὰς ὑπῆρξεν εὐτυχής. Κρίνω περιττὸν νὰ ἐπιμείνω ἐπὶ τῶν στρατιωτικῶν ὅρων. Εἶναι γνωστὸν ὅτι ἡ Γερμανία τοῦ λοιποῦ δὲν δύναται νὰ ἔχῃ παρὰ στρατὸν 100 χιλιάδων ἀνδρῶν συμπεριλαμβανομένων καὶ τῶν ἀξιωματικῶν, ἡ δὲ Αὐστρία στρατὸν μόνον 30.000. Ἑκατέρου τῶν κρατῶν τούτων ὁ στρατὸς δὲν δύναται νὰ εἶναι παρὰ ἐθελοντικὸς μὲ θητείαν δωδεκαετῆ. Εἰς τὴν Γερμανίαν ὅπως καὶ εἰς τὴν Αὐστρίαν ἐπέρχεται περιορισμὸς τῶν ναυτικῶν δυνάμεων ἡ Γερμανία δὲν θὰ ἔχῃ παρὰ μικρὸν στόλον ὑποβρύχιον· ἡ Αὐστρία μόνον τρεῖς ἀτμακάτους τοῦ Δουνάβεως ἑκατέρα δὲν ἔχει δικαίωμα πλέον νὰ ἔχῃ στρατιωτικὴν ἀεροπορίαν. Γνωρίζετε ἐπίσης τὰς διατάξεις περὶ καταδιώξεως τῶν ἐνόχων μεταξὺ τῶν ὁποίων ἐν τῇ Γερμανικῇ συνθήκῃ συγκαταλέγεται καὶ ὁ πρώην Αὐτοκράτωρ. Ἐπίσης γνωρίζετε τὰς γενικὰς διατάξεις ἑνὸς ἐκ τῶν σπουδαιοτέρων κεφαλαίων τῆς συνθήκης περὶ ἐπανορθώσεως τῶν ζημιῶν. Ἀνεγνωρίσθη πλήρως ἡ εὐθύνη εἰς τὴν Γερμανίαν καὶ τὴν Αὐστρίαν, καὶ θὰ εἴπω ἐντὸς ὀλίγου καὶ τῆς Βουλγαρίας, πλήρως ἡ εὐθύνη διὰ τὰς προξενηθείσας ζημίας διαρκοῦντος τοῦ πολέμου εἴτε ἐπὶ τῆς ξηρᾶς εἴτε ἐπὶ τῆς θαλάσσης εἴτε ἐπὶ τοῦ ἀέρος. Ὅλαι αἱ ζημίαι αὗται δέον νὰ ἐπανορθωθῶσιν, ἀλλ’ ἡ ἀρχὴ αὕτη ἀπήντησεν ἓν ὑπέρτατον κώλυμα τὴν οἰκονομικὴν ἀντοχὴν τοῦ ὑπευθύνου. Ἡ ἀντοχὴ αὕτη τῶν διαφόρων ἐχθρικῶν κρατῶν ἠνάγκασε τὰς συμμαχικὰς δυνάμεις νὰ περιορίσουν τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον θὰ πληρωθῇ διὰ τὴν ἐπανόρθωσιν τῶν ζημιῶν, ἀλλὰ προσδιωρίσθησαν ὅλα τὰ κεφάλαια ἐκεῖνα τῶν ζημιῶν, τὰ ὁποῖα δικαιοῦνται ἀποζημιώσεως. Αἱ ζημίαι τὰς ὁποίας ὑπέστησαν οἱ ἀστικοὶ πληθυσμοὶ εἴτε λόγῳ στερήσεως ἑνὸς τῶν μελῶν τῶν οἰκογενειῶν, εἴτε λόγῳ καταστροφῆς ἀκινήτων, εἴτε λόγῳ ἀπωλείας πλοίων εἴτε λόγῳ συντάξεων στρατιωτικῶν διὰ τοὺς ἀπολυθέντας ἀξιωματικοὺς ἢ στρατιώτας, εἴτε λόγῳ τῶν προκαταβολῶν τῶν ἐπιδομάτων, τὰ ὁποῖα ἐδόθησαν διαρκοῦντος τοῦ πολέμου εἰς τὰς οἰκογενείας τῶν στρατιωτῶν. Δι’ ὅλα αὐτὰ τὰ κεφάλαια ἡ ζημία δέον νὰ ἐπανορθωθῇ, καὶ ἐθεωρήθη ὅτι ἐν τῷ μέτρῳ τούτῳ ἡ οἰκονομικὴ ἀντοχὴ τῶν ἐχθρῶν, ἦτο ἀρκετὴ ὅπως δοθῇ ποσὸν ἱκανοποιητικὸν πρὸς τοιαύτην ἀνόρθωσιν. Συνιστᾶται μία ἐπιτροπή, ἡ ὁποία θὰ εἶναι εἷς ἐκ τῶν μεγάλων μοχλῶν τῆς ἐφαρμογῆς τῆς εἰρήνης, καὶ ἡ ὁποία ὅπως θὰ ἴδητε, θὰ εἶναι μακρᾶς διαρκείας, μεγάλης δικαιοδοσίας καὶ μεγάλης ἐπιρροῆς, εἶναι ἡ ἐπιτροπὴ τῶν ἐπανορθώσεων. Ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη ἀπαρτίζεται διαφοροτρόπως κατὰ τὰς διαφόρους συνθήκας. Ἡ βάσις εἶναι ὅτι πάντοτε ἀντιπροσωπεύονται αἱ πέντε προέχουσαι δυνάμεις, προστίθενται δὲ ἀναλόγως τῶν ἐνδιαφερομένων κρατῶν δύο ἀντιπρόσωποι ἢ εἷς ἀντιπρόσωπος τῶν δευτερευόντων κρατῶν. Οὕτω λ. χ. ἀπέναντι τῆς Γερμανίας ἡ ἐπιτροπὴ ἀπαρτίζεται ἀπὸ τοὺς πέντε ἀντιπροσώπους τῶν Μ. Δυνάμεων, ἕνα ἀντιπρόσωπον τοῦ Βελγίου, ὅταν ἐνδιαφέρεται τὸ Βέλγιον, ἕνα ἀντιπρόσωπον τῆς Γιουγκοσλαυΐας ὁσάκις ἐνδιαφέρεται αὕτη εἰς τὰ ζητήματα τῆς ἐπανορθώσεως, ἐκ μέρους τῶν Γερμανῶν. Ἐν τῇ συνθήκῃ μὲ τὴν Αὐστρίαν καὶ τῇ συνθήκῃ μὲ τὴν Βουλγαρίαν τὸ ζήτημα εἶναι ὀλίγον διαφορετικόν. Πλησίον τῶν ἀντιπροσώπων τῶν Μ. Δυνάμεων θὰ ἑδρεύῃ εἷς κοινὸς ἀντιπρόσωπος τῶν 5 Εὐρωπαϊκῶν ἐμπολέμων κρατῶν, ἤτοι τῆς Ἑλλάδος, τῆς Γιουγκοσλαυΐας, τῆς Τσεχοσλοβακίας, τῆς Πολωνίας καὶ τῆς Ρουμανίας, πάντως δὲ εἰς οἱανδήποτε περίστασιν ἀπέναντι οἱουδήποτε ἐχθρικοῦ κράτους, τὸ μὴ ἔχον ἀντιπρόσωπον ἰδικόν του κράτος ἐν τῇ ἐπιτροπῇ δικαιοῦται νὰ στέλλῃ τοιοῦτον διὰ τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα τὸ ἀφοροῦν ἰδιαιτέρως, ἀλλὰ μόνον μὲ συμβουλευτικὴν ψῆφον. Ἡ ἐπιτροπεία αὕτη τῆς ὁποίας ἡ ἕδρα ἀπεφασίσθη νὰ εἶναι ἐν Παρισίοις θὰ ἔχῃ ὑποεπιτροπὰς διαφόρους, αἱ ὁποῖαι θὰ λειτουργοῦν εἰς τὰ διάφορα κέντρα τῶν πρώην ἐχθρικῶν ἐδαφῶν. Ἡ δικαιοδοσία τῶν ἐπιτροπῶν καὶ ὑποεπιτροπῶν εἶναι πρῶτον ἡ ἐξέτασις τῶν αἰτήσεων ἑνὸς ἑκάστου τῶν συμμαχικῶν κρατῶν, δεύτερον, ἡ εἴσπραξις τῶν ποσῶν τῶν ὀφειλομένων ἐκ μέρους τῶν ἐχθρικῶν κρατῶν, τρίτον ἔλεγχος ὁ ὁποῖος ἐξασκεῖται παρὰ τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς ὅλης οἰκονομικῆς ὀργανώσεως τῶν ἐχθρικῶν κρατῶν διὰ νὰ εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἀντεπεξέλθουν καλῇ τῇ πίστει εἰς τὰς ὑποχρεώσεις τὰς ὁποίας ἀνέλαβον διὰ τὰς συνθήκας τῆς εἰρήνης, τέλος δὲ αἱ ἐπιτροπαὶ αὗται ὡς δικαιοδοσίαν ἔχουσι νὰ προβαίνωσιν εἰς τὴν διανομὴν τῶν εἰσπραχθέντων χρημάτων ἢ εἰδῶν εἰς τοὺς διαφόρους ἐνδιαφερομένους. Ὄσον ἀφορᾷ τὴν Αὐστρίαν ἡ θέσις ἡ οἰκονομικὴ τοῦ Κράτους τούτου ἐθεωρήθη τόσον ἐπισφαλὴς ὥστε οὐδεμία πρόνοια ἐλήφθη ἐν τῇ συνθήκῃ περὶ προσδιορισμοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ἡ Αὐστρία θὰ ὤφειλε νὰ προκαταβάλῃ. Ἀπόκειται εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν ἀποζημιώσεων νὰ ἐξετάσῃ πότε καὶ πῶς θὰ εἶναι δυνατὸν εἰς τὴν Αὐστρίαν νὰ πληρώσῃ, πάντως ὅμως ἡ Αὐστρία ὅπως καὶ ἡ Γερμανία ἐντὸς 30 ἐτῶν ὄφειλον, ἂν εἶναι εἰς θέσιν νὰ πληρώσουν, νὰ πληρώσουν τὰ ποσὰ τὰ ἀναγκαῖα διὰ τὴν ἀποζημίωσιν τῶν διαφόρων κεφαλαίων ζημιῶν, τὰ ὁποῖα ἀνέφερα πρὸ ὀλίγου. Ἀπέναντι τῆς Γερμανίας τοὐναντίον ἡ ἐξέτασις τῶν οἰκονομικῶν της πραγμάτων ἤγαγεν εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι ὑπάρχει ἀρκετὴ ἀντοχὴ ὅπως ἀπαιτηθῇ ἀπὸ τοῦδε καὶ εἰς ὡρισμένας ἐποχὰς μία ἀρκετὰ σημαντικὴ προκαταβολή. Ἡ Γερμανία ὀφείλει νὰ ἐκδώσῃ γραμμάτια ἄτοκα τῷ 1921 διὰ 25 χιλιοκατομμύρια φράγκα, γραμμάτια ἔντοκα πρὸς 2½% ἀπὸ τοῦ 1921 μέχρι τοῦ 1926 καὶ κατόπιν πρὸς 5% διὰ δεύτερον ποσὸν 40 χιλιοκατομμυρίων φράγκων, τρίτον κατὰ τὸ 1926 ὀφείλει νὰ προβῇ εἰς τρίτην ἔκδοσιν ἐντόκων γραμματίων πρὸς 5%, ἐπίσης διὰ ποσὸν 40 χιλιοκατομμυρίων φράγκων. Ἀμφότεραι αἱ Δυνάμεις αὗται καὶ ἡ Γερμανία καὶ ἡ Αὐστρία ὀφείλουσι νὰ ἀναπληρῶσι τὰ ἀπολεσθέντα ἐμπορικὰ πλοῖα τῶν Συμμάχων, πρὸς τοῦτο παραχωροῦσιν ὅ,τι ἐφάνη δυνατὸν νὰ παραχωρήσωσιν, ἤτοι ἡ Γερμανία ὅλα τὰ μεγάλα της ἀτμόπλοια, τὸ ἥμισυ τῶν μεσαίων ἀτμοπλοίων καὶ τὸ τέταρτον τῶν μικρῶν της ἀτμοπλοίων, ἡ δὲ Αὐστρία ὅλα τὰ θαλάσσια ἀτμόπλοια καὶ τὸ ⅕ τῶν ποταμοπλοίων της. Προσέτι ἡ Γερμανία ἔχουσα ναυπηγεῖα ὑποχρεοῦται νὰ ναυπηγήσῃ διὰ λογαριασμὸν τῶν Συμμάχων ἀτμόπλοια κατὰ μέσον ὅρον 250.000 τόννων κατ’ ἔτος. Ἀμφότεραι αἱ Δυνάμεις αὗται ὀφείλουσι νὰ παραχωρήσωσι μὲ ἐκπεσμὸν ἀνάλογον τῆς ἀποζημιώσεως ὅλα τὰ ζῶα, εἴδη, πρώτας ὕλας, τῶν ὁποίων ἔχουσιν ἀνάγκην οἱ Σύμμαχοι, καὶ τὰς ὁποίας δύναται νὰ διαθέσῃ ἡ χώρα αὕτη. Γίνεται τέλος ἐκκαθάρισις τῶν ἐχθρικῶν περιουσιῶν τῶν εὑρισκομένων ἐπὶ τοῦ συμμαχικοῦ ἐδάφους. Ἕκαστον Σύμμαχον Κράτος ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ διατηρήσῃ ἢ νὰ προβῇ εἰς τὴν μισεγγύησιν καὶ κατάσχεσιν τῶν περιουσιῶν τῶν ὑπηκόων τῶν ἐχθρικῶν Κρατῶν τῶν εὑρισκομένων ἐπὶ τοῦ ἐδάφους αὐτοῦ, νὰ προβῇ δὲ εἰς τὴν ἐκκαθάρισιν τῶν περιουσιῶν τούτων, νὰ ἐκτιμήσῃ ταύτας δυνάμει τῆς νομοθεσίας αὐτοῦ, καὶ τὴν ἀξίαν τῶν περιουσιῶν τούτων θὰ τὴν ὑπολογίσῃ ἀπέναντι τῆς ἀποζημιώσεως, τὴν ὁποίαν ὀφείλει τὸ ἐνδιαφερόμενον ἐχθρικὸν Κράτος. Θὰ προσθέσω διὰ νὰ τελειώσω τὴν ἀνάλυσιν τῶν μὲ τὴν Γερμανίαν καὶ Αὐστρίαν συνθηκῶν, ὅτι οὐδεμία αὐτῶν ἔχει τοῦ λοιποῦ δικαίωμα νὰ διατηρῇ στρατιωτικὰς ἀποστολὰς εἰς τὸ ἐξωτερικόν, οὐδεμία δὲ ἐξ αὐτῶν ἔχει τοῦ λοιποῦ δικαίωμα νὰ συμμετέχῃ εἰς τὴν διαχείρισιν ἢ εἰς τὸν ἔλεγχον τῶν οἰκονομικῶν ὑποθέσεων οἱουδήποτε Συμμάχου Κράτους, ἢ οἱουδήποτε ἐκ τῶν πρώην συμμάχων αὐτῶν ἢ ἐπὶ τέλους ἐν Ρωσσίᾳ. Διὰ τῆς διατάξεως ταύτης, ἡ ὁποία ἔχει ἄμεσον ἐνδιαφέρον δι’ ἡμᾶς, τοῦ λοιποῦ ὁ οἰκονομικὸς διεθνὴς ἔλεγχος ἐν Ἑλλάδι δὲν θὰ ἔχῃ πλέον οὔτε Γερμανόν, οὔτε Αὐστριακὸν ἀντιπρόσωπον. (Χειροκροτήματα παρατεταμένα). Ἔρχομαι, κύριοι, εἰς τὴν ἀνάλυσιν τῆς Βουλγαρικῆς συνθήκης. Ἡ Βουλὴ θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ τὴν ἀπασχολήσω μὲ τὴν τρίτην ταύτην συνθήκην ὀλίγον τι περισσότερον, διότι αὕτη παρουσιάζει περισσότερον ἐνδιαφέρον διὰ τὴν Ἑλλάδα. Τὰ πλεῖστα τῶν ὅσων εἶπον πρὸ ὀλίγου ἐφαρμόζονται ἀπέναντι τῆς Βουλγαρίας. Ἡ Βουλγαρία ὑφίσταται μίαν ἐδαφικὴν μείωσιν, ἡ ὁποία εἶναι διττή. Ἀπέναντι τῆς Σερβίας στερεῖται ὁλοκλήρου ἐδαφικῆς λωρίδος ἀπὸ τοῦ Δουνάβεως μέχρι τῆς Στρωμνίτσης συμπεριλαμβανομένης, μείωσις, ἡ ὁποία σκοπὸν ἔχει νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν σιδηροδρομικὴν γραμμὴν τῆς Μακεδονίας, ἡ ὁποία τόσον συχνὰ κατὰ τὰ παρελθόντα ἔτη ὑπέστη τὰς ἐπιδρομὰς τῶν συμμοριτῶν ἐκείνων, τοὺς ὁποίους καὶ ἡμεῖς αὐτοὶ γνωρίζομεν πολὺ καλά. Δευτέραν μείωσιν ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος ἀμέσως διὰ μικρᾶς μεταρρυθμίσεως τῶν συνόρων καὶ ἐμμέσως ἀνὰ τὰ παράλια τοῦ Αἰγαίου, ὅπου ἡ μεσημβρινὴ ἤδη Θράκη παραχωρεῖται εἰς τὰς Συμμάχους Δυνάμεις αἵτινες θὰ ἀποφασίσωσι κατόπιν περὶ τῆς τύχης της. Ἡ Βουλγαρία ἐν τῷ ἄρθρῳ 22 παραιτεῖται ἀπὸ τοῦδε ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος παντὸς τίτλου ἢ παντὸς δικαιώματος ἐπὶ τῶν πρώην ἐδαφῶν της, ἅτινα κείμενα ἐκτὸς τῶν νέων της συνόρων παραχωροῦνται ἢ ἤθελον παραχωρηθῆ εἰς τὴν Ἑλλάδα. (Χειροκροτήματα παρατεταμένα). Κύριοι βουλευταί, ἡ σημασία τῶν ἐδαφικῶν τούτων μειώσεων καὶ ἰδίως τῆς δευτέρας, εἶναι μεγίστη. Ὅταν ἀναλογισθῇ τις ποῖαι ἦσαν ἀνέκαθεν αἱ ἀξιώσεις τῆς Βουλγαρίας, ποσάκις ἔφθασεν εἰς τὸ κατώφλιον τῆς ὁριστικῆς ἐπιτυχίας, καὶ ὅτι ποτὲ δὲν ἠρκέσθη εἰς τὰς παραχωρήσεις, αἱ ὁποῖαι τῇ ἐγένοντο εἴτε διὰ συνθήκης, εἴτε διὰ διπλωματικῶν διαπραγματεύσεων, μὲ τὴν ἐλπίδα καὶ μὲ τὴν βουλιμίαν νὰ ἐπιτύχῃ πάντοτε περισσότερα, καὶ ὅτι σήμερον αὐτὴ ἡ Βουλγαρία διὰ παγκοσμίου εἰρήνης περιορίζεται εἰς ὅρια, τὰ ὁποῖα εἶναι μὲν δίκαια, βασιζόμενα ἐπὶ τοῦ ἐθνολογικοῦ χαρακτῆρος τῶν χωρῶν, ἀλλ’ ἀπέχοντα πολὺ ἀπὸ τὰς ἀπαιτήσεις καὶ τὰς ἀξιώσεις τῆς Βουλγαρίας, ἀρύεταί τις ἐντεῦθεν ἓν διδακτικώτατον παράδειγμα, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἔχωσιν ὑπ’ ὄψει των ὅλα τὰ Κράτη, δηλαδὴ ὅτι δὲν δύναταί τις νὰ ἀξιοῖ πάντοτε ἄνομα πράγματα, καὶ νὰ προσπαθῇ νὰ κάμνῃ κατακτήσεις ἐναντίον τοῦ δικαίου! Ἀφ’ ἑτέρου ἡ μείωσις ἡ ἐδαφική, τὴν ὁποίαν ὑφίσταται ἡ Βουλγαρία, ἡ ἀπομάκρυνσίς της ἐκ τοῦ Αἰγαίου, ἡ προσδοκωμένη μετὰ πεποιθήσεως ἐπικύρωσις τῶν πρώτων Βουλγαρικῶν τούτων ἐδαφῶν εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἀποτελεῖ τὴν πραγματοποίησιν ἑνὸς τῶν βαθυτέρων μας πόθων. Ὁ Ἑλληνισμὸς κατόπιν αἰώνων δουλείας εὑρίσκεται καὶ πάλιν μετὰ τὴν ἐδαφικήν του συνοχὴν, ἥτις τὸν φέρει ἐπὶ τοῦ δρόμου τῶν τελικῶν του ὀνείρων. (Χειροκροτήματα παρατεταμένα). Ὁ δρόμος οὗτος, κύριοι βουλευταί, εἶναι τοῦ λοιποῦ ἀνοικτός· ἀπόκειται εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν διὰ τῆς ἐργασίας του, διὰ τῆς ἐπιμονῆς του, διὰ τῆς ἀφοσιώσεώς του εἰς τὰ ἐθνικὰ πράγματα ν’ ἀποκτήσῃ τὴν γενικὴν ἐκτίμησιν, ν’ ἀποκτήσῃ ὅλα τὰ ἐφόδια ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα θὰ τοῦ ἐπιτρέψουν νὰ βαδίσῃ ἀνενοχλήτως τὴν μεγάλην αὐτὴν ὁδὸν, εἰς τὸ τέρμα τῆς ὁποίας εὑρίσκεται καὶ τὸν ἀναμένει ἡ τελειωτικὴ ἀποκατάστασις τῆς Φυλῆς! Καὶ ἐνῷ διάφοροι ἀνοίγονται λαμπραὶ ἀπόψεις, ἀπὸ τοῦδε δυνάμεθα νὰ χαρῶμεν χαρὰν μεγάλην διὰ τὴν ἀπελευθέρωσιν, ἥτις προσεχῶς θὰ εἶναι πλήρης, ὅλων τῶν παραλίων τοῦ Αἰγαίου, ὅπερ ἀναλαμβάνει οὕτω τὴν φυσικὴν καὶ τὴν ἱστορικήν του μορφὴν Ἑλληνικῆς θαλάσσης! (Παρατεταμένα χειροκροτήματα). Ἐπιθυμῶ νὰ προσθέσω, ὅτι ἡ χαρὰ αὕτη δὲν δύναται νὰ νοηθῇ ὡς αἴσθημα ἐγωϊσμοῦ. Δὲν πρόκειται περὶ ἀποκλειστικῆς κυριαρχείας τῆς θαλάσσης; πρόκειται περὶ ἐλευθέρας ἐπιβλέψεως εἰς τρόπον ὥστε νὰ ἐξασφαλίσῃ ἡ Ἑλλὰς καλλίτερον τὰ παράλιά της καὶ νὰ ἐξασφαλίσῃ καλλίτερον τὸ ἐμπόριόν της, καὶ ταὐτοχρόνως τὸ ἐμπόριον τὸ νόμιμον, τὸ τίμιον ὅλων τῶν ἄλλων λαῶν. Ἡ Βουλγαρία περιορίζεται κατὰ δεύτερον λόγον στρατιωτικῶς καὶ κατ’ ἐμὴν γνώμην καθίσταται τοῦ λοιποῦ ἀκίνδυνος. Ὁ στρατός της δὲν δύναται τοῦ λοιποῦ νὰ ὑπερβῇ τὰς 20 χιλιάδας ἀνδρῶν, συμπεριλαμβανομένων τῶν ἀξιωματικῶν, ἡ χωροφυλακή, ἡ ἀστυνομικὴ δύναμις, ἡ δασοφυλακή, ἡ φρουρὰ τῶν συνόρων δὲν δύναται νὰ ἀπαρτισθῇ ἀπὸ περισσοτέρους τῶν 13 χιλιάδων. Ὑφίσταται ἀνάλογον περιορισμὸν τῶν ἐξοπλισμῶν, ὑφίσταται ἀπαγόρευσιν κατοχῆς ὑποβρυχίων καὶ ἀεροναυτικῆς ὑπηρεσίας, περιορισμοῦ τῆς ναυτικῆς δυνάμεως εἰς 4 τορπιλλοβόλα καὶ 6 ἀτμακάτους. Ὑφίσταται ἀπαγόρευσιν πάσης πολεμικῆς παρασκευῆς καὶ πάσης χρησιμοποιήσεως τῶν ἀνδρῶν καὶ ἀξιωματικῶν της εἰς πολεμικὰς ὑπηρεσίας. Θὰ ἐξασκεῖται διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τῶν στρατιωτικῶν τούτων διατάξεων οὐσιαστικὸς ἔλεγχος ἐκ μέρους διεθνοῦς ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία θὰ ἔχῃ καὶ τὸ δικαίωμα νὰ ἐξετάζῃ ἂν ἡ Βουλγαρικὴ Κυβέρνησις καλῇ τῇ πίστει ἐφαρμόζει τὰς διατάξεις ταύτας. Ἐὰν εἰς τὰς ἐγγυήσεις τὰς ὁποίας μᾶς δίδει ἡ συνθήκη τῆς εἰρήνης προσθέσωμεν ἐκείνας, τὰς ὁποίας ἔχομεν καθῆκον νὰ λάβωμεν ἡμεῖς οἱ ἴδιοι διὰ τὴν διαφύλαξιν τῶν συνόρων μας, ἐλπίζω, ὅτι εἰς τὸ μέλλον δὲν θὰ ἔχωμεν πλέον διὰ πολὺν καιρὸν τοὐλάχιστον πόλεμον μετὰ τῆς Βουλγαρίας. Κατὰ τρίτον λόγον ἡ Βουλγαρία ἀναλαμβάνει διαφόρους οἰκονομικὰς ὑποχρεώσεις. Ἐν τῷ κεφαλαίῳ τούτῳ ἀναμφισβητήτως ὑπάρχει ἓν πνεῦμα ἐπιεικείας, τὸ ὁποῖον ἐνέπνευσε τὰς διαπραγματεύσεις. Ὑπῆρχε διαφορὰ ἀντιλήψεων μεταξὺ τῶν ἀμέσων