1918.12.11
4,519 rows · 35,333 words · 340 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 49Η
τῆς 11 Δεκεμβρίου 1918
ΠΡΟΕΔΡΙΑ κ. Θ. ΣΟΦΟΥΛΗ
(Ὥρα 4. μ. μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Ν’ ἀναγνωσθῶσι τὰ πρακτικά. (Ἀναγιγνώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς: Τὸ Παλλεσβιακὸν Ἐργατικὸν Κέντρον παρακαλεῖ, ὅπως ἀρθῇ ἡ ἀπαγόρευσις ἐξαγωγῆς σάπωνος ἐν τῷ ἐξωτερικῷ ὡς καταστρέφουσα τὴν ἐκεῖ βιομηχανίαν. —Ὁ Πανελλήνιος Μουσικὸς Σύλλογος παρακαλεῖ, ὅπως ληφθῇ μέριμνα περὶ ἐπαναλήψεως τῶν ἐργασιῶν τῶν διαφόρων κέντρων, ἔνθα ἠδύναντο νὰ ἐργασθῶσι. —Οἱ τραυματίαι τοῦ πολέμου 1912, 1913 καὶ 1918 παρακαλοῦσιν, ὅπως αὐξηθῇ τὸ εἰς αὐτοὺς χορηγηθὲν ἐπίδομα. —Οἱ ἐνοικιασταὶ τοῦ φόρου δεκάτης ἐπαρχιῶν Μαργαριτίου καὶ Παραμυθίας παρακαλοῦσιν, ὅπως ψηφισθῇ τὸ ὑποβληθὲν νομοσχέδιον «περὶ ἐπεκτάσεως 50% ἐπὶ τοῦ ἐνοικίου τοῦ φόρου δεκάτης 1918.» —Ὁ Συνεταιρισμὸς ἐξαγορᾶς ἀγροκτήματος «Γέρακα» παρακαλεῖ, ὅπως ληφθῇ μέριμνα περὶ ἀναστολῆς τῆς δημοπρασίας μισθώσεως τοῦ ἐν λόγῳ ἀγροκτήματος. —Οἱ κατὰ Μάϊον ἐ. ἔ. μονιμοποιηθέντες ἀξιωματικοὶ τοῦ Στρατοῦ τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης παρακαλοῦσιν, ὅπως ἐπανορθωθῇ τὸ εἰς αὐτοὺς προσγενόμενον ἀδίκημα τοῦ νὰ τεθῶσιν εἰς τὸ ἀριστερὸν τῶν ὁμοιοβάθμων των. —Ὁ ἐξ Ἄργους Δημ. Καμαρινὸς διαμαρτύρεται κατὰ τῆς ἐπιτροπῆς τῶν ἀποζημιώσεων διὰ τὰ εἰς αὐτὸν προσγενόμενα ἀδικήματα. —Οἱ τριτοβάθμιοι δημοδιδάσκαλοι τῆς περιφερείας Βόλου παρακαλοῦσιν, ὅπως ἀρθῶσιν ἢ τουλάχιστον περιορισθῶσιν αἱ ἐν τῷ στοιχείῳ τῆς ἐκπαιδεύσεως ὑφιστάμεναι διακρίσεις. —Ὁ Σύλλογος τῶν Φιλελευθέρων Ἁγυιᾶς παρακαλεῖ, ὅπως προστατευθῇ ἡ ἐκεῖ παραγωγὴ τῶν κουκουλίων. —Ὁ Δανιὴλ Φωκᾶς, κατάδικος ἐν ταῖς φυλακαῖς Χανίων, παρακαλεῖ, ὅπως τύχῃ ἀναστολῆς τῆς ποινῆς του. —Ὁ βουλευτὴς Δράμας κ. Θεοφάνης Πανταζῆς ὑποβάλλει ὑπόμνημα «περὶ τῶν ὠμοτήτων τῶν διαπραχθεισῶν ἐν Ἀνατολικῇ Μακεδονίᾳ». —Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας κ. Α. Παπαναστασίου. ὑποβάλλει σχέδιον νόμου «περὶ προσθήκης διατάξεων εἰς τὸ ἄρθρον 2 τοῦ ὑπὸ στοιχεῖον ΦΚΑʹ νόμου τοῦ 1865 «περὶ λιμένων, προκυμαιῶν, φάρων κλπ.». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Γ. Μυλωγιαννάκης, Ι. Λεκανίδης, Μ. Μακράκης, Μ. Παπαμιχελάκης, Γ. Κοκκινάκης, Ι. Μαραγκός, Ι. Μαρκαντωνάκης καὶ Π. Γκίνης, ὑποβάλλουσι πρότασιν νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου 1226 τῆς 27 Μαρτίου 1918 «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νομοθ. Β. Διατάγματος τῆς 16 Δεκεμβρίου 1917 «περὶ μονιμοποιήσεως ἐφέδρων ἀξιωματικῶν καὶ ἀνθυπασπιστῶν». —Ὁ βουλευτὴς κ. Γ. Καρπετόπουλος, ὑποβάλει πρότασιν νόμου «περὶ καταργήσεως προσωρινῶς τῆς παραγράφου τοῦ ἄρθρου 36 τοῦ ἄρθρου 10 τοῦ νόμου ΓΨΠΘʹ (3879) τοῦ 1914». Ὁ βουλευτὴς κ. Γ. Νοταρᾶς ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Γ. Ἀργυρόπουλος, Π. Καραπάνος, Ι. Βαλαλᾶς, Α. Θανόπουλος, Γ. Καρπετόπουλος, Δ. Δαγκλῆς, Θ. Φίλιος καὶ Π. Ἀραβαντινὸς ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ Νομοθετικοῦ Διατάγματος 462». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Α. Τυπάλδος Μπασιᾶς, Α. Ἀναστασιάδης καὶ Γ. Μαρῆς ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ σχεδίου νόμου «περὶ ἀσφαλίσεως κινδύνων πολέμου». Ὁ βουλευτὴς κ. Μ. Καταπότης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀποστολῆς εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν διοικητικῶν ὑπαλλήλων πρὸς πρακτικὴν καὶ θεωρητικὴν ἄσκησιν». Ἡ ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἀσφαλείας Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὰς ἐκθέσεις αὐτῆς ἐπὶ τῶν κάτωθι νομοσχεδίων: 1) «Περὶ συγκροτήσεως τῶν ἄρθρων 3 τοῦ νόμου 409 τοῦ 1914 καὶ 712 τοῦ 1916 περὶ ἐκπτώσεως μέρους ἐκ τοῦ ἐνοικίου τῶν δημοτικῶν καὶ κοινοτικῶν προσόδων τοῦ ἔτους 1914–1915». 2) «Περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν περὶ διοικήσεως Δήμων καὶ Κοινοτήτων ἐν ταῖς Νέαις Χώραις, κειμένων διατάξεων». 3) «Περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου 1149 περὶ Γενικῶν Διοικήσεων ἐν ταῖς Νέαις Χώραις». Ἡ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ καταθέτει τὴν ἔκθεσιν αὐτῆς ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐγκρίσεως προϋπολογισμοῦ δαπάνης δραχμῶν 246.680 διὰ τὴν κατασκευὴν τῶν φάρων αʹ) ἐπὶ τῆς παρὰ τὴν Σκίαθον ὑφάλου «Λευθέρη», βʹ) ἐπὶ τῆς νησίδος «Μανδῆλι», γʹ) ἐπὶ τῆς νήσου «Φολεγάνδρου». Ἡ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ, καταθέτει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ παρατάσεως τοῦ χρόνου τῶν ἐργασιῶν τῶν νομοπαρασκευαστικῶν ἐπιτροπειῶν καὶ ἀποζημιώσεως αὐτῶν». Ἡ ἐπὶ τῶν Δημοσίων Ἔργων Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ καταθέτει τὴν ἔκθεσιν αὐτῆς ἐπὶ τῶν κάτωθι νομοσχεδίων: 1) «Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 11 Ἰουλίου 1917 Ν. Διατάγματος περὶ τῶν ἐξ εἰσιτηρίων εἰσπράξεων φόρου τοῦ Σιδ. Πειραιῶς–Ἀθηνῶν». 2) «Περὶ ἐγκρίσεως πιστώσεων διὰ τὰ ἔργα Θεσσαλονίκης καὶ διὰ τὴν ἐκπόνησιν σχεδίου τοπογραφικοῦ κτηματολογικοῦ ρυμοτομικοῦ πόλεως Θεσσαλονίκης» καὶ 3) «Περὶ αὐθεντικῆς ἑρμηνείας τοῦ 1ου ἐδαφ. τοῦ 1ου ἄρθρου τοῦ ΓΩΛΓʹ Νόμου». Ἡ ἐπὶ τῆς Γεωργίας Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ, ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τῶν ἑξῆς νομοσχεδίων: 1) «Περὶ λογιστῶν τοῦ Γεωργικοῦ Συνεταιρισμοῦ». 2) «Περὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου 350 καὶ τοῦ σχετικοῦ 887 ὡς καὶ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 1746 Διατάγματος «περὶ προσωρινῆς ἐγκαταστάσεως ἐνοίκων». 3) «Περὶ Ἀνωτέρας Δασολογικῆς Σχολῆς». 4) «Περὶ ἱδρύσεως Ἀνωτέρας Γεωπονικῆς Σχολῆς». 5) «Περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν νόμων τῆς γεωργικῆς ὑπηρεσίας ΓϠΚʹ τοῦ 1911, 214, 217, 246,260, 301 καὶ 439 τοῦ 1914» καὶ 6) «Περὶ παροχῆς συνδρομῆς εἰς τὴν Γεωργικὴν Ἑταιρείαν Μακεδονίας». Ἡ ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως κλπ. Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ, ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τῶν κάτωθι νομοσχεδίων: 1) «Περὶ ἐκδόσεως δελτίου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως κλπ.» καὶ 2) «Περὶ ὁδοιπορικῶν ἐξόδων καὶ ἀποζημιώσεως τῶν ἐπιθεωρητῶν τῶν Σχολείων καὶ τῶν σχολικῶν ἰατρῶν». Ἡ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ, καταθέτει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων: 1) «Περὶ τροποποιήσεως τῶν διατάξεων τοῦ νόμου 1520 «περὶ τεχνικῶν ὑπηρεσιῶν τοῦ στρατεύματος» καὶ 2) «Περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου 1911».
Ἡ Βουλή εἰσέρχεται εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΤΩΝ ΑΝΑΦΟΡΩΝ ΚΑΙ ΕΡΩΤΗΣΕΩΝ
Οἱ κ. κ. Ν. Ξηρὸς καὶ Ι. Ξηρὸς, ὅπως καταθέσουν καὶ ἀναπτύξουν ἀναφορὰν τοῦ Συλλόγου τῶν Καπνεμπόρων Λαμίας.
§3Ν. ΞΗΡΟΣ. Παρακαλῶ, ὅπως ἡ ἀναφορὰ αὕτη ἀποσταλῆ εἰς τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Νικολαΐδης, ὅπως καταθέσῃ καὶ ἀναπτύξῃ ἀναφορὰν τοῦ κ. Κ. Κατεβαίνη, καθηγητοῦ τοῦ ἐν Σάμῳ Γυμνασίου.
§5Γ. ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ. Ὑποβάλλω, κύριε Πρόεδρε, ἀναφορὰν τοῦ καθηγητοῦ τοῦ ἐν Σάμῳ Γυμνασίου κ. Κατεβαίνη καὶ παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας, ὅπως λάβῃ πρόνοιαν καὶ ἐπανορθώσῃ τὴν γενομένην κατ’ αὐτοῦ ἀδικίαν, ἕνεκα τῆς ὁποίας ὑπεχρεώθη νὰ καταβάλῃ διὰ τὴν σύνταξίν του ἐπὶ τῇ βάσει μισθοῦ γυμνασιάρχου, ἐν ᾧ ὑπηρέτει ὡς καθηγητὴς καὶ θὰ λάβῃ σύνταξιν καθηγητοῦ.
§6Δ. ΔΙΓΚΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Θὰ μελετήσω τὴν ἀναφορὰν καὶ ἐὰν ὑπάρχῃ ἀδίκημα θὰ ἐπανορθωθῇ.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Τ. Μπασιᾶς παρακαλεῖ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, πότε θὰ ἀρχίσῃ λειτουργοῦν τὸ φωταέριον.
§8Α. ΜΠΑΣΙΑΣ. Παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας, νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν ἐὰν καὶ πότε θὰ ἀρχίσῃ λειτουργοῦν τὸ φωταέριον, διότι ἐκ τῆς βραδύτητος αὐτοῦ ὑποφέρει σοβαρῶς ὁλόκληρος ὁ πληθυσμὸς τῆς πόλεως.
§9Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Δυστυχῶς προσκόπτει ἡ ἔναρξις, ἕνεκα τῶν μεγάλων κλοπῶν, αἱ ὁποῖαι ἔγιναν εἰς ὅλον τὸ δίκτυον.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Τ. Μπασιᾶς, παρακαλεῖ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως εὐαρεστούμενος πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ὁποία τις ἐγένετο ἐνέργεια ἐπὶ τῆς αἰτήσεως τοῦ Νικολάου Χρύση, τέως ἐργάτου ἐν τῷ Ἐθνικῷ Τυπογραφείῳ, πρωτοκολληθείσης ὑπ’ ἀριθ. 110191 καὶ ἀπὸ 13 Αὐγούστου ἐ. ἔ. ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ὑπ’ ἀριθ. 12214 ἐν τῷ Ἐθνικῷ Τυπογραφείῳ ἐπὶ ἐρωτήματος τοῦ Ὑπουργείου. Ἐπίσης παρακαλεῖ τὸν κύριον Ὑπουργὸν, ὅπως ἐπ’ εὐκαιρίᾳ τοῦ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει σχεδίου νόμου «περὶ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου», περιλάβῃ διάταξιν, καθ’ ἣν τὸ ἀπολυόμενον προσωπικὸν καὶ μὴ ἀπολαμβάνον τῶν πλεονεκτημάτων τούτου δικαιοῦται εἰς ἐπιστροφὴν τῶν καταθέσεών του. Ἐπίσης ὁ κ. Α. Τ. Μπασιᾶς ἐρωτᾷ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν διὰ τὰ ἑξῆς: Κατὰ τὸ νέον νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου περὶ φορολογίας τῶν ἐκτάκτων κερδῶν ἐπὶ συμπλοιοκτησίας ἡ δήλωσις διὰ τὰ ἐξ ἐκμεταλλεύσεως τοῦ πλοίου κέρδη ὑποβάλλεται ὑπὸ τοῦ διαχειριστοῦ ἢ τοῦ κατὰ μείζονα ἀριθμὸν μερίδων πλοιοκτήτου. Κατὰ συνέπειαν ὁ μικρομεριδιοῦχος ὁ ἀποζῶν ἐκ τοῦ εἰσοδήματος ἡμίσεος ἢ καὶ ἑνὸς ἑκατοστοῦ (τὸ ὁποῖον τίς οἶδε διὰ πόσων θυσιῶν ἐκτήσατο) θὰ πληρώσῃ τὸ αὐτὸ ποσοστὸν φόρου, ὅπερ καὶ ὁ μεγαλείτερος μέτοχος τοῦ πλοίου. Τοῦτο ἀντίκειται εἰς τό πνεῦμα τῆς δικαίας κατανομῆς τῶν φόρων. Ἑπομένως ἐν τῇ τροποποιήσει τοῦ νόμου πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ περίπτωσις αὕτη, ὅταν μάλιστα ὁ μικρομέτοχος δὲν ἔχῃ ἄλλας πηγὰς κέρδους. Ἀλλὰ καὶ εἰς περίπτωσιν ἀκόμη καθ’ ἣν ἐξασκεῖ ἄλλο ἔργον πρέπει νὰ τῷ παρέχηται ὑπὸ τοῦ νόμου τὸ δικαίωμα τὰς τυχὸν ἐξ αὐτοῦ ζημίας νὰ ἀφαιρῇ ἀπὸ τὰ κέρδη τῆς μετοχῆς του εἰς τὸ ἀτμόπλοιον ἀκριβῶς ὡς ἐγίνετο μέχρι τοῦδε συμφώνως πρὸς τὸν μέλλοντα νὰ τροποποιηθῇ νόμον. Ἀφ’ ἑτέρου δέον νὰ ληφθῇ μέριμνα καὶ περὶ τοῦ μικρομεριδιούχου, ὅστις ἠγόρασε τὴν μετοχὴν αὐτοῦ κατὰ τὸ τρέχον ἔτος εἰς μεγάλην ἀναλόγως τιμὴν καὶ ἐνῷ ἡ τιμὴ τῶν ἀτμοπλοίων ἀρχίζει ἐκπίπτουσα μὲ τὴν εἰρήνην καὶ ἑπομένως ζημιοῦται, ἐν τούτοις ἐξακολουθεῖ νὰ φορολογῆται ἀπηνῶς ἐπὶ τῶν εἰσπράξεων, χαρακτηριζομένων ὡς ἐκτάκτων κερδῶν.
§11Μ. ΝΕΓΡΟΠΟΝΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Θὰ λάβω πρόνοιαν περὶ ἀμφοτέρων.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μ. Καταπότης παρακαλεῖ τὸν κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν διατί, ἐνῷ τὸ Β. Διάταγμα τῆς 31 Ὀκτωβρίου 1913 ὁρίζει ὅτι κατὰ κανόνα αἱ νεκροψίαι, γυναικολογικαὶ ἐξετάσεις καὶ αἱ σπουδαιότεραι τῶν πραγματογνωμοσυνῶν ἐνεργοῦνται ἐν τῷ Ἰατροδικαστικῷ ἐργαστηρίῳ τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου, διὰ τῶν ἐν αὐτῷ ὑπαρχόντων ἐργαλείων καὶ λοιπῶν ἐπιστημονικῶν μέσων, αὗται καθ’ ἃ πληροφοροῦμαι ἐνεργοῦνται εἰς παρακείμενον δωμάτιον τῆς Εἰσαγγελίας ὑπὸ τῶν ἰατρῶν αὐτῆς.
§13Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Διὰ τοῦ Ἐκτελεστικοῦ Διατάγματος τῆς 8 Μαΐου 1910 (νόμου ͵ΓΧΠʹ) ἱδρύθη καὶ λειτουργεῖ ἔκτοτε παρὰ τῇ Εἰσαγγελίᾳ τῶν Πρωτοδικῶν Ἰατροδικαστικὸν Γραφεῖον ἐφωδιασμένον διὰ τῶν χρειωδῶν πρὸς ἄμεσον, ἄνετον καὶ ἐπιστημονικὴν μελέτην πασῶν τῶν τὴν Δικαιοσύνην ἐνδιαφερουσῶν περιπτώσεων (τραυματισμῶν, γυναικολογικῶν, συφιλιδικῶν, φρενολογικῶν κ.λ. περιπτώσεων) παρ’ Ἰατροδικαστῶν καὶ μάλιστα εἰδικῶν τοιούτων. Νεκροψίαι οὐδέποτε ἐγένοντο ἐν τούτῳ, οὔτε εἶναι δυνατὸν ἄλλως τε νὰ ἐνεργηθῶσι τοιαῦται. Διὰ τὴν ἔλλειψιν παρ’ ἡμῖν ἀκόμη Νεκροσκοπείου καὶ καταλλήλων μεταφορικῶν μέσων, τὸ πλεῖστον τῶν νεκροψιῶν Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς ἐνεργοῦνται κατ’ ἀνάγκην ἐν τοῖς νεκροταφείοις, ὑπὸ ὅρους συντηρήσεως τῶν πτωμάτων ἀσυγκρίτως καλλιτέρους ἢ ἐν τῷ Πανεπιστημιακῷ Ἐργαστηρίῳ. Τὸ Ἐργαστήριον τοῦτο, διὰ τὴν στενότητα τοῦ χώρου καὶ τὴν ἔλλειψιν πλείστων ὅσων ἄλλων ἀπαραιτήτων συνθηκῶν, εἶναι ἀκατάλληλον πρὸς φύλαξιν, ἔστω καὶ βραχεῖαν, πτωμάτων. Πλὴν τούτου διὰ τῆς ἀναποφεύκτου παρουσίας ἐν αὐτῷ προσώπων ξένων πρὸς τὴν ἰατροδικαστικὴν ὑπηρεσίαν, δυσχεραίνεται τὸ ἔργον τῶν ὑπευθύνων ἰατροδικαστῶν καὶ παραβιάζεται οὕτω τὸ ἐχέμυθον ἀνεξελέγκτως τῆς εἰσαγγελικῆς καὶ ἀνακριτικῆς ἀρχῆς, πλέον δὲ ἢ ἅπαξ οἱ ἰατροδικασταὶ ἀνεφέρθησαν παραπονούμενοι εἰς τὰς προϊσταμένας ἀρχὰς, αἵτινες καὶ πλείονα τοῦ ἑνὸς ἀπηύθυναν σχετικὰ ἔγγραφα εἰς τὸ Ἐργαστήριον τοῦτο. Ἐν τῷ Πανεπιστημιακῷ Ἐργαστηρίῳ ἐκτελοῦνται πᾶσαι ἄνευ ἐξαιρέσεως αἱ τοξικολογικαὶ ἔρευναι ἐπὶ τῶν πτωμάτων ὡς καὶ μικροσκοπικαὶ ἐξετάσεις ἐπὶ γυναικολογικῶν περιπτώσεων καὶ συμφώνως μὲ τὸν νόμον. Ἐπίσης ἐκτελοῦνται, ὁσάκις εἶναι τοῦτο δυνατὸν καὶ σκόπιμον, κατὰ τὴν ἀντίληψιν τῶν ἰατροδικαστῶν, καὶ ἄλλαι νεκροψίαι, οὐχὶ ἄλλως τε μέχρι τοῦδε ὀλίγαι, ἀποστέλλονται δὲ καὶ πτώματα οὐδόλως τὴν Δικαιοσύνην ἐνδιαφέροντα καὶ ἀζήτητα ἵνα διευκολύνηται οὕτω καὶ τὸ διδακτικὸν διὰ τοὺς σπουδαστὰς ἔργον τοῦ Ἐργαστηρίου. Τὸ ἰατροδικαστικὸν ὑλικὸν ἐνδιαφέρει ἀποκλειστικῶς τὴν Δικαιοσύνην· ἄλλο εἶναι τὸ ἔργον τῶν πανεπιστημιακῶν προσώπων τοῦ Ἐργαστηρίου. Εἶναι τοῦτο καθαρῶς ἀκαδημαϊκόν. Οὐδεμία ἐπιτρέπεται τούτων ἀνάμιξις εἰς ἔργα ἰατροδικαστικὰ ἐὰν μὴ ὑπὸ ὡρισμένας προϋποθέσεις καὶ διὰ συγκεκριμένας περιπτώσεις εἰδικῶς διαταχθῶσιν ἀπὸ τῆς κατόπιν κοινῆς συμφωνίας εἰσαγγελικῆς ἅμα καὶ ἀνακριτικῆς ἀρχῆς. Τὸ Πανεπιστημιακὸν τοῦτο Ἐργαστήριον, κατόπιν τοῦ Β. Διατάγματος τῆς 31ης Δεκεμβρίου 1910 τίθεται εἰς τὴν διάθεσιν τῶν ἰατροδικαστῶν, πρὸς διευκόλυνσιν τοῦ ἔργου αὐτοῦ, ὁσάκις ἡ προσφυγὴ εἰς τοῦτο εἶναι σκόπιμος. Τὸ Διάταγμα τοῦτο οὐδόλως σκοπεῖ τὴν ὑπαγωγὴν τῆς Ἰατροδικαστικῆς ὑπηρεσίας ὑπὸ τὸν ἔλεγχον τοῦ Πανεπιστημιακοῦ Ἐργαστηρίου, οὐδὲ τὴν παροχὴν τοῦ ἰατροδικαστικοῦ ὑλικοῦ πρὸς ἀκαδημαϊκὴν διδασκαλίαν ἢ μελέτην. Περίπτωσις προσφυγῆς τῶν ἰατροδικαστῶν εἰς τὸ πανεπιστημιακὸν Ἐργαστήριον, διὰ τὰς ἄλλας παμπληθεῖς περιπτώσεις, σπανιώτατα παρίσταται καθόσον συνεννοούμενοι μετὰ τῆς προϊσταμένης ἀρχῆς ἔχουσιν εἰς διάθεσιν καταλληλότερα, ἀνετώτερα καὶ ἐπαρκῆ μέσα πρὸς ἐκπλήρωσιν τοῦ λεπτοῦ καὶ δυσχεροῦς αὐτῶν ἔργου ἐν αὐτῷ τούτῳ τῷ ἰδίῳ Ἰατροδικαστικῷ Γραφείῳ τῆς Εἰσαγγελίας. —Οὕτως ἡ ὑπηρεσία διεξάγεται εὐχερέστερον, ἐπιστημονικώτερον καὶ τὸ ἰατροδικαστικὸν ἐχέμυθον περιορίζεται μεταξὺ τῶν μόνων ὑπὸ τοῦ νόμου τεταγμένων ὑπευθύνων, ἀποφεύγονται δὲ οὕτω περιττὰ ἐπεισόδια καὶ ἄτοπα.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Φλῶρος παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, εἰς ποῖον στάδιον εὑρίσκονται αἱ σχετικαὶ ἐνέργειαι πρὸς ἀποζημίωσιν ἐκείνων τῶν Ἠπειρωτῶν, ὧν αἱ οἰκίαι ἐν τοῖς χωρίοις τῆς κοινότητος Βούρμπιανης, Πυρσόγιαννη κτλ. ὑπέστησαν σημαντικωτάτας φθορὰς ὑπὸ τῶν ἐκεῖ Γάλλων στρατιωτῶν τῆς οὐδετέρας ζώνης.
§15Μ. ΝΕΓΡΟΠΟΝΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἀκόμη οὐδεμία ἐνέργεια ἐγένετο ἐπὶ τοῦ ζητήματος.
§16Π. ΦΛΩΡΟΣ. Εἶναι πολλοὶ συμπολῖται μου οἱ ὁποῖοι ὑπέστησαν ἀληθῆ καταστροφὴν καὶ πρέπει μίαν ὥραν ἀρχήτερα νὰ ἐπισπευσθῇ ἡ ἐνέργεια.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Πολυχρονιάδης παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν τίνα μέτρα ἐλήφθησαν κατὰ τοῦ τέως Ἡγουμενοσυμβουλίου Ταξιαρχῶν, τοῦ κατ’ ἀπόφασιν τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Ταμείου ἀποδειχθέντος καταχραστοῦ τῶν συμφερόντων τῆς ὡς ἄνω Μονῆς.
§18Δ. ΔΙΓΚΑΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν). Ἀπεφασίσθη ὑπὸ τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου τοῦ Γενικοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Ταμείου νὰ καταλογισθῶσιν εἰς βάρος τοῦ Ἡγουμενοσυμβουλίου τῆς Μονῆς Ταξιαρχῶν τὰ δαπανηθέντα πέραν τῆς πιστώσεως ἥτις εἶχε παραχωρηθῆ. Ἐπίσης παρέπεμψε τὴν ὑπόθεσιν εἰς τὸν Εἰσαγγελέα ἵνα ληφθῶσι τὰ δέοντα μέτρα.
§19Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΑΔΗΣ. Εὐχαριστῶ διὰ τὰς πληροφορίας, ὀφείλω νὰ καταγγείλω ὅτι προέβη εἰς δωρεὰν πρὸς τὸν Ἔκπτωτον 35 ὅλων χιλιάδων στρεμμάτων ἄνευ τινὸς λόγου καὶ παρακαλῶ νὰ διεξαχθῇ καὶ ἐπ’ αὐτοῦ ἀνάκρισις.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ. κ. Π. Φλέσσας καὶ Γ. Νοταρᾶς παρακαλοῦσι τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, διατὶ ὁ κ. Φωκᾶς ἀρνεῖται νὰ δεχθῇ εἰς συνεργασίαν τὸν νόμιμον ἐπιμελητὴν τῆς κλινικῆς ταύτης, καίτοι διωρίσθη κατόπιν διαγωνισμοῦ.
§21Δ. ΔΙΓΚΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Ἐγεννήθη ζήτημα ἂν εἶναι νόμιμος ὁ διορισμὸς τοῦ ἐπιμελητοῦ καὶ εὑρίσκεται τὸ ζήτημα ἐνώπιον τῆς Συγκλήτου. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν παρακώλυσιν πρὸς ἄσκησιν καθηκόντων δὲν ὑπάρχει πληροφορία εἰς τὸ Ὑπουργεῖον καὶ ἐζήτησα ἀπὸ τὴν Πρυτανείαν πληροφορίας.
§22Π. ΦΛΕΣΣΑΣ. Ἐζητήθη νὰ ἀναλάβῃ τὴν ἐπιμελητείαν καὶ ὁ κ. καθηγητὴς τὸν ἀπέπεμψεν κακὴν κακῶς.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Σίδερης ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, διατὶ δὲν λαμβάνουσι τὸ ἐπίδομα (¼ τοῦ μισθοῦ) οἱ ἐκ τῶν τηλεγραφικῶν ὑπαλλήλων ἐνταῦθα ὑπηρετοῦντες δόκιμοι ἔχοντες πλείστας ἀνάγκας.
§24Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Ὁ νόμος δὲν ἐπιτρέπει δυστυχῶς τοῦτο διότι θεωροῦνται ὡς ἔκτακτοι.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Χρυσοστάλης παρακαλεῖ τὸν κ. ἐπὶ τῆς Παιδείας Ὑπουργὸν ὅπως ἐὰν εἶναι δυνατὸν ληφθῇ πρόνοια ἵνα οἱ ἐντὸς τοῦ σχολικοῦ ἔτους μετατιθέμενοι ὑπάλληλοι παντὸς κλάδου καὶ ἔχοντες τέκνα ἔν τισι σχολείοις τῆς Μέσης καὶ Δημοτικῆς Ἐκπαιδεύσεως, νὰ μὴ ὑπόκεινται εἰς πληρωμὴν τελῶν χαρτοσήμου διὰ τὰ πιστοποιητικά των ἀπὸ σχολείου εἰς ἕτερον σχολεῖον ἀποφοιτώντων καὶ μεταγραφομένων, ἀλλὰ τὰ πιστοποιητικὰ ἀποφοιτήσεως ἢ μεταγραφῆς νὰ δίδωνται ἐφ’ ἁπλοῦ χάρτου, ἵνα μὴ οἱ ταλαίπωροι ὑπάλληλοι ὑποβάλλωνται εἰς διπλάσια, τριπλάσια καὶ τετραπλάσια ἐντὸς τοῦ ἰδίου σχολικοῦ ἔτους τέλη.
§26Δ. ΔΙΓΚΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Εἶναι ἀξία προσοχῆς ἡ ἐρώτησις ἀλλ’ ἡ περίστασις δὲν προβλέπεται ὑπὸ τῶν κειμένων νόμων. Ὑπάρχει ἀνάγκη νόμου.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Φλέσσας παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, τί ἀπεφάσισεν περὶ ἱδρύσεως Γυμνασίου ἐν Καλάμαις καὶ Μελιγαλᾷ.
§28Δ. ΔΙΓΚΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Ὑπάρχει πρότασις τοῦ Ἐκπαιδευτικοῦ Συμβουλίου περὶ ἱδρύσεως Γυμνασίου ἐν Μελιγαλᾷ ἀπὸ τοῦ ἐπιόντος σχολικοῦ ἔτους διὰ τῆς ἱδρύσεως δὲ αὐτοῦ θὰ ἐλαττωθῇ ὁ ἀριθμὸς τῶν μαθητῶν τοῦ Γυμνασίου Καλαμῶν.
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Νοταρᾶς ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑφυπουργὸν τῆς Ὑγειονομίας νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν διατί δὲν προέβη εἰς τὴν μονιμοποίησιν τῶν ἐφέδρων ἰατρῶν ἐχόντων ἐκθέσεις πρὸ πολλοῦ καὶ λαβόντων μέρος εἰς μάχας αἵτινες ἐδόξασαν τὰ ἑλληνικὰ ὅπλα. 2) Διατὶ δὲν προέβη εἰς προβιβασμοὺς ἐφέδρων τοιούτων, πολλῶν μάλιστα προσχωρησάντων εἰς τὸ ἐθνικὸν κίνημα, ἄλλων δὲ παραμεινάντων ἐπ’ ἀρκετὸν χρόνον εἰς τὸ μέτωπον, δικαιουμένων ἄλλως τε ἀφοῦ προήχθησαν νεώτεροί των πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν.
§30Ι. ΑΘΑΝΑΣΑΚΗΣ (Ὑφυπουργὸς Ὑγειονομίας). Κύριε Πρόεδρε, ὅσοι ὑγειονομικοὶ ἀξιωματικοὶ διεκρίθησαν ἐπὶ τοῦ πεδίου τῆς μάχης καὶ διὰ τοὺς ὁποίους ὑπεβλήθησαν σχετικαὶ προτάσεις, ἐμονιμοποιήθησαν πάντες ἀνεξαιρέτως. Ὅσον ἀφορᾷ τοὺς διακριθέντας εἰς τὸ ἐσωτερικὸν τῆς χώρας ἐπὶ στρατιωτικῇ ἀρετῇ, δὲν δύνανται νὰ μονιμοποιηθῶσι πρὶν ἢ γνωματεύσῃ συμφώνως τῷ νόμῳ περὶ μονιμοποιήσεως, τὸ εἰδικὸν ἐπὶ τούτῳ Συμβούλιον. Τὸ Συμβούλιον δὲ θὰ συνέλθῃ ὅταν θὰ ὑπάρξῃ ἀρκετὸς ἀριθμὸς πρὸς μονιμοποίησιν. 2) Εἰς τὸν Ἑλληνικὸν στρατὸν κανεὶς ἀξιωματικὸς δὲν προάγεται, ἐὰν δὲν εἶναι ἐγγεγραμμένος εἰς κεκυρωμένον διὰ Β. Δ. πίνακα. Πάντως δὲ οἱ ἐγγεγραμμένοι εἰς τὸν πίνακα τοῦ 1918 καὶ εἶχον καὶ τὸν ἀπαιτούμενον χρόνον προήχθησαν ἤδη. Τὰ 99% ἦσαν ἀξιωματικοὶ τῆς Ἀμύνης καὶ εἶχον ὑπηρετήσει ὅπως δήποτε εἰς τὸ μέτωπον. Προσεχῶς ἄλλως τε θὰ γίνῃ νέος πίναξ πρὸς ἐπανόρθωσιν τυχὸν παραλείψεων.
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Τ. Μπασιᾶς παρακαλεῖ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς ἐφαρμογῆς τῆς φορολογίας τῶν ἐκτάκτων κερδῶν καὶ τῆς συμβολῆς ἧς προσέφερον οἱ ἔκτακτοι ὑπάλληλοι καὶ Ἐμπειροτέχναι.
§32Μ. ΝΕΓΡΟΠΟΝΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἡ φορολογία τῶν ἐκτάκτων κερδῶν ἀπέδωκεν διὰ τῶν δηλώσεων μέχρις ὥρας 38 ἑκατομμύρια δραχμῶν. Διὰ τοῦ μέχρι τοῦδε ἐλέγχου ἐβεβαιώθησαν ἄλλα 10 ἑκατομμύρια. Ὁ ἔλεγχος δὲν ἔχει προχωρήσῃ ἀκόμη. Ἡ ἐκ τῶν ἀτμοπλοίων εἶναι μέχρις ὥρας περὶ τὰ 35. Ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ἐκτάκτους ὑπαλλήλους καὶ ἐμπειροτέχνας ἡ συμβολὴ αὐτῶν ὑπῆρξε πολυτιμοτάτη καὶ ἡ δρᾶσις των ἀξιέπαινος.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Χρυσοστάλης ἐρωτᾷ τὸν κ. ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας Ὑπουργὸν ἐὰν σκέπτεται νὰ μονιμοποιήσῃ τοὺς διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 10481 διαταγῆς τῆς Κεντρικῆς Διευθύνσεως διορισθέντας ὡς ἀναπληρωματικοὺς διανομεῖς βʹ τάξεως.
§34Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς Συγκοινωνίας). Δὲν ἐλήφθη ἀπόφασις εἰσέτι.
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΤΗΣ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ
Ψήφισις συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 19 Αὐγούστου 1918 Νομοθετικοῦ Διατάγματος καὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως Πανεπιστημιακῶν Νόμων». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). Ψήφισις συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως Νομοθετικοῦ Διατάγματος «περὶ Ἀεροπορικῆς Ταχυδρομικῆς Ὑπηρεσίας». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). Ψήφισις συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 18ης Ἰουνίου 1918 Νομοθετικοῦ Διατάγματος «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 9 τοῦ νόμου ΧΨΖʹ περὶ μεταρρυθμίσεως τοῦ Δικαστηρίου τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ ἄλλων τινῶν σχετικῶν διατάξεων». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ περὶ φορολογίας τοῦ οἰνοπνεύματος νόμου 971 τοῦ 1917». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου 816 τῆς 31ης Αὐγούστου 1917 «περὶ τῆς Διοικήσεως τοῦ Ἐμπορικοῦ Ναυτικοῦ καὶ προσθήκης συναφῶν διατάξεων». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ Νομ. Διατάγματος τῆς 13 Ὀκτωβρίου 1918 περὶ καλλιεργείας καπνοῦ, ὡς ἐτροποποιήθη διὰ τοῦ Ν. Διατάγματος τῆς 14 Νοεμβρίου 1918». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον). Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ μεταβολῆς διατάξεων τῶν νόμων «περὶ τελῶν χαρτοσήμου, μονοπωλίων κλπ.». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 17 Ἰουνίου 1918 Νομοθετικοῦ Διατάγματος περὶ συμπληρώσεως τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ νόμου 703 «περὶ πλεονεξίας καὶ αἰσχροκερδείας κλπ.». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον). Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως Νομοθετικοῦ Διατάγματος ἀφορῶντος τὴν τροποποίησιν τοῦ νόμου 462». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον). Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τῆς ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς ἐκδόσεως Νομοθετικῶν Διαταγμάτων». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον). Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 1535 Νομοθ. Διατάγματος τῆς 11 Ὀκτωβρίου 1918 «περὶ προσθήκης ἄρθρου δευτέρου εἰς τὸ ἄρθρον μόνον τοῦ νόμου 405». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον). Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ Νομ. Διατάγματος τῆς 16 Νοεμβρίου 1918 «περὶ ἁρμοδιότητος τοῦ Γεν. Διοικητοῦ Ἀνατολικῆς Μακεδονίας πρὸς ἔκδοσιν ἀδειῶν ὑλοτομίας τῶν περιφερειῶν Σερρῶν, Δράμας πλὴν Θάσσου». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 11 Ἰουνίου 1917 Νομ. Διατάγματος περὶ τοῦ ἐξ εἰσιτηρίων εἰσπράξεως φόρου τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Ἀθηνῶν». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 1521 τῆς 17 Σεπτεμβρίου 1918 Νομοθετικοῦ Διατάγματος «περὶ μετακλήσεως Ὀργανωτικῆς τῆς Ἀστυνομίας Ἀποστολῆς». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 27 Σεπτεμβρίου 1918 Β. Νομοθετικοῦ Διατάγματος «περὶ αὐξήσεως τοῦ προσωπικοῦ τῆς Γενικῆς Διοικήσεως Κοζάνης–Φλωρίνης». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 1078 Νομοθετικοῦ Διατάγματος τῆς 2 Δεκεμβρίου 1917 «περὶ ἐπιτάξεως οἰκημάτων διὰ πρόσφυγας». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 15 Ὀκτωβρίου 1918 Νομ. Διατάγματος «περὶ παροχῆς συνδρομῆς παρὰ τοῦ Δημοσίου ἐξ 25.000 δραχμῶν εἰς τὸ Θεραπευτήριον «ἡ Σωτηρία». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τῆς προτάσεως νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου 911». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Ἰταλίας συμφωνίας περὶ παρατάσεως τοῦ μεταξὺ τῶν δύο τούτων Κρατῶν ὑφισταμένου συμβατικοῦ καθεστῶτος». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν Νόμων τῆς γεωργικῆς ὑπηρεσίας ΓϠΚʹ τοῦ 1911, 214, 217, 246, 260, 301 καὶ 489 τοῦ 1914». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ Ἀνωτέρας Δασολογικῆς Σχολῆς». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ λογιστῶν τῶν Γεωργικῶν Συνεταιρισμῶν». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἱδρύσεως Ἀνωτέρας Γεωπονικῆς Σχολῆς». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τῆς προτάσεως νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 1074 νόμου τοῦ 1917 περὶ ἐκτελέσεως ἔργων ὁδοποιΐας καθ’ ἅπαν τὸ Κράτος». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τῆς προτάσεως νόμου «περὶ τροποποιήσεως τῶν διατάξεων τοῦ νόμου 1520 περὶ τεχνικῶν ὑπηρεσιῶν τοῦ Στρατεύματος». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ προσθήκης διατάξεων εἰς τὸν νόμον ΓΦΑʹ τῆς 30 Νοεμβρίου (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐκδικάσεως διαφορῶν μεταξὺ δημοσίου καὶ ἐργολάβων δημοσίων ἔργων δι’ ἔργα κατακυρωθέντα ἐν Κρήτῃ κατὰ τὸν νόμον 356 τοῦ ἔτους 1901 τῆς Κρητικῆς Πολιτείας». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ αὐξήσεως τοῦ δαπανηθησομένου ὑπὸ τοῦ Δημοσίου ποσοῦ διὰ τὰ κατὰ τὸν νόμον 1085 ἐκτελεσθησόμενα ἔργα ἐν τῷ λιμένι Πειραιῶς». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τῆς προτάσεως νόμου «περὶ διαθέσεως ἀποθεματικοῦ τοῦ Λιμενικοῦ Ταμείου Τσάγεζι πρὸς ἐκτέλεσιν διαφόρων ἔργων». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον). Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ παροχῆς εἰς τοὺς ὑποδιδασκάλους τοῦ τριακονταδράχμου ἐπιδόματος καὶ καθ’ ὃν χρόνον ὑπηρετοῦσιν εἰς τὸν στρατόν». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον). Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ προσωρινῶν καθηγητῶν τῆς Γαλλικῆς γλώσσης». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον). Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἱκανοποιήσεως τοῦ ἀδικηθέντος καὶ περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων «περὶ ἐξυβρίσεων ἐν γένει καὶ περὶ τύπου νόμου καὶ τοῦ ἄρθρου 690 τοῦ Ποιν. Νόμου». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον). Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τῆς 3 § τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ νόμου 909 ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ νόμου 1368». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον). Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ μονομαχίας». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον). Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τῆς ἐν Ἀνατολικῇ Μακεδονίᾳ Διεθνοῦς Ἀνακριτικῆς Ἐπιτροπῆς». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 8 Σεπτεμβρίου 1918 Β. Διατάγματος «περὶ προσθήκης δευτέρας παραγράφου εἰς τὸ ἄρθρον 27 τοῦ Νόμου 602 «περὶ Συνεταιρισμῶν» καὶ συμπληρώσεως τοῦ ἄρθρου 15 τοῦ αὐτοῦ Νόμου». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ καταργήσεως τοῦ Νομοθετικοῦ Διατάγματος τῆς 8ης Νοεμβρίου 1917 «περὶ ἀπαγορεύσεως δικαιοπραξιῶν ἐπὶ ἀγροτικῶν ἀκινήτων, καλλιεργομένων ἐπὶ μορτῇ ἐν Παλαιᾷ Ἑλλάδι». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον). Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως γηπέδου διὰ τὴν ἀνέγερσιν δημοσίου Καπνεργοστασίου ἐν Θεσσαλονίκῃ καὶ ἐγκρίσεως προϋπολογισμοῦ τῆς ἀπαιτουμένης δαπάνης διὰ τὴν ἀνέγερσιν τοῦ Καπνεργοστασίου τούτου». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ὑπὸ στοιχ. βʹ τελευταίου ἐδαφίου τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ νόμου ΓΡΓʹ τῆς 13ης Ἰουλίου 1905 «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν περὶ συντάξεων νόμων.»
§36Μ. ΝΕΓΡΟΠΟΝΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἔχω ἐπ’ αὐτοῦ μερικὰς τροπολογίας κ. Πρόεδρε. (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον).
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ψήφισις τοῦ συνόλου ἀναβάλλεται. Βʹ. συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ Μετοχικοῦ Ταμείου τῶν Πολιτικῶν Ὑπαλλήλων». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον ἀναβαλλομένης τῆς ψηφίσεως τοῦ συνόλου).
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ φορολογίας τῆς αὐτομάτου ὑπερτιμήσεως τῆς ἀκινήτου ἰδιοκτησίας». Ὁ κ. Ι. Γκέκας ἐπ’ αὐτοῦ ἔχει τὸν λόγον.
§39Ι. ΓΚΕΚΑΣ. Κύριοι βουλευταί, διὰ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου εἰσάγεται μία ἀρχὴ, ἡ ὁποία ἀπὸ ὅλον τὸν κόσμον καὶ ἀπὸ τὴν κοινωνίαν ἐν γένει θεωρεῖται καὶ θὰ θεωρηθῇ βεβαίως νέα, εἰσάγεται δηλαδὴ ἡ ἀρχὴ τῆς συνιδιοκτησίας τοῦ κράτους σιωπηρῶς ἐν ἁπάσῃ τῇ ἰδιοκτησίᾳ. Ἡ ἀρχὴ αὕτη καταδεικνύεται ἀμέσως ἐκ τῆς ἀναγνώσεως τοῦ νομοσχεδίου καὶ δὴ ἐκ τῆς καθιερώσεως δι’ αὐτοῦ φορολογικῶν περιόδων 10 ἐτῶν. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι θὰ εἴπῃ τις, ὅτι εἰς πᾶσαν φορολογίαν ἡ ἀρχὴ ὑπολανθάνει, διότι βεβαίως ἡ λῆψις ποσοστοῦ ἐκ παντὸς κέρδους ἢ ἐκ πάσης τυχὸν ἐργασίας παντὸς πολίτου δὲν εἶναι ἄλλο τὶ παρὰ σιωπηρὰ συμμετοχὴ τοῦ κράτους. Ἐν προκειμένῳ ὅμως ἡ φορολογία αὐτὴ ἔχει καὶ ἕν ἄλλο διττὸν ἀποτέλεσμα κατὰ τὴν κρίσιν μου. Ἡ φορολογία ἡ εἰσαγομένη ἐπὶ τῆς γῆς καὶ ἐπὶ τῆς ἀκινήτου ἐν γένει κτήσεως καὶ δὴ εἰσαγομένη διὰ φορολογικὰς περιόδους δεκαετὴς ἐγκαθιστᾷ πλήρη τὴν συγκυριότητα τοῦ Δημοσίου, καὶ δὲν εἶναι δυστυχῶς συγκυριώτης διὰ νὰ ὑπολογίσῃ τις τὸ ποσοστὸν κατὰ τὸ ὁποῖον εἶναι συγκύριος μετὰ τοῦ Δημοσίου, διότι τὸ μὲν Δημόσιον εἰς τὸ 12ον ἢ 30ον, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνέρχονται οἱ διάφοροι ὑπολογισμοὶ εἶναι ἀπολύτως κύριον καὶ λαμβάνει μόνον χωρὶς νὰ διατρέχῃ κίνδυνον κανένα, χωρὶς νὰ ὑφίσταται καμμία δαπάνη ἐπιρρῖπτον ὅλους τοὺς κινδύνους καὶ δαπάνας εἰς τὰ ὑπολειπόμενα μερίδια τοῦ δῆθεν ἰδιοκτήτου, ἀλλὰ μήπως τὰ ὑπολειπόμενα μερίδια τῆς ἰδιοκτησίας, εἴτε οἰκίας εἴτε ἀγροῦ εἴτε μαγαζεῖα εἶναι ταῦτα, ἀναγνωρίζεται δικαίωμα ἰδιοκτησίας; Ὄχι πλέον, διότι αὐτὰ ρυθμίζουσι ἑκάστοτε ἀναλόγως τῆς ἀντιλήψεως τῆς Κυβερνήσεως εἴτε διὰ τῆς ἐπιβολῆς ἄλλων φορολογιῶν εἴτε δι’ ἄλλων οἱωνδήποτε μέσων. Γίνεται λοιπόν, διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ μία ἐξαιρετικὴ προνομιακὴ δημιουργία ἰδιοκτησίας μόνον τοῦ δημοσίου ἐπὶ τοῦ παρόντος κατὰ τὸ τμῆμα, τὸ ὁποῖον ὁρίζεται διὰ τοῦ νομοσχεδίου, διὰ τῶν φορολογικῶν μέτρων καὶ μένει δοῦλος ὁ δῆθεν ἰδιοκτήτης τοῦ ὑπολοίπου. Τοιοῦτον μέτρον θὰ ἔχῃ δεινόν, κατὰ τὴν κρίσιν μου ἀποτέλεσμα, ὄχι τόσον διότι θὰ στερηθῇ ὁ κόσμος τοῦ μέρους αὐτοῦ τῆς ἰδιοκτησίας, ἀλλὰ τὸ δεινὸν ἀποτέλεσμα κατὰ τὴν κρίσιν μου, θὰ εἶναι ὁ κλονισμὸς τῆς πίστεως, τὴν ὁποίαν ἔχει καὶ πρέπει νὰ ἔχῃ ὁ κόσμος ἐπὶ τῆς γῆς, ἐπὶ τῆς ἀξίας τῆς γῆς καὶ τῆς ἀκινήτου ἐν γένει ἰδιοκτησίας, διότι ὄχι μόνον ἐκπροσωπεῖ ἀξίαν ἀλλὰ καὶ ὅτι εἶναι ὑποκειμένη εἰς αὐξήσεις ἑκάστοτε, διότι ἐὰν λείψῃ, κύριοι, ἀπὸ τὴν ἰδέαν τῆς κοινωνίας ἢ πιθανὸν ἐσφαλμένη, ἐσφαλμένη ἴσως ἐπικρατήσασα γνώμη, ὅτι διαθέτων τις τὴν περιουσίαν του ἀντὶ νὰ ἀγοράσῃ μετοχὰς τῆς μακαρίτιδος πιστωτικῆς τραπέζης καὶ ἀντὶ νὰ ἀγοράσῃ μετοχὰς ἄλλων ἐκ τῶν σήμερον δρωσῶν ἑταιρειῶν προτιμήσῃ νὰ ἀγοράσῃ γῆν καὶ προτιμᾷ πάντοτε κατὰ τὴν κοινὴν ἀντίληψιν μέχρι τοῦδε πράττει τοῦτο, διότι ἔχει τὴν ἀντίλληψιν, ὅτι φυσικῶς καὶ φυσιολογικῶς ἡ γῆ εἴτε βελτιουμένη εἴτε μὴ ὑπόκειται μίαν ἡμέραν εἰς μίαν θετικὴν ἀνατίμησιν. Τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἀπὸ τὴν κοινωνίαν, κύριοι, λείψῃ ἡ ἰδέα αὐτὴ, ὅτι ἡ διάθεσις τῶν χρημάτων της εἰς τὴν γῆν ἢ ἐν γένει ἐπὶ ἀκινήτων εἴτε ἀστικῶν εἴτε ἀγροτικῶν, λείψῃ, λέγω, ἡ ἰδέα ὅτι ἡ διάθεσις ἦτο ἀσφαλὴς, τῆς κοινωνίας ἡ ἰδέα ἐπὶ τῆς γῆς κλονίζεται καὶ τότε, κύριοι, βεβαίως δὲν ἔχετε νὰ ἐλπίζητε ὄχι μόνον τὴν βελτίωσιν τῶν παραγωγικῶν τάξεων καὶ δυνάμεων, τὰς ὁποίας ὅλαι αἱ νομοθεσίαι τοῦ κόσμου καὶ ἤδη καὶ ἡ ἡμετέρα προσπαθεῖ νὰ ἐνθαρρύνῃ πρὸς βελτίωσιν τῆς παραγωγῆς καὶ τῆς καλλιεργείας, ἀλλὰ θὰ ἔχητε παντελῆ καταστροφὴν τῆς ἰδέας αὐτῆς, συνεπῶς ἐθνικὴν κρίσιν. Δὲν γνωρίζω πῶς καὶ ἰδιαίτατα ἐσχηματίσθη ἐκ τοῦ εἰσηγητοῦ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἡ ἰδέα, ὅτι ἡ γῆ, ἡ ἀκίνητος ἰδιοκτησία ἔχει ὡρισμένας βαθμίδας ὑπερτιμήσεως καὶ ὅτι ἀπὸ τῆς βαθμίδος τῆς ὑπερτιμήσεως αὐτῆς ἔρχεται νὰ φορολογήσῃ καὶ εἰς αὐτὴν νὰ μετάσχῃ καὶ τὸ Κράτος. Ἡ γῆ, κύριοι, ἡ μήτηρ αὐτὴ παντὸς ἀγαθοῦ δὲν ἔχει ἀξίαν, ἡ ἀξία εἶνε συμπτωματικὴ, ἡ γῆ ἔχει καὶ ἀποκτᾷ ἀξίαν διὰ τῆς ἐργασίας ἡ ὁποία γίνεται ἐν αὐτῇ. Τὴν στιγμὴν, κύριοι, κατὰ τὴν ὁποίαν ἀπὸ οἱονδήποτε Τμῆμα τῆς Ἀττικῆς ἀφαιρέσετε τὰς ἐργατικὰς χείρας αἱ ὁποῖαι εὑρίσκονται ἐπ’ αὐτῆς, δὲν ἔχετε ἀξίαν, ἔχετε χῶμα περιττὸν, τὸ ὁποῖον ἂν ὑπάρξῃ κανὲν Κράτος νὰ σᾶς ἀναγκάσῃ νὰ τὸ ἐπισκέπτησθε, βεβαίως θὰ ἐπισκέπτησθε ἓν περιττὸν πρᾶγμα καὶ θὰ εἶσθε δοῦλος ἑνὸς ἀχρήστου πράγματος. Τῆς γῆς λοιπὸν ἡ ἀξία ἔγκειται εἰς τὴν ἐργασίαν ἡ ὁποία δίδει τὴν ἀξίαν εἰς τὴν γῆν, ὅταν ἔρχεσθε νὰ εἴπητε, κύριοι, ὅτι θέτετε διὰ διαφόρων νομοσχεδίων περιορισμοὺς ὥστε νὰ ἀρνῆτε τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς ἐργασίας ἐπὶ τὴν γῆν, δὲν κάμνετε τίποτε ἄλλο εἰ μὴ περιορίζεται τὴν ἐργασίαν, ἢ ἂν θέλητε νὰ τὸ ἐκλάβητε ὡς φορολογία, φορολογεῖτε τὴν ἐργασίαν, καὶ φορολογοῦντες, κύριοι, κατὰ τοιοῦτον ἀποινεῖ τρόπον τὴν ἐργασίαν, εἰς ποῖον ἀποτέλεσμα θὰ φθάσετε;.
§40Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον λέγει ρητῶς ὅτι, αὔξησις προερχομένη ἐξ ἐργασίας ἢ ἐξ ἐνεργείας τοῦ ἰδιοκτήτου δὲν φορολογεῖται.