ἐνδιαφερομένων Κρατῶν, τὰ ὁποῖα ἐνόμιζον καὶ πολλὰ ἐξ αὐτῶν ἐξακολουθοῦν νὰ νομίζουν, ὅτι ἡ οἰκονομικὴ ἀντοχὴ τῆς Βουλγαρίας εἶναι μεγαλειτέρα ἀπὸ ἐκείνην τὴν ὁποίαν ἐδέχοντο αἱ προέχουσαι δυνάμεις. Ὁπωσδήποτε ἡ συνθήκη ἀναγνωρίζει ὅπως καὶ αἱ ἄλλαι αἱ ἀπέναντι τῆς Γερμανίας καὶ τῆς Αὐστρίας τὴν γενικὴν ἀρχὴν τῆς ἐπανορθώσεως ὅλων τῶν ζημιῶν, ἀλλὰ λαμβάνουσα ὑπ’ ὄψιν ὅτι τὰ μέσα τὰ οἰκονομικὰ τῆς Βουλγαρίας δὲν εἶνε ἀρκετὰ ὅπως καλύψωσιν ὅλας αὐτὰς τὰς μεγάλας ζημίας, περιορίζει τὴν ὑποχρέωσιν ταύτην ὄχι ὅπως εἰς τὰς προηγουμένας συνθήκας κατόπιν τῆς ἐξετάσεως τῆς ἀληθοῦς οἰκονομικῆς ἀντοχῆς, ἀλλ’ ἐκ τῶν προτέρων διὰ ποσοῦ ὡρισμένου, τὸ ὁποῖον εἶναι 2.250.000.000. Τὸ ποσὸν τοῦτο ἡ Βουλγαρία θὰ ἔχῃ νὰ πληρώσῃ ἐντὸς 37 ἐτῶν μὲ τόκον, ὁ ὁποῖος θὰ εἶναι κατ’ ἀρχὰς μέχρι τοῦ 1920 2% καὶ κατόπιν 5%. Ἐντεῦθεν θὰ ἐπέλθῃ μία ἐπιβάρυνσις τοῦ Βουλγαρικοῦ προϋπολογισμοῦ κατὰ 61.000.000 κατ’ ἔτος. Συνιστᾶται εἰδικὴ ἐπιτροπὴ ἀπαυγάζουσα ἀπὸ τῆς κεντρικῆς ἐπιτροπῆς τῶν ἀποζημιώσεων, ἐπιτροπὴ ἡ ὁποία ἐξασκεῖ ἰδιαίτερον ἔλεγχον ἐπὶ τῆς αὐστηρότητος τοῦ ὁποίου ἐπικαλοῦμαι τὴν προσοχήν σας. Ὁ ἔλεγχος οὗτος εἶναι εἰδικῶς αὐστηρὸς ἀπέναντι τῆς Βουλγαρίας, ὄχι μόνον δικαιοῦται νὰ ἐλέγχῃ τὴν οἰκονομικὴν διαχείρισιν τοῦ Βουλγαρικοῦ Κράτους, νὰ εἰσπράττῃ τοὺς ὑπεγγύους φόρους καὶ νὰ διαθέτῃ αὐτοὺς κατὰ τοὺς ὅρους τῆς συνθήκης, ἀλλ’ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ὑποδεικνύῃ, ἐὰν οἱ ἐν ἰσχύϊ φόροι δὲν εἶναι ἀρκετοὶ, ποίους καὶ πόσους φόρους ἡ Βουλγαρία ὀφείλει νὰ προσθέσῃ εἰς τὸν προϋπολογισμόν της. Καὶ ἂν καὶ τοῦτο δὲν δώσῃ ἱκανοποιητικὰ ἀποτελέσματα ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη δικαιοῦται νὰ διατάξῃ ἡ ἰδία τὴν ἐπιβολὴν τῶν φόρων, νὰ προβῇ ἡ ἰδία διὰ τῶν ἰδικῶν της μέσων εἰς τὴν εἴσπραξιν τῶν φόρων καὶ τὴν διαχείρισιν αὐτῶν. Ὡς ἐκ τούτου δύναταί τις νὰ ὑποθέσῃ ὅτι ἐὰν ὑπολογίσῃ εἰς τὸ ποσὸν τῶν 2.250.000.000 τὸ ποσὸν τῆς πολεμικῆς ἀποζημιώσεως, τὸ ὁποῖον ὑποχρεοῦται νὰ καταβάλῃ ἡ Βουλγαρία, δύναταί τις νὰ ἐλπίσῃ, ὅτι τὸ ποσὸν τοῦτο θὰ δοθῇ καὶ ἐπὶ τῆς πράξεως ταύτης, ἡ Ἑλλὰς ἔχει νὰ προβάλλῃ αἰτήσεις ὡρισμένας ἐκ τῶν κεφαλαίων τὰ ὁποῖα προηγουμένως ἀνέφερα, ζημίας τοῦ ἀστικοῦ πληθυσμοῦ εἰς τὴν Ἀνατολικὴν Μακεδονίαν, ζημίας προερχομένας ἐκ τῆς καταστροφῆς τῶν κτημάτων, τῆς κτηνοτροφίας, ἐκ τῆς καταστροφῆς οἰκογενειῶν, ζημιῶν προελθουσῶν ἐκ τῆς δαπάνης τῆς συντηρήσεως τῶν οἰκογενειῶν τῶν ἐφέδρων διαρκοῦντος τοῦ πολέμου, καὶ τέλος ζημιῶν προερχομένων ἐκ τῶν στρατιωτικῶν ἐπιτάξεων. Ἡ Βουλγαρία ἀφ’ ἑτέρου ὑποχρεοῦται νὰ δώσῃ ὅσα ἀφήρεσεν ἐκ τῆς Ἀνατολικῆς Μακεδονίας εἴδη δυνάμενα νὰ αἱρεθῶσιν, ἐπίσης ὑποχρεοῦται νὰ παραδώσῃ πᾶν κειμήλιον ἱστορικὸν ἢ τέχνης, τὸ ὁποῖον τυχὸν ἀφήρεσεν. Ὀφείλει ἐπίσης ἄνευ ἀνταλλάγματος νὰ δώσῃ ἓν ποσὸν ζώων, τὸ ὁποῖον κατὰ τὴν ἡμετέραν κρίσιν δὲν ἀνταποκρίνεται εἰς τὰς ζημίας, τὰς ὁποίας ὑπέστη ἡ ἡμετέρα κτηνοτροφία. Τὸ ποσὸν τοῦτο εἶναι μόνον 12.000 ἐνῷ ὑπολογίζομεν κατὰ τὰς πληροφορίας τὰς ὁποίας ἔχομεν εἰς 300.000 ζώων τὰς ἀπωλείας τῆς κτηνοτροφίας. Ἀλλ’ εὐτυχῶς ὑπάρχει ἐν τῇ συνθήκῃ ἄλλη διάταξις καθ’ ἣν ἐκτὸς τῆς ἀποδόσεως ταύτης ἡ ὁποία θὰ εἶναι ἄμεσος καὶ ἄνευ ἀνταλλάγματος, ἡ Ἑλλάς, ἡ Τσεχοσλοβακία καὶ ἡ Ρουμανία δικαιοῦνται νὰ ἀπαιτήσωσι τὴν παραχώρησιν ὑπὸ τῆς Βουλγαρίας ἄλλου ποσοῦ κτηνῶν ἐπ’ ἀνταλλάγματι δηλαδὴ ὑπολογιζομένης τῆς ἀξίας τοῦ νέου τούτου ποσοῦ ἀπέναντι τῆς πολεμικῆς ἀποζημιώσεως. Ἐδηλώθη παρ’ ἡμῶν ἐπισήμως ὅτι δὲν θὰ παύσωμεν νὰ ζητῶμεν τὴν πλήρη ἀπόδοσιν τῶν κτηνῶν τῶν ὁποίων ἡ ἀπώλεια ἔχει βεβαιωθῇ. Ἐν τῇ συνθήκῃ μετὰ τῆς Βουλγαρίας ὑπάρχει ἐπίσης τὸ κεφάλαιον περὶ τιμωρίας τὸ ὁποῖον ἰδιαιτέρως σᾶς ἐνδιαφέρει. Ὅσοι ἐξ ἡμῶν, καὶ ὑποθέτω ἅπαντες, ὑμεῖς θὰ ἐνθυμεῖσθε τὰ διαπραχθέντα ἐν τῇ Ἀνατολικῇ Μακεδονίᾳ κακουργήματα ὑπὸ τῶν Βουλγάρων, θὰ εὐχαριστηθῆτε νὰ μάθετε ὅτι οἱ ὑπεύθυνοι δυνάμει τῶν εἰδικῶν τούτων διατάξεων τῆς συνθήκης θὰ δώσωσι λόγον. Ἡ Βουλγαρικὴ Κυβέρνησις ἀνέλαβεν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ τοὺς παραδώσῃ εἰς τὸ κράτος ἐκεῖνο ἐπὶ τοῦ ἐδάφους τοῦ ὁποίου διέπραξαν τὰ κακουργήματά των, καὶ τὸ κράτος τοῦτο δυνάμει τῆς συνθήκης δικαιοῦται νὰ τοὺς δικάσῃ διὰ τῶν στρατοδικείων ὁσάκις δὲ πρόκειται περὶ ἀδικήματος τὸ ὁποῖον ἐνδιαφέρει ὑπηκόους πλειόνων συμμαχικῶν κρατῶν, καταρτίζεται εἰδικὸν μικτὸν στρατοδικεῖον ὑπὸ τῶν κρατῶν τούτων. Φθάνω εἰς τὸ κεφάλαιον τὸ ἔχον ἰδιαίτερον ἐνδιαφέρον δι’ ἡμᾶς. Πρόκειται περὶ τῶν φυλετικῶν μειονοτήτων. Γενικῶς σύστημα ἐπεκράτησεν ἐν ταῖς συνθήκαις τῆς εἰρήνης ὅπως τὰ διάφορα Κράτη ἤτοι ὅλα τὰ δευτερεύοντα ἐμπόλεμα εὐρωπαϊκὰ κράτη ἀναλάβωσιν ἐπισήμως ὑπὸ τὴν ἐποπτείαν τῆς κοινωνίας τῶν ἐθνῶν τὴν ὑποχρέωσιν εἴτε νὰ διατηρήσωσιν ἐὰν ἔχωσι τοιαύτην νομοθεσίαν εἴτε νὰ θεσπίσωσι νέαν τοιαύτην νομοθεσίαν διὰ τὴν προστασίαν τῶν μειονοτήτων γλώσσης, θρησκείας ἢ φυλῆς. Δηλ. αἱ μειονότητες αὗται δικαιοῦνται νὰ διατηρήσωσι τὴν γλῶσσαν των, δικαιοῦνται νὰ ἔχωσι σχολεῖα, εἰς τὰ ὁποῖα νὰ διδάσκωνται συγχρόνως καὶ ἐν τῇ γλώσσῃ τῇ ἐπισήμῳ τῆς χώρας καὶ ἐν τῇ ἰδίᾳ των γλώσσῃ. Δικαιοῦνται νὰ ἔχουν πλήρη τὴν ἐλευθερίαν τοῦ θρησκεύματος αὐτῶν καὶ τῆς ἐξασκήσεως αὐτῶν. Τοιαύτη διάταξις ἐτέθη εἰς ὅλας τὰς συνθήκας καὶ ἡ ἐφαρμογὴ αὐτῶν γίνεται ἐν τῇ Γερμανικῇ συνθήκῃ διὰ τὴν Πολωνίαν καὶ Τσεχοσλοβακίαν, ἐν τῇ Αὐστριακῇ διὰ τὴν Γιουγκοσλαυΐαν, καὶ Ρουμανίαν, τέλος ἐν τῇ Βουλγαρικῇ συνθήκῃ διὰ τὴν Ἑλλάδα. Ἐδέχθημεν, κύριοι βουλευταί, ὄχι μετὰ εὐαρεσκείας βεβαίως ἀλλὰ ἄνευ μεγάλης δυσκολίας τὸν θεσμὸν τοῦτον, διότι εἴμεθα εἰς θέσιν νὰ διακηρύξωμεν ὅτι τὸ φιλελεύθερον τοῦτο μέτρον, τὸ ὁποῖον θεσπίζουν αἱ συνθῆκαι ἐν εἰρήνῃ ὑπῆρχε καὶ ἐν Ἑλλάδι. Καὶ ἡ Ἑλλὰς εἶναι μεταξὺ τῶν Κρατῶν ἐκείνων, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ εἴπωσιν ὅτι δὲν ἔχουσιν ἀνάγκην νὰ βελτιώσωσιν τὴν νομοθεσίαν των. Ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου εὐτυχῶς ἀνεγνώρισαν τὴν ἄποψίν μας καὶ αἱ προέχουσαι δυνάμεις ἀναφέρεται δὲ τοῦτο καὶ ἐν τῷ σχεδίῳ συμβάσεως τῶν μειονοτήτων. Εἴμεθα πολὺ εὐτυχεῖς, κύριοι βουλευταί, ὅτι εἰς κείμενον τοιοῦτον διεθνοῦς κύρους, ἀναγνωρίζεται ποῖα ὑπῆρξεν ἡ φιλελευθέρα πολιτικὴ τῆς Ἑλλάδος ἀπέναντι τῶν μειονοτήτων. Ταὐτοχρόνως ἡ ἰδία συνθήκη παρουσιάζει δι’ ἡμᾶς ἕτερον πλεονέκτημα. Ἐθεωρήθη ὅτι ἦλθε τέλος ἡ ὥρα τῆς τελεστικῆς χειραφετήσεως καὶ αἱ διάφοροι συνθῆκαι, αἱ ὁποῖαι εἶχον ἐγγραφῇ εἴτε κατὰ τὴν σύστασιν τοῦ Βασιλείου εἴτε ἐπ’ εὐκαιρίᾳ προσαυξήσεων ἐδαφικῶν ἐδέσμευσαν τὸ Βασίλειον ἀπέναντι Δυνάμεών τινων αἱ συνθῆκαι αὗται αἴρονται, σήμερον καὶ τὸ προοίμιον τοῦ σχεδίου τῆς συνθήκης λέγει: (ἀναγινώσκει): «Ἡ Ἑλλὰς δέον νὰ ἀπαλλαγῇ ὑποχρεώσεών τινων, ἃς ἀνέλαβεν ἀπέναντι... κλπ.» Ὡμίλησα περὶ σχεδίου συνθήκης, περὶ μειονοτήτων. Διάταξις τῆς συνθήκης εἰρήνης μετὰ τῆς Βουλγαρίας προβλέπει ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις θὰ ὑπογράψῃ τοιαύτην συνθήκην περὶ μειονοτήτων. Τὸ σχέδιον τῆς εἰρήνης κατηρτίσθη, ἡ συνθήκη ὅμως δὲν ὑπεγράφη, διότι αἱ Μ. Δυνάμεις ἐδέχθησαν τὴν ἡμετέραν ἐκδοχὴν ὅτι ἡ ὑπογραφὴ ὀφείλει νὰ δοθῇ τότε μόνον ὅταν θὰ ἐλύοντο καὶ ὁριστικῶς τὰ ἐδαφικὰ ἡμῶν ζητήματα ἀπέναντι τῆς Βουλγαρίας. Ταὐτοχρόνως ἐὰν ἠδυνάμεθα νὰ βασισθῶμεν ἐπὶ τῆς ἐξακολουθήσεως τῆς φιλελευθέρου πολιτικῆς ἀπέναντι τῶν μειονοτήτων ἐν Ἑλλάδι, δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν μεγάλην πεποίθησιν εἰς τὴν ἐκτέλεσιν παρομοίων ὑποχρεώσεων ἐκ μέρους τῆς Βουλγαρίας. Ἡ συνθήκη ἐπιβάλλει εἰς τὴν Βουλγαρίαν ὅπως καὶ εἰς τὴν Αὐστρίαν, διαφόρους ὑποχρεώσεις, σχετικῶς μὲ τὰς ἐλευθερίας τῶν φυλετικῶν μειονοτήτων. Ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν ἀπόλυτον πίστιν ὅτι τοιαῦται διατάξεις μᾶς δίδουν ἀρκετὰς ἐγγυήσεις διὰ τοὺς ἐν Βουλγαρίᾳ διαμένοντας ἀκόμη Ἕλληνας καὶ ἐσκέφθημεν ὅτι ὁ καλλίτερος τρόπος νὰ σώσωμεν τὰς 60.000 περίπου Ἑλλήνων, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται ἀκόμη ἐν Βουλγαρίᾳ, εἶναι νὰ προσπαθήσωμεν νὰ πυκνώσωμεν τὸν Ἑλληνικὸν πληθυσμὸν τοῦ Βασιλείου ἀφοῦ πρῶτα θὰ εἶχον ἐξασφαλισμένον ὅτι ἀναχωροῦντες ἐκ τῶν ἑστιῶν των, θὰ παρελάμβανον καὶ τὰς περιουσίας των. Τὴν πρότασιν ἡμῶν ταύτην ἐδέχθη τὸ συνέδριον ἀσμένως, ἀπέδωκε δὲ τοιαύτην σημασίαν εἰς τὸν θεσμόν, ὥστε ἐσκέφθη νὰ γενικεύσῃ τὴν ἐφαρμογὴν αὐτοῦ καὶ νὰ καταρτίσῃ σειρὰν συνθηκῶν ἐπὶ τῆς ἰδίας βάσεως διὰ τὰς σχέσεις τῶν διαφόρων Βαλκανικῶν Κρατῶν. Δὲν ἀποκλείεται ὅτι τὸ σχέδιον τοῦτο θὰ πραγματοποιηθῇ ἀλλ’ εἴμεθα εὐτυχεῖς ὅτι τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον δὲν περιέμενεν νὰ διαρρυθμισθῇ τὸ ζήτημα μεταξὺ ἡμῶν καὶ τῆς Βουλγαρίας διὰ νὰ γενικευθῇ καὶ νὰ ἑτοιμασθοῦν ὅλαι αἱ παρόμοιαι συμβάσεις. Ἐδέχθη ἑπομένως ὅπως ἀπὸ τοῦδε εἰδικὴ σύμβασις μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Βουλγαρίας προΐδῃ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ μέτρου, καὶ ἡ σύμβασις αὕτη ὑπεγράφη τὴν ἰδίαν ἡμέραν μὲ τὴν συνθήκην εἰρήνης καὶ μὲ τὴν Βουλγαρίαν. Ἡ σύμβασις αὕτη πραγματεύεται περὶ τῆς ἀμοιβαίας καὶ ἐθελουσίας μεταναστεύσεως τῶν φυλετικῶν μειονοτήτων. Δηλαδὴ οἱ Ἕλληνες ἐν Βουλγαρίᾳ οἱ Βούλγαροι οἱ Βουλγαρίζοντες ἐν Ἑλλάδι ἀποκτῶσι διὰ τῆς συμβάσεως τὸ δικαίωμα νὰ ἐκφράσωσιν ἐλευθέρως καὶ νὰ πραγματοποίησιν ἐλευθέρως τὴν ἐπιθυμίαν των νὰ ἐγκαταλείψωσι τὰς παρούσας ἑστίας των διὰ νὰ ἐγκατασταθῶσιν εἰς τὸ Κράτος, μὲ τὸ ὁποῖον συνδέονται φυλετικῶς. Πῶς ἡ σύμβασις δίδει ἐγγυήσεις εἰς τοὺς ἐνδιαφερομένους; Διὰ τοῦ καταρτισμοῦ μιᾶς μικτῆς ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία θὰ περιλάβῃ ἕνα ἀντιπρόσωπον Ἕλληνα, ἕνα ἀντιπρόσωπον Βούλγαρον καὶ δύο ἀντιπροσώπους διοριζομένους παρὰ τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν. Ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη θὰ προεδρεύῃ ὅπου πρόκειται νὰ συζητηθοῦν δηλώσεις μεταναστεύσεως ὡς καὶ διὰ τὴν ἐκτέλεσιν ἐπιθυμιῶν μεταναστεύσεως, δηλαδή, θὰ ἐποπτεύῃ τὸ Κράτος οὕτω, ὅπως οἱ ἐνδιαφερόμενοι πληθυσμοὶ ὅσοι ἐπιθυμοῦν νὰ μεταναστεύσουν, νὰ μὴ δημιουργηθῇ εἰς αὐτοὺς οὐδὲν κώλυμα, εἴτε ἐκ τοῦ ἐμφανοῦς, εἴτε ἐκ τοῦ ἀφανοῦς, ὅπως ἐμποδίσῃ τὴν μετανάστευσιν. Ἡ ἰδία ἐπιτροπὴ θὰ φροντίσῃ ὅπως ἐξασφαλισθῇ ἡ ἐλευθερία τῶν ἐνδιαφερομένων νὰ συναποκομίσουν ἢ μεταφέρουν εἰς τὴν νέαν κατοικίαν των, τὴν κινητήν των περιουσίαν. Θὰ φροντίσῃ ἐντελῶς νὰ ἐκκαθαρισθῇ ἡ ἀκίνητος περιουσία τὴν ὁποίαν ἀφίνουν εἰς τὸ μέρος, τὸ ὁποῖον ἐγκαταλείπουν, θὰ τὴν παραχωρήσουν εἰς τὸ Κράτος, εἰς τὸ ὁποῖον κεῖται ἡ ἀπέναντι τοῦ Κράτους αὐτοῦ θὰ ἀξιώσωσι τὸ τίμημα, τὸ ὁποῖον θὰ πληρωθῇ εἰς τοὺς ἐνδιαφερομένους. Τοιοῦτον εἶναι τὸ ὅλον σύστημα, τὸ ὁποῖον ἔχει ὡς ἀρχὴν ὅσον ἀφορᾷ ἡμᾶς νὰ σώσωμεν τοὺς ἐν Βουλγαρίᾳ πληθυσμούς, οἱ ὁποῖοι ἄνευ τοῦ μέτρου τούτου θὰ ἐχάνοντο ἀφ’ ἑνὸς μὲν διότι θὰ ἐξεβουλγαρίζοντο καὶ ἀφ’ ἑτέρου διότι θὰ ὑφίσταντο νέας καταδιώξεις. Ἐλέχθη, ὅτι ἐὰν ἡ Ἑλλὰς ἔχει συμφέρον νὰ ἐφαρμόσῃ τὴν Συνθήκην ταύτην εἰλικρινῶς ἄλλη θὰ εἶναι ἡ θέσις τῆς Βουλγαρίας, διότι θὰ ἐνεργήσῃ πᾶν τὸ δυνατόν, ὅπως ἐμποδίσῃ τοὺς ἐν Ἑλλάδι Βουλγάρους νὰ ἐγκατασταθῶσιν ἐν Βουλγαρίᾳ διὰ νὰ προβάλῃ εἰς τὸ μέλλον, ὅταν νέα παρουσιασθῇ εὐκαιρία ἀξιώσεις τῆς παλαιᾶς βουλιμίας της. Κατ’ ἐμὲ οἱ φόβοι δὲν εἶναι βάσιμοι, διότι ὅσον ἀφορᾷ τὴν μετανάστευσιν τῶν ἐν Βουλγαρίᾳ Ἑλλήνων ἡ ἐπιτροπή, ἡ ὁποία θὰ ἀσκήσῃ τὴν ἐποπτείαν μὲ τὴν ἐλευθερίαν τῶν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα θὰ ἔχῃ, θὰ ἐξασφαλίσῃ εἰς τοὺς ἐκεῖ Ἑλληνικοὺς πληθυσμοὺς ὅλην τὴν ἀναγκαίαν ἐγγύησιν, ὅπως μὴ ὑποστῶσι κώλυμα ἀπὸ τὴν Βουλγαρικὴν Κυβέρνησιν. Ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ἐν Ἑλλάδι Βουλγάρους αὐτοὶ θὰ εἶναι ἐλεύθεροι ὅπως μὴ ἀναχωρήσωσι, ἀλλ’ ἡ ἐλευθερία, ἡ ὁποία τοῖς δίδεται τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον τοῖς παραχωρεῖται νὰ ἐκλέξωσιν ὁριστικῶς τὸν τόπον τῆς κατοικίας των συμφώνως πρὸς τὰς φυλετικὰς συμπαθείας καὶ τῶν πατριωτικῶν αἰσθημάτων των θὰ δημιουργήσῃ μίαν θέσιν, ἡ ὁποία ἀπέναντι τῶν Βουλγάρων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἔχοντες τοιοῦτον δικαίωμα θὰ ἐπροτίμων νὰ μείνωσιν ἐν Ἑλλάδι, θὰ δικαιώμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι προτιμῶντες τὴν Ἑλληνικὴν Διοίκησιν ἀπὸ τὴν Βουλγαρικὴν, δικαιούμεθα ὡς ἐκ τούτου νὰ ἔχωμεν τὴν ἀπαίτησιν ἀπέναντι ἡμῶν νὰ φανῶσιν διπλῶς νομοταγεῖς, διπλῶς εὐσεβεῖς πρὸς τὸ Σύνταγμα, εἰς τοὺς νόμους καὶ νὰ μὴ ἔχωσιν ἀπολύτως οὐδένα σύνδεσμον πατριωτικὸν ἢ ἄλλον μετὰ τῆς ξένης ἐπικρατείας, ὁ ὁποῖος ἀντίκειται εἰς τὰ Ἑλληνικὰ συμφέροντα... Νομίζω, ὅτι ἡ ἐφαρμογὴ τῆς Συνθήκης ταύτης, ἀφ’ ἑνὸς θὰ σώσῃ πολλὰς χιλιάδας Ἑλλήνων, ἀφ’ ἑτέρου δὲ θὰ μειώσῃ τὰς προστριβὰς μετὰ τοῦ Βουλγαρικοῦ Ἔθνους καὶ δύναταί τις νὰ ἐλπίσῃ, ὅτι ὅταν θὰ συντελεσθῇ τὸ ἔργον τοῦτο, ὅταν ἡ Βουλγαρία θὰ ἔχῃ ἐκπληρώσῃ τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ἀναλαμβάνει διὰ τῆς Συνθήκης, ἐὰν ἐν τῷ μεταξὺ πεισθῇ, ὅτι ἡ μετατροπὴ τῶν πραγμάτων, ὅτι τὸ συμφέρον της, τὸ καλῶς ἐννοούμενον τῆς ἐπιβολῆς νὰ ὑποταχθῇ εἰς τὴν νέαν κατάστασιν τῶν πραγμάτων καὶ νὰ ἀλλάξῃ μεθόδους, τότε νομίζω ὅτι θὰ ἀρχίσῃ ἡ περίοδος γειτονικῆς συμβιώσεως μὲ τοὺς γείτονας λαούς. (Χειροκροτήματα παρατεταμένα).
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ἐνισχύσω τὴν ὑπάρχουσαν μόνιμον Ἐπιτροπὴν τῶν Συνθηκῶν.
§7ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα. Μάλιστα.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ ἕνα κατάλογον ὀνομάτων, διὰ τῶν ὁποίων ἐνισχύεται ἡ Ἐπιτροπή: Π. Δαγκλῆ, Π. Ἀραβαντινοῦ, Κ. Λιδωρίκη, Ι. Βαλαλᾶ, Κ. Γόντικα, Ν. Παρίτση, Κ. Μελᾶ, Σ. Παπαβασιλείου, Β. Σκουλᾶ, Π. Πετρίδου, Α. Ἀναστασιάδη, Γ. Τσακανίκα, Π. Πολυχρονιάδη, Π. Καραπάνου, Α. Εὐταξία, Α. Καραπάνου, Κ. Ζαβιτσιάνου, Γ. Πὼπ, Α. Κανάρη, Κ. Σοκόλη καὶ Γ. Καρπετοπούλου.
§9Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐτάχθη προθεσμία εἰς τὴν ἐπιτροπήν; Νὰ ταχθῇ ἐντὸς δέκα ἡμερῶν, διὰ νὰ τελειώσωμεν πρὸ τῶν Χριστουγέννων.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔχει τὸν λόγον.
§11Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Κύριοι βουλευταί, Μεθ’ ὅσα εἶπον πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς ἀφίξεώς μου, καὶ μετὰ τὴν εἰσήγησιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, δὲν νομίζω, ὅτι ὑπάρχει περίπτωσις ὅπως ὁμιλήσω ἐπὶ τῶν ἐξωτερικῶν πραγμάτων, ἐπιφυλασσόμενος νὰ λάβω τὸν λόγον κατὰ τὴν συζήτησιν, ἡ ὁποία θὰ γίνῃ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως τῶν Συνθηκῶν. Νομίζω ὅμως ὅτι ὀφείλω νὰ κάμω ἄλλας τινὰς δηλώσεις, τὰς ὁποίας ἀναμένουν ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Κοινὴ Γνώμη. Καὶ πρῶτον ἔχω καθῆκον νὰ κάμω δήλωσιν ἐν σχέσει πρὸς τὰς ἐκλογάς. Γνωρίζετε, κύριοι, ὅτι ὁ βίος τῆς παρούσης Βουλῆς ἔληξε τὴν 30ὴν Μαΐου ἐ. ἔ. Οὐδεὶς καλῆς πίστεως συζητητὴς θὰ ἠδύνατο νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι τὴν στιγμὴν ἐκείνην ἠδυνάμεθα νὰ προβῶμεν εἰς νέας ἐκλογάς. Ἐκάμαμεν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἔκαμαν ὅλα τὰ Κράτη, τὰ ὁποῖα εὑρέθησαν ἐν πολέμῳ. Παρατείναμε τὸν βίον τῆς Βουλῆς ἐπὶ ἑξάμηνον, ἐνῷ εἰς ὅλας τὰς συμμάχους χώρας παρετάθη ἐπὶ πολὺ μακρότερον χρονικὸν διάστημα. Ἀκριβῶς ἡ ἑξάμηνος προθεσμία, κατὰ τὴν ὁποίαν παρετάθη, λήγει τὴν 30 τοῦ μηνός, μετὰ μίαν δηλαδὴ ἑβδομάδα. Ἑπομένως ἔχω καθῆκον νὰ δηλώσω εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι, ἐφ’ ὅσον ἡ Κυβέρνησις ἀπολαύει τῆς ἐμπιστοσύνης αὐτῆς, θὰ προβῇ καὶ πάλιν διὰ νέου Συντακτικοῦ Διατάγματος, εἰς παράτασιν τοῦ βίου τῆς Βουλῆς ἐπὶ τέσσαρας μῆνας καὶ ὄχι ἐπὶ ἕξ. Διότι ἀφ’ ἑνὸς ἐλπίζομεν ὅτι ἐντὸς τοῦ χρονικοῦ αὐτοῦ διαστήματος θὰ ἔχουν περατωθῆ τὰ ἐθνικὰ ζητήματα, ἤτοι ἡ ὑπογραφὴ τῆς συνθήκης μετὰ τῆς Τουρκίας, ἀφ’ ἑτέρου δὲ διότι θέλομεν εἰς τὸ διάστημα αὐτὸ νὰ καταστῇ ζωηρότερος, πόθος ὅπως τὸ ταχύτερον καταστῇ εἰς ἡμᾶς δυνατὸν νὰ προσέλθωμεν διὰ νὰ ἀναβαπτισθῶμεν εἰς κολυμβήθραν τῆς λαϊκῆς θελήσεως. Κύριοι βουλευταί, εἶναι φανερὸν, ὅτι οἱ πολιτικοί μου ἀντίπαλοι σκέπτονται ἄλλως. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψουν νὰ εἴπω ὅτι οὐδεὶς καλῆς πίστεως συζητητὴς δύναται νὰ ὑποστηρίξῃ ὅτι δυνάμεθα τώρα νὰ προσέλθωμεν εἰς ἐκλογὰς, πρὶν ἢ ὑπὸ πραγματεύσει μετὰ τῆς Τουρκίας γραφῇ ἡ συνθήκη μετὰ τῆς Τουρκίας. Δὲν δυνάμεθα νὰ κάμωμεν τὰς ἐκλογὰς πρὶν ἢ ὑπογραφῇ ἡ συνθήκη μετὰ τῆς Τουρκίας, ὄχι μόνον διότι εἶναι ἐνδεχόμενον ἀπὸ στιγμῆς εἰς στιγμὴν νὰ ἀρχίσωσιν αἱ διαπραγματεύσεις μετὰ τῆς Τουρκίας καὶ νὰ καταστήσωσιν ἀναγκαίαν καὶ πάλιν τὴν ἀπομάκρυνσιν τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, καὶ δὲν θὰ ἦτο φυσικὸν νὰ γίνωσιν αἱ ἐκλογαὶ ἐλλείποντος τοῦ ἀρχιϋπευθύνου διὰ τὴν κατάστασιν αὐτήν, ἀλλὰ καὶ δι’ ἄλλους λόγους, διότι εἶναι ὀρθὸν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς νὰ κληθῇ νὰ ἀποφανθῇ ὄχι ἐπὶ τῆς αἰσιοδοξίας τῆς ἰδικῆς μου ἁπλῶς, ἀλλ’ ἐπὶ τῶν γεγονότων. «Θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ μάλιστα νὰ πιστεύω ὅτι, ἐὰν ἐκαλεῖτο ὁ λαὸς ἐπὶ τῆς αἰσιοδοξίας μου νὰ ἀποφανθῇ, ἐγὼ δὲν θὰ εἶχον νὰ ζημιωθῶ, καθὼς καὶ ἡ πολιτική μου, διότι ὁ Ἑλληνικὸς λαός, ἔμαθε νὰ γνωρίζῃ ὅτι οὐδέποτε ἔδωκα ὑποσχέσεις, αἱ ὁποῖαι δὲν ἐξεπληρώθησαν, ὅτι ἀκόμη, ὢν αἰσιόδοξος, δὲν παραφέρομαι ποτέ, ὥστε νὰ ὑποσχεθῶ πράγματα, περὶ τῶν ὁποίων δὲν εἶμαι ἀπολύτως βέβαιος. Ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω, ἐὰν θὰ ὠφελούμην ἐγώ, ὁ τόπος δὲν εἶχε νὰ ὠφεληθῇ τίποτε. Εἶναι πολὺ ἐνδεχόμενον αἱ προβλέψεις μου, εἶναι μᾶλλον ἁπλῶς δυνατὸν, ὄχι ἐνδεχόμενον, αἱ προβλέψεις μου νὰ μὴ ἐπαληθεύσωσι, τοὐλάχιστον εἰς τὸ σημεῖον ἐκεῖνο, ἐπὶ τοῦ ὁποίου δὲν ὁμιλῶ μετὰ πεποιθήσεως, ἀλλὰ μετ’ ἐλπίδων, ἔστω καὶ βασίμων. Θὰ ἦτο δίκαιον ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς νὰ γνωρίζῃ τὶ ἔσχεν ἀσφαλὲς ἐνώπιόν του ὡς προϊὸν τῆς πολιτικῆς ἀρχῆς, τὴν ὁποίαν ἠκολούθησε τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων, ἵνα κρίνῃ ἐν γνώσει. Ἀλλ’ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς αἰσιοδοξίας μου ἐὰν ἐκρίνετο ἡ πολιτική μου καὶ ἂν ἀπεδεικνύετο ἡ πολιτική μου αὕτη δικαιολογημένη, θὰ ἦτο ἐνδεχόμενον νὰ εὑρεθῶμεν πρὸ μιᾶς Βουλῆς, ἡ ὁποία δὲν θὰ ἦτο ἐν συμφωνίᾳ πρὸς τὴν λαϊκὴν γνώμην, καὶ τὴν ἐπιοῦσαν τῶν ἐκλογῶν θὰ εἴχομεν ἀνάγκην ἐκλογῶν πρὸς νέαν Βουλήν, ἵνα εἴπωμεν εἰς τὸν λαὸν ὅτι δὲν ἦσαν ἀληθῆ ὅσα ἐλέγομεν, ἀλλὰ καὶ πάλιν ἐὰν ἐνομίζομεν ὅτι ἡ πολιτική μας ἀπέτυχε. Διὰ τοῦτον τὸν λόγον, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ οὐδεμία ἀντίρρησις σοβαρὰ καὶ καλῆς πίστεως περὶ τοῦ ὅτι ἐπιβάλλεται ἡ ἀναβολὴ καὶ πάλιν τῶν ἐκλογῶν. Ἀλλὰ θὰ ἐρωτηθῶ, καὶ πότε ἐπὶ τέλους θὰ κάμωμεν αὐτὰς τὰς ἐκλογάς; Πότε θὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὸν κανονικὸν βίον τὸ Κράτος; Εὐθὺς ὡς ὑπογραφῇ ἡ συνθήκη τῆς εἰρήνης μετὰ τῆς Τουρκίας. Ὑπὸ ἄλλας περιστάσεις θὰ ἠδύνατό τις νὰ σκεφθῇ ὅτι ἐκλογαὶ δὲν ἠμποροῦν νὰ διεξαχθοῦν ἐντὸς τῶν ὑπὸ τοῦ Συντάγματος κανονιζομένων ὁρίων, διαλυομένης τῆς Βουλῆς ἅμα τῇ ὑπογραφῇ τῆς συνθήκης τῆς εἰρήνης. Διότι θὰ ἦτο ἀνάγκη αἱ νέαι χῶραι νὰ καταστῇ δυνατὸν νὰ στείλουν ἀντιπροσώπους, καθ’ ὅσον ἡ Βουλὴ ἡ νέα θὰ ἀσκήσῃ καὶ συντακτικὰ δικαιώματα, θὰ ἔπρεπε δὲ νὰ ἀντιπροσωπεύωνται διὰ τοῦτο καὶ αἱ νέαι αὗται χῶραι. Καὶ ὑπὸ ἄλλας περιστάσεις θὰ ἦτο ἐνδεδειγμένον νὰ μὴ γείνωσιν αἱ ἐκλογαί, διότι πρέπει οἱ ἔφεδροι νὰ ἐπαγέλθωσιν εἰς τὰς ἑστίας των, ἵνα μετάσχωσι καὶ οὗτοι, δικαιούμενοι, τῆς ἐτυμηγορίας, ἡ ὁποία θὰ ἐκδοθῇ ὑπὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Καὶ ὅμως εἶναι τόσος ὁ πόθος καὶ ἡ ἀνυπομονησία μου νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὸ κριτήριον τῆς κοινῆς γνώμης, ὥστε δηλῶ ἐπισήμως ὅτι ἀμέσως μετὰ τὴν ὑπογραφὴν τῆς συνθήκης εἰρήνης μετὰ τῆς Τουρκίας ἡ Βουλὴ θὰ διαλυθῇ καὶ αἱ ἐκλογαὶ θὰ διεξαχθοῦν ἐντὸς τῶν προθεσμιῶν, τὰς ὁποίας τὸ Σύνταγμα καθορίζει. Θὰ μοὶ εἴπητε· τὶ θὰ γίνωσιν αἱ νέαι χῶραι, τὰ νέα μέρη; Δυστυχῶς θὰ εἶναι δύσκολον ν’ ἀντιπροσωπευθῶσιν ἐξ ὁλοκλήρου, ἐκτὸς ἐὰν εἰς ὡρισμένα τμήματα ληφθῇ πρόνοια καὶ γίνουν ἐκλογαὶ τυπικαί. Ἀλλ’ εἰς τὸ πλεῖστον τῶν μερῶν τούτων θὰ εἶναι δύσκολον νὰ σταλοῦν ἀντιπρόσωποι πρὸ τῆς παρόδου ἓξ μηνῶν ἀπὸ τῆς ὑπογραφῆς τῆς εἰρήνης μετὰ τῆς Τουρκίας. Θὰ καταστῇ λοιπὸν ἀναγκαῖον, προκειμένου ἡ Βουλὴ νὰ ἀσκήσῃ καὶ συντακτικὰ καθήκοντα, ἐὰν ἐν τῷ μεταξὺ γίνωσιν αἱ ἐκλογαί, νὰ ἀσκήσῃ μόνον τὰ νομοθετικὰ καὶ τὰ τοῦ πολιτικοῦ ἐλέγχου καθήκοντα, ἀναβάλλουσα μέχρις οὗ προσέλθωσι καὶ οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς μείζονος Ἑλλάδος, ἵνα ἀσχοληθῶμεν ὅλοι καὶ μὲ τὰ Συντακτικὰ καθήκοντα τῆς Βουλῆς. Μὲ ἀνησυχεῖ κυρίως τὸ ζήτημα τῆς συμμετοχῆς εἰς τὰς ἐκλογὰς ὅλων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι διὰ τῶν νικῶν των μᾶς ἐπέτρεψαν νὰ χαράξωμεν τὴν μεγαλειτέραν Ἑλλάδα. Ἐλπίζω νὰ καταστῇ δυνατὴ ἡ ἔγκαιρος ἐντὸς τῶν συνταγματικῶν προθεσμιῶν, μετὰ τὴν ὑπογραφὴν τῆς εἰρήνης, ἀποστράτευσις μιᾶς ἀκόμη ἢ δύο ἢ τριῶν ἡλικιῶν. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἀπὸ τοῦδε θὰ παρακαλέσω τὸν συνάδελφόν μου κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐν συνεννοήσει μετὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, νὰ λάβῃ τὰ μέτρα, ὅπως παρασκευάσῃ, εἰ δυνατόν, ἐὰν δὲν εἶναι εὔκολος ἡ ἄμεσος ἀποστράτευσις, τὴν διεξαγωγὴν ἐκλογῶν καὶ εἰς τοὺς τόπους ὅπου ὑπάρχει στρατός, κατὰ τὸ παράδειγμα τὸ ἀγγλικόν. Ἕν πρᾶγμα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ, νὰ στερηθῶσι τοῦ δικαιώματος τῆς ψήφου οἱ ἔφεδροι. Εἰς τοῦτο νὰ εἶσθε πάντες σύμφωνοι. Νομίζω, κύριοι, ὅτι αἱ δηλώσεις αὗται θὰ ἱκανοποιήσουν πάντας ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐν καλῇ πίστει ἀνησυχοῦν, ὅπως ἐπανέλθωμεν τὸ ταχύτερον εἰς κανονικὸν πολιτικὸν βίον. Βεβαίως ἔληξεν ὁ χρόνος τῶν καθηκόντων τῆς Βουλῆς αὐτῆς, βεβαίως εὑρισκόμεθα ἐν ἀνωμαλίᾳ, ἀλλὰ νομίζω ὅτι καθ’ ὃν τρόπον ἡ Κυβέρνησις σκέπτεται νὰ διεξαγάγῃ τὰ πράγματα, ὄχι μόνον δὲν ἀποδεικνύεται φυγομαχοῦσα ἢ ἀποστέργουσα ἢ προσπαθοῦσα κατά τινα τρόπον νὰ ἀναβάλῃ τὴν ἡμέραν τῆς κρίσεως, ἀλλ’ ἀποδεικνύεται σπεύδουσα, τοὐναντίον, νὰ προσέλθῃ ἐνώπιον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, καὶ μάλιστα ἐνώπιον τοῦ λαοῦ ὁ ὁποῖος ἠδύνατο τυπικῶς νὰ ἀποφαίνεται καὶ σήμερον ἐγκύρως, ἐνώπιον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ τῆς Ἑλλάδος ἡ ὁποία προῆλθεν ἐκ τῶν Βαλκανικῶν πολέμων καὶ ὄχι τῆς νεωτέρας. Ἐὰν ἤθελεν ὑποτεθῇ ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς τῆς Ἑλλάδος τῆς προελθούσης ἐκ τῶν Βαλκανικῶν πολέμων καὶ μόνος δὲν ἐνέκρινε τὴν πολιτικήν μου, θὰ ἐθεώρουν καθῆκον μου νὰ παραιτηθῶ, μὴ περιμένων νὰ ὑποστηριχθῶ παρ’ ἐκείνων, τοὺς ὁποίους τυχὸν ἡ πολιτικὴ τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων θὰ ἠλευθέρωνεν. (Χειροκροτήματα). Ἐπιθυμῶ νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις καὶ περὶ τῆς λογοκρισίας, κύριοι. Ἀπὸ μακροῦ χρόνου μᾶς λέγουν: ἄρατε τὴν λογοκρισίαν, ἡ λογοκρισία εἶναι ἀνελεύθερος θεσμός. Αἴ, κύριοι! Μοῦ φαίνεται ὅτι, λησμονοῦν οἱ ἀξιοῦντες τὴν ἄρσιν τῆς λογοκρισίας ὅτι εἴμεθα ἀκόμη ἐν πολέμῳ. Εἷς ἐκ τῶν συναδέλφων ὁ ὁποῖος διακρίνεται διὰ τὸ σπινθηροβόλον πνεῦμά του, εἶπεν ἢ ἔγραψεν—Θὰ τὸ ὑποστηρίξῃ καὶ ἐδῶ νομίζω—ὅτι ὁ πόλεμος ἐτελείωσε μετὰ τὰς δηλώσεις τὰς ἰδικάς μου, ἡ εἰρήνη μετὰ τῆς Τουρκίας ἔχει γίνῃ καὶ ἑπομένως πρέπει νὰ ἀρθῇ ἡ λογοκρισία. Ἀναμένω τὸν κ. συνάδελφον νὰ ἔλθῃ εἰς τὴν Βουλήν, ἵνα ἀναπτύξῃ τὰς θεωρίας αὐτὰς καὶ ἐὰν μᾶς πείσῃ ὅτι πράγματι ἡ εἰρήνη ἐπετεύχθη, βεβαίως θὰ εἴπῃ ὅτι δὲν δικαιούμεθα νὰ ἔχωμεν τὴν λογοκρισίαν, ἀλλ’ ἐπειδὴ δὲν θὰ μᾶς πείσῃ δηλῶ ἄνευ τινὸς ἐνδοιασμοῦ, ὅτι ἡ λογοκρισία θὰ μείνῃ μέχρι τῆς ἡμέρας κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν θὰ δύναται νὰ διατηρηθῇ πλέον ἐπὶ τῇ βάσει τῶν Συνταγματικῶν ὅρων. Κύριοι, σᾶς ὑπενθυμίζω ὅτι εἰς τὴν Γαλλίαν, ἡ ὁποία δὲν ἠναγκάσθη νὰ διέλθῃ ἀπὸ ἕνα ἐμφύλιον πόλεμον ἵνα φθάσῃ εἰς τὸ ἐξωτερικόν, εἰς τὴν Γαλλίαν ἡ λογοκρισία διετηρήθη ὄχι κἂν μέχρι τῆς ὑπογραφῆς τῆς συνθήκης τῶν Βερσαλιῶν ἀλλὰ καὶ πέραν, μέχρι τῆς ἡμέρας καθ’ ἣν ἡ Γερμανικὴ Ἐθνοσυνέλευσις ἐπεκύρωσε τὴν συνθήκην τῶν Βερσαλλιῶν. Τότε μόνον ἡ λογοκρισία ἤρθη ἐν Γαλλίᾳ. Καὶ θὰ μοῦ εἴπουν, ὅτι ἐν Ἑλλάδι ὅπου διήλθομεν ὑπὸ ἕνα ἐμφύλιον πόλεμον, ὅπου ἔχομεν τοὺς ἐπιβουλευομένους τὸ καθεστώς, δύναται νὰ ἀρθῇ ἡ λογοκρισία πρὸ τοῦ νὰ ὑπογράψωμεν τὴν εἰρήνην μετὰ τῆς Τουρκίας; Κύριοι Βουλευταί! Ἔχω ἀνάγκην νὰ σᾶς ὑπενθυμίσω ὅτι πρὸ ἑνὸς περίπου ἔτους πρὶν ἢ κανὲν ἐκ τῶν Συμμάχων κρατῶν, τὰ ὁποῖα τὸν πόλεμον διεξήγαγον μὲ τὴν ἱερὰν λεγομένην ἕνωσιν ὅλων τῶν πολιτικῶν μερίδων σκεφθῇ κἂν νὰ ἄρῃ τὴν λογοκρισίαν, ὅτι ἡμεῖς ἤραμεν τὴν λογοκρισίαν καὶ τὴν διετηρήσαμεν μόνον εἰς τὰς στρατιωτικὰς εἰδήσεις. Πρὸ ἑνὸς ἀκριβῶς ἔτους. Ἀλλὰ τὶ συνέβη κύριοι! Ἠναγκάσθην ἐκ Παρισίων νὰ τηλεγραφήσω εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, ἀξιῶν ἄμεσον καὶ πάλιν ἐπιβολὴν τῆς λογοκρισίας. Διατί; Διότι ἀγνοοῦν ἴσως πολλοὶ ὅτι διαρκοῦντος τοῦ πολέμου, ὅλα τὰ Σύμμαχα Κράτη τοὐλάχιστον οἱ μεγάλοι Σύμμαχοί μας, εἶχον ὀργανώσει γραφεῖα πληροφοριῶν, τὰ ὁποῖα συνέλεγον ὅλα τὰ γραφόμενα εἰς τὸν παγκόσμιον τύπον, τὸν Συμμαχικόν, τὸν ἐχθρικὸν καὶ τὸν οὐδέτερον, εἰς περιλήψεις, φυσικά, αἱ ὁποῖαι ἐστέλλοντο τακτικὰ εἰς ὅλα τὰ μέλη τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Γερουσίας ἐν Παρισίοις. Ἔτυχε νὰ περιέλθουν εἰς χεῖρας μου δελτία τῶν πληροφοριῶν τῶν γραφομένων ὑπὸ ξένου τύπου τῶν ἀφορώντων εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ κατελήφθην ἀληθῶς ὄχι ἀπὸ ἀγανάκτησιν ἀλλὰ ἀπὸ ἓν αἴσθημα, τὸ ὁποῖον δὲν δύναμαι νὰ σᾶς προσδιορίσω. Ἡ ἐντύπωσις ἡ ὁποία παρήγετο ἐκ τῶν δελτίων ἐκείνων, λαμβανομένης ὑπ’ ὄψιν τῆς πλουσίας βλαστήσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ ἐδάφους εἰς ἐφημερίδας, ἰδίως κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ παρόντος πολέμου, ἰδίως τῆς βλαστήσεως καὶ ἀναβλαστήσεως ἐφημερίδων ἀντιπολιτευομένων, παρεῖχε τὴν εἰκόνα, διὰ τοὺς μὴ γνωρίζοντας τὶ ἀντιπροσωπεύουν αἱ ἐφημερίδες αὐταί, ὅτι ἡ Ἑλλὰς εὑρίσκετο εἰς τὰς παραμονὰς ἐπαναστάσεως, ὅτι ἀπὸ στιγμῆς εἰς στιγμὴν θὰ ἀνατραπῇ τὸ καθεστὼς, ὅτι θὰ ἐπανιδρυθῇ ἄλλως καθεστώς. Καὶ ἐννοεῖται, κύριοι, πόσον εὑρισκόμην ἀφωπλισμένος πολλάκις ἐν ταῖς συζητήσεσι τὰς ὁποίας διεξῆγον, ὅταν ἄνθρωποι σοβαροὶ, εἰς τοὺς ὁποίους ἐγένετο ἡ εἰσήγησις ἐκ μέρους τῶν ἐχθρῶν τοῦ ἰδικοῦ μας ἀγῶνος, μοὶ ἔλεγον: «Ναὶ, βεβαίως, κύριε Βενιζέλε, ἔχεις δίκαιον ὅτι γενικὸν συμφέρον τῆς Ἀνθρωπότητος, ἀλλὰ καὶ τῆς Ἀντὰντ εἰδικώτερον, ἐπιβάλλει νὰ ἐνισχυθῇ καὶ ἡ Ἑλλὰς, ἀλλὰ ποία εἶναι ἡ ἐγγύησις ἡμῶν ὅτι, ἐνισχύοντες τὴν Ἑλλάδα, δὲν ἐργαζόμεθα «ποὺρ λὲ ρουὰ ντὲ Προὺσς»; ὅπως ἔλεγον. Ἐννοεῖται ἑπομένως, κύριοι, ὅτι μοῦ ἦτο ἀπολύτως ἐπιβεβλημένον νὰ ζητήσω τὴν ἄμεσον ἐπαναφορὰν τῆς λογοκρισίας χωρὶς τὴν ἀπώλειαν οὐδὲ μιᾶς ἡμέρας. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε ἀκόμη, Κύριοι, ὅπως ἴδητε πόσον ἐπιβεβλημένη εἶναι ἡ διατήρησις τῆς λογοκρισίας, νὰ σᾶς εἴπω ὑπὸ ποίου αἰσθήματος ἀγανακτήσεως ἐπίσης κατελήφθην, ὅταν, πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν, διερχόμενος ἐκ Ρώμης, ἔμαθον ὅτι ἐδημοσιεύθη εἰς Ἰταλικὴν ἐφημερίδα, μίαν ἢ δύο, ἓν ἄρθρον ἐνυπόγραφον ἑνὸς ἀνταποκριτοῦ μιᾶς τῶν Ἀθηναϊκῶν ἐφημερίδων, εἰς τὸ ὁποῖον πλὴν τῶν ἄλλων συκοφαντιῶν κατὰ τοῦ σημερινοῦ καθεστῶτος, αἱ ὁποῖαι δὲν θὰ εἶχον σημασίαν ἴσως, ἀνεγράφη ὅτι ἡ στρατιωτικὴ κατάληψις τῆς Σμύρνης ἐκ μέρους τῆς Ἑλλάδος ἀποτελεῖ τυχοδιωκτικὴν κατακτητικὴν ἐκστρατείαν, εἰς τὴν ὁποίαν ὁ Ἑλληνικὸς λαός, δὲν εἶναι σύμφωνος (Ἐκδηλώσεις ἀγανακτήσεως). Ἡ ἰταλικὴ Κυβέρνησις, Κύριοι, ἐπιδεικνύουσα ἀληθῶς φιλικώτατα αἰσθήματα, προέβη εἰς τὴν κατάσχεσιν τοῦ φύλλου καὶ τὸ φύλλον ἠναγκάσθη νὰ ἀφαιρέσῃ τὴν ἐπιστολὴν διὰ νὰ ἠμπορέσῃ νὰ κυκλοφορήσῃ. Δυστυχῶς δὲν ἐπρόσεξαν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἤθελαν νὰ μᾶς προσφέρουν αὐτὴν τὴν ὑπηρεσίαν, διὰ τὴν ὁποίαν εὐγνωμονοῦμεν, δὲν ἐπρόσεξαν ὅτι μία ἐφημερὶς ἡ «Ἰντέα Νατσιονάλε» εἶχε γράψει τὸ κύριόν της ἄρθρον, τὸ ὁποῖον ἐστηρίζετο ἐπὶ τῆς ἐπιστολῆς αὐτῆς καὶ ἔλεγε, ποῖα δικαιώματα ἔχει ἡ Ἑλλὰς καὶ πῶς ἡ τυχοδιωκτικὴ πολιτικὴ τοῦ Βενιζέλου δὲν πρέπει νὰ τύχῃ ὑποστηρίξεως, διότι πράγματι εἶναι μία κατάκτησις ξένων ἐδαφῶν! Ὑποθέσατε, κύριοι, ὅτι ἀνοίγομεν τὰς πύλας τοῦ τύπου διὰ νὰ γράψῃ ὁ καθένας ὅτι θέλει καὶ τὰ ὁποῖα νὰ εἶναι σἄν ἐκεῖνα ποῦ ἐγράφησαν καὶ ἀπεστάλησαν εἰς τὴν Ρώμην ἀπὸ τὸν ἀνταποκριτὴν τῆς Ἑλληνικῆς Ἐφημερίδος......