§41Ι. ΓΚΕΚΑΣ. Κάμνετε λάθος. Ἐὰν ἠθέλατε νὰ εἴπητε ὅ,τι ἐσκέπτεσθε ὅταν τὸ ἐδιαβάζατε, τότε βεβαίως θὰ ἴδητε ὅτι λέγει τὸ ἀντίθετον καὶ δὲν λέγει αὐτό. Βεβαίως, κύριοι, προκειμένου περὶ τοῦ μέτρου τὸ ὁποῖον εἰσηγούμεθα καὶ ψηφίζομεν, δύναμαι νὰ εἴπω ἀσυζητητὶ καὶ ἐν τῇ αἰθούσῃ τῆς Βουλῆς ὅτι, ἂν ὑπάρχουν διαμαρτυρίαι οἷαι τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου ὅτι θὰ λέγῃ αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον ἔχομεν αὐτὴν τὴν στιγμήν, ἀντιλαμβανόμεθα ὅλοι, ἀλλὰ τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἂν ἀντισταθῇ πρὸς τοὺς κ. Βουλευτὰς οἱ ὁποῖοι πρόκειται νὰ ἐκτελέσουν τὸ τελευταῖον μέρος τοῦ νομοσχεδίου καὶ νὰ τοὺς ἐρωτήσω δι’ οἱανδήποτε περιουσίαν καὶ ἂν ἔχουν πόσον θὰ πληρώσουν διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ. Δὲν γνωρίζω, κύριοι, ἐὰν ὑπάρχῃ κανεὶς νὰ γνωρίζῃ τίνα φόρον ὀφείλει νὰ πληρώσῃ, ἀλλὰ θὰ σᾶς παρακαλέσω καὶ τὸ τονίζω διὰ νὰ ἀναγραφῇ εἰς τὰ πρακτικὰ διὰ νὰ ὑπάρξῃ ἴσως μίαν ἡμέραν εἰς τὴν ἱστορίαν, ὅτι προεκαλοῦντο οἱ Βουλευταὶ διὰ νὰ εἴπουν ἂν γνωρίζουν ἐκ τῶν διατάξεων τοῦ ψηφιζομένου νομοσχεδίου ποῖος εἶναι ὑποχρεωμένος καὶ πόσον νὰ πληρώσῃ ἕκαστος, καὶ δὲν τὸ ἐγνώριζε κανείς. Τὶ περιέχει, κύριοι, τὸ νομοσχέδιον, ἐπειδὴ ὁ κ. συνάδελφος μὲ ἔφερε καὶ εἰς τοῦτο τὸ στάδιον τῆς συζητήσεως; Θεωρήματα ἀλγεβρικά θὰ ἀναγνώσητε, κύριοι, συντελεστάς, θεωρήματα, προσθέσεις καὶ ἀφαιρέσεις, ἀλλ’ οὐδεὶς γνωρίζει διὰ νὰ μοῦ εἴπῃ πῶς θὰ ἐκτελεσθῇ τὸ νομοσχέδιον αὐτό. Ἔχει λοιπὸν, κύριοι, ἐλάττωμα τὸ νομοσχέδιον οὐσιῶδες. Διότι, ὡς γνωστὸν, στοιχεῖον κυριωδέστατον προσὸν παντὸς νομοσχεδίου καὶ παντὸς νόμου, ἐξαιρετικῶς δὲ φορολογικοῦ, τὸ ὁποῖον ἀπευθύνεται πρὸς ὅλον τὸν κόσμον ἐγγραμμάτων καὶ ἀγραμμάτων, εἶνε τὸ σαφὲς καὶ τὸ εὐκρινὲς, τὸ ὡρισμένον, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ γνωρίζῃ ἕκαστος φορολογούμενος διὰ νὰ δύναται νὰ συμμορφωθῇ. Διότι σημειώσατε, κύριοι, ὅτι ἐκτὸς τῆς ἀδυναμίας εἰς τὴν ὁποίαν θὰ εὑρίσκεται νὰ κατανοήσῃ ὁ ἀγράμματος θὰ εὑρίσκεται καὶ ἐγγράμματος, διότι ἐγὼ ἐξ ὅσων ἀνθρώπων εἶδον καὶ ὡμίλησα καὶ ὅσων συναδέλφων ἔτυχε νὰ ὁμιλήσω περὶ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ δὲν ἤκουσα κανένα νὰ γνωρίζῃ ποῖα εἶνε ἡ φορολογία καὶ πῶς θὰ φορολογηθῇ καὶ ποῖος ὁ ὑπολογισμός, ὅστις ὑπολογισμὸς διὰ τὰ γυμνάσια καὶ εἰς τὰς ἀνωτέρας μάλιστα τάξεις τῶν γυμνασίων δύναται κάλλιστα νὰ ἐκληφθῇ ὡς εἶπον προηγουμένως, ὡς θεωρητικὰ γυμνάσματα ἀλγεβρικὰ ἀλλ’ οὐχὶ ποτὲ διατάξεις νομοσχεδίων ἵνα ἐφαρμοσθοῦν ἐπὶ τῆς ράχεως τοῦ πτωχοῦ λαοῦ. Εἶναι λοιπὸν τὸ νομοσχέδιον τοσοῦτον περιπεπλεγμένον, θέλει διὰ παντὸς μέσου νὰ κρύψῃ ὅ,τι θέλει νὰ εἴπῃ, ὥστε εἶναι ἀκατανόητον καὶ νὰ μὴ δύναται νὰ φαντασθῇ κἂν ἄνθρωπος εἰς τὸν κόσμον, ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ μίαν ἡμέραν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκτελεσθῇ. Ἀλλά, κύριοι, ὁ γράψας τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ νομίζετε, ὅτι δὲν διετέλει ἐν γνώσει τούτων; Τὸ ἀσαφὲς αὐτὸ καὶ τὸ περίπλοκον αὐτὸ τοῦτο τὸ νομοσχέδιον διὰ τῶν διατάξεών του ἐκδηλώνει. Ἐὰν ἀναγνώσητε καὶ ἴδητε τὰς ποινικὰς διατάξεις, τὰς ὁποίας ἔχει ἐν τέλει καὶ ἴδετε, ὅτι ἐὰν ἀτυχής τις μὴ γνωρίζων, ὅπως δὲν γνωρίζετε, κύριοι συνάδελφοι, οὔτε σεῖς, καὶ ὅποιος γνωρίζει, ἂς ἐγερθῇ νὰ μοῦ τὸ εἴπῃ, ὅτι ἔχω τὴν δεῖνα περιουσίαν τόσον θὰ πληρώσω κατὰ τοὺς ὑπολογισμοὺς τοῦ νομοσχεδίου, ἐὰν λέγω, ἀτυχής τις αὔριον ὅπως σεῖς μὴ γνωρίζων, ὅπως σεῖς δὲν γνωρίζετε πόσον θὰ πληρώσητε καὶ ἂν κάμητε λάθος εἰς τὸν ὑπολογισμὸν τῶν ἀλγεβρικῶν αὐτῶν προβλημάτων καὶ δηλώσετε ὄχι καλῶς τὸ νομοσχέδιον ἔχει τοιαύτας διατάξεις, αἵτινες δὲν δύναται νὰ ἐφαρμοσθῶσι παρὰ διὰ καταστροφῆς τῶν πολιτῶν, ἤτοι 10.000 πρόστιμον διπλασιαζομένου τοῦ φόρου καὶ 3 ἐτῶν φυλάκισιν. Ἡκούσατε δι’ ὄνομα τοῦ Θεοῦ εἰς κανὲν μέρος τοῦ κόσμου ἴσως, ὄχι ἴσως, ἀλλὰ βεβαίως, διότι, ἂν καὶ δὲν εἶμαι ἐγκρατὴς τῆς συγκριτικῆς νομοθεσίας, ἐξ ὅσων γνωρίζω ἐκ τῶν εἰς τὴν Ἑλληνικὴν γλῶσσαν μεταφερθέντων ξένων νομοθετημάτων καὶ ἐξ ὅσων οἱ διάφοροι συγγραφεῖς οἱ ἀσχολούμενοι περὶ τὰ νομικὰ ἔγραψαν, δὲν γνωρίζω κανένα νὰ γράψῃ, ὅτι διὰ τὴν παράλειψιν τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ πολίτου δύναται νὰ ἐπιβληθῇ τοιαύτη ποινή, οὔτε εἰς τοὺς πλαστογράφους, οὔτε εἰς τοὺς κλέπτας, οὔτε καὶ εἰς τοὺς ἀναιρέτας. Ἐὰν λοιπὸν συντάσσομεν προβλήματα θεωρητικά, διὰ τῶν ὁποίων τὴν λύσιν ἄγνωστοι εἶναι οἱ διάφοροι συντελεσταὶ οἱ ἀναφερόμενοι ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ἐὰν ἐπιτύχῃ, καὶ ἐὰν διὰ τῶν ποινικῶν διατάξεων καὶ ἐάν, ἐάν τότε δὲν νομοθετοῦμε, ἵνα διαρρυθμίσωμεν τὰ τοῦ Κράτους ἀλλὰ προσπαθοῦμεν διὰ παντὸς τρόπου νὰ περιπλέξωμεν αὐτό, καὶ τὸ ὁδηγήσωμεν εἰς τὴν ἀποσύνθεσιν εἰς τὸν ὄλεθρον. Καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον δὲν θεωρῶ πλήρως μελετημένον τὸ νομοσχέδιον καὶ δυνάμενον νὰ ἐκτελέσῃ τὸν προορισμὸν αὐτοῦ. Ἀλλὰ κύριοι, τὸ νομοσχέδιον εἰσάγει τὴν ἀρχὴν τῆς συμμετοχῆς διὰ τὸ Κράτος τῆς συνιδιοκτησίας. Πιθανὸν ἡ Βουλὴ νὰ θεωρήσῃ, ὅτι ἡ γνώμη ἡ ἰδική μου δὲν εἶναι ὀρθὴ φρονοῦντος πάντως, ὅτι τὸ Κράτος ἔχει δικαίωμα νὰ φορολογῇ καὶ νὰ φορολογῇ ὅσον θέλει ἀπεινῶς, ἐφ’ ὅσον αἱ περιστάσεις τὸ ἐπιτρέπουν, ἐπιτρέπουσι τὴν παραγωγήν, τὸ εἰσόδημα. Δὲν θέλομεν καμμίαν περίπτωσιν ὅμως, οὔτε δυνάμεθα νὰ ὑποστηρίξωμεν, ὅτι ἐν ἑνὶ οἱῳδήποτε πράγματι δέον νὰ ἀρχίσητε νὰ φορολογήσητε τὸ κεφάλαιον, δηλαδὴ τὴν πηγήν. Ἐὰν ἔχητε π. χ. ἓν στρέμμα γῆς καὶ κόπτεται εἴτε τὸ δέκατον, εἴτε τὸ ἑκατοστὸν διὰ φορολογίαν, τότε μετὰ πάροδον δέκα ἐτῶν ἢ ἀναλόγων περιόδων, δὲν θὰ ὑπάρξῃ πλέον διὰ τὸν ἰδιοκτήτην, ἀλλὰ θὰ περιέρχηται ὁλόκληρον εἰς τὴν ἐξαφάνισιν καὶ ὄχι εἰς τὸ Κράτος, ὡς φρονοῦσι τινές. Ἀλλὰ σᾶς παρακαλῶ νὰ λάβητε καὶ μίαν ἄλλην ἄποψιν ὑπ’ ὄψει σας. Ἡ ἀρχὴ αὕτη συζητεῖται ἤδη καὶ ἑπόμενον εἶναι νὰ ἐπιβληθῇ ἐπὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἔχομεν ὅμως κανὲν δεῖγμα ἀπὸ κανὲν μέρος τῆς Ἑλλάδος, ἀπὸ κανένα σύλλογον ἔστω, ὁ ὁποῖος νὰ λέγῃ ὅτι θέλει τὴν ἀρχὴν αὐτήν; Ὑποθέτω ὅτι ὄχι. Ἡ δικαιολογία αὐτῆς ἡ μόνη εἶναι αἱ ἀνάγκαι εἰς τὰς ὁποίας εὑρέθη τὸ Κράτος νὰ ζητήσῃ ἀνακούφισιν τῶν βαρῶν τοῦ ταμείου καὶ νὰ ἐνισχυθῇ, ὡς ἐνισχύεται δι’ ἄλλων νομοσχεδίων ἀλλεπαλλήλων. Ἡ φορολογία αὕτη, ἡ ὁποία εἶναι ἀπηνεστάτη καὶ ὄχι μόνον ὡς ἀρχὴ τῆς συνιδιοκτησίας, ἀλλὰ καὶ ὡς ποσοστὸν τῆς φορολογίας εἰσάγεται συγχρόνως μετ’ ἄλλων φορολογιῶν, τῆς φορολογίας τοῦ εἰσοδήματος, τῆς ὑπαρχούσης, τῆς φορολογίας τῆς καθαρᾶς προσόδου, τῆς φορολογίας τοῦ ὑπερεισοδήματος κλπ. καὶ ὅλα αὐτὰ εἰσάγονται συγχρόνως ἤδη ἐπὶ τῆς γῆς. Θὰ ἀναγνώσητε καὶ θὰ ἴδητε βεβαίως, ὅτι κἄποιον εἰσόδημα φορολογεῖται καὶ ἐπὶ ἑνὸς ἄλλου ζωτικοῦ κλάδου τῆς βιομηχανίας, ἀλλὰ διὰ τὴν ἰδιοκτησίαν, τὴν κινητὴν, τὴν ὁποίαν δύναται τὸ Κράτος νὰ ζητήσῃ, δὲν θὰ ἴδητε τοιαύτην προσοχὴν καὶ μέριμναν. Τόσον πολὺ ἐγείρουσι τὴν περιέργειαν τοῦ ἀναγνώστου τὰ νομοσχέδια ταῦτα, ὥστε νομίζει τις, ὅτι ὁ συντάκτης τοῦ νομοσχεδίου δὲν ἐγνώριζε, οὔτε γνωρίζει ἄλλο τι ἀπὸ ὅ,τι πατεῖ καὶ ἀπὸ ὅ,τι προσκρούει, ἀπὸ τὴν γῆν, τὴν ὁποίαν πατεῖ ἐξερχόμενος τῆς οἰκίας του καὶ ἀπὸ τὰς οἰκίας τὰς ὁποίας προσκρούει βηματίζων, καὶ ὅτι δὲν βλέπει πουθενὰ ἀλλοῦ φῶς. Καὶ εἰς αὐτὰ περιστρέφονται τὰ οἰκονομικὰ νομοσχέδια καὶ αὐτὰ ἀκριβῶς φορολογοῦνται. Πιθανὸν νὰ εἴπῃ τις, ὅτι τοῦτο ἐγένετο καὶ εἰς ἄλλα Κράτη, εἰς ὁμοίας συνθήκας καὶ περιστάσεις εὑρισκόμενα μὲ τὸ ἡμέτερον. Καὶ ποῦ συνέβη αὐτό; Ἔχετε ὑπ’ ὄψιν σας τὴν Γαλλίαν. Δὲν ὑπάρχει Κράτος μᾶλλον δοκιμασθὲν ἐκ τοῦ πολέμου, περισσοτέρας ἀνάγκας δημιουργεῖσαν καὶ περισσοτέρας ἀνάγκας ἔχον νὰ ἀντικρύσῃ ἕνεκα τῶν συνεπειῶν τοῦ πολέμου καὶ ὅμως αὐτὴν τὴν φορολογίαν δὲν θὰ τὴν εὕρητε. Ἐν Ἰταλίᾳ ἐπίσης. Ἐκεῖ, ὡς καὶ ἐν Γαλλίᾳ ὡς εἶναι γνωστόν, αἱ περιουσίαι αἱ διάφοροι εἶναι μᾶλλον καθωρισμέναι καὶ ὑπάρχουν καὶ εἰδικαὶ περιστάσεις, καὶ πάλιν ἀδύνατον νὰ σκεφθῇ τις, ὅτι εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ ἐπιβληθῇ, ἀλλὰ καὶ νὰ ἐφαρμοσθῇ τοιοῦτος νόμος. Τὰ μόνα Κράτη τὰ ὁποῖα εἰσήγαγον παρόμοιον, οὐχὶ ὁμοίαν, φορολογίαν, εἶναι ἡ Ἀγγλία καὶ ἡ Ἀμερική, ἡ ὁποία εἰσήγαγε τὴν φορολογίαν οὐχὶ πρὸ τοῦ πολέμου, ἀλλὰ ἅμα τῇ ἀποφάσει τῆς εἰσόδου εἰς τὸν πόλεμον. Ἀλλὰ τί εἴδους φορολογίαν εἰσήγαγεν; Προσωρινὴν εἰσφοράν. Εἶχεν ἀνάγκην τὸ ταμεῖον των. Ἐὰν θέλῃ, ὡς ἔχει ἀνάγκην, καὶ τὸ Ἑλληνικὸν εἰσφοράν, ἂς ὁρίσῃ, ἀλλὰ παγίαν φορολογίαν ὑπὸ τὸ πρόσχημα καὶ τὰς περιστάσεις καὶ τὰς συνθήκας καὶ τὰς ἀντιλήψεις καὶ τὰς σκέψεις τὰς σημερινὰς εἶναι ἀδύνατον νὰ διανοηθῇ νὰ θεσπίσῃ τις. Ἐν Ἀγγλίᾳ καὶ ἐν Ἀμερικῇ προσωρινῶς ἐθεσπίσθη ἕνεκα τοῦ πολέμου. Ἀλλὰ ἐκεῖ ὑπάρχουσι κτηματολόγια καὶ εἶναι εὐκολώτατον νὰ ἐφαρμοσθῶσι τοιοῦτα νομοσχέδια, χωρὶς νὰ προσκρούσωσι σπουδαίως. Ἐν Ἑλλάδι ἐπιβάλλεται φόρος, ὁ ὁποῖος ἀναγκαίαν προϋπόθεσιν ἔχει τὴν ὕπαρξιν κτηματολογίου. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ νόμος περὶ ἰδιοκτησίας, ὡς ἔχουσι τὰ τῶν κτημάτων ἐν Ἑλλάδι ἐντελῶς ἀκανονίστως; Φρονῶ, ὅτι, ἐὰν σοβαρῶς μελετήσῃ τις θέμα καὶ σκεφθῇ, θὰ εὕρῃ, ὅτι μόνον ὀλεθρίας συνεπείας θὰ ἔχῃ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, χωρὶς νὰ ἔχῃ οὐδὲν καλὸν οὔτε διὰ τὸ δημόσιον ταμεῖον. Ἀλλὰ ἐπιτρέψατέ μου, κύριοι, νὰ σᾶς ἀναφέρω καὶ ἓν παράδειγμα διὰ νὰ εἴδητε τὴν ἀτέλειαν τοῦ νομοσχεδίου. Ὑποθέσατε ὅτι κατὰ τὸ 1850, διότι εἶδον ὅτι εἰς τὴν ἔκθεσιν λαμβάνεται ὡς ἀπ’ ἀρχὴ τὸ 1844, ἀλλ’ ἐγὼ πέρνω τὸ 1850, διὰ νὰ παρακολουθήσω τὴν ἔκθεσιν, εἰς τὰ 1850 λοιπὸν ὑποθέσατε ὅτι εἴχατε γεννηθῆ καὶ εἴχατε τὴν εὐτυχίαν νὰ ἀγοράσητε οἰκόπεδον ἀντὶ 10.000 φράγκων, τὸ οἰκόπεδον αὐτὸ πρὸ ἑνὸς μηνὸς ἐπωλήσατε ἀντὶ 110.000 φράγκων. Θέλει μεγαλειτέραν ὁ κύριος Ὑπουργὸς ὑπερτίμησιν; Ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς θέλῃ, τὸ κάμνομεν ἕνα ἑκατομμύριον. Ἀλλὰ τὸ πωλεῖτε πρὸ ἑνὸς ἔτους ἀντὶ 110.000. Θὰ φορολογηθῇ κατὰ τὸ νομοσχέδιον κατὰ 100.000 δραχμάς. Ἑπομένως, κύριοι, εἶναι δίκαιον ὁ διαθέσας εἰς τὰ 1850 10.000 φράγκα εἰς ἐποχὴν μάλιστα κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ τόκος ἦτο πρὸς 24% νὰ φορολογῆται χωρὶς νὰ ἀφαιροῦνται ἐν τῷ μεταξὺ οἱ τόκοι του; Εἰσοδήματα δὲν ἔλαβε διότι ἔτυχε νὰ εἶναι οἰκόπεδα παρὰ τὸν Ἅγιον Λουκᾶν τῶν Πατησίων, οἱ τόκοι του αὐτοὶ τί γίνονται; Ἐὰν τὰ χρήματα αὐτὰ τὰ εἶχε διαθέσει εἰς ἄλλην ἐπιχείρησιν τί θὰ ἐγίνοντο; Εἶναι γνωστὸν ὅτι πρὸς 4%—ἴσως μάλιστα καὶ ὁ συντάκτης τοῦ νομοσχεδίου δὲν εἶναι καὶ πολὺ ἐνήμερος τῆς ἀγορᾶς—ἓν κεφάλαιον ἀνατοκιζόμενον εἰς τὸ 16ον ἔτος διπλασιάζεται. Ἔχω λοιπὸν τὴν γνώμην ὅτι μόνον ἀδικήματα θὰ δημιουργήσῃ τὸ νομοσχέδιον ὁποτεδήποτε ἐφαρμοζόμενον, πολὺ δὲ περισσότερον εἰς τὴν σημερινὴν ἐποχὴν τὴν λίαν ἀνώμαλον λόγῳ τῶν ἐξαιρετικῶν περιστάσεων καὶ τῶν συνθηκῶν τὰς ὁποίας διατρέχει τὸ Κράτος.
§42Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Σχετικῶς μὲ τὸ ἐπιχείρημα τὸ ὁποῖον ἀνεπτύξατε ἔχω νὰ προσθέσω πρὸς ἐνίσχυσίν σας τὸ ἑξῆς· ὅτι ὑπάρχει ἐν τῷ ἄρθρῳ 4 τοῦ νομοσχεδίου ἡ ἑξῆς δυσαναλογία περὶ τὴν φορολόγησιν. Ἐὰν εἶναι ὁ Α. ἰδιοκτήτης, ὁ ὁποῖς ἠγόρασε ἀντὶ 20.000 δραχμὰς ἓν κτῆμα εἰς τὰ 1850, ὅπως ἀναφέρατε, αὐτὸς μετεπώλησεν εἰς τὰ 1870 εἰς τὸν Β ἰδιοκτήτην ἀντὶ 40.000 δραχ., ὁ Β μετεπώλησεν εἰς τὸν Γ εἰς τὰ 1900 ἀντὶ 100.000 δραχμῶν, ὁ Γ μεταπωλεῖ σήμερον εἰς τὸν Δ ἀντὶ 150.000, θὰ φορολογηθῇ κατὰ τὸ νομοσχέδιον ἡ διαφορὰ τῆς τιμῆς μεταξὺ τῆς τελευταίας πωλήσεως τῶν 100.000 καὶ τῶν 150. 000. Ἐὰν ὑπῆρχε ἄλλος ἰδιοκτήτης ὁ ὁποῖος εἰς τὰ 1850 ἠγόρασε παρόμοιον κτῆμα ἀντὶ 150.000 δραχ. ἀλλὰ δὲν ἐπώλησε καὶ πωλεῖ σήμερον, τὸ κτῆμα δὲ αὐτὸ ἔχει τὴν αὐτὴν ἀξίαν, θὰ φορολογήσωμεν λοιπὸν τὴν τιμὴν τῶν 200. 000 μὲ τὴν τιμὴν τῶν 150.000.
§43Μ. ΝΕΓΡΟΠΟΝΤΗΣ. (Ὑπουργ. τῶν Οἰκονομικῶν) περὶ οἰκοπέδων εἶναι ἄλλο ζήτημα.
§44Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε· πρόκειται περὶ τῆς φορολογητέας ποσότητος.
§45Μ. ΝΕΓΡΟΠΟΝΤΗΣ. (Ὑπουργ. τῶν Οἰκονομικῶν) ὁ εἷς θὰ πληρώσῃ μὲ 12 καὶ ὁ ἄλλος μὲ 5.
§46Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Κατὰ τὴν πρώτην ἐκδοχὴν τὸ ἀκίνητον θὰ φορολογηθῇ ἀπὸ 20.000 ἕως 50.000, κατὰ τὴν δευτέραν ἐκδοχὴν ἀπὸ 100.000 μὲ 150.000.
§47Μ. ΝΕΓΡΟΠΟΝΤΗΣ. (Ὑπουρ. τῶν Οἰκονομικῶν) ὑπάρχει εἰς τὸ νομοσχέδιον μία ἀδικία ὡς πρὸς τὰ οἰκόπεδα, ἀλλὰ παρακαλῶ νὰ σᾶς δώσω τὴν διαφοράν. Ἐὰν ἐπώλησε τὶς εἰς τὰ 1909, 100.000 δραχ. καὶ σήμερον τὸ πωλεῖ ὁ ἕτερος 150.000, αἱ 50.000 θὰ φορολογηθῶσι μὲ ποσοστὸν 12%, αἱ ἄλλαι μὲ ποσοστὸν 5%.
§48Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἀλλ’ εἶναι μεγάλη ἡ διαφορὰ τῆς φορολογητέας ποσότητος. Εἶναι ἀνάγκη νὰ ὁρίσητε ἓν τακτικὸν χρονικὸν σημεῖον μὲ κεφαλαίωσιν τοῦ εἰσοδήματος ἵνα μὴ ἔχητε ἀνάγκην νὰ τρέχητε εἰς κλίμακα φορολογικὴν ἐπὶ τὸ ἄπειρον.
§49Ι. ΓΚΕΚΑΣ. Δι’ ὅλας αὐτὰς τὰς δυσχερείας τὰς ὁποίας θὰ ἀπαντήσῃ τὸ νομοσχέδιον τιθέμενον εἰς ἐφαρμογὴν φρονῶ ὅτι δὲν εἶναι σκόπιμον νὰ ψηφισθῇ. Πῶς εἶναι δυνατὸν, κύριοι, νὰ παραδεχθῆτε ὅτι τὸ Κράτος θὰ κατορθώσῃ νὰ ἀνεύρῃ τὴν ἀξίαν δι’ οἱασδήποτε μεθόδου, τῆς ἀκινήτου ἰδιοκτησίας, ἀφοῦ εἶναι γνωστὸν ὅτι ἀποθνήσκων εἷς πατὴρ καὶ διὰ νὰ μοιράσουν τὰ τέκνα του παρέρχονται δεκάδες ἐτῶν ὁλόκληροι, ἀσχολοῦνται δικαστήρια, δικασταί, πραγματογνώμονες, ἐπὶ πραγματογνώμων καὶ δὲν κατορθοῦται τέλος καὶ μετὰ δεκαετίαν ὁλόκληρον νὰ ἐξευρεθῇ ἡ ἀξία τῆς περιουσίας του. Αὐτὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνουν εἰς τὴν σημερινὴν ἐποχήν. Πλανώμεθα, κύριοι, οἰκτρῶς καὶ ἡ πλάνη αὐτὴ θὰ ἔχῃ ἀποτελέσματα ὀλέθρια διὰ τὴν ἐθνικὴν οἰκονομίαν τοῦ τόπου. Ἐγώ, κύριοι, ἀνομολογῶ τὴν ἀνάγκην τὴν ὁποίαν ἔχει τὸ Κράτος νὰ ἐπιβάλῃ μίαν φορολογίαν πρὸς ἀνακούφισιν τοῦ δημοσίου ταμείου καὶ διὰ τοῦτο προτείνω ἐγὼ μίαν φορολογίαν εἰς ἀντικατάστασιν αὐτῆς φορολογίαν, ἡ ὁποία δὲν ἀπαιτεῖ οὔτε δεκαετίαν, οὔτε λογαρίθμους, ἀλλ’ οὔτε οὐδεμίαν δαπάνην οὔτε ἑνὸς λεπτοῦ διὰ τὸ Κράτος καὶ ἡ ὁποία θὰ ἀποδώσῃ θετικὸν καὶ ἀσφαλὲς εἰσόδημα, ἐὰν μάλιστα ἤθελεν ἡ Κυβέρνησις νὰ τὴν μελετήσῃ θὰ εἶχε καὶ θετικὸν δεδομένον προϋπολογισμοῦ τῆς ὁλικῆς εἰσπράξεως τὴν ὁποίαν θὰ προσπορισθῇ ἐκ τῆς φορολογίας αὐτῆς. Ἀντὶ λοιπὸν νὰ ἀναστατώνωμεν τὸν Κόσμον, ἀντὶ νὰ γίνῃ ὁ ὄλεθρος κατὰ τὴν ἀντίληψίν μου πάσης γεωργικῆς τάξεως καὶ πάσης γεωργικῆς προόδου θὰ παρεκάλουν τὴν Κυβέρνησιν νὰ δεχθῇ τὴν ἑξῆς πρότασιν. Τὸ πρῶτον ἄρθρον νὰ μεταρρυθμισθῇ καὶ νὰ ἐπιβληθῇ φόρος ἐπὶ τῶν συναλλαγῶν τῶν ἀκινήτων εἴτε ἀπαλλοτριώσεως εἴτε μεταβιβάσεως ὁπωσδήποτε, διότι ὡς δὲν θὰ ἀγνοεῖτε ἡ ἀξία τοῦ ἀκινήτου ἔγκειται εἰς τὴν δύναμιν τὴν ὁποίαν ἔχει νὰ εἶναι ἀντικείμενον τῆς συναλλαγῆς. Θὰ προτείνω λοιπὸν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐπιβάλῃ φορολογίαν ἐπὶ τῶν δικαιοπραξιῶν 2% θὰ ἔχῃ δὲ μέγα ποσοστὸν καὶ θὰ εἰσπράττεται ὑπὸ τῶν συμβολαιογράφων, διότι πᾶσαι αἱ συναλλαγαὶ ἐπὶ τῶν ἀκινήτων δὲν εἶναι ὅπως τῶν κινητῶν ὅπου γίνονται ἰδιαιτέρως. Μεταβολὴ κυριότητος ἢ μεταβιβάσεως δὲν δύναται νὰ γίνῃ ἂν δὲν πιστοποιηθῇ διὰ μεταγραφῆς καὶ διὰ συμβολαιογραφικῆς πράξεως καὶ θὰ ὑποχρεοῦται πᾶς συναλασσόμενος νὰ πληρώσῃ τὸ ποσοστὸν ἐνώπιον τοῦ συμβολαιογράφου. Νὰ τεθῇ ὅτι ἀπαγορεύεται ἐπὶ ποινῇ ἀκυρότητος τῆς δικαιοπραξίας πᾶσα παρὰ συμβολαιογράφου, ἢ ὑποθηκοφύλακος πρᾶξις ἐπὶ ἀκινήτου. Ἐάν, κύριοι, παρήρχετο οὕτω τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ τὶ νομίζετε ὅτι θὰ ἐγίνετο; Πρὸ ἐτῶν ἔγκριτος νομομαθὴς θαυμαζόμενος μάλιστα διὰ τὴν πολυμάθειάν του εἰσήγαγε νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον δὲν ἔλεγε τίποτε ἐψηφίσθη εἰς 1ην ἀνάγνωσιν, εἰς δευτέραν, ἀλλ’ ὑπελείπετο καὶ ἡ τρίτη, διότι ἴσχυεν ὁ Κανονισμὸς κατὰ τὸν ὁποῖον ἐψηφίζοντο εἰς τρεῖς ἀναγνώσεις καὶ ἔλεγε μία διάταξις τόσον ἀθῶα, μὲ τόσην ἀφέλειαν, ὥστε δὲν ἦτο ἄξιον νὰ κινήσῃ τὴν περιέργειαν οὐδενὸς ἀνθρώπου, τὶ νιμίζετε ὅτι ἔλεγε: Οἱ φόροι θὰ εἰσπράττωνται κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἐὰν τύχῃ δὲ κανεὶς καὶ δὲν πληρώσῃ, καὶ χρεωστῇ 3 δραχμὰς εἰς τὸ Ταμεῖον πᾶσα μεσολάβησις εἰς δικαιοπραξίαν καθίστα ἄκυρον αὐτήν. Δηλαδή, ἐὰν τύχῃ καὶ γίνῃ ἐκτέλεσις καταλόγων, ἐγὼ δὲ κληθῶ παρ’ ἑνὸς πλουσίου—καὶ ἔχομεν πολλοὺς πλουσίους—καὶ παραστῶ μάρτυς τῆς συντάξεως τῆς διαθήκης κατὰ τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν χρεωστῶ εἰς τὸν Ταμίαν, ἡ διαθήκη, ὅταν θὰ γίνῃ μακαρίτης ὁ συνάδελφος, θὰ ἦτο ἄκυρος, διότι δὲν εἶχε φροντίσει νὰ πάρῃ πιστοποιητικὸν ὅτι δὲν χρεωστῶ ἐγὼ εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον. Τί δηλαδὴ εἰσῆγεν ἡ ἀγαθὴ ἐκείνη διάταξις; Τὸν πολιτικὸν θάνατον. Ἕν μικρὸν πρᾶγμα διὰ τὸ ὁποῖον δὲν ἀξίζει νὰ γίνεται λόγος! Ἀλλὰ τὴν τελευταίαν στιγμὴν ἀνεκαλύφθη καὶ ἠναγκάσθη ὁ διαπρεπὴς νομομαθὴς νὰ ἀποσύρῃ τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο. Ὁμοία διάταξις εἶναι καὶ ἡ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ. Τὸ 3ον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 5 λέγει (ἀναγινώσκει). 3. Ἀπαγορεύεται ἐπὶ ποινῇ ἀκυρότητος τῆς δικαιοπραξίας πᾶσα παρὰ συμβολαιογράφῳ, ὑποθηκοφύλακι καὶ μεταγραφοφύλακι πρᾶξις ἐπὶ ἀκινήτου ἐφ’ ὅσον δὲν προσάγεται πιστοποιητικὸν ἐφ’ ἁπλοῦ χάρτου τοῦ ἁρμοδίου Οἰκονομικοῦ Ἐφόρου, ὅτι οὐδεὶς ἀπομένει ἀβεβαίωτος ὀφειλόμενος φόρος ἐπὶ πραγματοποιηθέντος ὑπερεισοδήματος ἐκ τοῦ ἀκινήτου ἢ ὅτι ὑπάρχει ὑποβεβλημένη δήλωσις πρὸς βεβαίωσιν τοῦ ἀνήκοντος τοιούτου». Βεβαίως ὁ συντάκτης τοῦ νομοσχεδίου δὲν θὰ ἔλαβεν ὑπ’ ὄψει του ὅτι δὲν θὰ εἶνε δυνατὸν νὰ συμβῇ αὐτό. Θὰ ἤθελε διὰ περιορισμῶν τινων παρὰ τῷ συμβολαιογράφῳ νὰ ἀσφαλίσῃ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν δηλώσεων. Τότε νὰ βάλῃ μίαν ποινὴν εἰς τὸν συμβολαιογράφον, οὐδέποτε ὅμως εἰς τὰς πράξεις, διότι ἐὰν ὁ Α. μεταβῇ καὶ συντάξῃ τὴν διαθήκην του, δὲν πιστεύω νὰ παρουσιασθῇ τις μετὰ 100 ἔτη καὶ νὰ ζητήσῃ τὴν ἀκύρωσιν, διότι ἔτυχε νὰ μὴ ὑποβληθῇ εἰς τὸν Οἰκονομικὸν Ἔφορον μία δήλωσις τοιαύτη ἢ τοιαύτη λοιπὸν ὑποθέτω ὅτι θὰ μεταρρυθμίσῃ ὁ κ. Εἰσηγητὴς τὸ νομοσχέδιον, ὥστε νὰ ἐπιβληθῇ ποινὴ εἰς τὸν συμβολαιογράφον, ὁ ὁποῖος θὰ συντάξῃ συμβόλαια χωρὶς νὰ λάβῃ τοῦτο ὑπ’ ὄψιν, καὶ ὄχι εἰς τὴν δικαιοπραξίαν. Φρονῶ λοιπόν, κύριοι, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ λάβῃ ὑπὸ σπουδαίαν ἔποψιν τὰς ἀτελείας τὰς ὁποίας φέρει τὸ νομοσχέδιον καὶ ὅτι, ἂν θελήσῃ νὰ μελετήσῃ, θὰ ἴδῃ ὅτι ἡ προτεινομένη παρ’ ἐμοῦ φορολογία, τὴν ὁποίαν δύναται νὰ κάμῃ ὅσην θέλει, θὰ βαρύνῃ βεβαίως τὴν ἀκίνητον κτῆσιν ἐν Ἑλλάδι, καὶ θὰ εἰσπράξῃ περισσότερα ἀπὸ ὅ,τι ἔχει ἤδη ὑπολογίσῃ. Ὅσον ἀφορᾷ δὲ τὸ παρὸν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἔχει ἀναγκαίαν προϋπόθεσιν τὸ κτηματολόγιον, ἀλλὰ καὶ ἀναγκαιοτάτην προϋπόθεσιν τὴν μελέτην, τὴν γνῶσιν καὶ τὴν ἀποδοχὴν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, νομίζω, ὅτι δέον ἡ Κυβέρνησις νὰ στέρξῃ νὰ ἀφίσῃ τοῦτο ὑπὸ μελέτην καὶ ἀρτιωτέραν ἐπεξεργασίαν, θὰ θεραπεύσῃ τὰς ἀνάγκας τοῦ δημοσίου ταμείου διὰ τῆς ἐπιβολῆς ἄλλης ἢ τῆς φορολογίας, ἡ ὁποία εἶναι ἁπλουστάτη, δικαιοτάτη καὶ ἐντελῶς ἀδάπανος. Μὴ θελήσητε νὰ θέσητε εἰς ἐφαρμογὴν τὸ νομοσχέδιον αὐτό. Νομίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ θελήσῃ νὰ λάβῃ ὑπὸ σπουδαίαν ἔποψιν τὰς ἀτελείας τοῦ νομοσχεδίου, καὶ δὲν θὰ προτιμήσῃ διὰ τοιούτων μέτρων ν’ ἀμαυρώσῃ τὰς δόξας, τὰς ὁποίας ἡ Κυβέρνησις καὶ τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων ἐν γένει ἔφερεν εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ τὰς ἐλπίδας, τὰς ὁποίας ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς τρέφει ἐπὶ τὴν ἐπιτυχίαν τῆς πολιτικῆς ἐν γένει τῆς Κυβερνήσεως τῶν Φιλελευθέρων.
§50Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. Εἶμαι τῆς γνώμης, ὅτι ἡ παράγραφος 3 τοῦ ἄρθρου 5, κατὰ τὴν ὁποίαν λέγει: «Ἀπαγορεύεται ἐπὶ ποινῇ ἀκυρότητος τῆς δικαιοπραξίας...» πρέπει ἀπολύτως νὰ ἀπαλειφθῇ ἢ τοὐλάχιστον νὰ ἐπιβάλλητε τὴν ὑποχρέωσιν ταύτην εἰς τὸν συμβολαιογράφον, ὁ ὁποῖος θὰ εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ στέλλῃ ἓν ἀντίγραφον καὶ μόνον αὐτός. Διότι ἐφ’ ὅσον διὰ τῆς διατάξεως ἀπαγροεύετε πώλησις τῶν ἀκινήτων, μισθώσεως τῶν ἀκινήτων, ὑποθηκεύσεις τῶν ἀκινήτων, ἐὰν δὲν προσαχθῇ ἀπόδειξις, ὅτι εἶναι ἐν τάξει, ὅπου δὲν ὑπάρχει περίπτωσις καταλόγων τοῦ εἰσοδήματος καὶ εἶναι τὰ 99%, πῶς θὰ γίνεται ἡ δικαιοπραξία; Τοὐλάχιστον νὰ ὑποχρεωθῇ ὁ συμβολαιογράφος νὰ στέλλῃ ἓν ἀντίγραφον εἰς τὸν Ἔφορον. Δευτέρα παρατήρησις εἶναι — καὶ τοῦτο ἐπληροφορήθην ἐκ μιᾶς διακοπῆς, τὴν ὁποίαν ἐκάματε, ἄλλως τε καὶ ἐκ τοῦ νομοσχεδίου ἐξάγεται — ὅτι προκειμένου περὶ γεωργικῶν ἐκμεταλλεύσεων,...
§51Μ. ΝΕΓΡΟΠΟΝΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐφ’ ὅσον ἐνοικιάζονται. Τὸ λέγει τὸ μεταρρυθμισμένον νομοσχέδιον.
§52Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. Τώρα κάτι ἄλλο. Τὸ μίσθωμα τῶν ἀγροτικῶν κτημάτων προκειμένου δὲν ἔχει τόσον σχέσιν μὲ τὴν ὑπεραύξησιν τοῦ κτήματος, ἀλλὰ μὲ τὸ τυχαῖον γεγονὸς τῆς παραγωγῆς ἐκ τῆς αὐξήσεως τοῦ προϊόντος, λ.χ., ἐν Κερκύρᾳ σήμερον ὁ ἐλαιόκαρπος ἐκ μέρους τῶν ἰδιοκτητῶν γίνεται ἄνευ μισθώσεων. Ἐφέτος δύναται νὰ πάρῃ 100 δραχμάς. Κατὰ τὸ 1919 ἡ ἐσοδεία θὰ εἶναι ἐλαχίστη. Διὰ μίαν δεκαετίαν θὰ πληρώνῃ ὁ ἰδιοκτήτης τὸ ὑπερεισόδημα; Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον θὰ προστεθῇ φόρος τοῦ εἰσοδήματος 12%. Δὲν εἶναι ζήτημα ὑπεραυξήσεως τοῦ κτήματος, ἀλλὰ τυχαῖον τι γεγονός. Αὐτὸ εἶναι ἀναλόγως τῶν προϊόντων. Τῷ 1919, ποῦ θὰ τεθῇ ὡς βάσις τῆς δεκαετίας θὰ εἶναι ἐλαχίστη ἐσοδεία. Ἑπομένως τοῦ λέγετε ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ 1919 θὰ πληρώνῃ ἐπιπρόσθετον φόρον 12% ἐπὶ τοῦ ὅλου εἰσοδήματός του.
§53Ι. ΓΚΕΚΑΣ. Ἤθελον νὰ θέσω ὑπὸ τὴν κρίσιν, κύριε Ὑπουργέ, τὸ ἑξῆς: Ὁμιλεῖ τὸ νομοσχέδιον περὶ ὑπεραυξήσεως τῆς ἀξίας. Ἀλλ’ ἔλαβεν ἡ Κυβέρνησις ὑπ’ ὄψει της τὴν πραγματικὴν ἀξίαν τῆς γῆς ἢ ἀναλόγως τῆς ἐκπτώσεως τοῦ νομίσματος, τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ Κράτος ἐκδίδει 1.000 000 χαρτονομίσματα, διατιμᾷ αὐτὸ διὰ νὰ διατιμήσῃ τὴν ἀξίαν τοῦ κτήματος.
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔχει τὸν λόγον.
§55Μ. ΝΕΓΡΟΠΟΝΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Θ’ ἀπαντήσω εἰς τὴν τελευταίαν παρατήρησιν τοῦ κυρίου συναδέλφου. Ἐὰν εἰσέλθωμεν εἰς τὴν θεωρίαν τοῦ ὀλιγωτέρου τμήματος τοῦ χαρτονομίσματος, εἶναι ἐντελῶς ἀδύνατον πλέον νὰ προβῶμεν εἰς καμμίαν φορολογικὴν πολιτικήν. Διότι ἂν ἴσχυε μία τοιαύτη θεωρία τότε ἔπρεπε ὅλους τοὺς φόρους, οἱ ὁποῖοι ἦσαν ὡρισμένοι μέχρι τοῦδε, καὶ δὲν ἦσαν ἐπὶ ποσοστῶν τοῦ εἰσοδήματος νὰ τοὺς διπλασιάσωμεν ἀμέσως καὶ νὰ ἀπαιτήσωμεν φόρον ἀροτριώντων διπλάσιον, φόρον ἐπιτηδεύματος τριπλάσιον. Τοῦτο δὲ θὰ ἦτο σύμφωνον πρὸς τὴν θεωρίαν σας. Ἀλλὰ ὁ κύριος συνάδελφος ἤρχισε τὴν ὁμιλίαν του μὲ τὴν θεωρίαν ὅτι διὰ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου καταργεῖται ἡ ἰδιοκτησία. Ὁμολογῶ, ὅτι δὲν ἠμπορῶ νὰ ἐννοήσω τὴν θεωρίαν ταύτην. Τὸ νομοσχέδιον ἐπιβάλλει ἕνα νέον φόρον χωρὶς νὰ γίνηται συνιδιοκτήτης τὸ δημόσιον, διότι διὰ νὰ ὑπάρχῃ συνιδιοκτησία πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἡ ἀρχή, ὅτι τὸ δημόσιον διοικεῖ τὸ κτῆμα, ἀναμιγνύεται εἰς τὴν πώλησιν κλπ. Οὐδεμία τοιαύτη ἀρχὴ τίθεται διὰ τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλ’ ἁπλῶς μία φορολογία, ὅπως ὑπάρχῃ ἡ φορολογία τῶν οἰκοδομῶν ἐπηυξημένη ἐπὶ ὡρισμένου μόνον εἰσοδήματος. Ἐπίσης ἐδῶ τίθεται καὶ μία φορολογία ἐπὶ τῆς πωλήσεως τῶν κτημάτων, οὐχὶ ἐφ’ ὅλων τῶν πωλήσεων, τὸ ὁποῖον θὰ ἦτο ἄδικον, ἀλλ’ ἐπὶ τῶν πωλήσεων ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι ἀποδίδουν ἓν ὡρισμένον κέρδος, διότι θὰ ἦτο ἀδικώτατον ἐφ’ ὅσον θὰ ὑπάρχῃ ζημία εἰς ἕνα ἰδιοκτήτην νὰ τοῦ εἰσπράξωμεν καὶ φόρον. Ἐπίσης ὁ κύριος συνάδελφος εἶπεν, ὅτι ἡ φορολογία αὐτὴ δὲν ὑπάρχει οὔτε ἐν Γαλλίᾳ οὔτε ἐν Ἰταλίᾳ. Ἀληθῶς δὲν ὑπάρχει, ἀλλὰ εἰς τὴν Γαλλίαν καὶ Ἰταλίαν ὑπάρχει μία φορολογία ἐπὶ τῶν ἀκινήτων πολὺ μεγαλειτέρα ἀπὸ τὴν ἰδικήν μας. Εἰς τὴν Ἀγγλίαν ἡ φορολογία ἐπὶ ἀκινήτων φθάνει σήμερον περίπου τὰ 50% τοῦ εἰσοδήματος. Εἰς τὴν Ἰταλίαν φθάνει περίπου τὰ 32%. Ἐδῶ ἐν Ἑλλάδι, ἀντὶ νὰ ἔλθωμεν νὰ προτείνωμεν τὴν φορολογίαν ὅλων τῶν οἰκοδομῶν, ζητοῦμεν νὰ λάβωμεν ἓν τμῆμα τοῦ κέρδους, ἐφ’ ὅσον ὑπῆρξε μία ὡρισμένη αὔξησις. Ὁμολογῶ, ὅτι ἡ παρατήρησις τοῦ κυρίου βουλευτοῦ Κερκύρας ὡς πρὸς τὸ ἔσοδον τοῦ τελευταίου ἔτους μοῦ ἔκαμεν ἐντύπωσιν, μοῦ ἐπρότεινε δὲ νὰ λάβω τὸν μέσον ὅρον τὸ εἰσόδημα τῶν δύο ἐτῶν.
§56Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. Τὸν μέσον ὅρον τῆς δεκαετίας.
§57Γ. ΠΩΠ. Λόγῳ τῆς φυσικῆς παραγωγῆς πρέπει νὰ εἶναι ἡ τετραετία ἢ καθόλου.
§58Μ. ΝΕΓΡΟΠΟΝΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐπίσης ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῶν συμβολαιογράφων ἡ παράγραφος 3 τοῦ ἄρθρου 5, δέχομαι ἐπίσης νὰ μεταβληθῇ κατὰ τρόπον νὰ ἐπιβληθῇ μία ποινὴ εἰς τοὺς συμβολαιογράφους, ἐφ’ ὅσον δὲν ὑποβάλλουσι ἐντὸς ὡρισμένης προθεσμίας ἀντίγραφον τῶν σχετικῶν δικαιοπραξιῶν.
§59Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. Τὴν ὥραν ποὺ λέγετε, ὅτι θὰ τιμωρηθῇ ἂν κάνῃ συμβόλαιον, χωρὶς νὰ προσαχθῇ ἡ δήλωσις δὲν ἐπιτυγχάνεται τίποτε. Τὸ ζήτημα εἶναι τὸ ἑξῆς: Εἴτε εἴπητε, ὅτι εἶναι ἄκυρον τὸ συμβόλαιον εἴτε ἐπιβάλλετε ποινήν, τὸ ἀποτέλεσμα θὰ εἶναι τὸ αὐτό. Δηλαδὴ ὁ συμβολαιογράφος δὲν θὰ κάμῃ συμβόλαιον, ἐφ’ ὅσον δὲν προσάγεται ἡ δήλωσις, ὅτι εἶναι ἐν τάξει μὲ τὸ ὑπερεισόδημα.
§60Μ. ΝΕΓΡΟΠΟΝΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Δέχομαι ὅτι ἔχετε δίκαιον· ὥστε καὶ αὐτὸ θὰ τὸ μεταβάλω ὑπ’ αὐτὸν τὸν τύπον. Θὰ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ νὰ μὴ ψηφίσωμεν τὸ νομοσχέδιον σήμερον, διὰ νὰ τὸ μεταβάλω.
§61Γ. ΠΩΠ. Τὸ τρίτον ἄρθρον ἐτροποποιήθη;
§62Μ. ΝΕΓΡΟΠΟΝΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐὰν ἀναγνώσητε τὸ 3ον ἄρθρον θὰ ἴδητε πόσον ἀδίκως ἐχαρακτηρίσθη ὅτι θέτει ὑπερβολικὰς ποινάς. Τιμωρεῖται, δηλαδή, ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἔκαμε πρᾶξιν ἐπίτηδες ἄκυρον. Νομίζετε, ὅτι ἐν περιπτώσει πλαστογραφίας εἶναι μεγάλη ἡ ποινὴ τῶν τριῶν ἐτῶν;
§63Ι. ΓΚΕΚΑΣ. Ὑπάρχει ὁ ποινικὸς νόμος. Ἐπειδὴ πρόκειται νὰ ἀναβληθῇ τὸ νομοσχέδιον, νὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ εἴπω κἄτι τι. Ἐὰν πρόκειται περὶ ἐγκλήματος ὑπάρχει ὁ ποινικὸς νόμος. Ἀλλὰ ἐδῶ θὰ πρόκηται περὶ τοῦ ἑξῆς—διότι κατὰ τὴν γνώμην μου, ἔχει καὶ μίαν ἄλλην ἀτέλειαν τὸ νομοσχέδιον—ὅτι ὁρίζει ἀμοιβὰς εἰς τὸν ὑπάλληλον καὶ εἰς τοὺς προέδρους 40% ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα θὰ εἰσπράξουν. Ὁ ὑπάλληλος ὁ ἔχων ἀμοιβὴν θὰ ἔλθῃ σ’ ἐμένα καὶ θὰ μοῦ εἰπῇ ὅτι δὲν ἔκαμα δήλωσιν. Πρὸς Θεοῦ, θέλει ἀμοιβὴν ὁ ὑπάλληλος, διὰ τὸν ὁποῖον κοπτόμεθα καὶ αὐξάνομεν τοὺς μισθούς;
§64Ι. ΛΕΚΑΝΙΔΗΣ. Καὶ ἡμεῖς ἔχομεν πικρὰν πεῖραν αὐτῶν.
§65Μ. ΝΕΓΡΟΠΟΝΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Αἱ ποιναὶ αὐταὶ δὲν ἐπιβάλλονται ὑπὸ τοῦ Ἐφόρου, ἐπιβάλλονται ὑπὸ τοῦ Δικαστηρίου. Ἐν γένει δὲ παρατηρῶ εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο δὲν εἶναι τόσον φοβερόν, ὅσον νομίζετε, διότι ἀπαλλάσσει τῆς φορολογίας πᾶν ὑπερεισόδημα κατώτερον τῶν 1200 δραχ., ὥστε διὰ νὰ φορολογηθῇ ὑπερεισόδημά τι πρέπει νὰ εἶναι ἀνώτερον τῶν 1200 δραχμῶν. Ἐπίσης ἀπαλλάσσει τῆς φορολογίας καὶ πᾶν ἀκίνητον ὅταν τὸ ὑπερτίμημα εἶναι κατώτερον τῶν 6000. Νομίζω, ὅτι τὸ νομοσχέδιον ἔχει ὑπ’ ὄψει μόνον τὰ πράγματι μεγάλα εἰσοδήματα καὶ τὰς πραγματικῶς μεγάλας αὐξήσεις καὶ νομίζω, ὅτι εἶναι δίκαιον τὸ δημόσιον νὰ λαμβάνῃ ἓν ποσοστὸν, ἐφ’ ὅσον πρόκειται περὶ τῶν μεγάλων κερδῶν.
§66Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Νομίζω, ὅτι λαμβάνετε, ὡς βάσιν διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου τὴν προηγουμένην δεκαετίαν 1909– 1919. Εἶναι δίκαιον νὰ θέσητε ὡς βάσιν τὸν μέσον ὅρον τῆς πενταετίας 1914–1919 δι’ αὐτὴν καὶ μόνον τὴν πρώτην ἐφαρμογήν. Νὰ μὴ θελήσητε νὰ λάβητε ὡς βάσιν τῆς διαφορᾶς τοῦ ἐνοικίου τὰς τιμὰς τῶν ἐτῶν 1909–1919, ἀλλὰ μόνον τῆς τελευταίας πενταετίας τῆς μεταπολεμικῆς περιόδου τοῦ 1914–1919.
§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 1ον.
§68Μ. ΝΕΓΡΟΠΟΝΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἄς ἀναβληθῇ ἡ ψήφισις τοῦ νομοσχεδίου διὰ τὴν αὔριον.
§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Ἀναβάλλεται. Ἐξακολούθησις ἐπὶ τῆς Αʹ κατ’ ἄρθρον συζητήσεως τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ φορολογίας τῶν καθαρῶν προσόδων». Ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔχει τὸν λόγον.
§70Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ἀντιπρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου). Θὰ παρουσίαζεν ἐξαιρετικὸν φαινόμενον, κ. Βουλευταί, ἡ ἔλλειψις διαμαρτυριῶν κατὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου. Εἰς πᾶσαν πρότασιν φόρου, ἀκολουθοῦν πάντοτε πένθιμοι κραυγαί, εἴχομεν δὲ τὴν ἀπόδειξιν καὶ πρὸ μικροῦ κατὰ τὴν συζήτησιν ἄλλου φορολογικοῦ νομοσχεδίου. Ἐπὶ αὐτοῦ τοῦ ἐδάφους συναντοῦν αἱ Κυβερνήσεις τὰ μεγαλείτερα ἐμπόδια εἰς τὸν δρόμον αὐτῶν. Ἐν τούτοις θὰ ἦτο εὐλογωτάτη ἡ ἀξίωσις, ὅπως κατὰ τὴν περίοδον ταύτην, τοὐλάχιστον, μὴ ἀκουσθῇ οὐχὶ μόνον κραυγὴ διαμαρτυρίας, ἀλλ’ οὔτε καὶ ἁπλῆς δυσφορίας ἐκδήλωσις διὰ τὰ φορολογικὰ μέτρα τῆς Κυβερνήσεως, κατ’ ἀρχήν. Ἐπεβάλλετο τοῦτο, ὄχι μόνον ἕνεκα τῶν βάσεων τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς, ἐπὶ τῆς ὁποίας στηρίζεται τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, ἀλλὰ ἐπεβάλλετο ἐπιτακτικώτερον καὶ ἐδικαιούμεθα νὰ προσδοκῶμεν τοῦτο, ἕνεκα κυρίως τῆς θέσεως εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται ἡ Ἑλλὰς σήμερον, καὶ τῆς θέσεως εἰς τὴν ὁποίαν ἀγωνίζεται καὶ ἐλπίζει νὰ εὑρεθῇ αὔριον. Βεβαίως ὁ ἄριστος τῶν φόρων εἶνε ὁ μικρότερος, παλαιὸν αἰώνιον τοῦτο ἀξίωμα, ἀφότου ὑπάρχουν Κράτη, καὶ ὁ ἄριστος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶνε ὁ τὰ ὀλιγώτερα ζητῶν. Εἰς τὰς εὐσυνειδήτους ὅμως Κυβερνήσεις δὲν εἶνε δυστυχῶς ἐπιτετραμμένον εἰς πᾶσαν περίστασιν νὰ ἐπιζητοῦν τοιαῦτα ἀριστεῖα. Καθῆκον τῶν Κυβερνήσεων εἶνε νὰ σταθμίζουν τὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους καὶ ἀναλόγως πρὸς αὐτὰς νὰ ρυθμίζουν τὴν φορολογίαν. Ἐὰν δὲ εἰς πᾶσαν ἄλλην περίστασιν αἱ ἀνάγκαι αὗται εἶχον κυρίως χαρακτῆρα ἐσωτερικὸν, κατὰ τὴν παροῦσαν περίστασιν ἔχουν χαρακτῆρα καὶ ἐξωτερικόν, εἴπερ ποτε καὶ ἄλλοτε σημαντικόν, καὶ διὰ τὴν πίστιν τῆς Ἑλλάδος, ἀλλὰ καὶ ἐν συνόλῳ διὰ τὴν ἐμφάνισιν, τὴν ὁποίαν ὀφείλει νὰ ἔχῃ τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος. Εὑρίσκεται ἡ Ἑλλὰς εἰς τὴν ἀφετηρίαν νέου σταδίου, ἀλλ’ εἰς τὴν σταδιοδρομίαν αὐτὴν ὀφείλει νὰ κατέλθῃ μὲ πλήρη τὴν οἰκονομικήν της πανοπλίαν, ἡ δὲ οἰκονομικὴ πανοπλία, τὴν ὁποίαν περιβάλλεται σήμερον, οὔτε πρὸς τοὺς κανόνας τῆς οἰκονομικῆς ἐπιστήμης εἶνε σύμφωνος, οὔτε πρὸς τοὺς στοιχειώδεις κανόνας τῆς φορολογικῆς δικαιοσύνης, ἀλλ’ οὔτε καὶ ἀνάλογος πρὸς τὰς οἰκονομικὰς δυνάμεις τῆς Χώρας, οὔτε καὶ πρὸς τὴν πίεσιν ἐπὶ τῆς ὁποίας δέον νὰ στηρίζεται. Καὶ ἂν δὲν εἴχομεν ἀνάγκην νὰ ἐπιζητήσωμεν αὔξησιν προσόδων, θὰ ἐπεβάλλοντο αἱ μεταρρυθμίσεις, τὰς ὁποίας εἰσάγει τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, καὶ μόνον, ἕνεκα τῶν βάσεων αὐτοῦ, ὅπως μεταβληθῇ τὸ ὑφιστάμενον σόλοικον σύστημα φορολογίας. Ἀλλὰ τὰς μεταρρυθμίσεις ἐπιβάλλουν καὶ ὑποχρεώσεις αὐξήσεως τῶν προσόδων τοῦ Δημοσίου Ταμείου. Ὀφείλουν δὲ αἱ Κυβερνήσεις, ὀφείλουν καὶ αἱ Βουλαὶ ἐν τῷ συνόλῳ αὐτῶν, ἀπέναντι τοιούτων ἀναγκῶν, νὰ μὴ ὑπολογίζωσι ποτὲ ἂν ἡ ἐκπλήρωσις τοῦ καθήκοντος αὐτῶν δὲν θὰ εἶναι εὐάρεστος εἰς τοὺς φορολογουμένους πολίτας. Ὀφείλομεν ἀκόμη περισσότερον καὶ νὰ διδάξωμεν καὶ αὐτοὺς τοὺς φορολογουμένους πολίτας, ὅτι ἡ ἐκπλήρωσις αὐτοῦ τοῦ καθήκοντος, ἐξυπηρετοῦσα τὰ γενικὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, ἐξυπηρετεῖ καὶ τὰ ἴδια αὐτῶν συμφέροντα, ὅσον ἂν προσωρινῶς τοὺς ἐπιβαρύνῃ. Εἰς τὴν ἐπιβολὴν τῶν φόρων καθῆκον μόνον τῶν κυβερνώντων εἶνε νὰ προσέχουν ὅπως μήτε ἀδίκως κατανέμωσιν αὐτοὺς, μήτε νὰ πλήττωνται δι’ αὐτῶν αἱ οἰκονομικαὶ δυνάμεις τῆς Χώρας ἐπὶ κινδύνῳ μειώσεως καὶ τῶν ἐξ αὐτῶν προσόδων τοῦ Δημοσίου Ταμείου. Εἶνε οὗτοι οἱ δύο πόλοι παντὸς ὀρθοῦ φορολογικοῦ συστήματος καὶ ἐντὸς τούτων δέον νὰ περιορίζεται ἡ συζήτησις τῶν προτεινομένων εἰς τὴν Βουλὴν φορολογικῶν μέτρων. Τοὺς ὅρους δὲ τούτους πληροῖ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἔχει ὑπ’ ὄψει ἡ Βουλή. Τί ἐπιζητοῦμεν δι’ αὐτοῦ; Ἐπιχειροῦμεν νὰ προλειάνωμεν τὸν δρόμον πρὸς τὴν ἑνιαίαν φορολογίαν τοῦ καθαροῦ εἰσοδήματος, ὅπως φθάσωμεν τοιουτοτρόπως, οὐχὶ βεβαίως ἀμέσως σήμερον, ἀλλὰ βαθμηδὸν μέχρι τοῦ νὰ δύναται καὶ τὸ Κράτος τὸ Ἑλληνικὸν νὰ φορολογῇ ἕκαστον πολίτην ἀναλόγως τῆς οἰκονομικῆς αὐτοῦ καταστάσεως. Ἀλλὰ πρὶν ἢ ἐπιχειρήσωμεν οἱανδήποτε ἄλλην μεταρρύθμισιν καθῆκον στοιχειῶδες ἔχομεν ὡς Κράτος νὰ θέσωμεν πάντας τοὺς φορολογουμένους πολίτας τῆς Ἑλλάδος ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ φορολογικοῦ ἐπιπέδου, ὑπὸ τοὺς αὐτοὺς φορολογικούς νόμους. Ἐπὶ ποίου φορολογικοῦ ἐδάφους εὑρίσκεται σήμερον ἡ Ἑλλάς; Δύναται κἄν νὰ λεχθῇ ὅτι εἶναι εἰς ἰσχὺν ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος, καθ’ ἣν πάντες οἱ Ἕλληνες πολίται φορολογοῦνται ἀναλόγως τῆς περιουσίας των; Ἄλλο φορολογικὸν σύστημα ἔχουσιν αἱ Νέαι Χῶραι, ὄχι σύστημα μόνον φορολογικὸν, ἀλλὰ βάρη φορολογικὰ ἄλλο φορολογικὸν ἔδαφος ἔχει ἡ Ἑπτάνησος, ἄλλο φορολογικὸν ἔδαφος ἔχει ἡ ὑπόλοιπος Ἑλλάς. Αἱ ἀνωμαλίαι αὗται, αἱ ἀνισότητες αὐταὶ δὲν ἦσαν ἀνεκταὶ εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος ἀφ’ ἧς τὸ εὐτυχὲς γεγονὸς τῆς προσαρτήσεως τῆς Ἑπτανήσου παρουσίασε τὴν τοιαύτην ἀνισότητα. Καὶ διὰ τοῦτο ἡ Ἐθνοσυνέλευσις τοῦ 1864, καταστήσασα τὸ πολίτευμα τῆς Χώρας, δὲν παρέλειψε καὶ τὴν ὑποχρέωσιν, τὴν ὁποίαν ἔχει νὰ ἐπιληφθῇ εὐθὺς ἀμέσως καὶ τοῦ ζητήματος τῆς φορολογικῆς ἀφομοιώσεως, ὅπως καταστήσῃ καὶ οὐσιαστικῶς ὑπαρκτὴν τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος, τὴν ὁποίαν εἶχε θεσπίσει, περὶ φορολογικῆς ἰσότητος ὅλων τῶν Ἑλλήνων πολιτῶν. Διατὶ δὲν ἐπετεύχθη τότε ἡ φορολογικὴ ἀφομοίωσις; Ἕνεκα τῆς πολιτικῆς ἀντιδράσεως. Τὸ ἐπιχείρημα τὸ ὁποῖον ἠκούσαμεν καὶ προχθές, ὅτι ἔπρεπεν ὁ Λαὸς—καὶ εἰς τὸ ὁποῖον θὰ φθάσω μετ’ ὀλίγον—νὰ ἀποφανθῇ καὶ εἰδικῶς διὰ τῶν βουλευτικῶν ἐκλογῶν περὶ τοῦ φορολογικοῦ συστήματος, δὲν εἶνε νέον· ἕλκει τὴν καταγωγήν του ἀπὸ τοῦ 1864. Εἶνε τὸ ἐπιχείρημα τὸ ὁποῖον ἔφερον τότε οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς Ἑπτανήσου, εὐλογοφανὲς ὅμως ἴσως τότε, μολονότι ἡ Συντακτικὴ Συνέλευσις, ἡ ἔχουσα ὅλας τὰς ἐξουσίας εἰς χεῖράς της, ἔτι βέβαια, εἶχε πολλῷ μᾶλλον ἁρμοδιότητα νὰ ἐπιληφθῇ καὶ ἑνὸς δευτερεύοντος τοιούτου θέματος ἀποτελοῦντος λεπτομέρειαν κατέναντι τοῦ ὄγκου τοῦ ὅλου τῶν πολιτειακῶν προβλημάτων, ἅτινα διερρύθμισεν ἡ Ἐθνοσυνέλευσις. Δὲν ἐπετεύχθη τότε ἡ ἀφομοίωσις διὰ τὴν συστηματικὴν καὶ ἐπίμονον ἀντίδρασιν τῶν πληρεξουσίων τῆς Ἑπτανήσου, ἀλλὰ νομίζετε ὅτι ἐθεωρήθη ὅτι δὲν ὑφίστατο πλέον πρόβλημα εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος. Ἡ σύνθεσις ἡ πολιτικὴ τῆς Βουλῆς, ἡ κατάστασις ἡ κομματικὴ αὐτὴ καὶ μόνη δὲν ἐπέτρεπεν εἰς καμμίαν Κυβέρνησιν ὅπως ἐπιτύχῃ ὅ,τι ἐπόθει καὶ ἐπρέσβευεν, ἀλλ’ ἔβλεπεν ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ ἐπιτύχῃ, ἐφ’ ὅσον εἶχεν ἀποτύχει ἡ Συνέλευσις τοῦ 1864. Τὶ δὲ βλέπομεν περαιτέρω; Συχνὴν ἐμφάνισιν τῆς ἀνάγκης τῆς ἀφομοιώσεως. Τὸ 1885 ὅτε ἕνεκα τῆς ἐπιστρατεύσεως ἐνεφανίσθη ἡ ἀνάγκη καὶ ἐκτάκτων τινῶν εἰσφορῶν, ἡ τότε Κυβέρνησις δὲν ἠδυνήθη νὰ μὴ στρέψῃ τὴν προσοχήν της καὶ εἰς ἄμεσον φορολογίαν ἐν Ἑπτανήσῳ. Καὶ ἐψηφίσθη σχετικός τις νόμος, ὁ ὁποῖος ὅμως ἀπέμεινε νόμος νεκρός. Ἄ, βέβαια, ὁ νόμος ἐκεῖνος δὲν ἀπέβλεπε μόνον εἰς τὴν ἐξασφάλισιν προσωρινῶν τινων ἐκτάκτων εἰσφορῶν ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου Ταμείου, βεβαίως ἐσκόπει κυρίως νὰ θέσῃ τὰ πρῶτα θεμέλεια, νὰ κάμῃ τὴν ἀπαρχὴν τῆς πλήρους φορολογικῆς ἀφομοιώσεως ὅλων τῶν τμημάτων τῆς Χώρας. Ἡ ἀνάγκη αὕτη ἐνεφανίσθη καὶ μετέπειτα. Ὀλίγος χρόνος παρῆλθε καὶ τῷ 1887 ἐτέθη ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς τὸ ζήτημα τῆς καταργήσεως τῶν διαπυλίων τελῶν καὶ τῆς ἀντικαταστάσεώς των δι’ ἄλλων καὶ ἀμέσων φόρων, προέκυψε καὶ πάλιν εἰς τὴν ἀντίληψιν τῶν κυβερνώντων ἡ πίεσις, ἡ ὤθησις, ἡ ἀνάγκη, τὴν ὁποίαν δὲν ἠδύνατο νὰ ἀποφύγῃ, ἡ ἀνάγκη ἐπιβολῆς τῆς ἀμέσου φορολογίας καὶ εἰς τὸ τμῆμα ἐκεῖνο τοῦ Κράτους ὅπου δὲν ὑπάρχει μήτε μέχρι σήμερον. Ὡς πρὸς τοῦτο λοιπὸν τὸ σημεῖον τοῦ νομοσχεδίου, τὸ σημεῖον τῆς ἀφομοιώσεως τῆς Ἑπτανήσου μετὰ τοῦ λοιποῦ Κράτους, δὲν νομίζω ὅτι δύνανται νὰ στηριχθοῦν εὔλογοι ἀντιρρήσεις. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀκαρνανίας, χωρὶς νὰ ἀμφισβητήσῃ ἀξιεπαίνως διὰ τοῦτο τὴν ἐπιστημονικὴν ὀρθότητα τῶν βάσεων τοῦ νομοσχεδίου καὶ τὴν σκοπιμότητα αὐτοῦ, ἐθεώρησεν ὅμως ὅτι ἠδυνάμεθα νὰ ἀναβάλωμεν καὶ δι’ ἄλλον τινὰ λόγον, νὰ ἀναβάλωμεν καὶ διὰ νὰ ἀναμείνωμεν τὰς ἀποφάσεις τοῦ Συνεδρίου τῆς Εἰρήνης, διὰ νὰ ἴδωμεν τότε ποίας μεταβολὰς εἶναι προωρισμέναι αἱ ἀποφάσεις αὗται νὰ ἐπιφέρωσιν, ὄχι μόνον κατ’ ἔκτασιν εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος, ἀλλὰ καὶ οἰκονομικῶς, διὰ τῆς διαρρυθμίσεως τῶν Διεθνῶν οἰκονομικῶν ζητημάτων, ἅτινα ἐπίσης ὑπόκεινται ὑπὸ τὴν κρίσιν τοῦ Συνεδρίου, ἐν συναφείᾳ μὲ τὸ σύνολον τῶν Ἐθνικῶν ζητημάτων. Ἐννόει δὲ ὁ κ. Βουλευτὴς τὸ ζήτημα τοῦ Δημοσίου Χρέους. Ἐγὼ δὲν γνωρίζω ποῖαι θὰ εἶναι αἱ ἀποφάσεις τοῦ Συνεδρίου ὅ,τι γνωρίζω εἶνε ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται περαιτέρω ἀναβολὴ ἐφαρμογῆς συστήματος, τὸ ὁποῖον ἔρχεται νὰ ἄρῃ τὴν ἀνισότητα καὶ νὰ ἐπιβάλῃ φορολογικὴν ἰσότητα καὶ δικαιοσύνην. Ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τῇ προϋποθέσει ὅτι θὰ ἐπήρχετο οἱαδήποτε τις μεταβολὴ εἰς τὴν ἔκτασιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου, τάχα ὑπάρχει τις ὁ προσδοκῶν ὅτι τοιαύτη μεταβολὴ θὰ ἔδιδεν ἴσως εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ κανὲν ὑπόδειγμα νέου φορολογικοῦ συστήματος; Ἀλλὰ καὶ ἂν πρόκειται νὰ ἐκτιμήσωμεν τότε τὸ σύνολον τῶν οἰκονομικῶν βαρῶν μὲ τὸ ὁποῖον θὰ ἐξέλθῃ ἡ Ἑλλάς, ὑπάρχει τις τάχα ὁ φρονῶν ὅτι ἡ εὐρωστία τῶν οἰκονομικῶν ἐν Ἑλλάδι εἶνε τοσαύτη, ὥστε ἂν πρόκειται νὰ ἐξέλθωμεν μετὰ τὴν εἰρήνην μὲ ὀλιγώτερα βάρη ἀπὸ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα φοβούμεθα, ὅτι τότε θὰ ἔχωμεν περίσσειαν πλεονασμάτων καὶ εἶνε περιττὸν νὰ ζητήσωμεν σήμερον αὔξησιν προσόδων; Δύνανται σοβαρῶς νὰ προβάλλωνται τοιοῦτοι συλλογισμοί; Ἀλλ’ ἔχομεν ἀνάγκην κἂν αὐξήσεως τῶν προσόδων τοῦ Κράτους, ἀνάγκην ἐπιτακτικήν, ποία δὲ δύναται νὰ προβληθῇ ἀντίρρησις, ὅταν συνδυάζωμεν τὴν τοιαύτην αὔξησιν πρὸς μέτρα ἐπιβολῆς ἰσότητος καὶ δικαιοσύνης ἐπὶ πάντων τῶν φορολογουμένων; Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Αἰτωλοακαρνανίας μοῦ ὑπενθύμισε καὶ τὰ βάρη τοῦ πολέμου, καὶ ὁμολογῶ ὅτι δὲν ἠδυνήθην νὰ ἀποφύγω τὸν πειρασμὸν ὅπως ἀναφέρω εἰς τὴν Βουλὴν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ἐδόθη ἀφορμὴ νὰ εἴπῃ ἄλλοτε. Ἀληθῶς, ἔχομεν σήμερον νὰ ὑπολογίσωμεν καὶ ἐπὶ σημαντικῶν βαρῶν πολέμου, ἐνῷ δὲν θὰ εἴχομεν αὐτά, ἐὰν ἐφηρμόζετο ἡ πολιτικὴ τοῦ Ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων τὸν Φεβρουάριον τοῦ 1915. (Ἐπιδοκιμασίαι). Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Αἰτωλοακαρνανίας συνάδελφος ἐθεώρησεν ὅτι, πλὴν τῶν λόγων τῆς ἀναμονῆς τῶν ἀποφάσεων τοῦ Συνεδρίου, τοὺς ὁποίους ὑπέδειξεν, ἐνῷ καθ’ ἡμᾶς τὰ πράγματα οὐ μενετά, θὰ ἔπρεπε νὰ ἐξαντλήσωμεν προηγουμένως τὸ ἔδαφος τῶν οἰκονομιῶν. Ὀρθῶς εἶπεν ὅτι ἡ ψυχολογικὴ κατάστασις τὴν ὁποίαν ἐδημιούργησε πανταχοῦ ὁ πόλεμος, ηὔξησε τὰς δαπάνας καὶ διὰ μέθης τινὸς πρὸς πολυτέλειαν. Οὐδεὶς δύναται νὰ ἀρνηθῇ τοῦτο καὶ ἐὰν δὲν δύνανται νὰ ἀρνηθοῦν τοῦτο ἀλλαχοῦ, ὀλιγώτερον ἀκόμη θὰ δυνηθῶμεν νὰ ἀρνηθῶμεν τοῦτο ἡμεῖς, ἐν τῇ ἀναλογίᾳ τῆς ἰδικῆς μας καταστάσεως. Ἀλλ’ εἶνε τάχα αἱ οἰκονομίαι ὁσονδήποτε ἤθελέ τις ὑπολάβει πλουσίαν τὴν συγκομιδὴν αὐτῶν, εἶνε αἱ οἰκονομίαι σήμερον ἐν Ἑλλάδι τὸ μέτρον τὸ ὁποῖον δύναταί τις νὰ εἴπῃ ὅτι ἔχει ὑπ’ ὄψει ὡς ἱκανὸν νὰ πληρώσῃ καὶ μέρος μόνον σημαντικὸν τοῦ οἰκονομικοῦ κενοῦ, καὶ ὅτι πρὶν ἢ μελετήσῃ ταύτας δὲν δύναται νὰ προβῇ εἰς αὔξησιν φορολογικήν; Ἡ σχολὴ τῆς διακηρύξεως τῶν οἰκονομιῶν, κύριοι Βουλευταί, εἶνε πολὺ παλαιά. Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Αἰτωλοακαρνανίας συνάδελφος τὴν ἔχει παρακολουθήσει, διότι τὴν ἔχει καὶ ἐλέγξει. Δὲν καταδικάζω, δὲν ἐπικρίνω κἂν νεκρούς, σύστημα ἀναφέρω διὰ νὰ εἴπω εἰς ἐκείνους οἵτινες δὲν τὸ παρηκολούθουν τότε ἐφαρμοζόμενον κομματικῶς, καὶ δὲν δύνανται σήμερον νὰ ἐκτιμήσουν τὴν σημασίαν του, ὅτι κατὰ τὸ πολιτικὸν ἐκεῖνο σύστημα διεκηρύττοντο ἐν τῇ ἀντιπολιτεύσει ἑκατομμύρια οἰκονομιῶν, καὶ ὅταν ἤρχοντο αἱ σημαιοφόροι αὐτῶν εἰς τὴν Κυβέρνησιν συνεκόμιζον μετὰ κόπου καὶ μόχθου ἑκατοντάδας τινὰς χιλιάδων, ἀπέμεναν δὲ κενὰ ὅλα τὰ ποσὰ τῶν ἑκατομμυρίων, τὰ ὁποῖα ἐπεδείκνυον εἰς τὸν Ἑλληνικὸν Λαὸν ὅτι δι’ αὐτῶν θὰ ἤρχοντο νὰ ἐπουλώσουν τὰς οἰκονομικὰς πληγὰς τοῦ Κράτους, ὅτι δι’ αὐτῶν θὰ ἀντεπεξήρχοντο εἰς τὰς οἰκονομικὰς αὐτοῦ ἀνάγκας, χωρὶς νὰ προσφύγουν εἰς φορολογίαν. Ἀλλ’ ἡ Σχολὴ ἐκείνη ὑποθέτομεν ὅτι ἔπαυσε πλέον νὰ ὑπάρχῃ. Εἶνε ὑποχρέωσις ἡμῶν ὅπως αὐξήσωμεν τὰς προσόδους τοῦ Κράτους, ἀλλ’ εἶνε πρὸ παντὸς ἄλλου ὑποχρέωσις ἡμῶν νὰ θέσωμεν πάντας τοὺς Ἕλληνας πολίτας ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ φορολογικοῦ ἐδάφους. Εἶνε τοῦτο ἔργον δικαιοσύνης, ἀλλὰ καὶ ὑποχρέωσις πολιτισμοῦ, ὑποχρέωσις ἐθνικὴ, ὅπως ἡ Ἑλλὰς ἐμφανισθῇ πολιτισμένη καὶ ὑπὸ ταύτην τὴν ἔποψιν. Ὅταν δὲ ἡμεῖς ζητοῦμεν ὡς Ἔθνος δικαιοσύνην ἀπὸ τοὺς κριτὰς τοῦ Συνεδρίου τῆς Εἰρήνης, ἀπὸ τοὺς φιλελευθέρους Λαοὺς τῆς γῆς, ὑποχρέωσιν ἔχομεν νὰ ἐμφανίσωμεν τὸ Κράτος ἡμῶν πρὸ παντὸς ἄλλου ἔχον τελείαν τὴν συνείδησιν τῆς δικαιοσύνης, τόσην τοὐλάχιστον, ὥστε νὰ μὴ ἀδικῶνται τάξεις τῶν ὑπηκόων αὐτοῦ πολιτῶν, ἀνίσως πρὸς ἄλλας φορολογουμένας. Αἱ τοπικαὶ παραδόσεις, αἱ συνήθειαι, ὅσα ἄλλα προβάλλονται, δὲν δύνανται νὰ ἔχουν τόπον, σήμερον μάλιστα. Τὸ πνεῦμα τῆς Δημοκρατικῆς δικαιοσύνης τῶν Λαῶν δὲν δύναται, δὲν εἶνε ἐπιτετραμμένον νὰ σταματήσῃ ἐδῶ, ἐνώπιον τοιούτων μεσαιωνικῶν τειχῶν. Τείχη τοιαῦτα, τείχη καθιστῶντα ἀδικίας ἐπὶ ὡρισμένους πολίτας ὑπὲρ ὡρισμένων ἄλλων πολιτῶν, τὰ τοιαῦτα τείχη κατέπεσαν πλέον παντοῦ, καθὼς τὰ τείχη τῆς Ἱεριχοῦς εἰς τὴν φωνὴν τῆς σάλπιγγος τῆς δικαιοσύνης τῶν Λαῶν. Ἀλλ’ ὅταν λέγωμεν ὅτι εἶνε ἔργον δικαιοσύνης τὸ νὰ θέσωμεν ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ φορολογικοῦ ἐδάφους πάντα τὰ τμήματα τῆς Χώρας, τοῦτο δὲν εἶνε μόνον ὑπὲρ τῶν λοιπῶν τμημάτων τῆς Παλαιᾶς Ἑλλάδος, ἀλλὰ καὶ ὑπὲρ αὐτῶν τῶν τμημάτων τῆς Χώρας, ἅτινα σήμερον φορολογοῦνται κατ’ ἄλλο σύστημα παρὰ τὸ τῆς ἄλλης Ἑλλάδος, καὶ ὑπὲρ αὐτοῦ τοῦ Λαοῦ τῆς Ἑπτανήσου. Εἰς τὸ Κράτος δὲν ἐμφανίζετο ὁ Λαὸς φορολογούμενος κατὰ τμήματα, κατὰ περιφερείας, κατὰ νομούς, κατ’ ἐπαρχίας. Ὁμιλοῦντες περὶ ἰσότητος πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει τὴν ἰσότητα μεταξὺ τῶν πολιτῶν, ὄχι μεταξὺ διαφόρων τμημάτων τῆς Χώρας Τὶ δὲ γίνεται σήμερον εἰς τὴν Ἑπτάνησον; Φορολογεῖται ὁ παραγωγός. Ἀλλὰ διατὶ μόνον αὐτός; Φορολογεῖται ὁ παράγων ἔλαιον, καὶ ὁ παράγων σταφίδα, καὶ δὲν πρέπει νὰ φορολογῆται ὁ ἔχων οἰκίας καὶ ὁ ἀσκῶν ἄλλο ἐπιτήδευμα, ὁ ἔμπορος, ὁ βιομήχανος, ὁ συγκομίζων ἐξ ἄλλων ἐργασιῶν κέρδη; Ποία ἰσότης ἐπιτρέπει εἰς ἡμᾶς σήμερον νὰ μὴ ζητήσωμεν νὰ μεταθέσωμεν μέρος τῶν βαρῶν ἀπὸ τοὺς ὤμους τοῦ παραγωγοῦ εἰς τὰς χεῖρας τῶν ἀστικῶν τάξεων; Ὅταν δὲ αὔριον ἢ μεθαύριον θὰ ἔχωμεν ἀνάγκην νὰ αὐξήσωμεν τὰς προσόδους τοῦ Κράτους, ποία δικαιοσύνη θὰ ἐπιτρέπῃ νὰ ζητήσωμεν καὶ πάλιν εἰς τὴν Ἑπτάνησον τὰ πρόσθετα βάρη ἀπὸ τοὺς ἰδίους ὤμους, τοὺς ὤμους τοὺς ἀγροτικούς, ἐξαιροῦντες τοὺς ὤμους τοὺς ἀστικούς; Θέλετε τάχα νὰ ἴδετε καὶ εἰς ποίας ἄλλας ἀνωμαλίας θὰ φέρῃ ἡ διατήρησις τοῦ φορολογικοῦ καθεστῶτος; Ποία βιομηχανία θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ γεννηθῇ εἰς τὴν λοιπὴν Ἑλλάδα, ὅταν θὰ ἔχετε τμῆμα προνομιακόν, εἰς τὸ ὁποῖον ὁ βιομήχανος δὲν θὰ ὑποβάλλεται ὑπὸ τοὺς αὐτοὺς ἀμέσους ὅρους, εἰς τοὺς ὁποίους θὰ ὑποβάλλεται εἰς τὴν λοιπὴν Ἑλλάδα; Εὑρισκόμεθα δὲ τώρα εἰς τὴν ἀρχὴν νέας ἀναπτύξεως τῶν ὑφισταμένων βιομηχανιῶν καὶ δημιουργίας νέων βιομηχανιῶν. Ἀλλ’ εἶνε δυνατὸν ὑπὸ τοιοῦτον ἄνισον σύστημα φορολογικὸν νὰ δυνάμεθα νὰ στηρίξωμεν οἱονδήποτε ἐλπίδα προαγωγῆς βιομηχανιῶν εἰς οἱονδήποτε τμῆμα τῆς Χώρας, πλὴν τοῦ τμήματος ἐκείνου τὸ ὁποῖον δὲν θὰ ὑφίσταται τὴν ἄμεσον φορολογίαν; Τὸ δὲ λεγόμενον ὑπὸ τῶν κ. κ. Βουλευτῶν Ἑπτανήσου: «φορολογήσατέ μας, ἀλλὰ κατ’ ἄλλο σύστημα», εἶνε οὐτοπία, ἐφ’ ὅσον θέλουν τοιουτοτρόπως νὰ ἐκφύγουν τὸ σύστημα τῆς ἀμέσου φορολογίας. Διότι ὅταν ὁ φορολογούμενος σᾶς λέγει ὅτι εἶμαι πρόθυμος νὰ σᾶς δώσω ὅσα θέλετε, ἀλλὰ, πρὸς Θεοῦ, μὴ μὲ φέρετε ἀντιμέτωπον μὲ τὸν ἔφορον, μὴ μὲ φέρετε ἀντιμέτωπον μὲ τὸν ταμίαν ἢ τὸν εἰσπράκτορα, τὶ σᾶς ζητεῖ; Σᾶς ζητεῖ διάφορον σύστημα, σᾶς ζητεῖ ἀποφυγὴν τῆς ἀμέσου φορολογίας, ἡ ὁποία οὕτως εἰσπράττεται καὶ οὕτω βεβαιοῦται, διότι εἶνε ἀδύνατον ἄλλως νὰ ἐφαρμοσθῇ. Μένει ὅμως σημεῖόν τι, ὡς πρὸς τὴν ἀφομοίωσιν τῶν Ν. Χωρῶν μετὰ τῆς λοιπῆς Ἑλλάδος. Ἐὰν ἐπεβάλλομεν εὐθὺς ἀμέσως καὶ εἰς τὰς Νέας Χώρας τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον εἰσάγομεν εἰς τὴν Παλαιὰν Ἑλλάδα, θὰ εὑρισκόμεθα ἐνώπιον μεγάλων δυσχερειῶν εἰς τὴν ἐφαρμογὴν αὐτοῦ, δι’ οὓς λόγους ἠκούσαμεν, ὅτι ἐλέχθησαν κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, λόγους οἵτινες ἀποβαίνουν ὑπὲρ αὐτοῦ ἀφ’ οὗ βαθμιαίως ἐπιζητεῖται ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ εἰσαγομένου συστήματος καὶ οὐχὶ ἀποτόμως, καθὼς ἠθέλησε νὰ εἴπῃ ὁ ἐξ Αἰτωλοακαρνανίας συνάδελφος, ὁ ὁποῖος ἐθεώρησεν, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ μεταβῶμεν ἀποτόμως ἀπὸ τοῦ ἑνὸς συστήματος εἰς τὸ ἄλλο σύστημα, καὶ ἔλεγε τοῦτο κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, ἐνῷ ἐναντίαν βάσιν ἔχει τὸ νομοσχέδιον. Καὶ βεβαίως ἡ ἀπότομος μετάβασις ἀπὸ τοῦ ἑνὸς συστήματος εἰς ἄλλο κλονίζει τὴν λειτουργίαν τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ οἰκονομικοῦ, θὰ ἐκινδύνευε δὲ νὰ ἀπολήξῃ εἰς μεγάλην ζημίαν τοῦ Δημοσίου Ταμείου. Ἀλλὰ μετεβάλλομεν ἆρά γε ἀποτόμως ἓν σύστημα δι’ ἄλλου εἰς τὴν Παλαιὰν Ἑλλάδα, ὥστε νὰ ἔχουν ὑπόστασίν τινα οἱ ἰσχυρισμοὶ τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐξ Αἰτωλοακαρνανίας; Ποῖον σύστημα φορολογίας τῶν δημητριακῶν καρπῶν ἔχετε εἰς τὴν Παλαιὰν Ἑλλάδα; ἔχομεν τὸν ἀπαίσιον φόρον τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, οἰκτρότερον διὰ τὸ Κράτος παρὰ διὰ τοὺς φορολογουμένους. Διὰ τὴν φορολογίαν δημητριακῶν καρπῶν ἔχομεν δύο νόμους, ἕνα ἐν νεκροφανείᾳ, τὸν νόμον περὶ σπειρομένων γαιῶν, ζῶντα καὶ μὴ ἐφαρμοζόμενον, καὶ ἕνα θανόντα, τὸν νόμον περὶ φορολογίας τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, καὶ ὅμως ἐφαρμοζόμενον, ἕνα ἄταφον νεκρόν! Πῶς θέλετε λοιπὸν νὰ μεταβῶμεν βαθμηδὸν καὶ κατ’ ὀλίγον εἰς τὴν νέαν κατάστασιν ἐν τῇ Παλαιᾷ Ἑλλάδι; Νὰ διατηρήσωμεν καὶ τὸν φόρον τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν; Τοῦτο βεβαίως θὰ ἀπέβαινεν ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου Ταμείου, καὶ δὲν διστάζω νὰ εἴπω, ὅτι δισταγμοὺς ἐδοκίμασεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ φθάσῃ εἰς τὴν κατάργησιν αὐτοῦ. Ἀλλὰ τοῦτο θὰ ἐσήμαινε διπλῆν φορολογίαν, ἐνῷ ἐξ ἄλλου ἡ ἐκ τῶν ἀροτριώντων πρόσοδος δὲν φθάνει πλέον οὔτε εἰς τὸ ἑκατομμύριον καὶ προκαλεῖ τόσην δυσφορίαν. Νὰ θέσωμεν εἰς ἐφαρμογὴν καὶ τὸν νόμον, τὸν ὁποῖον νὰ διατηρήσωμεν ἐπὶ ἓν ἢ δύο ἔτη ἕως οὗ νὰ μεταβῶμεν εἰς τὴν κατάστασιν, τὴν ὁποίαν εἰσάγει τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον; Θὰ ἦτο τοῦτο λογικόν; Δὲν ὑπάρχει λοιπὸν οὐδεὶς ἄλλος τρόπος βαθμιαίας μεταβάσεως εἰς τὸ νέον, τὸ ἑνιαῖον καὶ δίκαιον σύστημα φορολογίας, ἀπὸ τὸν τρόπον, τὸν ὁποῖον καθορίζει τὸ νομοσχέδιον. Τί ὅμως πράττομεν διὰ τὰς Νέας Χώρας; Ἐκεῖ ὑπάρχει ἓν σύστημα, τὸ σύστημα τῆς δεκάτης, ἀπαίσιον δι’ ὅλους τοὺς κατοίκους τῆς Παλαιᾶς Ἑλλάδος, τὸ ὁποῖον ὅμως, δὲν γνωρίζω διατί, κύριοι, εἰς τὰς Νέας Χώρας ὅπου ἐφαρμόζεται ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν, καίτοι ἐφηρμόσθη ὑπὸ τυραννικὴν κυριαρχίαν, δὲν ἐπαρουσίασε τὰ ἐλαττώματα καὶ τὰς πιέσεις, τῶν ὁποίων τόσον μαύρην μνήμην τηρεῖ ὁ λαὸς τοῦ παλαιοῦ Βασιλείου. Καὶ διὰ τοῦτο οὐδεμία ἀκούεται δυσφορία ἐναντίον αὐτοῦ τοῦ φόρου ἀπὸ τοὺς τόπους, ὅπου τὸν εὕρομεν ἐφαρμοζόμενον ἀπὸ μακροτάτης ἐποχῆς.
§71ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Φοβερὸς εἶναι κ’ ἐκεῖ.
§72Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως). Ἐὰν ἦτο καὶ ἐκεῖ, ὄχι μόνον, λόγῳ, ἀλλὰ πράγματι φοβερός, ἐπικαλοῦμαι τοὺς βουλευτὰς Κρήτης νὰ εἴπωσι πόσας ἀκόμη ἐπαναστάσεις θὰ εἶχον κάμει, ἂν δὲν θὰ εἴχομεν καθ’ ἕκαστον θέρος καὶ μίαν ἐπανάστασιν, ἐὰν ὁ φόρος αὐτὸς ἐφηρμόζετο καὶ εἰς τὴν Κρήτην, ὅπως τὸν ἐγνώρισε καὶ τὸν ὑπέστη ἐφαρμοζόμενον ἡ Παλαιὰ Ἑλλάς. Ἀλλ’ ἐὰν καὶ ἐκεῖ ἔχωμεν ὑποχρέωσιν νὰ καταργήσωμεν τὸ κρατοῦν σύστημα καὶ τὸ ἀντικαταστήσωμεν δι’ ἄλλου, ὅπως ἀποκαταστήσωμεν τὸ ἑνιαῖον εἰς ὅλον τὸ Κράτος, ἐφ’ ὅσον ὅμως—διατὶ τάχα νὰ τὸ κρύψωμεν;—δὲν ἔχομεν πλήρως ὠργανωμένας τὰς ἀναγκαίας ὑπηρεσίας διὰ τὴν ἐφαρμογὴν καθ’ ὅλην τὴν Ἑλλάδα, ἐφ’ ὅσον πρόκειται περὶ νέου ὅλως συστήματος, ὀφείλομεν νὰ προσέξωμεν, ὅπως μὴ θέσωμεν εἰς κίνδυνον ἀσφαλεῖς προσόδους συνδυάζοντες κατὰ τὸν δυνατὸν τρόπον τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ λειτουργοῦντος ἐκεῖ συστήματος πρὸς τὴν βαθμιαίαν μετάβασιν εἰς τὸ νέον σύστημα. Ἐὰν δὲ ἔχωμεν τὴν ὑποχρέωσιν ταύτην διὰ τὸ Κράτος, ἔχομεν καὶ ἄλλην ὑποχρέωσιν διὰ τοὺς πολίτας τῶν Νέων Χωρῶν. Ἐγὼ δὲν ἐδίστασα νὰ εἴπω πρὸς τοὺς ἀξιοτίμους βουλευτὰς τῶν Νέων Χωρῶν, συζητῶν μετ’ αὐτῶν ἰδιαιτέρως: μὴ ζητεῖτε κύριοι κατάργησιν τοῦ συστήματος τῆς δεκάτης καὶ ἀντικατάστασιν διὰ τοῦ νῦν τὸ πρῶτον εἰσαγομένου εἰς τὴν Παλαιὰν Ἑλλάδα συστήματος. Ἔχετε ὅμως δικαίωμα νὰ εἴπητε πρὸς ἡμᾶς: Πολὺ καλά, διατηρεῖτε τὸ σύστημα τῆς δεκάτης δι’ ἡμᾶς, διότι τοιουτοτρόπως δὲν θέτετε εἰς κίνδυνον τὴν εἴσπραξιν τῶν ποσῶν, τὰ ὁποῖα ἀποδίδει ὁ φόρος αὐτὸς εἰς τὰς Νέας Χώρας, ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον σεῖς ἔρχεσθε κρατοῦντες τὸ νομοσχέδιον εἰς χεῖράς σας καὶ διακηρύττετε, ὅτι δι’ αὐτοῦ ἀποκαθιστᾶτε φορολογικὴν ἰσότητα καὶ δικαιοσύνην, ποίαν δικαιοσύνην τηρεῖτε, ὅταν οἱ μέλλοντες νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς τὸν φόρον, τὸν ὁποῖον εἰσάγει τὸ νέον σύστημα, θὰ πληρώσωσιν 6% ἐπὶ τῆς καθαρᾶς προσόδου, ἐνῷ αἱ Νέαι Χῶραι θὰ πληρώνουν 6% ἐπὶ τῆς ἀκαθαρίστου, καθὼς εἰς τὴν Κρήτην, καὶ 8% εἰς τὰς ἄλλας Νέας Χώρας;
§73ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. 9%.
§74Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ἀντιπρόεδρος Κυβερνήσεως). Μὲ συγχωρεῖτε, ὅταν λέγετε 9%, εἰς 9% συμποσοῦται δὲν εἰσάγεται ὅμως τὸ σύνολον εἰς τὸ Δημόσιον Ταμεῖον, διότι τὸ 1% ἔχει ἐξυπηρετικὸν σκοπὸν τῶν πληθυσμῶν, διδόμενον διὰ τὴν γεωργικὴν Τράπεζαν, καθὼς ἐν Κρήτῃ ἐπὶ 8% ἔχει σκοπὸν εἰδικόν, τὴν πληρωμὴν τῆς ἀγροφυλακῆς. Μήπως ἐδῶ δὲν πληρώνονται ὑπὸ τῶν παραγωγῶν οἱ ἀγροφύλακες; Μήπως οἱ ἄλλοι τάχα παραγωγοὶ ἔχουν δωρεὰν ἀγροφυλακὴν πληρωνομένην ὑπὸ τοῦ Κράτους; Ἐθεωρήσαμεν, λοιπόν, ὅτι δίκαιον εἶναι, ὡς πρὸς τὰς Νέας Χώρας νὰ ζητήσωμεν δι’ ἄλλων τινῶν τροποποιήσεων τοῦ νομοσχεδίου νὰ προσεγγίσωμεν εἰς τὴν φορολογικὴν ἰσότητα πρὸς τὴν λοιπὴν Ἑλλάδα. Λέγω νὰ προσεγγίσωμεν, διότι δὲν θὰ ἔλεγον τὴν ἀλήθειαν, ἐὰν ἰσχυριζόμην, ὅτι φθάνομεν ἀναμφισβητήτως εἰς αὐτήν. Ἐθεωρήσαμεν δὲ ὅτι προσεγγίζομεν εἰς τὴν ἰσότητα, ἐὰν πρῶτον ἀφαιρέσωμεν ἀπὸ τὸ σύνολον τῆς προσόδου τῶν δημητριακῶν καρπῶν τὸ ⅕ καὶ τὸ θέσωμεν ἐκτὸς πάσης φορολογίας, τὸν φόρον δὲ τοῦ ὑπολοίπου ἀπὸ 6% ἐν Κρήτῃ τὸν μειώσαμεν εἰς 5% καὶ ἀπὸ 8% τῶν ἄλλων χωρῶν εἰς 7%, καὶ ἐὰν πρὸς τούτοις ἀναγνωρίσωμεν τὸν φόρον τῆς δεκάτης εἰς συμψηφισμὸν κατὰ τὴν πληρωμὴν τοῦ συνόλου τοῦ φόρου τῶν γεωργικῶν ἐπιχειρήσεων. Δίδομεν δηλαδὴ δικαίωμα εἰς ἐκεῖνον, ὅστις πληρώνει κατὰ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἰσχύει εἰς τὰς Νέας Χώρας, δίδομεν τὸ δικαίωμα, προκειμένου νὰ πληρώσῃ φόρον καθαρᾶς προσόδου τοῦ συνόλου τῶν γεωργικῶν του ἐπιχειρήσεων, δίδομεν τὸ δικαίωμα νὰ φέρῃ εἰς ἀντίκρυσμα ὅ,τι ἐπλήρωσε διὰ τοῦ φόρου τῆς δεκάτης, οὕτως ὥστε ἄν, φορολογηθεὶς διὰ τῆς δεκάτης, ἐπλήρωσε περισσότερα ἀπὸ 6% τῆς καθαρᾶς προσόδου, τὸ ἐπὶ πλέον νὰ τὸ παρουσιάζῃ πρὸς συμψηφισμὸν εἰς τὸ σύνολον τῶν φόρων καθαρᾶς προσόδου ἐκ γεωργικῶν προσόδων, τοὺς ὁποίους θὰ ὀφείλῃ νὰ πληρώσῃ ἐφ’ ὅσον κάμνει καὶ τοιαύτας ἄλλας, πλὴν τῶν δημητριακῶν, ἐπιχειρήσεις. Ἔχομεν τὴν γνώμην, ὅτι τοιουτοτρόπως καταρτιζόμενον τὸ νομοσχέδιον δὲν θὰ εὕρῃ πλέον ἀντιρρήσεις ἐκ μέρους τῶν κ. κ. συναδέλφων τῶν ἐνδιαφερομένων χωρῶν.
§75ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Θὰ ἰσχύσῃ καὶ διὰ τὴν Μακεδονίαν;
§76Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως). Μάλιστα. Ἐγὼ ἔχω τὴν ἐλπίδα, κύριοι, ἔχω μᾶλλον τὴν πεποίθησιν, ὅτι ὄχι μόνον οἱ βουλευταὶ τῶν Νέων Χωρῶν, ἀλλὰ καὶ οἱ βουλευταὶ τῆς Ἑπτανήσου, τμήματος μεταβαίνοντος ἀπὸ ἕνα σύστημα εἰς ἄλλο, ἀναγνωρίζουν κατὰ βάθος τὸ ὀρθόν, τὸ ἐπιβεβλημένον, τὸ ἐπιτακτικῶς ἐπιβεβλημένον τῆς τοιαύτης μεταρρυθμίσεως.
§77Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Εἴμεθα σύμφωνοι.
§78Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως). Εἴμεθα σύμφωνοι, μοῦ λέγει ὁ κ. Σοκόλης, γνωρίζω δὲ τὸ φιλελεύθερον φρόνημα—δὲν λέγω φιλελεύθερον διὰ νὰ δώσω τὸ διακριτικὸν τοῦ Κόμματος, τὸ ὁποῖον ἐκπροσωπεῖ ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, ἀλλὰ γνωρίζω, ὅτι τόσον ὁ κ. Σοκόλης, ὅσον καὶ ὁ κ. Ζαβιτσιάνος εἶναι κατὰ χαρακτῆρα ἐκ τῶν μᾶλλον φιλελευθέρων ἀνδρῶν, φιλελεύθεροι δὲ ἄνδρες οὐδέποτε ἄλλοτε, πολλῷ δὲ μᾶλλον σήμερον, θὰ ἠδύναντο νὰ ἀνέχωνται ἀνισότητας ὑφισταμένας ὑπὲρ τῶν ἐπαρχιῶν τῶν ἐναντίον τῆς ὑπολοίπου Ἑλλάδος, ἀλλ’ ἰδίως δὲν δύνανται νὰ ἀνέχωνται ἀνισότητας ὑφισταμένας εἰς αὐτὴν τὴν ἐπαρχίαν των εἰς βάρος ὡρισμένων τάξεων, τῶν ἀγροτικῶν, ὑπὲρ ἄλλων τάξεων, τῶν ἀστικῶν. Λέγουν ὅμως πρὸς ἡμᾶς: «Πολὺ καλά· τὸ σύστημά σας δύναται νὰ εἶναι ὀρθόν, ἀλλὰ ἐλησμονήσατε, ὅτι δὲν ἔχετε κἄν ἐντολὴν ἀπὸ τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν διὰ νὰ μεταρρυθμίσετε τὸ φορολογικὸν σύστημα». Εἶπον ἤδη, ὅτι τοῦτο τὸ ἐπιχείρημα ἔχει παλαιοτάτην τὴν καταγωγήν, ἀνατρέχον ἕως τὰ 1864. Ἀλλ’ ἐὰν τότε εἶχεν εὐλογοφάνειάν τινα ἔχει καμμίαν ὑπόστασιν σήμερον; Ποῖον λοιπὸν πρόγραμμα ἐνέκρινεν ὁ Λαὸς τὴν 31 Μαΐου; Τὸ ἐξωτερικόν. Ἀλλ’ οὐχὶ τὸ οἰκονομικόν, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ καταφύγω εἰς τὴν γενικότητα τῆς ἐμπιστοσύνης, τὴν ὁποίαν πάντοτε εἶχεν ἡ ψῆφος τοῦ λαοῦ πρὸς τὸν Ἀρχηγὸν τῶν Φιλελευθέρων, δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν ἔκτασιν αὐτῆς, ἀλλ’ ὑπάρχει τις ὁ ἀγνοῶν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις τῶν Φιλελευθέρων διεκήρυξε ποτὲ πρόγραμμα ἄλλο οἰκονομικὸν πλὴν ἐκείνου, τὸ ὁποῖον σήμερον εἰσάγεται; Δὲν εἶναι τοῦτο «καινὸν δαιμόνιον», ὡς τὸ ἐχαρακτήρισεν ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Αἰτωλιακαρνανίας, εἶναι πρόγραμμα, τὸ ὁποῖον προῆλθεν ἀπὸ τὸ δαιμόνιον τῆς ἐπαναστάσεως τοῦ 1909, εἶναι πρόγραμμα, τὸ ὁποῖον ἐπηγγέλθη ὁ Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας, καθ’ ἣν ἐνεφανίσθη ἐνώπιον τοῦ λαοῦ τῶν Ἀθηνῶν, καὶ οὐδέποτε ἔπαυσε νὰ τὸ διακηρύττῃ, εἶναι πρόγραμμα, τὸ ὁποῖον ἐνεφανίσθη καὶ εἰς τὸν φόρον τῶν σπειρομένων γαιῶν καὶ εἰς τὸν φόρον τοῦ εἰσοδήματος καὶ εἰς τὸν φόρον τῶν ἐκτάκτων κερδῶν καὶ εἰς πᾶσαν ἄλλην περίπτωσιν. Διότι οὐδέποτε ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὁμιλῶν ἐπὶ διαφόρων φορολογικῶν νομοσχεδίων, οὐδέποτε οὐδεμίαν παρέλειψεν εὐκαιρίαν διὰ νὰ δηλώσῃ τὴν ἀνάγκην ριζικῶν φορολογικῶν μεταρρυθμίσεων, τὴν ἀνάγκην καὶ τὴν ἀπόφασιν, ὅπως τὰ βάρη, τὰ βαρύνοντα τὰς τάξεις τὰς πτωχάς, μετατεθοῦν εἰς τὰς τάξεις τὰς μᾶλλον εὐπόρους. (Χειροκροτήματα). Ἐὰν εὑρίσκεται ἔν τινι καθυστερήσει τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων εἰς τὰς ἐπαγγελίας αὑτοῦ ἀπέναντι τοῦ λαοῦ, εὑρίσκεται ἀκριβῶς εἰς τὸ ζήτημα τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς. Ἐπηγγέλθημεν ἀπὸ τοῦ 1910 τὴν τοιαύτην φορολογικὴν μεταρρύθμισιν, διεκηρύξαμεν ἔκτοτε, ὅτι θὰ βαδίσωμεν πολιτικὴν ἐλαττώσεως τῶν ἐμμέσων φόρων καὶ αὐξήσεως τῶν ἀμέσων φόρων, δι’ οὓς λόγους πολλάκις ἐξεθέσαμεν, καὶ εἰς ἐμὲ δὲ ἐδόθη εὐκαιρία καὶ ἄλλοτε καὶ πρὸ ἡμερῶν νὰ εἴπω τινὰ περὶ τούτου. Ποῖον ἄλλο Κόμμα ἤλεγξε τὴν περισσότερον, τὴν ἀθλιότητα, δύναμαι νὰ εἴπω, τῆς ἐμμέσου λεγομένης φορολογίας, τῆς δασμολογικῆς; Καὶ μὴ δὲν εἶναι γνωστόν, ὅτι ἔχει ἀπὸ πολλοῦ ἐπιληφθῆ ἡ Κυβέρνησις καὶ τῆς μελέτης πρὸς μεταρρύθμισιν ταύτης; Μὴ δὲν εἶναι γνωστόν, ὅτι παρασκευάζεται νέον δασμολόγιον; Διότι ἡ ἱστορία τῆς ἐμμέσου ἡμῶν φορολογίας ἀποδεικνύει, ὅτι καθ’ ὃν χρόνον ἐθεσπίζετο ἀπεῖχε πολὺ ἀπὸ τοῦ νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει της σκοπούς, τοὺς ὁποίους μεταγενεστέρως ἀπέδωκαν εἰς αὐτήν. Ἐχαρακτηρίσθη ἡ φορολογία αὐτή, ὡς ἔχουσα σκοποὺς προστατευτικοὺς καὶ πράγματι ὀφείλεται ἐξαγνισμός, ὡς πρὸς τοῦτο τοὐλάχιστον τὸ σημεῖον, τῆς εὐθύνης τοῦ ἀειμνήστου Τρικούπη, ὅστις εἰσηγούμενος τὸ ὑπ’ αὐτοῦ συνταχθὲν δασμολόγιον εἰς τὴν Βουλήν, ἀπηρνεῖτο πᾶσαν ἔννοιαν ἢ πρόθεσιν προστασίας βιομηχανικῆς. «Τὸ δασμολόγιόν μου —ἔλεγεν— εἶναι ἁπλῶς καὶ μόνον ταμιευτικόν, χρημάτων ἔχω ἀνάγκην καὶ αὐτὰ ζητῶ, αὐξάνω τοὺς φόρους τῆς εἰσαγωγῆς, ἐὰν δὲ ὑπὸ τὸ βάρος ὡρισμένων τινῶν δασμῶν γεννηθοῦν τυχὸν καὶ βιομηχανίαι βιώσιμοι, τόσον τὸ καλλίτερον». Προσετέθησαν ὅμως κατόπιν διάφορα προστατευτικὰ μπαλώματα σήμερον κατ’ ἐπιβολὴν τῆς δεῖνα τάξεως, αὔριον κατ’ ἀξίωσιν τῆς ἄλλης πρὸς προστασίαν δῆθεν βιομηχανικῶν βιοσίμων, αἵτινες οὐδὲν ἴχνος ζωῆς εἶχον μέσα των, ἀπέζων δὲ ἀπὸ μόνον τὸ βάρος τοῦ δασμοῦ εἰς βάρος τοῦ λαοῦ. Δὲν λέγω τοῦτο διὰ νὰ διακηρύξω, ὅτι ἡ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως ἡμῶν δὲν ἔχει ὑπ’ ὄψει προστασίαν βιομηχανιῶν, ἀλλ’ ἡ προστασία αὕτη βεβαίως δὲν σημαίνει ἐγκατάστασιν τελῶν, ἅτινα νὰ ἐκμεταλλεύωνται διάφοροι ἐγχώριοι βιομηχανίαι θνησιγενεῖς, σημαίνει ἐγκατάστασιν τελῶν, τὰ ὁποῖα νὰ προστατεύουν τὰς βιωσίμους καὶ ἀξίας λόγου βιομηχανίας κατὰ τῆς εἰσαγωγῆς ἄλλων προϊόντων παρομοίων βιομηχανιῶν ξένων, ἀλλ’ οὐχὶ ὅπως αἱ ἐγχώριοι ἐκμεταλλεύωνται τὰ τέλη εἰς βάρος τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ (Χειροκροτήματα). Ἐὰν ὅμως σήμερον δὲν δυνάμεθα νὰ ἐπιχειρήσωμεν μεταβολὰς εἰς τὴν ἔμμεσον ἡμῶν φορολογίαν, δὲν εἶναι ὅμως ἐπιτετραμμένον εἰς ἡμᾶς νὰ ἀναχθῶμεν περαιτέρω τὸ καθεστὼς τῆς ἀμέσου φορολογίας, τὸ νῦν ὑφιστάμενον, εἰς τὴν μεταβολὴν τοῦ ὁποίου καθυστερήσαμεν ἕνεκα τῶν μεσολαβησασῶν ἀνωμάλων περιστάσεων. Βεβαίως τὸ ὑπὸ τὴν ψῆφον ὑμῶν νομοσχέδιον δύναται νὰ ἔχῃ ἐλλείψεις, καὶ ἐλλείψεις πολλάς. Ποῖον σύστημα φορολογικὸν δὲν ἔχει ἐλλείψεις; Καὶ ποία μεγάλη μεταρρύθμισις δὲν παρουσιάζει ἐλλείψεις εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς ἐφαρμογῆς της; Ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὀφείλει νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει ἡ Βουλὴ εἶναι ὅτι οἱαδήποτε, ἂν ἤθελε καταγνωσθῇ παρ’ ἑνὸς ἑκάστου ἐξ ἡμῶν ἔλλειψις καὶ πλημμέλεια εἰς τὸ ὅλον σύστημα, εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὅμως δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ σταματήσῃ μέχρι τοῦ νὰ μὴ ἐπιβάλῃ τὸ σύστημα τοῦτο. Ἡ ἐσωτερικὴ πολιτική, κύριοι, τῆς Κυβερνήσεως τῶν Φιλελευθέρων δὲν δύναται νὰ μὴ εἶναι ἀνάλογος τῆς ἐξωτερικῆς αὐτῆς πολιτικῆς. Ἐὰν ἐπιζητοῦμεν αὔξησιν προσόδων, πράττομεν τοῦτο, ἵνα ἀντιμετωπίσωμεν τὰς ἀνάγκας τοῦ παρόντος, ἀνάγκας ἐπιτακτικάς, ἀλλὰ πράττομεν τοῦτο καὶ ἵνα παρασκευάσωμεν συγχρόνως τὸ οἰκονομικὸν μέλλον τοῦ Κράτους. Θὰ ἐπεβάλλετο τοιαύτη φορολογικὴ μεταρρύθμισις καὶ ἕνεκα λόγων μόνον ἠθικῶν, λόγων ἐμφανίσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, ἐφ’ ὅσον τοῦτο φιλοτιμεῖται νὰ ἐμφανίζεται εἰς τὸ προσῆκον ὕψος πολιτισμοῦ. Ὁ πολιτισμὸς τῶν Κρατῶν δὲν εἶναι ἁπλῆ τις ἔννοια, περιλαμβάνουσα ὡρισμένας τινὰς ἐκδηλώσεις προόδου, ὁ πολιτισμὸς τῶν Κρατῶν δὲν ἀναζητεῖται οὔτε μόνον εἰς τὴν πρόοδον τῶν καλῶν τεχνῶν, οὔτε ἐν γένει εἰς τὴν πρόοδον μόνον τῶν ἐπιστημῶν καὶ γραμμάτων· ἔχει ἐκδήλωσιν ποικίλην καὶ πολυσχιδῆ καθ’ ὅλας τὰς ἐκτάσεις καὶ τὰς διακλαδώσεις τῆς κοινωνικῆς καὶ πολιτικῆς ζωῆς. Εἰς τὸ φορολογικὸν δὲ σύστημα ἑκάστου Κράτους κατοπτρίζεται ἐνδεικτικώτατα ὁ πολιτισμὸς μιᾶς χώρας, διότι κατοπτρίζονται εἰς αὐτὸ αἱ περὶ φορολογικοῦ δικαίου ἀντιλήψεις τῆς Πολιτείας, διότι κατοπτρίζονται εἰς αὐτὸ αἱ πολιτικαὶ ἀντιλήψεις τῶν κυβερνώντων τὴν χώραν, διότι κατοπτρίζεται ἡ κατάστασις τῆς ἰσότητος τῶν πολιτῶν αὐτῆς εἰς τὰς πρὸς τὸ Κράτος ὑποχρεώσεις. Κράτος ἐμφανίζον ἀνισότητα καὶ ἀνεπιστημονικότητα ἐν τῇ φορολογίᾳ αὐτοῦ δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ πλήρως πολιτισμένον οἱανδήποτε, ἂν παρουσιάζῃ ἄλλην ἐκδήλωσιν πολιτισμοῦ. Κατὰ ταύτην δὲ τὴν περίοδον ἰδίως ὑποχρέωσιν ἔχομεν νὰ παρουσιάσωμεν καὶ εἰς τοῦτο πολιτισμένον τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος, ἄξιον τῆς θέσεως, τὴν ὁποίαν διεκδικεῖ. (Χειροκροτήματα). Μᾶς λέγουν ν’ ἀναμείνωμεν, ν’ ἀναμείνωμεν ἀντιμετωπίζοντες ὅπως–ὅπως τὰς οἰκονομικὰς ἀνάγκας τοῦ παρόντος, ν’ ἀναμείνωμεν φροντίζοντες νὰ ζῶμεν διὰ δανείων, ἀδιάφορον, ἂν δὲν ἔχωμεν νὰ ἐμφανίσωμεν πίστιν στερεάν. Ἀλλὰ τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων οὐδέποτε ἐφαντάσθη Ἑλλάδα ζῶσαν βίον μαρασμώδη, Ἑλλάδα μόλις σύρουσαν τὰ βήματά της ἀπολειπομένην εἰς τὴν διεθνῆ σταδιοδρομίαν, ἀσθενικήν, φυτοζωοῦσαν. Ἐὰν δὲ σήμερον ἐπιζητοῦμεν αὔξησιν προσόδων, δι’ ὅλους τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους εἶπον πρὸς ὑμᾶς, ἐργαζόμεθα ἐν ταυτῷ καὶ εἰς ἐνίσχυσιν τῶν οἰκονομικῶν δυνάμεων τῆς χώρας. Σιδηροδρομικαὶ ἀρτηρίαι, εὐεργετικώταται εἰς τὴν γεωργίαν καὶ τὸ ἐμπόριον καὶ τὴν ὅλην βιομηχανίαν τῆς χώρας, ἔργα ὑδραυλικά, μέλλοντα νὰ καταστήσωσι πολλαπλασίως εὐφόρους τὰς γαίας, εἰς τὰς ὁποίας θὰ ἐκτελεσθοῦν, εὑρίσκονται ὄχι ἁπλῶς ὑπὸ σκέψιν, ὄχι πρὸς μελέτην, ἀλλὰ ὑπὸ μελέτην, διὰ νὰ μὴ εἴπω, ὅτι τινὰ ἐξ αὐτῶν εὑρίσκονται ἤδη καὶ ὑπὸ διαπραγμάτευσιν, ἐνῷ ταυτοχρόνως ἔχομεν ὑπ’ ὄψει καὶ ἕτερον μέγα ζήτημα, τὸ ζήτημα τοῦ πῶς νὰ καταστήσωμεν προσοδοφόρους τὰς γαίας τῆς Ἑλλάδος, ὅσαι σήμερον μένουν νεκραὶ ἢ σχεδὸν νεκραί, ἐποικίζοντες εἰς αὐτὰς γεωργικοὺς πληθυσμοὺς καὶ νὰ σταματήσωμεν τὴν αἱμορραγίαν τῆς μεταναστεύσεως. (Χειροκροτήματα). Διὰ νὰ ἐκτελέσητε ὅμως ὅλα αὐτὰ τὰ δημόσια ἔργα, διὰ νὰ φροντίσητε νὰ συγκρατήσητε πληθυσμοὺς ἀποξενωμένους σήμερον διὰ τὴν ἀνεπάρκειαν τῶν βιωτικῶν μέσων, διὰ νὰ δώσητε εἰς αὐτοὺς γαίας, καὶ ὄχι μόνον γαίας, ἀλλὰ καὶ τὰ μέσα τῆς πρώτης ἐγκαταστάσεως πρὸς καλλιέργειαν τῶν γαιῶν, ἵνα δυνηθῆτε νὰ ἐφαρμόσητε τοιοῦτον πρόγραμμα, ἔχετε ἀνάγκην χρημάτων καὶ διὰ νὰ εὕρητε χρήματα, ἔχετε ἀνάγκην πίστεως, πίστεως, πίστεως. Ζητοῦμεν ἰσονομίαν φορολογικήν, κύριοι, καὶ οὐδεμίαν ἔχω ἀμφιβολίαν, ὅτι ὑπὲρ τῆς ἰσονομίας εἶναι κεκηρυγμένοι καὶ οἱ βουλευταὶ τῶν ἐπαρχιῶν ἐκείνων, αἵτινες ἀποστέργουν τὴν μετάβασιν εἰς ἄλλο φορολογικὸν σύστημα. Ζητοῦμεν νέας προσθέτους θυσίας, καὶ οὐδεμίαν ἔχομεν ἀμφιβολίαν, ὅτι καὶ ταύτας θέλει ἐπίσης ἐγκρίνει ἡ Βουλή, διότι δὲν ζητοῦμεν θυσίας προβάλλοντες κενὰς ἐπαγγελίας, δὲν ζητοῦμεν αὐτὰς διὰ νὰ πληρώσωμεν ἐλλείμματα δημιουργηθέντα ἐξ οἱωνδήποτε ἄλλων ὑποχρεώσεων ὑπηρεσιακῶν ἢ ἐξ οἱασδήποτε κακῆς ἢ πλημμελοῦς ἢ ἐσφαλμένης διαχειρίσεως τῶν δημοσίων οἰκονομικῶν. Ζητοῦμεν αὐξήσεις ἀπέναντι, τῶν ὁποίων ἔχομεν νὰ ἐπιδείξωμεν ἀποτελέσματα. Ἐπιζητοῦντες καὶ ἐλπίζοντες ν’ αὐξήσωμεν τὴν Ἑλλάδα ἐδαφικῶς, ἔχομεν στοιχειώδη ὑποχρέωσιν ν’ ἀναπλάσωμεν αὐτὴν καὶ ἐσωτερικῶς.
§79ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εὖγε, εὖγε.
§80Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως). Τοιαύτας ἔχουσα ἀντιλήψεις ἡ Κυβέρνησις, θεμελιώνει τὴν πολιτικήν της ἐπ’ αὐτῶν τῶν οἰκονομικῶν βάσεων. Τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων, τὸ προελθὸν ἐκ μιᾶς ἐπαναστάσεως, διὰ νὰ ἴδῃ τ’ ἀποτελέσματα τῶν ἀγώνων τοῦ 1912 καὶ 1913, τὸ δημιουργῆσαν μίαν ἄλλην ἐπανάστασιν, διὰ ν’ ἀμυνθῇ ὑπὲρ τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς πρώτης καὶ βλέπομεν σήμερον τ’ ἀποτελέσματα καὶ τῆς δευτέρας ταύτης ἐπαναστάσεως, δὲν εἶναι ποτὲ δυνατὸν ν’ ἀρνηθῇ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν παροχὴν τῶν μέσων, διὰ τῶν ὁποίων καὶ μόνον θεωρεῖ αὕτη, ὅτι δύναται νὰ φέρῃ εἰς πέρας τὸ ἔργον της.