§12Ι. ΛΕΚΑΝΙΔΗΣ. Ποῖον τὸ ὄνομα τῆς ἐφημερίδος;
§13Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). «Ἑσπερινὴ» καὶ «Πρωϊνὴ» ἔχει διττὴν τὴν ὀνομασίαν.
§14ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἄ, ὁ Γιάνναρος!
§15Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ὅταν λοιπὸν ἀναγραφῶσιν αὐτὰ ἐδῶ εἰς τὸν τύπον, αἰρομένης τῆς λογοκρισίας, καὶ μεταβιβασθῶσιν ἐντεῦθεν ὑπὸ τῶν ἀνταποκριτῶν τῶν Ἰταλικῶν ἐφημερίδων ἢ διὰ τοῦ Ταχυδρομείου, εἴπατέ μου, θὰ ἦτο φυσικὸν νὰ ἀξιώσῃ τις ἀπὸ τὴν Ἰταλικὴν Κυβέρνησιν νὰ κάμῃ λογοκρισίαν ἐπὶ τοῦ Ἰταλικοῦ τύπου διὰ νὰ μὴ δημοσιευθοῦν ταῦτα ἐκεῖ ἀφοῦ ἡμεῖς ἐδῶ δὲν τὰ ἐλογοκρίναμεν καὶ τὰς ἐπετρέψαμεν καὶ ἐδημοσιεύθησαν; Θὰ ἦτο ἀληθὴς παραφροσύνη νὰ ἔχωμεν τοιαύτην ἀξίωσιν. Λοιπὸν εἰς τὴν ἔκκλησιν περὶ ἄρσεως τῆς λογοκρισίας ἀπαντῶ διὰ κατηγορηματικῆς δηλώσεως, ὅτι ἡ λογοκρισία δὲν αἴρεται μέχρι τῆς ἡμέρας κατὰ τὴν ὁποίαν τὴν ἄρσιν αὐτῆς θὰ ἐπιβάλῃ αὐτὴ ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ Πολιτεύματος ἢ μέχρι τῆς ἡμέρας κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ κρίνωμεν ὅτι δὲν ὑπάρχουσιν οἱ ἐπιβουλευόμενοι τὸ καθεστώς, ὅτι δὲν ὑπάρχουσι οἱ εὐχόμενοι τὴν ἀποτυχίαν τοῦ Ἐθνικοῦ Ἀγῶνος διὰ νὰ ταφοῦν ὑπὸ τὰ Ἐθνικὰ ἐρείπια καὶ οἱ ἀντίπαλοι των! Καὶ διὰ τὴν μίαν περίπτωσιν καὶ διὰ τὴν ἄλλην δηλῶ κατηγορηματικῶς, ὅτι δὲν θὰ ἀρθῇ ἡ λογοκρισία. Ἀλλὰ δηλῶ συγχρόνως, ὅτι κάθε δημοσίευμα, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ εἰς τὸν ἔλεγχον τῆς ἐσωτερικῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως, κάθε δημοσίευμα, τὸ ὁποῖον ἤθελε καταγγείλῃ οἱονδήποτε ἁμάρτημα ἢ ἔγκλημα καθ’ οἱουδήποτε, δημοσίου ὑπαλλήλου ἢ Ὑπουργοῦ ἢ Πρωθυπουργοῦ, θὰ δημοσιεύεται ἄνευ περικοπῆς τινος. Δὲν ὑπόσχομαι ὅτι θὰ ἐπιτρέψῃ ἡ λογοκρισία καὶ τὴν δημοσίευσιν καὶ κρίσεων ἐπὶ πάσης πράξεως, ἐπὶ πάσης καταγγελίας, διότι αἱ κρίσεις αὗται συνήθως ὑποδύονται μορφὴν γενικότητος, ἡ ὁποία σκοπὸν ἔχει νὰ χρησιμοποιηθῇ ὑπὸ τῶν ἐχθρῶν μας ἀπέναντι τῶν ἰδικῶν μας διεκδικήσεων. Καὶ ἔρχομαι ἤδη κύριοι, εἰς τὸν στρατιωτικὸν νόμον. Μοῦ ζητοῦν τὴν ἄρσιν τοῦ Στρατιωτικοῦ Νόμου. Πότε; Τὴν ἐπιοῦσαν τῆς ἀνακαλύψεως μιᾶς συνωμοσίας, ἡ ὁποία δὲν εἶχε σκοπὸν τὴν ἀνατροπὴν μόνον τοῦ πολιτικοῦ καθεστῶτος, ἀλλὰ καὶ τὴν ἀνατροπὴν τοῦ κοινωνικοῦ καθεστῶτος. Νομίζετε, κύριοι, ὅτι διότι θὰ μὲ ὀνομάσουν οἱ ἀντίπαλοί μου δεσπότην ἢ δικτάτορα ἢ τύραννον, θὰ συγκινηθῶ ὥστε νὰ πράξω ἐν οὐ δέοντι τὸ ἔγκλημα τὸ ὁποῖον θὰ ἔπραττον, ἐὰν ἦρα σήμερον τὸν στρατιωτικὸν νόμον; Δὲν ἰσχυρίζομαι κύριοι, ὅτι κινδυνεύει ἡ ἀσφάλεια τοῦ καθεστῶτος ἐκ τῆς ἐνδεχομένης ἄρσεως τοῦ στρατιωτικοῦ νόμου. Θεωρῶ ὅτι τὸ καθεστὼς εἶναι τόσον στερεῶς ἑδραιωμένον, στηρίζεται ἐπὶ τῆς μεγάλης πλειοψηφίας τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ μὴ φοβοῦμαι οὐδ’ ἐπὶ στιγμήν (φωναί. Μάλιστα μάλιστα. Εὖγε!) ὅτι ἡ ἄρσις τοῦ στρατιωτικοῦ νόμου θὰ διεκινδύνευε τὴν ἀσφάλειαν τοῦ καθεστῶτος. Ἀλλ’ ἐὰν δὲν διεκινδύνευε τὴν ἠρεμίαν τὴν ψυχολογικὴν τῶν πολιτῶν, τὴν ἐμπιστοσύνην ἐπὶ τὴν τάξιν, ἡ ὁποία εἶναι ἀναγκαῖον στοιχεῖον τῆς κανονικῆς ζωῆς μιᾶς κοινωνίας. Ὁ κόσμος μὲ τὰς δηλώσεις αἱ ὁποῖαι θὰ γίνωνται ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δὲν φοβοῦνται τὸν Στρατιωτικὸν Νόμον θὰ νομίζῃ ἀπὸ στιγμῆς εἰς στιγμήν, ὅτι ἴσως εὑρισκόμεθα ἐνώπιον κινδύνων. Δὲν θέλω ν’ ἀφίσω τὴν ἀμφιβολίαν αὐτὴν εἰς τὴν ψυχὴν τῶν πολιτῶν. Ἡ διατήρησις τοῦ Στρατιωτικοῦ Νόμου, εἶναι μέτρον σκοποῦν τὴν διατήρησιν τῆς ἠρεμίας τοῦ πνεύματος τῶν πολιτῶν. Ἔχει ὅμως καὶ ἄλλον τινὰ σκοπόν. Ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ὀνειρεύονται ἀνατροπὰς, καὶ οἱ ὁποῖοι μηχανεύονται ἐπιβουλὰς κατὰ τοῦ καθεστῶτος, ἀδιαφοροῦσι διὰ τὴν κεφαλὴν τῶν ἀθώων θυμάτων των, ὅταν ἰδίως αὐτοὶ ἔχουν ἀσφαλίσει τὴν ἰδικήν των, ὅταν ζῶσι μακρὰν τοῦ Κράτους τούτου. Ἀλλ’ ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ ἀδιαφορῶ διὰ τὴν ἀσφάλειαν τῆς κεφαλῆς τῶν ἀτυχῶν ὀργάνων τῶν κακοήθων αὐτῶν ἀνθρώπων. Ὅταν βέβαια θὰ ἔχω ἐκδηλώσεις τοιαύτας, οἷαι αἱ ἐν Θήβαις καὶ ἐν Λαμίᾳ τότε θὰ εὑρεθῶ εἰς τὴν σκληρὰν ἀνάγκην, καὶ μὲ αἱμάσουσαν τὴν ψυχήν, ν’ ἀφήσω νὰ γίνουν ἐκτελέσεις. (Χειροκροτήματα παρατεταμένα). Θὰ μοῦ εἴπουν ἴσως: Καλὰ ἀφοῦ φοβεῖσθε, ἐὰν γίνῃ αὐτό, καὶ διὰ τὴν ἀσφάλειαν τῶν κεφαλῶν τῶν ἀτυχῶν ὀργάνων τὰ ὁποῖα θὰ χρησιμοποιηθῶσι, διὰ νὰ φέρωσι τὰς ἀνωμαλίας αὐτάς, πῶς σκέπτεται, ἅμα τῇ ὑπογραφῇ τῆς Τουρκικῆς εἰρήνης, νὰ ἄρῃ τὸν στρατιωτικὸν νόμον καὶ νὰ ἐπαναφέρῃς τὴν κατάστασι, τῆς εἰρήνης ἐν τῇ χώρᾳ; Δὲν μὲ μέλλει τότε. Διότι σήμερον, αὐτοί, οἱ ἐκμεταλλευταί, ὑποστηρίζουν ὅτι εὑρισκόμεθα ὑπὸ μίαν τυραννίδα, ὅτι ὁ Βενιζέλος, αὐτὸς ἐγκαθίδρυσε τὴν τυραννίαν ὑπὸ τὸν τύπον τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος, ἄρα μὴ φαντάζεσθε ὅτι θὰ κάμῃ ἐκλογάς. Ἀλλὰ τότε, προκηρυσσομένων τῶν ἐκλογῶν, θὰ εἶμαι εἰς θέσιν νὰ εἴπω, ὅτι τὴν τάδε ἡμέραν καλεῖται ὁ λαὸς νὰ κρίνῃ τὴν πολιτείαν μου. Τότε, δὲν θὰ εὕρουν ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι νὰ πιστεύσουν εἰς τὰς εἰσηγήσεις των καὶ νὰ γίνουν ὄργανά των. Τώρα, μοῦ φωνάζουν, πότε θὰ δώσῃς ἀμνηστείαν. Δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ σᾶς δηλώσω ὅτι ἐπέστρεφον εἰς τὴν Ἑλλάδα ἐκ Παρισσίων μὲ τὰς πλέον εὐαγγελικὰς διαθέσεις. Ἄλλως τε εἶχον ἀναλάβει τὴν ὑποχρέωσιν ἀπέναντι βουλευτοῦ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, εἰς τὸν ὁποῖον εἶπον ὅτι ὅταν ἐπιστρέψω θὰ ἐξαντλήσω τὴν ἐπιείκειάν μου. Ἀλλὰ δὲν δύναμαι σήμερον νὰ κάμω ἐγὼ τὸν γενναῖον, ἐρχόμενος αὐτὴν τὴν στιγμὴν νὰ ρίψω λήθην εἰς τὰ περασμένα, διότι τοῦτο θὰ ἐδείκνυε μίαν ἀδυναμίαν, τὴν ὁποίαν θὰ ἐξεμεταλλεύοντο αὐτοὶ οἱ ὁποῖοι ἐνεργοῦν ὅσας ἐνεργοῦν ἀποπείρας. Ἄλλως τε δέ, διὰ τοιαύτης ἀποφάσεως θὰ εὑρισκόμην ἐν πλήρει συγκρούσει πρὸς τὸ λαϊκὸν αἴσθημα. (Χειροκροτήματα παρατεταμένα).