§81ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§82Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως). Θέλομεν, κύριοι βουλευταί, διότι ὀφείλομεν νὰ τὸ θέλωμεν. Ἑλλάδα ἀξίαν τῆς ἀποστολῆς της, εἰσηγούμενοι δὲ τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα κρίνει ἡ Βουλή, ἔχομεν πεποίθησιν, ὄχι μόνον ἐπὶ τὴν ἀντίληψιν καὶ τὸ φρόνημα τοῦ κόμματος τῆς πλειοψηφίας, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τὸ φρόνημα τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ, ὁ ὁποῖος πάντοτε ἀπέδειξε, καὶ τώρα, ὅτι οὐδέποτε ἐξεγείρεται ἀπέναντι ζητουμένων θυσιῶν, ὅταν γνωρίζῃ, ὅτι ἐκπληροῦν τὸν ἐθνικὸν καὶ προοδευτικὸν προορισμόν των αἱ ζητούμεναι θυσίαι καὶ δὲν καταδημαγωγεῖται. Θέλω δὲ νὰ πιστεύω, ὀφείλω νὰ πιστεύω, ὅτι καὶ ἡ Βουλὴ ἀποβλέπει ὁμόθυμος εἰς τοὺς ὁρίζοντας, εἰς τοὺς ὁποίους ἀποβλέπει ἡ Κυβέρνησις, ἡ ἐξ αὐτῆς προερχομένη, ὁρίζοντας ἐσωτερικῆς πολιτικῆς ἀνταξίους τῆς ἐξωτερικῆς, τοὺς ὁρίζοντας τοὺς ὁποίους διαγράφει εἰς τὴν Ἑλλάδα ὁ ἱστορικὸς αὐτῆς πολιτισμὸς καὶ ἡ ἐθνικὴ ἡμῶν φιλοτιμία. (Εὖγε καὶ χειροκροτήματα παρατεταμένα ἐκ τῆς αἰθούσης καὶ τῶν θεωρείων).
§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Ζαβιτζιᾶνος ἔχει τὸν λόγον.
§84Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. Συζητουμένης πρὸ ἡμερῶν τῆς ἀρχῆς τοῦ καὶ κατ’ ἄρθρον συζητουμένου νομοσχεδίου, διεμαρτυρήθημεν οἱ τὴν Ἑπτάνησον εἰδικώτερον ἐκπροσωποῦντες συνάδελφοι διὰ τὴν ἐπιδιωκομένην διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου φορολογικὴν ἀφομοίωσιν. Ὡς καὶ κατὰ τὴν συνεδρίασιν ἐκείνην ἐτονίσαμεν διαμαρτυρηθέντες διὰ τὴν μελετωμένην μεταρρύθμισιν, δὲν ἐπράξαμεν τοῦτο ἐκ τῆς ἐπιθυμίας, ὅπως ἀποφύγωμεν τὴν συμμετοχὴν ἡμῶν εἰς τὰ κοινὰ βάρη. Τοιαύτη πρόθεσις, κύριοι, οὔτε ὑπῆρξε οὔτε ὑπάρχει. Στατιστικαὶ ἔρευναι γενόμεναι πρὸ ἐτῶν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν, ἀπέδειξαν ὅτι ἡ Ἑπτάνησος βεβαίως, δὲν καθυστερεῖ εἰς τὴν φορολογικὴν αὐτῆς εἰσφοράν. Ἀκριβεῖς πίνακες συγκεντρωθέντες πρὸ ἐτῶν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν, ἀποδεικνύουσιν, ὅτι ἐπὶ 23.000.000 δραχ., τὰ ὁποῖα ἐπλήρωσαν εἰς ὡρισμένον χρονικὸν διάστημα ἡ Ἑπτάνησις 20.000.000 ἐν ἀναλογίᾳ ἐπλήρωσαν οἱ κάτοικοι τῆς λοιπῆς Ἑλλάδος. Ἐὰν δέ, κύριοι, ἐνδείκνυται λόγῳ τῶν περιστάσεων τῶν Οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους εἰς τὴν ὁποίαν βεβαίως ἡ Ἑπτάνησος δὲν ἐννοεῖ νὰ καθυστερήσῃ, ἐὰν λέγω ἐνδείκνυται αὔξησις τῶν φόρων τοὺς ὁποίους θέλει πληρώσει ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, βεβαίως ἐν τῷ αὐτῷ μέτρῳ εἶναι δίκαιον νὰ ἐπιβαρυνθῇ καὶ ὁ λαὸς τῆς Ἑπτανήσου.
§85Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Ἐπιμένετε εἰς αὐτὸ τὸ ἐπιχείρημα· ἐγὼ σᾶς λέγω, ὅμως τὸ ἑξῆς· ὁ δασμὸς ὁ εἰσαγωγικὸς δὲν πληρώνεται πάντοτε ὁλόκληρος ἀπὸ τὸν καταναλωτὴν καὶ ἀντιστρόφως ὁ ἐξαγωγικὸς δασμὸς δὲν πληρώνεται ἀπὸ τὸν ἐξαγωγέα. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον, τοῦ νὰ λέγητε, ὅτι ἐπληρώσατε περισσότερα δὲν σημαίνει, ὅτι τὰ ἐπλήρωσεν ὁ Ἑπτανησιακὸς λαός, τὰ ἐπλήρωσεν ἀναλόγως τῆς προσφορᾶς καὶ τῆς ζητήσεως, ὁ ἄλλος κόσμος ὁ καταναλίσκων τὰ προϊόντα τῆς Ἑπτανήσου ἢ καὶ οἱ ἀλλοδαποί. Ἑπομένως δὲν εἶναι ἀσφαλὲς τὸ ἐπιχείρημα.
§86Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐκέρδισεν ὁ καταναλωτὴς ὁ λαὸς δὲν τὸ ἔχασεν ὁ Ἑπτανήσιος.
§87Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. Δὲν ἐπιθυμῶ εἶπον οἱ Ἑπτανήσιοι νὰ καθυστερήσουν εἰς τὰ κοινὰ βάρη, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ἐπιβληθῶσι εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ἐκεῖνο κατὰ τὸ ὁποῖον διεμαρτυρήθησαν διαμαρτύρονται καὶ θὰ διαμαρτύρωνται, εἶναι ἡ μεταβολὴ τοῦ φορολογικοῦ συστήματος, μὲ τὸ ὁποῖον ἐπὶ τόσα ἔτη ἀνετράφη ὁ Ἑπτανησιακὸς λαός. Τὸ σύστημα τοῦτο πιθανὸν εἰς τὰς λεπτομερείας αὐτοῦ νὰ εἶναι ἄδικον διὰ τοὺς Ἑπτανησίους, ἀλλὰ τοῦτο οἱ Ἑπτανήσιοι καὶ μόνον οἱ Ἑπτανήσιοι εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δικαιοῦνται νὰ τὸ ἐξετάσωσιν. Ἐφ’ ὅσον δὲ οὗτοι εἶναι εὐχαριστημένοι καὶ συμμετέχουσιν εἰς τὰ βάρη καθ’ ὃν τρόπον συμμετέχουσιν χωρὶς νὰ γίνεται οὐδεμία ζημία εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ ἐπιβληθῇ εἰς αὐτοὺς σύστημα φορολογικὸν ἄλλο, διὰ τῆς βίας ἐκ μόνου τοῦ λόγου, ὅτι ὑπάρχει πεποίθησις, ὅτι αὐτὸ δὲν εἶναι δίκαιον διὰ τοὺς εἰσφέροντας ἀφοῦ οἱ συνεισφέροντες πάντες πλὴν ἑνὸς ἐξαιρουμένου εἶναι ὅλοι σύμφωνοι. Δὲν εἶναι δὲ ἀπολύτως ὀρθὸν οὔτε ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον λέγετε περὶ τῆς συνθέσεως τῆς κοινωνικῆς οἰκονομίας, διότι ἡ κοινωνικὴ οἰκονομία τῆς Ἑπτανήσου εἶναι ἐντελῶς διάφορος. Δὲν ὑπάρχει Ἑπτανήσιος μὴ ἐκμεταλλευόμενος τὰ προϊόντα ἐκεῖνα, ἐπὶ τῶν ὁποίων πληρώνει τὸν φόρον. Ἀλλὰ, κύριοι, τὴν Κυβέρνησιν ἐπιμένουσαν εἰς τὸ ζήτημα, φρονῶ ἀδιστάκτως, ὅτι διαφεύγει τὸ ζήτημα ὅτι τὸ κατάλληλον εἶδος μιᾶς φορολογίας εἶναι ζήτημα στενῶς συνδεόμενον μὲ τὴν πολιτικὴν ἀνατροφὴν ἑνὸς λαοῦ, ὁ δὲ Ἑπτανησιακὸς λαὸς ἀνατραφεὶς ἐπὶ αἰῶνας ἤδη μὲ τὸ σύστημα τῆς ἐμμέσου φορολογίας, ἔχεται στερρῶς εἰς αὐτὸ καὶ θὰ ἐπεθύμει νὰ πληρώσῃ καὶ περισσότερα, ὅπως καὶ ἄλλοτε τὸ ἔπραξεν, ἀλλὰ νὰ μὴ μεταβληθῇ ἡ φορολογία, ἡ ὁποία εἰς αὐτὸν ἤδη ἐπιβάλλεται. Πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι οὔτε δίκαιον, οὔτε πρέπον εἶναι καὶ μάλιστα κατ’ ἐξοχὴν ἐπιζήμιον, ὅπως εἰς ἕνα λαόν, ὁ ὁποῖος ἐπὶ αἰῶνας πληρώνει μὲ τὸ σύστημα τῆς ἐμμέσου φορολογίας, μεταφερθῇ ἀμέσως ἀποτόμως καὶ διὰ μιᾶς εἰς σύστημα ἀμέσου φορολογίας καὶ δὴ βαρυτάτης. Ὁ λαὸς αὐτὸς δὲν εἶναι ἐξοικειωμένος πρὸς τὸ σύστημα αὐτὸ. Ὁ λαός αὐτός δὲν ἔχει ἀνατραφῆ κατὰ τρόπον, ὥστε διὰ τῶν οἰκονομιῶν του νὰ σχηματίζῃ ἀποθέματα, ἵνα τὰ ἔχῃ διὰ τὴν πληρωμὴν τοῦ φόρου, ὁ λαός αὐτὸς εἶναι ἀδύνατον νὰ ἀντιμετωπίσῃ ἄνευ ἀπογνώσεως πλήρους τὴν νέαν κατάστασιν, διότι εἶναι ἀδύνατον τὴν ἐπίσκεψιν τοῦ εἰσπράκτορος, τὸν ὁποῖον οὐδέποτε ἔχει αἰσθανθῆ νὰ τὴν αἰσθανθῇ. Μεταβολὴ συστήματος θὰ ἠδύνατο νὰ γίνῃ ἐν Ἑπτανήσῳ, ἀλλὰ μεταβολὴ βαθμιαία. Ἤδη, κύριοι, διὰ τοῦ ἐπιβαλλομένου νομοσχεδίου εἰσάγονται καὶ νέοι φόροι. Εἰσάγεται ὁ συμπληρωτικὸς φόρος τοῦ εἰσοδήματος, εἰσάγεται καὶ ὁ φόρος τῶν κινητῶν ἀξιῶν. Πρόκειται περὶ φόρων νέων, οἱ ὁποῖοι καὶ ἐν Ἑπτανήσῳ ἤθελον ἐπιβληθῆ καὶ ἰδοὺ, ὅτι ἤθελεν γίνει μία καλὴ ἀπαρχὴ τοῦ συστήματος ἐκεῖ, διότι τὸ λέγω, καὶ τὸ τονίζω, ἡμεῖς διεμαρτυρήθημεν κατ’ ἀρχὴν κατὰ τῆς ἐπιβολῆς οἱουδήποτε ἀμέσου φορολογίας, ἀλλ’ ἐπιθυμοῦμεν νὰ παραμείνωσιν οἱ ὑπάρχοντες φόροι, ἐφ’ ὅσον λοιπὸν πρόκειται νὰ ἐπιβληθῇ ὁ ἄμεσος φόρος ὁ συμπληρωτικὸς τοῦ εἰσοδήματος, ἐφ’ ὅσον πρόκειται νὰ ἐπιβληθῇ ὁ φόρος τῶν κινητῶν ἀξιῶν καὶ τῶν βιομηχανικῶν ἐπιχειρήσεων, ὡς φόροι νέοι, βεβαίως, κύριοι ἤθελεν γίνει καλὴ ἀπαρχὴ μιᾶς ἀμέσου φορολογίας καὶ δὲν θὰ εἴχομεν μίαν σύγχρονον ἐπιβολὴν πλήρους συστήματος βαρυτάτης φορολογίας ἀμέσου. Ἐὰν τοῦτο ἐγένετο δὲν θὰ προέκυπτον ἐξ αὐτοῦ καὶ ἀνισότητες, τὰς ὁποίας μὲ τόσα ὡραῖα χρώματα ὑπεστήριξεν ἐνώπιον ἡμῶν ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Αὐτὰ εἶναι λοιπὸν τὰ σημεῖα, εἰς τὰ ὁποῖα ἐπιμένομεν. Θὰ ἠδύνατο νὰ ἐπιβληθῇ καὶ ἐν Ἑπτανήσῳ μία φορολογία ἄμεσος, ἀλλὰ βαθμιαίως. Κατάστασιν ἀπότομον, ἡ ὁποία θὰ γεννήσῃ ἀπόγνωσιν ἀπ’ ἄκρου εἰς ἄκρον δὲν δυνάμεθα ἐν Ἑπτανήσῳ νὰ ἀντιμετωπίσωμεν. Ἀλλά, κύριοι, ἀνεξαρτήτως τῶν ἐπιχειρημάτων τούτων, νομίζω, ὅτι ὅλοι πρέπει νὰ σταθμίσωμεν ὅτι συγχρόνως ἐπιβαλλομένης ἀμέσου φορολογίας θὰ κλονίσῃ ὑπερμέτρως καὶ ἐπικινδύνως ὅλας τὰς συναλλαγὰς τῆς Ἑπτανήσου. Αἱ διάφοροι ἐπιχειρήσεις αἱ διάφοροι σχέσεις κυρίως ἐπὶ τῶν ἀκινήτων σημαντικῶς ἐπηρεάζονται ἐκ τῆς μεταβαλλομένης φορολογίας. Καὶ ἐρωτῶ, κύριοι, ὑμᾶς εἶναι δίκαιον, εἶναι πρέπον νὰ κλονίσωμεν μέχρι αὐτοῦ τοῦ σημείου τὰς ἐν Ἑπτανήσῳ συναλλαγάς, ἐν ᾧ τούτῳ δυνάμεθα νὰ τὸ ἀποφύγωμεν ἄνευ οὐδεμιᾶς ζημίας τοῦ δημοσίου ταμείου καὶ μὲ πλήρη ὁμοφωνίαν καὶ συναίνεσιν τῶν φορολογουμένων τάξεων; Ἀλλὰ, κύριοι, ἀπὸ τῆς παρελθούσης συνεδριάσεως κατηγορούμεθα ὅτι κάμνομεν ἀγῶνα τοπικοῦ χαρακτῆρος, ὅτι ἡ Ἑπτάνησος τοῦτο ζητοῦσα ἀποβλέπει τοπικιστικῶς. Ἡ Ἑπτάνησος δὲν κάμνει τοπικιστικὸν ἀγῶνα, ἡ Ἑπτάνησος ἔχει δώσει τὰ μεγαλύτερα δείγματα αὐτοθυσίας καὶ αὐταπαρνήσεως, ἔκαμε τοὺς ἀγῶνας ἐκείνους τοὺς ὁποίους ὤφειλε νὰ κάμῃ.
§88Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως). Ἔχετε τόσον λαμπρὰς σελίδας ἱστορικὰς τῆς Ἑπτανήσου, ὥστε ἐγὼ αὐτὸς ἐθεώρησα, ὅτι θὰ ἦτο πρᾶγμά τι ἀνάρμοστον νὰ μὴ θελήσῃ ἡ Κυβέρνησις νὰ διακηρύξῃ τοὺς ἀγῶνας περὶ ἐλευθερίας τῆς Ἑπτανήσου.
§89Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. Εἴμεθα σύμφωνοι καὶ λέγω, ὅτι ἡ Ἑπτάνησος, ὅταν ὤφειλε νὰ κάμῃ τοὺς ἀγῶνας αὐτῆς, τοὺς ἔκαμε καὶ ἐθυσίασε τὰ πάντα ὡς κράτος κυρίαρχον, ὄχι διὰ νὰ ἀποκτήσῃ τὴν ἐλευθερίαν της, τὴν ὁποίαν οὐδέποτε ἐστερήθη, ἀλλὰ διὰ νὰ πραγματοποιήσῃ τὴν ἕνωσιν της μετὰ τῆς Ἑλλάδος. Ἀλλ’ ἐν ᾧ τὰ πάντα εἰσέφερε συμφώνως μὲ τὸ κρατοῦν αἴσθημα τοῦ λαοῦ εἴχετο στερρῶς τοῦ φορολογικοῦ αὐτῆς συστήματος καὶ διὰ τοῦτο ἅπασαι αἱ Κυβερνήσεις καὶ αἱ Βουλαὶ τὸ ἐσεβάσθησαν. Βεβαίως τὸ 1864 ἐγένετο συζήτησις, ἐὰν θὰ ἠδύνατο ν’ ἀφομοιωθῇ ἡ φορολογία ἐν Ἑπτανήσῳ, ἀλλ’ ἡ συζήτησις ἐκείνη κατέληξεν εἰς τὸ ἀναγκαῖον καὶ ἐπιβαλλόμενον ἀποτέλεσμα, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ γίνῃ ἡ ἀφομοίωσις. Βεβαίως κατὰ τὸ 1885 ἐγένετο μία ἀφομοίωσις, ἀλλ’ εἶχε τὸν χαρακτῆρα τοῦ προσωρινοῦ μιᾶς εἰσφορᾶς, διὰ τὰς ἐκτάκτους τότε περιστάσεις. Ἀλλ’ αἱ Κυβερνήσεις ὑπεστήριξαν πάντοτε τὰ δίκαια τὰ φορολογικὰ τῆς Ἑπτανήσου καὶ ἔφθασαν μέχρι τοῦ σημείου, ὥστε καὶ ὅταν ἔπρεπε νὰ ἐπιβληθῇ ἐν Ἑπτανήσῳ νέος φόρος ἐγένετο ἀγών, ὥστε νὰ ἐξευρεθῇ ὁ κατάλληλος τρόπος, διὰ τοῦ ὁποίου ἐμμέσως θὰ ἐστερεῖτο. Καὶ ὅταν ἐπεβλήθη ὁ φόρος περὶ διαπυλίων, ἐκεῖ ἐπετράπη εἰς τοὺς κεντρικοὺς δήμους Κερκύρας, Κεφαλληνίας κλπ. νὰ εἰσπράξωσιν αὐτοὶ εἰς τὸ ἀνώτατον ὅριον τοὺς φόρους διὰ νὰ πληρώνωσιν αὐτοί, ἀντὶ τῶν ἐξοχικῶν δήμων τὴν ἀναλογοῦσαν εἰσφορὰν καὶ τοῦτο διότι εἰς ὅλην τὴν φορολογίαν τῆς Ἑπτανήσου ἕν πνεῦμα διεῖπε καὶ διέπει πάντοτε νὰ μὴ μεταβληθῇ τὸ σύστημα ἐκεῖνο, εἰς τὸ ὁποῖον τόσον στερρῶς ἔχεται ὁ λαὸς ἐκεῖ. Καὶ εἰς ἐνίσχυσιν τούτων πρέπει νὰ ἐπαναλάβω, ὅτι ὄχι μόνον δὲν ἐζητήθη ποτὲ μεταβολή, ἀλλὰ καὶ ὅταν ὁ ἀοίδιμος Τρικούπης διὰ μακρῶν ἐξήτασε τὸ ζήτημα αὐτὸ τὸ 1885 εἶπεν, ὅτι ἐκ τοῦ ὑφισταμένου φορολογικοῦ συστήματος ζημιοῦται ἀσφαλῶς ἡ Ἑπτάνησος, ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον ἡ Ἑπτάνησος θέλει νὰ ζημιοῦται οὔτε ἡ Κυβέρνησίς μου οὔτε καμμία ἄλλη Κυβέρνησις θὰ εἶναι δίκαιον νὰ μεταβάλλῃ τὸ σύστημα ἐκεῖνο. Ἀλλ’ ἐὰν τοῦτο οὐδέποτε ἐγένετο, ἐρωτῶ ὑμᾶς, εἶναι δίκαιον, εἶναι ὀρθὸν, εἶναι πρέπον νὰ μεταβάλλεται ἀπὸ σήμερον εἰς περίοδον ἐκτάκτων ἀνωμαλιῶν, εἰς περίοδον οἰκονομικῶν ἀνωμαλιῶν, κοινωνικῶν ἀνωμαλιῶν, ἐὰν θέλετε καὶ ἀνωμαλιῶν ἐθνικῶν; Καὶ ὀφείλω νὰ προκαλέσω ἀμέριστον τὴν προσοχὴν τοῦ κυρίου Ἀντιπροέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅσον καὶ τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Δὲν εἶναι ἡ στιγμὴ κατάλληλος διὰ νὰ φέρωμεν ἕνα λαὸν εἰς ἀπόγνωσιν εἰς στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν τόσα ζητήματα περὶ τῆς τύχης τοῦ Ἑλληνισμοῦ καὶ αὐτοῦ τοῦ τμήματος συζητοῦνται. Οὐδὲ εἶναι πρέπον καὶ δίκαιον ἐπὶ τῇ βάσει ἑνὸς συστήματος νὰ εἰσαγάγωμεν εἰς τὴν Ἑπτάνησον τὴν μεγαλυτέραν τῶν ἀνισοτήτων ἡ ὁποία εἰσάγεται. Πολὺ ὀρθῶς παρετήρησεν ὁ κύριος Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τοὺς Βουλευτὰς τῶν Νέων Χωρῶν, ὅταν τῷ παρέστησαν τὴν ἀδικίαν ἡ ὁποία προσγίγνεται εἰς τὰς χώρας ἐκείνας, ἠθέλησε νὰ ἐλαφρύνῃ τὰς συνεπείας αὐτάς, εἰσάγων τροπολογίαν ὡς πρὸς τὰ νέα μέρη, διὰ τὰ ὁποῖα φαίνεται ὅτι συνεκινήθη τόσον ἐκ τῆς διατηρήσεως τῶν διαφόρων φόρων ἢ τῶν διαφόρων ἀνισοτήτων αἱ ὁποῖαι θὰ προκύψωσιν ἐκ τοῦ συστήματος. Ἀλλ’ ἐρωτῶ τὸν κ. Ἀντιπρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου διατὶ ἡ ἰσότης αὐτὴ πρέπει νὰ κρατήσῃ διὰ τὰ μέρη ἐκεῖνα, διατὶ ἡ Ἑπτάνησος λόγῳ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ θὰ εἶναι τὸ μέρος τὸ Ἑλληνικὸν τὸ ὁποῖον θὰ πληρώνῃ τοὺς περισσοτέρους φόρους.
§90Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως). Διατὶ θὰ πληρώνῃ τοὺς περισσοτέρους φόρους;
§91Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. Διότι θὰ πληρώνῃ ὅλους τοὺς φόρους τοὺς ὁποίους πληρώνει καὶ τοὺς ἐπιβαλλομένους. Θὰ πληρώνῃ τὸν φόρον τοῦ ἐλαίου κατὰ τὴν ἐξαγωγήν.
§92Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως). Ἐπιθυμεῖτε ἀντὶ τοῦ συστήματος τοῦ φορολογικοῦ τοῦ ἐλαίου κατὰ τὴν ἐξαγωγὴν νὰ ἐπιβάλωμεν τὸ σύστημα τὸ φορολογικὸν τὸ ὁποῖον ἰσχύει εἰς τὴν ἄλλην Ἑλλάδα;
§93Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. Ὄχι, δὲν γνωρίζω ὅμως ποία εἶναι ἡ τύχη μιᾶς ἄλλης διατάξεως διὰ τῆς ὁποίας ὁ κ. Ὑπουργὸς ὄχι μόνον δὲν ἐλαττώνει τὴν φορολογίαν τοῦ ἐλαίου ἀλλὰ καὶ ηὔξανεν αὐτὴν κατὰ πέντε δραχμὰς τὴν βαρέλαν. Τὴν διατηρεῖτε αὐτήν;
§94Μ. ΝΕΓΡΟΠΟΝΤΗΣ (Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν). Ὄχι.
§95Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. Πολὺ καλὰ, ἀλλὰ διατηρεῖτε τοὺς ἄλλους.
§96Μ. ΝΕΓΡΟΠΟΝΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ὄχι· ὁ φόρος τοῦ ἐλαίου εἶναι εἰς ὅλην τὴν Ἑλλάδα, εἰς τὰ μέρη ὅπου δὲν εἶναι ἐπὶ τῆς ἐξαγωγῆς εἶναι 8% ἐπὶ τῶν ἐλαιοτριβείων, 11% εἰς τὴν Μυτιλήνην, 13% εἰς τὴν Κρήτην. Αὐτὸ τὸ ἀφομοιώνομεν ἐπίσης εἰς τὴν Ἑπτάνησον, μάλιστα σᾶς κάμνομεν τὴν διαφορὰν ὅτι διὰ τὸ ἔτος τοῦτο δὲν σᾶς ἐπιβάλλομεν αὐτὸ ἀλλὰ σᾶς ἀφίνομεν τὸ παλαιὸν σύστημα διότι αὐτὸ σᾶς συμφέρει. Διὰ τὸ μέλλον ἐπιβάλλεται 11%.
§97Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. Ἐγὼ θὰ σᾶς προτείνω ἓν ἄλλο.
§98Μ. ΝΕΓΡΟΠΟΝΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Τὸν φόρον τῆς σταφίδος ἐπίσης τὸν ἐλαττώνομεν ἀπὸ 20% τὸν κάμνομεν 15%. Τίς ἄλλος φόρος ὑπάρχει; Τοὺς ἄλλους φόρους ἐπὶ τῶν προϊόντων τοὺς καταργοῦμεν. Ποῖοι εἶναι οἱ φόροι τοὺς ὁποίους πληρώνετε σεῖς;
§99Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. Ἐν Ἑπτανήσῳ εὑρήκατε ἓν σύστημα ἐξαγωγῆς τὸ ὁποῖον εἶχεν ἕνα πάγιον φόρον. Αὐτὸ καὶ τὴν εἴσπραξιν εὐκολύνει, ἀλλ’ ἔκαμνε καὶ κάτι ἄλλο. Θέλετε νὰ μᾶς ἐλαττώσετε τοὺς φόρους κατά τι, διότι οὐτὸ τὸ πάγιον κατὰ τὰς προπολεμικὰς στιγμὰς εἶναι 25%; Νὰ μᾶς τὸ κάμετε ἐπὶ τῆς παγίας φορολογίας· δὲν θέλετε νὰ εἶναι παγία ἡ φορολογία; Σᾶς εὐχαριστοῦμεν διὰ τὸ χάρισμα. Ἡ Ἑπτάνησος δὲν κάμνει ἀγῶνα τοπικιστικὸν κάμνει ἀγῶνα οἰκονομικῆς ὑπάρξεως, ζητεῖ νὰ πληρώσῃ φόρους ἐμμέσους, οἱ ὁποῖοι ἔχουν τοῦτο τὸ καλὸν ὅτι πληρώνονται ἐκ τῶν εἰσοδημάτων καὶ ἐφ’ ὅσον ταῦτα ὑπάρχουσι. Ζητοῦσα ὅμως τοῦτο ἡ Ἑπτάνησος δὲν πρόκειται νὰ ζημιώσῃ τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἀλλὰ θὰ ἐξασφαλίσῃ εἰς αὐτὸ δύο καλά, πρῶτον τὴν ἀκεραίαν εἴσπραξιν ἄνευ καθυστερουμένων καὶ τὴν εἴσπραξιν τὴν οἰκονομικὴν, ἐφ’ ὅσον δὲν θὰ ὑπάρχῃ ἀνάγκη εἰσπρακτόρων καὶ ἄλλων ὑπηρεσιῶν ὅλως ἐξαιρετικῶν διὰ τὴν εἴσπραξιν τῆς φορολογίας ἐκείνης. Τούτων οὕτως ἐχόντων κατὰ καθῆκον ὑποβάλλω τροπολογίαν εἰς τὸ ἄρθρον 3 τοῦ σχετικοῦ νομοσχεδίου, τὴν ὁποίαν θὰ δώσω εἰς τὸν κ. Πρόεδρον μὲ τὴν παράκλησιν νὰ ζητήσῃ τὴν ψήφισιν ἢ τὴν ἀπόρριψιν ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς.
§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πολυχρονιάδης ἔχει τὸν λόγον.
§101Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΑΔΗΣ. Τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, κύριοι Βουλευταί, ὡς ἀπόροια τῶν ὑποδείξεων τῆς ἐπιστήμης περιποιεῖ ἀληθῶς τιμὴν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τῶν Φιλελευθέρων καὶ ἰδιαιτέρως εἰς τὸν εἰσηγητὴν τούτου ἀξιότιμον κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν. Ἀποβλέπων συμφώνως πρὸς τὰς ὑποδείξεις τῆς ἐπιστήμης εἰς τὴν διαμόρφωσιν τοῦ φορολογικοῦ συστήματος τῶν ἀμέσων φόρων, καθορίζει τὰς βάσεις ἐφ’ ὧν θὰ βασισθῶσιν οὗτοι ἐν τῷ μέλλοντι πρὸς ἀποφυγὴν κατὰ τὸ ἐνὸν τῆς αὐξήσεως τῶν ἐμμέσων φόρων, οἵτινες πάντοτε εἶναι δημιουργοὶ πλείστων ἀνισοτήτων καὶ ἀδικιῶν καὶ ἐπιβαρύνουσι κυρίως τὰς λαϊκὰς τάξεις. Ἡ διὰ τοῦ παρόντος ὅθεν νομοσχεδίου εἰσαγομένη φορολογικὴ μεταρρύθμισις θὰ ἀποτελέσῃ σταθμὸν μὲν προόδου ἀπὸ ἀπόψεως ἐπιστημονικῆς, σταθμὸν δὲ ἰσότητος καὶ δικαιοσύνης ἀπὸ ἀπόψεως κοινωνικοπολιτικῆς. Ἂν δὲ πανταχοῦ ἡ ἐξέλιξις τῆς ἐπιστήμης ἐπέβαλλε τὴν φορολογίαν ταύτην τῆς καθαρὰς προσόδου πολλῷ μᾶλλον ἐπεβάλλετο αὕτη παρ’ ἡμῖν ἔνθα ἰσχύουσι φορολογικὰ συστήματα, λείψανα τῆς ὀθωμανικῆς κυριαρχίας, συστήματα ὀπισθοδρομικὰ, τελείως καταδικασθέντα ὑπὸ τῆς ἐπιστήμης, συστήματα τέλος ἄντικρυς ἀντικείμενα πρὸς τὰς κρατούσας φορολογικὰς ἀντιλήψεις περὶ ἰσότητος καὶ δικαιοσύνης. Ἀλλ’ ἐνῷ ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐν ἀπολύτῳ ἐπιγνώσει διατελῶν τῶν ἀναγκῶν αἵτινες ἐπιβάλλουσι τὴν μεταρρύθμισιν ταύτην διέγνω τὸ θεραπευτικὸν μέσον καὶ εἰσῆλθεν εἰς τὴν πρὸς τοῦτο ἄγουσαν αἴφνης ἀνεχαιτίσθη ἐν τῇ χαραχθείσῃ ὑπὸ τούτου λίαν ἀξιεπαίνως ὁδῷ, ἐξ ὑπολογισμῶν οἵτινες δὲν ἀνταποκρίνονται οὔτε πρὸς τὰς ἀντιμετωπιζομένας ἀνάγκας, οὔτε πρὸς τὸ οἰκονομικὸν μέλλον τῆς χώρας, οὔτε πρὸς τὴν χρονικὴν τέλος περίοδον ἀναγεννήσεως, τὴν ὁποίαν διερχόμεθα, ἥτις εἶναι ἡ μᾶλλον κατάλληλος διὰ τοιαῦτα γενναῖα βήματα ἐν τῇ φορολογίᾳ. Οὕτω δὲ ἐν ᾧ ἐν τῇ εἰσηγητηρίῳ ἐκθέσει τοῦ νομοσχεδίου ἐκφράζει ὁ κ. Ὑπουργὸς τὸν θαυμασμόν του διὰ τὴν γενναίαν λύσιν εἰς τὴν ὁποίαν ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ θέματος προέβη ἡ Γαλλία διαρκοῦντος τοῦ πολέμου, οὐχ ἧτον ὀρρωδῶν ἀπὸ ταμιευτικῆς ἀπόψεως ἀπέναντι τῶν ἐνδεχομένων μειώσεων τῆς ἀποδόσεως τοῦ νέου φορολογικοῦ συστήματος, θυσιάζει καὶ τὰς ἰδίας αὐτοῦ πεποιθήσεις καὶ τὰς ὑποδείξεις τῆς ἐπιστήμης, καὶ τὸ οἰκονομικὸν μέλλον τῆς χώρας εἰς τὸν βωμὸν προσωρινοῦ καὶ ἀβεβαίου συμφέροντος, προβαίνων εἰς μερικὴν ἐπίλυσιν τοῦ προβλήματος ἀντὶ τῆς ἐπιβαλλομένης γενικῆς τοιαύτης, παραγνωρίζων ὅτι οἱ καιροὶ οὐ μενετοὶ διὰ τοιαῦτα προοδευτικὰ φορολογικὰ βήματα. Διότι δὲν πρέπει νὰ λησμονῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὅτι ἐν ὁμαλαῖς στιγμαῖς τοῦ βίου τῶν κρατῶν, —αἱ γενναῖαι φορολογικαὶ μεταρρυθμίσεις φοβοῦνται τὴν ἐκ τούτων δυνατὴν μείωσιν τῶν δημοσίων εἰσπράξεων —ἀφ’ ἑτέρου δὲ διότι αἱ τοιαῦται φορολογικαὶ μεταρρυθμίσεις καθίστανται ὁ στόχος τῆς ἀντιπολιτεύσεως εἰς τὰ κοινοβουλευτικὰ πολιτεύματα— τέλος δὲ διότι προσκόπτουσιν εἰς τὰς ἀντιδράσεις διαφόρων κοινωνικῶν ὁμάδων, ὁρμωμένων ἐκ προσωπικοῦ συμφέροντος καὶ ἀτομικῆς ἰδιοτελείας πρὸς καταπολέμησιν πάσης νεωτεριστικῆς καὶ γενναίας φορολογίας. Ὥστε ἀπὸ ἀπόψεως χρόνου εἴπερ ποτε καὶ ἄλλοτε ἡ παροῦσα στιγμὴ ἐπιβάλλει τὴν μὴ ὀπισθοχώρησιν εἰς τὴν χαραχθεῖσαν ὁδὸν καὶ τὴν γοργῷ τῷ βήματι ἐφαρμογὴν νέου ἐκ βάθρων φορολογικοῦ συστήματος μετὰ πλήρη ἀνατροπὴν τοῦ παλαιοῦ ὡς ἐγένετο ἐν Γαλλίᾳ. Προσέτι δὲ δὲν πρέπει νὰ διαφεύγῃ ἡμᾶς τὸ γεγονὸς ὅτι μετὰ τοὺς Βαλκανικοὺς πολέμους τὴν αὐτὴν πολιτικὴν τῶν ἐνδοιασμῶν ἐφηρμόσαμεν, δι’ ἐμπειρικῶν μέσων προσπαθήσαντες νὰ ἀνταπεξέλθωμεν εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους. Ἄν δὲ τότε ἐχάσαμεν περίστασιν ἀνεπιστρεπτεὶ ἐφαρμογῆς ἐπιστημονικῆς φορολογίας διότι μετὰ τὴν ἔναρξιν τῆς ἐφαρμογῆς οἱασδήποτε φορολογίας ἡ ταχεῖα ἀντικατάστασις ταύτης λόγῳ τῆς εἰς τὰς νέας χώρας μελλούσης νὰ ἐπακολουθήσῃ συγχίσεως καὶ μειώσεως τῶν ἀποδόσεων, δὲν ἐπιτρέπεται πολλῷ μᾶλλον σήμερον, εἰς παραμονὰς ἀναμορφώσεως τοῦ ὅλου παγκοσμίου χάρτου καὶ προσαυξήσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἐπαναλάβωμεν τὸ αὐτὸ ἄτοπον, ἀλλ’ ὀφείλομεν ἀπ’ ἀρχῆς νὰ ἐπιβάλλωμεν σύστημα φορολογίας ἐπιστημονικὸν διαρκὲς καὶ ὄχι ἐμπειρικόν. Ἄν δὲ ἡ ἀπὸ τῆς λαϊκῆς ἐπαναστάσεως τοῦ 1909 μέχρι σήμερον διαρρεύσασα χρονικὴ περίοδος δὲν ἐπέτρεψεν ἕνεκα τῶν παρεμπεσόντων Βαλκανικῶν πολέμων ὡς καὶ τοῦ ἐπακολουθήσαντος Εὐρωπαϊκοῦ τοιούτου καὶ τῆς κατὰ τὴν χρονικὴν ταύτην περίοδον ἐπελθούσης παρ’ ἡμῖν καταλύσεως τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, ὑπὲρ τοῦ ὁποίου ἐπαναστατικὸν καὶ σθεναρὸν ἀγῶνα διεξήγαγε τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων, δὲν ἐπέτρεψε λέγω εἰς τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων τὴν χάραξιν παρὰ τούτου καὶ ἐπὶ τοῦ οἰκονομικοῦ πεδίου ὑγιοῦς ἐπιστημονικῆς, οἰκονομικῆς καὶ δημοσιονομικῆς πολιτικῆς, ἐπέστη ἡ στιγμὴ καθ’ ἣν ἡ νέα Μεγάλη Ἑλλάς εἶνε ἀδύνατον νὰ μὴ παρακολουθήσῃ τὰ δεδομένα τῆς ἐπιστήμης καὶ πείρας, καὶ ὀφείλει νὰ ὁδηγηθῇ ἐν τῷ πνεύματι τῆς μεταρρυθμίσεως τῷ ἐγκατασταθέντι παρὰ τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων καὶ εἰς πάντας τοὺς λοιποὺς κλάδους. Τέλος ἡ ἐναρμόνισις τοῦ φορολογικοῦ ἡμῶν συστήματος πρὸς τὰ δεδομένα τῆς ἐπιστήμης τὰ ἐφαρμοσθέντα καὶ ἐν τῇ λοιπῇ Εὐρώπῃ θὰ ἐπιτρέψῃ εἰς ἡμᾶς νὰ παρακολουθήσωμεν καὶ ἐπὶ τοῦ οἰκονομικοῦ πεδίου τὰς νέας οἰκονομικὰς ἀρχὰς, τὰς ὁποίας ἐκ τοῦ λήγοντος πολέμου ἡ νεωτέρα κοινωνία τῶν Ἐθνῶν θέλει καθιερώσει, πρὸς ἀντιμετώπισιν ἀφ’ ἑνὸς μὲν τῶν μεγάλων βαρῶν τῶν ἐκ τοῦ πολέμου δημιουργηθέντων ἀφ’ ἑτέρου δὲ πρὸς ἀνακούφισιν τῶν λαϊκῶν τάξεων καὶ ἐπιβολὴν φορολογικῆς ἰσότητος καὶ δικαιοσύνης ἀπαραιτήτων πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ μεγάλου ἐκπολιτιστικοῦ ἀγῶνος, τὸν ὁποῖον ἀνέλαβε χάριν τῆς ἀνθρωπότητος ἡ νικήσασα μερίς. Ἀλλὰ πλὴν τῶν ἀπόψεων τούτων καὶ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῆς φορολογικῆς αὐξήσεως δύναται νὰ λεχθῇ ἀσφαλῶς ὅτι ἡ παροῦσα στιγμὴ εἶναι ὑπέρ ποτε κατάλληλος λόγῳ τῶν προσφάτων ἐντυπώσεων, τὰς ὁποίας ἔχομεν ἐκ τῶν ἄλλων Κρατῶν. Διότι ὡς γνωστόν, κύριοι, ἐν Ἀγγλίᾳ, ὑπὸ τὴν ἐπίδρασιν τῆς διὰ φόρων καλύψεως τῶν βαρῶν τοῦ πολέμου ἀπὸ τοῦ 1914 τὸ φορολογικὸν ποσοστὸν τοῦ φόρου τῆς καθαρᾶς προσόδου ἀπὸ 6¼% ηὐξήθη τὸ ἑπόμενον ἔτος εἰς 12½ ἵνα αὐξηθῇ εἰς 40% κατὰ τὰ ὑπόλοιπα ἔτη τοῦ πολέμου, ὁ κατὰ θυρίδας φόρος τοῦ εἰσοδήματος ἐδιπλασιάσθη ἀπὸ τοῦ πρώτου ἔτους τοῦ πολέμου, ἡ δ’ ἀπόδοσις τοῦ φόρου τούτου ἥτις ἦτο εἰς τὸ 1915 69 ἑκατομμυρίων λιρῶν, εἰς τὰ 1916 ἀνῆλθεν εἰς 128 ἑκατομμύρια λιρῶν, εἰς τὸ 1917 εἰς 205 ἑκατομμύρια λιρῶν καὶ εἰς τὸ 1918 εἰς 224 ἑκατομμύρια λιρῶν, ἤτοι ἐτετραπλασιάσθη ἐν διαστήματι ὀλιγωτέρῳ τῶν 4 ἐτῶν. Ἂν δὲ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν ὅτι τὸ ἐτήσιον ἐθνικὸν εἰσόδημα τῆς Μεγάλης Βρεττανίας κατὰ τοὺς ὑπολογισμοὺς τοῦ Lloyd George ἀνήρχετο εἰς 2 δισεκατομμύρια, 400 ἑκατομμύρια λίρας, ἤτοι εἰς 60 δισεκατομμύρια φράγκα, ἀποδεικνύεται ὅτι τὸ Κράτος ἀφαιροῦν 224 ἑκατομμύρια λίρας ἀφαιρεῖ διὰ τῆς ὡς ἄνω φορολογίας τοῦ εἰσοδήματος τὸ ⅒ τοῦ ὅλου ἐθνικοῦ εἰσοδήματος. Εἰς ταῦτα δὲ δέον νὰ προστεθῶσιν ὅτι ἐν Μ. Βρεττανίᾳ ἐπεβλήθη καὶ νέος φόρος εἰσοδήματος ὁ συμπληρωτικὸς super-tax μὲ ποσοστὸν 17½% καὶ ὅτι ὁ φόρος ἐκτάκτων κερδῶν πολέμου ἀπὸ 50% εἰς τὰ 1914 ηὐξήθη εἰς 60% τὸ 1916 ἵνα φθάσῃ 80% κατὰ τῷ 1917 καὶ μετέπειτα. Ἐν Γαλλίᾳ δ’ ἀφ’ ἑτέρου ὁ φόρος τοῦ εἰσοδήματος κατὰ κατηγορίας ἀπὸ τοῦ 1899 ὅτε εἰσηγήθη παρὰ τοῦ Καγιὼ καὶ ἐπροτάθη καὶ αὖθις παρὰ τοῦ Ρουβιὲ κατὰ τὸ 1903, μόλις κατὰ τὸ 1914 κατωρθώθη νὰ ψηφισθῇ παρ’ ἀμφοτέρων τῶν νομοθετικῶν σωμάτων ὡς συνολικὸς φόρος εἰσοδήματος μετὰ τῶν δύο πρώτων θυρίδων ἵνα ἐφαρμοσθῇ ἀπὸ τοῦ 1916 καὶ τροποποιηθεὶς κατὰ τὸ 1917 εἰς τρόπον ὥστε ν’ ἀποτελέσῃ τὸ σύνολον τῶν κατηγοριῶν τῆς καθαρᾶς προσόδου νὰ τεθῇ ἐν ἐφαρμογῇ ἀπὸ τοῦ 1918. Τὸ δὲ ποσοστὸν τούτου ἀπὸ 2% ἀρχικῶς κατὰ τὸ 1914 ηὐξήθη εἰς 12½%, βραδύτερον, ἵνα τέλος ἀνέλθῃ εἰς 20%. Τούτων οὕτως ἐχόντων ὀφείλομεν νὰ ὁμολογήσωμεν ὅτι ὅταν ἀλλαχοῦ ἔφθασαν εἰς τὰ ὕψη ταῦτα κατὰ τὴν πολεμικὴν περίοδον δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ ἐντὸς τῶν ἐλαχίστων τούτων ὁρίων προτεινομένη σήμερον φορολογία ἐν Ἑλλάδι νὰ θεωρηθῇ ὑπερβολικὴ, τοῦθ’ ὅπερ ἀβέβαιον ἂν θὰ δύναται νὰ λεχθῇ καὶ αὔριον, ἤτοι μετὰ διετίαν ὅτε ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν προτίθεται νὰ καταργήσῃ τοὺς κειμένους ἀμέσους φόρους.
§102Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Νομίζω ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι οὐχὶ περὶ τοῦ ποσοῦ τῆς φορολογίας ἀλλὰ περὶ τοῦ τρόπου.
§103Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΑΔΗΣ. Θὰ ἔλθω καὶ εἰς αὐτό. Ἐπεκαλέσθην τὸ ποσὸν δι’ ἄλλον λόγον διότι ὅταν ἔφθασαν οἱ μεγάλοι σύμμαχοι ἡμῶν εἰς τὰ σημερινὰ φορολογικὰ ὕψη φρονῶ ὅτι καὶ ἡμεῖς δυνάμεθα νὰ ἐπιβάλωμεν σήμερον ἀγογγύστως ἀνάλογον σχετικῶς ὕψος εἰς τὴν φορολογίαν τῆς καθαρᾶς προσόδου ἵνα ἐπιτύχωμεν τὴν κατάργησιν ὅλης τῆς ἀμέσου φορολογίας τοῦθ’ ὅπερ ἴσως μετὰ διετίαν ὅτε προτίθεται ὡς λέγει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ τὸ πράξῃ νὰ μὴ εἶναι ἀνεκτὸν λόγῳ τῶν τότε συνθηκῶν ἀλλαχοῦ αἵτινες ἐπιδρῶσι καὶ εἰς τὰ καθ’ ἡμᾶς.
§104Γ. ΠΩΠ. Ὅλων τῶν ἄλλων ἀμέσων φόρων;
§105Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΑΔΗΣ. Μάλιστα ὅλων τῶν ἀμέσων φόρων, ὅπως ἔγινε καὶ ἐν Γαλλίᾳ καὶ ἀντεκατεστάθησαν διὰ τῆς φορολογίας τῆς καθαρᾶς προσόδου. Ἄλλωστε ἡ διατήρησις τῶν ἀμέσων φόρων σὺν τῇ ἐπιβολῇ τῆς φορολογίας τῆς καθαρᾶς προσόδου εἶναι σύστημα λίαν ἀπηρχαιωμένον, σύστημα εἰσηγηθὲν ὑπὸ τοῦ Λέοντος Γαμβέτα κατὰ τὸ 1870 μηδόλως δ’ ἀνταποκρινόμενον σήμερον εἰς τὰς ὑποδείξεις τῆς ἐπιστήμης. Ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης 1881 ὅτε ἔλεγεν ὁ Γαμβέτας ὅτι ὁ φόρος τοῦ εἰσοδήματος εἶναι ὁ μᾶλλον δίκαιος, ὁ μᾶλλον ἀνάλογος καὶ ὁ ἠθικώτερος τῶν φόρων ἀπέχομεν πολὺ ἀπὸ ἀπόψεως ἀντιλήψεων ἐπιστημονικῶν καὶ κρίσεων. Οὐδ’ ἄλλως τε πρέπει νὰ λησμονῶμεν ὅτι ὁ φόρος οὗτος τῆς καθαρᾶς προσόδου σήμερον κατηγορεῖται ὡς προϊόν μίσους καὶ φθόνου. Ἐχαρακτηρίσθη δὲ παρὰ μεγάλου Γάλλου ψυχολόγου τοῦ Emile Faguet ὡς αὐθαίρετος καὶ προϊόν καταπιέσεως, τέλος δὲ παρ’ αὐτοῦ τοῦ σήμερον Προέδρου τῆς Γαλλικῆς Δημοκρατίας κ. Πουανκαρὲ ἐθεωρήθη ὡς κίνδυνος διὰ τὰ οἰκονομικά, καὶ καταπίεσις διὰ τὸν λαὸν ἐγκλείουσα κινδύνους ἐξεγέρσεως τῆς χώρας. Ὅταν ἔχωμεν λοιπὸν κατὰ τοῦ φόρου τούτου τοσαύτας ἐπικρίσεις δὲν εἶναι ἀνάγκη ὑποθέτω προσθήκης καὶ ἄλλων διὰ τῆς διατηρήσεως τῶν ἀμέσων φόρων ὡς πράττομεν ἡμεῖς σήμερον. Ἐὰν δὲ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν καὶ τὴν ἄλλην ἄποψιν, ὅτι μετὰ τὴν λῆξιν παντὸς πολέμου εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ ἐπακολουθήσωσιν οἰκονομικαὶ κρίσεις, καὶ ὅτι ἡ εἰσαγομένη φορολογία τῆς καθαρᾶς προσόδου διὰ προσθήκης ἐπὶ τῆς κειμένης ἀμέσου φορολογίας εἶναι ἀδύνατον κατὰ τὴν οἰκονομικὴν ταύτην κρίσιν νὰ μὴ θεωρηθῇ ὡς μία ἐπιβάρυνσις καὶ συνεπῶς μία τῶν αἰτιῶν καὶ ἀφορμῶν ταύτης δὲν θὰ θεωρηθῇ ἀβάσιμος ὁ φόβος ὅτι οὕτω πως δημιουργοῦμεν τὸν φόρον τῆς καθαρᾶς προσόδου θνησιγενῆ, φέροντα δηλ. ἐν ἑαυτῷ τὴν αἰτίαν τῆς καταργήσεώς του, χωρὶς δὲ νὰ θεωρηθῶ ὡς μάντις κακῶν, τολμῶ νὰ εἴπω ὅτι οὕτω θὰ παρουσιάσωμεν τὸν φόρον τοῦτον φέροντα ὡς πτέρναν τοῦ Ἀχιλέως, τὴν διατήρησιν τῆς ἀμέσου φορολογίας. Ἐξ ἐνδιαφέροντος λοιπὸν κύριε Ὑπουργέ, καὶ μόνον ὑπὲρ τῆς ὅσον ἔνεστι τελειοτέρας ἐπιβολῆς τοῦ ἐπιστημονικοῦ τούτου φορολογικοῦ μέτρου τὸ ὁποῖον εἰσάγετε, ἂς μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ συστήσω δι’ ὅλων μου τῶν δυνάμεων ὅπως καταργηθῶσι, ὅπως ἐπράξατε καὶ διὰ τὸν φόρον τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, καὶ πάντες οἱ λοιποὶ ἄμεσοι φόροι, ὅπως ἀποτελεσθῇ σύστημα δυνάμενον νὰ ἀποβῇ βιώσιμον ἐν τῷ μέλλοντι. Εἰς τὸ σημεῖον μάλιστα τοῦτο συγκεκριμένως, ἐπειδὴ κ. Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν ἐκ ταμιευτικῶν λόγων ἐσταματήσατε εἰς τὸ ἔργον, εἰς ὃ λίαν ἀξιεπαίνως προέβητε θὰ ἐτόλμων νὰ ὑποβάλω ὑπὸ τὴν κρίσιν ὑμῶν καὶ τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας καὶ τὸ σύστημα διὰ τοῦ ὁποίου ἀφόβως ἀπὸ τῆς ἀπόψεως μειώσεως τῶν εἰσπράξεων θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ προβῆτε εἰς τὴν κατάργησιν τῶν ἀμέσων φόρων. Νομίζω, κύριε Ὑπουργέ, ὅτι, ἐὰν λάβητε ὑπ’ ὄψιν σας, εἰς παρακατιὸν θέλω ἀποδείξει τὸν συμπληρωματικὸν φόρον, τὸν ὁποῖον ἐπιβάλλετε, θέλετε πεισθῇ ὅτι, ἐνῷ ἐπιβάλλετε τοῦτον μὲ ποσοστὸν 5% ὡς ἐπικεφαλίδα οὐχ’ ἧττον πράγματι ἐπιβαρύνετε τὰ μικρὰ εἰσοδήματα μὲ ἴσον φόρον πρὸς 12½% ἤτοι ταῦτα παρ’ ἡμῖν θὰ καταβάλλωσι τὸ αὐτὸ ποσὸν φόρου μὲ 5% ὃν μὲ 12½% καταβάλλουσιν ἀκριβῶς ἐν Γαλλίᾳ. Ἐὰν ὅθεν ηὐξάνετε ἀπ’ ἀρχῆς καὶ εἰλικρινῶς τὴν καθοριζομένην κλίμακα διὰ τὰ μεγάλα εἰσοδήματα διατηροῦντες ταύτην ὡς ἔχει διὰ τὰ μικρὰ εἰσοδήματα ἅτινα φορολογεῖτε πράγματι πρὸς 12½% ὡς ὑπέδειξα θὰ ἠδύνασθε νὰ ἀνέλθητε ἀκωλύτως προοδευτικῶς μέχρι 15 ἢ 20%, χωρὶς νὰ δημιουργήσητε ἀνισότητά τινα. Τὸ διὰ τοῦ νομοσχεδίου προτεινόμενον ποσοστὸν φόρου συμπληρωτικοῦ εἶναι οὐ μόνον ἄδικον καὶ ἄνισον ὡς φορολογοῦν τὰ μὲν μικρὰ εἰσοδήματα πρὸς 12½% τὰ δὲ μεγάλα πρὸς 5% ἀλλὰ καὶ ἀντιεπιστημονικόν—διότι ὁ συμπληρωτικὸς φόρος εἶναι προωρισμένος ὡς προσωπικὸς νὰ εἶναι ἐν ταὐτῷ καὶ προοδευτικός. Συνεπῶς διὰ τῆς αὐξήσεως ἐπὶ τῶν μεγάλων καθαρῶν προσόδων τῶν ἄνω 50.000 δραχμῶν τῆς φορολογίας ταύτης προοδευτικῶς ὡς ὑπέδειξα θὰ ἠδύνασθε ἀκολουθοῦντες ἐπιστημονικῶς στοιχειώδεις ἀρχὰς τῆς φορολογίας ταύτης νὰ καλύψητε πᾶν ἔλλειμμα, τὸ ὁποῖον θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἔχητε ἐκ τῆς καταργήσεως τῶν ἀμέσων φόρων ἀπαλλάσσοντες τούτων τὰς γεωργικὰς ἐμπορικὰς βιομηχανικὰς καὶ ἐν γένει παραγωγικὰς τάξεις δι’ ἃς ἡ Πολιτεία ὀφείλει νὰ δεικνύῃ μείζονα μέριμναν καὶ ἰδιαίτερον ἐνδιαφέρον. Εἰσερχόμενος ἤδη εἰς τὴν κατὰ θυρίδας ἢ κατὰ κατηγορίας ἀνάλυσιν τοῦ νομοσχεδίου θὰ ἀρχίσω ἀπὸ τὴν φορολογίαν τῶν οἰκοδομῶν. Εἰς τὴν φορολογίαν τῶν οἰκοδομῶν διὰ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου ἀναμφισβητήτως αὐξάνεται τὸ ποσοστὸν μέχρι 12%. Εἶναι ἴσως ἡ μόνη κατηγορία εἰς τὴν ὁποίαν θὰ ἦτο δεδικαιολογημένη ἡ τοιαύτη αὔξησις, ἀφοῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀκολουθῶν τὴν ὀρθὴν ἀρχὴν προέβη εἰς τὴν κατάργησιν τοῦ ἀμέσου φόρου τῶν οἰκοδομῶν. Ἀλλ’ ἐν ταὐτῷ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῆς φορολογικῆς θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ παρατηρήσω ὅτι ὁ μέχρι σήμερον ἰσχύων φόρος ἐπὶ τῶν οἰκοδομῶν ἀνήρχετο ἀπὸ 5% μὲν διὰ τὴν κατωτάτην κλίμακα ἢ 6,30% (μετὰ τοῦ δημοτικοῦ φόρου) μέχρι τοῦ ἀνωτάτου ὁρίου 8% σὺν τῷ δημοτικῷ δὲ ἀκριβῶς εἰς 10,25% διὰ τοῦ νομοσχεδίου δ’ ἀρχίζει ὁ φόρος ἀπὸ 9% διὰ τὴν μέχρι 2400 δραχμῶν καθαρὰν πρόσοδον διὰ νὰ καταλήξῃ εἰς 10½% διὰ τὴν μέχρι 6.000 δραχμῶν καθαρὰν πρόσοδον καὶ 12% διὰ τὴν ἄνω τῶν 12.000 δραχμῶν καθαρὰν πρόσοδον. Συνεπῶς τὸ κατώτατον ὅριον αὐξάνεται ἀπὸ 6.30% ὡς εἶχε πρὶν εἰς 9% ἤτοι αὐξάνεται κατὰ 2.70% ἐνῷ τὸ ἀνώτατον ὅριον αὐξάνεται ἀπὸ 10.25% εἰς 12%, ἤτοι αὐξάνεται μόνον κατὰ 1.75%. Δὲν βλέπω δ’ ὁμολογῶ τὸν λόγον δι’ ὃν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀκολουθῶν ὄχι πλέον τὴν προοδευτικὴν κλίμακα ἀλλὰ μᾶλλον τὴν ἐκ τῶν ἄνω πρὸς τὰ κάτω ἀντιστρόφως προοδευτικὴν καθώρισε τὸ ποσοστὸν οὕτω πως δι’ ὃ καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν ἀντίληψιν ὑμῶν ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου καθ’ ὅσον φρονῶ ὅτι ἐπιβάλλεται ἢ ἡ αὔξησις τοῦ ἀνωτάτου φορολογικοῦ ὁρίου ἢ κατ’ ἀναλογίαν πρὸς τὸ ἀνώτατον μείωσις τοῦ κατωτάτου ὁρίου ἵνα οὕτω πως ἀποκτήσῃ τὸ νομοσχέδιον βάσιν φορολογικῆς δικαιοσύνης. Διότι ὁ τρόπος τοῦ καθορισμοῦ τοῦ ποσοστοῦ τούτου ὡς ἔχει δὲν νομίζω ὅτι ἀνταποκρίνεται οὔτε πρὸς τὴν φορολογικὴν ἰσότητα ἡ ὁποία εἶναι βάσις τοῦ νομοσχεδίου, οὔτε πρὸς τὴν φορολογικὴν δικαιοσύνην τὴν ὁποίαν θέλετε νὰ ἐφαρμόσητε. Πλὴν τούτου ἤθελον ὑποβάλῃ τὴν ἐρώτησιν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν: διατηρεῖτε, κύριε Ὑπουργέ, τὸν φόρον τῆς ὁδοποιΐας ἐν ἰσχύϊ, ναὶ ἢ οὔ; ἵνα γνωρίζωμεν ἂν ὁ φορολογούμενος θὰ πληρώσῃ καὶ πλέον τῶν 12%. Διότι καὶ μὲν ἀναφέρετε ὅτι καταργεῖται ὁ δημοτικὸς φόρος χωρὶς νὰ ἀναφέρητε τι καὶ περὶ τοῦ τῆς ὁδοποιΐας φόρου. Ἤθελον τὴν ἀπάντησίν σας ταύτην, διὰ νὰ χρησιμεύσῃ πρὸς ἑρμηνείαν τοῦ νόμου. Ταυτοχρόνως ἤθελον ἐπικαλεσθῆ καὶ τὴν ἀντίληψιν ὑμῶν ἐπὶ ἄλλου σχετικοῦ ζητήματος, ζητήματος συνδεομένου μετὰ τῆς ἀγροτικῆς ἀσφαλείας, τοῦ ζητήματος τῆς ἀπαλλαγῆς τῶν γεωργικῶν ἀποθηκῶν λόγῳ τῆς ἐλλείψεως ἀγροτικῆς ἀσφαλείας παντὸς φόρου οἰκοδομῶν. Δύνασθε νὰ μοὶ εἴπητε ὅτι εἶναι ἐλαχίστης ἀξίας αὗται τὸ ὁποῖον εἶναι ἀναμφισβήτητον. Ἀλλ’ ὅπως ἔχετε διαρρυθμίσει τὸ νομοσχέδιον αἱ οἰκονομίαι ἑκάστου φορολογουμένου φορολογοῦνται συνολικῶς ἤτοι προστίθενται ἡ μία μετὰ τῆς ἄλλης, καὶ ἑπομένως ἀνέρχονται εἰς πολὺ ἀνώτερον ποσοστὸν λόγῳ τῆς αὐξήσεως τοῦ ποσοῦ τῆς καθαρᾶς προσόδου, τοῦθ’ ὅπερ μὲ ἀναγκάζει νὰ ζητῶ τὴν ἐξαίρεσιν τῶν γεωργικῶν ἀποθηκῶν. Εἰσέρχομαι ἤδη εἰς τὰς δύο γεωργικὰς κατηγορίας, διὰ τὰς ὁποίας ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐν τῇ εἰσηγητηρίῳ ἐκθέσει του ἀναφέρει τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει). «Οὕτως ἐν ταῖς κατηγορίαις Βʹ καὶ Εʹ τῶν εἰσοδημάτων ἐξ ἐκμισθώσεως γαιῶν καὶ τῶν κερδῶν ἐκ γεωργικῶν ἐπιχειρήσεων, ὅπου ὁ φόρος προσεπιβάλλεται πρὸς τῇ κειμένῃ ἐγγείῳ φορολογίᾳ καὶ ἀποσκοπεῖ κυρίως τὴν προπαρασκευὴν μηχανισμοῦ καταστήσαντος δυνατὴν τὴν ἐν προσεχεῖ μέλλοντι κατάργησιν τῆς τελευταίας ταύτης, ἐπιτυγχάνεται δι’ ἐκπτώσεων κατ’ ἀνειμένας κλίμακας τμημάτων τὸ ὑποτυπῶδες καὶ ἀνεπαίσθητον σχετικῶς τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν συνήθων ἐν Ἑλλάδι προσόδων.
§106Ν. ΞΗΡΟΣ. Αὐτὸ ἔγινε ὑπὸ τὴν προϋπόθεσιν ὅτι δὲν κατηργεῖτο ὁ φόρος τῶν ἀροτριώντων.
§107Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΑΔΗΣ. Εἶμαι σύμφωνος. Ἀλλ’ ὁσονδήποτε τὸ ποσοστὸν καὶ ἂν ηὐξάνετο ὀρθῶς θὰ ηὐξάνετο ἐφ’ ὅσον διὰ τῆς αὐξήσεως ταύτης ἐπρόκειτο νὰ καταργηθῇ ὁ φόρος τῶν ἀροτριώντων ὁ ὁποῖος εἶναι ἄνισος καὶ ἄδικος καὶ ὀπισθοδρομικὸς — ἀρχὴ ἥτις ὤφειλε νὰ ἐπιβάλῃ καὶ τὴν κατάργησιν κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον ὅλων τῶν ἄλλων σήμερον κειμένων ἀμέσων φόρων. Ἀλλὰ θὰ μοῦ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μὴ δεχθῶ τὸ ἀνεπαίσθητον αὐτὸ τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν διατηροῦντες γενικῶς τοὺς λοιποὺς ἀμέσους φόρους, πλὴν τοῦ διὰ τῆς τροπολογίας καταργηθέντος φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν προσθέτομεν φορολογίαν 10% εἰς τὴν Βʹ κατηγορίαν καὶ 6% εἰς τὴν Εʹ κατηγορίαν, καθ’ ἣν στιγμὴν εἰς τὰ ἄλλα κράτη εἰς τὰ ὁποῖα ἔχουσι καταργηθῆ ὅλοι οἱ ἄμεσοι φόροι, εἶναι 5%. Ἐν Γαλλίᾳ — (καὶ ὡς πρὸς τοῦτο δὲν θὰ συμφωνήσω μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Φθιωτιδοφωκίδος συναδέλφου, ὁ ὁποῖος φρονεῖ ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει τί γίνεται ἀλλοῦ) — εἰς τὴν Βʹ κατηγορίαν τὸ ποσοστὸν εἶναι 3.75% ἡ φορολογία ἐν συνόλῳ καταργουμένων τῶν ἀμέσων φόρων. Ὅταν λοιπὸν ἀπὸ 4% ὅπου εἶναι ἐν Γαλλίᾳ φορολογημέναι αἱ γαῖαι, ἡμεῖς ἐπιπροσθέτομεν 10% νέαν φορολογίαν διατηροῦντες καὶ τοὺς ἀμέσους φόρους, δὲν βλέπω ποῦ εἶναι τὸ ὑποτυπῶδες καὶ τὸ κάμνουν ἐκεῖ!
§108Ι. ΓΚΕΚΑΣ. Τὴν Γαλλίαν τὴν ἐπικαλούμεθα ὅταν θέλωμεν νὰ ἐπιβάλωμεν φορολογίαν, ὄχι ὅμως νὰ κάμωμεν ὅτι κάμνουν ἐκεῖ!
§109Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΑΔΗΣ. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ μάλιστα ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἀναφέρω πίνακα, τὸν ὁποῖον ἐκ τοῦ προχείρου ἔκαμα καὶ ἐκ τοῦ ὁποίου ἐξάγεται, ὅτι αἱ γαῖαι ἐν Ἑλλάδι φορολογοῦνται ἀπὸ 5–35%, τοῦθ’ ὅπερ δὲν πρέπει νὰ σᾶς φανῇ παράδοξον. Τὸ 35%, κύριοι, τοῦτο εἶναι ἐπὶ τῆς ἀκαθαρίστου προσόδου, ἐὰν συνεπῶς μετατρέψωμεν αὐτὸ ἐπὶ τῆς καθαρᾶς προσόδου, θὰ ἔχωμεν φορολογίαν ἰσοδυναμοῦσαν, διὰ μὲν τὸ κατώτερον ὅριον 6.5% καὶ διὰ τὸ ἀνώτατον 44%. Ἐὰν εἰς τὸ κατώτατον τοῦτο ὅριον προσθέσωμεν τὴν φορολογίαν τὴν ἐπιβαλλομένην διὰ τοῦ νομοσχεδίου 10% καὶ τοῦ συμπληρωματικοῦ φόρου 5%, καὶ τὴν φορολογίαν τῶν λιμενικῶν καὶ δημοτικῶν, ἀνερχόμεθα εἰς 26½% διὰ τὸ ἐλάχιστον ὅριον, καὶ διὰ τὸ ἀνώτατον δ’ ὅριον 44%, σὺν ταῖς ὡς ἄνω δὲ προσθήκαις φθάνομεν εἰς 64%. Τοιαύτην δὲ φορολογίαν ἔχομεν ἐν Ἑλλάδι ἐπὶ τῶν ἀμπέλων τῶν Νέων Χωρῶν καὶ τοῦ σταφιδοκάρπου. Διὰ τὴν σταφίδα μάλιστα θὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν διάταξιν τῆς συμβάσεως τῆς Προνομιούχου, δι’ ἧς ἡ σταφὶς ἐπιβαρύνεται διὰ 7 δραχμ. ἀκόμη, θὰ ἔχωμεν φορολογίαν 70% καὶ ἄνω. Γνωρίζω, κύριε Ὑπουργέ, ὅτι θὰ μοῦ ἀντιτάξητε, ὅτι ἐκ τῆς φορολογίας αὐτῆς τὸ 20% εἶναι παρακράτημα, τὸ ὁποῖον πληρώνει ἡ κατανάλωσις. Αὐτὸ εἶναι, ὡς γνωστόν, ἡ ἀντίληψις τῶν παρακρατητικῶν, ἀλλὰ θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ ὑποστηρίξω τὴν ὀρθὴν ἀντίληψιν τῶν ἀντιπαρακρατητικῶν, μεταξὺ τῶν ὁποίων ἔχω τὴν τιμὴν νὰ συγκαταλέγωμαι, ὅτι ἡ φορολογία αὐτὴ βαρύνει τὴν παραγωγὴν ἐφ’ ὅσον παρ’ ὅλην τὴν παρακράτησιν παραμένει παραγωγὴ ὑπερβαίνουσα τὰς ἀνάγκας τῆς καταναλώσεως. Ἀλλ’ ἔστω ἂν δεχθῶμεν καὶ τὸ ἀντίθετον καὶ ἀφαιρέσωμεν ἀπὸ τὰ 70% τὰ 20%; Παραμένουν πάλιν 50%. Ὑποθέτω πλέον, ὅτι τὴν στιγμὴν καθ’ ἣν τὸ Κράτος ἔρχεται καὶ διανέμεται τὸ εἰσόδημα τῆς καθαρᾶς προσόδου τῆς σταφίδος, δὲν δύναται πλέον νὰ γίνεται λόγος, οὔτε περὶ ἀνεπαισθήτου, οὔτε περὶ ὑποτυπώδους φορολογίας.
§110Μ. ΝΕΓΡΟΠΟΝΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἠξεύρετε πόσον πληρώνουν τὰ κρασιὰ στὴ Γαλλία;
§111Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΑΔΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ οἴνου ἐδῶ.
§112Μ. ΝΕΓΡΟΠΟΝΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Μὲ κατηγορεῖτε, ὅτι στὴ Γαλλία ἔχουν ἐλαχίστους φόρους καὶ στὴν Ἑλλάδα πολλούς.
§113Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΑΔΗΣ. Ἀλλ’ ὁ οἶνος ἐν Γαλλίᾳ, ὡς γνωστόν, πληρώνει φόρον μεταφορᾶς, ὁ ὁποῖος εἶναι ἔμμεσος, ἐγὼ δὲ ὡμίλησα περὶ τῶν ἐν Γαλλίᾳ ἀμέσων φόρων.
§114Μ. ΝΕΓΡΟΠΟΝΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Τότε καὶ τῆς σταφίδος ὁ ἐξαγωγικὸς δὲν εἶναι ἄμεσος.
§115Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΑΔΗΣ. Νομίζετε, κ. Ὑπουργέ, ὅτι ἡ σταφὶς ἔμεινεν ἀφορολόγητος ἀπὸ ἀπόψεως ἐγγείου φορολογίας ἐν Ἑλλάδι καθ’ ὅλον αὐτὸ τὸ διάστημα; Βεβαίως ὑποθέτω, ὅτι ὑπάρχει ἄλλη φορολογία διὰ τὴν σταφίδα; Ὄχι. Ἄρα ὀρθῶς χαρακτηρίζει ὁ νόμος τὸν φόρον τῆς σταφίδος ὡς ἔγγειον φόρον εἰσπραττόμενον δ’ εἰς τὰ τελευταῖα χάριν εὐχερεστέρας βεβαιώσεως καὶ εἰσπράξεως.
§116Ν. ΞΗΡΟΣ. Εἶσθε κατὰ τοῦ νομοσχεδίου;
§117Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΑΔΗΣ. Εἶμαι ἀπὸ ἀπόψεως ἐπιστημονικῆς ὑπὲρ τούτου, ἀλλὰ καθῆκον παντὸς βουλευτοῦ εἶναι, ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ συντελέσῃ τὸ καθ’ ἑαυτὸν πρὸς συμπλήρωσιν τῶν προτεινομένων νομοθετικῶν μέτρων, καὶ ἀκριβῶς αὐτὸ πράττω. Ἐν συνδυασμῷ, κύριοι, μετὰ τῆς πέμπτης κατηγορίας τῶν γεωργικῶν ἐπιχειρήσεων δι’ ἃς τὸ ποσοστὸν εἶναι 6%, θὰ ἴδητε πάλιν, ὅτι παρ’ ἡμῖν λόγῳ τῶν ἐκπτώσεων καὶ τῆς φορολογικῆς κλίμακος, θὰ ἀρχίζῃ ἡ φορολογία τῶν γεωργικῶν ἐπιχειρήσεων ἀπὸ 1.5% διὰ νὰ καταλήξῃ εἰς 5.86%, ἐνῷ ἐν Γαλλίᾳ ἀρχίζει ἀπὸ 0.38% διὰ νὰ καταλήξῃ εἰς 3.75%. Ἤτοι πενταπλασιάζεται περίπου τὸ ποσοστόν, μὲ τὸ ὁποῖον θὰ φορολογοῦνται παρ’ ἡμῖν αἱ γεωργικαὶ ἐπιχειρήσεις. Ἐνῷ ταὐτοχρόνως διατηροῦνται καὶ ὅλοι οἱ ἄμεσοι φόροι ἐπὶ τῆς γῆς.
§118Μ. ΝΕΓΡΟΠΟΝΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Κάμετε τοὺς ὑπολογισμοὺς μαζὶ μὲ τὸν συμπληρωματικόν, τὸν ὁποῖον πληρώνουν στὴν Γαλλία;
§119Γ. ΠΩΠ. Καὶ πῶς ζοῦν στὴν Γαλλία καὶ πῶς ζοῦν στὴν Ἑλλάδα;
§120Π. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Καὶ τὶ διοίκησιν ἔχουν στὴν Γαλλία, καὶ τὶ ἀνταλλάγματα;
§121Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΑΔΗΣ. Ὅταν μετ’ ὀλίγον ὁμιλήσω περὶ συμπληρωματικῶν, θὰ σᾶς ἀποδείξω, ὅτι καὶ ἐν Ἑλλάδι οὗτοι δὲν θὰ εἶναι ἐλαφρότεροι, ἀλλὰ πλὴν τούτου ἐν Ἑλλάδι, κύριοι, διὰ τῆς πέμπτης κατηγορίας, φορολογεῖται ὁλόκληρος ἡ πρόσοδος τῶν γεωργικῶν ἐπιχειρήσεων τοὐναντίον δὲ τόσον ἐν Γαλλίᾳ ὅσον καὶ ἐν Ἀγγλίᾳ ἐθεωρήθη, ὅτι ἔπρεπε χάριν αὐτῶν τῶν γεωργικῶν τάξεων νὰ φορολογηθῇ κατ’ ἀποκοπὴν τὸ ἥμισυ ἢ τὸ τρίτον τῆς μισθωτηρίου ἀξίας ὅπερ ὑπελογίζετο κατ’ ἀποκοπὴν ὡς ἀποτελοῦν τὴν καθαρὰν πρόσοδον τῶν γεωργικῶν ἐπιχειρήσεων μὲ δικαίωμα τοῦ γεωργοῦ ἀποδείξεως καὶ μικροτέρας καθαρᾶς προσόδου, τῆς κατὰ τὸν νόμον τεκμαρτῆς τοῦ ½ ἢ τοῦ ⅓ τῆς μισθωτηρίου ἀξίας. Θὰ παρακαλέσω ὅθεν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ ἀποβλέψῃ εἰς τὸ ὄφελος τὸ ὁποῖον ἤθελε προέλθῃ ἐκ τούτου εἰς τὰς γεωργικὰς τάξεις ἐξ ἀπαλλαγῆς δηλώσεων, συντελεστῶν, ἐλέγχου ἐξακριβώσεων, καταργήσεων γεωργικῶν προϊόντων, καὶ εἰς τὸ ὅτι, ὡς γνωστόν, ὁ γεωργὸς δὲν δύναται νὰ τηρῇ λογιστικὰ βιβλία, ὡς θὰ ἀπαιτῆται παρ’ ἡμῖν καὶ νὰ δεχθῇ παρόμοιον σύστημα πρὸς τὰ ἀλλαχοῦ. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε μάλιστα νὰ ἀναγνώσω τοὺς λόγους τοῦ εἰσηγητοῦ τῆς Γαλλικῆς φορολογίας ἐπὶ τῆς σχετικῆς κατηγορίας, ὁ ὁποῖος ἔλεγεν ἐξαίρων τὸ προσὸν τῆς κατ’ ἀποκοπὴν ἐκτιμήσεως τῶν γεωργικῶν ἐπιχειρήσεων (ἀναγινώσκει) «Ὁ γεωργὸς δὲν ὑποχρεοῦται εἰς παροχὴν πληροφοριῶν εἰς ἀρχάς, οὐδὲ θὰ φοβῆται καταμέτρησιν τῶν προϊόντων του. Οὐδεμία ὅθεν καταπίεσις ἢ ἀδιακρισία τῶν ἀρχῶν θὰ δύναται οὕτω νὰ γίνῃ εἰς βάρος τοῦ γεωργοῦ, καθόσον ὁ φόρος θὰ ὁρίζηται ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἡμίσεος τῆς κοινῶς ἀνεγνωρισμένης μισθωτηρίου ἀξίας». Ἕνεκα τῶν πλεονεκτημάτων τούτων καὶ ἐπὶ πλέον ἕνεκα τῆς διατηρήσεως τῆς ἀμέσου ἐγγείου φορολογίας, ἐπικαλοῦμαι τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἵνα δεχθῇ καὶ προστεθῇ καὶ παρ’ ἡμῖν ἡ διάταξις αὕτη, ἵνα κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἀπαλλάξῃ τοὺς γεωργούς μας τῶν βιβλίων τῶν δηλώσεων, καὶ τέλος τῆς βαρυτάτης ὑποχρεώσεως, νὰ δέχωνται τὸν ὑπάλληλον ὅπως καταμετρήσῃ τὰ γεωργικὰ αὑτῶν προϊόντα. Ἄλλως τε ὁ Εἰσηγητὴς τοῦ παρόντος νομοσχεδίου, παραγνωρίζει, ὅτι ἐν Ἑλλάδι πλὴν τῆς βαρυτάτης ἀμέσου ἐγγείου φορολογίας, ἐπεβλήθη ἐσχάτως καὶ φορολογία ἐπὶ τῶν ἐκτάκτων γεωργικῶν κερδῶν τοῦ πολέμου, ἐνῷ τοῦτο οὔτε ἐν Γαλλίᾳ, οὔτε ἐν Ἀγγλίᾳ ἔγινε. Συνεπῶς ἡ παρ’ ἡμῖν φορολογία τῆς γῆς εἶναι τοιαύτη, ὥστε νὰ μὴ δύναται νὰ ὑποστῇ νέας ἐπιβαρύνσεις ἄνευ κινδύνων διὰ τὰς γεωργικὰς τάξεις. Ἠκολουθήσαμεν μέχρι σήμερον, κύριοι, γεωργικὴν πολιτικὴν βασιζομένην ἐπὶ τῆς κειμένης, ὡς γνωστόν, ἀμέσου φορολογίας, ἀποτέλεσμα τῆς ὁποίας εἴχομεν ἄμεσον μὲν πρὸ τῆς κηρύξεως τοῦ πολέμου, τὴν ἐγκατάλειψιν τῆς γῆς μὲ συνέπειαν τὴν ἀθρόαν μετανάστευσιν, τὴν αἱμορραγίαν ταύτην τῆς χώρας, ὅπως προσφυῶς ὠνόμασεν ταύτην ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Διὰ τούτων ἐφθάσαμεν μέχρι τοῦ σημείου, ὥστε ἐπὶ συνόλου πληθυσμοῦ 2.631.000 κατὰ τὴν ἀπογραφὴν τοῦ 1907, νὰ ἔχωμεν ἀσχολουμένους εἰς τὴν γεωργίαν μόνον 257.532, ἤτοι νὰ ἔχωμεν ἀναλογίαν γεωργῶν οὔτε 10%, καθ’ ἣν στιγμὴν ἂν μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ ἀναφέρω τὸν πίνακα τῶν ἄλλων Κρατῶν, θὰ ἴδητε, ὅτι εἰς ταῦτα ἡ ἀναλογία εἶναι ἡ ἑξῆς: Γερμανία 32%, Ἑλβετία 41%, Γαλλία 47%, Αὐστρία 55%, Οὐγγαρία 62%.
§122Μ. ΝΕΓΡΟΠΟΝΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Τὸ πιστεύετε, ὅτι εἴχαμε μόνον 257.532 γεωργούς;
§123Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΑΔΗΣ. Ἐγὼ λαμβάνω τοὺς ἐπισήμους στατιστικοὺς πίνακας τοῦ Κράτους, ἐὰν ἔχητε ἄλλας ἀποδείξεις εἶμαι πρόθυμος νὰ τὰς δεχθῶ.
§124Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Εἰς τοῦτο ἔχει δίκαιον ὁ κ. Ὑπουργός, διότι, ὡς γνωστόν, ἐργάζονται ἐδῶ καὶ γυναῖκες, τὸ ὁποῖον δὲν συμβαίνει εἰς τὰς ἄλλας χώρας.
§125Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΑΔΗΣ. Πρῶτον, ὅτι καὶ τοῦτο ἔχει ὑπολογισθῆ. Ἀλλ’ ἔστω καὶ ἂν εἶναι διπλάσιος ὁ ἀριθμὸς τῶν γεωργῶν παρ’ ἡμῖν, νομίζετε ὅτι ἡ ἀναλογία αὕτη εἶναι ἐπαρκὴς διὰ γεωργικὴν χώραν ὡς ἡ Ἑλλάς; Ἐν πάσῃ περιπτώσει τὰ οἰκτρὰ ἀποτελέσματα τῆς ἐγκαταλείψεως τῆς γῆς τὰ εἴδομεν κατὰ τὸν ἀποκλεισμόν, δι’ ὃ καὶ ἐπιβάλλεται ἵνα ἡ φορολογία μὴ ἐπιδεινώσῃ τὴν θέσιν τῶν γεωργῶν. Ἐπέστη νομίζω, κύριοι βουλευταί, ἡ στιγμὴ καθ’ ἣν ἡ γεωργία πρέπει νὰ παύσῃ πλέον νὰ ἀποτελῇ τὸ ἰσοζύγιον, τὸ ὁποῖον φέρει ὅλα τὰ βάρη τοῦ Δημοσίου. Τὸ ποτήριον ὑπερπληρώθη καὶ θὰ χυθῇ μὲ ἄμεσον ἀντίκτυπον εἰς βάρος καὶ τοῦ ἐθνικοῦ πλούτου καὶ τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς. Ἐπιβάλλεται νομίζω, νέα κατεύθυνσις τῆς γεωργικῆς πολιτικῆς, δι’ ἀνακουφίσεως τῶν γεωργικῶν τάξεων, τῶν προσθέτων γεωργικῶν φορολογικῶν βαρῶν πρὸς ἐνίσχυσιν αὐτῆς ταύτης τῆς γεωργίας καὶ διατήρησιν τῶν γεωργῶν ἐν Ἑλλάδι. Θὰ προέτεινον ὡς ἐκ τούτου εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, τὴν τροποποίησιν, ὅπως δεχθῇ τὴν αὔξησιν τοῦ ποσοστοῦ τοῦ ἀναφερομένου ἐν τῷ νομοσχεδίῳ διὰ τὴν καθαρὰν πρόσοδον τῶν γεωργικῶν ἐκείνων προϊόντων τῶν ἀπαλλασσομένων τῶν λοιπῶν ἀμέσων φόρων π. χ. σιτηρῶν κλπ. ταυτοχρόνως δὲ τὴν μείωσιν εἰς ἀνεπαίσθητον φόρον καθαρᾶς προσόδου ἐπὶ τῶν γεωργικῶν εἰσοδημάτων, εἰς τὰ ὁποῖα διατηρεῖται ἡ ἄμεσος φορολογία, ἵνα οὕτω πράγματι ἐπιτευχθῇ τὸ ἀναφερόμενον ὑποτυπῶδες καὶ ἀνεπαίσθητον. Π. χ. Ἐὰν εἰς τὴν σταφίδα διατηρῆται ἄμεσος φορολογία νὰ διατυπώσητε φόρον 2%, μόνον ἐπὶ τῆς ἐκ ταύτης καθαρᾶς προσόδου, ἀφοῦ θέλητε διὰ τοῦ φόρου τούτου νὰ κάμητε στατιστικοὺς πίνακας τῆς καθαρᾶς προσόδου τοῦ εἴδους τούτου, μέχρι τῆς καταργήσεως βραδύτερον, τῆς κειμένης ἀμέσου φορολογίας, ὁπότε θὰ ἐξομοιώσητε τὸ ποσοστὸν ταύτης πρὸς τὸ τῆς καθαρᾶς προσόδου τῶν γεωργικῶν προϊόντων δι’ ἃ διὰ τοῦ παρόντος καταργοῦμεν τοὺς κειμένους ἀμέσους φόρους. Νομίζω, ὅτι τοιουτοτρόπως, ἐὰν ἤθελε ρυθμισθῇ τὸ νομοσχέδιον αὐτό, θὰ ἐλάμβανεν ὄψιν πράγματι φορολογίας δικαίας καὶ δὲν θὰ κατέληγεν εἰς τὰ ἀποτελέσματα εἰς τὰ ὁποῖα ἀπέδειξα, ὅτι καὶ ἀνάγκην θὰ καταλήξῃ, ἐὰν μείνῃ ὡς διετυπώθη, διότι οὕτω θὰ βαρύνωνται ἐλαφρότερον ἢ βαρύτερον τάξεις τινὲς καὶ ἄλλαι θὰ ἀπαλλαγῶσιν, ἐνῷ ὤφειλον νὰ φορολογηθῶσιν ὅλαι ἐξ ἴσου. Ἐν ὀνόματι ὅθεν τῆς φορολογικῆς ἰσότητος, ἣν τοσοῦτον δικαίως ἐξῆρε χθὲς ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἐπιβάλλεται ἡ μεταρρύθμισις αὕτη, διότι ἂν μείνῃ τὸ νομοσχέδιον ὡς ἔχει, ἀντὶ τῆς ἰσότητος θὰ ἐπιφέρῃ πλείστας ὅσας ἀνισότητας. Εἰσέρχομαι εἰς τὸ κεφάλαιον Εʹ τῆς φορολογίας τῶν κινητῶν ἀξιῶν. Ἡ φορολογία αὕτη ἀποτελεῖ ἀναγκαῖον συμπλήρωμα τῆς ἐν γένει φορολογίας παρ’ ἡμῖν. Σκοπὸς πλέον τοῦ τοιούτου φόρου δὲν εἶναι, κατὰ τὰς κρατούσας ἀντιλήψεις, ὁ οἰκονομικός, ἀλλὰ καὶ ὁ τῆς κοινωνικῆς καὶ πολιτικῆς ἐπεμβάσεως τῆς Πολιτείας πρὸς διανομὴν τῶν εἰσοδημάτων καὶ τοῦ πλούτου τοῦ πληθυσμοῦ κατὰ τρόπον τροποποιοῦντα τὴν διανομὴν τούτων. Ἡ ἄποψις αὕτη τῆς φορολογίας, ὡς μέσον κοινωνικῆς δικαιοσύνης, ἐπεβάλλετο παρ’ ἡμῖν πρὸς ἀνακούφισιν τῶν λαϊκῶν τάξεων ἐξ ἐμμέσων φόρων. Ἀπέβαινεν ἀληθῶς ὑπάτη ἀδικία ἀπέναντι τῆς βαρυτάτης φορολογίας τῶν παραγωγικῶν τάξεων ἡ ἀσυδοσία εἰσοδηματιῶν ἐχόντων βεβαίαν καὶ ἀκίνδυνον πρόσοδον. Ὡς ἐκ τούτων εἰς τὴν κατηγορίαν ταύτην νομίζω, ὅτι ὄχι μόνον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν ἐπέβαλε φόρον βαρύν, ἀλλὰ τοὐναντίον ἐδείχθη πολὺ ἐπιεικὴς πρὸς τὴν τάξιν τῶν εἰσοδηματιῶν τούτων. Διότι, ὡς γνωστόν, οἱ εὐνοούμενοι φορολογικῶς μέχρι σήμερον εἰσοδηματίαι ἐκ κινητῶν ἀξιῶν, ἐφορολογοῦντο διὰ ταύτας μὲ 5% φόρον τῶν κερδῶν ἐκ κινητῶν ἀξιῶν καὶ τὸν φόρον τῶν διανεμομένων κεδρῶν ἐκ 2%, ἤτοι ἐν συνόλῳ ἐφορολογοῦντο μὲ 7%. Ἡ προτεινομένη κατηγορία σήμερον αὐξάνει τὴν φορολογίαν κατὰ 1% μόνον, ἐνῷ πρόκειται περὶ ἀνθρώπων ἐχόντων τὰ μέσα καὶ ἀντέχοντας ὤμους νὰ βαστάξωσι πολὺ βαρύτερα βάρη. Ἀλλ’ οὐδὲ ὁ φόβος τῆς φυγαδεύσεως τῶν κεφαλαίων ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα εἰς τὸ ἐξωτερικὸν ἕνεκα τῆς ἐπιβολῆς τῆς φορολογίας ταύτης εἶναι βάσιμος, διότι αἱ φορολογίαι πάντων τῶν ἄλλων Κρατῶν εἶναι πολὺ βαρύτεραι τῆς Ἑλληνικῆς φορολογίας, καὶ ἑπομένως δὲν ὑπάρχει λόγος, ὅπως ὑπάρξῃ τοιοῦτος φόβος. Ὁ δὲ φόβος τῆς Ἐπιτροπῆς περὶ εἰσπράξεως τῶν εἰσοδημάτων ἐκ κινητῶν ἀξιῶν ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ δι’ ἐπιταγῶν, δὲν εἶναι ἄμεσος, ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἕνεκα τῆς ὑπαρχούσης ἐκεῖ βαρείας φορολογίας, ἀφ’ ἑτέρου δ’ ἕνεκα τῶν διεθνῶν συμβάσεων τῆς φορολογικῆς ἀμοιβαιότητος, ἃς οἱ εἰδικοὶ προβλέπουσιν ὡς λίαν προσεχῶς ἐφαρμοσθησομένας. Εἰσέρχομαι μετὰ ταῦτα εἰς τὴν θυρίδα ΣΤʹ τῶν καθαρῶν προσόδων ἐξ ἐμπορικῶν καὶ βιομηχανικῶν ἐπιχειρήσεων. Εἰς ταύτην τὴν θυρίδα δὲν δύναμαι, κ. Ὑπουργέ, ἢ νὰ σᾶς συγχαρῶ ἀπὸ ἀπόψεως συστήματος, τονίζων τὴν ἀνάγκην ὅπως σπεύσητε νὰ καταργήσητε τὸ ταχύτερον τὴν φορολογίαν τῶν ἐπιτηδευμάτων, βασιζομένην ἐπὶ τῶν ἐνδείξεων, καὶ ἀποτελοῦσαν μᾶλλον τέλος πρὸς παραχώρησιν ἀδείας ἐξασκήσεως ἐμπορίου καὶ βιομηχανίας. Καὶ ἐν αὐτῇ τῇ Γαλλίᾳ ἔνθα ἀνεπτύχθη ὁ φόρος τοῦ ἐπιτηδεύματος καὶ ἔδωκε μεγάλας ἀποδόσεις, οὐχ ἧττον ἐστράφησαν πρὸς τὴν φορολογίαν τῆς καθαρᾶς προσόδου, διότι διὰ τῆς φορολογίας τῶν ἐπιτηδευμάτων ἀπεδείχθη καὶ ἐκεῖ, ὅτι ἄλλα μὲν ἐπιτηδεύματα ἐφορολογοῦντο μὲ ἓν ἐπὶ τοῖς χιλίοις, καὶ ἄλλα μὲ 10 τοῖς ἑκατόν. Πρὸς ἄρσιν τῶν ἀτόπων τούτων ἐπιβάλλεται βεβαίως ἡ φορολογία τῆς καθαρᾶς προσόδου, ἀλλὰ μὲ τὴν κατάργησιν τοῦ φόρου τῶν ἐπιτηδευμάτων, ὃν βεβαίως ὑπόσχεσθε ἐν τῇ εἰσηγητικῇ ὑμῶν ἐκθέσει, ὅτι θέλητε καταργήσῃ θᾶττον ἢ βράδιον, ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ παρόντος τὸν διατηρεῖτε. Κατὰ δὲ τὴν διατύπωσιν τοῦ νομοσχεδίου παρουσιάζεται καὶ τὸ ἀκόλουθον ἐλάττωμα, ὅτι ἐνῷ ὑποχρεοῦται πᾶς ἐπιτηδευματίας νὰ δηλώσῃ τὴν καθαρὰν πρόσοδον αὐτοῦ, ἡ δήλωσις αὐτοῦ λαμβάνεται ὑπ’ ὄψει μόνον ἐφ’ ὅσον δηλοῖ πρόσοδον βαρύτερον φορολογουμένην, τοῦ εἰς τοῦτον ἐπιβεβλημένου φόρου ἐπιτηδεύματος, ἐφ’ ὅσον δὲ κατὰ ποσὸν ἡ ἐκ τῆς δηλώσεως τῆς καθαρᾶς προσόδου φορολογία εἶναι μικροτέρα τοῦ ἐπιτηδεύματος, τὸ ὁποῖον πληρώνει, τότε ὁ δηλῶν καλεῖται πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ φόρου ἐπιτηδεύματος διὰ τοῦ ἀναλογοῦντος ποσοῦ καθαρᾶς προσόδου ἐπὶ τῇ βάσει τῆς δηλώσεώς του.
§126Μ. ΝΕΓΡΟΠΟΝΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Γνωρίζετε, εἰς τί ποσοστὸν ἔχουν φθάσει αἱ δηλώσεις ἐπὶ τῶν τῶν ἐκτάκτων κερδῶν; Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ μεταχειρισθῶ διὰ τῶν προστίμων φορολογίαν ἀγρίαν, διότι εἰς 90% ἀνέρχονται οἱ καθυστερήσαντες ἐκ τῶν ὑποχρέων τὰς δηλώσεις των. Ὑποχρεοῦμαι νὰ χορηγήσω προθεσμίαν νέαν ἑνὸς μηνὸς, ἵνα προβῶσιν εἰς νέας δηλώσεις καὶ νὰ μὴ τιμωρηθῶσι παρὰ δι’ ἑνὸς μικροῦ προστίμου οἱ παραλείψαντες τὰ δηλώσεις.
§127Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΑΔΗΣ. Ἀσχέτως πρὸς τὴν προθυμίαν καὶ ἀκρίβειαν τῶν δηλώσεων περὶ ὧν θὰ ὁμιλήσω κατωτέρω, δὲν δύναμαι ἵνα ἀποδείξω τὸ ἄτοπον συμπέρασμα, εἰς τὸ ὁποῖον καταλήγει τὸ νομοσχέδιον. Δηλαδὴ, ὅταν πρόκειται περὶ εἰσπράξεως ἐκ τῆς φορολογίας τῆς καθαρᾶς προσόδου μικροτέρου φόρου λέγετε, ὅτι ἐν ᾧ οἱ φορολογούμενοι ὑπεχρεώθησαν εἰς τὰς δηλώσεις, δὲν τὰς δέχεσθε, ἀλλὰ δέχεσθε τὰς ἐνδείξεις, δι’ ὧν φορολογοῦνται διὰ τοῦ φόρου ἐπιτηδεύματος. Καὶ ἐρωτῶ κατὰ ποίαν δικαιολογητικὴν βάσιν ὑπαρχουσῶν ἐνδείξεων καὶ ἀποδείξεων εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ προτιμηθῶσιν αἱ ἐνδείξεις; Νομίζω, ὅτι τοῦτο εἶναι ἐντελῶς ἀβάσιμον καὶ ἀνυποστήρικτον. Διότι καταλήγει εἰς τὸ ὅτι ἄλλαι μὲν ἀρχαὶ ἰσχύουσι προκειμένου περὶ τοῦ συμφέροντος τοῦ Κράτους, καὶ ἄλλαι ἀρχαὶ ἰσχύουσι προκειμένου περὶ τοῦ συμφέροντος τοῦ φορολογουμένου. Τὸ ἄτοπον τῆς ἀπὸ ἀπόψεως φορολογικῆς δικαιοσύνης καθιερώσεως τοιαύτης ἀρχῆς—προερχόμενον ἐκ τῇ διατηρήσεως ἐκ παραλλήλου τοῦ φόρου ἐπιτηδεύματος—ἐπιβάλλεται τὸ ταχύτερον νὰ ἀρθῇ διὰ τῆς καταργήσεως τοῦ φόρου ἐπιτηδεύματος. Εἰσέρχομαι ἤδη εἰς τὴν κατηγορίαν τῆς φορολογίας τῆς ἐκ μισθωτῶν ὑπηρεσιῶν προσόδου, ἥτις πρώτην φορὰν εἰσάγεται παρ’ ἡμῖν καὶ πλήττει τάξεις ἀπηλλαγμένας μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης πάσης φορολογίας. Πλὴν ἡ πρόσοδος τῆς βιομηχανίας καὶ τοῦ ἐμπορίου, ἡ καταπληκτικὴ σύγχρονος ἀνάπτυξις τῶν ἀνωνύμων Ἑταιρειῶν καὶ αὐτῆς ταύτης τῆς ὑπαλληλίας τοῦ δημοσίου, διαρκῶς αὐξανόμεναι, ἐδημιούργησαν μίαν ὁλόκληρον τάξιν πολιτῶν ἀπολαύουσαν ὄχι πλέον ἐλαχίστου ὁρίου συντηρήσεως, ἀλλὰ μεγάλων ἀμοιβῶν, ἀπηλλαγμένων πάσης φορολογίας. Ἡ κοινωνικὴ δικαιοσύνη ἐπέβαλεν, ὅπως ὁ ἀπολαύων μισθοὺς ἐτησίως χιλιάδων δραχμῶν ὑπάλληλος φορολογεῖται ὅπως φορολογεῖται καὶ ὁ μικρὸς ἰδιοκτήτης καὶ ὁ μικρὸς γεωργὸς ὁ ἔμπορος ἢ ὁ βιομήχανος, διότι θὰ εἶναι ἄδικον, ὡς ἔλεγεν ἄλλοτε Ὑπουργός τις τῶν Οἰκονομικῶν τῆς Γαλλίας, νὰ φορολογοῦνται ὅλα τὰ ἄλλα εἰσοδήματα, πλὴν τούτου, διότι ἐὰν ὁ ὑπάλληλος τῆς σήμερον ἔζη ὅτε δὲν εἶχεν ἀναπτυχθῆ τὸ τῶν ὑπαλλήλων στάδιον πρὸ ἑκατονταετίας, δηλαδὴ, καὶ συνεπῶς δὲν ἦτο ὑπάλληλος θὰ ἠσχολῆτο, κατ’ ἀνάγκην, εἰς γεωργίαν, ἐμπόριον ἢ βιομηχανίαν καὶ θὰ ἦτο ἢ μικρὸς γεωργὸς ἢ μικρὸς ἔμπορος ἢ βιομήχανος, ὁπότε θὰ ἐπλήρωνε τὸν ἀνάλογον φόρον, ὃν ὅμως ἄνευ τῆς κατηγορίας τῆς φορολογίας τῆς καθαρᾶς προσόδου ἀπέφευγεν. Δι’ αὐτὸ ἀξία παντὸς ἐπαίνου ἀπὸ ἀπόψεως φορολογικῆς δικαιοσύνης καὶ ἰσότητος τυγχάνει ἡ εἰσαγωγὴ τῆς κατηγορίας ταύτης. Προκειμένου τέλος περὶ τελευταίας κατηγορίας τῆς καθαρᾶς προσόδου ἐξ ὑπηρεσιῶν ἐλευθερίων ἐπαγγελμάτων δὲν ἔχω νὰ παρατηρήσω τι διότι δὲν εἶναι καινοτομία τις, ἀφ’ οὗ διὰ τὰς τάξεις ταύτας ὑπῆρχεν ἡ φορολογία τοῦ ἐπιτηδεύματος καὶ συνεπῶς δὲν ἀποτελεῖ ἢ ἁπλῆν διαρρύθμισιν ταύτης καταργοῦσαν τὸ ἐπισφαλὲς σύστημα τῶν ἐνδείξεων καὶ ἀντικαθιστῶσαν τοῦτο διὰ δηλώσεων. Ἐπειδὴ δὲ αἱ ἐνδείξεις ἀπέβαινον ἰδιαιτέρως ἐπιβαρυντικαὶ εἰς τοὺς ἀσκοῦντας ἐλευθέρια ἐπαγγέλματα ἡ μεταρρύθμισις αὕτη θέλει ἀποβῆ ἀληθῶς ἀνακουφιστικὴ εἰς τὰς πασχούσας παρ’ ἡμῖν ἐπιστημονικὰς τάξεις. Εἰσέρχομαι τέλος εἰς τὸν ἄλλον φόρον τοῦ παρόντος νομοσχεδίου, τὸν συμπληρωματικόν, ὅστις εἰσήχθη παρ’ ἡμῖν ἀπὸ τοῦ 1909 μὲ ποσοστὸν 3%–7% καὶ εἶτα ἀντικατεστάθη ὑπὸ τοῦ νόμου ΓΩΛʹ τοῦ 1911 μὲ ποσοστὸν 2%–3%. Ἐν τῇ φορολογίᾳ καθόλου τῆς καθαρᾶς προσόδου ἡ ἐφαρμογὴ τούτου πρὸ τῆς ἐφαρμογῆς τῆς κατὰ θυρίδας φορολογίας τῆς καθαρᾶς προσόδου ἀποτελεῖ σχῆμα πρωθύστερον — διότι ὁ κατὰ θυρίδας φόρος ἀποτελεῖ τὴν βάσιν τῶν φορολογικῶν κτιρίων, οὗ τὴν στέγην ἀποτελεῖ ὁ συμπληρωματικός. Ἐν ᾧ δ’ ὁ κατὰ θυρίδας, ἢ κατηγορίας φορολογεῖ χωριστὰ καὶ κατὰ τὴν φύσιν τῆς προσόδου δι’ οἰκονομικῆς ἀναλύσεως, ὁ συμπληρωματικὸς φορολογεῖ δι’ οἰκονομικῆς συνθέσεως. Ὡς προσωπικὸς δὲ φόρος εἶναι δεκτικὸς προοδευτικῆς φορολογίας πρὸς διόρθωσιν τῶν ἀδικιῶν τῆς ἀμέσου ἢ ἐμμέσου φορολογίας. Ὡς τοιοῦτος δὲ εἰσήχθη ὑπὸ τοῦ Lloyd George ἐν Ἀγγλίᾳ κατὰ τὸ 1909, ὡς supertax καὶ ἐν Γαλλίᾳ ὑπὸ τοῦ Caillaux κατὰ τὸ 1914. Τὴν ἐπιδιωκομένην δὲ διὰ τούτου δικαιοσύνην ἐν τῇ φορολογίᾳ ἀποδεικνύει καὶ ἡ ἀσχέτως εἰς 20% ἀπὸ 1½% ἀνύψωσις τούτου ἐν Γαλλίᾳ. Τοὐναντίον δὲ πρέπει νὰ λεχθῇ παρ’ ἡμῖν καθόσον ἡ προτεινομένη διὰ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου φορολογία πρὸς 5% ἀντὶ τοῦ μέχρι σήμερον 2–3% δὲν δύναται νὰ ἀνταποκριθῇ εἰς τὸ προοδευτικὸν τῆς φορολογίας. Ἰδιαίτατα δ’ ἐπικαλοῦμαι τὴν ἀντίληψιν ὑμῶν, κύριοι βουλευταὶ, ἐπὶ τῆς πλημμελοῦς διατυπώσεως τοῦ παρόντος νομοσχεδίου. Διὰ τοῦ συμπληρωματικοῦ τούτου φόρου τὰ μικρὰ εἰσοδήματα μέχρι 30.000 δραχμῶν φορολογοῦνται μὲ 5%— ὅστις λόγῳ τῆς κλίμακος καὶ τῶν ἐκπτώσεων ἰσοδυναμεῖ κατὰ ποσὸν πρὸς τὸν ἐν Γαλλίᾳ ἐπιβεβλημένον τοιοῦτον πρὸς 12½%. Πρὸς τούτοις δὲ τὸ ποσοστὸν δὲν ἀνέρχεται διὰ τὰ μεγαλείτερα εἰσοδήματα ἄνω τῶν 5% ἐν ᾧ ἐν Γαλλίᾳ πρόσοδος 100.000 δραχμ. φορολογεῖται μὲ 7%, πρόσοδος δὲ 500.000 δραχμ. μὲ 11.25%, ἀλλὰ παρ’ ἡμῖν παραμένει στάσιμον— τοῦθ’ ὅπερ ἀντίκειται εἰς τὸ φύσει προοδευτικὸν τοῦ φόρου τούτου καὶ ἀποβαίνει ἀληθῶς ὑπάτη ἀδικία καὶ ἀνισότης νὰ πλήττωνται τὰ μικρὰ εἰσοδήματα μὲ φόρον 12½%, τὰ δὲ μεγαλείτερα πρὸς 5%. Παρατηρεῖται δὲ τὸ ἀντίστροφον, ἤτοι ἀντὶ τῆς ἐπιβαλλομένης φορολογικῆς προοδευτικότητος, μείωσις τοῦ ποσοστοῦ διὰ τὰ μεγαλείτερα εἰσοδήματα, τοῦθ’ ὅπερ ἀντίκειται εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς φορολογικῆς ἰσότητος, ὅλως δ’ ἰδιαιτέρως εἰς τὸ φύσει προοδευτικὸν τοῦ φόρου τούτου. Βεβαίως εἶναι ἄξιον θαυμασμοῦ διά τε τὴν μαθηματικὴν ταύτην ὅσον καὶ ταχυδακτυλουργικὴν ἐπιτυχίαν τὸ κατόρθωμα τοῦ παρόντος νομοσχεδίου, δι’ οὗ ἐπετεύχθη, ὥστε ἐν ᾧ ἐν ἐπικεφαλίδι φέρει φορολογίας ποσοστὸν 5%, διὰ τῆς ἐφαρμοζομένης κλίμακος καὶ τῶν ἐκπτώσεων νὰ φορολογοῦνται πρὸς 12½%, πράγματι αἱ κάτω τῶν 30.000 δραχ. καθαραὶ πρόσοδοι. Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω νὰ μὴ σταματήσητε τὴν κλίμακα, κύριε Ὑπουργέ, εἰς τὸ 5%, οὔτε νὰ ἀρκεσθῆτε εἰς τὴν κατόπιν τῶν παρατηρήσεων ἡμῶν ἐν τῇ ἐπιτροπῇ προστεθεῖσαν νέαν φορολογίαν, δι’ ἧς φορολογεῖτε τὰ ἄνω τῶν 100.000 δρχ. εἰσοδήματα μὲ πρόσθετον φόρον 10%, διότι τότε πάλιν καταλήγετε καὶ φορολογεῖτε τὰς ἄνω τῶν 100.000 δρχ. καθαρὰς προσόδους μὲ 12%, ἤτοι μὲ τὸ αὐτὸ ποσοστόν, μὲ τὸ ὁποῖον φορολογεῖτε καὶ τὰ μικρὰ εἰσοδήματα μέχρι 30.000 δραχ... Χάριν ὅθεν τῆς ἀναλογίας τῆς προοδευτικότητος, θὰ ἐθεώρουν ὀρθὸν ἵνα καὶ τὰ εἰσοδήματα τῶν 50.000 δρχ. καὶ ἄνω φορολογηθῶσι μὲ πρόσθετον φόρον 5%. Ἐπικαλοῦμαι τὴν ἀρχὴν τῆς φορολογικῆς δικαιοσύνης, τὴν ἀρχὴν τὴν ἐπιστημονικὴν τῆς προοδευτικότητος, κύριε Ὑπουργέ τῶν Οἰκονομικῶν, τοῦ φόρου τούτου καὶ παρακαλῶ, ὅπως αὐξήσητε τὸ ποσοστὸν, ἐφ’ ὅσον θέλετε νὰ τηρήσητε προοδευτικὴν φορολογίαν καὶ εἰς τὸν φόρον τοῦτον συμφώνως πρὸς τὰς ὑποδείξεις τῆς ἐπιστήμης. Ἀφ’ οὗ δὲ ἤδη ἠξίωσα παρ’ ὑμῶν τοσαύτας αὐξήσεις ποσοστῶν, ἐξ ὧν θὰ ἐπιτευχθῶσι τόσαι ἀποδόσεις, ἂς γίνωσιν δεκταὶ αἱ παρατηρήσεις μου, νομίζω, ὅτι δικαιοῦμαι νὰ ζητήσω καὶ ἐγὼ καὶ μίαν ἄλλην ἀπαλλαγὴν, μίαν ἐξαίρεσιν, διὰ μίαν κατηγορίαν ἀνθρώπων δικαιουμένων γενικώτερον εἰς ἀπαλλαγὴν πάσης φορολογίας, ἀφ’ οὗ ὑπέστησαν τὴν διὰ θυσίας μέλους τοῦ σώματός των φορολογίαν τοῦ αἵματος. Ἐπικαλοῦμαι τὴν ἀντίληψιν ὑμῶν καὶ ὑποθέτω, ὅτι διερμηνεύω τὴν γνώμην ὁλοκλήρου τῆς Βουλῆς προτείνων, ὅπως ἀπαλλαγῶσιν ἀπὸ πᾶσαν φορολογίαν καθαρᾶς προσόδου οἱ ἀνάπηροι τῶν πολέμων, οἱ ἐξερχόμενοι ἐκ τῆς Στέγης τῆς Πατρίδος, ὅπως ἐφαρμόζοντες τὰ ἐν ταύτῃ διδαχθέντα τούτοις ἐκτελέσουν οἱονδήποτε ἐπάγγελμα. Δι’ ὃ παρακαλῶ ὑμᾶς, ὅπως, εἰ δυνατόν, περιλάβητε διάταξιν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, οἱ ἔχοντες οἱανδήποτε καθαρὰν πρόσοδον μέχρι 10.000 δρχ. ἀνάπηροι τῶν πολέμων ἀπαλλάσσονται πάσης φορολογίας, τοῦτο ἤθελεν εἶναι ἀρχὴ ὑψίστης δικαιοσύνης καὶ ἐθνικὸν καθῆκον καὶ ἔναρξις δὲ ἐφαρμογῆς παρ’ ἡμῖν ἀρχῶν, εἰς ἃς πολλὰ ἄλλα Κράτη ἔστερξαν.
§128Μ. ΝΕΓΡΟΠΟΝΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Δεκτόν αὐτό.
§129Γ. ΓΑΪΤΑΝΟΣ. Ποῖον εἰσοδηματίαν εἴδετε ἀνάπηρον πολέμου;
§130Κ. ΚΑΛΟΜΕΝΟΠΟΥΛΟΣ. Παρηκολούθησα μετὰ μεγίστης προσοχῆς κ. συνάδελφε, τὴν ἀγόρευσίν σας, μοὶ διέφυγεν ὅμως ἡ φρᾶσις ἡ τελευταία. Ζητεῖτε τὴν ἀπαλλαγὴν διὰ τὸν ἔχοντα ἄνω τῶν 10.000 δραχμῶν πρόσοδον ἢ κάτω τῶν 10.000;
§131Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΑΔΗΣ. Μέχρι 10.000, διότι πρὸς τοὺς μικροὺς εἰσοδηματίας δέον νὰ στραφῇ τὸ ἐνδιαφέρον μας. Τελευτῶν θὰ εἰσέλθω εἰς τὰς γενικὰς διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου ἐπὶ τῶν ὁποίων θὰ ἐπικαλεσθῶ καὶ πάλιν τὴν ἀντίληψιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐπὶ τῶν ὡρισμένων σημείων, τῆς ἀπόψεως προστασίας τῶν φορολογουμένων κατὰ πάσης αὐθαιρεσίας, τοῦ τρόπου ἐπιβολῆς τούτου, τῶν φορολογητέων προσώπων, τῆς βεβαιώσεως καὶ εἰσπράξεως κλπ... Οὕτω θὰ ἐφρόνουν ὅτι ἐπεβάλλετο νὰ ἀναγραφῶσιν εἰς τὸν νόμον καὶ ὄχι νὰ ὁρισθῶσιν διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος, τὰ μέσα τῆς ἀποδείξεως, τὸ βάρος τούτων αἱ προσφυγαὶ ὡς καὶ πᾶσα λεπτομέρεια περὶ τούτων, διότι ὡς γνωστὸν ὁ φορολογούμενος δὲν εἶναι νομικός, ὥστε νὰ δύναται νὰ γνωρίζῃ τὴν σχέσιν τοῦ νόμου καὶ τοῦ Βασ. Διατάγματος, οὐδὲ εἶναι δυνατὸν νὰ παρακολουθῇ τὰ ἑκάστοτε ἐκδιδόμενα Βασ. Διατάγματα, οὔτε νὰ ἔχῃ ἰδίαν βιβλιοθήκην ἐν ᾗ νὰ καταστήσῃ τὰ Β. Διατάγματα, ἵνα γνωρίζῃ τὴν ἰσχὺν τούτων ὡς καὶ τὰ ὑπάρχοντα νόμιμα μέσα πρὸς προστασίαν τῶν δικαιωμάτων καὶ τῆς ἐλευθερίας του ἐν γένει, διὰ νὰ μὴ καταλήγῃ ὁ φορολογούμενος ἐξ ἀγνοίας εἰλικρινοῦς τοῦ ἰσχύοντος νόμου, νὰ παραβαίνῃ τοῦτον ὡς συμβαίνει σήμερον. Θὰ ἐτόλμων μάλιστα νὰ εἴπω, ὅτι ὄχι μόνον ἐν τῷ νόμῳ, ἀλλὰ καὶ ἐν ἑκάστῃ κατηγορίᾳ τοῦ νόμου δέον νὰ ἐπαναλαμβάνωνται ταῦτα διὰ νὰ δύναται ἑκάστης κατηγορίας φορολογούμενος νὰ ἔχῃ πλήρη γνῶσιν τῶν ὑποχρεώσεων καὶ δικαιωμάτων αὐτοῦ. Ἑτέραν παρατήρησιν θὰ εἶχον νὰ ἀπευθύνω πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅσον ἀφορᾷ τὰ φορολογητέα πρόσωπα. Νομίζω, ὅτι καὶ ἐν τούτῳ δὲν ἠκολουθήθη ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἡ μέθοδος τῆς κατατάξεως κατὰ πρόσωπα τῶν φορολογητέων ἢ καὶ ὀρθοτέρα, διότι ἂν ἀπετείνετο πρὸς τὰ πρόσωπα δηλαδὴ τοὺς ὑπηκόους τοῦ Κράτους, θὰ ἠδύνατο καὶ πάσας τὰς ἐν τῷ ἐξωτερικῷ πραγματοποιουμένας προσόδους νὰ φορολογῇ κατὰ κανόνα μετ’ ἀφαίρεσιν πάντοτε τῶν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ καταβαλλομένων φόρων χωρὶς νὰ περιορίζῃ ὡς διὰ τοῦ νομοσχεδίου τὴν φορολογίαν τῶν προσώπων τούτων εἰς τὰς προσόδους ἐξ ἀμοιβῶν ὑπηρεσίας καὶ τὰς ἐκ κινητῶν ἀξιῶν. Θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ δ’ ἐπίσης νὰ σᾶς ὑπομνήσω καὶ ἄλλην διάταξιν, ἡ ὁποία ἀντίκειται καὶ εἰς τὰς γενικὰς ἀρχὰς καὶ ἥτις οὐχ ὀλίγας ζημίας θὰ ἐπιφέρῃ. Καθ’ ὃν τρόπον ἔχει διατυπωθῇ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἡ διάταξις περὶ φορολογίας τῶν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ πραγματοποιουμένων προσόδων δι’ ὑποκαταστημάτων καὶ πρακτορείων μόνον ἐφ’ ὅσον ἐξαρτῶνται ἐκ κυρίας ἐπιχειρήσεως εὑρισκομένης ἐν Ἑλλάδι, ἡ ἐντεῦθεν διευθυνομένης, θὰ ἐπέλθῃ τὸ ἑξῆς ἀποτέλεσμα: ὅτι πρὸς ἀποφυγὴν τῆς φορολογίας οὐδὲν ἄλλο θὰ ἔχωσι νὰ πράξωσιν οἱ οἶκοι οἱ μετὰ τοῦ ἐξωτερικοῦ ὁπωσδήποτε ἐργαζόμενοι ἢ νὰ μεταφέρωσι τὴν ἕδραν τῶν ἐξ Ἑλλάδος εἰς ἐξωτερικὸν καὶ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον θὰ διαφεύγωσι τὴν φορολογίαν. Γνωρίζω ἐκ σχετικῆς μετ’ αὐτοῦ συνομιλίας, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἔχει ὑπ’ ὄψει του διεθνεῖς οἰκονομικὰς συνθήκας μελλούσας προσεχῶς νὰ καθορίσωσι τὰ μεταξὺ τῶν Ἐθνῶν φορολογικὰ μέτρα, ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ παρόντος θὰ ἐφρόνουν, ὅτι ἐπὶ τῇ βάσει τῶν σήμερον ἰσχυόντων, ἔπρεπε νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει τὴν ἀκόλουθον διατύπωσιν ἔχουσαν ὡς ἑξῆς. (ἀναγινώσκει): «Ὑπὸ καταστημάτων Ἑλλήνων, ὁπωσδήποτε σχετιζομένων μετὰ τοιούτων ἐν Ἑλλάδι ἢ ἐμπορευομένων Ἑλληνικὰ προϊόντα κλπ» δι’ ὃ καὶ λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω τὴν τροπολογίαν ταύτην, ὑπὸ τὴν κρίσιν ὑμῶν.
§132Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Δὲν νομίζετε, ὅτι οὕτω θὰ φορολογηθοῦν ὅλοι οἱ ἐμπορευόμενοι ἐν Ἀμερικῇ;
§133Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΑΔΗΣ. Δὲν ὑπάρχει λόγος· ἀπὸ ἀπόψεως φορολογικῆς ἰσότητος καὶ δικαιοσύνης, οὐδεὶς λόγος νὰ ἀπαλλαγῶσι τῆς φορολογίας οἱ Ἕλληνες οἱ ἐμπορευόμενοι ἐν Ἀμερικῇ.
§134Π. ΒΟΥΡΛΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τοῦ Ἐπισιτισμοῦ). Εἰς ὅλα τὰ Κράτη ὁ φόρος αὐτὸς εἶναι βαρύτερος, ὥστε εἶναι δῶρον ἄδωρον αὐτὸ ποῦ δίδεται παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν.
§135Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΑΔΗΣ. Καὶ βαρύτερος ἂν εἶναι ὁ φόρος ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, οὗτοι πρὸς ἀποφυγὴν πάσης φορολογίας εἰς μὲν τὴν Ἑλλάδα θὰ δηλώσουν, ὅτι ἔχουσιν ἕδραν ἐν Ἀγγλίᾳ, π.χ. εἰς δὲ τὴν Ἀγγλίαν τὸ ἀντίθετον· θέλω δὲ νὰ δημιουργηθῇ εἰς τοὺς φορολογουμένους ἡ ἐντύπωσις, ὅτι ὑπάρχει τάξις ἐμπορευομένων Ἑλλήνων ὁπουδήποτε, οἱ ὁποῖοι δὲν φορολογοῦνται καὶ δὴ οἱ ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, ἵνα μὴ γίνῃ καὶ τοῦτο πρόσθετος ἀφορμὴ ἀποδημίας, πλὴν τῆς κακῆς ἐκ τούτων ἀπόψεως ψυχολογικῆς ἐντυπώσεως.
§136Μ. ΝΕΓΡΟΠΟΝΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐφ’ ὅσον ἔχει ὑποκατάστημα θὰ τὸν φορολογήσω.