§16ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα. Μάλιστα.
§17Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Καὶ δὲν ἔχω οὐδένα λόγον, ἐν οὐ δέοντι, νὰ πληγώσω τὴν κοινὴν γνώμην (χειροκροτήματα). Ἔχω ἓν σημείωμα, τὸ ὁποῖον μοὶ ἔδωκεν ὁ συνάδελφός μου κύριος Ὑπουργὸς τῆς Δικοιοσύνης, καὶ κατὰ τὸ ὁποῖον ἀπὸ τῆς 1ης Νοεμβρίου 1917 μέχρι τῆς 9ης Νοεμβρίου 1919 ἀπενεμήθησαν χάριτες εἰς 900 καταδίκους διὰ πολιτικὰ ἐγκλήματα καὶ ἄλλας συναφεῖς παραβάσεις. Κρατοῦνται εἰσέτι εἰς τὰς πολιτικὰς φυλακὰς δι’ ἀνάλογα ἀδικήματα 232 καὶ εἰς τὰς στρατιωτικὰς φυλακὰς τῶν Ἀθηνῶν—ἀπὸ τὰ ἄλλα μέρη δὲν ἔχομεν εἰσέτι πληροφορίας, ἀλλ’ εἶναι γνωστόν, ὅτι ὀλίγοι κρατοῦνται εἰς ἄλλα μέρη—64. Αὐτὸς εἶναι ὁ ἀριθμὸς τῶν κρατουμένων. Δὲν λέγω, ὅτι δὲν θλίβομαι, ὅτι ὑπάρχουσιν ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι παραμένουσιν εἰς τὰς φυλακάς, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἔχω καθῆκον νὰ ἐνδιαφέρωμαι περισσότερον διὰ 5 ἢ 6 ἑκατομμύρια τῆς ἄλλης Ἑλλάδος τῆς νέας, οἱ ὁποῖοι ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ ἀξιώσωσι τὴν ἡσυχίαν των, καὶ τὴν ἀσφάλειάν των. «Ὑπόσχομαι ἐν τούτοις, εἰς τὸ πρῶτον Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, νὰ παρακαλέσω καὶ πάλιν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ μᾶς φέρῃ ὅλους τοὺς πίνακας αὐτῶν τῶν πολυαρίθμων κρατουμένων, διὰ νὰ ἴδωμεν ποῖοι εἶναι ἐκεῖνοι, εἰς τοὺς ὁποίους ἐμποροῦμεν καὶ πάλιν πραγματικῶς νὰ δώσωμεν ἄφεσιν ἁμαρτιῶν, ἀλλὰ μόνον διὰ χάριτος. Ἡ ἀμνηστεία θὰ μείνῃ διὰ νὰ ἔλθῃ ἐν καιρῷ, ὅταν δὲν θὰ δύναται νὰ ἐξηγηθῇ ὡς πρᾶξις ἀδυναμίας, ἀλλὰ θὰ εἶναι τὸ ἐπιστέγασμα τῶν ἀγώνων τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ τοῦ θριάμβου αὐτοῦ, τὸν ὁποῖον πιστεύομεν βασίμως, ὅτι θὰ ἐπιτύχωμεν μετὰ τὴν συνθήκην τῆς εἰρήνης. Σᾶς εἶπον, κύριοι, πρὸ ὀλίγου, ὅτι οἱ ἀντίπαλοί μου ζητοῦν νὰ πείσουν τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ὅτι σφαδάζει ὑπὸ τὴν πταίρναν ἑνὸς ἀπαισίου τυράννου. Τῇ ἀληθείᾳ, κύριοι, δὲν ἐφανταζόμην ὅτι ἀφοῦ ἐπέρασα τὴν νεανικὴν ἡλικίαν καὶ τὴν ἀνδρικήν, ὅτε ἔχει κανεὶς ζωηρότητα περισσοτέραν, καὶ ἀφοῦ ἔφθασα εἰς τὸ κατώφλιον τοῦ γήρατος, ἂν δὲν τὸ ἐπέρασα, ὅτι ἤθελον καταστῆ ἕνας τόσον ἀπηνὴς τύραννος!... Νομίζω, ὅτι οὔτε ἡ ψυχή μου, οὐδὲ τὸ ἐξωτερικόν μου, τέλος πάντων, μὲ παρουσιάζουν ὡς ἕνα τύραννον, ὁ ὁποῖος θέλει νὰ ζῇ εἰς τὰ αἵματα. (Χειροκροτήματα). Ἀλλά, κύριοι, ἂν δὲν ἔχω τὴν ψυχὴν τυραννικήν, οὐδὲ τὴν διάθεσιν τυραννικήν, ὅλοι ἀναγνωρίζετε ποίαν κολοσσιαίαν εὐθύνην φέρω εἰς τὴν ῥάχιν μου. Γνωρίζω ὅτι ἀνταποκρίνομαι εἰς τὴν θέλησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἀναλαβὼν ἕνα ἀγῶνα δεινότατον, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπρόκειτο νὰ σταματήσωμεν τὸ ἐθνικὸν σκάφος, εὑρισκόμενον πλέον ἐντὸς τῶν ὑφάλων καὶ μέλλον νὰ κατασυντριβῇ εἰς ἐρείπια. Ὁ ἀγών, ἔχω τὴν πεποίθησιν, κύριοι βουλευταί, ὅτι ἐστέφθη ὑπὸ ἐπιτυχίας. Ἡ Θεία Πρόνοια ηὐλόγησε τὸν ἀγῶνα ἡμῶν τοῦτον. Ἀλλὰ τὸ ἔργον δὲν ἐπερατώθη ἀκόμη. Τὸ ἔργον πρόκειται νὰ περατωθῇ ταχέως. Καθ’ ὅλας τὰς πιθανότητας, τὰς ἀνθρωπίνους, εἶναι ζήτημα δύο ἢ τριῶν μηνῶν, τὸ πολύ. Καὶ νομίζω, κύριοι, ὅτι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἐπερίμεναν τόσον καιρόν, ἠμποροῦν ἀκόμη καὶ ὀφείλουν νὰ περιμένουν αὐτὸ τὸ βραχὺ διάστημα χρόνου, ὥστε τὸ ἔργον νὰ περατωθῇ ἐντελῶς καὶ τότε θὰ ὑποβληθῇ τοῦτο εἰς τὴν κρίσιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Λυποῦμαι βεβαίως — ἡ λέξις δὲν εἶναι ἡ προσήκουσα — χαίρω μᾶλλον, ἀλλὰ λυποῦμαι διὰ τοὺς ἀντιπάλους μου, ἀπὸ τὴν ἐτυμηγορίαν αὐτὴν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ δὲν ἔχουν νὰ ἀποκομίσουν κανὲν κέρδος. Εἶμαι ἀπολύτως βέβαιος ὅτι εὑρίσκομαι εἰς τοιαύτην ψυχικὴν ἐπαφὴν μὲ τὴν μεγάλην πλειονοψηφίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὥστε νὰ πιστεύω ὅτι ὅταν θὰ ἔλθῃ ὁ χρόνος τῆς κρίσεως τῶν πραγμάτων, ἡ ἐτυμηγορία τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ θὰ εἶναι τοιαύτη, οἵα ὑπῆρξε τὸ 1910 καὶ κατὰ τὸ 1911, ἂν δὲν θὰ εἶναι ἀκόμη μεγαλειτέρα. Διότι, ἂν τότε καὶ ἂν κατὰ τὸ 1915 μετὰ τοὺς Βαλκανικοὺς πολέμους, ἐκρίθη ὑπὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ τόσον εὐνοϊκῶς τὸ ἔργον τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων, εἶμαι βέβαιος ὅτι θὰ ἀναγνωρισθῇ ὅτι σήμερον τὸ ἔργον τὸ ὁποῖον ἐπετελέσθη εἶναι τόσον μᾶλλον ἀξιώτερον τιμῆς, καθόσον δὲν ἐπετελέσθη ἐν συμπράξει μετὰ τῶν ἄλλων παραγόντων, ἀλλὰ τοὐναντίον ἐπετελέσθη ἄνευ συμπράξεως ὅλων τῶν παραγόντων, οἱ ὁποῖοι ἐκ τοῦ Πολιτεύματος ἐκαλοῦντο νὰ ἔχουν μίαν γνώμην καὶ μίαν ἐπίδρασιν ἐπὶ τῶν πραγμάτων. Ἐπετεύχθη διὰ τοῦ καταπνιγμοῦ μιᾶς ἀντιδράσεως, ἑνὸς μοναρχισμοῦ τοῦ χειρίστου εἴδους. Συνετελέσθη ὅταν δὲν περιεφρουρήθη ἡ λαϊκὴ γνώμη, διὰ νὰ παρεμποδισθῇ ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ Ἐθνικοῦ προγράμματος καὶ νὰ ἐπιβληθῇ ἡ ἐφαρμογὴ μιᾶς πολιτικῆς προσωπικῆς, ἡ ὁποία ἐπρόκειτο νὰ εἶναι μόνον εὐάρεστος εἰς τὴν Γερμανίαν. Διήλθομεν δι’ ἑνὸς ἐμφυλίου πολέμου διὰ νὰ φθάσωμεν εἰς τὴν διεξαγωγὴν τοῦ ἐξωτερικοῦ πολέμου. Ἄλλοτε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐξήγησα ὑπὸ ποίαν ψυχολογικὴν κατάστασιν εὑρέθην ὅταν ἐπρόκειτο νὰ ἀποδυθῶ εἰς τὸν ἀγῶνα ἐκεῖνον τοῦ ἐμφυλίου πολέμου διὰ νὰ σώσω, ὡς ἐνόμιζα, ὅτι μοὶ ἐπέβαλε τὸ καθῆκον, τὴν Ἑλλάδα καὶ τὸ Ἔθνος. Ἀλλὰ διὰ τούτους τοὺς λόγους, κύριοι, φρονῶ, ὄχι φρονῶ, ἔχω ἀκράδαντον πεποίθησιν, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς θὰ ἀποφανθῇ ὑπὲρ τῆς πολιτικῆς, τὴν ὁποίαν τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων ἠκολούθησε κατὰ τὴν περίοδον αὐτὴν διὰ πλειονοψηφίας ἀκόμη μεγαλειτέρας παρὰ εἰς ἄλλην περίστασιν, καθ’ ἣν ἐκλήθη πρὸ τῶν καλπῶν διὰ νὰ κρίνῃ περὶ τῆς πολιτείας ἡμῶν. (Ζωηραὶ ἐπευφημίαι ἐκ τῆς αἰθούσης καὶ τῶν θεωρείων καὶ χειροκροτήματα).
§18Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπειδὴ ὑπάρχει μία ἐπερώτησις, τὴν Δευτέραν ἠμποροῦν οἱ ἔχοντες ἀντιρρήσεις τινάς, νὰ τὰς φέρουν καὶ εἴμεθα πρόθυμοι νὰ τὰς συζητήσωμεν.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Ἡ συζήτησις κηρύσσεται περαιωμένη. Λύεται ἡ συνεδρίασις διὰ νὰ ἐπαναληφθῇ αὕτη τὴν 5ην μ.μ. τῆς προσεχοῦς Δευτέρας. (Ὥρᾳ 8 μ. μ.)