§137Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΑΔΗΣ. Ναί, ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον ἔχει τὴν ἕδραν του ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, κατὰ τὴν διάταξιν τοῦ νομοσχεδίου, δὲν θὰ τὸν φορολογήσητε. Πρέπει νὰ λεχθῇ ἐν τέλει, ὅτι ἐκ τοῦ τρόπου τῆς βεβαιώσεως ἐξαρτᾶται ἐν γένει ἡ ἐπιτυχία τῆς φορολογίας ταύτης. Δι’ ὅ ἀνάγκη ἐπισταμένης ἐκλογῆς τοῦ τηρητέου συστήματος πρὸς βεβαίωσιν τῶν προσόδων. Ὡς πρὸς τοῦτο ὅθεν εἶμαι συμφωνότατος, ὅτι ἐπὶ τῶν τριῶν ἰσχυόντων συστημάτων τοῦ τῆς ἀποκοπῆς, τῶν ἐνδείξεων καὶ τῶν δηλώσεων, τὸ τελευταῖον σύστημα τῶν δηλώσεων, τὸ ὁποῖον ἀκολουθεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἐν τῷ νομοσχεδίῳ εἶναι ἡ συντελεστέρα πρὸς τὰς κρατούσας ἐπιστημονικὰς ἀρχάς. Πλὴν καὶ τοῦτο προσκροῦον εἰς λεπτότητα ἐξακριβώσεως δηλώσεων, προκαλεῖ ἐξέγερσιν φορολογουμένων τάξεων — λόγῳ τοῦ καταθλιπτικοῦ τῆς ἐρεύνης δηλώσεων ἀποτελούσης τὸ ἀληθὲς φόβητρον τῶν φορολογουμένων. Οὐχ’ ἧττον λόγῳ τῆς ἀποκρύψεως ἀποταμιευμάτων εἰς σύστημα ἐνδείξεων— ὅπερ καταλήγει εἰς σύστημα ἀποκοπῆς προκειμένου περὶ φόρων ἐπιτηδευμάτων, ἐμπορίου, καὶ βιομηχανίας προτιμητέον τὸ τῶν δηλώσεων. Πρὸς ἐπιβολὴν τοῦ ὑποχρεωτικοῦ τούτου, μακροὶ ἀγῶνες ἀπῃτήθησαν ἐν Γαλλίᾳ 1910–1917 μέχρι τῆς καθιερώσεως τούτου. Ἀλλὰ συγχρόνως δὲν πρέπει νὰ παρίδωμεν, ὅτι τὸ σύστημα τῆς ὑποχρεωτικῆς δηλώσεως ἔχει ἀνάγκην ἀπαραιτήτου ἐλέγχου, ἵνα μὴ πληρώνῃ ἕκαστος ὅσον φόρον θέλει. Διότι ἄλλως ὁ φόρος οὗτος μὲ δήλωσιν καὶ ἔλεγχον κακὸν ἢ ἀτελῆ εἶναι ὅπως λίαν ὀρθῶς λέγει ὁ Stuart Mill, φόρος ἐπὶ τῶν συνειδήσεων πληρωνόμενος μόνον παρὰ τῶν ἐντίμων φορολογουμένων καὶ καθιστῶν προνομιακοὺς τοὺς μᾶλλον ἀσυνειδήτους τοὺς ἀποφεύγοντας τὴν φορολογίαν ταύτην. Ἀλλ’ ἡ ἐπαλήθευσις τῆς φορολογίας ταύτης τῆς καθαρᾶς προσόδου διὰ τοῦ ἐλέγχου τῶν δηλώσεων προσκρούει εἰς δύο τινά, πρῶτον εἰς τὴν ἀπάτην ἐκ μέρους τῶν φορολογουμένων καὶ δεύτερον εἰς τὴν καταπίεσιν τοῦ φορολογουμένου διὰ τοῦ ἐλέγχου τῶν δηλώσεων. Εἶναι γνωστὸν δ’ ἐν γένει ὅτι ἡ ἀπάτη ἐπιτυγχάνουσα οὐ μόνον ζημιοῖ τὸ Δημόσιον, ἀλλ’ ἀφαιρεῖ καὶ τὴν οἰκονομικὴν δικαιοσύνην τὴν ἐπιδιωκομένην διὰ τοῦ νόμου τούτου. Οὐχ’ ἧττον ἡ ἀπάτη ἐνεφανίσθη πανταχοῦ μηδ’ αὐτῆς τῆς Ἀγγλίας ἐξαιρουμένης ἥν μάλιστα ἐλέχθη, ὅτι ἡ φορολογία τῆς καθαρᾶς προσόδου μετέβαλε εἰς ψευδολόγον, ἀλλ’ ἐκεῖ ὅπου ἐκορυφώθη ἡ ἀπάτη καὶ ἔφθασεν εἰς τὸν κολοφῶνα της εἶναι εἰς τὴν Ἰταλίαν, ἔνθα ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, Νίττι ἔλεγεν ἐν ἔτει 1905 — ὅτι πλέον τῶν 50% τῆς φορολογητέας προσόδου ἀποφεύγει τὴν φορολογίαν ταύτην δι’ ἀπατηλῶν δηλώσεων. Ὁ δὲ Depretis ἀπέδειξεν ἐν ὑπομνήματι, ὅτι τὸ ἐμπόριον ἔχον κύκλον εἰσαγωγῆς καὶ ἐξαγωγῆς 700 ἑκατομμυρίων, ὡς ἐξάγεται ἐκ στατιστικῶν ἐπισήμων τοῦ Τελωνείου, ἐπαρουσίασεν εἰς δηλώσεις ὡς καθαρὰν φορολογητέαν πρόσοδον μόνον ἓξ ἑκατομμύρια ἤτοι οὔτε τὸ ἓν ἑκατοστόν. Βεβαίως τὸ ἀπατηλὸν τῆς δηλώσεως ταύτης εἶναι προφανὲς καὶ δικαιολογεῖ πληρέστατα τὸν Ριβὸν ἐν Γαλλίᾳ εἰπόντα, ὅτι ἡ οἰκονομολογικὴ τιμιότης εἶναι ἐξαιρετικὴ ἀρετή. Ἀλλ’ ἀφ’ ἑτέρου ζητοῦντες νὰ προλάβωμεν τὴν ἀπάτην, διατρέχομεν τὸν κίνδυνον νὰ καταλήξωμεν διὰ τοῦ ἐλέγχου εἰς τὴν κατάθλιψιν τῶν φορολογουμένων πολιτῶν. Διότι ἡ ἐξακρίβωσις τῶν δηλώσεων ἀπολήγει εἰς αὐθαιρεσίαν μὲν διὰ τὰ καταθλιπτικὰ μέσα ἐρεύνης τὰ μεταχειριζόμενα παρὰ τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Δημοσίου καὶ ἐν αὐτῇ τῇ Ἀγγλίᾳ ἀκόμη, εἰς ἀνισότητα δὲ διότι ἐκ τῆς συνειδήσεως τοῦ φορολογουμένου καὶ μόνης ἐξαρτᾶται ἡ φορολογία του. Τὰ ἐλαττώματα ταῦτα τοῦ ἐλέγχου εἶναι τοσοῦτον ἐκδεδηλωμένα, ὥστε ἡ κατακραυγὴ τοῦ λαοῦ νὰ ἐπιβάλῃ τὴν μετὰ προσοχῆς παρακολούθησιν παρὰ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας τῶν πρὸς τοῦτο μέτρων. Αἱ συνέπειαι τῶν ἐλαττωμάτων τούτων κατέληξαν μέχρι τοῦ σημείου, ὥστε ὄχι μόνον εἰς φιλελευθέρας χώρας, ὡς ἡ Γαλλία νὰ λέγηται ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, παρὰ τοῦ βουλευτοῦ Reinach, ὅτι ἀποβαίνει δυσβάστακτος ὁ ἔλεγχος εἰς χώραν καθολικῆς ψηφοφορίας. Ἀλλὰ καὶ ἐν αὐτῇ τῇ ἀπολυταρχικῇ κατόπιν ἐξεγέρσεων ἐν Γερμανίᾳ καθόλου Πρωσσίᾳ καὶ Αὐστρίᾳ κατὰ τῆς ἐξακριβώσεως τῆς φορολογίας ταύτης νὰ λεχθῇ παρὰ τοῦ Von Eynem βουλευτοῦ ἐν μέσῳ Ράϊχσταγ, ὅτι «ἡ χώρα πρὸς ἀνακάλυψιν τῆς ἀπάτης τῆς φορολογίας ταύτης, καλύπτεται ὑπὸ πλήρους δικτύου κατασκοπείας». Εἶναι ὅμως καὶ ἀπὸ ἄλλης ἀπόψεως κίνδυνος νὰ καταλήξωμεν καὶ εἰς ἄλλα ἔτι μᾶλλον δυσάρεστα ἀποτελέσματα παρ’ ἡμῖν, διότι ὡς γνωστὸν τὰ ἐλαττώματα ταῦτα ποικίλλουσιν ἐν ἑκάστῃ χώρᾳ ἀναλόγως τῆς ἰδιοσυγκρασίας τοῦ λαοῦ καὶ ἰδίᾳ τῆς πρὸς ἐξακρίβωσιν τῶν δηλώσεων τεταγμένης τάξεως τῶν ὑπαλλήλων. Ὁ κίνδυνος ἐκ τῆς ἰδιοσυγκρασίας τῶν λαῶν συνίσταται παρ’ ἡμῶν εἰς τὸ ὅτι, ἡ φορολογία αὕτη δύναται νὰ μετατραπῇ εἰς καταθλιπτικώτατον ὅπλον πολιτικῆς διαφθορᾶς εἰς χώρας ἐχούσας ἐξημμένα πολιτικὰ πάθη. Δι’ ὃ καὶ ὁ Ριμπὼ ἐν ἔτει 1914 ἐκατηγόρει ἐπισειόμενος κατὰ τῶν ἀντιπάλων ἀπὸ τοιαύτης ἀπόψεως ἔν τινι ἀγορεύσει του τὰς πολιτικὰς ἐπιδράσεις, αἵτινες, ὡς ἔλεγε, διαφθείρουσι τὸ πᾶν. Βεβαίως, γνωρίζω ὅτι, ἐφ’ ὅσον ἡ Κυβέρνησις τῶν Φιλελευθέρων εὑρίσκεται εἰς τὴν ἐξουσίαν ἥτις τοσοῦτον ἐμφανῶς διὰ τοῦ θεσμοῦ τῆς μονιμότητος καὶ ἀμεταθέτου ἔν τισιν ἐπροστάτευσε τὸν ὑπάλληλον κατὰ πάσης πολιτικῆς ἐπιδράσεως, δὲν θέλομεν διατρέξει τὸν κίνδυνον τοῦτον. Ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν ἀρχήν, ἣν πάντοτε ἐλησμόνησεν ἡ Κυβέρνησις τῶν Φιλελευθέρων, ὅτι τὰ νομοθετήματα δὲν γίνονται δι’ ὡρισμένας Κυβερνήσεις, οὐδὲ πρέπει νὰ γίνωνται τοιαῦτα, ὥστε νὰ δύνανται παρ’ ἄλλων Κυβερνήσεων νὰ στρέφωνται καὶ κατ’ αὐτῆς ταύτης τῆς Πολιτείας ἣν κυρίως θίγουσιν αἱ παρεκτροπαὶ αὗται. Διότι ὅπως κατ’ αὐτῆς ἐσχάτως μετεστράφησαν αἱ εἰδικαὶ ἐγγυήσεις τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, τὰς ὁποίας εἰσήγαγεν, οὕτω οὐδεὶς δύναται νὰ ἐξασφαλίσῃ ὄχι πλέον τὴν Κυβέρνησιν τῶν Φιλελευθέρων ἢ τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων, ἀλλ’ αὐτὴν ταύτην τὴν Πολιτείαν— διότι πολιτειακὸς ἀποβαίνει ὁ κίνδυνος, ὡς εἴπομεν, ὅτι ἄλλη Κυβέρνησις τὴν φορολογίαν ταύτην δὲν θέλει μεταστρέψει εἰς πολιτικὸν ὅπλον ἀκριβῶς ὅπως μετεχειρίσθησαν οἱ ἀντίπαλοι ἡμῶν τὰς παρασχεθείσας τοῖς δημοσίοις ὑπαλλήλοις ἐγγυήσεις πρὸς ἐξάρθρωσιν πάντων καὶ αὐτοῦ ἔτι τοῦ πολιτεύματος; Ἡ πεῖρα ὀφείλει νὰ μᾶς χρησιμεύσῃ ὡς διδάσκαλος ἐπὶ τοῦ προκειμένου καὶ νὰ λάβωμεν πᾶσαν δυνατὴν πρόνοιαν περὶ τούτου. Ἀπὸ τῆς ἀπόψεως δὲ τῆς ὑπαλληλίας θὰ εἶχον νὰ παρατηρήσω, ὅτι παρὰ τὸ ἔντιμον ἐν πολλοῖς καὶ ἀφιλοκερδὲς τοῦ σήμερον κατὰ τὰς ἀξιώσεις τῆς διοικητικῆς ἐπιστήμης διαμορφουμένου Ἕλληνος ὑπαλλήλου— ἡ ἐπιβολὴ τῆς φορολογίας τῆς καθαρᾶς προσόδου ἀπῄτησε πανταχοῦ εἰδικότητα ὑπαλλήλων, ἡ ὁποία ἐλλείπει παρ’ ἡμῖν. Ἀπαιτοῦνται γνώσεις λογιστικαί, ἐκτιμήσεις ἐμπορικαί, ἰσολογισμοί, βιβλία διπλογραφίας πρὸς μόρφωσιν κρίσεως τῶν φορολογικῶν ὑπαλλήλων ἐκ τῶν παρουσιαζομένων τούτοις ἀποδείξεων. Ἰδίως ὅμως ἐλλείπει ἀπὸ τοὺς ὑπαλλήλους ἡμῶν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον καὶ ἁπανταχοῦ ἀπεδείχθη ἐλλεῖπον, τὸ ἐμπορικὸν δηλαδὴ πνεῦμα, ὅπερ εἶναι ὅλως διάφορον τοῦ διοικητικοῦ ὑφ’ οὗ ἐμφοροῦνται οὗτοι. Πλὴν τῆς ἐλλείψεως, ὅμως τῶν εἰδικῶν γνώσεων καὶ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῆς διὰ νομοσχεδίου χορηγουμένης μεγάλης ἐκτάσεως τῆς ἐξουσίας τοῦ τὴν φορολογίαν ἐπιβάλλοντος ὑπαλλήλου, ὑπάρχει μέγας κίνδυνος συνιστάμενος εἰς τὸ ὅτι ὅταν ἀνατίθεται εἰς ἕνα μόνον ὑπάλληλον νὰ καταρτίζῃ τοὺς φορολογικοὺς καταλόγους δύναται οὗτος ἀνθρωπίνως νὰ ὑποστῇ τὸν πειρασμὸν τῶν διαφόρων ἐχόντων τὰς προσόδους καὶ νὰ παραλείψῃ ἐν μέρει ἢ ἐν ὅλῳ μέρος τούτων ὅπερ ἢ νὰ μὴ ἀναγράφῃ ποσῶς εἰς τοὺς καταλόγους τῶν φορολογουμένων ἢ νὰ κρίνῃ ἄλλους τῶν φορολογουμένων αὐστηρότερον καὶ ἄλλους ἐπιεικέστερον. Βεβαίως τοῦτο ἠδύνατο νὰ διορθωθῇ δι’ ἐκδικάσεως παρ’ ἐπιτροπῶν — πλὴν τὸ μυστικὸν τῶν καταλόγων ἀπαγορεύει καὶ τὰς ἐπιτροπάς. Ἐξ οὗ καὶ ἐν Γαλλίᾳ πρὸς πρόληψιν τῶν ἐκ τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων κινδύνων ἀνέγραψαν ἐν τῷ νόμῳ ὡρισμένας ἀρχάς — δι’ ὃ καὶ παρ’ ἡμῖν (ὅρα σελ. 57). Θὰ ἤθελον νὰ ἀνεγράφοντο τοιαῦται ὡρισμέναι ἀρχαὶ καὶ ἐν τῷ παρόντι νομοσχεδίῳ, π.χ. τῆς ἀπαγορεύσεως τῆς χρήσεως τῶν μαρτυρικῶν ἀποδείξεων κατὰ τὸν ἔλεγχον δηλώσεων, ἵνα μὴ καταθλίβωνται οἱ πολῖται. Δεύτερον, τὴν ἀναγραφὴν τῆς ἀρχῆς, ὅτι πᾶν στοιχεῖον δι’ ἐκνόμων μέσων προμηθευθὲν παρ’ οἱουδήποτε, νὰ θεωρῆται ἀνύπαρκτον. Καὶ ἐξηγοῦμαι, ἂν π. χ. ὁ ἔφορος διὰ δωροδοκίας πρὸς τὸν ὑπάλληλον τοῦ Α εἰσοδηματίου κατορθώσῃ νὰ ὑποκλέψῃ τὴν πραγματικὴν κατάστασιν τοῦ φορολογουμένου. Ἐν Γαλλίᾳ δὲν ἐθεωρήθη ἠθικὸν νὰ προσαχθῇ τοιαύτη ἀπόδειξις, καὶ ἀποτελέσῃ βάσιν ἀποδείξεως τὸ ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον προέκυψε ἐκ τοιούτων ἀθεμίτων μέσων. Τοῦτ’ αὐτὸ φρονῶ, ὅτι δέον νὰ γίνῃ καὶ παρ’ ἡμῖν. Τρίτον, ἐν περιπτώσει ἀμφισβητήσεως τῆς ἀκριβείας τῆς δηλώσεως παρὰ τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Δημοσίου νὰ ὁρισθῇ, ὅτι τὸ βάρος τῆς ἀποδείξεως θὰ βαρύνῃ τὸν ὑπάλληλον τοῦ Δημοσίου. Πάντοτε εἶναι δυνατὸν ὁ ὑπάλληλος νὰ ἐπικαλῆται, ὅτι ἡ δήλωσις εἶναι ψευδής, ἐφ’ ὅσον τὸ βάρος τῆς ἀποδείξεως εὐθύνει τὸν φορολογούμενον, ὅστις τρέχει τὸν κίνδυνον πρὸς ἀπαλλαγὴν τῆς ζητουμένης ὑπερόγκου φορολογίας νὰ ἀποκαλύψῃ τὴν ἀληθῆ κατάστασίν του οἰκονομικῶς, ἔστω καὶ ἂν αὕτη εἶναι παθητικὴ καὶ ἔχει συμφέρον νὰ τὴν ἀποκρύψῃ.
§138Ι. ΓΚΕΚΑΣ. Ἔτσι τὸ ἔχει τὸ νομοσχέδιον.
§139Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΑΔΗΣ. Δὲν ὁμιλῶ περὶ βάρους ἀποδείξεως. Ἐπειδὴ δὲ εἰς τὴν Γαλλίαν τὸ βάρος τῆς ἀποδείξεως εὐθύνει τὴν διοικητικὴν ἀρχήν, θὰ παρακαλέσω νὰ ἀναγράφῃ τὸ νομοσχέδιον καὶ παρ’ ἡμῖν τὴν ἀρχὴν ταύτην πρὸς προστασίαν τῶν δικαιωμάτων τῶν πολιτῶν.
§140Γ. ΠΩΠ. Εἶναι ἀρχὴ ἀντεκθέσεως.
§141Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΑΔΗΣ. Ἐν τέλει θὰ προέτεινον καὶ τὴν ἔνορκον ἐνίσχυσιν τῶν δηλώσεων τοῦθ’ ὅπερ ἀποτελεῖ τὸν μόνον ἔλεγχον τῶν δηλώσεων ἐν Ἀμερικῇ. Γνωρίζω ὅτι δὲν θὰ δεχθῇ τοῦτο ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν φοβούμενος τὴν ψευδορκίαν. Ἀλλ’ ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ φρονῶ ὅτι οὐδέποτε ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς θὰ φθάσῃ μέχρι τοῦ σημείου τῆς ἠθικῆς ἐξαχρειώσεως ὥστε νὰ μὴ λαμβάνῃ ὑπ’ ὄψιν τὸν ὅρκον ἀπὸ θρησκευτικῆς ἀπόψεως· τοὐναντίον μάλιστα φρονῶ ὅτι θὰ ἀποτελέσῃ τὸ μόνον μέσον δι’ οὗ θὰ κρατηθῇ ὁ φορολογούμενος ἐν τῇ δηλώσει ἐντὸς ὡρισμένων ὁρίων ἐπιβεβλημένων ὑπὸ τῆς θρησκευτικῆς του ἀντιλήψεως. Μὲ τὰς προσθήκας ταύτας ἡ φορολογία τῆς καθαρᾶς προσόδου θὰ ἠδύνατο νὰ λάβῃ ἧττον καταπιεστικὴν χροιὰν καὶ παρ’ ὅλον τὸ μωσαϊκὸν, ὡς ἀποκαλεῖται, νὰ ἀποβῇ ὀλιγώτερον καταθλιπτικὴ περιλαμβάνουσα ἐκείνας τὰς ἀρχὰς αἱ ὁποῖαι ἀσφαλίζουν καὶ τὸ δημόσιον κατὰ πάσης ἀπάτης καὶ τὸν πολίτην κατὰ πάσης παραβιάσεως τῶν δικαιωμάτων του. Οὕτω δὲ διαμορφουμένη σήμερον ἡ φορολογία τῆς καθαρᾶς προσόδου δύναται νὰ ἀποβῇ ἱερὸν ἀληθῶς χρέος πρὸς τὸ ἔθνος — εἰς ἀπότισιν τοῦ ὁποίου πᾶς πολίτης ὀφείλει νὰ προβαίνῃ μετὰ γενναιότητος ἀναλογιζόμενος ὅτι διὰ τῶν ἀποδόσεων τῶν φόρων πρόκειται νὰ συντηρηθῶσιν ἐθνικὰ συντρίμματα ἤτοι πρόσφυγες, ἀνάπηροι, χῆραι καὶ ὀρφανὰ τῶν ἐν πολέμῳ πεσόντων. Διὰ τῶν φορολογικῶν δ’ ἐν τέλει προσόδων θὰ εὑρεθῶσι τὰ μέσα πρὸς παγίωσιν τοῦ μεγαλείου τῆς πατρίδος καὶ ἐξακολούθησιν τῆς προόδου ταύτης ἐν τῇ Κοινωνίᾳ τῶν Ἐθνῶν. (Χειροκροτήματα).
§142ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτῶ τὴν Βουλὴν ἂν ἐπιθυμεῖ νὰ διακόψωμεν καὶ νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὰς 9½ ἀκριβῶς.
§143ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα. Μάλιστα.
§144ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ἵνα ἐπαναληφθῇ αὕτη τὴν 9.30′ μ. μ.
(Ὥρᾳ 8 μ. μ.)
ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΚΟΠΗΝ
(Ὥρᾳ 9.50′ μ. μ.)
§145ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Συνεχίζεται ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ φορολογίας τῆς καθαρᾶς προσόδου». Ὁ κύριος Μπούσιος ἔχει τὸν λόγον.
§146Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Ὄχι μόνον, κύριοι, εἶμαι κατὰ πάντα σύμφωνος πρὸς τὴν γενικὴν ἀντίληψιν ἡ ὁποία ἐπεκράτησεν εἰς τὸ πνεῦμα τῆς κυβερνήσεως ὡς πρὸς τοὺς ἐπιδιωκομένους διὰ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου σκοπούς, ἀλλὰ τολμῶ νὰ εἴπω ὅτι εἰς πολλὰ σημεῖα καὶ θὰ ὑπερεθεμάτιζον μάλιστα ὡς πρὸς τὰς ἐπαγγελίας, τὰς ὁποίας διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ φέρει ἡ κυβέρνησις ἐνώπιον τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Κατὰ τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία ἐμελέτησε τὸ νομοσχέδιον αὐτό, τρεῖς κυρίως σκοποὶ ἐπιδιώκονται διὰ τοῦ νέου μέτρου τὸ ὁποῖον ὑποβάλλεται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ὁ πρῶτος σκοπὸς εἶναι ἡ ὁμοιομορφία τῶν ἀμέσων φόρων καθ’ ἅπαν τὸ Ἑλληνικὸν Βασίλειον· ὁ δεύτερος σκοπὸς εἶναι ἡ ἰσότης ἡ φορολογική· καὶ ὁ τρίτος εἶναι ἡ ἐφαρμογὴ τῆς προοδευτικότητος. Ἂς ἀρχίσωμεν νὰ ἐξετάσωμεν τὸν πρῶτον. Ἐπιτυγχάνεται ἡ ὁμοιομορφία; Ἡ ὁμοιομορφία εἰς τοὺς ἀμέσους φόρους ἐπετεύχθη εἰς τὸ κράτος ἐκεῖνο, ὁπόθεν κυρίως ἀντεγράφη πρὸς ἐφαρμογὴν ὁ προκείμενος νόμος. Διὰ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ φόρου ἐπὶ τῆς καθαρᾶς προσόδου ἐν Γαλλίᾳ κατηργήθησαν διὰ μιᾶς ὅλοι οἱ μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης προϋπάρχοντες φόροι. Εἰς ἡμᾶς ὅμως δὲν συμβαίνει αὐτὸ τὸ πρᾶγμα. Θέλομεν νὰ ἐφαρμόσωμεν τὸν φόρον ἐπὶ τῆς καθαρᾶς προσόδου καὶ διατηροῦμεν 25 ἄλλους ἀμέσους φόρους καὶ νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ τοὺς ἀναφέρω διὰ νὰ ἴδητε ποῖοι φόροι μένουσιν ἐν ἰσχύϊ καὶ μετὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου τούτου. Καταργεῖται ὁ φόρος τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν καὶ ὁ φόρος τῶν περιβολίων, μένει ὁ φόρος τῶν βοσκησίμων γαιῶν εἰς τὴν Παλαιὰν Ἑλλάδα, ὅστις ἐπεκτείνεται καὶ εἰς τὰς Νέας Χώρας. Ὁ φόρος τοῦ ἐλαίου τῆς Παλαιᾶς Ἑλλάδος, πλὴν τῆς Ἑπτανήσου, μένει· ὁ φόρος τῆς σταφίδος μένει γενικῶς, μόνον διὰ τὴν Ἑπτάνησον ὑφίστανται μερικαὶ τροπολογίαι· ὁ φόρος τῶν σύκων μένει ἐσχάτως δὲ καὶ τὸν ηὐξήσαμεν ὡς καὶ ὁ φόρος τῆς σουλτανίνης, ὁ ὁποῖος δὲν ἐφαρμόζεται εἰς τὴν ἐπαρχίαν Ἀττικῆς διότι εἰς αὐτὴν ἐφαρμόζονται ἄλλοι φόροι, ὁ τῶν περιβολίων στρεματικὸς φόρος· μένει ὁ φόρος τῶν Λακωνικῶν προϊόντων, ὁ ὁποῖος ἐφαρμόζεται ἐπὶ τῶν προϊόντων τῶν παραγομένων εἰς τὰς ἐπαρχίας Οἰτύλου, Γυθείου καὶ τὸ χωρίον Καστάνια τοῦ δήμου Μελιτίνης τῆς Λακεδαίμονος· μένει ὁ φόρος τῶν ἑσπεριδοειδῶν, ὁ ὁποῖος εἶναι παραφυὰς τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν περιβολίων καὶ ἐφαρμόζεται ἐξαιρετικῶς εἰς τινας νήσους· μένει ὁ φόρος ἐπὶ τῶν κουκουλίων, ὁ ὁποῖος ἐσχάτως ἀφωμοιώθη γενικῶς καὶ εἰς τὴν Παλαιὰν Ἑλλάδα· μένει ὁ φόρος τοῦ ἐλαίου καὶ τῶν λοιπῶν ἐλαιωδῶν προϊόντων τῆς Ἑπτανήσου, ὁ ὁποῖος ὑπέστη καὶ μίαν αὔξησιν διὰ τῆς διαρρυθμίσεως τῆς γενομένης ὡς πρὸς τὴν ἐκτίμησιν τοῦ προϊόντος. Μένει ὁ φόρος ἐπὶ τῆς ἰνδικῆς καννάβεως, τοῦ λεγομένου χασίς, τὸ ὁποῖον παράγεται εἰς τὴν Τρίπολιν. Ἔπειτα εἰς τὴν Κρήτην μένει ὁ φόρος τῶν συγκομιζομένων προϊόντων, μένει ὁ φόρος ἐπὶ τῶν λαχανικῶν καὶ ὀπωρικῶν καὶ ὁ ἐπὶ τῶν ἐξαγομένων ἐλαιωδῶν προϊόντων.
§147Γ. ΜΑΡΚΑΝΤΩΝΑΚΗΣ. Εἶναι φόροι δημοτικοὶ αὐτοί.
§148Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Μένει ὁ φόρος ἐπὶ τῆς ἐξαγομένης σταφίδος, ἐπὶ τῶν κουκουλίων, ἀμυγδάλων, χαρουπίων καὶ ἄλλων. Ἔπειτα, εἰς τὴν Νέαν Ἑλλάδα, μένει ὁ φόρος τῆς δεκάτης ἐπὶ τῶν δημητριακῶν, ὀσπρίων, προϊόντων κτηνοτροφίας καὶ λοιπῶν. Μένει ὁ εἰδικὸς φόρος δεκάτης ἐπὶ τοῦ ἐλαίου καὶ τῶν ἐλαιῶν, μετατραπεὶς ἐσχάτως εἰς ἐξαγωγικὸν ὅσον ἀφορᾷ τὴν νῆσον Λέσβον καὶ διατηρούμενος οἷος ἦτο ἀρχικῶς ἐπὶ τῆς μικρᾶς ἐλαιοπαραγωγῆς Μακεδονίας καὶ Ἠπείρου. Μένει ὁ φόρος τῆς δεκάτης ἐπὶ τοῦ καπνοῦ, ὁ ὁποῖος πρόκειται νὰ ἐφαρμοσθῇ κατ’ ἐπέκτασιν καὶ εἰς τὴν Παλαιὰν Ἑλλάδα, ἀλλὰ μὲ ὀλίγον τι μικρότερον ποσοστόν. Ἐν τέλει ἐπέρχεται φορολογικὴ ἀφομοίωσις τῶν νήσων Σάμου καὶ Θάσσου, αἱ ὁποῖαι μέχρι σήμερον δὲν εἶχον τὴν αὐτὴν μὲ τὰς ἄλλας νέας χώρας φορολογίαν. Μένει ὁ φόρος τῶν σφαζομένων ζώων εἰς τὴν Παλαιὰν Ἑλλάδα, πλὴν τῆς Ἑπτανήσου καὶ τῆς Λακωνικῆς, ὡς καὶ ὁ φόρος τῶν μεγάλων ζώων, αὐξηθεὶς ἐσχάτως, ὁ φόρος τῶν αἰγῶν εἰς τὴν Κρήτην καὶ ὁ φόρος τῶν αἰγοπροβάτων εἰς τὰς λοιπὰς Νέας Χώρας. Μένει ὁ φόρος τοῦ ἐπιτηδεύματος, κοινὸς εἰς ὅλην τὴν Ἑλλάδα, μὲ ἰδιαιτέραν βάσιν διὰ τὴν Κρήτην, ὅστις καὶ ηὐξήθη ἐσχάτως γενικῶς. Μίαν δὲ ἰδιαιτέραν διακλάδωσιν τοῦ φόρου τῶν ἐπιτηδευμάτων ἀποτελεῖ καὶ ἡ σχετικὴ φορολογία τῶν δικηγόρων. Καταργεῖται τέλος ὁ φόρος ὁ συμπληρωματικὸς τοῦ εἰσοδήματος. Ὥστε βλέπετε ὅτι, ἐὰν ἐξαιρέσωμεν τοὺς φόρους τῶν οἰκοδομῶν καὶ οἰκοπέδων καὶ τὸν φόρον τῆς ἀστικῆς καὶ ἀγροτικῆς ἰδιοκτησίας τῶν Νέων Χωρῶν, οἱ ὁποῖοι καταργοῦνται, ἵνα ἐπιβληθῇ ὁμοιομόρφως ὁ φόρος ἐπὶ τῆς ἀκινήτου ἰδιοκτησίας, ἐκ τῶν λοιπῶν ἀμέσων φόρων καταργοῦνται μόλις 2 ἢ 3 φόροι καὶ μένουσιν ἐν ἰσχύϊ 25. Ἀπὸ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς θὰ συνομολογήσητε ἄνευ πολλῆς δυσκολίας ὅτι ὁμοιομορφία δὲν ἐπέρχεται.
§149Ν. ΓΕΡΜΑΝΟΣ. Ὁ φόρος τῶν ἰχθύων εἰς τὰς Νέας Χώρας παραμένει μὲ 20%.
§150Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Εἶναι καὶ ἄλλοι ἄμεσοι φόροι, ὅπως οἱ φόροι ἐπὶ τῶν κινητῶν ἀξιῶν, τῶν μετοχῶν κλπ. οἵτινες καταργοῦνται, ἵνα ἀνανεωθῶσιν. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον μέχρι τοῦδε ἐνεποίει τὴν μεγαλυτέραν ἐντύπωσιν, ἦτο ἡ ἀνισότης ἢ μᾶλλον ἡ ἀνομοιομορφία ἡ ὁποία παρετηρεῖτο εἰς τὴν φορολογίαν τῆς Ἑπτανήσου. Ὅλοι γνωρίζομεν ὅτι ἀπὸ τὴν Ἑπτάνησον λείπουν ὅλοι οἱ ἄμεσοι φόροι, οἱ ὁποῖοι ἐπιβάλλονται εἰς τὴν Παλαιὰν Ἑλλάδα, διετηρήθησαν δὲ κατὰ τὸ Τουρκικὸν σύστημα τῶν ἀμέσων φόρων εἰς τὰς Νέας Χώρας· λείπουν ὅλοι αὐτοί οἱ ἄμεσοι φόροι εἰς τὴν Ἑπτάνησον καὶ ἐπιβάλλονται μόνον φόροι ἐπὶ τῆς ἐξαγωγῆς δύο κυρίως προϊόντων, τῆς σταφίδος καὶ τῆς ἐλαιοπαραγωγῆς. Ἀσχέτως ὅμως πρὸς τὴν γενικὴν μεταξὺ Ἑπτανήσου καὶ λοιπῆς Ἑλλάδος σύγκρισιν ἡ ἰδιάζουσα φορολογία τῆς Ἑπτανήσου παρουσιάζει καὶ μίαν ἄλλην, καθαρῶς ἐσωτερικήν, ἑπτανησιακήν, ἀνομοιομορφίαν καὶ ἀπορεῖ κανεὶς οὐχὶ μόνον διατὶ διετηρήθη τὸ σύστημα αὐτό, ἀλλὰ διατὶ κυρίως πρῶτος ὁ λαὸς τῆς Ἑπτανήσου, ὁ ὁποῖος βεβαίως δὲν φορολογεῖται μὲ ἰσότητα ἀναλόγως τῶν τάξεων τῶν παραγωγικῶν, διατὶ αὐτὸς ὁ ἴδιος δὲν διαμαρτύρετο μέχρι τοῦδε, ἵνα ζητήσῃ τὴν μεταβολὴν τοῦ συστήματος αὐτοῦ. Οἱ βουλευταὶ τῆς Ἑπτανήσου διεμαρτυρήθησαν καὶ προσεφέρθησαν, διὰ νὰ μὴ ἀλλάξῃ τὸ σύστημα τῆς φορολογίας των, νὰ ἐπιβληθῇ εἰς αὐτοὺς ποσοτικῶς φόρος οὐχὶ μόνον ἀνάλογος πρὸς τὸν φόρον τὸν ὁποῖον θὰ κατέβαλον καὶ αἱ λοιπαὶ περιφέρειαι τοῦ Κράτους, ἀλλ’ ἐν ἀνάγκῃ καὶ κατά τι περισσότερος. Ὅλοι οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἔθνους, ἔχοντες ὑπ’ ὄψει τὴν πολιτικήν, τὴν ὁποίαν ἀκολουθεῖ ἡ παροῦσα Κυβέρνησις καὶ τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος κύριος Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐξέθηκε τόσον σαφῶς καὶ πειστικῶς ἀπόψε, ὄχι μόνον δὲ θὰ ἔπρεπε νὰ ἔχωσι τοπικιστικὰς ἀντιλήψεις ἀπὸ τῆς στενωτάτης ἀπόψεως θέλοντες δῆθεν διὰ τοῦ τρόπου αὐτοῦ νὰ περιφρουρήσουν τὰ συμφέροντα τῶν ἰδιαιτέρων περιφερειῶν, ἀπὸ τὰς ὁποίας ἐξελέγησαν, ἀλλὰ θὰ ἔπρεπε μᾶλλον νὰ προκηρύξωμεν ἓν εἶδος διαγωνισμοῦ μεταξὺ μας περὶ τοῦ ποία περιφέρεια νὰ συνεισφέρῃ ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότερα, διὰ νὰ ἀποδείξωμεν ὅτι συναισθανόμεθα τὰς περιστάσεις, εἰς τὰς ὁποίας διατελοῦμεν καὶ τὴν νέαν ἐποχὴν ἡ ὁποία ἀνοίγεται ἐνώπιόν μας. Ἀκόμη δὲ πρὶν ἢ παρουσιασθῇ αὐτὴ ἡ εὐκαιρία καὶ ἀντικρυσθοῦν ἡ νέα ἐποχὴ καὶ αἱ νέαι ἀπόψεις ὤφειλε νὰ σκεφθῇ τις διατὶ ἐπιμένει ἡ Ἑπτάνησος εἰς τὴν ἀνάληψιν τῆς ἰδιορρύθμου αὐτῆς φορολογίας. Καὶ ἐρευνῶν, ἀντιλαμβάνεται τὸ ἑξῆς, ὅτι ἡ Ἑπτάνησος οὐσιαστικῶς δὲν ἔχει οὐδεμίαν φορολογίαν. Φορολογοῦνται τὰ εἰρημένα προϊόντα κατὰ τὴν ἐξαγωγὴν, ἀλλὰ τὰ κατὰ τὴν ἐξαγωγὴν φορολογούμενα οὕτω προϊόντα εὑρίσκονται οὐχὶ ἀπ’ εὐθείας εἰς χεῖρας τοῦ πρώτου παραγωγοῦ ἀλλ’ εἰς χεῖρας δευτέρου ἢ καὶ τρίτου ἀγοραστοῦ· ἢ καὶ ἂν εἶναι φορολογούμενος αὐτὸς ὁ παραγωγός, κατὰ τὴν ἐξαγωγὴν θὰ ἔχῃ παύσῃ πλέον νὰ ἔχῃ τὴν ἰδιότητα τοῦ παραγωγοῦ, καὶ θὰ ἔχῃ ἀποκτήσει τὴν ἰδιότητα τοῦ ἐμπόρου. Καὶ καθὼς γνωρίζετε ἐκ τῆς συγκριτικῆς μελέτης ὅλων τῶν φορολογιῶν, οἱ φόροι, οἱ ὁποῖοι κατορθώνουν νὰ πληρωθοῦν εἰς τόσην μεγάλην ἀπόστασιν ἀπὸ τῆς παραγωγῆς, καταντοῦν φόροι καταναλώσεως. Οἱ φόροι λοιπόν, οἱ ὁποῖοι πληρώνονται ἐν Ἑπτανήσῳ ἐπὶ τοῦ ἐλαίου καὶ τῆς σταφίδος, δὲν γίνονται καθόλου αἰσθητοὶ εἰς τὸν παραγωγόν. Ὑπάρχει ὅμως καὶ ἄλλη ἄποψις, τῆς χρησιμοποιήσεως δηλαδὴ τῶν δημοσίων ὀργάνων διὰ τὴν βεβαίωσιν καὶ εἴσπραξιν τῶν ἀμέσων φόρων. Καὶ βεβαίως, δὲν θέλομεν νὰ κατηγορήσωμεν οὐδένα, εἶναι ὅμως γνώρισμα ὅλων τῶν ἀλληλοδιαδόχων Ἑλληνικῶν Κυβερνήσεων, καὶ τὸ γνώρισμα τοῦτο θὰ διατηρηθῇ καὶ ἐφεξῆς, ὅτι τὰ ὄργανα τῆς ἐξουσίας οὐδέποτε κατορθώνουν νὰ εἶναι ἀνεκτὰ εἰς τοὺς φορολογουμένους. Ἀπὸ αὐτῆς τῆς ἀπόψεως οἱ Ἑπτανήσιοι, ἔχοντες ὑπ’ ὄψει ὅτι θὰ εἶναι δυνατὸν διὰ τῆς κατὰ τὴν ἐξαγωγὴν φορολογίας τῶν δύο αὐτῶν προϊόντων των νὰ συνεισφέρωσιν ὅ,τι κατ’ ἀναλογίαν ὅλον τὸ ἄλλο Κράτος θὰ συνεισφέρῃ μὲ τὰς θυρίδας τοῦ νέου νόμου, θέλοντες δὲ νὰ εἶναι ἀπηλλαγμένοι εἰς τὴν ἐφαρμογὴν ἀπὸ τοὺς οἰκονομικοὺς ἐφόρους, ταμίας, εἰσπράκτορας, χωροφύλακας καὶ λοιποὺς φύλακας, οἱ ὁποῖοι, γνωρίζετε πόσον φορτικοὶ καθίστανται εἰς τοὺς παραγωγούς, ἀπέναντι ὅλης αὐτῆς τῆς διευκολύνσεως, τὴν ὁποίαν ἔχουσιν εἰς τὸ νὰ καθιστῶσι τὴν εἰσφοράν των εἰς τὸ Κράτος ὅσον τὸ δυνατὸν ἀπηλλαγμένην ὅλων τῶν τοιούτων ἐνοχλήσεων, ἐπιμένουν εἰς τὸ σύστημα αὐτὸ, τὸ ὁποῖον κατήντησεν εἰς παράγων τῆς ὑπάρξεώς των καὶ ζητοῦν νὰ τῆς τὸ ἀφήσῃ ἐν ἰσχύϊ ἡ Βουλή, ὅσον καὶ ἂν εἶναι ἀπὸ ἀπόψεως δημοσιονομικῆς ἄδικον καὶ ἀδικαιολόγητον. Τὸ σύστημα ὅμως αὐτὸ ποσοτικῶς ὑπὸ ἔποψιν ἀποδόσεως, εἶναι ἆραγε σύμφωνον μὲ τὰς διαβεβαιώσεις τῶν βουλευτῶν τῆς Ἑπτανήσου ἢ μήπως ὑστερεῖ καὶ ποσοτικῶς καὶ τότε καθίστανται αἱ διαμαρτυρίαι των ἀδικώτεραι; Οἱ βουλευταὶ ἐζήτησαν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν τὴν κατάθεσιν πινάκων. Ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶχεν ἴσως τὸν ἀπαιτούμενον καιρόν ἵνα καταρτίσῃ καὶ ὑποβάλῃ τοιούτους πίνακας, οὔτε ἡμεῖς εἴχομεν τὸν ἀπαιτούμενον καιρὸν διὰ τοιαύτην ἐργασίαν. Ἐν τούτοις, ἐκ μικρᾶς μελέτης ἐπὶ τῶν ἀπολογισμῶν τῶν προηγουμένων ἐτῶν, χωρὶς νὰ ἐγγυηθῶ τὴν ἀκρίβειαν διὰ τοὺς ἀριθμούς, τοὺς ὁποίους θὰ σᾶς παρουσιάσω, παρετήρησα ὅτι εἰς τὸ διάστημα δεκαετίας ἀπὸ τοῦ 1902–1911 ἡ παλαιὰ Ἑλλὰς παρουσίασε κατὰ μέσον ὅρον ἐτησίως βεβαίωσιν ἀμέσων φόρων δρ. 13.800.000 καὶ εἴσπραξιν δρ. 17.300.000, κατὰ δὲ τὸ διάστημα τῆς τριετίας 1912–1914 παρουσίασεν ἐτησίως βεβαίωσιν δρχ. 18.700.000 καὶ εἴσπραξιν δρ. 16.700.000. Ἡ διαφορὰ μεταξὺ βεβαιώσεως καὶ εἰσπράξεως εἶναι κατ’ ἔτος δρ. 2.000.000 περίπου. Κατὰ τὸ διάστημα αὐτὸ τῆς δεκαετίας 1902–1911 ἡ Ἑπτάνησος ἀπέδωκεν ἀπὸ τὰ προϊόντα ἐλαιοπαραγωγῆς καὶ σταφίδος ἐτησίως δρ. 1.680.000 κατὰ δὲ τὸ διάστημα τῆς τριετίας 1912–1914 δρ. 1.730.000. Εἰς προηγουμένην ἐποχὴν ἡ Ἑπτάνησος βεβαίως εἰσέφερε περισσότερα διότι κατὰ τὴν στατιστικὴν τῷ 1891 μόνον ἀπὸ τὸν φόρον τῆς σταφίδος κατέβαλε δρ. 4.100.000, καθ’ ἣν ἐποχήν, τῷ 1892 ὅλη ἡ λοιπὴ Ἑλλὰς κατέβαλεν ἀπὸ τὸν φόρον τῆς σταφίδος δρ. 4.100.000. Ὑπῆρξε δηλαδὴ ἐποχή, καθ’ ἣν μόνη ἡ Ἑπτάνησος, ἔχουσα τὸ δέκατον τοῦ πληθυσμοῦ τῆς ἄλλης Ἑλλάδος, εἰσέφερε διὰ τοῦ φόρου τῆς σταφίδος ὅσον καὶ ὅλη ἡ λοιπὴ Ἑλλάς. Ἐννοεῖται ὅτι αὐτὸ δὲν διήρκεσε πολύ, ἕνεκα τῆς βλάβης τῶν σταφιδαμπέλων της. Καὶ σήμερον, ὅτε τὸ Κράτος εἰσπράττει κατ’ ἔτος δρ. 4.000.000 ἐκ τῆς σταφίδος, τὰ 3.500.000 δρ. ἀναλογοῦσιν εἰς τὴν λοιπὴν Ἑλλάδα καὶ μόνον 500.000 δρ. ἀνήκουν εἰς τὴν Ἑπτάνησον.
§151Π. ΒΟΥΡΛΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τοῦ Ἐπισιτισμοῦ). Εἶναι ἄλλος λόγος, ὅτι ὁ φόρος ἐπὶ τῆς σταφίδος ἐν Ἑπτανήσῳ καταβάλλεται ἐπὶ τῆς ἀξίας ἐνῷ εἰς τὴν ἄλλην Ἑλλάδα κατὰ χιλιόλιτρον.
§152Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ὁ ἰσχυρισμὸς τῶν κ. κ. συναδέλφων στηρίζεται εἰς αὐτὴν τὴν ἐποχήν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Ἑπτάνησος συνεισέφερε μεγαλύτερα ποσά. Ἡ σημερινὴ ὅμως ἀναλογία ἀποβαίνει ὀλίγον τι εἰς βάρος των, διότι ἐὰν ὑπολογίσωμεν ἐπὶ τοῦ πληθυσμοῦ—ἡ βάσις αὐτὴ δὲν εἶναι βεβαίως ἐπιστημονική, ἀλλὰ συνήθως εἰς τὰς στατιστικὰς τηρεῖται αὐτὴ ἡ βάσις—θὰ εὕρωμεν ὅτι κατ’ ἄτομον ἡ μὲν λοιπὴ παλαιὰ Ἑλλὰς κατὰ τὴν δεκαετίαν 1902–1911 συνεισέφερεν ἐξ ἀμέσων φόρων ἐτησίως δρ. 7,30 ἡ δὲ Ἑπτάνησος δρ. 6,62· κατὰ δὲ τὴν τριετίαν 1912–1914 συνεισέφερεν ἐτησίως ἡ λοιπὴ παλαιὰ Ἑλλὰς δρ. 7,04 ἡ δὲ Ἑπτάνησος δρ. 6,80. Ὑπάρχει δὲ καὶ μία ἄλλη διαφορὰ εἰς βάρος τῆς Ἑπτανήσου ὡς πρὸς τοὺς δημοτικοὺς φόρους, διότι καὶ ἐκεῖ ἡ ἀναλογία κατ’ ἄτομον εἶναι ἀνωτέρα ἐν τῇ λοιπῇ παλαιᾷ Ἑλλάδι παρὰ ἐν Ἑπτανήσῳ. Ἑπομένως ποσοτικῶς ἡ Ἑπτάνησος, ἕνεκα τοῦ ρηθέντος λόγου, τῆς μειώσεως τῆς σταφιδοπαραγωγῆς σήμερον ὑπολείπεται κατὰ τι ἀπέναντι τῆς λοιπῆς παλαιᾶς Ἑλλάδος. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ διορθωθῇ αὐτὴ ἡ ἀνισότης; Θὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν μόνον τὸ ταμιευτικὸν μέρος τοῦ ζητήματος, ἑπομένως θὰ ληφθοῦν ὑπ’ ὄψιν αἱ ἀξιώσεις, τὰς ὁποίας διατυποῦν ἐν ὀνόματι τῶν ἐκλογέων των οἱ βουλευταὶ Ἑπτανήσου; Θὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ μακροχρόνιος συνήθεια τὴν ὁποίαν ἀπέκτησαν, διὰ νὰ φορολογῆται κατὰ τὸ σύστημα κατὰ τὸ ὁποῖον ἐφορολογοῦντο μέχρι σήμερον, ἢ θὰ θελήσῃ ἡ Κυβέρνησις ἀποτόμως νὰ ἐφαρμόσῃ τὸ δημοσιονομικῶς ἄρτιον καὶ ἀπὸ ἀπόψεως ἰσότητος δίκαιον μέτρον, τὸ ὁποῖον εἰσάγει ὁ νέος νόμος; Περὶ αὐτοῦ δὲν δύναμαι νὰ ἀποφανθῶ, ἀφήνω ὅλην τὴν περὶ τούτου μέριμναν εἰς τὴν γνώμην καὶ τὴν ἀπόφασιν τῆς Κυβερνήσεως. Ἔρχεται τὸ δεύτερον ζήτημα μὲ τὸ ὁποῖον θὰ σᾶς ἀπασχολήσω, τὸ ζήτημα τῶν Νέων Χωρῶν. Εἰς τὰς Νέας Χώρας ἐξακολουθεῖ νὰ μένῃ ἐν ἰσχύϊ ὁ φόρος τῆς δεκάτης· ὁ φόρος οὗτος ἔχει πολλὰ προσόντα ἀπὸ δημοσιονομικῆς ἀπόψεως, τὰ ὁποῖα τὸν συνιστοῦν, διότι στηρίζεται ἐπὶ τῆς παραγωγῆς, δὲν ἔχει τὰ ἐλαττώματα, τὰ ὁποῖα ἔχει ὁ φόρος τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν καὶ ὁ στρεμματικός, πλησιάζει πρὸς τὸν φόρον τῆς καθαρᾶς προσόδου, μὲ τὴν διαφορὰν ὅτι εἶναι φόρος ἐπὶ τοῦ ἀκαθαρίστου προσόδου, περιέχει δὲ ἐν ἑαυτῷ καὶ τὸν φόρον ἐπὶ τῶν ἐκτάκτων κερδῶν, ὡς καὶ τῶν πολεμικῶν κερδῶν, διότι θὰ παρετηρήσατε ὅτι ἀπὸ τὰ 9 ἑκατομμύρια τὰ ὁποῖα ἀπέδωκεν ὁ φόρος οὗτος τῷ 1913 ἔφθασε μέχρις 23 ἑκατομμυρίων κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος καὶ ἐφέτος θὰ ἐπερνοῦσε τὰ 30 ἑκατομμύρια ἂν δὲν ἠλλαττοῦτο τὸ ποσοστὸν τοῦ φόρου. Αὐτὴ ἡ αὔξησις ὀφείλεται ὄχι εἰς τὴν βελτίωσιν τῆς γεωργίας, ἡ ὁποία μᾶλλον ὑπέστη χειροτέρευσιν διότι ἐπῆλθεν ἐλάττωσις ἐργατικῶν χειρῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, ἴσως καὶ σπόρου, ἀλλ’ ὀφείλεται μόνον εἰς τὴν ὑπερτίμησιν τῶν προϊόντων, ἡ ὁποία δὲν εἶναι ἄλλο παρὰ ἀπόρροια τῶν ἐκτάκτων κερδῶν, τῶν πολεμικῶν κερδῶν. Δὲν εἶναι ὅμως ἀνάγκη νὰ σᾶς ἀπασχολήσω ἐκθέτων πόσον ἡ φορολογία αὕτη εἶναι ἐπιβαρυντική, διότι φορολογεῖ τὴν ἀκαθάριστον πρόσοδον καὶ διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ παρὰ δι’ ἐνοικιάσεως, καθόσον κανὲν ἄλλο σύστημα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποδώσῃ εἰς τὸ Ταμεῖον τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον ἀποδίδει ἡ δι’ ἐνοικιάσεως εἴσπραξις· μὲ οἱονδήποτε ἄλλο σύστημα θὰ γίνουν τοιαῦται καταχρήσεις, ὥστε θὰ εἶναι ὡσὰν νὰ τὸν καταργήσωμεν τὸν φόρον, ἂν θελήσωμεν νὰ τὸν εἰσπράττωμεν δι’ ἄλλου μέσου. Τὸ παρὸν νομοσχέδιον ἀφήνει ἐν ἰσχύϊ τὸν φόρον αὐτὸν εἰς τὰς Νέας Χώρας καὶ εἰς τὴν Κρήτην. Δὲν σημαίνει τίποτε ἡ διαφορὰ τοῦ ποσοστοῦ· εἰς τὴν Κρήτην ὁ φόρος εἶναι 6 καὶ μὲ τὸ ποσοστὸν διὰ τὴν ἀγροφυλακὴν γίνεται 8% εἰς τὰς Νέας Χώρας εἶναι 8 καὶ μὲ τὸ ποσοστὸν διὰ τὴν γεωργικὴν Τράπεζαν γίνεται 9% κανεὶς δὲν δυσανασχετεῖ εἰς τὰς Νέας Χώρας, ἂν ἡ Κρήτη πρόκειται νὰ δώσῃ 1 ἢ 2% ὀλιγώτερον, ἀλλὰ μὴ νομίσητε ὅτι γίνεται ἡ εἴσπραξις ὑπὸ τὰς αὐτὰς συνθήκας· πρέπει νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν τὴν ψυχολογικὴν σύνθεσιν τῶν δύο τμημάτων τῆς Ἑλλάδος. Εἰς τὰς Νέας Χώρας ἡ εἴσπραξις τοῦ φόρου τῆς δεκάτης δι’ ἐνοικιάσεως διεξάγεται κατὰ τρόπον καταθλιπτικόν, οἱονεὶ ἐκ παραδόσεως καὶ διαδοχῆς ἀπὸ τὴν Τουρκοκρατίαν, ἐν ᾧ εἰς τὴν Κρήτην ἐπῆλθεν ἡ ἐξυγίανσις αὐτῆς ἀπὸ τῆς Τουρκοκρατίας καὶ γίνεται κατὰ σύστημα ὄχι τόσον καταθλιπτικόν· εἶναι ἴσως καὶ ὁ χαρακτὴρ τοῦ Κρητικοῦ λαοῦ, ὁ ὁποῖος δὲν ἐπιτρέπει ὑπερβασίας, ἐνῷ εἰς τὰς ἄλλας Νέας Χώρας, ὡς γνωρίζετε, ὁ ραγιαδισμὸς ἰσχύει καὶ προσπαθεῖ ὁ καθεὶς νὰ ὑπερασπίσῃ τὸ δίκαιόν του ὄχι διὰ τῆς παρρησίας καὶ τοῦ θάρρους καὶ τῆς ἀπευθύνσεως πρὸς τὰς ἀρχὰς ἀλλὰ διὰ τῆς κλοπῆς καὶ τῆς ἀποκρύψεως καὶ τοιουτοτρόπως τὸ σύστημα τῆς δεκάτης, τὸ ὁποῖον ἀποδίδει μεγάλα ποσὰ καὶ ἐξυπηρέτησε τὰς ἀνάγκας τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὰς παρούσας δεινὰς περιστάσεις, τὸ σύστημα αὐτὸ εἶναι σχολεῖον κακοηθείας. Ὁ φόρος τῆς δεκάτης ἀπέδωκε κατὰ τὴν πενταετίαν ἀπὸ τοῦ 1913 μέχρι τοῦ 1917 τὰ ἑξῆς ποσά: Εἰς τὰ 1913 ἀπέδωκεν 8.700 χιλιάδας, εἰς τὰ 1914, 9.900 χιλ., εἰς τὸ 1915 15.250 χιλ., εἰς τὰ 1916 21.150 χιλ., εἰς τὰ 1917 23140 καὶ τὸ ὅλον 78.140 χιλιάδας· δὲν ἔχω ὑπ’ ὄψιν ἀκριβῆ ἀριθμὸν τῆς ἀποδόσεως τοῦ 1918 ἀλλὰ τὸν ὑπολογίζω ἴσως ὀλίγον τι κατώτερον τοῦ περυσινοῦ, μετὰ τὴν ἐλάττωσίν του εἰς τὰ ¾.
§153ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἀνώτερος εἶναι.
§154Μ. ΝΕΓΡΟΠΟΝΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). 27 ἑκατομμύρια ἔχει ἐνοικιασθῆ· πόσα θὰ εἰσπραχθῶσι δὲν γνωρίζω.
§155Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Ἄν τὸν ὑπολογίσωμεν εἰς 27 ἑκατομμύρια θὰ ἔχωμεν 105 ἑκατομμύρια περίπου πραγματοποιηθέντα ἐντὸς ἑξαετίας. Ἔχομεν ἐπίσης τὸν φόρον τῆς δεκάτης τοῦ καπνοῦ, ὁ ὁποῖος ἀπέδωκεν εἰς τὰ 1914 δραχ. 4.800.000 εἰς τὸ 1915 δραχ. 2.700.000, διὰ τὸ 1916 καὶ τὸ 1917 δυνάμεθα νὰ ὑπολογίσωμεν τὸ διπλάσιον τῶν προηγουμένων ἐτῶν ἕνεκα τῆς ὑπερτιμήσεως τοῦ καπνοῦ· ἐπίσης διὰ τὸ 1918 ἕνεκα τῆς μεγάλης ὑπερτιμήσεως θὰ φθάσωμεν εἰς τὸ τετραπλάσιον. Ἄν προσθέσωμεν λοιπὸν καὶ ἄλλα 35 ἕως 40 περίπου ἑκατομμύρια ἀπὸ τὸν φόρον τοῦ καπνοῦ κατὰ τὴν πενταετίαν 1914–1918, θὰ ἔχωμεν ἀπὸ τὸν φόρον τῆς δεκάτης 150 περίπου ἑκατομμυρίων ἀπόδοσιν, πλὴν τοῦ ἐλαίου, ὁ ὁποῖος ἀφορᾷ κυρίως τὴν νῆσον Λέσβον, διότι εἰς τὴν Μακεδονίαν ἡ Χαλκιδικὴ παράγει ἓν μικρὸν ποσὸν καὶ ἄλλο μικρὸν ποσὸν ἡ Παραμυθιὰ εἰς τὴν Ἤπειρον. Ἂν θελήσητε νὰ ρίψητε ἓν βλέμμα εἰς τὴν γεωργικὴν στατιστικὴν τῆς Παλαιᾶς Ἑλλάδος κατὰ τὸ χρονικὸν αὐτὸ διάστημα, θὰ ἴδητε πόσον τεραστία διαφορὰ ὑπῆρξε μεταξὺ τῆς φορολογίας τῶν Νέων Χωρῶν ἐπὶ τῶν προϊόντων τῆς γῆς καὶ τῆς Παλαιᾶς Ἑλλάδος, ἡ ὁποία ἐν τῷ μεταξὺ ἐφορολογεῖτο ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, ὅστις ἄριστα ἐχαρακτηρίσθη ὑπὸ τοῦ κ. Ἀντιπροέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ὡς χείριστος καὶ διὰ τὸ δημόσιον Ταμεῖον καὶ διὰ τοὺς παραγωγούς, ἔφθασε δὲ εἰς στάδιον φθίσεως διότι κατήντησε νὰ ἀποδώσῃ κατ’ ἔτος 1½ ἑκατομ.
§156Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως). 900 χιλιάδες.
§157Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Αὐτὸς ὁ φόρος ὁμοιάζει μόνον μὲ τὸν φόρον τῶν οἰκοπέδων καὶ μὲ τὸν συμπληρωματικὸν φόρον τοῦ εἰσοδήματος, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐλαχίστην ἀπόδοσιν. Ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον θὰ σᾶς κάμῃ αἴσθησιν, εἶναι ἂν λάβητε ὑπ’ ὄψιν τὴν γεωργικὴν παραγωγὴν τοῦ 1914 καὶ 1915 ἐπὶ τῇ βάσει τῆς στατιστικῆς τὴν ὁποίαν ἐδημοσίευσε τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας. Ἔχομεν εἰς τὴν Παλαιὰν Ἑλλάδα παραγωγὴν προϊόντων ὑποκειμένων εἰς φόρον δεκάτης ἐν ταῖς Νέαις Χώραις 365 ἑκατομμύρια δραχμῶν διὰ τὸ 1915 μὲ τιμὰς περίπου προπολεμικὰς, 55 λεπτῶν τὴν ὀκᾶν τοῦ σίτου, 38 τοῦ ἀραβοσίτου καὶ οὕτω καθ’ ἑξῆς· ἂν ὑπολογίσητε ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ποσοῦ τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, εἰς τὸν ὁποῖον καὶ μόνον ὑπεβλήθησαν, καὶ ὅστις ἀπέδωσε βεβαίωσιν δραχμῶν 1.000.000 μὲ εἴσπραξιν δραχμῶν 890.000 θὰ ἴδητε ὅτι ἡ ἀναλογία φθάνει μόλις εἰς 0,30%. Ἐνῷ ἐὰν ἐφηρμόζετο εἰς τὴν Παλαιὰν Ἑλλάδα ἀντὶ τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων ὁ φόρος τῆς δεκάτης ὁ ἰσχύων εἰς τὰς Νέας Χώρας, ἐπὶ τοῦ ποσοῦ τῆς παραγωγῆς, θὰ ἠδύνατο νὰ εἰσπράξῃ τὸ Κράτος κατὰ τὸ 1914 ἀντὶ τοῦ 1½ ἑκατομμυρίου, τὸ ὁποῖον εἰσέπραξε, 22.900.000, κατὰ δὲ τὸ 1915 ἀντὶ 890.000 δραχμῶν, τὰς ὁποίας εἰσέπραξε, 30.000.000 δραχμῶν. Αὐτὴ εἶναι ἡ τεραστία διαφορὰ μεταξὺ τῶν δύο φορολογικῶν συστημάτων. Τώρα τὸν φόρον αὐτὸν τῶν ἀροτριώντων τὸν καταργοῦμεν, καὶ δικαίως ἀπὸ ταμιευτικῆς ἀπόψεως, διότι δὲν ἀξίζει τὸν κόπον δι’ ἓν ἑκατομμύριον νὰ ἀπασχολῆται τόση ὑπηρεσία καὶ νὰ καταθλίβωνται τόσοι γεωργοὶ, ἀφήνομεν ὅμως ἐν ἰσχύϊ τὸν φόρον τῆς δεκάτης. Ὁ φόρος τῆς δεκάτης ἀφηνόμενος ἐν ἰσχύϊ, διὰ τῆς προσθήκης δὲ ἑνὸς ἄρθρου εἰς τὸ νομοσχέδιον, συμψηφιζόμενος πρὸς τὸν νέον φόρον, θὰ ἐπιβαρύνῃ πάλιν ἀκεραίως τοὺς παραγωγοὺς, διότι πάντως θὰ εἶνε ἀνώτερος τοῦ νέου φόρου, τὸ ἴδιον δὲ συμβαίνει καὶ διὰ τὸν φόρον τῶν αἰγοπροβάτων. Ἰδοὺ τί λέγει τὸ ἐν λόγῳ ἄρθρον (ἀναγινώσκει): «Οἱ ἐνοικιασταὶ τοῦ ἐν ταῖς Νέαις Χώραις φόρου δεκάτης ὑποχρεοῦνται νὰ δέχωνται τὰς προσαγομένας αὐτοῖς ἀποδείξεις καταβολῆς τοῦ φόρου καθαρᾶς προσόδου ἔναντι τῶν ὀφειλομένων αὐτοῖς εἰς εἶδος, διατιμωμένων κατὰ τὰ διὰ Β. Δ. κανονισθησόμενα. Αἱ ἀποδείξεις αὗται προσαγόμεναι ὑπὸ τῶν ἐνοικιαστῶν εἰς τὰ δημόσια Ταμεῖα συμψηφίζονται εἰς τὸ ὀφειλόμενον ἐνοίκιον». Ἐκ τοῦ κειμένου τούτου δὲν δυσκολευόμεθα νὰ ἐννοήσωμεν ὅτι δὲν ἐπέρχεται ὁ συμψηφισμὸς, τὸν ὁποῖον ἐπηγγέλθη ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ καὶ ἂν ἐπέρχηται οὗτος, κανονίζεται κατὰ τρόπον πρωθύστερον, διότι, ὅπως γνωρίζετε, ὁ φόρος τῆς δεκάτης βεβαιοῦται καὶ εἰσπράττεται ἐν τοῖς ἁλωνίοις, ἐνῷ ὁ φόρος τῆς καθαρᾶς προσόδου θὰ βεβαιωθῇ πολὺ βραδύτερον.
§158Μ. ΝΕΓΡΟΠΟΝΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Θὰ ληφθῇ πρόνοια περὶ τούτου.
§159Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Δὲν ἠμποροῦσα ἐγὼ νὰ μαντεύσω ὅτι θὰ ληφθῇ πρόνοια.
§160Μ. ΝΕΓΡΟΠΟΝΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Εἶναι δικαία ἡ παρατήρησίς σας, καὶ ἡμεῖς τὸ παρετηρήσαμεν καὶ τὸ ἀποδεχόμεθα.
§161Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Ἀναμένω τὴν δευτέραν συζήτησιν, ἵνα ἴδω κατὰ τίνα τρόπον θὰ τὸ διατυπώσητε καὶ ἐπανέλθω ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ. Λάβετε ὑπ’ ὄψει ὅτι, ἐὰν ἐξακολουθήσῃ νὰ ὑπάρχῃ τὸ σύστημα τῆς ἐνοικιάσεως τοῦ φόρου τῆς δεκάτης, ὁ ἐνοικιαστής, ἀναλαμβάνων νὰ πληρώσῃ 5.000 δραχ. π. χ. διὰ τὴν δεκάτην ἑνὸς χωρίου, καὶ μεταβαίνων ἐκεῖ πρὸς εἴσπραξιν τῆς δεκάτης, χωρὶς νὰ γνωρίζῃ τί ποσὸν ἀποδείξεων ἐκ τῶν διὰ τοῦ φόρου τῆς καθαρᾶς προσόδου ἤδη εἰσπραχθέντων ἔστω καὶ διὰ τὸ προηγούμενον ἔτος, πρόκειται νὰ συμψηφισθῇ, θὰ ἔχῃ προδιάθεσιν βεβαίως νὰ ὑπολογίσῃ: 1) ὅτι θὰ λάβουν μέρος εἰς τὸν συμψηφισμόν, 2) ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότεραι ἀποδείξεις καὶ 3) οὕτω θὰ πάθῃ μέγα πλῆγμα τὸ σύστημα τῆς ἐνοικιάσεως τοῦ φόρου τῆς δεκάτης. Πρέπει λοιπὸν νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψει τοῦτο, καὶ νὰ μὴ γίνῃ ὁ συμψηφισμὸς πρωθυστέρως, ἀλλὰ νὰ καθορισθῇ σαφῶς τὸ ζήτημα τοῦ τί θὰ πράξῃ ὁ ἐνοικιαστής, ἀφ’ οὗ κατακυρωθῇ ἐπ’ ὀνόματί του ὁ φόρος τῆς δεκάτης, δηλαδὴ πῶς θὰ ὑπολογίσῃ αὐτὸς τὸ συμψηφιστέον ποσόν, τί προϋποθέσεις θὰ κάμῃ ὁ ἐνοικιαστὴς καὶ τὶ προϋποθέσεις θὰ τοῦ παρουσιάσῃ ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία θὰ τοῦ εἴπῃ: Σοῦ ἐνοικιάζω τὸν φόρον τῆς δεκάτης, ἀλλὰ θὰ συμψηφίσῃς καὶ τὸν φόρον τῆς καθαρᾶς προσόδου, τὸν ὁποῖον ἢ τὸν γνωρίζεις ἢ δὲν τὸν γνωρίζεις. Τώρα πρόκειται καὶ περὶ τοῦ τρόπου τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ φόρου τῆς καθαρᾶς προσόδου. Ἀπὸ ἀπόψεως συστήματος καὶ λεπτομερειῶν, ἐν τῇ ἐφαρμογῇ, δὲν εἶχον τὸν ἀπαιτούμενον καιρὸν, ἵνα μελετήσω καὶ ἀναλύσω ὅλας τὰς κατηγορίας. Ἐπέστησα τὴν προσοχήν μου εἰς τὴν δευτέρα κυρίως κατηγορίαν «εἰσοδήματα ἐκ γαιῶν» καὶ τὴν πέμπτην «κέρδη ἐκ γεωργικῶν ἐπιχειρήσεων». Ἐὰν ἔχητε τὴν καλωσύνην νὰ μὲ παρακολουθήσετε ἐπὶ στιγμὴν, θὰ ἴδητε πόσας διατυπώσεις πρέπει νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει του ὁ φορολογούμενος πολίτης, καὶ ἑπομένως καὶ τὸ δημόσιον ὄργανον, τὸ ὁποῖον θὰ ἔλθῃ εἰς ἐπαφὴν μετ’ αὐτοῦ. Κατὰ πρῶτον, εἰς τὴν δευτέραν κατηγορίαν «εἰσοδήματα ἐκ γαιῶν». Ἀπὸ τὸ ἐνοίκιον, εἴτε εἰς εἶδος, εἴτε εἰς μετρητά, ἀφαιροῦνται (ἀναγινώσκει): «πρῶτον: βάρη καὶ δαπάναι ἀκινήτου, δηλαδή, ἄμεσοι, δημόσιοι, δημοτικοὶ, κοινοτικοὶ καὶ ὁδικοὶ φόροι, δεύτερον: τόκοι ἐνυποθήκων δανείων ἀκινήτου, τρίτον: ἀπόσβεσις δαπανῶν δενδροφυτειῶν, ἀντιπλημμυρικῶν, ἀποξηραντικῶν ἔργων». Δι’ αὐτὰ ὅλα θὰ εἶναι ὑποχρεωμένος, διὰ νὰ μὴ φορολογηθῇ ἀδίκως, ὁ εἰσοδηματίας τῆς γῆς, νὰ κρατῇ κατάστιχα. Ἀπὸ τὸ λοιπὸν εἰσόδημα, μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν ἄνω τριῶν κατηγοριῶν, θὰ ἀφαιρεθῇ, διὰ τοὺς ἐλαιοπαραγωγοὺς καὶ σταφιδοπαραγωγοὺς τῆς Παλαιᾶς Ἑλλάδος, Κρήτης, Σάμου καὶ Λέσβου, τὸ ἥμισυ τοῦ ἀντιτίμου φόρου εἰς εἶδος σταφίδος ἢ ἐλαίου, γενικῶς ποσὸν 1200 δρχ. ὡς ἔξοδα συντηρήσεως διὰ τὸν ἰδιοκτήτην καὶ 240 δρχ. ἐπὶ πλέον κατ’ ἄτομον τῶν συνοικούντων μετ’ αὐτοῦ προσώπων. Κλείει καὶ ἡ δευτέρα σειρὰ ἐκπτώσεων καὶ ἀρχίζει ἡ τρίτη σειρά. Ἀπὸ τὸ νέον ὑπόλοιπον ἐκπίπτονται—ἵνα λάβωμεν τὴν προοδευτικὴν κλίμακα—ἀπὸ 80 μέχρι 40% καὶ ἐπιβάλλεται τέλος ἐπὶ τοῦ καθαροῦ ὑπολοίπου ποσοστὸν φόρου 10%, ὥστε ἀναλογεῖ φόρος ἐπὶ τοῦ καθαροῦ εἰσοδήματος τῶν γαιῶν ἀπὸ 2–6%—. Ἐδῶ ὅμως λέγει, ὅτι ἀφαιροῦνται καὶ οἱ ἄμεσοι δημόσιοι φόροι. Ἀλλ’ ἄμεσος δημόσιος φόρος εἶναι καὶ ὁ φόρος τῆς δεκάτης. Ἑπομένως ἐν ᾧ ἀφ’ ἑνὸς ἐδῶ εἰς τὸ ἄρθρον αὐτὸ ὑποτίθεται, ὅτι κατὰ τὸν ὑπολογισμὸν τῆς καθαρᾶς προσόδου ὁ γεωργὸς θὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ παρουσιάσῃ ὡς δαπάνην γενομένην τὸν φόρον τῆς δεκάτης, διότι εἶναι ἄμεσος δημόσιος φόρος, ἀφ’ ἑτέρου εἰς τὸ ἄλλο ἄρθρον, τὸ ὁποῖον προηγουμένως ἀνέγνωσα, λέγει, ὅτι ἀπὸ τὸν φόρον τῆς δεκάτης θὰ ἀφαιρῆται ἡ καθαρὰ πρόσοδος. Γίνεται λοιπὸν ἐκ πρώτης ὄψεως μία ἀλληλοαναίρεσις.
§162Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως). Τὸ πρᾶγμα ἔχει ὡς τὸ ἑρμηνεύετε τώρα.
§163Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Ὥστε ἐδῶ δὲν θὰ ἀφαιρεθῇ ὁ φόρος τῆς δεκάτης;
§164Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως). Θὰ ἀφαιρεθῇ, διότι ἀκριβῶς αὐτό, τὸ ὁποῖον εἴπετε, δικαιολογεῖ τὴν διατήρησιν τοῦ φόρου τῆς δεκάτης εἰς τὰς Νέας Χώρας, διότι ἐθεωρήθη ἐπιβεβλημένον εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ διατηρήσῃ ἐκεῖ τὸ σύστημα τῆς δεκάτης δι’ οὓς λόγους εἶπον, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν εὐθὺς ἀμέσως ἑνιαίως καθ’ ὅλον τὸ Κράτος μὲ μίαν ὑπηρεσίαν ὀργανουμένην τώρα νὰ ἐφαρμοσθῇ τὸ σύστημα τοῦτο, ἕως ὅτου φθάσωμεν εἰς τὴν πραγματικὴν φορολογικὴν ἰσότητα, ἐθεώρησε δὲ ἐπιβαλλόμενον εἰς αὐτήν, ἵνα ἐπὶ τῆς δεκάτης τῶν Νέων Χωρῶν ἀφαιρέσῃ ἐκ τοῦ συνόλου τὸ ⅕ ἐπὶ τῆς ὅλης παραγωγῆς, θὰ φορολογηθῇ οὕτω τὸ ὑπόλοιπον, τὰ ⅘. Λαμβάνων δὲ ἀφορμὴν ἐξ αὐτοῦ ἤθελα συστήσῃ εἰς τοὺς κυρίους βουλευτὰς τῶν Νέων Χωρῶν, προκειμένου νὰ μὴ ὑποβάλλωνται τὰ νομοσχέδια, νὰ φέρωσιν ἐγκαίρως τὰς παρατηρήσεις των καὶ τὰς τροπολογίας, ἵνα τυπῶνται καὶ τὰς ἔχομεν ὑπ’ ὄψει. Τὸ ⅕ ἐν τῷ συνόλῳ θὰ εἶναι οὐχὶ ὀλιγώτερον τῶν 500 ὀκάδων· ὁπωσδήποτε θὰ τεθῇ ἐλάχιστον ὅριον 500 ὀκάδες, τὸ ὁποῖον θὰ μείνῃ ἀφορολόγητον. Ἐφ’ ὅσον τὸ ⅕ εἶναι κατώτερον τῶν 500 ὀκάδων, ὥστε δὲν ὑπάρχει λόγος τις φορολογίας, ἐπὶ τοῦ ὑπολοίπου δὲ αὐτοῦ δὲν θὰ εἰσπράξωμεν ὅ,τι εἶναι ὁ σήμερον φόρος τῆς δεκάτης, ἀλλὰ κατὰ 1% ἐπὶ ἔλαττον, ὁπωσδήποτε εἰς τὴν ἰσότητα. Δὲν ἀρκούμεθα ὅμως εἰς τοῦτο, ἀλλὰ προσθέτομεν, ὅτι προκειμένου νὰ φορολογηθῇ κατόπιν ἡ νέα καθαρὰ πρόσοδος, ἐὰν ὑποτεθῇ, ὅτι πληρώνων 6% ἐπὶ τῆς καθαρᾶς προσόδου, θὰ ἐπλήρωνε 500, ἀλλὰ πληρώσας 5% ἐπὶ τῆς προσόδου, τὴν ὁποίαν ἔχει, ἐπλήρωσε 800, τὰς ἐπὶ πλέον τὰς ὁποίας ἐπλήρωσεν θὰ συνυπολογήσωμεν ἔναντι τῶν φόρων, τοὺς ὁποίους καλεῖται νὰ πληρώσῃ ἔναντι τοῦ συνόλου τοῦ εἰσοδήματός του. Δὲν θὰ εἰπῇ ὁ νόμος, ὅτι μοῦ εἶναι ἀδιάφορον τί ἐπλήρωσες διὰ τὰ δημητριακά σου, τώρα θὰ μοῦ πληρώσῃς φόρον ἐπὶ τῆς καθαρᾶς προσόδου τῆς ἄλλης, ἀλλὰ τὸ ἐπὶ πλέον πληρωθέν, δηλαδὴ τὸ σύνολον τοῦ φόρου τῆς δεκάτης, θὰ συμψηφισθῇ, δηλαδὴ θὰ ὑπολογισθῇ ἡ πρόσοδος ἡ καθόλου ἡ ἐκ τῶν σπειρομένων γαιῶν, καὶ κατόπιν θὰ ἴδωμεν ποῖον φόρον ἔχει νὰ πληρώσῃ ἐπὶ τοῦ συνόλου τῆς καθαρᾶς προσόδου.
§165Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Ἀφ’ οὗ αὐτὸ τὸ ζήτημα πρόκειται νὰ μελετηθῇ ἐκ νέου, θὰ ἀναβάλωμεν τὴν ἐπὶ τούτου συζήτησιν κατὰ τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν. Ἐπίσης εἰς τὰ κέρδη τῶν γεωργικῶν ἐπιχειρήσεων, αἵτινες κυρίως εἶναι αὐτὴ ἡ γεωργία, διατηροῦνται αἱ ἑξῆς διατυπώσεις: Ἀφαιροῦνται γενικὰ ἔξοδα διαχειρίσεως, μισθοδοσίαι, ἀμοιβαί προσωπικοῦ κλπ., δαπάναι συντηρήσεως καὶ ἐπισκευῆς μηχανημάτων, ἡ ἀξία τοῦ σπόρου, τόκος δανείων ἢ πιστώσεων πάσης φύσεως, ἄλλοι φόροι, τέλη καὶ δικαιώματα κλπ. Ἔπειτα θὰ ἀφαιρεθῇ τὸ ἥμισυ τοῦ καθαροῦ κέρδους ἐκ σταφίδος ἢ ἐλαιωδῶν προϊόντων, ὡς καὶ τὰ ποσὰ ἐλαχίστου συντηρήσεως, καὶ ἐπὶ τοῦ ὑπολοίπου θὰ ὑπολογισθῇ προοδευτικῶς τὸ ποσοστὸν τοῦ φόρου 6%, ποικίλλον ἀπὸ 1,5 μέχρι 4,5%. Ἀλλά, σᾶς παρακαλῶ, ποῖος γεωργὸς θὰ εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἔχῃ τρόπον τινὰ βιομηχανικὴν ἐγκατάστασιν καὶ νὰ κρατῇ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λογαριασμούς;
§166Ι. ΓΚΕΚΑΣ. Θὰ ὑποχρεωθῇ ἕκαστος νὰ ἔχῃ λογιστήν.
§167Μ. ΝΕΓΡΟΠΟΝΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ὑπάρχει καὶ ἄλλο σύστημα.
§168Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Τὸ εἶδα, εἶναι τὸ τεκμαρτόν. Ἐὰν ἐφαρμόσητε αὐτὸ τὸ ἄλλο σύστημα, εἶναι ὡς νὰ καταδικάζητε ἐκ τῶν προτέρων εἰς ἀποτυχίαν ὅλον αὐτὸ τὸ ὡραῖον οἰκοδόμημα, τὸ ὁποῖον ἐκάματε. Ἐὰν πρόκειται νὰ πάρωμεν ὡς βάσιν τὸ τεκμαρτὸν ἔσοδον, τότε ἔχομεν ὑπὸ νέαν μορφὴν τὸν συμπληρωματικὸν φόρον τοῦ εἰσοδήματος, ὁ ὁποῖος δὶς ἐφαρμοσθείς, δὶς ἀπέτυχεν. Ἀπὸ αὐτῆς τῆς ἀπόψεως θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν νὰ κρίνῃ σοβαρῶς τὸ πρᾶγμα, καὶ νὰ μὴ θελήσῃ νὰ συνδέσῃ τὸ ὄνομά της μὲ ἕνα μέτρον φορολογικὸν, τὸ ὁποῖον νὰ διατρέχῃ αὐτοὺς τοὺς κινδύνους, τοὺς ὁποίους εἴδομεν ἐν τῇ ἐφαρμογῇ εἰς ἄλλα ὅμοια θνησιγενῆ φορολογικὰ μέτρα, ὅπως εἶναι ὁ φόρος τῶν οἰκοπέδων καὶ ὁ ἀτυχὴς ἐκεῖνος φόρος τοῦ εἰσοδήματος τῶν σπειρομένων γαιῶν, ὁ ὁποῖος ἐψηφίσθη, ἀλλὰ δὲν ἐφηρμόσθη. Τὸ σπουδαιότερον ὅμως, τὸ ὁποῖον μᾶς ἐνδιαφέρει, ἐπὶ τῇ βάσει πάντοτε τῶν σοβαρωτάτων δηλώσεων τοῦ κυρίου Ἀντιπροέδρου τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι τὸ ταμιευτικὸν μέρος, διότι τὸ δημοσιονομικὸν ἐξαρτᾶται πάντοτε ἀπὸ ἡμᾶς, οἵτινες βλέποντες κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν προσκρούοντα τὸν νόμον, εἴτε ἀντιλαμβανόμενοι τὰς διαφόρους αὐτοῦ ἀτελείας δυνάμεθα νὰ ἔλθωμεν εἰς διόρθωσιν αὐτοῦ διὰ νεωτέρου συμπληρωματικοῦ φόρου. Ἀλλὰ ἀφ’ οὗ ἀποδίδεται τόσον μεγάλη σημασία εἰς τὴν σημερινὴν ἀκριβῶς περίστασιν ἀπὸ ταμιευτικῆς ἀπόψεως, θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν νὰ μὴ ἐπηρεασθῇ ἀπὸ τὴν ἀντιπολιτευτικὴν ἰδιότητα τοῦ ὁμιλοῦντος, ἀλλὰ νὰ ἀναλογισθῇ τὴν μεγάλην της εὐθύνην, ἐὰν ἀποτύχῃ ὁ ὡραῖος αὐτὸς σκοπός, ὁ ὁποῖος ἀφορᾷ σύμπαν τὸ Ἔθνος, τοῦ ὁποίου βεβαίως καὶ ἡμεῖς καὶ σεῖς παρ’ ὅλας τὰς διαστάσεις τὰς προσωρινὰς ἀποτελοῦμεν μέρος αὐτοσύστατον. Ἐπ’ αὐτῆς τῆς ἀπόψεως θὰ παρακαλέσω νὰ σκεφθῆτε καλῶς καὶ νὰ μὴ βασισθῆτε εἰς βεβιασμένας ἀντιλήψεις καὶ μονομερεῖς ὑποδείξεις κατὰ πάντα φιλοτίμων ὑπαλλήλων, οἱ ὁποῖοι ἀπὸ θεωρητικῆς ἀπόψεως εὑρίσκουν ὅλα τὰ πράγματα ὡραῖα, ἀλλ’ ἔχουν μονομερῆ ἀντίληψιν, ὡς ἐκ τοῦ στενοῦ περιβάλλοντος, εἰς τὸ ὁποῖον εὑρίσκονται κεκλεισμένοι μέσα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν. Ἀφοῦ ἐπιμένει ἡ Κυβέρνησις νὰ ψηφίσωμεν τὸν νόμον ὡς ἔχει σήμερον, παρ’ ὅλας τὰς ἀτελείας, τὰς ὁποίας ὑπέδειξα, ἂς κάμωμεν τοὐλάχιστον κἄτι τι, τὸ ὁποῖον ἐφαρμόζεται καὶ εἰς τὴν Ἀγγλικὴν Βουλήν: Νὰ συνέλθῃ ἡ Βουλὴ μίαν ἡμέραν ἀνεπισήμως εἰς ἐπιτροπὴν ἐν ὁλομελείᾳ καὶ ἐκεῖ νὰ συζητηθοῦν κατ’ ἀντιπαράστασιν αἱ ἀντιλήψεις τῶν διαφόρων βουλευτῶν τῶν ἀντιπροσωπευόντων τὰς διαφόρους ἐπαρχίας τοῦ Κράτους, ἐπὶ παρουσίᾳ ἀνωτάτων ὑπαλλήλων καὶ μελῶν τῆς Κυβερνήσεως καὶ νὰ ἐπέλθῃ οὕτω μία συζήτησις διαφωτιστικὴ ἐπὶ τῶν λεπτομερειῶν τοῦ προκειμένου νομοθετήματος, κατόπιν τῆς ὁποίας νὰ γίνῃ ἡ ὁριστικὴ διατύπωσις αὐτοῦ. Ὁ τρόπος αὐτὸς εἶναι ὀλίγον τι πρωτοφανὴς δι’ ἡμᾶς, ἀλλὰ δὲν νομίζω, ὅτι δὲν δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ, διότι αἱ ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης συζητήσεις εἶναι πάντοτε δύσκολοι διὰ τὴν θέσιν τῶν βουλευτῶν προκειμένου περὶ φορολογικοῦ νομοσχεδίου, μάλιστα δὲ τῶν βουλευτῶν τῆς πλειοψηφίας, μόλον ὅτι εὑρισκόμεθα εἰς τόσον ἐξαιρετικὰς περιστάσεις διὰ τοιαύτην ριζικὴν μεταβολὴν, ἰδίᾳ τοῦ συστήματος τῶν ἀμέσων φόρων, διότι τοὺς ἐμμέσους πάντοτε δυνάμεθα νὰ τοὺς μεταβάλωμεν μὲ πολὺ εὐκολώτερον τρόπον. Κυρίως δὲ θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ καὶ πάλιν ἐκ νέου ὑπ’ ὄψει τὸ δυσχερὲς τῆς συνυπάρξεως καὶ τῶν παλαιῶν ἀμέσων φόρων μετὰ τοῦ νέου. Ὅσοι ἐξ ἐκείνων πρόκειται οὕτως ἢ ἄλλως νὰ συμψηφισθῶσιν εἰς τὸν φόρον τῆς καθαρᾶς προσόδου, διατὶ νὰ μένωσι καὶ αὐτοὶ καὶ νὰ ἀπασχολῆται τοιουτοτρόπως ὁ παραγωγὸς καὶ ὁ κτηματίας, καὶ πᾶς ἄλλος φορολογούμενος, διὰ νὰ ὑπολογίζῃ μαζὶ μὲ τὸν παλαιὸν ἄμεσον φόρον, ὁ ὁποῖος μένει ἐν ἰσχύϊ, τὸν ἀναλυτικὸν κατὰ κατηγορίαν καὶ τὸν συνθετικὸν φόρον τῆς καθαρᾶς προσόδου, ὁ ὁποῖος θὰ ἐπιβληθῇ εἰς τὸ τέλος, τὸν φόρον τῆς ὑπερτιμήσεως τῶν κτημάτων, τὸν φόρον τοῦ ὑπερεισοδήματος τὸ ὁποῖον θὰ εἰσπράττομεν κατ’ ἔτος, θὰ ἔχωμεν δηλαδὴ ἑξαπλῆν φορολογίαν; Ὑπάρχει μία Τουρκικὴ παροιμία λέγουσα, ὅτι τὸ πρόβατον μίαν φορὰν κατ’ ἔτος κουρεύεται, ἐδῶ ὅμως γίνεται ὡσὰν εἰς τὸ τριφύλλι, τὸ ὁποῖον θερίζεται πέντε καὶ ἓξ φορὰς τὸ ἔτος.
§169Ν. ΞΗΡΟΣ. Τὸ πρόβατον καθ’ ἡμέραν τὸ ἀρμέγομεν.
§170Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Ὅταν γίνητε Ὑπουργὸς, τότε νὰ ἀρμέγητε καὶ τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν καθ’ ἡμέραν. Ἐπίσης προκειμένου περὶ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ προοδευτικοῦ συστήματος, ἤθελον νὰ κάμω τὴν παρατήρησιν, ὅτι, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, εἰς τὴν Γαλλίαν ὁπόθεν ἀντεγράφη τὸ παρὸν νομοσχέδιον, ἡ προοδευτικὴ φορολογία, ἐφαρμόζεται μόνον εἰς τὸν συνθετικὸν φόρον, εἰς τοὺς ἀναλυτικοὺς δὲν ἐφαρμόζεται, διότι δὲν ἀποβλέπει εἰς τὸν πλοῦτον τοῦ παραγωγοῦ, ἀλλὰ εἰς τὸ προϊόν, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ φορολογῆται ποσοτικῶς. Ἄλλου εἴδους εἶναι ὁ συνθετικὸς φόρος, ὁ ὁποῖος εἶναι συμπληρωματικὸς φόρος ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος, ὅπου ἐπεκράτησεν ὀρθῶς ἡ ἀντίληψις τῆς προοδευτικῆς φορολογίας, ἵνα ἐπὶ τῶν ἀμέσων φόρων συνεισφέρουν ὅλοι διὰ τὰ βάρη τοῦ Κράτους, ἀναλόγως πρὸς τὴν μείζονα ἢ ἐλάσσονα εὐμάρειάν των. Θὰ σᾶς παρεκάλουν νὰ μὴ ἐφαρμόσητε τὴν προοδευτικὴν φορολογίαν ἐπὶ τῶν ἀναλυτικῶν κατηγοριῶν, ἀλλὰ νὰ τὴν περιορίσητε εἰς τὸν συνθετικὸν φόρον τοῦ εἰσοδήματος, ὁ ὁποῖος εἶναι κυρίως ὁ σπουδαιότερος διὰ τοῦ νέου νόμου ἐπιβαλλόμενος φόρος, καὶ ἀπὸ τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ ἐλπίσωμεν ποιάν τινα ταμιευτικὴν βελτίωσιν, διότι ὡς πρὸς τοὺς ἄλλους δὲν εἶμαι αἰσιόδοξος. Ἀφίνετε ἐν ἰσχύϊ καὶ τὸν ὑπάρχοντα φόρον τοῦ ἐπιτηδεύματος μὲ προσαυξήσεις χωρὶς καμμίαν διόρθωσιν τῶν ὀργανικῶν ἐλλείψεών των. Ὡς πρὸς αὐτὰς θὰ σᾶς ἀναφέρω ἓν παράδειγμα. Οἱ ἀλευρόμυλοι φορολογοῦνται ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ζεύγους τῶν μυλολίθων ἢ κυλίνδρων. Φαντασθῆτε ἕνα ἀλευρόμυλον ἐν Θεσσαλονίκῃ ἢ ἐν Πειραιεῖ ἢ ἐν Πάτραις, ὁ ὁποῖος παράγει ἕως 2000 σάκκους τὴν ἡμέραν, ὁ ὁποῖος ὑποστηρίζεται διὰ πιστώσεων τῶν Τραπεζῶν καὶ ἔχει ἄφθονα ὅλα τὰ ἄλλα μέσα, νὰ φορολογῆται ἐπὶ τῇ αὐτῇ βάσει, μὲ τὴν ὁποίαν φορολογεῖται καὶ εἷς ἀλευρόμυλος κείμενος εἰς τὰ ἐνδότερα τῆς Μακεδονίας ἢ τῆς Πελοποννήσου ὅπου δὲν ὑπάρχουσιν οὔτε δρόμοι, οὔτε ἐργατικαὶ χεῖρες, καὶ ὅπου ἡ παραγωγὴ εἶναι ἐλαχίστη κατὰ τὸ ἡμερονύκτιον, κατὰ τὰς περισσοτέρας δὲ ἡμέρας τοῦ ἔτους ἐπέρχεται ἀναγκαστικὴ ἀργία τῆς βιομηχανίας. Καὶ ἐνῷ ἔχομεν αὐτὴν τὴν ἀνισότητα εἰς τὸν φόρον τοῦ ἐπιτηδεύματος, ἐρχόμεθα διὰ τοῦ φόρου τῆς καθαρᾶς προσόδου νὰ αὐξήσωμεν αὐτὴν τὴν ἀνισότητα, διότι κατ’ ἀνάγκην θὰ ἐπηρεασθῇ ὁ πρῶτος φόρος ἐκ τοῦ δευτέρου. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν πιθανὴν ἀπόδοσιν τοῦ νέου φόρου ἐν σχέσει πρὸς τοὺς παλαιούς, δὲν εἰσέρχομαι εἰς αὐτὴν τὴν λεπτομέρειαν, διότι δὲν κατώρθωσα νὰ τὴν μελετήσω ἐπὶ τῇ βάσει ἐξηκριβωμένων πινάκων. Εἶναι τόσαι αἱ ἐκπτώσεις, αἱ ὁποῖαι δέον νὰ ὑπολογισθῶσι, καὶ τόσαι αἱ λεπτομέρειαι περὶ τὴν ἐξακρίβωσιν, ὥστε ἀμφιβάλλω ἐὰν θὰ ἔχωμεν τὴν ἀπόδοσιν, τὴν ὁποίαν εἴχομεν ἕως τώρα. Κυρίως πρέπει νὰ προσέξωμεν εἰς τὸ ὅτι, θὰ ἔχωμεν νὰ ἀφαιρέσωμεν ἕνα σωρὸν ἐκπτώσεων, πάντοτε δὲ ὁ φορολογούμενος θὰ παρουσιάζῃ πίνακας μὲ ὅσον τὸ δυνατὸν περισσοτέρας ἐκπτώσεις, ἰδίως εἰς τὰς γεωργικὰς καὶ βιομηχανικὰς ἐπιχειρήσεις. Π. χ. ἀναφέρονται ὡς ἀφαιρετέαι αἱ δαπάναι διὰ τὰ ἔργα τὰ ἀντιπλημμυρικά· ποῖα εἶναι αὐτά; Εἶναι τὰ Θεσσαλικά, τὰ ὁποῖα ἀποβλέπουν εἰς τὴν ἀναστολὴν τοῦ ρεύματος τοῦ Πηνειοῦ; ἢ εἶναι καὶ πᾶν ὅμοιον ἔργον, ὅπερ ἐπιχειρεῖ εἰς τὸ χωράφι του ὁ χωρικός, σκάπτων ἁπλοῦν χάνδακα διὰ νὰ δώσῃ διέξοδον εἰς τὰ ὕδατα; Πῶς δύνασθε νὰ γνωρίζητε τί στοιχίζει ἡ κατασκευὴ τοιούτου ἔργου, διὰ τὸ ὁποῖον θὰ παρουσιάσῃ ἴσως ἕνα λογαριασμὸν μεγάλον; Ἔπειτα λάβητε ὑπ’ ὄψιν ὅτι ὁ χωρικὸς θὰ ἀναγκασθῇ νὰ ὑπάγῃ εἰς τὸν διδάσκαλον ἢ τὸν δικηγόρον ἢ τὸν δικολάβον διὰ νὰ τοῦ κάμῃ ἕνα πίνακα τοιοῦτον, τὸν ὁποῖον θὰ παρουσιάσῃ εἰς τὸν οἰκονομικὸν ἔφορον, διὰ νὰ ἐπιτύχῃ ἐλάφρυνσιν. Ὅλα ταῦτα πῶς θὰ τὰ ὑπολογίσητε κατὰ τὴν ἐξακρίβωσιν; Μία ἄλλη διάταξις τῆς φορολογίας ἀφορᾷ ἰδίᾳ τὴν Πελοπόννησον καὶ τὰς νήσους, ὡς πρὸς τὸν φόρον ἐπὶ τοῦ ἐξαγομένου ἐλαίου καὶ τῆς σταφίδος. Ὁ φόρος ὁ ἐπιβαλλόμενος ἐπὶ τοῦ ἐλαίου καὶ τῆς σταφίδος, δὲν καταβάλλεται ὑπὸ τοῦ παραγωγοῦ, καταβάλλεται ὑπὸ τοῦ ἀγοραστοῦ. Ποῦ θὰ ὑπολογισθῇ ὁ συμψηφισμός;
§171Π. ΒΟΥΡΛΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τοῦ Ἐπισιτισμοῦ). Ἐπὶ τῆς προσόδου.
§172Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Θὰ ἀφαιρεθῇ τὸ ἥμισυ τοῦ φόρου,
§173Π. ΒΟΥΡΛΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τοῦ Ἐπισιτισμοῦ). Ὄχι τοῦ φόρου τὸ ἥμισυ τῆς προσόδου.
§174Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Θὰ σᾶς τὸ ἀποδείξω ἀμέσως. Ἀκριβῶς θέλω νὰ μάθω ποῦ θὰ εὕρωμεν τὸν παραγωγόν, διὰ νὰ συμψηφίσωμεν τοὺς δύο φόρους; Ἰδοὺ τὶ λέγει ὁ νόμος: (ἀναγινώσκει) «Εἰσοδήματα ἐκ γαιῶν» (ἄρθρ. 12 παράγρ. 2 ἐδ. βʹ «ἔκπτωσις τοῦ ἡμίσεως τοῦ ἀντιτίμου τοῦ τυχὸν εἰς αὐτούσιον σταφίδα καὶ ἔλαιον ἐκ τῆς παραγωγῆς τοῦ κτήματος καταβαλλομένου ἐνοικίου, ἐφ’ ὅσον διαρκεῖ ἡ μετὰ τῆς Προνομιούχου Ἑταιρείας σύμβασις τοῦ 1905 καὶ διατηρεῖται διακεκριμένη φορολογία ἐπὶ τοῦ ἐλαίου». «Κέρδη ἐκ γεωργικῶν ἐπιχειρήσεων» (ἄρθ. 21 παράγρ. 2 ἐδάφ. βʹ) «Ἔκπτωσις τοῦ ἡμίσεως τοῦ τυχὸν περιεχομένου ἐν τῇ συνολικῇ καθαρᾷ προσόδῳ τῆς κατηγορίας ταύτης καθαροῦ κέρδους ἐκ σταφίδος, ἐλαίου, ἐλαιῶν καὶ παραγώγων, ἐκ τῆς παραγωγῆς τοῦ κτήματος, ἐφ’ ὅσον ἰσχύει ἡ μετὰ τῆς Προνομιούχου Ἑταιρείας σύμβασις τοῦ 1905 καὶ διατηρεῖται διακεκριμένη ἐπὶ τῶν ἐλαιῶν, ἐλαίου κλπ. φορολογία». Ποῦ θὰ εὕρητε τὸ κέρδος; Πῶς θὰ τὸ ὑπολογίσητε;
§175Π. ΒΟΥΡΛΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τοῦ Ἐπισιτισμοῦ). Ὁ σταφιδοκτήμων θὰ δηλώσῃ τὶ ἔσοδον εἶχεν ἐκ τῆς σταφίδος. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἔννοια ἐκ τοῦ νομοσχεδίου.
§176Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Δὲν λέγω τῆς ἀκαθαρίστου προσόδου.
§177Π. ΒΟΥΡΛΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τοῦ Ἐπισιτισμοῦ). Ὁμιλεῖ περὶ καθαροῦ κέρδους.
§178Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Εἶναι τόσον πολύπλοκον αὐτὸ τὸ πρᾶγμα, ὥστε νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ διασαφηνισθῇ. Ἀναμένομεν λοιπὸν τὰς τροπολογίας κυρίως διὰ τὸ ζήτημα τῆς δεκάτης τῶν Νέων Χωρῶν, εἰς τὸ ὁποῖον θὰ ἐπανέλθω διὰ μακροτέρων κατὰ τὴν συζήτησιν εἰς βʹ ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου.
§179ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χρυσοχοΐδης ....
§180Α. ΑΡΓΥΡΟΣ. Εἶμαι ἐγγεγραμμένος, κ. Πρόεδρε.
§181ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀργυρὸς ἔχει τὸν λόγον.
§182Α. ΑΡΓΥΡΟΣ. Ὀλίγας λέξεις, κ. βουλευταί, ἐπὶ λεπτομερειῶν καὶ ἐπὶ θεμελιωδῶν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου ἀλλὰ κυρίως καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰς Νέας χώρας καὶ εἰδικῶς τὴν Μακεδονίαν καὶ τὴν Ἤπειρον αἱ ὁποῖαι ἔχουσι κοινὴν τὴν φορολογίαν. Ὅπως καὶ κατὰ τὴν πρώτην κατ’ ἀρχὴν συζήτησιν δι’ ἐρωτήσεώς μου πρὸς τὸν εἰσηγητὴν τῆς ἐπιτροπῆς τῆς κοινοβουλευτικῆς ἐξεδήλωσα, εἶμαι καὶ νῦν ἀληθῶς κατάπληκτος ὅτι εἰς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἡ θέσις τῶν φορολογουμένων τῶν νέων χωρῶν τῆς Μακεδονίας καὶ Ἠπείρου δὲν λαμβάνεται ἀπολύτως ὑπ’ ὄψιν. Ὁ φορολογούμενος τῶν νέων χωρῶν, ὁ φορολογούμενος τῆς Μακεδονίας κύπτει ὑπὸ τὸ βάρος τῆς ἀπεχθοῦς φορολογίας τῆς δεκάτης· καὶ ἐν τούτοις ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἰσάγει νομοσχέδιον διὰ τοῦ ὁποίου ἀρχικῶς ἐπὶ τῆς ὑπαρχούσης προσέθετε νέαν φορολογίαν. Τὸ περιεργώτερον δὲ ἀκόμη εἶναι ὅτι ἐνῷ ἐν τῇ ἀρχικῇ διατυπώσει τοῦ νομοσχεδίου ὥριζε τὸν φόρον καθαρᾶς προσόδου εἰς 5% ἐπὶ τῶν γεωργικῶν ἐπιχειρήσεων, διὰ τῆς τροποποιήσεως τὴν ὁποίαν ὑπέβαλε ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου ηὔξησε τὸν γεωργικὸν φόρον κατὰ 1% ἀκόμη ἤτοι εἰς 6%. Θέλω νὰ εἴπω ὅτι ἐν τῷ πνεύματι τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν τὸ συμφέρον τῶν γεωργικῶν τάξεων καὶ ἰδίως τὸ συμφέρον τῆς γεωργικῆς τάξεως τῆς κατ’ ἐξοχὴν γεωργικῆς χώρας τῆς Ἑλλάδος τῆς Μακεδονίας, παραβλέπεται τελείως. Ἐπὶ τῶν τέως 12% νῦν δὲ 9% ἐπὶ τῆς ἀκαθαρίστου προσόδου τοῦ γεωργοῦ προστίθεται ἓν ἄλλο 6% ἐπὶ τῆς καθαρᾶς προσόδου. Ἤθελον νὰ ἐπιμείνω ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου διὰ βραχυτάτων, διότι εἶμαι τῆς γνώμης ὅτι ὑπάρχει ἀνισότης φορολογικὴ ἐν Ἑλλάδι, ἡ ἀνισότης ἡ ὁποία ἐκδηλοῦται κατ’ ἐξοχὴν εἰς βάρος τῆς γεωργικῆς τάξεως τῆς Ἑλλάδος. Καὶ ἵνα ἴδῃ ἡ Βουλὴ τὰς συνεπείας ἀρκεῖ τοῦτο καὶ μόνον νὰ μάθῃ ὅτι ἀπὸ τῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους δὲν ὑπῆρξε τάξις κοινωνικὴ ἐν Ἑλλάδι ἡ ὁποία προώδευσε ὀλιγώτερον ἀπὸ τὴν τάξιν τὴν γεωργικήν. Ἐξ ἄλλου ἡ ἰδία δὲ γεωργικὴ τάξις καθ’ ὅσον ἐγκατέλειψε τὸν ἀγρὸν καὶ κατέφυγεν εἰς τὴν πόλιν μετέβαλεν ἀμέσως κατάστασιν πλουτολογικὴν καὶ διὰ τοῦτο παρετηρήθη ἐν μεγάλῳ βαθμῷ καὶ θὰ παρατηρηθῇ περισσότερον ἐφ’ ὅσον κρατοῦν αὐταὶ αἱ φορολογικαὶ σκέψεις παρὰ τῇ Κυβερνήσει.....
§183Θ. ΦΙΛΙΟΣ. Δὲν μᾶς ἀφήνεις; Αὐτὰ τὰ λὲν οἱ Βούλγαροι.
§184Α. ΑΡΓΥΡΟΣ. ... παρετηρήθη τὸ μέγα κακὸν τῆς συρροῆς τοῦ ἀγροτικοῦ πληθυσμοῦ εἰς τὰς πόλεις καὶ κινδυνεύει ἡ Ἑλλὰς νὰ πάθῃ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔπαθον ἄλλα μᾶλλον προηγμένα εἰς τὸν πολιτισμὸν κράτη, νὰ στερηθῇ δηλαδὴ τῶν στοιχείων ἐκείνων τῶν ρωμαλέων ἀπὸ τῶν ὁποίων ἀντλοῦν νέας ἑκάστοτε δυνάμεις οἱ ἀστικοὶ πληθυσμοί, τῶν ρωμαλέων στοιχείων περὶ τῶν ὁποίων ποιεῖται πολὺν λόγον ἡ ἔκθεσις τῆς κοινοβουλευτικῆς ἐπιτροπῆς. Οἱ γεωργικοὶ πληθυσμοὶ τῆς Ἑλλάδος, τὸ γνωρίζει ἡ Βουλὴ καὶ ὅλη ἡ Χώρα, ἐξεδήλωσαν ὁποῖον αἴσθημα ἔχουν ἐπὶ τῆς φορολογίας ἡ ὁποία τοὺς βαρύνει, τὸ ἐξεδήλωσαν ἀφ’ ἑνὸς διὰ τῆς συρροῆς των εἰς τὰς Ἑλληνικὰς πόλεις, τὸ ἐξεδήλωσαν ἀφ’ ἑτέρου διὰ τῆς μεταναστεύσεως εἰς τὰς ξένας χώρας.
§185Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἄλλοι εἶναι οἱ λόγοι τῆς μεταναστεύσεως.
§186Α. ΑΡΓΥΡΟΣ. Μπορεῖτε νὰ λάβετε κατόπιν τὸν λόγον. Ἀφήσατε ὅμως σᾶς παρακαλῶ νὰ ὁμιλήσω.
§187Θ. ΦΙΛΙΟΣ. Αὐτὰ σοῦ τὰ εἶπαν οἱ φίλοι σου οἱ Βούλγαροι;
§188Α. ΑΡΓΥΡΟΣ. Εἶσαι αὐθάδης.
§189Θ. ΦΙΛΙΟΣ. Εἶσαι κακοηθέστατος· εἶσαι μετημφιεσμένος Βούλγαρος.
§190Α. ΑΡΓΥΡΟΣ. Κάθησε κάτω ζῷον (θόρυβος).
§191ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ ἀνακαλέσετε τὴν φράσιν.
§192Α. ΑΡΓΥΡΟΣ. Νὰ δώσω ἐξηγήσεις.
§193ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι, νὰ ἀνακαλέσετε, δὲν δύνασθε ἀπὸ τὸ ἐθνικὸν βῆμα νὰ ἐκστομῆτε τοιαύτας λέξεις, Νὰ ἀνακαλέσετε ἄλλως θὰ σᾶς ἀνακαλέσω εἰς τὴν τάξιν.
§194Α. ΑΡΓΥΡΟΣ. Δὲν μπορεῖτε νὰ μὲ ἀνακαλέσητε εἰς τὴν τάξιν πρὶν δώσω ἐξηγήσεις (θόρυβος).
§195Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Δώσατε τὸν καιρὸν, κ. Πρόεδρε, νὰ ἐξηγηθῇ ὁ κ. βουλευτής.
§196ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ ἀνακαλέσητε κ. βουλευτά· δὲν ἠμπορῶ ἐγὼ νὰ κατέχω τὴν ἕδραν αὐτὴν ἂν δὲν ἀνακαλέσετε.
§197Α. ΑΡΓΥΡΟΣ. Δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα· ἀναγνώσατε τὸν κανονισμόν.
§198ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ σᾶς ἀφαιρέσω τὸν λόγον καὶ νὰ σᾶς κατεβάσω ἀπὸ τὸ βῆμα! Αὐτὰ λέγει ὁ κανονισμὸς ἔχων ὑπ’ ὄψιν βουλευτὰς εὐλαβεῖς.
§199Α. ΑΡΓΥΡΟΣ. Ἂν ἔτσι τὸ θέλετε μπορεῖτε νὰ τὸ κάμετε.
§200Θ. ΦΙΛΙΟΣ. Βούλγαρε!...
§201Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἐπικαλοῦμαι τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Προέδρου· βουλευτὴς ὑβρίζει τὸν ἐπὶ τοῦ βήματος βουλευτὴν Βούλγαρον. (Τὴν ἕδραν τοῦ κ. Προέδρου καταλαμβάνει ὁ Πρόεδρος κ. Θ. Σοφούλης).
§202ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε βουλευτά, νὰ ἀνακαλέσητε αὐθωρί.
§203Α. ΑΡΓΥΡΟΣ. Ὑβρίσθην διὰ τῆς μεγαλειτέρας τῶν ὕβρεων κ. Πρόεδρε.
§204ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βουλγάρους ἐννοεῖ ὁ κ. βουλευτὴς ἐκείνους ὅσοι ἠκολούθησαν τὰς γνωστὰς μεθόδους.
§205Ν. ΞΗΡΟΣ. Πρῶτος ὁ κ. Ἀργυρὸς τὸν ἀπεκάλεσεν αὐθάδη. Ἔχει ὅρια καὶ ἡ ὑπομονή μας ποῦ σᾶς ἀνεχόμεθα.
§206ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε βουλευτά.....
§207Α. ΑΡΓΥΡΟΣ. Κύριε Πρόεδρε ὑβρίσθην.
§208ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀπεκάλεσε Βουλγάρους ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἐστήριζον τὴν πολιτικὴν αὐτῶν ἐπὶ τῶν Βουλγάρων (Εὖγε).
§209Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Δὲν εἶναι ζήτημα ἐξωτερικῆς πολιτικῆς τώρα.
§210ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ ἀνακληθῇ εἰς τὴν τάξιν.
§211ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ σημειωθῇ εἰς τὰ πρακτικὰ ὅτι ὁ κ. βουλευτὴς ἀνακαλεῖται εἰς τὴν τάξιν δι’ ἀνάρμοστον συμπεριφοράν.
§212ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὸ ἐπεισόδιον ἔληξε.
§213Α. ΑΡΓΥΡΟΣ. Τὸ ἐπεισόδιον ἔληξε δι’ ἀνακλήσεως ἐμοῦ εἰς τὴν τάξιν καὶ μένει εἰς τὴν τάξιν ὁ κ. Φίλιος ὁ ὁποῖος ἀποκαλεῖ τοὺς βουλευτὰς Βουλγάρους.
§214ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διατὶ τὸ ἐπήρατε ὡς ἀτομικόν σας;
§215Α. ΑΡΓΥΡΟΣ. Σπουδαιολογεῖτε κ. Πρόεδρε; Σᾶς συγχαίρω.
§216ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ μὲ ἀναγκάσετε τότε νὰ σᾶς ἀφαιρέσω τὸν λόγον. Σᾶς ἀφαιρῶ τὸν λόγον.
§217ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ κανονισμός.
§218ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτᾶ τὴν Βουλὴν ἐὰν δέχεται νὰ τοιχοκολληθῇ ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς ὅτι ὁ κ. βουλευτὴς ἀνεκλήθη εἰς τὴν τάξιν καὶ τοῦ ἀφηρέθη ὁ λόγος δι’ ἀναξίαν διαγωγήν.
§219ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§220ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς ἀφαιρῶ τὸν λόγον κ. βουλευτὰ καὶ διὰ τὴν δευτέραν ἀσέβειάν σας πρὸς τὸ Προεδρεῖον καὶ διατάσσω νὰ ἀναγραφῇ εἰς τὰ πρακτικὰ ὅτι ἀνακαλεῖσθε εἰς τὴν τάξιν δι’ ἀνάρμοστον συμπεριφοράν. (Ἐπιμένοντος τοῦ βουλευτοῦ κ. Ἀργυροῦ ὅπως συνεχίσῃ τὴν ἀγόρευσίν του, ἐρωτᾶται ἡ Βουλὴ ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου, ἀποφαίνεται δὲ δι’ ἀναστάσεως ὅπως, ἡ ἀνάκλησις τοῦ κ. βουλευτοῦ εἰς τὴν τάξιν δημοσιευθῇ διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως συμφώνως τῷ ἄρθρῳ 32 § 3 τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς καὶ ἀποσταλῇ πρὸς τοιχοκόλλησιν εἰς τὰς πρωτευούσας τῶν δήμων τῆς περιφερείας ἐξ ἧς ἐκλέγεται ὁ ἀνακληθεὶς βουλευτής).
§221Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Τὸν λόγον κ. Πρόεδρε.
§222Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Πρέπει νὰ τονισθῇ ὅτι δὲν ἔχουν καμίαν θέσιν αὐτοὶ οἱ ὁποῖοι εἶναι πολιτικῶς νεκροὶ καὶ βεβαίως ἡ Συντακτικὴ Συνέλευσις θὰ τοὺς ἀφαιρέσῃ τὸ δικαίωμα νὰ παρακάθηνται μεταξὺ τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ Ἔθνους.
§223Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Τὸν λόγον κ. Πρόεδρε.
§224ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἐπί τινος;
§225ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε κ. Στράτο, ἔχετε τὸν λόγον.
§226Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Κύριοι βουλευταί, ἐζήτησα τὸν λόγον, διότι καθ’ ἣν στιγμὴν συμβαίνει ἐπεισόδιον προσωπικὸν ἔχει πᾶς βουλευτὴς τὸ δικαίωμα νὰ προσπαθήσῃ, ἵνα τὰ ἐπεισόδια αὐτὰ διορθωθῶσιν.
§227ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βεβαίως.
§228Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Κύριοι, διαμαρτύρομαι καὶ ἐπικαλοῦμαι ὅλης τῆς Βουλῆς τὴν προσοχὴν, ὅτι συζητοῦμεν ἀπὸ προχθὲς τὸ νομοσχέδιον μετὰ πάσης προθυμίας καὶ ἐπιθυμίας, ἵνα συμβάλωμεν εἰς τὴν βελτίωσιν τοῦ νομοθετικοῦ ἔργου τῆς Βουλῆς καὶ οὐχὶ ἵνα προκαλέσωμεν ἀντίδρασιν ἐναντίον τοῦ ἔργου τῆς Κυβερνήσεως. Ἐπικαλοῦμαι δὲ ἐπίσης καὶ ὅλης τῆς Βουλῆς τὴν μαρτυρίαν, ὅτι ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τοῦ τμήματος τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς αἱ συζητήσεις ἐπὶ τῶν ἐθνικῶν ζητημάτων καὶ τῶν φορολογικῶν ἦσαν συζητήσεις ἀντιπολιτεύσεως προσπαθούσης νὰ ἐξυπηρετήσῃ τὴν πατρίδα της ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότερον. Ἤθελον παρακαλέσει τὴν πλειοψηφίαν νὰ εἶναι ἠρεμωτέρα ἀπέναντι τῆς ἀντιπολιτεύσεως.
§229ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς ἤκουσε μετὰ τῆς μεγαλειτέρας προσοχῆς κ. βουλευτά.
§230Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἡ προσοχὴ πρέπει νὰ εἶναι ἴση ἀπέναντι ὅλων τῶν βουλευτῶν. Ἀκριβῶς δὲ ἀπαιτεῖται τόσῳ μᾶλλον προσοχὴ ἐκ μέρους τῆς πλειοψηφίας, ὅσον οἱ βουλευταί, οἱ ὁποῖοι ἀνέρχονται ἐπὶ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, ἵνα ὁμιλήσωσιν ἀριθμοῦσιν ὀλιγώτερον βίον κοινοβουλευτικὸν ἐν τῇ Βουλῇ. Ἔχω 16 χρόνια καὶ ἐσυνήθισε καὶ ἡ Βουλὴ νὰ μὲ βλέπῃ καὶ ἐσυνείθισαν καὶ τὰ καθίσματα νὰ μὲ σέβωνται. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον μὲ κάμει νὰ ἀνέλθω εἰς τὸ βῆμα τὴν στιγμὴν ταύτην εἶναι, ὅτι ἐν τῇ ἀρχῇ τοῦ ἐπεισοδίου καὶ τῆς προσπαθείας ὅλων νὰ λύσωμεν τὸ ἐπεισόδιον ἐνεφανίσθη ὁ κ. βουλευτὴς Ἀργολιδοκορινθίας, ὁ ὁποῖος ἀποτεινόμενος πρὸς τὴν πτέρυγα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἀπεκάλεσεν αὐτὴν νεκρὰν ἀντιπολίτευσιν, τὴν ὁποίαν ἡ μέλλουσα νὰ συνέλθῃ ἐθνοσυνέλευσις δὲν θὰ ἐπιτρέψῃ οὔτε νὰ ἐμφανισθοῦν ἐνταῦθα. Ὅταν θὰ ἔλθῃ ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς νὰ ἀντιπροσωπευθῇ διὰ τῶν ἀντιπροσώπων τῆς Συντακτικῆς Συνελεύσεως, τότε, ἐὰν σᾶς τιμήσῃ διὰ τῆς ἐκλογῆς νὰ προσέλθετε νὰ φέρετε τὰς παρατηρήσεις σας ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως, ἐνόσῳ δὲν ἔχετε τοιαύτην ἐντολὴν θὰ κάμετε καλὰ νὰ εἶσθε εὐλαβέστεροι πρὸς τοὺς συναδέλφους σας ὅλους.
§231Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἡ παρατήρησις τοῦ κ. βουλευτοῦ Ἀκαρνανίας δὲν εἶχε τὴν θέσιν της. Εἶμαι πολὺ εὐλαβὴς ἀπέναντι κάθε βουλευτοῦ, ὁ ὁποῖος σέβεται τὴν ἱστορίαν τῆς πλειοψηφίας καὶ τὴν ἱστορίαν αὐτοῦ τοῦ Κοινοβουλίου, εἰς τὸ ὁποῖον ἔχει τὴν τιμὴν νὰ παρακάθηται. Ὅσον ἀφορᾶ διὰ τὴν γνώμην, ἡ ὁποία εἶναι ἀτομική μου, μόνον ὁ λαὸς θὰ δείξῃ, ἂν θὰ ἐπιτρέψῃ εἰς τοὺς κυρίους αὐτοὺς νὰ πολιτεύωνται, καὶ δὲν ὁμιλῶ περὶ τῶν προσώπων ὡρισμένων ἀτόμων ἐδῶ παρευρισκομένων, ὁμιλῶ περὶ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι παρέδωκαν τὴν Ἀνατολικὴν Μακεδονίαν εἰς τοὺς Βουλγάρους, ἂν θὰ ἐπιτρέψῃ νὰ ἔρχωνται ἐνταῦθα νὰ ἐμφανίζωνται, ὡς ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, τὸν ὁποῖον κατεπρόδωσαν, καὶ βεβαίως ἡ κρίσις ἀπόκειται εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. (Χειροκροτήματα).
§232Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Τὴν στιγμὴν αὐτὴν πρόκειται περὶ τῆς φορολογίας τῆς καθαρᾶς προσόδου, ὅταν θὰ πρόκειται περὶ τῆς Ἀνατολικῆς Μακεδονίας, συζητουμένης ἐνώπιον τῆς Συντακτικῆς Συνελεύσεως, τότε ὁ κ. ἐξ Ἀργολιδοκορινθίας, ἂς ἐπιφυλαχθῇ, ἂν ἔχῃ τὴν τιμὴν νὰ ἀντιπροσωπεύῃ τὸν Ἑλληνικὸν Λαόν.
§233Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Θὰ τὴν ἔχω, ἐσὺ δὲν θὰ τὴν ἔχῃς. (Θόρυβος).
§234Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Θὰ τὸ ἴδωμεν αὐτό. (Φωναὶ καὶ διαμαρτυρίαι. Ὁ κ. Στράτος ἐγείρεται ἵνα ἐξέλθῃ τῆς αἰθούσης).
§235Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Θὰ τὸ ἴδητε σεῖς, ὁ ὁποῖος ἐζητήσατε εἰσαγγελέα, ἵνα συλλάβῃ τὸν Βενιζέλον καὶ μᾶς ἀποκαλούσατε προδοτικὰ κυνάρια καὶ δὲν ἐντρέπεσθε. Αὐτὰ εἶναι γραμμένα εἰς τὰ πρακτικά. (Φωναὶ καὶ θόρυβος).
§236Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἐπικαλοῦμαι τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ Κανονισμοῦ κύριε Πρόεδρε, καὶ ἐὰν δὲν ἱκανοποιηθῇ ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, θὰ ἀπέλθῃ κ. Πρόεδρε. Σᾶς ἀφήνωμεν νὰ ἱκανοποιήσητε μόνος σας τὴν Ἀντιπολίτευσιν. (Θόρυβος).
§237ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχάσατε σᾶς παρακαλῶ. Ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔχει τὸν λόγον.
§238Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως). Ἔχω καθῆκον, κύριοι, νὰ διαμαρτυρηθῶ ἐξ ὀνόματος τῆς πλειονοψηφίας διὰ τὰ λεχθέντα περὶ τῆς ὀφειλομένης εὐλαβείας ἐκ μέρους αὐτῆς πρὸς πάντας τοὺς ἀγορεύοντας. Συζητοῦμεν ἐπὶ ἡμέρας πολλὰς οὐχὶ μόνον δὲ ἐπὶ τοῦ φορολογικοῦ νομοσχεδίου ἐπὶ τοῦ ὁποίου μετὰ πολλῆς προσοχῆς ἠκούσαμεν καὶ τοὺς ἀξιοτίμους βουλευτὰς ἐκ Κερκύρας καὶ τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν ἐξ Αἰτωλοακαρνανίας καὶ ἀπόψε τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν Κοζάνης μὲ τὸν ὁποῖον μάλιστα εἴχομεν καὶ διαλογικὴν συζήτησιν, διότι καὶ ἡ πρόθεσις τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ὅπως ἐπιληφθῇ καὶ τῶν παρατηρήσεων ὅλων τῶν συναδέλφων πρὸς πληρέστερον κανονισμὸν τοῦ νομοσχεδίου. Ἡ εὐλάβεια ἀκριβῶς τῆς πλειοψηφίας ἡ πάντοτε ἀνεγνωρισμένη, ἡ πάντοτε ἐκδεδηλωμένη, ἢ ἐκδηλωθεῖσα δὲ ἀκόμη καὶ κατὰ τὴν πολιτικὴν συζήτησιν, ὁπότε ὑπῆρχεν ὁ μεγαλήτερος φόβος ἴσως ἐκδηλώσεων αἰσθημάτων, αἱ ὁποῖαι νὰ προκαλέσουν ἀνωμαλίας εἰς τὴν συζήτησιν, ἡ εὐλάβεια αὐτὴ ὑπῆρξε τοιαύτη ὥστε νὰ μὴ ἀποδοθῇ ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Ἀκαρνανίας οὐδεμία πρόθεσις παρατηρήσεως λόγῳ τῶν λεχθέντων εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν Σερρῶν. Παρακολουθοῦμεν ὅλοι τὴν συζήτησιν. Ἡ ἀλήθεια εἶναι ὅτι εἰς τοιαύτας στιγμὰς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀντιλαμβάνωνται ὅλοι τὸ τί λέγει ἕκαστος ἐκ τῶν διαπληκτιζομένων, ἂς εἴπω, ἢ ἐριζόντων καὶ εἶναι πολὺ φυσικὸν ὁ εἷς νὰ ἤκουσε τὸν Βουλευτὴν Τρικκάλων νὰ εἴπῃ τὸ ἄλλο. Ἡ ἀλήθεια εἶναι ὅτι ὁ Βουλευτὴς Σερρῶν εἰς παρατήρησιν τοῦ Βουλευτοῦ Τρικκάλων ἀπήντησε χαρακτηρίσας αὐτὸν αὐθάδη. Ἄς θέσωμεν τὰ πράγματα εἰς τὴν θέσιν των. Ἐὰν ὑποτεθῇ ὅτι ὁ Βουλευτὴς Σερρῶν ἤκουσε φράσιν τινὰ προσωπικὴν θίγουσαν αὐτὸν εἶχε δικαίωμα, εἶχε καὶ καθῆκον νὰ ἐπικαλεσθῇ διὰ τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς νὰ θέσῃ τὸν Βουλευτὴν τὸν παρεκτραπέντα εἰς τὴν τάξιν του. Τοῦτο δὲν ἐγένετο. Τοῦτο τὶ ἀποδεικνύει; ὅτι, ἐφ’ ὅσον ἡμεῖς τοὐλάχιστον οὐδὲν ἠκούσαμεν παρὰ τοῦ Βουλευτοῦ Τρικκάλων, ἀποδεικνύει ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς Σερρῶν ὑπῆρξε καὶ ἄδικος θελήσας διὰ τῆς ἰδικῆς του ἐκφράσεως νὰ θίξῃ τὸν Βουλευτὴν Τρικκάλων. Ὁπωσδήποτε ἐπενέβη ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς καὶ τὸ ἐπεισόδιον ὑποθέτω ὅτι διηυθετήθη. Διηυθετήθη διὰ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ Κανονισμοῦ ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς, ἐφ’ ὅσον ὁ Βουλευτὴς Σερρῶν δὲν ἠθέλησε νὰ δηλώσῃ ὅτι ἀνακαλεῖ τὴν φράσιν, δὲν ἠθέλησε νὰ δηλώσῃ οὔτε ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον συνηθέστατα βλέπομεν γινόμενον εἰς τὴν Βουλὴν ὅταν συμβαίνῃ τοιαύτη φιλονεικία καὶ οὐδεὶς δύναται νὰ δικάσῃ ἢ τοὐλάχιστον ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ δικάσῃ ποῖος πρῶτος ἤρξατο χειρῶν ἀδίκων, ὁπότε βλέπομεν παρεχομένας ἐξηγήσεις τοιαύτας ὥστε νὰ ἀποκαθίσταται ἡ τάξις καὶ κανεὶς νὰ μὴ θεωρῇ ἑαυτὸν ἠδικημένον. Ὁπωσδήποτε τὸ ἐπεισόδιον ἔληξε, τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Σερρῶν μὴ θελήσαντος νὰ δώσῃ ἀνάκλησιν τῆς φράσεώς του καὶ εὑρέθημεν ἐνώπιον ἄλλου ἐπεισοδίου. Ἐπεισόδια τοιαῦτα προσωπικὰ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀκαρνανίας γνωρίζει ὅτι γεννῶνται συχνὰ καὶ ἐφ’ ὅσον μὲν τὰ γεννώμενα ἐπεισόδια προκαλοῦν τὴν ἀναγκαίαν ἐφαρμογὴν τοῦ Κανονισμοῦ ὑπὸ τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς, ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ὑποχρέωσιν θὰ ἔχῃ φυσικὰ νὰ ζητήσῃ νὰ ἐξασκήσῃ τὰ δικαιώματά του, ἀλλὰ πρώτην φορὰν παριστάμεθα ἐνώπιον δηλώσεως, ὡς τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ Αἰτωλοακαρνανίας, ὁ ὁποῖος ἔχει πεῖραν αὐτῶν τῶν πραγμάτων, δηλώσεως διὰ τῆς ὁποίας ὁ ἀξιότιμος κύριος Βουλευτὴς ἀξιοῖ νὰ ἐπέμβῃ μία Βουλὴ ὁλόκληρος εἰς ζήτημα ἀνταλλαγῆς φράσεων μεταξὺ δύο τῶν κυρίων Βουλευτῶν. Νομίζω ὅτι ἡ ἀξίωσις τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ δὲν εἶναι δικαία, ἔχω δὲ τὴν γνώμην ὅτι ὁ ἴδιος θ’ ἀναγνωρίσῃ ὅτι δὲν εἶναι παντάπασι δικαία ἡ δήλωσις ἡ ὁποία ὑποθέτει, ὅτι ὁ κύριος Βουλευτὴς καὶ ὅλη ἡ Ἀντιπολίτευσις εὑρίσκεται ἀπέναντι πλειονοψηφίας ἡ ὁποία παρακωλύει τὴν συζήτησιν. Δὲν ἔχω τίποτε ἄλλο νὰ προσθέσω ἢ ὅτι φρονῶ ὅτι ἐὰν τινὲς τῶν κ. κ. Βουλευτῶν ὡς συμβαίνει εἰς ἅπαντα τὰ πολυμελῆ σώματα κινούμενα ἐξ ὑπερευαισθησίας, προκαλοῦσιν ἐπεισόδια μετ’ ἄλλων Βουλευτῶν, ἡ πλειονοψηφία ἀπέδειξε καὶ κατὰ ταύτην τὴν φορὰν ὅτι ὑπῆρξε πάντοτε προασπιστὴς τῶν δικαιωμάτων τῆς μειονοψηφίας.
§239Α. ΑΡΓΥΡΟΣ. Μοὶ δίδετε τὸν λόγον, παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε;
§240ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι, κ. βουλευτά.
§241Κ. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Ὀφείλω, κύριε Πρόεδρε, νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ὁ κ. βουλευτὴς Αἰτωλοακαρνανίας δὲν ἐζήτησε τὴν ἐπέμβασιν τῆς Βουλῆς, ἐζήτησε τὴν ἐπέμβασιν τοῦ κ. Προέδρου πρὸς κατάπαυσιν τοῦ θορύβου.
§242ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι εἰς τὸν θόρυβον ἐκεῖνον δὲν ἠνόησα περὶ τίνος ἐπρόκειτο.
§243Κ. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Εἶναι πολὺ φυσικὸν, κ. Πρόεδρε, κατὰ τὰς συζητήσεις εἰς πολυμελῆ σώματα, νὰ συμβαίνωσι καὶ τοιαῦτα δυσάρεστα.
§244ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. βουλευτὴν Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας θὰ ἐξηγήσῃ τί εἶπεν.
§245Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Δὲν ἐξέφρασα παρὰ προσωπικὴν γνώμην περὶ τοῦ κ. Στράτου, ὁ ὁποῖος ὄργανον ἕως χθὲς ἀπολυταρχικῶν Κυβερνήσεων, αἱ ὁποῖαι ἐπρόδωσαν τὴν Ἑλλάδα, ἐδικαιολόγει τὴν παράδοσιν τοῦ Ροῦπελ, ἐζήτει εἰσαγγελέα ἵνα συλλάβῃ τὸν κ. Βενιζέλον, καὶ ὅσοι μετέβησαν εἰς τὸ Ἐθνικὸν κίνημα τῆς Θεσσαλονίκης, μᾶς ἀπεκάλει ὅτι εἴμεθα προδοτικὰ κυνάρια. Ἐὰν ταράσσεται ὁ κ. βουλευτὴς ὅταν τὸν θέτουν ἀντικρὺ τῶν λόγων του καὶ τῆς πολιτείας του, ἐγὼ δὲν ταράσσομαι. Ἐὰν φυγομαχῶν ἠθέλησε νὰ ἀπομακρυνθῇ τῆς αἰθούσης ἡ Ἑλλὰς δὲν ἔχει νὰ ζημιωθῇ. Δὲν θὰ κριθῇ ἡ Ἑλλάς, ἐὰν ἀπέλθῃ ἐκ τῆς αἰθούσης ὁ πολιτικὸς κόσμος, τοῦ ὁποίου ἡ ζωὴ καὶ ἡ πολιτεία ἔθεσαν εἰς κίνδυνον τὴν ὕπαρξιν τῆς Ἑλλάδος, ὁ πολιτικὸς κόσμος ὁ ὁποῖος ἀνέδειξε καὶ ὑπεστήριξε τὰς ἀπολυταρχικὰς Κυβερνήσεις, αἱ ὁποῖαι ἐπρόδωσαν τὴν Ἑλλάδα. Αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη τὴν ὁποίαν ἐξέφερεν ἡ καθαρῶς προσωπική μου γνώμη, διότι δὲν ἤθελα νὰ καταστήσω συνυπεύθυνον τὴν πλειοψηφίαν τῆς Βουλῆς, ἥτις μετὰ τόσης ἀληθῶς χριστιανικῆς συγκαταβάσεως ἀνέχεται νὰ παρέρχωνται εἰς τὸ βῆμα ἀντιπρόσωποι, οἱ ὁποῖοι παρέδωκαν Ἑλληνικὰς ἐπαρχίας εἰς τοὺς Βουλγάρους.
§246Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως). Κατόπιν τῶν ἐξηγήσεων τοῦ κ. βουλευτοῦ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας, νομίζω, ὅτι τὸ πρᾶγμα περιορίζεται εἰς μίαν ἐκδήλωσιν πεποιθήσεως πολιτικῆς, τὴν ὁποίαν συχνὰ ἀκούομεν· διότι δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν ὅτι, ὅταν συγκρούονται αἱ γνῶμαι καὶ κυμαίνονται μεταξὺ τῶν κομμάτων, ὁ ἐπίλογος εἶναι, ὅτι ἡ ψῆφος τοῦ λαοῦ θὰ τὸ συντρίψῃ. Τοῦτο δὲν νομίζω ὅτι εἶναι ὕβρις.
§247ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. βουλευτὴς δὲν ἔπραξεν οὐδὲν ἄλλο ἢ νὰ ἐπαναλάβῃ τὰς φράσεις, αἱ ὁποῖαι ἐλέχθησαν ἀπὸ τὸν κύριον βουλευτὴν Αἰτωλοακαρνανίας. Ἐπίσης φρονῶ, ὅτι δὲν ἔχει θέσιν ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ κανονισμοῦ, τὴν ὁποίαν ἐζήτησεν ὁ κ. Στράτος. Κατόπιν τῶν ἐξηγήσεων τούτων τὸ ἐπεισόδιον θεωρεῖται λῆξαν. Συνεχίζεται ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου. Ὁ κ. Κ. Σοκόλης ἔχει τὸν λόγον.
§248Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Λυποῦμαι πάρα πολὺ, κύριοι, ὅτι ἔγεινεν αὐτὸ τὸ ἐπεισόδιον, τὸ ὁποῖον θὰ μὲ ἐμποδίσῃ νὰ ὁμιλήσω γενικώτερον κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, διότι ἡ ἀτμόσφαιρα εἶναι κεκορεσμένη ἀτμῶν (ἱλαρότης).
§249ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ σᾶς ἀκούσῃ, κύριε βουλευτά, ἡ Βουλὴ μετὰ μεγάλης προσοχῆς.
§250ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὅπως πάντοτε.
§251Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Τὸ θέμα δὲν εἶναι ποιητικόν. Φρονῶ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ θίξω τὰ γενικὰ ζητήματα, εἰς τὰ ὁποῖα ἤθελον νὰ εἰσέλθω καὶ θὰ τὰ ἀφήσω εἰς τὴν δευτέραν συζήτησιν, θὰ ἀρκεσθῶ μόνον εἰς ὀλίγας παρατηρήσεις ἐπὶ τῶν λεχθέντων. Πρῶτον ὑπὸ τοῦ κυρίου Ἀντιπροέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ δεύτερον τοῦ κυρίου βουλευτοῦ τῆς Κοζάνης. Ὁ κύριος Ἀντιπρόεδρος ἐπιμένων ἰδιαιτέρως ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς ἀνισότητος τῆς φορολογίας, ἐν ᾧ κατὰ τοὺς ἰδίους αὐτοῦ λόγους δὲν πρόκειται περὶ ἀνισότητος, μήτε περὶ ἰσότητος, πρόκειται περὶ ἐνδύματος τῆς φορολογίας. Ὁ κύριος Ἀντιπρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου τὸ θέλει ὁμοιόμορφον, εἰς ἡμᾶς εἶναι τελείως ἀδιάφορον τὸ ζήτημα τῆς στολῆς τὴν ὁποίαν θὰ φέρῃ.
§252Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως). Ἡμεῖς θέλομεν νὰ μὴ πληρώνωνται οἱ φόροι μόνον ἀπὸ μίαν τάξιν φορολογουμένων, ἀλλὰ παρ’ ὅλων.
§253Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Καὶ αὐτὸ τὸ ἐπιχείρημα ἐπέσυρε ἀμείωστον τὴν προσοχήν μας, ὅπως πᾶν ὅ,τι λέγετε, ἀλλὰ τὸ καθεστὼς εἶναι τοσοῦτον, ὥστε ὁλόκληρος ἡ φορολογία ἐπιπίπτει ἐφ’ ὅλων τῶν τάξεων. Σήμερον καὶ ὁ ἀστικὸς κόσμος συμμετέχει τῆς φορολογίας, καθ’ ὃ ἰδιοκτήτης τῶν προϊόντων, τὰ ὁποῖ φορολογοῦμεν, ἑπομένως ἀφίσατε τὸ ζήτημα τῆς στολῆς καὶ προσέξατε μᾶλλον εἰς τὸ ζήτημα τῆς προσόδου. Δὲν εἶναι δὲ ἀληθὲς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ ἀξιότιμος κύριος βουλευτὴς ἐκ Κοζάνης ἐν τῇ πράγματι ὡραίᾳ μελέτῃ, τὴν ὁποίαν ἐξέθηκε· διότι εἶναι μὲν ἀληθές, ὅτι ἐπὶ 7.30 φορολογικῆς μονάδος κατ’ ἄτομον πληρώνει ἡ Ἑπτάνησος 6.62 καὶ ἔχει διαφορὰν 68 λεπτῶν, ἀλλὰ τοῦτο συμβαίνει κατὰ τὰ ἔτη, κατὰ τὰ ὁποῖα ἡ τιμὴ τῆς σταφίδος εὑρίσκεται ἐν ἐκπτώσει, διότι ἐν Ἑπτανήσῳ ὁ φόρος πληρώνεται ἐπὶ τῆς ἀξίας καὶ οὐχὶ κατὰ χιλιόλιτρον. Ἐὰν δὲ ἀνατρέξομεν εἰς ὀλίγον ἀπώτερον παρελθόν, κατὰ τὸ ὁποῖον ἡ τιμὴ ἡ τοῦ φόρου τῆς σταφίδος ἡ πληρωνομένη εἰς τὰ τελωνεῖα δὲν εἶναι 500.000, ἀλλ’ εἶναι 4.000.000 ἂν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τοὺς ἀριθμοὺς τοῦ κυρίου βουλευτοῦ Κοζάνης τότε βλέπομεν δεδομένου ὅτι ὁ πληθυσμὸς τῆς Ἑπτανήσου εἶναι 250.000, ὅτι ἔχομεν ἐπὶ ἑκάστου ἡμίσεος ἑκατομμυρίου 2 δραχ. κατ’ ἄτομον ἐπιβάρυσιν τοῦ πισοῦ κατὰ 6.12 καὶ ἐπὶ 3.500.000 ἂν ἀφαιρέσωμεν ἀπὸ τὰ 4½ τῆς συνήθους προσόδου 7 δρχ. κατ’ ἄτομον, τὰς 7 δρχ. αὐτὰς προσθέσατε εἰς τὰ 6.62 ἔχετε 13.62 κατ’ ἄτομον, φόρον τὸν ὁποῖον πληρώνει ἡ Ἑπτάνησος ἀπέναντι 7.30, τὸν ὁποῖον πληρώνει ἡ ἄλλη Ἑλλάς.
§254Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως). Σεῖς ὁμιλεῖτε περὶ τῆς φορολογίας κατ’ ἄτομον; Ἄν ὑποτεθῇ, ὅτι παράγετε διπλῆν ἢ τριπλῆν σταφίδα θὰ ἀναλογίσῃ φόρος διπλάσιος ἢ τριπλάσιος καὶ εἶναι πολὺ φυσικόν, ὅτι θὰ φαίνεσθε, ὅτι πληρώνοντες φόρον τριπλάσιον.
§255Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Θὰ φαινώμεθα ἢ θὰ πληρώνωμεν;
§256Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως). Πληρώνετε ἀναλόγως τῶν προσόδων.
§257Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Ἀλλὰ πληρώνομεν ἐπὶ τῇ βάσει αὐτοῦ τοῦ συστήματος περισσότερα ἀπὸ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα πληρώνουσιν οἱ ἄλλοι Ἕλληνες.
§258Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως). Ὄχι. Θέλετε τὸ σύστημα τῆς ἄλλης Ἑλλάδος; Θέλετε φορολογίαν βεβαιουμένην καὶ εἰσπραττομένην, ὅπως εἰς τὴν ἄλλην Ἑλλάδα;
§259Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Ὄχι, δὲν θέλομεν.
§260Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως). Λοιπὸν τί θέλετε;
§261Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Θέλομεν νὰ πληρώνωμεν παραπάνω ἀπὸ ὅ,τι πληρώνουν οἱ ἄλλοι Ἕλληνες, ἀλλὰ νὰ τὰ πληρώνωμεν ὅπως τὰ ἐπληρώναμεν. Σεῖς προσέχετε εἰς τὸ ἔνδυμα· θέλετε νὰ πληρώνωμεν ὄχι ὅσα θέλετε, ἀλλὰ ὅπως τὰ θέλετε· μᾶς λέγετε ὅτι ὅλοι πρέπει νὰ φορέσωμεν χακί· δὲν μᾶς ἀφίνετε νὰ φορέσωμεν φέσι.
§262Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως). Βεβαίως, ὄχι, διότι ἐὰν σεῖς στέργετε νὰ πληρώσουν οἱ ἀγρόταί σας, καὶ νὰ μὴ πληρώσουν οἱ ἀστοί σας, εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ εἰς τὴν Βουλὴν δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ δέχηται τοιαύτην ἀνισότητα· ὅσον καὶ ἂν τὸ θέλετε σεῖς δὲν τὸ θέλομεν ἡμεῖς.
§263Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Σήμερον θέτετε τὸ ζήτημα ἐπὶ ἄλλης βάσεως, ἀλλὰ καὶ ἐπ’ αὐτῆς τῆς βάσεως ἡ ὁποία στηρίζεται ἐπὶ πληροφοριῶν σᾶς δίδω καὶ ἐγὼ τὴν συμπληρωματικὴν πληροφορίαν, τὴν ὁποίαν ἴσως δὲν ἔχετε, ὅτι ἡ ἀστικὴ τάξις πληρώνει τοὺς φόρους· δὲν ἔχετε παρὰ νὰ ἀπευθυνθῆτε εἰς τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας διὰ νὰ μάθητε εἰς ποίων χεῖρας εὑρίσκονται τὰ κτήματα τῆς Κερκύρας, ὁ ἀστικὸς πληθυσμὸς εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος πληρώνει αὐτὰ τὰ ποσά.
§264Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως). Ἀλλ’ οἱ φόροι εἶναι ἀγροτικοί.
§265Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Οἱ φόροι, κύριε Πρόεδρε, δὲν ἔχουν καμμίαν σημασίαν τί ὄνομα τοὺς δίδετε δύνασθε νὰ τοὺς ἀποκαλῆτε ἀγροτικούς, διότι πληρώνονται ἐπὶ ἀγροτικῶν προϊόντων, ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον ἀνήκουν εἰς ἀστικὸν πληθυσμὸν οἱ φόροι εἶναι ἀστικοί. Δι’ ἐμὲ δὲν ὑπάρχει καμμία διάκρισις μεταξὺ φόρων ἀγροτικῶν καὶ φόρων ἀστικῶν· ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον μὲ ἐνδιαφέρει εἶναι ποῖος τοὺς πληρώνει. Αὐτὸ τὸ ζήτημα εἶναι. Προσφευόμεθα νὰ πληρώσωμεν, ὅ,τι ζητεῖ τὸ Κράτος, διαφωνοῦμεν μόνον ὡς πρὸς τὸν τρόπον, καθ’ ὃν θὰ τὰ πληρώσωμεν καὶ δι’ αὐτὸ μᾶς φαίνεται παράδοξον, διατὶ ὁμιλῶμεν περὶ τύπου καὶ οὐχὶ περὶ οὐσίας. Αὐτὸ εἶναι τὸ θέμα, διὰ τὸ ὁποῖον μᾶς βλέπετε ἐκπλησσομένους τὴν στιγμὴν μάλιστα, καθ’ ἣν διευθύνει τὰς ἐργασίας τῆς Κυβερνήσεως, δὲν θέλω νὰ ἀπαδώσω τὸ κοπλιμέντο, ἄνθρωπος ἄκρως φιλελευθέρων ἀρχῶν καὶ οἰκονομολόγος πρὸ 10 ἐτῶν, ἀσχέτως τῆς ἡλικίας, διότι δὲν θίγω τοιαῦτα ζητήματα, (ἱλαρότης) καταγινόμενος εἰς τὰ οἰκονομικά.
§266Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως). Ἐγὼ ἤθελον νὰ σᾶς ἐρωτήσω ἕν πρᾶγμα χωρὶς νὰ μέ παρεξηγήσατε. Κατωρθώσατε νὰ πείσητε τὸν ἑαυτόν σας, ὅτι συνηγορεῖτε ὑπὲρ δικαίας ὑποθέσεως; Πολὺ ἀμφιβάλλω,
§267Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ ἐπιστήσω τὴν ὑμετέραν προσοχὴν ἐπὶ τοῦ ἑξῆς, ὅτι συνηγορῶ ὑπὲρ πρακτικῆς ὑποθέσεως, σεῖς συνηγορεῖτε ὑπὲρ δικαίας ὑποθέσεως, διότι ἐγὼ δὲν εἶμαι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος λέγω, ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ εἶναι ἀντικοινωνικόν· δὲν εἶπον λέξιν ἐπὶ τοῦ θέματος, ἀλλ’ ἐπὶ ἄλλου νομοσχεδίου εἶπον εἰς τὸν ὑποβαλόντα κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι οἱ ἄλλοι συνάδελφοι τῆς ἀντιπολιτεύσεως ἔθιξαν τὸ τελείως ἐπιστημονικὸν τοῦ ζητήματος. Ἑπομένως θὰ ἦτο πλεονασμὸς νὰ εἴπω καὶ ἐγώ, ὅτι κανεὶς δὲν ἀμφισβητεῖ τὸ δίκαιον, ἀλλὰ νομίζετε, κ. Πρόεδρε, ὅτι τὸ δίκαιον εἶναι καὶ τὸ πρακτικόν. Λέγομεν ἡμεῖς οἱ νομικοί, ὅπως λέγει ὁ κ. Πετρακάκος. Ὥστε δὲν ἕπεται ἐκ τοῦ ὅτι, ἕν πρᾶγμα εἶναι δίκαιον καὶ ἐπιστημονικόν, ὅτι εἶναι καὶ πρακτικόν. Ἐγώ, σᾶς ὁμιλῶ, ἀπὸ πρακτικῆς ἀπόψεως. Σᾶς λέγω. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θέλετε νὰ εἰσπράξητε ἀπὸ τὴν Ἑπτάνησον, εἴμεθα πρόθυμοι νὰ σᾶς τὸ δώσωμεν διὰ τῆς ἰδίας ὁδοῦ, καὶ δὲν ἀρνούμεθα τὴν ἀνάλογον συμμετοχήν μας εἰς τὰ βάρη τοῦ Κράτους. Ἐκπλήσσομαι δὲ καὶ ἐγὼ, πῶς εἶναι δυνατὸν εἰς μίαν τοιαύτην πρότασιν: Κύριοι, εἴπατέ μας, τὶ θέλετε νὰ σᾶς πληρώσωμεν; — Μᾶς λέγετε: — Ὄχι, μᾶς εἶναι τελείως ἀδιάφορον τί πόσον θὰ πληρώσητε, ἀλλὰ τὸ πῶς θὰ τὸ πληρώσητε. Ἐκεῖνο μᾶς ἐνδιαφέρει: Ἔχετε κανένα καθυστερούμενον φόρον ἀπὸ τὴν Ἑπτάνησον; Ὄχι. Ἔχετε καθυστερουμένους ἀπὸ τὴν ἄλλην Ἑλλάδα; Ἔχετε. Διατὶ λοιπόν, θέλετε νὰ εἰσαγάγητε ἕν σύστημα φορολογίας ἀπὸ τὴν ἄλλην Ἑλλάδα;
§268Μ. ΝΕΓΡΟΠΟΝΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ὥστε ὑποβάλλετε δήλωσιν, ὅτι εἶσθε ὑπὲρ τῶν ἐμμέσων φόρων ἀπολύτως;
§269Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Δὲν εἶπον αὐτό, κ. Ὑπουργέ. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον λέγω, τὸ λέγω σαφῶς.
§270Μ. ΝΕΓΡΟΠΟΝΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Σᾶς ἐρωτῶ σαφῶς, διότι βεβαίως ὅλα τὰ Κράτη εἰσπράττουν εὐκολώτερα τοὺς ἐμμέσους φόρους. Λοιπὸν ἔρχεσθε καὶ λέγετε «πρακτικῶς εἰσπράττετε μόνον ἐμμέσους φόρους».
§271Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Κύριε Ὑπουργέ, τὸ λέγω αὐτό, κατόπιν τῶν ἰδικῶν σας παρατηρήσεων. Διότι, ὅταν εἰσηγάγετε τὸν νόμον περὶ δημοσίου λογιστικοῦ καὶ σᾶς εἶπον, ὅτι τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο εἶναι μία εὐσυνείδητος ἐργασία, σᾶς ἠρώτησα: Ἔχετε ὑπ’ ὄψει σας, πῶς θὰ λειτουργήσῃ αὐτό; Καὶ μοῦ ἀπαντήσατε, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἰσαγάγω ἐν Ἑλλάδι, τὸ σύστημα τῆς διὰ προνομιούχων Τραπεζῶν εἰσπράξεως τῶν δημοσίων ἐσόδων, διότι αἱ τράπεζαι δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ μὲ βοηθήσουν εἰς τοῦτο.
§272Μ. ΝΕΓΡΟΠΟΝΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Διότι αἱ τράπεζαι δὲν ἔχουν προσωπικόν.
§273Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Ὅταν ἡ Τράπεζα εἶναι ἰδική σας;
§274Μ. ΝΕΓΡΟΠΟΝΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν εἶναι δυνατόν.
§275Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως). Θὰ φθάσωμεν ἐκεῖ.
§276Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Ὅταν φθάσωμεν ἐκεῖ, τότε ἡμεῖς θὰ ἤμεθα οἱ πρῶτοι.
§277Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως). Οἱ καιροὶ οὐ μενετοί! Δὲν εἶναι ὥριμον!
§278Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Οἱ καιροὶ δὲν εἶναι μενετοί, ἀλλὰ μαίνονται! (γέλωτες).
§279Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως). Λαμβάνομεν μέτρα.
§280Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Καὶ τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ λάβητε, εἶναι τὰ πρακτικά, τὰ δὲ πρακτικὰ εἶναι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα θὰ σᾶς φέρουν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον τὸ χρῆμα, τὸ ὁποῖον θέλετε, καὶ ὄχι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα δὲν φέρουν τὸ χρῆμα, τὸ ὁποῖον ὑπολογίζετε. Μεταξὺ τοῦ ὑπολογίζειν καὶ τοῦ θέλειν ἡ πεῖρα σᾶς ἀπέδειξεν ὅτι ὑπάρχει μεγάλη διαφορά, ἐνῷ προκειμένου περὶ τοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς ἔχομεν εἰς τὴν Ἑπτάνησον, δὲν ὑπάρχει καμμία. Ἡ ἀνάγκη λοιπὸν τοῦ δημοσίου ταμείου, πρέπει νὰ σᾶς πείσῃ, ὅτι ἔχετε ἄμεσον ἀνάγκην, ἐπιτακτικήν, τοῦ νὰ ἐξακολουθήσητε ἐφαρμόζοντες τὸ σύστημα ἐκεῖνο ἐκεῖ, οὐ μόνον, διότι ὁ λαὸς τῶν μερῶν ἐκείνων τὸ θέλει, ἀλλὰ καὶ διότι αὐτὸ εἶναι τὸ συμφέρον σας. Ὅταν δὲ θὰ εἶσθε εἰς τὸ σημεῖον νὰ δυνηθῆτε νὰ ἐφαρμόσητε τὸ σύστημα τῆς εἰσπράξεως τῶν δημοσίων ἐσόδων κατὰ τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργός, τότε ποῖος θὰ εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ σᾶς φέρῃ ἀντίρρησιν; Ποῖος εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος δύναται νὰ πολεμήσῃ τὴν ἐπιστήμην; Μήπως κατηγόρησε κανεὶς τὴν βάσιν τοῦ νομοσχεδίου; Μήπως σᾶς εἶπε κανεὶς ὅτι εἶναι κακή; Ὄχι. Ὅλοι οἱ προλαλήσαντες ἐπὶ τῶν λεπτομερειῶν ὡμίλησαν καὶ ὄχι ἐπὶ τῆς ἀρχῆς. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον σᾶς λέγομεν εἶναι τοῦτο: προσέξατε εἰς τὸν τρόπον τῆς ἐφαρμογῆς του. Δὲν σᾶς κατηγοροῦμεν τὸ νομοσχέδιον, ἀλλὰ σᾶς ὑποδεικνύομεν ἕνα τρόπον ἐφαρμογῆς, ἀκριβῶς ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ἔχει ἁπτὰ τὰ ἀποτελέσματα. Δὲν σᾶς ὁμιλοῦμεν μὲ θεωρίας, καὶ ὅταν σᾶς ὁμιλοῦμεν καὶ βλέπετε, ὅτι εἴμεθα ἐν πλήρει σήμερον καλῇ πίστει ἀπέναντι τῶν αἰτήσεων τοῦ Δημοσίου, δὲν δικαιοῦσθε νὰ ἐπιμένητε εἰς τὴν ἄρνησίν σας, ἀλλὰ ὀφείλετε νὰ ἀναγνωρίσητε αὐτὸ τὸ καθεστώς, τὸ ὁποῖον ὑπῆρχεν οὐ μόνον χάριν τοῦ λαοῦ ἐκείνου, ἀλλὰ χάριν ὑμῶν αὐτῶν, χάριν τοῦ Δημοσίου Ταμείου. Ὅταν ἐπὶ ἑνὸς ποσοῦ τόσου κατ’ ἄτομον βλέπετε, ὅτι ἡ Ἑπτάνησος πληρώνει τὸ διπλάσιον, δὲν δικαιοῦσθε νὰ εἴπητε, ὅτι πληρώνει ὀλιγώτερα. Εἰς αὐτὴν δὲ τὴν διαφορὰν ποῦ εὑρίσκει ὁ κ. Μπούσιος τῶν 24 λεπτῶν κατ’ ἄτομον, ἐὰν ὑπολογήσητε κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη τοὺς ἀμέσους φόρους τοῦ εἰσοδήματος καὶ τῶν κληρονομιῶν, οἱ ὁποῖοι ἐφαρμόζοναι καὶ ἐκεῖ, φθάνετε εἰς τὸ ποσὸν πολὺ ἀνώτερον τοῦ πληρωνομένου εἰς τὸ ἄλλο Βασίλειον. Πρέπει νὰ προσέξητε, ὅτι προκειμένου περὶ πληρωμῆς τῶν ἀμέσων φόρων οὐδεμία ὑπῆρξεν ἀντίδρασις ἐκ μέρους τῶν μερῶν ἐκείνων, διότι ἀπηυθύνοντο πρὸς τὰς τάξεις ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι ἔπρεπε νὰ πληρώνουν. Καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἐφέραμεν καμμίαν ἀντίρρησιν. Τὴν στιγμὴν ὅμως ποῦ πρόκειται νὰ πλήξετε τὰς λαϊκὰς τάξεις ὁλοκλήρου τῆς Ἑπτανήσου εἴμεθα ὑποχρεωμένοι ἀκριβῶς χάριν τοῦ συμφέροντος τοῦ Κράτους καὶ τῆς πραγματοποιήσεως τῶν ὑπολογισμῶν σας νὰ σᾶς εἴπωμεν: μὴ τὸ κάμητε αὐτό, ἀκολουθήσατε τὸ καθεστὼς καὶ προϊόντος τοῦ χρόνου θὰ σᾶς βοηθήσωμεν καὶ ἡμεῖς νὰ εἰσαγάγητε τὸ ὁμοιόμορφον τῆς φορολογίας. Ἄλλως δὲν βλέπομεν αὐτὸ τὸ ὁμοιόμορφον τῆς φορολογίας ἐφαρμοζόμενον εἰς ὅλον τὸ Κράτος. Ἐκτὸς δὲ τοῦ φορολογικοῦ συστήματος δὲν βλέπομεν καὶ τὸ διοικητικὸν κἂν σύστημα νὰ εἶναι ὅμοιον. Γενικαὶ Διοικήσεις ἀπὸ τὸ ἕνα μέρος, Νομαρχίας ἀπὸ τὸ ἄλλο. Καὶ νομίζετε, ὅτι δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ καὶ μία ἐξαίρεσις, ἡ ὁποία ὑφίσταται κληρονομικῶς πλέον, καὶ ἔχει εἰσαχθῇ εἰς τὸ αἷμα, ὅπως τὸ γνωρίζετε, τῶν Ἑπτανησίων; Καὶ τίνα σημασίαν ἔχει, ἐὰν μείνουν ὀλίγα ἔτη ἕως ὅτου ἐφαρμοσθῇ ὁ τρόπος οὐ μόνον τῆς ἐπιστημονικῆς νομοθετήσεως τῶν φόρων, ἀλλὰ καὶ ὁ τῆς ἐπιστημονικῆς εἰσπράξεως τούτων; Διότι ἐὰν ἐφθάσαμεν εἰς τὸ σημεῖον τῆς ἐπιστημονικῆς νομοθετήσεως τῶν φόρων, πόρρω ἀπέχομεν ἀπὸ τοῦ σημείου τῆς ἐπιστημονικῆς εἰσπράξεως αὐτῶν. Ἂς προσπαθήσωμεν νὰ συνδυάσωμεν καὶ τὰ δύο σημεῖα καὶ ὅταν ταῦτα συνδυασθῶσι, τότε ποῖος θὰ φέρῃ ἀντίρρησιν; Ἔχετε ἀπολύτως ἄδικον νὰ θέλετε νὰ ἐπιμείνητε εἰς ἀντιλήψεις μὴ στηριζομένας παρὰ μόνον εἰς θεωρίας! Διατὶ δὲν θέλετε νὰ συμμορφωθῆτε πρὸς τὴν πρᾶξιν; Διατὶ δὲν θέλετε νὰ ἔχητε ἀσφαλῆ τὰ ποσὰ τὰ ὁποῖα θὰ εἰσέλθουν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἀλλὰ νὰ τὰ ἔχητε ἐπισφαλῆ ἁπλῶς καὶ μόνον χάριν μιᾶς ὁμοιομορφίας, ἡ ὁποία δὲν ὑπάρχει οὔτε εἰς τὴν φορολογίαν, οὔτε εἰς τὴν διοίκησιν; Ἔχετε ἀπολύτως ἄδικον εἰς τοῦτο. Ἔχετε ἀπολύτως ἄδικον εἰς τὸ ζήτημα αὐτὸ καὶ θὰ παρακαλέσω νὰ τὸ ἀναγνωρίσετε. Θὰ ἠρχόμην εἰς ἄλλας λεπτομερείας γενικωτέρας φύσεως, ἰδίως ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐπέμβασιν τοῦ κράτους εἰς τὸν πλουτισμὸν τῶν πολιτῶν καὶ τὴν συνέπειαν τοῦ πλουτισμοῦ τούτου φορολογίαν, ἀλλὰ τοῦτο ἐπιφυλάσσομαι νὰ πράξω εἰς τὴν βʹ συζήτησιν διότι παρῆλθεν ἡ ὥρα.
§281ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χρυσοστάλης ἔχει τὸν λόγον.
§282Δ. ΧΡΥΣΟΣΤΑΛΗΣ. Ἐξ ὅσων ἀνέπτυξαν οἱ κ. συνάδελφοι, ἀπεδείχθη ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο πόρρω ἀπέχει ἀπὸ τοῦ νὰ εἶναι ἄρτιον καὶ πλῆρες. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο τὸ σοβαρώτατον, τὸ ὁποῖον εἶναι προωρισμένον νὰ συγκινήσῃ τὸν Ἑλληνικὸν κόσμον, διότι ὅταν γίνῃ νόμος τοῦ Κράτους κατὰ τὴν ἐφαρμογήν του ὄχι μόνον θὰ ἐπιβαρύνῃ τὸν λαὸν μὲ βάρη δυσβάστακτα ἀλλὰ καὶ θὰ καταστρέψῃ αὐτὸν διότι ἀπὸ πλεῖστα ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου φαίνεται ὅτι καὶ πολῖται ἀκόμη θὰ ἐπιτάσσωνται διὰ νὰ συσκέπτωνται περὶ τοῦ νόμου αὐτοῦ, διότι ἐὰν δὲν συνέρχωνται εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ποῦ τάσσει ὁ νόμος, θὰ τιμωρῶνται. Μεθ’ ὅλα τὰ βάρη λοιπὸν τὰ σημερινὰ ἐπιβαρύνονται ἀκόμη μὲ ἄλλα τόσα καὶ περισσότερα καὶ δημοδιδάσκαλοι, οἱ ὁποῖοι διεξάγουν μόνοι αὐτοὶ εἰς τὰς κοινότητας τὴν ὑπηρεσίαν, θὰ ἀσχολοῦνται μόνον καὶ μόνον μὲ τὰ διάφορα ἔγγραφα διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου αὐτοῦ. Ἕνα νομοσχέδιον τοσαύτης σοβαρότητος δὲν πρέπει νὰ ψηφισθῇ εἰκῇ καὶ ὡς ἔτυχεν, πρέπει ν’ ἀναβληθῇ. Ἔχομεν παράδειγμα ποῦ ἐψηφίσθη εἰς τὰ 1911 ὁ νόμος περὶ κοινοτήτων, ὁ ὁποῖος μετὰ μικρὰν συζήτησιν παρεπέμφθη εἰς ἐπιτροπὴν καὶ μόλα ταῦτα εἴδατε πόσας τροπολογίας ἐπεφέραμεν. Ἔχομεν τὸν νόμον περὶ ἀπαλλοτριώσεως τσιφλικίων, ἐξακολουθοῦν αἱ τροποποιήσεις, καὶ ἐβαρύνθη ἡ Βουλὴ νὰ βλέπῃ τροποποιήσεις. Πρέπει ἐπὶ τέλους νὰ παύσῃ αὐτὴ ἡ δουλειὰ τοῦ «ράβε ξύλωνε δουλειὰ νὰ μὴ σοῦ λείπῃ». Εὐχῆς ἔργον λοιπὸν νὰ ἦτο, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἀνέβαλλε διὰ τὰς μελλούσας ἐργασίας τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ, νὰ ἐπανέλθῃ καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὁπότε ἴσως καὶ τὰ διεθνῆ πράγματα λάβουν τοιαύτην ροπήν, ὥστε νὰ μᾶς ἐπιτρέψουν νὰ ἀλλάξωμεν σύστημα οἰκονομικόν. Θὰ ἔχετε τρικυμίαν μεθαύριον ἐὰν τὸ ψηφίσητε, τὸ καλὸ ποὺ σᾶς θέλω νὰ τὸ ἀναβάλλετε.
§283ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις ἐπερατώθη. Ἄρθρον 1.
§284Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1ου ἔχω ὑποβάλλει τροποπλογίαν, διὰ τῆς ὁποίας διατηροῦνται ἐν Κερκύρᾳ οἱ φόροι τοῦ ἀγροτικοῦ νόμου.
§285Μ. ΝΕΓΡΟΠΟΝΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Γίνεται δεκτὴ ἡ τροπολογία.
§286Ι. ΠΙΣΠΙΡΗΣ. Εἶχον ὑποβάλει καὶ ἐγὼ τροπολογίαν εἰς τὸ ἄρθρον 1, τὴν ὁποίαν μετὰ τὰς πειστικωτάτας δηλώσεις τοῦ κ. Ἀντιπροέδρου ἀποσύρω.
§287Ν. ΞΗΡΟΣ. Οἱ γεωργικοὶ πληθυσμοί, τοὺς ὁποίους ἐκπροσωπῶ, αἰσθάνονται τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐκφράσουν τὴν εὐγνωμοσύνην των πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, διὰ τὴν κατάργησιν τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν.
§288Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Θὰ ἦτο παράλειψις στοιχειώδους καθήκοντος, ἐὰν δὲν ἔσπευδον καὶ ἐγὼ νὰ ἐκφράσω τὴν εὐγνωμοσύνην μου πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία ἀληθῶς ἀνακουφίζει τὸν γεωργικὸν πληθυσμὸν, διὰ τῆς καταργήσεως τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν. Τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ θὰ ἀποτελέσῃ σταθμὸν περιφανῆ τῆς νεωτέρας Ἑλληνικῆς νομοθεσίας.
§289ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις κηρύσσεται περαιωμένη. Ἄρθρον 1ον (ἀναγινώσκει).
§290ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν. Δεκτόν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1 ὡς ἐτροποποιήθη, ἀναγινώσκονται δὲ καὶ ψηφίζονται καὶ τὰ ἄρθρα 2–6).
§291ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 7ον (ἀναγινώσκει).
§292Ι. ΛΕΚΑΝΙΔΗΣ. Εἰς τὸ ἄρθρον 7 πρέπει νὰ γίνῃ περισσοτέρα ἔκπτωσις, διότι ἀφαιροῦνται μόνον 5 τέκνα· ὅταν ἕνας ἔχῃ 10 τέκνα;
§293Μ. ΝΕΓΡΟΠΟΝΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Πολὺ καλὰ θὰ κάμωμεν μεγαλειτέραν ἔκπτωσιν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 7 ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἀναγινώσκονται δὲ καὶ ψηφίζονται καὶ τὰ λοιπὰ ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου).
§294ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συστάσεως παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν Τμήματος Δημοσιότητος». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον) Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τρόπου ἐκκαθαρίσεως καὶ ἐξοφλήσεως τῶν ὀφειλομένων ἀπαιτήσεων παρὰ τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας ἐκμισθώσεως ἢ ἐπιτάξεως πλωτῶν ἐν γένει μέσων κτλ.». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον). Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ μεταρρυθμίσεως καὶ συμπληρώσεως διατάξεων τῶν νόμων «περὶ φορολογίας τοῦ καπνοῦ καὶ σιγαροχάρτου».
§295Γ. ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ. Τὸν λόγον κ. Πρόεδρε.
§296ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. Ἡ ὥρα ἔχει προχωρήσει.
§297Μ. ΝΕΓΡΟΠΟΝΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Παρακαλῶ νὰ ἐγγραφῇ πρῶτον εἰς τὴν αὐριανὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν.
§298ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συμπληρώσεων τινῶν τοῦ νόμου 972α «περὶ τροποποιήσεων τῶν περὶ Δημοσίων Ἔργων κλπ. τοῦ νόμου 1466 «περὶ ἀφομοιώσεως τῶν ἐκτάκτων ὑπαλλήλων τῆς ὑπηρεσίας τῶν δημοσίων ἔργων κλπ.». Ἄρθρον 1ον (ἀναγινώσκει).
§299Ν. ΞΗΡΟΣ. Κύριε Ὑπουργὲ ἔχουσιν ὑποβάλει τροπολογίαν οἱ κ. Μάνος, Μπασιᾶς καὶ ἄλλοι, ὅτι ὁ ἀρχικὸς μισθὸς (ἀναγινώσκει).
§300Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Τὸ ἐπρόσθεσα αὐτὸ. Ἔγινε δεκτὴ ἡ τροπολογία σας.
§301Ι. ΛΕΚΑΝΙΔΗΣ. Ἔχομεν ὑποβάλει καὶ ἡμεῖς τροπολογίαν. (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον, ὡς ἐτροπολογήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ).
§302ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας νόμων».
§303Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ τὸ ἀναβάλῃ αὐτό.
§304ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται καὶ θὰ συζητηθῇ μεταξὺ τῶν πρώτων αὔριον.
§305Κ. ΣΠΥΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Διατὶ ἀναβάλλεται αὐτὸ κ. Πρόεδρε;
§306ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διότι ἐζήτησαν τέσσαρες τὸν λόγον καὶ εἶναι 12 ἡ ὥρα. Ἐὰν ἡ Βουλὴ δηλώσῃ ὅτι ἔχει τὴν ἐπιθυμίαν νὰ ψηφισθῇ ἀπόψε τότε ὁ κ. Λοιδωρίκης ἔχει τὸν λόγον.
§307Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Δὲν φρονῶ, ὅτι εἶναι ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἔχει καθορίσει ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως Εἶναι σοβαρώτατον νομοσχέδιον, ἀποβλέπει εἰς τὴν ὀργάνωσιν σοβαρωτάτων ὑπηρεσιῶν, ἄλλως τε, ὅταν εἰσηγήθη ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως περὶ τῶν ἐπιψηφισθησομένων νομοσχεδίων κατὰ τὴν σύνοδον ταύτην οὐδόλως ἀνέφερε τὸ νομοσχέδιον.
§308Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Εἶπεν ἐκτὸς αὐτῶν καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο.
§309Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀνέφερεν μόνον τὰ φορολογικὰ νομοσχέδια.
§310Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Καὶ τὸν ὀργανισμόν.
§311Ι. ΛΕΚΑΝΙΔΗΣ. Εἶπεν, ὅτι θὰ ἀφεθῶσι τὰ περὶ ὀργανισμοῦ.
§312Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Δὲν εἶναι σπουδαῖον νὰ τὸ ἀναβάλωμεν.
§313Κ. ΣΠΥΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Ἔχω τὴν μαρτυρίαν τοῦ συναδέλφου κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν.
§314Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Δὲν ἀρνοῦμαι τὴν σπουδαιότητα. Ἐπειδὴ εἶναι σπουδαῖον ἀπαιτεῖται συζήτησις. Δι’ αὐτὸ παρακαλῶ ἐπειδὴ ἡ ὥρα εἶναι περασμένη νὰ ἀναβληθῇ.
§315Κ. ΣΠΥΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Νομίζω, ὅτι εἶναι σπουδαῖον.
§316ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ν’ ἀναβληθῇ; Ἐρωτᾶται ἡ Βουλὴ ἐὰν θέλει ν’ ἀναβληθῇ.
§317ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§318ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου 1410 «περὶ κατασκευῆς τῶν ὁδῶν Φαλήρου–Βουλιαγμένης καὶ Σιδηροδρομικοῦ σταθμοῦ Μενιδίου–Πάρνηθος». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ αὐθεντικῆς ἑρμηνείας τοῦ 1ου ἐδαφίου τοῦ 1ου ἄρθρου ΓΩΖΓʹ νόμου». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ προσθήκης ἄρθρου 7 εἰς τὸν νόμον περὶ δικηγόρων». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τῆς ἐν Ἀνατολικῇ Μακεδονίᾳ Διεθνοῦς Ἀνακριτικῆς Ἐπιτροπείας». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον). Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ παρατάσεως τοῦ χρόνου τῶν νομοπαρυσκευαστικῶν ἐπιτροπειῶν καὶ ἀποζημιώσεως αὐτῶν». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου 1222 περὶ ἀσκήσεως τοῦ ἰατρικοῦ ἐπαγγέλματος ἐν ταῖς Νέαις Χώραις». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον).
§319Κ. ΚΑΛΟΜΕΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ὑπ’ ἀριθ. 28 τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως νομοσχέδιον τὶ ἔγινε;
§320ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφίσθη.
§321Κ. ΚΑΛΟΜΕΝΟΠΟΥΛΟΣ. Πῶς, ἐγὼ εἶχον τροπολογίαν ἐπ’ αὐτοῦ. Δὲν ἀνεγνώσθη.
§322ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνεγνώσθη, ἀλλὰ δὲν ἔγινε δεκτή.
§323Κ. ΚΑΛΟΜΕΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατόν, παρακαλῶ νὰ ἐπανέλθω νὰ εἴπω δύο λέξεις.
§324ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶνε δυνατόν· ἔρχεσθε κατόπιν ἑορτῆς.
§325Κ. ΚΑΛΟΜΕΝΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ δεχθῇ ὁ κ. Ὑπουργός.
§326ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν δύναται νὰ κάμῃ τοῦτο ἀφοῦ ἐψηφίσθη, παρακαλῶ, ἐὰν ἔχητε ἀντίρρησιν, ἐρωτῶ τὴν Βουλήν. Ἐψηφίσθη τὸ ὑπ’ ἀριθ. 28 ἢ ὄχι;
§327ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§328Κ. ΚΑΛΟΜΕΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ διαμαρτύρομαι. Κύριε Πρόεδρε ἡ σπουδὴ εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου δικαιολογεῖται πολλάκις καὶ ἡμεῖς συμβάλλομεν εἰς τοῦτο, ἀλλ’ οὐχὶ μέχρι τοῦ σημείου ὥστε νὰ ὑποβάλωμεν τροπολογίαν καὶ νὰ μὴ καλῆται νὰ ὑποστηρίξῃ ταύτην ὁ ὑποβάλλων βουλευτής, οὔτε καὶ νὰ ἀντιλαμβάνεται τὴν ψήφισιν, ἀφ’ οὗ ἄλλως τε ἡ τροπολογία δὲν διενεμήθη.
§329ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ τροπολογία σας ἐτυπώθη καὶ διενεμήθη.
§330Κ. ΚΑΛΟΜΕΝΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ, κύριε πρόεδρε, ἐγὼ δὲν ἀντελήφθην.
§331ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τίθεται ἐν ἀμφιβόλῳ ἡ καλὴ πίστις τοῦ Προέδρου;
§332Κ. ΚΑΛΟΜΕΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι, μὲ συγχωρεῖτε.
§333ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀφ’ οὗ ὁ κ. βουλευτὴς ἐπιμένει ὅτι δὲν ἐψηφίσθη ἐνῷ ἐγὼ καὶ ἡ Βουλὴ τὸν βεβαιοῖ ὅτι ἐψηφίσθη, τότε ἀποχωρῶ τῆς ἕδρας καὶ ἂς ἔλθῃ νὰ καθήσῃ ἄλλος.
§334ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§335ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τότε πολὺ καλά, ἐψηφίσθη. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ χορηγήσεως ἀδειῶν ἕνεκα ἀσθενείας εἰς τοὺς νοσηλευθέντας ἐν Ναυτικαῖς Νοσοκομείοις καὶ ἐν ξηρᾷ θεραπευτηρίοις ὑπαξιωματικοὺς καὶ ναύτας κλπ. διαρκοῦντος τοῦ παρόντος πολέμου». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον) Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τοῦ χρόνου τῆς παύσεως τῆς ἰσχύος τοῦ ἀπὸ 10 Ἰουλίου 1917 Β. Δ. περὶ προσθέτου μισθοῦ τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ Π. Ν. κλπ. κλπ.». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον) Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως συμβάσεως μεταξὺ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ τὴν ἐν Λονδίνῳ Ἀνατολικῆς Τηλεγραφικῆς Ἑταιρείας». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον) Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐγγυήσεως τοῦ δημοσίου πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν δι’ ἄνοιγμα πιστώσεως μέχρι δραχμῶν 500.000 ὑπὲρ τοῦ Συνεταιρισμοῦ καταναλώσεως διὰ τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον). Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ διαθέσεως τοῦ ἑτέρου χρηματικοῦ ποσοῦ ὑπὸ τοῦ Λιμενικοῦ Ταμείου Πειραιῶς πρὸς ἀποπεράτωσιν τῆς ἀνακαινίσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν ἀντιπλημμυρικῶν ἔργων Πειραιῶς». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον) Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ διοικήσεως τῶν εἰς τὸ Κράτος περιερχομένων κληρονομιῶν, κληροδοσιῶν καὶ δωρεῶν». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον) Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν περὶ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου ἰσχυόντων νόμων». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον) Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀνταλλαγῆς τῆς χρήσεως οἰκίας τοῦ Δημοσίου ἐν τῇ πόλει τῆς Ζακύνθου πρὸς ἄλλην οἰκίαν». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον) Αʹ. συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου 1350 «περὶ ὑποχρεωτικῆς σπορᾶς νομῆς διὰ στρατιωτικὰς ἀνάγκας». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον). Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐκδόσεως δελτίου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημ. Ἐκπαιδεύσεως».
§336Δ. ΔΙΓΚΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Ὑποβάλλω μίαν τροπολογίαν ἐπ’ αὐτοῦ.
§337ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον ὡς ἐτροπολογήθη)
§338ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τῆς 3 παραγράφου τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ νόμου 909 ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ νόμου 1368». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον) Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου 350 καὶ τοῦ σχετικοῦ 887 ὡς καὶ τοῦ 1764 Διατάγματος Προσωρινῆς Κυβερνήσεως περὶ ἐγκαταστάσεως ἐποίκων». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον) Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 747 περὶ Ἀγροφυλακῆς Διατάγματος τῆς Γενικῆς Διοικήσεως Κρήτης». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον) Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ παροχῆς συνδρομῆς εἰς τὴν Γεωργικὴν Ἑταιρείαν Μακεδονίας». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον) Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀναστολῆς διατάξεων τινῶν τοῦ νόμου 513 τοῦ 1914 περὶ προαγωγῆς τῆς σηροτροφίας κλπ.». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον) Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ὁδοιπορικῶν ἐξόδων καὶ ἀποζημιώσεως τῶν ἐπιθεωρητῶν τῶν σχολείων καὶ τῶν σχολικῶν ἰατρῶν». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον) Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συγκροτήσεως τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ νόμου 409 τοῦ 1914 καὶ 712 τοῦ 1916 «περὶ ἐκπτώσεων μέρους ἐκ τῶν ἐνοικίων τῶν δημοτικῶν καὶ κοινοτικῶν προσόδων τῶν ἐτῶν 1914 καὶ 1915». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον)
§339ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ λυθῇ ἡ συνεδρίασις κ. Πρόεδρε.
§340ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις, ἵνα ἐπαναληφθῇ αὕτη αὔριον τὴν 4ην μ. μ. (Ὥρᾳ 12.30′ π. μ.)